kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

ΟΨΕΤΑΙ ΠΑΣΑ ΣΑΡΞ ΤΟ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Ιανουαρίου, 2017

Οι άνθρωποι έχουμε την τάση να ζητάμε αποκλειστικότητες στη ζωή μας. Χαιρόμαστε σχέσεις, αγαθά και εμπειρίες να είναι για μας και μόνο. Ακόμη και την παρουσία του Θεού την θέλουμε πρωτίστως για τον εαυτό μας. Γι’  αυτό και μετατρέπουμε τη σχέση μας με τον Θεό σε ατομικό γεγονός. Ζητούμε την κατανόηση του Θεού με βάση τον νου και τις δυνατότητές μας. Απαιτούμε από τους συνανθρώπους μας να συμμεριστούν τον δικό μας τρόπο. Και όχι μόνο. Είμαστε έτοιμοι να απορρίψουμε οποιονδήποτε δεν συμφωνεί με μας. Με την εμπειρία μας. Συχνά, χωρίς να κατανοούμε το γιατί διαφέρει από μας. Αυτό συμβαίνει και με τον Θεό. Τον θέλουμε στην αποκλειστικότητά μας. Στον τρόπο μας. Να σκέφτεται και να δρα όπως εμείς πιστεύουμε ότι πρέπει να κάνει. Και γι’   αυτό δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος για να Τον δούνε όλοι. Να μοιραστεί με όλους την χαρά της παρουσίας Του, της επιφάνειάς Του στον κόσμο, ότι «όψεται πάσα σαρξ το σωτήριον του Θεού» (Λουκ. 3, 6), «όλοι οι άνθρωποι θα δουν τη σωτηρία που προσφέρει ο Θεός».

     Στο γεγονός των Θεοφανείων, και τότε και σήμερα, φαίνεται η αδυναμία των ανθρώπων να κατανοήσουν ότι η Επιφάνεια του Θεού έγινε για όλο το ανθρώπινο γένος. Οι Ιουδαίοι πήγαιναν να βαφτιστούν στον Ιορδάνη ποταμό, για να απαλλαγούν από τις αμαρτίες τους. Είδαν τον Ιησού Χριστό να βαφτίζεται κι Αυτός από τον Πρόδρομο. Από τον νου τους θα πέρασε η σκέψη ότι κι Αυτός είναι ένας από εκείνους, υποκείμενος στη φθορά και στο κακό. Όμως δεν ήταν έτσι. Τον είδαν να προσεύχεται, όπως κι εκείνοι. Από τον νου τους θα πέρασε η σκέψη ότι κι Αυτός προσεύχεται στον Θεό για τις αμαρτίες Του. Όμως δεν ήταν έτσι. Είδαν τους ουρανούς να ανοίγουν και «το Πνεύμα το Άγιον σωματικώ είδει ωσεί περιστεράν καταβήναι  επ’  αυτόν» (Λουκ. 3, 22), το Άγιο Πνεύμα με ορατή μορφή, σαν περιστέρι, να κατεβαίνει σ’  Αυτόν. Από τον νου τους θα πέρασε η σκέψη ότι ήταν ένα σημάδι ευλογίας πάνω Του. Δεν ήταν όμως μόνο έτσι. Άκουσαν «φωνήν εξ ουρανού γενέσθαι λέγουσαν . συ ει ο υιός μου ο αγαπητός, εν σοι ευδόκησα» (Λουκ. 3,22), φωνή ότι ήρθε από τον ουρανό που έλεγε: «εσύ είσαι ο αγαπημένος μου Υιός, εσύ είσαι ο εκλεκτός μου». Από τον νου τους θα πέρασε η σκέψη ότι Αυτός που βαφτιζόταν θα ήταν ένας προφήτης, που ο Θεός Του ανέθεσε μία αποστολή όπως σε όλους τους προφήτες. Όμως δεν ήταν μόνο έτσι.

        Δύσκολα θα μπορούσε να περάσει από τον νου των Ιουδαίων που ήταν παρόντες ότι Αυτός που βαφτιζόταν δεν είχε αμαρτίες. Δεν ήταν υποκείμενος στην φθορά και το κακό διότι ο ερχομός Του στον κόσμο ήταν «κεκρυμμένον μυστήριον». Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος δεν ήταν απλώς ένα σημάδι ευλογίας, αλλά η ένδειξη ότι ο Χριστός, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ενηνθρώπησε όχι αυτόνομα, εγωκεντρικά, επειδή ο Ίδιος και μόνο Αυτός το θέλησε, αλλά εκπληρώνοντας το κοινό θέλημα και των Τριών προσώπων, του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Ο Χριστός δεν είχε ανάγκη να ευλογηθεί από τον Πατέρα ή το Άγιο Πνεύμα, καθώς ήταν ενωμένος μαζί Τους. Η παρουσία του Πνεύματος ήταν ένα σημάδι για τους ανθρώπους που έβλεπαν τον Κύριο ότι Αυτός είναι και κατά κόσμον χριστός, ο βασιλιάς όχι μόνο των Ιουδαίων, αλλά όλης της ανθρωπότητας. Η χρίση Του δεν έγινε με το λάδι δια του οποίου οι βασιλείς των Ιουδαίων χρίονταν από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά με το λουτρό του ύδατος, δια του οποίου δεν θα έδειχνε μόνο την ευσπλαχνία του ελαίου. Θα καθάριζε συνολικά τον άνθρωπο από τον ρύπο της αμαρτίας και την παντοδυναμία του θανάτου, αναγεννώντας τον σε μία νέα ζωή, αυτή της Βασιλείας των ουρανών. Το νερό όμως συνοδευόταν από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Γιατί δεν ήταν έργο ανθρώπου η κάθαρση, αλλά του Θεανθρώπου. Και γι’  αυτό ακούστηκε η φωνή του Θεού- Πατέρα, για να φανεί σε όλους ότι ο Χριστός δεν θα ήταν μόνο ένας προφήτης, ο λόγος του οποίου θα ήταν προς μετάνοιαν για τους ανθρώπους. Ο Χριστός θα κήρυττε λόγοις και έργοις την σωτηρία και την ίδια στιγμή δια του Σταυρού και της Αναστάσεως θα έκανε πράξη την επαγγελία του Θεού στους ανθρώπους ότι η κεφαλή του διαβόλου, του πρώτου επιλέξαντος και βιώσαντος το κακό και τον θάνατο, δεν θα είχε καμία δύναμη επάνω στον άνθρωπο και στον κόσμο.

         Η αδυναμία κατανόησης των παραπάνω θα διαφανεί και στη συνέχεια της επίγειας δράσης του Χριστού. Οι Ιουδαίοι ήθελαν έναν Θεό μόνο γι’  αυτούς. Να θαυματουργεί στους δικούς τους και σύμφωνα με τους δικούς τους νόμους και τις δικές τους συνήθειες. Και γι’  αυτό, παρότι είδαν και άκουσαν όλα τα θαυμαστά που είπε και έπραξε ο Χριστός, Τον απέρριψαν και Τον σταύρωσαν. Αρνήθηκαν τον αγιασμό από Αυτόν. Προτίμησαν την αυτάρκειά τους. Δεν αποδέχτηκαν ούτε τον προφητικό λόγο  ότι «όψεται πάσα σαρξ το σωτήριον του Θεού». Οι ίδιοι έκλεισαν τα μάτια και του σώματος και της καρδιάς.

      Αυτή η δυσκολία κατανόησης συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Οι άνθρωποι αδιαφορούν για το περιεχόμενο της Θείας Επιφάνειας και μένουν στον τύπο και τα σημεία της. Στον αγιασμό των υδάτων και των οικιών. Στις τελετές και στο γιορταστικό κλίμα. Στην παράδοση που γίνεται έθιμο. Δεν μπορούν να δούνε ότι δια της φανερώσεως του Τριαδικού Θεού ξεκίνησε ένας καινούργιος κόσμος και ένας καινούργιος τρόπος, αυτός της Βασιλείας των ουρανών που βιώνεται στην Εκκλησία. Ότι καλούμαστε να στρέφουμε τον νου και την καρδιά μας στο Πρόσωπο του Χριστού ως Εκείνου που μας σώζει από τις αμαρτίες μας. Που μας συγχωρεί για τα πάθη και τα λάθη μας και μας δίνει την δυνατότητα να ξεκινήσουμε από την αρχή την πορεία μας για μία άλλη ποιότητα, για ένα άλλο περιεχόμενο στις σχέσεις μας με τον Θεό και τον πλησίον. Να αφεθούμε στο θέλημα του Θεού, με εμπιστοσύνη και αγάπη σ’  Αυτόν και να μην θεοποιούμε το δικό μας θέλημα. Να ενωνόμαστε με τον Χριστό, κοινωνώντας το Σώμα Του και το Αίμα Του, και την ίδια στιγμή να ενωνόμαστε με τον πλησίον μας κοινωνώντας στο πρόσωπό του την χαρά της συνύπαρξης. Αφήνοντας κατά μέρος διαχωρισμούς. Κακίες. Εμπάθεια. Την ανάγκη μας και την ανάγκη του. Να βρίσκουμε σ’   εκείνο την ευκαιρία του μοιράσματος. Αλλά και να αποδεχόμαστε τον Χριστό ως βασιλιά της ύπαρξής μας. Να ελπίζουμε σ’  Αυτόν ότι ο θάνατος από την φθορά και τα πάθη δε θα μας αγγίξει. Ότι κάθε τι που κάνουμε στη ζωή μας, αν είναι σύμφωνο με τον λόγο Του, έχει νόημα, διότι μας φέρνει πιο κοντά Του.  Να ζητούμε την φώτιση του νου και της καρδιάς, που δεν έρχεται με την γνώση και την σοφία του κόσμου, αλλά με την απλότητα και την ταπείνωση. Αν δεν λειτουργήσουμε έτσι, τότε θα μένουμε στην αυτάρκεια όχι μόνο του να θέλουμε έναν Θεό για τα δύσκολά μας, αλλά και να μένουμε ευχαριστημένοι με την τήρηση των συνηθειών μας.

   Το Ποιος ήταν ο Χριστός το κατάλαβε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος. Είχε την επίγνωση ότι προετοίμαζε την οδό του Κυρίου. Ήξερε πως βάφτιζε τους ανθρώπους με το υλικό νερό, ως σύμβολο κάθαρσης, όχι όμως με το Άγιο Πνεύμα και το πυρ,  με τον τρόπο της ανακαίνισης της ύπαρξης και της αναδημιουργίας της, όπως θα έκανε ο Κύριος. Γνώριζε ότι θα έπρεπε να αφυπνίσει ηθικά τους ανθρώπους, για να έρθει ο Χριστός να τους μεταμορφώσει συνολικά. Κλήθηκε να απευθυνθεί στους Ιουδαίους, για να τους βγάλει από την αυτάρκειά τους, να τους δείξει ότι ο Μεσσίας θα ήταν για όλους. Και γι’  αυτό, με απλότητα και ταπείνωση δέχτηκε να βαφτίσει τον Κύριο. Και να γίνει πρόδρομός Του ακόμη και στον Άδη.

     Η εορτή των Θεοφανείων μας δίνει την δυνατότητα να δούμε ξανά το σωτήριον του Θεού. Όχι για να εγκλωβιστούμε στη αυτάρκειά μας ή στην αποκλειστικότητα ενός Θεού για τις δοκιμασίες και τον θάνατο, αλλά για να ψηλαφήσουμε στο Πρόσωπό Του την ανακαίνιση και τον αγιασμό της ύπαρξής μας. Στην Εκκλησία χωρούνε οι πάντες. Η Εκκλησία είναι και για όσους δεν πιστεύουν, για να τους βοηθήσει να δούνε το σωτήριον του Θεού, τον λόγο για τον οποίο ο Θεός υπάρχει και έγινε άνθρωπος. Είναι η Αγάπη η οποία με τον τρόπο της Εκκλησίας μας δίνει νέο νόημα στη ζωή, στις σκέψεις, στις πράξεις μας, στις σχέσεις μας. Μας κάνει να μοιραζόμαστε ό,τι μας έχει δοθεί και να συμπορευόμαστε. Να γιορτάζουμε με όλους. Με τον κόσμο, τον άνθρωπο, τους οικείους και τους ξένους την φώτιση και την υπέρβαση των παθών μας. Τον τρόπο μας τον δίνει η Εκκλησία. Την βίωση ο καθένας μας! Εκείνος όμως είναι πάντοτε δίπλα μας και ζητά να φωτιστούμε. Να αφεθούμε στην χάρη του Επιφανέντος Θεού και να συνοδοιπορήσουμε μαζί Του από τον Ιορδάνη στην Βασιλεία, στην Εκκλησία που ανακαινίζει τη ζωή μας. Ιδού η νέα αρχή που έχουμε ανάγκη!

Κέρκυρα, 6 Ιανουαρίου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΘΕΟΣ: ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Ιανουαρίου, 2017

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ

Η ακριβής προέλευση της λέξης Θεός δεν είναι σήμερα γνωστή και καθώς η έρευνα σχετικά με την ακριβή παρέλευσή της ακόμα συνεχίζεται, αφού φιλόλογοι και γλωσσολόγοι δεν έχουν καταλήξει σε σαφή συμπεράσματα.

Μια πιθανή λέξη προέλευσης της λέξεως Θεός παράγεται από το ρήμα θεώμαι, που αποδίδεται σήμερα την έννοια «βλέπω τα πάντα» και κατά συνέπεια ως Θεός ορίζεται αυτός που επιβλέπει τα πάντα. Κατά άλλους προέρχεται από το ρήμα τίθημι, που σημαίνει τοποθετώ και άρα θέλει να δηλώσει τον Δημιουργό. Άλλοι υποστηρίζουν πως πιθανή ρίζα του μπορεί να είναι ρήμα θέω ή θείω, που σημαίνει τον πανταχού παρόντα.

Οι πλειοψηφία των γλωσσολόγων θεωρεί πως σήμερα η λέξη προέρχεται από την από την ινδοευρωπαϊκή ομογλωσσία και έχει σχέση προς την σανσκριτική λέξη deva ή dyaus, προς το λατινικό deus ακόμα και το Ελληνικό Δευς ή Ζευς, οπότε κατ’ αυτήν την διασύνδεση, η έννοια του Θεού, σχετίζεται με την έννοια του φωτός. Στην αρχαιότητα στην βοιωτική διάλεκτο η λέξη απαντάται ως θιός ή σιός, στην Λακωνική σιός, στη Δωρική θεύς, στη μετάφραση των Εβδομήκοντα και στην Καινή Διαθήκη, ως Θεός.

Ο Πλάτων υποστηρίζει ότι η λέξη θεός παράγεται από το ρήμ. θέειν = τρέχειν που κυριολεκτείται για κάθε κυκλοτερές πράγμα που φαίνεται ότι περιτρέχει και επανέρχεται εις εαυτόν (θο-ός = ταχύς, δηλώνει ενέργεια), διότι οι πρώτοι θεοί για τους αρχαίους ανθρώπους ήταν ο Ήλιος και η Σελήνη και τα λοιπά ουράνια σώματα που «διέτρεχαν» το διάστημα.

Η απάντηση στο ερώτημα, ποια είναι η ετυμολογία της λέξης Θεός, παραμένει αβέβαιη. Είναι άραγε τυχαίο αυτό ή γιατί ο Θεός, αφού ως έννοια είναι ασύλληπτος από τον πεπερασμένο ανθρώπινο νου, δεν επιδέχεται γνωστική διερεύνηση και η λέξη με την οποίαν τον ονομάζουν οι άνθρωποι;

ΣΗΜΑΣΙΟΛΟΓΙΑ

Με τον γενικό όρο Θεός στη σύγχρονη ελληνική γλώσσα εννοείται η θεότητα ή η υπέρτατη οντότητα που φέρεται ως Δημιουργός του Κόσμου. Ως προς τη σημασία της η έννοια Θεός εμφανίζει μια εξέλιξη. Οι αντιλήψεις περί Θεού διαμορφώθηκαν στους μυθικούς χρόνους, ανάλογα με το πολιτιστικό επίπεδο των διαφόρων λαών.

Στον Όμηρο η λέξη έχει δύο σημασίες; Μία γενική, χωρίς το άρθρο, στον ενικό θεός ή στον πληθυντικό θεοί και δηλώνει τη θεότητα, την έννοια του θείου και δεύτερη, με τη μερική σημασία για τους πολλούς θεούς της ελληνικής πολυθεΐας: θεός τις = ένας από τους θεούς.

Οι ομηρικές αντιλήψεις παρέμειναν ίδιες σχεδόν μέχρι τα τέλη της αρχαιότητος. Παράλληλα όμως, στην εποχή του Σωκράτη, ο Πλάτων αναπτύσσει την τελολογική απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού (ως λογικού όντος και δημιουργού, αφού υπάρχει η σκοπιμότητα στη φύση). Το σπουδαιότερο είναι ότι μιλά για τον ένα και μόνο Θεό, στον διάλογό του «Κρίτων, κεφ. 8». Εδώ η λέξη αλήθεια χρησιμοποιείται με τη μεταφυσική της σημασία, ως απρόσωπη έννοια και ως ουσιώδες γνώρισμα του «όντος» και ταυτίζεται με τον ίδιο τον Θεό. Μιλά ακόμη ο Πλάτων για την αθανασία του Θεού, για την Παντογνωσία του, για την αγαθότητα του Θεού και για το ένα πρόσωπό του.

Ο Αριστοτέλης ανέπτυξε την κοσμολογική απόδειξη για την ύπαρξη του Θεού (αφού υπάρχει το αποτέλεσμα, το σύμπαν, πρέπει να υπάρχει και η κινητήρια αρχή) όπως επεσήμανε ο Πλάτων ο Θεός είναι αιτία των πάντων. Και ο Σωκράτης έκλεισε την απολογία του λέγοντας: «Τώρα είναι ώρα, για να φεύγω, εγώ, για να πεθάνω και σεις για να ζήσετε, ποιος από μας πηγαίνει στο καλύτερο, κανένας δεν το ξέρει παρά μόνο ο Θεός», λυτρωμένος, γαλήνιος και βέβαιος πια για την αθανασία της ψυχής.

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι οι Έλληνες φιλόσοφοι της κλασικής εποχής με το σπερματικό τους λόγο για τον ένα και μόνο Θεό, για το υπέρτατο αγαθό, άνοιξαν τον δρόμο και προετοίμασαν το έδαφος για τον Χριστιανισμό.

Θα κλείσουμε τους αρχαίους χρόνους στην Ελλάδα, αφού αναφερθούμε σύντομα και στον Άγνωστο Θεό, που τον λάτρευαν σε βωμό με την επιγραφή: τω Αγνώστω Θεώ». Είναι γνωστό το επεισόδιο με τον Απόστολο Παύλο, όταν διερχόμενος από την Αθήνα, στάθηκε εν μέσω του Αρείου Πάγου και μίλησε στο συγκεντρωμένο πλήθος για τον άγνωστο Θεό. Και άλλοι συγγραφείς αναφέρουν ότι η πίστη στον Άγνωστο Θεό δεν ήταν κάτι το αποκλειστικό για την αρχαία Αθήνα, αλλά η λατρεία του ήταν ευρέως διαδεδομένη και στις άλλες πόλεις. Υπήρχε και ο όρκος: νή τον άγνωστον θεόν.

Οι Χριστιανοί θεολόγοι υποστηρίζουν ότι ο ανεξερεύνητος Θεός της Αγ. Γραφής αποτελεί έννοια συγγενική με τον Άγνωστο Θεό των αρχαίων Ελλήνων και θα λέγαμε ότι ο Άγνωστος Θεός είναι το τελευταίο στάδιο της θρησκευτικής αναζήτησης του ανθρώπου πριν από την εξ Αποκαλύψεως θρησκεία.

ΠΑΛΑΙΑ ΚΑΙ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

Σε αντίθεση με τις πολυθεϊστικές και ειδωλολατρικές θρησκείες της αρχαιότητας, στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται ότι ο Θεός είναι ένας και μόνος.

Ο τοπικός και φυλετικός Θεός Γιαχβέ μετατράπηκε αργότερα σε μοναδικό Θεό και Παντοκράτορα, τον Γιαχβέ: Λέξη εβραϊκή, που σημαίνει: ο ων, ο υπάρχων, ο ζων. Οι ιδιότητες του χαρακτηρίζονται με τα επίθετα: Παντογνώστης, Πάνσοφος, Παντοδύναμος, Παντοκράτωρ, που δημιούργησε τα πάντα, προνοεί, συντηρεί και κυβερνά τον κόσμο.

Στην Καινή Διαθήκη λέγεται: Πατήρ, ο Θεός. Η ονομασία του Θεού-Πατρός αποδίδεται στο α΄ πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Ο Θεός απεκαλύφθη ως Πατήρ, ως Υιός και ως θείο Άγιο Πνεύμα (Αγία Τριάς).

Και ο Χριστός δίδαξε τους μαθητές του, ν’ αποκαλούν στην προσευχή τους τον Θεό, με την φράση «Πάτερ ημών», ενώ ο ίδιος μιλούσε για τον Θεό με τη φράση «ο Πατήρ μου», στον ενικό. Στον Χριστιανισμό, η λέξη Θεός δηλώνει τον δημιουργό του κόσμου, το άναρχο και αιώνιο Πνεύμα, και ο χριστιανός τον πιστεύει ως Πατέρα, Παντοκράτορα, φιλόστοργο, που περιβάλλει τον άνθρωπο με την άπειρη αγάπη Του και εκδηλώνεται με την πρόνοια Του για τη συντήρηση και σωτηρία του ανθρώπου.

Στην Ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία η έννοια Θεός είναι ακατάληπτη, απρόσιτη και απροσπέλαστη στην πεπερασμένη διάνοια του ανθρώπου. Ο άνθρωπος γνωρίζει ένα μέρος της θεότητας, η δε άμεση γνώση του Θεού θα γίνει στην πέραν του Τάφου ζωή, στη Δευτέρα παρουσία του Χριστού.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο άνθρωπος από την αρχή της δημιουργίας του ήταν στραμμένος με τους αισθητούς, αλλά κυρίως με τους πνευματικούς οφθαλμούς του προς τον Ουρανό, προς τον Θεό, γιατί μετείχε εξ αρχής της θείας φύσης η ψυχή του και γιατί πλάστηκε από τον Δημιουργό του «κατ’ εικόνα και ομοίωσίν του».

Από την εποχή του μύθου ο άνθρωπος είτε θεοποίησε τα φυσικά αντικείμενα και φαινόμενα, είτε πίστεψε στους ατελείς ανθρωπομορφικούς θεούς, ζούσε πάντοτε με την ψυχική αγωνία να γνωρίσει τον ένα και Μόνο Θεό, την μία και μόνη Αλήθεια. Από την δυστυχία του αυτή λυτρώθηκε με την εξ Αποκαλύψεως θρησκεία, που του άνοιξε τον δρόμο προς τη σωτηρία και προς τη θέωσή του.

ΠΗΓΕΣ

1) Ορθόδοξο Βίκι: Εγκυκλοπαίδεια στο διαδίκτυο.

2) «Θεός: Ετυμολογικές ρίζες και σημασίες της έννοιας» της Φιλολόγου, Αγγελικής Φ. Καλφαπαναγιώτου Αλεξάνδρου

Απόσπασμα από πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου με θέμα: «Ο Επουράνιος Πατήρ» (10-13 Νοεμβρίου 1992). Ι. Μητρόπολις Θεσσαλονίκης. Θεσσαλονίκη 1993. Σελ. 249-258.

http://users.sch.gr/aiasgr/Agia_Triada/Theologia/Theos-Etumologia.htm

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Ιανουαρίου, 2017

Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ενώ ο άνθρωπος μπορεί να είναι με τη χάρη του Θεού και τις δικές του προσπάθειες σχετικά μόνο άγιος, ο Θεός είναι απόλυτα άγιος, δηλαδή είναι άγιος εκ φύσεως, από την ουσία και την ύπαρξη του. Ως άγιος ο Θεός δεν έχει καμιά ηθική ατέλεια, αγαπά μόνο το αγαθό και αποστρέφεται την αμαρτία.

Εμπρός στην αγιότητα του Θεού ο άνθρωπος αισθάνεται δέος και απεριόριστο σεβασμό. Και το σεβασμό αυτό εκδηλώνει με τους λόγους, τα έργα και τη λατρεία του. Με συστολή και ευλάβεια προφέρει το όνομα του Θεού. Όταν πρόκειται να εκτελέσει μια πράξη, διερωτάται αν η πράξη αυτή είναι σύμφωνη με το θέλημα του Θεού. Και τέλος με σοβαρότητα, αφοσίωση και κατάνυξη υμνεί, δοξάζει, ευχαριστεί και ικετεύει το Θεό.

Η ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

Ο άνθρωπος έχει την ακατάσχετη επιθυμία να πλησιάσει και να γνωρίσει το Θεό, επειδή είναι δημιούργημα Αυτού. Στο χώρο της φύσεως γνωρίζει ο άνθρωπος το Θεό έμμεσα, με τη λογική σκέψη του, ενώ στο χώρο της Εκκλησίας Τον γνωρίζει άμεσα, με ολόκληρη την ψυχική του ζωή.

Ο φυσικός κόσμος μας υπενθυμίζει διαρκώς την ύπαρξη του Θεού. Ο Θεός φανερώνει στους ανθρώπους ότι μπορεί να τους γίνει γνωστό γι’ Αυτόν. Γιατί οι αόρατες ιδιότητες του, δηλαδή η αιώνια δύναμη του και η θεότητα του, βλέπονται καθαρά αφότου δημιουργήθηκε ο κόσμος, καθόσον γίνονται νοητές δια μέσου των δημιουργημάτων του. Παράλληλα όμως στη ζωή αυτή βλέπουμε τον Θεό σαν σε καθρέφτη αμυδρά, ενώ στο μέλλοντα αιώνα, θα βλέπουμε πρόσωπο προς πρόσωπο (Α’ Κορ. 13,12). Αυτό σημαίνει ότι η ουσία του Θεού είναι ασύλληπτη και ακατάληπτη από τον άνθρωπο. Μόνο η ύπαρξη και οι ιδιότητες του Θεού μας είναι προσιτές, κι αυτές όχι τέλεια.

Παρατηρώντας λοιπόν και μελετώντας τον κόσμο προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο Θεός, ο δημιουργός αυτού του κόσμου, είναι παντοδύναμος, πανταχού παρών, αιώνιος, πάνσοφος, παντογνώστης, άγιος, δίκαιος, πανάγαθος, γεμάτος από αγάπη, ευσπλαχνία, μακροθυμία κλπ.

Ο πιστός μέσα στο λειτουργικό χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας γνωρίζει το Θεό βιωματικά. Ο αόρατος και ακατάληπτος Θεός γίνεται ορατός και αντιληπτός (μόνο βιωματικά, δηλαδή με την ψυχική εκείνη κατάσταση που δημιουργείται από την προσωπική επικοινωνία με το Θεό μέσα στη Θεία Λατρεία. Ο πιστός γνωρίζει το Θεό ως αγάπη και ζει την ειρήνη και τη μακαριότητα της παρουσίας Του.

Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΡΙΣΑΓΙΟΥ ΥΜΝΟΥ

ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ

Στο πρώτο μέρος της Θείας Λειτουργίας και την ώρα που ψάλλεται από το χορό ο τρισάγιος ύμνος (“Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος ελέησον ημάς”), ο ιερέας απευθύνει στο Θεό Πατέρα την παρακάτω ευχή, που λέγεται «ευχή του τρισάγιου ύμνου».

«Άγιε Θεέ, Συ που ευαρεστείσαι στους αγίους και ανυμνείσαι με τον τρισάγιο ύμνο από τις αγγελικές τάξεις των Σεραφείμ και δοξολογείσαι από τα Χερουβείμ και προσκυνείσαι απ’ όλες τις επουράνιες δυνάμεις· Συ που έφερες τα πάντα από την ανυπαρξία στην ύπαρξη· Συ που έκτισες τον άνθρωπο κατά τη δική σου εικόνα και ομοίωση και τον καταστόλισες μ’ όλα σου τα χαρίσματα· Συ που δίνεις σοφία και σύνεση σεκείνον που την ζητεί και δεν παραβλέπεις τον αμαρτωλό, αλλά όρισες τη μετάνοια για να σωθεί· Συ που αξίωσες εμάς τους ταπεινούς και ανάξιους δούλους σου και την ώρα τούτη να στεκόμαστε μπροστά στη δόξα του αγίου θυσιαστηρίου σου και να σου προσφέρουμε την προσκύνηση και τη δόξα που σου οφείλεται· Συ, Κύριε, δέξου και από το στόμα μας το αμαρτωλό τον τρισάγιο ύμνο και ρίξε σε μας το βλέμμα της αγαθότητας σου· Συχώρεσε μας όλα τα αμαρτήματα που κάναμε είτε με τη θέληση μας είτε χωρίς να το θέλουμε. Αγίασε τις ψυχές και τα σώματα μας και αξίωσε μας να σε λατρεύουμε με ευλάβεια σ’ όλη μας τη ζωή, με τη μεσιτεία της αγίας Θεοτόκου και όλων των αγίων, οι οποίοι ανέκαθεν σου έδωσαν χαρά γιατί έζησαν όπως ήθελες. Γιατί Συ είσαι ο Θεός μας ο άγιος και σε σένα, τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα απευθύνουμε τη δοξολογία μας και τώρα και πάντοτε και σ’ όλους τους αιώνες».

Ο λειτουργικός ύμνος “Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος ελέησον ημάς” λέγεται τρισάγιος ύμνος, επειδή επαναλαμβάνεται σ’ αυτό τρεις φορές η λέξη άγιος και επειδή απευθύνεται στον τρισυπόστατο Θεό. Δηλαδή, άγιος είναι ο Θεός, ο άναρχος Πατέρας, άγιος ισχυρός, ο συνάναρχος Υιός, άγιος αθάνατος, το Πνεύμα το Άγιο. Ο τρισάγιος ύμνος λέγεται και αγγελικός, γιατί προήλθε από το γνωστό αγγελικό ύμνο του οράματος του προφήτη Ησαΐα.

Ψάλλοντας η στρατευόμενη (επίγεια) Εκκλησία τον τρισάγιο ύμνο ενώνει τη φωνή της με τα λειτουργικά πνεύματα, τους αγγέλους, και τους αγίους της θριαμβεύουσας Εκκλησίας σε μια παγκόσμια λατρευτική δοξολόγηση του Τριαδικού Θεού. Τη στιγμή αυτή ο λαός του Θεού γίνεται ισότιμος με τις ασώματες και νοερές δυνάμεις του Ουρανού. Ο τρισάγιος ύμνος, με τον οποίο ο πιστός λαός υμνεί την αγιότητα του Θεού, αποκαλύπτει τη μελλοντική ένωση και ισοτιμία του λαού αυτού με τους αγγέλους.

Αλλά ο τρισάγιος ύμνος και η ευχή του έχουν και δοξολογικό και ικετευτικό χαρακτήρα. Ο ιερέας μαζί με το πλήρωμα της Εκκλησίας δοξάζει πρώτα το Θεό της αγάπης για τη δημιουργία του σύμπαντος από το μηδέν, για την πλάση του ανθρώπου κατά τη δική του εικόνα και ομοίωση, για το απέραντο έλεος του προς τους αμαρτωλούς. Ζητεί κατόπιν τη συχώρεση των αμαρτιών μας και τον αγιασμό μας για να τον λατρεύουμε όπως πρέπει σ’ όλη μας τη ζωή.

http://users.sch.gr/aiasgr/Agia_Triada/Theologia/Agios_Theos.htm

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΗΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Ιανουαρίου, 2017

Ένα από τα μεγάλα προβλήματα των καιρών μας είναι η οικολογική κρίση. Παρά την μονομερή ενασχόλησή μας με την οικονομία, τα οικολογικά κινήματα, κυρίως μέσω του Διαδικτύου, καλούν τους νέους να δραστηριοποιηθούν. Να συγκεντρώσουν υπογραφές παλεύοντας εναντίον της καταστροφής της ατμόσφαιρας, της χλωρίδας και της πανίδας η οποία συμβαίνει χάριν του άμετρου κέρδους ισχυρών κρατών και μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών. Να προστατεύουν το περιβάλλον με δενδροφυτεύσεις, με ανακύκλωση, με  μάζεμα των σκουπιδιών από τα πεζοδρόμια και τις ακτές.

       Τα οικολογικά κινήματα σήμερα διακατέχονται συχνά από μία νεοπαγανιστική διάθεση έναντι της φύσης. Λατρεύουν την κτίση, προσωποποιώντας την. Θεοποιούν τη φύση  ως τον μεγάλο δάσκαλο του ανθρώπου. Όμως αυτός ο δρόμος δεν επιτρέπει να δούμε την Κτίση εν σχέσει με τον Κτίσαντα, διότι η φύση δεν είναι αυθύπαρκτη, ούτε άχρονη. Είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον Δημιουργό και Κτίστη της, τον Τριαδικό Θεό. Επομένως η περιφρόνηση της κτίσης έχει να κάνει με την απιστία και την ασέβεια έναντι του Θεού και αποτελεί για την Εκκλησία αμαρτία, αποτυχία δηλαδή να βρούμε τον αληθινό προορισμό μας, ο οποίος έγκειται στο να εργαζόμαστε στον κόσμο με σεβασμό σ’  αυτόν και να τον προφυλάσσουμε από τη φθορά, για να συναντήσουμε και μέσω αυτής της οδού τον Θεό.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας αναφέρουν ότι μέσα από τα κτίσματα, τη φύση, μπορούμε να έχουμε μία μερική γνώση, μία φυσική θεωρία του Θεού. Ο άνθρωπος, βλέποντας την αρμονία και το κάλλος του κόσμου, καλείται να αναλογιστεί για ποιον λόγο ο Θεός «τα πάντα εν σοφία εποίησε» και ότι το αληθινό νόημα της ζωής έγκειται στη γνώση και την κοινωνία με Αυτόν, όπως φανερώθηκε σε μας στο Πρόσωπο του Χριστού.

Ο Χριστός αγίασε την κτίση και όταν βαπτίστηκε στον Ιορδάνη ποταμό και όταν πήρε στα χέρια Του και ευλόγησε το ψωμί και το κρασί, παραδίδοντας το μυστήριο της Ευχαριστίας. Αυτό συνεχίζει να πράττει η Εκκλησία εν Αγίω Πνεύματι στους αιώνες. Να αγιάζει τα ύδατα, για να δείξει ότι τα πάντα προσλαμβάνουν την χάρη του Θεού, αλλά και να χρησιμοποιεί το υλικό στοιχείο, το οποίο είναι κτιστό, για τον δικό μας αγιασμό. Στην Θεία Λειτουργία το υλικό μεταβάλλεται σε Σώμα και Αίμα Χριστού, για να λάβουμε «άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον».  Δεν είναι η φύση θεός. Αγιάζεται με την παρουσία και την ευλογία του Θεού, με σκοπό Εκείνον να ζήσουμε και να συναντήσουμε.

Για την Εκκλησία τα οικολογικά κινήματα, παρότι χρήσιμα, δεν απαντούν στο ερώτημα «πώς σώζεται ο άνθρωπος;». Όσο δεν ξεκινούμε από την προτεραιότητα της σχέσης μας με τον Χριστό, τόσο η αλλαγή στάσης ζωής έναντι της φύσης θα μένει στο επίπεδο του κτιστού. Η μετάνοια είναι η αφετηρία για να δούμε την κτίση στην αυθεντική της αποστολή. Και γι’  αυτό στους νέους χρειάζεται να δείξουμε την αυθεντικότητα της χριστιανικής ζωής και έναντι του περιβάλλοντος. Αυτήν των αγίων.

Ο αγιασμός και των υδάτων γίνεται δια του σημείου του Σταυρού. Η σχέση μας με τον άνθρωπο, όπως και με τον κόσμο προϋποθέτει την ανάληψη του Σταυρού να παραιτηθούμε από την θεραπεία του εγώ μας και να αγαπήσουμε. Για να είναι και η οικολογική έμπνευση αυθεντική.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 4 Ιανουαρίου 2017

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα Άγια Θεοφάνεια: Υπόθεση παιδείας στον ελληνικό πολιτισμό

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Ιανουαρίου, 2017

volvi_25

Αθανάσιος Στογιαννίδης (Επίκ. Καθ. Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ)

Ο εορτασμός των Αγίων Θεοφανείων κατέχει αναμφισβήτητα μία σπουδαία θέση στη ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Και τούτο διότι στο λατρευτικό τυπικό της εορτής αποτυπώνονται με πολύ εκφραστικό τρόπο οι προοπτικές και οι ορίζοντες που εγκαινιάζονται για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο: «Σήμερον τὰ ἄνω τοῖς κάτω συνεορτάζει, καὶ τὰ κάτω τοῖς ἄνω συνομιλεῖ […]Σήμερον ὁ Δεσπότης πρὸς τὸ βάπτισμα ἐπείγεται, ἵνα ἀναβιβάσῃ πρὸς ὕψος τὸ ἀνθρώπινον».[1] Πρόκειται κατ’ ουσίαν για τη δυνατότητα να γευτεί κάθε άνθρωπος τη χάρη και τη δόξα του Θεού· τη δυνατότητα να γεμίσει ο άνθρωπος τη ζωή του με τη ζωή του Θεού,

Κατά τη Βάπτιση του Χριστού αποκαλύπτεται η Αγία Τριάδα: ο Υιός ο οποίος έχει λάβει πλήρως την ανθρώπινη φύση, ο Πατήρ από τον οποίον ακούμε μονάχα τη φωνή του, και το Άγιο Πνεύμα με τη μορφή περιστεριού. Αυτό τελικά που αποκαλύπτεται δεν είναι μόνο το «ποιος είναι ο Θεός», αλλά κυρίως το «τι πράττει ο Θεός για χάρη του ανθρώπου». Και αυτό το οποίο πράττει είναι να γίνει άνθρωπος, έτσι ώστε ο άνθρωπος να γίνει Θεός.[2] Αυτό έχει απίστευτα μεγάλη σημασία για όλη την ανθρωπότητα: ο άνθρωπος δεν είναι πλέον μόνος (άλλωστε το όνομα «Εμμανουήλ» που αποδίδεται στον Χριστό σημαίνει «ο Θεός είναι μαζί μας»). Ο άνθρωπος έχει τον Θεό μαζί του.

Η θρησκευτική εμπειρία στον χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν είναι μία σχέση, βάσει της οποίας ο άνθρωπος επιδιώκει να εξασφαλίσει είτε μία θέση στην παραδείσια μεταθανάτια ζωή είτε απλώς να καθησυχάσει τη συνείδησή του σε θέματα ηθικής. Η θρησκευτική εμπειρία δεν είναι απλώς αναφορά σ’ ένα υπερφυσικό ον, απέναντι στο οποίο η ανθρωπότητα οφείλει να πιστεύει επειδή μόνο και μόνο υπερβαίνει τις δικές δυνάμεις. Το θρησκευτικό γεγονός στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν συνίσταται μόνο στη σύναψη σχέσεων με μία υπερφυσική δύναμη, προκειμένου να απαντηθούν ερωτήματα αναπάντητα· μήτε και μόνο στην οικοδόμηση μίας δεξαμενής νοήματος για την ανθρώπινη ζωή· είναι κάτι πολύ περισσότερο· το θρησκευτικό γεγονός δημιουργεί στον άνθρωπο νέες προοπτικές ύπαρξης και συνάντησης. Για τον λόγο αυτό επισημαίνουν ορισμένοι ότι ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία αλλά εκκλησία.

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η θρησκευτική εμπειρία βιώνεται ως εκκλησιαστικό γεγονός· είναι σχέση, και μάλιστα σχέση ζωής· είναι κοινωνία, και μάλιστα κοινωνία προσώπων μοναδικών και ανεπανάληπτων· στο πλαίσιο αυτό ο Θεός δεν προσεγγίζεται ως ένα υπερφυσικό ον, αλλά ως πρόσωπο που προσφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να υπερνικήσει ο,τιδήποτε τον υπερβαίνει, ο,τιδήποτε τον καθιστά αδύναμο, ο,τιδήποτε τον υποτάσσει στη φθορά και τον θάνατο. Η ενανθρώπηση του Θεού γίνεται για χάρη του ανθρώπου· για να μην μείνει ο άνθρωπος σε κάθε τι που είναι υποταγμένο στη φθορά· δηλ. σε κάθε τι που έχει ημερομηνία λήξεως! Οι υποταγμένες στην εγωπάθεια σχέσεις έχουν ημερομηνία λήξεως, δεν ζουν, φυτοζωούν ή μάλλον παρασιτούν.

Ο Θεός είναι δύναμη που εμπλουτίζει την ανθρώπινη ύπαρξη, για να μπορέσει αυτή να σωθεί, δηλ. να διατηρηθεί σώα, ολοκληρωμένη και άρτια. Δεχόμενος ο άνθρωπος τη θεία χάρη, ουσιαστικά ευεργετείται, απολαμβάνοντας έναν νέο τρόπο ζωής, στον οποίον υπερβαίνεται κάθε εμπόδιο που τον αλλοτριώνει, κάθε μορφή εγωισμού που τον χωρίζει από τον συνάνθρωπό του, κάθε που τον απομακρύνει και τον αποσυνδέει υπαρξιακά από τον Δημιουργό του.

Το καινούριο στοιχείο που εμφανίζεται με την έλευση του Χριστού είναι η δυνατότητα να εγγίζεις και να γεύεσαι τον άκτιστο Θεό στην παραμικρή λεπτομέρεια του κτιστού κόσμου! Αυτός είναι και ο λόγος που αγιάζονται τα ύδατα· δεν είναι απλώς μία ευλογία, αλλά η είσοδος της παρουσίας του Θεού στα ανθρώπινα πράγματα, σ’ αυτά που είθισται να αποκαλούμε με ευσεβιστική διάθεση ως «υλικά» και «μάταια». Γι’ αυτά όλα τα μάταια ήρθε ο Χριστός στον κόσμο, για να μην είναι πλέον μάταια, αλλά αθάνατα.

Η φωτοχυσία του Τριαδικού Θεού σε κάθε διάσταση της κτίσης και η δυνατότητα του ανθρώπου να παλέψει για την ίδια του τη ζωή όχι μόνος αλλά μαζί με τον Χριστό, είναι αυτό που αποτυπώνεται τελικά στον αγιασμό των υδάτων. Τα ύδατα δεν αποτελούν μία συμβολική έκφραση, ούτε και ο Αγιασμός των υδάτων παραπέμπει σε απλώς και μόνο σε κάποια αλληγορία. Ο Μ. Αθανάσιος επισημαίνει ότι πίσω από τα σύμβολα, κρύβονται τα πράγματα. «Ὧν εἶδες τὰ σύμβολα τούτων ἀποδέχου τα πράγματα».[3] Αυτό που βλέπουμε και βιώνουμε στην ορθόδοξη Θεία Λατρεία είναι πράγματα, τα οποία μάς δίδονται συμβολικώς. Τι σημαίνει αυτό; Ας εξετάσουμε κάπως ενδελεχέστερα την έννοια του συμβόλου στην Ορθόδοξη Εκκλησία, προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα τη σημασία του αγιασμού των υδάτων.

Πολύ συχνά, όταν στις καθημερινές μας συνομιλίες χρησιμοποιούμε τις λέξεις «σύμβολο», «συμβολικό», «συμβολικώς» για να δηλώσουμε ότι ένα αντικείμενο, μία φράση οδηγεί τον νου μας, με τρόπο αναγωγικό, σε ένα πράγμα, σε μία σκέψη, σ’ ένα γεγονός κτλ. Π.χ. το δώρο που προσφέρουμε στον οικοδεσπότη, όταν μας καλεί για δείπνο, είναι σύμβολο της φιλίας μας, της ευγνωμοσύνης μας, της συμπάθειάς μας κτλ. Αυτός ο τρόπος σκέψης καλλιεργήθηκε σε μεγάλο βαθμό μέσα στον χώρο της δυτικής Χριστιανοσύνης.  Ειρήσθω εν παρόδω, ότι η αναφορά αυτή δεν γίνεται για να εκφράσουμε κάποιο πνεύμα αντιπαράθεσης με τη δυτική Χριστιανοσύνη, αλλά για να αντιληφθούμε πληρέστερα το περιεχόμενο που αποδίδεται στα λατρευτικά σύμβολα μέσα στο πλαίσιο της Ορθόδοξης θείας Λατρείας.

Η φιλοσοφική και θεολογική σκέψη στη Δύση χρησιμοποίησε τους όρους «ρεαλισμός» (Realismus) και «πραγματικότητα» (Realität), προκειμένου να δηλωθούν ιδιότητες που ανήκουν αποκλειστικά και μόνο στον αισθητό-νοητό κόσμο (das Dingliche).[4] Μοναδική ενδοκοσμική πραγματικότητα θεωρήθηκε ο ορατός κόσμος που γίνεται αντιληπτός διά μέσου των αισθήσεων. Για τη δυτική σχολαστική θεολογική σκέψη η αποκάλυψη του Θεού ως φανέρωση της θείας χάρης στον κόσμο, είναι ένα γεγονός που υπερβαίνει τις ιδιότητες και τις δυνατότητες του ορατού κόσμου. Έτσι γίνεται λόγος για μία υπερφυσική αποκάλυψη.[5] Εάν όμως η πραγματικότητα του κόσμου περιορίζεται μόνο στα αισθητά, τότε θα πρέπει να επινοηθεί μία άλλη έννοια η οποία να μπορεί να εκφράζει την πραγματικότητα του Θεού όπως επίσης και τη θρησκευτική εμπειρία. Αυτός ο προβληματισμός οδήγησε στην καλλιέργεια της έννοιας «Μεταφυσική» για να εκφράσει το περιεχόμενο μίας μετα-πραγματικότητας που θα μπορεί να κινείται πέρα από τα όρια του κόσμου των ορατών και αισθητών αντικειμένων.[6] Ως συνέπεια αυτού του διαχωρισμού επήλθε και κάτι ακόμη: η θρησκευτική εμπειρία απομονώθηκε στο επίπεδο του ανθρώπινου πνεύματος, ενώ η εμπειρία των αισθήσεων αφορούσε μόνο στα αντικείμενα του ορατού κόσμου. Με τη θρησκεία θα ασχολείται μόνο το πνεύμα, διότι η θρησκεία κινείται στον χώρο της Μεταφυσικής. Για τη θρησκευτική εμπειρία οι αισθήσεις δεν μπορούν να έχουν κανένα απολύτως λόγο, εφόσον αυτές είναι αρμόδιες για τα ορατά – μη θρησκευτικά, μη πνευματικά – πράγματα του κόσμου. Έτσι η θρησκευτική εμπειρία στη δυτική Χριστιανοσύνη καλλιεργούνταν με τον διαλογισμό (Meditation), και η εμπειρία των ορατών αντικειμένων του κόσμου με την εκγύμναση της αισθητηριακής αντιληπτικής ικανότητας του ανθρώπου (sinnliche Wahrnehmung).[7]

Οι παραπάνω διακρίσεις ανάγονται, κατά τον Αναστάσιο Γιαννουλάτο, στον διχοτομικό τρόπο σκέψης που καθιέρωσε στους κόλπους της δυτικής θεολογίας ο ιερός Αυγουστίνος.[8] Η πραγματικότητα διαχωρίζεται σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα: φυσικό και υπερφυσικό, πραγματικότητα του ορατού-αισθητού κόσμου και θεία πραγματικότητα, φυσική και μεταφυσική, θρησκεία και αποκάλυψη, ύλη και πνεύμα, αισθήσεις και διαλογισμός. Η δυτική θεολογική σκέψη θέτει πάντοτε ως σημείο αφετηρίας τις παραπάνω διχοτομίες, για να προσπαθήσει στη συνέχεια να διαμορφώσει σημεία σύγκλισης.[9]

Οι σκέψεις αυτές πιστοποιούν το γεγονός ότι η έννοια «πραγματικότητα» περιλαμβάνει μόνο τα απτά αντικείμενα του ορατού κόσμου. Έτσι π.χ στη γερμανική γλώσσα η λέξη Realität (=πραγματικότητα) σημασιολογείται ως dingliche Realität (=πραγματικότητα των ορατών αντικειμένων)· αντίστοιχα ο Realismus, δηλ. εκείνος ο φιλοσοφικός τρόπος σκέψης που ξεκινάει όχι από ιδέες του νου αλλά από τα δεδομένα που προσφέρει η πραγματικότητα, κατανοείται από τους Γερμανούς ως dinglicher Realismus, δηλ. ως ρεαλισμός που οικοδομείται αποκλειστικά και μόνο στα συγκεκριμένα ορατά αντικείμενα που εμπίπτουν άμεσα στις αισθήσεις μας.[10] Αν επεκτείνουμε τον παραπάνω συλλογισμό στο επίπεδο των σχέσεων Θεού και ανθρώπου, τότε καταλήγουμε σε μια θεολογία η οποία αρνείται κατηγορηματικά τη δυνατότητα μετοχής της θείας χάρης μέσα από ορατά και απτά αντικείμενα. Και τούτο διότι η ενασχόληση με τη θεία πραγματικότητα είναι ένα αποκλειστικό έργο του ανθρώπινου πνεύματος και όχι του σώματος. Αυτός είναι και ο ουσιαστικός λόγος για τον οποίο στη Δύση οι εικόνες δεν θεωρήθηκαν ιερά πράγματα μήτε και έγιναν αντικείμενα τιμητικής προσκύνησης.[11]

Η λογική της συνύφανσης των αντιθέτων κληροδοτείται και στην ορθόδοξη παράδοση. Τόσο ο φιλόσοφος της κλασσικής αρχαιότητας όσο και ο Πατέρας της Εκκλησίας, θέτει πάντοτε ως σημείο εκκίνησης στον στοχασμό του, ότι το πνεύμα και η ύλη, η πνευματικότητα και λογική, ο μύθος και ο λόγος συνθέτουν ένα λειτουργικό όλον.[12] Αλλά και ο Θεός βρίσκεται σε μία αρμονική σχέση με την κτίση και όχι σε μία αντιπαράθεση.[13] Ας αναφέρουμε ένα απλό παράδειγμα: μέσα από την ενότητα μεταξύ θρησκευτικής εμπειρίας και λογικής σκέψης αναζητούνται τα όρια τους. Πνευματικότητα και λογική συλλειτουργούν για χάρη του ανθρώπου. Ωστόσο έχουν και οι δύο τον χώρο δράσης τους. Δεν χρειάζεται να διασπάσεις την άρρηκτη σχέση ανάμεσα στην αγιοπνευματική εμπειρία και στον επιστημονικό στοχασμό προκειμένου να προσδιορίσεις τις ιδιότητές τους. Με δεδομένη τη λειτουργική αυτή ενότητα ο Ορθόδοξος Χριστιανός βιώνει την πραγματικότητα ως ένα συμπαντικό όλον εξασκώντας ταυτόχρονα τον αιχμηρό του λόγο για να διαχωρίσει και να διερευνήσει τα επιμέρους. Στην ορθόδοξη σκέψη και ζωή μέσα από την ενότητα ενός συμπαντικού όλου εκφράζονται τα επιμέρους διαφοροποιημένα στοιχεία. Στη Δύση ακολουθείται διαφορετική οδός:  ο άνθρωπος παίρνει ως δεδομένο τον διαχωρισμό και τη διαφοροποίηση και αγωνίζεται να εφεύρει τρόπους συνένωσής τους. Αυτές τις δύο αντίθετες πορείες σκέψεις και ζωής περιγράφει με πολύ εύστοχο τρόπο ο Νίκος Ματσούκας υποστηρίζοντας ότι στην Ανατολή επικρατεί η λογική του Ηράκλειτου, η «παλίντροπος ἁρμονίη», δηλ. η αρμονική συνύπαρξη των αντιθέτων. Στη Δύση απεναντίας κυριαρχεί η λογική του Hegels σύμφωνα με την οποία η θέση και η αντίθεσή της μάς δίδουν μια καινούρια σύνθεση καταργώντας οποιαδήποτε δυνατότητα συνύπαρξης των αντιθέτων.[14]

Στον εορτασμό των Αγίων Θεοφανείων εμφανίζεται αυτή ακριβώς η σύνθεση ανάμεσα σε πράγματα τα οποία για την κοινή λογική είναι ασυμβίβαστα: από τη μια ο άκτιστος Θεός και από την άλλη η κτιστή δημιουργία· από τη μια η θρησκευτική εμπειρία και από την άλλη η καθημερινότητα.  Δεν είναι μόνο ο αγιασμός των υδάτων αυτό το οποίο εξυμνεί η θεία Λατρεία, αλλά ο αγιασμός ολάκερης της φύσης. Είναι ένα πραγματικό πανηγύρι στο οποίο εορτάζουμε την είσοδο της αγιαστικής χάρης του Θεού σε κάθε διάσταση της ζωής μας.

Στην εποχή μας η αναζήτηση του Θεού δεν είναι και τόσο σπάνιο φαινόμενο. Και η θρησκεία δεν προσεγγίζεται ως μια υπόθεση ιδιωτική, αλλά ως ένας παράγοντας που έχει θέση στη δημόσια συζήτηση. Και αυτό ίσως μπορεί να σημαίνει, ότι πολλοί σήμερα προσπαθούν να βρουν κάτι για να νοηματοδοτήσουν τη ζωή τους, τον πόνο τους, την ευτυχία ή τη δυστυχία τους, κάτι που να προσδίδει νόημα και περιεχόμενο σε κάθε διάσταση του ανθρώπινου βίου. Το κατεξοχήν θρησκευτικό ερώτημα του σύγχρονου ανθρώπου μάλλον δεν είναι το «αν υπάρχει ο Θεός», αλλά κυρίως «το πώς συνδέεται ο Θεός με τον άνθρωπο και ο άνθρωπος με τον Θεό». Μέσα από τον εορτασμό των Θεοφανείων βιώνουμε μία συγκεκριμένη πρόταση για τη σύνδεση αυτή: Ο Θεός γίνεται άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός κατά χάρη, για να γεμίσει ο άνθρωπος τη ζωή του με Θεό. Συνεπώς, στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο Θεός δεν είναι μία προωθητική δύναμη που απλώς εμπνέει τον άνθρωπο στις σκέψεις και τις πράξεις του, αλλά κάτι πολύ περισσότερο, μιας και ενώνεται με τον άνθρωπο, προκειμένου ο άνθρωπος να υπερβεί κάθε τι που τον καθιστά δέσμιο στη φθαρτότητα και τον θάνατο.

Τα Άγια Θεοφάνεια είναι ένα πανηγύρι· πανηγύρι χαρμολύπης που έχει εμπνεύσει συνειδητά ή ασύνειδα τη ζωή του σύγχρονου Έλληνα· έχει γίνει σήμα κατατεθέν του πολιτισμού μας. Με ποια έννοια; Την απάντηση μάς τη δίδει ο Ερατοσθένης Καψωμένος, ο οποίος σε σχετική του μελέτη[15] υποστηρίζει ότι ένα από τα χαρακτηριστικά του νεοελληνικού πολιτισμού, όπως αυτός αποκαλύπτεται μέσα από τα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, είναι «η μυστηριακή διάσταση της φύσης – που στον Σεφέρη και τον Ελύτη ιδιαίτερα είναι ένας μυστικισμός του φωτός (όχι του σκοταδιού) – και που συνδέεται με την παρουσία του Θεού μέσα στη φύση. […] η φύση είναι η περιοχή του μυστηρίου και του θαύματος, όπου πραγματοποιείται «Θεία Επιφάνεια» (Θεοφάνεια), δηλ. η εμφάνιση του Θεού μέσα στη φύση. […] Με την εμφάνιση του Θεού μέσα στη φύση πραγματοποιείται μια εγκοσμίωση των μεταφυσικών αξιών και αποκαθίσταται η σύζευξη υλικού και πνευματικού κόσμου».

Οι παρατηρήσεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία για την ανάδειξη της σχέσης μεταξύ Ορθόδοξης Εκκλησίας και ελληνικού πολιτισμού. Δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσει κανείς, ότι αυτή ακριβώς η σύνδεση φύσης (δηλ. κτίσης) και Θεού αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό συστατικό στοιχείο της ορθόδοξης παράδοσης και ζωής. Και ότι ακριβώς αυτό εκφράζουν τα όσα λέγονται στην ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού: «Σήμερον ὁ ἄδυτος Ἥλιος ἀνέτειλε, καὶ ὁ κόσμος τῷ φωτὶ Κυρίου καταυγάζεται. […] Σήμερον ρείθροις μυστικοῖς πᾶσα ἡ κτίσις άρδεύεται. […] Σήμερον τὰ ἄνω τοῖς κάτω συνεορτάζει, καὶ τὰ κάτω τοῖς ἄνω συνομιλεῖ».[16] Τούτο όμως σημαίνει, εν κατακλείδι, ότι η εορτή των Θεοφανείων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα γεγονός απέναντι στο οποίο ο πιστός καλείται να επιδείξει ένα ενδιαφέρον, ενώ εκείνος που δεν πιστεύει δικαιούται να είναι αδιάφορος. Δεν πρόκειται περί αυτού· δεν είναι μόνο ένα εξέχον εκκλησιαστικό γεγονός, αλλά ταυτόχρονα μία συμβολική απεικόνιση και βιοτή ενός τρόπου ζωής, ενός ολόκληρου πολιτισμού, στον οποίον συμπέπλεκται το ορατό και το αόρατο, το πνευματικό και το αισθητό, το λογικό και το υπερβατικό, το επιστημονικό και το θρησκευτικό, το κτιστό και το άκτιστο. Αυτό το βασικό στοιχείο του ελληνικού πολιτισμού θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί το κατεξοχήν μορφωτικό περιεχόμενο στον χώρο της εκπαίδευσης και ιδιαιτέρως του Μαθήματος των Θρησκευτικών. Ο εορτασμός των Αγίων Θεοφανείων είναι υπόθεση παιδείας!

dsc_0015

[1] Ποίημα Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων από την Ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού.

[2] Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, Περὶ Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς, PG 25, 192 B: «Οὗτος γὰρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν».

[3] Ἀθανασίου του Μεγάλου, Λόγος εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα, PG 28, 1080 C. Βλ. επίσης: Παναγιώτη Σκαλτσή, Η των συμβόλων αλήθεια. (Φαινομενολογική και θεολογική προσέγγιση). Στον συλλογικό τόμο: Σύμβολα και συμβολισμοί της Ορθοδόξου Εκκλησίας. (Εισηγήσεις – Πορίσματα ιερατικού Συνεδρίου της Ιεράς Μητροπόλεως Δράμας έτους 1991), Δράμα 1991, σελ. 45.

[4] Anastasios Kallis, Orthodoxie. Was ist das?, Mainz 1978, σελ. 48.

[5] Νίκου Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική θεολογία Α’. Εισαγωγή στη θεολογική γνωσιολογία, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 197 κ.ε.

[6] Athanassios Stogiannidis, Leben und Denken. Bildungstheorien zwischen Theosis und Rechtfertigung. Eine Untersuchung zum Verhältnis von Evangelischer und Orthodoxer Religionspädagogik, Münster 2003, σελ. 280.

[7] Athanassios Stogiannidis, Leben und Denken, ό.π., σελ. 280.

[8] Αναστασίου Γιαννουλάτου, Αρχιεπισκόπου Αλβανίας, Σχέσεις της Ορθοδοξίας με τις άλλες θρησκείες, στον τόμο: Andrew Walker / Κώστας Καρράς, Ζωντανή Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο, (Μετάφραση από τα αγγλικά: Ιωσήφ Ροηλίδης), Αθήνα 2001, σελ. 50.

[9] Αναστασίου Γιαννουλάτου, Σχέσεις της Ορθοδοξίας με τις άλλες θρησκείες, ό.π., σελ. 50.

[10] Anastasios Kallis, Orthodoxie. Was ist das?, ό.π., σελ. 48.

[11] Δημητρίου Τσελεγγίδη, Η θεολογία της εικόνας και η ανθρωπολογική σημασία της, Θεσσαλονίκη 1984, σελ. 162 κ.ε.

[12] Αθανασίου Στογιαννίδη, Φιλοσοφία της Παιδείας και Χριστιανισμός. Μια στοχαστική περιδιάβαση στα ανθρωπολογικά μονοπάτια της ορθόδοξης και της προτεσταντικής θρησκευτικής παιδαγωγικής, Θεσσαλονίκη 2013, σσ. 200-245. Βλ. επίσης: Νίκου Ματσούκα, Λόγος και μύθος. Με βάση την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, Θεσσαλονίκη31997,  σελ. 145-151.

[13] Νίκου Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β’. Έκθεση της ορθόδοξης πίστης σε αντιπαράθεση  με τη δυτική χριστιανοσύνη, Θεσσαλονίκη 2 1996, σελ. 164.

[14] Nikos Matsoukas, Orthodoxe Theologie im Kontext einer kulturellen Vielfalt, στον τόμο: Bischof Evmenios von Lefka, A. Basdekis, N. Thon im Auftrag der Griechisch-Orthodoxen Metropolie und der Kommission der Orthodoxen Kirchen in Deutschland (Hrsg.), Die Orthodoxe Kirche. Eine Standortsbestimmung an der Jahrtausendwende. Festgabe für Prof. Dr. Dr. Anastasios Kallis, Frankfurt a.M. 2 2000, σελ. 144.

[15] Ερατοσθένη Καψωμένου, Τυπολογικά κριτήρια για Σημειωτική της Ελληνικής Κουλτούρας. Στο: Γρηγόρη Πασχαλίδη – Ελένης Χοντολίδου (Επιμέλεια), Σημειωτική και Πολιτισμός. Τόμος 1. Κουλτούρα – Λογοτεχνία – Επικοινωνία, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 43-63.

[16] Ποίημα Σωφρονίου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων από την Ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού.

http://blogs.auth.gr/moschosg/2017/01/05/%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CF%80%CE%AF%CE%BA-%CE%BA%CE%B1%CE%B8-%CF%84%CE%BC%CE%AE%CE%BC/

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Μεγάς Αγιασμός των Θεοφανείων και η χρήση του -Μητροπολίτου Πατρών Νικοδήμου (Βαλληνδρά)

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Ιανουαρίου, 2017

  1. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο Μεγάλο Αγιασμό που τελείται την παραμονή των Θεοφανείων και εκείνον της κύριας ημέρας της εορτής;

Ο Μεγάλος Αγιασμός που τελείται την παραμονή των Θεοφανείων και ανήμερα της εορτής είναι ακριβώς ο ίδιος.

Εσφαλμένα κάποιοι θεωρούν ότι δήθεν τελείται την παραμονή ο «μικρός Αγιασμός» και την επόμενη ο «Μέγας». Καί στις δύο περιπτώσεις τελείται ο Μεγάλος Αγιασμός. Μικρός Αγιασμός τελείται την πρώτη μέρα κάθε μήνα, καθώς και εκτάκτως όταν το ζητούν οι χριστιανοί σε διάφορες περιστάσεις (εγκαίνια οικιών, καταστημάτων και ιδρυμάτων, σε θεμελίωση κτισμάτων κ.λπ.). Ο Μεγάλος Αγιασμός τελείται μόνο δύο φορές το χρόνο (την 5η και 6η Ιανουαρίου) στο Ναό.

  1. Πού φυλάσσεται ο Μέγας Αγιασμός και για ποιό λόγο;

Ο Μεγάλος Αγιασμός φυλάσσεται όλο το χρόνο στο Ναό. Φυλάσσεται όχι άνευ λόγου. Καί ο λόγος δεν είναι άλλος, παρά για να «μεταλαμβάνεται» από τους πιστούς υπό ορισμένες συνθήκες και προϋποθέσεις. Συνηθισμένη είναι η περίπτωση που αφορά στους διατελούντες υπό επιτίμιο του Πνευματικού, που εμποδίζει τη συμμετοχή τους στη Θεία Κοινωνία, για ορισμένο καιρό, και είθισται να δίδεται σε αυτούς, για ευλογία και παρηγοριά τους, Μέγας Αγιασμός. Κανένα κώλυμα δεν υφίσταται προς τούτο, εφ’ όσον μάλιστα βρίσκονται «εν μετανοία και εξομολογήσει».

Απαραίτητα όμως πρέπει να συνειδητοποιούν ότι ο Μέγας Αγιασμός δεν υποκαθιστά ούτε αντικαθιστά τη Θεία Κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, για την οποία οφείλουν με τη μετάνοια να προετοιμάζονται, για να απαλλαγούν από τα κωλύματα της αμαρτίας, ώστε να αξιωθούν να κοινωνήσουν το ταχύτερο.

  1. Μπορεί ο Μέγας Αγιασμός να φυλάσσεται στο σπίτι και να πίνουν απ’ αυτόν σε καιρό ασθένειας ή για αποτροπή βασκανίας και κάθε σατανικής ενέργειας;

Η απάντηση είναι θετική. Παρέχεται απ’ αυτό τούτο το ιερό κείμενο της Ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού, που προβλέπει «ίνα πάντες οι αρυόμενοι και μεταλαμβάνοντες έχοιεν αυτό (το ηγιασμένον ύδωρ…) προς ιατρείαν παθών, προς αγιασμόν οίκων, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον», και δη και «δαίμοσιν ολέθριον, ταίς εναντίαις δυνάμεσιν απρόσιτον» (πρβλ. και τη συναφή ευχή σε βασκανία· «φυγάδευσαν και απέλασαν πάσαν διαβολικήν ενέργειαν, πάσαν σατανικήν έφοδον και πάσαν επιβουλήν… και οφθαλμών βασκανίαν των κακοποιών ανθρώπων»).

Αναντίρρητα χειραγωγείται με τον τρόπο αυτό ο πιστός να αποφεύγει άλλες διεξόδους («ξόρκια», μαγείες και άλλες μεθοδείες του πονηρού), και να καταφεύγει στα έγκυρα «αγιάσματα» της Εκκλησίας, όπως είναι ο Μέγας Αγιασμός, αλλά και ο «μικρός» λεγόμενος Αγιασμός, ως συνειδητό μέλος της Εκκλησίας, της ταμειούχου της θείας χάριτος, και μέτοχος των αγιαστικών της μέσων. Προϋποτίθεται βέβαια ότι στις οικίες όπου φυλάσσεται ο Μέγας Αγιασμός, και το καντήλι θα ανάβει και θα καίει επιμελώς, και η ευλάβεια θα υπάρχει στα μέλη της οικογενείας, τους συζύγους και τα παιδιά, και θα αποφεύγεται κάθε αιτία που αποδιώχνει τη θεία χάρη (όπως βλασφημίες ή άλλες ασχημοσύνες).

  1. Ποιά η σχέση νηστείας και Μεγάλου Αγιασμού;

Η ιστορική αρχή του Μεγάλου Αγιασμού είναι η εξής: Στην αρχαία Εκκλησία την παραμονή των Θεοφανείων -όπως την παραμονή του Πάσχα και της Πεντηκοστής- γινόταν η βάπτιση των Κατηχουμένων, δηλ. των νέων χριστιανών. Τα μεσάνυχτα τελούνταν ο αγιασμός του ύδατος για την τελετή του Βαπτίσματος· τότε εισήχθη η συνήθεια -όπως μας πληροφορεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος- οι χριστιανοί να παίρνουν από το αγιασμένο νερό και να πίνουν ή να το μεταφέρουν στα σπίτια τους για ευλογία και να το διατηρούν ολόκληρο το χρόνο· «Διά τούτο και εν μεσονυκτίω κατά την εορτήν ταύτην άπαντες υδρευσάμενοι, οίκαδε τα νάματα αποτίθενται, και εις ενιαυτόν ολόκληρον φυλάττουσιν» (Λόγος εις το άγιον βάπτισμα του Σωτήρος· ΡG 49, 366).

Αργότερα όμως, σε καιρούς λειτουργικής παρακμής, η ακολουθία του Αγιασμού απομονώθηκε από αυτή του Βαπτίσματος, παρόλο που διατήρησε πολλά στοιχεία του. Παρέμεινε η συνήθεια ώστε οι πιστοί να παίρνουν από το αγιασμένο νερό «προς αγιασμόν οίκων», όπως αναφέρει η καθαγιαστική ευχή του Μεγάλου Αγιασμού.

Νωρίς επίσης επικράτησε η συνήθεια της νηστείας πριν από την εορτή των Θεοφανείων, για δύο λόγους:

Πρώτο, οι δύο μεγάλες εορτές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων στην αρχαία Εκκλησία ήταν ενωμένες σε μία, αυτή των Θεοφανείων ή Επιφανείων, που τελούταν την 6η Ιανουαρίου (συνήθεια που διατηρείται στην Αρμενική Εκκλησία μέχρι σήμερα)· όμως ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (4ος αι.) χώρισε τις δύο γιορτές και όρισε η μεν Γέννηση του Χριστού να γιορτάζεται την 25η Δεκεμβρίου, η δε Βάπτιση και φανέρωση της αγίας Τριάδας την 6η Ιανουαρίου. Πριν από κάθε Δεσποτική εορτή προηγούνταν νηστεία για την ψυχική και σωματική κάθαρση των πιστών. Ας θυμηθούμε πως η νηστεία έχει μέσα της το στοιχείο του πένθους για τις αμαρτίες. Έτσι όταν χώρισαν οι δύο εορτές, η νηστεία που προηγούνταν ακολούθησε την εορτή των Χριστουγέννων· γι’ αυτό η Εκκλησία όρισε να νηστεύουμε μόνο την παραμονή των Θεοφανείων σαν προετοιμασία για την εορτή, και όχι περισσότερες ημέρες, γιατί βρισκόμαστε σε εορταστική περίοδο, το άγιο Δωδεκαήμερο.

Καί δεύτερο· αρχαία συνήθεια ήταν επίσης αυτοί που θα βαπτίζονταν να νηστεύουν και μαζί με αυτούς οι Ανάδοχοι, οι συγγενείς, αλλά και άλλοι χριστιανοί οι οποίοι τηρούσαν εθελοντικά νηστεία «υπέρ των βαπτιζομένων». Δεν ήταν λοιπόν δύσκολο στη συνείδηση των χριστιανών να συνδεθούν η πόση του αγιασμού και η νηστεία, χωρίς να υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ αυτών.

Έτσι λοιπόν, μεταφέροντας το ζήτημα στη σημερινή εποχή μπορούμε να πούμε ότι οι τακτικώς μεταλαμβάνοντες των αγίων Μυστηρίων και τηρούντες τις νηστείες της Εκκλησίας μας, όπως και της 5ης Ιανουαρίου, είναι ήδη έτοιμοι ώστε να πιούν από το Μεγάλο Αγιασμό της 5ης και 6ης Ιανουαρίου. Σε άλλη περίπτωση, ενδείκνυται να τελούν σχετική νηστεία, όπως ορίζει σ’ αυτούς ο Πνευματικός τους.

Τέλος όσοι εκτάκτως πίνουν από το Μεγάλο Αγιασμό που φυλάσσουν στο σπίτι τους, σε ώρες ασθενειών και κινδύνων κ.λπ., μετά ή άνευ νηστείας, ας μην υστερούν στην πνευματική νηστεία απέχοντες «από παντός μολυσμού σαρκός τε και πνεύματος, επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού» (Β΄ Κορ. 7,1).

Μητροπολίτου Πατρών Νικοδήμου (Βαλληνδρά)

http://anastasiosk.blogspot.gr/2017/01/blog-post_48.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ενας λεπρός που αγίασε… Όσιος Νικηφόρος 4/1/1964

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Ιανουαρίου, 2017

osios nikiforos

«Ου δε επλεόνασεν ή αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν ή χάρις»…

Όσοι έχουν πάει προς Αιγάλεω μεριά, όλο και κάτι έχουν ακούσει…

Ο πατήρ Νικηφόρος (κατά κόσμον Νικόλαος) γεννήθηκε σ’ ένα ορεινό χωριό των Χανίων, στο Σηρικάρι. Οι γονείς του ήταν απλοί και ευλαβείς χωρικοί, οι οποίοι ενώ ακόμη ήταν μικρό παιδί πέθαναν και τον άφησαν ορφανό. Έτσι, σε ηλικία 13 ετών έφυγε από το σπίτι του, πήγε στα Χανιά κι άρχισε να εργάζεται εκεί σ’ ένα κουρείο.

Τότε ενεφάνισε και τα πρώτα σημεία της νόσου του Χάνσεν δηλ. την λέπρα. Εκείνη την εποχή, τούς λεπρούς τούς απομόνωναν στο νησί Σπιναλόγκα, διότι η λέπρα ως μεταδοτική αρρώστια αντιμετωπίζονταν με φόβο και αποτροπιασμό. Ο Νικόλαος όταν έγινε 16 ετών και όταν τα σημάδια της νόσου άρχισαν να γίνονται πιο εμφανή, για να αποφύγη τον εγκλεισμό του στην Σπιναλόγκα έφυγε με κάποιο καράβι για την Αίγυπτο. Εκεί έμενε εργαζόμενος στην Αλεξάνδρεια, πάλι σ’ ένα κουρείο, όμως τα σημάδια της νόσου γίνονταν όλο και πιο εμφανή, ιδίως στα χέρια και στο πρόσωπο. Γι’ αυτό με την μεσολάβηση ενός κληρικού κατέφυγε στην Χίο, όπου υπήρχε τότε ένα λεπροκομείο, στο όποιο ήταν Ιερεύς ο πατήρ Άνθιμος Βαγιανός, ο μετέπειτα Άγιος Άνθιμος.

Ο Νικόλαος έφτασε στη Χίο το 1914 σε ηλικία 24 ετών. Στο λεπροκομείο της Χίου, πού ήταν ένα συγκρότημα με πολλά ομοιόμορφα σπιτάκια, υπήρχε το εκκλησάκι του Αγίου Λαζάρου, όπου εφυλάσσετο η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Υπακοής. Σ’ αυτόν τον χώρο άνοιξε το στάδιο των αρετών για τον Νικόλαο. Μέσα σε 2 χρόνια ο Άγιος Άνθιμος τον έκρινε έτοιμο για το αγγελικό σχήμα και τον έκειρε μοναχό με το όνομα Νικηφόρο. Η νόσος προχωρούσε και εξελίσσετο και ελλείψει καταλλήλων φαρμάκων, επέφερε πολλές και μεγάλες αλλοιώσεις (το φάρμακο βρέθηκε αργότερα το 1947).

Ο π. Νικηφόρος ζούσε με αδιάκριτη, γνήσια υπακοή, με νηστεία αυστηρή, εργαζόμενος στους κήπους. Μάλιστα κατέγραφε σε ένα κατάλογο και τα θαύματα του Αγίου Ανθίμου, τα όποια είχε δει «ιδίοις όμασιν» (πολλά αφορούσαν θεραπείες δαιμονιζομένων).

Υπήρχε μια ιδιαίτερη πνευματική σχέση του Αγίου Ανθίμου με τον μοναχό Νικηφόρο, ο όποιος «ουδέ εν βήμα εμάκρυνεν απ’ αυτού», όπως αναφέρει ο πατήρ Θεόκλητος Διονυσιάτης στο βιβλίο του «Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου». Ο π. Νικηφόρος προσευχόταν τη νύχτα ώρες ατελείωτες, κάνοντας μετάνοιες αμέτρητες, δεν είχε λογοφέρει με κανένα ούτε χάλασε την καρδιά κάποιου κι ήταν ο κύριος ψάλτης του ναού. Εξ αιτίας της ασθενείας του όμως, σιγά-σιγά έχασε το φώς του κι έτσι έψαλλε τα περισσότερα τροπάρια και απήγγειλε τούς Αποστόλους από στήθους.

Το 1957 έκλεισε το Λωβοκομεΐο της Χίου και τούς εναπομείναντος ασθενείς μαζί με τον πατέρα Νικηφόρο τούς έστειλαν στόν Αντιλεπρικό Σταθμό Αγίας Βαρβάρας Αθηνών, στο Αιγάλεω. Την εποχή εκείνη ο πατήρ Νικηφόρος ήταν περίπου 67 ετών. Τα μέλη του και τα μάτια του είχαν τελείως αλλοιωθεί και παραμορφωθεί από την νόσο.

Εκεί, στόν Αντιλεπρικό σταθμό ζούσε και ο πατήρ Ευμένιος, ο όποιος είχε κι αυτός προσβληθεί από την νόσο του Χάνσεν, αλλά με την επιτυχή φαρμακευτική αγωγή θεραπεύτηκε τελείως. Απεφάσισε όμως να μείνη όλο το υπόλοιπο της ζωής του μέσα στον Αντιλεπρικό σταθμό κοντά στους συνασθενείς του, τούς οποίους φρόντιζε με πολλή αγάπη. Έτσι έγινε και υποτακτικός στον πατέρα Νικηφόρο, στον όποιο ως ανταμοιβή της υπομονής του ο Κύριος του είχε δώσει πολλά χαρίσματα. Πλήθος κόσμου συνέρρεε στο ταπεινό κελλάκι του λεπρού μονάχου Νικηφόρου, στην Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω, για να πάρει την ευχή του. Να τι αναφέρουν μεταξύ των άλλων όσοι τον εγνώρισαν τότε:

Ενώ ο ίδιος του ήταν κατάκοιτος, με πληγές και πόνους, δεν εγόγγυζε αλλά έδειχνε μεγάλη καρτερία. Είχε το χάρισμα της παρηγοριάς των θλιβομένων. Τα μάτια του ήταν μονίμως ερεθισμένα, η όραση του ελαχίστη, είχε αγκυλώσεις στα χέρια και παράλυση στα κάτω άκρα. Παρ’ όλα αυτά ήταν γλυκύτατος, μειλίχιος, χαμογελαστός, εδιηγείτο χαριτωμένα περιστατικά, ήταν ευχάριστος, αξιαγάπητος. Το πρόσωπο του, πού ήταν φαγωμένο από τα στίγματα της ασθένειας, και τις πληγές, έλαμπε κι έπαιρναν χαρά όσοι τον έβλεπαν αυτόν τον πάμπτωχο και φαινομενικά ασθενή άνθρωπο πού έλεγε: «Ας είναι δοξασμένο το Άγιο Όνομα Του».
Σε ηλικία 74 ετών, στις 4 Ιανουαρίου του 1964, κοιμήθηκε ο πατήρ Νικηφόρος. Μετά την εκταφή, τα άγια του λείψανα ευωδίαζαν. Ο πατήρ Ευμένιος, και άλλοι πιστοί ανέφεραν πολλές περιπτώσεις, όπου έγιναν θαύματα με την επίκληση των πρεσβειών προς τον Θεό, του πατρός Νικηφόρου.

(Από το βιβλίο «ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ Ο ΛΕΠΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΤΕΡΙΑΣ ΑΘΛΗΤΗΣ ΛΑΜΠΡΟΣ», υπό Σίμωνος μοναχού, Γ’ εκδ. «ΑΓ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ», Αθήναι 2007). Ι.Μ. ΣΤΑΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΕΩΡΩΝ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

3.1.1911:πέρασε ψάλλοντας στην αιωνιότητα ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης…

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Ιανουαρίου, 2017

AlexandrosPapadiamantis1

..αναπαύσου, κυρ-Αλέξανδρε, από τους κόπους της σκληρής, αλλά γεμάτης προσφορά ζωής σου. Το έργο σου μας στηρίζει και μας εμπνέει για τα ωραία και τα υψηλά, όσα δεν “μαυρίζουν” από τις δυσκολίες του κόσμου αυτού.Παντοτινά ευγνώμονες σε εσένα που εν ζωή δεν ευτύχησες να δεις ούτε ένα έργο σου τυπωμένο σε βιβλίο. “ουδείς προφήτης δεκτός εν τη πατρίδι αυτού…”“Άμα λείψω απ’ αυτόν τον κόσμον, τότε θα καταλάβουν πόσον χρήσιμος είμαι”, έλεγες…

Αν για κάποιον συγγραφέα τα έργα του καθορίζουν την θέση του στην αιωνιότητα, νομίζω πως η δική σου συνεχώς θα βελτιώνεται…

Σε ευχαριστούμε, ο Θεός να αναπαύει την ψυχή σου.

Για τον θάνατό του…

Ο δε θάνατός του συνέβη ως εξής: Ησθένησε την 29ην Νοεμβρίου του 1910. Την τρίτην ημέραν της ασθενείας του ελιποθύμισε. Όταν δε συνήλθε, “Τι μου συνέβη;” είπε, “Δεν είναι τίποτε/ μια λιποθυμία μικρά” του είπον αι περιστοιχίζουσαι αυτόν τρεις αδελφαί του. “Τόσα έτη”, λέγει ο Αλέξανδρος, “εγώ δεν ελιποθύμισα/ δεν εννοείτε ότι αυτά είναι προοίμια του θανάτου μου; Φέρετε αμέσως τον παπά και μην αναβάλλετε”.
Εθρήνουν τότε αι αδελφαί του, ο δε Παπαδιαμάντης βλέπων αυτάς και συλλογιζόμενος ότι εάν αποθάνη δεν έχουσιν άλλον βοηθόν και συντηρητήν, ταις απέτεινε τους εξής παρηγόρους λόγους: “Έχω καλούς φίλους, οι οποίοι θα εκδώσουν τα έργα μου/ ησυχάσατε φιλόστόργές μου αδελφές”.
Μετ’ ολίγον κληθέντες ήλθον συγχρόνως και ο ιερεύς και ο ιατρός. Ο Παπαδιαμάντης προ πάντων ήτο χριστιανός και χριστιανός ευσεβής, Μόλις λοιπόν είδε τον ιατρόν, είπε εις αυτόν/ “Τι θέλεις εσύ εδώ;” “Ήρθα να σε ιδώ” του λέγει ο ιατρός. “Να ησυχάσης” του λέγει ο ασθενής “εγώ θα κάμω πρώτα τα εκκλησιαστικά (δηλ. θα επικαλεσθώ την βοήθειαν του Θεού) και ύστερα ναρθής εσύ”.
– “Ήθελα να κάμω το παλληκάρι” έλεγε κατά το διάστημα της ασθενείας του “αλλά την έπαθα”. – “Άμα λείψω απ’ αυτόν τον κόσμον, τότε θα καταλάβουν πόσον χρήσιμος είμαι”, έλεγε κατά τας προ του θανάτου του ημέρας. Είχε σώας τα φρένας του μέχρι τέλους και επεθύμει να συγγράψη διήγημά τι.
Ο νους του μέχρι της τελευταίας του αναπνοής ήτο αφιερωμένος εις τον Θεόν. Μόνος του ολίγας ώρας πριν αποθάνη έστειλε να κληθή ο ιερεύς δια να κοινωνήση. “Ξεύρεις! μήπως αργότερα δεν καταπίνω!” έλεγε.
– Ήτο παραμονή του θανάτου του και ως τις ειρωνεία του ανηγγέλη η απονομή της παρασημοφορίας του δια του Σταυρού του Σωτήρος.
– Την εσπέραν της 2ας Ιανουαρίου, παραμονήν του θανάτου του, “Ανάψτε ένα κηρί”, είπε, “φέρτε μου ένα βιβλίο” (Σημ. δηλ. εκκλησιαστικόν βιβλίον). Το κηρίον ηνάφθη. Επρόκειτο δε να έλθη και το βιβλίον. Αλλά πάλιν αποκαμών ο Παπαδιαμάντης είπε/ “Αφήστε το βιβλίο/ απόψε θα ειπώ, όσα ενθυμούμαι απ’ όξω”. Και ήρχισε ψάλλων τρεμουλιαστά “Την χείρα σου την αψαμένην” (Σημ. Είναι τούτον τροπάριον εκ των Ωρών της παραμονής των Φώτων). Αυτό ήτο και το τελευταίον ψάλσιμον του Παπαδιαμάντη, διότι την ιδίαν νύκτα κατά την 2αν μετά το μεσονύκτιον ώραν εξημέρωνε η 3η Ιανουαρίου παρέδωκεν την ψυχήν εις χείρας του Πλάστου.

πηγή

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΧΑΡΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Ιανουαρίου, 2017

Η αλλαγή του χρόνου για το κοσμικό πρότυπο ζωής συνοδεύεται από πλήθος εκδηλώσεων που μαρτυρούν την ανάγκη του ανθρώπου να χαρεί, να ελπίσει, να φανεί αισιόδοξος. Δίνουν και παίρνουν οι ευχές. Τα αυτονόητα θα έλεγε κάποιος. Όμως το ζητούμενο είναι η χαρά την οποία ευχόμαστε να την ζούμε αληθινά και με διάρκεια. Αυτό το «καλή χρονιά» να μην είναι η ευχή των πρώτων ημερών ή της βασιλόπιττας, αλλά να είναι η έγνοια μας για όλο τον χρόνο. Όσο εξαρτάται από μας, να παλεύουμε ώστε η χρονιά να είναι όντως καλή. Να μην έχει να κάνει μόνο με την εκπλήρωση των στόχων μας, αλλά να συνδέεται με την αλλαγή της καρδιάς μας. Για να έχει διάρκεια η χαρά σε μία ύπαρξη η οποία έχει νόημα ζωής και η οποία μπορεί να διαχειριστεί και τα λυπηρά και τα ευχάριστα με το μέτρο της παρουσίας του Χριστού στη ζωή μας.

Στον εσπερινό της Πρωτοχρονιάς, της ημέρας μνήμης του Αγίου Βασιλείου, επισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας του θαυματουργού, διαβάζουμε ένα μικρό απόσπασμα από τις Παροιμίες της Παλαιάς Διαθήκης, το οποίο αναφέρεται στην ενυπόστατο Σοφία του Θεού, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.  «Εγώ ήμην, η προσέχαιρε .καθ’ ημέραν δε ευφραινόμην εν προσώπω αυτού εν παντί καιρώ» (Παροιμ. 8,30). «Εγώ είμαι η αιτία της χαράς Του. Κι εγώ χαίρομαι καθημερινά κοινωνώντας με το πρόσωπό Του για πάντα». Ο Υιός είναι η χαρά του Πατρός. Και ο Πατήρ η χαρά του Υιού για πάντα. Η χαρά έχει να κάνει με την κοινωνία των προσώπων. Και η χαρά είναι απερίγραπτη και αιώνια, δεν μετριέται στον χρόνο και ούτε με τον χρόνο.

Αν προεκτείνουμε τον λόγο αυτό στα  πρόσωπα των αληθινών νικητών του χρόνου, που είναι οι άγιοί μας, τότε θα διαπιστώσουμε ότι η χαρά στη σχέση του Χριστού, της ενυποστάτου σοφίας του Θεού, με τους ανθρώπους λειτουργεί αμοιβαία. Ο Θεός χαίρεται με τους μιμητές του Υιού Του και εκείνοι με την κοινωνία με το πρόσωπο του Κυρίου. Και η χαρά του Θεού είναι τριπλή: χαίρεται διότι οι άγιοι επέλεξαν να είναι παιδιά Του. Χαίρεται διότι βλέπουν και τους άλλους ανθρώπους ως παιδιά του Θεού και αδέλφιά τους. Χαίρεται διότι εντός τους υπάρχει η προσδοκία της αιωνιότητας.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος, υπάρχουν τρία κίνητρα για την σχέση του ανθρώπου με τον Θεό:  ο φόβος της κολάσεως, που κάνει τον άνθρωπο να θέλει να είναι δούλος του Θεού, για να μην τιμωρηθεί για τις αμαρτίες του. Ο μισθός τον οποίο ο άνθρωπος προσδοκεί ότι θα λάβει, εφόσον τηρεί τις εντολές. Η αγάπη, η οποία κάνει τον άνθρωπο να παραδίδεται στην πατρότητα του Θεού και να εμπιστεύεται. Ο φόβος λειτουργεί ως δουλεία. Ο μισθός ως σχέση συναλλαγής. Η αγάπη ως σχέση υιότητας. Κανέναν δεν απορρίπτει ο Θεός. Ωστόσο, μείζων των πάντων η αγάπη (Α’  Κορ. 13,13). Ο Θεός χαίρεται και συνεργεί σε όλα σε εκείνους που επιλέγουν να είναι παιδιά Του. Να Τον αγαπούν πληρωτικά και να βρίσκουν ασφάλεια κοντά Του, ακόμη κι αν κάποτε η αγάπη είναι σκληρή, περιλαμβάνει δοκιμασίες, είτε για να μην υπερηφανεύεται ο άνθρωπος, είτε για ην υπομονή του.

Ο Θεός εικονίζεται στο πρόσωπο του κάθε πλησίον. Νόημα στη ζωή έχει η συνύπαρξη. Και αυτή δεν είναι αυθεντική, χωρίς την αγάπη. Η έκφρασή της είναι η προσευχή, ιδίως για τους εχθρούς, αλλά και για όλο τον πεπτωκότα Αδάμ (γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ). Η έκφρασή της είναι η ελεημοσύνη και η ευσπλαχνία. Είναι η συγχώρεση μέσα από την καρδιά που πλαταίνει και ανοίγεται. Και αναπαύεται ο Θεός σε μία τέτοια στάση ζωής. Και χαίρεται με τον άνθρωπο που αγαπά και δίδεται στον πλησίον του, αγωνιζόμενος να υπερβεί  κάθε ιδιοτέλεια και ανταπόδοση.

Ο Θεός  χαίρεται με εκείνους οι οποίοι προσδοκούν την αιώνια κοινωνία μαζί Του. Γνωρίζουν την αναξιότητά τους. Είναι εν μετανοία. Δεν φοβούνται όμως τον θάνατο, διότι έχουν στηρίξει το νόημα της ζωής και την ελπίδα τους στον ουρανό. Και αποτυπώνουν αυτή την προσδοκία της αιωνιότητας στο μυστήριο της Ευχαριστίας. Στην θεία λειτουργία, όπου συναντιούνται οι καρδιές, τα βλέμματα και οι προσδοκίες με τον Χριστό και τους Αγίους, για να ξεκινά συνεχώς  η χαρά της αιωνιότητας, όχι μόνο ως ανάμνηση, αλλά ως εμπειρία ζωής και ευλογία που αλλάζει τον άνθρωπο υπαρξιακά. Διότι ο Χριστός προσφέρει και προσφέρεται. Και η χαρά είναι πεπληρωμένη.

Απέναντι σ’  αυτήν την ευλογία της χαράς, την οποία και ο Θεός και ο άνθρωπος μοιράζονται, ο κόσμος ζητά στον προσωρινό χρόνο της ζωής, ο οποίος θα συνεχίσει την πορεία του ακόμη κι όταν ο καθένας μας θα εξέλθει από αυτόν δια του θανάτου, τις εφήμερες χαρές του πολιτισμού και της καθημερινότητας. Αντί για την υιοθεσία από τον Θεό, ο άνθρωπος διαλέγει την αυτονόμηση. Την αυτοθέωση. «Δεν μου χρειάζεται ο Θεός» είναι το μότο των πολλών. Η δύναμη του μυαλού, της γνώσης, της επιστήμης, η αίσθηση της παντογνωσίας έχουν γεννήσει έναν ανθρώπινο τύπο, ο οποίος έχει στείλει τον Θεό στη γωνία. Αλλά και ο πλησίον δεν μας χρειάζεται ως πρόσωπο, ως πηγή χαράς και κοινωνίας. Υπάρχει μόνο για να τον χρησιμοποιούμε για την εκπλήρωση των αναγκών μας, κυρίως της ηδονής, αλλά και της προσωπικής μας αυτάρκειας. Έτσι δεν μας ενδιαφέρει η συνύπαρξη, αλλά η εξουσία. Το ίδιο συμβαίνει και με την προσδοκία της αιωνιότητας. Δεν μας αφορά, αλλά μένουμε στο σήμερα, στο «να περνάω καλά» , «εδώ και τώρα». Τον θάνατο ζητούμε να τον ξεγελάσουμε, να τον αναστείλουμε. Προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει και γι’  αυτό είναι αδύνατον να τον διαχειριστούμε.

Τα πρότυπα των Αγίων μας, όπως ο εκ των κορυφαίων των Πατέρων Μέγας Βασίλειος, μας δείχνουν πώς μπορούμε να διαχειριστούμε τον χρόνο μας, αλλά και να βρούμε την χαρά που διαρκεί. Η υιοθεσία μας από τον Θεό, η συνύπαρξη της αγάπης και η προσδοκία της αιωνιότητας νοηματοδοτούν αληθινά την ζωή μας, διότι μας δείχνουν πώς μπορούμε να βιώσουμε την δεδομένη αγάπη του Θεού. Και αυτή είναι που τελικά μας κάνει να χαιρόμαστε αληθινά, ότι ο χρόνος μας δόθηκε για να είμαστε παιδιά του Θεού, άνθρωποι που στοχεύουμε στην αιωνιότητα δια της αγάπης. Στον δρόμο δηλαδή της Εκκλησίας, που κάνει την χαρά να μη μένει στην γιορτή, αλλά να κρατά στην καρδιά μας!

Κέρκυρα, 1η Ιανουαρίου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΙΔΙΟΜΟΡΦΙΕΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Ιανουαρίου, 2017

Όπως είναι ευρέως γνωστό, σχεδόν στους περισσότερους, και τα 27 βιβλία που αποτελούν την Καινή Διαθήκη είναι εξ’ ολοκλήρου γραμμένα στην Ελληνική γλώσσα. Πιο συγκεκριμένα είναι γραμμένα, στην μετεξέλιξη της αρχαίας «αττικής γλώσσας» σ’ αυτή που ονομάστηκε «κοινή» ελληνική. Αυτό συνέβη λόγω της συνένωσης των πόλεων – κρατών της Ελλάδας από τον Μέγα Αλέξανδρο και τις μετέπειτα κατακτήσεις του, που είχαν ως αποτέλεσμα την εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας, αλλά και τη συνένωση των διαλέκτων, σ’ όλο τον τότε γνωστό κόσμο.

Τα μέχρι τότε υφιστάμενα σύνορα μεταξύ των πόλεων κατέπεσαν, οι συναλλαγές και η επικοινωνία διεξάγονταν τώρα με μεγαλύτερη ευκολία, η συνείδηση της ενότητας ενισχύονταν και προϊόντος του χρόνου οι γλωσσικές διαφορές αμβλύνονταν. Επιπλέον οι καινούργιοι κατακτημένοι λαοί οι οποίοι επηρεάστηκαν από τον ελληνικό πολιτισμό, όταν μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, επέλεγαν από δύο τύπους αυτής τον ευκολότερο, με αποτέλεσμα να απλοποιείται αλλά ταυτόχρονα και να πλουτίζεται, αφού προσθέτανε και ιδιαίτερα δικά τους γλωσσικά στοιχεία. Τοιουτοτρόπως η γλώσσα όχι μόνο απλοποιούνταν αλλά και εξελίσσονταν ραγδαία προς μια νέα διάλεκτο, η οποία είχε το χαρακτηριστικό γνώρισμα να είναι κοινή σε όλους, εξ ου και ονομάστηκε «κοινή».

Επειδή δε το πολιτιστικό κέντρο αυτής υπήρξε η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, η δε εποχή που συνέβηκαν αυτά ελληνιστική, καλείται η διάλεκτος αυτή και «Αλεξανδρινή» ή «ελληνιστική». Βάση της είχε την αττική διάλεκτο, γιατί αυτή είχε τα περισσότερα γραπτά κείμενα, τα οποία ως γνωστόν αποτελούν πάντοτε τον αμετακίνητο κανόνα μιας γλώσσας και στον οποίον πρέπει να προσαρμόζεται κάποιος, είτε ομιλεί την γλώσσα των κειμένων, είτε μαθαίνει αυτή.

Πάντως για να είμαστε συνεπείς, παρά την ονομασία της ως «κοινής», ενιαία Κοινή δεν υπήρξε. Χωρίς να διασπαστεί σε διαλέκτους, προσλάμβανε κάθε φορά και κάτι το ιδιαίτερο, ανάλογα προς την μόρφωση και τη μητρική γλώσσα του ομιλούντος, με αποτέλεσμα τα στοιχεία αυτά να παρεμβάλλονται και να ενσωματώνονται στην Κοινή. Έτσι διαμορφώθηκαν παραλλαγές της Κοινής, με περισσότερες ή λιγότερες ιδιοτυπίες αλλά και με στοιχεία μη ελληνικά, ανάλογα με τον τόπο, την εθνικότητα του ομιλούντος και την γνώση της γλώσσας απ’ αυτόν. Γι’ αυτό, άλλη ήταν η Κοινή στην Αλεξάνδρεια, άλλη στη Ρώμη και άλλη στην Παλαιστίνη. Αλλιώς μιλούσε αυτή ο ευαγγελιστής Λουκάς, αλλιώς ο ευαγγελιστής Μάρκος και αλλιώς ο απόστολος Πέτρος˙ παρομοίως αλλιώς την μιλούσαν οι Έλληνες, αλλιώς οι Ρωμαίοι και αλλιώς οι Ιουδαίοι.

Η Καινή Διαθήκη δεν έχει μόνο την τεράστια σημασία της, η οποία αφορά την σωτηρία του ανθρώπου και την νίκη κατά του θανάτου, αλλά είναι και ο καθρέφτης της λαλουμένης στην Παλαιστίνη Κοινής. Οι συγγραφείς της κατέχουν όλες τις βαθμίδες της μόρφωσης και της γλώσσας, από τον ελληνιστή ιατρό Λουκά, ο οποίος την χρησιμοποιεί άψογα, μέχρι τον Ιουδαίο αλιέα Ιωάννη, ο οποίος ντύνει τα υψηλά νοήματα της αποκάλυψης – δια του ευαγγελίου του – με γλωσσικό ένδυμα, το οποίο δεν θα ενέκριναν οι μορφωμένοι της εποχής του.

Πρέπει επίσης να έχουμε υπόψη μας, πως διαφορετική είναι η γλώσσα κάποιου φιλολογικού κειμένου, διαφορετική της επιστολής, διαφορετική ενός κειμένου που προορίζεται για λαϊκή χρήση και άλλη της συνομιλίας και αφηγήσεως. Στο φιλολογικό κείμενο γίνεται προσπάθεια να αποφευχθούν τα ξένα γλωσσικά στοιχεία, τα οποία χρησιμοποιούνται άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο στις λαϊκές μορφές του γραπτού και προφορικού λόγου. Εξ’ αυτού και το γεγονός πως τα ξένα γλωσσικά στοιχεία της Καινής Διαθήκης, αποτελούν το μέτρο για την λαϊκότητά της.

Τα στοιχεία αυτά είναι τα εξής:

Α. ΣΗΜΙΤΙΣΜΟΙ

Η αρχαία ελληνική γλώσσα είχε ήδη προσλάβει αρκετές σημιτικές λέξεις στο λεξιλόγιό της, όπως: βύσσος (= είδος λιναριού, ύφασμα), κύμινον (= είδος φυτού), μνα (= νομισματική μονάδα μέτρησης), χιτών (= είδος ενδύματος), παράδεισος (= κήπος), αρραβών (= υπόσχεση, δέσμευση, μνηστεία). Η γλώσσα της Καινής Διαθήκης προσέλαβε ομοίως σημιτικά στοιχεία.

Ι. Μεταφραστικοί σημιτισμοί

α. Η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης που είχε γίνει τον 3ο αιώνα π.Χ. στα Ελληνικά, η επονομαζόμενη των «Εβδομήκοντα» ( Ο΄), χρησιμοποιείται από τους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, είτε ελευθέρως, είτε διά της παραθέσεως χωρίων από αυτή. Η μετάφραση όμως αυτή έχει πολλούς σημιτισμούς.

β. Κάποια τμήματα της Καινής Διαθήκης πιθανόν να έχουν γραφτεί αρχικά στα αραμαϊκά και να μεταφράστηκαν μετέπειτα στα Ελληνικά. Διασώζεται μαρτυρία από τον ιστορικό της Εκκλησίας Ευσέβιο Καισαρείας, πως ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Παπίας Ιεραπόλεως ισχυριζόταν πως ο Ματθαίος συνέγραψε αρχικά το ευαγγέλιό του στα εβραϊκά και ύστερα το μετέφρασε στα Ελληνικά: «Ματθαίος μεν τη εβραΐδι διαλέκτω τα Λόγια συνεγράψατο …». Παρόμοια και άλλα τμήματα των συνοπτικών ευαγγελίων, ίσως δε και του βιβλίου της Αποκαλύψεως, να έχουν πιθανώς γραφτεί σε αραμαϊκό πρωτότυπο.

Συνεπώς, από την εβραϊκή Παλαιά Διαθήκη, τα αραμαϊκά πρωτότυπα και τις αραμαϊκές πηγές να ήταν εύκολο να υπεισέλθουν μέσω των μεταφράσεων, μεταφραστικοί σημιτισμοί στα κείμενα της Καινής Διαθήκης.

ΙΙ. Σημιτισμοί οφειλόμενοι στην συνεχή ανάγνωση και ακρόαση της Γραφής

Η συνεχής ανάγνωση και ακρόαση της Αγίας Γραφής από τους ευσεβείς Ιουδαίους επέδρασε αναμφίβολα και στην γλώσσα τους. Λογικό ήταν λοιπόν μιας και οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης ήταν και αυτοί Ιουδαίοι να μην μπορούν να ξεφύγουν από αυτή την συνήθεια, είτε αυτό αφορά το ύφος, είτε τους όρους. Μάλιστα η συχνή χρήση της μετάφρασης των «Εβδομήκοντα» ( Ο΄) επέδρασε τόσο πολύ σε αυτούς, ώστε να λάβουν όλες τις έννοιες που συνδέονται με την ιουδαϊκή θρησκεία, από αυτή. Έτσι εισήλθαν αυτές στην κοινή χρήση, ιδιαίτερα την θρησκευτική, κάποιες δε από αυτές γενικεύθηκαν, όπως αιώνες, ουρανοί κ.λ.π.

ΙΙΙ. Η ομιλουμένη ιουδαιοελληνική διάλεκτος

Μπορεί ο Ιουδαίος να μιλούσε την Κοινή ελληνική με τα δάνεια βεβαίως από την γλώσσα του, ο τρόπος όμως ομιλίας του πρόδιδε ανεξαρτήτου μορφώσεως την σημιτική του σκέψη. Τέτοιοι είδους σημιτισμοί υπάρχουν στα συγγράμματα της Καινής Διαθήκης όπως λόγου χάρη «ανέβηκε στην καρδιά αυτού …» Πράξεις των Αποστόλων 7:23, ή το «…και γιατί διαλογισμοί ανεβαίνουν στις καρδιές σας …»Λουκάς 24:38, κ.λ.π.

Β. ΛΑΤΙΝΙΣΜΟΙ

Ι. Άμεσα δάνεια

α. Οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης χρησιμοποιούν άμεσα τα Κύρια Λατινικά Ονόματα όπως: Αύγουστος, Πόντιος Πιλάτος, Φήλικας, Φήστος κ.λ.π.

β. Από την στρατιωτική γλώσσα: πραιτώριο (PRAETORIUM = ΔΙΟΙΚΗΤΗΡΙΟ), λεγεών (LEGIO = ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ), κεντυρίων (CENTURIO = ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ), κουστωδία (CUSTODIA = ΣΥΝΟΔΕΙΑ, ΦΡΟΥΡΑ).

γ. Από την νομική και την γλώσσα της διοικήσεως: Καίσαρ (CAESAR = ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ), κήνσος (CENSUS = ΑΠΟΓΡΑΦΗ, ΦΟΡΟΣ), κολωνία (COLONIA = ΑΠΟΙΚΙΑ), λιβερτίνος (LIBERTINUS = ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΟΣ), σικάριος (SICARIUS = ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ, ΛΗΣΤΗΣ), σπεκουλάτωρ (SPECULATOR = ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ), τίτλος (TITULUS = ΕΠΙΓΡΑΦΗ), φραγγέλιο ( FRAGELIUM = ΜΑΣΤΙΓΙΟ).

δ. Από τα μέτρα και σταθμά: Αρχαίο δάνειο που είχε εισαχθεί στην ελληνική γλώσσα, ήταν η λέξη λίτρα (LIBRA). Νεότερα εισαχθέντα κατά την ελληνιστική εποχή είναι: μόδιος (MODIUS), ξέστης (που σχηματίσθηκε από το πιθανολογούμενο ως υποκοριστικό ξεστάριο = SEXTARIUS αν και δεν έχει βρεθεί η λέξη αυτή σε γραπτό κείμενο), μίλι (ενικός σχηματισθείς από τον πληθυντικό μίλια = MILIA), ασσάριο (ASSARIUS), δηνάριο (DINARIUS), κοδράντης (QUADRANS).

ε. Από την γλώσσα του εμπορίου και των συγκοινωνιών: λέντιο (LINTEUM = ΛΙΝΟΥΦΑΣΜΑ), σιμικίνθιο (SEMICINCTIUM = ΣΤΕΝΗ ΠΟΔΙΑ), σουδάριο (SUDARIUM =ΜΑΝΤΙΛΙ), μεμβράνη (MEMBRANA = ΚΑΛΥΜΜΑ).

Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως ο ελληνιστής Λουκάς στο ευαγγέλιό του αντικαθιστά τις λατινικές λέξεις των δύο άλλων συνοπτικών (Μάρκου, Ματθαίου) με τις αντίστοιχες ελληνικές. Έτσι γράφει: σκεύος αντί μόδιο, λεπτό αντί κοδράντης φόρος αντί κήνσος κ.λ.π.

ΙΙ. Καταλήξεις

Στην Καινή Διαθήκη υπάρχουν ονόματα, ιδίως εθνικά, τα οποία έχουν λατινικές καταλήξεις: πλοίο αλεξανδρίνον (ALEXANDR – INUM), Ηρωδιανοί (HEROD –IANI), χριστιανοί (CHRIST – IANI), Φιλιππήσιοι (PHILIPP – ENSES).

ΙΙΙ. Φρασεολογικοί λατινισμοί

Σε πολλά σημεία της Καινής Διαθήκης ανευρίσκουμε φρασεολογικούς λατινισμούς όπως: δος εργασίαν = DA OPERAM, ικανό ποιείν = SATISFACERE, συμβούλιον ποιείν = CONSILIUM CAPERE, άγονται = FORA, κ.λ.π.

Γ. ΔΑΝΕΙΑ ΑΠΟ ΑΛΛΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ

Από την Αιγυπτιακή έχει ληφθεί η λέξη τα βάια και από την Περσική αγγαρεύω, γάζα, γαζοφυλάκιο η οποία είναι σύνθετη λέξη με το δεύτερο συνθετικό να είναι ελληνικό.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Γεώργιος Γαλίτης: «Ερμηνευτική της Καινής Διαθήκης»

2. Διάφορα Λεξικά

http://antiairetikos.blogspot.gr/2017/01/blog-post_1.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, ΟΙ ΝΕΟΙ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2016

Ζούμε σε μια εποχή στην οποία δε θέλουμε πρότυπα. Αρκούμαστε στα όσα βλέπουμε στην τηλεόραση και στο Διαδίκτυο. Δεν είναι πολλοί οι νέοι οι οποίοι διαβάζουν, αισθάνονται ότι κάποιοι ήρωες από το παρελθόν, υπαρκτά ή λογοτεχνικά πρόσωπα, έχουν κάτι να τους πουν. Να τους εμπνεύσουν ώστε να έχουν μέσα τους τρόπους και πηγές δια των οποίων να διαχειριστούν τον χρόνο και τη ζωή τους. Όχι κατ’  ανάγκην αντιγράφοντας, αλλά προσαρμόζοντας τα στοιχεία που ταιριάζουν στον δικό τους χαρακτήρα και στον καιρό μας.

       Η ελληνορθόδοξη παράδοση έχει πολλές τέτοιες μορφές. Ξεχωριστό είναι το πρόσωπο του Μεγάλου Βασιλείου. Δεν είναι ο ήρωας της διαφήμισης και των χριστουγεννιάτικων ταινιών. Είναι ο ασκητής άγιος, αυτός ο οποίος διέθεσε τη ζωή του, τα χαρίσματα, τον νου, την καρδιά του για να λάβουν οι άνθρωποι Πνεύμα. Ενέπνευσε φιλανθρωπία και αλληλεγγύη σε μία εποχή μεγάλων ανισοτήτων. Δεν περίμενε από το κράτος να συνδράμει τους φτωχούς, τους αρρώστους, τους ορφανούς, του κατατρεγμένους, αλλά έδειξε ότι η Εκκλησία μπορεί να κερδίσει την εμπιστοσύνη των πολλών, ακόμη κι εκείνων που φαίνονταν σκληρόκαρδοι. Να τους κάνει να μοιραστούν το περίσσευμα ή το υστέρημά τους, για να ζήσουν με αξιοπρέπεια και όσοι δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα.

Δεν έμεινε όμως μόνο εκεί.  Ερμήνευσε τον λόγο του Θεού αξιοποιώντας μία μοναδικής ποιότητας μόρφωση. Γνωρίζοντας την αρχαιοελληνική φιλοσοφία και παράδοση, προσάρμοσε στα δεδομένα της πίστης ό,τι όμορφο μπορούσε να αντλήσει από το παρελθόν.  Και πάλεψε για την αλήθεια της χριστιανικής διδασκαλίας τόσο με την εξουσία όσο και με τους αιρετικούς οι οποίοι πρόβαλαν το ψεύτικο, το μερικό, το λίγο τους ως το παν. Μας άφησε δώρο ανεκτίμητο τη θεία λειτουργία του. Το ασκητικό του ήθος και πνεύμα, ώστε να γνωρίζουμε ότι το νόημα της ζωής και η ευτυχία περνούν μέσα από τη σχέση αγάπης με τον Θεό και τον συνάνθρωπο και ταυτόχρονα με την έγνοια ο εαυτός μας να μη νικιέται από τα πάθη και τις επιθυμίες που τον αφήνουν σε άλλες αγάπες και όχι στην προτεραιότητα του Θεού.

Νέοι και μεγαλύτεροι  μπορούμε να ξεκινήσουμε την πορεία μας στον νέο χρόνο με σπουδή στη ζωή αυτής της αξεπέραστης προσωπικότητας. Να αποφασίσουμε ότι νόημα στη ζωή δίνει το να μοιράζεσαι και όχι να κρατάς. Να αγαπάς την αυθεντικότητα του αιώνιου και όχι να την υποκαθιστάς με το πρόσκαιρο. Να καλλιεργείς τα χαρίσματά σου και όχι να τα θάβεις στο βωμό του «περνάω καλά χωρίς να με ενδιαφέρει ο Θεός και ο συνάνθρωπος». Να ζεις τη σχέση σου με τον Θεό στο κάλλος και την κοινωνία της λειτουργικής ζωής, στη συνάντηση της μετάνοιας και της συναδέλφωσης, που δεν είναι λόγια και ιδεολογήματα, αλλά μετάληψη του ζώντος Θεού. Να  αφιερώνεις λίγο ή πολύ από τον χρόνο σου χάριν της αγάπης των άλλων.

Όταν εισερχόμαστε σε έναν καινούργιο χρόνο έχουμε χαρά. Ότι η ζωή συνεχίζεται και εμείς ταξιδεύουμε σ’  αυτήν. Ότι μπορούμε να ονειρευτούμε κάτι καλύτερο. Ό,τι έρχεται όμως χρειάζεται τη δική μας συμμετοχή. Το σχέδιό μας για να παλέψουμε με όρεξη και έμπνευση. Τα πρότυπα των αγίων είναι παιδεία, η οποία νοηματοδοτεί τον χρόνο. Ας τα αξιοποιήσουμε!  
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια
” στο φύλλο της 28ης Δεκεμβρίου 2016

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ (ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2016

του αρχιμ. Γρηγορίου Κωνσταντίνου, Διδάκτορος Θεολογίας

Στο πρώτο μέρος της διάλεξής μας για «την προσευχή και τον διαλογισμό» που μπορείτε να βρείτε στο ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ   ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ, ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ασχοληθήκαμε με 1. Τι είναι προσευχή 2. Προϋποθέσεις προσευχής 3. Τα είδη της προσευχής 4. Τι  είναι διαλογισμός Στο δεύτερο μέρος θα ασχοληθούμε με1. Τις Κατηγορίες διαλογισμού και 2. Το κριτικό ερώτημα, Διαλογισμός ή προσευχή;

2.2. Κατηγορίες διαλογισμού

Υπάρχουν πολλές πνευματικές σχολές και πάρα πολλά είδη διαλογισμών. Πολύ απλοϊκά θα μπορούσαμε να τους διαχωρίσουμε σε δύο μεγάλες βασικές κατηγορίες: Τον διαλογισμό μέσα στον οποίο αποκλειστικά γίνεται προσπάθεια επίτευξης εσωτερικής γαλήνης και σιωπής, όπου η ενεργητική ενασχόληση του διαλογιζόμενου αφορά το συνειδητό έλεγχο του νου και της ευθυγράμμισης με τον Ανώτερο Εαυτό και την Ψυχή (δηλ. το θείο). Αυτό βέβαια θα μπορεί να συνδυαστεί με τη χρήση ήχου ή ήχων, μάντρας, οπτικών ερεθισμάτων όπως σύμβολα, φλόγες, μάνταλες κ.ά.

Ο Νατζέμυ, ένας διαλογιστής γράφει: «Με την προσευχή και την ειλικρινή προσήλωση μπορούμε να γίνουμε μετασχηματιστές πνευματικής ενέργειας σε υλική αρμονία. Σαν τα φυτά που παίρνουν την ηλιακή ενέργεια από τον ήλιο και τη χρησιμοποιούν για να ενώσουν τούς υδατάνθρακες με  το οξυγόνο και να φτιάξουν ζάχαρη, άμυλα και άλλα θρεπτικά συστατικά, έτσι κι εμείς θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε πνευματική ενέργεια για να δημιουργήσουμε σκέψεις, ιδέες, λόγια και πράξεις που θα κάναν τον κόσμο καλύτερο. Με τον καθημερινό διαλογισμό μπορούμε να αφομοιώνουμε πνευματική ενέργεια και εσωτερική ηρεμία και να τη διοχετεύουμε στους άλλους γύρω μας με τη μορφή αγάπης, συμπόνιας, κατανόησης και εξυπηρέτησης, ώστε αυτό θα μάς δώσει ευτυχία και εσωτερική αγαλλίαση», (Οικουμενική φιλοσοφία, σ. 276).

Ο Νάτζεμυ προσθέτει ότι δεν  είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσει κανείς παραδοσιακές προσευχές. Μπορούμε να προτιμήσουμε κάτι πιο αυθόρμητο. Κάθε σκέψη έχει μέσα της μια πνευματική δύναμη. Η διαφορά έγκειται στην ένταση της «δόνησης»: Μπορούμε ακόμη να δημιουργήσουμε τη δικιά μας αυθόρμητη επικοινωνία, ανάλογα με    τα   αισθήματα εκείνης της στιγμής. Και τα δύο είναι πολύτιμα. Οι παραδοσιακές προσευχές έχουν δημιουργηθεί από φωτισμένα άτομα, όπως (το Πάτερ ημών από τον ίδιο τον Χριστό) ώστε να έχουν μια ιδιαίτερη πνευματική δόνηση. Επίσης, με τη  συνεχή επανάληψη για τόσο μεγάλα χρονικά διαστήματα, από δισεκατομμύρια ανθρώπους, τα λόγια αυτά απέκτησαν μια δική τους πνευματική δύναμη. Κάθε ανθρώπινη σκέψη και λόγος εμπεριέχει κάποια πνευματική δύναμη. Όταν τόσα δισεκατομμύρια ανθρώπων έχουν προσευχηθεί με τα ίδια τους τα λόγια, στον ίδιο θεό για χιλιάδες χρόνια, δημιουργείται μια τεράστια συγκέντρωση πνευματικής δύναμης, ανεξάρτητα από οποιονδήποτε άλλο παράγοντα, όπως υποστηρίζουν όλοι αυτοί που ασχολούνται με τον διαλογισμό. (Οικουμενική φιλοσοφία, σ. 223-224).

Δεν έχει σημασία το περιεχόμενο των λόγων, αλλά η «φόρτισή» της που επιτυγχάνεται με την «πνευματική δύναμη», εξαιτίας της χρησιμοποίησής τους από «δισεκατομμύρια ανθρώπους». Αυτή η συγκέντρωση «πνευματικής δύναμης» που αποκτά ο άνθρωπος δημιουργείται ανεξάρτητα από οποιονδήποτε άλλο παράγοντα. Και δεν  έχει καμιά σημασία αν πούμε το «πάτερ ημών ο εν τοίς ουρανοίς» ή «Σατανά βοήθησέ με, είμαι δικός σου, γεννηθήτω το θέλημά σου»! Άλλωστε στον απόλυτο μονισμό δεν  υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στον Υιό τού Θεού και στον Εωσφόρο, στον Χριστό και στον Διάβολο. Και οι δύο είναι «διαφορετικές όψεις του ίδιου πράγματος». Ο Νάτζεμυ μιλάει για «ενέργεια». Βέβαια  εδώ σε καμία περίπτωση δεν  πρόκειται για τίς Θείες ενέργειες τού Τριαδικού Θεού ως αποτέλεσμα της αγάπης και της ελευθερίας. Δεν πρόκειται για τη Θεία Χάρη αλλά για την ενέργεια που προέρχεται από τον ίδιο τον άνθρωπο, με αυτόματες, μηχανιστικές διαδικασίες, μέσω των τεχνικών που προσφέρει ο διαλογισμός.

Διευκρινιστικά παρατηρούμε εδώ πώς ο Νάτζεμυ αναφέρεται στη δοξασία του κάρμα και τής μετενσάρκωσης, που αποτελεί το θεμέλιο τού διαλογισμού. Ο κάθε άνθρωπος, με βάση τίς καρμικές σχέσεις από προηγούμενες ζωές, «διαλέγει» τους γονείς του, τον τόπο που θα γεννηθεί, τη θρησκεία πού θα έχει, το επάγγελμα κ.ο.κ. Ολόκληρη η ζωή του αποτελεί είδος κινηματογραφικής ταινίας, που είναι γραμμένη και δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να αλλάξει. Πρέπει να «παιχθεί». Ο καθένας έχει τη  δυνατότητα να παίξει το ρόλο του «χωρίς προσκόλληση» και «ταύτιση», σαν να μην τον αφορά το τί του συμβαίνει ή θα του συμβεί. Όλες οι πράξεις του, ανεξάρτητα από το αν εμείς τίς θεωρούμε καλές ή κακές, αν διαπραχθούν «χωρίς ταύτιση», είναι εξίσου άγιες, δεν  υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Και το ένα και το άλλο είναι προσδιορισμένα από το «κάρμα» και αναπόφευκτα. Έτσι ο καθένας που έχει «διαλέξει» το «θρησκευτικό περιβάλλον» με  τίς «καρμικές σχέσεις» του από προηγούμενες ζωές, μπορεί να χρησιμοποιήσει σύμβολα, ονόματα, προσευχές από το περιβάλλον αυτό. Το αποτέλεσμα είναι πάντοτε το ίδιο! (για το θέμα αυτό μπορεί κανείς να πληροφορηθεί περισσότερα διαβάζοντας τον π. Αντώνιο Αλεβιζόπουλο, Μετενσάρκωση ή ανάσταση; Ορθόδοξη θεώρηση του κακού, Πρέβεζα 1992).

  1. Το κριτικό ερώτημα, Διαλογισμός ή προσευχή;

Όποιος συγχέει το διαλογισμό με την προσευχή, εισάγει εξωχριστιανική αντίληψη για την προσευχή και βγαίνει έξω από τον πνευματικό χώρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Μετατρέπει την προσευχή σε «τεχνική», πού δραστηριοποιεί δήθεν εσωτερικές δυνάμεις με αυτόματες διαδικασίες, που σε τελική φάση δε βρίσκονται σε σχέση ή σε αναφορά με το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Ας το δούμε αυτό με βάση τα κείμενα της «Οικουμενικής θρησκείας» τής «Αρμονικής Ζωής» ή της «Οικουμενικής Φιλοσοφίας», όπως αναφέρει ο Νάτζεμυ: «Η προσευχή προσδιορίζεται ως επικοινωνία με το “Οικουμενικό Πνεύμα”, που όμως είναι “μέσα μας”. Οπότε επικοινωνία σημαίνει απλώς να σταματάμε προσωρινά το ατέρμονο τρέξιμο του νου προς εξωτερικά γεγονότα, επιθυμίες, προσκολλήσεις, φόβους και προσδοκίες. Σημαίνει να κατευθύνουμε την προσοχή μας στην εσωτερική ηρεμία, για να μπορούμε να σκεφτούμε καθαρά γι’ αυτά πού συμβαίνουν μέσα μας λέγοντάς τα  στο φίλο, την αληθινή μητέρα ή τον αληθινό πατέρα. Ακριβώς όπως αναφέρουμε στους κοντινούς μας αυτά που συμβαίνουν στη ζωή μας, έτσι μιλάμε για τα βαθύτερα συναισθήματά μας, τα ερωτήματά μας, εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη μας και την ανάγκη μας στον Οικουμενικό Εαυτό» (Οικουμενική φιλοσοφία, σ. 23).

Όταν λοιπόν οι οπαδοί των γκουρού «προσεύχονται», δεν τρέχει ο νους τους «προς τα έξω», αλλά διαλογίζονται τα γεγονότα «μέσα τους». Ο «φίλος», ο «πατέρας», ο «αδελφός», δεν είναι ο Χριστός, αλλά ο «Οικουμενικός Εαυτός». Ακόμη κι αν χρησιμοποιούν την προσευχή τού Χριστού, το «Πάτερ ημών», δεν στρέφονται προς κάποιο Θεό έξω από τον εαυτό τους. Ενώ «προσεύχονται», μένουν εντελώς μόνοι και βυθισμένοι σε απέραντη μοναξιά, χωρίς να έχουν τη συναίσθηση πως υπάρχει εκεί και κάποιος άλλος, που μπορεί να τούς προσφέρει το έλεός Του, την βοήθεια, την αγάπη ή τη στοργή Του. Η λεγόμενη προσευχή είναι «άνοιγμα» προς τον «εαυτό», όχι προς κάποιον Θεό έξω από τον άνθρωπο. Ο Νάτζεμυ υπογραμμίζει ιδιαίτερα: «Αυτό ονομάζεται προσευχή. Πολύ απλά, ν’ ανοίγουμε την καρδιά μας στο οικουμενικό ον. Μπορούμε να το κάνουμε αυτό με τη βοήθεια παραδοσιακών προσευχών, όπως είναι το Πάτερ Ημών ή άλλες προσευχές που μας έχουν δοθεί από το θρησκευτικό μας περιβάλλον, που εμείς έχουμε διαλέξει, όταν διαλέξαμε τον τόπο που θα γεννηθούμε και τούς γονείς μας».

Ο όρος προσευχή αποκτά στις γκουρουϊστικές ομάδες διαφορετικό περιεχόμενο, που προσδιορίζει μια εξωχριστιανική αντίληψη για την προσευχή. Πρόκειται για  μια «τεχνική», που, όπως διακηρύσσεται, φέρνει σε κάθε περίπτωση αποτελέσματα, με  τρόπο μηχανιστικό. Αυτή η ενέργεια, ως καρπός μιας τέτοιας τεχνικής, αντλείται μέσα από τον άνθρωπο, με μια συνοπτική διαδικασία του «μετασχηματισμού», χωρίς να υπάρχει τίποτε το υπερβατικό. Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την έννοια του διαλογισμού. Ο διαλογιζόμενος δηλ. ο «προσευχόμενος» γίνεται μετασχηματιστής της ενέργειας. Είναι ο δημιουργός των σκέψεων, των ιδεών, που μεταβάλλονται σε πράξεις, προκαλώντας «εκπληκτικά φαινόμενα», υποστηρίζουν οι οπαδοί του διαλογισμού και τής «θετικής σκέψης». Με τον διαλογισμό «μετασχηματίζουμε» την πνευματική ενέργεια «μέσα μας», εσωτερικά για  να τη  διοχετεύσουμε στη συνέχεια προς τα έξω. Στη περίπτωση αυτή δεν  μεσολαβεί τίποτε εκτός από τον ίδιο τον άνθρωπο, ο οποίος μένει εντελώς μόνος και έρημος.

Όμως για την χριστιανική προσευχή όπως γνωρίζουμε είναι ανάγκη να υπάρχουν δύοστοιχεία: Αυτός που προσεύχεται, και Εκείνος που γίνεται αποδέκτης τής προσευχής μας. Αυτός πού παρακαλεί με το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με» και Εκείνος που απαντά κατά το πλούσιο έλεός Του.

Η χριστιανική προσευχή δεν είναι «στροφή προς τα έσω», αλλά απευθύνεται πάντοτε προς τον «αντικριστό του ανθρώπου», που είναι ο Θεός επικαλούμενος την αγάπη και το έλεός Του. Η προσευχή είναι ένα «άνοιγμα» του ανθρώπου στη θεία αγάπη, που αισθάνεται πως από μόνος του είναι αδύναμος και ανίκανος να υψωθεί πέρα από την κτιστή πραγματικότητα. Γι’ αυτό επικαλείται την αγάπη και τη δωρεά τού Θεού. Η απάντηση στην προσευχή δεν προέρχεται από τον ίδιο τον άνθρωπο, αλλά από τον Θεό. Όποιος δεν  κάνει τη   διάκριση ανάμεσα στον Θεό και στον εαυτό του, δεν μπορεί να προσευχηθεί, ούτε να γίνει δέκτης της θεϊκής απάντησης. Η απάντηση αυτή δεν  είναι κάποια ενέργεια τυφλής τάξεως, αλλά είναι η χάρις, η δωρεά τού Θεού, μετά του οποίου ο άνθρωπος έρχεται σε αγαπητική κοινωνία μέσω τής προσευχής.

Ο χριστιανός δεν καλείται σε μια καθαρά νοητική προσευχή. Συμμετέχει σ’ αυτήν και σωματικά προσεύχεται καθολικά, με όλη την ύπαρξή του. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί συνηθίζουν να κάνουν στην προσευχή τους και μετάνοιες ή ακόμη να προσεύχονται γονατιστοί. Αυτό είναι ασφαλώς για το σώμα μας μια δυνατότητα να συμμετάσχει κι αυτό στην προσευχή. Το ίδιο παρατηρούμε και για τη νηστεία. Με αυτές τις ασκήσεις ο χριστιανός ταπεινώνει το σώμα του. Αυτή η ταπείνωση προστίθεται στην  ταπείνωση του νου. Γιατί με την προσευχή ο άνθρωπος αποδεικνύει τη   διάθεσή του να «ταπεινώσει» το νου, αφού εγκαταλείπει την αυτονομία, αναγνωρίζοντας την ανεπάρκειά του προσβλέποντας στη βοήθεια του Θεού.

Ο άνθρωπος τής ταπείνωσης, όχι μόνο τής διανοητικής αλλά και τής καθολικής, έχει τη  διαβεβαίωση από τον Θεό πως θα τού δοθεί η δωρεά, η χάρη Του (Ιακώβου 4:6 και 1 Πέτρου 5:5). Αυτός που δεν  δείχνει στάση «αιτούντος», αλλά αισθάνεται επάρκεια πιστεύοντας πως όλα υπάρχουν «μέσα του» ώστε από εκεί να μπορεί να τα αντλήσει «αφυπνίζοντας» τρόπον τινά τίς «εσωτερικές» του δυνάμεις, δεν  αισθάνεται σε καμιά περίπτωση την ανάγκη της δωρεάς τού Θεού και ο Θεός δεν  του επιβάλλεται εκβιαστικά για να του προσφέρει τις ευλογίες Του.

Πρέπει λοιπόν να ξεκαθαρίσουμε το πράγμα: Αυτό που δίνει απάντηση στην προσευχή μας είναι ο Θεός. Αυτή η απάντηση είναι καρπός αγάπης και ελευθερίας του Θεού, δεν  είναι αποτέλεσμα εξαναγκασμού με ειδικές «τεχνικές» προσευχής, όπως χρησιμοποιεί ο διαλογισμός. Αλλά ένας καρπός της αληθινής προσευχής, που  ταυτόχρονα είναι και προϋπόθεση, σε ό,τι αφορά την ανθρώπινη συμμετοχή, που είναι η ταπείνωση. Ο αληθινά προσευχόμενος άνθρωπος αποκτά την συναίσθηση της ύψιστης τιμής που του δίδεται με την προσευχή και ταυτόχρονα του φόβου μήπως δεν  φανεί αντάξιος αυτής τής τιμής. Ο αληθινά προσευχόμενος άνθρωπος παραμένει ταπεινός!

Αντίθετα ο διαλογιζόμενος «φουσκώνει», δεν  λέγει «Σύ Κύριε», αλλά «Εγώ είμαι Αυτός», δηλαδή «Εγώ είμαι ο Κύριος», «η θεότητα στην ανεκδήλωτη μορφή». Έτσι ο διαλογιζόμενος αντιστρέφει την εντολή τού Θεού και την εφαρμόζει στον εαυτό του: «Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός… ούκ έσονταί μοι θεοί έτεροι πλήν εμού»! Αν χαρακτηρίσουμε το διαλογισμό «προσευχή», αν εξισώσουμε το διαλογισμό με την προσευχή, τότε η προσευχή αυτή επιστρέφει στον εαυτό μας, γιατί αυτός είναι ο σκοπός του διαλογισμού, να αντιληφθεί ο διαλογιζόμενος πως αυτός ο ίδιος είναι «Κύριος ο Θεός» και πως δεν  υπάρχουν άλλοι θεοί πλην από τον εαυτόν του. Σας ευχαριστώ!

http://antiairetikos.blogspot.gr/2016/12/blog-post.htm

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ –ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ (ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ)

Κατηγορία ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ, ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιατί ήλθε ο Θεός στη γη; Ποιο σκοπό εξυπηρετούσε η ενσάρκωσή Του;

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2016

Ο Θεός έγινε άνθρωπος, «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α’ Τιμ. 3,16), για να ενώσει την ανθρωπότητα με τη θεότητα και μέσω της σταυρικής θυσίας Του να σωθούμε από το θάνατο και την αιώνια κόλαση. Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας λέγουν ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνουν οι άνθρωποι θεοί (θεοί βέβαια «κατά χάριν», όχι «κατά φύσιν»).

Ενώ η ένωση της ανθρώπινης φύσης με το Θεό μέσω της ενσάρκωσης του Υιού του Θεού αφθαρτοποιεί το φθαρτό άνθρωπο, η θυσία της ανθρώπινης φύσης του Θεανθρώπου στο Σταυρό εξαλείφει τη συνέπεια της αμαρτίας, τον πνευματικό θάνατο και την κόλαση και προσφέρει σε όσους αγωνίζονται τον αγιασμό και τη θέωση.

Η ένωση της ανθρώπινης φύσης με τη θεία έγινε στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Γι’ αυτό η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος ονομάζει τη μητέρα του Ιησού Θεοτόκο. Γέννησε την ανθρώπινη φύση Του, που ήταν ενωμένη με το Θεό.

Η θυσία του Σταυρού έχει μεγάλη αξία, γιατί υπέφερε η ανθρώπινη φύση του Θεανθρώπου. Πολλοί άνθρωποι σταυρώθηκαν. Το πάθος τους, όμως, δεν έχει την αξία του πάθους του Θεανθρώπου. Αν ο Χριστός δεν ήταν Θεός, δε θα μας έσωζε, γιατί το Πάθος Του δε θα είχε πανανθρώπινες ευεργετικές συνέπειες. Επίσης, αν ο Χριστός δεν ήταν και πραγματικός άνθρωπος, πάλι δε θα μας έσωζε, γιατί το Πάθος Του θα ήταν φανταστικό.

Ο Χριστός, ενώ ήταν στη γη, ως Θεός ήταν συγχρόνως και με τον Πατέρα Του στον ουρανό. Λέει ένα τροπάριο: «εν τάφω σωματικώς, εν άδη δε μετά ψυχής ως Θεός, εν παραδείσω δε μετά ληστού και εν θρόνω υπήρχες, Χριστέ, μετά Πατρός, πάντα πληρών ο απερίγραπτος». Στα χωρία Λουκά 22,31-32 φαίνεται καθαρά πως ο Χριστός, ενώ ήταν στη γη και δίδασκε, συγχρόνως ως Θεός βρισκόταν και στον ουρανό, όπου είδε το σατανά να ζητάει να πειράξει σκληρά τους μαθητές («να τους κοσκινίσει σαν το σιτάρι»).

Εκεί ο Υιός του Θεού παρακάλεσε τον Πατέρα ειδικά για τον Πέτρο να μη χάσει την πίστη του. Τη Μεγάλη Παρασκευή στο Σταυρό είπε στο μετανοημένο ληστή ότι «σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο» (Λουκά 23,43). Ο Χριστός, ως Θεός, βρισκόταν και στον παράδεισο. Η ανθρώπινη ψυχή Του ενωμένη με τη θεότητα βρισκόταν μέχρι την Κυριακή στο χώρο των ψυχών, στον Άδη, ενώ συγχρόνως το σώμα Του ενωμένο κι αυτό με τη θεότητα βρισκόταν στον τάφο.

Όταν ανάσταινε νεκρούς, όταν θεράπευε ασθενείς και δαιμονισμένους ή όταν σταματούσε την τρικυμία με το λόγο Του, τότε μιλούσε με την ανθρώπινη φύση το θείο πρόσωπο του Υιού και Λόγου του Θεού.

Στο Σταυρό πάθαινε η ανθρώπινη φύση του Θεανθρώπου. Ο Υιός του Θεού προσέλαβε πραγματικά όλον τον άνθρωπο. Είχε ανθρώπινο συναίσθημα, όταν έκλαψε μπροστά στο νεκρό Λάζαρο (Ιωάν. 11,35). Είχε ανθρώπινη θέληση, όταν στην προσευχή της Γεθσημανή έλεγε: «ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ» (Ματθ. 26,39).

Ο Χριστός έγινε άνθρωπος, για να μας διδάξει το θέλημα του Θεού με τις εντολές Του και να μας δώσει τα σωτήρια Μυστήρια, για να μας βοηθούν στην τήρηση των εντολών και στην κάθαρση από το κακό, ώστε τελικά να αγιασθούμε και να ζήσουμε στην αιώνια ζωή κοντά Του.

Από το βιβλίο «Νεανικές Αναζητήσεις Α’ Τόμος: Ζητήματα πίστεως» (σελ. 41-42), Αρχ. Μαξίμου Παναγιώτου, Ιερά Μονή Παναγίας Παραμυθίας Ρόδου

http://makkavaios.blogspot.gr/2016/12/blog-post_71.html#more

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Στο ξεκίνημα μιας νέας χρονιάς

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2016

γράφει ο Αρχιμ. Θεόφιλος Λεμοντζής

Ένα νέο έτος ξεκίνησε δυναμικά και μαζί του γεννιούνται οι καινούριες μας ελπίδες για όσα θέλουμε να κάνουμε. Πρέπει να την αγαπούμε την Πρωτοχρονιά, είναι μια επανεκκίνηση, μια αφετηρία για καινούριες εμπειρίες και ευκαιρίες. Σηματοδοτεί μια λήξη για όσα θέλουμε να ξεχάσουμε και μια νέα αρχή για αυτά που θέλουμε να ζήσουμε.

Ακόμα κι αν ο κόσμος γύρω μας δεν αλλάζει, στην πραγματικότητα να σκεφθούμε ο καθένας και να πεί στον εαυτόν του, πως έχω μια ευκαιρία να αλλάξω εγώ. Κι αν αυτή μου την επιθυμία την μοιράζονται μαζί μου όλοι οι άνθρωποι γύρω μου, τότε χωρίς να το καταλάβουμε όλοι μαζί αλλάζουμε τον κόσμο, γιατί ο κόσμος είμαστε όλοι εμείς και τα όνειρά μας.

Ακόμα κι αν η νέα χρονιά προοιωνίζεται σκληρή, εγώ ξέρω καλά πως όπου υπάρχουν αλλαγές, εκεί υπάρχουν και ευκαιρίες τις οποίες πρέπει να ανακαλύψουμε. Με θετική σκέψη και ανοιχτό μυαλό, λοιπόν, οφείλουμε να αγωνιστούμε για αυτά που θέλουμε να επιτύχουμε.

Είναι πολύ σημαντικό πριν το ξεκίνημα της νέας χρόνιας να κοιτάξουμε λίγο πίσω και να κάνουμε μια ανασκόπηση της χρονιάς που αφήνουμε πίσω μας. Με κριτική ματιά να δούμε την αλήθεια και να αφήσουμε πίσω αυτά που μας κάνουν δυστυχισμένους. Είναι εξαιρετική η διαπίστωση πως η ευτυχία μας δεν εξαρτάται τόσο από την κατάκτηση όσων μας κάνουν ευτυχισμένους, όσο από εκείνα που κρατάμε στη ζωή μας παρόλο που ξέρουμε πως μας πληγώνουν σαν αγκάθι και μας κάνουν να υποφέρουμε.

Μπροστά στο ξεκίνημα κάθε νέας χρονιάς, στεκόμαστε πάντοτε με ανάμικτα συναισθήματα. Συναισθήματα μελαγχολίας για τον χρόνο που περνάει, συναισθήματα χαράς και αισιοδοξίας για το νέο ξεκίνημα που μάς περιμένει. Αλλά και ο ίδιος ο χρόνος ασκεί επάνω στον κάθε άνθρωπο μία διπλή επίδραση: Από τη μία, γνωρίζει πώς να φθείρει τις δυνάμεις και τα έργα του, από την άλλη, όμως, γνωρίζει και πώς να γιατρεύει πληγές και να προσφέρει νέες ευκαιρίες.
Το τί σημαίνει ο χρόνος για τον καθένα από εμας, το καθορίζει το νόημα και οι απαντήσεις που έχουμε δώσει στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής μας.
Για εκείνον που περιόρισε την ύπαρξή του στην απλή επιβίωση και την άφησε να άγεται και να φέρεται από τα πάθη του και τις περιστάσεις, ο χρόνος αποτελεί ταξίδι από χίμαιρα σε χίμαιρα και από ματαίωση σε ματαίωση. Για εκείνον, όμως, που έσπασε τα σύνορα αυτής της γης και θέλησε να αναζητήσει αιώνιες αλήθειες πίσω από τους κύκλους του χρόνου, η ανθρώπινη ιστορία παίρνει νόημα από την αναγνώριση του σχεδίου της αγάπης του Θεού και την λυτρωτική Του επέμβαση στα ανθρώπινα δρώμενα. Αυτή η ενατένιση, όχι μόνο γεμίζει τον άνθρωπο με ασφάλεια και ελπίδα, αλλά τού προσφέρει και προσανατολισμό δράσης και δημιουργίας.
Η ανάγκη για τέτοιου είδους προσανατολισμό γίνεται επιτακτικότερη σε χρόνους δύσκολους, σε χρόνους όπως οι δικοί μας. Η φετινή πρωτοχρονιά μας διχάζει. Αφήνουμε πίσω μας ένα έτος γεμάτο δυσκολίες και αισθανόμαστε την ελπίδα και την αισιοδοξία που τόσο διψάει η ψυχή μας, να συγκρούονται με ειδήσεις και προβλέψεις δυσοίωνες. Κάθε μας έργο και κάθε μας προοπτική, τόσο για μας, όσο και για τα παιδιά μας, κινδυνεύει να χαραχτεί ανεπανόρθωτα από την απαισιοδοξία και την απόγνωση. Και αυτό αποτελεί έσχατο κίνδυνο, χειρότερο από την οικονομική δυσπραγία και τα πολιτικά αδιέξοδα.
Τις ώρες αυτές, τις ώρες που καλωσορίζουμε μία ακόμη νέα χρονιά, μάς δίνεται η ευκαιρία να στρέψουμε την πλάτη στη μοιρολατρία και στο συναίσθημα της ματαιοπονίας, που γκρεμίζει κάθε μελλοντικό όραμά μας. Οφείλουμε κυρίως να ποτίσουμε τις ψυχές των παιδιών μας με όνειρα και αισιοδοξία. Θα είναι τα εφόδιά τους, όταν οι δυσκολίες θα χτυπήσουν και τη δική τους πόρτα. Μεγαλύτερο, όμως, όπλο γι’ αυτούς θα αποτελέσει η ζωντανή και ατράνταχτη πίστη, μία πίστη που περιμένουν να την αναγνωρίσουν πρώτα στα δικά μας πρόσωπα και τη δική μας ζωή.
Οι μέρες που έφυγαν αλλά και οι ημέρες που έρχονται δοκιμάζουν αυτή την πίστη μας. Πίστη στο Θεό της αγάπης, που δεν άφησε και δεν θα αφήσει ποτέ τον άνθρωπο έρμαιο των λαθών και των παθών του. Το σχέδιό Του για την σωτηρία μας ξεκίνησε μία νύχτα στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας, συνεχίζεται, όμως και στις μέρες μας. Δεν γνωρίζουμε τις διαδρομές του. Γνωρίζουμε, όμως, τον σκοπό Του, που δεν είναι άλλος από το ξεχείλισμα χαράς, αλήθειας και ζωής για τον κάθε άνθρωπο και για ολόκληρη την ανθρωπότητα, μέσα από την μετάνοια και την επιστροφή σε αλήθειες ζωογόνες και αιώνιες.

Μόλις εξέπνευσε το 2016, ωστόσο όμως οι σκέψεις επιμένουν να στήνουν τρελό χορό…

Στις σκέψεις, παρέα και τα συναισθήματα.. Γλυκόπικρα.. Έτσι ήταν πάντα τέτοιες μέρες..

Μνήμες θολές από τα παιδικά χρόνια, μπερδεύονται με τα μετέπειτα και με το παρόν. Τα χρόνια πέρασαν, οι μέρες αυτές έγιναν πιο κοινωνικές.. Άλλαξε η σύνθεση της οικογένειας, αλλά η θλίψη που μας συνόδευε, φαίνεται πως παρέσυρε κι άλλους, συγγενείς και φίλους..

Πρώτες ώρες της Πρωτοχρονιάς του 2017 και κοιτάζοντας πίσω αυτή τη χρονιά, ψάχνω να βρω τις στιγμές της χαράς… της ευτυχίας…

Δεν υπάρχουν… όλα τα σκιάζει η τραγωδία της πατρίδας μας… οι χιλιάδες αυτόχειρες νεκροί, οι χιλιάδες άστεγοι, τα εκατομμύρια των Ελλήνων που υποφέρουν…

Δεν υπάρχει προσωπική ευτυχία, όταν γύρω σου υπάρχει τόσος πόνος… απλά, δεν μπορεί να υπάρξει…

Η Πατρίδα μας βυθίζεται στην άβυσσο και ο εφιάλτης στέκεται μπρός μας, γύρω μας, μέσα μας…

Σήκωσα τα μάτια στον ουρανό…. Μια ηλιαχτίδα παλεύει να ξεμυτίσει από τα μαύρα σύννεφα..

Ένα φτερούγισμα μέσα μου… μια λάμψη φώτισε τα μάτια μου κι έφτασε μέχρι την άκρη των χειλιών… τρύπωσε στην ψυχή μου…

Έ λοιπόν, ΟΧΙ! Μέρα που είναι, ΟΧΙ.. αυτή την ηλιαχτίδα, στην ψυχή μου τη φυλακίζω και μ’ αυτή θα ζεστάνω την παγωνιά μου…

Απ’ αυτή θα πάρω κουράγιο για να σηκωθώ και πάλι…

Θεόσταλτη η ηλιαχτίδα, μήνυμα φέρνει….. μήνυμα αγώνα και αντοχής… μήνυμα επιλογών που ξανοίγονται μπροστά μου..

Το μονοπάτι θάναι δύσκολο, μα θα το περάσουμε….

Την είδες κι εσύ, Συνέλληνα βαπτισμένε Χριστιανέ, τούτη την ηλιαχτίδα… την φυλάκισες κι εσύ μέσα στην ψυχή σου…

Μου άπλωσες το χέρι.. σου απλώνω κι εγώ το δικό μου..

έχουμε καινούριο χρόνο

Ο καινούργιος χρόνος, πρέπει να μας βρει αποφασισμένους, όρθιους…

Ή όλα, ή τίποτα..

Επιλέγουμε το ΟΛΑ!

Έχει ανηφόρα, μα δεν σκιαζόμαστε… Σφίγγουμε τα χέρια και προχωράμε.…

Εμείς, ως μέλη της Εκκλησίας του Χριστού, ως μέλη της Εκκλησίας της ελπίδας, έχουμε τη δυνατότητα να γίνουμε συνεργάτες αυτού του σχεδίου. Δεν κλείνουμε τα μάτια στα δεινά. Πώς θα μπορούσαμε άλλωστε; Όλοι μας, ο καθένας στην προσωπική του ζωή, τα υφιστάμεθα. Λυπούμαστε, αλλά όχι «καθώς και οι λοιποί, οι μη έχοντες ελπίδα». (Α Θεσ. 5:23) Προσδοκούμε, αλλά όχι καθώς εκείνοι, που στήριξαν όλες τις ελπίδες τους σε διασκέψεις και δοσοληψίες των ισχυρών. Η λύπη μας αποτελεί εργαλείο περισυλλογής και αυτοκριτικής και η προσδοκία μας ταυτίζεται με την προσδοκία του Θεού για ένα καλύτερο κόσμο, μέσα από την ανάληψη της προσωπικής ευθύνης και την πηγαία, διακριτική και άοκνη αγάπη.
Χριστιανοί μας,
Πολλοί είναι ο οι λόγοι που η ιστορία αυτού του τόπου ταυτίστηκε με την Ορθοδοξία. Ένας από του κυριότερους, είναι πως η Εκκλησία, όπως και η πατρίδα μας, έμαθαν να βλέπουν την κάθε πτώση, όχι ως κατάληξη μίας αποτυχημένης διαδρομής, αλλά ως έναρξη μίας αναστάσιμης εξόδου. Για την χρονιά που έρχεται, η Εκκλησία μας, όχι απλώς αρνείται να συμμετάσχει στην εδραίωση της κατήφειας και του πένθους, αλλά με κάθε τρόπο υψώνει λάβαρο λυτρωτικής εξόδου από την κατήφεια και τη ραθυμία, αυξάνοντας την ένταση όλων των δραστηριοτήτων της, που συμβάλλουν στην εδραίωση της ανθρωπιάς και της δημιουργίας. Ανοίγει διάπλατα τις πόρτες της, καλεί σε ενίσχυση των φιλανθρωπικών της δράσεων, καλεί σε συμμετοχή στις πνευματικές και ιεραποστολικές της πρωτοβουλίες, καλεί στην κατάθεση νέων ιδεών και πρωτοβουλιών. Πάνω απ’ όλα, όμως, καλεί σε φρόνημα ανδρείας, χαράς και ελπίδας. Την ώρα που αμαρτίες παλιές σαπίζουν τις δομές του κόσμου τούτου, η Εκκλησία καλείται να παραμείνει το αλάτι αυτού το τόπου, το αλάτι της πατρίδας μας, το αλάτι της Οικουμένης. Είναι στο δικό μας χέρι το αλάτι να μην μωρανθεί. Ο Θεός δεν θα το επιτρέψει, αν δεν το επιτρέψουμε πρώτα εμείς.

Καλή χρονιά, ελπιδοφόρα και πλημμυρισμένη

από το φως και την αγάπη του Χριστού.

http://imverias.blogspot.gr/

 

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πρωτοχρονιά 2017 “Ο καινούργιος χρόνoς: ανάμνηση ή λήθη;”

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Δεκεμβρίου, 2016

  

Ο Απόστολος Παύλος  στην προς Φιλ. Επιστολή του γράφει: “τα μεν οπίσω επιλανθανόμενος τοις δε όπισθεν επεκτεινόμενος κατά σκοπόν διώκων”.

          Ο αποστολικός αυτός λόγος είναι επίκαιρος αυτές τις ημέρες αλλαγής του έτους, που αποτελεί μια έστω συμβατική τομή στο παρελθόν και το μέλλον.

          Ζωή δεν μπορεί να υπάρξει, αν δεν αφήσουμε τα περασμένα ν’ ανήκουν στο παρελθόν και δεν ελευθερώσουμε τα παρόν από τα δεσμά του παρελθόντος. Διαφορετικά το μέλλον πνίγεται κάτω από το φορτίο του παρελθόντος.

          Βέβαια κάτι απ’ τα πολλά, απ’ το παρελθόν παραμένουν στο παρόν και αποτελούν το έδαφος, τη βάση για το μέλλον. Ο άνθρωπος έχει την ικανότητα να διατηρεί το παρελθόν με την ανάμνηση και να χωρίζεται από το παρελθόν με τη λήθη. Η ισορροπία μεταξύ ανάμνησης και λήθης είναι ένα δείγμα υγείας που κάνει δυνατή την πορεία προς το νέο. Όποιος διατηρεί πολλά μπορεί να του γίνουν εμπόδια στο δρόμο του. Αναμνήσεις και συνήθειες του παρελθόντος μπορούν να δηλητηριάζουν το παρόν. Αλλά και ξερίζωμα του παρελθόντος οδηγεί άτομα και λαούς στο κενό, στην απουσία του παρόντος και στην απώλεια του μέλλοντος.

          Το να ξεχνάμε, λοιπόν,  είναι αναγκαίο για την ανανέωση της ζωής. Και υπάρχει μια φυσική λήθη που μας κάνει να ξεχνάμε ό, τι είναι καθημερινό, επουσιώδες  και χωρίς σημασία. Έτσι ξεχνιούνται οι περισσότερες μέρες της ζωής μας. Υπάρχει όμως κι ένα άλλο είδος λήθης, όταν ξεχνάμε κάτι που θέλουμε να ξεχάσουμε. Όταν η ανάμνηση μας που τείνουμε να ξεχνάμε ό, τι είναι ενοχλητικό. Έτσι ίσως ξεχνάμε ευεργεσίες γιατί μας φαίνεται δύσκολη η ευγνωμοσύνη. Ξεχνάμε κάποια αγάπη, γιατί δεν φανήκαμε αντάξιοι της. Ξεχνάμε ακόμη ένα παλιό μίσος, για να μη δηλητηριάσουμε την πνευματική μας υγεία. Λησμονούμε κάποια ενοχή μας, γιατί ίσως μας ενοχλεί η ανάμνησή της. Απωθούμε ό, τι δεν μπορούμε ν’ αντέξουμε, θάβοντάς το μέσα μας.

          Αλλά ενώ η μη συνειδητή λήθη μας ελευθερώνει από διάφορα πράγματα χωρίς σημασία, ό, τι συνειδητά θέλουμε να ξεχάσουμε δεν μας αφήνει εύκολα. Η ανάμνηση μπορεί να προβάλλει κάθε  στιγμή οδυνηρή. Μόνο ένα τρόπος υπάρχει για πραγματικό χωρισμό απ’ ό,τι μας ενοχλεί απ’ το παρελθόν: η μετάνοια. Η μετάνοια μόνη οδηγεί όχι στη λήθη της ενοχής, αλλά στην ομολογία της ενοχής, που έχει σαν συνέπεια τη λύτρωση με την άφεση, τη συγχώρηση.

          Μπορούμε να ξεχάσουμε, όχι γιατί αυτό που ξεχνάμε είναι χωρίς σημασία, αλλά γιατί αναγνωρίζουμε την ενοχή μας, και ξεχάστηκε στην αιωνιότητα με τη συγχώρηση.

          Αυτό το είδος της λήθης χρειάζονται όλες οι ανθρώπινες σχέσεις. Χωρίς την επαναλαμβανόμενη συγγνώμη δεν μπορούμε να ζήσουμε με τον άλλο. Αυτή η συγγνώμη περιέχει μια αντίφαση: ξεχνώ, αν και θυμάμαι. Χωρίς αυτό δεν μπορεί να υπάρξει καμία ανθρώπινη σχέση. Κι’ αυτή η συγγνώμη δεν εκφράζεται πάντα με λόγια. Είναι σιωπηλή και φανερώνεται με την προθυμία μας να δεχόμαστε εκείνον που τυχόν μας πλήγωσε. Έτσι θεραπεύουμε τα τραύματα και ανανεώνονται οι ανθρώπινες σχέσεις.

          Μπορούμε να ζούμε μόνο γιατί η ενοχή μας συγχωρήθηκε με το αίμα του Ιησού Χριστού και ξεχάστηκε στην αιωνιότητα. Και μπορούμε ν’ αγαπάμε μόνο όταν προσφέρουμε και δεχόμαστε τη συγγνώμη των άλλων.

          Εκείνο όμως που γεμίζει με αγωνία τον άνθρωπο είναι ότι κι’  ο ίδιος μία μέρα θα ξεχασθεί. Μάταια προσπαθούμε με την υστεροφημία να πολεμήσουμε αυτή τη λήθη. Οι προτομές και τα μνημεία των μεγάλων κάποτε ερημώνονται και όλοι ξεχνιούνται. Κι’ όμως ο άνθρωπος δεν θέλει να ξεχασθεί. Μπορεί όμως κάτι να μας σώσει απ’ αυτό; Ναι. Το ότι ερχόμαστε από την αιωνιότητα και πορευόμαστε στην αιωνιότητα. Είναι το μόνο που μας σώζει απ’ την αγωνία του ότι θα ξεχασθούμε.

          Μόνο επειδή είμαστε ριζωμένοι στην αιωνιότητα-πέραν από το παρελθόν και το μέλλον- δεν θα ξεχασθούμε. Δηλαδή μόνο όταν μετέχουμε στην εν Χριστώ ζωή, όταν μένουμε ενσωματωμένοι στην Εκκλησία και ζούμε τη ζωή του Αγίου Πνεύματος.

          Τότε ξεχνάμε όσα πρέπει να ξεχάσουμε απ’ το παρελθόν και με την άφεση ελευθερωνόμαστε από τα δεινά του και “επεκτεινόμεθα” με θάρρος προς το μέλλον που κρατά ο Θεός.

          Δεν φοβόμαστε ούτε το παρελθόν ούτε το μέλλον. Γιατί το παρόν μας βρίσκεται ήδη στην αιωνιότητα  του Θεού.

          Ένα τέτοιο παρόν εν Θεώ και ευλογημένο από τον Θεό, ας είναι για όλους μας και ο καινούργιος χρόνος.

          Καλή και ευλογημένη χρονιά       

(Το παραπάνω κείμενο αποτελεί μια περιληπτική παρουσίαση ενός ενδιαφέροντος, νομίζω, και επίκαιρου άρθρου του Μητροπολίτου Κορωνείας κ. κ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ)

Ιερός Ναός Αγίας Βαρβάρας Πατρών

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η αλήθεια είναι…, του Παναγιώτη Τσαγκάρη, Γενικού Γραμματέα της ΠΕΘ

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Δεκεμβρίου, 2016

του Παναγιώτη Τσαγκάρη,

Γενικού Γραμματέα της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων(ΠΕΘ)

Ας ξεκαθαρίσουμε ορισμένες λανθασμένες ερμηνείες και παρερμηνείες που υπάρχουν γύρω από το μάθημα των Θρησκευτικών.

1. Είναι απόλυτα λάθος η αφοριστική διατύπωση ότι το παρόν μάθημα των Θρησκευτικών είναι «κατηχητικό».

Η αλήθεια είναι ότι είναι κατά βάση Ορθόδοξη Χριστιανική Αγωγή με επιπρόσθετες ενότητες και στοιχεία από τις χριστιανικές ομολογίες και τις θρησκείες σε κάθε βιβλίο κάθε σχολικής τάξης (στη Β΄ Λυκείου το μάθημα είναι καθαρά θρησκειολογικό).

2. Είναι απόλυτα λάθος η συμπερασματική διαπίστωση ότι το μάθημα των Θρησκευτικών που διδάσκεται τόσα χρόνια σε όλες σχεδόν τις τάξεις του ελληνικού σχολείου, δεν έχει αποτελέσματα επειδή δεν πετυχαίνει να κάνει τους μαθητές χριστιανούς, διότι η αλήθεια είναι ότι:

α) Ο στόχος του μαθήματος είναι να προσφέρει πνευματικούς προβληματισμούς ως προς τις δυνατότητες που έχει η χριστιανική πίστη να ανακαινίζει και να εντάσσει τη ζωή στο πλαίσιο της αγάπης και δι΄ αυτής στην προοπτική της αιωνιότητας. Αν κάποιοι (πολλοί ή λίγοι) μαθητές/τριες υιοθετήσουν την εν Χριστώ ζωή, τώρα ή αργότερα, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και όχι μόνον από τη διδασκαλία του μαθήματος.

β) Ακριβώς, επειδή δεν είναι «κατηχητικό» μάθημα και δεν έχει στόχο να επιβάλλει σε κανέναν τίποτε,  απευθύνεται στην ελευθερία του μαθητή/τριας και δεν είναι δυνατό, όπως και σε κάθε άλλο μάθημα, να υπολογίζει ή να μετρά κανείς τα αποτελέσματα, εξετάζοντας με εντελώς εξωτερικά και ηθικιστικά κριτήρια το αν και κατά πόσον γίνονται οι μαθητές χριστιανοί. Το μάθημα έχει πνευματικό χαρακτήρα, το δε θέμα της οντολογικής βελτίωσης του/της μαθητή/τριας είναι εντελώς πνευματικό και ποιοτικό και επομένως δεν χωράνε ποσοτικές μεζούρες και επιφανειακά κριτήρια αποτελεσματικότητας, όπως αυτά που χρησιμοποιούν όσοι επικαλούνται αυτήν την αιτιολογία για να δυσφημίσουν το μάθημα.

γ) Ως  ένα  μάθημα του ελληνικού σχολείου, το μάθημα των Θρησκευτικών πετυχαίνει ό, τι… και τα άλλα μαθήματα (τα Αρχαία, η Γλωσσική διδασκαλία, η Κοινωνιολογία, η Αγωγή του Πολίτη, η Ιστορία, η Γεωγραφία, κ.ά.)! Αυτό, επομένως, είναι ένα γενικότερο πρόβλημα που αφορά τον τρόπο και τη φιλοσοφία που μαθαίνουν στο σχολείο τα παιδιά. Μήπως, αν δεν μαθαίνουν οι μαθητές/τριες ορθογραφία ή συντακτικό ή ιστορία δεν ευθύνεται το περιεχόμενο των μαθημάτων αυτών, όσο μάλλον η παιδαγωγική και διδακτική μεθοδολογία τους και οι διδάσκοντές τους και μήπως σε αυτήν την κατεύθυνση θα έπρεπε να εστιάσουμε την προσοχή μας και στο μάθημα των Θρησκευτικών και όχι στο περιεχόμενό του;

3.  Είναι απόλυτα λάθος η τοποθέτηση ότι το παρόν μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να αλλάξει, διότι η ελληνική κοινωνία είναι πλέον κατά βάση πολυπολιτισμική.

Η αλήθεια είναι ότι η κοινωνία δεν έχει γίνει ούτε θα γίνει πολυπολιτισμική επειδή υπάρχουν εντός της κάποιοι μετανάστες. Αυτός ο λανθασμένος ορισμός της πολυπολιτισμικότητας απέτυχε. Είναι επίσης, αλήθεια ότι μέχρι στιγμής ένας και μοναδικός και κυρίαρχος πολιτισμός υπάρχει στην Ελλάδα, ο ελληνορθόδοξος (ας μας υποδείξουν όσοι ισχυρίζονται το αντίθετο, ποιους άλλους πολιτισμούς συναντούν εκείνοι στον ελλαδικό χώρο). Είναι αλήθεια ακόμη, ότι σχεδόν όλοι οι μετανάστες – λαθρομετανάστες – πρόσφυγες και λοιποί αλλοεθνείς και αλλόδοξοι μαθητές που ζουν στη χώρα μας, δέχονται και επιζητούν, με χαρά και πραγματική δίψα, να σπουδάσουν τον πολιτισμός μας. Δεν θα επέλεγαν εξάλλου τη χώρα μας με το συγκεκριμένο πολιτισμικό της επίπεδο, αν είχαν κάτι καλύτερο να διαλέξουν. Επέλεξαν να έρθουν στην Ελλάδα και όχι να εγκατασταθούν για παράδειγμα στις ομόδοξές τους πλούσιες μάλιστα χώρες της Αραβικής χερσονήσου.

4. Είναι απόλυτα λάθος η συλλογιστική ότι η ελληνική κοινωνία έχει παγκοσμιοποιηθεί και, συνεπώς, έχει γίνει άθρησκη, λαϊκή, κοσμική και άθεη, οπότε, κατ΄ επέκταση, και το μάθημα των Θρησκευτικών δεν έχει χώρο στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, διότι η αλήθεια είναι ότι:

α) Ενώ πράγματι η ελληνική κοινωνία και η νεολαία της ειδικότερα, έχει δεχθεί και δέχεται μια αρκετά μεγάλης έκτασης επίδραση από τον εξαμερικανοποιημένο –  παγκοσμιοποιημένο τρόπο ζωής (εξαιτίας του διαδικτύου, των πολυμέσων, των ΜΜΕ και γενικότερα της ευμάρειας που προσφέρει η εποχή μας και της διευκόλυνσης των επικοινωνιών μεταξύ ανθρώπων και λαών), τελικά, όμως η επίδραση αυτή δεν έχει καταφέρει να αλλοιώσει και να αλλάξει το DNA, τον υπαρκτικό πυρήνα του Έλληνα, ούτε τον ελληνικό τρόπο ζωής, στοιχεία που συνεχίζουν να  είναι άρρηκτα δεμένα με αυτό που καλούμε ελληνορθόδοξη παράδοση, την οποία το μάθημα των Θρησκευτικών στο σχολείο, έρχεται για να την αναδείξει και να τονίσει την ιδιαιτερότητα και το νόημά της για μια αληθινή ανθρώπινη και θεανθρώπινη ζωή.

β) Υπάρχουν, βέβαια, όπως προαναφέραμε και αλλόδοξοι και άθεοι στη χώρα μας οι οποίοι όμως, οφείλουν να συμβιώσουν δημοκρατικά με τη βούληση της πλειονοψηφίας των πολιτών της χώρας όπου επέλεξαν να ζουν και τελικά να σέβονται τις συνταγματικές επιταγές της ελληνικής πολιτείας, οι οποίες υπάρχουν ακριβώς για να ορίζουν τις συντεταγμένες διαβίωσης μιας ευνομούμενης κοινωνίας  – πολιτείας και όχι να προσπαθούν να επιβάλλουν αυταρχικά, με διάφορα αντιδημοκρατικά μέσα τις αρχές τους στη συντριπτική πλειονοψηφία των ορθοδόξων.

5. Είναι απόλυτα λάθος η άποψη ότι δεν είναι δυνατόν με το νόμο να υποχρεώσουμε τα παιδιά να μάθουν την Ορθόδοξη Πίστη, διότι η αλήθεια είναι ότι:

α) Όλοι οφείλουν να σέβονται το Σύνταγμα και τους νόμους, διαφορετικά, όταν ο καθένας ενεργεί κατά το δοκούν και κατά το συμφέρον του ή την ιδεολογία του, η ευνομούμενη πολιτεία μετατρέπεται σε αναρχική και εμπόλεμη ακολασία, με αποτέλεσμα ο βίος των πολιτών να γίνεται επισφαλής, ταραγμένος και ανήσυχος, με ότι αυτό, τελικά, μπορεί να συνεπάγεται γι΄ αυτή την πολιτεία και τους πολίτες της.

β) Είναι επίσης, αλήθεια ότι με την επίκληση των συνταγματικών επιταγών δεν υποχρεώνουμε τα παιδιά να αποδεχθούν με τη βία μια πίστη, αλλά πρώτιστα απευθυνόμαστε στους αρμόδιους κυβερνητικούς πολιτικούς και απαιτούμε από αυτούς να εφαρμόσουν πολιτικές στο χώρο της Παιδείας, που να απορρέουν όχι από τις προσωπικές ή τις κομματικές τους ιδεοληψίες, αλλά από την πιστή τήρηση των συνταγματικών υποχρεώσεων και της θελήσεως του ελληνικού λαού.

6. Είναι απόλυτα λάθος η θέση ότι δεν είναι δυνατόν επ΄ άπειρον με την επίκληση των νόμων να υποχρεώνουμε πολιτικούς, που δεν εμφορούνται από τα χριστιανικά ιδεώδη να εφαρμόσουν πολιτικές χριστιανικές, τη στιγμή, μάλιστα, που και πολλοί χριστιανοί  συμπολίτες μας αδιαφορούν ή και δεν δέχονται να συμπορευθούν με τις χριστιανικές αξίες διότι η αλήθεια είναι ότι:

α) Όντως, πολλοί πολιτικοί μας, από όλο το πολιτικό – κομματικό φάσμα και πολλοί χριστιανοί, επίσης, είναι άγευστοι της χριστιανικής αλήθειας και ζωής και ζουν πελαγοδρομώντας μέσα στους κοσμοπολίτικους ωκεανούς της εκκοσμίκευσης. Όμως, είναι εξ  ίσου αλήθεια ότι οφείλουμε όσοι πιστοί, και δόξα τω Θεώ υπάρχουν ακόμη πάρα πολλοί στην ελληνική επικράτεια, να αγωνιζόμαστε για τα αυτονόητα και να διακηρύττουμε και να ομολογούμε παντού, με δύναμη και παρρησία, την αλήθεια της πίστεως και τη δύναμη του Ευαγγελίου. Ο Χριστός είπε στους μαθητές του: «ό εις το ους ακούετε, κηρύξατε επί των δωμάτων» (Αυτό που ακούτε μυστικά στο αυτί, διαλαλήστε το σε όλους από τις ταράτσες) (Ματθ. 10, 27).

β) Είναι αλήθεια ότι αγωνιζόμαστε και οφείλουμε να αγωνιζόμαστε ακόμα και όταν, οι αδελφοί μας, κληρικοί και λαϊκοί, δεν αγωνίζονται, διότι προσωρινά μπορεί να είναι ολιγόπιστοι, ράθυμοι, κουρασμένοι, απογοητευμένοι, φοβισμένοι, δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι, αποτραβηγμένοι στα ίδια, συμφεροντολόγοι που δεν τολμούν να αντισταθούν στην πλημμυρίδα της αδιαφορίας και της αθεΐας ή πάλι, διότι κοιμίζουν τη συνείδησή τους ότι έπραξαν το καθήκον τους, εκφωνώντας έναν λόγο ή γράφοντας κάποια κείμενα, χωρίς, όμως, να έχουν ουσιαστικά διάθεση για ομόνοια, συναδέλφωση, αλληλεγγύη και συστράτευση σε έναν αγώνα διαρκείας με συγκεκριμένους στόχους, στρατηγική και τακτική.

γ) Είναι αλήθεια επίσης, ότι αγωνιζόμαστε και θα αγωνιζόμαστε με στρατηγική και τακτική και μάλιστα, με κάθε νόμιμο μέσο, με στόχο πάντα να είμαστε αποτελεσματικοί, έως ότου επιτρέψει ο Θεός, διότι, τελικά, το θέλημα Εκείνου θα τελεσθεί.

7. Είναι ακόμη, απόλυτα λάθος η πρόταση ότι τα νέα πιλοτικά Προγράμματα Σπουδών είναι η πεμπτουσία της ορθής διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών, διότι η αλήθεια είναι ότι:

Αν πράγματι εφαρμοσθούν τα νέα Προγράμματα Σπουδών, θα αλλάξει άρδην ο χαρακτήρας του μαθήματος στη χώρα μας, και αυτή η αλλαγή αυτόματα θα μετατρέψει το μάθημα σε μια κοινωνικο-πολιτικο-φιλοσοφικο-ανθρωπιστικού περιεχομένου πολυθρησκειακή φλυαρία, όπου ενδεχόμενα, ακόμη και η αναφορά στο όνομα του Χριστού να θεωρείται μη πολιτικά και διδακτικά ορθή ή, ακόμη, και μη νόμιμη, δυσκολεύοντας έτσι το έργο του διδάσκοντος και οδηγώντας τους μαθητές στη θρησκευτική σύγχυση και ουσιαστικά στην άρνηση της πίστης τους, στο μηδενισμό και στην αθεΐα.

Τελικά και οι υπέρμαχοι και οι πολέμιοι του μαθήματος των Θρησκευτικών, όλοι, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι οι νέοι ζητούν την αλήθεια, την οποία φαινομενικά, μέσα στην επαναστατικότητα της εφηβείας τους, μπορεί και να την απορρίψουν. Όμως είναι αλήθεια ότι διψούν και θέλουν την αλήθεια και πρέπει να ακούσουν την αλήθεια και οφείλουμε να τους δώσουμε αυτήν αλήθεια και ας την απορρίψουν προσωρινά. Εμείς θα έχουμε κάνει το χρέος μας απέναντι στα παιδιά μας. Θα έχουμε πραγματοποιήσει τη σπορά του ζωντανού και αγαπητικού λόγου της Ορθόδοξης Χριστιανικής Παιδείας στις ψυχές των παιδιών και θα τους έχουμε προσφέρει μια ασφαλή παρακαταθήκη γεμάτη με πνευματικά και υπαρξιακά νοήματα για τη ζωή τους.

Το μάθημα των Θρησκευτικών είναι τελικά, η Λυδία λίθος της επιβίωσής μας ως έθνους και οφείλουμε να το συνειδητοποιήσουμε πριν ζήσουμε, ως λαός, λόγω της μη καλλιέργειας της πνευματικής μας ταυτότητας και ιδιοπροσωπίας ανεπανόρθωτες απώλειες και τελικά, την ταπείνωση των δικών μας Καυδιανών δικράνων.

Από την εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος», 5 Αυγούστου 2016

http://www.petheol.gr/nea/ealetheiaeinaitoupanagiotetsankaregenikougrammateatespeth

 

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τύποι και περιεχόμενο της προσευχής

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Δεκεμβρίου, 2016

proseyxi_1_titlos

Προσευχή είναι ο τρόπος επικοινωνίας, συνομιλίας, σχέσεως του ανθρώπου με τον Δημιουργό και Πατέρα του. Είναι μια «ασύρματη επικοινωνία», θα λέγαμε σήμερα, μια διαρκώς «ανοιχτή γραμμή, χωρίς χρέωση», που μας καλεί να ανταποκριθούμε σε μια κοινωνία απέραντης αγάπης και αλήθειας, δύναμης, καθοδήγησης, γνώσης και σοφίας, Θείας Χάρης και πλούτου χαρισμάτων. Εμείς προσφέρουμε την απόλυτη πίστη και εμπιστοσύνη μας στον Θεό με φόβο, σεβασμό, ταπείνωση και επίγνωση της μηδαμινότητάς μας μπροστά στην αγιότητα και το μεγαλείο Του κι Εκείνος γίνεται τα πάντα για χάρη μας: “Εγώ και πατέρας και μητέρα και αδελφός και σύζυγος και φίλος και σπίτι και ρούχο και τροφή και ό,τι θέλεις, ό,τι έχεις ανάγκη… μόνο να θέλεις να είσαι μαζί μου”, όπως βάζει στο στόμα του Χριστού ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. “Εγώ για σένα έγινα φτωχός και στο σταυρό ανέβηκα και στον τάφο κατέβηκα και στον ουρανό επάνω παρακαλώ τον Πατέρα διαρκώς για σένα”.

proseyxi1_mesaΈτσι η προσευχή γίνεται «η αναπνοή της ψυχής», όπως την ονόμασαν. Κάποιοι με τη Χάρη του Θεού κατορθώνουν το «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι», δηλαδή προσεύχονται συνεχώς έχοντας μέρα νύχτα στην καρδιά τους την «Ευχή του Ιησού», όπως λέγεται η μικρή και περιεκτική προσευχή: «Κύριε Ιησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με» ή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς».

Εκτός από την παραπάνω σύντομη «Ευχούλα», την οποία μπορούμε όλοι να λέμε μέσα μας παντού και πάντοτε, υπάρχουν δύο τύποι προσευχής, που η μια προϋποθέτει την άλλη:

α) η ιδιωτική προσευχή, την οποία τονίζει ο Κύριος στην «Επί του Όρους Ομιλία» Του, για να αποτρέψει τους ανθρώπους από την υποκριτική προσευχή μπροστά στους άλλους. Να προσεύχεται κανείς, λέει, σ’ ένα ήσυχο δωμάτιο, μόνος με μόνο τον Θεό, χωρίς πολυλογίες και φλυαρίες, γιατί ο Θεός, σαν καλός Πατέρας που είναι, γνωρίζει όλες τις ανάγκες μας. Το μόνο που θέλει είναι να Τον αναγνωρίζουμε για Πατέρα, να στρεφόμαστε σ’ Αυτόν με αγάπη και εμπιστοσύνη και μόνο από Αυτόν να ζητούμε ό,τι χρειαζόμαστε. Κι Εκείνος αναλαμβάνει και τα κανονίζει όλα κατά τον καλύτερο τρόπο.

β) η δημόσια λατρεία, που γίνεται στους ναούς, με κέντρο το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Η εικόνα είναι του Κωνσταντίνου Δημητρέλου και περιέχεται στο βιβλίο «Ήταν κάποτε παιδιά… Ο γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης», των Εκδόσεων «Άθως –Παιδικά»

proseyxi_2_titlos

Η Εκκλησία έχει ορισμένες ώρες προσευχής με τακτές ακολουθίες για κάθε μέρα. Εμείς μπορούμε να μάθουμε να λέμε κάποιες από τις προσευχές της Εκκλησίας το πρωί και το βράδυ. Είναι καλό να λέμε πρώτα στον Θεό και λίγα λόγια δικά μας, από την καρδιά μας, όπως επίσης στο τέλος μπορούμε να λέμε και λίγη ώρα την Ευχή που αναφέρθηκε παραπάνω.

Ο Θεός ακούει τις προσευχές μας και απαντά στον κατάλληλο χρόνο και ανάλογα με την πίστη μας. Εμείς πρέπει να έχουμε υπομονή και επιμονή στην προσευχή και πάντοτε, με εμπιστοσύνη στην Αγάπη Του, να λέμε τελικά: «Ας γίνει το θέλημά Σου, Κύριε – Γενηθήτω το θέλημά Σου».

proseyxi2_mesaΜε τις προσευχές μας συνήθως δοξάζουμε και ευχαριστούμε τον Θεό, ενώ συγχρόνως Τον παρακαλούμε για τις διάφορες ανάγκες μας. Οι προσευχές μας λοιπόν περιέχουν:

Δοξολογία: Μ’ αυτήν δοξάζουμε τον Θεό, εκφράζουμε δηλαδή τον θαυμασμό μας μπροστά στο άπειρο μεγαλείο Του, που αντανακλάται στα δημιουργήματά Του και τη διαρκή πρόνοια και φροντίδα Του γι΄ αυτά.

Ευχαριστία: Ευχαριστούμε τον Θεό που μας φανέρωσε την Αλήθεια Του, που μας σώζει, μας θεώνει με τη θυσία του Μονογενή Του Υιού. Τον ευχαριστούμε ακόμη για τα τόσα αγαθά που μας έδωσε και μας δίνει συνεχώς.

Δέηση: Λέγεται και αίτηση ή ικεσία. Είναι η προσευχή στην οποία παρακαλούμε τον Θεό για τις πνευματικές και υλικές μας ανάγκες. Του ζητάμε αυτά που είναι αναγκαία για την συντήρησή μας, την ψυχική μας ισορροπία, την προκοπή μας στον αγώνα να γίνουμε αληθινοί άνθρωποι, όπως μας θέλει Εκείνος.

Εξομολόγηση ή μετάνοια: Εκφράζουμε στον Θεό την μετάνοιά μας, δηλαδή την επιστροφή μας σ΄ Αυτόν και το θέλημά Του, και ταπεινωνόμαστε μπροστά Του αισθανόμενοι ότι δεν είμαστε άξιοι της Αγάπης Του, αφού, ενώ Εκείνος είναι δίπλα μας, εμείς όλο Τον ξεχνούμε και κάνουμε «άλλα» πράγματα, χωρίς να λογαριάζουμε την παρουσία Του.

Η προσευχή που γίνεται με ταπείνωση κι ευγνωμοσύνη εισακούεται από τον Θεό και ελκύει πλούσια τη Χάρη Του.
Η εικόνα είναι του Κωνσταντίνου Δημητρέλου και περιέχεται στο βιβλίο «Ήταν κάποτε παιδιά… Ο γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης», των Εκδόσεων «Άθως –Παιδικά»

http://www.pemptousia.gr/2016/11/tipi-ke-periechomeno-tis-prosefchis-i/
http://www.pemptousia.gr/2016/11/tipi-ke-periechomeno-tis-prosefchis-ii/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Βάπτιση του Χριστού

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Δεκεμβρίου, 2016

Στις 6 Ιανουαρίου η Εκκλησία μας πανηγυρίζει τη δεσποτική γιορτή της Βάπτισης του Κυρίου μας, του Ιησού Χριστού.

Baptisi_pic_Athos_mesa

Στην ορθόδοξη εικονογραφία το γεγονός αυτό απεικονίζεται με την εικόνα που βλέπεις παραπάνω. Όπως κάθε βυζαντινή εικόνα, έτσι κι αυτή «κρύβει» – δηλώνει ιδιαίτερους συμβολισμούς.

Baptisi_11) Η κατάδυση του Χριστού στα νερά του ποταμού Ιορδάνη συμβολίζει τον θάνατο και την Ανάστασή Του.

Ο Χριστός μας ταπεινώνεται, βαπτίζεται χωρίς ρούχα, για να ντύσει τους ανθρώπους με παραδεισένια στολή. Στέκεται όρθιος πάνω στα νερά ως νικητής των σκοτεινών δυνάμεων. Με το δεξί Του χέρι ευλογεί το νερό.

Baptisi_32) Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος με δέος ακουμπά το δεξί του χέρι στο κεφάλι του Χριστού.

Baptisi_43) Οι άγγελοι προσκυνούν. Τα χέρια τους είναι σκεπασμένα σε ένδειξη σεβασμού και μας θυμίζουν τον ύμνο που ψέλνουμε στο μυστήριο του βαπτίσματος: «όσοι βαπτισθήκατε στον Χριστό, να ντυθείτε τον Χριστό».

Baptisi_54) Οι μορφές κάτω από τα πόδια του Χριστού συμβολίζουν τη θάλασσα και τον Ιορδάνη ποταμό. Όταν τα νερά είδαν τον Δημιουργό τους να ταπεινώνεται τόσο, στράφηκαν από την άλλη πλευρά.

Ακόμα και σήμερα την ημέρα των Θεοφανείων, όταν γίνεται ο αγιασμός στον Ιορδάνη ποταμό και πέφτει ο Σταυρός στο νερό, τα νερά του αλλάζουν φορά. Αυτό συμβολίζει τη μεταστροφή και τον αγιασμό όλης της φύσης.

http://www.pemptousia.gr/2016/01/i-vaptisi-tou-christou/

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο κόσμος της εικόνας της Γέννησης – 1

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Δεκεμβρίου, 2016

Το πανανθρώπινο γεγονός της Γέννησης του Κυρίου μας εικονογραφείται, μεταξύ άλλων, και από τον Θεοφάνη από την Κρήτη, τον 16ο αιώνα. Μέσα από την εικόνα αναδύεται ένας κόσμος που επιτρέπει στον πιστό να πλησιάσει τη Γέννηση του Σωτήρα μας.

2_gennisi_1

«Ὅτε δέ ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τόν Υἱόν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπό νόμον, ἵνα τούς ὑπό νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τήν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν».
Και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Πριν 2015 χρόνια ο Υιός του Θεού έγινε Υιός της Παρθένου. Η βυζαντινή ορθόδοξη αγιογραφία από παλιά έχει αποδώσει τη σκηνή της Γέννησης με αρκετούς τρόπους, που μοιάζουν μεταξύ τους. Αντιπροσωπευτικό δείγμα, του 1546, η εικόνα του Θεοφάνη από την Κρήτη, που σώζεται στο Άγιο Όρος.

2_gennisi_2Βηθλεέμ. Απογραφή στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, επί αυτοκράτορος Τιβερίου. Η Μαρία «ἔτεκε τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον, καί ἐσπαργάνωσεν αὐτόν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι».
Στην εικόνα κυριαρχεί στο κέντρο η μορφή της Παρθένου και του Θείου Βρέφους. Ο αγιογράφος έχει πηγή τους αρχαίους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, όταν εικονίζει τη φάτνη μέσα σε σπήλαιο. Το εικονίζει σκοτεινό, θέλοντας να δηλώσει με το μαύρο χρώμα τον κόσμο, που είχε σκοτισθεί από την αμαρτία κι όπου θα έλαμπε τώρα το φως του Χριστού.

2_gennisi_3Μέσα στη φάτνη, σπαργανωμένο, βρίσκεται το Παιδίον. «Σπήλαιο, φάτνη, σπάργανα, είναι δείγματα της κενώσεως της θεότητος, της συγκαταβάσεώς της, της άκρας ταπεινώσεως Εκείνου, ο Οποίος, αόρατος εις την θείαν του φύσιν, γίνεται ορατός εν σαρκί χάριν του ανθρώπου, φανερώνοντας έτσι τον θάνατο και την ταφή Του, τον Τάφο και τα σάβανα», γράφουν οι Πατέρες.

2_gennisi_4Μέσα στο σπήλαιο, πίσω από τη φάτνη, δύο άλογα ζώα προσφέρουν τη ζέστη των χνώτων τους στο νεογέννητο. Είναι ένα βόδι κι ένα γαϊδουράκι. Η έμπνευση του αγιογράφου προέρχεται από την προφητεία του Ησαΐα: «Ἔγνω βοῦς τόν κτησάμενον καί ὄνος τήν φάτνην τοῦ Κυρίου αὐτοῦ· Ἰσραήλ δέ με οὐκ ἔγνω καί ὁ λαός με οὐ συνῆκεν». Γνωρίζει το βόδι τον δημιουργό του και ο όνος τη φάτνη του Κυρίου του· οι Ισραηλίτες όμως δε γνωρίζουν εμένα, τον Θεό, και ο λαός δε με καταλαβαίνει.

2_gennisi_5Το μεγαλύτερο και κεντρικό μέρος της εικόνας καταλαμβάνεται από την Παρθένο Μαρία, την Παναγία, τη Μητέρα του κόσμου όλου. Βρίσκεται σε στάση προσευχής· τα χέρια της είναι σταυρωμένα και κοιτάζει μ΄ αγάπη τον καρπό του Αγίου Πνεύματος. Τη βλέπουμε έξω από τη σπηλιά, κοντά όμως στη φάτνη. Μόλις έχει γεννήσει τον Χριστό· η στάση της αυτή δείχνει ότι γι΄ αυτήν δεν υπήρξαν πόνοι κατά τη Γέννηση· άρα και την εκ Παρθένου γέννηση και τη θεία αρχή του Νηπίου.

2_gennisi_6Κάθε κτίσμα προσφέρει την ευχαριστία του στον γεννημένο Χριστό. Οι άγγελοι τον ύμνο, οι ουρανοί το αστέρι, οι μάγοι τα δώρα, οι ποιμένες το θαύμα, η γη τη σπηλιά, η έρημος τη φάτνη· εμείς, οι άνθρωποι, μητέρα Παρθένον. Εμείς, οι αμαρτωλοί άνθρωποι, δίνουμε ως δώρο μας στον νεογέννητο Κύριο την Παρθένο, η οποία «καί μετά τόκον Παρθένος διέμεινε». Ο αγιογράφος, ζωγραφίζοντας τα τρία άστρα στο κάλυμμα της κεφαλής και στους δύο ώμους της Παναγίας, δηλώνει αυτήν ακριβώς την αειπαρθενία της.

2_gennisi_7Γύρω από την κεντρική σκηνή του σπηλαίου, που δεσπόζει στην εικόνα, ο αγιογράφος έχει όλα τα στοιχεία που δίνουν οι ευαγγελιστές και η παράδοση σχετικά με την Ενανθρώπηση του Σωτήρα. Αριστερά του σπηλαίου παρουσιάζεται ένας βοσκός, ακουμπισμένος στο ραβδί του, σε στάση συνομιλίας με τον άγγελο, που του ανακοινώνει τη Γέννηση του Κυρίου. «Ποιμένες ἦσαν ἐν τῇ χώρᾳ ἀγραυλοῦντες καί φυλάσσοντες φυλακάς τῆς νυκτός ἐπί τήν ποίμνην αὐτῶν· καί ἰδού ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη αὐτοῖς καί δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αὐτούς. Καί εἶπεν αὐτοῖς ὁ ἄγγελος· μή φοβεῖσθε· ἰδού γάρ, εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαράν μεγάλην, ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον Σωτήρ».

footer-eap

http://www.pemptousia.gr/2016/12/o-kosmos-tis-ikonas-tis-gennisis-1/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ (ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Δεκεμβρίου, 2016

του αρχιμ. Γρηγορίου Κωνσταντίνου, Διδάκτορος Θεολογίας

Η παρούσα διάλεξη έγινε από τον π. Γρ. Κων/νου στις 05.12.2016 προσκληθείς από το Σωματείο «Μακεδονικός Παρατηρητής», στη Θεσσαλονίκη σε στελέχη προετοιμαζόμενα για τον αντιαιρετικό αγώνα. Κατόπιν λοιπόν παρακλήσεως προς τον π. Γρηγόριο μας παραχώρησε την άδεια να το αναρτήσουμε στο Ιστολόγιο μας προς ενημέρωση των αναγνωστών μας. Λόγω λοιπόν του μήκους του κειμένου θα αναρτηθεί σε δυο μέρη.

Εισαγωγικά

Ποια σχέση θα μπορούσε να υπάρξει ανάμεσα στην Προσευχή και στον Διαλογισμό; Την απάντηση θα την λάβουμε όταν δούμε αναλυτικά τι είναι και τι προσφέρει η καθεμιά από αυτές χωριστά. Μπορώ να διαλογίζομαι και να προσεύχομαι; είναι το ίδιο; εάν όχι ποιες είναι οι διαφορές; Είναι μερικά ερωτήματα που αναρωτιόμαστε. Στην καθημερινή μας ζωή έχουμε σχέση με την προσευχή και συγχρόνως με την «διαφήμιση» του διαλογισμού, ενός τρόπου προσευχής που μας έρχεται από την Κίνα και την Ινδία. Για την κατανόηση της διαφοράς ανάμεσα στην προσευχή και τον διαλογισμό, πρέπει να δούμε τι είναι οι δύο αυτοί πνευματικοί τρόποι, που ο άνθρωπος αναφέρεται στο Θεό και το πόσο πνευματικά και σωματικά επικίνδυνο είναι για τον καθένα μας.

Ωστόσο αγαπητοί μου, ένα άλλο φαινόμενο ή παρατήρηση που είναι ειδικά άκρως ανησυχητικό, αναφέρομαι στο ότι χριστιανοί ορθόδοξοι, αρκετοί θα έλεγα, έχουν έναν ανεξήγητο ενθουσιασμό και παρορμητισμό, σε τέτοιο σημείο που ενώ πιστεύουν στην Εκκλησία με τα μυστήριά της, αγκαλιάζουν συγχρόνως και τις μεθόδους αυτές με ένα αρρωστημένο χριστιανικό περίβλημα. Θα έχετε ίσως παρατηρήσει πως η οικειοποίηση αυτή των μεθόδων αυτών του διαλογισμού αφαιρούν πολλά στοιχεία της ορθόδοξης πνευματικότητας, ιερές ακολουθίες κ. ά. στοχεύοντας στην αποξένωση του πιστού από την λειτουργική και μυσταγωγική ζωή της Εκκλησίας. Βέβαιο είναι πως όλοι αυτοί που διατηρούν στον διαλογισμό τη σχέση τους με το χριστιανικό περίβλημα, έρχεται ο καιρός και τους διαλύει την προσωπικότητά τους βυθίζοντάς τους σε ένα μεγάλο και απύθμενο κενό.

1.Αρχικά ας δούμε τι είναι η προσευχή

1.1. Τι είναι η προσευχή

Η προσευχή είναι ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια στη ζωή του κάθε χριστιανού, που θέλει η πίστη του να μην είναι μια απλή ετικέτα στην πολιτική του ταυτότητα. Η ποιότητα αλλά και η συχνότητα της προσευχής αντανακλούν την ποιότητα της σύνδεσης και επικοινωνίας μας με το Θεό. Τι είναι όμως η προσευχή; Ένας απλός ορισμός που θα μπορούσαμε να δώσουμε, είναι ότι η προσευχή είναι η επικοινωνία μας με το Θεό. Αρχικά θα πρέπει να επισημάνουμε πως η επικοινωνία μας αυτή δια μέσου της προσευχής δεν στοχεύει στο να ενημερώσουμε το Θεό για τις δικές μας ανάγκες και απαιτήσεις ή και τα τυχόν προβλήματά μας. Ο Θεός βέβαια δεν περιμένει από εμάς να του πούμε ή να τον ενημερώσουμε τι χρειαζόμαστε για να ανταποκριθεί στα αιτήματά μας. Αυτός   γνωρίζει εκ των προτέρων τις όποιες ανάγκες έχουμε καλλίτερα κι από εμάς.

Η προσευχή δεν είναι μια απλή ενημερωτική επικοινωνία με τον Θεό, αλλά είναι η συνεχής προσπάθειά μας να καλλιεργήσουμε μαζί Του μια σχέση αγάπης παραμένοντας  σταθεροί και πιστοί στη σχέση αυτή. Ασφαλώς είναι πολύ σημαντικό και επιβεβλημένο να καθιερώσουμε ένα συγκεκριμένο κανόνα προσευχής. Ωστόσο είναι εξ ίσου σημαντικό ο κανόνας αυτός να έχει πρακτική συνέχεια και συνέπεια στην καθόλου πορεία της ζωή μας. Και επ’ ουδενί δεν αρμόζει αυτή να αποτελεί ένα μέρος της καθημερινότητάς μας. Στη βαθύτερη όμως ουσία της, η προσευχή είναι η επίμονη και επίπονη προσπάθεια να μεταμορφωθεί η καθημερινότητά μας σε μια ευχαριστιακή και αγαπητική σχέση με το Θεό, είναι η προσωπική μεταμόρφωση του καθενός μας.

1.2. Προϋποθέσεις προσευχής

Αν η προσπάθεια μας αποβλέπει  δια της προσευχής στη δημιουργία μιας αγαπητικής σχέσης με το Θεό, τότε είναι απαραίτητες κάποιες προϋποθέσεις για να αποδώσει καρπούς η προσπάθεια αυτή. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι:

α. Η ύπαρξη αμοιβαίας επιθυμίας για τη σχέση αυτή. Βέβαια αν επιζητάμε, να έχουμε μια σχέση αγάπης με το Θεό θα πρέπει να είμαστε διατεθειμένοι να ασκήσουμε τον εαυτό μας σωστά, θεμελιώνοντας εσωτερικά στο είναι μας την ευλογημένη συνήθεια της προσευχής. Η προσευχή είναι καρπός της συνεχούς άσκησης και μόνο και τίποτα άλλο.

β. Η αληθινή και συνεχής παρουσία μας στην προσπάθεια αυτή. Συχνά πυκνά προσκαλούμε το Θεό, αλλά εμείς στην ουσία είμαστε απόντες. Είτε γιατί η προσήλωση μας βρίσκεται κάπου αλλού, είτε γιατί δεν είμαστε διατεθειμένοι να ακούσουμε τη φωνή Του. Επομένως αν εμείς δεν  προσέχουμε σ’ αυτά που λέμε στο Θεό, τότε γιατί Εκείνος να προσέξει εμάς;

γ. Να νοιώθουμε την παρουσία του τριαδικού Θεού. Η προσευχή μας δεν απευθύνεται σε μια απρόσωπη δύναμη ούτε σε κάποια άγνωστη παγκόσμια συνείδηση, όπως πιστεύουν πολλές σύγχρονες αιρέσεις. Ο Θεός της Εκκλησίας μας είναι ένας προσωπικός Θεός, γι’ αυτό και η σχέση μας μαζί Του επιβάλλεται να είναι προσωπική, μοναδική και ανεπανάληπτη για τον καθένα μας.

δ. Η επίγνωση των αμαρτιών μας. Σε μια σχέση αγάπης είναι απαραίτητο να υπάρχει η επικοινωνία και κοινωνία των αγαπημένων προσώπων, χρησιμοποιώντας την ίδια γλώσσα την γλώσσα της ταπείνωσης, όπως ο ίδιος Θεός χρησιμοποιεί αυτή.

1.3. Τα είδη της προσευχής

Αναφορικά με τα είδη της προσευχής διακρίνουμε δύο τυπικές διακρίσεις. Το ένα είδος αναφέρεται στο εννοιολογικό περιεχόμενό της και το άλλο στην εξωτερική της μορφή. Ως προς το εννοιολογικό περιεχόμενο, η προσευχή διακρίνεται στην Ευχαριστία, ευχαριστούμε το Θεό για τη χάρη Του, που προσφέρει ζωή σε όλους εμάς και τη κτίση, την Ικεσία,  παρακαλούμε το Θεό για κάποιες ιδιαίτερες ανάγκες μας, και τη Δοξολογία, αναπέμπουμε δοξολογία στο Πανάγιο Όνομά Του. Είναι προφανές ότι και οι τρεις αυτές διαφοροποιήσεις είναι αλληλένδετες και αλληλεξαρτώμενες μεταξύ τους.

Σχετικά με την εξωτερική της μορφή η προσευχή διακρίνεται στην αυτοσχέδια και στην λατρευτική.

α) Η αυτοσχέδια προσευχή είναι εκείνη στην οποία χρησιμοποιούμε λόγια δικά μας, λόγια της καρδιάς μας. Πλεονέκτημα της προσευχής αυτής είναι η αμεσότητα των αισθημάτων που εκφράζει το άτομο. Μειονέκτημά της είναι η πιθανότητα φλυαρίας, όπως και ο μεγάλος κίνδυνος να γίνει τελικά η προσευχή μας προβολή του εγωισμού μας και των κατόρθωμάτων μας όπως συνέβη με τον Φαρισαίο της παραβολής.

β) Η καθιερωμένη λατρευτική προσευχή είναι αυτή που χρησιμοποιείται μέσα από την ιστορία της Εκκλησίας μας και είναι εμποτισμένη από την πνευματική ευωδία των αγίων Πατέρων που την καθιέρωσαν. Πλεονέκτημα αυτού του είδους της προσευχής είναι η βεβαιωμένη αγιότητα που αποπνέει, όπως και η αποδεδειγμένη αλήθεια της πίστεως που αυτή εκφράζει. Μειονέκτημα θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι το ότι, μπορεί να μετατραπεί σε στεγνή αποστήθιση ενός κειμένου (παπαγαλία) που απαγγέλλουμε χωρίς να ξέρουμε τι λέμε  και δυστυχώς χωρίς να μετέχουμε ουσιαστικά στα λόγια της προσευχής που εκφέρουμε. Γνωστές   προσευχές μας είναι το «Πάτερ Ημών» (που μας το δίδαξε ο ίδιος ο Κύριος), το «Βασιλεύ Ουράνιε», το «Χριστέ το φως το αληθινόν…» κ π ά.

γ)  Η νοερά Προσευχή

Πέρα από αυτές τις προσευχές, ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει και στη λεγόμενη νοερά ή καρδιακή ή μονολόγιστη προσευχή, που συνίσταται στην αδιάλειπτη επανάληψη της φράσεως «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Η προσευχή αυτή, είναι απλή, ευκολονόητη, εύχρηστη και περιληπτική. Είναι ταυτόχρονα λατρευτική, γιατί όπως ξέρουμε το έλεος του Θεού είναι το κύριο αίτημά μας σε κάθε λατρευτική  σύναξη,  αλλά και αυτοσχέδια προσευχή για να επιδιώκουμε καλύτερα το έλεος του Θεού. Για όλα αυτά τα πλεονεκτήματα της, η νοερά προσευχή είναι ιδιαίτερα αγαπητή στους πιστούς χριστιανούς, που πολλοί από αυτούς γεύονται τους γλυκούς πνευματικούς καρπούς της. Φανερό δε είναι πως πολλοί από αυτούς τους Χριστιανούς κληρικοί και λαϊκοί, αξιώθηκαν με την προσευχή αυτή να γίνουν μέτοχοι του άκτιστου θείου φωτός.

Στη συνέχεια αναφέρουμε δυο λόγια για την νοερά προσευχή, όπως αυτά ειπωθήκαν από το στόμα του Μητροπολίτου Κάλλιστου Γουέαρ: «Συνήθως διακρίνονται τρία επίπεδα ή βαθμοί στην εκφώνηση της προσευχής του Ιησού. Αρχίζει σαν προσευχή με τα χείλη, προφορική προσευχή. Έπειτα γίνεται πιο εσωτερική, καταλήγοντας σε προσευχή του νου, νοητική προσευχή. Τελικά ο νους “κατέρχεται” στην καρδιά κι ενώνεται μαζί της κι έτσι η προσευχή γίνεται “προσευχή της καρδιάς”, ή για μεγαλύτερη ακρίβεια, και “προσευχή του νου μέσα στην καρδιά”. Σ’ αυτό το επίπεδο γίνεται προσευχή ολόκληρου του προσώπου – όχι πια κάτι που σκεφτόμαστε ή λέμε αλλά κάτι που είμαστε – γιατί η απώτερη πρόθεση της πνευματικής Οδού δεν είναι μόνο ένα πρόσωπο που λέει προσευχές, από καιρό σε καιρό, αλλά ένα πρόσωπο που είναι προσευχή όλο τον καιρό».

Οι άνθρωποι που ασκούν την νοερά προσευχή χρησιμοποιούν σαν υποβοηθητικό μέσο σε αυτή τους την προσπάθεια το κομποσκοίνι, που αποτελείται από κόμπους καμωμένους από πολλούς μικρούς σταυρούς. (Υπάρχουν κομποσκοίνια με 12, με 33, με 50, με 100, με 300 και πάνω κόμπους). Κάθε φορά που λέγεται η προσευχή, το χέρι περνά πάνω από ένα κόμπο. Έτσι στη νοερά εκφορά της προσευχής έρχεται να υποβοηθήσει η αίσθηση της αφής στο κομποσκοίνι. Μια αίσθηση που κρατά το μυαλό συγκεντρωμένο στα λόγια που λέμε  και την πράξη της προσευχής.

2.      Διαλογισμός

2.1. Τι είναι ο διαλογισμός

Η έννοια του διαλογισμού στις ημέρες μας είναι πλέον ευρέως διαδεδομένη, που πολύ συνάνθρωποι μας παρότι δεν έχουν σαφή εικόνα για το τι είναι διαλογισμός, τι κάμνει και τι προσφέρει στο σύγχρονο και προβληματισμένο άτομο, πάρα ταύτα προσπαθούν να τον ακολουθήσουν. Ο Γκουρού-Διδάσκαλος Paramahansa Yogananda είχε πει για τον διαλογισμό: «Διαλογισμός είναι η επιστήμη του να είσαι ενεργά ήρεμος. Δεν μπορείς να αγοράσεις τη ειρήνη. Πρέπει να ξέρεις πώς μπορείς να τη δημιουργήσεις μέσα σου, μέσα στην ηρεμία του καθημερινού σου διαλογισμού. Διαλογισμός σημαίνει ενεργή ηρεμία. Η παθητική ηρεμία όπως συμβαίνει στον ύπνο ή το οκνηρό ονειροπόλημα, είναι ριζικά διαφορετική από την ενεργή ηρεμία – δηλαδή τη θετική κατάσταση της ειρήνης που υπάρχει στον επιστημονικό διαλογισμό».

Ο διαλογισμός είναι μια κατάσταση σαν τον ύπνο. Η βασική διαφορά όμως είναι πως στον ύπνο, εφόσον φτάνει κανείς σε ανώτερα επίπεδα μύησης ή και δεν έχει ξεκινήσει εντατική και συστηματική εργασία φωτός για γνώση εαυτού, δεν έχει συνείδηση εκείνων που λαμβάνουν χώρα και συνεπώς βιώνει τελείως παθητικά τη χαλάρωση και την ειρήνη χωρίς να μπορεί να επεμβαίνει και να φέρνει μαζί του τις διάφορες εμπειρίες που έχει ζήσει. Στον διαλογισμό όμως ακριβώς αυτό πετυχαίνετε, δηλαδή να έχει συνείδηση των εμπειριών και να τις ενσωματώνει. Με την πρόοδο στον «πνευματικό»  λεγόμενο μονοπάτι αυτό αλλάζει και ο διαλογιζόμενος δεν μπορεί να γνωρίζει πως βρίσκεται σε διαλογισμό βιώνοντας ταυτόχρονα εμπειρίες φώτισης και ανάληψης. Ωστόσο όταν πλέον ρέει η ενέργεια της Κουνταλίνι σε μόνιμη βάση μπορεί να μεταφέρει εμπειρίες φώτισης, έκστασης και ανάληψης ακόμα και στην καθημερινή του ζωή όπου με μια ανάσα και μόνο να βρίσκεται τελείως συνειδητά σε τέτοιες εμπειρίες! Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για την συνειδητή εμπειρία του ύπνου όταν το άτομο γνωρίζει πως το φυσικό του σώμα κοιμάται αλλά συνεχίζει να έχει πλήρη συνείδηση εκείνων που διαδραματίζονται και βιώνει ψυχικά των λεπτότερων σωμάτων, μέσω των οποίων γίνονται δουλειές ακόμα και ταξίδια ψυχικά σε σχολές εκπαίδευσης εντός και εκτός της εμβέλειας της γης, κ. ά. πολλά.

Ο διαλογισμός λοιπόν μαζί με μια ολοκληρωμένη εργασία για γνώση εαυτού μπορεί να φέρει  τον άνθρωπο σε κατάσταση μόνιμης φαινομενικής χαράς και έκστασης, στην οποία όλα τα προβλήματα και δυσκολίες της ζωής του μετατρέπονται σε ευκαιρίες και σκαλοπάτια για υψηλότερα επίπεδα ύπαρξης. Αυτά είναι τα  λεγόμενα «προνόμια» και η «μεγάλη αμοιβή» όλων εκείνων που καταφέρνουν να φτάσουν στο αξίωμα του Δασκάλου.

Ο διαλογισμός, καθώς πετυχαίνει τον έλεγχο του υποσυνείδητου, έρχεται σε αισθητή επαφή με την Ψυχή του Σύμπαντος, μια ανύπαρκτη πνευματική ύπαρξη, από την οποία σταδιακά εισρέουν ολοένα και περισσότερες ψυχικές ενέργειες μέσα στο διαλογιζόμενο άτομο. Βέβαια αυτό φέρνει το πρόσωπο σε μια υγιή αποκέντρωση και από ταύτιση από το φυσικό σώμα και την προσωπικότητα και από όλες τις έννοιες, προβλήματα κ.λπ. της καθημερινότητας, ώστε να εξαφανίζονται και να σταματούν όλες οι αρνητικές επιρροές πάνω στον άνθρωπο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ …

http://antiairetikos.blogspot.gr/2016/12/blog-post_18.html

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΚΑΙ – ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ (ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΓΩ ΗΛΘΟΝ ΙΝΑ ΖΩΗΝ ΕΧΩΣΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΝ ΕΧΩΣΙΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Δεκεμβρίου, 2016

Ένα από τα μεγάλα ερωτήματα της χριστιανικής παράδοσης είναι το «γιατί ο Θεός έγινε άνθρωπος;». Η απάντηση μοιάζει αυτονόητη. Για τους χριστιανούς έγινε άνθρωπος «για να μας σώσει». Για τους πολλούς, οι οποίοι ακολουθούν εθιμικά την χριστιανική ζωή, τις γιορτές της, την μεταφυσική της διδασκαλία, η απάντηση δεν χρειάζεται να δοθεί, διότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη να πιστεύει σε έναν Θεό και να έχει μία θρησκεία. Οι επικεφαλής της θρησκείας, οι υπεύθυνοι πρέπει να ασχολούνται με τις λεπτομέρειες, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν. «Είναι έτσι, γιατί έτσι είναι». Για το ποσοστό των ανθρώπων, πάλι, οι οποίοι είναι και άθρησκοι και παντελώς αδιάφοροι η ιστορία του Χριστού είναι ένας ακόμη μεγάλος θρησκευτικός «μύθος». Αρκούνται στο να αντλούν πλεονεκτήματα από τον τρόπο εορτασμού των πολλών σε λεπτομέρειες της ζωής, όπως η ανάπαυλα, τα ταξίδια, η μουσική, ο στολισμός, η κατανάλωση, το φαγητό. Ο υπαρξιακός προβληματισμός γι’ αυτούς έχει να κάνει μόνο με το «εγώ», το οποίο είναι το κέντρο και το μοναδικό νόημα της ζωής τους.

Για όσους όμως θέλουμε οι γιορτές της πίστης μας να έχουν ένα άλλο νόημα, το οποίο να μην περιορίζεται στην εκκοσμικευμένη διάσταση της θρησκείας, παρότι και ο κοσμικός τρόπος είναι αναπόφευκτος, κάποτε και απαραίτητος, διότι δεν ζούμε σε μία ερημική κατάσταση, αλλά καλούμαστε να κοινωνήσουμε το μήνυμα του Ευαγγελίου, το μήνυμα της χαράς «ότι ετέχθη ημίν σήμερον σωτήρ, ός εστί Χριστός Κύριος εν πόλει Δαυίδ» (Λουκ. 2, 11)με τους συνανθρώπους μας, όπως κι αν είναι αυτοί, όπως κι αν είμαστε εμείς, , η απάντηση πηγάζει από την πίστη στο πρόσωπο, τον λόγο και τη ζωή του ίδιου του Γεννηθέντος Θεανθρώπου. Και είναι τελικά ξεκάθαρη:

«Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσι» (Ιωάν. 10,10) μας δηλώνει ο Κύριός μας.

«Ήλθον». Ο Χριστός δεν είναι προφήτης. Δεν είναι καν ένας ξεχωριστός άνθρωπος. Δεν κλήθηκε από τον Θεό να επιτελέσει μία αποστολή. Είναι ο Ίδιος Θεός. Είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το οποίο ελεύθερα έρχεται στον κόσμο. Και έλευση σημαίνει ενανθρώπιση. Σημαίνει πρόσληψη του κτιστού από το άκτιστο, όχι επιφανειακά, δοκητικά. Το άκτιστο δεν μεταμορφώνεται εξωτερικά σε κτιστό, για να επιτελέσει μία αποστολή και να ξαναγίνει αυτό που ήταν πριν. «Ό γαρ ην διέμεινε, Θεός ων αληθινός, και ό ουκ ην προσέλαβεν, άνθρωπος γενόμενος δια φιλανθρωπίαν» (Από τα στιχηρά του Εσπερινού της εορτής). Η έλευση συνεπάγεται την πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης χωρίς την στέρηση ή την αλλοίωση της θείας.

 Έλευση σημαίνει κίνηση με αιτία και σκοπό. Αιτία είναι η αγάπη. Είναι η έγνοια του Θεού ο κατ’  εικόνα Του πλασθείς άνθρωπος να μη μείνει παραδομένος στον θάνατο. Να μην νικιέται η ύπαρξη από την φθορά και την ίδια στιγμή να μη χάνεται για πάντα ο ένας τρόπος φανέρωσης στον άνθρωπο της εικόνας του Θεού που είναι το σώμα, αλλά και να μην υφίσταται ο άλλος τρόπος φανέρωσης στον άνθρωπο της εικόνας του Θεού που είναι η ψυχή, τις συνέπειες «του μεσότοιχου  του φραγμού» ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, δηλαδή την κόλαση. Η στάση στο αιώνιο σκοτάδι, στην αδυναμία κοινωνίας με τον Θεό, όπως συνέβαινε μέχρι την ενανθρώπιση, μέχρι τον σταυρό, μέχρι την ανάσταση.

Μπορεί οι άνθρωποι να διψούσαν να δούνε τον Θεό «για πάντα». Να είναι μαζί με τον Θεό «για πάντα». Στην περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης υπήρξαν εκείνοι οι«μαρτυρηθέντες δια της πίστεως» οι οποίοι όμως «ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν του Θεού περί ημών κρείττον τι προβλεψαμένου, ίνα μη χωρίς ημών τελειωθώσι» (Εβρ. 11, 39-40). «Όλοι όσοι, παρά την καλή μαρτυρία της πίστης τους, δεν πήραν ό,τι τους υποσχέθηκε ο Θεός. Αυτός είχε προβλέψει κάτι καλύτερο για μας, έτσι ώστε να μη φτάσουν εκείνοι στην τελειότητα χωρίς εμάς». Η υπόσχεση του Θεού στον Αβραάμ, τον Μωυσή, τον Δαβίδ, τους προφήτες δεν είχε εκπληρωθεί. Κανείς δεν μπορούσε να γευτεί την κοινωνία με τον Θεό μετά θάνατον. Και όχι μόνο αυτοί, αλλά και όλοι όσοι στους διάφορους λαούς αναζητούσαν τον τρόπο της αλήθειας που θα τους έδινε αυτό το «για πάντα» με τον Θεό. Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, με τον σπερματικό λόγο. Οι κουρασμένοι από την διαφθορά, την χυδαιότητα και την εμπάθεια Ρωμαίοι ποιητές. Οι Μάγοι εκ της Περσίδος, άνθρωποι που αναζητούσαν στην επιστήμη ελπίδα. Ακόμη και οι λαοί που δημιούργησαν μεγάλους πολιτισμούς ήθελαν λύτρωση. Στα μεγάλα έργα τους αποτυπώνεται η προσδοκία ότι η θρησκεία είναι έκφραση της υπαρξιακής αγωνίας για το αιώνιο.

Και δεν εκπληρώνει ο Θεός την υπόσχεσή Του σε κανέναν από τους λαούς, ούτε καν στον περιούσιο. Όχι γιατί αποστρεφόταν τους ανθρώπους για την αμαρτία τους. Αλλά γιατί έπρεπε, εφόσον ο Θεός είναι δίκαιος και «θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμ. 2, 4) να είμαστε όλοι μαζί σ’ αυτή την πορεία. Έπρεπε Κάποιον να ακολουθήσουμε. Να δοθεί η ευκαιρία όχι μόνο στον περιούσιο λαό, αλλά σε όλη την ανθρωπότητα να υπερβεί τον φραγμό. Γιατί ο φραγμός δεν προέρχεται μόνο από την αμαρτία του καθενός, δηλαδή την επιλογή μας να ζούμε θεοποιώντας τον εαυτό μας, το μερικό, το ατομικό, αυτό που μας φαίνεται σωστό. Ή να αποθεώνουμε το δικό μας συλλογικό, ό,τι μας ανήκει και όπου ανήκουμε και μόνο αυτά. Ο Θεός, με την ενανθρώπισή Του, έδειξε ότι δεν είναι ευλογία για έναν λαό μόνο ή για έναν άνθρωπο μόνο, αλλά για όλους τους λαούς και για όλους τους ανθρώπους. Ο περιούσιος λαός της Παλαιάς Διαθήκης ανέλαβε την ευθύνη να προετοιμάσει την ανθρώπινη φύση μέσα από την υπακοή στο θέλημα του αποκαλυφθέντος Θεού.  Να δείξει στον κόσμο ότι «έστι Θεός» (Δανιήλ, 3,17). Να χτίσει τις γέφυρες με τους άλλους λαούς. Με όλες τις παραδόσεις στις οποίες υπάρχει η αναζήτηση της αιωνιότητας. Διότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να αποδεχτεί τον θάνατο, μολονότι γνωρίζει ότι είναι αναπόφευκτος.

«Ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού, γενόμενον εκ γυναικός» (Γαλ. 4, 4). Η αποστολή είναι εκούσια. Η αποστολή επιλέχτηκε με ταύτιση του θελήματος του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.  Και ο Χριστός ήλθε ως Θεάνθρωπος. Ενοίκησε σε ό,τι ωραιότερο είχε να του προσφέρει η ανθρωπότητα.«Τι σοί προσενέγκωμεν Χριστέ; … Μητέρα Παρθένον» (από τα στιχηρά του Εσπερινού της εορτής). Η Παναγία είναι αυτή που αποτυπώνει το μέγιστο των δυνατοτήτων της ανθρώπινης φύσης. Στο πρόσωπό της βλέπουμε την χάρη, την σωματική και ψυχική ομορφιά. Την καθαρότητα, σωματική και ψυχική. Την αγάπη, τόσο προς τον Θεό όσο και προς τους ανθρώπους. Την δύναμη του λογικού που είναι τόσο ευφυές ώστε να την καθιστά ταπεινή, όσο κι αν αυτό ηχεί παράδοξα στην σκέψη μας, να έχει δηλαδήεπίγνωση των ορίων, τόσο έναντι του Θεού όσο και έναντι της ανθρώπινης φύσης και του ανθρώπινου νόμου. Την εμπιστοσύνη στον λόγο του Θεού αλλά και στις παραδόσεις των ανθρώπων που την εισοδεύουν στον ναό και την οδηγούν στο σπίτι του Ιωσήφ. Την ελευθερία που την κάνει να είναι αυτή που θα πει το μεγάλο ΝΑΙ στην πρόσκληση του Θεού. Παρόλα αυτά όμως δεν μπορεί ούτε κι αυτή να νικήσει τον θάνατο. Γι’  αυτό έρχεται δι’  αυτής και γι’  αυτήν ο Χριστός. Για να την αγιάσει και να της προσδώσει την κατά χάριν αιωνιότητα.

«Ίνα ζωήν έχωσι». Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να προσθέσει και να αφαιρέσει. Προσθέτει στην φύση μας με την χάρη Του την ενεργοποίηση του «καθ’  ομοίωσιν». Προσλαμβάνοντας το ανθρώπινο, το καθιστά κατά χάριν αθάνατο. «Απαθανατίζει το πρόσλημμα» (Κανόνας του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου). Την ίδια στιγμή μας δίνει τη δύναμη τα χαρίσματα της «αρχέγονης δικαιοσύνης», του κατ’  εικόνα Θεού το οποίο λάβαμε κατά την δημιουργία μας, να βρούνε τον αυθεντικό προσανατολισμό τους. Αυτόν για τον οποίο πλάστηκαν, που δεν είναι άλλος από την κοινωνία με τον Θεό, την κατά χάριν θέωση. Για να γίνει αυτό, χρειαζόμαστε την σχέση με τον Θεό η οποία μας μεταμορφώνει σε θεούμενες υπάρξεις, αλλά και τη δική μας άσκηση, τον δικό μας αγώνα ως σημείο ελεύθερης αποδοχής στην κλήση του Θεού. Χωρίς την ενανθρώπιση το μεσότοιχον του θανάτου θα παρέμενε ακατάλυτο και η επαγγελία ανεκπλήρωτη, διότι από μόνοι μας δεν μπορούμε να είμαστε αθάνατοι, καθότι είναι νόμος της φύσης και της ζωής η αρχή και το τέλος. Η φθορά και ο θάνατος.

 Τα χαρίσματα της αρχέγονης δικαιοσύνης αποκτούν μέσα από τη σχέση με τον ενανθρωπήσαντα Λόγο τον αληθινό τους προορισμό.

Το «λογικόν» δεν γίνεται παρά-λογο, αλλά καθαίρεται δια της κοινωνίας με το υπέρ-λογο. Ο άνθρωπος δεν χρησιμοποιεί τον νου για να θεοποιήσει τον εαυτό του. Παύει να πιστεύει ότι η δύναμή του εκτείνεται πέραν του θανάτου. Παύει να καταστρέφει με τις εμπνεύσεις του τον πλησίον και την κτίση. Ο Χριστός μάς κάνει να βλέπουμε τον νου με κριτήριο την καρδιά. Να μη μένουμε στην μερική θέαση του κόσμου, την υποκειμενική, την πεπερασμένη την οποία μας δίνει ο νους μας. Γιατί έτσι δεν μπορούμε να δούμε τη ζωή στην προοπτική της αιωνιότητας, στην προοπτική της τήρησης των εντολών του Θεού, αλλά τη βλέπουμε στη λογική του τι είναι ευχάριστο για μας, σε μια λογική που μένει στο τώρα. Ο Χριστός μας κάνει να ζούμε και να σκεφτόμαστε καρδιακά, δηλαδή με το φως του Θεού το οποίο οδηγεί ώστε η ζωή μας συνολικά να έχει ως πρότυπο τον Θεό. Ότι κάθε τι που μας συμβαίνει, όταν δεν έχει να κάνει με τις δικές μας επιλογές και τα πάθη μας, ο Θεός επιτρέπει να μας συμβεί, για να δούμε τη ζωή μας και τον κόσμο στην προοπτική της σχέσης μαζί Του. Δεν σωζόμαστε και δεν υπάρχουμε μόνο για μας, αλλά για όλους. Καλούμαστε λοιπόν να αναζητούμε την αγάπη και να λειτουργούμε προς όφελος του άλλου. Να μοιραζόμαστε τις εμπνεύσεις μας. Να χαιρόμαστε όχι γιατί δοξαζόμαστε με τις ικανότητές μας, αλλά γιατί κοντά μας οι άλλοι μπορούν να ζήσουν την ειρήνη, «την πάντα νουν υπερέχουσαν» (Φιλιπ. 4,7), αντλώντας πίστη, ελπίδα, σταθερότητα. Να μην είναι ο νους αλαζών, αλλά ταπεινός. Να έχει επίγνωση ότι το φως από αλλού έρχεται και όχι από το εγώ.

Το «αυτεξούσιον» γίνεται η ελεύθερη αποδοχή του θελήματος του Θεού από την συνείδησή μας. Η συνείδηση, «ο θερμός και φωτεινός λογισμός, ο οποίος λειτουργεί ως η σπίθα, για να φωτίζει τον νου και να του δείχνει πώς να ξεχωρίζει το καλό από το κακό, παραχωμένος και καταπατημένος από τους ανθρώπους με την προοδευτική εξάπλωση της αμαρτίας, ανακαινίζεται, έρχεται ξανά στο φως με την ενανθρώπιση του Δεσπότη μας Ιησού Χριστού, ξαναπαίρνει ζωή, γνωρίζει και πάλι ποιες είναι οι εντολές του Θεού και πώς μπορεί να τις τηρήσει ο άνθρωπος» (αββάς Δωρόθεος). Και ο άνθρωπος ξαναστρέφει την ελευθερία του προς τον Δημιουργό του. Διψά για να γνωρίσει και να συναντήσει τον Ίδιο τον Θεό. Διψά για να μην αφήσει την αμαρτία να τον κυριεύσει, να τον καθιστά ανίκανο να χαρεί τη ζωή στην προοπτική της αιωνιότητας και να μένει προσκολλημένος στον χρόνο της ζωής. Γιατί αυτός είναι ο πειρασμός της ελευθερίας χωρίς Θεό. Να θεωρήσει ο άνθρωπος τον χρόνο της παρούσας ζωής ως τον μοναδικό που υπάρχει, να απορρίψει την αιωνιότητα. Να βάλει έτσι το εγώ του πιο πάνω από τον Θεό. Διαστρέφει λοιπόν την ελευθερία για να απολαύσει τα αγαθά του χρόνου και του κόσμου. Καθιστά τον εαυτό του σάρκα. Ζει κατά πώς νομίζει ότι δικαιούται. Δεν βλέπει ότι το μοναδικό αλλά ταυτόχρονα πληρωτικό της ύπαρξης δικαίωμα το οποίο λάβαμε είναι η εξουσία«τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ιωάν. 1, 12), αρκεί να δεχόμαστε και να  πιστεύουμε στον Λόγο ο οποίο «σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιωάν. 1, 14). Παραδίδοντας την ελευθερία μας ενσυνείδητα σ’  Αυτόν και στη ζωή της Εκκλησίας, την χάνουμε για να την κερδίσουμε αιώνια. Διότι η συνείδησή μας πλέον μας πληροφορεί. Μας δείχνει Ποιος και πώς μας ελευθερώνει από τον χρόνο, τα πάθη, την αμαρτία και πώς έχουμε ζωή.

Το «αρχικόν» δε γίνεται ανταγωνισμός εξουσίας. Επιβολή του εγωκεντρικού θελήματος στους άλλους. Δεν υπάρχω μόνο για μένα. Υπάρχω και για τους άλλους. Νόημα στη ζωή μου δεν δίνουν η αυτάρκεια, η καλοπέραση, η φιληδονία, η φιλαυτία, διότι όλες αυτές οι καταστάσεις απαιτούν οι άλλοι να υποτάσσονται σε μένα και να εκπληρώνουν το θέλημά μου, για να είμαι ευχαριστημένος. Νόημα στη ζωή μου δίνει η έξοδος από το «εγώ» μου. Δίνει η αγάπη. Όχι μόνο ως κίνηση φιλανθρωπίας και ελεημοσύνης, όπως απαιτεί ο κόσμος, αλλά ως κίνηση μέριμνας για τη σωτηρία του άλλου. Για την επιστροφή του στην κοινωνία με τον Θεό. Είναι ακατανόητη για τους πολλούς η προσευχή ως σημείο της αγάπης. Τροφή και ηδονή θέλει ο άνθρωπος, φωνάζουν. Την τροφή πρέπει να την εξασφαλίσουν ο Χριστός και η Εκκλησία. Αλλιώς δεν έχει νόημα η πίστη. Την ηδονή το θέλημά μας. Τα πάντα στη λογική της χρησιμότητας. Όχι όμως για να παραιτηθούμε από την εξουσία μας εις βάρος του άλλου, αλλά για να αποδείξουμε ότι επειδή τον εξουσιάζουμε, μπορούμε και να τον βοηθήσουμε. Ακόμη και η φιλανθρωπία είναι ένδειξη της φιλαυτίας μας, αλλά και της οιωνεί ανωτερότητάς μας. Το «αρχικόν» όμως για το οποίο πλάστηκε ο άνθρωπος είναι η αγάπη ως κίνηση παραίτησης από την κυριαρχία του εγώ μας. Γι’  αυτό και η προσευχή για τον πλησίον είναι η κατεξοχήν έκφραση αγάπης. Διότι αναγνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε, παρότι κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας. Γνωρίζουμε τα όριά μας. Και επιλέγουμε να εμπιστευτούμε τον άλλο που αγαπούμε και τον κόσμο ολόκληρο σε Εκείνον που μπορεί. Να φωτίσει και να αγιάσει.

Γι’  αυτό και η ταπείνωση ως σημείο της αγάπης είναι και πάλι κατάσταση ακατανόητη για τους πολλούς. Αυτός που ταπεινώνει τον εαυτό του, μιμείται την κένωση του Θεού, που έγινε άνθρωπος. Γιατί με την ενανθρώπιση ο Χριστός παραιτήθηκε από την κατάσταση και την εξουσία να είναι πλήρης ως Θεός και έκανε έξοδο ώστε να ενωθεί με την ανθρώπινη φύση. Για να θεραπεύσει από τον εγωκεντρισμό της εξουσιαστικότητας αυτό που προσλαμβάνει. Εμάς. Αυτός που ταπεινώνει τον εαυτό του διαλέγει την καλοσύνη και την συγχώρηση. Όχι το κλείσιμο στο εγώ, την ισότητα στο κακό, την εκδίκηση. Αυτός που ταπεινώνει τον εαυτό του έχει βρει εντός του την βασιλεία του Θεού, που είναι η συνύπαρξη με τους άλλους, και την δικαιοσύνη, που είναι η αγάπη. Αυτός που ταπεινώνει τον εαυτό του τελικά γίνεται παιδί. Και όπως λέγει ένας σπουδαίος αρχαίος φιλόσοφος, «παιδός η βασιληίη»! (Ηράκλειτος)

«Και περισσόν έχωσι». Γενναιόδωρος ο Θεός. Άρχοντας αληθινός. Δεν ήρθε μόνο για να μας αποκαταστήσει ως τους ασώτους υιούς Του δίδοντάς μας «την πρώτην στολήν», αλλά θυσιάζει «τον μόσχον τον σιτευτόν» (Λουκ. 15, 22-23), τον Υιό Του για μας. Το τρίτο δώρο των Μάγων είναι η σμύρνα. Ο Κύριος ήρθε στον κόσμο όχι για να δοξαστεί από τους ανθρώπους. Όχι για να γευτεί την ευγνωμοσύνη μας. Ήρθε για να ζήσει στην σάρκα Του την νέκρωση. Να μην έχει τόπο στο πανδοχείο του κόσμου. Να ζήσει τις συνέπειες από την ανασφάλεια της κοσμικής εξουσίας, η οποία «εταράχθη πάσα» (Ματθ.2, 3). Να γίνει πρόσφυγας στη Αίγυπτο. Να μεγαλώσει σε μία ταπεινή πόλη. Να εργαστεί ως χειρώναξ. Να βαπτιστεί ως απλός άνθρωπος. Να διδάξει τους απλούς και ταπεινούς στην καρδιά, αλλά και τους μεγάλους της εποχής βιώνοντας την οργή, την υπονόμευση, την απόρριψη. Και να συλληφθεί, να καταδικαστεί, να σταυρωθεί, να πεθάνει από όλη την κακία του κόσμου και του διαβόλου, για να φέρει στην ύπαρξη Του τα στίγματα του μαρτυρίου της νέκρωσης «δι’  ημάς». Διότι με το σώμα Του, το οποίο φέρει τις πληγές, για μας υπάρχει. Αυτό κοινωνούμε και τώρα και για πάντα. Στην Βασιλεία Του.

 Και είναι περίσσεια η ζωή που μας χαρίζει. Διότι δεν μας έδωσε μόνο κάτι που είχε. Μας δόθηκε ο Ίδιος. Έγινε «ο προσφέρων και προσφερόμενος» (Θεία Λειτουργία αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου). Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η μοναδικότητα του γεγονότος της ενανθρώπισης. Ότι μας καλεί να γιορτάσουμε αυτή την περίσσεια κοινωνώντας Τον. Συμμετέχοντας στην συμφωνία και τον χορό της Θείας Λειτουργίας. Εκεί όπου Τον κοινωνούμε ως βρέφος, ως τέλειο άνδρα, ως σταυρωμένο, ως αναστάντα. Ως «τον πρωτότοκον της κτίσεως και δημιουργόν πάντων των γεγονότων» (Κάθισμα του Όρθρου του γ’  ήχου) και ως «τον πρωτότοκον των νεκρών» (Απολυτίκιο γ’  ήχου). Όχι για να θυμηθούμε απλώς τον ερχομό Του στον κόσμο, αλλά για να Τον καταστήσουμε παρόντα στη ζωή μας. Για να ενωθούμε μαζί Του και μαζί με τον κάθε άνθρωπο, αυτούς που υπήρξαν, αυτούς που υπάρχουν και αυτούς που θα υπάρξουν. Για να δηλώσουμε την χαρά της εκπλήρωσης της προσδοκίας των εθνών. Την χαρά της υπέρβασης του θανάτου και της αιωνιότητας. Την χαρά της συνάντησης και της οικείωσης με το Φως. Την χαρά της επανεύρεσης της οδού για την ομοίωση μαζί Του δια των χαρισμάτων τού κατ’  εικόνα που μας έδωσε. Την χαρά της αποδοχής της αγάπης Του και της σχέσης μ’  Αυτόν.

Σε μία πραγματικότητα η οποία βαφτίζει ζωή την επιβίωση, τον άρτο, τα αγαθά, την οικονομία, την επιστήμη, την δύναμη και την εξουσία, η οποία βαφτίζει περίσσεια ζωής την ηδονή της σαρκός χωρίς ευθύνη και αγάπη, την εκπλήρωση των επιθυμιών του «εγώ» μας, το «να περνούμε καλά», η οποία βαφτίζει γιορτή μόνο το «χρόνια πολλά», το υλικό τραπέζι, την διασκέδαση, την προσκόλληση στον χρόνο, εμείς επιμένουμε: Ζωή είναι ο ελθών Κύριος. Περίσσεια ζωής είναι η κοινωνία μαζί Του στο μυστήριο της Εκκλησίας. Ζωή είναι η συνάντηση με τον πλησίον, την εικόνα του Θεού, όποιος κι αν είναι αυτός, δικός μας και ξένος, φίλος και εχθρός, σπουδαίος και ασήμαντος, δίκαιος και αμαρτωλός, μικρός και μεγάλος. Περίσσεια ζωής είναι η προσευχή μας γι’  αυτόν τον πλησίον, είναι η επιθυμία μας να βρει και αυτός και εμείς την συνοδοιπορία προς το σπήλαιο της Βηθλεέμ, όπως αυτό συνεχίζει να υφίσταται στην Εκκλησία. Ζωή είναι η μίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου, των χαρισμάτων και της αγάπης προς τον Θεό, δηλαδή το να φτάσουμε όσο πιο μακριά μπορούμε με τις δυνάμεις της ύπαρξής μας. Περίσσεια ζωής είναι ο αγιασμός που έρχεται με το μεγάλο ΝΑΙ στην πρόσκληση του Θεού να Τον δεχτούμε εντός μας, να Τον αφήσουμε να μεταμορφώσει την καρδιά μας, να Του επιτρέψουμε να την κάνει τόπο και να μας αφήσει να ζήσουμε τον τρόπο της σχέσης μαζί Του, δηλαδή την αγάπη!

Ο τρόπος που θα απαντήσουμε στο «εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσι» του Κυρίου μας, ας γίνει ευχή και αγώνας να είναι το «ήλθον σπεύσαντες» των ποιμένων, και όπως εκείνοι «ανεύρον την τε Μαριάμ και τον Ιωσήφ και το βρέφος κείμενον εν τη φάτνη» (Λουκ. 2,16), έτσι κι εμείς, «σπεύσαντες», να οδηγηθούμε και να βρούμε την καλοσύνη, τη συγχώρεση, την Αγάπη!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ (ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Δεκεμβρίου, 2016

Οι γιορτές συνοδεύονται από προσδοκίες. Ξεκούραση και κατανάλωση. Προσθήκη υλικών αγαθών. Επανάληψη συνηθειών της παράδοσης που μας θυμίζουν την παιδικότητά μας. Ευχές που γεννούν ελπίδα ότι κάτι θα αλλάξει. Ακόμη και η αίσθηση ότι θα βρούμε περισσότερο χρόνο για αγαπημένα πρόσωπα. Πάντως είναι έξοδος από τη ρουτίνα. Οι τηλεοπτικές εκπομπές, οι ταινίες, οι προτάσεις διασκέδασης το μαρτυρούν.

         Ιδίως τα Χριστούγεννα, γιορτή παγκόσμια, στην οποία Δύση και Ανατολή τα τελευταία χρόνια έχουν διαμορφώσει κοινούς τρόπους εορτασμού, είναι μία ευκαιρία αλλαγής ρυθμού μέσα στο χειμώνα. Όπως και να επιλέξει κάποιος να τα γιορτάσει, με τα παραδοσιακά κάλαντα και τους στολισμούς, τη «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του Ντίκενς ή τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, με τις αγγλικές και γερμανικές μελωδίες, με τη βόλτα στα μαγαζιά, δεν παύουν να είναι μία ευκαιρία  η ζωή να βρει στάση, πανδοχείο. Οι πολλοί βεβαίως δεν προβληματίζονται για το ότι και τα Χριστούγεννα έχουν παραδοθεί στην παγκοσμιοποίηση. Δεν αισθάνονται την ανάγκη να τα ζήσουν ελληνικά, διότι περιορίζουν τον ελληνικό τρόπο στα κάλαντα, τα γλυκά και τον εκκλησιασμό.

       Τα τελευταία χρόνια έχει  εισαχθεί ο θεσμός του ρεβεγιόν, του Christmas Eve και στα καθ’ ημάς. Δυτικοποιείται η κοινωνία μας μάλλον ανεπιστρεπτί. Η προετοιμασία για τα Χριστούγεννα για τους πολλούς ελάχιστα περιλαμβάνει νηστεία, εξομολόγηση, επίγνωση της σημασίας του γεγονότος. Η ουσία της γιορτής αφήνεται στην άκρη. Μπορεί οι ναοί να γεμίζουν στη χριστουγεννιάτικη θεία λειτουργία. Υπάρχουν όμως και πολλοί που απουσιάζουν, ιδίως νέοι. Διαλέγουν νυχτερινά κέντρα ή κλαμπ, όπου διασκεδάζουν μέχρι πρωίας. Άλλοι θα περάσουν από τον ναό να ανάψουν ένα κερί. Άλλοι θα γυρίσουν στο σπίτι τους για να ξυπνήσουν νωρίς το απόγευμα, με τα απομεινάρια του χριστουγεννιάτικου τραπεζιού.  Κι ενώ θα χτυπούν οι καμπάνες και θα ψάλλεται το «Η Παρθένος σήμερον», αυτό το «δι’  ημάς γαρ εγενήθη» θα μένει απροσπέλαστο.

   Επαναπαυόμαστε ως Εκκλησία στο πλήθος που έρχεται. Δε θέλουμε να βλέπουμε την πλειονοψηφία που απουσιάζει. Που μένει αλειτούργητη αυτή τη μέρα. Αλλά και όσοι βρίσκονται στον ναό πόσο μεταφέρουν στο υπόλοιπο του καιρού το μήνυμα των Χριστουγέννων; Αυτό που εμπερικλείεται στα δώρα των Μάγων, το χρυσάφι στον βασιλιά, το λιβάνι στον Θεό, την σμύρνα στον νεκρό. Πόσοι θέλουμε το «παιδίον νέον» να ανακαινίσει την ύπαρξή μας;  Να μας δώσει κάτι από την διακονία της αγάπης και την αρχοντιά της συγχώρησης που χαρακτηρίζει τον αυθεντικό βασιλιά; Την πίστη στον Θεό που θέλει να μας σώσει από τα άγχη και τις απελπισίες μας και να γίνει οικείος στη ζωή μας;  Την επιλογή να μη νικιόμαστε από τα πάθη και τα λάθη μας, από το κοσμικό πνεύμα, από τη ζωή που δεν αφήνει περιθώριο ταπείνωσης, δηλαδή την απόφαση να νεκρώσουμε το εγώ μας που μας χωρίζει από τον πλησίον και τον Θεό;

     Αυτή η προετοιμασία έρχεται μέσα από τα ελληνικά, τα ορθόδοξα Χριστούγεννα. Αυτά που χωρίς να μας στερούν τις χαρές της παράδοσης, μας καλούν να ξαναδούμε την πορεία της ζωής μας. Και να αντισταθούμε στην αποψίλωση της γιορτής από τον αληθινό πρωταγωνιστή της: «τον προ αιώνων Θεό».

Ας ακολουθήσουμε στις καρδιές μας αυτή την πορεία, καθώς ήγγικεν η ώρα.      π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 21 Δεκεμβρίου 2016

βλ. και οπτικοποιημένο στο  https://www.youtube.com/watch?v=wy0SvwFWQO8

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »