kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

«Ο άνθρωπος κοιτάζει το πρόσωπο, ο Θεός βλέπει την καρδιά»

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουλίου, 2010

sta1.jpgsta1.jpg

Κυριακή Στ΄ Ματθαίου

Ιωάννου του Χρυσοστόμου

«Και αφού μπήκε στο πλοίο πέρασε διά μέσου της λίμνης στο απέναντι μέρος και ήλθε στη δική του πόλη. Και να έφεραν σ’ αυτόν ένα παραλυτικό πάνω στο κρεβάτι. Και ο Ιησούς, όταν είδε την πίστη τους, είπε στον παραλυτικό· Έχε θάρρος, παιδί μου, σου έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου»

Δική του πόλη ονομάζει εδώ την Καπερναούμ. Η Βηθλεέμ τον έφερε στη ζωή, η Ναζαρέτ τον μεγάλωσε, η Καπερναούμ τον είχε μόνιμο κάτοικό της. Ο παραλυτικός εδώ είναι άλλος από εκείνον που αναφέρει ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Εκείνος ήταν κατάκοιτος στην κολυμβήθρα, αυτός ήταν στην Καπερναούμ. Εκείνος ήταν άρρωστος τριάντα οκτώ χρόνια· γι’ αυτόν εδώ δε λέγεται τίποτα τέτοιο. Εκείνος δεν είχε κανένα να τον προστατέψει, αυτός όμως είχε αυτούς που τον φρόντιζαν, που τον σήκωσαν κιόλας και τον έφεραν. Και σ’ αυτόν λέει, «παιδί μου, συγχωρούνται οι αμαρτίες σου» σ’ εκείνον, «θέλεις να βρεις την υγεία σου»; Κι εκείνον τον θεράπευσε το Σάββατο, αυτόν όμως όχι. Γιατί βέβαια θα τον κατηγορούσαν αν το έκανε· και γι’ αυτό οι Ιουδαίοι σ’ αυτόν  σιώπησαν, σ’ εκείνον όμως επιτέθηκαν και τον καταδίωκαν. Αυτά τα είπα όχι χωρίς λόγο αλλά για να μη νομίσει κανένας πως υπάρχει διαφωνία, επειδή σχημάτισε την υποψία πως ήταν ο ίδιος παραλυτικός.

Εμείς ας προσέξουμε τη μετριοφροσύνη και την καλωσύνη του Κυρίου. Γιατί και πριν απ’ αυτό απέφυγε τον κόσμο· κι όταν τον έδιωξαν οι Γαδαρηνοί, δεν αντιστάθηκε. Έφυγε και μόνο που δεν πήγε μακρυά. Και πέρασε αφού ξαναμπήκε στο πλοίο, ενώ μπορούσε να πάει περπατώντας. Δεν ήθελε να πραγματοποιεί πάντα θαύματα, ώστε να μην καταστρέψει το έργο της θείας οικονομίας.

Ο Ματθαίος λοιπόν γράφει ότι τον έφεραν κοντά στον Κύριο. Οι άλλοι ευαγγελιστές, ότι αφού άνοιξαν και τη σκεπή τον κατέβασαν. Κι έβαλαν μπροστά στο Χριστό τον άρρωστο χωρίς να του πουν τίποτα αλλά αφήνοντάς τα όλα στη διάθεσή του. Στην αρχή του έργου του ο Χριστός πήγαινε από το ένα μέρος στο άλλο, και δε ζητούσε τόσο μεγάλη πίστη σ’ όσους τον πλησίαζαν. Εδώ και τον πλησίασαν και φανέρωσαν την πίστη τους. Όταν είδε, γράφει, την πίστη τους, δηλ. εκείνων που άνοιξαν τη σκεπή. Δεν γυρεύει παντού την πίστη από τους αρρώστους μονάχα, π.χ. όταν παραφέρονται ή τα έχουν χαμένα από την αρρώστια. Εδώ φαίνεται, πως η πίστη ήταν και του αρρώστου· δε θα δεχόταν να τον κατέβαζαν από τη σκεπή, αν δεν πίστευε.

Αφού αυτοί έδειξαν τόση πίστη, δείχνει κι αυτός τη δύναμή του, συγχωρώντας τις αμαρτίες με πλήρη εξουσία, και με όλη του τη συμπεριφορά δείχνοντας ότι είναι ισότιμος μ’ εκείνον που τον γέννησε. Προσέξτε· προηγουμένως το έδειξε αυτό με τη διδασκαλία του, όταν τους μιλούσε σαν εκείνον που έχει εξουσία· με τον λεπρό, όταν είπε θέλω, καθαρίσου· με τον εκατόνταρχο, που τον θαύμασε και τον ανέβασε ψηλότερα απ’ όλους· με τη θάλασσα, όταν την υπόταξε με το λόγο μόνο· με τους δαίμονες, όταν τον παραδέχονταν ως κριτή, και τους έδιωξε με πολλή εξουσία. Εδώ πάλι με άλλο ανώτερο τρόπο τους ίδιους τους εχθρούς αναγκάζει να παραδεχτούν την ισοτιμία και με το στόμα τους το κάνει φανερό. Ο ίδιος ο Κύριος φανερώνει ότι δεν αγαπούσε τις τιμές -ήταν πολλοί θεατές που έκλειναν την είσοδο, γι’ αυτό και τον κατέβασαν από ψηλά – δεν βιάστηκε να θεραπεύσει αμέσως το σώμα που είναι ορατό αλλά παίρνει την αφορμή απ’ αυτούς και θεραπεύει το αόρατο πρώτα, τη ψυχή, συγχωρώντας τις αμαρτίες. Τούτο τον άρρωστο τον έσωζε, στον ίδιο όμως δεν προξενούσε μεγάλη δόξα. Εκείνοι κινημένοι από πονηρία και θέλοντας να επιτεθούν έκαναν το θαύμα να λάμψει παρά τη θέλησή τους. Γιατί έτσι όπως ήταν εκείνος εφευρετικός, χρησιμοποίησε το φθόνο τους για την ανάδειξη του θαύματος. Επειδή λοιπόν έκαναν θόρυβο μεταξύ τους κι έλεγαν «Αυτός βλασφημεί· ποιός μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μόνο ο Θεός;». Ας δούμε τί λέει ο ίδιος. «Άραγε διέλυσε την υποψία;». Και βέβαια αν δεν ήταν ίσος με τον Πατέρα έπρεπε να πει· Γιατί μου αποδίδετε δύναμη που δεν μου ταιριάζει; Πολύ απέχω εγώ από τη δύναμη αυτή. Τώρα όμως δεν είπε κάτι τέτοιο. Ίσα -ίσα βεβαίωσε και επικύρωσε το αντίθετο και με το λόγο του και με το θαύμα. Επειδή η περιαυτολογία φαινόταν ότι στενοχωρούσε τους ακροατές, με το στόμα των άλλων βεβαιώνει ό,τι τον αφορά. Και θαυμαστό είναι ότι το κάνει όχι μόνο με το στόμα των φίλων αλλά και των εχθρών. Αυτό αποτελεί το πλήθος της σοφίας του.

Με το στόμα των φίλων του επιβεβαιώθηκε, όταν είπε «θέλω, καθαρίσου» και όταν  είπε «ούτε ανάμεσα στους Εβραίους δε βρήκα τόση πίστη». Με το στόμα των έχθρων του τώρα. Επειδή είπαν κανένας δεν μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μόνο ο Θεός, συμπλήρωσε: «Για να μάθετε ότι ο Υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη ακούστε». Γυρίζει τότε και λέει στον παράλυτο. Σήκω πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου. Κι όχι εδώ μονάχα αλλά κι σε άλλη περίπτωση, όταν εκείνοι του έλεγαν ότι δε σε λιθοβολούμε για μια καλή σου πράξη, αλλά για τη βλασφημία σου κι ότι ενώ είσαι άνθρωπος, κάνεις τον εαυτό σου Θεό, ούτε εκεί δεν ανέτρεψε τη γνώμη αυτή, αλλά την επικύρωσε λέγοντας· «Αν δεν κάνω τα έργα του πατέρα μου, μη με πιστεύετε· αν όμως τα εκτελώ, κι αν δεν πιστεύετε σε μένα, πιστέψτε στα έργα.

Εδώ ωστόσο παρουσιάζει κι άλλο σημάδι της θεότητάς του -όχι μικρό – και της ισοτιμίας με τον Πατέρα. Εκείνοι έλεγαν ότι η συγχώρηση των αμαρτημάτων ανήκει μόνο στο Θεό. Αυτός όμως όχι μόνο τα αμαρτήματα συγχωρεί αλλά και πριν απ’ αυτό κάνει κάτι άλλο που είναι αποκλειστικό προνόμιο του Θεού· αποκαλύπτει τα μυστικά που είναι κρυμμένα στην καρδιά. Δεν είχαν εκφράσει αυτό που σκέφτηκαν. Μερικοί γραμματείς είπαν μέσα τους· Αυτός βλασφημεί. Και επειδή ο Χριστός ήξερε τις σκέψεις τους είπε· «Γιατί κάνετε με το νου σας πονηρές σκέψεις;». Ότι μόνο στο Θεό ανήκει να γνωρίζει τα μυστικά, άκουσε τί λέει ο προφήτης· «Συ μόνος απ’ όλους γνωρίζεις τις καρδιές»· και πάλι· «συ ο Θεός που εξετάζεις τον εσωτερικό μας κόσμο». Και ο Ιερεμίας λέει· «Βαθύτερη απ’ όλα είναι η καρδιά του ανθρώπου· και ποιός θα τον κατανοήσει;»

Και τούτο· «ο άνθρωπος κοιτάζει το πρόσωπο, ο Θεός βλέπει την καρδιά». Και από άλλα πολλά χωρία της Γραφής μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι ανήκει στο Θεό να γνωρίζει τη ψυχή. Αποδεικνύοντας λοιπόν ότι είναι Θεός ίσος με τον Πατέρα του αποκαλύπτει και φανερώνει αυτά που συλλογίζονταν. Γιατί αυτοί επειδή φοβούνταν τον κόσμο, δεν τολμούσαν να διατυπώσουν μπροστά σ’ όλους τη γνώμη τους. Κι εδώ δείχνει πολλή πραότητα. Γιατί, λέει, κάνετε μέσα στην καρδιά σας πονηρές σκέψεις; Και βέβαια, αν έπρεπε κάποιος ν’ αγανακτήσει, αυτός ήταν ο άρρωστος, επειδή είχε ξεγελαστεί. Μπορούσε να πει· «για άλλο ήρθα να με θεραπεύσεις κι άλλο συ διορθώνεις; Από πού είναι φανερό ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες μου;». Τώρα ωστόσο αυτός τίποτα τέτοιο δε λέει αλλά παραδίδει τον εαυτό του στη διάκριση εκείνου που τον θεραπεύει. Ενώ εκείνοι, υπερβολικοί και φθονεροί καθώς είναι, υπονομεύουν τη φιλάνθρωπη δράση των άλλων. Γι’ αυτό τους επιπλήττει βέβαια αλλά με όλη την επιείκεια. Αν δεν σας φαίνεται πιστευτό το πρώτο και νομίζετε είναι μεγάλα λόγια ό,τι είπα, ορίστε προσθέτω σ’ αυτό και κάτι ακόμα· θ’ αποκαλύψω τα μυστικά σας. Κι άλλο πάλι έπειτα απ’ αυτό. Το ότι θα σφίξω τις αρθρώσεις του παραλυτικού.

Κι όταν μίλησε στον παράλυτο δεν φανέρωσε καθαρά την εξουσία του με τους λόγους του. Δεν είπε «συγχωρώ τις αμαρτίες σου», αλλά «συγχωρούνται οι αμαρτίες σου». Κι όταν αυτοί τον ανάγκασαν, παρουσιάζει λαμπρότερα την εξουσία του, λέγοντας· «Και για να μάθετε ότι ο Υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη». Βλέπετε πόσο ήθελε να θεωρείται ίσος με τον πατέρα; Ούτε είπε ότι έχει ανάγκη από κάποιον άλλο ο Υιός του ανθρώπου ή ότι του έδωσε εξουσία, αλλά ότι έχει εξουσία, και δεν το λέει αυτό για επίδειξη αλλά «για να σας πείσω», λέγει, «ότι δε βλασφημώ κάνοντας τον εαυτό μου ίσο με το Θεό». Παντού θέλει να δίνει αποδείξεις σαφείς, αναντίρρητες, όπως όταν λέει· «Πήγαινε, δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα». Κι όταν δείχνει την πεθερά του Πέτρου να υπηρετεί. Κι όταν επιτρέπει να κατακρημνιστούν οι χοίροι. Έτσι λοιπόν κι εδώ.

Τη σύσφιξη των αρθρώσεων την κάνει απόδειξη της συγχωρήσεως των αμαρτημάτων. Και το σήκωμα του κρεβατιού απόδειξη της σύσφιξης. Ώστε να μη νομισθεί ότι είναι φαντασία αυτό που είχε γίνει. Και δεν το έκανε αυτό παρά αφού τους ρώτησε· «Τί είναι πιο εύκολο να πεις συγχωρούνται οι αμαρτίες σου ή να πεις σήκωσε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Αυτό που λέει είναι το εξής. «Τί σας φαίνεται ευκολότερο να σφίξετε χαλαρωμένες αρθρώσεις ή να συγχωρήσετε αμαρτίες; Φανερό ότι να σφίξετε τις αρθρώσεις». Όσο η ψυχή είναι ανώτερη από το σώμα τόσο ανώτερη είναι η συγχώρηση των αμαρτιών. Επειδή όμως το ένα είναι αόρατο και το άλλο φανερό, γι’ αυτό προσθέτω και το κατώτερο αλλά φανερότερο. Έτσι το μεγαλύτερο κι αόρατο να λάβει μ’ αυτό την απόδειξη. Από αυτή την ώρα φανέρωνε προκαταβολικά με τα έργα του αυτό που ο Ιωάννης είχε πει, ότι αυτός σηκώνει τις αμαρτίες του κόσμου.

Αφού τον θεράπευσε, τον στέλνει στο σπίτι. Και πάλι εδώ δείχνει μετριοφροσύνη κι ότι δεν ήταν φαντασία ό,τι είχε γίνει. Τους μάρτυρες της αρρώστιας, τους κάνει και της υγείας μάρτυρες. Εγώ θα ήθελα, λέει, με τη δική σου ασθένεια, να θεραπεύ σω κι αυτούς που νομίζουν πως είναι υγιείς ενώ το πνεύμα τους νοσεί. Επειδή όμως δε θέλουν πήγαινε στο σπίτι, για να διορθώσεις τους δικούς σου. Βλέπετε πώς δείχνει ότι είναι δημιουργός και ψυχής και σωμάτων; Του καθενός απ’ αυτά θεραπεύει την παράλυση και κάνει φανερό το αόρατο από το ορατό. Σέρνονται όμως ακόμα στη γη. «Όταν είδε ο κόσμος θαύμασαν και δόξασαν το Θεό που έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους». Τους εμπόδιζε η σάρκα.

Αυτός όμως δεν τους κατηγόρησε αλλά προχωρεί ανεβάζοντάς τους με τα έργα και κάνοντας ψηλό το φρόνημά τους. Επί τέλους δεν ήταν μικρό να θεωρείσαι πως είσαι μεγαλύτερος απ’ όλους τους ανθρώπους κι ότι έρχεσαι από το Θεό. Αν είχαν αποκτήσει γι’ αυτά σε σημαντικό βαθμό βεβαιότητα, προχωρώντας θα καταλάβαιναν, ότι ήταν και Υιός του Θεού. Δεν τα συνέλαβαν όμως αυτά καθαρά γι’ αυτό και δεν μπορούν να τον πλησιάσουν. Έλεγαν πάλι· αυτός ο άνθρωπος δεν έρχεται από το Θεό. Πώς είναι αυτός από το Θεό; Και συνεχώς έλεγαν τα ίδια, σαν προκαλύμματα των παθών τους. Το ίδιο κάνουν πολλοί και τώρα, παρόλο που νομίζουν ότι υπερασπίζουν το Θεό, ικανοποιούν δικά τους πάθη, ενώ πρέπει σ’ όλα να είμαστε μετριοπαθείς.

Πρέπει λοιπόν να θεραπεύουμε το πάθος με μετριοπάθεια. Γιατί αυτός που γίνεται καλύτερος από φόβο ανθρώπων, γρήγορα θα  γυρίσει πάλι στην κακία. Γι’ αυτό διέταξε να αφεθούν τα ζιζάνια, παραχωρώντας πάλι μια προθεσμία για μετάνοια. Πολλοί απ’ αυτούς λοιπόν μετάνιωσαν κι έγιναν σπουδαίοι από κακοί που ήσαν όπως ο Παύλος, ο τελώνης, ο ληστής. Αυτοί ήσαν ζιζάνια, έγιναν όμως σιτάρι μεστωμένο. Στους σπόρους φαίνεται τούτο δύσκολο· είναι όμως εύκολο και κατορθωτό σχετικά με τη θέληση· δεν έχει αυτή δεθεί με τους φυσικούς νόμους αλλά έχει τιμηθεί με ελευθερία.

Όταν συναντήσεις λοιπόν εχθρό της αλήθειας, θεράπευσέ τον, περιποιήσου τον, ξανάφερε τον στην αρετή δείχνοντάς του τέλεια ζωή, παρέχοντας λόγο ακατηγόρητο, γίνε προστάτης και κηδεμόνας του. Χρησιμοποίησε κάθε τρόπο για διόρθωση όπως κάνουν οι άριστοι γιατροί. Ούτε αυτοί δεν θεραπεύουν με ένα τρόπο μόνο· όταν δουν ότι δεν υποχωρεί η πληγή με το πρώτο φάρμακο, προσθέτουν δεύτερο, κι έπειτα τρίτο. Κάνουν εγχειρήσεις, χρησιμοποιούν επιδέσμους. Και συ λοιπόν που είσαι γιατρός των ψυχών, μεταχειρίσου κάθε θεραπευτικό τρόπο κατά τους  νόμους του Χριστού, για να λάβεις μισθό και της δικής σου και της ωφέλειας των άλλων. Πράξε τα όλα για τη δόξα του Θεού κι έτσι θα δοξαστείς και σύ. «Θα δοξάσω», λέει, «όποιους με δοξάσουν. Κι όποιοι με περιφρονούν θα τους περιφρονήσω».

Ας τα πράττουμε λοιπόν όλα για τη δόξα του, για να επιτύχουμε αυτό το μακάριο τέλος. Αυτό μακάρι όλοι μας να το επιτύχουμε με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Δική του η δόξα και η δύναμη στους αιώνες.

Αμήν.

Από:http://vatopaidi.wordpress.com/2010/07/04/«ο-άνθρωπος-κοιτάζει-το-πρόσωπο-ο-θεός/#more-46355

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι κάνει η αμαρτία!

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουλίου, 2010

Κυριακή • Τι κάνει η αμαρτία!, φ. 1595

Από:http://kyriakh.blogspot.com/2010/07/1595.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πιο συνεπείς εκείνοι;

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουλίου, 2010

Κυριακή • Πιο συνεπείς εκείνοι;, φ. 1591

Από:http://kyriakh.blogspot.com/2010/06/1591.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

“Η αιώνια ασθένεια (φιλαργυρία)”

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουλίου, 2010

Η αιώνια ἀσθένεια (φιλαργυρία), φ

Από:http://kyriakh.blogspot.com/2010/06/130610.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Θεία Κλήσις.

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουλίου, 2010

Κυριακή • Θεία κλήσις, φ. 1589

Από:http://kyriakh.blogspot.com/2010/06/1589.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

“Γλώσσα και ομολογία”

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουλίου, 2010

30.05.10 – Γλώσσα και ομολογία

Από:http://kyriakh.blogspot.com/2010/05/300510.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι διψάει ο άνθρωπος

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουλίου, 2010

23.05.10 – Τι διψάει ο άνθρωπος

Από:http://kyriakh.blogspot.com/2010/05/230510.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η εγκράτεια στη χριστιανική ζωή

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουλίου, 2010

monax.jpg

«Ἐγκρατείᾳ τήν σάρκα ταπεινῶσαι πάντες σπουδάσωμεν, τό θεῖον ὑπερχόμενοι στάδιον τῆς ἀμώμου νηστείας…».

(1ο Προσόμοιο τοῦ Τριωδίου Ἑσπερινοῦ Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς)

Τό ἔλεος καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μᾶς ἀξιώνει κι ἐφέτος νά εἰσέλθουμε στήν ἱερή περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

Ἀπόψε βρισκόμαστε στό κατώφλι της. Καί συνήλθαμε στόν ἱερό τοῦτο ναό

  • γιά νά ὑμνήσουμε τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.
  • Νά συγχωρηθοῦμε μεταξύ μας.
  • Νά εὐχηθοῦμε ὁ ἕνας στόν ἄλλον Καλή Τεσσαρακοστή, πού σημαίνει ν’ ἀξιωθοῦμε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά διανύσουμε τήν ἱερή περίοδο, ἀγωνιζόμενοι μέ ζῆλο τόν καλόν ἀγώνα τῆς πίστεως.

Ἡ ἀναγκαιότητα γιά μιά ὑπεύθυνη στάση καί μιά συνειδητή πορεία κατά τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή μᾶς ὑποχρεώνει νά θέσουμε τό ἐρώτημα: Ποιό εἶναι τό νόημα τῆς ἱερῆς αὐτῆς περιόδου; Σέ τί συνίσταται ἡ πιό βασική ἐπιδίωξή μας;

Ἀπάντηση στό ἐρώτημα αὐτό ἀνευρίσκουμε στήν ἐκκλησιαστική μας ὑμνογραφία· στούς ἱερούς ὕμνους μέ τούς ὁποίους κι ἀπόψε κι ὁλόκληρη τήν Τεσσαρακοστή ἀπευθυνόμαστε πρός τόν Τριαδικό Θεό μας.

Οἱ ὕμνοι ἀποτελοῦν τήν ἱερή γλώσσα τῆς λατρείας. Καί σ᾿ αὐτούς ἔχει ἀποταμιευθεῖ ὁ πλοῦτος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας. Μ᾿ αὐτούς ἐκφράζεται ἡ ἐξαγιασμένη αἴσθηση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.

Ἕνας, λοιπόν, ἀπό τούς ὕμνους πού ψάλαμε καί πού μᾶς ὑποδεικνύει τί ὀφείλουμε νά πράξουμε καί πῶς θά πρέπει νά βιώσουμε κατά τή διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, εἶναι καί τό 1ο Προσόμοιο τοῦ Τριωδίου. Ὁ ὑμνογράφος ἀπευθύνεται σέ ὅλους μας· ἀπευθύνεται στή συναγμένη Ἐκκλησία καί τήν προτρέπει:

«Ἐγκρατείᾳ τήν σάρκα ταπεινῶσαι πάντες σπουδάσωμεν, τό θεῖον ὑπερχόμενοι στάδιον τῆς ἀμώμου νηστείας…».

Δηλαδή: Καθώς εἰσερχόμαστε στό ἱερό στάδιο τῆς ἄμωμης νηστείας, ἄς ἀγωνιστοῦμε μέ ζῆλο νά ταπεινώσουμε τή σάρκα μέ τήν ἐγκράτεια.

1.

Τό πρῶτο γιά τό ὁποῖο ὀφείλουμε νά ἀναρωτηθοῦμε εἶναι, τί σημαίνει ἐγκράτεια στή γλώσσα τῆς χριστιανικῆς ἀσκήσεως.

Προκαταβολικά θά πρέπει νά διευκρινίσουμε ὅτι ἐγκράτεια δέν εἶναι μόνο ἡ νηστεία, νοούμενη ἀποκλειστικά ὡς ἀποχή βρωμάτων. Τό περιεχόμενο τῆς ἐγκράτειας, σύμφωνα μέ τή χριστιανική ἐμπειρία, εἶναι πολύ πιό εὐρύ. Αὐτό μᾶς ἐπισημαίνει καί ὁ Μ. Βασίλειος:

«Ἐγκράτειαν δέ ἡγούμεθα ὁρίζεσθαι οὐ μόνον τήν τῶν βρωμάτων ἀποχήν (τοῦτο γάρ πολλοί καί τῶν παρ᾿ Ἕλλησι φιλοσόφων κατώρθωσαν), ἀλλά πρό γέ πάντων τόν τῶν ὀφθαλμῶν ρεμβασμόν».

Δηλαδή: «Ἡ ἐγκράτεια νομίζουμε πώς δέν περιορίζεται μόνο στήν ἀποχή τῶν βρωμάτων, τῶν τροφῶν (διότι αὐτό τό κατόρθωσαν καί πολλοί ἀπό τούς ἀρχαίους εἰδωλολάτρες φιλοσόφους), ἀλλά προπάντων στόν ρεμβασμό τῶν ματιῶν».

Τί, λοιπόν, εἶναι ἡ ἐγκράτεια; Ἐπικαλοῦμαι δύο πατερικούς ὁρισμούς, ἕναν τοῦ Χρυσοστόμου καί ἕναν τοῦ Βασιλείου, οἱ ὁποῖοι μᾶς βοηθοῦν νά κατανοήσουμε τό πνεῦμα τῆς χριστιανικῆς ἐγκράτειας.

Κατά τόν ἱ. Χρυσόστομο «τοῦτο ἐστιν ἐγκράτεια, τό μηδενί ὑποσύρεσθαι πάθει». Ἐγκράτεια εἶναι νά μήν παρασύρεται καί νά μήν ὑποκύπτει ὁ χριστιανός σέ κάποιο πάθος.

Ὁ Μ. Βασίλειος εἶναι ἀναλυτικότερος: «Ἔστιν οὖν ἡ ἐγκράτεια», μᾶς λέει, «ἁμαρτίας ἀναίρεσις, παθῶν ἀπαλλοτρίωσις, σώματος νέκρωσις μέχρι καί αὐτῶν τῶν φυσικῶν παθημάτων τε καί ἐπιθυμιῶν, ζωῆς πνευματικῆς ἀρχῆς, τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν πρόξενος, ἐν ἑαυτῇ τό κέντρον τῆς ἡδονῆς ἀφανίζουσα».

Δηλαδή: «Ἐγκράτεια εἶναι ἡ ἀναίρεση τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἀποξένωση ἀπό τά πάθη, ἡ νέκρωση τοῦ σώματος μέχρι τῶν αὐτῶν τῶν φυσικῶν ἐπιθυμιῶν καί λειτουργιῶν· εἶναι ἡ ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς, αὐτή πού γίνεται πρόξενος τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν, ἀφανίζοντας μέ τή δύναμή της τό κεντρί τῆς φιληδονίας».

Ἡ ἐγκράτεια, λοιπόν, στή χριστιανική μας ἐμπειρία εἶναι κάτι πολύ εὐρύτερο ἀπό τή νηστεία τῶν τροφῶν. Ἐκφράζει τό πνεῦμα τοῦ χριστιανικοῦ ἀγώνα μας. Συγκεφαλαιώνει ὅλα τά ἐπιμέρους στοιχεῖα πού ἀπαρτίζουν τήν ἐν Χριστῷ ζωή μας.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος συναριθμεῖ τήν ἐγκράτεια μεταξύ τῶν καρπῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Γαλ. 5,23). Καί ὁ ἴδιος ὑπογραμμίζει πώς ὁ ἀγωνιζόμενος χριστιανός «πάντα ἐγκρατεύεται» (Α΄ Κορ. 9,25).

Ἡ φροντίδα καί ὁ ἀγώνας του εἶναι πῶς νά καταπολεμήσει καί ὄχι νά ἱκανοποιήσει τίς ἐπιθυμίες τῆς σάρκας (Ρωμ. 13,14). Φοβᾶται μήπως φανεῖ «ἀδόκιμος», ἀκατάλληλος καί ἀσυνεπής, καί γι᾿ αὐτό «ὑπωπιάζει», σκληραγωγεῖ δηλαδή μέ τήν ἄσκηση, τό σῶμα του καί τό «δουλαγωγεῖ», τό ὑποτάσσει, γιά νά μήν παρασυρθεῖ ἀπό τίς ἐμπαθεῖς ἐπιθυμίες του (Α΄ Κορ. 9,27).

2.

Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τήν ἐγκράτεια καί τήν ταπείνωση τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος συχνά παρεξηγεῖται. Καί παρεξηγεῖται ὄχι μόνο ἀπό ἀνθρώπους πού βρίσκονται ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί ἀπό χριστιανούς, ἀπό ἀνθρώπους δηλαδή πού εἶναι μέλη της.

Ἀγνοώντας τό βαθύτερο νόημα τῆς πίστεώς μας καί παρερμηνεύοντας τή γλώσσα τῆς χριστιανικῆς διδαχῆς, μᾶς κατηγοροῦν ὅτι περιφρονοῦμε τό ἀνθρώπινο σῶμα, θεωρώντας το σάν κάτι τό κακό.

Μιά τέτοια ἀντίληψη, ἀπ᾿ ὅποιους κι ἄν ὑποστηρίζεται, ἀποτελεῖ δεινή πλάνη. Γιά τή χριστιανική ἀνθρωπολογία τό σῶμα μας εἶναι κάτι τό ἱερό. Πλασμένο «καλόν λίαν» (Γέν. 1,31), τιμήθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεάνθρωπο Κύριο, ἀφοῦ κατά τήν ἐνανθρώπησή Του δέν προσέλαβε μόνο τήν ψυχή ἀλλά καί τό ἀνθρώπινο σῶμα.

Ἔτσι, μετέχει στόν ἐν Χριστῷ ἁγιασμό καί τό σῶμα πού φέρουμε. Καί αὐτή ἡ συμμετοχή εἶναι πού τό ἀναδεικνύει, ὅπως διδάσκει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ναό τοῦ Θεοῦ καί κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Α’ Κορ. 3,17· 6,19). Καί τό ἀνθρώπινο σῶμα, ἐξαγιασμένο μέ τήν ἐν Χριστῷ ἄσκηση καί τή ζωοποιό χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀπό τόν παρόντα κόσμο, μέλλει νά μετάσχει καί στήν ἄκτιστη δόξα τῆς θείας Βασιλείας.

Ἄν κάτι πολεμοῦμε οἱ χριστιανοί μέ τήν ἄσκηση καί τήν ἐγκράτεια, αὐτό δέν εἶναι τό σῶμα ἀλλά «τό φρόνημα τῆς σαρκός» (Ρωμ. 8,6-7)· οἱ ἐμπαθεῖς ἐπιθυμίες, ἡ ροπή πρός τή φιληδονία πού μετά τήν πτώση ἐμφιλοχώρησε μέσα μας.

Μέ τήν ἐν Χριστῷ ἐγκράτειά μας, κατά τήν παροιμιώδη διατύπωση τοῦ ἀββᾶ Ποιμένος στό Γεροντικό, δέν ἐπιδιώκουμε νά γίνουμε «σωματοκτόνοι» ἀλλά «παθοκτόνοι». Καί, ὅπως διδάσκει ὁ Μ. Βασίλειος, ὡς ἐγκράτεια οἱ χριστιανοί δέν ἐννοοῦμε τήν ἀποχή τῶν βρωμάτων «εἰς τό παντελές» -ἀφοῦ κάτι τέτοιο ὁδηγεῖ στόν θάνατο-, ἀλλά «τήν ἐπιτηδευόμενην ἀποχήν τῶν ἡδέων», ἀποχή πού ἀποσκοπεῖ στήν ὑπερνίκηση τοῦ φρονήματος τῆς σαρκός καί στήν πραγματοποίηση «τοῦ τῆς εὐσεβείας σκοποῦ», πού εἶναι ὁ ἁγιασμός μας.

3.

Χριστιανική ζωή χωρίς ἄσκηση καί χωρίς ἐγκράτεια δέν νοεῖται. Αὐτό μᾶς διδάσκει ὁ ζῶν λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτό μᾶς ὑποδεικνύουν οἱ Ἅγιοι τῆς πίστεώς μας μέ τήν ἁγιασμένη ζωή τους. Καθώς γράφει πάλι ὁ θεοφόρος Βασίλειος, ὁ μέγας αὐτός διδάσκαλος τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, «ἐν ἐγκρατείᾳ οἱ ἅγιοι πάντες ἐμαρτυρήθησαν». Ὅλοι οἱ Ἅγιοι ἀνεδείχθησαν, εὐαρέστησαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ἐγκράτεια καί τήν ἐν Χριστῷ ἄσκησή τους.

Ὅπως συνήθιζε νά ὑπογραμμίζει ἕνας σύγχρονος ποιμήν καί θεοφώτιστος διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας μας, πού ἀναπαύεται ἤδη στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δυνατόν νά ἀνεύρει κανείς διαφορές σέ πολλά θεολογικά καί ἐκκλησιαστικά ζητήματα. Σέ ἕνα ὅμως εἶναι ἀπολύτως ὁμόφωνοι, καί αὐτό εἶναι ἡ ἀναγκαιότητα τῆς ἐν Χριστῷ ἀσκήσεως, τῆς ἐγκρατείας, τῆς νηστείας, τῆς προσευχῆς. Ἅγιος καί διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας πού νά διδάσκει πώς στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ μποροῦμε νά εἰσέλθουμε μέ τήν καλοπέραση, τό φαγοπότι καί τήν τρυφηλή ζωή δέν ὑπάρχει. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι «βρῶσις καί πόσις» (Ρωμ. 14,17), ἀλλά ἄσκηση, ἐγκράτεια, ἁγιασμός.

4.

Ἡ ἐγκράτεια -τό εἴπαμε ἤδη παραπάνω- δέν εἶναι μόνο ἡ νηστεία τῶν τροφῶν· ἡ ἀποχή ἀπό ὁρισμένες τροφές ἤ ἡ περιορισμένη ἀσιτία. Ἡ ἐγκράτεια ἔχει ἕνα πολύ εὐρύτερο περιεχόμενο. Ἐπεκτείνεται καί σέ ἄλλες πλευρές τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Ἐπιδιώκει τήν ἀπαλλαγή τοῦ ἀσκουμένου χριστιανοῦ ἀπό κάθε εἴδους πάθος.

Ὁ ἀνώνυμος σχολιαστής τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος διακρίνει τήν ἐγκράτεια σέ αἰσθητή καί σέ νοητή. «Ἐγκράτεια αἰσθητή ἐστιν ἔκκλισις ἀπό πάντων τῶν διά σαρκός ἐνεργουμένων παραλόγων πράξεων· ἐγκράτεια δέ νοητή ἐστιν ἔκκλισις νοῦ ἀπό ἡδονῆς νοημάτων ἐμπαθῶν».

Δηλαδή: «Αἰσθητή ἐγκράτεια εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό ὅλες τίς ἀθέμιτες πράξεις πού ἐνεργοῦμε μέσω τῆς σάρκας. Καί νοητή ἐγκράτεια εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ νοῦ ἀπό τή φιληδονία πού προκαλοῦν οἱ ἐμπαθεῖς λογισμοί».

Ἡ ἀποψινή βραδιά μᾶς εἰσάγει στό πνευματικό στάδιο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Εἶναι περίοδος αὐξημένου πνευματικοῦ ἀγώνα. Εἶναι καιρός ἐγκρατείας.

Ἡ ἐγκράτειά μας ἄς μήν περιοριστεῖ μόνο στίς τροφές. Ἡ νηστεία μας ἄς μήν ἐκπέσει σέ μία ἁπλή ἀλλαγή τῶν διαιτολογικῶν συνηθειῶν μας. Χρειάζεται νά ἐγκρατευθοῦμε πολύπλευρα. Καί νά ἐγκρατευθοῦμε ὅλοι μας, κληρικοί καί λαϊκοί, ἄγαμοι καί ἔγγαμοι, μεγάλοι καί μικροί.

Ἐγκράτεια ἀπό τροφές πού ἡ ἐκκλησιαστική μας παράδοση ὁρίζει.

Ἐγκράτεια ὅμως καί στήν ποσότητα!

Ἐγκράτεια στή γλώσσα!

Ἐγκράτεια στά μάτια!

Ἐγκράτεια στά αὐτιά!

Τί ὠφελεῖ ἡ νηστεία τῶν τροφῶν καί ἡ ἀποχή ἀπό τή συζυγική συνεύρευση, ὅταν ἡ γλώσσα μας κακολογεῖ καί κατακρίνει; ὅταν τά μάτια μας τρέφονται μέ θεάματα αἰσχρά; ὅταν τ’ αὐτιά μας ἀκοῦνε εὐχαρίστως διαβολές καί συκοφαντίες;

Ἐγκράτεια στίς τροφές, ἀλλά ἐγκράτεια καί στή λάμψη καί τήν αἰχμαλωσία τοῦ χρήματος!

Τί ἀξία ἔχει ἡ νηστεία, ὅταν ἡ φιλαργυρία μᾶς ἔχει κυριεύσει; Καί, δυστυχῶς, ὄχι μόνο ἐγγάμους ἀλλά καί ἀγάμους; ὄχι μόνο λαϊκούς ἀλλά καί μελανειμονοῦντας;

Ἐγκράτεια ἀκόμη καί ἀπό ἐμπαθεῖς ἐπιθυμίες. Ἡ ἐγκράτεια, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, «καταμαραίνει τό ἐπιθυμητικόν τῆς ψυχῆς». Ταπεινώνει τά πάθη. Μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό τούς ἀκάθαρτους λογισμούς. Χωρίς τή νέκρωση τῶν ἐμπαθῶν ἐπιθυμιῶν καί τήν ἀπελευθέρωσή μας ἀπό τούς ἀκάθαρτους λογισμούς, δέν μποροῦμε νά ὁμιλοῦμε γιά ἀληθινή νηστεία καί πραγματική ἐγκράτεια.

Ἀδελφοί μου,

Τό στάδιο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἄνοιξε! Τό σύνθημα τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα δόθηκε!

Ἄς ἀναλάβουμε, λοιπόν, τά ὅπλα μας. Τά ὅπλα τοῦ Πνεύματος. Τά ὅπλα τοῦ φωτός!

Καί ὅλοι μας «ἐγκρατείᾳ τήν σάρκα ταπεινῶσαι σπουδάσωμεν». Ἄλλος δρόμος πού νά ὁδηγεῖ στήν κοινωνία μέ τόν ζῶντα Θεό, πού νά μᾶς καθιστᾶ μετόχους τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ, πού νά μᾶς προετοιμάζει γιά μίαν ἐπάξια συμμετοχή στά ἄχραντα Πάθη καί τήν ἔνδοξη Ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου μας δέν ὑπάρχει!

«Δός αἷμα καί λάβε Πνεῦμα» ὑποδεικνύει ὁ ἀρχαῖος ἀσκητής.

Ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατακτᾶται μέ τόν κόπο τῆς ἐν Χριστῷ ἀσκήσεως· μέ τήν κακοπάθεια, ἡ ὁποία παρακολουθεῖ τόν ἀγώνα τῆς ἐγκράτειας. Ἕναν ἀγώνα πού ἀναλαμβάνουμε ἀπό ἀπόψε νά διεξαγάγουμε μέ περισσότερο ζῆλο καί μέ μεγαλύτερη αὐταπάρνηση, «τό θεῖον ὑπερχόμενοι στάδιον τῆς ἀμώμου νηστείας».

[Ἀπό τό βιβλίο: Μητρ. Νέας Σμύρνης Συμεών, Στό κατώφλι τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, Λειτουργικά καί κατανυκτικά κείμενα, 2η ἔκδ. (Ἀθήνα: Ἀποστολική Διακονία, 2002), 27-37].

Πηγή:http://www.imns.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=154:2010-02-12-11-42-56&catid=55:2010-01-02-16-30-08&Itemid=117

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ομιλία στον πρός τιμήν του Αποστόλου Παύλου

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουλίου, 2010

payl.jpg Εσπερινός Αποστόλων Πέτρου και Παύλου

( Εσπέρας 28ης /6/2010. Αγ. Γεώργιος Ξηροτάγαρου )

Είναι ιδιαίτερα ευλογημένη η Ελληνική γη – Σεβασμιώτατε Πάτερ, σεβαστοί πατέρες και αγαπητοί προσκυνητές- η οποία, χάρις στα ιεραποστολικά βήματα του μεγάλου Αγίου και Αποστόλου Παύλου, έγινε η πύλη διαμέσου της οποίας ο Ιησούς Χριστός και το Ευαγγέλιο Του, μπήκε στην γηραιά μας Ήπειρο. Στους Φιλίππους της Μακεδονίας εδραιώθηκε η πρώτη χριστιανική κοινότητα της Ευρώπης. Στον βορρά ο Απόστολος Παύλος είχε διάφορες υποδοχές, άλλες θερμές και άλλες οδυνηρές. Αναγκάστηκε να φύγει προς την Αθήνα, την ένδοξη Πρωτεύουσα του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής παιδείας, και έτσι να μεταφέρει και εδώ στο «κλεινόν άστυ» το χαρμόσυνο μήνυμα του Ευαγγελίου του Ενός και Αληθινού Θεού.

Ο Απόστολος Παύλος, ακολουθώντας λοιπόν τη θαλάσσια οδό, μετά από ένα κουραστικό ταξίδι πέντε ημερών φθάνει πριν 1960 χρόνια, από την Βέροια εδώ στο Φάληρο.

Η αποβάθρα του λιμανιού βρισκόταν περίπου στο σημείο αυτό, στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, δίπλα στην σημερινή πολύβουη λεωφόρο Ποσειδώνος. Εδώ, αγκυροβολούσαν την εποχή εκείνη τα επιβατικά και εμπορικά πλοία. Βρίσκεται άλλωστε, δυο χιλιόμετρα εγγύτερα στην Αθήνα απ’ ότι το λιμάνι του Πειραιά, το οποίο τότε λειτουργούσε πιο πολύ ως στρατιωτικό λιμάνι.

Από εκεί κατευθύνεται προς την Αθήνα. Στο μέσον περίπου της διαδρομής, φτάνει σε ένα πηγάδι, όπου σταματούσαν οι οδοιπόροι για να ξεκουραστούν, εκεί που σήμερα βρίσκεται η εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων. Έξω από την εκκλησία σώζονται ακόμα και σήμερα πεσμένοι κάτω, δυο Ιωνικοί κίονες, ενώ παλαιότερα υπήρχαν κι άλλοι.

Στο σημείο αυτό υπήρχε ένας βωμός «εν ω επεγέγραπτο ΑΓΝΩΣΤΩ ΘΕΩ», ( ή κατά τον Παυσανία «τοις αγνώστοις Θεοίς» ) ο οποίος θα τραβήξει την προσοχή του Απ. Παύλου. Την επιγραφή αυτή « τω Αγνώστω Θεώ», θα χρησιμοποιήσει αργότερα στην ομιλία του στον Άρειο Πάγο, ως αφορμή για να μιλήσει στους Αθηναίους για τον αληθινό Θεό.

Οι Πράξεις των Αποστόλων μας διηγούνται τη διαμονή του Απ. Παύλου στην Αθήνα, σαν μια περιπέτεια. Η πόλη έδινε την εντύπωση ενός κόσμου ανάστατου και συγκεχυμένου. Ήταν γεμάτη από είδωλα, από θεότητες ελληνικές και ξένες, από φιλοσοφικές σχολές, με διδασκάλους και μαθητές, που συζητούσαν στις πλατείες, από εθνικούς εμπόρους και Ιουδαίους, από φοβούμενους τον Θεό, αλλά και από σκεπτικιστές και αμφισβητίες. Ο Παύλος δεν περιορίζεται στην Ιουδαϊκή κοινότητα. αλλά αντίθετα μιλούσε με όλους και κήρυττε αυτή που οι ακροατές του ονόμαζαν «τη νέα διδασκαλία».

Η Αθήνα ήταν γνωστή για τις φιλοσοφικές της σχολές. Οι Πράξεις των Αποστόλων αναφέρουν δύο σπουδαιότερες, τη σχολή των επικούρειων και τη σχολή των στωικών, οι οποίες και οι δύο διακρίνονται για την –ως λίγο ως πολύ- υλιστική θεώρηση του κόσμου και της ζωής. Οι επικούρειοι πίστευαν στην ύπαρξη κάποιου θεού που δημιούργησε το σύμπαν, χωρίς πια να ασχολείται με την τύχη του. Με άλλα λόγια αρνούντο κάθε έννοια θείας πρόνοιας και την δυνατότητα οποιασδήποτε σχέσης του ανθρώπου με το θείο. Αυτές οι ιδέες τούς οδηγούσαν στην άρνηση κάθε σκέψης για μεταθανάτιο ζωή. Αντίθετα ομολογούσαν ένα ρυθμό ζωής, με επίκεντρο την αναζήτηση των ηδονών, ακολουθώντας ως πρόγραμμα το «carpe diem », (δηλαδή «απόλαυσε την ημέρα»), για να χαρούμε και να εκμεταλλευτούμε αυτή τη ζωή.

Οι στωικοί από την άλλη πλευρά, ήταν πανθεϊστές. Έθεταν τον άνθρωπο ως επίκεντρο της κλειστής θεώρησής τους για τον κόσμο, και αντιμετώπιζαν τον προορισμό τους με κυνική απάθεια και επιφανειακή ανωτερότητα. Δίδασκαν ότι το πεπρωμένο, ό,τι κι αν ήταν αυτό, ρύθμιζε όλα όσα επρόκειτο να συμβούν, αντίθετα με την αγιογραφική διδαχή για έναν προσωπικό Θεό, που ελέγχει όλη την ανθρώπινη ιστορία.

Ο Απ. Παύλος εισέρχεται μέσα σ’ αυτήν την πολυσύνθετη Αθηναϊκή κοινωνία. Λαμβάνοντας αφορμή από τον βωμό τον αφιερωμένο «στον άγνωστο Θεό», άρχισε αμέσως να υποδεικνύει αυτόν τον άγνωστο Θεό, ως τον Θεό των χριστιανών. Τον Θεό που έπλασε τον κόσμο, τον Κύριο του ουρανού και της γης, ο Οποίος δίνει σε όλους ζωή και πνεύμα και ο Οποίος δεν κατοικεί σε ναούς οικοδομημένους από ανθρώπους, ούτε μοιάζει σε χρυσά, ασημένια αγάλματα, και άλλα έργα τέχνης. Αυτός ο Θεός επιθυμεί να τον αναζητήσουν οι άνθρωποι «πηγαίνοντας ψηλαφώντας προς αυτόν, αν και δεν βρίσκεται μακριά από τον καθένα μας. Πραγματικά, σ’ αυτόν ζούμε, κινούμαστε και βρισκόμαστε» («ζητειν τον θεον ει άρα γε ψηλαφήσειαν αυτόν και εύροιεν, και γε ου μακράν από ενός εκάστου ημών υπάρχοντα .ε ν αυτω γάρ ζωμεν και κινουμεθα και εσμεν.» Πραξ 17 27-28) διεκήρυξε με πάθος ο Παύλος. Δεν διατάζει δε να ανοίξει δρόμο επικοινωνίας με τους ακροατές, χρησιμοποιώντας στοιχεία από τον δικό τους πολιτισμό, αναφερόμενος ακόμη και στους Έλληνες ποιητές (Επιμενίδη και Άρατο): «Πραγματικά, εμείς είμαστε από το ίδιο γένος αυτού του Θεού» ( ως και τινες των καθ’ υμάς ποιητών ειρηκασιν, Του γάρ και γένος εσμεν.) Πραξ. 17.28

Επομένως, ο Παύλος διδάσκει ότι όλοι εμείς είμαστε δημιουργήματα του ζωντανού και αληθινού Θεού. Ωστόσο ο άνθρωπος δεν πρέπει να υποβιβάζεται και να τιμά ως εικόνα του Θεού τα υλικά πράγματα. Ο Παύλος είχε το θάρρος να προσκαλεί τους ακροατές του Έλληνες φιλοσόφους και μη, να εγκαταλείψουν «τον καιρό της άγνοιας» και να μεταστραφούν στην αληθινή γνώση του Θεού.

Στο σημείο αυτό ο Απόστολος Παύλος δείχνει το νόημα της ανθρώπινης ζωής, που δεν τελειώνει με τον θάνατο, αλλά περνά από μια μέλλουσα κρίση, όπου ο κάθε άνθρωπος οφείλει να δώσει λόγο για τα έργα του και να λάβει την δίκαια μισθαποδοσία.

Ο Θεός καθόρισε ως παγκόσμιο κριτή τον Υιό Του, τον οποίο ο ίδιος ο Θεός ανάστησε από τον θάνατο. Εδώ ο Απ. Παύλος εισάγει μια λέξη και κυρίως μια αλήθεια εκρηκτική: την ανάσταση των νεκρών, μια διδασκαλία πολυσυζητημένη στον ελληνικό κόσμο όπως και στον εβραϊκό. Μια αλήθεια υπερβολικά δεσμευτική για πολλούς ανθρώπους εκείνης της εποχής, φιλοσοφικά αβάσιμη για άλλους, αλλά και μια καλή είδηση, γεμάτη ελπίδα για όλους εκείνους, οι οποίοι θα την δεχθούν με πίστη.

Εμείς δεν βρισκόμαστε τοπογραφικά μακριά από τον Άρειο Πάγο, όπου ο Απ. Παύλος πριν από σχεδόν δύο χιλιετίες πρότεινε όχι μια αφηρημένη φιλοσοφία, αλλά τις θεμελιώδεις αλήθειες, που δίνουν νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη, και μπορούν να κάνουν ευτυχισμένους όχι μόνο τους σοφούς και φιλοσόφους, αλλά όλα τα ανθρώπινα όντα. Ο Παύλος μίλησε στους συγκεκριμένους ανθρώπους της εποχής του, αλλά όλο το πλούσιο μήνυμά του αντηχεί και σήμερα ως ιδιαίτερα επίκαιρο. Άλλωστε ο κόσμος μας είναι γεμάτος από αμφιβολίες και ελαττώματα, τα οποία ο Παύλος έπρεπε να αντιμετωπίσει στην ανθρώπινη κοινωνία της Αθήνας, της Κορίνθου, της Ρώμης και των άλλων πόλεων που τον οδηγούσαν τα ιεραποστολικά του βήματα, αλλά οι ίδιες αυτές αμφιβολίες συνεχίζουν να ταλανίζουν ακόμα τις σύγχρονες κοινωνίες.

Ο Παύλος μιλά και σ’ εμάς, και μας κεντρίζει. Μας ενθαρρύνει και μας προσκαλεί. Μας προτρέπει να ανακαλύψουμε στη ζωή μας την παρουσία του ζωντανού και αληθινού Θεού, του Δημιουργού του κόσμου και όλων των ανθρώπων. Αυτός ο Θεός δεν κατοικεί μακριά μας, στην κορυφή του Ολύμπου, αποχωρισμένος, αδιάφορος για τον άνθρωπο αλλά αντίθετα «Πραγματικά σ’ Αυτόν ζούμε και κινούμαστε και βρισκόμαστε» («ε ν αυτω γάρ ζωμεν και κινουμεθα και εσμεν» Πραξ. 17,28).

Αυτός ο Θεός αποκαλύφθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Ο Παύλος συνάντησε το Χριστό όχι κατά την επί γης παρουσία Του. Τον συνάντησε πια Αναστημένο, στο δρόμο προς τη Δαμασκό και έκτοτε από διώκτης Σαούλ έγινε ο απόστολος Του, ο «υπέρ πάντα άλλον κοπιάσας» .

Η Ανάσταση του Χριστού είναι κατά τον Παύλο το θεμέλιο της πίστεως και της ελπίδα μας: «Αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, τότε η πίστη μας είναι μάταιη… Και αν δεν είχαμε ελπίδα στον Χριστό, παρά μόνο σ’ αυτή τη ζωή, είμαστε οι πιο αξιοθρήνητοι όλων των ανθρώπων(«Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών» (Α΄ Κορ. 15:14)). Τώρα όμως η πανανθρώπινη αλήθεια είναι ότι «ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς, έγινε πρωτότοκος των νεκρών»,, έτσι έγραφε προς τους πιστούς της Κορίνθου.

Αυτός λοιπόν, ο Αναστημένος Κύριος, ενώνει τους πιστούς Του με τον εαυτό Του και μεταξύ τους σε ένα οργανικό σώμα, την Εκκλησία Του, του οποίου αυτός είναι η Κεφαλή.

Από τη στιγμή αυτή της συνάντησης του με τον Αναστημένο Κύριο, ο Παύλος επιδίδεται ολόθερμα και εργάζεται με όλη του την ύπαρξη «για την ανοικοδόμηση του σώματος του Χριστού» (Εφεσ. 4,12), το οποίο είναι η «Εκκλησία του Θεού» στις δύο της διαστάσεις: την τοπική διάσταση («την Εκκλησία του Θεού που δρα στην Κόρινθο (1 Κορ. 1,2), στους Φιλίππους, στην Αθήνα και σε άλλους τόπους, και την παγκόσμια Εκκλησία, δηλαδή αυτή που περιλαμβάνει όλους όσοι «σε κάθε τόπο επικαλούνται το όνομα του Κυρίου», εν πνεύματι αληθείας.

Μέλημα του Απ. Παύλου για τους Αθηναίους της εποχής του, που ακολουθούσαν διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα ήταν να τους εντάξει σε αυτό το Σώμα του Ενός Αναστάντος Θεού. Έτσι οι ακροατές του, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια προσωπική επιλογή και απόφαση, να ακολουθήσουν ή να στρέψουν την πλάτη στον Αναστάντα Κύριο και μόνο Αληθινό Θεό;

Όσο μακρινοί και αν φαίνονται οι είκοσι αυτοί αιώνες που μας χωρίζουν από το κήρυγμα του κορυφαίου Αποστόλου στην Αθήνα, πολλά πράγματα μέχρι σήμερα παραμένουν τραγικά όμοια. Υπάρχουν ακόμη πολλοί γύρω μας που ψάχνουν για τον “άγνωστο Θεό” χαμένοι μέσα σ’ έναν μπερδεμένο κόσμο και αυτούς ο λόγος του Απ. Παύλου τους καλεί να κάνουν την δική τους αποφασιστική επιλογή. Ίσως κάποιοι από αυτούς είναι έτοιμοι να ακούσουν και να πιστεύσουν. Ίσως κάποιοι άλλοι θα πάρουν την απόφαση τους κάποια άλλη στιγμή, άλλοι όμως θα παραμείνουν δυστυχώς αδιόρθωτοι “χλευαστές” του αποστολικού λόγου.

Εκείνο πάντως που παραμένει πάντα επίκαιρο είναι το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου, το οποίο καλεί τους Αθηναίους στην Πνύκα και μαζί με αυτούς όλους εμάς και προαναγγέλλει: «ο Θεός, τανύν παραγγέλλει τοις ανθρώποις πάσι πανταχού μετανοείν, διότι έστησεν ημέραν, εν η μέλλει κρίνειν την οικουμένην εν δικαιοσύνη» Πραξ. 17.30&31

Εύχεσθε Σεβασμιώτατε Πάτερ, να ακολουθούμε πάντα με ανανεωμένο ζήλο το παράδειγμα και τα διδάγματα του μεγάλου Αποστόλου των Εθνών, ο οποίος είναι και ο ιδρυτής της Εκκλησίας μας. Και ας προσευχηθούμε μαζί του όπως μας γράφει στην προς Εφεσίους Επιστολή του: « κατοικείσαι τον Χριστόν δια της πίστεως εν ταις καρδίαις υμών.» («για να κατοικήσει ο Χριστός στις καρδιές σας με την πίστη») (Εφεσ. 3,17).

Γένοιτο

Ἀρχιμ. π. Γεώργιος ΡουσάκηςΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΝΕΑΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

Πηγή:http://www.imns.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=214:ssssssssssss&catid=46:2009-11-03-17-16-39&Itemid=2

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Χριστιανός Ορθόδοξος Ανάδοχος.

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Ιουλίου, 2010

baptisma.jpgΌπως όλοι γνωρίζουμε και ζούμε, η Αγία μας Ορθόδοξη Εκκλησία, το Σώμα δηλ. του Χριστού, είναι Εκκλησία των Μυστηρίων. Το πρώτο από τα μυστήρια, το εισαγωγικό μυστήριο, που μας εισάγει και μας κάνει οργανικά μέλη της Εκκλησίας, είναι το μυστήριο του Βαπτίσματος.

Στην Π.Δ. έχουμε τύπους του πραγματικού Βαπτίσματος, με τελευταίο το βάπτισμα μετανοίας του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ο οποίος κλείνει την Π.Δ. και ανοίγει την Κ. Διαθήκη. «Ιωάννης εβάπτισεν βάπτισμα μετανοίας τω λαώ λέγων εις τον ερχόμενον μετ’ αυτόν ίνα πιστεύσωσιν, τουτ’ έστιν εις τον Ιησούν» (Πράξ. 19,4). Ο Ιωάννης βάπτισε βάπτισμα μετανοίας και έλεγε στο λαό να πιστεύουν σ’ Εκείνον που έρχεται μετά από αυτόν, δηλ. στον Ιησού Χριστό.

Ο Ίδιος ο Ιησούς Χριστός με το παράδειγμά Του αγίασε το Βάπτισμα, όταν βαπτίστηκε από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή στον Ιορδάνη ποταμό. Τέλος, ο Ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός, μετά την ανάστασή Του, δίνει στους Αποστόλους την τελευταία Του εντολή: «Πορευθέντες ουν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 20, 18-19). Πηγαίνετε και κάνετε όλο τον κόσμο μαθητές μου, βαπτίζοντες αυτούς στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αυτή τη θεία εντολή του βαπτίσματος, η Εκκλησία μας την τηρεί εξ αρχής και φυσικά θα συνεχίσει να την ζει και να την εφαρμόζει μέχρι συντελείας των αιώνων.

Το μυστήριο του Βαπτίσματος είναι αναγκαίο και υποχρεωτικό για τη σωτηρία των ανθρώπων, γι’ αυτό και δεν αμφισβητείται από κανέναν πιστό Χριστιανό, που γνωρίζει έστω και στοιχειωδώς κάποια πράγματα της Χριστιανικής ζωής.

***

Εκείνο όμως για το οποίο χρειάζεται να μιλήσουμε και το οποίο έχει άμεση σχέση με το ίδιο το μυστήριο του βαπτίσματος, είναι το θέμα «ανάδοχος».

Τι είναι ο ανάδοχος; πότε εμφανίζεται στη ζωή της Εκκλησίας; και ποιες είναι οι υποχρεώσεις του;

Είναι ανάγκη να εξετάσουμε τις πτυχές του θέματος αυτού, διότι, δυστυχώς, αρκετοί είναι οι Χριστιανοί που αναλαμβάνουν την ευθύνη του να γίνουν ανάδοχοι (νονοί), χωρίς να γνωρίζουν τις σοβαρές υποχρεώσεις και ευθύνες που συνεπάγεται η πράξη τους αυτή, νομίζοντας ότι το να βαπτίσει κανείς ένα παιδί ή έναν μεγάλο άνθρωπο, αυτό δεν είναι παρά μια κοινωνική εκδήλωση, που σκοπό έχει να συνδέσει περισσότερο φιλικά τις οικογένειες και τους ανθρώπους. Πιστεύουν δηλ. ότι το μυστήριo του βαπτίσματος και το να γίνει κανείς νονός, είναι απλά μια κοινωνική εκδήλωση.

Ας δούμε λοιπόν: α) Τι είναι ο ανάδοχος (ο νονός ή η νονά) και πότε εμφανίστηκε.

Ανάδοχος είναι το πρόσωπο, άνδρας ή γυναίκα, που στέκεται εγγυητής στην Εκκλησία για την πίστη του βαπτιζομένου και αναλαμβάνει τη φροντίδα μετά το βάπτισμα να τον στερεώνει στην Χριστιανική πίστη.

Ο θεσμός αυτός του αναδόχου εμφανίζεται στη μορφή που γνωρίζουμε για πρώτη φορά τον β΄ αι. Βλέπουμε τα στοιχεία του να υπάρχουν εξ αρχής στη ζωή της Εκκλησίας, όπως μας περιγράφει ο Λουκάς στις Πράξεις των Αποστόλων. Όταν ο Ρωμαίος εκατόνταρχος Κορνήλιος έδειξε την επιθυμία να βαπτιστεί, ο απ. Πέτρος, θεώρησε πολύ βασικό να ρωτήσει τους απεσταλμένους του εκατόνταρχου για το ποιόν του ανθρώπου. Φυσικά όλοι μαζί βεβαίωσαν ότι ήταν δίκαιος, αξιόπιστος, «φοβούμενος τον Θεόν και μαρτυρούμενος από όλον το έθνος των Ιουδαίων» (Πράξ. 10,22).

Ο θεσμός λοιπόν του αναδόχου ξεκινά από μία βασική εκκλησιαστική προϋπόθεση. Ότι ο υποψήφιος πρέπει να είναι εχέγγυος, γνωστός, να έχει δώσει καλή μαρτυρία προς τα έξω, να έχει δηλ. δώσει δείγματα ακεραιότητας και ειλικρινών διαθέσεων για την Χριστιανική πίστη και ζωή, που θα λάβει με το βάπτισμα. Αλλά και η ίδια η πρώτη χριστιανική κοινότητα δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον και θετικό προβληματισμό για τους Εθνικούς, με καλές διαθέσεις, που ζητούσαν να ενταχθούν στην νέα πίστη. Αυτό το βλέπουμε καθαρά στις συζητήσεις της Αποστολικής Συνόδου των Ιεροσολύμων το 49 μ.Χ. αλλά και στις επιστολές του απ. Παύλου.

Από την περιγραφή που εκθέτει ο Λουκάς στο 10 κεφ. των Πράξεων, βλέπουμε την αναγκαία συλλογή πειστικών αποδείξεων πριν από την Κατήχηση και την Βάπτιση. Εμφανίζεται και εδραιώνεται ο ανάδοχος, που θα καθιερωθεί κατά τον β΄ αι. Όπως δηλ. το καθ’ αυτό τελετουργικό της Εκκλησίας μας, ξεκίνησε με ουσιώδη σπερματική μορφή στις πρώτες Χριστιανικές κοινότητες και κατόπιν απλώθηκε σαν «δένδρον ευσκιόφυλλον», το ίδιο συνέβη και με τον ανάδοχο στο θέμα του βαπτίσματος.

Ο πρώτος που κάνει ειδική αναφορά για ανάδοχο είναι ο Τερτυλλιανός στο έργο του (De baptismo). Ακόμα ο Ιππόλυτος Ρώμης παρουσιάζει με ανεπτυγμένη μορφή τον σημαντικότατο ρόλο του αναδόχου, όπως αυτός υπάρχει στην αποστολική παράδοση που κατέχει.

Αυτός όμως που με απαράμιλλο ύφος περιγράφει τη φυσιογνωμία του αναδόχου και άρα την αναγκαιότητά του για το βάπτισμα, δεν είναι άλλος από τον Ιερό Χρυσόστομο.

Όπως γνωρίζουμε, στην αρχή βαπτίζονταν και σε μεγάλη ηλικία, διότι ώριμοι άνθρωποι γνώριζαν το Χριστό και πίστευαν, αλλά και διότι είχε επικρατήσει μια τάση να αναβάλλουν το βάπτισμα, όσοι πίστευαν στο Χριστό, για το τέλος της ζωής τους. Το ελατήριο ήταν ότι, επειδή το βάπτισμα, δεν απαλλάσσει μόνο από την ενοχή του προπατορικού αμαρτήματος [*], αλλά και από τις προσωπικές αμαρτίες, ανέβαλλαν το βάπτισμα, ώστε καθαροί να μεταβούν στην άλλη ζωή. Και αυτός ακόμη ο Μ. Κων/νος, που τόση πίστη είχε δείξει στη ζωή του, το βάπτισμά του το ανέβαλε στις τελευταίες ημέρες της ζωής του. Μαρτυρείται δε, ότι από τη στιγμή της βαπτίσεώς του μέχρι την ημέρα του θανάτου του, δεν αποχωρίστηκε τον λευκό χιτώνα του Βαπτίσματος. Την τάση όμως αυτή, το να βαπτίζονται δηλ. μεγάλοι, ακριβώς διότι δεν είναι σωστή, δεν την υιοθέτησε η αγία μας Εκκλησία. Γι’ αυτό και πάλι νωρίς εξέλειπε. Φυσικά εξ αρχής υπήρχε και ο νηπιοβαπτισμός. Εφ’ όσον δε επικρατούςε στην αρχαία Εκκλησία και το βάπτισμα των ενηλίκων (μέχρι τον δ΄ αι.), οι ανάδοχοι που εξελέγονταν, ήταν του ίδιου φύλου με αυτόν που θα βαπτίζονταν.

Ήδη είπαμε ότι έργο των αναδόχων ήταν κυρίως η εγγύησις απέναντι στην Εκκλησία, για το ηθικό ποιόν του υποψηφίου προς βάπτιση, η παρακολούθησις στην πνευματική γνώση και πρόοδο και η συμπαράστασις κατά την τέλεση του μυστηρίου του βαπτίσματος. Για τους σοβαρότατους αυτούς λόγους, ο ανάδοχος όφειλε να είναι όχι μόνο βαπτισμένος Χριστιανός ο ίδιος, αλλά και ζωντανό και συνειδητό μέλος της Εκκλησίας, να ζει δηλ. συνειδητά τη μυστηριακή και αγωνιστική ζωή του Ευαγγελίου και όχι να είναι μόνο κατ’ όνομα Χριστιανός, όπως δυστυχώς συμβαίνει σε αρκετές των περιπτώσεων.

Μέσα από την Εκκλ. Ιστορία βλέπουμε ότι, κυρίως στη Δύση, μέχρι τον ε΄ αι. ανάδοχοι μπορούσαν να γίνουν και οι ίδιοι οι γονείς του τέκνου που λάμβανε το βάπτισμα. Όμως αυτό απαγορεύθηκε από τις αρχές του θ΄ αι. (Σύνοδος του Mainz 813). Ακόμα, λόγω του ότι ο ανάδοχος θεωρήθηκε ως πνευματικός πατέρας (ή μητέρα) του βαπτιζόμενου, από πολύ νωρίς, εξ’ αιτίας της πνευματικής αυτής συγγένειας, απαγορεύτηκε από την Εκκλησία η τέλεσις γάμου μεταξύ αναδόχου και αναδεκτής και μεταξύ αναδεξαμένης και αναδεκτού. Η Εκκλησία δηλ., που καθοδηγείται από το Άγιο Πνεύμα, θεώρησε την κατά πνεύμα συγγένεια δια του βαπτίσματος, μεγαλύτερη και σοβαρότερη και από αυτήν την κατά σάρκα συγγένεια των συνδεδεμένων προσώπων. Η απαγόρευσις αυτή μάλιστα επεκτάθηκε και σε άλλα μέλη της οικογένειας του αναδεκτού ή της αναδεκτής.

Στο Βυζάντιο, η πνευματική αυτή συγγένεια που προέρχεται μέσω του βαπτίσματος, μεταξύ αναδόχου και αναδεκτού ή αναδεκτής με όλες τις απαγορεύσεις και τις ευθύνες που συνεπάγεται, έχει επικυρωθεί και από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό το 530. Επίσης πολύ χαρακτηριστικός είναι ο νγ΄ κανόνας της εν Τρούλω Συνόδου, ο οποίος κάνει ειδική αναφορά ακριβώς στην πνευματική συγγένεια που προέρχεται δια του βαπτίσματος.

Και μόνο λοιπόν απ’ αυτό, από την πνευματική δηλ. συγγένεια που δημιουργείται δια του βαπτίσματος, διαφαίνεται καθαρά πόσο μεγάλο πράγμα είναι το να αναλαμβάνει κανείς τον ρόλο του αναδόχου. Για τις βαρύτατες ευθύνες του αναδόχου ο Άγ. Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης τονίζει: Εκ των πρώτων πρέπει να αποδειχθεί, ότι απέχει από κάθε «αθεότητα και αγνωσία του όντως καλού», «ώστε ν’ αξιωθεί δια της ιεράς αυτού μεσιτείας» και «των θείων τυχείν και Θεού». Να αποδειχθεί δηλ. ότι είναι αδιάβλητος ενώπιον του Θεού και ότι η βιοτή και πολιτεία του είναι ένθεος.

Σήμερα που λόγω της μετακίνησης των πληθυσμών και γενικώς της παγκοσμιοποίησης τα δεδομένα έχουν αλλάξει και ώριμοι πλέον άνθρωποι εντάσσονται καθημερινώς στο σώμα της Εκκλησίας, θα πρέπει και πάλι όσοι αναλαμβάνουν το ρόλο και το διακόνημα του αναδόχου, να μελετήσουν σοβαρά τις προϋποθέσεις και, όπως θα δούμε στη συνέχεια, τις ευθύνες του ρόλου αυτού, και κατόπιν, συνειδητά πλέον, να αποδέχονται την ευθύνη του αναδόχου.

Ας δούμε τώρα: β) Ποιες είναι αυτές οι υποχρεώσεις του αναδόχου; Μετά την επικράτηση του νηπιοβαπτισμού, οι ανάδοχοι ανεδέχοντο ν’ αναπληρώσουν την φυσική έλλειψη της πίστεως και της μετανοίας στα νήπια, φροντίζοντας μαζί με τους γονείς του νηπίου για την κατά Χριστόν μόρφωση και ανατροφή του. Πράγματι· στην αρχαία Εκκλησία που υπήρχε γνήσιος ζήλος, τότε και μόνο, μετά δηλ. την Ομολογία Πίστεως, ο αρχιερέας τον σφράγιζε με το σημείο του σταυρού και έδινε την έγκριση, ώστε οι ιερείς να τον καταγράψουν ως ανάδοχο στα δελτία της Εκκλησίας, μαζί με τον υποψήφιο για την βάπτιση αναδεκτό του. Οποία τιμή αλλά και ευθύνη για τον ανάδοχο.*** Ας ακούσουμε τον ιερό Χρυσόστομο να μας περιγράφει την προσωπικότητα του αυθεντικού αναδόχου:

Θέλετε να απευθύνουμε τώρα το λόγο στους αναδόχους σας, για να μάθουν και εκείνοι ποιών αμοιβών αξιώνονται, εάν δείξουν για εσάς πολύ φροντίδα και αντιθέτως ποια τιμωρία τους αναμένει αν αμελήσουν; Για να το εννοήσεις σκέψου, αγαπητέ, εκείνους που γίνονται εγγυητές και ανάδοχοι προσώπων που δανείζονται χρήματα, ότι περισσότερο από τον υπεύθυνο και δανειζόμενο, εκείνοι υφίστανται την αγωνία και τον φόβο. Αν δηλ. αυτός που δανείστηκε, φανεί συνεπής, με την συνέπειά του κατέστησε ελαφρό το φορτίο, που ανέλαβε ο εγγυητής. Αν αντιθέτως φανεί αγνώμονας και ασυνεπής, τότε του ετοίμασε τέλεια την καταστροφή. Γι’ αυτό και ένας σοφός συμβουλεύει τα εξής: «Εάν εγγυηθής, ετοιμάσου να πληρώσεις» (Σοφ. Σειράχ η΄, 13). Εάν λοιπόν όσοι αναδέχονται άλλους για χρήματα είναι απολύτως υπεύθυνοι για ολόκληρο το ποσό, περισσότερο είναι υπεύθυνοι εκείνοι που αναδέχονται άλλους και εγγυώνται για πνευματικά θέματα και για την αρετή. Ναι· πολύ ενδιαφέρον πρέπει να επιδεικνύουν γι’ αυτούς που αναλαμβάνουν, προτρέποντάς τους, συμβουλεύοντάς τους, διορθώνοντας τα σφάλματά τους και δείχνοντάς τους πατρική αγάπη.

[Και συνεχίζει ο ιερός πατήρ].

Ας μη νομίζουν αυτοί, ότι το να είναι ανάδοχοι είναι τυπικό και τυχαίο πράγμα, αλλά ας μάθουν καλά, ότι και αυτοί γίνονται συμμέτοχοι της πνευματικής ωφέλειας των αναδεκτών, εάν με τις συμβουλές τους τους χειραγωγήσουν στην οδό της αρετής, και ας γνωρίζουν πάλι ότι αν δείξουν αμέλεια και αδιαφορία, θα επιφέρουν στον εαυτό τους μεγάλη καταδίκη. Γι’ αυτόν τον λόγο και επικρατεί η συνήθεια και πατέρες ή μητέρες πνευματικούς να τους ονομάζουν αυτούς τους αναδόχους, για να μάθουν πόση επιμέλεια πρέπει να δείχνουν για να μορφώνουν πνευματικά όσους αναλαμβάνουν. Διότι, εάν εκείνους που δεν έχουν καμία ιδιαίτερη σχέση με εμάς, πρέπει να τους κινήσουμε τον κύριο ζήλο της αρετής, πολύ περισσότερο οφείλουμε να επιτελέσουμε το καθήκον απέναντι σ’ εκείνον, τον οποίο αναδεχόμαστε ως πνευματικό μας τέκνο. Για τον λόγον λοιπόν αυτόν, μάθετε και οι ανάδοχοι ότι δεν σας απειλεί μικρός κίνδυνος, εάν δείξετε στο καθήκον αυτό αμέλεια (Ι. Χρυσοστόμου, Β΄ Κατήχησις).

Και τίθεται τώρα το ερώτημα: Οι ανάδοχοι σήμερα γνωρίζουν την αποστολή τους; Έχουν συνειδητοποιήσει ότι το καθήκον τους δεν εξαντλείται στο να αγοράζουν ενδύματα και δώρα στα παιδιά που αναλαμβάνουν, αλλά το κύριο και βασικό καθήκον τους είναι να διδάξουν την ορθή πίστη στα πνευματικά τους τέκνα; Γνωρίζουν πρώτα οι ίδιοι την Ορθόδοξη πίστη, και ζουν σωστά οι ίδιοι την Χριστιανική ζωή για να μπορέσουν στην συνέχεια να την μεταδώσουν στις ψυχές που έχουν αναλάβει;

Έχουμε συνειδητοποιήσει ότι αν κάποιος ζει μέσα σε βαριά ηθικά παραπτώματα, αν δεν μετανοήσει και δεν αλλάξει τρόπο ζωής δεν μπορεί να γίνει ανάδοχος;

Κατανοήσαμε ότι όσοι συζούν παράνομα ή έχουν τελέσει τον λεγόμενο πολιτικό γάμο, έχουν αποκόψει τον εαυτό τους από το σώμα της Εκκλησίας και άρα δεν μπορούν και δεν έχουν το δικαίωμα να εγγυηθούν για την ψυχή του άλλου;

Πραγματικά πώς είναι δυνατόν να κατηχήσει μια ψυχή και να την οδηγήσει στην αλήθεια ένας που έχει ξεφύγει από την οδό της αληθείας;

Είναι συγκλονιστικό αλλά και σωτήριο να συνειδητοποιήσει ο ανάδοχος ότι θα δώσει λόγο στον Θεό για την ψυχή ή τις ψυχές που έχει αναλάβει.

Και επειδή έτσι έχουν τα πράγματα, είναι δηλ. τόσο σοβαρή η υπόθεση το να γίνει κανείς ανάδοχος, γι’ αυτό και δεν μπορούν ν’ αναλάβουν τον ρόλο αυτό οι μη Χριστιανοί. Δεν μπορούν να γίνουν ανάδοχοι οι άθεοι και άπιστοι, οι αλλόθρησκοι, οι αιρετικοί, οι σχισματικοί, οι αφορισμένοι, όσοι ανήκουν σε αποκρυφιστικά τάγματα και οργανώσεις και γενικώς όσοι έχουν έκλυτο βίο και έχουν καταδικαστεί για ηθικά παραπτώματα. Ακόμα δεν μπορούν να αναλάβουν το ρόλο του αναδόχου όσοι δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους και γενικώς οι ακαταλόγιστοι, όπως τα μικρά παιδιά, όσοι πάσχουν διανοητικώς κ.λπ. Επίσης δεν μπορούν να γίνουν ανάδοχοι οι γονείς του τέκνου, οι κληρικοί όλων των βαθμών και οι μοναχοί. Μόνο σε ειδικές και έκτακτες περιπτώσεις μπορεί να γίνει εξαίρεσις ως προς τους μοναχούς, κατόπιν όμως αδείας του Επισκόπου και γενικώς της προϊσταμένης εκκλησιαστικής αρχής.***

Είπαμε στην αρχή ότι το θέμα μας δεν είναι αυτό καθ’ εαυτό το μυστήριο του βαπτίσματος, αλλά ο ανάδοχος. Στο σημείο όμως αυτό και σε συνδυασμό με τον ανάδοχο, είναι ανάγκη να πούμε κάποια πράγματα για το βάπτισμα των παιδιών. Και τούτο, διότι μέσα στα τόσα πολλά και παράδοξα της εποχής μας, βλέπουμε και τούτο! Να υπάρχουν δηλ. γονείς που αποκτούν ένα ή και περισσότερα παιδιά, και να αρνούνται να τα βαπτίσουν. Τα αφήνουν να μεγαλώσουν αβάπτιστα με τη δικαιολογία, να μεγαλώσουν και αν μόνα τους το ζητήσουν, τότε τα βαφτίζουμε. Έτσι υπάρχουν σήμερα παιδιά οικογενειών, κυρίως σε μεγάλες πόλεις, που πηγαίνουν στο σχολείο, και όμως δεν έχουν δεχθεί την χάρη του αγίου μυστηρίου. Προχωρούν μάλιστα οι γονείς και δίνουν όνομα στο παιδί τους ή στα παιδιά τους, χωρίς όμως αυτά να περάσουν από τα αγιασμένα ύδατα της κολυμβήθρας.

Βέβαια στο «επιχείρημα» των γονέων ότι τ’ αφήνουν να μεγαλώσουν και εάν μόνα τους το ζητήσουν, τότε θα τα βαφτίσουν, θα μπορούσε κανείς να απαντήσει ότι αν θέλουν να είναι συνεπείς με τη θεωρία τους, τότε δεν θα πρέπει ούτε στον ιατρό, ούτε στον παιδικό σταθμό, ούτε στο νηπιαγωγείο, ούτε στο σχολείο να τα πάνε, αν δεν μεγαλώσουν και δεν το ζητήσουν μόνα τους και γενικώς τίποτε να μην προσφέρουν στα τέκνα τους αν τα ίδια δεν συνειδητοποιήσουν απολύτως κάτι και δεν το ζητήσουν μόνα τους…

Αλήθεια, τι συμβαίνει με αυτούς τους γονείς; Είναι βέβαιο ότι στην καρδιά τους έχει περάσει η απιστία. Δεν πιστεύουν στο μυστήριο και τη μεγάλη του ωφελιμότητα. Και δεν είναι μόνο όσοι καλύπτουν τη σχέση τους με τον πολιτικό γάμο, που συνήθως ενεργούν με πράξεις που είναι αντίθετες με την Χριστιανική ζωή, είναι, δυστυχώς, και κανονικά στεφανωμένοι σύζυγοι, που όμως επηρεασμένοι από αθεϊστικές ιδεολογίες και από ένα νέο τρόπο ζωής που προβάλλεται κατά κόρον στα Μ.Μ.Ε., καταλήγουν στην απόφασή τους αυτή, με αποτέλεσμα να ζημιώνονται τα ίδια τους τα παιδιά και φυσικά ολόκληρη η οικογένεια… Δεν αποκλείεται όμως η στάση αυτή σε ορισμένες περιπτώσεις να στηρίζεται και σε άγνοια, γι’ αυτό είναι ανάγκη να επισημανθούν κάποιες αλήθειες που διαφωτίζουν όσους αγνοούν τα πράγματα και διαθέτουν αγνή και ειλικρινή διάθεση.

Όπως τονίσαμε, εξ αρχής υπήρχε, αλλά κυρίως από τον δ΄ αι. είχε επικρατήσει σε ολόκληρη την Εκκλησία ο νηπιοβαπτισμός, δηλ. οι γονείς να βαπτίζουν τα τέκνα τους όταν αυτά βρίσκονται στην νηπιακή ηλικία. Βεβαίως τα νήπια δεν είναι σε θέση να εννοήσουν τι τους προσφέρεται με το άγιο βάπτισμα, ώστε συνειδητά να μετέχουν στο άγιο μυστήριο. Όμως είναι το ίδιο βέβαιο ότι η χάρις του Θεού ενεργεί εκεί όπου δεν υπάρχει αντίσταση και άρνηση. Φυσικά το νήπιο δεν προβάλλει καμία άρνηση στη χάρη του μυστηρίου, και επομένως η χάρις ενεργεί και φέρνει τα θαυμαστά αποτελέσματα που προσφέρει το Βάπτισμα. Αυτός που ενδιέτριψε περισσότερο στο θέμα του νηπιοβαπτισμού είναι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο οποίος ρωτάει τους γονείς: «Νήπιον έστι σοι;» Σου έδωσε ο Θεός παιδάκι; Βάπτισέ το. «Μη λαβέτω καιρόν η κακία». Πρόσεξε· μη το αφήνεις αβάπτιστο. «Εκ βρέφους αγιασθήτω, εξ ονύχων καθιερωθήτω τω Πνεύματι». Από τη βρεφική του ηλικία ας αγιασθεί· από πολύ μικρό ας καθιερωθεί με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Στρεφόμενος δ’ προς εκείνους οι οποίοι κρατούσαν ακόμα τα ειδωλολατρικά έθιμα, προσθέτει: «ουδέ δεί σοι περιαμμάτων και επασμάτων, οις ο πονηρός συνεισέρχεται, κλέπτων εις εαυτόν από του Θεού το σέβας, εν τοις κουφοτέροις. Δος αυτώ την Τριάδα, το μέγα και καλόν φυλακτήριον». Δηλ. δε σου χρειάζονται τραγούδια και επωδές και φυλαχτά (εννοεί ο άγιος, όσα από ειδωλολατρικές συνήθειες είχαν εισβάλει σε χριστιανικές οικογένειες), διότι μαζί με αυτά μπαίνει ο πονηρός. Αυτός ο πονηρός, κλέβει από τον Θεό και κάνει δικό του το σεβασμό που ανήκει στον Κύριο. Αυτά γίνονται από τους ολιγόμυαλους και κούφιους. Δώσε στο παιδί σου την Τριάδα, που είναι το μεγάλο και καλό φυλακτήριο.

Αυτά τα τόσο σοφά λόγια κηρύττει σε όλους τους Χριστιανούς γονείς ο μεγάλος αυτός Θεολόγος άγιος Γρηγόριος. Άλλωστε στο έργο αυτό του συνδέσμου του παιδιού με τον Θεό, έχουν οριστεί μαζί με τους γονείς και οι ανάδοχοι. Να βοηθήσουν δηλ. τον βαπτιζόμενο να εξελιχθεί σ’ έναν καλό και συνειδητοποιημένο Χριστιανό. Εδώ ακριβώς στηρίζεται και ο νηπιοβαπτισμός, στην πίστη δηλ. των γονέων και του αναδόχου.

Είναι λοιπόν ανάγκη να βαπτίζονται τα νήπια των γονέων που δεν έχουν απορρίψει συνειδητά την Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη. Είναι ανάγκη, διότι μεγάλα και θαυμαστά είναι τα αποτελέσματα του αγίου βαπτίσματος σ’ αυτόν που λαμβάνει τη χάρη του μυστηρίου είτε συνειδητά, όταν είναι μεγάλος, είτε ασυνείδητα, όταν βρίσκεται στη νηπιακή του ηλικία. Όπως μας διδάσκει η Ορθόδοξη δογματική μας διδασκαλία, στο άγιο βάπτισμα συντελείται αναγέννησις, βαθειά και ριζική αλλοίωσις και μεταβολή της ανθρωπίνης φύσεώς μας. Αναγέννησις, πραγματική παλιγγενεσία, την οποία ο ίδιος ο Κύριός μας χαρακτήρισε ως «γέννησιν εξ ύδατος και Πνεύματος». Εάν αυτή δεν συντελεσθεί κατά το άγιο βάπτισμα, δεν μπορεί ο άνθρωπος να εισέλθει στη Βασιλεία των ουρανών. Αυτή ακριβώς την αλήθεια εκφράζει και ο ιερόςΚύριλλος Ιεροσολύμων στην τρίτη μυσταγωγική του κατήχηση, που με πολύ πόνο διακηρύττει, εκφράζοντας τη φωνή της Εκκλησίας, ότι «ει τις μη λάβη βάπτισμα, σωτηρίαν ουκ έχει». Όποιος δηλ. δεν λάβει το άγιο βάπτισμα, δεν μπορεί να σωθεί. Και προσθέτει: Μπορεί κανένας να είναι εκ φύσεως αγαθός, καλόγνωμος στις εκδηλώσεις του και τα καθημερινά του έργα. Όμως εάν δεν λάβει τη σφραγίδα του ύδατος, δηλ. δεν βαπτισθεί, «ου δύναται εισελθείν εις την Βασιλείαν των ουρανών».***

Αλλά να προσθέσουμε και τούτο. Πόσα νήπια κινδυνεύουν αρκετές φορές είτε από ασθένειες είτε από ατυχήματα, να φύγουν από τη ζωή αβάπτιστα; Πόσοι κίνδυνοι παραμονεύουν καθημερινώς μικρούς και μεγάλους; Τόσο υλικοί όσο και πνευματικοί. Και πόσο προσπαθεί ο διάβολος να προσβάλει και να ρίξει τον άνθρωπο στην αμαρτία και μάλιστα σε θανάσιμα αμαρτήματα…

Όλα αυτά λοιπόν θα πρέπει μαζί με τους γονείς να τα γνωρίζει και ο ανάδοχος και να προσπαθεί, αφού πρώτα ο ίδιος ζει τη ζωή της πίστεως, να μεταλαμπαδεύσει αυτή τη ζωή της χάριτος στο πνευματικό του τέκνο. Ναι· και θα του κάνει τα δώρα του και θα ενδιαφερθεί για την πρόοδό του στα μαθήματα και γενικώς στη ζωή και θα βοηθήσει και υλικώς αν χρειασθεί και αν υπάρχει εκ μέρους του αναδόχου και οικονομική δυνατότητα, αλλά κυρίως δεν θα πρέπει να λησμονεί ποτέ μα ποτέ ότι ενώπιον Θεού και ανθρώπων, ο ανάδοχος είναι υπεύθυνος και τελικώς θα του ζητηθεί και λόγος.

Να δώσει ο Άγιος Θεός όσοι έχουν την ευλογία να είναι ανάδοχοι και όσοι θα γίνουν ανάδοχοι να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος του έργου τους, όχι βέβαια για να αποθαρρυνθούν, αλλά για να ξεκινήσουν και να ολοκληρώσουν σωστά το μεγάλο αυτό έργο του στηριγμού και της χριστιανικής κατηχήσεως των ψυχών που τους εμπιστεύονται οι γονείς και η Εκκλησία μας.

*Σημείωση: Στην Ορθόδοξη Θεολογία δεν δεχόμαστε πως ο άνθρωπος κληρονομεί κυριολεκτικά την «ενοχή» του Προπατορικού αμαρτήματος, αλλά τις επιπτώσεις του…

Από:http://www.oodegr.com/oode/orthod/praktikes/anadoxos_1.htm

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αναστάσιμοι ύμνοι της Κυριακής του πλαγίου του πρώτου ήχου – Υμνολογική εκλογή ΠΛ. Α. ήχου.

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Ιουλίου, 2010

98ybgb.pngΤον συνάναρχον Λόγον Πατρί και Πνεύματι, τον εκ Παρθένου τεχθέντα εις σωτηρίαν ημών, ανυμνήσωμεν πιστοί και προσκυνήσωμεν, ότι ηυδόκησε, σαρκί ανελθείν εν τω σταυρώ, και θάνατον υπομείναι, και εγείραι τους τεθνεώτας, εν τη ενδόξω Αναστάσει αυτού.

Τον Θεό Λόγο, που έχει την ίδια αρχή χρονικά αλλά και την ίδια εξουσία με τον Πατέρα και με το Αγιο Πνεύμα, Αυτόν που ετέχθη από Παρθένο για τη σωτηρία μας, ας Τον ανυμνήσουμε όλοι οι πιστοί και ας Τον προσκυνήσουμε, διότι απεφάσισε από την καλωσύνη Του, να ανέλθει στο Σταυρό σωματικά και να υπομείνει τον θάνατο και να σηκώσει από τους τάφους όλους τους νεκρούς μαζί Του κατά την ένδοξη Του ανάσταση.

Δόξα… και νύν… Θεοτοκίον

Χαίρε πύλη Κυρίου η αδιόδευτος, χαίρε τείχος και σκέπη των προστρεχόντων εις σέ, χαίρε αχείμαστε λιμήν και Απειρόγαμε, η τεκούσα εν σαρκί τον Ποιητήν σου και Θεόν. Πρεσβεύουσα μή ελλείπης, υπέρ των ανυμνούντων, και προσκυνούντων τον Τόκον σου.

Χαίρε Συ που είσαι η πύλη που κανείς δεν μπορείν να περάσει παρά μόνον ο ίδιος ο Κύριος, χαίρε Συ που είσαι τείχος και σκέπη όσων τρέχουν κοντά Σου και ζητούν την προστασία Σου, χαίρε Συ που είσαι λιμάνι, που δεν το πιάνει χειμώνας και τρικυμία, χαίρε Συ που δεν απέκτησες πείρα γάμου αλλά έφερες στον κόσμο σωματικά τον Χριστό, που είναι ο ποιητής Σου αλλά και Θεός Σου. Μην σταματήσεις λοιπόν να πρεσβεύεις για όσους ανυμνούν και προσκυνούν τον Υιό Σου.

Πατήστε εδώ για να «κατεβάσετε» ολόκληρη την εκλογή μας, σε rar μορφή.

Από:http://www.orp.gr/?p=1107#more-1107

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Επιβάτης σε αεροπλάνο που πέφτει!

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Ιουλίου, 2010

 aeropl.jpg

Προσκυνήτρια, Α.Π.

ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΙ ΑΓΝΩΣΤΟ ΘΑΥΜΑ

Ένα πραγματικό γεγονός που το διηγείται  επιβάτης σε αεροπλάνο που επέστρεφε από τους Αγίους Τόπους στις 29 Αυ­γούστου του 2003.

Ήταν χαράματα Παρασκευής, 29 Αυγούστου του 2003. Φεύγαμε με βαριά καρδιά από την Ιερουσαλήμ, με κατεύ­θυνση προς Τελ Αβίβ και από εκεί για Αθήνα.

Είχαμε περάσει υπέροχα. Την προηγούμενη, είχαμε γιορτάσει Πανηγυρικά την Κοίμηση της Παναγίας μας στον Τάφο Της, αφού στα Ιεροσόλυμα η Κοίμη­ση εορτάζεται 13 ημέρες μετά, στις 28 Αυγούστου.

Ζήσαμε μία πρωτόγνωρη, μοναδι­κή εμπειρία. Το πανηγύρι ήταν μεγα­λοπρεπές, πλούσιο, γενναιόδωρο προς πάντας. Αργά το απόγευμα ετοιμάσαμε τις βαλίτσες μας, το βράδυ λάβαμε μέ­ρος στην αγρυπνία στον Πανάγιο Τάφο και αμέσως μετά, γρήγορα στο πούλμαν που μας περίμενε ακριβώς έξω από την παλαιά Πόλη. O καιρός ήταν καλός. O ουρανός έναστρος και μέσα σε μία γλυ­κιά ησυχία απολαμβάναμε την Πόλη φωτισμένη. Είχαμε στυλώσει τα μάτια μας στα τείχη της, αγκαλιάζοντας νοερά όλα τα Πανάγια Προσκυνήματα, κλείνο­ντας τα ερμητικά μέσα στην καρδιά μας. Ένα σχεδόν αδιόρατο ελαφρύ χαμόγελο πρόδιδε την κούραση των ημερών, αλλά και την βαθιά ευγνωμοσύνη μας προς τον Θεό για όσα ζήσαμε. Η ευχαρίστηση μας ήταν τόση, που δεν κλονίστηκε κα­θόλου από την παρατεταμένη αναμονή, ούτε από τον εξαντλητικό έλεγχο των Ισραηλινών στο αεροδρόμιο.

Όταν επιτέλους επιβιβάστηκα στο αεροπλάνο – εάν θυμάμαι καλά ήταν ένα δικινητήριο Airbus – πρόσεξα ότι τα φώτα του τρεμόπαιζαν συνεχώς και δεν σταθεροποιούνταν σε μία συγκεκριμέ­νη φωτεινότητα. Σκέφθηκα ότι κάποιο καλώδιο δεν κάνει καλή επαφή και βυ­θίστηκα στο κάθισμα μου. Όταν ξεκί­νησε η τροχοδρόμηση, τα πρόβλημα στα ηλεκτρικά έγινε πιο έντονο, ενώ παράλ­ληλα ακούγονταν και ο χαρακτηριστι­κός ήχος μικρών, πολλαπλών βραχυκυ­κλωμάτων. Δεν έδωσα σημασία· τα φώτα έσβησαν, απογειωθήκαμε και, όταν ξανά­ναψαν το πρόβλημα υφίστατο σε μικρό­τερο βαθμό. Καθόμουν με τη μητέρα μου στην αριστερή πλευρά του αεροσκάφους, μπροστά από το φτερό, ενώ φίλοι και γνωστοί κάθονταν σε κοντινές θέσεις.

Μετά από περίπου 20 λεπτά ακούσαμε έναν δυνατό θόρυβο και το αεροπλάνο άρχιζε να τρέμει και να κινείται δεξιά και αριστερά, σαν να «κοσκινίζει», όπως εύστοχα παρατήρησε κάποιος φίλος. O πιλότος είπε πρώτα στα εβραϊκά και με­τά στα αγγλικά να παραμείνουμε με τις ζώνες μας δεμένες, το ίδιο έκαναν αμέσως και οι αεροσυνοδοί Αρχικά δεν δώσαμε σημασία, ώσπου κοίταξα το φτερό και είδα την τουρμπίνα να φλέγεται και να εκσφενδονίζει κομμάτια από πυρωμένο σίδερο! Μετά από ένα καθησυχαστικό πρόλογο, την έδειξα στη μητέρα μου και στους γύρω φίλους. Όλοι μας είχαμε ταξιδέψει πολλές φορές με αεροπλάνο, αλλά ήταν η πρώτη φορά που βλέπαμε φλεγόμενο κινητήρα. Σφιχθήκαμε κάπως αλλά κρύψαμε επιμελώς την ανησυχία μας, σιωπώντας. Κάποιοι από εμάς όπως έμαθα αργότερα, λέγαμε νοερά την Ευχή. Μετά από αρκετά λεπτά έγινε νέα ανακοίνωση που μας πληροφορούσε για την απώλεια του αριστερού κινητήρα και ότι θα προσπαθήσουμε να φθάσουμε στα Ελευθέριος Βενιζέλος με τον άλλον.

Δεν πέρασαν άλλα είκοσι λεπτά όταν ακούστηκε ένας λιγότερος δυνα­τός θόρυβος από τη δεξιά πλευρά και νοιώσαμε όλοι τις ίδιες έντονες δονήσεις του αεροσκάφους, αναμεμιγμένες με αναταράξεις. Κάποιοι που κάθονταν μπροστά από το δεξί φτερό φώναξαν «πήρε φωτιά η τουρμπίνα»! Το μέχρι τότε ήπιο και, μάλλον ευχάριστο κλίμα, του θαλάμου αντικαταστάθηκε σύντομα από πανικό. Το αεροσκάφος έχανε διαρκώς και απότομα ύψος και ακουγόταν ένας θόρυβος σαν σφύριγμα, που μετά θυμήθηκα ότι τον άκουγα στις ταινίες, όταν έπεφταν οι βόμβες των αεροπλάνων. Οι αεροσυνοδοί, που μόλις είχαν ξεκίνησε να προσφέρουν αναψυκτικά, ασφάλισαν τρέχοντας τα καροτσάκια τους στις κατάλληλες θέσεις· κάθισαν γρήγορα κα προσδέθηκαν κρατώντας το κεφάλι τους κοντά στα γόνατα. Αρκετοί καρδιοπαθείς και ηλικιωμένοι έπαιρναν τα χάπια τους δύο-δύο. Μεταξύ συζύγων, γίνονται δημόσιες εξομολογήσεις για το πότε απάτησε ο ένας τον άλλον και με ποιόν και ζητούσαν συγχώρεση. Γιαγιάδες και παπούδες απεκάλυπταν στα παιδιά τους ότι τους αδίκησαν στη διαθήκη τους και ζητούσαν συγχώρεση και εκείνα την έδιναν, αλλά και τη ζητούσαν με τη σειρά τους για παλιές άπρεπες συμπεριφορές. Φίλοι ομολογούσαν ότι με αφορμή το τάδε περιστατικό είχαν πει ψέματα και συκοφαντήσει αλλήλους….

Όλα τα παραπάνω μαζί με τη συνεχή και απότομη απώλεια ύψους, τις ασυ­νήθιστες αναταράξεις και τη σιγή του πιλότου έκαναν βαριά την ατμόσφαιρα. Σαν να μην έφθανε αυτό, κάποιος από τήν παρέα φώναξε «είχε δίκιο ο τάδε», ενθυμούμενος τα λόγια ενός μοναχού, που του είχε πει, παρουσία τρίτων, πριν από λίγες ήμερες ότι η Ελλάδα θα θρηνή­σει μεγαλύτερο αριθμό νεκρών από ό,τι το Πάσχα – αναφερόμενος στο δυστύχη­μα λίγο πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα στα Τέμπη – μόνο που αυτή τη φορά θα είναι στη θάλασσα. Είχαμε αρχίσει να ανησυχούμε σοβαρά…

Το αεροπλάνο άρχισε να παίρνει κλίση καταλάβαμε ότι προσπαθεί να στρίψει και σκέφθηκα ότι θα επιστρέφαμε στο Τελ Αβίβ η ότι θα πηγαίναμε στην Κύ­προ. Σε λίγο σηκώθηκε μία αεροσυνοδός και πήγε βιαστικά να ασφαλίσει κάποια αντικείμενα που έπεφταν. Τη σταμάτησα και τη ρώτησα τι ακριβώς συνέβαινε. Η πρώην χαμογελαστή και γλυκομίλητη κοπέλα είχε γίνει κατάχλωμη και είχε χά­σει τη φωνή της. Ο φόβος κυριαρχούσε στην έκφραση του προσώπου της, στα σφιγμένα δόντια και κορυφώνονχαν στα ματιά της.

Τη ρώτησα εάν είχαμε χάσει και τους δυο κινητήρες και απάντησε με νεύμα καταφατικά. «Και τώρα τι θα γίνει; Πώς θα το αντιμετωπίσουμε;», ξανα­ρώτησα. Έπαψε να με κοιτάζει στα μάτια, το βλέμμα της έγινε μακρινό, σαν να κοιτούσε το κενό, κινούσε το κεφάλι της δεξιά και αριστερά, ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα, σαν όλα να είχαν τελει­ώσει και έκανε να φύγει. Τη συγκράτη­σα έντονα από το χέρι φωνάζοντας «Πέφτουμε;» και εκείνη μου έγνεψε πολλές φορές καταφατικά, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη και έτρεξε να προσδεθεί πάλι στο κάθισμα της, κρατώντας σφιχτά το κεφάλι στα γόνατα. Πήραμε όλοι βα­θιά ανάσα και προσπαθούσαμε όσο το δυ­νατόν ψύχραιμα να συνειδητοποιήσουμε τα συμβαίνοντα.

Το πέπλο της μελαγχολίας έσκισε η δυνατή φωνή ενός ρασοφόρου: «Μην φοβάστε, αδελφοί μου, ας προσευχηθούμε, δεν θα αφήσει ο Θεός!». Οι ιερείς έβαλαν πετραχήλι και άρχισαν να διαβάζουν, κά­ποιοι λαϊκοί έλεγαν νοερά την Ευχή και οι υπόλοιποι χωρίστηκαν σε δυο ομάδες – τη δεξιά και την αριστερή πτέρυγα του θαλάμου των επιβατών – και άρχισαν δειλά να ψάλουν οι μεν την Παράκλη­ση της Παναγίας, οι δε τους Χαιρετι­σμούς. Αναθέσαμε την ελπίδα μας στον Θεό και αισθανθήκαμε πολύ καλύτερα ξελαφρώσαμε.

Οι αλλόθρησκοι επιβάτες, υπερβολικά φοβισμένοι σε σύγκριση μ’ εμάς, νόμι­ζαν ότι τραγουδούσαμε και μας κοίταζαν σαν να ήμασταν τρελοί. Η παρήγορη όμως αυτή ψυχική ανάταση διεκόπη λί­γο αργότερα, όταν έκανε ανακοίνωση με τρεμάμενη φωνή ο πιλότος: «όπως ήδη καταλάβατε, πριν από λίγη ώρα χάσαμε και το δεύτερο κινητήρα ανεφλέγη. Ρί­ξαμε τα καύσιμα και θα προσπαθήσουμε να επιστρέψουμε στο Μπεν Κουριόν (το αεροδρόμιο του Τελ Αβίβ), αλλά…» του ήρθε ένας κόμπος στον λαιμό και στα­μάτησε απότομα. Προς στιγμήν πάγωσε το αίμα μας. Όπως και να το κάνουμε, αλλιώς είναι να υποθέτεις βάσιμα πώς οδεύεις σε κάτι δυσάρεστο και αλλιώς είναι να σου το επιβεβαιώνουν επισήμως! Μετά τις πρώτες αμήχανες στιγμές, συνε­χίσαμε όλοι μαζί να προσευχόμαστε από το σημείο που είχαμε σταματήσει, άλλοι την Ευχή, άλλοι την Παράκληση, άλλοι τους Χαιρετισμούς. Μού έκανε εντύπωση ότι προσεύχονταν θερμά και όσοι έδειχναν στο παρελθόν να μην πιστεύουν…

Προσπάθησα να φερθώ ψύχραιμα σε σημείο που κατηγορήθηκα για αναισθησία. Εξήγησα ήρεμα, με την ελπίδα να δώσω κουράγιο και σε κάποιους που έκλαιγαν: «Κάποτε όλοι θα πεθάνουμε αυτό δεν αλλάζει. Τι μας μένει τότε; Το πόσα χρό­νια θα ζήσουμε και το πώς θα τα ζήσου­με. Όλοι μας θέλουμε να ζήσουμε πολλά χρόνια, εάν όμως ο Θεός αποφάσισε να πεθάνουμε σήμερα, ούτε αυτό αλλάζει· έξαλλου, δεν υπάρχει κάτι που να μπορούμε να κάνουμε ανθρωπίνως για να σωθούμε και δεν το κάνουμε. Άρα, εάν πάρουμε ως δεδομένο ότι σήμερα θα κληθούμε σε απολογία, τι πρέπει να μας ενδιαφέρει; Το σε ποιά κατάσταση βρίσκε­ται η ψυχή μας. Τώρα θα μού πείτε: «είμαι σε άσχημη κατάσταση, αλλά, εάν είχα και άλλα χρόνια, θα μετανοούσα!» Αυτή όμως η φιλοσοφική σκέψη δεν είναι της παρούσης, είναι μάλλον ένας ευσεβής πό­θος, γιατί είπαμε ότι παίρνουμε ως δεδομένο ότι παραδίδουμε σήμερα. Άρα τι μάς μένει να κάνουμε; Να προσευχηθούμε ειλικρινά και να ζητήσουμε με θερμή συγχώρεση των αμαρτιών μας. Όμως πρέπει να έχουμε την ελπίδα μας στο έλεος του Θεού, γιατί:

ο Θεός από την άπειρη αγάπη Του για εμάς, δεν θα επέτρεπε ποτέ να γίνει κάτι προς ζημία της ψυχής μας, δηλαδή, εάν μάς πάρει σήμερα, αυτό θα πει ότι θα μας πάρει στην καλύτερη στιγμή μας.

Οι περισσότεροι από εμάς εξομολογηθήκαμε και κοινωνήσαμε μόλις χθες στη εορτή της Παναγίας, άρα είμαστε κατά το δυνατόν έτοιμοι. σκεφθείτε να φεύγαμε εντελώς απροετοίμαστοι; Όσοι ήρθαμε εδώ, δεν ήρθαμε για τουρισμό αλλά για προσκύνημα· λέτε ο Κύριος και η Παναγία, που ήρθαμε στην εορτή Της, να μάς αφήσουν έτσι;

Οι αναταράξεις συνεχίζονταν πάλι έντονες. Ήμασταν χαμηλά, άρχισαν να διακρίνονται τα νησιά με τα χαρακτηριστικά τους και μακριά η στεριά. Ξαφνικά σηκώθηκε όρθιος ο ίδιος ρασοφόρος, που καθόταν μπροστά δεξιά και μάς είχε παροτρύνει να προσευχηθούμε – δεν γνωρίζω εάν ήταν μοναχός η Ιερομόναχος (θυμάμαι μόνο την ψηλόλιγνη μορφή του το ιλαρό του προσώπου και τη μακριά του γενειάδα) και είπε με δυνατή και γεμάτι σιγουριά φωνή και δακρυσμένα μάτια «Παιδιά μου, σάς παρακαλώ, πιστέψτε με βλέπω την Παναγία μας μπροστά μου θεόρατη και κρατάει το αεροπλάνο από την κοιλιά- θα σωθούμε, θα σωθούμε!» και ξεσπώντας σε δάκρυα: «ας προσευχηθούμε να την ευχαριστήσουμε».

Όλοι οι επιβάτες πήραμε κουράγιο και αρχίσαμε να ψέλνουμε, δυνατά αυτή τι φορά, χαρμόσυνα την Παράκληση. Μέχρι και οι αεροσυνοδοί κατάλαβαν από τι γλώσσα του σώματος ότι κάτι ευχάριστο συμβαίνει και αναθάρρεψαν κοιτώντας απορημένες.

Σε λίγη ώρα φάνηκαν καθαρά τα κτήρια του Τελ Αβίβ- ήμασταν ήδη πολύ χαμηλά. Έμεναν λίγες μόλις στιγμές… Άρχισαν να μπαίνουν λογισμοί αμφιβολίας στο μυ­αλό μου: «Άραγε η πρόσκρουση θα γίνει στη στεριά η θα πέσουμε στη θάλασσα;», μα προσπαθούσα να τους διώξω με την προσευχή: «Πιστεύω Κύριε, βοήθει μου τη απιστία. Γεννηθήτω το θέλημα Σου. Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ήμας.»

Σε λίγο φάνηκε το αεροδρόμιο. Ο διά­δρομος ήταν στρωμένος με αφρό και κα­τά μήκος του ήταν παρατεταγμένα πολλά νοσοκομειακά. Άλλο αεροπλάνο δεν φαι­νόταν, προφανώς μάς είχαν δώσει προ­τεραιότητα. Μας φάνηκε ότι κατεβαίνα­με με μεγάλη ταχύτητα σε σχέση με τις άλλες φορές, μάς χώριζαν λίγα μόλις μέ­τρα από το έδαφος. Όταν έγινε η επαφή, το αεροπλάνο σταμάτησε κατά θαυμαστό τρόπο σε μόλις 50 μέτρα, χωρίς κανένας μας να κινηθεί από τη θέση του, έστω και κατ’ ελάχιστον. Τουρμπίνες δεν είχε, για να τις θέσει σε ανάστροφη λειτουρ­γία, ώστε να φρενάρει, και το φρένο στις ρόδες θα έπρεπε να είναι πολύ απότομο – πράγμα πολύ επικίνδυνο – για να στα­ματήσουμε μόλις σε 50 μέτρα, και ακόμα και τότε θα έπρεπε λόγω αδράνειας να πεταχτούμε όλοι προς τα μπροστά! (Εδώ φρενάρει κανείς λίγο με το αυτοκίνητο και με μικρές ταχύτητες και το σώμα του πηγαίνει μπροστά). Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν έγινε. Το αεροπλάνο δεν σταμάτησε σύμφωνα με τους νόμους της φυσικής, αλλά σαν να εναποτέθηκε μα­λακά στο έδαφος!

Όλοι αρχίσαμε, γεμάτοι ανακούφιση,τα ευχαριστήρια: «Δόξα Σοι Κύριε», «Σε ευχαριστώ Παναγία μου», «Ας είναι ευλογημένο το Όνομα Σου, Κύριε».

Μόνο τις αεροσυνοδούς είχε πιάσει νευ­ρική κρίση. Για τουλάχιστον πέντε λεπτά η μία άνοιγε ένα γιαούρτι, έτρωγε μία κουταλιά, το πέταγε και έπαιρνε άλλο, η άλλη ανοιγόκλεινε συνεχώς κάποια μεταλλικά συρτάρια, η άλλη έτρεμε και χτυπούσαν τα δόντια της.

Μετά από λίγο αποβιβαστήκαμε και συνοδεία αστυνομικών, ιατρών και νο­σοκόμων πήγαμε σε ένα σαλόνι, όπου κάποιους προσπαθούσαν να τους συνε­φέρουν και στους υπόλοιπους πρόσφε­ραν ένα αναψυκτικό. Από την ένταση είχε στεγνώσει το στόμα μας, αλλά ποιος νοιαζόταν;

Ήμασταν ζωντανοί μόνο αυτό μετρούσε! Σε λίγο ήρθε άλλο αεροσκάφος να μάς πάει στην Αθήνα, όπου και φθάσα­με ασφαλώς. Βέβαια μάς περίμεναν δημο­σιογράφοι και κάμερες. Ένας φίλος μου τηλεφώνησε με αγωνία να δει εάν είμαι καλά, γιατί είδε ένα trailer στις πρωινές ειδήσεις μεγάλου καναλιού για την πτή­ση μας, αλλά μετά το θέμα αποσιωπήθηκε επιμελώς.

Από εκείνη τη στιγμή, όλοι μας χάσαμε το ενδιαφέρον μας για τις λεπτομέρειες. Δεν φώναζε κανείς, δεν διαμαρτύρονταν για την καθυστέρηση, για τις βαλίτσες, για τις δημοσίως εξομολογηθείσες βα­ριές αμαρτίες, για τίποτα. Βαδίζαμε στη γη, αλλά το μυαλό και η καρδιά μας ήταν γεμάτα ευγνωμοσύνη, κατά τη δύναμη του καθενός προσκολλημένα σε Εκείνον που μάς επιβεβαίωσε τόσο περίτρανα και πάλι την αγάπη Του. Ξέραμε ότι ζούσαμε μέσα στην πρόνοια του Θεού και αισθανόμασταν απέραντη χαρά και ανεκλάλητη ευγνωμοσύνη γι αυτό.

Και οι επόμενες ήμερες πέρασαν έτσι. Έβλεπα καθετί ως δημιούργημα του Θεού, το αγαπούσα και το θαύμαζα. Είχα πάψει να θυμώνω και να αναλώνομαι σε δευτερεύοντα πράγματα. Προσπαθούσα να ανταποκριθώ στην Αγάπη του Θεού με επιεική συμπεριφορά, μην κρίνοντας και, οπού μπορούσα, βοηθώντας τους άλλους. Δυστυχώς, μετά από μία περί­που εβδομάδα, ξαναμπήκα στή ρουτίνα τής καθημερινότητας. Ντρέπομαι που το αναφέρω, αλλά δεν κατάφερα να συγκρατήσω μέσα μου εκείνη την πρωτόγνωρη ειρήνη, την προσευχή, την ευγνωμοσύνη, την αγάπη.

Αυτά το πέρα για πέρα πραγματικό γε­γονός, με έκανε να βλέπω τα πράγματα λίγο διαφορετικά, να προσπαθώ να βγω από το καβούκι του εγωκεντρισμού μου και της παράλογης λογικής μας, που τα βάζει όλα σε κουτάκια και θέλει να τα εξηγεί με νόμους και κανόνες. Ο φόβος του τέλους επιχαχύνει τη συνειδητοποίηση των λαθών, ωθεί σε συναίσθηση…

Η ευγνωμοσύνη που νοιώθει κανείς την άπειρη αγάπη Του Θεού μαλακώνει την καρδιά του, τόν λιώνει, τόν κάνει να αγαπάει διά του Θεού τους αδελφούς του και τηνν κτίση και παράλληλα φοβάται μήπως με κάποια πράξη του λυπήσει τον Θεό και χάσει αυτό που αρχίζει  να γεύεται η καρδιά του και σκιρτά, αυτό που φτιάχτηκε να αναζητά η ψυχή του την διά της αγάπης δωρεάν παρεχόμενης ένωσης της με τόν Θεό.

  (Αποφάσισα να γράψω αυτή τη μοναδική για μενα εμπειρία κατά παράκληση ενός αγαπητού αδελφού «προς δόξαν Θεού» και πνευματική τόνωση των αδελφών. Παρακαλώ, συγχωρέστε τον προσωπικό τόνο της διήγησης, αλλά ήθελα να αποδώσω τα γεγονότα και τα συναισθήματα ακριβώς, όπως τα ζήσαμε. Ευχαριστώ για την κατανόηση σας.)

Πηγή: ΕΡΩΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣΤΕΥΧΟΣ 1

Από:http://www.impantokratoros.gr/aeroplano-peftei.el.aspx

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μια διδακτική ιστορία.

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Ιουλίου, 2010

 aeropl.jpg

Μια νεαρή κυρία περίμενε την πτήση της στην αίθουσα αναμονής ενός μεγάλου αερολιμένα. Επειδή έπρεπε να περιμένει πολλές ώρες, αποφάσισε να αγοράσει ένα βιβλίο για να περάσει η ώρα. Αγόρασε επίσης κι ένα πακέτο μπισκότα. Κάθισε σε μια πολυθρόνα στην αίθουσα vip του αερολιμένα για να διαβάσει με ησυχία.

Δίπλα από την πολυθρόνα βάζει τα μπισκότα της, ενώ ένας άνδρας που κάθισε στο διπλανό κάθισμα άνοιξε το περιοδικό του και άρχισε να διαβάζει.

Όταν πήρε το πρώτο μπισκότο, ο άνδρας πήρε κι αυτός άλλο ένα. Αισθάνθηκε ενοχλημένη αλλά δεν είπε τίποτα. Σκέφτηκε: « Τι νεύρα έχω! Εάν ήμουν σε κατάλληλη διάθεση θα τον χτυπούσα που τόλμησε! » Για κάθε μπισκότο που έπαιρνε, ο άνδρας έπαιρνε κι αυτός άλλο ένα. Αυτό την εξαγρίωνε, αλλά δεν θέλησε να κάνει σκηνή. Όταν έμεινε μόνο ένα μπισκότο σκέφτηκε: « Α, τι θα κάνει αυτός ο καταχραστής τώρα? »

Τότε ο άνδρας παίρνει το τελευταίο μπισκότο, το κόβει στη μέση, δίνοντας της το ένα μισό.« Α, αυτό ήταν πάρα πολύ! Ήταν πολύ, πάρα πολύ θυμωμένη τώρα! » Σε μια στιγμή, πήρε το βιβλίο της, τα πράγματα της και όρμησε στην αίθουσα επιβίβασης. Όταν κάθισε στο κάθισμα της μέσα στο αεροπλάνο, έψαξε την τσάντα της για να πάρει τα γυαλιά της, και προς μεγάλη της έκπληξη, το πακέτο με τα μπισκότα της ήταν εκεί, άθικτο, κλειστό!

Αισθάνθηκε τόσο ντροπιασμένη! Συνειδητοποίησε ότι έκανε λάθος… Είχε ξεχάσει ότι τα μπισκότα της δεν τα είχε βγάλει από την τσάντα της. Ο άνδρας είχε μοιραστεί τα μπισκότα του με αυτήν, χωρίς κανένα αίσθημα θυμού ή πίκρας.. ενώ αυτή ήταν πολύ θυμωμένη, σκεπτόμενη ότι μοιραζόταν τα μπισκότα της μ΄αυτόν.

Και τώρα δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να εξηγήσει…ούτε να ζητήσει συγνώμη.

Υπάρχουν 4 πράγματα που δεν μπορείτε να ανακτήσετε:

Η πέτρα αφού έχει ριχθεί!

Η λέξη αφού έχει ειπωθεί!

Η ευκαιρία αφού έχει χαθεί!

Ο χρόνος αφού έχει περάσει!

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το Μυστήριο της Ιερωσύνης στην Ορθόδοξη Εκκλησία και οι Προτεστάντες

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Ιουλίου, 2010

 ier2.jpg

Το Μυστήριο της Ιερωσύνης στην Ορθόδοξη Εκκλησία

και στις Προτεσταντικές αρέσεις

του π. Σωτήριου Ο. Αθανασούλια

Ἄρθρο ἀπό τό ἔντυπο «Ὀρθοδοξία καί αἵρεσις»

τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαντινείας καί Κυνουρίας, τεῦχ. 67, Μαρτ. – Ἀπρ. 2010

Ἡ ἀμφισβήτηση Ἐκκλησίας καί Ἱερωσύνης

Ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ Προτεσταντισμός προῆλθε ὡς ἀντίδραση σέ μιά σειρά ἀπό ἀνεπίτρεπτες καί ἔξω ἀπό τό χριστιανικό πνεῦμα ἐνέργειες ἤ ὑπερβολές τοῦ Παπισμοῦ τῶν σκοτεινῶν χρόνων τοῦ Μεσαίωνα. Στήν προσπάθειά του νά ἀνεύρει τή χαμένη «αὐθεντικότητα», ὁ Προτεσταντισμός σάρωσε κυριολεκτικά καίρια καί αὐθεντικά στοιχεῖα τοῦ ἀρχικοῦ Χριστιανισμοῦ, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀπομακρυνθεῖ πολύ περισσότερο ἀπό τήν οὐσία του. Ἔτσι προέκυψε γιά μιά ἀκόμη φορά τό φαινόμενο νά ἀντιμετωπίζεται μιά αἵρεση μέ μιά ἄλλη, ἤ μᾶλλον μέ ἕνα πλῆθος αἱρέσεων, καί, τελικά, ἀντί γιά καλό, νά γίνεται περισσότερο κακό.

Ἀπό τά πρῶτα στοιχεῖα, πού δέχθηκαν ἔντονη πολεμική, ἦταν ἡ Βιβλική καί Πατερική ἀντίληψη γιά τήν Ἐκκλησία. Οἱ Προτεστάντες ἀντικατέστησαν αὐτή τήν ἀντίληψη μέ μιά ἄλλη, προσαρμοσμένη στά μέτρα τους. Ἀπέρριψαν τόν διπλό χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας, τόν ὁρατό καί ἀόρατο, μέ ἀποτέλεσμα ὅλες σχεδόν οἱ προτεσταντικές ὁμάδες, ἀπό ἐκεῖνες τῶν ἡγετῶν τοῦ κινήματος μέχρι τίς σύγχρονες μετεξελίξεις του (Πεντηκοστιανοί, Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ κ.ἄ,) νά δέχονται καί νά διακηρύττουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι κάτι τό «πνευματικό» καί ἀόρατο, ὅτι δέν πρέπει νά συγχέεται μέ θεσμικές μορφές ἤ ἱστορικές ἐκφάνσεις, ὅτι μόνο ὁ Χριστός γνωρίζει τά μέλη της κ.ἄ. Στήν πραγματικότητα, ὅμως, κάθε προτεσταντική ὁμάδα ταυτίζει τήν αὐθεντική Ἐκκλησία μέ τόν ἑαυτό της, ἀπορρίπτοντας, συνήθως, ὅλες τίς ἄλλες.

Τήν ἴδια πολεμική δέχθηκαν καί κάποια θεσμικά στοιχεῖα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τά Μυστήρια καί ἡ Ἱερωσύνη. Μεταξύ ἄλλων ὁ Προτεσταντισμός ἀμφισβήτησε ἔντονα καί τόν θεσμό τῆς Ἱερωσύνης. Τόν ἀπογύμνωσε ἀπό τό μυστηριακό του περιεχόμενο (δηλ. δέν τόν δέχεται ὡς Μυστήριο) καί ἀρνήθηκε τόν μόνιμο καί ἀνεξάλειπτο χαρακτῆρά του, δηλ. δέν δέχεται ὅτι ἡ ἰδιότητα τῆς Ἱερωσύνης συνδέεται μόνιμα μέ τό πρόσωπο τοῦ φορέως της Κληρικοῦ. Ἔτσι, ὁ ρόλος τοῦ Ἱερέως ἐνδέχεται νά ἐναλλάσσεται σέ κάθε «ἐκκλησιαστική» σύναξη: σήμερα κάνει αὐτό τό ἔργο ὁ ἕνας καί αὔριο ὁ ἄλλος ἤ, ὅπως συνηθέστερα γίνεται, οἱ «Πάστορες» ἤ οἱ «Ποιμένες» κάθε «ἐκκλησίας» ἀσκοῦν τό ἔργο τους γιά ἕνα διάστημα, κι ἔπειτα ἀντικαθίστανται. Σέ τελευταία ἀνάλυση, ἡ Ἱερωσύνη δέν προέρχεται ἀπό τόν Θεό. Ὁ Ἱερεύς δέν «λαμβάνει τήν τιμήν … καλούμενος ὑπό τοῦ Θεοῦ» (Ἑβρ. 5,4), ἀλλά ἀσκεῖ τήν Ἱερωσύνη ὡς προσωρινό ρόλο, πού τοῦ ἀναθέτει ἡ «ἐκκλησία», ὅπως ἀκριβῶς μιά ἑταιρεία ἀναθέτει μιά συγκεκριμένη ἐργασία σ’ ἕναν ἀπό τούς ὑπαλλήλους της.

Ἀντί τῆς γνωστῆς εἰδικῆς ἔννοιας τῆς Ἱερωσύνης, πού συνδέεται μέ τήν τέλεση τῶν ἱερῶν Μυστηρίων («μυστηριακή Ἱερωσύνη») οἱ Προτεστάντες προβάλλουν ἔντονα τήν ἔννοια τῆς λεγόμενης «γενικῆς Ἱερωσύνης», βασιζόμενοι στό χωρίο Α’ Πέτρ. 2,9. Σύμφωνα μέ τήν ἀντίληψη αὐτή, Ἱερωσύνη ἔχουν ὅλοι οἱ Χριστιανοί γενικά, ἄρα ὅλοι μποροῦν νά ἀσκοῦν τό ἔργο τοῦ Ἱερέως. Ἄς δοῦμε, ὅμως, κατά πόσο συμβιβάζονται οἱ ἀντιλήψεις αὐτές μέ τό πνεῦμα καί τό γράμμα τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Ἡ Βιβλική Παράδοση γιά τήν Ἱερωσύνη

Οἱ αἱρέσεις ἔχουν δίκαιο ὅταν ἐπικαλοῦνται τήν αὐθεντία τῆς Ἁγ. Γραφῆς, ἀρκεῖ, βέβαια, νά μή διαστέφουν τή μαρτυρία της. Τί λέει ἡ Ἁγ. Γραφή γιά τήν Ἱερωσύνη; Ἄς ἀρχίσουμε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, ἀφοῦ «σκιά ὁ νόμος τῶν μελλόντων ἀγαθῶν» (Ἑβρ. 5,6). Ὅ,τι ὑπάρχει ἐκεῖ ὡς σκιά, ὑπάρχει στήν Καινή Διαθήκη ὡς πραγματικότητα. Στήν Π. Διαθήκη ἡ Ἱερωσύνη εἶναι ἰδιότητα πού συνδέεται μέ τή λατρεία, τήν προσφορά τῶν θυσιῶν. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἐπιλέγει τόν Ἀαρών καί τούς γιούς του καί τούς ἐγκαθιστᾶ Ἱερεῖς του («ἱερατεύειν μοι», Ἔξ. 28,1) καί μάλιστα ἰσόβιους: «ἱερατεία μοι εἰς τόν αἰῶνα» (Ἔξ. 29,9). Ὁ Ἴδιος δίνει λεπτομερεῖς ὁδηγίες γιά τά ἄμφια, πού θά ἐνδύονται «εἰς τιμήν καί δόξαν» (Ἔξ. 28,2 ἑξ.). Ὁ Ἴδιος δίνει ἐντολές γιά τόν τρόπο ἐγκατάστασης τῶν Ἱερέων (Ἔξ. 29,1-45), γιά τήν προσφορά τῆς λατρείας (Λευ. 1,1 ἑξ.), γιά τό Θυσιαστήριο, γιά τά ἱερά σκεύη (Ἔξ. 30,1 ἑξ.), γιά τά πάντα.

Χαρακτηριστικό εἶναι τό ἑξῆς περιστατικό: Κάποτε ἐπαναστάτησαν ἐναντίον τοῦ Μωϋσῆ καί τοῦ Ἀαρών κάποιοι Ἰσραηλῖτες στήν ἔρημο, μέ ὑποκίνηση τῶν Κορέ, Δαθάν καί Ἀβειρών. «Ἀφοῦ ὅλος ὁ λαός εἶναι ἅγιος», ἔλεγαν, «γιατί νά ἱερατεύει μόνο ὁ Ἀαρών καί οἱ οἰκεῖοί του;» (Ἀρ. 16,2 ἑξ.). «Γιατί νά μήν προσφέρουμε κι ἐμεῖς θυσίες;» (βλ. καί τά παρακάτω ἀναφερόμενα γιά τό «βασίλειον ἱεράτευμα» καί τή «γενική Ἱερωσύνη»). Μάταια ὁ Μωϋσῆς προσπαθοῦσε νά τούς μεταπείσει. «Αὐτούς», ἀπαντοῦσε, «τούς ἐπέλεξε ὁ ἴδιος ὁ Θεός καί τούς κάλεσε κοντά Του»: «ἐξελέξατο ἑαυτῷ, προσηγάγετο πρός ἑαυτόν» (Ἀρ. 16,5). Τελικά, συγκεντρώθηκε ὅλος ὁ λαός, γιά νά προσφέρουν κι αὐτοί θυσία. Τότε ὁ Θεός ἔδωσε ἐντολή στόν Μωϋσῆ νά ἀπομακρυνθεῖ ὁ λαός ἀπό τήν ὁμάδα αὐτή τῶν ἐπαναστατῶν. Ὄντως, ἔτσι ἔγινε καί μαζί τούς ἔμειναν 250 ὁπαδοί. Συνέβη τότε κάτι φοβερό: ἄνοιξε ἡ γῆ καί τούς κατάπιε! «Ἐράγη ἡ γῆ ὑποκάτω αὐτῶν, καί ἠνοίχθη ἡ γῆ καί κατέπιεν αὐτούς καί τούς οἴκους αὐτῶν καί πάντας τούς ἀνθρώπους τούς ὄντας μετά Κορέ καί τά κτήνη αὐτῶν» (Ἀρ. 16,31-32)! Μετά τό φοβερό αὐτό σημεῖο, ὁ Θεός ζήτησε νά φέρει ὁ ἀρχηγός κάθε φυλῆς μιά ράβδο, μέ γραμμένο ἐπάνω της τό ὄνομά του. Οἱ ράβδοι τοποθετήθηκαν στή Σκηνή τοῦ Μαρτυρίου (στόν Ναό τῆς ἐποχῆς) καί, ὅποιου ἡ ράβδος ἐβλάστανε, αὐτός θά ἦταν ὁ ἐκλεγμένος ἀπό τόν Θεό Ἀρχιερέας. Πράγματι, τήν ἄλλη μέρα ἀπό τίς 12 ράβδους εἶχε βλαστήσει μόνο τοῦ Ἀαρών, ἀρχηγοῦ τῆς φυλῆς τοῦ Λευΐ. Ἀφοῦ δόθηκαν πάλι οἱ ράβδοι στούς ἀρχηγούς, ὁ Θεός ἔδωσε ἐντολή νά τοποθετηθεῖ ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρών μονίμως στό Ἱερό, γιά νά θυμοῦνται οἱ μελλοντικοί ἀμφισβητητές τῆς Ἱερωσύνης (Ἀρ. 17,16-28).

Ἄς δοῦμε, ὅμως, καί τή μαρτυρία τῆς Καινῆς Διαθήκης γιά τήν Ἱερωσύνη. Κατά τόν ἀπ. Παῦλο, ὁ Ἀρχιερεύς τῶν ἀνθρώπων προέρχεται ἀπό τούς ἴδιους τούς ἀνθρώπους καί ἐγκαθίσταται σ’ ἕνα ἔργο γιά χάρη τους, δηλ. στό νά προσφέρει θυσίες γιά τίς ἁμαρτίες μας: «πᾶς γάρ Ἀρχιερεύς εἰς τό προσφέρειν δῶρά τε καί θυσίας καθίσταται» (Ἑβρ. 8,3 καί 5,1). Τήν «τιμήν» τῆς Ἀρχιερωσύνης δέν τήν λαμβάνει μόνος του ὅποιος θέλει, ἀλλά ὅποιος καλεῖται ἀπό τόν Θεό, ὅπως ὁ Ἀαρών (Ἑβρ. 5,4). Ὁ ἄνθρωπος Ἀρχιερεύς εἶναι ἀτελής, ἀσθενής πνευματικά καί ἁμαρτωλός. Γι’ αὐτό προσφέρει τίς θυσίες πρῶτα γιά τόν ἑαυτό του (Ἑβρ. 5,3), ἀφοῦ ἔχει τίς ἴδιες ἀνάγκες μέ τόν Λαό. Ὑπάρχει, ὅμως, καί ὁ τέλειος, ὁ αἰώνιος Ἀρχιερεύς, δηλ. ὁ Χριστός (Ἑβρ, 4,14 ἑξ.), ὁ Ὁποῖος δέν προσφέρει θυσίες γιά τόν Ἑαυτό Του, ἀλλά μόνο γιά τούς ἄλλους, οὔτε προσφέρει θυσίες κάθε μέρα, ἀλλά μία μόνο φορά, ὅταν ἀνέβηκε στόν Σταυρό (Ἑβρ. 7,27). Ἀφοῦ ὁ νόμος εἶναι σκιά τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, ὅτι συμβαίνει στήν Καινή Διαθήκη πρέπει νά εἶναι φανέρωση αὐτοῦ, πού ἤδη ὑπάρχει στήν Παλαιά. Στήν Π. Διαθήκη ὑπάρχει ἡ σκιά τῆς τέλειας Ἱερωσύνης: ἡ Ἱερωσύνη τοῦ Μελχισεδέκ, πού ἦταν «ἱερεύς τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου» (Ἑβρ. 7,1). Ὁ Χριστός εἶναι Ἱερεύς «κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ» (Ἑβρ. 7,21) καί ὄχι «κατά τήν τάξιν Ἀαρών». Ὑπάρχει, λοιπόν, ἡ Ἱερωσύνη τοῦ Μελχισεδέκ στήν Π. Διαθήκη καί ἡ Ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ στήν Καινή. Ὑπάρχει ἡ Ἱερωσύνη τοῦ Ἀαρών στήν Παλαιά, μέ τούς βαθμούς τοῦ Ἀρχιερέως, τῶν Ἱερέων καί τῶν Λευϊτῶν, καί ἡ Ἱερωσύνη τῆς Ἐκκλησίας στήν Καινή, μέ τούς βαθμούς τοῦ Ἐπισκόπου, τῶν Πρεσβυτέρων καί τῶν Διακόνων. Ὑπάρχουν οἱ θυσίες στήν Π. Διαθήκη, ὡς ἔργο τῆς Ἱερωσύνης, ὑπάρχει ἡ μία καί μοναδική Θυσία (ἡ Θ. Λειτουργία) καί τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας στήν Καινή.

Μέ βάση τά παραπάνω οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἦσαν οἱ πρῶτοι Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας, πού ἔλαβαν τήν Ἱερωσύνη ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό. Ἔτσι ὁ ἀπ. Παῦλος ἀσκεῖ τά ἔργα τῆς Ἱερωσύνης: τελεῖ τή Θεία Λειτουργία (Πράξ 20, 11), βαπτίζει (Α’ Κορ. 1,14-16), χειροτονεῖ «πρεσβυτέρους» (Πράξ. 14,23). Προφανῶς, τό ἴδιο κάνουν καί οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι. Σέ εὐρύτερες περιοχές ὁ ἀπ. Παῦλος ἐγκαθιστᾶ συνεργάτες του, μέ ἐντολή νά καταστήσουν «κατά πόλιν πρεσβυτέρους» (Α’ Τιμ. 1,5). «Οἱ καλῶς προεστῶτες πρεσβύτεροι» ἀξίζουν διπλή τιμή (Α’ Τιμ. 5,17), ἡ δέ κατηγορία «κατά πρεσβυτέρου» δέν πρέπει νά γίνεται εὔκολα ἀποδεκτή, παρά μόνο ἄν στηρίζεται στή μαρτυρία «δύο ἤ τριῶν μαρτύρων» (Α’ Τιμ. 5,19). Ὁ ἀπ. Παῦλος ὑπενθυμίζει στόν Τιμόθεο τό «χάρισμα», τό ὁποῖο ἔλαβε «διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν» (Α’ Τιμ. 4,14, Β’ Τιμ. 1,6), δηλ. τήν Ἱερωσύνη, ἡ ὁποία σάν χάρισμα, σάν πνευματική σφραγῖδα χαρακτηρίζει μόνιμα καί ἀμετάκλητα («ὅ ἐστιν ἐν σοί», Β’ Τιμ. 1,6) τόν φορέα της. Πηγαίνοντας στά Ἱεροσόλυμα ὁ ἀπ. Παῦλος συγκαλεῖ στή Μίλητο «τούς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας» τῆς Ἐφέσου καί τούς ἀπευθύνει μιά θαυμάσια ὁμιλία (Πράξ. 20,17-35). Μεταξύ ἄλλων λέει: «προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καί παντί τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τήν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ» (20,28).

Ἡ μετάδοση τῆς Ἱερωσύνης, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, γίνεται «διά τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν», δηλαδή μέ τή Χειροτονία. Μόνο μέ τήν πράξη αὐτή μεταδίδεται τό «χάρισμα» (ἡ Χάρη) τῆς Ἱερωσύνης. Ὁ ἴδιος ὁ ἀπ. Παῦλος χειροτονήθηκε ἀπό τούς Λειτουργούς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιόχειας (Πράξ. 13,1-3). Ὁ ἴδιος  στή συνέχεια (Β’ Τιμ. 1,6) μαζί μέ τούς πρεσβυτέρους (Α’ Τιμ. 4,14) χειροτόνησε τόν Τιμόθεο. Μέ τόν Βαρνάβα χειροτονεῖ («χειροτονήσαντες») «πρεσβυτέρους κατ’ ἐκκλησίαν» (Πράξ. 14,23) στίς περιοχές Δέρβης, Λύστρων καί Ἀντιόχειας τῆς Πισσιδίας. Γιά νά ἔχει κάποιος Ἱερωσύνη, πρέπει νά τήν ἔχει λάβει ἀπό ἄλλους πού τήν εἶχαν νωρίτερα, ἐκεῖνοι ἀπό παλαιότερους κοκ. Ἔτσι δημιουργεῖται μιά ἁλυσίδα μετάδοσης τῆς Ἱερωσύνης μέσω τῆς Χειροτονίας, πού φθάνει στούς πρώτους Ἐπισκόπους, στούς Ἀποστόλους καί στόν ἴδιο τόν Χριστό. Ἡ ἁλυσίδα αὐτή ὀνομάζεται Ἀποστολική Διαδοχή καί, ἄν κοπεῖ, δέν ὑπάρχει οὔτε Ἱερωσύνη, οὔτε Ἐκκλησία. Ἕνας λόγος πού πολεμοῦν οἱ αἱρέσεις τήν Ἱερωσύνη εἶναι ἐπειδή δέν ἔχουν Ἀποστολική Διαδοχή, ἀφοῦ πρόκειται γιά νεότερες ὁμάδες, πού εἶναι ἀδύνατο νά ἔχουν ὁποιαδήποτε σύνδεση μέ τήν Ἐκκλησία τῶν Ἀποστόλων.

Τό «βασίλειον ἱεράτευμα»

Στό χωρίο Α’ Πέτρ. 2,9 ὑπάρχει ἡ μοναδική ἀναφορά τῆς Καινῆς Διαθήκης στό «βασίλειον ἱεράτευμα», δηλ. στή λεγόμενη «γενική Ἱερωσύνη». Ἐκεῖ ὁ ἀπ. Πέτρος (πρβλ. Ἀποκ. 1,6, 5,10), ἀναφέρεται σέ κάποια βασιλική καί ἱερατική ἰδιότητα, πού ἔχουν ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Ταυτίζεται, ὅμως, ἡ αὐτή «γενική Ἱερωσύνη» μέ τήν «εἰδική Ἱερωσύνη», πού συνδέεται μέ τήν τέλεση τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας; Ἀπ’ ὅσα ἀναφέραμε, φαίνεται ἤδη ὅτι δέν ταυτίζεται, ἀλλά πρόκειται γιά δύο διαφορετικές πραγματικότητες, πού ὑπάρχουν παράλληλα στήν Ἐκκλησία καί ἡ μία δέν ἀναιρεῖ τήν ἄλλη.

Ὅσοι χρησιμοποιοῦν τό παραπάνω χωρίο, παραβλέπουν τό γεγονός ὅτι ἐκεῖ ὁ ἀπ. Πέτρος χρησιμοποιεῖ λόγους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί ὄχι δικούς του. Συγκεκριμένα ἀναφέρεται στό χωρίο Ἔξ. 19,5-6: «ὑμεῖς δέ ἔσεσθέ μοι βασίλειον ἱεράτευμα καί ἔθνος ἅγιον», πού σημαίνει ὅτι «γενική Ἱερωσύνη» («βασίλειον ἱεράτευμα») ὑπῆρχε καί στήν Π. Διαθήκη. Αὐτή, ὅμως, ἡ Ἱερωσύνη δέν ἦταν γιά τήν προσφορά τῶν θυσιῶν, γιά τή λατρεία τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό ὑπῆρχε καί ἡ ἄλλη Ἱερωσύνη, ἡ «εἰδική», ἡ Ἱερωσύνη τοῦ Ἀαρών. Ὅπως, λοιπόν, στήν Π. Διαθήκη ὑπῆρχε «γενική» καί «εἰδική» Ἱερωσύνη, ἔτσι καί στήν Καινή (Ἐκκλησία) ὑπάρχει «γενική» καί «εἰδική» Ἱερωσύνη. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὅλες οἱ μαρτυρίες τῆς Ἁγ. Γραφῆς, πού παραθέσαμε, ἀναφέρονται στήν «εἰδική» Ἱερωσύνη καί ὄχι στή «γενική».

Τί ἀκριβῶς εἶναι ἡ «γενική Ἱερωσύνη»; Ποιά ἱερατική ἰδιότητα ἔχουν ὅλα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας; Γιά νά τό καταλάβουμε αὐτό, ἄς θυμηθοῦμε ὅτι βασικό ἔργο τοῦ Ἱερέως εἶναι νά προσφέρει θυσίες στόν Θεό. Κάθε Χριστιανός, λοιπόν, πού ἀνήκει στό βασιλικό καί ἱερατικό γένος («βασίλειον ἱεράτευμα»), προσφέρει θυσία στόν Θεό ὁλόκληρο τόν ἑαυτό του, δηλ. τό σῶμα του, τήν ψυχή του, τά ἔργα του, τά πάντα. Καί ὁ Θεός τά εὐλογεῖ αὐτά καί τά ἁγιάζει, ὥστε ὁ πιστός νά τά ἀπολαμβάνει εὐλογημένα καί ἁγιασμένα. Μέ αὐτήν τήν ἔννοια κάθε Χριστιανός γίνεται Ἱερέας τοῦ ἑαυτοῦ του. Στή Θ. Λειτουργία ἀκοῦμε τήν προτροπή: «ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα», δηλ. τόν ἑαυτό μας καί τούς ἄλλους (ὅσους ἐξαρτῶνται ἀπό μᾶς) καί ὁλόκληρη τή ζωή μας ἄς τήν ἐναποθέσουμε στά χέρια τοῦ Χριστοῦ. Καί ὁ ἀπ. Παῦλος λέει χαρακτηριστικά: «παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, ἀδελφοί, … παραστῆσαι τά σώματα ὑμῶν θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ», δηλ. σᾶς παρακαλῶ, ἀδελφοί, νά προσφέρετε τούς ἑαυτούς σας θυσία ζωντανή, ἁγία, εὐάρεστη στόν Θεό (Ρωμ. 12,1). Αὐτή ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἔννοια τῆς «γενικῆς Ἱερωσύνης». 

Τό πολίτευμα τῆς πρώτης Ἐκκλησίας

Οἱ Προτεστάντες ἀμφισβητοῦν συνήθως τό πολίτευμα τῆς ἀρχέγονης Ἐκκλησίας, προβάλλοντας τόν ἰσχυρισμό ὅτι στήν Κ. Διαθήκη, δέν ὑπάρχει τό γνωστό σχῆμα Ἐπίσκοπος, Πρεσβύτεροι, Διάκονοι, ὅτι οἱ ὅροι «πρεσβύτεροι» καί «ἐπίσκοποι» ἐναλλάσσονται στήν Κ. Διαθήκη, ὅτι ἐπικεφαλῆς τῶν ἀποστολικῶν Ἐκκλησιῶν εἶναι συνήθως μιά ὁμάδα «πρεσβυτέρων» καί ὅτι οὐσιαστικά ἀπουσιάζει ὁ θεσμός τοῦ Ἐπισκόπου. Πολλές αἱρέσεις ἰσχυρίζονται ὅτι τό ἐκκλησιαστικό πολίτευμα μέ τή σημερινή του μορφή εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς «ἀποστασίας τῆς Ἐκκλησίας»! Ὅμως, σύμφωνα μέ τίς αἱρέσεις αὐτές, ἡ Ἐκκλησία «ἀποστάτησε» καί ἔγινε «πόρνη»! (Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ κ.ἄ.) τόν 4ο αἰῶνα ἐπί ἁγ. Κων/νου, ἁγ. Ἀθανασίου καί Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἐνῶ τό πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας μέ τή σημερινή του μορφή (Ἐπίσκοπος, Πρεσβύτεροι, Διάκονοι) ἔχει ἤδη παγιωθεῖ δύο αἰῶνες νωρίτερα, στίς ἀρχές τοῦ 2ου αἰῶνα, ὅπως μαρτυρεῖ σαφῶς ὁ ἅγ. Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας (50-113 μ.Χ.). Ὁ ἅγ. Ἰγνάτιος ἦταν μαθητής τοῦ ἀποστόλου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, δηλ. ἀνήκει σχεδόν στήν ἀποστολική ἐποχή.

Ὄντως, στήν Κ. Διαθήκη οἱ ὅροι «πρεσβύτεροι» καί «ἐπίσκοποι» ἐναλλάσσονται (Πράξ. 20,17-28). Αὐτό δημιουργεῖ πρόβλημα στίς πληροφορίες μας γιά τό πολίτευμα τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, ὅμως, τό πρόβλημα αὐτό εἶναι μόνο ἱστορικό καί ὄχι θεολογικό. Αὐτό πού μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι ἄν ὑπάρχουν οἱ θεσμοί τοῦ Ἐπισκόπου, τῶν Πρεσβυτέρων καί τῶν Διακόνων στήν Κ. Διαθήκη καί ὄχι τά ὀνόματα μέ τά ὁποῖα ἀναφέρονται. Ὄντως, οἱ θεσμοί ὑπάρχουν (βλ. σχετικές μελέτες τοῦ Καθηγητοῦ Γερασίμου Κονιδάρη), ὅσο, ὅμως, ζοῦσαν οἱ ἅγ. Ἀπόστολοι, ἐπισκιάζονται ἀπ’ αὐτούς καί δέν προβάλλονται ἰδιαίτερα. Ὅπου φαίνεται νά ἡγοῦνται τῆς Ἐκκλησίας «πρεσβύτεροι» (Πράξ. 20, 17), συνήθως μεταξύ αὐτῶν ὑπερέχει ὁ ἕνας, ὁ ὁποῖος στίς πηγές τῆς ἐποχῆς διακρίνεται εἴτε μέ τό ὄνομά του, εἴτε μέ τόν χαρακτηρισμό «ὁ πρεσβύτερος» (πρβλ. Β’ Ἰω. 1,1, Γ’ Ἰω. 1). Ἔτσι, κάποιος, ὀνομαζόμενος Διοτρεφής, «φιλοπρωτεύων» (ἄνθρωπος μέ ἐξουσία) σέ μιά τοπική Ἐκκλησία, φθάνει σέ σημεῖο νά μήν «ἐπιδέχεται» τόν εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη (Γ’ Ἰω. 9-10)! Στήν Ἀποκάλυψη ὁ ἐπικεφαλῆς κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας ἀποκαλεῖται «ἄγγελος» (1,20, 2,1, 2,8 κ.ἄ.). Σέ σύντομο χρονικό διάστημα ἐπικράτησε ὁ ἕνας «πρεσβύτερος», ὁ διακρινόμενος ἀπό τούς ἄλλους, νά ὀνομάζεται «ἐπίσκοπος» καί ὅλοι οἱ ἄλλοι νά ὀνομάζονται «πρεσβύτεροι». Γιά τόν βαθμό τοῦ Διακόνου δέν ὑπάρχουν συνήθως ἀμφισβητήσεις.

Κατά τό ἅγιο Ἰγνάτιο, ὁ Ἐπίσκοπος εἰκονίζει τόν Χριστό. Προσφέρει τή Θεία Εὐχαριστία καί προΐσταται τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας «εἰς τῦπον καί τόπον Χριστοῦ». Οἱ Πρεσβύτεροι περιστοιχίζουν τόν Ἐπίσκοπο «εἰς τῦπον συνεδρίου τῶν Ἀποστόλων». Τίποτε στήν Ἐκκλησία δέν πρέπει νά γίνεται χωρίς τή γνώμη τοῦ Ἐπισκόπου. Οἱ Διάκονοι, τέλος, εἶναι ὑπηρέτες Θεοῦ. «Χωρίς τούτων», δηλ. χωρίς Ἐπίσκοπο, Πρεσβυτέρους καί Διακόνους, «Ἐκκλησία οὐ καλεῖται», δηλ. δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία κατά τόν ἅγ. Ἰγνάτιο.

Συμπεράσματα

Ἀπ’ ὅσα ἀναφέραμε φαίνεται σαφῶς ὅτι ἡ Ἱερωσύνη εἶναι κάτι ἀναγκαῖο γιά τή σωτηρία μας. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός τήν ἔδωσε ὡς δῶρο γιά νά σωζόμεθα καί τήν συνέδεσε μέ τόν Ἑαυτό Του, μέ τήν Ἐνσάρκωσή Του καί μέ τή Θυσία Του πάνω στόν Σταυρό. Σκοπός της εἶναι νά ἐπιτελεῖται ἡ «ἀνάμνηση» τῆς Θυσίας τοῦ Χριστοῦ στή Θ. Λειτουργία, δηλ. νά μεταβάλλονται τά Δῶρα τῆς Εὐχαριστίας σέ Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, γιά νά κοινωνοῦν οἱ βαπτισμένοι «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον». Χωρίς τήν Ἱερωσύνη δέν θά μποροῦσαν νά τελεσθοῦν ἡ Θ. Λειτουργία καί τά Μυστήρια, ἄρα κανείς δέν θά μποροῦσε νά σωθεῖ. Ἡ Ἱερωσύνη εἶναι εἰδικό «χάρισμα» (Α’ Τιμ. 4,14, Β’ Τιμ. 1,6), πού δίνεται σέ ὅσους ἐπιλέγει ὁ Θεός, μέσω τῶν θεσμῶν τῆς Ἐκκλησίας Του. Τό χάρισμα αὐτό εἶναι τόσο μεγάλο, ὥστε συνδέεται μόνιμα μέ τά πρόσωπα πού τό λαμβάνουν. Κανείς δέν μπορεῖ νά τελέσει τά ἔργα τῆς Ἱερωσύνης, ἄν δέν τοῦ ἔχει δοθεῖ αὐτό τό χάρισμα καί ἄν δέν ἔχει κληθεῖ ἀπό τόν Θεό. Στήν Π. Διαθήκη ὁ Θεός κατέστρεψε, ὅπως εἴδαμε, ὅσους θέλησαν ἀπό μόνοι τους, αὐθαίρετα, νά ἀσκήσουν αὐτό τό ἔργο. Σκιά τῆς πραγματικῆς Ἱερωσύνης εἶναι ἡ Ἱερωσύνη τῆς Π. Διαθήκης. Ἡ σκιά αὐτή «παρῆλθεν», ἀφοῦ ἔχει ἔλθει ἤδη ἡ πραγματικότητα. Ἐπειδή μέσω τῆς Ἱερωσύνης καί τῶν Μυστηρίων ἐπιτελεῖται ἡ ἀναγέννηση καί ἡ σωτηρία μας, ἀποκαλοῦμε συνήθως τούς Ἱερεῖς «πατέρες» καί ἐκεῖνοι μᾶς ἀποκαλοῦν «τέκνα» τους. Οἱ ἐκφράσεις αὐτές πρέπει νά νοοῦνται σχετικά καί ὄχι ἀπόλυτα, γιατί ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πραγματικά ἀναγεννᾶ καί σώζει μέσω τῶν Ἱερέων Του εἶναι ἴδιος ὁ Θεός (Ματθ. 23,8). Αὐτή εἶναι ἡ σαφέστατη μαρτυρία τῆς Ἁγ. Γραφῆς (Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης) γιά τήν Ἱερωσύνη, τήν ὁποία μόνο κάποιος πνευματικά τυφλός ἀδυνατεῖ νά διακρίνει.

Από:http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3602&Itemid=29

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι είναι το Τροπάριο;

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Ιουλίου, 2010

9uhb.jpg

Τροπάριο: Τροπάριο ή Τροπάριον ονομάζεται ο σύντομος εκκλησιαστικός θριαμβικός κυρίως ύμνος. Τροπάρια στην εκκλησιαστική υμνολογία ονομάζονται τα διάφορα μικρά άσματα που ψάλλονται στις διάφορες εκκλησιαστικές ακολουθίες. Το όνομά τους προέρχεται από τους Εβδομήκοντα και από συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας. Η αρχή καθιέρωσης αυτών ανάγεται στον 45ο αιώνα και αρχαιότεροι ποιητές αυτών φέρονται οι ‘Ανθιμος και Τιμοκλής που άκμασαν στη Κωνσταντινούπολη και των οποίων όμως τα τροπάρια δεν διασώθηκαν. Από τους καλλίτερους όμως του είδους αυτού της εκκλησιαστικής ποίησης φέρονται ο Κύριλλος ο Αλεξανδρεύς , ο Ανατόλιος κ.ά. Τα τροπάρια γενικά είναι ποιητικά κείμενα χωρίς ομοιοκαταληξία, γι’ αυτό μοιάζουν με πεζά κείμενα, δεν ακολουθούν συνήθως τονικό ρυθμικό λόγο (υπάρχουν και ενδιαφέρουσες εξαιρέσεις) και διακρίνονται σε πολλά είδη αναλόγως του περιεχομένου, του χρόνου που ψάλλονται στις ακολουθίες, του μελους (μουσικής) αυτών και των στίχων τους:

Α) Κατά περιεχόμενο, τα τροπάρια διακρίνονται στα:

•  Αναστάσιμα

•  Μαρτυρικά : τροπάρια που εξυμνούν έναν ή περισσότερους μάρτυρες.

•  Νεκρώσιμα και

•  Θεοτόκια

Β) Κατά το χρόνο (στιγμή) που ψάλλονται, τα τροπάρια διακρίνονται στα:

•  Εωθινά , και

•  Απολυτίκια .

Γ) Κατά το μέλος αυτών, τα τροπάρια διακρίνονται σε

•  Αυτόμελα (ή Ιδιόμελα).

•  Ιδιόμελα .

•  Προσόμοια : όσα μιμούνται το μέτρο ή το ρυθμό άλλων τροπαρίων.

•  Οίκους, και

•  Καθίσματα

Δ) Κατά τους στίχους που προτάσσονται αυτών, τα τροπάρια διακρίνονται σε:

•  Απόστιχα .

•  Δοξαστικά .

•  Μεγαλυνάρια .

•  Στιχηρά και άλλα.

Υπάρχουν επίσης τροπάρια για τον εσπερινό, τον όρθρο και την λειτουργία, για καθε ημερα της εβδομάδος και για καθε εορτη. Τα τροπάρια περιλαμβάνονται στα λειτουργικα βιβλια της Εκκλησίας που ειναι σήμερα σε χρηση, όπως Παρακλητική, Μηναία, Ωρολόγιον και άλλα.

Αποστολική Διακονία

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι είναι το Τυπικό της Εκκλησίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Ιουλίου, 2010

 9uhb.jpg

Τυπικό: Τυπικό της Εκκλησίας ή Εκκλησιαστικό Τυπικό ή Λειτουργικό Τυπικό, είναι το σύνολο των οδηγιών και διατάξεων για το πώς και πότε πρέπει να τελούνται οι ακολουθίες της Εκκλησίας. Έτσι το Τυπικό αναφέρει ποιες είναι οι ακολουθίες που πρέπει να τελούνται κάθε μέρα είτε είναι Κυριακή είτε Δεσποτική ή Θεομητορική εορτή είτε μνήμη αγίου ειτε μια απλή καθημερινή. Επίσης καθορίζει την βασική δομή των ακολουθιών, τους υμνους που πρέπει να ψαλούν, τα εκκλησιαστικα κείμενα (ψαλμούς, ευχές, αποστολικά και ευαγγελικά αναγνώσματα κ.λπ.) που πρέπει να διαβαστούν, πώς συμπλέκονται δύο ή τρεις ακολουθίες σε μια ημέρα και πλήθος αλλων οδηγιών. Είναι απαραίτητο για την ορθή διεξαγωγή των ακολουθιών της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και συμπληρώνει και συμβιβάζει το περιεχόμενο άλλων λειτουργικών βιβλίων, όπως είναι το Ευχολόγιον, το Ωρολόγιον, η Παρακλητική, τα Μηναία κ.λ.π. Tο Τυπικό είναι μάθημα του Λειτουργικού κλάδου των Θεολογικών επιστημών.

Το Τυπικό διαφέρει από την καθ’ αυτό Λειτουργική, διότι έχει χαρακτήυρα πρακτικό και χρηστικό. Η ιστορία και εξέλιξη του Τυπικού όμως εντάσσεται σαφώς στο περιεχόμενο της θεωρητικής Λειτουργικης. Το Τυπικό επίσης διαφέρει και από την Τελετουργική, διότι η Τελετουργική αναφέρεται κυρίως στους τελετουργούς, δηλαδή στους κληρικούς και στις ενέργειες και πράξεις που πρέπει να τελέσουν κατα την διάρκεια των ακολουθιών, ενώ το Τυπικό αναφέρεται κυρίως και πρωτίστως στους ψάλτες. Πολλα σημεία ομως είναι κοινά σε Τυπικό, Λειτουργική και Τελετουργική.

Η ιστορία του Τυπικού χάνεται στα βάθη των πρώτων χριστιανικών αιώνων. Έχουν σωθεί αποσπάσματα (διατάξεις) και περιγραφές από τυπικά του 3ου και 4ου αιώνος, αλλά το αρχαιότερο ολοκληρωμένο σύγγραμμα Τυπικού που έχει σωθεί μέχρι σήμερα ειναι ένα πατμιακό χειρόγραφο του 9ου αιώνος. Θεωρείται ότι διασώζει κείμενο παλαιότερό του τουλάχιστον κατά έναν αιώνα. Με την πάροδο των αιώνων διαμορφώθηκαν δύο κύριες παραδόσεις εκκλησιαστικού τυπικού, το Τυπικό της Κωνσταντινουπόλεως (ενοριακός τύπος) και το Τυπικό των Ιεροσολύμων (μοναστικός τύπος). ‘Αλλες τοπικές παραδόσεις (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Σινά, Ανατολικών Εκκλησιών κ.λπ.) συγχωνεύτηκαν ή απορροφήθηκαν σ’ αυτά τα δύο Τυπικά ή και παρήκμασαν. Από τον 9ο10ο περίπου αιώνα έχουμε μία σύνθεση του Κωνσταντινουπολίτικου και του Ιεροσολυμίτικου Τυπικού, από την οποία προήλθε γύρω στον 11ο12ο αιώνα το Τυπικό της Λαύρας του Αγίου Σάββα Ιεροσολύμων. Αυτό θεωρείται η βάση του σημερινού εκκλησιαστικού Τυπικού. Επικράτησε και εφαρμόστηκε σε όλη την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Οι διάφορες τοπικές παραλλαγές του, έδωσαν τα σημερινά Τυπικά (Αγίου Όρους, Σλαυικών Εκκλησιών, Πάτμου κ.λπ.). Τον 19ο αιώνα το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δημοσίευσε τρεις εκδόσεις του Τυπικού. Βασίζεται κυρίως στο ιεροσολυμιτικό Τυπικό της Λαύρας του Αγίου Σάββα, αλλά έχει και πολλά στοιχεία από το Κωνσταντινουπολίτικο Τυπικό. Το Τυπικό αυτό ονομάζεται Τυπικόν της Μεγάλης Εκκλησίας, ειναι προσαρμοσμένο περισσότερο στις ανάγκες και την πράξη των ενοριών και συντομεύει κάποιες ακολουθίες. Η τρίτη έκδοσή του έγινε απο τον πρωτοψάλτη Γεώργιο Βιολάκη ( 1888 ), γι’ αυτό λέγεται και Τυπικόν Βιολάκη, και είναι μέχρι σήμερα το επίσημο Τυπικό όλων σχεδόν των Ελληνόφωνων Εκκλησιών (Οικουμενικού Πατριαρχείου, Αλεξανδρείας, Ελλάδος, Κύπρου, ομογενών σε Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία). Μετά το 1924 , με την διόρθωση του ημερολογίου δημιουργήθηκαν περιπτώσεις Τυπικού που δεν προβλέπονταν από το Τυπικό του Βιολάκη. Γι’ αυτό πρώτη η Εκκλησία της Ελλάδος άρχισε να εκδίδει ετήσιο τυπικό, ανεπίσημα περίπου από το 1930 , επίσημα από το 1954 , με σκοπό την πρακτική διευκόλυνση ιερέων καί ψαλτών πάνω στο Τυπικό. Σήμερα ετήσιο Τυπικό δημοσιεύουν και αλλες Εκκλησίες (Οικουμενικό Πατριαρχείο, Κύπρος) και ιδιώτες, η βάση όμως ειναι πάντοτε το Τυπικόν της Μεγάλης Εκκλησίας (Βιολάκη, 1888) και η προγενέστερη τυπική παράδοση.

Τυπικό: Το εκκλησιαστικο βιβλιο που καθορίζει πόσα και ποια τροπάρια ψάλλονται σε καθε ακολουθία ονομάζεται Τυπικό.

Αποστολική Διακονία

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι σύγχρονοι τοκογλύφοι

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Ιουλίου, 2010

ijj.jpg ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ  ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ ΙΕΡΟΘΕΟY

 Κυριακή 20 Ιουνίου 2010

Σε δύσκολες εποχές, όπως οι σημερινές, εμφανίζονται και διάφοροι τοκογλύφοι που εκμεταλλεύονται την ανημπόρια του λαού ή των λαών και πλουτίζουν χωρίς να έχουν μέσα τους κανένα αίσθημα αγάπης και συμπόνοιας για αυτούς που δυστυχούν.

1 Η τοκογλυφία ορίζεται ως ο δανεισμός χρημάτων με υψηλό επιτόκιο που συνήθως είναι παράνομο. Αυτό προκαλείται από συγκεκριμένα άτομα που εκμεταλλεύονται κάθε δύσκολη κατάσταση των συνανθρώπων τους. Μερικές φορές αυτό γίνεται και μέσα από τη λεγόμενη «νόμιμη» οδό, όταν οι τραπεζίτες προτρέπουν τους ανθρώπους να λαμβάνουν καταναλωτικά ή άλλα δάνεια, εκμεταλλευόμενοι την τάση τους για ευμάρεια, ευδαιμονία και εύκολο πλουτισμό.

Στην τοκογλυφία μπορώ να εντάξω και τις λεγόμενες παγκόσμιες «αγορές» που ανεβάζουν τα επιτόκιά τους, τα λεγόμενα σπρεντς, εκμεταλλευόμενοι μερικές δύσκολες καταστάσεις που περνούν διάφορες χώρες. Δεν μπόρεσα να «χωνέψω» αυτόν τον όρο «αγορές» που παρουσιάζεται τόσο εύηχα, σαν να πρόκειται για τα γνωστά μας καταστήματα, από τα οποία προμηθευόμαστε τα αναγκαία για τον βίο μας! Οταν όμως σε αυτές τις παγκόσμιες «αγορές» της καπιταλιστικής κοινωνίας οι συζητήσεις γίνονται με «γεμάτο το πιστόλι πάνω στο τραπέζι», έστω κι αν αυτό λέγεται μεταφορικά, τότε δεν πρόκειται για συνηθισμένες αγορές, αλλά για συνομιλίες με ανθρώπους που κάνουν οικονομικά εγκλήματα, για να μη χρησιμοποιήσω έναν άλλον αγγλικό όρο.

2 Από πλευράς χριστιανικής η τοκογλυφία είναι ένα έγκλημα και ο τοκογλύφος είναι πράγματι ένας εγκληματίας, με κοινωνικό και αγγελικό πρόσωπο. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ομίλησαν σκληρά και κατήγγειλαν την τοκογλυφία, όπως επίσης κατηγόρησαν με ισχυρές λέξεις τον τοκογλύφο που δρα στις ανθρώπινες κοινωνίες.

Ο Μ. Βασίλειος χαρακτηρίζει τον τόκο «πονηρών γονέων, πονηρόν έκγονον». Περιγράφει με απαράμιλλο λόγο τη νοοτροπία του τοκογλύφου που προσφέρει στους ανθρώπους «δηλητήρια», και ομοιάζει με τους γιατρούς που αντί να θεραπεύουν τους αρρώστους, τους αφαιρούν και την ελάχιστη δύναμη που έχουν. Στη συνέχεια περιγράφει την κατάσταση του δανειζομένου, ο οποίος στην αρχή που παίρνει το δάνειο είναι χαρούμενος, γιατί επέτυχε τον σκοπό του, αλλά μετά ζει έναν εφιάλτη, ακόμη και στον ύπνο του, όταν πρόκειται να αποδώση το δάνειο. Ο δανειστής ομοιάζει με τον «σκύλο» που τρέχει στο θήραμά του, και ο δανειζόμενος αισθάνεται ως θήραμα που τρέμει τη συνάντηση αυτή.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θεωρεί την τοκογλυφία ως «εσχάτην αναισχυντίαν», αφού ο τόκος είναι «διαβεβλημένος και κατηγορίας άξιος», πρόκειται για «ευπρόσωπον αρπαγήν, ευπροφάσιστον πλεονεξίαν». Θεωρεί ότι οι τόκοι ομοιάζουν με τα φίδια που κατατρώγουν τις ψυχές των δυστυχισμένων ανθρώπων περισσότερο από τα γνωστά δηλητηριώδη φίδια.

3 Υπάρχουν όμως και μερικοί άλλοι τοκογλύφοι που δεν εκμεταλλεύονται την οικονομική ανέχεια του λαού, αλλά τις ελπίδες και τις προσδοκίες του. Οι συνάνθρωποί μας ελπίζουν να ζήσουν σε μια κοινωνία όπου θα επικρατή η διαφάνεια, η αξιοκρατία, η κοινωνική δικαιοσύνη, η φιλανθρωπία, ο αλτρουισμός, η νοηματοδότηση του βίου κ.λπ., και όμως πολλές φορές διαψεύδονται από τα πράγματα, γιατί κάθε φορά εμφανίζονται διάφοροι «τοκογλύφοι» που εκμεταλλεύονται τις προσδοκίες των ανθρώπων, κατασπαράζουν τις ελπίδες και τα όνειρά τους.

Τέτοιους τοκογλύφους βρίσκουμε συνεχώς δίπλα μας. Είναι οι θρησκευτικοί ηγέτες που εκμεταλλεύονται και κατασπαράζουν το λεγόμενο θρησκευτικό συναίσθημα του λαού, με διάφορους τρόπους, χειρότερους από το κοινό έγκλημα, γιατί στην περίπτωση αυτή σκοτώνουν την ψυχή των ανθρώπων. Είναι οι πολιτικοί άρχοντες που χρησιμοποιούν ως δολώματα διάφορες μαγικές λέξεις με τις οποίες κλέβουν την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων τους, όπως «μεταπολίτευση», «αλλαγή», «κάθαρση», «εκσυγχρονισμός», «επανίδρυση του κράτους» κ.λπ. Είναι λέξειςόπλα που σκότωσαν τις ελπίδες και τις προσδοκίες του λαού και τον οδήγησαν στην απόγνωση και στην έκφραση μεγάλου θυμού που ελπίζουμε να δράση θετικά στην κοινωνία μας.

Το εκπληκτικό είναι ότι όλη αυτή τη διάψευση των ελπίδων, των προσδοκιών και των οραμάτων του λαού την προξένησαν μερικοί της ηρωικής γενιάς του Πολυτεχνείου, που όταν κλήθηκαν να κυβερνήσουν τον λαό, τον διέψευσαν. Και διερωτάται κανείς: πώς και γιατί καταπνίγονται τόσο ευγενικά οράματα, όπως της παιδείας, της ελευθερίας και της ευημερίας;

Τα τελευταία σαράντα χρόνια αποκτήσαμε μια συμπεπυκνωμένη πείρα, αφού ζήσαμε διάφορες δικτατορίες, ήτοι στρατιωτικές, πολιτικές, ιδεολογικές, κοινωνικές, θρησκευτικές, σε όλα τα επίπεδα της ζωής μας, γνωρίσαμε διάφορους «τοκογλύφους». Θα έπρεπε όλη αυτή η πείρα να μας διδάξη, να μας ανοίξη το μυαλό για να δούμε καθαρότερα τα πράγματα. Αν τώρα δεν διδαχθούμε από αυτή τη συμπεπυκνωμένη πείρα, τότε είμαστε άξιοι της τύχης μας.

Η βασική πρόταση είναι να διδαχθούμε από όσα έγιναν, και κυρίως να απαξιώσουμε δημιουργικά τους ποικιλώνυμους και ποικιλότροπους τοκογλύφους του λαού, που σκοτώνουν τα οράματά του και τις προσδοκίες του. Ο καθένας θα πρέπει να αναλάβη τις ευθύνες του στο προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο που ζει. Και ας αρχίση το δημιουργικό έργο, όπως έχει γραφή εύστοχα, από τις προσεχείς εκλογές για την τοπική αυτοδιοίκηση με το να αναδείξη τους κατάλληλους ηγέτες, πέρα από τις κομματικές επιλογές.

Από:http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=122&artId=338834&dt=20/06/2010#ixzz0skLqFwsG

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Επιμνημόσυνος λόγος Χωρεπισκόπου Μεσαορίας στο Ετήσιο μνημόσυνο του Εθνομάρτυρα Αρχιεπισκόπου Κυπριανού

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Ιουλίου, 2010

kyprianos1.jpg

«Παρά το γαίμαν των πολλών εν κάλλιον του πισκόπου»

 

Επιμνημόσυνος λόγος Χωρεπισκόπου Μεσαορίας Γρηγορίου,

Παναγία Χρυσελεούσα Στροβόλου,

Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

Τούτες τις συγκλονιστικές και πλημυρισμένες από αλήθεια λέξεις ο ποιητής βάζει στο στόμα του Ενθομάρτυρα Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού, του οποίου το μαρτύριο θυμούμαστε σήμερα και τιμούμε. Τιμούμε τον ίδιο και μαζί όλους εκείνους οι οποίοι, τις ημέρες του αιματωμένου Ιουλίου του 1821, θυσιάστηκαν για του «Χριστού την πίστη την Αγία και της Κύπρου μας την ελευθερία».

Των πανελλήνων την απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό.

1453 άλωση της Βασιλεύουσας και 1571 άλωση της Αμμοχώστου και της Χώρας.

«Παρά το γαίμαν των πολλών εν κάλλιον του πισκόπου»… Αυτό το βίωμα και αυτή την εμπειρία ζει ο λαός μας μέσα στους αιώνες τους ασέληνους και ζοφερούς λόγω της πτώσεως και καταπτώσεως, αλλά και των ποικίλων τυράννων και κατοχικών αυτοκρατοριών της θαλασσοφίλητης μικρής μας πατρίδας. Ο Βασίλης Μιχαηλίδης, έτη αργότερα από το μαρτύριο των Ιεραρχών της Εκκλησίας Κύπρου, στο ποίημά του «η 9η Ιουλίου 1821», διατραγωδεί τα γεγονότα που προηγήθηκαν καθώς και εκείνα που ακολούθησαν.

Σε κάθε αγώνα απελευθέρωσης και προάσπισης της πατρικής γης, της εδαφικής ακεραιότητας της μεγάλης πατρίδας και της εθνικής αξιοπρέπειας οι ολίγοι, μα ποτέ λίγοι Κύπριοι, δηλώνουν το δικό τους «παρόν» στο εθνικό κάλεσμα. Και σε αυτή την περίπτωση το ίδιο συμβαίνει.

Καλό είναι να λεχθεί στο σημείο αυτό ότι η συμμετοχή των Κυπρίων συμπατριωτών μας στην επανάσταση του γένους ήταν σημαντική, αλλά και διακριτική. Τεκμήρια της στάσης τους αυτής ήσαν: η συμμετοχή τους στην Φιλική Εταιρεία, η συνεργασία τους με τον Ιωάννη Καποδίστρια, η συνεργασία και φιλοξενία του Κανάρη και τόσα άλλα, που μαρτυρούν αυτή τη σχέση.

Όπως επισημαίνει ο ερευνητής της Κυπριακής Εκκλησιαστικής Ιστορίας κ. Κωστής Κοκκινόφτας, «ο Aρχιεπίσκοπος Kυπριανός και άλλοι επιφανείς κληρικοί και προύχοντες του νησιού μυήθηκαν στη Φιλική Eταιρεία και στις δραστηριότητές της.  Oι πολλαπλές δυσχέρειες, όμως, που πήγαζαν από τη μεγάλη απόσταση της Kύπρου από τις περιοχές της επικείμενης εξέγερσης και ειδικά η εγγύτητά της προς την Aίγυπτο και τη Συρία, όπου υπήρχαν συμπαγείς μουσουλμανικοί πληθυσμοί και μεγάλη συγκέντρωση τουρκικών στρατευμάτων, η άμεση μεταφορά των οποίων στο νησί θα οδηγούσε σε ανώφελη αιματοχυσία, συνέτειναν ώστε να μη συμπεριληφθεί στον κεντρικό επαναστατικό σχεδιασμό» (Πρβλ Κ. Κοκκινόφτα, Το νόημα της ημέρας της 9ης Ιουλίου του 1821,  Ιστοσελίδα Εκκλησίας της Κύπρου www.churchofcyprus.org.cy).

Συνεπώς, η δράση και αντίδραση των υπόδουλων Κυπρίων, είναι αυτή που υπαγορεύεται μέσα από αγώνες αιώνων για επιβίωση, κάτω από το πέλμα πολλών και ποικίλων κατακτητών. Να επιμένουν, δηλαδή, με αφοσίωση στις μεγάλες πανανθρώπινες αξίες και να σιωπούν διατηρώντας άσβεστη τη συνείδηση της Ορθόδοξης Χριστιανικής τους πίστεως και της υπερήφανης ελληνικής τους καταγωγής. Αυτά τα δεδομένα τους διαμορφώνουν σε πολίτες του οικουμενικού πολιτισμού και τούτο φέρνει ανησυχία στην Υψηλή Πύλη και τους εκπροσώπους της στη Χώρα της Κύπρου. Την ίδια στιγμή φαίνεται ότι οι Τούρκοι καταστρώνουν σχέδια, αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, καταστέλλουν κάθε προσπάθεια επαναστατικής αντίδρασης για απόκτηση δικαιώματος ελευθερίας.

Πιστεύουν οι κατακτητές ότι δεν είναι δυνατόν να αντιδράσουν, μετά από 250 έτη (1571-1821), οι χωρικοί και καλοκάγαθοι άνθρωποι της Κύπρου. Δεν είναι δυνατόν να έχουν το σθένος, τα κίνητρα, την πίστη, το όραμα, την τόλμη να γευθούν το γλυκό κρασί της ελευθερίας.

Οι τοπικές Οθωμανικές Aρχές εφάρμοσαν σειρά από μέτρα, που αποσκοπούσαν στον αποκεφαλισμό της εκκλησιαστικής και πολιτικής ηγεσίας και στον εκφοβισμό του πληθυσμού. Tα γεγονότα της 9ης Ιουλίου αποτελούν την τραγικότερη πτυχή των μεγάλων δοκιμασιών του Eλληνισμού της Kύπρου, κατά τη διάρκεια των χρόνων της Tουρκοκρατίας. Oι εκκλησιαστικοί ηγέτες, με επικεφαλής τον Aρχιεπίσκοπο Kυπριανό και τους τρεις Mητροπολίτες Πάφου Xρύσανθο, Kιτίου Mελέτιο, και Kυρηνείας Λαυρέντιο, καθώς και μεγάλος αριθμός προκρίτων, εκτελέστηκαν και οι περιουσίες τους δημεύθηκαν. «Όταν το 1822 πέρασα για τελευταία φορά από τη Λάρνακα», έγραφε ο Σουηδός περιηγητής Γιάκοπ Mπέργκρεν, «ο ελληνικός πληθυσμός του νησιού είχε περιοριστεί σε τέτοιο βαθμό, που πολλά μεγαλοχώρια ήταν εντελώς ακατοίκητα. Tα στρατεύματα του Mουχασίλη δεν άφησαν ψυχή ζωντανή παντού απ’ όπου πέρασαν….. H Παναγία ντύθηκε παντού στα μαύρα, πολλά σπίτια ήταν έρημα και πιτσιλισμένα με αίμα» (Πρβλ Κ. Κοκκινόφτα, Το νόημα της ημέρας της 9ης Ιουλίου του 1821,  Ιστοσελίδα Εκκλησίας της Κύπρου www.churchofcyprus.org.cy).

Όλα αυτά διαμορφώνουν την ψευδαίσθηση ή την παρανόηση πάλιν και πολλάκις και σήμερα, αρχές του 21ου αιώνα, ενδεχομένως να αναφύεται στα μυαλά και τα εργαστήρια των δήθεν κηδεμόνων και φροντιστών του λαού μας, ότι οι καταστροφές, οι πολυετείς κατακτήσεις, οι πνευματικές και ηθικές καταπτώσεις έχουν αλλοιώσει τη ψυχοσύνθεση των Κυπρίων.

Όμως ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός επιβεβαιώνει, εκφράζοντας τη συνείδηση του λαού μας, δια του ποιητού: «το νιν αντα να τρώει την γην, τρώει την γην χαρκέται μα πάντα τζείνον τρώεται τζιαι τζείνον καταλυέται».

Ανά τους αιώνες πολλοί πίστεψαν ότι μπορούν να καταδυναστεύουν, να μειώνουν, να ταπεινώνουν εσαεί τούτο το λαό.

Και όμως τούτος ο λαός έχει το κάτι μέσα του που κανείς δεν μπορεί να το αποτιμήσει στις πραγματικές του διαστάσεις και κατ’επέκταση να το εκτιμήσει, εάν και ο ίδιος δεν το διαθέτει, δεν το ζει.

Κατά τη γνώμη μου, είναι ιστορικό σφάλμα να νομίζουμε ότι την ώρα της εθνικής έξαρσης, της αρμονικής και συντονισμένης επαναστατικής-ριζοσπαστικής αντίδρασης απέναντι στα κάθε λογής κεκτημένα της κατοχής, είναι όλα ρόδινα ή και τέλεια. Το 1821 δεν είναι η εποχή που ο άνθρωπος έφθασε σε ηθική τελείωση και άρα βρήκε το χρόνο να αγωνιστεί  για την απελευθέρωση της πατρίδας.

Θα ήθελα να επισημάνω ότι το Σεπτέμβριο του 1810 χηρεύει ο αρχιεπισκοπικός θρόνος της Κύπρου, μετά το θάνατο του πολιού, και εν πολλοίς αδικημένου Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσάνθου, ο οποίος άφησε μεγάλη παρακαταθήκη στους επιγόνους. Χάριν της ιστορίας, να σημειωθεί ότι κατά τη μακρόχρονη αρχιεπισκοπεία του, ο Κύπρου Χρύσανθος, οικοδόμησε Μοναστήρια και Εκκλησίες, ετοίμασε το πρώτο οργανωμένο Ελληνικό σχολείο, εξέδωσε βιβλία και ακολουθίες Κυπρίων Αγίων και τόσα άλλα. Πάνω σ’αυτά, και καλώς εποίησε, έκτισε και επέκτεινε σε όλους τους τομείς ο Κύπρου Κυπριανός.

Γίνεται λοιπόν, κάτω από τις συνθήκες που έγινε, αρχιεπίσκοπος ο περισπούδαστος και φέρελπις Κυπριανός Μαχαιριώτης. Το έργο της διατηρήσεως ζωντανής της συνειδήσεως του λαού μας ανέλαβε τώρα ο Κυπριανός, όπως ανέλαβαν όλοι οι προηγούμενοι αρχιεπίσκοποι.Ο Aρχιεπίσκοπος Kυπριανός ενήργησε με υπευθυνότητα φιλόπατρη ηγέτη και πνευματικού πατέρα, προσπαθώντας να κρατήσει λεπτές ισορροπίες, υποστηρίζοντας από τη μια την επανάσταση στην Eλλάδα και προστατεύοντας, με τις ενέργειές του, τον ντόπιο πληθυσμό από την άλλη. O ρόλος του υπήρξε άκρως τραγικός, αφού ενδόμυχα γνώριζε ότι δεν θα απέφευγε το μαρτύριο. Πιθανότατα μπορούσε να σώσει την πρόσκαιρη ύπαρξή του αν αποφάσιζε να διαφύγει ή ακόμη και να εξωμόσει, όπως έπραξαν… άλλοι κατά το παρελθόν.

Όπως σημειώνει ο Άγγλος περιηγητής Tζων Kάρνε, όταν τον ρώτησε, γιατί δεν μεριμνούσε για τη σωτηρία του, αφού η πολιτική κατάσταση ήταν τεταμένη και η ζωή του απειλείτο, ο μάρτυρας Aρχιεπίσκοπος του δήλωσε ότι θα παρέμενε για να προσφέρει κάθε δυνατή προστασία στους κινδυνεύοντες Xριστιανούς και πως είχε αποφασίσει, αν χρειαζόταν, να θυσιασθεί μαζί τους. Ο Bασίλης Mιχαηλίδης απέδωσε πολύ εύγλωττα την απόφαση αυτή του Kυπριανού, ο οποίος, απευθυνόμενος στον καλόψυχο Tούρκο Kιόρογλου, που τον προέτρεπε να ενεργήσει για τη σωτηρία του, δικαιολογεί την παραμονή του με τους στίχους: «Δεν φεύκω, Kιόρογλου, γιατί, αν φύω, ο φευκός μου / εν να γενή θανατικόν εις τους Pωμιούς του τόπου».

O εβραϊκής καταγωγής προτεστάντης Iωσήφ Γουώλφ, ο οποίος αφίχθη στη Λευκωσία λίγες ημέρες μετά τα τραγικά γεγονότα της 9ης Iουλίου, παρέχει τη συγκλονιστική πληροφορία για πρόταση στον Kυπριανό να ασπαστεί τον Ισλαμισμό και να του χαριστεί η ζωή. Όπως σημειώνει, ο Aρχιεπίσκοπος απέρριψε χωρίς δεύτερη σκέψη τα όσα του προτάθηκαν και προσήλθε στο μαρτύριο με τις φράσεις «Kύριε ελέησον, Xριστέ ελέησον», διδάσκοντας με το παράδειγμα της θυσίας του το μεγαλείο και την αλήθεια της Χριστιανικής πίστης.

Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, όπως και κάθε Κύπριος επίσκοπος, γνώριζε ότι δέν είναι μόνο προεστώς του Αγίου Θυσιαστηρίου της Βασιλείας του Θεού επί της γης, αλλά και φρουρός-παρεμβολή του λογικού ποιμνίου. Του περιούσιου λαού του Θεού.

Ιδού γιατί στο ποιήμα του Βασίλη Μιχαηλίδη «η 9η Ιουλίου 1821» την ώρα των διλημμάτων, ο Κυπριανός, ως γνήσιος Πρωθιεράρχης της μαρτυρικής Εκκλησίας της Κύπρου των αποστόλων Βαρνάβα, Παύλου και Μάρκου δηλώνει «παρά το γαίμαν των πολλών εν κάλλιον του πισκόπου». Γνωρίζει, ασφαλώς,  ότι η θυσία αυτή δεν είναι ορμή προς το θάνατο, αλλά ορμή προς τη ζωή «γιατί πετάσσονται τριγύρω του τριακόσια παραπούλια».

Το ερώτημα παραμένει μετέωρο: τι έχει να πει σήμερα το μεγαλείο των μαρτύρων της πατρίδας μας; Στον 21 αιώνα που όλα ισοπεδώνονται κάτω από την μπότα της ελλάσσονος προσπαθείας και δυσκαμψίας στο να ανανήψουμε και σχεδόν όλοι περιορίζονται σε μια μεροκαματιάρικη σχέση με τη ζωή και τους ανθρώπους;

Διακόσια χρόνια μετά, οφείλει ο καθένας μας να κάνει την αυτοκριτική του με πνεύμα ταπείνωσης, αυτοπαραίτησης ενώπιον του Θεού και παραδοχής  της ανθρώπινης αδυναμίας μας. Μόνον έτσι θα βρούμε την αυθεντική ταυτότητα που κρύβεται μέσα μας. Μόνον έτσι θα αντιληφθούμε ότι ο εντός μας θησαυρός, που μυστικά μάς τροφοδοτεί, είναι η πίστη στον Τριαδικό Θεό και τα ιδανικά της φυλής μας. Διατηρούμε τη Χριστιανική και Ελληνική μας ταυτότητα διότι έχουμε μιά μάνα, που όσο και αν την περιφρονούμε περιορίζοντάς την στις δικές  μας αδυναμίες και ατέλειες, είναι η Αγία μας Εκκλησία. Είναι αυτή που μας περιέσωσε μέσα στους αιώνες και φθάσαμε στην ελευθερία και το κράτος μας, παρά τις σύγχρονες επιπολαιότητες και την κατοχή από τα τουρκικά στρατεύματα της μισής μας πατρίδας. Το γνωρίζουν όλοι. Ο λαός μας ως πλήρωμα της Εκκλησίας μας, σώμα με κεφαλή τον Χριστό, αγωνίστηκε και φθάσαμε στη διάσωση της συνειδήσεώς μας μέχρι σήμερα.

Αν κοιτάξουμε γύρω μας θα δούμε ξεριζωμένες ορθόδοξες κοινότητες, εξανεμισμένους χριστιανικούς λαούς στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Η Εκκλησία στέκει μέσα στα ερείπια των προσωπικοτήτων, όχι μόνο των ιερών τόπων και είναι εκεί, για να περιμένει την επιστροφή των πιστών. Το ίδιο συμβαίνει και με την τουρκοκρατούμενη γη μας.

Αυτή την αποστολή να είστε βέβαιοι ότι όλα τα μέλη της Ιεραρχίας, με επικεφαλής το Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπό μας, τη γνωρίζουμε και θα συνεχίσουμε τη διακονία του λαού μας κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Ως αγνοούμενοι και επιγινωσκόμενοι, μαζί με το λαό μας  και μέσα στο λαό μας, γιατί είμεθα κι εμείς από το λαό μας.

Σε πρόσφατο Μήνυμα η Ιερά Σύνοδος δηλώνει απερίφραστα τη συνείδηση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Κύπρου. Μεταξύ άλλων επισημαίνει:

«Η πάντοτε προμαχούσα και προκινδυνεύουσα υπέρ των εθνικών δικαίων Ορθόδοξη Κυπριακή Εκκλησία, που στην ιστορική της πορεία προέκρινεν αδιστάκτως την αγχόνην και την πυράν και την μάχαιραν του δημίου, εκφράζει την προσήλωσή της στα απαράγραπτα ανθρώπινα και εθνικά δικαιώματα του λαού μας και την ακλόνητη συμπαράστασή της στον δικαιότατο υπέρ της δικαιοσύνης και της ελευθερίας αγώνα του, μέχρι να κερδίσει τελικά η δικαιοσύνη, μέχρι δηλαδή να καρποφορήσουν οι προσπάθειες, που καταβάλλονται, για μια λύση στο εθνικό μας πρόβλημα, δίκαιη, λειτουργική, βιώσιμη και δημοκρατική, μια λύση συμβατή με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και το διεθνές δίκαιο, σύμφωνη με τις αρχές του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας» (ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου, 18 Μαΐου 2010).

Ιδού το επίκαιρον της φράσεως «παρά το γαίμαν των πολλών εν κάλλιον του πισκόπου»

Ας είναι στη συνείδησή μας αιώνια η μνήμη όλων όσων θυσιάστηκαν τον Ιούλιο του 1821, με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Κυπριανό, τους Μητροπολίτες Πάφου Μελέτιο, Κιτίου Χρύσανθο και Κυρηνείας Λαυρέντιο. Τους ευχαριστούμε διότι μας άφησαν παραδείγματα και τεκμήρια αγωνιστικότητας.

Εκκλησία  Κύπρου

Κατηγορία ΚΥΠΡΙΑΚΟ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή ΣΤ Ματθαίου -Ο Χριστός, ο ξένος και οικείος

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιουλίου, 2010

ixs1.jpgΤο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα άρχισε με την φράση «εμβάς ο Ιησούς εις πλοίον διεπέρασεν και ήλθεν εις την ιδίαν πόλιν», δηλαδή ο Χριστός μπήκε μέσα σε ένα πλοίο και ήλθε στην πόλη Του. Ο Χριστός έζησε με τους ανθρώπους της εποχής Του, χρησιμοποιούσε τα μεταφορικά μέσα της εποχής εκείνης και είχε και την πόλη Του. Έζησε όπως όλοι μας, χωρίς όμως να πράξη κάποια αμαρτία, γιατί ήταν Θεάνθρωπος και τελείως αναμάρτητος.

Σε ποιά πόλη αναφέρεται ο Ευαγγελιστής και ποιά πόλη εθεωρείτο ως «ιδία πόλις» του Χριστού; Πρόκειται για την Καπερναούμ. Ο ιερός Χρυσόστομος λέγει ότι η Βηθλεέμ εγέννησε τον Χριστό, η Ναζαρέτ τον έθρεψε και η Καπερναούμ τον είχε διαρκώς οικούντα. Όμως, παντού ο Χριστός είχε προβλήματα, αφού στην Βηθλεέμ γεννήθηκε μέσα σε έναν σταύλο, στην Ναζαρέτ αντιμετώπισε την μανία των συμπατριωτών του που αποπειράθηκαν να τον γκρεμίσουν από ένα βουνό και στην Καπερναούμ δεν τον δέχθηκαν, καίτοι έκανε πολλά θαύματα εκεί, γι’ αυτό και είπε: «Και συ Καπερναούμ, η έως του ουρανού ανυψωθείσα, έως άδου καταβιβασθήση» (Ματθ. ια , 23).

Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο, αλλά οι άνθρωποι δεν τον κατάλαβαν και ζούσε ως ξένος πάνω στην γη. Έτσι, είχε πόλη δική Του, αλλά τελικά δεν είχε ούτε σπίτι να μείνη. Η ζωή Του ως ανθρώπου άρχισε στην φάτνη και έφθασε μέχρι το Γολγοθά και το μνημείο το καινό, από όπου αναστήθηκε. Υπάρχει ένα καταπληκτικό τροπάριο το οποίο ψάλλεται κατά την περιφορά του Επιταφίου την Μ. Παρασκευή. Ο ιερός υμνογράφος παρουσιάζει τον Ιωσήφ να πλησιάζη τον Πιλάτο και ζητώντας το σώμα του Χριστού να λέγη: «Δος μου αυτόν τον ξένον, ο οποίος ως ξένος που ήταν ζούσε στον κόσμο ως ξένος. Δος μου αυτόν τον ξένον τον οποίο οι ομοεθνείς του από μίσος τον θανάτωσαν ως ξένον. Δος μου αυτόν τον ξένον τον οποίον οι Εβραίοι τον θανάτωσαν από φθόνο και τον αποξένωσαν από τον κόσμο. Δος μου αυτόν τον ξένον για να τον κρύψω στον τάφο, γιατί ως ξένος που είναι δεν έχει που να κλίνη την κεφαλή του». Ο Χριστός έζησε ως ξένος στον κόσμο αυτόν, αλλά το έργο Του είναι παγκόσμιο, αφορά ολόκληρο τον κόσμο.

Από αυτό φαίνεται ότι ο Χριστός προσλαμβάνει κάθε ξένον και τον αναπαύει. Είναι γνωστή η περικοπή της Μελλούσης Κρίσεως, στην οποία θα πη στους δικαίους ανθρώπους: «Ξένος ήμην και συνηγάγετέ με» και το αντίθετο στους μη σεσωσμένους. Πρέπει να βοηθούμε τους ξένους σαν να το κάναμε στον Ίδιο τον Χριστό.

Πέρα από αυτό μπορούμε να πούμε ότι σήμερα ιδιαίτερη «πόλη» του Χριστού είναι η Εκκλησία Του, μέσα στην οποία κάνει τα θαύματά Του και ενεργεί τις νεκραναστάσεις των ανθρώπων. Η Εκκλησία είναι επίγεια και ορατή, αλλά και ουράνια και αόρατη. Αυτή είναι η πραγματική πόλη του Θεού. Και εμείς ζούμε μέσα στην πόλη του Χριστού, την αγία Του Εκκλησία, με τα μυστήρια και όλη την ζωή της και θα πρέπη να φροντίζουμε να μη περιφρονούμε τον Χριστό, αλλά να τον θεωρούμε οικείο, και να δεχόμαστε την ζωοποιό παρουσία Του.

Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ «Εκκλησιαστική Παρέμβαση»Ιούνιος 2008

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή ΣΤ’ Ματθαίου-(ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ ΚΑΠΕΡΝΑΟΥΜ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιουλίου, 2010

ix1.jpgΟ Κύριός μας ήλθεν στον κόσμο από άπειρο αγάπη προς τον άνθρωπο και έπαθε επάνω στον Σταυρό Του, κυρίως δια να σώσει τον άνθρωπο από τα ψυχικά τραύματα, όμως – πλήρης αγάπης ελέους  και οικτιρμών – δεν ήταν αδιάφορος και δια τα σωματικά τραύματα του ανθρώπου.

Η αγάπη και το άπειρο έλεος του Κυρίου καταγράφεται από τον   ευαγγελιστή Ματθαίο στην σημερινή ευαγγελική περικοπή, όταν συγγενείς και φίλοι οδηγούν τον παράλυτο της Καπερναούμ στο Μέγα Ιατρό της Ψυχής και του σώματος.

Και εκείνος, ο των όλων Κύριος, βλέποντας την υπομονή και επιμονή, και μάλιστα όλως ιδιαιτέρως την πίστη των τραυματιοφορέων της αγάπης λέγει στον πονεμένο και συνάμα δυστυχισμένο άνθρωπο: «έχε θάρρος, παιδί μου, σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου» και  συγχρόνως, αφού είδε την μνησικακία των Γραμματέων του Νόμου, λέγει και πάλιν στον παράλυτο: «σήκω επάνω  και περπάτει».

Και, ω του θαύματος! ο παραλυτικός σηκώθηκε από το κρεβάτι του πόνου και από το στρώμα των κακώσεων, και υγιής πλέον έρχεται στο σπίτι του, ενώ με τα χείλη του δοξολογεί τον Κύριο, που  του χάρισε την διπλή υγεία και στην  ψυχή και στου σώμα.

Δυστυχώς, πόσοι και πόσοι και σήμερα άνθρωποι, σ΄αυτή την εποχή που ζούμε, δεν φέρουν σωματικά και ψυχικά τραύματα, τα οποία δυστυχώς δημιουργούν ποικίλα προβλήματα και πολλάκις δισεπίλυτα.

Το γεγονός τούτο καταγράφεται και στις μέρες μας, διότι οι άνθρωποι ζουν μακριά από την πηγή της σωτηρίας τους, ζουν μακριά και αποκομμένοι από τον Μέγα Ιατρό της ψυχής και του σώματος.

Ο λεγόμενος νεότερος πολιτισμός,  ο πολιτισμός της άρνησης, της απιστίας, της απομάκρυνσης από την αγάπη του Θεού Πατρός δημιουργεί πλείστα όσα σωματικά και ψυχικά τραύματα.

Αναρίθμητοι είναι οι ύπουλοι εχθροί που καταδυναστεύουν το ανθρώπινο σώμα και το οδηγούν στην απώλεια την καταστροφή, στον θάνατο τον σωματικό, πού είναι ο χωρισμός του σώματος από την ψυχή.

Φθόνοι, κακίες, μίση καταχρήσεις, πολυφαγία, πολυποσία, αλλά και ασέλγεια, όλα αυτά δηλητηριάζουν το σώμα του ανθρώπου με αποτέλεσμα να πονά και να οδύρεται και πολλάκις να δαπανά και μεγάλα χρηματικά ποσά νομίζοντας ότι θα βρεί την υγεία του.

Όμως, εάν πραγματικά ο άνθρωπος αγαπά και θέλει να είναι σωματικά υγιής, οφείλει να ακολουθήσει, θα λέγαμε σήμερα, τις συνταγές της υγιούς πνευματικής  διατροφής, να ακολουθήσει με άλλα λόγια τις διδασκαλίες της αμωμήτου πίστης μας, να ακολουθήσει εκείνες τις συνταγές που καταγράφουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, Αυτοί οι τραυματιοφορείς της αγάπης Χριστού, και να μη λέγει ότι οι νηστείες είναι μόνο  δια τους κληρικούς και μοναχούς.

Η νηστεία και μάλιστα η αποχή από τις δηλητηριώδεις τροφές συμβάλλει τα μέγιστα στην ευεξία και υγεία του ανθρωπίνου σώματος και κατά συνέπεια και στην υγεία της ψυχής.

Ο άνθρωπος  πολύ περισσότερο οφείλει να φροντίζει  δια την υγεία της ψυχής του, η οποία υπερέχει της σωματικής υγείας. Δεν πρέπει να  γίνεται μάλιστα πολλάκις και  σύγκρισις αυτής καθ΄ εαυτής της μεγάλης διαφοράς, διότι η νόσος της ψυχής είναι η αμαρτία, «κακό που αρρωστία ψυχής» λέγει ο Μέγας  Βασίλειος, τα δε «οψώνια της αμαρτίας θάνατος εστί».

Ο αμαρτωλός άνθρωπος παραλύει όχι μόνο σωματικά αλλά και ηθικά. Οι σωματικές και ηθικές του δυνάμεις  αδυνατούν και ομοιάζει ο άνθρωπος αυτός με τον παράλυτο της σημερινής ευαγγελικής  περικοπής, τον «επί κλίνης βεβλημένον».

Υπάρχουν βεβαίως και ασθένειες τις οποίες η επιστήμη δεν μπορεί, δυστυχώς ακόμα και σήμερα παρά  την αλματώδη πρόοδο, να βρεί τα μέσα της θεραπείας και  ο άνθρωπος πονά επάνω στο κρεβάτι, ως άλλος παράλυτος του ευαγγελίου.

Όμως καμία μα καμία ασθένεια ψυχική όσον και αν είναι βαριά παραμένει αθεράπευτος, διότι ο ιατρός της  ψυχής είναι αυτός ο Ιησούς, ο Μόνος αληθινός Θεός.

Όπως το φώς του ηλίου ζωογονεί και επικρατεί παντού, έτσι και η ψυχή του χριστιανού φωτιζόμενη από το αληθινό φώς αγιάζεται, τελειοποιείται και διαχέεται από την θεία αίγλη και την χάρη του Αγίου Πνεύματος  και τότε ο χριστιανός άνθρωπος φωτίζεται από το Θαβώριο φως.

Ο Κύριός μας θεράπευσε τον παράλυτο της Καπερναούμ σωματικά  και ψυχικά, διότι είδε την πηγαία και αυθόρμητη πίστη, την υπομονή, την καρτερία, τόσο του παράλυτου όσο και εκείνων των ανθρώπων της  αγάπης που αψήφησαν κόπους και θυσίες προκειμένου να οδηγήσουν αυτόν κοντά στο Χριστό.

Ο Ιησούς  Χριστός και σήμερα θεραπεύει τις σωματικές και ψυχικές μας ασθένειες, αρκεί να τον πιστέψουμε και να τον πλησιάσουμε με μετάνοια ειλικρινή και τότε ας ζητήσουμε ταπεινά το έλεός Του, την ευσπλαχνία Του, την χάρη και την ευλογία Του.

Και Εκείνος ο Οποίος ήλθε να σώσει τον άνθρωπο από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος, θα μας ελευθερώσει από τα  σωματικά τραύματα, αλλά πολύ περισσότερο από τα τραύματα της ψυχής μας  και καθαρούς θα μας εισαγάγει στην ουράνιο βασιλεία του Πατρός Του και δικού μας Πατέρα.

Αγαπητοί μου αδελφοί,

Ας ζητήσουμε, λοιπόν, ταπεινώς και εμείς την βοήθεια του Σωτήρος Χριστού εργαζόμενοι υπέρ της σωτηρίας της ψυχής μας, τώρα που ακόμα υπάρχει χρόνος μετανοίας.Τραυματιοφορείς της αγάπης υπάρχουν και για μας σήμερα, αυτοί δεν είναι άλλοι από τους  πνευματικούς της Εκκλησίας μας. Ας τους πλησιάσουμε δια να ακούσουμε και εμείς όπως άκουσε ο παράλυτος του σημερινού ευαγγελικού αναγνώσματος το: «θάρσει τέκνον αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», και, «εγερθείς άρον σου την κλίνην και ύπαγε εις τον οίκον σου». ΑΜΗΝ. 

Ο.Λ.Κ.Α.Π.

Από:http://www.imleka.gr/main/index.php?categoryid=20

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή ΣΤ΄ Ματθαίου «Θάρσει τέκνον αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου»

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιουλίου, 2010

89iuu.jpgΜετά τη θεραπεία, των δύο διαμονισμένων, της περασμένης Κυριακής, στη χώρα των Γεργεσηνών, ο Κύριος με πλοιάριο μαζί με τους μαθητές Του επέστρεψε εις την Καπερναούμ, «εις την ιδίαν πόλιν» όπως την χαρακτηρίζει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος. Όταν έφθασε εκεί, έφεραν μπροστά Του έναν παράλυτο σε φορείο, έναν ζωντανό νεκρό! Μία αξιοδάκρυτη ύπαρξη! Με τα βογγητά του και τη θλιμμένη όψη του ήταν μία τραγική αντίθεση, μία πένθιμη και μελαγχολική παραφωνία στην ατμόσφαιρα του ενθουσιασμού και της χαράς του πλήθους, που υποδέχοταν τον Κύριο. Εναγωνίως, αλλά και με προσδοκία και ελπίδα, κοιτάζει ο παράλυτος τον Ιατρό των ψυχών και των σωμάτων και περιμένει να ακούσει τον θεραπευτικό Του λόγο. Και αντ’ αυτού ακούει: «Θάρσει τέκνον αφεώνταί σοι αι αμαρτίαι σου». Ο Κύριος, αδελφοί μου, ως καρδιογνώστης που είναι, δε βλέπει μόνον τον πόνον του ασθενούς. Βλέπει και την αιτία της ασθενείας του, που ήταν η αμαρτία. Και θέλει πρώτα – πρώτα να θεραπεύσει την ψυχή του παραλύτου. Και τούτο γιατί, ο Κύριος θεωρεί πρώτιστη ανάγκη για τον παράλυτο, αλλά και για κάθε άνθρωπο, την υγεία της ψυχής και τη σωτηρία της. Η δε απαλλαγή της από την ενοχή της αμαρτίας είναι ο,τι απαραίτητο για τη σωτηρία την αιώνια. Γι’ αυτή τη λύτρωση των ψυχών από το κράτος και τις συνέπειες της αμαρτίας ήλθε στον κόσμο ο Υιός του Θεού. Και οφείλει κάθε Χριστιανός να συνειδητοποιήσει το «τι ωφελήσει άνθρωπον, εάν κερδίση τον κόσμον όλον και ζημιωθή την ψυχήν αυτού;». Ο παράλυτος δεν ανησυχεί. Επαναπαύεται στην ευσπλαχνία και τη δύναμη του Κυρίου. Δέχεται ευγνώμονα το θείο δώρο της αφέσεως των αμαρτιών και περιμένει να ολοκληρώει ο Χριστός την δωρεά Του. Και την ολοκλήρωσε. Πρόσθεσε το θαυματουργό λόγο: «εγερθείς άρόν σου την κλίνην και ύπαγε εις τον οίκον σου». Το πλήθος των ανθρώπων που παρίστατο εκεί, θαυμάζει και δοξάζει τον Θεό τον «δόντα τοιαύτην εξουσίαν τοις ανθρώποις». Μα τον ενθουσιασμό αυτό δεν τον συμμερίζονται καθόλου οι πικροί και φθονεροί Γραμματείς που βρίσκονται εκεί. Καθισμένοι εκεί μπροστά στη μεγάλη σύναξη που έγινε το θαύμα, χαϊδεύουν με περίσσεια φιλαρέσκεια τα γένεια τους και κάτω από τις κατεβασμένες μανδήλες των κεφαλιών τους γνέφουν ο ένας στον άλλον πονηρά: «Αυτός βλασφημεί, για να λέγει ότι μπορεί να συγωρεί αμαρτίες». Τότε ο Χριστός, που ξεύρει και βλέπει και τον κρυφώτερο λογισμό του καθενός μας, τους λέγει: «Γιατί σκέπτεσθε πονηρά για μένα; Γιατί απιστείτε τη θεότητά μου; Τι είναι ευκολότερο να πω: σου συγχωρούνται οι αμαρτίες, η σήκω και περπάτα; Αλλά για να μάθετε ότι δεν είμαι μόνον άνθρωπος, αλλά και Θεός και έχω εξουσία να συγχωρώ, τώρα θα θεραπεύσω τον παράλυτο και από τη σωματική του ασθένεια». Στρέφεται προς τον παράλυτο και με τη θεϊκή του αυθεντία φωνάζει: «Σήκω πάνω, πάρε το κρεββάτι σου και πήγαινε σπίτι σου». Και ευθύς ο λόγος έγινε πραγματικότητα. Συχνά, νομίζουμε εμείς οι άνθρωποι, ότι η μεγαλύτερη συμφορά στον κόσμο είναι οι ασθένειες, οι στερήσεις, οι φτώχειες, οι θεομηνίες η και οι θάνατοι. Μα ο Χριστός με τη σημερινή αντιμετώπιση προς τον παράλυτο μας λέγει: Όχι. Η μεγαλύτερη συμφορά στον κόσμο, που συνήθως φέρνει και όλες τις άλλες συμφορές και προκαλεί τα μάτια των ανθρώπων να χύνουν ποτάμια δάκρυα, πηγάζει από την ίδια φαρμακωμένη πηγή, την αμαρτία. Το μέγα κακό, το καθαυτό κακό, η ρίζα, η βαθύτερη αιτία, από την οποία φυτρώνουν όλα τα άλλα κακά, είναι μία. Η αμαρτία και προπάντων η αμετανοησία. Ο αείμνηστος π. Εφραίμ ο Κατουνακιώτης έλεγε: «Δε σε κατηγορώ γιατί αμαρτάνεις. Σε κατηγορώ γιατί δε μετανοείς και δεν εξομολογείσαι». Μετάνοια λοιπόν, μετάνοια. Είναι το μόνο αντίδοτο για το δηλητήριο της αμαρτίας. Είναι η μόνη που θα φέρει την ευσπλαχνία του Θεού. Τότε μόνον θα σταματήσουν τα κύματα και οι βοριάδες, που μας δέρνουν στη ζωή μας, τότε μόνον θα γιατρευτούν οι πολλές πληγές μας και θα στερεωθούν τα θεμέλια της ζωής μας, όταν ειλικρινά μετανοημένοι βαδίζουμε με σταθερό το βήμα στο φωτεινό δρόμο που χάραξε Εκείνος. Αμήν.

Από:http://www.patirxristos.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=726%3A2010-05-29-12-28-07&catid=116&Itemid=119

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή Στ’ Ματθαίου – Χαρίσματα και ενότητα

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιουλίου, 2010

ix9.jpgΧαρίσματα και ενότητα

Τα χαρίσματα

Στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα ο απόστολος Παύλος μας διδάσκει ότι όλοι οι πιστοί έχουμε «χαρίσματα κατά την χάριν την δοθείσαν ημίν διάφορα». Έχουμε διάφορα χαρίσματα ανάλογα με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που μας δόθηκε. Γι’ αυτό ας αρκούμαστε σ’ αυτά κι ας μη ζητούμε εγωιστικά εκείνα που δεν έχουμε. Όποιος δηλαδή έχει το χάρισμα της προφητείας, ας διδάσκει σύμφωνα με το βαθμό του χαρίσματος, που του δόθηκε ανάλογα με την πίστη του. Όποιος έχει χάρισμα διακονίας, ας μένει στο χάρισμα αυτό της διακονίας· κι όποιος είναι διδάσκαλος των θείων αληθειών, ας αρκείται να εξηγεί τις αλήθειες που περιλαμβάνονται στο λόγο του Θεού. Κι εκείνος που έχει το χάρισμα να προτρέπει στην αρετή και στην εφαρμογή των θείων αληθειών, ας μένει στο έργο της προτροπής. Εκείνος που έχει κλίση να μοιράζει από τα αγαθά του στους φτωχούς, ας το κάνει αυτό με απλότητα, χωρίς επίδειξη ή άλλα εγωιστικά ελατήρια. Εκείνος στον οποίο ανατέθηκε η φροντίδα και η επιμέλεια οποιουδήποτε καλού έργου, ας επιστατεί με προθυμία και δραστηριότητα. Κι εκείνος που κάνει ελεημοσύνη, ας ελεεί με χαρά και καταδεκτικότητα.

Μέσα στην Εκκλησία του Χριστού όλοι οι πιστοί έχουμε πολλά και διαφορετικά χαρίσματα. Συχνά όμως παρατηρείται το φαινόμενο κάποιοι πιστοί να κάνουν συγκρίσεις, να ζηλεύουν και να γογγύζουν. Γιατί εγώ να έχω λιγότερα χαρίσματα και ο άλλος περισσότερα; Μας απαντά λοιπόν ο απόστολος Παύλος ότι ο Θεός δεν έδωσε τυχαία και άδικα στον καθένα μας τα διάφορα χαρίσματα. Αλλά μας τα έδωσε ανάλογα με τη δεκτικότητα και την πίστη του καθενός μας. Ο καθένας από μας γίνεται αίτιος να λάβει μεγαλύτερο ή μικρότερο χάρισμα. Διότι τα χαρίσματα μας τα έδωσε ο Θεός ανάλογα με τη χωρητικότητα του σκεύους που προσφέρουμε στον Θεό, ανάλογα δηλαδή με τη δεκτικότητα και την πίστη μας.

Αυτό τι έχει να πει για μας; ότι ο καθένας μας θα πρέπει να αρκείτε στα χαρίσματα που του δόθηκαν και να τα καλλιεργεί όσο μπορεί περισσότερο, χωρίς να παρασύρεται από τη φιλαυτία και τη ζήλεια. Άλλοι είναι αξιοθαύμαστοι στη διδασκαλία και άλλοι όχι. Κάποιοι έχουν χάρισμα στην επικοινωνία κι άλλοι είναι ψυχροί και αδέξιοι. Και από την άλλη πλευρά: Κάποιος έχει ανάγκη να διδαχθεί από κάποιο φωτισμένο διδάσκαλο, κάποιος άλλος επιζητεί να παρηγορηθεί από μια θερμή καρδιά. Τα χαρίσματα δεν συγκεντρώνονται όλα σ’ ένα πρόσωπο, αλλά είναι κατανεμημένα σε διάφορα πρόσωπα. Έτσι το ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας επιτελείται καλύτερα με μια σωστή κατανομή του έργου της. Και όλοι απαρτίζουμε μια ενότητα, μια οικογένεια, όπου όλοι είμαστε απαραίτητοι, όλοι πρέπει να επιτελούμε το έργο, που μας ανέθεσε ο Θεός.

Αγάπη έμπρακτη

Στη συνέχεια ο απόστολος Παύλος τονίζει ότι ανεξάρτητα από τα διαφορετικά χαρίσματα που έχει ο καθένας μας, κοινό χάρισμα και καθήκον όλων μας είναι η ανυπόκριτη αγάπη. Η αγάπη μας, λέει, ας είναι ειλικρινής και ελεύθερη από υποκρισία. Και στη συνέχεια αναφέρει κάποιες πρακτικές συμβουλές εφαρμογής αυτής της αγάπης. Η αγάπη σας αυτή να μην έχει πονηρία, τονίζει. Να είστε φιλόστοργοι μεταξύ σας. Να προλαβαίνει ο καθένας τους άλλους και να τους αποδίδει πρώτος την τιμή. Να μην είστε δυσκίνητοι στα θεάρεστα έργα αλλά πρόθυμοι. Οι πνευματικές σας δυνάμεις να είναι γεμάτες αφοσίωση και ζέουσες από την πνευματική φλόγα του Αγίου Πνεύματος. Και μ’ όλα αυτά να υπηρετείτε τον Κύριο ως αφοσιωμένοι δούλοι του. Η ελπίδα σας στα αιώνια αγαθά να σας γεμίζει χαρά και να σας ενισχύει για να δείχνετε υπομονή στις θλίψεις. Να επιμένετε στην προσευχή, από την οποία θα παίρνετε μεγάλη βοήθεια. Να βοηθάτε στις ανάγκες των χριστιανών και να επιδιώκετε τη φιλοξενία χωρίς να σας τη ζητήσουν. Να εύχεστε για εκείνους που σας καταδιώκουν· και ποτέ να μην τους καταριέσθε.

Όπως γίνεται αντιληπτό, κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των προτροπών του αποστόλου Παύλου είναι η ανυπόκριτη αγάπη. Αγάπη όχι πλασματική αλλά ειλικρινής. Αγάπη που δεν περιορίζεται σε ωραία λόγια χωρίς ουσία. Μια αγάπη θερμή και διάπυρη, αυθόρμητη και εγκάρδια και όχι αναγκαστική. Και αυτή η αγάπη μας πρέπει να είναι το κύριο έργο μας. Όποια διακονία κι αν κάνουμε, όταν την κάνουμε με ανυπόκριτη αγάπη, τότε επιδιώκουμε με όλες μας τις δυνάμεις να την κάνουμε άρτια· δεν την επιτελούμε πρόχειρα, με χλιαρότητα και ραθυμία, ούτε δυσκολευόμαστε να θυσιάσουμε την άνεση και την ανάπαυσή μας. Όταν έχουμε αγάπη ανυπόκριτη, τότε όλα γίνονται με πνευματική θερμότητα και ζέση. Με θερμό πόθο προς τον Θεό και τα του Θεού. Η θερμότητα της αφοσιώσεώς μας αυτής μας προσφέρει ασύγκριτη χαρά στη διακονία μας. Αυτή μας τελειοποιεί και μας ανοίγει τις πύλες του Παραδείσου.

Περιοδικό «Ο Σωτήρ», αριθ. 2004

http://www.xfd.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »