kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

ΑΠΟ ΤΗΣ ΜΕΤΟΙΚΕΣΙΑΣ ΒΑΒΥΛΩΝΟΣ ΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Δεκεμβρίου, 2016

Ένα από τα πιο συγκλονιστικά γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης ήταν η μετοικεσία των Ιουδαίων στη Βαβυλώνα, μετά την καταστροφή των Ιεροσολύμων από τους Βαβυλωνίους του βασιλιά Ναβουχοδονόσορα, το 587 π. Χ.  Η καταστροφή ήταν ολοκληρωτική. Ο οίκος του Κυρίου, ο ναός δηλαδή του Σολομώντα γκρεμίστηκε, τα υλικά από τα οποία ήταν καμωμένος, τα ιερά σκεύη και κάθε τι που είχε αξία μεταφέρθηκε ως λάφυρο πολέμου στην Βαβυλώνα, ενώ το παλάτι του βασιλιά Σεδεκία, τα σπίτια των ανθρώπων και κάθε τι που θύμιζε την περίλαμπρη πρωτεύουσα του περιούσιου λαού του Θεού καταστράφηκαν. Όλος ο λαός αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε και αυτός ως λάφυρο στη Βαβυλώνα. Επί 48 έτη οι Ισραηλίτες παρέμειναν αιχμάλωτοι. Σχεδόν δύο γενιές έζησαν την απόλυτη σκλαβιά. Μακριά από τον τόπο τους, χωρίς ελπίδα επιστροφής, αλλά και χωρίς τη δυνατότητα φανερά να λατρεύουν τον Θεό τους, γεύτηκαν την απουσία ελευθερίας. Παρέμειναν Ισραηλίτες, διότι μέσα τους η σπίθα της σχέσης με τον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης παρέμεινε ισχυρή. Θρήνησαν τις αμαρτίες τους, τον θρησκευτικό συγκρητισμό τους, δηλαδή το ανακάτεμα των παραδόσεων το οποίο επέτρεψαν στους εαυτούς τους να συμβεί, το διχασμό που τους έκανε να χωριστούν σε δύο βασίλεια, την αλαζονεία ότι τίποτε δεν επρόκειτο να τους συμβεί, διότι παρά την αποστασία τους ο Θεός ήταν υποχρεωμένος να τους σώσει, όπως και παλαιότερα, την απουσία προετοιμασίας για την αντιμετώπιση των εχθρών τους, την γενικότερη απραγία στη ζωή τους, που τους έκανε να μένουν προσκολλημένοι στο ένδοξο παρελθόν, ενώ ο χρόνος κυλούσε και οι άλλοι λαοί προετοιμάζονταν για να τους καταλάβουν. Το χειρότερο ήταν ότι αδιαφόρησαν στις ρήσεις των προφητών, ιδίως του Ιερεμία, οι οποίοι τους καλούσαν σε μετάνοια για την παράδοση ενός μέρους του λαού, κάποτε και των βασιλιάδων και των αρχόντων τους στην ειδωλολατρία.

Ο Θεός όμως δεν τους λησμόνησε, για τον πρόσθετο λόγο ότι μέσα στην αιχμαλωσία εμφανίστηκαν προσωπικότητες όπως ο προφήτης Δανιήλ και οι Τρεις Παίδες, οι οποίοι έδειξαν ότι στην ξένη γη, στην πικρία της αιχμαλωσίας, έρχεται κάποτε η αφύπνιση. Δεν είναι  κατ’  ανάγκην οι άρχοντες, οι θεωρητικώς ηγέτες αυτοί που ξυπνούν τον λαό από τον λήθαργο, την μοιρολατρία, την λύπη και την παραίτηση. Είναι όσοι αισθάνονται ότι πρέπει να ξαναβρεθούν οι συνεκτικοί εκείνοι κρίκοι, οι οποίοι θα συναρμόσουν τον λαό σε μία κοινή πορεία, οι αξίες που θα νοηματοδοτήσουν αυτό που ήταν και αυτό που έχασε ο λαός, για να μπορέσει να επανέλθει. Χωρίς μνήμη, χωρίς αξίες, χωρίς ρίζες, χωρίς γιορτές, χωρίς επίγνωση αποστολής, χωρίς  συναίσθηση της ετερότητας σε σχέση με τους άλλους, η σκλαβιά δε θα πάψει να υφίσταται. Και ο Δανιήλ και οι Τρεις Παίδες, αντιστεκόμενοι τόσο στην θρησκευτική όσο και στην εθνική αλλοτρίωση, παίρνοντας απόφαση να είναι ο Θεός ο συνεκτικός κρίκος που ενώνει τον λαό και όντας έτοιμοι ακόμη και να πεθάνουν αναφωνώντας το «έστι Θεός» στην κάμινο του πυρός, αφυπνίζουν τον λαό. Για να έρθουν οι ιστορικές συγκυρίες, όπως ο Θεός προνοεί, κι ένας κάποιος Ζοροβάβελ, ασήμαντος φαινομενικά, να αναλάβει να επιστρέψει τον λαό του στον τόπο του. Να τον κάνει σταδιακά να ξανακερδίσει ό,τι έχασε. Μέχρις ότου να έρθει ο Χριστός και να ολοκληρώσει την επιστροφή. Όχι όμως τώρα στην αίσθηση της μοναδικότητας στη σχέση με τον Χριστό, αλλά στην βεβαιότητα ότι ο καθένας μας, ο κάθε λαός διαδραματίζει τον ρόλο του στην ιστορία του κόσμου, για να ζήσει ο κόσμος συνολικά. Όχι μόνο σ’  αυτή τη ζωή, αλλά στην αιωνιότητα.

Κι αυτός ο ρόλος είναι η αγιότητα. Είναι η προσδοκία της έλευσης του Χριστού στην Παλαιά Διαθήκη, η οποία γίνεται πίστη που περνά από γενιά σε γενιά. Είναι η βίωση του Γεννηθέντος Κυρίου ως του Προσώπου εκείνου που γίνεται αυτό που αποκαλύπτει το όνομα: Ιησούς σημαίνει ότι ο Θεός σώζει τον λαό Του.  Είναι η αποστολή των μαθητών του Χριστού να κηρύξουν το Ευαγγέλιο, την είδηση της μεγάλης χαράς ότι ετέχθη ο Σωτήρ σε όλη την κτίση. Είναι η αποστολή του καθενός από μας να τηρήσουμε όσα ο Χριστός και οι Απόστολοι μάς δίδαξαν στη ζωή της Εκκλησίας, για να μπορέσουμε να μην θρηνήσουμε την αιχμαλωσία μας ούτε από την αισθητή Βαβυλώνα των ισχυρών του κόσμου, την Βαβυλώνα του πολιτισμού, που ζητά να είμαστε άθρησκοι, απάτριδες, ανέραστοι, άνθρωποι χωρίς ταυτότητα, παραδομένοι στα πάθη, τη φιληδονία, τον εγωκεντρισμό, άνθρωποι χωρίς αγίους και χωρίς ελπίδα για αιωνιότητα, ούτε από την νοητή Βαβυλώνα, αυτή του πειρασμού που μας πολεμά με τους λογισμούς, την κακία, την απιστία, την άρνηση να προτάξουμε τη  αγάπη και τη συγχωρητικότητα για να επιλέξουμε την αυτοδικαίωσή μας, την πρόταξη του χρήματος και των αγαθών και όχι της Βασιλείας του Θεού και της δικής Του δικαιοσύνης.

Οι Ισραηλίτες θρήνησαν την μετοικεσία της Βαβυλώνος. Ο Θεός όμως δεν τους ξέχασε. Εμείς δεν μοιάζουμε να θρηνούμε την αποστασία των καιρών από το θέλημά Του, ούτε να παραδειγματιζόμαστε από την πρωτοφανή κρίση την οποία αντιμετωπίζουμε. Στο ψέμα της ειδωλολατρίας παραδόθηκαν οι Ισραηλίτες. Στο ψέμα της σύγχρονης ειδωλολατρίας παραδιδόμαστε κι εμείς. Στην ιδέα ότι η ευτυχία είναι δυνατή χωρίς την χαρά του Θεού. Χωρίς Χριστό, αγάπη, ελευθερία, ανθρωπιά, πλησίον. Εκείνοι αιχμαλωτίστηκαν και έφυγαν από τον τόπο τους. Εμείς ζούμε εν χώρα και σκιά θανάτου, αιχμάλωτοι στον τόπο μας. Εκείνοι χρειάστηκαν ως ηγέτες απλούς ανθρώπους οι οποίοι έδειξαν τι σημαίνει να τηρείς το θέλημα του Θεού εις πείσμα των καιρών και των ισχυρών. Εμείς μπορούμε άραγε να αφυπνιστούμε και να προτάξουμε το πρόσωπο του Χριστού ως οδηγό στη ζωή μας, εις πείσμα των καιρών και των κάθε λογής ισχυρών; Η εορτή των Χριστουγέννων είναι μία πρώτη πρόσκληση να αναφωνήσουμε, όπως ο οι τρεις Παίδες και ο προφήτης Δανιήλ: «Έστι Θεός» (Δανιήλ, 3,17). Το παιδίον νέον. Αυτός που δι’ ημάς εγεννήθη και μπορεί να μας λυτρώσει από κάθε κακό, κάθε οδύνη, κάθε ήττα. Διότι είναι η Αλήθεια που σώζει εντός της Εκκλησίας και μας ελευθερώνει! Ας Τον αναζητήσουμε και ας Τον κοινωνήσουμε, ακολουθώντας τους αγίους Του!

Κέρκυρα, 18 Δεκεμβρίου 2016

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα Χριστούγεννα και οι Πατέρες της Εκκλησίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Δεκεμβρίου, 2016

Τα Χριστούγεννα και οι Πατέρες της Εκκλησίας

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Χριστούγεννα πάλι. Σε μία εποχή σύγχυσης και αποπροσανατολισμού, όπου οι άνθρωποι έχουν μείνει στο παρελθόν της ευμάρειας, θρηνούν για τους χαμένους παραδείσους της άνεσης, της κατανάλωσης, της απληστίας,

της ψεύτικης ισχύος, χωρίς να βλέπουν ότι όλα αυτά χάθηκαν γιατί απωλέσαμε το μέτρο, απωλέσαμε την πίστη, απωλέσαμε την διάθεση για κόπο συλλογικό. Σε μια εποχή όπου η αμαρτία θεωρείται δικαίωμα, όπου το χαμόγελο είναι προσποιητό και μένουμε κολλημένοι στις μικρότητές μας. Σε μία εποχή όπου η παιδεία δεν νοιάζεται για την καλλιέργεια χαρακτήρων, αλλά μόνο για γνώσεις, στείρες απομνημονεύσεις, όπου το όραμα είναι οι επαναστάτες χωρίς αιτία ή τα πειθήνια όργανα ενός συστήματος που δεν αγαπά.

Χριστούγεννα πάλι. Και θέλουμε ελπίδα. Θέλουμε νόημα. Θέλουμε κάτι για να ξυπνήσει τις καρδιές μας. Κάτι ή Κάποιον;

Χριστούγεννα πάλι. Θα στολίσουμε τα δέντρα μας, θα ανταλλάξουμε τα δώρα μας, θα πούμε τα κάλαντά μας, θα κάνουμε την ελεημοσύνη μας, θα ψωνίσουμε για να τονωθεί η αγορά, θα παρακολουθήσουμε τις εορταστικές εκδηλώσεις, θα ζητήσουμε από τα παιδιά να δώσουν ένα ίχνος χαράς στη ζωή μας. Μπορεί και το πρωί της μεγάλης μέρας, ακούγοντας την καμπάνα να χτυπά χαρούμενα, να νιώσουμε την ανάγκη να περάσουμε από το ναό της γειτονιάς μας, να ανάψουμε ένα κερί και να φάμε το χριστουγεννιάτικο τραπέζι σαν μία ξεχωριστή μέρα της ζωής μας.

Χριστούγεννα πάλι. Ναι, θέλουμε Κάποιον να μας δώσει ελπίδα. Ή να γίνει ο Ίδιος η ελπίδα.

Ο λόγος των Πατέρων της Εκκλησίας σήμερα είναι περισσότερο επίκαιρος από ποτέ. Μηνύματα που μαρτυρούν ένα πέρασμα από τη ζωή την δική μας, την καθημερινή, την ανθρώπινη, αυτή των επιθυμιών και των λογισμών, των ανεκπλήρωτων και των εκπληρούμενων, από τη ζωή της ανάγκης και της στόχευσης στον εαυτό μας, στη ζωή που βγαίνει από το εγώ και συναντά το εμείς, τον άλλο, αυτόν που καλούμαστε να βάλουμε στην καρδιά μας και να μπούμε στη δική του καρδιά, μα πρωτίστως την συνάντηση με Εκείνον τον Κάποιο που προσέλαβε τη ζωή μας για να γίνει η Ζωή μας.
Το ταπεινό νήπιο της Βηθλεέμ, το οποίο μπήκε στο χρόνο μας για να γίνει ο Χρόνος της αιωνιότητας για μας. Που μπήκε στον κόσμο από αγάπη και φανερώθηκε ως η Αγάπη. «Που έγινε άνθρωπος, για να λάβουμε από Εκείνον το δώρο να γίνουμε θεοί κατά χάριν»(Μέγας Αθανάσιος).

«Ο Θεός δεν εγκατέλειψε το δημιούργημά Του, το γένος των ανθρώπων, όταν αυτό βάδιζε στη φθορά. Αλλά με την προσφορά του δικού του σώματος εξαφάνισε τον επερχόμενο θάνατο. Διόρθωσε με την διδασκαλία του την αμέλεια των ανθρώπων και κατάφερε με τη δύναμή Του να επιτελέσει όλα τα ανθρώπινα» (Μέγας Αθανάσιος).

«Οι άνθρωποι νικημένοι από τις πρόσκαιρες ηδονές και τις δαιμονικές φαντασιώσεις και πλεκτάνες, δεν παραδέχτηκαν την αλήθεια. Γέμισαν την ψυχή τους με χίλιες δυο κακίες και αμαρτίες, ώστε από τη συμπεριφορά τους να μη θεωρούνται πλέον λογικοί αλλά ανόητοι. Τι έπρεπε λοιπόν να κάνει ο Θεός; Τι άλλο παρά ν’ ανανεώσει το κατ’ εικόνα, ώστε μέσω αυτού να μπορέσουν να τον γνωρίσουν και πάλι οι άνθρωποι;
Και πώς θα γινόταν αυτό, εκτός αν ερχόταν σε μας η εικόνα του Θεού, δηλαδή ο Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός; Διότι όλοι οι άνθρωποι είχαν πληγωθεί και αναστατωθεί ψυχικά από τις δαιμονικές απάτες και τη ματαιότητα των ειδώλων. Πώς λοιπόν θα έπειθαν την ψυχή και το νου των συνανθρώπων τους για θέματα που ούτε οι ίδιοι μπορούν να δουν; Αυτό που δεν βλέπει κανείς, πώς θα το διδάξει και σ’ άλλους;
Ποιόν χρειαζόμασταν, λοιπόν, παρά το Λόγο του Θεού που βλέπει τη ψυχή και το νου μας, που κινεί όλη την κτίση και μέσω αυτών μας καθιστά γνωστό τον Πατέρα; Και το πιο παράδοξο είναι ότι ο Λόγος του Θεού, ενώ δίδαξε με πιο φτωχές λέξεις, επισκίασε τους μεγάλους σοφιστές· κατάργησε τις διδασκαλίες τους, όλους τους τράβηξε προς τον εαυτό του και γέμισε τις εκκλησίες του. Και το ακόμη πιο θαυμαστό είναι ότι με την κάθοδό του σαν άνθρωπος στον άδη κατάργησε τα μεγάλα λόγια των σοφών για τα είδωλα…
Αλλά για την έρευνα των Γραφών και την αληθινή γνώση τους χρειάζεται έντιμος βίος, καθαρή ψυχή και χριστιανική αρετή» (Μέγας Αθανάσιος).

Αυτά τα τελευταία λόγια μας δείχνουν ότι για να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα με Χριστό, χρειάζεται να ξαναβρούμε Ποιος είναι η Αλήθεια και τι είναι αληθινό στη ζωή μας. Να μη μείνουμε σε ό,τι μας ευχαριστεί, αλλά να αφήσουμε στην άκρη είδωλα, ψεύτικες ιδέες ευτυχίας, ψεύτικα πρότυπα, μεγάλα λόγια και να ξαναγίνουμε παιδιά του Θεού. Στις εκκλησιές μας, στο μυστήριο της Ευχαριστίας, στην ευγνωμοσύνη για Εκείνον που μας αγαπά τόσο ώστε να γίνει Ένας από μας. Να ξαναβρούμε τις αξίες της εντιμότητας στη ζωή, της καθαρής ψυχής και της χριστιανικής αρετής. Αυτές που η εποχή μας λησμόνησε.
Αυτές που ο Χριστός μας τις δίνει ως τον τρόπο της δωρεάς που μας οδηγεί στην Βασιλεία Του. Και να μεταμορφώσουμε κάθε έργο μας, την παιδεία μας, τις σχέσεις μας με τους άλλους, τον τρόπο της πολιτικής και της κοινωνίας, τον τρόπο του πολιτισμού ο καθένας με τον αγώνα του Εκείνος να είναι το νόημά μας.

Χριστούγεννα πάλι. Θα μείνουμε στον τρόπο της αμαρτίας, της αποτυχίας, θα μείνουμε στην όψη της γιορτής, ή θα ζήσουμε Εκείνον που έδωσε και έγινε η Ζωή μας;

Η απάντηση περνά από την Εκκλησία!

http://agiameteora.net/

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το μήνυμα της φάτνης

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Δεκεμβρίου, 2016

gennisi byzantinou

Το μήνυμα της φάτνης

Χριστοδούλου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος
Πολλοί άνθρωποι ικανοποιούνται απλώς με τον εορταστικό διάκοσμο των ημερών αυτών και με την εγκόσμια χαρά, που τις συνδέει, χωρίς να ασχολούνται με την εμβάθυνση στις πνευματικές εμπειρίες του Μεγάλου αυτού Μυστηρίου. Αρκούνται στην υλική ευμάρεια και σε μια παθητική ενατένιση της «πρώτης» εορτής που ως σήμερα και άγονη, αποδυναμώνει τον ουσιαστικότερο προβληματισμό μας και περιορίζει την ψυχική μας χωρητικότητα.

Όταν ο Σωτήρ του κόσμου γεννιόταν ταπεινός και φτωχός στη γη μας, «ουκ ην τόπος εν τω καταλύματι». Δεν βρέθηκε μια φιλόξενη στέγη για να τον σκεπάσει. Έμεινε τότε ο κόσμος ξένος και αδιάφορος μπροστά στην κορυφαία στιγμή της ιστορίας του. Αν και ο κόσμος εδονείτο από την προσδοκία του Λυτρωτή εν τούτοις τη νύχτα των Χριστουγέννων δεν αντιλήφθηκε την έλευση του Σωτήρα. Απορροφημένη από τις παχυλές και υλιστικές της αντιλήψεις, παγιδευμένη στον ατέρμονα λαβύρινθο της αποσταστίας της, δεν κατόρθωσε να συμμετάσχει στην υποδοχή του Αναμενόμενου και έχασε την ευκαιρία να χαρεί για την λύτρωση. Μόνο οι άγγελοι και οι απλοϊκοί ποιμένες της μακρινής Βηθλεέμ έζησαν το Θαύμα. Οι πολλοί έμειναν ψυχροί, παγεροί πνιγμένοι μέσα στο θόρυβο της βιοτής τους.

Αλλά αυτό συμβαίνει λίγο ως πολύ και σήμερα. Και σήμερα μετά από την πάροδο τόσων ετών χριστιανικής ζωής, πολλοί άνθρωποι αγνοούν τον Σωτήρα Χριστό. Και μαζί Του αγνοούν και το μέγα θέμα της σωτηρίας τους. Η άγνοια ή η παραγνώριση του Λυτρωτού είναι καθαρά προσωπικό θέμα του καθενός. Διότι η οικειοποίηση της εν Χριστώ σωτηρίας και απολυτρώσεως δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά πορεία επιστροφής. Επιστροφής προς το Χριστό και αποστροφής προς την αμαρτία.

Η πορεία όμως αυτή, καίτοι σωτήριος είναι παρά ταύτα οδηνυρή και κοπιώδης. Διότι είναι πορεία αυτοθυσίας και αυταπαρνήσεως, όδος ανηφορική και αγωνιστική, όπως κάθε οδός ανηφορική και αγωνιστική, όπως κάθε οδός ανυψώσεως. Προϋποθέτει ψυχική γενναιότητα και αντοχή, αγώνα και μάχες. Διά τούτο και λίγοι την ακολουθούν. Οι περισσότεροι αρέσκονται να αρκούνται σε ένοχες συμβατικότητες και ύποπτους συμβιβασμούς, σε μία πνευματική νωθρότητα που αποτελμώνει τις ψυχικές δυνάμεις.[…]

Τα φετινά Χριστούγεννα αδελφέ μου ας σημάνουν για όλους το εγερτήριο σάλπισμα για την επιστροφή όλων στο Χριστό. Ζωή χωρίς Χριστό είναι ατέρμονη δυστυχία, έρημος ξερή και άνυδρη. Ζωή χωρίς πνευματικά ενδιαφέροντα είναι ζωή κατώτερη. Για τούτο επείγει να προσφέρουμε στο Χριστό τόπο στην καρδιά μας για να έλθει εντός μας και να αναγεννήσει τη ζωή μας. Συνάμα δε να αναμορφώσει και την ατομική, οικογενειακή και εθνική μας ύπαρξη και για να δικαιώσει τους αγίους πόθους μας. Αυτό είναι το επιτακτικό αίτημα των καιρών μας.

Από το βιβλίο: «Ο Θεός στη γη μας»  ΧριστοδούλουΑρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος  -Εκδόσεις Χρυσοπηγή

http://agiameteora.net/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κωνσταντίνος Σπαλιώρας, Πρόεδρος ΠΕΘ: Τί γίνεται με τα Θρησκευτικά; (video)

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Δεκεμβρίου, 2016

Συνέντευξη του Προέδρου της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων,

κ. Κωνσταντίνου Σπαλιώρα στο korinthostv.gr

Τελικά, το νέο περιεχόμενο του μαθήματος αλλοιώνει το χριστιανικό ορθόδοξο φρόνημα των παιδιών ή όλα αυτά είναι υπερβολές;

Ποιοι αντιδρούν και γιατί ; Οι Θεολόγοι καθηγητές αρνούνται να διδάξουν τα νέα προγράμματα σπουδών, ενώ αναμένεται η απόφαση της Δικαιοσύνης για την συνταγματικότητα ή μη του Νέου Προγράμματος Σπουδών στο μάθημα των Θρησκευτικών. Είναι ενημερωμένοι οι γονείς; Ποιος ο ρόλος της Διοικούσας Εκκλησίας ;

Δείτε στο video που ακολουθεί την συνέντευξη του Προέδρου της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων, κ. Κωνσταντίνου Σπαλιώρα και του Προέδρου του τοπικού Παραρτήματος της ΠΕΘ, κ. Νεκτάριου Μετζάκη στην Σοφία Τσέκου.

Δείτε το βίντεο παρακάτω:

https://www.youtube.com/watch?v=FqmIbXfodmc

http://www.petheol.gr/nea/konstantinosspaliorasproedrospethtiginetaimetathreskeutikavideo

 

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΝΕΟΙ & Η ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Δεκεμβρίου, 2016

Οι περισσότεροι έφηβοι στην πατρίδα μας, παρότι είναι χριστιανοί, δεν εκκλησιάζονται συχνά. Ακόμη κι όταν αυτό συμβαίνει στα πλαίσια του σχολείου ή σε κάποια γιορτή, δε δείχνουν να κατανοούν τι σημαίνει μετοχή στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, παρότι η πλειοψηφία τους κοινωνεί. Είναι ένα σημείο των καιρών. Το κομβικότερο στοιχείο της εκκλησιαστικής ζωής, αυτό που μας ενώνει με τον Θεό και τον συνάνθρωπο, να είναι υπόθεση συνήθειας ή «για το καλό».

      Την αδυναμία μετοχής όλης της ύπαρξης στο μυστήριο την αποδίδουμε στην απουσία κατήχησης ή στην αδυναμία της οικογένειας να το καταστήσει πηγή ζωής για τα νεώτερα μέλη της. Συμβάλλει στο πρόβλημα η έλλειψη κινητοποίησης από την πλευρά των κληρικών, κάποτε και η στενομυαλιά ορισμένων πνευματικών -εξομολόγων, οι οποίοι θεωρούν ότι η συχνή μετοχή στην ευχαριστία καθιστά το μυστήριο συνήθεια και μαγεία, ενώ η αμαρτωλότητα όλων, μικρότερων και μεγαλύτερων, δεν μπορεί να θεραπευθεί, αν δεν την συναισθανθούν μέσω της τιμωρίας να στερούνται του ποτηρίου της ζωής. Αγνοούν βεβαίως ότι σύμφωνα με τα κριτήρια της καθαρότητας και της αγιότητας του Θεού ουδείς αξίζει να μετάσχει, αλλά κοινωνούμε επειδή είναι Φιλάνθρωπος και μας αγαπά, για να λαμβάνουμε άφεση για τις αμαρτίες μας και να γευόμαστε τον τρόπο της αιωνιότητας.

     Πάντως, ακόμη κι αν υπάρξει κινητοποίηση της οικογένειας και των κληρικών, η βιωματική συμμετοχή στην Ευχαριστία δε θα μπορέσει να επιτευχθεί, αν η ενορία δε λειτουργήσει ως σώμα Χριστού. Όταν ο νέος ή ο μεγαλύτερος μετέχουν μόνο ως άτομα στην θεία λειτουργία, δύσκολα θα μπορέσουν να ζήσουν την θεία κοινωνία ως κάτι διαφορετικό από μία πράξη τυπική, που χαρακτηρίζει την χριστιανική ζωή, χωρίς όμως να της δίνει ομορφιά, νόημα και ποιότητα. Διότι η Ευχαριστία είναι το επιστέγασμα της συνάντησης των ανθρώπων στην Εκκλησία. Άνθρωποι οι οποίοι δε θέλουν να είναι ξένοι μεταξύ τους και με τον Θεό, ζητούν νόημα που ξεπερνά τα παρόντα, αισθάνονται ότι η ζωή τους δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς Θεό, αφήνονται στην ποιότητα της αγάπης που ξεκινά από την θεία λειτουργία και ανοίγεται στην καθημερινότητα, είναι όσοι τελικά διψούν για να κατοικήσει ο Χριστός στις καρδιές τους.

        Κοινωνώ μαζί με τους φίλους, τους οικείους, τους μικρότερους και μεγαλύτερους τους οποίους με χαρά συναντώ στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Εκεί βρίσκεται ο Χριστός, «όπου εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι» στο όνομά Του. Αυτό δε σημαίνει ότι όσοι δεν ζουν αυτή την εμπειρία δεν κοινωνούν Χριστό. Όμως κάτι λείπει. Εδώ χρειάζεται η Εκκλησία και όσοι θέλουν να ζούνε την χριστιανική ιδιότητα στην πληρότητά της να δραστηριοποιηθούν. Με προσευχή και λόγο. Με αυθεντική κοινωνικότητα και μοίρασμα χαράς. Με ανοικτό πνεύμα. Την ώρα της θείας λειτουργίας να υπάρχει το πνεύμα και το ήθος οικογένειας ανοικτής. Εκεί όπου όλοι γίνονται οικείοι, διότι δε θέλουμε ένα κλειστό σύνολο, αλλά καρδιές που πραγματοποιούν έξοδο από το εγώ τους. Έτοιμες να αγαπήσουν αλλήλους. Να ρωτήσουν. Να μη σχολιάσουν. Να δείξουν ότι χαίρονται και προσεύχονται για τους παρόντες και τους απόντες. Και ότι ζητούν τον Χριστό και τους Αγίους διότι εκεί βρίσκεται η Αλήθεια.

     Χτίζοντας ενορίες με έμπνευση ήδη υπάρχουν οι προϋποθέσεις νεώτεροι και μεγαλύτεροι να ζούνε την Ευχαριστία της καρδιάς!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα « Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της 14ης Δεκεμβρίου 2016

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΟΣΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ;

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Δεκεμβρίου, 2016

Ο σύγχρονος άνθρωπος, ενώ θέλει να έχει το δικαίωμα να εκφράζει την άποψή του για όλους, δυσκολεύεται να ακούσει. Να μάθει τη γνώμη που έχουν οι άλλοι γι’  αυτόν. Ενίοτε διακατέχεται από τον φόβο ότι αν ακούσει την αλήθεια, θα πρέπει να αλλάξει πορεία. Θα χρειαστεί να δει τον χαρακτήρα του διαφορετικά, ότι είναι ψευδαίσθηση να νομίζει ότι είναι άτρωτος και τέλειος. Ότι τελικά δεν πρέπει να του φταίνε μόνο οι άλλοι, αλλά χρειάζεται να ξαναδεί τον εαυτό του, τα πάθη του, τα λάθη του.

Είμαστε αταπείνωτοι οι άνθρωποι, μεγαλύτεροι και μικρότεροι. Ιδίως στις σχέσεις εντός της οικογένειας, μεταξύ του ζευγαριού, αλλά και μεταξύ γονέων και παιδιών, η ταπείνωση είναι δυσεύρετη. Κυριαρχεί ο εγωισμός, τροφοδοτημένος από έναν πολιτισμό οποίος στηρίζει την επικράτησή του στο δικαίωμα και τον ναρκισσισμό. Από την μία θεωρούμε ότι δικαιούμαστε να είμαστε ο εαυτός μας, διότι αυτό σημαίνει ελευθερία και αυτοπραγμάτωση. Καλούμε τους άλλους να μας αγαπούνε και να μας ανέχονται γι’  αυτό που είμαστε, χωρίς να επιλέγουμε κι εμείς αυτή τη στάση έναντί τους, πεπεισμένοι για την ανωτερότητά μας. Και είμαστε έτοιμοι να παραπονεθούμε, αν εκείνοι φέρονται ανάλογα ή μας κρίνουν.

Από την άλλη, ο θρίαμβος της εικόνας έχει γεννήσει έναν κόσμο στον οποίο εμείς συνεχώς ασχολούμαστε με το προφίλ μας, με το πώς είμαστε, τι κάνουμε και θεωρούμε ότι αυτό πρέπει να ενδιαφέρει τους άλλους. Γι’  αυτό και ανεβάζουμε τον εαυτό μας και τη ζωή μας στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, με την απαίτηση να είμαστε περιζήτητοι, κοσμαγάπητοι, μοναδικοί. Αυτή η στάση ζωής τροφοδοτεί έναν ναρκισσισμό, την αίσθηση δηλαδή ότι δεν δικαιούνται να μας κρίνουν οι άλλοι, διότι εμείς είμαστε τόσο αποδεκτοί και τόσο δημοφιλείς, που δεν επιτρέπεται η αμφισβήτησή μας. Αυτή η νοοτροπία καλλιεργείται ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους, οι οποίοι θεωρούν αυτονόητο το να είναι στο επίκεντρο της προσοχής όλων όχι για τις επιτυχίες και την πρόοδό τους, αλλά για το πρόσωπο, το σώμα, την εξωτερική εμφάνιση και ομορφιά. Ο ναρκισσισμός βεβαίως είναι αναπόφευκτο ότι θα διαψευσθεί από την πραγματικότητα, η οποία είναι σκληρή για όλους. Αυτό όμως δεν γίνεται εύκολα κατανοητό, διότι νέοι και μεγαλύτεροι καμαρώνουμε για την όψη, χωρίς να βλέπουμε τον εσωτερικό μας κόσμο, καθώς αυτός δεν γίνεται το επίκεντρο της ανατροφής, της παιδείας, της καλλιέργειας.

Η Εκκλησία δε θα πάψει να τονίζει την αξία της ταπείνωσης. Σε έναν κόσμο που καυχιέται για τα δικαιώματά και την εμφάνιση του ανθρώπου, η πίστη πάντοτε θα δείχνει την στροφή προς τον Θεό που έγινε άνθρωπος, ταπεινούμενος δι’  ευσπλαχνίαν. Θα μας τονίζει ότι η ζωή έχει νόημα όταν δε θεοποιούμε το εγώ μας, αλλά μπορούμε να βγαίνουμε από αυτό, παραιτούμενοι των δικαιωμάτων μας χάριν της αγάπης για τους άλλους. Όταν ζητούμε να δούμε τι αναπαύει ουσιαστικά τους άλλους. Όταν χτίζουμε τις σχέσεις μας όχι με κριτήριο το πώς θα φανούμε, δηλαδή την υποκρισία, αλλά με γνώμονα πώς αυτό που είμαστε και έχουμε θα το μοιραστούμε με τον πλησίον μας. Και τότε και στην οικογένεια και στην πορεία της ζωής η ταπείνωση θα χτίσει χαρακτήρες που θα αντέχουν να ακούσουν την αλήθεια, διότι θα ξέρουν να την ζούνε!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 7 Δεκεμβρίου 2016

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Δεκεμβρίου, 2016

 Μία από τις συνηθισμένες δυσκολίες στην καθημερινότητα της οικογένειας είναι η απουσία ουσιαστικού διαλόγου, τόσο μεταξύ του ζευγαριού, όσο και μεταξύ των γονέων και των παιδιών. Οι περισσότερες συζητήσεις έχουν να κάνουν με τη διαχείριση της ζωής, τις υλικές ανάγκες, τα προγράμματα των μελών της οικογένειας. Όμως χωρίς ποιοτικό διάλογο, δηλαδή χωρίς τη δυνατότητα γνήσιας επικοινωνίας με προσπάθεια κατανόησης των σκέψεων, των φόβων, των αρνητικών συναισθημάτων που τόσο οι σύζυγοι όσο και τα παιδιά αναπτύσσουν, η ζωή της οικογένειας δεν μπορεί να στηριχτεί στη βάση της αγάπης. Διότι αγάπη σημαίνει έγνοια για τον άλλον. Μοίρασμα. Άρση του σταυρού του. Απόπειρα διάλυσης όποιων παρεξηγήσεων ή κακών λογισμών. Και την ίδια στιγμή νέα ξεκινήματα στο να γίνουν οι σχέσεις δημιουργικές και να αποκτήσουν διάρκεια χαράς και ελπίδας.

          Διάλογος σημαίνει ακρόαση του άλλου. Μόνο που για να γίνει αυτό χρειάζεται να μάθουμε να κρατάμε σιωπή. Να μην είμαστε έτοιμοι να θυμώσουμε. Κι αυτό προϋποθέτει αίσθηση ότι δεν είναι δυνατόν να έχουμε απόλυτο δίκιο στις σκέψεις μας. Αν ισχύει αυτό, τότε μπορούμε να μάθουμε τον άλλο και από τον άλλο. Διάλογος σημαίνει ακόμη εντοπισμός των στοιχείων που μας ενώνουν με τον άλλο. Συνήθως μένουμε σε ό,τι μας χωρίζει. Στα παράπονά μας. Όμως υπάρχουν και πολλά που μας ενώνουν. Κυρίως η αγάπη. Διάλογος σημαίνει απόφαση να αφήσουμε να διαφανεί η αλήθεια, ακόμη κι αν δεν είναι ταυτόσημη με την δική μας αλήθεια. Προϋπόθεση η πειθώ και τα επιχειρήματα, όχι όμως η εμμονή αποκλειστικά στον δικό μας τρόπο σκέψης. Παράλληλα, διάλογος δε σημαίνει απόπειρα να εξουσιάσω τον άλλο, αλλά να συνυπάρξω μαζί του.

     Ο διάλογος προϋποθέτει μια ξεχασμένη αρετή. Την ταπείνωση. Είμαι ταπεινός όταν έχω επίγνωση των ορίων μου ή όταν είμαι διαθέσιμος να βρω μέχρι πού φτάνουν, ακούγοντας τον άλλο, ο οποίος μου τα θέτει. Έτσι κι αλλιώς τα πάντα στην οικογένεια είναι από κοινού. Η ταπείνωση βοηθά στη λήψη αποφάσεων με γνώμονα το από κοινού καλό. Βοηθά στην υποχώρηση εκεί όπου χρειάζεται. Στην εκκοπή του ιδίου θελήματος, όταν αυτό λειτουργεί στην οπτική του κατεξουσιασμού του άλλου και της ισοπέδωσης της προσωπικότητάς του, κάτι που έρχεται όταν θέλουμε να γίνεται το δικό μας. Η ταπείνωση μπορεί να γεννήσει τη σύνθεση μέσα από την καταγραφή των αντιθέσεων.

       Αν υπάρχει αμοιβαιότητα, τότε και τα παιδιά μπορούν να διδαχθούν. Αλλά και η εκκλησιαστική ζωή βοηθά προς την κατεύθυνση αυτή. Ο τρόπος της πίστης διδάσκει όλους ο λόγος να είναι προς την κατεύθυνση του «ευ». Να μην αποσκοπεί στο να προσβάλει και να εξουθενώσει, αλλά να βρει τις γέφυρες που θα αφήσουν να καλλιεργηθούν υγιή συναισθήματα. Από τον Χριστό διδασκόμαστε να είμαστε αληθινοί και να μην λησμονούμε τον στόχο της Βασιλείας, αυτόν που Εκείνος μας δείχνει μέσω των παραβολών του, καρποί διαλόγου Του με τους ανθρώπους. Η Βασιλεία περνά  μέσα από την αγάπη, τη μετάνοια και τη συγχώρεση και συναντά τις ταπεινές καρδιές. Ακόμη κι αν ο ένας από τους δύο διαλεγόμενους δεν είναι ταπεινός, η εγκαρτέρηση του άλλου, συνοδευόμενη όμως από ειλικρίνεια και αυθεντικότητα, θα βοηθήσει στη χάραξη πορείας εξόδου από το εγώ. Για να πάψουν οι ανθρώπινες σχέσεις να δηλητηριάζονται εξαιτίας της απουσίας της εξόδου.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 30 Νοεμβρίου 2016

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΝΕΟΙ ΚΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΠΟΝΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Δεκεμβρίου, 2016

Γιατί να πονάμε και να πεθαίνουμε; Γιατί μικρά παιδιά να πάσχουν από σπάνιες μορφές καρκίνου και φεύγουν πρόωρα από τη ζωή; Ερωτήματα προκλητικά. Δοκιμάζουν την πίστη στον Θεό. Άραγε, πού βρίσκεται Εκείνος; Γιατί να επιτρέπει τέτοιες δοκιμασίες;  Αν υπάρχει, γιατί δεν μας ακούει;  Γιατί αφήνει το κακό να κυριαρχεί στον κόσμο;  Γιατί δεν παρεμβαίνει με κάποιο θαύμα, ώστε ο ανθρώπινος πόνος να μην είναι καταλυτικός της ύπαρξης;

      Με αφορμή συγκεκριμένα περιστατικά πολλοί νέοι διατυπώνουν αυτά τα ερωτήματα. Απαιτούν απαντήσεις. Καμία δεν είναι εύκολο να τους ικανοποιήσει. Θα αρκούσε η ζωή που θα έδινε ο Θεός και η άρση του σταυρού που σηκώνουν οι άνθρωποι. Όλες οι άλλες απαντήσεις είναι παρηγοριά, όχι όμως λύτρωση, αφού δεν αλλάζουν το αποτέλεσμα. Ότι ο θάνατος μάς νικά. Ότι ενώ θέλουμε να ζήσουμε για πάντα σ’  αυτόν τον κόσμο που γνωρίζουμε και αγαπούμε, με τους οικείους μας, δε θα αποφύγουμε το τέλος. Η οδύνη φέρνει θυμό. Άρνηση αποδοχής του πόνου και του θανάτου. Άρνηση αποδοχής ενός Θεού, ο Οποίος, μολονότι παντοδύναμος, δε χρησιμοποιεί τη δύναμή του, παρότι ισχυρίζεται ότι μας αγαπά, για να μας γιατρέψει. Είναι το θαύμα που δεν έρχεται.

      Η εποχή μας μεγεθύνει τα «γιατί;» αυτών των ερωτημάτων. Αποθεώνοντας τον ορθολογισμό, την ανάγκη δηλαδή κατανόησης σύμφωνα με τις δυνατότητες της δικής μας λογικής των μηχανισμών ύπαρξης και λειτουργίας του κόσμου, θέλοντας να ελευθερωθεί ο άνθρωπος από την προσκόλληση στις θρησκείες, για να τονιστεί ότι «εδώ είναι η ζωή»  και ότι ο θάνατος είναι το τέρμα της ύπαρξης, ο πολιτισμός μας χρησιμοποιεί τον πόνο για να δείξει ότι όσα πιστεύει είναι η αλήθεια. Ότι δεν υπάρχει κανένας  Θεός, διότι είμαστε τυχαία δημιουργημένοι, ότι δεν υπάρχει μεταθανάτια ζωή, διότι δεν έχουμε και ψυχή ως πνεύμα, αλλά είμαστε μόνο βιολογικές υπάρξεις.

     Απέναντι σ’ αυτήν την ιδεολογική καταιγίδα η Εκκλησία αντιπαραθέτει το Πρόσωπο του Χριστού και την πίστη σ’  Αυτόν. «Πίστις εστί ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». Και πρέπει να ελπίσεις στο ανέλπιστο, για να το ζήσεις. Αυτό που ορθολογιστικά δε φαίνεται να υπάρχει, για να το συναντήσεις. Η πίστη δεν είναι απλώς παρηγοριά. Είναι το νόημα της ζωής. Είναι ο λόγος για τον οποίο μυριάδες αγίων μαρτύρησαν, αφήνοντας αυτόν τον κόσμο σε νεαρή ηλικία, δεχόμενοι να περάσουν από πλήθος βασανιστηρίων, να πονέσουν όσο κανείς. Είναι ο λόγος για τον οποίο μυριάδες οσίων και ασκητών διάλεξαν να υπερβούν το σχήμα «γεννιέμαι, μεγαλώνω, δημιουργώ, αναπαράγομαι, πεθαίνω» και έδωσαν τον εαυτό τους στην άσκηση, στη στέρηση, στην εκζήτηση του αφανέρωτου, το οποίο έγινε φανερό στη χάρη που έλαβαν. Είναι ο λόγος για τον οποίο μυριάδες συγχώρησαν, παραιτήθηκαν από τα δικαιώματά τους, αγάπησαν, πρόσφεραν, άντεξαν λοιδορίες, πόνο, περιθώριο, θάνατο.

       Δεν απαντιούνται τα ερωτήματα των νέων λογικά. Δεν μπορούμε να συμφιλιωθούμε με τον πόνο όταν για μας η ζωή είναι το εδώ και το νυν. Μόνο η κοινωνία με τον Νικητή του Πόνου και του Θανάτου, ο Οποίος γεύθηκε αμφότερα, μπορεί να λυτρώσει, να μας κάνει να αντέξουμε σε ό,τι βλέπουμε και ζούμε είτε σε μας είτε στους οικείους μας. Να μας περάσει από το «γιατί;»  στο «γενηθήτω το θέλημά Σου». Αυτό που μας λείπει.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 23 Νοεμβρίου 2016

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ψήφισμα του Παραρτήματος Κορινθίας της ΠΕΘ για το μάθημα των Θρησκευτικών

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Δεκεμβρίου, 2016

Παράρτημα της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων Ν. Κορινθίας

Το παράρτημα της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (Π.Ε.Θ.) Νομού Κορινθίας συνήλθε σε Έκτακτη Γενική Συνέλευση την Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016 και αφού συζήτησε διεξοδικά (μεταξύ των άλλων) τα σοβαρά προβλήματα που προέκυψαν και προκύπτουν από την προσπάθεια εφαρμογής Νέου Προγράμματος Σπουδών (Ν.Π.Σ.) στο μάθημα των Θρησκευτικών, εξέδωσε (κατά πλειοψηφία) το παρακάτω:

ΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ

1ον) Θεωρούμε βεβιασμένη και απροετοίμαστη την προσπάθεια επιβολής του νέου προγράμματος σπουδών (Ν.Π.Σ) στο μάθημα των θρησκευτικών (M.Τ.Θ.), ενώ ήδη είχε αρχίσει το τρέχον σχολικό έτος, είχαν διανεμηθεί τα βιβλία του προηγούμενου προγράμματος σπουδών σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και η ροή της ύλης είχε ξεκινήσει κανονικά. Εκπαιδευτικοί, μαθητές και γονείς βρεθήκαμε ξαφνικά σε ένα εντελώς νέο πλαίσιο σπουδών, χωρίς καμία αντιστοιχία (του Ν.Π.Σ.) με τα διανεμηθέντα σχολικά βιβλία Θρησκευτικών, χωρίς ουσιαστική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και κυρίως χωρίς διάλογο με τους εμπλεκόμενους φορείς της εκπαιδευτικής κοινότητας.

Αποτέλεσμα όλης αυτής της χωρίς προηγούμενο στα εκπαιδευτικά χρονικά αναστάτωσης, ήταν να δεχθούμε τις έντονες διαμαρτυρίες γονέων μαθητών. Παράλληλα, δημιουργήθηκαν αμφιβολίες και ερωτηματικά στους μάχιμους θεολόγους καθηγητές, οι οποίοι κλήθηκαν να τα υλοποιήσουν, από την προχειρότητα του εγχειρήματος , αλλά και την αδιαλλαξία εκ μέρους του υπουργείου. Μιας εμμονής για την «πάση θυσία» εφαρμογή ενός εισαγόμενου «θρησκευτικού γραμματισμού», μιας ακαθόριστης δηλαδή θρησκευτικού τύπου παιδείας άγνωστης και αδοκίμαστης έως τώρα. Μοιάζει με πείραμα, μόνο που οι αποδέκτες των συνεπειών θα είναι οι μαθητές μας, και κατ’ επέκταση ολόκληρη η κοινωνία. Το Ν.Π.Σ, ως προς το περιεχόμενο, τη διάρθρωση της ύλης και τον εκπαιδευτικό προσανατολισμό, υστερεί παιδαγωγικά και γνωστικά. Παραθέτει πληροφορίες και όχι ουσιαστικές γνώσεις. Έρχεται σε σύγκρουση με τις αρχές που τα παιδιά έχουν ήδη αναπτύξει ως τώρα από την οικογένεια και το σχολείο,αλλά και με την Ορθόδοξη συνείδηση του διδάσκοντα. Ισοπεδώνει τον ορθόδοξο ανθρωπισμό του χριστιανισμού με κάθε άλλη θρησκεία και προβάλλει νέα ήθη και αξίες ασύμβατες με τον Ελληνορθόδοξο πολιτισμό μας.

Παράλληλα προκλήθηκε, δικαιολογημένα στο θέμα πού δημιουργήθηκε (με το ΝΠΣ), η εμπλοκή και της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως συναρμόδιας (από τον καταστατικό της χάρτη που αποτελεί και νόμο του Ελληνικού κράτους, τον 590/1977) για το περιεχόμενο της παρεχόμενης θρησκευτικής Παιδείας.

Όλα αυτά όμως τα γεγονότα και η προβολή τους από τα Μ.Μ.Ε, διετάραξαν το ομαλό Παιδαγωγικό κλίμα που οφείλει να επικρατεί στην εκπαιδευτική διαδικασία, αναστάτωσαν την εκπαιδευτική κοινότητα και προβλημάτισαν σοβαρά την Ελληνική κοινωνία.

2ον) Συμφωνούμε και αποδεχόμαστε ως παιδαγωγοί την εναλλαγή παλαιών και νέων εκπαιδευτικών μεθόδων διδασκαλίας (βιωματική, ομαδοσυνεργατική, μετωπική κ.ά), τις οποίες ήδη εφαρμόζαμε και εφαρμόζουμε παρά τις δυσκολίες στην υλικοτεχνική υποδομή των σχολείων της Ελληνικής περιφέρειας και της ανεπάρκειας των πόρων εν μέσω κρίσης. Είμαστε όμως έντονα προβληματισμένοι με τον αντιπαιδαγωγικό κατακερματισμό της ύλης, την ασυνέχεια, την αποσπασματικότητα και κυρίως το περιεχόμενο διδασκαλίας και το στόχο του Ν.Π.Σ, το οποίο όπου εφαρμόστηκε πιλοτικά τα προηγούμενα έτη είχε ως αποτέλεσμα την σύγχυση γνώσεων, όρων, εννοιών και συμπεριφορών εκ μέρους των μαθητών, οι οποίοι έμειναν χωρίς ουσιαστική μόρφωση, περιέπεσαν σε θρησκειολογική σύγχυση συγκρητιστικού τύπου και παρουσίασαν μια ακαθόριστη θρησκευτική συνείδηση.

Πιστεύουμε ότι «είτε εν γνώσει, είτε εν αγνοία» των εισηγητών του Ν.Π.Σ των Θρησκευτικών, η εφαρμογή τους οδηγεί σε μία συγκεκαλυμμένη αποδόμηση της Ορθοδοξίας σε βάθος χρόνου. Για παράδειγμα, τονίζεται ο Θεός ως έννοια και ιδέα, ενώ υποβαθμίζεται η έννοια του Θεού ως πρόσωπο καθώς και οι αναφορές στην Τριαδολογία, την Χριστολογία, την Σωτηριολογία και την Εκκλησιολογία. Η συνάντηση όμως Ελληνισμού και Χριστιανισμού ήταν η βάση η οποία γέννησε αυτόν τον Ελληνορθόδοξο πολιτισμό, που βλέπουμε καθημερινά γύρω μας και για τα μνημεία του οποίου (γραπτά και μη) καυχόμαστε και θαυμαζόμαστε παγκόσμια. Παρατηρούμε επίσης ότι οι Θρησκειολογικές αναφορές του Ν Π Σ υπερτονίζονται σε κάθε ευκαιρία, σαν να αποτελεί η Θρησκειολογία τον κορμό της Θεολογικής επιστήμης και όχι κλάδο της.

Ως θεολόγοι καθηγητές, ουδέποτε διδαχθήκαμε, στο πλαίσιο των ακαδημαϊκών μας σπουδών, τέτοιο θρησκειολογικό συνοθύλευμμα. Το αντικείμενο που καλούμαστε να διδάξουμε στους μαθητές μας, δεν υφίσταται με τέτοια σύνθεση και με τέτοιο προσανατολισμό ούτε στα ακαδημαϊκά ούτε στα αναλυτικά σχολικά προγράμματα καμιάς χώρας του κόσμου ( ούτε καν στην ουδετερόθρησκη Γαλλία ).

3ον) Επιπροσθέτως η εφαρμογή του Ν.Π.Σ, εγείρει θέμα συνταγματικότητας και νομιμότητας, καθώς έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 16 του Ελληνικού Συντάγματος, που επιτάσσει ως σκοπό της Παιδείας την «ανάπτυξη εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης» (όπως αυτή ερμηνεύθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ότι εννοείται η Ορθόδοξη θρησκευτική συνείδηση). Επίσης εγείρει θέμα νομιμότητας, καθώς σύμφωνα με τον ισχύοντα εκπαιδευτικό Νόμο 1566/85 ορίζεται ότι η διδασκαλία θα πρέπει να προσανατολίζει τους μαθητές «να διακατέχονται από πίστη στην πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της Ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης».

4ον) Ως μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος συμμεριζόμαστε και επικροτούμε την θέση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ.κ. Ιερωνύμου, ο οποίος αναφερόμενος στο Νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά δήλωσε ότι είναι «απαράδεκτο», «επικίνδυνο» και ακατάλληλο για την Ελληνική κοινωνία στην οποία μόνο προβλήματα θα δημιουργήσει. Θεωρούμε την πρόταση της Ιεραρχίας (την οποία εισηγήθηκε ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου ) ρεαλιστική, τεκμηριωμένη και προς την σωστή κατεύθυνση επιστημονικά και παιδαγωγικά. Προτείνουμε να αξιοποιηθεί κι αυτή στον συμφωνηθέντα διάλογο που ξεκίνησε μεταξύ των επιτροπών της Εκκλησίας και του Υπουργείου Παιδείας.

5ον) Στηρίζουμε την θέση της Εκκλησίας, της πλειονότητας της επιστημονικής και εκπαιδευτικής κοινότητας και της Π.Ε.Θ για διάλογο από μηδενική βάση.

Μέχρι ολοκληρώσεως αυτού του διαλόγου, ζητούμε να τροποποιηθεί ο νόμος ώστε να έχουμε πάγωμα του Ν.Π.Σ στό μάθημα των Θρησκευτικών και επαναφορά του μέχρι τώρα ισχύοντος, για το οποίο ήδη υπάρχουν τα διανεμηθέντα στους μαθητές σχολικά εγχειρίδια. Κι αυτό γιατί θεωρούμε γεγονός παιδαγωγικά απαράδεκτο κι επικίνδυνο για την προοπτική και την ισοτιμία οποιουδήποτε μαθήματος, το να μην υπάρχει σχολικό εγχειρίδιο τουλάχιστον στην υποχρεωτική εκπαίδευση.

Είναι αναγκαίο πιστεύουμε να επανέλθει το ήρεμο παιδαγωγικό κλίμα που διαταράχθηκε (ως μη όφειλε), ώστε να προετοιμαστεί καλύτερα οποιαδήποτε αλλαγή του Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά.

Κάνουμε ως Έλληνες πολίτες και μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας έκκληση για ουσιαστικό διάλογο από μηδενική βάση με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Οποιαδήποτε αλλαγή προκύψει ελπίζουμε να είναι κατά το δυνατόν προσαρμοσμένη και συμβατή με την Ελληνική σχολική πραγματικότητα,το Σύνταγμα και τους Νόμους του Ελληνικού κράτους και κυρίως αντάξια του πολιτισμού και της Ιστορίας του.

http://www.petheol.gr/nea/psephismatouparartematoskorinthiastespethgiatomathematonthreskeutikon

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΠΕΘ κατέθεσε στο ΣτΕ, αιτήσεις ακυρώσεως των αποφάσεων Φίλη που αφορούν στην εφαρμογή νέων Προγραμμάτων Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών στη Μέση Εκπαίδευση

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Δεκεμβρίου, 2016

Αθήνα, 21 Νοεμβρίου 2016

Αριθμ. Πρωτ. 150

Δελτίου τύπου

Η ΠΕΘ, μαζί με τους παρακάτω  γονείς και εκπαιδευτικούς της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης,  1) τον Δήμο Θανάσουλα, κάτοικο Τρικάλων, 2) την Δημητριάδου Ελένη, κάτοικο Τρικάλων,  3) τον Βασίλειο Μαγγίνα, κάτοικο Δραπετσώνας Αττικής, 4) την Λεμονιά Ραφαηλίδου, κάτοικο Δραπετσώνας Αττικής, 5)τον Παναγιώτη Χριστοδούλου, κάτοικο Παλλήνης Αττικής, 6) την Γεωργία Χριστοδούλου, κάτοικο Παλλήνης Αττικής, 7)τον Άγγελο Τσέρκα, κάτοικο Αιαντείου Σαλαμίνας, 8)την  Πέρσα Λαζάρου, κάτοικο Αιαντείου Σαλαμίνας και 9)τον Ιωάννη Μπεϊνά, Θεολόγο, κάτοικο Κατερίνης, κατέθεσε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στις 10 Νοεμβρίου 2016, αιτήσεις ακυρώσεως των αποφάσεων υπ’ αρίθμ. Πρωτ. 143575/Δ2/7-9-2016 (Β 2920/13-9-2016 ΦΕΚ) και  υπ’ αρίθμ. Πρωτ. 143579/Δ2/2016, (ΦΕΚ Β 2906/13-9-2016), του πρώην Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, κ. Νικολάου Φίλη που αφορούν στην εφαρμογή νέων Προγραμμάτων  Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο.

Η αποφάσεις αυτές του Υπουργού είναι παράνομες και ακυρωτέες για όλους τους νόμιμους και βάσιμους λόγους που αναφέρουν οι παρακάτω αιτήσεις ακυρώσεως που κατέθεσε στο ΣτΕ η ΠΕΘ και οι υπόλοιποι ενάγοντες.

Το ΔΣ της ΠΕΘ

****************

ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ

***

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

(ΤΜΗΜΑ Γ’ )

ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ

 1) Του Δήμου Θανάσουλα, κατοίκου Τρικάλων…

2)  Της Δημητριάδου Ελένης, κατοίκου Τρικάλων…

3) Του Βασιλείου Μαγγίνα, κατοίκου Δραπετσώνας Αττικής…

4) Της Λεμονιάς Ραφαηλίδου, κατοίκου Δραπετσώνας Αττικής…

5)     Του σωματείου με την επωνυμία Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ), νομίμως εκπροσωπουμένου, που εδρεύει στην Αθήνα…

ΚΑΤΑ

  Του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ

Της υπ’ αρίθμ. Πρωτ. 143575/Δ2/7-9-2016 απόφασης του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β 2920/13-9-2016).

                ΙΣΤΟΡΙΚΟ

 Στο υπ’ αρ. φ. Β 2920/13-9-2016 ΦΕΚ, δημοσιεύθηκε η υπ’ αρ. πρωτ. 143575/Δ2/7-9-2016 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων με θέμα «Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο».

Όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο του μόνου άρθρου της προσβαλλομένης, με την ανωτέρω απόφαση πραγματοποιείται μία ριζική αλλαγή στο χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, αλλοιώνοντας τον από ιδρύσεως του Ελληνικού Κράτους μέχρι σήμερα χαρακτήρα του. Συγκεκριμένα, το μέχρι πρότινος διδασκόμενο μάθημα των θρησκευτικών,  όπως αυτό ορίστηκε από τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης της 4ης Νοεμβρίου 1950, το Σύνταγμα, το Νόμο και τις Δικαστικές Αποφάσεις, είχε χαρακτήρα ομολογιακό, ήτοι διδακτικό της θρησκείας των μαθητών, οι οποίοι είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία στην Ελλάδα, βαπτισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ενώ παράλληλα, υπήρχαν και στοιχεία θρησκειολογίας διδασκόμενα από την Στ’ Δημοτικού και μέχρι την Γ’ Λυκείου, και πάντως σε χωριστά κεφάλαια και όχι αναμεμιγμένα με τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Πίστης, την οποία δικαιωματικά διδάσκονταν οι Ορθόδοξοι μαθητές.

Παράλληλα, παρεχόταν η δυνατότητα απαλλαγής από το μάθημα για τους μη Ορθοδόξους μαθητές, ενώ υπάρχει και διδάσκεται εναλλακτικά, ομολογιακού περιεχομένου μάθημα των θρησκευτικών για τους Έλληνες Μουσουλμάνους, Εβραίους και Ρωμαιοκαθολικούς, με το οποίο οι ετερόθρησκοι και ετερόδοξοι αυτοί μαθητές, διδάσκονται, ως δικαιούνται, την πίστη των γονέων τους σύμφωνα με το ανωτέρω νομοθετικό πλαίσιο και το άρθρο 55 § 5 του ν. 4386/2016.

Με το νέο πρόγραμμα σπουδών που εισάγει η προσβαλλομένη, το μέχρι πρότινος Χριστιανικό Ορθόδοξο ομολογιακό μάθημα των Θρησκευτικών, μετατρέπεται σε ιδιότυπη θρησκειολογία, στην οποία  αναμειγνύονται η Ορθόδοξη Πίστη με τα υπόλοιπα Δόγματα και Θρησκεύματα, δημιουργώντας σύγχυση στους μαθητές, ιδιαίτερα σε εκείνους των τάξεων του Δημοτικού και του Γυμνασίου, οι οποίοι κατά κανόνα λόγω του νεαρού της ηλικίας τους αγνοούν και τα βασικότερα σημεία της πίστης στην οποία ανήκουν, ως βαπτισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί.

 Η απόφαση αυτή του Υπουργού είναι παράνομη και ακυρωτέα για τους εξής νόμιμους και βάσιμους λόγους:

 Α) ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΝΟΜΟΥ

      Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Υπουργού Παιδείας, η οποία εξεδόθη επί τη βάσει των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 7 του ν. 2525/1997, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 11 και  εδαφ. ε’ και 5 παρ.11 εδαφ. γ’ του ν. 1566/1985, στις οποίες αυτή παραπέμπει και μετά από εισήγηση του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, καθορίσθηκε το νέο πρόγραμμα σπουδών, στο οποίο, ως προείπαμε, διδάσκονται στις τάξεις του Δημοτικού και του Γυμνασίου, οι θρησκείες αναμεμιγμένες.

 Νομικό πλαίσιο

 Στη διάταξη του άρθρου 3 του ισχύοντος Συντάγματος, στην κεφαλίδα του οποίου γίνεται ρητή επίκληση της “Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος”, ορίζεται ότι : “1. Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού ‘ τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Είναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ’ [29] Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928. 2. . . “. Εξ άλλου στη διάταξη του άρθρου 13 αυτού ορίζεται ότι : “1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός. 2. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. Η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται. 3…”.

 Εκ παραλλήλου, στη διάταξη του άρθρου 16 [παρ. 2] του Συντάγματος ορίζεται ότι : “Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες”.

 Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και ιδίως τα όσα ειδικότερα για την προσβαλλόμενη απόφαση ισχύουν με το άρθρο 16 παρ. 2 Σ, προκύπτει σαφώς ότι ο συνταγματικός νομοθέτης απέκρουσε την αποσύνδεση της θρησκείας από την εκπαίδευση (κοσμικό πρότυπο ) και προτίμησε την οδό του “μέτρου αρίστου” που αξιώνει το σεβασμό της “επικρατούσας” θρησκείας και το συνυπολογισμό της ανάμεσα στους προσδιοριστικούς παράγοντες της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Αυτή η ρητή συνταγματική επιλογή συμπυκνώνει ιστορικές επιλογές, αντιδιαστολές σε σχέση με τα προϊσχύοντα συντάγματα αλλά και ισορροπίες που ο κοινός νομοθέτης οφείλει να σέβεται και να αναπαράγει.

 Περαιτέρω η Διεθνής Σύμβαση της Ρώμης της 4ης Νοεμβρίου 1950 “περί προασπίσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών”, που κυρώθηκε το πρώτον με τον νόμο 2329/1953 [φ. 68, Α] και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 [φ. 256, Α] και έχει, ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ, με το μεν άρθρο 9 κατοχυρώνει το ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, με το άρθρο δε 2 του Α προσθέτου πρωτοκόλλου ορίζει ειδικότερα τα εξής : “Ουδείς δύναται να στερηθεί του δικαιώματος όπως εκπαιδευθή. Παν Κράτος εν τη ασκήσει των αναλαμβανομένων υπ’ αυτού καθηκόντων επί του πεδίου της μορφώσεως και της εκπαιδεύσεως θα σέβεται το δικαίωμα των γονέων όπως εξασφαλίζωσιν της μόρφωσιν και εκπαίδευσιν ταύτην συμφώνως προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις”.

 Σε υλοποίηση των ανωτέρω ο κοινός νομοθέτης προβλέπει στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1566/1985 [ΦΕΚ Α 167] ότι : “1. Σκοπός της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι να συμβάλει στην ολόπλευρη, αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών, ώστε, ανεξάρτητα από φύλο και καταγωγή, να έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες και να ζήσουν δημιουργικά. Ειδικότερα υποβοηθεί τους μαθητές : α] Να γίνονται ελεύθεροι, υπεύθυνοι, δημοκρατικοί πολίτες, να υπερασπίζονται την εθνική ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και τη δημοκρατία, να εμπνέονται από αγάπη προς τον άνθρωπο, τη ζωή και τη φύση και να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης. Η ελευθερία της θρησκευτικής τους συνείδησης είναι απαραβίαστη. β] Να καλλιεργούν και να αναπτύσσουν αρμονικά το πνεύμα και το σώμα τους, τις κλίσεις, τα ενδιαφέροντα και τις δεξιότητές τους. Να αποκτούν, μέσα από τη σχολική τους αγωγή, κοινωνική ταυτότητα και συνείδηση, να αντιλαμβάνονται και να συνειδητοποιούν την κοινωνική αξία και ισοτιμία της πνευματικής και της χειρωνακτικής εργασίας. Να ενημερώνονται και να ασκούνται πάνω στη σωστή και ωφέλιμη για το ανθρώπινο γένος χρήση και αξιοποίηση των αγαθών του σύγχρονου πολιτισμού, καθώς και των αξιών της λαϊκής μας παράδοσης. γ] Να αναπτύσσουν δημιουργική και κριτική σκέψη και αντίληψη συλλογικής προσπάθειας και συνεργασίας, ώστε να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και με την υπεύθυνη συμμετοχή τους να συντελούν αποφασιστικά στην πρόοδο του κοινωνικού συνόλου και στην ανάπτυξη της πατρίδας μας. δ] Να κατανοούν τη σημασία της τέχνης, της επιστήμης και της τεχνολογίας, να σέβονται τις ανθρώπινες αξίες και να διαφυλάσσουν και προάγουν τον πολιτισμό. ε] Να αναπτύσσουν πνεύμα φιλίας και συνεργασίας με όλους τους λαούς της γης, προσβλέποντας σε έναν κόσμο καλύτερο, δίκαιο και ειρηνικό. 2. Βασικοί συντελεστές για την επίτευξη των παραπάνω σκοπών είναι : α] . . . β] τα αναλυτικά προγράμματα, τα σχολικά βιβλία και τα λοιπά διδακτικά μέσα καθώς και η σωστή χρήση τους, γ] . . . 3. Τα αναλυτικά προγράμματα αποτελούν άρτιους οδηγούς του εκπαιδευτικού έργου και περιλαμβάνουν κυρίως : αα] . . . ββ] διδακτέα ύλη επιλεγμένη σύμφωνα με το σκοπό του μαθήματος ανάλογη και σύμμετρη προς το ωρολόγιο πρόγραμμα. . . “.

 Ο ίδιος νόμος εξειδικεύοντας το σκοπό της παιδείας υπογραμμίζει, ότι το σχολείο βοηθά τους μαθητές να εξοικειώνονται «με τις ηθικές, θρησκευτικές, εθνικές, ανθρωπιστικές και άλλες αξίες» ώστε να δυνηθούν με αυτές «να ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους», συνειδητοποιώντας «τη βαθύτερη σημασία του ορθόδοξου χριστιανικού ήθους και της σταθερής προσήλωσης στις πανανθρώπινες αξίες» (άρθρο 6 παρ. 2). Ενώ σε εφαρμοστικά του νόμου αυτού κείμενα και δη στο Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Σπουδών (Δ.Ε.Π.Π.Σ.) και τα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (Α.Π.Σ.) επισημαίνεται, ότι «σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, με εμφανή τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής ρευστότητας, η κοινωνική ανάπτυξη του ατόμου και η πορεία του προς την αυτογνωσία απαιτούν ευρεία και διαρκή κοινωνική αλληλεπίδραση» και ότι για την επίτευξη μιας «αρμονικής κοινωνικής ένταξης και συμβίωσης είναι απαραίτητο κάθε άτομο να μάθει να συμβιώνει με τους άλλους σεβόμενο τον πολιτισμό και τη γλώσσα τους», διατηρώντας ωστόσο «την εθνική και πολιτισμική του ταυτότητα μέσα από την ανάπτυξη της εθνικής, πολιτισμικής, γλωσσικής και θρησκευτικής αγωγής».

 Στο αυτό πνεύμα υφίσταται με συνέπεια σειρά ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων [μεταξύ άλλων ΣτΕ 3356/95, ΣτΕ 2176/1998, ΔΕΦΧαν. 115/2012], όπου κρίνεται ότι μεταξύ των σκοπών της παρεχομένης στα σχολεία παιδείας είναι και η “ανάπτυξη”, σε τουλάχιστον επαρκή βαθμό, της θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελλήνων μαθητών σύμφωνα προς τις αρχές του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος, η διδασκαλία του οποίου είναι, ως εκ τούτου, υποχρεωτική, όπως είναι υποχρεωτική και η παρακολούθηση από τους μαθητές, οι οποίοι ανήκουν εις την Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία.

 Σε τέτοια άλλωστε ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελλήνων μαθητών αποβλέπουν και οι γονείς των μαθητών αντλούντες από τις προαναφερθείσες διατάξεις το δικαίωμα ώστε οι ίδιοι οι γονείς να δύνανται να καθορίζουν τη θρησκευτική αγωγή των τέκνων τους, επί τη βάσει των δικών των θρησκευτικών πεποιθήσεων [βλ. ΣτΕ 3356/1995, ΣτΕ 2176/1998]. Εξυπακούεται βεβαίως ότι της παρακολουθήσεως του ως άνω μαθήματος απαλλάσσονται και δη χωρίς καμία δυσμενή συνέπεια, οι μαθητές εκείνοι διά τους οποίους γίνεται αξιόπιστη δήλωση, είτε υπ’ αυτών των ιδίων, είτε υπό των γονέων τους, ότι είναι άθεοι, ετερόδοξοι ή αλλόθρησκοι και έχουν, ως εκ τούτου, πρόβλημα θρησκευτικής συνειδήσεως [ΣτΕ 3356/95], δοθέντος μάλιστα ότι η δήλωση αυτή ουδόλως αντιβαίνει εις το άρθρον 13 του Συντάγματος διότι κατά τα επίσης ήδη κριθέντα [ΣτΕ 3356/95] δεν αποτελεί μέσον προς δίωξη του μαθητή λόγω των διαφόρων, ενδεχομένως, θρησκευτικών του πεποιθήσεων, οι οποίες πρέπει πάντως να είναι σεβαστές, αλλά, όλως αντιθέτως, αποβλέπει στο να διευκολύνει τον μαθητή να απολαύσει “ανεμπόδιστα” την ελευθερία της θρησκευτικής του συνειδήσεως και να διευκολύνει επίσης τους γονείς τους να ασκήσουν το αντίστοιχο, κατά τα εκτεθέντα, δικαίωμά τους.

 Προκειμένου όμως να τύχουν εφαρμογής τα ανωτέρω και ιδίως η ρητή και αδιάστικτη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος ώστε να καταστεί δυνατή η “ανάπτυξη”, σε τουλάχιστον επαρκή βαθμό, της θρησκευτικής συνειδήσεως των προαναφερθέντων μαθητών και δη συμφώνως προς τις αρχές της ορθοδόξου χριστιανικής πίστεως, επιβάλλεται όπως η Πολιτεία, διά της λήψεως των καταλλήλων, κατά περίπτωσιν, νομοθετικών και κανονιστικών μέτρων, εξασφαλίζει τη διδασκαλία του κατά τα άνω μαθήματος των θρησκευτικών εις τους μαθητές και δη να την εξασφαλίζει [κατά τα ήδη κριθέντα ΣτΕ 3356/95 & ΣτΕ 2176/1998], μάλιστα με ικανό αριθμό ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως.

 Η επιχειρούμενη με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση μετατροπή του χαρακτήρα του μαθήματος, από ορθόδοξο ομολογιακό μάθημα, σε μάθημα γνώσεων των θρησκειών, ουσιαστικά ακυρώνει το αναμφισβήτητο δικαίωμα των γονέων και των μαθητών για παροχή θρησκευτικής εκπαίδευσης, σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Ο δε χώρος που δίνεται στη διδασκαλία της Ορθόδοξης Πίστης ανάμεσα στα άλλα θρησκεύματα, δεν είναι επαρκής – ούτε καν πρωτεύων – και δεν καλύπτει το δικαίωμα θρησκευτικής εκπαίδευσης κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και εν όψει του ειδικού σκοπού στον οποίον αποβλέπει το Σύνταγμα, οι Διεθνείς Συνθήκες και η κείμενη νομοθεσία.

Επιπλέον, η συνύπαρξη στα διδασκόμενα κεφάλαια στοιχείων από διαφορετικές θρησκείες, δημιουργεί σύγχυση στους μαθητές και όχι μόνο δεν καλύπτει το δικαίωμα στη θρησκευτική τους εκπαίδευση, αλλά αναμφισβήτητα καλλιεργούνται αμφιβολίες στους άπειρους και χωρίς επαρκή βαθμό για κρίση νεαρούς μαθητές, σχετικά με τη θρησκεία στην οποία ανήκουν.

Επιπρόσθετα, λόγω του ότι με την προσβαλλομένη εισάγεται η ταυτόχρονη διδασκαλία διαφορετικών προσεγγίσεων των επί μέρους θρησκειών σε διάφορα κοινωνικά θέματα που αφορούν τους μαθητές δημιουργείται ο άμεσος κίνδυνος οι μαθητές με τα νέα προγράμματα σπουδών να υιοθετούν άκριτα, πεποιθήσεις και παραδοχές, ξένες προς τη δική τους πίστη. Επιχειρείται, δηλαδή, με τα νέα προγράμματα σπουδών μία διείσδυση στη θρησκευτική τους συνείδηση, με σκοπό τη μεταβολή της, καθώς ακόμη και στην ίδια την εισηγητική έκθεση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, γίνεται λόγος για «αναστοχασμό» των μαθητών πάνω στα θέματα της θρησκείας. Στο δε οδηγό εκπαιδευτικού του «Προγράμματος σπουδών» σχετικά με τη νέα ύλη του μαθήματος των θρησκευτικών που συνοδεύει την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται επί λέξει ότι αυτό αποσκοπεί εις το:

«Να αφυπνίσει την αντίληψη του μαθητή, ώστε να συνειδητοποιήσει τις θρησκευτικές «προκατανοήσεις του, δηλαδή την λανθάνουσα μερικώς αρθρωμένη θρησκευτική του «παράδοση. Να τον βοηθήσει να μετακινηθεί από τις προκατανοήσεις του και να «διαλεχθεί με τις αφηγήσεις και τον λόγο βασικών θρησκευτικών αλλά και κοσμικών «παραδόσεων, που αρνούνται την θρησκευτική αλήθεια.

Έτερο απόσπασμα επεξηγεί, ότι:

 «Οι μαθητές είναι ανάγκη, να μην διαποτίζονται σε μία θρησκευτική άποψη, οπότε το «προτεινόμενο πρόγραμμα σπουδών τους προσφέρει ευκαιρίες να μελετήσουν και να «στοχαστούν πάνω σε διαφορετικές θρησκευτικές και φιλοσοφικές θεωρήσεις

Όλα τα ανωτέρω πέραν των άλλων παραβιάζουν το δικαίωμά των τεσσάρων πρώτων από εμάς μας ως γονέων να λάβουμε για τα παιδιά μας από την πολιτεία θρησκευτική εκπαίδευση σύμφωνη με τις θρησκευτικές ημών και των τέκνων μας πεποιθήσεις ως χριστιανοί ορθόδοξοι. Επ’ αυτού υφίσταται απολύτως ad hoc απόφαση του ΕΔΑΔ. Πρόκειται περί της  20.6.2009 υπόθεση Folgero και άλλοι κατά Νορβηγίας δημοσιευομένη εις ελλην. μετάφραση εις Επιθ. Δημ. & Διοικ. Δικ. 2009 σελ. 257 επ. η οποία καταδικάζει την Νορβηγία, διότι στα σχολεία της εισήγαγε ύλη μαθήματος των θρησκευτικών πολυθρησκευτικήν  (ως  η καθής η παρούσα αίτησή μας). Την καταδικάζει δε διά παράβαση του άρθρου 2 του Προσθ. Πρωτοκόλλου της Ευρωπ. Συμβ. Ανθρ. Δικαιωμάτων, το οποίο επιβάλλει εις τα ευρωπ. κράτη, να διδάσκουν ως ύλη μαθήματος  θρησκευτικών την αντιστοιχούσαν στο θρήσκευμα της πλειοψηφίας των γονέων. Επεξηγεί δε, ότι η εισαγωγή ύλης μαθήματος θρησκευτικών πολυθρησκευτικής    είναι απαράδεκτη, διότι δημιουργεί τεράστια προβλήματα εφαρμογής και παγιδεύει μαθητές και γονείς, τους οποίους εισάγει σε ακραία σύγχυση.

Κατ’ απόλυτη αντιστοιχία η διδασκαλία του μαθήματος όπως επιβάλλεται δια της προσβαλλομένης καθίσταται μη λειτουργική και αναποτελεσματική για τους μαθητές, καθώς αυταπόδεικτα δεν παρέχονται οι απαιτούμενες γνώσεις πάνω στην πίστη τους, εν προκειμένω πάνω στην Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη, στην οποία κατά τεκμήριο ανήκουν οι περισσότεροι Έλληνες.

Η πολυθρησκειακή προσέγγιση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά, όχι μόνο δεν λύνει τις απορίες τους, αλλά αντιθέτως τις αυξάνει, οδηγώντας τους σε σύγχυση και πιθανόν σε απόρριψη οποιασδήποτε θρησκευτικής παραδοχής, με το πρόσχημα της δήθεν απόλυτης ταύτισής τους.

Επειδή η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, συρρικνώνει το χρόνο διδασκαλίας της Ορθόδοξης Πίστης, ο οποίος απορροφάται από την παράλληλη διδασκαλία των άλλων θρησκειών, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να περιθωριοποιείται και να αποδυναμώνεται πλήρως το δικαίωμα της θρησκευτικής εκπαίδευσης, κατά παράβαση των συνταγματικών επιταγών και δικαστικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας και των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων.

Επειδή διά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι πλέον δυνατή η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελλήνων μαθητών, συμφώνα προς τις αρχές του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος.

Υπό τα δεδομένα αυτά και συμφώνως προς τα προαναφερθέντα η προσβαλλομένη απόφαση πάσχει παρανομίας, καθ’ ο μέρος, με αυτή, περιορίζεται και αλλοιώνεται πράγματι εφ’ εξής η διδασκαλία της ορθόδοξης πίστης μέσω του μαθήματος των θρησκευτικών στις Τάξεις του Δημοτικού και του Γυμνασίου και για το λόγο αυτό πρέπει ως προς αυτό να ακυρωθεί.

Β) ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΑΜΕΡΟΛΗΨΙΑΣ

 Το άρθρο 7 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν. 2690/99) επιβάλλει στην κρατική Διοίκηση, όπως και τα ατομικά και τα συλλογικά όργανα αυτής πληρούν «εις ύψιστον βαθμόν τα εχέγγυα της απολύτου αμεροληψίας» (Χ ι ώ λ ο υ, Η συγκρότησις και λειτουργία των συλλογικών οργάνων της Διοικήσεως, ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ, 44 σελ. 140 επ.   Του    Α υ τ ο ύ, Η αρχή της αμεροληψίας της Διοικήσεως, ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ 56 σελ. 1985 επ.), όπως δέχεται δε και η ad hoc νομολογία του Δικαστηρίου Σας, η εν λόγω αρχή της αμεροληψίας αποτελεί ειδικότερα έκφανση της γενικής αρχής του κράτους Δικαίου και επιβάλλεται ευθέως από το Σύνταγμα και από τις δι’ αυτού καθιερούμενες εγγυήσεις υπέρ του πολίτη (ΣτΕ 664/2006 Επιθ. Δημ. & Διοικ. Δικ. 2009 σελ, 203 επ.).

Δι’ άλλης δε αποφάσεως του Δικαστηρίου Σας (ΣτΕ 1447/2006) γίνεται δεκτό, ότι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή της αμεροληψίας, όταν ο μετέχων σε συλλογικό όργανο της Διοικήσεως έχει διατυπώσει προειλημμένη γνώμη διά το θέμα που καλείται, να αποφανθεί (ΣτΕ 664/2006, ομοίως ΣτΕ 571/2011 ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ, 59 σλ. 624, ομοίως ΣτΕ 640/2011 ΔΙΚ. ΜΕΣΩΝ ΕΝΗΜ. 2011 σελ. 203 επ.). Ο δε Άρειος Πάγος δέχεται, ότι η αρχή της αμεροληψίας παραβιάζεται, ακόμη και αν υπάρχει λόγος ευπρέπειας (ΑΠ απόφαση 549/2009 ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, 12 σελ. 1201 επ.).

Σύμφωνα με την από 3-2-2016 και με αρ. πρωτ. 17741/Φ1 απάντηση του Υπουργού Παιδείας στην αναφορά του βουλευτή κ. Ν. Νικολόπουλου, αποφασίσθηκε η δημιουργία ειδικής επιτροπής από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) για την εξέταση του περιεχομένου και την αναβάθμιση του μαθήματος των Θρησκευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η εξ ημών ΠΕΘ ζήτησε εγγράφως από το ΙΕΠ να γνωστοποιήσει τα μέλη της ειδικής αυτής επιτροπής, χωρίς, ωστόσο, να λάβει ουδέποτε καμία απάντηση. Η εν λόγω επιτροπή που αποφάσισε την αλλαγή του μαθήματος αποτελείτο από τα κάτωθι μέλη:

1. Γεράσιμος Κουζέλης, Καθηγητής Επιστημολογίας και Κοινωνιολογίας της Γνώσης του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης ΕΚΠΑ, Πρόεδρος του ΙΕΠ

 2. Σταύρος Γιαγκάζογλου, Σύμβουλος ΥΠΠΕΘ, Προϊστάμενος Γραφείου Α του ΙΕΠ

 3. Μάριος Μπέγζος, Καθηγητής Συγκριτικής Φιλοσοφίας της Θρησκείας του Τμήματος Θεολογίας ΕΚΠΑ

 4. Εμμανουήλ Περσελής, Καθηγητής της Θεωρίας και Πράξης της Xριστιανικής Aγωγής του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας ΕΚΠΑ

 5. Αγγελική Ζιάκα, Επικ. Καθηγήτρια Θρησκειολογίας του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

 6. Άγγελος Βαλλιανάτος, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Β΄ Αθήνας, Αν. Αττικής, Εύβοιας

 7. Γεώργιος Στριλιγκάς, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Κρήτης.

Από τα επτά (7) μέλη της ανωτέρω επιτροπής, τα τέσσερα (4) ανήκουν στην επιτροπή εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση νέου προγράμματος σπουδών στα θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου και ένα (1) ανήκει στην επιτροπή εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση του προγράμματος σπουδών στα θρησκευτικά του Γενικού Λυκείου.

  Συγκεκριμένα οι:

1)    Σταύρος Γιαγκάζογλου, Σύμβουλος ΥΠΠΕΘ, Προϊστάμενος Γραφείου Α του ΙΕΠ,

2)  Εμμανουήλ Περσελής, Καθηγητής της Θεωρίας και Πράξης της Xριστιανικής Aγωγής του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας ΕΚΠΑ.

3)    Αγγελική Ζιάκα, Επικ. Καθηγήτρια Θρησκειολογίας του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

4)    Άγγελος Βαλλιανάτος, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Β΄ Αθήνας, Αν. Αττικής, Εύβοιας και

5)   Γεώργιος Στριλιγκάς, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Κρήτης, οι οποίοι κλήθηκαν να εξετάσουν και να αποφασίσουν το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών, ανήκουν στην ομάδα που συνέγραψε το ως άνω πρόγραμμα σπουδών.

Εκ των όσων αναφέραμε, συνάγεται ότι η συγκρότηση της 7μελούς επιτροπής του ΙΕΠ, η οποία εξέτασε το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών και σε γνωμοδότηση της οποίας (Την με αριθμ. 29/21072016 πράξη του Δ.Σ. του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής) παραπέμπει η προσβαλλόμενη ως μη έχουσα τα εχέγγυα της αμεροληψίας που απαιτεί ο νόμος, καθώς σε αυτή μετείχαν πρόσωπα που έχουν εκπονήσει το πρόγραμμα σπουδών που καλούνται οι ίδιοι να κρίνουν, είναι παράνομη.

Ως εκ τούτου, η προσβαλλομένη πρέπει να ακυρωθεί και γι’ αυτό το λόγο.

 Γ) ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 4 ΚΑΙ 13 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Συντάγματος «Oι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου» (παρ. 1) και «Oι Έλληνες και οι Eλληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις» (παρ. 2), ενώ κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος «Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.»

Με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, τίθεται θρησκευτικός διαχωρισμός μεταξύ των μαθητών που ανήκουν στο Ορθόδοξο Χριστιανικό Δόγμα και σε εκείνους που ανήκουν σε άλλες θρησκευτικές παραδοχές και ομολογίες. Διότι οι μαθητές που ανήκουν στη Ρωμαιοκαθολική Ομολογία και την Ιουδαϊκή Θρησκεία, εξακολουθούν σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθ. 55 του Ν. 4316/2016 (ΦΕΚ 83/Α/11-5-2016), να διδάσκονται το ομολογιακό μάθημα των θρησκευτικών, διαμορφωμένο στη δική τους πίστη, μάλιστα από δασκάλους και καθηγητές τους οποίους προτείνουν η Ιερά Σύνοδος της Καθολικής Ιεραρχίας Ελλάδος (Ι.Σ.Κ.Ι.Ε.) και το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο αντίστοιχα.

Παρόμοιο προνόμιο δεν παρέχεται στους Ορθοδόξους μαθητές, οι οποίοι στερούνται του συνταγματικού δικαιώματος να διδαχθούν αυτούσια την πίστη τους από το σχολείο, δικαίωμα που απολαμβάνουν οι ετερόθρησκοι και ετερόδοξοι μαθητές.

ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ

Οι πρώτος και δεύτερη εξ ημών είμαστε γονείς δύο ανηλίκων τέκνων, της Άννας και του Παναγιώτη μαθητών αντίστοιχα της πέμπτης και της τρίτης τάξης του 5ου Δημοτικού Τρικάλων, οι οποίοι με την εφαρμογή της προσβαλλόμενης αποφάσεως  θίγονται άμεσα. Και τα δύο τέκνα μας, όπως και εμείς οι γονείς τους, έχουν βαπτισθεί Χριστιανοί Ορθόδοξοι και μετέχουν με θέρμη μαζί μας στην εκκλησιαστική ζωή και λατρεία της Πίστεώς μας. Ομοίως οι τρίτος και τέταρτη εξ ημών είμαστε γονείς τριών ανηλίκων τέκνων, του Δημητρίου, της Ελένης και του Νικολάου μαθητών αντίστοιχα της τρίτης  γυμνασίου, της δευτέρας γυμνασίου και της τρίτης Δημοτικού, οι οποίοι με την εφαρμογή της προσβαλλόμενης αποφάσεως  θίγονται άμεσα. Και τα τρία τέκνα μας, όπως και εμείς οι γονείς τους, έχουν βαπτισθεί Χριστιανοί Ορθόδοξοι και μετέχουν με θέρμη μαζί μας στην εκκλησιαστική ζωή και λατρεία της Πίστεώς μας.

Σύμφωνα με όσα αναπτύξαμε παραπάνω, ο ρόλος του μαθήματος των Θρησκευτικών στην εκπαίδευση και ανάπτυξή της προσωπικότητάς τους σε αυτό το εύπλαστο στάδιο της ζωής τους είναι ζωτικός τόσο για αυτά τα ίδια όσο και για εμάς που ως γονείς τους επιθυμούμε τόσο τη μόρφωσή τους επί του γνωστικού αντικειμένου των Θρησκευτικών όσο και τη διάπλασή των χαρακτήρων τους ώστε αυτά να υιοθετήσουν τη χριστιανική ηθική της Ανατολικής Ορθοδόξου  Εκκλησίας. Έχουμε λοιπόν προφανές και άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον να αιτηθούμε την ακύρωση της ως άνω υπουργικής αποφάσεως τόσο για λογαριασμό των τέκνων μας των οποίων ασκούμε τη γονική μέριμνα και επιμέλεια όσο και ατομικά για εμάς τους ιδίους ως γονείς τους.

Τέλος το πέμπτο εξ ημών σωματείο (ΠΕΘ), έχει προφανές έννομο συμφέρον για την ακύρωση της ως άνω υπουργικής απόφασης επειδή σύμφωνα με το ισχύον από 1977 καταστατικό του σωματείου μας (αρ. αποφ. 2059/1977 Μ. Πρ. Αθηνών), σκοποί του μεταξύ άλλων είναι:

–   Η καλλιέργεια των θεολογικών Γραμμάτων και η ενημέρωση των μελών προς την σημειούμενη εκάστοτε εξέλιξη και πρόοδο της  Επιστήμης

–   Η κατανόηση της ουσίας του Ορθοδόξου Χριστιανισμού και η έξαρση αυτού

–  Η διέγερση του ενδιαφέροντος και της αγάπης του λαού προς τη θρησκευτική γνώση και ζωή εντός του πλαισίου των πατρικών μας παραδόσεων.

–   Ο ευρύς θρησκευτικός και ηθικός διαφωτισμός του λαού μας για να λάβει αυτός πλήρη επίγνωση της αξίας της εν Χριστώ απολυτρώσεως  και ζωής, ως και ο πλήρης και ηθικός διαφωτισμός της νεότητας.

–   Η προσήλωση στην Ορθοδοξία και άμυνα κατά πάσης αντιορθοδόξου και αντιχριστιανικής εκδηλώσεως παρ’ ημίν, ως και η εκλαΐκευση της Απολογητικής του Χριστιανισμού και ο διαφωτισμός του λαού και δη της νεότητας περί της υφισταμένης αρμονίας Επιστήμης και Χριστιανικής θρησκείας.

–  Η έμπνευση σεβασμού και αφοσιώσεως προς τα θέσμια και τις παραδόσεις της Μητρός ημών Ορθοδόξου Εκκλησίας

και κατά συνέπεια η προάσπιση του Ορθοδόξου χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών, που τόσο βάναυσα πλήττεται με την προσβαλλομένη απόφαση, αποτελεί μέρος του σκοπού μας ως σωματείου ώστε να έχουμε άμεσο και προσωπικό έννομο συμφέρον για την άσκηση της παρούσας.

Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη και βάσιμη, αρμοδίως δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου Σας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Και για όσους επιφυλασσόμεθα να προσθέσουμε νόμιμα στο μέλλον

ΑΙΤΟΥΜΑΣΤΕ

1.       Να γίνει δεκτή η παρούσα.

2.       Να ακυρωθεί η υπ’ αρίθμ. Πρωτ. 143575/Δ2/7-9-2016 (Β 2920/13-9-2016 ΦΕΚ)  απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, καθώς και κάθε άλλη συναφής πράξη ή παράλειψη της Διοίκησης, ρητή ή σιωπηρή, προγενέστερη ή μεταγενέστερη.

3.       Να καταδικαστεί το αντίδικο στη δικαστική μας δαπάνη και να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος από εμάς δικαστικού παραβόλου.

Αθήνα, 9/11/2016

Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος

***************

ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ

***

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

(ΤΜΗΜΑ Γ’ )

ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ

 

1)      Του Παναγιώτη Χριστοδούλου, κατοίκου Παλλήνης Αττικής…

2)      Της Γεωργίας Χριστοδούλου, κατοίκου Παλλήνης Αττικής…

3)      Του Άγγελου Τσέρκα, κατοίκου Αιαντείου Σαλαμίνας…

4)      Της  Πέρσας Λαζάρου, κατοίκου Αιαντείου Σαλαμίνας…

5)      Του Ιωάννη Μπεϊνά, Θεολόγου εκπαιδευτικού, κατοίκου Κατερίνης…

6)    Του σωματείου με την επωνυμία Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ), νομίμως εκπροσωπουμένου, που εδρεύει στην Αθήνα…

                                                            ΚΑΤΑ

                Του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται.

                                                   ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ

Της υπ’ αρίθμ. Πρωτ. 143579/Δ2/2016 απόφασης του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β 2906/13-9-2016).

                ΙΣΤΟΡΙΚΟ

                Στο υπ’ αριθμ. φ. Β 2906/13-9-2016 ΦΕΚ, δημοσιεύθηκε η υπ’ αρ. πρωτ143579/Δ2/2016 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, με θέμα «Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος Θρησκευτικά Γενικού Λυκείου».

Όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο του μόνου άρθρου της προσβαλλομένης, με την ανωτέρω απόφαση πραγματοποιείται μία ριζική αλλαγή στο χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών στο Λύκειο, αλλοιώνοντας τον από ιδρύσεως του Ελληνικού Κράτους μέχρι σήμερα ορθόδοξο χαρακτήρα του. Συγκεκριμένα, το μέχρι πρότινος διδασκόμενο μάθημα των θρησκευτικών,  όπως αυτό ορίστηκε από τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης της 4ης Νοεμβρίου 1950, το Σύνταγμα, το Νόμο και τις Δικαστικές Αποφάσεις, είχε χαρακτήρα ομολογιακό, ήτοι διδακτικό της θρησκείας των μαθητών, οι οποίοι είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία στην Ελλάδα, βαπτισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ενώ παράλληλα, υπήρχαν και στοιχεία θρησκειολογίας διδασκόμενα από την Στ’ Δημοτικού και μέχρι την Γ’ Λυκείου, και πάντως σε χωριστά κεφάλαια και όχι αναμεμιγμένα με τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Πίστης, την οποία δικαιωματικά διδάσκονταν οι Ορθόδοξοι μαθητές.

Παράλληλα, παρεχόταν η δυνατότητα απαλλαγής από το μάθημα για τους μη Ορθοδόξους μαθητές, ενώ υπάρχει και διδάσκεται εναλλακτικά, ομολογιακού περιεχομένου μάθημα των θρησκευτικών για τους Έλληνες Μουσουλμάνους, Εβραίους και Ρωμαιοκαθολικούς, με το οποίο οι μαθητές αυτοί, διδάσκονται, ως δικαιούνται, την πίστη των γονέων τους.

Με το νέο πρόγραμμα σπουδών που εισάγει η προσβαλλομένη, το μέχρι πρότινος ομολογιακό μάθημα, μετατρέπεται σε ιδιότυπη θρησκειολογία, στην οποία  αναμειγνύονται η Ορθόδοξη Πίστη με τα υπόλοιπα Δόγματα και Θρησκεύματα, δημιουργώντας σύγχυση στους μαθητές, οι οποίοι λόγω του νεαρού της ηλικίας τους, κατά κανόνα αγνοούν και τα βασικότερα σημεία της πίστης στην οποία ανήκουν, ως βαπτισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί.

Η απόφαση αυτή του Υπουργού είναι παράνομη και ακυρωτέα για τους εξής νόμιμους και βάσιμους λόγους:

ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΝΟΜΟΥ

Νομικό πλαίσιο

 

Στη διάταξη του άρθρου 3 του ισχύοντος Συντάγματος, στην κεφαλίδα του οποίου γίνεται ρητή επίκληση της “Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος”, ορίζεται ότι : “1. Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού ‘ τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Είναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ’ [29] Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928. 2. . . “. Εξ άλλου στη διάταξη του άρθρου 13 αυτού ορίζεται ότι : “1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός. 2. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. Η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται. 3…”.

 Εκ παραλλήλου, στη διάταξη του άρθρου 16 [παρ. 2] του Συντάγματος ορίζεται ότι : “Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες”.

 Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και ιδίως τα όσα ειδικότερα για την προσβαλλόμενη απόφαση ισχύουν με το άρθρο 16 παρ. 2 Σ, προκύπτει σαφώς ότι ο συνταγματικός νομοθέτης απέκρουσε την αποσύνδεση της θρησκείας από την εκπαίδευση (κοσμικό πρότυπο ) και προτίμησε την οδό του “μέτρου αρίστου” που αξιώνει το σεβασμό της “επικρατούσας” θρησκείας και το συνυπολογισμό της ανάμεσα στους προσδιοριστικούς παράγοντες της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Αυτή η ρητή συνταγματική επιλογή συμπυκνώνει ιστορικές επιλογές, αντιδιαστολές σε σχέση με τα προϊσχύοντα συντάγματα αλλά και ισορροπίες που ο κοινός νομοθέτης οφείλει να σέβεται και να αναπαράγει.

 Περαιτέρω η Διεθνής Σύμβαση της Ρώμης της 4ης Νοεμβρίου 1950 “περί προασπίσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών”, που κυρώθηκε το πρώτον με τον νόμο 2329/1953 [φ. 68, Α] και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 [φ. 256, Α] και έχει, ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ, με το μεν άρθρο 9 κατοχυρώνει το ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, με το άρθρο δε 2 του Α προσθέτου πρωτοκόλλου ορίζει ειδικότερα τα εξής : “Ουδείς δύναται να στερηθεί του δικαιώματος όπως εκπαιδευθή. Παν Κράτος εν τη ασκήσει των αναλαμβανομένων υπ’ αυτού καθηκόντων επί του πεδίου της μορφώσεως και της εκπαιδεύσεως θα σέβεται το δικαίωμα των γονέων όπως εξασφαλίζωσιν της μόρφωσιν και εκπαίδευσιν ταύτην συμφώνως προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις”.

 Σε υλοποίηση των ανωτέρω ο κοινός νομοθέτης προβλέπει στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1566/1985 [ΦΕΚ Α 167] ότι : “1. Σκοπός της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι να συμβάλει στην ολόπλευρη, αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών, ώστε, ανεξάρτητα από φύλο και καταγωγή, να έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες και να ζήσουν δημιουργικά. Ειδικότερα υποβοηθεί τους μαθητές : α] Να γίνονται ελεύθεροι, υπεύθυνοι, δημοκρατικοί πολίτες, να υπερασπίζονται την εθνική ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και τη δημοκρατία, να εμπνέονται από αγάπη προς τον άνθρωπο, τη ζωή και τη φύση και να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης. Η ελευθερία της θρησκευτικής τους συνείδησης είναι απαραβίαστη. β] Να καλλιεργούν και να αναπτύσσουν αρμονικά το πνεύμα και το σώμα τους, τις κλίσεις, τα ενδιαφέροντα και τις δεξιότητές τους. Να αποκτούν, μέσα από τη σχολική τους αγωγή, κοινωνική ταυτότητα και συνείδηση, να αντιλαμβάνονται και να συνειδητοποιούν την κοινωνική αξία και ισοτιμία της πνευματικής και της χειρωνακτικής εργασίας. Να ενημερώνονται και να ασκούνται πάνω στη σωστή και ωφέλιμη για το ανθρώπινο γένος χρήση και αξιοποίηση των αγαθών του σύγχρονου πολιτισμού, καθώς και των αξιών της λαϊκής μας παράδοσης. γ] Να αναπτύσσουν δημιουργική και κριτική σκέψη και αντίληψη συλλογικής προσπάθειας και συνεργασίας, ώστε να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και με την υπεύθυνη συμμετοχή τους να συντελούν αποφασιστικά στην πρόοδο του κοινωνικού συνόλου και στην ανάπτυξη της πατρίδας μας. δ] Να κατανοούν τη σημασία της τέχνης, της επιστήμης και της τεχνολογίας, να σέβονται τις ανθρώπινες αξίες και να διαφυλάσσουν και προάγουν τον πολιτισμό. ε] Να αναπτύσσουν πνεύμα φιλίας και συνεργασίας με όλους τους λαούς της γης, προσβλέποντας σε έναν κόσμο καλύτερο, δίκαιο και ειρηνικό. 2. Βασικοί συντελεστές για την επίτευξη των παραπάνω σκοπών είναι : α] . . . β] τα αναλυτικά προγράμματα, τα σχολικά βιβλία και τα λοιπά διδακτικά μέσα καθώς και η σωστή χρήση τους, γ] . . . 3. Τα αναλυτικά προγράμματα αποτελούν άρτιους οδηγούς του εκπαιδευτικού έργου και περιλαμβάνουν κυρίως : αα] . . . ββ] διδακτέα ύλη επιλεγμένη σύμφωνα με το σκοπό του μαθήματος ανάλογη και σύμμετρη προς το ωρολόγιο πρόγραμμα. . . “.

 Ο ίδιος νόμος εξειδικεύοντας το σκοπό της παιδείας υπογραμμίζει, ότι το σχολείο βοηθά τους μαθητές να εξοικειώνονται «με τις ηθικές, θρησκευτικές, εθνικές, ανθρωπιστικές και άλλες αξίες» ώστε να δυνηθούν με αυτές «να ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους», συνειδητοποιώντας «τη βαθύτερη σημασία του ορθόδοξου χριστιανικού ήθους και της σταθερής προσήλωσης στις πανανθρώπινες αξίες» (άρθρο 6 παρ. 2). Ενώ σε εφαρμοστικά του νόμου αυτού κείμενα και δη στο Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Σπουδών (Δ.Ε.Π.Π.Σ.) και τα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (Α.Π.Σ.) επισημαίνεται, ότι «σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, με εμφανή τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής ρευστότητας, η κοινωνική ανάπτυξη του ατόμου και η πορεία του προς την αυτογνωσία απαιτούν ευρεία και διαρκή κοινωνική αλληλεπίδραση» και ότι για την επίτευξη μιας «αρμονικής κοινωνικής ένταξης και συμβίωσης είναι απαραίτητο κάθε άτομο να μάθει να συμβιώνει με τους άλλους σεβόμενο τον πολιτισμό και τη γλώσσα τους», διατηρώντας ωστόσο «την εθνική και πολιτισμική του ταυτότητα μέσα από την ανάπτυξη της εθνικής, πολιτισμικής, γλωσσικής και θρησκευτικής αγωγής».

 Στο αυτό πνεύμα υφίσταται με συνέπεια σειρά ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων [μεταξύ άλλων ΣτΕ 3356/95, ΣτΕ 2176/1998, ΔΕΦΧαν. 115/2012], όπου κρίνεται ότι μεταξύ των σκοπών της παρεχομένης στα σχολεία παιδείας είναι και η “ανάπτυξη”, σε τουλάχιστον επαρκή βαθμό, της θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελλήνων μαθητών σύμφωνα προς τις αρχές του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος, η διδασκαλία του οποίου είναι, ως εκ τούτου, υποχρεωτική, όπως είναι υποχρεωτική και η παρακολούθηση από τους μαθητές, οι οποίοι ανήκουν εις την Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία. 

 Σε τέτοια άλλωστε ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελλήνων μαθητών αποβλέπουν και οι γονείς των μαθητών αντλούντες από τις προαναφερθείσες διατάξεις το δικαίωμα ώστε οι ίδιοι οι γονείς να δύνανται να καθορίζουν την θρησκευτική αγωγή των τέκνων τους, επί τη βάσει των δικών των θρησκευτικών πεποιθήσεων [βλ. ΣτΕ 3356/1995, ΣτΕ 2176/1998]. Εξυπακούεται βεβαίως ότι της παρακολουθήσεως του ως άνω μαθήματος απαλλάσσονται και δη χωρίς καμία δυσμενή συνέπεια, οι μαθητές εκείνοι γιά τους οποίους γίνεται αξιόπιστη δήλωση, είτε υπ’ αυτών των ιδίων, είτε υπό των γονέων τους, ότι είναι άθεοι, ετερόδοξοι ή αλλόθρησκοι και έχουν, ως εκ τούτου, πρόβλημα θρησκευτικής συνειδήσεως [ΣτΕ 3356/95], δοθέντος μάλιστα ότι η δήλωση αυτή ουδόλως αντιβαίνει εις το άρθρον 13 του Συντάγματος διότι κατά τα επίσης ήδη κριθέντα [ΣτΕ 3356/95] δεν αποτελεί μέσον προς δίωξη του μαθητή λόγω των διαφόρων, ενδεχομένως, θρησκευτικών του πεποιθήσεων, οι οποίες πρέπει πάντως να είναι σεβαστές, αλλά, όλως αντιθέτως, αποβλέπει στο να διευκολύνει τον μαθητή να απολαύσει “ανεμπόδιστα” την ελευθερία της θρησκευτικής του συνειδήσεως και να διευκολύνει επίσης τους γονείς τους να ασκήσουν το αντίστοιχο, κατά τα εκτεθέντα, δικαίωμά τους.

 Προκειμένου όμως να τύχουν εφαρμογής τα ανωτέρω και ιδίως η ρητή και αδιάστικτη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος ώστε να καταστεί δυνατή η “ανάπτυξη”, σε τουλάχιστον επαρκή βαθμό, της θρησκευτικής συνειδήσεως των προαναφερθέντων μαθητών και δη συμφώνως προς τις αρχές της ορθοδόξου χριστιανικής πίστεως, επιβάλλεται όπως η Πολιτεία, διά της λήψεως των καταλλήλων, κατά περίπτωσιν, νομοθετικών και κανονιστικών μέτρων, εξασφαλίζει τη διδασκαλία του κατά τα άνω μαθήματος των θρησκευτικών εις τους μαθητές και δη να την εξασφαλίζει [κατά τα ήδη κριθέντα ΣτΕ 3356/95 & ΣτΕ 2176/1998], μάλιστα με ικανό αριθμό ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως.

 Η επιχειρούμενη με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση μετατροπή του χαρακτήρα του μαθήματος, από ορθόδοξο ομολογιακό μάθημα, σε μάθημα γνώσεων των θρησκειών, ουσιαστικά ακυρώνει το αναμφισβήτητο δικαίωμα των γονέων και των μαθητών για παροχή θρησκευτικής εκπαίδευσης, σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Ο δε χώρος που δίνεται στη διδασκαλία της Ορθόδοξης Πίστης ανάμεσα στα άλλα θρησκεύματα, δεν είναι επαρκής – ούτε καν πρωτεύων – και δεν καλύπτει το δικαίωμα θρησκευτικής εκπαίδευσης κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και εν όψει του ειδικού σκοπού στον οποίον αποβλέπει το Σύνταγμα, οι Διεθνείς Συνθήκες και η κείμενη νομοθεσία.

Επιπλέον, η συνύπαρξη στα διδασκόμενα κεφάλαια στοιχείων από διαφορετικές θρησκείες, δημιουργεί σύγχυση στους μαθητές και όχι μόνο δεν καλύπτει το δικαίωμα στη θρησκευτική τους εκπαίδευση, αλλά αδιαμφισβήτητα καλλιεργούνται αμφιβολίες στους άπειρους και χωρίς επαρκή βαθμό για κρίση μαθητές, σχετικά με τη θρησκεία στην οποία ανήκουν. Επιπρόσθετα, λόγω του ότι με την προσβαλλομένη εισάγεται η ταυτόχρονη διδασκαλία διαφορετικών προσεγγίσεων των επί μέρους θρησκειών σε διάφορα κοινωνικά θέματα που αφορούν τους μαθητές δημιουργείται ο άμεσος κίνδυνος οι μαθητές με τα νέα προγράμματα σπουδών να υιοθετούν άκριτα, πεποιθήσεις και παραδοχές, ξένες προς τη δική τους πίστη

Επιχειρείται, δηλαδή, με τα νέα προγράμματα σπουδών μία διείσδυση στη θρησκευτική τους συνείδηση, με σκοπό τη μεταβολή της, καθώς ακόμη και στην ίδια την εισηγητική έκθεση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, γίνεται λόγος για «αναστοχασμό» των μαθητών πάνω στα θέματα της θρησκείας. Στον δε οδηγό εκπαιδευτικού του «Προγράμματος σπουδών» σχετικά με τη νέα ύλη του μαθήματος των θρησκευτικών αναφέρεται επί λέξει ότι αυτό αποσκοπεί εις το:

«Να αφυπνίσει την αντίληψη του μαθητή, ώστε να συνειδητοποιήσει τις θρησκευτικές «προκατανοήσεις του, δηλαδή την λανθάνουσα μερικώς αρθρωμένη θρησκευτική του «παράδοση. Να τον βοηθήσει να μετακινηθεί από τις προκατανοήσεις του και να «διαλεχθεί με τις αφηγήσεις και τον λόγο βασικών θρησκευτικών αλλά και κοσμικών «παραδόσεων, που αρνούνται την θρησκευτική αλήθεια.

Έτερο απόσπασμα επεξηγεί, ότι:

 «Οι μαθητές είναι ανάγκη, να μην διαποτίζονται σε μία θρησκευτική άποψη, οπότε το «προτεινόμενο πρόγραμμα σπουδών τους προσφέρει ευκαιρίες να μελετήσουν και να «στοχαστούν πάνω σε διαφορετικές θρησκευτικές και φιλοσοφικές θεωρήσεις

Όλα τα ανωτέρω πέραν των άλλων παραβιάζουν το δικαίωμά των τεσσάρων πρώτων από εμάς μας ως γονέων να λάβουμε για τα παιδιά μας από την πολιτεία θρησκευτική εκπαίδευση σύμφωνη με τις θρησκευτικές ημών και των τέκνων μας πεποιθήσεις ως χριστιανοί ορθόδοξοι. Επ’ αυτού υφίσταται απολύτως ad hoc απόφαση του ΕΔΑΔ. Πρόκειται περί της  20.6.2009 υπόθεση Folgero και άλλοι κατά Νορβηγίας δημοσιευομένη σε ελλην. μετάφραση στην Επιθ. Δημ. & Διοικ. Δικ. 2009 σελ. 257 επ. η οποία καταδικάζει την Νορβηγία, διότι στα σχολεία της εισήγαγε ύλη μαθήματος των θρησκευτικών πολυθρησκευτική  (όπως  η καθής η παρούσα αίτησή μας). Την καταδικάζει δε για παράβαση του άρθρου 2 του Προσθ. Πρωτοκόλλου της Ευρωπ. Συμβ. Ανθρ. Δικαιωμάτων, το οποίο επιβάλλει στα ευρωπ. κράτη, να διδάσκουν ως ύλη μαθήματος  θρησκευτικών την αντιστοιχούσαν στο θρήσκευμα της πλειοψηφίας των γονέων. Επεξηγεί δε, ότι η εισαγωγή ύλης μαθήματος θρησκευτικών πολυθρησκευτικής    είναι απαράδεκτη, διότι δημιουργεί τεράστια προβλήματα εφαρμογής και παγιδεύει μαθητές και γονείς, τους οποίους εισάγει σε ακραία σύγχυση.

Κατ’ απόλυτη αντιστοιχία η διδασκαλία του μαθήματος όπως επιβάλλεται δια της προσβαλλομένης καθίσταται μη λειτουργική και αναποτελεσματική για τους μαθητές, καθώς αυταπόδεικτα δεν παρέχονται οι απαιτούμενες γνώσεις πάνω στην πίστη τους, εν προκειμένω πάνω στην Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη, στην οποία κατά τεκμήριο ανήκουν οι περισσότεροι Έλληνες.

Η πολυθρησκειακή προσέγγιση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά, όχι μόνο δεν λύνει τις απορίες τους, αλλά αντιθέτως τις αυξάνει, οδηγώντας τους σε σύγχυση και πιθανόν σε απόρριψη οποιασδήποτε θρησκευτικής παραδοχής, με το πρόσχημα της δήθεν απόλυτης ταύτισής τους.

Επειδή η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, συρρικνώνει το χρόνο διδασκαλίας της Ορθόδοξης Πίστης, ο οποίος απορροφάται από την παράλληλη διδασκαλία των άλλων θρησκειών, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να περιθωριοποιείται και να αποδυναμώνεται πλήρως το δικαίωμα της θρησκευτικής εκπαίδευσης, κατά παράβαση των συνταγματικών επιταγών και δικαστικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας και των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων.

Επειδή διά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι πλέον δυνατή η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελλήνων μαθητών, συμφώνα προς τις αρχές του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος.

Υπό τα δεδομένα αυτά και συμφώνως προς τα προαναφερθέντα η προσβαλλομένη απόφαση πάσχει παρανομίας, καθ’ ο μέρος, με αυτή, περιορίζεται και αλλοιώνεται πράγματι εφ’ εξής η διδασκαλία της ορθόδοξης πίστης μέσω του μαθήματος των θρησκευτικών στις Τάξεις του Λυκείου και για το λόγο αυτό πρέπει ως προς αυτό να ακυρωθεί.

Β) ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΑΜΕΡΟΛΗΨΙΑΣ

 Το άρθρο 7 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν. 2690/99) επιβάλλει στην κρατική Διοίκηση, όπως και τα ατομικά και τα συλλογικά όργανα αυτής πληρούν «εις ύψιστον βαθμόν τα εχέγγυα της απολύτου αμεροληψίας» (Χ ι ώ λ ο υ, Η συγκρότησις και λειτουργία των συλλογικών οργάνων της Διοικήσεως, ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ, 44 σελ. 140 επ.   Του    Α υ τ ο ύ, Η αρχή της αμεροληψίας της Διοικήσεως, ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ 56 σελ. 1985 επ.), όπως δέχεται δε και η ad hoc νομολογία του Δικαστηρίου Σας, η εν λόγω αρχή της αμεροληψίας αποτελεί ειδικότερα έκφανση της γενικής αρχής του κράτους Δικαίου και επιβάλλεται ευθέως από το Σύνταγμα και από τις δι’ αυτού καθιερούμενες εγγυήσεις υπέρ του πολίτη (ΣτΕ 664/2006 Επιθ. Δημ. & Διοικ. Δικ. 2009 σελ, 203 επ.).

Δι’ άλλης δε αποφάσεως του Δικαστηρίου Σας (ΣτΕ 1447/2006) γίνεται δεκτό, ότι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή της αμεροληψίας, όταν ο μετέχων σε συλλογικό όργανο της Διοικήσεως έχει διατυπώσει προειλημμένη γνώμη διά το θέμα που καλείται, να αποφανθεί (ΣτΕ 664/2006, ομοίως ΣτΕ 571/2011 ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ, 59 σλ. 624, ομοίως ΣτΕ 640/2011 ΔΙΚ. ΜΕΣΩΝ ΕΝΗΜ. 2011 σελ. 203 επ.). Ο δε Άρειος Πάγος δέχεται, ότι η αρχή της αμεροληψίας παραβιάζεται, ακόμη και αν υπάρχει λόγος ευπρέπειας (ΑΠ απόφαση 549/2009 ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, 12 σελ. 1201 επ.).

Σύμφωνα με την από 3-2-2016 και με αρ. πρωτ. 17741/Φ1 απάντηση του Υπουργού Παιδείας στην αναφορά του βουλευτή κ. Ν. Νικολόπουλου, αποφασίσθηκε η δημιουργία ειδικής επιτροπής από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) για την εξέταση του περιεχομένου και την αναβάθμιση του μαθήματος των Θρησκευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η εξ ημών ΠΕΘ ζήτησε εγγράφως από το ΙΕΠ να γνωστοποιήσει τα μέλη της ειδικής αυτής επιτροπής, χωρίς, ωστόσο, να λάβει ουδέποτε καμία απάντηση. Η εν λόγω επιτροπή που αποφάσισε την αλλαγή του μαθήματος αποτελείτο από τα κάτωθι μέλη:

1. Γεράσιμος Κουζέλης, Καθηγητής Επιστημολογίας και Κοινωνιολογίας της Γνώσης του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης ΕΚΠΑ, Πρόεδρος του ΙΕΠ

 2. Σταύρος Γιαγκάζογλου, Σύμβουλος ΥΠΠΕΘ, Προϊστάμενος Γραφείου Α του ΙΕΠ

 3. Μάριος Μπέγζος, Καθηγητής Συγκριτικής Φιλοσοφίας της Θρησκείας του Τμήματος Θεολογίας ΕΚΠΑ

 4. Εμμανουήλ Περσελής, Καθηγητής της Θεωρίας και Πράξης της Xριστιανικής Aγωγής του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας ΕΚΠΑ

 5. Αγγελική Ζιάκα, Επικ. Καθηγήτρια Θρησκειολογίας του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

 6. Άγγελος Βαλλιανάτος, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Β΄ Αθήνας, Αν. Αττικής, Εύβοιας

 7. Γεώργιος Στριλιγκάς, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Κρήτης.

Από τα επτά (7) μέλη της ανωτέρω επιτροπής, τα τέσσερα (4) ανήκουν στην επιτροπή εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση νέου προγράμματος σπουδών στα θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου και ένα (1) ανήκει στην επιτροπή εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση του προγράμματος σπουδών στα θρησκευτικά του Γενικού Λυκείου.

  Συγκεκριμένα οι:

1)  Σταύρος Γιαγκάζογλου, Σύμβουλος ΥΠΠΕΘ, Προϊστάμενος Γραφείου Α του ΙΕΠ,

2) Εμμανουήλ Περσελής, Καθηγητής της Θεωρίας και Πράξης της Xριστιανικής Aγωγής του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας ΕΚΠΑ.

3)  Αγγελική Ζιάκα, Επικ. Καθηγήτρια Θρησκειολογίας του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

4)   Άγγελος Βαλλιανάτος, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Β΄ Αθήνας, Αν. Αττικής, Εύβοιας και

5)  Γεώργιος Στριλιγκάς, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Κρήτης, οι οποίοι κλήθηκαν να εξετάσουν και να αποφασίσουν το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών, ανήκουν στην ομάδα που συνέγραψε το ως άνω πρόγραμμα σπουδών.

Εκ των όσων αναφέραμε, συνάγεται ότι η συγκρότηση της 7μελούς επιτροπής του ΙΕΠ, η οποία εξέτασε το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών και σε γνωμοδότηση της οποίας παραπέμπει η προσβαλλόμενη ως μη έχουσα τα εχέγγυα της αμεροληψίας που απαιτεί ο νόμος, καθώς σε αυτή μετείχαν πρόσωπα που έχουν εκπονήσει το πρόγραμμα σπουδών που καλούνται οι ίδιοι να κρίνουν, είναι παράνομη.

Ως εκ τούτου, η προσβαλλομένη πρέπει να ακυρωθεί και γι’ αυτό το λόγο.

 Γ) ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 4 ΚΑΙ 13 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Συντάγματος «Oι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου» (παρ. 1) και «Oι Έλληνες και οι Eλληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις» (παρ. 2), ενώ κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος «Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.»

Με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, τίθεται θρησκευτικός διαχωρισμός μεταξύ των μαθητών που ανήκουν στο Ορθόδοξο Χριστιανικό Δόγμα και σε εκείνους που ανήκουν σε άλλες θρησκευτικές παραδοχές και ομολογίες. Διότι οι μαθητές που ανήκουν στη Ρωμαιοκαθολική Ομολογία και την Ιουδαϊκή Θρησκεία, εξακολουθούν σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθ. 55 του Ν. 4316/2016 (ΦΕΚ 83/Α/11-5-2016), να διδάσκονται το ομολογιακό μάθημα των θρησκευτικών, διαμορφωμένο στη δική τους πίστη, μάλιστα από δασκάλους και καθηγητές τους οποίους προτείνουν η Ιερά Σύνοδος της Καθολικής Ιεραρχίας Ελλάδος (Ι.Σ.Κ.Ι.Ε.) και το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο αντίστοιχα.

Παρόμοιο προνόμιο δεν παρέχεται στους Ορθοδόξους μαθητές, οι οποίοι στερούνται του συνταγματικού δικαιώματος να διδαχθούν αυτούσια την πίστη τους από το σχολείο, δικαίωμα που απολαμβάνουν οι ετερόθρησκοι και ετερόδοξοι μαθητές.

ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ

Ο πρώτος και η δεύτερη εξ ημών είμαστε γονείς δύο ανηλίκων τέκνων, του Ιουστινιανού και του Ελισσαίου μαθητών αντίστοιχα της τρίτης και της πρώτης τάξης του 1ου Λυκείου Παλλήνης, οι οποίοι με την εφαρμογή της προσβαλλόμενης αποφάσεως  θίγονται άμεσα. Και τα δύο τέκνα μας, όπως και εμείς οι γονείς τους, έχουν βαπτισθεί Χριστιανοί Ορθόδοξοι και μετέχουν με θέρμη μαζί μας στην εκκλησιαστική ζωή και λατρεία της Πίστεώς μας. Ομοίως και ο τρίτος και η τέταρτη εξ ημών είμαστε γονείς του ανηλίκων τέκνου μας Ματθαίου, μαθητή της δευτέρας τάξης του 1ου Λυκείου Σαλαμίνας, έχει βαπτισθεί Χριστιανός Ορθόδοξος και μετέχει με θέρμη μαζί μας στην εκκλησιαστική ζωή και λατρεία της Πίστεώς μας. Σύμφωνα με όσα αναπτύξαμε παραπάνω, ο ρόλος του μαθήματος των Θρησκευτικών στην εκπαίδευση και ανάπτυξή της προσωπικότητάς τους σε αυτό το εύπλαστο στάδιο της ζωής τους είναι ζωτικός τόσο για αυτά τα ίδια όσο και για εμάς που ως γονείς τους επιθυμούμε τόσο τη μόρφωσή τους επί του γνωστικού αντικειμένου των Θρησκευτικών όσο και τη διάπλασή των χαρακτήρων τους ώστε αυτά να υιοθετήσουν τη χριστιανική ηθική της Ανατολικής Ορθοδόξου  Εκκλησίας. Έχουμε λοιπόν προφανές και άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον να αιτηθούμε την ακύρωση της ως άνω υπουργικής αποφάσεως τόσο για λογαριασμό των τέκνων μας των οποίων ασκούμε τη γονική μέριμνα και επιμέλεια όσο και ατομικά για εμάς τους ιδίους ως γονείς τους.

Αντιστοίχως, ο εξ ημών πέμπτος των αιτούντων, έχω έννομο συμφέρον κατά την έννοια του άρθρου 47 παρ. 1 του Π.Δ. 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (Α’ 8), το οποίο εφαρμόζεται στην παρούσα διαδικασία κατ’ άρθρο 4 του Ν. 702/1977, και ασκώ την κρινόμενη αίτηση λόγω της ιδιότητας μου ως θεολόγος εκπαιδευτικός δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, στο 5ο Γ.Ε. Λύκειο Κατερίνης (Ολ. ΣτΕ 2411/2012, 1854/1990 βλ. και ΣτΕ 193/2012)

Τέλος το έκτο εξ ημών σωματείο (ΠΕΘ), έχει προφανές έννομο συμφέρον για την ακύρωση της ως άνω υπουργικής απόφασης επειδή σύμφωνα με το ισχύον από 1977 καταστατικό του σωματείου μας (αρ. αποφ. 2059/1977 Μ. Πρ. Αθηνών), σκοποί του μεταξύ άλλων είναι:

   Η καλλιέργεια των θεολογικών Γραμμάτων και η ενημέρωση των μελών προς την σημειούμενη εκάστοτε εξέλιξη και πρόοδο της  Επιστήμης

    Η κατανόηση της ουσίας του Ορθοδόξου Χριστιανισμού και η έξαρση αυτού

   Η διέγερση του ενδιαφέροντος και της αγάπης του λαού προς τη θρησκευτική γνώση και ζωή εντός του πλαισίου των πατρικών μας παραδόσεων.

    Ο ευρύς θρησκευτικός και ηθικός διαφωτισμός του λαού μας για να λάβει αυτός πλήρη επίγνωση της αξίας της εν Χριστώ απολυτρώσεως  και ζωής, ως και ο πλήρης και ηθικός διαφωτισμός της νεότητας.

   Η προσήλωση στην Ορθοδοξία και άμυνα κατά πάσης αντιορθοδόξου και αντιχριστιανικής εκδηλώσεως παρ’ ημίν, ως και η εκλαΐκευση της Απολογητικής του Χριστιανισμού και ο διαφωτισμός του λαού και δη της νεότητας περί της υφισταμένης αρμονίας Επιστήμης και Χριστιανικής θρησκείας.

  Η έμπνευση σεβασμού και αφοσιώσεως προς τα θέσμια και τις παραδόσεις της Μητρός ημών Ορθοδόξου Εκκλησίας

και κατά συνέπεια η προάσπιση του Ορθοδόξου χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών, που τόσο βάναυσα πλήττεται με την προσβαλλομένη απόφαση, αποτελεί μέρος του σκοπού μας ως σωματείου ώστε να έχουμε άμεσο και προσωπικό έννομο συμφέρον για την άσκηση της παρούσας.

Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη και βάσιμη, αρμοδίως δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου Σας.   

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Και για όσους επιφυλασσόμεθα να προσθέσουμε νόμιμα στο μέλλον

ΑΙΤΟΥΜΑΣΤΕ

1.      Να γίνει δεκτή η παρούσα.

2.      Να ακυρωθεί η υπ’ αρ. πρωτ.  143.579/Δ2/2016 (Β 2906/13-9-2016 ΦΕΚ) απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, καθώς και κάθε άλλη συναφής πράξη ή παράλειψη της Διοίκησης, ρητή ή σιωπηρή, προγενέστερη ή μεταγενέστερη.

3.      Να καταδικαστεί το αντίδικο στη δικαστική μας δαπάνη και να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος από εμάς δικαστικού παραβόλου.

Αθήνα, 9/11/2016

Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος

http://www.petheol.gr/nea/epethkatethesestosteaiteseakyroseostonapophaseonphilegiatenepharmogeneonprogrammatonspoudontoumathematostonthreskeutikonstemeseekpaideuse

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ποιοι και γιατί αγωνίζονται τα ΟΧΙ του Αρχιεπισκόπου και της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, στα νέα Προγράμματα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών, να μετατραπούν σε ΝΑΙ;

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Δεκεμβρίου, 2016

Αθήνα, 24 Οκτωβρίου 2016

Αριθμ. Πρωτ. 137


Επιστολή Διαμαρτυρίας
της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων(ΠΕΘ)

Ποιοι και γιατί αγωνίζονται

τα ΟΧΙ του Αρχιεπισκόπου και της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος,

στα νέα Προγράμματα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών, 

να μετατραπούν σε ΝΑΙ;

Προς

  • Τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, Πρόεδρο και άπαντες τους Ιεράρχες της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος,

Μακαριώτατε,

Άγιοι Αρχιερείς,

Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ) επικοινωνεί μαζί σας, διότι παρατηρούμε ότι το μεγάλο πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί στο μάθημα των Θρησκευτικών ολοένα και οξύνεται, με την βεβιασμένη ενέργεια του Υπουργού Παιδείας κ. Φίλη να εφαρμόσει με σχετικό ΦΕΚ, από την αρχή της φετινής σχολικής χρονιάς τα «ακατάλληλα και επικίνδυνα»,  όπως πολύ σωστά τα χαρακτήρισε ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, νέα Προγράμματα Σπουδών για το μάθημά μας.

Είναι φανερός ο εμπαιγμός, οι μεν Συντάκτες των νέων Προγραμμάτων, δηλαδή η γνωστή σε όλους μας, ομάδα των Επιλεγμένων Θεολόγων του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ), ισχυρίζονται ότι αυτά είναι ορθόδοξα, ο δε κ. Φίλης υποστηρίζει με πάθος ότι  προωθούν το ουδετερόθρησκο σχολείο και κράτος, που οραματίζεται. Τώρα πως συμβαίνει αυτά τα δύο να συμβαδίζουν δεν γνωρίζουμε.

Εκείνο που έχει κριθεί με τις παλαιότερες και πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις η εφαρμογή των οποίων είναι υποχρεωτική για όλους, βεβαίως και για την Πολιτεία, είναι ότι το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών πρέπει να είναι σύμφωνο με τα δόγματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, υποχρέωση την οποία δεν τηρούν ούτε οι Συντάκτες του Προγράμματος, ούτε η Πολιτεία. Επιπλέον, όπως γνωρίζει  και υποστηρίζει ο θεολογικός και εκκλησιαστικός κόσμος, στην συντριπτική του πλειονοψηφία, τα Προγράμματα αυτά είναι αντισυνταγματικά, αντιπαιδαγωγικά και αντορθόδοξα.

Ø  Αντισυνταγματικά, διότι καταργούν τη συνταγματική αρχή της ισονομίας, καθώς οι έλληνες μαθητές των άλλων οργανωμένων θρησκευτικών κοινοτήτων (Εβραίων, Μουσουλμάνων, Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών),  απολαμβάνουν το δικαίωμα να διδάσκονται αμιγώς την πίστη τους (με ύλη και διδάσκοντες που οι θρησκευτικές τους κοινότητες επιλέγουν και εγκρίνουν), πλην των ορθοδόξων χριστιανών μαθητών, που είναι υποχρεωμένοι να διδάσκονται την δική τους πίστη ανακατωμένη με ένα μείγμα θρησκειών.

Ø  Αντιπαιδαγωγικά, διότι μικρά παιδιά, από την Γ΄ Τάξη Δημοτικού, υποχρεώνονται να διδάσκονται ύλη μεγαλυτέρων τάξεων και διότι η ταυτόχρονη παροχή γνώσεων για όλες τις θρησκείες (συγκρητισμός), σε μικρά παιδιά, που λόγω ηλικίας, δεν διαθέτουν την προαπαιτούμενη κριτική σκέψη και διάκριση, θα διαλύσει την πνευματική τους ισορροπία και θα τους δημιουργήσει προβλήματα σύγχυσης και πνευματικού αποπροσανατολισμού. Επιπλέον, τα νέα Προγράμματα, έντεχνα ασκούν προσηλυτισμό σε άλλους πνευματικούς δρόμους, γεγονός που τα καθιστά όχι μόνον επικίνδυνα αλλά και παράνομα. Γι’ αυτό είναι απολύτως δικαιολογημένες οι ανησυχίες που έχουν εκφράσει γι΄ αυτά ο Μακαριώτατος και η σεβαστή Ιεραρχία της Εκκλησίας μας.

Ø  Αντορθόδοξα, διότι καταργείται ο Χριστοκεντρικός χαρακτήρας της παρεχόμενης, σύμφωνα με το Σύνταγμα, τους Νόμους και τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας, σχολικής θρησκευτικής αγωγής για τους Ορθόδοξους μαθητές.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η ΠΕΘ αγωνίζεται, στο πλευρό της Εκκλησίας, να ενημερώσει τον ευσεβή κλήρο και τον ορθόδοξο λαό για την παιδαγωγική ακαταλληλότητα αυτών των Προγραμμάτων.

Η Εκκλησία, αναλαμβάνοντας πλήρως την πνευματική ευθύνη που έχει έναντι της χριστιανικής αγωγής της νεότητας, με τρεις αποφάσεις της Ιεραρχίας  και με κείμενα και δηλώσεις του Μακαριωτάτου, έχει εκφράσει την αντίθεσή της έναντι αυτών των  Προγραμμάτων και τα έχει απορρίψει.

Δυστυχώς, όμως, τώρα τελευταία καταφθάνουν σε εμάς πληροφορίες ότι κάποιοι αγωνίζονται εναντίον αυτών των θέσεων της Εκκλησίας. Πληροφορούμαστε, αλλά δεν θέλουμε να πιστέψουμε τα σχετικά με κάποιες αδιαφανείς κινήσεις που γίνονται, οι οποίες επιπλέον, δεν συμφωνούν με την εκπεφρασμένη θέση της Ιεραρχίας. Επισημαίνουμε τους κινδύνους, διότι οι καιροί ου μενετοί. Οφείλουμε όλοι να κατανοήσουμε ότι με το θέμα των Θρησκευτικών δεν μπορεί και δεν δικαιούται πλέον ουδείς να παίζει οποιασδήποτε μορφής παιχνίδια. Το θέμα του μαθήματος έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις. Ο πιστός λαός του Θεού ανησυχεί έντονα και αναμένει καθαρές και εκκλησιαστικές λύσεις από την Εκκλησία του και όχι μεθοδεύσεις που δείχνουν να υπηρετούν διάφορες αλλότριες σκοπιμότητες οι οποίες κάποια στιγμή θα έλθουν στο φως, θα φανερωθούν.

Με βάση την έγκυρη πληροφόρηση που έχουμε, η εξ’ Αρχιερέων Επιτροπή δεν φαίνεται να ακολουθεί πιστά την απόφαση της Ιεραρχίας όσον αφορά, αφενός στην επιλογή ειδημόνων και αφετέρου στην οργάνωση του διαλόγου με την πολιτεία από μηδενική βάση για το χαρακτήρα και το περιεχόμενο του μαθήματος.

Κάποιοι φαίνεται, παρασκηνιακά, αγωνίζονται να αλλοιωθούν, να αλλάξουν ή να σβηστούν οι ξεκάθαρες και σωστές θέσεις της Ιεραρχίας της Εκκλησίας και να ξεχαστούν οι δηλώσεις του Μακαριωτάτου για «επικίνδυνα και απαράδεκτα Προγράμματα Σπουδών».

Ποιοι και γιατί αγωνίζονται τα ΟΧΙ του Μακαριωτάτου και της Ιεραρχίας, στα νέα Προγράμματα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών,  να μετατραπούν σε ΝΑΙ;

Ποιοι και γιατί αλλοιώνουν την απόφαση της Ιεραρχίας να χρησιμοποιηθούν ειδήμονες για τα Προγράμματα Σπουδών στην ειδική επιτροπή, αποστολή της οποίας θα είναι να μελετήσουν σε βάθος το θέμα και να προτείνουν θεολογικοπαιδαγωγικές και διδακτικές λύσεις και τρόπους για την από μηδενική βάση συζήτηση με την πολιτεία σχετικά με την σύνταξη Προγραμμάτων Σπουδών, που να προωθούν την ορθόδοξη χριστιανική αγωγή της νεότητας;

Γιατί δεν κλήθηκαν οι ειδικοί επί της Παιδαγωγικής και Διδακτικής του μαθήματος των Θρησκευτικών να συμμετέχουν σε αυτήν την Επιτροπή;

Με ποια εκκλησιαστικά ή επιστημονικά κριτήρια στιγματίζονται και αποκλείονται η ΠΕΘ και οι καθ’ ύλην ειδικοί και επιλέγονται τελικά κάποιοι άλλοι ως δήθεν ειδήμονες;

Μήπως υπάρχουν σκέψεις να εξυπηρετήσει η εν λόγω Επιτροπή άλλες σκοπιμότητες από εκείνες που όρισε εξ’  αρχής η Ιεραρχία για την Επιτροπή;

Ελπίζουμε να διαψευσθούν οι πληροφορίες που μιλούν για μεθόδευση, προκειμένου να βγει απόφαση, με Συνοδική μάλιστα σφραγίδα, που θα προτείνει απλώς βελτιώσεις των νέων διαθρησκειακών Προγραμμάτων και όχι από μηδενική βάση διάλογο για νέα Προγράμματα στα οποία η Ορθόδοξη διδασκαλία θα υπάρχει σε χωριστές ενότητες από τις αναφορές στα θρησκεύματα.

Αυτό επίσης που μας προβληματίζει έντονα είναι ότι ορισμένοι στοχοποιούν, υποτιμούν και συκοφαντούν την ΠΕΘ, την παλαιότερη Επιστημονική Ένωση της Ελλάδας, που εκπροσωπεί τη συντριπτική πλειονότητα των Θεολόγων της χώρας και που αγωνίζεται ανιδιοτελώς για την αποκατάσταση του μαθήματος των Θρησκευτικών από την αλλοίωση και την αλλαγή του χαρακτήρα και του περιεχομένου που επέφεραν αυτά τα Προγράμματα.

Λυπούμαστε για τις συμπεριφορές αυτές, που δείχνουν ότι ορισμένοι στην πράξη δεν θέλουν καθαρή λύση στο πρόβλημα με το μάθημα, διότι, χωρίς εκκλησιαστική διάκριση, έφτασαν στο σημείο αφενός να μην χρησιμοποιούν επιστημονικά κριτήρια για την επιλογή των ειδημόνων, αλλά συκοφαντίες και λασπολογίες, προκειμένου να αποκλειστούν οι ειδήμονες και να επιλεγούν άλλοι και, αφετέρου, να ταυτίζουν τον θύτη με το θύμα και να τοποθετούν στην ίδια μοίρα τον ΚΑΙΡΟ που παρανόμως ιδρύθηκε και λειτουργεί με σκοπό την κατάργηση του ορθόδοξου μαθήματος, με την ΠΕΘ.

Στην ίδια μοίρα λοιπόν, ο ΚΑΙΡΟΣ, που ιδρύθηκε το 2010 και είναι ο δημιουργός των Προγραμμάτων, με την ΠΕΘ, που ιδρύθηκε το 1951 και που εξ αρχής αγωνίζεται στο πλευρό της Εκκλησίας για να αντιμετωπιστούν οι εναντίον της χριστιανικής αγωγής συνέπειες της δράσης αυτού του σωματείου;

Διερωτώμεθα, μήπως παίζονται πολιτικά και εκκλησιαστικά παιχνίδια ή μήπως υφαίνονται κάποιες προσωπικές επιδιώξεις στην πλάτη του μαθήματος των Θρησκευτικών, των Θεολόγων καθηγητών, των μαθητών, των γονέων τους και συνόλου του ελληνικού λαού;

Ζητούμε λοιπόν, οι ειδήμονες της Επιτροπής της Εκκλησίας που θα συζητήσει το θέμα του μαθήματος των Θρησκευτικών, να ορισθούν από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο ή από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς επίσης, τα όποια συμπεράσματα αυτής της Επιτροπής να τύχουν και πάλι της έγκρισης της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

v  Δοθείσης της ευκαιρίας, οφείλουμε ευσεβάστως να αναφέρουμε στην Ιερά Σύνοδο τα ονόματα των ειδικών Επιστημόνων της Παιδαγωγικής: 1. Ιωάννης Κογκούλης, ομ. Καθηγητής Παιδαγωγικής της Θεολογικής ΑΠΘ, 2, Χρήστος Βασιλόπουλος, ομ. Καθηγητής Παιδαγωγικής της Θεολογικής ΑΠΘ,  3. Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής Παιδαγωγικής της Θεολογικής ΑΠΘ, 4. Δημήτριος Λάππας, ομ. Επ. Καθηγητής Παιδαγωγικής, της Θεολογικής ΑΠΘ, 5. Μαρία Ράντζου, Επ. Καθηγήτρια Παιδαγωγικής, της Θεολογικής ΑΠΘ 6. Αθανάσιος Στογιαννίδης, Επ. Καθηγητής Παιδαγωγικής, της Θεολογικής ΑΠΘ 7. Ευάγγελος Πεπές, Διδάκτωρ Παιδαγωγικής της Θεολογικής ΑΠΘ, 8. Κωνσταντίνος Σπαλιώρας, Διδάκτωρ Παιδαγωγικής της Θεολογικής ΑΠΘ, 9. Σταμάτιος Πορτελάνος, Επ. Καθηγητής Διδακτικής Θρησκευτικών – Θρησκειολογίας, του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων 10. Κωσταντίνος Πρέντος, Διδάκτωρ Παιδαγωγικής της Θεολογικής ΕΚΠΑ, 11. Διαμάντη Τσαγκαρλή, Διδάκτωρ Παιδαγωγικής της Θεολογικής ΕΚΠΑ, 12. Ιωάννης Φύκαρης,  Επ. Καθηγητής Διδακτικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 13. Ιωάννα Κομνηνού, Διδάκτωρ Παιδαγωγικής της Θεολογικής ΕΚΠΑ.

v  Οι κ. Εμμ. Περσελής καθηγητής της Θεολογικής του ΕΚΠΑ, Μάριος Κουκουνάρας, Λέκτωρ της Θεολογικής του ΕΚΠΑ και Βασιλική Μητροπούλου, Αναπλ. Καθηγήτρια της Θεολογικής του ΑΠΘ ήταν συντάκτες των νέων Προγραμμάτων. Ο Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Στυλιανός Τσιπούρας, δρ. Φιλοσοφίας, έχει επιλεγεί με αίτησή του ως Επιμορφωτής των νέων Προγραμμάτων στο ΙΕΠ. Επίσης, κάποιοι εκ των επιλεγέντων στην Επιτροπή της Εκκλησίας, ως δήθεν ειδήμονες δεν έχουν σχέση με Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά, μερικοί δε δεν έχουν γνώσεις και σπουδές Θεολογικές.

Εμείς ως Θεολόγοι δηλώνουμε ότι δεν αγωνιζόμαστε για τις θέσεις μας ή για να αυξήσουμε το μισθό μας. Αγωνιζόμαστε, διωκόμενοι και  λοιδορούμενοι, για να έχουν τα παιδιά του ελληνικού λαού, τα παιδιά μας, ορθόδοξη χριστιανική αγωγή στα σχολεία τους, αισθανόμενοι το χρέος και την ευθύνη που έχουμε πρωταρχικά προς Τον Χριστό στον οποίον πιστεύουμε, προς τη συνείδησή μας και στον όρκο που δώσαμε ως Θεολόγοι και προς τα παιδιά που διδάσκουμε.

Ως ΠΕΘ, δηλώνουμε ότι θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε δυναμικά για μια Ορθόδοξη Χριστιανική Αγωγή στα σχολεία μας και από εδώ και πέρα δεν θα ανεχθούμε ενέργειες από κανέναν, που δεν είναι συμβατές με ένα ορθόδοξο χριστιανικό μάθημα που δικαιούμαστε,  εμείς μεν, να διδάσκουμε, ως απόφοιτοι ορθοδόξων Θεολογικών Σχολών και χριστιανοί, τα παιδιά δε, να διδάσκονται ως μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τέκνα ορθοδόξων γονέων. Καλούμε όλους να δείξουν την αρμόζουσα εκκλησιαστική υπευθυνότητα και να ακολουθούν την αλήθεια της Εκκλησίας.

Καλούμε τα ΜΜΕ  να στρέψουν την προσοχή τους, δείχνοντας την ανάλογη υπευθυνότητα και να αναδείξουν το πρόβλημα.

Καλούμε επίσης όλους τους Έλληνες να συστρατευθούν μαζί με την Εκκλησία και την ΠΕΘ στον αγώνα για μια Ορθόδοξη χριστιανική αγωγή, που δικαιούνται να έχουν τα παιδιά τους ως βαπτισμένα στην Ορθόδοξη πίστη. Καλούμε όλους να αγωνιστούν, ο καθένας από τη θέση του και όλοι μαζί, για να επιτύχουμε, συν Θεώ, να φέρουμε την ανάσταση της χριστιανικής Παιδείας και του Γένους μας.

Με σεβασμό ασπαζόμεθα την δεξιά Σας

Για το ΔΣ της ΠΕΘ

        Ο Πρόεδρος                                                       Ο Γενικός Γραμματέας

Κωνσταντίνος Σπαλιώρας                                     Παναγιώτης Τσαγκάρης

Δρ Θεολογίας                                                           Mr Θεολογίας

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι Θεολόγοι και οι δάσκαλοι έχουν την υποχρέωση και το δικαίωμα να αρνηθούν την εκτέλεση αντισυνταγματικών και παρανόμων Υπουργικών Αποφάσεων

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Δεκεμβρίου, 2016

Οι Θεολόγοι των Τρικάλων αντιδρούν σε προσπάθειες εκφοβισμού

των εκπαιδευτικών για την επιβολή των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών

***

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΙΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ν. ΤΡΙΚΑΛΩΝ

Τηλ. 24310 26549

email: theologoitrikkis@gmail.com

Τρίκαλα  6 Οκτωβρίου   2016

Αριθ. Πρωτ. 2

Δελτίο τύπου

Το Παράρτημα Τρικάλων της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων (ΠΕΘ) μετά την αποχώρηση των εκπαιδευτικών σήμερα 6-10-2016  σε ένδειξη διαμαρτυρίας από την επιχειρούμενη ενημέρωση για την επιβολή των Νέων Προγραμμάτων Σπουδών για το μάθημα των Θρησκευτικών εκφράζει την πλήρη στήριξή του στον αγώνα ενάντια στην εφαρμογή αυτών των αντισυνταγματικών και πνευματοκτόνων Προγραμμάτων και δηλώνει ότι οι Θεολόγοι του Νομού Τρικάλων:

1) Συμφωνούμε απόλυτα με τις δηλώσεις (20/9/2016) του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, ότι τα νέα Προγράμματα Σπουδών για το μάθημα των Θρησκευτικών (ΦΕΚ υπ. αριθ. 143575/Δ2 ΥΑ 13.09.2016), που βεβιασμένα επιβάλλει στα σχολεία ο Υπουργός Παιδείας κ. Ν. Φίλης «είναι απαράδεκτα, είναι επικίνδυνα, είναι πράγματα που δεν θα αποδώσουν καρπούς, αλλά μεγάλη ζημιά στην παιδεία, γενικότερα στην κοινωνία μας, και ρήξη μέσα στην Εκκλησία στις σχέσεις με την πολιτεία».

2) Οι Θεολόγοι καθηγητές, ως υπάλληλοι του κράτους, σύμφωνα με έγκυρες γνωμοδοτήσεις, έγκριτων νομικών, έχουν καθήκον άμα δε και δικαίωμα να τηρούν το Σύνταγμα και να μην εφαρμόζουν ολοφάνερα αντισυνταγματικές και παράνομες αποφάσεις της διοίκησης (ν. 3528/2007, αρθρ. 24 και 25 παρ. 3 εδάφιο 1ον  και Ποινικός Κώδικας, άρθρ. 21).

3) Σύμφωνα μάλιστα με τη γνωμοδότηση του Επιτίμου Ανωτάτου δικαστικού λειτουργού Απόστολου Βλάχου που ζήτησε η ΠΕΘ,  υφίσταται συνταγματική και νομοθετική επιταγή καθώς και δέσμευση της χώρας μας από τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης σύμφωνα με την οποία η Ελληνική Πολιτεία οφείλει να σέβεται το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν τη μόρφωση σύμφωνα προς τις δικές τους θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις και να παρέχει προς τούτο στους Έλληνες ορθόδοξους μαθητές την Ελληνορθόδοξη Παιδεία, ώστε συνακόλουθα οι διδάσκαλοι της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και οι Θεολόγοι καθηγητές της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης έχουν την υποχρέωση και το δικαίωμα να αρνηθούν την εκτέλεση των παραπάνω αντισυνταγματικών και παρανόμων Υπουργικών Αποφάσεων.

Την ίδια στιγμή οι γονείς των μαθητών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση έχουν κάθε λόγο και δικαίωμα να ανησυχούν και να απαιτούν και αυτοί με τη σειρά τους από την Πολιτεία αλλά και από εμάς τους εκπαιδευτικούς να αρθούμε στο ύψος των περιστάσεων και να διαφυλάξουμε το δικαίωμα των παιδιών τους στην παροχή Ελληνορθόδοξης εκπαίδευσης χωρίς επικίνδυνους πειραματισμούς και διδασκαλίες αντίθετες με την πίστη που πρεσβεύουν.  Αυτές τις ανησυχίες και τα δικαιώματα των μαθητών και των γονέων τους δηλώνουμε ότι τις σεβόμαστε και ότι θα σταθούμε δίπλα τους και υπερασπιστές τους.

4) Το Παράρτημα της ΠΕΘ νομού Τρικάλων ζητά να σταματήσει η όποια προσπάθεια εκφοβισμού των εκπαιδευτικών και είναι έτοιμο να συντονιστεί με τις αποφάσεις της Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, του Αγίου Όρους και της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων για έναν από κοινού αγώνα υπερασπίσεως των αληθειών της Ορθόδοξης Εκκλησίας από τις παράνομες αντισυνταγματικές, αντορθόδοξες,  αντιπαιδαγωγικές και καταχρηστικές αποφάσεις του Υπουργείου Παιδείας.

Το ΔΣ της ΠΕΘ Τρικάλων

http://www.petheol.gr/nea/oitheologoikaioidaskaloiechountenypochreosekaitodikaiomanaarnethountenekteleseantisyntagmatikonkaiparanomonypourgikonapophaseon

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γνωμοδότηση Επιτίμου Ανωτάτου δικαστικού λειτουργού για τα Θρησκευτικά

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Οκτωβρίου, 2016

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ

Αποστόλου Φ. Βλάχου

Επιτίμου Προέδρου Εφετών

Χαλάνδρι, 26/9/2016

Από την Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ) μου ετέθησαν τα κάτωθι ερωτήματα και μου εζητήθη η επ’ αυτών επιστημονική μου άποψη:

1) Η νέα ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών, η εισαγομένη στις σχολικές μονάδες δια των υπ’ αριθ. 143575/Δ2/2016 και 143579/Δ2/2016  αποφάσεων του Υπουργού Παιδείας στο Φ.Ε.Κ. Β΄/13/9/16 είναι σύμφωνες προς το Σύνταγμα και τον νόμο;

2) Σε αρνητική απάντηση (εάν δηλ. είναι η εν λόγω ύλη αντίθετη προς το Σύνταγμα και το νόμοι) οι καθηγητές, που καλούνται, να την διδάξουν, δικαιούνται και υποχρεούνται να αρνηθούν την εφαρμογή των παραπάνω υπουργικών αποφάσεων και αν ναι, εις ποίες διατάξεις θα στηριχθούν;

Η επιστημονική μου άποψη επί των ως άνω ερωτημάτων είναι η ακόλουθη:

Α΄

Αναφορικά με το πρώτο ερώτημα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Με το άρθρο 16 & 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό, μεταξύ των άλλων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης. Ως τοιαύτης νοουμένης της τελευταίας και δη εν όψει της διατάξεως του άρθρου 3 & 1  του Συντάγματος και του άρθρου 1 & 1α  του νόμου 1566/1985, της ορθοδόξου χριστιανικής συνειδήσεως, όπως δέχεται σταθερά η νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας με τις 2176/1998, 3356/1995, 3533/1988 αποφάσεις του και τα Διοικητικά Εφετεία Αθηνών και Χανίων με τις υπ΄ αριθμούς 299/1988 το πρώτο και 115/2012 το δεύτερο. Σημειωτέον ότι η παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 & 1α του νόμου 1566/1985 δεν επιτρέπεται να καταργηθεί ή να τροποποιηθεί. Εάν δε καταργηθεί θεωρείται ως ισχύουσα και μη καταργηθείσα, ως δέχεται και η θεωρία (Γ. Κρίππα «Νομοθετικό κενό συνταγματικώς ανεπίτρεπτο και εντεύθεν υποχρεώσεις της Κρατικής διοικήσεως» εις «Χαριστήριον Τόμον, Σύμμεικτα προς τιμήν Γεωργίου Παπαχατζή, 1989, σελ. 335 επομ.) και η ad hoc νομολογία (Εφετείο Αθηνών 10360/1981 Αρχ. Νομ. 33 σελ. 465, Εφετείο Αθηνών 11650/1980 Ελλ. Δικ/νη 22, σελ. 444, Αρ. Πάγος 284/2004 Νομ. Βήμα 2005, σελ. 283, Αρ. Πάγος 1731/2002 Νομ. Βήμα 2003, σελ. 1225 επόμ., Συμβ. Επικρατείας 2056/2000 Διοικητική Δίκη 13, σελ 87).

Παράλληλα με το άρθρο 4 & 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, θεσπιζομένης έτσι συνταγματικώς της αρχής της Ισονομίας μεταξύ των Ελλήνων πολιτών.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 13 & 2, εδάφ. 3 του Συντάγματος ορίζεται ότι ο προσηλυτισμός απαγορεύεται. Με τις διατάξεις δε του άρθρου 4 του ισχύοντος Αναγκ. Νόμου 1363/1938 προσδιορίζονται ενδεικτικώς, τόσο η έννοια του ποινικού αδικήματος του προσηλυτισμού, όσο και οι ποινικές κυρώσεις κατά των διαπραττόντων τούτο, οριζομένης μάλιστα, ως ιδιαιτέρως επιβαρυντικής περιστάσεως για τους υπαιτίους τελέσεως προσηλυτισμού σε σχολικές μονάδες, σύμφωνα με το άρθρο 4 & 3 του ιδίου Αναγκαστικού νόμου.

Από τη μελέτη του περιεχομένου των προαναφερόμενων Υπουργικών Αποφάσεων, ως και σχετικών ενταύθα δηλώσεων από πλευράς συντακτών, των, στις αποφάσεις αυτές, Νέων Προγραμμάτων Σπουδών και εκ πλείστων όσων, εγγράφων και μη, προσφάτων δε και παλαιοτέρων στοιχείων, σαφώς προκύπτουν τα εξής : Με τα εν λόγω Προγράμματα θεσπίζεται ένα πολυθρησκειακό μείγμα, το οποίο έχει ως βάση την τεχνική επιφανειακή σύγκλιση των τριών δογμάτων του Χριστιανισμού, αλλά και του Χριστιανισμού με άλλα 5-6 θρησκεύματα, με βάση τα τυπικά ετερόκλητα χαρακτηριστικά όλων αυτών των θρησκευμάτων, η δε διδασκαλία όλων αυτών θα γίνεται συγχρόνως και στην ουσία ισοτίμως. Το πολυθρησκειακό αυτό κράμα οδηγεί σε εσφαλμένα επιστημονικά και θεολογικά συμπεράσματα, δημιουργεί σύγχυση στους μαθητές, τους οδηγεί στον συγκρητισμό θρησκειών, είναι ασύμβατο με τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας,  αφού με τη διδασκαλία του καταργείται στην πράξη ο Χριστοκεντρικός προσανατολισμός του μαθήματος των Θρησκευτικών και μετατρέπεται σε ανθρωποκεντρικό – συγκρητιστικό, μεταβάλλοντας έτσι την χριστιανική ορθόδοξη συνείδηση των μαθητών, αντί της ανάπτυξής της, που απαιτεί το Σύνταγμα.

Εξάλλου όλα αυτά συμβαίνουν σε βάρος των ορθοδόξων χριστιανών μαθητών, ενώ αντίστοιχη μετατροπή δεν προβλέπεται από τις παραπάνω Υπουργικές Αποφάσεις για τα λειτουργούντα στην Ελλάδα ετερόθρησκα και ετερόδοξα σχολεία (Μουσουλμανικά, Ισραηλιτικά, Ρωμαιοκαθολικά).

Εν όψει όλων αυτών και απαντώντας στο πρώτο των παραπάνω ερωτημάτων πρέπει να λεχθούν τα εξής : Η νέα ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών που περιέχεται στις παραπάνω Υπουργικές Αποφάσεις είναι προδήλως αντισυνταγματική και παράνομη, αφού προσκρούει, ως προαναφέρεται, ευθέως στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 16 & 2 και 3 & 1 του Συντάγματος ως και στο νόμο 1566/1985, άρθρο 1, & 1α αυτού, που επιτάσσουν την ανάπτυξη της ορθοδόξου χριστιανικής συνειδήσεως, απορρίπτοντας έτσι τη μεταβολή αυτής κατά τα ειδικότερα παραπάνω εκτιθέμενα.

Η δε τοιαύτη μεταβολή, που συντελείται, με το παραπάνω πολυθρησκειακό μόρφωμα, στοιχειοθετεί το ποινικό αδίκημα του προσηλυτισμού, τιμωρουμένου μάλιστα με την προλεχθείσα ιδιαιτέρως επιβαρυντική περίσταση εκ του ότι η τοιαύτη προσηλυτιστική διδασκαλία του θα γίνεται εντός σχολικών μονάδων (βλ. αναλυτικώτερα περί τούτου εις Γ. Κρίππα, Κατά πόσο το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών συνιστά αξιόποινη πράξη, εις Επιθεώρηση Δημοσίου και Διοικητικού Δικαίου, τόμος 58, σελ. 679-697).

Τέλος, αναφορικά με το πρώτο ερώτημα και σχετικά με την ακαταλληλότητα των παραπάνω Προγραμμάτων Σπουδών και την πλήρη αντίθεσή τους προς την Ορθόδοξη Χριστιανική Διδασκαλία, αλλά και με τους γενικότερους κινδύνους που εγκυμονούν για την Χώρα, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος είπε μεταξύ των άλλων, λίαν σημαντικών, με δημόσιες δηλώσεις του στις 20/9/2016 τα εξής : «Τα καινούργια προγράμματα, τα οποία διάβασα, είναι απαράδεκτα και επικίνδυνα. Δεν θα αποδώσουν καρπούς, αλλά μεγάλη ζημία στην Παιδεία και στην Κοινωνία, καθώς και ρήξη στη σχέση της Εκκλησίας με την Πολιτεία. Θα φέρω το θέμα και στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος…». Ακόμη δε και τούτο έλαβε χώραν : Ότι τα νέα ως άνω Προγράμματα Σπουδών τίθενται σε εφαρμογή, ενώ προσφάτως, στις 9/3/2016, η, κατά τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (ν. 590/1977 άρθρ. 3 & 1), Ανωτάτη Εκκλησιαστική Αρχή της Εκκλησίας της Ελλάδος, η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας, είχε απορρίψει το πολυθρησκειακό Πρόγραμμα κατά τα ως άνω, επικυρώσασα έτσι την προηγηθείσα σύμφωνη απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος της 13/1/2016.

Β’

Αναφορικά με το υποβληθέν δεύτερο ερώτημα η απάντηση έχει ως εξής :

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 του ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα(νόμος 3528/2007) ο υπάλληλος είναι εκτελεστής της θέλησης του κράτους, υπηρετεί μόνο τον λαό και οφείλει πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην πατρίδα του και τη Δημοκρατία.

Κατά το επόμενο άρθρο 25 & 1 ο υπάλληλος είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων του και την νομιμότητα των υπηρεσιακών του ενεργειών, ενώ κατά τη δευτέρα παράγραφο του άρθρου αυτού, ο υπάλληλος οφείλει να υπακούει στις διαταγές των προϊσταμένων του. Όταν, όμως, εκτελεί διαταγή, την οποία θεωρεί παράνομη, οφείλει, πριν την εκτέλεση, να αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του και να εκτελέσει τη διαταγή χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Η διαταγή δεν προσκτάται νομιμότητα  εκ του ότι ο υπάλληλος οφείλει να υπακούσει σε αυτήν.

Κατά δε την παράγραφο 3 εδάφιο πρώτο, του ιδίου άρθρου(25), αν η διαταγή είναι προδήλως αντισυνταγματική ή παράνομη, ο υπάλληλος οφείλει να μην την εκτελέσει και να το αναφέρει χωρίς αναβολή.

Εξάλλου, σύμφωνα με τα οριζόμενα υπό του άρθρου 106 και 107 του Υπαλληλικού Κώδικα μεταξύ των πειθαρχικών παραπτωμάτων του υπαλλήλου είναι κάθε υπαίτια πράξη και παράλειψή του, που αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και των νόμων, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 25 του ιδίου Κώδικα, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 110 & 1 η δίωξη και τιμωρία των πειθαρχικών παραπτωμάτων αποτελεί καθήκον των πειθαρχικών οργάνων συνεπαγομένη, κατά τα ανωτέρω, αντίστοιχη ευθύνη του αμελούντος προς τούτο οργάνου(βλ. Γ. Κρίππα, εις Επιθεώρηση Δημοσίου και Διοικητικού Δικαίου, όπ. π. π.).

Με βάση όλες τις παραπάνω διατάξεις και εν όψει της προδήλου αντιθέσεως του περιεχομένου των προαναφερομένων Υπουργικών Αποφάσεων προς στο Σύνταγμα (άρθρα 16 & 2, 3 & 1, 4 & 1 και 13 & 2 εδάφιον γ΄ αυτού), ως και στους σε εκτέλεση των άρθρων  του Συντάγματος 16 & 2 και 13 & 2 εδάφιον γ΄ αυτού, Νόμο 1566/1985 (άρθρο 1 & 1α αυτού) και Αναγκαστ. Νόμο 1363/1938 (άρθρο 4 αυτού), οι διδάσκαλοι της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και οι Θεολόγοι καθηγητές της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης έχουν την υποχρέωση και το δικαίωμα να αρνηθούν την εκτέλεση των παραπάνω αντισυνταγματικών και παρανόμων Υπουργικών Αποφάσεων.

Να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι, επειδή στην παρούσα περίπτωση πρόκειται περί διαταγών προδήλως αντισυνταγματικών, δεν υπάρχει νομικό έδαφος για τη δυνατότητα έκδοσης από τη διοίκηση, μετά την άρνηση υπό των εν λόγω διδασκόντων της εκτέλεσης των Αποφάσεων τούτων, της δεύτερης διαταγής, που προβλέπεται  από το δεύτερο εδάφιο  της παραγράφου 3 του ως άνω άρθρου 25 του  Υπαλληλικού Κώδικα και αυτό, διότι η δεύτερη αυτή διαταγή προβλέπεται μόνο για την περίπτωση αρνήσεως εκτελέσεως υπό του υπαλλήλου διαταγών αντιθέτων προς διατάξεις  (απλών) νόμων ή κανονιστικών πράξεων, όχι όμως διαταγών προδήλως αντισυνταγματικών, όπως στην προκειμένη περίπτωση συμβαίνει.

Παράλληλα δε προς τα παραπάνω δεκτά γενόμενα, την άρνηση να εκτελέσουν τις ως άνω Υπουργικές Αποφάσεις, έχουν την υποχρέωση και το δικαίωμα να προβάλουν οι διδάσκαλοι της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και οι Θεολόγοι καθηγητές της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ακόμη και μόνο για το ότι, με την εκτέλεση από αυτούς των Αποφάσεων τούτων, θα τελείται από τους ίδιους το ποινικό αδίκημα του προσηλυτισμού, αφού σύμφωνα με το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα περί Προσταγής, η ποινική τους ευθύνη για το αδίκημα αυτό δεν θα αίρεται, δεδομένου ότι δεν υπάρχει νόμος που να τους απαγορεύει να εξετάσουν εάν οι δοθείσες σε αυτούς, σύμφωνα με τους νομικούς τύπους και από την Αρμόδια Αρχή διαταγές προς εκτέλεση του περιεχομένου των εν λόγω Υπουργικών Αποφάσεων είναι νόμιμες ή όχι. Άλλωστε η διάταξη αυτή του Ποινικού Κώδικα είναι ειδική, έναντι της γενικής τοιαύτης του άρθρου 25 του υπαλληλικού κώδικα (ν. 3528/2007) και ως εκ τούτου η πρώτη εξ αυτών κατισχύει της δεύτερης κατά τον γνωστό κανόνα του δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο ο ειδικός νόμος υπερισχύει του γενικού(jus specialis derogate generalis).

Ο Γνωμοδοτών

Απόστολος Φ. Βλάχος

Επίτιμος Πρόεδρος Εφετών

http://www.petheol.gr/nea/oitheologoiypochreountaikaidikaiountainamenepharmosountaneaprogrammataspoudontoumathematostonthreskeutikongnomodoteseepitimouanotatoudikastikouleitourgou

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ΛΟΥΚΑ – ΜΗ ΚΛΑΙΕ

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Οκτωβρίου, 2016

Οι άνθρωποι στη ζωή μας συχνά πονάμε γι’  αυτά που έχουμε και χάνουμε ή γι’  αυτά που θα θέλαμε να έχουμε και δεν τα έχουμε. Τα δάκρυα είναι μία φυσική ένδειξη λύπης και πόνου, κάποτε και θυμού και οργής. Άλλοτε πάλι είναι ένδειξη ενός συναισθηματικού κόσμου, ο οποίος αντιδρά με υπερευαισθησία σε εξωτερικά ερεθίσματα ή στην ψυχολογική του κατάσταση ενεργοποιώντας τον μηχανισμό τους. Σπανιότερα τα δάκρυα είναι έκφραση μεγάλης χαράς για ό,τι μας δίδεται. Στην πνευματική ζωή τα δάκρυα είναι σημείο μετανοίας, επίγνωσης του θελήματος του Θεού και ευγνωμοσύνης γι’ Αυτόν και την παρουσία Του στη ζωή μας. Άλλοτε είναι σημείο της κοινωνίας μαζί Του που μας κάνει να αλλοιωνόμαστε εσωτερικά. Η πολλή και έντονη προσευχή, όπως και η χάρις Του αλλάζουν την όψη του ανθρώπου, καθώς τον καθιστούν ταπεινό και την ίδια στιγμή δεκτικό της κοινωνίας με έναν κόσμο ελπίδας και αιωνιότητας. Τα δάκρυα πάλι είναι σημάδι μεγάλης αγάπης για τους ανθρώπους, η οποία, κυρίως στις αγιασμένες ψυχές, εκφράζεται μ’ αυτόν τον τρόπο από ένταση και αγωνία για την πορεία τους, όχι στην καθημερινότητα, αλλά στη σχέση τους με τον Θεό.

        Το να δακρύζουμε για την απουσία του Θεού από τη ζωή μας και από τη ζωή των άλλων είναι ένα γεγονός ασυνήθιστο. Υπερβαίνει τον τρόπο του εγωισμού μας, διότι συνήθως ενδιαφερόμαστε για το τι θα μας δώσει ο Θεός και όχι για το αν Τον αισθανόμαστε και Τον βιώνουμε ως παρόντα στη ζωή μας. Σκληραίνει η καρδιά μας εξαιτίας των βιοτικών μεριμνών, της παράδοσής της στα πάθη και τις ηδονές του κόσμου, στα προβλήματα της ζωής, στα πολλά στην οποία η εποχή και ο πολιτισμός μας την παραδίδουν, με αποτέλεσμα να μην απομένει ούτε χώρος ούτε διάθεση για δάκρυ. Άλλωστε τα δάκρυα για κάποιους θεωρούνται ένδειξη αδυναμίας και ηττοπάθειας. Η σκληρότητα της καρδιάς θεωρείται απόδειξη γενναιότητας. Τα δάκρυα θεωρούνται σημάδι φόβου και αγωνίας. Η σκληρότητα είναι η απόδειξη ότι μπορούμε να προχωρήσουμε. Ότι δε νικιόμαστε από τις περιστάσεις.

      Στο Ευαγγέλιο διαβάζουμε μια ιδιαίτερα ξεχωριστή διήγηση για τον Χριστό, ο Οποίος εισέρχεται σε μία μικρή πόλη, την Ναΐν. Εκεί θα αναστήσει τον μοναχογιό μιας χήρας γυναίκας, ο οποίος πέθανε πρόωρα αφήνοντας απίστευτη λύπη στην καρδιά της μητέρας του. Βλέπουμε ότι η πρώτη και μοναδική φράση την οποία λέει ο Χριστός στην πονεμένη μητέρα είναι το «μη κλαίε» (Λουκ. 7,13). «Μην κλαις». Παράδοξη προτροπή. Τα δάκρυα και το κλάμα της μητέρας αποτελούν την μοναδική αντίδραση που θα περίμενε ο καθένας. Η πλήρης απόγνωση, η μοναξιά, η στέρηση του αγαπημένου προσώπου, η οποία έρχεται σε συνέχεια της στέρησης του συζύγου, το ανεπιστρεπτί του θανάτου, το παράπονο εναντίον του Θεού και της ζωής, αλλά και τα όνειρα για νόημα ζωής μέσα από το παιδί έχουν συντριβεί. Δεν μπορεί η μητέρα να κάνει κάτι άλλο, παρά μόνο να θρηνήσει. Και αντί ο Χριστός να της δείξει ότι την συμπονά, ότι καταλαβαίνει τα δάκρυα και το κλάμα της, την προτρέπει να σταματήσει. Και βέβαια  θα αναστήσει το νέο παιδί, για να δώσει πίσω στη μάνα ό,τι φάνηκε να στερείται.

        Την ίδια φράση «μη κλαίε» απευθύνει και σε μας ο Χριστός. Μοναδική προϋπόθεση για να έχει νόημα αυτό είναι η συνάντησή μας μαζί Του. Να μην κλαίμε για τα πρόσωπα που φεύγουν από τη ζωή μας, είτε οριστικά είτε γιατί δεν μπορούμε να τα βρούμε μαζί τους. Η αγάπη δεν νεκρώνεται. Όταν κάποιος φεύγει από τη ζωή μας, τότε συνειδητοποιούμε αν και πόσον τον αγαπούμε. Όμως το κλάμα εκεί δεν αλλάζει κάτι, αν στη σχέση μας δεν δείξαμε την αγάπη που μπορούσαμε να δείξουμε, υπερβαίνοντας τον εγωισμό μας. Να μην κλαίμε για την όποια μοναξιά νομίζουμε ότι βιώνουμε, γιατί συνήθως την μοναξιά την προκαλούμε μόνοι μας, με την κλειστή καρδιά και τον εγωκεντρισμό μας ή με την επίδειξη μιας αγάπης η οποία λειτουργεί στη λογική της ανταπόδοσης και όχι της μη αναμονής. Να μην κλαίμε όταν επενδύουμε όνειρα στους άλλους και δε βλέπουμε να εκπληρώνονται, γιατί ο καθένας από μας καλείται να χτίσει τη ζωή του με τα δικά του όνειρα. Οι άλλοι συμπληρώνουν. Έχουν την προσωπικότητα και τις επιλογές τους. Δεν μπορούμε να  αγκιστρωνόμαστε εγωιστικά επάνω τους και να περιμένουμε από αυτούς να μας βοηθήσουν να ζήσουμε ό,τι δεν θέλουμε να εργαστούμε να ζήσουμε εμείς. Να μην κλαίμε ούτε για τα υλικά αγαθά, όταν αισθανόμαστε ότι δεν τα έχουμε στην αφθονία που θα θέλαμε ή που δικαιούμαστε να έχουμε. Δεν είναι το παν στη ζωή μας αυτά. Να μην κλαίμε για τις ήττες μας, όταν έχουμε παλέψει για να μην συμβούν. Ειδάλλως, όταν οι ήττες είναι αποτέλεσμα οκνηρίας, εσφαλμένης στοχοθεσίας, παραθεώρησης του περιβάλλοντος στο οποίο ζούμε, τότε χρειάζεται να διορθώσουμε τα «καθ’  εαυτόν» μας και όχι να απελπιζόμαστε.

         Αυτή τη θέαση μας τη δίνει η σχέση με τον Χριστό. Ακόμη κι αν έχουμε κάνει τα πάντα σωστά, ακόμη κι αν η απώλεια είναι αναπάντεχη και γεγονός ανεξάρτητο των προθέσεων και του αγώνα μας, όπως είναι ο θάνατος, η σχέση με τον Χριστό μας δίνει τη δυνατότητα να νοηματοδοτήσουμε τη ζωή μας και πάλι. Εμπιστευόμαστε το θέλημα του Θεού. Γνωρίζουμε ότι τίποτε δεν είναι μάταιο. Βλέπουμε τον κόσμο στην προοπτική της ανάστασης και δεν απελπιζόμαστε. Διότι το τελικό νόημα του λόγου του Χριστού στην μητέρα δεν ήταν το να μην κλαίει γιατί θα έπρεπε να είναι άπονη και να μην τη στενοχωρεί ο θάνατος του παιδιού της, αλλά να μην απελπίζεται. Να μην αισθάνεται ότι η ζωή της έπαψε να έχει νόημα. Γιατί ο άνθρωπος δίνει νόημα όταν στη ζωή υπάρχει ο Χριστός. Όταν η πίστη μάς κάνει να γνωρίζουμε τα ουσιώδη και το πώς μπορούν να διαμορφωθούν οι σχέσεις μας με τους άλλους, ποιους στόχους να θέσουμε και πώς να εργαστούμε στη ζωή και στον εαυτό μας για να μην μας καταπιεί η λύπη.

       Ακόμη και τις αμαρτίες μας συγχωρεί ο Χριστός. Επομένως η συνάντηση  μαζί Του αποτελεί ευκαιρία θέασης της ζωής μας μέσα από την αγάπη προς Αυτόν, την ελπίδα και την προοπτική της ανάστασης. Η λύπη τότε δεν μας κατατρώγει, αλλά μπορεί να γίνει αφορμή επαναπροσδιορισμού της ζωής μας μέσα στην Εκκλησία. Γιατί εκεί το «μη κλαίε»  έχει αληθινό νόημα. Στη συνάντηση με τον Θεό και τον πλησίον. Αυτό που αληθινά μας λείπει.

Κέρκυρα, 9 Οκτωβρίου 2016

 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΑ ΟΡΙΑ ΜΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Οκτωβρίου, 2016

   «Δεν με λυπάσαι, μαμά; Γιατί με βασανίζεις βάζοντάς με να γράφω, ενώ θέλω να παίξω;». Μ’ αυτή τη χαριτωμένη φράση η μικρή Φ., μαθήτρια της Α’  Δημοτικού, παραπονέθηκε στην μητέρα της που επέβλεπε την αντιγραφή για το σχολείο. Τα μάτια της Φ. γεμάτα δάκρυα. Κι η μάνα έτοιμη να κλάψει κι αυτή, που το βλαστάρι της υπέφερε. Ευτυχώς δεν υπέκυψε. Έτσι η μικρή τελείωσε την εργασία της και μαζί στέρεψαν τα δάκρυα. Την επομένη πάλι.

Το περιστατικό αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τη σχολική προσαρμογή. Είναι ένα σημάδι του πόσο δύσκολο είναι για τον άνθρωπο, από την μικρή ηλικία, να μπει στη λογική των ορίων, της πειθαρχίας, της εργατικότητας που του στερεί την ομορφιά της ευκολίας, του παιχνιδιού, του «εδώ και τώρα», σε σχέση με τα όσα καλείται να κατορθώσει στο μέλλον. Γιατί αυτό είναι το νόημα των ορίων. Τα βάζουμε στην προοπτική του μέλλοντος. Η πειθαρχία, η εργασία, ο περιορισμός των δικαιωμάτων και της απόλυτης ελευθερίας μας δεν έχουν να κάνουν με μία τιμωρητική διάθεση, στερητική της χαράς, προερχόμενη από  την κακοτροπιά των μεγαλυτέρων, των αυθεντιών που αρνούνται να δούνε τις ανάγκες του παρόντος, της στιγμής. Αυτός που γελά σήμερα και δεν εργάζεται για το αύριο, θα κλάψει πολύ περισσότερο τότε, διότι δε θα μπορεί να κατακτήσει το μέλλον του, ενώ δε θα ζει αληθινά, αλλά στην ψευδαίσθηση ότι θα συνεχίζει να έχει ό,τι θέλει και νομίζει ότι δικαιούται. Η ζωή μαρτυρεί το αντίθετο.

         Αυτό συμβαίνει και στην ασκητική διάσταση της πνευματικής ζωής της Εκκλησίας. Όσοι θέλουμε να ακολουθήσουμε αυτή την οδό, εκπαιδευόμαστε στο να βάζουμε όρια στον εαυτό μας, από αγάπη για τον Θεό που ενηνθρώπησε για μας. Όπως στον αληθινό έρωτα αυτοπεριορίζεις τα δικαιώματα του «εγώ» σου χάριν του προσώπου του άλλου, έτσι και στη σχέση ανθρώπου και Θεού ο καθένας περιορίζει τα θέλω του χάριν του θελήματος του Θεού, χάριν δηλαδή της αγάπης. Νηστεύει όχι γιατί βλάπτεται από την τροφή, αλλά γιατί έτσι κατανοεί ότι «ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος». Εγκρατεύεται, προσεύχεται, εκκλησιάζεται, μελετά τον λόγο του Θεού, όχι διότι ο Θεός το έχει ανάγκη, αλλά γιατί μόνο έτσι ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι υπάρχει κι ένας άλλος τρόπος διάθεσης του χρόνου, αυτός του ανοίγματος στον ουρανό. Ταυτόχρονα, θεάται τη ζωή με κριτήριο την αγάπη για τον άλλο διότι γνωρίζοντας τον Θεό, γνωρίζουμε τον εαυτό μας και ανοιγόμαστε στον πλησίον μας.

            Το ίδιο συμβαίνει και με την απόφασή μας να συγχωρήσουμε αυτούς που μας δυσκολεύουν. Κατανοούμε τα όριά μας, ότι οι άλλοι δεν είναι όπως θέλουμε, όπως επίσης και ότι δε θα αποδεχτούν την αγάπη και τον τρόπο μας. Και διαλέγουμε, ακολουθώντας τον τρόπο του Θεού, να βαδίζουμε μαζί τους, να συν-χωρούμε και όχι να καθιστούμε τους εαυτούς μας κριτές τους, απορρίπτοντας και μισώντας τους.

            Είναι δύσκολη η θέση ορίων. Χρειαζόμαστε οδηγούς. Η μικρή Φ. έχει τους γονείς της, το σχολείο, την παρέα της. Οι μεγαλύτεροι την Εκκλησία, αλλά και όσους μας αγαπούν αληθινά. Κάποτε και τους σταυρούς που επιτρέπει ο Θεός να βιώνουμε. Για να βλέπουμε ότι μέσα στα όρια μπορούμε να νικήσουμε τον μεγαλύτερο εχθρό μας: την αυτοθεοποίηση.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 28 Σεπτεμβρίου 2016

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΝΕΟΙ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Οκτωβρίου, 2016

  Η συζήτηση που άνοιξε σχετικά με το ζήτημα της προσευχής στα σχολεία είναι μία ακόμη μαρτυρία της απόστασης που χωρίζει τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος κατανοεί τη ζωή της Εκκλησίας. Για κάποιους η προσευχή αποτελεί έκφραση πίστης σε κάποιον θεό, που δεν πρέπει να αφορά τον δημόσιο χώρο, αλλά μόνο την προσωπική ζωή του ανθρώπου. Η προσευχή δεν μπορεί να είναι υποχρεωτική, διότι δεν είναι έκφραση πιστεύουσας κοινότητας, αλλά απόφαση ελευθερίας του καθενός, που δεν μπορεί να δεσμεύει τους άλλους. Η προσευχή μπορεί να είναι έκφραση της παράδοσης στον τόπο μας. Στην ουσία όμως αυτή η παράδοση έχει εθιμικό, εξωτερικό χαρακτήρα. Δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην ανάγκη του ανθρώπου να είναι μοντέρνος, να ακολουθεί το σύγχρονο πολιτισμό, ο οποίος θέλει ανεξαρτησία και όχι προσοχή μπροστά σε αυθεντίες. Ας μη λησμονούμε ότι τα περισσότερα παιδιά στο σπίτι τους δεν προσεύχονται. Γιατί να κάνουν κάτι στο σχολείο, το οποίο δεν το συνηθίζουν στην οικογενειακή τους ζωή;

         Η Εκκλησία απάντησε θεσμικά. Αξιοποίησε το συνταγματικό και νομικό οπλοστάσιο και για την ώρα κατάφερε να ξεφύγει τον σκόπελο του προβλήματος. Δεν έχει καταφέρει όμως να του δώσει απάντηση επί της ουσίας. Αυτή δεν μπορεί να εξαντλείται στην παραδοσιακή θέση της Εκκλησίας στην κοινωνία, διότι με αυτό τον τρόπο εισέρχεται στη λογική των επικριτών της προσευχής και δίνει μία εξουσιαστική ερμηνεία. Λόγω της θέσης μας στο κράτος, μπορούμε να επιβάλλουμε αυτό που έχουμε ως κεκτημένο. Πόσο όμως μπορούμε να μην αφήσουμε αυτό που προβλέπει το σύνταγμα και ο νόμος «γράμμα»; Γιατί έτσι λειτουργεί. Το πρόβλημα έγκειται στο να ζητούνε τα παιδιά να κάνουν προσευχή διότι κρίνουν και αυτά και οι γονείς τους ότι έχει νόημα για τη ζωή τους και εδώ η ευθύνη της Εκκλησίας είναι μεγάλη.

Το κοινό αγαθό θα μπορούσε να είναι μία απάντηση που θα έδινε κάποιο νόημα. Δεν είμαι μόνο άτομο. Είμαι μέλος μιας κοινότητας, η οποία έχει στοιχεία του συν-ανήκειν. Αυτά είναι η γλώσσα, η ιστορία, η θρησκεία, η τέχνη. Η προσευχή είναι θρησκευτικό χαρακτηριστικό, ζωτικής υφής. Δεν προσεύχομαι για το καλό. Δηλώνω ότι ανήκω σε μία κοινότητα που προσεύχεται, διότι χωρίς και την προσευχή, δεν μπορεί να έχει δεσμούς ενότητας των μελών της.  Ταυτόχρονα, στην προοπτική της συνύπαρξης, χωρίς να καταπνίγω τις ατομικές μου πεποιθήσεις, τις αφήνω κατά μέρος μπροστά στην κοινή προοπτική. Γι’ αυτό και στην προσευχή καλό είναι να είναι όλοι παρόντες. Αυτοί που δεν πιστεύουν ή είναι ετερόδοξοι ή αλλόθρησκοι, να στέκονται με προσοχή και σεβασμό στην κοινότητα των πολλών. Το ίδιο θα πρέπει να εκπαιδευθούν να κάνουν και οι πολλοί αν είχαν ενώπιόν τους μια κοινότητα αλλοθρήσκων που θα προσευχόταν στο δικό της θεό. Ο σεβασμός στους άλλους ουδέποτε αλλοτριώνει τη διαφορετικότητά μας.

Είναι βεβαίως καθήκον της Εκκλησίας να εργαστεί ώστε η προσευχή να γίνει έκφρασης ζέουσας πίστης στον αληθινό Θεό. Αυτό έχει να κάνει με την οικογένεια και την κατήχηση. Η προσωπική αβελτηρία δε δικαιολογεί την παραίτηση από ό,τι μας ενώνει. Και γι’ αυτό χρειάζεται αγώνας, ώστε να πειστούν περισσότεροι για το νόημα τέτοιων κινήσεων, που δεν είναι συμβολικό μόνο συστατικό στοιχείο, αλλά και ουσιαστικό για την συλλογική μας ταυτότητα.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 21 Σεπτεμβρίου 2016

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΜΕΧΡΙ ΠΟΤΕ ΣΗΚΩΝΩ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΜΟΥ;

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Οκτωβρίου, 2016

Η απόφαση του γνωστού δημοσιογράφου να πεθάνει με τον τρόπο που ο ίδιος θα διάλεγε, προκειμένου να αποφύγει την «αναξιοπρέπεια» ενός τέλους επώδυνου εξαιτίας της ανίατης ασθένειάς του, συζητήθηκε αρκετά από πιστούς και μη. Επώνυμοι επαίνεσαν την απόφαση. Θεώρησαν ηρωική κίνηση τον αυτοτερματισμό της ζωής. Αρκετοί από τους φίλους του έσπευσαν να δηλώσουν ότι θα αναλάβουν αγώνα ώστε να κατοχυρωθεί το δικαίωμα της «ευθανασίας» για όσους το τέλος της ζωής τους δηλαδή είναι προδιαγεγραμμένο και αλλοτριωτικό.

Τέτοιες αποφάσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ούτε με αφορισμούς ούτε με έπαινο. Έχουν να κάνουν με την ελευθερία του ανθρώπου, με το δικαίωμά του να διαχειρίζεται τον εαυτό του όπως κρίνει. Έχουν να κάνουν με τον κόσμο και τον πολιτισμό μας, ο οποίος θεωρεί ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα διαφυλάττονται με όριο τη βλάβη των άλλων. Και η προσωπική απόφαση για «μη υποβοηθούμενη ευθανασία», όπως χαρακτηρίστηκε η αυτοκτονία του δημοσιογράφου, φαινομενικά δε βλάπτει τους άλλους.

Η Εκκλησία, εκτός από τον σεβασμό στον άνθρωπο, δεν μπορεί παρά να θέσει τον προβληματισμό. Ο θάνατος είναι ο έσχατος σταυρός του ανθρώπου. Είναι αναπόφευκτος για όλους. Δεν έχει σημασία αν υπολογίζουμε ότι πλησιάζει η ώρα της εξόδου μας από αυτή τη ζωή ή ζούμε αμέριμνοι, ανεξαρτήτως ηλικίας. Πώς όμως αντιμετωπίζουμε τον πόνο και τον θάνατο όταν πιστεύουμε; Μέχρι πότε μπορούμε να σηκώνουμε τον σταυρό του πόνου; Έχει κάποιο νόημα να υποφέρουμε, όταν το τέλος μας είναι βέβαιο ότι είναι αναπότρεπτο;

Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Περνά όμως από τον δρόμο της πίστης και από την σχέση με τον Χριστό. Αν πιστεύουμε, αποδεχόμαστε ότι Αυτός που έχει περάσει τον πόνο του ανθρώπου, αφού ανέλαβε την φύση μας, φθάνοντας μέχρι και τον θάνατο, είναι ο Χριστός. Μπορεί να μας κατανοήσει. Να μας δώσει δύναμη. Να μας βοηθήσει να άρουμε τον σταυρό μας με γενναιότητα και αξιοπρέπεια. Να μην γογγύξουμε από τον πόνο. Να φτάσουμε με όπλο την πίστη μέχρι το τέλος. Ακόμη κι αν το σώμα μας δυσκολεύεται, αλλοιώνεται η όψη του, οι δυνάμεις μας μάς εγκαταλείπουν, η πίστη αναπληρώνει την συντριβή του οστράκινου σκεύους μας. Μέχρι το τέλος σηκώνουμε τον σταυρό μας, διότι Αυτός που πέθανε για μας έδωσε στον καθέναν μας το φως της αιωνιότητας. Για λόγους που δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε στο απόλυτο βάθος τους, διότι έχουν να κάνουν με το μέλλον της αιωνιότητας, την πρόνοια του Θεού και το θέλημά Του, υποφέρουμε. Ωστόσο, το «Κύριε ελέησον» είναι η πιο αξιοπρεπής κραυγή αγάπης που έχει ακουστεί.

Η πλειοψηφία των νέων σήμερα διαμορφώνει τη γνώμη της όχι με κριτήριο την πίστη, αλλά τη λογική των ΜΜΕ, από τα οποία δε απαιτεί κάποιος να αποδέχονται το θέλημα του Θεού. Η «ευθανασία» το υποκαθιστά. Είναι η έσχατη έκφραση αξιοπρεπούς απόγνωσης. Προσευχόμαστε για την ανάπαυση του ανθρώπου που διάλεξε αυτό τον δρόμο, αλλά δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με την απόφασή του. Οι νέοι ας σκεφτούν την γενναιότητα της άρσης του σταυρού μέχρι τέλους, τα θαύματα που κάνει ο Θεός δια των αγίων Του, αλλά και την δωρεά της αιωνιότητας σε όσους υπομένουν. Η εμπιστοσύνη στο θέλημά Του τελικά γαληνεύει.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 14 Σεπτεμβρίου 2016

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΤΙΤΛΟΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Οκτωβρίου, 2016

     Οι άνθρωποι, εκτός από το όνομά μας, έχουμε συνήθως και κάποιον τίτλο. Άλλοι το επάγγελμα ή το λειτούργημά μας. Άλλοι κάποιο από τα ξεχωριστά επιτεύγματά μας. Άλλοι κάποιο παρωνύμιο. Άλλοι ένα στοιχείο του χαρακτήρα μας. Ο τίτλος επισημαίνει τη διαφορετικότητά μας. Ο τίτλος δείχνει στους άλλους με ποιον τρόπο μπορούν να μας απευθύνονται. Ο τίτλος δείχνει το τι είναι σημαντικό για μας και πώς θέλουμε να μας θυμούνται οι άλλοι. Άλλοτε ο τίτλος έχει τοποθετηθεί ειρωνικά για μας από κάποιους άλλους, προκειμένου να μας μειώσουν, να μας λοιδορήσουν, να γίνουμε εξαιτίας του αφορμή χλεύης ή και γιατί όντως μας αξίζει μια τέτοια προσέγγιση εξαιτίας της συμπεριφοράς και του χαρακτήρα μας.

          Τίτλους αποδώσαμε οι άνθρωποι ακόμη και στον Θεό. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στους τίτλους που δίδονται από όσους Τον αναζητούν και Τον αγαπούν, τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη. «Θεός ισχυρός, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης, πατήρ του μέλλοντος αιώνος» (Ησαΐας, 9,4 ). «Ο Θεός αγάπη εστί» (Α’  Ιωάν. 4,8) είναι δύο εκφράσεις που περιλαμβάνουν τίτλους αποδοχής. Στο πρόσωπο του Χριστού όμως βλέπουμε και άλλους τίτλους, τους οποίους απέδωσαν σ’  Εκείνον οι άνθρωποι της εποχής Του. «Προφήτης», «Διδάσκαλος αγαθός», «Μεσσίας», από την μία και από την άλλη «παραδομένος στον άρχοντα των δαιμονίων», «πλάνος», «ανήρ αμαρτωλός». Όσοι Τον αγάπησαν έβλεπαν σ’  Αυτόν ένα σημείο του ουρανού μοναδικό, τόσο στον λόγο όσο και στα έργα. Όσοι ελέγχθηκαν από τον λόγο και τα έργα Του, Τον απέρριψαν μετά βδελυγμίας, Τον συκοφάντησαν, Τον ταύτισαν με το κακό και την αμαρτία, διότι δεν ήταν τυπολάτρης. Ο κορυφαίος όμως τίτλος που Του αποδόθηκε ήταν αυτός που έγραψε ο Πόντιος Πιλάτος και τον κάρφωσε πάνω στον Σταυρό. «Ιησούς ο Ναζωραίος ο βασιλεύς των Ιουδαίων» (Ιωάν.  19, 19).

             «Ιησούς». Το όνομά Του. Σημαίνει «ο Θεός σώζει τον λαό Του». Ο Πιλάτος είχε την αίσθηση ότι κατέγραφε ένα τυπικό ιουδαϊκό όνομα. Δεν μπορούσε να διανοηθεί το διττό περιεχόμενο του ονόματος. Ότι όντως στο πρόσωπο του Κυρίου ο Θεός θα έσωζε τον λαό Του, μόνο που αυτός ο λαός δε θα ήταν μόνο ο ιουδαϊκός, αλλά σύμπαν το ανθρώπινο γένος. Και από την άλλη ότι ήταν ο ίδιος ο Κύριός μας ο Υιός του Θεού, ο Οποίος έδινε τη σωτηρία. Ένα όνομα που απεικόνιζε ταυτόχρονα και τις δύο διαστάσεις. Ότι ο φέρων αυτό είναι ο παντοκράτωρ λυτρωτής και ότι δι’ Αυτού ο Θεός σώζει τον λαό Του εν Αγίω Πνεύματι, διότι στο θεανδρικό πρόσωπο του Κυρίου μπορεί ο κόσμος να γνωρίσει τον Πατέρα και να κατανοήσει την χάρη του Πνεύματος. Ο Πιλάτος καταγράφει ένα συνηθισμένο όνομα. Για εκείνο ήταν ένας ακόμη καταδικασμένος σε θάνατο άνθρωπος, που θα ξεχνιόταν αμέσως από την αρχοντική, διεφθαρμένη συνείδηση και μνήμη του. Για την Ιστορία όμως και τον κόσμο το όνομα αυτό ήταν το «υπέρ παν όνομα», το οποίο θα εκφράζει το Πρόσωπο που μας λυτρώνει και μας αγιάζει από την αμαρτία και τον θάνατο.

             «Ο Ναζωραίος». Μία έκφραση καταγωγής. Μία ταπεινή πόλη, αδιάφορη για τον Πιλάτο, αλλά και για όλους τους ισχυρούς της γης. Η λάμψη της ανύπαρκτη σε σχέση με την Ιερουσαλήμ, τη Ρώμη, την Αθήνα, την Αλεξάνδρεια, τις μεγάλες πρωτεύουσες του τότε κόσμου. Ένα πρόσωπο με άσημη καταγωγή. Όχι ευγενής και αριστοκράτης. Όχι σπουδαστής του παγκόσμιου πολιτισμού. Προερχόμενος από μία γενιά ξεχωριστή για την ιουδαϊκή ιστορία, αλλά ένας ανάμεσα στους πολλούς. Και αναδεικνύεται το ότι δεν είναι η φήμη της καταγωγής που δίνει αξία στο Πρόσωπο, αλλά το Πρόσωπο προσθέτει στην καταγωγή μία λάμψη που κάποτε είναι μοναδική και ανεπανάληπτη στον τόπο καταγωγής. Αυτό συμβαίνει και με την Ναζαρέτ. Από τον Ευαγγελισμό μέχρι την παραμονή του Κυρίου σ’  αυτήν από την επιστροφή Του από την Αίγυπτο και μέχρι να ξεκινήσει το απολυτρωτικό του έργο, ο τόπος αγιάζεται. Όχι όμως οι άνθρωποι που δεν θέλουν. Και γι’  αυτό δε γίνεται δεκτός στην πατρίδα Του. Ο Πιλάτος λοιπόν δείχνει την υποτίμηση με καταγράφοντας την καταγωγή του Κυρίου. Θυμίζει ανεπαίσθητα και την στάση των συμπατριωτών του Κυρίου έναντί του. Δείχνει όμως ότι η χάρις, το ξεχωριστό, το μοναδικό μπορεί να ξεπηδήσει από τον οποιονδήποτε τόπο, διότι είναι θέμα του Προσώπου.

              «Ο βασιλεύς των Ιουδαίων».  Μ’  αυτή τη φράση ο Πιλάτος ολοκληρώνει την λοιδορία στο Πρόσωπο του Κυρίου. Είναι η αιτία της καταδίκης Του στον σταυρικό θάνατο. Ότι εποίησε τον εαυτό Του βασιλιά των Ιουδαίων. Ότι αρνήθηκε την αυθεντία της κοσμικής εξουσίας. Ότι οι συμπατριώτες Του δε θέλησαν να Τον ακολουθήσουν στην οδό της ρήξης με το κράτος. Στην οδό της ρήξης με τις θρησκευτικές τους παραδόσεις. Στην οδό της αγάπης προς όλους. Στην οδό της υπερνίκησης της αμαρτίας. Στην οδό της ανάστασης. Και ο Πιλάτος, ένας ξένος προς τις ιουδαϊκές συνήθειες και παραδόσεις επικυρώνει την καταδίκη του σταυρού και διαγράφει με την πομπώδη φράση  «ο βασιλεύς των Ιουδαίων» τον τολμητία από προσώπου γης. Χωρίς να το καταλαβαίνει ουσιαστικά καταδικάζει τη νοοτροπία των Ιουδαίων ότι ο βασιλιάς τους θα ήταν κοσμικός άρχοντας. Ότι θα ήταν μόνο γι’  αυτούς. Για να αποκαταστήσει την προτέρα δόξα τους και αν τους κάνει κυρίαρχους του κόσμου. Διαλύει τις αυταπάτες τους. Μαζί με την ειρωνική φράση της σταυρικής καταδίκης ο Πιλάτος επάνω στον Σταυρό καταδικάζει όλες τις θρησκευτικές πεποιθήσεις οι οποίες ζητούν έναν Θεό στα ανθρώπινα μέτρα, για να μπορούν οι άνθρωποι να τον χρησιμοποιούν όπως θέλουν. Ταυτόχρονα, χωρίς να το καταλαβαίνει, ο Πιλάτος πάνω στο Σταυρό καταδικάζει το ίδιο το κοσμικό σύστημα το οποίο υπηρετεί, το στηριζόμενο στην εξουσία πάσης μορφής, στην απόλυτη ήττα και συντριβή. Διότι πάνω από την εξουσία θα αναδεχθεί η Αγάπη.

               Η Εκκλησία μας, εορτάζοντας την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού και υπενθυμίζοντάς μας τον τίτλο που αποδίδει ο Πιλάτος στον Εσταυρωμένο Κύριό μας, μας δείχνει και ποιος είναι ο τίτλος που ταιριάζει στον ίδιο τον Τίμιο Σταυρό. Είναι το ξύλο της σωτηρίας του κόσμου από τον Θεό, δια του Κυρίου μας. Όποιος από εμάς κάνει το σημείο του Σταυρού επάνω του αναγνωρίζει τον Κύριό μας ως τον σωτήρα του, αλλά και την ίδια στιγμή βλέπει πώς έρχεται η σωτηρία. Δια της αγάπης και όχι δια της εξουσίας. Όχι με την οίηση της καταγωγής, των χαρισμάτων, των θέσεων και των αξιωμάτων, της αποδοχής από τους ανθρώπους, αλλά με την μοναδικότητα του προσώπου μας που ζητά κοινωνία με τον Θεό. Κι αυτή η κοινωνία είναι σταυρός. Είναι αποδοχή του θελήματος του Θεού εν ταπεινώσει που αλλάζει την ύπαρξή μας. Δεν είναι το προσωπικό μας όνομα μόνο που μας περιγράφει, αλλά και το προσωνύμιό μας:  «χριστιανός», ως «ο φέρων τον σταυρό του και ως αυτός που βοηθά και τους άλλους ανθρώπους να φέρουν τον δικό τους σταυρό». Στην πράξη ο Σταυρός γίνεται τελικά ο δικός μας τίτλος. Ο πολυτιμότερος που μας δόθηκε.  Ο τίτλος της σωτηρίας και της αιωνιότητας. Ο τίτλος της αγάπης. Ο τίτλος της πίστης στον Θεό που νοηματοδοτεί αληθινά την πορεία μας. Μέσα από την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού μπορούμε να ανυψωθούμε κι εμείς προς τον ουρανό. Την αληθινή μας πατρίδα.

Κέρκυρα, 14 Σεπτεμβρίου 2016

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Οκτωβρίου, 2016

Τι ζητούνε οι μαθητές από το σχολείο σήμερα; Πρώτα παρέα. Στη συνέχεια γνώση, με κατανόηση των αδυναμιών τους και όχι με πολύν κόπο. Καλή σχέση με τους εκπαιδευτικούς τους. Δυνατότητα ενασχολήσεων στο σχολείο αλλά εκτός των διδακτικών ωρών, ώστε να μπορούν να γεμίζουν τον ελεύθερο χρόνο τους. Και να περνούνε καλά, το μότο της εποχής μας.

Τι βρίσκουνε οι μαθητές στο σχολείο σήμερα; Ένα εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο δεν δείχνει να έχει στόχευση καλλιέργειας χαρακτήρα και ευρύτερης παιδείας, αλλά φορτώματος με γνώσεις, βαθμολόγηση ως μέθοδο επιβολής και εκπαιδευτικούς που δεν έχουν την ευκαιρία ουσιαστικής επιμόρφωσης και δεν κρίνονται από κανέναν για το έργο τους. Την ίδια στιγμή οι γονείς αντιμετωπίζουν το σχολείο ως parking παιδιών, ώστε εκείνοι να είναι στην εργασία τους και στις άλλες υποχρεώσεις τους.

Ποια συζήτηση για αλλαγές στο σχολείο γίνεται από πλευράς πολιτείας; Η ευαισθησία του κράτους εξαντλείται στο να δοθεί το δικαίωμα στους συλλόγους των εκπαιδευτικών να αποφασίζουν αν θα γίνεται η πρωινή προσευχή, στο να μετατραπεί το μάθημα των θρησκευτικών σε χώρο πολυπολιτισμικής προσέγγισης των θρησκειών, στην κατάργηση των μαθητικών παρελάσεων και στην ενίσχυση του αντιρατσιστικού αγώνα. Σχέδιο για την παιδεία δεν υπάρχει. Ίσως γιατί η ίδια η κοινωνία αφήνει τα πάντα στον αυτόματο πιλότο της παγκοσμιοποίησης και της ακολούθησης ενός δρόμου στον οποίο η ταυτότητά της έχει πάψει να είναι δεδομένη.

Υπάρχει απάντηση που να συνδυάζει τόσο τις ανάγκες όσο και τα δεδομένα της εποχής; Ίσως το να αντιμετωπισθεί από όλους το σχολείο ως φυσική συνέχεια  της οικογένειας. Αυτό υλοποιείται όταν τα παιδιά θα έρχονται έχοντας επίγνωση κανόνων και ορίων, αλλά και με τη αίσθηση ότι στο σχολείο θα ανοίξουν οι ορίζοντες τους. Όταν οι εκπαιδευτικοί θα αφήνουν κατά μέρος τα προσωπικά τους προβλήματα και θα αισθάνονται ότι όσα γνωρίζουν έχουν χρέος να τα μεταδώσουν και να εμπνεύσουν τους μαθητές τους να κάνουν το παραπέρα βήμα. Όταν οι γονείς θα δείξουν το στοιχειώδες ενδιαφέρον να μοιραστούν χρόνο με τα παιδιά τους για το τι γίνεται στο σχολείο, θα στηρίξουν τους εκπαιδευτικούς που προσφέρουν γνώση και καλλιεργούν δεξιότητες και θα αρνηθούν να δούνε το σχολείο ως τόπο επαναστατικής γυμναστικής των καταλήψεων.

Η Εκκλησία μπορεί να συμβάλει καλλιεργώντας την αίσθηση του χρέους και της ευθύνης. Οι εκπαιδευτικοί να μην είναι κρατικοί υπάλληλοι, αλλά εμπνευστές. Οι γονείς να μη ζητούν λιγότερα, αλλά να ενθαρρύνουν τη δημιουργικότητα και τον κόπο. Και οι μαθητές να χαίρονται που μπορούν να προοδεύουν, μαθαίνοντας ποιοι είναι και αναζητώντας ποιοι μπορούν να γίνουν. Χρέος και ευθύνη είναι στοιχεία της ελληνορθόδοξης ταυτότητας και παράδοσης, τα οποία διασώζονται  στην πίστη. Και την ίδια στιγμή η Εκκλησία μπορεί να μιλήσει τη γλώσσα της αλήθειας σχετικά με το ποια παιδεία χρειαζόμαστε. Αυτό όμως προϋποθέτει έξοδο από την ασφάλεια της σιωπής και απόφαση να κατατεθεί στην κοινωνία πρόταση που θα ενσωματώνει κατευθύνσεις σε συνδυασμό με τη ρεαλιστική επίγνωση ποιοι θα τις υλοποιήσουν.  Δεν αρκούν μηνύματα και η απαίτηση να εισέρχονται οι κληρικοί στα σχολεία. Το θέμα δεν είναι αν θα σε δούνε. Είναι το τι εκφράζεις και τι έχεις να πεις αληθινά!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 7 Σεπτεμβρίου 2016

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΥΚ ΕΧΡΗΣΑΜΕΘΑ ΤΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΑΥΤΗ

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Οκτωβρίου, 2016

 Ο πολιτισμός μας σήμερα είναι των δικαιωμάτων. Κι ας καταπατούνται εμφανώς τόσο σε κοινωνικό επίπεδο, όσο και σε προσωπικό (ιδίως με τη βοήθεια της τεχνολογίας, που δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να αισθάνεται ελεύθερος πουθενά, καθώς του δίνει τα εργαλεία με αντάλλαγμα την παρακολούθησή του από το ηλεκτρονικό σύστημα). Ο άνθρωπος θεωρεί ότι δικαιούται εκτός από τις ατομικές ελευθερίες και τη δυνατότητα επιλογής στη ζωή του για τις κύριες κατευθύνσεις της (εργασία, διαπροσωπικές σχέσεις), να κάνει πράξη το θέλημά του. Να πορεύεται κατά τις επιθυμίες του. Σταθμίζει μάλιστα το τι του επιτρέπεται σε συνδυασμό με τι τον ευχαριστεί και θέτει ως κέντρο της ζωή του το εγώ του, τον εαυτό του. Η αναφορικότητά του δεν είναι οι άλλοι, αλλά ζητά από τους άλλους να αναφέρονται σ’  αυτόν, να σκέπτονται όπως θέλει ο ίδιος, να πράττουν όπως θέλει ο ίδιος, να αποδέχονται και αν απορρίπτουν αυτούς που αποδέχεται και απορρίπτει. Γι’  αυτό και ολόκληρο το σύστημα του πολιτισμού μας ενισχύει το ανθρώπινο θέλημα. Το καθιστά πρωταγωνιστή. Το καλλιεργεί με τη διαφήμιση και τα προϊόντα και τις τεχνητές ανάγκες. Και το συνδέει με την εξουσία του ανθρώπου στον εαυτό του και στους άλλους. Διότι δικαιούμαι σημαίνει ότι έχω την εξουσία δια του θελήματός μου να οικειοποιηθώ  αυτό που ζητώ.

           Το δικαίωμα, η εξουσία και το θέλημα υπάρχουν και στην πνευματική ζωή. Οι χριστιανοί δικαιούμαστε τη σωτηρία. Δικαιούμαστε να είμαστε παιδιά του Θεού. Δικαιούμαστε την αγάπη και τη στοργή της Εκκλησίας. Δικαιούμαστε κάποτε να απολαμβάνουμε και υλικά αγαθά και αναγνώριση από τους άλλους για την πνευματική μας προσπάθεια, για τους κόπους μας γι’  αυτούς, για τα χαρίσματα που τα αξιοποιούμε προς όφελός τους. Και κάποτε, ιδίως οι πνευματικοί ταγοί, οι επίσκοποι, οι κληρικοί, οι μοναχοί, έχουν από την Εκκλησία το εξουσιαστικό προνόμιο, αυτό που δικαιούνται, να απολαμβάνουν. Μπορεί στην εποχή μας αυτή η εξουσία να αντιμετωπίζεται απο τους εκτός Εκκλησίας με όρους ειρωνείας και από κάποιους, εντός Εκκλησίας, με σκεπτικισμό. Όμως έχει δοθεί, από τα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης ακόμα,  στους εργάτες του Ευαγγελίου  το προνόμιο της άσκησής της. Και ο άνθρωπος της εξουσίας και του δικαιώματος καλλιεργεί με αυτό τον τρόπο το θέλημα του. Ακόμη κι αν μία από τις εντολές της πίστης είναι η εκκοπή του θελήματος, σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα των ταγών, υπάρχει ελευθερία.  Κι αυτό διότι είναι ένας συμβολικός και συνάμα ουσιαστικός τρόπος πραγμάτωσης μιας ιεράρχησης ρόλων και διακονιών στη ζωή της Εκκλησίας, που δίδονται όμως ή θα έπρεπε να δίδονται κατά τα χαρίσματα των ανθρώπων.

        Υπάρχει όμως και μία διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα αυτό. Είναι ο τρόπος του αποστόλου Παύλου. Απευθυνόμενος στους Κορινθίους περιγράφει τα δικαιώματά του στη ζωή της Εκκλησίας, τι του δίδεται από την παράδοση, αυτονόητα στοιχεία τα οποία κανονικά ουδείς έπρεπε να τα αμφισβητεί, από τη στιγμή που ήταν Απόστολος και ιδρυτής της εκκλησίας της Κορίνθου. Τέτοια δικαιώματα ήταν η καθημερινή διατροφή, το να έχει σύζυγο, το να μην εργάζεται χειρωνακτικά, αλλά να λαμβάνει τα προς το ζην από τη χριστιανική κοινότητα, το να μην ξοδεύει τα όσα προσποριζόταν από την εργασία του (του σκηνοποιού) για το ιεραποστολικό έργο. Τα σαρκικά έργα, τα έργα της καθημερινότητας, όφειλε η κοινότητα των Κορινθίων να του τα εξασφαλίσει. «Ουκ εχρησάμεθα τη εξουσία ταύτη, αλλά πάντα στέγομεν, ίνα μη εγκοπήν τινά δώμεν τω ευαγγελίω του Χριστού», αναφωνεί ο Παύλος (Α’  Κορ. 9, 12). «Εμείς όμως δεν κάναμε χρήση του δικαιώματος αυτού, αλλά υπομένουμε κάθε στέρηση, για να μη δημιουργήσουμε κανένα εμπόδιο στη διάδοση του Ευαγγελίου του Χριστού».  Κι έτσι ο Παύλος με μία άρνηση – «ουκ εχρησάμεθα»- περιγράφει την παραίτησή του από το δικαίωμα και την εξουσία και την μετατροπή του θελήματός του σε αγάπη για τον Χριστό και το Ευαγγέλιο, αλλά και σε απόφαση να μην είναι ο ίδιος και τα δικαιώματά του προσκόμματα στην πορεία των ανθρώπων για σωτηρία.

          Ο Παύλος είναι γνώστης της μεμψιμοιρίας των Κορινθίων χριστιανών.  Δεν τη συμμερίζεται. Απαντά με επιχειρήματα σ’  αυτήν. Την αντιμετωπίζει όμως και με τον τρόπο του αναπάντεχου. Παραιτείται από αυτό που δικαιούται. Δεν το κάνει για να τους δείξει ότι είναι άγιος. Για να τον επιδοκιμάσουν. Τους δείχνει όμως ότι δεν έχουν πλέον καμία δικαιολογία για να μην αποδεχτούν τον τρόπο του Ευαγγελίου, αλλά και εισέρχεται στην καρδιά τους. Τους απογυμνώνει από την φλυαρία της κατάκρισης. Τους υποδεικνύει ότι ασχολούνται με μάταια θέματα. Παραβλέπουν την παράδοση και την αλήθεια που η πίστη διασώζει. Δε σέβονται την ιεράρχηση των προσώπων, αλλά και τη διακονία τους στην Εκκλησία. Και αφήνουν τους λογισμούς τους να  ταλαιπωρούνε την ύπαρξή τους με θέματα ανούσια, όπως το ποιος δικαιούται και τι , ποιος πρέπει να εξουσιάζει και γιατί. Ο χριστιανός δεν εκλήθη εντός της Εκκλησίας να ασχολείται με τα δικαιώματα. Εκλήθη να πίνει το ποτήριο του Χριστού, δηλαδή να σηκώνει σταυρούς και να βοηθά τους άλλους να σηκώσουν τους δικούς τους. Εκλήθη να αγαπά. Εκλήθη ακόμη να υπερβαίνει τον εαυτό του. Να παραιτείται και από τα δικαιώματά του αν χρειαστεί. Επειδή αγαπά. Επειδή θέλει να μοιάσει στον Χριστό.

            Ο τρόπος του Παύλου είναι ο τρόπος της αληθινής αγάπης. Είναι αυτός που δεν νικιέται από το πνεύμα της εξουσίας και την ίδια στιγμή αφήνει στην άκρη το θέλημα. Μπορώ και δικαιούμαι να μη σου μιλήσω, να μη σε συγχωρήσω, να σε απορρίψω. Μπορώ και δικαιούμαι να σε χρησιμοποιήσω. Μπορώ και δικαιούμαι να  πάρω από σένα ό,τι μου χρειάζεται για τα «σαρκικά», τα καθημερινά μου έργα. Γνωρίζω και θα σε βοηθήσω να βρεις τον πνευματικό σου βηματισμό. Όμως ξέρω ότι το θέλημά σου και ο λογισμός σου με αμφισβητούν. Και γίνεται το δικαίωμά μου πρόσκομμα στη σωτηρία σου. Αντί να κοιτάζεις την πνευματική σου πρόοδο, να βλέπεις τον εαυτό σου, ασχολείσαι με μένα και για το αν δικαιούμαι αυτό που μου προσφέρεις υποχρεωτικά. Έτσι, επειδή σε αγαπώ,  παραιτούμαι από αυτό που μου προσφέρεις. Παραιτούμαι από την εξουσία μου.  Και σε αφήνω να ξαναδείς την πορεία σου χωρίς προσκόμματα από εμένα.

            Ο Παύλος, μη κάνοντας χρήση της εξουσίας του, αφήνει τους Κορινθίους και κάθε χριστιανό ενώπιον του θελήματός τους. Ενώπιον της έλλειψης αγάπης. Ενώπιον της ευθύνης τους να δούνε την δική τους σχέση με τον Χριστό και όχι να δικαιολογούνε τους εαυτούς τους κατακρίνοντας τους πνευματικούς τους πατέρες. Ξέρει ότι οι Κορίνθιοι δεν έχουν δίκιο. Τους νουθετεί  και τους αφήνει ελεύθερους να αποφασίσουν τελικά τι έχει σημασία για τη ζωή τους. Η ισότητα των δικαιωμάτων στα σαρκικά ή η αγάπη που κάνει τον άνθρωπο να αναπνέει πνευματικά και αιώνια. Και γίνεται ο τρόπος του Παύλου ένα μήνυμα για την εποχή και τον κόσμο μας. Δεν αρνούμαστε τα δικαιώματα. Την εξουσία. Το θέλημα. Προκρίνουμε όμως την αγάπη. Τον προσωπικό κόπο. Την απόφαση να μη γίνεται ό,τι δικαιούμαστε εμπόδιο για τους άλλους. Κι ας κουραστούμε παραπάνω.  Η χάρις του Θεού υπάρχει και κάνει γλυκιά την κούραση. Γλυκιά την μακροθυμία. Γλυκιά την αληθινή ελευθερία από κάθε εξάρτηση, κάθε ανάγκη, πραγματική και τεχνητή. Ακόμη και από ό,τι αισθανόμαστε ότι μας ανήκει. Κι εδώ βρίσκεται ο ύστερος και ωραιότερος δρόμος και τρόπος της Εκκλησίας, που οδηγεί σε έναν αλλιώτικο κόσμο.

Κέρκυρα, 4 Σεπτεμβρίου 2016

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΑΜΕ ΕΛΛΑΔΑ, ΓΙΑΤΙ ΕΧΟΥΜΕ ΨΥΧΗ!

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Οκτωβρίου, 2016

 

      «Πάμε Ελλάδα, γιατί έχουμε ψυχή»! Τέσσερις λέξεις που γρήγορα θα ξεχαστούν  βγήκαν από το στόμα του χρυσού ολυμπιονίκη Λευτέρη Πετρούνια. Όχι γιατί ειπώθηκαν μάταια, αλλά, επειδή ο αθλητισμός αποτελεί ίσως τον μόνο λόγο εθνικής υπερηφάνειας στις μέρες μας, η χαρά κρατά λίγο. Ο λογισμός μας πηγαίνει αμέσως στην καθημερινότητα, στα προβλήματά μας, στον τρόπο και στους ανθρώπους της ζωής μας. Η αίσθηση του «ανήκειν» έχει υποβαθμιστεί, έχει συντριπτικά δυσφημιστεί. Ιδίως το ανήκειν στην πατρίδα. Οι πυλώνες του νοήματός της, ιστορία, γλώσσα, θρησκευτική πίστη και παράδοση έπαψαν να είναι τα στηρίγματα της ψυχής μας. Μόνο ο τόπος καταγωγής απομένει και ένα σχολείο στο οποίο η όποια συνειδητή μετοχή στις αξίες του πατριωτισμού θεωρείται από τους περισσότερους ή γραφικότητα ή ροπή προς τον εθνικισμό.

      Παρόλα αυτά υπάρχουν νέοι που εξακολουθούν να αισθάνονται ότι στα χαρίσματά τους αντανακλάται η αγάπη για την πατρίδα. Ο κόπος τους, παρότι προσωπικός, δεν εκφράζει μόνο τον εαυτό τους, αλλά και όλους τους συμπατριώτες τους. Τους οικείους, φίλους, γείτονες, προπονητές, αλλά και τον κάθε Έλληνα, άσημο και διάσημο, που χαίρονται με την προσπάθεια και την επιτυχία. Ο κόπος τους εκφράζει μια ιστορική διαδρομή χιλιετηρίδων, στην οποία νίκες και ήττες είχαν και έχουν σύνδεση με τον τόπο, τους ανθρώπους, τα ιδανικά, τις αιώνιες αξίες, όπως η ελευθερία, η αγάπη για το ωραίο, η πίστη σε έναν Θεό που μας κάνει ξεχωριστούς, όχι εξουσιαστές του κόσμου, αλλά έτοιμους να μοιραστούμε ό,τι μας έχει χαριστεί και ό,τι έχουμε κατακτήσει με τον αγώνα μας. Ο κόπος τους είναι έξοδος από την μιζέρια της αποτυχίας, της κατηγορίας εις βάρος των άλλων, της αίσθησης ότι όλοι μας επιβουλεύονται. Είναι απόδειξη ότι μπορούμε, αν πιστέψουμε σε μας, αν παλέψουμε, αν αξιοποιήσουμε την ψυχή μας!

            Έχουμε ψυχή. Το φωνάζει ο ολυμπιονίκης. Ψυχή δεν είναι μόνο οι εγκεφαλικές λειτουργίες, ο προγραμματισμός των συναισθημάτων, οι ιδέες. Είναι πρωτίστως η καρδιά, η λεβεντιά, το φιλότιμο, το θάρρος που κρύβεται. Η αίσθηση πως όταν βάζουμε τον εαυτό μας σε ό,τι κάνουμε, τότε αξίζει η ζωή. Δεν έχει σημασία η νίκη, μολονότι είναι απόδειξη ότι και προσπαθήσαμε και μπορούμε. Κυρίως φαίνεται ότι δεν είμαστε τροφή για το χώμα, ούτε διασκεδαστές του παρόντος, αλλά υπάρξεις που παλεύουμε για τη χαρά που θα κρατήσει για πάντα. Κι αυτή δίδεται σε όποιον βάζει ουρανό στον αγώνα του. Σ’  όποιον αισθάνεται ότι ανήκει μαζί με τους άλλους σε κάτι που ξεπερνά το σήμερα, το χρήμα, τη δόξα, την ηδονή της στιγμής.

Η πατρίδα, όπως και η πίστη στον Χριστό και στην Εκκλησία, αποτελούν τρόπους και σχήματα του ανήκειν πέρα από τον χρόνο. Εντός τους μπορούμε να αγαπούμε. Και η αγάπη δεν πεθαίνει. Αγαπάμε με το είναι μας. Με τα χαρίσματά μας. Με την αίσθηση ότι έχουμε μία αποστολή που δεν εγκλωβίζεται στο εγώ μας.  Κι εδώ βρίσκεται ο Θεός.

Έχουμε ψυχή. Νεώτεροι και μεγαλύτεροι ας σπουδάσουμε αυτή την πραγματικότητα. Η αλλαγή νοοτροπίας ξεκινά από τον καθέναν μας. Ας μην περιμένουμε από την κοινωνία, το κράτος, τα ΜΜΕ να  μπούνε μπροστά. Η Εκκλησία έχει την ευθύνη της. Ας ενωθεί με όσους αντιστέκονται, για να μεγαλώσει η ελπίδα!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 31 Αυγούστου 2016

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το σχολικό βιβλίο θρησκευτικών Γ΄ γυμνασίου εκδόσεως 2006 καί το αντίστοιχο πρόγραμμα σπουδών. Κριτική βάσει της έμπρακτης διδασκαλίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Αυγούστου, 2016

Eὐάγγελος Στ. Πονηρός Δρ Θ., Μ.Φ.

Σχολικός σύμβουλος θεολόγων Πειραιῶς, Δ΄ Ἀθηνῶν, Κυκλάδων

Τό σχολικό βιβλίο θρησκευτικῶν Γ΄ γυμνασίου ἐκδόσεως 2006 καί τό ἀντίστοιχο πρόγραμμα σπουδῶν.

Κριτική βάσει τῆς ἔμπρακτης διδασκαλίας

            Τό σχολικό βιβλίο τοῦ ὁποίου τό περιεχόμενο θά ἀναλύσουμε ἐδῶ[1], μαζί καί τά βιβλία Α΄ καί Β΄ γυμνασίου, μέ τά ὁποῖα εἶχαν τεθεῖ ταυτοχρόνως σέ ἰσχύ, εἶναι γεγονός ὅτι, εἶχαν ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς παραδόσεώς τους σέ ἐκπαιδευτικούς και μαθητές προξενήσει ἀλλεπάλληλα δυσμενή σχόλια. Παρ΄ ὅλα αὐτά ἐπίσης ἰσχύουν δύο γεγονότα: Πρῶτον, τό βιβλίο αὐτό ἐξακολουθεῖ νά διδάσκεται μέχρι καί τό τρέχον σχολικό ἔτος (2015-16). Δεύτερον, μέχρι σήμερα κανένας δέν ἔχει προβεῖ σέ ἀναλυτική δημοσίευση τῶν πολλῶν καί ποικίλων προβλημάτων, τά ὁποῖα τό χαρακτηρίζουν.

Τό βιβλίο αὐτό δέν ἔχει θεματική πληρότητα, οὔτε ἀπόλυτη θεολογική εὐστοχία, οὔτε ἱστορική ἀκρίβεια, οὔτε γλωσσική ἐπάρκεια, οὔτε εἰκονογραφική ἐπάρκεια. Χωλαίνει σέ ὅλους αὐτούς τούς τομεῖς. Ὅλα αὐτά τά διαπίστωσε ὁ γράφων διδάσκοντάς το ἐπί σειρά ἐτῶν σέ πολλά σχολικά τμήματα. Ἄς δοῦμε ὅμως ἀναλυτικά τά προβλήματικά σημεῖα τοῦ ὑπό ἐξέταση βιβλίου.

Α΄. Θεολογικά σφάλματα

Στόν τίτλο τοῦ μαθήματος 3 ἡ Πεντηκοστή χαρακτηρίζεται ὡς τό «τό ξεκίνημα τῆς Ἐκκλησίας». Ὁ τίτλος ὀφείλεται στό πρόγραμμα σπουδῶν[2]. Ὁ χαρακτηρισμός ὅμως «τό ξεκίνημα» δέν εἶναι σωστός. Ὁ παραδοσιακός χαρακτηρισμός γιά τήν Πεντηκοστή εἶναι «ἡ γενέθλιος ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας». Αὐτό πρέπει νά καθίσταται σαφές στά σχολικά βιβλία καί νά τό μαθαίνουν τά παιδιά.

Στό γ΄ μέρος τοῦ μαθήματος 11 «Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος» ἀναφέρεται ὡς πιθανή ἐξήγηση γιά τήν προσωνυμία «θεοφόρος», ὅτι μπορεῖ νά εἶδαν οἱ χριστιανοί μετά τό μαρτύριό του χαραγμένο στό στῆθος του τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ. Ἀφοῦ ὅμως  τά θηρία εἶχαν κατασπαράξει τόν μάρτυρα, τό στῆθος του δέν θά εἶχε μείνει ἀνέπαφο. Ἐπίσης εἶναι ἀπίθανο καί ἐτυμολογικά καί χρονολογικά νά ἦταν τό παιδί τό ὁποῖο κράτησε καί ἔδειξε ὁ Χριστός ὡς ὑπόδειγμα ἀθωότητος[3]. Τό πιό πιθανό, μέ βάση ὅσα ἀναφέρει τό κείμενο τοῦ μαρτυρίου του, εἶναι ὅτι συνήθιζε νά ἀποκαλεῖ ἔτσι τούς χριστιανούς, ἀκόμη καί τόν ἑαυτό του, ὅπως βλέπουμε στίς ἐπιστολές του. Σύμφωνα μέ τό μαρτύριο, ὅταν τόν ἐρώτησε ὁ αὐτοκράτωρ Τραϊανός «τίς ἐστι Θεοφόρος», ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Ὁ Χριστόν ἔχων ἐν στέρνοις»[4]. Σήμαινε δηλαδή ὁ χαρακτηρισμός αὐτός τόν πιστό στόν Χριστό.

Ὁ ὁρισμός τόν ὁποῖον δίνει τό ὑπό ἐξέταση βιβλίο γιά τίς αἱρέσεις στήν εἰσαγωγική παράγραφο τοῦ μαθήματος 14 «Αἰρέσεις: ἐσωτερική πληγή τῆς Ἐκκλησίας» δέν εἶναι σωστός. Ἀναφέρει ὅτι: «αἵρεση ὀνομάζεται ἡ ἐπιλογή ἑνός μέρους ἀπό τό σύνολο τῆς ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας καί ἡ ἐμμονή σέ αὐτό»[5]. Μέ αὐτόν τόν παράδοξο ὁρισμό δίνεται ἡ ἐντύπωση, ὅτι οὐσιαστικά ἡ αἵρεση δέν ἀποκλίνει ἀπό τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῷ στήν πραγματικότητα κάθε αἵρεση συνιστᾶ ἀπόκλιση ἀπό αὐτήν καί στρέβλωση αὐτῆς. Ἐξ ἄλλου, καί αὐτό πρέπει νά προσεχθεῖ ἰδιαίτερα, κάθε στρεβλωτικό ἰσχυρισμό τους οἱ αἱρέσεις δέν τόν ἀντλοῦν μόνο μέσα ἀπό τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά ἐπινοοῦν καί καθαρά δικές τους θεωρίες, τίς ὁποῖες δέν τίς βλέπουμε κατά κανένα τρόπο στή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας.

Στό μάθημα 17 «Χριστιανική ἄσκηση – μοναχισμός» δέν ἀναφέρεται ρητά ὁ τρίπτυχος κανόνας τῆς μοναχικῆς ζωῆς: πενία (ἀκτημοσύνη), παρθενία (ἀγαμία), ὑπακοή, πράγμα τό ὁποῖο, πιστεύουμε ὅτι εἶναι σημαντικό θεολογικό σφάλμα. Σέ αὐτό μάλιστα τό μάθημα φαίνεται τό σχολικό βιβλίο κατώτερο ἀπό τό πρόγραμμα σπουδῶν, τό ὁποῖο ἀναφέρει καί τήν ἔννοια τοῦ ἠσυχασμοῦ, τήν ὁποία λησμόνησε τό σχολικό βιβλίο.

Πρέπει νά ἐπισημάνουμε, ὅτι δύο φορές τό σχολικό βιβλίο περιλαμβάνει τό ἴδιο σοβαρό ἀτόπημα στό μάθημα 19 «Εἰκονομαχία: μία τραγωδία πού συγκλόνισε τήν Ἐκκλησία». Στήν εἰσαγωγική παράγραφο: «Οἱ εἰκονολάτρες ἤ εἰκονόφιλοι, ἀντίθετα, ὑπερασπίζονταν τήν παρουσία τῶν εἰκόνων στούς ναούς μέ ὑπερβολικές πολλές φορές ἐκδηλώσεις λατρείας»[6] καί στό β μέρος τοῦ μαθήματος: «Ὁ Κωνσταντῖνος Ε΄ (741-775), ἀργότερα, σκλήρυνε τόν ἀγώνα κατά τῶν εἰκόνων.  Ἔκλεισε τά μοναστήρια καί κατεδίωξε τούς μοναχούς πού ὑποστήριζαν τή λατρεία τῶν εἰκόνων»[7]. Εἶναι ἀσύλληπτο, τό πῶς ὑπέπεσαν ὀρθόδοξοι θεολόγοι σέ τέτοιου εἴδους σφάλμα καί μάλιστα δύο φορές. Καί εἶναι ἐπίσης ἀσύλληπτο τό πῶς δέν ὑπέπεσε τό σφάλμα αὐτό στήν ἀντίληψη τῶν κριτῶν – ἀξιολογητῶν τοῦ βιβλίου. Ὡς γνωστόν, ὁ χαρακτηρισμός «εἰκονολάτρες» ἦταν ὕβρις, τήν ὁποίαν ἀπηύθυναν οἱ εἰκονομάχοι πρός τούς εἰκονοφίλους καί δέν ἐπιτρέπεται νά τή χρησιμοποιοῦμε. Οἱ δέ μοναχοί δέν ὑποστήριζαν λατρεία τῶν εἰκόνων, ἀλλά τιμή πρός αὐτές, ἀλλιῶς θά ἦταν εἰδωλολάτρες.

Ὁ τίτλος τοῦ μαθήματος 21 «Ἐκκλησιαστική τέχνη Β΄: Ὑμνολογία» εἶναι ἀπολύτως ἐσφαλμένος, ὀφείλεται δέ στό πρόγραμμα σπουδῶν. Ἀντί «ὑμνολογία» ἔπρεπε νά ἀναφέρει «ὑμνογραφία». Ἐνῷ στήν εἰσαγωγική παράγραφο, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ τόν τίτλο, ἀναφέρεται σωστά τί εἶναι ὑμνολογία καί τί ὑμνογραφία, στόν τίτλο ἀναφέρεται λάθος. Θά ἦταν δυνατόν, πιστεύουμε, νά μή ἀκολουθεῖται δουλικά τό πρόγραμμα ἀπό τούς συγγραφεῖς τοῦ βιβλίου, ἀλλά νά διορθώνεται ὅπου αὐτό σφάλλει.

Στό ἴδιο ἐπίσης μάθημα δέν εἶναι ἀκριβής ἡ ἑξῆς περιγραφή ἡ ὁποία ἐξηγεῖ γιατί τό ἐκκλησιαστικό ποιητικό εἶδος τοῦ «κανόνος» λέγεται ἔτσι: «ὀνομάζεται ἔτσι, ἐπειδή ὁ μελωδός χρησιμοποιοῦσε ὡς κανόνα – χάρακα κάποια συγκεκριμένα γεγονότα ἀπό τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη, ὅπως τό θαῦμα τῆς σωτηρίας τοῦ Ἰωνᾶ μέσα στήν κοιλιά τοῦ θαλασσίου κήτους, τόν ὕμνο τῆς Θεοτόκου πρός τό Θεό κ.ἄ.»[8]. Κατ΄ ἀρχήν οἱ μαθητές δέν κατανοοῦν ἐδῶ τί σημαίνει κανόνας – χάρακας καί πρέπει νά τούς ἐξηγήσουμε, ὅτι τούς χρησίμευαν ὡς πρότυπο, ὡς παράδειγμα, βάσει τοῦ ὁποίου θά δημιουργοῦσαν τό δικό τους ποιητικό ἔργο. Ἔπειτα πρέπει νά γνωρίζουμε, ὅτι δέν ἦταν ἁπλῶς γεγονότα, ἀλλά ὠδές τῆς Ἁγίας Γραφῆς, δηλαδή ἔρρυθμα ἀποσπάσματα, ὀκτώ τῆς Παλαιᾶς καί ἕνα τῆς Καινῆς.

Στό α μέρος τοῦ μαθήματος 26 «Τό σχίσμα τοῦ 1054: γεγονός μεγάλης ὀδύνης» ἐξιστορεῖται ἕνα ἀπό τά αἴτια τοῦ σχίσματος τελείως ἐσφαλμένα: «Οἱ κάτοικοι τῆς νότιας Ἰταλίας καί τῆς Σικελίας θαύμαζαν τίς παραδόσεις καί τή λαμπρότητα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καί Αὐτοκρατορίας. Ὁ Πάπας Λέων Θ΄ (1049-1054) προσπάθησε νά εἰσαγάγει τά λατινικά ἔθιμα στή λατρεία, στήν ἐκκλησιαστική καί στήν κοινωνική ζωή τῶν περιοχῶν αὐτῶν.»[9]

Ἡ ἱστορική ἀλήθεια εἶναι τελείως διαφορετική, δέν ἐθαύμαζαν ἁπλῶς οἱ κάτοικοι τίς παραδόσεις καί τή λαμπρότητα τῆς ἀνατολικῆς ἐκκλησίας καί αὐτοκρατορίας. Αὐτοί οἱ ἰσχυρισμοί καταντοῦν ἀστεῖοι. Οἱ περιοχές Ἀπουλίας, Καλαβρίας καί Σικελίας ὑπάγονταν ἐκκλησιαστικῶς στό πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί πολιτικά στήν αὐτοκρατορία τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί ἡ Ρώμη ἀποφάσισε νά τίς ἀποσπάσει. Σέ αὐτό τό ἐγχείρημα τή βοηθοῦσε τό γεγονός, ὅτι Νορμανδοί καί Σαρακηνοί ἐπιδρομεῖς ἀπέσπασαν διάφορα τμήματα αὐτῶν τῶν περιοχῶν ἀπό τήν πολιτική διοίκηση τοῦ Βυζαντίου.

Στό μάθημα 30 «Ἡ ἀνατολική Ἐκκλησία κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας». ὁ χαρακτηρισμός «ἀνατολική»[10] στόν τίτλο, δέν εἶναι ἐπιτυχής. Ἡ Ἐκκλησία μας δέν προσδιορίζεται ἀπό γεωγραφικούς ὅρους, ἀλλά ἀπό τήν πίστη της. Εἶναι λοιπόν ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί δέν χρειάζεται κανέναν ἄλλο προσδιορισμό. Βεβαίως ὁ ὡς ἄνω ἐσφαλμένος χαρακτηρισμός ὀφείλεται στό πρόγραμμα σπουδῶν. Τό γεγονός ὅμως αὐτό δέν ἀπαλλάσσει τούς συγγραφεῖς τοῦ σχολικοῦ βιβλίου ἀπό κάθε εὐθύνη, ἐφ΄ ὅσον συμβιβάσθηκαν καί δέχθηκαν κάτι ἐσφαλμένο.

Β΄. Ἱστορικά σφάλματα

Στό μάθημα 4 «Ἱεροσόλυμα: πρότυπο χριστιανικῶν κοινοτήτων». Τό γεγονός ὅτι οἱ ἑπτά διάκονοι ἔφεραν ὅλοι ὀνόματα ἑλληνικά, θεωρεῖται ἀπό τούς συγγραφεῖς τοῦ σχολικοῦ βιβλίου ὡς ἀπόδειξη τῆς ἐπιρροῆς τοῦ ἑλληνορωμαϊκοῦ πολιτισμοῦ[11]. Δέν γνωρίζουμε ποῦ φαίνεται ἐδῶ ὁ ρωμαϊκός πολιτισμός, ἀφοῦ κανένας ἀπό τούς διακόνους δέν ἔφερε ὄνομα λατινικό, ὁπωσδήποτε ὅμως φαίνεται ὁ ἑλληνικός πολιτισμός!

Στό γ μέρος τοῦ μαθήματος 5 «Ὁ πρῶτος διωγμός τῶν χριστιανῶν» ἀναφέρεται, ὅτι «μετά ἀπό μερικά χρόνια, τό 70 μ.Χ., οἱ Ρωμαῖοι κατέστρεψαν τελείως τήν πόλη καί κατέλυσαν τό κράτος τοῦ Ἰσραήλ.»[12] Δέν ἀναφέρει, ὅτι τό ὑποτιθέμενο «κράτος» τοῦ Ἰσραήλ δέν ἦταν ἀνεξάρτητο, ἀλλά ἀποτελεῖτο ἀπό μερικά ἀπολύτως ὑποτελή, δηλαδή ἀπολύτως ἐξαρτημένα ἀπό τούς Ρωμαίους κρατίδια καί πρίν ἀπό τήν καταστροφή προηγήθηκε ἐπανάσταση, διότι ἔτσι ὅπως τό λέγει, εἶναι σάν νά ξεκίνησαν οἱ Ρωμαῖοι ἀπρόκλητα τόν πόλεμο. Ἐπίσης δέν ἀναφέρει, ὅτι ἀκολούθησε καί μία ἀκόμη ἐπανάσταση, ἡ ὁποία διήρκεσε ἀπό τό 122 ἕως τό 135 μ.Χ. καί ἐπίσης ἀπέτυχε.

Ἀναφέρει τό σχολικό βιβλίο στό μάθημα 9 «Οἱ μεγάλοι διωγμοί τῶν χριστιανῶν» ὡς ἑξῆς τά λόγια τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου Σμύρνης, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται νά βλασφημήσει τόν Χριστό: «ὁ Πολύκαρπος τοῦ ἐξήγησε ὅτι εἶναι χριστιανός καί ὅτι δέ θά μποροῦσε νά βλασφημήσει τό Χριστό πού ὑπηρετεῖ ὀγδόντα χρόνια.»[13] Μᾶλλον κάποιος τά ἔγραψε αὐτά ἀπό μνήμης, ἀλλά ἡ μνήμη του τόν πρόδοσε. Ὁ ἅγιος Πολύκαρπος εἶπε τά ἑξῆς στόν Ἀνθύπατο: «ὀγδοήκοντα καί ἕξ ἔτη δουλεύω αὐτῷ καί οὐδέν μέ ἠδίκησεν· πῶς δύναμαι βλασφημῆσαι τόν βασιλέα μου, τόν σώσαντά με;» [14]. Δηλαδή «ὀγδονταέξι ἔτη εἶμαι δοῦλος τοῦ Χριστοῦ καί ποτέ δέν μέ ἀδίκησε· πῶς λοιπόν θά μποροῦσα νά βλασφημήσω τόν βασιλέα μου, ὁ ὁποῖος μέ ἔσωσε;».

Ὁ τίτλος τοῦ μαθήματος 12 «Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων: ἕνας νέος δρόμος ἀνοίγεται γιά τούς χριστιανούς» παρουσιάζει πρόβλημα. Οἱ ἀποφάσεις τῶν Μεδιολάνων δέν πρόλαβαν νά δημοσιευθοῦν ὡς νόμος, δέν ἔγιναν ποτέ διάταγμα. Ἡ οὐσία ὅμως εἶναι, ὅτι κατέπαυσαν οἱ διωγμοί καί ἀφέθηκε ἐλεύθερη ἡ πίστη καί ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας.

Στό ἴδιο μάθημα ἀναφέρεται ὅτι «Οἱ διωγμοί τῶν χριστιανῶν καί τά δεινά πού γιά τρεῖς αἰῶνες ὑπέστησαν ἔδωσαν τήν ἀφορμή γιά τήν καθιέρωση τῆς ἀνεξιθρησκίας.»[15] Ἐάν λόγῳ τῶν σφοδρῶν διωγμῶν εἶχε ἐξαλειφθεῖ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ποιός θά θυμόταν νά παραχωρήσει ἀνεξιθρησκία ἐξ αἰτίας της; Ὀρθή διαπίστωση ἑπομένως σχετική μέ τό θέμα εἶναι, ὅτι ἡ ἐπιβίωση τῆς χριστιανικῆς πίστεως παρ΄ ὅλους τούς διωγμούς καί τά δεινά τά ὁποῖα ὑπέστησαν οἱ χριστιανοί γιά τρεῖς αἰῶνες, ἔδωσε τήν ἀφορμή γιά τήν καθιέρωση τῆς ἀνεξιθρησκίας.

Στό α μέρος τοῦ μαθήματος 13 «Χριστιανισμός – Ἑλληνισμός: μία ἰδιότυπη συνάντηση» ἀναφέρεται: «Ἡ προετοιμασία γιά τή γνωριμία τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ μέ τόν Χριστιανισμό ξεκίνησε τόν 3ο π.Χ. αἰ. ἀπό τόν Μ. Ἀλέξανδρο καί τούς διαδόχους του. Ὁλόκληρος ὁ τότε κόσμος ἦταν ἑνωμένος μέ βάση ἕναν πολιτισμό: τόν ἑλληνικό. Στό πλαίσιο αὐτοῦ τοῦ κόσμου, τό ἰουδαϊκό κράτος ἄρχισε νά ἐπηρεάζεται ἀπό τό ἑλληνικό πνεῦμα στήν πολιτική καί στήν κοινωνική του ζωή, στά γράμματα καί στήν παιδεία του.»[16] Δέν γνωρίζουμε ποιό ἰουδαϊκό κράτος ἀναφέρει κατά τόν τρίτο αἰώνα π.Χ. Προφανῶς ἐννοεῖ τήν ἰουδαϊκή κοινωνία, διότι ἰουδαϊκό κράτος δέν ὑπῆρχε ἀπό τόν 6ο αἰ. π.Χ. Ὅσον ἀφορᾶ δέ τόν ἀναφερόμενο τρίτο αἰώνα, μᾶλλον ἐννοεῖ τόν τέταρτο αἰώνα, ἀφοῦ ἀναφέρει τόν μέγα Ἀλέξανδρο, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωστόν κατά τόν τέταρτο αἰώνα ἔζησε (356-323 π.Χ.).

Στό β μέρος τοῦ μαθήματος 19 «Εἰκονομαχία: μία τραγωδία πού συγκλόνισε τήν Ἐκκλησία» ἀναφέρεται: «Τό 754 συγκαλεῖται Σύνοδος στό ἀνάκτορο πού βρίσκεται στήν ἀσιατική ἀκτή τῆς Κωνσταντινούπολης, στήν περιοχή Ἱέρεια, ἡ ὁποία θεσμοθετεῖ τίς εἰκονομαχικές ἀντιλήψεις.»[17] Ἔπρεπε νά ἀναφέρεται «ἀσιατική ἀκτή τοῦ Βοσπόρου», διότι ἡ Κωνσταντινούπολη δέν ἔχει ἀσιατικη ἀκτή, εἶναι καθαρά εὐρωπαϊκή πόλη.

Ὁ ὅρος «ρυθμοί» τῶν ναῶν εἶναι ἐσφαλμένος καί κακῶς χρησιμοποιεῖται στό μάθημα 20 «Ἐκκλησιαστική τέχνη Α΄: Ναοδομία καί ἁγιογραφία»[18]. Τόν ἴδιο ὅρο χρησιμοποιεῖ καί τό πρόγραμμα σπουδῶν. Ὁ σωστός ὅρος εἶναι «τύποι» ναῶν. Ὁ ὅρος «ρυθμοί» χρησιμοποιεῖται μόνο γιά τούς ἀρχαίους ναούς, οἱ ὁποῖοι διακρίνονται βάσει τῶν κιονοκράνων τους.

Στό τέλος τοῦ μαθήματος 21 «Ἐκκλησιαστική τέχνη Β΄: Ὑμνολογία» ἀναφέρονται τά ἑξῆς: «ἐνῷ κατά τούς ὀκτώ πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες ἡ ἐξέλιξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνωδίας (ποίηση καί μέλος) ἦταν ραγδαία, σήμερα παραμένει ἡ ὑμνωδία αὐτή χωρίς ποιοτική ἐξέλιξη γιά περίπου χίλια διακόσια χρόνια. Εἶναι καιρός, ὅμως, νά συνεχισθεῖ ἡ πορεία μέ μία προσπάθεια ἀπόδοσης τῶν ὕμνων σέ πιό κατανοητή γλώσσα, ὥστε νά γίνει ἐμφανές ὅτι ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ἀφορᾶ ὅλο τόν κόσμο, ὅλων τῶν ἐποχῶν καί ὅτι δέν ἀποτελεῖ ἁπλῶς μουσειακό θησαυρό.»[19]

Πρέπει ἐδῶ νά γίνει κατανοητό, ὅτι κάθε καλλιτεχνική, συχνά μάλιστα καί ἁπλῶς τεχνική, δραστηριότητα τοῦ ἀνθρώπου φθάνει σέ ἕνα ὕψιστο σημεῖο τελειότητας, πέρα ἀπό τό ὁποῖο δέν ὑπάρχει δυνατότητα ἀναπτύξεως, διότι ἐλλοχεύει πλέον ὁ κίνδυνος καταστροφῆς του. Αὐτό συνέβη τουλάχιστον μέ τή βυζαντινή μουσική. Πέραν τούτου, ὅσον ἀφορᾶ τήν ὑμνογραφία, κανένας δέν ἐμποδίζει τούς ὑμνογράφους νά ἐπινοήσουν νέα εἴδη ὕμνων, χρειάζεται βέβαια ταλέντο καί τόλμη γιά νά γίνει κάτι τέτοιο.

Ἀπορία προξενεῖ ἡ παντελῶς ἀναιτιολόγητη ἀπόπειρα τοῦ σχολικοῦ βιβλίου νά συνδέσει τήν πρόοδο στήν ὀρθόδοξη ὑμνογραφία μέ προσπάθεια ἀπόδοσης τῶν ὕμνων σέ πιό κατανοητή γλώσσα. Πιστεύουμε κατ΄ ἀρχήν ἀκράδαντα, ὅτι ἡ ἀπόδοση τῶν ἤδη ὑπαρχόντων ἱστορικῶν ὕμνων στήν καθομιλουμένη σύγχρονη ἑλληνική δέν θά ἀποτελοῦσε πρόοδο στήν ὑμνογραφία.

Ἀνεξάρτητα ἀπό αὐτό, πιστεύουμε ὅτι, ἄν ἐν τέλει ἐκπονηθοῦν τέτοιες ἀποδόσεις δέν θά πρέπει καί νά ψάλλονται καί ἐπίσης δέν θά πρέπει νά ἀντικαταστήσουν τούς πρωτότυπους ὕμνους, ἀλλά νά τυπωθοῦν  σέ βιβλία, τά ὁποῖα θά ἔχουν σέ παράλληλες στῆλες πρωτότυπο καί νεοελληνική ἀπόδοση[20]. Τά βιβλία αὐτά θά συμβουλεύεται, κατά τή διάρκεια τῶν ἀκολουθιῶν ἤ στό σπίτι του, ὅποιος πιστός δυσκολεύεται νά κατανοήσει τήν πρωτότυπη γλώσσα τῶν ὕμνων.

Κατά τά ἄλλα, θά μποροῦσαν, ὅταν θά ὑπάρξουν περιπτώσεις νέων ἁγίων, νά συντεθοῦν οἱ ἀσματικές τους ἀκολουθίες στή νέα ἑλληνική, ὄχι ὅμως ἡ μετάφραση τῶν παλαιῶν ἀριστουργημάτων νά τά ἀντικαταστήσει, οὔτε νά συντεθοῦν ἐξ ὑπαρχῆς νέοι ὕμνοι γιά νά ἀντικαταστήσουν τούς παλαιούς. Τέτοια ἀπόπειρα θά ἦταν μέγα ἀνοσιούργημα καί τερατούργημα!

Γ΄. Γλωσσικά σφάλματα

Στό μάθημα 9 «Οἱ μεγάλοι διωγμοί τῶν χριστιανῶν» ἀναφέρεται: «γίνεται διάλογος μέ τούς ἐθνικούς στή βάση τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καί τοῦ πολιτισμοῦ»[21]. Τό ἴδιο ἀναφέρεται καί στό μάθημα 26 «Τό σχίσμα τοῦ 1054: γεγονός μεγάλης ὀδύνης»: «ἀκυρώνει τήν κοινωνία τους στή βάση τῆς ἰσότητας καί τῆς διαφορᾶς»[22]. Προσπαθούσαμε μέ πολύ κόπο νά καταλάβουμε, τί νά σημαίνουν αὐτές οἱ ἀκατανόητες φράσεις. Καί ἄν ἕνας ἐκπαιδευτικός μέ δεκαετίες ὁλόκληρες διδακτικῆς ὑπηρεσίας καί συγγραφικῆς δράσεως δέν καταλαβαίνει τούς γλωσσικούς ἀκροβατισμούς ἑνός σχολικοῦ βιβλίου, εἶναι εὔκολο νά φαντασθοῦμε, ἄν τούς καταλαβαίνει ἕνας δεκατετράχρονος μαθητής. Μετά ἀπό πολλή σκέψη καταλήξαμε στό συμπέρασμα, ὅτι μᾶλλον εἶναι ἀτυχής μεταφορά στή δημοτική τῆς φράσεως «γίνεται διάλογος μέ τούς ἐθνικούς βάσει τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καί τοῦ πολιτισμοῦ». Ἄν λοιπόν θέλουμε νά γράφουμε σωστή δημοτική καί νά μή κακοποιοῦμε τήν ἑλληνική γλώσσα, θά πρέπει ἐδῶ νά γράψουμε: «γίνεται διάλογος μέ βάση τήν ἑλληνική φιλοσοφία καί τόν πολιτισμό», ὅπως καί τήν ἄλλη φράση πρέπει νά τή γράψουμε ὡς ἑξῆς: «ἀκυρώνει τήν μέ βάση τήν ἰσότητα καί τή διαφορά κοινωνία τους».

Τό γ΄ μέρος τοῦ μαθήματος 16 «Μέγας Βασίλειος: ἕνας κορυφαῖος ἱεράρχης» τιτλοφορεῖται «Οἱ ἐπιστολές τοῦ Μ. Βασιλείου: εἰκόνα ἑνός Μεγάλου Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας»[23], ἀλλά ὁμιλεῖ γιά ὅλο τό συγγραφικό ἔργο τοῦ μεγάλου Βασιλείου. Καί δέν κατανοοῦμε γιατί θά ἔπρεπε νά ὁμιλήσει μόνο γιά τίς ἐπιστολές του, ἀφοῦ ὅλο τό συγγραφικό ἔργο του εἶναι ἀνεκτίμητο.

Ἄλλο ἕνα σημεῖο στό ὁποῖο φαίνεται ἡ γλωσσική ἀνεπάρκεια τοῦ ἐν λόγῳ βιβλίου εἶναι τό ἑξῆς. Στό μάθημα 27 «Μαρτίνος Λούθηρος. Ἡ Μεταρρύθμιση στή δυτική χριστιανοσύνη» ἀναφέρεται: «Ἀπό τό 14ο αἰώνα ἡ παπική δύναμη ἄρχισε νά δέχεται πλήγματα στό κύρος της (ὑπῆρξε ἐποχή, τό 1378-1415, ὅταν ἡ Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία εἶχε δύο Πάπες, ἕναν μέ ἕδρα τή Ρώμη καί ἄλλον μέ ἕδρα τήν Ἀβινιόν τῆς Γαλλίας, δηλαδή εἴχαμε παπικό σχίσμα).»[24] Καί γεννᾶται τό ἐρώτημα: Τό σχίσμα τοῦ 1054 τί ἦταν, δέν ἦταν παπικό σχίσμα; Προφανῶς ἀντί «παπικό σχίσμα» ἔπρεπε νά γραφεῖ «σχίσμα ἐντός τῆς παπικῆς ἐκκλησίας».

Δ΄. Ἐλλιπής ἀνάλυση καί ἐσφαλμένη ὁρολογία

Στό μάθημα 3 «Πεντηκοστή: τό ξεκίνημα τῆς Ἐκκλησίας» Ἀναφέρεται καί στίχος τοῦ ἀποστόλου Παύλου[25]. Ὀρθῶς βεβαίως, διότι ἡ ὅλη πορεία του ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν ἦταν πλήρης Πνεύματος Ἁγίου, ὅμως πρέπει νά κατανοήσουν οἱ μαθητές, ὅτι στήν Πεντηκοστή ὁ Παῦλος δέν ἦταν παρών. Τό ξεκαθαρίζουμε αὐτό, διότι οἱ νεαροί μαθητές μένουν μέ τήν ἐντύπωση, πώς ἐφ΄ ὅσον ἀναφέρεται στό μάθημα, ἦταν παρών ὡς ἀπόστολος σέ ὅλα αὐτά τά γεγονότα.

            Τό οἰκονομικό σύστημα τῆς πρώτης Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων τό γνωρίζαμε ἀνέκαθεν ὡς «κοινοκτημοσύνη». Τόν ὅρο «κοινοκτημοσύνη» ἀποδίδει τό σχολικό βιβλίο στό μάθημα 4 «Ἱεροσόλυμα: πρότυπο χριστιανικῶν κοινοτήτων» μόνο στό οἰκονομικό σύστημα τῶν μοναστηριῶν. Τό γιατί ἀναφέρεται τό σύστημα τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων ὡς «κοινοχρησία»[26] καί σέ τί διαφέρει αὐτό ἀπό τήν «κοινοκτημοσύνη» τῶν μοναστηριῶν δέν μᾶς εἶναι γνωστό. Πιστεύουμε ὅτι δέν διαφέρει σέ τίποτε. Παρ΄ ὅλα αὐτά ὅμως προτιμήθηκε ἐδῶ ὁ ὡς ἄνω θεολογικός νεολογισμός καί κατ΄ αὐτόν τόν τρόπο δίνεται στούς μαθητές ἡ ἐσφαλμένη ἐντύπωση, ὅτι τά δύο αὐτά κατ΄ οὐσίαν διαφέρουν.

Ἀπό τό μάθημα 12 «Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων: ἕνας νέος δρόμος ἀνοίγεται γιά τούς χριστιανούς» οἱ μαθητές δέν καταλαβαίνουν τί εἶναι «ὁ στιγματισμός στό πρόσωπο» [27]. Εἶναι λοιπόν τό σημάδεμα τοῦ προσώπου μέ πυρακτωμένο σίδερο. Αὐτή ἡ τιμωρία ἐπιβαλλόταν στούς φυγάδες δούλους, οἱ ὁποῖοι συλλαμβάνονταν.

Ἀπό τό μάθημα 17 «Χριστιανική ἄσκηση – μοναχισμός» οἱ μαθητές δέν καταλαβαίνουν τί σημαίνει «ἔκπτωση τῆς πνευματικότητας»[28]. Καλύτερα καταλαβαίνουν τόν ὅρο «κατάπτωση».

Στό γ μέρος τοῦ μαθήματος 19 «Εἰκονομαχία: μία τραγωδία πού συγκλόνισε τήν Ἐκκλησία» δέν καταλαβαίνουν τί σημαίνει «σάρκωση». Ἔπρεπε λοιπόν τό σχολικό βιβλίο νά ἐξηγεῖ, ἔστω στό γλωσσάριο, ὅτι σημαίνει πώς ὁ Χριστός εἶναι καί τέλειος ἄνθρωπος[29].

Στό γ μέρος τοῦ ἰδίου μαθήματος δέν καταλαβαίνουν τί σημαίνει «νά ἀνάγονται εὐκολότερα πρός τό Θεό». Μποροῦμε νά ποῦμε «νά ὁδηγοῦνται πνευματικά»[30].

Στό μάθημα 24 «Οἱ ἅγιοι Εἰρηναῖος Λυῶνος καί Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων» δέν ἔχει προσεχθεῖ μία λεπτομέρεια καί γι΄ αὐτό προξενεῖ παρεξηγήσεις: ἀναφέρει τό βιβλίο γιά τόν Εἰρηναῖο, «ὅτι ἦταν πρεσβύτερος στό Λούγδουνο τῆς Νότιας Γαλλίας». Γιά τόν Ἀμβρόσιο ἀναφέρει ὅτι «γεννήθηκε περί τό 340 μ.Χ. στά Τρέβιρα τῆς Γαλατίας»[31]. Οἱ μαθητές δέν γνωρίζουν, ὅτι Γαλατία καί Γαλλία ταυτίζονται καί κακῶς τό βιβλίο δέν τό ἀποσαφηνίζει, ἀλλά ἁπλῶς τό ἀναφέρει μέ δύο διαφορετικούς τρόπους.

Ε΄. Παραλείψεις σημαντικῶν θεμάτων καί λοιπές ἐλλείψεις

            Κατ΄ ἀρχήν δέν ἀποσαφηνίζει τό βιβλίο αὐτό, τί ἀκριβῶς διδάσκει ἡ  ἐκκλησιαστική ἱστορία. Τό δέ ὄνομα ἁπλῶς δέν εἶναι πάντοτε προφανές γιά τούς δεκατετράχρονους μαθητές. Πρέπει λοιπόν νά τονίσουμε, ὅτι ἀπό τήν ἀπό τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία μαθαίνουμε πῶς ἐφαρμόσθηκε τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ μέσα στήν πάροδο τῶν αἰώνων.

Ἐπίσης δέν ἀποσαφηνίζει, ποιά εἶναι ἡ σχέση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας μέ τήν πολιτική καί στρατιωτική ἱστορία. Ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία εἶναι ὁ ἀντίποδας τῆς πολιτικῆς καί στρατιωτικῆς ἱστορίας. Στίς μέν βλέπουμε νά κυριαρχοῦν φιλοδοξία, φιλαρχία, φιλαργυρία, ὑποκρισία, ραδιουργίες, πόλεμοι, σφαγές, καταστροφές. Ἡ δέ ἔχει ὡς σκοπό νά διορθώσει ἤ ἔστω νά ἀπαλύνει ὅλα τά ἀνωτέρω, διότι οἱ πρωταγωνιστές της διακρίνονται ἀπό αὐταπάρνηση, αὐτοθυσία, φιλανθρωπία, εὐθύτητα, φιλειρηνικότητα, πραότητα, ἀρετές τίς ὁποῖες θέλουν νά καταστήσουν κανόνα τοῦ κόσμου[32]. Μέ ὅλα αὐτά ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία ἐπέφερε βαθειά τομή στήν παγκόσμια ἱστορία.

Στό μάθημα 3 «Πεντηκοστή: τό ξεκίνημα τῆς Ἐκκλησίας» ἀναφέρει τό σχολικό βιβλίο τό καινοδιαθηκικό βιβλίο τῶν Πράξεων Ἀποστόλων, ὅμως δέν ἀναφέρει ποιός εἶναι ὁ συγγραφέας του, πράγμα τό ὁποῖο οἱ μαθητές δέν θυμοῦνται ἀπό τή δευτέρα γυμνασίου, γι΄ αὐτό καλό θά ἦταν νά ἐπαναλαμβάνεται τό ἱστορικό αὐτό στοιχεῖο.

Στό ἴδιο μάθημα καλό εἶναι, πιστεύουμε, νά δίνονται στό γλωσσάριο καί κάποιες πληροφορίες γιά τό τί ἦταν ἡ ἑβραϊκή γιορτή τῆς πεντηκοστῆς: Ἦταν καθαρά ἀγροτική γιορτή καί ὀνομαζόταν ἀλλιῶς «γιορτή τοῦ θερισμοῦ τῶν πρωτογεννημάτων». Γιορταζόταν τήν πεντηκοστή ἡμέρα ἀπό τό Πάσχα. Κατά τήν ἑβραϊκή παράδοση αὐτή τήν ἡμέρα δόθηκε ὁ δεκάλογος ἀπό τόν Θεό στόν Μωυσή. Διαρκοῦσε μία ἡμέρα καί κατά τή διάρκειά της πρόσφεραν σιταρένια ψωμιά καί θυσίαζαν ζῶα. Μέ αὐτή βέβαια τήν ἑβραϊκή πεντηκοστή, δέν ἔχει καμμία σχέση ἡ χριστιανική Πεντηκοστή.

Στό μάθημα 4 «Ἱεροσόλυμα: πρότυπο χριστιανικῶν κοινοτήτων», δέν ἀναφέρεται ἡ σημασία τῆς λέξεως «διάκονος», ἡ ὁποία σημαίνει «ὑπηρέτης». Λέξη σημαδιακή γιά τό ἦθος τό ὁποῖο πρέπει νά ἔχει ὅποιος ζῆ μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Χαρακτηριστική εἶναι ἡ φράση τοῦ Χριστοῦ: «εἰ τις θέλει πρῶτος εἶναι, ἔσται πάντων ἔσχατος καί πάντων διάκονος», ἡ ὁποία ἀναφέρεται μέ διάφορες διατυπώσεις δύο φορές στό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο[33] καί δύο φορές στό κατά Μάρκον[34] καί αὐτό φανερώνει τή σημασία της. Καί τό ρῆμα «διακονῶ», τ.ἔ. «ὑπηρετῶ» εἶναι σημαντικό γιά τήν ἐκκλησιαστική ζωή καί πρέπει νά χαρακτηρίζει ὅποιον ἀναλαμβάνει τό ὁποιοδήποτε ἐκκλησιαστικό ἀξίωμα[35].

Στό μάθημα 5 «Ὁ πρῶτος διωγμός τῶν χριστιανῶν» μολονότι τό σχολικό βιβλίο ἔχει ἀστερίσκο στό ὄνομα «Σαδδουκαῖοι»[36], τό γλωσσάριο δέν ἐξηγεῖ τί ἦταν αὐτοί. Ἡ δέ παράγραφος, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται στό βιβλίο τῆς Β΄ γυμνασίου εἶναι ἐλλιπής. Δέν ἀναφέρει, τί πίστευε αὐτή ἡ ἰουδαϊκή θρησκευτική παράταξη. Δέν πίστευαν στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, οὔτε στή θεία πρόνοια, διότι δέχονταν ἀπεριόριστη ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπίσης δέν δέχονταν τήν παράδοση, ἀλλά μόνο τόν μωσαϊκό νόμο, ὅπως δέν δέχονταν καί τήν ὕπαρξη τῶν ἀγγέλων καί πνευμάτων γενικά.

Ἐπίσης στό ἴδιο μάθημα ἔχει ἀστερίσκο στή λέξη «Συνέδριο», ἀλλά ἐπίσης δέν ἀναφέρει τίποτε στό γλωσσάριο. Πρόκειται γιά τό ἰουδαϊκό «μεγάλο συνέδριο», τό ὁποῖο εἶχε 71 μέλη προερχόμενα ἀπό ὅλες τίς τάξεις καί ἀπό τό ἱερατεῖο, καί μάλιστα ὀνομαζόταν «σανχεντρίν», λέξη προερχόμενη ἀπ΄ εὐθείας ἀπό τήν ἑλληνική λέξη «συνέδριον». Πρόεδρός του ἦταν ὁ ἀρχιερεύς. Ἦταν ἡ ἀνώτατη διοικητική καί δικαστική ἀρχή τῶν Ἑβραίων. Ἐννοεῖται, σέ ὅσα ζητήματα δέν ἐνέπιπταν στή δικαιοδοσία τῆς ρωμαϊκῆς ἀρχῆς.

Πρέπει ἀκόμη νά τονισθεῖ, διότι στό βιβλίο δέν ἀποσαφηνίζεται, ὅτι ἐνῷ ἡ δίκη τοῦ Χριστοῦ ἦταν στημένη δίκη, δηλαδή δίκη μέ προαποφασισμένο ἀποτέλεσμα, ἡ δίκη τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, μολονότι μποροῦμε δίκαια νά ὑποθέσουμε ὅτι ὁμοίως ἦταν δίκη μέ προαποφασισμένο ἀποτέλεσμα, δέν τελείωσε ποτέ τυπικά. Ποτέ δέν ἐκδόθηκε καταδικαστική ἀπόφαση. Τόν Στέφανο δολοφόνησαν οἱ ἴδιοι οἱ ψευδομάρτυρες[37], ὅπως βλέπουμε στό βιβλίο τῶν Πράξεων Ἀποστόλων, ἀμέσως μετά τήν ἀπολογία του.

Καί ἐνῷ στή δίκη τοῦ Χριστοῦ ζητεῖται ἡ ἐπανάληψή της καί ἐπικύρωσή της ἀπό τή ρωμαϊκή ἀρχή, τήν ὁποία ἐκπροσωπεῖ ὁ Ρωμαῖος διοικητής Πόντιος Πιλάτος, διότι οἱ Ἑβραῖοι δέν εἶχαν σύμφωνα μέ τούς ρωμαϊκούς νόμους δικαίωμα νά καταδικάσουν καί νά ἐκτελέσουν κανέναν, στή δίκη τοῦ Στεφάνου δέν τίθεται κἄν τέτοιος προβληματισμός, ἔχουν πέσει πιά τά προσχήματα. Προφανῶς οἱ κατήγοροι καί οἱ δικαστές θεώρησαν πώς ἐφ΄ ὅσον δέν θίγονται τά συμφέροντα τῆς ρωμαϊκῆς ἀρχῆς, δέν θά ἐνδιαφερθεῖ αὐτή νά ἐπιβάλει κυρώσεις γι΄ αὐτή τήν παράνομη θανάτωση. Καί μᾶλλον εἶχαν δίκαιο τελικά, διότι ἡ ρωμαϊκή ἀρχή δέν ἀντέδρασε διόλου, κάτι τέτοιο δέν ἔμεινε στήν ἱστορία.

Γεννᾶται βέβαια καί τό ἐρώτημα, γιατί ἀφοῦ δέν νοιάζονταν γιά τή νομιμότητα, δέν δολοφόνησαν τόν Στέφανο ἐνῷ περπατοῦσε στόν δρόμο. Προφανῶς ἤθελαν μέ αὐτή τήν παρωδία δίκης νά δοθεῖ μεγάλη δημοσιότητα στό γεγονός, ὥστε νά τρομοκρατηθοῦν ὅσο τό δυνατόν περισσότερο οἱ χριστιανοί.

Στό μάθημα 7 «Ἡ Ἀποστολική Σύνοδος: συλλογική λήψη ἀποφάσεων» θά ἔπρεπε νά ἐπισημαίνεται, πώς ὅταν φάνηκε, ὅτι μέ τούς διωγμούς δέν κατέστη δυνατή ἡ διάλυση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἐπιχειρήθηκε ἡ ἐνσωμάτωσή της στόν ἰουδαϊσμό διά τῆς πλήρους εἰσαγωγῆς καί ἐπιβολῆς τῶν ἰουδαϊκῶν ἐθίμων. Ἡ ἀποστολική ὅμως σύνοδος ξεκαθάρισε μιά γιά πάντα τό θέμα: οἱ χριστιανοί δέν ὄφειλαν νά τηροῦν τά ἰουδαϊκά ἔθιμα καί ὁμοίως ὄφειλαν νά ἀπέχουν ἀπό τήν εἰδωλολατρία καί τά ἔθιμά της.

Γιά τούς ἁγίους Δημήτριο καί Γεώργιο ἀναφέρει τό μάθημα 9 «Οἱ μεγάλοι διωγμοί τῶν χριστιανῶν» μόνο τά ὀνόματά τους καί ὅτι μαρτύρησαν ἐπί Διοκλητιανοῦ[38], καλό θά ἦταν νά ἀναφερόταν κάτι παραπάνω, τοὐλάχιστον γιά τόν ἅγιο Δημήτριο, διότι γιά τόν ἅγιο Γεώργιο δέν σώζονται πολλά βιογραφικά ἤ ἀκόμη δέν θά ἔβλαπτε νά ἀναφερόταν καί κανένα ἀπολυτίκιο, ἀφοῦ πολλά ἀπό τά παιδιά μας ἔχουν αὐτά τά ὀνόματα.

            Γιά τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου Σμύρνης, ὁ ὁποῖος σύμφωνα μέ ὅλες τίς μαρτυρίες ἦταν ὁ δεύτερος ἐπίσκοπος Σμύρνης, ἀναφέρει τό σχολικό βιβλίο στό ἴδιο μάθημα, ὅμως τό παραθέτει πρίν ἀπό τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, μολονότι ἐκεῖνο προηγήθηκε χρονικά. Ὀρθῶς ἀναφέρεται, ὅτι ὁ ἅγιος Πολύκαρπος ὑπῆρξε μαθητής τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, ὅμως δέν ἀναφέρεται στό οἰκεῖο μάθημα τό ἴδιο καί γιά τόν ἅγιο Ἰγνάτιο.

Ἀπολύτως τίποτε δέν ἀναφέρεται γιά τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ τελευταῖος ἐπίσκοπος τῆς πόλεως αὐτῆς. Παράλειψη ἡ ὁποία βαρύνει κατ΄ ἀρχήν τούς δημιουργούς τοῦ προγράμματος σπουδῶν.

Στό μάθημα 10 «Οἱ κατακόμβες: τόπος καταφυγῆς καί μνήμης» δέν περιλαμβάνεται ἐτυμολογία τῆς λέξεως «κατακόμβη», ἡ ὁποία εἶναι ἑλληνική καί ὄχι λατινική, ὅπως νομίζουν μερικοί. Προέρχεται ἀπό τήν πρόθεση «κατά» καί τό οὐσιαστικό «τύμβος».

Στό ἴδιο μάθημα δέν ἀναφέρεται, γιατί κατέφευγαν στίς κατακόμβες κατά τίς δύσκολες ὧρες τῶν διωγμῶν[39]: διότι τά νεκροταφεῖα ἐθεωροῦντο ἀπό τή ρωμαϊκή νομοθεσία ἱεροί τόποι καί δέν γίνονταν ἔφοδοι καί ἔρευνες ἐκεῖ.

Ἕνα ἄλλο θέμα, συγγενικό μέ τά ἀμέσως προηγούμενα, τό ὁποῖο δέν ἀναφέρεται διόλου στό σχολικό βιβλίο, εἶναι οἱ διωγμοί τούς ὁποίους ὑπέστη, παντελῶς ἀναίτια[40] ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπό τά κομμουνιστικά καθεστώτα. Βεβαίως ἡ εὐθύνη γι΄ αὐτή τήν παράλειψη βαρύνει πρωταρχικῶς τούς συντάκτες τοῦ προγράμματος, ἀφοῦ αὐτό δέν περιλαμβάνει τό ἐν λόγῳ θέμα. Νά ρωτήσουμε, γιατί συνέβη αὐτό; Μήπως ἐπειδή κάποιοι φοβοῦνται, ὅτι παρά τήν πάροδο ἑνός τετάρτου τοῦ αἰῶνος ἀπό τήν κατάρρευση τῶν δικτατορικῶν αὐτῶν καθεστώτων ὑπάρχουν ἀκόμη ὑποστηρικτές τους;

Κάποτε λοιπόν θά πρέπει τά παιδιά μας νά μάθουν, ὅτι οἱ κληρικοί, οἱ οἰκογένειές τους καί οἱ μοναχοί χαρακτηρίζονταν ἀπό τό καθεστώς τῆς πρώην Σοβιετικῆς Ἑνώσεως «ἐχθροί τοῦ λαοῦ» καί δέν ἐλάμβαναν δελτία τροφίμων, ἀπαραίτητα γιά τήν ἐπιβίωση ὅποιου κατοικοῦσε ἐκεῖ τότε, καί ἔτσι ὁδηγοῦνταν ἄκοντες στήν ἐπαιτεία[41] καί μάλιστα ὅποιος τούς ἐλεοῦσε ἔθετε ἑαυτόν σέ κίνδυνο. Δέν θά ἔβλαπτε ἐπίσης νά μάθουν, ὅτι μόνο τό 1922 τό σοβιετικό καθεστώς ἐκτέλεσε 8.100 κληρικούς καί μοναχούς[42] καί ὅτι στόν τόπο ἐκτελέσεων Μπούτοβο ὑπάρχει ὁμαδικός τάφος 25.000 ἀνθρώπων ἐπισκόπων, ἱερέων, διακόνων, μοναχῶν, λαϊκῶν πιστῶν «πού τό ἔγκλημά τους ἦταν ὅτι πίστευαν στό Θεό.»[43]. Ἐπίσης καλό θά ἦταν κάποτε νά γίνει γνωστό καί στά ἑλληνικά σχολεῖα, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν ἐπισκεπτόμενος τόν τόπο αὐτό δήλωσε «Τέτοιου εἴδους τραγωδίες συμβαίνουν ὅταν κάποια ἀδιαμφισβήτητα ἐλκυστικά ἀλλά κενά ἰδεώδη τίθενται πάνω ἀπό τίς βασικότερες ἀξίες, ὅπως αὐτή τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, τῶν ἀνθρώπινων δικαιωμάτων καί τῆς ἐλευθερίας. Ἑκατοντάδες χιλιάδες, ἑκατομμύρια ἄνθρωποι σκοτώθηκαν ἤ αἰχμαλωτίσθηκαν σέ στρατόπεδα συγκέντρωσης, ὅπου βασανίστηκαν καί τελικά ἐκτελέστηκαν. Ὅλοι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι πού χάθηκαν εἶχαν τίς δικές τους ἰδέες καί ἀπόψεις καί ἦταν αὐτοί πού δέν φοβήθηκαν νά μιλήσουν. Ἦταν ὅ,τι καλύτερο εἶχε νά δείξει τό ἔθνος μας.»[44]

Ὅσον ἀφορᾶ τήν ἑλληνική γλώσσα ἀναφέρει τό μάθημα 13 «Χριστιανισμός – Ἑλληνισμός: μία ἰδιότυπη συνάντηση»: «ἡ ἑλληνική γλώσσα στάθηκε τό κατ΄ ἐξοχήν μέσο χάρη στό ὁποῖο οἱ Πατέρες καί οἱ ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς μπόρεσαν νά μεταγγίσουν τά μηνύματα τοῦ Εὐαγγελίου στήν ψυχή τῶν ἀνθρώπων. Ἡ Καινή Διαθήκη, τά περισσότερα ἀπό τά ἔργα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, οἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καταγράφηκαν στήν ἑλληνική γλώσσα»[45]. Πρέπει νά τονίσουμε, ὅτι οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν κάμουν ἁπλῶς χρήση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, ἀλλά χρήση μέ πρότυπο τρόπο. Καλλιεργοῦν τή γλώσσα, τόσο στά καθ΄ αὐτό θεολογικά τους ἔργα, ὅσο καί σέ καθ΄ αὐτό φιλολογικά, ὅπως ὁ Φώτιος Κωνσταντινουπόλεως ὁ μέγας, ὁ ὁποῖος συνέθεσε καί λεξικό καί ὁ Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης ὁ ὁποῖος συνέγραψε τά περίφημα σχόλια στόν Ὅμηρο, τά ὁποῖα εἶναι ταυτόχρονα καί πρότυπο ἔργο λαογραφίας. Δέν κακοποιοῦν τήν ἑλληνική γλώσσα, ὅπως μερικοί σύγχρονοί μας, οἱ ὁποῖοι ἀνακάλυψαν κάπως καθυστερημένα ὅτι εἶναι Ἕλληνες καί γιά νά τό ἀποδείξουν, ὑβρίζουν τούς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ταυτόχρονα τήν ἱστορική ἀλήθεια.

Ἀπό τή φιλοσοφία οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας δέν υἱοθέτησαν μόνον ὁρολογία, ρητορικές τεχνικές καί συλλογιστικές μεθόδους, ὅπως ἐσφαλμένως ἀναφέρει τό ὑπό ἐξέταση σχολικό βιβλίο[46], ἀλλά καί πλεῖστες ὅσες ἰδέες χρήσιμες στή χριστιανική ζωή, ἀκόμη καί ἰδέες μέ τίς ὁποῖες καταπολέμησαν τήν εἰδωλολατρία!

Στό ἴδιο μάθημα δέν ἀναφέρονται οἱ ἀρχαῖες ἑλληνικές ἀρετές: φρόνηση, σωφροσύνη, ἀνδρεία, δικαιοσύνη, τίς ὁποῖες ἐνσωμάτωσε ὁ χριστιανισμός καί μάλιστα ὁ μέγας Βασίλειος ἐπιχειρεῖ νά τίς ἀνιχνεύσει καί μέσα στήν Παλαιά Διαθήκη. Οὔτε τίς χριστιανικές βασικές ἀρετές, ὅπως τίς ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἀναφέρει σωστά. Αὐτές εἶναι: πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη. Ἡ ἑπτάδα λοιπόν αὐτή μᾶς δίνει τόν τέλειο ἄνθρωπο καί δέν ἔχει ξεπερασθεῖ ἀπό κανένα θρησκευτικό, φιλοσοφικό ἤ πολιτικό σύστημα μέχρι σήμερα.

Ὅσον ἀφορᾶ τίς ἐπιπτώσεις τῶν αἱρέσεων, καλό εἶναι νά τονίζουμε, ὅτι καταστρέφουν ἀνθρώπους. Κάποιες φορές, ἀφοῦ τούς ἔχουν ἤδη ὁδηγήσει στόν πνευματικό θάνατο, τούς ὁδηγοῦν καί στόν σωματικό θάνατο, ὅπως συνέβη σέ ἀρκετούς χιλιαστές, οἱ ὁποῖοι ἀρνήθηκαν νά ὑποστοῦν μετάγγιση αἵματος. Ἐπίσης κάποια μέλη τῆς Σαϊεντόλοτζυ πέθαναν, διότι ἡ ὀργάνωση δέν τούς ἐπέτρεπε νά ἀπευθυνθοῦν σέ γιατρούς παρά μόνον σέ καθοδηγητικά μέλη τῆς ὀργανώσεως, τά ὁποῖα δέν ἦταν γιατροί. Πολύ συχνότερη εἶναι ἡ οἰκονομική ἐκμετάλλευση τῶν θυμάτων τους, γι΄ αὐτό καμμία αἵρεση δέν χαρακτηρίζεται ἀπό φτώχεια[47]. Ἡ Σαϊεντόλοτζυ εἶναι μάλιστα καί πλοιοκτήτρια καί ἀναγκάζει τούς ἐργαζόμενους στά πλοῖα της νά ἐργάζονται ὑπό ἀπάνθρωπες συνθῆκες[48].

Ἡ ἀπάλειψη τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ἀπό τήν ὕλη τῆς Γ΄ γυμνασίου, ἀπαράδεκτη πράξη ἡ ὁποία βαρύνει πρωταρχικῶς τούς δημιουργούς τοῦ προγράμματος, προκάλεσε θλίψη σέ πολύ κόσμο, καί μάλιστα ὄχι μόνο σέ θεολόγους. Ἡ δικαιολογία τῶν ὑπευθύνων γι΄ αὐτή τήν κατά τή γνώμη μας ἀσυγχώρητη ἀπάλειψη ἦταν, ἐπειδή περιλαμβάνεται στήν ὕλη τοῦ δημοτικοῦ σχολείου! Ἐπ΄ αὐτοῦ ἀπαντήσαμε, ὅτι ἄν ἔτσι ἔχουν τά πράγματα, τότε θά ἔπρεπε νά ἀπαλειφθεῖ καί ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ τή διδάσκονται στό δημοτικό. Τήν παρατήρηση αὐτή κάποιοι μᾶλλον τήν ἐξέλαβαν ὡς αἴτημα καί γι΄ αὐτό δέν περιέλαβαν τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ στό πιλοτικό πρόγραμμα τοῦ γυμνασίου τοῦ 2011!

Κατά παράδοξο τρόπο οἱ Β΄, Ε΄, καί Στ΄ σύνοδοι δέν ἀναφέρονται πουθενά στό βιβλίο. Ἡ Β΄ ἀναφέρεται μόνο σέ μία εἰκόνα[49]. Ἡ δέ Α΄ ἀναφέρεται μόνο στό μάθημα γιά τόν Μέγα Ἀθανάσιο. Γιατί περιθωριοποιοῦνται αὐτά τά τόσο σημαντικά γεγονότα, στά ὁποῖα ὀφείλει ἡ Ἐκκλησία μας τήν ἐπιβίωσή της; Ὁπωσδήποτε θά ἔπρεπε νά ἀναφέρεται, ὅτι ἡ Β΄ οἰκουμενική σύνοδος πρόσθεσε τά πέντε τελευταία ἄρθρα τοῦ συμβόλου τῆς πίστεως.

Στό μάθημα 21 «Ἐκκλησιαστική τέχνη Β΄: Ὑμνολογία» θά ἔπρεπε νά ἀναφέρεται, ὅτι ὁ κανόνας χωρίζεται σέ ἑννέα ὠδές, ἀπό τίς ὁποῖες ἡ δεύτερη συνηθιζόταν νά παραλείπεται ὡς πένθιμη. Κάθε ὠδή χωρίζεται σέ τροπάρια καί τό πρῶτο τροπάριο κάθε ὠδῆς λέγεται εἰρμός. Σύμφωνα μέ τόν εἰρμό ψάλλονται καί τά ὑπόλοιπα τροπάρια τῆς ὡδῆς. Τελικά σχηματίσθηκαν καί κανόνες μέ ἀκόμη λιγότερες ὠδές, μέχρι καί μέ τρεῖς καί σχηματίσθηκε τό γνωστό μας λειτουργικό βιβλίο Τριώδιο.

Στό ἴδιο μάθημα ἀναφέρονται οἱ βυζαντινές νότες[50], ἀλλά δέν ἀναφέρεται, ὅτι οἱ νότες αὐτές εἶναι στήν πραγματικότητα ἁρχαῖες ἑλληνικές καί τίς εἶχε ἐπινοήσει ὁ Πυθαγόρας, ἀντιστοιχοῦν δέ στά ἑπτά πρῶτα γράμματα τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου.

Γιά τό μάθημα 22 «Ὁ ἐκχριστιανισμός τῶν σλαβικῶν λαῶν» πρέπει νά ἀναφερθεῖ, ὅτι στή μεγάλη Μοραβία κάλεσε τούς Ἕλληνες ἀδελφούς Κύριλλο καί Μεθόδιο ὁ ἡγεμόνας Ραστισλάβος. Ἐκεῖ δέν ἦταν ἄγνωστη ἡ χριστιανική πίστη. Πρέπει νά καταστεῖ σαφές, πράγμα τό ὁποῖο δέν φαίνεται στό σχολικό βιβλίο, ὅτι ἀρκετοί Μοραβοί ἦταν ἤδη χριστιανοί. Ὅμως ἡ σημαντική προσφορά τῶν δύο Ἑλλήνων[51]ἀδελφῶν ἦταν, ὅτι ὁ Κύριλλος ἐπινόησε ἀλφάβητο, τό λεγόμενο γλαγολιτικό μέ βάση τό ἑλληνικό καί ἐπίσης ἐκπόνησαν γραπτές μεταφράσεις τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν λειτουργικῶν βιβλίων στή γλώσσα τοῦ τόπου. Ἔτσι βοήθησαν τόν πληθυσμό νά καταλάβει τήν πίστη καί νά γίνει πιό συνειδητός χριστιανός.

Μετά τήν κοίμηση τοῦ Κυρίλλου στή Ρώμη, ὁ Μεθόδιος χειροτονήθηκε ἀπό τόν πάπα ἀρχιεπίσκοπος Σιρμίου καί συνέχισε τό ἔργο πού εἶχαν ἀρχίσει μαζί μέ τόν ἀδελφό του, ὅμως ἐπειδή εἶχε ἐπέλεθει πολιτική μεταβολή στή Μοραβία, (ὁ Σβατοπλόκος ἀνηψιός τοῦ Ραστισλάβου σκότωσε τόν θεῖο του καί συμμάχησε μέ τούς Φράγκους), συνελήφθη ὁ Μεθόδιος καί φυλακίσθηκε ἀπό τόν Φράγκο ἐπίσκοπο τοῦ Πασάου Ἔρμανριχ, διότι οἱ Φράγκοι δέν ἤθελαν ἡ λειτουργία νά γίνεται στά σλαβικά, ἐπειδή ἤθελαν νά ἔχουν τίς περιοχές ἐκεῖνες ὑπό τή δική τους ἐπιρροή. Ὁ πύργος τῆς Βαυαρίας ὅπου φυλακίσθηκε ὁ Μεθόδιος ἐπί διόμισυ χρόνια, ἀπό τό 870 ἕως τό 873 ὑπάρχει ἀκόμη καί εἶναι ἐπισκέψιμος, βρίσκεται στό Ellwangen, ὅπου ὑπάρχει καί μοναστήρι. Ἀπελευθερώθηκε μέ μεσολάβηση τοῦ πάπα Ἰωάννου τοῦ Η΄, ὅμως τοῦ ἀπαγορεύθηκε ἡ χρήση τῆς Σλαβονικῆς στή λειτουργία. Ὁ Κύριλλος ἐκοιμήθη σέ ἡλικία 42 ἐτῶν καί ὁ Μεθόδιος σέ ἡλικία περίπου 70. Τό ἔργο τους, μολονότι γρήγορα ὑπονομεύθηκε στή Μοραβία, δέν ἐξαφανίσθηκε, ἀλλά συνεχίσθηκε σέ ἄλλες περιοχές ἀπό μαθητές τους. Ὁ Κύριλλος καί ὁ Μεθόδιος ποτέ δέν ἔφθασαν στή Ρωσία, καί ὅμως ἡ Ρωσία χρησιμοποιεῖ τό Κυριλλικό ἀλφάβητο.

Ὅπως τά ἀναφέρει τό βιβλίο καί τά σημειώνει ὁ χάρτης τοῦ βιβλίου, δέν γίνεται ἀντιληπτό ποῦ ἀκριβῶς δίδαξαν τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ οἱ ἅγιοι Κύριλλος καί Μεθόδιος. Οἱ τότε περιοχές Μοραβίας καί Παννονίας ἀντιστοιχοῦν στίς ἑξῆς σημερινές: Τσεχία, Σλοβακία, μέρος τῆς νοτιοδυτικῆς Πολωνίας, ἡ δυτική Οὐγγαρία, μέρος τῆς ἀνατολικῆς Αὐστρίας καί τό νοτιοανατολικό τμῆμα τῆς Γερμανίας. Κάποτε θά πρέπει νά περιληφθεῖ στά σχολικά βιβλία χάρτης, ὁ ὁποῖος νά περιλαμβάνει τίς τότε περιοχές καί ὀνομασίες σέ συνδυασμό μέ τίς σημερινές, ὅπως καί τά τότε ὅρια κρατῶν σέ συνδυασμό μέ τά σημερινά.

Στό μάθημα 24 «Οἱ ἅγιοι Εἰρηναῖος Λυῶνος καί Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων» δέν ἀναφέρεται, ὅτι οἱ δύο αὐτοί ἅγιοι πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἦταν κάτοχοι σημαντικῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ἡ ὁποία γίνεται ἀντιληπτή καί ἀπό τά συγγράμματά τους, τά ὁποῖα ὁ μέν Εἰρηναῖος συνέγραψε στήν ἑλληνική, ὁ δέ Ἀμβρόσιος στή λατινική. Ἔχει δέ παρατηρηθεῖ γιά τόν Εἰρηναῖο, ὅτι ἀξιοποιεῖ τήν ποιητική, τή φιλοσοφική, ἀλλά καί τή ρητορική ἑλληνική παράδοση τῆς ὁποίας ἐπανειλημμένως χρησιμοποιεῖ τεχνικές.

Δέν γνωρίζουμε τόν λόγο γιά τόν ὁποῖο ἀπαλείφθηκε ὁλόκληρη περίοδος τετρακοσίων χρόνων ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δηλαδή ἡ περίοδος ἀπό τό σχίσμα μέχρι καί τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πράξη ἡ ὁποία ὀφείλεται κατ΄ ἀρχήν στούς δημιουργούς τοῦ προγράμματος. Καί γιά νά μή ἀδικήσουμε κανέναν, ἀναφέρουμε ὅτι τά μόνα γεγονότα, τά ὁποῖα ἀναφέρονται ἀπό αὐτή τήν περίοδο, εἶναι δύο σύνοδοι (Λυών 1274, Φερράρα – Φλωρεντία 1438-39) μέ σκοπό τήν ἐπανένωση τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐπ΄ εὐκαιρίᾳ τῶν ὁποίων ἀναφέρεται καί ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός.

Ἡ τακτική μάλιστα αὐτή τῆς ἀπαλείψεως τῶν ἐν λόγῳ αἰώνων ἀπό τό πρόγραμμα σπουδῶν τηρήθηκε μέ εὐλάβεια καί στό πιλοτικό πρόγραμμα τοῦ ἔτους 2011. Ἄραγε θεωρήθηκε ξαφνικά ἀπολύτως ἀσήμαντη ἡ περίοδος αὐτή καί οἱ προσωπικότητες οἱ ὁποῖες ἔδρασαν τότε;

Μολονότι τό σχολικό βιβλίο ἐπιμένει ἀρκετά στόν Λούθηρο, ἐνῷ ἔχει μόλις μιάμιση γραμμή γιά τόν μέγα Φώτιο καί ἀπαξιώνει νά ἀναφέρει Συμεών νέο Θεολόγο, Γρηγόριο Σιναΐτη, Γρηγόριο Παλαμᾶ, δέν ἀναφέρει στό μάθημα 27 «Μαρτίνος Λούθηρος. Ἡ Μεταρρύθμιση στή δυτική χριστιανοσύνη» ποιός ἦταν ὁ ἀληθινός λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ Λούθηρος βρῆκε προστασία καί δέν ἐκτελέσθηκε στήν πυρά, ὅπως ἄλλοι πρίν ἀπό αὐτόν. Ὁ λόγος ἦταν, ὅτι οἱ ἡγεμόνες ἔβλεπαν ὅτι μέ τήν πώληση συγχωροχαρτιῶν (indulgentiae), ἔφευγαν ἀπό τίς περιοχές τῆς ἐξουσίας τους, κυριολεκτικά μέσα ἀπό τά χέρια τους, μεγάλα ποσά χρημάτων, τά ὁποῖα πήγαιναν στή Ρώμη. Αὐτό ἄρχισαν πλέον νά μή τό ἀνέχονται, ἀφοῦ ἡ τακτική αὐτή τῆς Ρώμης ἀφαιροῦσε ἀπό τά ταμεῖα τους πολύτιμους φόρους καί ἀπό τίς ἀγορές τῆς ἐπικράτειάς τους πολύτιμα κεφάλαια κινήσεως, γι΄ αὐτό καί ὁ ἐκλέκτορας τῆς Σαξονίας Φρειδερίκος πρόσφερε καταφύγιο στόν Λούθηρο.

Στό ἴδιο μάθημα ἀναφέρει τό σχολικό βιβλίο καί στοιχεῖα ἀπό τίς δοξασίες τῶν προτεσταντῶν, παραλείποντας ὅμως καί νά τά κρίνει βάσει τῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἀναφέρει γιά τίς δοξασίες τοῦ Λουθήρου: «Ἡ σωτηρία, κατά τήν ἑρμηνεία τοῦ Λουθήρου, ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ἐξαρτᾶται μόνο ἀπό τήν πίστη στόν Χριστό καί δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τίς καλές πράξεις τοῦ ἀνθρώπου.»[52] Πρέπει νά τονίσουμε, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί νόημα θά εἶχε τό 25ο κεφάλαιο τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, ὅπου ὁ Χριστός ἀπευθυνόμενος στούς ἀνθρώπους στούς ὁποίους ἔχει ἤδη πεῖ τό «δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἠτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου»[53] λέγει τό γνωστό «ἐπείνασα καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν»[54] καί ὅλα τά συναφή; Καί μάλιστα μέ αὐτόν τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ κλείνει ἡ διδασκαλία του στό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιο, πράγμα τό ὁποῖο δηλώνει τήν ἰδιαίτερα μεγάλη σημασία του.

Ὀρθόδοξη κριτική ἀπαιτεῖται καί γιά τή δοξασία τοῦ Ζβιγκλίου, ὅτι δεχόταν τή Βίβλο ὡς μόνη πηγή ἀληθείας καί ἀπέρριπτε τήν ἱερή παράδοση[55]. Διότι ἄν δέν ἔχουμε ἱερή παράδοση, παύει ἡ συνέχεια τῆς πίστεως στήν Ἐκκλησία, παύει ἡ διδασκαλία, παύει ἡ ἀποστολική διαδοχή καί ἐν τέλει παύει νά εἶναι πηγή θείας ἀποκαλύψεως καί ἡ Ἁγία Γραφή, ἡ ὁποία βάσει τῆς ἐμπειρίας τῆς ἱερᾶς παραδόσεως καθιερώθηκε ὡς τέτοια καί ἐξακολουθεῖ νά ἀναγνωρίζεται ὡς τέτοια. Ἀλλιῶς πῶς θά τή δεχόματε ὡς Ἁγία Γραφή, ἐπειδή τό γράφει ἐπάνω; Ὁ καθένας μπορεῖ νά γράψει ἐπάνω σέ ἕνα βιβλίο ὁτιδήποτε. Καί μόνο τό ὅτι δεχόμαστε ἕνα κάποιο βιβλίο ὡς «Ἁγία Γραφή», εἶναι ἱερή παράδοση. Ἄρα χωρίς ἱερή παράδοση δέν ὑπάρχει Ἁγία Γραφή.

Γιά τόν Καλβίνο ἀναφέρει, ὅτι δίδασκε πώς «ἡ σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ ἔγινε μόνο γιά τούς προορισμένους ἀπό τήν ἀρχή τοῦ κόσμου ἐκλεκτούς, πού ἔτσι ἔλαβαν τή θεία χάρη νά σωθοῦν.»[56] Θά ἔπρεπε νά ἀναφέρει, πώς ἡ δοξασία αὐτή ἀντιτίθεται στή διδασκαλία τοῦ ἀπόστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει σαφῶς στήν Α΄ πρός Τιμόθεον[57] ἐπιστολή του, ὅτι ὁ Θεός «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν».

Κατά παράδοξο τρόπο τό σχολικό βιβλίο στό μάθημα 29 «Προσπάθειες ἀνασυγκρότησης τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας» δέν ἀναφέρει διόλου τήν Ἱερά Ἐξέταση (Inquisitio), τό παπικό δικαστήριο, τό ὁποῖο εἶχε μέν ἱδρυθεῖ κατά τόν μεσαίωνα μετά τό σχίσμα, ἀλλά ἀναδιοργανώθηκε καί ἐπεκτάθηκε ὡς ἕνα ἀπό τά πλέον δραστικά μέτρα, ἴσως τό δραστικότερο, τῆς ἀντιμεταρρυθμίσεως καί μέ τρομερά ἀπάνθρωπα βασανιστήρια δολοφόνησε πολλές χιλιάδες ἀθώους, καταργήθηκε δέ μόλις τό 1821.

            Ἀφοῦ λοιπόν οἱ πάπες τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος ζήτησαν εἰκοσιοκτώ φορές συγγνώμη γιά τά ἐγκλήματα τά ὁποῖα προξένησαν στήν ἀνθρωπότητα οἱ προκάτοχοί τους τῆς ἐποχῆς τοῦ μεσαίωνα καί τῆς ἐποχῆς τῆς ἀντιμεταρρυθμίσεως, ἐμεῖς γιατί νά διστάζουμε νά ἀναφέρουμε στούς μαθητές μας κάποια ἀπό τά ἐγκλήματα αὐτά;

            Γιά τήν ἱερά ἐξέταση πρέπει νά τονίσουμε, ὅτι δήμευε τίς περιουσίες τῶν ὑποδίκων, πρίν ἀκόμη αὐτοί καταδικασθοῦν. Ἦταν δηλαδή ἀπολύτως βέβαιο, πρίν διεξαχθεῖ ἡ δίκη, ὅτι θά καταδικασθοῦν. Καί μάλιστα ὁ καταδότης, αὐτός ὁ ὁποῖος εἶχε καταγγείλει τό θῦμα στήν ἱερά ἐξέταση, συχνά ἐλάμβανε ἕνα μέρος τῆς περιουσίας τοῦ καταδίκου[58]. Ἀκόμη, οἱ ἱεροεξεταστές συνήθιζαν νά λέγουν στόν ὑπόδικο, ὅτι «ἀπό τά βασανιστήρια θά λεπτύνεις τόσο πολύ, ὥστε ὁ ἥλιος θά λάμπει ἀπό μέσα σου»[59], θά γινόταν δηλαδή διαφανής ἀπό τά βασανιστήρια. Καί αὐτός τελικά ὁμολογοῦσε ὁτιδήποτε τοῦ ζητοῦσαν, ὥστε νά παύσουν πιά τά φρικτά βασανιστήρια, τά ὁποῖα ξεπερνοῦσαν κάθε ὅριο ἀπανθρωπιᾶς, καί νά ἔχει τό εὐεργέτημα ἑνός γρήγορου θανάτου.

Στό ἴδιο μάθημα δέν ἀναφέρει ἐπίσης τό σχολικό βιβλίο, ὅτι σκοπός τῆς τεχνοτροπίας «Μπαρόκ» ἦταν νά ἐντυπωσιάσει τόν πιστό καί νά τόν φέρει στή ρωμαιοκαθολική ἐκκλησία, ὄχι νά τόν διδάξει. Νά τόν ἀποσπάσει ἀπό τούς γυμνούς προτεσταντικούς ναούς ἐντυπωσιάζοντάς τον[60].

Πολύ σημαντική περίοδος εἶναι ἐκείνη τῆς ἱστορίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας κατά τήν τουρκοκρατία, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται στό μάθημα 30 «Ἡ Ἀνατολική Ἐκκλησία κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας», γιά τήν ὁποία θά ἔπρεπε νά ἀφιερώνει, τόσο τό πρόγραμμα, ὅσο καί τό βιβλίο τοὐλάχιστον δύο μαθήματα, οἱ δέ διδάσκοντες, πιστεύουμε ὅτι, θά πρέπει νά ἀφιερώνουν τοὐλάχιστον τρεῖς διδακτικές ὧρες. Καί ἄν ἐρωτήσει κανεῖς, τί θά διδάσκουν σέ τρεῖς ὧρες, ἡ ἀπάντηση εἶναι, ὅτι ἐκτός ἀπό κάποια γενικά, τά ὁποῖα περιλαμβάνονται στό ὑπό ἐξέταση βιβλίο, θά μποροῦσαν νά διδάσκουν στοιχεῖα ἀπό τούς βίους τῶν μεγάλων ἁγίων τῆς περιόδου αὐτῆς, τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι κράτησαν ζωντανή τήν πίστη στόν Χριστό ὅσο καί τήν ἑλληνική φυλή. Θά μποροῦσαν λοιπόν νά διδάσκονται τά παιδιά μας στοιχεῖα ἀπό τούς βίους τοῦ ὁσίου Δαβίδ καί τῆς ὁσίας Φιλοθέης καί στοιχεῖα ἀπό τόν βίο καί τίς διδαχές τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, διότι ὡς γνωστόν εἶναι ὅλοι ἅγιοι αὐτῆς τῆς περιόδου καί οἱ μέν δύο πρῶτοι εἶναι ὁμολογητές, διότι βασανίσθηκαν ἀπό τούς ἀπίστους βαρβάρους, ὁ δέ τρίτος εἶναι ἱερομάρτυρας.

Καλό θά ἦταν νά τονισθεῖ ἡ μοναδική μορφή τῆς ἁγίας Φιλοθέης (1522-1589). Δέν ἦταν φεμινίστρια μέ τά λόγια, ἀλλά μέ ἔργα. Ἔδινε στό μοναστήρι της ἐργασία καί στέγη σέ ὅσες γυναῖκες εἶχαν ἀνάγκη, ἀκόμη καί σέ Τούρκισσες, καί μάλιστα δέν δίστασε νά φυγαδεύσει τρεῖς ἑλληνοποῦλες, οἱ ὁποῖες εἶχαν δραπετεύσει ἀπό τήν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου τίς κρατοῦσαν οἱ Τοῦρκοι οἱ ὁποῖοι τίς εἶχαν ἀπαγάγει. Γι΄ αὐτή της τήν πράξη κτυπήθηκε ἀνηλεῶς ἀπό τούς Τούρκους.

Πλήν ὅμως τό σχολικό βιβλίο δέν ἔχει τήν εὐαισθησία νά προσφέρει στά παιδιά κάτι ἀπό τή ζωή καί τό ἔργο τῶν θαυμάσιων αὐτῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι κράτησαν τήν πίστη καί τήν πατρίδα ζωντανή.

Στό ἴδιο μάθημα ἀναφέρεται ὅτι: «Ὁ Σουλτάνος[61] Μωάμεθ Β΄  ἀναγνώρισε στόν Πατριάρχη τῆς Κωνσταντινούπολης (Οἰκουμενικό Πατριάρχη) δικαιώματα πού εἶχε καί στό Βυζάντιο.»[62] Δέν ἀναφέρει ὅμως ποιόν κατέστησε ὁ Μωάμεθ πατριάρχη. Δέν πιστεύουμε νά εἶναι τόσο ἀσήμαντο τό ὄνομα τοῦ Γενναδίου Σχολαρίου.

Ὅσον ἀφορᾶ δέ στόν σεβασμό τῶν δικαιωμάτων, τά ὁποῖα εἶχε ὁ πατριάρχης καί στό Βυζάντιο, ἀναφέρει ὁ μεγάλος ἱστορικός Κωνσταντίνος Ἄμαντος: «ἡ παραχώρηση τῶν προνομίων ἀπό τό Μεχμέτ[63] Β΄ δέν καθόρισε κατά σταθερό καί ἀπαράβατο τρόπο τίς σχέσεις τοῦ Πατριαρχείου καί τῶν Τούρκων. Ὁ ἴδιος ὁ Γεννάδιος ἀναγκάσθηκε νά παραιτηθεῖ μετά ἀπό κάποια χρόνια (διετέλεσε πατριάρχης 1454-1456 καί 1462-1464). Ἐνῷ ἄλλοτε εἶχε ἀναφέρει τή φιλανθρωπία τοῦ Μεχμέτ Β΄, ἔπειτα ἔγραψε, ἴσως μετά τήν πρώτη του παραίτηση: «φύγαμε, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ… ἀπό τό δυστυχισμένο αὐτό θρόνο καί ὅλα τά κακά πού αὐτός συνεπάγεται, τά ὁποῖα κανένας ἄνθρωπος μέ ἐλεύθερη ψυχή δέν θά τά ἀνεχόταν μέ τή θέλησή του.» Ἀφοῦ λοιπόν ὁ πατριάρχης Γεννάδιος, πού τόσο εἶχε εὐνοηθεῖ καί τιμηθεῖ ἀπό τό Μεχμέτ Β΄, θεώρησε εὐτύχημα τήν παραίτησή του ἀπό τόν πατριαρχικό θρόνο, μποροῦμε νά φαντασθοῦμε τί ὑπέφεραν οἱ ἄλλοι πατριάρχες, πού συχνά τούς συκοφαντοῦσαν στό σουλτάνο, ὁ ὁποῖος ἐξ  αἰτίας τῶν συχνῶν πολέμων γινόταν ὅλο καί πιό σκληρός.»[64]

Γιά τήν ἴδια περίοδο ἔπρεπε νά τονίζεται, ὅτι μεγάλο μέρος τοῦ ἑλληνισμοῦ ἐξισλαμίσθηκε καί ταυτοχρόνως ἐκτουρκίσθηκε. Ἡ ἑλληνική ταυτότητα ἐπιβίωσε, ἐπειδή ἕνα ἄλλο μεγάλο μέρος τοῦ ἑλληνισμοῦ ἀρνήθηκε νά ἐξισλαμισθεῖ καί παρέμεινε πιστό στήν ὀρθόδοξη χριστιανική πίστη παρ΄ ὅλες τίς δυσβάστακτες συνθῆκες ζωῆς. Ἄν δέν εἶχε γίνει αὐτό, σήμερα θά μιλούσαμε ὅλοι τουρκικά καί δέν θά λεγόμαστε Ἕλληνες. Γι΄ αὐτό ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική πίστη εἶναι πολύτιμη γιά τόν ἑλληνισμό.

 Μολονότι δέ στά κείμενα μετά τό τέλος τοῦ μαθήματος ἀναφέρεται σχετικό περιστατικό, δέν ἐξηγεῖται ἡ λεγόμενη «ἀβανία», ἡ ὁποία συνηθίζεται ἀκόμη καί σήμερα στίς χῶρες ὅπου οἱ μουσουλμάνοι ἀποτελοῦν πλειοψηφία καί οἱ χριστιανοί μειονότητα. Τί εἶναι αὐτή: Ὁ ὁποιοσδήποτε μουσουλμάνος συκοφαντοῦσε στίς ἀρχές τόν ὁποιοδήποτε χριστιανό μέ διάφορα κίνητρα. Συχνά γιά νά τοῦ πάρει τήν περιουσία, ἄλλοτε γιά νά φέρει στό χαρέμι του κάποια χριστιανή γυναίκα, ἄλλοτε διότι πίστευε ὅτι κάποιος συγκεκριμένος χριστιανός, ὁ ὁποῖος φαινόταν ἰδιαίτερα προικισμένος θά ἔπρεπε νά ἀλλαξοπιστήσει ὥστε νά κοσμήσει τόν χῶρο τῶν πιστῶν τοῦ ἰσλάμ, καί ἄλλοτε μόνο ἀπό φθόνο. Ἡ ψευδής καταγγελία περιλάμβανε κατά κανόνα συκοφαντικές κατηγορίες, ὅτι ὁ χριστιανός ἐξύβρισε τάχα τήν ἰσλαμική πίστη ἤ τόν «προφήτη» τοῦ ἰσλαμισμοῦ[65]. Αὐτό γίνεται μέχρι καί σήμερα μέ ἴδιο καί ἀπαράλλακτο τρόπο σέ χῶρες ὅπου ὄχι μόνον ὑπερτεροῦν ἀριθμητικά οἱ μουσουλμάνοι, ἀλλά ταυτοχρόνως ἰσχύει καί ὁ ἰσλαμικός ἱερός νόμος σαρία.

Στό γ΄ μέρος τοῦ ἰδίου μαθήματος ἀναφέρεται, ὅτι «τούς φόρους πρός τό τουρκικό κράτος πλήρωνε ἡ κοινότητα καί ὄχι ὁ κάθε ὑπόδουλος ἀτομικά. Ἔτσι οἱ εἰσφορές τῶν πλουσιοτέρων ἦταν δυνατόν νά ἐξισορροποῦν ἐκεῖνες τῶν φτωχότερων, ἀφοῦ ὅλοι ἀνῆκαν στό ἴδιο σῶμα.»[66] Ἐδῶ παρατηροῦμε δύο παραλείψεις: Πρῶτον, δέν ἀναφέρεται, ὅτι τό σύστημα αὐτό εἶναι ἐπανεισαγωγή τοῦ βυζαντινοῦ «ἀλληλεγγύου». Δεύτερον, δίνεται ἡ ἐντύπωση ὅτι τελικά ὑπῆρχε δικαιοσύνη στή φορολογία τῶν ὑποδούλων, ὅμως κάτι τέτοιο δέν ἴσχυε, διότι οἱ ὑπόδουλοι ἦταν ὑποχρεωμένοι νά πληρώνουν πολλές ἔκτακτες εἰσφορές, τά λεγόμενα «δοσίματα», τό εἶδος καί τό μέγεθος τῶν ὁποίων ρυθμιζόταν κάθε φορά ἀπό τήν αὐθαιρεσία, τήν ἀπληστία καί τήν ἀπανθρωπιά τοῦ κάθε τοπικοῦ διοικητῆ[67].

Τό κρυφό σχολεῖο εἶναι ἀδιαμφισβήτητη ἱστορική πραγματικότητα[68], παρ΄ ὅλο ὅτι κάποιοι ἀνιστόρητοι ἐπιμένουν νά ἰσχυρίζονται τό ἀντίθετο, ὅμως δέν τονίζεται ὡς τέτοια ἀπό τό ἐν λόγῳ βιβλίο, τό ὁποῖο ἀναφέρει σχετικά: «Γιά τή μεγάλη μάζα τοῦ λαοῦ πού δέν εἶχε πρόσβαση στίς σχολές αὐτές, ἱερεῖς καί μοναχοί δίδασκαν περιστασιακά, ἰδίως σέ ταραγμένες περιόδους, ἀνάγνωση καί γραφή χρησιμοποιώντας τά λειτουργικά ἐκκλησιαστικά βιβλία καί κυρίως τό Ψαλτήρι. Στή λαϊκή μνήμη ἡ δράση αὐτή τῶν ἱερωμένων-διδασκάλων ἔμεινε γνωστή ὡς «κρυφό σχολειό».[69] Ὡς πρός τό ἄν αὐτό τό ὁποῖο ἀποτύπωσε ἡ λαϊκή μνήμη κατ΄ αὐτόν τόν τρόπο, ἀνταποκρίνεται στήν ἱστορική πραγματικότητα, ἀποφεύγει τό βιβλίο νά λάβει θέση.

Μία ἱστορική περίοδος στήν ὁποία τό σχολικό βιβλίο δέν ἀναφέρεται διόλου, εἶναι ἡ ἑλληνική ἐπανάσταση, ἡ ἀρχική ὅμως εὐθύνη γιά τό ἀτόπημα αὐτό βαρύνει τούς συντάκτες τοῦ προγράμματος σπουδῶν. Δέν ἀναφέρεται λοιπόν, ὅτι ὁ ἀγώνας διεξήχθη «ὑπέρ πίστεως καί πατρίδος», δέν ἀναφέρεται πόσο σημαντική ὑπῆρξε ἡ πίστη τοῦ λαοῦ μας γιά τήν ἐπιτυχία τοῦ ἀγῶνος. Δέν ἀναφέρεται ἡ κήρυξη τῆς ἐπαναστάσεως στήν ἁγία Λαύρα, ἡ ὁποία εἶναι ἕνα ἀκόμη ἀδιαμφισβήτητο ἱστορικό γεγονός, τό ὁποῖο τό πολεμοῦν μέ ἀπίστευτη μανία ἐλάχιστοι ἀνιστόρητοι πλήν ὅμως ἀστείρευτα θρασεῖς καί ἀναιδεῖς[70].

Καί ἐπειδή οἱ ἴδιοι ὀλιγάριθμοι ἀντιστόρητοι ἐπιμένουν νά συκοφαντοῦν τόν ἱερομάρτυρα πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ γιά τόν ἀφορισμό κατά τῆς ἐπαναστάσεως, τόν ὁποῖο ἐξέδωκε γιά νά ἀποτρέψει τίς σφαγές τῶν ἀμάχων, ἄς ἔχουμε ὑπ΄ ὄψη τή μυστική εὐλογία τοῦ πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄γιά τήν ἐπανάσταση, τήν ὁποία ἀπηύθυνε πρός τόν Ρήγα Παλαμήδη γιά νά τήν διαβιβάσει στούς ἀρχιερεῖς τῆς Πελοποννήσου: «Ἐξεδώκαμεν ἀφορισμόν κατά τοῦ ἐνόπλου Γένους φοβούμενοι τήν σφαγήν τοῦ ἀόπλου γένους. Πορεύεσθε πρός τήν Πελοπόννησον καί ἀναγγείλατε εἰς τόν Παλαιῶν Πατρῶν καί τούς ἄλλους Ἱεράρχας ὅτι ἡ εὐλογία ἐμοῦ ἐπί τά ἔργα τῶν χειρῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πολεμεῖτε τόν Ἀγαρηνόν»[71].

Ὁ ἅγιος ἱερομάρτυρας Γρηγόριος Ε΄ Κωνσταντινουπόλεως δέν ἦταν ὅμως ὁ μοναδικός κληρικός ὁ ὁποῖος θυσιάσθηκε κατά τή διάρκεια τοῦ ἐπαναστατικοῦ ἀγῶνος. Θά ἔπρεπε στό σχολικό βιβλίο νά ἐξαίρεται ἡ συμμετοχή τῶν κληρικῶν καί τῶν μοναχῶν μας στόν ἀγώνα καί ἡ θυσία ἀρκετῶν ἀπό αὐτούς.

Ἐπειδή καί σέ αὐτήν τήν περίπτωση τό πρόγραμμα σπουδῶν δέν τό ἀπαιτεῖ, οὐδεμία ἀναφορά γίνεται στή γενοκτονία τοῦ μικρασιατικοῦ χριστιανισμοῦ καί στούς ἁγίους ἱεράρχες τῆς μικρασιατικῆς καταστροφῆς, ἐνῷ ἡ ἄρνηση τῆς γενοκτονίας αὐτῆς εἶναι πλέον ποινικό ἀδίκημα. Οἱ ἱερομάρτυρες τῆς μικρασιατικῆς καταστροφῆς ἐκτός ἀπό τόν Χρυσόστομο Σμύρνης εἶναι λοιπόν ὁ Κυδωνιῶν Γρηγόριος, ὁ Μοσχονησίων Ἀμβρόσιος, ὁ Ζήλων Εὐθύμιος, καί ὁ Ἰκονίου Προκόπιος[72], οἱ ὁποῖοι μαρτύρησαν μέ φρικτότατα βασανιστήρια.

Τό ἔγκλημα εἰς βάρος τῶν χριστιανῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας δέν ἔληξε ὅμως μέ τή σφαγή τους. Συνεχίσθηκε καί μετά τόν θάνατό τους. Διότι τό κεμαλικό καθεστώς ἐμπορεύθηκε τά ὀστά τους καί οἱ Εὐρωπαῖοι τά ἀγόρασαν. Τό ἀγγλικό πλοῖο «Ζάν» παρέλαβε τό 1924 τετρακόσιους τόνους ὀστῶν χριστιανῶν ἀπό τή Μικρά Ἀσία. Περνώντας ἀπό τή Θεσσαλονίκη ἐμποδίσθηκε ἀπό τόν ἑλληνικό λαό νά ἀποπλεύσει, ὅμως τελικά ἀφέθηκε ἐλεύθερο κατόπιν παρεμβάσεως τοῦ Ἄγγλου προξένου. Τά ὀστά τῶν χριστιανῶν τά πῆγε στή Μασσαλία[73], ὅπου χρησιμοποιήθηκαν στή σαπωνοποιία. Τελικά ὁ Χίτλερ δέν ἦταν διόλου πρωτότυπος.

Στό μάθημα 31 «Ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδας» μολονότι τό σχολικό βιβλίο ἀναφέρει ὅλες τίς αὐθαιρεσίες τῆς βαυαροκρατίας, οἱ ὁποῖες ὁδήγησαν στήν μονομερή ἀνακήρυξη τοῦ αὐτοκεφάλου τῆς ἑλλαδικῆς ἐκκλησίας, δέν ἀποσαφηνίζει ὅτι αὐτή ὑπῆρξε σχισματική ἐπί δεκαεπτά χρόνια. Καί ἐπειδή τό πρόγραμμα σπουδῶν ἀναφέρει, ὅτι στόχος τοῦ μαθήματος αὐτοῦ εἶναι «Νά ἐπισημάνουν [οἱ μαθητές] τά αἴτια καί τήν ἀναγκαιότητα σύστασης τοῦ αὐτοκεφάλου στήν Ἀνατολική Ἐκκλησία καί τά χαρακτηριστικά γνωρίσματά του στήν Ἐκκλησία τῆς Ἐλλάδος», ἐρωτοῦμε: ποιό ἄλλο αἴτιο ὑπῆρξε γιά τό αὐτοκέφαλο ἐκτός ἀπό τήν πολιτική αὐθαιρεσία; Ἄλλωστε καί ἀπό τήν ἀνάλυση στήν ὁποία προβαίνει τό σχολικό βιβλίο αὐτό συνάγεται!

Στό γ΄ μέρος τοῦ ἰδίου μαθήματος ἀναφέρεται ὅτι: «τά ἑπόμενα χρόνια οἱ ἐξελίξεις ἦταν ραγδαῖες: μεγάλος ἀριθμός μοναστηριῶν ἔκλεισε καί ὁ ἀριθμός τῶν ἐπισκόπων περιορίσθηκε»[74]. Δέν ἀποσαφηνίζεται ὅμως, ὅτι αὐτά τά ἐπέβαλαν οἱ Βαυαροί μέ τή βία. Ἔτσι ἔκλεισαν μέ τή βία 412 μοναστήρια, μεταξύ αὐτῶν καί τή μονή τῆς ἁγίας Φιλοθέης στήν Ἀθήνα καί ἀρκετοί καλόγεροι κατάντησαν νά ζητιανεύουν, ὅπως ἀναφέρει καί ὁ Μακρυγιάννης στά ἀπομνημονεύματά του.

Παρ΄ ὅλα αὐτά τό σχολικό βιβλίο δίνει κατά τήν ἀνάλυση διαφόρων μαθημάτων καί ἀφορμές γιά ἐργασίες κρίσεως καί ἐποικοδομητική συζήτηση, τίς ὁποῖες ὅμως συχνά δέν τίς ἐπισημαίνει καί δέν τίς ἀξιοποιεῖ. Δηλαδή προσφέρει συχνά ὡραῖα θέματα πρός ἐπεξεργασία καί συζήτηση κατά τήν ἀνάπτυξη τοῦ μαθήματος, ἀλλά κατόπιν, στίς ἐρωτήσεις καί δραστηριότητες στό τέλος τοῦ μαθήματος, δέν προτείνει σχετικές μέ αὐτά ἐργασίες. Ἄς δοῦμε μερικά σχετικά παραδείγματα.

Στό β΄ μέρος μαθήματος 11 «Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος» τό σχολικό βιβλίο δίνει ἀρκετά ὡραία ἀφορμή γιά νά ἀναθέσουμε ἐργασία γιά τήν κακή συνήθεια τής συκοφαντίας: «Ὅταν αὐτοί [Ἰουδαῖοι καί ἐθνικοί]βλέπουν τούς χριστιανούς νά διαιροῦνται καί νά ἀλληλοσυκοφαντοῦνται, τότε δέν ἔχουν κανένα λόγο νά δεχτοῦν τό μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ καί αὐτή ἔχει ὅλα τά ἐλαττώματα πού καταδικάζει στούς ἄλλους.»[75] Ὅμως αὐτή τήν ὡραία ἀφορμή δέν τήν ἀξιοποιεῖ προτείνοντας στο τέλος τοῦ μαθήματος κάποια ἀνάλογη ἐργασία.

Στό μάθημα 14 «Αἰρέσεις: ἐσωτερική πληγή τῆς Ἐκκλησίας»[76] ἀναφέρει σημαντικές ἔννοιες, ἀλλά δέν τίς ἀξιοποιεῖ. Αὐτές εἶναι ὁ ἐγωισμός, ἡ ἀλαζονεία καί ἡ ὑπερτίμηση τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς. Καλό θά ἦταν λοιπόν νά δίνεται ἀφορμή νά συζητοῦνται μέσα στή σχολική τάξη οἱ ἐπιπτώσεις τῶν συνηθειῶν καί τῶν ἐλαττωμάτων αὐτῶν σέ πρόσωπα, διαπροσωπικές σχέσεις καί στίς κοινωνίες γενικότερα.

Στό β΄ μέρος τοῦ μαθήματος 16 «Μέγας Βασίλειος: Ἕνας κορυφαῖος ἱεράρχης» δίνονται θαυμάσιες εὐκαιρίες γιά ἐργασίες καί συζητήσεις, οἱ ὁποῖες ὅμως καί πάλι δέν ἀξιοποιοῦνται. Ἀναφέρονται ἡ ἀκόρεστη ἐπιθυμία γιά πλουτισμό καί οἱ διακρίσεις μεταξύ τῶν ἀνθρώπων[77]. Ἀκόμη θά μποροῦσε, μέ ἀφορμή τήν ἀδελφική φιλία τοῦ μεγάλου Βασιλείου μέ τόν Γρηγόριο τόν Θεολόγο, νά ἀναθέτει ἐργασία γιά τή φιλία. Πῶς ὅμως θά ἦταν δυνατόν κάτι τέτοιο, ἀφοῦ ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἔχει, γιά πρώτη φορά στά χρονικά τοῦ ἐλεύθερου ἑλληνικοῦ κράτους, ἀπαλειφθεῖ ἀπό σχολικό βιβλίο θρησκευτικῶν γυμνασίου;!

Στ΄. Εἰκονογραφικά ἀτοπήματα

Σέ πλεῖστα ὅσα μαθήματα οἱ περιλαμβανόμενες εἰκόνες εἶναι πολύ μικρές, καί ἔτσι ὑπάρχουν ἁπλῶς καί μόνο γιά νά ὑπάρχουν, ἀφοῦ λόγῳ τοῦ μικροῦ τους μεγέθους δέν εἶναι σέ θέση νά βοηθήσουν στήν κατανόηση τοῦ μαθήματος.

Εἰδικά γιά τό μάθημα 20 «Ἐκκλησιαστική τέχνη Α΄: Ναοδομία καί ἁγιογραφία», ὅπου οἱ εἰκόνες εἶναι ζωτικῆς σημασίας περισσότερο ἀπ΄ ὅ,τι σέ κάθε ἄλλο μάθημα, πρέπει νά ἐπισημάνουμε, ὅτι ἀτυχῶς ἔχει κατόψεις μήκους ἀπό 1-3 ἑκατοστά[78], πράγμα τό ὁποῖο δέν βοηθεῖ τούς διδάσκοντες νά διδάξουν τό μάθημα, ὅπως δέν βοηθεῖ καί τούς μαθητές νά τό κατανοήσουν.

Στό μάθημα 30 «Ἡ ἀνατολική Ἐκκλησία κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας» δέν ἔχει εἰκόνες τοῦ ὁσίου Δαβίδ, τῆς ἁγίας Φιλοθέης, τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Ε΄ Κωνσταντινουπόλεως, ἐνῷ ἔχει τέσσερεις ἀπεικονίσεις τοῦ Λουθήρου καί δέν παραλείπει ἐπίσης καί ἀπεικονίσεις τοῦ Ζβιγγλίου καί τοῦ Καλβίνου.

Στό μάθημα 31 «Ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδας» τό βιβλίο περιλαμβάνει ἀπεικόνιση τοῦ Βαυαροῦ ἀντιβασιλιά Μάουρερ καί τοῦ Θεόκλητου Φαρμακίδη, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ἡ μαριονέτα τῆς βαυαρικῆς ἀντιβασιλείας, ὅμως δέν ἔχει ἀπεικόνιση τοῦ Κωνσταντίνου Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ἀπό τίς σημαντικότερες προσωπικότητες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, πολυίστωρ, ὀρθόδοξος καί ὑπέρμαχος τῆς κανονικῆς τάξεως τῆς Ἐκκλησίας. Μεταξύ ἄλλων ἔγραψε μάλιστα καί τό περίφημο πολυσέλιδο σύγγραμμα «περί τῆς γνησίας προφορᾶς τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης», ὅπου ὑπεραμύνεται τῆς προφορᾶς τήν ὁποίαν ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες γνωρίζουμε καί ἀνασκευάζει τή λεγόμενη «ἐρασμιακή προφορά», ἡ ὁποία εἶναι σωστός ἐξευτελισμός τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας.

Ἐν γένει πρέπει νά παρατηρήσουμε, ὅτι τό ὑπό ἐξέταση βιβλίο ἀπέτυχε ὡς πρός τήν εἰκονογράφηση νά ἀνταποκριθεῖ στούς στόχους τούς ὁποίους θέτει τό πρόγραμμα: «οἱ εἰκόνες, φωτογραφίες, διαγράμματα, σκίτσα, χάρτες πού συνοδεύουν τό κείμενο, θά πρέπει νά τό ὑποστηρίζουν ἀποτελεσματικά ὥστε νά αὐξάνουν τό βαθμό κατανόησής του.»

Συμπέρασμα

            Ὅλες οἱ ὡς ἄνω ἐπισημάνσεις καταδεικνύουν τό ἐν λόγῳ βιβλίο ἀκατάλληλο γιά τή διδασκαλία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας τόσο σέ τέκνα ὀρθοδόξων χριστιανῶν, ὅσο καί στόν ὁποιονδήποτε ἄλλο ὁ ὁποῖος θά ἤθελε νά πληροφορηθεῖ γι΄ αὐτήν σωστά καί ὑπεύθυνα. Τό γεγονός αὐτό συνεπάγεται περισσότερο κόπο γιά τούς σχολικούς συμβούλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναγκασμένοι σέ εἰδικά σεμινάρια νά ὑποδεικνύουν στούς ἐκπαιδευτικούς τά προβλήματα τοῦ ὑπό ἐξέταση βιβλίου[79], ὅπως καί γιά τούς ἐκπαιδευτικούς οἱ ὁποῖοι πρέπει κατά τή διδασκαλία νά ὑπερβαίνουν τά προβλήματα αὐτά κατά τόν πλέον ἐνδεδειγμένο παιδαγωγικό τρόπο.

Γιά τό κάτω τοῦ μετρίου ἀποτέλεσμα τό ὁποῖο μόλις περιγράψαμε, ἡ εὐθύνη βαρύνει κατ΄ ἀρχήν τούς δημιουργούς τοῦ προγράμματος σπουδῶν γιά ὅσες παραλείψεις ἤ σφάλματα ὀφείλονται στό πρόγραμμα. Μεγάλο μέρος τῆς εὐθύνης ἔχουν οἱ συγγραφεῖς τοῦ σχολικοῦ βιβλίου, διότι πολλά σφάλματα, θεολογικά, ἱστορικά, παιδαγωγικά, ἀλλά καί πολλές παραλείψεις ὀφείλονται ἀποκλειστικῶς σέ αὐτούς. Ἀλλά καί οἱ γιά τίς παραλείψεις θεμάτων οἱ ὁποῖες ὀφείλονται στό πρόγραμμα, ἡ εὐθύνη δέν παύει νά βαρύνει καί τούς συγγραφεῖς τοῦ βιβλίου. Διότι, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος συμβιβάζεται μέ κάτι ἀπαράδεκτο, ἡ πράξη του αὐτή σημαίνει πώς τό ἐγκρίνει. Τό γεγονός ἐν τέλει ὅτι ἕνα ἀκατάλληλο βιβλίο ἐγκρίθηκε, ἐκτυπώθηκε καί ἐπί σειρά ἐτῶν χρησιμοποιήθηκε ὡς σχολικό ἐγχειρίδιο καταλογίζει εὐθύνες καί στούς κριτές – ἀξιολογητές, τοῦ ὑπό ἐξέταση βιβλίου.

Καί ἀπομένει τό καυτό ἐρώτημα: πῶς δέν θά ἐπαναληφθοῦν φαινόμενα σάν αὐτό τό ὁποῖο μόλις ἀναλύσαμε; Ἡ ἀπάντηση δύναται νά εἶναι εἶναι μία καί μοναδική: Ἐάν συγγραφοῦν ὄχι προχείρως καί κατά τό κοινῶς λεγόμενο «στό γόνατο», ἀλλά μέ προσοχή καί ὑπευθυνότητα ἀπό εἰδικούς ἐπιστήμονες καί ὄχι ἀπό τόν ὁποιονδήποτε καί ἐγκριθοῦν ἐπίσης ἀπό εἰδικούς βιβλία τά ὁποῖα θά ἔχουν ὡς μοναδικό γνώμονα τήν ὀρθόδοξη χριστιανική πίστη μας καί τήν εὐθύνη μας ἔναντι τῶν παιδιῶν τά ὁποῖα καλούμαστε νά διαπαιδαγωγήσουμε.

Ὅμως, λαμβανομένης ὑπ΄ ὄψη τῆς συντάξεως τῶν νέων προγραμμάτων σπουδῶν δημοτικοῦ καί γυμνασίου τῶν ἐτῶν 2011/14, ὅπως καί τοῦ νέου προγράμματος λυκείου τοῦ ἔτους 2015, τά ὁποῖα προγράμματα παρουσιάζουν ἀσυγκρίτως περισσότερα καί σοβαρότερα προβλήματα ἀπό τά προγράμματα σπουδῶν καί τά σχολικά βιβλία τά ὁποῖα φιλοδοξοῦν νά ἀντικαταστήσουν, τό μέλλον προβλέπεται ζοφερό.

Γι΄ αὐτό ἀπαιτοῦνται ἀδιάκοπες ἀγωνιστικές κινητοποιήσεις ἀπό μέρους τῶν θεολόγων καθηγητῶν, τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν κληρικῶν καθώς καί ἀπό μέρους τῶν λαϊκῶν πιστῶν, ὅπως καί ἀπό μέρους τῆς ἡγεσίας τῆς Ἐκκλησίας μας προκειμένου νά μή περιέλθει τό ὀρθόδοξο χριστιανικό μάθημα θρησκευτικῶν σέ θανάσιμη κατάπτωση στήν Ἑλλάδα τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου χριστιανικοῦ αἰῶνος, πράγμα τό ὁποῖο θά συντελέσει στήν κατάπτωση αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς πατρίδας[80] μας.

[1] Στέφανος Καραχάλιας, Πηνελόπη Μπράτη, Δημήτριος Πασσάκος, Γεώργιος Φίλιας,  Θρησκευτικά Γ΄ Γυμνασίου, Θέματα ἀπό τήν Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, Ὀργανισμός Ἐκδόσεων Διδακτικῶν Βιβλίων, Ἀθήνα 2006. Βεβαίως λίγα δευτερεύοντα σφάλματα τά ὁποῖα περιλαμβάνονταν στήν πρώτη ἔκδοση τοῦ βιβλίου καί κατόπιν διορθώθηκαν δέν τά ἀναφέρουμε ἐδῶ. Ἐδῶ ἀναφέρουμε τή σωρεία σφαλμάτων καί παραλείψεων, ἡ ὁποία παρέμεινε ἀμετάβλητη.

[2] Τό ὁποῖο φέρει τήν ὀνομασία Διαθεματικό Ἑνιαῖο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδῶν (Δ.Ε.Π.Π.Σ.).

[3] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 44.

[4] Μαρτύριον τοῦ ἁγίου Ἱερομάρτυρος Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, Β.Ε.Π.Ε.Σ. τ. 2, Ἀθῆναι 1955, σ. 338.

[5] Στέφανος Καραχάλιας κ.λπ ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 53.

[6] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 73.

[7] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 74.

[8] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 83.

[9] Στέφανος Καραχάλιας κ.λπ. ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 103.

[10] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 119.

[11] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 19.

[12] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 23.

[13] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 37.

[14] Μαρτύριον τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου, ΙΧ, Β.Ε.Π.Ε.Σ. τ. 3, σ. 23.

[15] Στέφανος Καραχάλιας κ.λπ. ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 45.

[16] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 49.

[17] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 74.

[18] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 77.

[19] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 84.

[20] Ἕνα τέτοιο βοήθημα εἶναι τό ἑξῆς: Ἡ θεία λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Μεταφραστικό βοήθημα ὑπό ἀρχιμ. Μαξίμου Παναγιώτου, ἐκδ. Ἱερά Μονή Παναγίας Παραμυθίας, Ρόδος 1997.

[21] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 37.

[22] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 102.

[23] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 63.

[24] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 106.

[25]  Ὁ στίχος Β΄ Κορ. 3, 17, ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 16.

[26] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 18-19 καί μάλιστα γιά τόν χαρακτηρισμό αὐτό δέν εὐθύνεται τό πρόγραμμα σπουδῶν.

[27] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 47.

[28] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 65.

[29] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 74.

[30] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 75.

[31] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 94 ἀμφότερα τά παραθέματα.

[32] Ἐάν τυχόν συναντήσουμε στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία κάτι ἀντίθετο ἀπό αὐτά συνιστᾶ ἐκτροπή ἀπό τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ καί ἐκκοσμίκευση.

[33] Μτ 20,26 καί 23,11.

[34] Μρ 9,35 καί 10,43.

[35] Τό πῶς σέ κάποιες περιπτώσεις ἡ διακονία κατέληξε δεσποτισμός, εἶναι μία ἄλλη ἱστορία. Προφανῶς ὀφείλεται στή φιλαυτία καί φιλαρχία ὁρισμένων, οἱ ὁποῖοι τοποθετοῦν αὐτά τά πάθη πολύ πιό πάνω ἀπό τήν πίστη, τήν ἀγάπη καί τήν αὐτοθυσία, ἀρετές οἱ ὁποῖες πρέπει νά χαρακτηρίζουν κάθε ἐκκλησιαστικό ἡγέτη. Εἶναι ἕνα καλό θέμα γιά συζήτηση μέ τούς μαθητές, ἀλλά πρέπει ἐπίσης, ὅποιος τό θίγει, νά προσέχει νά στιγματίζει μέν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τά πάθη, ὄχι ὅμως καί νά καταντᾶ ὁ ἴδιος στό ἁμάρτημα τῆς κατακρίσεως.

[36] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 21.

[37] Πρ. 7,58.

[38] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 37.

[39] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 39.

[40] Ἡ μόνη αἰτία ἦταν ἡ ἐμμονή τῆς Ἐκκλησίας στήν πίστη στόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό καί στή διδασκαλία Του τοῦ «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους».

[41] Γεώργιος Π. Ἀνσίμωφ, «Ἐχθρός τοῦ λαοῦ», Ἡ σταυρική πορεία τοῦ ἁγίου νεομάρτυρα π. Παύλου Ἀνσίμωφ (1891-1937), μετάφρ. Ναταλία Νικολάου, Γ΄ ἔκδ. ἒκδ. Ἀρχονταρίκι, Ἀθήνα 2010, σ. 113.

[42] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 39.

[43] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 262.

[44] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 278-9.

[45] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 49-50.

[46] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 50.

[47] Εἶναι γνωστό, ὅτι ὁ ἱδρυτής τῆς αἱρέσεως αὐτῆς Λαφαγιέτ Ρόν Χάμπαρντ εἶχε διακηρύξει: «Θέλεις νά γίνεις πάμπλουτος; Ἵδρυσε μία θρησκεία». Λέγοντας βεβαίως θρησκεία ὁ ἄνθρωπος ἐννοοῦσε τίς αἱρετικές του ἀπάτες, διότι ὡς γνωστόν κατά τήν Καινή Διαθήκη: «θρησκεία καθαρά καί ἀμίαντος παρά τῷ Θεῷ καί πατρί αὕτη ἐστίν, ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανούς καί χήρας ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτόν τηρεῖν ἀπό τοῦ κόσμου.» Ἰακ. 1,27.

[48] βλ. Daniel Domscheit – Berg, Ἡ ἱστορία καί τά μυστικά τοῦ WikiLeaks, Ἡ θητεία μου στήν πιό ἐπικίνδυνη ἰστοσελίδα τοῦ κόσμου, μετάφρ. Γρηγόρης Ἀποστολίδης, ἐκδ. Κέδρος, Ἀθήνα 2011, σ. 50-59.

[49] Στέφανος Καραχάλιας κ.λπ. ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 69.

[50] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 83.

[51] Καί αὐτό πρέπει ἐπίσης νά τονίζεται, ὅτι οἱ δύο μεγάλοι ἅγιοι ἦταν Ἕλληνες τό γένος, διότι ὡς γνωστόν, κάποιοι ἐπιχείρησαν νά τούς παραστήσουν ὡς καταγομένους ἀπό παντελῶς ἀνύπαρκτη ἐθνότητα!

[52] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 107.

[53] Μτ 25,34.

[54] Μτ 25,35.

[55] Στέφανος Καραχάλιας κ.λπ. ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 108.

[56] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 108.

[57] 2,4.

[58] Simon Whitechapel, Ἡ κόλαση τῆς σάρκας, Οἱ κτηνωδίες τοῦ Τορκεμάδα καί τῆς ἰσπανικῆς Ἱερᾶς Ἐξέτασης, ἐκδ. Lector, Ἀθήνα 2002, σ. 102, 106.

[59] Hans Dollinger, Schwarzbuch der Weltgeschichte, 5.000 Jahre der Mensch des Menschen Feind, Komet, Frechen 1999, σ. 281.

[60] Γι΄ αὐτό συχνά συνιστῶ σέ συναδέλφους: «μή χρησιμοποιοῦμε στό μάθημα ὑπερβολικά τήν ὀθόνη εἰςβάρος τοῦ διαλόγου καί τῆς οὐσιαστικῆς ἐπικοινωνίας μέ τόν μαθητή καί κατ΄ αὐτόν τόν τρόπο κάνουμεμάθημα μπαρόκ, δηλαδή μάθημα ἐντυπωσιασμοῦ, τό ὁποῖο ἀπό κάποια στιγμή καί ἔπειτα τούς προξενεῖκορεσμό, κοινῶς τό βαριοῦνται, καί παύουν νά τό ἐκτιμοῦν.»

[61] Καί μάλιστα κατά παράδοξο τρόπο ἀναγράφεται ἡ λέξη «σουλτάνος» μέ κεφαλαῖο «Σ».

[62] Στέφανος Καραχάλιας κ.λπ. ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 119.

[63] Ἀναφέρει τόν σουλτάνο ὡς «Μεχμέτ», διότι οἱ Τοῦρκοι πιστεύουν, ὅτι κανένας ἄνθρωπος δέν πρέπει νά φέρει τό ὄνομα τοῦ «προφήτη», γι΄ αὐτό τό χρησιμοποιοῦν σέ αὐτή τήν παραλλαγή.

[64] Κωνσταντίνος Ἰ. Ἄμαντος, Σχέσεις Ἑλλήνων καί Τούρκων ἀπό τόν ἑνδέκατο αἰώνα μέχρι τό 1821, τόμ. Α΄, ἐκδ. Ἀρχιπέλαγος, Ἀθήνα 2008, σ. 126.

[65] Περί αὐτῶν βλ. Στυλιανός Παπαδόπουλος, Οἱ νεομάρτυρες καί τό δοῦλον γένος, ἀκδ. Ἀποστολική Διακονία, Ἀθῆναι 1991.

[66] Στέφανος Καραχάλιας κ.λπ. ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 120.

[67] Γιά νά μή ὑπάρχει ἀμφιβολία γιά ὅλα αὐτά παραθέτουμε τήν ἑξῆς διαφωτιστική περιγραφή: «Τό φορολογικό τουρκικό σύστημα ἐπί τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν ἦταν ὁ κεφαλικός φόρος ἤ χαράτς, ὅπως τό ὀνόμαζαν, καθώς καί ὁ ἔγγειος φόρος, ἡ δεκάτη δηλαδή, ἤ «μιρί» ὅπως τήν ὀνόμαζαν. Ὁ φόρος τῆς δεκάτης ἦταν ὁ πλέον ληστρικός γιά ὅλους τούς ὑπηκόους τῆς αὐτοκρατορίας καί αὐτός εἰσπραττόταν ἀπό τούς χαρατζῆδες (ἔτσι τούς ἀποκαλοῦσε ὁ λαός) ὕστερα ἀπό ἐκμίσθωσή του (μουκατάς) μέ πλειστηριασμό γιά διάρκεια ἑνός χρόνου. Αὐτοί οἱ ἄπληστοι χαρατζῆδες ἀνέβαζαν αὐθαίρετα τό ποσό τοῦ φόρου γιά μία προσδιορισμένη τοπική περιοχή καί καταπίεζαν τό ραγιά στή συνέχεια γιά τήν εἰσπραξή του. Ἐκτός ἀπό αὐτούς τούς τακτικούς φόρους οἱ Τοῦρκοι ἔβαζαν κατά τή βούλησή τους καί αὐθαίρετους φόρους τά λεγόμενα δοσίματα. Σέ καιρό πολεμου ἔβαζαν τρεῖς φόρους ἐκστρατείας: γιά τίς δαπάνες τῶν ἀνακτόρων, γιά τή συντήρηση τοῦ στόλου καί γιά τή συντήρηση τοῦ ἱππικοῦ. […] Πέρα ἀπό τούς φόρους ἐκστρατείας καί φιλοξενείας ἦταν τά δοσίματα, τά μπαξίσια καί τά μπαγιραμλίκια γιά τούς ἀξιωματικούς Τούρκους, τά ἀγιλίκια (γιά τόν καδή καί τόν μπουλούκμπαση – σωματάρχη), τά σπαηλίκια, ὁ φόρος τῶν φρουρῶν ἤ τό λεγόμενο «πανιάτικο» πού ἦταν μία εἰσφορά πού πλήρωναν οἱ ραγιάδες στό βοεβόδα «γιά τά ἔξοδα τῶν καραβόπανων» καί γιά τά πουκάμισα τῶν σκλάβων πληρωμάτων στίς γαλέρες (κάτεργα). Ἡ αὐθαιρεσία τῶν Τούρκων δέν εἶχε ὅρια. Φόρους ἔβαζαν παντοῦ: Στά προϊόντα τῶν κατοίκων, κρασιά («βαρελιάτικο») στάρια, βαμβάκια, μετάξια, καπνά, ὑφάσματα, παπούτσια, τά κεριά, τό ἁλάτι («ἁλατιάτικο»), τά ζῶα (μικρά καί μεγάλα), τίς οἰκοδομές καί ὅ,τι ἄλλο ἐρχόταν στήν ἔμπνευση τῶν αὐθαιρετούντων ἀξιωματούχων.» Γιάννης Β. Καρύτσας, Οἱ Αἰτωλοί Διδάσκαλοι Εὐγένιος Γιαννούλης Ἀναστάσιος Γόρδιος, Χρύσανθος ὁ Αἰτωλός, ἡ ἐποχή τους καί τό ἔργο τους, Ἀθήνα 2002, σ. 53-54.

[68] Γιά πλήρη ἐπιστημονική τεκμηρίωση τῆς ἐν λόγῳ ἱστορικῆς ἀληθείας βλ. ἀπό τήν ἰστοσελίδαwww.antibaro.gr , τήν ἑξῆς πρότυπη ἐπιστημονική ἐργασία: Γιώργος Κεκαυμένος, Κρυφό Σχολειό. Τό Χρονικό μιᾶς Ἱστορίας.

[69] Στέφανος Καραχάλιας κ.λπ. ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 121.

[70] Γιά πλήρη ἐπιστημονική τεκμηρίωση τοῦ ἐν λόγῳ ἱστορικοῦ γεγονότος βλ. ἀπό τήν ἰστοσελίδαwww.antibaro.gr , τήν ἐπίσης προτυπη ἐπιστημονική ἐργασία: Χρῆστος Κορκόβελος, Περί τῶν ἱστορικῶν συμβάντων στήν Ἁγία Λαύρα τό Μάρτιο τοῦ 1821.

[71] Παναγ. Θεοδ. Παπαθεοδώρου, Ὁ Γρηγόριος Ε΄ καί ἡ ἐπανάσταση τοῦ ΄21, ἐκδ. «Τῆνος», Ἀθήνα 1986, σ. 70-71.

[72] Ἕνα ὡραῖο βιβλιαράκι, γιά τό θέμα αὐτό, εἶναι τοῦ π. Νικολάου Πρωτοπαπά, Οἱ ἅγιοι τῆς μικρασιατικῆς καταστροφῆς, Ἀθήνα 1992.

[73] Σοφία Λουκᾶ, Μνῆμες ἀπό τή Μικρά Ἀσία, ἐκδ. Μύρτος, Ἀθήνα 2012, σ. 62.

[74] Στέφανος Καραχάλιας κ.λπ. ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 125.

[75] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 43.

[76] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 53.

[77] Ἔνθ΄ ἀνωτέρω σ. 63.

[78] Κατόψεις,  τομές καί φωτογραφίες ναῶν μπορεῖ νά βρεῖ κανείς στό πολύ χρήσιμο βιβλίο τοῦ RichardΚrautheimer, Παλαιοχριστιανική καί βυζαντινή ἀρχιτεκτονική, ἐκδόσεις ΜΙΕΤ, Ἀθήνα 1991.

[79] Γιά τό ζήτημα αὐτό ὁ γράφων διοργάνωσε σεμινάριο γιά τούς θεολόγους καθηγητές τῆς Διευθύνσεως Δευτεροβάθμιας Ἐκπαιδεύσεως Δ΄ Ἀθηνῶν στίς 20/11/2015 καί γιά τούς θεολόγους καθηγητές τῆς Διευθύνσεως Δευτεροβάθμιας Ἐκπαιδεύσεως Πειραιῶς στίς 27/11/2015. Καί στίς δύο συναντήσεις τό διατιθέμενο ἀπό τήν προϊσταμένη ἀρχή διδακτικό δίωρο ἐπήρκεσε μόλις καί μετά βίας.

[80] Καί σέ ὅσους ἐπιχειροῦν νά μᾶς ἀπαγορεύσουν τή λέξη αὐτή, ἁπλῶς θά τονίσουμε τό ρητό τοῦ Σωκράτους: «πατρός τε καί μητρός καί τῶν ἄλλων προγόνων, ἁπάντων τιμιώτερον ἐστιν ἡ πατρίς».

http://aktines.blogspot.gr/2016/08/2006.html#more

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »