kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Άγιος Θεοφάνης του Ριχλώβ (+5/18 Ιανουαρίου 1977)

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Φεβρουαρίου, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για ФЕОФАН РЫХЛОВСКИЙ, ПРП

Ο μεγάλος αυτός σύγχρονος ασκητής (κατά κόσμον Ιωάννης Θεοδόσιος Μεντβεντιεβ) γεννήθηκε στις 20 Οκτωβρίου 1881 στο χωριό Φεστοβέτς,στην περιοχή Τσερνιγκώβ(Ουκρανία).Οι ευλαβείς γονείς του ονομάζονταν Θεοδόσιος και Ευφημία.Όταν ήταν δύο ετών ο πατέρας του εκοιμήθη.Η μητέρα του, τον μεγάλωσε με φόβο Θεού.Απεφοίτησε τρεις τάξεις του σχολείου (zemstvα-σχολεία της εποχής όπου τα παιδιά φοιτούσαν τρεις τάξεις)

Μαζί με την μητέρα του πήγαιναν για προσκυνήματα:στην Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου και στον Άγ.Νικόλαο στο Ριχλόβ.Μια φορά μετά από ένα προσκύνημα ο νεαρός Ιωάννης αποφάσισε να μείνει στο μοναστήρι παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας του.Ο μέλλοντας ασκητής μπήκε στο μοναστήρι την παραμονή του Γενεθλίου της Θεοτόκου,στις 7 Σεπτεμβρίου.Αργότερα γιόρταζε αυτήν την ημέρα με ξεχωριστή πνευματική χαρά…
Το πρώτο διακόνημά του ήταν να ξυπνάει την νύχτα τους μοναχούς.Με την ίδια αγάπη έκανε το διακόνημά του και στον φούρνο και στα μελίσσια κ.α.
Για να ενισχύσει την πίστη και την άσκηση του νεαρού ασκητή ο Θεός του έστειλε διάφορες ασθένειες αλλά και την θαυματουργική τους ίαση

Αποτέλεσμα εικόνας για ФЕОФАН РЫХЛОВСКИЙ, ПРП

Ο γέροντας διηγούνταν το εξής:«Στα 22 μου χρόνια αρρώστησα τόσο πολύ που ετοιμαζόμουν για τον θάνατο.Μου ετέλεσαν το μυστήριο του Ευχελαίου,εξομολογήθηκα,κοινώνησα,συγχωρήθηκα με τους αδελφούς και περίμενα το τέλος…Προσευχόμουν όμως στον Θεό να ζήσω τουλάχιστον έναν ακόμη χρόνο.Ξαφνικά άκουσα από ψηλά την γνωστή σ’εμένα φωνή του ηγούμενου Ισαακίου:”Εκεί είναι καλύτερα!”Εγώ τρεις φορές ζήτησα να ζήσω έναν ακόμη χρόνο,αλλά η φωνή επανέλαβε τρεις φορές:”Εκεί είναι καλύτερα!”

 Μετά από λίγο,απρόσμενα.μπήκε στο κελί ένας ιεροδιάκονος φέροντας το ωράριο όπως πριν την Θεία Κοινωνία,κατευθύνθηκε προς τις εικόνες και έψαλλε τρεις φορές ”Εις πολλά έτη”(σ.σ.ευχή που στους Σλάβους ψάλλεται και τραγουδιέται σε κληρικούς και λαϊκούς).Όταν τελείωσε έφυγε.Η πόρτα ήταν κλείστη .Μετά από λίγες ημέρες έγινα καλά.

  «Μια φορά  ήμουν στο κελί γονατιστός, με το κεφάλι προς τα γόνατα,με μοναδικό φως το καντήλι μου που έκαιγε.Ξαφνικά ακούω βήματα που κατευθύνονταν από την μία γωνιά του κελιού στην άλλη.Ήταν βήματα ηλικιωμένου ανθρώπου.Μια φωνή ακούστηκε και με ρώτησε:«Θέλεις να γίνεις μοναχός;”Εγώ απάντησα:”Θέλω”.Πέρασε λίγος καιρός και ο αρχιμανδρίτης Ευγένιος έκανε την κουρα μου δίνοντάς μου το όνομα Ιουβενάλιος(1912).Μετά από ένα χρόνο ο επίσκοπος Παχώμιος τον χειροτόνησε ιεροδιάκονο.

Αποτέλεσμα εικόνας για ФЕОФАН РЫХЛОВСКИЙ, ПРП

 Μια άλλη φορά μπαίνοντας μετά την ακολουθία στο κελί,είδα σε μία γωνία μια γυναικά με μοναχικά ενδύματα.Σίγουρα κοίταζα έκπληκτος.Η γυναίκα με κοίταξε.Χωρίς να βιάζεται και ενώ ήταν στραμμένη προς τον τοίχο,βγήκε από το κελί.Μετά από αυτό συναντήθηκα με τον αρχιμανδρίτη Ευγένιο,ο οποίος με ρώτησε«Μήπως σε επισκέφτηκε η Βασίλισσα των Ουρανών;»Για να προσθέσει:”Ήλθε σε εμένα και μου είπε:Τώρα πάω στον Ιουβενάλιο”

Το 1920 ο π.Ιουβενάλιος χειροτονήθηκε ιερομόναχος από τον επίσκοπο Ιωάννη του Κονοτόπο .Ο γέροντας διηγούνταν πως την ίδια χρονιά έκλεισαν το μοναστήρι του Άγ.Νικολάου στο Ριχλόβ:«Την παραμονή του Αγίου Νικολάου,μετά τον εσπερινό,άρχισαν να διώχνουν τους μοναχούς από τα κελιά τους.Εαν κάποιος φορούσε παντελόνι τον έγδυναν και τον άφηναν μόνο με το εσώρασο.Οι άνθρωποι έκλαιγαν.Ήταν μία κατάσταση τρομακτική.Τους μοναχούς τους έδιωξαν μέχρι το Κορόπ και από εκεί στο Κρόλεβετς

Τους ιερείς του μοναστηριού τους έστελναν σε διάφορες ενορίες.Τον π.Ιουβενάλιο τον έστειλαν στον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου,στο χωριό Κρασνοπόλιε της περιοχής Κορόπ.Δεν ήξερε πως να φτάσει εκεί.Βγαίνοντας στον δρόμο είδε έναν αμαξά ο οποίος του είπε πως ήλθε ειδικά γι αυτόν και πως έχει μαζί του και ένα παλτό.Αυτή ήταν η πρώτη του ενορία.Το 1922 τον έστειλαν στον ναό της Αγίας Τριάδος στο Κορόπ.Σύντομα όμως τον έκλεισαν.

Αποτέλεσμα εικόνας για ФЕОФАН РЫХЛОВСКИЙ, ПРП

«Όταν έκλεισαν την Αγία Τριάδα,αναρωτιόμουν τι να κάνω»διηγείται ο γέροντας.Τότε ήταν που είδα στο όνειρό μου τους Αγίους Θεοδόσιο(Τσερνιγκώβ),Άγιο Νικόλαο και Άγιο Σεραφείμ του Σαρώβ, να στέκονται πίσω από την Αγία Τράπεζα και να συζητάνε που να με στείλουν.Ο Άγ.Θεοδόσιος έλεγε ότι επιθυμεί να με πάει μαζί του στο Τσερνιγκώβ,ενώ ο Άγ.Νικόλαος έλεγε:”Αυτός είναι ο αγαπημένος μου.Να ρωτήσουμε τον Δεσπότη”
Μετά από λίγο καιρό ο επίσκοπος Τσερνιγκώβ Στέφανος τον έστειλε στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου στο χωριό Ραμποτάν,δίπλα από το Κορόπ,όπου διακόνησε από το 1929 εως το 1933.

Ο γέροντας διηγούνταν πως στο Κορόπ έζησε από το 1934 εως το 1941.
«Πήγαινα στα χωριά με το τσεκούρι στην πλάτη και έκοβα ξύλα.Το εσώρασο το σήκωνα και το έκρυβα κάτω από το παλτό.Στο στήθος μου είχα το Τίμια Δώρα.Τα βράδυα μαζευόμασταν κρυφά στο σπίτι κάποιου πιστού και μελετούσαμε,προσευχόμασταν,κοινωνούσαμε με τα Άγια του Χριστού μυστήρια»
Μέσα στις δοκιμασίες του ο Θεός τον φύλαγε και τον έσωζε από πολλούς κινδύνους
«Κάποια φορά-λέει ο γέροντας-με πήγαν δύο άτομα στο ποτάμι για να με πνίξουν
”Φτάνει πια η κοροιδία των ανθρώπων!”Έσκαψαν ένα λάκκο:Χτύπησέ τον με το όπλο στο κεφάλι”είπε ο ένας.
”Έτσι και αλλιώς είναι τελειωμένος είπε ο άλλος.Εγώ έμεινα σκυμένος με το κεφάλι μέσα στο παγωμένο νερό μέχρι που αυτοί έφυγαν.Έστυψα τα ρούχα μου και έφυγα για το χωριό.Στέγνωσα και ζεστάθηκα στην σόμπα.Δόξα στον Θεό για όλα
Τα χρόνια εκείνα ο π.Ιουβενάλιος έλαβε μυστικώς το μεγάλο σχήμα και πήρε το όνομα Θεοφάνης.Μέχρι την κοίμησή του όλοι τον ήξεραν ως Ιουβενάλιο
Στις πολύ δύσκολες στιγμές του και την περίοδο των μεγάλων πειρασμών εύρισκε παρηγοριά κοντά στον Άγιο Λαυρέντιο του Τσερνιγκώβ.

Αποτέλεσμα εικόνας για Чудотворный образ Св.Николая Чудотворца Пустыни Рыхловской

Η θαυματουργή εικόνα του Αγ.Νικολάου της Μονής Ριχλώβ

Στον ναό του Αγίου Αρχαγγέλου Μιχαήλ,από το 1922 εως το 1937 όταν και ο ναός ανατινάχθηκε,βρισκόνταν η θαυματουργή εικόνα του Αγίου Νικολάου της Μονής Ριχλόβ.Έπειτα διαφυλάχθηκε στα σπίτια διάφορων πιστών.
Το 1941 άρχισε η εισβολή των Γερμανών.Τότε ξανάνοιξαν οι ναοί.Οι πιστοί παρακάλεσαν τον επίσκοπο Τσερνιγκώφ Μπόρις όπως ο π.Ιουβενάλιος να λειτουργεί στον ναό του Αγίου Θεοδοσίου του Τσερνιγκώβ όπου βρισκόνταν τώρα η εικόνα του Αγίου Νικολάου.
Ζούσε σε μία παλιά καλύβα,καλυμμένη με τύφη.Στην καλύβα του είχε πολλές εικόνες μεταξύ των οποίων και μία αχειροποίητος εικόνα του Χριστού από το μοναστήρι του Ριχλώβ η οποία ήταν το στήριγμα του γέροντα.

Αποτέλεσμα εικόνας για ФЕОФАН РЫХЛОВСКИЙ, ПРП

Για τελευταία φορά λειτούργησε στην εορτή του Αγίου Νικολάου το 1976.Μετά την θεία Λειτουργία παρακάλεσε  ένα μοναχό να τον βοηθήσει να προσκυνήσει όλες τις εικόνες επειδή θα ήταν-όπως είπε-η τελευταία φορά.Έπειτα κρύωσε και έπαθε πνευμονία.
Εξομολογήθηκε και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων.Λίγο μετά την Θεία Κοινωνία είπε:«Αυτό το βράδυ μου έκαναν παρέα οι Άγιοι Μάρτυρες…Είδα τους μεγαλομάρτυρες Γεώργιο και Παντελεήμονα και όλους τους μάρτυρες»Έπειτα είπε:«Να ,είναι και αυτοί μάρτυρες,ακόμη και αν δεν βασάνισαν τα σώματά τους,είναι μάρτυρες»Με αυτά τα λόγια εννοούσε ότι η αρρώστια είναι ένα μαρτύριο αναίμακτο

Εκοιμήθη στις 5/18 Ιανουαρίου 1977 σε ηλικία 97 ετών.Στις 1 Νοεμβρίου 2011 έγινε η αγιοκατάταξή του

https://proskynitis.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΟΤΕ ΜΗΝ ΠΑΡΑΠΟΝΕΘΕΙΣ ΓΙΑ ΄ΚΕΙΝΑ ΠΟΥ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΣΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΑΝ ΝΑ ΣΟΥ ΔΩΣΟΥΝ, ΓΙΑΤΙ, ΠΙΘΑΝΟΝ, ΣΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΟΛΑ ΟΣΑ ΕΙΧΑΝ !!!

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Φεβρουαρίου, 2017

ΠΟΤΕ  ΜΗΝ  ΠΑΡΑΠΟΝΕΘΕΙΣ  ΓΙΑ  ΄ΚΕΙΝΑ  ΠΟΥ  ΟΙ  ΓΟΝΕΙΣ  ΣΟΥ  ΔΕΝ  ΜΠΟΡΕΣΑΝ  ΝΑ  ΣΟΥ  ΔΩΣΟΥΝ,  ΓΙΑΤΙ,  ΠΙΘΑΝΟΝ,  ΣΟΥ  ΕΔΩΣΑΝ  ΟΛΑ  ΟΣΑ  ΕΙΧΑΝ !!!

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΦΑΡΙΣΑΙΟΣ, Ο ΤΕΛΩΝΗΣ & Η ΧΑΡΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Φεβρουαρίου, 2017

Μία περίοδος του εκκλησιαστικού έτους, όπως το Τριώδιο, στους καιρούς μας έχει πάψει να έχει για τους πολλούς το νόημα του παρελθόντος. Στην ανάγκη μας να ξεφύγουμε από τους ρυθμούς της καθημερινότητας, να χαρούμε και να διασκεδάσουμε απογυμνώσαμε το Τριώδιο από το εκκλησιαστικό του νόημα και επιστρέψαμε σε συνήθειες προχριστιανικές, όπως είναι οι μεταμφιέσεις, προκειμένου να αποκρύψουμε το αληθινό μας πρόσωπο ή να ξεφύγουμε από αυτό, να ονειρευτούμε το πώς θα θέλαμε να είμαστε, αλλά και να παραδοθούμε στο πνεύμα της φιληδονίας, χωρίς φραγμούς, χωρίς το εμπόδιο της ταυτότητάς μας, χωρίς τις σχέσεις που το υπόλοιπο διάστημα του χρόνου μας δεσμεύουν. Έχοντας ταυτίσει την χριστιανική παράδοση με την εγκατάλειψη της χαράς και την υιοθέτηση της σοβαρότητας, της σκυθρωπότητας, της ενασχόλησης με την μεταθανάτια ζωή, μας φαίνεται πολύ δύσκολο να ακολουθούμε καθόλη τη διάρκεια του χρόνου αυτόν τον τρόπο σκέψης και ζωής. Η αναφορά μας στην παγανιστική φάση της ιστορίας μας, θεωρούμε ότι και δεν πειράζει και είναι λυτρωτική.

                Η Εκκλησία όμως, εισάγοντας στον λειτουργικό της χρόνο το Τριώδιο, την περίοδο δηλαδή στην οποία οι ύμνοι που ψάλλονται στις ακολουθίες της είναι συντομότεροι και πιο κατανυκτικοί, προκειμένου να δεσπόσει ο λόγος και ο προβληματισμός, δεν αρνείται την χαρά. Μας δείχνει όμως ότι αυτή πηγάζει από μία ουσιαστικότερη σχέση με τον Θεό και τον πλησίον. Από την αγάπη η οποία συγκαταβαίνει. Από την ταπείνωση, η οποία μας δείχνει ότι η επιστροφή στον Θεό και η συναίσθηση ότι μόνοι μας δεν μπορούμε δεν είναι υποτίμηση του εαυτού μας, αλλά επίγνωση των ορίων μας. Από την μετάνοια για τα λάθη μας, τα οποία γίνονται αδικίες εις βάρος των άλλων ανθρώπων και μας δίνουν την αίσθηση ότι εμείς είμαστε θεωμένοι. Από την νηστεία, η οποία μας βοηθά να αφήσουμε κατά μέρος την χαρά της τροφής, της ηδονής, της υπεροχής εις βάρος των άλλων και να υιοθετήσουμε έναν τρόπο ζωής στον οποίο η προσευχή και η ευσπλαχνία δεν θεωρούνται υποτιμημένες καταστάσεις αλλά αληθινή ευλογία. Έτσι βοηθιόμαστε στους σταυρούς της ζωής μας, για να συναναστηθούμε με τον Χριστό.

                Το Τριώδιο ξεκινά με την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου. Ένα από τα κύρια στοιχεία της είναι ο τρόπος με τον οποίο τα δύο αυτά πρόσωπα βλέπουν την χαρά. Ο τελώνης την βλέπει στο να αρπάζει από τους ανθρώπους τα χρήματα και τα αγαθά τους, παρότι θα μπορούσε να έχει όσα πραγματικά χρειαζόταν από την εργασία του. Την βλέπει στην αδικία, δηλαδή στην φιμωμένη συνείδησή του, η οποία δεν τον ελέγχει για τίποτε που κάνει κακό στους συνανθρώπους του, ούτε διότι ο Θεός διά του μωσαϊκού νόμου του έχει πει αλλιώς να ζει και αλλιώς εκείνος έχει επιλέξει. Την βλέπει πιθανόν και στην μοιχεία, δηλαδή στην ελευθερία της ηδονής με πρόσωπα που δεν χρειάζεται και δεν αγαπά. Στην πρόταξη δηλαδή ενός τρόπου ζωής, στον οποίο η ύλη, ο παρών χρόνος, η εκμετάλλευση του πλησίον γεννούν την ευχαρίστηση, την οποία ο άνθρωπος ταυτίζει με την χαρά.  Ο Φαρισαίος, πάλι, βλέπει την χαρά στο να τηρεί τις εντολές του Θεού. Να νηστεύει δύο φορές την εβδομάδα, να προσφέρει στον ναό το ένα δέκατο από τα εισοδήματά του και να μην είναι σαν τους υπόλοιπους ανθρώπους, άρπαγας, άδικος, μοιχός, ούτε όπως ο τελώνης. Η χαρά του Φαρισαίου μάλιστα γίνεται και ευχαριστία στον Θεό και με πνεύμα επίδειξης, ενώπιον των ανθρώπων, αποκαλύπτει τα θρησκευτικά του κατορθώματα.

                Η παραβολή όμως συμπεριλαμβάνει και την ανατροπή. Ο τελώνης συναισθάνεται ότι η ευχαρίστηση που ζει με τον τρόπο που ο Θεός δεν θέλει, δεν μπορεί να μετατραπεί σε αληθινή χαρά. Έτσι, με ταπεινότητα ζει την μετάνοια. Ζητά από τον Δωρεοδότη της χαράς να τον ελεήσει για τον τρόπο σκέψης και ζωής του, να τον συγχωρέσει και να τον βοηθήσει να κάνει μια καινούργια αρχή στη ζωή του. «Κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού» (Λουκ. 18, 14). «Έφυγε για το σπίτι του αθώος και συμφιλιωμένος με τον Θεό», μας λέει ο Χριστός. Βρήκε το νόημα της αληθινής χαράς. Αυτό περιλαμβάνεται στην σχέση με τον Θεό, η οποία όμως γίνεται επίγνωση της καρδιάς μας, συναίσθηση ότι έχουμε αμαρτίες και πάθη, ότι αδικώντας δεν μπορούμε να είμαστε αληθινά χαρούμενοι, κυρίως όμως αποφεύγοντας την κατάκριση του πλησίον. Αυτός ο οποίος βλέπει την πραγματική κατάσταση της καρδιάς του δεν απελπίζεται, δεν αποκαρδιώνεται. Μπορεί να κατανοήσει ότι ο Θεός βλέπει την μετάνοια της καρδιάς του και συμφιλιώνεται μαζί του. Αυτή είναι η χαρά που κρατά. Να ξέρουμε ότι ο Θεός μας συγχωρεί και μας ελεεί, για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε   στη ζωή μας αυτή την  πνευματική αλλαγή, που θα δώσει στη χαρά μας διάρκεια.

                Ο Φαρισαίος απορρίφθηκε από τον Θεό παρότι τηρούσε τις εντολές Του. Η χαρά του όμως ήταν εγωκεντρική. Δεν έφτανε σ’  αυτόν η θρησκευτική του πρόοδος, αλλά ήταν χαιρέκακος, ευχαριστιόταν με την πτώση των άλλων, διότι έτσι αισθάνονταν θρησκευτικά δοξασμένος. Η χαρά του τελικά δεν ήταν γιατί είχε σχέση με τον Θεό, αλλά γιατί ξεπερνούσε τους άλλους με τα θρησκευτικά του κατορθώματα. Όμως ο Θεός δεν ζητά από τον άνθρωπο να ανταγωνίζεται και να νικά τον πλησίον του για να είναι χαρούμενος, αλλά να τον συμπαθεί. Να συμπορεύεται μ’  αυτόν στην οδό της βασιλείας. Να χαίρεται όταν προοδεύει ο πλησίον του πνευματικά και υλικά, αλλά και να συμπάσχει για τις πτώσεις και τα λάθη τόσο τα προσωπικά όσο και του άλλου.

                Η εποχή μας είναι γεμάτη Φαρισαίους. Χαιρόμαστε συχνά λιγότερο για την πορεία μας και περισσότερο με τις ήττες και τις πτώσεις των άλλων. Νομίζουμε ότι είμαστε ξεχωριστοί γιατί πετυχαίνουμε πρόοδο σε όσους τομείς ασχολούμαστε, αλλά και έχουμε την ματιά μας στραμμένη στους άλλους, μην τυχόν και προοδεύσουν περισσότερο από μας και είμαστε έτοιμοι μέσα μας να τους κατακρίνουμε και να τους υποτιμήσουμε. Αγνοούμε τελικά ότι η αληθινή χαρά βρίσκεται στην επίγνωση του ποιοι είμαστε σε σχέση με τον Θεό και την ίδια στιγμή στην επιείκειά μας έναντι του άλλου. Εκείνοι όμως μπορεί μέσα στην ασχήμια της ήττας να βρούνε ταπεινωμένοι την οδό της επίγνωσης, της μετάνοιας, της αλλαγής και ο Θεός να τους δώσει να ξεκινήσουν νέα ζωή, με την χαρά της κοινωνίας μαζί Του.

                Το Τριώδιο μας βοηθά να ξαναβρούμε την οδό της γνήσιας χαράς, η οποία περιλαμβάνει τόσο την δική μας αλλαγή όσο και την προσευχή για την αλλαγή του πλησίον. Δηλαδή την κοινωνία στην Εκκλησία των προσώπων που χαίρονται να έχουν βρει την αληθινή πορεία προς τον Θεό, σε ό,τι κάνουν. Δεν είναι η διασκέδαση, η μεταμφίεση, η ευχαρίστηση με τους τρόπους του κόσμου ο δρόμος της χαράς, αλλά η επίγνωση που συνοδεύεται από την χαρά ότι συγχωρεθήκαμε από τον Θεό, όπως επίσης και η θέλησή μας και οι άλλοι να βρούνε αυτή  την οδό. Αυτή είναι η χαρά που κρατά και μας οδηγεί στο να γνωρίσουμε όχι μόνο ποιοι είμαστε, αλλά ποιοι μπορούμε να γίνουμε!

Κέρκυρα, 5 Φεβρουαρίου 2017

 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΙ

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Φεβρουαρίου, 2017

Όταν αναφερόμαστε στους Πατέρες της Εκκλησίας μελετούμε τη διδασκαλία τους και προσπαθούμε να δούμε αν η ζωή μας  είναι σύμφωνη μ’ αυτή. Αφήνουμε όμως κατά μέρος από ποιον τρόπο ζωής διαμορφώθηκε η διδασκαλία τους.  Γι’ αυτό και η χρήση των επιχειρημάτων τους εκλαμβάνει ως αυτονόητο ότι εμείς ζούμε τη ζωή τους. Απαιτείται βεβαίως πολλή τόλμη, η οποία εγγίζει τα όρια του θράσους για να ισχυριστούμε κάτι τέτοιο. Κι όχι μόνο. Ακόμη και ο τρόπος που ερμηνεύουμε τους Πατέρες είναι αποσπασματικός. Απομονώνουμε τα χωρία της διδασκαλίας τους σαν να είναι κείμενα που δεν βγαίνουν από τη ζωή. Δεν εξετάζουμε πώς ήταν η πραγματικότητα της εποχής τους, ο πολιτισμός, τα ζητούμενα που οι άνθρωποι έθεταν, οι σχέσεις τους με την εξουσία, αλλά και οι πειρασμοί και οι κίνδυνοι που αντιμετώπιζε η Εκκλησία. Έτσι απολυτοποιούμε το γράμμα και αφήνουμε το πνεύμα τόσο των λόγων όσο και της ζωής τους.

                Πόσο μπορεί να επηρεάσει έναν σύγχρονο νέο η πατερική διδασκαλία; Οι πολλοί στην πατρίδα μας έχουν άγνοια γύρω από τα βασικά της πίστης. Την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση. Τη λειτουργική ζωή. Την ενορία ως κοινότητα. Ακόμη και η πατερική γλώσσα είναι δυσνόητη και συνήθως ακατανόητη στους νέους. Ούτε οι μεταφράσεις μπορούν να γίνουν ελκυστικές, καθώς οι Πατέρες μιλούν για τον άνθρωπο, την ανάγκη της υπέρβασης του χρόνου, την αναζήτηση της Αλήθειας που είναι ο Χριστός, ερμηνεύουν οντολογικές απορίες, επικαιροποιούν τον λόγο του Θεού, δείχνουν πώς συγκροτείται ο θεσμός της Εκκλησίας εν Αγίω Πνεύματι, παλεύουν εναντίον των αιρέσεων της εποχής τους.

Κυρίως όμως δεν μένουν στα λόγια. Ζούνε την κατά Χριστόν ζωή. Είτε με τον τρόπο της άσκησης στην έρημο και τα κοινόβια, είτε ως επίσκοποι στον κόσμο ποιμαίνοντας ανθρώπους κάθε ηλικίας, εργαζόμενους για τον επιούσιο, οικογενειάρχες σε μία κοινωνία η οποία ήξερε τουλάχιστον πού πατούσε και ποιος ήταν ο στόχος της, δηλαδή ο συγκερασμός της παρούσης με την αιώνια ζωή, με εντελώς διαφορετικούς πειρασμούς και περισπασμούς. Άλλο ήταν να έχει κανείς να παλέψει με τον ιππόδρομο και τους κύβους, τα τυχερά παιχνίδια, με το θέατρο ως θέαμα, δηλαδή με διασκέδαση που ξεκινούσε σε συλλογικό επίπεδο, και άλλο  με την διασκέδαση η οποία βιώνεται πρωτίστως ατομικά, διαδίκτυο, κινητά τηλέφωνα, μουσική στα ακουστικά, μεγάλη οθόνη που γίνεται μικρή για να απασχολήσει τον νέο άνθρωπο, στερώντας του ακόμη και τον ύπνο.

Μήπως ήρθε καιρός να δούμε πρωτίστως την ζωή των Πατέρων; Την παιδεία τους, η οποία ξεκινούσε από φιλομάθεια και διάθεση να βρούνε την Αλήθεια; Την αγάπη τους για τον Θεό και τον συνάνθρωπο, που δεν κρυβόταν αλλά γινόταν έμπνευση και για άλλους; Την απόφασή τους να πολεμήσουν εναντίον των παθών τους με την προσευχή και την άσκηση; Την ταπεινοφροσύνη τους τελικά, η οποία τους έκανε να ζούνε τη ζωή της Εκκλησίας και της κοινωνίας με συγκατάβαση και συγχωρητικότητα, ακόμη και στις πιο μαχητικές στιγμές τους, αυτές της σύγκρουσης με μία εξουσία που ήθελε να υποδουλώσει την πίστη στην πολιτική;

Ας εμπνευστούμε ως Εκκλησία και ας εμπνεύσουμε τους νέους από από τη ζωή των Πατέρων και οι λόγοι τους θα μιλήσουν τότε ευκολότερα στις καρδιές τους!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια” στο φύλλο της 1ης Φεβρουαρίου 2017

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιανουαρίου, 2017

Οι αόρατες δυνάμεις (άγγελοι), βρίσκονται σε ισόρροπη κατάσταση όσον αφορά την αρετή και την κακία, αφού η αγιότητα – που ανήκει αποκλειστικά και μόνο στον Τριαδικό Θεό – είναι εκτός της ουσίας τους, η δε τελείωσή τους επιτυγχάνεται, μόνο διά της επικοινωνίας με το Άγιο Πνεύμα και της ελεύθερης επιλογής και επιμονής τους (αυτεξούσιο) να παραμένουν στο καλό. Την αγιαστική αυτή προς τελείωση βοήθεια τού Αγίου Πνεύματος, αποποιήθηκε ο εκλεκτός αρχάγγελος του Θεού Εωσφόρος (= αυτός που φέρνει την αυγή, ο Αυγερινός), γεμίζοντας από υπέρμετρη υπερηφάνεια και φοβερό μίσος κατά του Θεού. Συνεπώς η ουσία τής πτώσης του συνίσταται στον αφανισμό τής αγάπης του προς τον Θεό δια της κακής χρήσης τού αυτεξούσιου, χάρισμα το οποίο είχε δοθεί από τον Θεό – λόγω αγάπης – σε όλα τα λογικά όντα. Ο διάβολος “εμίσησε πρώτον, ετραχηλίασε κατά Θεού παντοκράτορος, κατεφρόνησε Δεσπότου, ηλλοτριώθη του Θεού”. Την πτώση τού Εωσφόρου ακολούθησαν και τα πνεύματα που ήταν μαζί του.

Ο Μέγας Βασίλειος ερμηνεύοντας την πτώση τού Εωσφόρου ως συνέπεια τού αφανισμού τής αγάπης του προς τον Θεό, δίνει πλέον δημιουργική λύση και διέξοδο στο εν λόγω θέμα, που είχε προκύψει από τις θεωρίες του Ωριγένη, απορρίπτοντας την άποψη κατά την οποία η πτώση των λογικών όντων εκλαμβάνεται ως αποτέλεσμα του κορεσμού αυτών από τη θέαση του Θεού. Η περί κορεσμού αντίληψη η οποία είναι Πλατωνικής προέλευσης και αφορά τον υπερβατικό “Κόσμο των Ιδεών”, είναι πέρα για πέρα λανθασμένη, διότι αρνείται κάτι πάρα πολύ βασικό, το οποίο είναι η ακαταληψία και απειρία τού Θεού, καθώς επίσης και τις εκπηγάζουσες από αυτήν θεωρίες, περί περιοδικών πτώσεων και αναστάσεων των “λογικών” όντων.

Παρόλα αυτά όμως ο Μέγας Βασίλειος διατήρησε την άποψη που εισήγαγε πρώτος ο Ωριγένης, πως η πτώση του διαβόλου δεν οφείλεται στην φιληδονία αυτού, κάτι που πιστεύονταν μέχρι τότε, αλλά στην υπερηφάνεια του. Αυτό κατέστη δυνατό, όταν ο Ωριγένης, ταύτισε τον Εωσφόρο που αναφέρεται στο βιβλίο του προφήτη Ησαΐα και τον άρχοντα της Φοινικικής πόλης της Τύρου που αναφέρεται στο βιβλίο του προφήτη Ιεζεκιήλ, με τον διάβολο. Έκτοτε η άποψη αυτή επικράτησε στη χριστιανική θεολογία. Αναφέρουμε τα εν λόγω χωρία για να γίνει φανερή η ταύτιση αυτή:

“Πως έπεσες από τον ουρανό, Εωσφόρε, τέκνο της αυγής! [1] Πάνω στη γη συντρίφτηκες εσύ, που υπέταξες λαούς. Έλεγες μέσα σου: «στον ουρανό θ’ ανέβω, το θρόνο μου θα υψώσω πάνω από τ’ άστρα του Θεού. Θα πάρω θέση πάνω στο βουνό, στο μακρινό βορρά που οι θεοί συνάζονται. Θ’ ανέβω πάνω από τα σύννεφα και με τον Ύψιστο θα είμαι ίσος». Μα έπεσες μέσα στον άδη, στης αβύσσου τον βυθό” Ησαΐας 14:12 – 15

και

Μου είπε πάλι ο Κύριος: “«Εσύ άνθρωπε, τόνισε για το βασιλιά τής Τύρου θρηνητικό τραγούδι και πες του: «Άκου τι έχει να σου πει ο Κύριος ο Θεός: Εσύ ήσουν υπόδειγμα τελειότητας, με τη μεγάλη σου σοφία και την ασύγκριτη ομορφιά σου. Ζούσες στην Εδέμ, στον κήπο τού Θεού κι ήσουν ντυμένος πλήθος λίθους πολύτιμους: ρουμπίνια, τοπάζια, διαμάντια, όνυχα, βήρυλλο και ίασπι, ζαφείρια, γρανάτες και σμαράγδια˙ και το χρυσάφι ήταν κεντημένο πάνω στο στήθος σου. Τη μέρα που δημιουργήθηκες όλα αυτά είχαν κιόλας ετοιμαστεί. Σε είχα βάλει φύλακα χερούβ στο άγιο μου όρος και περπατούσες ανάμεσα σε λαμπερά πετράδια. Ήσουν τέλειος στη συμπεριφορά σου από την ημέρα που πλάστηκες, ωσότου αμάρτησες. Με το δραστήριο εμπόριό σου οδηγήθηκες στη βία και στην αδικία. Γι’ αυτό κι εγώ σε πέταξα σαν μολυσμένο πράγμα από το όρος μου, φύλακα χερούβ, σε έσπρωξα μέσα από τα πολύτιμα πετράδια σου στην καταστροφή. Επειδή ήσουν όμορφος περηφανεύτηκες˙ επειδή ήσουν δοξασμένος η σοφία σου διαφθάρηκε. Γι’ αυτό σε πέταξα στη γη και σε παρέδωσα στην κοινή θέα τών άλλων βασιλιάδων. Με πολλές παρανομίες που έκανες στο εμπόριό σου, μόλυνες τους τόπους της λατρείας σου. Γι’ αυτό έβαλα φωτιά στην πόλη σου για να καταστραφείς και να γίνεις στάχτη πάνω στη γη, μπροστά στην κοινή θέα. Όλοι όσοι σε γνώριζαν ανάμεσα στα έθνη τρόμαξαν με το κατάντημά σου˙ έφτασες σε τέλος φοβερό κι εκεί θα μείνεις για πάντα»”Ιεζεκιήλ 28:11 – 19

Εφόσον λοιπόν η πτώση τού μη φύσει κακού διαβόλου εκλαμβάνεται ως ελεύθερη διακοπή τής κοινωνίας τής αγάπης μετά του Θεού, τονίζεται από τονΜέγα Βασίλειο, ότι τουλάχιστον στην αρχή υπήρχε η κάποια δυνατότητα μετάνοιας για τον εκπεσόντα άγγελο, καθώς επίσης και για τους αγγέλους που τον είχαν ακολουθήσει στην πτώση. Θα μπορούσε ενδεχομένως ο Εωσφόρος διά του εξιλασμού και της μετάνοιας να θεραπεύσει τον εαυτό του και έτσι να αποκατασταθεί “εις το εξ αρχής” δηλαδή στην αρχική του κατάσταση πριν να εκπέσει. Μετά όμως την δημιουργία τού ορατού κόσμου και την πλάση τού ανθρώπου, η αποξένωση και η απομάκρυνση του από το Θεό κατέστη οριστική, γιατί ο διάβολος κινούμενος από φθόνο ο οποίος τον κυρίευσε “εφόνευσε” διά της αμαρτίας τον “τετιμημένον” άνθρωπο και επέφερε τον θάνατο. Η πράξη αυτή τού διαβόλου ήταν ουσιαστικά πράξη αυτοκαταστροφής και ανοησίας, γιατί “καθ’ εαυτού τεχνάσας έλαβεν ο κατά του ανθρώπου μεμηχανάται, ουδέν τοσούτον εκείνον ζημιώσας, ον ήλπισεν απαλλοτριώσειν Θεού και ζωής αιωνίου, όσον εαυτόν προδούς, αποστάτης του Θεού γεγονώς, και θανάτω καταδικασθείς αιωνίω”.

Κριτική στις θέσεις για την πτώση των αγγέλων και του Εωσφόρου τούΜεγάλου Βασιλείου και των άλλωνΚαππαδοκών Πατέρων (Γρηγορίου Θεολόγου και Γρηγορίου Νύσσης), ασκεί τους νεότερους χρόνους ο Otis. Ξεκινώντας από τις προσωπικές του φιλοσοφικές προϋποθέσεις και από την μη πλήρη κατανόηση τών Πατερικών κειμένων καταλήγει σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Συγκεκριμένα αναλύοντας τα χωρία τού Μεγάλου Βασιλείου που αναφέρονται στην πτώση τών αγγέλων, συμπεραίνει πως οιΚαππαδόκες ταυτίζοντας την αμαρτία με την άγνοια κατά το πλατωνικό πρότυπο, αδυνατούν να ερμηνεύσουν την υπό του Εωσφόρου διαπραχθείσα αμαρτία, εφόσον η αμαρτία γενικά συνδέεται με την σαρκική συσκότιση τής διάνοιας τών πνευμάτων, ο δε Εωσφόρος ως πνεύμα δεν δεσμεύεται ούτε υπόκειται στην υλική φύση. Συνεπώς – σύμφωνα με τον Otis – επειδή οιΚαππαδόκες δεν δέχονται ότι είναι δυνατόν μια πνευματική άϋλη ύπαρξη να διαπράξει με πλήρη επίγνωση τής πράξης κάποια αμαρτία, και επιπλέον επειδή απέρριψαν την περί κορεσμού διδασκαλία τού Ωριγένη, αδυνατούν να δώσουν ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα τής πτώσης τού διαβόλου.

Οι απόψεις όμως του Otis πάσχουν σε πολλά σημεία. Πρώτον και κύριον παραγνωρίζει εντελώς την σημασία τού αυτεξούσιου τών αοράτων δυνάμεων, αλλά και του σχετικού τής τελειότητας αυτών, όπως έχουμε προαναφέρει. Επιπλέον συγχέει και δεν διαχωρίζει την κατάσταση τών άϋλων όντων, πριν και μετά την πτώση τού Εωσφόρου και έτσι δεν λαμβάνει υπόψη του την περαιτέρω πρόοδο αυτών προς το καλό ή το κακό. Γι’ αυτό και παρουσιάζει τον Μεγάλο Βασίλειο ως ευρισκόμενο σε πλήρη λογική ανακολουθία και σύγχυση και ως υποπίπτοντα σε συνεχείς αντιφάσεις φρονώντας πως οι άγγελοι

  1. δεν επιδέχονται αλλοίωση και χαρακτηρίζονται για το “μόνιμο εις αρετήν”

  2. δημιουργήθηκαν τέλειοι από την αρχή

  3. η αγιότητα έγινε συστατικό τής ουσίας τους

Ενώ λοιπόν – πάντα κατά τον Otis – ο Μεγάλος Βασίλειος υποστηρίζει τα ανωτέρω εκτεθέντα, ταυτόχρονα ερχόμενος σε αντίφαση υποστηρίζει ότι

α. είναι δυνατόν η τροπή των αγγέλων από την ισόρροπη θέση μεταξύ τού καλού και του κακού

β. αναφέρεται στο μίσος τού Εωσφόρου κατά του Θεού

γ. τονίζει το αυτεξούσιο τών λογικών όντων

Ο Otis φτάνει στα παραπάνω συμπεράσματα για τις “αντινομίες” τού Μεγάλου Βασιλείου, παρανοήσας βασικά χωρία της διδασκαλίας του, όπως λόγου χάρη το αναφερόμενο “Εις 44 Ψαλμόν 1” (PG 29, 388C), στο οποίο αναφέρεται πως οι άγγελοι δεν υφίστανται αλλοίωση. Ο Otis παρανοώντάς το, το ερμηνεύει το χωρίο αυτό, ως αφορών την ηθική κατάσταση των αγγέλων, ενώ η πραγματική του ερμηνεία έχει να κάνει με την φυσική κατάσταση τών αγγέλων, η οποία δεν υπόκειται στη φθοροποιό ροή του χρόνου. Πρέπει επίσης στο σημείο αυτό να σημειωθεί και η Ορθόδοξος Παράδοση η οποία δέχεται πως όλα τα όνταελεύθερα κινούνται προς τον Θεό ή απομακρύνονται από αυτόν. Έτσι και οι άγγελοι σαν σχετικά τέλεια όντα επιθυμούν την τελείωση, η οποία προοδευτικά πραγματοποιούμενη έφθασε, ιδίως δε, μετά την πτώση τού Εωσφόρου, σε τέτοιο σημείο, ώστε να θεωρείται αδύνατο το ενδεχόμενο τής μελλοντικής πτώσης τους.

Η ηθική πρόοδος αυτών αποδεικνύεται κατά πρώτον όταν “εστερεώθησαν” κατά την δημιουργία τους, με αποτέλεσμα να είναι δυσκίνητοι από το αγαθό, στη συνέχεια δε, κατά την δοκιμασία τους, όταν εξέπεσε ο Εωσφόρος και τα συν αυτώ πνεύματα, δεδομένου πως όλοι οι άγγελοι είχαν την δυνατότητα και την ευκαιρία να αποστατήσουν, αλλά “διεσώσατο αυτούς της αγάπης του Θεού το ακόρεστον”, ενώ “απόβλητον έδειξεν (τον διάβολον) η εκ Θεού αναχώρησις”. Γι’ αυτό κατά τον Μέγα Βασίλειο η σταδιακή βύθιση τού Εωσφόρου στο κακό είναι κατά κάποιο τρόπο ανάλογη με την προοδευτική επιτυγχανόμενη τελειότητα των αγγέλων.

Θεμελιώδης γνώρισμα τής Ορθόδοξης διδασκαλίας για τις σχέσεις τών λογικών όντων με το Θεό είναι η δυναμική φορά που αναπτύσσεται μεταξύ αυτών. Έτσι και η ηθική κατάσταση τών αγγέλων ουδέποτε θεωρήθηκε ως κάτι το στατικό και αμετάβλητο, αλλά αποτέλεσε κοινή πεποίθηση, ότι επειδή αυτοί “παρέμειναν πιστοί στον Θεό διατήρησαν την φυσική τους αγιότητα και με την βοήθεια της θείας χάρης τελειώθησαν, φθάνοντας στη μέγιστη ηθική τελειότητα, γινόμενοι όλοι ακίνητοι προς την αμαρτία”.

Κάθε φορά λοιπόν που οι Πατέρες έχουν υπόψη την κατάσταση των αγγέλων πριν την πτώση του διαβόλου, αποκαλούν αυτούς “δυσμεταπτώτους” ή “δυσκινήτους” από το αγαθό. Κάθε φορά όμως που αναφέρονται στην κατάστασή τους μετά την δοκιμασία που πέρασαν και την αποστασία τούδιαβόλου, όταν λόγω της αυτεξούσιας επιμονής τους στο αγαθό στερεώθηκαν ακόμη περισσότερο από το Άγιο Πνεύμα, τους χαρακτηρίζουν “ακίνητους” ή “αμετακίνητους” στο αγαθό. Έτσι μπορεί να ερμηνευτεί και η κατά τον Otis“ασυνέπεια” της σκέψης των Καππαδοκών όσον αφορά την όλη διδασκαλία αυτών για τους αγγέλους. Ενισχυτικό τούτου είναι και η άριστα διατυπωμένη Ορθόδοξη θέση για τους αγγέλους από τον Ιωάννη Δαμασκηνό “δυσκίνητοι προς το κακόν, αλλ’ ουκ ακίνητοι … νυν δε ακίνητοι”.

Σημειώσεις

  1. Ο Εωσφόρος και η Αυγή θεωρούνταν στην φοινικική θρησκεία θεϊκά όντα

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Δημητρίου Γ. Τσάμη: Θέματα Πατερικής Θεολογίας, Εκδόσεις Π. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1976

2. Αγία Γραφή της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας

http://antiairetikos.blogspot.gr/2017/01/blog-post.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΑ ΤΗΣ «ΘΕΤΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ»

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιανουαρίου, 2017

         Είναι της μόδας να διαφημίζεται η ανάγκη να έχουμε «θετική ενέργεια» στη ζωή μας. Διαφημιζόμενα καταναλωτικά αγαθά, αποκρυφιστικές ομάδες, αλλά και φιλοσοφίες ασιατικής προέλευσης με σήμα κατατεθέν ότι μέσα από τον διαλογισμό, την χρήση φυλαχτών, την αξιοποίηση λατρευτικών τρόπων της ανατολής θα αποκτήσουμε όρεξη για ζωή ή θα ακυρώσουμε την πρόσληψη αρνητικής ενέργειας κάνουν μερίδα ανθρώπων και ιδίως νέων στην ηλικία να στρέφονται στον τσαρλατανισμό ή να θεωρούν ότι η ζωή μας κυριαρχείται από το αρνητικό, μόνο που αυτό είναι απρόσωπο. Καλλιεργούν μία αίσθηση ότι για τις αποτυχίες μας, την κακή μας διάθεση, τα λάθη μας δεν φταίμε εμείς, αλλά μία απρόσωπη ενέργεια, την οποία πρέπει να διώξουμε.

      Η δεισιδαιμονία τελικά δεν έφυγε ποτέ από τη ζωή μας. Από την μία ζούμε σε έναν πολιτισμό ορθολογισμού, ο οποίος θεωρεί την θρησκευτικότητα δεισιδαιμονία και ζητά την απομάκρυνσή της από τη ζωή μας, πολεμώντας την ανελέητα, και από την άλλη οι άνθρωποι αναζητούν παρηγοριά και ελπίδα για τις δυσκολίες τους στην τύχη και σε απρόσωπες δυνάμεις, επιλέγοντας μια κεκαλυμμένη και άρρωστη θρησκευτικότητα. Δεν ζητούν να προσεγγίσουν αυθεντικά τον Θεό και να πιστέψουν σ’  Αυτόν. Θέλουν την μαγική επίλυση συμπτωμάτων, χωρίς να χρειαστεί να αναλάβουν την συνολική ευθύνη για την πορεία της ζωής.

       Οι υποστηρικτές της δεισιδαιμονίας σπεύδουν να κατηγορήσουν την θρησκεία. Τι άλλο κάνει αυτή παρά να εμπορεύεται λείψανα, εικόνες, φυλαχτά και άλλα σύμβολα αποτρεπτικά του κακού στο όνομα του Θεού; Είναι αυτονόητο ότι όπου γίνεται τέτοιο εμπόριο είναι καταδικαστέο. Ούτε και εκφράζει την Εκκλησία στο σύνολό της. Όμως οι επικριτές αδυνατούν να κατανοήσουν ότι τα άγια της Εκκλησίας δεν είναι απρόσωπα. Είναι μνήμες και σημάδια ανθρώπων οι οποίοι έζησαν τον Θεό και αφέθηκαν χάρις στην αγάπη προς Αυτόν να μεταμορφωθούν σε θεούμενες υπάρξεις και δι’  αυτών ο Θεός ευλογεί τον κόσμο.

Μόνο που αυτοί ανέλαβαν την ευθύνη να ακολουθήσουν τις εντολές Του. Να πολεμήσουν όχι μία απρόσωπη δύναμη ή άλλες απρόσωπες «ενέργειες», αλλά τον διάβολο ως προσωπική υπόσταση του κακού. Ως πατέρα του ψεύδους και της απάτης. Και αυτή η μάχη γίνεται στην Εκκλησία και στη ζωή της. Δεν είναι μόνο ατομικό γεγονός. Είναι ο αγώνας των μελών του σώματος του Χριστού να αγαπήσουν Θεό και πλησίον, βλέποντας  τα πάθη και τα λάθη. Ωριμάζοντας μέσα από τις ήττες. Με εμπιστοσύνη στα μυστήρια της Εκκλησίας. Με ταπείνωση και προσευχή. Με μαρτυρία και μαρτύριο, όχι για «θετική ενέργεια» στη ζωή, αλλά για την χάρη του Αγίου Πνεύματος και τους καρπούς της.

     Πολλοί νέοι εύκολα πέφτουν στην παγίδα του απρόσωπου. Αποδέχονται την ύπαρξη ενεργειών οι οποίες μας στερούν την ευχαρίστηση. Υπάρχουν όντως τέτοιες ενέργειες, αλλά είναι προσωπικές. Είναι αυτές του διαβόλου που κατάφερε να πείσει τον κόσμο ότι δεν υπάρχει ο ίδιος και παγιδεύει την ψυχή και τον νου μας ώστε να αρνηθούμε και την ύπαρξη του Θεού. Να νομίζουμε ότι μόνοι μας μπορούμε. Με τις δεισιδαιμονίες μας. Ας επιστρέψουμε στην αλήθεια της παράδοσής μας και ας αφήσουμε κατά μέρος ό,τι μας αλλοτριώνει. Με τη ευθύνη της ζωής στα χέρια μας και την επίκληση του ονόματος του Θεού στη ζωή της Εκκλησίας. Εκεί είναι η απάντηση.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 25 Ιανουαρίου 2017

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ, ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΠΟΛΥΣΟΝ ΑΥΤΗ ΟΤΙ ΚΡΑΖΕΙ ΟΠΙΣΘΕΝ ΗΜΩΝ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιανουαρίου, 2017

Ένα από τα στοιχεία της ζωής μας είναι και «το αίτημα». Οι άνθρωποι ζητούμε. Από τον Θεό. Από τον εαυτό μας. Από τους άλλους. Από τη δομή της ζωής. Το αίτημα γίνεται η έκφραση του ονείρου ή της επιθυμίας για εμπειρία. Για βίωμα. Λαχτάρα ζωής που άλλοτε έχει να κάνει με τον εαυτό μας, με ό,τι θα μας άρεσε να ζήσουμε, άλλοτε με αυτό που φαίνεται δίκιο για μας ή και για άλλους, ανάλογα με τις αξίες και τις αντιλήψεις μας, άλλοτε καταστροφικό σε βάθος χρόνου για μας, όμως άμεσα ευχάριστο και ωφέλιμο. Το αίτημα ανακοινώνεται διά του λόγου. Της επικοινωνίας. Της γλώσσας. Συχνά με την φωνή. Τον θυμό. Τη διαμαρτυρία. Την απαίτηση. Κάποτε με την παράκληση. Την ευγένεια. Ενίοτε και με την σιωπή.

       Υπάρχουν αιτήματα που μπορούν να εκπληρωθούν διά του προσωπικού κόπου. Δια της στόχευσης και της εργασίας. Αιτήματα που έχουν να κάνουν με τη ζωή μας στον νυν καιρό. Αιτήματα που οδηγούν στην ετοιμασία της ύπαρξης για αιωνιότητα. Που πηγάζουν από τη δίψα για ουρανό και μας χορταίνουν ύδωρ αλλόμενον. Η εκπλήρωση των αιτημάτων αυτών είναι συνήθως πιο κοπιαστική, διότι συναντούμε τους ποικίλους πειρασμούς. Τις δοκιμασίες στη ζωή μας. Κάποιες από αυτές οφείλονται στον χαρακτήρα και τις αδυναμίες μας. Κάποιες στο πνεύμα του πονηρού, το οποίο αποσκοπεί στο να μας βγάλει από την οδό της αληθείας, την οδό της αιωνιότητας. Άλλοτε τα αιτήματά μας απαιτούν την παρέμβαση άλλων για να εκπληρωθούν. Μεσολαβούν κάποιοι που έχουν τα κλειδιά να μας δώσουν ή να μας δοθούν. Άλλοτε με ανταλλάγματα, άλλοτε με ανιδιοτέλεια ή επειδή πιστεύουν και σε μας και στο αίτημά μας.

       Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από έναν πολιτισμό που μεταφέρει την αξία των αιτημάτων στο υλικό επίπεδο. Στην καλλιέργεια και στην εκπλήρωση αιτημάτων που αποκαλύπτουν φιλαυτία, φιληδονία, φιλαργυρία. Ιδίως τα αργύρια έχουν καταφάει τις ψυχές μας. Αρχή και τέλος της ζωής μας, της σκέψης μας έχουν γίνει αυτά. Και όσα μας λείπουν, τόσο τα ποθούμε. Τόσο αγωνιούμε. Κατακρίνουμε. Απογοητευόμαστε. Αλλά και άλλα αιτήματα που έχουν να κάνουν με την επιβίωση, την ευχαρίστηση, την αναγνώρισή μας προβάλλονται ως σημαντικά. Πυρήνας τους το «εγώ». Δύσκολα το «εμείς».

       Υπάρχουν και αιτήματα η εκπλήρωση των οποίων εξαρτάται από τον Θεό. Είναι αυτά που έχουν να κάνουν με την υγεία, τη ζωή και τον θάνατο. Είναι εκείνα που έχουν να κάνουν με τον τρόπο της ευτυχίας. Με την πνευματική πρόοδο. Με την εύρεση της οδού που θα μας βγάλει από την απώλεια τού να μην έχουμε νόημα ζωής και να είμαστε παραδομένοι στα πάθη μας. Αυτά τα αιτήματα δεν είναι προτεραιότητά μας. Συνήθως τα υποβάλλουμε στον Θεό όταν οι περιστάσεις φθάνουν στο απροχώρητο. Κάποτε με απαίτηση και θράσος. Κάποτε με την αίσθηση ότι ματαιοπονούμε και ότι ο Θεός δε θα μας ακούσει.

       Ένα τέτοιο αίτημα υποβάλλει στον Χριστό μία γυναίκα από τη γη Χαναάν. Ειδωλολάτρισσα. Μία φωνή μέσα της τής λέει ότι μόνο ο Θεάνθρωπος θα μπορούσε να την λυτρώσει δια της ιάσεως από την αγωνία της για την κόρη της η οποία δαιμονιζόταν, βρισκόταν δηλαδή υπό κατοχή, δεν έλεγχε τον εαυτό της εξαιτίας της ύπαρξης ενός πειρασμού που την ταλαιπωρούσε και δεν την άφηνε ελεύθερη να προχωρήσει στη ζωή της. Και σπεύδει να ζητήσει το έλεος του Υιού Δαβίδ. Ο Χριστός όμως δεν της απαντά. Τότε αυτή πιο πολύ φώναζε. Και τότε οι μαθητές του Κυρίου Τον παρακαλούν: «απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών» (Ματθ. 15,23). «Διώξε την, γιατί μας ακολουθεί και φωνάζει». Το αίτημά της η γυναίκα το εκφράζει με δυνατή κραυγή. Επιμονή. Γίνεται το επίκεντρο της προσοχής. Και επιμένει. Δεν πτοείται από την φαινομενική άρνηση του Χριστού να την προσέξει. Η αγάπη για την κόρη της είναι πιο δυνατή από την ταπείνωση που υφίσταται. Η πίστη της στον Κύριο δεν πτοείται από την αργοπορία Του να ανταποκριθεί στο αίτημά της. και η αποστροφή των μαθητών προς το πρόσωπό της δε την κάνει να απογοητευτεί. ο Χριστός θα δοκιμάσει λίγο ακόμη την πίστη της και θα δει ότι είναι μεγάλη. Θα εκπληρώσει το αίτημά της. Και θα την αφήσει ως παράδειγμα για το τι είδους αιτήματα χρειάζεται να πρυτανεύουν στη ζωή μας και πώς καλούμαστε να ζητούμε την εκπλήρωσή τους.

        Το αίτημα της Χαναναίας ήταν αίτημα ελευθερίας και αγάπης. Δεν ήταν αίτημα ατομοκεντρικό. Δε ζητούσε κάτι για την ίδια, αλλά για την κόρη της. Η αγάπη προς το παιδί της ήταν τέτοιας ποιότητας που το ήθελε ελεύθερο από το κακό. Ήταν ακόμη αίτημα εμπιστοσύνης στον Θεό και την αγάπη Του. Ήταν αίτημα που εκφράστηκε με πίστη, επιμονή, ταπείνωση και υπομονή, όχι με απαίτηση και θράσος, αλλά με σταθερότητα ελπίδας. Και η ίαση της δόθηκε από της ώρας εκείνης.

       Ο Θεός δεν μας λησμονεί, όταν τα αιτήματά μας είναι τέτοιου είδους. Μπορεί κάποτε να αργεί και να μας δοκιμάζει. Μας δίνει όμως ό,τι είναι αληθινά ωφέλιμο. Ό,τι μας ελευθερώνει. Ό,τι μας κάνει να αγαπούμε περισσότερο τόσο τον Ίδιο όσο και τους ανθρώπους. Να βγαίνουμε από το εγώ μας. Αρκεί να είναι αίτημα που εκφράζεται με την πίστη, την εμπιστοσύνη σ’ Εκείνον, ακόμη κι αν οι άλλοι, ο περίγυρος φωνάζει το «απόλυσον». Αιτήματα σωτηρίας. Αιτήματα αιωνιότητας. Αιτήματα που τελικά δίνουν νόημα στη ζωή μας. Αυτό που έχει να κάνει με την σχέση με τον Ίδιο. Τον εν σαρκί επιδημήσαντα και λυτρώσαντα ημάς. Διότι αυτό είναι το σπουδαιότερο αίτημα. Της λύτρωσης από κάθε δύναμη του κακού που μας υποδουλώνει και μας αφήνει προσκολλημένους στο νυν.

Κέρκυρα, 29 Ιανουαρίου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ποιοί είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας;

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιανουαρίου, 2017

αν είσαι και παπάς

Ποιούς ονομάζουμε Πατέρες της Εκκλησίας; Είναι αλάθητοι οι πατέρες της Εκκλησίας; Ποιό είναι το πατερικό έργο; Και ποιοί είναι οι ερημίτες Πατέρες;

Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας ή, εν συντομία, απλώς Πατέρες της Εκκλησίας, ονομάζουμε τους χριστιανούς ιερείς όλων των βαθμίδων.

Πατέρες της Εκκλησίας βέβαια, ονομάζουμε και μερικούς που δεν ήταν ιερείς, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν ως πνευματικοί διδάσκαλοι και αναδείχθηκαν ως συγγραφείς διατυπώνοντας, οριοθετώντας και υπερασπιζόμενοι το χριστιανικό δόγμα2.

Κατά το δυτικό σχολαστικισμό, δηλαδή τη φιλοσοφική θεολογία που αναπτύχθηκε στη δυτική Ευρώπη μετά το Σχίσμα του 1054 και έφτασε στην ακμή της κατά το μεσαίωνα, η πατερική εποχή σταματά στον 6ο αιώνα μ.Χ. για τη δυτική Εκκλησία (τελευταίος δυτικός Πατέρας ο άγιος Ισίδωρος Σεβίλλης) και στον 8ο αιώνα για την ανατολική (τελευταίος ανατολικός Πατέρας ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός). Η νεώτερη ιστορική και φιλολογική έρευνα, που αναπτύχθηκε στη δύση και υιοθέτησε τα κριτήρια του σχολαστικισμού, υιοθέτησε και αυτή την ιδέα και διαχωρίζει την «πατερική γραμματεία» (τα έργα των Πατέρων μέχρι τον 8ο αιώνα) από τη «βυζαντινή γραμματεία», δηλαδή τα έργα των Βυζαντινών συγγραφέων μετά τον 8ο αιώνα.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία όμως θεωρεί ότι η θεολογία της είναι πάντα πατερική και μόνο στο βαθμό που συνεχίζει να είναι πατερική μπορεί να είναι επίσης έγκυρη και αληθής. Έτσι, διακρίνει φορείς του πατερικού της πνεύματος σε όλους τους χριστιανικούς αιώνες, από το 2ο (πρώτη μετά τους αποστόλους γενιά, άγιοι Κλήμης Ρώμης, Πολύκαρπος Σμύρνης, Ιγνάτιος Αντιοχείας ο Θεοφόρος κ.ά.) μέχρι τους υστεροβυζαντινούς χρόνους (π.χ. άγιοι Γρηγόριος Παλαμάς, 14ος αι., Μάρκος Ευγενικός, 15ος αι.) αλλά και μετά το Βυζάντιο (άγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης, 18ος-19ος αι., οι Ρώσοι άγιοι του 19ου αι. Ιγνάτιος Μπραντσιανίνωφ και Θεοφάνης ο Έγκλειστος, Ιννοκέντιος Βενιαμίνωφ κ.ά.), ενώ και σήμερα διαφαίνονται έντονα αρκετοί αυθεντικοί φορείς του πατερικού πνεύματος της εκκλησιαστικής θεολογίας, κάποιοι από τους οποίους έχουν αναγνωριστεί επίσημα ως άγιοι [π.χ. οι άγιοι Νεκτάριος Πενταπόλεως, Λουκάς ο Ιατρός, Ιωάννης της Σαγκάης (Μαξίμοβιτς), Νικόλαος Αχρίδος (Βελιμίροβιτς) κ.ά.], ενώ άλλοι, αν και δεν έχουν αναγνωριστεί «επίσημα», με εκκλησιαστική «απόφαση» οποιουδήποτε είδους, αναγνωρίζονται στην πράξη ως τέτοιοι, όπως π.χ. οι άγιοι διδάσκαλοι Ιουστίνος Πόποβιτς, Σωφρόνιος Σαχάρωφ, Φιλόθεος Ζερβάκος κ.ά.

Για την Εκκλησία, βέβαια, η διαφορά αυτή έγκειται όχι στην επίκληση «αγιοπνευματικού φωτισμού», δηλαδή «θρησκευτικής αυθεντίας», αλλά στην πραγματική ύπαρξη του υπερβατικού αυτού στοιχείου, αλλιώς (αν έχουμε και στις δυο περιπτώσεις οντολογικά και σωτηριολογικά συστήματα κατασκευασμένα με ανθρώπινες διανοητικές διεργασίες, που απλώς επικαλούνται, για λόγους κύρους, κάποια επαφή με το θεϊκό Επέκεινα) αντικειμενική διαφορά μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας ουσιαστικά δεν υπάρχει3.
Πατέρες και φιλοσοφία

Το πατερικό έργο δεν εξαντλείται στην οριοθέτηση του χριστιανικού δόγματος, αλλά και αναπτύσσεται σε πλήθος ζητημάτων, που αφορούν στη διερεύνηση της ανθρώπινης φύσης, ιδίως της ψυχής, και τη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του, το συνάνθρωπο, τον κόσμο και το Θεό, δηλαδή στη θεραπεία των συνεπειών του προπατορικού αμαρτήματος για κάθε άνθρωπο, για την ανθρωπότητα και για όλη την κτίση. Επίσης το πατερικό έργο βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με τη φιλοσοφία και την επιστήμη της εποχής του (κάθε φορά). Κατά τούτο έχει νόημα η εξέταση των πατερικών συγγραμμάτων και από φιλοσοφικής απόψεως, καθώς αποτελούν ένα από τα πιο γόνιμα κεφάλαια της παγκόσμιας διανόησης. Δυστυχώς η επιστήμη της ιστορίας της φιλοσοφίας αγνοεί τη συμβολή τους, αν και σήμερα, μετά τις προσπάθειες Ελλήνων ερευνητών (όπως ο Κ. Δ. Γεωργούλης, ο Βασίλειος Τατάκης, ο επίσκοπος Περγάμου π. Ιωάννης Ζηζιούλας, ο Χρήστος Γιανναράς, ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος κ.ά.), η συμβολή τους αρχίζει να βγαίνει στο φως.

«Ένας ορθόδοξος νους στέκεται στο σημείο όπου συναντιούνται όλοι οι δρόμοι. Κοιτά προσεκτικά κάθε δρόμο και, από τη μοναδική του πλεονεκτική θέση, παρατηρεί τις συνθήκες, τους κινδύνους, τις χρήσεις και τον τελικό προορισμό κάθε δρόμου. Εξετάζει κάθε δρόμο από την πατερική σκοπιά, καθώς οι προσωπικές του πεποιθήσεις έρχονται σε πραγματική, όχι υποθετική, επαφή με την περιβάλλουσα κουλτούρα» (Ιβάν Κιρεγιέφσκι, ορθόδοξος Ρώσος συγγραφέας, παράθεμα από το βιβλίο «Η ορθοδοξία και η θρησκεία του μέλλοντος» του π. Σεραφείμ Ρόουζ).

Οι Πατέρες της αρχαίας Εκκλησίας έχουν στο οπλοστάσιό τους ολόκληρη την ελληνική φιλοσοφία, άλλωστε είναι οι ίδιοι και φιλόσοφοι. Μόνο που εκείνοι δεν ενδιαφέρεται να «ερμηνεύσουν τον κόσμο» ή να περιγράψουν τους φυσικούς νόμους και τη λειτουργία τους –φευ για τη σύγχρονη υλιστική μας επιστήμη– αλλά για τη θέωση, που τη θεωρούν απαραίτητη προϋπόθεση για την πλήρη γνώση του κόσμου, δηλαδή σχέση με τον κόσμο.

Σημειωτέον ότι η Εξαήμερος του αγίου Βασιλείου του Μεγάλου π.χ. και το Περί κατασκευής του ανθρώπουτου αγίου Γρηγορίου Νύσσης, που συνεχίζει την Εξαήμερον, συνοψίζουν επίσης την επιστημονική γνώση της εποχής. Ιδίως ο άγ. Γρηγόριος επιστρατεύει φυσιολογία, ιατρική, ψυχολογία, κάνει λόγο περί ονείρων κ.τ.λ. Και ερμηνεύουν ορθολογικότατα, απορρίπτοντας την αστρολογία και τις λοιπές ανορθόλογες μορφές θρησκευτικότητας.

Οι Πατέρες είναι αλάθητοι;

Εδώ πρέπει να πούμε ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας, αν και άγιοι, δεν θεωρούνται αλάθητοι. Όμως εφαρμόζεται σ’ αυτούς ο λόγος του Κυρίου «ευλογημένοι οι καθαροί στην καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν το Θεό» (Ματθ. 5, 8), γίνονται «διδακτοί Θεού» (Ιω. 6, 45), γι’ αυτό η γνώμη τους είναι πιο έγκυρη από ενός οποιουδήποτε «επιστήμονα» θεολόγου (τη δική μου π.χ.), που δεν είναι καθαρός στην καρδιά. Τέτοιος έγκυρος ερμηνευτής –άγιος– μπορεί να είναι κι ένας ταπεινός και αγράμματος άνθρωπος (άντρας ή γυναίκα, ή και παιδί), αν η καρδιά του είναι αρκετά καθαρή. Το «μέγα μυστήριο της ευσεβείας» (Α΄ Τιμ. 3, 16) κατανοείται με την κάθαρση της καρδιάς, όχι με τη λογική (καρδιά δεν είναι ο χώρος των συναισθημάτων, αλλά ο τόπος όπου εγκαθίσταται το Άγιο Πνεύμα, αν είναι καθαρή, ή το κακό πνεύμα –μη γένοιτο– αν είναι γεμάτη πάθη, βλ. προς Γαλάτας 4, 6, Λουκ. 22, 3).

Μερικοί Πατέρες, μέσα στο σύνολο των σπουδαίων συγγραμμάτων τους, υποστήριξαν και κάποιες διδασκαλίες που, κατά την ορθόδοξη θεολογία, είναι λάθος. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο άγιος Αυγουστίνος, όμως υπάρχουν και άλλα παραδείγματα, όπως οι Σύριοι άγιοι Πατέρες Αφραάτης και Ισαάκ, που υποστήριξαν ότι η κόλαση θα είναι προσωρινή (επειδή την εξέλαβαν ως τιμωρία από το Θεό και γνώριζαν ότι ο Θεός της αγάπης δε μπορεί να τιμωρεί κάποιους αιώνια) κ.ά. Έτσι οι άγιοι Πατέρες καλό είναι να διαβάζονται στα πλαίσια της συνολικής διδασκαλίας της Εκκλησίας και να μην απολυτοποιούνται οι απόψεις ενός ή δύο απ’ αυτούς. Κάτι το δεχόμαστε ως σωστό, όταν υποστηρίζεται από το σύνολο των αγίων της Εκκλησίας, έστω κι αν ένας δυο Πατέρες συμβεί να έχουν άλλη άποψη [ανάλυση του προβλήματος αυτού βλ. και στο βιβλίο του π. Σεραφείμ Ρόουζ (ενός, ας τολμήσω να πω, Αμερικανού σύγχρονου Πατέρα της Εκκλησίας) Η ψυχή μετά το θάνατο – Οι μεταθανάτιες εμπειρίες στο φως της Ορθόδοξης διδασκαλίας, εκδ. Μυριόβιβλος].
Μερικοί Πατέρες

Μπορούμε να αναφέρουμε πρόχειρα και από μνήμης μερικούς από τους εκατοντάδες Πατέρες της Εκκλησίας:

Αποστολικοί Πατέρες 1ου αι. (Κλήμης Ρώμης, Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, Πολύκαρπος Σμύρνης),

Απολογητές (2ος αι.): άγιος Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυς, Αθηναγόρας ο Αθηναίος φιλόσοφος, Κοδράτος επίσκοπος Αθηνών, Θεόφιλος Αντιοχείας κ.ά.

Επόμενοι Πατέρες: 2ος αι. Ειρηναίος της Λυών, 3ος αι. Διονύσιος Ρώμης, Διονύσιος Αλεξανδρείας, Κυπριανός Καρχηδόνας κ.ά., 4ος αι. Μ. Αθανάσιος, Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Γρηγόριος Νύσσης, Αμβρόσιος Μιλάνου, Μαρτίνος της Τουρ, 4ος-5ος αι. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, κ.π.ά., 5ος αι. Ιερός Αυγουστίνος, Κύριλλος Αλεξανδρείας, 6ος αι. «Διονύσιος Αρεοπαγίτης», Λεόντιος ο Βυζάντιος, 7ος αι. Μάξιμος Ομολογητής, Ισαάκ ο Σύρος (συριακά), 8ος αι. Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Βονιφάτιος της Γερμανίας, 9ος αι. Θεόδωρος ο Στουδίτης, Μ. Φώτιος … 15ος αι. Γρηγόριος Παλαμάς, 16ος αι. Μάρκος Ευγενικός κ.ά.
Ιδιαίτερες ομάδες Πατέρων

Μια ιδιαίτερη ομάδα Πατέρων της Εκκλησίας είναι εκείνοι που δεν άφησαν συγγράμματα, αλλά συνέβαλαν στη διατύπωση της ορθόδοξης θεολογίας με τη συμμετοχή τους σε τοπικές και, κυρίως, οικουμενικές συνόδους, όπως οι μεγάλοι άγιοι της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου Σπυρίδων και Νικόλαος. Γενικά οι Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων τιμώνται συλλήβδην ως άγιοι, αφού όχι με βάση πολιτικά συμφέροντα και αυτοκρατορικές οδηγίες, αλλά με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος (που δέχτηκαν στην καθαρή καρδιά τους) διατύπωσαν τους όρους και τις διδασκαλίες των Συνόδων.

Υπάρχουν επίσης οι Νηπτικοί Πατέρες (δηλαδή δάσκαλοι της νήψης, της ορθόδοξης «ασκητικής επιστήμης» –αν και όλοι οι Πατέρες είναι και νηπτικοί): Μακάριος ο Αιγύπτιος (4ος αι.), Κασσιανός ο Ρωμαίος, Βενέδικτος της Νουρσίας, Διάδοχος της Φωτικής, Ιωάννης ο Σιναΐτης (Κλίμαξ, 6ος αι.), Συμεών Νέος Θεολόγος (10ος-11ος αι.), Γρηγόριος ο Σιναΐτης, Νικήτας Στηθάτος (11ος αι.), Νικόλαος Καβάσιλας, Νικηφόρος ο Μονάζων κ.λ.π. (βλ. τη μνημειώδη συλλογή Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών, που συνέταξαν κατά την Τουρκοκρατία οι άγιοι Πατέρες Μακάριος Νοταράς και Νικόδημος ο Αγιορείτης και μετέφρασε στα ρώσικα ο Ρώσος Πατέρας άγιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ).

Μια άλλη ιδιαίτερη ομάδα Πατέρων της Εκκλησίας είναι οι Υμνογράφοι Πατέρες: π.χ. οι άγιοι Ρωμανός ο Μελωδός (Χαιρετισμοί της Παναγίας κ.ά., κυρίως κοντάκια), Εφραίμ ο Σύρος (στα συριακά), Ανδρέας Κρήτης («Μέγας Κανών» κ.ά.), Ιω. Δαμασκηνός (κανόνας της νύχτας του Πάσχα κ.ά.), Κοσμάς ο Μελωδός (κανόνας των Χριστουγέννων κ.ά.), Ιωσήφ Υμνογράφος (αμέτρητοι κανόνες), Θεοφάνης και Θεόδωρος οι Γραπτοί (λέγονται έτσι γιατί τους σημάδεψαν το μέτωπο με πυρωμένο σίδερο κατά την Εικονομαχία), Θεόδωρος Στουδίτης, Κασσιανή η Υμνογράφος («Τροπάριο της Κασιανής» [δηλ. δοξαστικό Μ. Τρίτης], μέρος κανόνα Μ. Παρασκευής κ.ά.) κ.π.ά. Σύγχρονος υμνογράφος Πατέρας ήταν ο Αγιορείτης όσιος γέροντας Γεράσιμος από τη Μικρά Αγία Άννα (=Μικραγιαννανίτης).

Υπάρχουν επίσης οι Πατέρες της Ερήμου, που είναι ερημίτες και μοναχοί. Κάποιους τους έχουμε ήδη αναφέρει. Ας δούμε και μερικούς ακόμη. Ας σημειωθεί ότι οι περισσότεροι ήταν απλοί μοναχοί, χωρίς κανένα εκκλησιαστικό «αξίωμα», ούτε καν ιερείς. Επίσης πολλοί δεν άφησαν γραπτά κείμενα, αλλά η προφορική διδασκαλία τους –καθώς και ο βίος τους, που ήταν ίσως πιο σημαντικός κι από τα λόγια τους– καταγράφτηκε από άλλους Πατέρες σε συλλογικά έργα όπως το Λαυσαϊκόν του αγίου Παλλαδίου Ελενουπόλεως, το Λειμωνάριον του αγίου Ιωάννου Μόσχου, τα Αποφθέγματα Πατέρων κ.λ.π.

Αρχαίοι: Αντώνιος ο μέγας («καθηγητής της ερήμου»), Παχώμιος ο μέγας, Σισώης ο μέγας, Ποιμήν ο μέγας, Αρσένιος ο μέγας, Παμφούτιος, Νείλος, Δανιήλ της Σκήτης, Πιτηρούμ, Ζωσιμάς, Ιωάννης ο Πέρσης, Αμμώνιος, Ιωάννης ο Κολοβός, Θεόδωρος της Φέρμης, Αβραάμ ο Ίβηρας, Μωυσής ο Αιθίοπας «ο από ληστών» (πρώην ληστής), Σαρματάς, Παμβώ, Βιαρέ, Ονούφριος ο Αιγύπτιος, Πίωρ, Απφύ, Μάρκος ο Αθηναίος, Θεοδόσιος Κοινοβιάρχης κ.π.ά.

Νεότεροι: Ρώσοι: Σέργιος του Ραντονέζ, Σεραφείμ του Σάρωφ («βρες την ειρήνη και χιλιάδες άνθρωποι θα ειρηνεύσουν μαζί σου»), Αγαπητός ο Ιαματικός, Αλέξανδρος του Σβιρ, Κύριλλος της Λευκής Λίμνης, Νικόδημος της Λίμνης Κόζα, Ιωάννης ο Πολύαθλος, Ιώβ του Ποτσάεφ, Νείλος Σόρσκυ, οι Γέροντες της Όπτινα (Ανατόλιος, Ιωσήφ, Αμβρόσιος, Μωυσής, Βαρσανούφιος, Νεκτάριος κ.ά.), Σεραφείμ της Βίριτσα κ.π.ά. (βλ. γι’ αυτούς έργα όπως το Πατερικόν των Σπηλαίων του Κιέβου, η Θηβαΐδα του Βορρά κ.ά.), Άγιο Όρος: Σιλουανός και παπά Τύχων (Ρώσοι), Παΐσιος, Άνθιμος Αγιαννίτης, Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης, Ιωσήφ Ησυχαστής ή Σπηλαιώτης, Εφραίμ Κατουνακιώτης κ.ά., Δράμα: Γεώργιος Καρσλίδης, Κρήτη: Ευμένιος και Παρθένιος Κουδουμά (Ηράκλειο), Ιωακειμάκι Κουδουμά (από Ρούπες Μυλοποτάμου), Γεννάδιος Ρεθύμνης, Ευμένιος Ρουστίκων κ.π.ά., Ρουμανία: Κλεόπας Ελίε, Αρσένιος Μπόκας, Παΐσιος Ολάρου, Ιωάννης του Χοζεβά, Ενώχ ο Απλός (Άγιο Όρος) κ.λ.π.

http://www.dogma.gr/diafora/ti-einai-oi-pateres-tis-ekklisias/33843/

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα δύο είδη της θεοπνευστίας είναι ο φωτισμός και η θέωση ~ π. Ι. Ρωμανίδης

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιανουαρίου, 2017

Η θεόπνευστη θεολογία των Πατέρων

Τα δύο είδη της θεοπνευστίας είναι ο φωτισμός και η θέωση

π. Ι. Ρωμανίδης ~ Εμπειρική Δογματική
Τα συγγράμματα των Πατέρων είναι θεόπνευστα, επειδή γράφηκαν από θεοπνεύστους άνδρες. Η θεοπνευστία στην περίπτωση αυτή δεν είναι κατά γράμμα, αλλά οι Άγιοι είχαν φθάσει στον φωτισμό και την θέωση και, όταν ομιλούσαν για δογματικά ζητήματα, ομιλούσαν εκ πείρας και αυτό λέγεται θεοπνευστία. Τα δύο είδη της θεοπνευστίας είναι ο φωτισμός και η θέωση.
Θεωρούνται και τα συγγράμματα των Πατέρων ως θεόπνευστα, όχι μόνον τα συγγράμματα της Αγίας Γραφής. Λέγοντας όμως θεοπνευστία, εδώ πρέπει να ξεχωρίσουμε πρώτα – πρώτα σε ποια θέματα μπορεί να είναι κανείς θεόπνευστος, μέχρι πού φθάνει η θεοπνευστία.
Πρώτα-πρώτα, όπως θα ξεύρετε και από τα άλλα μαθήματα, ουδέποτε η Ορθόδοξη παράδοση δέχθηκε κατά γράμμα θεοπνευστία. Δεν υπάρχει στους Πατέρες κατά γράμμα θεοπνευστία, ούτε και στους Ορθοδόξους θεολόγους οποιασδήποτε παραδόσεως. Ποτέ στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υποστηρίχθηκε η κατά γράμμα θεοπνευστία, όπως έγινε στην δυτική παράδοση. Αυτή η διδασκαλία περί κατά γράμμα θεοπνευστίας δεν υπάρχει στους Πατέρες ούτε στους μοντέρνους Ορθοδόξους θεολόγους.
Υπάρχει όμως στην Δύση, κυρίως κατά τον Μεσαίωνα. Λοιπόν, εδώ πρέπει να γίνει σαφής διάκριση του θέματος…
Τώρα, στην Ορθόδοξη παράδοση κατ’ αρχήν, τα πρώτα στάδια της θεοπνευστίας είναι το στάδιο του φωτισμού και το τελικό είναι η θέωση. Οπότε, διερωτάται κανείς, ο συγγραφέας, που γράφει ένα κομμάτι της Αγίας Γραφής, γιατί θεωρείται θεόπνευστος;
Επειδή ζούσε αυτός σε κατάσταση φωτισμού και από καιρό σε καιρό έφθανε στην θέωση και έγραφε από περίσσεια ως έγραφε και, επομένως, με ακρίβεια για τον Θεό; Ή όταν έγραφε εκείνη την στιγμή, όταν σήκωνε το στυλό του ερχόταν το Πνεύμα το Άγιον σαν ένας πετεινός, περιστερά, ένα πουλάκι και καθόταν εδώ και του υπαγόρευε τι να γράφει;
Για τους Πατέρες της Εκκλησίας θεόπνευστος είναι εκείνος ο οποίος ευρισκόμενος σε κατάσταση φωτισμού ή Θεώσεως, αφού έχει την εμπειρία αυτή, γράφει και γράφει θεοπνεύστως.
Αλλά δεν γράφει στα θέματα που δεν έχουν σχέση με την θεοπνευστία. Με ποια θέματα έχει σχέση η θεοπνευστία; Με όλα τα θέματα περί Θεού, με τις αποκαλύψεις του Θεού στον άνθρωπο, το θέλημα του Θεού για τον άνθρωπο, την ενσάρκωση, την φανέρωση της Ακτίστου δόξης του Θεού μέσω της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού, την ίδρυση της Εκκλησίας κατά την Πεντηκοστή, την πεντηκοστιανή εμπειρία της Θεώσεως και την συνεχιζόμενη αυτή εμπειρία της Θεώσεως και του φωτισμού μέσα στην ζωή της Εκκλησίας. Επάνω σε αυτά τα θέματα υπάρχει θεοπνευστία και το απλανές.
Σε αυτήν την κατάσταση η θεοπνευστία είναι μια συνεχής κατάσταση, ως νοερή προσευχή και ως θέα του Θεού.
Στην πατερική παράδοση θεοπνευστία είναι η μόνη απλανής αίσθηση που μπορεί να υπάρχει στον άνθρωπο και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, διαμορφώνει τον χαρακτήρα του, εξυψώνει την αγάπη του ανθρώπου και τελειοποιεί την κάθαρση και την μεταβάλλει βαθμηδόν και σε θέωση. Μόνο αυτό, κατά τους Πατέρες, λέγεται θεοπνευστία.
Αυτή η θεοπνευστία είναι συνεχής κατάσταση.
Οπότε, είναι βλακεία να νομίζει κανείς ότι κάποιος είναι θεόπνευστος επειδή έκατσε να γράψει μία επιστολή στη ρώμη δηλαδή, όπως έκανε ο Απόστολος Παύλος. 

Και εκεί που έγραφε ήρθε κατά τρόπο θαυμαστό το Πνεύμα το Άγιο και καθοδηγούσε την πέννα του εκείνη την στιγμή, για να γράψει μία επιστολή, δηλαδή. Όχι, δεν είναι έτσι.
Θεοπνευστία σημαίνει ότι ο άνθρωπος ο οποίος γράφει είναι στην κατάσταση της αδιάλειπτου προσευχής και μπαινοβγαίνει στην κατάσταση της Θεώσεως. Αυτός είναι ο θεόπνευστος και αυτή είναι η θεοπνευστία.
Στους Πατέρες της Εκκλησίας δεν γίνεται λόγος για αλάθητο σε καθημερινά ζητήματα και στην καθοδήγηση, αλλά κυρίως χρησιμοποιείται η λέξη «απλανής». Το «αλάθητο» χρησιμοποιείται για δογματικά ζητήματα· το «απλανές» χρησιμοποιείται για την θεραπεία του ανθρώπου.
Οι Πατέρες δεν λένε «αλάθητον». Στην πατερική γλώσσα λέγεται «απλανές». Γίνεται κανείς «απλανής». «Απλανής» σημαίνει ότι δεν παραπλανάται.
Από τι δεν παραπλανάται; Δεν παραπλανάται από τον διάβολο.
Δηλαδή, έχοντες την αέναη μνήμη Θεού μέσα τους, κάποτε – κάποτε και την εμπειρία της Θεώσεως, έχουν απλανή καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος, το οποίον προσεύχεται αδιαλείπτως μέσα στην καρδιά τους. Και, έχοντες Πνεύμα Άγιον, κατ’ αυτόν τον τρόπο, έχουν την απλανή καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος σε θέματα που αφορούν στην θεραπεία του ανθρώπου.
Οπότε, εξ επόψεως θεραπευτικής, είναι απλανής αυτός ο οδηγός. Δεν είναι όμως αλάθητος, από την άποψη ότι δεν μπορεί να κάνη λάθη, διότι κάνει λάθη.
Μόνο σε θέματα πνευματικής καθοδηγήσεως δεν κάνει λάθη, διότι απλανώς καθοδηγεί τα πνευματικά του τέκνα στον φωτισμό και στην θέωση, δηλαδή στην θεραπεία και στην τελειότητα.
Από Ορθοδόξου απόψεως, όταν μιλάμε για το αλάθητο της Εκκλησίας αναφερόμαστε μόνο στην διδασκαλία περί Αγίας Τριάδος, περί Θεού, περί θείας Χάριτος, περί διαγνώσεως των αρρωστημάτων της ανθρώπινης προσωπικότητος, περί θεραπείας της ανθρώπινης προσωπικότητος, περί τελειότητος της ανθρώπινης προσωπικότητος, περί κολάσεως και παραδείσου, περί ενσαρκώσεως, περί Αγίων, περί Θεοτόκου και ό,τι έχει σχέση με την εμπειρία της Θεώσεως. Στα άλλα θέματα δεν υπάρχει αλάθητο και δεν μπορεί να υπάρχει αλάθητο, διότι εκεί πλέον ευρισκόμαστε στην σφαίρα των θετικών επιστημών».
Τα προηγούμενα δείχνουν ποια είναι η μεθοδολογία των Πατέρων και πώς ερμήνευαν την Αγία Γραφή και τελικά πώς θεολογούσαν.
Όλα ξεκινούσαν από την εμπειρία του Αγίου Πνεύματος που βίωναν.
Δηλαδή, όπως προαναφέρθηκε, η μεθοδολογία των Πατέρων δεν ήταν φιλοσοφική, δεν στηριζόταν στην λογική και τον στοχασμό. Η φιλοσοφική μεθοδολογία, η οποία στηρίζεται στην λογική, την πιθανολογία και την φαντασία, είναι μέθοδος των αιρετικών, που χρησιμοποιούσαν και την αρχαία Ελληνική φιλοσοφία και την μεθοδολογία της.
Φαίνεται καθαρά ότι οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας δεν φιλοσοφούσαν, δεν χρησιμοποιούσαν τις απόψεις των φιλοσόφων, αλλά ούτε και την μεθοδολογία τους. Αυτό σημαίνει ότι οι Πατέρες δεν δέχονταν την μεταφυσική. Οι Πατέρες ήταν ό,τι οι Προφήτες και οι Απόστολοι.
Τι είναι Πατήρ της Εκκλησίας, τι είναι Πατέρες της Εκκλησίας, τι είναι Προφήτης, τι είναι Απόστολος, τι είναι άγιος; Τώρα, στην πατερική παράδοση όλοι οι Άγιοι είναι Πατέρες, όλοι οι Άγιοι είναι νηπτικοί, όλοι οι Άγιοι έχουν φθάσει σε ορισμένες καταστάσεις κλπ.
Στην σημερινή θεολογία, όμως, έχουν γίνει άλλες διαρρυθμίσεις επάνω στο θέμα. Λένε: α, οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, δηλαδή είναι οι φιλοσοφούντες Πατέρες. Μέγας Αθανάσιος.
Καλά, ο Μέγας Αθανάσιος ο καημένος δεν ήξερε γρι από φιλοσοφία· ήξερε Αγία Γραφή και ήξερε εμπειρική θεολογία, αλλά από φιλοσοφία μηδέν.
Δεν ασχολείται με το θέμα ο Μέγας Αθανάσιος. Απλώς, οσάκις αναφέρεται σε φιλοσόφους, τους κοροϊδεύει τους φιλοσόφους.
Οι Πατέρες δεν ήταν φιλόσοφοι. Μερικοί από αυτούς σπούδασαν και γνώριζαν τις αρχές της ελληνικής φιλοσοφίας, αλλά δεν τις είχαν αποδεχθεί και δεν θεολογούσαν φιλοσοφώντας.
Οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας δεν είναι Έλληνες φιλόσοφοι. Καμιά σχέση δεν έχουν με την Ελληνική φιλοσοφία.
Οι μεγάλοι Καππαδόκες, ο Χρυσόστομος δεν είναι φιλόσοφοι. Είναι άνθρωποι οι οποίοι ασχολούνται με την θεραπεία της ανθρώπινης προσωπικότητος.
Δηλαδή, η κύρια μέριμνά τους ήταν να περάσουν το πνευματικό τους τέκνο από την κάθαρση στον φωτισμό και από τον φωτισμό στην θέωση.
Αυτή ήταν η μέριμνα τους. Και όλη η Ορθόδοξη θεολογία είχε αυτόν ως σκοπό. Δεν είχε κανέναν άλλο σκοπό.
Όταν διάβαση κανείς τα κείμενα των Πατέρων, όσο και να προσπαθήσει, δεν μπορεί να τους μεταβάλει σε φιλοσόφους.
Αν πάρει κανείς τον τόμο του Καίμπριτζ και ψάξει για την Intellectual History of Byzantine Empire και ψάξει για Βυζαντινή φιλοσοφία, θα δη πολύ πενιχρά πράγματα, σχεδόν τίποτα, διότι φιλόσοφοι στο Βυζάντιο είναι σαν να είναι ανύπαρκτοι. Και πρέπει κανείς να μεταβάλει τους Πατέρας της Εκκλησίας σε φιλοσόφους, για να μπορεί να γράψει ιστορία της Βυζαντινής φιλοσοφίας. Αλλά οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν μεταβάλλονται σε φιλοσόφους. Αυτό είναι το πρόβλημα.
Πάρε οποιονδήποτε Πατέρα της Εκκλησίας να τον μεταβάλεις σε φιλόσοφο. Το έχουν προσπαθήσει. Αλλά εκείνος που μπορεί κάπως να περιγραφή ως φιλόσοφος, ας πούμε είναι ο Γρηγόριος Νύσσης, ο οποίος εάν κανείς τον ξέρη αρκετά καλά καταλαβαίνει ότι δεν διαφέρει καθόλου από τον Γρηγόριο τον Θεολόγο. Προσπάθησε να βγάλεις τον Γρηγόριο τον Θεολόγο φιλόσοφο· δεν γίνεται. Τον Αθανάσιο φιλόσοφο· δεν γίνεται. Μερικοί βγάζουν τον Βασίλειο. Ούτε αυτός βγαίνει φιλόσοφος και ούτε βγαίνει όπως το θέλουν μερικοί».
Μάλιστα, οι Πατέρες έκαναν στα έργα τους σαφή διάκριση μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας, αφού γνώριζαν εκ πείρας ότι η θεολογία είναι θεραπευτική επιστήμη και όχι φαντασία και στοχασμός.
Στο λεγόμενο Βυζάντιο ήξεραν πάρα πολύ καλά την πατερική παράδοση, ήταν πολύ ζωντανός ο διανοούμενος κόσμος, πάρα πολύ ζωντανός, ήξεραν πάρα πολύ καλά τους αρχαίους, ήξεραν πάρα πολύ καλά τους φιλοσόφους και ήξεραν επίσης πάρα πολύ καλά να διακρίνουν μεταξύ της φιλοσοφίας, που δεν την δέχονταν πάρα πολλοί άνθρωποι, και της θεολογίας.
Αλλά, επειδή δεν ταύτιζαν την θεολογία με την φιλοσοφία και ήξεραν πάρα πολύ καλά ότι η θεολογία είναι μια θεραπευτική επιστήμη, ήξεραν τι είναι ο σκοπός της θεολογίας, τι είναι φωτισμός, τι είναι θέωση και όλα αυτά. Τα μάθαινε κανείς συζητώντας μόνον, χωρίς να διάβαση τίποτα. Μπορούσε απλώς να συζητάει με καλογήρους με τον έναν και τον άλλον και να έρχεται σε κάποια αντίληψη περί αυτών των πραγμάτων. Οπότε, ήταν διαποτισμένη όλη η ατμόσφαιρα με αυτές τις αντιλήψεις κ.τ.λ.
Δεν υπάρχει ιστορία της βυζαντινής φιλοσοφίας, διότι εγώ υποστηρίζω ότι δεν υπάρχει βυζαντινή φιλοσοφία. Σε μάς υπάρχουν μόνο θετικές επιστήμες, ήταν πολύ πρακτικοί οι πρόγονοί μας, δεν ήσαν φιλοσοφούντες. Και όταν θεολογούσαν, θεολογούσαν εμπειρικά. Όλος ο προσανατολισμός τους ήταν εμπειρικός. Το ότι τους ανεβοκατεβάζουν τους Πατέρας ως Πλατωνικούς κλπ, είναι μυθιστορήματα των θεολόγων μας, των Νεοελλήνων που πάνε να τους βγάλουν φιλοσόφους τους Πατέρες της Εκκλησίας.
Ακόμη και η αποφατική θεολογία δεν έχει καμία σχέση με τον φιλοσοφικό στοχασμό.
Αλλά εκείνο που πρέπει να τονισθεί είναι ότι η αποφατική παράδοση αποδόσεως ονομάτων στον Θεό, από πατερικής απόψεως, δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με φιλοσοφικό στοχασμό ή οποιοδήποτε τρόπο στοχασμού. Καμία σχέση. Είναι καθαρά βασισμένα όλα που λένε οι Πατέρες, ξεκινάνε από την εμπειρία της Θεώσεως, την παρατήρηση δηλαδή, και έχουν σκοπό αυτά πάλι να δημιουργήσουν στον καθένα την ίδια εμπειρία της Θεώσεως. Ξεκινάμε από την θέωση κι επανερχόμαστε πάλι στην θέωση.
Στα πατερικά κείμενα βλέπουμε ότι οι Πατέρες, καίτοι είχαν σπουδάσει την φιλοσοφία, εν τούτοις την απέρριπταν στον χώρο της θεολογίας, ακριβώς επειδή η φιλοσοφία στηρίζεται στον στοχασμό, ενώ η Ορθόδοξη θεολογία στην εμπειρία.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας τοξεύουν βλήματα συνεχώς εναντίον της ελληνικής φιλοσοφίας, για κανέναν άλλο λόγο παρά διότι η βάση της φιλοσοφίας της εποχής εκείνης ήταν ο στοχασμός των φιλοσόφων, δηλαδή δεν υπήρχε τρόπος να ελέγξει κανείς, εάν αυτά που έλεγαν οι φιλόσοφοι ήταν σωστά η όχι.
Γι’ αυτό τον λόγο η ιστορία της φιλοσοφίας έχει μεγάλη αξία, και προπάντων ο στοχασμός των αρχαίων Ελλήνων έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, διότι συνέχεια πρότεινε στους ανθρώπους υποθέσεις. Αλλά όμως, σε πολύ λίγες περιπτώσεις είχε την δυνατότητα μαζί με τις υποθέσεις να προτείνει και τον τρόπο ελέγχου των υποθέσεων αυτών, ώστε να τα περάσουν από τα πειράματα και να προβιβάσουν τις υποθέσεις σε αξιώματα».
Οι Πατέρες της Εκκλησίας όχι μόνον δεν φιλοσοφούσαν, αλλά δεν αποδέχονταν και την μεταφυσική. Όταν ομιλούμε για μεταφυσική, εννοούμε την λεγομένη οντολογία, ότι υπάρχει ένα ευδαίμον Ον που έχει εντός του τις ιδέες, επί τη βάσει των οποίων κτίσθηκε ο κόσμος, είναι ο αμετάβλητος κόσμος, και ότι και αυτή η ψυχή του ανθρώπου ζούσε προηγουμένως στον αγέννητο κόσμο των ιδεών, όπου και επιθυμεί να επανέλθει. Η μεταφυσική δέχεται έναν αμετάβλητο κόσμο και ο άνθρωπος μπορεί να συλλαμβάνει λογικά τον Θεό.
Γι’ αυτόν τον λόγο οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν δέχονται την μεταφυσική. Διότι μεταφυσική είναι η ανθρώπινη σκέψη περί του «αμεταβλήτου». Με νοήματα και ρήματα ο άνθρωπος σκέφτεται και εκφράζει το «αμετάβλητον». Και αυτό είναι το θεμέλιο της μεταφυσικής.
Αλλά στην πατερική θεολογία έχουμε το περίφημο ρητό του Γρηγορίου του Θεολόγου, που είναι η πυξίδα για κάθε Ορθόδοξο θεολόγο, που λέει ότι Θεόν μεν φράσαι αδύνατον, νοήσαι δε αδυνατώτερον.
Οπότε τον Θεό ούτε μπορούμε να τον εκφράσουμε ούτε μπορούμε να τον νοήσουμε.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν δέχονταν την φιλοσοφία ως μέθοδο ερεύνης του Θεού, ούτε και τις φιλοσοφικές αντιλήψεις του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.

Οι άνθρωποι, ακόμη και κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ήξεραν πολύ καλά ότι στα θεολογικά ζητήματα δεν υπάρχει κανένας μεταφυσικός προσανατολισμός.
Είχα θίξει το θέμα της μεταφυσικής και πως οι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως και όλος ο καλογερικός κόσμος, τα χρόνια της Τουρκοκρατίας δεν δεχόντουσαν, ας πούμε, ουδένα φιλοσοφικό προσανατολισμό στα θεολογικά θέματα. Αυτό που οι Δυτικοί ονομάζουν μεταφυσική, οι Πατέρες της Εκκλησίας το απορρίπτουν εκ των προτέρων, το ότι δηλαδή είναι δυνατόν στον ανθρώπινο νου (λογική) να συλλάβει τον Θεό».
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, με επιχειρήματα πάντοτε, κατεδάφιζαν την φιλοσοφία. Αλλά όχι με επιχειρήματα των θετικών επιστημών. Τα δικά τους επιχειρήματα ήταν θεολογικά.
Σήμερα έχουμε επιστημονικά επιχειρήματα. Είτε κατεδαφισθεί η φιλοσοφία από τις θετικές επιστήμες είτε κατεδαφισθεί από την Ορθόδοξη θεολογία, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Κατεδαφίζεται η φιλοσοφία.
«Βλέπουμε τους Πατέρες που αντιτάσσονταν και στον Αριστοτέλη και στον Πλάτωνα και σε όλους τους φιλοσόφους της εποχής τους. Είναι και αυτό ενδεικτικό».
Η διδασκαλία του Πλάτωνος δεν έγινε ποτέ αποδεκτή από την πατερική παράδοση.Διότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ουδέποτε δέχθηκαν την κατά φύση αθανασία της ψυχής. Για τους Πατέρες της Εκκλησίας η ψυχή είναι κατά φύση θνητή και όχι κατά φύση αθάνατη, διότι για τους Πατέρες της Εκκλησίας ο μόνος φύσει αθάνατος είναι ο Θεός.
Αυτό το συναντούμε και στους μοναχούς που ζούσαν μέσα στην πατερική παράδοση και καταλάβαιναν την διδασκαλία των Πατέρων.
«Οι καλόγεροι ούτε ήθελαν τίποτε να ακούσουν περί αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων. Όταν ακούγανε Πλάτωνα και Αριστοτέλη επαναλάμβαναν αυτά που λένε οι Πατέρες για τον Πλάτωνα και Αριστοτέλη».
Έτσι, οι Πατέρες ήταν αντίθετοι με την μεταφυσική, αλλά και την γνωσιολογία στην οποία στηριζόταν η μεταφυσική. Ακόμη, αυτό το βλέπουμε και στον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης και τον Άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη, τους οποίους μερικοί θεωρούν ως φιλοσοφούντες Πατέρες.
Τώρα βέβαια, Πατέρες της Εκκλησίας να υποστηρίζουν την ανάγκη να φιλοσοφήσουν, δεν υπάρχουν. Γενικά, όμως, οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι τελείως εναντίον και της μεταφυσικής και της γνωσιολογίας που βασίζεται στην μεταφυσική. Και αυτό φαίνεται σαφέστατα και στον Γρηγόριο Νύσσης και στον δήθεν πλατωνικό Διονύσιο Αρεοπαγίτη. Αυτός είναι από την αρχή μέχρι το τέλος εναντίον όλων των κατηγορημάτων της πλατωνικής φιλοσοφίας.
Γενικά, «οι Πατέρες απορρίπτουν τον φιλοσοφικό προσανατολισμό στην θεολογία». Η πατερική διδασκαλία συνδέεται με τις θετικές επιστήμες, που έχουν σχέση με την εμπειρία. Περισσότερο σχετίζεται με την ιατρική επιστήμη, επειδή θεραπεύει την νοσούσα προσωπικότητα του ανθρώπου.
«Πολύ περισσότερο συγγενεύει με την πατερική θεολογία η ιατρική επιστήμη, παρά όλες οι φιλοσοφίες του κόσμου. Διότι, ουσιαστικά, η πατερική θεολογία καμία σχέση δεν έχει με την φιλοσοφία».
Από την δημιουργία, όμως, του νεοελληνικού Κράτους διατυπώθηκε η άποψη ότι οι Πατέρες που γνώριζαν την φιλοσοφία ανήγαγαν την απλή πίστη σε φιλοσοφία και, μέσα σε αυτό το κλίμα, εορτάζεται η εορτή των Τριών Ιεραρχών.
Οποιοδήποτε άρθρο, από τον καιρό που ιδρύθηκε το Ελληνικό Κράτος μέχρι σήμερα, αν διαβάσετε, θα δείτε πόσα από αυτά ασχολούνται με τους Πατέρες σαν να ήταν μεγάλοι φιλόσοφοι, οι οποίοι δεν δέχονταν να μείνουν με την απλοϊκή πίστη της μαμάς και της γιαγιάς και του παππού, που δεν πήγαν στο Πανεπιστήμιο, που ήταν πολύ καλοί άνθρωποι, που ομοιάζουν με αυτά που έλεγε ο Αυγουστίνος, ότι ξέρουν την οδό αλλά δεν ξέρουν πού πάνε. Δηλαδή, απλώς ήταν καλοί άνθρωποι.
Κι έρχονται τώρα οι μεγάλοι Πατέρες που είχαν μια φιλοσοφική παιδεία, πάρα πολύ ισχυρή, και παίρνουν την απλοϊκή πίστη της Αγίας Γραφής και την αναγάγουν σε φιλοσοφική, έτσι σνομπίστικη πίστη δηλαδή, ώστε μπορούμε να προσελκύσουμε και τους διανοούμενους στην Εκκλησία. Διότι πρώτα η Εκκλησία προσήλκυσε τους αγράμματους και τώρα πάμε να προσελκύσουμε τους διανοούμενους.
Και υπάρχει πολύ αυτή η τάση και δημιουργήθηκε και εξ αιτίας ενός πατριωτισμού που αναπτύχθηκε στην Ελλάδα γύρω από τους αρχαίους ημών προγόνους, που ήταν μεγάλοι φιλόσοφοι και πρέπει να επανέλθουμε και εμείς σε αυτούς, να γίνουμε και εμείς σαν αυτούς φιλόσοφοι.
Και κατήντησαν οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας να είναι φιλόσοφοι πια. Κατά την εορτή των Τριών Ιεραρχών, πόσες φορές ακούμε για την φιλοσοφική δεινότητα του Γρηγορίου, του Βασιλείου, του Χρυσοστόμου κλπ. Και ένα μεγάλο μέρος είναι όλα συνθήματα.
Έχουμε τον Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο οποίος είναι ο καταπέλτης εναντίον της ελληνικής φιλοσοφίας. Ο Χρυσόστομος βρίζει την Ελληνική φιλοσοφία. Και βρήκαν τον Βασίλειο λιγάκι που λέει μερικά περί της παιδείας των νέων κλπ, ενώ υπάρχουν χωρία ολόκληρα από τον Βασίλειο που και αυτός τοποθετεί κατά τον ίδιο τρόπο την Ελληνική φιλοσοφία. Αυτό είναι το βασικό θέμα».
Αυτή η νοοτροπία περί της πατερικής παραδόσεως οδήγησε στην άποψη ότι η πίστη πρέπει να μεταβάλλεται σε γνώση με την βοήθεια της φιλοσοφίας και αυτό συνδέθηκε και με την εθνική ιδέα.
Πάντως, οι Πατέρες ήταν καθαρά εμπειρικοί, στηρίζονταν στην εμπειρία του Αγίου Πνεύματος που είχαν αποκτήσει ζώντας μέσα στην Εκκλησία, η οποία είναι το αναστημένο και δοξασμένο Σώμα του Χριστού. Έτσι, η εμπειρία τους δεν ήταν ατομική, αλλά προσωπική.
«Οι Πατέρες μόνο εμπειρικά φαινόμενα εδέχοντο. Γι’ αυτό ο φωτισμός είναι καθαρά εμπειρική κατάσταση. Η θέωση εξίσου, καθαρά εμπειρική κατάσταση. Και όλη η θεολογία της Εκκλησίας έχει βάση σε αυτές τις εμπειρικές καταστάσεις. Επομένως, μέσα στα πλαίσια της φιλοσοφίας ουδεμία θέση έχει».
Επομένως, οι Πατέρες δεν φιλοσοφούσαν, αλλά ερμήνευαν την Αγία Γραφή, βάσει της προσωπικής τους πείρας, χωρίς να στοχάζονται πάνω σε αυτήν. Βεβαίως, οι Άγιοι Πατέρες χρησιμοποιούσαν την Αγία Γραφή επειδή ήταν κείμενα θεοπνεύστων ανδρών, αλλά την ερμήνευαν επί τη βάσει της δικής τους προσωπικής πείρας.
«Οι Πατέρες, όταν θεολογούν, δεν θεολογούν μόνο από την Αγία Γραφή, θεολογούν από την ίδια την εμπειρία τους».
Οι Άγιοι Πατέρες επίσης λάμβαναν και όρους που χρησιμοποιούσαν την εποχή εκείνη οι άνθρωποι, αλλά έδιναν άλλο νόημα, σύμφωνα με την αποκάλυψη που είχαν.
«Το ομοούσιος το χρησιμοποίησαν οι αιρετικοί. Πρώτα ο Παύλος ο Σαμοσατεύς χρησιμοποιούσε το ομοούσιος με αιρετικό τρόπο. Η Εκκλησία πήρε έναν αιρετικό όρο του Παύλου Σαμοσατέως κι έγινε το κριτήριον της Ορθοδοξίας. Δεν πήραν οι Πατέρες το νόημα που είχε ο Παύλος ο Σαμοσατεύς με τον όρον αυτόν και το χρησιμοποίησαν, αλλά παίρνουν τον όρον και δίνουν ένα άλλο νόημα στον όρο αυτό και τον χρησιμοποιούν. Αυτό φαίνεται σαφώς στην πατερική παράδοση».
Μέσα στην προοπτική αυτή ερμήνευαν την Αγία Γραφή. Η ερμηνεία που έκαναν δεν ήταν φιλολογική και προσωπική, αλλά εμπειρική, αγιοπνευματική. Είχαν την ίδια ζωή που είχαν οι Προφήτες και οι Απόστολοι, γι’ αυτό καταλάβαιναν τον λόγο τους.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, όταν διαβάζουν την Παλαιά Διαθήκη, την διαβάζουν ωσάν να υπάρχει στην Παλαιά Διαθήκη ήδη η κάθαρση και ο φωτισμός και η αέναη μνήμη Θεού και η νοερά προσευχή κλπ, και έτσι ερμηνεύουν τους ψαλμούς.
Οι ψαλμοί ερμηνεύονται ως ψαλμοί που εκφράζουν την εμπειρία αυτή της καθάρσεως, του φωτισμού και της Θεώσεως. 
Η ερμηνεία των Πατέρων ξεκινά από την δική τους εμπειρία. Το σημαντικό είναι ότι αυτό το διακρίνει κανείς και σήμερα, εφ’ όσον έχει αυτήν την πνευματική εμπειρία και διαβάσει πατερικά κείμενα. Αυτό συμβαίνει, γιατί η Εκκλησία είναι Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική και μέσα σε αυτήν ευρίσκεται το ρεύμα της Ορθοδόξου παραδόσεως.
Είναι γνωστόν ότι η Ορθόδοξη πίστη καθορίσθηκε πρωτίστως στις Τοπικές, αλλά έπειτα και στις Οικουμενικές Συνόδους σε όρους και ιερούς Κανόνες από τους Πατέρες που τις συγκρότησαν για να αντιμετωπισθούν οι αιρετικοί.
Η Οικουμενική Σύνοδος είναι αλάθητη, αλλά αυτό πρέπει να ερμηνευθεί Ορθόδοξα.
«Έχουμε σήμερα την διδασκαλία περί του αλάθητου των Οικουμενικών Συνόδων. Αυτή η διδασκαλία του αλάθητου των Οικουμενικών Συνόδων, όπως περιγράφεται σήμερα, είναι ωσάν να υπάρχει ένας θεσμός Οικουμενικής Συνόδου, που έχει το αλάθητο της Εκκλησίας. Αυτό, τόσα χρόνια που διαβάζω τους Πατέρες της Εκκλησίας, δεν το ευρίσκω πουθενά. Δεν υπάρχει στους Πατέρες μια τέτοια αντίληψη περί Οικουμενικής Συνόδου.
Βέβαια, η Οικουμενική Σύνοδος είναι αλάθητη, αλλά δεν είναι ένας αλάθητος θεσμός, δεν είναι μόνιμος θεσμός. Υπήρχε Εκκλησία επί τριακόσια είκοσι πέντε χρόνια, πριν από την ο Οικουμενική Σύνοδο, και ζούσε χωρίς Οικουμενική Σύνοδο και από την Θ’ Οικουμενική Σύνοδο του 1341 μέχρι σήμερα δεν έχει Οικουμενική Σύνοδο».
Η θεοπνευστία των Οικουμενικών Συνόδων συνδέεται με την παρουσία σε αυτές Πατέρων που ήταν θεόπνευστοι.
Δεν είναι θεόπνευστη η Σύνοδος ως ένας θεσμός, αλλά λόγω της συμμετοχής σε αυτήν θεουμένων.
«Σε τι συνίσταται η θεοπνευστία μιας Οικουμενικής Συνόδου, ή σε τι συνίσταται η θεοπνευστία μιας Τοπικής Συνόδου και τι είναι η θεοπνευστία; Οι Πατέρες μιας Συνόδου είτε Τοπικής είτε Οικουμενικής, όταν συνέρχονται για να καταδικάσουν μια αίρεση, σε τι συνίσταται η αυθεντία αυτής της Συνόδου και η θεοπνευστία; Ο Επίσκοπος, ο οποίος λαμβάνει μέρος σε μια Σύνοδο μαζί με όλους τους άλλους Επισκόπους, είτε τους πάρουμε μεμονωμένα τους Επισκόπους ή ως ομάδα, πότε σε αυτόν αρχίζει και πότε τελειώνει η θεοπνευστία;
Την άποψη ότι οι Πατέρες μιας Συνόδου είναι θεόπνευστοι, επειδή συνήλθαν σε μια Οικουμενική Σύνοδο, και τότε είναι θεόπνευστοι δηλαδή, εγώ τουλάχιστον, δεν την έχω βρει πουθενά. Είτε υπάρχει Τοπική Σύνοδος, είτε Οικουμενική Σύνοδος οι απόψεις είναι οι ίδιες για τους Πατέρες της Εκκλησίας. Η διαφορά είναι το οικουμενικό της μιας και το τοπικό της άλλης, που είναι θέμα αυτό της συγκροτήσεως και όχι των Εκκλησιών.
Εάν είχαμε εκατόν πενήντα Επισκόπους που πριν πάνε στην Σύνοδο δεν ήσαν θεόπνευστοι, αυτοί που δεν ήσαν θεόπνευστοι προ της Συνόδου, θα γίνουν θεόπνευστοι μετά την εναρκτήριο προσευχή της Συνόδου; Και θα παύσουν να είναι θεόπνευστοι μετά την λήξη της Συνόδου; Τι γίνεται εδώ;
Ο Απόστολος Παύλος ήταν θεόπνευστος πριν σηκώσει την πένα του να γράψει την προς Ρωμαίους Επιστολή και έπαυσε να είναι θεόπνευστος, όταν στο τέλος έγραψε το Αμήν; Πότε άρχισε η θεοπνευστία του και πότε τελείωσε; Και το ίδιο με όλα τα βιβλία της Αγίας Γραφής.
Γι’ αυτό την περασμένη φορά, εγώ τουλάχιστον, προσέφερα την άποψη ότι η θεοπνευστία στην Εκκλησία δεν διαφέρει από την έμπνευση που έχουν οι άνδρες των θετικών επιστημών».
Επομένως, οι Επίσκοποι που έφθασαν στην θεοπτία, έβλεπαν τον Θεό και είχαν επικοινωνία μαζί Του και γι’ αυτό και έγιναν Πατέρες, που είναι η βάση των Οικουμενικών Συνόδων.
Θεόπνευστοι είναι εκείνοι που κατευθύνονται από την εμπειρία τους. Φυσικά, αυτή η εμπειρία είναι δύο ειδών, ήτοι εμπειρία του φωτισμού και εμπειρία της Θεώσεως.
Αυτοί οι εμπειρικοί Πατέρες είναι η βάση των Οικουμενικών Συνόδων.
Οι Θεούμενοι Επίσκοποι έφθασαν στην ένωση με τον Θεό και την θεοπτία και έχουν ασφαλή γνώση του Θεού. Δι’ αυτών ενεργεί το Άγιον Πνεύμα.
Οι Άγιοι Πατέρες που ευρίσκονταν σε διάφορα μέρη της γης, αλλά είχαν αποκτήσει, δια του Αγίου Πνεύματος, εμπειρία του Θεού, όταν συνήρχονταν σε Οικουμενικές Συνόδους, αποκτούσαν και κοινή ορολογία.
Γι’ αυτό και μεταξύ των Πατέρων χωρίς να υπάρχει κανένας Πάπας της Ρώμης να υπαγορεύει τι είναι τα δόγματα, τελείως αυθόρμητα, οι Πατέρες υπεστήριξαν όλοι μαζί την ίδια αλήθεια πάντοτε. Δηλαδή, οι άνθρωποι οι οποίοι ήσαν χωρισμένοι ο ένας από τον άλλο από γεωγραφικές Αποστάσεις. Για εκείνη την εποχή ήταν σαν να είμαστε από εδώ μέχρι το φεγγάρι, διότι ο ένας που ζούσε στο ένα μέρος της Αυτοκρατορίας, με έναν άλλο που ζούσε σε άλλο μέρος της Αυτοκρατορίας σαν να ζούσε ο ένας σε έναν πλανήτη και ο άλλος σε άλλο πλανήτη. Επειδή έχουν την ίδια εμπειρία, καταλήγουν σε κοινές αποφάσεις».
Δυστυχώς, υπάρχουν μερικοί σήμερα που παραθεωρούν τους θεουμένους Πατέρες και τοποθετούν τις Συνόδους πάνω από τους Πατέρες, ενώ συμβαίνει το αντίθετο.
Άλλωστε, οι ίδιες οι Σύνοδοι επικαλούνται την διδασκαλία των θεοπτών Πατέρων.
Οι σημερινοί Ορθόδοξοι κάνουν ακριβώς το ίδιο. Η Εκκλησία λέει, ή η Αγία Γραφή λέει, ή η Οικουμενική Σύνοδος λέει. Και είναι παράξενο πράγμα, διότι μαθαίνουμε από τους σημερινούς Ορθοδόξους ότι η Οικουμενική Σύνοδος είναι μεγάλη αυθεντία της Εκκλησίας και αμφισβητούν αν είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας. Δηλαδή βάλανε την Σύνοδο παραπάνω από τους Πατέρες της Εκκλησίας.
Και όταν κανείς διαβάζει τα ίδια τα Πρακτικά των Συνόδων, η Οικουμενική Σύνοδος επικαλείται τους Πατέρες της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και λένε οι τριακόσιοι δεκαοκτώ Πατέρες είπαν, οι εκατόν πενήντα Πατέρες είπαν, οι εξακόσιοι Πατέρες είπαν. Δηλαδή όταν εμείς σκεφτόμαστε μια Οικουμενική Σύνοδο, για μας είναι μια Σύνοδος Πατέρων της Εκκλησίας. Είναι συνάθροισμα Πατέρων οι οποίοι διδάσκουν αυτά κ.ο.κ.».
Μια τέτοια θεσμική αντίληψη περί της Εκκλησίας προέρχεται από τους Φράγκους και την διδασκαλία του ιερού Αυγουστίνου, ο οποίος υποστήριζε ότι η αυθεντία για την αποδοχή των δογμάτων είναι η Εκκλησία, ενώ σε μας η αυθεντία είναι οι Πατέρες και όχι «μια αφηρημένη ιδέα, που είναι μια οργανωμένη εκκλησιαστικά αυθεντία»

Η θεόπνευστη θεολογία των Πατέρων

Τα δύο είδη της θεοπνευστίας είναι ο φωτισμός και η θέωση

“Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας

κατά τις προφορικές παραδόσεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη”. Τόμος Α’

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εις την γραμμήν των Πατέρων

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιανουαρίου, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΑΤΕΡΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Εις την γραμμήν των Πατέρων

– του αείμνηστου Στεργίου Σάκκου, Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ.

Θεμέλιο της Εκκλησίας ο Χριστός

Καταρχήν πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν ξεκινά η Εκκλησία από τους πατέρες ούτε θεμελιώνεται πάνω σ΄ αυτούς. Θεμέλιο και κεφαλή της είναι ο θεάνθρωπος Κύριός μας Ιησούς Χριστός, μοναδικός και αναλλοίωτος, «χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας»(Εβρ. 13: 8). Μοναδική και αναλλοίωτη είναι και η Εκκλησία του, εποικοδουμένη «επί τω θεμελίω των αποστόλων και προφητών, όντος ακρογωνιαίου αυτού Ιησού Χριστού» (Εφ. 2, 20). Ο Χριστός είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της Εκκλησίας «ο το παν συνέχων», τονίζει ο άγιος Χρυσόστομος. Οι άγιοι απόστολοι, τους οποίους με την Πεντηκοστή ενέπνευσε, φώτισε και απέστειλε στον κόσμο ο Κύριος, και οι διάδοχοι εκείνων, οι άγιοι πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας, δεν είναι διάδοχοι του Χριστού. Είναι οι αντιπρόσωποί του, που συνεχίζουν το έργο του και σηματοδοτούν την αόρατη αλλά ζωντανή και σωστική παρουσία του στον κόσμο. Οι απόστολοι εν Πνεύματι αγίω γράφουν το Ευαγγέλιο και ως Εκκλησία, σώμα Χριστού, παραδίδουν στους διαδόχους τους αυτά που παρέλαβαν από τον Κύριο. Ό,τι παρέδωσαν οι απόστολοι φανερά σ΄ όλους, αυτό και μόνο αυτό είναι όλη η πίστη, όλη η χριστιανική διδαχή, η ιερά παράδοση.

Η «άπαξ παραδοθείσα πίστις»

  Οι πατέρες παραλαμβάνουν από τους αποστόλους, διαφυλάττουν και ερμηνεύουν την ιερά παράδοση, η οποία, σημειωτέον, παραδόθηκε άπαξ, δεν σχηματίσθηκε κατά τον μακραίωνα εκκλησιαστικό βίο. Και αυτές οι Οικουμενικές Σύνοδοι, όπου οι μεγάλοι θεοφόροι πατέρες θεόπνευστα διατύπωσαν τα δόγματα και τους κανόνες της πίστεώς μας, δεν δημιούργησαν, αλλά ερμήνευσαν την ιερά παράδοση. Υπενθυμίζω ότι τα δόγματα δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι αποκαλυμμένες αλήθειες του θείου λόγου, όπως τις διατύπωσαν οι φωτισμένοι άγιοι ύστερα από αγώνες και μάχες της Εκκλησίας κατά της πλάνης και της πονηρίας των αιρέσεων. Και οι κανόνες ή εντολές των Συνόδων είναι οι ηθικές προτροπές του θείου λόγου, όπως τις έζησαν οι άγιοι κάθε εποχής, που δεν συσχηματίζονταν με κανένα σχήμα του καιρού τους, αλλά μεταμορφώνονταν σε σκεύη του αγίου Πνεύματος. Τα πάντα υπό τον ήλιο μπορούν να μεταβάλλονται, να τελειοποιούνται, να εξελίσσονται. Η παράδοση της Εκκλησίας, όμως, παραμένει αναλλοίωτη, ανεξέλικτη και αμετάβλητη στους αιώνες. Ούτε συμπληρώνεται ούτε τελειοποιείται, αλλά αυτή τελειοποιεί τον άνθρωπο, τον αναγεννά, και ανανεώνει την κοινωνία για να την καταστήσει και να την διατηρήσει καινή κτίση. Βεβαίως, σε κάθε εποχή οφείλει η Εκκλησία να βρίσκει νέους τρόπους, για να καθιστά προσιτή και κατανοητή στους ανθρώπους τη διδασκαλία της. Ποτέ, όμως, και για κανένα λόγο δεν μεταβάλλει ούτε στο ελάχιστο τη διδασκαλία· με απόλυτη ευλάβεια τη διατηρεί εντελώς αναλλοίωτη και απαραχάρακτη. Μιμείται την τακτική του Θεανθρώπου Αρχηγού της, ο οποίος «μη εκστάς της φύσεως μετέσχε του ημετέρου φυράματος»· χωρίς να εγκαταλείψει ούτε στιγμή τη θεϊκή του φύση προσέλαβε την ανθρώπινη κι αγκάλιασε τον πεσμένο άνθρωπο, για να τον οδηγήσει στη σωτηρία, στη θέωση.

Νέα και ανανεούμενη

 Η επιστήμη και η τεχνολογία με τις αλματώδεις εξελίξεις τους επινοούν νέες μεθόδους για την αξιοποίηση της ηλιακής ενεργείας, αλλά ποτέ δεν διανοήθηκαν να βελτιώσουν τον ήλιο. Αντίστοιχα, θα έλεγα, η Εκκλησία σε κάθε εποχή κρατά άσβεστο το φως της παραδόσεως, που είναι το αρχικό και αιώνιο, γι΄ αυτό και πάντα σύγχρονο, «εντολή καινή». Αυτή η καινή εντολή είναι επίσης «η εντολή η παλαιά, ο λόγος ον ηκούσατε απ΄ αρχής» (Α΄ Ιω 2, 7), διακηρύττει ο άγιος ευαγγελιστής Ιωάννης. Η πρόκληση του νέου μπορεί να δελεάζει και να θαμπώνει τα κοσμικά συστήματα. Και πολύ εύλογα, διότι εκείνα και ημερομηνία λήξεως έχουν και βελτίωση επιδέχονται. Στην Εκκλησία, όμως, δεν τίθεται τέτοιο θέμα. Είναι εξαρχής όλη καλή και ωραία η άσπιλη Νύμφη του ουρανίου Νυμφίου. Παραμένει δε νέα και ανανεούμενη ανά τους αιώνες, εφόσον βέβαια δεν αφίσταται «της παραδοθείσης αγίας εντολής» (Β΄ Πέ. 2, 21), αλλά κρατά την «άπαξ παραδοθείσαν πίστιν» (Ιδ. 3) και στηρίζεται «εν τη παρούση αληθεία» (Β΄ Πέ. 1, 12) υπακούοντας στην Παύλεια προτροπή· «στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι΄ επιστολής ημών» (Β΄ Θε. 2, 15). Διαφορετικά, κινδυνεύει να διδάσκει «έτερον ευαγγέλιον»(Γαλ. 1, 6) κι είναι αυτό εκτροπή και έγκλημα που επισύρει το «ανάθεμα». Είναι χαρακτηριστική και ιδιαίτερα σημαντική η διακήρυξη του Συνοδικού της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου· «Οι προφήτες ως είδον, οι απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν οι διδάσκαλοι ως εδογμάτισαν, η οικουμένη ως συμπεφρόνηκεν… ούτω φρονούμεν, ούτω λαλούμεν, ούτω κηρύττομεν». Κάθετι αλλοιώτικο αλλοιώνει την αρχική διδαχή και απορρίπτεται ως αιρετικό.

Η απάτη του Οικουμενισμού

 Με αυτή την προοπτική κατανοούμε πόσο ασύμφορη και άστοχη υπήρξε η ένταξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας στο λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών» (Π.Σ.Ε.) – ευφυής και εύστοχη η απόδοση της συντομογραφίας ως «το ψέμμα του διαβόλου» – και η συμμετοχή της στις εκδηλώσεις του. Αντιλαμβανόμαστε πόσο άδικος είναι ο δελεασμός της Εκκλησίας από τα ποικίλα τερτίπια της οικουμενιστικής κινήσεως, η οποία καπηλεύεται την οικουμενικότητα, το πνευματικό και άγιο γνώρισμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Όπως ήδη εξήγησα εφαρμόζοντας την αγιογραφική αλήθεια ότι «ο Θεός αγάπη εστί» η Εκκλησία έρχεται να αγκαλιάσει την οικουμένη, τον κάθε άνθρωπο και να τον ανεβάσει στη θέωση. Αντίθετα, η οικουμενιστική κίνηση διαστρέφοντας την ευαγγελική αλήθεια θεοποιεί την αγάπη. Αλλά αγάπη χωρίς την αλήθεια είναι απάτη. Και ο οικουμενισμός είναι η πιο βδελυρή απάτη. Παρουσιάζεται και προβάλλεται ως μία αγαπητική κίνηση, φιλάνθρωπη και φιλενωτική, που δεν ενοχλείται από τα δόγματα, στην πραγματικότητα όμως όχι απλώς τα κονιορτοποιεί, αλλά τα υποκαθιστά. Ισοπεδώνει την αλήθεια και την εξισώνει με την πλάνη, υποβιβάζει τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία στη σειρά της πανσπερμίας των αιρέσεων. Αν πρότυπο της αγάπης είναι η αγαπητική σχέση, που ενώνει τα τρία πρόσωπα της αγίας Τριάδος, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι αυτά τα πρόσωπα έχουν το ομοούσιον και δι΄ αυτού συνιστούν τον ένα Θεό. Αντίστοιχα, χωρίς ομοφροσύνη και ταύτιση στα δογματικά θέματα, κάθε λόγος και εκδήλωση περί αγάπης μόνο σατανική παγίδα μπορεί να είναι. Παράδειγμα, η συνάντηση της Ασσίζης, που μας έκανε περίγελω του κόσμου και έδωσε επιχειρήματα και σ΄ αυτούς τους χιλιαστές. Για του λόγου το αληθές παραπέμπω στο χιλιαστικό βιβλίο «Αποκάλυψη, το μεγαλειώδες αποκορύφωμά της πλησιάζει», έκδ. 1988. Στη σελίδα 249 παρατίθεται φωτογραφία με αντιπροσώπους των θρησκευμάτων του κόσμου – μεταξύ των οποίων βεβαίως και ο εκπρόσωπος της Ορθοδόξου Εκκλησίας – «που ανέπεμψαν μία βαβυλωνία προσευχών στην πόλη της Ασσίζης, αλλά κανείς δεν προσευχήθηκε στο ζωντανό Θεό, τον Γιαχβέ»! Δυστυχώς, η κατάντια των ημερών μας δικαιώνει για πολλοστή φορά την προφητική φωνή του πολιού γέροντα επισκόπου πρώην Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτη, ο οποίος κατ΄ επανάληψιν έχει στιγματίσει τα οικουμενιστικά ανοίγματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Δεν δίστασε μάλιστα να διακόψει το μνημόσυνο του οικουμενιστή πατριάρχη Αθηναγόρα, ενέργεια στην οποία τον ακολούθησαν και τρείς άλλοι, ήδη αείμνηστοι επίσκοποι, ο Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος, ο Παραμυθίας Παύλος και ο Μηθύμνης Ιάκωβος. Πριν μισό αιώνα, λοιπόν, το 1954, εξ αφορμής της Β΄ συνελεύσεως του Π.Σ.Ε. στο Έβανστον, ο τότε αρχιμανδρίτης π. Αυγουστίνος έγραφε στο υπ΄ αριθμ. 161 φύλλο της «Χριστιανικής Σπίθας»: «Με τοιαύτα συνέδρια η διαχωριστική γραμμή αληθείας και πλάνης, η καθαρώς άλλοτε διακρινομένη και από τα αμαθέστατα της Ορθοδοξίας τέκνα, σβήνεται, εξαλείφεται. Ορθόδοξοι και αιρετικοί μέσα εις το ιγδίον (=γουδί), το οποίον κρατούν και κτυπούν οι προτεστάνται γίνονται μία συναλοιφή». Πρόσφατα η γλοιώδης οικουμενιστική «συναλοιφή» έκανε την εμφάνισή της και σ΄ αυτό το βήμα του αποστόλου Παύλου, στον Άρειο Πάγο. Στα πλαίσια του τελευταίου συνεδρίου του Π.Σ.Ε., στον Άγιο Ανδρέα Αττικής, πραγματοποιήθηκε ειδική φιέστα στον Άρειο Πάγο, όπου εκπρόσωποι της Ορθοδόξου Εκκλησίας αναμειγμένοι με το ποικιλώνυμο προτεσταντικό συνονθύλευμα ζήτησαν από το άγιο Πνεύμα «ίαση και συμφιλίωση»!

Αυτοαδικούμαστε και αδικούμε

  Πότε επιτέλους, θα το καταλάβουμε ότι δεν είναι φανατισμός και μισαλλοδοξία η αποστροφή προς την οικουμενιστική κίνηση; Στο όνομα της αγάπης και της ενότητος επιχειρείται η αλλοίωση της ποιότητος και της ίδιας της οντότητος της Εκκλησίας. Αμφισβητείται η μοναδικότητά της. Αλλά για ποιο Χριστό θα μιλήσουμε και σε ποια σωτηρία θα καλέσουμε τον κόσμο, όταν θα έχουμε αλλοιώσει την ίδια την υπόσταση της Εκκλησίας; Με τέτοιες τακτικές μπορεί να αρέσουμε στους ανθρώπους, αδυνατούμε, όμως, να τους προσφέρουμε αυτό που μόνο η Εκκλησία διαθέτει. Το χειρότερο, καθιστούμε άχρηστη και αζήτητη την σωτηρία, διότι εν ονόματι της απατηλής οικουμενιστικής αγάπης δημιουργούμε στους αιρετικούς την ψευδαίσθηση ότι η πλάνη τους δεν διαφέρει από τη δική μας αλήθεια, άρα δεν υπάρχει λόγος να μετανοήσουν και να επιστρέψουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Τους καταδικάζουμε, λοιπόν, να μείνουν για πάντα εκτός σωτηρίας. Χαρακτηριστική επί του προκειμένου είναι η ομολογία του μεταστραφέντος πρώην προτεστάντη F. Schaeffer: «Αποτελεί τραγική ειρωνεία το γεγονός ότι οι χιλιάδες προτεστάντες, οι οποίοι έχουν πρόσφατα μεταστραφεί στην Ορθοδοξία… δεν ήρθαν στην Ορθοδοξία από την Ορθόδοξη μαρτυρία στις οικουμενιστικές συναντήσεις, αλλά συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Το κύμα των προσφάτων προτεσταντών προσηλύτων ήρθε μέσα στην Εκκλησία… εξ αιτίας της αιώνιας πατερικής κι αποστολικής μαρτυρίας. Σ΄ αυτή μπορεί να συμπεριληφθεί και η μαρτυρία εκείνη, η οποία διακηρύττει με δύναμη την αποκλειστική φύση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως της αληθινής Εκκλησίας» (Χορεύοντας μόνος, μτφρ. Αρχιμ. Αυ. Μύρου, σελ. 508-509). Πότε επιτέλους εμείς, οι Ορθόδοξοι χριστιανοί, που δίνουμε την εντύπωση ότι εξισώνουμε την Ορθόδοξη πίστη μας με τις μύριες αιρετικές παραφυάδες, θα αντιληφθούμε το τριπλό σφάλμα μας έναντι του ίδιου του εαυτού μας, ότι: Δυσαρεστούμε και πικραίνουμε τον ίδιο τον Χριστό, περιφρονούμε τη διδαχή των αποστόλων, και μιμούμενοι τους αιρετικούς διαγράφουμε όλους τους αγίους πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι αγωνίσθηκαν μέχρις αίματος γι΄ αυτή τη διδαχή;

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Μάξιμος ο Γραικός

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιανουαρίου, 2017

21 Ιανουαρίου

Ο άγιος Μάξιμος ο Βατοπαιδινός ή Γραικός, λογιώτατος μοναχός, διακρίθηκε ως θεολόγος, φιλόσοφος, συγγραφέας και ποιητής κατά το 16ο αιώνα, υπήρξε «φωτιστής και αναμορφωτής του ρωσικοῦ έθνους».
Γεννήθηκε στην Άρτα το 1470 από πλούσια, επιφανή και ευσεβή οικογένεια και ονομαζόταν Μιχαήλ Τριβώλης. Μετά τη βασική παιδεία στα σχολεία Άρτας και Κέρκυρας πήγε στην Ιταλία για ανώτερες σπουδές.
Ποθώντας να επιτύχει τον ύψιστο ανθρώπινο προορισμό, τη θέωση, αφού διαπίστωσε τη ματαιότητα κάθε επίγειας δόξας και σοφίας, αποφάσισε νά ἀφοσιωθεῖ στόν Κύριο και έγινε μοναχός στη Ι. Μ. Βατοπαιδίου. Εκεί ασκήθηκε περίπου 10 χρόνια και  απόκτησε τις υψηλές μοναχικές  αρετές ( υπακοής, εγκράτειας, ταπεινώσεως, ακτημοσύνης και της αγάπης). Με την ἀδιάλειπτη προσευχή ένωσε τη ψυχή του με το Θεό και έγινε κατοικία του Αγίου Πνεύματος.  Στη πλούσια βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς μελέτησε τα σπάνια βιβλία και χειρόγραφα και απόκτησε τη σοφία των προγενεστέρων οσίων.
Οι Πατέρες της Μονῆς του ανέθεταν εργασίες εκτός Μονής, της οποίες  χρησιμοποιοῦσε ως ευκαιρίες για να στηρίξει το λαό μας, που ήταν υπόδουλος στους Τούρκους. Το 1515 ο Τσάρος Βασίλειος Ιβάνοβιτς ζήτησε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και από τον «Πρῶτο» του Αγίου Ὀρους έμπειρο, λόγιο και ενάρετο μοναχό για να μεταφράσει εκκλησιαστικά κείμενα στη ρωσική γλώσσα και να διορθώσει λανθασμένες μεταφράσεις και αντιγραφές της Α. Γραφής και Πατερικών κειμένων. Ο κλήρος έπεσε στον επιφανή μοναχό Μάξιμο τον οποίον υποδέχθηκαν στη Μόσχα ο μητροπολίτης Βαρλαάμ και ο Τσάρος το 1516.
Ὁ Μάξιμος ανέπτυξε μεγάλο συγγραφικό, μεταφραστικό, διορθωτικό, ερμηνευτικό έργο και συμβουλευτικό έργο. Υπήρξε ο πρώτος μύστης των Ρώσων στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και φιλολογία., εισηγαγε την τυπογραφία, φρόντιζε να μορφώνει πλήθος ανθρώπων, πού έγιναν συνεχιστές του έργου του. Αναδείχθηκε όχι μόνον Ιεραπόστολος αλλά και εκπολιστιστής του ρωσικού λαού, που βρισκόταν σε κατάσταση αγραμματοσύνης και αμάθειας.
Τό ομολογιακό του έργο και η ιεραποστολική του δράση διάρκεσε για μια οκταετία. Του επιφύλασσε όμως βαρύ σταυρό. Λόγω ατασθαλιών πολιτικών και ορισμένων εκκλησιαστικών φορέων αναγκάσθηκε να διαμαρτυρηθεί και να ελέγξει κάποιους, με βάση τις ευαγγελικές αξίες. Ο Μάξιμος αντιμετώπισε την έχθρα του Τσάρου και του νέου μητροπολίτη της Ρωσίας Δανιήλ, που αγνοούσαν το ειλικρινές ενδιαφέρον του αγίου για τη σωτηρία τους και τη ευθυδρομία της Ρωσικής Εκκλησίας.
Καταδικάσθηκε, ως δήθεν αιρετικός, σε ισόβια φυλάκιση σιδηροδέσμιος, σε στέρηση της μεταλήψεως των θείων μυστηρίων, σε απομόνωση και απαγόρευση της επικοινωνίας με τους υπόλοιπους πιστούς, δεν του επιτρεπόταν η αλληλογραφία και η ανάγνωση βιβλίων.    Στη φυλακή δύο σκληροί και απάνθρωποι δεσμοφύλακες τον βασάνιζαν για έξι χρόνια · όπως ο έγραφε  ο ίδιος «ετηρούμην εγκάθειρκτος εν δεσμοίς και εθανατούμην δια του ψύχους, του καπνού και της πείνης». Πολλές φορές ο Μάξιμος έπεφτε σε πλήρη απώλεια των αισθήσεων, μέχρι νεκρώσεως. Συνολικά διατέλεσε σε σιδηρά δεσμά δεκατέσσερα χρόνια (1525-1539)· το σύνολο δε του χρόνου της φυλακίσεώς του ήταν 26 χρόνια.
Ο άγιος Μάξιμος τα υπέφερε όλα με υπομονή, ἀνεξικακία και πραότητα λόγω της ταπείνωσεώς του.    Η ὑπομονή του οφειλόταν στη θεία βοήθεια.  Άγγελος, κατέβηκε στη φυλακή και πρόσφερε σ᾿ αυτόν το Σώμα και Αίμα του Κυρίου Ιησού. Μετά από αυτό το θαύμα μέσα σε θεία έξαρση σύνθεσε και έγραψε με κάρβουνο στο τοίχο της φυλακής Κανόνα στο Άγιο Πνεύμα. Ο Άγγέλος, που του εμφανίσθηκε τον προέτρεψε: «Μάξιμε, να κάνεις υπομονή εις τα ενταύθα δεινά δια να εκφύγεις τα δεινά της αιωνίου κολάσεως». Έτσι από θεία πληροφορία, απόκτησε πλήρη επίγνωση ότι εκπληρώνει το θείο θέλημα, και με μεγάλη  ταπείνωση πνεύματος, έβαλε στην καρδία του ότι αυτός είναι ὁ τελευταίος άνθρωπος πάνω στή γη, και ότι ο Κύριος επέτρεψε τα δεινά για να τον οδηγήσει στην πνευματική τελειότητα.
Κατα τη διαμονή του στη Μονή Οτρότς ἀπό τό 1531-1551 δόθηκε με θεία νεύση, σχετική ελευθερία προς επικοινωνία, ενώ βρισκόταν στη φυλακή. Έτσι εξακολούθησε να μεταφράζει στη ρωσική γλώσσα ἱερά κείμενα, να συγγράφει αντιαιρετικά έργα χάριν προστασίας και διαφωτισμού του ρωσικού λαού και να παρηγορεί τους όσους Χριστιανούς τον επισκέπτονταν στήν φυλακή. Ο μητροπολίτης Μακάριος τον ἔλυσε από τον άδικο κανόνα της ακοινωνησίας (1543) ποη διάρκεσε 18 χρόνια.
Κατά διαστήματα παρακαλούσε θερμά να αφεθεί ελεύθερος, για να επιστρέψει στην πολυπόθητή του Μονή στον Άθωνα, δίχως όμως ανταπόκριση. Αιτήσεις για την απελευθέρωση του αγίου Μαξίμου υπέβαλαν προς τον Τσάρο οι πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, Ἱεροσολύμων, Αλεξανδρείας καθώς και η Μονή Βατοπαιδίου.
Η επιστροφή του κρίθηκε επικίνδυνη από τον Τσάρο και την τότε Εκκλησία, γιατί γνώριζε όλα τα αρνητικά της πολιτικής και εκκλησιαστικης ζωής της Ρωσίας και φοβόντουσαν ότι θα τους εξέθετε στην κοινή γνώμη, επιπλέον δε ότι θα φανέρωνε και την κακία που εφαρμόστθηκε σ’αυτόν.
Το 1551 ο νέος Τσάρος, διάταξε να μεταφερθεί στην Λαύρα του Αγίου Σεργίου, διακόπτοντας την ποινή της φυλάκισεώς του.
Ο άγιος Μάξιμος, 86 ετών γέροντας καταβεβλημένος από τις κακουχίες της ισόβιας φυλάκισεώς του, στις 21 Ιανουαρίου του 1556, ημέρα που η Εκκλησία τιμά τον ομώνυμο και προστάτη του άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, και, στην Ι. Μ. Βατοπαίδιου οι πατέρες και αδελφοί του τιμούσαν κατα το έθος την εορτή της Παναγίας της Παραμυθίας, παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Κυρίου, για να τον αναπαύσει από τους κόπους και τους πόνους του.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο προέβη στον κανονισμό ως αγίου του Μαξίμου του Γραικοῦ το 1988. Τον ίδιο χρόνο κανονίσθηκε ως άγιος και από τη Ρωσική Ἐκκλησία. Η ανακομιδή του λειψάνου του έγινε στις 21 Ιουνίου 1996 (π. ἡμ.), ενώ η παράδοση μέρους των λειψάνων στην Ι. Μ. Βατοπαιδίου, έγινε στις 8 Ἰουλίου 1997 (π. ἡμ.). Οι εορτασμοί μετακομιδής του λειψάνου του στη Μ. Βατοπαιδίου έγιναν στις 14 Ἰουλίου 1997 (π. ἡμ.).
Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν

http://www.diakonima.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ, Ο ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΡΑΘΥΜΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιανουαρίου, 2017

Οι νέοι έχουν όνειρα για επαγγελματική αποκατάσταση. Μπορεί η εποχή να απογοητεύει με την μεγάλη ανεργία και με την ελάχιστη σύνδεση των σπουδών με την αγορά εργασίας. Ωστόσο οι νέοι δεν παύουν να ελπίζουν. Αναζητούν την εργασία που θα τους βοηθήσει να αισθανθούν ότι εκπληρώνουν τον σκοπό των κόπων τους.

       Δεν είναι όμως μόνο η υλική εργασία που αξίζει και νοηματοδοτεί  τη ζωή. Είναι και η καλλιέργεια των χαρισμάτων μας, των ιδιαιτεροτήτων που μας καθιστούν ξεχωριστές προσωπικότητες. Είναι και η πνευματική εργασία, η απόφαση δηλαδή να παλέψουμε με τα πάθη μας και να καλλιεργήσουμε τις αρετές μας, έχοντας ζωντανή σχέση με τον Θεό, η οποία μας οδηγεί στην ελευθερία της ύπαρξης από την υποταγή στην ανάγκη, στην επιθυμία της αυτοθέωσης, στην προσκόλληση στο μάταιο.

         Η υλική και πνευματική εργασία, όπως και η καλλιέργεια των χαρισμάτων απαιτούν από τον νέο να προσέξει ποιο δρόμο θα ακολουθήσει, του δημιουργού, του διαχειριστή ή  του ράθυμου.

Δημιουργός είναι αυτός που κάνει το παραπάνω. Που δεν επαναπαύεται στα όσα πετυχαίνει  και την ασφάλεια που αισθάνεται στηριγμένος στα όσα έχει μάθει, στα όσα του προσφέρουν οι άλλοι, αλλά παλεύει να προσθέσει το καινούργιο. Είναι αυτός που δεν χορταίνει τον Θεό και τη σχέση μαζί Του. Είναι όποιος δε χορταίνει την αγάπη, αλλά ανοίγει την ύπαρξή του σ’  αυτήν ολοκληρωτικά. Όποιος δεν αρκείται στη γνώση της επιστήμης, αλλά ζητά την προσθήκη σ’  αυτήν του νέου. Όποιος δεν εφησυχάζει, αλλά έχει τη καλήν ανησυχία στην καρδιά του. Που ζητά όχι απλώς τη ζωή, αλλά την περίσσεια της.

Διαχειριστής είναι αυτός που μπορεί να συνεχίσει ένα έργο, να ασκήσει στην πράξη την επιστήμη που σπούδασε, μένοντας όμως στην αυτάρκεια. Αξιοποιεί τα χαρίσματά του, όχι για να χτίσει κάτι καινούργιο, αλλά για να κερδίσει από αυτά. Δεν θα τον θυμούνται για το κάτι παραπάνω, αλλά και δεν θα του αρνηθούν ότι κοπίασε στη ζωή του.

Τέλος, ράθυμος είναι αυτός ο οποίος φορτώνει στους άλλους την ευθύνη για την πορεία της ζωής. Για τα έργα τα οποία καλείται να κάνει, αλλά δεν έχει τη διάθεση και αρνείται να καταβάλει κόπο. Ζητά από τους άλλους τις λύσεις και καταγγέλλει τον κόσμο, χωρίς να παλεύει να αλλάξει ούτε καν τον εαυτό του. Αρκείται στην αγάπη των άλλων και θεωρεί  ότι είναι υποχρεωμένοι να του την προσφέρουν.

Στη ζωή της Εκκλησίας ακούμε για τον «ραθυμούντα». Η εποχή μας μπορεί να ομνύει στο δικαίωμα της εργασίας, έχει όμως εφεύρει και προβάλλει ισχυρούς τρόπους που οδηγούν στη ραθυμία. Η εικονική πραγματικότητα αφαιρεί τον κόπο από τη σχέση, ακόμη και από την ηδονή. Αφαιρεί την κριτική σκέψη. Αφαιρεί τη δημιουργικότητα από τη γλώσσα. Ακόμη και η φαντασία υποβαθμίζεται. Ο διαχειριστής πάλι θεωρείται ως αυτός ο οποίος δεν στερείται εξαιτίας του κόπου την ευχαρίστηση, διότι είναι ο μέσος όρος. Ο δημιουργός, τέλος, θεωρείται αποκλίνων. Ο Θεός όμως αποδέχεται τους γρηγορούντας. Εκείνους που δεν βολεύονται στην αυτάρκεια, αλλά τολμούν να ανοιχτούν. Εκκλησία, παιδεία και οικογένεια καλούνται να συνεργαστούν για να βοηθήσουν τους νέους να βγούνε από την ευκολία.  Και ο καθένας μας να ξαναβρεί την καλή ανησυχία. Για να δημιουργήσουμε!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της 18ης Ιανουαρίου 2017 

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΗΡΘΕ ΓΑΡ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΖΗΤΗΣΑΙ ΚΑΙ ΣΩΣΑΙ ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιανουαρίου, 2017

 Πόσο αισθανόμαστε στη ζωή μας ότι χρειάζεται να έχουμε έναν προσανατολισμό; Να έχουμε έναν στόχο ο οποίος να μην περιορίζεται στο σήμερα, στις ανάγκες της επιβίωσης ή στην εκπλήρωση των θελημάτων μας, αλλά να βλέπει τη ζωή συνολικά και στην προοπτική του παρόντος κόσμο και στην προοπτική της αιωνιότητας; Ποια είναι για μας η σημασία της παρουσίας του Θεού στη ζωή μας και ποια η σχέση Του με την ύπαρξή μας; Είναι εύκολο να δηλώνουμε ότι πιστεύουμε. Το δύσκολο είναι να κατανοούμε ότι επειδή πιστεύουμε μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε ότι οι άνθρωποι είμαστε «απολωλότες». Αυτό σημαίνει ότι χάνουμε τον προσανατολισμό μας να πορεύεται η ζωή μας με κέντρο της τον Θεό και την αγάπη, την ελπίδα που η πίστη δίνει, να γνωρίζουμε ποιο είναι το θέλημα του Θεού σε κάθε περίσταση και μάλιστα στις λεπτομέρειες της ζωής μας, στον τρόπο που σκεφτόμαστε, που μιλάμε, που πράττουμε, τόσο στη σχέση μας με Εκείνον και επομένως με τη ζωή της Εκκλησίας, όσο και στη σχέση μας με τους συνανθρώπους μας. Αντιθέτως, οι άνθρωποι αισθανόμαστε δυνατοί. Ακόμη κι αν καταλαβαίνουμε ότι σφάλλουμε, δεν είμαστε έτοιμοι να το παραδεχτούμε, αλλά ξεκινάμε από αυτούς που κατά τη γνώμη μας φταίνε, προκειμένου να δικαιολογήσουμε τον εαυτό μας και τα λάθη του. Έτσι το να ζήσουμε την κατάσταση του «απολωλότος» προϋποθέτει την επιλογή και την αρετή της ταπείνωσης. Έναν δρόμο που περνά μέσα από την θέαση της ζωής μας ως αποπροσανατολισμένης. Ότι προσπαθούμε να είμαστε οι μικροί θεοί του εαυτού και του κόσμου μας, χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι το φως έρχεται από αλλού.

   Είναι χαρακτηριστική η ιστορία του Ζακχαίου που μας διασώζει το Ευαγγέλιο. Ο Χριστός εισέρχεται στην Ιεριχώ. Στην αναγγελία της είδησης αυτής όλοι σπεύδουν να Τον συναντήσουν. Τον ακολουθούν σε μία πορεία στην οποία προστίθενται κι άλλοι. Ο μόνος που αισθάνεται ότι δεν μπορεί να Τον δει είναι ο αρχιτελώνης Ζακχαίος. Ο επικεφαλής των φοροεισπρακτόρων της πόλης, άνθρωπος άδικος, συκοφάντης, σκληρός. Ακούγοντας όμως την είδηση του ερχομού του Χριστού ο Ζακχαίος συνειδητοποιεί μέσα του ότι έχει χάσει τον προσανατολισμό του. Όχι της υλικής επιβίωσης ή της αυτάρκειας. Αυτά τα κρατά και μάλιστα με το παραπάνω. Έχει συντρίψει συναισθήματα και προσωπικότητες για να κερδίσει χρήματα. Φάνηκε ανελέητος. Όμως κάτι μέσα του τού λέει ότι είναι «απολωλός». Και ανεβαίνει στη συκομουριά, για να δει τον Ιησού, καθότι μικρόσωμος. Προκαλεί την χλεύη όσων τον έβλεπαν. Όμως η αίσθηση του «απολωλότος» συνοδεύεται από την ταπείνωση. Ο ίδιος χαρακτήρας είναι. Σκληρός. Όπως δεν είχε συναισθήματα όταν αδικούσε, έτσι και τώρα. Τον αδικούν, αλλά δεν πτοείται. Μόνο που άλλαξε προσανατολισμό. Ήθελε να δει τον Ιησού. Και ο Χριστός ανταποκρίνεται στην επιθυμία του αρχιτελώνη καλώντας τον να κατεβεί από το δέντρο και του δηλώνει ότι ήρθε για να μείνει στο σπίτι του, όχι απλώς για να φάει το φαγητό του Ζακχαίου, αλλά για να μείνει για πάντα στο σπίτι της ύπαρξής του, καθότι άλλαξε προσανατολισμό.   Όλοι οργίζονται με την επιλογή του Κυρίου. Όμως ο Ζακχαίος δηλώνει στο γεύμα ότι μοιράζει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στους φτωχούς, αποζημιώνει όποιον συκοφάντησε και ξεκινά μία νέα ζωή. Και ο Χριστός, αφού δηλώνει ότι ήρθε η σωτηρία στο σπίτι εκείνο, τονίζει: «ήλθε γαρ ο υιός του ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός» (Λουκ. 19, 10). Ο Υιός του ανθρώπου ήρθε να αναζητήσει και να σώσει αυτούς που έχουν χάσει τον δρόμο τους.

    Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην είναι «απολωλός». Άλλοι το γνωρίζουν. Άλλοι αδιαφορούν. Άλλοι πιστεύουν τόσο πολύ στον εαυτό τους, στην αυτάρκειά τους, στα αγαθά τους, ώστε να έχουν διαγράψει τον Θεό από τη ζωή τους, με αποτέλεσμα να πιστεύουν στις δικές τους δυνάμεις, στην εξουσία τους, στα χαρίσματά τους και να μην μπορούν να δούνε την αλήθεια της ζωής και το νόημά της. Πολλοί οι «απολωλότες», λίγοι οι Ζακχαίοι. Όποιος συνειδητοποιεί ότι έχει ξαστοχήσει στη ζωή του, ακολουθεί την οδό του Ζακχαίου. Είναι έτοιμος να ακούσει για τον ερχομό του Χριστού. Διαβάζει τον λόγο Του. Ανεβαίνει στο δέντρο της Εκκλησίας, για να έχει καλύτερη θέα τόσο της ζωής και του εαυτού του, όσο κυρίως του Χριστού που είναι πάντοτε πρόθυμος να κατοικήσει στο σπίτι της ύπαρξής του. Διότι μόνο μέσα στην Εκκλησία και στη ζωή της μας υπενθυμίζεται ο στόχος που καλούμαστε να έχουμε, δηλαδή η πορεία με γνώμονα την πίστη στον Θεό και ο αγώνας για εφαρμογή των εντολών Του και μπορούμε να διορθώσουμε τις αστοχίες μας στα μυστήριά της, ιδίως της μετανοίας. Η οδός του Ζακχαίου είναι η οδός της ταπείνωσης. Είναι η οδός της αυτοκριτικής και της μετάνοιας. Η αίσθηση τελικά ότι η αγάπη δεν έχει διαμορφώσει την ύπαρξή μας, αλλά το «εγώ»  κυριαρχεί. Όταν όμως έρχεται η ταπείνωση, χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας και η προσωπικότητά μας, βλέπουμε τον κόσμο από μία άλλη ματιά, αυτή της σχέσης με τον Θεό. Και τότε ζητούμε το έλεός Του, για να κάνουμε μία καινούργια αρχή.

      Το ενδιαφέρον της οδού του Ζακχαίου είναι ότι δεν είναι μόνο η αλλαγή του τρόπου με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας. Ταυτόχρονα αλλάζει ο τρόπος που βλέπουμε τον πλησίον. Όταν αισθανόμαστε «απολωλότες», βλέπουμε πού αδικήσαμε τον άλλον, είτε υλικά είτε στις κρίσεις και τις εκτιμήσεις μας είτε στον τρόπο συμπεριφοράς μας. Αισθανόμαστε ότι επειδή είμαστε «απολωλότες», χρειάζεται να αποκαταστήσουμε την οδό της αγάπης στις σχέσεις μας με τον άλλο. Και το εκφράζουμε με τον τρόπο που ο Θεός αποδέχεται την μετάνοιά μας. Με την ελεημοσύνη, υλική και πνευματική. Δεν διαγράφεται η αδικία έτσι. Όμως απαλύνονται οι συνέπειές της. Και ο άλλος που αδικήθηκε, αλλά και ο λιγότερο ικανός να επιβιώσει και υλικά και πνευματικά, ο φτωχός, αισθάνεται ότι η σχέση μας με τον Θεό δεν είναι κλειστή, εγωκεντρική, αυτοδικαιωτική, αλλά ανοιχτή. Η αγάπη  αγκαλιάζει τον άλλον μέσα στις ανάγκες του. Κι εμείς μπορούμε να ξεκινήσουμε από την αρχή.

       Η οδός του Ζακχαίου, του «απολωλότος» έχει ως τελική δωρεά την σωτηρία και την αναγνώριση από τον Θεό ότι είμαστε παιδιά Του. Ο Θεός είναι ο Πατέρας μας και έτσι μας βλέπει. Εμείς, όντας «απολωλότες», έχουμε εναποθέσει στο περιθώριο την ιδιότητα του υιού και χρειάζεται να αφήσουμε τον Χριστό να κατοικήσει στις καρδιές μας για να μπορέσουμε την δωρεά της υιότητας να την ενεργοποιήσουμε. Ο Χριστός δε λέει κάτι άλλο από το ότι ο  Ζακχαίος είναι πάλι «υιός Αβραάμ» (Λουκ. 19, 9), δηλαδή παιδί πίστης στον Θεό. Ο «απολωλώς» ευρέθη. Ο Θεός εισήλθε να καταλύσει στο σπίτι της ύπαρξής του και εκείνος βρήκε την αληθινή του ταυτότητα, τον αληθινό του προορισμό. Εσώθη. Έγινε αυτό για το οποίο πλάσθηκε. Αυτό που ο Θεός μας έδωσε την ευκαιρία να ζήσουμε ερχόμενος στον κόσμο. Η ταπείνωση του Ζακχαίου, μπορεί πρόσκαιρα να επικρίθηκε από τους «καθαρούς»  της εποχής, αλλά δικαιώθηκε από τον Θεό. Όχι με δόξα, αλλά με υιότητα. Ιδιότητα που κανείς δεν θα μπορούσε πλέον να του την αφαιρέσει. Και ο Ζακχαίος θα γίνει απόστολος του Χριστού, για να δώσει το μήνυμα της σωτηρίας σε όλα τα απολωλότα του κόσμου. Και σε μας!

Κέρκυρα, 22 Ιανουαρίου  2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Στο Λουγκουζί στην Ουγκάντα χτίζεται….σχολείο από την Ιερά Μονή Παναγίας Χρυσοπηγής Καπανδριτίου ( Πολυδένδρι ) Αττικής !

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιανουαρίου, 2017

Είναι θαύμα… Ξεκίνησε να χτίζεται ο παιδικός σταθμός και το Δημοτικό σχολείο μας στο χωριό Λουγκουζί στην Ουγκάντα…

Να λοιπόν που τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα.Και τα θαύματα γίνονται…

Οι χτύποι της καρδιάς μας συντονίζονται σε αυτό που ο Θεός επιτρέπει.

Ένα όνειρο παίρνει σάρκα και οστά στο χωριό μας το Λουγκουζί.

Πολύ κοντά στην ενορία του Αγίου Σπυρίδωνα σε έκταση που αγοράσθηκε πρόσφατα για το σκοπό αυτό, ξεκίνησε η ανοικοδόμηση του παιδικού Σταθμού και του Δημοτικού σχολείου της ενορίας του Αγίου Σπυρίδωνος

Πολλά παιδιά από το χωριό θα βρουν ένα καταφύγιο για τα όμορφα σχολικά τους  χρόνια μέσα στην ατμόσφαιρα της Ορθόδοξης εκκλησίας.

Η προοπτική του σχεδιασμού περιλαμβάνει τη δημιουργία ενός παιδικού σταθμού και ενός δημοτικού σχολείου  και που κάθε τάξη θα περιλαμβάνει αρκετά παιδιά.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το Λουγκουζί είναι ένα αρκετά μεγάλο χωριό 6000 κατοίκων με πάρα παιδιά Η ευχή μας και η προσευχή μας είναι να ολοκληρωθεί σύντομα το σχολείο προκειμένου να στεγαστούν σύντομα τα παιδιά  .

Σε αυτό το νέο εγχείρημα ξεκινάμε ,όπως κάνουμε πάντοτε από τότε που ξεκινήσαμε να εργαζόμαστε για την Ιεραποστολή.Επικαλούμαστε τη χάρη του Θεού ,κάνουμε το σταυρό μας ,ευελπιστώντας και πάλι στη φιλοτιμία των ανθρώπων που αγαπούν την Ορθόδοξη Εκκλησία και την Ιεραποστολή.

http://ekdoseisxrysopigi.blogspot.gr/2017/01/blog-post_60.html

Κατηγορία ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Σάββας ο Α’, αρχιεπίσκοπος των Σέρβων (1176-1236)

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιανουαρίου, 2017

Υϊός του Στέφανου Νεμάνια, μεγάλου ζουπάνου των Σέρβων, ο κατά κόσμον Ράτσκο. Γεννήθηκε γύρω στα 1176. Από νέος ποθούσε τη μοναχική ζωή και, όταν του δόθηκε η ευκαιρία, αναχώρησε για το Άγιον Όρος, το 1193, όπου με σπάνιο ζήλο επιδόθηκε στους ασκητικούς αγώνες, στις μονές του Ρώσικου και του Βατοπεδίου. Στη δεύτερη αναδείχθηκε και νέος κτήτορας. Εκεί τον ακολούθησε και ο πατέρας του με το μοναχικό όνομα Συμεών και ίδρυσαν τη μονή του Χιλανδαρίου (1198). Μετά την κοίμηση του πατέρα του δόθηκε περισσότερο στην εργασία των αρετών κι έγινε έτσι ο διακριτικός και φωτισμένος σύμβουλος όλου του Αγίου Όρους.

Το 1219 μεταβαίνοντας στη Νίκαια για αγιορείτικες υποθέσεις πέτυχε από τον αυτοκράτορα και τον πατριάρχη την ανεξαρτησία της Σερβικής Εκκλησίας και εξελέγη, παρά την επιθυμία του, πρώτος αρχιεπίσκοπος των Σέρβων. Αμέσως έγινε σοφός διοργανωτής της Εκκλησίας του, στήριξε την ορθόδοξη πίστη και καταπολέμησε τις αιρέσεις με τη γλυκύτητα της διδασκαλίας του. Έκτισε μονές, ναούς και σχολεία προς φωτισμό του λαού του.

Ταξίδεψε δύο φορές στο Άγιον «Ορος και στους Αγίους Τόπους για προσκύνημα και προσφορά πλούσιων δώρων. Έγραψε τυπικά των μονών Χιλανδαρίου και Στουντένιτσας, ακολουθία και βίο του οσίου πατέρα του και μετέφρασε από τα ελληνικά διάφορα έργα. Συνέβαλε πολύ στην πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη των συμπατριωτών του.

Λύτρωσε την ποίμνη του από τις πλάνες, πλούτισε τη λατρεία με ακολουθίες και τυπικά και, με τα νομοθετήματα του τα ψυχοσωτήρια και τα χαρίσματα του, αναδείχθηκε μέγας φωτιστής και προστάτης των Σέρβων.

Κοιμήθηκε στο Τύρνοβο της Βουλγαρίας. Η τελευταία του Θεία Λειτουργία ήταν την ημέρα των Θεοφανείων. Λίγες ημέρες μετά, με φωτεινό πρόσωπο, παρέδωσε το πνεύμα του στον Πλάστη του. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν «Δόξα σοι ο Θεός», πού το επανέλαβε τρεις φορές. Τα ευώδη και θαυματουργά λείψανα του, μετά από πολλές δεήσεις, ο κράλης Βλαντισλάβ τα μετέφερε με τιμές στη Σερβία, στη μονή Μιλέσοβο το 1237. Το έτος όμως 1594 ο Σινάν πασάς τα πήρε και τα έκαψε στο Βελιγράδι.

Βίους του αγίου έγραψαν ο διάδοχος του στον θρόνο άγιος Αρσένιος, οι μοναχοί Δομεντιανός και Θεοδόσιος, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, πού περιέχεται στο Νέον Εκλόγιον, ο αρχιμανδρίτης Ιουστίνος Πόποβιτς και άλλοι. Ακολουθίες προς τιμήν του υπάρχουν στα σερβικά και ελληνικά. Τοιχογραφίες, εικόνες και χαλκογραφίες του σώζονται αρκετές σε σερβικές και αγιορείτικες μονές.

Η μνήμη του τιμάται στις 14 Ιανουαρίου.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Άγιοι Αγίου Όρους

Εκδόσεις Μυγδονία, Θεσσαλονίκη, 2007

http://www.diakonima.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΙΔΩΝ ΟΤΙ ΙΑΘΗ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ΛΟΥΚΑ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιανουαρίου, 2017

Σχετική εικόνα

  Στη ζωή μας χρειαζόμαστε αποδείξεις για να πειστούμε ότι αυτό που βλέπουμε ή ακούμε ή πληροφορούμαστε είναι αληθινό. Οι αποδείξεις είναι δύο ειδών: του λόγου και των αισθήσεων. Η λογική μάς δίνει επιχειρήματα σύμφωνα με την ικανότητα κατανόησης την οποία διαθέτουμε. Αυτή εξαρτάται από την παιδεία, την έγνοια, την φώτισή μας. Κάποτε όμως έχει να κάνει με το τι θέλουμε να πιστέψουμε και τι όχι. Μπορεί και να έχουμε από πριν πει ναι ή και όχι σ’  αυτό που καλούμαστε να αποδεχθούμε και ανάλογα να προσαρμόσουμε τα επιχειρήματα τα οποία προσλαμβάνουμε. Ισχύει το ότι πείθεται αυτός που θέλει να πειστεί. Υπάρχει όμως και η οδός των αισθήσεων. Είναι η ιδία αντίληψη που έχουμε επειδή είδαμε, ακούσαμε, ψηλαφήσαμε. Οι αισθήσεις δεν έχουν να κάνουν με αντικειμενικούς συλλογισμούς, αλλά με την ίδια την εμπειρία μας. Δεν χρειάζεται κάποιος να μας πείσει ή να κατασκευάσουμε επιχειρήματα υπέρ ή κατά. Είμαστε αυτόπτες και αυτήκοοι του γεγονότος ή της πληροφορίας. Κάποτε μπορεί να το έχουμε υποστεί οι ίδιοι. Οι αισθήσεις μπορεί να έχουν έντονο το στοιχείο του υποκειμενικού, όμως έχουν μια αυθεντικότητα. Προηγούνται του νου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο νους δεν πρέπει να φιλτράρει την εμπειρία, διότι κάποτε οι αισθήσεις μας βεβαιώνουν για την μία όψη του πράγματος. Όμως ο νους δεν μπορεί να τις ακυρώσει.

      Κάποτε ο Χριστός πορευόταν ανάμεσα στην περιοχή της Σαμάρειας και της Γαλιλαίας και συνάντησε δέκα λεπρούς. Αυτοί δεν τολμούσαν να Τον πλησιάσουν. « Έστησαν πόρρωθεν» (Λουκ. 17, 12). Στάθηκαν από μακριά. Μόνος τρόπος για να απευθυνθούν σ’  Αυτόν ήταν να φωνάξουν. «Ήραν φωνήν» (Λουκ. 17,13). Μόνος λόγος μπορούσε να είναι το «ελέησον ημάς». Ο Χριστός θα τους προτρέψει να πάνε στους ιερείς του Μωσαϊκού Νόμου, οι οποίοι, εκτός των άλλων, έλεγχαν την σωματική υγεία των λεπρών ανθρώπων και μπορούσαν να διαβεβαιώσουν για την δυνατότητα επανένταξης στην κοινότητα, εφόσον είχαν γιατρευτεί. Με την φωνή Του απαντά στη δική τους φωνή. Μακριά Του μένουν. Μακριά Του τους στέλνει. Έλεος ζητούνε και Εκείνος τους ελεεί, καθώς, κατά  τη διάρκεια της πορείας τους προς τους ιερείς, γίνονται καλά. Ο Χριστός εκπλήρωσε το αίτημά τους. Οι ίδιοι έχουν να συμμετάσχουν στην χαρά του θαύματος με δύο τρόπους. Ο ένας είναι να αφήσουν να βεβαιωθεί η ίαση. Ο άλλος είναι να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους σ’  Αυτόν που τους γιάτρεψε. Οι εννέα θα μείνουν στον πρώτο. Βλέπουν ότι γιατρεύτηκαν. Ξεχνούν όμως Ποιος τους γιάτρεψε. Υφίστανται το θαύμα στο σώμα τους. Το αντιλαμβάνονται και το βιώνουν με τις αισθήσεις τους. Δεν προχωρούν όμως να το φιλτράρουν με τη δύναμη της λογικής τους, όχι για να το αμφισβητήσουν, αλλά για να δούνε Ποιος το έκανε και γιατί το έκανε. Μόνο ένας, αλλοεθνής, μισητός στους Ιουδαίους λόγω της καταγωγής του, Σαμαρείτης, «ιδών ότι ιάθη, υπέστρεψε μετά φωνής μεγάλης δοξάζων τον Θεόν, και έπεσεν επί πρόσωπον παρά τους πόδας αυτού ευχαριστών αυτώ» (Λουκ. 17, 15-17). Όταν είδε ότι θεραπεύθηκε, γύρισε δοξάζοντας με δυνατή φωνή τον Θεό, έπεσε με το πρόσωπο στα πόδια του Ιησού και Τον ευχαριστούσε. Πάλι με δυνατή φωνή μιλά στον Θεό. Μόνο που αυτή τη φορά δεν στέκεται μακριά Του. Δε ζητά πλέον το έλεος, αλλά ευχαριστεί από την καρδιά του προσκυνώντας τον Λυτρωτή Του. Αποδίδοντας την ευχαριστία, λαμβάνει από τον Χριστό την ευλογία της σωτηρίας. «Η πίστις σου σέσωκέ σε» (Λουκ. 17, 19).

       Στη σχέση μας με τον Θεό σήμερα επικρατεί ο ορθολογισμός. Πολλοί δεν δέχονται την ύπαρξή Του ή αδιαφορούν γι’  Αυτόν. Ο Χριστός εξακολουθεί να περιοδεύει στις πόλεις και τη ζωή των ανθρώπων διά της Εκκλησίας, του λόγου και της εμπειρίας της. Οι άνθρωποι όμως δεν Τον βλέπουμε επειδή δε θέλουμε να Τον δούμε. Κι όταν έχουμε ανάγκη τότε σπεύδουμε να Τον συναντήσουμε, καταθέτοντας το αίτημά μας για έλεος. Μόνο που το έλεος αυτό έχει να κάνει με τα υλικά πράγματα, την πρόοδό μας ή -σε περίπτωση δοκιμασίας- με την υγεία μας. Με τις επιδιώξεις και τους σταυρούς μας. Συνήθως όμως τα χείλη ζητούν. Όχι η καρδιά. Και όταν ο Θεός μάς δίνει δεν έχουμε την ετοιμότητα της ευχαριστίας έναντί Του. Ευχαριστία και πίστη ζητά ο Χριστός, αντί του ελέους Του. Και τα δύο έχουν να κάνουν με τον τρόπο που προσλαμβάνουμε το θαύμα της παρουσίας Του στη ζωή μας. Και τα δύο δείχνουν καρδιά ανοιχτή στην εμπειρία. Αλλά και νου ο οποίος μπορεί, προσλαμβάνοντας την παρουσία του Χριστού, να χτίσει μία καινούργια ζωή.

     Οι αισθήσεις σήμερα συνοδεύονται από μία πνευματική, διανοητική αναίδεια. Ζητούμε την εμπειρική απόδειξη της παρουσίας του Θεού. Δεν βλέπουμε ότι είναι παρών στο μυστήριο της Ευχαριστίας και στην εκκλησιαστική ζωή. Είναι παρών στο πρόσωπο του συνανθρώπου μας. Είναι παρών όταν έχουμε αποφασίσει να ζητήσουμε το έλεός Του για να αποτινάξουμε την πνευματική λέπρα που παραμορφώνει το πρόσωπό μας. Την κακία. Την εμπάθεια. Τους λογισμούς που μας ταλαιπωρούν, που μας κάνουν εχθρούς του πλησίον μας. Αλλά και όταν η ζωή μας πηγαίνει όπως θα θέλαμε, δεν βλέπουμε το χέρι και τον λόγο του πίσω από την πορεία αυτή. Μπορεί να βλέπουμε ότι γιατρευόμαστε ή ότι αντέχουμε στις δυσκολίες μας, αλλά δεν επιστρέφουμε με την καρδιά μας σ’  Αυτόν.  Παραμένουμε μακριά Του. Μπορεί να φωνάζουμε, αλλά δεν είμαστε έτοιμοι εν ταπεινώσει να Τον προσκυνήσουμε και να Τον αποδεχθούμε ως τον Θεό μας. Μένουμε στην πρόσκαιρη εμπειρία των αισθήσεων, χωρίς να προσθέτουμε σ’  αυτές την λογική επεξεργασία  του «Ποιος και γιατί».

       Αυτό συμβαίνει συχνά και στην εν γένει πορεία μας στην πίστη.  Μένουμε στην εμπειρία των αισθήσεων, χαιρόμαστε τη γιορτή, την παράδοση, την ομορφιά να μη είμαστε μόνοι μας, το να ακούμε τη φωνή και τον λόγο του Θεού, όμως δεν αφήνουμε τον νου μας να προσθέσει το «Ποιος και γιατί». Για να γίνει η πορεία μας ευχαριστιακή, πορεία ευγνωμοσύνης, ταπείνωσης και πίστης. Εμπιστοσύνης σ’  Αυτόν που μας περιμένει. Η ζωή της Εκκλησίας μάς προσφέρει τον ευλογημένο συνδυασμό εμπειρίας και νου, ο οποίος περνά από την κοινωνία της καρδιάς μας με τον Χριστό. Ας Τον ζήσουμε!

Κέρκυρα, 15 Ιανουαρίου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιατί ο Ιησούς, επέλεξε τον Ιορδάνη ποταμό και όχι κάπου αλλού για να Βαπτισθεί;

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιανουαρίου, 2017

Στον “Θησαυρό Δαμασκηνού” βρίσκουμε τις εξής πληροφορίες:

Στον Ιορδάνη ποταμό είχαν γίνει πολλά θαύματα και ήταν πλήρης χαρίτων, αγιασμένος και για αυτό ο Χριστός πήγε εκεί.

Ένα θαύμα είναι όταν διήλθε από αυτόν ο Ιησούς του Ναυή με την Κιβωτό την οποία την κρατούσαν οι δώδεκα ιερείς και με εντολή του Ιησού του Ναυή μπήκαν οι ιερείς με την κιβωτό. Τότε έγινε θαύμα παράδοξο: Ο Ιορδάνης εστράφη εις τα οπίσω και απέμεινε τόσο νερό, όσο ήταν αρκετό για να βραχούν οι ιερείς μόνο μέχρι τον αστράγαλο. Και έτσι έμειναν τα νερά έως ότου πέρασαν όλοι οι Εβραίοι.

Ένα άλλο θαύμα είναι όταν ο Ηλίας ο Προφήτης, πέρασε τον Ιορδάνη με τον Ελισσαίο, πάλι σαν σε στεριά, όταν ο Προφήτης Ηλίας “χτύπησε” με την μηλωτή του τον ποταμό και άνοιξε στο μέσον του δρόμος ώστε πέρασαν και οι δύο χωρίς να βραχούν. Τότε ο Ηλίας ανελήφθη στους ουρανούς (ανέβηκε με άμαξα πύρινη και με τέσσερα άλογα πύρινα, ως εις τον ουρανόν), και άφησε την μηλωτή του στον Ελισσαίο. Προσπάθησε λοιπόν με την σειρά του κατόπιν ο Ελισσαίος να “χτυπήσει” τα νερά για να περάσει πάλι πίσω και δεν έγινε τίποτα. Τότε επικαλέστηκε τον Θεό του Ηλία και αμέσως επαναλήφθηκε το θαυμαστό αυτό γεγονός

Άλλο πάλι είναι όταν ένας στρατηγός του Βασιλιά της Συρίας ο Νεεμάν είχε λέπρα και πήγε στον Προφήτη Ελισσαίο να τον θεραπεύσει. Εκείνος όμως καθόλου δεν τον συνάντησε, αλλά του διεμήνυσε να πάει να λουστεί στον Ιορδάνη ποταμό και θα γίνει καλά. Αυτός θύμωσε αρχικά, για την αντιμετώπισή του από τον Προφήτη, αλλά στο τέλος έκανε υπακοή και έγινε πράγματι εντελώς καλά.

Κάποτε πήγαν ξυλοκόποι στην όχθη του Ιορδάνου, για να κόψουν ξύλα. μεταξύ αυτών ήταν και ο Προφήτης Ελισσαίος. Εκεί, καθώς έκοβαν τα ξύλα ξεκόλλησε ο πέλεκυς από την λαβή και έπεσε το σιδερένιο μέρος του τσεκουριού στο ποτάμι μέσα. Τότε ο Προφήτης, πήρε την ξύλινη λαβή και την ακούμπησε στο χείλος του ποταμού και είπε : Δείξε θαύμα Θεέ μου. Και αμέσως ξεπήδησε το σιδερένιο μέρος από το ποτάμι και μπήκε στο μέσο της λαβής, και έγινε ως Σταυρός. Σε ένα τροπάριο του κοσμά του Μελωδού αναφέρεται αυτό το θαύμα που ήταν η προτύπωση του Αγίου Βαπτίσματος αλλά και του Τιμίου Σταυρού:
“Ο βυθώ κολπωσάμενος, τέμνουσαν ανέδωκεν Ιορδάνης ξύλω, τω Σταυρώ και το Βαπτίσματι, την τομήν της πλάνης τεκμαιρόμενος”. Ο Ιορδάνης που δέχτηκε μέσα του το σίδερο που κόβει, πάλι το έδωσε πίσω στο ξύλο του, και όπως με το τσεκούρι κόβονται τα ξύλα έτσι με τη Δύναμη του Σταυρού και του Αγίου Βαπτίσματος κόπηκε η πλάνη και η αμαρτία

Αλλά πολλά ακόμα θαύματα έγιναν, όπως ο Γεδεών ο Κριτής που τον πέρασε, Ο Ιακώβ ο υιός του Ισαάκ, ο αδελφός του Ησαύ, που και αυτός τον πέρασε με μία ράβδο, όπως λέει ο ίδιος “Εν γαρ τη ράβδω μου ταύτη διέβην τον Ιορδάνην” κ.α.

http://www.agiameteora.net/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

THE NATIVITY OF CHRIST IN ORTHODOX JAPAN. Τα Χριστούγεννα στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ιαπωνίας.РОЖДЕСТВО ХРИСТОВО В ПРАВОСЛАВНОЙ ЯПОНИИ. 日本の正教会のクリスマス.

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιανουαρίου, 2017

Рождественская служба в Ханда

The young Hieromonk Nicholas (Kasatkin), who was appointed rector of this church in place of an elderly priest, Fr. Vasily Makhov, came to Japan in the summer of 1861. In his new motherland the future missionary, following the chronology of events in the Gospel, first of all celebrated the Nativity of 1861/1862, and then, the Radiant Resurrection of Christ. Nativity church services were always particularly solemn in Japan, on a par with Paschal ones.

“After the Liturgy we served the Vespers, and after its dismissal prayer a lectern with the icon of the Nativity of Christ were placed in the middle before the ambo. We came to the middle, the choirs drew close together and sang the troparion of the feast and, ‘Today the Virgin gives birth to Him Who is above being’. At the Liturgy and then at the Vigil we used our translation in the Gospel reading for the first time. Henceforth we will always use this translation so that we can see it ourselves, hear the opinions of others, and correct what needs to be corrected,” wrote Bishop Nicholas on Christmas Eve at the cathedral of Tokyo on December 24, 1895/January 5, 1896.

On the following day the Nativity Liturgy was celebrated. “December 25, 1895/January 6, 1896 is the feast of Nativity of Christ,” writes St. Nicholas in his diary. “The Liturgy of St. Basil the Great began at 9:00. Arseny Ivasava delivered a good sermon on the peace that was brought to people by the Nativity of Christ. The choir sang well. Very many Christians gathered at the service. There were also many foreigners; they seem to have come only to listen to the chants, as they left before the sermon. After the service Fr. Paul Sato with a cross and both choirs glorified Christ in my office and sang in the lower classroom, because there was no room for them in my room where students, teachers and girls who don’t sing gathered at the same time… Having given out sweets to the choristers, I received greetings from Christian men and women, gave icons to the newly baptized (who had been baptized today before the Liturgy), distributed oranges and sweets among children of our clergy and those in minor orders… In the morning, before the Liturgy, I listened to hymns of praise: Dmitry Konstantinovich Lvovsky [choir director of Tokyo Cathedral—G.B.] with children came to greet us, and his three children chanted perfectly the troparion, ‘Thy Nativity, O Christ our God’ in two voices…”

The beauty of Nativity services at the Resurrection Cathedral of Tokyo attracted both the pagan Japanese and Christian Protestant missionaries.

“There were lots of Protestant female missionaries, most probably from America,” St. Nicholas of Japan recalled on December 24, 1896/January 5, 1897. “They waited till the very end and then besieged me upon leaving, so I had to explain them the meaning of the icon that we had venerated; next the ladies asked me to show them the baptistery, and I showed them our font for the baptism of adults and children and explained to them how we perform this Sacrament… The final words of the women missionaries’ escort were: ‘How wonderful your cathedral is!’”

Children's Christmas show in Hakodate.Children’s Christmas show in Hakodate.

On the feast of the coming of the Savior into the world all the faithful of the Japanese Orthodox Church were in a hurry to greet their archpastor. “Usual greetings of readers and subdeacons, choir members, Christians, the Sunday school, an orphanage. A tea party in the large room downstairs… There were several Russians—student Eliseyev, Mendrin, and the Todorovich family. From one o’clock there was a meeting of Sunday school students, the youth association, and other Christians in the large room upstairs. Distribution of presents to children; their speeches, singing and so on. All in all, we had a great time” (December 25, 1910/January 7, 1911).

The saintly Bishop Nicholas was always deeply touched by greetings from the youngest of the parishioners.

“The choir of little congratulators… filled the whole room: sixty kids of both sexes were festively dressed…

“‘Unfold your sheets,’ said their teacher. They did it but kept looking at me and the pictures on the walls, and not at the sheets.

“‘Now sing,’ the teacher commanded, and started himself. The kids joined in the singing and from memory, without looking at their sheets, sang the feast’s troparion so beautifully, harmoniously and melodiously that I was truly moved… I said to them from all my heart that ‘today angels must have glorified the Lord together with you’” (December 26, 1896/January 7, 1897).

Several years later the holy hierarch again mentioned the children’s Nativity greetings in his diary: “Children from the Sunday school sang so nicely that I was listening with great delight to their simple, soulful, and soft-voiced singing” (December 26, 1900/January 8, 1901).

On the feast of the Nativity, students of the Tokyo Theological Seminary would make performances based on episodes from the Gospel. The diaries of St. Nicholas of Japan contain the description of the very first such performance:

“Young people were giving their performance… It was a mystery play composed by one of our senior seminary students, Vasily Nobori, who explained to us its core: ‘Here is the Mediterranean (and he pointed at the part of the room designed for the scenes, after which all the children burst out laughing). Three persons will appear on the stage and they will personify three countries: Egypt, Greece and the Roman Empire at the time of the Birth of Christ…’ And indeed three persons came out: Cyril Mori with a band on his head, covered with something that resembled Egyptian hieroglyphs, and with a palm branch in his hand; Platon Tsukioka, draped in some odd flag of junky white linen with a large ‘Tokyo’ and other signs, with a garland of yellow flowers on his head and a flute in his hand; Nikolai Yosida with a huge bamboo in one hand (symbolizing a spear) and with something else in his other hand (symbolizing some still unexplored weapon), with a tin bucket on his head that represented a helmet, and in some impracticable soldier’s greatcoat. The first personified Egypt, the second—Greece, and the third—Rome; and then a modestly muffled figure came out, at first without being noticed, who represented the All-Holy Virgin Mary, accompanied by the figure of Joseph the Betrothed, portrayed by the bearded Paul Ogava—a catechist school student who borrowed someone’s cassock for that occasion. A small doll that represented the newly born Savior was placed on a dais in the corner next to the tree, and the modest figure (I don’t know which one of our students played the Virgin Mary) was seated beside it with St. Joseph behind. Egypt began his speech, full of disillusionment and despair; then Greece declaimed that the purpose of life was to enjoy your life…; and in conclusion Rome declared that the purpose of life was the conquest of all the peoples and of the whole world. It must be said that their speeches were very clever and pertinent—they expressed the character and worldview of the three peoples quite sharply and clearly. When they finished, the harmonious singing of ‘Glory to God in the highest’ started in the neighboring room; and shepherds, dressed in shirts, came out, one with a sheepskin on his back, and all bowed down before the Nativity of the Savior and spoke of the appearance of angels. This was followed by the star, by the Adoration of the Magi, clothed in some burnouses; ‘Joseph’ received a box of gifts from them and placed it at the ‘Virgin’s’ feet. At that moment, the three figures who represented the three states fell down. The ‘Virgin’ together with the doll and ‘Joseph’ modestly withdrew, while hordes that represented the Goths, the Vandals and others entered and walked over the Mediterranean; and amid them the three fallen figures rose and left through the very doors through which the Goths and the Huns had gone before them. The author came out and reported to us: ‘This has been played not very successfully but it was supposed to mean that Egypt, Greece and Rome revived and followed Christ’” (December 25, 1902/January 7, 1903).

On every Nativity feast, the primate of the Orthodox Church of Japan would receive greetings from each Japanese parish along with missionaries and benefactors from Russia. In the difficult period of the Russo-Japanese War, the Holy Bishop Nicholas especially remembered Nativity greetings that were sent to Tokyo by Russian prisoners of war: “Nine letters of congratulations along with various requests from prisoners of war and a telegram from Konstantin Vasilyevich Uryadov, a lieutenant-colonel in Matsuyama, on behalf of all sick people there” (December 25, 1904/January 7, 1905).

The Nativity and Paschal services were always an original landmark not only for the mission in Tokyo but also for every single Orthodox parish of Japan. Building and reconstruction of churches, and the baptism of catechumens were timed to coincide with these feasts. The main church of every deanery of Orthodox Japan gathered the faithful from neighboring and distant cities and villages. The numbers of participants of festal services were carefully recorded in parish registers. And, beyond all doubt, each Christian dreamed of attending a solemn service at the magnificent Tokyo Cathedral.

“Ioann Ootsuki, a Christian from Takashimizu, has called on me…,” Bishop Nicholas wrote on December 24, 1897/January 5, 1898. “Now the lot has fallen to him to be at the mission cathedral on the feast of Nativity of Christ, and so he has arrived (for the Christians of Takashimizu decided to send a worshipper from their community for the feast of Nativity to the church, and that is really praiseworthy).”

A Christmas play in Shirakawa, Japan, mid-twentieth century.A Christmas play in Shirakawa, Japan, mid-twentieth century.

During each Nativity service, Holy Hierarch Nicholas of Japan offered up fervent prayers for the multiplying of Orthodox Christians in the young Japanese Church.

The missionary always gladly made special mention of letters from donors and fellow-clergymen who were concerned about strengthening Orthodoxy in Japan:

“Good letters have come from Russia: Her Majesty the Empress consort donated 5,000 rubles for the church, in memory of the prisoners of war who had perished in Osaka… Father Theodore Bystrov writes that ‘Semyon Vasilyevich (a student who was here in summer) is going to read a paper on Japan to divinity students; he wants to direct their attention to the mission.’ May God’s blessing be with him!” (December 25, 1907/January 7, 1908).

St. Nicholas so much wanted the Land of the Rising Sun to receive one more missionary in whom he would find a companion and co-worker: “I prayed fervently to the Holy Apostle Paul, standing in the iconostasis in front of the choir, that he might intercede for us to obtain a new missionary in Japan. I wish the Lord would send us a new missionary through the intercessions of St. Paul, who outdid the gentiles!” (December 25, 1903/January 7, 1904). But it was only in 1908 that Japan saw such a missionary—Bishop Sergius (Tikhomirov), who served the Church of Japan until his very death in 1945.

In January 1912, St. Nicholas celebrated the Nativity of Christ in Japan for the last time.

“We served the Liturgy from 9.00: I, His Eminence Sergius and the priests. The cathedral was packed with worshippers. I had energy and a loud voice. After the Liturgy there were numerous greetings of Christians, clergy, those in minor orders and choristers. Then readers and subdeacons were invited for tea in the clubroom; the choristers who sang the troparion and kontakion were treated with sweets… Next the Sunday school’s greetings followed; again the troparion and kontakion were sung… each was given a certain number of sen [a former monetary unit in Japan equal to one hundredth of a yen—D.L.] and oranges corresponding to his age…” (December 25, 1911/January 7, 1912).

A month and a half later, on February 3/16, 1912, Archbishop Nicholas of Japan reposed in the Lord. Through the efforts of the archpastor’s successor, Metropolitan Sergius (Tikhomirov), the Orthodox Church of Japan continued Her missionary endeavor in this country, which is pagan by nature. In the 1930s, the Orthodox in Japan started celebrating the Nativity of Christ according to the Gregorian calendar, so that believers could, according to tradition, see in the New Year at services and with their families.

However, the transfer of the date did not change the feast’s meaning and spirit: Solemn services are held at the Tokyo Cathedral and at every other parish of Orthodox Japan, and frequently baptisms of children and adults are timed to coincide with the feast. Children’s Christmas shows and performances are held at parishes, and gatherings of parishioners are organized.

The Nativity celebration is especially majestic in Tokyo. The traditional Christmas show, held at the parish meeting house, called Nikolai kaikan in honor of the equal-to-the-apostles missionary, annually brings together over 100 people. These are small children, older adolescents from the Sunday school, Sunday school graduating seniors, and members of the Orthodox youth association attached to the cathedral. A show commences with prayer and a priest’s talk, followed by greeting speeches by the children themselves. Then Sunday school pupils answer questions on the Gospel stories, prepared not only by adults but also by recent Sunday school graduates. “Sacred pictures” are prepared for children and parents—this is a narrative of the Nativity of the Savior, skillfully depicted on sheets of paper. And, of course, all the little ones receive Christmas presents. Similar events are organized in every large and small parish of Japan.

Rector of the church in Sapporo Archpriest Alexis Matsudaira is helping Alexandra Yamaguti and Rebecca Sato show “holy pictures”.Rector of the church in Sapporo Archpriest Alexis Matsudaira is helping Alexandra Yamaguti and Rebecca Sato show “holy pictures”.

It is always especially interesting to hear the youngest parishioners sharing their impressions of the Nativity services and meetings. These sincere stories are published on the children’s pages of parish bulletins or in special children’s parish newsletters.

“I want as many children as possible to attend the Sunday school,” writes the five-year-old Anastasia Tanaka who gives an account of a Christmas show at the Tokyo Cathedral. “Let 100 or even 1000 of them come. I wish all of them to be healthy, and that I would always see their smiling faces.” And the words of little Martha Sato indicate the generational continuity in Orthodox Japan: “I will surely sing the songs that I learned during the Nativity play in Church to my granny, who likes singing and prayer so much.”

Another young parishioner from Tokyo, James Ooki, particularly remembered the concentration and attention of the youth who listened to the priest and followed the “holy pictures”: “May this day’s events be imprinted in their young souls, and may these seeds yield prayerful fruit in their adulthood.”

On the Nativity day, as always, the feast’s kontakion was sung in all seventy Orthodox parishes across Japan: “Today the Virgin gives birth to Him Who is above all being…” And, following the example of Holy Equal-to-the-Apostles Nicholas, adult and young believers of the Japanese Orthodox Church prayerfully entreated: “Grant, O Lord, that Japan may soon sing this joyful hymn unto Christ incarnate!” (Diary, December 24, 1896/January 5, 1897).

Galina Besstremyannaya
Translation by Dmitry Lapa

http://www.pravoslavie.ru/english/99988.htm

10 / 01 / 2017

«Христос раждается – славите, Христос с небес – срящите!» – звучали православные песнопения рождественской службы на церковнославянском языке в возведенной в 1859 году консульской церкви в Хакодатэ.Назначенный настоятелем этого храма вместо пожилого священника о. Василия Махова молодой иеромонах Николай (Касаткин) приехал в Японию летом 1861 года и поэтому на новой родине будущий миссионер, следуя хронологии евангельских событий, сначала встретил Рождество 1861/1862 года, а затем – Светлое Христово Воскресение. Рождественская служба, наравне с пасхальной, всегда была особенно торжественной в Японии.

«После литургии отслужили вечерню, по отпусте которой поставлен был аналой с иконой Рождества Христова посредине, пред амвоном, вышли мы на средину, хоры сблизились и пропели тропарь праздника и “Дева днесь”… За литургией и потом за всенощной сегодня в первый раз читалось Евангелие по нашему переводу. С этого времени всегда и будем читать его, чтобы самим видеть, каков перевод, и от других слышать суждения, и исправить, пока не закреплено печатию, что окажется требующим исправления», – пишет епископ Николай о рождественском сочельнике в Токийском кафедральном соборе 24 декабря 1895 года / 5 января 1896 года.

На следующий день была рождественская литургия. «25 декабря 1895 г. / 6 января 1896 г. Праздник Рождества Христова, – отмечает владыка Николай в своем дневнике. – С девяти часов литургия святого Василия Великого. Проповедь хорошо сказал Арсений Ивасава – о мире, принесенном людям Рождеством Христовым. Пели исправно. Народу – христиан – было очень много. Было немало и иностранцев; видимо – слушать пение, ибо от проповеди ушли. После службы о. Павел Сато с крестом и оба хора прославили у меня, пропев в нижней классной, за невозможностью поместиться в моей комнате, в которой зато собрались академисты, учительницы, непоющие девочки… Одарив певчих обычным на “кваси” (т.е. сладости. – Г.Б.), принимал потом поздравления от христиан и христианок, дал иконы новокрещенным сегодня до литургии, раздавал апельсины и на “кваси” детям наших служащих церкви… Утром, пред обедней, слушал славление: Дмитрий Константинович Львовский (регент хора Токийского собора. – Г.Б.) с детьми пришел поздравить, и трое его малюток преправильно пропели в два голоса тропарь “Рождество Твое Христе Боже наш”».

Красота рождественского богослужение в кафедральном соборе Воскресения Христова в Токио привлекала и японцев-язычников, и христианских миссионеров-протестантов. «Протестантских миссионерок, должно быть американок, было целое стадо, – вспоминает святитель Николай 24 декабря 1896 г. / 5 января 1897 года, – дождались самого конца, так что при выходе атаковали меня, и я должен был объяснять им значение иконы, к которой сегодня прикладывались, потом попросили меня показать им крещальню, и я показал им купель для возрастных и младенцев с объяснением, как у нас крестят… Последнее слово сопровождающего дам-миссионерок было: “Как прекрасен ваш собор!”».

Детская рождественская ёлка в Хакодатэ Детская рождественская ёлка в Хакодатэ

В праздник пришествия в мир Спасителя все верующие Японской Православной Церкви спешили поздравить своего архипастыря: «Обычные поздравления церковно-служащих, хоров, христиан, воскресной школы, сиротского приюта. Угощение чаем в большой комнате внизу… Было несколько русских – студент Елисеев, Мендрин, Тодоровичи всей семьей. С первого часу собрание в большой комнате наверху детей воскресной школы, общества юношей и вообще христиан. Раздача подарков детям, их речи, пение и прочее. Все было весьма мило и весело» (25 декабря 1910 г. / 7 января 1911 г.).Святитель Николай всегда был особенно тронут услышать поздравления от самых маленьких прихожан.

«Хор маленьких поздравителей… залил всю комнату: действительно, 60 малышей обоего пола, празднично одетых…

– Разверните листки, – скомандовал учитель. Развернули, но смотрят все не на них, а на меня и на картины на стенах.

– Теперь пойте, – велел учитель и начал сам. Подхватили малыши и, не смотря в свои листки, а на память, пропели тропарь праздника так чудно стройно и благозвучно, что я истинно растроган был… Я им от души сказал, что “ангелы, конечно, вместе с ними ныне славили Господа… ”» (26 декабря 1896 г. / 7 января 1897 г.).

Несколько лет спустя святитель Николай вновь отмечает в дневнике рождественское поздравление детей: «Пели дети воскресной школы и так мило, что я заслушался их простодушного, задушевного мягкоголосного пения» (26 декабря 1900 г. / 8 января 1901 г.).

Студенты Токийской духовной семинарии устраивали на Рождество представления на евангельские сюжеты. В дневниках святителя Николая сохранилось описание самого первого такого спектакля:

«У молодежи шло представление… оказалось, мистерия, сочиненная одним из старших семинаристов, Василием Нобори, который и объяснил, что будет: “Вот это (указал он нам на часть комнаты, оставшейся для сцен) Средиземное море (при чем вся молодая публика захохотала). Выйдут три человека, которые олицетворят три государства: Египет, Греция и Рим в эпоху Рождества Христова”… Действительно, вышли: Кирилл Мори с повязкой на голове, исчерченной якобы египетскими иероглифами, и с пальмовой веткой в руке, Платон Цукиока, задрапированный в какой-то случайный флаг из дрянного белого холста с большими знаками “Токио” и подобным, с венком желтых иммортелей на голове и с флейтой в руке, Николай Ёсида с огромным бамбуком в одной руке, означавшим копье, и с чем-то другим в другой руке, означавшим неисследованное еще оружие, с жестяным ведром на голове, изображавшим шлем, и в какой-то невозможной солдатской шинели. Первый изображал Египет, второй – Грецию, третий – Рим, а за ними незаметно вошла скромно укутанная фигура, изображавшая Святую Деву Марию, со своим охранителем Иосифом, которого изображал бородатый Павел Огава, ученик катихизаторской школы, у кого-то занявший для сего случая подрясник. Небольшая кукла, изображавшая новорожденного Спасителя, положена была на приготовленном в углу, у ёлки, возвышении, у которого уселась скромная фигура (которую я и не знаю, кто играл из учеников), с Иосифом позади. Египет начал свою речь, полную разочарования и отчаяния; за ним – Греция декламировала, что цель жизни – наслаждение жизнью…, в заключение Рим провозгласил, что цель жизни – завоевание всех народов и всего света. Нужно признаться, что речи были очень умные и дельные, выражавшие характер и мировоззрение трех народов довольно резко и ясно. Когда кончили, в другой комнате началось стройное пение “Слава в вышних Богу” и вышли пастыри, одетые в рубашки, один с овечьей кожей на спине, и поклонились Рождеству Спасителя, причем говорили о явлении ангелов. За ними – звезда и поклонение волхвов, одетых в теепы и какие-то бурнусы; ящик с подарками принял от них Иосиф и поставил у ног Девы. Тут три фигуры, изображавшие три государства, пали. Дева с куклой и Иосифом скромно удалились, а вошли орды, изображавшие готов, вандалов и прочих, и пошли по Средиземному морю, причем между ними три сраженные фигуры встали и удалились в те двери, куда ушли готы и гунны. Автор при сем вышел и доложил нам: “Это, мол, не совсем удачно сыграно, но должно означать, что Египет, Греция и Рим воскресли и пошли вслед Христа”» (25 декабря 1902 г. / 7 января 1903 г.).

Каждое Рождество предстоятель Японской Церкви получал поздравления и от каждого прихода Японии, и от миссионеров и жертвователей из России. В тяжелое время русско-японской войны святителю Николаю особенно запомнились рождественские приветствия, отправленные в Токио от русских военнопленных: «От военнопленных девять писем поздравлений и разных просьб и телеграмма от Константина Васильевича Урядова, подполковника из Мацуяма, от имени всех больных там» (25 декабря 1904 г. / 7 января 1905 г.).

Рождественская и пасхальная службы всегда были своеобразной вехой не только для Токийской миссии, но и для каждого из православных приходов Японии. К этим праздникам приурочивались возведения и реконструкция храмов, крещения оглашенных. В главный храм каждого из благочиний православной Японии собирались верующие из близких и удаленных городов и сел. Число участников праздничного богослужения прилежно фиксировалось в приходской метрике. И, конечно же, каждый христианин мечтал побывать на торжественной службе в величественном Токийском кафедральном соборе.

«Зашел ко мне Иоанн Ооцуки, христианин из Такасимидзу… – пишет епископ Николай 24 декабря 1897 года / 5 января 1898 года. – Ныне жребий выпал ему на праздник Рождества Христова быть в миссийском соборе, и вот он явился (ибо христиане в Такасимидзу положили ежегодно на праздник Рождества Христова отправлять от себя богомольца, на церковный счет…, что очень похвально)».

Рождественский спектакль в Сиракава. Середина XX в. Рождественский спектакль в Сиракава. Середина XX в.

Во время каждой рождественской службы святитель Николай Японский возносил особенные молитвы о приумножении православных христиан в юной Японской Церкви. Миссионер всегда с радостью отмечал письма от жертвователей и от соратников, радеющих об укреплении Православия в Японии:«Из России пришли хорошие письма: государыня императрица пожертвовала 5000 рублей на храм, в память военнопленных, умерших в Осака…Отец Феодор Быстров пишет, между прочим, что “Семен Васильевич (студент, бывший здесь летом) собирается читать духовным студентам реферат об Японии; желает возбудить в них внимание к миссии”. В добрый час!» (25 декабря 1907 г. / 7 января 1908 г.).

Святитель Николай пламенно желал, чтобы Страна восходящего солнца обрела еще одного миссионера, а сам владыка – встретил бы в нем соратника и сподвижника: «Горячо молился я стоящему в иконостасе против клироса святому апостолу Павлу, чтоб он исходатайствовал у Бога миссионера для Японии. Хоть бы одного-то послал Господь по молитвам святого апостола Павла, так побившего язычников!» (25 декабря 1903 г. / 7 января 1904 г.). Но лишь в 1908 году Япония увидела такого миссионера – им стал епископ Сергий (Тихомиров), послуживший Японской Церкви до самой смерти в 1945 году.

В январе 1912 года владыка Николай встречал последнее Рождество в Японии.

«Служили с 9 часов литургию: я, преосвященный Сергий и иереи. Собор был полон молящихся. У меня были силы и голос громкий. После литургии многочисленные поздравления христиан, церковнослужащих и певчих. Церковнослужащие приглашены на чай в клубную комнату; певчим, пропевшим тропарь и кондак, дано на “кваси”… Потом было поздравленье воскресной школы; тоже пропели тропарь и кондак… дано на “кваси”: сколько кому лет – столько сен и апельсин…» (25 декабря 1911 г. / 7 января 1912 г.).

Через полтора месяца 3/16 февраля 1912 года архиепископ Николай Японский отошел ко Господу. Стараниями преемника архипастыря, митрополита Сергия (Тихомирова), Японская Православная Церковь продолжала свою миссионерскую деятельность в языческой по духу Японии. В 1930-е годы празднование Рождества Христова стали праздновать 24 декабря по григорианскому календарю, чтобы верующие могли участвовать в традиционных встречах Нового года на службе и в кругу семьи.

Однако перенос даты не изменил сути и духа праздника: в токийском кафедральном соборе и в каждом из приходов православной Японии совершается торжественное богослужение, часто бывают крещения взрослых и детей, приуроченные к празднику. В приходах организуются рождественские ёлки и представления для детей, проходят совместные встречи прихожан.

Особенно величественно Рождество встречается в Токио. В традиционной рождественской ёлке в доме для собраний верующих, названном в честь равноапостольного миссионера Николай-кайкан, ежегодно собирается более 100 человек. Это и самые юные малыши, и чуть более взрослые слушатели воскресной школы, и старшеклассники – выпускники воскресной школы, и члены молодежного православного общества при соборе. Ёлка начинается с молитвы и беседы священника, затем следуют приветственные слова самих детей. После ученики воскресной школы отвечают на вопросы по евангельской истории, подготовленные не только взрослыми, но и недавними выпускниками воскресной школы. Для детей и родителей готовятся «священные картины» – повествование о Рождестве Спасителя, искусно изображенное на листках бумаги. И конечно же, все малыши получают рождественские подарки. Подобные ёлки бывают и в каждом из больших и маленьких приходов Японии.

Настоятель храма в Саппоро протоиерей Алексий Мацудайра помогает Александре Ямагути и Ревеке Сато показывать «священные картины»Настоятель храма в Саппоро протоиерей Алексий Мацудайра помогает Александре Ямагути и Ревеке Сато показывать «священные картины»

Особенно интересно услышать впечатления самых юных прихожан о рождественской службе и рождественских встречах. Эти искренние рассказы публикуются на детских страничках приходских вестников или в специальных детских приходских листках.«Мне очень хочется, чтобы в воскресную школу ходило как можно больше детей, – пишет пятилетняя Анастасия Танака, рассказывая о ёлке в токийском кафедральном соборе. – Пусть их будет 100 человек или даже 1000. Я желаю, чтобы все они были здоровы и я всегда бы видела их улыбающиеся лица». А слова маленькой Марфы Сато становятся свидетельством преемственности поколений в православной Японии: «Песни, которые я выучила в храме во время рождественского представления, я обязательно спою своей бабушке, так любящей пение и молитву».

Другой юный прихожанин из Токио, Иаков Ооки, особенно запомнил сосредоточенность и внимание детей, слушавших священника и следивших за «священными картинами»: «Мне хочется, чтобы события этого дня отложились в юных сердцах и чтобы при взрослении эти семена дали бы молитвенные плоды».

В Рождество 2007/2008 года во всех 70 приходах Японии, как и всегда, прозвучал праздничный кондак «Дева днесь Пресущественнаго раждает…». И вслед за равноапостольным Николаем юные и взрослые верующие Японской Православной Церкви молитвенно просили: «Дай, Господи, чтобы поскорей вся Япония воспела этот радостный гимн рождшемуся Спасителю!» (Дневник, 24 декабря 1896 г. / 5 января 1897 г.).

Галина Бесстремянная

29 декабря 2007 года

http://www.pravoslavie.ru/orthodoxchurches/41397.htm

http://orthodoxjapan.jp/

https://ierapostoli.wordpress.com/2017/01/13/the-nativity-of-christ-in-orthodox-japan/#more-16510

Κατηγορία ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η διήγηση της βάπτισης του Ιησού και η πρόσληψή της από τη λατρεία της Εκκλησίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιανουαρίου, 2017

the-baptism-of-christ-1

Μόσχος Γκουτζιούδης (Επίκ. Καθ. Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ)

Οι διαφορετικές εκδοχές

Το περιστατικό της βάπτισης του Ιησού σε όλες τις εκδοχές του (Μτ. 3:13-17//Μκ. 1:9-11//Λκ. 3:21-22//Ιω. 1:29-34) έχει προσαρμοστεί στις χριστολογικές ιδέες του κάθε ευαγγελιστή. Στο κατά Μάρκον ο Ιησούς εισάγεται για πρώτη φορά στο προσκήνιο στο 1:9 καθώς έρχεται να βαπτιστεί από τον Ιωάννη στον ποταμό Ιορδάνη. Η διήγηση είναι σύντομη και απλή χωρίς λεπτομέρειες. Είναι πράγματι παράξενο πως ένα τόσο σημαντικό γεγονός περιορίζεται μόνο σε τρεις στίχους στο κατά Μάρκον. Ο Ιησούς εδώ παρουσιάζεται χωρίς κάποιον χριστολογικό τίτλο με τον τόπο καταγωγής του μόνο να δηλώνεται στο κείμενο (ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας). Λίγο παρακάτω όμως, στο 1:11 ο Ιησούς φανερώνεται με θαυματουργικό τρόπο ως Υιός του Θεού. Τώρα λοιπόν οι αναγνώστες του ευαγγελίου πληροφορούνται ποιος πραγματικά είναι αυτός για τον οποίο ο Μάρκος θα αφηγηθεί διάφορα περιστατικά στη συνέχεια. Στο κατά Μάρκον η βάπτιση του Ιησού περιγράφεται ως μια προσωπική εμπειρία του ίδιου, ένα περιστατικό μιας ιδιωτικής στιγμής χωρίς να γίνεται λόγος για παρουσία άλλων προσώπων εκτός από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Ακόμη, στην εκδοχή του Μάρκου ο Ιησούς είναι ο μόνος που υπάρχει για να δει το άνοιγμα του ουρανού και την κάθοδο του πνεύματος σε αυτόν. Συνεπώς είναι επίσης και ο μόνος που ακούει την φωνή από τον ουρανό. Στα υπόλοιπα ευαγγέλια η σκηνή έχει δημόσιο χαρακτήρα. Ίσως αυτή η αλλαγή να οφείλεται σε απολογητικούς λόγους που ήθελαν να τονίσουν την αλήθεια των τριών υπερφυσικών γεγονότων[1] που έλαβαν χώρα κατά τη βάπτιση του Ιησού. Νομίζουμε πως η ιδιωτική ατμόσφαιρα της μάρκειας εκδοχής έχει σχέση με το μεσσιανικό μυστικό που ο ευαγγελιστής διατηρεί ως ιδιαίτερο θεολογικό χαρακτηριστικό στο ευαγγέλιό του. Συνεπώς η ιδιωτική ατμόσφαιρα της βάπτισης του Ιησού να αποτελεί δική του επεξεργασία. Οι ερευνητές σημειώνουν συχνά ότι η ιδέα του Ιησού από τη Ναζαρέτ ως Υιού του Θεού δεσπόζει στο ευαγγέλιο του Μάρκου, δικαιολογεί την εξουσία που ο ίδιος έχει σε διάφορα σημεία του ευαγγελίου και κορυφώνεται στην ομολογία του εκατόνταρχου τη στιγμή του θανάτου του Ιησού στο σταυρό (Μκ. 15:39).

Στους άλλους δύο συνοπτικούς οι αναγνώστες έχουν πληροφορηθεί τη γέννηση του Ιησού και δεν ακούν γι’ αυτόν, αλλά ούτε για θεϊκή παρέμβαση που συνδέεται με τη ζωή του πρώτη φορά. Ο Ματθαίος πριν το περιστατικό της βάπτισης διασώζει μόνο αυτός έναν διάλογο μεταξύ του Ιησού και του Ιωάννη του Βαπτιστή σύμφωνα με τον οποίο ο δεύτερος αρνείται να βαπτίσει τον πρώτο λόγω κατωτερότητας τους ίδιου (3:14-15)[2]. Προφανώς ο Ματθαίος θέλει να δικαιολογήσει γιατί ο Ιησούς ως ανώτερος δέχτηκε το βάπτισμα του Ιωάννη και έτσι φανερώνει την εύλογη απορία που εκφραζόταν στην κοινότητά του. Ο λόγος είναι για να εκπληρωθεί το σχέδιο του Θεού (Μτ. 3:15). Μετά από αυτή τη διαβεβαίωση ο Ιωάννης δέχεται να βαπτίσει τον Ιησού. Εξάλλου συχνά στο κατά Ματθαίον, όπου ο Ιησούς παρουσιάζεται ως Υιός του Θεού, εκτελεί το θέλημα του Πατέρα. Στην εκδοχή της βάπτισης του Ιησού στο κατά Ματθαίον (3:13-17) η φωνή που ακούγεται από τον ουρανό (3:17) απευθύνεται σε τρίτο πρόσωπο[3] «οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός» και όχι σε δεύτερο «σὺ εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός», όπως στο Μάρκο και τον Λουκά (στο Ιω. 1:34 έχουμε πάλι τρίτο πρόσωπο αλλά εκεί παρουσιάζεται να μιλά ο Βαπτιστής για το περιστατικό που έλαβε χώρα). Φαίνεται πως η φωνή απευθύνεται πρωτίστως στον Ιωάννη τον Βαπτιστή και ίσως στο πλήθος των παρευρισκόμενων. Ο Ματθαίος καινοτομεί έναντι του Μάρκου. Ενώ στο κατά Μάρκον το βάρος της διήγησης ρίχνεται στα γεγονότα που ακολουθούν της βάπτισης του Ιησού, στο κατά Ματθαίον θεωρείται δεδομένο ότι ο Ιησούς είναι Υιός του Θεού και επιχειρείται να εξηγηθεί γιατί χρειαζόταν αυτός να βαπτιστεί.

Στα δύο πρώτα κεφάλαια του ευαγγελίου του Λουκά οι διηγήσεις τις παιδικής ηλικίας του Ιωάννη του Βαπτιστή και του Ιησού διαδέχονται η μία την άλλη. Ο Ιησούς έχει ήδη στο Λκ. 1:32 ονομαστεί «υἱὸς ὑψίστου» και παρουσιαστεί ως μεσσίας και επομένως οι αναγνώστες του δεν εκπλήσσονται με την ανακοίνωση ότι είναι ο αγαπητός γιος του Θεού κατά τη βάπτισή του. Στο τέλος του γενεαλογικού καταλόγου που ακολουθεί μετά τη βάπτιση στο κατά Λουκάν ο Ιησούς είναι γιος του Θεού (Λκ. 3:38). Μετά τη βάπτιση ο Ιωάννης εξαφανίζεται από το προσκήνιο και ο Ιησούς είναι πλέον το κεντρικό πρόσωπο του ευαγγελίου. Ο Λουκάς διατηρεί μια καινοτομία. Στο 3:20 μας πληροφορεί ότι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής έχει συλληφθεί και αμέσως μετά ακολουθεί η αφήγηση της βάπτισης του Ιησού. Ίσως η πληροφορία αυτή λειτουργεί προς όφελος των μελών της Εκκλησίας του Λουκά, αφού ο ευαγγελιστής περνά γρήγορα το γεγονός της βάπτισης του Ιησού χωρίς ν’ αναφέρει το όνομα του Βαπτιστή. Ιωάννης και Ιησούς δεν συναντώνται ποτέ στο κατά Λουκάν, αν και η συνάντησή τους έγινε κατά τη βάπτιση του δεύτερου, όπως προκύπτει από το κείμενο. Προκειμένου να φανεί το φαινομενικά παράδοξο αυτό γεγονός, ας σημειωθεί εδώ ότι ο τρίτος ευαγγελιστής είναι εκείνος που τονίζει περισσότερο από τους υπόλοιπους το ρόλο του Ιωάννη ως προδρόμου του Ιησού. Επίσης ο Λουκάς είναι ο μόνος από τους συνοπτικούς που δεν σημειώνει ότι ο Ιησούς έρχεται από τη Γαλιλαία.

Ο Λουκάς δεν δίνει βαρύτητα στην ίδια την πράξη της βάπτισης αλλά στην κάθοδο του πνεύματος και στην ουράνια διακήρυξη. Αν ήθελε ο ευαγγελιστής να συνδέσει το βάπτισμα με την κάθοδο του πνεύματος, σωστά παρατηρεί ο Dunn, θα είχε στο κείμενο βαπτιζομένου και όχι βαπτισθέντος. Ο Λουκάς μας παρέχει ακόμη μια πληροφορία. Η κάθοδος του πνεύματος γίνεται καθώς ο Ιησούς προσεύχεται[4] αμέσως μετά τη βάπτισή του (Λκ. 3:21). Κανένας άλλος ευαγγελιστής δεν κάνει αναφορά σε προσευχή του Ιησού και επιπλέον ο Λουκάς διευκρινίζει στο 3:22 ότι το πνεύμα εμφανίστηκε με τη σωματική μορφή ενός περιστεριού. Η κάθοδος του πνεύματος στο κατά Λουκάν συνδέεται επομένως με την προσευχή του Ιησού και όχι με τη βάπτισή του. Η προσθήκη της φράσης «σωματικῷ εἴδει» δεν υπάρχει σε καμία από τις υπόλοιπες εκδοχές της διήγησης. Στην εκδοχή του Λουκά η βάπτιση γίνεται μπροστά σε αρκετούς παρευρισκόμενους (3:21) που είχαν νωρίτερα βαπτιστεί. Ασφαλώς η έκφραση «ἅπαντα τὸν λαὸν» είναι υπερβολή, αφού στο Λκ. 7:30 λέγεται πως δεν ανταποκρίνονταν όλοι οι Ιουδαίοι στο βάπτισμα του Ιωάννη. Η αναφορά στην κάθοδο του πνεύματος επίσης είναι πιο συγκεκριμένη (3:22) από ότι στους άλλους δύο συνοπτικούς και επιπλέον η φωνή που ακούγεται παραθέτει μεγαλύτερο μέρος του Ψλ. 2:7. Στο κατά Λουκάν ο Ιησούς βαπτίζεται στον Ιορδάνη επειδή ο Θεός το ήθελε. Η ιδέα είναι πολύ κοντά στην αντίστοιχη εξήγηση του Ματθαίου. Η αλλαγή όμως σε τρίτο ενικό (οὗτός ἐστιν) στο κατά Ματθαίον χαλαρώνει τη σύνδεση με το Ψλ. 2:7. Ο Λουκάς περιέχει επίσης στο Πραξ. 10:38 μια σύντομη αναφορά στη βάπτιση του Ιησού σε μια ομιλία του Πέτρου και εκεί όμως τονίζει ξεκάθαρα την χρίση του πνεύματος και όχι την ίδια τη βάπτιση. Αναγνωρίζει ωστόσο τη μεγάλη σημασία του συγκεκριμένου γεγονότος.

Στο κατά Ιωάννην από την άλλη, δεν λέγεται ρητά ότι ο Ιησούς βαπτίστηκε από τον Ιωάννη τον Βαπτιστή αλλά κάτι τέτοιο υπονοείται στο 1:32-34. Ο τέταρτος ευαγγελιστής δεν περιγράφει το γεγονός της βάπτισης του Ιησού. Ο Βαπτιστής λειτουργεί εδώ ως μάρτυρας της καθόδου του πνεύματος στον Ιησού κατά την βάπτισή του. Ο Ιωάννης βρήκε τον εξυπνότερο τρόπο να αποφύγει τυχόν παρανοήσεις σχετικά με τα πρόσωπα και το ρόλο των δύο πρωταγωνιστών της βάπτισης. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ο τέταρτος ευαγγελιστής δεν θα έπρεπε να δώσει αφορμή σε μαθητές του Ιωάννη που υπήρχαν κατά την εποχή του να προκαλέσουν ζήτημα ανωτερότητας του Βαπτιστή και πιθανώς της δικής τους θρησκευτικής ομάδας. Αποκρύπτει έτσι την ίδια τη βάπτιση του Ιησού, ενώ όμως διατηρεί τη θεοφάνεια που συνέβη αμέσως μετά. Οι ομοιότητες με τη συνοπτική παράδοση είναι προφανείς, αλλά εδώ ο δημόσιος χαρακτήρας του γεγονότος είναι πιο έκδηλος. Ο τέταρτος ευαγγελιστής επιθυμεί να δείξει ότι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής ήταν υποδεέστερος του Ιησού. Για το λόγο αυτό, όπως σημειώνει ο Βασιλειάδης, αποσύρει όσο είναι δυνατό από το προσκήνιο τη βαπτιστική ιδιότητα του Ιωάννη. Στο τέταρτο ευαγγέλιο επίσης, ο Ιωάννης δεν αποκαλείται πουθενά Βαπτιστής. O ευαγγελιστής Ιωάννης έχει ακόμη δύο καινοτομίες. Σε αντίθεση με το Μάρκο παρουσιάζει τη θεοφάνεια στο 1:33-34 να είχε αποδέκτη τον Βαπτιστή και όχι τον Ιησού. Επιπλέον, ο τέταρτος ευαγγελιστής δεν καταγράφει τα λόγια της φωνής αλλά ξεκαθαρίζει ότι ο Βαπτιστής είδε το πνεύμα να κατεβαίνει στον Ιησού σαν περιστέρι (1:32-33).

Οι πηγές

Σε αντίθεση με τις διηγήσεις της παιδικής ηλικίας, εδώ έχουμε ένα περιστατικό από το βίο του ιστορικού Ιησού που δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε. Αυτό σηματοδοτεί την έναρξη της δημόσιας δράσης του Ιησού και η ιστορικότητά του επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι δύσκολα θα είχε επινοηθεί από την πρώτη εκκλησία[5]. Ο λόγος είναι πως οι πρώτοι χριστιανοί δεν θα παρουσίαζαν ποτέ τον αρχηγό της πίστης τους να βαπτίζεται από τον Ιωάννη, ο οποίος επιτελούσε «βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (Mκ. 1:4). Μια τέτοια ενέργεια θα φαινόταν αδικαιολόγητη, καθώς ο ανώτερος δεν θα είχε κανένα λόγο να βαπτιστεί από κάποιον κατώτερο.

Από την άλλη, δεν λείπουν και σε αυτήν την περίπτωση φωνές που αμφισβητούν την ιστορικότητα του περιστατικού. Ως προς το φιλολογικό είδος η διήγησή μας μοιάζει με βιογραφικό μύθο, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο αν έχουμε να κάνουμε με μία επιφάνεια ή θεοφάνεια, με μια αποκαλυπτική σκηνή, μια μορφή ανακήρυξης ή ένα όραμα κλήσης[6].

To Mκ. 1:9-11 προέρχεται από την προφορική παράδοση της κοινότητας του Μάρκου και δεν αποτελεί δική του σύνθεση. Ωστόσο σε κάποια σημεία της περικοπής, όπως στο 1:9, διακρίνεται το συντακτικό χέρι του ευαγγελιστή. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν το Μκ. 1:9-11 συνδεόταν με το Μκ. 1:1-8 πριν τη σύνταξη του ευαγγελίου ή αν ο Μάρκος συνένωσε δύο διαφορετικές παραδόσεις. Οι διαφορετικές εκδοχές στους άλλους δύο συνοπτικούς οφείλονται στην προσωπική τους επεξεργασία και δεν αντλούν τη διήγηση από την Πηγή των Λογίων (Q) στην οποία η βάπτιση του Ιησού απουσιάζει. Η Πηγή των Λογίων, αν και περιέχει το κήρυγμα του Ιωάννη του Βαπτιστή, δεν πρέπει να περιείχε τη βάπτιση του Ιησού στον Ιορδάνη. Η συμφωνία μεταξύ Ματθαίου και Λουκά είναι πολύ μικρή για να υποθέσουμε κάποια άλλη πηγή εκτός του κατά Μάρκον. Ο Ιωάννης αντίθετα, κάνει τη δική του επιλογή χωρίς να γνωρίζουμε την πηγή του, εφόσον παραλείπει τη σκηνή της βάπτισης και καταγράφει μόνο την κάθοδο του πνεύματος στον Ιησού. Είναι επίσης από τα ελάχιστα περιστατικά του βίου του Ιησού που ο τέταρτος ευαγγελιστής έχει σε συμφωνία με τους συνοπτικούς.

Η συνάφεια των κειμένων

Ο Μάρκος αρχίζει το ευαγγέλιό του με το κήρυγμα του Ιωάννη του Βαπτιστή (1:1-8) και αμέσως μετά αφηγείται τη βάπτιση του Ιησού (1:9-11). Στην πρώτη ενότητα οι αναγνώστες πληροφορούνται την προφητεία ότι αναμένεται κάποιος σημαντικότερος από τον Βαπτιστή που θα βαπτίζει ἐν πνεύματι ἁγίῳ. Η σκηνή της βάπτισης του Ιησού στον Ιορδάνη περιγράφεται λακωνικότατα. Στην ουσία μόνο το Μκ. 1:9 αναφέρεται στο γεγονός της βάπτισης και τα Μκ. 1:10-11 σε όσα ακολούθησαν αυτής. Σε αυτό το επίσης σύντομο δεύτερο μέρος δίνεται μεγαλύτερη θεολογική σημασία. Περίεργη φαίνεται η επιλογή του Λουκά να τοποθετήσει αμέσως μετά τη βάπτιση του Ιησού, το γενεαλογικό του κατάλογο (3:23-38) και όχι, όπως οι άλλοι δύο συνοπτικοί, τη διήγηση των πειρασμών. Σίγουρα η επιλογή δεν είναι τυχαία.

Ιστορία της πρόσληψης και της επιδράσεως του κειμένου

Στη λατρεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας καθορίστηκε η περικοπή Μτ. 3:13-17 να αποτελεί το ευαγγελικό ανάγνωσμα της γιορτής των Θεοφανείων και το Ιω 1:29-34 της 7ηςΙανουαρίου. Η ίδια η γιορτή τοποθετήθηκε στο χριστιανικό εορτολόγιο ως ανάμνηση της βάπτισης του Χριστού και την αμέσως επομένη καθιερώθηκε να γιορτάζεται η μνήμη του Ιωάννη του Πρόδρομου. Για πρώτη φορά μαθαίνουμε από τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα πως οι Γνωστικοί του Βασιλείδη γιόρταζαν τη βάπτιση του Ιησού στην Αλεξάνδρεια στις 6 Ιανουαρίου[7]. Πριν προχωρήσουμε θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε πως η μοναδικότητα του βαπτίσματος του Ιησού στον Ιορδάνη είναι τέτοια ώστε πουθενά στην Κ.Δ. δεν απαντά μια παραίνεση για μίμησή του από τους χριστιανούς. Εισερχόμενοι τώρα στα λατρευτικά δρώμενα της Εκκλησίας η θεολογία του απ. Παύλου είναι εκείνη που συνέβαλε στη θεολογική κατοχύρωση του βαπτίσματος των πιστών.  Ο Παύλος είναι ο πρώτος που κατανοεί το βάπτισμα ως μία τελετή στην οποία ενεργοποιούνταν τελετουργικά ο θάνατος και η ανάσταση του Χριστού (Ρωμ. 6:3-11). Η παλιά ζωή του πιστού συνδεόταν με το θάνατο και η νέα με την ανάσταση. Το βάπτισμα πρόσφερε έτσι μια νέα γέννηση (Ιω. 3:5.Tιτ. 3:5. Ιουστίνου, Α΄ Aπολογία 61.3. Πράξεις Θωμά 132) και τη δωρεά του Πνεύματος. Η χριστιανική κοινότητα θεωρούσε ότι το βάπτισμα συστήθηκε από τον Ιησού λίγο πριν τη ανάληψή του (Μκ. 16:16//Μτ. 28:19), με την εντολή να γίνεται στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Οι λειτουργιολόγοι επίσης θεωρούν ότι ακριβώς στο παραπάνω περιστατικό θεμελιώνεται το μυστήριο του βαπτίσματος[8]. Η διήγηση της βάπτισης του Ιησού στον Ιορδάνη έχει τη δική της συμβολή στο βάπτισμα των χριστιανών και δεν περιορίστηκε μόνο σε αυτό, καθώς σε αυτή θεμελιώνονται και οι ακολουθίες του μικρού και του μεγάλου αγιασμού και φυσικά η γιορτή των Θεοφανείων.

Η βάπτιση του Ιησού και το βάπτισμα των χριστιανών

Στη βάπτιση του Ιησού φανερώνονται τρία βασικά θεολογικά στοιχεία. Η ίδια η πράξη του βαπτίσματος, δηλαδή η κατάδυση στο νερό, η δωρεά του πνεύματος και η διακήρυξη της υιότητας. Πολύ νωρίς οι πρώτοι χριστιανοί, όπως μαρτυρούν οι επιστολές του απ. Παύλου που κάνουν λόγο για το βάπτισμα των πιστών (Γαλ. 4:4-7 και Ρωμ. 8:3-4, 14-17) αλλά και οι Πράξεις (2:38) δείχνουν ότι κατά την τελετουργία των βαπτιζομένων η ιδέα της υιότητας των πιστών συνδεόταν με τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Όλα τα παραπάνω δεδομένα οδήγησαν αρκετούς ερευνητές να θεωρήσουν ότι στο Μκ. 1:9-11 ίσως απηχείται το τελετουργικό της βάπτισης των χριστιανών. Μάλιστα ο Bultmann θεώρησε πως η διήγηση της βάπτισης του Ιησού είναι μυθική και επινοήθηκε από την Εκκλησία για να αποτελέσει κατόπιν πρότυπο για το βάπτισμα των μελών της[9]. Το παράδοξο είναι ότι αν και η θέση του Bultmann δεν ακολουθήθηκε από τη σύγχρονη έρευνα, στην ιστορία της Εκκλησίας η θεώρηση της βάπτισης του Ιησού ως αιτία της θεολογικής θεμελίωσης του χριστιανικού βαπτίσματος επικρατεί μέχρι σήμερα χωρίς καμία αμφιβολία.

Στην Κ.Δ. δεν έχουμε καμία ένδειξη ότι η βάπτιση του Ιησού αποτέλεσε το πρότυπο για το βάπτισμα των χριστιανών. Η βάπτιση του Ιησού είναι μοναδική σε όλα της. Οι συγγραφείς των βιβλίων της Κ.Δ δεν αναφέρουν, ούτε υπαινίσσονται πουθενά ότι η βάπτιση των χριστιανών είναι όπως ακριβώς η δική του. Ακόμη και η δωρεά του πνεύματος δεν κατανοείται με τον ίδιο τρόπο. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η βάπτιση του Ιησού συνέβαλλε στην καθιέρωση της βάπτισης των πρώτων μελών της Εκκλησίας αλλά δεν αποτελούσε κατά τα πρώτα χρόνια το πρότυπο της βασικής αυτής λατρευτικής πράξης.

Η σύνδεση με τον θάνατο του Ιησού

231Η σημασία της βάπτισης του Ιησού για τον αρχέγονο χριστιανισμό ήταν θεμελιώδης και για το βάπτισμα των χριστιανών. Κάποια στιγμή αυτή αποτέλεσε το πρότυπο του δεύτερου. Βασική ιδέα σε αυτήν την εξέλιξη αποτέλεσε η σύνδεση που ήθελε τη βάπτιση του Ιησού στον Ιορδάνη να αποτελεί προτύπωση του θανάτου και της ανάστασής του. Σύμφωνα με τη βαπτισματική θεολογία το βάπτισμα των χριστιανών σημαίνει συμμετοχή στον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού. Άλλωστε η τριπλή κατάδυση των βαπτιζομένων συνδέεται και με την τριήμερη παραμονή του Ιησού στον τάφο. Έτσι συχνά σε όλες τις εποχές της ιστορίας της Εκκλησίας έγινε μια σύνδεση της παύλειας βαπτισματικής θεολογίας με τη βάπτιση του Ιησού. Ακόμη και η φωνή που ακούγεται από τον ουρανό θεωρήθηκε ότι αποτελεί προάγγελο της ανάστασης[10].

Η ανατολική Εκκλησία, όπως σωστά παρατηρεί ο πρώην Πάπας Βενέδικτος στο βιβλίο του: Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, εξέφρασε αυτή την κατανόηση της βάπτισης του Ιησού μέσα από τις ακολουθίες της εορτής των θεοφανείων αλλά και τη θεολογία της εικόνας της βάπτισης[11]. Μετά την Κυριακή του Πάσχα στην Ανατολή, η ημέρα των θεοφανείων ήταν η μέρα που συνήθιζαν να βαπτίζονται τα νέα μέλη της Εκκλησίας. Όπως σημειώνει ο Σκαλτσής στην παννυχίδα της συγκεκριμένης γιορτής, αμέσως μετά την ακολουθία του όρθρου προσέρχονταν ομαδικά στο βάπτισμα οι κατηχούμενοι[12]. Τα λόγια του Ιησού στο Μτ. 3:15 συνδέθηκαν με εκείνα που ειπώθηκαν στη Γεθσημανή σύμφωνα με το Μτ. 26:39. Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαβλέπει μια συνάρτηση μεταξύ του περιεχομένου της εορτής των Θεοφανείων και του Πάσχα. Επιπλέον, τα λειτουργικά άσματα από την 3η-5ηΙανουαρίου αντιστοιχούν σε εκείνα του χρονικού διαστήματος από τη Μεγάλη Τετάρτη μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Το ίδιο συμβαίνει και με την τέχνη. Νωρίς οι καλλιτέχνες άρχισαν να παριστάνουν το νερό του ποταμού ως υγρό τάφο του Ιησού και την κατάδυσή του ως την κάθοδό του στον Άδη. Οι ερμηνείες του Κυρίλλου Ιεροσολύμων[13] και του Ιωάννη του Χρυσοστόμου[14] συνέβαλλαν και σε αυτήν την πτυχή της λατρευτικής έκφρασης της Εκκλησίας. Ξεχωριστοί χώροι για βαπτισμούς, τα γνωστά Βαπτιστήρια εμφανίστηκαν κατά τον 4ο αι. Νωρίτερα το βάπτισμα τελούνταν σε οποιοδήποτε χώρο, όπως μας πληροφορεί ο Ιουστίνος, αρκεί να υπήρχε νερό[15]. Κατά την τελετουργία του βαπτίσματος στα Βαπτιστήρια οι φωτιζόμενοι προσέρχονταν στη σταυρόσχημη ή κυκλική δεξαμενή, η οποία πλημμύριζε με τρεχούμενο νερό μέσω ενός υπόγειου σωλήνα. Η επίδραση του Ιορδάνη ποταμού είναι προφανής. Μάλιστα ο Κύριλλος παρομοιάζει την παραπάνω στιγμή του βαπτίσματος των πιστών με την εναπόθεση του σώματος του Χριστού στο μνήμα[16]. Αρκετά Βαπτιστήρια είναι επίσης οκταγωνικά. Το σχήμα τους μπορεί να προέρχεται από τις ρωμαϊκές θέρμες αλλά στο χριστιανισμό αποκτούν μια συμβολική σημασία. Ο αριθμός οκτώ συμβολίζει την όγδοη ημέρα, την ανάσταση[17]. Με αυτόν τον τρόπο η βάπτιση του Ιησού εντός της λατρείας παρουσιάζεται ως συμπύκνωση ολόκληρης της ιστορίας της Θείας Οικονομίας.

Προτείνω εδώ να δούμε τη θεολογική σύνδεση της βάπτισης και του θανάτου του Ιησού, όπως διακηρύσσεται στη λατρεία μέσα από μια εικόνα. Σε κάποιες σκηνές της ανάστασης ο Χριστός αντί για λάβαρο κρατά ένα χειρόγραφο που δεν είναι άλλο από το χρεόγραφο του Κολ. 2:14. Έτσι οι καλλιτέχνες δήλωναν την αρπαγή αυτού του χρεόγραφου κατά τη στιγμή που ο Κύριος εγείρεται από το βασίλειο των νεκρών. Σε ένα γεωργιανό εικονογραφημένο χειρόγραφο απεικονίζεται μια ιδιαίτερη σκηνή της βάπτισης του Ιησού στον Ιορδάνη. Ο Βαπτιστής, ενώ βρίσκεται μέσα στο νερό, πατά ένα οφιόμορφο τέρας, που πιθανότατα είναι ο διάβολος, το οποίο κρατά στο στόμα του αυτό το χρεόγραφο. Με τον τρόπο αυτό δεν μας δίνεται μόνο μια γεύση για όσα θα ακολουθήσουν αλλά η επίδραση της λατρευτικής πρακτικής της Εκκλησίας είναι εμφανέστατη. Ο Κύριλλος Ιεροσολύμων σε μία από τις κατηχήσεις του κάνει λόγο για κάθοδο του Ιησού με τη βάπτισή του στα νερά του θανάτου όπου κατοικεί ο δράκος της θάλασσας και τη συντριβή του[18]. Κατά την ακολουθία του βαπτίσματος ο ιερέας διαβάζει στην ευχή του καθαγιασμού του ύδατος, η οποία περιέχεται και στην ακολουθία του μεγάλου αγιασμού την εξής φράση «Σὺ καὶ τὰ Ἰορδάνια ῥεῖθρα ἡγίασας, οὐρανόθεν καταπέμψας τὸ Πανάγιον σοῦ Πνεῦμα, καὶ τάς κεφαλὰς τῶν ἐκεῖσε ἐμφωλευόντων συνέτριψας δρακόντων…». Σύμφωνα με τους λειτουργιολόγους[19] ο ιερέας εκείνη τη στιγμή μιμείται τον Χριστό που συνέτριψε με τη βάπτισή του τα κεφάλια των δρακόντων στα νερά του Ιορδάνη.

Η σημασία του ποταμού Ιορδάνη για τον χριστιανικό κόσμο

Πολύ νωρίς ο ποταμός Ιορδάνης άρχισε να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ευσέβεια των χριστιανών. Ήταν ο ποταμός που βαπτίστηκε ο Κύριος. Αφού είχε ήδη συνδεθεί το βάπτισμα των πιστών με εκείνο του Χριστού, τα υπόλοιπα εξελίχθηκαν ως φυσικό επακόλουθο. Ενώ λοιπόν στα ευαγγέλια η ακριβής τοποθεσία του Βαπτιστή δεν προσδιορίζεται παρά μόνο γενικά στο Ιω. 1:28 με τη φράση «ἐν Βηθανίᾳ ἐγένετο πέραν τοῦ Ἰορδάνου», ακόμη γενικότερα στο 10:40 και διαφορετικά στο 3:23 «ἐν Αἰνὼν ἐγγὺς τοῦ Σαλείμ», οι χριστιανοί κατά τα βυζαντινά χρόνια συνήθιζαν να επισκέπτονται μια περιοχή λίγα χιλιόμετρα βορείως της Νεκράς Θάλασσας στην ανατολική όχθη του Ιορδάνη. Εξαιτίας της αδυναμίας εντοπισμού της Βηθανίας ο Ευσέβιος ακολουθώντας το υπόμνημα του Ωριγένη στο κατά Ιωάννην προσδιόρισε την περιοχή στη δυτική όχθη[20], θεωρώντας πως πρόκειται για τη Βηθαβαρά[21], όπου στις μέρες του βαπτίζονταν πιστοί. Στο ψηφιδωτό χάρτη της Μάδαβα που ανάγεται στον 6ο αι. μ.Χ. η Βηθαβαρά σημειώνεται εσφαλμένα στη δυτική όχθη του Ιορδάνη[22]. Ο Ιησούς ερχόμενος από τη Γαλιλαία, όπως διευκρινίζεται στις εκδοχές του Μάρκου και του Ματθαίου, για να αποφύγει τη Σαμάρεια θα διέσχισε πιθανόν τον Ιορδάνη και θα βρέθηκε στην ανατολική του όχθη.

Ο Ευσέβιος αναφέρει ακόμη πως η μητέρα του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, η αγία Ελένη, επισκέφτηκε ένα σπήλαιο όπου πιστευόταν ότι έζησε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής και έκτισε ένα ναό προς τιμήν του. Αργότερα οι προσκυνητές επιβεβαιώνουν την παρουσία ενός ναού στην περιοχή αυτή. Η χριστιανική παράδοση συνέδεσε επίσης τη βάπτιση του Ιησού με μια άλλη αποφασιστική στιγμή της ιστορίας του Ισραήλ, τη διάβαση του Ιορδάνη από τον Ιησού του Ναυή και τους Ισραηλίτες. Ο συμβολισμός είναι ξεκάθαρος και αξιοποιήθηκε στη λατρεία. Εκτός από το ίδιο όνομα του λυτρωτή μετά την έξοδο από τα νερά του ποταμού αρχίζει η σωτηρία. Η συγκεκριμένη περιοχή στη λαϊκή ευσέβεια ταυτίστηκε επίσης με την τοποθεσία όπου ο προφήτης Ηλίας αναλήφθηκε στον ουρανό. Κάποια σύνδεση του Βαπτιστή με τον Ηλία θα έπαιξε σίγουρα ρόλο. Η υπερβολή δεν σταμάτησε εδώ, αφού μία παράδοση θέλει τον χώρο όπου οικοδομήθηκε ο εν λόγω ναός να αποτελεί το σημείο, όπου ο Ιησούς άφησε τα ρούχα του για να βαπτιστεί. Σε όλους αυτούς τους χώρους οι πιστοί κατά το προσκυνηματικό τους ταξίδι στους Αγίους Τόπους συνέρρεαν σε μεγάλους αριθμούς και μάλιστα για να βαπτιστούν και οι ίδιοι. Οι προσκυνητές επίσης συνήθιζαν να μεταφέρουν πίσω στις οικίες τους φλασκιά (ampullae) με νερό από τον Ιορδάνη ως ευλογία. Όλα τα παραπάνω φανερώνουν τη σημασία που αυτός απέκτησε στη χριστιανική ευσέβεια.

Κατά τον 20ο αι. άρχισαν ανασκαφές στην περιοχή και ανακαλύφθηκαν ερείπια από τη ρωμαϊκή περίοδο και ένα βυζαντινό μοναστήρι (Tell el-Kharrar). Από την εποχή του Ιησού ανακαλύφθηκαν λίθινες υδρίες, οι χαρακτηριστικές ιουδαϊκές που χρησιμοποιούνταν κυρίως για καθαρμούς μέχρι το 70 μ.Χ. Δεξαμενές με σκαλιά (τύπου κολυμβήθρων και όχι μικβότ) ήρθαν επίσης στο φως, γεγονός που αποδεικνύει τη χρήση τους για τελετουργικούς βαπτισμούς. Κάτω από το ναό της αγίας Ελένης υπήρχε ένα διάδρομος με 22 σκαλοπάτια που οδηγούσε κάτω από το επίπεδο του ποταμού. Αυτό έκανε τους ειδικούς να προτείνουν πως οι πιστοί έρχονταν και βαπτίζονταν σε αυτόν τον χώρο που πλημμύριζε από τα νερά του Ιορδάνη. Ασφαλώς το βάπτισμα στα νερά του ποταμού που βαπτίστηκε ο Κύριος ήταν σίγουρα κατ’ αυτούς πολύ διαφορετικό με την πνευματική φυσικά έννοια από οποιοδήποτε άλλο βάπτισμα.

bsba310304011lΤο 2004 εμφανίστηκε στο προσκήνιο ακόμη μία πρόταση που συνέδεσε μια αρχαιολογική ανακάλυψη με τον Βαπτιστή και το έργο του. Ένα σπήλαιο που είχε ανακαλυφθεί το 1999 στη Σούμπα, δυτικά της Ιερουσαλήμ και πολύ κοντά στην περιοχή της καταγωγής του Ιωάννη του Βαπτιστή που θεωρούνταν η Βηθαβαρά[23], είχε στο εσωτερικό του ειδικά διαμορφωμένο χώρο για να λειτουργεί ως τελετουργικό λουτρό (μικβέ). Το σπήλαιο βρίσκεται κοντά στην πρώτη περιοχή στην οποία αναφερθήκαμε νωρίτερα. Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι η χρήση του πρέπει να άρχισε τον 6ο αι. π.Χ. για κάποιους τελετουργικούς σκοπούς[24]. Ένας ειδικά διαμορφωμένος βράχος μαρτυρεί μια άγνωστη τελετουργία που αφορούσε χρίση με έλαιο του δεξιού ποδιού[25] και μάλιστα κατά τα τέλη του 1ου αι. π.Χ. μέχρι τις αρχές του 1ου αι. μ.Χ. Η κεραμική που ανακαλύφθηκε όμως εντός του, δείχνει εκτεταμένη χρήση κατά τους χριστιανικούς χρόνους. Ιδιαίτερη σημασία έχουν βραχογραφίες που ανακαλύφθηκαν στα τοιχώματα του σπηλαίου πάνω από τη δεξαμενή. Σε αυτές παριστάνονται χριστιανικοί σταυροί και μια μορφή που εξαιτίας της αμφίεσης προτάθηκε ότι είναι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής[26]. Πιθανότατα αυτές χαράχθηκαν από μοναχούς της βυζαντινής περιόδου οι οποίοι διατηρούσαν κάποια παράδοση ότι εδώ βάπτιζε ο Ιωάννης ή οι μαθητές του κάποιους που αργότερα έγιναν μέλη της Εκκλησίας. Ασφαλώς πρόκειται για υπόθεση, η οποία δείχνει όμως κάτι που έχει ενδιαφέρον. Κάποιοι μοναχοί διατηρούσαν στη μνήμη τους ένα συγκεκριμένο σπήλαιο σε σύνδεση με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και επέλεξαν να συνεχίσουν τη συγκεκριμένη παράδοση στην περιοχή της Βηθαβαρά.

Σήμερα υπάρχουν διάφορα παρεκκλήσια και στις δύο όχθες του Ιορδάνη που σηματοδοτούν πιθανές περιοχές όπου πιστεύεται ότι μπορεί να έδρασε ο Ιωάννης. Με το πέρασμα του χρόνου η ροή του ποταμού άλλαζε πορεία αναγκάζοντας τους πιστούς να ακολουθούν την κατεύθυνση του Ιορδάνη και να οικοδομούν ναούς ή μονές σε σύνδεση με τον Βαπτιστή[27] και το βίο του, αφού το νερό του ποταμού είχε καθιερωθεί πολύτιμο για τη θρησκευτική τους ευσέβεια.
45da423dfa4454c5c0be5adb67a54c02

Η βάπτιση του Ιησού στην χριστιανική τέχνη των πρώτων αιώνων  

Οι αρχαιολόγοι συχνά υποστηρίζουν ότι κατά τη διάρκεια του 3ου και του 4ου αι. μ.Χ. μία από τις πλέον δημοφιλείς βιβλικές σκηνές ήταν η βάπτιση του Ιησού[28]. Στην κατακόμβη του Αγίου Καλλίστου μάλιστα απαντά το αρχαιότερο δείγμα της σκηνής της βάπτισης του Ιησού. Στη συγκεκριμένη κατακόμβη έχουμε τρία δείγματα[29]. Παρόμοια δείγματα υπάρχουν επίσης στις κατακόμβες της Δομιτίλλας και του Πέτρου και Μαρκελλίνου[30]. Σε όλες αυτές τις σκηνές εικονίζονται ο Ιησούς και ο Ιωάννης ο Βαπτιστής και σε αρκετές υπάρχει και το περιστέρι. Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι ο Ιησούς εικονίζεται μικρότερος σε μέγεθος από τον Ιωάννη και φυσικά σε νεαρότερη ηλικία. Με εξαίρεση μία σκηνή από την κατακόμβη του Αγίου Καλλίστου, όπου ο Ιησούς είναι ντυμένος, στις άλλες είναι εντελώς γυμνός. Οι αρχαιολόγοι βεβαιώνουν πως πρόκειται για τη βάπτιση του Ιησού και όχι για σκηνή βάπτισης κάποιου πιστού. Αυτή η σκηνή επαναλαμβάνεται αργότερα πολύ συχνά και η δημοτικότητά της δεν οφείλεται σε κάποια προηγούμενη εκδοχή της σκηνής από τους εθνικούς, όπως για παράδειγμα η μορφή του Ορφέα που αργότερα εκχριστιανίστηκε και τα στοιχεία της αποδόθηκαν στον Χριστό. Η γυμνότητα του Ιησού ακόμη και η διαφορά στο σωματικό μέγεθος των δύο αντρών θα μπορούσε να φανερώνει τη σύνδεση με το χριστιανικό βάπτισμα. H παιδική εμφάνιση του Ιησού έρχεται σε αντίθεση με τις ευαγγελικές διηγήσεις σύμφωνα με τις οποίες ο Ιησούς ήταν ενήλικος όταν βαπτίστηκε. Μάλιστα το Λκ. 3:1-2 αναφέρεται στο χρονικό διάστημα 28-30 μ.Χ. και επομένως ο Ιησούς ήταν πάνω από 30 ετών[31]. Αυτό αποτέλεσε αφορμή να υποστηρίξουν ορισμένοι πως η συγκεκριμένη απεικόνιση του Ιησού στη σκηνή της βάπτισης αντανακλά την πρακτική του νηπιοβαπτισμού[32]. Σίγουρα και η επίθεση των χεριών του Βαπτιστή στο κεφάλι του Ιησού ενισχύει μια τέτοια υπόθεση και ειδικά εφόσον γνωρίζουμε ότι στην αρχαία εκκλησία με την ενέργεια αυτή χορηγούνταν η δωρεά του πνεύματος. Κατά τον Τερτυλλιανό ο βαπτίζων τοποθετούσε τα χέρια του πάνω στον βαπτιζόμενο και αυτή ήταν η μετά το βάπτισμα χρίση[33].

Επειδή η πρώτη εκκλησία ήταν μία κατεξοχήν ιεραποστολική κοινότητα, ο νηπιοβαπτισμός κατά τα πρώτα χρόνια επισκιάζεται από το βάπτισμα των ενηλίκων, κάτι που στους επόμενους αιώνες άλλαξε ριζικά. Κατά τους αποστολικούς χρόνους δεν γίνεται λόγος για νηπιοβαπτισμό αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν βαπτίζονταν μικρά παιδιά. Υπάρχουν άμεσες και έμμεσες αναφορές από το 2ο αι. και εξής στους Ιουστίνο, Ειρηναίο, Τερτυλλιανό, Κυπριανό, Κλήμη Αλεξανδρέα και Ωριγένη. Στη διάρκεια του 3ου αι. το βάπτισμα των μικρών παιδιών ήταν κοινή συνήθεια[34].

Οι αρχαιολόγοι και οι ιστορικοί της τέχνης ισχυρίζονται ότι οι χριστιανοί χρησιμοποίησαν στοιχεία από τη διήγηση της βάπτισης του Ιησού στις σκηνές αυτές, αλλά ο συμβολισμός των στοιχείων δεν προκύπτει από την ερμηνεία του ευαγγελικού κειμένου. Έτσι οι καλλιτέχνες την περίοδο αυτή χρησιμοποιούν πολύ συχνά συμβολισμούς της ειρήνης και της εχθρότητας. Έτσι το περιστέρι αντί να συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα οι ερευνητές δέχονται πως συμβολίζει την ειρήνη[35]. Ο Ιησούς ελευθερώνει από το εχθρικό περιβάλλον, το οποίο στις σκηνές που μας ενδιαφέρουν συμβολίζεται με το νερό. Συνεπώς ο Ιησούς παρουσιάζεται και ως θαυματοποιός που εξαγνίζει τις καταστροφικές δυνάμεις του νερού. Το νερό πάλι συνδέεται με τον εθνικό κόσμο που απειλεί την Εκκλησία. O Ιγνάτιος θα γράψει σε μία από τις επιστολές του «καὶ ἐβαπτίσθη ἵνα τῷ πάθει τὸ ὕδωρ καθαρίσῃ»[36] και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός ομοίως «᾿Εβαπτίσθη μὲν ὡς ἄνθρωπος, ἀλλ” ἁμαρτίας ἔλυσεν ὡς θεός· οὐ καθαρσίων αὐτὸς δεόμενος, ἀλλ” ἵνα ἁγιάσῃ τὰ ὕδατα»[37]. Έτσι ο Ιγνάτιος θα συμβάλει στο να θεωρηθεί η βάπτιση του Ιησού το πρότυπο του χριστιανικού βαπτίσματος αλλά και θα προσθέσει και μία νέα ιδέα, εκείνη του αγιασμού του ύδατος. Οι Αποστολικές Διαταγές το αναφέρουν ως μέρος της τελετουργίας του βαπτίσματος όπου διαβάζουμε «Αὐτὸν οὖν καὶ νῦν παρακαλείτω ὁ ἱερεὺς πρὸς τῷ βαπτίσματι καὶ λεγέτω, ὅτι· Κάτιδε ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἁγίασον τὸ ὕδωρ τοῦτο…»[38]. Σύμφωνα με το ευχολόγιο στην ακολουθία του μεγάλου αγιασμού ψάλλεται «Σήμερον τῶν ὑδάτων, ἁγιάζεται ἡ φύσις…». Το νέο αυτό στοιχείο χρησιμοποιήθηκε στις ακολουθίες του μικρού και του μεγάλου αγιασμού.

%ce%b5%ce%b9%ce%ba%cf%8c%ce%bd%ce%b11

Με την κατάδυση του σταυρού αγιάζεται τελετουργικά το νερό. Η σύνδεση με το πάθος και την ανάσταση του Χριστού φαίνεται από την τελετουργική ενέργεια του ιερέα «Είτα, λαβών τον τίμιον Σταυρόν, ευλογεί τα ύδατα εκ τρίτου, κατάγων και ανάγων αυτόν όρθιον, και ψάλλων:  Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου, και εύλόγησον την κληρονομίαν σου …» κατά την ακολουθία του μικρού αγιασμού. Ο ιερέας καταδύει και αναδύει το σταυρό του Κυρίου σε όρθια θέση και το ίδιο κάνει και στην ακολουθία του μεγάλου αγιασμού. Μάλιστα κατά τη δεύτερη σημειώνεται στο ευχολόγιο: «Καὶ εὐθύς, εὐλογῶν τὰ ὕδατα σταυροειδῶς, βαπτίζει τὸν τίμιον Σταυρόν, ὄρθιον αὐτὸν κατάγων ἐν τῷ ὕδατι καὶ ἀνάγων, ψάλλων καὶ τὸ παρὸν:  Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου Κύριε, ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις…». Κατά την εορτή των θεοφανείων αγιάζονται όλα τα ύδατα, και αγιάζονται επειδή ακριβώς καταδύεται ο σταυρός του Χριστού. Η ακολουθία του μεγάλου αγιασμού τελείται δύο φορές το χρόνο στις 5 και 6 Ιανουαρίου. Κατά την παραμονή, το αγιασμένο ύδωρ μεταφέρεται στα σπίτια των πιστών και φυλάσσεται για διάφορους λόγους. Ο μέγας αγιασμός φυλάσσεται επίσης στους ναούς σε όλη τη διάρκεια του έτους σε ειδικό σκεύος. Σε αυτό το σημείο μπορούμε να σταχυολογήσουμε μερικές φράσεις από το ποίημα του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Σωφρονίου που εμπεριέχεται στην ακολουθία του μεγάλου αγιασμού.

«Σήμερον τὰ τοῦ Ἰορδάνου νάματα εἰς ἰάματα μεταποιεῖται τῇ τοῦ Κυρίου παρουσίᾳ. Σήμερον ῥείθροις μυστικοῖς πᾶσα ἡ κτίσις ἀρδεύεται. Σήμερον τὰ τῶν ἀνθρώπων πταίσματα τοῖς ὕδασι τοῦ Ἰορδάνου ἀπαλείφονται. Ὁ Ἰορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, θεωρῶν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον».

Στο Πασχάλιο Χρονικό μπορεί επίσης να εντοπιστεί μία άλλη καινοτομία. Ο συγγραφέας του υπολογίζει ότι ο Ιησούς βαπτίστηκε στον Ιορδάνη την πέμπτη ημέρα της εβδομάδας και τη συνδέει με το Γεν. 1:20 κατά το οποίο γέμισαν τα νερά με ζωντανές υπάρξεις[39]. Ο Χριστός λοιπόν και σύμφωνα με το κείμενο αυτό αγίασε το νερό κατά τη βάπτισή του.

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι από τον 5ο αι. μ.Χ. προστέθηκε στη σκηνή της βάπτισης του Ιησού και ένα ακόμη στοιχείο, το οποίο εξακολουθεί να παρουσιάζεται μέχρι σήμερα και συνδέεται με το νερό. Μια ανδρική φιγούρα που εκπροσωπεί τη θεότητα του ποταμού, άλλοτε παρακολουθεί από την όχθη τη βάπτιση του Ιησού και άλλοτε βρίσκεται και αυτή μέσα στο νερό. Ορισμένες φορές κρατά μια υδροχόο που συμβολίζει την πηγή του νερού. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν αναφέρει καμία ευαγγελική εκδοχή της βάπτισης του Ιησού και μάλιστα χρονικά η εμφάνιση μιας τέτοιας φιγούρας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Τα χαρακτηριστικότερα δείγματα βρίσκονται στα δύο Bαπτιστήρια (Αρειανών και Ορθοδόξων) στη Ραβέννα. Ας σημειωθεί εδώ ότι στη θόλο τω Βαπτιστηρίων πέρα από τα διακοσμητικά και συμβολικά στοιχεία στα υπόλοιπα μέρη του οικοδομήματος, επικράτησε να απεικονίζεται η σκηνή της βάπτισης του Ιησού. Αυτό φανερώνει ασφαλώς τη λατρευτική σύνδεση του χριστιανικού βαπτίσματος με τη βάπτιση του Ιησού. Αρκετοί ιστορικοί της τέχνης προτιμούν να ερμηνεύσουν αυτήν την φιγούρα σαν προσωποποίηση του Ιορδάνη ή ένα αρχαιότερο μοντέλο το οποίο αργότερα χρησιμοποιήθηκε για να απεικονιστούν στοιχεία της φύσης όπως η γη, το νερό και άλλα παρόμοια. Μάλιστα η απεικόνιση της φιγούρας αυτής μαρτυρείται σε δύο τύπους που εμφανίστηκαν ταυτόχρονα. Ο ανατολικός τύπος έχει προσδώσει στη φιγούρα του Ιορδάνη περισσότερο δαιμονικά στοιχεία. Η επιλογή αυτή οφείλεται στην ιδέα του αγιασμού του νερού του ποταμού κατά τη βάπτιση του Ιησού που εκφράστηκε σε κάποια πατερικά έργα και κυρίως στα λειτουργικά στοιχεία της τελετουργίας του βαπτίσματος[40]. Οι εξορκισμοί και η χρίση με έλαιο των βαπτιζομένων που γίνονται κατά την ακολουθία του βαπτίσματος, απηχούν μια τέτοια ιδέα και την αντίληψη για το νερό ως χώρο κατοικίας δαιμονικών στοιχείων.

Σε όσες σκηνές εικονίζονται και μορφές που συνδέονται με θεότητες του ποταμού, ο παραπάνω συμβολισμός ενισχύεται. Σίγουρα το βάπτισμα των πιστών και η θεολογία του (π.χ. Ρωμ. 6:3 εξ.) και κυρίως η μεταγενέστερη σύνδεση με τη βάπτιση του Ιησού άρχισε κάποια στιγμή να έχει σημαντική επίδραση στη χριστιανική ζωγραφική. Η παρουσία της σκηνής της βάπτισης στις κατακόμβες και σε σαρκοφάγους αποτελεί ένδειξη αυτής της σύνδεσης. Το ίδιο ίσως και η γυμνότητα του βαπτιζόμενου Ιησού και όχι μόνο σε σύνδεση με τον θάνατο αλλά και την ανάσταση. Επιπλέον, έχουμε και δείγμα χριστιανικής τέχνης που φανερώνει τη σύνδεση της βάπτισης του Ιησού με τον σταυρικό του θάνατο. Σε μία σαρκοφάγο από τη βασιλική του Αγίου Απολλιναρίου in Classe στη Ραβέννα που προέρχεται από την περίοδο 460-470 μ.Χ. (επαναχρησιμοποιήθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Θεόδωρο) εμφανίζεται ένα περιστέρι να κατεβαίνει κάθετα σε ένα σταυρό. Δεν είναι σίγουρα τυχαίο το γεγονός ότι μετά την επικράτηση του χριστιανισμού στη σκηνή της βάπτισης ο Ιησούς δεν εικονιζόταν πλέον σε παιδική ηλικία και η προσωποποίηση του ποταμού ή οι θεότητες του νερού κάνουν πολύ πιο αισθητή την παρουσία τους.

mp-jesus-baptismΣυνοψίζουμε τώρα όλα τα παραπάνω με τη σκηνή της βάπτισης του Ιησού σε ένα ευαγγελιστάριο από τη Μονή του Αγίου Παντελεήμωνος του Αγίου Όρους (φ. 212β, κωδ. 2, χρονολογείται στο διάστημα 1120-1170). Η σκηνή ακολουθεί τις ευαγγελικές διηγήσεις αλλά περιέχει λεπτομέρειες που προέρχονται από τη λειτουργία των Θεοφανείων[41]. Το Άγιο Πνεύμα ως περιστέρι κρατά κλάδο ελιάς. Ο Χριστός όρθιος καλυμμένος μέχρι τους ώμους από τα νερά του Ιορδάνη τα ευλογεί με το δεξί του χέρι για να αγιαστούν. Κάτω αριστερά υπάρχει μια φιγούρα που αποτελεί προσωποποίηση του Ιορδάνη και την οποία το τροπάριο της γιορτής κατανοεί συμβολικά. Ο Βαπτιστής απλώνει το χέρι του πάνω στο κεφάλι του βαπτιζόμενου Ιησού με τελετουργικό τρόπο. Τέλος, τα αγγελικά όντα στη δεξιά πλευρά της όχθης συμβολίζουν τη φράση του Γαλ. 3:27 «ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε)».

Ύστερα απ’ όσα αναφέρθηκαν γίνεται αντιληπτό ότι ένα τέτοιο θέμα δεν μπορεί να εξαντληθεί, παρά μόνο να παρουσιαστούν μερικές από τις πτυχές τις λατρευτικής ζωής των πιστών στις οποίες μία τόσο σπουδαία ευαγγελική διήγηση έχει σίγουρα ασκήσει πολλές και ποικίλες επιδράσεις.

18-200_28

[1] Αυτά τα τρία στην ιουδαϊκή παράδοση σηματοδοτούν την εγκαθίδρυση της εσχατολογικής βασιλείας του Θεού. Βλ. J. R. Edwards, The Gospel according to Mark, PNTC, Eerdmans, Michigan 2001, 34.

[2] Οι δύο αυτοί στίχοι φανερώνουν το συντακτικό χέρι του Ματθαίου.

[3] Σύμφωνα με τον R. A. Guelich, Mark 1-8:26, WBC 34A, Word Books, Dallas 1989, 35 αυτό αποτελεί ένδειξη της χρήσης της διήγησης στην παράδοση της Εκκλησίας των πρώτων χρόνων.

[4] Η πληροφορία αυτή αποτελεί λουκάνεια επιλογή, αφού ο ευαγγελιστής παρουσιάζει στο σύνολο του ευαγγελίου τον Ιησού να προσεύχεται σε σημαντικά γεγονότα της δράσης του.

[5] Aκόμη και το κριτήριο της πολλαπλής μαρτυρίας του γεγονότος, επιβεβαιώνεται, αν κανείς δει με προσοχή τις εκδοχές του Ματθαίου και του Λουκά αλλά και του Ιωάννη.

[6] Ορισμένοι ερευνητές αποφεύγουν να αποκαλούν το περιστατικό θεοφάνεια ή επιφάνεια, καθώς ο Θεός δεν εμφανίζεται αλλά πρόκειται για αποκαλυπτικό γεγονός.

[7] Στρωματείς, 1, 21, 146, 1-3. Βλ. σχετικά J. Finegan, Handbook of Biblical Chronology: Principles of Time Reckoning in the Ancient World and Problems of Chronology in the Bible, Princeton University Press, Princeton 1998, 325.

[8] Π. Σκαλτσή, «Οι Συμβολισμοί στην Ακολουθία του Βαπτίσματος», στο Λειτουργικές Μελέτες Ι, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999, 55.

[9] R. Bultmann, The History of the Synoptic Tradition, (μτφρ. J. Marsh), Basil Blackwell, Oxford 1963, 247-248. Παρόμοια γνώμη είχε και ο M. Dibelius. Τα παράλληλα από τις βιογραφίες του Αισώπου και του ποιητή Αρχίλοχου δεν είναι πειστικά κατά τη γνώμη μας και διαφέρουν από τη διήγηση της βάπτισης του Ιησού στα ευαγγέλια.

[10] Βλ. Γ. Ράτσιγκερ (Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄), Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ. Α΄ Μέρος: Από τη Βάπτιση στον Ιορδάνη έως τη Μεταμόρφωση, (μτφρ. Σ. Δεσπότης), τ. 1, Ψυχογιός, Αθήνα 2007, 39.

[11] Γ. Ράτσιγκερ (Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄), στο ίδιο, 39-40.

[12] Βλ. Π. Σκαλτσή, «Η Προβαπτισματική Νηστεία», στο Λειτουργικές Μελέτες Ι, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999, 93.

[13] «῞Ωσπερ γὰρ ᾿Ιησοῦς τὰς οἰκουμενικὰς ἁμαρτίας ἀναλαβὼν ἀπέθανεν, ἵνα θανατώσας τὴν ἁμαρτίαν ἀναστῇ ἐν δικαιοσύνῃ· οὕτω καὶ σὺ καταβὰς εἰς τὸ ὕδωρ, καὶ τρόπον τινὰ ἐν τοῖς ὕδασιν ἐνταφεὶς, ὥσπερ ἐκεῖνος ἐν τῇ πέτρᾳ, ἐγείρῃ πάλιν ἐν καινότητι ζωῆς περιπατῶν», Κατήχησις Γ΄ Φωτιζομένων, 3, 12, 6-10.

[14] Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστὴν, PG 57, 185, 45-50.

[15] C. I. K. Story, «Justin’s Apology I. 62-64: Its Importance for the Author’s Treatment of Christian Baptism», VC 16 (1962) 172-173.

[16] «Μετὰ ταῦτα ἐπὶ τὴν ἁγίαν τοῦ θείου βαπτίσματος ἐχειραγωγεῖσθε κολυμβήθραν, ὡς Χριστὸς ἀπὸ τοῦ σταυροῦ ἐπὶ τὸ προκείμενον μνῆμα», Κατήχησις Μυσταγωγική Β΄ Περί Βαπτίσματος, 2, 4, 1-3.

[17] Βλ. J. Daniélou, Αγία Γραφή και Λειτουργία. Η Βιβλική Θεολογία των Μυστηρίων και των Εορτών κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, Αθήνα 1981, 44.

[18] Κατήχησις Γ΄ Φωτιζομένων,  3, 11, 11-15.

[19] Βλ. σχετικά Ι. Κογκούλη-Χ. Οικονόμου-Π. Σκαλτσή, Το Βάπτισμα, Θεία Λατρεία και Παιδεία 2, Θεσσαλονίκη 1992 182.

[20] Η περιοχή ανήκει σήμερα στην Ιορδανία.

[21] Στο έργο του Περὶ τῶν τοπικῶν ὀνομάτων τῶν ἐν τῇ θείᾳ γραφῇ, γνωστό ως Ονομαστικόν, σημειώνει «Βηθααβαρά (Ιω. 1, 28). «ὅπου ἦν ᾿Ιωάννης βαπτίζων», «πέραν τοῦ ᾿Ιορδάνου». καὶ δείκνυται ὁ τόπος, ἐν ᾧ καὶ πλείους τῶν ἀδελφῶν εἰς ἔτι νῦν τὸ λουτρὸν φιλοτιμοῦνται λαμβάνειν».

[22] Βλ. αναλυτικά R. Khouri, «Where John Baptized», BAR 31 (2005) 34-39.

[23] Στο Λκ. 1:39 προσδιορίζεται ως «πόλιν Ἰούδα». Σε αυτή την περιοχή επίσης σύμφωνα με τον Ωριγένη βάπτιζε ο Ιωάννης.

[24] Βλ. σχετικά S. Gibson-J. D. Tabor, «John the Baptist’s Cave», BAR 31 (2005) 36-41 όπου και σχετικό φωτογραφικό υλικό.

[25] Βλ. σκίτσο αναπαράστασης της τελετουργίας και επιπλέον πληροφορίες στο S. Gibson, Οι Τελευταίες Ημέρες του Ιησού με βάση τα Αρχαιολογικά Ευρήματα, (μτφρ. Σ. Δεσπότη), Αθήνα 2010, 71-74.

[26] Ο H. Shanks, «John the Baptist’s Cave???», BAR 30 (2004) 18-19 διαφωνεί με μια τέτοια πρόταση.

[27] J. Murphy-O’Connor, The Holy Land: An Oxford Archaeological Guide from Earliest Times to 1700, Oxford Archaeological Guides, Oxford University Press, Oxford 52008, 328.

[28] Βλ. G. F. Snyder, Ante Pacem: Archaeological Evidence of Church Life before Constantine, Macon, Mercer University Press, 2003, 111.

[29] Βλ. φωτογραφίες στη μελέτη της R. M. Jensen, Living Water: Images, Symbols, and Settings of Early Christian Baptism, Supplements to Vigiliae Christianae. Texts and Studies of Early Christian Life and Language 105, Brill, Leiden 2011, 14 και 16.

[30] Φωτογραφίες στο R. M. Jensen, στο ίδιο, 18 και 20, 23-25.

[31] C. J. Humphreys, Η Ημέρα που Σταυρώθηκε ο Ιησούς. Ανασυνθέτοντας τις Τελευταίες Ημέρες του Πάθους, (μτφρ. Α. Κλήμη-επιστ. επιμ. Μ. Γκουτζιούδης), Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2015, 142-143.

[32] R. M. Jensen, Understanding Early Christian Art, Routledge, New York 2000, 176.

[33] De Baptismo, 7-8.

[34] Η σύνοδος της Καρθαγένης (253 μ.X.) αποφάσισε τη βάπτιση των νηπίων σε πολύ μικρή ηλικία χωρίς καθυστέρηση.

[35] Βλ. G. F. Snyder, στο ίδιο, 112.

[36] Προς Εφεσίους, 18, 2.

[37] Λόγος (29) Θεολογικὸς Τρίτος. Περὶ Υἱοῦ, 20, 1-2. Στην ίδια γραμμή θα κινηθεί και ο Εφραίμ ο Σύρος.

[38] Βλ. 7, 43, 22-24. Η ιδέα αυτή παγιώθηκε θεολογικά και ακολουθήθηκε από τους: Τερτυλλιανό, Κλήμη Αλεξανδρέα, Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, Εφραίμ Σύρο, Μεθόδιο Ολύμπου και άλλους.

[39] «῎Εγνωμεν οὖν ὡς ἐν πέμπτῃ τῆς ἑβδομάδος ἡμέρᾳ ἐβαπτίσθη ὁ Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς θεὸς ἡμῶν ἐν τῷ ᾿Ιορδάνῃ ποταμῷ, καθ” ἣν πέμπτην ἡμέραν ἐν ἀρχῇ τῆς τοῦ κόσμου γενέσεως αὐτὸς ὁ τῶν ἁπάντων δεσπότης καὶ δημιουργὸς προσέταξεν ἐξαγαγεῖν τὰ ὕδατα, ἑρπετὰ ψυχῶν ζωσῶν, αὐτὸς ἐπὶ συντελείᾳ τῶν αἰώνων, ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ ἐβαπτίσθη ἐν ὕδατι καὶ ἡγίασεν τὸ ὕδωρ καὶ σωτήριον αὐτὸ καὶ ζωοποιὸν ἡμῖν ἀπειργάσατο», 394, 21-395, 6.

[40] R. M. Jensen, «What are Pagan River Gods Doing in Scenes of Jesus’ Baptism?», BR 9 (1993) 40-41.

[41] Βλ. Γ. Γαλάβαρη, Ελληνική Τέχνη: Ζωγραφική Βυζαντινών Χειρογράφων, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1995, 133 και 241.

http://blogs.auth.gr/moschosg/2017/01/05

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΝΕΟΙ, ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιανουαρίου, 2017

Οι νέοι της εποχής μας επηρεάζονται από αντιλήψεις που θέλουν να περιθωριοποιήσουν την πίστη, όπως ότι υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στην επιστήμη και τη θρησκεία. Το σχολείο και το πανεπιστήμιο αφήνουν να εννοηθεί ότι η επιστημονική γνώση έχει καταστήσει περιττή την ερμηνεία του κόσμου από την πίστη. Γιατί να μιλούμε για την δημιουργία του κόσμου από τον Τριαδικό Θεό με βάση την «Γένεση» της Παλαιάς Διαθήκης, όταν έχουμε την θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης και το μποζόνιο του Χίγκς;  Γιατί να μιλούμε για τον άνθρωπο ως «εικόνα Θεού», όταν επικρατεί η θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, του ανθρώπου ως μετασχηματισμένου πιθήκου; Γιατί να θέλουμε να κατευθύνουμε τις σχέσεις μας με γνώμονα την αγάπη και την συγχώρεση που φέρνει η πίστη, όταν μπορούμε να δικαιώσουμε τον εαυτό μας και τις επιλογές μας μέσω της Ψυχολογίας;

        Διάφοροι επιστήμονες, περισσότερο ή λιγότερο σπουδαίοι, χρησιμοποιούν τα επιστημονικά κατορθώματά τους για να διαγράψουν από τη ζωή την μεταφυσική αναζήτηση και την αναφορά στον Θεό. Η επιστήμη γίνεται ο διαπρύσιος κήρυκας του υλισμού και του μηδενισμού, θεωρώντας τον θάνατο ως πέρας της ύπαρξης. Βεβαίως για τα μέτρα της επιστήμης το ερώτημα του Θεού είναι αναπάντητο. Δεν μπορεί ο Θεός να είναι μέγεθος που χωρά στην παρατήρηση και το πείραμα, στην αιτιοκρατική απόδειξη, στον νόμο των πιθανοτήτων, στις θεωρίες. Θα τον περιορίζαμε κλείνοντάς τον σε λέξεις και προτάσεις και φαινόμενα, ενώ η παραδοχή της ύπαρξης Του μας οδηγεί στο να Τον θεωρήσουμε πέρα από αυτά. Δυστυχώς, κάποιοι επιστήμονες, συνεπικουρούμενοι από ανθρώπους που δε θέλουν τον Θεό στη ζωή τους, αναλαμβάνουν ρόλο που δεν τιμά την ανάγκη για αντικειμενική γνώση. Είναι άλλο η γνώμη του επιστήμονα για τον Θεό, που είναι κι αυτή «πίστη», και άλλο η αντικειμενική γνώμη της επιστήμης για ένα «μέγεθος» το οποίο δεν μπορεί να μετρήσει. Δεν είναι επιστημονική τέτοια γνώμη.

       Είναι αυτονόητο ότι η επιστήμη απαντά στα ερωτήματα «πώς υπάρχουν ο κόσμος και ο άνθρωπος», «ποιοι νόμοι συγκροτούν την τάξη του σύμπαντος». Η πίστη απαντά στο ερώτημα «Ποιος και γιατί δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο». Οι νέοι μπορούν να κάνουν τον διαχωρισμό και να μην πέφτουν εύκολα θύματα της σύγχυσης των μεγάλων. Στην εποχή μας όμως κυριαρχεί το δόγμα «όλα επιτρέπονται» χωρίς Θεό. Έτσι ο όποιος περιορισμός, η όποια νηστεία αποτελούν φαινομενικά παραβίαση των δικαιωμάτων μας να κάνουμε ό,τι θέλουμε, να ορίζουμε τον εαυτό μας όπως επιθυμούμε. Ασχέτως αν τέτοια δόγματα είναι ψευδαισθήσεις, καθώς είμαστε ετεροκατευθυνόμενοι, βρίσκουν ωστόσο απήχηση στους νέους, που θέλουν να είναι ελεύθεροι. Μόνο όμως η πίστη ελευθερώνει διότι ανοίγει τον δρόμο για έξοδο από την αυτάρκεια του εγώ, για ανάσταση και αιωνιότητα, για την εμπειρία της Αλήθειας που είναι ο Θεός ως Πρόσωπο. Αυτά όμως θέλουν ταπεινότητα και αναζήτηση για να βιωθούν.

         Ένας μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, επισημαίνει ότι η επιστήμη είναι γύμναση της ύπαρξης και του νου. Γι’  αυτό η Εκκλησία συζητά και δεν αρνείται την επιστημονική πρόοδο, παρότι βλέπει την σχετικότητα και τα όριά της. Καλεί όμως τους νέους να αφεθούν στην επίγνωση του «Ποιος» νοηματοδοτεί τη ζωή μας. Και εκεί βρίσκεται τελικά η αυθεντική απάντηση ακόμα και στα δύσκολα ερωτήματα!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 11 Ιανουαρίου 2017

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΑΤΑΛΙΠΩΝ ΤΗΝ ΝΑΖΑΡΕΤ

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιανουαρίου, 2017

Στη ζωή μας χρειάζεται συχνά κάτι να αφήσουμε, για να βρούμε αυτό που χρειαζόμαστε αληθινά. Να πραγματοποιήσουμε έξοδο από τις συνήθειές μας, από τις βεβαιότητές μας, από τον ίδιο μας τον εαυτό.  Κάποτε χρειάζεται να αλλάξουμε και τόπο. Να εγκαταλείψουμε την ασφάλεια της ζωής μας, να διακινδυνεύσουμε καινούργια ξεκινήματα, προκειμένου να εκπληρώσουμε την αποστολή μας. Αυτός ο τρόπος έρχεται σε αντίθεση με το σύνδρομο του φόβου της απώλειας που συνδέει την ασφάλεια της ζωής και των σχέσεών μας. Οι περισσότεροι κρατάμε σταθερά αυτό που έχουμε διότι φοβόμαστε χωρίς αυτό,. Δυσκολευόμαστε να πείσουμε τους εαυτούς μας ότι πρέπει να προσαρμοστούμε σε μία καινούργια ζωή. Να συν-χωρήσουμε. Έτσι παραμένουμε όχι συντηρητικοί, αλλά φοβικοί. Διότι ο αληθινά συντηρητικός έχει να κάνει με τις αξίες στις οποίες παραμένει σταθερός, όχι με τις επιλογές που καλείται να κάνει στη ζωή του. Μπορείς να είσαι συντηρητικός στον τρόπου που βλέπεις τον κόσμο και την ζωή και στον τρόπο με τον οποίο χτίζεις τις σχέσεις σου. Να θέλεις να διαπνέονται από αξίες. Ο φοβικός άνθρωπος όμως δεν τολμά ούτε τις αξίες του να υπερασπιστεί στις σχέσεις του. Προτιμά  να μην κάνει σχέσεις. Προτιμά να μην ανοιχτεί, να μην υπερβεί τον τρόπο που ζει όταν διαπιστώνει ότι αυτός τον εγκλωβίζει σε αδιέξοδα. Σε απουσία μοιράσματος. Όταν διαπιστώνει ότι έχει κενά νοήματος και αγάπης. Προτιμά να βαφτίσει ως συντηρητισμό την αυτάρκειά του, παρά να παλέψει να πείσει άλλους για τις ιδέες του.

      Ο Χριστός, μετά την βάπτισή Του στον Ιορδάνη ποταμό, «καταλιπών την Ναζαρέτ ελθών κατώκησεν εις Καπερναούμ την παραθαλασσίαν εν ορίοις Ζαβουλών και Νεφθαλείμ» (Ματθ. 4, 13), «εγκατέλειψε την Ναζαρέτ και πήγε και έμεινε στην Καπερναούμ, πόλη που βρίσκεται στις όχθες της λίμνης, στην περιοχή των φυλών Ζαβουλών και Νεφθαλείμ». Για να ξεκινήσει το κήρυγμα της Βασιλείας των Ουρανών εγκατέλειψε την γη στην οποία μεγάλωσε, το σπίτι στο οποίο έζησε, την εργασία την οποία έκανε, τις σχέσεις με τους ανθρώπους που γνώριζε μέχρι τότε. Πραγματοποίησε μία ακόμη έξοδο. Εκτός από αυτήν της πληρότητας της θεότητας, στην οποία προσέθεσε την είσοδο στον κόσμο και την πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης, που ενώθηκε με την θεία στο Πρόσωπό Του, ο Κύριος πραγματοποιεί έξοδο από την μέχρι τότε πορεία Του στη ζωή. Γίνεται έτσι σημείο αναφοράς και για μας. Αυτήν την έξοδο θα την συνδυάσει όχι απλώς με το να έχει ως ορμητήριό του μία άλλη πόλη, την Καπερναούμ, αλλά και με το να εγκατασταθεί στην περιοχή των φυλών Ζαβουλών και Νεφθαλείμ. Η έξοδός Του δεν είναι μόνο τοπική ή από την συγγένεια και τις σχέσεις Του. Είναι και έξοδος από την καταγωγή Του. Ανήκε στη γενιά του Δαβίδ, στην φυλή του Ιούδα. Ήδη, με την εγκατάστασή Του στην Ναζαρέτ, η οποία ανήκε γεωγραφικά στη φυλή Ζαβουλών, είχε αποστεί της συγγένειάς Του. Τώρα πλέον οριστικά δείχνει ότι ενώ είναι Ιουδαίος στην καταγωγή, εγκαθίσταται σε μία περιοχή η οποία χαρακτηρίζεται ως «η Γαλιλαία των Εθνών», όπου η πλειοψηφία είναι ειδωλολάτρες. Το μήνυμα της Βασιλείας είναι για όλο τον κόσμο και αυτό σημαίνεται και συμβολικά με την μετεγκατάσταση του Κυρίου.

            Πώς μπορούμε στη ζωή μας να κάνουμε έξοδο από τον εαυτό μας, από τις συνήθειές μας, από την αυτάρκειά μας; Κάθε τέτοια έξοδος εύκολα κατακρίνεται. Οι άνθρωποι θεωρούμε ως ταυτότητα την αυτάρκειά μας. Ταυτότητα όμως είναι οι αξίες μας. Είναι ο τρόπος της ζωής μας. Είναι το να μοιραστούμε αυτό που είμαστε και αυτό που έχουμε με τους άλλους. Το αγκίστρωμα στην αυτάρκεια δεν βοηθά την ταυτότητά μας να κρατηθεί αδιαλώβητη, όπως πιστεύουμε, αλλά την καταδικάζει σε μαρασμό. Θα σβήσει μαζί μας, διότι δεν μπορεί να προσεγγίσει άλλους. Δεν μοιράζεται.  Έξοδο όμως από την αυτάρκειά του κάνει αυτός που γνωρίζει ποιος είναι αληθινά. Αυτός που δεν φοβάται. Αυτός που νιώθει ως αποστολή του το να μοιραστεί.

       Η εποχή μας ζητά από την Εκκλησία την συντήρηση του παρελθόντος. Πολλοί από τους χριστιανούς βολευόμαστε μ’  αυτή την απαίτηση. Δεν χρειάζεται να ανοιχτούμε. Δεν χρειάζεται ούτε καν να εντρυφήσουμε την ταυτότητα της πίστης μας σε βάθος. Αφού οι ταγοί της Εκκλησίας μας λένε ότι έτσι είναι τα πράγματα, γιατί να βάλουμε τον εαυτό μας σε αναζητήσεις; Έτσι, στις προκλήσεις που η κάθε εποχή αντιτάσσει, εμείς παραμένουμε στον τόπο και τον τρόπο μας, χωρίς να μας ενδιαφέρει όχι να βγούμε από τον τρόπο, αλλά από την ραθυμία που βαφτίζεται «παράδοση» και «συντηρητισμός». Ο Χριστός μας δείχνει ότι η αποστολή μας ως χριστιανών, ο καθένας με τα χαρίσματά και τις δυνατότητές του, είναι να βγούμε από το βόλεμά μας. Να προχωρήσουμε στη συνάντηση με τους άλλους. Να διαλεχθούμε. Όχι για να χάσουμε το μήνυμα και τις αξίες μας, αλλά για να δούμε πού και πώς μπορούμε να συναντήσουμε τις αξίες των άλλων και να συνυπάρξουμε μαζί τους, για να τους εμπνεύσουμε στην αλήθεια και να γίνουμε αφορμή για προβληματισμό από την πλευρά τους. Δεν κινδυνεύουμε, αν πιστεύουμε αληθινά στον Χριστό. Αν γνωρίζουμε ποιοι είμαστε. Ας παλέψουμε εναντίον της ραθυμίας μας και ας εμπιστευθούμε την βοήθειά Του στην γη Ζαβουλών και Νεφθαλείμ του κόσμου στον οποίο ζούμε. Για να δούμε «φως μέγα»!

Κέρκυρα, 8 Ιανουαρίου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ορθόδοξα Θεοφάνεια 2017 στις ιεραποστολές ! Orthodox Epiphany 2017 in the Orthodox missions ! Merry Christmas to our Orthodox brothers, who celebrate Christmas according to the old calendar !

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Ιανουαρίου, 2017

С Рождеством Христовым наших православных братьев, которые празднуют Рождество по старому календарю! З Різдвом Христовим наших православних братів, які святкують Різдво за старим календарем!З Калядамі Хрыстовым нашых праваслаўных братоў, якія святкуюць Каляды па старым календары!Срећан Божић наше православне браће, који славе Божић по старом календару!შობა ჩვენს მართლმადიდებელ ძმებთან, რომელიც აღსანიშნავად შობის მიხედვით წლის კალენდარი!Wesołych Świąt dla naszych braci prawosławnych, którzy obchodzą Boże Narodzenie według starego kalendarza!Veselé Vánoce našich ortodoxních bratry, kteří slaví Vánoce podle starého kalendáře!Veselé Vianoce všetkým našim pravoslávnymi bratmi, ktorí slávia podľa starého kalendára !عيد ميلاد سعيد لجميع الإخوة الأرثوذكس لدينا، الذين نحتفل وفقا للتقويم القديم !

Image may contain: 1 person, standing, crowd and outdoor

Orthodox Epiphany in Rwanda

http://ampelonas-trygetes.blogspot.gr/2017/01/theophany-baptism-of-lord-celebration.html

Image may contain: 4 people, people sitting, people standing, table and indoor

Orthodox Epiphany in Bunia, Congo

http://ampelonas-trygetes.blogspot.gr/2017/01/2017_6.html

Blessing the children with the Holy Water, Siera Leone, Orthodox Epihpany in Siera Leone.

Φωτογραφία του Themistocles Adamopoulo.

https://www.facebook.com/rev.themi?hc_ref=NEWSFEED&fref=nf

Φωτογραφία του χρήστη Orthodox Metropolis of Zambia and Malawi.

Epiphany in Zambia, 2017

Φωτογραφία του χρήστη Orthodox Metropolis of Zambia and Malawi.

Orthodox Christmas in Zambia, old calendar

https://www.facebook.com/Orthodox-Metropolis-of-Zambia-and-Malawi-391805074291380/

Θεοφάνεια στην Ακτή Ελεφαντοστού… Fête de la Theophanie dans la paroisse orthodoxe de côte d’Ivoire

Image may contain: 4 people, people sitting, people standing and indoor

Orthodox Epiphany in Ivory Coast, 2017

http://ampelonas-trygetes.blogspot.gr/2017/01/fete-de-la-theophanie-dans-la-paroisse.html

Στή Labassa παραμονή τῶν Φώτων ἔγιναν 15 βαπτίσεις καί 3 γάμοι παρουσία τοῦ Μητροπολίτου Νέας Ζηλανδίας κ.κ. Ἀμφιλοχίου.Στή συνέχεια οἱ Νεοφωτιζόμενοι ἀδελφοί μας κοινώνησαν τῶν ἀχράντων Μυστηρίων καί ὅλοι μαζί καθήσανε στό λιτό μά μέ πολλή ἀγάπη ἐτοιμασμένο γεῦμα ἀπό τήν ἀκούραστη καί πάντα πρόσχαρη πρεσβυτέρα Μαρία. ( Fiji Orthodox Church, massive baptism 15 new Orthodox Christians, January 2017 ). Δείτε το βίντεο. See the video.

https://www.facebook.com/FijiGreekOrthodoxChurch/videos/1385039601560815/

Fiesta de la Epifanía del Señor 2017, Guatemala

Leer más: http://www.monasterioortodoxodelasantatrinidad.com/fotogaleria/#!

15826653_1182901878491384_6004633097834494800_n

https://www.facebook.com/george.pillay.79?fref=ts

Με ιδιαίτερη λαμπρότητα γιορτάσαμε και φέτος τά Ἅγια Θεοφάνεια του Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Στό λιμάνι τῆς πόλεως Laotoka,βρεθήκαμε ἄλλοι ἀπό τήν Αὐστραλία, ἄλλοι ἀπό τήν Σερβία,ἄλλοι ἀπό τήν Νότιο Ἀφρική, ἄλλοι ἀπό τήν Νέα Ζηλανδία καί ἀπό τά Φίτζι.  Video from the Orthodox Christian Epiphany in Fiji Islands :

https://www.facebook.com/FijiGreekOrthodoxChurch/videos/1384154228316019/

https://www.facebook.com/FijiGreekOrthodoxChurch/videos/1384289094969199/

katagas-meletios-5

Orthodox Epiphany in Katanga, Congo

http://www.romfea.gr/patriarxeia-ts/patriarxeio-alexandreias/12457-i-im-katangkas-anadeiknuei-stelexi-me-tin-elliniki-glossa-foto

Ορθόδοξα Θεοφάνεια στη Σιγκαπούρη. Orthodox Epiphany in Singapore.

15822886_10154823474460279_9181463637969976877_n

15822791_10154823474410279_3778889618452389437_n

https://www.facebook.com/ktsilis?fref=ts

15822904_10203050896990856_743292043003283634_n

https://www.facebook.com/nektarios.tsilis?fref=ts

Φωτογραφία του Neofitos Neo.

Orthodox Epiphany in Kenya

https://www.facebook.com/profile.php?id=576264025&fref=ts

Orthodox Epiphany in Taiwan ( videos ). Orthodox Christian Church in Taiwan ( videos ).台湾的东正教主显节(影片)。 台湾东正教教会(视频). 台灣的東正教主顯節(影片)。 台灣東正教教會(視頻)

http://bambuser.com/v/6589006

http://theological.asia/

https://ierapostoli.wordpress.com/2017/01/06/orthodox_epiphany_2017_orthodox_christian_missions/

Κατηγορία ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »