Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός
Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Αυγούστου, 2010
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΪΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ
Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Αυγούστου, 2010
ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΪΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ
ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ
Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς γεννήθηκε γύρω στά 1714 στό χωριό Μέγα Δένδρο τῆς Αἰτωλίας ἀπό γονεῖς ἁπλούς καί εὐλαβεῖς, πού τοῦ μετέδωσαν φόβο Θεοῦ καί ἀγάπη γιά τά ἱερά Γράμματα.
Σέ ἡλικία εἴκοσι περίπου ἐτῶν ἀνεβαίνει στό Ἅγιον Ὅρος γιά νά σπουδάσει στήν Ἀθωνιάδα Ἀκαδημία, πού εἶχε πρό ὀλίγου ἱδρυθεῖ ὡς ἐξάρτημα τῆς Μονῆς Βατοπεδίου καί ὅπου δίδασκε ὁ περίφημος Εὐγένιος Βούλγαρης. Οἱ ἀντιδράσεις ὅμως πού προκλήθηκαν ἀπό τήν ἵδρυση αὐτῆς τῆς Σχολῆς ἀνάγκασαν σύντομα τόν Βούλγαρη καί τούς ἄλλους ὀνομαστούς διδασκάλους νά ἐγκαταλείψουν τόν Ἄθω· ἔτσι ἡ Ἀθωνιάδα περιέπεσε σέ παρακμή (1759). Αὐτό, ὡς σημεῖο τῆς θείας Πρόνοιας, ὑπῆρξε ἡ ἀφορμή γιά νά ἀφήσει ὁ νεαρός Κοσμᾶς τίς σπουδές καί νά στραφεῖ στή μοναχική ζωή. Εἰσῆλθε στή Μονή Φιλοθέου, ὅπου σύντομα ἀξιώθηκε λόγω τῶν πνευματικῶν του χαρισμάτων νά χειροτονηθεῖ πρεσβύτερος.
Ὁ μακάριος Κοσμᾶς ὅμως εἶχε ἐκ νεότητός του μεγάλο πόθο νά μεταδίδει γύρω του τό λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἔλεγε χαρακτηριστικά ὅτι ἡ ἔγνοια γιά τή σωτηρία τῶν ἀδελφῶν του τόν κατέτρωγε ὅπως τό σαράκι τό ξύλο. Οἱ καιροί τότε ἦταν χαλεποί γιά τούς σκλαβωμένους Ἕλληνες. Οἱ περισσότεροι ἀγνοώντας τήν πίστη καί μή ἔχοντας χριστιανική παιδεία ἔπρατταν μύριες παρανομίες καί δέν διέφεραν πολύ ἀπό τούς ἀσεβεῖς. Διψώντας ὁ Ἅγιος νά πληροφορηθεῖ ἄν εἶναι θέλημα Θεοῦ νά ἀκολουθήσει τήν ἀποστολική ὁδό, ἄνοιξε μιά μέρα τή Γραφή στήν τύχη καί ἔπεσε στό λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου «μηδείς τό ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλά τό τοῦ ἑτέρου ἕκαστος» (Α΄ Κορ. 10,24). Φωτισμένος λοιπόν ἀπό τό λόγο τοῦ Θεοῦ καί ἀφοῦ συμβουλεύτηκε πνευματικούς Πατέρες τοῦ Ἁγίου Ὅρους, πῆγε στήν Κωνσταντινούπολη γιά νά πάρει τήν ἄδεια τοῦ Πατριάρχη Σεραφείμ Β΄, ὅπως ἐπίσης καί κάποια μαθήματα ρητορικῆς ἀπό τόν αὐτάδελφό του Χρύσανθο τόν Αἰτωλό, διευθυντή ἀργό¬τερα τῆς Πατριαρχικῆς Ἀκαδημίας.
Ὁ νέος ἀπόστολος ἄρχισε τό κηρυγματικό του ἔργο στίς ἐκκλησίες τῆς περιοχῆς Κωνσταντινουπόλεως, κατόπιν στή Δυτική Ἑλλάδα, Ναύπακτο, Βραχώρι, Μεσολόγγι, ἀπό ἐκεῖ πέρασε στή Θεσσαλία καί ἐπέστρεψε στήν Πόλη. Ἀφοῦ ἀποσύρθηκε γιά κάποιο διάστημα στόν Ἄθω, ἔλαβε ἀπό τόν Πατριάρχη Σωφρόνιο Β’ εὐλογία νά κηρύξει στίς Κυκλάδες, μέ σκοπό νά παρηγορήσει τόν ἐντόπιο πληθυσμό, μετά τήν ἀποτυχημένη ἐξέγερση τοῦ 1775. Ἀπό ἐκεῖ ἐπέστρεψε πάλι καί ἀποσύρθηκε στίς μονές τοῦ Ἄθω, συμπληρώνοντας ἔτσι δεκαεπτά χρόνια παραμονῆς στό Ἅγιον Ὅρος.
Ἀλλά ἡ καρδιά του φλεγόταν ἀπό ἀγάπη πρός τούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς. Ἀναχώρησε πάλι γιά τή Θεσσαλονίκη, ἔμεινε γιά λίγο στή Βέροια καί περιόδευσε ὁλόκληρη τή Μακεδονία, συγκεντρώνοντας μεγάλα πλήθη πιστῶν πού τόν ἄκουγαν μέ κατάνυξη. Ἀπό τήν Κεφαλονιά πέρασε στή Ζάκυνθο, κατόπιν στήν Κέρκυρα κι ἀπό ἐκεῖ στήν Ἤπειρο, ὅπου οἱ Χριστιανοί βρίσκονταν σέ ἀξιοθρήνητη κατάσταση, γιά νά τούς στεριώσει καί νά ἀνακόψει τίς μεταστροφές στό Ἰσλάμ.
Καθώς κανένας ναός δέν ἦταν δυνατόν νά χωρέσει τά πλήθη πού συνωστίζονταν γύρω ἀπό τόν Ἅγιο, πού ξεχείλιζε ἀπό εἰρήνη, γλυκύτητα καί χαρά, κήρυττε στό ὕπαιθρο, ἀνεβασμένος σ’ ἕνα φορητό βάθρο, πάντοτε δίπλα σ’ ἕνα μεγάλο Σταυρό πού ἔμπηγε στή γῆ καί ὁ ὁποῖος γινόταν, μετά τήν ἀναχώρησή του, πηγή ἰαμάτων καί παρηγορίας γιά πάθη σωματικά καί πνευματικά. Δίδασκε τούς Χριστιανούς νά ζοῦν σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, νά τηροῦν τήν ἀργία τῆς Κυριακῆς, νά ἐκκλησιάζονται καί νά ἀκοῦν τό λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἀπ’ ὅπου περνοῦσε ἵδρυε σχολεῖα, τό θεωροῦσε θεμελιῶδες καθῆκον, ὅπου διδάσκονταν δωρεάν, ἀγόρια καί κορίτσια, τά ἑλληνικά καί τά ἱερά Γράμματα. Ἵδρυσε συνολικά διακόσια δημοτικά σχολεῖα καί δέκα ἑλληνικά (Γυμνάσια), ὅπως ἔγραψε ὁ ἴδιος σέ μιά ἐπιστολή στόν ἀδελφό του λίγο πρίν ἀπό τό θάνατό του. Ἔπειθε τούς πλουσίους νά ἀφιερώνουν τό περίσσευμά τους σέ ἐλεημοσύνες, στή διανομή θρησκευτικῶν βιβλίων, σταυρῶν καί κομβοσχοινίων καί τούς παρότρυνε νά προσφέρουν στίς ἐκκλησίες κολυμβῆθρες γιά τό Βάπτισμα τῶν νηπίων. Ἕνα πλῆθος πιστῶν τόν ἀκολουθοῦ-σε σχεδόν παντοῦ, ὄργωνε ὁλόκληρη τήν Ἀλβανία. Πρίν ἀρχίσει τό κήρυγμά του τελοῦσε Ἑσπερινό ἤ Παράκληση στήν Παναγία καί φεύγοντας ἄφηνε τούς ἱερεῖς τῆς ἀκολουθίας του νά συνεχίσουν τό ἔργο του μέ τήν ἐξομολόγηση, τήν τέλεση τοῦ Εὐχελαίου καί τή θεία Κοινωνία.
Παρά τό γεγονός ὅτι τό κήρυγμα τοῦ Ἁγίου περιοριζόταν στή διδαχή τῶν εὐαγγελικῶν ἀρετῶν, ὁρισμένοι Ἑβραῖοι, κινούμενοι ἀπό φθόνο καί ἐξοργισμένοι διότι ὁ Ἅγιος εἶχε μεταθέσει τό παζάρι τῆς Κυριακῆς τό Σάββατο, ἔπεισαν τόν Κούρτ πασά νά τόν θανατώσει. Ὁ Πατροκοσμᾶς συνήθιζε, ὅπου πήγαινε νά κηρύξει, νά ζητεῖ πρῶτα τήν εὐλογία τοῦ τοπικοῦ ἐπισκόπου καί παράλληλα ἔστελνε μαθητές του νά πάρουν ἄδεια ἀπό τίς τουρκικές πολιτικές Ἀρχές. Φθάνοντας ὁ Ἅγιος μιά μέρα στό Κολικόντασι τῆς Ἀλβανίας, παρά τίς συμβουλές τοῦ περιβάλλοντός του, ἀποφάσισε νά πάει αὐτοπροσώπως στόν ἀγά τοῦ τόπου γιά νά ζητήσει ἄδεια. Ὁ ἀγάς τοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι εἶχε λάβει ἐντολή νά τόν στείλει στόν Κούρτ πασά. Ὁ Ἅγιος κατάλαβε ὅτι ἔφτασε ἡ ὥρα νά ἐπιστέψει (στεφανώσει) τό ἔργο του μέ τό μαρτύριο καί εὐχαρίστησε τόν Κύριο πού τόν ἔκρινε ἄξιο μιᾶς τέτοιας τιμῆς.
Τήν ἑπομένη μέρα, 24 Αὐγούστου 1779, ἑπτά στρατιῶτες τόν συνόδευσαν μέ πρόσχημα νά τόν ὁδηγήσουν στόν πασά, ἀλλά μετά πορεία δυό ὡρῶν τοῦ φανέρωσαν ὅτι εἶχε ληφθεῖ ἀπόφαση νά τόν ἐκτελέσουν. Ὁ Ἅγιος ἀναπέμποντας εὐχαριστίες στόν Θεό, εὐλόγησε μέ τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ τά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα καί προσευχήθηκε ὑπέρ τῆς σωτηρίας πάντων τῶν Χριστιανῶν. Ἀρνήθηκε νά τοῦ δέσουν τά χέρια, ὥστε νά τά κρατάει σταυρωμένα. Χωρίς νά προβάλει τήν παραμικρή ἀντίσταση, τόν ἀπαγχόνισαν σ’ ἕνα δέντρο. Ἦταν στήν ἡλικία τῶν ἑξήντα πέντε ἐτῶν.
Οἱ δήμιοι ἔριξαν τό σῶμα του στό ποτάμι. Τρεῖς μέρες ἀργότερα ἕνας ἱερέας ὀνόματι Μάρκος, ἀνακάλυψε τό πάντιμο λείψανο νά ἐπιπλέει στά νερά ὄρθιο, σάν νά ἦταν ὁ Ἅγιος ἀκόμη ζωντανός. Τό μάζεψαν ἀπό τό ποτάμι καί ἀφοῦ τόν ἔντυσαν μέ τά μοναχικά του ἄμφια τό ἔθαψαν μέ τιμές. Πλῆθος θαυμάτων ἐπιτελέστηκαν στόν τάφο του.
Τό 1813 ὁ Ἀλή πασάς τῶν Ἰωαννίνων, στόν ὁποῖο ὁ ἅγιος Κοσμᾶς εἶχε προφητεύσει τό μέλλον του, ἔκτισε ἐκκλησία καί μοναστήρι κοντά στόν τάφο του στό Κολικόντασι καί πρόσφερε τήν κά-ρα τοῦ Ἁγίου, μέσα σέ ἀργυρή λειψανοθήκη, στή χριστιανή γυναί-κα του, Βασιλική. Τά τίμια λείψανα τοῦ Ἁγίου, ἀφοῦ διέφυγαν τό κύμα τῆς ἀθεΐας στήν Ἀλβανία, ἀνακαλύφθηκαν στό ναό ἐγκαταλελειμμένης μονῆς. Κλάπηκαν τό 1995 καί ἐξαγοράστηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας τό 1998. Ἔκτοτε παραμένουν ἀντικείμενο εὐλαβοῦς προσκυνήματος τῶν Ὀρθοδόξων.
Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, τοῦ ὁποίου τό κήρυγμα ἀφύπνισε τήν Πίστη καί τήν ἐθνική συνείδηση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, τιμήθηκε ἀμέσως ἀπό τόν λαό ὡς νέος ἀπόστολος καί «πρίγκηψ τῶν νεομαρτύρων». Ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀναγνωρίστηκε ἐπίσημα τό 1961.
* * *
Ὁ ἑορταζόμενος Ἅγιος, γνωστός ὡς Πατροκοσμᾶς, διαπρύσιος κῆρυξ τῆς Ὀρθοδοξίας καί μέγας ἀναμορφωτής τοῦ Γένους μας, νά πρεσβεύει ὑπέρ ἡμῶν καί τοῦ Ἔθνους μας.
* * *
Ἀπό τίς διδαχές του
« Ψυχή καί Χριστός σᾶς χρειάζεται »
Τό κορμί σας ἄς σᾶς τό καύσουν, ἄς σᾶς τό τηγανίσουν, τά πράγματά σας ἄς σᾶς τά πάρουν, μή σᾶς μέλῃ, δῶστε τα, δέν εἶναι ἐδικά σας. Ψυχή καί Χριστός σᾶς χρειάζεται. Ἐτοῦτα τά δύο ὅλος ὁ κόσμος νά πέσῃ, δέν μπορεῖ νά σᾶς τά πάρῃ, ἔξω ἄν τύχῃ καί τά δώσετε μέ τό θέλημά σας. Αὐτά τά δύο νά τά φυλάγεται νά μήν τύχῃ καί τά χάσετε.
[Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου (Ἱερομονάχου), Νέος Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τόμ. ΙΒ΄ Αὔγουστος (Ἀθῆναι: Ἴνδικτος, 2009), σ. 257-261. Ἀπόσπασμα ἀπό ἐκτενέστερο κείμενο].
http://www.imns.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=229:2010-08-22-13-57-32&catid=56:2010-01-17-20-16-29&Itemid=167
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Στην απόδοση της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου
Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Αυγούστου, 2010
του Μητροπολίτου Σερβίων και Κοζάνης κυρού Διονυσίου
Η Εκκλησία εόρτασε πανηγυρικά πριν από οκτώ ημέρες την Κοίμηση και τη Μετάσταση της υπεραγίας Θεοτόκου και σήμερα, με την ίδια εορταστική διάθεση κλείνει την εορτή. Με τους ωραιότερους ύμνους κήδεψε τη μητέρα της ζωής, τους ίδιους ύμνους, που σαν απόηχος ακούονται και σήμερα στην Ιερή ακολουθία. Γιατί άλλη καλύτερη γλώσσα, για να εκφράσει το μυστήριο της πίστεως, η Εκκλησία δεν έχει παρά τη γλώσσα της ψαλμωδίας, που είναι μαζί ποίηση και μουσική στην πιο απλή και καθαρή της μορφή. Η Εκκλησία, δηλαδή ο λαός του Θεού εορτάζομε και τιμούμε τα πρόσωπα και τα γεγονότα της πίστεως, καθώς γράφει ο Απόστολος, «άδοντες και ψάλλοντες εν τη καρδία ημών τω Κυρίω». Ο ύμνος, το εκκλησιαστικό τροπάριο είναι η ζωντανή έκφραση της αμώμητης λατρείας της Ορθοδοξίας. Ας ξεχωρίσουμε λοιπόν κι ας αναλύσουμε ιεροπρεπώς κάποια τροπάρια της μεγάλης εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κι ας είναι αυτό σήμερα το κήρυγμα του θείου λόγου.
Ας μη ρωτήσουμε κι ας μη ζητήσουμε για να βρούμε ποιοι είναι οι ποιητές και οι μελουργοί των τροπαρίων.
Αυτό δεν έχει καμιά απολύτους σημασία. Είναι η Εκκλησία, ο λαός του Θεού. Η ιερά υμνογραφία είναι η φωνή της πίστεως, η παράδοση και η ζωή των γενεών των πιστών. Ποιος ρώτησε για τους ποιητές των δημοτικών τραγουδιών; Είναι ο κάθε λαός μέσα στις ιστορικές περιπέτειες και τους αγώνες του. Το ίδιο και του μεγάλου θησαυρού της υμνογραφίας ποιητής είναι η Εκκλησία· κι αν κάπου ακούονται κάποια ονόματα ιερών ποιητών και υμνογράφων, αλλά και τα ονόματα αυτά και τα πρόσωπα μένουν πάλι και είναι πνευματική περιουσία της Εκκλησίας.
Τα τρία λοιπόν ανώνυμα τροπάρια της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, που ψάλλονται στην αρχή του Εσπερινού, είναι από τα πιο χαρακτηριστικά και γνωστά της Εκκλησιαστικής υμνολογίας. Στη γλώσσα της ψαλμωδίας ονομάζονται αυτόμελα, που θα πει πως έχουν ένα δικό τους και ξεχωριστό μουσικό μέλος. Θέλουν να είναι εξόδια άσματα στην Κοίμηση της Θεοτόκου, αλλά η πίστη της Εκκλησίας τα μετατρέπει σε εγκωμιαστικό χαιρετισμό προς τη μητέρα της ζωής. Αν δεν υπάρχει θάνατος για τους πιστούς, όταν εκδημούν από το σώμα και ενδημούν προς το Θεό, πώς λοιπόν μπορεί να πέθανε η Παναγία Παρθένος Μαριάμ; Παράδοξο πραγματικά είναι το θαύμα· «η πηγή της ζωής εν μνημείω τίθεται και κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται». Η γυναίκα λοιπόν που γέννησε τη ζωή του κόσμου απέθανε, άλλ’ όμως το πανάχραντο σώμα της ανέβηκε στον ουρανό. Σαν άνθρωπος και η Θεοτόκος πληρώνει το κοινό χρέος, αποθνήσκει και ενταφιάζεται με κάθε ιερή τάξη στη Γεθσημανή από τους Αποστόλους. Αλλά ύστερ’ από τρεις ημέρες το καθαρότατο και αμόλυντο σώμα της δεν βρίσκεται στον τάφο. Ο τάφος που για κάθε άνθρωπο, μέχρι την ημέρα της κοινής αναστάσεως, είναι το κρεβάτι της αναπαύσεως του και το χωνευτήρι του κορμιού του, για την Υπεραγία Θεοτόκο γίνεται η κλίμακα που την ανεβάζει στον ουρανό.
Η Εκκλησία μπροστά σ’ αυτό το γεγονός χαιρετίζει τη Γεθσημανή, που έγινε το άγιο τέμενος της Θεοτόκου. Ύστερα στέκει με έκσταση και μιλάει με θαυμασμό στη Δέσποινα του κόσμου, γιατί αυτή και πρώτα υπήρξε θρόνος του Υψίστου και τώρα μετέστη από τη γη στον ουρανό. Τέλος βλέπει να δοξάζουν την κοίμηση της άγιας Παρθένου όλες οι αγγελικές δυνάμεις στον ουρανό κι όλοι οι άνθρωποι στη γη, οι βασιλιάδες κι ο λαός. Κι αντί να ξεφύγει από το στόμα της κάποιος λυπητερός λόγος, η Εκκλησία ξεσπάει και στα τρία τροπάρια στο «χαίρε» του Αγγέλου· «Κεχαριτωμένη, χαίρε μετά σου ο Κύριος». Αυτός είναι ο μοναδικός χαιρετισμός του ουρανού προς τη γη, το μήνυμα που έφερε ο Άγγελος προς την αγνή Παρθένο της Ναζαρέτ. «Ο Κύριος μετά σου» είπε ο αρχάγγελος Γαβριήλ, και η Εκκλησία συμπληρώνει, ερμηνεύοντας το μυστήριο της θείας ενανθρωπήσεως «ο παρέχων τω κόσμω διά σου το μέγα έλεος». Γιατί όλο το μυστήριο της θείας οικονομίας για τη σωτηρία του άνθρωπου είναι η έκφραση του ελέους και της αγάπης του Θεού, που θύρα για να μπει σαν άνθρωπος στον κόσμο, μεταχειρίστηκε μια ταπεινή παιδούλα, τήν παρθένο Μαρία.
* * *
Μέσα στην υμνολογία της εορτής ξεχωρίζουν οι δυό Κανόνες, που φέρουν τα ονόματα των δυό μεγάλων ποιητών της Εκκλησίας, του Κοσμά και του Δαμάσκηνου. Είναι δυο άνθρωποι αυτοί, που μεγάλωσαν κι έζησαν πολύν καιρό μαζί και με θεοκίνητη γλώσσα ύμνησαν όλες τις μεγάλες Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές της Εκκλησίας. Για να μπορέσουμε, όχι να καταλάβουμε την ποιητική και φιλολογική αξία των εκκλησιαστικών ύμνων, αλλά να αισθανθούμε και να ζήσουμε την ιερή ομορφιά τους, δεν χρειάζεται να είμαστε θεολόγοι και φιλόλογοι. Φτάνει μόνο να μιλά μέσα μας η πίστη· όχι αόριστα και άχρωμα η θρησκευτική πίστη, αλλά η πίστη της Εκκλησίας. Γιατί άλλο πράγμα είναι να μιλάμε τάχα για θρησκεία κι άλλο πράγμα να μιλά μέσα μας η πίστη κι ο κόσμος της Εκκλησίας. Τα τροπάρια της κάθε εορτής, τα τροπάρια τώρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, για τα οποία είναι σήμερα ο λόγος, δεν είναι απλώς θρησκευτικοί ύμνοι, αλλά είναι τροπάρια της λατρείας της Εκκλησίας.
Σταματάμε στον Ειρμό, δηλαδή στο πρώτο τροπάριο του πρώτου Κανόνα, που είναι η Καταβασία της πρώτης Ωδής. Είναι τάχα άγνωστα και ακατάληπτα αυτά που λέμε τώρα;
Άλλ’ αυτό ακριβώς εννοούμε, όταν λέμε ότι πρέπει να μιλά μέσα μας η πίστη και ο κόσμος της Εκκλησίας. Το μεγάλο μας σχολείο, ένα σχολείο στο όποιο φοιτάμε σ’ όλη μας τη ζωή, είναι η Εκκλησία. Δεν είναι τώρα για να πούμε και να διδάξουμε τί είναι Κανόνας και τί είναι Ειρμός και τί είναι Ωδή και τί είναι Καταβασία· αυτά δεν μαθαίνονται σαν κάθε γνώση στο σχολείο, αλλά όπως η μητρική γλώσσα μέσα στο σπίτι· ο κάθε ορθόδοξος χριστιανός, που κάθε Κυριακή και εορτή συνήθισε να είναι στην Εκκλησία, έμαθε και ξέρει τί λέγεται και τί γίνεται εδώ μέσα. Η κοινή θεία λατρεία της Εκκλησίας δεν είναι μόνο προσευχή, αλλά είναι και διδασκαλία, μια διδασκαλία εποπτική, σαν στο καλύτερο πρότυπο σχολείο.
Σταματάμε λοιπόν στην Καταβασία της πρώτης Ωδής. Είναι το τροπάριο, που ξεχωρίζει μέσα στην ακολουθία του Όρθρου, που ψάλλεται πανηγυρικά σ’ έναν καθαρά ελληνικό ήχο. Γιατί αυτό εννοούμε όταν λέμε και το καυχιόμαστε πώς η Ορθοδοξία είναι Ελληνική. Το σώμα της είναι ευαγγελικό και μόνο το ένδυμά της είναι Ελληνικό· η γλώσσα και η μουσική της ορθόδοξης λατρείας είναι ελληνικά. Κι όπου ακόμα μεταφράστηκαν οι ιερές ακολουθίες και η θεία Λειτουργία σε άλλες εθνικές γλώσσες κι εκεί κάτω από τη μετάφραση φαίνεται η ελληνική γλώσσα κι ακούμε τη φωνή της.
Η Καταβασία λοιπόν της πρώτης Ωδής της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ακούεται σαν ένα γνώριμο στ’ αφτιά μας ελληνικό δημοτικό τραγούδι. «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη, η ιερά και ευκλεής, Παρθένε, μνήμη σου, πάντας συνηγάγετο προς ευφροσύνην τους πιστούς…». Μη σας τρομάζει που λέμε για τραγούδι. Ο άγιος της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ο Σκιαθίτης Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έλεγε κι έγραφε πως τα τροπάρια της Εκκλησίας είναι τα τραγούδια του Θεού. Και η Καταβασία, για την οποία τώρα είναι ο λόγος, έγινε αφορμή για να γράψει ένα από τα μικρά διηγήματα του με τον τίτλο: «Η πεποικιλμένη».
Να σε μια πρόχειρη μετάφραση τα παραπάνω λόγια της Καταβασίας· «Στολισμένη με τη θεία δόξα η ιερή και παινεμένη, Παρθένε, μνήμη σου, σύναξε όλους τούς πιστούς, για να γιορτάσουν με χαρά…». Τί είναι λοιπόν οι εορτές μας; Τί είναι οι ετήσιες πανηγύρεις της Εκκλησίας; Είναι οι ιερές συνάξεις των πιστών στη μνήμη των προσώπων και των γεγονότων της πίστεως. Αυτό το τονίζομε πάντα· όχι κάποιων ιδεών ή πολιτικών σχημάτων, αλλά των προσώπων και των γεγονότων, γιατί ενυπόστατη και εμπράγματη είναι η πίστη της Εκκλησίας. Η Εκκλησία εορτάζει όχι την ελευθερία, αλλά τον άγιο Ελευθέριο· όχι την ειρήνη, αλλά την άγια Ειρήνη· όχι την μητέρα, αλλά τον Ευαγγελισμό και την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου· όχι τον ΟΗΕ και το ΝΑΤΟ, αλλά το Πάσχα και τα Χριστούγεννα. Γιατί η πίστη και η λατρεία της Εκκλησίας δεν είναι κάποια θεωρητική και, ιδεολογική διδασκαλία, αλλά κήρυγμα γεγονότων, βίος και ζωή αγίων προσώπων του Ιησού Χριστού, της Υπεραγίας Θεοτόκου και όλων των Άγιων. Στην Εκκλησία δεν υπάρχει η αγιοσύνη σαν ένα ιδεολογικό σχήμα, αλλά υπάρχουν άγιοι άνθρωποι. Στην Εκκλησία δεν υπάρχει μια αόριστη πίστη στο «υπέρτατο ον», που δεν θα πει τίποτα, αλλά υπάρχει η πίστη στην αγία και ομοούσιο και ζωοποιό και αδιαίρετη Τριάδα· στον Πατέρα, που ακούσαμε τη φωνή του στη Βάπτιση και στη Μεταμόρφωση· στο Υιό, που αναστράφηκε μεταξύ μας σαν άνθρωπος· και στο Άγιο Πνεύμα, που το είδαμε στον Ιορδάνη «ωσεί περιστεράν» και στην Πεντηκοστή «εν είδει πύρινων γλωσσών». Αυτά λοιπόν τα πρόσωπα και τα γεγονότα συνάζουν κάθε φορά τους πιστούς, για να εορτάσουν γεμάτοι χαρά και πνευματική ευφροσύνη.
Σ’ έναν ύμνο ακόμα της εορτής της Κοιμήσεως θα σταματήσουμε και θα κλείσουμε το σημερινό κήρυγμα. Είναι το Κοντάκιο. Ας μη ρωτάμε πάλι γιατί λέγεται Κοντάκιο και τί στην εκκλησιαστική υμνογραφία είναι το Κοντάκιο. Αυτό είν’ ένα μάθημα για άλλη περίσταση· άλλ’ αυτό μόνο μπορούμε να πούμε τώρα, πώς το Κοντάκιο είναι ο ύμνος που ψάλλεται στη θεία Λειτουργία από τους ιερείς μέσα στο άγιο Βήμα πριν από το «Άγιος ο Θεός…». Το Κοντάκιο στην Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου, αλλά και σε κάθε εορτή, είναι το τροπάριο που με πολύ σύντομο και επιγραμματικό τρόπο συνοψίζει όλη την υπόθεση της εορτής. Να πώς το ακούσαμε από το χορό των ιερέων τώρα πριν από λίγο· «Την εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον και προστασίαις αμετάθετον ελπίδα, τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν, ως γαρ ζωής μητέρα προς την ζωήν μετέστησεν, ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον».
Θα προσπαθήσω να μεταφέρω στη γλώσσα μας όσο μπορώ καλύτερα τα λόγια του τροπαρίου αυτού, προσθέτοντας έναν ελαφρό σχολιασμό. Την Υπεραγία Θεοτόκο, που ακοίμητα πρεσβεύει για κάθε πιστό, που όλη μας η ελπίδα είναι στην προστασία της, ο τάφος κι ο θάνατος δεν την κράτησε, γιατί σαν μητέρα της ζωής την πήρε στη ζωή εκείνος που σαρκώθηκε μέσα της «εκ Πνεύματος Αγίου». Δεν κοιμήθηκε, αλλά πρεσβεύει ακοίμητα για μας· δεν μας άφησε, αλλά μας προστατεύει πάντα. Ο τάφος κι ο θάνατος δεν μπόρεσαν να την κρατήσουν. Πώς θα γινότανε τάχα αυτό; Αυτή γέννησε το Χριστό, που είναι η ζωή, κι ο Χριστός την πήρε στα χέρια του μαζί του. Γι’ αυτό λοιπόν και σήμερα και πάντα στη θεία Λειτουργία αυτή είναι η δική μας θερμή δέηση και προσευχή προς το Σωτήρα Χριστό· «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς». Αμήν.
πηγή: Σερβίων και Κοζάνης Διονύσιος, Ο Λόγος του Θεού
http://vatopaidi.wordpress.com/2010/08/23/στην-απόδοση-της-εορτής-της-κοιμήσεως/#more-50179
Κατηγορία Χωρίς κατηγορία | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο άνθρωπος “κακός γεωργός” του πλανήτη
Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Αυγούστου, 2010
Γράφει ο π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης
α) Ο λόγος της σημερινής ευαγγελικής περικοπής (Ματθ. 21, 33-42) είναι παραβολικός, συμβολικός, διδακτικός και συνάμα αναγωγικός. Παραπέμπει σε αλήθειες αυταπόδεικτες και φέρνει ενώπιον των ευθυνών όλους τους ανθρώπους που αποδεικνύονται κακοί διαχειριστές του πλανήτη. Αν και ο Χριστός ανέπτυξε την παραβολή των κακών γεωργών διαλεγόμενος με τους αρχιερείς και πρεσβυτέρους του ισραηλιτικού λαού, εν τούτοις αυτή βρίσκει ευρύτερες εφαρμογές. Μπορεί να προβληματίσει θετικά και να υπομνήσει ευθύνες σε κληρικούς, εκπαιδευτικούς, πολιτικούς, επιστήμονες, αλλά και κάθε άνθρωπο καλής θέλησης, για τη χρηστή διαχείριση τόσο του πνευματικού όσο και του υλικού πλούτου που εμπιστεύθηκε ο Δημιουργός στον άνθρωπο.
β) Η αμφισβήτηση του έργου του Χριστού εκ μέρους των θρησκευτικών αρχόντων τού ιουδαϊσμού τού έδωσε την ευκαιρία να απαντήσει με δύο παραβολές: των δύο υιών (Ματθ. 21, 28-32) και των κακών γεωργών. Όταν οι αρχιερείς και οι φαρισαίοι άκουσαν τις παραβολές αυτές, κατάλαβαν ότι μιλάει γι’ αυτούς. Κι ενώ ήθελαν να τον πιάσουν, φοβήθηκαν τα πλήθη που τον πίστευαν ως προφήτη. Οπότε, κακοί γεωργοί είναι καταρχήν οι γραμματείς και οι φαρισαίοι, και κατ’ επέκταση, μεγάλο μέρος του ιουδαϊκού λαού, που, κατευθυνόμενο από αυτούς, φόνευσε τους προφήτες, λιθοβόλησε τους απεσταλμένους και αρνήθηκε να αποδεχθεί το ευαγγέλιο της σωτηρίας.
γ) Κακοί γεωργοί αποδεικνύονται και στις μέρες μας πολλοί κληρικοί, οι οποίοι θεωρούν ιδιοκτησία τους τη μητρόπολη ή την ενορία που τους εμπιστεύθηκε ο Θεός και δεν έχουν ουσιαστική αναφορά στον Χριστό και το Ευαγγέλιό του. Λησμονούν ότι δεν είναι άρχοντες κοσμικοί αλλά διάκονοι εκκλησιαστικοί, που καλούνται καθημερινά, όπως ο Χριστός, να ζώνονται το λέντιο και να πλένουν τα πόδια των ανθρώπων. Ξεχνούν, αφενός, ότι δεν τους χαρίστηκε η ιεροσύνη για να φορτώνουν βάρη δυσβάστακτα στον λαό, δημιουργώντας έναν ιδιότυπο ιουδαϊκό νομικισμό και μετατρέποντας την Εκκλησία σε συναγωγή ζηλωτών. Και, αφετέρου, ότι δεν τους δόθηκε η πνευματική εξουσία για να κινούνται από δήθεν φιλάνθρωπη διάθεση, ρέποντας στην ελευθεριότητα και την ανευθυνότητα. Τέτοιες αντιλήψεις έχουν ως αποτέλεσμα να χάνεται συχνά το εκκλησιαστικό μέτρο και να αφήνεται ουσιαστικά ακαλλιέργητος ο αμπελώνας του Κυρίου.
δ) Αλλά η παραβολή βρίσκει και αλλού εφαρμογές. Ας τεθούν κάποια ερωτήματα κι ας απαντήσει ο καθένας με ειλικρίνεια σε αυτά: Κακοί γεωργοί δεν είναι ορισμένοι εκπαιδευτικοί, που, ενώ η κοινωνία τούς εμπιστεύεται το πιο ζωντανό και ελπιδοφόρο κομμάτι της, τα παιδιά, εκείνοι μεταδίδουν σε αυτά απλώς κάποιες ξερές γνώσεις, χωρίς να ενδιαφέρονται για τη διάπλαση της προσωπικότητάς τους; Κακοί γεωργοί δεν είναι οι άνθρωποι που συσσωρεύουν πλούτο εκμεταλλευόμενοι τους συνανθρώπους τους και αδιαφορώντας γι’ αυτούς; Κακοί γεωργοί δεν είναι οι πολιτικοί που μετρούν την ευημερία του λαού μόνο με οικονομικούς δείκτες, απαξιώνοντας την πλούσια ορθόδοξη χριστιανική κληρονομιά, με την οποία στηρίχθηκε το γένος σε καιρούς χαλεπούς;
ε) Αλλά τα πράγματα δεν σταματούν εδώ. Ο άνθρωπος σε παγκόσμιο επίπεδο αποδείχθηκε “κακός γεωργός” σε σχέση με το φυσικό περιβάλλον. Η σημερινή χρησιμοθηρική στάση απέναντι σε αυτό, που αγγίζει τα όρια της ύβρεως -με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου- αποτελεί επανάληψη και επίταση της αμαρτίας του Αδάμ. Η σημερινή κατασπατάληση των πηγών ενέργειας και η μόλυνση του αέρα, των υδάτων και της γης συνεχίζουν και επιτείνουν την εκτροπή των πρωτοπλάστων. Τότε, ο Αδάμ παράκουσε την εντολή του Θεού και έδρεψε ως καρπό της παρακοής τον θάνατο. Σήμερα, η αλόγιστη χρήση του περιβάλλοντος οδήγησε στην οικολογική κρίση και απειλεί να οδηγήσει σε καταστροφή τον πλανήτη μας.
στ) Όμως, σύμφωνα με τη βιβλική παράδοση, τα όντα πλάστηκαν με τη δημιουργική ενέργεια του Θεού “εκ του μηδενός”, “καλά λίαν”. Ο άνθρωπος είναι ιερέας, βασιλέας και οικονόμος της κτίσεως. Στο φυσικό περιβάλλον βρίσκονται όλα εκείνα που τον τρέφουν, τον συντηρούν και τον θεραπεύουν. Βέβαια, χρειάζεται ο ανθρώπινος κόπος και μόχθος, ο ιδρώτας, για να καρπίσει η γη. Και απαιτείται απόλυτος σεβασμός των κανόνων της φύσεως: Όταν ο άνθρωπος στέκεται υπεύθυνα απέναντι στο φυσικό περιβάλλον, λαμβάνει μόνο όσα χρειάζεται για να καλύψει τις ανάγκες του, ακολουθώντας τον κανόνα του μέτρου.
ζ) Η Εκκλησία καλεί σε δοξολογική και ευχαριστιακή θεώρηση του περιβάλλοντος κόσμου. Καλεί να δούμε το φυσικό περιβάλλον όχι από τη συμφεροντολογική σκοπιά του κέρδους, της αλόγιστης εκμετάλλευσης, της υπερκατανάλωσης των υλικών αγαθών, της ασυνειδησίας και της αμετανοησίας, αλλά από τη σκοπιά της ανάνηψης, της αυτοκριτικής, της μετάνοιας και της σύνδεσής του με τον άνθρωπο, “καλό γεωργό” και χρηστό οικονόμο των θείων δωρεών.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Παραβολή των εργατών του αμπελώνος(Ματθ.21,33-46)
Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Αυγούστου, 2010
Γιαννακόπουλος Ἰωήλ (Ἀρχιμανδρίτης).
Παραβολὴ τῶν κακῶν ἐργατῶν τοῦ ἀμπελῶνος καὶ τῶν κακῶν οἰκοδόμων.
Ματθ. 21, 33-46. Μάρκ. 12, 1 -12. Λουκ. 20, 9—19.
Εἰς τὴν προηγουμένην παραβολὴν τῶν δύο υἱῶν ὁ Κύριος ἐτόνισε τὴν ἀδιαφορίαν τῶν Ἰουδαϊκῶν ἀρχόντων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ θείου θελήματος. Εἰς τὰς παραβολάς ὅμως ταύτας τῶν κακῶν ἐργατῶν τοῦ ἀμπελῶνος καὶ τῶν κακῶν οἰκοδόμων ὁ Κύριος ζωγραφίζει τὰς μεγάλας εὐεργεσίας τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ Ἰουδαϊκὸν ἔθνος, τὴν μεγάλην ἀχαριστίαν τούτου, ἡ ὁποία ἔφθασε μέχρι χριστοκτονίας καὶ τὴν παραδειγματικὴν τιμωρίαν του ὡς καὶ τὴν κλῆσιν τῶν ἐθνῶν. Ἂς ἴδωμεν.
Πρῶτον. Αἱ θεῖαι εὐεργεσίαι. «Ἤρξατο δὲ πρὸς τὸν λαὸν λέγων τὴν παραβολὴν ταύτην. Ἄνθρωπός τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα» καὶ πρὸς προφύλαξίν του ἀπὸ ἀνθρώπους καὶ ζῷα «φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε» κατεσκεύασε γύρω τοῖχον ἤ φράκτην. Πλὴν τοῦ φραγμοῦ τούτου «ὤρυξε ἐν αὐτῷ ληνὸν» ἔσκαψε καὶ ἄνοιξε ἐντός τῆς ἀμπέλου ληνὸν διὰ τὴν ἔκθλιψιν τῶν σταφυλῶν. Ἐπίσης πρὸς προφύλαξιν τοῦ ἀμπελῶνος «ᾠκοδόμηοε» ἔκτισε «πύργον» ὅθεν οἱ φύλακες τοῦ ἀμπελῶνος τούτου ἐφύλασσον τὸν ἀμπελῶνα. Τὸν ἀμπελῶνα τοῦτον «ἐξέδοτο γεωργοῖς» τὸν ἐνοικίασεν εἰς γεωργοὺς «καὶ ἀπεδήμηοε χρόνους ἱκανοὺς» καὶ ἀπεμακρύνθη διὰ πολὺ χρονικὸν διάστημα.
Ἐδῶ οἰκοδεσπότης εἶναι ὁ Θεός. Ἀμπελών κατὰ τὸν Ἡσαΐαν 5, 1 εἶναι ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός. Φραγμὸς τοῦ ἀμπελῶνος εἶναι ὁ Ἑβραϊκὸς Νόμος, ὁ ὁποῖος προφυλάσσει τοὺς Ἰουδαίους ἀπὸ τοὺς Ἐθνικοὺς εἰδωλολάτρας. Ληνὸς εἶναι τὸ θυσιαστήριον τοῦ ναοῦ, ὅπου ἐθυσιάζοντο οἱ καρποὶ τῆς ἀμπέλου τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, φόβος Θεοῦ, μετάνοια καὶ ἄλλαι ἀρεταί ὡς θυσία εὐώδης ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Πύργος δὲ ἦτο ὁ Ναὸς ὑψούμενος ὑπεράνω τῆς Ἱερουσαλὴμ εἰς τὸν λόφον Μωριά. Γεωργοί, εἰς τοὺς ὁποίους ἐνοικίασε τὸ ἀμπέλι Του ὁ Θεὸς ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ, εἶναι οἱ ἄρχοντες τῶν Ἑβραίων, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ καλλιεργήσωσι τὸν λαὸν θρησκευτικῶς. Ἀποδημία τοῦ οἰκοδεσπότου εἶναι ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ νὰ καρποφορήσωσιν οἱ Ἰσραηλῖται, ὅταν ὁ Θεὸς ἔκαμε τὸ πᾶν δὶ’ αὐτούς. Ὁ Θεὸς δηλαδὴ μετὰ τὴν χορήγησιν τοῦ Νόμου διὰ τοῦ Μωϋσέως ἀφῆκε νὰ ἐπιδράσῃ ἡ δωρεὰ αὕτη εἰς τοὺς Ἰσραηλίτας. Ἰδοὺ αἱ εὐεργεσίαι τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς Ἰουδαίους.
Δεύτερον. Ἡ Ἰουδαϊκὴ ἀχαριστία. «Ὅτε δὲ ἤγγισεν ὁ καιρὸς τῶν καρπῶν» ὅταν ἐπλησίασεν ἡ ἐποχὴ τῆς συγκομιδῆς «ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργοὺς λαβεῖν» ἵνα λάβωσι «τοὺς καρποὺς αὐτοῦ. Καὶ λαβόντες» συλλαβόντες «οἱ γεωργοί τούς δούλους αὐτοῦ, ὅν μὲν ἔδειραν» ἄλλον μὲν ἔδειραν «ὅν δὲ ἀπέκτειναν» ἄλλον ἐφόνευσαν «ὅν δὲ ἐλιθοβόλησαν» ἄλλον δὲ ἐφόνευσαν διὰ λιθοβολισμοῦ. Ὁ οἰκοδεσπότης «καὶ πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους πλείονας τῶν πρώτων» περισσοτέρους τῶν πρώτων «καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως» ἔκαμον καὶ εἰς αὐτοὺς τὰ ἴδια. Ὁ Λουκᾶς λέγει : «Προσέθετο αὐτοῖς πέμψαι ἕτερον δοῦλον. Οἱ δὲ κἀκεῖνον δείραντες καὶ ἀτιμάσαντες ἑξαπέστειλον κενόν. Καὶ προσέθετο πέμψαι τρίτον οἱ δὲ καὶ τοῦτον τραυματίσαντες ἐξέβαλον». Δάρσιμον, ὕβριν, ἐπιστροφὴν μὲ ἄδεια τὰ χέρια καὶ τέλος τραυματισμόν, ἰδοὺ τί ἔδωκαν εἰς αὐτούς. Ἡ ἀποστολὴ τῶν δούλων πρὸς συγκομιδὴν τῶν καρπῶν εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῶν προφητῶν, ἵνα συλλέξωσι συγκομιδὴν ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊκὸν λαὸν ἀρετῶν. Ἀλλὰ οἱ Ἰουδαῖοι ἄλλους μὲν προφήτας ἐφόνευσαν διὰ λιθοβολισμοῦ, ἄλλους ἔδειραν, ἄλλους ἐφόνευσαν δὶ’ ἄλλου τρόπου.
Ὁ οἰκοδεσπότης «ὕστερον ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς τὸν υἱὸν αὐτοῦ λέγων ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου. Οἱ δὲ γεωργοὶ ἰδόντες τὸν υἱὸν» ἐρχόμενον «εἶπον ἐν ἑαυτοῖς» εἶπον μεταξὺ των : «Οὗτός ἐστιν» αὐτὸς εἶναι «ὁ κληρονόμος˙ δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν» ἐλᾶτε νὰ τὸν φονεύσωμεν «καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ. Καὶ λαβόντες αὐτὸν» συλλαβόντες αὐτὸν «ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν» ἐφόνευσαν αὐτόν. Ὁ υἱὸς οὗτος εἶναι ὁ Χριστός, τὸν ὁποῖον ἐφόνευσαν «οἱ γεωργοὶ» οἱ Ἑβραῖοι ἀρχηγοί. Ὁ Χριστὸς ὀνομάζεται κληρονόμος, διότι εἶναι ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ. Κατάσχεσις τῆς κληρονομίας ὑπὸ τῶν γεωργῶν εἶναι ἡ ἄρνησις τῆς μεσσιανικότητος τοῦ Χριστοῦ ὑπὸ τῶν Ἑβραίων καὶ ἡ ἰδιοποίησις τῆς κυριότητος ἐπὶ τῶν τοῦ ναοῦ ὑπὸ τῶν ἀρχόντων αὐτῶν. Ὁ φόνος ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος εἶναι ἡ σταύρωσις τοῦ Χριστοῦ ἔξω τῆς Ἱερουσαλήμ. Ἰδοὺ ἡ ἀχαριστία τοῦ Ἰουδαϊκοῦ ἔθνους πρὸς τὸν Θεόν. Ἔρχεται καὶ ἡ τιμωρία.
Τρίτον. Ἡ Τιμωρία. Αὕτη εἶναι διπλῆ. Ἀπόρριψις Ἰουδαίων καὶ κλῆσις ἐθνῶν. Ἀπόρριψις Ἰουδαίων. Ὁ Κύριος ἐρωτᾷ τοὺς ἀκροατάς. «Ὅταν οὖν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις;» τί θὰ κάμῃ εἰς τοὺς γεωργοὺς ἐκείνους; «λέγουσιν αὐτῷ˙ κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτοὺς» ἐπειδὴ ἦσαν κακοὶ διὰ σκληροῦ τρόπου θὰ καταστρέψῃ αὐτούς˙ «καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς» καὶ τὸ ἀμπέλι θὰ ἐνοικιάσῃ εἰς ἄλλους γεωργοὺς «οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν». Ἔλευσις τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ κατὰ τὸ 70 μ.Χ. καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλήμ. Ἐνοικίασις τοῦ ἀμπελῶνος εἰς ἄλλους γεωργοὺς εἶναι ἡ κλῆσις τῶν ἐθνῶν εἰς τὴν πίστιν. Ἀπόδοσις τῶν καρπῶν ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν σημαίνει, ὅτι οἱ χριστιανοὶ ἐξ ἐθνῶν θὰ καρποφορήσωσι τὰς ἀρετάς. Ὁ Κύριος ἐγκρίνει τὴν γνώμην τῶν ἀκροατῶν Του καὶ λέγει: «Ἐλεύσεται καὶ ἀπολέσει τοὺς γεωργούς τούτους» ναί, θὰ ἔλθῃ καὶ θὰ τιμωρήσῃ τοὺς γεωργοὺς αὐτοὺς «καὶ δώσει τὸν ἀμπελῶνα ἄλλοις» καὶ θὰ ἐνοικίασῃ τὸ ἀμπέλι του εἰς ἄλλους. Οἱ ἀκροαταὶ ἀπὸ τὸ βλέμμα τοῦ Κυρίου καὶ τὸν τόνον τῆς φωνῆς Του ἀντελήφθησαν, ὅτι ὁμιλεῖ περὶ καταδίκης των καὶ εἶπαν «μὴ γένοιτο!»
Ὁ Κύριος «ἐμβλέψας αὐτοῖς» παρατηρήσας αὐτοὺς καὶ ἐπιβεβαιῶν τὴν καταδίκην, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπεθύμουν οἱ Ἰουδαῖοι, οἱ κακοὶ γεωργοί, ἀναφέρει τὴν παραβολὴν τῶν κακῶν οἰκοδόμων, ὅπου ἀναφέρεται ἡ κλῆσις τῶν ἐθνῶν. «Οὐδέποτε ἀνέγνωτε ἐν ταῖς γραφαῖς» ψαλμ. ριζ «λίθον, ὅν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγεννήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας;». Κατὰ τὴν προφητείαν ταύτην οἱ οἰκοδόμοι μιᾶς οἰκίας, οἱ ἄρχοντες δηλαδὴ τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, ἀπέρριψαν λίθον τινὰ ὡς ἄχρηστον, τὸν Ἰησοῦν. Ὁ λίθος, ὁ Χριστός, ὅμως οὗτος ἔγινε «κεφαλὴ γωνίας» θεμέλιος λίθος καὶ ἀγκωνάρι συνδέον δύο τοίχους ἤτοι Ἰσραηλίτας καὶ Ἐθνικοὺς εἰς ἕν οἰκοδόμημα, τὴν ἐκκλησίαν Του. «Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν;» Ἡ τοποθέτησις τοῦ λίθου τούτου τοῦ Χριστοῦ ὡς κεφαλόπετρας, ἐπὶ τῆς ὁποίας ᾠκοδομήθη ἡ ἐκκλησία, ἦτο θέλημα Θεοῦ καὶ προὐξένησε ἡ ἵδρυσίς της τὸν θαυμασμὸν τοῦ κόσμου!
Συνδέων ὁ Κύριος τὰς δύο αὐτάς παραβολάς τῶν κακῶν γεωργῶν καὶ κακῶν οἰκοδόμων λέγει ῥητῶς : «Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, ὅτι ἀρθήσεται ἀφ’ ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ» θὰ ἀφαιρεθῇ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀπό σᾶς, θὰ παύσετε νὰ εἶσθε περιούσιος λαὸς τοῦ Θεοῦ σεῖς «καὶ δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρποὺς αὐτῆς». Ἔθνος εἰς τὸ ὁποῖον θὰ δοθῇ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, εἶναι τὰ Ἔθνη, οἱ εἰδωλολάτραι, οἱ ὁποῖοι θὰ πιστεύσουν καὶ θὰ γίνουν χριστιανοί. Τέλος ὁ Κύριος ἀναφερόμενος εἰς τὴν δύναμιν τοῦ ἀκρογωνιαίου λίθου τούτου, εἰς τὸν ἑαυτόν Του, λέγει: «πᾶς ὁ πεσών ἐπὶ τὸν λίθον τοῦτον συνθλασθήσεται». Έκεῖνος ὁ ὁποῖος θά θελήσῃ νά συγκρουσθῇ μετά τοῦ Ίησοῦ, θά συντριβῇ. «Ἐφ’ ὅν δ’ ἂν πέσῃ, λικμήσει αὐτόν». Ἐκεῖνον ὅμως, ἐναντίον τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιτεθῇ ὁ Χριστὸς «λικμήσει αὐτόν», θὰ τὸν συντρίψῃ τόσον πολύ, ὥστε θὰ τὸν λιχνίσῃ εἰς τὸν ἄνεμον. Ὁ Χριστὸς ἀμυνόμενος, ὅταν πολεμῆται, ἐπιτιθέμενος, ὅταν πρόκειται νὰ τιμωρήσῃ, θὰ εἶναι πάντοτε θριαμβευτής!
Ἑπομένως ἡ καταστροφὴ τῆς Χριστοκτόνου Ἱερουσαλὴμ θὰ εἶναι τρομερά, διότι «λικμήσει» αὐτήν, θὰ τὴν λιχνίσῃ. « Ἀκούσαντες δὲ οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι τὰς παραβολὰς αὐτοῦ ἔγνωσαν» ἐνόησαν «ὅτι περὶ αὐτῶν λέγει. Καὶ ἐζήτουν αὐτὸν κρατῆσαι ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ» ἤθελον νὰ Τὸν συλλάβωσιν ἀμέσως, διότι τὸ μῖσος των ἐκορυφώθη, ἀλλὰ «ἐφοβήθησαν τοὺς ὄχλους, ἐπειδὴ ὡς προφήτην Αὐτὸν εἶχον. Καὶ ἀφέντες Αὐτὸν ἀπῆλθον». Ἰδοὺ ἡ προφητεία τῆς τιμωρίας.
Θέμα: Ἀδικία—Δικαιοσύνη.
Πολλάκις εὑρέθημεν εἰς τὴν θέσιν νὰ ἐξάρωμεν τὰ ἀθάνατα λόγια τοῦ Κυρίου. Ἐδῶ ὅμως τὰ λόγια Του εἶναι ὄχι μόνον θαυμαστά, ἀλλὰ καὶ τρομακτικά, διότι προφητεύουν τὴν τύχην τῶν Ἑβραίων, οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦνται, διότι ἠδίκησαν. Τὴν τιμωρίαν ταύτην μαρτυρεῖ ἡ δισχιλιετὴς ἱστορία των.
Ἂς ἴδωμεν λοιπὸν ταύτην καὶ τὰ ἐκ ταύτης ὠφέλιμα.
Α. Ἡ δισχιλιετὴς τραγικὴ ἱστορία τῶν Ἰουδαίων. Ὅταν ὁ Κάϊν ἐφόνευσε τὸν Ἄβελ διαπράξας τὸν πρῶτον φόνον κατὰ τοῦ πρώτου κατὰ χρονολογικὴν σειρὰν δικαίου, τοῦ Ἄβελ, ὁ Θεὸς ἐτιμώρησε τὸν φονέα μὲ δύο πράγματα : νὰ ζήσῃ ἐπ’ ἀρκετὸν καιρὸν καὶ «στένων καὶ τρέμων» νὰ εἶναι ἐπὶ τῆς γῆς. Ἂν τὸ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν σημερινήν μας γλῶσσαν, αὐτὸ σημαίνει «νὰ ζῇ καὶ νὰ τίζεται». Κἄτι παρόμοιον κατηράσθη ὁ Θεὸς καὶ τοὺς Ἰουδαίους, οἵτινες ἐφόνευσαν τὸν πρῶτον κατ’ἀξίαν Δίκαιον Ἰησοῦν, διότι ὁ μὲν Κύριος λέγει, ὅπως εἴδομεν, «κακοὺς κακῶς ἀπολέσῃ» τοὺς Χριστοκτόνους Ἑβραίους, καὶ «λικμήσει», θὰ λιχνίσῃ αὐτούς, εἰς ὅλον τὸν κόσμον θὰ διασπείρῃ, ὁ δὲ Ἀπόστολος Παῦλος προφητεύει τὴν ὕπαρξιν των μέχρις ὅτου ὡς ἔθνος, ὁμαδικῶς ἐπιστρέψουν εἰς Χριστὸν «καὶ πᾶς Ἰσραὴλ σωθήσεται». Ρωμ. 11, 26. Ἡ Ἱστορία μαρτυρεῖ ταῦτα περιτράνως.
Καὶ 1) Ὅταν ὁ Χριστὸς ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τοῦ πάθους Του ἐκάθητο μετὰ τῶν μαθητῶν Του εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν καὶ εἶχεν ἔναντι τὸν λαμπρὸν Ναὸν τοῦ Σολομῶντος, οἱ θαυμάζοντες μαθηταὶ λέγουσι τῷ Ἰησοῦ : «ποταποὶ λίθοι καὶ ποταπαὶ οἰκοδομαί». Ὁ δὲ Κύριος ἀπαντᾷ.˙ «Οὐ μὴ μείνῃ λίθος ἐπὶ λίθον». Ὅταν ὁ Πιλᾶτος ἔνιψε τὰ χέρια του ἐνώπιον τοῦ πλήθους καὶ ἔλεγε «τὸ αἷμα Αὐτοῦ ἐφ’ ὑμᾶς», οἱ Ἰουδαῖοι ἐφώναζον: «Τὸ αἷμα Αὐτοῦ ἐφ’ ἡμᾶς καὶ τὰ τέκνα ἡμῶν». Μετὰ 40 περίπου χρόνια ἡ Ἱερουσαλὴμ ἐπολιορκεῖτο ὑπὸ τῶν Ρωμαίων. 1.200.000 ἦσαν οἱ ἐντός τῆς πόλεως. Πάντες οὗτοι πλὴν 100.000 περίπου οἱ ὁποῖοι ἐξηνδραποδίσθησαν, οἱ λοιποὶ ἀπέθανον ἐκ πείνης, μαχαίρας ἐχθρικῆς καὶ φιλίας. Μία μάλιστα Ἑβραία, Μαριὰμ ὀνόματι, κατὰ τὸν καιρὸν τῆς πολιορκίας λόγῳ πείνης ἔψησε τὸν ὑπομάστιον υἱόν της καὶ τὸ ἥμισυ προσφέρει εἰς τοὺς Ρωμαίους στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι εἰσέβαλον εἰς τὴν πόλιν, λέγουσα: «Μὴ γίνεσθε μαλθακώτεροι μητρός˙ δεῦτε ἀριστήσωμεν». Ὁ Κύριος δὲν εἶπε «οὐαὶ ταῖς θηλαζούσαις ταῖς ἡμέραις ἐκείναις»;
2) Μετὰ 300 περίπου χρόνια μ.Χ. ὁ Αὐτοκράτωρ Ἰουλιανὸς ἠθέλησε νὰ διαψεύσῃ τὴν προφητείαν τοῦ Κυρίου περὶ καταστροφῆς τοῦ ναοῦ τῶν Ἑβραίων καὶ δημοσίᾳ δαπάνῃ ἐπιχειρεῖ ν’ ἀνοικοδόμησῃ τὸν Ναὸν τοῦτον. Ἀλλὰ διὰ νυκτὸς σεισμὸς γενόμενος «ἀνέβρασε τοὺς λίθους τῶν παλαιῶν θεμελίων του Ναοῦ καὶ πάντας διέσπειρε. Πῦρ δὲ ἐξ οὐρανοῦ κατασκῆψαν τὰ τῶν οἰκοδόμων ἐργαλεῖα διέφθειρε, πριόνας κ.λ.π.».
3) Μετὰ ταῦτα ὑφίστανται οἱ Ἑβραῖοι πολλοὺς διωγμούς. Κατὰ τὸν IB αἰώνα ἔγινε τόση σφαγὴ τῶν Ἑβραίων, ὥστε τὸ αἷμα των ἔρρευσεν ἀφθόνως ἀπὸ τῆς Ἱσπανίας μέχρι τῆς Γερμανίας. Τὰ βασανιστήριά των διαρκοῦν καὶ σήμερον. Τὸ Γκέττο τῆς Βαρσοβίας, ἔνθα εὑρίσκονται οἱ περισσότεροι Ἑβραῖοι, κατεστράφη ὑπὸ γερμανικῶν ἀεροπλάνων καθέτου ἐφορμήσεως Stukas. Ὅταν τὸ 1940 ἔγινεν ἡ προσάρτησις τῆς Αὐστρίας εἰς τὴν Γερμανίαν, οἱ ἐκεῖ Ἰουδαῖοι ἐξεδιώχθησαν, εἰσήχθησαν ἐντὸς πλοίου καὶ ἀφέθησαν εἰς τὸν ποταμὸν τὸν Δούναβιν νὰ φύγουν ἐκ τῆς Αὐστρίας. Ἔπλευσαν τὸν ποταμὸν καὶ φθάνουν εἰς τὸ Βιδίνιον, πόλιν κειμένην ἐν τοῖς παραμεθορίοις Βουλγαρίας, Ρουμανίας, Σερβίας. Οἱ ἐν τῷ πλοίῳ Ἑβραῖοι ἀπετάθησαν εἰς ἕν ἕκαστον ἐξ αὐτῶν τῶν κρατῶν, ἵνα ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτοὺς καὶ ἐξέλθωσιν. Οὐδεμία χώρα ἐπέτρεψε, διότι ἐφοβοῦντο τὸν Χίτλερ. Ἠγκυροβόλησαν καὶ ἔμειναν ἐκεῖ ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον. Ἐθεώρησαν τὸ πλοῖον ὡς νησίδα !
Ἀλλὰ καὶ κἄτι τὸ ὁποῖον διαρκεῖ ἐπὶ αἰῶνας. Οἱ ἐν Ἱερουσαλὴμ Ἑβραῖοι μεταβαίνουσιν ἑκάστην Παρασκευὴν εἰς ἕν τῶν νομιζομένων ὑπολειμμάτων τειχῶν τοῦ Σολομῶντος καὶ κτυπῶντες τὰς κεφαλάς των μέχρι αἵματος λέγουν : «Καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ». Τὸ ἀξιοσημείωτον δὲ εἶναι κἄτι ἄλλο. Θέλουν νὰ ἐπιστρέψουν εἰς Παλαιστίνην, νὰ ἱδρύσουν κράτος, ἔχουν τὴν μεγαλυτέραν οἰκονομικὴν ἰσχὺν τοῦ κόσμου, ὑπεστηρίχθησαν πρὸς τοῦτο ὑφ’ ὅλων, ἰδίως ὑπὸ τῆς Ἀγγλίας (καὶ ἡ Ἑλλὰς ὑπέγραψε) καὶ ὑπὸ τῆς κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν, ἀλλὰ δὲν δύνανται. Ἐκ τῶν ἀνὰ τὸν κόσμον 15.000.000 Ἰουδαίων μόνον 200.000 κατώρθωσαν νὰ ἐγκατασταθοῦν, διότι 700.000 Ἄραβες ἀντέστησαν. Τὸ ἔθνος τοῦτο τῶν Ἑβραίων οὔτε ἀφομοιοῦται μετὰ τῶν ἄλλων Ἐθνῶν, οὔτε ἐξαφανίζεται, οὔτε κράτος δύναται νὰ ἱδρύσῃ, παρ’ ὅλον τὸν πόθον του καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἀντοχὴν καὶ τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε. Τί σημαίνουν αὐτά; Κατάρα! Νὰ ζῇ καὶ νὰ τίζεται, διότι ἠδίκησεν. Ὥστε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι καὶ σήμερον ἀδικεῖται, διότι ἠδίκησε !
Β. Πόσα διδάγματα: Ἀδικοῦμεν ; θὰ ἀδικηθῶμεν. Ὅταν ἁμαρτήσῃς καὶ τιμωρηθῇς δὶ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠμάρτησες, ἐξοφλεῖς ἕνα χρέος σου. Ὁσονδήποτε βαρεῖα καὶ ἂν εἶναι ἡ τιμωρία διὰ τὴν ἁμαρτίαν σου ἐλαφρώνεται τὸ βάρος τῆς τιμωρίας, ὅταν συναισθάνεσαι, ὅτι δικαίως πάσχεις. Ἠμάρτησες σαρκικῶς, ἐπῆρες ἀρρώστεια καὶ ὑποφέρεις. Τὸ βάρος τῆς νόσου ἐλαφρώνεται μὲ τὴν συναίσθησιν, ὅτι πταίεις καὶ δικαίως πάσχεις. Ὅταν ὅμως ἀδικῆσαι, τιμωρῆσαι δηλαδὴ χωρὶς νὰ πταίῃς, ὅσον ἐλαχίστη καὶ ἂν εἶναι ἡ ἄδικος τιμωρία σου, γίνεσαι ἀνάστατος ἀπὸ τὸν πόνον τῆς ἀδικίας.
Ὁ Θεὸς λοιπὸν θέλων νὰ τιμωρήσῃ μερικοὺς ἀνθρώπους πολύ, διότι ἠδίκησαν, δὲν τοὺς τιμωρεῖ ἐκεῖ ὅπου πταίουν καὶ ὅταν πταίουν, ἀλλὰ ἐκεῖ ὅπου δὲν πταίουν, διότι τότε θὰ πονέσουν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀδικία ἀλλὰ δικαιοσύνη, διότι ὁ ἀδικῶν θὰ τιμωρηθῇ δικαίως, ὅταν καὶ αὐτὸς ἀδικηθῇ. Τότε θὰ πονέσῃ, ὅσον ἐπόνεσε καὶ ὁ ἄλλος, τὸν ὁποῖον ἠδίκησε. Ἠδίκησας κἄποιον εἰς τὴν κρίσιν σου κατακρίνων καὶ συκοφαντῶν αὐτόν.Θὰ ἀδικηθῇς καὶ σὺ ἀπὸ κἄποιον ἄλλον ἀδικοσυκοφαντούμενος. Ἠδίκησας τὸ κορίτσι ἑνὸς ἄλλου καταστρέφων αὐτὸ σωματικῶς ἤ ἠθικῶς. Θὰ ἀδικηθῇς καὶ σὺ εὑρίσκων τὸ ἴδιον κακὸν εἰς τὸ σπίτι σου. Ἔκλεψες κάποιον. Κάποιος ἄλλος θὰ σὲ κλέψῃ. Πικρὸν εἶναι νὰ ἀδικῆταί τις. Πόσον δίκαιον ὅμως εἶναι τοῦτο, ὅταν ἀδικῆται, διότι ἠδίκησε!
Ἑπομένως ὅταν ἀδικούμεθα, καλὸν εἶναι νὰ σκεπτώμεθα, μήπως καὶ ἡμεῖς ἠδικήσαμεν. Ὅταν συλλάβωμεν τὸν ἑαυτὸν μας ἀδικήσαντα κἄποιον ἄλλον, ἂς σκεφθῶμεν, ὅτι ὅπως πονοῦμεν ἡμεῖς, ὅταν ἀδικούμεθα, ἔτσι ἐπόνεσε καὶ αὐτός, ὅταν ἀπὸ ἡμᾶς ἠδικήθη. Ἐπειδὴ ἐκάμαμε νὰ πονέσῃ αὐτός, πονοῦμεν καὶ ἡμεῖς. Ἔτσι μόνον θὰ ἀνακουφίσῃς τὸν πόνον σου, ὅταν ἀδικῆσαι, ἐὰν σκεφθῇς καὶ σὺ τὰς ἀδικίας σου. Ἐὰν ὅμως εὕρῃς ὅτι οὐδένα ἠδίκησες—πρᾶγμα σπανιώτατον—δέν πρέπει νὰ στενοχωρῆσαι, διότι ἀδικῆσαι, ἀλλὰ νὰ δοξάζῃς τὸν Θεόν, διότι «πάσχεις ἀδίκως». Ὅταν πρόκειται νὰ ἀδικήσῃς διὰ τῶν λόγων σου καὶ τῶν ἔργων σου τοὺς ἄλλους, σκέψου, ὅτι θὰ ἀδικηθῇς. Ὁ ἐνθουσιασμός σου τὸν ὁποῖον ἔχεις, ὅταν ἀδικῇς, θὰ μεταβληθῇ εἰς πίκραν σου, ὅταν θὰ ἀδικῆσαι. Ἂς προσέχωμεν νὰ μὴ ἀδικῶμεν, ἵνα μὴ ἀδικηθῶμεν!
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η τιμητική προσκύνηση της Υπεραγίας Θεοτόκου (Απόδοση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου)
Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Αυγούστου, 2010
Αναγνώσματα:
Απόστολος: Φιλιπ. β΄ 5 – 11. Ευαγγέλιο: Λουκ. ι΄ 38 – 42, ια΄ 27 – 28
(Εωθινό 1ο, Ήχος β΄)
Η τιμητική προσκύνηση της Υπεραγίας Θεοτόκου
Η σημερινή Ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου αδελφοί, αναφέρεται σε δύο περιστατικά στα οποία πρωταγωνίστησε ο Κύριος. Το πρώτο είναι η συνάντησή Του με τις αδελφές του Λαζάρου Μάρθα και Μαρία στο σπίτι τους στην Βηθανία. Κατά τη συνάντηση αυτή η μεν Μαρία εγκατέλειψε όλες τις ασχολίες της και κάθισε στα πόδια Του για ν’ ακούσει τη διδασκαλία Του, η δε Μάρθα έκανε τα πάντα για να Τον περιποιηθεί. Μάλιστα, διαμαρτυρήθηκε στον Κύριο γιατί Εκείνος έδειξε να αδιαφορεί για το γεγονός ότι η αδελφή της δεν την βοηθούσε. Ο Χριστός τής επεσήμανε ότι δεν πρέπει να μεριμνούμε για πολλά και δευτερεύοντα πράγματα, αλλά μόνο για το αγαθό.
Το επόμενο περιστατικό αναφέρεται στην φωνή που μία άγνωστη γυναίκα έβγαλε, μετά το κήρυγμα του Κυρίου στον λαό, προφανώς επηρεασμένη από το βάθος του περιεχομένου του, η οποία μακάρισε την μητέρα του Ιησού, που Τον γέννησε και Τον θήλασε. Και η μητέρα εκείνη δεν ήταν άλλη από την Υπεραγία Θεοτόκο, την απόδοση της Κοιμήσεως της οποίας εορτάζει σήμερα η Εκκλησία μας. Η σημερινή, λοιπόν, εορτή προσφέρεται για να παρουσιάσουμε, με συντομία, τους λόγους για τους οποίους η Εκκλησία μας αποδίδει τόσο μεγάλη τιμή στο πρόσωπο της Παναγίας, αλλά και τον ενδεδειγμένο τρόπο απόδοσης αυτής της τιμής.
Σύμφωνα με τον Όσιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, «τιμούμε την Παναγία επειδή είναι η Μητέρα του Θεού. Δεν την τιμούμε μεμονωμένα, αλλά λόγω της σχέσης της με τον Χριστό. Έτσι, η τιμή που δείχνουμε στην Θεοτόκο, όχι μόνο δε μειώνει την λατρεία μας προς τον Θεό, αλλά έχει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα: όσο περισσότερο τιμούμε την Θεοτόκο, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε την μεγαλειότητα του Υιού της, επειδή τιμούμε τη Μητέρα ακριβώς λόγω του Υιού»[1]
Η έξαρση της τιμητικής προσκύνησης της Παναγίας, ως μεμονωμένου προσώπου, ανεξαρτήτως του Υιού της, συνιστά αίρεση μέσα στην Εκκλησία. Είναι δε, μία από τις βασικές δογματικές διαφορές της Ορθοδόξου Εκκλησίας από την Ρωμαιοκαθολική ομολογία, η οποία υπερτιμά την Θεοτόκο, δημιουργώντας ολόκληρη καινοφανή «θεολογία», τη λεγόμενη Μαριολατρεία, αποδίδοντας σ’ αυτήν ιδιότητες που δεν έχει, όπως, π.χ. η άσπορος σύλληψις. Η Παναγία εξαρτάται αποκλειστικά από τον Κύριο και υπάρχει και τιμάται μέσα στην Εκκλησία σε απόλυτη συνάρτηση μαζί Του. Και αυτό συμβαίνει γιατί «η Παναγία αφοσιώθηκε στην έμπρακτη εφαρμογή του νόμου του Θεού και δεν παρέβηκε ποτέ το θέλημά Του. Για τον λόγο αυτό, πριν ακόμη φανερώσει σωματικά τον Θεό στους ανθρώπους, Τον αποτύπωσε και Τον απεικόνισε πρώτα με τα ίδια τα έργα της πάνω στον εαυτό της. Τηρώντας σε τέτοιο βαθμό και με απόλυτη ακρίβεια τις Θείες εντολές, ολοκληρώθηκε ως πρόσωπο και έγινε μέτοχος στη Θεία ζωή. Την Παναγία, που ήταν άσπιλη και άχραντη, διάλεξε ο Θεός ως ναό για τον εαυτό Του προτιμώντας την από όλη την κτίση. Με την εκούσια αποδοχή του Θείου θελήματος η Παναγία ξεπέρασε κάθε κορυφή αγιότητας. Γι’ αυτό ο Θεός όχι μόνο την αποκάλεσε τιμητικά μητέρα, αλλά την έκανε πραγματικά Μητέρα Του. Η υπερβολή της αγιότητας καταξίωσε την Παναγία να γίνει μητέρα του Θεού…»[2]
Ο άλλος βασικός λόγος της τιμητικής προσκύνησης της Παναγίας, είναι το γεγονός ότι η Παρθένος άνοιξε τους ουρανούς για εμάς τους γήινους ανθρώπους. Ακούμε, κατά τη διάρκεια της ακολουθίας των Χαιρετισμών, να επιβεβαιώνεται εμφαντικά αυτή η αλήθεια: «Χαίρε, κλίμαξ επουράνιε, δι’ ης κατέβη ο Θεός. Χαίρε, γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν. Χαίρε ότι τα ουράνια συναγάλλεται τη γη. Χαίρε, ότι τα επίγεια συγχορεύει ουρανοίς»[3].
Στο πρόσωπο της Κυρίας των Αγγέλων ο Θεός φανέρωσε στον άνθρωπο ότι πλησίαζε η ώρα να ανεβεί και πάλι στην παραδείσια μακαριότητα, υποδεικνύοντάς του μια μυστική κλίμακα, την οποία θα μπορούσε να ανέλθει με ασφάλεια, αφού Εκείνος θα την στερέωνε ασάλευτα με την δική Του κάθοδο. Κλίμακα θαυμαστή γίνεται η Θεοτόκος, με την ατίμητη και δυσερμήνευτη για την ανθρώπινη ιδιοτέλεια προσφορά της ζωής της στον Θεό και στον άνθρωπο. Η προσφορά της ήταν η θυσία της ζωής της σ’ ένα έργο υπέρλογο και μεγαλειώδες, στο έργο της κένωσης του Θεού για την κατά χάρη θέωση του ανθρώπου. Και ο Θεός την χρησιμοποιεί σαν σκάλα για την κάθοδό Του στην ανθρώπινη φτώχεια. Την καθιστά θρόνο της επίγειας ταπείνωσής Του. Μετατρέπει την ταπεινή γαστέρα της σε παλάτι ευρυχωρότερο του ουρανού. Ανυψώνει την Κεχαριτωμένη στην υπέρλαμπρη δόξα της Μητέρας του Θεού. Μητέρας του ελέους και της στοργής, της καταλλαγής και της συμφιλίωσης των άνω και των κάτω. Μητέρας των γήινων ανθρώπων και βασίλισσας των Αγγέλων. Αυτή είναι η μυστική κλίμακα για τα ουράνια δώματα.
Είθε να μάς αξιώσει ο Θεός να ανεβαίνουμε διαρκώς τους μυστικούς αναβαθμούς αυτής της κλίμακας προς την τελική συνάντηση και ένωση μαζί Του. ΑΜΗΝ!
Αρχιμ. Ε.Ο
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ
[1] Κάλλιστος Ware, «Η Ορθόδοξη Εκκλησία», σελ. 408 – 409
[2] Μαρία Αλεξοπούλου, «Θεοδρομία», Τεύχος 7, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2000, σελ. 48
[3] Στίχοι εκ του Ακαθίστου Ύμνου
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Απόδοση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου
Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Αυγούστου, 2010
Ευαγγέλιο της εορτής: Λουκ. ι’ 38-42, ια’ 27-28
38 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς κώμην τινά. γυνὴ δέ τις ὀνόματι Μάρθα ὑπεδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς. 39 καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη Μαρία, ἣ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τὸν λόγον αὐτοῦ. 40 ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν· ἐπιστᾶσα δὲ εἶπε· Κύριε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν; εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα μοι συναντιλάβηται. 41 ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· 42 ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς.
27 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας. 28 αὐτὸς δὲ εἶπε· μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν.
Την μακαρίζουν όλες οι γενεές
Η Μαρία και η Μάρθα
Στη Βηθανία η αδελφή του Λαζάρου Μάρθα υποδέχεται στο σπίτι της τον Κύριο, ο οποίος, αφού κάθισε, άρχισε να διδάσκει στους ανθρώπους που παρευρίσκονταν εκεί. Η αδελφή της Μάρθας, η Μαρία, αφοσιώθηκε τόσο πολύ στη διδασκαλία του Κυρίου, ώστε συνεπαρμένη κάθισε κοντά του και ως ταπεινή μαθήτρια άκουγε με προσήλωση τα θεσπέσια λόγια του. Τόσο πολύ απορροφήθηκε, ώστε δεν θέλησε να χάσει ούτε λέξη. Την ώρα όμως που η Μαρία αποταμίευε στην ψυχή της ουράνιους θησαυρούς, η Μάρθα προετοίμαζε για το τραπέζι ό,τι καλύτερο μπορούσε. Ήταν πνιγμένη στις πολλές δουλειές της, διότι φρόντιζε να ετοιμάσει πολλά και ωραία φαγητά για να περιποιηθεί τον Διδάσκαλο. Ήταν βέβαια ικανή και επιμελής στη μαγειρική και στο νοικοκυριό, με κάποια όμως υπερβολή. Γι’ αυτό και κάποια στιγμή πλησίασε τον Κύριο και με τολμηρό τρόπο του είπε το παράπονό της:
— Κύριε, δεν σε νοιάζει που η αδελφή μου με άφησε μονάχη να ετοιμάσω το τραπέζι; Πες της λοιπόν να με βοηθήσει.
Τότε ο Κύριος της αποκρίθηκε:
— Μάρθα, Μάρθα, αγωνιάς, αναστατώνεσαι, κουράζεσαι να ετοιμάσεις πολλά και ποικίλα φαγητά. Ένα όμως είναι το χρήσιμο, η ακρόαση της διδασκαλίας μου. Αυτό διάλεξε η Μαρία, την πνευματική τροφή, η οποία δεν θα της αφαιρεθεί ποτέ.
Ο Κύριος δηλαδή αντί να επιπλήξει τη Μαρία, όπως θα το επιθυμούσε η Μάρθα, παίρνει την αφορμή και επιπλήξει την ίδια. Εδώ όμως κάποιος θα απορήσει: Δηλαδή ο Κύριος καταδικάζει τη διακονία της Μάρθας; Όχι, ασφαλώς! Κάτι άλλο θέλει να δείξει. Είναι σαν να λέει στη Μάρθα: Δεν ήλθα στο σπίτι σας για να απολαύσω πολλά και ωραία φαγητά, άλλα για να σας προσφέρω μεγάλες και ουράνιες αλήθειες. Είναι καλή η προσφορά και η διακονία, θ πρέπει όμως και να συνοδεύεται από ενδιαφέρον για τα ανώτερα, για την πνευματική τροφή. Δεν απορρίπτει λοιπόν ο Κύριος τη διακονία της Μάρθας, άλλα επαινεί περισσότερο την επιλογή της Μαρίας.
Διότι η Μαρία αξιοποίησε μία μοναδική ευκαιρία. Ήλθε στο σπίτι της ο Χριστός. Δεν ήξερε αν θα είχε άλλοτε μια τέτοια ευκαιρία. Και αφοσιώθηκε στο να ξεδιψά στα νάματα των θείων αληθειών. Το έργο της Μάρθας ήταν χρησιμότατο, της Μαρίας όμως υψηλότερο. Γι’ αυτό ο Κύριος επιπλήττει τη Μάρθα, διότι έχανε το χρόνο της σε υπερβολικές προετοιμασίες, ενώ το καλύτερο που είχε να κάνει την ώρα εκείνη ήταν να αφιερώσει λιγότερο χρόνο στα της μαγειρικής για να επικοινωνήσει με τον Κύριο και να εντρυφήσει στις θείες αλήθειες.
Τούτο σημαίνει ότι πρέπει να ιεραρχούμε σωστά τα πράγματα. Μεγαλύτερη προσφορά μας προς τον Θεό είναι να λαχταρούμε και να ποθούμε τον θείο λόγο του, και μετά το να διακονούμε στα έργα της αγάπης. Βέβαια όλοι μας είμαστε υποχρεωμένοι καθημερινά να επιτελούμε και τα βιοτικά μας έργα, διαφορετικά δεν μπορούμε να ζήσουμε. Όλα αυτά θα τα κάνουμε, και μάλιστα σωστά, με επιμέλεια και προθυμία, όλα προς δόξαν Θεού. Όχι όμως με υπερβολή. Να μη δίνουμε την καρδιά μας σ’ αυτά παραμελώντας όμως έτσι την ψυχή μας.
Μακαρία η Θεοτόκος
Στη συνέχεια καθώς μιλούσε ο Κύριος στα πλήθη, κάποια γυναίκα ενθουσιασμένη από τη διδασκαλία του φώναξε με χαρά στον θείο Διδάσκαλο:
— Μακαρία είναι η κοιλία που σε βάστασε, η μητέρα που σε γέννησε και σε έθρεψε.
Και ο Κύριος της απάντησε:
— Πράγματι μακαρία είναι η μητέρα μου! Μακάριοι είναι εκείνοι που ακούν τον λόγο του Θεού και τον εφαρμόζουν στη ζωή τους. Γι’ αυτό ακριβώς και αυτή που με γέννησε και με θήλασε, αξιώθηκε την τιμή αυτή, διότι φύλαξε πάντοτε το λόγο του Θεού.
Με τους λόγους του αυτούς ο Κύριος μακαρίζει διπλά τη μητέρα του. Διότι, επιβεβαιώνοντας τον μακαρισμό της γυναίκας εκείνης, μακαρίζει την Θεοτόκο όχι μόνο διότι αξιώθηκε να γίνει μητέρα του, άλλα και διότι περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο φύλαξε μέσα της το λόγο του Θεού και τον τήρησε στη ζωή της. Γι’ αυτό γενεές γενεών μακαρίζουμε την Θεοτόκο, όπως η ίδια η Παναγία μας προφήτευσε: «ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί.» (Λουκ. α’ 48). Τη μακαρίζουμε όχι μόνο διότι αξιώθηκε να γίνει Θεοτόκος, Μητέρα δηλαδή του Θεού μας, άλλα και διότι, φυλάσσοντας σ’ όλη τη ζωή της τον λόγο του Θεού, ακτινοβόλησε με την υπέρλαμπρη αρετή της κι έγινε τιμιωτέρα και ενδοξοτέρα των αγγέλων. Η αγιότητά της αποδείχθηκε κρυστάλλινη σ’ όλη της τη ζωή. Διότι ήταν η ταπεινή δούλη του Κυρίου, το υπόδειγμα της υπακοής στο θέλημα του Θεού. Ήταν η Κεχαριτωμένη. Είχε όλες τις αρετές επάνω της, όλα τα υπερφυσικά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος σε ύψιστο βαθμό. Άφθαστο και ασύγκριτο ήταν το πνευματικό της κάλλος και η ψυχική της ωραιότητα.
Και έγινε το παράδειγμα για όλους μας. Παράδειγμα ταπεινώσεως και υπακοής και αγνότητας. Και μας καλεί με την αγία ζωή της να τη μιμηθούμε μελετώντας και εφαρμόζοντας τον λόγο του Θεού και να την ακολουθήσουμε στον βίο της αρετής και της χάριτος.
Ο Σωτήρ, 1983
http://www.xfd.gr
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η παραβολή των κακών γεωργών (Κυριακή ΙΓ΄Ματθαίου)
Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Αυγούστου, 2010
Απόστολος: Α΄ Κορ. ιστ΄ 13 – 24
Ευαγγέλιο: Ματθ. κα΄ 33 – 42
«Ότε δε ήγγισεν ο καιρός των καρπών, απέστειλε τους δούλους αυτού προς τους γεωργούς λαβείν τους καρπούς αυτού» (Ματθ. κα΄ 34).
Ιδιαίτερα προφητική η σημερινή παραβολή των κακών γεωργών. Μια παραβολή μέσα από την οποία προαναγγέλλεται το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου. Παρά την αμαρτωλότητα του ανθρώπου, εντούτοις ο Θεός δεν τον εγκαταλείπει. Εξακολουθεί να φροντίζει γι’ αυτόν και μέσα από τη μακροθυμία του προσπαθεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να συνεργασθεί για τη δική του σωτηρία. Παράλληλα, προαναγγέλλει τον ερχομό του Υιού του στον κόσμο, καθώς και τον τερματισμό της περιόδου της μακροθυμίας και ανοχής. Μέσα από τη διπλή αυτή εξαγγελία προσπαθεί να βοηθήσει τους γεωργούς να συνέλθουν και να οδηγηθούν σε μετάνοια και διόρθωση.
Δυστυχώς, όμως, οι άνθρωποι όχι μόνο παραμένουν αδιόρθωτοι, αλλά και προσπαθούν να παρεμποδίσουν όλες τις παρεμβάσεις του Θεού, που αποβλέπουν στη σωτηρία των ανθρώπων. Παρά την αρνητική αυτή συμπεριφορά των κακών γεωργών, δηλαδή των αρχιερέων, των γραμματέων και των πρεσβυτέρων του Ιουδαϊκού λαού, εν τούτοις, ο Θεός εκδηλώνει μακροθυμία. Παρά την αρνητική συμπεριφορά των κακών γεωργών, το έργο της σωτηρίας δε ματαιώνεται. Απλά ο Θεός θα αφαιρέσει το προνόμιο του Ιουδαϊκού λαού να είναι «λαός της βασιλείας του και θα το δώσει σ’ ένα λαό που θα παράγει καρπούς της βασιλείας».
Ιδιαίτερα σημαντική, λοιπόν, η σημερινή παραβολή γιατί το περιεχόμενό της είναι ιστορικά και προφητικά επιβεβαιωμένο. Αποκαλύπτει τη διαχρονική φροντίδα του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Φυτεύει αμπελώνα, με την εγκατάσταση του Ιουδαϊκού λαού στη γη της επαγγελίας. Αυτόν τον αμπελώνα τον περιφράσσει με το νόμο του για να προφυλαχθεί από την ειδωλολατρία. Του κατασκευάζει ληνό, το θυσιαστήριο, και κτίζει πύργο, δηλαδή το ναό. Όλα τα πιο πάνω τα «νοίκιασε» για να τα διαχειριστούν. Άρα ήταν περιουσία ξένη και όχι δική τους. Αυτοί που εκαλούντο να διαχειριστούν αυτήν την περιουσία ήταν οι θρησκευτικοί άρχοντες του Ιουδαϊκού λαού. Όμως, ποιο ήταν το αποτέλεσμα αυτής της διαχείρισης. Απάντηση στο ερώτημα αυτό δίνει ο ίδιος ο Κύριος μέσα από τη σημερινή παραβολή.
Το αποτέλεσμα αυτής της διαχείρισης ήταν τραγικό. Θεώρησαν δική τους περιουσία τον αμπελώνα και σφετερίστηκαν αυτό που τους εμπιστεύθηκε ο Θεός. Αρνήθηκαν να παράξουν καρπούς με την προφύλαξη και το σεβασμό του νόμου του Θεού. Δεν παρουσίασαν τα ανάλογα έργα αρετής μέσα από τα οποία θα επιβεβαιωνόταν ο σεβασμός, αλλά και η εφαρμογή του νόμου του Θεού.
Όμως η αμέλειά τους δεν περιορίστηκε μόνο στην ασέβεια και την ακαρπία. Τους οδήγησε συστηματικά και ενσυνείδητα σε εγκληματική συμπεριφορά. Αυτοί όχι μόνο αρνήθηκαν να προσφέρουν τα οφειλόμενα, αλλά προχώρησαν συστηματικά σε εγκληματικές ενέργειες.
Έτσι, όταν ο Θεός έστειλε τους δούλους του, τους Προφήτες, «οι γεωργοί έπιασαν τους δούλους του, κι άλλον τον έδειραν, άλλον τον σκότωσαν κι άλλον τον λιθοβόλησαν. Ξανάστειλε άλλους δούλους, περισσότερους από τους πρώτους και τους έκαναν τα ίδια. Τελευταίον τους έστειλε το γιο του λέγοντας «θα σεβαστούν το γιο μου». Οι γεωργοί, όμως, όταν είδαν το γιο, είπαν μεταξύ τους: «αυτός είναι ο κληρονόμος. Εμπρός ας τον σκοτώσουμε κι ας αρπάξουμε την κληρονομιά του. Τον έπιασαν, τον έβγαλαν έξω από τ’ αμπέλι και τον σκότωσαν».
Διαδοχικά οι Προφήτες οδηγούνται στο θάνατο από τους άρχοντες του λαού και από τον ίδιο τον «εκλεκτό λαό του Θεού». Ο Κύριος προφητικά προαναγγέλλει και το δικό του μαρτυρικό θάνατο. «Έξω του αμπελώνος», έξω από την Ιερουσαλήμ. Είναι για τούτο που μετά από λίγο διάστημα ο Ιησούς θα εκφράσει την πικρία και την απογοήτευσή του για τη συνολική αρνητική συμπεριφορά αρχόντων και ιουδαϊκού λαού. «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, που σκοτώνεις τους Προφήτες και λιθοβολείς όσους στέλνει ο Θεός σ’ εσένα, πόσες φορές θέλησα να συνάξω τα παιδιά σου, όπως η κλώσα συνάζει τα κλωσόπουλα κάτω απ’ τις φτερούγες της, κι εσείς δεν το θελήσατε. Γι’ αυτό θα ερημωθεί ο τόπος σας» (Ματθ. κγ΄ 37 – 38).
Εγκληματική συμπεριφορά και εγκληματική αμέλεια καταλογίζει ο Ιησούς στο σύνολο της ηγεσίας και λαού. Εγκληματική συμπεριφορά, αφού όχι μόνο δεν εφαρμόζουν οι ίδιοι το νόμο του Θεού, αλλά και θανατώνουν τους απεσταλμένους του. όμως, παρά την αρνητική αυτή συμπεριφορά του ο Θεός, μέσα στα πλαίσια της αγάπης και ευσπλαχνίας του, πάρα πολλές φορές προσπαθεί να τους επαναφέρει στο δρόμο της σωτηρίας.
Δυστυχώς οι προσπάθειες του Θεού παραμένουν άκαρπες. Και τούτο γιατί η σωτηρία αν και είναι δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο, αυτή δεν επιβάλλεται αναγκαστικά. Ο Θεός σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου, για τούτο και τον καλεί να την αποδεχθεί με τη θέλησή του.
Αυτή η αλήθεια είναι μια υπενθύμιση διαχρονική. Ο Θεός μας θέλει να γίνουμε συνεργάτες στο έργο της δικής μας σωτηρίας «όστις θέλει», μας επαναλαμβάνει συνεχώς. Για τούτο μας προτρέπει να ανταποκριθούμε προτού να είναι αργά. Μας υπενθυμίζει ο Απόστολος Παύλος: «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Β΄ Κορ. στ΄ 2). Να, τώρα είναι ο καιρός της χάρης, τώρα είναι η ημέρα της σωτηρίας. η κάθε στιγμή της ζωής μας θα πρέπει να θεωρείται μοναδική και ανεπανάληπτη σε ό,τι αφορά τη σωτηρία μας, γεγονός που δεν πρέπει να αγνοούμε, πολύ δε περισσότερο δεν πρέπει να αμελούμε και να αναβάλλουμε. Γιατί αναβολή σημαίνει ματαίωση και η ματαίωση φέρνει την καταστροφή.
Αδελφοί μου, τόσο ο Ιουδαϊκός λαός, όσο και οι θρησκευτικοί του άρχοντες, απεδείχθησαν διαχρονικά κατώτεροι της τιμής της οποίας έτυχαν από το Θεό ως «περιούσιος λαός του Θεού». Ο θάνατος των Προφητών και η Σταύρωση του Υιού του Θεού, τους στέρησε, δικαιολογημένα, από μια κληρονομιά την οποία προσπάθησαν να σφετεριστούν. Αυτή η «κληρονομιά» δόθηκε στη συνέχεια στα έθνη, τους ειδωλολάτρες. Έτσι δημιουργήθηκε ένας νέος «περιούσιος λαός του Θεού», που είναι ο Χριστιανικός λαός. Ένας λαός που έχει σαν χαρακτηριστικό γνώρισμα την κοινή πίστη και όχι την εθνική ή φυλετική καταγωγή. Όμως, και ο νέος λαός, ο Χριστιανικός, δε θα σωθεί λόγω της εκλογής του, αλλά μέσα από την πίστη και τα έργα του. Γιατί, ναι μεν η σωτηρία είναι δώρο του Θεού σε μας, αλλά η κατάκτησή της χρειάζεται και τη δική μας προσπάθεια. Ας κάνουμε ό,τι χρειάζεται από μας και ο Θεός θα μας δικαιώσει. Αμήν.
Μητρόπολη Πάφου- Θεόδωρος Αντωνιάδης
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Κυριακή ΙΓ΄Ματθαίου
Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Αυγούστου, 2010
(Ματθαίου κα΄ 33-42)
Το Ευαγγέλιο Της Κυριακής ΙΓ΄Ματθαίου
(Κατά Ματθαίον κα΄ 33-42)
Άλλην παραβολήν ακούσατε. άνθρωπός τις ην οικοδεσπότης, όστις εφύτευσεν αμπελώνα και φραγμόν αυτώ περιέθηκε και ώρυξεν εν αυτώ ληνόν και ωκοδόμησε πύργον, και εξέδοτο αυτόν γεωργοίς και απεδήμησεν. ότε δε ήγγισεν ο καιρός των καρπών, απέστειλε τους δούλους αυτού προς τους γεωργούς λαβείν τους καρπούς αυτού. και λαβόντες οι γεωργοί τους δούλους αυτού ον μεν έδειραν, ον δε απέκτειναν, ον δε ελιθοβόλησαν. πάλιν απέστειλεν άλλους δούλους πλείονας των πρώτων, και εποίησαν αυτοίς ωσαύτως. ύστερον δε απέστειλε προς αυτούς τον υιόν αυτού λέγων· εντραπήσονται τον υιόν μου. οι δε γεωργοί ιδόντες τον υιόν είπον εν εαυτοίς· ούτος εστίν ο κληρονόμος· δεύτε αποκτείνωμεν αυτόν και κατάσχωμεν την κληρονομίαν αυτού. και λαβόντες αυτόν εξέβαλον έξω του αμπελώνος και απέκτειναν. όταν ουν έλθη ο κύριος του αμπελώνος, τι ποιήσει τοις γεωργοίς εκείνοις; λέγουσιν αυτώ· κακούς κακώς απολέσει αυτούς, και τον αμπελώνα εκδώσεται άλλοις γεωργοίς, οίτινες αποδώσουσιν αυτώ τους καρπούς εν τοις καιροίς αυτών. λέγει αυτοίς ο Ιησούς· ουδέποτε ανέγνωτε εν ταις γραφαίς, λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας· παρά Κυρίου εγένετο αύτη, και έστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών;
Μετάφραση
(Κατά Ματθαίον κα΄ 33-42)
«Ακούστε άλλη μια παραβολή: Ένας γαιοκτήμονας φύτεψε ένα αμπέλι, το περίφραξε, έσκαψε σ΄ αυτό πατητήρι, έχτισε πύργο, το νοίκιασε σε γεωργούς και έφυγε για άλλον τόπο. Όταν πλησίαζε η εποχή της καρποφορίας, έστειλε τους δούλους του στους γεωργούς να πάρουν το μερίδιό του από τους καρπούς. Οι γεωργοί όμως έπιασαν τους δούλους του, κι άλλον τον έδειραν, άλλον τον σκότωσαν κι άλλον τον λιθοβόλησαν. Ξανάστειλε άλλους δούλους, περισσότερους από τους πρώτους και τους έκαναν τα ίδια. Τελευταίον τους έστειλε το γιο του με τη σκέψη: θα σεβαστούν το γιο μου. Οι γεωργοί όμως, όταν είδαν το γιο, είπαν μεταξύ τους: αυτός είναι ο κληρονόμος. Εμπρός, ας τον σκοτώσουμε και ας αρπάξουμε την κληρονομιά του. Έτσι, τον έπιασαν, τον έβγαλαν έξω από τ΄ αμπέλι και τον σκότωσαν. Όταν λοιπόν έρθει ο ιδιοκτήτης του αμπελιού, τι θα κάνει σ΄ εκείνους τους γεωργούς;» «Είναι κακοί», του λένε. «Γι΄ αυτό θα τους εξολοθρεύσει με το χειρότερο τρόπο και θα νοικιάσει το αμπέλι σ΄ άλλους γεωργούς, που θα του δίνουν τους καρπούς στην εποχή τους». Τους λέει ο Ιησούς: «Ποτέ δε διαβάζετε τις Γραφές; Ο λίθος που τον πέταξαν σαν άχρηστο οι οικοδόμοι, αυτός έγινε αγκωνάρι· ο Κύριος το έκανε αυτό, και είν΄ αξιοθαύμαστο στα μάτια μας.
Ομιλία στο Ευαγγέλιο από την Ιερά Μητρόπολη Κυδωνίας και Αποκορώνου
Μᾶς εἶπε σήμερα τό Εὐαγγέλιο μία ὄμορφη Παραβολή.
Ἕνας οἰκοδεσπότης, ἀφοῦ ἐφύτευσε ἀμπελώνα, τόν περιποιήθηκε, τόν προστάτευσε μέ πύργο καί τόν ἀνέθεσε στούς γεωργούς, ἔφυγε γιά ἄλλη χώρα.
Ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα τῆς συγκομιδῆς, ἔστειλε δούλους γιά νά παραλάβουν τούς καρπούς ἀλλά οἱ γεωργοί, ἀφοῦ τούς συνέλαβαν, ἄλλους ἔδειραν, ἄλλους ἐφόνευσαν καί ἄλλους ἐλιθοβόλησαν. Στέλνει ἄλλους δούλους, περισσότερους, μά καί αὐτοί εἶχαν τήν ἴδια τύχη.
Τότε ἀποφασίζει νά στείλει τόν υἱό του μέ τήν σκέψη ὅτι αὐτόν θά τόν ντραποῦν. Ἀλλά οἱ γεωργοί, βλέποντας τόν κληρονόμο τοῦ ἀμπελῶνος, τόν συνέλαβαν καί τόν σκότωσαν καί αὐτόν. – «Ὅταν λοιπόν ἔλθει ὁ οἰκοδεσπότης», ἐρωτᾶ ὁ Ἰησοῦς «τί θά κάνει στούς γεωργούς;» Οἱ Φαρισαῖοι ἀπαντοῦν: «Θά διώξει τούς κακούς καί θά δώσει τόν ἀμπελώνα σέ ἄλλους πού θά ἀποδίδουν τούς καρπούς». Τούς ἁπαντά ὁ Ἰησοῦς: «δέν γνωρίζετε τίς γραφές. Τόν λίθον πού ἀπέρριψαν, αὐτός ἔγινε ὁ ἀκρογωνιαῖος καί θεμέλιος λίθος σέ ἄλλη οἰκοδομὴ».
Ἀδελφοί μου,
Ἐξαιρετική σημασία καί σπουδαιότητα ἔχει ἡ σημερινή Εὐαγγελική Περικοπή γιά μας, γιατί μᾶς ἀποκαλύπτει ποιά θά εἶναι ἡ τύχή ὅλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τόν Ἰησοῦ ὡς Κύριον καί Θεό τους. Ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πολεμοῦν ἤ θά πολεμήσουν τό ἔργο Του.
Τό ἔργο τό ὁποῖο ὁ Κύριος οἰκοδόμησε εἶναι ἡ Ἐκκλησία Του, τῆς ὁποίας εἶναι κεφαλή καί ἀκρογωνιαῖος λίθος. Ὁμοιάζει μέ σπίτι πού εἶναι κτισμένο ὄχι στήν ἄμμο ἀλλά σέ βράχο καί ἔτσι δέν φοβᾶται οὔτε κύματα, οὔτε πλημμύρες οὔτε ἀνέμους. Ὅτι πράγματι δέν φοβᾶται τίποτα ἀποδεικνύεται ἀπό τήν ἱστορία της. Αὐτοκράτορες, βασιλεῖς δυνάστες, ἰσχυροί καί συστήματα ἐπετέθησαν ἐναντίον της, ἀλλά δέν κατόρθωσαν τίποτε ἄλλο παρά μόνο ὅτι ἐκόσμισαν τήν ἱστορία της μέ τούς Μάρτυρές της, οἱ μορφές τῶν ὁποίων στολίζουν σήμερα τούς Ναούς μας.
Οἱ ἐχθροί της ἔγιναν σκόνη πού ὁ χρόνος τήν διασκόρπισε σάν τόν ἄνεμο στά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία διαρκῶς καί διευρύνεται γιατί ὁμοιάζει μέ δένδρο πού μπορεῖ νά φυτευθεῖ καί νά ἀναπτυχθεῖ σέ κάθε κλίμα καί σέ κάθε γεωγραφικό μῆκος καί πλάτος.
Καί σήμερα ἀκόμα τό ἔργο αὐτό τοῦ Κυρίου ἀντιμετωπίζει ἐχθρούς πολλούς καί διαφόρους, διότι πάντα θά ὑπάρχουν ἐκεῖνοι πού θά Τόν δέχονται καί ἐκεῖνοι πού θά Τόν ἀρνοῦνται.
Τούς βλέπουμε, τούς ἀκοῦμε καί τοὺς διαβάζουμε σέ καθημερινή βάση. Ὁμοιάζουν μέ ἀλλεπάλληλα κύματα, τό ἕνα κατόπιν τοῦ ἄλλου πού μέ ὁρμή τήν κτυποῦν. Ὅμως ἔχουν τήν ἴδια τύχη, πού ἔχουν τά κύματα τῆς θάλασσας ποὺ πέφτουν πάνω σέ βράχο, σπάζουν καί γίνονται ὅλα ἀφροί.
Ναί, ὅσον πολεμεῖται τό Ἔργο τοῦ Κυρίου μας τόσο καί ἡ πίστη μας δυναμώνει. Γίνεται πιό δυνατή, πιό ἀληθινή καί μᾶς φέρνει πιό κοντά στόν Κύριό μας γιατί μᾶς κάνει ἀληθινούς πιστούς Του ποὺ δέν διστάζουν νά Τόν ὁμολογοῦν καί δημόσια. Ἔτσι ἡ ἱστορία ἐπιβεβαιώνει τούς λόγους τοῦ Κυρίου: «Πύλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς». Τούς ἐπιβεβαιώνει καί πρέπει νά τούς ἐπιβεβαιώνει καί ἡ δική μας ζωή ποὺ πορεύεται, ὅπως ἀκριβῶς πορεύεται μέσα στή νύκτα ἕνα πλοῖο ἀπό τόν φάρο, γιατί ὁ Χριστός μας εἶναι ὁ Φάρος πού δείχνει τήν πορεία ποὺ πρέπει νά ἔχουμε στό τρικυμισμένο πέλαγος τῆς ζωῆς.
Ἀδελφοί μου,
Ἕνα καραβάνι διασχίζοντας τήν ἔρημο ἔμεινε ἀπό νερό. Τό μαρτύριο τῆς δίψας ἐβασάνιζε τούς ὁδοιπόρους του καί τούς ἔκανε νά βλέπουν ποτάμια καί λίμνες, γι’ αὐτό ἔτρεχαν νά ξεδιψάσουν, μάταια ὅμως, γιατί ἦταν ὀφθαλμαπάτη. Καί ἐφώναζε ὁ ὁδηγός τοῦ καραβανιοῦ μά δέν τόν ἄκουγαν. Σέ μία στιγμή μάλιστα ποὺ τούς δημιουργήθηκε ἡ ὑποψία ὅτι τούς ἐξαπατᾶ, τοῦ ἐπιτέθηκαν καί τόν αἱματοκύλισαν, χωρίς ἐκεῖνος νά τούς κρατήσει κακία.
Μάλιστα λίγο πρίν πεθάνει δείχνοντας μέ τό χέρι του ἕνα σημεῖο τοῦ ὁρίζοντα τούς εἶπε: «Ἀκολουθήσετε τό δρόμο ποὺ σᾶς δείχνω γιατί ἀλλιῶς εἶστε χαμένοι».
Τό γεγονός ὅτι ἐπισφράγισε μέ τό θάνατο του ὅ,τι τούς ἔλεγε, τούς ἔπεισε ὅτι αὐτή εἶναι ἡ ὀρθή πορεία. Ἀκολούθησαν λοιπόν τήν πορεία ποὺ τούς ἔδειξε καί ἔτσι ἐσώθηκαν.
Ἔτσι καί ἐμεῖς σάν ὁδοιπόροι τῆς ζωῆς στρέφουμε τήν πορεία μας πρός ἐκεῖ ποὺ δείχνουν τά ἁπλωμένα στό σταυρό χέρια τοῦ Κυρίου μας καί βαδίζουμε πρός τήν σωτηρία καί τήν αἰώνια ζωή.
Καλή πορεία νά ἔχουμε ἀδελφοί μου.
Ὁ Θεός μαζί σας.
Π.Β.Μ.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Τα στάδια της πίστεως (Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής ΙΓ΄Ματθαίου)
Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Αυγούστου, 2010
«στήκετε ἐν τῇ πίστει» (Α΄ Κορ. ιστ΄ 13)
Ὁ θεῖος Παῦλος, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ἔγραφε καί ἀπηύθυνε ἐπιστολές πρός τούς πιστούς τῶν τοπικῶν ἐκκλησιῶν, τίς ὁποῖες ἐκεῖνος ἵδρυσε. Αὐτές τίς ἐπιστολές ὁ Παῦλος χώριζε σέ δύο μέρη, τό θεωρητικό καί τό πρακτικό. Στό πρῶτο ἐξέθετε τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γύρω ἀπό τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Στό δεύτερο μέρος παρεῖχε πρακτικές συμβουλές, πῶς νά κρατήσουν τήν πίστη, πῶς νά ζοῦν καί νά πολιτεύονται μέσα σ’ αὐτήν καί πῶς νά ἀναπτύξουν τήν πίστη μέσα τους.
Οἱ Κορίνθιοι, ὡς νεόφυτοι χριστιανοί, κουβαλοῦσαν πολλά προβλήματα τοῦ παλαιοῦ ἑαυτοῦ τους, τά ὁποῖα δέν ἀπέβαλαν ἀκόμη. Ἔτσι ὑπῆρχαν στιγμές κατά τίς ὁποῖες μέσα τους ἦταν διχασμένοι. Ὡς νωποί χριστιανοί δέν εἶχαν ἀκόμη ρίξει βαθιές ρίζες καί ἡ τοπική τους Ἐκκλησία δέ διέθετε μάρτυρες καί ἄλλους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θυσίασαν τά πάντα γιά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ὥστε νά ἐμπνέονται ἀπό τή θυσία καί νά μιμοῦνται τό παράδειγμά τους. Γιά τοῦτο ὁ Παῦλος τούς προτρέπει νά μένουν σταθεροί στήν πίστη καί νά μήν ἐπιστρέφουν στόν παλαιό ἑαυτό τους.
Στό σημεῖο αὐτό ἐνθυμούμεθα τήν ἀναφορά τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ὁ ὁποῖος ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπιστρέφουν στόν παλαιό ἑαυτό τους παρομοιάζει μέ τό σκυλί, τό ὁποῖο ἐπιστρέφει στό δικό του ξέρασμα καί ἐπίσης μέ τό γουρούνι, τό ὁποῖο ἀφοῦ λουσθεῖ καί καθαρισθεῖ εἰσέρχεται πάλι στό βοῦρκο τῶν βορβόρων.
Παρόμοιο φαινόμενο καί διαγωγή ἀπομακρύνσεως ἀπό τήν πίστη συναντοῦμε στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή, ὅπου ὁ Παῦλος λέγει: «Θαυμάζω ὅτι οὕτω ταχέως μετατίθεσθε ἀπό τοῦ καλέσαντος ὑμᾶς ἐν χάριτι Χριστοῦ εἰς ἕτερον εὐαγγέλιον.» (Γαλ. α΄ 6) Ἐδῶ ἐπισημαίνεται ἕνας ἄλλος κίνδυνος, αὐτός ὁ ὁποῖος προέρχεται ἀπό τούς αἱρετικούς καί τούς ψευδοδιδασκάλους, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν δολομένη τήν πίστη, πρός αὐτούς τούς ὁποίους ἐπεδίωκαν νά καταστήσουν ὀπαδούς τους.
Ὡς γνωστόν, ὅλοι ἀσπαζόμεθα τήν πίστη μέ τήν ἀποδοχή ἀπό μέρους μας καί τή συμμετοχή μας στό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος. Τό μυστήριο τοῦτο μᾶς καθιστᾶ μέλη τῆς Ἐκκλησίας μέ δικαιώματα καί ὑποχρεώσεις. Ἄν ἐνθυμηθοῦμε τή ζωή τῶν Μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ συνειδητοποιοῦμε ὅτι ἡ πίστη μέσα στόν ἄνθρωπο μέχρι νά ριζώσει καί νά ὡριμάσει διέρχεται ἀπό πολλά στάδια. Στήν ἀρχή πιθανόν νά εἶναι ἐπιφανειακή, ἀσταθής, καχεχτική, καιροσκοπική, νερουλή καί ἀδύνατη.
Ὅλες ὅμως αὐτές οἱ μορφές πίστεως ἐνῶ εἶναι ἐλλιπεῖς καί ἐλαττωματικές ἐπιδέχονται ἀνάπτυξη καί πορεύονται πρός τό καλύτερο, σέ σημεῖο ὅπου ἀποβαίνουν πίστη τελεία, ὁλοκληρωμένη καί πλήρης. Τοῦτο συμβαίνει ὅταν ἡ πίστη βρεθεῖ ἐνώπιον καλυτέρων προϋποθέσεων. Τό περιβάλλον τό κοινωνικό, τό σχολικό, τό οἰκογενειακό, τό φιλικό συντελοῦν πολύ πρός τή θετική κατεύθυνση, ὁπότε ἔχουμε πρόοδο στήν πίστη ἤ πρός τήν ἀρνητική κατεύθυνση, ὁπότε ἔχουμε ἀποδυνάμωση καί μαρασμό τῆς πίστεως.
Ὁ Κύριος μέσα στόν Ἰουδαϊκό καί τόν ἐθνικό κόσμο συνάντησε περιπτώσεις πίστεως, τήν ὁποία πίστη ἐπήνεσε καί πρόβαλε πρός μίμηση. Τέτοια ὑπῆρξε ἡ πίστη τῆς χαναναίας, ἡ πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου, ἡ πίστη τοῦ τελώνη Ζακχαίου, ἡ πίστη τοῦ Πέτρου, ἡ πίστη τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας, ἡ ὁποία ἄλειψε τά πόδια τοῦ Κυρίου μέ πανάκριβο μύρο καί ἀκόμη ἐκείνη τοῦ ληστῆ πάνω στόν σταυρό. Περιπτώσεις ὅμως πίστεως πρός μίμηση ὑπάρχουν καί στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ὅπως ἐκείνη τοῦ δεσμοφύλακα στούς Φιλίππους καί τοῦ Ρωμαίου κυβερνήτη στήν Κύπρο, Σέργιου Παύλου.
Ἐπιπρόσθετα ἔχουμε παραδείγματα πίστεως πρός μίμηση στήν Παλαιά Διαθήκη, ὅπως ἐκείνη τοῦ Ἀβραάμ, τῶν γονέων τοῦ Μωυσῆ, οἱ ὁποῖοι διέσωσαν τόν υἱόν τους κάνοντας ὑπακοή στούς νόμους τοῦ Θεοῦ καί ὄχι στό νόμο τοῦ τυράννου Φαραώ, τοῦ βασιλέα Δαυίδ, τοῦ ἀρχιερέα Ζαχαρία καί τῆς συζύγου του Ἐλισάβετ καί ἄλλα πολλά.
Μελετώντας τή ζωή τῶν πιστῶν μέσα στούς εἰκοσιένα αἰῶνες τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας συναντοῦμε ἀνθρώπους κάθε ἡλικίας καί τάξεως, ἀπό πολλές φυλές καί γλῶσσες, ἄνδρες καί γυναῖκες, πλούσιους καί πτωχούς, ἀγράμματους καί σοφούς, ἄσημους καί ξακουστούς. Ὅλοι αὐτοί χάριν τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ ἐθεώρησαν τά πάντα σκύβαλα, ἔμειναν σταθεροί στήν πίστη καί πότισαν τό ἀειθαλές δένδρο της μέ τό παφλάζον αἷμά τους γιά νά ἀποδώσουν δόξα στόν ἐναθρωπήσαντα, διδάξαντα, παθόντα, σταυρωθέντα, ταφέντα, ἀναστάντα καί ἀναληφθέντα στούς οὐρανούς Κύριό μας. Ἀμήν!
Ελληνορθόδοξη Κοινότητα Απ. Βαρνάβα
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Κυριακή ΙΓ’ Ματθαίου
Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Αυγούστου, 2010
(Ματθ. 21, 33-42)
Στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή ο Κύριός μας παρομοιάζει τη Βασιλεία του Θεού με αμπελώνα, τον οποίο ο οικοδεσπότης εμπιστεύεται σε άξιους γεωργούς για να τον καλλιεργήσουν. Όταν όμως έφτασε ο καιρός της συγκομιδής οι γεωργοί εκείνοι όχι μόνο δεν απέδωσαν τους καρπούς, αλλά έδιωξαν κακήν κακώς τους δούλους που έστειλε ο κύριος του αμπελώνα για να συλλέξουν τη σοδειά. Και όταν τελικά έστειλε τον ίδιο του το γιο, οι γεωργοί εκείνοι τον σκότωσαν, θέλοντας να σφετεριστούν την περιουσία του κυρίου τους. Στη συνέχεια ο Χριστός ρωτάει τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους τί θα πρέπει να πράξει ο οικοδεσπότης της παραβολής, κι εκείνοι αποκρίνονται ότι θα πρέπει να τους τιμωρήσει με θάνατο και να δώσει τον αμπελώνα σε άλλους γεωργούς. Και ο Ιησούς, επισφραγίζοντας την κρίση τους, επιβεβαιώνει ότι ο Θεός θα εμπιστευτεί τη Βασιλεία Του σε εκείνο το έθνος που θα εργάζεται τις εντολές του Θεού και θα αποδίδει τους καρπούς των έργων του.
Με την παραβολή αυτή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός θέλει να τονίσει καταρχάς ότι το «έθνος άγιον» ή αλλιώς ο «λαός του Θεού» δεν είναι απλά εκείνοι οι άνθρωποι που διάλεξε ή διαλέγει ο Θεός, αλλά εκείνοι που εργάζονται τίμια τη διδασκαλία και τις εντολές που τους εμπιστεύεται. Στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός επέλεξε τον λαό του Ισραήλ να Τον υπηρετήσει, οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι όμως καλλιέργησαν στο λαό την πεποίθηση ότι η Βασιλεία του Θεού τούς ανήκει δικαιωματικά, επειδή απλά ήταν απόγονοι των Πατριαρχών, του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Αυτή τους η αλαζονεία τούς οδήγησε διαχρονικά όχι μόνο να μην υπακούσουν στους απεσταλμένους του Θεού, τους Προφήτες, τους Κριτές και τους Δίκαιους της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και να τους εξορίσουν και θανατώσουν. Και βέβαια, όταν ο Θεός απέστειλε τον Υιό αυτού, του επεφύλαξαν το Πάθος και τον σταυρικό θάνατο.
Για το λόγο αυτό ο Χριστός τονίζει ότι για τον Θεό δεν μετρούν τα φυλετικά κριτήρια, δεν ανήκει δηλαδή κανείς στο «έθνος το άγιον» εξαιτίας της καταγωγής του. Θα μας πει μάλιστα ότι μητέρα Του και αδελφούς Του θεωρεί εκείνους που ακούν και εφαρμόζουν στη ζωή τους τον λόγο του Θεού[1]. Και τούτο γιατί ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης, δεν κάνει δηλαδή διακρίσεις αλλά αγαπά εξίσου όλους τους ανθρώπους και επιθυμεί όλοι να γνωρίσουν την αλήθεια και να σωθούν[2]. Αν ο Θεός επέλεξε τον λαό του Ισραήλ ως «περιούσιο λαό» Του, στην πραγματικότητα τον προσκάλεσε να γίνει λαός του Θεού, να γίνει το παράδειγμα για τους άλλους λαούς και με τον τρόπο αυτό να ελκύσει ολόκληρη την ανθρωπότητα στην γνώση της αληθείας του Θεού. Οι Ισραηλίτες όμως θεώρησαν την πρόσκληση αυτή ως κεκτημένο τους δικαίωμα, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μη γίνουν πρότυπο πιστού έθνους, αλλά να ζηλέψουν και να υιοθετήσουν οι ίδιοι τις συνήθειες των άλλων εθνών, την σκληρότητά τους, τα έθιμά τους, ενίοτε και τους θεούς τους.
Ο Χριστός με το σωτήριο έργο Του και με τη διδασκαλία Του προσκαλεί κάθε άνθρωπο, ανεξαρτήτως καταγωγής, να γίνει μέλος του άγιου έθνους των χριστιανών. Στη βασιλεία Του δεν έχουν θέση εκείνοι που απλά έτυχε να έχουν βαπτιστεί χριστιανοί, αλλά εκείνοι που εργάζονται την μία και μοναδική εντολή της Αγάπης που ο ίδιος δίδαξε και εφάρμοσε με την σταυρική θυσία Του και την Ανάστασή Του. Η σημερινή παραβολή απευθύνεται επομένως και σε όλους εμάς που θέλουμε να είμαστε και να λεγόμαστε παιδιά Του και μέλη του ενός σώματος της Εκκλησίας. Το χρέος μας και το έργο μας είναι απλό και συνίσταται σε δύο άξονες. Ο πρώτος είναι να γνωρίζουμε την Αλήθεια, να μελετάμε δηλαδή το Ευαγγέλιο και να αναζητούμε στον λόγο του Θεού τις απαντήσεις για την ζωή μας, για την ύπαρξή μας, για το σκοπό που ζούμε και κινούμαστε επάνω στη γη, για τη σχέση μας τόσο με τους συνανθρώπους μας όσο και με τον ίδιο το Θεό. Και ο δεύτερος είναι να εργαζόμαστε τον πνευματικό αμπελώνα του Κυρίου και να αποδίδουμε τους καρπούς του, που σημαίνει να εφαρμόζουμε το Ευαγγέλιο στη ζωή μας με τέτοιο τρόπο που να μεταμορφώνει την προσωπικότητά μας και να αντανακλά στους ανθρώπους γύρω μας.
Συχνά ως άνθρωποι παρασυρόμαστε και τείνουμε να υιοθετούμε πρότυπα και συμπεριφορές άλλων ανθρώπων, που κινούνται έξω από την κατά Θεόν ζωή. Ο Χριστός σήμερα μάς προσκαλεί και μάς υπενθυμίζει ποιός είναι ο δικός μας ρόλος ως παιδιά Του και αδέλφια Του: να γίνουμε εμείς το πρότυπο και το φως του κόσμου, και να ζηλεύουμε όχι τα επίγεια, αλλά τα επουράνια, ως γνήσια τέκνα Του και συγκληρονόμοι της Βασιλείας Του.
[1] Λουκ. 8, 21 : ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν πρὸς αὐτούς͵ Μήτηρ μου καὶ ἀδελφοί μου οὗτοί εἰσιν οἱ τὸν λόγον τοῦ θεοῦ ἀκούοντες καὶ ποιοῦντες.
[2] 1 Tιμοθ. 2, 4 : ὃς πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν.
π. Χερουβείμ Βελέτζας
http://xerouveim.blogspot.com/2009/10/6-9-09.html
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής ΙΓ’ Ματθαίου
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Αυγούστου, 2010
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΙΓ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(Α’ Κορ. ΙΣΤ’ 13-24)
Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι σε όλες του τις θεόπνευστες επιστολές ο Απόστολος Παύλος, μαζί με τις αποκαλυπτικές δογματικές διδασκαλίες καταγράφει την μέριμνά του και τον ιερό του αγώνα, ώστε όλοι οι πιστοί να παραμένουν αμετακίνητοι στα όσα εδιδάχθησαν. Ακριβώς δε, μέσα στο πνεύμα αυτό εντάσσεται και η προτροπή του με την οποία ξεκινά το Αποστολικό ανάγνωσμα: «Γρηγορείτε, στήκετε εν τη πίστει, ανδρίζεσθε, κραταιούσθε» (Α΄ Κορ. ΙΣΤ΄ 13). Δηλ. Προσέχετε, σαν άγρυπνοι φρουροί. Μένετε σταθεροί και όρθιοι στην πίστη. Αγωνίζεσθε σαν άνδρες γενναίοι. Λάβετε δύναμη και θάρρος.
Αν θελήσουμε να σταθούμε για λίγο στη σύντομη αυτή φράση, θα συγκλονιστούμε κατ’ αρχάς από τον τρόπο με τον οποίο γράφει ο μεγάλος Απόστολος. Μία προτροπή – εντολή, γεμάτη στοργή και αγάπη, αλλά και τόσο ξεκάθαρη, αφού ο κίνδυνος της εκτροπής εκ της αληθείας, δεν είναι καθόλου μικρός. Σε λίγες μόνο λέξεις, περιλαμβάνει α) την προσοχή «Γρηγορείτε», β) την αναγκαία σταθερότητα στην παραδοθείσα πίστη «Στήκετε εν τη πίστει» και γ) την ενδυνάμωση και την προκοπή στον πνευματικό αγώνα «Κραταιούσθε»!
Θα βρισκόταν εκτός πραγματικότητας εάν κανείς ισχυριζόταν ότι οι αποστολικές αυτές προτροπές δεν ισχύουν και στη δική μας εποχή. Κυρίως, θα λέγαμε, ότι ισχύουν για εμάς σήμερα. Και τούτο, διότι δεν είναι λίγοι οι Χριστιανοί οι οποίοι χωλαίνουν πολύ σοβαρά στην πτυχή αυτή του ορθοδόξου πνευματικού τους αγώνα. Στην σταθερότητα δηλαδή, στην καρτερία και στην συνέπεια που απαιτεί η αυθεντική Χριστιανική ζωή. Φυσικά η σταθερότητα και η συνέπεια στις αρχές μας, και η αμετακίνητη θέση μας στο δόγμα και στο ήθος της εκκλησίας μας, είναι καρπός πίστεως ισχυρής στον Θεό και συναισθήσεως της τιμής που μας κάνει η αγάπη Του, στο να μας αποκαλύπτει το άγιο, πανσεβάσμιο και απόλυτο θέλημά Του. Και οπωσδήποτε αυτής της πίστεως αποτέλεσμα υπήρξε η έως θανάτου αυταπάρνηση των αγίων ενδόξων Μαρτύρων.
Μία σύντομη ματιά στην ιστορία, αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Μία γρήγορη φυλλομέτρηση των μαρτυρολογίων, τόσο των πρώτων αιώνων, όσο και της εποχής της Τουρκοκρατίας, αλλά και σ’ αυτόν τον εικοστό αιώνα, κάνει τον άνθρωπο και μάλιστα τον Ορθόδοξο Χριστιανό να καταπλήσσεται μπροστά στην ανδρεία και στο αγωνιστικό φρόνημα των ηρώων της πίστεως οι οποίοι εφάρμοσαν την παραπάνω προτροπή και συμβουλή του Αποστόλου Παύλου.
Αλλά δεν είναι, φίλοι μου, μόνο το στάδιο του μαρτυρίου του αίματος, που σε κάθε εποχή φυσικά υφίσταται, σε κάποιο σημείο της γης. Είναι και ο στίβος της εμμονής στην αλήθεια, την οποία ποικίλοι αιρετικοί, παλαιότεροι και νεότεροι, θέλησαν να νοθεύσουν και να αλλοιώσουν. Και η εμμονή αυτή, όπως γνωρίζουμε, δεν είναι ξένη προς ταλαιπωρίες, κινδύνους και άγριους μάλιστα διωγμούς! Και πάλι, οι σελίδες της Εκκλησιαστικής μας ιστορίας είναι γεμάτες από τους αθλητές του πνεύματος και μάλιστα τους γνήσιους ποιμένες οι οποίοι με τη σφενδόνη του πνεύματος, έτρεψαν σε άτακτη φυγή τους «βαρείς και λιμώδεις λύκους» της κακοδοξίας και των αιρέσεων.
Είναι πράγματι τόσα πολλά αυτά που υπέφεραν οι αυθεντικοί δούλοι του Θεού διά μέσου των αιώνων, προκειμένου να μην υποχωρήσουν έστω και στο ελάχιστο από την «άπαξ παραδοθείσαν τοις αγίοις πίστην» (Ιούδα, 3).
Και ακριβώς επειδή ο Λόγος του Θεού είναι διαχρονικός, θα πρέπει όλοι μας, κλήρος, μοναχισμός και λαός, ολόκληρο δηλ. το σώμα της Εκκλησίας μας, να ερωτήσουμε εαυτούς και αλλήλους και να δώσουμε ειλικρινή απάντηση σε τούτα τα σπουδαία και φλέγοντα ερωτήματα: Εμείς γρηγορούμε; Αντιλαμβανόμαστε τους ύπουλους κινδύνους που κρύβονται πίσω από την δήθεν αγάπη του οικουμενισμού; Στέκουμε εδραίοι και αμετακίνητοι στις αρχές της Ορθοδοξίας μας; Πιστεύουμε με όλη μας την ψυχή ότι είναι τιμή μας να είμαστε Χριστιανοί Ορθόδοξοι, αλλά και ότι έχουμε ιερό χρέος και άγιο καθήκον να διατηρήσουμε αυτή την Αποστολική μας πίστη; Και πάλι, ελέγχουμε, όχι μόνο τις έξωθεν κακοδοξίες αλλά και τις έσωθεν πλανεμένες διδασκαλίες που τελευταίως, αρκετές δυστυχώς φορές, ακούγονται και από στόματα υψηλά ισταμένων προσώπων στον χώρο της Εκκλησίας;
Αν θέλουμε να είμαστε τέκνα των Αγίων, και φυσικά θέλουμε και το επιδιώκουμε, δεν έχουμε παρά να βαδίσουμε την πεπατημένη Αποστολική οδό, την οποία βάδισαν οι Πατέρες μας και που μας οδηγεί στη θριαμβεύουσα Εκκλησία μας, κάνοντας απόλυτη υπακοή στον Αποστολικό λόγο, ό,τι και αν αυτό συνεπάγεται και μας κοστίσει.
Αμήν.
Άρθρο του: π. Ιωήλ Κωνστάνταρου
http://konitsa-epirus.blogspot.com/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Το μεσιτευτικό έργο της Παναγίας και της Εκκλησίας
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Αυγούστου, 2010
Η Παναγία μας είναι γεμάτη αγάπη, στοργή και τρυφερότητα μητρική. Έτοιμη να ακούσει τον πόνο, να σπογγίσει το δάκρυ, να δώσει θεραπεία και παρηγορία, γιατί «είναι πάντων θλιβομένων η χαρά και προστάτης». Θερμή είναι η μεσιτεία της στον Υιό της για τις ανάγκες και τη σωτηρία του κόσμου. Και η μητρική της προστασία, που σκέπαζε το μικρό Ιησού της, σκεπάζει το σύμπαν και κάθε άνθρωπο. Είναι δε τόσο μεγάλη η παρρησία της ενώπιον του Υιού της, από τον οποίον είναι πάντοτε αχώριστη, γιατί «ουδέν γαρ μέσον Μητρός και Υιού» λέγει ο ιερός Δαμασκηνός. «Και επειδή στην ουράνια εκκλησία, στην «εκκλησία των πρωτοτόκων» έχει την πρώτη θέση, η μεσιτεία της για την επίγεια εκκλησία που είναι το σώμα του Υιού της, είναι διαρκής και ακατάπαυστη». Ο Υιός και Θεός της λοιπόν εκτός από την τιμή και τη δόξα που χάρισε στη μητέρα του, γιατί «η τιμή και η δόξα της Θεοτόκου έσωθεν ο της κοιλίας καρπός», την ανέδειξε και Μεσίτρια του ανθρωπίνου γένους. Και πρεσβεύει ανάμεσα σ΄ όλους τους Αγίους, για τον κόσμο και «προΐσταται πρεσβεύουσα υπέρ ημών». Βασικό και κύριο έργο της στον ουρανό, δίπλα στον Υιόν της είναι η ακατάπαυστη «πρεσβεία», η θερμή της ικεσία και παράκληση, για τα παιδιά της που άφησε στον κόσμο. Είναι το μεσιτευτικό και πρεσβευτικό της έργο τόσο μεγάλο και αποτελεσματικό, ώστε κατορθώνει να γκρεμίσει το μεσότοιχο της έχθρας και να ενώσει τα ουράνια με τα επίγεια, όπως αναφέρει ο Άγιος Βασίλειος Σελευκείας. «Χαίρε Κεχαριτωμένη, μεσιτεύουσα Θεώ και ανθρώποις, ίνα το μεσότοιχον αναιρεθή της έχθρας, και της επουρανίοις ενωθή τα επίγεια».
Αυτό το εκφράζει πολύ χαρακτηριστικά ο ύμνος της Εκκλησίας μας, που αναφέρεται στην Θεοτόκο. «Την παγκόσμιον δόξαν, την εξ ανθρώπων σπαρείσαν, και τον Δεσπότην τεκούσαν, την επουράνιον πύλην, υμνήσωμεν Μαρίαν την Παρθένον, των Ασωμάτων το άσμα, και των πιστών το εγκαλλώπισμα· αύτη γαρ ανεδείχθη ουρανός και ναός της Θεότητος· αύτη το μεσότειχον της έχθρας καθελούσα, ειρήνην αντεισήξε, και το βασίλειον ηνέωξε. Ταύτην ουν κατέχοντες, της πίστεως την άγκυραν, υπέρμαχον έχομεν, τον εξ αυτής τεχθέντα Κύριον. Θαρσείτω, τοίνυν, θαρσείτω λαός του Θεού· και γαρ αυτός πολεμήσει τους εχθρούς ως παντοδύναμος».[Τη Δόξα όλου του κόσμου, που γεννήθηκε από σπέρμα ανθρώπινο και εγέννησε τον Κυρίαρχο (όλου του σύμπαντος) την Πύλη του ουρανού, ας υμνήσωμε· Μαρία την παρθένο, (που είναι) το άσμα των Ασωμάτων (Αγγέλων) και το κόσμημα των πιστών· γιατί Αυτή αξιώθηκε να γίνει ουρανός και Ναός της θεότητος (εχώρησε στα σπλάχνα της κατά απερίγραπτο τρόπο το Θεό, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστόν). Αυτή αφού γκρέμισε το μεσότοιχο της έχθρας (μεταξύ Θεού και ανθρώπων) έφερε αντί αυτού (του μεσότοιχου της έχθρας)την ειρήνη και άνοιξε τη Βασιλεία (του Θεού, τον Παράδεισο). Αυτή την Άγκυρα της Πίστεως, εάν κράταμε, θα έχωμε υπερασπιστή (Παντοδύναμο) τον Κύριο που γεννήθηκε απ΄ Αυτή (τη Θεοτόκο). Ας έχουν λοιπόν θάρρος, ας έχουν θάρρος οι άνθρωποι του Θεού. Γιατί Αυτός (ο Θεός) θα πολεμήσει τους εχθρούς μας σαν Παντοδύναμος (που είναι)].
Εμείς οι Χριστιανοί γνωρίζουμε πολύ καλά τα αποτελέσματα αυτής της πρεσβευτικής προσευχής της Μητέρας μας, γι΄ αυτό και την αποκαλούμε «Μεσίτρια». Είναι χαρακτηριστικός ο ύμνος του δεκαπενταυγούστου. «Και σε μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, μη μου ελέγξει τας πράξεις ενώπιον των αγγέλων. Παρακαλώ σε Παρθένε, βοήθησόν μοι εν τάχει» Και ακόμη κατά την θεία Λειτουργία παρακαλούμε τον Υιό Της και Σωτήρα μας Χριστό, να μας σώσει δεχόμενος τις πρεσβείες της Μητέρας του. «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς».
Συγκινητικά είναι επίσης, όσα αναφέρονται στην προσευχή που της απευθύνομε στην καθημερινή μας ακολουθία στο απόδειπνο( Η των απηλπισμένων μόνη ελπίς, και των πολεμουμένων βοήθεια, η ετοίμη αντίληψις των εις σε προστρεχόντων, και πάντων των Χριστιανών το καταφύγιον».
Πιστεύουμε ακόμη, ότι είναι ακούραστη και αμετάθετη απ΄ αυτό το σωτήριο, μητρικό της πρεσβευτικό έργο. Αυτό της εκφράζει η εκκλησία μας, όταν ψάλλει στην εορτή της Κοιμήσεώς της. «Την εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον και προστασίαις αμετάθετον ελπίδα». Αυτό επίσης εκφράζει και ο Ηλίας Μηνιάτης στις Θεομητορικές του Διδαχές. «Όταν μεσιτεύη προς τον Θεόν δια τους Χριστιανούς, λέγει, αυτή μεσιτεύει προς τον Υιόν της δια τους υιούς της. Λοιπόν παρακαλεί τον Θεόν με τόσην παρρησίαν, όσην πρέπει να έχη η Μήτηρ προς τον Υιόν. Και παρακαλεί δια τους χριστιανούς με τόσην αγάπην, όσην πρέπει να έχωσιν οι υιοί από την μητέρα. Αλλά η παρρησία, αλλά η αγάπη τοιαύτης μητρός είναι άπειρος. Τι δύναται ποτέ να ζητήση, και να μη λάβη από τοιούτον Υιόν. Τι δυνάμεθα ημείς να ζητήσωμεν, και να μη λάβωμεν από τοιαύτην Μητέρα». Και συνεχίζει «Ορφανοί, οπού εστερήθητε από τους γονείς σας· ξένοι, οπού εχάσατε την πατρίδα σας άρρωστοι, τεθλιμμένοι, σκλαβωμένοι, αμαρτωλοί, μη λυπείσθε. Εσείς έχετε μητέρα την Μητέρα του Θεού. Μητέρα οπού σας κυβερνά εις την ορφανίαν σας, όπου σας σκέπει εις την ξενιτείαν σας, οπού σας τρέφει εις την πτωχείαν σας, οπού σας δίδει την ιατρείαν εις τα πάθη, εις τας θλίψεις την παρηγορίαν, εις ταις σκλαβίαις την ελευθερίαν, εις τας αμαρτίας την συγχώρησιν. Μη λυπείσθε, εσείς έχετε μητέρα την Μητέρα του Θεού. Γεωργοί, οπού δουλεύετε την γην, την Παρθένον επικαλείσθε, να έχετε ευλογία καρποφορίας εις τους κόπους σας. Νέοι, οπού σπουδάζετε εις τα σχολεία, την Παρθένον επικαλείσθε, να έχετε φως γνώσεως εις την σπουδήν σας. Ιερείς και λαϊκοί, άνδρες και γυναίκες, την Παρθένον επικαλείσθε εις όλαις ταις ανάγκαις, και σωματικαίς και ψυχικαίς, να την έχετε προστάτιν εις ταύτην την ζωήν, προστάτιν εν ώρα θανάτου, μεσίτην εν ημέρα κρίσεως. Χριστιανοί, μικροί και μεγάλοι, όσοι λατρεύετε και προσκυνείτε το όνομα του Ιησού, τιμάτε και ευλαβείσθε το όνομα της Παρθένου Μαρίας, της Μητρός του Ιησού και Μητρός ημών. Ιησούς και Μαρία ας είναι τυπωμένα μέσα εις την καρδίαν σας, Ιησούς και Μαρία ας μη λείπη από το στόμα σας. Ιησούς και Μαρία ας είναι η αρχή και το τέλος των προσευχών σας. Το όνομα Ιησούς και Μαρία, ας είναι τα πρώτα λόγια της αυγής, τα ύστερα της εσπέρας, με τούτα σφαλίζετε εις ύπνον τα μάτια σας, με τούτα πάλιν ανοίγετε την Εκκλησίαν, με τούτα αρχινάτε και τελειώνετε πάσαν υπόθεσιν, δια να αξιωθήτε την ώραν, οπού μέλλετε να παραδώσετε το πνεύμα, να έχετε από το ένα μέρος τον Ιησούν, από το άλλο την Μαρίαν, και ομού με τον Ιησού, και με την Μαρίαν, να συνδοξάζεσθε εις την Βασιλείαν των ουρανών».
Η Παναγία είναι λοιπόν η ελπίδα μας, το καταφύγιό μας και προσφέρει τα αιώνια αγαθά στον κόσμο. Και με τη δική της πρεσβεία οι άγγελοι και οι άνθρωποι δέχονται τη χάρη. «Καμμία δωρεά δεν έγινε δεκτή στην εκκλησία χωρίς τη συνδρομή της Μητέρας του Θεού, η οποία είναι προοίμιο της θριαμβεύουσας Εκκλησίας», λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.
«Αγίασμα» του κόσμου, «βάτος φλεγομένη» και «Δεομένη», η Παρθένος εικονίζει την διακονίαν της προσευχής, το χάρισμα της μεσιτείας. Η εικόνα της δεήσεως, της Μεσίτριας, εκφράζει την προσευχή της Εκκλησίας και τη μεσιτεία της ευσπλαχνίας. Για τούτο και η Εικόνα αυτή σημαίνει βαθύτερα τους γάμους του Αρνίου με την Εκκλησία και με κάθε χριστιανική ψυχή».
Ο Ηλίας Μηνιάτης γεμάτος από αγάπη και σεβασμό, γεμάτος θαυμασμό και ευγνωμοσύνη για την μεσιτεία, την προστασία και την σκέπη της Παναγίας μας αναφέρει πάλι στις Θεομητορικές του Διδαχές. «Δεν ηξεύρετε, Χριστιανοί, ποία είναι των απελπισμένων η ελπίς; Ποία είναι των αμαρτωλών η καταφυγή; Ποία είναι των Χριστιανών η Μητέρα. Μαρία, η Πάναγνος Δέσποινα;». Και πιο κάτω σημειώνει: «Ο Θεός παρακαλεσμένος από την Παναγίαν Παρθένον, πάντα την εισακούει. Αυτός είναι Υιός της, εκείνη είναι Μητέρα του. Και να κάνη ο Υιός το ζήτημα της Μητρός του, τούτο δεν είναι χάρις, είναι χρέος φυσικόν. “Παρέστη η Βασίλισσα εκ δεξιών σου”. Ήγουν πως επάνω από όλους τους χορούς των Αγίων, και Μακαρίων, επάνω από όλα τα τάγματα των Αγγέλων, των Αρχαγγέλων, των Χερουβίμ, και των Σεραφίμ, την έβαλε να καθίση εις τα δεξιά του, εις τον θρόνον της Βασιλευούσης Θεότητος».
Εκεί λοιπόν φαίνεται να της λέγη. «Αίτησαι, μήτερ εμή, ότι ουκ αποστρέψω σε», τουτέστι Μητέρα μου εκλελεγμένη εκ πασών των γενεών, ευλογημένη ανάμεσα εις όλαις ταις άλλαις γυναίκες, καθώς εστάθης κεχαριτωμένη πλήρης χάριτος εις την γην, έτσι τώρα είσαι δεδοξασμένη πλήρης δόξης εις τον Παράδεισον. Εσύ είσαι Μήτηρ, εγώ είμαι Υιός , δίκαιον είναι να τιμά ο Υιός την Μητέρα. Δίκαιον είναι να συμβασιλεύη η Μήτηρ με τον Υιόν. Κάθου εκ δεξιών μου, και βασίλευε εν ουρανώ, και επί της γης, και ας σε προσκυνούσιν οι Άγγελοι και οι άνθρωποι ως Βασίλισσαν Θεού Μητέρα. Είμαι Θεός, είμαι Υιός. Ως Θεός, σου χαρίζω την δόξαν μου, ως Υιός σου δίδω την καρδία μου. Ζήτησε, λοιπόν, Μήτερ εμή ο,τι θέλεις, και εγώ θα κάνω το θέλημά σου, δια να γνωρίση ο κόσμος, ποίον εσύ έχεις Υιόν, και ποίαν εγώ έχω Μητέρα αληθινά. Και τέτοιας λογής να σε μακαρίζωσι πάσαι αι γενεαί. «Αίτησαι, Μήτερ εμή» Ζήτησε την υγείαν Εκείνου του αρρωστημένου. Ζήτησε την ελευθερίαν εκείνου του αιχμαλώτου. Ζήτησε την βοήθειαν εκείνου του πτωχού. Ζήτησε τον σωσμόν εκείνου του ταξιδάρη, όπου κινδυνεύει εις την θάλασσαν. Μόνον το όνομά σου να επικαλεσθή ο άρρωστος, ας υγιαίνη. Ο αιχμάλωτος, ας ελευθερωθή. Ο πτωχός ας κυβερνηθή. Ο θαλασσοπόρος, ας φυλαχθή. Ας γένη το ζήτημά τους, μόνο δια μεσιτείας σου, της Μητρός μου.«Αίτησαι, Μήτερ εμή». Θέλεις να είναι φυλαγμένη από πείναν, από θανατικόν, από πόλεμον, και από παντοίων εχθρών, ορατών και αοράτων, εκείνη η πόλις; Εκείνη η χώρα; Ας είναι. Αλλά θέλεις ακόμη εκείνος ο αμαρτωλός να επιστρέψει εις μετάνοιαν; να έλθη εις σωτηρίαν; Ας γένη το θέλημα της Μητρός. Είμαι Θεός, είμαι Υιός. Ως θέλης δύναμαι να κάμω όλα δια την αγάπην της μητρός. Χριστιανέ ας μη παρακαλή τινάς άλλος δι΄ εσέ. Αν εκείνη μοναχή παρακαλέση εισακούεται, διατί είναι Μήτηρ. «Πολλά, πολλά ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου» Δεν ηξεύρεις, Χριστιανέ, πως ένα δάκρυον της Μητρός, εκείνης της κεχαριτωμένης Μητρός, πολλάς αμαρτίας εξαλείφει; Μία της μεσιτεία, ένας λόγος, ένα νεύμα έχει δύναμη να αλλάξη όλην την θείαν αγανάκτησιν εις έλεος και ευσπλαχνίαν. Δράμε μόνον εις την σκέπην της, παρακάλεσαι την βοήθειάν της, έλπισον εις την προστασίαν της. Και ας είσαι βέβαιος, πως αν κρατήσαι από τέτοιαν άγκυραν, δεν θέλεις χαθή».
Και τελειώνει με μια ικετήρια προσευχή που είναι ξέχειλη από αυθορμητισμό και ελπίδα: «Ελπίδα μου, καταφυγή μου Μητέρα μου, δέξου τον οικέτην σου, φύλαξαι τον δούλον σου, ευσπλαχνίσου το τέκνο σου. Μίαν μεσιτείαν, ένα λόγον, ένα νεύμα να κάμης προς τον Υιόν σου δι΄ εμέ, εγώ είμαι σωσμένος. Μαρία όποιος εις εσέ ελπίζει, αδύνατον είναι να χαθή».
Και η Εκκλησία μας εκφράζοντας την ελπίδα της προστασίας και της μεσιτείας της Παναγίας μας ψάλλει: «Ουδείς προστρέχων επί σοι κατησχυμένος από σου εκπορεύεται, Αγνή Παρθένε Θεοτόκε, αλλ΄ αιτείται την χάριν και λαμβάνει το δώρημα προς το συμφέρον της αιτήσεως».
Αλλά και το πρεσβευτικό έργο της Εκκλησίας Μητέρας μας θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι ίδιο μ΄ εκείνο της Παναγίας Μητέρας μας. Η Εκκλησία προσεύχεται θερμά για τις ανάγκες και τα προβλήματα του κόσμου και είναι έτοιμη πάντοτε να χαρίσει με τα μυστήριά της την ψυχική και σωματική υγεία στον άνθρωπο. Η προσευχή της Εκκλησίας σκεπάζει τον κόσμο και ιδιαίτερα στη θεία Λειτουργία. Ο απολογητής Αριστείδης γράφει στην δέκατη έκτη απολογία του τα εξής: «Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία για μένα, πως χάρη στη μεσολάβηση και την προσευχή των χριστιανών υπάρχει ο κόσμος. Γιατί επειδή οι χριστιανοί κάνουν γνωστές τις ενέργειες του Θεού σε μας, εξ αιτίας τους απορρέουν όσα ωραία και καλά υπάρχουν στον κόσμο.»
«Η λειτουργική προσευχή κάνει τον κόσμο να αναπνέει και του ξαναδίνει κυριολεκτικά πνοή. Χάρη στην Εκκλησία και στην λειτουργική της προσευχή, ο άνθρωπος, ο κόσμος εξακολουθεί να έχει σκοπό και ένα οντολογικό αγκυροβόλιο, δηλαδή το Σώμα του Χριστού. Η λειτουργική προσευχή συνάγει εκάτερον προς την αρμονίαν αυτού, τα μέλη του εξαρθρωμένου σώματος του πρώτου Αδάμ, μέσα στο σώμα του Χριστού. Φρουρός του κόσμου η λειτουργική προσευχή, προετοιμάζει την τελική του μεταμόρφωση, όταν ο θάνατος οριστικά θα νεκρωθεί και ο κόσμος όλος, μέσα από την κολυμβήθρα του Βαπτίσματος, τη μήτρα της Εκκλησίας, θα γεννηθεί στη Βασιλεία της ζωής. Κάθε Κυριακή, που είναι σύμβολο και φανέρωση της όγδοης ημέρας – κάθε απαγγελία της Κυριακής προσευχής – ελθέτω η Βασιλεία Σου – κάθε ευχαριστία, κάθε επίκληση, είναι μία ικεσία για τον άμεσο ερχομό της Βασιλείας του Θεού» στον ταραγμένο κόσμο μας.
Τον ικετευτικό χαρακτήρα της λειτουργικής προσευχής για τη σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου εκφράζει η «ικετήρια δέηση» του Μ. Βασιλείου, που γίνεται από τον ιερέα μετά την επίκληση και τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων. «Μνήσθητι, Κύριε, του περιεστώτος λαού και των δι΄ ευλόγους αιτίας απολειφθέντων και ελέησον αυτούς και ημάς, κατά το πλήθος του ελέους σου. Τα ταμεία αυτών έμπλησον παντός αγαθού· τας συζυγίας αυτών εν ειρήνη και ομονοία διατήρησον· τα νήπια έκθρεψον· τη νεότητα παιδαγώγησον· το γήρας περικράτησον· τους ολιγοψύχους παραμύθησαι· τους εσκορπισμένους επισυνάγαγε· τους πεπλανημένους επανάγαγε και σύναψον τη αγία σου καθολική και αποστολική Εκκλησία. Τους οχλουμένους υπό πνευμάτων ακαθάρτων ελευθέρωσον· τοις πλέουσι σύμπλευσον· τοις οδοιπορούσι συνόδευσον· χηρών πρόστηθι· ορφανών υπεράσπισον· αιχμαλώτους ρύσαι· νοσούντας ίασαι. Των εν βήμασι και μετάλλοις και εξορίαις και πικραίς δουλείαις και πάση θλίψει και ανάγκη και περιστάσει όντων μνημόνευσον, ο Θεός, και πάντων των δεομένων της μεγάλης σου ευσπλαχνίας· και των αγαπώντων ημάς και των μισούντων και των εντειλαμένων ημίν (και αυτούς οι οποίοι παράγγειλαν σε μας τους αναξίους) τοις αναξίοις εύχεσθαι υπέρ αυτών. Και παντός του λαού σου μνήσθητι, Κύριε ο Θεός ημών, και επί πάντας έκχεον το πλούσιόν σου έλεος, πάσι παρέχων τα προς σωτηρίαν αιτήματα. Και ων ημείς ουκ εμνημονεύσαμεν δι΄ άγνοιαν ή λήθην ή πλήθος ονομάτων, αυτός μνημόνευσον, ο Θεός, ο ειδώς (ο οποίος γνωρίζεις) εκάστου την ηλικίαν και την προσηγορίαν, ο ειδώς έκαστον εκ κοιλίαις μητρός αυτού. Συ γαρ ει, Κύριε, η βοήθεια των αβοηθήτων, η ελπίς των απηλπισμένων, ο των χειμαζομένων σωτήρ, ο των πλεόντων λιμήν, ο των νοσούντων ιατρός. Αυτός τοις πάσι τα πάντα γενού, ο ειδώς έκαστον και το αίτημα αυτού, οίκον και την χρείαν (ανάγκη) αυτού. Ρύσαι (σώσε) Κύριε, την πόλιν ταύτην και πάσαν πόλιν και χώραν, από λιμού (πείνα), λοιμού (επιδημία), σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας, επιδρομής αλλοφύλων και εμφυλίου πολέμου».
Η ικετήρια αυτή δέηση του Μ. Βασιλείου, φανερώνει, ότι η λειτουργική προσευχή δεν έχει μόνο ουράνιο και μυσταγωγικό χαρακτήρα, αλλά και ανθρώπινο, επίγειο. Γιατί αντιμετωπίζει με στοργή και αγάπη τις υλικές και βιολογικές ανάγκες του ατόμου, της οικογένειας, της πολιτείας και ολόκληρης της κοινωνίας. Και αυτό γίνεται επειδή η Εκκλησία ενδιαφέρεται, πονάει και προσεύχεται, για όλα τα προβλήματα του κόσμου, για όλα τα μεγάλα και κρίσιμα θέματα της ζωής. Για την ειρήνη, για την ενότητα, για την απομάκρυνση της βίας, του πολέμου, της αδικίας, για τους δοκιμασμένους, τους φτωχούς, τους αρρώστους, τους ταξιδεύοντες, τους γέροντες, τα ορφανά, τους αδύνατους, για την καρποφορία της γης, για καιρόν ειρηνικόν, για ζώντες και τεθνεώτες. Έτσι στη Θεία Λειτουργία γίνεται μία αναφορά όλου του κόσμου και της ζωής του στο Θεό.
Το ικετευτικό και πρεσβευτικό έργο της Εκκλησίας είναι ατελείωτο, όπως ατελείωτο είναι και το μεσιτευτικό έργο της Παναγίας μας. Και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού το έργο της Εκκλησίας συνάπτεται μ΄ εκείνο της Παναγίας. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια που αναφέρονται στη θεία Λειτουργία του Ιακώβου του αδελφοθέου. «Ο γαρ λαός σου και η Εκκλησία σου ικετεύσουσί σε».
Χαρακτηριστικός είναι επίσης και ο ύμνος της Εκκλησίας μας που παρακαλεί και ικετεύει τον Σωτήρα Χριστό, να στηρίξει, να σώσει και να ειρηνεύσει τον κόσμο. «Ο τεχθείς εκ Παρθένου, την πίστιν στήριξον, τα έθνη πράϋνον, και τον κόσμον ειρήνευσον, ως φιλάνθρωπος». (Θεοτοκίον οκτωήχου· ήχος δ΄). Και σε άλλο ύμνο, «Κύριε, οι Άγιοί σου το θράσος και την πλάνην του Διαβόλου κατήργησαν· αυτών ταις ικεσίαις, ως Παντοδύναμος Θεός τω κόσμω την ειρήνην κατάπεμψον, και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος». (Στιχηρόν οκτωήχου· ήχος πλαγ. α΄).
Οι παρακλητικοί κανόνες επίσης είναι ταυτόχρονη ικεσία Εκκλησίας και Παναγίας για τη σωτηρία του κόσμου, αφού η Παναγία ταυτίζεται με την Εκκλησία. Ο Ακάθιστος ύμνος είναι ταυτόχρονη δέηση Εκκλησίας και Παναγίας στο Σωτήρα μας και Υιό της, για την ειρήνη και τη σωτηρία του κόσμου. Αλλά αυτό εκφράζουν και οι ακολουθίες των ωρών, του αποδείπνου, του μεσονυκτικού, του όρθρου, του εσπερινού. Η συνεχής και αδιάκοπη προσευχή των μοναχών, που παρακαλούν και ικετεύουν νύχτα και μέρα για να βρει ο άνθρωπος, ο κόσμος, τον πραγματικό του προορισμό, αυτό εκφράζει. Να υπάρχει ειρήνη, γαλήνη, αγάπη και ενότητα στον κόσμο. Θα μπορούσαμε να πούμε, πως η Εκκλησία ολόκληρο το εικοσιτετράωρο σκεπάζει τον κόσμο με την θερμή ικετευτική της προσευχή και δέεται αδιάκοπα για τα παιδιά της, για τα προβλήματά τους, για τον κόσμο, για την κτίση ολόκληρη.
Εκεί όμως που κατ΄ εξοχήν κορυφώνεαι το πρεσβευτικό και μεσιτευτικό έργο της Εκκλησίας, είναι το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Και η μεν Παναγία κυοφορεί το Λόγο και αισθάνεται στα σπλάχνα της να χτυπά η θεϊκή καρδιά, η δε Εκκλησία κατέχει «όλη τη θεϊκή καρδιά», αναφέρει ο Νικόλαος Καβάσιλας. Σ΄ αυτή τη θεϊκή καρδιά με τη λειτουργική και μεσιτευτική προσευχή, εγκεντριζώμαστε ως τα βάθη της σωματικής μας ύπαρξης, κάθε φορά που συμμετέχουμε στο ποτήρι της ζωής. «Τότε ένα και το ίδιο θεοποιό αίμα κυκλοφέρνει από τη μια καρδιά στην άλλη, περνώντας μέσα από την καρδιά του Κυρίου, αρδεύοντας μυστικά τα όντα και τα πράγματα. Γιατί το σύμπαν είναι μέσα στον άνθρωπο».
Όταν ο άνθρωπος παίρνει μέσα του το Χριστό με τη συμμετοχή του στη θεία Ευχαριστία, τότε έχει μέσα του την Εκκλησία. Τότε, πραγματοποιείται το ικετευτικό της έργο για τη σωτηρία του ανθρώπου και την ενότητα του κόσμου. Είναι πολύ χαρακτηριστικά όσα αναφέρει για το θέμα αυτό ο καθηγητής Μάρκος Σιώτης. «Η μεταξύ των συνερχομένων επί το αυτό συναπτομένη συγγένεια είναι ουσιαστική, καθ΄ όσον αύτη από απλής συγγενείας πίστεως και της συγγενείας εκείνης της δια του βαπτίσματος «υιοθεσίας», αποβαίνει δια της θείας μεταλήψεως συγγένεια αίματος. Εις την συγγένειαν ταύτην έγκειται η ενότης της Εκκλησίας του Χριστού και το ακατάλυτον ταύτης. Δια ταύτα η υπό των πιστών μετάληψις του Μυστηρίου αποτελεί την θετικωτέραν έκφρασιν της ενότητος της Εκκλησίας».
Αυτή την ενότητα των πιστών μεταξύ τους και με το Χριστό μέσα από το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και της πρεσβευτικής προσευχής της Εκκλησίας για την ενότητα των πάντων, τονίζει ιδιαίτερα ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. «Εννόησον ποίαν ετιμήθης τιμήν· ποίας απολαύεις τραπέζης. Όπερ άγγελοι βλέποντες φρίττουσι, και ουδέ αναβλέψαι τολμώσιν αδεώς δια την εκείθεν φερομένην αστραπήν. Τούτω ημείς τρεφόμεθα, τούτω αναφυρόμεθα, και γεγόναμεν ημείς Χριστού σώμα εν και σαρξ μία». [Κατενόησε με ποιά τιμή έχεις τιμηθεί· σε τι τραπέζι κάθεσαι και απολαμβάνεις. Αυτό που απολαμβάνεις εσύ οι άγγελοι φρίττουν μόνο που το βλέπουν και χωρίς φόβο δεν μπορούν να το ξαναδούν, επειδή λάμπει σαν αστραπή. Μ΄ αυτό (το σώμα) εμείς τρεφόμαστε, μ΄ αυτό αναμειγνυόμαστε και έχουμε γίνει εμείς ένα σώμα Χριστού και μία σάρκα].
«Έτσι το άγιο σώμα και αίμα του Λυτρωτή, αυτό που φανερώνεται στη θεία Ευχαριστία και αγιάζεται δι΄ αυτής και μεταδίδεται», αρδεύει τις ψυχές αυτών που μετέχουν, τις αγιάζει και τις οδηγεί στην ενότητα της αγάπης, μέσα στην Εκκλησία, και δια της Εκκλησίας με όλο τον κόσμο. Είναι πολύ συγκινητικά τα λόγια του Γέροντα Σιλουανού που αναφέρονται στο θέμα αυτό. «Για τον άνθρωπο, λέγει, που ενώνεται με το Χριστό και που γνωρίζει να προσεύχεται καρδιακά και να αγαπάει αληθινά, ο κόσμος ολόκληρος είναι μια Εκκλησία». Γιατί η Εκκλησία είναι αγάπη «και απαντοχή της αγάπης». Και σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοσή μας, είναι «ο ουρανός πάνω στη γη». Στην Εκκλησία δεν υπάρχει φόβος, όπως και κοντά στην Παναγία Μητέρα μας δεν υπάρχει φόβος. Και «ο φοβούμενος ου τετελείωται εν τη αγάπη». Η ζωή μέσα στην Εκκλησία είναι ακατάπαυστη κοινωνία του ανθρώπινου πνεύματος με το Άγιο Πνεύμα και μία συνεχής ικετευτική προσευχή. Και γι΄ αυτό, όλα τα μέλη «φρονούν το αυτό και έχουν την αυτήν αγάπη». Με αυτό τον τρόπο η Εκκλησία γίνεται στύλος και εδραίωμα της αλήθειας και το πρεσβευτικό της έργο αποβαίνει σωτήριο.
Όπως λοιπόν σκοπός και μέριμνα της Μητέρας του Θεού, της δικής μας Μητέρας, είναι να οδηγήσει τα παιδιά της με τις πρεσβείες της στη Θεία Βασιλεία, στην όντως Ζωή, στη χαρά, κόπος και μόχθος της Εκκλησίας, με τις προσευχές της, είναι να δώσει στα παιδιά της τη χαρά του ουρανού και την παραδείσια ευτυχία. Να κάνει τον άνθρωπο «καινό», «Χριστοφόρο», «σύναιμο» και σύσωμο» με το Χριστό. Γιατί μέσα στην Εκκλησία ο Χριστός «είναι τα πάντα εν πάσι». Και ακόμη, «γιατί η Θεία Λειτουργία, είναι πριν απ΄ όλα τα άλλα, η χαρμόσυνη σύναξη εκείνων που θα ανταμώσουν με τον αναστημένο Κύριο και θα μπούνε μαζί του στο νυμφιάτικο δώμα της Βασιλείας του». Και καμμιά σύναξη δεν μοιάζει με την παραδείσια σύναξη της προσευχόμενης Εκκλησίας. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος την παρομοιάζει με την κιβωτό. Δίνει όμως πολύ μεγαλύτερη αξία στην Εκκλησία. Και όπως γράφει, «ουκ αν αμάρτοι τις της κιβωτού την εκκλησίαν μείζονα προειπών. Η μεν γαρ κιβωτός παρελάμβανε και εφύλαττε ζώα, η δε εκκλησία παραλαμβάνει τα ζώα και τα μεταβάλλει· οίον τι λέγω; Εισήλθέ τις ιεραξ και εξήλθεν ιέραξ. Εισήλθε λύκος και εξήλθε λύκος. Εισήλθέ τις ιέραξ ενταύθα και εξέρχεται περιστερά. Εισέρχεται λύκος και εξέρχεται πρόβατον. Εισέρχεται όφις και εξέρχεται αρνίον, ου της φύσεως μεταβαλλομένης αλλά της κακίας ελαυνομένης». [Γι΄ αυτό δεν θα έκανε κανείς λάθος αν έλεγε ότι η εκκλησία έχει μεγαλύτερη αξία από την κιβωτό. Γιατί η κιβωτός έπαιρνε τα ζώα και τα διατηρούσε, ενώ η Εκκλησία παίρνει τα ζώα και τα μεταβάλλει. Ας χρησιμοποιήσω παραδείγματα. Εκεί, στην κιβωτό, μπήκε γεράκι και βγήκε γεράκι. Μπαίνει λύκος και βγαίνει λύκος.Εδώ (στην εκκλησία) μπήκε κάποιος γεράκι και βγαίνει περιστέρι· μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο· μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί, όχι ότι αλλάζει η φύση, αλλά διώχνεται η κακία].
Και σε άλλο σημείο αναφέρει για τη σύναξη και την προσευχή της Εκκλησίας: «Τι ηδύτερον της ενταύθα διαγωγής; Ει γαρ διημερεύειν ενταύθα, τι σεμνότερον; τι ασφαλέστερον; Όπου αδελφοί τοσούτοι, όπου το Πνεύμα το Άγιον, όπου Ιησούς μέσος, και ο τούτου Πατήρ. Ποίαν ετέραν ζητείς συναγωγήν τοιαύτην; Ποίον έτερον βουλευτήριον; Ποίαν σύνοδον; Τοσαύτα αγαθά εν τη τραπέζη, εν τη ακροάσει, εν ταις ευλογίαις, εν ταις ευχαίς». [Τι «ωραιότεραν μπορεί να υπάρξει από αυτήν εδώ την ατμόσφαιρα; Εάν λοιπόν κανείς θέλει να μείνει εδώ όλη μέρα, τι καλύτερον μπορεί να υπάρξει; Ποιά ασφάλεια μεγαλύτερη; Εδώ όπου βρίσκονται τόσοι αδελφοί, όπου είναι παρόν το Πνεύμα το Άγιον όπου ο Ιησούς βρίσκεται στο μέσον, και ο Πατέρας του. Ποιά άλλη συγκέντρωση (συντροφιά) ζητείς να βρεις τέτοια; Ποιό άλλο μέρος που να ομιλούν τόσο ωραία και να συσκέπτονται; Ποιά σύνοδο; Τόσα αγαθά υπάρχουν στο τραπέζι, στην ακρόαση, στις ευλογίες και στις προσευχές].
Γίνεται λοιπόν φανερό ότι η Εκκλησία με την ικετευτική της προσευχή και δια μέσου των πρεσβειών της Παναγίας Μητέρας μας, αγωνίζεται να μεταβάλλει τον κόσμο, τον άνθρωπο και να τον κάνει πολίτη της Βασιλείας του Θεού. Γιατί αν η Παναγία είναι «η κιβωτός η χρυσωθείσα τω πνεύματι, η Εκκλησία είναι «η κιβωτός της σωτηρίας μας». Και μόνο κάτω από το αδιάκοπο πρεσβευτικό και μεσιτευτικό έργο της Παναγίας – Εκκλησίας Μητέρας μας, θα μπορούμε να ελπίζουμε και να αγωνιζόμαστε στον κόσμο αυτό.
Ιερά Μητρόπολη Σάμου- Της Γεωργίας Π. Κουνάβη
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η παρουσία του Θεού στην ιστορία
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Αυγούστου, 2010
Οι τρόποι που ο Θεός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο, που τον επιθυμεί και θέλει να τον εγγίσει και να έρθει σε επικοινωνία μαζί του, είναι πολλοί. Αποκαλύπτεται μέσα από τη φύση, τη συνείδηση, την αγία Γραφή, μέσα από τα γεγονότα της προσωπικής μας ζωής και τέλος μέσα από την προσεκτική μελέτη της ιστορίας. Ας μελετήσουμε την παραβολή των κακών γεωργών (Ματθ. 33-46) για να κάνουμε πιο συγκεκριμένα τα όσα θεωρητικά διατυπώσαμε. Η περικοπή αυτή κατά λέξη και κύρια αναφορά περιγράφει το ισραηλιτικό έθνος με το ένδοξο παρελθόν και το ελεεινό τέλος. Εν γενικωτέρα όμως εννοία και εφαρμογή αφορά όλα τα έθνη και τους ανθρώπους, οι οποίοι αμφισβητούν την παρουσία του Θεού και την ηγεμονία του επί του κόσμου.
«Άνθρωπός τις οικοδεσπότης» δηλαδή ο Κύριος και δημιουργός όλων των ανθρώπων, ο Θεός, «εφύτευσεν αμπελώνα» τον ισραηλιτικό λαό, που προήλθε από τον εκλεκτό του Θεού, τον Αβραάμ, και «φραγμόν αυτώ περιέθηκε» τον μωσαϊκό νόμο, και «ώρυξεν εν αυτώ ληνόν (πατητήρι) το θυσιαστήριο που θυσιάζανε τα ζώα, «και ωκοδόμησε πύργον» τον περίφημο ναό του Σολομώντος, «και εξέδοτο αυτό γεωργοίς» τους προϊσταμένους της Εκκλησίας του νόμου, για να επιβλέπουν και να τον φροντίζουν. Και ο μέγας γαιοκτήμονας, ο Θεός, στον οποίον ανήκει όλος ο κόσμος «απεδήμησεν» δηλαδή απομακρύνθηκε φαινομενικά, για ν’ αφήσει το στάδιο ελεύθερο στην ανθρώπινη ενέργεια και θέληση.
Αυτό που έγινε με τον Ισραήλ, γίνεται κατά καιρούς και με άλλα έθνη, τα οποία εκλέγει ο Θεός για να προωθήσει και επιτύχει τα σχέδια και τους σκοπούς του. Δεν είναι ένας ο περιούσιος λαός ούτε και μπορεί να μονοπωλεί μόνον αυτός το ενδιαφέρον και τη στοργή του Θεού. Φυσικά ο κάθε περιούσιος λαός σώζεται και μεγαλουργεί εφ’ όσον υπηρετεί με πιστότητα και αφοσίωση το σχέδιο του Θεού. Ακόμη και ειδωλολατρικοί λαοί και αντίχριστοι εν αγνοία τους παίζουν το ρόλο που έθεσε γι’ αυτούς η θεία πρόνοια, εξυπηρετώντας τα σχέδια του Θεού και τις ακατανόητες στο ανθρώπινο μυαλό βουλές του, ενώ νομίζουν ότι ενεργούν για το δικό τους συμφέρον.
Ό,τι δε συμβαίνει με τα έθνη, συμβαίνει και με τα επί μέρους άτομα. Τα εκλέγει ο Θεός για να παίξουν το ρόλο τους στην παγκόσμια ή τοπική κονίστρα. Θετικά μεν, εάν υπακούουν και είναι ενωμένοι με το Θεό, αρνητικά δε εάν συμβαίνει το αντίθετο. Πάντως ο Θεός διοικεί την ιστορία και κατευθύνει τ’ ανθρώπινα πράγματα μέχρι των λεπτομερειών τους. Αφανώς και μυστικώς. Είναι αυτός που περιπατεί εν μέσω των επτά λυχνιών και κρατά τους επτά αστέρες στο χέρι του, κατά το όραμα που είδε ο Ιωάννης ο Θεολόγος στην Αποκάλυψη (α΄ κεφ.). Λυχνίες είναι οι Εκκλησίες και αστέρες οι επίσκοποι κατά το θεόπνευστο κείμενο. Τι αποκαλύπτει ο Θεός μ’ αυτό το όραμα; Ότι διοικεί ο ίδιος προσωπικά τ’ ανθρώπινα· κάνει κουμάντο στην Εκκλησία του και σ’ όλο τον κόσμο όπως αποκαλύπτει σε άλλα χωρία της αγίας Γραφής. Το ίδιο και οι άνθρωποι του Θεού, οι άγιοι (πρβλ. Αποκ. κ΄ κεφ.). Μπορεί μερικές φορές να μη τους γράφει η ιστορία, αλλά αυτοί εν τούτοις γράφουν ιστορία.
* * *
Ο Θεός λοιπόν διοικεί και κατευθύνει την ιστορία δια της εκλογής εθνών και μεγάλων ανδρών. Ο Θεός όμως είναι επίσης αυτός που απονέμει το δίκαιο εις έθνη και ανθρώπους αναλόγως των πράξεών τους και της πίστεως και υπακοής τους προς αυτόν.
Βέβαια ο Θεός στην αρχή αναβάλλει ν’ αποδώσει δικαιοσύνη. Προσπαθεί να νικήσει το κακό των ανθρώπων με το αγαθό όπως επιτάσσει και ο ίδιος στους ανθρώπους. «Οράτε μη τις κακόν αντί κακού τινι αποδώ, αλλά πάντοτε το αγαθόν διώκετε και εις αλλήλους και εις πάντας» (Α΄ Θεσ. 5,15). Η προσευχή του, ως ανθρώπου, ολόθερμη αναβαίνει συνεχώς προς τον πατέρα του· «πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. 23,34). Είναι «ο αμνός ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου» (Ιω. 1,29) και όχι αυτός που αποζητά την τιμωρία του.
Επίσης ο Θεός απονέμει το δίκαιο αποβλέποντας στην αιώνια καταξίωση και ευτυχία ανθρώπου. Οι μάρτυρες κατά την ανθρώπινη λογική είναι αδικημένοι. Διότι χωρίς να φταίνε και χωρίς να υπάρχει λόγος υπέστησαν αφόρητα και σκληρότατα βασανιστήρια. Κι όμως ο σταυρός είναι η δόξα και η καταξίωση των ανθρώπων του Θεού. Ο σταυρός ο θεϊκός. Γιατί υπάρχει και ο σταυρός του διαβόλου. Ο σταυρός που ανήλθε ο αδιόρθωτος ληστής. Ο σταυρός που δεν δικαιώνει αλλά κολάζει και τιμωρεί ανεπιστρεπτί.
Πάντως διαφαίνεται ξεκάθαρα στην ιστορία ότι εν τέλει, επειδή ο άνθρωπος συνεχίζει ν’ αμαρτάνει αναπολόγητα και αμετανόητα παρ’ όλη την φιλανθρωπία και την ανοχή του Θεού, «πάσα παράβασις και παρακοή έλαβεν ένδικον μισθαποδοσίαν» (Εβρ. 2,2). Έκαστος λαός και έκαστον έθνος ή άνθρωπος θερίζει ότι αυτός έσπειρε. «Δικαιοσύνη υψοί έθνη, ελασσονούσι δε φυλάς αμαρτίαι». Συνεπώς υφίσταται ηθική τάξη στην ιστορία. Και η τάξη αυτή είναι ιδιαίτερα αυστηρή στους εκλεκτούς λαούς τους οποίους ο Θεός επιδαψίλευσε περισσότερα προνόμια και δωρεές. Γι’ αυτό ότι εκλεκτότερο, όταν απομακρύνθηκε από το Θεό είχε τέλος τραγικώτερο.
Οι Εβραίοι υπήρξαν οι μόνοι γνώστες του αληθινού Θεού. Οι μόνοι που είχαν μονοθεΐα. Οι μόνοι που είχαν σχετική ηθική καθαρότητα και μάλιστα από τα παρά φύσιν αμαρτήματα. Προσέφεραν τόσους αγίους στο Θεό. Αλλά όταν ήρθαν στιγμές που μιμήθηκαν τον πρόγονο τους Ησαύ και λάκτισαν τα πρωτοτόκια για τιποτένια υλικά ανταλλάγματα· όταν η ζωντανή θρησκευτικότητα τους έγινε ψυχρή και τυπική· όταν ο νόμος έγινε φετίχ· όταν η υποκρισία βασίλευσε· όταν η συναγωγή απέβη όχι μόνο άκαρπος αλλά και προφητοκτόνος και θεοκτόνος· τότε ο Θεός επέτρεψε να συμβεί αυτό που οι ίδιοι ευχήθηκαν στους εαυτούς τους. «Το αίμα αυτού εφ’ ημάς και επί τα τέκνα ημών (Ματθ. 27,25). Και αυτό που ο ίδιος είχε προειδοποιήσει· «θυγατέρες Ιερουσαλήμ, μη κλαίετε επ’ εμέ, πλην εφ’ εαυτάς κλαίετε και επί τα τέκνα υμών. Ότι ιδού έρχονται ημέραι εν αις ερούσι· μακάριαι αι στείραι και κοιλίαι αι ουκ εγέννησαν, και μαστοί αι ουκ εθήλασαν. Τότε άρξονται λέγειν τοις όρεσι πέσετε εφ’ ημάς, και τοις βουνοίς καλύψατε εφ’ ημάς…(Λουκ. 23,28,31).
Η τιμωρία των Ιουδαίων ήταν η καταστροφή της Ιερουσαλήμ και του ναού τους το 70 μ.Χ. από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Τίτο. Μετά από σκληρή και αφόρητη πολιορκία, κατά την οποία μητέρα έφθασε στο κατάντημα να φάγει τις σάρκες του παιδιού της από την πείνα, ένα εκατομμύριο Ιουδαίοι φονεύθηκαν και ένα εκατομμύριο αιχμαλωτίσθηκαν. Δάσος ολόκληρο σχημάτισαν οι σταυροί, πάνω στους οποίους σταυρώθηκαν πολλοί για παραδειγματισμό. Και οι εναπομείναντες έμειναν χωρίς πατρίδα, χωρίς ιερωσύνη, χωρίς ναό και θυσίες, χωρίς κέντρο θρησκευτικό και εθνικό. Το σπουδαιότερο ο Ισραήλ έχασε το χρίσμα της εκλογής του περιουσίου λαού και το πήραν τα έθνη.
Η ιστορία λοιπόν διακηρύσσει με μύριους τόνους· δεν υπάρχει πρόοδος του ανθρωπίνου γένους, εάν δεν υπάρχει σύνδεση και κοινωνία με το Θεό. Ο λίθος που αποδοκίμασε η συναγωγή και αποδοκιμάζουν οι άνθρωποι συνεχώς, αυτόν θα τον βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας «εις κεφαλήν γωνίας».
Το ανωτέρω κήρυγμα είναι περιληπτική διασκευή ομιλίας του αειμνήστου πρωτοπρεσβυτέρου Κων/νου Καλλινίκου (+ 27-10-1940) εις την ιγ΄ Κυριακή του Ματθαίου.
Διά την διασκευή
ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ – ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
Από:http://www.pmeletios.com/ar_meletios/ethnikes_eortes/h_paroysia_toy_8eoy_sthn_istoria.html
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Παναγία, η μητέρα του κόσμου
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Αυγούστου, 2010
Εορτάζουμε , την Κοίμηση της Θεοτόκου και αειπάρθενου Μαρίας, της Παναγίας Μητέρας του Χριστού. Είναι γιορτή ορθόδοξη και ελληνική. Πολλά λόγια δεν χρειάζονται για να έλθει στο νου και στην καρδιά μας η αγάπη και η ευγνωμοσύνη του έλληνα και του ορθόδοξου για την συμπαράσταση της Παναγίας σε ατομικές και εθνικές δύσκολες ώρες. Όλοι έχουμε πείρα της προστασίας, της αγάπης, της συμπαραστάσεως και της στοργής της. Κι όλοι ξέρουμε ότι στις στενοχώριες μας η μόνιμη επίκλησή μας είναι «βοήθα Παναγία μου». Αυτή η πείρα μας, ατομική και συλλογική, δείχνει καθαρά πόση εμπιστοσύνη έχουμε στη Θεοτόκο. Δείχνει πόσο στερεωμένη είναι στην καρδιά μας η αγάπη για την Παναγία Δέσποινα. Θα μπορούσε να αναφέρει κανείς πλήθος από ποιήματα και τραγούδια, παλαιά και σύγχρονα, που αναφέρονται στην Κυρία Θεοτόκο· θα μπορούσαμε να απαριθμήσουμε εκατοντάδες πίνακες ζωγραφικούς και ο κατάλογος των θαυματουργών εικόνων της μόνο στη χώρα μας θα χρειαζόταν ώρα πολύ. Δεν θα αναφερθούμε όμως σ’ αυτή την πλευρά του εορτασμού, θα θυμίσουμε μόνο μερικές από τις πτυχές της ζωής της Παναγίας, γνωστές σ’ όλους μας άλλωστε. Μ’ ένα μόνο σκοπό: να κάνομε πιο συνειδητό και πιο γνήσια ορθόδοξο τον εορτασμό.
Εορτάζουμε Μαρία την Παρθένο. Δεν πρόκειται για τονισμό μόνο του υπερφυσικού τρόπου της γεννήσεως του Χριστού. Η ονομασία της Θεοτόκου ως Παρθένου δεν τονίζει μόνο μια πτυχή της ζωής της, αλλά χαρακτηρίζει το σύνολο του βίου της και μας δίνει ένα χαρακτηριστικό γνώρισμά της.¬
Είναι «παρθένος αγνή» η Παναγία μας. Όχι μόνον εξωτερικά, αλλά σ’ όλη την έκταση, σ’ όλη την ομορφιά και σ’ όλο το βάθος που έχει η έννοια στην αγία Γραφή. Η αγνότητα είναι μια άλλη έκφραση για να τονιστεί η ομορφιά της ψυχής της Θεοτόκου. Αυτό που οι ζωγράφοι το έδωσαν με την γαλήνια και υπερκόσμια χάρη της μορφής, αυτό το ίδιο γνώρισμα η θεολογία και η ποίηση το εκφράζει με την αγνότητα της Παναγίας. Αγνότητα είναι η δυνατότητα να βλέπει κανείς τον κόσμο, όπως τον έβλεπε ο Αδάμ πριν πέσει. Είναι η αντιμετώπιση πραγμάτων και ανθρώπων ως πλασμάτων του Θεού, χωρίς κανένα τείχος εγωισμού και εκμεταλλεύσεως ανάμεσά τους. Αγνότητα είναι η καθαρότητα της καρδιάς, που αντικρίζει τον συνάνθρωπο ως πλάσμα του ίδιου Θεού-πατέρα και όχι ως μέσο για την ικανοποίηση του εγωισμού μας. Αγνότητα είναι η καθαρή ματιά, που βγαίνει από μια καθαρή καρδιά, που έχει δεχθεί τη χάρη και την ομορφιά του αγίου Πνεύματος. Αυτή την αγνότητα είχε η Παναγία και αυτή την αγνότητα υμνεί και η Εκκλησία, όταν τονίζει την παρθενική της χάρη. Δεν είναι μια φυσική λεπτομέρεια, αλλά δώρο του Θεού και χάρη του αγίου Πνεύματος, που επισκέφθηκε την ταπεινή κόρη στην Ιουδαία. Είναι μια χάρη που ήλθε να στέψει σαν στέμμα την ταπείνωση της Παναγίας. «Ιδού γαρ επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού», λέγει η ιδία στη γνωστή ωδή της. Η παρθενία είναι μια πτυχή της αγνότητας. Και η αγνότητα είναι ένα λουλούδι που βλάστησε σε μια καρδιά γεμάτη ταπείνωση. Ταπείνωση που σημαίνει υπακοή στο Θεό, αποδοχή της καθοδηγήσεως από το πανάγιο Πνεύμά του, αντίκρυσμα του κόσμου με το κριτήριο της αγάπης του. Η ταπείνωση, που αποτελεί το υπόβαθρο της αγνότητας της Παναγίας μας, δεν είναι μια πράξη εύκολη ή φυσική τάση μέσα στον άνθρωπο. Είναι πράξη ηρωική, νίκη πάνω στη φυσική ροπή του ανθρώπου προς την ανταρσία, την ύβρη, τον εγωκεντρισμό. Ακόμη και προφήτες, όπως ο Ιωνάς, αισθάνονται αδύναμοι να υπακούσουν απόλυτα στο Θεό. Η Παναγία όμως υπακούει, χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς προσωπικά κριτήρια, χωρίς υστερόβουλες σκέψεις. Αυτή η υπακοή της δίνει την καθαρότητα και την αγνότητα της καρδίας, που λάμπει και στη ζωή της, που δίνει στον χαρακτηρισμό της από τη Γραφή και την Παράδοση της Εκκλησίας ως Παρθένου ένα ουσιαστικό νόημα.
Εορτάζουμε την Κοίμηση της Παναγίας Θεοτόκου. Αυτή η ονομασία της ταπεινής κόρης από την Ιουδαία είναι χαρακτηρισμός που δόθηκε στο πανάγιο πρόσωπό της κατά τις μεγάλες χριστολογικές διαμάχες του 4ου αιώνα. Προφυλάσσει από μια απομόνωση του προσώπου της, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρεξηγήσεις, κυρίως από τους ειδωλολάτρες της εποχής. Η τιμή στην Παναγία δίνεται από την Εκκλησία, γιατί αυτή γέννησε τον σωτήρα Χριστό, τον σαρκωθέντα Θεό Λόγο. Γι’ αυτό τιμάται από την Εκκλησία και γι’ αυτό ονομάζεται Θεοτόκος. Είναι χαρακτηριστικό ότι τόσο στην εικονογραφία μας, όσο και στην υμνογραφία μας συνδέεται πάντοτε με τον σωτήρα Χριστό. Δεν είναι η θεοποίηση της γυναίκας η Παναγία μας. Δεν αντικατέστησε τις θεές του ειδωλολατρικού πανθέου. Είναι η μητέρα του ενανθρωπήσαντος για την σωτηρία μας Λόγου του Θεού. Είναι πάντα η Θεοτόκος. Πέφτουν στο κενό οι κατηγορίες παλαιών και νέων αιρετικών, όταν μας κατηγορούν για υπερβολική δήθεν τιμή προς την Παναγία. Και είναι άσφαιρα και ακίνδυνα για την πίστη μας τα πυρά των χιλιαστών και ορισμένων προτεσταντών σ’ αυτό το θέμα. Αυτοί δεν μπόρεσαν να καταλάβουν σωστά την τιμή προς την Θεοτόκο, γιατί ποτέ τους δεν ένιωσαν την αξία και την ομορφιά της εκλογής του Θεού, που διάλεξε τη Μαρία για να γεννήσει το Χριστό. Η Εκκλησία πάντα συνδέει την Παναγία με τον Υιό της και Υιό του Θεού, για να τονίσει πως ο Χριστός είναι αληθινός Θεός και αληθινός άνθρωπος. Κι αυτή η αλήθεια φαίνεται μόνον όταν κατανοηθεί σωστά και ορθόδοξα η θέση της Παναγίας στην εκπλήρωση της θεϊκής βουλής για την σωτηρία μας. Είναι Θεοτόκος η Παναγία Μαρία, γιατί γέννησε τον σαρκωθέντα Θεό Λόγο. Κι αυτή της ακριβώς η ιδιότητα την κάνει να έχει τη δύναμη της μεσιτείας για όλους μας. Παρακαλεί τον Χριστό για μας, επειδή είναι μητέρα του, Θεοτόκος.
Η Παναγία Θεοτόκος είναι ακόμη Μητέρα όλων μας. Εδώ δεν πρόκειται πια τόσο για δογματική, θεωρητική αλήθεια, αλλά για πρακτική, καθημερινή εμπειρία της Εκκλησίας στο διάβα των αιώνων. Από τη στιγμή της πρώτης παρεμβάσεώς της στο θαύμα της Κανά μέχρις αυτή την ώρα, ποτέ δεν έπαψε ο άνθρωπος να παρακαλεί την Παναγία να μεσιτεύσει στον Υιό της και Σωτήρα μας για κάποιο αίτημά του. Δεν είναι προσφυγή σε μια βασίλισσα αυτή η ικεσία μας προς τη Θεοτόκο, αλλά καταφυγή στην Μητέρα του Χριστού που την νιώθουμε και ως δική μας Μητέρα. Κι έτσι εξηγείται ότι της λέμε τον καθημερινό μας πόνο, της εξομολογούμαστε τους κρυφούς καημούς και τα βάσανά μας, της εμπιστευόμαστε τις μύχιες σκέψεις μας και τις βαθύτερες επιθυμίες μας. Μερικοί ίσως θεωρούν παιδιάστικα τα αιτήματα των πιστών προς την Παναγία, άλλοι μπορεί να τα βρίσκουν ακόμη και παράλογα. Ξεχνούν ότι στη μητέρα του κανείς μπορεί να πει όλα όσα αισθάνεται, ακόμη κι αν είναι παράλογα. Γιατί έχει εμπιστοσύνη στη μητρική της αγάπη, που ξέρει να δέχεται τα πάντα, που βρίσκει ένα λόγο συμπόνιας και συμπαράστασης ακόμη και στα πιο παιδιάστικα λόγια μας.
Είναι αληθινά Μητέρα όλων μας η Παναγία Θεοτόκος. Γιατί είναι αυτή που αντιπροσωπεύει το γένος μας στην εκπλήρωση του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία μας. Όπως η Εύα είναι η σαρκική μητέρα μας, έτσι η Θεοτόκος είναι η κατά πνεύμα μητέρα μας. Αυτή βρίσκεται στην αρχή της Εκκλησίας και αυτή αντιπροσωπεύει την Εκκλησία ως την νέα ανθρωπότητα που διαπνέεται από τη ζωογόνο πνοή του Παρακλήτου. Είναι Μητέρα όλων των πιστών η Παναγία, γιατί δεν παύει ούτε στιγμή να μεσιτεύει για την σωτηρία όλων μας με τη θέρμη της αγάπης, που μόνο μια πάναγνη μητρική καρδιά μπορεί να έχει.
Είναι όμως και Μητέρα , καθενός από μας η Παναγία. Έτσι την αισθανόμαστε όλοι, γι’ αυτό την επικαλούμαστε σε κάθε δύσκολη ώρα, γι’ αυτό προσφεύγουμε σ’ αυτή σε κάθε πόνο ή χαρά. Κι αυτό πολύ δικαιολογημένα. Γιατί έζησε ως μητέρα κατά την επίγεια ζωή της. Πέρασε τα χρόνια που έζησε στη γη μέσα στη φροντίδα για τον Υιό της. Η ταπείνωσή της δεν σταμάτησε με την γέννηση του Χριστού, αλλά συνεχίστηκε σ’ όλα τα κατοπινά χρόνια. Μέσα στην καθημερινή σιωπή της μητρικής φροντίδας κύλισε ολόκληρη η ζωή της. Έζησε ως μητέρα και αγάπησε ως μητέρα, αλλά και πόνεσε ως μητέρα όλες εκείνες τις δύσκολες ώρες του Πάθους του Χριστού. Αυτή της η ζωή, μέσα στην καθημερινή σιωπή της αγάπης, την κάνει να βρίσκεται πιο κοντά μας, δίπλα μας, έτοιμη να ακούσει κάθε αίτημά μας. Από αυτή τη συναίσθηση πηγάζει και η δική μας εμπιστοσύνη στο μεσιτικό της ρόλο, είτε πρόκειται για παράκληση προς το Θεό, για να μας συγχωρήσει κάποιο ανόμημα, είτε προσφεύγουμε στην αγάπη της,για την εκπλήρωση κάποιου αιτήματος.
Εορτάζουμε την Κοίμηση της Παναγίας παρθένου Θεοτόκου και Μητέρας όλων μας. Δεν χρειάζεται να πούμε περισσότερα για τους χίλιους-δύο λόγους που μας κάνουν να την αισθανόμαστε δίπλα μας, έτοιμη να μας συντρέξει, να μας βοηθήσει, να μεσιτεύσει για μας. Ίσως θα έπρεπε να θυμίσουμε πως η τιμή στην Παναγία δεν μπορεί να εξαντληθεί με τη συμμετοχή στον εορτασμό που γίνεται στους ναούς μας. Δεν φθάνει να προσφέρει κανείς ένα δώρο ή να εκπληρώσει ένα τάμα ευγνωμοσύνης. Αυτό είναι καλό, μα δεν αρκεί για να φέρει τη γνήσια χαρά για την προκοπή μας την πνευματική στην μεγάλη μας Μητέρα. Αυτή προσμένει την στιγμή που άλλα, πνευματικά ευχαριστήρια θα προσκομίσουμε στο Θεό και στον Υιό της για να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας. Περιμένει την ώρα που με την άκακη περηφάνια της Μητέρας θα μπορέσει να δείξει την πνευματική μας προκοπή στον ουράνιο Πατέρα μας. Προσμένει να δει πως ακολουθούμε τα δικά της βήματα, τον δικό της τρόπο ζωής. Κι αυτός ο δρόμος είναι πρώτα-πρώτα η ταπείνωση, όπως ήταν πάντα στη δική της ζωή. Είναι η αποδοχή του θελήματος του Θεού στις λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής, χωρίς καμία έκφραση πικρίας ή διαμαρτυρία. Είναι αγιότητα σε βάθος και όχι μόνο σε πράξεις που έχουν για στόχο τη διατήρηση του καλού μας ονόματος μεταξύ των ανθρώπων. Είναι αγνότητα νου και καρδιάς, που βγαίνει μέσα από την αναγέννησή μας από το άγιο Πνεύμα. Είναι ακόμη ο δρόμος της Παναγίας ο δύσβατος δρόμος της πρακτικής, συγκεκριμένης και καθημερινής αγάπης στη σχέση μας με το Θεό, τους συνανθρώπους και τον κόσμο. Είναι ακόμη θυσία του εαυτού μας και των εγωιστικών επιδιώξεων μας για χάρη των αδελφών. Είναι κοντολογίς δρόμος αγάπης για τα παιδιά του Θεού, ανεξάρτητα από τη στάση τους απέναντι μας, αγάπη για τη νέα γενιά, αγάπη για όσους αγωνίζονται, αγάπη για όσους βρίσκονται στο τέρμα του δρόμου. Η ταπείνωση και η αγνότητα, η αγάπη και η θυσία, να τα γνωρίσματα που η Παναγία προσμένει από όλους μας, από όλα τα πνευματικά της παιδιά. Η προσφορά αυτών των δώρων, στο μέτρο που το μπορούμε, θα είναι και ο σωστότερος εορτασμός της παναγίας μνήμης της.
πηγή: Βασ. Στογιάννου, Η Εκκλησία στην ιστορία και στο παρόν
από:http://vatopaidi.wordpress.com/2010/08/15/παναγία-η-μητέρα-του-κόσμου/#more-49561
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η διαχρονική Δόξα της Παναγίας
Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Αυγούστου, 2010
Του Γεωργίου Χρ. Μπάρδου ,Θεολόγος
«…Ω μακαρία Παρθένε, ποιά λόγια ανθρώπινα θα ήταν τάχα αρκετά για να εγνωμιάσουν τη δικαιοσύνη Σου, τις χάριτες με τις οποίες σε στόλισε ο Σωτήρας, και τις χάριτες που εσύ δωρίζεις στο σύνολο των ανθρώπων; Κανένας δεν μπορεί να σ’ εγκωμιάσει επάξια, ακόμα «κι αν λαλεί τις γλώσσες όλων των ανθρώπων μα και των αγγέλων» θα λεγε ο Παύλος. Εγώ νομίζω ότι το να γνωρίζει κανείς καλά και όπως πρέπει και να εκθέτει τα μεγαλεία Σου, είναι κι αυτό ένα κομμάτι της αιώνιας μακαριότητας που προορίζεται για τους δικαίους.
Γιατί κι αυτά «δεν τα είδε μάτι, και δεν τάκουσε αυτί» όπως μας λέει ο Ιωάννης ο πολύ αγαπημένος του Χριστού τα θαυμάσιά Σου αρμόζουν σε κείνον μόνο τον χώρο, όπου είναι καινούργιος ουρανός και γη καινούργια, κι όπου ο ήλιος της δικαιοσύνης ούτε προηγείται απ’ το σκοτάδι, ούτε το ακολουθεί, στο χώρο που ο ίδιος ο Σωτήρας εξυμνεί τα μεγαλεία Σου και χειροκροτούν άγγελοι. Σ’ αυτόν το χώρο μονάχα ήταν δυνατόν βεβαίως να υμνηθείς επάξια. Εμείς οι άνθρωποι αδυνατούμε να ταιριάξουμε για Σένα τέτοιον ύμνο…»
(Απόσπασμα από λόγο Νικ. Καβάσιλα στη Θεοτόκο).
Μετά από τον τριαδικό Θεό, την πρώτη θέση στην Εκκλησία παίρνει η Μητέρα του Χριστού, η οποία από την Τρίτη Οικουμενική Σύνοδο (431) στην Έφεσο ονομάστηκε Θεοτόκος και Παναγία.
Αυτή η ονομασία είναι προσφορά σχεδόν ολόκληρης της ανθρωπότητας προς τον Χριστόν, όπως τονίζεται από τον υμνογράφο και Πατριάρχη Κων/πόλεως Άγιο Γερμανό σε ιδιόμελο του Εσπερινού των Χριστουγέννων.
«Τι Σοι προσενέγκωμεν Χριστέ· ότι ώφθης επί γης ως άνθρωπος δι’ ημάς; Έκαστως γαρ των υπό Σου γενομένων κτισμάτων την ευχαριστίαν Σοι προσάγει· οι Άγγελοι τον ύμνον, οι ουρανοί τον αστέρα, οι Μάγοι τα δώρα, οι ποιμένες το θαύμα, η γη το σπήλαιον, η έρημος την φάτνην, ημείς ξε Μητέρα ΠΑΡΘΕΝΟΝ. Ο προ αιώνων Θεός ελέησον ημάς».
Η Παναγία είναι το ανθρώπινο γυναικείο πρόσωπο με το οποίο πραγματοποιείται «η απολυτρωτική ενσάρκωσης, δι’ ης άπαν το βρότειον επηνώρθωται γένος, δι’ ης της προμήτορος Εύας η λύπη εις χαράν μεταβέβληται» κατά τον Ι. Δαμασκηνόν. Το μεγάλο Μυστήριο της ευσέβειας είναι η ενανθρώπηση του Θεού και λόγου. Ο Υιός και λόγος του Θεού σαρκώνεται. Προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση. Η σάρκωση πραγματοποιείται στα άχραντα σπλάχνα της Παναγίας. Ασφαλώς, ο Θεός μπορούσε να πάρει την ανθρωπινη φύση και χωρίς τη μετοχή, της Θεολόγου. Εκείνος διάλλεξε την Παναγία για να είναι η Πύλη και ο Δρόμος που θα έφτανε σε μας και θα γινόταν ίδιος με μας.
Γι’ αυτό και εμείς επιθυμώντας να φθάσουμε στο Χριστό ακολουθούμε τον ίδιο δρόμο και διαβαίνουμε από την ίδια πύλη δηλαδή την Θεοτόκο. Για το λόγο αυτό προσφεύγουμε στην Παναγία και ζητούμε τη μεσητεία της να γίνουμε μέτοχοι της θείας ζωής. Η Παναγία ήταν άνθρωπος, γεννήθηκε από ανθρώπους και μετείχε σε όλα όσα χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο γένος. «Δεν παρασύρθηκε όμως από την κακία που επικρατεί στη ζωή. Νίκησε την αμαρτία και έδωσε τέλος στην πονηριά»
(Ν. Καβάσιλας).
Η ζωή της Παναγίας είναι γεμάτη δόξα και πόνο. Η Θεοτόκος εκοιμήθη γιατί έπρεπε να αποβάλει «το γεώδες πάχος της θνητότητας και να ενδυθεί το σώμα της αφθαρσίας». Και ενώ «Απόστολοι εις περάτων συναθρήσθησαν στη Γεθσημανή να κηδεύσουν το Σώμα της», η γη δεν μπορούσε να βαστάσει το Θεοδόχο Σώμα Της και να το διαλύσει, όπως τα σώματα των άλλων ανθρώπων, αλλά, «μετά το απαραίτητον του θανάτου ο παραδέξω φύσει» μετά τρείς ημέρας το παραδίδει άφθαρτο στα Αγγελικά χέρια «αφθαρτίζεται, ανίσταται, και μεθίστανται εις τους ουρανούς και παρίσταται Ζώσα και Σύσσωμως η Παναγία στον υιόν Της και Θεό Της».
Ενώ το σώμα Της ενταφιέζεται προσωρινά, και μετατίθεται σωματικά προς τα επουράνια, η ψυχή Της χωρίζεται από το Σώμα Της και την υποδέχεται στα χέρια Του ο Υιός Της και Θεός ο οποίος προσφωνείται από την Μητέρα Του «και συ Υιέ και Θεέ μου παράλαβέ μου το πνεύμα». Αυτός δε απαντά· «Ανάστα, ελθέ, η πλησίον μου, η καλή εν γυναιξί, ότι ο χειμών παρήλθεν, ο καιρός της τιμής έφθασε, καλή η πλησίον μου και μώμος ουκ έστιν εν Σοί»
(Ι. Δαμασκηνός)
Η δε εκκλησία μας ψάλλει: «Εξίσταντο Αγγέλων αι δυνάμεις, εν τη Σιών σκοπούμεναι, Τον οικείον Δεσπότην γυναικείαν ψυχήν χειριζόμενον· Τη γαρ αχράντως τεκούση ιεροπρεπώς προσεφώνει· Δεύρο Σεμνή τω Υιώ και Θεώ συνδοξάσθητι» (Δ’ ωδή Κοιμήσεως).
Όσα αφορούν τα διάφορα γεγονότα της επίγειας ζωής της Θεοτόκου, παρ’ όλο η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει απόφαση Οικουμενικής Συνόδου, όμως τη μετάστασή Της σωματικά στους ουρανούς, δέχεται απερήφραστα η παράδοση της Ορθόδοξης Υμνογραφίας, και η Πατερική Γραμματεία.
Από την ημέρα της Μετάστασης Της αρχίζει το Μεσιτευτικό έργο της Παναγίας και της Εκκλησίας. Είναι χαρακτηριστικός ο ύμνος του δεκαπενταυγούστου. «Και σε μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, μη μου ελέγξει τας πράξεις ενώπιον των αγγέλων. Παρακαλώ σε Παρθένε, βοήθησόν μοι εν τάχει» (Παρακλ. Κανών) Αλλά και κατά την θεία λειτουργία «Ταις πρεσβείες της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς» (Αντίφωνο Α΄).
Εμείς οι Χριστιανοί γνωρίζουμε πολυ καλά ποιά είναι «η των απηλπισμένων η ελπίς» και «η ακαταίσχυντος προστασία των Χριστιανών» (Κονάκιο), γι’ αυτό και την αποκαλούμε «Μεσίτρια». Ο Ηλ. Μηνιάτης γεμάτος θαυμασμό και ευγνωμοσύνη για τη μεσιτεία και τη σκέπη της Παναγίας γράφει: «Δεν ηξεύρετε, Χριστιανοί, ποία είναι των απελπισμένων η ελπίς; Ποία είναι των αμαρτωλών η καταφυγή; Ποία είναι των Χριστιανών η Μητέρα; Μαρία, η Πάναγιος Δέσποινα» (Θεομητορικές Διδαχές σελ. 2).
Πολλλοί είναι οι πατέρες της Εκκλησίας που κάνουν τον παραλληλισμό Παναγία-Εκκλησία. Ο Κύριλλος Αλεξανδρείας «Μαρίαν την αειπάρθενον την αγίαν Εκκλησίαν λέω» και τούτο γιατί η Εκκλησία είναι φανέρωση της αγιότητας και η Παναγία προσωποποιεί αυτή την αγιότητα. Η Θεοτόκος τιμάται από τους πιστούς, από την ουσία και το βαθύτερο νόημα των γεγονότων της ζωής Της, αλλά και από την εκτίμηση που τρέφουν οι άνθρωποι στη Μητέρα του Θεού.
Ήδη από την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527-565) και έπειτα ο Θεομητορικός κύκλος αναπτύσσεται με μεγάλη ταχύτητα. Την ίδια δε εποχή παρουσιάζονται: 1) η εορτή της Γεννήσεως της Θεοτόκου, 2) Τα Εισόδια της Θεοτόκου, 3) Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου και 4) προς το τέλος του 7ου μ.Χ. αιώνα η Κοίμηση της Θεοτόκου. Η εορτή της Κοίμησης αποδίδεται σήμερα στις 23 Αυγούστου-9ήμερα.
Ξεχωριστά τιμάται η Θεοτόκος από μας τους Έλληνες γιατί η Παναγία είναι πάντα συνυφασμένη με την εθνική ύπαρξή μας. Είναι το ασάλευτο στήριγμα του Ελληνισμού σε όλες τις περιπέτειες και τους κλυδωνισμούς του. Στην πονεμένη Μάνα του Θεού βρήκαμε την απόλτυη ταύτισή μας για να εκφράσουμε, στη διαδρομή του χρόνου, τις δοκιμασίες και τις πικρίες, την καρτερία και την ελπίδα μας.
Αυτά επιβεβαιώνονται και από τις θαυμαστές εμφανίσεις της Παναγίας (Παναγιοφάνειες) οι περισσότερες των οποίων είναι Σύσσωμες από τη Βυζαντινή εποχή (υπέρμαχος στρατηγός) μέχρι το έπος 1939-40 στους πολεμιστές της Πίνδου, αλλά και σε μοναχούς και μοναχές. Η Παναγία έχει ταυτιστεί με την πολυκύμαντη πορεία του έθνους μας σε όλους τους αγώνες υπέρ της πίστης και της πατρίδας μας.
Το 1821 ο ξεσηκωμός του έθνους μας άρχισε την ημέρα του Ευαγγελισμού.
Το 1940 ξεχύθηκαν οι Έλληνες στον υπέρτατον αγώνα με οδηγό την Παναγία.
Αλλά με ελπίδα και πίστη στην Παναγία δοκιμαστήκαμε με τον άνανδρο τορπιλισμό του ευδρόμου «Έλλη» το 1940 στην Παναγία της Τήνου.
Δεν υπάρχει ελληνική περιοχή στην οποία να μην βρίσκεται ναός ή μοναστήρι αφιερωμένο στη χάρι της. Ολόκληρο δε το Άγιο Όρος είναι αφιερωμένο στην ευλάβειά της όπου τιμάται και δοξάζεται από χιλιάδες μοναχούς αφιερωμένους Σ’ Αυτήν. Και στη Ρόδο το ίδιο συμβαίνει με τις διάφορες ιστορικές εκκλησίες: Παναγία του Κάστρου, Παναγίας του Φιλερήμου, της Δαμασκηνής-Ελεημονήτριας, της Παναγίας Διγενής, Τσαμπίκας και νεώτερες της Παναγίας Καθολικης κ.ά.
Σημείωση: Τον Ιανουάριο του 1523 φεύγοντας οι Ιπποτες από τη Ρόδο, πήραν μαζί τους την εικόνα της Παναγίας Ελεημονήτρας με άλλες δύο εικόνες του Φιλερήμου και της Δαμασκηνής. Πριν πάνε στην Μάλτα περάσανε από την πόλη του Βιτέρμπο κοντά στη Ρώμη. Όταν φύγανε από την πόλη το 1527 δώρισαν στο ναό του Αγ. Φαουστίνου Τζοβίτα την εικόνα της Ελεημονήτρας, στον οποίο φυλάσσεται μέχρι σήμερα με το όνομα «Παναγία η Κωνσταντινοπολίτισσα».
Η υποδειγματική ζωή της Παναγίας έχει μεγάλη παιδαγωγική σημασία για όλες τις ηλικίες των ανθρώπων, ως παρθένος, ως μητέρας, ως προστάτισσας των Χριστιανών, ως εικόνας του ιδεώδους της γυναικείας φύσης, ως θεμέλιο κάθε «φεμινιστικής κινήσεως. Ακόμα η Παναγία είναι το μοναδικό πρόσωπο μίμησης όλων των Χρστιανών, πρότυπο πίστης, ελπίδας, ταπεινοφροσύνης, αγνότητας, καθαρότητας, θλίψης, υπομονής και αγάπης.
Τοποθετιμένη η εικόνα της στο τέμπλο-εικονοστάσιο της Εκκλησίας δεξιά του Υιού της, είναι η παρηγοριά κάθε πονεμένης ψυχής. «Αυτήν, κατά τον Δαμασκηνό, ας τιμήσουμε αγρυπνούντες όρθιοι· αυτήν, που είναι η πιό αγνή απ’ όλους μετά τον Θεό, ας την ευχαριστήσουμε με την αγνότητα και της ψυχής και του σώματος, διότι εκ φύσεως, κατά κάποιο τρόπο, τα όμοια χαίρονται με τα όμοιά τους. Ας σκιρτήσουμε πνευματικώς, κι ας αναφωνήσουμε μαζί με τον Γαβριήλ τον Αρχάγγελο, Χαίρε, συ δια της οποίας ο μεν θάνατος απομακρύνεται η δε ζωή μπήκε στον κόσμο».
Από:http://www.rodiaki.gr/article.php?id=52902&catid=1&subcatid=37
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η κοίμηση της Θεοτόκου – Ένας θάνατος θρίαμβος
Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Αυγούστου, 2010
Εορτή μεγάλη και πανήγυρις λαμπρά η εορτή της Κοιμήσεως τη Θεοτόκου. Τη γιορτάζει με πολλή χαρά ο Ορθόδοξος κόσμος σ’ όλη την οικουμένη. Τρέχουμε οι πιστοί στους Ναούς μας, μάλιστα σ’ αυτούς που είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, τρέχουμε με αγαλλίαση και ευφροσύνη να ψάλουμε τους θαυμάσιους ύμνους της εορτής και να γιορτάσουμε με χαρά τη μεγαλύτερη θεομητορική εορτή του έτους, το Πάσχα του καλοκαιριού.
Χαρά, εορτή, πανηγύρι! Γιατί όμως; Γιατί όλη αυτή η λαμπρότητα και ο ενθουσιασμός; Γιατί οι ύμνοι και οι ευχές, η τόση χαρά στα πρόσωπα και στις ψυχές;
Θάνατο έχουμε, και ο θάνατος πάντοτε ήταν θλιβερό γεγονός. Από τότε όμως που γεύθηκε τον θάνατος ο Υιός του Θεού, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, και ανέστη εκ νεκρών, κατήργησε τον θάνατο για όλο το ανθρώπινο γένος. Όσοι πιστεύουν στον σταυρωθέντα και αναστάντα Κύριο δεν φοβούνται πλέον τον θάνατο, διότι γνωρίζουν ότι αυτός είναι ένα πέρασμα από τα επίγεια στα ουράνια, από τα πρόσκαιρα στα αιώνια, από τα λυπηρά στα ευχάριστα, στα μακάρια και δοξασμένα.
Ο θάνατος του πιστού δεν είναι μόνο γεγονός που προκαλεί τον πόνο και τα δάκρυα. Είναι γεγονός που προκαλεί πιο πολύ τη χαρά. Πολύ περισσότερο ο θάνατος των αγίων είναι η ημέρα της λυτρώσεώς τους από τα θλιβερά της επιγείου ζωής και της θριαμβευτικής εισόδου τους στον άφθαρτο και πανένδοξο κόσμο του ουρανού, στα μακάρια ζωή της Βασιλείας του Θεού. Γι’ αυτό τους αγίους τους γιορτάζουμε στην ημέρα της Κοιμήσεώς τους.
Αλλ’ αν αυτά ισχύουν για κάθε πιστό και πιο πολύ για τους αγίους μας, τι πρέπει να ισχύει για την «Κεχαριτωμένη», τη στολισμένη με εξαιρετικές χάριτες από τον Θεό γυναίκα, που έφερε στον κόσμο τον νικητή του θανάτου, για εκείνη που ο ουρανός την αναγνώρισε ως «ευλογημένην εν γυναιξί», ευλογημένη από τον Θεό όσο καμιά άλλη γυναίκα, γι’ αυτήν που αξιώθηκε να γίνει η Μητέρα του Θεού;
Ο θάνατος της υπερευλογημένης Μητέρας του Θεού είναι ένας θρίαμβος, η κοίμησή της η πιο μεγάλη γιορτή.
«Η των ουρανών υψηλοτέρα υπάρχουσα, και των Χερουβίμ ενδοξοτέρα, και πάσης κτίσεως τιμιωτέρα», αυτή που είναι πιο ψηλά από τους ουρανούς, και έχει δόξα μεγαλύτερη από τη δόξα των χερουβικών δυνάμεων, αυτή που είναι πιο τιμημένη απ’ όλη τη δημιουργία του Θεού, που λόγω της υπερθαύμαστης καθαρότητάς της δέχθηκε μέσα της τον αΐδιο Θεό, «εν ταις του Υιού χερσί σήμερον την παναγίαν παρατίθεται ψυχήν, και συν αυτή πληρούνται τα σύμπνατα χαράς», ψάλλει θριαμβευτικά ο ιερός υμνογράφος. Την παναγία, την πανάμωμη, την ελεύθερη από κάθε κηλίδα κακού ψυχή της την παραδίδει στα άγια και άχραντα χέρια του Θεού και Θεού της, χαίρει, χαίρει μεγάλη χαρά η ίδια που βρίσκεται στους κόσμους του ουρανού, δέχεται τα αιώνια βραβεία της απαράμιλλης αρετής της και την αμοιβή της ταπεινής υπακοής της και απολαμβάνει και αντανακλά την απερίγραπτη δόξα του Υιού της. Μαζί της γεμίζουν από ανεκλάλητη χαρά τα σύμπαντα, όλος ο κόσμος του ουρανού και της γης συμμετέχει στα χαρά της.
Χαίρουν οι άγγελοι του ουρανού και δοξάζουν την Κοίμησή της «Εξουσίαι, Θρόνοι, Αρχαί, Κυριότητες, Δυνάμεις και Χερουβίμ και τα φρικτά Σεραφίμ». Ο Κύριος μας διαβεβαίωσε ότι μεγάλη χαρά έχουν οι άγγελοι του ουρανού όταν ένας αμαρτωλός άνθρωπος μετανοεί και επίσης ότι άγγελοι συνοδεύουν αυτούς που πορεύονται προς τη ζωή της αιωνιότητας. Πόση επομένως χαρά έχουν, πώς πανηγυρίζουν και πώς υποδέχονται στους ολόφωτους κόσμους του ουρανού αυτήν που έγινε η Μητέρα του Λυτρωτή όλου του κόσμου! Οι άγγελοι που διακονούν πρόθυμα τη μεγάλη υπόθεση της σωτηρίας μας και χαίρονται πολύ για τη σωτηρία μας, πόσο περισσότερο χαίρουν και τιμούν αυτήν που διακόνησε κατά μοναδικό τρόπο τη σωτηρία του κόσμου, που υπήρξε η Μητέρα του Σωτήρος του κόσμου!
Αγάλλονται όμως και οι «γηγενείς», οι άνθρωποι, οι κάτοικοι της γης χαιρόμαστε μαζί με τους αγγέλους, καθώς με ιερό δέος βλέπουμε σήμερα «εκ ζωής εις ζωήν μεθισταμένην την τεκούσαν τον αρχηγόν της ζωής», αυτήν που γέννησε τον αρχηγό της ζωής να φεύγει από την πρόσκαιρη ζωή της γης και να εισέρχεται στην αιώνια ζωή της ουρανίου Βασιλείας. Είναι δίκαιο και πρέπον να απολαύσει τώρα την ουράνια τιμή που της αξίζει, να έχει τη μεγαλύτερη δόξα απ’ όλους τους ανθρώπους, να είναι ανωτέρα απ’ όλους τους αγγέλους, βασίλισσα των ουρανών. Όλα αυτά μας δίνουν χαρά, διότι η Μητέρα του Θεού είναι ό,τι ευγενέστερο και ανώτερο είχε να προσφέρει ο κόσμος των ανθρώπων στον Θεό. Και ο Θεός τώρα την τιμά με ασύγκριτη ουράνια δόξα· και αυτή η δόξα αντανακλά σ’ όλους μας και είναι αυτό αφορμή χαρά για όλους μας. «Αγάλλονται γηγενείς επί τη θεία σου δόξη κοσμούμενοι».
Χαιρόμαστε οι πιστοί, διότι η Μητέρα του Θεού είναι Μητέρα όλων μας και γι’ αυτό με την Κοίμησή της δεν εγκαταλείπει τον κόσμο, αλλά πολύ περισσότερο τώρα, με την παρρησία που έχει, πρεσβεύει στον Υιό της για μας και με τις πρεσβείες της σκεπάζει όλους τους πιστούς «λυτρουμένη εκ θανάτου τας ψυχάς ημών».
Περιοδικό «Ο Σωτήρ», αριθ. 2006
Από:http://www.xfd.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η Κοίμηση της Θεοτόκου
Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Αυγούστου, 2010
ΙΣΤΟΡΙΑ, ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΑ
Μητροπολίτη Κωνσταντίας – Αμμοχώστου Βασιλείου
Η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και το νόημά της συνοψίζονται με αυτό που ο Ψαλμωδός λέγει και οι Πατέρες της Εκκλησίας εφαρμόζουν στο πρόσωπο της Μητέρας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού: «Παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου εν ιματισμώ διαχρύσω περιβεβλημένη πεποικιλμένη» (Ψαλμ. 44:10). Με την εορτή της Κοιμήσεως εορτάζουμε δύο γεγονότα: αφ’ ενός μεν το θάνατο και την ταφή της Θεοτόκου, αφ’ ετέρου δε την ανάσταση και μετάσταση του σώματός της στους ουρανούς. Αυτά τα δύο θέματα επικρατούν και αναπτύσσονται στην υμνολογία της εορτής.
Σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο τιμάται με ιδιαίτερη λαμπρότητα η Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. Η τιμή γενικότερα της Πανάγιας Μητέρας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έχει τις απαρχές, τις καταβολές της στην Αποστολική περίοδο της ιστορίας της Εκκλησίας, γι’ αυτό και μαρτυρείται ήδη από τα ιερά ευαγγέλια. Έτσι πρέπει να κατανοήσουμε τους λόγους της ωδής της Θεοτόκου, όπως μας τους διασώζει ο ευαγγελιστής Λουκάς: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί» (Λκ. 1:48). Αυτός ο μακαρισμός αποτελεί συγχρόνως και μία μαρτυρία της τιμής του προσώπου της Θεοτόκου ήδη από την αποστολική εποχή.
Το πρόσωπο της Θεοτόκου εκτιμήθηκε ιδιαίτερα και γι’ αυτό το λόγο καθιερώθηκαν από πολύ νωρίς οι διάφορες εορτές, όπως: η Γέννηση της Θεοτόκου, η Είσοδος στον Ναό, ο Ευαγγελισμός, η Κοίμηση. Όσον αφορά ιδιαίτερα την εορτή της Κοιμήσεως έχουμε μαρτυρίες, ότι αυτή εορταζόταν με κάθε λαμπρότητα ήδη από τον πέμπτο αιώνα. Η καθιέρωση της εορτής στις 15 Αυγούστου έγινε από τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο το τέλος του 6ου αιώνα. Η μαρτυρία για τον εορτασμό της Κοιμήσεως μας παρέχεται από ένα λόγο στην Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου που έχει αποδοθεί ψευδεπιγράφως στον ευαγγελιστή Ιωάννη, χωρίς βέβαια να είναι ο πραγματικός συγγραφέας του λόγου αυτού. Ο λόγος αυτός έχει γραφεί μεταξύ των αρχών και του τέλους του πέμπτου αιώνα, δηλαδή από το 400 – 500 μ.Χ. και αποτελεί συμπερίληψη της Θεολογίας της Εκκλησίας περί της Θεοτόκου, της Παραδόσεως και των λειτουργικών τιμών προς το πρόσωπο της Μητέρας του Ιησού Χριστού. Υπάρχει και μία άλλη σειρά κειμένων που μαρτυρούν για τον εορτασμό της Κοιμήσεως και των παραδόσεων πέριξ της εορτής αυτής[1], μερικά από τα οποία αναπαράγουν το περιεχόμενο του απόκρυφου κειμένου του Ιωάννη[2].
Το απόκρυφο αυτό κείμενο έχει αποτελέσει και τη βάση της υμνολογίας της σημερινής εορτής, αλλά και του εικονογραφικού κύκλου της Κοιμήσεως. Αν φέρουμε κατά νου την εικόνα της Κοιμήσεως, παρατηρούμε, ότι, στο κάτω μέρος της εικόνας, η Υπεραγία Θεοτόκος είναι τοποθετημένη πάνω σε κρεβάτι και περιστοιχίζεται από τους δώδεκα Αποστόλους. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο. Στο δεύτερο μέσο επίπεδο εικονογραφείται ο Χριστό μέσα σε ωοειδή κύκλο φωτός, όπως δηλαδή αυτόν της Μεταμορφώσεως και της Αναστάσεως. Είναι ο Υιός του Ανθρώπου με τη δόξα του και περιστοιχίζεται από Αγγέλους. Στο τρίτο ανώτερο εικονογραφικό επίπεδο ζωγραφίζεται παραστατικά ο ουρανός, απ’ όπου κατήλθε ο Χριστός και οι Άγγελοι για να παραλάβει τη ψυχή της Μητέρας του και όπου θα εισέλθει και ψυχικά και σωματικά η Θεοτόκος Μαρία. Η εικονογραφική αυτή θεματική της Κοιμήσεως αποτελεί το κεντρικό θέμα του λόγου περί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ο οποίος περιέχει και πολλά άλλα παρεμφερή στοιχεία, όπως, αποκάλυψη προς την Παναγία του τέλους της επίγειας ζωής της από Άγγελο, προσευχές της Παναγίας, έλευση των Δώδεκα Αποστόλων πάνω σε φωτεινές νεφέλες από τα διάφορα μέρη του κόσμου όπου ασκούσαν το αποστολικό τους έργο κ.λ.π.
Η τιμή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κατά το λόγο αυτό, είχε ως επίκεντρο τη Βηθλεέμ και την Ιερουσαλήμ. Η τιμή της Θεοτόκου γενικότερα και ειδικά της Κοιμήσεως δεν οφείλεται σε μία απλή ευσέβεια και ευλάβεια προς το πρόσωπο της Μητέρας του Χριστού, αλλά έχει βαθύτερη θεολογική θεμελίωση.
Ο ευαγγελιστής Λουκάς διασώζει τον μακαρισμό της «ανώνυμης» γυναίκας, που απηύθυνε προς τον Χριστό όταν το άκουε να διδάσκει: «Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας» (Λκ. 10:38–42 και 10:27–28). Αυτοί οι λόγοι μπορούν να λεχθούν και από κάθε γυναίκα και από κάθε άνδρα. Είναι, όμως κατ’ εξοχήν λόγος της Εκκλησίας, αυτός μπορεί να είναι και ο συμβολισμός της γυναίκας που είπε το μακαρισμό αυτό, γιατί η Εκκλησία τιμά και μακαρίζει την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία γέννησε τον Χριστό. Όπως έχει λεχθεί, πολύ ορθά, ο Θεός είχε τη δύναμη και την ελευθερία να δημιουργήσει, όπως στην αρχική δημιουργία, το σώμα μέσα στο οποίο θα σαρκωνόταν ο Λόγος του Θεού. Παρά ταύτα επέλεξε τη δημιουργία αυτού του σώματος μέσα στη μήτρα της Παρθένου Μαρίας.
Για να επιτευχθεί αυτό, όμως, χρειάσθηκε η προπαρασκευή του σκεύους της εκλογής του Θεού. Κατά τον άγιο Νικόλαο τον Καβάσιλα, ο Θεός επέλεξε την Υπεραγία Θεοτόκο για να σαρκωθεί ο Λόγος του Θεού, γιατί αυτή έκανε κατορθωτό εκείνο που δεν κατόρθωσαν ο Αδάμ και η Εύα. Δηλαδή, η Παναγία οδήγησε την ανθρώπινη φύση στην τελειότητα και στον αγιασμό, ενώ ο Αδάμ και η Εύα οδήγησαν την ανθρωπότητα στην πτώση και στην αμαρτία. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, στο δεύτερο λόγο του για την Κοίμηση, με τρόπο παραστατικό, περιγράφει την παρέμβαση των Πρωτοπλάστων Αδάμ και Εύας, οι οποίοι απευθύνονται στην Παναγία κατά την ώρα της εκδημίας της με τους ακόλουθους λόγους: «Τότε δη, τότε Αδάμ και Εύα, οι του γένους προπάτορες, αγαλλομένοις τοις χείλεσι διαπρυσίως ανακεκράγασι· Συ μακαρία, θύγατερ, της παραβάσεως ημίν τα επιτίμια λέλυκας. Συ το φθαρτόν εξ ημών σώμα κληρονομήσασα, , αφθαρσίας ημίν εκυοφόρησας ένδυμα. Συ το είναι εξ ημετέρας οσφύος αρπάσασα, το ευ είναι ημίν ανταπέδωκας· τας ωδίνας έλυσας, τα του θανάτου διέρρηξας σπάργανα· το αρχαίον ημίν αποκατέστησας ενδιαίτημα. Ημείς εκλείσαμεν τον παράδεισον, συ του της ζωής ξύλου την είσοδον ανεπέτασας. Εκ των χρηστών δι’ ημών ήλθε τα λυπηρά, διά σου εκ των λυπηρών επανήλθεν ημίν τα χρηστότερα. Και πως θανάτου γεύση η άχραντος; Σοι προς την ζωήν γέφυρα, και κλίμαξ προς ουρανόν, και προς αθανασίαν ο θάνατος πορθμείον γενήσεται. Όντως μακαρία συ, παμμακάριστε. Τις γαρ, ει μήτιγε ο Λόγος η, προσενήνεκται τούτο πάσχων ό πράττειν υπείληπται;»[3].
Η Θεοτόκος Μαρία έγινε ο χώρος και το όργανο δημιουργίας του σώματος του Θεανθρώπου Χριστού, του Νέου Αδάμ. Και πάλιν, ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας εξετάζει τη σχέση Χριστού – Θεοτόκου, σχέση Μητέρας και Υιού, και για να μας κάνει να αντιληφθούμε καλύτερα καταφεύγει στο οντολογικό γεγονός της δικής μας ενώσεως με το Χριστό όταν κοινωνούμε το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Η Υπεραγία Θεοτόκος είχε ενωθεί, πράγματι, οντολογικά με το Χριστό, αφού έγινε το όργανο της δημιουργίας της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού.
Η Εκκλησία μας τιμά την Κοίμηση, δηλαδή το φυσικό της θάνατο, την ανάσταση και την εκδημία της Θεοτόκου στους ουρανούς, ή όπως διαφορετικά ονομάζεται, της μεταστάσεώς της στους ουρανούς. Το ζήτημα αυτό δημιούργησε συζητήσεις και διχογνωμίες. Όμως, θεολογικά βασίζεται και αποδεικνύεται ως η λογική συνέπεια, αφ’ ενός μεν, της οντολογικής σχέσεως της Θεοτόκου με τον Θεάνθρωπο Χριστό, αφ’ ετέρου δε, της Αναστάσεως του Ιησού Χριστού. Το άγιο σώμα της δεν ήταν δυνατό να δεχθεί τη φθορά, γι’ αυτό και, κατά το ως άνω απόκρυφο κείμενο για την Κοίμηση, μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα, τόσο το σώμα, όσο και ο τάφος που είχε τοποθετηθεί στη Γεσθημανή εξέπεμπε μύρον ευωδίας. Έτσι, τρεις μέρες μετά το θάνατο, ή την Κοίμησή της, και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου μετατίθεται στον Παράδεισο. Με άλλα λόγια, η Μετάσταση της Θεοτόκου, όπως την εορτάζει και την θεολογεί η Εκκλησία, είναι η ανάσταση της Θεοτόκου που προκαταλαμβάνει την ανάσταση όλων των ανθρώπων. Αυτή είναι και η θεολογική θέση του αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού στους τρεις Λόγους του για την Κοίμηση της Θεοτόκου. Στον Πρώτο Λόγο του γράφει: «Εντεύθεν ου θάνατον την ιεράν σου μετάστασιν λέξομαι, αλλά κοίμησιν ή εκδημίαν ή ενδημίαν ειπείν οικειότερον. Εκδημούσα γαρ των του σώματος, ενδημείς προς τα κρείττονα»[4].
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, επιπρόσθετα, αναπύσσει και την εσχατολογική πτυχή του γεγονότος της Κοιμήσεως και της Μεταστάσεως της Θεοτόκου. Το γεγονός του θανάτου και της αναστάσεως της Θεοτόκου, το γεγονός της συναθροίσεως των Αποστόλων, το γεγονός της παρουσίας του Ιησού Χριστού με δόξα και λαμπρότητα, δορυφορούμενος από τους αγγέλους, είναι στοιχεία που συνθέτουν και την εικόνα της δευτέρας Παρουσίας του Χριστού. «’Όπου’ γαρ ‘το πτώμα’, Χριστός η αλήθεια έφησε τους αετούς συναχθήσεσθαι. Ει γαρ και περί της αυτού του ταύτα λέξαντος δευτέρας μεγάλης και επιφανούς παρουσίας και ουρανόθεν καταφοιτήσεως, η ρήσις ήδε προλέλεκται, αλλ’ ουκ ατόπως ωσπερ ηδύσματι του λόγου κανταύθα παραληφθήσεται[5][5]». Ο Χριστός, με την ανάστασή του, έγινε, κατά τον απόστολο Παύλο, «πρωτότοκος εκ των νεκρών». Η ανάσταση του ανθρώπινου γένους θα γίνει κατά τους έσχατους χρόνους, όταν ο Χριστός θα φανερωθεί και πάλιν. Ο θάνατος και η ανάσταση της Θεοτόκου είναι, με τα δεδομένα αυτά, θα λέγαμε, ενδιάμεσος ανάσταση της Θεοτόκου, και παρουσία του Χριστού, γιατί προηγείται της παγγενούς αναστάσεως και κρίσεως. Στα διάφορα κείμενα, στα οποία αναφερθήκαμε πριν, υπάρχουν ευχές και παρακλήσεις της Θεοτόκου για να μη κριθεί και να μη διέλθει από τη δοκιμασία του διαβόλου, πράγμα που μπορεί να θεωρηθεί ως η κρίση, όπως αυτή αναμένεται κατά τους έσχατους χρόνους.
Στο απόκρυφο κείμενο του Ιωάννη περί της Κοιμήσεως έχουμε και μία άλλη σημαντική όψη της θεολογίας της Εκκλησίας για τη θέση και το ρόλο που διαδραματίζει η Θεοτόκος μεταξύ του Υιού και Θεού της Ιησού Χριστού και των ανθρώπων. Πριν παραδώσει την αγία ψυχή της και εν είδη προσευχής παρακαλεί τον Χριστό ώστε: «πάντα άνθρωπον επικαλούμενον ή δεόμενον ή ονομάζοντα το όνομά της δούλης σου, χορήγησον αυτώ την βοήθειάν σου» (41). Δηλαδή η Παναγία Θεοτόκος αποδεικνύεται πρεσβευτής μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Πράγματι, η Θεοτόκος συνέχισε την παράκλησή της προς τον Χριστό: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο πάντα δυνάμενος εν ουρανώ και επί γης, ταύτην την παράκλησιν δυσωπώ το όνομά σου το άγιον˙ εν εκάστω καιρώ και τόπω όπου γίνεται η μνήμη του ονόματός μου, αγίασον τον τόπον εκείνον, και δόξασον τους δοξάζοντάς σε δια του εμού ονόματος, προσδεχόμενος των τοιούτων πάσαν προσφοράν και πάσαν ικεσίαν και πάσαν ευχήν» (42).
Δίκαια η Εκκλησία μας τιμά την Υπεραγία Θεοτόκο, ως τιμιωτέραν των Χερουβίμ και ενδοξοτέραν των Σεραφείμ, όχι ανωτέρα μόνο των ανθρώπων. Έτσι, και εμείς τιμούμε και εορτάζουμε την Κοίμηση της Θεοτόκου, γιατί η Κοίμηση και η Μετάστασή της στους ουρανούς, καθώς και η δόξα της από τον Θεό αποτελεί τη βεβαιότητα και της δικής μας εισόδου στη βασιλεία του Θεού με τις ευχές και πρεσβείες της Παναγίας Μητέρας του Ιησού Χριστού, που είναι και δική μας Μητέρα.
Η Θεοτόκος Μαρία έγινε Μητέρα του Ιησού Χριστού επειδή στη Μήτρα της δημιουργήθηκε με την έλευση και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, το σώμα, η ανθρώπινη φύση του Χριστού. Είναι, όμως, και δική μας Μητέρα, γιατί όταν κοινωνούμε το σώμα και το αίμα του Κυρίου γινόμαστε αδέλφια του Χριστού και άρα και παιδιά της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έτσι, και ως δική μας Μητέρα, πρεσβεύει για όλους εμάς που σεβόμεθα και επικαλούμεθα το άγιο όνομά της.
Ιερά Μητρόπολη
Κωνσταντίας – Αμμοχώστου
15 Αυγούστου 2008.
[1] Μεταξύ των κειμένων αυτών αναφέρουμε τα ακόλουθα: α) The Six Books Apocryphon (4th cent.) (pdf – ca. 2 MB), β) (Ps.-) John the Theologian, The Dormition of the Holy Theotokos, γ) (Ps.-) Melito of Sardis, The Passing of Blessed Mary, δ) (Ps.-) Joseph of Arimathea, The Passing of the Blessed Virgin Mary, ε) (Ps.-) Cyril of Jerusalem, Homily on the Dormition (κοπτικής προελεύσεως), στ) (Ps.-) Evodius of Rome, Homily on the Dormition, ζ) Theodosius of Alexandria, Homily on the Dormition, η) John of Damascus, three Homilies on the Dormition of the Virgin.
[2] Τα αρχικά αυτά κείμενα ονομάζονται στη θεολογική έρευνα ως “transitus Mariae”. Βλέπε: S. Jean Damascène. Hmélies sur la Nativité et la Dormition. Sources Chrétiennes 80. pp. 26-28.
[3] Ιωάννου Δαμασκηνού. Λόγος Δεύτερος. «Εις την ένδοξον Κοίμησιν της παναγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας» παρ. 8. Sources Chrétiennes 80, p. 144.
[4] Ιωάννου Δαμασκηνού. Λόγος Πρώτος. «Εγκώμιον εις την Κοίμησιν της πανυμνήτου και υπερενδόξου ευλογημένης δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας» παρ. 10. Sources Chrétiennes 80, p. 110.
[5] Ιωάννου Δαμασκηνού. Λόγος Δεύτερος. «Εις την ένδοξον Κοίμησιν της παναγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας» παρ. 6. Sources Chrétiennes 80, p. 138-140.http://www.imconstantias.org.cy/53.html
απόhttp://www.imconstantias.org.cy/
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο ευαγγελιστής Λουκάς “ιστορεί” την Παναγία
Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Αυγούστου, 2010
Γράφει ο π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης
α) Οι πληροφορίες των ιερών ευαγγελιστών για την Παναγία δεν είναι πολλές. Τις περισσότερες από αυτές διασώζει ο ευαγγελιστής Λουκάς. Είναι εκείνος που αναφέρει, εκτός από τη θεία Γέννηση, κι άλλες στιγμές για το βίο της μητέρας του Κυρίου. Λουκάς ο ιατρός, και σύμφωνα με την παράδοση αγιογράφος, “ιστόρησε”, περιέγραψε το πρόσωπο της Παναγίας και σε αυτόν αποδίδονται ορισμένες θαυματουργές εικόνες. Στη σημερινή μεγάλη γιορτή της Ορθοδοξίας, το Πάσχα του καλοκαιριού, διαβάζονται στην Εκκλησία περικοπές από το ευαγγέλιό του, τόσο στον όρθρο (Λουκ. 1,39-49, 56) όσο και στη θεία Λειτουργία (Λουκ. 10, 38-42 και 11, 27-28).
β) Στο ορθρινό ευαγγέλιο περιγράφεται η επίσκεψη της Μαριάμ στην Ελισάβετ, μητέρα του τιμίου Προδρόμου. ΄Οταν οι δυο γυναίκες αντάλλαξαν το συνηθισμένο ασπασμό, “εσκίρτησε το βρέφος εν αγαλλιάσει εν τη κοιλία αυτής”. Ο Πρόδρομος από τα σπλάχνα της μητέρας του αναγνώρισε τον καρπό της κοιλίας της Παρθένου! Πλήρης Πνεύματος Αγίου η Ελισάβετ φώναξε δυνατά: Είσαι ευλογημένη από τον Θεό περισσότερο από όλες τις γυναίκες. Ευλογημένο και το παιδί που έχεις στα σπλάχνα σου. Χαρά σε σένα που πίστεψες, ότι θα εκπληρωθούν τα λόγια του ευαγγελισμού.
γ) Τότε η Μαριάμ είπε: “Η ψυχή μου δοξάζει τον Κύριο, και το πνεύμα μου νιώθει αγαλλίαση για το Θεό, το σωτήρα μου, γιατί έδειξε την ευμένειά του στην ταπεινή του δούλη. Από τώρα θα με καλοτυχίζουν όλες οι γενεές, γιατί ο δυνατός Θεός έκανε σε μένα θαυμαστά έργα”. Και πράγματι εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια οι γενεές των ανθρώπων μακαρίζουν την Παρθένο Μαρία, την μητέρα του ενανθρωπήσαντος Λόγου και μητέρα όλου του κόσμου. Κτίζουν προς τιμήν της περίλαμπρα μοναστήρια, μεγάλους ναούς και ταπεινά εξωκλήσια, εκφωνούν θεσπέσιους λόγους, συνθέτουν ύμνους, ποιήματα και μελωδίες ιερές, αγιογραφούν εικόνες και αναδεικνύουν μεγάλα προσκυνήματα.
δ) Στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της θείας Λειτουργίας αναφέρεται η επίσκεψη του Χριστού στο σπίτι των αδελφών Μάρθας και Μαρίας. Η Μαρία κάθισε “παρά τους πόδας” του Ιησού και άκουγε τη διδαχή του. Η Μάρθα που έτρεχε συνεχώς για να διακονήσει τους υψηλούς επισκέπτες, πήγε στον Ιησού και του είπε: “ Κύριε δε νοιάζεσαι που η αδελφή μου με άφησε μόνη να σε περιποιούμαι; Πες της να με βοηθήσει”. Κι ο Ιησούς της αποκρίθηκε: “Μάρθα, Μάρθα, ασχολείσαι κι αγωνιάς για τόσα πολλά πράγματα, ενώ ένα μόνο χρειάζεται. Αυτό διάλεξε και η Μαρία”.
ε) Στο τέλος του ευαγγελίου επισυνάπτονται τα λόγια κάποιας γυναίκας, η οποία ακούγοντας τη διδασκαλία του Κυρίου για τα δαιμονικά πνεύματα, φώναξε δυνατά μέσα από το πλήθος: “ Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας” (Λουκ.11,27). Η απλή αυτή γυναίκα μακάρισε τη Μάνα που Τον κυοφόρησε και Τον γαλούχησε. Ο Κύριος όμως, υπερβαίνοντας τη σχέση υιότητας που τον συνέδεε με τη Μητέρα του, απάντησε: “Μακάριοι είναι όσοι ακούνε και εφαρμόζουν το λόγο του Θεού”. Όσοι τον έχουν ως πολύτιμο θησαυρό στην καρδιά τους, ως απλανή οδηγό στη ζωή τους. Και σε άλλη περίπτωση, όταν οι μαθητές τον ειδοποίησαν, ότι τον αναζητούν η μητέρα και οι αδελφοί του Εκείνος έδωσε παραπλήσια απάντηση: “Μητέρα μου και αδελφοί μου είναι αυτοί εδώ που ακούνε το λόγο του Θεού και τον εφαρμόζουν” (Λουκ. 8,21).
στ) Αλλά και η Παναγία στην τήρηση των λόγων του Κυρίου παραπέμπει και εκείνον υποδεικνύει ως Σωτήρα του κόσμου. Είναι χαρακτηριστική η φράση της προς τους υπηρέτες στο γάμο της Κανά: “ότι σας πει, να το κάνετε” (Ιωάν. 2, 5), αλλά και η κίνησή της στη βυζαντινή εικόνα, που δείχνει με το δεξί χέρι τον Υιό της. Οπότε, η τήρηση του εντολών του Κυρίου αποτελεί μέγιστη τιμή προς το πρόσωπό της. Κι αυτό αποτελεί κομβικό σημείο της σημερινής γιορτής αλλά και κάθε θεομητορικής γιορτής. Διότι μπορεί εθιμικά να εορτάζουμε ως ορθόδοξοι την εορτή της Παναγίας και να ταξιδεύουμε μέχρι τον μακρινό Πόντο την ημέρα της κοίμησής της, αλλά η ζωή μας να είναι ασύμβατη με τα ευαγγελικά λόγια.
ζ) Αν πράγματι θέλουμε να τιμήσουμε την Κυρία Θεοτόκο και μεγάλη Μάνα του λαού μας δεν έχουμε παρά να ακολουθήσουμε τη διδαχή και το παράδειγμα του Υιού της. Να εμπνευσθούμε από τα ζωογόνα μηνύματα της ανιδιοτελούς αγάπης, της ζωντανής ελπίδας, της χριστιανικής δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης και της θυσίας για τον αδελφό, αλλά και της τιμής προς κάθε άνθρωπο. Τότε η κοινωνία δε θα διολισθαίνει σε πνευματική παρακμή, απανθρωπισμό, αναίδεια, αλαζονεία, έχθρα και κάθε μορφής αδικία. Αλλά θα γίνεται κοινωνία ανθρωπινότερη, δικαιότερη, αγιότερη. Κοινωνία που θα σέβεται το πρόσωπο του Κυρίου, της Παναγίας και συνεκδοχικά τα πρόσωπα όλων των ανθρώπων.
Από:http://www.makthes.gr/news/opinions/59703/
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η ιστορία της Μονής της Παναγίας Σουμελά από το Βυζάντιο μέχρι σήμερα
Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Αυγούστου, 2010
Τη Λειτουργία του Δεκαπενταύγουστου στην ιστορική Μονή της Παναγίας Σουμελά θα τελέσει ύστερα από 88 χρόνια ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίος. Το μοναστήρι – κτισμένο σε μια απόκρημνη πλαγιά του όρους Μελά- συνδέθηκε με τις πιο ένδοξες στιγμές του Βυζαντίου, με την εικόνα που ο θρύλος αποδίδει την ιστόρησή της στον ευαγγελιστή Λουκά. Ηταν και παραμένει σύμβολο λατρείας του ποντιακού Ελληνισμού. «ΤΑ ΝΕΑ» παρουσιάζουν την ιστορία της ιστορικής Μονής.
Η ΠΡΩΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1922
Η ανακοίνωση έγινε πριν από λίγες εβδομάδες, τον περασμένο Ιούνιο. Ο τούρκος υπουργός Πολιτισμού Ερτουγρούλ Γκιουνάι χορήγησε στο Φανάρι άδεια να μπορεί κάθε χρόνο να τελεί την ορθόδοξη θρησκευτική τελετή του Δεκαπενταύγουστου στη Μονή της Παναγίας Σουμελά, στην Τραπεζούντα.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, ο οποίος ήδη έχει εγκαινιάσει την επαναλειτουργία χριστιανικών εκκλησιών στην Καππαδοκία, διεκδικούσε πολύ καιρό τη δυνατότητα να τελεστεί λειτουργία στο ιστορικό μοναστήρι, το οποίο, μετά την ανταλλαγή πληθυσμών το 1923, αν και έπαψε να είναι κύτταρο της λατρευτικής ζωής της ορθοδοξίας στην περιοχή, συνέχισε να συμβολίζει τις παραδόσεις των Ποντίων Ελλήνων που αναγκάστηκαν να πάρουν τον δρόμο της προσφυγιάς. Θα είναι η πρώτη φορά που ο Οικουμενικός Πατριάρχης θα προεξάρχει θρησκευτικής τελετής στη Σουμελά.
Η προοπτική να επαναλειτουργήσει η Παναγία Σουμελά έπειτα από 88 χρόνια έχει γεμίσει ενθουσιασμό το Πατριαρχείο, έστω κι αν η απόφαση οφείλεται σε σκοπιμότητες του τουρκικού κράτους (το γεγονός αφενός θα άρει τις όποιες αντιρρήσεις έχει ο δυτικός κόσμος για το αν η Τουρκία ευνοεί τις θρησκευτικές ελευθερίες, αφετέρου θα ενισχύσει το ρεύμα του θρησκευτικού τουρισμού στην ενδοχώρα, όπου υπάρχουν πολλά προσκυνήματα της Ορθόδοξίας).
Εξίσου ενθουσιώδεις είναι και οι Πόντιοι, που έχουν στενές σχέσεις με τις πατρογονικές εστίες, οι οποίοι ήδη έχουν αρχίσει να μεταβαίνουν στην περιοχή για να μετάσχουν στην τελετή που θεωρούν ιστορική. Εκτιμήσεις φέρουν τους επισκέπτες να ξεπερνούν τους 20.000. Ηδη η κίνηση στην Τραπεζούντα, την πιο κοντινή πόλη στη Μονή της Παναγίας Σουμελά, αλλά και στις γειτονικές Σαμψούντα και Ορντού, είναι αυξημένη. Π άντως, το Φανάρι κρατά χαμηλούς τόνους και συστήνει ηρεμία και σεβασμό στους κανόνες της φιλοξενίας. Σε παρόμοιες τελετές υπάρχει πάντοτε ο φόβος ακραίες πολιτικές δυνάμεις να προσπαθήσουν να προσεταιρισθούν ίδια οφέλη στο όνομα εθνικιστικών παθών με κίνδυνο να αμαυρωθεί η ατμόσφαιρα κατάνυξης που προϋποθέτουν οι θρησκευτικές γιορτές.
Ο νομάρχης της Τραπεζούντας, Ρετζέπ Κιχζιλτζίκ, από την πλευρά του, τόνισε ότι οι αρχές θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια για την ασφαλή παραμονή των ορθόδοξων προσκυνητών στην Τουρκία. Μάλιστα, παρά τη νομοθεσία που απαγορεύει την εκτός ναών κυκλοφορία ιερέων όλων των θρησκειών με ιερατική στολή (εκτός των αρχηγών τους), οι ορθόδοξοι ιερείς που θα φτάσουν στην Τραπεζούντα για τη Θεία Λειτουργία θα μπορέσουν να μείνουν με τις στολές τους καθ΄ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Καθώς το προσκύνημα συμπίπτει φέτος με το Ραμαζάνι, οι τουρκικές αρχές εξέφρασαν την ελπίδα ότι θα επιδειχθεί κατανόηση από την πλευρά των ορθόδοξων προσκυνητών και ζήτησαν να αποφύγουν τη λήψη τροφής ενώπιον κοινού, αλλά και τη χρήση εθνικιστικών συνθημάτων.
Αν και το Φανάρι κρατά χαμηλούς τόνους, η παρουσία του στην Παναγία Σουμελά είναι μεγίστης σημασίας για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την Ορθοδοξία και τον Ποντιακό Ελληνισμό
ΠΗΓΕΣ
Πληροφορίες αντλήθηκαν από πολλές πηγές. Οι σημαντικότερες: Μαριάννας Κορομηλά (κείμενα), Λίζας Εβερτ, Ντόρας Μηναΐδη, Μαρίας Φακίδη, «Πόντος- Ανατολία, φωτογραφικό οδοιπορικό», Εκδ. Λούση Μπρατσιώτη, Αθήνα 1989 Στέφανος Π. Τανιμανίδης, «Σουμελά. Η πρόσφυξ Ποντία Παναγιά»,2 τόμοι, Εκδ. Μαλλιάρης- Παιδεία, Θεσσαλονίκη 2009. «ΤΑ ΝΕΑ» ευχαριστούν την Πανελλήνια Ενωση Ποντιακών Σωματείων για τη βοήθειά της καθώς και τον καθηγητή Γιώργο Κατσάγγελο για την παραχώρηση των φωτογραφιών
Τα μυστικά του Πόντου
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η συγγραφέας Μαριάννα Κορομηλά ταξίδεψε στον Πόντο και στην Ανατολία καταγράφοντας την ταξιδιωτική εμπειρία της από τόπους συνυφασμένους με την πορεία του Ελληνισμού. Η καταγραφή της τεκμηριώθηκε φωτογραφικά από τρεις φωτογράφους, τη Λίζα Εβερτ, την Ντόρα Μηναΐδη και τη Μαρία Φακίδη, που επί πολλά χρόνια ταύτισαν τη δουλειά τους με την καταγραφή τόπων, στους οποίους έχει αφήσει έντονα τα ίχνη της η παρουσία ελληνικών πληθυσμών. Κείμενο και φωτογραφίες τυπώθηκαν σε ένα βιβλίο με τίτλο «Πόντος- Ανατολία», που κυκλοφόρησε το 1989 από τις Εκδόσεις Λούσης Μπρατζιώτη. Από εκείνη την καταγραφή φιλοξενούμε εκτεταμένα αποσπάσματα.
Aκολουθώντας τον κεντρικό δρόμο μέσα από το φαράγγι του ποταμού Πυξίτη, αφήσαμε 31 χιλιόμετρα πίσω μας την παραθαλάσσια Τραπεζούντα, περάσαμε από το βυζαντινό κεφαλοχώρι Δικαίσιμο κι ακολουθούμε τώρα τον ανατολικό παράδρομο που οδηγεί στη Μονή Σουμελά.
Τέσσερις ώρες χρειάζονταν οι προσκυνητές τα παλιά χρόνια για να καλύψουν τα 17 χιλιόμετρα από το Δικαίσιμο ώς τα πόδια του μοναστηριακού λόφου. Τέσσερις ώρες μέσα στα καταπληκτικά δάση που κρύβουν τον ουρανό και κρατούν το πούσι χαμηλά, ανάμεσα στη βρεγμένη γη, τις φτέρες και τα πυκνόφυλλα κλαδιά τους. Ακούς τα τρεχούμενα νερά γύρω, μα δεν τα βλέπεις. Περνάς τα φαράγγια που συγκλίνουν πάνω από το κεφάλι σου, μέσα στην αραιή ομίχλη.
Ανηφορίζουμε διασχίζοντας τις εκτάσεις που ανήκαν στο μοναστικό κράτος της Σουμελά, το «αυτοδέσποτον και αυτεξούσιον» καθώς το χαρακτηρίζουν οι Μεγαλοκομνηνοί στα πέντε χρυσόβουλλα που εξέδωσαν υπέρ της Μονής και το επιβεβαιώνουν τα σιγίλλια, με τα οποία ανανέωναν οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως τα προνόμιά της σε όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Τα πέντε-έξι υποστατικά, που βρίσκονται πάνω στο δρόμο, ήταν όλα εξαρτήματά της. Αποθήκες, μετόχια, εργαστήρια, υδρόμυλοι. Το «χωρίον» Δουβερά, το Κουσπίδιον, ο Άγιος Ιωάννης, όλα ανήκαν στο πελώριο κτήμα. Στα τέλη ακόμα του περασμένου αιώνα, η Μονή έλεγχε 15 οικισμούς στην περιοχή και όλα τα χωριά της Σάντας με τους 7.000 κατοίκους τους. (…)
Είναι σωστό να χρονολογήσουμε την ίδρυση της πολιτείας των ασκητών γύρω στο 1000, όταν πια και οι τελευταίοι Αραβες είχαν εγκαταλείψει το αρμενικό και το μικρασιατικό οροπέδιο κι ο ορεινός Πόντος δεν κινδύνευε από ληστρικές επιδρομές. Οι πόλεμοι είχαν σταματήσει και ο τόπος ηρέμησε για λίγο. (…)
Ενα χρυσόβουλλο έγγραφο που εξέδωσε ο Ιωάννης Β΄ (1280-1297) είναι η αρχαιότερη γραπτή μαρτυρία για τη Μονή. Εκεί περιγράφονται, με κάθε λεπτομέρεια, τα κτήματα και τα χωριά που της παραχωρεί κι αναφέρονται ονομαστικά οι σαράντα αρχηγοί των οικογενειών που θα δουλεύουν ως πάροικοι στα κτήματά της και θα φρουρούν τα περάσματα. (…) Το προνομιακό καθεστώς, τη μεγάλη περιουσία, την απαλλαγή από τους φόρους και την υπαγωγή της Μονής στη «βασιλική αυθεντία» διατήρησαν με σεβασμό και οι οθωμανοί κατακτητές μετά το 1461. Πέρα από τα πολιτικά κίνητρα αυτής της έγνοιας που είχε αποκτήσει, η Παναγία η Σουμελιώτισσα άγγιζε κάθε θεοφοβούμενο. (…)
Γύρω από τον τραπεζόσχημο λόφο
Το συγκρότημα των Ποντικών Αλπεων (Κara Deniz Daglari) καταλαμβάνει ολόκληρο τον Ανατολικό Πόντο, αναπτύσσεται παράλληλα στη θάλασσα και εκτείνεται σε μήκος 550 χιλιομέτρων. Αυτές οι δασοσκεπείς πλαγιές ανεβαίνουν απότομα ώς τις ψηλότερες βορινές κορυφές που φτάνουν στα 2.510, τα 3.063, τα 3.937 μέτρα. Εδώ σταματούνε και τα σύννεφα που έρχονται από τη θάλασσα. Οι νότιες πλαγιές των Αλπεων, αυτές που αντικρύζουν το αρμενικό οροπέδιο, είναι γυμνές.
Ο ποταμός Πυξίτης (Ρiskala Dere), ένας από τους δεκάδες ποταμούς που μαζεύουν τα νερά της βροχής, τα λειωμένα χιόνια και τους πάγους, κατεβαίνει προς τη θάλασσα χαρακώνοντας κάθετα το εντυπωσιακότατο βουνό, το οποίο οι αρχαίοι ονόμαζαν Παρυάδρη. Πάνω από τα 2.000 μέτρα ο χειμώνας διαρκεί οκτώ- εννιά μήνες.
Το καλοκαίρι όμως το φρεσκότατο παχύ χορτάρι καταυγάζει δροσιά. Λαμποκοπά το ζωηρό πράσινο χρώμα του και αντανακλά τη διαύγεια του καθάριου πρωινού ουρανού. Η καταιγίδα φτάνει αργά, λίγο μετά το μεσημέρι.
Η βλάστηση
Κάτω από τα θερινά βοσκοτόπια, από τα 2.000 ώς τα 1.200 μέτρα, τα πυκνά ελατοδάση και η μαύρη πεύκη κρύβουν τον ουρανό κι εμποδίζουν το φως να φτάσει μέχρι τις φτέρες που σκεπάζουν την υγρή γη. (…) Κάτω από τα 1.200 μέτρα, τα κωνοφόρα παραχωρούν τη θέση τους στα πλατύφυλλα και στα οπωροφόρα.
Κρανιές, βαλανιδιές και δρυοδάση, καρπίνοι, κλήθρες, πλατάνια και άγριες βερικοκιές, φτελιές, σφεντάμια, κερασιές και καστανιές, καρυδιές και φουντουκιές φτάνουν ώς το κύμα.
Εδώ, δυτικά των εκβολών του Πυξίτη, ένας επιμήκης λόφος ξεχωρίζει από τα γύρω πρόβουνα και κατεβαίνει ώς τη θάλασσα σχηματίζοντας τρεις τραπεζοειδείς ταράτσες. Δύο χείμαρροι, που έρχονται από το βουνό, ακολουθούν τις μακριές πλευρές του λόφου και χύνονται στη θάλασσα. Ετσι δημιουργούνται δύο βαθιές χαράδρες που αποτελούν τη φυσική οχύρωση του στενόμακρου υψώματος. Πίσω, το βουνό είναι απροσπέλαστο. Μπροστά, ανοίγεται η σκοτεινή θάλασσα.
Αυτόν τον γερά οχυρωμένο τραπεζόσχημο λόφο διάλεξαν οι Σινωπείς για να χτίσουν τη νέα τους αποικία στον Ανατολικό Πόντο, τον 7ο π.Χ. αιώνα.
Στ΄ ανατολικά, ένας πολύ χαμηλότερος λόφος προβάλλει στη θάλασσα και προστατεύει από τους δυτικούς ανέμους τον όρμο του Δαφνούντα.
Εδώ συγκέντρωναν κι από δω φόρτωναν οι Σινωπείς τις πρώτες ύλες που έστελναν στο Αιγαίο. Μεταλλεύματα και ξυλεία. (…)
Η απομόνωση
Aν ο κάθε τόπος κρύβει ένα μυστικό για την κατανόηση της σημασίας του μέσα στο χρόνο, τότε η γεωπολιτική απομόνωση του Πόντου, σε συνδυασμό με τη στρατηγική του θέση, είναι ο μόνος ασφαλής δρόμος για τη γνωριμία του χώρου και της ιστορίας του.
Οι δυσμενείς όμως γεωφυσικές συνθήκες, που αποκόβουν αυτό το κομμάτι της βορινής Μικράς Ασίας από την άμεση και την ευρύτερη περιφέρειά του, καταργούν την ύψιστη στρατηγική του σημασία και αναιρούν το παραπάνω αξίωμα. (…)
Το κλειδί για την αποκάλυψη του μυστικού που βαστά αυτός ο χώρος είναι η δυναμική παρέμβαση των Ελλήνων στη γεωγραφική πραγματικότητα, ο διαρκής αγώνας για την τιθάσευση των στοιχείων της φύσης, ο ανεξάντλητος πλούτος της ψυχής τους που αντιτάχθηκε στο μοιραίο και ανέτρεψε τα αναπόφευκτα ιστορικά δεδομένα κυριαρχώντας, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά, στην ιστορία ενός τόπου που βρίσκεται πέρα από τα φυσικά όρια της ελληνικής ακτίνας επιρροής. (…)
Ανατολικός Πόντος ονομάζεται η ορεινότατη περιοχή ανατολικά της αρχαίας Αμισού (Samsun) και της πεδιάδας που σχηματίζουν οι ποταμοί Αλυς (Κizil Ιrmak) και Ιρις (Υesil Ιrmak) ώς τα σύνορα της Τουρκίας με τη Γεωργία.
Τα κειμήλια και οι αρχαιοκάπηλοι
Βρισκόμαστε στον προστατευμένο εθνικό δρυμό Μaryemana, που φυλάσσεται από τη δασική υπηρεσία της Τουρκίας. Ο πρώτος φύλακας αρχαιοτήτων τοποθετήθηκε εδώ το 1972, όταν η καταστροφή είχε πια ολοκληρωθεί.
Ανηφορίζουμε τώρα τον σκληρό δρόμο της εθνικής αυτογνωσίας. Είναι νωρίς το πρωί μιας καλοκαιρινής μέρας. Στάζουν δροσιά τα δέντρα, γλιστρούν τα φύλλα στο δασικό μονοπάτι, η βοή του ποταμού Παναγία που τρέχει στο βάθος του φαραγγιού κι αντιλαλεί, όσο ανεβαίνεις, είναι ο μοναδικός ήχος που σε συνδέει με το παρελθόν… Φεβρουάριος του 1923. Οι τελευταίοι μοναχοί εγκαταλείπουν μέσα στη νύχτα το μοναστήρι και φεύγουν για να σωθούν στην Τραπεζούντα. Ο ιερός χώρος έγινε το κρησφύγετο των λαθρεμπόρων. Η πυρκαγιά του 1930 αποτελείωσε το ιερόσυλο έργο των αρχαιοκαπήλων και των τυμβωρύχων.
Ψιλοβρέχει. Πάνω από το κεφάλι μας κρέμεται ο τετραώροφος ξενώνας της Μονής… «Θλίψις γαρ έχει με, σκέπην ου κέκτημαι, ουδέ πού προσφύγω ο άθλιος, πάντοθεν πολεμούμενος». Εξήντα τέσσερα σκαλιά στον γκρεμό οδηγούν στην είσοδο. Από δω φαίνεται ολόκληρος ο εσωτερικός χώρος. Αυτό το ξεπατωμένο ερείπιο υπήρξε το θρησκευτικό και πνευματικό κέντρο όλων των ορθοδόξων της Μαύρης Θάλασσας, ελληνοφώνων και μη. Από δω έφευγαν οι ιεραπόστολοι για τον Καύκασο και τη Ρωσία κι εδώ κατέφθαναν τα πλούσια δοσίματα των ηγεμόνων της Ουγγροβλαχίας. Εδώ αναβίωσε η βυζαντινή λαμπρότητα, όταν επαναλειτούργησαν τα μεταλλεία της Αργυρουπόλεως, κι εδώ δούλευαν οι πόντιοι αγιογράφοι του 18ου αιώνα. Ο Σάββας από την Οινόη, ο ιεροδιάκονος Ιερόθεος. Από δω έφυγαν οι 67 χειρόγραφοι κώδικες και τα 150 βιβλία που βρίσκονται στο Μουσείο της Αγκυρας. Κι εδώ ξαναγύρισε το 1930 ο καλόγερος Αμβρόσιος ο Σουμελιώτης για να ανοίξει την κρύπτη στο μετόχι της Αγίας Βαρβάρας και να πάρει, με την άδεια του πρωθυπουργού Ισμέτ Ινονού, τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, το Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου και τον Σταυρό με το Τίμιο Ξύλο να τα πάει πίσω στους πρόσφυγες στη Μακεδονία. Γιατί… «παραμυθίαν ουκ έχω πλην σου, Δέσποινα του κόσμου» και η ξενιτιά είναι καημός πολύ μεγάλος.
Τον καιρό των Βυζαντινών
Η μεταφορά της ρωμαϊκής πρωτεύουσας, από τις όχθες του Τίβερη στην έξοδο της Μαύρης Θάλασσας, άλλαξε την πορεία της ιστορίας ολόκληρης της Αυτοκρατορίας, έδωσε νέα ώθηση στον Ελληνισμό της Ανατολής και ευνόησε ιδιαίτερα τις παλαιές ελληνικές αποικίες στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας. (…)
Με την ίδρυση της Επισκοπής Τραπεζούντος τον 5ο αιώνα, την ανέγερση εκκλησιών, την ανοικοδόμηση των τειχών και τα απαραίτητα έργα υποδομής που έγιναν για τον στρατωνισμό της 1ης Ποντικής Λεγεώνος, η πρωτοχριστιανική Τραπεζούντα αναδιοργανώθηκε και το λιμάνι του Δαφνούντα ξαναζωντάνεψε. (…) Σ΄ αυτόν τον νευραλγικό δρόμο κατέληγε ο μεγάλος δρόμος της Ανατολής κι από δω έφευγαν τα καράβια για την Κωνσταντινούπολη. (…)
Πλούτος, ζωηρή κίνηση και αύξηση του πληθυσμού είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την Τραπεζούντα στις αρχές του 6ου αιώνα, όταν ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός χρηματοδότησε την κατασκευή του μεγάλου υδραγωγείου του Αγίου Ευγενίου. Η επιδείνωση όμως των τεταμένων σχέσεων με το Σασσανιδικό Βασίλειο των Περσών, οι συνεχείς παραβιάσεις της ειρήνης, τα μεθοριακά επεισόδια, οι λεηλασίες και το συχνό κλείσιμο των συνόρων είχαν δημιουργήσει τεράστια προβλήματα.
Το εκτεταμένο αρμενικό οροπέδιο είχε μετατραπεί σε θέατρο μόνιμου πολέμου. Οι Πέρσες βέβαια ποτέ δεν τόλμησαν να μπούνε στα βουνά για να φτάσουν στην Τραπεζούντα. Αλλά ο δρόμος που έφερνε το μετάξι από την Ανατολή έπαψε να λειτουργεί. (…) Η Τραπεζούντα έχασε την εμπορική σημασία της. Διατήρησε όμως τον έλεγχο του ορεινού δρόμου που οδηγούσε στα περσοκρατούμενα εδάφη.
Η καλλίστη των πόλεων
Τραπεζούς η πόλις, εν τη εώα πασών αρίστη, που σημαίνει η καλύτερη της Ανατολής. Αυτός είναι ο χαρακτηρισμός της Τραπεζούντας (τουρκικά, Τrapzon) τα χρόνια της μεγάλης εμπορικής και οικονομικής της ακμής στη βυζαντινή εποχή. Σήμερα, η πόλη, που βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της Τουρκίας και ακόμα θεωρείται σημαντικό λιμάνι στη Μαύρη Θάλασσα, αριθμεί περί τους 250.000 κατοίκους. Η ιστορική Μονή της Παναγίας Σουμελά βρίσκεται σε απόσταση 36 χιλιομέτρων.
Αποικία της Σινώπης από τον 7ο αι. π.Χ., σταυροδρόμι εμπορικών δρόμων διά ξηράς και θαλάσσης, πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας της Νικαίας μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους Σταυροφόρους, ορμητήριο των στρατευμάτων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, κέντρο διοικητικής περιφέρειας, μεγάλο αστικό και πολιτιστικό κέντρο του Ελληνισμού του Πόντου ώς τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών που ακολούθησε, η Τραπεζούντα με τη διαχρονική ακμή της γέννησε πολλούς θρύλους με πρωταγωνιστές ένδοξους αυτοκράτορες, λόγιους και σοφούς, ήρωες που πολέμησαν σαν λιοντάρια, αγίους και μάρτυρες.
Η Τραπεζούντα αναδείχθηκε σε σημαντικό οικονομικό και εμπορικό κέντρο λόγω κυρίως της γεωγραφικής της θέσης, με σημαντική αρχιτεκτονική και λαμπρό πολιτισμό. Η έρευνα μαρτυρά μια πόλη περιτειχισμένη και ισχυρή, έτοιμη να απαντήσει σε κάθε είδους εξωτερική απειλή, ο πολεοδομικός ιστός την εσωτερική οργάνωση της κοινωνίας, ενώ τα μνημεία της, έργα υψηλής αισθητικής και προϊόντα γόνιμης συνομιλίας διαφορετικών καλλιτεχνικών παραδόσεων, δικαιολογούν τον τίτλο «η καλλίστη των πόλεων» που της δόθηκε ήδη τον 11ο αιώνα από τον Πατριάρχη Ιωάννη Η΄ Ξιφιλίνο.
Αποικία της Σινώπης από τον 7ο αι. π.Χ., σταυροδρόμι εμπορικών δρόμων, πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας της Νικαίας, μεγάλο αστικό και πολιτιστικό κέντρο του Ελληνισμού
Δεκαέξι αιώνες στην «αγκαλιά» του όρους Μελά
Της Φωτεινής Στεφανοπούλου Φωτογραφίες Γιώργος Κατσάγγελος, καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ
Η θαυμαστή ιστορία της Μονής της Παναγίας Σουμελά, στην περιοχή της Τραπεζούντας, στον Πόντο, είναι θεμελιωμένη σε ακατάλυτους θρύλους και σε βαθιά πίστη. Η Μονή έζησε αιώνες δόξας αλλά από το 1922, απαγορευόταν να γίνουν θρησκευτικές τελετές. Η συνθήκη αυτή αλλάζει 88 χρόνια μετά. Δεκαέξι αιώνες το πασίγνωστο χριστιανικό ορθόδοξο Μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, κοντά στην Τραπεζούντα, είναι το σύμβολο του Ποντιακού Ελληνισμού. Αλλά πώς δημιουργήθηκε ο θρύλος της Σουμελά.
Πώς ιδρύθηκε, πώς αναπτύχθηκε και πώς έφτασε να αποτελεί σύμβολο των ορθοδόξων χριστιανών που κατάγονται ή ζουν στον Πόντο; Οι απαντήσεις, στις γραμμές που ακολουθούν.
H δημιουργία του ναού της Παναγίας της Σουμελά χάνεται στα βάθη του χρόνουκαι του μύθου. Σύμφωνα με μια διαδεδομένη παράδοση, το 386, οι μοναχοί Βαρνάβας και Σωφρόνιος, που κατάγονταν από την Αθήνα, έψαχναν τόπο για να ιδρύσουν τη μοναχική τους σκήτη. Ξεκίνησαν από την Αθήνα, πέρασαν από τα Μετέωρα, έφτασαν στη Χαλκιδική και, από τη Χερσόνησο του Αθω, ένας άγνωστος τούς πήρε με το καράβι του ώς τη Μαρώνεια. Εφτασαν πεζοπορώντας στην Κωνσταντινούπολη και, στη συνέχεια, ύστερα από περιπετειώδη, πολυήμερη πεζοπορία, έφτασαν στην Τραπεζούντα.
Εκεί είδαν σε όραμα την Παναγία, που τους είπε ότι προπορεύεται «στο όρος Μελά» και τους ζήτησε να την ακολουθήσουν. Πιστοί, συνέχισαν την πεζοπορία.
Ένα δειλινό, οι δύο πεζοπόροι έφτασαν στο χωριό Κουσπιδή, όπου τους φιλοξένησε στο σπίτι του κάποιος χωρικός. Η οικοδέσποινα τους σερβίρισε δείπνο με ψάρια και ψωμί. Οταν οι μοναχοί άκουσαν ότι τα ψάρια ήταν από τον ποταμό Πυξίτη που κατεβαίνει από το όρος Μελά, δεν έκρυψαν τη χαρά τους. Το όρος Μελά ήταν ο προορισμός που τους είχε φανερωθεί στο όραμα. Τώρα πια είχαν βάσιμες ελπίδες ότι πλησίαζε το τέλος της διαδρομής, που επανασχεδιάστηκε με… πυξίδα τον Πυξίτη ποταμό.
Υψόμετρο 1.063
Ο πόθος να φτάσουν ως την κορυφή εξουδετέρωνε την κοπιαστική πορεία. Την επόμενη μέρα, οι κατάκοποι μοναχοί ξύπνησαν σε υψόμετρο 1.063 από το κελάηδημα των πουλιών και έκθαμβοι αντίκρυσαν μια ψηλή κορυφή και γύρω της να πετούν χελιδόνια, που φώλιαζαν στο χείλος μιας σπηλιάς. Σε εκείνη τη σπηλιά, ο Βαρνάβας και ο Σωφρόνιος βρήκαν την εικόνα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας που εθεωρείτο ότι την είχε φιλοτεχνήσει ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Σύμφωνα πάντα με την ίδια παράδοση, η εικόνα είχε μεταφερθεί από αγγέλους.
Οι μοναχοί Βαρνάβας και Σωφρόνιος έκτισαν με τη συμπαράσταση της γειτονικής Μονής Βαζελώνα κελί και στη συνέχεια σκαλιστή μέσα στο βουνό την εκκλησία της Παναγίας Σουμελά (Εις του Μελά- στου ΜελάΣουμελά). Το σοβαρό πρόβλημα της ύδρευσης του μοναστηριού λύθηκε, επίσης σύμφωνα με την παράδοση, κατά θαυματουργό τρόπο. Και οι σημερινοί ακόμη προσκυνητές μπορούν να δουν το νερό να αναβλύζει από έναν γρανιτένιο βράχο.
Το νερό αυτό θεωρείται αγιασμένο, πιστεύεται ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες κι η δοξασία αυτή είναι διαδεδομένη όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους μουσουλμάνους, που ακόμη συνεχίζουν να το επισκέπτονται παρακαλώντας για το θαύμα της Παναγίας.
Η εικόνα διασώθηκε μέσα σε μια κρύπτη
H Μικρασιατική Καταστροφή και η ήττα, ο διωγμός και η προσφυγιά ήταν η μοίρα και της Μονής της Παναγίας Σουμελά, το 1922. Οι Τούρκοι με συστηματική έφοδο κατέστρεψαν, τότε, ολοσχερώς το μοναστήρι. Αφού πρώτα λήστεψαν όλα τα πολύτιμα αντικείμενα της μονής, στη συνέχεια πυρπόλησαν τις εγκαταστάσεις της. Οι μοναχοί αναγκάστηκαν να φύγουν. Το μόνο που πρόλαβαν ήταν να φτιάξουν κρυψώνα μέσα στο παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας για να τοποθετήσουν, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ασφάλεια, την εικόνα της Παναγίας, το ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου και τον σταυρό του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Μανουήλ Κομνηνού- τα μεγαλύτερα σύμβολα εκ των κειμηλίων της μονής.
Χρειάστηκε να περάσουν μερικά χρόνια και, κυρίως, υπό τις ηγεσίες Ελευθερίου Βενιζέλου και Ισμέτ Ινονού, να επιχειρηθεί η ελληνοτουρκική προσέγγιση του 1930. Ο τούρκος πρωθυπουργός, ο οποίος είχε επισκεφθεί την Αθήνα προκειμένου να επιβεβαιωθεί η αλλαγή στις σχέσεις των δύο χωρών, δέχθηκε να μεταβεί στον Πόντο ελληνική αντιπροσωπεία προκειμένου να παραλάβει τα κρυμμένα σύμβολα της μονής. Αποφασίστηκε επικεφαλής της αποστολής να τεθεί ο Αμβρόσιος Σουμελιώτης, προϊστάμενος στην εκκλησία του Αγίου Θεράποντα της Τούμπας στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος είχε πληροφορηθεί από μοναχό που είχε καταφύγει στη Θεσσαλονίκη πώς θα προσπελάσει την κρύπτη με τα πολύτιμα κειμήλια. Ο Αμβρόσιος πήγε στον Πόντο, ξέθαψε τα τρία κειμήλια, τα έφερε στην Αθήνα τα παρέδωσε στον Χρύσανθο Φιλιππίδη, τελευταίο Μητροπολίτη Τραπεζούντας και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών.
Η ιστορία και οι συμβολισμοί της εικόνας θεωρήθηκε ότι δεν είναι σωστό να γίνει μουσειακό αντικείμενο. Δέκα χρόνια θαμμένη και είκοσι χρόνια φυλακισμένη. Ετσι από το 1952 αρχίζει για το ποντιακό στοιχείο μία νέα περίοδος. Η ελλαδική ιστορία της Παναγίας Σουμελά.
Το 1951-1952 ύστερα από πρόταση του τότε προέδρου του σωματείου «Παναγία Σουμελά» Θεσσαλονίκης Φίλωνα Κτενίδη και το ενδιαφέρον μερικών προσωπικοτήτων ευλαβών χριστιανών, η εικόνα παραχωρήθηκε στο σωματείο το οποίο και άρχισε την ανιστόρηση της μονής σε ένα επίπεδο του Βερμίου πάνω από το χωριό Καστανιά. Η κοινότητα Καστανιάς είχε παραχωρήσει δωρεάν 500 στρέμματα για την ανέγερση του προσκυνήματος. Η «Αθηνιώτισσα» και η «Σουμελιώτισσα» γίνεται προσφυγομάνα και «Βερμιώτισσα».
Πλούτος και πνευματική λάμψη
Οι ιδρυτές του μοναστηριού διεύρυναν τον ζωτικό χώρο του πολύ σύντομα. Σε απόσταση 12 χιλιομέτρων, απέναντι από το χωριό Σκαλίτα, έχτισαν κατ΄ αρχάς τον ναό του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης. Και σε απόσταση δύο χιλιομέτρων το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας (όπου το 1922, στη διάρκεια του διωγμού, οι μοναχοί είχαν κρύψει την εικόνα της Παναγίας, καθώς και ορισμένα πολύτιμα κειμήλια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας).
Η φήμη και ο πλούτος που σώρευσε η Μονή της Παναγίας Σουμελά την έκαναν πολύ σύντομα στόχο κλεφτών. Σε κάποια από αυτές τις επιδρομές λεηλατήθηκε από ληστές και, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, καταστράφηκε, για να ανασυσταθεί από τον τραπεζούντιο Οσιο Χριστόφορο το 644.
Παρ΄ όλα αυτά, η μονή συνέχιζε να διευρύνει την επιρροή της και τη λάμψη της. Και στην πορεία του χρόνου, την προίκισαν με μεγάλη περιουσία και πολλά προνόμια, κτήματα, αναθήματα και κειμήλια οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου και αργότερα κυρίως οι αυτοκράτορες της Τραπεζούντας Ιωάννης Β΄ Κομνηνός (1285-1293), Αλέξιος Β΄ Κομνηνός (1293-1330), Βασίλειος Α΄ Κομνηνός (1332-1340).
Πολλά από τα προνόμια που χορήγησαν οι Κομνηνοί στη Μονή της Παναγίας Σουμελά επικυρώθηκαν και επεκτάθηκαν και την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με σουλτανικά φιρμάνια. Οι σουλτάνοι Βαγιαζήτ Β΄, Σελήμ Α΄, Μουράτ Γ΄, Σελήμ Β΄, Ιμπραήμ Α΄, Μωάμεθ Δ΄, Σουλεϊμάν Β΄, Μουσταφά Β΄, Αχμέτ Γ΄ αναφέρονται στους κώδικες της μονής ως ευεργέτες. Και οι σουλτάνοι είχαν πιστέψει στα θαύματα της Παναγίας. Ενδεικτική είναι η μαρτυρία του Σελήμ Α΄ που θεωρείται ότι θεραπεύτηκε από σοβαρή ασθένεια με τη βοήθεια του αγιάσματος της μονής.
Ολα αυτά τα χρόνια, εκτός από την εμβέλεια της μονής αυξανόταν και το κοινό που την επισκεπτόταν για προσκύνημα. Μέρος του κοινού αυτού, μετά το 1860, φιλοξενούνταν στον πανοραμικό τετραώροφο ξενώνα 72 δωματίων, που ανεγέρθηκε. Δημιουργήθηκαν επίσης και άλλοι λειτουργικοί χώροι για τις ανάγκες των προσκυνητών, καθώς και βιβλιοθήκη, με πολλά πολύτιμα έγγραφα και πολλά σημαντικά χειρόγραφα. Εκεί, το 1868, ο ερευνητής Σάββας Ιωαννίδης βρήκε το πρώτο ελληνικό χειρόγραφο της παραλογής του Διγενή Ακρίτα. Στα τέλη του 19ου αιώνα, γύρω από τη μονή οικοδομήθηκαν κι άλλοι μικροί ναοί αφιερωμένοι σε διάφορους αγίους.
Οι θρύλοι
Οι ληστές και τα Καμένα
Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ συχνά αντιμετώπιζε επιδρομές από αλλόπιστους ληστές. Σε μία τέτοια επιδρομή έπαθε μεγάλη ζημιά. Οι ληστές σκότωσαν μοναχούς, λεηλάτησαν τα αφιερώματα και άρπαξαν την Εικόνα για να μοιραστούν τα βαρύτιμα πετράδια και τον πλούτο των αφιερωμάτων. Επειδή δεν συμφωνούσαν στη μοιρασιά, αποφάσισαν να τη χωρίσουν σε τρία κομμάτια.
«Εμένα να μη με λογαριάστε» είπε ένας από τους τρεις και αποτραβήχτηκε. Οταν ένας από τους δύο σήκωσε το τσεκούρι για να μοιράσει την Εικόνα στα δύο μια βροντή ακούστηκε και μια αστραπή- κεραυνός άναψε το δάσος. Οι δύο ληστές εγκατέλειψαν την Εικόνα και έφυγαν τρομαγμένοι αλλά δεν πρόλαβαν να σωθούν. Κάηκαν ζωντανοί. Ο τρίτος, μετανιωμένος, έπεσε στα γόνατα και προσκύνησε την Εικόνα που βρέθηκε σε κοίλωμα βράχου κοντά στο αγίασμα. Το μέρος εκείνο που πήρε φωτιά ονομάστηκε «Καμένα» και ο ληστής που μετάνιωσε έγινε μοναχός και βοήθησε μαζί με άλλους καλογήρους να ξαναχτιστεί το μοναστήρι.
Ο σουλτάνος και ο ηγούμενος
ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ τον ιστορικό Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο, ο Σουλτάνος Σελίμ Α΄ (1467-1520) περνούσε από την Τραπεζούντα με προορισμό τη Βαγδάτη, επικεφαλής μεγάλης στρατιάς, με στόχο μια γενικευμένη πολεμική σύρραξη με την Περσία. Σταμάτησε στη Μονή για να ξεκουραστεί και, για ένα βράδυ, δέχθηκε τις φιλόφρονες περιποιήσεις των μοναχών. Ο Σελήμ εντυπωσιάστηκε από την τάξη που επικρατούσε στη Μονή και ρώτησε τον ηγούμενο πώς καταφέρνουν και τα προλαβαίνουν όλα, ώστε τα πάντα να είναι στην εντέλεια. «Διότι δεν αναβάλλομε για το πρωί της αύριον την εργασίαν της εσπέρας της σήμερον», του απάντησε εκείνος.
Την επόμενη ημέρα, ο Σουλτάνος διέταξε να χαράξουν αυτό το απόφθεγμα, που τόσο τον εντυπωσίασε, στο αργυρένιο «ιμπρίκι» του νιπτήρα του, για να το χρησιμοποιεί ως οδηγό στην καθημερινότητά του. Οταν αργότερα έφτασε με τον στρατό του στα περίχωρα της Βαγδάτης, μπροστά στο ισχυρό φρούριο που έπρεπε να καταλάβει, τον επισκέφθηκε πρεσβεία των πολιορκουμένων. Οι Πέρσες του είπαν ότι η πόλη αποφάσισε να παραδοθεί την επαύριο και τον παρακάλεσαν να ανακόψει την πορεία του εκείνη τη μέρα.
«Αύριο», του είπαν, «θα μπορείς να μπεις νικητής, αφού η πόλη θα σου παραδοθεί, και να απολαύσεις τον θρίαμβό σου». Ομως ο Σελήμ οδηγούνταν πια από το ρητό του γέροντα της Μονής της Παναγίας Σουμελά.
Και δεν ανέκοψε την πορεία του. Η πόλη κατελήφθη την ίδια εκείνη μέρα. Για να πληροφορηθεί ότι, αν περίμενε όπως του ζήτησε η πρεσβεία των πολιορκουμένων, θα έφταναν σημαντικές δυνάμεις που αναμένονταν με αποτέλεσμα η κατάληψη της Βαγδάτης να γίνει αμφίβολη και, πάντως, σίγουρα πολύνεκρη.
Ενα προσκύνημα το 1911
Ο Σταύρος Κανονίδης, κάτοικος της ευρύτερης περιοχής της Τραπεζούντας, περιγράφει την επίσκεψή του στην Παναγία Σουμελά το 1911 με τα πόδια, όταν ήταν ακόμα παιδί, χωρίς την έγκριση των γονιών του. Το κείμενό του είναι από τις πλουσιότερες σωζόμενες περιγραφές του οδοιπορικού στη Μονή εκείνη την εποχή, όταν οι προσκυνητές έφταναν πεζοί.
«Ετούτα εδώ που θα ιστορήσω είναι μια υπόθεσις παρακοής. Και κάθε παρακοή έχει μαζί της, μέσα της, το σπέρμα της τιμωρίας. Το ότι εδώ η τιμωρία ήταν απαλή, το εξηγεί η ουσία της παρακοής που ήταν ευλαβής.
Για να πω την αλήθεια, μόνος μου εγώ δε θα το είχα επιχειρήσει αυτό που έγινε. Ούτε και θα μου περνούσε από το νου. Η σύλληψις ήταν του Γερίκα του Παπαναστάση και η δική μου αμαρτία το ότι δεν είχα τη δύναμη να αντισταθώ στον πειρασμό, που ήταν όμως μεγάλος. Αγκαλά, αν είχα με το πρώτο αρνηθεί, ούτε κι εκείνος θ΄ αποκοτούσε μοναχός του.
Ήταν παραμονές του ενηάμερου της Παναγίας. Οι μητέρες μας του Γερίκα και η δική μου και κόσμος πολύς από τη γειτονιά μας, που δεν είχαν πάγει στη μνήμη της Δεκαπενταύγουστο, συμφωνήσανε να πάνε τώρα στα ενηάμερα. Κι επήγαν όχι την προπαραμονή, αλλά τέσσερις μέρες πριν, όπως συνηθίζετο. Θα είχαν όλο τον καιρό να νηστέψουν, να εξομολογηθούνε, να μεταλάβουν. Τέλος θέρου ήταν κι αραίωναν κάπως οι σκληρές δουλειές του καλοκαιριού. Έτσι μπορούσε μια νοικοκυρά να ξεφύγει από τις καθημερινές λάτρες. Ξεκούραση ψυχής μαζί και σάρκας. Σοφό και το ότι είπαν να μη σύρουν κουτσούβελα και αμαρτίες από κοντά. Η μάνα μου μας τα εξήγησε όλα καλά πριν φύγει. Με είχε κιόλας πάει, τη χρόνια που πέρασε, μαζί της στο μοναστήρι, που με είχε ταμένον, από βαριά αρρώστια που είχα περάσει. Με χαρτζηλίκωσε με πενήντα παράδες, ένα καινούριο κέρμα των δέκα καπικίων, πράγμα σπουδαίο. Δεν μου συγχωρούνταν, λοιπόν, αυτό που έγινε. Έλα όμως που δεν ήταν το ίδιο και για τον Γερίκα, που τον έγελασαν, έλεγε, και ούτε το ήξερα πως θα πήγαιναν οι δικοί του. Και το έμαθε αφού έφυγαν.
Μίαν ολάκερη μέρα με κατηχούσε, για να μου πάρει το ναι. Δεν θα ήταν αλήθεια αν έλεγα πως δεν το ήθελα. Όποιος κάμει τρεις φορές το προσκύνημα στη Σουμελά, είναι σαν να πήγε μια φορά στον Αγιο Τάφο, έλεγαν οι γέροι. Κι εγώ το είχα κάμει μια φορά μονάχα. Με τρόμαζε όμως το τόλμημα. Και οι κίνδυνοι. Μοναχοί μας, χωρίς συντροφιά ηλικιωμένων ανθρώπων, είχα το φόβο πως δεν θα τα βγάζαμε πέρα με το καλό. Μια φορά τον περάσαμε τον δρόμο. Και ξέραμε πως εκεί, προς τα Καμένα, το μονοπάτι εδιχάλωνε σε ένα σημείο κι όλοι λέγανε πως ήταν εύκολο να μπερδευτεί κανείς εκεί και να χαθεί αν δεν είχε καλωσύνη. Και ο καλός καιρός στα μέρη εκείνα ήταν λαχείο. (…)
Δεν ξεκινήσαμε “σύννυχτα”, γιατί τον αγαπούσαμε κ΄ οι δύο μας τον αυγινό ύπνο. Δε βγήκε όμως ο ήλιος, όταν αφού σκαρφαλώσαμε “κοφτά” “ας τα Πλακία” αφήσαμε πίσω μας τα “Κώμια”, του “Κολέα” και ζυγώναμε στον “Καταρράκτη”. (…)
-Κρατείς λεπτά μαζί σου; Ρώτησε ο Γέρικας. Του είπα για τις πενήντα παράδες. Είχε κι εκείνος άλλες τριάντα. Μας φτάνανε. Το πολύ που θα μας χρειαζόντανε ήταν να πληρώσουμε κάναν Τούρκο τσομπάνη, αν χρειασθεί, να μας δείξει το μονοπάτι. (…)
Οι καλύβες του Μετζητιού ήσαν αδειανές. Της Αησιωτήρας, στις 6 Αυγούστου, τελειώνει ο θέρος στα τσαΐρια και τότες κατεβαίνουν από τα ψηλά οι ρωμάνες, κι οι βουκόλοι και τα γελάδια στα χαμηλά. Έτρεξα όμως να δω την καλύβα του παππού, το Χατζηφωτέικο, και σμίξαμε πάλι στη βρύση για να ξεδιψάσουμε, γιατί πολύ δρόμο από δω και πέρα δεν θα βρίσκαμε νερό. Τώρα το δρομάκι άνοιγε στο φρύδι του διάσελου μονότονο, ατελείωτο. Αφήκαμε δεξιά το Μυλοκοπείον, το νταμάρι όπου έκαβαν τις μυλόπετρες. Προσπεράσαμε τον Αηστοφόρο, λαραχανίτικο στανοτόπι.
Ενα κοπάδι, θα ήταν καμιά διακοσαριά πρόβατα, ερχόταν προς το μέρος μας. (…) Ηταν οι πρώτες ζωντανές ψυχές από τον Αεν-Ζαχαρέαν κι εδώθε που ανταμώναμε. Θα ήταν οι τελευταίες. Τούτη η σκέψη μας έκανε να πάρουμε γρήγορα γρήγορα την απόφαση να ρωτήσουμε για το δρόμο. Ο Γερίκας προχώρησε κι έπιασε κουβέντα. Κουβέντα είναι ένας λόγος. Το τι θα ρωτούσαμε το είχαμε μιλήσει όχι μια φορά στο δρόμο. Εξεσκονίσαμε τις λιγοστές απαραίτητες λέξεις που ξέραμε. Και δοκιμάσαμε να τις βάλουμε στην αράδα. Ετσι όπως τα μωρά.
– Μαριάμ ανά, γιολού.
Θα ρωτούσαμε το δρόμο της Παναγίας, κι αυτός θα καταλάβαινε. Κι αλήθεια, δε δυσκολεύτηκε να μπει στο νόημα αμέσως. Είδα ν΄ ανοίγει μεγάλα τα μάτια του. Ηταν απορία στο βλέμμα του και θαυμασμός, αλλά ήταν και φιλία. Πρόσχαρη παιδική ανταπόκριση.
Για το Μοναστήρι; Δεν έχουμε να περπατήσουμε πολύ ακόμα, ως εκεί που χωρίζει το μονοπάτι. (…)
Ανεβήκαμε τη μεγάλη πέτρινη σκάλα, με τα εξήντα στενά σκαλοπάτια της και φτάσαμε στην πύλη. Στη Σουμελά αν δεν δρασκελίσεις αυτή την πόρτα, ούτε βλέπεις, ούτε μαντεύεις τίποτα. Κι αφού μπεις θα κατέβεις άλλα εκατό παραπάνω από διπλάσια, ξύλινα ετούτα. Μόνο τότε θα αρχίσει να σου αποκαλύπτεται η πελώρια σπηλιά, όπου η ευλάβεια των γενεών δουλεύοντας με υπομονή και με αγάπη, πολλούς αιώνες, την έκανε ασκητήριο ψυχών και προσκύνημα λαών. Την γέμισε εκκλησίες και παρεκκλήσια και μελετητήρια και σκήτες. Την ζωγράφισε και την ωράισε και τα έβαλε όλα στην υπηρεσία της πνευματικότερης ανθρώπινης ανάγκης, της λατρείας του Θεού. Η Σουμελά είναι ένας πελώριος οικισμός, όπου τ΄ αχνάρια όλων των εποχών, από τότε που πρωτοστήθηκε, τα ξεχωρίζεις στην αδιάλειπτή τους συνέχεια. Θεμελιωμένος πάνω σε γκρεμό που κατηφορίζει δασωμένος προς την κοιλάδα που την μαντεύεις, δεν την βλέπεις… έχεις την εντύπωση πως μετεωρίζεσαι πάνω από κόσμο αλλοτινό. Τετραώροφο είναι τούτο το κτίσμα του κεντρικού ξενώνα.
Άλλο τόσο, όσο του ξενώνα το ύψος, πιάνει η πέτρινη θεμελίωση με τις αποθήκες του Μοναστηριού και δεν κατορθώνει όλο τούτο το ανθρώπινο κτίσμα να φτάσει στα μισά του ύψους της θεόρατης πύλης, που τελειώνει σε ένα ημιθόλιο, σαν τα γνώριμα του Αγίου Βήματος των Βυζαντινών μας εκκλησιών. Κάτω από αυτό το ημιθόλιο, σε μια αρμονική αταξία συνωθούνται κελιά, ξενώνες, καμπαναριά, εκκλησίες, προαύλια παλιά και νεότερα, όπου τις ημέρες του Δεκαπενταύγουστου βούιζαν σαν μελίσσια χιλιάδες ανθρώπων. »Στο κέντρο του ημιθόλιου, λίγο ψηλότερα από το επίπεδο του τελευταίου ορόφου των ξενώνων, ένα άλλο βαθύτερο άνοιγμα στην κοιλιά του βράχου σχηματίζει το καθολικό της Κοιμήσεως, που μονάχα η πρόσοψις και η γωνία του μεσημβρινού του κλήτους αντιπροσωπεύει ανθρώπινο κτίσμα. Όλη η ορoφή της δεύτερης τούτης σπηλιάς είναι ιστορημένη από τη μια άκρη ως την άλλη. Ιστορημένοι και οι κτιστοί τοίχοι μέσα κι όξω, όπως και όλη η εξωτερική επιφάνεια του κουβουκλίου του Αγίου Βήματος, που ξεβαίνει λίγο πλάγια, προς τα αριστερά της πρόσοψης, μικρό σαν κομψοτέχνημα, με τον μικρό του τρούλο και με την λεπτότητα των γραμμών και τη χάρη της Γοργοεπήκοης της Αθήνας.
Ο χρόνος, οι ομίχλες και οι καπνοί έχουν αδικήσει την πλούσια εικονογράφηση. Μικρός όσες φορές πήγαινα, με στεναχωρούσε πολύ η αδυναμία μου να τους εξηγώ τούτους τους σκοτεινούς τετράγωνους πίνακες στους τοίχους, ένοιωθα την ίδια αδυναμία και την ίδια περιέργεια που νοιώθει κανείς μπροστά σε βιβλίο, όπου τα γράμματα του είναι γνωστά, άγνωστες όμως οι λέξεις. Μεγάλος όμως δεν είχα την τύχη να τις ξαναδώ…».
Το κείμενο του Σταύρου Κανονίδη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ποντιακή Εστία», τχ. 484-488, 1951
Πηγή: http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=4589074
Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Μητροπολίτης Ιεραπύτνης και Σητείας ΕΥΓΕΝΙΟΣ, Ποιμαντορική εγκύκλιος επί τη εορτή της κοιμήσεως της Θεοτόκου 2010
Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Αυγούστου, 2010
«Η τον χουν ουρανώσασα, τον χουν αποδύεται
και το από γενέσεως αποτίθεται κάλυμμα,
και τη γη το συγγενές αποδίδωσιν.
Η το ζην προξενήσασα,
προς παλίνζωον ανατρέχει μετάστασιν,
και τόπον εισοικίζεσαι, ζωαρχικόν ανάλωτον»
(Άγιος Ανδρέας Κρήτης).
Η βιωματική εμπειρία, η θεολογική σκέψη και η ποιητική χαρισματική ικανότητα που διακρίνει τον Άγιο Ανδρέα, Αρχιεπίσκοπο Κρήτης, στους ερμηνευτικούς και εγκωμιαστικούς λόγους προς την Παναγία Μητέρα του Θεού, λιτά και περιεκτικά αποδίδει το νόημα της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η εορτή αυτή ως «το τελευταίον … απ᾽ αυτή μυστήριον» (Ιδιόμελο λιτής εορτής) συνδέεται με όλα τα άλλα θαυμαστά σημεία, που σημάδεψε ο Δημιουργός Θεός στη ζωή της Παναγίας. Από την αρχή της επίγειας ζωής της με το θαυμαστό και παράδοξο γεγονός της γεννήσεώς Της μέχρι και το τελευταίο γεγονός της Κοιμήσεώς Της αποδεικνύεται η ζωντανή παρουσία και πρόνοια του Θεού στη ζωή Της.
Έτσι γίνεται και στη ζωή κάθε πιστού. Τον πρώτο λόγο έχει ο Θεός απ᾽ την αρχή έως το αναπόφευκτο τέλος της ζωής του, που όμως γίνεται αρχή τελειότητας και αιωνιότητας. Είναι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο και για την ανθρωπότητα όλη, που φροντίζει και προνοεί απ᾽ τη γέννηση έως το θάνατο και απ᾽ την αναγέννηση έως την αιωνιότητα και αφθαρσία. Ο ουράνιος Πατέρας προετοίμασε την ανθρωπότητα να δεχθεί τη γέννηση του Υιού Του, να Τον γνωρίσει, να Τον πιστέψει και να Τον ακολουθήσει από τότε που προετοίμασε το ιερό πρόσωπο της Παναγίας για να γίνει Μητέρα Του.
Η Παναγία συνέβαλε στο έργο της σωτηρίας μας, ώστε να φανερωθεί ο Υιός του Θεού, ο Ιησούς Χριστός, και με την άφθορο κύηση και γέννηση και με την Ανάστασή Του. Ο ουράνιος Θεός δεν απέρριψε, ούτε καταδίκασε τον κόσμο στην απώλεια, αλλά βρήκε τρόπο, βρήκε το ιερό πρόσωπο της Μητέρας Του να εισέλθει στον κόσμο ως Υιός Θεού και να αναγεννήσει τον κόσμο και τον άνθρωπο με την Ανάστασή Του. Και με την Κοίμηση της Θεοτόκου, όπως και με την γέννησή Της αποδεικνύεται ότι «νενίκηνται της φύσεως οι όροι εν σοι Παρθένε Άχραντε…», γιατί υπάρχει υπεράνω των φυσικών νόμων Θεός στοργικός, που εισχωρεί στον κόσμο αυτό εδώ, για να υψώσει τον κόσμο και τους ανθρώπους πάνω απ᾽ τον κόσμο, στο ύψος της θείας δόξης.
Έτσι, όπως η Παναγία περιβλήθηκε και πλουτίσθηκε με τη θεία δόξα και τα θεϊκά χαρίσματα, και κάθε άνθρωπος, που αγαπά τον Θεό και ποθεί την αιώνια δόξα και σωτηρία του, θα την εύρει στον Θεό ακόμα απ᾽ αυτή τη ζωή και θα συνεχίσει και στην άλλη. Ο θάνατος δεν θα είναι καταλυτικός και τέρμα στη ζωή του, αλλά θα είναι κοίμηση, ύπνος βαθύς, που σε ξυπνά στην απέναντι του τάφου ζωή, την άφθαρτη και αληθινή.
Η εικόνα του σημερινού κόσμου με τη μόλυνση του περιβάλλοντος, την οικολογική καταστροφή, τις πυρκαγιές και τις θεομηνίες δεν μπορεί να είναι η μοναδική μορφή της υπάρξεώς του. Ούτε και ο σημερινός καταπιεσμένος και τραυματισμένος από τα αξεπέραστα δεινά της εποχής του άνθρωπος μπορεί να έχει αυτή μόνο την επιλογή. Η ίδια η ζωή κάποιο άλλο νόημα κρύβει και η κάθε κρίση της εποχής, τον προτρέπει και τον ενεργοποιεί να γυρίσει πίσω, να βρει τις ρίζες του, τη γέννηση και την αιτία των κακών περιστάσεων και αναγκών της ζωής. Να αναθεωρήσει την έκβαση της αναστροφής και να μιμηθεί στην πίστη, όλους όσοι ήταν άνθρωποι, αλλά με τη Χάρη του Θεού ξεπέρασαν τα ανθρώπινα.
Πρώτος άνθρωπος-υπόδειγμα σε μας η Παναγία Μητέρα μας. Η Κοίμησή Της απέδειξε ότι κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει τον θάνατο, μπορεί όμως να τον αξιοποιήσει. Να τον αγιάσει στηρίζοντας την ελπίδα του στον Νικητή του θανάτου τον Ι. Χριστό και στις θεομητορικές πρεσβείες στη μετά θάνατον ζώσα Παναγία μας. Το αίσθημα του κενού χώρου, που συνοδεύει πολλές φορές τον άνθρωπο και τον οδηγεί σε αδιέξοδο είναι ιερός χώρος, που γεμίζει μόνον ο Θεός. Η συνείδηση του ανθρώπου για τη φθαρτότητα του κόσμου και την ανθρώπινη αδυναμία και ανασφάλεια δημιουργεί συνείδηση, ότι πέραν από τον κόσμο αυτό, πρέπει να υπάρχει άλλη πραγματικότητα, άλλη εμπειρία, όχι του ορίου αλλά του απέραντου για να μη νιώθεις την έλλειψη και να βρίσκεις ανάπαυση και ζωή. Έτσι μπορεί ακόμα και ο θάνατος να γίνει πέρασμα, διάβαση απ᾽ την εγκοσμιότητα στην αφθαρσία, στην αιωνιότητα. Η υπεράνω των ελλείψεων και ορίων και περιστάσεων εγκοσμιότητα δημιουργεί μια άλλη υπερβατική κατάσταση αιωνιότητας που είναι μόνο ο Θεός. Κι αυτή την υπέρβαση και τη μετάβαση απ᾽ τα γήϊνα και καθημερινά θα γευθούμε όλοι μας με το θάνατό μας, το τελευταίο γεγονός και επεισόδιο της παρούσης ζωής. Ας το αξιοποιήσουμε με βοηθό την Παναγία μας, που κι αυτή ως άνθρωπος έζησε, αλλά ξεπέρασε, αξιοποίησε έχοντας οντολογικό και ουσιαστικό σύνδεσμο με την πηγή της ζωής, τον Ιησού Χριστό.
Τότε ζούμε τη ζωή κι όχι τον θάνατο. Τότε αποδίδομε στη γη το χοϊκό κάλυμμα του σώματος για να πετάξει ελεύθερη η ψυχή προς τον Δημιουργό της και Κύριο. Για να λάβει ζωαρχική και αιώνια ζωή, ανάσταση και μετάσταση.
Στη ζωή του πιστού και στη ζωή της Εκκλησίας, όπως ψάλλομε στην Παναγία, έχομε πάντα «το θαύμα εν θαύματι διπλούν» δηλ. το ανθρώπινο στοιχείο με το θεϊκό, την ανθρώπινη ατέλεια με τη θεϊκή φροντίδα και πρόνοια. Ένα διπλό τέτοιο θαυμαστό γεγονός, που λαμπρύνει φέτος περισσότερο τη γιορτή της Παναγίας μας, είναι η πρώτη Θεία Λειτουργία, που τελείται σήμερα μετά την μικρασιατική καταστροφή στον ιστορικό Πόντο, στο ιερό Παλαίφατο Μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά. Ύστερα από 88 χρόνια, από το έτος 1922 που τα ανθρώπινα πάθη και μίση ξερίζωσαν τον Ελληνισμό από τον Πόντο και μαζί μ᾽ αυτόν σταμάτησε η λειτουργία της ιστορικής Μονής της Παναγίας Σουμελά. Φέτος λειτουργεί ο μεγάλος της Οικουμένης Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ. κ. Βαρθολομαίος με πλειάδα Αρχιερέων και Ιερέων και με τη συμμετοχή χιλιάδων πιστών απ᾽ όλο τον κόσμο την ιερά Κοίμηση της Παναγίας, όπου είναι αφιερωμένη η Μονή. Είναι Κυριακή ημέρα, ημέρα αναστάσιμη και χαρμόσυνη. Σήμερα ζει από τον 4ο αι. που ιδρύθηκε τη νεκρανάστασή της η Μονή.
Ζει τη διαχρονική ύπαρξή της, την αγιοπατερική ζωή της, την αναστάσιμη νίκη στη φθορά του χώρου και του χρόνου, που νικά η δύναμη της πίστεως του Θεού. «Αύτη εστιν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον η πίστις ημών» και «τις Θεός μέγας, ως ο Θεός ημών, ο ποιών θαυμάσια μόνος». Αυτός που δεν λησμονεί, αλλά συνεχίζει να ευεργετεί τον κόσμο και τους εν τω κόσμω πιστούς με τέτοια αναπάντεχα και υπέρλογα θαυμάσια, σημεία τεράστια της θείας δυνάμεως.
Είναι σημαντικό γεγονός γιατί βλέπομε την Παναγία μας αδιάκοπα να ευλογεί και να ευεργετεί το Γένος μας και να δηλώνει με τέτοια γεγονότα τεράστια τη θεομητορική αγάπη και προστασία. Άκουσε τις προσευχές και την αγωνία του Πατριάρχου μας να λειτουργούν οι Εκκλησιές των προγόνων μας. Να επανασυνδέουμε το παρελθόν με το παρόν για να έχουμε και μέλλον. Να εξαλείψουμε απ᾽ τη σκέψη μας τις απάνθρωπες και σκληρές στιγμές του εθνοφυλετισμού, του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας με τη θεία Λειτουργία, κατά την οποία γίνεται μία ποίμνη αγγέλων και ανθρώπων.
Ας διδαχθούμε από το αναπάντεχο αυτό γεγονός της Θείας Λειτουργίας στη Μονή Παναγίας Σουμελά στον ιστορικό Πόντο, ότι σήμερα η Παναγία δεν μας εγκατέλειπε. Συνεχίζει τις ευεργεσίες στο Γένος μας, στο Οικουμενικό μας Πατριαρχείο και σ᾽ όλο τον κόσμο γιατί σώζει αεί ως Μητέρα την κληρονομία Της, τα παιδιά Της. Αμήν.
Ιεράπετρα, Εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου 2010
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
† Ο Ιεραπύτνης και Σητείας ΕΥΓΕΝΙΟΣ
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Δεκαπενταύγουστος, Η Κοίμηση της Θεοτόκου.
Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Αυγούστου, 2010
Στην Εκκλησία ο θάνατος γίνεται πανηγύρι. Δεν λέγεται θάνατος ή τελευτή. Αποκαλείται «Κοίμηση». Δεν εξαντλούνται τα πάντα στο εδώ και τώρα. Υπάρχει το γεγονός της μετά του τάφου η αιώνια ζωή. Ὁ Χριστιανός πιστεύει ότι κοιμάται προσωρινώς, για να ξυπνήσει στην αιωνιότητα. Ὁ θάνατος, με την Ανάσταση του Χριστού, γίνεται ένας μεγάλος ύπνος. Αυτό το πανηγύρι, την ελπίδα της αιώνιας βασιλείας, την αγάπη μας στην Παναγία Μητέρα όλων μας, θα δούμε και μέσα από αυτή την παρουσίαση μας,τιμώντας την Κοίμηση της Θεοτόκου . Η Κοίμηση της Θεοτόκου είναι μια Θεομητορική εορτή των Χριστιανικών Εκκλησιών, η οποία εορτάζεται στις 15 Αυγούστου. Στην Ελλάδα γιορτάζεται με ιδιαίτερη λαμπρότητα σε πολλά μέρη της χώρας, ονομάζεται δε και «Πάσχα του καλοκαιριού». Κατά την παράδοση, όταν η Παναγία πληροφορήθηκε άνωθεν τον επικείμενο θάνατό της, προσευχήθηκε στο όρος των Ελαιών, ετοιμάστηκε και ανέφερε το γεγονός στους Αποστόλους. Επειδή κατά την ημέρα της κοίμησης δεν ήταν όλοι οι Απόστολοι στα Ιεροσόλυμα, μια νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε κοντά της. Την τοποθέτησαν στο μνήμα της Γεσθημανής. Μετά από τρεις μέρες ο τάφος ήταν άδειος. Η Παναγία ανελήφθη στους ουρανούς.
H Κοίμηση της Θεοτόκου, ψηφιδωτό από τη Μονή της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη
Κατά την παράδοση, είθισται περίοδος νηστείας για τη συγκεκριμένη εορτή, που καθιερώθηκε τον 7ο αιώνα. Αρχικά ήταν χωρισμένη σε δύο περιόδους, εκείνη πριν την γιορτή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα και εκείνη πριν της γιορτής της Κοίμησης της Θεοτόκου. Το 10ο αιώνα, συνενώθηκαν σε μια νηστεία που περιλαμβάνει 14 ημέρες και ξεκινά την 1η Αυγούστου. Κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης νηστείας, νηστεύεται το λάδι εκτός του Σαββάτου και της Κυριακής, ενώ στη γιορτή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα καταλύεται το ψάρι. Κατά τη γιορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου καταλύονται τα πάντα, εκτός κι αν η γιορτή πέσει σε ημέρα Τετάρτη ήΠαρασκευή, οπότε καταλύεται μόνο το ψάρι.
Στις 15 Αυγούστου χιλιάδες πιστών με την ψυχή γεμάτη ελπίδα και κατάνυξη, προστρέχουν στα αμέτρητα προσκυνήματα, όπου λιτανεύονται οι θαυματουργές εικόνες της Παναγίας για να μαρτυρήσουν τη πίστη τους στο πρόσωπο της Μητέρας του Θεανθρώπου και να την ικετέψουν να μεσολαβήσει στον Υιό της για τησωτηρία της ψυχής τους, αφού, σύμφωνα με τη θρησκευτική παράδοση η Παναγία λίγο πριν τη μετάστασή της στους Ουρανούς υποσχέθηκε ότι δεν θα σταματήσει να φροντίζει για όλον τον κόσμο και θα γίνει η μεσίτρια στον Υιό της για τη σωτηρία της ανθρωπότητας.
Η Παναγία, όμως, δεν έχει μόνο θρησκευτική σημασία για τους Έλληνες αλλά και εθνική, αφού πολλές φορές το πρόσωπό της έχει συνδεθεί με τους αγώνες του έθνους και έτσι ο ελληνικός λαός την τιμά και τη σέβεται περισσότερο από κάθε άλλο ιερό πρόσωπο.
Ο Αύγουστος είναι η εποχή διακοπών και ξεγνοιασιάς για τους σύγχρονους Έλληνες. Μήνας «προσκυνήματος» των Ελλήνων και των Αποδήμων αδελφών μας στα άγια χώματα των περήφανων πλην ερημωμένων χωριών της Ελληνικής υπαίθρου που κάθε χρόνο αυτές τις μέρες ξαναπαίρνουν ζωή και κουράγια. Επίσης είναι ο Μήνας της Παναγιάς η γιορτή της μετάστασής της ισοδυναμεί με Πάσχα. Άρρηκτα δεμένα η πίστη και η παράδοση, σ’ ένα μείγμα που χαρακτηρίζεται ως Ελληνική ταυτότητα, μια και παίρνει τις εκφράσεις όλων των αισθημάτων και συναισθημάτων κάθε τόπου κάθε περιοχής, κάθε τοπικής κοινωνίας.
Ο Δεκαπενταύγουστος είναι μια μέρα κατά την οποία η ορθόδοξη Ελληνική ψυχή στρέφει τα μάτια της με βαθειά κατάνυξη και προσμονή προς την υπεραγία Θεοτόκο. Η ψυχή του λαού μας είναι στενά συνδεδεμένη με το μυστήριο το οποίο δημιουργούν για την Παναγιά οι θρύλοι και οι ιστορίες γύρω από το όνομά της. Η μεγάλη πίστη που τρέφει ο λαός μας προς την Παναγία είναι ο φάρος που φωτίζει την πολυκύμαντη ζωή του και των εθνικών του αγώνων. Η Παναγιά είναι παρούσα σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής του λαού και του έθνους μας γιατί μόνο κοντά της ο μικρός και αδύναμος άνθρωπος κλυδωνισμένος από τα ισχυρά κύματα των δοκιμασιών, των πόνων και δακρύων, των θλίψεων και κακιών, βρίσκει καταφυγή και παρηγοριά. Μόνο κοντά στην Παναγιά κατευνάζεται η ορμή της δοκιμασίας, διαλύονται τα μαύρα σύννεφα της θλίψης, λησμονείται ο πόνος, σταματούν τα δάκρυα και ο άνθρωπος ζει εν ειρήνη και αγαλλίαση. Οδηγήτρια και υπέρμαχος του έθνους μας η Παναγιά στάθηκε στις δύσκολες στιγμές αρωγός στους αγώνες του.
Η Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες γιορτές της χριστιανοσύνης, ενώ η προετοιμασία των πιστών αρχίζει από την 1η Αυγούστου με τη νηστεία που διαρκεί μέχρι τον Δεκαπενταύγουστο, αποτελώντας για τους Ορθόδοξους χριστιανούς το «Πάσχα του καλοκαιριού» όπως αανφερθήκαμε και πιο πάνω.
-
Ορισμένα από τα Ονόματα (Προσωνύμια)που έχουν δοθεί στην Παναγιά
Τα ονόματα της Παναγίας που ο λαός έχει δώσει στην είναι πολλά. Ο ευσεβής λαός μας αποδίδει στην Παναγιά και διάφορες επωνυμίες δια των οποίων εκδηλώνει τονσεβασμό και ευλάβειά του. Το όνομα της «Παρθένου Μαρίας», το ιερότερο ίσως πρόσωπο της Ορθοδοξίας, συνοδεύεται από ένα μεγάλο αριθμό προσωνυμιών που της έχουν δοθεί, λόγω των ιδιοτήτων της, του χρόνου που γιορτάζει, της θέσης που βρέθηκε η εικόνα της, της τοποθεσίας που βρίσκεται η εκκλησία της. Οι λαϊκές αυτές επωνυμίες αποδίδονται στην Παναγιά από διάφορες αιτίες. Έτσι: Από τον εικονογραφικό τύπο της Παράστασής της έχουμε την Παναγιά βρεφοκρατούσα,γλυκοφυλούσα, ρόδον το αμάραντο, τριχερούσα, θρυηνωδούσα… Από τις Ιδιότητες της Παναγιάς έχουμε την Παναγιά Βαγγελίστρα, Ελεούσα, Μεγαλόχαρη, Ορφανή, Παρηγορήτρια, Οδηγήτρια… Από την Παλαιότητα της εικόνας της έχουμε Παναγιά Μαχαιρωμένη, Παλαιοπαναγιά, Μαυριώτισσα… Από τον τρόπο Εύρεσης της εικόνας της έχουμε την Παναγιά Θεοσκέπαστη, Μυρτιδιώτισσα, Σπυλαιώτισσα, Κρεμαστή, Πλατανιώτισσα… Από τον Τόπο Προέλευσης έχουμε τηνΠαναγιά την Ατταλιώτισσα, Καναλιώτισσα, Ξενιά, Πολίτισσα, Παναγιά Σουμελά…
Λόγω τη Τοποθεσίας που βρέθηκε η Εικόνα της ή όπου υπάρχει ο Ναός της, της δίδονται επίθετα όπως, Παναγία η Σουμελά (στο όρος Μελά), Παναγία η Μελικαρού (στη Σκύρο), Παναγία η Φοδελιώτισσα (στο Φόδελε Ηρακλείου), Παναγία η Λιθινιώτισσα (Λιθίνες Σητείας), Παναγία η Θαλασσινή, (στην Ανδρο, σε βράχο μέσα στη θάλασσα), Παναγία η Ανέμη, (στη Σαμοθράκη επειδή φυσά δυνατός άνεμος σε ξωκλήσι της).
Στη Μάνη, την ονομάζουν Παναγία η Γιάτρισσα για τις θεραπευτικές της ικανότητες, στη Σαμοθράκη, Παναγία η Κουφή γιατί θεραπεύει προβλήματα ακοής, στιςΣέρρες Παναγία η Λεχούσα γιατί προστατεύει τις λεχώνες. Προσωνυμίες της δίδονται επίσης, λόγω της ημερομηνίας που γιορτάζει. Έτσι στην Σίφνο, βρίσκεται η Παναγιά η Δεκαπεντούσα, (γιορτάζει τον Δεκαπενταύγουστο), στη Σαντορίνη Παναγιά η Τριτιανή (γιορτάζει την τρίτη μέρα του Πάσχα), στη Σαμοθράκη Παναγιά η Εικοσπενταρούσσα ( γιορτάζει της Μεσοπεντηκοστή).
Ιδιαίτερα γνωστά είναι επίσης τα επίθετα Μεγαλόχαρη και Φανερωμένη. Η δεύτερη προσωνυμία, αποδίδεται σε εικόνες που φανέρωσαν την ύπαρξη τους με κάποιο θαύμα. Πολλές φορές, αυτό γίνεται μέσω κάποιου οράματος, όπως η εμφάνιση της Παναγίας, στη μοναχή Πελαγία και η εν συνεχεία ανεύρεση της εικόνας της στις 30 Ιανουαρίου του 1823.
-
Ορισμένες περιοχές που είναι ιδιαίτερα ονομαστές για την Γιορτή της Παναγιάς του Δεκαπενταγουστου.
Με επίκεντρο την Παναγία της Τήνου και την Παναγία Σουμελά εορτάζεται σε ολόκληρη τη χώρα η Κοίμηση της Θεοτόκου. Η Παναγία, το ιερότερο από τα πρόσωπα της Ορθοδοξίας, δοξάζεται σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, αλλά και στις χώρες τις Διασποράς, όπου διαμένουν οι Απόδημοι Έλληνες. Πιο κάτω θα σας περιγράψουμε μια χαρακτηριστική εικόνα της Κοίμησης της Θεοτόκου.
Η Κοίμηση της Παναγίας γύρω στο 1600, 37,5x32,2εκ. άγνωστος ζωγράφος από την Κρήτη
Στην εικόνα αυτή με το ελλειψοειδές σχήμα παριστάνονται η Κοίμηση της Θεοτόκου, η Μετάσταση και το επεισόδιο του Ιεφωνία. Η Κοίμηση της Θεοτόκου με τη μεγάλη νεκρική κλίνη, τον Χριστό που παραλαμβάνει την ψυχή της Παναγίας, τους αποστόλους και τους δύο υμνογράφους, Ιωάννη Δαμασκηνό και Κοσμά Μελωδό, αναπτύσσεται στο κεντρικό τμήμα της επιφάνειας. Οι απόστολοι έρχονται από τα πέρατα του κόσμου επάνω σε δύο νεφελώματα. Όπως συνηθίζεται, το επεισόδιο με τον αρχάγγελο Μιχαήλ που κόβει τα χέρια του Ιεφωνία, παριστάνεται σε μικρότερη κλίμακα μπροστά από την κλίνη και στον ουρανό βρίσκεται η Μετάσταση της Θεοτόκου. Στο τελευταίο επεισόδιο η Παναγία μεταφέρεται επάνω σε νεφέλωμα από δύο αγγέλους στον ουρανό. Δύο άλλοι άγγελοι έχουν ανοίξει τις πύλες του ουρανού για να την υποδεχτούν. Η κορνίζα είναι ξυλόγλυπτη με διάτρητη διακόσμηση σε στυλ μπαρόκ, που περιλαμβάνει την αετωματική επίστεψη, αγγέλους, γιρλάντες και ερωτιδείς.
Ας μελετήσουμε περιλιπτικά τις Παναγιές των Περιοχών :
-
Η Παναγία της Τήνου
Η εικόνα της Παναγίας της Τήνου βρέθηκε στις 30 Ιανουαρίου του 1823, έπειτα από πολλές προσπάθειες και με την υπόδειξη της Παναγίας στη μοναχή Πελαγία, στην ιστορική Μονή της «Κυράς των Αγγέλων», στο Κεχροβούνι. Η αξίνα χτύπησε σε ξύλο και η εικόνα κόπηκε στα δύο. Αλλά κόπηκε στη μέση, χωρίς να χαλάσουν οι μορφές της Παρθένου και του αρχαγγέλου Γαβριήλ. Με Βασιλικό Διάταγμα του 1836, καθιερώθηκε ο εορτασμός της Παναγίας στην Τήνου να είναι οκταήμερος και διαρκεί έως τα «εννιάμερα της Θεοτόκου», στις 23 Αυγούστου, όπου μέσα σε ατμόσφαιρα συγκίνησης, κατάνυξης και σεβασμού, ψάλλονται ύμνοι και εγκώμια, μπροστά στον επιτάφιο και την εικόνα.
-
Παναγία Σουμελά
Η Παναγία Σουμελά αποτελεί το σύμβολο της ποντιακής πίστης, αν και η πρώτη ονομασία της θαυματουργής εικόνας ήταν Αθηνιώτισσα. Την εικόνα τηςΠαναγίας Σουμελά αγιογράφησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς και μετά το θάνατό του τη μετέφερε στην Αθήνα ο μαθητής του Ανανίας και την τοποθέτησαν σε περικαλλή ναό της Θεοτόκου. Έτσι αρχικά ονομάστηκε ως Παναγία η Αθηνιώτισσα.
Στο τέλος του 4ου αιώνα (380-386 μ.Χ.), η Παναγία η Αθηνιώτισσα εμφανίστηκε ως όραμα στους μοναχούς Σωφρόνιο και Βαρνάβα, στη Αθήνα και τους κάλεσε στην εκκλησία. Εκεί είδαν την εικόνα να σηκώνεται από το προσκυνητάρι, να βγαίνει από το παράθυρο και να πετάει προς τα ουράνια. Συγχρόνως,άκουσαν την Θεοτόκο να λέει: «Πηγαίνω στην Ανατολή. Προπορεύομαι στο όρος Μελά. Ακολουθήστε με…». Οι μοναχοί την ακολούθησαν και στο όρος Μελά, στον Πόντο, όπου στάθηκε, κτίστηκε μεγάλος Ναός και Μονή. Έτσι η εικόνα πήρε την ονομασία Σουμελά από τη φράση «στου Μελά».
-
Η Παναγία στο Μικρόκαστρο Κοζάνης
Ιδιαίτερος είναι ο εορτασμός του Δεκαπενταύγουστου στο ιστορικό μοναστήρι της Παναγίας στο Μικρόκαστρο του δήμου Σιάτιστας. Κάθε χρόνο χιλιάδες πιστοί προσκυνούν την εικόνα της Παναγίας που χρονολογείται από το 1603, ενώ εντύπωση προκαλεί η αναβίωση του εθίμου των προσκυνητών καβαλάρηδωναπό τη Σιάτιστα. Το έθιμο των καβαλάρηδων προσκυνητών έρχεται από την τουρκοκρατία, όταν αποτελούσε μια ευκαιρία στους σκλαβωμένους να δείξουν τη λεβεντιά και τον πόθο τους για λευτεριά. Στις 14 και 15 Αυγούστου όλη η Σιάτιστα δονείται στους ρυθμούς των χάλκινων και του ασταμάτητου γλεντιού.
-
Παναγία της Εκατονταπυλιανής
Ο ναός της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής βρίσκεται στην Παροικία, της Πάρου. Για το ναό αυτό υπάρχουν δύο ονομασίες: «Καταπολιανή» και «Εκατονταπυλιανή». Σύμφωνα με την παράδοση η Κατοπολιανή έχει ενενήντα εννέα φανερές πόρτες, ενώ η εκατοστή είναι κλειστή και δεν φαίνεται. Η πόρτα αυτή θα φανεί και θα ανοίξει, όταν οι Έλληνες πάρουν την Πόλη. Πολλές παραδόσεις αναφέρονται στην ίδρυση της Εκατονταπυλιανής. Η πρώτη μας πληροφορεί ότι, όταν η Αγία Ελένη μητέρα πήγαινε στην Παλαιστίνη για να βρει τον Τίμιο Σταυρό, έφτασε στην Πάρο και προσευχήθηκε σε έναν μικρό ναό που βρίσκονταν στη θέση της Εκατονταπυλιανής. Κατά την προσευχή της έκανε τάμα ότι αν βρει τον Τίμιο Σταυρό, να χτίσει στη θέση αυτή έναν μεγάλο ναό. Η προσευχή της εισακούστηκε, βρήκε τον Τίμιο Σταυρό και, πραγματοποιώντας το τάμα της, ανήγειρε τον μεγαλόπρεπο ναό της Εκατονταπυλιανής. Μια δεύτερη παράδοση αναφέρει ότι το τάμα της Αγίας Ελένης ολοκλήρωσε ο γιος της Άγιος Κωνσταντίνος, αυτοκράτορας του Βυζαντίου, καθώς η ίδια δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει την υπόσχεσή της.
-
Παναγία στην Κεφαλονιά
Στη νότια Κεφαλονιά, κοντά στο χωριό Μαρκόπουλο, βρίσκεται ο ναός της Κοιμήσεως. Εκεί από την εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (6 Αυγούστου)εμφανίζονται μέσα κι έξω από τον ναό φίδια. Είναι τα λεγόμενα «φίδια της Παναγίας». Στο μέρος αυτό, όπως λέει η παράδοση, υπήρχε ένα παλιό μοναστήρι της Παναγιάς, μεγάλο και πλούσιο. Όταν το μοναστήρι δέχτηκε επίθεση από πειρατές οι καλόγριες για να μην πέσουν στα χέρια τους παρακάλεσαν την Παναγία να τις κάνει πουλιά ή φίδια. Έτσι σαν φίδια Ιερά πλέον γυρίζουν κάθε χρόνο στις αρχές του Αυγούστου και όσο περνούν οι μέρες πληθαίνουν και την παραμονή της Κοιμήσεως αυξάνονται υπερβολικά. Τα φίδια είναι γκρίζα, λεπτά, και δεν περνούν το μέτρο. Στο πλατύ τους κεφάλι σχηματίζεται ένας μικρός σταυρός, καθώς επίσης και στην άκρη της λεπτής γλώσσας τους. Σύμφωνα με την παράδοση αν κάποια χρονιά τα φίδια δεν παρουσιασθούν, είναι κακό σημάδι. Αυτό συνέβη το 1940, καθώς και το 1953, οπότε δοκιμάσθηκε το νησί από τους σεισμούς.
-
Η Παναγία στην περιοχή Καλαμπάκας
Η περιοχή της Καλαμπάκας, όπως και ολόκληρη η Ελλάδα, τιμά ιδιαίτερα την Παναγία κάτι που αποδεικνύεται από το πλήθος των εκκλησιών και μοναστηριώνπου αναφέρονται στο πρόσωπό της. Πολλές είναι και οι εικόνες που δίνουν, η κάθε μία με ξεχωριστό και ιδιαίτερο τρόπο, αυτό το στοιχείο που ο λαός αντιλαμβάνεται και θέλει να προσδώσει στο πρόσωπο της Παναγίας. Κατ’ αρχήν υπάρχει η ανεκτίμητης αξίας αμφιπρόσωπη εικόνα του Αρχαίου Ναού Κοιμήσεως Θεοτόκου Καλαμπάκας όπου από τη μια πλευρά εικονίζεται η κοίμησή της και από την άλλη η σταύρωση του κυρίου. Είναι η Παναγιά της Καλαμπάκας (Παναγιά η Καλαμπακιώτισσα) αφού έτσι αντιμετωπίζεται από τους Καλαμπακιώτες. Η εικόνα λόγω των περιπετειών που είχε στο παρελθόν (εκλάπη δυο φορές) φυλάσσεται, για λόγους ασφαλείας, στην Ι. Μονή Βαρλαάμ απ’ όπου και μεταφέρεται τον δεκαπενταύγουστο για προσκύνημα στον ναό της. Η εικόνα σύμφωνα με απόψεις ειδικών είναι της Παλαιολογείων χρόνων ΙΔ΄ αιων. δώρο Ιωάννου Καντακουζινού και Θεοδώρας Καντακουζινής ενώ κατ’ άλλους (καθ. Ευθ. Τσιγαρίδας) είναι έργο του μεγάλου κρητικού ζωγράφου Θεοφάνη Στρελίτζα Μπάθα (1527) χρόνια που αγιογράφησε το καθολικό της Μονής Αγίου Νικολάουαναπαυσά Μετεώρων. Στην Ιερά Μονή Μεγάλου Μετεώρου υπάρχουν δυο εικόνες της Παναγιάς.
Στη μια (δεσποτική εικόνα τέμπλου) εμφανίζεται με βασιλική περιβολή κρατώντας στο αριστερό χέρι τον Ιησού Χριστό και στο δεξί άνθος. Πρόκειται για τηνΠαναγιά «Ρόδον το αμάραντον» έργο, σύμφωνα με επιγραφή στο αριστερό τμήμα της εικόνας, κάποιου αναγνώστου οικονόμου Καπετσοβίτου εκ Ζαγορίου(12 Μαρτίου 1790).
Η δεύτερη (επαργυρωμένη) είναι η Παναγιά Γλυκοφιλούσα της Καναλιώτισσας. Πρόκειται για έργα παλαιολογείας περιόδου 14ου αιώνα (1388 – 1393) και πιθανόν προέρχονται από το τέμπλο του αρχικού καθολικού της Μονής. Φέρει το όνομα Καναλιώτισσα γιατί προέρχεται κατά την παράδοση, από την γυναικεία Μονή Λοξάδας ή Λυκουσάδας της Λοξάδας Καρδίτσας κοντά στα Κανάλια Καρδίτσας η οποία κατά την Τουρκοκρατία ήταν μετόχι του Μεγ. Μετεώρου.
Η μονή είχε ιδρυθεί από τη Βασίλισσα – Μοναχή Υπομονή Δούκαινα Κομνηνή σαν παραλαύριο του Μοναστηριού Αγίας Τριάδας Μετεώρων η δε εικόνα αποτελεί το μόνο σωζόμενο κειμήλιο μετά την πυρπόλησή της από τους Τούρκους. Η εικόνα, σύμφωνα με το έθιμο μεταφέρεται από την Μονή του Μεγ. Μετεώρου και εκτίθεται σε λαϊκό προσκύνημα ένα μήνα κάθε χρόνο (6 Αυγούστου – 6 Σεπτεμβρίου) στη Λοξάδα και τα Κανάλια Καρδίτσας. Η Θεοτόκος Υψηλοτέρας ήταν το ομώνυμο μοναστήρι των Μετεώρων που αποκαλούνταν και Μονή των Καλλιγράφων όπου στο τέλος του 14ου και αρχή του 15ου αιώνα,ήκμασε σχολή βιβλιογράφων και τιμώνταν τα εισόδεια της Θεοτόκου.
Στην διαλυμένη Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου (τοποθεσία «Νέγκρι» δίπλα στον ομώνυμο παραπόταμο Ασπροποτάμου), υπήρχε πριν την πυρπόληση της από τους Γερμανούς, εικόνα της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας με εγχάρακτη αφιέρωση που μεταξύ άλλων ανέφερε: «…Η παρούσα εικών, γαλακτοτροφούσα επικαλουμένη, από Βενετίας ηνέχθη εν έτεσιν 1761… ήτις εστίν παλαιοτάτη των Γότθων ιστορία…». Ανάλογες είναι και οι εικόνες της Παναγιάς Βυτουμά και Σταγιάδων.
-
Λαογραφικά του Δεκαπενταυγούστου
Η Καθηγ. Μιχ. Μερακλή χαρίζει τις γνώσεις σε όλους τους Έλληνες , Κυπρίους Ομογενείς και Απόδημους αδελφούς μας όσον αφορά τον Δεκαπενταυγουστο. Και αναφέρει:
Ο Γεώργιος Μέγας, στό βιβλίο του γιά τά λατρευτικά έθιμα (βασικό γιά ζητήματα τού θρησκευτικού εορτολογίου στή λαϊκή εκδοχή τους), αφού σημειώσει ότι οιμεγαλύτερες γιορτές τού Αυγούστου είναι τής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (στίς 6 τού μηνός) καί της Κοιμήσεως τής Θεοτόκου, κάνει στή συνέχεια τήν εξής παρατήρηση: «Αλλά οι μεγάλες θρησκευτικές γιορτές δέν παρουσιάζουν πάντοτε τό μεγαλύτερο λαογραφικό ενδιαφέρον». Καί ειδικά γιά τή γιορτή τού Δεκαπενταύγουστου γράφει: «Αν εξαιρέσουμε τόν Επιτάφιο τής Παναγίας, όπου σέ μερικούς τόπους, όπως στήν Πάτμο, τήν Κασσιόπη τής Κέρκυρας κ.ά., στολίζεται μέ λουλούδια καί περιφέρεται, ενώ οι πιστοί ακολουθούν μέ αναμμένα κεριά, καί τά κατά τόπους πανηγύρια καί τίς λιτανείες τής 15ης Αυγούστου, δέν έχουμε ν’ αναφέρουμε άλλα ιδιαίτερα τής ημέρας αυτής». Προσθέτει ωστόσο κάτι, που πρέπει νά δεχθούμε ότι ανάγεται πλέον στό παρελθόν, παρά τη χρήση του παροντικού χρόνου (η πρώτη έκδοση τού βιβλίου έγινε το 1956, πρίν, λοιπόν, από μισόν αιώνα σχεδόν): «Σε μερικούς μόνο τόπους συνηθίζουν νά κάνουν τότε τά συμβόλαια οι τσελιγκάδες μέ τούς πιστικούς (βοσκούς), ν’ απαλλάσσονται οι υπηρέτες από κάθε εργασία καί νά παρέχεται απολυσιό, δηλαδή ελευθερία νά μπαίνουν στ’ αμπέλια καί τούς κήπους».
Ο Στίλπων Κυριακίδης δημοσιεύοντας, γιά νά διευκολύνει τούς συλλογείς λαογραφικού υλικού, τα «Ερωτήματα διά τήν λαϊκήν λατρείαν», σημείωνε για τον Δεκαπενταύγουστο: «1. Πανηγύρεις καί τά κατ’ αυτάς. Απαρχαί μέλιτος. 2. Παραδόσεις σχετικαί περί ευρέσεως εικόνων τής Παναγίας (εντός θάμνων, επί δένδρων, τοποθέτησις επί αμάξης συρομένης υπό αδαμάστων βοών, ίνα ευρεθή ο τόπος πρός ίδρυσιν τής εικόνος κ.τ.λ.) 3. Εναρξις σφαγής χοίρων».
-
Η ποίηση του Δεκαπενταύγουστου
Η λαογραφία είναι από τις επιστήμες εκείνες (τουλάχιστον όταν, εκτός από κοινωνιολογική επιστήμη Sozialwissenschaft, παραμένει, συνδυαστικά, και επιστήμη τού πνεύματος Geisteswissenschaft), που μπορούν να συνδιαπλέκουν στις θεωρήσεις τους λ.χ. το θρησκευτικό φαινόμενο με την ανθρωπολογία αλλά και με την ποίηση. Στην περίπτωση της Κοιμήσεως τής Θεοτόκου η συνδιαπλοκή με την τελευταία γίνεται αφ’ εαυτής, αφού επί δεκατέσσαρες ημέρες ψάλλονται στις εκκλησίες κείμενα (τού Μεγάλου και τού Μικρού Παρακλητικού Κανονός) «εκ των καλλίστων της Εκκλησίας», όπως τα αξιολογούσε ο Παπαδιαμάντης. Τη Μεγάλη Παράκληση έγραψε ο βασιλιάς Θεόδωρος Λάσκαρης, εξόριστος από τη Βασιλεύουσα απ’ τούς Λατίνους. «Ο ατυχής εκείνος βασιλεύς, γράφει ο Παπαδιαμάντης, ευγλώττως εκχέει τα παραπονά του προς την μόνην πολιούχον αυτής και προστάτιδα». Αλλά η ατομική περίπτωση μπορεί πολύ εύκολα να γενικευθεί, φράσεις όπως αυτές τού ποιητή βασιλιά μπαίνουν στο στόμα κάθε «απηλπισμένου» που ζητάει κάποιαν ελπίδα: «Προς τσινά καταφύγω άλλην, Αγνή; Πού προσδράμω λοιπόν και σωθήσομαι; Πού πορευθώ; (…) Εις σε μόνην ελπίζω, εις σε μόνην καυχώμαι και επί σε θαρρών κατέφυγον…». Απόδειξη ότι ο Παπαδιαμάντης ενέταξε τα στοιχεία αυτά στον έξοχο «Ρεμβασμόν τού Δεκαπευνταύγουστου», όπου ο «πάντοθεν πολεμούμενος» (από χωρισμούς, θανάτους αδίστακτους τοκογλύφους) Φραγκούλας ζητεί ενδυνάμωση μέσα από τα κείμενα αυτά. Άλλωστε η μικρή παράκληση ψάλλεται «εν πάση περιστάσει, καί ψυχής θλίψει». Σύμφωνα με μία λαϊκή παράδοση, που τη μνημονεύει και ο Παπαδιαμάντης, στην έσχατη κρίση, και «πρό τής φρικτής αποφάσεως τού αδεκάστου δικαστού», η γεμάτη από ευσπλαγχνία Μητέρα και Παρθένος θα υψώσει την τελευταία στιγμή τα χέρια σε ικεσία προς τον γιό της, επικαλούμενη τησυγκατάβασή Του για τούς αμαρτωλούς. Η καθαρότητα και η αγνότητα του είναι της, θα μπορούσαμε να πούμε, αδυνατεί να εννοήσει την αμαρτία// το μόνο που η Παναγία μπορεί να εννοήσει είναι ο πόνος των αμαρτωλών. ‘Έτσι συμβαίνει με κάθε αθώο. Η αθωότητα, που φύσει αδυνατεί να συμμετέχει στο κακό, αδυνατεί να μη συμμετέχει στη θλίψη όσων πληρώνουν, έστω, για την κακότητά τους. Η Παναγία δεν είναι μόνο εκείνη, όπου «παρθενεύει ο τόκος» (στό κάτω κάτω παρθένες μητέρες γνωρίζουν καί άλλες λατρείες), αλλά και αυτή που φύλαξε και στην ωριμότητά της μία παρεθνική παιδικότητα. Θα έλεγα ότι η παρθενία εδώμεταβάλλεται σε σύμβολο τής παιδικής αθωότητας, που παραμένει άφθαρτη και μετά την παιδικότητα. Εύστοχα πρόσεξε ο καθηγητής Λουκάτος στην ορθόδοξηεικονογραφία τής Κοιμήσεως το θέμα της «φασκιωμένης βρεφικής ψυχής τής Παναγίας», που την κρατάει μάλιστα, – μέσα σε μία βαθιά υποβλητική νοηματική σύλληψη, – ο γιός της, ο Ιησούς!
Καθηγ. Μιχ. Μερακλή
-
Η Θεοτόκος Μαρία
Κορυφαία εορτή για ολόκληρη την Ορθοδοξία και ιδιαίτερα για μας του Έλληνες, που ευλαβούμαστε τη Θεοτόκο κατά τρόπο ξεχωριστό. Ευκαιρία ολόθυμης έκφρασης τιμής και σεβασμού στο ιερό Της πρόσωπο, αφού η προσωπική και εθνική μας ζωή είναι συνυφασμένη με την υψηλή σκέπη και προστασία της Μεγάλης Μάνας, του κόσμου.
Η Παναγία εν δόξη και οι Προφήτες μέσα 16ου αιώνα, 87×68εκ. άγνωστος Κρητικός ζωγράφος «Δύο επιγράμματα γραμμένα πιθανότατα από τον Ιωάννη Μούρμουρη»
Στην εικόνα παριστάνεται σε χρυσό βάθος μετάλλιο με την Παναγία εν δόξη, καθισμένη σε χερουβείμ και περιβαλλόμενη από τα σύμβολα των ευαγγελιστών. Στο κάτω μέρος βρίσκονται δώδεκα προφήτες, ολόσωμοι και σε δύο ομάδες. Είναι ελαφρά στραμμένοι προς το κέντρο και κρατούν τα σύμβολα των προεικονίσεων της Παναγίας και ειλητά με τις προφητείες τους. Στις δύο άκρες εικονίζονται ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο αφιερωτής της εικόνας, που φοράει το τυπικό βενετικόμαύρο ένδυμα και σκούφο. Από τα δύο επιγράμματα που είναι γραμμένα στην εικόνα, φαίνεται ότι ο αφιερωτής της εικόνας είναι ο Ιωάννης Μούρμουρης, ο οποίοςπαρακαλεί τον ομώνυμό του άγιο και τους Προφήτες να μεσιτεύσουν στην Παναγία για τη σωτηρία του. Στην παράσταση αυτή συνδυάζεται το θέμα «Άνωθεν οι Προφήται» με την Δέηση.
Το ιερό πρόσωπο της Θεοτόκου αποτελεί, σύμφωνα με την ορθόδοξη θεολογία μας, μέρος του απερινοήτου μυστηρίου της Θείας Οικονομίας. Μετά τον Τριαδικό Θεό, Αυτή κατέστη το κύριο πρόσωπο, το οποίο συνέβαλε ουσιαστικά στην υλοποίηση του σχεδίου της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Εκλέχτηκε από το Θεό ανάμεσα σε εκατομμύρια άλλα κορίτσια, αμέτρητων γενεών, ως η καθαρότερη και αγιότερη ανθρώπινη ύπαρξη, προκειμένου να γίνει Θεοτόκος. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε πως για την υλοποίηση του σχεδίου της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, ο Θεός έδωσε τον Υιό του τον μονογενή και η ανθρωπότητα έδωσε την Παναγία. Στο ιερό πρόσωπο Εκείνης έγινε η μεγάλη συνάντηση Θεού και ανθρώπου. Μέσα στο πάναγνο σώμα Εκείνης έγινε η μεγάλη καταλλαγή (Εφεσ.2:16) και από αυτό ξεκίνησε η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους, η αναδημιουργία και η θέωση του πεπτωκότος ανθρώπου. Το πρώτο ανθρώπινο πλάσμα, στο οποίο αποκαταστάθηκε η ανθρώπινη φύση στην αρχαία προπτωτική της μορφή και ωραιότητα, υπήρξε η Θεοτόκος. Με την επέλευση του Αγίου Πνεύματος κατά τον Ευαγγελισμό (Λουκ.1: 35), καθαρίστηκε από τον ρύπο του προπατορικού αμαρτήματος, τον οποίο έφερε και Αυτή εκούσα, ως μέτοχος της ανθρώπινης φύσεως, καθιστώντας Την πλέον άμωμη κηλίδος ώστε, να δεχτεί στα αγνά σπλάχνα Της το «πυρ της θεότητος » και να μην καεί. Από τότε έγινε η «Κεχαριτωμένη», η αγιοτέρα ύπαρξη μετά τον Τριαδικό Θεό. Στο πρόσωπό Της έγινε η απαρχή της λυτρώσεως του κόσμου και της θεώσεως του ανθρώπου.
Η συμβολή της Παναγίας μας κατά τη διάρκεια του επί γης απολυτρωτικού έργου του Χριστού υπήρξε τεράστιο. Βρισκόταν συνεχώς πλάι στον Λυτρωτή μας, από τη Γέννηση ως το Πάθος, την Ανάσταση και την Ανάληψη. Δοκίμασε, ως μητέρα, τις πίκρες των παθημάτων του Θείου Γιου της, με αποκορύφωμα εκείνη του σταυρικού θανάτου Του. Ένοιωσε κοντά Του την αγωνία Εκείνου για την υλοποίηση του θείου σχεδίου της σωτηρίας του κόσμου . Σύμφωνα επίσης με την αρχέγονη παράδοση της Εκκλησία μας Αυτή ήταν που εμψύχωνε τους διωκόμενους πρώτους χριστιανούς της νεαράς Εκκλησίας των Ιεροσολύμων.
Ο Αύγουστος και ιδιαίτερα το πρώτο δεκαπενθήμερο του, είναι αφιερωμένο στην Παναγία μας. Οι Ορθόδοξοι πιστοί, συμμετέχουμε καθημερινά στις ακολουθίεςτων υπέροχων Παρακλητικών Κανόνων, νηστεύουμε, εξομολογούμαστε, κοινωνούμε.
Τρέχουμε με δάκρυα στα μάτια να εναποθέσουμε σε Αυτή τις δυσκολίες και τα βάσανα της ζωής μας, Την παρακαλούμε με ζέση ψυχής να ελαφρώσει τον βαρύ ζυγό μας, διότι πιστεύουμε ακράδαντα πως η γλυκιά Θεομάνα και μετά την σεπτή Της Κοίμηση συνεχίζει να αγαπά και να νοιάζεται για μας τους ανθρώπους. Μέσα στημεγάλη καρδιά Της υπάρχει χώρος για τον κάθε άνθρωπο, όχι μόνο για τους πιστούς, αλλά και για τους αμαρτωλούς και ασεβείς , ακόμα και για τους υβριστές Της! Η μακάρια θέση Της κοντά στον Υιό Της και Θεό μας Ιησού Χριστό, της δίνει την ευχέρεια να προσεύχεται για τον καθένα μας, για κάθε μας πρόβλημα. Τα αποτελέσματα των βοηθειών Της είναι απτά. Γι’ αυτό ψάλλουμε στον περίφημο Μικρό Παρακλητικό Κανόνα προς Αυτήν: «Ουδείς προστρέχων επί σοι κατησχυμένος από σου εκπορεύεται, αγνή Παρθένε Θεοτόκε, αλλ’ αιτείται την χάριν και λαμβάνει το δώρημα, προς το συμφέρον της αιτήσεως».
απόhttp://www.apodimos.com/arthra/09/Aug/H_KOIMHSH_THS_PANAGIAS_THEOTOKOY/index.html
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »





















