kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ ΛΟΥΚΑ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Δεκεμβρίου, 2013

Μήν οὖν ἐπαισχυνθῇς τό μαρτύριον τοῦ Κυρίου ἡμῶν
(Β´ Τιμ. 1, 8) 
α. Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς ἀπό τήν Β´ πρός Τιμόθεον ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου εἶναι ἐν σχέσει πρός τόν ἅγιο ἱερομάρτυρα ᾽Ελευθέριο. ῾Η ζωή τοῦ ἁγίου ὑπῆρξε μία ζωή μαρτυρίας καί ὁμολογίας τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, τέτοιας πού κατέληξε καί στό δικό του αἱματηρό μαρτύριο, κάτι πού σημειώνει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν ἐπιστολή γιά τή δική του πορεία, στή μίμηση τῆς ὁποίας καλεῖ καί τόν μαθητή του Τιμόθεο. Ἡ ᾽Εκκλησία μας ἔτσι μέ τό συγκεκριμένο ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ὑπομνηματίζει θά λέγαμε τή ζωή τοῦ ἁγίου ᾽Ελευθερίου καί εἶναι σάν νά μᾶς λέει ὅτι ὁ ἅγιος πορεύτηκε σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο, γενόμενος μιμητής καθ᾽ ὅλα τῆς ζωῆς του. Ἡ προτροπή μάλιστα τοῦ ἀποστόλου πρός τόν μαθητή του Τιμόθεο ῾νά μήν ντρέπεσαι νά ὁμολογεῖς τόν Κύριό μας᾽ (῾μή ἐπαισχυνθῇς τό μαρτύριον τοῦ Κυρίου ἡμῶν᾽) ἔχει σπουδαία σημασία ἰδίως γιά τήν ἐποχή μας.
β. 1. Τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἀποστόλου γιά τόν Τιμόθεο εἶναι νά μή χάσει τή ζωντανή σχέση του μέ τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. ῾Ο Χριστός εἶναι ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, ὅπως θά τό σημειώσει ἀμέσως παρακάτω, γι᾽ αὐτό καί ἡ προτροπή του στήν πραγματικότητα συνιστᾶ ὑπενθύμιση στόν Τιμόθεο γιά προσωπική καί ἄμεση στάση του ἔναντι τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ. Γιατί αὐτό; Διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε πεῖ ὅτι ῾πᾶς ὅς ἄν ὁμολογήσῃ ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ αὐτόν ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. ῞Ος δ᾽ ἄν ἀρνήσηταί μοι ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι κἀγώ αὐτόν᾽. ῎Ετσι ἡ ὁμολογία πίστεως στόν Χριστό ἀφενός ἀποτελεῖ ὅρο γιά νά εἴμαστε δικοί Του καί νά εἰσέλθουμε δικαιωμένοι δι᾽ Αὐτοῦ στή Βασιλεία τοῦ Πατέρα Του, ἀφετέρου προϋποθέτει πώς κέντρο βάρους γιά τόν πιστό εἶναι ὄχι ὁ κόσμος μέ τίς ἐπιθυμίες του, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μέ ἑτοιμότητα μάλιστα θυσίας καί τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς πρός χάρη Του, ἀφοῦ ὁ κόσμος διάκειται ἐχθρικά πρός τόν Κύριο καί τήν πίστη Του.
2. ῾Η προτροπή ὅμως τοῦ ἀποστόλου πρός τόν Τιμόθεο νά μή ντρέπεται γιά τήν πίστη του στόν Χριστό φανερώνει ταυτοχρόνως  ἔμμεσα καί τόν ἀπόλυτο ρεαλισμό τοῦ ἀποστόλου. Γνωρίζει ὁ ἀπόστολος ὅτι ὡς ἄνθρωπος ὁ Τιμόθεος ἐνόψει μάλιστα τοῦ ἐχθρικά διακείμενου κόσμου  μπορεῖ νά δειλιάσει. ῎Εχει ὑπόψη του πολλές παρόμοιες περιπτώσεις, ὅπου ἄνθρωποι τῆς πίστεως τελικῶς ὑποχώρησαν εἴτε ἀρνούμενοι τήν πίστη εἴτε κρυπτόμενοι κάτω ἀπό τόν μανδύα τῆς ἀδιαφορίας. Ἡ περίπτωση χριστιανῶν γιά παράδειγμα,  ὅπως φαίνεται ἀπό τήν ἐπιστολή του πρός τούς Γαλάτες, εἶναι μία τέτοια περίπτωση, κατά τήν ὁποία παρουσιάζονταν κάποιοι ὑπέρμαχοι τοῦ ᾽Ιουδαϊσμοῦ, ἁπλῶς καί μόνον ῾ἵνα μή τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται᾽. Λοιπόν ὁ ἀπόστολος καλεῖ τόν μαθητή του σέ θαρραλέα ὁμολογία τῆς πίστεώς του, ὑπενθυμίζοντάς του μάλιστα ὅτι ἀφενός τήν πίστη του αὐτή τήν εἶδε ὁ Τιμόθεος ἐνσαρκωμένη ὄχι μόνο στόν ἴδιο, ἀλλά καί στήν ἁγία γιαγιά του Λωΐδα καί τήν ἁγία μητέρα του Εὐνίκη, ἀφετέρου ῾ὁ Θεός οὐκ ἔδωκεν ἡμῖν πνεῦμα δειλίας, ἀλλά δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ᾽, Πνεῦμα τό ὁποῖο ἤδη ἔχει λάβει ὁ Τιμόθεος ἀπό τό βάπτισμά του καί τήν ἱερωσύνη του.  
3. ῎Ετσι ὁ ἀπόστολος σχετίζει ἄμεσα τή μαρτυρία καί τήν ὁμολογία τῆς πίστεως στόν Χριστό μέ τό μαρτύριο ὑπέρ ᾽Εκείνου. Δέν ὑπάρχει οὔτε ὑποψία στόν ἅγιο Παῦλο ὅτι μπορεῖ ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ νά συνιστᾶ μία θεωρία ἤ μία ἰδεολογία πού ἐξαντλεῖται μόνο στά λόγια χωρίς νά ἀγκαλιάζει τή ζωή. Καί πῶς θά μποροῦσε νά συμβεῖ τοῦτο, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπέκλεισε τήν κατάσταση αὐτή, ὅπως γιά παράδειγμα μέ τόν λόγο του ῾οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, ἀλλ᾽ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Πατρός μου᾽; ῾῾Ο ποιήσας καί διδάξας᾽ εἶναι πάντοτε αὐτός πού δικαιώνεται καί σώζεται, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη ὁ ἄλλος μεγάλος ἀπόστολος ᾽Ιάκωβος ὁ ἀδελφόθεος ἔχει χαρακτηρίσει τήν κατάσταση αὐτή ὡς σχεδόν δαιμονική. Διότι ῾καί τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίσσουσι᾽, ἀλλά βεβαίως δέν πράττουν. Ἡ ἴδια μάλιστα ἡ ζωή τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀποτελεῖ τήν ἄμεση ἐπιβεβαίωση γιά τόν Τιμόθεο τῆς ἀλήθειας αὐτῆς. Ὁ ἀπόστολος καταρχάς εἶναι φυλακισμένος γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ εὐαγγελίου Του: αὐτή εἶναι ἡ αἰτία ῾δι᾽ ἥν πάσχει᾽ αὐτός, ἐνῶ καλεῖ τόν μαθητή του καί ἐκεῖνος ῾νά εἶναι ἕτοιμος νά κακοπαθήσει μαζί του κι ὁ Θεός θά τοῦ δώσει τή δύναμη᾽.
4. Ἡ τελευταία φράση τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὅτι ὁ Θεός θά δώσει τή δύναμη στόν Τιμόθεο γιά τό μαρτύριο πού θά ὑποστεῖ λόγω τῆς μαρτυρίας του γιά τόν Χριστό πηγαίνει παραπέρα τόν λόγο του. Καί ἡ πίστη στόν Χριστό δηλαδή ὡς ὁμολογία καί μαρτυρία γι᾽ Αὐτόν καί ἡ πίστη ὡς μαρτύριο καί κακοπάθεια ὑπέρ Αὐτοῦ συνιστοῦν χαρισματική κατάσταση. Δέν εἶναι οἱ ἀνθρώπινες δυνάμεις μέ ἄλλα λόγια πού καθιστοῦν κάποιον ἀληθινό χριστιανό, ἀλλά ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού βρίσκει ἁπλῶς ἑτοιμότητα διάθεσης καί καρδιᾶς ἀπό πλευρᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Διαφορετικά, μία ὁμολογία ἤ ἕνα μαρτύριο, βασιζόμενα στίς ἀνθρώπινες δυνατότητες, πού σημαίνει σ᾽ ἕνα ὑπερφίαλο ἐγώ: ῾ἐγώ μπορῶ καί τά καταφέρνω μόνος μου᾽, μπορεῖ νά θεωροῦνται ἡρωϊκές ἴσως καταστάσεις, δέν χαρακτηρίζονται ὅμως χριστιανικές κι οὔτε γίνονται ἀποδεκτές ἀπό τόν Θεό, διότι προφανῶς ἐλλείπει τό βασικότερο στοιχεῖο χριστιανοσύνης πού εἶναι ἡ ἀγάπη.  Δέν λέει τυχαῖα γιά παράδειγμα ὁ ἀπόστολος καί πάλι Παῦλος ὅτι ῾ἐάν παραδώσει κάποιος καί τό σῶμα του γιά νά καεῖ λόγω τῆς πίστης του, δέν ἔχει ὅμως ἀγάπη, δέν ὑπάρχει ὠφέλεια ἀπό τή θυσία του αὐτή᾽. Κι  ἔρχεται ἀκριβῶς ὁ ἀπόστολος νά διατυπώσει τήν ἀλήθεια αὐτή ξεκάθαρα καί σέ ἄλλο σημεῖο τῶν ἐπιστολῶν του. ῾῾Ημῖν ἐδόθη οὐ μόνον τό εἰς Αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ Αὐτοῦ πάσχειν᾽. Μᾶς δόθηκε σάν χάρισμα ἀπό τόν Θεό, λέει, ὄχι μόνο νά πιστεύουμε σ᾽ Αὐτόν, ἀλλά καί νά πάσχουμε γιά χάρη Του. ῎Ετσι στή δωρεά τῆς μαρτυρίας καί τοῦ μαρτυρίου του ὁ χριστιανός πάντοτε βρίσκεται στό σημεῖο ῾μηδέν᾽ ἀπό πλευρᾶς δικῆς του. ῾Η ταπείνωση δηλαδή ἀποτελεῖ τό μόνιμο βάθρο πάνω στό ὁποῖο κινεῖται, διατηρώντας μέ τόν τρόπο αὐτό τήν ἤδη ὑπάρχουσα χάρη πού ἔχει.
γ. Ἡ προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου – προτροπή  τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου – νά μή ντρέπεται ὁ Τιμόθεος νά ὁμολογεῖ τήν πίστη του ἰσχύει ἀσφαλῶς διαχρονικά. Καί τοῦτο γιατί σέ ὅλες τίς ἐποχές τό ἀντίχριστο πνεῦμα ὑπάρχει παρόν σέ μεγάλο βαθμό, ἰδίως δέ στήν ἐποχή μας πού λόγω τῆς αὐξημένης ὑποκρισίας της ξέρει νά παίρνει πολυποίκιλες μορφές. Καί σήμερα χρειάζεται τόλμη καί θάρρος νά ὁμολογήσει κανείς τήν χριστιανική πίστη του, ἀρκεῖ βεβαίως νά ἔχει ῾δέσει᾽ τήν ὕπαρξή του μέ τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, πού σημαίνει νά βρίσκεται σέ ἑτοιμότητα νά ῾πάθει ὑπέρ Αὐτοῦ᾽. Προϋπόθεση γι᾽ αὐτό εἶναι ὁ βαθμός ἐκκλησιαστικότητάς μας, δηλαδή ὁ βαθμός τῆς ροῆς μέσα μας τοῦ ποταμοῦ τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως. ῞Οσο μένουμε στά λόγια τῶν ἀποστόλων ἐν ᾽Εκκλησίᾳ, τόσο μένουμε ἐν Χριστῷ, τόσο Τόν φανερώνουμε  ἐν τοῖς πράγμασι καί τοῖς λόγοις. Τό σημερινό παράδειγμα τοῦ ἁγίου ᾽Ελευθερίου μάλιστα γίνεται καθοριστικό ὅριο τῆς πορείας αὐτῆς. Γιατί καί ὁ ἅγιος ζοῦσε τήν παράδοση τοῦ ἀποστόλου Παύλου – ἡ μητέρα του ᾽Ανθία ἀπό ἐκεῖνον ἔμαθε τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ – πού τόν ὁδήγησε κατά φυσικό τρόπο καί στή μαρτυρία γιά τόν Χριστό καί στό μαρτύριο γιά χάρη Του. 
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ ΛΟΥΚΑ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Δεκεμβρίου, 2013

«Άνθρωπός τις εποίησε δείπνον μέγα και εκάλεσε πολλούς»
(Λουκ. 14, 16)
α. Προσκεκλημένος ο Κύριος μαζί με άλλους σε τραπέζι που έκανε πλούσιος Φαρισαίος, βρήκε την ευκαιρία αφενός να διδάξει τους παρόντες Ιουδαίους στο να επικεντρώνουν στην ουσία του Νόμου και όχι στην τυπική κατανόησή του, μέσω θαύματος που πραγματοποίησε ημέρα Σάββατο σ’ έναν υδρωπικό, αφετέρου να ελέγξει τον εγωισμό τους, ο οποίος εκφραζόταν με την εκζήτηση από αυτούς «των πρωτοκλισιών», των πρώτων θέσεων στα τραπέζια, με παράλληλο αποκλεισμό από αυτά όλων των πτωχών και καταφρονεμένων συνανθρώπων τους. Ένας από τους συνδαιτημόνες εξέφρασε τότε την άποψη πόσο ωραίο θα ήταν το τραπέζι της Βασιλείας του Θεού, μαζί με τον Μεσσία και τους λοιπούς πατριάρχες του Ισραήλ. Και ο Κύριος απάντησε στην παρατήρηση με τη σημερινή παραβολή του μεγάλου Δείπνου. Η παραβολή λοιπόν αυτή συνιστά την απάντηση του Κυρίου σε κάτι που, κατά τους Ιουδαίους,  αναφέρεται στα έσχατα, εκεί που θα φανερωθεί η Βασιλεία του Θεού. «Άνθρωπός τις εποίησε δείπνον μέγα και εκάλεσε πολλούς».
β. 1. Εξαρχής λοιπόν είναι κατανοητό ότι η παραβολή του μεγάλου Δείπνου ερμηνεύεται μέσα σε εσχατολογικά λεγόμενα πλαίσια, σ’ εκείνα δηλαδή τα πλαίσια που φανερώνουν τη Βασιλεία του Θεού. Η Βασιλεία του Θεού είναι ένα στρωμένο τραπέζι. Με τη μόνη διαφορά ότι ο μεν Ιουδαίος που έδωσε την αφορμή αποδεχόταν το τραπέζι αυτό της Βασιλείας με τρόπο υλιστικό, ο δε Κύριος το ανάγει στην αληθινή του διάσταση, δηλαδή ότι έχει πνευματικό χαρακτήρα. Έτσι ο άνθρωπος που παραθέτει το τραπέζι είναι ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος καλεί τους ανθρώπους να μετάσχουν σ’ αυτό, να ενταχθούν δηλαδή στη Βασιλεία Του, συνεπώς να μετάσχουν στη ζωή Του – η μετοχή στον ίδιο τον Θεό είναι η ζωή της Βασιλείας. Η αναφορά σε Δείπνο και όχι σε άριστο, δηλαδή όχι σε ένα απλό γεύμα, δεν είναι τυχαία. Για τους Ιουδαίους εκείνο που είχε βαρύνουσα σημασία, εκείνο που είχε επισημότητα ήταν το Δείπνο, το βραδινό δηλαδή γεύμα, συνεπώς η παρομοίωση της Βασιλείας με Δείπνο δείχνει και τη σημασία που αποδίδει ο ίδιος ο Θεός στην κλήση σ’ αυτό. Κι αυτό βεβαίως σημαίνει περαιτέρω ότι η Βασιλεία του Θεού έχει χαρμόσυνο χαρακτήρα, δεδομένου ότι οι άνθρωποι καλούνται να μετάσχουν σε κάτι που από τη φύση του έχει το στοιχείο της κοινωνίας και της χαράς: να φάνε και να πιούνε. Κι είναι ευνόητο: η κλήση του Θεού είναι πάντοτε κλήση χαράς, διότι ο Ίδιος είναι η πηγή της. Κλήση μετοχής σ’  Αυτόν σημαίνει ο άνθρωπος να κοινωνήσει τη χαρά Του, να φύγει συνεπώς από οτιδήποτε έχει το στοιχείο της θλίψης που φέρνει κάθε τι αμαρτωλό.
2. Στο Δείπνο λοιπόν της Βασιλείας ο Κύριος κάλεσε πολλούς. Όχι όλους σε πρώτη φάση, διότι μέσα στο σχέδιο του Θεού, στην οικονομία Του, πρώτα κλήθηκαν οι Ιουδαίοι – αυτοί που θεωρούνταν ο εκλεκτός λαός Του – και έπειτα όλοι οι άλλοι. Και μάλιστα στους πρώτους αυτούς υπήρξε μία διπλή πρόσκληση: μία αρχική, για να  προετοιμαστούν, και μία τελική, για να ανταποκριθούν όταν όλα θα ήταν έτοιμα. Η αρχική πρόσκληση πραγματοποιήθηκε με τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, που κατά καιρούς στέλνονταν από τον Θεό, προκειμένου να κηρύξουν μετάνοια και να προετοιμάσουν το έδαφος για τον ερχομό του Μεσσία, ενώ η τελική με τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον ίδιο τον Κύριο Ιησού, ο Οποίος ακριβώς ήλθε ως ο Μεσσίας, που φανέρωνε στο πρόσωπό Του αυτήν την Βασιλεία. Και ποιο το αποτέλεσμα; Η τελική πρόσκληση βρίσκει απροετοίμαστους τους επίσημους πρώτους προσκεκλημένους. Οι οποίοι με παιδαριώδεις δικαιολογίες – ό,τι ο λόγος του Θεού χαρακτηρίζει «προφάσεις εν αμαρτίαις» – αρνούνται την προσέλευσή τους, φανερώνοντας ότι η επιλογή και η προτεραιότητα της ζωής τους είναι οτιδήποτε άλλο, εκτός από τη Βασιλεία του Θεού και το άγιο θέλημά Του.
3. Η απορριπτική στάση στην πρόσκληση του Κυρίου οδηγεί σε διπλή αντίδρασή Του: αφενός διαγράφει διαπαντός τη συμμετοχή των Ιουδαίων στο τραπέζι της Βασιλείας Του, εφόσον βεβαίως θα διατηρήσουν την ίδια στάση – «ουδέποτε γεύσεταί μου του Δείπνου» – αφετέρου επιταχύνει, θα λέγαμε, την κλήση στους απλούς και καταφρονεμένους Ιουδαίους, ώστε και αυτοί να μετάσχουν του Δείπνου, όπως και φέρνει σ’ αυτό και τους εκτός της πόλεως των Ιουδαίων, δηλαδή όλους τους εθνικούς και ειδωλολάτρες. Κι αυτό φαίνεται να είναι το αρχικό θέλημα του Θεού, διότι ο πόθος Του είναι «ίνα γεμισθή ο οίκος Του». Με άλλα λόγια στη Βασιλεία του Θεού είναι προσκεκλημένοι όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από την κοινωνική τάξη που ανήκουν ή τη φυλή και το έθνος τους. Ο Θεός βεβαίως αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους και η χαρά Του είναι ακριβώς η συμμετοχή όλων των ανθρώπων σε Αυτόν – αυτό που κήρυσσαν έκτοτε και οι απόστολοι, σαν τον απόστολο Παύλο που διακήρυσσε: «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ  ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ∙ πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού».
4. Το μεγάλο Δείπνο της παραβολής, ως το Δείπνο της Βασιλείας του Θεού, όπως είπαμε, στο οποίο οι άνθρωποι καλούνται να φάνε και πιούνε, παραπέμπει ασφαλώς σε αυτό που συνιστά τον πυρήνα της Εκκλησίας, τη Θεία Ευχαριστία. Η ίδια η Εκκλησία ως το ζωντανό σώμα του Χριστού  είναι η επί γης φανέρωση της Βασιλείας αυτής. Αφού ο Ίδιος ο Κύριος φανερώνει τη Βασιλεία του Θεού, δεν μπορεί παρά και η Εκκλησία, το σώμα Του, να βρίσκεται στον κόσμο με τον ίδιο τρόπο. Συνεπώς αντιστοίχως κατανοείται και το τραπέζι της, η Θεία Ευχαριστία. Όλοι λοιπόν καλούνται σ’ αυτό το τραπέζι, να κοινωνήσουν το σώμα και το αίμα του Υιού του Θεού ως ανθρώπου, για να γίνουν σύσσωμοι και σύναιμοι με Εκείνον και μέτοχοι της χαράς Του. Πόσοι όμως από τους χριστιανούς είναι έτοιμοι να αποδεχθούν την κλήση αυτή; Το «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε», λεγόμενο από τον Κύριο διά χειλέων του ιερέως, συναντά ή απουσιάζοντα ώτα χριστιανών, ή κεκλεισμένα  τις περισσότερες φορές από «προφάσεις εν αμαρτίαις». Η παραβολή αυτή του Κυρίου δηλαδή βιώνεται και επιβεβαιώνεται καθημερινά, όπου υπάρχει Εκκλησία και όσο θα ζει με τον τρόπο του Χριστού. Και από την άποψη αυτή το «ερωτώ σε, έχε με παρητημένον» των αρνητών της πρόσκλησης του Δείπνου γίνεται έμπρακτη άρνηση και πρόφαση δικαιολογίας και από εμάς τους χριστιανούς, κάτι που σημαίνει ότι η στάση μας αυτή καθρεπτίζει και την εδώ –στον κόσμο τούτο σχέση μας με τον Χριστό, και την μελλοντική, αν συνεχίζουμε βεβαίως την ίδια τακτική. Τα λόγια πάντως του Κυρίου: «ουδέποτε γεύσεταί μου του Δείπνου» συνιστούν τη σαφή προειδοποίησή Του.
γ. Η παραβολή του μεγάλου Δείπνου λέγεται λίγες σχετικά ημέρες προ της εορτής των Χριστουγέννων. Η Εκκλησία μας επίτηδες την θέτει σ’ αυτό το χρονικό σημείο, για να δείξει ότι αν δεν γίνουμε κι εμείς έτοιμοι προς μετοχή στο τραπέζι της Βασιλείας Του, τη Θεία Ευχαριστία εν προκειμένω, δεν υπάρχει περίπτωση να εορτάσουμε αληθινά Χριστούγεννα, ως γέννηση του Χριστού στις καρδιές μας. Και βεβαίως δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε ότι δεν αρκεί να καθίσει κανείς στο τραπέζι της Βασιλείας, αλλά να έχει και το κατάλληλο ένδυμα: την όσο το δυνατόν καθαρή ψυχή του, λουσμένη στα δάκρυα της μετανοίας του. Τότε πράγματι θα δει ότι όχι μόνο θα φάει και θα πιει τον προσφερόμενο «εκ του ουρανού καταβάντα άρτον», αλλά θα έχει και τον Ίδιο τον οικοδεσπότη να τον διακονεί, κατά την αψευδή διαβεβαίωση του Κυρίου: «περιζώσεται και  ανακλινεί αυτούς και παρελθών διακονήσει αυτοίς».
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ, ΑΥΞΕΝΤΙΟΣ, ΕΥΓΕΝΙΟΣ, ΜΑΡΔΑΡΙΟΣ ΚΑΙ ΟΡΕΣΤΗΣ (13 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Δεκεμβρίου, 2013

«Οι πέντε αυτοί μάρτυρες ήταν Καππαδόκες κατά το γένος, στα χρόνια του Διοκλητιανού, που σέβονταν από τους προγόνους τους τον Χριστό κατά τρόπο όμως κρυφό. Ομολόγησαν με παρρησία κάποια στιγμή την πίστη τους, γι’ αυτό και υποβλήθηκαν σε πολυειδή βασανιστήρια από τον ηγεμόνα Λυσία. Και οι μεν τρεις πέθαναν στα βασανιστήρια, ο δε Ευστράτιος και ο Ορέστης επέζησαν και στάλθηκαν στη Σεβάστεια, στον διοικητή όλης της Ανατολής, τον Αγρικόλαο, ο οποίος διέταξε να ριχτούν στην πυρά, το 296, οπότε και τελειώθηκαν. Ήταν δε ο Ευστράτιος άνδρας λόγιος και κάτοχος της ρητορικής τέχνης, πρώτος από τους αξιωματικούς του Λυσία και με το αξίωμα του χαρτοφύλακα στην επαρχία του, αξίωμα που στα λατινικά λέγεται σκρινιάριος. Στο όνομα του αγίου Ευστρατίου επιγράφεται  η ευχή που λέγεται στο μεσονυκτικό του Σαββάτου «Μεγαλύνων μεγαλύνω σε, Κύριε…», όπως στον άγιο Μαρδάριο αποδίδεται η ευχή που λέγεται στην Γ΄ ώρα και αλλού «Δέσποτα Θεέ, πάτερ παντοκράτορ…».

«Η πεντάχορδος λύρα και πεντάφωτος λυχνία», κατά την υμνογράφο αγία Κασσιανή, οι πέντε δηλαδή μάρτυρες που εορτάζουμε σήμερα: ο Ευστράτιος, ο Αυξέντιος, ο Ευγένιος, ο Μαρδάριος και ο Ορέστης, χαρακτηρίζονται από τη θερμή αγάπη τους προς τον Κύριο. Η αγάπη τους αυτή, η τέλεια και απολύτως σταθερή, ήταν εκείνη που αποτελούσε την κινητήρια δύναμη, προκειμένου να αντέξουν τα πάμπολλα είδη μαρτυρίων που υπέστησαν, χωρίς να καμφθούν καθόλου. Κι αυτήν την αγάπη τους την έδειξαν, κατά τον υμνογράφο τους, όχι μόνο στην πράξη, με τα μαρτύριά τους δηλαδή, αλλά και με τον λόγο τους: με την ομολογία της πίστεώς τους και τη μαρτυρία ότι ο Χριστός είναι γι’ αυτούς ό,τι μπορεί να έχει αξία σ’ αυτήν τη ζωή. «Λόγοις και παθήμασι και πολυτρόποις στερήσεσι της ζωής επεδείξαντο, αγάπην οι άγιοι, την προς σε τελείαν, μη σαλευομένην…Κύριε». (Οι άγιοι επέδειξαν την προς Εσένα, Κύριε, τέλεια και σταθερή αγάπη, με τα λόγια και με τα παθήματα και τις πολύτροπες στερήσεις της ζωής). Και: «Χριστός μοι,  αντί πάντων εστίν, ο Μαρδάριος διαπρυσίως εβόα, και πατρίς και σέβας και όνομα∙ υπό σου γαρ τούτο εξεπαιδεύθη, Ευστράτιε». (Ο Χριστός είναι για μένα τα πάντα, φώναζε δυνατά ο Μαρδάριος: και πατρίδα και αξία και όνομα. Διότι από σένα έμαθε τούτο, Ευστράτιε).

Είναι συγκινητική η ομολογία αυτή του αγίου Μαρδαρίου, αλλά και των υπολοίπων μαρτύρων, δεδομένου ότι μας αποκαλύπτει πως για τους αγίους ο Χριστός δεν είναι κάτι στη ζωή τους, έστω και πολύ σημαντικό, αλλά τα πάντα. Είναι δηλαδή Εκείνος που προσδιορίζει την ύπαρξή τους και όλη την ψυχοσωματική τους οντότητα. Το «Χριστός μοι αντί πάντων» αποτελεί την επιβεβαίωση αυτού που έλεγαν όλοι οι άγιοι μάρτυρες, οι οποίοι σε κάθε ερώτηση του ανακριτή και του δημίου τους απαντούσαν με το «Χριστιανός ειμι», όπως και τη συνεπή συνέχεια της ομολογίας του αποστόλου Παύλου, που διαλαλούσε το «τα πάντα και εν πάσι Χριστός» και «εμοί το ζην Χριστός». Για τους χριστιανούς επομένως η όποια αξία της ζωής είναι αξία στον βαθμό που σχετίζεται με τον Χριστό, όπως και η αυτοσυνειδησία τους, η ταυτότητά τους εξαρτάται απολύτως και αποκλειστικά από Εκείνον.

Η αγάπη τους προς τον Κύριο, είπαμε, εκφραζόταν και με τον λόγο. Πράγματι, οι υμνογράφοι (διότι είναι περισσότεροι του ενός) της ακολουθίας των αγίων επανέρχονται «πάλιν και πολλάκις» στο εκ Θεού χάρισμα του λόγου τους, κατεξοχήν δε  στη φιλοσοφική και ρητορική δεινότητα του αγίου Ευστρατίου. «Ρητορικοίς έπεσιν ο Χριστού στρατιώτης τους ανόμους κατέπληξεν» (Με ρητορικά λόγια ο στρατιώτης του Χριστού κατέπληξε τους άνομους), και «Τον εν τη θεία σοφία αναφανέντα φιλόσοφον και εν τω κάλλει των λόγων αποδειχθέντα ρήτορα, τον εν μάρτυσιν μέγαν Ευστράτιον» (Τον μεταξύ των μαρτύρων μεγάλο Ευστράτιο, που αναδείχτηκε φιλόσοφος με τη θεία σοφία και αποδείχτηκε ρήτορας με το κάλλος των λόγων), θα πει ο άγιος Γερμανός, ένας από τους εγκωμιαστές του αγίου Ευστρατίου. «Ρητόρων ευγλωττότερος» ή «τον ρήτορα Ευστράτιον» θα σημειώσει αλλού άλλος υμνογράφος του. Κι είναι ιδιαιτέρως σημαντική η επιμονή αυτή των υμνογράφων, διότι φανερώνει –  ιδίως για την εποχή μας που είναι εποχή πληθωρισμού λόγων χωρίς αντίκρισμα, συνεπώς μία αργολογία και ματαιολογία –  ότι τότε έχουν σημασία τα λόγια, όταν αφενός αναφέρονται στην ίδια την αλήθεια, που λειτουργεί σαν μαχαίρι απέναντι στο ψεύδος («Και του εχθρού αρπάσας των λόγων την μάχαιραν, εν αυτή απέτεμες του ψεύδους την ένστασιν», δηλαδή: άρπαξες από τον εχθρό το μαχαίρι των λόγων και με αυτό απέκοψες την αντιλογία του ψεύδους), αφετέρου επιβεβαιώνονται από την ίδια τη ζωή που φτάνει μέχρι το μαρτύριο. Ο άγιος Ευστράτιος δηλαδή, όπως και οι άλλοι, χρησιμοποίησαν τον λόγο, για να ομολογήσουν  Χριστό. Και υπομνημάτισαν τον λόγο τους, άρα και την αλήθεια του λόγου αυτού, με τα αθλητικά στίγματά τους. «Ρητορικοίς έπεσιν…τους ανόμους κατέπληξεν, αθλητικοίς στίγμασι του εχθρού τας δυνάμεις ανδρικώς ετροπώσατο, Ευστράτιος ο ένδοξος και στερρός αθλοφόρος». (Με ρητορικά λόγια κατέπληξε τους άνομους, με τα στίγματα στο σώμα του από την άθληση του μαρτυρίου του κατατρόπωσε τις δυνάμεις του εχθρού, ο ένδοξος και δυνατός αθλοφόρος Ευστράτιος).

Έτσι οι άγιοί μας έδειξαν με τη ζωή τους ότι η θεολογία της Εκκλησίας μας κινείται όχι κατά τρόπο αριστοτελικό, δηλαδή με βάση την ανθρώπινη φιλοσοφία, όσο σπουδαία κι αν είναι αυτή, αλλά κατά τρόπο αλιευτικό, δηλαδή με ό,τι κήρυξαν και δίδαξαν οι μάρτυρες του Χριστού, άγιοι απόστολοι. Είναι πολύ ωραία η εμμελής καταγραφή της παραπάνω αλήθειας από την αγία και πάλι Κασσιανή στο δοξαστικό των αποστίχων του όρθρου: «Υπέρ την των Ελλήνων παιδείαν, την των Αποστόλων σοφίαν προέκριναν οι άγιοι Μάρτυρες, τας βίβλους των ρητόρων καταλείψαντες, και ταις των αλιέων ενδιαπρέψαντες∙ εκεί μεν γαρ ευγλωττία ρημάτων∙ εν δε ταις των αγραμμάτων θεηγορίαις, την της Τριάδος εδιδάσκοντο θεολογίαν». (Οι άγιοι μάρτυρες προτίμησαν τη σοφία των Αποστόλων παραπάνω από την παιδεία των Ελλήνων, γι’ αυτό  άφησαν κατά μέρος τα βιβλία των ρητόρων και ασχολήθηκαν αποκλειστικά με τα βιβλία των αλιέων. Διότι στα πρώτα υπάρχει ευγλωττία απλών λόγων, ενώ στα θεία λόγια των αγραμμάτων διδάσκονταν τη θεολογία της αγίας Τριάδος). Η ίδια μάλιστα αγία υμνογράφος δίνει μ’ έναν πολύ δυνατό στίχο της το στίγμα των σημερινών αγίων και τη θέση που έχουν στην Εκκλησία. «Χαίροις ο ισάριθμος χορός των φρονίμων Παρθένων» εγκωμιάζει. Νομίζουμε ότι πιο άμεση αποτίμηση της αγιότητάς τους από τον παραλληλισμό αυτό με τι φρόνιμες παρθένους που εισήλθαν στον νυμφώνα με τον νυμφίο Χριστό, δεν θα μπορούσε να υπάρξει.

παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΤΡΙΜΥΘΟΥΝΤΟΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ (12 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Δεκεμβρίου, 2013

«Ο άγιος Σπυρίδων άκμασε επί της βασιλείας Κωνσταντίνου του μεγάλου και Κωνσταντίου του υιού του. Ήταν στον τρόπο απλός και στην καρδιά ταπεινός. Απαρχής ήταν ποιμένας προβάτων, έπειτα παντρεύτηκε και μετά τον θάνατο της γυναίκας του καταστάθηκε επίσκοπος. Τόσο πολύ του δόθηκε από τον Θεό η χάρη των ιαμάτων, ώστε τα θαύματα έγιναν γι’ αυτόν η επωνυμία του. Πράγματι: σε εποχή ξηρασίας έφερε βροχή, και πάλι εμπόδισε τη μεγάλη βροχή με την προσευχή του. Άλλη φορά, διέλυσε σχέδιο σιτοκαπήλων, που μελέτησαν να φέρουν πείνα, με το να πέσουν οι αποθήκες τους που είχαν το σιτάρι. Ένα φίδι το μετέβαλε σε χρυσάφι, που το έδωσε σε πτωχό.  Μετά το ξεπέρασμα της συμφοράς από τον πτωχό, πάλι το χρυσάφι το αποκατέστησε σε φίδι. Κράτησε επίσης ρεύματα ποταμών, ενώ μία πόρνη που τόλμησε να τον αγγίξει, αφού είπε τα σχετικά με τη ζωή της, την έπεισε  να εξομολογηθεί. Αυτούς που μεγαλοφρονούσαν για τη συλλογιστική τους δεινότητα τους έκλεισε το στόμα στη Σύνοδο της Νικαίας με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος. Και σε μια γυναίκα  που ζητούσε θησαυρό που είχε δώσει προς φύλαξη στην κόρη του αγίου, η οποία όμως είχε πεθάνει, πήγε στον τάφο της και την ρώτησε πού είχε κρύψει τα χρήματα, κι αφού το έμαθε, τα έδωσε στην κάτοχο  αυτών. Απάλλαξε επίσης  και τον βασιλιά Κωνστάντιο από μία ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε, ενώ ανάστησε και το παιδί μιας γυναίκας. Επιπλέον, έλεγξε και εκείνον που ήθελε από πλεονεξία να πάρει μία αίγα του, ενώ η αίγα πήγαινε πίσω προς τη μάνδρα της, θέλοντας να φύγει από εκείνον που την τραβούσε με τη βία. Όταν όμως πλήρωσε την τιμή της, έμεινε μαζί με τις άλλες που είχε αγοράσει ο άνθρωπος. Θεράπευσε μάλιστα και την αφωνία του Διακόνου, ο οποίος ενώ ήταν να πει μία μικρή ευχή, αυτός λόγω κενοδοξίας την έκανε μεγάλη, και αμέσως έχασε τη φωνή του. Στον άγιο φάνηκαν άγγελοι να τον υπηρετούν, λέγοντας «Και τω πνεύματί σου», όταν εκφωνούσε το «ειρήνη πάσι». Κι όταν άναψαν οι υπηρέτες λίγα φώτα με τα καντήλια, κάτι που έκανε τον όσιο να δυσανασχετήσει, εκείνοι έλεγαν ότι βρίσκονται λίγοι πιστοί στην Εκκλησία κι έτσι δεν χρειάζονται περισσότερα φώτα, φανερώθηκε όμως στον άγιο από τον Κύριο, ότι είχε θεατές περισσότερο αγγέλους που έψελναν μαζί του στις ευχές. Από την άλλη, ποιους δεν θα εκπλήξει το θαύμα της ξαφνικής ανάβλυσης λαδιού κατά τον εσπερινό, όταν λόγω ένδειάς του το φως ήταν λιγοστό; Από πρόγνωση θεϊκή, ανέφερε τα μέλλοντα σε πολλούς. Και τον επίσκοπο Τριφύλλιο, που στρεφόταν στα ωραία της ζωής αυτής, τον νουθέτησε και τον έπεισε να ποθεί τα μέλλοντα αγαθά. Και τη γυναίκα που είχε πέσει στο αμάρτημα της μοιχείας και δεν ήθελε να εξομολογηθεί το αμάρτημά της, προσπαθώντας μάλιστα να πείσει τον άντρα της κατά τη γέννα ότι το παιδί ήταν δικό του, μολονότι αυτός έλειπε στη θάλασσα είκοσι μήνες και συνεπώς δεν είχε σχέσεις μαζί της, την επιτίμησε και την παρέδωσε σε θάνατο. Κατά το θέρος, που έκαιγε ο ήλιος, η κεφαλή του αγίου φαινόταν γεμάτη από δροσιά, δείγμα ότι ο Θεός φανέρωνε την τιμή που θα γινόταν στο μέλλον σ’ αυτόν. Πόσο δε ήταν συμπαθής και γεμάτος αγάπη προς τους ανθρώπους, φανέρωσε αυτό που συνέβη με εκείνους που επιχείρησαν να κλέψουν τα δικά του πρόβατα. Διότι όχι μόνον τους απάλλαξε από αυτό που έπαθαν, που κρατήθηκαν ακίνητοι με αόρατο τρόπο, αλλά τους ελευθέρωσε, δίνοντάς τους και από ένα κριάρι, με την εξήγηση ότι δεν έπρεπε να θεωρηθεί μάταια η αγρύπνια τους. Ο άγιος Σπυρίδων λοιπόν αφού κατεύθυνε καλά το ποίμνιο που του εμπιστεύθηκε ο Θεός, μετατάχθηκε στην πολιτεία και τη διαγωγή των αγγέλων. Τελείται δε η σύναξή του στο αποστολείο του Αγίου και κορυφαίου Πέτρου, που ήταν κοντά στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός που εορτάσαμε τον μεγάλο άγιο, Νικόλαο τον θαυματουργό. Η θαυματουργία του, είχαμε τονίσει, αποτελούσε και αποτελεί την προσωνυμία του, δεδομένου ότι κάθε ένας που και μόνο θα επικαλεστεί το όνομά του, θα τον βρει πρόθυμο συμπαραστάτη του. Το ίδιο συμβαίνει και με τον επίσης μεγάλο σημερινό άγιο, όπως άλλωστε αναφέρει και το συναξάρι του: «επωνυμίαν αυτώ γενέσθαι τα θαύματα». Ο Θεός τον θαυμάστωσε με το ίδιο χάρισμα, διότι αγάπησε με πάθος, όπως λέει ο υμνογράφος του, τον Θεό και τον συνάνθρωπό του, γενόμενος έτσι δίοδος που φανερώνεται η Βασιλεία του Θεού. «Τω πόθω τρωθείς Χριστού, ιερώτατε…θυσιαστήριον θείον γενόμενος». Είναι τέτοιο το χάρισμα θαυματουργίας του αγίου, ώστε στο απολυτίκιό του ο υμνογράφος σ’ αυτό επικεντρώνει την προσοχή μας: «…και θαυματουργός (ανεδείχθης), θεοφόρε, Σπυρίδων, πατήρ ημών».

Ο άγιος δεν ανήκει στους διδασκάλους της Εκκλησίας, σε εκείνους δηλαδή, σαν τον άγιο Αθανάσιο, σαν τον άγιο Βασίλειο, σαν τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, που σε συγκεκριμένη κρίση που πέρασε αυτή λόγω κάποιας αίρεσης, φωτίστηκαν από τον Θεό για να δώσουν απάντηση. Ανήκει όμως στους Πατέρες της, που κύριο γνώρισμά τους έχουν την εμπειρία του Θεού και συνεπώς τη γνώση που δίνει αυτή η εμπειρία. Έτσι ο άγιος Σπυρίδων με αυτήν την εκ Θεού εμπειρική γνώση του – απόρροια της ορθής μετοχής του στην Αποστολική Παράδοση («αποστολικής διδασκαλίας γενόμενος έμπλεως») – μπόρεσε να συμβάλει και αυτός με τον δικό του απλό τρόπο στην υπέρβαση της κρίσης που προκαλούσε στην εποχή του ο Αρειανισμός. «Εν τη του Πνεύματος αίγλη καταλαμπόμενος, το ζοφερόν καθείλεν ο σοφός Ιεράρχης Αρείου το ληρώδες∙ όθεν απλώς δογματίσας Τριάδα πιστώς, υπό σοφών εδοξάσθη και συνετών, και την σύνοδον εκύρωσεν». (Καταλαμπόμενος από το φως και τη δόξα του αγίου Πνεύματος, κατέστρεψε ο σοφός Ιεράρχης την τρέλλα του Αρείου. Γι’ αυτό, αφού δογμάτισε με απλό τρόπο και με πίστη την αγία Τριάδα, δοξάσθηκε από τους σοφούς και τους συνετούς Πατέρες, και έδωσε κύρος στη Σύνοδο).  Το περιστατικό στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο (325 μ.Χ.), που σηκώθηκε και έκανε θαύμα με ένα κεραμίδι, για να δείξει ότι η αγία Τριάδα είναι τρεις υποστάσεις αλλά έχει μία φύση ή ουσία, είναι γνωστό σε όλους. Ο λόγος του δηλαδή μπορεί να μην επαρκούσε με τη χρήση αποδεικτικών επιχειρημάτων, η αλήθεια όμως που ζούσε βρήκε τρόπο να εκφραστεί: το κεραμίδι ήταν ένα, αλλά αναλύθηκε στα εξ ων συνετέθη: το χώμα, το νερό, τη φωτιά που έψησε τον πηλό.

Δεν θα επιμείνουμε στις αρετές του – καρπός, όπως είπαμε, της χάρης του Θεού λόγω της αγάπης του προς Εκείνον: την πραότητά του, την ακακία του, τη μεγάλη του ταπείνωση. Αυτές θα αποτελούν πάντοτε τα προσανατολιστικά στοιχεία των πιστών κάθε εποχής, ιδίως της δικής μας, που έχουν περισσέψει η οργή και τα νεύρα, η κακία, η αλαζονεία και η υπερηφάνεια. Εκείνο όμως που δεν θέλουμε να το αφήσουμε στη λήθη, είναι ένα από τα θαύματά του, που αναφέρεται παραπάνω και στο συναξάρι του, και που νομίζουμε ότι έχει άμεση αναφορά και στην οικονομική κρίση που περνά η πατρίδα μας. Πρόκειται για το σχέδιο των εμπόρων σίτου, που θέλησαν να προκαλέσουν μία τεχνητή κρίση, ώστε να αυξήσουν τις τιμές του σίτου, συνεπώς  να αυξήσουν τα πλούτη τους εις βάρος του πτωχού λαού. Ο άγιος κατάλαβε αμέσως την πονηρία των εμπόρων και επενέβη: οι αποθήκες με το σιτάρι κατέπεσαν, το πονηρό σχέδιο διαλύθηκε.

Η αντιστοιχία με τη σημερινή εποχή είναι πασιφανής: και η σημερινή κρίση φαίνεται πια, μετά από όσα έχουν έλθει σε φως, ότι  είναι τεχνητή. Τράπεζες και «εγκληματίες της οικονομίας», όπως έχουν χαρακτηριστεί, θεώρησαν ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή να προκαλέσουν τέτοια αναταραχή, ώστε με τον παγκόσμιο κλυδωνισμό που θα ερχόταν, να απομυζούσαν τεράστια κέρδη. Και βεβαίως η κατεξοχήν χώρα που την «πλήρωσε» – με τη βοήθεια ασφαλώς πολλών νεοελλήνων που με χαλαρή ηθική συνείδηση πίστεψαν ότι ήταν και η δική τους ώρα για εύκολο πλουτισμό – ήταν η πατρίδα μας. Η κρίση αυτή, η οποία ταυτοχρόνως απεκάλυψε και την ηθική και πνευματική κρίση που ζούμε, είναι σε εξέλιξη, χωρίς να φαίνεται δυνατότητα άμεσης διαφυγής. Όμως η Εκκλησία μας έχει άλλα όπλα, πέραν των οικονομικών θεωριών. Τα όπλα της πίστεως, το «βαρύ πυροβολικό» των αγίων μας. Και τέτοιο όπλο είναι και ο άγιος Σπυρίδων. Τι θα ήταν εμπόδιο στον άγιο, με την παρρησία που έχει ενώπιον του Θεού, να βοηθήσει στην υπέρβαση της κρίσεως; Τίποτε, πλην ενός: την πίστη και τη μετάνοια των ίδιων των Ελλήνων. Το θαύμα που θα μπορούσε να κάνει ο άγιος, σ’ αυτό μόνο θα μπορούσε να προσκρούσει, που σημαίνει ότι τελικώς λύση υπάρχει – άλλου επιπέδου είπαμε – κι αυτή βρίσκεται μέσα μας. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι αν οι Έλληνες συνειδητοποιήσουμε τη διάσταση αυτή και στραφούμε εν μετανοία στον Θεό, θα δούμε τον Θεό και τους αγίους μας να επεμβαίνουν από εκεί που δεν το περιμένουμε. Τα ανάλογα παραδείγματα από την ιστορία είναι πάμπολλα. Το ερώτημα όμως παραμένει ανοικτό: έχουμε διάθεση να μετανοήσουμε; Έχουμε την ταπείνωση να πιστέψουμε ότι η λύση βρίσκεται έξω από τα δικά μας «λογικά» χέρια ή τους όποιους «ευφυείς» προγραμματισμούς μας;

παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η θεάρεστη προσευχή.

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Δεκεμβρίου, 2013

Ένα θέμα πάντα επίκαιρο και πάντα φλέγον για κάθε συνειδητό χριστιανό. Η σημασία του και η αξία του είναι πράγματι ανυπολόγιστη για καθένα, που έστω και στοιχειωδώς αγωνίζεται να ζει κατά το θέλημα του Θεού.
Και όμως εμείς οι άνθρωποι οι αδύνατοι τι παθαίνουμε; Ένα τέτοιο καταπληκτικής δραστικότητος όπλο το αφήνουμε συχνά αναξιοποίητο ή το χρησιμοποιούμε λανθασμένα σε ώρες πολλές φορές κρίσιμες, που διακυβεύονται ύψιστα πνευματικά μας συμφέροντα. Πόσο αλήθεια, αδικούμε τον εαυτό μας, όταν ένα τέτοιο μοναδικό για τον άνθρωπο προνόμιο, το υποβιβάζουμε σε ένα ψυχρό, τυπικό καθήκον χωρίς εκείνον τον συγκλονισμό της ψυχής, που δίνει η αίσθηση του μεγαλείου του! Και ύστερα απορούμε, γιατί η πνευματική μας ζωή παρουσιάζεται τόσο χλωμή, τόσο ωχρή χωρίς παλμό και σφρίγος, αποτελματωμένη μέσα στα θολά νερά της πνευματικής νωθρότητος και ραθυμίας. Όχι. Δεν είναι υπερβολή, εάν πούμε, πως η προσευχή αποτελεί στοιχείο ζωής για τον άνθρωπο. Όσο μπορούμε να ζήσουμε βιολογικά χωρίς νερό και αέρα, άλλο τόσο μπορούμε πνευματικά χωρίς θεάρεστη προσευχή.
Λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης: «Η προσευχή, ως προς την ποιότητά της, είναι συνουσία και ένωσις του ανθρώπου με τον Θεόν, και ως προς την ενέργειά της, σύστασις και διατήρησις του κόσμου, συμφιλίωσις με τον Θεόν, μητέρα των δακρύων, καθώς επίσης και θυγατέρα, συγχώρησις των αμαρτημάτων, γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς, τοίχος πού μας προστατεύει από τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων, έργο των Αγγέλων, τροφή όλων των ασωμάτων, η μελλοντική ευφροσύνη, εργασία που δεν τελειώνει, πηγή των αρετών, πρόξενος των χαρισμάτων, αφανής πρόοδος, τροφή της ψυχής, φωτισμός του νου, πέλεκυς πού κτυπά την απόγνωσι, απόδειξις της ελπίδος, διάλυσις της λύπης, πλούτος των μοναχών, θησαυρός των ησυχαστών, μείωσις του θυμού, καθρέπτης της πνευματικής προόδου, φανέρωσις των μέτρων, δήλωσις της πνευματικής καταστάσεως, αποκάλυψις των μελλοντικών πραγμάτων, σημάδι της πνευματικής δόξης που έχει κανείς…
Μην επιτηδεύεσαι τα λόγια της προσευχής σου. Διότι πολλές φορές τα απλά και ανεπιτήδευτα ψελλίσματα των μικρών παιδιών ευχαρίστησαν και ικανοποίησαν τον ουράνιο Πατέρα τους.
Μη ζητής να λέγης πολλά στην προσευχή σου, για να μη διασκορπισθή ο νους σου, αναζητώντας λόγια. Ένας λόγος πίστεως έσωσε τον ληστή. Η πολυλογία στην προσευχή πολλές φορές εδημιούργησε στο νου φαντασίες και διάχυσι, ενώ αντιθέτως η μονολογία συγκεντρώνει τον νου».
Και κάπου αλλού λέγει: «Δείξε όλη την ανδρεία σου και την προθυμία σου (όταν προσεύχεσαι), και θα έχης τον ίδιον τον Θεόν διδάσκαλο στην προσευχή σου.
Δεν μπορούμε να διδαχθούμε το πώς να βλέπωμε, διότι έκ φύσεως το γνωρίζομε μόνοι μας. Παρόμοια δεν μπορούμε να γνωρίσωμε με την διδασκαλία του άλλου το κάλλος της προσευχής. Διότι η προσευχή έχει ως διδάσκαλό της τον Θεόν, «τον διδάσκοντα άνθρωπον γνώσιν, και διδόντα ευχήν τώ ευχομένω και ευλογούντα έτη δικαίων».
Ο Γέροντας Αμφιλόχιος Μακρής λέγει περί του θέματος: «Η νοερά προσευχή είναι η βάση της τελειότητος.
Η πρώτη βαθμίδα της πνευματικής ανυψώσεως είναι η νοερά προσευχή.
Στην αρχή της ευχής αισθάνεσαι χαρά, έπειτα γλυκύτητα και στο τέλος σαν καρπός έρχονται τα δάκρυα. Διότι αισθάνεσαι πλέον την παρουσία του Ιησού.
Όταν θα καλλιεργήσετε την ευχή δε θα κουράζεστε, δε θα ταράζεστε, δε θα νυστάζετε στις ακολουθίες, διότι το σώμα σας θα είναι πλέον ένδυμα. Το φόρεμα ούτε λυπάται, ούτε κρυώνει, ούτε κουράζεται…
Η προσευχή όλα τα τακτοποιεί. Τη θάλασσα μπορεί να την περπατάς. Εκμηδενίζει τις αποστάσεις. Τις βουλήσεις των ανθρώπων μεταβάλλει. Δίνει θάρρος, πίστη και υπομονή στη ζωή μας πάντοτε.
Την ένωση της ψυχής σας μετά του Θεού να φροντίσετε.
Όταν θα βαδίσετε στις γραμμές της προσευχής, της σιωπής και της μελέτης, θα δείτε να κατοικεί ο Χριστός στην καρδιά σας
Χωρίς την προσευχή δεν είναι εύκολο να υπομένεις, ούτε να σιωπάς.
Όταν καλλιεργήσετε την ευχή, δέν σας πειράζουν οι άνεμοι του πειρασμού. Εξασθενεί η δύναμή του, δε μπορεί να σας κάνει τίποτε.
Η προσευχή ας σου είναι τείχος, ασπίδα και θώρακας.
Εμείς πρέπει να έχουμε υπομονή και προσευχή…».
Θα καταλήξουμε με τον Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη ο οποίος τονίζει: «Ο Θεός μας θέλει καρδίαν καθαράν. Να προσέχουμε μόνο στο Θεό. Ο Θεός δεν θέλει μέσα στην καρδιά μας συντροφιές, θέλει μόνον Αυτός να βασιλεύει. Αν μπορούμε να το πετύχουμε, τότες πετυχαίνουμε και εύκολα την καρδιακή προσευχή… Η νοερά προσευχή ολίγον κατ’ ολίγον φέρνει τον άνθρωπο εις την πρώτη χάρη του βαπτίσματος».

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ντοστογιέβσκη: Η μετάλλαξη των πεποιθήσεων

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Δεκεμβρίου, 2013

«Στην Σιβηρία η τέραστια εσωτερική διεργασία του συγγραφέα, από τον οποίο στέρησαν την πένα και το χαρτί, ούτε για μια στιγμή δεν σταμάτησε. Αργά, πολυ αργά, όλες οι πρώτες ιδεολογικές προτιμήσεις υποβάλλονταν σε μια αυστηρή επανεκτίμηση. Υπό τον ήχο των τραγουδιών των συλληφθέντων και την κλαγγή των αλυσίδων διεξαγόταν η βαθιά επανεξέταση από το πρώην μέλος του κύκλου του Πετρασέφσκι όλων των πεποιθήσεων της νιότης. «Θα μου ήταν πολύ δύσκολο να διηγηθώ την ιστορία αναγέννησης των πεποιθήσεων μου», έγραψε το 1783 ο Ντοστογιέβσκη, έχοντας υπόψη του την μετάβαση από τον ουτοπιστικό σοσιαλισμό της δεκαετίας του 1840 στις πεποιθήσεις της περιόδου μετά την αποφυλάκιση του από το κάτεργο.Παρ’όλα αυτά όμως άφησε ορισμένες αυθεντικές υποδείξεις για τον μελλοντικό ερευνητή της ζωής του. Γνωρίζουμε, σύμφωνα με τις προσωπικές του παραδοχές, ότι κατά την διάρκεια των τεσσάρων ετών εγκλεισμού του στην φυλακή του Όμσκ, επανεξέτασε όλη την προηγούμενη ζωή του, υπέβαλε τον εαυτό του στην δοκιμασία της αυστηρής κρίσης και ριζικά αναθεώρησε την προηγούμενη κοσμοθεωρία του. Την διαδικασία αυτή θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε ως δίκη κατά του εαυτού του σε συνθήκες υπόγειες, σε πλήρη αποξένωση από την κοινωνία, σε πλήρη πνευματική μοναξιά. Σύντομα έγραψε:
«Μόνος πνευματικά, επανεξέτασα όλη την προηγούμενη ζωή μου, εξέτασα ακόμη και την παραμικρή λεπτομέρεια, σκέφτηκα καλά το παρελθόν μου, έκρινα τον εαυτό μου ανελέητα και αυστηρά, και μάλιστα ορισμένες στιγμές ευγνωμονούσα την μοίρα επειδή μου χάρισε αυτή την μοναξιά, δίχως την οποία δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αυτή η δική του εαυτού μου, ούτε και η αναθεώρηση της προηγούμενης ζωής μου». 
Ιδιαίτερα δύσκολα βίωσε ο συγγραφέας την αλλοτρίωση από το λαό, έτσι όπως την έζησε στο κάτεργο. Αυτή έπρεπε να ξεπεραστεί οπωσδήποτε. Την αναγκαιότητα αυτή την συνειδητοποίησε όχι απλά ο κατάδικος δεύτερης κατηγορίας, αλλά ο συγγραφέας του Φτωχό-κοσμου. Ο Ντοστογιέβσκη αντιλήφθηκε ότι θα μπορούσε να πετύχει τον στόχο του μέσω της άρνησης των σοσιαλιστικών του πεποιθήσεων, οι οποίες τώρα πλέουν του φαίνονται αντιλαϊκές, κοσμοπολίτικες και μή ρώσικες. Πίστεψε πως οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις των δουλοπάροικων χωρικών και η Ορθόδοξη λατρεία που ακολουθούσαν αποκαλύπτουν στον χθεσινό οπαδό του Φουριέ τον μοναδικό δρόμο πρός τις λαϊκές ρίζες, δηλαδή προς την πρώιμη κοσμοαντίληψη του Ντοστογιέβσκη-πρός τις παραδόσεις της αρχαίας Μόσχας, πρός το «γόνιμο έδαφος», πρός τις πατριαρχικές δοξασίες της οικογένειας του-«πρός όλα εκείνα που ήταν ρωσικά κι ευλογημένα». […]
«Οι σκέψεις και οι πεποιθήσεις αλλάζουν, αλλάζει ολόκληρος ο άνθρωπος», έγραφε ο Ντοστογιέβσκη στις 24 Μαρτίου 1856. Στα λόγια αυτά ακούγεται η θλίψη. Είναι ο πόνος του αποχωρισμού από τις πεποιθήσεις της νιότης, από την πίστη στην απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τα δεσμά του αυταρχικού παρελθόντος, και από την ευγενική αντίληψη για τον προορισμό του καλλιτέχνη-να καλεί και να οδηγεί τις γενιές στην αναμόρφωση του κόσμου, στην αλήθεια και τη δικαιοσύνη. Ο δρόμος της επιστροφής στο παρελθόν έκλεισε οριστικά. Υπήρχε μόνο η νέα αναγκαιότητα οικοδόμησης καινούργιων ιδανικών, και για τους ανθρώπους της πνευματικής ιδιοσυγκρασίας του Ντοστογιέβσκη αυτό σήμαινε: ιδανικά αντίθετα με τα προηγούμενα. Με την συνήθη ανελέητη ειλικρίνεια του παραδέχτηκε ότι άλλαξε τις προηγούμενες πεποιθήσεις του (στην επιστολή πρός τον Α.Ν.Μάικοφ από 2/8/1868). Αποτέλεσμα των προβληματισμών του στο κάτεργο ήταν και η επιστολή του Ντοστογιέβκση πρός την σύζυγο του Δεκεμβριστή Ν. Ντ. Φονβίζιν αμέσως μετά την αποφυλάκιση του:
«Θα σας μιλήσω για μένα, λέγοντας πως είμαι παιδί του αιώνα μου, παιδί της αθεϊας και της αμφισβήτησης μέχρι σήμερα και μάλιστα (αυτό το γνωρίζω καλά) μέχρι τον τάφο. Πόσα τρομερά βάσανα άξιζε και αξίζει αυτή η δίψα μου για πίστη, η οποία τώρα πια ολοένα και μεγαλώνει μέσα στην ψυχή μου, ολοένα, και με οδηγεί σε αντίθετα συμπεράσματα». […]
Τίθεται το ερώτημα: πότε βίωσε την θρησκευτική του κρίση;
Θέλουμε να πιστεύουμε ότι για τον Ντοστογιέβσκη η κρίσιμη στιγμή ήταν η θανατική καταδίκη της 22 Δεκεμβρίου 1849. Ήταν μια πλήρης εσωτερική ανατροπή, για την οποία ο ίδιος έγραψε πολλές φορές. «Εκείνο το κεφάλι το οποίο το οποίο δημιουργούσε, ζούσε την ανώτερη ζωή της τέχνης, το οποίο συνειδητοποιούσε και ικανοποιούσε τις ανώτερες ανάγκες του πνεύματος, εκείνο το κεφάλι έχει ήδη κοπεί από τους ώμους μου», ανακοίνωνε στον αδελφό του την ημέρα της εικονικής εκτέλεσης. Μετά από είκοσι χρόνια, περιγράφοντας αυτή την τελετή, θυμόταν το σταυρό, τον οποίο συχνά και μάλιστα «ανά πάσα στιγμή» έφερνε στα χείλη του ο ιερέας, ο μελλοθάνατος «βιαζόταν να τον φιλήσει, σαν να ήθελε να έχει κάτι εφεδρικό, κάτι, όπως λέμε, για καλό και για κακό. Αμφιβάλλω όμως αν τη στιγμή εκείνη ένιωθε κάποιο βαθύτερο θρησκευτικό συναίσθημα». Η στιγμή μιας τέτοιας τρομερής δοκιμασίας της πίστης άλλαξε τον Ντοστογιέβσκη. […] Στις 23 Ιανουαρίου 1854 τελείωσε η ποινή των καταναγκαστικών έργων του Ντοστογιέβσκη. Τον Φεβρουάριο θα άφηνε πίσω του για πάντα το κάτεργο του Όμσκ».
Ντοστογιέβσκη-Βιογραφία
Εκδόσεις «Αρμός»

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ, ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«ΚΥΡΙΕ, μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με, μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με» (Ψαλμ.6.2) : Ερμηνευτική προσέγγιση υπό του Ι.Χρυσοστόμου

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Δεκεμβρίου, 2013

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΤ’ ΨΑΛΜΟΝ
«Όταν ακούσεις θυμόν και οργήν του Θεού, μή σκεφθείς τίποτα το ανθρώπινον, διότι τα λόγια αυτά λέγονται κατά συγκατάβασιν. Καθ’όσον το Θείον είναι απηλλαγμένον απ’όλα αυτά. Ομιλεί δε έτσι, δια να συγκινήσει την καρδίαν και των πνευματικά παχυτέρων. Διότι και ημείς, όταν συνομιλούμεν με βαρβάρους, χρησιμοποιούμεν την γλώσσαν εκείνην· και όταν ομιλούμεν πρός κάποιο παιδί ψελλίζομεν τα λέξεις μαζί με εκείνο, και αν ακόμη είμεθα πάνσοφοι, χρησιμοποιούμεν το χαμηλόν επίπεδον της ομιλίας εκείνου. 
Και τι το αξιοθαύμαστον εάν αυτό το κάμνωμεν με τα λόγια, την στιγμήν που το κάμνομεν και εις τα πράγματα, και δαγκώνοντες τα χέρια και υποκρινόμενοι ότι θυμώνομεν, δια να διορθώσωμεν το παιδί; Έτσι λοιπόν και ο Θεός επειδή θέλει να πλησιάσει τους πνευματικά παχυτέρους, χρησιμοποιεί τέτοια λόγια. Δηλαδή δεν εφρόντιζε να ομιλεί αντάξια του εαυτού του, αλλά πρός ωφέλεια των ακροατών. Διότι και είς άλλην πάλιν περίπτωσιν δια να δείξει ότι δεν οργίζεται, έλεγε· «Μήπως αυτοί παροργίζουν εμένα και όχι τους εαυτούς των;»
Συ όμως πώς ήθελες να συνομιλεί αυτός με τους Ιουδαίους, να μή οργίζεται, ούτε να μισεί τους πονηρούς; καθ’όσον το μίσος είναι πάθος· ούτε να επιβλέπει τα ανθρώπινα; καθ’ότι και η όρασις προέρχεται από τα σώματα· ούτε ν’ακούη; καθ’όσον και αυτό προέρχεται από την σάρκα. Αλλα απ’αυτό θα προέκυπτεν άλλον πονηρόν δόγμα, το ότι δηλαδή τα πάντα είναι απρονόητα, και αποφεύγοντες να ακούουν τέτοια περί Θεού, πολλοί από τους τότε ανθρώπους θα αγνοούσαν τελείως την ύπαρξιν του Θεού, εάν δεν ήθελεν να αγνοηθεί αυτός, όλα θα εχάνονοντο· με την αποδοχή όμως εκείνου του δόγματος, αμέσως εγίνετο και η διόρθωσις. Διότι εκείνος που θα πεισθεί ότι υπάρχει Θεός, και αν ακόμα δεν έχει την πραγματικήν γνώμην περί αυτού, αλλά σκέπτεται κάπως υλικότερα, με το πέρασμα του χρόνου θα πεισθεί, ότι δεν υπάρχει τίποτα παρόμοιον εις τον Θεόν, ενώ εκείνος που θα πεισθεί ότι δεν προνοεί, ούτε ενδιαφέρεται δια τα δημιουργήματα, ούτε ότι υπάρχει, τι θα κερδίσει από το δόγμα ότι ο Θεός δεν υπόκειται εις πάθη;
Δια τούτο λοιπόν, αφού προηγουμένως ωμίλησεν εις αυτούς δι’εκείνο, αφού εναπέθεσεν εις αυτούς την αλήθειαν περί της υπάρξεως αυτού, σιγά-σιγά και πάλιν καθαρίζει την σκέψιν των, οδηγών αυτούς εις αυτό το δόγμα, αναφέρων περί αυτού τας πιο υψηλάς αληθείας και προχωρεί τον λόγον ότι ο Θεός είναι απαθής. Καθ’όσον άλλος προφήτης λέγει· «Δεν θα πεινάση ούτε θα κοπιάση» (Ησ.40.28). Και αυτός λοιπόν που είπε, ότι οργίζεται, ο ίδιος πάλι δια να δείξει, ότι το Θείον είναι απαθές, προσθέτει · «Μήπως αυτοί εξοργίζουν εμένα και όχι τους εαυτούς των;» Και αυτός που είπεν, ότι κατοικεί εις τον ναόν, ο ίδιος πάλι λέγει, ότι «οὐκ ἄνθρωπος· ἐν σοὶ ἅγιος, καὶ οὐκ εἰσελεύσομαι εἰς πόλιν» (Ωσηέ 11.9)· δηλαδή, δεν κατοικώ εις ένα ωρισμένον τόπον. Εάν όμως δεν περιέγραψεν όλα τα ιδιώματα του, έδωσε την δυνατότητα εις τον συνετώτερον να σκεφθή από τα όσα ελέχθησαν, ότι εκείνος που είναι απηλλαγμένος από τα τυραννικά πάθη και που δεν είναι δυνατόν να ζει χωρίς αυτά, πολύ περισσότερον είναι απηλλαγμένος από τα άλλα. Δια τούτο και λέγει· «μὴ ἔσῃ ὥσπερ ἄνθρωπος ὑπνῶν; » (Ιερ.14.9). Και παντού ομιλεί περί της απάθειας του.
Επομένως και εδώ, όταν ακούσεις θυμόν, μή το θεωρήσεις πάθος. Διότι, εάν άνθρωποι που φροντίζουν να ζουν με ευσέβεια δεν οργίζονται κατά το δυνατόν, πολύ περισσότερο η ουσιά εκείνη που δεν υπόκειται εις καμίαν βλάβην, η άφθαρτος, η απερίγραπτος και η ακατάληπτος. Δεν βλέπεις, ότι και οι ιατροί όταν εγχειρίζουν ή κάνουν καυτηριάσεις, δεν το κάμνουν αυτό από θυμόν, αλλά με σκοπόν την διόρθωσιν, όχι επειδή είναι οργισμένοι εναντίον των ασθενών, αλλά από ευσπλαχνία πρός αυτούς και δια να τους απαλλάξουν από τα νοσήματα; Όταν λοιπόν λέγει, «μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με, μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με», εννοεί αυτό ·μη θελήσεις να με καταδικάσεις δια τα αμαρτήματα μου, ούτε να με τιμωρήσεις δια τα πλημμελήματα μου».
Ι.Χρυσοστόμου έργα, ΕΠΕ 5

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η καταγωγή του Χριστού.

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Δεκεμβρίου, 2013

Ο Χριστός είναι ο Λόγος του Θεού που ενανθρώπησε. Δεν ήρθε ουρανοκατέβατος, αλλά δια Παρθένου Γυναικός δια Πνεύματος Αγίου, και ως εκ τούτου έχει καταγωγή κατά σάρκα. 
Παρατηρείται η προσπάθεια «Ελληνοποίησεως» του Χριστού και της Παναγίας, η οποία προέρχεται από κύκλους «αρχαιολατρών». Οι «αρχαιολάτρες» θέλουν το κάθε τι Ελληνικό. Δεν είναι μόνο εκείνοι που βρίζουν την Χριστιανική πίστη και τον Χριστό, αλλά είναι και εκείνη η μερίδα που κινείται στο άλλο άκρο. Και που είναι το κακό, ίσως διερωτηθεί κανείς. Εφόσον υπέρ του Χριστού μιλούν. Που είναι το κακό εάν είναι Έλληνας στην καταγωγή; Δεν θα ήταν αυτό κακό, διότι από οποιοδήποτε έθνος και αν προερχόταν κατά σάρκα ο Κύριος Ιησούς Χριστός, αυτό δεν θα έπαιζε κανένα ρόλο στην σωτηρία του ανθρώπου. Γίνεται όμως κακό, όταν κατά αυτό τον τρόπο αμφισβητείται η Αγία Γραφή, που είναι ξεκάθαρη ότι ο Χριστός προέρχεται κατά την ανθρωπότητά του, από τον Ισραήλ. Επίσης, έχουμε αμφισβήτηση της Εκκλησίας, αλλά και των αγίων και θεοφόρων Πατέρων, οι οποίοι βέβαια συμφωνούν με την Αγία Γραφή. Επειδή παρατηρείται μία σχεδόν φρενίτιδα από αυτό, που έχει μάλιστα επηρεάσει και Χριστιανούς ακόμα- σαν να μην υπάρχουν οι Θείες Γραφές και οι Πατέρες, θα επιχειρηθεί να δοθεί μια απάντηση, χωρίς να εξαντλήσουμε όλη την Αγία Γραφή, μιας και αυτή έχει άπειρο βάθος.
Ο Χριστός είναι και κτιστός και άκτιστος. Είναι ο Λόγος που προσέλαβε και έκανε δική του την ανθρώπινη φύση που προσέλαβε από την υπεραγία Θεοτόκο, χωρίς να πάψει να είναι ότι ήταν και πριν, δηλαδή Θεός Λόγος.
Εξηγεί ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης:
«Ο Χριστός είναι και κτιστός και Άκτιστος. Ονομάζουμε δε άκτιστη τη αίδια και προαιώνια και δημιουργική όλων των όντων φύση Του· ενώ λέμε κτιστό το σώμα που κατά την ενανθρώπιση του για χάρη μας ενώθηκε με το δικό μας ανθρώπινο σώμα της ταπείνωσης. Αλλά είναι προτιμότερο να αναφέρω με τα ίδια τα λόγια της Γραφής το νόημα για αυτό. Άκτιστον ονομάζουμε τον Λόγο, ο οποίος υπήρχε εν αρχή και που ήταν πάντοτε κοντά στον Θεό και τον Θεό που είναι ο Λόγος [..] κτιστόν ονομάζουμεν αυτόν που σαρκώθηκε και σκήνωσε ανάμεσά μας».
(Μυστική Θεολογία, αρχ. Π. Μπρούσαλης, απόσπασμα από τα σχόλια του αγίου Γρηγορίου εις το Άσμα Ασμάτων, σελ. 615).
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αναφέρει, ότι «Πριν από την φανερή και σαρκική παρουσία του, υπήρχε πνευματικά ο Λόγος του Θεού στους πατριάρχες και τους προφήτες κάνοντας προτύπωση των μυστηρίων της παρουσίας Του» (Τ. Φ 14, σελ. 519). Έχει ενεργό ρόλο ο Λόγος του Θεού, άσαρκος τότε, αναφορικά με το Ευαγγέλιό Του, με την μέλλουσα ενανθρώπισή Του. 
Το πνεύμα της προφητείας της Αγίας Γραφής, ανάμεσα στα πολλά χαρακτηριστικά που δίνει για τον Μεσσία, δίνει επίσης και για την καταγωγή του. Θα αναφέρουμε αυτά τα ξεκάθαρα εδάφια, για να ξεκαθαρίσει μια και καλή το θέμα. Όσο προχωράμε πιο κοντά στην γέννηση του Χριστού, τόσο πιο ξεκάθαρες γίνονται και οι σχετικές προφητείες. Ο προφητικός λόγος της Παλαιάς Διαθήκης λειτουργεί ως λυχνάρι και δίνει φως τόσο όσο χρειάζεται για να φτάσει κανείς στον Χριστό, μέχρι που να ανατείλει ο Χριστός στην καρδιά μας, κατά τον φωτισμό.
«Και έχομεν βεβαιότερον τον προφητικόν λόγον, εις τον οποίον κάμνετε καλά να προσέχητεως εις λύχνον φέγγοντα εν σκοτεινώ τόπω, εωσού έλθη η αυγή της ημέρας και ο φωσφόρος ανατείλη εν ταις καρδίαις υμών· τούτο πρώτον εξεύροντες, ότι ουδεμία προφητεία της γραφής γίνεται εξ ιδίας του προφητεύοντος διασαφήσεως· διότι δεν ήλθε ποτέ προφητεία εκ θελήματος ανθρώπου, αλλ’ υπό του Πνεύματος του Αγίου κινούμενοι ελάλησαν οι άγιοι άνθρωποι του Θεού» (Β’ Πέτρου, 1:19-21).
Η πρώτη προφητεία που υπάρχει στην Αγία Γραφή για την υπόσχεση του ερχομού του Μεσσία, του Χριστού δηλαδή, βρίσκεται στο τρίτο κεφάλαιο της Γενέσεως, στο εδάφιο 15: «έχθραν θέλω στήσει αναμέσον σου και της γυναικός, και αναμέσον του σπέρματός σου καιτου σπέρματος αυτής· αυτό (‘’αυτός’’, κατά τους Εβδομήκοντα) θέλει σου συντρίψει την κεφαλήν, και συ θέλεις κεντήσει την πτέρναν αυτού».
Είναι η προφητεία πάνω στην οποία στηρίζεται όλο το Χριστιανικό Ευαγγέλιο. Είναι η πρώτη απάντηση στην πτώση του ανθρώπου. Ο Θεός λέει ότι το σπέρμα της γυναικός θα σύντριβε την κεφαλή του φιδιού, το οποίο δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο διάβολος, ο όφης ο αρχαίος. Μιλάει για μια συγκεκριμένη γυναίκα («της γυναικός», όχι απλά «γυναικός»), χωρίς να δίνει περισσότερες πληροφορίες. Το ότι λέει για «σπέρμα της γυναικός», υπονοεί ακριβώς ότι ο Ερχόμενος, θα γεννηθεί από Παρθένο, εφόσον η γυναίκα δεν έχει σπέρμα. Αυτός που θα γεννηθεί, θα σύντριβε κάποτε τον διάβολο.
Η αποκάλυψη όμως που δόθηκε, δεν σταμάτησε εκεί. Σε όλη την πορεία της ανθρωπότητας, ο Θεός έδινε περισσότερα στοιχεία και πιο συγκεκριμένα, σχετικά με την αποκάλυψη περί της γεννήσεως του Μεσσία. Στην Αγία Γραφή προβάλλονται τα πρόσωπα τα οποία διαδραμάτισαν ρόλο σημαντικό.
Η Αγία Γραφή αναφέρεται στον Αβραάμ, ο οποίος εκλήθη από τον Θεό να βγει από τα όριά του, δίδοντάς του την επαγγελία που αποτελεί και συμπληρωματικό στοιχείο της ίδιας αποκάλυψης που είχε δώσει κάποτε στους πρωτόπλαστους.
«[..] θέλω σε κάμει εις έθνος μέγα· και θέλω σε ευλογήσει, και θέλω μεγαλύνει το όνομά σου· και θέλεις είσθαι εις ευλογίαν· και θέλω ευλογήσει τους ευλογούντάς σε, και τους καταρωμένους σε θέλω καταρασθή· και θέλουσιν ευλογηθή εν σοι πάσαι αι φυλαί της γης» (Γένεση 12: 2-3).
Αυτό το «εν σοι», ότι δηλαδή, θα ευλογηθούν όλες οι φυλές της γης «εν σοι», σήμαινε ακριβώς ότι μέσα από τους απογόνους του θα έρχονταν ο Χριστός. Ο Θεός θα χάριζε παιδί στον Αβραάμ και στην Σάρρα. Ο απ Παύλος, έτσι το εξηγεί: «Προς δε τον Αβραάμ ελαλήθησαν αι επαγγελίαι και προς το σπέρμα αυτού· δεν λέγει, Και προς τα σπέρματα, ως περί πολλών, αλλ’ ως περί ενός, Και προς το σπέρμα σου, όστις είναι ο Χριστός» (Γαλάτας, 3:16).
Η κατά σάρκα καταγωγή του Χριστού γίνεται πιο σαφής. Θα έρθει από απόγονο του Αβραάμ, ο οποίος Αβραάμ είναι ο γενάρχης του Ισραήλ.  Ακόμα πιο συγκεκριμένα, από τον γιό του τον Ισαάκ και όχι από τον Ισμαήλ, καθόσον είχε δύο γιούς από διαφορετικές γυναίκες. Ο Ισμαήλ εκ της Άγαρ, έγινε άλλο έθνος.  
«Και είπεν ο Θεός, Ναι η γυνή σου Σάρρα θέλει γεννήσει υιόν εις σε, και θέλεις καλέσει το όνομα αυτού Ισαάκ· και θέλω στήσει την διαθήκην μου προς αυτόν εις διαθήκην αιώνιον, και προς το σπέρμα αυτού μετ’ αυτόν· περί δε του Ισμαήλ σου εισήκουσα· Ιδού, ευλόγησα αυτόν, και θέλω αυξήσει αυτόν, και θέλω πληθύνει αυτόν σφόδρα σφόδρα· δώδεκα άρχοντας θέλει γεννήσει, και θέλω κάμει αυτόν έθνος μέγα· αλλά την διαθήκην μου θέλω στήσει προς τον Ισαάκ, τον οποίον θέλει γεννήσει η Σάρρα εις σε το ερχόμενον έτος, εν τω αυτώ τούτω καιρώ» (Γένεση, 17:19-21).
Ακόμα πιο ξεκάθαρο, ότι η Διαθήκη στήνεται προς τον απόγονο του Αβραάμ, τον Ισαάκ. Όχι στον Ισμαήλ, τον μετέπειτα γενάρχη των Αράβων.
Το ίδιο λέει ξανά ο Θεός, αφού δοκιμάστηκε η πίστη του Αβραάμ. «εν τω σπέρματί σου θέλουσιν ευλογηθή πάντα τα έθνη της γής· διότι υπήκουσας εις την φωνήν μου» (Γένεση, 22: 18).
«Προς δε τον Αβραάμ ελαλήθησαν αι επαγγελίαι και προς το σπέρμα αυτού· δεν λέγει, Και προς τα σπέρματα, ως περί πολλών, αλλ’ ως περί ενός, Και προς το σπέρμα σου, όστις είναι ο Χριστός» (Γαλάτες, 3:16).
Ο Μεσσίας πρέπει να είναι από την γενιά του Σήμ, ώστε να είναι «σπέρμα του Αβραάμ», εφόσον ο Αβραάμ είναι απόγονος του συγκεκριμένου γιού του Νώε, σύμφωνα με την Αγία Γραφή (Γένεση, 11: 10- 26).
Ακόμα πιο συγκεκριμένο γίνεται το πράγμα, όταν ο Θεός λέει τα ίδια πράγματα με αυτά που είπε στον Αβραάμ, στον Ιακώβ, που ήταν γιος του Ισαάκ, δηλαδή εγγονός του Αβραάμ.
«και θέλουσιν ευλογηθή εν σοι, και εν τω σπέρματί σου πάσαι αι φυλαί της γής» (Γένεση, 28:14).
Και αυτό πολύ σπουδαίο, καθόσον ο Ισαάκ είχε δύο γιούς. Όμως, η επαγγελία δίδεται στον Ιακώβ και όχι στον Ησαύ. Η Αγία Γραφή δείχνει όλη την σειρά και την γραμμή.
Ο Ιακώβ, όταν ήταν να αναχωρήσει από αυτό τον κόσμο, ευλόγησε τα παιδιά του. Ο Ιακώβ, στο μεταξύ είχε μετονομαστεί σε «Ισραήλ» (Γένεση, 32:28). Τα παιδιά του, επρόκειτο να γίνουν οι φυλές του λαού αυτού. Στον γιό του τον Ιούδα, προφητεύει τα εξής που έχουν άμεση σχέση με τον Μεσσία:
«Ιούδα, σε αινέσαισαν οι αδελφοί σου, αι χείρες σου επί νώτου των εχθρών σου, προσκυνήσουσιν σοι οι υιοί του πατρός σου· σκύμνος λέοντος Ιούδα. Εκ βλαστού υιε μου ανέβης· αναπεσών εκοιμήθης ως λέων και ως σκύμνος· τις εγέρει αυτόν; Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα και ηγούμενος εκ των μηρών αυτού, έως αν έλθη τα αποκείμενα αυτώ και αυτός προσδοκία εθνών» (Γένεση, 49: 8-10).
Εδώ, δηλώνεται η ανωτερότητα του Ιούδα έναντι των αδελφών εξ αιτίας του Μεσσία, εφόσον οι αδελφοί του θα τον αινέσουν και θα τον προσκυνήσουν. Η Γέννηση του Χριστού παραλληλίζεται στην Αγία Γραφή με ένα τρυφερό φυτό που μεγαλώνει και αναπτύσσεται. Στον Ησαία αναφέρεται ως «άνθος» (Ησαίας, 11:1), ως «ρίζα και τρυφερό φυτό» (Ησαίας. 53:2). Επίσης, αναφέρεται και ο θάνατος του Χριστού και η ανάσταση, στην προφητεία του Ιακώβ. Λέων, είναι ο Μεσσίας (Αποκάλυψη, 5:5). Η προσδοκία των εθνών θα προέλθει εκ της φυλής του Ιούδα. Απόδειξη, ότι ο Μεσσίας είναι για όλα τα έθνη. Ο απ Παύλος, ο μεγάλος αυτός διδάσκαλος, θα γράψει αργότερα: «Επειδή είναι πρόδηλον ότι εξ Ιούδα ανέτειλεν ο Κύριος ημών» (Προς Εβραίους, 7:14).
Ο άγιος Ιππόλυτος Ρώμης ερμηνεύει πολύ όμορφα την προφητεία του Ιακώβ. Η φράση «αι χείρες σου επί νώτου των εχθρών σου» εφαρμόζονται στον Μεσσία και δείχνει, κατά την ερμηνεία του αγίου, ότι ο λαός θα Τον αποστραφεί και θα του γυρίσει την πλάτη, αλλά στα έσχατα θα Τον δοξάσουν (ΒΕΠΕΣ 6, σελ. 116).
Η φράση, «σκύμνος λέοντος Ιούδα», αναφέρεται στον Χριστό που θα έλθει από την φυλή Ιούδα (ΒΕΠΕΣ 6, σελ. 200).
Η φράση, «Εκ βλαστού υιε μου ανέβης», δηλώνει την εκ Παρθένου γέννηση (ΒΕΠΕΣ 6, σελ. 200).
Η φράση, «αναπεσών εκοιμήθης ως λέων και ως σκύμνος», είναι η κοίμηση του Χριστού, ενώ το «τις εγέρει αυτόν», η Ανάσταση (ΒΕΠΕΣ 6, σελ. 200).
Και η φράση, «Ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα και ηγούμενος εκ των μηρών αυτού, έως αν έλθη τα αποκείμενα αυτώ και αυτός προσδοκία εθνών»είναι η διαδρομή του βασιλικού γένους από την φυλή του Ιούδα μέχρι τον Χριστό. (ΒΕΠΕΣ 6, σελ. 201).
Ο Μωυσής αργότερα, στην εποχή του Νόμου, λέει προφητικά αναφερόμενος στον Μεσσία, και επιβεβαιώνοντας την Ισραηλιτική του καταγωγή:
«Προφήτην εκ μέσου σου θέλει αναστήσει εις σε Κύριος ο Θεός σου εκ των αδελφών σου, ως εμέ· αυτού θέλετε ακούει» (Δευτερονόμιο, 18:15).
Ο προφήτης Ησαίας, αναφέρει ότι ο Μεσσίας θα προέλθει από την γενιά του Ιεσσαί:
«Και θέλει εξέλθει ράβδος εκ του κορμού του Ιεσσαί, και κλάδος θέλει αναβή εκ των ριζών αυτού» (Ησαίας, 11:1).
Η ράβδος είναι η Παναγία που είναι απόγονος του Ιεσσαί, και ο κλάδος είναι ο Χριστός. Ο Ιεσσαί, είναι ο πατέρας του Δαβίδ, που ήταν βασιλιάς στον Ισραήλ. Η συνέχεια της γενεαλογικής γραμμής περνά από τον Δαβίδ.
«Άπαξ ώμοσα εις την αγιότητά μου, ότι δεν θέλω ψευσθή προς τον Δαβίδ. Το σπέρμα αυτού θέλει διαμένει εις τον αιώνα και ο θρόνος αυτού ως ο ήλιος, ενώπιον μου» (Ψαλμός 89:35- 36).
Ο απ Πέτρος θα κηρύξει την ημέρα της Πεντηκοστής περί του Χριστού αναφερόμενος στον Δαβίδ ότι: «[..] ήξευρεν ότι μεθ’ όρκου ώμοσε προς αυτόν ο Θεός, ότι εκ του καρπού της οσφύος αυτού θέλει αναστήσει κατά σάρκα τον Χριστόν [..]» (Πράξεις, 2: 30).
Ο άγιος ευαγγελιστής Ματθαίος θα γράψει στο Ευαγγέλιό του: «Βίβλος της γενεαλογίας του Ιησού Χριστού, υιού του Δαβίδ, υιού του Αβραάμ» (1:1), παραθέτοντας το γενεαλογικό δέντρο του Μεσσία, βάση των Γραφών. Επειδή ακριβώς ήξεραν οι Εβραίοι, με βάση τις προφητείες, ότι ο Μεσσίας θα έρχονταν από τον Νώε, Αβραάμ, Ισαάκ, Ιακώβ, Ιούδα, και Δαβίδ, και έτσι αυτό λειτουργούσε ως ένα επί πλέον κριτήριο για την διάκριση των ψεύτικων μεσσίων, που ο Κύριος χαρακτήρισε ως ”κλέπτες” και ”ληστές”.
Ο ευαγγελιστής δίδει την γενεαλογία του Ιωσήφ, επειδή ο Ιωσήφ ήταν ο νομιζόμενος  πατέρας του Ιησού Χριστού, και πάντα δίδονταν τότε οι γενεαλογίες των ανδρών, εφόσον τα κληρονομικά δικαιώματα κληρονομούνταν από τους πατέρες και όχι από τις μητέρες. Βέβαια, και η Παναγία ήταν από τον οίκο του Δαβίδ όπως και ο Ιωσήφ.
«Εν δε τω μηνί τω έκτω απεστάλη ο άγγελος Γαβριήλ υπό του Θεού εις πόλιν της Γαλιλαίας ονομαζομένην Ναζαρέτ, προς παρθένον ηρραβωνισμένην με άνδρα ονομαζόμενον Ιωσήφ, εξ οίκου Δαβίδ, και το όνομα της παρθένου Μαριάμ» (Λουκάς, 1:26-27).
Το «εξ οίκου Δαβίδ», αναφέρεται όχι στον Ιωσήφ στο χωρίο αυτό, αλλά στην Παρθένο Μαρία, εφόσον το κεντρικό πρόσωπο του χωρίου είναι η Μαρία και όχι ο Ιωσήφ, και ο ευαγγελιστής δίδει πληροφορίες για αυτήν. Αυτό είναι αποδεκτό από όλους τους ερμηνευτές, όπως τον Χρυσόστομο, τον Ζιγαβηνό, τον Ιουστίνο, τον Ειρηναίο, τον Τερτυλλιανό (πρβλ. Υπόμνημα Π. Τρεμπέλα, εις το Κατά Ματθαίον, σελ. 31).
Αλλά και ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος είναι σαφής: «Διότι ο Θεός μας Ιησούς Χριστός κυοφορήθηκε από τη Μαρία κατ’ οικονομία Θεού, προερχόμενος από τη γενιά βέβαια του Δαβίδ, αλλά δια του Αγίου Πνεύματος [..]» (Επιστολή προς Εφεσίους, ΧVIII, 2).
Από την στιγμή που έλαβε το σώμα από την Παρθένο Μαρία, συνεπώς και η Παρθένος είναι από την γενιά του Δαβίδ, όπως ο Χριστός.
Όλη η Αγία Γραφή δηλώνει καθαρά την κατά σάρκα καταγωγή του Κυρίου από το Ισραήλ. Οτιδήποτε και αν πει ο καθένας, θα θεωρηθεί ως αμφισβήτηση των Γραφών, και συνεπώς δεν είναι καν Χριστιανός.
Πέρα από όσα παραθέσαμε, μπορείτε να δείτε τα ακόλουθα χωρία, από τα πολλά που υπάρχουν
Προς Ρωμαίους 9:7, Προς Ρωμαίους 9:4-5, Προς Ρωμαίους 1:3,
Προς Εβραίους 11:18, Λουκάς 1: 32, Β’ Τιμοθέου 2: 8, Πράξεις 13:22-23
Αριθμοί 24:17, 19. Ματθαίος 9:27, Ματθαίος 15:22, Ματθαίος 9:27, 12:22-23, 15:22, 20:30-31, 21:9, 15, Μάρκος 10:47-48, Λουκάς 18:38-39. Ματθαίος 22:41-46.
Οι γονείς της Παναγίας ήταν Εβραίοι, το όνομα «Μαρία- Μύριαμ» είναι Εβραϊκό. Η Εβραϊκή καταγωγή όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε κατά την αρχαιότητα, αλλά ομολογείται και από τους αρνητές της Πίστεως. Σχετικές αναφορές κάνει ο Κέλσος στον «Αληθή λόγο», και ο Πορφύριος στο «Κατά Χριστιανών».
Πολύ σημαντικό είναι να πούμε κάτι που παρερμηνεύεται. Ο Ιωσήφ και η Παναγία μετανάστευσαν μεν στην Γαλιλαία «των εθνών», αλλά ήταν από την Ιουδαία.
Αυτό φαίνεται καθαρά από την απογραφή. Λέει ο ευαγγελιστής Λουκάς: « Εν εκείναις δε ταις ημέραις εξήλθε διάταγμα παρά του Καίσαρος Αυγούστου να απογραφή πάσα η οικουμένη. Αύτη η απογραφή έγεινε πρώτη, ότε ηγεμόνευε της Συρίας ο Κυρήνιος. Και ήρχοντο πάντες να απογράφωνται, έκαστος εις την εαυτού πόλιν. Ανέβη δε και Ιωσήφ από της Γαλιλαίας εκ της πόλεως Ναζαρέτ εις την Ιουδαίαν εις την πόλιν του Δαβίδ, ήτις καλείται Βηθλεέμ,επειδή αυτός ήτο εκ του οίκου και της πατριάς του Δαβίδ, διά να απογραφή μετά της Μαριάμ της ηρραβωνισμένης με αυτόν εις γυναίκα, ήτις ήτο έγκυος». (Λουκάς, 2: 1-5).
Από την Γαλιλαία που διέμεναν, πήγαν στην Ιουδαία από όπου και κατάγονταν προκειμένου να απογραφούν.
Στην Γαλιλαία, και πιο συγκεκριμένα στην Ναζαρέτ, ο Ιησούς ανατράφηκε, μεγάλωσε δηλαδή, για αυτό και την αποκαλεί πατρίδα του (Λουκάς 4: 16 και 4: 24 αντίστοιχα). Όχι ότι καταγόταν από εκεί.
Στον διάλογο με την Σαμαρείτισσα, εκείνη τον αποκάλεσε Ιουδαίο, και Εκείνος δεν την διόρθωσε.
«Λέγει λοιπόν προς αυτόν η γυνή η Σαμαρείτις· Πως συ, Ιουδαίος ων, ζητείς να πίης παρ’ εμού, ήτις είμαι γυνή Σαμαρείτις; Διότι δεν συγκοινωνούσιν οι Ιουδαίοι με τους Σαμαρείτας» (Ιωάννης, 4: 9).
Πως κατάλαβε ότι ήταν Ιουδαίος; Απαντά ο Χρυσόστομος: «Και πως αυτή αντελήφθη ότι ο Χριστός ήτο Ιουδαίος; Ίσως από την ενδυμασία του, ίσως από την προφοράν του. Εσύ όμως παρατήρησε, πόσο οξυδερκής ήτο η γυνή» (ΕΠΕ 13, σελ. 529).
Μάλιστα, παρακάτω, εκπλήσσονται οι μαθητές, επειδή μιλάει με γυναίκα. 
«Και επάνω εις τούτο ήλθον οι μαθηταί αυτού και εθαύμασαν ότι ελάλει μετά γυναικός· ουδείς όμως είπε, Τι ζητείς; ή Τι λαλείς μετ’ αυτής;» (Ιωάννης, 4: 27).
Ως προς τι ο θαυμασμός; Μήπως δεν είχε μιλήσει με γυναίκα άλλη φορά; Και βέβαια είχε μιλήσει και είχε θεραπεύσει κιόλας, όπως αφηγούνται τα Ευαγγέλια. Σκοπίμως ο ευαγγελιστής υπογραμμίζει το ότι οι Ιουδαίοι δεν είχαν επικοινωνία με τους Σαμαρείτες.
Λέει ο ιερός Χρυσόστομος πάλι: «Διατί όμως απορούν; Δια την προσήνειαν και την υπερβολικήν ταπεινότητα, διότι ενώ ήτο τόσον περίβλεπτος, ηνείχετο να συζητεί με τόσην ταπεινοφροσύνην με πτωχήν γυναίκα και μάλιστα Σαμαρείτιν» (ΕΠΕ 13 Α, σελ. 45).
Γενικότερα, μέσα από τον διάλογο, προκύπτει ότι ο Χριστός ήταν Ιουδαίος.
«Βλέπεις με ποιον τρόπον θέλει να παρουσιάσει την Ιουδαικήν καταγωγήν;» (ΕΠΕ 13, σελ. 533).
Συνέβη ένα περιστατικό, κατά το οποίο έγινε σχίσμα στον όχλο για την καταγωγή του Χριστού. Επίσης, φαίνεται ότι είχαν παρερμηνεύσει τον Μωυσή, και θεωρούσαν ότι άλλος είναι ”ο Προφήτης”, και άλλος ο Χριστός.
Αναφέρει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Πολλοί λοιπόν εκ του όχλου ακούσαντες τον λόγον, έλεγον· Ούτος είναι αληθώς ο προφήτης. Άλλοι έλεγον· Ούτος είναι ο Χριστός. Άλλοι δε έλεγον· Μη γαρ εκ της Γαλιλαίας έρχεται ο Χριστός; Δεν είπεν η γραφή ότι εκ του σπέρματος του Δαβίδ και από της κώμης Βηθλεέμ, όπου ήτο ο Δαβίδ, έρχεται ο Χριστός; Σχίσμα λοιπόν έγεινε μεταξύ του όχλου δι’ αυτόν. Τινές δε εξ αυτών ήθελον να πιάσωσιν αυτόν, αλλ’ ουδείς επέβαλεν επ’ αυτόν τας χείρας. (7:40-44).
Εφόσον ο Χριστός ήταν Ιουδαίος, λένε κάποιοι, γιατί δεν τους το είπε; Άρα, για να μην μιλάει, είναι από την εξελληνισμένη Γαλιλαία. Το συμπέρασμα αυτό όμως είναι πολύ πρόχειρο, διότι προκύπτει άνευ όλων των δεδομένων που έχουμε, και διότι στηρίζεται όχι σε σαφή ρήση του Χριστού, αλλά στην σιωπή του Χριστού
Γιατί λοιπόν, ο Χριστός δεν είπε ότι είναι Ιουδαίος;
Ας δούμε πως το ερμηνεύει ο ιερός Χρυσόστομος.
«Διότι η γνώμη των είχε διαφθαρεί. Διότι άλλοι έλεγαν, ”Αυτός είναι πραγματικά ο Προφήτης”, άλλοι έλεγαν ότι ”Πλανά τον λαό”, άλλοι έλεγαν ”Δεν θα έλθει από την Γαλιλαία ο Χριστός, αλλά από την κώμη της Βηθλεέμ”, και άλλοι, ”Όταν έλθει ο Χριστός, κανείς δεν θα εξεύρει από που είναι”. Και αι γνώμαι μέσα εις αυτό το ταραγμένο πλήθος ήσαν διαφορετικαί. Διότι ούτε ήκουαν με προσοχήν τα λόγια τουούτε είχαν την επιθυμίαν να μάθουν. Δια αυτό λοιπόν δεν απαντά τίποτε εις αυτούς αν και ισχυρίζονται, ”Μήπως ο Χριστός θα έλθει από την Γαλιλαία;”, ενώ ο Ναθαναήλ, ο οποίος είχε εκφραστεί οξύτερον και σκληρότερο, ”Είναι δυνατόν να προέλθει κάτι καλόν από την Γαλιλαίαν;”, επήνεσε ως αληθινόν Ισραηλίτην. Διότι αυτοί εδώ και οι Φαρισαίοι που είπαν εις τον Νικόδημον, ”Να ερευνήσεις και θα ιδείς, ότι δεν έχει έλθει Προφήτης από την Γαλιλαίαν”, δεν τα έλεγαν αυτά επειδή ήθελαν να μάθουν, αλλά επειδή ήθελαν να ανατρέψουν την γνώμην περί του Χριστού. Εκείνος όμως επειδή ηγάπα την αλήθειαν και εγνώριζε λεπτομερώς όλα τα παλαιά, εξεφράζετο κατ’ αυτόν τον τρόπον, αλλ’ οι Φαρισαίοι μόνον εις εν απέβλεπον, εις το να ανατρέψουν την γνώμην ότι αυτός είναι ο ΧριστόςΔι αυτόν τον λόγον δεν απεκάλυπτε τίποτε εις αυτούς. Διότι αυτοί οι οποίοι αντέφασκον προς τον εαυτόν τους λέγοντες ‘’Κανείς δεν εξεύρει από πού θα έλθει’’, και άλλοτε ‘’Από τη Βηθλεέμ’’, είναι ολοφάνερον ότι θα προέβαλλαν αντιρρήσεις, εάν μάθαιναν. Αλλά έστω, δεν γνώριζαν τον τόπον, δηλαδή ότι ήτο από την Βηθλεέμ, διότι έζησεν εις την Ναζαρέτ, αν και ούτε αυτό συγχωρείται, διότι δεν εγεννήθη εκεί, άραγε δεν εγνώριζον ούτε την καταγωγήν του, ότι ήτο από τον οίκο και την οικογένειαν του Δαβίδ; Διατί τότε έλεγον, ‘’Δεν έρχεται ο Χριστός από το σπέρμα του Δαβίδ;’’. Αλλά και τούτο ήθελαν κατ’ εκείνον τον τρόπον να συσκοτίσουν, ομιλούντες περί όλων δολίως. Διατί δεν επλησίασαν να τον ρωτήσουν· ”Επειδή σε θαυμάζομεν  δι’ όλα τα άλλα, μας προτρέπεις μάλιστα να πιστεύσωμεν εις εσέ σύμφωνα με τας Γραφάς, ειπέ μας, διατί μεν αι Γραφαί λέγουν ότι ο Χριστός πρέπει να έλθει από την Βηθλεέμ, ενώ εσύ έχεις έλθει από την Γαλιλαίαν;”. Δεν του έκαμαν καμίαν τέτοιαν ερώτησιν, αλλά ομίλουν δι’ όλα με πονηρία. Το ότι βέβαια δεν ερευνούσαν ούτε ήθελαν να μάθουν, το απέδειξεν ο ευαγγελιστής, ο οποίος αμέσως πρόσθεσε· ‘’Μερικοί ήθελαν να τον πιάσουν, αλλά κανείς δεν έβαλε χέρι επάνω του’’» (ΕΠΕ 13 Α, σελ. 435- 436). 
Συνεπώς, δεν αντέδρασαν έτσι επειδή ήταν δήθεν η καταγωγή του Χριστού από την εξελληνισμένη Γαλιλαία, αλλά εξ αιτίας της κακής τους προαίρεσης. 
 Οι σοφοί που έψαχναν τον Χριστό για να Τον προσκυνήσουν, οι οποίοι ήρθαν από την Ανατολή και πιθανότατα ήξεραν την προφητεία του Βαλαάμ περί του αστέρος (Αριθμοί 24:17), τον αποκαλούν «Βασιλέα των Ιουδαίων».
«Αφού δε εγεννήθη ο Ιησούς εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας επί των ημερών Ηρώδου του βασιλέως, ιδού, μάγοι από ανατολών ήλθον εις Ιεροσόλυμα, λέγοντες· Που είναι ο γεννηθείς βασιλεύς των Ιουδαίων; διότι είδομεν τον αστέρα αυτού εν τη ανατολή και ήλθομεν διά να προσκυνήσωμεν αυτόν. Ακούσας δε Ηρώδης ο βασιλεύς, εταράχθη και πάσα η Ιεροσόλυμα μετ’ αυτού, και συνάξας πάντας τους αρχιερείς και γραμματείς του λαού, ηρώτα να μάθη παρ’ αυτών που ο Χριστός γεννάται. Εκείνοι δε είπον προς αυτόν· Εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας· διότι ούτως είναι γεγραμμένον διά του προφήτου· Και συ, Βηθλεέμ, γη Ιούδα, δεν είσαι ουδόλως ελαχίστη μεταξύ των ηγεμόνων του Ιούδα· διότι εκ σου θέλει εξέλθει ηγούμενος, όστις θέλει ποιμάνει τον λαόν μου τον Ισραήλ» (Ματθαίος, 2: 1-6).
Είναι πολλά ακόμα τα στοιχεία από την Αγία Γραφή και τους αγίους Πατέρες που αποδεικνύουν όλα αυτά, τα οποία δεν έβαλα στο ήδη μεγάλο σε έκταση άρθρο. Του Θεού θέλοντος, μιας και έρχονται αυτές οι άγιες μέρες, θα αναρτήσουμε σχετικά με τους Πατέρες και τις προφητείες της Αγίας Γραφής αναφορικά με την γέννηση του Χριστού και Θεού μας, που αφορούν και άλλα επί μέρους θέματα, πέρα της καταγωγής.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Με ποιο τρόπο μπορεί κανείς να μην πάθει βλάβη εξ αιτίας σκανδάλου.

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Δεκεμβρίου, 2013

Στο προηγούμενο, είχαμε δει μέρος από την διδασκαλία της Εκκλησίας σχετικά με τα σκάνδαλα, όπως εκφράζεται από μία μεγάλη και αγιασμένη μορφή της Ορθοδοξίας, τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη. Στο σημερινό, θα παραθέσουμε πάλι από την διδασκαλία ως συνέχεια, στο πως μπορούμε να προφυλαχτούμε από τα σκάνδαλα ώστε αυτά να μην μας χωρίσουν από τον Θεό, την Εκκλησία, και την Χριστιανική πίστη γενικότερα. Άλλωστε, ο απ Παύλος έγραψε:«Τις θέλει μας χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις, ή στενοχωρία, ή διωγμός, ή πείνα, ή γυμνότις, ή κίνδυνος, ή μάχαιρα;» (Προς Ρωμαίους, 8:35).
Τα σκάνδαλα αυτά καθ’ εαυτά δεν βλάπτουν, αλλά η αμέλεια και τα πάθη των ανθρώπων.
«Με αυτό τον τρόπο και με αυτούς τους ορθούς λογισμούς μπορείτε, αδελφοί μου, να μη βλάπτεσθε από τα σκάνδαλα, που συμβαίνουν στον κόσμο, και μάλιστα όταν τα σκάνδαλα δεν αφορούν την πίστη, αλλά την καθημερινή ζωή. Επειδή τα σκάνδαλα αυτά καθ’ εαυτά δεν είναι αιτία να βλάπτωνται οι άνθρωποι, διότι, αν ήταν έτσι, ο Θεός δεν θα τα επέτρεπε να συμβαίνουν.
Οι άνθρωποι όμως βλάπτονται από την δική τους αμέλεια και άγνοια και εξ αιτίας των παθών τους. Και αυτό γίνεται φανερό από τους δικαίους και ενάρετους ανθρώπους, οι οποίοι δεν παθαίνουν καμία βλάβη από τα σκάνδαλα, που συμβαίνουν. Αυτό λέει ο και ο θείος Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το ρητό εκείνο του Κυρίου, που λέει, «είναι ανάγκη να έλθουν τα σκάνδαλα» (Ματθ. 18:7)· «Και για ποια αιτία ο ίδιος δεν τα εμπόδισε; Για ποιον λόγο έπρεπε να εμποδιστούν τα σκάνδαλα; Για εκείνους που ζημιώνονται; Αλλά εκείνοι που ζημιώνονται δεν ζημιώνονται από τα σκάνδαλα, αλλά από την δική τους αδιαφορία [..] Διότι αν δεν ήταν έτσι, αλλά η καταστροφή προέρχονταν από τα σκάνδαλα, έπρεπε όλοι να καταστραφούν· εάν όμως υπάρχουν εκείνοι που δεν ζημιώθηκαν, εκείνος που ζημιώνεται, ας το καταλογίσει στον εαυτό του» (Ομιλία ΝΘ’ στο Κατά Ματθαίον)
Τι λέω; Τα σκάνδαλα όχι μόνο δεν βλάπτουν τους προσεκτικούς και φρόνιμους, αλλά και τους ωφελούν. Και όχι μόνο τους άλλους ωφελούν, αλλά και εκείνον τον ίδιο, που τα προξενεί, διότι τον κάνουν να προσέχει, να φοβάται, να αγρυπνεί και να προφυλάσσεται στο εξής, για να μην πέσει στα ίδια, όπως το βεβαιώνει και ο Χρυσόστομος· «Αυτό γίνεται φανερό από τους ενάρετους, οι οποίοι όχι μόνον δεν ζημιώνονται καθόλου από αυτούς, αλλά αντίθετα έχουν και μεγάλη ωφέλεια· τέτοιος ήταν ο Ιώβ, ο Ιωσήφ και όλοι οι δίκαιοι και οι Απόστολοι. Εάν όμως πολλοί χάθηκαν, αυτό συνέβη εξ αιτίας του δικού τους ύπνου [..] Διότι τα σκάνδαλα, όπως ακριβώς είπα, και διεγείρουν και κάνουν τον άνθρωπο περισσότερο ενεργητικό και κεντρίζουν όχι μόνο αυτόν που προφυλάσσεται, αλλά και αυτόν που παρασύρεται πολύ γρήγορα τον επανορθώνουν· διότι τον κάνουν περισσότερο ασφαλή κα περισσότερο δυσκολοκατανίκητο» (Ομιλία ΝΘ’ στο Κατά Ματθαίον). Ναι· «Αλλοίμονο στον κόσμο από τα σκάνδαλα», είπε ο Κύριος (Ματθ. 18,7).
Αν όμως εμείς προσέχουμε στον εαυτό μας και δεν σκεπτόμαστε με κοσμικό τρόπο, αλλά φυλάσσουμε ο καθένας το επάγγελμά του, με τις εντολές του Κυρίου και με τα έργα, που ανήκουν σ’ αυτό, τότε βέβαια δεν μας βλάπτουν τα σκάνδαλα, αντίθετα έχουμε μεγάλο κέρδος από αυτά. Έτσι συμπεραίνει και ο Χρυσορρήμων· «Ώστε, εάν προσέχουμε, από εδώ δεν θα έχουμε μικρό κέρδος, δηλαδή, συνέχεια θα είμαστε σε εγρήγορση» (Ομιλία, ΝΘ’ στο Κατά Ματθαίον).
Με ποιον τρόπο μπορεί κανείς να μην βλάπτεται από τα σκάνδαλα.
Είδε ο μέγας Αντώνιος κάποτε όλο τον κόσμο γεμάτο παγίδες, τις οποίες είχε στημένες ο διάβολος σ’ αυτόν. Ο Χριστός πάλι λέει πως ο κόσμος είναι γεμάτος από  σκάνδαλα και εμπόδια. Αυτό ακριβώς ερμηνεύοντας ο Χρυσορρήμων λέει· «Δεν είπε, ότι περπατάς κοντά σε παγίδες, αλλά ανάμεσα σε παγίδες. Και από τις δύο πλευρές υπάρχουν βάραθρα και από τις δύο πλευρές δόλοι» (Ανδρ. ΙΕ’).
Πως λοιπόν μπορείτε, αδελφοί μου, να μην πιαστείτε από τόσες παγίδες; Πως μπορείτε να μην σκοντάψετε σε τόσα σκάνδαλα; Πως; Αν προσέχετε τον εαυτό σας, αν φυλάγετε, όσα μας έχουν παραδώσει οι Γραφές και οι θείοι Πατέρες, αν έχετε την αυτομεμψία και την ταπείνωση, κατηγορώντας και μεμφόμενοι τον εαυτό σας και μην κατηγορώντας τους άλλους. Έτσι ο άγγελος Κυρίου είπε στον Αντώνιο, που απορούσε, πως μπορεί να γλυτώσει από τόσες παγίδες· «Ποιος μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτές; Και μου είπε ο άγγελος· η ταπεινοφροσύνη».
Και πάνω απ’ όλα να προστρέχετε, αδελφοί μου, πάντοτε στον Θεό με την προσευχή και να τον παρακαλείτε να σας φυλάει με την χάρη και την βοήθειά του, όχι μόνο για να μην προξενήσετε εσείς κανένα σκάνδαλο στους άλλους αδελφούς σας, καμία αμαρτία με λόγια ή έργα, αλλά και να μην σκανδαλίζεστε με τα πάθη και τις αμαρτίες, που κάνουν οι άλλοι. Διότι μόνον ο Θεός είναι που φυλάει από κάθε σκάνδαλο και παγίδα αυτούς που τον σέβονται και τον αγαπούν, όπως λέει και ο Σειράχ· «Οι οφθαλμοί του Κυρίου είναι στραμμένοι σ’ εκείνους που τον αγαπούν· αυτός είναι ισχυρή προστασία, στήριγμα δυνατό, καταφύγιο ενάντια στον καύσωνα, προφύλαξη στο παραπάτημα και βοήθεια από την πτώση» (Σειρ. 34,16). Και ο Θεός είναι που παραγγέλλει στους αγγέλους του να φυλάγουν τους δούλους του και να τους σηκώνουν στα χέρια τους, για να μη σκοντάψουν το νοητό πόδι της ψυχής τους σε καμία πέτρα σκανδάλου, όπως λέει ο Δαβίδ· «Θα δώσει εντολή τους αγγέλους του για σένα, για να σε διαφυλάξουν σε όλους τους δρόμους σου· θα σε σηκώσουν στα χέρια τους, για να μην σκοντάψουν τα πόδια σου σε καμία πέτρα» (Ψαλμός 90,12).
Ας φωνάζετε λοιπόν πάντοτε εκείνη τη φωνή· «Φύλαξέ με, Κύριε, από την παγίδα που μου έστησαν και από τα σκάνδαλα εκείνων που εργάζονται την ανομία» (Ψαλμός 140,10), ώστε φυλασσόμενοι από την χάρη του Κυρίου και χωρίς να σκανδαλίζετε τους άλλους και χωρίς και εσείς να σκανδαλίζεστε από εκείνους, απρόσκοπτοι και ανεμπόδιστοι να φθάσετε στην ημέρα εκείνη της ανταποδόσεως και να αξιωθείτε της Βασιλείας των Ουρανών με την χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν».
(Απόσπασμα από την «Χρηστοήθεια Χριστιανών», σελ. 333- 335).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Ορθόδοξη διδασκαλία περί της αντιμετώπισης των σκανδάλων.

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Δεκεμβρίου, 2013

Σκάνδαλο είναι το οτιδήποτε μπορεί να διακόψει προσωρινά ή μόνιμα την πορεία του πιστού στην οδό του Θεού. Είναι το πνευματικό εμπόδιο που εκτροχιάζει τον άνθρωπο του Θεού από τον σκοπό του. Άλλοτε είναι δικαιολογημένο, άλλοτε αδικαιολόγητο. Όπως και αν έχει, ο Χριστός είπε ότι είναι αδύνατον να μην έρθει το σκάνδαλο, και ουαί εις εκείνον δια του οποίου έρχεται. Δεν πρέπει να μένουμε σε αυτό, αλλά οφείλουμε να το νικάμε, αποβλέποντας στον Κύριο. Αφ’ ενός να μην σκανδαλιζόμαστε, εφόσον το είπε ο Κύριος, αφ’ εταίρου να προσέχουμε μην το φέρουμε εμείς. Παρακάτω, έχουμε την ευκαιρία να δούμε χρήσιμες συμβουλές μέσα από την διδασκαλία της Εκκλησίας, ώστε να καταλάβουμε πως μπορούμε να διαχειριστούμε διάφορες καταστάσεις, και γιατί όχι, να προλάβουμε τις δυσάρεστες συνέπειες. 
Και τα μάτια απατούν τον άνθρωπο. Τι πρέπει να κάνει κανείς, όταν μάθει, πως ο αδελφός του έσφαλλε.
«Γι’ αυτό αδελφοί μου Χριστιανοί, μη σκανδαλίζεστε αμέσως μόλις ακούσετε κανένα λόγο που δεν σας αρέσει. Ούτε και να ταράζεστε, όταν δείτε κανένα πράγμα, το οποίο εκ πρώτης όψεως φαίνεται πως είναι άπρεπο. Όχι, αλλά κάνετε υπομονή και σκεφτείτε καλά, μήπως ο λόγος εκείνος είναι ωφέλιμος και καλός και εκείνος που τον λέει έχει σκοπό και διάθεση να σας ωφελήσει και να σας διορθώσει· εσείς όμως από το πάθος που έχετε σκανδαλίζεστε και , πιστεύοντας στις υποψίες σας, νομίζετε ότι είναι σκληρός ο λόγος εκείνος και ονομάζετε αυτόν που τον λέει σκανδαλοποιό και φιλοτάραχο.
Όμοια και όταν δείτε και μάθετε πως, ας υποθέσουμε, ένας αδελφός σας έκανε κακό, μη σκανδαλίζεστε και ταράζεστε και αρχίζετε αμέσως τις κατηγορίες, αλλά εξετάζετε πρώτα, αν είναι αληθινό εκείνο που μάθατε. Διότι όχι μόνο η ακοή του ανθρώπου ψεύδεται και κάνει λάθη, αλλά πολλές φορές και τα ίδια του τα μάτια τον απατούν και του δείχνουν άλλο αντί άλλου· το κουπί το δείχνουν τσακισμένο μέσα στα νερά, και την γη, που είναι ακίνητη την δείχνουν ότι κινείται, όταν βρίσκεται σε καράβι. Γι’ αυτό ο θεοφόρος Μάξιμος παραγγέλλει τα εξής: ‘’Να μην ανέχεσαι τις υπόνοιές σου ή και άλλων ανθρώπων για σκάνδαλα σε βάρος ορισμένων άλλων. Διότι εκείνοι που παραδέχονται σκάνδαλα, που συμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο ή με την διάθεση της ψυχής ή χωρίς αυτήν, δεν γνωρίζουν την οδό της ειρήνης, που οδηγεί με την αγάπη τους εραστές της στην γνώση του Θεού’’. Αφού δε βεβαιωθείτε πως το κακό εκείνο και η αμαρτία, που έκανε ο αδελφός, είναι αληθινό, τότε πρέπει να θυμηθείτε την εντολή του Θεού, που λέει: ‘’Μην κρίνετε, για να μην κριθείτε’’ (Ματθ. 7,1). Έχετε χρέος δηλαδή να μην κατακρίνετε τον αδελφό εκείνο ως αμαρτωλό και φταίχτη, αλλά να πείτε εκείνο το λόγο, που είπε ένας Αββάς· ‘’Σήμερα έσφαλλε εκείνος ο αδελφός και αύριο θα σφάλλω εγώ. Εκείνος έκανε μικρό σφάλμα, εγώ όμως κάνω μεγάλα σφάλματα’’.
Αλλά και αν είναι Πατριάρχης ή Αρχιερέας ή ιερέας ή μοναχός, ή κάποιος άλλος μεγάλος και αξιωματούχος, αυτός που διέπραξε εκείνη την αμαρτία, μη σκανδαλιστείτε ούτε αυτό να γίνει εμπόδιο στον ευθύ δρόμο της αρετής και γκρεμιστείτε στην ίδια αμαρτία για το κακό παράδειγμα εκείνου, αλλά σκεφτείτε ως φρόνιμοι και συνετοί άνθρωποι και πείτε· ‘’Τι σημασία έχει, που είναι Πατριάρχης και Αρχιερέας και ιερέας και μοναχός; Τι σημασία έχει που είναι άρχοντας και συγκλητικός και βασιλιάς; Και αυτός άνθρωπος είναι και τα ίδια πάθη, που έχουν όλοι οι άνθρωποι, έχει και αυτός.
Επομένως, ως άνθρωπος είναι ομοιοπαθής και έχει την ίδια φύση, γιατί να είναι παράξενο που νικήθηκε από το πάθος και έσφαλλε; Μήπως είναι άγγελος ή άυλος ή μήπως το αξίωμα και το επάγγελμα, που έχει, τον έκανε ανώτερο από την ανθρώπινη φύση; Όχι. Λοιπόν, γιατί να σκανδαλισθώ εγώ και να ταραχτώ; Γιατί να παρακινηθώ και εγώ και να αμαρτήσω, επειδή αμάρτησε εκείνος; Ή γιατί να παρακινηθώ να τον κατηγορήσω;
Πρέπει μάλιστα να τον σκεπάσω, όσο μπορώ και να καλύψω την αμαρτία του:
α) για να μην ακούει και ο άλλος Χριστιανός και σκανδαλίζεται και αμαρτάνει,
β) για να μη την ακούσουν και οι Εθνικοί και οι αιρετικοί και χαρούν και κατηγορήσουν την Ορθόδοξη πίστη μας και βλασφημήσουν τον Χριστό, όπως και ο Δαβίδ παρήγγειλλε στους Εβραίους να μη γνωστοποιήσουν τον φόνο του Σαούλ και του Ιωνάθαν, για να μην τον ακούσουν οι αλλόφυλλοι και χαρούν· ‘’Μη το αναγγείλετε στην Γεθ και μη το διαλαλήσετε στους δρόμους της Ασκάλωνος, για να μην χαρούν οι θυγατέρες των απερίτμητων’’(Β’ Βας. 1,20).
γ) Διότι, αν εγώ σκεπάσω το αμάρτημα του αδελφού μου και ο Θεός θα σκεπάσει και τα δικά μου αμαρτήματα, όπως έλεγε και ο Αββάς Ποιμήν· ‘’Εάν καλύψουμε του αδελφού το αμάρτημα, θα καλύψει ο Θεός και τα δικά μας’’.
δ) Γιατί εκείνος, που δεν φανερώνει, αλλά σκεπάζει τα σφάλματα των Πνευματικών του Πατέρων, που είναι οι Πατριάρχες και οι Αρχιερείς και Ιερείς και Πνευματικοί και Ιεροδιδάσκαλοι, αυτός μοιάζει με τους δύο εκείνους καλούς γιούς του Νώε, τον Σημ και τον Ιάφεθ, οι οποίοι δεν θέλησαν να φανερώσουν στους άλλους, αλλά ούτε να δουν μόνοι τους την γύμνωση του πατέρας τους του Νώε και τον σκέπασαν με ρούχα πηγαίνοντας πίσω- πίσω, για να μη την δουν ούτε αυτοί ούτε οι άλλοι· ‘’Τότε ο Σημ και ο Ιάφεθ αφού πήραν έναν μανδύα τον έβαλαν στον ώμο τους και με τα πρόσωπα γυρισμένα αλλού πήγαν πισωπατώντας και δεν είδαν την γύμνωση του πατέρα τους’’ (Γέν. 9,23). Για αυτό, όπως αυτοί πήραν την ευλογία από τον σαρκικό του πατέρα Νώε· ‘’Ευλογημένος να είναι ο Κύριος ο Θεός του Σημ.. να αυξήσει ο Θεός τον λαό του Ιάφεθ’’ (Γέν. 9,26), έτσι και εκείνος , που σκεπάζει τα σφάλματα των πνευματικών του Πατέρων, παίρνει ευλογία από αυτούς και από τον ίδιο τον Θεό. Αντίθετα πάλι, όποιος φανερώνει και διαπομπεύει και θεατρίζει στους άλλους τα σφάλματα των πνευματικών του Πατέρων, αυτός είναι ίδιος με τον Χαμ, τον διεστραμμένο εκείνο γιο του Νώε, ο οποίος όχι μόνο στάθηκε και είδε την γύμνωση του πατέρα του Νώε, αλλά την φανέρωσε και στους άλλους αδελφούς· γι’ αυτό πήρε και την κατάρα από τον πατέρα του να είναι δούλος στους αδελφούς του· αυτή την κατάρα κληρονομεί πνευματικά και εκείνος, που θεατρίζει το σφάλμα των πνευματικών του Πατέρων.
Τι λέω; Όχι μόνο κατάρα παίρνει αυτός που διαπομπεύει τα σφάλματα των πνευματικών του Πατέρων, αλλά άξιος θανάτου είναι. Διότι, αν εκείνος που βρίζει και κακολογεί τον σαρκικό του πατέρα, είναι άξιος θανάτου, όπως ορίζει ο Θεός· ‘’Όποιος κακολογεί τον πατέρα ή την μητέρα του είναι άξιος θανάτου’’ (Έξοδ. 21,17), πόσο περισσότερο είναι άξιος θανάτου αυτός που κατηγορεί και θεατρίζει τους πνευματικούς του πατέρες; Διότι όσο ανώτερο είναι το πνεύμα από την φύση και η ψυχή από το σώμα, τόσο και οι Πνευματικοί Πατέρες είναι ανώτεροι από τους φυσικούς και σαρκικούς πατέρες. Και αν ο Θεός απαγορεύει να κατηγορεί κάποιος τους πολιτικούς άρχοντες του λαού, διότι λέει: ‘’Δεν θα κατηγορήσεις τον άρχοντα του λαού σου’’(Έξοδ. 22,28), πόσο περισσότερο απαγορεύει να κατηγορεί κανείς τους εκκλησιαστικούς άρχοντες του λαού, όπως είναι οι Πατριάρχες, οι Αρχιερείς, οι ιερείς και όλοι οι πνευματικοί ποιμένες και διδάσκαλοι; Λέει και ο άγιος Μάξιμος: ‘’Μην ανέχεσαι να ακούς κακόλογα εναντίον του πνευματικού σου πατέρα, ούτε να κάνεις περισσότερο πρόθυμο εκείνον που ομιλεί προσβλητικά γι’ αυτόν, για να μη οργισθεί ο Κύριος για τα έργα σου και σε εξαφανίσει από την γη των ζώντων’’ (Περί Αγάπης, Α ΄Εκατ. Κεφ. ΝΘ)».
(Απόσπασμα από την «Χρηστοήθεια Χριστιανών» και από την ενότητα περί των σκανδάλων, του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη, σελ. 330- 332).
Σημείωση: Στην επόμενη ανάρτησή μας, του Θεού θέλοντος, θα αναφέρουμε τι διδάσκει ο άγιος Νικόδημος για το πώς μπορούμε να ωφεληθούμε από τα σκάνδαλα –όσο και αν αυτό ηχεί παράξενο- και πως μπορεί κανείς να μην βλάπτεται από τα σκάνδαλα.
Παρατηρήσεις: Επισημαίνουμε κάποια σημεία από το παραπάνω απόσπασμα, ώστε να μην παρεξηγηθούν από τον αναγνώστη.
1η: Όταν ο άγιος Νικόδημος γράφει: «[..] για να μη την ακούσουν και οι Εθνικοί και οι αιρετικοί και χαρούν και κατηγορήσουν την Ορθόδοξη πίστη μας και βλασφημήσουν τον Χριστό[..]», δεν σημαίνει ότι συστήνει τον δυτικό ευσεβισμό που θέλει να παρουσιάζει την εκκλησία ως δήθεν «κλάμπ καθαρών». Η Εκκλησία είναι πνευματικό ιατρείο, αλλά μέσα στην πνευματική της γη, φυτρώνουν και σίτος και ζιζάνια, όπως είπε ο Χριστός στην παραβολή των ζιζανίων (Ματθαίος, 13:24-30. 36-43). Άλλωστε, είναι ξεκάθαρο από τα λόγια του αγίου, ότι αναφέρεται στην κατηγορία κατά της Ορθόδοξης Πίστης. Πράγματι, σύνηθες φαινόμενο είναι οι κατηγορίες των αιρετικών κατά της Ορθόδοξης πίστης, εξ αιτίας ανθρώπινων αμαρτιών και ατοπημάτων. Ταυτίζουν την πίστη με την ανθρώπινη αδυναμία, επειδή ακριβώς βλέπουν τα πράγματα κατά τον δυτικό τρόπο. Με την ίδια όμως λογική, θα έπρεπε να κατηγορήσουμε και την διδασκαλία του Χριστού, επειδή ανάμεσα στην πρώτη κοινότητα των μαθητών, υπήρχε και ο Ιούδας (!).
2η: Κατά το περιστατικό της γύμνωσης του Νώε που αναφέρει ως παράδειγμα ο άγιος Νικόδημος προκειμένου να πει ότι δεν πρέπει να κατακρίνουμε τους πνευματικούς μας Πατέρες, ο Νώε μετά τον Κατακλυσμό, άρχισε να εργάζεται την γη, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είχε την εμπειρία στα γεωργικά θέματα. Έτσι, έκανε το λάθος να πιει από το κρασί του αμπελιού που φύτευσε και μέθυσε και έβγαλε τα ρούχα του μέσα στην σκηνή του (Γένεση, 9:20-23). Το σφάλμα του ήταν ακούσιο, και σε τέτοια σφάλματα και αμαρτίες αναφέρεται ο άγιος Νικόδημος.
3η: Η εντολή που όριζε να πεθαίνει όποιος κακολογούσε τους γονείς του, είναι εντολή κατά τα δεδομένα της Παλαιάς Διαθήκης, σε μια εποχή 3.500 χρόνια πριν από την εποχή μας. Τα ίδια ίσχυαν γενικά και στους άλλους λαούς της εποχής. Αυτό βέβαια δεν επαναλαμβάνετε στην διδασκαλία της Καινής Διαθήκης και του Χριστιανισμού, ο οποίος απλά κρατά την οφειλόμενη τιμή των παιδιών προς τους γονείς. Ο άγιος Νικόδημος την χρησιμοποιεί προφανώς με δόση υπερβολής για να δείξει το πόσο κακό είναι να κατηγορεί κάποιος τους Πατέρες που τον οδήγησαν μετά από κόπους και μόχθους στον Χριστό. Ένας τέτοιος άνθρωπος, επειδή τους κατακρίνει για σφάλματα ανθρώπινα, κληρονομεί θάνατο πνευματικό, εφόσον την καρδιά του παύει να την κατέχει το Πνεύμα του Θεού.
4η: Όταν γράφει ότι η ψυχή είναι ανώτερη από το σώμα, πάλι το γράφει με δόση υπερβολής, μιας και ξέρουμε ότι κατά την Ορθόδοξη Ανθρωπολογία, τόσο το σώμα όσο και η ψυχή, έχουν την ίδια αξία. Άνθρωπος δεν είναι ούτε η ψυχή από μόνη της, ούτε το σώμα μόνο του. Απόδειξη είναι η ίδια η Ανάσταση, κατά την οποία θα αναστηθεί το σώμα και θα αποδοθεί σε αυτό η ψυχή, ώστε να θεραπευτεί η διάσπαση του ανθρώπου που επέφερε ο βιολογικός θάνατος, και να καταργηθεί και ο τελευταίος εχθρός, ο θάνατος.
 5η: Η αναφορά για τους πολιτικούς άρχοντες είναι από την Παλαιά Διαθήκη, όπου οι βασιλείς είχαν το καθήκον να οδηγούν τον λαό στο θέλημα του Θεού. Τέσσερις ήταν οι διακονίες στην Παλαιά Διαθήκη: ο Κριτής (πριν την ύπαρξη των βασιλέων), ο Βασιλιάς, ο Προφήτης, και ο Ιερέας. Σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει σαφώς. Η εντολή είχε δοθεί τότε, ώστε να μην εξουθενώνεται το πρόσωπο του βασιλιά στην Παλαιά Διαθήκη, το οποίο ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο (ή τουλάχιστον θα έπρεπε να ήταν) με την καθοδήγηση του λαού προς τα θεία.  

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Εν αρχή ην», και «εν αρχή εποίησε». Ποια η διαφορά. (Μ. Αθανάσιος).

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Δεκεμβρίου, 2013

Η αίρεση του Αρειανισμού, της οποίας κατάλοιπα υπάρχουν ως σήμερα, αμφισβητούσε την θεότητα του Λόγου. Έλεγαν ότι ο Λόγος είναι κατά χάρη θεός και όχι κατά την ουσία. Ότι δεν είναι «ομοούσιος τω Πατρί»Συνέχεαν το «γέννημα» και με το «ποίημα». Είναι ξεκάθαρο από την Αγία Γραφή ότι τα πάντα τα έκτισε ο Θεός δια του Λόγου Του εν Αγίω Πνεύματι. Ο Λόγος είναι δημιουργός. Ο χρόνος και οι αιώνες είναι κτίσμα του Λόγου, επομένως ο Λόγος υπάρχει πριν τον χρόνο. Για αυτό και είναι προαιώνιος. Συνεπώς, ναι μεν είναι άρρητος, ανέκφραστος με ανθρώπινα κτιστά σχήματα και νοήματα ο τρόπος της προαιώνιας γέννησης του Λόγου από τον Πατέρα, αλλά είναι σαφέστατο ότι μεταξύ Πατρός και Υιού Λόγου, δεν υπάρχει καμία χρονική διαφορά. Είναι μεν δύο ξεχωριστές υποστάσεις, αλλά είναι της μίας και αυτής ουσίας, όπως και το Άγιο Πνεύμα που εκπορεύεται προαιωνίως από τον Πατέρα. Είναι το Μυστήριο του Θεού, όπως βιώνεται θεοπνεύστως από τους αγίους και εκφράζεται ανθρωπίνως με κτιστά νοήματα. Ο Μ. Αθανάσιος, στους φοβερούς λόγους του«Κατά των Αρειανών», τους οποίους γράφει καταδιωκόμενος από τους Αρειανόφρονες, που εκείνο τον καιρό κατέκλυζαν την Εκκλησία του Θεού, αποδεικνύει ότι η διδασκαλία τους αντιτίθεται στην Θεία Αποκάλυψη, όπως αυτή εκφράζεται μέσα στην Αγία Γραφή. Στο παρακάτω απόσπασμα, αναφέρεται ο άγιος στην διαφορά των λέξεων «ΗΝ- ΕΓΕΝΝΗΣΕΝ» και «ΕΠΟΙΗΣΕΝ». Οι πρώτες χρησιμοποιούνται στην Γραφή για τον Υιό, ενώ η δεύτερη για τα κτίσματα. Επίσης, πρέπει να επισημάνουμε την διαφορά της λέξης «γέννημα» με δύο «ν», που θα πει «αυτό που γεννήθηκε», και της λέξης «γένημα», που θα πει «αυτό που έγινε, αυτό που δημιουργήθηκε»
Δια τούτο λοιπόν για την κτίση ο Μωυσής δεν είπε «εν αρχή εγέννησε», ούτε «εν αρχή ην», αλλά «εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και τη γην» (Γεν. 1:1)· ούτε ο Δαβίδ έψαλε·«αι χείρες Σου» με εγέννησαν, αλλά «εποίησάν με και έπλασάν με» (Ψαλμ. 118,73)· λέει δηλαδή παντού για τα κτίσματα το «εποίησε», ενώ για τον Υιό το αντίθετο. Για τον Υιό δηλαδή δεν είπε «εποίησα», αλλά «εγέννησα» (Ψαλμ. 2:7. Ψαλμ. 109:3) και «γεννάν με»(Παροιμ. 8:25), και «εξηρεύξατο η καρδίαν μου λόγον αγαθόν» (Ψαλμ. 44:2). Και επί μεν της κτίσεως λέει· «εν αρχή εποίησεν», επί τον Υιό όμως «εν αρχή ην ο Λόγος» (Ιωάν.1:1). Τούτο όμως διαφέρει, διότι τα κτίσματα τα δημιούργησε και τα έθεσε υπό κάποια αρχή, και αυτά έχουν αρχή υπάρξεως καθοριζόμενη από χρονικό διάστημα, για αυτό και εκείνο που λέγεται για αυτά, «εν αρχή εποίησεν» είναι το ίδιο, σαν να έλεγε για αυτά το «απ’ αρχής εποίησεν», όπως ο Κύριος, επειδή γνώριζε αυτό που δημιούργησε, δίδαξε όταν καυτηρίαζε τους Φαρισαίους και έλεγε· «Απ’ αρχής δε ο κτίσας αυτούς, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς» (Ματθ. 19:4). Διότι μετά από κάποια αρχή, πριν από την οποία δεν υπήρχαν, έγιναν και κτίστηκαν τα γενητά. Τούτο τονίζει και το Άγιο Πνεύμα στους Ψαλμούς όταν λέει· «Και συ κατ’ αρχάς, Κύριε, την εθεμελίωσας» (Ψαλμ. 101:26), και πάλι «Μνήσθητι της συναγωγής σου, ης εκτήσω απ’ αρχής» (Ψαλμ. 73:2). Είναι φανερό, ότι αυτό που γίνεται κατ’ αρχάς έχει αρχή της δημιουργίας, και ότι την συναγωγή απέκτησε ο Θεός σε ορισμένο χρόνο. Ότι το «εν αρχή εποίησεν» εννοεί ότι άρχισε να δημιουργεί με το να λέει ότι «εποίησε», ο ίδιος ο Μωυσής το φανερώνει διότι μετά από την τελεσιουργία των πάντων λέει· «Και ευλόγησεν ο Θεός την ημέραν την εβδόμην, και ηγίασεν αυτήν, ότι εν αυτή κατέπευσεν από πάντων των έργων αυτού, ων ήρξατο ο Θεός ποιήσαι».
Λοιπόν τα μεν κτίσματα άρχισαν να δημιουργούνται, όμως ο Λόγος του Θεού, αφού δεν έχει αρχή υπάρξεως, είναι εύλογο ότι δεν άρχισε και να υπάρχει ούτε άρχισε να γίνεται, αλλά υπήρχε πάντοτε. Και τα μεν έργα έχουν αρχή στο να γίνονται και η αρχή προηγείται των δημιουργημάτων, ο Λόγος όμως επειδή δεν ανήκει σε εκείνα που γίνονται, γίνεται μάλλον Δημιουργός αυτών που έχουν αρχή. Και η μεν ύπαρξη των γενητών μετράται με την δημιουργία τους, και μετά από κάποια αρχή αρχίζει να δημιουργεί ο Θεός δια του Λόγου, ώστε να είναι γνωστό ότι δεν υπήρχαν αυτά πριν δημιουργηθούν, ο Λόγος όμως έχει την αρχή της υπάρξεώς του όχι κάπου αλλού, αλλά στον Πατέρα, ο οποίος και κατά την γνώμη εκείνων είναι άναρχος, για να υπάρχει και αυτός ανάρχως εν τω Πατρί, αφού είναι γέννημα και όχι κτίσμα αυτού.
Έτσι διαφοροποιεί η Γραφή το γέννημα και τα ποιήματα και αποδεικνύει ότι το μεν γέννημα είναι Υιός, και δεν άρχισε από κάποια αρχή, αλλά υπήρχε αιδίως, το ποίημα όμως, επειδή είναι έργο του Δημιουργού προερχόμενο από έξωθεν του, τονίζει ότι άρχισε να δημιουργείται. Έτσι λοιπόν και ο Ιωάννης, όταν θεολογεί περί του Υιού, επειδή γνωρίζει την διαφορά των λέξεων, δεν λέει «εν αρχή γέγονε» ή «πεποίηται», αλλά «εν αρχήην ο Λόγος», με τρόπο ώστε το γέννημα να συνυπονοείται με το «ην», και να μην σκεφτεί κανείς ότι υπήρχε χρονική διαφορά, αλλά να πιστεύει ότι πάντοτε υπήρχε ο Υιός και αιδίως.
(Έργα Μ. Αθανασίου ΕΠΕ 2, σελ. 373- 377, Β’ Λόγος Κατά Αρειανών).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΣΥΛΛΗΨΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ, ΜΗΤΡΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (9 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Δεκεμβρίου, 2013

«Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, θέλοντας να ετοιμάσει για τον Εαυτό Του έμψυχο και άγιο οίκο για κατοικία Του, απέστειλε τον άγγελο Αυτού προς τους Δικαίους Ιωακείμ και Άννα (από τους οποίους θέλησε να προέλθει η κατά σάρκα μητέρα Του) και προμήνυσε τη σύλληψη της άγονης και στείρας Άννας, για να καταστήσει βέβαιη τη γέννηση της Παρθένου. Γι’  αυτό και συνελήφθη η αγία Παρθένος Μαρία και γεννήθηκε, όχι όπως μερικοί λένε, επτά μηνών ή χωρίς άνδρα, αλλά γεννήθηκε σε εννέα τέλειους μήνες, όπως και από υπόσχεση μεν Θεού, από συνάφεια όμως και σπορά άνδρα. Διότι μόνος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός γεννήθηκε από την αγία Παρθένο Μαρία απορρήτως και ανερμηνεύτως, καθώς γνωρίζει μόνος Εκείνος, χωρίς των θελημάτων της σαρκός, και ενώ είναι τέλειος Θεός προσέλαβε όλη την τελειότητα της κατά σάρκα οικονομίας Του, όπως δημιούργησε και έπλασε τη φύση των ανθρώπων από την αρχή.
Αυτήν λοιπόν την ημέρα πανηγυρίζουμε, διότι υπενθυμίζει τους χρησμούς που δόθηκαν από άγγελο, ο οποίος ευαγγελίστηκε την αγία  σύλληψη της αγνής Θεομήτορος. Αυτούς τους χρησμούς εκπληρώνοντας ο Θεός που δημιούργησε  τα σύμπαντα εκ του μηδενός, διέγειρε τη στείρα κοιλιά για να καρποφορήσει. Και έκανε παιδοτόκο μητέρα κατά παράδοξο τρόπο αυτήν που έφτασε σε βαθειά γεράματα  χωρίς παιδιά, δίνοντάς της τη χάρη αυτή σαν άξιο τέλος της δίκαιης αίτησης των Δικαίων. Από αυτό το δώρο του Θεού σε αυτούς, δηλαδή την Παναγία, έμελλε ο Ίδιος  να γεννηθεί ως ενσαρκωθείς Θεός –  καθώς ευδόκησε οι σώφρονες αυτοί να την γεννήσουν, αυτήν δηλαδή που προορίστηκε και εκλέχτηκε από όλες τις γενιές.  Τελείται δε αυτή η Σύναξη στον σεβάσμιο οίκο της Θεοτόκου, που βρίσκεται στα Ευόρανα, πλησίον της αγιωτάτης Εκκλησίας».

Το πρώτο που τονίζει η ακολουθία της εορτής, η οποία και αυτή στηρίζεται σε πηγές πέραν της Καινής Διαθήκης – δείγμα, είχαμε πει σε ανάλογο προβληματισμό άλλης εορτής για την Παναγία, της ελευθερίας της ίδιας της Εκκλησίας να προσλαμβάνει υλικό και έξω από την Αγία Γραφή, όταν βλέπει ότι είναι αληθινό – το πρώτο λοιπόν που τονίζει είναι το γεγονός ότι η σύλληψη και η γέννηση ενός παιδιού δεν είναι θέμα μόνον των γονιών του. Πολλά ζευγάρια, και μάλιστα χωρίς να έχουν ιδιαίτερο ιατρικό πρόβλημα, αδυνατούν να τεκνοποιήσουν, με αποτέλεσμα να θλίβονται, να αγχώνονται, να προσπαθούν να εξεύρουν διάφορες λύσεις προς υπέρβασή του. Για την πίστη της Εκκλησίας μας, η σύλληψη και η γέννηση είναι θέμα συνεργασίας του ζεύγους και της ίδιας της ενέργειας του Θεού. «Ο Θεός διανοίγει την μήτραν της γυναικός» μας διδάσκει ο λόγος του Θεού, που σημαίνει ότι ο άνθρωπος ως ζεύγος προσφέρει τον εαυτό του και ο Θεός ενεργοποιεί και μεταποιεί την προσφορά αυτή, ώστε να υπάρξει η καρποφορία. Δεν έχει σημασία αν έχει επίγνωση αυτής της πραγματικότητας τις περισσότερες φορές ο άνθρωπος. Η ενέργεια του Θεού λειτουργεί, έστω και κατά τρόπο ανεπίγνωστο από πολλούς, όπως αντιστοίχως συμβαίνει και με την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου και του κάθε όντος επί γης, που η ενέργεια του Θεού τα φέρνει σε φως και τα διακρατεί, είτε υπάρχει η πίστη σ’ Αυτόν είτε όχι. «Ο γαρ Θεός εστίν ο διδούς πάσι ζωήν και πνοήν και τα πάντα», κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου στους Αθηναίους στον Άρειο Πάγο.

Η ατεκνία λοιπόν ενός ζεύγους εξαρτάται και από το θέλημα του Θεού, που σημαίνει λειτουργεί εν προκειμένω κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο του Ίδιου, το οποίο συνήθως το ζεύγος αδυνατεί να το κατανοήσει παρά μόνον μετά από μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα. Η επίγνωση όμως της συνεργείας αυτής, Θεού και ανθρώπου, για ένα τόσο μεγάλο έργο: τον ερχομό στον κόσμο ενός παιδιού, μπορεί να ενεργοποιήσει την προσευχή του ανθρώπου, την εκζήτηση από Αυτόν της χάρης Του, ώστε να «μεταβάλει» ακόμη και αυτό το σχέδιό Του. Και πράγματι, όχι λίγες φορές, ο Θεός μεταστρέφεται, υπακούοντας στο αίτημα των ανθρώπων, και δίνει τη χάρη της καρποφορίας στη γυναίκα και την υπέρβαση επομένως της ατεκνίας της.

Τον προβληματισμό αυτό τον βλέπουμε, όπως είπαμε, έντονα και στη συγκεκριμένη εορτή της συλλήψεως της αγίας Άννης. Άτεκνο το άγιο ζεύγος του Ιωακείμ και της Άννης, δεν χάνει όμως την ελπίδα του στον Θεό. Και μάλιστα σε εποχή για τους Ιουδαίους,  που η ατεκνία θεωρείτο μέγα όνειδος, ντροπή, αφού αποδείκνυε ότι το συγκεκριμένο ζεύγος δεν μπορούσε να θεωρηθεί μέσον ερχομού του Μεσσία στον κόσμο. Και γι’ αυτό αποδύεται σε προσευχή. Η δραματική ένταση των ύμνων εν προκειμένω φτάνει στο απώγειό της: «Αδωναΐ Σαβαώθ, το της απαιδίας οίδας όνειδος∙ αυτός την οδύνην μου, της καρδίας διάλυσον, και τους της μήτρας, καταρράκτας διάνοιξον, και την άκαρπον, καρποφόρον ανάδειξον». (Κύριε των Δυνάμεων, γνωρίζεις την ντροπή της απαιδίας. Συ λοιπόν διάλυσε την οδύνη της καρδιάς μου και διάνοιξε τους καταρράκτες της μήτρας και ανάδειξέ με, εμένα που είμαι άκαρπη, καρποφόρο).  Και η προσευχή της εισακούεται. Ο Θεός επιβλέπει επί το άγιο ζεύγος. «Πάλαι προσευχομένη πιστώς, Άννα η σώφρων και Θεώ ικετεύουσα, Αγγέλου φωνής ακούει, προσβεβαιούντος αυτή, την των αιτουμένων θείαν έκβασιν». (Παλαιά καθώς προσευχόταν με πίστη η Αννα η σώφρων και ικέτευε τον Θεό, ακούει φωνή Αγγέλου, που την βεβαίωνε ότι ο Θεός θα πραγματοποιήσει τις προσευχές της). «Υπήκουσε της Άννης Θεός τους στεναγμούς και προσέσχε Κύριος δεήσει τη αυτής». (Υπάκουσε ο Θεός τους στεναγμούς της Άννας και πρόσεξε ο Κύριος τη δέησή της).

Το γεγονός της επέμβασης του Θεού, που τη στείρωση την κάνει καρπογονία, το προσλαμβάνει ο υμνογράφος για να το διευρύνει και επί πνευματικού επιπέδου: πέρα από το ότι κάνει αναδρομή στο παρελθόν για να δείξει αντίστοιχες καταστάσεις της Παλαιάς Διαθήκης – «Συ ο τη Σάρρα δους ποτέ εν γήρα βαθυτάτω…υιόν τον μέγαν Ισαάκ∙ συ ο διανοίξας την στειρεύουσαν νηδύν της Άννης, Παντοδύναμε, μητρός Σαμουήλ του προφήτου σου» (Συ, παντοδύναμε, που έδωσες κάποτε σε βαθύτατο γήρας στη Σάρρα υιό, τον μέγα Ισαάκ, συ που διάνοιξες τη στείρα κοιλιά  της Άννας, της μητέρας του προφήτου σου Σαμουήλ) – θεωρεί ότι ο Θεός, όπως παλιά, όπως τώρα με την Άννα, κατεξοχήν όμως μετά τον ερχομό Του στον κόσμο, μπορεί την άνυδρη και χωρίς χάρη ανθρώπινη φύση να την μεταβάλει και να της δώσει τη δροσιά που πρέπει, ώστε να καρποφορήσει. «Η του κόσμου σήμερον χαρά, λόγω προκηρύττεται, και μητρικάς οδύνας εις ευφρόσυνον χαρμονήν μεθίστησι, και πολύτεκνον την της φύσεως στείρωσιν έσεσθαι μηνύει, έργοις τοις της χάριτος πληθύνουσαν». (Η χαρά του κόσμου σήμερα προκηρύσσεται με λόγο και αλλάζει τις μητρικές οδύνες σε χαρά ευφροσύνης, και φανερώνει ότι η στείρωση της φύσης θα γίνει καρποφόρα, που πληθαίνει με τα έργα της χάρης). Κι αυτό σημαίνει ότι εμείς που ζούμε πια μετα Χριστόν, σε οποιαδήποτε κατάσταση ξηρασίας και αν βρισκόμαστε, πνευματική ή ηθική, αν στραφούμε με πίστη στον Θεό, θα δούμε τη θαυματουργική επέμβασή Του. Ο Θεός θα διανοίξει τις πόρτες της καρδιάς μας, ώστε να πλημμυρίσουμε από την παρουσία της χάρης Του. Αρκεί να υπομένουμε και να επιμένουμε.

Κι είναι περιττό βεβαίως και να σημειώσουμε ότι η σύλληψη της αγίας Άννης αποτελεί εορτή της Εκκλησίας μας όχι πρωτίστως για να δείξει το αποτέλεσμα της υπομονής και της επιμονής στη δέηση του Θεού, αλλά διότι με τη σύλληψή της αυτή μπαίνουν οι βάσεις για τη γέννηση Εκείνης, η οποία σαν νέος ουρανός θα έφερνε τον κόσμο τον ήλιο Χριστό, τον Σωτήρα του κόσμου. Με την προοπτική του ερχομού του Κυρίου φωτίζεται και αυτή η εορτή, συνεπώς είναι μία ακόμη αφορμή δοξολογίας του αγίου ονόματός Του. «Ο νέος ουρανός, εν κοιλία της Άννης τεκταίνεται Θεού παντουργού επινεύσει∙ εξ ου και επέλαμψεν ο ανέσπερος ήλιος, κόσμον άπαντα φωταγωγών ταις ακτίσι της Θεότητος» (Ο νέος ουρανός, δηλαδή η Παναγία,  με τη θέληση του παντουργού Θεού φτιάχνεται στην κοιλιά της Άννας. Από αυτόν τον ουρανό έλαμψε δυνατά και ο ανέσπερος ήλιος, δηλαδή ο Χριστός, που δίνει φως σε όλον τον κόσμο με τις ακτίνες της θεότητας).

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΑΠΙΟΣ (8 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Δεκεμβρίου, 2013

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΑΤΑΠΙΟΣ (8 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)

«Ο όσιος Πατάπιος ορμώμενος από τις Θήβες της Αιγύπτου επέλεξε τη μοναχική ζωή και ακολούθησε τον Χριστό. Ασκήθηκε για πολλά χρόνια στην έρημο κι έπειτα ήλθε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έκανε πάρα πολλά θαύματα: έδωσε το φως σε τυφλούς, θεράπευσε υδρωπικούς με χρίση αγίου ελαίου, έδιωξε δαίμονες, θεράπευσε και καρκίνο. Στο τέλος παρέθεσε το πνεύμα του στον Κύριο εν ειρήνη».
Ο όσιος Πατάπιος μπορεί μεν να κατάγεται  από την Αίγυπτο, όμως είναι αγαπημένος άγιος των ορθοδόξων και μάλιστα των Ελλήνων. Και τούτο διότι, ως γνωστόν, το λείψανό του (το οποίο δωρήθηκε από τους Παλαιολόγους στην οικογένεια των εξαδέλφων τους Νοταράδων που εγκαταστάθηκαν στην Κορινθία) ευρίσκεται πάνω από το Λουτράκι, στα Γεράνεια όρη, στο ομώνυμό του μοναστήρι, κάτι που «τυχαία» ανακαλύφθηκε ήδη από το 1904.  Πλήθος πιστών καθημερινώς έρχονται προσκυνητές του, προκειμένου να πάρουν την χάρη της ευλογίας του και να βοηθηθούν στα διάφορα προβλήματα και τις ανάγκες τους. Κι όχι τυχαία. Ο όσιος αποτελεί προστάτη όλων των αναγκεμένων ανθρώπων, το δε λείψανό του συνιστά πηγή πράγματι των ιάσεων.
Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας δεν «χορταίνουν» να τονίζουν την αλήθεια αυτή, που επιβεβαιώνεται διαχρονικά. «Η σορός σου, Σοφέ, πάσι βρύει ιάματα∙ εξ ων πάντες πιστοί αρυόμενοι, σώζονται εκ νόσων πολλών, ψυχών και σωμάτων» (Η σορός σου, σοφέ Πατάπιε, αναβρύζει σε όλους ιάματα. Αυτά τα ιάματα παίρνοντάς τα όλοι οι πιστοί σώζονται από πολλές νόσους, ψυχών και σωμάτων). «Θαυμάτων βυθός, ιαμάτων ποταμός, κρήνη αέναος, ρείθρον μηδόλως δαπανώμενος, σου η σορός αναδέδεικται, Πάτερ, τοις πιστώς προσιούσι» (Η σορός σου έχει αναδειχθεί, Πάτερ, για όσους σε πλησιάζουν με πίστη, βυθός θαυμάτων, ποταμός ιαμάτων, κρήνη που δεν στερεύει ποτέ, ρείθρο που δεν τελειώνει καθόλου). Κι ιδιαιτέρως στην εποχή μας – αλλά και ποια εποχή είναι χωρίς θλίψεις και δοκιμασίες;  – που ο κόσμος ταλαιπωρείται από πάρα πολλά προβλήματα και ανάγκες, ο όσιος Πατάπιος είναι στην «ημερησία διάταξη»: προσφέρει σε όλους τους πιστούς αυτό που έχουν ανάγκη, διότι βεβαίως έχει ενώπιον του Θεού μεγάλη παρρησία. Έτσι «πάντων των εν ανάγκαις προστάτης ώφθης, Πατάπιε όσιε».
Φαίνεται λίγο περίεργο το γεγονός ότι ένας τόσο μεγάλος ασκητής, με τόση σκληραγωγία απέναντι στον εαυτό του, είχε και έχει μία τόσο τρυφερή καρδιά, έτοιμη να καμφθεί μπροστά στις ικεσίες του κάθε πονεμένου. Αλλά τούτο δεν μας παραξενεύει. Διότι η άσκηση ενός χριστιανού πιστού σ’ αυτό ακριβώς αποσκοπεί: να ελέγξει ο ίδιος, με τη χάρη του Θεού, τα πάθη του εγωισμού του και να τα μεταποιήσει σε πάθος αγάπης. Έτσι όσο πιο σκληρή η σκληραγωγία, τόσο και πιο «σάρκινη» η καρδιά, τόσο και μεγαλύτερη η ευαισθησία και η τρυφερότητα. Μην ξεχνάμε ότι ο σκοπός των πάντων στην πνευματική ζωή της Εκκλησίας μας είναι να φθάσει ο άνθρωπος να ζει ορθά την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Κι αν μάλιστα δεν υπάρχει η θυσιαστική αγάπη προς τον συνάνθρωπο, πρέπει να αμφισβητήσουμε και την υποψία έστω της αγάπης προς τον Θεό. Κι εκείνο που επίσης φανερώνει την αλήθεια της αγάπης είναι βεβαίως η ταπείνωση, η βάση όλων των αρετών. Την αλήθεια αυτή επιβεβαιώνει και πάλι η γραφίδα του αγίου υμνογράφου. «Αγάπην οπλισάμενος, ώσπερ ξίφος, όσιε, και θυρεώ σκεπόμενος της ενθέους σου ταπεινώσεως, των δαιμόνων τα στίφη εξηφάνισας» (Οπλισμένος με την αγάπη, όσιε, σαν ξίφος, και υπό την σκέπη της ενθέους σου ταπεινώσεως, σαν ένας είδος ασπίδας, εξαφάνισες τα στίφη των δαιμόνων). «Ταπείνωσιν, αγρυπνίαν και σύντονον δέησιν, αγάπην αθόλωτον, πίστιν, ελπίδα κεκτημένος, γέγονας συνόμιλος επουρανίων αγγέλων, Πάτερ όσιε» (Απέκτησες ταπείνωση, αγρυπνία και ισχυρή δέηση, καθαρή αγάπη, πίστη, ελπίδα, και έγινες συνόμιλος των επουρανίων αγγέλων, πάτερ όσιε).
Εκείνο που τονίζει ιδιαιτέρως ο υμνογράφος 
από την ασκητική ζωή του οσίου Παταπίου – τέτοια που τον συγκρίνει με τον προφήτη Ηλία και τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο: «Ηλιού τον Θεσβίτην μιμούμενος και ιχνηλατών Ιωάννην τον Πρόδρομον» – είναι το χάρισμα των δακρύων που απέκτησε. Τα δάκρυά του μάλιστα ήταν εκείνα που αφενός απεξήραναν τα πάθη του σώματος και αφετέρου έφεραν τους ποταμούς των ιαμάτων του. «Πάθη του σώματος, θεομακάριστε Πάτερ, εξήρανας, δακρύων ρεύμασι, και ιαμάτων ποταμούς, Πατάπιε ανέβλυσας». Κι ακόμη: τα θερμά του αυτά δάκρυα ως έκφραση της μετανοίας και του πόθου προς τον Θεό καταβύθισαν τα στρατεύματα των δαιμόνων και τα οιδήματα της αμαρτίας, ενώ έγιναν πέλαγος θαυμάτων γι’ αυτούς που βρίσκονταν στον βυθό των παθημάτων. «Η άβυσσος των θερμών σου δακρύων κατέκλυσε δαιμόνων στρατεύματα και αμαρτίας οιδήματα, πέλαγος θαυμάτων δε τοις εν βυθώ παθημάτων αναδέδεικται». Κι είναι αλήθεια: αν κανείς δεν ζει τη μετάνοια με αίσθηση ψυχής, αν δεν κλαίει για τις αμαρτίες και τα πάθη του, πώς θα καθαρίσει το οπτικό της ψυχής του, πώς θα δει τον Θεό λάμποντα στο κάτοπτρο της καρδιάς του; Είθε η μετάνοια του αγίου και ο πόθος του προς τον Θεό να γίνουν καθοδηγητικά σημεία και της  δικής μας πνευματικής πορείας.  Ίσως κι εμείς δούμε έτσι «το νοητό πυρ, το Πνεύμα του Θεού, να αναφλέγει τα αισθητήρια της ψυχής μας και να αποτεφρώνει τη φλόγα της αμαρτίας μας».  
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ποιος είναι ο νεοκαταταγείς άγιος Μελέτιος, ο εν Υψενή Ρόδου;

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Δεκεμβρίου, 2013

Στις 27 Νοεμβρίου 2013 το Οικουμενικό Πατριαρχείο συγκατέλεξε στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας τους Πορφύριο Καυσοκαλυβίτη και Ιερομόναχο Μελέτιο, τον εν Υψενή Ρόδου. Στο ορθόδοξο πλήρωμα της χώρας μας ο πρώτος είναι ευρύτερα γνωστός, μιας και έζησε σχετικά πρόσφατα (1906-1991).
Ποιος είναι όμως ο δεύτερος πρόσφατα καταταγείς άγιος
Ο όσιος Μελέτιος, λοιπόν, γεννήθηκε στο χωριό Λάρδος της Ρόδου περί τα τέλη του 18ου αιώνα. Το κοσμικό του όνομα ήταν Εμμανουήλ (όπως και του αγ. Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη!) και από μικρός έλαβε “παιδεία και νουθεσία Κυρίου” από τους γονείς του (επίσης όπως και ο άγ. Πορφύριος). 
Τα θεία γράμματα τα διδάχθηκε από τον εφημέριο της γενέτειράς του. Από την παιδική ηλικία, επίσης, επέδειξε έντονα φιλανθρωπικό και ελεήμον πνεύμα, παρά τις επιπλήξεις των γονέων του.
Άλλο ένα χαρακτηριστικό της παιδικής του ηλικίας ήταν ότι του άρεζε να απομονώνεται και να προσεύχεται σε απολύτως ήσυχη ατμόσφαιρα. Συνήθιζε μάλιστα να βρίσκει καταφύγιο για την προσευχή του σε μια σπηλιά, κοντά στο αρχαίο αλλά εγκατελειμμένο μοναστήρι του Ύψους, το οποίο τιμώταν στο όνομα της Παναγίας. Σύμφωνα με την παράδοση, ένα βράδυ, κατά την ώρα της προσευχής είδε ένα φως να του υποδεικνύει την τοποθεσία που βρισκόταν μία άγνωστη έως τότε εικόνα της Παναγίας.
Στις επόμενες ημέρες σε νέο όραμα, η Θεοτόκος του ζήτησε να ανεγείρει ναό στο όνομά της και να ξαναχτίσει το Μοναστήρι. Ο νεαρός Εμμανουήλ υπάκουσε στην προσταγή της και αμέσως ξεκίνησε τις απαραίτητες ενέργειες για την επανίδρυση της μονής. Την ίδια περίοδο εκάρη μοναχός, παίρνοντας το όνομα Μελέτιος
Σύντομα απέκτησε μεγάλη φήμη για τα υψηλά μέτρα της άσκησής του. Έτσι ο Επίσκοπός του τον προεχείρισε σε Διάκονο και στη συνέχεια σε Πρεσβύτερο, Πνευματικό και Ηγούμενο της επανιδρυθείσας Μονής. Ο Μελέτιος κατέστη σημαντική πνευματική προσωπικότητα της νήσου, καθώς ενίσχυε πολλαπλά το φρόνημα των κατοίκων της. Εξομολογούσε στο μοναστήρι του αλλά και στα χωριά, τα οποία επισκεπτόταν  για να νουθετήσει τους πιστούς. Πραγματοποιούσε επίσης θεραπείες, προστάτευε τους κατατρεγμένους (ιδίως από τους Οθωμανούς δυνάστες), ενώ ακόμα διακρίθηκε  στην ελεημοσύνη και τη φιλοξενία.
Η δράση του αυτή άρχισε να ενοχλεί τους κατακτητές και η δυσφορία τους έγινε έντονη όταν πληροφορήθηκαν ότι συνιστούσε στις Ελληνίδες να μη συνάπτουν σχέσεις μαζί τους. Μάλιστα, κάποιοι από αυτούς αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν, αλλά αυτός το πληροφορήθηκε και κρύφτηκε σε ένα άγνωστο για τους διώκτες του σπήλαιο. Οι τοπικές παραδόσεις κάνουν λόγο για πολλά θαυμαστά γεγονότα, με τα οποία η θεία Χάρη τον προστάτευε από τους κινδύνους που τον απειλούσαν.
Προς το τέλος του επίγειου βίου του, έζησε την οδυνηρή εμπειρία μιας αισχρής συκοφαντίας. Μια διανοητικά ανάπηρη κοπέλα απέκτησε παιδί από κάποιον Τούρκο, αλλά κατηγορήθηκε σαν δράστης ο πρεσβύτης και εξαϋλωμένος από την άσκηση Μελέτιος. Ο αγνός λευΐτης μάλιστα άφησε την τελευταία του πνοή μπροστά στον Μητροπολίτη Ρόδου, καθώς μαχόταν για την αθωότητά του. Σύντομα όμως αποδείχθηκε η αλήθεια και ετάφη με τιμές. Όταν δε ανοίχθηκε ο τάφος του, μια έντονη ευωδία πλημμύρισε το χώρο αποδεικνύοντας τη θεία ευαρέσκεια για τη βιοτή του.
Τα τίμια λείψανά του αποτελούν πηγές ιάσεων και θαυμάτων  μέχρι τις μέρες μας. Η οσία μνήμη του τιμάται στις 12 Φεβρουαρίου.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι καταβασίες των Χριστουγέννων

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Δεκεμβρίου, 2013

fatni

Οι ωραιότατες καταβασίες των Χριστουγέννων «Χριστός γεννάται…», που προέρχονται από τον πεζό κανόνα του ι. Κοσμά, ψάλλονται από τις 21 Νοεμβρίου μέχρι τις 24 Δεκεμβρίου. Την 25η Δεκεμβρίου, ημέρα της εορτής –όπως και κατά την απόδοση της εορτής, 31 Δεκεμβρίου–, οι καταβασίες είναι διπλές: αυτές δηλαδή του πεζού κανόνος και οι ιαμβικές «Έσωσε λαόν…». Από την 26η μέχρι και την 30η Δεκεμβρίου ψάλλονται μόνο οι ιαμβικές.

Ωδή α .
Χριστός γεννάται, δοξάσατε·
Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε·
Χριστός επί γης, υψώθητε·
άσατε τω Κυρίω πάσα η γη
και εν ευφροσύνη
ανυμνήσατε, λαοί, ότι δεδόξασται.
Ο Χριστός γεννιέται· δοξάστε Τον!
Ο Χριστός κατεβαίνει από τους ουρανούς·
προϋπαντήστε Τον!
Ο Χριστός φανερώνεται πάνω στη γη·
υψωθείτε πάνω από τα γήινα!
Δοξολογήστε τον Κύριο όλοι οι κάτοικοι της γης
και ανυμνήστε Τον με χαρά,
τα διάφορα έθνη, γιατί ’ναι δοξασμένος.

Ωδή γ .
Τω προ των αιώνων
εκ Πατρός γεννηθέντι αρρεύστως Υιώ
και επ’ εσχάτων εκ Παρθένου
σαρκωθέντι ασπόρως
Χριστώ τω Θεώ βοήσωμεν·
Ο ανυψώσας το κέρας ημών
άγιος ει, Κυριε.
Στον Υιό που γεννήθηκε από τον Πατέρα απαθώς,
προτού να υπάρξει χρόνος,
και τελευταία σαρκώθηκε
από την Παρθένο χωρίς ανδρικό σπέρμα,
στον Χριστό και Θεό ας φωνάξουμε δυνατά:
Συ, Κύριε, που μας δυνάμωσες και μας δόξασες
είσαι ο μόνος άγιος!

Ωδή δ .
Ραβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί
και άνθος εξ αυτής, Χριστέ,
εκ της Παρθένου ανεβλάστησας·
εξ όρους ο αινετός
κατασκίου δασέος
ήλθες σαρκωθείς εξ απειράνδρου
ο άϋλος και Θεός·
δόξα τη δυνάμει σου, Κυριε.
Χριστέ, βλάστησες από την Παρθένο
σαν λουλούδι από το κλαδί,
που προήλθε από τη ρίζα του Ιεσσαί·
ο άυλος Θεός, τον οποίο υμνούν τα πάντα,
ήρθες στον κόσμο, παίρνοντας σάρκα από την Παρθένο
που δεν γνώρισε άνδρα,
σαν από πυκνόφυτο και σκιερό βουνό.
Δόξα, λοιπόν, αρμόζει στη δύναμή Σου, Κύριε.

Ωδή ε .
Θεός ων ειρήνης,
Πατήρ οικτιρμών,
της μεγάλης Βουλής σου τον Άγγελον
ειρήνην παρεχόμενον απέστειλας ημίν·
όθεν θεογνωσίας
προς φως οδηγηθέντες,
εκ νυκτός ορθρίζοντες
δοξολογούμέν σε, Φιλάνθρωπε.
Κύριε, όντας Θεός της ειρήνης
και φιλεύσπλαχνος Πατέρας,
μας έστειλες τον Αγγελιαφόρο της μεγάλης Βουλής σου
για να μας παρέχει την ειρήνη.
Γι’ αυτό, Φιλάνθρωπε, κι εμείς
που οδηγηθήκαμε στο φως της θεογνωσίας,
ξυπνώντας νωρίς μες στη νύχτα,
Σε δοξολογούμε.

Ωδή ς .
Σπλάγχνων Ιωνάν έμβρυον απήμεσεν
ενάλιος θηρ, οίον εδέξατο·
τη Παρθένω δε
ενοικήσας ο Λογος και σάρκα λαβών
διελήλυθε φυλάξας αδιάφθορον·
ης γαρ ουχ υπέστη ρεύσεως,
την τεκούσαν κατέσχεν απήμαντον.
Το θαλάσσιο κήτος απέβαλε σαν έμβρυο τον Ιωνά
από την κοιλιά του, όπως ακριβώς τον δέχτηκε.
Αλλά και ο Λόγος του Θεού,
που κατοίκησε κι έλαβε σώμα στην κοιλιά της Παρθένου,
πέρασε μέσα απ’ αυτήν και την διατήρησε άθικτη.
Διότι, καθώς δεν γεννήθηκε από ρεύση,
διαφύλαξε αβλαβή αυτήν που τον γέννησε.

Ωδή ζ .
Οι παίδες ευσεβεία συντραφέντες
δυσσεβούς προστάγματος καταφρονήσαντες,
πυρός απειλήν ουκ επτοήθησαν,
αλλ’ εν μέσω της φλογός εστώτες έψαλλον·
Ο των πατέρων Θεός ευλογητός ει.
Οι τρεις νέοι που ανατράφηκαν με ευσέβεια
καταφρόνησαν τη βλάσφημη διαταγή
και δεν φοβήθηκαν την απειλή της φωτιάς.
Αντίθετα, ευρισκόμενοι μες στο αναμμένο καμίνι, έψαλλαν:
Ο Θεός των Πατέρων μας είσαι δοξασμένος!

Ωδή η .
Θαύματος υπερφυούς η δροσοβόλος
εξεικόνισε κάμινος τύπον·
ου γαρ ους εδέξατο φλέγει νέους,
ως ουδέ πυρ της θεότητος
Παρθένου ην υπέδη νηδύν.
Διο ανυμνούντες αναμέλψωμεν·
ευλογείτω η κτίσις πάσα τον Κυριον,
και υπερυψούτω εις πάντας τους αιώνας.
Το καμίνι που εξέπεμπε δροσιά ήταν τύπος
που προεικόνιζε ένα παράδοξο θαύμα.
Διότι όπως αυτό δεν έκαψε τους νέους που δέχτηκε μέσα του,
έτσι δεν έκαψε το πυρ της Θεότητος
την κοιλία της Παρθένου στην οποία εισήλθε.
Γι’ αυτό κι εμείς ας ψάλουμε με ύμνους:
Ολάκερη η κτίση ας δοξάζει τον Κύριο
κι ας τον υπερυψώνει σε όλους τους αιώνες.

Ωδή θ .
Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον!
ουρανόν το σπήλαιον·
θρόνον χερουβικόν την Παρθένον·
την φάτνην χωρίον,
εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος,
Χριστός ο Θεός,
ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν.
Βλέπω ένα γεγονός μυστηριώδες, εκπληκτικό και θαυμαστό!
Το σπήλαιο της Βηθλεέμ να γίνεται ουρανό,
η Παρθένος Μαρία χερουβικός θρόνος.
Και η φάτνη του σπηλαίου ο τόπος,
όπου ξάπλωσε αυτός που τίποτε στον κόσμο δεν μπορεί
[να τον χωρέσει,
δηλαδή ο Χριστός και Θεός,
τον οποίο οι πιστοί υμνολογώντας μεγαλύνουμε.

[Συμεών (Μητρ. Νέας Σμύρνης), Αφθαρσίας πηγή: Καταβασίες Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών, Κείμενο – μετάφραση – σχόλια (Αθήνα: Εν πλω, 2009), σσ. 127-146].

 hristospanagia.gr

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ποιος από εμάς είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει τον θάνατο σαν μια νέα αρχή;

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Δεκεμβρίου, 2013

Αυτοί είμαστε αδελφέ μου…δυστυχώς… μια ζωή ακούμε, κηρύττουμε, ψάλλουμε για την αιώνια ζωή κι όμως αγαπούμε τόσο πολύ την επίγεια που όταν κινδυνέψουμε να την χάσουμε κάνουμε τα πάντα για να μην γίνει. Είμαστε δεμένοι με το Τώρα, γι’ αυτό και ο θάνατος μας φέρνει μόνο μελαγχολία και λύπη.
Και όμως, το αύριο είναι αυτό που αξίζει. Το Αύριο του θανάτου δίνει νόημα σ’ αυτήν την ζωή.
Είμαστε τόσο σαρκικοί, τόσο προσκολλημένοι στην φθορά, που δεν τολμούμε να χαρούμε με την αφθαρσία που μας προσφέρει ο Χριστός.
Τελικά ποιος πιστεύει αληθινά; Ποιος από εμάς πιστεύει στην αιώνια ζωή; Ποιος από εμάς, τους χριστιανούς, εμπιστεύεται τον Χριστό; Ποιος από εμάς είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει τον θάνατο σαν μια νέα αρχή;
*Σε ευχαριστώ αδελφέ…που μου πρόσφερες:πραγματικότητα και αλήθεια. 
Νομίζω ότι όλοι μας πρέπει να προβληματιστούμε…όλοι μας να δούμε που βρισκόμαστε, που είμαστε, και τελικά…που θέλουμε να φτάσουμε.Γιατί ζούμε;Και αν είμαστε έτοιμοι να Ζήσουμε δια του θανάτου…

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ – Ο ΧΡΙΣΤΟΣ & Η ΕΙΡΗΝΗ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Δεκεμβρίου, 2013

Ένα από τα αιτήματα της ζωής μας είναι η ειρήνη. Είναι ταυτισμένη με τη ζωή, διότι ο πόλεμος μεταξύ των ανθρώπων και των λαών φέρνει θάνατο και καταστροφή. Δεν περιορίζεται όμως μόνο στις διακρατικές σχέσεις. Ειρήνη ζητούμε και στην καθημερινότητά μας, στις διαπροσωπικές μας σχέσεις, στο σπίτι μας, στην εργασία μας, στην κοινωνία. Ειρήνη ζητούμε και στην σχέση με τον εαυτό μας, στον τρόπο που βλέπουμε και αντιδρούμε στα γεγονότα της ζωής, στις προκλήσεις και τους πειρασμούς. Ταυτίζουμε την ειρήνη με την ησυχία, την γαλήνη, τον τρόπο χειρισμού των προβλημάτων μας με γνώμονα την επίλυσή τους χωρίς επιθετικότητα, χωρίς συγκρούσεις, χωρίς να βγαίνει η εικόνα του κακού ως κυριαρχούσα στη διάθεσή μας.Στην πράξη όμως ειρήνη έχουμε στη ζωή μας όταν αποφεύγεται η μεγαλύτερη πρόκληση και δυσκολία στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, τον πλησίον, τον εαυτό του, αλλά στις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους:  η διάσπαση. 

                Ο απόστολος Παύλος, απευθυνόμενος στους Εφεσίους, αναφέρει ότι ο Χριστός «εστίν η ειρήνη ημών, ο ποιήσας  τα αμφότερα έν και το μεσότοιχο του φραγμού λύσας» (Εφεσ. 2, 14). Είναι η πραγματική ειρήνη, που έκανε τους δύο αντιμαχόμενους κόσμους έναν λαό και γκρέμισε με το σταυρικό του θάνατο ό,τι σαν τείχος τους χώριζε και προκαλούσε  έχθρα μεταξύ τους.  Ο λόγος αυτός μας υποδεικνύει ότι η ειρήνη που αναζητούμε, δεν θα έρθει χωρίς το Χριστό στη ζωή μας.  Και για να έρθει ο Χριστός, χρειάζεται να αναθεωρήσουμε τα πρότυπα που έχουμε για τη ειρήνη. Διότι πρωτίστως χρειάζεται να πολεμήσουμε εναντίον της διάσπασης. Και αυτός είναι ένας αγώνας που προϋποθέτει αυτόματη συναίσθηση τι συμβαίνει στην ψυχή μας, αλλά και τι γίνεται στον κόσμο. Ο λόγος του ίδιου του Κυρίου μας είναι σκληρός, αλλά ιδιαίτερα σαφής:  «ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν»(Ματθ. 10,34).
                Ο Χριστός έγινε η ειρήνη για τον κόσμο γιατί θυσιάσθηκε για να ενωθούν οι άνθρωποι με το Θεό. Η διάσπαση είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας, του κακού στις πολυποίκιλες μορφές του. Με την αμαρτία, την απόρριψη δηλαδή ή την αδυναμία βίωσης του θελήματος του Θεού, οι άνθρωποι αισθανόμαστε ανήμποροι να πολεμήσουμε εναντίον της διάσπασης εντός μας και εναντίον της διάσπασης προς τους άλλους ανθρώπους. Διότι η αμαρτία μας υπενθυμίζει ανά πάσα στιγμή τη δύναμη του «εγώ»   μας και την ανάγκη αυτό να κυριαρχεί. Αυτό να ικανοποιεί τις επιθυμίες του, ακόμη ή και συνήθως εις βάρος των άλλων. Η αμαρτία μας κάνει να βλέπουμε τη ζωή όχι ως διακονία και αγάπη, αλλά ως κυριαρχία και εξουσία. Να μην αποδεχόμαστε την οδό του σταυρού για το πρόσωπό μας, αλλά να γινόμαστε εμείς οι σταυρωτές. Ο Χριστός έφερε την ενότητα και την καταλλαγή με την θυσία Του. Έδειξε τον τρόπο επιστροφής στο θέλημα του Θεού, που είναι η αγάπη και η παραίτηση από τα δικαιώματά μας χάριν του πλησίον και τι σημαίνει υπακοή στο Θεό. Αυτή η οδός ενώνει τους ανθρώπους και με το Θεό και μεταξύ τους, διότι τους δίνει την δυνατότητα να επικαλούνται και να έχουν την βοήθεια του ουρανού στον αγώνα τους να λειτουργούν ως αγαπώσες υπάρξεις και όχι ως εξουσιαστικά όντα.
Πώς όμως να έρθει η πραγματική ειρήνη, όταν   υπάρχει διάσπαση και μεταξύ των ανθρώπων και των λαών; Αυτή η κατάσταση βιώνεται πολύ έντονα. Διάσπαση έχουμε μεταξύ των λαών, εξαιτίας του θριάμβου του ύφους της εξουσίας και της ισχύος από την μία και του χρήματος από την άλλη, το οποίο διαμορφώνει την πορεία του πολιτισμού και του κόσμου, ανάλογα με την διάθεση αυτών που το κατέχουν. Οι αγορές δεν ενώνουν τους ανθρώπους και τους λαούς, αλλά τους χωρίζουν. Δίνουν την ψευδαίσθηση ότι με την παροχή υλικών αγαθών που είναι κοινά για όλους και την καλλιέργεια της επιθυμίας για απόκτησή τους από όλους, θα πάψουν οι άνθρωποι να βιώνουν την διαφορετικότητά τους. Αυτό απεδείχθη ξεκάθαρα ψέμα. Τα αγαθά είναι για όσους έχουν και κατέχουν. Οι υπόλοιποι τίθενται εκ των πραγμάτων στο περιθώριο, υφίστανται τις συνέπειες της επίθεσης και του πολέμου των αγορών. Επομένως, η διάσπαση δεν θεραπεύεται με την ύλη.
Το ίδιο και η διάσπαση στις ανθρώπινες σχέσεις δεν θεραπεύεται με την πρόταξη των δικαιωμάτων του καθενός. Τα δικαιώματα, χωρίς να παραγνωρίζεται η αξία τους, θεοποιήθηκαν από τον πολιτισμό μας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την καλλιέργεια ενός ήθους εγωκεντρισμού. Κλειδί για τον καθέναν είναι ο εαυτός του και ό,τι δικαιούται, με αποτέλεσμα να εκλείπουν έννοιες όπως η επιθυμία για καταλλαγή, η υποχώρηση, η θυσία, η απόφαση να διαφυλάξουμε την αγάπη, ακόμη κι αν όλα δεν μας ευχαριστούν.  Ειρήνη χωρίς υπομονή δεν νοείται. Ειρήνη χωρίς την χαρά του να μπορείς να υποχωρείς όχι για να αποδειχθεί η ισχύς του άλλου ή από φόβο, αλλά επειδή βλέπεις ότι μέσα από την υποχώρηση μπορεί να επιτευχθεί η ενότητα, δεν είναι εύκολο να επέλθει.
Διάσπαση όμως υπάρχει και στον εαυτό μας. Ο νους και η καρδιά δεν έχουν κοινή πορεία. Την ίδια στιγμή, μέσα από την επίθεση των λογισμών και των παθών δεν μπορούμε να ισορροπήσουμε, ενώ η αδύναμη πίστη μας κάνει να νικιόμαστε  στις δοκιμασίες και τους πειρασμούς, είτε την στιγμή που μας συμβαίνουν, είτε καθώς επεξεργαζόμαστε τους λογισμούς και τις αγωνίες μας δίνοντας τόπο στην ολιγοπιστία. Παράλληλα, βλέπουμε ότι ενώ άλλα επιθυμούμε, άλλα έχουμε τη δύναμη να πράξουμε, άλλα κάνουμε τελικά. Είναι η εσωτερική σύγκρουση με τον παλαιό άνθρωπο και με το φρόνημα της σαρκός που μας εξουθενώνει.
Ο απόστολος Παύλος μας επισημαίνει ότι ο Χριστός θυσιάσθηκε για μας μη θέλοντας να κρύψει ή να αφήσει το πρόβλημα της διάσπασης, της σύγκρουσης, του πολέμου. Δεν ωφελεί να προσποιούμαστε ότι μπορούμε να διαχειριστούμε τις συγκρούσεις μας ή την απουσία ενότητας. Αντίθετα ωφελεί να είμαστε ειλικρινείς με ό,τι κακό συμβαίνει στη ζωή μας, τόσο στον κόσμο, όσο και στον εαυτό μας. Και αυτή η ειλικρίνεια μας οδηγεί στον πόλεμο εναντίον του. Είναι ένας πόλεμος δημιουργικός, ένας συναγωνισμός καταλλαγής και προσφοράς, που ξεκινά από τον έσω άνθρωπο, εντός μας. Όταν καταλαβαίνουμε τις επιθέσεις των λογισμών και της αμαρτίας και όταν μιμούμαστε το Χριστό, αμέσως έχουμε την δυνατότητα με την ασκητική διάσταση της ζωής, αλλά και το εκκλησιοκεντρικό φρόνημα, την ένταξη στο Σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία, στην οποία μαθαίνουμε να παλεύουμε σύμφωνα με τις οντολογικές αξίες που ο Χριστός και οι Άγιοι μας δίνουν, αλλά και να λειτουργούμε εν μετανοία για τις πτώσεις μας, με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, με αποτέλεσμα να ειρηνεύουμε εντός μας.
Μένει η ειρήνη του κόσμου. Δεν τρέφουμε ψευδαισθήσεις ότι θα είμαστε αυτοί που την επιβάλουμε. Ο κόσμος εν τω πονηρώ κείται και οι άνθρωποι δεν είναι έτοιμοι να αλλάξουν προσανατολισμούς. Στην εποχή μας άλλωστε θριαμβεύει η επιθετικότητα και όποιος μπορεί να την ασκήσει θεωρείται αποδεκτός. Όχι όμως η επιθετικότητα εναντίον του κακού, αλλά η οικειοποίησή του και η άσκησή του εναντίον των άλλων και λαών και ανθρώπων. Ο καθένας μας όμως ας ακολουθήσει την ρήση του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ:  «απόκτησε την ειρήνη του Θεού μέσα σου και χιλιάδες άλλες ψυχές θα λυτρωθούν κοντά σου». Ας παλεύουμε πρώτα εντός μας και ας προσευχόμαστε και ας αγωνιζόμαστε με τον λόγο, την προσευχή και το παράδειγμα να δώσουμε μαρτυρία ειρήνης και ζωής. Τα υπόλοιπα ας τα αφήσουμε στο Θεό κι Εκείνος γνωρίζει.
Κέρκυρα, 8 Δεκεμβρίου 2013   
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΓΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ (7 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Δεκεμβρίου, 2013

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ (7 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)

«Ο άγιος Αμβρόσιος αναπτύχθηκε στη μεγαλόδοξη πόλη Ρώμη, ήταν ένας από τη Σύγκλητο και τηρούσε πάντοτε την αλήθεια και στα λόγια και στα έργα. Κατά προσφυή τρόπο υπήρξε ένα είδος ζυγού και στάθμης του δικαίου, αποφασίζοντας σε όλες τις περιπτώσεις που του τύχαιναν όχι διφορούμενα αλλά σταθερά και ορθά. Γι’  αυτό και οι ευσεβείς βασιλείς Κωνσταντίνος και Κώνστας, υιοί του μεγάλου Κωνσταντίνου, του εμπιστεύθηκαν την ηγεμονία της Ιταλίας. Χωρίς ακόμη να έχει βαπτιστεί, ευρισκόμενος στην τάξη των κατηχουμένων, ζούσε την αρετή και την καθαρότητα του βίου όχι λιγότερο από εκείνους που ήδη ήταν μέλη της Εκκλησίας και μετείχαν στα Μυστήρια. Με απόφαση του βασιλιά Ουαλεντιανού ο άγιος Αμβρόσιος προχειρίζεται αρχιερέας της Εκκλησίας των Μεδιολάνων, γιατί εκείνον τον καιρό απέθανε ο προηγούμενος επίσκοπος, οπότε μαζί με το βάπτισμα που έλαβε, διήλθε κατά την τάξη της Εκκλησίας όλους τους βαθμούς της ιερωσύνης, φτάνοντας στον τελευταίο. Έκτοτε δίδασκε την ορθόδοξη πίστη και ζωή καλώς και ορθώς, κρατώντας την Εκκλησία μακριά από κάθε αίρεση και υπερασπιζόμενος αυτούς που αγωνίζονταν κατά των αιρέσεων του Αρείου και του Σαβελλίου και του Ευνομίου. Συνέταξε διάφορα βιβλία υπέρ της ευσεβούς πίστεως, ενώ όταν ο βασιλιάς Θεοδόσιος ήλθε στην πόλη των Μεδιολάνων, μετά από διαταγή του να φονευτούν πολλοί στη Θεσσαλονίκη, τον εμπόδισε να εισέλθει στην Εκκλησία, θυμίζοντάς του αυτά που είχε αποτολμήσει να κάνει και διδάσκοντάς τον πόση διαφορά υπάρχει μεταξύ ιερωμένου, λαϊκού και βασιλιά. Κι αφού τον νουθέτησε να μη προσέρχεται στα θεία με αυθάδεια και αναίδεια, τελείωσε τη ζωή του με καλά γηρατειά».
 
Ο υμνογράφος του αγίου Αμβροσίου, ο άγιος Ιωσήφ, βλέπει κατά πρώτον τον άγιο να είναι στεφανωμένος με δύο στεφάνια: αυτό του καλού ηγεμόνα και αυτό του αρχιερέα. Θεωρεί ότι ο τρόπος που άσκησε την κοσμική εξουσία ήταν παρόμοιος με τον τρόπο που έδρασε ως κληρικός, γι’  αυτό και τον χαρακτηρίζει και για τα δύο ως «οικονόμον της χάριτος». Ο υμνογράφος προφανώς αποδέχεται την κυριαρχούσα άποψη στο Βυζάντιο ότι η κοσμική ηγεμονία λειτουργεί μέσα στα πλαίσια της εκ Θεού δοθείσης εξουσίας, οπότε ως  διάκονος του Θεού κατανοείται και ο εκάστοτε ηγεμών, αρκεί και εκείνος να έχει την ίδια συνείδηση. «Ηγεμονίας τον θρόνον κατακοσμών αρεταίς, εξ επιπνοίας θείας τον της ιεραρχίας προσφόρως εκομίσω∙ όθεν πιστός οικονόμος της χάριτος εν αμφοτέροις Αμβρόσιε γεγονώς, διπλούν στέφανον κεκλήρωσαι». (Κατακόσμησες με αρετές τον θρόνο της ηγεμονίας σου, και έλαβες με καλό τρόπο από θείο φωτισμό τον θρόνο της ιεραρχίας. Γι’ αυτό και έγινες πιστός οικονόμος της χάρης του Θεού και στα δύο, Αμβρόσιε, οπότε και δέχτηκες διπλό στεφάνι). Είναι ευνόητο βεβαίως ότι ο άγιος Ιωσήφ θέλει εξαρχής να τονίσει ότι εκείνος που έφτασε να γίνει άγιος αρχιερέας, ήταν ο ίδιος που δρούσε ως άγιος και στα κοσμικά του καθήκοντα. Ο άγιος είναι άγιος σε όλη τη διαδρομή της ζωής του και δρα ως άγιος σε όποιο έργο αναλαμβάνει.
Εκεί που έχουμε μία καθολική σχεδόν θεώρηση της δράσεως του αγίου Αμβροσίου είναι στο κάθισμα του όρθρου. Σημειώνει ο ποιητής: «Λόγους ζωής Πάτερ σοφέ κεκτημένος, τας διανοίας των πιστών καταρδεύεις και καρποφόρους χάριτι δεικνύεις αεί∙ των αιρετιζόντων δε κατακλύζεις τας φρένας∙ χάριν αναβλύζων τε ιαμάτων εκπλύνεις παθών παντοίων ρύπον αληθώς, ιερομύστα θεόφρον Αμβρόσιε». Δηλαδή: Έχοντας αποκτήσει λόγους ζωής, πάτερ σοφέ, ποτίζεις τις διάνοιες των πιστών και τους αναδεικνύεις πάντοτε με τη χάρη του Θεού καρποφόρους. Τα μυαλά όμως των αιρετικών τα εξαφανίζεις. Κι από την άλλη αναβλύζοντας τη χάρη των ιαμάτων ξεπλένεις τον ρύπο των κάθε είδους παθών αληθινά, ιερομύστα θεόφρον Αμβρόσιε. Ο άγιος, με άλλα λόγια, αναδείχτηκε μεγάλος και σπουδαίος δάσκαλος της πίστεως, εξολοθρευτής των αιρέσεων, θαυματουργός άγιος.
Πράγματι, εκεί που αναδείχτηκε στον πιο μεγάλο βαθμό το ταλέντο του αγίου Αμβροσίου ήταν στη διδασκαλία της πίστεως. Ο άγιος Αμβρόσιος υπήρξε μέγας δάσκαλος και για τη Δύση που έδρασε, αλλά και για την Ανατολή. Και τούτο γιατί πέραν του φωτισμού που είχε από τον Θεό, αξιοποίησε και όλες τις φυσικές δυνάμεις του στο να εκμάθει την ελληνική γλώσσα, και συνεπώς να έλθει σε επαφή με τα θεόπνευστα κείμενα των μεγάλων Πατέρων της Ανατολής, του αγίου Αθανασίου, του Μεγάλου Βασιλείου, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Μέσω αυτού μάλιστα μεταγγίστηκε η πατερική αυτή γνώση και στη Δύση, μία προσφορά κολοσσιαία όντως του αγίου Αμβροσίου. Ο άγιος Αμβρόσιος αφομοίωσε δημιουργικά όλη αυτή τη θεολογία και προσπάθησε να τη μεταφέρει στους πιστούς του με τον πιο άμεσο και καίριο τρόπο. Ο υμνογράφος του λοιπόν, γνώστης όλης αυτής της καταστάσεως,  εξαντλεί το μεγαλύτερο ποσοστό των ύμνων του προκειμένου να αναδείξει ακριβώς αυτό το θεόσδοτο χάρισμά του. «Ο Λόγος ο του Θεού σοφίας σοι λόγον δεδώρηται, κεκοσμημένον γλώσση αληθεί, ιεράρχα Αμβρόσιε» (ο Λόγος του θεού, ο Χριστός, σου έχει δωρήσει λόγο σοφίας, διακοσμημένο με αληθινή γλώσσα, ιεράρχα Αμβρόσιε)∙ «Μεμυημένος, Ιεράρχης ως ένθεος όσιε, πάσαν νόησιν Γραφής τοις αγνοούσι, Αμβρόσιε Πάτερ, τα δισέφικτα τρανώς εσάφησας» (Μυημένος στα του Θεού σαν ένθεος ιεράρχης όσιε, εξήγησες με καθαρό τρόπο τα δύσκολα της Γραφής σ’ αυτούς που αγνοούσαν κάθε κατανόησή της)∙ «Γεωργός ανεδείχθης τέμνων την της πίστεως ευθείαν άρουραν και διδασκαλίας επισπείρων Θεόσοφε δόγματα»(Αναδείχτηκες γεωργός, Θεόσοφε, καλλιεργώντας το ίσιο χωράφι της πίστεως και σπέρνοντας τα δόγματα της διδασκαλίας).
Πάνω σ’ αυτό το χάρισμα της διδασκαλίας του αγίου θα πρέπει να επισημάνουμε δύο στοιχεία, που επισημαίνει και ο υμνογράφος: αφενός το γεγονός ότι ο Αμβρόσιος, μέσα στην ποιμαντική του αγωνία, συνέθεσε και ύμνους λειτουργικούς, προκειμένου πιο εύκολα να αφομοιωθούν οι διδασκαλίες του από τον πιστό λαό, κάτι που έχει μείνει στην ιστορία ως το «Αμβροσιανό μέλος» – «Νομοθεσίαις ταις του Σωτήρος συ επόμενος, Πάτερ, το δοθέν σοι τάλαντον εμμελώς, ως οικέτης αγαθότητος, επολυπλασίασας, δεσποτικής χαράς αξιούμενος» (Ακολουθώντας τις νομοθεσίες του Σωτήρα Χριστού, Πάτερ, πολλαπλασίασες το τάλαντο που σου δόθηκε με εμμελή τρόπο, σαν δούλος καλός, γινόμενος έτσι άξιος της χαράς του Δεσπότη Χριστού) – αφετέρου ότι ο άγιος Αμβρόσιος τη διδασκαλία του την συνδύαζε πάντοτε με την αγία ζωή του. Ο άγιος δηλαδή δεν δίδασκε κάτι που ο ίδιος δεν το είχε φτάσει, σύμφωνα και με του Κυρίου την υπόδειξη: «ο ποιήσας και διδάξας μέγας κληθήσεται», οπότε η διδασκαλία του συνδυασμένη με την αγία βιοτή του έφθανε στους πιστούς ως κυριολεκτικά ευώδες θυμίαμα που κατευωδίαζε τις αισθήσεις τους. «Ο λειμών των δογμάτων σου και θεολαμπής σου βίος, πανεύφημε, ως συνθέσεως θυμίαμα, κατευωδιάζει τας αισθήσεις ημών».

Ο άγιος Αμβρόσιος υπήρξε όμως και μέγας αντιαιρετικός. Ήταν ο μόνος στη Δύση, που έχοντας, όπως είπαμε, μελετήσει και αφομοιώσει τη θεολογία των Πατέρων της Ανατολής, κατενόησε αμέσως τον κίνδυνο των αιρεσιαρχών Αρείου, Σαβελλίου, Ευνομίου. Γι’  αυτό και απεδύθη σε αγώνα εξαλείψεως των αιρέσεων αυτών και αποκρούσεώς τους, ώστε να απομακρυνθούν από τα όρια της ευθύνης του. Το γεγονός αυτό βεβαίως τον κατέστησε όριο πίστεως κυρίως για τη Δύση, ώστε όλων τα βλέμματα να είναι στραμμένα σ’ εκείνον, όπως αντιστοίχως συνέβαινε για παράδειγμα στην Ανατολή με τον μέγα Βασίλειο. «Πανσόφοις και ιεροίς σου δόγμασι, την αρειανόφρονα αποδιώξας λύμην, ως ποιμήν επί χλόην εποίμανας ορθοδοξίας, Πάνσοφε, τα λογικά σου πίστει θρέμματα» (Με τα πάνσοφα και ιερά σου δόγματα έδιωξες μακριά την ακαθαρσία της αίρεσης του Αρείου, Πάνσοφε, κι ως Ποιμένας ποίμανες πάνω στη χλόη της ορθοδοξίας τα λογικά σου με την πίστη πρόβατα). Γι’  αυτό και ο άγιος Ιωσήφ χαρακτηρίζει μεταξύ άλλων τον Αμβρόσιο «μάχαιραν πιστών εστιλβωμένην» και σάλπιγγα της εορτής της Σαρκώσεως του Θεού, που ως μάχαιρα κατακόβει τα θράση των αιρέσεων, ενώ ως σάλπιγγα διεγείρει τους πάντες στην αληθινή πίστη. «Ως μάχαιρα πιστών εστιλβωμένη δείκνυσαι, και σάλπιγξ της ευσήμου Εορτής, τα θράση των αιρέσεων τμητικώς συγκόπτουσα και πάντας διεγείρουσα». Δεν είναι τυχαίο, γι’ αυτό, ότι μπόρεσε με τη χάρη του Θεού να ελκύσει στη χριστιανική πίστη τον μέγα Αυγουστίνο, ο οποίος μέχρι να γίνει χριστιανός, ταλαιπωρείτο στα μονοπάτια των διαφόρων φιλοσοφιών και θεοσοφιών.

Μέσα στα πλαίσια του αντιαιρετικού αγώνα του αγίου Αμβροσίου πρέπει να εντάξουμε και τον αγώνα του κατά της πρακτικής αίρεσης, της αίρεσης του βίου, δηλαδή τον ανορθόδοξο τρόπο ζωής. Κι αυτό κυρίως το έκανε προσφέροντας ανόθευτη την ορθόδοξη πίστη, αλλά και ελέγχοντας τους θρασείς, έστω κι αν βρίσκονταν σε υψηλότατες θέσεις, ακόμη και του βασιλιά. Είναι γνωστό σε όλους, το λέει άλλωστε και το συναξάρι, πώς έλεγξε και τον ίδιο τον Μεγάλο Θεοδόσιο και του έβαλε κανόνα, μέχρι να γίνει και πάλι δεκτός στην Εκκλησία. Ο υμνογράφος του αγίου δεν αφήνει βεβαίως ασχολίαστη αυτήν την ακεραιότητα και ευθύτητα του αγίου Αμβροσίου. Τον παραλληλίζει μάλιστα εν προκειμένω με τον προφήτη Ηλία και τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή. «Τον προφήτην Ηλίαν ζηλοτυπών, Ιωάννην ωσαύτως τον Βαπτιστήν, ανδρείως διήλεγξας Βασιλείς ανομήσαντας». (Ζηλεύοντας τον προφήτη Ηλία, όπως και τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, έλεγξες με ανδρεία βασιλείς που ανόμησαν). «Ο ζήλος σου Ηλιού ζήλον μιμείται Μακάριε∙ βασιλέα γαρ πιστόν, χρανθέτα τοις αίμασιν, ελέγξας απήλασας θείων περιβόλων, το αιδέσιμον φυλάττων Θεού». (Ο ζήλος σου, μακάριε Αμβρόσιε, μιμείται τον ζήλο του προφήτη Ηλία. Διότι έλεγξες τον πιστό βασιλιά, που μολύνθηκε όμως από το αίμα που έχυσε, και τον απομάκρυνες από τον θείο περίβολο της Εκκλησίας, φυλάσσοντας έτσι τον σεβασμό του Θεού). Είναι ευνόητο ότι μία τέτοια στάση έναντι της κοσμικής εξουσίας προϋποθέτει άνθρωπο που έχει μεταθέσει την ύπαρξή του στον ίδιο τον Θεό και γι’ αυτό δεν εξαρτά την πορεία του από τη γνώμη και τη διάθεση των εκάστοτε κρατούντων.

Και τέλος, ο άγιος υπήρξε μέγας θαυματουργός. Ο Θεός τον χαρίτωσε λόγω της κεκαθαρμένης καρδίας του και των πολλών αρετών του («Σώμα και καρδίαν και τον νουν προκαθηράμενος παθών συγχύσεως, πυρφόρον έλλαμψιν άνωθεν εισεδέξω την του Πνεύματος, ώσπερ οι θείοι μαθηταί, Αμβρόσιε», δηλαδή: Προκαθάρθηκες κατά το σώμα και την καρδία και τον νου από τη σύγχυση των παθών, Αμβρόσιε, οπότε δέχτηκες από τον Θεό την πυρφόρα έλλαμψη του αγίου Πνεύματος, σαν τους θείους μαθητές του Χριστού), όχι μόνο να κάνει θαύματα με την προσευχή και τη μεσιτεία του προς τον Θεό, αλλά και με μόνη την επαφή με το ρούχο του. «Μεγίστην χάριν προς Θεού δεδεγμένος και δύναμιν σης εσθήτος επαφή, ποικίλα πάθη, Αμβρόσιε Πάτερ, εθεράπευσας των προσιόντων σοι» (Δέχτηκες μεγίστη χάρη και δύναμη από τον Θεό, Πάτερ Αμβρόσιε, γι’ αυτό και θεράπευσες ποικίλα πάθη αυτών που προσέρχονταν σε σένα, και με μόνη την επαφή της εσθήτας σου). «Ταις αυτού πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς».
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Ισαάκ ο Σύρος: Ο πειρασμός των ανέσεων.

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Δεκεμβρίου, 2013

Είναι και αυτό μέσα στην ανθρώπινη φύση μας το να επιζητούμε με κάθε τρόπο την άνεση. Η αρρωστημένη μας ύπαρξη εξ αιτίας της πτώσεως, στην ανάπαυση νοιώθει ευχαρίστηση, αυτήν λαχταρά, αυτήν θεωρεί ως την πεμπτουσία της ευτυχίας της. Και σαν να μην φθάνη ο εαυτός μας, έρχεται και η εποχή μας με τα κομφόρ και τις ποικίλες διευκολύνσεις να καλλιεργήση ακόμη πιο πολύ αυτή μας την διάθεση. Έτσι ζούμε κυριολεκτικά και αναπνέουμε μέσα σε μία ατμόσφαιρα ευδαιμονισμού και καλοπεράσεως. Άνεση, άνεση, προ παντός και κυρίως άνεση, να ποιο είναι το σύνθημα του σημερινού ανθρώπου.
Μια τέτοια όμως νοοτροπία βοηθεί ή αναστέλλει την κατά Χριστόν προκοπή του κάθε πιστού χριστιανού; Μήπως παρεμβάλει εμπόδια στην πνευματική του πορεία; Ποια είναι αυτά και πως ξεπερνιούνται; Να μερικά ερωτήματα, που προβάλλει η σύγχρονη πραγματικότητα και που ζητούν επίμονα την απάντησή τους. Την αυθεντική και σωστή απάντηση μόνο η πείρα των Αγίων του Θεού μπορεί να μας δώση. Ας ακούσουμε εδώ τι έχει να μας πει ένας από αυτούς: ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος.
1.ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ. Τίποτε το σπουδαίο μεσ’ την ζωή δεν γίνεται χωρίς κόπο. Γι’ αυτό μη φοβάσαι να κουραστής. «Έλαβε ποτέ τις νικήν εις τον πόλεμον ή εδέχθη τις τον πρόσκαιρον και  αφανιζόμενον στέφανον ή επέτυχε την επιθυμία του θελήματός αυτού ή υπηρέτησε κατά τι τα θεία πράγματα χωρίς πρώτον να καταφρονήση τους κόπους και τας θλίψεις και να αποβάλη εξ αυτού το φρόνημα, όπερ ερεθίζει τον άνθρωπον εις την ανάπαυσιν εκ της οποίας γεννάται η οκνηρία και εξ αυτήν πηγάζει η χαύνωσις;». Ιδιαίτερα δεν μπορεί να υπάρξη αρετή χωρίς κακοπάθεια. « Συνήθεια έχει η αρετή να υπόκειται εις τα δυσκολίας και πάσα αρετή γινομένη μετά αναπαύσεως είναι κατηγορημένη». Μία ζωή καλοπεράσεως οπωσδήποτε θα έχει θλιβερές επιπτώσεις στην πνευματική ζωή του κάθε πιστού.
2. ΟΙ ΔΥΣΜΕΝΕΙΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ. Και πρώτα απ’ όλα α) Η δημιουργία δεινών πειρασμών. Πολλές φορές λέγει ο ιερός πατήρ «Ισχυραί συμφοραί και δεινοί πειρασμοί διεγείρονται εναντίον του αναζητούντος την ανάπαυσιν καθ’ ότι ακολουθεί το εαυτού θέλημα και προσηλώνει τους λογισμούς αυτού εις τούτο. Επειδή ο κυρβερνήτης αυτού είναι η επιθυμία. Τις δεν γνωρίζει ότι και τα πετεινά τη ελπίδι της αναπαύσεως πλησιάζουσιν εις την παγίδα και συλλαμβάνονται; Ή μήπως ο διάβολος δεν παγιδεύει και ημάς εξ αρχής δια του φρονήματος της αναπαύσεως εις εκείνα τα οποία είναι κρυπτά εις τόπους ή εις άλλα τινά πράγματα;»
β) Η πνευματική αδιαφορία. Με τις πολλές ανέσεις εκθηλύζεται η ανθρώπινη φύση. Η υπερβολική φροντίδα του ανθρώπου για την καλοπέραση του σώματος τον κάνει να μην πολυανησυχεί για το καλό της ψυχής του. «Όπως το πυρ εις τα υγρά ξύλα δεν ανάπτει και η θεία θερμασία δεν ανάπτει εις την καρδίαν εκείνην, ήτις αγαπά την τρυφηλήν ζωήν».
γ) Τέλος, έρχεται η καταφρόνηση του ιδίου του Θεού. Εδώ δυστυχώς καταλήγει ο άνθρωπος, που κάνει σκοπό της ζωής του την καλοπέραση. και το αιτιολογεί θαυμάσια ο άγιος του Θεού άνθρωπος. «Αφού αι αρεταί του Θεού τελειούνται δια των θλίψεων και στενοχωριών, ημείς όμως καταφρονούμεν αυτόν τον Θεόν, όστις έδωκε τα εντολάς κατά των παθών, τα οποία θεριεύουν δια της αναπαύσεως και έτσι καταργούμε την αιτίαν της αρετής, ήτις είναι στενοχωρία και η θλίψις». Όταν στενοχωρείται το σώμα οι λογισμοί δεν μπορούν να περιπλανώνται σε μάταια πράγματα και εκείνος που υπομένει ευχαρίστως τους κόπους και τις δοκιμασίες εύκολα μπορεί να χαλιναγωγήση και τους λογισμούς, διότι οι λογισμοί μόνον δια μέσου των θλίψεων παύουν. Αλλά ο ιερός πατήρ δεν αρκείται μόνον στην επισήμανση των θλιβερών επιπτώσεων, που δημιουργούν οι ανέσεις στον άνθρωπο, προχωρεί και στον τρόπον υπερνικήσεώς των.
Α. Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ. α) Μη λησμονής την μεταβλητότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων. Όλα αλλάζουν σ’ αυτήν την ζωή. Και οι ανέσεις, που αναζητούμε δεν μπορεί να είναι κατάσταση νόμιμη. «Εις πάσαν ανάπαυσιν ακολουθεί ταλαιπωρία και εις πάσαν δια τον Θεόν ταλαιπωρία ακολουθεί ανάπαυσις. Όλα τα πράγματα αυτού του κόσμου μεταβάλλονται. Η δεν μεταβολή γίνεται δια των εναντίων ή εις την παρούσαν ζωήν ή εις την μέλλουσαν ή εις την εξ ακολασίας ηδονήν ή εις την προς επίτευξιν της αγιωσύνης γενομένην κακοπάθειαν και ταύτα οικονομεί ο Θεός από φιλανθρωπίαν».
β) Οπλίσου με ζήλο υπέρ της αρετής, που είναι ασυγκρίτως ανώτερη από κάθε ανάπαυση. «Όταν η καρδιά ζηλοτυπήση εις τα πνευματικά, τότε το σώμα δεν λυπείται εις τας θλίψεις, ουδέ φοβείται και συστέλλεται, αλλ’ ανθίσταται κατά του νοός γενναίως και καρτερικώς ως αδάμας εις όλους τους πειρασμούς». Και καταλήγει ο Άγιος Ισαάκ: «Ας ζηλώσωμε και ημείς τον ζήλον του πνεύματος κατά το θέλημα του Κυρίου και θέλει αποδιωχθή αφ’ ημών πάσα μαλθακότης, ήτις γεννά εις το φρόνημα ημών την ραθυμίαν».
γ) Μη προσκολλάσαι στην ματαιότητα της παρούσης ζωής. Η αίσθηση της παροδικότητος βοηθάει πολύ στην αποκόλληση της ψυχής από τον μάταιο τούτο κόσμο. «Οι μωροί και οι ανόητοι προτιμούν μάλλον την ενταύθα μικράν ανάπαυση παρά την Βασιλείαν των Ουρανών, μη γνωρίζοντες, ότι κάλλιον είναι να υποφέρη τις παιδεύσεις εις τον αγώνα παρά να αναπαύεται εις στρωμνήν βασιλικήν και να κατακριθή ως ράθυμος. Υπόμεινον λοιπόν τον κόπον του αγώνος εις τον οποίον εισήλθες, ίνα λάβης παρά του Θεού τον στέφανον. Οι Άγιοι εν θλίψεσι εδοκιμάσθησαν εις την αγάπην του Χριστού και όχι δι’ αναπαύσεων».
Ώστε λοιπόν, να παύσουμε να επιζητούμε τις ανέσεις, που μας προσφέρει ο πολιτισμό; Θα ερωτήσουν πιθανώς μερικοί. Όχι βέβαια, αλλά μέχρις εκεί που δεν γίνεται εμπόδιο στην πνευματική μας ζωή.
Οι ανέσεις σαν μια ανάγκη ψυχοσωματική του ανθρώπου αλλά και σαν δώρα και αυτά του Θεού μπορούν να αποβούν ωφέλιμες, εάν χρησιμοποιούνται με ένα πνεύμα εσωτερικής ελευθερίας και δεν καταντούν αυτοσκοπός! Από τη στιγμή, όμως, που πάμε να αντικαταστήσουμε τον Σταυρό, το σύμβολο της θυσίας, με μια αναπαυτική πολυθρόνα φτιάχνοντας έτσι ένα βολικό Χριστιανισμό κομμένο και ραμμένο στις προτιμήσεις μας, βρισκόμαστε έξω από την γνήσια πνευματικότητα και την παράδοση των Αγίων πατέρων μας. Και εδώ βρίσκεται ο μεγάλος πειρασμός των χριστιανών της εποχής μας. Εάν ο Χριστιανισμός σήμερα παρουσιάζεται τόσον χλωμός και χλιαρός, μήπως οφείλεται σε ένα μεγάλο βαθμό της καλοπεράσεως, που μας έχει κυριεύσει;
Μια αλήθεια, που πρέπει να μας προβληματίση ,όσον πικρή κι αν φαίνεται…
από το βιβλίο: ΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ
του αρχιμ. Νικήτα Εμμ. Βουτυρά

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ ΛΟΥΚΑ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Δεκεμβρίου, 2013

…ἵνα τούς δύο κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινόν ἄνθρωπον ποιῶν εἰρήνην” (᾽Εφεσ. 2, 15)
α. Μέ ρωμαλέα θεολογική σκέψη καί μεγαλειώδη τρόπο ὁ ἀπόστολος Παῦλος προβάλλει στήν πρός ᾽Εφεσίους ἐπιστολή του τό ἑνωτικό ἔργο πού ἔφερε στόν κόσμο ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός: εἶναι ᾽Εκεῖνος πού ἀποτελεῖ τήν ἀληθινή εἰρήνη τοῦ κόσμου, γιατί γκρέμισε μέ τόν σταυρικό Του θάνατο ὅ,τι σάν τεῖχος χώριζε τούς ᾽Ιουδαίους καί τούς ἐθνικούς καί προκαλοῦσε ἔχθρα μεταξύ τους. Στόν ἑαυτό Του δημιουργήθηκε ἡ νέα ἀνθρωπότητα, ὁ ῾καινός ἄνθρωπος᾽, ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσε τήν ὑπέρβαση τῶν ὅποιων ἀνθρωπίνων μέχρι τότε διαφορῶν καί χωρισμῶν, μέ ἀποτέλεσμα διά τοῦ Χριστοῦ ὁ κάθε ἄνθρωπος νά εἶναι συμπολίτης τῶν ἁγίων καί οἰκεῖος τοῦ Θεοῦ. Μέ τόν Χριστό φανερώνεται ἡ νέα ἀνθρωπολογία, ἡ καινούργια ματιά γιά τόν ἄνθρωπο, κάτι πού συνιστᾶ καί ὅ,τι πιό σύγχρονο ὑπάρχει στόν χῶρο τῶν ἐπιστημῶν τοῦ ἀνθρώπου. ῾Ο ῾καινός ἄνθρωπος᾽ πού ῾ἔκτισε᾽ ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἀπάντηση καί σήμερα τῆς ᾽Εκκλησίας μας στόν σύγχρονο ταραγμένο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ καί ἀναζητεῖ τήν ταυτότητά του.
β. 1. Πρό Χριστοῦ κυριαρχοῦσε ἡ διάσπαση ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους. ῾Ο καθένας κατανοοῦσε τόν ἑαυτό του καί γενικῶς τόν ἄνθρωπο μέ κριτήρια ἀπολύτως ἐνδοκοσμικά: φυλετικά, ἐθνικά, ταξικά. Οἱ ᾽Ιουδαῖοι γιά παράδειγμα. ῞Οριζαν ὡς ἄξιο λόγου ἄνθρωπο μόνο τόν ᾽Ιουδαῖο, τόν ἐκλεκτό τοῦ Θεοῦ. Τούς ἐκτός αὐτοῦ ἀνθρώπους τούς χαρακτήριζαν ἀπόπαιδα τοῦ Θεοῦ, μή ἀνθρώπους, ὄχι περισσότερο ἀπό ῾σκυλιά᾽. Οἱ ῞Ελληνες παρομοίως. Τό ῾πᾶς μή ῞Ελλην βάρβαρος᾽ ἦταν ἡ πεμπτουσία τῆς ἀπαξίωσης κάθε μή ῞Ελληνα καί τῆς ὑπεραξίας τῶν ἰδίων. Εἶναι γνωστό ἀπό τήν ἄλλη ἡ ταξική προσέγγιση τῶν ἀνθρώπων ἀπό αὐτούς: ἡ διάκριση σέ δούλους καί ἐλευθέρους ἦταν φυσική γιά τούς ῞Ελληνες κατάσταση.
᾽Από τήν ἄποψη αὐτή γνώρισμα τῆς πρό Χριστοῦ ἀνθρωπότητος ἦταν ἡ ἔχθρα καί ἡ διάσταση ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους. ῾Πόλεμος πατήρ πάντων᾽ τοῦ φιλοσόφου ῾Ηρακλείτου ἦταν ἡ λεκτική διατύπωση αὐτοῦ πού ὑπῆρχε ὡς αἴσθηση καί βίωμα τῶν ἀνθρώπων πρό Χριστοῦ. Κι αὐτό βεβαίως σήμαινε τήν ἐπιβεβαίωση τῆς ἁμαρτίας τους. Διότι ἡ ἁμαρτία στόν πυρήνα της εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἐγωισμός τοῦ ἀνθρώπου – ἡ νοσηρή στροφή καί ἀγάπη του μόνο στόν ἑαυτό του καί στά δικά του συμφέροντα – ἀπότοκο τοῦτο τῆς ἀπαρχῆς τῆς πλάσεώς  του ἐπανάστασης κατά τοῦ Δημιουργοῦ του. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ἐναντίωση τοῦ πρώτου ἀνθρώπου, ῾τῇ συμβουλίᾳ τοῦ ὄφεως᾽ διαβόλου, πρός τόν Κύριο καί Θεό του ἔφερε τήν ἔχθρα καί τή διάσπαση καί μέ τόν ἴδιο τόν Θεό, ἀλλά καί μέ τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του, μέσα στόν ὁποῖο ἑαυτό ἦταν καί ὁ συνάνθρωπός του. ῾Ο πρό Χριστοῦ ἄνθρωπος θέριζε τά θανατηφόρα ἐπίχειρα τῆς κακῆς χρήσεως τῆς ἐλευθερίας του.
2. ῾Ο ἐρχομός τοῦ Χριστοῦ ὅμως – προαναγγελμένος ἤδη ἀπό τήν ὥρα τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου διά τοῦ πρωτευαγγελίου καί ἐπαναβεβαιούμενος ἔκτοτε διά τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης – σήμανε τήν κατάργηση τῶν διακρίσεων καί τῶν ἐχθροτήτων. ῾Ο Χριστός ἐρχόμενος στόν κόσμο ῾κτίζει᾽ στόν ἑαυτό Του τόν καινούργιο ἄνθρωπο καί ἀποκαθιστᾶ τή ῾χαλασμένη᾽ διά τῆς ἁμαρτίας ἀνθρωπότητα. ᾽Εν Χριστῷ ἔτσι ὑπερβαίνονται ὅλες οἱ διακρίσεις πού χώριζαν πιά τούς ἀνθρώπους, εἴτε φυλετικές ἦταν αὐτές εἴτε ἐθνολογικές εἴτε κοινωνικές.  ῞Ολοι οἱ ἄνθρωποι – καθ᾽ ἑαυτούς καί στή μεταξύ τους σχέση – στό πρόσωπο ᾽Εκείνου βρίσκουν τό κέντρο καί τήν ἑνότητά τους, πού σημαίνει ὅτι ὁ ᾽Ιουδαῖος καί ὁ εἰδωλολάτρης, ὁ ῞Ελληνας καί ὁ  βάρβαρος, ὁ δοῦλος καί ὁ  ἐλεύθερος, ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα, οἱ πάντες ἐν Χριστῷ γίνονται ἕνα. ῾῞Ινα κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ τόν καινόν ἄνθρωπον, ποιῶν εἰρήνην᾽. Κι ὅπως τό διατυπώνει ὁ ἀπόστολος κι ἀλλοῦ: ῾οὐκ ἔνι ᾽Ιουδαῖος οὐδέ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος ἤ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ. Πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ᾽. ῾Εἴ τις ἐν Χριστῷ καινή κτίσις᾽.
῾Ο χριστιανός ἄνθρωπος λοιπόν εἶναι ὁ καινός ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἑνωμένος μέ τόν Χριστό γίνεται μία φανέρωση ᾽Εκείνου στόν κόσμο κι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή συνιστᾶ τήν κρίση τοῦ κόσμου. Διότι ὁ κόσμος κυριαρχημένος, μέχρι νά πιστέψει στόν Χριστό, ἀπό τό πνεῦμα τοῦ πονηροῦ καί σπαρασσόμενος ἔτσι ἀπό τά ἐγωιστικά πάθη του δέν ἀνέχεται τό κήρυγμα ἑνότητος πού προβάλλει ὁ χριστιανός πρωτίστως μέ τή ζωή του κι ἔπειτα καί μέ τά λόγια του. ῾Ο κοσμικός ἄνθρωπος ἔτσι, μέ τήν ἔννοια τοῦ μή ἀποδεχομένου τόν Χριστό, ἀδυνατεῖ νά κατανοήσει τήν ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ καί τή μέχρι θυσίας ἀγάπη τοῦ χριστιανοῦ πρός τόν συνάνθρωπο. Καί γι᾽ αὐτό προκαλούμενος θέλει νά τόν βγάλει ἀπό τή μέση. ῞Ο,τι στάση κράτησε ὁ κόσμος ἀπέναντι στόν ἐν σαρκί φανερωθέντα Θεό, τόν Δημιουργό του, τήν ἴδια στάση κρατάει καί ἀπέναντι στούς ἀκολούθους Του. Κι ἡ στάση αὐτή εἶναι βεβαίως ἡ δίωξη καί ὁ θάνατος. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν᾽.
3. ῞Ωστε ὁ χριστιανός εἶναι ὁ καινός-καινούργιος ἄνθρωπος, γιατί εἶναι ἑνωμένος μέ τόν Χριστό. Μιλᾶμε λοιπόν γιά μία χαρισματική κατάσταση, ἡ ὁποία προϋποθέτει δύο πράγματα: ἀφενός τήν πίστη στόν Χριστό ὡς τόν ἐνανθρωπήσαντα, καθώς εἴπαμε, Θεό, ὁ ῾Οποῖος ἦλθε στόν κόσμο προσλαμβάνοντας τήν ἀνθρώπινη φύση (σῶμα καί ψυχή) ὄχι στήν ὑπόσταση-πρόσωπο ἑνός συγκεκριμένου ἀνθρώπου (νεστοριανισμός), ἀλλά στήν ὑπόσταση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. ῾Η πρόσληψη τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί ὄχι ἑνός μεμονωμένου ἀνθρώπου συνιστᾶ τή βάση τῆς ἀνθρώπινης ἑνότητος. Κάθε ἄνθρωπος πού ἔχει σῶμα καί ψυχή εἶναι ἐνταγμένος στήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ καί συνεπῶς χάριτι Θεοῦ εἶναι πραγματικά ἑνωμένος καί μέ τόν Χριστό καί μέ τούς συνανθρώπους του. ῾Η ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο ἔτσι δέν ἀποτελεῖ ἕνα ἠθικό ἁπλῶς αἴτημα, ἀλλά καθίσταται ὀντολογική ἀναγκαιότητα: δέν μπορεῖ κανείς νά μήν ἀγαπᾶ, ἄν θέλει νά διατηρεῖ τήν ἀκεραιότητα πιά τοῦ ἑαυτοῦ του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ βασική ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη εἶναι τό ῾ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου, καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν᾽. ᾽Εν Χριστῷ ἡ ἑνότητα ὅλων, Θεοῦ καί ἀνθρώπων, εἶναι δεδομένη. ῾῞Ινα πάντες ἕν ὦσιν᾽.
᾽Αφετέρου ἡ ἑνότητα αὐτή πού ἔφερε ὁ Χριστός στούς ἀνθρώπους πραγματοποιεῖται μέσα πιά στό σῶμα Του, τήν ᾽Εκκλησία. ῞Ο,τι εἴπαμε ὡς ῾καινή κτίσιν᾽ μιλώντας γιά τούς χριστιανούς προϋποθέτει ὅτι ὁ ἄνθρωπος τό ἀποδέχεται μέ τή βούλησή του κι ἀρχίζει νά τό ζεῖ καθώς γίνεται μέλος Χριστοῦ διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι μπορεῖ ἡ χάρη νά εἶναι δοσμένη καί παρούσα πραγματικότητα στόν κόσμο, ἀλλά ἄν δέν ὑπάρξει καί τό ῾ναί᾽ τοῦ ἀνθρώπου παραμένει μία ἀνενέργητη κατάσταση. ῞Ενα δῶρο χωρίς ἀποδέκτη.
4. ῾Η παραπάνω ἀλήθεια εἶναι φοβερή στήν κατανόησή της. Διότι μᾶς συνειδητοποιεῖ ὅτι μπορεῖ κανείς νά ζεῖ μετά Χριστόν ἀπό πλευρᾶς χρονολογικῆς, ἀλλά νά βρίσκεται ἀκόμη πρό Χριστοῦ ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς καί ἐσωτερικῆς. Δέν εἶναι τό χρονικό σημεῖο στό ὁποῖο ζοῦμε πού μᾶς κάνει χριστιανούς, ἀλλά ἡ πίστη μας στόν Χριστό. Κι ἀπόδειξη: ὁ ἀλληλοσπαραγμός τῶν ἀνθρώπων μέχρι σήμερα σέ ἐπίπεδο λαῶν, οἱ ἐμφύλιες διαμάχες, οἱ ἔχθρες καί οἱ ἐγωϊσμοί καί μεταξύ τῶν χριστιανῶν. Τί ἄλλο ὅλα αὐτά φανερώνουν παρά τό γεγονός τῆς πρό Χριστοῦ ἀκόμη καταστάσεώς τους; Μετά Χριστόν ἀκούσαμε ἐπί χριστιανικοῦ ἐδάφους τά κηρύγματα τῆς ἀθεΐας, μετά Χριστόν ὁ ῾προφήτης᾽ κήρυξε τόν θάνατο τοῦ Θεοῦ ὡς τοῦ Πατέρα πού Τόν ῾σκότωσαν᾽ τά παιδιά Του! ῾Η ὀρφάνια ἀπό τόν Θεό Πατέρα ἔγινε δυστυχῶς σύμπτωμα καί τῶν ῾πιστῶν᾽ τῆς μετά Χριστόν ἐποχῆς, ἡ ὁποία διαλάλησε μεταξύ ἄλλων τό ῾homo homini lupus’,  ὁ ἄνθρωπος εἶναι λύκος γιά τόν συνάνθρωπό του.
γ. ῾Η μοναδική λύση καί διέξοδος στά ἀδιέξοδα καί τῆς ἐποχῆς μας εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Σ᾽ ᾽Εκεῖνον παραμένει αἰωνίως ἡ εὕρεση τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου πού ἀποτελεῖ τήν ἑνότητα τῶν πάντων. Οἱ χριστιανοί καί μάλιστα οἱ ὀρθόδοξοι, οἱ ὁποῖοι χάριτι Θεοῦ διασώζουμε τήν αὐθεντική εἰκόνα Του καί μποροῦμε νά Τόν ζοῦμε στήν ᾽Εκκλησία Του, πρέπει νά καταλάβουμε τήν ἱστορική εὐθύνη πού ἔχουμε. ῎Ισως εἶναι ἡ κρισιμότερη ὥρα τώρα πού ἀλληλοσπαράσσεται ὁ κόσμος καί ἡ παγκόσμια κρίση ἔχει καταστήσει ἀνισόρροπο καί θολωμένο τόν νοῦ τῶν περισσοτέρων, νά ἐνεργοποιήσουμε ὅσο μποροῦμε τή χριστιανοσύνη μας, δηλαδή τόν ἑνοποιό πρός ὅλους ρόλο μας. ῾Η αἴσθηση τῆς ἑνότητος μέ τόν Χριστό καί Θεό μας, ὅπως καί μέ τούς συνανθρώπους μας πρέπει νά μᾶς κινητοποιεῖ σέ βαθειά μετάνοια καί σέ προσευχή καρδιακή καί ἔμπονη γιά ὅλους. ῾Ο Θεός μας περιμένει αὐτήν τήν ῾ἀφορμή᾽ ἀπό ἐμᾶς, προκειμένου νά προσφέρει πλούσια τήν ἀγάπη Του. Θά εἶναι ὄχι ἁπλῶς κρίμα ἀλλά ἔγκλημα νά μή ῾διαβάσουμε᾽ τά σημεῖα τῶν καιρῶν καί νά περιδινιζόμαστε κι ἐμεῖς στίς μικρότητες τοῦ ἐγωϊσμοῦ καί τῶν συμφερόντων μας, ῾κατεσθίοντες᾽ τίς σάρκες τῶν ἀδελφῶν μας. ᾽Αλλά τότε ποιά ἐλπίδα μπορεῖ νά ὑπάρξει; ῾῏Αρά γε ἐλθών ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου εὑρήσει τήν πίστιν ἐπί τῆς γῆς;᾽.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ ΛΟΥΚΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Δεκεμβρίου, 2013

«Και (ο Ιησούς) επέθηκε επ’ αυτή τας χείρας∙ και παραχρήμα ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν» (Λουκ. 13, 13)
α. Μία «συγκύπτουσα» γυναίκα που επί χρόνια ήταν διπλωμένη στα δύο, που το χώμα ήταν ο μοναδικός ορίζοντας των ματιών της, σηκώνεται και στέκεται όρθια: μπορεί και πάλι να σταθεί αντίκρυ στα πρόσωπα των συνανθρώπων της, να δει και πάλι το γαλάζιο του ουρανού και να ατενίσει κατάματα τον ορίζοντά του. Ένα θαύμα που τη συγκλονίζει και την κάνει να ξεσπάσει σε δοξολογία προς τον Θεό, κι αυτό γιατί  τα χέρια του Ιησού ακούμπησαν πάνω της. «Και επέθηκεν επ’  αυτή τας χείρας∙ και παραχρήμα ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν».
β. 1. Δεν επρόκειτο για χέρια ενός απλού ανθρώπου, μολονότι και τα χέρια αυτά μπορούν να γίνουν χέρια ιαματικά, όταν είναι χέρια ενός γιατρού, ενός φυσικοθεραπευτή, ενός χειροπράκτη. Ποιος μπορεί για παράδειγμα να μη θαυμάσει τα «μαγικά» χέρια του χειρουργού αγίου Λουκά του ιατρού του Ρώσου, ή τα εξίσου «μαγικά» της γερόντισσας Γαβριηλίας (Παπαγιάννη), με τις χειροπρακτικές μεθόδους της, όταν μαθαίνει ότι αυτά έσωσαν στην εποχή τους τόσες ζωές; Το ίδιο από την άλλη και το φιλικό άγγιγμα των χεριών ενός ανθρώπου μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά για τον συνάνθρωπο, όταν μάλιστα αυτός νιώθει μόνος και ανασφαλής. Πόσες φορές και το απλό άγγιγμα δεν δηλώνει την παρουσία μας ως συμπαραστάτη, ως κάποιου που χωρίς λόγια τις περισσότερες φορές θέλει να πει στον άλλο «μη φοβάσαι, είμαι μαζί σου!»
2. Στο περιστατικό του ευαγγελίου όμως για τη συγκύπτουσα γυναίκα που θεράπευσε ο Χριστός, πρόκειται για τα χέρια του Ίδιου του ενανθρωπήσαντος Θεού μας, Εκείνου που μέσω αυτών σκορπούσε τη θαυματουργική ίαση και την ουράνια ευλογία. Δεν είναι μόνο το συγκεκριμένο περιστατικό. Σε κάθε σχεδόν θαύμα του Κυρίου, θεραπείας από αρρώστια ή αναστάσεως εκ νεκρών, αυτά τα χέρια γίνονταν η δίοδος για να διέλθει η πανσθενής δύναμη του λόγου Του. Κι επί πλέον: είναι τα χέρια εκείνα, που χωρίς να υφίστανται εν σαρκί ακόμη, υπαρκτά όμως με τον ανθρωπομορφισμό της Παλαιάς Διαθήκης, έπλαθαν τον Αδάμ και την Εύα, δημιουργώντας τον πρώτον άνθρωπο. «Αι χείρες Σου εποίησάν με και έπλασάν με». Και να προχωρήσουμε πιο πολύ: είναι τα χέρια που ευλόγησαν τους μαθητές και τον κόσμο, την ώρα που ο Κύριος αναλαμβανόταν στους Ουρανούς, αφήνοντάς μας την ευλογία ακριβώς των χεριών Του ως την τελευταία επί γης ανάμνησή Του. «Και εν τω ευλογείν Αυτόν αυτούς ανεφέρετο εις τους Ουρανούς».
3. Τα χέρια του Ιησού δεν χάθηκαν με την Ανάληψή Του. Αφενός η ευλογία τους συνεχίζεται στους αιώνες, δεδομένου ότι ο Κύριος εκράτησε διαπαντός την ανθρώπινη φύση Του – ο Κύριος κάθεται εν δεξιά του Πατρός και ως άνθρωπος και έτσι θα έλθει στη Δευτέρα Του Παρουσία «κρίναι ζώντας και νεκρούς» –  αφετέρου εξακολουθούν και υφίστανται στον κόσμο «εν ετέρα μορφή»: μέσω των χεριών των ιερέων, οι οποίοι δανείζουν, κατά την πατερική έκφραση, τα χέρια τους και το στόμα τους σ’  Εκείνον, προκειμένου Αυτός να αγιάζει διά του λόγου και της τελέσεως των μυστηρίων τους πιστούς όλων των αιώνων. Τι άλλο είναι η ευλογία ιδίως που προσφέρει κατά τις ακολουθίες της Εκκλησίας μας ο ιερέας, παρά η ευλογία του ίδιου του Κυρίου, διά των χεριών των μελών Του κληρικών; Κι είναι πολύ ωραίο το καταγεγραμμένο περιστατικό από τις ιστορίες του Αγίου Όρους, σύμφωνα με το οποίο νεαρός νεοχειροτονηθείς σε ιερέα μοναχός τελούσε τις πρώτες του λειτουργίες. Και σε μία από αυτές, που μετείχε και ο γέροντας ηγούμενός του, εξερχόμενος στην Ωραία Πύλη για το «ειρήνη πάσι», απέφυγε την ευλογία, σκεπτόμενος ότι δεν είναι άξιος αυτός να ευλογήσει τον ηγούμενο. Και με τρόμο και έκπληξη άκουσε μέσα από το πετραχήλι του φωνή να του λέει: «Δεν ευλογείς εσύ, αλλά εγώ».
Δεν είναι όμως μόνον τα χέρια των κληρικών. Ο Κύριος ενεργεί και μέσω των χεριών όλων των πιστών Του, αφού όλοι οι βαπτισμένοι στο όνομά Του συνιστούν μέλη του σώματός Του, της Εκκλησίας. Κάθε δηλαδή ενέργεια των πιστών πάνω στο θέλημα του Θεού, κάθε άπλωμα των χεριών τους, για να τηρήσουν τις άγιες εντολές Του – το βλέπουμε σε όλους τους αγίους – όπως η προσφορά ελεημοσύνης για παράδειγμα, όπως το σκούπισμα των δακρυσμένων από τη θλίψη και τον πόνο συνανθρώπων τους, είναι στην πραγματικότητα το άπλωμα των χεριών και πάλι του Ίδιου του Ιησού. Και αντιστρόφως: κάθε κακή χρήση των χεριών, κάθε χτύπημα δι’  αυτών του συνανθρώπου, κάθε άπλωμά τους για κλοπή αγαθών που δεν μας ανήκουν, κάθε κίνησή τους που σκοπό έχει την προσβολή των άλλων, σημαίνει τη δαιμονική λειτουργία τους, την εκ μέρους μας πρόκληση «αναπηρίας» στον Κύριο, που Του στερούμε τη δυνατότητα  η ευλογία Του να βρει έκφραση και μέσω ημών.
4. Κι εκεί που αποκορυφώνεται η ευλογία των ιαματικών χεριών Του, εκεί που πράγματι έχουμε μία μυστική προέκτασή Τους μέσα στον χρόνο, είναι στο μυστήριο του Ευχελαίου. Στο ευχέλαιο – στο μυστήριο αυτό που διά της χρίσεως των ασθενών με έλαιο προσφέρεται η ιαματική χάρη του Κυρίου, όταν είναι συνδυασμένη με τη μετάνοια – τι άλλο έχουμε, παρά την μέσα στους αιώνες συνέχεια του «επέθηκε επ’  αυτή τας χείρας Του ο Ιησούς»; Το προτεταμένο χέρι του Κυρίου, το γεμάτο δύναμη αγάπης και θεραπείας, βλέπουμε κάθε φορά στο μυστήριο, και έτσι μας καλεί να το βλέπουμε πάντοτε η Εκκλησία μας. «Βασιλεύ άγιε, εύσπλαγχνε, και πολυέλεε, Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος – ακούμε τον ιερέα να διαβάζει στην τελευταία ευχή –  ο μη θέλων τον θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν∙ ου τίθημι εμήν χείρα αμαρτωλόν επί την κεφαλήν του προσελθόντος σοι εν αμαρτίαις και αιτουμένου παρά σου δι’ ημών άφεσιν αμαρτιών∙ αλλά σην χείρα κραταιάν και δυνατήν, την εν τω αγίω Ευαγγελίω τούτω…επί την κεφαλήν του δούλου σου έκτεινον».
γ. Η ποικιλόμορφη αυτή μέσα στον χρόνο ευλογία των χεριών του Κυρίου έχει τα ίδια αποτελέσματα με εκείνα  της επί γης παρουσίας Του. Δεν λειτουργεί λιγότερο, σήμερα για παράδειγμα, η θεραπευτική χάρη του Χριστού από ό,τι τότε που «επί γης ώφθη και τοις ανθρώποις συνανεστράφη». Το αποδεικνύουν τα διαρκή θαύματα που κάνουν οι άγιοί Του και γίνονται καθημερινά στην Εκκλησία Του. Και τα αποτελέσματα δεν είναι άλλα από αυτό που είδε στον εαυτό της και η συγκύπτουσα του Ευαγγελίου και «μη δυναμένη ανανεύσαι εις το παντελές» επί δεκαοκτώ ολόκληρα έτη: «παραχρήμα ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν». Αρκεί βεβαίως να υπάρχει η ανθρωπολογική  προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της χάρης: η ενεργής και ζωντανή πίστη του ανθρώπου.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ (6 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Δεκεμβρίου, 2013

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ (6 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)

«Ο άγιος Νικόλαος έζησε στα χρόνια των τυράννων Διοκλητιανού και  Μαξιμιανού και διέπρεψε πρώτα ως μοναχός. Έπειτα λόγω της μεγάλης αρετής του δέχτηκε την αρχιερωσύνη. Επειδή όμως πίστευε στον Χριστό και κήρυσσε ελεύθερα την χριστιανική πίστη και ζωή, συνελήφθη από τους άρχοντες της πόλεως κι αφού υποβλήθηκε σε βασανιστήρια και στρεβλώσεις του σώματός του, ρίχτηκε στη φυλακή μαζί και με άλλους χριστιανούς. Όταν όμως ο μεγάλος και ευσεβής Κωνσταντίνος απέκτησε τη βασιλεία των Ρωμαίων με το θέλημα του Θεού, ελευθερώθηκαν οι φυλακισμένοι, και μαζί με αυτούς και ο Νικόλαος, ο οποίος πήγε στα Μύρα. Μετά από λίγο διάστημα, συγκροτήθηκε με τη βοήθεια του Κωνσταντίνου και η πρώτη εν Νικαία Σύνοδος, της οποίας μέλος ήταν και ο θαυμαστός Νικόλαος.
Αυτός έκανε πολλά και διάφορα θαύματα, όπως δηλώνει και η ιστορία του.  Διέσωσε μάλιστα και τρεις άντρες που συκοφαντήθηκαν και επρόκειτο να πεθάνουν άδικα. Διότι ευρισκόμενοι στη φυλακή, έμαθαν τον χρόνο που έμελλε να αποκεφαλισθούν και επικαλέστηκαν τον άγιο σε βοήθειά τους, θυμίζοντάς του τις διάφορες ευεργεσίες που έκανε και πώς έσωσε στη Λυκία τρεις άνδρες που επρόκειτο κι αυτοί να χάσουν τη ζωή τους. Λοιπόν ο ταχύς και θερμός σε βοήθεια, ο άγιος Νικόλαος δηλαδή, φανερώνεται στον βασιλιά και στον έπαρχο κατά τον ύπνο τους. Και τον μεν έπαρχο επιτιμά για την συκοφαντία των ανδρών προς τον βασιλιά, τον δε βασιλιά διδάσκει και του υπενθυμίζει  ότι οι φυλακισμένοι άνδρες είναι αθώοι και από φθόνο κατηγορήθηκαν. Οπότε τους λύτρωσε από την επικείμενη τιμωρία. Επί πλέον και άλλα πολλά τεράστια θαύματα επιτέλεσε, κι αφού ποίμανε τον ορθόδοξο λαό με ιερό τρόπο κι έφτασε σε βαθύ γήρας, εξεδήμησε προς τον Κύριο, χωρίς όμως να ξεχάσει μετά το τέλος του το ποίμνιό του. Διότι καθημερινά, θα λέγαμε, πρόσφερε τις ευεργεσίες του σ’ αυτούς που είχαν ανάγκη και τους έσωζε από παντός είδους κινδύνους και περιστάσεις».
 
Ο υμνογράφος άγιος Θεοφάνης ευρισκόμενος σε αδυναμία και απορία προκειμένου να εγκωμιάσει έναν τόσο μεγάλο άγιο σαν τον άγιο Νικόλαο – «Ποίοις ευφημιών στέμμασιν αναδήσωμεν τον Ιεράρχην;… Ποίοις μελωδικοίς άσμασιν επαινέσωμεν τον Ιεράρχην;» Και: «Νικόλαε, μη βδελύξη την εγχείρησιν∙ ποθών ου κομπάζων γαρ, τρισμάκαρ,  κατετόλμησα», δηλαδή: τρισμακάριστε Νικόλαε, μη βδελυχθείς την απόπειρα του εγκωμιασμού σου. Διότι το τόλμησα από πόθο και όχι από υπερηφάνεια – επιχειρεί να τον προβάλει χρησιμοποιώντας τον τόπο της επισκοπής του: τα Μύρα της Λυκίας, το ίδιο το όνομά του: Νικόλαος, την προσωνυμία του: θαυματουργός.

Ο τόπος της επισκοπής του, τα Μύρα, γίνονται εν πρώτοις αφορμή για τον υμνογράφο να φανερώσει το πνευματικό βάθος του αγίου, ότι δηλαδή ο ίδιος αναδείχθηκε πνευματικό μύρο, αφού χρίστηκε από το νοητό μύρο, το άγιο Πνεύμα. Ως μυροβολών λοιπόν το μύρο της χάρης του Θεού το προσφέρει στους πιστούς, που με πίστη και πόθο τελούν την πανσέβαστη μνήμη του. «Μύροις παροικήσας αισθητώς, μύρον αληθώς ανεδείχθης μύρω χρισθείς νοητώ, άγιε Νικόλαε, αρχιεράρχα Χριστού∙ και μυρίζεις τα πρόσωπα των πίστει και πόθω σου την παναοίδιμον μνήμην τελούντων αεί». Η εικόνα αυτή του μυρωμένου από τον Θεό αγίου που «μυρίζει» σαν άνοιξη τους πιστούς, είναι από τις αγαπημένες εικόνες του υμνογράφου του. Πράγματι έρχεται και επανέρχεται αυτός με αυτήν την σκέψη, με σκοπό βεβαίως να θυμίσει ότι στην πραγματικότητα ο άγιος Νικόλαος υπήρξε μιμητής των αγίων Αποστόλων, που πρώτοι αυτοί υπήρξαν τα μυροδοχεία του αγίου Πνεύματος, συνεπώς σαν εκείνους και ο ίδιος «περιπολεύει την οικουμένην» για να προσφέρει την βοήθειά του. «Πάτερ Νικόλαε, του παναγίου Πνεύματος μυροθήκη υπάρχων, ως έαρ μυρίζεις ευφρόσυνον των θείων αρωμάτων Χριστού∙ των αποστόλων γαρ μιμητής γενόμενος, την οικουμένην περιπολεύεις, δια των λόγων των θαυμάτων σου».(Πάτερ Νικόλαε, επειδή είσαι μυροθήκη του παναγίου Πνεύματος, σαν ευφρόσυνη άνοιξη προσφέρεις το  θείο άρωμα του Χριστού).

Ο άγιος Θεοφάνης δεν παραλείπει βεβαίως, έστω και σε μικρότερη έκταση, να τονίσει και τον τρόπο που ο άγιος έγινε κατοικητήριο του Θεού και συνεπώς μυροθήκη του Πνεύματός Του. Χρησιμοποιεί μάλιστα για να δείξει την πνευματική του άσκηση και μία εξαίσια εικόνα, παρμένη από την Παλαιά Διαθήκη: ο άγιος Νικόλαος έγινε νέος Αβραάμ και ευλογήθηκε από τον Θεό ως έχων και αυτός την αρετή της φιλοξενίας. Τι έκανε λοιπόν από πλευράς πνευματικής ασκήσεως ο άγιος; Όπως πρόσφερε  ο Αβραάμ θυσία στον Θεό τον μονογενή του υιό, κατά τον ίδιο τρόπο και ο Νικόλαος: πρόσφερε στον Θεό θυσία τον νου του, σαν να ήταν ο μονογενής υιός του. Ο άγιος με άλλα λόγια χαριτώθηκε από το Πνεύμα του Θεού, διότι αγάπησε ολοκάρδια τον Θεό, τόσο ώστε ο νους του αδιάκοπα ευρισκόταν προσκολλημένος σ’  Εκείνον. «Νέος Αβραάμ εδείχθης, Νικόλαε, ως μονογενή υιόν προσάξας τον νουν τω Δεσπότη σου, αναιμάκτους θυσίας προσφέρων αεί, καντεύθεν ευλογήθης ως φιλόξενος, Πάτερ, και Τριάδος γέγονας οικητήριον θείον και άμωμον». (Αποδείχθηκες νέος Αβραάμ, Νικόλαε, γιατί οδήγησες τον νου στον Δεσπότη σου, σαν μονογενή υιό, προσφέροντάς του πάντοτε αναίμακτες θυσίες, και έτσι ευλογήθηκες σαν φιλόξενος, Πάτερ, και έγινες κατοικητήριο θείο και άμωμο).

Ο υμνογράφος όμως, είπαμε, χρησιμοποιεί και το όνομα του Νικολάου ως αφορμή σχολιασμού της αγιότητάς του. «Νίκη φερωνύμως αληθώς, του πιστού λαού ανεδείχθης, εν πειρασμοίς κραταιά, άγιε Νικόλαε, θεράπων όντως Χριστού∙ πανταχού γαρ καλούμενος, οξέως προφθάνεις, πόθω τους προστρέχοντας υπό την σκέπην σου∙ συ γαρ εν νυκτί και ημέρα, πίστει οπτανόμενος σώζεις εκ των πειρασμών και περιστάσεων». (Αναδείχθηκες αληθινά κι όπως το λέει και το όνομά σου, νίκη για τον λαό, πραγματικέ δούλε του Χριστού. Διότι μόλις καλείσαι οπουδήποτε, προφταίνεις πολύ γρήγορα εκείνους που προστρέχουν με πόθο κάτω από την σκέπη σου. Εσύ δηλαδή και την νύκτα και την ημέρα φανερούμενος με την πίστη σώζεις από τους πειρασμούς και τις δεινές περιστάσεις). Ο άγιος εν Πνεύματι ευρισκόμενος, ιδίως μετά την κοίμησή του, αποτελεί το όπλο του κάθε πιστού. Ο οποιοσδήποτε που θα τον επικαλεστεί εν πίστει, αν μάλιστα βρίσκεται σε κίνδυνο, είτε είναι στη γη είτε στη θάλασσα, θα τον βρει πρόθυμο συμπαραστάτη του. Ο άγιος δηλαδή θα γίνει η νίκη του πιστού. «Είσαι, άγιε Νικόλαε, ιεροκήρυκα Χριστού,  μέγας και θερμός βοηθός σ’ αυτούς που βρίσκονται στους κινδύνους, είτε είναι στη γη είτε πλέουν στη θάλασσα, είτε είναι μακριά είτε είναι κοντά». Και βεβαίως ο άγιος έγινε και η νίκη του λαού απέναντι στις αιρέσεις της εποχής, ιδίως απέναντι στον αιρεσιάρχη Άρειο. Υπήρξε κατά τον υμνογράφο μάλιστα «ο ολετήρ Αρείου και θερμός αντίμαχός» του, δηλαδή αυτός που τον εξολόθρευσε – κυρίως με την αγιασμένη ζωή του – και ο θερμός πολέμιός του. Είναι γνωστό ότι μη αντέχοντας ο άγιος τις βλασφημίες του Αρείου κατά του Κυρίου μέσα στην Σύνοδο, σηκώθηκε και ράπισε το βλάσφημο στόμα.

Και τέλος, ο άγιος υμνογράφος επιμένει πάρα πολύ στο θαυματουργικό χάρισμα του αγίου. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει αυτήν την επωνυμία: θαυματουργός. Η εμφάνισή του μάλιστα, όπως αναφέρει και το συναξάρι, στον βασιλιά Κωνσταντίνο και στον έπαρχο κατά τον ύπνο τους, για να σώσει τους αθώους άνδρες, είναι τόσο γνωστή, ώστε και στο εξαποστειλάριο της Πέμπτης της κάθε εβδομάδος, της ημέρας της αφιερωμένης στον άγιο Νικόλαο, όπως και στους αγίους αποστόλους βέβαια – ενδεικτικό της μεγάλης αγιότητάς του: να υπάρχει ημέρα αφιερωμένη σ’ εκείνον, όπως γίνεται με την ημέρα Τρίτη  και με τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο – να μνημονεύεται το συγκεκριμένο θαύμα του. «Τον μέγαν αρχιποίμενα και ιεράρχην άπαντες, τον πρόεδρον των Μυρέων, Νικόλαον ευφημούμεν∙ πολλούς γαρ άνδρας έσωσεν, αδίκως θνήσκειν μέλλοντας∙ και βασιλεί οπτάνεται, συν Αβλαβίω κατ’ όναρ, λύων την άδικον ψήφον». Θα έπρεπε βεβαίως να γεμίσουμε πολλές σελίδες, αν θέλαμε, έστω και ακροθιγώς,  να μνημονεύσουμε όχι τα θαύματα που έκανε και κάνει ο άγιος Νικόλαος, αλλά και μόνον αυτά που είναι καταγεγραμμένα στην ακολουθία του αγίου. Είναι σαν τις ακτίνες του ήλιου, με τα οποία φανερώνεται η λαμπρότητά του. Όπως το λέει και ο υμνογράφος: «Αστράπτεις εν τη γη των θαυμάτων ακτίσι, Νικόλαε σοφέ». Και: «Γνωρίζει πάσα υφήλιος, Νικόλαε τρισμάκαρ, τα θαύματά σου».

Εκεί όμως που υπάρχει η πληθύς των θαυμάτων του είναι στον χώρο των ναυτικών. Δεν υπάρχει άνθρωπος της θάλασσας που να μην έχει να διηγηθεί κάποια επέμβαση του αγίου, κάποιο θαύμα προς σωτηρία του. Γι’ αυτό και όλοι τους έχουν αναρτημένη στο δωμάτιό τους  την εικόνα του αγίου Νικολάου, του προστάτη τους. Κι αυτό όχι τυχαία. Το ίδιο το συναξάρι του, πέρα από άλλες περιπτώσεις, μνημονεύει τον ευλαβή εκείνο άνθρωπο του Βυζαντίου, που αγαπούσε υπερβαλλόντως τον άγιο Νικόλαο και που αναγκάστηκε να φύγει με καράβι για δουλειές σε άλλη χώρα. Και κάτι συνέβη το βράδυ της αναχώρησής του που είχε δυναμώσει ο αέρας, οι ναύτες δεν τον πρόσεξαν και τον έσπρωξαν και βρέθηκε στα μανιασμένα κύματα. Κανείς δεν μπόρεσε να τον σώσει και τον έκλαιγαν ως ήδη πεθαμένο. Εκείνος όμως στον βυθό ευρισκόμενος άρχισε να επικαλείται τον προστάτη άγιό του, και, ω του θαύματος! Βρέθηκε μέσα στο σπίτι του στάζοντας από το θαλασσινό νερό. Το μεγάλο αυτό θαύμα βεβαίως έγινε γνωστό όχι μόνον στους συγγενείς και τους γείτονες, αλλά και σε όλο το Βυζάντιο, τόσο που κλήθηκε και από τον βασιλιά και τους αρχιερείς να το διηγηθεί, με κατάληξη την δοξολογία του Θεού και την άγρυπνη δέησή Του μέσα στον Ναό από όλους.

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »