Υπουργείο Παιδείας: Οδηγός Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο (για τον εκπαιδευτικό)

Υπουργείο Παιδείας: Οδηγός Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο (για τον εκπαιδευτικό).

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1777

Το Άρθρο : Έκφραση-Έκθεση Γ΄Λυκείου

Το άρθρο : Ορισμός(1)
Το άρθρο είναι δημοσιευμένο κείμενο σε εφημερίδα ή περιοδικό που αναφέρεται σε ειδικό θέμα και έχει ειδησεογραφικό χαρακτήρα. Eίναι ενταγμένο σε ένα επικοινωνιακό γλωσσικό περιβάλλον και έχει ως βασικό σκοπό την πειθώ. Πραγματεύεται θέματα της πρώτης γραμμής της επικαιρότητας, αλλά και ζητήματα ευρύτερου επιστημονικού, εγκυκλοπαιδικού καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος, που σε κάποια στιγμή αποτέλεσαν θέμα επικαιρότητας και εξακολουθούν να απασχολούν την κοινή γνώμη. Ο αρθρογράφος προσεγγίζει το θέμα του τεκμηριωμένα, χρησιμοποιεί πολλές φορές ειδικό λεξιλόγιο και υιοθετεί το δικό του ύφος. (σοβαρό, ουδέτερο, αυστηρό).

Βασικά χαρακτηριστικά του άρθρου
• έχει επίκαιρο χαρακτήρα
• δημοσιεύεται σε εφημερίδα, σε περιοδικό, στο διαδίκτυο, κ.α
• καταπιάνεται με θέματα ποικίλου ή και συγκεκριμένου περιεχομένου
• συνήθως δεν έχει προσωπικό οικείο τόνο
• είναι περιορισμένης έκτασης
• διαφοροποιείται από τη λογοτεχνία


Δομή(2)
Η τυπική δομή άρθρου έχει ως εξής:
1 Πρόλογος ► Εκτίθεται το θέμα ή η προβληματική του.
2 Κύριο μέρος ► Παράθεση επαρκούς αποδεικτικού υλικού για:
• διασαφήνιση της κυρίαρχης ιδέας
• τεκμηρίωση της θέση-ισχυρισμού που διατυπώθηκε στην εισαγωγική παράγραφο
• ανασκευή θέσης
Επίλογος ► Συμπυκνωμένη θεώρηση των θέσεων του κύριου θέματος

Σημειώσεις

1 Βλέπε, Έκφραση Έκθεση, Γ ΄ Λυκείου, σελ. 166.
2 Δ.Ν. Φαρμάκης, Η Διδακτική της Έκφρασης Έκθεσης, Τεχνικές Παραγωγής Λόγου, εκδόσεις Ζήτη Θεσσαλονίκη 2001, σελ . 30

Ενδεικτικό άρθρο/ βασικά χαρακτηριστικά
Πρόλογος :Πνευματικός άνθρωπος, που πιστεύει πως είναι «επαρκής καθ’ εαυτόν», είναι στείρος εγωιστής και άγονος ομφαλοσκόπος. Ο αληθινός πνευματικός άνθρωπος όχι μόνο στοχάζεται για τον εαυτό του και τους άλλους, μα και κάτι περισσότερο: δρα για τους άλλους. Όσο σοφός, όσο «ευλογημένος» κι αν είναι, άμα παραμένει αδρανής, καταντά άχρηστος.3

Κύριο μέρος :Και το χρέος αυτό του πνευματικού ανθρώπου γίνεται πολλαπλάσιο σε ώρες κρίσης – κρίσης ιδεών, αρχών, θεσμών, δικαιωμάτων.4 Τότε, προπάντων, έχει καθήκον ο πνευματικός άνθρωπος να δράσει, να μιλήσει, ν’ αγωνιστεί, για να υπερασπίσει τα «παλλάδια» τα δικά του και της κοινωνίας, για να φωτίσει τους αφώτιστους να νικήσει τους νωθρούς, να γαλβανίσει τους ενθουσιώδεις, να ξεσκεπάσει τους καπήλους, να καταγγείλει τους επιτήδειους.5 Τότε, όταν απειλείται η ελεύθερη σκέψη, ο ελεύθερος λόγος, δηλαδή, η ίδια η υπόσταση του πνευματικού και κάθε ανθρώπου, θα δείξει ο πνευματικός άνθρωπος αν «τηρεί» πραγματικά την «πίστη» που επαγγέλλεται. Σωπαίνοντας από αυταρέσκεια, δειλία ή καιροσκοπία, όχι μόνο προδίνεται αλλά και προδίνει. «Αδικεί πολλάκις ου μόνον ο ποιών τι, αλλά και ο μη ποιών», λέει ο Μάρκος Αυρήλιος.6 Και ο πνευματικός άνθρωπος που σωπαίνει στις κρίσιμες ώρες αδικεί όχι μόνο τους άλλους μα, σε τελευταία ανάλυση, και τον ίδιον τον εαυτό του. Γιατί, κλείνοντας τα μάτια του στο εξανδραποδισμό των γύρω του, θα τ’ ανοίξει μια μέρα και θα δει πως έχει γίνει ανδράποδο και ο ίδιος.7


Επίλογος : Σε τέτοιες ώρες κρίσης δείχνει ο πνευματικός άνθρωπος αν είναι οδηγός ή οδηγούμενος, «όρθιος ή ορθούμενος», αν στέκεται όρθιος μόνος του ή τον στήνουν όρθιο οι άλλοι. Αλλά πνευματικός
άνθρωπος που δέχεται το ρόλο του ουραγού της αγέλης, που παραδέχεται να «πειθαρχεί» σε κατάσταση ανδρείκελου, που απαρνιέται το σπουδαιότερο κι ευγενικότερο μέρος της αποστολής του, παύει να είναι πνευματικός ηγέτης […].8
Μ. Πλωρίτης

Σημειώσεις
3 Χαρακτηριστικό προλογικό σημείωμα όπου επιχειρείται ο ορισμός και η διασαφήνιση του θέματος. O
αρθρογράφος ξεκαθαρίζει ευθύς εξαρχής για ποιο πράγμα θα μιλήσει.
4 Μικρές και σύντομες περίοδοι, οι οποίες διασφαλίζουν νοηματική συνοχή και γραμματοσυντακτική «πειθαρχία».
5 Η χρήση ρηματικών τύπων συμπυκνώνει το νόημα, ενισχύει το διδακτικό ύφος του γράφοντος και προκαλεί το ενδιαφέρον για τα περαιτέρω.
6 Επίκληση στην αυθεντία με απώτερο σκοπό να μας πείσει για το ρόλο που καλείται να επιτελέσει ο πνευματικός άνθρωπος.
7 Πρόταση κατακλείδα με επίκληση στο συναίσθημα του δέκτη (αναγνώστη). Η χρήση του «γιατί», ενισχύει τη θέση του αρθρογράφου αφού αποδεικνύει τον ισχυρισμό του.
8 Συμπύκνωση του νοήματος στο τέλος με απώτερο σκοπό την ενίσχυση της θέσης του αρθρογράφου. Ο αρθρογράφος χρησιμοποιεί επιστημονική γλώσσα με κύρια χαρακτηριστικά τη σαφήνεια, την απλότητα και την ουσία της σκέψης χωρίς βερμπαλισμούς. Αποφεύγει τη λογοτεχνίζουσα γλώσσα. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να αφυπνίσει τους πνευματικούς ανθρώπους και γι’ αυτό χρησιμοποιεί εύστοχα τις παθητικές μετοχές, αφού θέλει τον πνευματικό άνθρωπο όχι παθητικό αλλά ενεργό και δραστήριο πολίτη.

Πηγή : http://www.schools.ac.cy

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1772

Σημεία Στίξης : Χρήση και Λειτουργία


ΣΤΙΞΗ
Το κυριότερο όργανο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων είναι ο λόγος, προφορικός και γραπτός. Στον προφορικό λόγο αποδίδουμε αποτελεσματικά το νόημα αυτών που θέλουμε να πούμε, χρησιμοποιώντας κατά την εκφορά των προτάσεων τον επιτονισμό (κύμανση της φωνής, χρωματισμός, ανύψωση ή κατέβασμα του τόνου) και τις παύσεις, μέσω των οποίων αποδίδονται τα συναισθήματα του ομιλητή, η διάθεσή του, η στάση του, η ψυχολογία του, αλλά και το είδος των προτάσεων που διατυπώνονται – ερωτηματικές, επιφωνηματικές κτλ.. Στο γραπτό λόγο όμως δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα, δεν μπορούμε δηλαδή να παραστήσουμε αυτό που δείχνει η φωνή μας. Έτσι, στη θέση του επιτονισμού, χρησιμοποιούνται τα σημεία της στίξης, τα οποία είναι ο καθρέφτης του ηχοχρώματος του προφορικού λόγου στο γραπτό. Η στίξη διαδραματίζει επομένως σημαντικό ρόλο στην απόδοση του νοήματος, βοηθά ουσιαστικά στην κατανόηση του κειμένου και συμβάλλει καθοριστικά στην ποιότητα της επικοινωνίας. Δε χρησιμοποιείται αυθαίρετα στο λόγο αλλά υπακούει σε ορισμένους κανόνες, αν και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις προθέσεις του γράφοντος.
Κάποια σημεία στίξης παρουσιάζουν πολυσημία στη λειτουργία τους, δηλαδή ένα σημείο μπορεί να δηλώνει αρκετά διαφορετικά νοήματα ανάλογα με τη χρήση του.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολυσημίας είναι το θαυμαστικό. Οι διαφορετικές χρήσεις του θαυμαστικού αντιστοιχούν σε διαφορετικούς τύπους διακύμανσης της φωνής στον προφορικό λόγο.
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δηλώσει την επιδοκιμασία του ομιλητή στα λεγόμενα, όπως:
Η κοινωνική πολιτική της κυβέρνησης είναι αρκούντως ικανοποιητική!
Μπορεί όμως και να χρησιμοποιηθεί με τον αντίθετο τρόπο, για να δηλώσει δηλαδή την αποδοκιμασία του προς τα λεγόμενα:
Η κοινωνική πολιτική της κυβέρνησης είναι πραγματικά απαράδεκτη!
Τα σημεία της στίξης διακρίνονται ως προς τη λειτουργία τους σε:
Συντακτικά, όταν χρησιμοποιούνται για να χωρίσουν το γραπτό λόγο σε μέρη, σε συντακτικές ενότητες.
Σχολιαστικά, όταν χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν στο γραπτό λόγο τις επιτονικές διακυμάνσεις της φωνής του ομιλητή. Όταν τα συναντάμε μ’ αυτό το ρόλο, κάνουμε λόγο για τη «στίξη ως σχόλιο». Ως τέτοια χρησιμοποιούνται κυρίως: το θαυμαστικό, το ερωτηματικό, τα αποσιωπητικά και τα εισαγωγικά αν και ο γράφων μπορεί να χρησιμοποιήσει ως σχόλιο οποιοδήποτε σημείο της στίξης.

Συντακτικά                                                            Σχολιαστικά
τελεία                                                                           θαυμαστικό
άνω τελεία                                                                   ερωτηματικό
διπλή τελεία                                                                αποσιωπητικά
κόμμα                                                                           εισαγωγικά
παύλα
διπλή παύλα
παρενθέσεις
αγκύλες

Α. Η Γραμματικο-συντακτική λειτουργία της στίξης
Τελεία (.)
Χρησιμοποιείται για να δηλώσει:
– το τέλος περιόδου
– σύντμηση λέξεων
– συντομογραφίες
Άνω τελεία (·)
Σημειώνεται για να δηλώσει:
– το τέλος ημιπεριόδου
Η ημιπερίοδος έχει μεν νοηματική αυτοτέλεια, όχι όμως και ολοκληρωμένο νόημα. Για να ολοκληρωθεί, είναι απαραίτητο και το τμήμα του λόγου που ακολουθεί.
Διπλή τελεία (:)
Χρησιμοποιείται για:
– να εισαγάγει παράθεμα
– να εισαγάγει κατάλογο στοιχείων
– να εισαγάγει γνωμικό, παροιμία κ.τ.λ.
– να συνδέσει προτάσεις από τις οποίες η δεύτερη επεξηγεί την πρώτη ή είναι αποτέλεσμα της πρώτης
– να γίνει διάκριση μεταξύ θέματος και σχολίου σε κείμενα επιγραμματικού χαρακτήρα
Κόμμα (,)
Είναι ίσως το συχνότερο σημείο στίξης και χρησιμοποιείται:
– σε ασύνδετο σχήμα
– στην αρχή και το τέλος παρενθετικής πρότασης
– πριν και μετά την κλητική προσφώνηση
– στην παράθεση και την επεξήγηση
– στις δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις εκτός από τις ειδικές, τις ενδοιαστικές, τις πλάγιες ερωτηματικές και τις βουλητικές (όταν όμως αυτές χρησιμοποιούνται ως επεξηγήσεις, τότε το κόμμα μπορεί να σημειωθεί)
Παύλα (-)
Χρησιμοποιείται για να δηλώσει:
– την εναλλαγή προσώπων στο διάλογο
– το διάστημα μεταξύ δυο ορίων
– την ένωση στοιχείων
– τη διάζευξη
Διπλή παύλα (- -)
Χρησιμοποιείται για:
– την οριοθέτηση παρενθετικών σχολίων
Τα σχόλια αυτά είναι επεξηγηματικά ή συμπληρωματικά και θεωρούνται αρκετά χρήσιμα ώστε να συμπεριλαμβάνονται στα γραφόμενα.
Παρενθέσεις ( ) και Αγκύλες ([ ] { } < >)
Σημειώνονται για να συμπεριλάβουν:
– παραπομπές
– πηγές παραθεμάτων
– επεξηγηματικά στοιχεία
– σχόλιο που επεξηγεί ή συμπληρώνει αλλά είναι επουσιώδες

Β. Η στίξη ως σχόλιο
Θαυμαστικό (!)
Ως σχόλιο χρησιμοποιείται γενικά για να δώσει έμφαση στο συναίσθημα. Ειδικότερα, για να δηλώσει:
– θαυμασμό
– έκπληξη
– ειρωνεία
– απορία
– αμφισβήτηση
– αποφασιστικότητα
– ανησυχία
– για να υπογραμμιστεί η εντύπωση από κάτι απίστευτο αλλά και αμφιβολία, υπερβολή, πάθος, φόβο, πόνο, χαρά, ελπίδα, κ.ά.
Παραδείγματα:
α) θαυμασμός: Εξαιρετική η ερμηνεία του ρόλου!
β) έκπληξη: Κανένας υπεύθυνος δε σκέφτηκε ότι τέτοιες παραγωγικές δραστηριότητες θα προκαλέσουν προβλήματα στο φυσικό περιβάλλον!

Όταν το θαυμαστικό βρίσκεται εντός παρενθέσεων στο εσωτερικό της πρότασης, δηλώνει έκπληξη σε σχέση με ένα από τα στοιχεία του μηνύματος.
Οι αποφάσεις λήφθηκαν δια βοής (!) στο Συνέδριο του κόμματος.
γ) ειρωνεία: Φαίνεται πως κανένας Γερμανός πολίτης δε γνώριζε την ύπαρξη στρατοπέδων συγκέντρωσης !
Σπουδαίος πολιτικός !!!

δ) απορία: Τι παράξενη συμπεριφορά!
ε) αμφισβήτηση: Πιστεύεις κι εσύ τέτοια πράγματα!
στ) αποφασιστικότητα: Θέλω γράμματα! Αποκρίθηκε ο μικρός αυθόρμητα, μηχανικά, χωρίς να σκεφτεί τι έλεγε με το ίδιο πάντα αφαιρεμένο και παράξενο ύφος*.
ζ) ανησυχία: Από την εκπομπή ρύπων όμως, κινδυνεύουν και οι υπαίθριες αρχαιότητες!
η) για να υπογραμμιστεί η εντύπωση από κάτι απίστευτο : Και όμως, ο πολίτης συχνά, εκλαμβάνει ως αληθινό το ψευδές, όταν αυτό προβάλλεται ως τέτοιο από τα ΜΜΕ!

Με την απλή συντακτική του χρήση το θαυμαστικό σημειώνεται:
– ύστερα από επιφωνήματα ή επιφωνηματικές φράσεις
– σε προστακτικές


Ερωτηματικό (;)
Ως σχόλιο, μπορεί να δηλώνει:
– προβληματισμό
– προτροπή
– ειρωνεία
– αμφισβήτηση της αξιοπιστίας μιας θέσης
– αμφιβολία
– διατύπωση ρητορικής ερώτησης (ερώτησης δηλαδή της οποίας η απάντηση είναι αυτονόητη)
– πρόθεση του γράφοντος να αφυπνίσει τον αναγνώστη
αλλά και για να δείξει απειλή, να προκαλέσει το ενδιαφέρον, να δώσει παραστατικότητα.
Παραδείγματα:
α) προβληματισμό: Γιατί άραγε επιλέχτηκε μια εικόνα ως αφόρμηση και όχι ένα κείμενο;
β) προτροπή: Δεν πρέπει οι νέοι να συμμετέχουν ενεργητικά στις κοινωνικές διαδικασίες;
γ) ειρωνεία: Τέτοια ανασφάλεια νιώθουμε πια ως εθνικό σύνολο;
δ) αμφισβήτηση της αξιοπιστίας μιας θέσης: Είναι παιχνίδι η ζωή;
ε) αμφιβολία: Ο κατάλληλος(;) άνθρωπος στην κατάλληλη θέση.

Όταν το ερωτηματικό βρίσκεται εντός παρενθέσεων στο εσωτερικό της πρότασης, δηλώνει αμφιβολία / αμφισβήτηση σε σχέση με ένα από τα στοιχεία του μηνύματος.

στ) διατύπωση ρητορικής ερώτησης: Δεν έχει πια αποδείξει η ζωή πώς η τεχνολογία έχει το πρόσωπο του Ιανού;
ζ) πρόθεση του γράφοντος να αφυπνίσει τον αναγνώστη: Δεν είναι καιρός να συνειδητοποιήσουμε ότι η βλάβη στο φυσικό περιβάλλον είναι παράλληλα και ηθική βλάβη;


Αποσιωπητικά (…)
Ως σχόλιο ο γράφων τα χρησιμοποιεί για να δηλώσει:
– κάποιο υπονοούμενο το οποίο πρέπει να συμπεράνει ο αναγνώστης
– στιγμιαία παύση της ανάγνωσης πριν από ένα στοιχείο του μηνύματος στο οποίο πρέπει ο αναγνώστης να εστιάσει την προσοχή του
– συγκίνηση
– ντροπή
– δισταγμό
– απειλή
– προβληματισμό
Παραδείγματα:
α) κάποιο υπονοούμενο το οποίο πρέπει να συμπεράνει ο αναγνώστης: Παρά τα όσα είχαν ανακοινωθεί, ο υπουργός δεν παραβρέθηκε στη συνάντηση των συνδικαλιστών…
β) στιγμιαία παύση της ανάγνωσης πριν από ένα στοιχείο του μηνύματος στο οποίο πρέπει ο αναγνώστης να εστιάσει την προσοχή του: Γλώσσα είναι…ολόκληρος ο λαός σύμφωνα με τους Φλαμανδούς.
γ) συγκίνηση: Μέσα στην πικρή μοναξιά της φυλακής, έφερε ξάφνου στο μυαλό του τους πολιτικούς κρατούμενους άλλων εποχών…κι ένιωσε παράξενα συντροφευμένος για λίγο.
δ) ντροπή: Στην εποχή της κατανάλωσης, το μέτρο, κύρια φιλοσοφική αρχή των αρχαίων Ελλήνων, μας είναι πια ολωσδιόλου ξένο…τι να πει πια κανείς;
ε) δισταγμό: Η ατομική αντίσταση…ναι, να ηρωοποιείται, αλλά όχι να ιεροποιείται.
στ) απειλή: Λύματα, φυτοφάρμακα, σκουπίδια…ο πολιτισμός μας πολιορκείται ασφυκτικά από τα ίδια του τα απορρίμματα.
ζ) προβληματισμό: Ο ντόπιος τουρίστας αντιμετωπίζεται από την τουριστική βιομηχανία ρατσιστικά…

Εισαγωγικά (« »)
Ως σχόλιο, χρησιμοποιούνται δηλώνοντας:
– αποστασιοποίηση του γράφοντος από τα γραφόμενα
– μεταφορική χρήση μιας λέξης του κειμένου
– έμφαση
– αμφισβήτηση
– ειρωνεία
Παραδείγματα:
α) αποστασιοποίηση του γράφοντος από τα γραφόμενα, απαξίωση μιας έννοιας: Περιορισμένα «κέρδη» άφησε στο λαό μας η μεταναστευτική πολιτική που ακολούθησε ως τώρα.
β) μεταφορική χρήση μιας λέξης του κειμένου: Γερή «γροθιά» δέχτηκε ο αθλητισμός προχθές την Κυριακή από τη δράση ταραχοποιών στοιχείων στα γήπεδα.
γ) έμφαση: Αρχίζω την κάθε μέρα μου προφέροντας τη λέξη «Ελευθερία».
δ) αμφισβήτηση: Έτσι, οι ντόπιοι πληθυσμοί σ’ αυτές τις χώρες του πλανήτη, έπεσαν θύματα της απληστίας των «πολιτισμένων» λευκών.
ε) ειρωνεία : Ο υπεύθυνος έφτασε στο χώρο με τη «συντροφιά» αστυνομικών δυνάμεων.

■ Νεοελληνική Γραμματική, Αναπροσαρμογή της Μικρής Νεοελληνικής Γραμματικής του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 2006
■ Νεοελληνική Γλώσσα, Γ΄ Γυμνασίου, Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, ΟΕΔΒ, Έκδοση Α΄, Αθήνα 2006
■ Έκφραση Έκθεση, Ενιαίου Λυκείου, τεύχος Β΄, ΟΕΔΒ, Έκδοση Γ΄, Αθήνα 2004
■ Γραμματική της Νέας Ελληνικής, Δομολειτουργική – Επικοινωνιακή, Χρ. Κλαίρης – Γ. Μπαμπινιώτης, γ΄ έκδοση, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2005
■ Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτης, Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα 1998
■ Εισαγωγή στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και Στοιχεία Δημοσιογραφίας, Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου, ΥΑΠ Μέσης Εκπαίδευσης, Λευκωσία 2002

Πηγή : http://www.schools.ac.cy/

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1770

ΤΟ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΟ ΤΩΝ 170.000 ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

alfavita.gr: ΤΟ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΟ ΤΩΝ 170.000 ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

Η νέα βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη των εκπαιδευτικών

Οι 170.000 εκπαιδευτικοί που υπηρετούν στις Α/βάθμια και Β/βάθμια εκπαίδευση, κατατάσσονται αυτοδικαίως στους βαθμούς της κατηγορίας που υπηρετούν, με βάση τον συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας και το χρόνο προϋπηρεσίας στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα που έχει αναγνωριστεί για τη βαθμολογική ή τη μισθολογική κατάταξη και εξέλιξή τους, ως εξής:
1) οι εκπαιδευτικοί των κατηγοριών Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ) και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ):
α) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι τρία (3) έτη, στο Βαθμό ΣΤ΄,
β) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι εννέα (9) έτη, στο Βαθμό Ε΄,
γ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι δεκαπέντε (15), στο Βαθμό Δ΄,
δ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι είκοσι ένα (21) έτη για την ΠΕ κατηγορία και είκοσι τρία (23) έτη για την ΤΕ κατηγορία, στο Βαθμό Γ΄,
ε) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας περισσότερο από είκοσι ένα (21) έτη για την ΠΕ κατηγορία και είκοσι τρία (23) έτη για την ΤΕ κατηγορία, στο Βαθμό Β΄.
2) οι εκπαιδευτικοί της κατηγορίας ΔΕ:
α) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι τρία (3) έτη, στο Βαθμό ΣΤ΄,
β) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι έντεκα (11) έτη, στο Βαθμό Ε΄,
γ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι δέκα εννέα (19), στο Βαθμό Δ΄,
δ) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας μέχρι είκοσι επτά (27) έτη, στο Βαθμό Γ΄,
ε) με συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας περισσότερο από είκοσι επτά (27) έτη, στο Βαθμό Β΄.
Τι ισχύει για τους προϊσταμένους και τους κατόχους μεταπτυχιακών;
Για την κατάταξη των εκπαιδευτικών, που κατέχουν διδακτορικό δίπλωμα καθώς και για τους αποφοίτους της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, αφαιρούνται από τον απαιτούμενο χρόνο για την τελική κατάταξη έξι (6) έτη.
Για τους κατόχους αναγνωρισμένου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, αφαιρούνται δύο (2) έτη.
Οι εκπαιδευτικοί που κατά την έναρξη ισχύος των διατάξεων ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης, Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης και Διεύθυνσης πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κατόπιν επιλογής από το αρμόδιο όργανο και έχουν τον απαιτούμενο χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας κατατάσσονται στο Βαθμό Α΄.
ΤΙ ΔΕΝ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΤΑΞΗ
Για την ως άνω κατάταξη, δεν υπολογίζεται:

– ο χρόνος της διαθεσιμότητας,
– ο χρόνος της αργίας που επήλθε είτε εξαιτίας ποινικής δίωξης που κατέληξε σε οποιαδήποτε καταδίκη είτε εξαιτίας πειθαρχικής δίωξης που κατέληξε σε πειθαρχική ποινή τουλάχιστον προστίμου αποδοχών τριών (3) μηνών,
– ο χρόνος της αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντα,
– ο χρόνος της προσωρινής παύσης,
– ο χρόνος της άδειας άνευ αποδοχών που δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας,
– ο χρόνος της αναστολής άσκησης καθηκόντων,
– το χρονικό διάστημα κατά το οποίο στερήθηκε ο εκπαιδευτικός το δικαίωμα για προαγωγή,
– χρονικό διάστημα ίσο προς το μισό του απαιτούμενου προς προαγωγή χρόνου, σε περίπτωση επιβολής της πειθαρχικής ποινής του υποβιβασμού.
Επίσης για την κατάταξη, στο συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας δεν υπολογίζεται το μισό του πέραν της δεκαετίας χρόνου, που διανύθηκε με τυπικό προσόν κατώτερης κατηγορίας, με την επιφύλαξη ότι ο υπολογισμός αυτός δεν έχει ως συνέπεια την κατάταξη του υπαλλήλου σε βαθμό χαμηλότερο από αυτόν που θα κατατάσσονταν εάν παρέμενε σε χαμηλότερη κατηγορία.
Στο επί του άρθρου 29 του ν.4024 “Κατάταξη σε μισθολογικά κλιμάκια του υπηρετούντος προσωπικού”, η εγκύκλιος του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, στη σελίδα 25, αναφέρει χαρακτηριστικά: “Μετά την ανωτέρω μισθολογική ένταξη, η μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 12 του κοινοποιούμενου νόμου, οι οποίες προβλέπουν ότι για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων απαιτείται η παρέλευση διετίας ή τριετίας ανάλογα με το βαθμό στον οποίο έχει ενταχθεί ο υπάλληλος. Αυτό σημαίνει ότι ο πλεονάζων χρόνος που τυχόν απομένει μετά την ανωτέρω μισθολογική κατάταξη των υπαλλήλων στους οικείους βαθμούς και Μ.Κ. δεν θα ληφθεί υπόψη για τη μισθολογική εξέλιξη στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο. Συνεπώς, το επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο σε όλους τους υπαλλήλους θα δοθεί μετά την παρέλευση διετίας ή τριετίας από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων του κεφαλαίου δεύτερου του κοινοποιούμενου νόμου(1-11-2011).”
Οι εκπαιδευτικοί που υπηρετούν σε θέσεις προϊσταμένων οργανικών μονάδων οποιουδήποτε επιπέδου, ανεξαρτήτως του βαθμού στον οποίο κατατάσσονται, συνεχίζουν να ασκούν τα καθήκοντά τους, μέχρι την επιλογή νέων προϊσταμένων με βάση τις ισχύουσες διατάξεις. Όπου για τη συμμετοχή σε συλλογικό όργανο ή την κατάληψη θέσης απαιτείται ως τυπική προϋπόθεση η κατοχή συγκεκριμένου βαθμού, οι υπάλληλοι συνεχίζουν να ασκούν τα καθήκοντά τους, ανεξαρτήτως του βαθμού που κατατάσσονται, μέχρι τη λήξη της θητείας τους.
Με το νέο βαθμολόγιο οι προαγωγές θα γίνονται με αυστηρές διαδικασίες και με το σταγονόμετρο. Για παράδειγμα: 100 εκπαιδευτικοί (ΠΕ) διορίζονται στον βαθμό ΣΤ΄. Μετά 2 χρόνια, αν κριθούν ικανοί, θα ανέβουν στον Ε΄ βαθμό. Υστερα από 4 χρόνια, το 90% θα προχωρήσει στον βαθμό Δ΄, στον οποίο θα παραμείνουν τουλάχιστον 4 χρόνια και οι 10 στον ίδιο βαθμό. Στον επόμενη βαθμολογική κλίμακα θα περάσει το 80% των 90 εκπαιδευτικών που κατέχουν τον Δ΄ βαθμό. Δηλαδή, 72 εκπαιδευτικοί θα περάσουν στον Γ΄ βαθμό, στον οποίο θα μείνουν άλλα 4 χρόνια. Το 60% των υπαλλήλων αυτών, δηλαδή 43 εκπαιδευτικοί θα φθάσουν στον Β΄ βαθμό, στον οποίο θα παραμείνουν για 6 χρόνια. Στην κορυφή της πυραμίδας, τον βαθμό Α΄, θα ανελιχθεί το 20% από τους 43 εκπαιδευτικούς, δηλαδή μόλις 8 (στους 100 συνολικά).
Το νέο σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των εκπαιδευτικών
Οι εκπαιευτικοί λαμβάνουν το βασικό μισθό που αντιστοιχεί στο βαθμό τους. Περαιτέρω, σε κάθε βαθμό θεσπίζονται μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) στα οποία ο εκπαιδευτικός εξελίσσεται σύμφωνα με τα παρακάτω:
Τα Μ.Κ. χορηγούνται ανά διετία, με εξαίρεση τα Μ.Κ. των Βαθμών Β΄ και Α΄, τα οποία χορηγούνται ανά τριετία. Η εξέλιξη των εκπαιδευτικών στα Μ.Κ. γίνεται αυτοδίκαια με την παρέλευση του ανωτέρω οριζόμενου χρόνου. Κατ’ εξαίρεση, σε περίπτωση που, από τις εκθέσεις αξιολόγησής του, προκύπτει ότι ο υπάλληλος δεν έχει επιτύχει την υλοποίηση της προβλεπόμενης στοχοθεσίας σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%), για δύο συνεχή χρόνια, δεν εξελίσσεται μισθολογικά μέχρις ότου επιτύχει το ως άνω ελάχιστο ποσοστό.
Τα μισθολογικά κλιμάκια κάθε βαθμού, πέραν του βασικού μισθού που αντιστοιχεί σε αυτόν, είναι τα εξής:
α) Βαθμός Ε ΄: δύο (2) Μ.Κ. για τις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ και τρία (3) Μ.Κ. για την κατηγορία ΔΕ.
β) Βαθμός Δ΄: τρία (3) Μ.Κ. για τις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ και τέσσερα (4) Μ.Κ. για την κατηγορία ΔΕ.
γ) Βαθμός Γ΄: τέσσερα (4) Μ.Κ. για τις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ και πέντε (5) Μ.Κ. για την κατηγορία ΔΕ.
Με τη βαθμολογική προαγωγή ο υπάλληλος λαμβάνει το βασικό μισθό του νέου βαθμού ή του μικρότερου Μ.Κ. του βαθμού αυτού, ο οποίος είναι υψηλότερος από το βασικό μισθό που κατείχε πριν την προαγωγή του.
Βασικός Μισθός

Ο εισαγωγικός μηνιαίος βασικός μισθός του Βαθμού ΣΤ΄ της ΥΕ κατηγορίας προσωπικού ορίζεται σε επτακόσια ογδόντα (780) ευρώ.
Οι εισαγωγικοί μηνιαίοι βασικοί μισθοί των υπόλοιπων κατηγοριών προσωπικού προσδιορίζονται με βάση το μισθό της προηγούμενης παραγράφου, πολλαπλασιαζόμενο με τους παρακάτω συντελεστές, στρογγυλοποιούμενοι στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ:

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΑΘΜΟΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
ΔΕ ΣΤ΄ 1,10
ΤΕ ΣΤ΄ 1,33
ΠΕ ΣΤ΄ 1,40
Οι βασικοί μισθοί των λοιπών βαθμών όλων των κατηγοριών διαμορφώνονται ως εξής:

Α. Του βαθμού Ε΄ με προσαύξηση του βασικού μισθού του βαθμού ΣΤ΄ σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).
Β. Του βαθμού Δ΄ με προσαύξηση του βασικού μισθού του βαθμού Ε σε ποσοστό δέκα πέντε τοις εκατό (15%).
Γ. Του βαθμού Γ΄ με προσαύξηση του βασικού μισθού του βαθμού Δ΄ σε ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%).
Δ. Του βαθμού Β΄ με προσαύξηση του βασικού μισθού του βαθμού Γ΄ σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).
Ε. Του βαθμού Α΄ με προσαύξηση του βασικού μισθού του βαθμού Β΄ σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).
Οι βασικοί μισθοί των Μ.Κ. των Βαθμών διαμορφώνονται ως εξής:
α) Του πρώτου Μ.Κ. κάθε βαθμού και κατηγορίας με προσαύξηση του βασικού μισθού του βαθμού αυτού κατά δύο τοις εκατό (2%).
β) Του κάθε επόμενου Μ.Κ. με προσαύξηση του βασικού μισθού του προηγούμενου μισθολογικού κλιμακίου σε ποσοστό ίδιο με αυτό που ορίζεται στην προηγούμενη περίπτωση.
Οι βασικοί μισθοί που προκύπτουν από την εφαρμογή στρογγυλοποιούνται στην πλησιέστερη μονάδα ευρώ.
Διευκρινίσεις:
1. Από την έναρξη ισχύος του νόμου για το νέο μισθολόγιο, οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη υπολογίζονται επί των συντάξιμων αποδοχών του παλιού μισθολογίου, σύμφωνα με την παρ.2γ του άρθρου 1 λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της παρ.5 του άρθρου 38 του ν.3986/2011, περί αναστολής των μισθολογικών ωριμάνσεων από 1-7-2011 Από τη στιγμή που η σύνταξη των εξερχομένων της υπηρεσίας μέχρι 31-12-2015 υπολογίζεται με βάση τις συντάξιμες αποδοχές, όπως έχουν σήμερα, (άρθρο 1 παρ. 2α) είναι ορθό και οι κρατήσεις για την κύρια σύνταξη και τα ασφαλιστικά ταμεία να μην υπολογιστούν στις συντάξιμες αποδοχές του νέου
μισθολογίου αλλά του παλιού.
2. Στα 23,24 έτη υπηρεσίας και στα 29,30 του Β Βαθμού, επειδή τα Μ.Κ χορηγούνται ανά τριετία στο βαθμό αυτό, δεν υπάρχει αντιστοιχία αυτών των ετών με τα παλιά Μ.Κ με αποτέλεσμα να έχουμε αυξημένες εισφορές στον ίδιο βαθμό σε κάποια έτη πχ στα 21-22 -23 έτη είναι ο ίδιος βασικός 1906 , ενώ τα παλιά Μ.Κ είναι 1425 για τα 21-22 έτη και 1465 για τα 23 έτη και αυτό έχει σαν συνέπεια οι καθαρές αποδοχές των 23 ετών να είναι κατάτι λιγότερες από τα 22. Ίσως η Δ/νση Μισθολογίου να δώσει κάποια λύση σ’ αυτό το θέμα (Πηγή: ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΛΛΑΔΑΣ – Μπαλάγκας Γιάννης)

Διευκρίνιση: Από την έναρξη ισχύος του νόμου για το νέο μισθολόγιο, οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη υπολογίζονται επί των συντάξιμων αποδοχών του παλιού μισθολογίου, σύμφωνα με την παρ.2γ του άρθρου 1 λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της παρ.5 του άρθρου 38 του ν.3986/2011, περί αναστολής των μισθολογικών ωριμάνσεων από 1-7-2011 Από τη στιγμή που η σύνταξη των εξερχομένων της υπηρεσίας μέχρι 31-12-2015 υπολογίζεται με βάση τις συντάξιμες αποδοχές, όπως έχουν σήμερα,
(άρθρο 1 παρ. 2α) είναι ορθό και οι κρατήσεις για την κύρια σύνταξη και τα ασφαλιστικά ταμεία να μην υπολογιστούν στις συντάξιμες αποδοχές του νέου μισθολογίου αλλά του παλιού (Πηγή: ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΛΛΑΔΑΣ – Μπαλάγκας Γιάννης)
Ορισμός Αποδοχών – Τα επιδόματα θέσης ευθύνης
Οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου αποτελούνται από το βασικό μισθό και τα επιδόματα εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις καταβολής τους. Τα επιδόματα είναι:
1. Επίδομα απομακρυσμένων παραμεθόριων περιοχών (100 ευρώ μηνιαίως)
2. Οικογενειακό επίδομα ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής: Για υπάλληλο με τέκνα ανήλικα ή ανίκανα σωματικά ή πνευματικά για άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, η παροχή ορίζεται σε πενήντα (50) ευρώ για ένα τέκνο, σε εβδομήντα (70) ευρώ συνολικά για δύο τέκνα, σε εκατόν είκοσι (120) ευρώ συνολικά για τρία τέκνα, σε εκατόν εβδομήντα (170) ευρώ συνολικά για τέσσερα τέκνα, και προσαυξάνεται κατά εβδομήντα (70) ευρώ ανά επιπλέον τέκνο.
3. Επίδομα Θέσης Ευθύνης: Στους προϊσταμένους οργανικών μονάδων του Δημοσίου, οποιουδήποτε επιπέδου καταβάλλεται, για όσο χρόνο ασκούν τα καθήκοντά της, μηνιαίο επίδομα θέσης ευθύνης ως εξής:
α) Περιφερειακοί Διευθυντές εννιακόσια (900) ευρώ.
β)Προϊστάμενοι Διευθύνσεων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης πεντακόσια πενήντα (550) ευρώ.
γ) Προϊστάμενοι Επιστημονικής και Παιδαγωγικής Καθοδήγησης των Περιφερειακών Διευθύνσεων Εκπαίδευσης, τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ.
δ) Σχολικοί Σύμβουλοι προσχολικής αγωγής, δημοτικής εκπαίδευσης, ειδικής αγωγής και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τετρακόσια (400) ευρώ.
ε) Διευθυντές Ενιαίων Λυκείων, Επαγγελματικών Λυκείων, ΚΕ.Δ.Δ.Υ. και Ε.Ε.Ε.Ε.Κ., και προϊστάμενοι Γραφείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης τριακόσια (300) ευρώ και εφόσον τα σχολεία διαθέτουν τουλάχιστον έξι (6) τμήματα τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
στ) Διευθυντές Γυμνασίων, Επαγγελματικών Σχολών, Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας (ΣΔΕ), Δημοσίων ΙΕΚ, Τετραθέσιων και άνω Δημοτικών Σχολείων και Σχολικών Εργαστηριακών Κέντρων, διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Εφόσον τα σχολεία διαθέτουν τουλάχιστον εννέα (9) τμήματα τριακόσια (300) ευρώ.
ζ) Υποδιευθυντές Σχολικών Μονάδων και Σχολικών Εργαστηριακών Κέντρων, Υπεύθυνοι Τομέων Σχολικών Εργαστηριακών Κέντρων, και Προϊστάμενοι Τμημάτων Εκπαιδευτικών Θεμάτων των Διευθύνσεων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, και Υπεύθυνοι Κέντρων Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, εκατόν πενήντα (150) ευρώ.
η) Προϊστάμενοι Μονοθέσιων, Διθέσιων και Τριθέσιων Δημοτικών Σχολείων και Νηπιαγωγείων και προϊστάμενοι Παιδικών Σταθμών εκατό (100) ευρώ.

Η ΔΟΚΙΜΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ

Οι υπάλληλοι όλων των κατηγοριών διανύουν δοκιμαστική περίοδο δύο ετών, στο βαθμό που εισάγονται. Μετά το πέρας της δοκιμαστικής αυτής περιόδου, ο υπάλληλος μονιμοποιείται ή συνεχίζει να απασχολείται εφόσον πρόκειται για προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εφόσον:
α) στην έκθεση αξιολόγησής του εξασφαλίζει, με βάση τη βαθμολόγηση της απόδοσής του και της υλοποίησης της στοχοθεσίας, καθώς και τη βαθμολόγηση λοιπών κριτηρίων αξιολόγησης στο σύστημα αξιολόγησης βαθμολογία μεγαλύτερη της βάσης και
β) κριθεί από το οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο επιτυχής η δοκιμαστική του υπηρεσία.
Εφόσον ο δόκιμος υπάλληλος μονιμοποιηθεί, προάγεται στο Βαθμό Ε.

Η ικανότητα, η απόδοση ιδίως σε σχέση με τους προβλεπόμενους στόχους, τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο μονάδας και η συμπεριφορά του υπαλλήλου στην υπηρεσία, αποτελούν αντικείμενο περιοδικής εκθέσεως αξιολόγησης, που συντάσσεται κάθε χρόνο.
Επίσης καθορίζονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται αξιολόγηση, ο χρόνος έναρξης και λήξης της αξιολόγησης, τα όργανα, η διαδικασία και ο τύπος αξιολόγησης, καθώς και η βαρύτητα των επί μέρους κριτηρίων για την προαγωγική εξέλιξη, για την επιλογή του υπαλλήλου σε θέσεις προϊσταμένων οργανικών μονάδων οποιουδήποτε επιπέδου, για την αξιολόγηση της θητείας των προϊσταμένων στις θέσεις ευθύνης, καθώς και η συμμετοχή του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης (ΕΚΔΔΑ) στη διαδικασία της αξιολόγησης. Παράλληλα προβλέπεται η συγκρότηση των Συμβουλίων Αξιολόγησης κατά φορέα, που διασφαλίζουν την ορθή εφαρμογή του συστήματος αξιολόγησης και έχουν δυνατότητα επανεξέτασης της αξιολόγησης ή αναπομπής της στα όργανα αξιολόγησης των προηγούμενων επιπέδων.
Η ΑΠΟΛΥΣΗ
Σε περίπτωση που το υπηρεσιακό συμβούλιο κρίνει τον υπάλληλο μη ικανό να μονιμοποιηθεί ή να συνεχίσει την απασχόλησή του, ο υπάλληλος απολύεται. Το υπηρεσιακό συμβούλιο μπορεί, κατά περίπτωση, να αποφασίσει, άπαξ, την παράταση της δοκιμαστικής υπηρεσίας του υπαλλήλου από έξι (6) μέχρι δώδεκα (12) μήνες, εφόσον, με βάση την έκθεση αξιολόγησης και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου του, δεν προκύπτει σαφώς η καταλληλότητα του κρινομένου προκειμένου να μονιμοποιηθεί ή να συνεχίσει να απασχολείται. Σε αυτή την περίπτωση, μετά τη λήξη της παράτασης της δοκιμαστικής υπηρεσίας, ο υπάλληλος επαναξιολογείται. Το υπηρεσιακό συμβούλιο, κατά την επανάκριση, καλεί σε συνέντευξη τον υπάλληλο. Για την περίοδο αυτή ο υπάλληλος δεν εξελίσσεται μισθολογικά.

alfavita.gr

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1765

Τα Δικαιώματα του Παιδιού

Τα δικαιώματά σου

Όλα τα παιδιά έχουν συγκεκριμένα δικαιώματα που ορίζονται από τις Διεθνείς Συμβάσεις, το Σύνταγμα και τους νόμους.

Το σημαντικότερο κείμενο για τα Δικαιώματα του Παιδιού είναι η ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΤΟΥ ΟΗΕ.
Η Σύμβαση αυτή, που υπογράφτηκε το 1989 από τα κράτη-μέλη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ρυθμίζει τις υποχρεώσεις των κρατών για την προστασία και προαγωγή των δικαιωμάτων του παιδιού. Το 1992 έγινε νόμος και στην χώρα μας (νόμος 2101/92).

Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού περιλαμβάνει τρεις μεγάλες κατηγορίες δικαιωμάτων:

  • Προστασία (από κάθε μορφής κακοποίηση, εκμετάλλευση, διάκριση, ρατσισμό, κ.λπ.)
  • Παροχές (δικαίωμα στην εκπαίδευση, την υγεία, την πρόνοια, την ψυχαγωγία, κ.λπ.)
  • Συμμετοχή (δικαίωμα στην έκφραση γνώμης, την πληροφόρηση, τον ελεύθερο χρόνο, κ.λπ.)

dikaiomataΣύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού

Παρακάτω θα βρεις ορισμένα από τα δικαιώματα που περιέχονται στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού.

  • Όλα τα παιδιά είναι ίσα και πρέπει να προστατεύονται από διακρίσεις λόγω φυλής, χρώματος, φύλου, γλώσσας, θρησκείας, καταγωγής, πεποιθήσεων, νομικής κατάστασης των ίδιων ή μελών της οικογένειάς τους.
  • frontida2Το συμφέρον του παιδιού πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε όλες τις αποφάσεις που το αφορούν.
  • Τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην ταυτότητα, δηλαδή σε ένα όνομα, επώνυμο και ιθαγένεια.
  • Τα παιδιά πρέπει να μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον που τους παρέχει τα αναγκαία υλικά αγαθά (στέγη, ρούχα, τροφή) και διασφαλίζει τη σωματική, νοητική, συναισθηματική και κοινωνική τους ανάπτυξη.
  • Τα παιδιά έχουν δικαίωμα να μην αποχωρίζονται από τους γονείς τους, εκτός αν αυτό γίνεται με κοινή απόφαση των γονέων ή ύστερα από απόφαση της Πολιτείας, επειδή οι γονείς τα παραμελούν ή τα κακομεταχειρίζονται.
  • gnomiΌλα τα παιδιά, ανάλογα με την ηλικία και την ωριμότητά τους, έχουν δικαίωμα να εκφράζουν τη γνώμη και τις απόψεις τους σε θέματα που τα αφορούν. Οι ενήλικες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη γνώμη τους πριν πάρουν αποφάσεις γι’ αυτά.
  • Τα παιδιά έχουν δικαίωμα να εκφράζουν τις θρησκευτικές ή άλλες πεποιθήσεις τους.
  • idiotiki zoiΚανείς δεν μπορεί να επεμβαίνει αυθαίρετα στην ιδιωτική ζωή των παιδιών, στην οικογένεια, την κατοικία ή την αλληλογραφία τους, ούτε να προσβάλλει την τιμή και την υπόληψή τους.
  • Τα παιδιά έχουν δικαίωμα πρόσβασης στα μέσα ενημέρωσης (εφημερίδες, ραδιόφωνο, τηλεόραση, ηλεκτρονικά μέσα) αλλά πρέπει και να προστατεύονται από τις αρνητικές επιδράσεις τους.
  • biaΤα παιδιά έχουν δικαίωμα προστασίας από κάθε μορφής κακομεταχείριση: βία, παραμέληση, κακοποίηση (σωματική, λεκτική, ψυχολογική, σεξουαλική) και εκμετάλλευση, μέσα και έξω από την οικογένεια.
  • Τα παιδιά που προέρχονται από ξένη χώρα έχουν δικαίωμα φροντίδας και προστασίας.
  • Τα παιδιά με ειδικές ανάγκες έχουν δικαίωμα στη δωρεάν ειδική φροντίδα, εκπαίδευση και επιμόρφωση, ώστε να απολαμβάνουν ισότιμη και αξιοπρεπή ζωή.
  • ygeiaΤα παιδιά έχουν δικαίωμα στην ιατρική περίθαλψη και φροντίδα, τους εμβολιασμούς, τη νοσηλεία, κ.λπ.
  • Όταν η οικογένεια δεν μπορεί να φροντίσει ένα παιδί, τότε η Πολιτεία αναλαμβάνει τη φροντίδα του με θεσμούς όπως η υιοθεσία, η φιλοξενία σε ανάδοχη οικογένεια ή σε ίδρυμα, που πρέπει να σέβονται πλήρως τα δικαιώματά του.
  • ekpaidefsiΌλα τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην εκπαίδευση, σύμφωνα με τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητές τους. Το κράτος πρέπει να παίρνει μέτρα ώστε τα παιδιά να γράφονται και να μη διακόπτουν στο σχολείο, να αναπτύσσουν τις ικανότητες και την προσωπικότητά τους. Τα πειθαρχικά μέτρα δεν πρέπει να προσβάλλουν την αξιοπρέπεια των μαθητών.
  • Τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην ανάπαυση, στο παιχνίδι και την ψυχαγωγία.
  • ekmetallefsiΤα παιδιά πρέπει να προστατεύονται από κάθε μορφής οικονομική εκμετάλλευση (επαιτεία, εκπόρνευση, πορνογραφία, δουλεμπόριο, κ.λπ.) Έχουν όμως δικαίωμα στην εργασία με ασφάλιση και υπό προϋποθέσεις, ανάλογα με την ηλικία, το είδος εργασίας, το ωράριο, κ.λπ..
  • Τα παιδιά που είτε τα ίδια είτε μέλη της οικογένειάς τους κάνουν χρήση ναρκωτικών ή άλλων ουσιών που προκαλούν εξάρτηση έχουν δικαίωμα κατάλληλης υποστήριξης.
  • Τα παιδιά που συλλαμβάνονται και δικάζονται έχουν δικαίωμα να αντιμετωπίζονται με αξιοπρέπεια και σεβασμό στην ιδιωτική τους ζωή, να ενημερώνονται αναλυτικά από τις Αρχές σε κατανοητή γλώσσα και να έχουν νομική βοήθεια. Σε περίπτωση που είναι απολύτως απαραίτητη η κράτησή τους, αυτή πρέπει να γίνεται χωριστά από ενήλικα άτομα και με σεβασμό στην προσωπικότητα και τις ανάγκες τους.

Ολόκληρη τη Σύμβαση μπορείς να διαβάσεις εδώ και σε αρχείο word εδώ.
Tη Σύμβαση με απλά λόγια μπορείς να διαβάσεις εδώ ή στο φυλλάδιό μας “Η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού με απλά λόγια”.

Πηγή : http://www.0-18.gr/gia-paidia/ta-dikaiomata-soy

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1762

Ανθρώπινα Δικαιώματα

Τι είναι τα Ανθρώπινα Δικαιώματα;

Ανθρώπινα Δικαιώματα θα μπορούσαν γενικά να ορισθούν ως εκείνα τα δικαιώματα που
ενυπάρχουν στη φύση μας, που είναι έμφυτα και χωρίς τα οποία δεν μπορούμε να ζήσουμε ως ανθρώπινα όντα. Τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες μας επιτρέπουν να αναπτύξουμε πλήρως και να χρησιμοποιήσουμε τις ανθρώπινες αρετές μας, τη νοημοσύνη μας, τα ταλέντα μας και τη συνείδησή μας και να ικανοποιήσουμε τις πνευματικές και άλλες ανάγκες μας. Αυτά βασίζονται πάνω στις αυξανόμενες απαιτήσεις της ανθρωπότητας για μια ζωή μέσα στην οποία η έμφυτη αξιοπρέπεια και η αξία κάθε ανθρώπου θα τυγχάνει σεβασμού και προστασίας. Η αποστέρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών δεν είναι μόνο μια ατομική και προσωπική τραγωδία αλλά επίσης δημιουργεί συνθήκες κοινωνικής και πολιτικής αναταραχής, ενσπείροντας τη βία και τη σύγκρουση μέσα και μεταξύ κοινωνιών και εθνών. Όπως δηλώνει η πρώτη πρόταση της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια “αποτελεί τον ακρογωνιαίον λίθο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο”.

Τι είναι η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων;

Η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι η βασική διεθνής έκφραση των απαράγραπτων και απαραβίαστων δικαιωμάτων όλων των μελών της ανθρώπινης οικογένειας.

Η Διακήρυξη που προκηρύχθηκε σε ένα ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης, στις 10 Δεκεμβρίου 1948, αποτελεί το “κοινό ιδανικό στο οποίο πρέπει να κατατείνουν όλοι οι λαοί και τα έθνη”, αναφορικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Καταγράφει μεγάλο αριθμό δικαιωμάτων, αστικών, πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών, τα οποία οι άνθρωποι δικαιούνται παντού.

Αρχικά η Οικουμενική Διακήρυξη διατυπώθηκε ως δήλωση στόχων προς επίτευξη από Κυβερνήσεις και ως τέτοια δεν ήταν μέρος δεσμευτικού διεθνούς δικαίου. Εν πάση περιπτώσει το γεγονός ότι έτυχε αποδοχής από τόσες πολλές Χώρες της έδωσε σημαντικό ηθικό βάρος. Οι πρόνοιες της παρατέθηκαν ως η αιτιολογία για μεγάλο αριθμό ενεργειών των Ηνωμένων Εθνών και αποτέλεσαν την έμπνευση ή χρησιμοποιήθηκαν σε πολλές διεθνείς συμβάσεις. Το 1968 η Διεθνής Διάσκεψη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών συμφώνησε ότι η Διακήρυξη “συνιστούσε μια υποχρέωση για τα μέλη της διεθνούς κοινότητας”. Η Διακήρυξη έχει επίσης ασκήσει σημαντική επίδραση σε εθνικά συντάγματα, σε εθνικούς νόμους και σε μερικές περιπτώσεις σε δικαστικές αποφάσεις.

Η Οικουμενική Διακήρυξη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι επίσης το πρώτο τμήμα της Διεθνούς Διακήρυξης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία περιλαμβάνει το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Πολιτιστικά και Κοινωνικά Δικαιώματα (υιοθετήθηκε από τη Γενικη Συνέλευση το 1966), το Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα (υιοθετήθηκε το 1966) και το Προαιρετικό Πρωτόκολλο αυτού του Συμφώνου (υιοθετήθηκε το 1966).

Ποια δικαιώματα διακηρύσσονται στην Οικουμενική Διακήρυξη;

Τα πρώτα δύο άρθρα της Οικουμενικής Διακήρυξης τονίζουν ότι όλοι οι άνθρωποι χωρίς διάκριση, γενιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και στα δικαιώματα και παραθέτει τις βασικές αρχές της ισότητας και μη διάκρισης στην απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών.

Τα επόμενα 19 άρθρα ασχολούνται με τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα τα οποία όλοι οι άνθρωποι δικαιούνται. Αυτά τα άρθρα περιλαμβάνουν τα δικαιώματα για:

  • ζωή, ελευθερία και προσωπική ασφάλεια
  • ελευθερία από δουλεία και υποτέλεια –
  • ελευθερία από βασανιστήρια, και σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία.
  • αναγνώριση της οντότητας του ατόμου ενώπιον του νόμου
  • ίση προστασία από το νόμο
  • μια αποτελεσματική άσκηση δικαστικής θεραπείας για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων
  • ελευθερία από αυθαίρετη σύλληψη, κράτηση ή εξορία
  • δίκαιη εκδίκαση και δημόσια ακρόαση από ένα ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο
  • το τεκμήριο της αθωότητας μέχρι αποδείξεως της ενοχής
  • αποτροπή από καταδίκη για μια πράξη η οποία δεν ήταν ποινικό αδίκημα κατά το χρόνο που διεπράχθει
  • ελευθερία από αυθαίρετη επέμβαση στην ιδιωτική ζωή, την οικογένεια, την κατοικία ή την αλληλογραφία
  • ελευθερία διακίνησης και εγκατάστασης περιλαμβανομένου του δικαιώματος
  • να εγκαταλείπει κάποιος οποιαδήποτε χώρα και να επιστρέφει στη δική του.

  • άσυλο
  • μια ιθαγένεια
  • σύναψη γάμου και δημιουργία οικογένειας
  • ιδιοκτησία
  • ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας
  • ελευθερία της γνώμης και της έκφρασης
  • ελευθερία ειρηνικών συγκεντρώσεων και συνεταιρισμούv
  • συμμετοχή του καθενός στη διακυβέρνηση της χώρας του

  • ίση πρόσβαση του καθενός στις δημόσιες υπηρεσίες της χώρας του
  • Τα επόμενα εφτά άρθρα (22 μέχρι 28) ασχολούνται με τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων για:

  • κοινωνική ασφάλιση
  • εργασία και ελεύθερη επιλογή επαγγέλματος
  • ίση αμοιβή για ίση εργασία
  • δίκαιη και ικανοποιητική αμοιβή, που να διασφαλίζει ένα τρόπο ζωής που αρμόζει στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια
  • ίδρυση και συμμετοχή σε συνδικάτα
  • ανάπαυση και ελεύθερο χρόνο
  • βιωτικό επίπεδο ικανοποιητικό για υγεία και ευημερία (που περιλαμβάνει τροφή, ρουχισμό, στέγαση και ιατρική περίθαλψη)
  • ασφάλιση σε περίπτωση ανεργίας, αρρώστειας, αναπηρίας, χηρείας, γεροντικής ηλικίας ή άλλων περιστάσεων ανεξάρτητων από τη θέληση του ατόμου
  • προστασία της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας
  • εκπαίδευση, με τους γονείς να έχουν κατά προτεραιότητα το δικαίωμα να επιλέγουν τον τύπο της εκπαίδευσης που θα δοθεί στα παιδιά τους
  • συμμετοχή του καθενός στην πολιτιστική ζωή της κοινότητάς του
  • προστασία των ηθικών και υλικών συμφερόντων του καθενός, που απορρέουν από συγγραφή επιστημονικών, λογοτεχνικών ή καλιτεχνικών παραγωγών του.
  • Σύμφωνα με το άρθρο 28, ο καθένας δικαιούται να απολαμβάνει κοινωνική και διεθνή τάξη, όπου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που περιλαμβάνονται στη Διακήρυξη να μπορούν να υλοποιούνται πλήρως.

    Το άρθρο 29 λέει ότι ο καθένας έχει καθήκοντα στην κοινότητα μέσα στην οποία και μόνο είναι δυνατή η ελεύθερη και πλήρης ανάπτυξη της πρσωπικότητάς του. Αυτό το άρθρο προσθέτει ότι, στην άσκηση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών, ο καθένας θα μπορεί να υπόκειται μόνο στους περιορισμούς που καθιερώθηκαν με νόμο, για να διασφαλίζεται η οφειλόμενη αναγνώριση και ο σεβασμός των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων και για ικανοποίηση των δίκαιων απαιτήσεων της ηθικής, της δημόσιας τάξης και ης γενικής ευημερίας. Αυτά τα δικαιώματα και οι ελευθερίες δε θα μπορούν να ασκούνται αντίθετα προς τους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών.

    Το τελευταίο άρθρο λέει ότι τίποτα μέσα στη Διακήρυξη δεν μπορεί να ερμηνευτεί ότι παρέχει σε οποιαδήποτε Χώρα, σε οποιαδήποτε ομάδα ή άτομο το δικαίωμα να κάνει οτιδήποτε που να αποβλέπει στην εξουδετέρωση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που εξαγγέλονται στη Διακήρυξη.

    http://www.kypros.org/Human_Rights/index15.html

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1761

Φύλο και Λογοτεχνία

Ευτέρπη Μήτση


Η λογοτεχνική κριτική που εξετάζει τις αναπαραστάσεις των ανδρών και γυναικών, τη σεξουαλικότητα, τη συγκρότηση του φύλου και τις σχέσεις εξουσίας που διέπουν την έμφυλη υποκειμενικότητα στα λογοτεχνικά κείμενα έχει σήμερα πολλές μορφές. Η φεμινιστική θεωρία, που αναπτύχθηκε στα πλαίσια του ευρύτερου κινήματος του φεμινισμού, ασχολήθηκε ήδη από τη δεκαετία του 1960 με τη λογοτεχνία και οι πρώτες φεμινίστριες κριτικοί καταδίκασαν την αρνητική απεικόνιση των γυναικών στη λογοτεχνία, ενώ έγινε προσπάθεια για την ανάδειξη μιας γυναικείας παράδοσης, εστιάζοντας στις γυναίκες ως συγγραφείς [authors] και αναγνώστριες. Άλλες θεωρητικές τάσεις, όπως η μελέτη του φύλου [gender studies] και οι λεσβιακές και γκέι θεωρίες, σε συνάρτηση με το κίνημα για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων που ξεκίνησε το 1969, ακολούθησαν την ανάπτυξη της φεμινιστικής θεωρίας και των γυναικείων σπουδών [women’s studies], της διεπιστημονικής μελέτης θεμάτων που αφορούν τις γυναίκες και το φύλο στα πανεπιστήμια, με αποτέλεσμα σήμερα η σχέση της λογοτεχνικής κριτικής με το φύλο να καλύπτει τρία εφαπτόμενα πεδία: τη φεμινιστική θεωρία και λογοτεχνική κριτική, τις λεσβιακές γκέι και queer θεωρίες [queer theory] και τη μελέτη των ανδρών και του ανδρισμού [masculinity]. Η ευρύτερη λοιπόν μελέτη του φύλου στη λογοτεχνία διερευνά ζητήματα διαφοράς [difference], ισότητας, σεξουαλικότητας [sexuality], ταυτότητας [identity], και των σχέσεων μεταξύ φύλου και φυλής, κοινωνικής τάξης και εθνότητας. Ακόμα ασχολείται με τη κατασκευή του λογοτεχνικού κανόνα [canon] και τη συμβολή της συγγραφής και της ανάγνωσης στις κοινωνικές αλλαγές, όχι μόνον όσον αφορά στα δικαιώματα των γυναικών αλλά και των μειονοτήτων γενικότερα.

Ο ρόλος του φύλου στη λογοτεχνική κριτική δεν θα μπορούσε να εξεταστεί ξεχωριστά από τον φεμινισμό. Η διεκδίκηση της ισότητας των γυναικών έχει άμεση σχέση με τη γυναικεία λογοτεχνία και η φεμινιστική θεωρία πηγάζει από το κοινωνικό κίνημα του φεμινισμού για την προώθηση των δικαιωμάτων των γυναικών που ξεκίνησε στα τέλη του 18ου αιώνα. Το κίνημα του φεμινισμού απαιτεί την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών σε όλους τους τομείς, την πολιτική, την οικονομία και την κοινωνία. Οι φεμινιστές/στριες πιστεύουν ότι οι γυναίκες καταπιέζονται εξαιτίας της κυρίαρχης ιδεολογίας της πατριαρχίας [patriarchy], που τις υποτάσσει μέσα από ένα σύστημα κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών θεσμών. Μόνο το τέλος της πατριαρχίας θα φέρει την απελευθέρωση όχι μόνο των γυναικών αλλά και των ανδρών, των μειονοτήτων και των ομοφυλοφίλων. Βέβαια δεν υπάρχει μία «σχολή» φεμινιστικής κριτικής, αλλά πολλές τάσεις από τότε που άρχισε το φεμινιστικό κίνημα μέχρι σήμερα. Η φεμινιστική θεωρία εξελίχθηκε σε σχέση με άλλες θεωρίες όπως είναι ο Διαφωτισμός, ο Μαρξισμός, η ψυχανάλυση, ο μεταδομισμός και η μετα-αποικιοκρατική θεωρία καθώς οι φεμινιστές/στριες κριτικοί όχι μόνο συνεισέφεραν αλλά και άσκησαν κριτική σε αυτές. Από το 1798, όταν η Βρετανίδα συγγραφέας Mary Wollstonecraft δημοσίευσε το έργο A Vindication of the Rights of Women, υποστηρίζοντας ότι η ισότητα των γυναικών είναι απαραίτητη για μια δίκαιη κοινωνία, μέχρι τον βικτωριανό φιλόσοφο John Stuart Mill, ο οποίος στο The Subjection of Women (1869) απαίτησε ίσα δικαιώματα για τις γυναίκες, οι φεμινιστές/φεμίνιστριες θεώρησαν ότι το δικαίωμα της ψήφου θα οδηγούσε στην ίση θέση της γυναίκας. Όμως παρά την απόκτηση αυτού του δικαιώματος σε πολλές χώρες της δυτικής Ευρώπης και στις ΗΠΑ στις αρχές του 20ου αιώνα, οι γυναίκες εξακολούθησαν να βρίσκονται σε κατώτερη θέση από τους άνδρες και να υφίστανται άνιση μεταχείριση. Έτσι από το 1960 ζήτησαν πιο ριζοσπαστικές αλλαγές στην κοινωνία και έργα όπως το Feminine Mystique (1963) της Αμερικανίδας Betty Friedan τόνισαν την ανάγκη για πλήρη πολιτική και νομική ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Μια άλλη τάση του φεμινιστικού κινήματος την ίδια εποχή ήταν ο μαρξιστικός φεμινισμός [Marxist feminism], που σε αντίθεση με τις απόψεις της φιλελεύθερης πολιτικής θεωρίας, υποστήριξε ότι οι ασυμμετρίες της εξουσίας προέρχονται από την οικονομική εκμετάλλευση, επομένως οι διακρίσεις εις βάρος των γυναικών και γενικά των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων οφείλονται στον καπιταλισμό. Επηρεασμένος από το έργο του Friedrich Engels, συνεργάτη του Marx, The Origin of the Family, Private Property, and the State (1845), ο μαρξιστικός φεμινισμός θεώρησε ότι για να απελευθερωθούν οι γυναίκες θα πρέπει να ανεξαρτητοποιηθούν οικονομικά και να πολεμήσουν ταυτόχρονα την πατριαρχία και τον καπιταλισμό.

Το έναυσμα όμως για μια πιο κριτική θεώρηση στο πως διαμορφώνονται οι γυναίκες στην κοινωνία και πως συγκροτείται η ίδια η έννοια τoυ φύλου έδωσε το ρηξικέλευθο έργο της Γαλλίδας συγγραφέως Simone de Beauvoir Το δεύτερο φύλο (1949). Λέγοντας ότι «δεν γεννιέσαι γυναίκα, αλλά γίνεσαι», η Beauvoir εισήγαγε την έννοια του κοινωνικού φύλου [gender], τη διαπίστωση δηλαδή ότι το φύλο είναι κοινωνικό κατασκεύασμα και όχι δεδομένο της φύσης. Η Beauvoir χρησιμοποιεί τον όρο Άλλος [Other] για να δείξει πώς στην πατριαρχική κοινωνία η γυναίκα λειτουργεί ως το αρνητικό του άνδρα, ο οποίος ορίζεται ως ο Εαυτός/υποκείμενο και αντιπροσωπεύει το λογικό και φυσικό. Από τη δεκαετία του 1970, οι φεμινιστές/φεμινίστριες, ιδιαίτερα ο ριζοσπαστικός φεμινισμός [radical feminism] εξέτασε την καταπίεση των γυναικών πέρα από τις πολιτικές, νομικές και οικονομικές δομές της κοινωνίας, αναλύοντας θέματα αναπαραγωγής, σεξουαλικότητας και εξουσίας και επιμένοντας ότι το «προσωπικό είναι πολιτικό». Ο ριζοσπαστικός φεμινισμός θεώρησε ότι οι γυναικείοι ρόλοι της μητρότητας [maternity] και της σεξουαλικότητας διαιωνίζουν την υποταγή των γυναικών και αρκετές φεμινίστριες υποστήριζαν ότι η πατριαρχία θα πρέπει αντικατασταθεί από το αντίθετό της, την μητριαρχία [matriarchy]. Συγγραφείς όπως η Mary O’ Brien στο The Politics of Reproduction (1981) έδειξαν με ποιό τρόπο οι άνδρες ελέγχουν την αναπαραγωγή των γυναικών, ενώ άλλες τάσεις που διαμορφώθηκαν οδήγησαν στον λεσβιακό φεμινισμό [lesbian feminism] και στον διαχωριστικό φεμινισμό [separatist feminism].

Ο ριζοσπαστικός φεμινισμός έδωσε μεγάλη προσοχή στο πολιτισμό και στη λογοτεχνία, με κορυφαίο παράδειγμα το βιβλίο Sexual Politics (1970) της Αμερικανίδας Kate Millett, που άσκησε κριτική στις απεικονίσεις των πατριαρχικών αξιών στη λογοτεχνία. Το δεύτερο κύμα [second wave feminism] – από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 – του αγγλο-αμερικανικού φεμινισμού [Anglo-American feminism] ασχολήθηκε με την γυναικεία εμπειρία μέσα από την ανάλυση των γυναικείων λογοτεχνικών χαρακτήρων, με τη μητρογονική κληρονομιά [matrilineal heritage] και με τις ίδιες τις γυναίκες ως συγγραφείς και αναγνώστριες. Αρχίζοντας από την αγγλική λογοτεχνία, οι φεμινίστριες κριτικοί επιτέθηκαν στον λογοτεχνικό κανόνα και στον αποκλεισμό των γυναικών από αυτόν. Πηγή έμπνευσης για αυτού του είδους την κριτική ήταν η Αγγλίδα συγγραφέας Virginia Woolf, και κυρίως το έργο της A Room of One’s Own (1929), το οποίο ήταν το πρώτο που αποτύπωσε μια γυναικεία λογοτεχνική παράδοση. Η Αμερικανίδα κριτικός Elaine Showalter στο έργο της Toward a Feminist Poetics, δημιούργησε τον όρο γυνοκριτική [gynocriticism] και παρουσίασε την εξέλιξη της γυναικείας λογοτεχνίας από τη βικτωριανή περίοδο μέχρι τη σύγχρονη εποχή, χωρίζοντας την σε τρεις περιόδους – τη θηλυκή [feminine] περίοδο , που αρχίζει το 1840 και φτάνει ως το 1880, τη φεμινιστική [feminist], από το 1880 μέχρι την απόκτηση ψήφου για τις γυναίκες το 1920, και τέλος τη γυναικεία [female], από το 1920 και έπειτα. Η Showalter όμως κατηγορήθηκε για ουσιοκρατία [essentialism] καθώς άλλες κριτικοί, όπως η Φιλανδή Toril Moi, θεωρούν ότι η γυνοκριτική περιορίζεται στη λογοτεχνία των λευκών γυναικών της αστικής τάξης αποκλείοντας γυναίκες διαφορετικών εθνοτήτων και φυλών, ενώ η Alice Jardine στο βιβλίο της Gynesis: Configurations of Woman and Modernity (1985) αντιπροτείνει τον όρο γύνεση [gynesis], που επικεντρώνεται στη γυναίκα όχι ως συγγραφέα ή χαρακτήρα αλλά ως «συγγραφικό αποτέλεσμα». Γενικά, ο αγγλο-αμερικανικός φεμινισμός θεωρήθηκε ότι πρόβαλε μια μονολιθική γυναικεία εμπειρία και ιστορία.

Αντίθετα, ο γαλλικός φεμινισμός [French feminism], που ξεκίνησε από τη Γαλλία στα τέλη της δεκαετίας του 1970 μέσα από το έργο Γαλλίδων κριτικών, όπως οι Julia Kristeva, Helene Cixous και Luce Irigaray, ανέλυσε το ρόλο του φύλου στη λογοτεχνία στηριζόμενος στο μεταδομισμό και τη ψυχανάλυση, ειδικά στο έργο του Γάλλου ψυχαναλυτή Jacques Lacan. Ο ριζοσπαστικός φεμινισμός είχε ήδη φέρει μια μεγάλη αλλαγή στο φεμινιστικό κίνημα, δίνοντας έμφαση στη διαφορά αντί για την ισότητα. Η παραδοχή ότι οι γυναίκες διαφέρουν από τους άντρες και ότι αυτό είναι θετικό και όχι αρνητικό για να σταματήσουν την υποταγή τους οδήγησε το φεμινισμό στη μελέτη της ψυχανάλυσης με στόχο την εξερεύνηση αυτών των διαφορών. Στα τέλη του 1970, οι Αμερικανίδες φεμινίστριες Dorothy Dinnerstein και Nancy Chodorow αρνήθηκαν τη θεωρία του Sigmund Freud ότι οι διαφορές ανδρών και γυναικών οφείλονται στο Οιδιπόδειο σύμπλεγμα [Oedipal complex] και στην αδυναμία των γυναικών να το επιλύσουν, υποστηρίζοντας ότι οι γυναίκες διαφέρουν από τους άνδρες επειδή ανατράφηκαν από τις μητέρες τους σύμφωνα με ένα συγκεκριμένο γυναικείο πρότυπο.

Για τις Γαλλίδες φεμινίστριες όμως η φροϋδική ψυχανάλυση, ιδιαίτερη η μεταδομιστική θεώρησή της από το Lacan απέβη ιδιαίτερα χρήσιμη. Ο γαλλικός φεμινισμός επηρεάστηκε εξίσου από τη λακανική ψυχανάλυση και από τη φιλοσοφική σκέψη του Γάλλου φιλοσόφου Jacques Derrida. Ο Derrida χρησιμοποιεί το νεολογισμό διαφωρά (différance) [differance] ομόηχη με τη λέξη διαφορά (différence) για να υπονομεύσει τον λογοκεντρισμό [logocentrism] του δυτικού κόσμου, τονίζοντας ότι η γλώσσα λειτουργεί μέσα από δίπολες αντιθέσεις [binary oppositions] (π.χ. σημαίνον/σημαινόμενο [signifier/signified], παρουσία/απουσία, φύση/πολιτισμός, ομιλία/γραφή) Η διαφωρά που διέπει ολόκληρο το σύστημα της γλώσσας εμποδίζει την απόλυτη αλήθεια, αφού το σημαινόμενο δεν είναι ποτέ παρόν• πάντα καθυστερεί στη γραφή, αφού η γραφή παράγει νόημα σε έναν απεριόριστο αριθμό περικειμένων που μπορεί να υπάρξει στο μέλλον. Σε αυτά τα πλαίσια, η Γαλλίδα κριτικός Hélène Cixous εισάγει στα μέσα της δεκαετίας του 1970 μέσα από τα δοκίμια “La rire de la Méduse” και “La Jeune Née” τον όρο γυναικεία γραφή [écriture feminine] για να εκφράσει την έμφυλη διάσταση της συγγραφής και του λογοτεχνικού κειμένου. Εφόσον ο λόγος είναι φαλλογοκεντρικός [phallogocentric], η Cixous πιστεύει ότι για να ανατρέψουν οι γυναίκες τον φαλλοκεντρισμό [phallocentrism] πρέπει να βρουν το δικό τους χώρο στη γλώσσα. Ο γαλλικός φεμινισμός ασχολείται με τη σχέση μεταξύ βιολογικού [sex] και κοινωνικού [gender] φύλου και δίνει έμφαση στο σώμα [body], στην γυναικεία επιθυμία [desire] και στην ηδονή [jouissance] μέσα από έναν πρωτοποριακό τρόπο γραφής που προβάλλει το αυτοβιογραφικό στοιχείο [autobiography]. Ακόμα ανακαλύπτει τη φωνή του σώματος μέσα στο κείμενο (η ηδονή είναι σεξουαλική [sexual] και κειμενική [textual] απόλαυση) και αναδιατυπώνει τη σχέση του με το υποκείμενο [subject]. Πέρα από μια απλή ανάγνωση του Lacan, ο γαλλικός φεμινισμός επικεντρώνεται στην προ-Οιδιπόδεια κατάσταση [pre-Oedipal stage] και αναλύει τις δομές που αποτελούν τη συμβολική τάξη [symbolic order]. Ενώ οι Cixous και Irigaray σε απάντηση στο φαλλογοκεντρισμό και την ουσιοκρατία αντιπροτείνουν την γυναικεία γραφή, η Kristeva ορίζει ένα χώρο πέρα από τον λόγο του ομιλούντος υποκειμένου που εμφανίζεται στην ποίηση και πηγάζει από το πρώτο στάδιο της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης του ατόμου, τη χώρα [chora]. Ονομάζει αυτή την προγλωσσική και προ-οιδιπόδεια διεργασία σημασιοδότησης σημειωτική [semiotic] γιατί βρίσκεται στη σωματική εμπειρία του βρέφος του σημειωτικού σταδίου, η οποία απωθείται όταν το άτομο εισέλθει στο συμβολικό και αποκτήσει συνείδηση του εαυτού (το στάδιο του καθρέφτη [mirror stage]) αλλά δεν παύει να παραμένει ενεργή.

Στις παραπάνω θεωρίες ασκήθηκε κριτική από τη φεμινιστική λογοτεχνική κριτική των μαύρων γυναικών [black feminist literary criticism], τον υλιστικό φεμινισμό [materialist feminism], αλλά και γενικότερα από το φεμινισμό του τρίτου κύματος [third wave feminism] που εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1990 με σκοπό να αμφισβητήσει τις αντιλήψεις του δευτέρου κύματος για το γυναικείο φύλο, κατηγορώντας τον ότι ασχολήθηκε με τις λευκές ετεροφυλόφιλες γυναίκες της αστικής τάξης. Ο φεμινισμός του τρίτου κύματος επηρεασμένος από τη μετα-αποικιοκρατική θεωρία και τη μεταδομιστική ερμηνεία του φύλου αποδομεί το σημαίνον «γυναίκα» και διατείνεται ότι οι δυτικές μορφές του φεμινισμού βλέπουν τη γυναικεία εμπειρία ως οικουμενική. Θεωρεί ότι καθώς η αποικιοκρατία [colonialism] ταυτίζεται με τον μισογυνισμό [misogyny], την πατριαρχία και τον φαλλογοκεντρισμό, οι γυναίκες στις αποικίες αλλά και στις μετα-αποικιοκρατικές κοινωνίες υφίστανται αυτό το οποίο ονομάζουμε διπλή αποικιοκράτηση [double colonization], καταπιέζονται δηλαδή όχι μόνο ως αποικιοκρατούμενες (φυλετική, ταξική και εθνική καταπίεση) αλλά και ως γυναίκες. Η Ινδή κριτικός Chandra Talpade Mohanty κατηγόρησε τον δυτικό φεμινιστικό λόγο ότι αντιλαμβάνεται τη γυναίκα του λεγόμενου Τρίτου κόσμου ως «ένα ενιαίο και μονολιθικό υποκείμενο» (1988) και αβοήθητο θύμα της πατριαρχίας χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές και πολλαπλές εμπειρίες των γυναικών αυτών ή την ύπαρξη φεμινισμών στις χώρες αυτές. Σήμερα η φεμινιστική θεωρία απαιτεί σύνθετη σκέψη και συχνά αφηρημένες έννοιες, προσπαθώντας συγχρόνως να παραμείνει χρήσιμη για την καθημερινή ζωή των γυναικών σε όλο τον κόσμο και να αναπτύξει στρατηγικές για ουσιαστικές κοινωνικές αλλαγές. Η διάκριση μεταξύ πανεπιστημιακού και ακτιβιστικού φεμινισμού [academic feminism vs. activist feminism]είναι απλουστευτική μια και η θεωρία είναι πολιτική, αν και ορισμένες φεμινίστριες ανησυχούν ότι η θεσμική νομιμοποίηση του σπουδών του φύλου αποδυναμώνει την ανατρεπτικότητα του φεμινιστικού λόγου. Η φεμινιστική θεωρία και η κριτική της λογοτεχνίας μέσα από την οπτική του φύλου αναγνωρίζει τις φυλετικές, εθνοτικές, κοινωνικές, σεξουαλικές και θρησκευτικές διαφορές ανάμεσα στις γυναίκες προσπαθώντας ταυτόχρονα να βρει έναν κοινό τόπο πέρα από μια ομοιογενή έννοια της «γυναίκας». Με αυτόν τον τρόπο η φεμινιστική θεωρία βρίσκεται πάντα στην πρωτοπορία. Νέες κατευθύνσεις περιλαμβάνουν το νομαδισμό [nomadism] που εισάγει η Ιταλίδα φιλόσοφος Rosi Braidotti (1993) για να περιγράψει τη γυναίκα ως άπατρι και φυγά, γεγονός που της επιτρέπει να ξεπεράσει τον φαλλοκεντρισμό και να αναζητήσει μια «νέα γυναικεία φεμινιστική ταυτότητα», κατανοώντας βέβαια τις διαφορές ανάμεσα στις γυναίκες και την υβριδική φιγούρα του σάιμποργκ [cyborg] της Αμερικανίδας Donna Haraway (1991), ένα πλάσμα ανάμεσα σε μηχανή και οργανισμό που αντιπροσωπεύει μια απόδραση από τα δίπολα της επιστημολογίας που έχουν περιορίσει τις γυναίκες σε μια έμφυλη «φύση», ενώ νέες τάσεις συνεχίζουν να αναπτύσσονται στα πλαίσια του μετα-ανθρωπισμού [posthumanism], του οικολογικού κινήματος, κ.α. Ο κυβερνοφεμινισμος [cyberfeminism] στοχεύει στην ανατροπή των πατριαρχικών εικόνων του Διαδικτύου και στη διαμόρφωση μιας διαδικτυακής φεμινιστικής πολιτικής ενώ ο οικοφεμινισμός [ecofeminism] εστιάζει στο συνεκτικό δεσμό μεταξύ της καταπίεσης της γυναίκας και αυτής της φύσης.

Στα τέλη του 20ου και στις αρχές του 21ου αιώνα ένα ακόμη σημαντικό κίνημα που αμφισβήτησε τις παραδοσιακές αναγνώσεις της λογοτεχνίας δίνοντας έμφαση στο φύλο και ιδιαίτερα στη σεξουαλικότητα είναι η queer θεωρία. Συνυφασμένη με τη φεμινιστική θεωρία, η queer θεωρία συνδέει το κοινωνικό φύλο με τη σεξουαλικότητα και εξετάζει πως αυτή διαμορφώνει την πολιτική της ταυτότητας [identity politics] (Hall 2006:102). Ο όρος “queer”, που από μειωτικός έγινε πολιτικός όρος από τους ακτιβιστές για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων και των ατόμων με AIDS στα τέλη του 1980, επιχειρεί να γεφυρώσει διάφορες τάσεις στην ευρύτερη θεωρία του φύλου, εφόσον γκέι και λεσβίες μοιράζονται μια κοινή ιστορία καταπίεσης και υποτίμησης και οι πολιτικές επιδιώξεις τους συμπίπτουν, υποδηλώνοντας μια στρατηγική αντίθεσης και αντίστασης στην ηγεμονία [hegemony] της ετεροκανονικότητας [heteronormativity]. Εκτός από τη φεμινιστική θεωρία, οι κριτικοί αυτής της θεωρίας βασίστηκαν στην ανάλυση της ιστορίας της σεξουαλικότητας από τον Γάλλο στοχαστή Michel Foucault, ο οποίος υποστήριξε ότι με την ανάπτυξη των κοινωνικών επιστημών τον 19ο αιώνα ο ομοφυλόφιλος έγινε ένα ξεχωριστό είδος [species] (1984: Ι, 43). Η queer θεωρία ανατρέπει αυτές τις δήθεν επιστημονικές κατηγοριοποιήσεις της σεξουαλικής συμπεριφοράς και τις νομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διακρίσεις που απορρέουν από αυτές και αποδομεί το δίπολο ετεροφυλόφιλος/ομοφυλόφιλος με τον ίδιο τρόπο που ο μεταδομιστικός φεμινισμός αποδομεί το δίπολο άνδρας/γυναίκα.

Μέσα από τις αναγνώσεις κειμένων καταδεικνύεται ότι η ομοφυλοφιλία [homosexuality] και ως εκ τούτου και η ετεροφυλοφιλία και η αμφιφυλοφιλία αποτελούν κοινωνικά προϊόντα και η ανάπτυξη μιας διακριτής ομοφυλοφιλικής (λεσβιακής ή γκέι) ταυτότητας καθορίζεται μέσα από τις ιδεολογικές συνθήκες μιας συγκεκριμένης εποχής. Βασικός στόχος της θεωρίας είναι ακόμη να εντοπιστούν και να αναδειχθούν τα έργα μη ετεροφυλόφιλων συγγραφέων, ενώ κριτικοί όπως η Eve Sedgwick στο πρωτοπόρο έργο της Between Men: English Literature and Male Homosocial Desire (1985) ανέδειξε μέσα από τη λογοτεχνική ανάλυση πως οι πατριαρχικές δομές της ανδρικής φιλίας, την οποία ονομάζει ομοκοινωνική τάξη [homosocial order], εξαρτώνται από την βίαια καταπίεση της ομοφυλοφιλίας Μια από τις πιο σημαντικές φωνές στην queer θεωρία είναι η Judith Butler, η οποία αν και ξεκινά από τις απόψεις του Lacan και των γαλλικού φεμινισμού ότι η γλώσσα είναι πατριαρχική, καταλήγει ότι καθοριστικό ρόλο στον ορισμό του φύλου δεν έχει η γλώσσα αλλά οι κοινωνικές και πολιτισμικές παράμετροι. Η επιτέλεση [performance] του βιολογικού και κοινωνικού φύλου και της σεξουαλικότητας δεν είναι επιλογή του υποκειμένου, αλλά καθορισμένη από τους «κανονιστικούς λόγους» (regulative discourses, όρος του Foucault στο Discipline and Punish, 1975) που υπαγορεύονται από τα καθιερωμένα κριτήρια της ετεροκανονικότητας. Στο Gender trouble: Feminism and the Subversion of Identity (1990), η Butler εισάγει την έννοια της επιτελεστικότητας [performativity] του έμφυλου σώματος υποστηρίζοντας ότι το φύλο δεν εγγράφεται παθητικά πάνω στο σώμα αλλά επιτελείται καθημερινά σε μια διαδικασία πίεσης και αντίστασης. Επομένως η ομοφυλοφιλία και ο λεσβιασμός [lesbianism] δεν είναι μια συγκεκριμένες ταυτότητες που οδηγούν σε ένα κανονιστικό μοντέλο δράσης, αλλά το αντίθετο. Θέτοντας σε αμφισβήτηση τη σταθερότητα της έμφυλης ταυτότητας, η Butler θεωρεί την ομοφυλοφιλία παρωδία της ετεροφυλοφιλίας και σεξουαλική στρατηγική ή ακόμη και «μεταμφίεση» που διατηρεί ή ανατρέπει την ετεροφυλοφιλία, προκαλώντας αναταραχή ή αναστάτωση [trouble]. Μέρος των λεσβιακών και γκέι σπουδών είναι ακόμη οι διαφυλικές σπουδές [transgender studies] που εξετάζουν κάθε είδους παρέκκλιση (όπως ο τρανσβεστισμός) από το κανονιστικό πρότυπο του βιολογικού φύλου, της έμφυλης ταυτότητας και της σεξουαλικής επιθυμίας. Για κριτικούς όπως η Judith Halberstam (1998) η διαφυλική θεωρία εμπλουτίζει την queer θεωρία καθώς η επιτελεστική παρέκκλιση από τη φυσικοποιημένη έμφυλη ταυτότητα δίνει τη δυνατότητα για ριζικές κοινωνικές αλλαγές.

Η μελέτη του φύλου στη λογοτεχνία σήμερα αναδεικνύει την ανάγκη για κριτική σκέψη πάνω στις παγιωμένες αντιλήψεις για την έμφυλη ταυτότητα και την σεξουαλικότητα. Η ποικιλόμορφη παγκόσμια κουλτούρα, η παγκοσμιοποίηση, η εξάπλωση των νέων μέσων μαζικής ενημέρωσης και των νέων τεχνολογιών αποτελούν καινούργιες προκλήσεις αλλά και μεγάλες ευκαιρίες για δημιουργική έρευνα και εργασία.

Πηγή :http://www.thefylis.uoa.gr/fylopedia/index.php

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1759

Η θέση της γυναίκας στην αρχαία κοινωνία.


της Αμαλίας Ηλιάδη
Πολλά και διάφορα έχουν γραφτεί για τις γυναίκες στη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας, άλλα από τα οποία εκθειάζουν το γυναικείο φύλο και άλλα που μιλούν με τρόπο ταπεινωτικό και ανεπίτρεπτο. Γράφτηκαν ύμνοι συγκινητικοί αλλά και βλάσφημοι.

«Ω Δία, γιατί στου ήλιου
το φως να φέρει τις γυναίκες
τις δολερές τα πλάσματα
των ανδρών τον όλεθρο; (…)
να χαθείτε, ποτές δε θα
χορτάσω να σας μισώ γυναίκες…..
γιατί οι γυναίκες είναι πάντα
κακές. (…)
Κι αν κρεμαστεί των γυναικών
η φάρα ολάκερη… εγώ
τη γνώμη δεν αλλάζω».
(Ευριπίδης, Ιππόλυτος)

Υπήρξαν περίοδοι δόξας, όμως και φαινόμενα καταπίεσης και εκμετάλλευσης.

Είναι αλήθεια ότι καθώς οι πολιτισμοί διαφέρουν μεταξύ τους, διαφέρουν και οι ρόλοι που αναθέτουν στο ένα ή στο άλλο φύλο, και οι διάφορες εργασίες, κάποιες από τις οποίες σε μια κοινωνία μπορεί να θεωρούνται αντρικές ενώ σε άλλη γυναικείες. Η μόνη σταθερά για τον καθορισμό αυτών των ρόλων είναι το γεγονός ότι οι γυναίκες, απασχολημένες κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους με τη γέννηση και ανατροφή των παιδιών, ήταν υποχρεωμένες να μένουν κοντά στο χώρο της κατοικίας τους και, συνεπώς, αναλαμβάνουν τα καθήκοντα που μπορούσαν να εκτελέσουν χωρίς να εγκαταλείπουν την κύρια αποστολή τους.

Η θέση του γυναικείου φύλου αποτέλεσε σημείο αντιλεγόμενο καθώς οι διάφοροι συγγραφείς έγραψαν επηρεασμένοι από ιδεολογικά ρεύματα, παρουσιάζοντας συχνά όχι την αληθινή εικόνα αλλά εκείνο που εξυπηρετούσε τους σκοπούς που καθένας από αυτούς υπηρετούσε.

«Είσαι γυναίκα δούλος;
(…) όσο εγώ θα ζω, γυναίκα δε
θα διαφεντεύει. (…)
Άνδρας θα είμαι εγώ,
Αν αυτή ατιμώρητα
Κλωτσάει την ισχύ μου».
(Σοφοκλής, Αντιγόνη)

Κάτω από την επίδραση της εξελικτικής θεωρίας του Δαρβίνου, για παράδειγμα, υποστηρίχτηκε ότι το αρχικό καθεστώς στην αυγή της ανθρωπότητας ήταν η μητριαρχία.

Με τον τρόπο αυτό θέλησαν να ανατρέψουν εκ βάθρων και ν’ αποδείξουν αναξιόπιστη την ιστορία της Βίβλου.

Γρήγορα όμως η ιδέα αυτή απορρίφθηκε από τους σύγχρονους ανθρωπολόγους ως στερούμενη παντελώς αποδείξεων. Ακόμη και γυναίκες συγγραφείς δεν ξέφυγαν τον πειρασμό, επειδή κι εκείνες από το μέρος τους, τις περισσότερες φορές έγραψαν στρατευμένες κάτω από διάφορες τάσεις της κοινωνίας, της πολιτικής ή της θρησκείας. Κλασικό παράδειγμα αυτής της μονομερούς πληροφόρησης αποτελεί η άποψη που μέχρι πρόσφατα επικρατούσε, για τη θέση της γυναίκας στην αρχαιότητα. Επηρεασμένοι κυρίως από την εικόνα της ζωής στην Αθήνα της κλασικής περιόδου, οι περισσότεροι συγγραφείς γενίκευαν τα πράγματα και μιλούσαν για μια κατάσταση περίπου τραγική, όπου οι γυναίκες ήταν φυλακισμένες στα απομονωμένα γυναικεία διαμερίσματα των οικιών, ενώ οι άνδρες περνούσαν τον καιρό τους αργόσχολοι, στην Αγορά, τα γυμναστήρια και τα λουτρά.

Όμως ήδη στην αρχαία Βαβυλώνα και στην Αίγυπτο οι γυναίκες είχαν σημαντική ανεξαρτησία και υψηλή θέση στην κοινωνία. Ο κώδικας Νόμων του Χαμουραμπί (1795-1750 π.Χ.) για παράδειγμα, βαβυλωνιακό γραπτό μνημείο που έχει διασωθεί μέχρι σήμερα, περιέχει πάμπολλες προβλέψεις σχετικά με τις γυναίκες, το γάμο, την περιουσία τους, την ανατροφή και επιμέλεια των παιδιών, το διαζύγιο κλπ. που δείχνουν ότι ακόμη και σε εκείνη την τόσο πρώιμη εποχή, και κάτω από ειδωλολατρικό καθεστώς, υπήρχε προστασία από κακομεταχείριση, εκμετάλλευση και άλλες καταχρήσεις. Οι γυναίκες μπορούσαν να ασκούν εμπόριο για λογαριασμό τους και να προσφέρουν υπηρεσίες ως δικαστές, προεστοί, μάρτυρες σε δικαστήρια και γραφείς. Στην Αίγυπτο τα πράγματα ήταν ακόμη καλύτερα και οι γυναίκες έγιναν συχνά άρχοντες του κράτους. Σε αρκετές περιπτώσεις, λοιπόν, τη θέση και τα δικαιώματα της αρχαίας γυναίκας θα τα ζήλευαν πολλές κοινωνίες του ευρωπαϊκού μεσαίωνα.

Κανείς δε μπορεί να λησμονήσει ότι στην Ιστορία αναφέρονται σημαντικές γυναικείες μορφές, όπως η Φαραώ Χατσεπσούτ (18η δυναστεία), η Βαβυλώνια Σεμίραμις, η Ελληνίδα Κλυταιμνήστρα, η Ιουδαία Εσθήρ, η Κλεοπάτρα στην Αίγυπτο και πολλές άλλες, που όχι μόνο ανέβηκαν στα ύψιστα αξιώματα της εποχής τους, αλλά και έπαιξαν κύριο ρόλο στη διαμόρφωση της ιστορίας των τόπων και των λαών τους.

Στα Ομηρικά Έπη, στη Μινωϊκή και στη Μυκηναϊκή εποχή, οι γυναίκες είναι σε πολύ καλή μοίρα. Αγαπούν την οικογένειά τους, συζητούν ελεύθερα μαζί με τους άνδρες, επικρατεί η μονογαμία, ο γάμος είναι ιερός και αδιάλυτος, η γυναίκα μπορεί να διαλέξει τον άνδρα της, οι συζυγικές σχέσεις βασίζονται σε αμοιβαία αγάπη και εκτίμηση και οι τρόποι συμπεριφοράς των συζύγων παρουσιάζονται απλοί, ευγενικοί και εγκάρδιοι. Η πολυτεκνία θεωρείται μεγάλο αγαθό και ευτυχία, ενώ η ατεκνία μεγάλη συμφορά και εκδήλωση θεϊκής τιμωρίας.

Το ίδιο στην αρχαία Σπάρτη οι γυναίκες ήταν σχεδόν ίσες με τους άνδρες, συγχρωτίζονταν ελεύθερα στη δημόσιο βίο και στους αθλητικούς αγώνες, παντρεύονταν τον άνδρα που θα αγαπούσαν, και είχαν γνώμη στα πολιτικά και δημόσια πράγματα. Είναι άραγε τυχαίο ότι ήταν οι Σπαρτιάτισσες που έλεγαν στους άνδρες τους το γνωστό «Η τάν ή επί τας;»

Αλλά η σύγχρονη αντίληψη για τη θέση της γυναίκας στην αρχαιότητα στηρίχτηκε περισσότερο στο καθεστώς της κλασικής Αθήνας, που οπωσδήποτε ήταν δυσμενέστερο για τη γυναίκα, αφού πολλά από τα ήθη είχαν διαφθαρεί, ιδιαίτερα μάλιστα σε ό,τι αφορούσε την ανώτερη κοινωνική τάξη.

Έχοντας λοιπόν, την Αρχαία Αθήνα ως υπόδειγμα, ως φαίνεται ήταν δύσκολο σε πολλούς να πιστέψουν πως τα πράγματα μπορούσαν να είναι καλύτερα σε άλλες κοινωνίες, και μάλιστα παλιότερες από αυτήν.

Σήμερα ωστόσο πολλά έχουν αναθεωρηθεί από τους επιστήμονες και η αντίληψή τους είναι πλέον εντελώς διαφορετική, καθώς οι έρευνες ανατρέπουν συνεχώς την προηγούμενη άποψη ως εντελώς εξωπραγματική.

Όπως γράφει η Ιστορικός M. Katzτίποτα δεν είναι περισσότερο ανακριβές από την ιδέα της φυλακισμένης γυναίκας στην Αρχαία Ελλάδα. Αν και πολλές φιλολογικές πηγές προβάλλουν την αντίληψη ότι η Αθηναία γυναίκα ήταν λίγο παραπάνω από τους δούλους.

«Η γυναίκα θα πρέπει να
δουλεύει περισσότερο από το γαϊδούρι,
γιατί το γαϊδούρι τρώει τ’ άχυρα
και η γυναίκα το στάρι».
(Καυκασιανή παροιμία).

Οι έρευνες έχουν δείξει ότι ως έργα ανδρών (όπως είναι σχεδόν όλες οι γραπτές αρχαίες πηγές) παρουσιάζουν μάλλον την ανδρική άποψη και όχι απαραίτητα την αλήθεια.

Το να δημιουργούμε θεωρίες για τη ζωή της αρχαίας εποχής, στηριγμένοι μόνο σε φιλολογικές πηγές, λέει η Katz, μοιάζει σαν οι μελλοντικοί ιστορικοί να προσπαθούσαν να περιγράψουν τη ζωή της σημερινής νοικοκυράς με βάση την εικόνα που δίνουν τα διάφορα πορνοπεριοδικά ή οι κωμωδίες, κι αυτό δεν θα ήταν σωστό.

Το βιβλίο “The Cambridge Illustrated History of Ancient Greece” εξηγεί ότι η αρχαία ελληνική πόλη συχνά χαρακτηρίζεται σαν μια «αντρική λέσχη», επειδή οι γυναίκες δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα (…). Αυτή όμως η εικόνα δεν είναι εντελώς ακριβής. Αρχικά οι άνδρες που δεν είχαν το δικαίωμα του πολίτη ήταν μια ελάχιστη μειοψηφία του πληθυσμού σε %C

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1758

Γυναίκα και Λογοτεχνία : Η ιστορία μιας δυνατής σχέσης…


Από το ρόλο της αναγνώστριας στο ρόλο της συγγραφέως

Της Πέρσας Κουμούτση

Οι γυναίκες έχουν ανακηρυχθεί σε …πρωταθλήτριες στην ανάγνωση της λογοτεχνίας, σύμφωνα με τις σύγχρονες στατιστικές. Εξ ίσου σημαντικός όμως εξελίσσεται και ο ρόλος τους στη συγγραφή της λογοτεχνίας. Τα τελευταία χρόνια, ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός γυναικών έχουν περάσει από το ρόλο της αναγνώστριας, στο ρόλο της συγγραφέως, δημιουργώντας το δικό τους, γυναικείο κατά κανόνα, αλλά ιδιαίτερα πιστό κοινό. Που περιμένει τα βιβλία τους και τα διαβάζει. Πώς έγινε αυτή η μεταβολή; Πώς η γυναίκα, από «αδύναμη» ηρωίδα στα έργα της ανδροκρατούμενης λογοτεχνίας του 19ου αιώνα, βρέθηκε να είναι πρωταγωνίστρια και δημιουργός της λογοτεχνίας στη σύγχρονη εποχή; Το ενδιαφέρον κείμενο της συγγραφέως και μεταφράστριας Πέρσας Κουμούτση που ακολουθεί, φωτίζει πλευρές από την πορεία αυτής της αλλαγής, από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα.

Η γυναίκα στη λογοτεχνία του 19ου αιώνα

H λογοτεχνία αντανακλά την κοινωνία και την εποχή κατά τη οποία γράφεται. Τον 19ο αιώνα έως τις απαρχές του 20ου η λογοτεχνία όπως κάθε άλλη πολιτιστική και πολιτική έκφανση είναι ανδρική υπόθεση. Έτσι ο ρόλος της γυναίκας σε αυτή, δε θα μπορούσε παρά να είναι υποδεέστερης σημασίας ή επικουρικός στην καλύτερη περίπτωση. Η λογοτεχνία βρίθει από γυναικείους χαρακτήρες που είναι ανίκανες να αναπτύξουν πρωτοβουλίες πέρα εκείνων του σπιτιού και της οικογένειας, αφού το μόνο που τους επιτρέπεται είναι να κοιτούν τον κόσμο να τους προσπερνά, αλλά όχι να συμμετέχουν ενεργά σε αυτόν. Γυναίκες που τρελάθηκαν, ή πλήρωσαν αδρά το τίμημα του λάθους τους να ενδώσουν στο αμάρτημα του έρωτα, της ίδια της ζωής. Σε αντιπαράθεση όλων αυτών, εξαίρεση και αχτίδα φωτός αποτελεί ο Παπαδιαμάντης με τα γνωστά πεζογραφήματα του στα οποία πρωταγωνιστούν οι γυναίκες διαφορετικές που προκαλούν με την αντισυμβατική και προκλητική για τα ήθη της εποχής συμπεριφορά τους.

20ος αιώνας: Πολιτικά δικαιώματα και αναλφαβητισμός

Το ίδιο εξακολουθεί να συμβαίνει και στις αρχές του 20 αιώνα. και παρότι η ισότητα των φύλων τυπικά αναγνωρίζεται ενώπιον του νόμου λίγο πριν το ’30 ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την αναγνώριση των πολιτικών δικαιωμάτων στο γυναικείο πληθυσμό, η γυναίκα κάθε άλλο από ισότιμη του άντρα είναι τελικά. Oι γυναίκες, στην πλειοψηφία τους, εξακολουθούν να είναι αναλφάβητες, ενώ οι συγγραφείς, παιδιά της εποχής τους, απηχούν τις αντιλήψεις της.

Γυναικεία λογοτεχνία στο Μεσοπόλεμο

Στη μεσοπολεμική λογοτεχνία ωστόσο, το τοπίο αρχίζει να αλλάζει. Οι γυναίκες συνεχίζουν να διεκδικούν το δικαίωμα στην αυτεξουσιότητας τους και η παρουσίας της γυναίκας στην πολιτιστική κίνηση της χώρας και ειδικότερα στην λογοτεχνία γίνεται αισθητή και ανθίζει χρόνο με το χρόνο. Οι επίμονες προσπάθειες του γυναικείου κινήματος στα τέλη της δεκαετίας του 30 και το 40 συμβάλλουν τα μέγιστα σε αυτό, όπως επίσης και η λογοτεχνία των Ελληνίδων συγγραφέων της διασποράς. Οι γυναίκες του προσφυγικού πληθυσμού άλλωστε έχουν ήδη δημιουργήσει συλλόγους, εκδίδουν περιοδικά και ζητούν αδιαπραγμάτευτα την αναγνώριση του ρόλου των γυναικών στην κοινωνία, από τη δεκαετία του ’30. Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου σημειώνεται η πρώτη «μαζική» εμφάνιση γυναικών συγγραφέων στην καθυστερημένη Ελλάδα και στα δύο κύρια είδη της λογοτεχνίας: την Ποίηση και το Μυθιστόρημα. Ανάμεσα στις πρωτοπόρες υπήρξαν η Γαλάτεια Καζαντζάκη, η `Ελλη Αλεξίου, η Μέλπω Αξιώτη, η Διδώ Σωτηρίου στην Πεζογραφία και η Μαρία Πολυδούρη, η Μυρτιώτισσα, η Ζωή Καρέλλη στην Ποίηση.

Η Μεταπολεμική γυναικεία συγγραφική δημιουργία

Παρόλα αυτά η αθρόα παρουσία των γυναικών στη λογοτεχνική παραγωγή της Ελλάδας έρχεται μεταπολεμικά και πιο συγκεκριμένα από το 1950 και έπειτα, αφού τότε εμφανίζονται στα γράμματα δυο γενιές γυναικών, οι περισσότερες από τις οποίες εξακολουθούν να γράφουν και να δημοσιεύουν ως σήμερα. Αν προπολεμικά η γυναίκα που έγραφε λογοτεχνία, όπως και η γυναίκα ως θέμα, με τα ιδιαίτερα προβλήματά της, ήταν γνωστές μόνο σε ένα περιορισμένο κύκλο διανοουμένων, η κατάσταση αυτή άλλαξε στις μεταπολεμικές δεκαετίες. Ένας από τους βασικούς παράγοντες αυτής της αλλαγής ήταν ότι η γυναίκα ολοένα και περισσότερο συμμετείχε στην παραγωγή, και κατά συνέπεια απαιτούσε να διευρύνει τους ορίζοντές της. Εκτός από τις επιστήμες, η λογοτεχνία ήταν ένα από τα πιο προνομιακά πεδία άσκησης της γυναικείας εμπειρίας, της περιγραφής των νέων κοινωνικών ηθών, και της αποτύπωσης των ψυχικών αντιδράσεων της μεταπολεμικής γυναίκας. Τα προηγούμενα χρόνια η γυναίκα αναμίχθηκε ενεργά στην πολιτική, πέρασε δοκιμασίες, συμμετείχε στα κατοχικά ή στον εμφύλιο και διώχθηκε , -ας μη ξεχνάμε ότι πολλές γυναίκες έφυγαν και εγκαταστάθηκαν σε χώρες της δυτικής και της ανατολικής Ευρώπης, ενώ άλλες κλείστηκαν σε στρατόπεδα «πολιτικής ανανήψεως»- , όπως ακριβώς και οι άνδρες που ανήκαν στην αριστερά. Η ποιήτρια Βικτωρία Θεοδώρου ήταν, λ.χ., έγκλειστη στο Τρίκερι, η συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας Άλκη Ζέη έζησε στη Μόσχα, η καθηγήτρια φιλοσοφίας και πεζογράφος Μιμίκα Κρανάκη το 1945 έφυγε για τη Γαλλία, και άλλες πολλές αλλού. Βιώματα από αυτές τις περιπέτειες έχουν καταγραφεί σε πολλά βιβλία προσωπικών μαρτυριών, ποίησης και μυθιστορημάτων.

Η δεκαετία του ’60

Από το 1960 η λογοτεχνία των γυναικών στην Ελλάδα μπαίνει σε μια νέα φάση. Παλαιότερα ταμπού γλώσσα και καταστάσεις αλλάζουν, η παλιά θεματολογία υποσκελίζεται από νέες με σημαία εκείνη της σεξουαλικότητας της γυναίκας που γίνεται και η κύρια πηγή της δημιουργικής της έμπνευσης. Η γυναίκα υψώνει τη φωνή ενάντια στο κατεστημένο, ενάντια στην οικονομική καταπίεση, ακόμα και στο γάμο και όπως είναι πλέον παραπάνω από αισθητική, απαραίτητη, η συμμετοχή της στην παραγωγή, έχει ενεργό ανάμειξη στις αποφάσεις που παίρνονται σε όλες τις βαθμίδες και τις πτυχές της δημόσιας ζωής.

Από το ρόλο της αναγνώστριας στο ρόλο της συγγραφέως

Τα παλιά γυναικεία πρότυπα, σιγά σιγά παύουν να υπάρχουν, γεννιούνται όμως καινούργια, αρκετά από τα οποία είναι όμως αρνητικά, κυρίως γιατί αλυσοδένουν τη σύγχρονη γυναίκα στην κοινωνία της κατανάλωσης. Αυτό που μπορούμε να πούμε ως προς τη λογοτεχνία είναι ότι αφ’ ενός η γυναίκα αντιμετωπίζεται κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα απολύτως ως ίση με τους άνδρες ομότεχνούς της, ενώ μετά το 1990, η σημαντική αύξηση του γυναικείου αναγνωστικού κοινού, επιβάλλει κατά κάποιο τρόπο στην αγορά και την ύπαρξη βιβλίων (κυρίως πεζογραφίας) που να ασχολούνται με ανάλογα θέματα. Κατ’ αυτό τον τρόπο γεννήθηκε μια ευρεία ομάδα αναγνωστριών, σε όλη την Ελλάδα, οι οποίες πολύ εύκολα περνούν από τη θέση του αναγνώστη στη θέση του συγγραφέα, θέλοντας κατά πρώτο λόγο να πουν τη δική τους ιστορία ζωής, να αποκαλύψουν τον δικό τους τρόπο να βλέπουν τον κόσμο.

Επιστροφή στο παλιό ρομαντικό βιβλίο

Σήμερα, η λογοτεχνία στην Ελλάδα θα έλεγα πως βρίσκεται σε σημείο καμπής. Υπάρχει μια τάση μεταστροφής στο παλιό, ρομαντικό βιβλίο, καθώς τα πάντα κατά τη άποψη της έχουν ειπωθεί. Η μεταστροφή αυτή δεν είναι σπασμωδική αλλά πιο στοχαστική, ενώ, σε πολλές περιπτώσεις, αν δεν ξέρεις το φύλο του συγγραφέα δεν μπορείς να το καταλάβεις από το γράψιμό του. Άλλωστε επειδή ακριβώς ορισμένα θέματα, όπως οι ερωτικές σχέσεις, είναι σε μεγαλύτερη ζήτηση, δεν είναι σπάνιο να ασχολούνται με αυτές και άνδρες. Αντίθετα λίγες είναι αυτές που ασχολούνται με το μεταναστευτικό ζήτημα, για παράδειγμα την οικονομική ύφεση και την παγκοσμιοποίηση, καθότι άλλα ‘εμπορικά’ θέματα τα υποσκελίζουν. Όμως αυτό δε συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα, αλλά είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Επίσης αρκετές από τις νεαρές γυναίκες που γράφουν, θέλοντας να είναι αποκαλυπτικές, διαλέγουν τολμηρά θέματα, με τα οποία καταπιάνονται δύσκολα οι αντίστοιχης ηλικίας άντρες συγγραφείς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τα βιβλία δεν διακρίνονται για τη δύναμη, την πρωτοτυπία, την ευαισθησία και τον ενδιαφέροντα χειρισμό της γλώσσας. Δεν είναι μάλιστα τυχαίο ότι η πλειοψηφία των πρωτοεμφανιζόμενων πεζογράφων που βραβεύονται σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς είναι νεαρά κορίτσια!

Πηγή : http://persakoumoutsi.psichogios.gr/

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1757

Γυναίκα και Λογοτεχνία

Ιάκωβου Ρίζου, «Κυρία στον καναπέ», λάδι σε μουσαμά, περ. 1900
Κάποιες στατιστικές, που αφορούσαν την πενταετία 2000-2004, δείχνουν για τους σύγχρονους Ελληνες πεζογράφους τις τάσεις ανά φύλο στην επιλογή των θεμάτων. Στα μυθιστορήματα γυναικών συγγραφέων κυριαρχεί η οικογενειακή, η ερωτική ζωή ή άλλες όψεις της ιδιωτικής ζωής, με ποσοστά μάλιστα που φτάνουν στο 68%. Ακολουθούν τα ιστορικά μυθιστορήματα με ποσοστό 16,4%, ενώ τα πολιτικά, επιστημονικά, αστυνομικά και λοιπά ήρθαν τρίτα με 15,5%.

Αντίθετα, οι άντρες συγγραφείς προτιμούν να γράφουν μυθιστορήματα με θέματα πολιτικά, επιστημονικά, αστυνομικά, περιπέτειας και τρόμου σε ποσοστό 39,5%. Ακολουθεί η οικογενειακή/ερωτική ζωή σε ποσοστό 35%, δηλαδή το μισό σχεδόν σε σύγκριση με τις γυναίκες συγγραφείς, ενώ τρίτα στην προτίμηση των αντρών συγγραφέων ήρθαν τα ιστορικά μυθιστορήματα με ποσοστό 25,5%. Από τότε δεν άλλαξε αυτή η βασική τάση.

Επιβεβαιώνουν οι αριθμοί μια παλαιά διαχωριστική γραμμή, που θέλει τις γυναίκες «εξειδικευμένες» στη σφαίρα των συναισθημάτων και τους άντρες στον τομέα της λογικής. Η τάση ασφαλώς υπάρχει, αλλά «εκ φύσεως» δεν είναι, όπως την ερμηνεύουν οι συντηρητικές απόψεις.

Χιλιάδες χρόνια αποκλεισμένες – εκτός από λίγες εξαιρέσεις – από τη δημόσια, την πολιτική, την επιστημονική ζωή, μακριά από τις «μεγάλες υποθέσεις», περιορισμένες κυρίως στην αναπαραγωγή του ανθρώπινου είδους και σε μύρια καθήκοντα μικρά, πρακτικά και καθημερινά, ήταν πολύ δύσκολο να αναπτύξουν «εγκεφαλικές» ικανότητες, όπως η αφαίρεση και η ανάπτυξη θεωρητικής σκέψης.

Και οι ταξικές διαφορές; Φυσικά, ιστορικά οι κατώτερες κοινωνικές τάξεις ήταν στο σύνολό τους αποκλεισμένες από τους τομείς πολιτική, θεωρητική σκέψη, επιστήμη κλπ. Ο καπιταλισμός «έριξε» τη γυναίκα στην παραγωγική διαδικασία και αυτό ήταν ένα μεγάλο βήμα μπροστά, αν και μαρτυρικό, διότι σε συνθήκες ταξικής κοινωνίας αυτό σημαίνει μέχρι σήμερα πρόσθεση καθηκόντων (έστω πληρωμένων), συνήθως ένα «ξεζούμισμα», χωρίς απαλλαγή από τα προαναφερόμενα παραδοσιακά. Σ’ αυτές τις κοινωνίες, λοιπόν, κάτι άλλαξε, αλλά τίποτα ριζικά ούτε στην προαναφερόμενη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο συναισθηματικό και το εγκεφαλικό, που εξακολουθεί να υπάρχει σαν βασική άποψη και δεν έπαψε να καλλιεργείται. Πρέπει να τονιστεί ότι η διαχωριστική αυτή γραμμή δεν είναι – και δεν ήταν ποτέ – απόλυτη. Ομως, οι ανάγκες του περιορισμένου χώρου επιβάλλουν μια σχηματική προσέγγιση τάσεων. Χιλιάδες χρόνια καταμερισμού κοινωνικών ρόλων σε ταξική και φυλετική βάση έχουν αφήσει μια βαριά κληρονομιά σε νοοτροπίες, που σε πολλές περιπτώσεις μοιάζουν να είναι πια γονίδια. Η μεγάλη πλειοψηφία των (αντρών) στοχαστών στα παραδεδομένα στους μεταγενέστερους έργα τους παρουσιάζουν μια ιδιαίτερα απαξιωτική άποψη για το γυναικείο φύλο υποστηρίζοντας την εκ φύσεως (βιολογικά δεδομένα) κατωτερότητά του με «επιστημονικές» και μη «αποδείξεις».
Αυτό άρχισε να αλλάζει με την εμφάνιση της ιδέας του επιστημονικού σοσιαλισμού μέσα στους κόλπους της αναπτυσσόμενης καπιταλιστικής κοινωνίας, στην οποία – όπως είπαμε – έσπασε ένα ιστορικό φράγμα με την είσοδο των γυναικών στην παραγωγή και ήταν καταλύτης κραδασμών και στο κοινωνικό εποικοδόμημα. Εξαπολύθηκαν κύματα νέων απαιτήσεων και από τις γυναίκες των μεσαίων και ανώτερων τάξεων. Οι ίδιες συνθήκες γέννησαν το εργατικό και το γυναικείο κίνημα και μ’ αυτήν την έννοια ο καπιταλισμός αποτέλεσε μια ιστορικά αναγκαία προωθητική δύναμη.
Η βάση του προβλήματος και η ψυχοκοινωνική αντανάκλασή της

Οι γυναίκες των ανώτερων τάξεων πάλευαν για να έχουν τα δικαιώματα των αντρών της τάξης τους (πρόσβαση στη γνώση, στα πανεπιστήμια, στο δικαίωμα ψήφου κλπ.), οι εργάτριες χρειάστηκε να παλέψουν για την απελευθέρωση της ίδιας της τάξης τους. Θα σταθούμε στις πρώτες, γιατί μιλάμε για λογοτεχνία, η οποία ήταν, ούτως ή άλλως, ενασχόληση των μελών των ανώτερων τάξεων (εκτός από λίγες εξαιρέσεις), αφού δεν είχαν να λύσουν προβλήματα επιβίωσης και μόνο εκεί υπήρχε η πρόσβαση στα γράμματα. Το τεράστιο κύμα απαίτησης χειραφέτησης είχε να αντιμετωπίσει έντονες παλαιές απόψεις, οι οποίες έκαναν σφοδρή αντεπίθεση. Η απαξίωση σχετικά με τη φύση και το μυαλό της γυναίκας συνεχίστηκε εν πολλοίς, ακόμα και εντάθηκε από την πλειοψηφία των αντρών στοχαστών/διανοουμένων κόντρα στις καινούριες ιδέες, οι οποίες, όμως, βοηθήθηκαν από τις επιστημονικές ανακαλύψεις, που ανέτρεψαν τις χιλιάδων χρόνων εγκατεστημένες και καλλιεργημένες σιγουριές για την κατωτερότητα της γυναίκας. Ετσι και τα προϊόντα του μυαλού της απαξιώθηκαν και παραγνωρίστηκαν σε μεγάλο βαθμό και οι ίδιες, όσες τόλμησαν να προσπαθήσουν να κατακτήσουν ανδροκρατούμενους τομείς στην πνευματική και επιστημονική ζωή, κατά κανόνα αποθαρρύνθηκαν, αντιμετωπίστηκαν συχνά με χλευασμό και σκεπτικισμό. Ωστόσο, η βαθιά ριζωμένη ιδέα, ότι ο άντρας είναι εγκεφαλικός και βαθύς και η γυναίκα συναισθηματική και επιπόλαια, έλαβε σοβαρά πλήγματα, χωρίς όμως έως σήμερα να έχει ξεριζωθεί τελείως. Το χειρότερο είναι ότι έχει κάποια βάση, αφού χιλιάδων χρόνων καλλιέργεια συνείδησης κατωτερότητας δεν μπορεί παρά να κάνει ζημιά και στον καπιταλισμό δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για το ουσιαστικό ξεπέρασμα των συνεπειών μιας κοινωνικά, οικονομικά και ψυχολογικά υποδεέστερης θέσης.

Κυρίως συναισθηματικό λοιπόν το γυναικείο γράψιμο, όπως δείχνουν τα στοιχεία, λιγότερα τα κοινωνικά θέματα και αν είναι κοινωνικά συνήθως περνάνε μέσα από προσωπικά βιώματα χωρίς αφαίρεση και γενίκευση, χωρίς εξύψωση σε πιο θεωρητικά επίπεδα. Τα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης έδωσαν ένα πέταγμα των γυναικών συγγραφέων και ποιητριών στα κοινωνικά θέματα, μια απομάκρυνση από τα αυστηρά προσωπικά, που το υπαγόρευαν οι συνθήκες.

Μια λογοτεχνία της καρδιάς και της ψυχικής θεραπείας, ένα ψάξιμο στα εσώψυχά της, που υποκαθιστά την κοινωνική κριτική είναι το αποτέλεσμα του κλεισίματος (κυριολεκτικά και ψυχικά) των γυναικών στον προσωπικό ιδιωτικό χώρο της οικογένειας και των διαπροσωπικών σχέσεων, ακόμα και όταν εργάζονται, διότι η εργασία συνήθως είναι μια κουραστική οικονομική ανάγκη, που προστίθεται σε όλα τα άλλα.

Η εικόνα της γυναίκας στην αντρική λογοτεχνία θέλει μια ξεχωριστή ανάλυση. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, η εικόνα αυτή είναι επιβεβαιωτική για τους παραδοσιακούς ρόλους, συμπεριφορές και νοοτροπίες. Παρόλο που η ίδια η πραγματικότητα έχει δώσει αρκετό υλικό για μια άλλη, μια ανατρεπτική προσέγγιση, λίγοι φαίνεται να είναι οι άντρες συγγραφείς που θέλουν (ή που έχουν την ικανότητα) να προσεγγίσουν πιο επαναστατικά στη συγγραφική τους λειτουργία το γυναικείο φύλο και να το παρουσιάσουν σαν αυθύπαρκτη κοινωνική οντότητα. Παρόλο που απεικονίζουν τις επικρατέστερες συμπεριφορές, η πραγματικότητα δίνει πολύ πιο ποικίλο υλικό και ακόμα μέσα από την επιβεβαίωση μιας πραγματικότητας μπορείς να περνάς μηνύματα αλλαγής, να εμφανίσεις μια άλλη προοπτική. Η βαθιά στην κοινωνική ψυχολογία φωλιασμένη πατροπαράδοτη συντηρητικότητα δεν είναι μόνο γυναικεία υπόθεση και χρειάζεται «αρετή και τόλμη» να περάσεις στο μέλλον και να διορθώσεις μέσα σου τον ψυχοκοινωνικό συντηρητισμό των παλαιών κοινωνιών.


Αννεκε Ιωαννάτου
Πηγή : http://www1.rizospastis.gr/

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1756

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση