kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ (2 ΜΑΡΤΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Μαρτίου, 2014

«Κορυφαία έκφραση της αληθινής κατά Χριστόν ζωής του κάθε συνειδητού πιστού και πιο πολύ του πραγματικού και τελείου Ιερέως, αποτελεί η ζωή και το έργο του αγίου Ιερέως Νικολάου του Πλανά, αγίου των ημερών μας.
Η ωραία, η εύανδρος και αγιοτόκος Νάξος, είχε την θεία εύνοια και ευλογία να είναι η Γενέτειρά του. Γεννήθηκε το έτος 1851. Οι γονείς του, Καπετάν Γιάννης και Αυγουστίνα ήταν άνθρωποι ευσεβείς και καλοκάγαθοι, όπως όλοι οι νησιώτες, και εύποροι. Είχαν και ένα εμπορικό καΐκι, που πήγαινε από τη Νάξο στην Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, ακόμα και στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Μέσα σε κάποιο από τα κτήματα τους είχαν και ένα μικρό παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο.
Ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς από βρεφικής ηλικίας ήταν αγιασμένος. Τις περισσότερες φορές ως παιδί ήταν στον Ιερό αυτό Ναό και περνούσε πολλές ώρες εκεί ψάλλοντας όσα ήξερε και φορώντας πολλές φορές, αντί ιερατικού φελωνίου, κάποια σεντόνι, μιμούμενος τούς Ιερείς. Μια μέρα έψαλλε τόσο κατανυκτικά, ώστε προκάλεσε τον θαυμασμό των περαστικών.
Η όλη του ζωή από τα παιδικά του χρόνια ακόμα, προέλεγε τη μέλλουσα ζωή και πολιτεία του. Τις θείες θαυματουργικές δυνάμεις έλαβε με την χάρη του Θεού από τα παιδικά του χρόνια. Έτσι, εγνώριζε τον καταποντισμό του καϊκιού τους έξω από την Πόλη, και το είπε στους γονείς του.
Τα πρώτα γράμματα έμαθε από τον παππού του – πατέρα της μητέρας του – ιερέα Γεώργιο Μελισσουργό, κοντά στον οποίο έμαθε να διαβάζει το Ιερό Ψαλτήριο. Μαζί του επίσης πήγαινε στις θείες Λειτουργίες και τον διακονούσε στο Ιερό Βήμα, ενώ παράλληλα δεχόταν τα νάματα της Θείας Λατρείας.
Όταν ο Άγιος Νικόλαος ήταν δεκατεσσάρων ετών, ο πατέρας του άφησε τον κόσμο αυτό. Έτσι, η μητέρα του μαζί με την αδελφή του ήρθαν στην Αθήνα και πήγε και ο ίδιος μαζί τους. Έμεναν στην περιοχή που είναι μεταξύ του Ι. Ναού του αγίου Ιωάννη της Πλάκας και του Ναού του αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού, όπου υπήρχαν πολλοί Ναξιώτες.
Μοίρασαν με την αδελφή του την πολύ αξιόλογη πατρική τους περιουσία. Αλλά το μερίδιο του το έκανε ενέχυρο για κάποιο φτωχό, που δεν του το επέστρεψε ποτέ.
Έτσι παρέμεινε για όλη του την ζωή φτωχός. Σε ηλικία δέκα επτά ετών συνήψε τίμιο γάμο κατόπιν πιέσεων της μητέρας του, με την Ελένη Προβελεγγίου από τα Κύθηρα. Από τον γάμο αυτό απέκτησε ένα γιό, τον Ιωάννη. Ύστερα απέθανε η σύζυγός του. Στις 28 Ιουλίου του έτους 1879 χειροτονήθηκε Διάκονος στον Ιερό Ναό Μεταμορφώσεως Σωτήρος Πλάκας. Στις 2 Μαρτίου του 1885 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος και τοποθετήθηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού. Και στην Ενορία αυτή και στην Ενορία του Αγίου Ιωάννη της οδού Βουλιαγμένης υπηρέτησε. Στον Άγιο Ελισσαίο λειτουργούσε καθημερινά.
Ο Άγιος Νικόλαος υπήρξε ο άνθρωπος του Θεού, ο λειτουργός ο άγιος του Υψίστου, ο άοκνος ιερουργός και λάτρης του Τριαδικού Θεού. Η μεγάλη του ευλάβεια, η απεριόριστη καλωσύνη του, η υπερβολική του αφιλοχρηματία, η απλότητά του, το ακτινοβόλο ιερατικό του ήθος, η άφθαστη ιεροπρέπειά του, η ταπείνωσή του, η αγάπη του για την Θεία Λατρεία και οι λοιπές του αρετές, τον καταξίωσαν στη συνείδηση του λαού. Όλοι εσέβοντο τον άγιο Νικόλαο, επίσημοι και αφανείς.
Δεν αγάπησε ποτέ του τα πλούτη. Όσα του έδιναν αμέσως τα έδινε στους φτωχούς. Είχε μισθοδοτήσει ένδεκα οικογένειες χηρών και ορφανών. Χρόνια και χρόνια τους έδινε επίδομα μέχρι που τα παιδιά τους έγιναν δεκατεσσάρων ετών. Βοηθούσε νεαρούς Διακόνους στις σπουδές τους. Ενίσχυε υλικά και πνευματικά όσους είχαν ανάγκη.
Υπήρξε ο ακαταπόνητος. Για μισό και πλέον αιώνα λειτουργούσε καθημερινά. Λιτός, απέριττος σε όλες του τις εκδηλώσεις! Πλούτος του και θησαυρός του, κέντρο της ζωής του η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας! Άνθρωπος προσευχής, του οποίου η ζωή ήταν μια διακονία πίστεως και αγάπης.
Ήταν νηστευτής. Ενήστευε όλες τις Σαρακοστές και το λάδι. Και την νηστεία του Τιμίου Σταυρού την άρχιζε από την 1η Σεπτεμβρίου, μέχρι την 14η. Επίσης και των Ταξιαρχών ενήστευε από τη 1η μέχρι και την 8η Νοεμβρίου.
Απλός και πανέξυπνος, εύστοχος στις απαντήσεις του, συνεδύαζε την απλότητα και την ιεροπρέπεια, την αφέλεια με την αγιότητα.
Δεν είχε σπουδάσει σε Πανεπιστήμια, ούτε σε Εκκλησιαστικές Σχολές, ούτε σε Λύκεια και Γυμνάσια. Και ίσως να μη φοίτησε και σε καμμιά τάξη του τότε Ελληνικού Σχολείου. Όμως άριστα κατείχε την σοφία του Θεού.
Ο Θεός εδόξασε τον Άγιο Νικόλαο με το να θαυματουργεί. Είναι αμέτρητα τα θαύματά του. Εθεράπευε ασθενείς, απεμάκρυνε δαιμόνια, προέλεγε το μέλλοντα, έλυνε δύσκολα θέματα, συμβούλευε πρεπόντως.
Όμως, ύστερα από μια ζωή αγία, μια ζωή που υπήρξε προσφορά στον Θεό, έπρεπε κι αυτός ως άνθρωπος να αφήσει τον κόσμο αυτό και να οδηγηθεί στην αιώνια και αληθινή ζωή.
Ξημέρωσε η Κυριακή του Ασώτου, 28η Φεβρουαρίου του έτους 1932. Αυτή είναι η μέρα που λειτούργησε για τελευταία φορά στο επίγειο Ιερό Θυσιαστήριο. Μετά τη Θεία Λειτουργία έχασε τις αισθήσεις του. Οι πιστοί και οι οικείοι του τον φρόντισαν. Αλλά παρ’ όλες τις φροντίδες τους, δεν μπόρεσαν να αναστρέψουν την πορεία που είχε πάρει η υγεία του.
Ήταν δέκα η ώρα το βράδυ της 2ας Μαρτίου του 1932. Έκανε το σημείο του Τιμίου Σταυρού. Ψιθύριζε προσευχές. Είπε:
“Τον δρόμον τετέλευκα!”. “Δόξα σοι ο Θεός!”. “Η Θείο Χάρη να σας ευλογεί”
…και άλλα, και άφησε τον κόσμο αυτό.
Το πρωί έφεραν το ιερό του λείψανο στον Ναό Αγίου Ιωάννου της Οδού Βουλιαγμένης, εκεί όπου εφημέρευε. Για τρεις μέρες ετέθη σε λαϊκό προσκύνημα. Οι λαϊκές εκδηλώσεις ήταν πρωτοφανείς και το πλήθος του λαού αναρίθμητο. Χιλιάδες λαού κατέφθασαν από το λεκανοπέδιο Αττικής για να αποχαιρετήσουν τον σύγχρονο Άγιο!
Στις 29 Αυγούστου του 1992, τα ιερώτατα και θαυματουργά Λείψανα του Αγίου Νικολάου του Πλανά τοποθετήθηκαν σε ασημένια λάρνακα, που σήμερα βρίσκεται στο δεξιό κλίτος του Ιερού αυτού Ναού».
(Επιμέλεια κειμένου: Αρχιμ. Αλέξανδρος Μοστράτος, Ιεροκήρυξ 
– Πρωτοσυγκελλεύων Ι. Μητροπόλεως Παροναξίας)
Ο άγιος παπα-Νικόλας Πλανάς αποτελεί την επιβεβαίωση αυτού που λέει ο απόστολος Παύλος, ότι «τα πτωχά του κόσμου και τα εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός, ίνα καταισχύνη τα ισχυρά». Υπήρξε δηλαδή το όργανο του Θεού, διά της απλότητος του οποίου διαχύθηκε στον κόσμο πλούσια η σοφία Εκείνου. Δεν είχε κάτι από τα σπουδαία φυσικά προσόντα, τα οποία πολλές φορές, αν δεν προσέξει ο κατέχων αυτά,  λειτουργούν πειρασμικά και μπαίνουν εμπόδιο στη θέα του Θεού. Το απόλυτο προσόν του ήταν  η απλότητά του, που σήμαινε τη φανέρωση  της ταπείνωσής του, άρα της ύπαρξης της χάρης του Θεού σ’ αυτόν. «Ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν» λέει ο λόγος του Θεού κι αυτήν την ταπείνωση είχε ο γνωστός και αγαπητός σε όλους παπα-Νικόλας. Με άλλα λόγια μπροστά στον άγιο Νικόλαο είναι σα να τοποθετούμαστε ενώπιον του ίδιου του Θεού μας και να αναπνέουμε την ατμόσφαιρα Εκείνου. Μια καταπληκτική διαφάνεια του ουρανού ήταν η όλη πορεία της ζωής του.   Η ακολουθία του νεώτερου αυτού αγίου της Εκκλησίας μας πρώτα από όλα την παραπάνω αλήθεια θίγει: «Ω, παράδοξο θαύμα! Τα μωρά του κόσμου διάλεξε ο Θεός και ντρόπιασε με αυτά την έπαρση των σοφών» («Ω του παραδόξου θαύματος! Τα μωρά του κόσμου ο Θεός επέλεξε, την δ’ έπαρσιν των σοφών τούτοις κατήσχυνεν»). «Πω, πω, για τα θαυμάσιά σου, Χριστέ! Εσύ αξίωσες, με την ευδοκία και τη χάρη Σου,  τα ασθενή του κόσμου να γίνουν ανώτερα κι από τα ισχυρά και να φθάσουν πετώντας από τη γη στον ουρανό» («Βαβαί! Των σων θαυμασίων, Χριστέ! Συ τα ασθενή του κόσμου, ισχυρών υπέρτερα, και γήθεν εις ουρανόν μολείν υπόπτερα, ηξίωσας αγαθέ, τη παρά σου ευδοκία και χάριτι») (στιχηρά εσπερινού).
Πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι η απλότητα ενός ανθρώπου δεν στρέφει κατ’ ανάγκην τον άνθρωπο στον Θεό και στην απόκτηση των θεϊκών χαρίτων. Υπάρχουν δυστυχώς απλοί άνθρωποι, με την έννοια της απλοϊκότητας, οι οποίοι ακριβώς γι’ αυτό πολύ εύκολα οδηγούνται στην πονηρία και σε μία περίεργη υπερηφάνεια. Που θα πει: ο άγιος Νικόλαος την απλοϊκότητά του την «έδεσε» με την αγάπη του προς τον Θεό, ώστε να φανερωθεί με τον τρόπο που είπαμε, η σοφία του Θεού. Τίποτε επίγειο δεν τον τραβούσε και δεν τον γοήτευε. Η καρδιά του χτυπούσε μόνον για τον Σωτήρα του Χριστό, και μάλιστα «εκ παίδων».  «Εσένα ο κόσμος δεν σε έλκυσε κι ούτε σε έκανε φίλο του. Την καρδιά σου όμως την έδωσες στον Σωτήρα σου» («Σε ο κόσμος ουχ είλκυσεν, ουδέ φίλον εκτήσατο, σην καρδίαν δ’ έδωκας τω Σωτήρι σου») (στιχηρό εσπερινού). Γι’ αυτό και όλοι, όπως παλαιότερα τον άγιο Αντώνιο που τον χαρακτήριζαν οι άνθρωποι του καιρού του «θεοφιλή», ονόμαζαν τον παπα-Νικόλα «άνθρωπον όντως του Θεού», με όλα τα χαρίσματα ενός τέτοιου ανθρώπου: την αφιλαργυρία, την αγάπη και την ελεημοσύνη, την αγιασμένη ιερωσύνη.  «Αυτά είπε ο λόγος όσων σε γνωρίζουν, πάτερ Νικόλαε: ελάτε να δείτε άνθρωπο πράγματι του Θεού. Γνήσιο υπηρέτη Του, αγιασμένο λειτουργό της Χάρης Του, απλό στους τρόπους και αφιλάργυρο, με αγάπη στον Χριστό και διακονία Εκείνου μέσω των ελεημοσυνών και των προσφορών του στους πτωχούς» («Τάδε έφη των ειδότων σε, πάτερ Νικόλαε, ο λόγος. Δεύτε ίδετε άνθρωπον όντως του Θεού∙ αυτού θεράποντα γνήσιον∙ λειτουργόν της Χάριτος ηγιασμένον∙ απλούν τον τρόπο και αφιλάργυρον∙ εν ελεημοσύναις και οικτιρμοίς πενήτων τον Χριστόν αγαπώντα και διακονούντα») (δοξαστικό εσπερινού).

Ο μακαριστός υμνογράφος του αγίου Νικολάου Πλανά, Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος Βαλληνδράς, παίρνει αφορμή από το όνομά του αφενός για να τονίσει την ιδιαίτερη όντως αγάπη του προς τον ομώνυμο άγιό του – «είθε να χαίρεις συ που γέμισες από θείο ζήλο και ζήλεψες τον ομώνυμό σου Νικόλαο, τον κανόνα της πίστης και τον πυρσό της εγκράτειας, αλλά και την εικόνα της πραότητας» (στιχηρό αποστίχων εσπερινού) – αφετέρου από την προσωνυμία του «Πλανάς», για να κάνει ωραίους συσχετισμούς ως προς τον αγιασμένο βίο του. Σ’ ένα ιδιόμελο της λιτής για παράδειγμα διαβάζουμε: «Με ύμνους ας τιμήσουμε τον αγιασμένο Νικόλαο, τον Πλανά μεν στην κλήση του, απλανή όμως στην πίστη  του» («εν ύμνοις τιμήσωμεν ηγιασμένον Νικόλαον, τον Πλανάν μεν τη κλήσει, απλανή δε την πίστιν»). Και στο απολυτίκιο: «Ξέφυγες από τις παγίδες του πλάνου, ιερώτατε, και πορεύτηκες τη ζωή σου απλανώς, πατέρα μας, Νικόλαε αοίδιμε Πλανά» («Τας του πλάνου παγίδας εκφυγών, ιερώτατε, απλανώς επορεύθης διά βίου, πατήρ ημών, Νικόλαε αοίδιμε Πλανά»).

Κι ασφαλώς ο ταλαντούχος μακαριστός Μητροπολίτης δεν αφήνει ασχολίαστο το γεγονός ότι ο άγιος παπα-Νικόλας καταγόταν από τη νήσο Νάξο, ήταν βραδύγλωσσος, ήταν έξοχος λειτουργός του Υψίστου, σχετιζόταν με μεγάλα αναστήματα των ελληνικών γραμμάτων. Πώς να παραλείψει την καταγωγή του, όταν από το ίδιο νησί της Νάξου καταγόταν το άλλο μεγάλο αστέρι της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης; Για τον υμνογράφο η χώρα των Ναξίων έχει διπλό λόγο να καυχάται, ενώ ο νεώτερος Νικόλαος αγιάστηκε, γιατί θέλησε να ακολουθήσει την ίδια στενή οδό του παλαιοτέρου συμπατριώτη του Νικοδήμου. «Η χώρα των Ναξίων απέκτησε τώρα διπλό όνομα ως  πλούτο αδαπάνητο: τον Νικόδημο και τον Νικόλαο» («Ναξίων η χώρα…νυν πλούτον αδαπάνητον δυώνυμον εκτήσατο, Νικόδημον, Νικόλαον») (ωδή α΄).  «Είδε τον μεγάλο Νικόδημο, τον μέγα αγιορείτη και ένδοξο και συμπολίτη άγιο ο Νικόλαος ο Νάξιος, και στερεώθηκε προς αγιασμό του στην ίδια στενή οδό» («Ιδών τον Νικόδημον τον πάνυ, τον μέγαν αγιορείτην και κλεινόν και συμπολίτην άγιον, Νικόλαος ο Νάξιος εν τη αυτή στενή οδώ αγιασθείς εστερέωτο») (ωδή α΄).

Η βραδυγλωσσία του επίσης: παραλληλίζεται με τη βραδυγλωσσία του προφήτη Μωυσή, ο οποίος προς διευκόλυνσή του είχε βοηθό τον αδελφό του Ααρών. Κι όπως ο Μωυσής μπόρεσε να επιτελέσει το καθοδηγητικό του έργο, παρά το πρόβλημά του, έτσι και ο άγιος Πλανάς: καθοδήγησε πολλούς στην πίστη, έχοντας όμως ως βοηθό του όχι άνθρωπο, αλλά το ίδιο το Παράκλητο άγιον Πνεύμα. «Άρθρωσε ατελή λόγο ο παμμακάριος Νικόλαος, μοιάζοντας στον βραδύγλωσσο παλιά Μωυσή, και δεν υστέρησε στο να φωτίσει πολλούς για να γνωρίσουν τον Κύριο» («Λόγον ατελή αρθρώσας ο παμμάκαρ Νικόλαος, και τω βραδυγλώσσω πάλαι Μωυσεί ομοιούμενος, πολλούς Κυρίω φωτίσας ουχ υστέρησεν») (ωδή δ΄). «Ο Ααρών έγινε συμπαραστάτης του Μωυσή και ο Παράκλητος ήλθε αρωγός στον Νικόλαος» («Ααρών συμπαραστάτης Μωυσέως εγένετο και τω Νικολάω ήλθεν αρωγός ο Παράκλητος») (ωδή δ΄).

Εκεί που αποκαλύπτεται περίτρανα η αγιότητα του παπα-Νικόλα ήταν στον λειτουργικό τομέα. Ο άγιος υπήρξε άφθαστος λειτουργός του Υψίστου, όχι γιατί ήταν καλλίφωνος ή έβγαζε ωραία κηρύγματα – τίποτε από αυτά – αλλά γιατί λειτουργούσε με αίσθηση ψυχής, «κατεβάζοντας στη γη τον ουρανό». Τα παιδιά ιδιαιτέρως, και όσοι είχαν καρδιά παιδιού, τον έβλεπαν να λειτουργεί μαζί με τους αγγέλους και να ίπταται πάνω από το έδαφος. «Από τη θεϊκή δόξα σου, φάνηκες στα μάτια των παιδιών, πάτερ, σαν λαμπτήρας φωτεινότατος, και όταν ιερουργούσες με λαμπρούς αγγέλους φαινόσουν να μη πατάς πάνω στη γη» («Λαμπτήρ φαεινότατος, επί τη θεία δόξη σου, φαίνει οφθαλμοίς παιδίων, πάτερ, ιερουργών δε μετά αγγέλων φαιδρών ώφθης μη πατών επί της γης») (ωδή ε΄). Σαν τον άγιο Σπυρίδωνα, που απλός και αυτός ως άνθρωπος, «αγγέλους έσχε συλλειτουργούντας αυτώ». Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι οι πράγματι σπουδαίοι άνθρωποι της εποχής του, οι μεγάλοι Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, όπως και πλήθος άλλων, αυτόν προτιμούσαν για λειτουργό στις διάφορες ακολουθίες, αυτόν κυρίως ένιωθαν ως μύστη των αρρήτων και αθεάτων μυστηρίων, αυτόν έρχονταν να βοηθήσουν στο ψαλτήρι του.  Ο υμνογράφος, συνεσκιασμένα είναι αλήθεια, κάνει λόγο και για τη σχέση του, χωρίς ο ίδιος να το επιδιώκει, με τους ανθρώπους αυτούς των γραμμάτων. Οι εγγράμματοι θέλγονταν από τον αγράμματο. Όχι βεβαίως για την αγραμματοσύνη του, αλλά για την πλησμονή της χάρης του Θεού που ζούσε πλούσια στην καρδιά του. «Είχες άξιους συνεργάτες, που τραγουδούσαν και έψαλλαν με την καρδιά τους στον Κύριο. Τα ονόματα αυτών είναι πασίγνωστα στους εραστές των γραμμάτων, αλλά και γραμμένα από τον Θεό στο βιβλίο της ζωής» («Αξίους έσχες συνεργούς, άδοντας και ψάλλοντας εν τη καρδία αυτών τω Κυρίω. Τούτων τα ονόματα περίπυστα τοις των γραμμάτων ερασταίς, τω δε Θεώ γεγραμμένα εν βίβλω ζωής») (λιτή).

  παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΔΟΚΙΑ Η ΑΠΟ ΣΑΜΑΡΕΙΤΩΝ (1 ΜΑΡΤΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Μαρτίου, 2014

«Η οσία Ευδοκία ήταν από την Ηλιούπολη της επαρχίας Λιβανησίας της Φοινίκης, κατά τους καιρούς της βασιλείας του Τραϊανού, που έζησε πρώτα ακόλαστη ζωή, παρασύροντας πολλούς εραστές με την ομορφιά της και μαζεύοντας πολύ πλούτο. Ύστερα όμως προσήλθε στον Χριστό, όταν άκουσε κάποιο μοναχό Γερμανό στο όνομα, ο οποίος κήρυσσε λόγους  ευσεβείας και μετανοίας. Βαπτίζεται λοιπόν από τον επίσκοπο Θεόδοτο, καθώς πείστηκε σε θείες αποκαλύψεις. Διότι της φάνηκε ότι ανήλθε στους ουρανούς, σαν να είχε βγει από τον εαυτό της και καθοδηγείτο από άγγελο, και ότι οι άγγελοι τη συνέχαιραν για την επιστροφή της, όπως και ότι κάποιος μαύρος και φοβερός στην όψη βρυχιόταν και κραύγαζε ότι τάχα αδικείται, αν του την έπαιρναν.
Η Ευδοκία λοιπόν μοίρασε τον πλούτο της, τον έδωσε σε πτωχούς και πήγε σε μοναστήρι. Εκεί ζούσε τον δρόμο της ασκήσεως θεάρεστα, έως ότου οι πρώην εραστές της την κατήγγειλαν και την οδήγησαν στον Αυρηλιανό, που είχε τότε ανέβει στον βασιλικό θρόνο. Όταν όμως θαυματούργησε και ανέστησε τον υιό του βασιλιά που είχε πεθάνει, οδήγησε και τον βασιλιά στην πίστη του Χριστού. Μετά από αρκετά χρόνια δικάζεται από τον Διογένη τον ηγεμόνα της Ηλιούπολης, αλλά καθώς θαυματούργησε και πάλι, ελευθερώνεται. Τέλος ο Βικέντιος, που διαδέχτηκε τον Διογένη, έδωσε διαταγή και την έκοψαν το κεφάλι».

Η αγία Ευδοκία αποτελεί τύπο και σύμβολο της δύναμης της μετανοίας, όπως και άλλες μεγάλες άγιες της Εκκλησίας μας, σαν την οσία Μαρία την Αιγυπτία για παράδειγμα. Και θα ‘λεγε κανείς ότι όπως η Εκκλησία μας προβάλλει στο τέλος της Σαρακοστής την οσία Μαρία, για να δώσει θάρρος στους ραθύμους, ώστε, έστω και την τελευταία στιγμή, να μετανοήσουν – ο Κύριος έχει πει δέχεται τον εργάτη της τελευταίας ώρας όπως τον εργάτη της πρώτης, αρκεί να μην υπάρχει πονηρία μετάθεσης της ώρας της μετάνοιας – έτσι και τώρα, ήδη στην αρχή της Σαρακοστής, δίνει ισχυρή ώθηση μετανοίας, με την ευκαιρία της μνήμης της συγκεκριμένης οσίας. Διότι και αυτή, σαν την πόρνη του Ευαγγελίου που ο Κύριος συγχώρησε λόγω της μετανοίας της, σαν την οσία Μαρία την Αιγυπτία που είπαμε, ενώ η ζωή της ήταν βουτηγμένη στην ασωτία, ευθύς ως άκουσε λόγο πίστεως και μετανοίας, πίστεψε κι άλλαξε τρόπο ζωής τόσο, ώστε να γίνει καλόγρια, να κάνει θαύματα, να δώσει και την ίδια τη ζωή της προς χάρη του Κυρίου της.

Ο υμνογράφος μάλιστα Ιωάννης ο μοναχός, στο Δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού της ακολουθίας της, κινούμενος στα χνάρια της ποιητικής έμπνευσης της αγίας υμνογράφου Κασσιανής, χρησιμοποιώντας μάλιστα και ίδιες εκφράσεις, μας φέρνει ενώπιον του μεγαλείου της καρδιακής συντριβής της: «Άφησε τα ωραία και ποικίλα του βίου η οσία και μάρτυς, σήκωσε τον σταυρό στους ώμους της και προσήλθε να σε νυμφευθεί, Χριστέ. Και με θρηνητικά δάκρυα φώναζε: Μη με απορρίψεις την πόρνη, συ που καθαρίζεις τους ασώτους. Μη περιφρονήσεις τα δάκρυα που χύνω για τις φοβερές αμαρτίες μου. Αλλά δέξου με, όπως την πόρνη εκείνη που σου πρόσφερε το μύρο, και να ακούσω κι εγώ: η πίστη σου σε έσωσε, πήγαινε στον δρόμο της ειρήνης» («Καταλιπούσα τα τερπνά και ποικίλα του βίου η οσία και μάρτυς, και τον σταυρόν αραμένη επ’ ώμων, προσήλθε του νυμφευθήναί σοι, Χριστέ, και σηυν οιμωγαίς δακρύων εβόα∙ Μη με την πόρνης απορρίψης, ο ασώτους καθαίρων∙ μη μου τα δάκρυα παρίδης των δεινών οφλημάτων∙ αλλά δέξαι με, ώσπερ την πόρνην εκείνην, την το μύρον σοι προσενέγκασαν, και ακούσω καγώ∙ η πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην»). Ο υμνογράφος πράγματι μας κατανύσσει περιγράφοντας τον εσωτερικό αγώνα της οσίας Ευδοκίας και μας ανάγει στην πνευματική ατμόσφαιρα της Μεγάλης Εβδομάδας, τότε που το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, αιρόμενοι στα φτερά της ποίησης της αγίας Κασσιανής, γινόμαστε μέτοχοι και εμείς της συντριβής της γυναίκας εκείνης του Ευαγγελίου, που έλουσε με τα δάκρυα της αγάπης της τα πόδια του Κυρίου. Είμαστε ευγνώμονες γι’ αυτό στον Ιωάννη τον μοναχό, τον άγιο υμνογράφο.

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας βέβαια μας τονίζουν και άλλες όψεις της αγιασμένης ζωής της οσιομάρτυρος. Κι αξίζει κανείς πρώτον να σταθεί στο πώς η οσία μπόρεσε να ξεπεράσει την παθολογική στροφή της στα αμαρτωλά πάθη της. Μας λέει λοιπόν ότι μόνο η δύναμη της αγάπης του Χριστού ήταν εκείνη που της έδωσε τη δύναμη. Με άλλα λόγια, κανείς δεν μπορεί να ξεπεράσει τα πάθη του και τη γοητεία που ασκεί ο αμαρτωλός κόσμος πάνω σ’ αυτά, αν δεν υπάρξει η μεγαλύτερη δύναμη ελευθερίας στον κόσμο, η δύναμη και η αγάπη του Χριστού. «Προτίμησες, Ευδοκία, τον σεμνό Νυμφίο Χριστό, αντί της αγάπης των εραστών που φθείρουν την ψυχή, και απόθεσες τον εαυτό σου στον άφθαρτο έρωτά Του» («Αγάπης εραστών των φθαρτικών σεμνόν προτιμήσασα Νυμφίον, τω έρωτι, Ευδοκία, τω αφθάρτω επανέθου σαυτήν») (ωδή ς΄). Και δεύτερον, ο υμνογράφος μας παραλληλίζει την οσία, λόγω της καταγωγής της από τη Σαμάρεια, με τη Σαμαρείτιδα του Ευαγγελίου του αγίου Ιωάννου, τη μετέπειτα αγία μεγαλομάρτυρα Φωτεινή. Για να πει: «η Σαμαρείτις Ευδοκία δεν σου πρόσφερε, Σωτήρα Κύριε, νερό, σαν εκείνην του Ευαγγελίου παρά το φρέαρ του Ιακώβ, αλλά το αίμα της που έρρευσε από τον τράχηλό της, όταν αποκόπηκε για χάρη Σου η αγία κεφαλή της» («Η Σαμαρείτις ουχ ύδωρ Ευδοκία, αλλ’ αίμα, Σώτερ, εκ τραχήλου σοι φέρει») (στίχοι κοντακίου). Πράγματι: δεν υπάρχει ανώτερο δώρο προς τον Χριστό από την προσφορά του ίδιου μας του εαυτού. Διότι στην πραγματικότητα πρόκειται περί αντιδώρου, αφού Εκείνος πρώτος μας πρόσφερε ως δώρο το δικό Του αίμα. Όταν Εκείνος μας τα έχει δώσει όλα, δεν μπορούμε εμείς να κινηθούμε σε μικρότερη κλίμακα. Απλώς το γνωρίζουμε: η προσφορά η δική μας γίνεται με τη χάρη και πάλι Εκείνου και κατανοείται ως συμμετοχή στη δική Του θυσία. 

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πότε θα γίνει η Ανάσταση των νεκρών;

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Μαρτίου, 2014

Η αυτοαποκαλούμενη «Ελευθέρα Αποστολική Εκκλησία της Πεντηκοστής», πέρα από τις άλλες πλάνες που έχει εσχατολογικού περιεχομένου και μη, έχει και την εξής: δέχεται δύο Αναστάσεις ή αλλιώς, δέχεται ότι η Ανάσταση των νεκρών θα γίνει σε δύο φάσεις, που απέχουν χρονικά πολύ μεταξύ τους. Η πρώτη φάση θα λάβει χώρα πριν την εμφάνιση του Αντίχριστου κατά την «αρπαγή της Εκκλησίας», όπου θα αναστηθούν μόνο όσοι κοιμήθηκαν «εν Κυρίω», και η δεύτερη φάση όταν θα έρθει ο Χριστός στην Β’ Παρουσία Του, όπου θα καταστρέψει τον Αντίχριστο, και θα αναστηθούν οι πάντες για να κριθούν. Παρανοούν και ισχυρίζονται ότι σε διαφορετικό χρονικό σημείο συμβαίνει η «αρπαγή» και σε διαφορετικό η Β’ Παρουσία. Μάλιστα, μεταξύ των δύο αυτών Αναστάσεων, μεσολαβεί διάστημα 7 χρόνων, όσων δηλαδή θα κυβερνήσει την ανθρωπότητα ο άνομος, κατά την κακοδοξία τους. 
Είναι έτσι όμως τα πράγματα; Έτσι τα διδάσκει η Αγία Γραφή και οι άγιοι Πατέρες; Ας δούμε τα σχετικά χωρία από την Αγία Γραφή, αλλά και από τους Πατέρες. 
Θα ξεκινήσουμε λέγοντας ότι ο ισχυρισμός περί των δύο Αναστάσεων, δεν είναι δικός μας αλλά δικός τους. Συγκεκριμένα, διαβάζουμε σε βιβλίο του κου Λ. Φέγγου, του ιδρυτή της ΕΑΕΠ, τα εξής: «Πρώτη Ανάσταση θα έχουν αυτοί που θα λάβουν μέρος στην αρπαγή της εκκλησίας [..]» (Αποκάλυψη Ιωάννου- ερμηνεία, Α’ έκδοση, σελ. 199). Στο ίδιο βιβλίο, λίγο παρακάτω, αναφέρεται: «Η ανάσταση θα είναι γενική για όλους τους νεκρούς [..]» (σελ. 202). Είναι φανερό λοιπόν, ότι αναφέρονται δύο Αναστάσεις νεκρών· η πρώτη κατά την αρπαγή- που με βάση την διδασκαλία τους θα γίνει πριν την εμφάνιση του Αντίχριστου, και η δεύτερη- η γενική, που θα γίνει κατά την Β’ Παρουσία. 
Πόσες Αναστάσεις νεκρών υπάρχουν τελικά, και πότε λαμβάνουν χώρα; Ας δούμε.
Στο σύμβολο της Πίστεως Νικαίας- Κων/πόλεως αναφέρεται
«Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς• ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος» (Άρθρο 7). 
Και, «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών» (Άρθρο 11). 
Συνεπώς, οι Χριστιανοί προσδοκούν μία Ανάσταση που θα γίνει στην Β’ Παρουσία του Χριστού, κατά την οποία θα κριθούν ζώντες και νεκροί, και όχι δύο όπως δέχεται η ΕΑΕΠ. Το σύμβολο της Πίστεως είναι υπεραρκετό ώστε να διαφωτίσει το όλο θέμα. Και για τον Ορθόδοξο πιστό, το θέμα τελειώνει εδώ. Διότι, το Σύμβολο αυτό γράφτηκε για να ξεχωρίζουν οι Ορθόδοξοι από τους αιρετικούς, και είναι καρπός δύο αγίων Οικουμενικών Συνόδων. Όμως, θα προχωρήσουμε και σε σχετικά εδάφια της Αγίας Γραφής, για να δείξουμε με απλό τρόπο, ότι πλανώνται και σε αυτήν. 
Στον προφήτη Δανιήλ αναφέρεται: 
«Και πολλοί εκ των κοιμωμένων εν τω χώματι της γης θέλουσιν εξεγερθή, οι μεν εις αιώνιον ζωήν, οι δε εις ονειδισμόν και εις καταισχύνην αιώνιον» (Δανιήλ, 12:2).
Στην αρχή του κεφαλαίου, ο προφήτης Δανιήλ αναφέρεται σε «καιρό θλίψεως, οποία ποτέ δεν έγινεν αφού υπήρξε έθνος», αλλά και στην επιστροφή του λαού Ισραήλ στον Χριστό. Αναφέρεται λοιπόν, στην περίοδο μετά την μεγάλη θλίψη του Αντιχρίστου. Τότε, θα γίνει η ένδοξη Β’ Παρουσία και θα αναστηθούν οι νεκροί. Η Ανάσταση είναι μία και κοινή, αλλά για άλλους θα είναι «Ανάσταση ζωής» και για άλλους «Ανάσταση κρίσεως». Επίσης, από αυτά τα εδάφια, γίνεται κατανοητό, ότι αυτό που ”κοιμάται” είναι το σώμα και όχι η ψυχή, διότι το σώμα μπαίνει στον τάφο και όχι η ψυχή.
Ο Χριστός αναφέρει
«Μη θαυμάζετε τούτο• διότι έρχεται ώρα, καθ’ ην πάντες οι εν τοις μνημείοις θέλουσιν ακούσει την φωνήν αυτού, και θέλουσιν εξέλθει οι πράξαντες τα αγαθά εις ανάστασιν ζωήςοι δε πράξαντες τα φαύλα εις ανάστασιν κρίσεως» (Κατά Ιωάννη, 5:28). 
Ο Χριστός μιλάει κυριολεκτικά και όχι παραβολικά. Μιλάει για όλους όσους είναι στα μνήματα. Δεν αναφέρεται στους νεκρούς πνευματικά ένεκα της αμαρτίας, όπως στα προηγούμενα εδάφια του κεφαλαίου, αλλά σε όσους είναι βιολογικά νεκροί. Θα ακούσουν όλοι την φωνή Του, και θα αναστηθούν. Μία συνεπώς είναι η Ανάσταση, αλλά και εδώ- όπως και στον Δανιήλ που είδαμε παραπάνω, άλλοι ανασταίνονται προς ζωή και άλλοι προς κατάκριση. 
Πότε όμως; Ας δούμε τι λέει σε άλλο σημείο, ο Αρχηγός της Ζωής: 
«Και τούτο είναι το θέλημα του πέμψαντός με, πας όστις βλέπει τον Υιόν και πιστεύει εις αυτόν να έχη ζωήν αιώνιον, και εγώ θέλω αναστήσει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα» (Κατά Ιωάννη, 6:40).
Στο σημείο αυτό, ο Κύριος αναφέρεται ειδικά στους πιστούς! Με τούτο, δεν σημαίνει όμως ότι εξαιρεί τους απίστους. Οι πιστοί και οι άπιστοι θα αναστηθούν την εσχάτη ημέρα. Και «εσχάτη ημέρα», είναι η ημέρα της Β’ Παρουσίας. Αν κάποιος τοποθετεί την Ανάσταση των πιστών πριν τον ερχομό του Αντίχριστου, έρχεται σε αντίθεση με το λόγο του Χριστού. Διότι, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «εσχάτη μέρα», η περίοδος πριν τον Αντίχριστο. 
Αλλά και λίγο παρακάτω, στο ίδιο κεφάλαιο, λέει πάλι ο Χριστός: 
«Όστις τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου, έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ θέλω αναστήσει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα. Διότι η σαρξ μου αληθώς είναι τροφή, και το αίμα μου αληθώς είναι πόσις. Όστις τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου εν εμοί μένει, και εγώ εν αυτώ». (6:54-56).
Συνεπώς, μία είναι η Ανάσταση των νεκρών, και γίνεται κατά την έσχατη ημέρα.
Προσθέτουμε, ότι ο Κύριος, απαντώντας στο ερώτημα των Σαδδουκαίων, μίλησε για μία Ανάσταση: 
«Πλανάσθε μη γνωρίζοντες τας γραφάς μηδέ την δύναμιν του Θεού. Διότι εν τη αναστάσειούτε νυμφεύονται ούτε νυμφεύουσιν, αλλ’ είναι ως άγγελοι του Θεού εν ουρανώ. Περί δε της αναστάσεως των νεκρών δεν ανεγνώσατε το ρηθέν προς εσάς υπό του Θεού, λέγοντος• Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ και ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ; δεν είναι ο Θεός Θεός νεκρών, αλλά ζώντων» (Ματθαίος, 22:29-32).
Ο απόστολος Παύλος γράφει: 
«Διότι επειδή ο θάνατος ήλθε δι’ ανθρώπου, ούτω και δι’ ανθρώπου η ανάστασις των νεκρών. Επειδή καθώς πάντες αποθνήσκουσιν εν τω Αδάμ, ούτω και πάντες θέλουσι ζωοποιηθή εν τω Χριστώ. Έκαστος όμως κατά την ιδίαν αυτού τάξιν• ο Χριστός είναι η απαρχή, έπειτα όσοι είναι του Χριστού εν τη παρουσία αυτού• Ύστερον θέλει είσθαι το τέλος, όταν παραδώση την βασιλείαν εις τον Θεόν και Πατέρα, όταν καταργήση πάσαν αρχήν και πάσαν εξουσίαν και δύναμιν» (Ά Κορινθίους, 15:21-24).
Ο πρώτος αναστάς, είναι ο θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Ο απόστολος αναφέρεται στους πιστούς, χωρίς να εξαιρεί τους απίστους. Με την ανάσταση της ανθρώπινης φύσης που προσέλαβε, άνοιξε τον δρόμο και για την δική μας Ανάσταση. Έπειτα, θα αναστηθούν όσοι είναι του Χριστού, εν τη Παρουσία Αυτού. Ξεκάθαρο! Στην Παρουσία Του θα γίνει η Ανάσταση, και όχι νωρίτερα. Μετά, θα είναι το τέλος, και η αρχή της Βασιλείας του Θεού. 
Σε άλλη επιστολή του, γράφει: 
«Διότι εάν πιστεύωμεν ότι ο Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας διά του Ιησού θέλει φέρει μετ’ αυτού. Διότι τούτο σας λέγομεν διά του λόγου του Κυρίου, ότι ημείς οι ζώντες, όσοι απομένομεν εις την παρουσίαν του Κυρίου, δεν θέλομεν προλάβει τους κοιμηθέντας• επειδή αυτός ο Κύριος θέλει καταβή απ’ ουρανού με κέλευσμα, με φωνήν αρχαγγέλου και με σάλπιγγα Θεού, και οι αποθανόντες εν Χριστώ θέλουσιν αναστηθή πρώτον, έπειτα ημείς οι ζώντες όσοι απομένομεν θέλομεν αρπαχθή μετ’ αυτών εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου εις τον αέρα, και ούτω θέλομεν είσθαι πάντοτε μετά του Κυρίου» (Ά Θες/κείς, 4: 14-17).
 
Η Ανάσταση γίνεται στην Παρουσία του Κυρίου. Αναφέρεται «στην» Παρουσία, και όχι γενικά «Παρουσία», διότι αυτή είναι συγκεκριμένη και είναι η Δεύτερη. Ο ίδιος απόστολος, αναφέρει στην «Προς Εβραίους» επιστολή: « [..] ο Χριστός, άπαξ προσφερθείς διά να σηκώση τας αμαρτίας πολλών, θέλει φανή εκ δευτέρου χωρίς αμαρτίας εις τους προσμένοντας αυτόν διά σωτηρίαν» (9:28). Εκ δευτέρου προσμένουμε τον Χριστό. Μάλιστα, τότε, στην Β’ Παρουσία γίνεται και η «αρπαγή», προκειμένου να μετέχουν οι πιστοί και στην Ανάληψη του Χριστού. Συνεπώς, λέγοντας «οι αποθανόντες εν Χριστώ θέλουσιν αναστηθή πρώτον», δεν εννοεί δύο Αναστάσεις που απέχουν χρονικά μεταξύ τους. Ανασταίνονται οι εν Χριστώ κεκοιμημένοι, αρπάζονται με τους ζώντες, ώστε να μετέχουν και της Αναλήψεως του Χριστού, και κατεβαίνουν ένδοξα, ανασταίνοντας ο Κύριος τους πάντες. 
Αυτή η αρπαγή έχει την έννοια της Ανάληψης, και της προϋπάντησης του Βασιλέα Χριστού από τον λαό του, την Εκκλησία Του. 
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφέρει: 
«Διότι λέγει, θα αρπαγούμε στα σύννεφα, για να συναντήσωμε τον Κύριο στον αέρα, κι έτσι να είμαστε πάντοτε μαζί με τον Κύριο [..] θα γίνουν κοινωνοί όχι μόνο της Αναστάσεως,αλλά και της Αναλήψεως του Κυρίου και όλης της θεοειδούς ζωής» (ΕΠΕ 8, σελ. 363).
Και ο ιερός Χρυσόστομος ρωτά· 
«Ει μέλλει καταβαίνειν, τίνος ένεκεν αρπαγησόμεθα
Δηλαδή, αφού θα κατέβει, για ποιο λόγο είναι ανάγκη να αρπαχτούμε;
Και συνεχίζει απαντώντας· 
«Τιμής ένεκεν. Και γαρ βασιλέως εις πόλιν εισελαύνοντος, οι μεν έντιμοι προς απάντησιν εξίασιν, οι δε κατάδικοι ένδον μένουσι τον Κριτή». 
Δηλαδή, αρπαζόμαστε χάριν τιμής που μας κάνει ο Κύριος. Όπως οι έντιμοι προϋπαντούν τον βασιλιά που έρχεται σε μία πόλη, έτσι και με την αρπαγή, η Εκκλησία προϋπαντεί τον βασιλιά της Ιησού Χριστό που έρχεται ως Κριτής.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, αναφέρει: 
«Αλλά είναι η μοναδική και τελική φοβερά κρίσις [..] και θα πορευθούν εκείνοι οι οποίοι έχουν πράξει τα αγαθά εις την ανάστασιν της ζωής, η οποία τώρα κρύβεται εις τον Χριστόν και θα παρουσιαστεί μαζί του αργότερα, ενώ εκείνοι οι οποίοι έχουν πράξει τα κακά θα πορευθούν εις την ανάστασιν της κρίσεως» (ΕΠΕ 5, σελ. 341).
Μία λοιπόν η Ανάσταση, δύο οι κατηγορίες αυτών που ανασταίνονται, και όλα αυτά στην Κρίση. 
 
Αλλά και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, τοποθετεί την ανάσταση των πιστών και των ανόμων στην μέλλουσα παλιγγενεσία, στην αναδημιουργία δηλαδή. 
«Αν πάλι και κατά την μέλλουσα εκείνη παλιγγενεσία, στην ανάσταση των δικαίων, ανασταίνονται και τα σώματα των ανόμων και αμαρτωλών, αυτό συμβαίνει για να παραδοθούν στον δεύτερο θάνατο [..]» (ΕΠΕ 8, σελ. 259).
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής
« [..] κατά την ώρα της συντέλειας των όλων που περιμένομε. Τότε και ο κόσμος των φαινομένων, όπως ο άνθρωπος, θα πεθάνει και πάλι θα αναστηθεί νέος από το γερασμένο, κατά την ανάσταση που προσδοκούμε σύντομα» (Τ. Φ 14, σελ. 93). 
Δηλαδή, η αναδημιουργία του ανθρώπου και της κτίσης όλης, η ανάσταση, θα γίνει την συντέλεια, ή αλλιώς, την εσχάτη ώρα που είπε παραπάνω και ο Κύριος.
Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, αναφέρει: 
«Επίσης παραδεχόμαστε και περιμένουμε ότι ο Κύριος θα έλθει από τους ουρανούς επάνω σε νεφέλες. Τότε θα ηχήσουν οι αγγελικές σάλπιγγες. Πρώτα θα αναστηθούν όσοι πέθαναν πιστοί στον Χριστό. Μετά οι πιστοί που θα ζουν τότε, θα αρπαχθούν μέσα σε νεφέλες [..]αυτήν την Παρουσία του Κυρίου τη γνώριζε ο Εκκλησιαστής [..]» (15η Κατήχηση). 

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Μαρτίου, 2014

Ο παπα- Εφραιμ Κατουνακιώτης γεννήθηκε το 1912 στο Αμπελοχώρι Θηβών. Ο πατέρας του ονομάζονταν Ιωάννης Παπανικήτας και η μητέρα του Βικτορία. Ο Γέροντας είχε σαν κοσμικός το όνομα Ευάγγελος. Τελείωσε το Γυμνάσιο αλλά η Χάρις του Θεού έκλεινε στον Ευάγγελο τις κοσμικές θύρες της αποκατάστασης.
Στην Θήβα, όπου είχε μετακομίσει η οικογένεια του, ο Ευάγγελος γνώρισε τους γεροντάδες του τον Εφραίμ και τον Νικηφόρο.
Η ζωή του Ευάγγελου ήταν καλογερική. Αγωνίζονταν πνευματικά με την ευχή του Ιησού, τις μετάνοιες, την νηστεία και κυρίως με την υπακοή.

Η μητέρα του αξιώθηκε να λάβει πληροφορία από τον Όσιο Εφραίμ τον Σύρο ότι το θέλημα του υιού της να γίνει μοναχός ήταν και θέλημα Θεού και πώς ο Ευάγγελος θα τιμήσει την μοναχική ζωή.
Την 14η Σεπτεμβρίου 1933 ο Ευάγγελος άφησε τον κόσμο ήλθε στην έρημο του Αγίου Όρους στα Κατουνάκια, στο ησυχαστήριο του Οσίου Εφραίμ του Σύρου και έβαλε μετάνοια στην συνοδεία των Γεροντάδων Εφραίμ και Νικηφόρου. Μετά την δοκιμασία του εκάρη μικρόσχημος μοναχός με το όνομα Λογγίνος. Το 1935 έγινε μεγαλόσχημος μοναχός από τον Γέροντα του Νικηφόρο και έλαβε το όνομα Εφραίμ. Τον επόμενο χρόνο χειροτονήθηκε Ιερέας.
Ο παπα-Εφραίμ αξιώθηκε και γνώρισε τον πρύτανη της ησυχαστικής ζωής τον διορατικό, προορατικό και άγιο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή (1898 -1959) και συνδέθηκε πνευματικά μαζί του με την ευλογία του Γέροντα του Νικηφόρου. Ο Γέροντας Ιωσήφ με την σειρά του είχε διδαχθεί την απλανή πνευματική ζωή από τους περίφημους ησυχαστές μοναχό Καλλίνικο και Ιερομόναχο Δανιήλ. Επομένως ο παπα-Εφραίμ μας διδάσκει την επίμονη αναζήτηση για την πνευματική ζωή και την ανεύρεση απλανούς πνευματικού οδηγού, πού θα είναι «Εκδόσεις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως». Ο απλανής πνευματικός βλέπει τις δαιμονικές πλάτες και με τα κατάλληλα πνευματικά φάρμακα οδηγεί τα πνευματικά παιδιά του στον Παράδεισο.
Ο μακαριστός παπα-Εφραίμ διαχώρισε την γνήσια υπακοή από την αρρωστημένη όταν συμβούλευσε κοινοβιάτη μοναχό να κάνει υπακοή στον Γέροντα του όχι σαν ζώο αλλά από αγάπη και ζήλο Θεού.

Ο άγιος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής έδωσε ένα πρόγραμμα ησυχαστικής ζωής στον παπα-Εφραίμ, για να καλλιεργεί την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, υιέ του Θεού, ελέησον με», να έχει φυλακή των αισθήσεων και τον οδήγησε στην κάθαρση της καρδίας και τον θείο φωτισμό.
Ο παπα-Εφραίμ με την ευλογία του Γέροντος Ιωσήφ εντρύφησε στην «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών» και ελάμβανε τις συμβουλές των Νηπτικών Πατέρων για τον αγώνα του. Δεν διάβαζε ούτε βιβλία ψυχιατρικής, ούτε «κουλτουριάρικα» αναγνώσματα δια πνευματικές επιδείξεις στα σαλόνια, ούτε είχε τον φόβο μήπως τον αποκαλέσουν οι κοσμικοί κύκλοι «φονταμενταλιστή».
Το 1973 εκοιμήθη ο Ιερομόναχος Νικηφόρος ο Γέροντας του παπα-Εφραίμ.

 

η ευλογημένη συνοδεία του παπα Εφραίμ στο κελί τους στα Κατουνάκια…
 

Ο Γέροντας μετά το 1980 είχε συγκροτήσει συνοδεία και τήρησε την εντολή του Γέροντος Ιωσήφ να αποκτήσει συνοδεία μετά τον θάνατο του παπα-Νικηφόρου. Επομένως ο παπα-Εφραίμ πρώτα έφθασε στην κάθαρση και κατόπιν έγινε ο ίδιος Γέροντας. Ο παπα-Εφραίμ πολέμησε τον μεγάλο εχθρό της πνευματικής ζωής την κενοδοξία. Οι θυσίες του γίνονταν για τον Χριστό και όχι για προσδοκώμενο έπαινο από τους ανθρώπους.

Η θ. Λειτουργία για τον παπα-Εφραίμ ήταν συγκλονιστικό και βιωματικό γεγονός. Είχε εκμυστιρευθεί σε Ιερομόναχο πνευματικό φίλο του ότι από την πρώτη θεία Λειτουργία πού τέλεσε, έβλεπε αισθητά την Χάρη του Θεού να μεταβάλλει τα θεία δώρα. Μάλιστα, μετά τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων, έβλεπε τον ίδιο τον Χριστό μέσα στο δισκάριο και ήταν αδύνατον να συγκρατήσει τα δάκρυα του, όταν έφθανε στο τεμαχισμό του Σώματος του Χριστού. Έβρεχε με τα δάκρυα του το αντιμήνσιο κατά την θεία Λειτουργία και έβλεπε δεξιά και αριστερά τους αγγέλους να συλλειτουργούν.

Όμως ο παπα-Εφραίμ δεν αναφέρθηκε ποτέ σε «λειτουργική αναγέννηση» και μάλιστα ζητούσε σε κοινοβιάτες, πού βρίσκονταν στα εξωτερικά διακονήματα να μη παραλείπουν το ψαλτήρι.

Ο παπα- Εφραίμ ήταν κοσμημένος με το διορατικό χάρισμα και έβλεπε την πνευματική κατάσταση κάθε κληρικού ή μοναχού και έδιδε τα κατάλληλα πνευματικά φάρμακα για την πρόοδο στην πνευματική ζωή.

Η Χάρις του Θεού είχε κοσμήσει τον παπα- Εφραίμ και με το προορατικό χάρισμα, γι ‘αυτό και έβλεπε καταστάσεις πού έρχονταν (όπως ο σεισμός του 1977 στην Θεσσαλονίκη), αλλά και πολλές φορές είχε προσφωνήσει λαϊκούς ακόμα και μικρά παιδιά με τα ονόματα πού έλαβαν μετά από χρόνια στην μοναχική τους κούρα. Μάλιστα, κάποιος φοιτητής έστειλε μία περιληπτική και χωρίς λεπτομέρειες επιστολή στον μακαριστό Γέροντα και έλαβε απάντηση από τον παπα-Εφραίμ, πού του περιέγραφε με λεπτομέρειες την πνευματική του κατάσταση ακόμα και κατασταθείς στον χώρο πού διέμενε ο φοιτητής χωρίς αυτός να τις έχει προαναφέρει.

Κάποτε άγνωστοι μεταξύ τους κληρικοί συναντήθηκαν στον δρόμο για τα Κατουνάκια και όταν έφτασαν στον παπα-Εφραίμ, ο μακαριστός άγιος Γέροντας άρχισε να επιπλήττει έναν από τους κληρικούς, πώς δεν είναι παπάς αλλά μασόνος, πού έβαλε ράσο, για να κατασκοπεύει το Άγιον Όρος. Ο μασόνος παραδέχτηκε την ραδιουργία του.

Ο παπα-Εφραίμ έζησε εμπειρίες, πού μόνο οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί μπορούν να ζήσουν, μακριά από παπικές η προτεσταντικές πλάνες.

Κάποτε ένας ηγούμενος, δύο θεολόγοι και ένας φοιτητής ζήτησαν από τον παπα-Εφραίμ να τους εξηγήσει την ευωδιά των αγίων λειψάνων.

Ο Γέροντας έσκυψε το κεφάλι του στο μέρος της καρδιάς και προσεύχονταν. Ο τόπος γέμισε ευωδιά και ο παπα-Εφραίμ τους είπε πώς επειδή δεν μπορούσε ο ίδιος να το εξηγήσει παρακάλεσε τον Θεό να απαντήσει στους συνομιλητές.
Ο παπα-Εφραίμ αισθάνονταν τις αμαρτίες σαν δυσοσμία. Κάποιος επίσκοπος μέσω τρίτου ρώτησε τον μακαριστό άγιο Γέροντα για τον οικουμενισμό. Ο Γέροντας έκανε προσευχή, για να τον πληροφορήσει ο Θεός και τότε ξεχύθηκε μία δυσωδία με γεύση ξινή, αλμυρή και πικρή, πού τον γέμισε με αποτροπιασμό.
Η παρακαταθήκη του μακαριστού παπα-Εφραίμ για την ενότητα των Ορθοδόξων ήταν σαφής «Το σχίσμα εύκολα γίνεται, η ένωση είναι δύσκολος».
Άραγε, πόσο απήχηση έχουν σήμερα τα λόγια ενός θεοφόρου σύγχρονου Πατρός;

Ο παπα-Εφραίμ αναδείχθηκες με την Χάρη του Θεού και πρακτικός οδηγός στην ποιμαντική του γάμου και της οικογενείας, γιατί βοήθησε πολλούς νέους να καταλήξουν στον γάμο χωρίς να τους πιέσει γι’ αυτό αλλά και οι επιστολές του, πού σώζονται, αποτελούν πνευματική παρακαταθήκη και «σχολή γονέων» χωρίς ψυχολογικές και φιλοσοφικές θεωρίες για τις αγωνιζόμενες πνευματικά οικογένειες.

Το 1996 ο παπα-Εφραίμ έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο και έπεσε σε ακινησία. Δεν γόγγυσε καθόλου αλλά δοξολογούσε τον Θεό.

Μας αφήνει το άγιο παράδειγμα του για την αντιμετώπιση των ασθενειών.
Στις 14/27 Φεβρουαρίου 1998 ο παπα- Εφραίμ Κατουνακιώτης του Αγίου Όρους παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στα χέρια του Δημιουργού του, πού υπηρέτησε από την νεότητα του.

Λέγουν πώς κάποτε ρωτήσανε έναν υπερήλικα, πού ζούσε τον 19ο αιώνα, να πει το συγκλονιστικότερο γεγονός στην ζωή του.
Ο υπερήλικας απάντησε ότι όταν ήταν μικρός είδε και άκουσε τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό.
Και η δική μας γενιά αξιώθηκε να γνωρίσει τα εύοσμα άνθη του Αθωνικού Μοναχισμού, τον Γέροντα Παίσιο και τον παπα-Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, πού μας καλούν να ακολουθήσουμε την ζωή τους.

Τα τέλη του Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη

(14/27 Φεβρουαρίου 1998).

Το Νοέμβριο του ’96 ένα ισχυρό επεισόδιο τον έριξε μόνιμα στο κρεβάτι με σχεδόν τέλεια ακινησία, αφωνία, αδυναμία καταπόσεως. Φαινόταν να μην έχει καμιά επαφή με το περιβάλλον. Δεν προσπαθούσε να πει τίποτε, έστω και με χειρονομίες. Ούτε φαινόταν να ακούει ό,τι τον ρωτούσαν. Ήταν ένα μυστήριο. Μόνο όταν πονούσε πολύ, βογκούσε.

Οι αδελφοί που τον αγαπούσαν, του έγραφαν: «Και όταν η καθημερινότης με παρασύρει πολλές φορές, βλέπω νοερώς εντός μου το δικό σας βλέμμα και ιλιγγιώ ο άθλιος μπροστά στη δική σας υπομονή και στις δικές σας δοκιμασίες»…

Παρ’ όλες τις δοκιμασίες όμως έβλεπε, έστω λίγο, και άκουγε μια χαρά. Και η απόδειξη ήταν ότι ανταποκρινόταν με χαμόγελα ή και γέλια ακόμη, όταν του διηγούνταν τις αγαπημένες του χαριτωμένες ιστοριούλες που συνήθιζε και ο ίδιος να χρησιμοποιεί παλαιότερα. Ήταν ο μόνος τρόπος επικοινωνίας μαζί του στην κατάσταση τετραπληγίας που βρισκόταν. Πάντοτε ευχαριστιόταν να χαριτολογεί λέγοντας διδακτικές ιστορίες από την ελληνική μυθολογία ή την λαϊκή παράδοση, άλλοτε να αυτοσαρκάζεται ή να πειράζει τους άλλους με ευφυΐα και αγαθότητα.

Όταν κάποιος δεν έτρωγε το φαγητό του από θεληματάρικη άσκηση, διηγείτο για το γαϊδουράκι του Χότζα που δεν το τάισε μια, δεν το τάισε δύο, και χαιρόταν που δούλευε χωρίς έξοδα. Κάποια στιγμή όμως η πόρτα του στάβλου δεν άνοιγε, γιατί το γαϊδουράκι ψόφησε και έπεσε κάτω φαρδύ-πλατύ.
Άλλοτε σχηματίζοντας σαν παιδική τη φωνή του προσποιούταν τη συνομιλία δύο μικρών παιδιών:- Που είναι τα σταφύλια; -Τί τα θέλεις; – Να τα δω!» για να στηλιτεύσει την παιδική πονηριά κάποιου.

Για άλλον που δεν έλεγε να μάθει στοιχειώδη τυπικά, θυμόταν τη φλάσκα του παπά. Ήταν αγράμματος και μέτρησε κουκιά μέσα σε ένα σακούλι. Τρώγοντας ένα κάθε μέρα θα ήξερε πότε να κάνει Πάσχα. Η παπαδιά το αντιλήφθηκε και πρόσθετε κουκιά, για να τον ευχαριστήσει. Και ο παπάς απαντούσε στους παραπονούμενους χωρικούς: «Όπως πάνε τα κουκιά και όπως δείχνει η φλάσκα, ούτε φέτος έχει Λαμπρή ούτε του χρόνου Πάσχα».

Αν κάποιος έκανε υπακοή για τα μάτια, κουνούσε χαμογελώντας το κεφάλι, και με βαριά προσποιητή φωνή έλεγε: «Αντώνη, Αντώνη.,.», θυμίζοντας την αποδοκιμαστική φράση και έκφραση ενός άγιου γέροντος που ο υποτακτικός του έκανε υπακοή, μόνο όταν ήταν παρόντες άλλοι.

Αυτά και άλλα παρόμοια, μικρότερα ή εκτενέστερα, ήταν που του κρατούσαν εύθυμη συντροφιά τους δεκατρείς μήνες της συνεχούς κατακλίσεώς του στο κρεβάτι του πόνου. Όταν ο πυρετός και η ασθένεια δυνάμωναν, το χαμόγελο μαραινόταν στα γεροντικά χείλη του.

Δεν αναπαυόταν στην κατάκλιση. Προτιμούσε να κάθεται στο κρεβάτι με τα πόδια χαμηλά στο πάτωμα και την πλάτη στηριγμένη σε μαξιλάρια. Όπως πάντοτε πολύ σκυφτός. Η αγαπημένη του στάση προσευχής. Σ’ αυτήν τη στάση τον πήρε ήσυχα ο Θεός στις 14/27 Φεβρουαρίου 1998.
Επανειλημμένα είχε δώσει εντολές να γίνει η κηδεία του στον στενό κύκλο της γειτονιάς. Αλλά το μυστικό διέρρευσε και αρκετοί πατέρες πρόλαβαν τον τελευταίο ασπασμό του. Ένας απ’ αυτούς γράφει:
«Ο Γέροντας, άνθρωπος Όσιος, με αγία ζωή, έμπλεως της χάριτος του Θεού με πληροφορίας δι όσα ο ιδικός του κόσμος χωρούσε, και όμως ζούσε με την αίσθηση του αμαρτωλού και παρακαλούσε να ευχώμεθα δι΄ αυτόν.

“Παιδί μου, σε παρακαλώ, όταν φύγω, να μου κάνεις ένα σαρανταλείτουργο και πάντοτε να με μνημονεύεις”. Είχε δώσει εντολή στη θανή του να παρευρεθούν οι γείτονες, με τους οποίους πέρασε την παρούσα ζωή. Δι’ εμέ είχε δώσει ευλογία να με καλέσουν. Τον ευχαριστώ. Τη νύκτα της θανής του τον βλέπω στον ύπνο μου ντυμένο λευκή ιερατική στολή, αστράπτοντα, χαριέστατον και λέγοντα: “Παπαδάκο μου, υπάγω να λειτουργήσω”

Παρευρέθην εις την κηδεία του. Έβλεπα κοιμώμενον έναν όσιον ανήκοντα πλέον εις την χορείαν των Αγιορειτών Πατέρων και ηυχαρίστησα τον Θεόν και τον Γέροντα που με αγάπησε και χαρακτήρισε την ζωήν μου με την ιδικήν του. Τέλος, το σώμα του εδέχθη η μητέρα γη, αγιαζομένη υπ’ αυτού, την δε αγίαν του ψυχήν υπεδέχθη χαίρουσα η χορεία πάντων των Οσίων των εν ασκήσει διαλαμψάντων, των οποίων η μνήμη την ήμερα εκείνη ήρχιζε με τον Εσπερινό, δια να εορτά­σει ούτω ο Όσιος μετά των Οσίων.

»Εις ημάς άφησε μνήμην και υπόδειγμα ενάρετου ησυχαστικής ζωής, ζωής Αγιορείτου μονάχου και νοσταλγικήν ανάμνησιν του σεπτού του προσώπου.
»Εις τα τεσσαρακονθήμερα μνημόσυνα δεν ηδυνήθην να παρευρεθώ, διότι είχομεν εις το κελλίον μας κουράν, και εστενοχωρούμην που δεν ήμουν και εγώ εκεί. Εις την Λειτουργίαν μετά τον καθαγιασμόν, εις τήν μνημόνευσιν των κεκοιμημένων, λέγων “Μνήσθητι, Κύριε, του πατρός ημών Εφραίμ…” αισθάνομαι δύο χέρια να με αγκαλιάζουν στοργικά στους ώμους. Με έπιασε ρίγος. Σταμάτησα. Γύρισα πίσω. Δεν βλέπω τίποτε. Τον ηυχαρίστησα και συνέχισα την Λειτουργίαν. Η αγαπώσα καρδία του πιστεύω ότι μας παρακολουθεί. Εύχεται και το αισθανόμεθα».

(Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, Έκδ. Ι. Ησυχαστηρίου «Άγιος Εφραίμ» Κατουνάκια Αγίου Όρους).

http://fdathanasiou-psifides.blogspot.com/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΛΟΓΟΙ ΠΡΟ ΤΗΣ ΑΓΧΟΝΗΣ ( Εθνοϊερομάρτυρος Πατριάρχου Αγίου Γρηγορίου του Ε΄)

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Μαρτίου, 2014

ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΛ. ΣΙΔΗΡΑ Θεολόγου –Εκκλησιαστικού Ιστορικού – Νομικού

Το Χριστομίμητο μαρτύριο του εθνοϊερομάρτυρος Πατριάρχου Αγίου Γρηγορίου του Ε΄(+1821) κατά τον αγώνα της εθνικής παλιγγενεσίας.

Η μεγάλη εθνική και πνευματική παρακαταθήκη του εθνοϊερομάρτυρος Οικουμενικού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Αγίου Γρηγορίου του Ε΄, εκτός από το φρικτό και Χριστομίμητο μαρτύριό του, είναι και οι διασωθέντες ανεπανάληπτοι καταγεγραμμένοι λόγοι του προ της αγχόνης του μαρτυρίου κατά την Κυριακή του Πάσχα του έτους 1821.

Περί τα τέλη του 1820… είχαν ήδη αρχίσει οι φήμες ότι εκινδύνευε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, επειδή οι οθωμανοί θεωρούσαν αυτόν ως δρώντα μυστικώς εναντίον της Υψηλής Πύλης. Εκείνος δε στις προτροπές των φίλων του, οι οποίοι τον συμβούλευαν να φύγει εγκαταλείποντας τον θρόνο και το ποίμνιό του, απαντούσε: “Μόνον ο μισθωτός, επειδή δεν είναι ποιμένας, φεύγει ως δειλός. Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου”. Στον δε Παπαρηγόπουλο, ο οποίος τον προέτρεπε ευθέως και επιμόνως να φύγει από την Πόλη και να σωθεί, είχε απαντήσει δακρυσμένος: “Πηγαίνετε στην ευχή μου και μη σκέπτεσθε εμένα. Το τέλος μου απεφασίσθη από τον Θεό και θα γίνει το θέλημά Του”.

Από τον Φεβρουάριο του 1821 επιφανείς Έλληνες και ξένοι πίεζαν τον Πατριάρχη να φύγει για να σωθεί, αλλ’ εκείνος με σθεναρή φωνή ανταπαντούσε προς πάντας: “Χρεωστούμε να ποιμάνουμε καλώς τα ποίμνιά μας και εάν τύχει να συμβεί ανάγκη, να κάνουμε όπως έπραξε ο Ιησούς για εμάς προκειμένου να μας σώσει, δηλαδή να θυσιαστούμε. Σωθείτε εσείς διότι έχετε και ηλικία και ικανότητα και κοινωνική θέση για να υπηρετήσετε την πατρίδα. Μη προτρέπετε όμως εμέ σε φυγή. Τότε μάχαιρα θα διέλθει τις ρύμες και τις οδούς της Κωνσταντινουπόλεως και των λοιπών πόλεων των χριστιανικών επαρχιών. Μου ζητείτε μεταμφιεζόμενος να καταφύγω σε πλοίο ή να σωθώ μέσα στην οικία οιουδήποτε φίλου πρέσβεως για ν’ ακούσω πως στις οδούς οι δήμιοι κατακρεουργούν το χηρεύοντα λαό; Όχι, είμαι Πατριάρχης για να σώσω το έθνος και όχι για να ωθήσω το γένος μου σε άγρια καταστροφή. Ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέρα ωφέλεια παρ’ όση η ζωή μου. Οι ξένοι Χριστιανοί ηγεμόνες δε δύνανται παρά να εκπλαγούν με τον άδικο θάνατό μου και δε θα παρέλθουν ίσως αδιάφοροι προ της ύβρεως ταύτης, την οποία στο πρόσωπό μου θα υποστεί η πίστη του Χριστού. Αλλά και οι Έλληνες, οι άνδρες των όπλων, θα μάχονται με μεγαλύτερη μανία, η οποία συχνά δωρίζει τη νίκη της ελευθερίας. Αναμένετε με υπομονή ό,τι και αν μου συμβεί. Δε θα θελήσω όμως ποτέ να γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δε θα ανεχθώ ώστε διερχόμενος στις οδούς της Οδησσού, της Κέρκυρας ή της Αγκώνος να με δακτυλοδείχνουν, λέγοντας: “ιδού ο φονεύς Πατριάρχης”. Αν δε το έθνος μας σωθεί και θριαμβεύσει, είμαι πεπεισμένος ότι θα μου αποδώσει θυμίαμα επαίνου και τιμής, διότι εξεπλήρωσα μέχρι τέλους το καθήκον μου. Τετάρτη φορά δε θα υπάγω στον Άθωνα (Άγιον Όρος). Δε θέλω”.

Όταν άκουσαν τους λόγους αυτούς οι Αρχιερείς της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου έμειναν έκπληκτοι και άφωνοι. Μόνο ο Μητροπολίτης Δέρκων Γρηγόριος επέμεινε ότι ο Πατριάρχης και Εθνάρχης του Γένους έπρεπε να σωθεί πάση θυσία. Τότε ο Πατριάρχης Γρηγόριος είπε κατ’ ιδίαν στον Μητροπολίτη Δέρκων: “Και εγώ ως κεφαλή του Έθνους και εσείς οι Συνοδικοί Αρχιερείς, άπαντες οφείλουμε ν’ αποθάνουμε για την κοινή σωτηρία. Ο θάνατός μας θα δώσει δικαίωμα στην Χριστιανοσύνη να υπερασπίσει το έθνος μας εναντίον του Τυράννου. Αλλ’ αν υπάγουμε εμείς να ενθαρρύνουμε την επανάσταση, τότε θα δικαιώσουμε τον Σουλτάνο, ο οποίος ήδη έχει αποφασίσει να εξολοθρεύσει το Έθνος”.

Η Επανάσταση είχε αρχίσει την 25η Μαρτίου 1821 και έφτασε και το Άγιον Πάσχα. Κατά την εσπέρα του Μεγάλου Σαββάτου, 9 Απριλίου 1821, περίπου 5.000 βάρβαροι στρατιώτες από τα βάθη της Ανατολίας είχαν περικυκλώσει τα Πατριαρχεία, αλλά δεν ενοχλούσαν κανένα. Κατά το μεσονύκτιο ο Πατριάρχης κατήλθε στον Πατριαρχικό ναό. Απαθής, ατάραχος και γαλήνιος ωσάν να μη συνέβαινε τίποτε, ετέλεσε την πανηγυρική Πατριαρχική και Συνοδική λειτουργία της Αναστάσεως, εκοινώνησε των αχράντων μυστηρίων, ευλόγησε τους παρόντες, ευχήθηκε υπέρ της απολυτρώσεως των εν θλίψει και κινδύνοις πιστών δούλων του Υψίστου και εδάκρυσε μόνον κατά τη στιγμή που ασπαζόταν τους αδελφούς συλλειτουργούς αυτού αρχιερείς.

Την 10η Απριλίου του 1821, Κυριακή του Πάσχα, ο μαρτυρικός Πατριάρχης Γρηγόριος, αφού ευλόγησε τους βασανιστές του, απαγχονίστηκε ως ο έσχατος των κακούργων στην κεντρική πύλη των Πατριαρχείων, η οποία έκτοτε και μέχρι σήμερα παραμένει εσφραγισμένη.

Τα τελευταία προ της αγχόνης λόγια του Πατριάρχου απεδείχθησαν προφητικά, διότι ο βάρβαρος και απάνθρωπος απαγχονισμός του Γρηγορίου του Ε΄ ενίσχυσε την αγωνιστική θέληση των οπλαρχηγών του αγώνος και εν γένει των Ελλήνων, οι οποίοι αγωνίσθηκαν σθεναρά για την ελευθερία της πατρίδος.

Τέλος, είναι χαρακτηριστικό το πρόσταγμα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ο οποίος εμπνευσμένος από τη θυσία του Πατριάρχου, προέτρεπε πάντοτε τα παλικάρια του: “Χτυπάτε πολεμάρχοι. Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά του Πατριάρχη”.

http://www.romnios.gr/

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ Ο προστάτης των εγγάμων

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαρτίου, 2014

Άγιος των ημερών μας

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που νομίζουν ότι αγίους και μάρτυρες ανέδειξε η Εκκλησία μας σε πολύ μακρινούς χρόνους, ιδιαίτερα μάλιστα κατά την περίοδο των διωγμών. Αληθεύει βέβαια πως όταν εξωτερικοί εχθροί διώκουν την Πίστη ή αιρετικοί την απειλούν, τότε δημιουργούνται μάρτυρες και ομολογητές∙ δεν έλειψαν εντούτοις και σε ειρηνικές περιόδους οι μορφές εκείνες που με την άσκηση, την προσευχή, την έντονη λειτουργική, μυστηριακή και ησυχαστική ζωή ευαρέστησαν ενώπιον  του μόνου Αγίου Θεού και έλαβαν τον στέφανον της ζωής, τον οποίον έχει υποσχεθεί πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ. ( Β’  Τιμ. 4,8 ) .
Υπάρχουν άλλοι χριστιανοί που έχουν ανάγκη να δουν «ορατές αποδείξεις» της Πίστεώς μας, για το λόγο ότι η ελπίδα τους εξασθενεί και θαρρούν πως οι διηγήσεις των Συναξαρίων για τη ζωή και τα θαύματα των παλαιών αγίων λίγο απέχουν από την υπερβολή και τον μύθο…
Και όμως! Οι άγιοι δεν έλειψαν ούτε θα λείψουν ποτέ από τη ζωή και την ιστορία της Εκκλησίας μας. Κάθε εποχή έχει τους δικούς της : αποστόλους και ομολογητές, ιεράρχες και μοναχούς, αναχωρητές και ασκητές, μάρτυρες και «εν ειρήνη τελειωθέντας», εγγάμους και παρθένες, άνδρες , γυναίκες και παιδιά… Βιβλιοθήκη σχηματίζουν τα Συναξάρια  στα οποία περιγράφεται η θαυμαστή και αξιομίμητη ζωή των αγίων , τα οποία διαβάζονταν κατ’ ιδίαν και ιδιαίτερα στις «συνάξεις» που έκαναν οι χριστιανοί κατά την επέτειο ημέρα του μαρτυρίου ή της κοιμήσεως των αγίων…
… Μια τέτοια διακεκριμένη μορφή νεότερου αγίου είναι και ο Νικόλαος Πλανάς, «ο απλοϊκός ποιμήν των λογικών προβάτων».

Από παιδάκι στην εκκλησία

Από την παιδική ακόμα ηλικία ο Νικόλαος , γιος του Ιωάννη και της Αυγουστίνας Μελισσουργού, έδειχνε την κλίση του προς τα ιερά και τα όσια.
Γεννημένος το έτος 1851 στη Νάξο από σχετικά εύπορους γονείς , δεν άργησε να αποκαλύψει πως ήταν αγιασμένος  από την κοιλιά της μητέρας του και να προκόπτει σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι παρὰ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις. (Λουκ. 2,52 ), ενώπιον του Θεού και των συνανθρώπων του.
Παιδί ακόμα τον έθελγαν τα αγαπητά σκηνώματα (Ψαλμ. 83, 1 ) του Κυρίου . Έτρεχε στο Ιερό Βήμα για να υπηρετεί τον ιερέα παππού του Γεώργιο Μελισσινό καθώς ιερουργούσε. Είχε ανοιχτά τα μάτια της ψυχής και του σώματός του  για να ακούν και να δέχονται τα ιερά λόγια των ευχών και των ύμνων. Ευτρέπιζε τη γλώσσα του για να ψελλίζει και σιγοψάλλει ψαλμούς και τροπάρια , ᾄδων καὶ ψάλλων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ τῷ Κυρίῳ, και να συνηθίζει από την πρώτη του νεότητα λαλών ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς ( Εφες. 5, 19 ) .
Αναφέρει η βιογράφος (μαθήτρια του Μάρθα μοναχή) , ότι μέσα στο πατρικό κτήμα υπήρχε εκκλησάκι αφιερωμένο στον άγιο Νικόλαο . «Από μικρό παιδάκι πήγαινε οποιαδήποτε ώρα και έμπαινε κρυφά σ’ αυτό, φορούσε ένα σενδόνι και έψαλλε ότι ήξευρε ως μικρό παιδί. Μια βραδιά περνούσε ένας άνθρωπος απ’ έξω από την εκκλησίαν αργά και άκουσε ψαλμωδία . Από φυσική περιέργεια κατέβηκε από το ζώον να ιδή τί συμβαίνει και τον βλέπει , μικρό παιδάκι τότε, να ψάλλη! … « ( ο άγιος παπα- Νικόλας Πλανάς «Ο απλοϊκός ποιμήν των απλοϊκών προβάτων», εκδ. «Αστήρ» , απ’ όπου αντλήσαμε πολλές λεπτομέρειες του βίου του αγίου ) .
Τα πρώτα γράμματα διδάχθηκε από τον ιερέα παππού του , τον οποίο και συνόδευε στις λειτουργίες και στους εσπερινούς που εκείνος τελούσε στα πολλά εξωκκλήσια, βοηθώντας τον στο Ιερό και το ψαλτήρι και παρατηρώντας την ευλάβεια με την οποία ιερουργούσε. Έτσι και για το μικρό Νικόλαο είχε εφαρμογή ο ευαγγελικός λόγος : δεν έφευγε από το ναό, αλλά λάτρευε τον Θεό νύχτα και μέρα… ( Λουκ. 2, 37 ) . Ακόμα και τα παιχνίδια του με τον τρόπο αυτό της ζωής του είχαν ταυτιστεί: Μάζευε τους μικρούς του φίλους και παρίσταναν πως τελούν τη θεία Λειτουργία, μιμούμενοι τις κινήσεις του ιερέα, ψάλλοντας ό,τι σαν παιδιά ήξεραν και στο τέλος ο Νικόλαος έκανε και το «κήρυγμά» του! Του άρεσε να πηγαίνει στα εξωκκλήσια , να ανάβει τα καντήλια, να «μιλάει» στο Χριστό, την Παναγία και τους αγίους και να ευφραίνεται πνευματικά από την παρουσία τους.
Αυτή η ευλαβής ενασχόληση είλκυσε πλουσιότερη τη χάρη του Θεού και τον προίκισε με το προορατικό χάρισμα. Είναι βεβαιωμένο, για παράδειγμα, το ακόλουθο περιστατικό: Ένα βράδυ χειμωνιάτικο καθόταν μπροστά στο τζάκι του σπιτιού όλη η οικογένεια. Οι γονείς ανήσυχοι συζητούσαν για την τύχη του καϊκιού τους που βρισκόταν σε ταξίδι στο φουρτουνιασμένο Αιγαίο ή στη θάλασσα της Προποντίδας , πλέοντας προς την Πόλη. Ο Νικόλαος , φωτισμένος από τον Θεό, είπε στους γονείς του: «Το καΐκι μιας “Ευαγγελίστρια” αυτή τη στιγμή βυθίζεται κοντά στην Πόλη…». Τρομαγμένος ο πατέρας του λέει στη γυναίκα του: «Τι λέει το παιδί;». Όπως αποδείχθηκε , ακριβώς εκείνη τη μέρα και ώρα είχε βυθισθεί το καΐκι τους!
(συνεχίζεται)
Πηγή: «ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ
Ο προστάτης των εγγάμων
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ»
Ευαγγέλου Π. Λέκκου
θεολόγου
τ. Διευθυντού της Αποστολικής Διακονίας
Εκδοτική παραγωγή ΣΑΪΤΗΣ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ – ΣΥ ΤΙΣ ΕΙ Ο ΚΡΙΝΩΝ ΑΛΛΟΤΡΙΟΝ ΟΙΚΕΤΗΝ;

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαρτίου, 2014

Οι άνθρωποι ζούμε εν κοινωνία μεταξύ μας. Και ο τρόπος με τον οποίο κοινωνούμε είναι πρωτίστως ο λόγος. Ο λόγος έχει να κάνει τόσο με την προφορική του μορφή, όσο και με αυτήν που έχουμε μέσα μας. Ο λόγος αποτυπώνει τι σκεπτόμαστε τόσο για τον κόσμο, όσο και για τον συνάνθρωπο, αλλά και για τον εαυτό μας. Την ίδια στιγμή ο λόγος είναι φορτισμένος από την σημασία που δίνουμε στο Θεό και στην ίδια τη ζωή μας, από το κοσμοείδωλο το οποίο έχουμε, δεν έχουμε ή νομίζουμε πως έχουμε. Κι αυτή η φόρτιση αποτυπώνεται στον τρόπο με τον οποίο μιλάμε στους άλλους, τόσο για εκείνους, όσο και για άλλους ανθρώπους, αλλά και για τον εαυτό μας.
Συνήθως οι άνθρωποι δεν δίνουμε ιδιαίτερη σημασία στα λόγια μας. Νομίζουμε ότι όλα πηγάζουν αυτόματα από μέσα μας και όλα αποτυπώνουν το χαρακτήρα μας, ανταποκρινόμενα στη στάση των άλλων έναντί μας. Αγαπούμε, αδιαφορούμε, απορρίπτουμε και αναλόγως εκφραζόμαστε. Συνήθως οι άνθρωποι προσέχουμε τα λόγια των άλλων. Αν μας αγαπούνε, αν είναι αδιάφοροι έναντί μας, αν μας απορρίπτουν αναλόγως αποδεχόμαστε ή όχι όσα μας λένε. Ο λόγος μας είναι πηγή αγάπης ή απόρριψης. Ο λόγος μας είναι πηγή  κρίσης έναντι των άλλων. Εκφραζόμαστε αξιολογικά γι’ αυτούς. Σκεπτόμαστε αν η στάση τους έναντί μας ή έναντι των άλλων, οι πράξεις τους, οι ιδέες τους, το κοσμοείδωλό τους ταιριάζει με τον δικό μας τρόπο σκέψης και ζωής και αναλόγως εκφέρουμε την κρίση μας. Και το να σταματήσουμε να εκφραζόμαστε με κρίσεις έναντι των άλλων είναι πολύ δύσκολο, ενίοτε και αδιανόητο.
«Συ τις ει ο κρίνων αλλότριον οικέτην;» (Ρωμ. 14,4), είναι το ερώτημα που θέτει ο απόστολος Παύλος. Δεν αναφέρεται στην κρίση για τις σκέψεις και τις πράξεις των άλλων, γιατί αν ήταν έτσι, τότε κανένας λόγος δεν θα μπορούσε να διατυπωθεί. Και τόσο ο λόγος του Χριστού  όσο και το Ευαγγέλιο είναι  ένας συνεχής έλεγχος, μία συνεχής κρίση για την πορεία μας στον κόσμο. «Ο λόγος ον εγώ ελάλησα, εκείνος κρινεί  αυτόν  εν τη εσχάτη ημέρα» (Ιωάν. 12, 48), αναφωνεί ο Κύριός μας. Μόνο που αυτή η κρίση δεν είναι εμπαθής, αλλά καθρεφτίζει την αλήθεια της πίστης, την αλήθεια της αγάπης, την αλήθεια του τρόπου που οδηγεί στην Βασιλεία των Ουρανών. Ο απόστολος Παύλος αναρωτιέται για το δικαίωμά μας να λειτουργούμε ως δικαστές. Να απορρίπτουμε συνολικά τον άλλον, να τον μειώνουμε, να τον υβρίζουμε, να ασχολούμαστε με τα δικά του πάθη παραθεωρώντας τα δικά μας, με την άρνησή μας να δούμε «την δοκόν» που βρίσκεται στο μάτι μας και τον εντοπισμό του λόγου μας στο «κάρφος», την ακίδα που βρίσκεται στο μάτι του αδελφού μας (Ματθ. 7,5). Ο Παύλος ζητά από τους χριστιανούς όχι να πάψουν να σκέπτονται, αλλά να πάψουν να βλέπουν μόνο τα σφάλματα του άλλου και να δούνε πρωτίστως τα δικά τους. Όχι να πάψουν να μιλούνε με τους άλλους και για τους άλλους, αλλά να πορεύονται εν αγάπη και κυρίως να ξεκινούν τον αγώνα για μετάνοια, για διόρθωση από τον ίδιο τον εαυτό τους. Και πρωτίστως, να έχουμε την πεποίθηση ότι ο καθένας μας είναι «αλλότριος οικέτης». Ανήκουμε όλοι στον Θεό, που είναι ο Κύριός μας. Κανείς άνθρωπος δεν μας ανήκει, για να δικαιούμαστε να τον απορρίψουμε. Μόνο ο διάβολος προσπαθεί να μας πείσει ότι οι άλλοι μας ανήκουν και μπορούμε να τους κρίνουμε απορρίπτοντάς τους, όπως κάνει ο ίδιος για το Θεό και τον κόσμο που Εκείνος δημιούργησε.
Η αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, εκτός των άλλων δυνατοτήτων που μας δίνει, προτείνει στον εαυτό μας την αληθινή νηστεία, που έχει να κάνει με την απομάκρυνση από κάθε κακό. Μεταξύ αυτών είναι και η αποχή από την καταλαλιά. Κι αυτή θα έρθει όταν θυμηθούμε τον αποστολικό λόγο. Όταν εννοήσουμε ότι είναι άλλο να αρνούμαστε τις πράξεις και την συμπεριφορά των άλλων και άλλο να τους απορρίπτουμε συνολικά. Είναι άλλο να βλέπουμε τη ζωή μας και τη ζωή των ανθρώπων με γνώμονα το Ευαγγέλιο και τον λόγο του Χριστού και άλλο να γινόμαστε θεοί, οι οποίοι βγάζουμε καταδικαστικές αποφάσεις γι’ αυτούς. Είναι άλλο να λειτουργούμε με αγάπη έναντί τους και άλλο να διατρανώνουμε τα πάθη τους, τα λάθη τους και να αρνούμαστε ότι τελικά όλοι από τον ίδιο Θεό θα κριθούμε. Κι όπως ζητούμε από τον Θεό συγχώρεση, να συγχωρούμε κι εμείς όσους μας οφείλουν.
Στο Γεροντικό υπάρχει μία πολύτιμη διήγηση: «Ένας αδελφός έπεσε κάποτε σε αμαρτία, σε Σκήτη. Και αφού έγινε συνέδριο, έστειλαν και φώναξαν τον Αββά Μωυσή τον Αιθίοπα. Αυτός όμως δεν ήθελε να έλθει. Του εμήνυσε λοιπόν ο πρεσβύτερος, λέγοντας: ‘ Έλα, γιατί όλοι σε περιμένουν’. Κι εκείνος σηκώθηκε και ήλθε. Και παίρνοντας ένα ζεμπίλι τρύπιο, το γέμισε με άμμο και το φορτώθηκε στον ώμο. Εκείνοι δε, βγαίνοντας σε συνάντησή του, του λέγουν: ‘Τι σημαίνει αυτό, πάτερ; ‘. Τους είπε τότε ο γέρων: ‘ Έχω πίσω μου τις αμαρτίες μου οπού ξεχύνονται, αλλά δεν τις βλέπω. Και ήλθα εγώ σήμερα να κρίνω αμαρτίες άλλων’. Και αυτοί, ακούοντας, τίποτε δεν είπαν στον αδελφό. Αλλά τον συγχώρησαν» (Είπε Γέρων –το «Γεροντικόν» σε νεοελληνική απόδοση, υπό Βασιλείου Πέντζα, εκδ. ΑΣΤΗΡ, Αθήνα 1996, σελ. 163)
Ας προσπαθήσουμε για περισσότερη σιωπή, περισσότερο έλεγχο του εαυτού μας, περισσότερη αγάπη, που θα πηγάσουν από την εμβάθυνση στο λόγο του Θεού και στη ζωή της Εκκλησίας. Κι ας είναι τόσο η νηστεία και η προσευχή όσο και η εν γένει ευκαιρία για προσέγγιση του Θεού αφορμές για να δούμε τι σημαίνει λόγος  τόσο για μας όσο και για τους άλλους και για τον κόσμο. Να είναι ο λόγος μας εμφορούμενος από την πίστη και την αγάπη στο Θεό και τον πλησίον. Να είναι ο λόγος μας  αφορμή συμπάθειας και την ίδια στιγμή ειλικρινής, δοτικός και συγχωρητικός έναντι του άλλου. Να είναι αφορμή να δούμε τον δικό μας εαυτό. Να γινόμαστε περισσότερο ταπεινοί. Αληθινά χριστιανοί.
Κέρκυρα, 2 Μαρτίου 2014
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΡΙΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ;

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαρτίου, 2014

Με ενοχλούν οι άλλοι   
 
    Το καράβι        
(Μουσική και στίχοι Παύλος Παυλίδης, Ερμηνεία Ξύλινα Σπαθιά, από τον δίσκο  Μια ματιά σαν βροχή)
Αν συγχωρέσεις τον εαυτό σου, αν καταφέρεις ν’ αγαπήσεις λένε
αυτό το μαύρο φως αλλάζει χρώμα, νομίζω λένε κάτι ακόμα.
Μοιάζουνε μαύρα τα νερά που ταξιδεύουμε όμως εμείς βλέπουμε χρώματα κι ακόμα
πάνω στο Boundy λένε αντέχουμε.
Στα μονοπάτια αυτά που χάραξες τα φίδια ζητάνε να συρθώ για να περάσω.
Θα κατεβαίνω μέχρι να φτάσω, κάτω από τόνους πλαστικά σκουπίδια, 
εκεί που λάμπουν τα χαμένα δαχτυλίδια, στην αμμουδιά σου.
Να μη ξεχάσω της μοναξιάς μου το γεράκι να γυμνάσω.
Τα φίδια κρέμονται απ’ το δέντρο σαν θηλιά μα αν τους ξεφύγω μπορεί να πιάσω
το άλογο σου απ’ το λαιμό και αγκαλιά να ταξιδεύουμε μέσα στη μέρα
που χρόνια τώρα τρέχω να προφτάσω. 
Τί είν’ η γαλήνη, τι είν’ η γαλήνη; 
Αν συγχωρέσεις τον εαυτό σου
λένε πως βλέπεις την απάντηση γραμμένη στη σελήνη. 
Ερμηνευτικά Σχόλια
Αν συγχωρέσεις τον εαυτό σου:  φαίνεται το πιο εύκολο, όμως δεν είναι. Αυτός που μπορεί να συγχωρέσει τον εαυτό του, την ίδια στιγμή μπορεί να συγχωρέσει και τους άλλους. Συγχωρώ τον εαυτό μου σημαίνει ότι καταλαβαίνω τα λάθη μου, σημαίνει ότι παίρνω την απόφαση να αλλάξω ζωή, δεν συμβιβάζομαι με τη λογική ότι «αυτός είναι ο χαρακτήρας μου και αν σας αρέσει», αλλά  κάνω το βήμα να γίνω διαφορετικός.  Την ίδια στιγμή δεν παραμένω στην κατάθλιψη ότι δεν μπορώ να τα καταφέρω, με αποτέλεσμα να γίνομαι θύμα των άλλων, να συμβιβάζομαι με την ήττα ή την κακομεταχείριση. Συγχωρώ τον εαυτό μου δεν σημαίνει ότι δικαιολογώ τα πάντα, αλλά κάνω το βήμα να είμαι ταπεινός διότι αντιλαμβάνομαι ότι έχω τρωτά και την ίδια στιγμή να μετανοήσω, να αλλάξω.    
αυτό το μαύρο φως αλλάζει χρώμα: το μαύρο είναι η απουσία φωτός. Η αλλαγή χρώματος σημαίνει ότι ο εαυτός σου γίνεται πιο φωτεινός και την ίδια στιγμή μπορεί να αγαπήσεις και τους άλλους, που σημαίνει να τους συγχωρήσεις για ό,τι κακό σου έχουν κάνει ή για ό,τι δεν καταλαβαίνουν ότι σε έβλαψαν. «Τα εν γνώσει και εν αγνοία πταίσματα» ζητά η Εκκλησία από το Θεό να συγχωρέσει.
πάνω στο Μπάουντι αντέχουμε: η Ανταρσία του Μπάουντυ ήταν μια ανταρσία που εκδηλώθηκε στο πλοίο του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού HMS Bounty στις 28/04/1789. Της ανταρσίας ηγούνταν ο Κρίστιαν Φλέτσερ εναντίον του διοικούντος αξιωματικού Υπολοχογαγού Γουίλλιαμ Μπλάι. Σύμφωνα με τις περισσότερες μαρτυρίες λόγοι της ανταρσίας που πραγματοποίησαν οι ναυτικοί αποτέλεσαν η ειδυλλιακή ζωή στο νησί του Ειρηνικού, Ταϊτή, αλλά και η σκληρή μεταχείριση που τους επιφύλασσε σε καθημερινή βάση ο καπετάνιος Μπλάι. Στο τραγούδι  γίνεται αναφορά στην ανάγκη του ανθρώπου να μην παραμένει συμβιβασμένος με το κακό, καθώς ταξιδεύει σε μαύρα νερά, στις δυσκολίες του κόσμου και των ανθρώπινων σχέσεων.   
Στα μονοπάτια αυτά που χάραξες: μέσα από τις σχέσεις με τους άλλους ο καθένας καλείται να περάσει τα φίδια, τους πειρασμούς, τις δυσκολίες που του προκαλούν και να αφήσει πίσω του όλα τα πλαστικά σκουπίδια που υπάρχουν στη ζωή, για να βρει την αλήθεια στο πρόσωπο του άλλου, το δαχτυλίδι που έχει κρυμμένο στην καρδιά του, δηλαδή να βρει για ποιο λόγο αξίζει να έχει σχέση μαζί του και την ίδια στιγμή να βρει ποιο είναι το δικό του χαμένο δαχτυλίδι, το δικό του καλό εαυτό, ό,τι αξίζει στον ίδιο. Χωρίς συγχώρηση δεν μπορεί αν υπάρξει εύρεση του καλού μας εαυτού, ούτε και των άλλων.   
της μοναξιάς μου το γεράκι: το γεράκι συμβολίζει τον αγγελιοφόρο του ουρανού στα παραμύθι και αλλού την ψυχή. Ο άνθρωπος καλείται να γυμνάσει το γεράκι της μοναξιάς του, να καταστήσει δηλαδή τον εαυτό του έτοιμο να μπορεί να βλέπει τα μηνύματα που του στέλνουν οι άλλοι και την ίδια στιγμή να μπορεί να μην νικηθεί από τη μοναξιά στον κόπο του, καθώς οι περισσότεροι συμπεριφέρονται με κριτήριο μόνο τον εαυτό τους.   
το άλογό σου απ’ το λαιμό: η συγχώρηση, η εύρεση του πολύτιμου, η νίκη κατά του κακού εαυτού μου δεν αρκούν για να υπάρξει μια γνήσια σχέση. Χρειάζεται και ο άλλος ή οι άλλοι να παλέψουν στην ίδια κατεύθυνση. Αλλιώς ματαιοπονούμε, οπότε καλύτερα  είναι να συγχωρούμε, να προσευχόμαστε και να προχωρούμε στη ζωή μας.
Γαλήνη: είναι η κατάσταση του ανθρώπου που κοιτάζει στον ουρανό, νιώθει την συνείδησή του ήσυχη στην γαλήνη της νύχτας και μπορεί να προχωρήσει στην ζωή του. Χωρίς συγχώρεση όμως τόσο του εαυτού μας όσο και των άλλων δεν μπορούμε να προχωρήσουμε. Αλλά και οι άλλοι χρειάζεται να βοηθηθούν από εμάς ή εμείς από αυτούς, για να υπάρξει από κοινού πορεία. Το τραγούδι αυτό πάντως δείχνει ότι η ζωή είναι ταξίδι σε ένα καράβι στο οποίο συνυπάρχουμε πολλοί. Για να είναι επιτυχημένο το ταξίδι, χρειάζεται αμοιβαιότητα.
Β. Με ενοχλούν οι άλλοι-μπορώ να τους συγχωρέσω;  
Στην καθημερινότητά μας νιώθουμε συχνά τους συμμαθητές μας, τους φίλους μας, τα αδέρφια μας, αλλά και άλλους ανθρώπους να κάνουν τη ζωή μας δύσκολη. Να μην μας αφήνουν να χαρούμε. Από την άλλη, βλέπουμε πολλές φορές κάποιους να έχουν κάτι εις βάρος μας χωρίς να μπορούμε να καταλάβουμε γιατί συμβαίνει αυτό. Νιώθουμε ότι κάποιοι μας φέρονται εχθρικά ή γίνονται ενοχλητικοί ή μας κουράζουν. Ποια πρέπει να είναι η στάση μας;
Το εύκολο είναι να κρατήσουμε κακία. Να τους κατηγορούμε κι εμείς με τη σειρά μας ή να κλειστούμε στον εαυτό μας. Από την άλλη καλούμαστε να απαντήσουμε στο ερώτημα: πώς να προστατέψουμε τον εαυτό μας; Ιδίως όταν υπάρχει περίπτωσηbullying, όταν δηλαδή η παρενόχληση δεν είναι απλώς πείραγμα ή κούραση που κάποιοι άνθρωποι μας προκαλούν, αλλά έχει να κάνει με την συνεχή κακή συμπεριφορά εναντίον μας, η οποία μας απομονώνει ή μας κάνει να έχουμε συνεχώς λογισμούς εις βάρος των άλλων, μας ζορίζει και μας κάνει να είμαστε θύματα κακής συμπεριφοράς.
Υπάρχουν τρόποι αντίδρασης. Πρώτα η αναφορά μας σε όσους δικαιούνται και πρέπει να μας προστατεύσουν. Και δεν είναι κάρφωμα αυτή η αναφορά, αλλά υγιής αντίδραση. Δεν δικαιούται κανείς να παίζει με τα συναισθήματά μας, με την διάθεση της ψυχής μας, να δείχνει κακία επειδή «έτσι είναι» από το χαρακτήρα του. Χρειάζεται να καταλαβαίνουμε ότι το ζητούμε βοήθεια και το να υπάρχουν κάποια όρια στη συμπεριφορά είναι ένα λελογισμένο ρίσκο το οποίο πρέπει να παίρνουμε. Επίσης, δεν δικαιούνται οι μεγαλύτεροι να μένουν ασυγκίνητοι στις κακές συμπεριφορές. Πρέπει να παρεμβαίνουν άμεσα και αποφασιστικά.
Όλα αυτά όμως δεν δικαιώνουν την κακία εις βάρος των όσων μας στενοχωρούν, όσων μας ενοχλούν. Η στάση ζωής της Εκκλησίας είναι η συγχώρηση. Είναι άλλο να επιβάλλονται οι απαραίτητες ποινές από εκείνους που έχουν την ευθύνη και άλλο η κακία στην καρδιά μας, την οποία δεν επ’ ουδενί δικαιούμαστε να κρατήσουμε. Άλλωστε ο Χριστός μας έδειξε το παράδειγμα, συγχωρώντας όλους όσους Τον σταύρωσαν. Η ζωή της Εκκλησίας, η εξομολόγηση, η θεία κοινωνία, η μελέτη της Καινής Διαθήκης, η καλλιέργεια των αρετών, κυρίως της υπομονής και της πραότητας, μας βοηθούν πολύ.    
Παράλληλα, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τι σημαίνει σεβασμός προς τους άλλους και προς τον εαυτό μας. Πολλές φορές με τον εγωισμό ή την υπερηφάνειά μας ή με την κακή συμπεριφορά μας, με το να είμαστε μυγιάγγιχτοι προκαλούμε την ειρωνεία και την κακία των άλλων. Γι’ αυτό και χρειαζόμαστε αυτοσεβασμό και σεβασμό στους άλλους πρωτίστως και την ίδια στιγμή, όταν διαπιστώνουμε ότι με τους άλλους δεν μπορούμε να κρατήσουμε ζωντανή την όποια σχέση μας γιατί μας κουράζουν και τους κουράζουμε, καλό είναι να ξεκινάμε κάτι καινούριο. Ο φόβος της μοναξιάς δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για κακής ποιότητας σχέσεις. Κι εδώ ο καθένας έχει την ευθύνη για τον εαυτό του. 
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΠΟΛΕΩΣ 
ΝΕΑΝΙΚΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ-ΛΥΚΕΙΟΥ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ  19              

22.2.2014

 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΚΑΡΔΙΑ ΠΟΝΑΕΙ ΟΤΑΝ ΨΗΛΩΝΕΙ

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαρτίου, 2014

Θέλει κόπο η αγάπη (κι ο έρωτας επίσης…)
 
      Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει       
(Μουσική Θέμης Καραμουρατίδης, Στίχοι Γεράσιμος Ευαγγελάτος,  ερμηνεία Νατάσα Μποφίλιου  από τον δίσκο Οι μέρες του φωτός) 
Από μικροί μαθαίνουμε να χάνουμε, η απώλεια θα μπορούσε να `ναι κούνια μας
δεν μπορείς να τα ’χεις όλα, πρώτη φράση που μαθαίνουμε…
από μικροί πρέπει να μοιραζόμαστε τα γλυκά και τα παιχνίδια με τ’ αδέρφια μας,
μάθε πλέον να μοιράζεσαι, έτσι δίνουμε ό,τι παίρνουμε…
Και τα χρόνια περνάνε και ό,τι τρώμε κερνάμε,
δίνουμε ό,τι αποκτάμε, ώσπου κάτι τελειώνει…
Και οι άνθρωποι φεύγουν και εμείς δεν αντιδράμε,
μάθαμε να ξεχνάμε και να μένουμε μόνοι…
Μα η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει, να το θυμάσαι μικρή μου καρδιά
η καρδιά πονάει πάντα όταν ψηλώνει πάντα…
η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει, να το θυμάσαι μικρή μου καρδιά
η καρδιά πονάει πάντα όταν ψηλώνει πάντα… 

Ερμηνευτικά σχόλια

Από μικροί: το τραγούδι μας δίνει μία πολύ ενδιαφέρουσα οπτική της αγάπης. Μαθήματα αγάπης παίρνουμε από την παιδική μας ηλικία. Πρώτο μάθημα η απώλεια: της αποκλειστικότητας της μητέρας μας, την οποία μοιραζόμαστε με τα αδέρφια μας. Απώλεια της δυνατότητας να τα έχουμε όλα στο χέρι. Μόλις αρχίζουμε και μεγαλώνουμε  πρέπει να μάθουμε να τρώμε μόνοι μας, να προσέχουμε τον εαυτό μας, να κάνουμε δουλειές στο σπίτι και στο δωμάτιό μας, που σημαίνει ότι δεν είμαστε τα αφεντικά που οι άλλοι λειτουργούν ως δούλοι έναντί μας, αλλά ισότιμοι άνθρωποι, που καλούμαστε να γίνουμε υπεύθυνοι για τον εαυτό μας και τη ζωή μας. Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα, η φράση που μας συνοδεύει. Κι αυτό είναι υγιές. Γιατί μόνο όταν δεν τα έχεις όλα, μπορείς να εκτιμάς και την ίδια στιγμή να αγαπάς αληθινά και ό,τι έχεις και αυτόν που σε βοήθησε να το αποκτήσεις, αλλά και τον εαυτό σου που παλεύει γι’ αυτό. 
Να μοιραζόμαστε: αγάπη είναι να μπορούμε να μοιραζόμαστε ό,τι μας δίνουνε, να μην το κρατάμε για τον εαυτό μας. Κι αυτό είναι πολύ σπουδαίο. Ό,τι μοιραζόμαστε δείχνει την δυνατότητά μας να το χαιρόμαστε αληθινά, γιατί θέλουμε και οι άλλοι να χαρούν μαζί μας γι’ αυτό που έχουμε. Το να το κρατάμε μόνο για τον εαυτό μας είναι εγωισμός και δείχνει τελικά ότι δεν έχουμε την αγάπη ως το το πιο ουσιαστικό στοιχείο της ζωής μας.  Το να μοιράζεσαι δείχνει ότι μπορείς να πιστέψεις στο Θεό, γιατί Εκείνος πρώτος μοιράστηκε όχι αυτό που είχε, αλλά αυτό που είναι, με το να γίνει άνθρωπος. Μοιράστηκε τη θεότητά Του μαζί μας, χωρίς να χάσει ούτε ίχνος από αυτήν και την ίδια στιγμή μας έδωσε την ευκαιρία να γίνουμε κι εμείς θεοί κατά χάριν μαζί Του.
ώσπου κάτι τελειώνει: δεν είναι βέβαιο ότι οι άλλοι θα ανταποκρίνονται στην αγάπη μας. Ίσως πληγωθούμε στη ζωή και μπορεί και πολλοί, γιατί οι άλλοι δεν είναι έτοιμοι να αποδεχθούν την αγάπη που τους προσφέρουμε. Ίσως κι εμείς να μην είμαστε έτοιμοι σε κάποιες περιπτώσεις να αποδεχθούμε την αγάπη που κι εκείνοι μας προσφέρουν, με αποτέλεσμα να τους πληγώνουμε με τη σειρά μας. Και το τέλος μιας σχέσης μέσα στη ζωή είναι. Αρκεί να μην αποκαρδιωνόμαστε και να νιώθουμε ότι εμείς πράξαμε αυτό που μπορούσαμε, δείξαμε την αγάπη που μπορούσαμε. Τότε η απάντηση είναι ότι συγχωρούμε και προχωρούμε.   
μάθαμε να ξεχνάμε και να μένουμε μόνοι: Η αγάπη κρύβει και μοναξιά πολλές φορές. Μέσα από τον τερματισμό των σχέσεων με τους άλλους, που μπορεί να έρχεται και προς όφελός μας, γιατί υπάρχουν σχέσεις τοξικές, που μας κάνουν κακό, όταν δεν μας αφήνουν να βγάλουμε τον καλό μας εαυτό, όταν αμφισβητούμε και τους άλλους και εμάς, όταν δεν μπορούμε να νιώσουμε αληθινή χαρά. Η καλύτερη λύση είναι να ξεχνάμε και να προχωρούμε, ακόμη κι αν μείνουμε μόνοι.  
Μα η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει: καθώς ανεβαίνουμε, καθώς προχωρούμε, η καρδιά πονάει. Γιατί το κέντρο της αγάπης είναι η καρδιά. Η αγάπη είναι συναίσθημα, είναι σκέψη, είναι επιθυμία, είναι τρόπος ζωής, είναι τα πάντα στον άνθρωπο και η καρδιά είναι το κέντρο της ύπαρξης, άρα η αγάπη εκεί βρίσκεται. Θέλει όμως κόπο η αγάπη για να ωριμάσει. Και ο κόπος φέρνει πόνο, γιατί κάποτε ο άνθρωπος που αγαπά νιώθει την μοναξιά, ίσως και την προδοσία, αλλά σίγουρα ότι ο άλλος δεν είναι όπως τον θέλει, ίσως γιατί κι αυτός που αγαπά, δεν είναι όπως τον θέλει ο άλλος. Μόνο όμως έτσι ωριμάζουμε στην αγάπη. Μέσα στον κόπο, αλλά και στην ήττα, στην αποτυχία. Γι’ αυτό και χρειάζεται υπομονή στην αγάπη και όχι βιασύνη. Η αγάπη είναι άσκηση, θέλει προσοχή και να βλέπουμε τα λάθη μας. Και δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε απόλυτα τους άλλους, όπως δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε απόλυτα τον εαυτό μας. Μόνο ο Θεός παραμένει παρών και συνεχώς στη ζωή ζωή μας. Μόνο Αυτός μας αγαπά αδιάλειπτα.  Μέσα από τις σχέσεις λοιπόν με τους άλλους ασκούμαστε στην υπομονή και στην προσφορά και στο να περιμένουμε όσο το δυνατόν λιγότερα από τους άλλους. Γι’ αυτό και ο έρωτας δεν πρέπει να είναι βιαστικός. 
Β. Θέλει κόπο η αγάπη (κι ο έρωτας επίσης…)    
Η αγάπη είναι το ωραιότερο δώρο του Θεού στον άνθρωπο. Είναι στοιχείο του κατ’ εικόνα μας και χάρις σ’ αυτήν (και το λογικό και την ελευθερία μας) έχουμε πάνω μας τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να μοιάσουμε στο Θεό. Η αγάπη είναι έμφυτη στην καρδιά και την ψυχή μας. Όμως, την ίδια στιγμή, δεν είναι αυτονόητη η βίωσή της. Η αγάπη καλλιεργείται. Γιατί δεν αρκεί να την έχεις ή να νομίζεις ότι την έχεις. Χρειάζεται να την κάνεις πράξη. Και η αγάπη στην πράξη είναι μία έμμονη κατάσταση.
Αγάπη σημαίνει να δέχεσαι ότι θα χάσεις για χατίρι του άλλου και του Θεού. Και χάνω σημαίνει θυσιάζω και την ίδια στιγμή είμαι ταπεινός ότι δεν μπορώ να αναπαύομαι εις βάρος των άλλων, αλλά και αντέχω το γεγονός ότι οι άλλοι ίσως αναπαύονται εις βάρος μου.
Αγάπη σημαίνει μοίρασμα. Δεν μου ανήκουν όλα, ίσως δεν μου ανήκει τίποτε, ούτε ο εαυτός μου, αλλά τα πάντα καλούμαι να μοιράζομαι. Το χρόνο μου, τη διάθεσή μου, τα αγαθά μου, ακόμη και το σώμα μου με τον άλλο ή τους άλλους. Αυτό για την εφηβική ηλικία μπορεί να φαίνεται εύκολο, ιδίως μέσα στον ενθουσιασμό της νεότητας. Όμως είναι το πιο δύσκολο. Να παραιτηθείς από αυτά που έχεις, για να αγαπήσεις και την ίδια στιγμή να μην γνωρίζεις ότι και οι άλλοι έτσι κάνουν.
Αγάπη σημαίνει εμπιστοσύνη. Είναι ίσως το σημείο-κλειδί της αγάπης. Το ποιος θα εμπιστευθούμε πάντως θέλει προσοχή και την ίδια στιγμή επίγνωση ότι μπορεί και να μην είναι αυτό που θέλουμε. Γι’ αυτό και η αγάπη χρειάζεται χρόνο για να ωριμάσει και όχι βιασύνη. Ο χρόνος είναι υπέρ της εμπιστοσύνης, γιατί μας δείχνει αν ο άλλος μπορεί να πληροί τα βασικά σημεία που έχουμε ανάγκη στις ανθρώπινες σχέσεις.
Αγάπη σημαίνει να μην κάνουμε πίσω καθώς περνάνε τα χρόνια, ακόμη κι αν οι άνθρωποι με τους οποίους συναναστρεφόμαστε, εκείνοι τους οποίους αγαπάμε, μας αφήνουν γιατί δεν μπορούν να μας καταλάβουν ή επειδή βρίσκουν άλλες παρέες ή επειδή και η ζωή μας και η δική τους αλλάζει είτε επειδή μεγαλώνουν και κάποτε φεύγουν από τη ζωή.
Αγάπη σημαίνει να πονάμε, εφόσον θέλουμε η καρδιά μας να ψηλώσει, να προχωρήσει, να ανέβει ψηλά και να μη μείνει στο εδώ και τώρα, στο σήμερα, στις μικρότητες, στον εγωκεντρισμό. Και πονώ σημαίνει ότι είμαι έτοιμος να κρατήσω τον ενθουσιασμό μου, να συγχωρήσω, αλλά και να μετανοήσω για τα λάθη μου. Σημαίνει ότι είμαι έτοιμος να νικήσω τον εαυτό μου και να γίνω μεγαλόκαρδος, αρχοντικός, να μοιάσω στο Θεό.
Αγάπη σημαίνει να είμαστε έτοιμοι να γίνουμε υπεύθυνοι για τον άλλο, να αναλάβουμε την ευθύνη να του προσφέρουμε και να μπορούμε να τον στηρίξουμε. Αυτό όμως συνεπάγεται χρόνο και διάθεση μεγάλη. Δεν είναι ο εαυτός μας έτοιμος για τέτοιες ευθύνες στην εφηβεία. Ας απλώνουμε λοιπόν τα πόδια μας μέχρις εκεί  όπου φθάνει το σκέπασμά μας.
Το νόημα της αληθινής αγάπης το βρίσκουμε μέσα στη ζωή της Εκκλησίας. Η Εκκλησία μας προπονεί στο να αγαπούμε, οποιαδήποτε σχέση και να έχουμε. Γιατί η ζωή της Εκκλησίας είναι μία υπενθύμιση συνεχώς της παρουσίας του Χριστού, σε όποια σχέση, σε όποια στιγμή της ζωής μας κι αν βρισκόμαστε. Αγαπούμε όταν κοινωνούμε. Όταν προσευχόμαστε. Όταν μετανοούμε και εξομολογούμαστε για τις αμαρτίες μας. Όταν ελεούμε τους άλλους. Όταν αποφασίζουμε ότι δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να τους κρατήσουμε κακία. Κι έτσι θυμόμαστε και ζούμε το Χριστό.  
Η παιδική και η εφηβική μας ηλικία είναι μία εξάσκηση στην αγάπη. Και θέλει κόπο η αγάπη, όπως και ο έρωτας. Ιδίως ο έρωτας θέλει ωριμότητα κι όχι βιασύνες. Γιατί αυτό είναι το χαρακτηριστικό της ηλικίας, το οποίο το σπρώχνει η εποχή. Η βιασύνη. Χωρίς ωριμότητα να προχωρούμε στο να δινόμαστε, χωρίς να μπορούμε να βλέπουμε οι άλλοι πόσο αμοιβαία μπορούν να μας δοθούν. Κι έτσι βλέπουμε τον έρωτα και την αγάπη ως παιχνίδι, ως δικαίωμα, ως ευκαιρία. Εδώ όμως είναι που έρχεται ο κόπος, το πλήγωμα και η απογοήτευση συνήθως μέσα στη βιασύνη, γιατί όταν βιαζόμαστε, γρήγορα καταλαβαίνουμε ότι μια σχέση δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς την ετοιμότητα και την αλήθεια της αγάπης. 
Για την Εκκλησία ο γάμος και η οικογένεια αποτελούν την πιο όμορφη εικόνα της αγάπης. Μέσα σε μια υγιή οικογένεια ο άνθρωπος ζει το μυστήριο της χαράς, της ευθύνης, του μοιράσματος, αλλά και της δημιουργίας με τον συνάνθρωπό του, έχοντας μαζί του την ευλογία του Θεού και την ομορφιά της πίστης που γίνεται εμπιστοσύνη και κοινή ζωή.
Ας ετοιμαζόμαστε με υπομονή, ευθύνη και χαρά, κρατώντας από την αγάπη ό,τι μπορούμε και μαθαίνοντας  να δίνουμε σταδιακά ό,τι μπορούμε, μέχρις ότου λάβει την μορφή της πληρότητας η αληθινή αγάπη, αυτή που ο Χριστός μας προσφέρει κι αυτή που γίνεται ωριμότητα και ευθύνη για τον άλλο. Μόνο ο Χριστός είναι η Απόλυτη Αγάπη, η Σταυρική. Επειδή όμως το να ζητούμε μια τέτοια Αγάπη είναι ανέφικτο χωρίς Εκείνον, ας Τον πλησιάζουμε όσο μπορούμε στη ζωή μας. 
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΠΟΛΕΩΣ 
ΝΕΑΝΙΚΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ-ΛΥΚΕΙΟΥ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ  18              
15.2.2014
  π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΔΟΣ ΜΟΥ ΕΝΑ ΣΥΝΟΡΟ ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΩ

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαρτίου, 2014

Προσευχή
 
   Προσευχή       
(Μουσική, Στίχοι και Ερμηνεία Χάρις Αλεξίου, από τον δίσκο Οδός Νεφέλης 88)   
Δώσ’  μου ένα σύνορο να περπατώ
Δώσ’  μου ένα όνομα να μη χαθώ
Δώσ’  μου ένα όνειρο να κρατηθώ
Δώσ’  μου ένα όραμα να αντισταθώ
Δώσ’  μου ένα παιδί να εξομολογηθώ
Δώσ’  μου ένα φιλί να πλύνω το κακό
Ξύπνησέ με το πρωί μ’  έναν σκοπό
Που να λέει χαλάλι στη ζωή που ζω! 

Ερμηνευτικά σχόλια

Δώσ’ μου: το τραγούδι μας δίνει μία πολύ ενδιαφέρουσα προσευχή, η οποία μας δείχνει ποιος είναι ο δρόμος τον οποίο καλούμαστε να ακολουθήσουμε σήμερα. Η προσευχή έχει χαρακτήρα προσωπικό, μιλά ο άνθρωπος με το Θεό. Είναι απαιτητική, παρακλητική, αλλά και ουσιαστική. Ο Χριστός λέει ότι όποιος ζητά λαμβάνει και όποιος ψάχνει βρίσκει από το Θεό!
Σύνορο: το πιο ουσιαστικό σημείο του ανθρώπου στη σχέση του με το Θεό είναι το σύνορο. Είναι αυτό που δείχνει στον άνθρωπο μέχρι πού μπορεί να φτάσει, αλλά και την ίδια στιγμή να το υπερβεί. Κι αυτό πιστεύουμε ότι είναι η παρουσία του Θεού, η οποία στη ζωή του ανθρώπου δεν έχει όρια, είναι αγάπη χωρίς όρια! «Αγάπα και κάνε ό,τι θες», λέει ο Ιερός Αυγουστίνος. Οι εντολές του Θεού μας δείχνουν ένα όριο. Την ίδια στιγμή όμως η φιλανθρωπία του Θεού καθιστά ακόμη κι αυτές τις εντολές όχι καταπιεστικές, αλλά οδοδείκτες που μας βοηθούν να γνωρίζουμε πού είναι ο δρόμος μας. Σε μια εποχή όπου δεν υπάρχει κανένα όριο και φραγμός, η παρουσία του Θεού μας λέει πολλά.
Όνομα: Ο Θεός μας δίνει το όνομα, όνομα έχει αυτός που αναφέρεται σε κάποιο, σχετίζεται μαζί του! Όποιος έχει  όνομα σε σχέση με το Θεό, δεν χάνεται! Σήμερα θριαμβεύει η ανωνυμία. Ο άνθρωπος έγινε αριθμός για όσους κυβερνούν τον κόσμο και την ίδια στιγμή ανώνυμη μάζα, ανώνυμος καταναλωτής, ανώνυμος χρήστης του ηλεκτρονικού κόσμου και τρόπου. Η σχέση με το Θεό είναι σχέση προσωπική.
Όνειρο: Η πίστη μας στο Θεό μας κάνει να ονειρευόμαστε, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη, την αξιοπρέπεια, την αγάπη! Αυτό όλα μας κρατάνε όρθιους!
Όραμα: Η προσευχή στο Θεό μας γεμίζει οράματα, και η ζωή κοντά στο Θεό μας κάνει να αντιστεκόμαστε στο κακό, την αμαρτία, την αναξιοπρέπεια του κόσμου! Ταυτόχρονα, αντιστεκόμαστε στην αδικία, η οποία έχει πλημμυρίσει τη ζωή μας, κάνοντας ό,τι περνά από το χέρι μας για να βρούμε και να δείξουμε την αλήθεια, αλλά και ό,τι είναι καλό και σωστό για τον κόσμο και τους ανθρώπους, ό,τι είναι σύμφωνο με το θέλημα του Θεού. Αυτό το όραμα μπορεί να μην επιτευχθεί με επαναστάσεις. Αν όμως αλλάξουμε εμείς και βοηθήσουμε και τους γύρω μας να είναι λιγότερο ή καθόλου άδικοι, μέσα από τον λόγο και το παράδειγμα, έχουμε κάνει ένα μεγάλο βήμα.
Παιδί: Η εξομολόγηση κάνει την ψυχή μας να καθαρίζει σαν του παιδιού, γινόμαστε αγνοί!
Φιλί: Με την αγάπη και τη φιλία ξεπλένεται το κακό και η αμαρτία! Γιατί αμαρτία είναι η απουσία της αγάπης. Αν αγαπάμε τότε προσπαθούμε να αμαρτάνουμε λιγότερο, δηλαδή να μην κάνουμε ό,τι σπάει και διαλύει την αγάπη.
Σκοπό: Η πίστη στο Θεό, η προσευχή και η πνευματική ζωή δίνουν νόημα στη ζωή μας και σκοπό!
Χαλάλι στη ζωή που ζω: Είναι σπουδαίο να έχει η ζωή μας αξία και νόημα κι αυτό υπάρχει χάρη στην αγάπη και το Θεό. Αν ζητά κανείς τη βασιλεία των ουρανών, τα πάντα του κόσμου θα μας δοθούν! 
Β. Η προσευχή το όπλο μας   
Η προσευχή αποτελεί την ωραιότερη κίνηση απ’  ευθείας αγάπης που κάνει ο άνθρωπος προς το Θεό. Είναι όπλο κατά του διαβόλου που μας θλίβει. Είναι απόδειξη της εμπιστοσύνης προς το Θεό, αλλά και της δίψας της καρδιάς μας προς Εκείνον και την ίδια στιγμή  της αγάπης μας προς τους άλλους, τους οποίους εμπιστευόμαστε στο Θεό, αλλά και για τους οποίους μιλάμε στο Θεό.
Η προσευχή δεν φαίνεται να αλλάζει τον κόσμο, όσο τα καλά έργα (ιδίως αυτό υποστηρίζουν οι Βουδιστές και κάποια άλλες ομάδες που ονομάζονται « ακτιβιστές»), αλλάζει όμως το νου των ανθρώπων και αυτό στη συνέχεια γεννά αλλαγές που δεν φαίνονται εύκολα, αλλά λειτουργούν σε βάθος χρόνου. Γι’ αυτό ας μην την περιφρονούμε. Όταν ξεκινάμε την ημέρα μας, όταν αρχίζουν τα μαθήματα στο σχολείο, όταν περνούμε έξω από την εκκλησία (και το σημείο του σταυρού προσευχή είναι), πριν και μετά το φαγητό, το βράδυ πριν κοιμηθούμε, όταν έχουμε έναν κόπο και έναν αγώνα να κάνουμε, πριν και μετά από ένα ταξίδι, όταν χαιρόμαστε ή όταν λυπόμαστε για κάποιον, για όσους έχουν πεθάνει, για όσους αγαπούμε, ας μιλάμε στο Θεό.
Την ίδια στιγμή υπάρχει και η προσευχή στο Θεό να δώσει νόημα στη ζωή μας. Και τότε μπορούμε να κάνουμε και έργα που βοηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Αν ξέρουμε γατί παλεύουμε και γιατί ο Θεός ζητά από εμάς και την προσευχή και την έμπρακτη αγάπη. Ο Χριστός προσευχόταν στο Θεό Πατέρα Του κάθε φορά που είχε να κάνει ένα σπουδαίο έργο, παρότι ο ίδιος είναι Θεός. Μας δίδαξε το « Πάτερ ημών», την Κυριακή προσευχή (επειδή είναι του ίδιου ως Κυρίου και Θεού μας). Και μας προέτρεψε να ζητούμε από τον Πατέρα Του ό,τι είναι προς όφελός μας. Ας μην το λησμονούμε!  
Υπάρχει και η προσευχή της καρδιάς, το « Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Αυτή την προσευχή μπορούμε να τη λέμε όσο πιο πολύ γίνεται. Είναι η επίκληση του ονόματος του Χριστού, που μας αγιάζει και μας ευλογεί. Αυτή είναι η προσευχή πολλών χριστιανών. Πρωτίστως όμως υπάρχει η προσευχή που δείχνει την εμπιστοσύνη στο Χριστό:  «Κύριε, όπως ξέρεις και όπως θέλεις, ελέησέ με».
Η εποχή μας κοροϊδεύει όσους προσεύχονται. Ο Θεός όμως στηρίζει και ακούει τις προσευχές και ό,τι είναι για καλό μας το δίνει.Ας επιμείνουμε!
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΠΟΛΕΩΣ 
ΝΕΑΝΙΚΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ-ΛΥΚΕΙΟΥ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ  17              

8.2.2014

 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΑΡΕΑ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΗ

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαρτίου, 2014

Παρέες και παρέα  
 
Παρέα      
(Μουσική Θέμης Καραμουρατίδης, Στίχοι Γεράσιμος Ευαγγελάτος,  ερμηνεία Νατάσα Μποφίλιου  από τον δίσκο Μέχρι το τέλος)
Δεν τ’ αναλύω πιο πολύ το θέμα που με καίει. 
Κανένας σας δε φταίει, το παίρνω απάνω μου όλο εγώ… 
Βγάλτε με μόνο για καφέ, να πάρω λίγο αέρα. 
Σαν να ’φαγα μια σφαίρα και δεν μπορώ να σηκωθώ… 
Παρέα μόνο σάς ζητώ∙ δε θέλω να το συζητώ. 
Δε θέλω αναλύσεις∙ μην ψάχνετε για λύσεις. 
Παρέα διακριτική, σαν να μην είστε καν εκεί. 
Αν θέλεις να μιλήσεις, το κάνεις πριν κυλήσεις… 
Σαν να μην έγινε ποτέ… Για τον καιρό ας πούμε. 
Τη λύση δε θα βρούμε, όσο κι αν θέλετε πολύ… 
Βγάλτε με μόνο για ποτό∙ γνωρίστε μου γνωστούς σας. 
Και για τους εαυτούς σας κρατείστε κάθε συμβουλή… 
Παρέα μόνο σάς ζητώ∙ δε θέλω να το συζητώ. 
Δε θέλω αναλύσεις∙ μην ψάχνετε για λύσεις. 
Παρέα διακριτική, σαν να μην είστε καν εκεί. 
Αν θέλεις να μιλήσεις, το κάνεις πριν κυλήσεις… 
Παρέα διακριτική, σαν να μην είστε καν εκεί. 
Αν θέλεις να μιλήσεις, το κάνεις πριν κυλήσεις…
Ερμηνευτικά Σχόλια
Δεν τ’ αναλύω: μία παρέα, μια φιλία έχει πλεονεκτήματα. Βοηθά τον άνθρωπο να ξεφεύγει από τα προβλήματα και τις δυσκολίες του. Να ξεσκά. Να μην μένει κλεισμένος στον εαυτό του. Την ίδια στιγμή οι σύγχρονες παρέες αποτυπώνουν την στάση του ανθρώπου να μην θέλει να κουράζει το μυαλό του. Η εργασία, η πορεία της ζωής, οι κακές ειδήσεις, αλλά και το γεγονός ότι οι άλλοι δεν είναι αυτό που θα θέλαμε μας κάνουν να νιώθουμε πάνω απ’  όλα την ανάγκη να έχουμε έναν ή κάποιους ανθρώπους που να μας απαλλάσσουν από την μοναξιά μας. Αυτό περιγράφει και το τραγούδι της Μποφίλιου. 
Βγάλτε με μόνο για καφέ: υπάρχουν καταστάσεις και πρόσωπα που μας πνίγουν στη ζωή μας, που μας καίνε. Όσο κι αν το Ίντερνετ είναι μία διέξοδος, καθώς μπορούμε πολύ πιο εύκολα να επικοινωνούμε με άλλους χωρίς να χρειάζεται να βγαίνουμε από το βόλεμά μας, από την καρέκλα και την οθόνη μας, εντούτοις έρχονται στιγμές που μας χρειάζεται μια βόλτα. Να βγούμε, να ξεσκάσουμε. Νιώθουμε ότι έχουμε φάει μια σφαίρα και βαραίνουμε τόσο πολύ που χρειαζόμαστε κάποιον ή κάποιους να μοιραστούμε τουλάχιστον το χρόνο μας.        
Παρέα μόνο σας ζητώ: η παρέα δεν είναι κατ’  ανάγκην φιλία. Η φιλία προϋποθέτει δόσιμο, ενώ η παρέα είναι ξέσκασμα. Η φιλία θέλει επένδυση συναισθημάτων. Η παρέα είναι αρκετή για κουβέντα, για να μην μένουμε κλεισμένοι στον μέσα κόσμο μας. Η παρέα εκτονώνει. Η φιλία χτίζει σχέσεις. Η παρέα μπορεί ναν γίνει φιλία, αλλά συνήθως διαλύεται εύκολα.  Η φιλία αντέχει στο χρόνο, αν είναι αληθινή. Η παρέα δεν προϋποθέτει σχέσεις που θα κρατήσουν. Όμως και η παρέα έχει χαρά, έχει αγάπη και κέφι, έχει μοίρασμα. Μόνο που κάποτε μπορεί κι αυτή, όπως και η φιλία, να γίνει καταστροφική, αν τα μέλη της λειτουργούν στη λογική της εκτόνωσης και του βγαλσίματος των απωθημένων. 
Παρέα διακριτική:  σημαίνει παρέα που σέβεται τις απαιτήσεις του άλλου, την ανάγκη του να δώσει μόνο όσα θέλει. Η παρέα που είναι διακριτική στηρίζεται στον αλληλοσεβασμό και στο γεγονός ότι αν ο άλλος δεν θέλει να ανοιχτεί, δεν θα πιεστεί. Η παρέα ταιριάζει περισσότερο στην light  εποχή μας, όπου τα σοβαρά μπαίνουν στην άκρη. Ας είναι κάποιος δίπλα, διακριτικά, κι ας φαίνεται σαν να μην είναι εκεί. Γι’ αυτό και οι παρέες σήμερα διαλέγουν τα μέρη όπου η μουσική είναι έντονη και δυνατή, για να μην χρειάζεται συζήτηση, ηρεμία, επικοινωνία. 
Αν θέλεις να μιλήσεις, το κάνεις πριν κυλήσεις:  ο στίχος αποτυπώνει το δικαίωμα στο λάθος, την πτώση, την αμαρτία που το εγώ μας διεκδικεί. Δεν μπορεί πάντοτε η παρέα να μας βοηθήσει, αν εμείς δεν το θέλουμε, αν εμείς ακούμε μόνο τον εαυτό μας και κανέναν άλλο.    
Για τους εαυτούς σας κρατήστε κάθε συμβουλή: αρκεί το ποτό. Αρκεί η γνωριμία. Οι συμβουλές δεν βοηθούν αυτόν που δεν θέλει να ανοιχτεί. Ίσα- ίσα γίνονται ενοχλητικές. Διακριτικότητα σημαίνει λοιπόν σιωπή. Αν θέλουμε να μιλήσουμε, δεν χρειαζόμαστε κάποιον να μας πιέζει. Το άνοιγμα της ψυχής προϋποθέτει εμπιστοσύνη κι αυτή χτίζεται σταδιακά, ενώ η εποχή μας δεν την ευνοεί, γιατί ο άνθρωπος έχει πάψει να είναι ειλικρινής, να λειτουργεί με γνώμονα και τον άλλο και βλέπει τα πάντα με βάση το δίκιο του, με βάση το τι θέλει ο ίδιος. Γι’  αυτό και η φιλία δεν είναι εύκολη σήμερα. Οι άνθρωποι περνούμε μία μόνιμη εφηβεία, οπότε και χρειαζόμαστε παρέες και λιγότερο φίλους. Είμαστε ευμετάβολοι και δεν μπορούμε να ανήκουμε κάπου με την ψυχή μας. Μένουμε όπου δεν μας πιέζουν. Μένουμε όπου μπορούμε να πάρουμε.  
Μην ψάχνετε για λύσεις: ο εγωισμός του ανθρώπου απαιτεί τις λύσεις να τις δώσουμε μόνοι μας. Δεν νιώθουμε ότι τα προβλήματά μας απασχολούν τους άλλους ή ακόμη κι αν γίνεται έτσι, δύσκολα τα δικά τους τα προβλήματα απασχολούν εμάς. Υπάρχει ρηχότητα συναισθημάτων και την ίδια στιγμή όχι δόσιμο και δέσιμο. Για την Εκκλησία όμως κάτι τέτοιο δεν είναι επιθυμητό. Ο άνθρωπος χρειάζεται να έχει στηρίγματα και οι αληθινοί φίλοι είναι πιο δυνατά στηρίγματα από μία παρέα που εύκολα αλλάζει.   
Β. Παρέες με νόημα   
Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μόνος του. Χρειάζεται να ανήκει κάπου, σε μία φιλία, σε μία παρέα, εκτός από την οικογένεια, το σχολείο και την εργασία του. Η φιλία σε κάνει να μοιράζεσαι χρόνο, συναισθήματα, να στηρίζεις και να στηρίζεσαι. Για να έχει μια φιλία νόημα, για να γίνεται αληθινή παρέα, χρειάζεται να στοχεύει στο καλό, δηλαδή στην αγάπη, στην κοινωνικότητα που δεν γίνεται καταστρεπτική για τον νέο. Μία παρέα στην οποία δοκιμάζουμε αυτά που βλάπτουν, τα λεγόμενα «απαγορευμένα», το τσιγάρο, το ποτό, το ξενύχτι, τον έρωτα όχι των προσώπων αλλά των σωμάτων, παίζουμε με τρελές καταστάσεις, επαναστατούμε εναντίον των γονιών μας, ίσως και εναντίον του Θεού, ενώ νομίζουμε ότι μας κάνει ελεύθερους, στην ουσία μας υποδουλώνει σε μία κατάσταση στην οποία δεν ελέγχουμε τους εαυτούς μας. Κανείς δεν αρνείται την χαρά, ενίοτε και τις «κουταμάρες» της ηλικίας. Όταν όμως βλάπτουμε και μας βλάπτουν, τότε η παρέα γίνεται καταστροφική.
Άλλοι κάνουν παρέες με σκοπό να συμμετέχουν σε φασαρίες μέσα στη σχολική τάξη, να δείχνουν ότι δεν είναι «φυτά», κάνουν bulling  εις βάρος πιο αδύναμων, λειτουργούν αυτοκαταστροφικά για να εκτονωθούν. Φαίνεται ότι τους λείπει η αγάπη από το σπίτι ή δεν γνωρίζουν τι θέλουν αληθινά. Άλλοι επειδή νιώθουν την ανάγκη να νικήσουν την μοναξιά τους κάνουν επιλογές που μετανιώνουν γι’  αυτές. Σημασία έχει να περιμένει κανείς όσο χρειαστεί. Παρέα μπορεί να σου κάνει ένα βιβλίο, η ενασχόληση με τον αθλητισμό, την μουσική, το χορό, ακόμη και  ο υπολογιστής, αρκεί να υπάρχει μέτρο.
Η Εκκλησία κανονικά θα έπρεπε να λειτουργεί σαν μια μεγάλη παρέα. Ο Χριστός άλλωστε είναι ο μεγάλος και γνήσιος Φίλος μας. Δεν μας ξεχνά ποτέ και πάντοτε μας παρηγορεί και μας δείχνει την αγάπη Του, ακόμη κι αν φαίνεται ότι δεν εμφανίζεται. Όμως Αυτός μας βλέπει και μας δίνει δύναμη αν Τον πιστεύουμε, να Τον εμπιστευόμαστε. Η Εκκλησία λοιπόν θα έπρεπε να είναι η παρέα για τον άνθρωπο και ιδίως για το νέο. Σ’  αυτή την παρέα κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, ακούμε τον λόγο Του μέσα από το Ευαγγέλιο, μαθαίνουμε να αγαπούμε. Την ίδια στιγμή μπορούμε να βοηθήσουμε όσους έχουν ανάγκη. Να προβληματιστούμε για τη ζωή και την πορεία της. Να μην νικηθούμε από το κακό. Δυστυχώς η Εκκλησία δεν λειτουργεί πάντα έτσι, αλλά αρκείται στην τέλεση της Θείας Λειτουργίας την Κυριακή και τις γιορτές χωρίς να δίνει την ευκαιρία για προσωπική κοινωνία μεταξύ όλων των ανθρώπων, την ευκαιρία για παρέες και παρέα. Όμως και οι άνθρωποι, ιδίως οι νέοι, δεν θέλουν να κάνουν παρέες μέσα στην Εκκλησία. Φοβούνται τα σχόλια…της παρέας τους, νιώθουν πως η Εκκλησία έχει να κάνει με τον κόσμο των γονιών τους, ενώ η Εκκλησία μας δίνει τη δυνατότητα να καλλιεργήσουμε τις προσωπικότητές μας και να παλέψουμε να γίνουμε το κέντρο της παρέας μας γι’  αυτό που είμαστε, όχι όπως θέλουν οι άλλοι να είμαστε. Και η Εκκλησία λοιπόν στις ενορίες της και εμείς χρειάζεται να δούμε τα πράγματα διαφορετικά.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα στις παρέες σήμερα είναι ο κομφορμισμός. Στην παρέα, προκειμένου να ανήκουμε, συμμορφωνόμαστε μ’  αυτό που θέλουν οι επικεφαλής, οι χειριστικοί, αυτοί που ξέρουν να κοροϊδεύουν και να επιβάλλονται, με αποτέλεσμα να χάνουμε το αληθινό μας πρόσωπο. Η σχέση με το Χριστό μας δίνει την ευκαιρία να μαθαίνουμε να είμαστε ελεύθεροι. Και ο ελεύθερος κρίνει και την ίδια στιγμή γνωρίζει να αντιστέκεται στις κακές επιρροές. Την ίδια στιγμή μαθαίνει να έχει υγιή κριτήρια για τις παρέες του. Να ζητά πρόσωπα και όχι να περιορίζεται στο Facebook, στην περιγραφή του εαυτού του και στην απλή παράθεση ενδιαφερόντων, εικόνων, ζωής που γίνεται φωτογραφία.
Η φιλία θέλει κόπο. Θέλει συγχώρεση γιατί ο φίλος δεν μπορεί να είναι πάντοτε όπως τον θέλουμε. Θέλει όμως και να κρατάμε κάποια όρια και κάποιες αρχές. Το να αγαπάς και να συγχωρείς δεν σημαίνει ότι ο άλλος δεν πρέπει να σε σέβεται, ότι θα πρέπει να κάνεις ό,τι σου λέει από φόβο μήπως χάσεις την φιλία του, ότι καλείσαι να τον ακολουθείς σε ό,τι δεν συμφωνείς. Είναι άλλο να συγκαταβαίνεις και να κάνεις κάποιους συμβιβασμούς και άλλο να χάνεις το πρόσωπό σου.
Σήμερα, ακόμη, ο νέος βαριέται τα πολλά. Το μόνο που θέλει είναι να σκοτώνει το χρόνο του. Η παρέα του να μην τον βάζει στη λογική της συζήτησης για τα μεγάλη και σπουδαία της ζωής, αλλά να τον συντροφεύει στην βόλτα, στο χορό, στην διασκέδαση, στο παιχνίδι, χωρίς γεύσεις αληθινής ζωής. Γι’  αυτό και δεν είναι εύκολο να χτίζονται φιλίες σήμερα, γιατί η φιλία θέλει καλλιέργεια του χαρακτήρα μας και την ίδια στιγμή πρόοδο στην αναζήτηση του νοήματος και του σκοπού της ζωής. Δεν είναι απλώς σκότωμα του χρόνου μας. Ας το σκεφτούμε κι ας το παλέψουμε.
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΠΟΛΕΩΣ 
ΝΕΑΝΙΚΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ-ΛΥΚΕΙΟΥ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ  16              

1.2.2014

 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Requiem

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαρτίου, 2014

Έχει τέλος ο κόσμος;   
 
  Requiem     
(Μουσική, Στίχοι και ερμηνεία Αλκίνοος Ιωαννίδης  από τον δίσκο Ανεμοδείκτης)
Πως το `φεραν ο Χρόνος κι ο Καιρός σε τραγουδιάρα Χώρα μοναχός
καλογεράκος γκρίζος, σκονισμένος ψαλμός, αποδεκατισμένος, κρυφός, κλεισμένος, σιωπηλός.
Κλείνεις καλά το σπίτι σου, γεμίζεις το ποτήρι σου, βαφτίζεις το κλειδί σου Φυλακή
ό,τι σ’ ελευθερώνει, σε κλειδώνει, κι ό,τι σε φανερώνει είναι που δεν το διάλεξες εσύ.
Είσαι άλλος ένας μέσα στους πολλούς, δωμάτιο σ’ ένα σπίτι από καπνούς
κι είσαι μια τυφλωμένη καπνοδόχος κι ο κουρασμένος ξενοδόχος του άφραγκού σου εαυτού.
Κλείνεις το παραθύρι σου και σπάζεις για χατήρι σου τη Λέξη που αγαπούσες πιο πολύ
ό,τι δε σε σκοτώνει σε χρεώνει κι ό,τι σε ξεπληρώνει είναι η αφεντιά σου η μισή.
Μια μέρα θα βγω από το σπίτι και θα έχουν φύγει όλοι παντού ερημιά, όλα παρατημένα ανοικτά
ένα ξυπνητήρι θα χτυπά και κανείς δε θα το κλείνει.
Ήρθε το Τέλος του Κόσμου
Μπήκαν σε κάτι τεράστια ιπτάμενα κλουβιά και φύγαν να γλιτώσουν
όσους δε χώρεσαν τους σκότωσαν κι έμεινα μόνος. 
Μα πως δεν το έμαθα; 
Το είπε το ραδιόφωνο, το είχα κλείσει. Το είπε η τηλεόραση, την είχα σπάσει. 
Το είπαν οι αρμόδιοι, δεν ψήφισα κι έμεινα εδώ.
Θα βάλω τα καλά μου,  θα ανέβω στο λόφο, θα δω το τελευταίο ηλιοβασίλεμα θα θυμηθώ ένα παραμύθι.
Κάπου μακριά οι άνθρωποι θα νομίζουν πως είναι ακόμα ζωντανοί;
θα ξημερώσει ο Πόνος και θα δεις το Φως της Σταυρωμένης Κυριακής
θα ‘ναι το Σύννεφο άδειο δίχως λόγια, σταματημένα τα ρολόγια θα ακούν τον χτύπο της βροχής.
Κλείνεις καλά τ’ αυτιά σου και στ’ αγέννητα παιδιά σου λες τα όνειρα που δεν πρόλαβες να δεις.
Ό,τι κι αν σε γλιτώνει, δε σε σώνει, σε γατζώνει στην αγχόνη της κρυμμένης σου ζωής.
Ερμηνευτικά Σχόλια
Ο Χρόνος κι ο Καιρός: ο Αλκίνοος Ιωαννίδης μας λέει σε ένα ξεχωριστό τραγούδι ότι το τέλος του κόσμου έχει έρθει όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί να μοιραστεί αγάπη, όταν είναι παραδομένος στον εγωισμό και στο ψέμα και στον θόρυβο των ΜΜΕ. Το τέλος του κόσμου έρχεται όταν θριαμβεύουν οι επιλογές των άλλων εις βάρος μας και δεν έχουμε προσωπικότητα. Ο χρόνος είναι η ευρύτερη έννοια στην οποία ταξιδεύουμε. Ο καιρός έχει να κάνει με τη στιγμή, με την ευκαιρία, με την ώρα. Ο ευαίσθητος άνθρωπος ζει σε μια χώρα που αγαπά τα τραγούδια και νιώθει μοναχός, μία εικόνα από το παρελθόν, χωρίς να νιώθει ότι μπορεί να επικοινωνήσει με κάποιον αληθινά.    
Κλείνεις καλά το σπίτι σου: ο άνθρωπος που έχει κλείσει τον εαυτό του, που δεν θέλει να αγαπήσει και να μοιραστεί δεν μπορεί να είναι ελεύθερος κι ας νομίζει ότι αυτό συμβαίνει. Ζωή χωρίς Θεό φαίνεται ελευθερία, αλλά είναι φυλακή. Το ίδιο και ζωή χωρίς αγάπη και μοίρασμα. Τότε ο άνθρωπος γίνεται ένας από τους πολλούς, λειτουργεί τυφλωμένος, χωρίς να έχει την δυνατότητα να ζήσει την χαρά της ελευθερίας και της αγάπης. Γίνεται ο ξενοδόχος του εαυτού του, μόνο με τον εαυτό του μπορεί να μιλήσει κι εκείνος είναι « άφραγκος» , δηλαδή χωρίς αξία, χωρίς νόημα και σκοπό.      
Κλείνεις το παραθύρι σου: ο άνθρωπος δεν είναι ανοιχτός στο φως. Σκοτώνει για χάρη του εαυτού του κάθε λέξη που ομορφαίνει τη ζωή του, όπως είναι η αγάπη και η χαρά του να μοιράζεσαι. Τα δώρα του κόσμου μας χρεώνουν, δεν μας ελευθερώνουν. Ό,τι μας ξεπληρώνει είναι η δυνατότητά μας να μοιραστούμε την αφεντιά μας την μισή.
Μια μέρα: ο τραγουδοποιός περιγράφει το όνειρο που θα τον σώσει. Θα βγει από τον κλεισμένο εαυτό του, θα διαπιστώσει την παντελή απουσία των άλλων από τη ζωή του, φίλων, αγαπημένων, ανθρώπων με τους οποίους μπορεί να συνεννοηθεί και να συνυπάρξει, ο χρόνος θα φωνάζει ότι ήρθε η ώρα για το Τέλος του Κόσμου, αλλά κανένας δεν θα ακούει γιατί όλοι θα φεύγουν για να γλιτώσουν τον εαυτό τους. Όσοι δεν χώρεσαν στα ιπτάμενα κλουβιά τα οποία επέλεξαν για την μετακίνηση, τους σκότωσαν για να μην αφήσουν ίχνη. Όσοι δεν ακολουθούν την πορεία του κόσμου, αντιμετωπίζουν το μίσος και την απέχθεια των άλλων. Ο τραγουδοποιός ονειρεύεται την απόλυτη μοναξιά σε έναν τέτοιο κόσμο. Και ξέρει ότι κανείς δεν θα τον πληροφορήσει, αν ο ίδιος δεν αποφασίσει να χρησιμοποιήσει τα μέσα αυτού του κόσμου, τα οποία φαντάζουν μοναδικά και αναντικατάστατα. Ο ίδιος όμως έχει επιλέξει να αντισταθεί στον κόσμο της πληροφορίας και έχει επιλέξει τον δρόμο της χαράς και της φυσικότητας που έχει να κάνει με την δυνατότητα να μπορεί κάποιος να δοξάσει το Θεό για ό,τι ωραίο υπάρχει στον κόσμο. Το ηλιοβασίλεμα. Την ομορφιά του λόφου. Τη δυνατότητα συνάντησης με τους ανθρώπους.   
Κάπου οι άνθρωποι θα νομίζουν πως είναι ακόμη ζωντανοί: όποιος με την φυγή από τον κόσμο θεωρεί ότι πέτυχε να ζήσει, κάνει λάθος. Στον κόσμο παλεύουμε με την αγάπη. Μόνο με τον πόνο για τους άλλους, την αλληλεγγύη, την αγάπη, την ανθρωπιά μπορούμε να βρούμε νόημα. Και η Σταυρωμένη Κυριακή συνοδεύεται από την Ανάσταση. Το όνειρο δε είναι να τελειώσει ο κόσμος, αλλά να μπορούμε να γλιτώσουμε από την αγχόνη, την κρεμάλα της κρυμμένης ας ζωής. Αυτής που μας πνίγει γιατί δεν μπορούμε να την ζήσουμε όπως θα θέλαμε. Αυτής που νομίζουμε ότι την κρατάμε στα χέρια μας, αλλά όλο μας ξεγλιστρά, γιατί απουσιάζει ο Θεός, η αποφασιστικότητα να είμαστε αλλιώτικοι και να παλεύουμε όχι κλεισμένοι  στις οθόνες των κινητών, ούτε στους φόβους του διαβόλου, αλλά στην παρουσία του Θεού.  Με το Θεό ο κόσμος δεν τελειώνει ποτέ, αλλά γίνεται Πάσχα, πέρασμα στην αιώνια βασιλεία. Αλλιώς τα πάντα γίνονται ένα Requiem, όπως λέει ο τίτλος. «Αιώνια ανάπαυση», δηλαδή παράδοση στο θάνατο και τον διάβολο, ο οποίος διαγράφει την έννοια ελπίδα και την έννοια μοίρασμα και την έννοια αγάπη από τη ζωή.
Β. Φοβόμαστε το τέλος του κόσμου;  
Τόσο η Εκκλησία μας όσο και η επιστήμη αναφέρουν πως ο κόσμος μας έχει ημερομηνία λήξης. Κάποια στιγμή θα καταστραφεί. Για την Εκκλησία όλα θα γίνουν «καινά», καινούρια. Ο Χριστός θα ξαναέρθει στην δόξα Του και θα αναστηθούν όλοι οι κεκοιμημένοι. Την ίδια στιγμή ο κόσμος θα ξαναγίνει από την αρχή χωρίς να υπάρχει πλέον φθορά, κακό, θάνατος, χρόνος. Οι άνθρωποι θα ξαναπάρουμε τα σώματά μας, τα οποία θα είναι όπως το σώμα του Χριστού μετά την Ανάσταση. Δεν θα έχουμε ανάγκη δηλαδή να φάμε, να πιούμε και να κάνουμε παιδιά, δεν θα κουραζόμαστε, δεν θα έχουμε την ανάγκη να κοιμηθούμε, ούτε και θα αμαρτάνουμε. Όσοι αγάπησαν το Θεό και τον συνάνθρωπο θα ζήσουν για πάντα μέσα στην αγάπη, το φως και τη χαρά του Θεού και σε κοινωνία μαζί Του στο πρόσωπο του Χριστού και με την συμμετοχή όλων όσων ζούνε τη ζωή της αγιότητας. Ο Παράδεισος θα είναι μία μεγάλη παρέα ανθρώπων που θα χαίρονται την κοινωνία με το Θεό και μεταξύ τους. Η κόλαση θα είναι η μοναξιά και η απουσία κοινωνίας τόσο με το Θεό όσο και με τον συνάνθρωπο. Ο καθένας εκεί θα είναι μόνος του και θα βασανίζεται από την μοναξιά του.
Πριν την Δευτέρα Παρουσία όμως θα υπάρξουν σημεία του τέλους του κόσμου. Το πιο εντυπωσιακό σημείο, όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στο βιβλίο της Αποκάλυψης  θα είναι ο ερχομός του Αντιχρίστου, δηλαδή του παγκόσμιου κυβερνήτη που θα είναι υποταγμένος στον διάβολο και θα υποδουλώσει όλους τους ανθρώπους εξαναγκάζοντάς τους να πιστέψουν σ’ εκείνον ως θεό. Όσοι δεν το πράξουν, θα διωχθούν. Όμως ο Χριστός θα βοηθήσει όσους Τον αγαπούνε να αντέξουν.
Δεν φοβόμαστε το τέλος του κόσμου, γιατί ξέρουμε πως όταν έρθει, θα ζήσουμε για πάντα με το Χριστό, χωρίς θάνατο, φθορά και κακία. Γι’ αυτό και ελπίζουμε στην εσχατολογία. Δεν σταματάμε όμως τη ζωή μας. Γιατί ο καθένας μας, αν ζει τον τρόπο της Εκκλησίας, ιδίως στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, με τον φόβο του Θεού, την πίστη και την αγάπη  θα είναι ήδη δίπλα στο Χριστό από αυτή τη ζωή. Και Εκείνος δεν θα μας εγκαταλείψει. 
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΠΟΛΕΩΣ 
ΝΕΑΝΙΚΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ-ΛΥΚΕΙΟΥ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ  15              
25.1.2014
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο άγνωστος

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαρτίου, 2014

Τι σημαίνει χαρά   
 
 Ο άγνωστος    
(Μουσική, Στίχοι Νίκος Πορτοκάλογλου, Ερμηνεία Χαρούλα Αλεξίου  από τον δίσκο Παράξενο φως 
Κάποιος σε σκοτώνει, κάποιος σου γελά.
Κάποιος σε γλιτώνει μες απ’ τη φωτιά.
Κι όπως ξημερώνει, κάποιος σε ξυπνά.
Το όνειρο τελειώνει κι όλα είναι γνωστά.
Μα είν’ ένας άγνωστος στην πόρτα και χτυπάει
Και περιμένει να του ανοίξεις μόνο εσύ.
Είν’ ένας άγνωστος εκεί και σου ζητάει
Να βγεις να παίξετε οι δυο σας στην αυλή.
Δίπλα σου κοιμάται, δίπλα σου ξυπνά
Ντύνεται, φοβάται και δε σου μιλά.
Άγνωστος και ξένος, σκύβει, σε φιλά
Πάντα αγαπημένος, πάντα μακριά.
Είν’ ένας άγνωστος στην πόρτα και χτυπάει
και περιμένει να του ανοίξεις μόνο εσύ.
Είν’ ένας άγνωστος εκεί και σου ζητάει
να βγεις να παίξετε οι δυο σας στην αυλή.
Ερμηνευτικά Σχόλια
Κάποιος σε σκοτώνει, κάποιος σου γελά: το τραγούδι μας μιλά για την σημασία της χαράς στη ζωή μας, η οποία έρχεται όταν μπορούμε να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας και όταν αφήνουμε το Χριστό να μπαίνει στην ύπαρξή μας. Τον εαυτό μας κάθε στιγμή κάποιος τον σκοτώνει και κάποιος τον κάνει να νιώθει χαρά. Τα πάθη συγκρούονται με την αγάπη και την συνάντηση με τους άλλους όχι με σκοπό την εκμετάλλευσή τους, αλλά με στόχο το μοίρασμα της ζωής μας. Και την ίδια στιγμή κάποιος μας γλιτώνει από τη φωτιά. Αυτός είναι ο Χριστός, ο Οποίος θυσιάσθηκε από εμάς για να μας γλιτώσει από την φωτιά της μοναξιάς, της κόλασης, της κακίας.    
Κι όπως ξημερώνει: οι άνθρωποι ονειρευόμαστε μία διαφορετική ζωή. Πολλές φορές την χαρά που δεν μπορούμε να έχουμε όταν είμαστε ξύπνοι, την αφήνουμε να μας πλημμυρίζει σε ό,τι ονειρευόμαστε. Όμως πάντοτε κάποιος θα μας ξυπνά, θα μας προσγειώνει, θα μας κάνει να νιώθουμε ότι η ζωή δεν είναι στα όνειρα του ύπνου, αλλά στον κόπο που καταβάλλουμε στ’ αλήθεια.    
Μα είναι ένας άγνωστος στην πόρτα: στο βιβλίο της Αποκάλυψης  του ευαγγελιστή Ιωάννη ο Χριστός λέει στον άνθρωπο: «Δες με, στέκομαι μπροστά στην πόρτα και χτυπώ. Αν κάποιος ακούσει τη φωνή μου και μ’ ανοίξει την πόρτα, θα μπω στο σπίτι του και θα δειπνήσω μαζί του κι αυτός μαζί μου» (Αποκ. 3,20). Ο Χριστός χτυπά την πόρτα του καθενός μας για να μας δώσει νόημα, χαρά και αγάπη.  Μόνο όμως εμείς μπορούμε να Του ανοίξουμε, να Τον δεχτούμε στη ζωή μας και να πιστέψουμε ότι το να είμαστε μαζί Του αποτελεί για μας την μεγαλύτερη χαρά που θα μπορέσουμε ποτέ να έχουμε. Κι αυτή η χαρά βιώνεται στην θεία λειτουργία, στην αγάπη, τη συγχώρεση, τη ζωή της Εκκλησίας. Μπορεί ο κόσμος να νιώθει ότι η χαρά βρίσκεται στο να κάνει κανείς το θέλημά του, να τιμωρεί, να εκδικείται, να δικαιώνεται. Όμως η αληθινή χαρά βρίσκεται όταν μπορούμε να αγαπούμε και την δύναμη γι’ αυτό μας τη δίνει ο Χριστός.
Να παίξετε οι δυο σας στην αυλή: η σχέση της αγάπης με το Χριστό μας κάνει να παίζουμε όπως τα παιδιά. Ο Χριστός ζητά από εμάς να γίνουμε παιδιά, να έχουμε αυθορμητισμό, χαρά, διάθεση για παιχνίδι, όχι για να επικρατήσουμε , αλλά για να χαρούμε την συντροφικότητα, την παρέα, την φιλία μαζί Του και μεταξύ μας. Την ίδια στιγμή όλα γίνονται στην αυλή, όχι στον εαυτό μας που είναι το σπίτι μας, αλλά έξω από το εγώ μας, στη συνάντηση με τους άλλους. 
Δίπλα σου κοιμάται: ο Χριστός είναι η χαρά και είναι συνεχώς παρών στη ζωή μας. Είναι δίπλα μας. Μας δίνει την ανάπαυση της ψυχής μας, ξυπνά μαζί μας, γιατί δεν θέλει να κάνει κάτι που να παραβιάσει την ελευθερία μας, «φοβάται», που σημαίνει δεν θέλει να μας χάσει, αλλά και δεν μας εξαναγκάζει να κάνουμε κάτι που δεν θέλουμε, ο φόβος εδώ δείχνει τον σεβασμό στις επιλογές μας, είναι συνήθως άγνωστος και ξένος, γιατί δεν τον αναγνωρίζουμε ούτε ως Θεό ούτε στα πρόσωπα των αδελφών μας και παραμένει πάντα αγαπημένος, γιατί ποτέ δεν θα πάψει να μας αγαπά, αλλά και βρίσκεται μακριά μας, εάν δεν Τον θέλουμε.  Η μεγαλύτερη χαρά είναι να νιώθουμε ότι ο Θεός μας έδωσε τα πιο ωραία δώρα: την αγάπη και την ελευθερία.
Β. Πώς μπορούμε να είμαστε χαρούμενοι;
Η Εκκλησία ζητά από τον άνθρωπο να έχει χαρά. Στην πνευματική ζωή η χαρά είναι δώρο του Αγίου Πνεύματος και καρπός του και όχι μόνο ένα συναίσθημα. Είναι δώρο της παρουσίας του Χριστού, γιατί ο Χριστός μας δείχνει ότι σκοπός και νόημα στη ζωή είναι να είμαστε μαζί Του. Και όταν ο άνθρωπος είναι μαζί με το Χριστό, ποια χαρά μεγαλύτερη από αυτήν θα μπορούσε να υπάρξει;
Χαρά έχουμε οι άνθρωποι όταν είμαστε σε παρέα με άλλους, όταν αγαπούμε, όταν απολαμβάνουμε το παιχνίδι, το διάβασμα, ό,τι κάνουμε. Συνήθως οι πολλοί θεωρούν ότι η χαρά πρέπει να είναι άκοπη, χωρίς να προσπαθήσουμε. Έτσι φαίνεται βουνό ο κόπος του σχολείου, του φροντιστηρίου, των ξένων γλωσσών, ακόμη και της δουλειάς. Όμως χωρίς κόπο δεν αξίζει η χαρά, ούτε έρχεται.
Την ίδια στιγμή η χαρά συνδέεται με την επιτυχία. Δεν μετράμε την σημασία του να προσπαθούμε, να κάνουμε τον αγώνα μας, αλλά μόνο το αποτέλεσμα. Ο νικητής είναι τα πάντα, ο ηττημένος τίποτα, λέει ο κόσμος και η εποχή μας. Όμως δεν είναι έτσι. Σημασία έχει η προσπάθεια και η συμμετοχή. Η νίκη δεν είναι αυτοσκοπός, μολονότι κανείς δεν θέλει να χάνει.
Οι άγιοι της Εκκλησίας μας δείχνουν ότι ακόμη και στις δυσκολίες ο άνθρωπος που πιστεύει στο Θεό χαίρεται και αντέχει. Και αυτή η χαρά θα συνεχίζεται και στην άλλη ζωή. Αυτός που αγαπά παραμένει δίπλα στο Θεό, ζει τον Παράδεισο. Αυτός που δεν πιστεύει στο Θεό, που δεν αγαπά, που δεν αναγνωρίζει το Θεό στο πρόσωπο του διπλανού του, που δε νιώθει την χαρά της ελπίδας στο Θεό, μένει μόνος του και σ’ αυτή και στην άλλη ζωή.
Περισσότερη αγάπη, λιγότερος εγωισμός και διάθεση χαράς σε ό,τι κάνουμε. Περισσότερο χαμόγελο από την καρδιά μας. Και η πίστη στο Θεό θα συμπληρώνει αυτό που μας λείπει.
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΠΟΛΕΩΣ 
ΝΕΑΝΙΚΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ-ΛΥΚΕΙΟΥ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ  14              

18.1.2014

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΑΚΡΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαρτίου, 2014

 
Ο Παράδεισος είναι μακριά  

(Μουσική, Στίχοι, Ερμηνεία Onirama από τον δίσκο Δύσκολος καιρός για πρίγκιπες) 
Ο παράδεισος είναι μακριά, γονατιστός δεν πας πουθενά, σήκω και σκέψου πιο καθαρά
πως ό,τι είχες δεν είναι μικρό, ό,τι κρατάς ίσως να ‘ναι αρκετό.
Πάψε να ψάχνεις της μοίρας τι ήταν γραφτό
ο χρόνος πίσω ξανά δε γυρνά, φαύλος κύκλος που δε σταματά,
θολώνεις για λίγο κι αρχίζεις ξανά.
Μα τι μας μένει, τι μας δένει, τι τρελαίνει την καρδιά
είναι πάντα, αυτό που έχεις πιο κοντά,
μα τι μας μένει, τι μας δένει τι τρελαίνει την καρδιά
είναι πάντα, αυτό που έχεις τελικά.
Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός, ίσως να λάμπει γιατί είσαι τυφλός
τι κι αν κανείς λάθη, δεν είσαι θεός
κάθε τέλος καινούρια αρχή, κάθε ψέμα αιώνια αφορμή,
κάθε πιστεύω γυρίζει τη γη.
Μα τι μας μένει, τι μας δένει, τι τρελαίνει την καρδιά
είναι πάντα, αυτό που είχες πιο κοντά,
μα τι μας μένει, τι μας δένει, τι τρελαίνει την καρδιά
είναι πάντα, αυτό που είχες τελικά.
Ο παράδεισος είναι μακριά κι όλο μακραίνει σαν να ‘ναι σκιά
τα ’ όνειρα πάντα βάζουν φωτιά, βάζουν φωτιά. 
Ερμηνευτικά Σχόλια
Ο Παράδεισος είναι μακριά: ένα ωραίο σύγχρονο τραγούδι από ένα συγκρότημα που χωρίς να κουράζει, δείχνει πόσο όμορφο είναι να αναζητά κανείς τρόπους πιο γνήσιους και αληθινούς. Το τραγούδι απαντά στον προβληματισμό κατά πόσον μπορούμε να βρούμε τον παράδεισο σ’ αυτόν τον κόσμο, κατά πόσον μπορούμε να έχουμε χαρά, νόημα και σκοπό στη ζωή μας. Η απάντηση είναι πως ο Παράδεισος δεν είναι μία ιδανική κατάσταση που βρίσκεται πολύ μακριά, αλλά ξεκινά από ό,τι έχουμε. Από τα χαρίσματά μας, που δεν είναι ασήμαντα και μικρά. Ότι καλούμαστε να δούμε τον εαυτό μας και να στηριχτούμε σ’ αυτό που μας έχει δοθεί. Σ’ αυτό που μπορούμε να καλλιεργήσουμε. Άρα, η ζωή έχει νόημα όταν ξέρουμε ποιοι είμαστε και όταν μπορούμε, ξεκινώντας από αυτά να χτίσουμε έναν καινούργιο κόσμο, αγάπης, χαράς και νοήματος. Αυτό βέβαια θέλει κόπο, όμως το αποτέλεσμα είναι βέβαιο ότι θα αξίζει. 
Τι ήταν γραφτό: οι άνθρωποι συνήθως παγιδευόμαστε από την αίσθηση της μοίρας πως ό,τι κι αν κάνουμε αν δεν είναι γραφτό μας να πετύχουμε, δεν θα πετύχουμε. Όμως δεν υπάρχει μοίρα στη ζωή, αλλά πίστη στο Θεό και την πρόνοιά Του από την μία και κόπος από την άλλη, αγώνας και στόχοι. Δεν υπάρχει τίποτε που να μην μπορούμε να κατακτήσουμε, αν το θέλουμε πραγματικά και γνωρίζουμε τις δυνάμεις μας. Αν είμαστε προσεκτικοί και με μέτρο στη ζωή μας. Και οι ωραιότεροι στόχοι έχουν να κάνουν με την αγιότητα Με την δυνατότητα δηλαδή να ζούμε για τον Θεό και τον συνάνθρωπο, να προσφέρουμε και να αγαπούμε.   
Μα τι μας μένει: αν φιλοσοφήσουμε τη ζωή μας, θα διαπιστώσουμε ότι τόσο στις σχέσεις μας με τους άλλους, όσο και στα όνειρά μας, μόνο όποιοι και ό,τι είναι πιο κοντά μας μπορούν να μας καταλάβουν, να μας αγαπήσουν και να χαρούν μαζί μας την ζωή. Λησμονούμε συνήθως ότι ο πιο κοντινός μας είναι ο Θεός, ο οποίος δεν μας εγκαταλείπει ποτέ, αν πιστεύουμε σ’ Αυτόν. Απόν την άλλη οι άνθρωποι του περιβάλλοντός μας, οι γονείς, τα αδέρφια, οι φίλοι μας, οι δάσκαλοί μας, όσοι δεν έχουν να κερδίσουν κάτι από μας, είναι αυτοί που μπορούν να είναι μαζί μας και στις χαρές και στις λύπες.  Και μόνοι αυτοί μπορούν να καταλάβουν τα όνειρά μας, τις προσπάθειές μας, τους κόπους μας και τους στόχους μας. Γι’ αυτό κι ας μην ψάχνουμε αλλού (κάτι που η νεότητα το συνηθίζει) να βρούμε αποδοχή. Ο Παράδεισος δεν είναι μακριά, αλλά δίπλα μας. 
Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός: ο κόσμος προσπαθεί να μας πείσει πως ό,τι αστραφτερό υπάρχει, αυτό και αξίζει. Δεν είναι όμως πάντα αληθινό. Αξίζει αυτό που μπορεί να μας δώσει χαρά που έχει διάρκεια και δεν είναι πρόσκαιρη. Αξίζει όχι αυτό που διαφημίζεται, τα υλικά αγαθά, η δόξα, το να συζητούν οι άλλοι γι’ αυτό, αλλά ό,τι αναπαύει την καρδιά μας και την καρδιά των άλλων. Χρειάζεται να βρούμε έναν καινούργιο κόσμο, στο οποίο το πολύτιμο θα μας βγάζει από την τύφλωση να θεωρούμε τα ασήμαντα σημαντικά. Και πολύτιμη είναι η Βασιλεία του Θεού. Είναι η αγάπη του Θεού. Είναι η χαρά να κάνεις το καλό. Είναι η δύναμη να αντέχεις στα δύσκολα. Η δυνατότητα να συγχωρείς και να προσφέρεις. Η ευκαιρία να συνεχίζεις, ακόμη κι αν όλα όσα κάνεις δεν φαίνεται να έχουν αποτέλεσμα.  
Κάθε τέλος καινούρια αρχή; Αξίζει να μην το βάζουμε κάτω. Κάθε τέλος μπορεί να γίνει μια καινούργια αρχή. Με αυτοκριτική για τα λάθη μας. Κανείς άλλωστε δεν είναι θεός. Ας έχουμε την ταπείνωση να καταλαβαίνουμε τα όριά μας και ας τα ξεπερνάμε στη συνέχεια βάζοντας νέους στόχους, για να μπορούμε να είμαστε χαρούμενοι. Και με τη χάρη του Θεού ας αξιοποιούμε πραγματικά το χρόνο μας. 
Τα όνειρα βάζουν φωτιά: παράδεισος είναι να μπορείς να κάνεις όνειρα. Και την ίδια στιγμή, να μην νικιέσαι από τον συμβιβασμό ή τις επιθέσεις του κόσμου, που νομίζει ότι μόνο αν αποδέχεσαι την πορεία που ο πολιτισμός μας χαράζει, πορεία χωρίς πνεύμα, χωρίς Θεό, χωρίς αγάπη, αλλά μόνο με το να είσαι ευχαριστημένος με όσα σου δίνονται, μπορείς να προχωρήσεις χωρίς προβλήματα. Ας ξεβολευτούμε τη νέα χρονιά. Ας ονειρευτούμε και ας γίνουμε στήριγμα και για τους άλλους. Με πίστη στο Θεό και τον εαυτό μας και ετοιμότητα, με ταπείνωση να παλεύουμε να γίνουμε αλλιώτικοι άνθρωποι. Με χαρά και διάθεση να βοηθήσουμε τους πάντες. Χρειαζόμαστε έναν καινούργιο κόσμο. Μόνο που είναι στο χέρι μας να τον βρούμε μέσα μας, δίπλα μας και να τον προσφέρουμε  με την βοήθεια του Θεού σε όλους.
Β. Χρειαζόμαστε έναν καινούργιο κόσμο
Καθώς μπαίνουμε σε έναν καινούργιο χρόνο αναρωτιόμαστε όλοι γιατί μας δίδεται ο χρόνος, αλλά και πόσο αξίζει να ζούμε σε έναν τέτοιο κόσμο, γεμάτο προβλήματα και δυσκολίες. Η Εκκλησία μας απαντά ότι ο χρόνος είναι για τον άνθρωπο «καιρός», ευκαιρία δηλαδή να συναντήσουμε το Θεό, να αλλάξουμε τον τρόπο ζωής μας και να προσθέσουμε σ’ αυτόν περισσότερη αγάπη και χαρά, αλλά και δυνατότητα αληθινής επικοινωνίας με τους ανθρώπους. Να μαθαίνουμε όχι μόνο για τον εαυτό μας, αλλά να σπουδάζουμε πόσο ο Θεός αγαπά τον κόσμο και τον άνθρωπο και ποιανού παιδιά είμαστε. Γιατί ο Χριστός δίνει νόημα και στο χρόνο και στον κόσμο μας. Και με την πίστη σ’ Αυτόν μπορούμε να ανοίξουμε πανιά για να διορθώσουμε ό,τι διορθώνεται και να χτίσουμε από την αρχή τόσο το μέλλον όσο και τη ζωή του κόσμου.
Ο τρόπος αυτός δεν είναι βαρετός, αλλά πολύ δημιουργικός. Γιατί μας δίνει την ευκαιρία να βρούμε ποιο είναι το αληθινό νόημα της ύπαρξής μας. Ξεκινώντας από το σπίτι μας, να μοιραστούμε το τι αισθανόμαστε, αλλά και το τι θέλουμε για τη ζωή μας βάζοντας στόχους αληθινής προόδου. Να διορθώνουμε τα λάθη μας και να ξεκινάμε από την αρχή, ακόμη κι αν η ζωή μας φαίνεται δύσκολη.  Να καταλαβαίνουμε ότι καλούμαστε να νικούμε τον εαυτό μας, ο οποίος δεν θέλει πολύ την προσπάθεια, αλλά ζητά την ευκολία. Και να μη μένουμε μόνο στην απόλαυση της τηλεόρασης και του υπολογιστή και των κινητών, αλλά να βλέπουμε ότι αν ψάχνουμε την αλήθεια, τότε μπορούμε να ανοιχτούμε σε έναν κόσμο διαφορετικό, στην αναζήτηση του Παράδεισου που είναι ο Θεός και η αγάπη.
 Αξίζει να ζούμε στον κόσμο μας, παρότι έχει δυσκολίες. Αυτό είναι το θέλημα του Θεού και αφού ο Θεός που μας αγαπά, επέτρεψε να ζούμε σ’ αυτόν τον κόσμο, καλούμαστε να το δεχτούμε, αλλά και να αναλάβουμε την ευθύνη μας να μην σκεφτόμαστε μόνο τον εαυτό μας, αλλά και την ζωή. Να ανοιγόμαστε στους άλλους, να βλέπουμε τα άσχημα του κόσμου και να διορθώνουμε τον εαυτό μας, όσο μπορούμε. Κυρίως, να μην έχουμε την αίσθηση ότι μπορούμε να πετάμε τον χρόνο μας χωρίς λόγο και αιτία. Να μάθουμε δηλαδή να έχουμε μέτρο.
Είναι σπουδαίο να ονειρευόμαστε έναν καλύτερο κόσμο και έναν καλύτερο χρόνο. Αυτό μπορεί να γίνει κυρίως μέσα από την ζωή της Εκκλησίας, η οποία μας μαθαίνει να νικούμε τους διάφορους πειρασμούς του κόσμου και της ζωής και να συνταιριάζουμε με τους άλλους. Να χαιρόμαστε ό,τι έχουμε και μας έχει δοθεί από τον Θεό ως όπλο γι’ αυτή τη ζωή, δηλαδή τα χαρίσματά μας. Και μέσα από την θεία λειτουργία, αλλά και κάθε μήνυμα της εκκλησιαστικής ζωής να μπορούμε να δίνουμε στο χρόνο μας ένα αλλιώτικο νόημα.   
Μας έδωσε τρία δώρα ο Χριστός. Είναι ο ναός, το Ευαγγέλιο και η αγιότητα, μέσα από τα οποία μπορούμε να ζήσουμε την πίστη ως γιορτή. Ο ναός, στον οποίο γινόμαστε μέλη της ευχαριστιακής σύναξης, της οικογένειας του Θεού και συναντούμε τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Το Ευαγγέλιο, μέσα από το οποίο μαθαίνουμε και θυμόμαστε τι θέλει ο Θεός από εμάς. Και η αγιότητα, που μας δείχνει την αλυσίδα όλων όσων προηγήθηκαν από εμάς στον αγώνα της πίστης και που πρεσβεύουν για μας, ώστε να μην νικηθούμε από τον πόλεμο του κόσμου και του κοσμοκράτορος του αιώνος τούτου, να μην διαλέξουμε την οδό της αδιαφορίας  ή της άρνησης. Με την βοήθεια αυτών των δομάτων μπορούμε να γνωρίζουμε γιατί γιορτάζουμε, γιατί η Εκκλησία θα παραμένει ο τρόπος εκείνος που θα δίνει νόημα και στην ύπαρξη και στο χρόνο μας και θα μας βοηθήσει να χτίσουμε τόσο εντός μας όσο και εκτός μας έναν καινούργιο κόσμο.
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΠΟΛΕΩΣ 
ΝΕΑΝΙΚΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ-ΛΥΚΕΙΟΥ
ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ  13              
11.1.2014
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εν ενεργεία Θεολόγοι τα μέλη του Δ.Σ. της ΠΕΘ

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Φεβρουαρίου, 2014

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΕΝΩΣΙΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

Xαλκοκονδύλη 37 – 104 32 AΘHNA

Tηλ. 21052 24 180 FAX 21052 24 420

e-mail: 1. panenthe@otenet.gr 2. petheol@gmail.com

Ἱστοχῶρος: www.petheol.gr

Αθήνα 26 Φεβρουαρίου 2014

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θεολόγων

Πληροφορούμεθα ἀπό δημοσιογραφικές πηγές ὅτι στή Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κατά τήν πρώτη ἡμέρα τῆς Συνεδρίας (25-2-2014) ἐτέθη καί τό θέμα τοῦ ΜτΘ και οἱ δραστηριότητες τῆς ΠΕΘ. Λέγεται ὅτι ὑποστηρίχθηκε κατά τή συζήτηση ὅτι ἡ ΠΕΘ ἀποτελεῖται – συγκροτεῖται ἀπό μιά ὁμάδα συνταξιούχων ἤ κατά τήν ἔκφραση τοῦ Σεβασμιώτατου Δημητριάδος “ἀπό παλαιούς τῶν ἡμερῶν”. Ἐάν αὐτό ἀληθεύει εἶναι μεγάλο ἀτόπημα.

Ώστε λοιπόν τό ἔργο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἤ τοῦ Ἐπανευαγγελισμοῦ τῶν πιστῶν ἐπιτελεῖται ἀπό πρόσωπα συγκεκριμένης ἡλικίας; Καί μάλιστα σήμερα πού ἡ Ὀρθοδοξία πολεμεῖται πανταχόθεν καί παντοιοτρόπως, ἐπιβάλλεται συστράτευση ὅλων τῶν δυνάμεων τῆς Ἐκκλησίας, δικαιολογούνται τέτοιοι διαχωρισμοί; Μήπως ὅποιοι προτείνουν  – χρησιμοποιοῦν τέτοια καί ἄλλα συναφή ἐπιχειρήματα ἐπιβουλεύονται τόν θεσμό τῆς Ἐκκλησίας;

Πρῶτον• ἡ ΠΕΘ ἔθεσε καί θέτει σχετικά μέ τό ΜτΘ ζήτημα Ἀληθείας: ἱστορικῆς, θεολογικῆς, ἐκκλησιολογικῆς σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῆς κατ᾽ Ἀνατολάς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Δεύτερον• Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ὡς ποιμαίνουσα ἐφαρμόζει τό Συνοδικόν Σύστημα και τήν ἰσοβιότητα τῶν μελῶν του. Ἀπό ὅλους τούς θεσμικούς Συλλόγους ἔχει τό μεγαλύτερο μέσο ὅρο ἠλικίας! Κατά συνέπεια τῶν δύο ἀνωτέρω ἐπιχειρημάτων τέτοιοι ἰσχυρισμοί δέν ἀνήκουν στόν θεσμό τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν φορέων της.

Ἔπειτα, τό καί σοβαρώτερον, δέν εἶναι ἀληθές ὅτι τό ΔΣ τῆς ΠΕΘ ἀποτελεῖται ἀπό μιά ὁμάδα Συνταξιούχων.

Γιά τήν ἀκριβή ἐνημέρωση τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος Σᾶς ἀναφέρουμε εὐσεβάστως ὅτι τό ΔΣ τῆς ΠΕΘ ἀποτελούμενο ἀπό ἐννέα (9) μέλη, ἐξ αὐτῶν μόνον ὁ Πρόεδρος Ἠλίας Δ. Μπάκος εἶναι Συνταξιοῦχος. Ὅλα τά ἄλλα μέλη εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ θεολόγοι ἀνήκοντες στήν Μέση και στην Ἀνώτατη Ἐκπαίδευση.

Συγκεκριμένα τὸ Δ.Σ τῆς ΠΕΘ ἀπαρτίζεται ἀπὸ τὰ ἑξῆς μέλη :

Πρόεδρος – Ἠλίας Μπάκος, Δρ Θεολογίας – Φιλολογίας,

Ἀντιπρόεδρος – π. Γεώργιος Εὐθυμίου, Ἐπίκουρος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς ΕΚΠΑ,

Γέν. Γραμματέας – Κωνσταντῖνος Σπαλιώρας (45 ἐτῶν), Δρ. Θεολογίας, Διευθυντὴς Γυμνασίου μὲ Λυκειακὲς Τάξεις Νέου Μοναστηρίου Φθιώτιδας,

Εἰδικὸς Γραμματέας – Κωνσταντῖνος Παπαγεωργίου (54 ἐτῶν),   Καθηγητὴς Θεολόγος  Εἰδικοῦ Ἐπαγγελματικοῦ Γυμνασίου Ἀργολίδας,  

Ταμίας – Σταῦρος Ἀβαγιάννης (44 ἐτῶν), Καθηγητὴς Θεολόγος ΕΠΑΛ Ἁμαρουσίου, πτυχιοῦχος ΤΕΦΑΑ(Γυμναστικῆς Ἀκαδημίας), μεταπτυχιακὸς φοιτητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς ΕΚΠΑ,

Κοσμήτορας – Παναγιώτης Τσαγκάρης (49 ἐτῶν), Καθηγητὴς Θεολόγος 3ου Γυμνασίου Μυτιλήνης, Master Θεολογικῆς Σχολῆς ΑΠΘ,

Ἔφορος – Ἰωάννης Τάτσης (38 ἐτῶν), Καθηγητὴς Θεολόγος Γενικοῦ Λυκείου Φιλιατῶν Θεσπρωτίας, Master Θεολογικῆς Σχολῆς ΑΠΘ,

Α’ Μέλος – Θωμὰς Ἰωαννίδης, Ἐπίκουρος Καθηγητὴς Θεολογικῆς Σχολῆς ΕΚΠΑ

Β’ Μέλος – Ἰωάννης Μπεϊνᾶς (42 ἐτῶν), Καθηγητὴς Θεολόγος 5ου Γενικοῦ Λυκείου Κατερίνης, πτυχιοῦχος Βυζαντινῆς Μουσικῆς.

Ἐπειδή τό ἐν λόγῳ θέμα δέν ἀντιμετωπίζεται μέ ἐμβόλιμη συζήτηση τῆς Ἱεραρχίας καί με ἔωλα ἐπιχειρήματα ἡ Πανελλήνιος Ἕνωσις Θεολόγων προτείνει καί παρακαλεῖ εὐσεβάστως να ὀρισθεῖ εἰδική σύγκληση τῆς Ἱεραρχίας μέ ἀποκλειστικό θέμα τό ΜτΘ καί ἡ διδασκαλία του. Ἤδη ὁ Μακαριώτατος κατὰ τὴν εἰσηγητική του ὁμιλία στὴν ἐναρκτήρια συνεδρίαση τῆς Ἱεραρχίας εἶπε ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς, συνηγορώντας οὐσιαστικὰ στὴν πρότασή μας γιὰ εἰδικὴ σύγκληση τῆς Ἱεραρχίας:  «Μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ συνέρχεται σήμερα σέ συνοδική σύνθεση ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ θεσμός αὐτός ἔχει καθιερωθεῖ νά λαμβάνει χώρα δύο φορές τόν χρόνο, εἶναι ὅμως ἀπαραίτητο νά καλλιεργεῖται ὅσο συχνότερα γίνεται, ὥστε νά ἐμβαθύνουμε στήν μεταξύ μας ἐπικοινωνία καί νά ἀναπτύσσουμε τούς προβληματισμούς μας ἐπί καιρίων θεμάτων».

Ἀπό τή Γραμματεία τῆς ΠΕΘ

petheol.gr

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Φεβρουαρίου, 2014

῾᾽Αποθώμεθα τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός᾽ (Ρωμ. 13, 12)
α. Μετά τήν προετοιμασία τῶν τριῶν εἰσαγωγικῶν γιά τήν Μ. Τεσσαρακοστή ἑβδομάδων, ὅπου διαρκῶς ἡ ᾽Εκκλησία μας πρόβαλλε τήν μετάνοια ὡς τόν μοναδικό δρόμο ὀρθῆς βίωσης τῆς εὐλογημένης αὐτῆς περιόδου, ἔρχεται σήμερα, παραμονή τῆς εἰσόδου μας στήν Τεσσαρακοστή μέ τήν Κυριακή τῆς Τυροφάγου καί μάλιστα διά τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος νά διασαλπίσει ἔντονα ἐκεῖνο κυρίως τό λόγιο τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἡ σφραγίδα τῆς περιόδου, τό ῾σύνθημα᾽ κυριολεκτικά  τῶν πιστῶν πού πρέπει διαπαντός νά ἔχουμε πρό ὀφθαλμῶν καί μέσα στήν καρδιά μας: ἡ κλήση γιά ἀποτίναξη τῶν σκοτεινῶν ἁμαρτωλῶν ἔργων μας καί γιά ἔνδυσή μας μέ τά ὅπλα τοῦ φωτός. ῾᾽Αποθώμεθα τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός᾽.
β. 1. Τό πρῶτο βεβαίως πού μᾶς ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος εἶναι νά ἀποδεχθοῦμε ὅτι πολύ συχνά βρισκόμαστε σέ κατάσταση σκότους, δηλαδή ἁμαρτίας, γι᾽ αὐτό καί τά ἔργα μας εἶναι ἔργα ἁμαρτωλά. Κι εἶναι γεγονός ὅτι δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος καί μάλιστα Χριστιανός, πού νά μήν ὁμολογεῖ μέ εὐκολία τήν ἁμαρτωλότητά του σ᾽ ἕνα γενικό καί ἀόριστο ἐπίπεδο. ῾Καί ποιός δέν εἶναι ἁμαρτωλός;᾽ ἀκοῦμε ἀπό τόν καθένα στήν ὅποια συζήτηση πού μποροῦμε νά κάνουμε μαζί του. Μία τέτοια ὁμολογία ὅμως πού καλύπτεται κάτω ἀπό τήν ἀοριστολογία καί τήν γενικολογία δέν φαίνεται νά εἶναι αὐτό πού ἔχει κατά νοῦ ὁ ἀπόστολος. Καί τοῦτο γιατί ἡ ἀόριστη ἀποδοχή τῆς ἁμαρτωλότητός μας κατά πᾶσα πιθανότητα λειτουργεῖ ὡς ἄλλοθι τῆς ἴδιας τῆς ἁμαρτίας μας, ἀφοῦ τελικά ὅλοι τό…ἴδιο κάνουμε καί στήν ἴδια κατάσταση βρισκόμαστε. Μέ ἄλλα λόγια ὁμολογοῦμε τήν ἁμαρτωλότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης μας γιά νά τή δικαιώσουμε ὡς κάτι τό φυσικό!
2. Ὁ ἀπόστολος ὅμως μέ τήν πρόσκλησή του ν᾽ ἀποτινάξουμε τά ἔργα τοῦ σκότους καί τῆς ἁμαρτίας δίνει δραματικό χαρακτήρα στόν λόγο του:  ὅ,τι κάνουμε, ὅ,τι λέμε, ὅ,τι ἀκόμη σκεφτόμαστε, ἄν εἶναι ἀποκομμένο ἀπό τόν Χριστό, τήν πηγή τοῦ φωτός, εἶναι ἁμαρτία καί ἄρα σκοτάδι. Τελικῶς, ὁ μή ἐν Χριστῷ ἐνεργῶν ζεῖ καί κινεῖται στήν ἀνυπαρξία, ἔστω κι ἄν φαίνεται σπουδαῖο καί σημαντικό αὐτό πού ἐπιτελεῖ στόν κόσμο. Κι ἴσως ἡ ἐποχή μας εἶναι τέτοια ἐποχή ἀνυπαρξίας ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς, ἀφοῦ ὄχι μόνον οἱ ἐκτός τῆς ᾽Εκκλησίας, ἀλλά πολλές φορές καί οἱ ἴδιοι οἱ Χριστιανοί ζοῦμε καί συμπεριφερόμαστε σά νά μήν ἔχουμε καμμία σχέση μέ τόν Χριστό, σάν νά εἴμαστε στήν πρό Χριστοῦ ἀκόμη ἐποχή. Πρόκειται δυστυχῶς γιά τήν κατάσταση τῆς ἐκκοσμίκευσης, ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ πρό πολλοῦ, κατά τήν ὁποία ἔχει ἀποδεσμευτεῖ ἡ ζωή μας ἀπό τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καί συνεπῶς ἡ ἀθεΐα μέ τήν πρακτική της μορφή εἶναι τό γνώρισμα τῆς ζωῆς μας.
Ἡ τραγικότητα ὅμως τῆς καταστάσεως αὐτῆς ἔχει ὑποδειχθεῖ ἤδη ἀπό τόν Κύριο: εἶναι ζωή ἐν θανάτῳ. ᾽Εκεῖνος πού δέν προσδιορίζεται στή ζωή του ἀπό τίς προϋποθέσεις τοῦ Χριστοῦ στήν πραγματικότητα εἶναι νεκρός. Τά λόγια τοῦ ῎Ιδιου ἐν προκειμένῳ ἠχοῦν πολύ ξερά καί πένθιμα: ῾῎Αφες τούς νεκρούς θάψαι τούς ἑαυτῶν νεκρούς᾽. Εἶναι νεκρός ὅποιος δέν Τόν ἀποδέχεται καί δέν θέλει νά Τόν ἀκολουθεῖ ὡς μαθητής Του. Σάν τήν περίπτωση τοῦ ἀσώτου υἱοῦ πού ὄντως ἡ κατάστασή του λόγω τῆς ἀπομακρύνσεώς του ἀπό τόν Πατέρα του ἦταν κατάσταση ἀνυπαρξίας καί θανάτου. Νά ἀποθέσουμε λοιπόν τά ἔργα τοῦ σκότους σημαίνει νά πετάξουμε ἀπό πάνω μας κάθε τι πού ἀποτελεῖ κεντρί τοῦ θανάτου, κάθε τι πού μᾶς στερεῖ τήν ἰκμάδα τῆς ζωῆς.
3. Πῶς θά γίνει αὐτό; Μέ ποιόν τρόπο μποροῦμε νά ξεφύγουμε ἀπό τά θανατερά αὐτά δίχτυα; Ὁ ἀπόστολος εἶναι σαφής καί κατηγορηματικός: μόνο μέ τή στροφή μας πρός τό φῶς. ῾᾽Ενδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός᾽. Μόνο μέ τό θετικό ξεπερνιέται τό ἀρνητικό. Τό σκοτάδι δέν… σκοτώνεται πυροβολώντας το. Κατά φυσικό τρόπο ἐξαφανίζεται, μόλις ἔρχεται τό φῶς. Ἡ νύχτα πάντα ὑποχωρεῖ, μόλις ξεπροβάλλει ἡ αὐγή καί ὁ ἥλιος. ῎Ετσι καί τό σκότος τῆς ἁμαρτίας ἐξαφανίζεται, μόλις ὁ ἄνθρωπος στραφεῖ πρός τό φῶς τό πνευματικό, πρός τόν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης, τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. Καί στροφή πρός τό φῶς σημαίνει ἔνδυση τοῦ ᾽Ι. Χριστοῦ, ὅπως τό λέει καί ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος: ῾᾽Ενδύσασθε τόν Κύριον ᾽Ιησοῦ Χριστόν᾽.
Πῶς νά ντυθῶ ὅμως τόν Χριστό, τόν ῾Οποῖο ἤδη ἔχω ἐνδυθεῖ διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματός μου; Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἔχει ἀποκαλύψει ὅτι ῾ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽. Πῶς λοιπόν νά ντυθῶ τό ἴδιο ἔνδυμα μέ τό ὁποῖο ἤδη εἶμαι καλυμμένος; Γιά μᾶς τούς Χριστιανούς λοιπόν πού εἴμαστε ἐνδεδυμένοι τόν Κύριο, ἡ προτροπή τοῦ ἀπ. Παύλου πρέπει νά ἐννοηθεῖ ὡς ἐπανεύρεση τοῦ ἐνδύματός μας. Καί μετά τό βάπτισμα δυστυχῶς ἁμαρτάνουμε. Ἡ ἀμέλειά μας μᾶς κάνει νά ξεφτίζουμε αὐτό πού πάντα ἔπρεπε νά διατηρεῖται καινούργιο. ῎Αρα ντύνομαι τόν Χριστό σημαίνει, γιά μένα τόν βαπτισμένο, ζωή μετάνοιας. Καλοῦμαι νά ζῶ ἐν μετανοίᾳ, γιά νά καθαρίζω τό ἔνδυμα πού ἔλαβα στό βάπτισμα. Γι᾽ αὐτό ἄλλωστε οἱ Πατέρες μας χαρακτηρίζουν τήν μετάνοια ὡς ἀνανέωση τοῦ βαπτίσματος καί δεύτερο βάπτισμα. Σταματῶ λοιπόν νά εἶμαι στό σκοτάδι, ὅταν παίρνω τό δρόμο τῆς μετάνοιας, μέ τήν ὁποία καί πάλι ξαναβρίσκω τόν ἀληθινό μου ἑαυτό, τό φῶς πού μέ πλημμύρισε τήν ἡμέρα τῆς ἀναγεννήσεώς μου μέ τήν ἔνταξή μου στήν ᾽Εκκλησία.
4. Κι αὐτή ἡ ἐπανεύρεση τοῦ ἐνδύματος διά τῆς μετανοίας εἶναι ζωή δύναμης καί ἐξουσίας. Γιατί, λέει, ῾ἐνδύσασθε τά ὅ π λ α τοῦ φωτός᾽. Τό φῶς τοῦ Χριστοῦ μᾶς δίνει ὅπλα καί φανερώνει τήν ἐξουσία πού λάβαμε ὡς τέκνα πιά Θεοῦ. ῾Ὅσοι ἔλαβον τόν Χριστόν ἔδωκεν αὐτοῖς τήν ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι᾽. Ποιά εἶναι αὐτά τά ὅπλα; Εἶναι ἡ πανοπλία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἡ πανοπλία τοῦ Σταυροῦ. Ὁ ὑμνογράφος τῆς ᾽Εκκλησίας μας, βασισμένος σέ ἀνάλογη περιγραφή τοῦ ἀπ. Παύλου, θά ἀναγγείλει: ῾Τό στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται. Οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε…Καί ἀναλαβόντες τήν πανοπλίαν τοῦ Σταυροῦ, τῷ ἐχθρῷ ἀντιμαχησώμεθα, ὡς τεῖχος ἄρρηκτον κατέχοντες τήν πίστιν, καί ὡς θώρακα τήν προσευχήν, καί περικεφαλαίαν τήν ἐλεημοσύνην. ᾽Αντί μαχαίρας τήν νηστείαν, ἥτις ἐκτέμνει ἀπό καρδίας πᾶσαν κακίαν᾽. (Τό στάδιο τῶν ἀρετῶν ἔχει ἀνοίξει. Ὅσοι θέλετε νά ἀγωνιστεῖτε εἰσέλθετε… Καί ἀφοῦ φορέσαμε τήν πανοπλία τοῦ Σταυροῦ, ἄς πολεμήσουμε τόν ἐχθρό, ἔχοντας τήν πίστη σάν στέρεο τεῖχος καί σάν θώρακα τήν προσευχή καί περικεφαλαία τήν ἐλεημοσύνη. Στήν θέση τοῦ μαχαιριοῦ τήν νηστεία, ἡ ὁποία βγάζει ἀπό τήν καρδιά κάθε κακία).
γ.  Πίστη, προσευχή, ἀγάπη κι ἐλεημοσύνη, νηστεία: νά τά ὅπλα τῆς πνευματικῆς μας πανοπλίας, μέ τά ὁποῖα καλούμαστε νά βαδίσουμε κατά τήν εὐλογημένη περίοδο τῆς Μ. Σαρακοστῆς, ἀλλά καί καθ᾽ ὅλη τήν ζωή μας. Δέν ἔχουμε παρά νά συναισθανθοῦμε τήν ἐξουσία πού μᾶς ἔχει δοθεῖ καί νά τήν ἐνεργοποιήσουμε. Τό τέλος προβάλλει ἐμπρός μας λαμπρό καί γεμάτο χάρη: ἡ συμμετοχή μας στήν ᾽Ανάσταση, ἡ πληρότητα τῆς ἔνταξής μας στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν ἀληθινή πατρίδα μας!
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Φεβρουαρίου, 2014

«᾽Εάν μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτών, οὐδέ ὁ πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν» (Ματθ. 6, 15)
 
α. Στο τελευταίο σκαλοπάτι για την είσοδό μας στην Μεγάλη Σαρακοστή η Εκκλησία μας έρχεται διά του ευαγγελικού αναγνώσματος – τμήματος της επί του Όρους ομιλίας του Κυρίου από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο – να επιτείνει ό,τι ετόνισε στις προηγούμενες εισαγωγικές Κυριακές του Τριωδίου: ότι δεν είναι δυνατόν να πορευτούμε την ευλογημένη αυτήν περίοδο, που εκβάλλει στον Σταυρό και την Ανάσταση του Κυρίου, ότι δεν μπορούμε να έχουμε δηλαδή πραγματική σχέση με τον Θεό μας, αν δεν πετάξουμε από πάνω μας τις «μάσκες» της υποκρισίας και δεν σταθούμε έναντι Αυτού με το αυθεντικό πρόσωπό μας, αυτό που δημιουργεί η αληθινή μετάνοια: χωρίς τις επακαλύψεις της μνησικακίας, με αληθινή νηστεία που γίνεται για εμάς τους ίδιους, με συναίσθηση ότι το κέντρο βάρους της ζωής μας, ο αληθινός θησαυρός μας, βρίσκεται όχι στα ασφυκτικά πλαίσια του κόσμου τούτου του παρερχομένου, αλλά στη Βασιλεία του Θεού. Κι αυτό σημαίνει ότι η Μεγάλη Σαρακοστή λειτουργεί ως τύπος όλης της ζωής μας, αφού ο καθημερινός αγώνας του χριστιανού είναι πώς να διατηρηθεί ακέραιο το αυθεντικό του πρόσωπο, εκείνο που βγήκε από την αγία κολυμβήθρα της Εκκλησίας μας ως μέλος Χριστού. Ο Κύριος λοιπόν τονίζει: κανείς δεν μπορεί να είναι με τον Θεό και να διατηρεί το δώρο της χάρης Του, χωρίς  πρώτα από όλα να δίνει αδιάκοπα τη συγγνώμη του στον συνάνθρωπό του. Κατά τη διατύπωση του Ίδιου: «᾽Εάν μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, οὐδέ ὁ πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν».
β. 1. Κι είναι αλήθεια ότι η επισήμανση του Κυρίου είναι καίριας και αποφασιστικής σημασίας, δεδομένου ότι η μνησικακία, ως μνήμη της κακίας των άλλων και αδυναμία συνεπώς προσφοράς της συγγνώμης μας για τα τυχόν παραπτώματά τους απέναντί μας, αποτελεί ένα από τα βασικά και μόνιμα σχεδόν προβλήματα στις σχέσεις μας με αυτούς. Λόγοι προσβλητικοί, κακές συμπεριφορές, στάσεις αδιαφορίας του άμεσου ή ευρύτερου περίγυρού μας, έρχονται πολλές φορές να προκαλέσουν τον υπάρχοντα εγωισμό μας, ο οποίος απαιτεί την αποδοχή και τον έπαινο, ίσως μάλιστα και την κυριαρχία επί των άλλων, ακυρώνοντας έτσι τη μοναδική και αποκλειστική σχεδόν προϋπόθεση παρουσίας του Θεού στη ζωή μας: την αγάπη. Με άλλα λόγια η μνησικακία αποτελεί το μεγαλύτερο φράγμα για να παραμένουμε εν τω Θεώ, αφού «ο Θεός αγάπη εστί», ενώ αποκαλύπτει περίτρανα τον εγωισμό που έχει θρονιαστεί ως βασιλιάς στην καρδιά μας, συνεπώς και την κατίσχυση της αμαρτίας πάνω μας.
2. Ο Κύριος λοιπόν είναι σαφής: αν δεν αποτινάξουμε από την καρδιά μας, δηλαδή από τον βαθύτερο εαυτό μας, την όποια μνησικακία μας, αν δεν αγωνιζόμαστε να είμαστε ανεξίκακοι με αγάπη μέσα μας, πρόσωπο Θεού δεν πρόκειται να δούμε, ούτε εν τω νυν ούτε εν τω μέλλοντι αιώνι. Κι από την άποψη αυτή καταλαβαίνουμε ότι ο αγώνας αυτός δεν είναι μία απομείωσή μας: χάνουμε κάτι,  αλλά ο κατεξοχήν εμπλουτισμός μας: διώχνουμε αυτό που συνιστά δηλητήριο της ψυχής μας και ενέργεια δαιμονική και κρατάμε και αυξάνουμε τη χάρη του Θεού. Την αλήθεια αυτή ο Κύριος δεν την κήρυξε μόνον με τα παραπάνω λόγια, με θετική και αρνητική διατύπωση, που και μόνον αυτά ήταν βεβαίως υπεραρκετά για τη συνειδητοποίηση της φοβερής σημασίας της ανεξικακίας, αλλά και με τα λόγια της προσευχής που μας έμαθε να λέμε, στην Κυριακή λεγόμενη προσευχή, στο γνωστό «Πάτερ ημών»: «και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών»: συγχώρησε τις αμαρτίες μας, όπως και εμείς συγχωρούμε τις αμαρτίες των άλλων. Η συγγνώμη του Θεού προς εμάς έχει ως μοναδική προϋπόθεση τη συγγνώμη τη δική μας προς τους συνανθρώπους μας. Ο Κύριος δηλαδή «έδεσε» τη σωτηρία μας με την καλή σχέση μας προς τους άλλους. Αυτό που τόνισε το ευαγγέλιο της κρίσεως της προηγουμένης Κυριακής, έρχεται σήμερα να τονιστεί και με έναν άλλον τρόπο.
 
3. Εκεί όμως που ο Κύριος έδωσε το συγκλονιστικότερο «μάθημα» της ανεξικακίας ήταν με την ίδια τη ζωή Του, όταν βρισκόταν μάλιστα πάνω στον Σταυρό. Ο Σταυρός Του, που περικλείει όλη την τελειότητα (όσιος Μάρκος ο ασκητής),  ήταν η αποκάλυψη της άπειρης αγάπης Του και της ανεξικακίας Του, απέναντι μάλιστα σε μία ανθρωπότητα, η οποία τόσο είχε εκτροχιαστεί, ώστε θέλησε να σκοτώσει τον ίδιο τον Δημιουργό και Ευεργέτη της. «Πάτερ, άφες αυτοίς• ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» είναι τα λόγια προσευχής Του υπέρ των σταυρωτών Του. Και το παράδειγμα αυτό συγγνώμης και ανεξικακίας συνέχισαν, με τη βοήθεια και τη χάρη βεβαίως του Ίδιου, και οι απόστολοι και οι μάρτυρες και οι λοιποί άγιοι της Εκκλησίας. Ο άγιος Στέφανος για παράδειγμα: τι άλλο κάνει όταν την ώρα που λιθοβολείται από τους εξαγριωμένους Ιουδαίους επαναλαμβάνει, απλώς παραλλαγμένα, τα ίδια λόγια του Κυρίου; «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην»; Το ίδιο και ο νεώτερος άγιος, για να μνημονεύσουμε και έναν ακόμη, Διονύσιος Αιγίνης: κρύβει και καλύπτει από το απόσπασμα που τον κυνηγά, τον φονιά του αδελφού του και στη συνέχεια τον φυγαδεύει.
Έτσι όρος, προϋπόθεση για να είναι κανείς Χριστιανός, είναι η βίωση της ανεξικακίας και της συγγνώμης. Δεν μπορεί κανείς να λέγεται Χριστιανός, χωρίς να συγχωρεί τους πάντες, έστω κι αν αυτοί είναι εχθροί του. Κι αυτό άλλωστε, ως γνωστόν, είναι το διακριτικό που ξεχωρίζει τον χριστιανό μάρτυρα από οποιοδήποτε άλλο είδος μάρτυρα: ο χριστιανός πεθαίνει προσευχόμενος υπέρ των διωκτών του, επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό τη γνησιότητα της πίστης του στον Χριστό.
4. Βεβαίως η απόκτηση της ανεξικακίας δεν είναι κάτι εύκολο. Απαιτεί αγώνα διαρκή και επίπονο. Χρειάζεται να «ματώσει» κανείς εσωτερικά, για να μπορέσει να σταθεί με καθαρή καρδιά απέναντι στον συνάνθρωπό του. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα του ασκητή εκείνου στο Γεροντικό, που έφτυνε αίμα τη στιγμή που τον πλησίασε ένας άλλος αδελφός. Και στην ερώτηση του αδελφού τι συνέβη, εκείνος απάντησε: Πριν από λίγο ένας αδελφός με πίκρανε. Και παρακάλεσα τον Θεό να μου βγάλει την πίκρα από μέσα μου. Και να, ο Θεός με άκουσε και έκανε αίμα την πίκρα μου και την έβγαλα.
Θα πρέπει μάλιστα να διέλθει ο πιστός από ορισμένα στάδια, που μας τα έχουν υποδείξει και καθορίσει οι ασκητικοί Διδάσκαλοι και Πατέρες της Εκκλησίας. Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, για παράδειγμα, ο επονομαζόμενος της Κλίμακος, μας μιλάει για τρεις βαθμίδες στην ανεξικακία. Πρώτη βαθμίδα, γράφει, είναι να αποδέχεται κανείς τις προσβολές και τις ατιμίες, έστω με οδύνη και πικρία ψυχής. Στη δεύτερη βαθμίδα φθάνουν αυτοί που έχοντας πια περάσει από την πρώτη, δεν θλίβονται  για τις προσβολές και τις αναποδιές που τους συμβαίνουν, αλλά και δεν χαίρονται βεβαίως. Και η τρίτη βαθμίδα, το στάδιο των τελείων, είναι γι’ αυτούς που όχι μόνον δεν πονούν και δεν πικραίνονται, αλλά θεωρούν ως επαίνους τις ατιμίες. Πρόκειται για στάδιο τελείωσης που χαρακτηρίζεται από το σύγχρονο λογικοκρατούμενο και αυτονομημένο άνθρωπο ως τρέλα. «Αρχή ανεξικακίας – λέει επακριβώς –εν πικρία και οδύνη ψυχής τας ατιμίας καταδέχεσθαι. Μεσότης, αλύπως εν ταύταις διακείσθαι. Τέλος δε, ως ευφημίας ταύτας λογίζεσθαι».
 
5. Ο ίδιος μάλιστα άγιος προβαίνει και σε άλλα σημεία των λόγων του και σε συγκεκριμένες συμβουλές, που μπορούν να βοηθήσουν κάποιον να ξεπεράσει τη μνησικακία. Μερικά παραδείγματα.
– Αν αισθάνεσαι πικρία και μίσος απέναντι σε κάποιον αδελφό και δεν έχεις τη δύναμη να τον αγαπήσεις με την καρδιά σου, τουλάχιστον να μετανοείς απέναντί του και να τον πλησιάζεις με τα λόγια, με το στόμα. Ίσως έτσι ντραπείς τα λόγια σου και τον αγαπήσεις πραγματικά.
– Αν ακούσεις ότι κάποιος αδελφός σε κατηγόρησε, μην αφεθείς εσύ στο πάθος της μνησικακίας, αλλά ξεπέρασέ το λέγοντας γι’ αυτόν επαινετικά λόγια.
– Αν δεις ή ακούσεις κάτι που σου κινεί το πάθος της κατακρίσεως (καρπού της μνησικακίας), μη λες ότι από αγάπη κατακρίνεις, διότι η αγάπη οδηγεί σε κρυφή προσευχή υπέρ αυτού που έσφαλε, και όχι σε κατηγόρια. Αυτός ο τρόπος αντιδράσεως μάλιστα – προσευχή υπέρ αυτών που μας φταίνε – αποτελεί κατά τον άλλον μεγάλο ασκητικό διδάσκαλο όσιο Μάρκο τον ασκητή, «κτύπημα και πληγή των δαιμόνων».
γ. Η ανεξικακία, ενόψει μάλιστα της Σαρακοστής που μας ωθεί με όλες τις εκφράσεις της στην αποκάλυψη του γνήσιου εαυτού μας, όπως είπαμε, παρ’ όλες τις δυσκολίες αποκτήσεως και βιώσεώς της, είναι ό,τι πιο απαραίτητο για την πορεία μας ως χριστιανών. Δεν θα σωθούμε από τις τυχόν νηστείες ή τις ελεημοσύνες ή τις προσευχές μας, αν όλα αυτά δεν βρίσκουν την κατάληξή τους στην ανεξικακία ή και δεν την έχουν ως προϋπόθεσή τους. Διότι, και πάλι θα το πούμε, η αρετή αυτή είναι έκφραση της αγάπης και η αγάπη είναι και θα είναι το απόλυτο κριτήριο της ζωής μας.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, ΣΥΝΑΣΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ (28 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Φεβρουαρίου, 2014

«Ο όσιος Βασίλειος έζησε επί της βασιλείας Λέοντος του εικονομάχου. Άφησε τον κόσμο και τα εν τω κόσμω κι έγινε μοναχός. Κι αφού ασκήθηκε πρώτα με τρόπο θεάρεστο, ύστερα, όταν άρχισε η μάχη κατά των αγίων εικόνων, αντιστάθηκε δυνατά στους εικονομάχους. Αποτέλεσμα ήταν να συλληφθεί και να υποστεί πολλές τιμωρίες, αλλά δεν υποχώρησε. Αντιθέτως, κήρυσσε την αλήθεια μέχρι θανάτου, έχοντας ως σύμμαχο και τον θείο Προκόπιο τον Δεκαπολίτη. Γι’ αυτόν τον λόγο και ξέσχισαν με σιδερένια νύχια όλο το σώμα του και τον τράχηλό του και τον έριξαν στη φυλακή. Έτυχε όμως και πέθανε ο τύραννος, οπότε ο όσιος ελευθερώθηκε. Κι από τη φυλακή βγαίνοντας, συνέχισε τον ίδιο τρόπο ζωής. Προετοίμαζε και καθοδηγούσε πολλούς στον δρόμο της αρετής και επανέφερε τους πλανηθέντες στην ορθόδοξη πίστη, μέχρις ότου με χαρά και με ευχαριστία εκδήμησε προς τον Θεό, τον Οποίο ποθούσε από βρέφους».  

Πάντοτε η ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας προβάλλει ως τρόπο ζωής κάτι που προκαλεί τη λογική του κοσμικού μη εν Θεώ ζώντος ανθρώπου, έστω κι αν χαρακτηρίζεται επιφανειακά χριστιανός: ότι δηλαδή η εγκράτεια ως περιορισμός των σαρκικών ηδονών αποτελεί την τρυφή του πιστού, η πτωχεία ως συνειδητή επιλογή συνιστά τον πλούτο του, η ακτημοσύνη ως άρνηση κατοχής οιωνδήποτε υλικών πραγμάτων, κυρίως δε εσωτερικής δέσμευσης σε αυτά, είναι η μεγάλη περιουσία του, η ταπείνωση είναι ο έπαινός του. Κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο χριστιανός αγωνίζεται κατά του κεντρικού πάθους του ανθρώπου, της φιλαυτίας με όλα τα παρακλάδια της: της φιληδονίας, της φιλαργυρίας, της φιλοδοξίας, ώστε να τη μεταστρέψει και να την κάνει φιλοθεΐα και φιλανθρωπία. Δηλαδή κτυπά τα πάθη του με τις αντίστοιχες αρετές, ώστε μεταστρέφοντας με τη χάρη του Θεού τη φιλαυτία σε φιλοθεΐα και φιλανθρωπία, να βρει  το σημείο συντονισμού του με τη χάρη του Θεού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ζητούμενο πάντοτε είναι ο ίδιος ο Θεός και η χάρη Του στη ζωή του ανθρώπου και το μόνο σημείο που ο άνθρωπος βρίσκει όντως τον Θεό είναι η αγάπη. Από την άποψη αυτή δεν δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε ό,τι στο Γεροντικό για παράδειγμα διαβάζουμε για οσίους μας, που έλεγαν: «Πηγαίνω όπου υπάρχει κόπος και εκεί βρίσκω ανάπαυση».

Το παραπάνω σκεπτικό επισημαίνουμε και στην ασκητική ζωή του οσίου Βασιλείου. Ο υμνογράφος μας καθοδηγεί και μας λέει: «Επιθύμησες την πάνω από τον ανθρώπινο νου μακαριότητα του Θεού, γι’ αυτό και θεώρησες, θεσπέσιε, την εγκράτεια ως τρυφή σου, την πτωχεία ως πλούτο σου, την ακτημοσύνη ως μεγάλη περιουσία, την ταπείνωση ως έπαινό σου» («Της μακαριότητος της υπέρ νουν ορεγόμενος, ελογίσω, θεσπέσιε, τρυφήν την εγκράτειαν, την πτωχείαν πλούτον, την ακτημοσύνην περιουσίαν δαψιλή, και ευδοξίαν την μετριότητα») (στιχηρό εσπερινού).  Με άλλα λόγια κανείς δεν μπορεί να συναντηθεί αληθινά με τον Θεό, να νιώσει ζωντανή μέσα του τη χάρη του Πνεύματός Του, έχοντας μέσα του ενεργό το πάθος του εγωισμού με τα παρεπόμενά του. Κι από την άποψη αυτή καταλαβαίνει και την ευλογία της περιόδου της Σαρακοστής, που δίνει πάμπολλες αφορμές ελέγχου των ψεκτών παθών μας και μεταστρέψεώς τους σε ένθεα πάθη, δηλαδή σε αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο.

Ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης, εκτός βεβαίως από την ασκητική διαγωγή του οσίου Βασιλείου, τονίζει σε αρκετούς ύμνους του κανόνα του και την ιδιαίτερη άθληση του οσίου στο θέμα των αγίων εικόνων. Η εποχή του οσίου Βασιλείου αυτό κυρίως αντιμετώπιζε, τη χριστολογική αίρεση των εικονομάχων με την τεράστια πολεμική που είχαν εξαπολύσει κατά των ορθοδόξων,  και εκεί αθλήθηκε ο όσιος: και με τη διδασκαλία του, αλλά και με το μαρτύριό του, από το οποίο πήρε και τον χαρακτηρισμό του ομολογητή. Ο υμνογράφος λοιπόν, συνθεωρώντας μαζί με τον όσιο Βασίλειο και τον μαθητή αυτού Προκόπιο Δεκαπολίτη (27 Φεβρουαρίου), σημειώνει κάτι πολύ ωραίο για τον αγώνα τους αυτόν υπέρ των αγίων εικόνων: σέβονταν οι όσιοι τις εικόνες, γιατί κρατούσαν όρθιο το κατ’ εικόνα Θεού της ψυχής τους. Η τιμή που απένειμαν δηλαδή στις εικόνες της Εκκλησίας μας ήταν η συνέχεια της τιμής που έδιναν στην εικόνα του Θεού μέσα στην καρδιά τους. Κι αυτό σημαίνει: αυτός που έχει ανοικτά τα μάτια της ψυχής του και βλέπει με σεβασμό τον χαρισματικό εαυτό του, τον αναγεννημένο από τη χάρη του Θεού στην Εκκλησία διά του αγίου βαπτίσματος και των λοιπών μυστηρίων, αυτός και μόνον μπορεί να στέκεται σωστά και απέναντι στις εικόνες, οι οποίες αισθητοποιούν τη ζωντανή παρουσία του Χριστού, της Παναγίας, των αγίων μέσα στην Εκκλησία μας. Συνεπώς κατά αντίστροφο τρόπο: οι πολέμιοι των εικόνων, αυτοί που ισχυρίζονται ότι πρόκειται περί «ειδωλολατρικών» πραγμάτων, είναι οι ίδιοι που πρώτα από όλα έχουν γκρεμίσει μέσα τους την εικόνα του Θεού και την αληθινή εικόνα και του ανθρώπου. «Τηρήσατε με ευσέβεια το κατ’ εικόνα της ψυχής, όσιοι, γι’ αυτό και αθληθήκατε στο μαρτύριο, σεβόμενοι την άχραντη εικόνα του Χριστού» («Τηρήσαντες ευσεβώς το κατ’ εικόνα της ψυχής, όσιοι, την του Χριστού άχραντον σέβοντες εικόνα ηθλήσατε» (ωδή γ΄).

Ο άγιος Θεοφάνης δεν φείδεται ύμνων, προκειμένου να προβάλει, όπως είπαμε, τη συνάθληση με τον όσιο Βασίλειο και του μαθητή του, οσίου Προκοπίου. Όχι ένας ή δύο, αλλά έξι ύμνοι μέσα στον κανόνα μιλούν για τον μαθητή, τον σύναθλο, τον σύμπνοο, τον ισόρροπο του οσίου Βασιλείου Προκόπιο. Για παράδειγμα: «Πέτυχες, πάτερ, τον συναθλητή και έμφρονα στρατιώτη, που πρόκοβε πάντοτε στις αρετές, μαζί με τον οποίο με χαρά αγωνίστηκες στο μαρτύριο της σταθεράς άθλησης» («Συνάθλου και στρατιώτου έμφρονος, Πάτερ, επέτυχες, ταις αρεταίς προκόπτοντος αεί∙ μεθ’ ου χαίρων, πανόλβιε, της σταθηράς αθλήσεως διηγωνίσω το μαρτύριον») (ωδή α΄)∙ «Έχοντας την επωνυμία της ουράνιας βασιλείας, πορεύτηκες την οδό που οδηγεί σ’ αυτήν, αφού βρήκες σύμπνοο, δηλαδή ομόψυχο και ομόπιστο τον Προκόπιο» («Βασιλείας ως επώνυμος ουρανίου, την προς αυτήν απάγουσαν οδόν επορεύθης, σύμπνοον ευράμενος Προκόπιον») (ωδή δ΄). Γιατί ο ιδιαίτερος αυτός τονισμός; Χωρίς να αναφέρει επ’ αυτού κάτι ο άγιος Θεοφάνης, προφανώς έχει υπόψη του αυτό που ο λόγος του Θεού πάντοτε σημειώνει: «Αδελφός υπ’ αδελφού βοηθούμενος ως πόλις οχυρά», ο αδελφός όταν βοηθείται από αδελφό είναι σαν οχυρωμένη πόλη. Γιατί αν συμβεί οποιοδήποτε στραβοπάτημα, ο άλλος θα σπεύσει αμέσως σε βοήθεια. Γι’ αυτό «ουαί τω ενί». Αλίμονο στον ένα.

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΓΑΖΗΣ (26 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Φεβρουαρίου, 2014

῾῾Ο ὅσιος Πορφύριος καταγόταν ἀπό τήν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης καί ἦταν υἱός εὐσεβῶν καί πλουσίων γονέων. ᾽Αφοῦ ἔφυγε ἀπό τήν πόλη του ἦλθε στήν Αἴγυπτο, ὅπου εἰσῆλθε σέ σκήτη καί ἀκολούθησε τόν μοναχικό βίο. Μετά ἀπό πέντε χρόνια πῆγε  στά ῾Ιεροσόλυμα κι ἐκεῖ φώτισε πλούσια πολλούς ἀνθρώπους μέ τόν λόγο του. Γι᾽ αὐτό καί χειροτονήθηκε πρεσβύτερος ἀπό τόν Πατριάρχη ῾Ιεροσολύμων Πραΰλιο. ῎Επειτα χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος Γάζης ἀπό τόν ᾽Ιωάννη πού ἦταν ἐπίσκοπος τῆς Καισάρειας τῆς Παλαιστίνης. Στή Γάζα ἔκανε πολλά θαύματα, στήριξε τούς πιστούς καί ἐπέστρεψε στήν ἀληθινή γνώση τοῦ Θεοῦ πολλούς ἀπό τούς ἀπίστους. ᾽Αναχωρεῖ ὅμως πρός τήν Κωνσταντινούπολη, γιατί ἔβλεπε τούς πιστούς νά ἀδικοῦνται ἀπό τούς ἀνθρώπους τῆς ἐξουσίας στή χώρα αὐτή (πού ἦταν εἰδωλολάτρες καί αἱρετικοί). Καί καθώς συνάντησε τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη τόν Χρυσόστομο, τόν ἀρχιεπίσκοπο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, καί τοῦ διηγήθηκε τά σχετικά μέ τόν ἴδιο, γιά ποιό λόγο δηλαδή βρέθηκε ἐκεῖ, ὁδηγήθηκε ἀπό τόν ἅγιο στόν ᾽Αμάντιο τόν κουβικουλάριο.
᾽Από τόν ᾽Αμάντιο λοιπόν ἔμαθε τά περί αὐτοῦ ἡ βασίλισσα (Εὐδοξία), γι᾽ αὐτό τόν δέχτηκε μέ εὐμένεια, ἐνῶ ἀνέφερε στόν βασιλιά τόν ἐρχομό του καί τή προφητεία του γιά τό ἄρρεν παιδί πού ἐπρόκειτο νά γεννήσει. ῾Ο βασιλιάς τότε, ἐπειδή χάρηκε γιά τήν εἴδηση, εὐχαρίστησε ὅπως ἔπρεπε τόν Θεό. ῎Επειτα ἡ βασίλισσα γέννησε τόν νέο Θεοδόσιο. Κι ἀφοῦ προσκάλεσε τόν ὅσιο, εὐλογήθηκε ἀπό αὐτόν καί τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θά ἐκπληρώσει ὅλα ὅσα ζήτησε ὁ ὅσιος, καθώς παρεκάλεσε τόν βασιλιά. ῾Ο βασιλιάς ὅμως, ὅταν πῆρε καί διάβασε τά αἰτήματα, ἦλθε σέ δύσκολη θέση, λέγοντας ὅτι δέν εἶναι δυνατόν νά διωχθοῦν οἱ εἰδωλολάτρες λόγω τῆς μεγάλης χρησιμότητάς τους. ῾Η βασίλισσα τότε εἶπε πρός τόν βασιλιά: πράγματι εἶναι βαρειά ἡ αἴτηση, εἶναι βαρύτερη ὅμως ἡ παραίτηση ἀπό αὐτήν. Γιά τόν λόγο αὐτό καί συμφώνησε ὁ βασιλιάς νά ἐκπληρωθοῦν τά ζητούμενα, ὁπότε καί στέλονται γραπτές διαταγές κατά τῶν αἱρετικῶν πού πρόσταζαν νά ἐκδιωχθοῦν αὐτοί ἀπό τήν Γάζα.
῾Ο δέ μακάριος Πορφύριος παίρνει ἀπό τήν Αὐγούστα δύο κεντηνάρια χρυσοῦ γιά νά κτίσει ἐκκλησία καί διακόσια νομίσματα γιά δαπάνες. Κι ἀφοῦ ἐπέστρεψε στήν ἐκκλησία του, κατέστρεψε ὅλους τούς ἄλλους ναούς τῶν εἰδώλων, ἐνῶ ἔδιωξε τούς αἱρετικούς. Καί τόν ναό τοῦ Δία, τόν ναό τοῦ Μαρνά κατά τή γλώσσα τῶν Γαζαίων, ἀφοῦ τόν κατεύκασε μέ φωτιά, ἀνήγειρε στή θέση του ἐκκλησία κατά τό σχῆμα πού εἶχε διατάξει ἡ βασίλισσα Εὐδοξία. Λοιπόν, ἀφοῦ διέπρεψε στήν ἐκκλησία του μέ τήν ὁσία ζωή του καί ἔκανε πάρα πολλά θαύματα, σέ εἰκοσιτέσσερα ἔτη καί ἕντεκα μῆνες καί ὀκτώ ἡμέρες, ἐκδήμησε πρός τόν Κύριο᾽.

Δέν θά ἦταν δυνατόν, ὅπως ἔχει κάνει σέ πολλές ἄλλες ἀντίστοιχες περιπτώσεις ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ᾽Ιωσήφ, νά μήν ἀξιοποιήσει τήν πρόκληση πού τοῦ δίνει τό ὄνομα τοῦ ὁσίου Πορφυρίου, προκειμένου νά προβάλει τήν ἁγιότητά του. ῾Ο ὅσιος κατά τόν ὑμνογράφο εἶναι ἐκεῖνος καταρχάς πού διακρίνεται μεταξύ τῶν ἁγίων Ποιμένων τῆς ᾽Εκκλησίας, γιατί συνιστᾶ τό ἄνθος τους πού λαμπυρίζει μέσα στή φωτεινότητα καί τό πορφυροῦν τοῦ χρώματός του. Ἡ ἀκροστιχίδα τοῦ κανόνα πού ἔγραψε γι᾽ αὐτόν αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἀλήθεια τονίζει: ῾Σέβομαι τό ἄνθος τῶν Ποιμένων, πού λάμπει σάν πορφύρα᾽ (῾Τό πορφυρίζον Ποιμένων ἄνθος σέβω. ᾽Ιωσήφ.) Κι ἀκόμη: ὁ ὅσιος κινεῖται πάντοτε στούς οὐρανούς μέ χαρά, γιατί φορᾶ τήν ὁλοφώτεινη καί λαμπρή σάν πορφύρα στολή τῆς ψυχῆς, πού τήν ἀπέκτησε λόγω τῆς κάθαρσης τῆς ψυχῆς του ἀπό τά πάθη μέ τούς ποταμούς τῶν δακρύων του. ῾Τοῖς τῶν δακρύων σου ρείθροις, μάκαρ Πορφύριε, τόν τῆς ψυχῆς καθάρας ρύπον ἔσβεσας φλόγα παθῶν τῆς ἁμαρτίας· καί τήν στολήν ἐν πορφύρᾳ χρωννύμενος, ἐν οὐρανίοις πολεύῃ διά παντός, εἰς αἰῶνας ἀγαλλόμενος᾽ (στιχηρό ἑσπερινοῦ).

᾽Εκεῖ πού ὁ ᾽Ιωσήφ ἐν κεφαλαίῳ συμπυκνώνει τά βασικά στοιχεῖα τῆς ζωῆς τοῦ ὁσίου Πορφυρίου, ἐκεῖ δηλαδή πού κινεῖται καί ὁ ἴδιος σέ ὅλη τήν ἔκταση τοῦ ποιήματος γι᾽ αὐτόν, εἶναι στό κοντάκιο τῆς ἀκολουθίας. ῾Ο ὅσιος, κατά τόν ὑμνογράφο, ἦταν στολισμένος μέ ἱερότατους τρόπους, ζοῦσε δηλαδή ἁγία ζωή· ἦταν δοξασμένος ὡς ἱερέας· διακρινόταν γιά τό πλούσιο χάρισμα τῆς θαυματουργίας του· ἀδιάκοπα πρεσβεύει γιά χάρη μας στόν Κύριο καί Θεό μας. ῾᾽Επειδή ἤσουν κοσμημένος μέ τούς ἱερότατους τρόπους σου, δοξάστηκες πολύ ἀπό τίς στολές τῆς ἱερωσύνης, παμμάκαρ θεόφρον Πορφύριε. Γι᾽ αὐτό καί διαπρέπεις στά ὑψώματα τῶν ἰαμάτων, πρεσβεύοντας ἀδιάκοπα ὐπέρ ὅλων ἡμῶν᾽ (῾῾Ιερωτάτοις σου τρόποις κοσμούμενος, ἱερωσύνης στολαῖς κατηγλάϊσαι, παμμάκαρ θεόφρον Πορφύριε, καί ἰαμάτων ἐμπρέπεις ὑψώμασι, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπέρ πάντων ἡμῶν᾽).

Πράγματι, ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ἐπικεντρώνει ἰδιαιτέρως τήν προσοχή του σ᾽ αὐτό πού συνιστᾶ τήν προϋπόθεση καί τῆς ἱερωσύνης καί τῆς θαυματουργίας  ἑνός ἁγίου καί τῆς ὅλης ἁγιότητας τῆς ζωῆς του: τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς. ῎Ηδη τό μνημονεύσαμε καί προηγουμένως: ὁ ὅσιος ῾ἔσβησε τή φλόγα τῶν παθῶν τῆς ἁμαρτίας, γιατί καθάρισε τόν ρύπο τῆς ψυχῆς του μέ τούς ποταμούς τῶν δακρύων του᾽. Δέν εἶναι δυνατόν νά μιλᾶμε γιά ἕναν ἱερέα τοῦ Χριστοῦ, πολύ περισσότερο γιά ἕναν ἅγιο, ἄν δέν δοῦμε τόν ἐσωτερικό ἀγώνα του γιά κάθαρση τῆς καρδιᾶς του. Στήν καρδιά, στόν ἐσωτερικό κόσμο ῾παίζεται᾽ τό ὅλο παιχνίδι τῆς σωτηρίας, γιατί ἐκεῖ κερδίζει ἤ χάνει κανείς τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ῾῾Η βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστι᾽. ῾Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται᾽. Καί χρειάζεται νά ἐπιμένουμε σ᾽ αὐτήν τήν ἀλήθεια, γιατί πολλοί μπορεῖ νά ἔχουμε εἰσέλθει στήν ἱερωσύνη, δέν σημαίνει ὅμως ὅτι καί πράγματι θεωρούμαστε ἱερεῖς τοῦ Κυρίου. ῎Ηδη ἀπό τήν πρώτη ὠδή τοῦ κανόνα του ὁ ἅγιος ᾽Ιωσήφ τό ἐπισημαίνει: ῾Προθανάτωσες ὅλα τά πάθη μέ τήν ἄσκησή σου, Πορφύριε, γι᾽ αὐτό καί ἀναδείχθηκες ἱερέας αὐτοῦ πού δεσπόζει τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου᾽ (῾Πάθη προθανατώσας πάντα δι᾽ ἀσκήσεως, Πορφύριε, ἱερεύς ἀνεδείχθης τοῦ ζωῆς καί θανάτου δεσπόζοντος᾽). Κι ἀλλοῦ: ῾Μέ τίς ὁλονύκτιες δεήσεις καί τίς ὁλοήμερες στάσεις προσευχῆς, ὅσιε, κατέστησες τήν καρδιά σου κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ τῶν ὅλων᾽ (῾῾Ολονύκτοις δεήσεσι, καί ταῖς πανημέροις ὅσιε στάσεσι, τήν καρδίας ἀπετέλεσας τοῦ Θεοῦ τῶν ὅλων καταγώγιον᾽) (ὠδή δ´).

῾Ο λόγος εἶναι φοβερός. Ὁ ἀληθινός ἱερέας εἶναι αὐτός πού ἔχει κεκαθαρμένη καρδία καί συνεπῶς ἀντιφεγγίζει τό φῶς τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ἡ ζωή του ἔτσι, ὁ λόγος του, ἡ ὕπαρξή του ὅλη συνιστᾶ μία φανέρωση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιά τήν ἴδια ἀλήθεια πού τονίζουν ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες μας ὅταν μιλοῦν γιά τήν ἱερωσύνη, ὅπως ὁ ἅγιος Χρυσόστομος γιά παράδειγμα, ὁ ὁποῖος μιλώντας κι αὐτός γιά τόν ἱερέα σημειώνει ὅτι πρέπει νά εἶναι καθαρός περισσότερο καί ἀπό τήν ἀκτίνα τοῦ ἥλιου. Κι ἡ ἀλήθεια αὐτή ἀποκτᾶ δραματικότερο χαρακτήρα, ὅταν κατά τόν ὑμνογράφο ἰσχύει καί γιά τόν ὅσιο Πορφύριο, ὁ ὁποῖος ἀπό σπαργάνων ἀφιερώθηκε στόν Θεό καί ῾κόλλησε᾽ τήν ψυχή του σ᾽ Αὐτόν. ῎Αν μέ ἄλλα λόγια ἀπαιτήθηκε τόσος ἀγώνας πνευματικός καί τόσα δάκρυα γιά νά καθαρίσει τήν ψυχή του ὁ ὅσιος Πορφύριος προκειμένου νά εἰσέλθει σωστά στήν ἱερωσύνη, αὐτός πού ἀπαρχῆς τῆς ζωῆς του ζοῦσε τόν Θεό, πόσο περισσότερο ἰσχύει γιά ὅλους ἐμᾶς τούς ἱερεῖς; ῾᾽Ανέθεσες ὅλο τόν ἑαυτό σου ἀπό τά σπάργανά σου στόν Κύριο, καί κολλήθηκες σ᾽ Αὐτόν καί κατά τήν ψυχή καί κατά τήν καρδία, Πορφύριε᾽ (῾῞Ολον ἀπό σπαργάνων σεαυτόν Κυρίῳ προσανέθηκας, καί αὐτῷ ἐκολλήθης, καί ψυχῇ καί καρδίᾳ, Πορφύριε᾽) (ὠδή α´). Εἴθε ὁ Κύριος νά εἶναι ἵλεως γιά ἐμᾶς τούς ἱερεῖς. Μπροστά σέ τέτοια φαινόμενα σάν τοῦ ὁσίου Πορφυρίου τό μόνο πού μποροῦμε νά κάνουμε εἶναι νά κλίνουμε τό γόνυ τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος καί νά πενθοῦμε διαρκῶς γιά τίς ἁμαρτίες μας.
Δέν πρέπει ὅμως νά διαλάθει τῆς προσοχῆς μας καί κάτι πολύ σημαντικό πού τονίζει μέσα στή συνάφεια αὐτή γιά τήν ἱερωσύνη καί τίς προϋποθέσεις της ὁ ἅγιος ὑμνογράφος. ῾Ο ὅσιος Πορφύριος ὡς ἀληθινός ἱερέας μέ τόν τρόπο πού τονίστηκε, ἀφενός εἶχε μεγάλη ἐπίδραση στόν λαό πού τοῦ ἐνεπιστεύθη τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί ἡ ᾽Εκκλησία, πού σημαίνει βεβαίως ὅτι τότε ἐπιδροῦμε οἱ ἱερεῖς στό ποίμνιό μας, ὅταν ἡ ζωή μας εἶναι ἀπαύγασμα τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. ῾Κατεύθυνες μέ τή δύναμη τοῦ Θείου Πνεύματος ὁλόκληρο τόν λαό καί τήν πόλη σου στό λιμάνι τῆς ζωῆς, ἀφοῦ ξέφυγε τήν ταραχή τῆς ἀθεΐας᾽ (῾῎Ιθυνας ροπῇ Θείου Πνεύματος ὁλόκληρον, λαόν καί πόλιν, εἰς λιμένα ζωῆς, διεκφυγόντα ἀθεΐας τό κλυδώνιον᾽) (ὠδή ε´). Καί ἀφετέρου, ἡ διαποίμανση τοῦ ποιμνίου ἀπό τούς ἱερεῖς δέν πρέπει νά τούς ὁδηγεῖ στή λήθη τῆς βασικωτάτης ἀλήθειας ὅτι καί αὐτοί συνιστοῦν ῾ἄρνες᾽ γιά τόν Κύριο. Καί ὁ πιστός λαός δηλαδή καί οἱ κληρικοί τελικῶς ἀποτελοῦμε ποίμνιο τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ᾽Εκεῖνος εἶναι ὁ ἀληθινός ποιμήν καί ὁ ἀληθινός ἀρχιερέας, στήν ἱερωσύνη τοῦ ῾Οποίου μετέχουμε ὅλοι, κληρικοί καί λαϊκοί. Εἶναι λοιπόν ἀνθρώπινη ἡ διάκριση σέ ποιμένες καί ποιμαινόμενους, ἐνῶ ἀπό πλευρᾶς τοῦ Κυρίου ὅλοι εἴμαστε ἕνα μπροστά Του. Πρόκειται γιά ἀλήθεια πού τονίζουν οἱ Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας μας, σάν τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο γιά παράδειγμα, τήν τονίζει δέ καί ὁ ἅγιος ὑμνογράφος ᾽Ιωσήφ στήν ὠδή ς´ τοῦ κανόνα του: ῾Ποίμανες τά ἀρνιά στή χλόη τῆς ἀλήθειας, γι᾽ αὐτό καί σύ ὁδηγήθηκες σάν ἀρνί στόν Ποιμένα Χριστό, Πορφύριε᾽ (῾῎Αρνας ποιμάνας ἐπί χλόην ἀληθείας, ὡς ἀρνίον τῷ ποιμένι προσηνέχθης Χριστῷ, Πορφύριε᾽). 
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα πνεύματα των νεκρών και εμείς

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Φεβρουαρίου, 2014

Από εδώ

ΤΟ ΙΔΙΟ, ΑΓΓΛΙΚΑ
Οι χριστιανοί έχουμε μια πολύ σοβαρή σχέση με τους νεκρούς μας. Συχνά μιλάμε μαζί τους και συνεχώς μιλάμε στο Θεό γι’ αυτούς.

Για την ακρίβεια, για μας, αυτοί που έχουν αφήσει το σώμα τους δεν είναι νεκροί αλλά ζωντανοί (μεταφορικά τους ονομάζουμε «κεκοιμημένους» = αυτοί που έχουν κοιμηθεί) και έτσι τους αντιμετωπίζουμε, ως ζωντανούς, που απλά έχουν φύγει και μένουν σε ένα άλλο μέρος. Τον τόπο, στον οποίο θάβουμε τα σώματά τους, τον ονομάζουμε «κοιμητήριο» (χώρο ύπνου).
Αντίθετα, νεκρούς θεωρούμε τους ανθρώπους που έχουν βγάλει έξω από την καρδιά τους το Θεό, την αγάπη Του και τη χάρη Του, είτε ζουν ανάμεσά μας είτε έχουμε μετακομίσει στον τόπο των ψυχών. Αυτός είναι ο πραγματικός θάνατος, η έξωση του Θεού από την καρδιά μας, ενώ, όταν Του επιτρέπουμε να μπαίνει στην καρδιά μας, είμαστε εντελώς ζωντανοί, είτε εδώ είτε στον τόπο των ψυχών.
Όταν λέμε ότι ο Θεός μπαίνει στην καρδιά μας δεν εννοούμε ότι μας καταλαμβάνει και διώχνει το πνεύμα μας και καταργεί την ελευθερία μας (αυτό ποτέ δεν το κάνει ο Θεός, το κάνουν μόνο ύποπτα πνεύματα). Εννοούμε ότι μπαίνει μέσα μας η χάρη του Θεού (η ζωοποιός αδημιούργητη, αιώνια και φωτεινή ενέργειά Του) και μας μεταμορφώνει φέρνοντάς μας πιο κοντά Του. Η μεταμόρφωση αυτή σχετίζεται άμεσα με τα μυστήρια της χριστιανικής Εκκλησίας, όπως θα δούμε παρακάτω.
Θα δούμε παρακάτω, Θεού θέλοντος, τι ξέρουμε για τους κεκοιμημένους.
Ο Χριστός και οι νεκροί
Ο Χριστός στον κόσμο των νεκρών, ανάμεσα στις ψυχές (από εδώ).

Όταν ο Χριστός πέθανε πάνω στο σταυρό, η ανθρώπινη ψυχή Του μεταφέρθηκε στον τόπο των νεκρών (στα ελληνικά «Άδης»), όπου μίλησε στους νεκρούς, όπως είχε κάνει και στους ζωντανούς (δες γι’ αυτό την ορθόδοξη εικόνα «Εις Άδου κάθοδος», αλλά και τη μαρτυρία του μεγάλου και αγίου αποστόλου Πέτρου, μαθητή του Χριστού, στην πρώτη επιστολή του, που βρίσκεται μέσα στην Καινή Διαθήκη, κεφ. 3, στίχοι 19-20). Τότε πήρε τις ψυχές των νεκρών από τον Άδη και τις έφερε στον τόπο όπου πηγαίνουν οι ψυχές τώρα, τόπο που τον ονομάζουμε «ουρανό». Εκεί οι ψυχές των προ Χριστού νεκρών και οι ψυχές των ανθρώπων που έζησαν μετά το Χριστό, μαζί, περιμένουν την ανάσταση, για να ζήσουν στη βασιλεία του Θεού παίρνοντας πάλι τα σώματά τους, αλλά ως αθάνατα και φωτεινά πλέον σώματα.
Οι άνθρωποι που έζησαν σ’ αυτό τον κόσμο έχοντας προχωρήσει προς το Χριστό με καθαρή καρδιά, στον ουρανό, τον τόπο των ψυχών, προγεύονται την απερίγραπτη ευτυχία που προκαλεί η σχέση με το Χριστό, η θέα του ουράνιου κάλλους Του και του άκτιστου Φωτός Του. Η ευτυχία αυτή είναι ανάλογη με την καλοσύνη τους και θα ολοκληρωθεί μετά την ανάσταση όλων των ανθρώπων. Την ονομάζουμε «παράδεισο».
Αντίθετα, εκείνοι που έζησαν σ’ αυτό τον κόσμο περιορίζοντας την αγάπη τους στον εγωιστικό εαυτό τους, στον ουρανό προγεύονται την οδύνη που προκαλεί η σχέση με το Χριστό (τον οποίο δεν αγαπούν), η θέα του ουράνιου κάλλους Του και του άκτιστου Φωτός Του. Η οδύνη αυτή είναι ανάλογη με την παραμόρφωση που έχει προκαλέσει ο εγωισμός τους και θα ολοκληρωθεί μετά την ανάσταση όλων των ανθρώπων. Την ονομάζουμε «κόλαση».
Μια αναφορά στην ανάσταση και την τελική κατάσταση, στην οποία θα ζουν όλοι οι άνθρωποι, όλων των λαών και των εποχών, αλλά και όλων των θρησκειών, βρίσκουμε στα λόγια του ίδιου του Χριστού, στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, κεφ. 25, 31-46. Την περιγραφή αυτή πρέπει να την κατανοήσουμε μέσα στα πλαίσια της αγάπης του Θεού προς όλους τους ανθρώπους και προς όλα τα πλάσματα. Ο Θεός δεν «στέλνει στην κόλαση» τους αμετανόητους αμαρτωλούς, αλλά η ίδια η κατάσταση της ψυχής τους είναι η κόλαση. Η κατάσταση, που δεν τους επιτρέπει να γευτούν την απερίγραπτη ευτυχία του παραδείσου.

Οι κεκοιμημένοι άγιοι
Ο σύγχρονος άγιος Ιωσήφ Βατοπεδινός (μονής Βατοπεδίου, που έγινε διάσημη στα ΜΜΕ για λάθος λόγους), νεκρός. Μετά την κοίμησή του στο πρόσωπό του σχηματίστηκε το χαμόγελο (φωτο πριν το χαμόγελο εδώ).

Με το να γίνει άνθρωπος, ο Χριστός ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση και πρόσφερε σε κάθε άνθρωπο τη δυνατότητα να ενωθεί με Αυτόν. Επειδή όμως ο Χριστός είναι και Θεός, ο άνθρωπος που ενώνεται μαζί Του ενώνεται συγχρόνως και με το Θεό. Γι’ αυτό η ένωση με το Χριστό κάνει τον άνθρωπο «θείο πλάσμα», δηλαδή άγιο.
Ξέρουμε από την πείρα όλων των γενεών του χριστιανισμού, και ιδίως από την πείρα των αγίων διδασκάλων μας, ότι η ένωση με το Χριστό δεν γίνεται μόνο με το να είμαστε «καλοί άνθρωποι», αλλά προϋποθέτει τη θεία χάρη, γι’ αυτό μας δόθηκαν τα άγια μυστήρια της Εκκλησίας (βάπτισμα, εξομολόγηση, θεία Μετάληψη κ.λ.π.), με τα οποία ο άνθρωπος προετοιμάζει τον εαυτό του κατάλληλα και καλεί το Θεό να του στείλει τη χάρη Του.
Κάθε απλός άνθρωπος, που δέχεται μέσα του τη χάρη του Θεού και ανταποκρίνεται σ’ αυτήν αγαπώντας το Θεό και το συνάνθρωπό του και συγχωρώντας εκείνους που θέλουν να του κάνουν ή του έχουν ήδη κάνει κακό, πλησιάζει το Θεό τόσο, όσο έχει προοδεύσει σ’ αυτό το δρόμο. Γίνεται δηλαδή «λίγο άγιος». Ενώ εκείνοι που έχουν προχωρήσει πολύ σ’ αυτό το δρόμο και φτάνουν να αγαπούν το Θεό και τους άλλους, μέχρι και τους εχθρούς τους, πολύ περισσότερο από τον εαυτό τους, είναι οι κατ’ εξοχήν άγιοι, εκείνοι που συχνά αποκτούν από το Θεό το χάρισμα να κάνουν ακόμη και θαύματα.
Οι θερμές, ειλικρινείς και επίμονες προσευχές των ανθρώπων προς τον αληθινό Θεό εισακούονται, στο χρόνο και με τον τρόπο που Εκείνος θέλει. Οι προσευχές των αγίων εισακούονται περισσότερο, όχι μόνο όταν ζουν εδώ, ανάμεσά μας, αλλά κι όταν οι ψυχές τους έχουν φύγει για τον ουρανό και προγεύονται τον παράδεισο. Γι’ αυτό, όταν ο Θεός αποκαλύψει ότι ένας χριστιανός που κοιμήθηκε είναι άγιος, μιλάμε σ’ αυτόν (μέσω της προσευχής μας αλλά και με τις εκκλησιαστικές τελετές που γίνονται την ημέρα της μνήμης του) και τον παρακαλούμε να μεσιτεύει στο Θεό για μας και για όλο τον κόσμο. Επίσης, απευθυνόμαστε σ’ αυτόν ζωγραφίζοντας την εικόνα του ή αφιερώνοντας ένα ναό στο όνομά του. Υπάρχουν αναρίθμητες περιπτώσεις, που φανερώνουν ότι οι άγιοι ανταποκρίνονται από τον ουρανό και απαντούν στις προσευχές μας. Αυτό εννοούσα πριν, λέγοντας ότι συχνά μιλάμε με τους νεκρούς μας.
Ο Θεός αποκαλύπτει ότι ένας άνθρωπος είναι άγιος με διάφορους τρόπους: για παράδειγμα, τα οστά του μπορεί να ευωδιάζουν ή και να αναβλύζουν άρωμα (μύρο) ή να γίνονται θεραπείες ασθενειών ή άλλα θαύματα μέσω αυτών. Μπορεί να εμφανίζεται ο άγιος σε όνειρα ή οράματα ανθρώπων με καθαρή καρδιά κ.λ.π. Πάντα βέβαια προσέχουμε, ώστε να είναι αληθινές αυτές οι αποκαλύψεις, γιατί μπορεί να πρόκειται για απάτη ή για παγίδα του εχθρού, δηλαδή πονηρών πνευμάτων, που θέλουν να παραπλανήσουν τους ανθρώπους και να τους κάνουν οπαδούς τους. Όταν είναι σίγουρο πως πρόκειται για αληθινή αποκάλυψη ενός αγίου, η Εκκλησία κατατάσσει τον άγιο και επίσημα στο ημερολόγιο και ορίζει μία μέρα αφιερωμένη στη μνήμη του. Συνήθως είναι η ημέρα της κοίμησής του και ονομάζεται «γενέθλιος ημέρα», γιατί εκείνη την ημέρα σα να γεννήθηκε στον ουρανό.
Η ύπαρξη των αγίων και οι παρεμβάσεις τους στη ζωή μας από τον ουρανό αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει μετενσάρκωση, ούτε και κάποτε θα «αφανιστούν» οι ψυχές, αλλά οι ψυχές των ανθρώπων είναι αιώνιες και παραμένουν πάντα οι ψυχές των συγκεκριμένων ανθρώπων, με το συγκεκριμένο όνομα, προσωπικότητα, αναμνήσεις, συναισθήματα κ.τ.λ. Και θα παραμένουν έτσι μέχρι να αναστηθούν και να ξαναπάρουν, άφθαρτο και αιώνιο, το σώμα τους, για να ζήσουν αιώνια ως ψυχοσωματικά όντα, χωρίς να ξαναπεθάνουν ποτέ πια.
Ακόμη κι ένας άνθρωπος που δεν είναι μεγάλος και θαυματουργός άγιος, αλλά που όμως η ψυχή του είναι καθαρή και προγεύεται τον παράδεισο, μπορεί να βοηθήσει τους ζωντανούς μεσιτεύοντας στο Θεό γι’ αυτούς. Μια τέτοια περίπτωση καταγράφεται στον Ευεργετινό, ένα αρχαίο ορθόδοξο βιβλίο, όπου ένας άγνωστος κεκοιμημένος άντρας (προφανώς ευρισκόμενος στην πρόγευση του παραδείσου) εμφανίστηκε και θεράπευσε το χτυπημένο πόδι ενός ταξιδιώτη, που είχε βρει το πτώμα του στο δρόμο και το είχε θάψει. Οι άνθρωποι που προγεύονται τον παράδεισο βλέπουν το δικό μας κόσμο, επειδή ο παράδεισος είναι η πιο στενή σχέση με όλα τα πλάσματα. Όμως οι άνθρωποι που προγεύονται την κόλαση δε βλέπουν το δικό μας κόσμο, επειδή η κόλαση είναι μια κατάσταση μοναχική, αφού ο εγωισμός των ανθρώπων εκείνων ουσιαστικά τους απομόνωσε αιώνια στον εαυτό τους.

Οι ψυχές και εμείς
Τις ψυχές των κεκοιμημένων δεν τις λατρεύουμε, γιατί ξέρουμε ότι λατρεία πρέπει να αποδίδουμε μόνο στον Τριαδικό Θεό. Οι ψυχές των ανθρώπων, όπως μας διδάσκει η Αγία Γραφή και όλοι οι άγιοι χριστιανοί διδάσκαλοι, δεν είναι από την ίδια ουσία με το Θεό, αλλά είναι δημιουργήματα του Θεού, δημιουργημένες από το μηδέν, όπως και τα σώματά μας και όλος ο υλικός και πνευματικός κόσμος. Μόνο η Αγία Τριάδα είναι αδημιούργητη. Ο Πατέρας προαιώνια γεννά τον Υιό και εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα –Τους φέρνει σε ύπαρξη μέσα από την ουσία Του, δεν Τους δημιουργεί. Αντίθετα, τις ψυχές τις δημιουργεί, όταν ο άνθρωπος συλλαμβάνεται μέσα στη μήτρα της μητέρας του.
Οι ψυχές λοιπόν δεν είναι θεϊκές. Είναι ό,τι κι εμείς, που ζούμε εδώ: δημιουργήματα του Θεού, που κι αυτές λατρεύουν το Θεό και μόνον Αυτόν. Τους ανθρώπους τους αγαπάμε, είτε είναι εδώ είτε στον ουρανό, προσευχόμαστε στο Θεό γι’ αυτούς ή απευθυνόμαστε σ’ αυτούς, αν έχει αποκαλυφθεί από το Θεό ότι είναι άγιοι, αλλά δεν τους λατρεύουμε. Ούτε τους αγίους λατρεύουμε. Μόνο το Θεό.
Όταν λοιπόν ένας άνθρωπος φύγει από αυτό τον κόσμο για τον ουρανό, αρχίζουμε αμέσως να μιλάμε στο Θεό γι’ αυτόν. Προσπαθούμε έτσι να βοηθήσουμε την κατάσταση της ψυχής του, ώστε, αν δεν ήταν τόσο καλή ώστε να προγεύεται τον παράδεισο, ίσως την ανακουφίσουμε με τις προσευχές μας. Επειδή η κόλαση συνδέεται με πλήρη μοναξιά, δεν είναι παράξενο που το ενδιαφέρον των ζωντανών για τις ψυχές μπορεί, αν είναι θερμό, ειλικρινές και επίμονο, να προκαλέσει ρωγμές σ’ αυτή τη μοναξιά και ανακούφιση στην κατάσταση των ψυχών αυτών.

Το όραμα του αγίου Μακάριου του Αιγύπτιου (τοιχογραφία Εμμ. Σηφάκη, Πέραμα Ρεθύμνης).

Το όραμα του αγίου Μακάριου του Αιγύπτιου, που είναι γραμμένο στο Γεροντικό (ένα αρχαίο βιβλίο που παραθέτει τις ιστορίες των αγίων ασκητών της ερήμου), το αποδεικνύει αυτό. Ο άγιος Μακάριος, βαδίζοντας στην έρημο, ξέθαψε κατά λάθος με το ραβδί του ένα κρανίο. Έσκυψε λοιπόν, το έθαψε με σεβασμό και προσευχήθηκε για τον άνθρωπο, στον οποίο ανήκε. Τότε του εμφανίστηκε η ψυχή και τον πληροφόρησε ότι, όταν ζούσε, ήταν λάτρης των δαιμόνων (ιερέας της Ίσιδος) και τώρα βρισκόταν στην κόλαση. «Και πώς είναι εκεί;» ρώτησε ο άγιος. «Τα πάντα βρίσκονται μέσα στη φωτιά» απάντησε η ψυχή. «Κι εμείς είμαστε δεμένοι πλάτη με πλάτη. Όμως, όταν εσύ προσεύχεσαι για μας, βλέπουμε λίγο ο ένας τον άλλο, όση ώρα διαρκεί η προσευχή».
Ξέρουμε από τους αγίους χριστιανούς διδασκάλους ότι η φωτιά, που ανέφερε η ψυχή, είναι το Φως του Θεού, στο οποίο λούζονται τα πάντα στον άλλο κόσμο. Η αίσθηση που βιώνουν από Αυτό το Φως εκείνοι που το βλέπουν μέσα από την παραμόρφωση του εγωισμού είναι αυτό που περιγράφεται ως «πυρ της κολάσεως».
Ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος ήταν τόσο καλός, ώστε, όταν μια νέα γυναίκα που είχε μείνει έγκυος από κάποιον κρυφό εραστή, τον συκοφάντησε ότι το παιδί ήταν δικό του, εκείνος το δέχτηκε, υπέμεινε κάθε είδους προσβολές από τον πληθυσμό εκείνου του τόπου και άρχισε να δουλεύει διπλάσια, για να συντηρήσει και τη γυναίκα με το παιδί της. Και, όταν αργότερα αποκαλύφθηκε η συκοφαντία, έφυγε κρυφά και δε ζήτησε ποτέ το δίκιο του.
Επίσης η περίπτωση του αγίου Γρηγορίου του Διαλόγου (καθώς και άλλες περιπτώσεις) αποδεικνύει ότι η θερμή, ειλικρινής και επίμονη προσευχή των ζωντανών για τους νεκρούς μπορεί ακόμη και να μετατρέψει την κατάσταση μιας ψυχής από κόλαση σε παράδεισο, τουλάχιστον αν η συγκεκριμένη ψυχή έχει τις προϋποθέσεις για τη μετατροπή αυτή (αν δηλαδή δεν είναι απόλυτα διεφθαρμένη). Ο άγιος προσευχήθηκε θερμά, «χύνοντας ποταμούς δακρύων», για τη σωτηρία της ψυχής του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τραϊανού, όταν πληροφορήθηκε μια πράξη φιλανθρωπίας που είχε κάνει. Και αργότερα πληροφορήθηκε από το Θεό ότι οι προσευχές του εισακούστηκαν.

Μιλώντας στο Θεό για τις ψυχές
Φωτο από εδώ

Όλοι βέβαια ελπίζουμε ότι οι ψυχές των αγαπημένων μας προσώπων βρίσκονται στην κατάσταση της πρόγευσης του παραδείσου, αλλά μόνο για τους αγίους μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Έτσι, όπως είπαμε, όταν η ψυχή ενός ανθρώπου φύγει από αυτό τον κόσμο, αρχίζουμε αμέσως να μιλάμε στο Θεό γι’ αυτόν. Δηλαδή να προσευχόμαστε.
Για μας, όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, επομένως τα παρακάτω ισχύουν για όλους, άντρες, γυναίκες ή παιδιά, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση.
Αν ο άνθρωπος αυτός δεν είναι ορθόδοξος χριστιανός, το μόνο που μπορεί να γίνει είναι η προσωπική ή ομαδική προσευχή μας γι’ αυτόν, που μπορεί και να συνοδεύεται από νηστεία ή άλλη μικρή ή μεγάλη θυσία, που θα κάνει την καρδιά μας πιο καθαρή και επομένως πιο κατάλληλη για να εκτοξεύσεις τις προσευχές μας προς το Θεό. Δεν κάνουμε γι’ αυτόν κάποια «επίσημη» τελετή στους ναούς μας, γιατί το πρώτο βήμα και η απαραίτητη προϋπόθεση, για να έχουν αποτέλεσμα αυτές οι τελετές, είναι το άγιο βάπτισμα στο όνομα της Αγίας Τριάδας. Αυτό «κεντρίζει» τον άνθρωπο στην «καλή ελιά», στην «αληθινή άμπελο», στο Χριστό. Αν λοιπόν δεν υπάρχει το βάπτισμα, υπάρχει από πλευράς μας η αγάπη, η προσευχή, με όση θέρμη και δύναμη ψυχής έχει ο καθένας, η νηστεία πιθανόν ή κάποια άλλη θυσία, αλλά δεν υπάρχουν εκκλησιαστικές τελετές. Δεν έχουν αποτέλεσμα.
Αν ο άνθρωπος που φεύγει για τον ουρανό είναι ορθόδοξος χριστιανός, το πρώτο πράγμα που κάνουμε μετά την αναχώρησή του είναι μια εκκλησιαστική τελετή, με τη συμμετοχή όλων μας, που ονομάζεται «κηδεία» (=φροντίδα) του σώματος του ανθρώπου. Σ’ αυτήν παρακαλούμε πρώτη φορά το Θεό (όλοι μαζί, ως Εκκλησία, δηλαδή σύσσωμοι) να αναπαύσει την ψυχή του αδελφού μας «στο Φως του προσώπου Του».
Στη συνέχεια θάβουμε το σώμα μέσα στο χώμα και τοποθετούμε στο σημείο της ταφής του ένα σταυρό, το σύμβολο της νίκης του Χριστού κατά του θανάτου.Δεν το καίμε, γιατί, για μας, δεν είναι βέβαια ιερό, ώστε να το λατρεύουμε, αλλά είναι άξιο σεβασμού. Αξίζει το σεβασμό μας, διότι: α) ο Χριστός, ο προαιώνιος Θεός Υιός του Θεού Πατρός, πήρε ακριβώς ίδιο σώμα με το δικό μας («ομοούσιο», από την ίδια ουσία) και, επειδή ήταν Νέος Αδάμ, η χάρη που πήρε το δικό Του ανθρώπινο σώμα πέρασε σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, β) κάθε χριστιανός έλαβε ειδικά στο δικό του σώμα τη χάρη του Θεού, αφού βαπτίστηκε στο όνομα της Αγίας Τριάδας, χρίστηκε με το άγιο Μύρο και κοινώνησε το άγιο σώμα και αίμα του Χριστού, κατά το μυστήριο της θείας Μετάληψης, γ) αν ο άνθρωπος εκείνος έχει πλησιάσει πολύ το Χριστό, η θεία χάρη είναι έντονη στα λείψανά του, τα οποία γίνονται «ιερά λείψανα» – αν κάψουμε το σώμα, θα στερήσουμε τον εαυτό μας, την κοινωνία, τον κόσμο ολόκληρο, από μια πηγή θείας χάριτος, ενώ πιθανόν να μην αντιληφθούμε ποτέ ότι ο άνθρωπος αγίασε, αφού συχνά η αγιότητα αποκαλύπτεται μέσω των ιερών λειψάνων (που ευωδιάζουν, μυροβλύζουν και θαυματουργούν).
Μετά την ταφή αρχίζει μια σειρά από εκκλησιαστικές τελετές, που ονομάζονται «μνημόσυνα» (=αναμνήσεις) και σ’ αυτές επίσης παρακαλούμε το Θεό για την ανάπαυση του αδελφού μας. Κατά τα μνημόσυνα, μια μικροσκοπική μερίδα από τον ιερό άρτο της θείας Μετάληψης αφιερώνεται ονομαστικά στον κεκοιμημένο αδελφό μας, ο οποίος έτσι μνημονεύεται στο «εσωτερικό» του ιερού μυστηρίου. Μνημόσυνα τελούνται τρεις ημέρες μετά την κοίμηση, οκτώ ημέρες, σαράντα ημέρες, στη συνέχεια κάθε τρεις μήνες και, μετά τη συμπλήρωση ενός έτους, κάθε χρόνο στην επέτειο της κοίμησής του.

Ένα εξαιρετικό βιβλίο για όποιον θέλει να μάθει τη διδασκαλία των ορθόδοξων αγίων για τη ζωή μετά (κλικ!).

Εκτός από τα μνημόσυνα, οι χριστιανοί συνηθίζουμε να προσφέρουμε τα ονόματα των κεκοιμημένων προγόνων και αδελφών μας στον ιερέα, ώστε να τα μνημονεύσει εντός της θείας Μεταλήψεως κατά τη θεία λειτουργία που θα τελέσει την Κυριακή [λεπτομέρειες εδώ]. Μηνύματα που έχουν δώσει, με άδεια του Θεού, κεκοιμημένοι στα όνειρα ζωντανών, φανερώνουν ότι η μνημόνευση αυτή προσφέρει σημαντική ωφέλεια στην κατάσταση της ψυχής. Ιδιαίτερα όταν γίνεται σε σαράντα λειτουργίες κατά σειρά, πράγμα που ονομάζεται«σαρανταλείτουργο».
Μια από τις αμέτρητες μαρτυρίες, που φανερώνουν πόσο ωφελεί τις ψυχές η μνημόνευση κατά τη θεία λειτουργία, είναι η περίπτωση του αγίου Θεοδοσίου του Τσερνιγκώφ (Ρωσία). Ο άγιος εμφανίστηκε στον όσιο ιερομόναχο Αλέξιο, που είχε πραγματοποιήσει με αγάπη την ανακομιδή των λειψάνων του, και του είπε: «Σ’ ευχαριστώ που κοπιάζεις για μένα, αλλά σε παρακαλώ να μνημονεύεις στη λειτουργία τους γονείς μου, που τα ονόματά τους είναι πατήρ Νικήτας και Μαρία». Ο π. Αλέξιος απόρησε και τον ρώτησε: «Εσύ, που είσαι άγιος και πρεσβεύεις απευθείας στο Θεό για όλους, ζητάς από εμένα να μνημονεύω τους γονείς σου;». Ο άγιος απάντησε: «Έχεις δίκιο, αλλά η ωφέλεια που θα έχουν από τη μνημόνευσή τους στη λειτουργία είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που έχουν με τις δικές μου προσευχές».
Όταν αργότερα ανακαλύφθηκε το βιβλίο μνημοσύνων της μονής, όπου ο άγιος Θεοδόσιος ήταν ηγούμενος, αποδείχτηκε ότι τα ονόματα των γονιών του ήταν ακριβώς αυτά που είπε στον π. Αλέξιο (άγνωστα προηγουμένως).
Η Εκκλησία, εκτός από τις προσευχές για τους κεκοιμημένους που στέλνει στο Θεό σε κάθε χριστιανική τελετή, έχει θεσπίσει και μία ημέρα της εβδομάδας ειδικά αφιερωμένη στη μνημόνευση των κεκοιμημένων (δηλαδή την προσευχή υπέρ αναπαύσεως των ψυχών τους) και η ημέρα αυτή είναι το Σάββατο. Έχει θεσπίσει επίσης κάποια ιδιαίτερα Σάββατα, αφιερωμένα στη μνημόνευση όλων των κεκοιμημένων, από την αρχή της ύπαρξης του ανθρώπου πάνω στη Γη μέχρι σήμερα. Τα Σάββατα αυτά ονομάζονται «ψυχοσάββατα». Επίσης διαβάζεται ειδική ευχή για τους κεκοιμημένους στη σπουδαία εκκλησιαστική τελετή του Εσπερινού της Γονυκλισίας κατά την Κυριακή της Πεντηκοστής.
Εκτός από τα παραπάνω, οι χριστιανοί συνηθίζουμε ιδιωτικά να ανάβουμε καντήλι με λάδι ως σύμβολο της προσευχής μας προς το Θεό, για να βιώνουν με ευχαρίστηση το Φως Του οι κεκοιμημένοι πρόγονοι και αδελφοί μας. Καίμε επίσης θυμίαμα, ως σύμβολο της προσευχής μας, που ανεβαίνει στον ουρανό όπως ο καπνός του θυμιάματος και που πρέπει να ευωδιάζει (δηλαδή να γίνεται με αγνή καρδιά, καθαρή από κακίες, μίση, εγωισμούς και διάθεση εκμετάλλευσης των άλλων ανθρώπων), όπως ευωδιάζει κι εκείνος. καντήλι και θυμίαμα αφιερώνουμε στους κεκοιμημένους μας όχι μόνο στο σπίτι μας (κοντά στις φωτογραφίες τους) αλλά και στον τάφο τους, τον οποίο επισκεπτόμαστε όποτε θέλουμε. Ενίοτε μάλιστα καλούμε τον ιερέα στον τάφο και τελεί μία μικρή τελετή («τρισάγιο») για την ανάπαυση των κεκοιμημένων.

Φοβόμαστε τις «κακές» ψυχές; Υπάρχουν φαντάσματα;
Όπως είπαμε παραπάνω, οι ψυχές που προγεύονται τον παράδεισο, δηλαδή έχουν εντός τους τη θεία χάρη και διαθέτουν κάποια αγιότητα, μικρή ή μεγάλη, μπορούν να μεσιτεύουν στο Θεό για την προστασία των ζωντανών. Το όραμα του αγίου Μακάριου όμως φανερώνει ότι στην πρόγευση της κόλασης οι ψυχές νιώθουν εντελώς απομονωμένες. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να επιστρέψουν με κανένα τρόπο στη γη και να επηρεάσουν τη ζωή των ζωντανών. Γι’ αυτό το λόγο, οι χριστιανοί δεν πιστεύουμε ότι οι «κακές» ψυχές είναι απειλητικές για μας. Δεν τις φοβόμαστε, απλά λυπόμαστε για την οδύνη και τη δυστυχία τους και προσευχόμαστε στο Θεό γι’ αυτές.
Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι πράγματι υπάρχουν κάποια μέρη, που κακές πνευματικές δυνάμεις τα έχουν «τυλίξει» με τη σκοτεινή και απειλητική ενέργειά τους. Τέτοια μέρη είναι κυρίως εκεί όπου γίνονται, ή γίνονταν παλιότερα, μαγικές τελετές, με επίκληση δαιμονικών πνευμάτων. Τα πνεύματα εκείνα δεν είναι ψυχές νεκρών, ακόμη κι αν μερικές φορές εμφανίζονται με τέτοια μορφή.
Ομοίως, δεν είναι ψυχές νεκρών, ούτε «καλές» ούτε «κακές», τα πνεύματα που εμφανίζονται κατά τη διάρκεια «πνευματιστικών» τελετών, σε επικλήσεις πνευμάτων από μάγους, μέντιουμ και πνευματιστές κάθε είδους. Μόνο με την προσευχή, μέσα στη ζωή της Εκκλησίας, οι ζωντανοί απευθύνονται στους κεκοιμημένους – και πάντα σε αγίους. Οι υπόλοιπες περιπτώσεις «επικοινωνίας» νεκρών με ζωντανούς, που συνέβαιναν και συμβαίνουν εδώ και χιλιάδες χρόνια σε πολλούς πολιτισμούς και θρησκείες, είναι τουλάχιστον ύποπτες. Ξέρουμε από την πείρα των αγίων διδασκάλων μας ότι τα πνεύματα που εμφανίζονται σ’ αυτές δεν είναι οι ψυχές των νεκρών και γενικά δεν είναι «αυτό που φαίνεται», αλλά σκοτεινές υπάρξεις που ζητούν να παραπλανήσουν τους ζωντανούς λέγοντας ψέματα.
Μια απόδειξη του παραπάνω είναι ότι τα πνεύματα αυτά μπορεί να γίνουν επικίνδυνα για τους ανθρώπους που τα προσκαλούν. Αλλά και ότι, σε μέρη όπου γίνονται κατ’ εξακολούθησιν τέτοιες επικλήσεις, συσσωρεύεται σκοτεινή ενέργεια που κάποια στιγμή εκβάλλει στις ζωές των ανθρώπων.
Για τις περιπτώσεις αυτές η διδασκαλία της Εκκλησίας και η πείρα των χριστιανών λέει τα εξής:
α) Όταν ο άνθρωπος εντάξει τον εαυτό του και τη ζωή του στο παγκόσμιο «Σώμα του Χριστού», την Εκκλησία, και λάβει τη χάρη του Θεού μέσα από το άγιο βάπτισμα, τα ιερά μυστήρια και τη χριστιανική ζωή (ζωή που δεν περιέχει μόνο συμμετοχή στις θρησκευτικές τελετές, αλλά και αγάπη προς το συνάνθρωπο και ιδιαίτερα τη συγχώρηση των εχθρών μας), τότε μπορεί με τη βοήθεια του Θεού να νικήσει τις κακοποιές πνευματικές δυνάμεις και να εκτοπίσει την επιρροή τους από τη ζωή του και τη ζωή των δικών του.
β) Υπάρχουν ειδικές πνευματικές άμυνες της Εκκλησίας για το σκοπό αυτό, όπως η θερμή προσευχή με την επίκληση του Ιησού Χριστού, η τοποθέτηση του σταυρού (διά του οποίου ο Χριστός νίκησε το θάνατο) στον τόπο με την κακή ενέργεια, η τέλεση ειδικών τελετών, όπως ο εξορκισμός, ο αγιασμός (ευλογία νερού και στη συνέχεια ραντισμός με αυτό), το ευχέλαιο (αγιασμένο λάδι) κ.λ.π. Όλα αυτά όμως δεν είναι «μαγικά», ώστε να τα πράξουμε και να έχουν αυτόματο αποτέλεσμα. Πρέπει να τα εντάξουμε στη σωστή σχέση με το Θεό: είναι παρακλήσεις προς το Θεό να έρθει αυτοπροσώπως και να βοηθήσει, και αυτό θα το κάνει όταν εμείς θα είμαστε πνευματικά έτοιμοι να δεχτούμε τη θεραπευτική και σωτήρια άκτιστη χάρη Του. Γι’ αυτό πρέπει να έχουμε υπομονή, επιμονή, εμπιστοσύνη στο Θεό και, ακόμη, μετάνοια για τα ελαττώματα που σίγουρα έχουμε, και να Του ζητάμε όχι μόνο να μας βοηθήσει αλλά και να μας συγχωρήσει για ό,τι πράττουμε, αισθανόμαστε ή σκεφτόμαστε ενάντια στο φιλάνθρωπο θέλημά Του.
Σκοπός της Εκκλησίας, των χριστιανών ιερέων και των χριστιανικών τελετών δεν είναι να εξυπηρετήσουν επίγειες ανάγκες των ανθρώπων (όπως να εξορκίσουν τις κακές πνευματικές δυνάμεις από τη ζωή μας). Σκοπός τους είναι να μας βοηθήσουν να γνωρίσουμε το Θεό και να οδηγηθούμε στην αιώνια ζωή κοντά Του, που είναι ο παράδεισος. Μέσα στα πλαίσια αυτού του σκοπού όμως δίνεται και η βοήθεια όλων των παραπάνω στα επίγεια προβλήματά μας, αφού κι αυτά συχνά εμποδίζουν τη σωτηρία μας.
Κλείνω αυτή την αναφορά, υπενθυμίζοντας ότι όλα τα πνεύματα είναι λιγότερο δυνατά από το Χριστό (αφού Εκείνος τα δημιούργησε, κι αυτά στη συνέχεια επέλεξαν αν θέλουν να είναι καλά [άγιοι άγγελοι] ή κακά) και πιο δυνατά από τους ανθρώπους. Έτσι, η ένωση του ανθρώπου με το Χριστό είναι η κατάλληλη συμμαχία για την προστασία του ανθρώπου από κάθε κακοποιό πνευματική δύναμη.

Ο χαιρετισμός του αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ (1833). Από εδώ.
Το παρόν γράφτηκε και μεταφράστηκε στα αγγλικά για τις ανάγκες της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Ταϊβάν (http://theological.asia). Για την ιεραποστολή σε αυτή τη χώρα βλ. το ιστολόγιο asian-aroma.com.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πως θα γίνουν τα σώματά μας μετά την Δευτέρα Παρουσία;

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Φεβρουαρίου, 2014

π.ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ 
 (Μέρος 1ον)
Ένα από τα πιο παρεξηγημένα θέματα της πίστεώς μας  είναι Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ .
Πράγματι οι περισσότεροι άνθρωποι υποτίμησαν το ανθρώπινο σώμα, θεωρώντας το από την αρχαιότητα έως σήμερα, και εις τους αιώνας, ως κάτι το ενοχλητικό, παράτερο και βδελικτό. Άρα αποκλείεται αυτό το «ξεδιάντροπο» ανθρώπινο σώμα να κληρονομήσει Την Βασιλεία Του Θεού.

Κάποιο άλλοι δε, το «υπερ» τίμησαν και το ειδωλο-ποίησαν μέσα από την λατρεία της αμαρτίας και στην πραγματικότητα το  υποτίμησαν.
Ακόμη όμως και μέσα στις περισσότερες αντιλήψεις των σημερινών ευλαβών Ορθοδόξων και μη, Χριστιανών, υπάρχει η αντίληψη περί εξαερώσεως του σώματος. Θεωρούμε την αιώνιο ζωή ως κάτι αφηρημένο, νεφελώδες , και μυθικό, όπου εκεί το σώμα και γενικά ο άνθρωπος θα εξελιχθεί σαν κάτι  το φαντασιώδες. Θα γίνει απλά ένα άϋλο πνεύμα  κάτι σαν το Φαντασματάκι των Ghostbusters  Γκοστ Μπάστερς.
Προς τούτο η παρεξήγηση γεννήθηκε από μία επιπόλαια  ερμηνεία των λόγων του Απ.Παύλου
«σπείρεται σώμα ψυχικόν, εγείρεται σώμα πνευματικόν. έστι σώμα ψυχικόν, και έστι σώμα πνευματικόν.(Α΄ Κορ.ιε΄-44)
Όμως πνευματικό σώμα , δεν σημαίνει ένα άϋλο φάντασμα, αλλά  σημαίνει ότι αυτό το σώμα θα κυβερνάται από την ζωή Του Αγίου Πνεύματος(πνευματικόν) και όχι από τις κατώτερες δυνάμεις τις ψυχής(ψυχικόν) .

Αλλά ας ενσκήψουμε λίγο περισσότερο στη Ορθόδοξη θεολογία  της Εκκλησίας μας για την μέλλουσα Ανάσταση των νεκρών.
Για τούτη  την παρεξηγημένη Ανάσταση (!)για την οποία οδήγησαν οι Σαδδουκαίοι τον Κύριο μας στον Σταυρό και στον Θάνατο και για την οποία εκδιώχθηκαν, κατακρίθηκαν και μαρτύρησαν οι Άγιοι Απόστολοι και κάθε αληθινός Χριστιανός κατά πως το λέει ένα Αναστάσιμο τροπάρι της Εκκλησίας μας:
«Ἐξέλθετε οἱ τοῦ ἀμπελῶνος ἐργάται, κηρύξατε τὸν τῆς ἀναστάσεως λόγον·»
Γι’αυτό  και η Ανάσταση των νεκρών « εν τη εσχάτη ημέρα» με τα σώματά τους , είναι δόγμα και αλήθεια αποκλειστικώς  και μόνο του Χριστιανισμού.
*  *  *
Ο Χριστός μας αναστήθηκε! Ναι!
Αναστήθηκε με το ανθρώπινο σώμα του, αληθινά! πιο αληθινά από αληθινά !
Αναστήθηκε με την σάρκα του, το δέρμα του , τα κόκαλα του και με άρτια όλα τα μέλη του σώματός του.
Το αναφέρει άλλωστε και στους έντρομους αποστόλους στο υπερώον.
«ελάτε , δές τε και ψηλαφήσατέ με και καταλάβετε ότι δεν είμαι πνεύμα(φάντασμα)! έχω σάρκα και οστά(κόκαλα)
Και λέγοντά τους αυτά τους έδειξε τα χέρια και τα  πόδια του. Και  κατόπιν έφαγε, μάσησε  και κατέπιε μπροστά τους ψάρι και κερήθρα. Το φοβερός ρεαλισμός !
« ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι, ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε΄ ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει, καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα. Καὶ τοῦτο εἰπών, ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. Ἒτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς, καὶ θαυμαζόντων, εἶπεν αὐτοῖς· Ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε; Οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος, καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου. Καὶ λαβὼν, ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν.»  (Λουκ κδ,36-43΄)
Όμως ο Χριστός  αναστήθηκε για εμάς, και όχι  για τον «εαυτούλη του» και  για να αποκτήσει απλά την χαμένη του ανθρώπινη ζωή.Αφού είναι Θεός , έχει ανάγκη την ανθρώπινη ζωή;
Ο Χριστός αναστήθηκε για  να αναστηθούμε και εμείς!
Όπως ο Χριστός αναστήθηκε σωματικά έτσι και εμείς θα αναστηθούμε σωματικά, έστω και εάν έχουνε τώρα τα σώματά μας τα κακά τους τα χάλια , είτε είναι άρρωστα, ανάπηρα, ανεπαρκή, γερασμένα. Θα αναστηθούν!
Και όταν αναστηθούν θα είναι ανακαινισμένα, αθάνατα, αιώνια, άφθαρτα με την Χάρη Του Αγίου Πνεύματος.Δεν θα υπόκεινται σε θάνατο, σε φθορά σε αρρώστια,ψυχοσωματικά πάθη , αλλά και ούτε σε βιοτικές βιολογικές ανάγκες πάσης φύσεως ,τροφή, νερό ,περιορισμούς τοπικούς ή χρονικούς ,σεξουαλικότητα, ξεκούραση , πιοτό … αφού οι αιώνιες Χαρές θα είναι τέτοιες που τίποτα το εφήμερο από ό,τι βιώνουμε σήμερα δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτές.
Ο Χριστός άνοιξε τον δρόμο για εμάς . Αναλήφθηκε για να αναληφθούμε και εμείς.
Ο Χριστός μεταμορφώθηκε για να μεταμορφωθούμε και εμείς .
Ό,τι συνέβει  στον Χριστό είναι μία προ-οδοποίηση και προ-ειδοποίηση για το  τι θα επακολουθήσει και σε εμάς.
Γιαυτό και μαζί με την ανάστασή του, παράλληλα, όπως μας βεβαιώνει το Ευαγγέλιο, αναστήθηκαν και πολλοί νεκροί από τα Ιεροσόλυμα(ως ένα μικρό δείγμα για το τι πρόκειται να  συμβεί και στα δικά μας σώματα)
«Καὶ τὰ μνημεῖα ἀνεῴχθησαν καὶ πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη,
καὶ ἐξελθόντες ἐκ τῶν μνημείων, μετὰ τὴν ἔγερσιν αὐτοῦ εἰσῆλθον εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν καὶ ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς» (Ματθ. κζ΄52-53)
Συγκλονιστικά  ακόμη είναι όσα αναφέρονται στο μαρτύριο των 7 Μακαβαίων παίδων, όταν ο αντίθεος Αντίοχος ο Επιφανής  τους έκοβε τα μέλη του σώματός τους :
«…Επειτα δε από αυτόν εβασανίσθη ο τρίτος αδελφός. Οταν δε ο δήμιος του εζήτησε να εξαγάγη αμέσως την γλώσσαν του και τας χείρας του, δια να του τα κόψουν, εκείνος τα επρότεινε με θάρρος καὶ γενναίως εἶπεν · “έχω πάρει τα μέλη αυτά από τον ουράνιον Θεόν και χάριν του νόμου του Θεού δεν τα λογαριάζω, διότι πιστεύω ότι από τον Θεόν θα τα αποκτήσω πάλιν κάποτε”.«μετὰ δὲ τοῦτον ὁ τρίτος ἐνεπαίζετο καὶ τὴν γλῶσσαν αἰτηθεὶς ταχέως προέβαλε καὶ τὰς χεῖρας εὐθαρσῶς προέτεινε  καὶ γενναίως εἶπεν· ἐξ οὐρανοῦ ταῦτα κέκτημαι καὶ διὰ τοὺς αὐτοῦ νόμους ὑπερορῶ ταῦτα καὶ παρ᾿ αὐτοῦ ταῦτα πάλιν ἐλπίζω κομίσασθαι «(Μακαβ.ζ΄-10-11)
Γιαυτό και δεν είναι σωστό να ιστορούνται και εικονογραφούνται οι Άγιοι με τυχόν αναπηρίες που είχαν στην ζωή αυτή. Γιαλάκια, αναπηρικά καροτσάκια κ.α. αφού η Αγιογραφία εικονίζει το ανθρώπινο σώμα  με την προοπτική της μέλλουσας, ένδοξης και άρτιας μορφής του. Εξαιρούνται βεβαίως οι  Αγιογραφίες από τα βίαια μαρτύρια των ενδόξων μαρτύρων που με όποιο τρόπο και εάν μαρτύρησαν και απεκόπησαν τα σώματά τους , ο Θεός θα τους τα επιστρέψει στην Β΄Παρουσία.
Ως εκ τούτου και οι ψυχές των δικαίων που βρίσκονται τώρα στον Παράδεισο , δεν είναι ευχαριστημένες εντελώς χωρίς το σώμα τους.Το αποζητούν, τους λείπει ο μισός άνθρωπος , και ακολούθως παρακαλούν τον Χριστό να τους το δώσει και πάλι :
Οι ψυχές παρακαλούν τον Χριστό κάτω από τον «θρόνο» του:
«καὶ ἔκραξαν φωνῇ μεγάλῃ λέγοντες· ἕως πότε, ὁ δεσπότης ὁ ἅγιος καὶ ὁ ἀληθινός, οὐ κρίνεις καὶ ἐκδικεῖς τὸ αἷμα ἡμῶν ἐκ τῶν κατοικούντων ἐπὶ τῆς γῆς;
καὶ ἐδόθη αὐτοῖς ἑκάστῳ στολὴ λευκή, καὶ ἐρρέθη αὐτοῖς ἵνα ἀναπαύσωνται ἔτι χρόνον μικρόν, ἕως πληρώσωσι καὶ οἱ σύνδουλοι αὐτῶν καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν οἱ μέλλοντες ἀποκτέννεσθαι ὡς καὶ αὐτοί.(Αποκ.στ΄10-11)
Σωτηρία θα πεί να  ξανασταθώ στα πόδια μου, εγώ , που με έβαλαν στον τάφο για να απολαύσει και το σώμα την «μακαρίαν ζωήν»
Διότι ο άνθρωπος δεν είναι  μόνο ψυχή, αλλά σώμα και ψυχή.
Αλλά εάν άραγε  ρωτήσουμε τους Χριστιανούς σήμερα:
-Πιστεύετε ότι θα αναστηθούμε από τους νεκρούς;
Πόσοι θα απαντήσουν καταφατικά;
Δεν μπορείς να λέγεσαι Χριστιανός και να κερδίσεις την Βασιλεία Του Θεού  εάν δεν πιστεύεις  στο θεμέλιο της πίστεώς μας  : Την ανάσταση των νεκρών.
Δεν γίνεται  να λέμε πως πιστεύουμε στην Ανάσταση του Χριστού εάν δεν πιστεύουμε πως και οι νεκροί θα αναστηθούν.
Μην ξεχνάμε επίσης ότι το Ευαγγέλιο δεν είναι απλά ένας τρόπος για να ζήσουμε μία ωραία και ηθική ζωή, αλλά μία προετοιμασία για  να αναστηθούμε ψυχή και σώματι στην Βασιλεία Του Θεού.
(Μέρος 2ον)
 Μας βεβαιώνει επίσης και ο Άγιο Ιωάννης ο Δαμασκηνός:
 «Αυτό ουν το σώμα το φθειρόμενον και διαλυόμενον, αυτό αναστήσεται άφθαρτον.»
Για τον λόγο αυτό λοιπόν και στα μνημεία των νεκρών ανάβουμε το καντήλι , το κερί και το θυμίαμα και τοποθετούμε λουλούδια προς τιμήν της Εικόνος Του Θεού, που θα ξανασταθεί όρθια στα πόδια της, αφού το Πανάγιον Πνεύμα που μένει στην Εκκλησία θα ζωοποιήσει και θα δώσει την Ανάσταση των νεκρών.
Ακολούθως δεν είναι τυχαίο ότι   την περίοδο της Πεντηκοστής στεκόμαστε όρθιοι στις Λειτουργίες και δεν γονατίζουμε, αφού η όρθια στάση είναι προάγγελος της Αναστάσεως μας, δηλαδή θα αναστηθούμε και θα σταθούμε όρθιοι με τα δύο πόδια, τα σωματικά. Όχι τα πνευματικά πόδια αλλά τα σωματικά.
Εξάλλου βεβαιώνει ο Κύριός μας στην αδελφή του Λαζάρου Μάρθα:
«Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή.»(Ιωάνν. κε΄-11)
Δεν είπε μόνον εγώ είμαι η ζωή, αλλά και η ανάσταση , η οποία  αναφέρεται στο νεκρό σώμα.
Και τα εκτρωθέντα ή αποβληθέντα έμβρυα τι θα απογίνουν;
Ακόμη και αυτά θα αναστηθούν ,διότι έχουν από την πρώτη κιόλας στιγμή της σύλληψής τους  ανθρώπινη υπόσταση, ψυχή και σώματι. Σαν ένα κουβαράκι που δεν έχει ξεδιπλωθεί ακόμη.
Και  πως θα τα αντιμετωπίσει ο καλός μας Θεός , αφού πέθαναν αβάπτιστα ;
Μόνο Εκείνος  γνωρίζει, μέσα στην απέραντη ευσπλαχνία και φιλανθρωπία Του, γι’αυτά τα αδικημένα παιδάκια.
Δυναμικά και ρεαλιστικά  είναι επίσης τα όσα μας αναφέρει ο Προφήτης Ιεζεκιήλ για την μέλλουσα ανάσταση των ανθρώπων: (Κεφ. ΛΖ’, 1-14)
Ἐγένετο ἐπ’ ἐμὲ χεὶρ Κυρίου, καὶ ἐξήγαγέ με ἐν πνεύματι Κυρίου, καὶ ἔθηκέ με ἐν μέσῳ τοῦ πεδίου, καὶ τοῦτο ἦν μεστὸν ὀστέων ἀνθρωπίνων, καὶ περιήγαγέ με ἐπ’ αὐτά, κύκλωθεν κύκλῳ· καὶ ἰδοὺ πολλὰ σφόδρα, ἐπὶ προσώπου τοῦ πεδίου, καὶ ἰδοὺ ξηρὰ σφόδρα. Καὶ εἶπε πρός με· Υἱὲ ἀνθρώπου, εἰ ζήσεται τὰ ὀστέα ταῦτα; καὶ εἶπα· Κύριε, Κύριε, σὺ ἐπίστασαι ταῦτα. Καὶ εἶπε πρός με· Προφήτευσον ἐπὶ τὰ ὀστᾶ ταῦτα, καὶ ἐρεῖς αὐτοῖς· Τὰ ὀστᾶ τὰ ξηρά, ἀκούσατε λόγον Κυρίου, τάδε λέγει Κύριος τοῖς ὀστέοις τούτοις. Ἰδοὺ ἐγὼ φέρω εἰς ὑμᾶς πνεῦμα ζωῆς, καὶ δώσω εἰς ὑμᾶς νεῦρα, καὶ ἀνάξω εἰς ὑμᾶς σάρκας, καὶ ἐκτενῶ ἐφ’ ὑμᾶς δέρμα, καὶ δώσω πνεῦμά μου εἰς ὑμᾶς, καὶ ζήσεσθε, καὶ γνώσεσθε, ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος. Καὶ προεφήτευσα, καθὼς ἐνετείλατό μοι Κύριος. Καὶ ἐγένετο φωνὴ ἐν τῷ ἐμὲ προφητεῦσαι, καὶ ἰδοὺ σεισμός, καὶ προσήγαγε τὰ ὀστᾶ, ἑκάτερον πρὸς τὴν ἁρμονίαν αὐτοῦ. Καὶ εἶδον· καὶ ἰδοὺ ἐπ’ αὐτὰ νεῦρα καὶ σάρκες ἐφύοντο, καὶ ἀνέβαινεν ἐπ’ αὐτὰ δέρμα ἐπάνω, καὶ πνεῦμα οὐκ ἦν ἐν αὐτοῖς. Καὶ εἶπε πρός με· Προφήτευσον, ἐπὶ τὸ πνεῦμα, υἱὲ ἀνθρώπου, προφήτευσον, καὶ εἰπὲ τῷ πνεύματι· Τάδε λέγει Κύριος Κύριος· Ἐκ τῶν τεσσάρων πνευμάτων ἐλθέ, καὶ ἐμφύσησον εἰς τοὺς νεκροὺς τούτους, καὶ ζησάτωσαν. Καὶ προεφήτευσα, καθ’ ὅ, τι ἐνετείλατό μοι· καὶ εἰσῆλθεν εἰς αὐτοὺς τὸ πνεῦμα, καὶ ἔζησαν, καὶ ἔστησαν ἐπὶ τῶν ποδῶν αὐτῶν, συναγωγὴ πολλὴ σφόδρα. Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρός με, λέγων· Υἱὲ ἀνθρώπου, τὰ ὀστᾶ ταῦτα, πᾶς οἶκος Ἰσραήλ ἐστιν, αὐτοὶ λέγουσι. Ξηρὰ γέγονε τὰ ὀστᾶ ἡμῶν, ἀπώλωλεν ἡ ἐλπὶς ἡμῶν, διαπεφωνήκαμεν. Διὰ τοῦτο προφήτευσον, καὶ εἰπὲ πρὸς αὐτούς. Τάδε λέγει Κύριος Κύριος· Ἰδοὺ ἐγὼ ἀνοίγω τὰ μνήματα ὑμῶν, καὶ ἀνάξω ὑμᾶς ἐκ τῶν μνημάτων ὑμῶν, καὶ εἰσάξω ὑμᾶς εἰς τὴν γῆν τοῦ Ἰσραήλ, καὶ γνώσεσθε, ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος, ἐν τῷ ἀνοῖξαί με τοὺς τάφους ὑμῶν, τοῦ ἀναγαγεῖν με ἐκ τῶν τάφων τὸν λαόν μου. Καὶ δώσω πνεῦμά μου εἰς ὑμᾶς, καὶ ζήσεσθε, καὶ θήσομαι ὑμᾶς ἐπὶ τὴν γῆν ὑμῶν, καὶ γνώσεσθε, ὅτι ἐγὼ Κύριος, ἐλάλησα, καὶ ποιήσω, λέγει Κύριος Κύριος.
Να είμαστε  λοιπόν απολύτως σιγουροι για την ανάσταση των νεκρών,
(ετυμολογία : νεκάς λεγεται ο νεκρός  στα Αρχαία Ελληνικά  και ομηρικά ,από το  Νη  που σημαίνει άρνηση και το Κίκυς που σημαίνει δύναμη ,δηλαδή αυτοί που δεν έχουνε τώρα δύναμη ζωής)
 διότι δεν θα την εμποδίσει τίποτα, με οποιονδήποτε τρόπο και εάν πέθανε κάποιος.Είτε έλιωσε ή τον έφαγαν τα κοράκια, τα μυρμήγκια τα σκουλήκια, τον αποτέφρωσε η φωτιά, τον διέλυσε η ατομική βόμβα…Δεν έχει σημασία θα αναστηθεί!
Θα δώσει λοιπόν η γη(τόπος των νεκρών σωμάτων) τα σώματα και ο Άδης(τόπος των ψυχών) τις ψυχές, και θα έχουμε πάλι ένωση ψυχών και σωμάτων για να έχουμε ΑΝΑΣΤΑΣΗ Γιατί η Ανάσταση είναι η επανασύνδεση, η επανένωση των ψυχών και των σωμάτων.
Μας αναφέρει επιπλέον  η Αποκάλυψη:
Καὶ ἔδωκεν η θάλασσα τους έν αὐτῇ νεκροὺς, καὶ ὁ θάνατος καὶ ὁ άδης έδωκαν τους έν αὐτοῖς νεκρούς’ καὶ έκρίθησαν έκαστος κατα τα ἔργα αὐτόν’ …(Αποκ. κ΄- 13)
Η  ανάσταση των νεκρών στα έσχατα  θα είναι και η τελευταία πράξη της Ιστορίας.
Άλλωστε την αιωνία σωτηρία την δεχτήκαμε στην ψυχή και στο σώμα μας.
-Πως βαπτιζόμαστε; Με το σώμα μας!
Πως κοινωνάμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού;Με το στόμα μας.
-Και τον Χριστό πως τον πήραμε; Με την Σάρκα Του.
Μέσω λοιπόν του σώματός μας (του βδελυρού, κατά ορισμένους ) σωζόμαστε !
Και η σάρκα, το σώμα,  λοιπόν θα δώσει λόγο στον Θεό για τα έργα του.
«Δεί ουν ημάς ως ναόν Θεού φυλάσσειν την σάρκα.(Αγ.Κλήμης  Ρώμης)
Αλλά ας ενσκήψουμε λίγο και στα θεόπνευστα σύμβολα Πίστεως της Εκκλησίας μας
Το Ιεροσολυμιτικό Σύμβολο Πίστεως αναφέρει:
«Πιστεύομεν… και εις σαρκός ανάστασιν και εις ζωήν αιώνιον.
Το δε Αθανασιανό σύμβολο (Βρίσκεται μπροστά στο μέγαν Ωρολόγιον)
«… Όθεν ελεύσεται κρίναι ζώντας και νεκρούς,ου τη παρουσία πάντες άνθρωποι αναστήσονται συν τοις εαυτών σώμασιν, αποδώσοντες περί των ιδίων έργων λόγον»
Το Σύμβολο Πίστεως της Νικαίας αναφέρει  :
«προσδοκώ ανάστασιν νεκρών» Και επειδή οι ψυχές δεν πεθαίνουν, η ανάσταση που περιμένουμε είναι των σωμάτων.
Η Ανάσταση του Χριστού λοιπόν  είναι ποιητική της δικής μας αναστάσεως, που ενεργείται τώρα σε εμάς ψυχικά , αλλά και μετά την Β΄Παρουσία Του θα ενεργηθει  και σωματικά.
Έτσι  οι άνθρωποι θα  βρίσκονται στην Κόλαση ή στην Βασιλεία Του Θεού με τα σώματά τους (δεν θα είναι μόνο ψυχές)και θα λαμβάνουν αναλόγως την δυστυχία ή την χαρά, από την απουσία ή παρουσία Της χάριτος του Αγίου Πνεύματος.
Εν τούτοις κάποιοι αμφισβητούν την δύναμη Του Θεού να ανακαινίσει τον κόσμο.
Ο Θεός όμως ό,τι δημιουργεί μπορεί και να το ανα-δημιουργεί.
Εφόσον δημιούργησε εκ του μη όντος ολόκληρο το σύμπαν, δεν μπορεί τάχα  αυτό το σύμπαν να το  ανα-δημιουργήσει από την υπάρχουσα ύλη;
Ό,τι δημιουργεί ο Θεός από το μηδέν δεν μπορεί να επιστρέψει στο μηδέν.
«ὃν τρόπον γὰρ ὁ οὐρανὸς καινὸς καὶ ἡ γῆ καινή, ἃ ἐγὼ ποιῶ, μένει ἐνώπιον ἐμοῦ, λέγει Κύριος.» (Ησαϊας. 66-22)
Γράφει ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς :
« Οι άνθρωποι καταδίκασαν το Θεό σε θάνατο. Ο Θεός όμως με την Ανάστασή Του « καταδικάζει» τους ανθρώπους σε αθανασία»
Είτε το θέλουμε είτε όχι είμαστε αθάνατοι, στην  ψυχή και στο σώμα. Η προσωπικότητά μας , η συνείδηση ,  και η αυτογνωσία πάντοτε θα υφίσταται .
Με το μηδέν έχει σχέση μόνο ο Θεός ο άνθρωπος δεν έχει καμία σχέση με αυτό.
Αν εγώ θέλω να αυτοκτονήσω, αυτοκτονώ.Αλλά το μόνο που θα καταφέρω να χωρίσω την ψυχή από το σώμα μου ,και όχι να γίνω μηδέν.

Ούτε ένα μόριο της ύλης λοιπόν δεν μπορεί να γίνει μηδέν. Όλα θα γίνουν καινούργια. Η Αγάπη Του  Θεού δεν ματαιώνονται.
Με αυτόν τον τρόπο Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ  των ανθρώπων θα είναι αναγκαστική. Δηλαδή είτε το επιθυμώ είτε όχι , είτε μ’αρέσει είτε όχι, θα αναστηθώ.
Ένα μόνο δεν είναι υποχρεωτικό: η θέληση  μας για σωτηρία .Η επιλογή μας για μετοχή στην Θεία ζωή.
(Μέρος 3ον)
 Βλέπουμε στο Ευαγγέλιό  μας  την  ανακαίνιση του ανθρωπίνου σώματος αλλά και της κτίσης ολόκληρης να αποδεικνύεται  και στο όρος της Μεταμορφώσεως
Το πρόσωπο Του Χριστό το σωματικό έλαμψε σαν τον ήλιο ,αλλά και τα άψυχα ιμάτιά του έγιναν λευκά σαν το φώς ,σαν το χιόνι΄ Ελαμψε και η έμψυχη και η άψυχη ύλη.
Η Ανάσταση των νεκρών όμως προϋποθέτει την διατήρηση της ιδιαίτερης προσωπικότητας , της συνείδησης  και της ξεχωριστής ψυχοσωματικής υπόστασης του ανθρώπου. Εκεί, στην αιωνία ζωή, θα γνωρίζουμε τους ανθρώπους με τους οποίους συμπορευθήκαμε στην εφήμερη ζωή, άντρες ή γυναίκες, φίλους ή ξένους,όπως επίσης όσους γεννήθηκαν σε άλλες εποχές και ποτέ δεν τους συναντήσαμε, και βεβαίως όλους τους τους Αγίους. Βέβαια δεν θα υπάρχει κάποιο ταμπελάκι που θα δείχνει, αλλά με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος θα αναγνωρίζουμε τα διάφορα πρόσωπα(όπως έκαναν οι Αγ.Απόστολοι στο όρος θαβώρ όταν ανεγνώρισαν τους προφήτες Μωύσή και Ηλία παρότι δεν τους είχαν δει ποτέ στην επί γης ζωή τους.)
Ενώ κατά τον Πανθεϊσμό και τις ανατολικές θρησκείες, Βουδισμός κ.α. εκείνος που πεθαίνει ενώνεται με την μεγάλη ψυχή, το Μέγα πνεύμα του σύμπαντος.
Σαν να έχουμε μία επιφάνεια νερού όπου πετιέται ένας πίδακας, ένα συντριβανάκι. Αυτό το συντριβανάκι έχει μια στιγμιαία  υπόσταση, αφού ξεφεύγει από τον όγκο του νερού. Ξαναπέφτει όμως  μέσα στο νερό  και τότε ξαναγίνεται ό,τι ήταν και πρώτα.
«Νιρβάνα» δηλαδή είναι η επιστροφή στο μηδέν. Μία ύπαρξη μέσα στην ανυπαρξία όπου στερείται προσωπικότητος και συνειδήσεως.
Όσον αφορά και πάλι το ανθρώπινο σώμα ,αυτό δεν είναι βδελυκτό.Το δημιούργησε ο Θεός, το φόρεσε, το φοράει και θα το φορά για πάντα ο Χριστός ,(δύο υποστάσεις : α)ανθρώπινη και β)Θεϊκή ,ταυτισμένες ασυγχύτως και αδιαιρέτως σε ένα  Πρόσωπο)
Μην ξεχνάμε  ότι το ανθρώπινο σώμα βαπτίζεται και εισέρχεται όλο στην κολυμβήθρα.
Το Άγιον Πνεύμα λοιπόν δεν υποτιμά την σάρκα μας , αλλά την καθαρίσει και κατοικεί μέσα μας, μέσα στα σώματά μας , σε όλη την ύπαρξή μας.
Άλλωστε Την ανάσταση των νεκρών την υπαγορεύει η Αγάπη Του Θεού. Όταν αγαπάμε αυτά που δημιουργήσαμε δεν τα αφήνουμε ποτέ να χαθούν.
Τα παιδιά μας τα γεννάμε και μετά τα παρατάμε;
Ένα σπίτι που φτιάξαμε το εγκαταλείπουμε;
Όχι! Αλλά τα  φροντίζουμε και τα συντηρούμε.
Διότι  στα δημιουργήματα μας αποτυπώνεται όλη μας η αγάπη, η ψυχή και δημιουργικότητα μας.
Πως λοιπόν ο Θεός θα αφήσει όλη την δημιουργία , στην οποία αποτυπώνεται και αντικατοπτρίζεται η Αγάπη , η Δύναμη, η Σοφία και η  Δικαιοσύνη Του να γίνει ερημιά…;
Ο Χριστός  λοιπόν σώζει ολόκληρο τον άνθρωπο ,και την ψυχή και το σώμα του.
Γιαυτό «ο Λόγος σαρξ(σάρκα)εγένετο» .
Χρησιμοποιεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μία λέξη πιο ρεαλιστική : σάρκα ,όχι  απλά άνθρωπος, αλλά σάρκα, για να τονίσει περισσσότερο την πραγματική ενανθρώπισή του.
Ο θεός λοιπόν προσλαμβάνει όλη την ανθρώπινη φύση (ψυχή-σώμα) για να σώσει ολόκληρο τον άνθρωπο
«Το γαρ απρόσληπτον,αθεράπευτον. Ο δε ήνωται Τω Θεώ ,τούτο και σώζεται.»
Είχε ανάγκη όμως ο ανενδεής Θεός να προσλάβει την ανθρώπινη φύση;
-Όχι! για εμάς το έκανε, για να μας θεώσει ψυχή και σώματι.
Η ενανθρώπιση του Θεού ήταν κατ’ευδοκία  θέλημα Του Θεού και όχι κατά παραχώρηση.
Ο Θεός  σαρκώθηκε όχι αναγκαστικά, αλλά επειδή προαιωνίως το ήθελε.
Ακόμη και εάν δεν έπεφτε ο άνθρωπος, πάλι ο Λόγος σαρξ θα γινόταν για να θεώσει την ανθρώπινη φύση.
Όμως όταν ο Χριστός αναστήθηκε, δεν άφησε το παλιό φθαρτό σώμα στο τάφο και πήρε ένα άλλο. Αλλά αυτό το παλιό το ανακαίνισε, το ανέστησε και μαζί του ανακαίνισε και νεούργησε(έκανε πάλι νέους) όλους τους ανθρώπους.
Ό,τι είναι λοιπόν το αναστημένο σώμα του Χριστού αυτό θα είναι και το δικό μας στην αιωνία ζωή.
(Και εδώ κάτι παράδοξο! Ο Χριστός από την μία έφαγε από το  περιγραπτό του ανθρώπινο σώμα το ψάρι και την κηρήθρα ,(και δεν έφαγε από ανάγκη, αλλά για να αποδείξει την ανάστασή Του)αλλά από την άλλη αυτό το υπαρκτό σώμα πέρναγε μέσα από τις κλειστές θύρες.
Πώς συνδυάζονται και τα δύο; Μόνο ο θεός ξέρει!)
Αυτό λοιπόν το ίδιο σώμα που φοράμε τώρα ,αλλά βελτιωμένο και  ανακαινισμένο δε, νέο για πάντα.θα έχουμε στην αιωνιότητα. π.χ. όπως το νερό. Μπορεί από υγρή μορφή να γίνει πάγος ή υδρατμός, αλλάζει η μορφή του αλλά όχι και η ουσία και υπόστασή του.
Όπως ο κόκος του σίτου περιέχει μέσα του όλο το στάχυ που σε λίγο θα ξεπεταχθεί. Έτσι και ο άνθρωπος με την χάρη Του Χριστού ανασταίνεται. Και από ένα μικρό σαπισμένο μέσα στη γη σποράκι ( το πεθαμένο σώμα μέσα στον τάφο) μεταμορφώνεται σε ολόκληρο στάχυ.
Εξ’ου και η σημασία του σταριού –κολλύβου που θέτουμε  στα μνημόσυνα.
Γιαυτό και  με την Θεία Κοινωνία. μέσα μας λαμβάνουμε  την σπορά  της αθανασίας και  φροντίζουμε πάντα  να κοινωνήσει εκείνος που φεύγει από την παρούσα ζωή, για να πάρει μαζί του το φάρμακο και τον σπόρο της αθανασίας.
Ακολούθως ,στην αιωνία Βασιλεία Του θεού μόνο σώματα που θα γίνουν αιώνια και άφθαρτα μπορούν να εισέλθουν .
Όμως με τα σώματα των κολασμένων που και αυτά αναγκαστικά θα αναστηθούν τι θα γίνει;
Και οι κολασμένοι και ασεβείς θα αναστηθούνε στην Β΄Παρουσία και θα έχουνε αθάνατα και άφθαρτα σώματα, όχι όμως και αιώνια ζωή ,αλλά θα βιώνουν την αθανασία του σώματος και της ψυχής τους ως ατέρμονη κόλαση,σκοτάδι  και πόνο.
Γιαυτό και οι ίδιοι οι δαίμονες δειλιούν και φοβούνται την κόλαση. Είναι τρομερή γιαυτούς, που είναι πνεύματα, πόσο μάλλον για τους κολασμένους ανθρώπους που θα συμμετέχουν σε αυτή και με τα σώματά τους!Αλίμονο!!
Μας υπενθιμίζει ο Χριστός μας :
Μὴ φοβᾶσθε ἐκείνους ποὺ σκοτώνουν τὸ σῶμα, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ σκοτώσουν τὴν ψυχήν. Νὰ φοβᾶσθε μᾶλλον ἐκεῖνον, ποὺ μπορεῖ νὰ κάνῃκαὶ ψυχὴν καὶ σῶμα νὰ χαθοῦν εἰς τὴν γέεναν. .(Ματθ.Ι΄,28)
Προσέξτε:
Τι θα βάλει ο θεός στην Κόλαση;
«Και ψυχή και σώμα»
Ώστε λοιπόν στην Κόλαση θα είναι και το σώμα.Αλλά για να είναι το σώμα στην Κόλαση, σημαίνει ότι πρώτα θα αναστηθεί από τον τάφο, όπου είχε λιώσει, και μετά θα πάει στην Κόλαση.
Πού είναι λοιπόν εκείνοι που λένε ότι η Κόλαση θα είναι απλώς έλεγχοι της συνειδήσεως; Κάτι αφηρημένο και αερώδες;..
Θα είναι βεβαίως και  έλεγχοι της συνειδήσεως αλλά θα είναι και τιμωρία του σώματος…Και επειδή θα είναι μεν το παλαιό σώμα, αλλά νέο, με νέες ιδιότητες, τότε δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πως ακριβώς θα είναι η Κόλαση.
Ο Κύριος την παρομοίασε με το «πυρ που δεν σβήνει ποτέ». Και το πυρ αυτό είναι αφεγγές, γι’αυτό μιλάει και για σκότος .
π.χ. μπορούμε να απομονώσουμε μόνο την φωτιστική πλευρά του ηλιακού φωτός , ή μόνο την θερμαντική ,όπως κάνουμε με τον Ηλιακό θερμοσίφωνα, κ.λ.π.)
Μίλησε ο Χριστός μας και για «τριγμό των οδόντων και βρυγμό» όταν χτυπούν τα δόντια και μουγκρίζει ο άνθρωπος από τον πόνο .Τί ακριβώς είναι όλα αυτά; ,ακόμη δεν ξέρουμε.
Τα σώματα λοιπόν θα μετατεθούν ή στην Βασιλεία Του Θεού ή στη Κόλαση.
Μην λησμονούμε εξ’άλλου ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο για να ζεί, και όχι απλά να υπάρχει. Και οι πέτρες και τα σίδερα  και τα βουνά υπάρχουνε αλλά δεν ζούνε, δεν έχουνε συνείδηση. Μόνο ο άνθρωπος και οι Άγγελοι  σε όλο το κτιστό σύμπαν έχουν μετοχή στην Θεία ζωή Αυτό σημείνει ΖΩΗ = ΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΖΩΗ
Η ύπαρξη λοιπόν σκέτη δεν έχει κανένα νόημα και αξία. Και οι δαίμονες έχουν ύπαρξη αλλά δεν έχουν ζωή. Και οι  κολασμένοι θα έχουν ύπαρξη αλλά δεν θα έχουνε ζωή.
Γράφει ο Άγιος Θεόφιλος Αντιοχείας  για τον άνθρωπο :
«Οὔτε οὖν ἀθάνατον αὐτόν ἐποίησεν, οὔτε μήν θνητόν, ἀλλά δεκτικόν ἀμφοτέρων»
Δηλ.ούτε βέβαια θνητό έκανε ο Θεός τον άνθρωπο ,ούτε αθάνατο, αλλά δεκτικό του θανάτου ή της Αθανασίας.
( Μέρος 4ον )
 Η αιτία του θανάτου δεν είναι στην φύση μας ,αλλά στην προαίρεσή μας. Ο Διάβολος δεν είναι  κακός στην ουσία του, αλλά στην προαίρεσή του, γιατί την ουσία του την δημιούργησε ο Θεός.
Ο Θάνατος είναι μη ον, δεν υπάρχει δεν έχει ουσία, είναι η απουσία της ζωής, όπως η σκιά είναι απουσία του φωτός.
Άρα διαλέγουμε :
ή Θεό=ζωή-Φώς
ή
μη θεό = θάνατος, σκιά σκοτάδι.
Άρα ,όταν κι’άκόμη αρνείσαι τον Θεό ,πάλι δίπλα  σου θα τον έχεις,  ως απουσία Του  όμως .
Όπως ο ήλιος έχει δύο ιδιότητες, και φωτίζει και καίει.
Ή προσλαμβάνεις λοιπόν  τον Θεόν ως Φως ή  ως φωτιά που σε καίει .
Αλλά  θα ρωτούσε  ίσως κάποιος :
-Μα τέλος πάντων(!) δεν υπάρχει ένας χώρος στον οποίο  ο Θεός ούτε να υπάρχει ούτε να μην υπάρχει; Γιατί να έχω πάντα Το Θεόν μπροστά μου είτε ως παρουσία είτε ως απουσία;
Διότι, για να υπάρξει αυτός ο χώρος πρέπει κάποιος να τον δημιουργήσει. Και αυτός που δίνει δημιουργία και ζωή είναι μόνον ο  Ζων Θεός.
Μονάχα εάν επιστρέψεις στην ανυπαρξία, στο μηδέν, μπορείς να «απαλλαγείς» από τον Θεό.Μα ούτε αυτό μπορεί ποτέ να γίνει γιατί ο Θεός ό,τι δημιουργεί  ποτέ δεν επιστρέφει στο μηδέν.
Επανερχόμεθα  λοιπόν στον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς. :
«Οι άνθρωποι καταδίκασαν το Θεό σε θάνατο. Ο Θεός όμως με την Ανάστασή Του « καταδικάζει» τους ανθρώπους σε αθανασία.»
Είναι φοβερό να θέλεις να μην υπάρχεις και να μην μπορείς! Αυτή είναι και η δυστυχία των δαιμόνων και όσων κληρονομήσουνε την κόλαση.
Πιο συγκεκριμένα   γράφει Απόστολος Παύλος  πως μετά την ανάσταση των νεκρών «αρπαγησόμεθα εν νεφέλαις»
Η νεφέλη είναι πάντα σύμβολο της θείας δόξης.
«εις απάντηση του Κυρίου εις αέρα» για να προϋπαντήσουμε τον Χριστό κάπου στο σύμπαν, Ο Θεός ξέρει που
«και ούτω πάντοτε συν Κυρίω εσόμεθα.»
και έτσι πάντοτε θα είμαστε μαζί Του στους άληκτους αιώνες των αιώνων.
Ο Κύριος τότε  θα κατέρχεται και εμείς θα ανερχόμαστε.(βλ΄.Ανάληψη του Κυρίου, όταν οι Άγγελοι  λένε στους Αποστόλους :
«τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; Οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν.» (Πραξ.α΄11)
Οι κολασμένοι  όμως δεν θα αρπαχθούν μέσα σε νεφέλες. Θα μείνουν κάτω στην γη.Και τι θα γίνει με αυτούς και πως θα πάνε στον τόπο  της Κολάσεως;
Δεν ξέρουμε, ο Θεός ξέρει.
Η Βασιλεία των Ουρανών  και εξίσου η Κόλαση θα είναι συγκεκριμένοι περιγραπτοί χώροι-τόποι , και όχι κάτι το φανταστικό, αφηρημένο και απροσδιόριστο , αφού θα φιλοξενούνε τα περιγραπτά  και προσδιορισμένα ανθρώπινα σώματα .
Με την Δευτέρα ένδοξη παρουσία Του Χριστού μας τα σύμπαντα θα αλλάξουνε!
Από την προϋπάρχουσα ύλη , ανακαινισμένη πλέον, ο Θεός θα πλάσει έναν καινούργιο κόσμο.
Καὶ εἶδον οὐρανὸν καινὸν καὶ γῆν καινήν· ὁ γὰρ πρῶτος οὐρανὸς καὶ ἡ πρώτη γῆ ἀπῆλθον,(Αποκ κα΄-1)
Όπως τα  παλαιά χρόνια, αλλά και τώρα στα χρόνια της κρίσης , όταν είχανε ένα παλαιό παλτό και εξωτερικά φθείρονταν, τότε με  ραπτική μαεστρία το γύριζαν ανάποδα, και τουτοιοτρόπως από την προϋπάρχουσα ύλη του ενδύματος έφτιαχναν ένα ανακαινισμένο παλτό.
Όπως και πάλι επαναλαμβάνει ο Απόστολος Πέτρος για την αναδημιουργία του κόσμου:
Καινοὺς δὲ οὐρανοὺς καὶ γῆν καινὴν κατὰ τὸ ἐπάγγελμα αὐτοῦ προσδοκῶμεν, ἐν οἷς δικαιοσύνη κατοικεῖ.(Πετρ.Β΄γ-13)
Αλλά ας κλείσουμε από τα φωτισμένα  και ελπιδοφόρα  λόγια  του  Απ.Παύλου για την Ανάσταση μας
«ἰδοὺ μυστήριον ὑμῖν λέγω· πάντες μὲν οὐ κοιμηθησόμεθα, πάντες δὲ ἀλλαγησόμεθα,         ἐν ἀτόμῳ, ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ, ἐν τῇ ἐσχάτῃ σάλπιγγι· σαλπίσει γάρ,καὶ οἱ νεκροὶ ἐγερθήσονται ἄφθαρτοι, καὶ ἡμεῖς ἀλλαγησόμεθα.           .
δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν.» (Α΄Κορινθίους ιε΄΄ -51-53)
Πράγματι η ακράδαντη πίστη στην Ανάσταση του Χριστού, αλλά και στην δική μας,που επίκειται, όχι μόνο μας στερεώνει στην ορθή πίστη αλλά μας βοηθάει και στον αγώνα της πνευματικής ζωής και εγκρατείας. Αφού εκείνος που πιστεύει ότι το σώμα του θα κληρονομήσει την αιωνιότητα, προσέχει να μην το μολύνει, αλλά να το εξαγνίζει με την χάρη του Αγίου Πνεύματος ,μέσα στον νόμο της Αγάπης προς τον εν Τριάδι Θεό και τους αδελφούς του.
Όπως  γράφει ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων:
 «ο πιστεύων ότι μένει το σώμα εις ανάστασιν, φείδεται της στολής και ου μολύνει τούτο.»
 Είθε ο καλός μας Χριστός με τις πρεσβείες τις γλυκυτάτης του Μητρός να  μας αναστήσει εις ανάστασιν ζωής, ψυχή και σώματι, εν τη εσχάτη αυτού ημέρα, για να ζούμε και μεταλαμβάνουμε την αιώνια και άληκτο χαρά μέσα στις λαμπροστάλακτες ακτίνες της Τρισηλίου Θεότητος.Αμήν!
Βασισμένο στο Βιβλίο : « Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ»
+ π.Αθανασίου Μυτιληναίου. Εκδ.ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
Επιμέλεια : π.Διονύσιος Ταμπάκης-Ναύπλιον.
 tokandylaki.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΥΡΕΣΙΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ (24 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Φεβρουαρίου, 2014

«Η τίμια και σεβάσμια και στους αγγέλους κεφαλή πρώτα μεν βρέθηκε, κατ’ ευδοκία και φανέρωση του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, από δύο μοναχούς στην οικία του Ηρώδη, όταν ήλθαν στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τον ζωηφόρο τάφο του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Από τους μοναχούς αυτούς την έλαβε κάποιος κεραμέας και την μετέφερε στην πόλη των Εμεσηνών. Επειδή αισθανόταν χαρά κι ευτυχία  στην καρδιά του μέσω αυτής ο κεραμέας, την τιμούσε εξαιρετικά. Έπειτα επειδή επρόκειτο να πεθάνει, την άφησε στην αδελφή του, αφήνοντας την εντολή να μην την μετακινεί ούτε να την ανοίγει, παρά μόνον να την τιμά. Και μετά τον θάνατο της γυναίκας, πολλοί δέχτηκαν την κεφαλή διαδοχικά ο ένας μετά τον άλλον. Τελευταία από όλους η κεφαλή του Προδρόμου περιήλθε σε κάποιο μοναχό και πρεσβύτερο Ευστάθιο, που ανήκε στην κακοδοξία των Αρειανών. Αυτός εκδιώχτηκε από τους ορθοδόξους από το σπήλαιο στο οποίο κατοικούσε, διότι καπηλευόταν τις ιάσεις που γίνονταν διά της τιμίας κάρας, λέγοντας ότι οφείλονται στην κακόδοξη πίστη του, γι’ αυτό κατά θεία οικονομία φεύγοντας άφησε την κάρα του θείου Προδρόμου στο σπήλαιο. Ήταν λοιπόν κρυμμένη εκεί, μέχρι των χρόνων του Μαρκέλλου, που ήταν αρχιμανδρίτης, επί της βασιλείας του Ουαλεντιανού του νέου και του επισκόπου Εμέσης Ουρανίου. Τότε ακριβώς, επειδή αποκαλύφθηκαν πολλά γι’ αυτήν, βρέθηκε να είναι σε υδρία, οπότε εισήχθη στην Εκκλησία από τον επίσκοπο Ουράνιο, ενεργώντας πολλές ιάσεις και θαύματα. Τελείται δε η σύναξη για την εύρεση της κάρας στο αγιότατο Προφητείο του Προδρόμου, που βρίσκεται στην περιοχή του Φωρακίου».
Αφορμή και πάλι για την Εκκλησία μας η εύρεση της τιμίας κεφαλής του Προδρόμου, προκειμένου να τονίσει τη σπουδαία θέση του μεταξύ όλων των αγίων: να θυμηθούμε οι πιστοί ότι ήταν εκείνος που «κήρυξε τη σωτήρια έλευση του Σωτήρος Χριστού, κατενόησε την πτήση του αγίου Πνεύματος που σκήνωσε σ’ εκείνον, κατά το βάπτισμα του Κυρίου, που μεσίτευσε μεταξύ της Παλαιάς και της Νέας χάριτος» (στιχηρό εσπερινού)∙ ότι ήταν εκείνος που «όταν παρανόμησε ο Ηρώδης τον έλεγξε και γι’ αυτό ως παράφρων ο δειλός του έκοψε την κεφαλή»(κάθισμα όρθρου)∙ ότι ήταν εκείνος που «σφράγισε την Παλαιά Διαθήκη και υπήρξε το τέλος των προφητών, ενώ ετοίμασε τον δρόμο της καινής» (ωδή δ΄)∙ ότι τέλος υπήρξε εκείνος που «φάνηκε με τη δύναμη και το πνεύμα του προφήτη Ηλία σαν ακράδαντος πύργος» (ωδή ε΄) ενώ υμνήθηκε από τον Κύριο «ως ο μεγαλύτερος από όλους τους ανθρώπους» (ωδή ζ΄).
Πέραν όμως αυτών. Η υμνολογία της Εκκλησίας μας σήμερα έρχεται να μας εξηγήσει γιατί ο Κύριος θέλησε να τον φανερώσει από την κρυμμένη στη γη για πολλά χρόνια θέση του. Κι η εξήγηση που προσάγει είναι διπλή: αφενός να κηρύξει εκ νέου μετάνοια  στους ανθρώπους, αφετέρου να γίνει ίαμα γι’ αυτούς με τα διάφορα θαύματά του. Με άλλα λόγια η εύρεση της κεφαλής του τιμίου Προδρόμου κατανοείται μέσα στα πλαίσια της ευεργεσίας του Χριστού στον πιστό λαό του, αποτελεί δηλαδή δώρο Του στην Εκκλησία, γιατί θέλει και να τον παρηγορήσει στον κόσμο τούτο με τα ιάματα που προσφέρει δια της κάρας του Ιωάννου, και να τον βοηθήσει και πάλι να βρει τον αληθινό δρόμο της ζωής, που δεν είναι άλλος από τον δρόμο της μετανοίας και του αγιασμού. Οι πολλές αναφορές του υμνογράφου επί των παραπάνω συγκεφαλαιώνονται θα λέγαμε στους στίχους του συναξαρίου: «Από τη γη φανερώνει ο Πρόδρομος τη σεβάσμια κάρα του, προτρέποντας πάλι να κάνουμε καρπούς άξιους της μετάνοιας. Πρόδρομε, συ που βάπτισες παλιά τον λαό στις πηγές των υδάτων, συ τώρα που φάνηκες από τη γη, βάπτιζέ τον στις πηγές των θαυμάτων» («Εκ γης προφαίνει Πρόδρομος σεπτήν Κάραν, καρπούς παραινών αξίους ποιείν πάλιν. Ο Βαπτίσας πριν υδάτων πηγαίς όχλους, γήθεν φανείς βάπτιζε πηγαίς θαυμάτων»).
Αλλ’ είπαμε, οι αναφορές του υμνογράφου είναι πάμπολλες: δεν μπορεί να κάνει οιαδήποτε αναφορά στον άγιο Ιωάννη, χωρίς να νιώσει την ανάγκη να μιλήσει για το πρώτιστο έργο του Προδρόμου, το κήρυγμα της μετανοίας. Προσαρμόζει όμως το έργο αυτό στα δεδομένα της εποχής του, και κάθε εποχής βεβαίως, όσο κι αν είναι σύγχρονη. «Στάλθηκε ο Πρόδρομος σαν φωνή ανθρώπου που φωνάζει στις έρημες καρδιές, εγκεντρίζοντας σ’ αυτές την ευσεβή πίστη του Υιού του Θεού, του αληθινού Θεού» («Απεστάλη βοώντος φωνή ο Πρόδρμος ταις ερήμοις καρδίαις, την του Υιού του Θεού πίστιν ευσεβή εγκεντρίζων του όντως Θεού») (ωδή η΄). Κι είναι ευνόητο για τον άγιο υμνογράφο ότι μιλώντας για τη μετάνοια μιλάμε για την οδό αγιασμού των ανθρώπων, που οδηγεί στο να γίνει ο άνθρωπος κατοικητήριο του Τριαδικού Θεού. Εκεί οδηγεί η μετάνοια και ο αγιασμός: όχι απλώς να γίνει ο άνθρωπος ένας καλός άνθρωπος – πολλοί «καλοί» άνθρωποι από ό,τι μας λένε οι άγιοί μας θα βρεθούν στην κόλαση, σε αρνητική δηλαδή σχέση με τον Θεό – αλλά να γίνει μία φανέρωση Εκείνου, μία ζωντανή παρουσία της Βασιλείας του Θεού στον κόσμο. «Ετοιμάστε, λέει και τώρα (που φανερώθηκε η κεφαλή του) ο Πρόδρομος, την οδό του Κυρίου, διά της αγιότητος. Διότι αυτός θα έλθει μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα και θα κατοικήσει αιωνίως στις καρδιές μας» («Ετοιμάσατε, φάσκει και νυν ο Πρόδρομος, του Κυρίου την τρίβον, δι’ αγιότητος∙ ούτος γαρ ελθών, συν Πατρί και Πνεύματι, ταις ημών καρδίαις οικήσει εις αιώνας») (ωδή η΄).
Είναι περισσότερο από σαφές έτσι ότι η εύρεση της κεφαλής του τιμίου Προδρόμου λειτουργεί κατεξοχήν εισαγωγικά και αφυπνιστικά προς την περίοδο που εισερχόμαστε σε λίγες ημέρες: τη Σαρακοστή. Δεν υπάρχει καλύτερη προετοιμασία μας γι’ αυτήν, περίοδο νηστείας και εγκρατείας, πνευματικής αφύπνισης και κατάνυξης, από ό,τι μας προβάλλει η τεράστια προσωπικότητα του αγίου Ιωάννου. Κι ακριβώς αυτό επισημαίνει μεταξύ άλλων και η υμνολογία της Εκκλησίας: «Ανέτειλε με λαμπρότητα η τίμια κάρα σου από τους άδυτους κόλπους της γης, Πρόδρομε Ιωάννη…Σε παρακαλούμε να μας δώσεις λύση στα δεινά της ζωής μας, όπως και να διανύσουμε τον καιρό της εγκράτειας καρποφόρα με τις πρεσβείες σου» («Λαμπροφανής ανέτειλεν η τιμία σου κάρα, εκ των αδύτων κόλπων γης, Πρόδρομε Ιωάννη…Δυσωπούμεν σε των δεινών ευρείν λύσιν και τον καιρόν ευμαρώς ανύσαι της εγκρατείας, πρεσβείαις σου») (εξαποστειλάριον όρθρου). Και στους αίνους διαβάζουμε: «Άνοιξε τα προπύλαια της εγκράτειας η πάνσεμνη κεφαλή σου, πανεύφημε, και παρέθεσε σε όλους γλυκύτατη ευχαρίστηση των θείων χαρισμάτων. Σ’ αυτά τα θεία χαρίσματα αν μετέχουμε με πίστη, γλυκαίνουμε την τραχύτητα της νηστείας» («Ήνοιξε προπύλαις της εγκρατείας η πάνσεμνος κεφαλή σου, πανεύφημε, και τρυφήν προέθηκεν ηδυτάτην πάσι θείων χαρισμάτων∙ ων περ μετέχοντες πιστώς, το της νηστείας τραχύ γλυκαίνομεν»).
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »