kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

ΚΥΡΙΑΚΗ Β´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Μαρτίου, 2014

Σύ δέ ὁ αὐτός εἶ καί τά ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσι
(῾Εβρ. 1, 12)
α. ῾Η Κυριακή Β´ Νηστειῶν ἀποτελεῖ συνέχεια τῆς προηγουμένης, τῆς Κυριακῆς τῆς ᾽Ορθοδοξίας, πού σημαίνει ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία μας στό πρόσωπο τοῦ μεγάλου Πατέρα της ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ εἶδε τήν συνέχεια τῆς νίκης τῆς ὀρθῆς πίστεως ἀπέναντι, αὐτήν τήν φορά, στούς νέους διαστρεβλωτές της, τόν δυτικοθρεμμένο φιλόσοφο Βαρλαάμ καί τούς ὁμόφρονές του, οἱ ὁποῖοι μέ ὅ,τι δίδασκαν συρρίκνωναν κατ᾽ οὐσίαν τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ σέ ἕνα ξερό καί ἀπονευρωμένο ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ ἀνθρώπινο κατασκεύασμα.  ῾Ο ἅγιος Γρηγόριος ἦταν ἐκεῖνος πού μέ ἀφορμή τόν βαρλααμιτισμό ἐξέφρασε σύνολη τήν ὀρθόδοξη πίστη, ἀγωνιζόμενος νά κρατηθεῖ ἡ ᾽Εκκλησία σέ αὐτό πού ἀποκάλυψε ὁ Κύριος, κήρυξαν οἱ ἀπόστολοι, δίδαξαν οἱ προγενέστεροι αὐτοῦ Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας, δηλαδή πάνω στήν χάρη τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς ἔγινε μέτρο πίστεως καί ῾κήρυξ τῆς χάριτος᾽. Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα μάλιστα τῆς ἡμέρας τήν ἀνάγκη πιστότητας στόν λόγο τοῦ Χριστοῦ μεταξύ ἄλλων τονίζει, θεμέλιο τῆς ὁποίας εἶναι ἡ αἰωνιότητα τοῦ Θεοῦ καί τοῦ λόγου Του. ῾Κατ᾽ ἀρχάς σύ, Κύριε, τήν γῆν ἐθεμελίωσας, καί ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί. Αὐτοί ἀπολοῦνται, σύ δέ διαμένεις καί πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται…Σύ δέ ὁ αὐτός εἶ καί τά ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσι᾽.
β. 1. ῾Ο ἀπόστολος εἶναι σαφής: προβάλλει τήν αἰωνιότητα τοῦ Θεοῦ, τό ἄκτιστο καί ἄτρεπτο Αὐτοῦ ἐνόψει τοῦ τρεπτοῦ καί φθαρτοῦ τῆς κτιστῆς δημιουργίας. ῾Η Δημιουργία, καρπός τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ,  ἔχει ἀρχή καί τέλος, τό ὁποῖο (τέλος) νοεῖται ὄχι ὡς καταστροφή ἀλλά ὡς ἀλλαγή αὐτῆς (῾καί πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται καί ἀλλαγήσονται᾽). Κι αὐτό θά πεῖ: ἀφενός κάθε τι στήν Δημιουργία ἔχει τήν σφραγίδα τοῦ Θεοῦ, περικλειόμενο μέσα στήν ἀγάπη Του, συνεπῶς κάθε δημιούργημα ἔχει μία ἰδιαίτερη ἱερότητα, κατεξοχήν ὁ ἄνθρωπος ὡς κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ δημιουργημένος, λοιπόν τά πάντα ἔχουν ἀναγωγικό καί μυσταγωγικό χαρακτήρα πού παραπέμπουν σέ δοξολογία τοῦ Θεοῦ – ῾οἱ οὐρανοί διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δέ χειρῶν Αὐτοῦ ἀναγγέλλει τό στερέωμα᾽· ἀφετέρου κάθε τι στήν Δημιουργία, ἐπειδή ἀκριβῶς ἕλκει τήν ὕπαρξή του ἀπό τόν Θεό καί εἶναι ἐκ φύσεως μέ ἡμερομηνία λήξεως, δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς στήριγμα καί πηγή νοήματος γιά τόν ἄνθρωπο. ῾Η ἁμαρτία ὡς ἐπανάσταση τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στόν Δημιουργό του ἔφερε τήν ἀνατροπή καί τήν διαστροφή: νά διαγραφεῖ οὐσιαστικά ὁ Θεός καί νά θεωρηθεῖ ἡ κτίση ὡς ζωή καί νόημα αὐτῆς – ὅ,τι συνέβη μέ τόν προπάτορα ᾽Αδάμ πού μετά τήν ἁμαρτία στράφηκε στήν γυναίκα του Εὔα δίνοντάς της ἀκριβῶς τήν ἰδιότητα πού δέν εἶχε: Ζωή, Εὔα.
2. ῾Ο Θεός λοιπόν εἶναι ὁ αἰώνιος καί ἄκτιστος, ῾αὐτός διδούς πᾶσι ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα᾽. Λόγω τῆς τελειότητάς Του ῾οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ παραλλαγή ἤ τροπῆς ἀποσκίασμα᾽, ὅπως καί δέν ὑπάρχει σ᾽ αὐτόν τόπος καί χρόνος, τά σημάδια τῆς φθαρτότητας. Εἶναι πάντοτε ὁ ἴδιος – ῾σύ δέ ὁ αὐτός εἶ᾽ – καί ὁ μόνος πιστός. Κατά συνέπεια δέν ὑπάρχει σ᾽ Αὐτόν ἀλλαγή στήν ἐσωτερική Του ζωή, δέν ὑπάρχει ἀλλαγή στήν στάση Του ἔναντι τῶν δημιουργημάτων Του, δέν ὑπάρχει ἀλλαγή στόν λόγο Του:
 ῾Η ζωή Του εἶναι ἡ ζωή τῆς ἁγίας Τριάδος ὡς κοινωνίας ἀγάπης –  δηλαδή τοῦ Πατρός ὡς ἀγεννήτου καί πηγῆς τῆς θεότητος, τοῦ Υἱοῦ ὡς γεννητοῦ πού σαρκώθηκε ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ὡς ἐκπορευτοῦ ἐκ μόνου τοῦ Πατρός πού ἀπεστάλη ἀπό τόν Χριστό γιά τήν λειτουργία τῆς ᾽Εκκλησίας –  ἐνῶ δρᾶ πάντοτε ἑνιαῖα μέ τήν ἄκτιστη ἐνέργειά Του·  
ἡ στάση Του ἔναντι τῶν δημιουργημάτων Του εἶναι πάντοτε στάση ἐλευθερίας καί ἀγάπης, πού σημαίνει ὅτι ἐνῶ δέν δεσμεύεται ἀπό κανέναν καί ἀπό τίποτε, στέκεται ἀγαπητικά μονίμως καί διαρκῶς ἀπέναντι σ᾽ αὐτά, ἀκόμη καί πρός ἐκεῖνα πού Τόν ἐχθρεύονται καί Τόν ῾πολεμοῦν᾽, προνοώντας γιά τά πλάσματά Του καί κατευθύνοντάς τα πρός τόν τελικό τους προορισμό. ῾Η πιστότητα αὐτή τῆς ἀγάπης Του μάλιστα ἐξηγεῖ καί τό γιατί δέν ὑφίσταται παράδεισος καί κόλαση ἀπό πλευρᾶς τοῦ Θεοῦ, καί στόν κόσμο τοῦτο καί μετέπειτα: ὁ Θεός ἀδιάκοπα ἀγαπᾶ καί ἡ ἀγάπη Του μεταποιεῖται θετικά (παράδεισος) ἤ ἀρνητικά (κόλαση) ἀνάλογα μέ αὐτό πού ἔχει καταστήσει περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς του ὁ ἄνθρωπος·
ὁ λόγος Του τέλος παραμένει πάντοτε ὁ ἴδιος, αἰώνιος καί ἐπίκαιρος γιά κάθε ἐποχή, χωρίς ἀλλοιώσεις καί μεταποιήσεις. Τά πάντα μπορεῖ νά μεταβληθοῦν, τά πάντα μπορεῖ νά καταργηθοῦν, ὄχι ὅμως ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος συνιστᾶ στήν πραγματικότητα φανέρωση τῆς ἄκτιστης ἐνέργειάς Του καί ἄλλον τρόπο παρουσίας Του. Κατά τά ἀψευδῆ λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου ῾ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δέ λόγοι μου οὐ μή παρέλθωσιν᾽. Γι᾽ αὐτό καί ὁ λόγος Του εἶναι παντοδύναμος πού καθιστᾶ δυνατό κάθε τι πού θεωρεῖται ἀδύνατο, μᾶλλον ὁ λόγος Του ἐκφερόμενος συνιστᾶ τήν ἴδια τήν δημιουργία. ῾Αὐτός εἶπε καί ἐγενήθησαν, Αὐτός ἐνετείλατο καί ἐκτίσθησαν᾽. Εἶναι αὐτονόητο ἔτσι ὅτι ὁποιαδήποτε ἀνθρώπινη προσπάθεια ἀλλοίωσης τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, παρερμηνείας, ἔκπτωσης ἤ ὑποβάθμισής του, πολλῷ δέ μᾶλλον κατάργησής του, συνιστᾶ βλασφημία πού ἀποκαλύπτει τήν ἀπιστία, τήν ἀθεΐα καί τόν δαιμονισμό τοῦ ἀνθρώπου. Μή ξεχνᾶμε ὅτι ὁ πρῶτος πού ἀποπειράθηκε νά διαστρεβλώσει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ ἦταν ὁ ῾πεσών ἑωσφόρος᾽.
3. Μέ βάση τά παραπάνω εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ αἰωνιότητα καί ἡ πιστότητα τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ τό θεμέλιο τῆς ζωῆς καί τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου.
῎Εχει καταρχάς μία πίστη πού τήν παρέλαβε ἀπό τήν ἁγία ᾽Εκκλησία τήν ὥρα τῆς ἐνσωματώσεώς του σέ αὐτήν κατά τό ἅγιο βάπτισμα. Δέν ταλαιπωρεῖται ὁ πιστός μέ τήν ἀγωνία τοῦ ἀπίστου ἤ ἀθέου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ψάχνει νά βρεῖ ἐκεῖνο πού θά νοηματοδοτήσει τήν ἐπί γῆς ὕπαρξή του. ῾Η μόνη ἀγωνία του, ἄν εἶναι καλοπροαίρετος, εἶναι πῶς τήν παραληφθεῖσα πίστη ὡς μέλος Χριστοῦ νά τήν ἐνεργοποιεῖ στήν ζωή του, ὁπότε καί θά βλέπει τήν ἀλήθεια της καί τήν δυναμική της. ῾Μακάριος ἐν τῇ ποιήσει αὐτοῦ ἔσται᾽. Διότι δέν ἔχει καμμία σημασία ἀσφαλῶς νά ἀποδέχεται κανείς τήν πίστη του στήν ῾Αγία Τριάδα, στόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, στήν ἁγία ᾽Εκκλησία, καί νά μένει αὐτή ἡ πίστη σέ ἕνα θεωρητικό ἐπίπεδο χωρίς νά ἀγγίζει τήν ζωή του. ῞Οπως ὅλοι γνωρίζουμε μία τέτοια πίστη ἀπορρίπτεται ὡς νεκρή καί δαιμονική. ῾Ο χριστιανός λοιπόν ἔχει μονίμως τήν ἀναφορά του στήν ᾽Εκκλησία καί τήν πίστη αὐτῆς στήν ῾Αγία Τριάδα. Τό Σύμβολο τῆς Πίστεως εἶναι τό καθημερινό μέτρο τῆς δικῆς του στερεότητας στόν κόσμο. Κι ἀκόμη: τό τρισάγιο πού λέει ἀποτελεῖ ἐπιβεβαίωση ὅτι ὁ κόσμος συνεχίζει νά ὑπάρχει μέ τόν κανονικό καί ὀρθό ρυθμό του.
῾Η ἀκλόνητη πεποίθηση ὅτι ὁ Θεός μας στέκεται πάντοτε μέ ἀγάπη καί ἐλευθερία ἀπέναντι στά πλάσματά Του ὁδηγεῖ τόν πιστό σέ ἀληθινή μετάνοια. ῾Τό χρηστόν τοῦ Θεοῦ εἰς μετάνοιαν ἄγει᾽. ῎Αν ὑπῆρχε ἀμφισβήτηση τῆς αἰώνιας ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τί θά ἦταν ἐκεῖνο πού θά ἔσωζε τόν ἄνθρωπο; Πῶς θά κινεῖτο ὅ,τι βαθύτερο ὑπάρχει στήν ψυχή του, ἡ δική του ἀγάπη; ῾῾Ημεῖς ἀγαπῶμεν ὅτι Αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς᾽. Τυχόν ταλάντευση πάνω στήν ἀλήθεια αὐτή δέν θά μᾶς ἔκανε νά λειτουργοῦμε σάν τούς πιστούς ἄλλων θρησκειῶν, οἱ ὁποῖοι παλεύουν νά ἐξευμενίσουν τούς θεούς τους, γιατί τούς ἔχουν κατανοήσει, μόνοι τους ἤ μέ παρακίνηση τοῦ Πονηροῦ, κατ᾽ εἰκόνα δική τους καί τῶν παθῶν τους; ῾Ο πιστός ὅμως γνωρίζει: καί στήν ἔσχατη κατάντια του, ὁ Θεός τόν περιμένει ἐν ἀγάπῃ. ῾Η ἐν μετανοίᾳ μάλιστα στροφή σέ Αὐτόν θά συναντήσει μόνον τήν ἀνοικτή ἀγκαλιά τοῦ Πατέρα του. ῾Καί δραμών (ὁ πατήρ αὐτοῦ) ἐπέπεσεν ἐπί τόν τράχηλον αὐτοῦ και κατεφίλησεν αὐτόν᾽.
Κι ἀκόμη: ῾Η πίστη στό  ἀναλλοίωτο τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί ὅτι αὐτός ὁ λόγος συνιστᾶ ἄκτιστη ἐνέργεια τῆς Τριαδικότητάς Του καθιστοῦν τόν πιστό μέτοχο τῆς ἴδιας τῆς θεότητας. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι τά ἀψευδῆ λόγια τοῦ Κυρίου παρέχουν τήν διαβεβαίωση: ῾᾽Εάν τις ἀγαπᾷ με τόν λόγον μου τηρήσει καί ὁ Πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ᾽ αὐτῷ ποιήσομεν᾽. Καί: ῾῾Ο τηρῶν τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ᾽. Δηλαδή: ὁ Θεός φανερώνεται μέσα ἀπό τόν λόγο Του, ὁ ὁποῖος λόγος γενόμενος ἀποδεκτός ἀπό τόν πιστό ἄνθρωπο καθιστᾶ αὐτόν κατοικητήριο τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. ᾽Αποτέλεσμα μία τέτοιας θείας κοινωνίας εἶναι ἡ παντοδυναμία τοῦ ἀνθρώπου: ἔχοντας ὁ πιστός τήν χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνεργοῦσα μέσα του ῾κατέχει᾽ καί τήν παντοδυναμία αὐτῆς. ῾᾽Εάν μείνητε ἐν ἐμοί καί τά ρήματά μου ἐν ὑμῖν μένει, ὅ ἐάν θέλητε αἰτήσασθε καί γενήσεται ὑμῖν᾽ (ὁ Κύριος). ῾Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυμανοῦντί με Χριστῷ᾽ (ἀπ. Παῦλος). Καί πέραν αὐτοῦ: ἡ πιστότητα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Κυρίου ὅτι ῾ἰῶτα  ἕν ἤ μία κεραία᾽ δέν ὑπάρχει πού δέν πρόκειται νά μήν ἐκπληρωθεῖ δίνει τήν ὤθηση στόν πιστό νά προσδοκᾶ καί τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. ῎Αν κάθε λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀληθινός καί κάθε ὑπόσχεσή Του ἤδη ἐκπληρώθηκε, εἴμαστε ἐντελῶς βέβαιοι καί ὅ,τι δέν ἔχει ἀκόμη ἐκπληρωθεῖ θά πραγματοποιηθεῖ. ᾽Αρκεῖ νά μένει κανείς πιστός στήν πιστότητα τοῦ Θεοῦ καί νά μή μετρᾶ τά γεγονότα μέ τήν δική του λογική. Κι αὐτό  πού ἀκόμη στήν οὐσία δέν ἔχει πραγματοποιηθεῖ εἶναι ἡ τελευταία φάση τῶν ἐσχάτων, ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου καί ὅ,τι θά προηγηθεῖ αὐτῆς.
γ. ῾Η πορεία μας πάνω στήν γῆ ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ματιά μας στόν κόσμο. ῎Αν ἡ ματιά μας πέφτει μόνο στήν φθαρτότητα τοῦ κόσμου, τότε πορευόμαστε ῾ὡς ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ, ἐλπίδα μή ἔχοντες᾽. ῾Η τραγικότητα καί ἡ κόλαση γίνονται τά χαρακτηριστικά τῆς ζωῆς μας. ῎Αν ἡ ματιά μας ὑψώνεται ὑπεράνω τοῦ κόσμου καί προσβλέπουμε στόν αἰώνιο Κύριο καί τήν πίστη πού μᾶς ἀποκάλυψε, τότε πορευόμαστε ῾ὡς ἐν σαρκί περιπολοῦντες θεοί᾽ κατά τήν γνωστή ρήση ἐκκλησιαστικοῦ ἀνδρός. Τότε ἡ περπατησιά μας πράγματι εἶναι στέρεα, γιατί κατά πῶς τό λέει κι ὁ ποιητής ῾γιά νά πατᾶς στέρεα στή γῆ, πρέπει τό ἕνα πόδι σου νά εἶναι ἔξω ἀπό τή γῆ᾽ (᾽Ελύτης). Τότε ἑνωμένοι μέ τόν ἄκτιστο Θεό μας γινόμαστε κι ἐμεῖς ἄκτιστοι, ὅπως κήρυξε ὁ ἅγιος πού σήμερα ἑορτάζουμε.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ Β´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Μαρτίου, 2014

Η Κυριακή Β΄ Νηστειών είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία μας στον μεγάλο Πατέρα και Διδάσκαλό της άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, στο πρόσωπο του οποίου βλέπει τη συνέχεια της νίκης της κατά των αιρέσεων γενικώς, συνεπώς η Κυριακή αυτή προεκτείνει την προηγουμένη της Ορθοδοξίας. Ο άγιος Γρηγόριος έτσι δεν είναι για την Εκκλησία ένας απλός άγιος, αλλά σύμβολο και όρος Ορθοδοξίας, στου οποίου τη διδασκαλία κρίνεται το ορθόδοξο από το αντορθόδοξο και αιρετικό, το γνήσιο και αληθινό από το κίβδηλο και ψεύτικο. Από την άποψη αυτή η προσέγγιση του αγίου αυτού Πατρός αποτελεί προσέγγιση στα καθαρά νάματα της ορθόδοξης πίστης και γι’ αυτό στέρεα τροφή στον σύγχρονο πνευματικά πεινασμένο άνθρωπο της εποχής μας. Δεν θα σταθούμε στη ζωή και τη διδασκαλία του αναλυτικά.  Εκείνο που θα μας απασχολήσει και μάλιστα δι’ ολίγων, είναι η γνωστή προσευχή που αδιάκοπα έκραζε ο άγιος: «Φώτισόν μου, το σκότος, φώτισόν μου το σκότος, Κύριε
Ο άγιος Γρηγόριος προσευχόταν ο Κύριος να φωτίσει το υπάρχον σ’ αυτόν σκότος. Το σκότος που έβλεπε να υπάρχει στην ψυχή και την καρδιά του, το σκότος δηλαδή της αμαρτίας και των παθών. Αφετηριακό με άλλα λόγια σημείο της πνευματικής του ζωής ήταν η αναγνώριση της αμαρτωλότητάς του. Κι ίσως πει κανείς: άγιος αυτός και αναγνώριζε αμαρτωλότητα πάνω του; Αλλά τούτο ακριβώς συνιστά το σημάδι της αγιότητας. Ο άγιος, ως γνωστόν, δεν είναι αυτός που νιώθει αναμάρτητος – αυτό αποτελεί σύμπτωμα της πιο βαθιάς αμαρτίας και του υπάρχοντος δαιμονισμού του ανθρώπου, όπως το βλέπουμε στο πρόσωπο του κατακεκριμένου από τον ίδιο τον Κύριο Φαρισαίο της γνωστής παραβολής. Αντιθέτως: είναι εκείνος που έχει τη μεγαλύτερη συναίσθηση των αμαρτιών του, η οποία μάλιστα βαίνει αυξανόμενη, καθώς θέτει τον εαυτό του ενώπιον του Θεού, ζώντας αδιάκοπα κάτω από τις ακτίνες του ήλιου της Δικαιοσύνης Του.  Όσο δηλαδή προσεγγίζει τον Θεό, τόσο και φωτίζεται στο να βλέπει και την παραμικρότερη κηλίδα της ψυχής του. Συμβαίνει κάτι παρόμοιο με ό,τι σ’ ένα κλειστό δωμάτιο:  λόγω του σκότους δεν βλέπει κανείς το τι υπάρχει, ενώ όταν αρχίζει να μπαίνει σ’ αυτό λίγο φως και στη συνέχεια περισσότερο φως,  βλέπει κανείς πια  και το παραμικρότερο σκουπιδάκι, και την ελάχιστη βρωμιά.
Ο απόστολος Παύλος για παράδειγμα ζώντας σε κατάσταση ταύτισης με τον Χριστό – «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20) – ομολογούσε ενσυνείδητα και με πλήρη επίγνωση: «Χριστός ήλθε αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτός ειμι εγώ» (Α΄Τιν. 1, 15). Ο μέγιστος δηλαδή των αποστόλων, αυτός που κοπίασε περισσότερο όλων στη διάδοση του Ευαγγελίου, έβλεπε τον εαυτό του πρώτο στην κλίμακα των αμαρτωλών. Κι ας θυμηθούμε ότι ο προφήτης Ησαΐας, ευρισκόμενος ενώπιον του θρόνου του Θεού, κατά τη συγκλονιστική στιγμή της εν οράματι κλήσεώς του στο προφητικό αξίωμα (6, 1-12), νιώθει μικρός και βδελυκτός. «Ω, τάλας εγώ… Ότι άνθρωπος ων και ακάθαρτα χείλη έχων…εγώ οικώ και τον Βασιλέα Κύριον Σαβαώθ είδον τοις οφθαλμοίς μου». Η στάση ενώπιον του απολύτως αγίου Θεού τον οδηγεί αμέσως και στην επίγνωση της δικής του εμπαθούς καταστάσεως. Δεν ήταν λοιπόν δυνατόν να συμβεί διαφορετικά και με τον άγιό μας, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Η μικρή αυτή προσευχή του «φώτισόν μου το σκότος» ήταν και είναι μία τρανή ένδειξη της μεγάλης αγιότητάς του.
Τι βλέπουμε όμως; Ενώ ο όσιος Πατήρ αναγνώριζε τη σκοτεινιά της αμαρτίας μέσα του, δεν απελπιζόταν. Ριχνόταν με ελπίδα στην αγκαλιά του Θεού μέσω της προσευχής και ζητούσε εναγώνια από Αυτόν τον φωτισμό Του. Η αίτηση αυτή φωτός από τον Θεό μπορεί να περιλαμβάνει βεβαίως μερικές μόνο λέξεις, περικλείει όμως απύθμενο βάθος θεολογίας, για την οποία αγωνίστηκε σ’ όλη του τη ζωή ο μεγάλος αυτός φωστήρας της Εκκλησίας. Διότι αυτή η εκζήτηση φωτός προϋποθέτει την πίστη ότι ο Θεός είναι φως, ότι ο άνθρωπος γίνεται φως καθόσον μετέχει του Θεού, και βεβαίως ότι υπάρχει η δυνατότητα σχέσεως του Θεού με τον άνθρωπο. Βάση συνεπώς της μικρής αυτής προσευχής αποτελεί η διάκριση στον Θεό της λεγομένης ουσίας και της ενεργείας – ή αλλιώς φωτός, δόξας, χάρης –  σ’ Αυτόν. Η διάκριση αυτή ιδιαιτέρως τονίστηκε και αναπτύχθηκε από τον άγιο Γρηγόριο, σε εποχή που παρουσιάστηκαν προβλήματα πίστεως τέτοια, που έθεταν ακριβώς σε αμφιβολία αυτήν τη δυνατότητα πραγματικής σχέσεως του ανθρώπου με τον Θεό. Ο άγιος Παλαμάς απάντησε στις προκλήσεις αυτές  με τον φωτισμό του Θεού και με την ανάπτυξη της προγενέστερης παράδοσης της Εκκλησίας.
Κατά τη διάκριση αυτή, ο Θεός είναι ουσία, ζει δηλαδή μέσα τον εαυτό Του, άρα είναι παντελώς απρόσιτος και αμέθεκτος και μακρινός από εμάς, μη δυνάμενος να γίνει γνωστός από οποιοδήποτε κτίσμα, είτε άνθρωπο είτε και άγγελο ακόμη, κι όχι μόνο σ’ αυτήν τη ζωή, αλλά και στη συνέχειά της, την αιώνια. Ο μόνος που γνωρίζει την ουσία του Θεού είναι ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, ο Ίδιος δηλαδή ο Τριαδικός Θεός. Ταυτοχρόνως όμως ο Θεός είναι και ενέργεια, ζει δηλαδή και έξω από τον εαυτό Του, δημιουργώντας τον κόσμο και τον άνθρωπο, προνοώντας διαρκώς γι’ αυτόν, απολυτρώνοντάς τον, αγιάζοντάς τον, ερχόμενος άρα σε κοινωνία και μέθεξη μαζί του. Έτσι κατά τη διάκριση αυτή ο Θεός μας είναι μαζί μας και πέρα από εμάς, κοντινός και μακρινός, γνωστός και άγνωστος, παρών και απών. Γι’ αυτό και τίποτε επίγειο δεν μπορεί να θεωρηθεί μέτρο για την κατανόησή Του – ακόμη και η λέξη «ουσία» κατανοείται ως «υπερουσιότητα», πέρα από οτιδήποτε κτιστό – κι ακόμη: η σχέση μας μαζί Του κινείται πάντοτε μεταξύ της αγάπης και του φόβου ως συναίσθησης της απόστασής Του.
Η διδασκαλία αυτή του αγίου Γρηγορίου περί της ουσίας και της ενεργείας του Θεού, (οι όροι ήταν φιλοσοφικοί, αλλά απλώς ενδεικτικοί και με επίγνωση της σχετικότητάς τους),  δεν ήταν κάτι νέο και ξένο ασφαλώς για την Εκκλησία μας. Αυτό θα σήμαινε μία Παλαμική θεολογία και όχι μία Εκκλησιαστική, δηλαδή του Χριστού θεολογία. Ο άγιος Γρηγόριος δεν έκανε τίποτε άλλο από το να αναπτύξει χάριτι Θεού την ήδη υπάρχουσα επί του θέματος παράδοση της Εκκλησίας, κι αυτήν την ανάπτυξη επικύρωσε η ίδια η Εκκλησία με Οικουμενικό κύρος έχουσες Συνόδους.  Ο άγιος Βασίλειος, για παράδειγμα, είχε ήδη μιλήσει γι’ αυτήν τη διάκριση, χωρίς όμως να διευκρινίσει αν οι ενέργειες του Θεού είναι κτιστές ή άκτιστες. Η προσφορά του αγίου Παλαμά έγκειται ακριβώς σ’ αυτό: διευκρίνισε ότι οι ενέργειες είναι άκτιστες, δηλαδή μιλώντας γι’ αυτές μιλάμε για τον Ίδιο και πάλι Θεό, που παρών προσωπικά γίνεται μεθεκτός από τον άνθρωπο, αρκεί βεβαίως αυτός να ανοίξει την καρδιά του και να θελήσει εν μετανοία να καθαρίσει τον εαυτό του από τα αμαρτήματά του. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι κέντρο της θεολογικής σκέψης του έγινε η θεοφάνεια της Μεταμόρφωσης του Κυρίου: εκεί το άκτιστο φως του Κυρίου γίνεται μεθεκτό από τους μαθητές Του, δίνοντάς τους έτσι τη δυνατότητα πραγματικής σχέσης με τη θεότητά Του.
Η Εκκλησία μας προβάλλει σήμερα τον άγιο Γρηγόριο, όπως είπαμε, ως όριο Ορθοδοξίας, αλλά και ως διαπρύσιο κήρυκα της χάρης και του φωτός του Θεού. Η προσευχή του «φώτισόν μου, το σκότος»  επιβεβαιώνει την αλήθεια αυτή και λειτουργεί παραδειγματικά και σε εμάς. Ας ευχηθούμε να γίνει και η δική μας προσευχή, με την πεποίθηση ότι λέγοντάς την όχι μόνο καλούμε τον Θεό να γίνει η λαμπάδα μέσα μας που θα φωτίζει το νου και τη ζωή μας, ώστε να πορευόμαστε τον δρόμο που οδηγεί στην αιώνια βασιλεία Του, αλλά και θα κατακαίει κάθε εμπαθή κίνηση της ψυχής μας και κάθε εναντίον μας δαιμονική επιρροή.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΕΤΑ ΤΗ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ;

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Μαρτίου, 2014

.

Πρέπει να νηστεύουμε και μετά τη Θεία Κοινωνία;

 Έχουμε βάλει μέσα μας το Χριστό! Σκεφθείτε να υβρίζουμε τον πλησίον μας, να τον αδικούμε, να τον κλέβουμε!
 «Ενώ έχουμε φάει «αμνό», να γινόμαστε «λύκοι»! Ενώ έχουμε φάει «πρόβατο», να αρπάζουμε σαν τα λιοντάρια! Πώς θα απολογηθούμε, όταν κάνουμε τέτοιες αμαρτίες, έχοντας προηγουμένως κοινωνήσει;» (Άγιος Ι. P.G. 58: 508).
Μια τέτοια αμαρτία (μετά τη Θεία Κοινωνία) ζυγίζει πολύ βαριά! Ο Άγιος Ι. καυτηριάζει ακόμα και όσους μετά τη Θεία Κοινωνία το ρίχνουν στο κρασί και στο φαγοπότι, διώχνοντας έτσι από πάνω τους τα χαρίσματα της Θείας Κοινωνίας! «Μη ρίψης χαράν τοσαύτην, μη εκχέης, τον θησαυρόν, μη επεισαγάγης μέθην την της αθυμίας μητέρα, την του διαβόλου χαράν, την μυρία τίκτουσαν κακά. Τον δε Χριστόν ένδον έχων τολμάς, ειπέ μοι, τοσαύτην επεμβαλείν μέθην;» (P.G. 61: 232).
 Και αν από μόνη της η τρυφή προκαλεί τον πνευματικό θάνατο (Α΄ Τιμ. 5:6) πόσο μάλλον μετά τη Θεία Κοινωνία! «Και ει εν άλλω καιρώ τούτο γινόμενον απόλλυσι, πολλώ μάλλον μετά την των μυστηρίων κοινωνίαν». (P.G. 61: 231). Έλαβες «άρτον ζωής», και κάνεις πράγματα που επιφέρουν τον θάνατο; Δεν φρίττεις, «Συ δε άρτον ζωής λαβών, πράγμα θανάτου ποιείς, και ου φρίττεις;». (P.G. 61:231). Γι’ αυτό και ο Άγιος Ι. συνιστά ακόμα και νηστεία και μετά την Θεία Κοινωνία! Γράφει: «Πριν κοινωνήσεις, νηστεύεις για να κοινωνήσεις άξια. Αφότου όμως μεταλάβεις, θα πρέπει να αυξήσεις την εγκράτεια, για να μην φανείς ανάξιος γι’ αυτό που έλαβες. Τί λοιπόν; Πρέπει να νηστεύουμε και μετά τη Θεία Κοινωνία; Καλό είναι αυτό, αλλά δεν θα σας υποχρεώνω να το κάνετε. Απλά σας συμβουλεύω να μην το ρίχνετε στο φαγοπότι και στην απληστία» (PG 61:231).
 Ελεημοσύνη!
Ο Άγιος Ι. το θεωρεί αδιανόητο, να έχεις κοινωνήσει, και να αδιαφορείς για τον πλησίον σου! Να βλέπεις μπροστά σου το Χριστό γυμνό και πεινασμένο στο πρόσωπο του άλλου, και συ να μην του δίδεις σημασία! «Τι λέγεις; Ανάμνησιν Χριστού ποιείς, και πένητας παροράς και ου φρίττεις;» (P.G. 61:229). «Αν έκανες μνημόσυνο του παιδιού σου ή του αδερφού σου, και δεν έκανες, όπως λέει το έθιμο, «τραπέζι» στους φτωχούς, δεν θα σε έτυπτε η συνείδησή σου; Όμως τώρα που γίνεται «ανάμνηση» του Δεσπότου σου και δεν κάνεις το παραμικρό!» (P.G. 229- 230). «Θρέψωμεν τον Χριστόν, ποτίσωμεν, ενδύσωμεν∙ ταύτα της τραπέζης εκείνης άξια» (P.G. 61: 232). Συνιστούσε μάλιστα στους πιστούς να φέρνουν τους αρρώστους στο Ναό, ώστε έχοντας (οι πιστοί) προηγουμένως κοινωνήσει, να δείχνουν αμέσως και εμπράκτως την κοινωνία τους με τον πλησίον, βοηθώντας τους αρρώστους!
 Ο Άγιος Ι. έφθασε μάλιστα στο σημείο να ειπεί, πως όποιος έχει κοινωνήσει και δεν βοηθά τον πλησίον του, κάνει μεγαλύτερο έγκλημα από τον άσπλαχνο δούλο της παραβολής! (Μτ. 18: 23-43). Ενώ δηλαδή ο κύριός του του χάρισε δέκα χιλιάδες τάλαντα, αυτός (ο δούλος) δεν ήθελε να χαρίσει στον σύνδουλό του ούτε εκατό δηνάρια! «Και ο Κύριος οργίσθηκε και τον παρέδωσε στους βασανιστές» (Μτ. 18:34). Και ο Άγιος Ι. σχολιάζει: «Γεύθηκες το Αίμα Δεσποτικόν, και δεν δίδεις σημασία στον αδερφό σου;!
 Δεν άκουσες τι έπαθε αυτός που απαιτούσε τα εκατό δηνάρια;! Ακύρωσε τη «δωρεά» που του έκανε ο κύριός του! Δεν καταλαβαίνεις πως τέτοιος είσαι και συ ακόμα και χειρότερος! Ήσουν πάμφτωχος (από αρετές) «μυρίων γέμων αμαρτημάτων», και όμως ο Θεός σου συγχώρησε τις αμαρτίες σου, και σε δέχθηκε στην «Τράπεζά» Του. Και συ ούτε καν συγκινήθηκες, ώστε να γίνεις πιο φιλάνθρωπος προς τον πλησίον! Λοιπόν τίποτε άλλο δεν απομένει και για σένα, παρά να σε παραδώσουν στους βασανιστές!» (P.G.61, 230 , ελεύθερη απόδοση).

Αρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη

panagiaalexiotissa

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Μ. Φώτιος σχολιάζει την προφητεία του αγίου Συμεών του Θεοδόχου.

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Μαρτίου, 2014

Στο ευαγγέλιο του αγίου Λουκά, καταγράφεται από τον ιερό ευαγγελιστή, μία προφητεία που εκπληρώνεται πάντα σε κάθε εποχή και σε κάθε άνθρωπο, από την κατά σάρκα γέννηση του Χριστού, μέχρι την Δεύτερη έλευσή Του. Η προφητεία έγινε από τον άγιο Συμεών, και έχει ως εξής:
«Και ευλόγησεν αυτούς ο Συμεών, και είπε προς Μαριάμ την μητέρα αυτού· Ιδού, ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον. Και σου δε αυτής την ψυχήν ρομφαία θέλει διαπεράσει, δια να ανακαλυφθώσιν οι διαλογισμοί πολλών καρδιών» (Λουκάς 2, 34-35).
Αναφέρεται στην αντιλογία, ανά τους αιώνες, περί του προσώπου του Χριστού. Μια αντιλογία που απασχόλησε και απασχολεί κάθε άνθρωπο, επειδή το πρόσωπο του Χριστού πάντα θα αποτελεί «μυστήριο» για τους πολλούς. Όμως, το ποιος είναι ο Χριστός, δεν είναι ζήτημα ανθρώπινης έρευνας και κρίσης, αλλά είναι αποκάλυψη που δίδεται μέσα στις καρδιές των ειλικρινών και απλών ανθρώπων.
Στο παρακάτω απόσπασμα, ο Μ. Φώτιος, όντας φωτισμένο πνεύμα, διευρύνει περισσότερο την προφητεία, και μας αποκαλύπτει παραπάνω πράγματα. Θίγει τα σχετικά με την θεία οικονομία, όπως τις Ιουδαϊκές συκοφαντίες για την σύλληψη της Θεοτόκου, το αειπάρθενο της Θεοτόκου, για τις δύο τέλειες φύσεις (Θεία και ανθρώπινη) που ενώθηκαν υποστατικά, ασύγχυτα, αδιαίρετα, άτρεπτα, και αληθινά, στο πρόσωπο του Χριστού. 
«Πτώση», εδώ εννοεί  εκείνων που εξέπεσαν από την πίστη και την ευσέβεια σ’ αυτόν, και«ανύψωση» εκείνων που κατάλαβαν ότι έχει έρθει ο Σωτήρας. Αυτό διακήρυττε από πριν ο Ησαίας, λέγοντας· «Ιδού, τίθημι εν Σιών λίθον προσκόμματος και πέτραν σκανδάλου, και πας ο πιστεύων επ’αυτόν ου καταισχυνθήσεται» (Ησαίας 28:16). Αυτοί που δεν έχουν πιστέψει σ’ αυτόν θα πέσουν, ενώ χειραγωγούνται στην ανάσταση της ψυχής εκείνοι που ξέφυγαν από την ειδωλική και την άλλη πλάνη στην οποία πρώτα στηρίζονταν.
 
«Και ως σημείο αντιλεγόμενο». Δείχνει φανερά την αιτία για την οποία ακολουθεί η πτώση και η ανάσταση. Επειδή δηλαδή υπάρχει αντιλογία στο μυστήριο της οικονομίας, σε εκείνους που συμφωνούν, το μυστήριο γίνεται ανάσταση, ενώ σε όσους αντιλέγουν, γίνεται αιτία πτώσης και απώλειας. 
Και ποια είναι τα αντιλεγόμενα; Όσοι υψώθηκαν πνευματικά, έχουν πιστέψει ότιΠαρθένος γέννησε και Παρθένος έμεινε, ενώ όσοι περιέπεσαν στις υλικές σκέψεις και δεν θέλουν να γνωρίσουν τίποτε από τα υπερφυσικά, δεν πείθονται να συνομολογήσουν, ότι αυτός που την έπλασε από το μηδέν Παρθένο, μπορεί έχοντας λάβει υπόσταση και να τη φυλάει Παρθένο, και μάλιστα εφόσον καρπός της γέννησης ήταν ο ίδιος ο Πλάστης. 
Αντιλογία βέβαια, μπορούν να προκαλέσουν και με άλλα σημεία της οικονομίας. Για παράδειγμα, όσοι αναστήθηκαν, έχουν την πέρα από τη φύση διδασκαλία, ότι αυτός που γεννήθηκε είναι Θεός αληθινός και άνθρωπος, ενώ όσοι  αποβλέπουν στην ανθρώπινη αδυναμία και δεν θέλουν να ανεβούν ψηλότερα, δεν συνομολογούν ότι ο ίδιος είναι Θεός και άνθρωπος. Και πολλά άλλα σημεία της ανέκφραστης επιδημίας του Σωτήρα προκάλεσαν αντιλογία. 
Αφού ο ιερός  Συμεών εξέθεσε όσα είπαμε στην Παρθένο, ως τελευταίο σε όλα αυτά, προσθέτει και τη μεγάλη λύπη και τον πόνο της Παρθένου, και λέγει· «Όσο για σένα, την ψυχή σου θα την διαπεράσει ρομφαία, για να αποκαλυφθούν πολλών καρδιών οι κρυφοί λογισμοί».
Εσένα της ίδιας, που έχεις, σαν να λέγει, με κάθε λεπτομέρεια εξακριβώσει όλες τις πτυχές του μυστηρίου, ούτε εσένα δεν θα σεβαστεί ο πόνος από τη λύπη. Το ότι δηλαδή συνέλαβες ασπόρως, και η γέννηση έγινε άσπορη, και η κύηση χωρίς ωδίνες, και το χαρμόσυνο μήνυμα του Γαβριήλ, οι διηγήσεις των ποιμένων, και τα άπειρα κι εξαιρετικά άλλα θαύματα,κανείς δεν τα γνωρίζει καλύτερα από εσένα. Όμως δεν λένε αυτά μόνο οι εραστές της πλάνης και οι κατήγοροι της αλήθειας, αλλά κι εσένα την ίδια θα σε συκοφαντήσουν και για τη σύλληψη και για τη γέννα σου, και η συκοφαντία θα διαπεράσει την ψυχή σου δαγκώνοντας και κατατρώγοντας την όχι λιγότερο από ρομφαία. Όταν όμως σε προσβάλουν με αυτά, τότε θα αποκαλυφθούν και θα διαλυθούν οι σκέψεις πολλών καρδιών.
[..]
Γνωρίζω όμως πολλούς από τους ιερούς Πατέρες μας, που θεώρησαν ως ρομφαία που θα διαπεράσει την ψυχή της αειπαρθένου Μαρίας κατά τον καιρό του σωτήριου πάθους αυτόν τον πικρό και διαπεραστικό πόνο για το παιδί της, και που με τον ανυπέρβλητο και τον όλως ξεχωριστό σπαραγμό της λύπης, θα δείξει την έμφυτη μητρική συμπάθεια προς τον Υιό της, και εξαιτίας αυτής της μητρικής συμπάθειας θα αποκαλυφθούν σε πολλές καρδιές  διαλογισμοί και θα ελεγχθούν και όσοι τερατολογούν ότι η σάρκα που φόρεσε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός ήταν φανταστική, και όσοι ισχυρίζονται αδιάντροπα ότι την σάρκα δεν την έλαβε από την Παρθένο, αλλά την κατέβασε από τον ουρανό.
(Απόσπασμα από τα «Αμφιλόχια» του ιερού Φώτιου, ΕΠΕ 3, σελ. 99-103). 
Σημείωση:
1. Θεία Οικονομία, ονομάζεται αλλιώς, η Πρόνοια του Θεού για την σωτηρία του ανθρώπου.

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΟΣΙΟΣ ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ (14 ΜΑΡΤΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Μαρτίου, 2014

«Ο όσιος Βενέδικτος στα ελληνικά λέγεται Ευλογημένος. Καταγόταν από τη γη των Ρωμαίων, από χώρα που λεγόταν Νουρσία, κι οι γονείς του ήταν ευσεβείς και πλούσιοι. Άφησε την οικία του και τους γονείς του και την πατρική περιουσία από πολύ μικρή ηλικία και πήγε σε έναν ερημικό τόπο με την παραμάνα του. Εκεί κατέστησε τον εαυτό του κατοικητήριο του Θεού με την αρετή και την άσκησή του κι έλαβε από τον Θεό δύναμη και χάρη των ιάσεων. Και η μεν ιστορία του διηγείται αναλυτικότερα όλα τα παράδοξα που επιτέλεσε,  τα διάφορα θαύματα που έκανε και τις αναστάσεις των νεκρών και πώς μιλούσε για τους απόντες ως παρόντες. Εκείνο όμως πρέπει να πούμε επί πλέον ως αναγκαίο: ότι καθώς έμελλε αυτός να εκδημήσει προς τον Κύριο, εκ των προτέρων είπε στους μαθητές του που βρίσκονταν μαζί του, αλλά και σε εκείνους που ήταν μακριά, με μήνυμα που τους έστειλε, ότι θα υπάρξει κάποιο σημάδι, με το οποίο θα γνωρίσουν όλοι ότι αυτός χωρίζεται από το σώμα του.
Πριν από έξι λοιπόν ημέρες από την οσία του κοίμηση, έδωσε εντολή να ανοιχθεί το μνημείο του. Κι αμέσως τον έπιασε πολύ μεγάλος πυρετός, από τον οποίο επί έξι ημέρες το σώμα του κατακαιγόταν. Την έκτη ημέρα είπε στους μαθητές του να τον σηκώσουν και να τον μεταφέρουν στον ναό. Αφού τον οδήγησαν εκεί και μετέλαβε των αχράντων μυστηρίων, ευρισκόμενος εν μέσω των μαθητών του, βασταζόμενος και στηριζόμενος, ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό, και έτσι ατενίζοντας προς τα πάνω και προσευχόμενος άφησε την αγιασμένη του ψυχή. Την ίδια ώρα, σε δύο αδελφούς, στον ένα που ησύχαζε στο κελλί του και στον άλλον που έμενε μακρύτερα, φάνηκε το ίδιο όραμα. Είδαν δηλαδή και οι δύο κάποια θαυμαστή οδό που υψωνόταν προς ανατολάς από το κελλί του οσίου μέχρι τον ουρανό, στρωμένη όλη από λαμπρά ένδοξα μεταξένια ιμάτια. Σ’ αυτήν την οδό ανέρχονταν και κάποιοι άνδρες εξαίσιοι, που κρατούσαν λαμπάδες και πήγαιναν με τάξη. Κάποιος άλλος άνδρας δε, ασπρομάλλης και φωτεινός στην όψη του, που στεκόταν κοντά του, ρωτούσε αυτούς, αν γνωρίζουν τίνος είναι η οδός αυτή που βλέπουν με θαυμασμό. Όταν αυτοί είπαν ότι δεν το ξέρουν, είπε αυτός που τους φανερώθηκε: Αυτή είναι η οδός, διά της οποίας ο αγαπητός του Θεού Βενέδικτος ανέρχεται στους ουρανούς. Χάθηκε τότε το όραμα που έβλεπαν και ήλθε ο καθένας στον εαυτό του, οπότε κατάλαβαν το τέλος του αγίου άνδρα, όπως ακριβώς ήταν και τον έβλεπαν να τελειώνεται».

Κέντρο της σκέψης του αγίου υμνογράφου Ιωσήφ, καθώς επιχειρεί να εγκωμιάσει και να προβάλει τον όσιο Βενέδικτο, είναι η απομάκρυνση του οσίου από τον κόσμο λόγω της εν αγάπη θερμή στροφής του προς τον Κύριο, αλλά και η επανάκαμψή του προς τον κόσμο με καθαρή αγάπη προς αυτόν, μέσω των προσευχών του και των ιαματικών θαυματουργιών του. Με άλλα λόγια ο υμνογράφος τονίζει και την ασκητική από παιδός διαγωγή του οσίου Βενεδίκτου: τα ασκητικά του παλαίσματα, τα δάκρυά του, την εγκράτειά του, που ήταν καρπός του έρωτά του προς τον Κύριο, και τη θεραπευτική όμως παρουσία του στον κόσμο, είτε σε σχέση με τους ίδιους τους μοναχούς μαθητές του είτε σε σχέση με τους απλούς ανθρώπους που τον προσήγγιζαν. Ήδη από το πρώτο στιχηρό του εσπερινού για παράδειγμα ακούμε: «Από πίστη και αγάπη αληθινή προς τον Θεό αρνήθηκες, όσιε πάτερ, από βρέφος τον κόσμο, και με χαρά ακολούθησες τον σταυρωθέντα Χριστό. Κι αφού νέκρωσες τη σάρκα σου με πολλά ασκητικά αγωνίσματα, έλαβες πλούσια τη χάρη των ιάσεων, ώστε να θεραπεύεις ποικίλες αρρώστιες και να εκδιώκεις τα πνεύματα της πονηρίας» («Πίστει και αγάπη αληθεί, κόσμον αρνησάμενος, Πάτερ, εκ βρέφους, όσιε, χαίρων ηκολούθησας τω σταυρωθέντι Χριστώ∙ και πολλοίς αγωνίσμασι την σάρκα νεκρώσας, χάριν των ιάσεων πλουσίως έλαβες, παύειν ασθενείας ποικίλας, και της πονηρίας διώκειν πνεύματα»).

Κι είναι τούτο μία από τις βασικότερες αλήθειες της χριστιανικής μας πίστης: όσο στρέφεται κανείς προς τον Θεό και φανερώνει την βαθιά αγάπη του σ’ Εκείνον, τόσο η αγάπη αυτή του καθαρίζει την καρδιά, ώστε να αποκτήσει τη σωστή αγάπη και προς τον συνάνθρωπο. Η αγάπη προς τον Θεό δηλαδή μετατρέπεται αμέσως σε αγάπη προς τον άλλον, για να επανακάμψει τελικώς και πάλι προς τον Θεό ως δοξολογία Εκείνου.  Με τον όσιο Βενέδικτο έτσι επιβεβαιώνεται για μία ακόμη φορά αυτό που ο Κύριος λέει: «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε». Και: «Αύτη εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλήλους». Συνεπώς, αν αγαπάμε τον Χριστό, αγαπάμε τους άλλους.  Γι’ αυτό και ο άγιος Ιωσήφ δεν παύει να σημειώνει τις διάφορες προσφορές στον κόσμο του οσίου Βενεδίκτου: τη βροχή που προσευχήθηκε για να έρθει, όπως παλιά ο προφήτης Ηλίας, το άδειο δοχείο που έκανε να γεμίσει με λάδι, τον νεκρό που ανέστησε και μύρια ακόμη θαύματα. «Πάλαι ως Ηλίας υετούς, Πάτερ, ουρανόθεν εντεύξει θεία κατήγαγες∙ βλύζειν δε το έλαιον άγγος εποίησας, και νεκρόν εξανέστησας, και άλλα μυρία θαύματα ετέλεσας» (στιχηρό εσπερινού). Κι όλα αυτά όμως, όπως είπαμε, «εις δόξαν πάντως του Θεού και Σωτήρος» (το ίδιο).

Ο άγιος υμνογράφος επεκτείνει την παραπάνω προβληματική. Ο όσιος Βενέδικτος έγινε όργανο του Θεού, προκειμένου να εκφραστεί μέσω αυτού η αγάπη Εκείνου στον κόσμο. Ο άγιος Ιωσήφ δηλαδή υπενθυμίζει ότι η αγάπη του Θεού που ψάχνει αδιάκοπα τρόπους για να φανερωθεί στους ανθρώπους, υποστέλλεται συχνά λόγω αδιαφορίας και απιστίας των ανθρώπων. Κι οι άγιοί Του Τού δίνουν την αφορμή: παρακαλούν εκείνοι τον Θεό να γίνει ίλεως στην ταραχή των ανθρώπων, οπότε χάριν των αγίων αυτών ενεργοποιεί ο Θεός την αγάπη Του. Μοιάζει μ’ αυτό που κάνει πάντοτε η Εκκλησία μας, όταν βάζει «μεσίτες» της σχέσης μας προς τον Θεό όλους τους αγίους, κατεξοχήν όμως την Παναγία. Παρακαλούμε Εκείνη και τους αγίους, να δεηθούν αυτοί στον Θεό για εμάς, διότι έχουν παρρησία και δύναμη στις προσευχές τους. «Πολύ ισχύει δέησις Μητρός προς ευμένειαν Δεσπότου». Σαν την περίπτωση της εικόνας της «Παναγίας της Παραμυθίας» στο Βατοπαίδι. Ο Κύριος δεν αντιδρούσε στον κίνδυνο των μοναχών, λόγω της αμέλειας και της ολιγοπιστίας τους. Κι έπρεπε να παρακαλέσει η ίδια η Παναγία μας για να «πειστεί» ο Κύριος. Να δούμε πώς το αναφέρει ο υμνογράφος για τον όσιο Βενέδικτο. «Δέχτηκε ο Θεός τις δικές σου άγιες προσευχές, Βενέδικτε τρισμακάριε, και χορηγούσε στους ενδεείς τις αφορμές να ζήσουν, δοξάζοντάς σε θαυμαστά στη γη με τις θαυματουργίες σου» («Τας σας αγίας προσευχάς προσδεχόμενος Θεός τοις ενδεέσι διά σου εχορήγει τας προς το ζην αφορμάς, μεγάλως επί γης δοξάζων σε, ταις θαυματουργίαις, Βενέδικτε τρισμάκαρ») (ωδή η΄).  

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΟΣΙΑ ΥΠΟΜΟΝΗ (13 ΜΑΡΤΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Μαρτίου, 2014


«Η Αγία Υπομονή ήταν η βασίλισσα του Βυζαντίου Αυγούστα Ελένη – Δραγάση Παλαιολόγου. Ήταν κόρη του αυτοκράτορα των Σλάβων Κωνσταντίνου Δραγάση. Έγινε αυτοκράτειρα του Βυζαντίου ως σύζυγος του Εμμανουήλ Β’ του Παλαιολόγου. Είχε 6 παιδιά και ως αυτοκράτειρα, κατά τον φιλόσοφο Γεώργιο Πλήθων Γεμιστό, διακρινόταν για τη σωφροσύνη της και την δικαιοσύνη της. Ήταν η μητέρα του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ο αυτοκράτορας σύζυγός της έγινε αργότερα μοναχός με το όνομα Ματθαίος και μετά το θάνατό του έγινε και η ίδια μοναχή στο μοναστήρι της Κυρά – Μάρθας. Ήταν μια μοναχή σαν όλες τις άλλες και, ακόμη και αν ήταν αυτοκράτειρα, έκανε όλα τα διακονήματα στο μοναστήρι.
Η Αγία Υπομονή βοήθησε να ιδρυθεί ένας οίκος ευγηρίας, με το όνομα ‘Η ελπίδα των απελπισμένων’, στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη (του τιμίου Προδρόμου) της Πέτρας όπου φυλασσόταν το σκήνωμά του Αγίου Παταπίου.
Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης συνέβη κατά τη στιγμή που εκείνη και ο σύζυγός της είχαν εξοριστεί (1390 – 1392). Η Αγία Υπομονή πέθανε στις 13 Μαρτίου του 1450, 3 χρόνια πριν η Κωνσταντινούπολη, πρωτεύουσα του Βυζαντίου, πέσει στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων, έπειτα από μακρά πολιορκία. Στην πτώση της Κωνσταντινούπολης ο αυτοκράτορας υιός της, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, πέθανε στη μάχη. Η Αγία Υπομονή ετάφη στη μονή του Παντοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ετάφησαν ο αυτοκράτορας σύζυγός της και 3 από τα παιδιά τους (εκ των οποίων τα 2 ήταν μοναχοί).
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453, ο Αγγελής Νοταράς, συγγενής του αυτοκράτορα (ανιψιός της Αγίας Υπομονής) μετέφερε στο βουνό Γεράνεια στη Νότια Ελλάδα (κοντά στην Αθήνα) και έκρυψε το λείψανο του Αγίου Παταπίου σε μια σπηλιά, κοντά στην πόλη Θέρμαι (το σημερινό Λουτράκι) που ήταν ήδη ασκητήριο μοναχών από τον 11ο αιώνα μ.Χ. Στο σπήλαιο αυτό βρέθηκε Βυζαντινή αγιογραφία της Αγίας Υπομονής και η αγία κάρα της. Στο σπήλαιο αυτό χτίστηκε το 1952 από τον γέροντα Νεκτάριο Μαρμαρινό το μοναστήρι του Αγίου Παταπίου, όπου και φυλάσσεται η σεπτή κάρα της Αγίας Υπομονής».
(Πηγή: Βικιπαίδεια)

Είναι αξιοθαύμαστη η περίπτωση της πριγκιποπούλας, μετέπειτα  αυτοκράτειρας κι ύστερα μητέρας αυτοκράτορα, που έγινε μοναχή, της Ελένης Δραγάση και μετέπειτα Υπομονής. Διότι ασφαλώς δεν είναι εύκολο να αφήσει κανείς τις τιμές και τις δόξες, έστω και σε περίοδο παρακμής, για να εγκλειστεί σε μοναστήρι, ζώντας ως «κοινός» θνητός, με επιτέλεση και των πιο δύσκολων και «χαμηλών» διακονημάτων. Αυτό δείχνει μία ιδιαίτερη ταπείνωση, που αποτελεί την προϋπόθεση για να δεχτεί κανείς πλούσια τη χάρη του Θεού.  Το ακόμη θαυμαστότερο όμως  είναι ότι όχι μόνον έγινε μοναχή, αλλά έφτασε και σε μέτρα αγιότητας τέτοια, που η Εκκλησία μας τα διαπίστωσε, ώστε να διακηρύξει και  την οσιότητά της. Τα θαύματα για παράδειγμα που έχουν καταγραφεί από τις επεμβάσεις της, παλαιότερα και νεώτερα, είναι πολλά, σαν την περίπτωση εκείνου του οδηγού ταξί, που σαν σήμερα πριν λίγα μόλις χρόνια, μεταφέροντας στο Λουτράκι από την Αθήνα μία απλή καλόγρια και αποκαλύπτοντας το πρόβλημά του – καρκίνο στο δέρμα – δέχτηκε την ευλογία της που λειτούργησε άμεσα ως θεραπεία από το νόσημά του. Κι όταν μετά από μία μικρή στάση την αναζήτησε, αυτή είχε εξαφανιστεί, δεν την είχε δει κανείς, όπου ρώτησε εκεί γύρω που σταμάτησε, την αναγνώρισε δε λίγο αργότερα στο ιατρείο που προσήλθε, γιατί ο ιατρός είχε αναρτημένη την αγία εικόνα της.

Το παράδοξο όμως της ζωής της: από αυτοκράτειρα να γίνει απλή και ταπεινή καλόγρια και μάλιστα να αγιάσει, αίρεται και κατανοείται, όταν δει κανείς την όλη πορεία της απαρχής. Η Ελένη οσία Υπομονή ζούσε με αίσθηση της παρουσίας του Θεού, με φροντίδα επιτέλεσης των αγίων εντολών Του, με ταπείνωση και κυρίως με αγάπη προς τους συνανθρώπους της, θα έλεγε κανείς, από γεννησιμιού της. Είτε στα ανάκτορα είτε στο μοναστήρι, είτε μικρή κοπέλα είτε σύζυγος αυτοκράτορα, την ίδια ζωή στην ουσία ζούσε, κάτι που περίτρανα αποδεικνύει ότι ο καλοπροαίρετος άνθρωπος, ο άνθρωπος που αγαπά αληθινά τον Χριστό δεν επηρεάζεται από τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής, αλλά από αυτό που έχει θέσει ως στέρεο στόχο της ζωής του. Με άλλα λόγια η οσία Υπομονή είναι μία επιπλέον περίπτωση πραγματικού αγίου ανθρώπου, που μπορούσε να λέει ό,τι και ο απόστολος Παύλος: «ηγούμαι πάντα σκύβαλα είναι, ίνα Χριστόν κερδήσω», όλα τα θεωρώ σκουπίδια, προκειμένου να είμαι με τον Χριστό. Κι ίσως εκείνο που μας κάνει να μένουμε περισσότερο έκθαμβοι στην περίπτωσή της είναι το γεγονός ότι ζούσε οσίως και σωφρόνως κι όσο ακόμη ήταν στις μεγάλες θέσεις και δεν είχε κλειστεί στο μοναστήρι. Σαν να μην την ακουμπούσε τίποτε επίγειο, σαν να ήταν ένα είδος περιστεριού που περιίπτατο υπεράνω της συγχύσεως του κόσμου τούτου. Και πράγματι μεταξύ των άλλων έτσι την αντιμετωπίζει ο υμνογράφος της. Μας καλεί «να την εγκωμιάσουμε, αυτήν που ήταν ένδοξη βασίλισσα, γιατί σαν περιστέρι ευλαβικό πέταξε πάνω από τον κόσμο της σύγχυσης προς τις σκηνές του ουρανού κι έζησε με αληθινή αγάπη, με άσκηση, με ταπείνωση» («Την κλεινήν βασιλίδα εγκωμιάσωμεν, Υπομονήν την οσίαν, περιστεράν ευλαβή εκ του κόσμου πετασθείσαν της συγχύσεως προς τας σκηνάς του ουρανού, εν αγάπη ακλινεί, ασκήσει και ταπεινώσει») (απολυτίκιο της οσίας).

Έχουμε σημειώσει και πάλι ότι τη χάρη ενός αγίου και γενικώς ενός ανθρώπου απλού την βλέπουμε φανερά από το τι μας προκαλεί στην προσέγγισή του. Ένας άγιος πάντοτε μας ανεβάζει πνευματικά, μας κάνει να βλέπουμε τον αληθινό σκοπό της ζωής, μας δίνει ώθηση να αποκαλυφθεί ο καλύτερος εαυτός μας. Με τον άγιο δηλαδή βγαίνει το γέλιο της ψυχής μας, γινόμαστε όντως άνθρωποι. Αυτό με ένα λόγο που έχει ο άγιος, τη χάρη του Θεού, αυτό και μεταγγίζει. Πώς το λέει ο ίδιος ο Κύριος; «Το δένδρον εκ του καρπού γινώσκεται». Αυτό ακριβώς συνέβαινε και με την οσία Υπομονή. Η προσέγγισή της από κάθε άνθρωπο οδηγούσε στην εν Θεώ αύξηση του ανθρώπου, στη φανέρωση του χαρισματικού εαυτού του. Και δεν είναι λόγια που τα λέμε εμείς σήμερα εγκωμιαστικά. Είναι η εμπειρία της εποχής, καταγεγραμμένη από ανθρώπους που την ήξεραν και μάλιστα αγίους. Ας ακούσουμε για παράδειγμα τι λέει ο πρώτος Οικουμενικός Πατριάρχης μετά την άλωση της Πόλης, Γεννάδιος ο Σχολάριος, σε συγκεκριμένο λόγο του «Επί τη κοιμήσει της μητρός του Βασιλέως Κωνσταντίνου ΙΑ΄ αγίας Υπομονής»:

 «Την μακαρίαν εκείνην Βασίλισσαν όταν την επεσκέπτετο κάποιος σοφός, έφευγεν κατάπληκτος από την ιδικήν της σοφίαν. Όταν την συναντούσε κάποιος ασκητής, αποχωρούσε, μετά την συνάντηση, ντροπιασμένος δια την πτωχείαν της ιδικής του αρετής, συγκρινομένης προς την αρετήν εκείνης. Όταν την συναντούσε κάποιος συνετός, προσέθετεν εις την ιδικήν του περισσοτέραν σύνεσιν. Όταν την συναντούσε κάποιος νομοθέτης, εγινόταν προσεκτικώτερος. Όταν συνομιλούσε μαζί της κάποιος δικαστής, διεπίστωνε ότι έχει ενώπιόν του έμπρακτον Κανόνα Δικαίου. Όταν κάποιος θαρραλέος (τη συναντούσε), ένοιωθε νικημένος, αισθανόμενος έκπληξιν από την υπομονήν, την σύνεσιν και την ισχυρότητα του χαρακτήρος της. Όταν την επλησίαζε κάποιος φιλάνθρωπος, αποκτούσε εντονώτερο το αίσθημα της φιλανθρωπίας. Όταν την συναντούσε κάποιος φίλος των διασκεδάσεων, αποκτούσε σύνεσιν, και, γνωρίζοντας την ταπείνωσιν εις το πρόσωπόν της, μετανοούσε. Όταν την εγνώριζε κάποιος ζηλωτής της ευσεβείας, αποκτούσε μεγαλύτερον ζήλον. Κάθε πονεμένος με τη συνάντηση μαζί της, καταλάγιαζε τον πόνο του. Κάθε αλαζόνας αυτοτιμωρούσε την υπερβολικήν του φιλαυτίαν. Και γενικά κανένας δεν υπήρξε, που να ήλθεν εις επικοινωνίαν μαζί της και να μην έγινε καλύτερος».
Κι ακόμη: «Ο σύγχρονός της διάκονος Ιωάννης Ευγενικός, αδελφός του Μάρκου του Ευγενικού, αρχιεπισκόπου Εφέσου, στον Παραμυθητικό του Λόγο προς τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο επί τη κοιμήσει της Μητρός του αγίας Υπομονής συνοψίζει:  «Ως προς δε την αοίδιμον εκείνην Δέσποιναν Μητέρα σου, τα πάντα εν όσω ζούσε, ήσαν εξαίρετα, η πίστις, τα έργα, το γένος, ο τρόπος, ο βίος, ο λόγος και όλα μαζί ήσαν σεμνά και επάξια της θείας τιμής και, όπως έζησε μέτοχος της θείας Προνοίας, έτσι και ετελεύτησεν».
Η «Αγία Δέσποινα»,όπως την ονομάζει ο Γεώργιος Φραντζής, συνέδεσε την έννοια του μοναχικού της ονόματος (Υπομονή) με τον τρόπον αντιμετωπίσεως και των ευτυχών στιγμών και των απείρων δυσκολιών της όλης ζωής της. Υπομονή κατά βίον, πράξιν και μοναχικό όνομα. «Τη υπομονή αυτής εκτήσατο την ψυχήν αυτής» (Ι. Μητρόπολις Μονεμβασίας και Σπάρτης).
Το μόνο που ίσως αυθόρμητα έρχεται και σε εμάς να κάνουμε μπροστά στην οσία Υπομονή είναι να τη μεγαλύνουμε όπως και η Εκκλησία μας: «Είθε να χαίρεις, Υπομονή, συ που αναδείχτηκες πρότυπο υπομονής, στήλη της σωφροσύνης, στέρεο τείχος των αρετών και ταμείο της αγάπης, συ που είσαι η ένδοξη κορυφή των ένθεων βασιλισσών» («Χαίροις εκμαγείον υπονονής, στήλη σωφροσύνης, αδιάσειστον αρετών τείχος και ταμείον, Υπομονή, αγάπης, ενθέων βασιλίδων κέρας περίδοξον»).
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΚΟΔΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤῼ (10 ΜΑΡΤΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Μαρτίου, 2014

 
«Οι άγιοι αυτοί ήταν από την Κόρινθο, κατά τους καιρούς των βασιλέων Δεκίου και  Ουαλεριανού, όταν ηγεμόνευε στην Ελλάδα ο Ιάσων. Ο άγιος Κοδράτος εγκαταλείφτηκε εντελώς νήπιο, όταν πέθανε η μητέρα του, και τρεφόταν κατά θαυμαστό τρόπο από νέφος που ερχόταν πάνω σ’ αυτόν και του χορηγούσε την τροφή. Όταν έφτασε σε νεανική ηλικία, συνδέθηκε με τους αγίους  Άνεκτο, Παύλο, Διονύσιο, Κυπριανό και Κρήσκη, οι οποίοι κατάγονταν από διαφορετικά μέρη ο καθένας, μαζί με τους οποίους συνελήφθη για την ομολογία τους στην πίστη του Χριστού, και αφού κτυπήθηκε πολύ σκληρά, έπειτα του έκοψαν το κεφάλι, όπως συνέβη και με τους άλλους».
Έξι καντήλια που τροφοδοτούνται από το μυστικό λάδι της χάρης του Θεού, είναι οι έξι αυτοί μάρτυρες που εορτάζουμε σήμερα, κατά τον άγιο Ιωσήφ τον υμνογράφο. Και με το φως τους μείωσαν τη νύκτα της ειδωλολατρίας κατά την εποχή τους, ενώ φώτισαν τους πιστούς της Εκκλησίας. «Η εξάφωτος λυχνία των Μαρτύρων σου, Κύριε, μυστικώ ελαίω απαρδευομένη, εμείωσε πολυθεϊας την νύκτα και κατηύγασε τους κραυγάζοντας∙ Δόξα Χριστέ τη δυνάμει σου» (ωδή δ΄). Η φωτιστική αυτή χάρη του Θεού που  έλαμψε στους αγίους, οφείλεται, κατά τον άγιο υμνογράφο, αφενός στις αρετές τους, αφετέρου στο μαρτύριό τους. Πρώτα ετοιμάστηκαν με τον πνευματικό τους αγώνα κι έπειτα λαμπρύνθηκαν από τους αθλητικούς αγώνες του μαρτυρίου. Διότι το έχουμε ξαναπεί: μπορεί εκτάκτως να υπάρχει το μαρτύριο του αίματος για ορισμένους, ο κανόνας όμως είναι να έχει ετοιμαστεί ο πιστός γι’ αυτό, ώστε να μπορέσει με τη χάρη του Θεού να αντέξει μέχρι το τέλος. Εδώ βλέπουμε τη θέση των αλειπτών της Εκκλησίας μας, των πνευματικών προπονητών δηλαδή, που ετοίμαζαν τους υποψηφίους μάρτυρες για το μαρτύριο, ιδίως την εποχή της Τουρκοκρατίας. «Γεμάτος ομορφιά από το φως των αρετών σου, έφτασες στο τέλος και στη λαμπρότητα των μαρτύρων, πάνσοφε Κοδράτε» («Αρετών τω φωτί καλλυνόμενος, επί τέλει Μαρτύρων λαμπρότητα κατεκληρώσω, πάνσοφε Κοδράτε») (ωδή η΄). Και: «Νίκησες τις επαναστάσεις των παθών πρώτα με την άσκησή σου, Κοδράτε μάρτυς, κι έπειτα υπέταξες τη δύναμη των ασεβών με τη στέρεα άθλησή σου» («Ασκητικώς το πρότερον νικήσας των παθών επαναστάσεις, το δεύτερον είλες κράτος δυσσεβών, Κοδράτε μάρτυς, εναθλήσας στερρρότατα») (ωδή ε΄).

Με τον άγιο Κοδράτο και τους άλλους πέντε που συνάθλησαν μαζί του, έχουμε το αξιοθαύμαστο γεγονός της πρωτοπορίας της νεότητας για στροφή προς τον Θεό και αγιασμό. Δεν είναι σύνηθες, ιδίως στην εποχή μας, οι νέοι να μας καθοδηγούν προς το αγαθό, δηλαδή προς το θέλημα του Θεού και τη Βασιλεία Του. Χωρίς να αρνείται κανείς ότι υπάρχει και τέτοιο τμήμα στη νεότητα, οι περισσότεροι δυστυχώς είναι στραμμένοι στις επίγειες ηδονές και τις απολαύσεις του βίου τούτου. Νιώθουν δυνατοί και υγιείς και θεωρούν ότι ο κόσμος είναι στα πόδια τους για να τον κατακτήσουν. Ακόμη και στην περίοδο τώρα της οικονομικής κρίσεως και της παντοειδούς δυσπραγίας, τα πράγματα δεν φαίνονται να κυλούν διαφορετικά. Η πικρόχολη διαπίστωση του Γέροντος Παϊσίου, ότι οι νέοι μοιάζουν με «καινούργιες μηχανές που έχουν όμως παγωμένα λάδια», φαίνεται ότι ισχύει απολύτως. Από την άποψη αυτή «τα εξάριθμα αυτά αστέρια της Εκκλησίας» (βλ. ωδή ς΄) αποκτούν μεγάλη επικαιρότητα. Διότι ακριβώς συνέστησαν «νεανικό στρατό της παράταξης του Κυρίου». Έδειξαν λόγω και έργω ότι η προτεραιότητα στη ζωή, ακόμη και εκ νεότητος, είναι ο άγιος Θεός και η παραμονή μαζί Του, έστω και με θυσία της ζωής. Άλλωστε η χριστιανική πίστη είναι για τους νέους, για εκείνους δηλαδή που έχουν νεανικό φρόνημα και η καρδιά τους «το λέει».  Γίνονται λοιπόν πρότυπα για τους νέους κάθε εποχής. Ο άγιος Ιωσήφ το σημειώνει: «Καλλίνικε μάρτυς Κοδράτε, μαζεύοντας στρατό που όλοι στον αριθμό είναι νέοι, σαν παράταξη του Θεού, κυριάρχησες με άριστο τρόπο απέναντι στους αντίθεους, σαν άριστος στρατηγός των συμμαρτύρων σου» («Κοδράτε καλλίνικε, στρατόν εις Θεού παράταξιν, νεανικώς αριθμούμενον, συναπγόμενος, των σων συμμαρτύρων στρατηγός ως άριστος, κατά των αντιθέων ηρίστευσας») (στιχηρό εσπερινού).

Και βεβαίως ο άγιος Ιωσήφ δεν χάνει την ευκαιρία να σημειώσει ότι η πόλη της Κορίνθου, λόγω της καταγωγής από εκεί του αγίου Κοδράτου, αλλά και της κατοχής των τιμίων λειψάνων των αγίων, έχει αυτούς ως ασπίδα και τείχη να την προστατεύουν, ενώ ο ναός τους είναι ένα άμισθο ιατρείο, στο οποίο καθένας που προστρέχει με πίστη βρίσκει τη γιατρειά του. Πράγματι, ο υμνογράφος μας τονίζει αυτό που ισχύει από πλευράς πνευματικής: τα λείψανα των αγίων και οι ναοί σε μια περιοχή, συνιστούν την ασφάλεια των πιστών και το νοσοκομείο τους. Μπορεί οι ολιγόπιστοι ή οι άπιστοι να μην το καταλαβαίνουν, το καταλαβαίνουν όμως καλά οι ίδιοι οι πιστοί, κι ακόμη καλύτερα ο αρχέκακος διάβολος. «Έχει η Κόρινθος ως βασικά τείχη τα τίμια λείψανα των αγίων, και ως άμισθο ιατρείο τον ναό. Εκεί καθένας που προστρέχει με πίστη, απαλλάσσεται από τους πόνους και τα πάθη του» («Προτειχίσματα Κόρινθος κέκτηται, των αγίων τε τίμια λείψανα, και ιατρείον άμισθον, τον ναόν∙ ένθα πίστει πας ο προστρέχων, αλγεινών και παθών απαλλάττεται») (ωδή η΄).

  παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τό θεραπευτικό βίωμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀπόρρητη ἰδιωτική ὑπόθεση ἤ προϋπόθεση χριστιανικῆς μαρτυρίας;

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Μαρτίου, 2014

τῆς Μαρίνας Λασηθιωτάκη, Φιλολόγου-συγγραφέως
(Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία)

Σᾶς εὐχαριστῶ ὅλους. 
Εὐχαριστῶ ἰδιαίτερα τόν π. Ἱερόθεο πού μέ τό συγγραφικό του ἔργο μέ βοήθησε σέ ἀνύποπτο χρόνο χωρίς νά τόν ξέρω προσωπικά καί πιστεύω ὅτι εἶναι μιά συνέχεια ὅλης τῆς Πατερικῆς παράδοσης ψυχοθεραπείας, πού, δυστυχῶς, πολύ λίγοι φιλόλογοι γιά νά μήν πῶ καί ὅλοι, δέν εἴχαμε ἐνδιαφερθῆ ποτέ, δέν εἴχαμε ἐνσκύψει καί φθάνουμε στό σημεῖο, τοὐλάχιστο μιλώντας προσωπικά, νά ζήσω ὅλον αὐτόν τόν βαθύ πόνο πού τόσες μάνες σ’ ὅλη στή γῆ καί γιά νά μήν πῶ εἰδικά στήν πατρίδα μας, ζοῦμε, δηλαδή τόν χαμό ἑνός παιδιοῦ, γιά νά μπορέσω νά ἀρχίσω νά ψάχνομαι γιά νά δῶ γιατί βρίσκομαι ἐγώ ἐδῶ, γιατί ὑπάρχω.
Ναυπάκτου Ἱερόθεος, Μαρίνα ΛασιθιωτάκηΤό ὑπαρξιακό ἐρώτημα «ποιός ὁ λόγος ὕπαρξής μας;» καί ἡ ἀπώθησή του
Πρέπει νά σᾶς πῶ ὅτι αὐτό τό ἐρώτημα τό ὑπαρξιακό, πού τό ἔχει ὅλος ὁ κόσμος, ὅμως εὔκολα ξεπερνιέται πολλές φορές μέσα ἀπό θεωρίες, συστήματα, διάφορες ἰδεολογίες, φιλοσοφίες κλπ., ἀπό τίς ὁποῖες πέρασα κι ἐγώ, ἀλλά εἶναι καί ἀλήθεια ὅτι μέ εἶχε ἀπασχολήσει σέ πάρα πολύ μικρή ἡλικία. Ἐνῶ ἤμουν ἀκόμα ἔφηβη ρωτοῦσα: ποιός ὁ λόγος ὕπαρξής μας, γιατί νά βρισκόμαστε ἐδῶ, δηλαδή τί σκοπό ἔχει ὁ ἄνθρωπος;… Νά ἀπολαύσουμε, νά ζήσουμε, νά κάνουμε οἰκογένεια, νά σπουδάσουμε κλπ. καί μετά; Αὐτό εἶναι ὅλο; Ἐδῶ περιορίζεται ὁ σκοπός τῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου;

Ρωτοῦσα ποιός ὁ λόγος ὕπαρξής μας, γιατί νά βρισκόμαστε ἐδῶ, δηλαδή τί σκοπό ἔχει ὁ ἄνθρωπος;… Νά ἀπολαύσουμε, νά ζήσουμε, νά κάνουμε οἰκογένεια, νά σπουδάσουμε κλπ. καί μετά; Αὐτό εἶναι ὅλο; Ἐδῶ περιορίζεται ὁ σκοπός τῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου;

Αὐτό τό ἐρώτημα δέν ἔπαψε νά μέ βασανίζη σέ ὅλη μου σχεδόν τήν ζωή. Χάνω τόν πατέρα μου στά 16 μου χρόνια καί ἐκεῖ ξαναμπαίνει τό ἐρώτημα πολύ δυναμικά μέσα στήν σκέψη μου. Λέω γιατί χρειάζεται νά ζοῦμε; Ἐντάξει, τί ἔκανε τώρα καί ὁ πατέρας μου; Ἔζησε ὡραῖα, μᾶς γέννησε, μᾶς σπούδασε, ἔφυγε καί μετά τί; 
Διάβασα, ὅπως σᾶς εἶπα, καί ἐπειδή ἤμουν τῆς γενιᾶς τοῦ Πολυτεχνείου –νά τό πῶ ἔτσι– παιδί, ἀναμείχτηκα σέ ὅλα τά κινήματα τῆς ἐποχῆς. Διάβαζα μανιωδῶς τά πάντα, ὅλα τά φιλοσοφικά ρεύματα, διάφορους φιλοσόφους, τά πάντα εἶχα ἀνακατέψει στήν ζωή μου. Τό ἄφησα στήν ἄκρη, δέν μέ ἐνδιέφερε, ἔτσι νόμιζα.

Ἡ ἀσθένεια τοῦ γιοῦ της καί τά ἐρωτήματά του

Φτάνω στό σημεῖο (νά περάσω,) νά ἀσθενήση τό παιδί μου καί νά ἀρχίσω νά βλέπω καί ἄλλες μητέρες καί στήν Ἑλλάδα καί στήν Γερμανία καί στήν Ἀμερική νά κουβεντιάζω μαζί τους, νά ἔχει διαταραχθῆ ὁλωνῶν μας ὁ ψυχικός κόσμος, νά ἔχει διασαλευθῆ τό εἶναι τους, το βαθύτερο εἶναι τους καί ἐγώ χειρότερα ἀπό αὐτές, διότι βρισκόμουν σέ ἕνα ἀδιέξοδο διανοητικό, μπορῶ νά πῶ, καί τό λέω διανοητικό, γιατί προσπαθοῦσα μέσα ἀπό τή διάνοια νά λύσω πνευματικά ζητήματα. Καί ἐδῶ τώρα θυμᾶμαι τόν συμπατριώτη μου νά πῶ Καζαντζάκη, ὁ ὁποῖος χάθηκε κι αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ἕνας διανοητής τῆς ἐποχῆς του μέσα σέ συστήματα, μέσα σέ φιλοσοφίες, ψάχνοντας καί τελικά μή μπορώντας ποτέ νά λύση διανοητικά τό θέμα τῆς ὕπαρξης ἤ μή ὕπαρξης τοῦ Θεοῦ…. 
Γιά νά μήν τά πολυλογῶ, ἀρχίζει νά μοῦ βάζη ἐρωτήματα τό ἴδιο μου τό παιδί, νά μᾶς βάζη καί σέ μένα καί στόν ἄντρα μου καί στήν κόρη μας, καί νά μέ κοιτάζη μέ ἕνα διερευνητικό βλέμμα μέ ἕνα: «Πές μου μαμά, ἀπάντησέ μου, μετά τόν θάνατο τί, τελειώσαμε, φύγαμε;». Ὁπότε κι ἐγώ δέν ἤξερα τί νά ἀπαντήσω καί τοῦ ἔλεγα: «Νά προσεύχεσαι!». Τοῦ ἔστρεψα ἐγώ τήν προσοχή του στήν προσευχή καί λόγω καί τῆς σχέσης μας καί τῶν καλῶν οἰκογενιακῶν σχέσεων, τῆς ἀπεριόριστης ἀγάπης, τόν θαυμασμό πού εἶχε σέ μένα, στόν πατέρα του, στήν ἀδερφή του, εἴχαμε μιά πολύ καλή σχέση καί ἦταν ἕνα παιδί πού διάβαζε πάρα πολύ. 
Δέν θέλω νά πῶ καλός μαθητής, γιατί τό καλός μαθητής μέσα σέ εἰσαγωγικά πολλές φορές βάζει μία ταμπέλα. Ἦταν ἕνα παιδί πού ἔψαχνε, ἔψαχνε ἀπεγνωσμένα. Καί ἀρχίζει νά μοῦ ζητάη τό ἕνα βιβλίο μετά τό ἄλλο. Καί ἀρχίζω νά παρακολουθῶ μία ἐξέλιξη, ἡ ὁποία γιά μένα ἦταν ἀφύσικη. Δηλαδή ἕνας ἔφηβος ὁ ὁποῖος θά εἶχε παραιτηθῆ ἀπ΄ τή ζωή παρόλους τούς πόνους του καί τό ἔμπα ἔβγα στά νοσοκομεῖα καί μέ ἕναν καρκίνο πού ἀπ’ τήν πρώτη στιγμή μᾶς εἶπαν ὅτι δέν θά ζήση, ἐμένα δέν μου τό εἶχαν πεῖ προσωπικά, ἀλλά τό καταλάβαινα. Ἄρχισε νά ψάχνη καί νά διαβάζη μανιωδῶς τά πάντα.

Ἁγία Γραφή καί προσευχή

Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ξεκίνησε μέ τήν Ἁγία Γραφή. Δηλαδή μοῦ ζήτησε ξαφνικά τήν Ἁγία Γραφή καί μετά ἀπ’ αὐτό πῆγε σέ πάρα πολλά βιβλία θεολογικά. 
Τόν ἔβλεπα νά ἀποστασιοποιεῖται ὧρες πολλές, νά μοῦ ζητάη: «Μαμά, σέ παρακαλῶ, ἄσε μέ μόνο», ἐνῶ σφάδαζε ἀπό τούς πόνους. Τόν ἄφηνα καί ἐπέστρεφα καί τόν ἔβλεπα σέ μία στάση ἀκριβῶς ἔτσι μέ τά χέρια σταυρωμένα καί τά μάτια κλειστά καί ἔλεγα: «Τί κάνεις;». Μοῦ λέει: «Προσεύχομαι, σέ παρακαλῶ ξαναφύγε, μήν μέ ἐνοχλεῖς». Καί ξανά μετά ἀπό ἀρκετές ὧρες: «Μαμά, σέ παρακαλῶ, ἄφησέ με μόνο, καί ξανά, προσεύχομαι». Καί ἐπέστρεφε μετά ἀπό τήν προσευχή, νά πῶ μία λέξη ἁπλά, δυναμωμένος

Ἐσωτερική ἀλλοίωση καί μαθητικό περιβάλλον

Δέν παραπονέθηκε, δέν γκρίνιαξε, δέν θύμωσε γιά ὅλα αὐτά πού τοῦ στεροῦσε ὁ καρκίνος, γιατί ὑπέφερε πραγματικά πάρα πολύ ἦταν μία σπάνια μορφή, καλπάζουσα.

Ἔβλεπα μπροστά μου ἕνα ἄτομο νά μιλάη γιά μιά ἐσωτερική ἐλευθερία, νά τόν βλέπω ὅτι ἦταν ἐσωτερικά πλέον ἐλεύθερος, δέν τόν κρατοῦσε τίποτα οὔτε οἱ πόνοι, οὔτε τά θέλω, οὔτε οἱ ἐπιθυμίες του, δέν παραπονιότανε. Ἤτανε πάντα χαμογελαστός, ἤρεμος, νηφάλιος.

Τόν παρακολουθοῦσα καί ἄρχισα νά τόν θαυμάζω κρυφά. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά τούς ἔλεγα: «Μά τί, ἔχει παρανοήσει αὐτό τό παιδί;». Δηλαδή μοῦ ζητοῦσε περίεργα πράγματα, ἤθελε νά ζῆ, ἤθελε νά παίζη μέ τούς φίλους του, εἶχε ἀδυναμία μέ τήν λογοτεχνία καί τόν κινηματογράφο, ἀλλά ἔβαζε μέσα τήν δικιά του πιά ἄποψη μιά ἄλλου εἴδους πνευματική ἄποψη. 
Ναυπάκτου Ἱερόθεος, Μαρίνα ΛασιθιωτάκηΘυμᾶμαι, ἂς ποῦμε, σέ κάποια ὄσκαρ ταινιῶν πού ἀπονέμονται στήν Ἀμερική, εἶχε γράψει μία κριτική γιά μιά πάρα πολύ ἐνδιαφέρουσα ταινία πού δέν τήν θυμᾶμαι αὐτήν τήν στιγμή, καί βάλαν τήν δική του στήν δεύτερη θέση καί μπαίνει στό internet καί μοῦ λέει: «Μαμά, διάβασε». Διαβάζω ἐγώ, λέω: «Πάρα πολύ ὡραία γλώσσα καί πολύ ἐξειδικευμένα ἀγγλικά, ποιός τό γράψε, ποιός Ἀμερικάνος τό ἔγραψε;». Καί πατάει τό λάπτοπ καί μοῦ δείχνει στό τέλος τό ὄνομά του. Τοῦ λέω: «Ἐσύ τώρα ἕνα Ἑλληνάκι ἔγραψες καί μέ μιά ἄλλη σκοπιά πνευματική αὐτήν τήν κριτική καί σέ βάλανε στή δεύτερη θέση;» Μοῦ λέει: «Σοῦ ἀρέσει;». Τοῦ λέω: «Μοῦ ἀρέσει πάρα πολύ!». Ἔγραφε καί στό περιοδικό «σινεμά» καί μάλιστα τά κρατοῦσαν κάποιοι, αὐτή ἡ ἐκδότρια, ἡ σύνταξη τοῦ περιοδικοῦ καί τό βλέμμα του ἤτανε πιά διαφορετικό, δέν ἦταν τοῦ κριτικοῦ πού στέκεται σέ κάποια ὁρισμένα κριτήρια πού κρίνεται ἕνα φίλμ. 
Εἶχε ἀρχίσει νά διαφοροποιεῖται σέ ὅλα του. Σᾶς τό λέω αὐτό σάν παράδειγμα τό ὅτι ἀπό τίς συζητήσεις πού ἔκαναν μέσα στήν τάξη- καί μοῦ ἔλεγαν οἱ καθηγητές, γιατί ἦταν καί δυό τρεῖς φίλοι παλιοί πού ἤμασταν στό πανεπιστήμιο μαζί- καί μοῦ ἔλεγαν: «Ὅταν λείπη ὁ Βανῆς ἀπ’ τήν τάξη δέν γίνεται μάθημα». Τούς λέω «Τί ἐνοεῖτε;». Μοῦ λένε: «Οἱ ἐρωτήσεις του, τό πνεῦμα του, οἱ ἀπαντήσεις του πού καθηλώνουν τήν τάξη, γίνεται ἄλλου εἴδους μάθημα, μοῦ λένε». 
Εἶχε ἀρχίσει, λοιπόν, τό παιδί χωρίς νά χάση τίς δραστηριότητές του, χωρίς νά χάνη τίς ἐπαφές του μέ τούς φίλους του, τούς ὁποίους ἀγαποῦσε καί δέν διέκρινε κανέναν. Εἶχε ἀλλάξει σχολεῖο, παράδειγμα, καί ἐπειδή ἦταν καλός μαθητής τόν εἶχαν πλησιάσει οἱ ἀριστοῦχοι μαθητές νά κάνουνε παρέα. Αὐτός ὅμως ἔκανε παρέα καί μέ κάποια παιδιά πού εἴχανε μείνει δυό φορές στήν ἴδια τάξη καί μοῦ τούς εἶχε φέρει στό σπίτι καί μοῦ εἶπε: «Μαμά, μπορεῖ νά ἔχουνε μείνει δυό φορές στήν ἴδια τάξη, ἀλλά ἔχουνε ἕναν σκοπό στήν ζωή τους». Τοῦ λέω: «Παιδί μου, ἐγώ δέν σέ ρώτησα, ἐκπαιδευτικός εἶμαι ἐγώ τά παιδιά δέν τά διακρίνω ἔτσι κι ἀλλιῶς ποτέ, ὅμως ἐγώ σέ χαίρομαι πού κάνεις παρέα μέ αὐτά τά παιδιά»

«Ἔβλεπα μιά μεταμόρφωση ἐκπληκτική»

Ὅταν ἔφυγε ὁ Βανῆς ἀπό τή ζωή, πάρα πολλές μητέρες ἤρθανε καί μοῦ εἴπανε πόσο ἐπηρέασε ὁ γιός μου τά δικά τους παιδιά, τά ὁποῖα ἔπαιζαν, ἦταν ἀνέμελα, ἦταν ἡ ἐφηβεία, ἤτανε διάφορες ἄλλες δραστηριότητες καί δέν εἴχανε τήν συγκέντρωση στό σχολεῖο. Μοῦ εἶπε χαρακτηριστικά ἑνός παιδιοῦ ἡ μαμά, πού κάναν πολύ παρέα μαζί, καθόταν καί στό ἴδιο θρανίο, ὅτι πέρασε στό ἀρχαιολογικό ὁ Βασίλης καί τό ὀφείλω στόν γιό σας, διότι ἦταν ἕνα ἐξαγριωμένο παιδί. Μοῦ εἶπε ἡ γυναίκα διάφορα πράγματα κι ἐγώ τίς λέω νά εἶστε καλά, εὐχαριστῶ». Μοῦ λέει ὄχι μόνο αὐτό, ἐρχόταν σπίτι μου, …  Μοῦ ἔφερε τά πάνω κάτω. Λέω: «Τί ἐνοεῖτε;». Μοῦ λέει: «Τί νά σᾶς πῶ, μοῦ λέει. Ἄλλαξε ἐδῶ πέρα τήν σκέψη τῶν παιδιῶν». Ὄντας ἤδη ἀσθενής καί μπαινοβγαίνοντας στά νοσοκομεῖα καί στό ἐξωτερικό καί στήν Ἑλλάδα. 
Τά ἔβλεπα ἐγώ ὅλα αὐτά καί λέω τά φουσκώνουνε, τά παραφουσκώνουν τώρα. Ἀλλά ἐγώ ἄρχισα νά παρακολουθῶ τήν δική του μεταμόρφωση. Ἔγραφε πάρα πολύ, ἔχει γράψει τρία μυθιστορήματα καί τά συζητούσαμε κιόλας πολλά ἀπ’αὐτά. Καί ἄρχισα νά μελετάω ἐγώ τά γραπτά μετά πού ἔφυγε, παρ’ ὅλο πού πολλά ἀπ’ αὐτά τά εἴχαμε ἐξαντλήσει σχεδόν σέ συζητήσεις. Κι ἔβλεπα μία μεταμόρφωση ἐκπληκτική.

Ντρέπομαι σάν φιλόλογος, διότι ποτέ δέν εἶχα ἐνσκήψει, ὅπως σᾶς λέω, στά πατερικά κείμενα, καί πού μέ βοήθησε πάρα πολύ τό ἔργο τοῦ π. Ἱερόθεου, τοῦ γιοῦ μου τό παράδειγμα, καί ἐν συνεχείᾳ οἱ πολύ καλοί φίλοι.

Ἔβλεπα μπροστά μου ἕνα ἄτομο νά μιλάη γιά μιά ἐσωτερική ἐλευθερία, νά τόν βλέπω ὅτι ἦταν ἐσωτερικά πλέον ἐλεύθερος, δέν τόν κρατοῦσε τίποτα οὔτε οἱ πόνοι, οὔτε τά θέλω, οὔτε οἱ ἐπιθυμίες του, δέν παραπονιότανε. Ἤτανε πάντα χαμογελαστός, ἤρεμος, νηφάλιος καί ἔλεγα: «Ρέ παιδί μου, σέρνεται αὐτό τό παιδί, τό σῶμα του πιά εἶναι ἕνα κουρέλι, ποῦ βρίσκει τήν δύναμη καί τά κάνει αὐτά;».

Τρία μαθήματα: Ἐλευθερία-Ἡσυχία-Ἀγάπη

Καί φεύγοντας ἀρχίζω νά μελετῶ καί μέσα ἀπ’ τά γραπτά του καί σημειώσεις πάρα πολλές νά βλέπω ἕναν ἄνθρωπο πού εἶχε ἐξελιχθῆ μπροστά στά μάτια μου σέ κάτι ἄλλο καί νά βγάζω τά συμπεράσματα ὅτι αὐτό τό παιδί μέ δίδαξε τρία πράγματα. 
Αὐτό πού λέμε κατάκτηση τῆς ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας. Μέ δίδαξε τήν ἡσυχαστική μέθοδο, πού αὐτός δέν τήν ἔλεγε ἔτσι, ἀλλά τά μεγάλα διαλείμματα μέσα στή μέρα καί στή νύχτα τῆς ἡσυχίας καί τῆς προσευχῆς, ὅπου ἀπελευθερωνόταν ὁ νοῦς του καί, ὅπως λέω καί στό βιβλίο, ἐγώ πιστεύω συναντοῦσε τό Ἀπόλυτο συναντοῦσε τήν Ἀλήθεια, αὐτήν πού ψάχνει ὁ κάθε ἄνθρωπος. Καί μέ δίδαξε τήν ἀπέραντη βέβαια ἀγάπη, ἀλλά ὅλα αὐτά τά εἶχε κατακτήσει μέσα ἀπό τήν νοερά προσευχή.

Νηπτική ὀρθόδοξη παράδοση

Αὐτό πού λέγεται νοερά προσευχή καί πού ἀναλύεται σέ σύγχρονη γλώσσα ἑλληνική, γιατί ἔχω διαβάσει καί τά παλαιότερα πατερικά κείμενα, ἀναλύεται σέ σύγχρονη γλώσσα καί σέ βάθος ἀπό τόν πατέρα Ἱερόθεο, πού τά γραπτά του ἄρχισα μανιωδῶς νά διαβάζω τά βιβλία καί νά τά κάνω δῶρα σέ Γερμανούς ἀσθενεῖς, σέ Ἀμερικανούς, σέ Ἄγγλους, ὅπου βρισκόμουνα τά βιβλία στή γλώσσα πού εἶχαν μεταφραστῆ, τά ἔκανα δῶρο στίς βιβλιοθῆκες τῶν νοσοκομείων καί τά ἔδινα καί σέ ἀσθενεῖς καί οἱ ἀσθενεῖς βέβαια μοῦ λέγαν αὐτή ἡ ὀρθόδοξη… Ἔφτασε μία Τουρκάλα, νά τό πῶ ἔτσι ἁπλά, χωρίς νά εἶναι ἰδιαίτερα πιστή μουσουλμάνα, νά ρωτάη τόν Βραζιλιάνο καί νά τοῦ λέη: «Ραφαέλο εἶναι ἀλήθεια αὐτά πού λέει ἡ Μαρίνα;». Τῆς ἔκανα σχεδόν φροντιστήριο ἐπί μῆνες, γιατί μοῦ ἔβαζε ἐρωτήματα: ποιά εἶναι ἡ διαφορά μέ τούς προτεστάντες, τί εἶναι οἱ καθολικοί, ποιοί εἶστε ἐσεῖς, τί εἶναι τό ἕνα τί εἶναι τό ἄλλο γιατί εἶχε πέσει σέ μία συνάδελφό της ἡ ὁποία εἶχε παντρευτῆ ἕναν Ἀμερικανό καί τήν εἶχε κάνει προτεστάντισσα καί εἶχε τρελαθῆ ἡ κοπέλα. Μοῦ ἔλεγε, μοῦ κάνει πλύση ἐγκεφάλου νά πάω στόν προτεσταντισμό, ἀλλά ἐγώ θέλω νά μάθω τί εἶναι κατ’ ἀρχήν ὁ Χριστιανισμός. Καί κάναμε κάτι συζητήσεις μῆνες. Ἀφοῦ μοῦ ἔλεγε ὁ ἄντρας μου, ἄντε στό τέλος θά τήν βαπτίσης. Καί στό τέλος ἡ Σέλντα μοῦ λέει: «Ἂν αὐτή εἶναι ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική πίστη, ἐγώ, μοῦ λέει, θά διαλέξω νά βαπτιστῶ Χριστιανή Ὀρθόδοξη». Καί τώρα ἔχω ἐπιχειρήματα νά πάω στή φίλη μου καί νά τῆς πῶ τί γίνεται μέ τήν Ὀρθοδοξία.

Προκαλῶ συζητήσεις πού ἔχουν νά κάνουν μέ αὐτό πού λέμε ἐσωτερική ἐλευθερία. Τούς λέω, ὅλοι ἀναζητοῦμε, δέν εἶναι κακό, ἕνα σύστημα νέο διακυβέρνησης, ….πῶς θά ἀποτρέψουμε μέ ἕνα νέο σύστημα ἠθικῶν ἀξιῶν τήν περαιτέρω καταστροφή, ἴσως καί τήν παγκόσμια καταστροφή.

Θέλω νά σᾶς πῶ ὅτι τό ἔργο στή νέα γλώσσα, σύγχρονη, βαθειά, βαθυστόχαστη σκέψη, μέ βοήθησε πάρα πολύ. Γιατί εἶχα διαβάσει ἂς ποῦμε, νά σᾶς πῶ συγκεκριμένα γιά τήν ἠθική ἐλευθερία στά γραπτά τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου μισό αἰῶνα πρίν περίπου. Ἡ γλώσσα δέν γίνεται πολύ κατανοητή ἀπό τούς, νά τούς πῶ μέσα σέ εἰσαγωγικά, ἁπλούς Ἕλληνες ἤ καί διανοούμενους Ἕλληνες, δέν μποροῦν νά πιάσουν τό βαθύτερο νόημα. Τό πιάνουν, ἀλλά πιθανόν νά βροῦν ἐλαττώματα, νά βροῦνε προσκόμματα καί νά ἀρχίσουν συζητήσεις πού δέν θά ὁδηγήσουν πουθενά. 
Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τό ἔργο εἶναι τεράστιο. Νομίζω ὅτι δέν εἶναι τυχαῖο πού ἔχει μεταφρασθῆ σέ τόσες γλῶσσες σέ ὅλον τόν κόσμο. Ἐγώ τώρα κάνω διάλογο, ἂς ποῦμε μέ κάποιους Κινέζους, ἔχω πεῖ στόν πατέρα Ἱερόθεο, τό ψάχνουμε νά βροῦμε τήν ἄκρη γιά νά τό πάρουν τό ἔργο.

Τά στηρίγματα στήν μεγάλη δοκιμασία καί ἡ εὐγνωμοσύνη

Ἐγώ νομίζω ὅτι ἕνα τό παράδειγμα τό ζωντανό παράδειγμα τοῦ γιοῦ μου, ἕνα ἡ μελέτη μου, πού ντρέπομαι σάν φιλόλογος, διότι ποτέ δέν εἶχα ἐνσκύψει, ὅπως σᾶς λέω, στά πατερικά κείμενα, καί πού μέ βοήθησε πάρα πολύ τό ἔργο τοῦ π. Ἱερόθεου, τοῦ γιοῦ μου τό παράδειγμα, καί ἐν συνεχείᾳ οἱ πολύ καλοί φίλοι. Εὐτυχῶς εἶμαι, μπορῶ νά πῶ σέ αὐτόν τόν τομέα πάρα πολύ τυχερός ἄνθρωπος, γιατί μέ ἀγκάλιασαν, (ἀπό μικρά παιδάκια), καί ἔκανα παρέα καί μέ ἑτερόκλητα στοιχεῖα καί πολλές φορές μοῦ ἔλεγαν πῶς κάνεις παρέα μέ αὐτόν. Μοῦ τό δίδαξε ὁ πατέρας μου. Ὁ πατέρας μου μοῦ εἶχε πεῖ καί τόν ζητιάνο καί τόν τσιγγάνο νά τόν βλέπης τό ἴδιο, δέν ἔχει τίποτε ὁ ἕνας πού νά μήν τό ἔχη ὁ ἄλλος. Καί μέ εἶχε ἤδη ἀπαλλάξει ἀπό ἕνα ἄγχος, ἀπό τήν τυπικότητα… ὁπότε εἶχα γνωρίσει πάρα πολύν κόσμο. Εἶμαι πολύ τυχερή πού ὅλον αὐτόν τόν κόσμο ἀπό τά παιδικά μου χρόνια, τά γυμνασιακά, τά πανεπιστημιακά, καί μετά τόν κράτησα. Ἔχω πολλούς φίλους οἱ ὁποῖοι μοῦ συμπαραστάθηκαν ἀπεριόριστα, χωρίς νά λογαριάζουν κανένα κόστος, μέ στήριξαν μέσα στήν τρέλα μου, πού ἤθελα νά φύγω ἀπό αὐτήν τήν ζωή, ὅταν ἔχασα τό παιδί μου. Δέν πῆρα οὔτε μισό φάρμακο, ἡ ἀγάπη τους μέ στήριξε καί λέω ὅτι ἀπό δῶ καί πέρα ὅσο ζῶ δέν φτάνει αὐτή ἡ ζωή γιά νά ἀνταποδώσω τήν τεράστια εὐγνωμοσύνη γιά τήν ἀγάπη πού πῆρα ἀπό αὐτόν τόν κόσμο.

Παραδοσιακές σχέσεις καί κρίση

Θέλω ὅμως νά σᾶς πῶ καί κάτι ἄλλο, πού νομίζω γιά αὐτό ἀξίζει. Εἶχα ἕναν δισταγμό νά ἔρθω νά μιλήσω, ἀλλά μιά ἄλλη, μιά δεύτερη καί τρίτη σκέψη μοῦ λέει ὅτι πρέπει, γιατί τό εἶδα καί σάν ἐκπαιδευτικός σάν ἕνα σύν, ἕνα καθῆκον δηλαδή πού ἀπό τήν στιγμή πού κάποιος μέ καλεῖ πρέπει νά τό κάνω, πρέπει νά τό πῶ. 
Θέλω νά πῶ τό ἑξῆς: Στήν κρίση πού περνάει ἡ Ἑλλάδα καί ὄχι μόνο μέ μιά ἀπεριόριστη χωρίς ἠθικά ὅρια ἐλευθερία πού ζήσαμε μέ ὑλικά θέλω, μέ ἐπιθυμίες, μέ φιλοδοξίες, μέ φιλαυτία πού λέει ἡ Ἐκκλησία μας ἔχουν ὁδηγήσει στήν καταστροφή, ἐντελῶς ὅμως, τῶν κοινωνικῶν σχέσεων τῶν ἀνθρώπων. Εἴδατε πού λέμε καμιά φορά καταστράφηκε ὁ κοινωνικός ἱστός τί θά πῆ καταστράφηκε ὁ κοινωνικός ἱστός. Οἱ παραδοσιακές κοινωνικές σχέσεις, οἰκογενειακές σχέσεις, ἔχουν τσαλαπατηθῆ. Ἡ μεταμοντέρνα νεωτερική ἐποχή, ὅπως ἀναλύουν οἱ εἰδικοί καί ἡ κοινωνική ἐπιστήμη κλπ, ὑποδούλωσαν τόν ἄνθρωπο καί τοῦ ἔστρεψαν τήν προσοχή κυρίως στά ὑλικά ἀγαθά, στίς ὑλικές ἀπολαύσεις, στίς καταχρήσεις, μέ ἀποτέλεσμα ὁ ἄνθρωπος πλέον νά μήν εἶναι ἐλεύθερος. Δέν εἶναι ἐλέυθερος. Καί ἔχουμε φθάσει σέ ἕνα ἀδιέξοδο λόγῳ καί τῆς πολιτικῆς τοῦ ἀκραίου φιλελευθερισμοῦ, αὐτό πρέπει νά τό πῶ, ὅπου ἔχουμε κληθῆ τώρα νά ξανασκεπτόμαστε τί πῆγε στραβά, γιατί δέν αἰσθανόμαστε ἐλεύθεροι, γιατί οὐσιαστικά εἴμαστε ὑπόδουλοι. Πῶς μποροῦμε νά λύσουμε, νά βροῦμε ἕνα νέο σύστημα ἠθικῶν ἀξιῶν, νά ξαναβάλουμε τίς ἠθικές ἀξίες στή ζωή μας κλπ

Ἀπαραίτητες οἱ Θεολογικές συζητήσεις

Καί γίνονται ἀτέλειωτες συζητήσεις σέ ὅλους τούς κύκλους, ὅλης τῆς διαστρωμάτωσης τῆς χώρας μας, τῆς Ἑλλάδας, ἀλλά παρατήρησα ὅτι μέσα ἀπό ὅλες αὐτές τίς συζητήσεις λείπει ὁ Θεός. 
Ἐγώ δέν λείπω ποτέ ἀπό αὐτές τίς συζητήσεις, γιατί, ὅπως σᾶς εἶπα ἔχω φίλους πού ἀκόμα εἶναι δραστηριοποιημένοι παντοῦ, θέλουν τό καλό τῆς πατρίδας μας, θέλουν τό καλό τῆς Ἑλλάδας, παλεύουν ὁ καθένας ὅπως αὐτήν τήν στιγμή τό ἐννοεῖ. Ἐγώ ὅμως σέ αὐτές τίς συζητήσεις πλέον βάζω τό θέμα Θεός. Προκαλῶ θεολογικές συζητήσεις. Προκαλῶ συζητήσεις πού ἔχουν νά κάνουν μέ αὐτό πού λέμε ἐσωτερική ἐλευθερία. Τούς λέω, ὅλοι ἀναζητοῦμε, δέν εἶναι κακό, ἕνα σύστημα νέο διακυβέρνησης, νέων ἠθικῶν ἀξιῶν, θέλουμε τήν τιμωρία τῶν νόμων, θέλουμε τήν κάθαρση, θέλουμε πάταξη τῆς διαφθορᾶς, ὅλοι τά θέλουμε, ὅλοι οἱ Ἕλληνες αὐτό λέμε καί ὅλοι συζητᾶμε πολιτικά καί ὅλοι συζητᾶμε πῶς θά ἀποτρέψουμε μέ ἕνα νέο σύστημα ἠθικῶν ἀξιῶν τήν περαιτέρω καταστροφή, ἴσως καί τήν παγκόσμια καταστροφή. Πῶς θά ἀποτρέψουμε τό ἐπερχόμενο, ἀποκαθιστώντας ὑλικά πάλι τήν ζωή μας, ὅπως ἦταν μέσα ἀπό ἕνα ἄλλο σύστημα ἠθικῶν ἀξιῶν;

Θεωρῶ, λοιπόν, ὅτι εἶναι μιά μεγάλη εὐκαιρία μέ αὐτό πού περνᾶμε σήμερα … νά βάλουμε στήν ζωή μας τόν Θεό καί νά μαρτυροῦμε μέ τό δικό μας παράδειγμα καί γιά αὐτό ἀπαιτεῖται, πιστεύω, καί γνήσια μετάνοια, εἰλικρινής μετάνοια καί ταπείνωση.

Ἐγώ τούς λέω, ὅπως σᾶς εἶπα βάζω μέσα σέ αὐτές τίς συζητήσεις καί τόν Θεό, καί πιστεύω ὅτι ἀποτελεῖ πλέον εὐκαιρία γιά ὅσους τοὐλάχιστον προσπαθοῦν, γιατί εἶναι μιά συνεχής προσπάθεια καί νά κρατηθῆς ἐσωτερικά ἐλεύθερος καί νά ἔχης μιά ἡσυχαστική μέθοδο προσευχῆς καί νά εἶσαι σέ μιά διαρκῆ ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό. Δηλαδή ἐγώ πολλές φορές σέ ἀδιέξοδο λέω: «Θεέ μου, ξέρεις ἐγώ ἔφτασα μέχρις ἐδῶ, ἀνάλαβέ το Σύ. Δέν μέ νοιάζει τί θά κάνης. Ἀνάλαβέ το Ἐσύ, δέν εἶμαι τεμπέλα, δέν εἶμαι ἄτομο ἀδιάφορο, ἀλλά ἐγώ μέχρι ἐδῶ φτάνω. Ἀνάλαβέ το Ἐσύ καί ὅ,τι νομίζεις κάνε». Ἀλλά αὐτό σέ καθημερινή βάση ἀπαιτεῖ τεράστια προσπάθεια, τεράστιο ἀγώνα γιά νά κρατηθῆς, χωρίς αὐτό νά σημαίνη ὅτι δέν δρᾶς καί δέν ζῆς καί δέν δουλεύεις καί δέν συμπάσχεις καί δέν βοηθᾶς καί δέν καί δέν…

Ἀνάγκη μετάνοιας, προσωπικῆς ὁμολογίας καί μαρτυρίας

Θεωρῶ, λοιπόν, ὅτι εἶναι μιά μεγάλη εὐκαιρία μέ αὐτό πού περνᾶμε σήμερα νά μαρτυρήσουμε ὁ καθένας μέ τό δικό του παράδειγμα ὄχι ὅτι τά λόγια πολλές φορές δέν ἀξίζει νά τά χρησιμοποιοῦμε καί νά τά λέμε, ἀλλά νά βάλουμε στήν ζωή μας τόν Θεό καί νά μαρτυροῦμε μέ τό δικό μας παράδειγμα καί γιά αὐτό ἀπαιτεῖται, πιστεύω, καί γνήσια μετάνοια, εἰλικρινής μετάνοια καί ταπείνωση. Δέν μπορεῖς μέ ἕνα ὕφος ξερόλα καί πολιτικοῦ λόγου, νά λές ἐσύ: ἐγώ τά ξέρω ὅλα καί ἐγώ θά λύσω τά προβλήματα. Αὐτά πλέον γιά μένα εἶναι ψεύτικα, πῶς νά τό πῶ. Καί πιστεύω ὅτι ἔτσι θά βροῦμε τήν δύναμη πρῶτα ἀπο ὅλα νά ξεκινήσουμε ἀπό τούς ἴδιους τούς ἑαυτούς μας, νά μεταμορφωθοῦμε ἐμεῖς καί νά μεταμορφωθοῦμε σέ καινούργιους ἀνθρώπους. 
Καί ἐγώ πού σᾶς μιλάω τώρα τρέμω γιά κάποια πράγματα, καί κάθε φορά πάω σέ μιά γωνιά καί λέω: «Κάτσε Μαρίνα, ἠρέμησε, προσευχήσου». Λέω: «Θεέ μου, βοήθησέ με, ἠρέμησέ με, ἰσορρόπησέ με, φώτισέ με, μή φύγω, μην ξεφύγω, μήν πάρουν ἀέρα τά μυαλά μου, μή σκορπίσουν». 
Καί ἐπαναλαμβάνω τώρα δύο φράσεις ἐδῶ: ὅτι ἡ ἀληθινή ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία ἔχει σίγουρα κοινωνικές συνέπειες, ἀφοῦ ὅσοι θεραπεύονται εἶναι οἱ πραγματικοί μυστικοί ἀδένες μέσα στήν κοινωνία (π. Ἱερόθεος ἀπό τό τελευταῖο του βιβλίο).

Τά θέματα συζήτησης τῶν Νεοελλήνων

Τό χρέος μας, ἰδιαίτερα σάν γονεῖς, σάν ἐκπαιδευτικοί, ἐγώ μιλῶ καί ἀπό τήν θέση τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ, εἶναι ὅτι πρέπει πλέον νά μεταδίδουμε τήν διαπιστευμένη πνευματικότητα, αὐτό πού λέει ὁ ὁρισμός, στά παιδιά μας, στούς φίλους μας, στίς ταβέρνες στίς παρέες, ὅπου καί νά βρισκόμαστε. Νά μή φοβόμαστε καί νά μήν ντρεπόμαστε. 
Διότι οἱ Ἕλληνες ὅλοι, ὅπου καί νά πᾶς θά ξεκινήσουν πολιτική συζήτηση μέ μεγάλη εὐκολία καί μέ χιοῦμορ καί μέ σκωπτικό τρόπο καί μέ σοβαρό, καί δέν τολμοῦμε νά συζητήσουμε θεολογικά θέματα. Φοβόμαστε μήν μᾶς προσάψουν τήν ταμπέλα τοῦ θρησκόληπτου, τοῦ ἀφελῆ, τοῦ προβληματικοῦ, τοῦ καθυστερημένου, τοῦ φανατισμένου.

Ἡ μεταμοντέρνα νεωτερική ἐποχή, ὅπως ἀναλύουν οἱ εἰδικοί καί ἡ κοινωνική ἐπιστήμη κλπ, ὑποδούλωσαν τόν ἄνθρωπο καί τοῦ ἔστρεψαν τήν προσοχή κυρίως στά ὑλικά ἀγαθά, στίς ὑλικές ἀπολαύσεις, στίς καταχρήσεις, μέ ἀποτέλεσμα ὁ ἄνθρωπος πλέον νά μήν εἶναι ἐλεύθερος.

Καί φυσικά θέλει μιά διάκριση καί φυσικά θέλει μιά προσοχή καί φυσικά θέλει ἕνα μέτρο καί πάνω ἀπό ὅλα μέ μία ἀνάλογη γλώσσα. Διαφορετικά ἔτσι ὅπως εἶναι σήμερα ἄρρωστος ὁ Ἕλληνας ἤ ὁ περισσότερος κόσμος, νά τό πῶ στήν ἁπλή λαϊκή γλώσσα σαλταρισμένος, παραμιλάει ὁ κόσμος. Ἴσως ἐδῶ στήν ἐπαρχία, καί στήν Κρήτη πού κατεβαίνω, δέν εἶναι τόσο ἔντονο, στήν Ἀθήνα εἶναι… 
Ἐμεῖς κάνουμε καί μιά ψυχοθεραπεία καί μέσα ἀπό τήν δουλειά μας, ὅταν ἔρχονται διάφοροι γονεῖς καί μᾶς βάζουν χιλιάδες προβλήματα. Ἐγώ βρίσκω πάντα μία μικρή εὐκαιρία, ἀνάλογα μέ αὐτά πού θά μοῦ πῆ ὁ ἄλλος, δέν ἔχω ἕνα ποίημα ἕτοιμο, οὔτε βάζω κασέτα, νά πῶ τό κατεβατό, αὐτό δέν εἶναι καί στόν χαρακτήρα μου, πιάνομαι ἀπό τό παραμικρό γιά νά πάω νά θίξω αὐτό πού εἴπατε πρίν τήν χαμένη μας πνευματικότητα, πού τήν ἔχει ξεχάσει ὁ κόσμος, τήν ἔχει ἀφήσει, δέν ξέρω.

Τό παιδί – ἄγγελος τοῦ Θεοῦ στήν ζωή της

Τό γιατί ὑπάρχουμε, τί δίνει νόημα στήν ζωή μας, ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ὕπαρξής μας ἐμένα μοῦ τό δίδαξε αὐτό τό παιδί. Καμιά φορά λέω ἦρθε ἄγγελος ἦταν, ὁ Θεός μοῦ τόν ἔστειλε ἐπίτηδες, ἐπειδή βασανίζομαι ἀπό μικρό παιδί καί δέν μπορῶ νά βρῶ τήν ἀλήθεια καί δέν ἤξερα τόν δρόμο καί δέν… Μοῦ τόν ἔστειλε νά μοῦ λύση αὐτό τό πρόβλημα, νά τό πῶ ἔτσι ἁπλά, νά μέ διδάξη, νά μάθω γιατί ζοῦμε καί ἐδῶ χρησιμοποιῶ λίγο παραφρασμένα λόγια πού ὑπάρχουν καί στά πατερικά μας κείμενα καί στά βιβλία τοῦ Σεβ. Ἱεροθέου, ἀλλά ἀναζήτησα καί σέ ἄλλους συγγραφεῖς, τόν Louis, τόν Κάλλιστο Γουέρ κ.ἄ., οἱ ὁποῖοι ὅλοι τονίζουν ὅτι ὑπάρχουμε γιά νά ζοῦμε μία ἀγαπητική ἀνταποδοτική σχέση μέ τόν κόσμο γύρω μας, νά δημιουργοῦμε καί νά ἀγαπᾶμε. Πλαστήκαμε μέ τό κατ’ εἰκόνα καί βαδίζουμε στό καθ’ ὁμοίωση. Αὐτό τό νόημα τῆς ὕπαρξής μας, ἔπρεπε νά ζήσω αὐτό πού ἔζησα γιά νά τό ἀνακαλύψω, νά πειστῶ γιά τήν αἰωνιότητα, γιατί ἤμουν ἕνας ἄπιστος Θωμᾶς, μοῦ δινόταν κάποιες χάρες καί ἔλεγα: Ναί, ἐντάξει, ἀπόδειξέ μου το. Μόνο πού τό λέω τώρα ἀνατριχιάζω. Γινόταν κάτι καί ἔλεγα, ἐντάξει, ἀπόδειξη, καί μοῦ ἐρχόταν ἡ ἀπόδειξη καί μοῦ ἐρχόταν μέσω τρίτων προσώπων, ἀπό πρόσωπα ἀνέλπιστα. Ὅμως ἔλεγα, ὄχι, καί ἄλλη ἀπόδειξη. Ντρέπομαι πού τό λέω αὐτήν τήν στιγμή, ἀλλά τά ἔζησα αὐτά τά πράγματα καί δέν μπορῶ νά μήν τό πῶ. Δέν θά ἔλεγα ἀλήθεια, ἄν δέν τά πῶ. 
Πιστεύω, λοιπόν, ὅτι ἐγώ πῆρα ἀπαντήσεις. Ὁ ἀγώνας δέν σταματάει ἐδῶ, συνεχίζεται. Τό νόημα τῆς ἀγάπης κατάλαβα εἶναι ὅτι εἶναι πνευματικό, ὅτι δέν ἔχει νά κάνη οὔτε μέ ἁπλό συναίσθημα οὔτε μέ ὑλικό δοῦναι καί λαβεῖν, δέν εἶναι φθαρτό, δέν εἶναι ὑλικό, εἶναι πνευματικό, εἶναι ἄϋλο, εἶναι καρδιακό, εἶναι παντοτινό, ἄπειρο, εἶναι συνδεδεμένο μέ αὐτό πού λέμε Θεός. Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί ἡ ἀγάπη εἶναι Θεός.

Αὐτά ἤθελα νά σᾶς πῶ. …

Ἀλλά θέλω ἄλλη μιά φορά νά εὐχαριστήσω καί νά σᾶς πῶ ὅτι, νά τό πῶ ἔτσι ἀνοικτά –συγγνώμη εἶστε πολλοί Κληρικοί ἐδῶ– ἀλλά πολύ λίγους διακρίνουμε σήμερα μέσα στήν Ὀρθοδοξία πού πραγματικά πνευματικά στέκονται δίπλα στόν κόσμο καί βοηθᾶνε μέ τό νόημα αὐτό πού ἐγώ κατάλαβα, ἔζησα καί ἐκφράζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὀρθόδοξη ψυχοθεραπευτική μέθοδος, νά τό πῶ ἁπλά. Καί ἐσεῖς ἐδῶ στήν Ναύπακτο εἶστε τυχεροί. Αὐτό ἔχω νά πῶ: Εἶστε πάρα πολύ τυχεροί. Μέσω φίλων μου γνώρισα τόν π. Ἱερόθεο καί μαζί μέ αὐτόν καί ἄλλους Κληρικούς καί νομίζω ὅτι εἶστε πολύ τυχεροί νά ἔχετε κοντά σας ἀνθρώπους πού… ὄχι μόνον τοπικά, ἐγώ πιστεύω αὐτή τήν στιγμή σέ ὅλη τήν Ὀρθοδοξία εἶναι ἐλάχιστοι. Τό πιστεύω, τό λέω καί ὅπου τούς ἔχουμε, πρέπει νά προσέχουμε. 
Εὐχαριστῶ.

http://www.parembasis.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ἁγία Ὑπομονή (13 Μαρτίου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Μαρτίου, 2014

Πρωτ. Γεωργίου Παπαβαρνάβα   

Ἁγία ὙπομονήἩ ἁγία Ὑπομονή, κατά κόσμον Ἑλένη Δραγάση, καταγόταν ἀπό βασιλική γενιά. Ἦταν θυγατέρα τοῦ Κωνσταντίνου Δραγάση, ὁ ὁποῖος ἦταν ἕνας ἀπό τούς πολλούς ἡγεμόνες-κληρονόμους τοῦ Σέρβου βασιλιά Στεφάνου Δουσάν. Σέ ἡλικία 19 περίπου ἐτῶν ἔγινε σύζυγος τοῦ Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου (τέλη τοῦ 1390) καί ὀνομάσθηκε «Ἑλένη ἡ ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ αὐγούστα καί αὐτοκρατόρισσα τῶν Ρωμαίων ἡ Παλαιολογίνα». Γαλουχήθηκε μέ τά νάματα τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, καί αὐτή ἡ πίστη τήν στήριξε στίς πολλές καί μεγάλες δυσκολίες πού ἀντιμετώπισε στήν ζωή της. Εἶχε πολλά χαρίσματα, μεγάλες ἀρετές καί τεράστια ψυχική δύναμη, γι’ αὐτό καί στήριξε τόν σύζυγό της στίς δύσκολες στιγμές, στά 35 χρόνια πού ἔζησαν μαζί. Ὁ Θεός τούς χάρισε ὀκτώ παιδιά, ἕξι ἀγόρια καί δύο κορίτσια. Δύο ἀπό τά ἀγόρια ἀνέβηκαν στόν αὐτοκρατορικό θρόνο, ὁ Ἰωάννης Η΄ καί ὁ Κωνσταντῖνος ΙΑ΄, ὁ τελευταῖος θρυλικός αὐτοκράτορας. 
Ἡ ἁγία Ὑπομονή (Αὐγούστα Ἑλένη) ἀγάπησε ἀληθινά τόν λαό καί τοῦ συμπαραστάθηκε στίς ἀγωνίες καί τίς ἀνησυχίες του ἐνώπιον τῶν φοβερῶν ἐθνικῶν κινδύνων καί τόν ἐνίσχυε μέ τήν προσευχή της καί τόν παρηγορητικό της λόγο. Ἀντιμετώπιζε καί τίς χαρές καί τίς θλίψεις μέ τήν ἐλπίδα στόν Θεό καί γι’ αὐτό ἦταν σέ ὅλα ἰσορροπημένη. Ὁ φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθων γράφει γι’ αὐτήν μεταξύ τῶν ἄλλων καί τά ἑξῆς: «Ἡ βασιλίς αὕτη μέ πολλήν ταπείνωσιν καί καρτερικότητα ἐφαίνετο νά ἀντιμετωπίζη καί τάς δύο μορφάς τῆς ζωῆς. Οὔτε κατά τούς καιρούς τῶν δοκιμασιῶν ἀπεγοητεύετο, οὔτε ὅταν εὐτυχοῦσε ἐπανεπαύετο, ἀλλά εἰς κάθε περίπτωσιν ἔκανε τό πρέπον. Συνεδύαζε τήν σύνεσιν μέ τήν γενναιότητα, περισσότερον ἀπό κάθε ἄλλην γυναίκα. Διεκρίνετο διά τήν σωφροσύνην της. Τήν δέ δικαιοσύνην τήν εἶχε εἰς τελειότατον βαθμόν. Δέν ἐμάθαμε νά κάμνει κακόν εἰς οὐδένα ἀλλά μόνον τό ἀγαθόν εἰς πολλούς».
Ἐπίσης, ὁ Γεννάδιος Σχολάριος, ὁ πρῶτος Οἰκουμενικός Πατριάρχης μετά τήν ἅλωση, στόν παραμυθητικό του λόγο πρός τόν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο ΙΑ΄ «ἐπί τῇ κοιμήσει τῆς μητρός Αὐτοῦ ἁγίας Ὑπομονῆς», γράφει: «Τήν μακαρίαν ἐκείνη Βασίλισσαν ὅταν τήν ἐπεσκέπτετο κάποιος σοφός, ἔφευγε κατάπληκτος ἀπό τήν ἰδικήν της σοφία. Ὅταν τήν συναντοῦσε κάποιος ἀσκητής, ἀποχωροῦσε ντροπιασμένος διά την πτωχεία τῆς δικῆς του ἀρετῆς… Ὅταν συνομιλοῦσε μαζί της κάποιος δικαστής, διεπίστωνε ὅτι ἔχει ἐνώπιόν του ἔμπρακτον κανόνα Δικαίου. Ὅταν κάποιος θαρραλέος τήν συναντοῦσε ἔνοιωθε νικημένος, αἰσθανόμενος ἔκπληξιν ἀπό τήν ὑπομονήν, τήν σύνεσιν καί τήν ἰσχυρότητα τοῦ χαρακτῆρος της… Κάθε πονεμένος μέ τήν συνάντησιν μαζί της, καταλάγιαζε τόν πόνο του… Καί γενικά κανένας δέν ὑπῆρξε, πού νά ἦλθεν εἰς ἐπικοινωνίαν μαζί της καί νά μήν ἔγινε καλύτερος».
Μετά τήν κοίμηση τοῦ συζύγου της (1425) -ὁ ὁποῖος δύο μῆνες πρίν εἶχε γίνει μοναχός- ἐκάρη μοναχή στήν Μονή τῆς κυράς Μάρθας, μέ τό ὄνομα Ὑπομονή. Καί ὅπως γράφει ὁ σύγχρονός της Γεώργιος Φραντζῆς «συνέδεσε τήν ἔννοια τοῦ μοναχικοῦ της ὀνόματος (Ὑπομονή) μέ τόν τρόπον ἀντιμετωπίσεως καί τῶν εὐτυχῶν στιγμῶν καί τῶν ἀπείρων δυσκολιῶν τῆς ζωῆς της. Ὑπομονή κατά βίον, πρᾶξιν καί μοναχικόν ὄνομα». Ὁ Θεός εὐδόκησε νά μή βιώση καί τόν πόνο ἀπό τήν πτώση τῆς αὐτοκρατορίας, γι’ αὐτό καί τήν κάλεσε κοντά Του τήν 13η Μαρτίου 1450.
Ὁ βίος καί ἡ πολιτεία της μᾶς δίνουν τήν ἀφορμή νά τονίσουμε τά ἀκόλουθα:
Ἡ ὑπομονή εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖο δίδεται σέ αὐτούς πού ἀγωνίζονται καί προσεύχονται νά τό ἀποκτήσουν, γιά νά μποροῦν νά ἀντέχουν στά καθημερινά προβλήματα, τίς δυσκολίες καί τούς πειρασμούς τῆς παρούσης ζωῆς. Ἡ ὑπομονή εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητη, ἐπειδή χωρίς τήν ὑπομονή δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά παραγματοποιήση κανένα σημαντικό ἔργο, καί κυρίως τό σημαντικότερο ἀπό ὅλα, τήν σωτηρία του. Καί μέ τόν ὅρο σωτηρία δέν ἐννοεῖται ἡ κληρονομία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ μετά θάνατον. Εἶναι, βέβαια, καί αὐτό, ἀλλά κυρίως ἐννοεῖται ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, πού ἀποκτᾶται μέ τήν βίωση τοῦ τρόπου ζωῆς πού διδάσκει ἡ Ἐκκλησία. Ἄλλωστε, εἶναι ἀδύνατον νά ἀντέξη κανείς τόν τρόπο ζωῆς στήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἄν δέν τόν ἔχει βιώση ἀπό τήν παροῦσα ζωή, ἐπειδή θά τοῦ φανῆ κόλαση. Αὐτό, ἄλλωστε, στήν πραγματικότητα εἶναι ἡ κόλαση, δηλαδή τό νά μή μπορῆ ὁ ἄνθρωπος νά ἀντέξη τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ἀντί νά τήν βιώνη ὡς φῶς καί χαρά, «διά τήν ἐσωτερική καθαρότητα», νά τήν βιώνη ὡς φωτιά καί πόνο, «διά τήν ἐσωτερικήν ρυπαρότητα». 
Ἡ ὑπομονή συνδέεται στενά μέ τήν ἐλπίδα στόν Θεό καί μέ τήν ἐμπιστοσύνη στήν ἀγάπη Του. Ἄν δέν πιστεύη κανείς στήν αἰώνια ζωή καί τήν «ἀπόλαυσιν τῶν μελλόντων ἀγαθῶν», τότε γιατί νά ὑπομείνη, ἀλλά καί ποιός θά τοῦ δώση τήν δύναμη γιά νά ὑπομείνη; Ἡ ὑπομονή ἀντλεῖται ἀπό τόν Θεόν, καί ταυτόχρονα ὁδηγεῖ στήν γνώση τοῦ Θεοῦ καί τήν κοινωνία μαζί Του. Ὄχι στήν γνώση περί τοῦ Θεοῦ, πού ἀποκτᾶται ἐγκεφαλικά, μέ τήν ἀνάγνωση, ἀλλά στήν ἐμπειρική γνώση τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι προσωπική κοινωνία μαζί Του. Καί ἡ γνώση αὐτή, κατά τόν ὅσιο Μᾶρκο τόν ἀσκητή, ἀποκτᾶται διά τῆς ὑπομονῆς στά θλιβερά γεγονότα τῆς ζωῆς καί διά τῆς ἀνάληψης τῆς προσωπικῆς εὐθύνης -ἀπό τόν καθένα- γιά τά λάθη του καί τίς ἁμαρτίες του. Λέγει: «Γνῶσις ἀληθής ὑπάρχει ἡ τῶν θλιβερῶν ὑπομονή καί τό μή αἰτιᾶσθαι τούς ἀνθρώπους ἐπί ταῖς ἑαυτοῦ συμφοραῖς». Μέ ἄλλα λόγια, διά τῆς ὑπομονῆς στά λυπηρά γεγονότα τῆς ζωῆς ἀποκτᾶται ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ὅποιος γνωρίζει τόν Θεό καί ἔχει κοινωνία μαζί Του λαμβάνει μεγάλη δύναμη, καί ἔτσι μπορεῖ νά ὑπομένη ἀγόγγυστα, εὐχαριστώντας καί δοξολογώντας τόν Θεό. Καί μάλιστα θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ὡς αἴτιο τῶν ἀποτυχιῶν καί τῶν συμφορῶν του καί ὄχι τούς ἄλλους, ἐπειδή οἱ ἄλλοι δέν εἶναι ἡ κόλασή μας, ὅπως ἔλεγε ὁ ἄθεος ὑπαρξιστής Σάρτρ, ἀλλά ὁ παράδεισός μας, σύμφωνα μέ τόν πατερικό λόγο «εἶδες τόν ἀδελφόν σου, εἶδες τόν Θεόν σου».
Ἡ ὑπομονή προϋποθέτει ταπείνωση καί αὐτομεμψία, πνευματική ἀνδρεία καί γενναιότητα, ἐλπίδα στόν Θεό καί ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στήν πρόνοια καί τήν ἀγάπη Του. Δι’ αὐτῆς ὑπερβαίνονται τά καθημερινά προβήματα καί οἱ δυσκολίες τῆς ζωῆς καί διατηρεῖται ἡ ἐσωτερική εἰρήνη.

http://www.parembasis.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων γιόρτασε με μεγαλοπρέπεια την Κυριακή της Ορθοδοξίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Μαρτίου, 2014

Ἀθήνα 9 Μαρτίου 2014

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων εόρτασε την Κυριακή της Ορθοδοξίας (9 Μαρτίου ε.ε) στον Ιερό Ναό Αγίας Σοφίας Νέου Ψυχικού.

Τη Θεία Λειτουργία τέλεσε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Προικονήσου κ. Ιωσήφ, ο οποίος κήρυξε και τον θείον λόγον.

Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, τελέσθηκε επιμνημόσυνη δέηση για τους κοιμηθέντες συναδέλφους, συνεργάτες και φίλους της ΠΕΘ και ακλούθησε φιλόξενη δεξίωση στην αίθουσα του Ιερού Ναού.

Επακολούθησε πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για το ΜτΘ και άλλα επίκαιρα θέματα σε στρογγυλή τράπεζα όπου έλαβαν το λόγο ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Προικονήσου κ. Ιωσήφ, ο Προϊστάμενος του Ιερού Ναού Αγίας Σοφίας Νέου Ψυχικού, Αρχιμ. π. Ιωαννίκιος Κουλιανόπουλος, ο Πρόεδρος της ΠΕΘ κ. Ηλίας Μπάκος, ο Αντιπρόεδρος της ΠΕΘ π. Γεώργιος Ευθυμίου,  ο Γενικός Γραμματέας της ΠΕΘ κ. Κωνσταντίνος Σπαλιώρας, ο Δρ. Συνταγματικού Δικαίου κ. Γεώργιος Κρίππας και ο πρ. Πρόεδρος Εφετών κ. Απόστολος Βλάχος και οι οποίοι στις τοποθετήσεις τους τάχθηκαν υπέρ του ορθοδόξου μαθήματος των Θρησκευτικών, κατά του νέου πιλοτικού Προγράμματος Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών και κατά της ίδρυσης Τμήματος Ισλαμικών Σπουδών στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ.

Μετά την αποχώρηση των επισήμων, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΠΕΘ και πολλά μέλη της Ένωσης, στον ίδιο χώρο και επ΄ αρκετόν χρόνο, συζήτησαν πολλά και ενδιαφέροντα θέματα που αφορούν την ΠΕΘ.

petheol.gr

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όσιος Παύλος ο Απλούς

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Μαρτίου, 2014

paplous2

Ο Άγιος Παύλος έζησε κατά τον 4ο  αιώνα μ.Χ. και εκλήθη Απλός, διότι, ήταν αγράμματος γεωργός αλλά συγχρόνως άκακος και απλοϊκός στο ήθος. Η σύζυγός του ήταν ωραία μεν στη μορφή, κακότροπη δε στην ψυχή. Αυτή μοιχευομένη με άλλους, συνελήφθη κάποια ημέρα από τον Όσιο, όταν αυτός επέστρεφε από τους αγρούς. Έτσι ο Όσιος άφησε τη γυναίκα του και τα παιδιά του στη φροντίδα του μοιχού και κατέφυγε στην Αιγυπτιακή έρημο, στο κελλί του Μεγάλου Αντωνίου, ζητώ­ντας να γίνει μοναχός.

Όταν τον είδε ο Άγιος ’Αντώνιος, του είπε ότι ένας άνθρωπος εξήντα χρόνων είναι γέροντας και δεν δύναται να υπομείνει τους πειρασμούς. Έτσι του έκλεισε τη θύρα του κελλίου. Ο Όσιος Παύλος έμεινε έξω από το κελλί του μεγάλου καθηγητού της ερήμου επί τρεις ημέρες άσιτος, χωρίς τροφή και νερό. Η υπομονή του Οσίου Παύλου έκαμψε έτσι το ανένδοτο του Αγίου ’Αντωνίου, ο οποίος τον εκράτησε κοντά του και καθημερινά τον επαιδαγωγούσε και τον εδοκίμαζε, με σκοπό να τον αναγκάσει να μεταβεί σε κοινόβιο, όπου ο ασκητικός βίος θα ήταν πιο άνετος για τον ‘Όσιο, λόγω της ηλικίας του. Όμως ο Όσιος Παύλος παρέμεινε κοντά στον Άγιο Αντώνιο με υπακοή, εργαζόμενος καθημερινά τις εντολές του Θεού.

Τόσο πολύ επρόκοψε στην αρετή και στην ευσέβεια ο Α­πλούς Παύλος, ώστε όταν εκαθόταν έξω από το ναό και έβλεπε τους αδελφούς να εισέρχονται σε αυτόν, μπορούσε να διακρίνει σε ποιά ψυχή αναπαυόταν η Χάρη του Θεού. Έτσι έβλεπε τους αδελφούς λαμπρούς στην όψη και φαιδρούς στο πρόσωπο, τον δε ’Άγγελο εκάστου να χαίρει μαζί του. Κάποια φορά είδε ένα μοναχό μαύρο στην όψη και ζοφώδη και γύρω του δαίμονες που τον περιέβαλλαν, ενώ ο φύλακας Άγγελός του τον ακολου­θούσε από μακριά λυπημένος. Μόλις ο Όσιος Παύλος είδε το θέαμα αυτό άρχισε να κλαίει και να χτυπά με τα χέρια το στήθος του. Βλέποντας οι μοναχοί την αθρόα μεταβολή του Οσίου και το κατώδυνο πένθος, προσήλθαν και ερωτούσαν να μάθουν την αιτία και τον παρακαλούσαν να έλθει στη σύναξη.

Εκείνος παρέμεινε έξω και, όταν οι μοναχοί απελύθησαν από τη σύναξη και έβγαιναν έξω, βλέπει και πάλι το μοναχό εκείνο που πριν ήταν ζοφώδης και περικυκλωμένος από δαίμονες, να εξέρχεται με λαμπρό το πρόσωπο και λευκό το σώμα, τον δε Άγγελό του να είναι κοντά του και να χαίρει μαζί του. Τότε  ο Όσιος ευχαρίστησε και ευλόγησε το Όνομα του Θεού λέγο­ντας: «Ω της αφάτου του Δεσπότου ημών φιλανθρωπίας και αγαθότητος!». Και αφού ανήλθε σε σημείο υψηλό εφώναζε λέγο­ντας: «Δεύτε και ίδετε τα έργα του Θεού, ως φοβερά και πάσης εκπλήξεως γέμοντα».

Ο Όσιος εξήγησε στον αδελφό πως τον είχε δει πριν την είσοδό του στο ναό και πως τον είδε μετά. Τότε ο μοναχός εκείνος με ειλικρίνεια άρχισε να ομολογεί ότι ήταν άνθρωπος αμαρτωλός και εζούσε στην αμαρτία της πορνείας. Μόλις δε εισήλθε στο ναό άκουσε τη φωνή του Προφήτου Ησαΐου, μάλ­λον δε του Θεού λαλούντος δι’ αυτού, να λέγει: «Λούσασθε και καθαροί γίνεσθε. Αφέλετε τας πονηρίας από των ψυχών υμών απέναντι των οφθαλμών μου, παύσασθε από των πονηριών υμών, μάθετε καλόν ποιείν… Και εάν ώσιν αι αμαρτίαι υμών ως φοινικούν, ως χιόνα λευκανώ. Και εάν θέλητε και εισακούσατέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθε».

Αυτά, αφού άκουσε, κατανύγηκε ή καρδία του, αναστέναξε εκ βάθους καρδίας και είπε προς τον Θεό: «Δέσποτα, Κύριε ο Θεός, που ήλθες στον κόσμο να σώσεις τους αμαρτωλούς, χάρισέ μου αυτά που άκουσα διά του Προφήτου εγώ ο ανάξιος και αμαρτωλός. Και να, δίδω το λόγο στον καρδιογνώστη Θεό, ότι αποτάσσομαι κάθε παρανομία και αισχρά πράξη, που μέχρι τώρα εδούλευα και δεν θα προσθέ­σω άλλες στο βίο μου. Αλλά θα δουλεύω σε Σένα, Κύριε, με όλη την ισχύ μου και όλη μου τη διάνοια». Και ανεφώνησε τότε ο Απλούς Παύλος, ότι  όπως ο κασσίτερος μαυρίζει και γίνεται πάλι λαμπρός, έτσι και οι πιστεύοντες, που εάν αμαρτήσουν μαυρίζουν την ψυχή τους, όταν μετανοούν λαμπρύνονται από τα έργα της πίστεως και της μετάνοιας.

Έτσι αφού διήνυσε με ευσέβεια και άσκηση το βίο του, εκοιμήθηκε με ειρήνη σε βαθύ γήρας.

(Επισκόπου Φαναρίου Αγαθαγγέλου, Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Μάρτιος, σ. 70-72)

pemptousia

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η πνευματικότητα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και η λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Μαρτίου, 2014

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κύριος λόγος που συνετέλεσε στη διαμόρφωση της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ως της τεσσαρακονθήμερης περιόδου νηστείας και γενικής πνευματικής προπαρασκευής για τη μεγάλη εορτή του Σταυραναστάσιμου Πάσχα που ακολουθεί, είναι το παράδειγμα του ίδιου του Κυρίου, ο οποίος πριν αρχίσει τη δημόσια δράση Του προετοιμάστηκε στην έρημο “νηστεύσας ημέρας τεσσαράκοντα και νύκτας τεσσαράκοντα” για να αντιμετωπίσει τους γνωστούς τρεις πειρασμούς του διαβόλου (Ματθ. δ´ 11). Προς μια τέτοια πνευματική έρημο παρομοιάζεται απο τους αγίους πατέρες και η Μ. Τεσσαρακοστή, κατά τη διάρκεια της οποίας ο χριστιανός, μιμούμενος τον Κύριο, αποδύεται σ’ έναν ανάλογο πνευματικό αγώνα, αντιτάσσοντας στον πρώτο πειρασμό αυτή καθαυτή τη νηστεία, στον δεύτερο την αδιάλειπτο λατρεία του μόνου αληθινού Θεού και στον τρίτο την ταπείνωση ως μητέρα όλων των αρετών.

Όμως, η χριστοκεντρική αυτή θεμελίωση της Μ. Τεσσαρακοστής και η σωτηριολογική θεώρησή της, ως μιας ξεχωριστής ευκαιρίας μίμησης του Χριστού, φαίνεται ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο διοργανώνεται και νοηματίζεται κατά την περίοδο αυτή η κοινή προσευχή της Εκκλησίας. Και δεν αναφερόμαστε εδώ στην πνευματική πανδαισία που προσφέρουν στους πιστούς οι δοξολογικές ακολουθίες των πέντε Κυριακών των Νηστειών ή η τόσο λαοφιλής και πανηγυρική ακολουθία των Χαιρετισμών της Θεοτόκου, που ψάλλεται κατά τις εσπερινές λατρευτικές συνάξεις κάθε Παρασκευής, ως προεόρτιος ή μεθεόρτιος ακολουθία της εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Εννοούμε κυρίως τον κύκλο των ακολουθιών του Νηχθημέρου (Μεσονυκτικό, Όρθρος, Ώρες, Εσπερινός, Μέγα Απόδειπνο), στις οποίες και εγκρύπτεται κυρίως το εσώτερο νόημα της πνευματικότητας της Μ. Τεσσαρακοστής. Διότι εμπλουτισμένες, κατά την περίοδο αυτή, μ’ ένα πλήθος εκλεκτών αγιογραφικών αναγνωσμάτων και κατανυκτικών υμνών, και σε συνδυασμό με τη νηστεία και την άσκηση των αρετών, οι ακολουθίες αυτές αποτελούν μια θαυμάσια έκφραση του ιδανικού και της αδιάλειπτης δοξολογίας του Θεού και ταυτόχρονα το πλαίσιο μιας καθημερινής πνευματικής “αποδεκάτωσης” της ζωής μας, όπως ορίζει την πνευματικότητα της Μ. Τεσσαρακοστής ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης.

Όσο, όμως, κι αν οι ακολουθίες αυτές αποτελούν τα εύοσμα εκείνα άνθη, που φαιδρύνουν με την παρουσία τους την πνευματική έρημο της τεσσαρακονθήμερης νηστείας, είναι επίσης γεγονός ότι, εξ αιτίας ιστορικών συγκυριών και της προοδευτικής αλλαγής του τρόπου ζωής των ανθρώπων, η πρόσβαση σ’ αυτές αποτελεί σήμερα προνόμιο μόνο των μοναχών και ορισμένων άλλων φιλακόλουθων χριστιανών. Γι’ αυτό και είναι εύλογο το από πολλές πλευρές διατυπούμενο αίτημα της αναπροσαρμογής των ακολουθιών αυτών στα δεδομένα της σύγχρονης ζωής. Κάτω από τις προϋποθέσεις αυτές η περισσοτερο αξιοποιήσιμη ποιμαντικά είναι αναμφισβήτητα η Ακολουθία των Προηγιασμένων Δώρων, που αποτελεί το αποκορύφωμα της καθημερινής προσευχής της Εκκλησίας, κατά την περίοδο αυτή.

Πράγματι, η ακολουθἰα των Προηγιασμένων Δώρων είναι μια ιδιαίτερη εσπερινή ακολουθία, που ψάλλεται κατά τις Τετάρτες και Παρασκευές της Μ. Τεσσαρακοστής και τα ιδιάζοντα στοιχεία της οποίας νοηματίζουν κατά ένα ξεχωριστό τρόπο την εσπερινή προσευχή της Εκκλησίας κατά την περίοδο αυτή. Έτσι, Τα προς Κύριον (Ψαλμ. 119-133) είναι οι λεγόμενες Ωδές των Αναβαθμών, που έψαλλαν οι ευσεβείς Ιουδαίοι, καθώς ανέβαιναν λιτανεύοντας τα σκαλιά του ναού του Σολομώντος και διά μέσου των οποίων εκφράζεται και σήμερα κατά ένα μοναδικό τρόπο ο πόθος του λατρεύοντος χριστιανού γι’ αυτή την εσπερινή του συνάντηση με τον Κύριο. Η ευλογία του λαού με την αναμμένη λαμπάδα και η ιερατική αναφώνηση “Φως Χριστού φαίνει πάσι” έλκουν την καταγωγή τους από την αρχαία χριστιανική συνήθεια της ευλογίας του εσπερινού φωτός και αποτελούν μια συμβολική αναγωγή στην έννοια του πνευματικού φωτός του Χριστού (Ιωάν. η´ 12· Ματθ. ιδ´ 20), που συνδέεται άμεσα και προς τα αγιογραφικά αναγνώσματα που ακολουθούν. Πρόκειται για τα ίδια περίπου αναγνώσματα, που διαβάζονταν στις αντίστοιχες εσπερινές κατηχητικές συνάξεις της αρχαίας Εκκλησίας και μας μεταφέρουν στην ατμόσφαιρα της πνευματικής προετοιμασίας των προς το Άγιο Φώτισμα (Βάπτισμα) ευτρεπιζομένων αδελφών, που γινόταν κατά την περίοδο αυτή, και υπέρ των οποίων ως σήμερα γίνονται ειδικές δεήσεις στα πλαίσια της ακολουθίας αυτής. Χαρακτηριστικό στοιχείο της ακολουθίας αυτής είναι ακόμη η ασματική ψαλμώδηση του αναδιπλούμενου 140 ψαλμού του λυχνικού, με εφύμνιο τον β´ στίχο του “Κατευθυνθήτω η προσευχή μου…”, που επέχει θέση προκειμένου ή αλληλουαρίου των αγιογραφικών αναγνωσμάτων και τη λειτουργικότητα του οποίου, ως ψαλμού μετανοίας στα πλαίσια της εσπερινής προσευχής της Εκκλησίας, εξαίρει ιδιαίτερα ο ιερός Χρυσόστομος.

Εκείνο, όμως, το οποίο διαφοροποιεί ουσιαστικά την ακολουθία αυτή από οποιαδήποτε άλλη εσπερινή ακολουθία είναι κυρίως το γεγονός οτι κατά την τέλεσή της δίδεται στους πιστούς η δυνατότητα μιας πραγματικής συνάντησης και κοινωνίας με τον αναστημένο Χριστό, αφού μπορούν να μεταλάβουν από τα Τίμια Δώρα, που καθαγιάστηκαν κατά τη Θεία Λειτουργία της προηγούμενης Κυριακής. Και αυτό, διότι κατά τις ημέρες αυτές η Εκκλησία καθιέρωσε να μην τελείται η κανονική Θεία Λειτουργία, για να μην διαταράσσεται αποό τον δοξολογικό της χαρακτήρα η κατανυκτική ατμόσφαιρα των ακολουθιών αυτών. “Ομού δε χαίρειν και πενθείν ασύμβατόν τε και ανακόλουθον“, όπως λέγει ένα αρχαίο κείμενο.

Ωστόσο αυτό το “συνεσκιασμένον και πενθηρόν και μυστικόν” της κατανυκτικής αυτής τελετής δεν έχει καμία σχέση προς το κραυγαλέο πένθος της δυτικής πνευματικότητας ή τα μελαμβαφή άμφια, που κατέκλυσαν τα τελευταία χρόνια και τους δικούς μας ναούς. Αλλά ταυτίζεται απόλυτα με το χαροποιόν πένθος της ορθόδοξης πνευματικότητας, μ’ αυτό το θρηναγαλλίασμα της ψυχής, που εκφράζεται κατά ξεχωριστό τρόπο στον ειδικό χερουβικό ύμνο της ακολουθίας, “Νυν αι δυνάμεις των ουρανών συν ημίν αοράτως λατρεύουσιν…”. Πρόκειται για τον ύμνο που ψάλλεται κατά την εισόδευση των Προηγιασμένων Δώρων από την πρόθεση στην αγία τράπεζα και προσδίδει στην όλη στιγμή μια μυστική και υπερκόσμια μεγαλοπρέπεια, “γιατί εκφράζει λειτουργικά τον ερχομό του Χριστού και το τέλος μιας μακράς νηστείας, προσευχής και αναμονής· τον ερχομό της βοήθειας, της ανακούφισης και της χαράς που περιμένουμε”.

Όντας, λοιπόν, από τη φύση της η Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων μια εσπερινή ακολουθία, συνδυασμένη με προσέλευση στη Θεία Κοινωνία, αποτελεί το καλύτερο εφαλτήριο εκκίνησης σ’ αυτό το μείζον αγώνισμα χρησιμοποίησης της καθημερινής μας ζωής, στο οποίο μας καλεί ιδιαίτερα κατ’ αυτή την ιερή περίοδο η Αγία μας Εκκλησία. Διότι, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, εκείνο που μας σώζει τελικά δεν είναι ούτε η νηστεία, ούτε η ψαλμωδία, ούτε η προσευχή από μόνα τους, αλλά “το εκτελείσθαι ταύτα ενώπιον του Θεού… όταν ατενώς η διάνοια εκείνω ενορά, και διά το προς αυτόν οράν και νηστεύη και ψάλλη και προσεύχηται“. Αυτή δε η “ατενής ενόραση” του Θεού και η καύση της καρδίας (Λουκ. κβ´ 32) εν όψει της βραδυνής Θείας Κοινωνίας είναι ακριβώς αυτό που δίνει ένα εντελώς διαφορετικό νόημα σε κάθε στιγμή της ημέρας που πέρασε και αποτελεί την σταυραναστάσιμη εκείνη γεύση που αυξάνει τον πόθο των χριστιανών για περισσότερη χριστοποίηση της ζωής τους “ότι χρηστός ο Κύριος” (Ψαλ. λγ´ 9).

Αν. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Αθηνών Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Β. Τζέρπος

pemptousia

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Μαρτίου, 2014

Η Κυριακή της Ορθοδοξίας δεν αντιμετωπίζεται από την Εκκλησία μας σαν μια απλή Κυριακή. Η όλη τελετουργία της ημέρας δείχνει την ιδιαιτερότητά της, αφού στην ουσία προβάλλει όλα εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν περιεχόμενα της πίστεως και της ζωής της Εκκλησίας. Το Συνοδικό μάλιστα της Ορθοδοξίας, που ακούμε το πρωί, έρχεται να επιβεβαιώσει την πεποίθηση της Εκκλησίας ότι η ίδια βρίσκεται στον κόσμο όχι σαν ένας κλώνος στο δέντρο του Χριστιανισμού, όπως πιστεύουν οι αιρετικοί Προτεστάντες, αλλά σαν το ίδιο το δέντρο, η προέκταση κατ᾽ αλήθειαν του Κυρίου, ῾῾ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας᾽᾽, κατά τη γνωστή έκφραση του αγίου Αυγουστίνου.
῾῾ΟΙ προφήται ως είδον, οι Απόστολοι ως εδίδαξαν, η Εκκλησία ως παρέλαβεν, οι Διδάσκαλοι ως εδογμάτισαν, η Οικουμένη ως συμπεφώνηκεν, η χάρις ως έλαμψεν…ο Χριστός ως εβράβευσεν. Οὔτω φρονούμεν, ούτω λαλούμεν, ούτω κηρύσσομεν Χριστόν τον αληθινόν Θεόν ημών…᾽᾽. ῾῾Αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των Ορθοδόξων, αύτη η πίστις την Οικουμένην εστήριξεν᾽᾽.
1.  Η Ορθόδοξη Εκκλησία:  η μόνη Εκκλησία που διασώζει την αληθινή εικόνα του Χριστού.
Η πεποίθηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας  ότι διασώζει την αληθινή εικόνα του Χριστού – πεποίθηση η οποία στηρίζεται και στην ιστορία και στην εμπειρία όλων των αγίων –  σημαίνει πρώτα από όλα ότι αν θέλει κανείς να έχει ορθή σχέση μέ τόν Χριστό, αν θέλει να Τον δει ανόθευτα και γνήσια, πρέπει να ενταχτεί στο σώμα της, να γίνει μέλος της, να βαπτιστεί ορθόδοξος χριστιανός. Διότι αυτή είναι η μόνη Εκκλησία που συνέχισε και συνεχίζει να ζει και να βλέπει τα πράγματα σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του Χριστού και των Αποστόλων. Σ᾽ έναν κόσμο που προβάλλει πολλούς παρμορφωτικούς φακούς, που και μέσα στο Χριστιανισμό παρουσιάζονται φαινόμενα πολλαπλής απόκλισης, η Ορθόδοξη Εκκλησία μάς τοποθετεί άμεσα και σε ευθεία γραμμή προς την Αποκάλυψη του Χριστού. Καλύτερα:  ο ίδιος ο Χριστός κρατάει ανοιχτή την αληθινή εικόνα Του και την παρουσία Του στον κόσμο μέσα από το ζωντανό σώμα Του, την Ορθόδοξη Εκκλησία.
´Ετσι ο ορθόδοξος βαπτισμένος χριστιανός δεν έχει δική του πίστη. Η πίστη του είναι η πίστη της Εκκλησίας, της οποίας ο ίδιος είναι ενσυνείδητο μέλος. Αν ενδεχομένως ο ορθόδοξος θελήσει να έχει δική του πίστη, τότε παύει αυτομάτως να ανήκει και στην Εκκλησία του Χριστού. Διότι θέτει τον εαυτό του υπεράνω του όλου, του σώματος, άρα στην πραγματικότητα αυτοθεοποιείται. Στη συγκεκριμένη περίπτωση βρισκόμαστε μπροστά ακριβώς σ᾽ αυτό που συνιστά την ουσία τη αμαρτίας:  τον εγωισμό του ανθρώπου.
Από την άποψη αυτή το βασικό γνώρισμα του ορθοδόξου πιστού είναι η υπακοή, άρα και η ταπείνωση, δεδομένου ότι η υπακοή προϋποθέτει την ταπείνωση του ανθρώπου.Επανειλημμένως μάλιστα έχει τονιστεί ότι ορθόδοξος δεν είναι τόσο ο ενάρετος, όσο ο ταπεινός. Κι η ταπείνωση αυτή κρίνει και τη γνησιότητα της οποιασδήποτε νομιζομένης αγιότητας. Με άλλα λόγια ο θεωρούμενος άγιος είναι τόσο πιο πολύ άγιος, όσο είναι έτοιμος να υπακούσει στην Εκκλησία, με την υπάρχουσα αγιοοπνευματική συνοδική δομή της και τους κανονικούς ποιμένες της. Ποτέ κανείς πραγματικά άγιος άλλωστε δεν έθεσε τη δική του αγιότητα υπεράνω της αγιότητας της Εκλησίας.Γι᾽ αυτό και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι πραγματικά μεγάλοι Γέροντες, σαν τους όσιο Πορφύριο, Παΐσιο, Ιάκωβο, Σωφρόνιο, είχαν έντονο εκκλησιαστικό φρόνημα και παρέπεμπαν πάντοτε τους ανθρώπους να ενταχτούν στην κανονική ορθόδοξη Εκκλησία, μέλη τίμια της οποίας ήσαν και είναι άλλωστε και οι ίδιοι.
Ας ακούσουμε για παράδειγμα αυτά που γράφει σε μια επιστολή του ο Γέροντας Σωφρόνιος: ῾῾Πιστεύω στον Χριστό. Πιστεύω τον Χριστό. Είμαι δεμένος με την αγάπη του Χριστού. Εμπιστεύομαι μόνο τόν Χριστό που γνώρισα στην Εκκλησία᾽᾽. ῾῾Ο Χριστός, τον Οποίο μου έδωσε η Εκκλησία! Δεν καταφρονώ κανένα μέσο που συντελεί στην ένωσή μου με τον Χριστό. Αλλά είναι άραγε δυνατό να βρούμε κάπου έξω από την Εκκλησία σε μεγαλύτερη αφθονία αυτά τα μέσα; Στην Εκκλησία έχω τον ενσαρκωθέντα Θεό με τρόπο, ώστε να τρώμε και να πίνουμε τον Θεό, να αναπνέουμε τον Λόγο Του. Με το όνομά Του, τον Λόγο Του, τη δύναμή Του τελούμε τα μυστήρια. Και τα μυστήρια αυτά δεν αποτελούν κάποια απλά μόνο σύμβολα, αλλά αληθινή πραγματικότητα. Και όλη η πείρα αυτό μαρτυρεί τόσο ολοφάνερα᾽᾽. Και σε άλλο σημείο της επιστολής σημειώνει τα εξής καταπληκτικά: ῾῾ Ο χριστιανισμός δεν μπορεί να μην είναι εκκλησιαστικός, αν εξετάσουμε προσεκτικά την Εκκλησία ως σώμα του Χριστού ή ως ιστορικό φαινόμενο, ως κοινότητας των χριστιανών… Τι είναι λοιπόν αυτό που μου δίνει η Εκκλησία;  Το βάπτισμα, τη μετάνοια, την κοινωνία, την ιερωσύνη κλπ. Μέσα από την Εκκλησία, σύμφωνα πάντα με το μέτρο των δνατοτήτων μου, γίνομαι κληρονόμος της πιο μεγαλειώδους παραδόσεως που υπάρχει στην ιστορία της ανθρωπότητας. Διά μέσου της Εκκλησίας και μέσα στην Εκκλησία ζω συνεχώς την πιο ζωντανή σχέση με τον Ιωάννη τον Θεολόγο και τον Παύλο και τους Αποστόλους, με τον Αθανάσιο, τον Βασίλειο και τους άλλους Πατέρες, με τον Αντώνιο και τον Σισώη, με τον Μακάριο και τον Ισαάκ, με τον Μάξιμο και τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο, με τον Γρηγόριο Παλαμά, τον Σεραφείμ του Σάρωφ. Αυτοί είναι οι οικείοι μου, οι συγγενείς μου. Τους παρέλαβα όμως στην εκκλησιαστική τάξη. ´Εξω από την Εκκλησία ο σύνδεσμος μαζί τους εξασθενεί. ´Εστω και σε μικρότερο μέτρο, ζω όμως την ίδια ζωή με αυτούς. Διά μέσου της Εκκλησίας διαμορφώνω στη συνείδησή μου την εικόνα του από άπειρη αγάπη Εσταυρωμένου για τις αμαρτίες μας Χριστού. Εικόνα που πάντοτε με πράο, αλλά έντονο τρόπο, ελκύει την ψυχή μου! Και να, όλα αυτά μου δίνουν τη δύναμη να υπομένω πολλά ανόητα διεστραμμένα, που συναντάμε στο εκκλησιαστικό περιβάλλον᾽᾽.
2. Η ορθοδοξία ως ορθόδοξη πίστη και ορθόδοξη πράξη (αγάπη).
Δεν είναι μισαλλόδοξες κορώνες τα παραπάνω. Δεν έχουν να κάνουν με φανατισμούς και υπερηφάνιες αδιάκριτες. Είναι φωνή ευθύνης και συναίσθησης του βάρους αποστολής από εκείνους που τάχτηκαν να φυλάγουν Θερμοπύλες της πίστεως. Είναι η φωνή των Πατέρων μας και των Αγίων μας, που έδωσαν και το αίμα τους για να διαφυλαχτεί ανόθευτη η παράδοση του Χριστού και των Αποστόλων. Είναι το ῾῾ουκ ένι εν άλλω ουδενί η σωτηρία᾽᾽ (Πρ. Απ. 4, 12) των Αποστόλων, όταν μιλούσαν για τον Ι. Χριστό. Οι μισαλλοδοξίες και οι φανατισμοί είναι ανέξοδη υπόθεση. Εξαντλούνται σε φωνασκίες ή το ακόμη χειρότερο σε βιαιότητες που καλλιεργούν τα πάθη του ανθρώπου και στρέφονται κατά του συνανθρώπου. Ο αγώνας όμως για την ορθόδοξη πίστη αποτελεί αγώνα που προϋποθέτει το θάνατο του ίδιου του ορθοδόξου για να ζήσει ο κόσμος. Συμπεριφέρεται δηλ. ο ορθόδοξος στον αγώνα του σαν τον ίδιο τον Χριστό: όπως Εκείνος ήλθε για να φέρει  τη ζωή περνώντας από τη διαδικασία του θανάτου Του, κατά τον ίδιο τρόπο και ο γνήσιος πιστός Του: πεθαίνει ο ίδιος προς χάρη του άλλου!
Είναι αυτονόητο έτσι ότι ο ορθόδοξος δεν είναι ο απλά ορθοδοξολογών. ´Οποιος πιστεύει ότι η ορθοδοξία είναι θέμα ορθών και μόνο λόγων είναι πλανεμένος στο έπακρο. Ο Κύριος διαβεβαίωσε ότι ῾῾ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν των Ουρανών, αλλ᾽ ο ποιών το θέλημα του πέμψαντός με Πατρός᾽᾽(Μαθ. 7, 21῟). ´Ετσι ορθόδοξος είναι εκείνος που ζει την ορθή πίστη, που τηρεί το θέλημα του Ουράνιου Πατέρα. Δηλ. εκείνος που κ α ι πιστεύει στον Χριστό, αλλά  κ α ι  αγαπά το συνάνθρωπό του. Διότι αυτή την εντολή μάς έδωσε ο Κύριος:  ᾽῾Αύτη εστίν η εντολή αυτού: ίνα πιστεύσωμεν τω ονόματι του Υιού Αυτού και αγαπώμεν αλλήλους᾽᾽ (Α´ Ιωάν. 3, 23).
Δεν πρέπει να λησμονούμε άλλωστε αυτό που επανειλημμένως επισημαίνει ο λόγος του Θεού:  μια ορθοδοξολογία χωρίς την εμψύχωσή της από την ίδια τη ζωή, πέρα από υποκρισία, συνιστά μνήμη προσωρινή. Σιγά-σιγά εκφυλίζεται μέχρις ότου χαθεί παντελώς! Ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος με εποπτικό τρόπο γράφει:  ῾῾ ´Οποιος ακούει το λόγο του Θεού και δεν τον εφαρμόζει, αυτός μοιάζει με άνθρωπο που βλέπει τον εαυτό του μέσα σ᾽ έναν καθρέπτη. Τον βλέπει και φεύγοντας ξεχνάει αμέσως πώς ήταν!᾽᾽ (1, 23-24).
´Ισως όμως θέσει κανείς εκ του αντιθέτου το λογικό ερώτημα:  δεν υπάρχει περίπτωση να ζήσει κανείς ορθόδοξα χωρίς να είναι ορθόδοξος;  Να ζήσει δηλ. την αγάπη χωρίς να πιστεύει στον Χριστό;  Η απάντηση, όσο κι αν φαίνεται απόλυτη, ειναι αρνητική. Κανείς δεν μπορεί να αγαπήσει, να πράξει δηλ. ορθά, χωρίς την ανάλογη πίστη. Διότι η αγάπη για την οποία μιλάει ο Χριστός είναι η αγάπη που έδειξε και έζησε Εκείνος. ´Οχι μια αγάπη που αποτελεί απλό συναίσθημα και αγκαλιάζει μόνο τους δικούς μας ανθρώπους, αλλά μιά αγάπη που κινείται και στο χώρο των εχθρών και αντικειμένων μας, μια αγάπη που γίνεται μια τεράστια αγκαλιά για όλον τον κόσμο. ῾῾Αύτη εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς ηγάπησα υμάς. Μείζοντα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού᾽᾽ (Ιωάν. 15, 13).
Ποιος μπορεί να φτάσει στο σημείο αγάπης και προς τον εχθρό;  Η ανθρώπινη φύση δεν φτάνει μέχρις εκεί. Τα καλά αποθέματά της εξαντλούνται πολύ γρήγορα. Το ανθρώπινο συναίσθημα δεν μπορεί να υπερνικήσει την αδικία και την πονηρία ενός εχθρού μας. Απαιτείται η υπέρ φύσιν ενέργεια:  η χάρη του ίδιου του Χριστού, για να ικανώσει τον άνθρωπο να δει και μέσα ακόμη από την κακία του πλησίον, την εικόνα του Θεού, τον ίδιο τον Χριστό. Ποια μάτια πέρα από τα μάτια της πίστεως σ᾽ Εκείνον, μπορούν να δουν έτσι;  Ποια καρδιά μπορεί να αγαπήσει με την ανιδιοτέλεια του Χριστού παρά η καρδιά που φέρει τον Χριστό και έχει τη χάρη Του ενεργούσα μέσα της λόγω του αγίου βαπτίσματος; 
´Ετσι ο ισχυρισμός ότι και ο εκτός της Εκκλησίας άνθρωπος μπορεί να αγαπά σαν τόν Χριστό είναι πλάνη και ουτοπία. Το αντίθετο μάλιστα: ο τονισμός της αγάπης και προς τον εχθρό χαρακτηρίζεται από τον μη πιστό το λιγότερο ως αφέλεια και αθεράπευτος ρομαντισμός. Προσβάλλει κατ᾽ αυτόν το αίσθημα της ανθρώπινης δικαιοσύνης, γι᾽ αυτό και απορρίπτεται ασυζητητί. ´Ωστε μόνον ο ορθόδοξος πιστός, που ζει και αναπνέει τον αέρα της ορθόδοξης Εκκλησίας μπορεί να αγαπά με τον τρόπο του Χριστού. Μόνον ο ορθά πιστεύων είναι και ορθά πράττων.
Με τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι ο αγώνας για την αλήθεια της πίστεως τελικώς αποτελεί αγώνα για την αλήθεια του ίδιου του ανθρώπου:  να διακρατηθεί  το αληθινό του πρόσωπο, να μπορεί ο άνθρωπος να αγαπά. Μένω στην ορθόδοξη Εκκλησία σημαίνει μένω στον Χριστό και μένω στον Χριστό σημαίνει μπορώ να αγαπώ:  απλά και αληθινά, όλον τον κόσμο, όπου γης, χωρίς όρια και φραγμούς. Αυτό ακριβώς έκαναν και οι άγιοί μας. Αγάπησαν τον Χριστό και έδειξαν την αληθινή αγάπη και προς τον άνθρωπο. Γι᾽ αυτό και όταν μιλάμε για την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν πρέπει το μυαλό και η σκέψη μας να πηγαίνουν σε κάποιους ίσως κληρικούς ή και σε κάποιους λαϊκούς, που μπορεί να μη στέκουν σωστά στην πίστη. Η σκέψη μας πρέπει να πηγαίνει στους αγίους μας. Οι άγιοί μας είναι τα όρια της ορθοδοξίας μας, γιατί σ᾽ αυτούς φανερώνεται ο ίδιος ο Χριστός μας. Αυτοί αποτελούν την προέκτασή Του στον κόσμο, όπως το έχει διατυπώσει και ο μέγας απόστολος Παύλος, ο αγιώτερος πάντων για πολλούς: ῾῾Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός῾῾ (Γαλ. 2, 20).
Στην πραγματικότητα οι άγιοι δείχνουν τι σημαίνει αποκατάσταση των εικόνων –  ό,τι εορτάζουμε ιστορικά την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Αποκατέστησαν με τη χάρη του Θεού την εικόνα Εκείνου μέσα τους, γι᾽ αυτό και τιμώντας αυτούς τον Χριστό στην πραγματικότητα τιμούμε και δοξάζουμε. ῾῾…Τον μεν (Χριστόν) ως Θεόν και Δεσπότην προσκυνούντες και σέβοντες, τους δε (αγίους) δια τον κοινόν Δεσπότην, ως αυτού γνησίους θεράποντας τιμώντες, και την κατά σχέσιν προσκύνησιν απονέμοντες᾽᾽ κατά τη διατύπωση και πάλι του Συνοδικού της Ορθοδοξίας.
3. Ορθοδοξία και ιεραποστολή.
Αυτό το αγκάλιασμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας για όλον τον κόσμο –  προέκταση της αγκαλιάς του Χριστού, όπως είπαμε – δικαιολογεί και το γιατί η ορθοδοξία σχετίζεται πάντοτε και με την ιεραποστολή. Η Εκκλησία μας δηλ. τη συγκεκριμένη ημέρα θυμάται και τα εκλεκτά εκείνα μέλη της, που έλαβαν την κλήση από τον Θεό να μεταφέρουν το μήνυμα του Ευαγγελίου στα πλανεμένα ανά τον κόσμο αδέλφια τους. Κι η σχέση αυτή ορθοδοξίας και ιεραποστολής φαίνεται καθαρά στο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Θείας Λειτουργίας της ημέρας, όταν ο απόστολος Φίλιππος, αφού ακολούθησε τον Χριστό, ένιωσε την ανάγκη να καλέσει και τον αδελφικό του φίλο Ναθαναήλ, προκειμένου να γίνει κι αυτός μέτοχος της ίδιας εμπειρίας. Κι είναι τούτο μια αλήθεια που δεν πρέπει να ξεχνάμε, αφού υπάρχουν πολλοί που κατηγορούν το Χριστιανισμό ότι η αφοσίωση που κηρύσσει στον Χριστό οδηγεί σε απομόνωση και απομάκρυνση από το συνάνθρωπο. Δεν υπάρχει λοιπόν μεγαλύτερη πλάνη και μεγαλύτερο ψέμα από αυτό. Και τούτο γιατί όσο πλησιάζει και προσεγγίζει κανείς τον Χριστό, τόσο και περισσότερο στρέφεται, όπως νομίζουμε επαρκώς δείξαμε και παραπάνω, με αγάπη προς το συνάνθρωπό του.
Θα επιμείνουμε στην αλήθεια αυτή με μια πολύ όμορφη εικόνα την οποία μας δίνει ο μεγάλος ασκητικός διδάσκαλος, αββάς Δωρόθεος. ῾῾Ας υποθέσουμε, λέει, ότι ο κόσμος όλος μοιάζει με ένα κύκλο, του οποίου κέντρο είναι ο Θεός, ενώ οι ευθείες από τον κύκλο έως το μέσο οι οδοί, δηλ. οι διαγωγές των ανθρώπων. ´Οσο λοιπόν εισέρχονται οι άγιοι προς τα μέσα, ποθώντας να προσεγγίσουν τον Θεό, τόσο έρχονται κοντά σ᾽ Εκείνον, αλλά και κοντά στους άλλους. Καί όσο πλησιάζουν τον Θεό, πλησιάζουν μεταξύ τους και όσο πλησιάζουν μεταξύ τους, πλησιάζουν τον Θεό. Με τον ίδιο τρόπο ας εννοήσουμε και το χωρισμό᾽᾽.
Πώς όμως κάλεσε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ;  Δεν ήλθε ούτε εκβιαστικά ούτε αραδιάζοντάς του διάφορα λογικά επιχειρήματα. Στην αμφισβήτηση του Ναθαναήλ περί της προελεύσεως του Μεσσία – ῾῾εκ Ναζαρέτ δύναταί τι αγαθόν είναι; ᾽᾽ –  απάντησε μόνο:  ῾῾´Ερχου και ίδε᾽᾽( Ιωάν. 1, 47). Τον κάλεσε να έλθει ώστε μόνος να διαπιστώσει την αλήθεια της δικής του εμπειρίας. Αυτό σημαίνει ότι ἡ ιεραποστολή νοείται αφενός ως κατάθεση μιας προσωπικής εμπειρίας περί του Χριστού και αφετέρου ως κλήση για θέα του προσώπου Εκείνου. Ποτέ δηλ. η ιεραποστολή δεν καταργεί την ελευθερία του προσώπου, ενώ ακριβώς στηρίζεται από την άλλη στη δύναμη της προσωπικής μαρτυρίας.
Είναι όμως επίσης σημαντική η επισήμανση ότι η άσκηση αυτή ιεραποστολής σχετίζεται με καλοπροαιρέτους ανθρώπους. Ο Ναθαναήλ, για παράδειγμα, στον οποίο απευθύνθηκε ο Φίλιππος, ήταν άνθρωπος που διψούσε γνήσια για την αλήθεια. ῾῾´Ιδε Ισραηλίτης, εν ω δόλος ουκ έστι᾽᾽ (Ιωάν. 1, 48), είπε ο Κύριος. Κι αυτό σημαίνει:  δεν είναι φρόνιμο να καλεί προς μετοχή στην πίστη του Χριστού ανθρώπους που είτε είναι κακοπροαίρετοι είτε ακόμη είναι ανέτοιμοι ν᾽ ακούσουν το λόγο του Θεού.
Κάτι τέτοιο μάλιστα συνέβη και στην πρώτη Εκκλησία. Υπήρξαν δηλ. Χριστιανοί, που μέσα στον ενθουσιασμό τους για τον Χριστό, άκριτα πολλές φορές οδηγούνταν σε ιεραποστολική δράση. Το αποτέλεσμα ήταν απογοητευτικό. Γι᾽ αυτό και η ίδια η  Εκκλησία έφτασε στο σημείο, στις περιπτώσεις αυτές, να απαγορεύσει την άσκηση της ιεραποστολής. Είπε συγκεκριμένα ότι δεν επιτρέπεται η ιεραποστολή όταν το ακροατήριο 1) είναι εχθρικά διακείμενο, 2) είναι χλευαστικά διακείμενο ή 3) είναι ανέτοιμο για αποδοχή της πίστεως.
Μια τέτοια απόφαση ήταν σύμφωνη και με τα λόγια του ίδιου του Κυρίου που είχε πει:  ῾῾Μη δώτε τα άγια τοις κυσί, μηδέ βάλητε τους μαργαρίτας υμών έμπροσθεν των χοίρων῾῾ (Ματθ. 7 ,6). ´Ετσι η ιεραποστολή ναι μεν κατανοείται πάντοτε ως το αποτέλεσμα της γνησίας και ορθής πίστεως στον Χριστό, αλλ᾽ έχει και ως γνώρισμά της τη διάκριση:  το πού και πώς θα κατατεθεί η μαρτυρία αυτή της πίστεως.
Η εορτή της Ορθοδοξίας δεν είναι εορτή για θριαμβολογίες. Αν μείνουμε στις δάφνες του παρελθόντος δεν θα κάνουμε τίποτε άλλο από το να μιμούμαστε τους Ιουδαίους στην παρακμασμένη περίοδό τους, όταν καυχώνταν και υπερηφανεύονταν για τα παλαιά μεγαλεία τους. Η αποτίμηση του ίδιου του Κυρίου μας στην περίπτωση αυτή είναι δεδομένη και για μας: ῾῾Ουκ οίδα υμάς!῾῾ (Ματθ. 25, 12). Δεν σας γνωρίζω. Η εορτή της Ορθοδοξίας αποτελεί πάντοτε μια πρόκληση, για να προβληματιστούμε οι πιστοί πάνω στην ποιότητα της πίστεώς μας:  αν έχουμε και ζούμε πράγματι την πίστη μας ή αν την έχουμε αλλοιώσει με ξένα προς αυτήν στοιχεία. Μην ξεχνάμε ότι η ορθόδοξη πίστη είναι ένας συνεχής πνευματικός αγώνας για τον πιστό άνθρωπο, όπως ήδη φάνηκε μέχρι τώρα, που θα πει ότι στο βαθμό που χαλαρώνει τον αγώνα του αυτό, δεν μένει στάσιμος, μα οπισθοχωρεί. Δυστυχώς για μας, στα πνευματικά πράγματα δεν υπάρχει στασιμότητα. Η στασιμότητα ισοδυναμεί με την οπισθοχώρηση. Ο Κύριος υπήρξε σαφέστατος στο σημείο αυτό:  ῾῾ο μη ων μετ᾽ εμού κατ᾽ εμού εστι και ο μη συνάγων μετ᾽ εμού σκορπίζει῾῾.
´Ετσι ως ορθόδοξοι αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς προς την πίστη μας, μόνο μπροστά μπορούμε να προχωρούμε. Ακόμη και στις περιπτώσεις που φαίνεται ότι, ενώ κάνουμε αγώνα με ταπείνωση, δεν προαγόμαστε και δεν καλλιτερεύουμε, και τότε, στην πραγματικότητα, προχωρούμε. Απλώς δεν βλέπουμε, λόγω μη επαρκούς ακόμη καθαρότητάς μας, την αύξηση των δαιμονίων που μας πολεμούν, εν συγκρίσει προς το παρελθόν. ´Ελεγε ο Γέρων Παΐσιος ότι όταν κάνουμε αγώνα εναντίον ενός πάθους μας και ξαναπέφτουμε στο ίδιο, πολλές φορές δεν βλέπουμε πρόοδο, γιατί την προηγουμένη πολεμούσαμε με ένα δαιμόνιο και την άλλη με πολύ περισσότερα.
Αν δεν δούμε λοιπόν την εορτή της Ορθοδοξίας ως πρόκληση για σκληρή αυτοκριτική και για απόφαση μέχρι θανάτου να ζήσουμε όπως ο Χριστός και οι άγιοι, ίσως καλύτερα να μην αναφερόμαστε σ᾽ αυτήν, γιατί τό μόνο που κάνουμε τότε είναι να συσσωρεύουμε περισσότερο οργή για μας εν τη ημέρα της κρίσεως!
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Μαρτίου, 2014

Πίστει Μωϋσῆς ῾μέγας γενόμενος᾽ ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱός θυγατρός Φαραώ, μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἤ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν᾽ (῾Εβρ. 11, 24-25)
( Μέ τήν πίστη ὁ Μωϋσῆς, ὅταν πιά μεγάλωσε, ἀρνήθηκε νά ὀνομάζεται γιός τῆς κόρης τοῦ Φαραώ. Προτίμησε νά ὑποφέρει μαζί μέ τόν λαό τοῦ Θεοῦ, παρά νά ἀπολαμβάνει τήν πρόσκαιρη ἁμαρτωλή ζωή).
α. ῾Η Κυριακή τῆς ᾽Ορθοδοξίας δέν σχετίζεται οὐσιαστικά μέ τό περιεχόμενο τῆς Σαρακοστῆς. ᾽Αποτελεῖ ἱστορική ἐπέτειο τῆς νίκης τῆς ᾽Εκκλησίας μας ἀπέναντι στήν χριστολογική αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας – ἡ ἄρνηση τῶν εἰκόνων ἀπεδείχθη ὅτι σημαίνει ἄρνηση τῆς πραγματικότητος τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστῷ – καί ἀπέναντι γενικῶς σέ ὅλες τίς αἱρέσεις, κάτι πού διατρανώθηκε τό πρῶτον τό 843 μ.Χ. καί ἔκτοτε πανηγυρικῶς ἐπαναλαμβάνεται τήν πρώτη Κυριακή τῶν Νηστειῶν. ῎Ετσι στήν οὐσία ἡ Κυριακή τῆς ᾽Ορθοδοξίας διασαλπίζει τήν διαχρονική νίκη τῆς ὀρθῆς πίστεως στόν Θεό, γι᾽ αὐτό καί τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν πρός ῾Εβραίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου συνιστᾶ ἀκριβῶς μία ἐποποιΐα τῆς πίστεως αὐτῆς, ἐνσαρκωμένης σ᾽ ἐκείνους πού κατεξοχήν ῾ἐμαρτυρήθησαν διά τῆς πίστεως᾽, τούς μεγάλους Πατριάρχες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί τούς ἁγίους Προφῆτες, μέ πρῶτον ἀπό ὅλους τόν μέγα Μωϋσῆ.
β. 1. Πράγματι, ὁ ἀπόστολος μνημονεύει ἰδιαιτέρως γιά τήν πίστη του στόν Θεό τόν Πατριάρχη Μωϋσῆ – ὡς συνέχεια βεβαίως τοῦ προτύπου τῆς πίστεως στόν Θεό, τοῦ ᾽Αβραάμ – διότι ἡ πίστη πού ἐπέδειξε σ᾽ Αὐτόν εἶχε ἔμπρακτο χαρακτήρα: ἦταν μία προσαρμογή τῆς ζωῆς του σ᾽ αὐτό πού ἤξερε ὅτι ἦταν τό θέλημα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.  Ποτέ ἄλλωστε στήν ῾Αγία Γραφή, Παλαιά καί Καινή Διαθήκη, ἡ πίστη στόν Θεό δέν ἔχει θεωρητικό ἤ ἁπλῶς νοησιαρχικό χαρακτήρα, διότι μία τέτοια πίστη συνιστᾶ ἁπλή ἰδεολογία, ἀποτελεῖ δηλαδή ἀνθρώπινο διανοητικό κατασκεύασμα, γι᾽ αὐτό καί ἀπορρίπτεται ὡς κάτι κενό καί νεκρό. ῾῾Η πίστις γάρ χωρίς τῶν ἔργων νεκρά ἐστί᾽. ῾Ο ἀπόστολος χαρακτηρίζει πιστό τόν Μωϋσῆ, διότι ὅταν πιά μεγάλωσε ἐγκατέλειψε τήν ζωή πού ζοῦσε καί ἀκολούθησε μία ἄλλη, ἐντελῶς διαφορετική καί ἀνατρεπτική τῆς προηγουμένης. Κι αὐτό γιατί; Γιά νά ἀκολουθήσει, ὅπως εἴπαμε, αὐτό πού ὁ Θεός εἶχε ἀποκαλύψει στόν λαό Του. ῾Πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱός θυγατρός Φαραώ, μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ᾽.
2. ῾Η ἐξέλιξη αὐτή στήν ζωή τοῦ μεγάλου ἀνδρός δίνει τό μέτρο τῆς ἀληθινῆς πίστεως – αὐτῆς πού ὁδηγεῖ στήν εὕρεση ὄντως τοῦ Θεοῦ –  γιατί ἀποτελεῖ πορεία ἀντίστροφη τῶν κοσμικῶν κριτηρίων πού ἀντιμάχονται τόν Θεό. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι κατά τά κριτήρια τοῦ κόσμου τούτου, τοῦ πεσμένου ὅμως στήν ἁμαρτία καί κυριαρχημένου ἀπό τόν Πονηρό, ἡ πορεία ἑνός ἀνθρώπου γιά νά εἶναι ῾ἐπιτυχής᾽ πρέπει νά ἔχει ῾ἀνοδικό᾽ χαρακτήρα: ἀπό τήν φτώχεια στόν πλοῦτο, ἀπό τήν καταφρόνηση στήν δόξα, ἀπό τήν ταλαιπωρία στήν καλοπέραση. ᾽Επιτυχημένος δηλαδή κατά τόν κόσμο εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού δουλεύει στόν ἐγωϊσμό του καί στά παρακλάδια τοῦ ἐγωϊσμοῦ: τήν φιλοκτημοσύνη, τήν προβολή καί τό φαίνεσθαι, τίς σαρκικές ἀπολαύσεις. Μέ τόν Μωϋσῆ τά πράγματα ἀνατρέπονται: ἀπό τόν πλοῦτο τοῦ πριγκηπόπουλου πηγαίνει στήν φτώχεια τοῦ δούλου, ἀπό τήν δόξα τοῦ πρώτου ἐκπίπτει στήν καταφρόνια τοῦ ἔσχατου, ἀπό τήν καλοπέρασή του ἔρχεται στόν κόπο καί τόν πόνο. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ὁδός τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει ἐκεῖ πού ἐπισημαίνει κανείς τά σημάδια τῆς στενότητας καί τῆς θλίψεως. ῾Τί στενή καί τεθλιμμένη ἡ ὁδός ἡ ἀπάγουσα εἰς τήν ζωήν᾽ ὅπως εἶπε καί ὁ Κύριος. ῾Καί πλατεῖα ἡ ὁδός ἡ ἀπάγουσα εἰς τήν ἀπώλειαν᾽. ῎Ετσι μέ τόν Μωϋσῆ ἡ πίστη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτει τά πραγματικά ὅριά της, πού ὑπερβαίνουν τήν λογική τοῦ παρόντος κόσμου: συνιστᾶ ὑπέρ φύσιν κατάσταση καί  ἔξοδο κυριολεκτικά ἀπό τόν ῾φυσικό᾽ ἑαυτό. Θεός καί ἀνθρώπινα πάθη δέν συμβιβάζονται. ῾῞Ος ἄν θέλῃ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται᾽!
3. ῾Ο ἀπόστολος ἐξηγεῖ τήν θεωρούμενη αὐτήν παραδοξότητα: ἡ προτεραιότητα γιά τόν Μωϋσῆ ἦταν ἀκριβῶς ἡ ζωή μαζί μέ τόν Θεό.  ᾽Εκεῖνος συνιστοῦσε τόν θησαυρό καί τήν ἀξία τῆς ζωῆς του. Στό δίλημμα πού τοῦ ἐτέθη: χωρίς τόν ἀληθινό Θεό ἀλλά μέ πλούτη καί ἀπολαύσεις ἐπίγειες ἤ μαζί μέ τόν Θεό ἔστω καί μέ κακουχίες καί καταφρόνια, ἡ ἀπάντηση ἦταν: ἄς χάσω ὅλα τά ἐπίγεια γιά νά ἔχω τόν Θεό. Κατά τά λόγια τοῦ ἀποστόλου: ῾Μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τόν ὀνειδισμόν τοῦ Χριστοῦ᾽ (Θεώρησε μεγαλύτερο πλοῦτο ἀπό τούς θησαυρούς τῆς Αἰγύπτου τόν ἐξευτελισμό,  σάν ἐκεῖνο πού ὑπέφερε ὁ Χριστός).  Γιατί; Διότι εἶχε καρφωμένα τά μάτια του στίς οὐράνιες ἀνταμοιβές. ῾᾽Απέβλεπε γάρ εἰς τήν μισθαποδοσίαν᾽. Κι εἶναι σάν νά μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος ὅτι ἀφενός ἡ ἀληθινή πίστη στόν Θεό κινεῖται στόν ὁρίζοντα τῆς αἰωνιότητας καί ὄχι στόν ὁρίζοντα τοῦ φθαρτοῦ αὐτοῦ κόσμου (῾οὐ σκοποῦμεν τά βλεπόμενα ἀλλά τά μή βλεπόμενα. Τά γάρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τά δέ μή βλεπόμενα αἰώνια᾽ ὅπως λέει ἀλλοῦ ὁ ἀπόστολος), ἀφετέρου ἡ πίστη αὐτή μέ τόν θυσιαστικό της χαρακτήρα παραπέμπει στό Πάθος τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ὅτι δηλαδή ἡ πίστη  στήν Παλαιά Διαθήκη κατανοεῖται ὀρθά κάτω ἀπό τήν ὀπτική τῆς Καινῆς: ὑπό τό πρίσμα τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου ἀξιολογεῖται ἡ ὅποια ἀξία καί ἁγιότητα τῶν προσώπων τῆς Παλαιᾶς.
4. Δέν μᾶς θυμίζει ἡ προβληματική τῆς πίστεως τοῦ Πατριάρχη Μωϋσῆ τήν προβληματική καί ὅλων τῶν ἁγίων τῆς ᾽Εκκλησίας μας, σάν τοῦ ἁγίου Παύλου καί πάλι πού θά πεῖ: ῾ἡγοῦμαι πάντα σκύβαλα εἶναι, ἵνα Χριστόν κερδήσω᾽; Καί πόσο πράγματι μοιάζουν οἱ ζωές τῶν δύο αὐτῶν μεγάλων ἀνδρῶν, τοῦ Μωϋσῆ καί τοῦ Παύλου! Δέν ἦταν μόνο ὁ Μωϋσῆς τό πριγκιπόπουλο πού ἔγινε δοῦλος γιά χάρη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Πολύ περισσότερο ἦταν ὁ Παῦλος, Σαούλ ἤ Σαῦλος πρό τῆς μεταστροφῆς του στήν χριστιανική πίστη, ὁ ὁποῖος καί αὐτός ἀπό  πριγκιπόπουλο τοῦ ᾽Ιουδαϊσμοῦ ἐπέλεξε κατόπιν τῆς κλήσεώς Του ἀπό τόν Κύριο νά ὑφίσταται τόν ὀνειδισμό ᾽Εκείνου. Γιά νά τονισθεῖ μέ τόν πιό ἀπόλυτο τρόπο ἀκριβῶς ἡ ἀλήθεια αὐτή: ὅτι ἄν δέν χάσει κανείς ὅ,τι θεωρεῖ ζωή στόν κόσμο τοῦτο – τά ἐπίγεια ἀγαθά καί τίς ἀνέσεις του, ὅπως εἴπαμε – δέν πρόκειται ποτέ νά εὕρει τήν ἀληθινή ζωή πού δίνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. ῾῾Ο εὑρών τήν ψυχήν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καί ὁ ἀπολέσας τήν ψυχήν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ εὑρήσει αὐτήν᾽ (ὁ Κύριος).
5. ῾Η πίστη τοῦ Μωϋσῆ, ἡ ἔμπρακτη, ἡ θυσιαστική καί ῾παράλογη᾽ γιά τά κριτήρια τοῦ κόσμου τούτου, ἡ πρό Χριστοῦ χριστιανική, μᾶς ἐπισημαίνει καί μία ἄλλη τέλος διάσταση: τήν ἐκκλησιαστικότητά της. ῾Ο Μωϋσῆς, λέει ὁ ἀπόστολος, ἄφησε τήν ψεύτικη πίστη πού εἶχε γιά νά ἀποκτήσει τήν ἀληθινή τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Θέλησε ῾νά ὑποφέρει μαζί μέ τόν λαό τοῦ Θεοῦ᾽ προκειμένου νά εἶναι πιστός στόν Θεό. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι καμμία πίστη δέν στέκει ὡς πίστη Θεοῦ εἴτε ἀτομοκεντρικά εἴτε ἐκτός αὐτοῦ πού εἶναι ὁ λαός τοῦ Θεοῦ. Καί λαός Θεοῦ ὑπάρχει ἐκεῖ πού ὑπάρχει κλήση ἀπό τόν Θεό καί ἀνταπόκριση τοῦ ἀνθρώπου: στήν πρώτη φάση τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη μέ τούς δικαίους ἀνθρώπους πού ἀνταποκρίθηκαν στό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ: Πατριάρχες καί προφῆτες, στήν δεύτερη καί τελεία φάση της στήν Καινή Διαθήκη μέ τόν ἐρχομό τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ καί τήν ᾽Εκκλησία πού ἵδρυσε καί ἔκτοτε καθοδηγεῖ καί ζωοποιεῖ διά τοῦ Πνεύματός Του. Γι᾽ αὐτό καί ἐκτός ᾽Εκκλησίας πιά δέν μπορεῖ κανείς νά θεωρηθεῖ ἀληθινά πιστός, παρά μόνον ὅταν ἐνταχθεῖ στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν ᾽Εκκλησία, διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, κρατώντας καί αὐξάνοντας τήν πίστη διά τῶν λοιπῶν μυστηρίων καί τῆς τηρήσεως τῶν ἁγίων ἐντολῶν τοῦ Κυρίου. 
γ. ῾Η Κυριακή τῆς ᾽Ορθοδοξίας ὡς νίκη τῆς ὀρθῆς πίστεως ἔχει ἰδιαίτερη σημασία ὄχι γιά νά θυμηθοῦμε ἁπλῶς τά ἱστορικά γεγονότα πού τήν καθιέρωσαν (ἱστορισμός), ὄχι γιά νά ὁδηγηθοῦμε σέ μία καύχηση ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε οἱ καλοί πού κρατᾶμε τήν ἀλήθεια (φαρισαϊσμός), ἀλλά γιά νά κινητοποιηθοῦμε στήν ἔμπρακτη βίωση τῆς πίστεως, πού σημαίνει ἀλλαγή τῆς ζωῆς μας καί φανέρωση τοῦ Χριστοῦ καί μέσα ἀπό ἐμᾶς στόν κόσμο. ᾽Αλλά αὐτό προϋποθέτει γενναιότητα καί ἀνδρεία ψυχῆς μαζί μέ τήν ταπείνωση τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ καί ὀρθή ἐκκλησιαστική ζωή. Γιατί τό μέτρο τῆς πίστεως αὐτῆς μᾶς τό δίνουν ὄχι οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλά οἱ ἅγιοί μας, σάν τόν παμμέγιστο Μωϋσῆ γιά παράδειγμα,  σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο, σάν ὅλους τούς παλαιοτέρους καί νεωτέρους ἁγίους μας.  Τελικῶς τό νά εἶναι κανείς ὀρθόδοξος δέν φαίνεται νά εἶναι καί πολύ εὔκολο!
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΝΙΚΟΜΗΔΕΙΑΣ (8 ΜΑΡΤΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Μαρτίου, 2014

«Αυτός ο μακάριος καταγόταν από τα μέρη της Ανατολής και ζώντας από παιδί με ενάρετο τρόπο έφυγε από εκεί κατά θεία Πρόνοια και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη. Συνάντησε τον πρώτο ιδιαίτερο γραμματέα του βασιλιά και μπήκε στην υπηρεσία του. Αυτός ήταν ο Ταράσιος, η μεγάλη δόξα της Ορθοδοξίας. Όταν λοιπόν αυτός με θεία ψήφο προκρίθηκε στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, επειδή ο Παύλος ο Κύπριος παραιτήθηκε από τον θρόνο, ο λύχνος μπήκε στη λυχνία. Κι αμέσως ο θείος Αρχιερέας οικοδόμησε μοναστήρι στην είσοδο του Ευξείνου Πόντου και έβαλε εκεί να μένουν αντί πια των κοσμικών τον πανόσιο Θεοφύλακτο και τον Μιχαήλ, που ζούσαν αφιερωμένοι στον Θεό με έργα και λόγια στην πόλη των Συνάδων. Έπειτα ο αρχιερέας, αφού έμαθε την απαστράπτουσα αρετή των ανδρών και την χριστιανική προκοπή τους, έστειλε και τους κάλεσε αμέσως και τους κατέστησε στον δικό του ευκτήριο οίκο. Δεν πέρασε πολύ διάστημα και τους προχείρισε σε επισκόπους, τον μεν Μιχαήλ στα Σύναδα, τον δε τίμιο Θεοφύλακτο στη Νικομήδεια.
Τα κοτορθώματά του Θεοφυλάκτου είναι πάρα πολλά και τα φανερώνουν τα ίδια τα πράγματα, δηλαδή και οι θείοι ναοί που οικοδομήθηκαν από αυτόν και τα νοσοκομεία και η προστασία των χηρών και των ορφανών και η άμετρη ελεημοσύνη. Ήταν τόσο έμπρακτη η αγάπη του μεγάλου μιμητή του Θεού, ώστε γεμίζοντας δοχείο με χλιαρό νερό, έπλενε και καθάριζε τους ανάπηρους και τους χωλούς και τους πληγωμένους στα μέλη τους, με τα ίδια του τα χέρια. Όταν έφυγε από τη ζωή λοιπόν ο μέγας Ταράσιος, αφού διέπρεψε στην αρχιερωσύνη δεκαεννέα χρόνια και τον διαδέχτηκε ο πάνσοφος Νικηφόρος, συνέπεσε κάποιο ελεεινό γεγονός. Ο Λέων δηλαδή ο μισόχριστος έγινε βασιλιάς κι αμέσως ο δειλός προχώρησε στην καθαίρεση των αγίων εικόνων. Μόλις έγινε πολύ φανερό τούτο, ο μέγας Νικηφόρος αφού κάλεσε τους λογίους από τους αρχιερείς, τον Αιμιλιανό Κυζίκου και τον Ευθύμιο των Σάρδεων, τον Ιωσήφ Θεσσαλονίκης, τον Ευδόξιο Αμορίου, τον Μιχαήλ Συνάδων, και μαζί με πολλούς άλλους και τον μακάριο Θεοφύλακτο,  πάνε προς τον ασεβή και αποστάτη βασιλιά και του φέρνουν πολλές αποδείξεις  από τις θείες Γραφές, σαν φάρμακα. Αυτός  όμως, σαν ασπίδα, βούλωσε τα αυτιά του και δεν αισθανόταν αυτά που του έλεγαν. Συνέχιζε λοιπόν να έχει τις ίδιες απόψεις, χωρίς να λαβαίνει υπόψη του τίποτε. Και οι μεν άλλοι σιώπησαν στη συνέχεια, ενώ μόνος ο μακάριος Θεοφύλακτος είπε προς αυτόν: Γνωρίζω ότι δείχνεις περιφρόνηση στην ανοχή και τη μακροθυμία του Θεού, αλλά θα έλθει πάνω σου ξαφνικά φοβερή καταστροφή, και η καταστροφή θα είναι όμοια με καταιγίδα και δεν θα υπάρξει κανείς που θα σε σώσει.
Γι’ αυτά τα λόγια ο βασιλιάς οργίστηκε και τους κατεδίκασε όλους σε εξορία. Και τον μεν θείο Νικηφόρο στη νήσο Θάσο, τον δε αοίδιμο Μιχαήλ Συνάδων στην Ευδοκιάδα, και τον καθένα σε άλλο μέρος. Τον τρισόλβιο δε Θεοφύλακτο στη Στρόβιλο (αυτό είναι φρούριο υπό το θέμα των Κυβερραιωτών, που ήταν παραλιακό). Εκεί ο μακάριος αυτός ομολογητής Θεοφύλακτος έμεινε τριάντα χρόνια, υπομένοντας την κακουχία της ξένης χώρας, και μετά εκδήμησε προς τον Κύριο. Μετά από μερικά χρόνια, όταν έπαυσε η αίρεση και ανέλαμψε η ορθοδοξία, επί  Θεοδώρας της ευσεβεστάτης αυγούστας, και Μεθοδίου του αγιωτάτου Πατριάρχου, το τίμιο σώμα του οσίου Πατρός ημών Θεοφυλάκτου ανακομίστηκε από την εξορία και κατατέθηκε στη Νικομήδεια, στον ναό που κτίστηκε από αυτόν».
Με τον όσιο Θεοφύλακτο έχουμε την επιβεβαίωση αυτού που σημειώνει ο ιερός Χρυσόστομος για τους ιερείς: «ο Θεός διά πάντων ενεργεί, ου πάντας χειροτονεί». Μπορεί δηλαδή κάποιος να έχει γίνει κληρικός, να τελεί τα μυστήρια, να είναι βεβαίως έγκυρα αυτά, προσφέροντα δραστικά τη χάρη του Θεού, όμως ο ίδιος, όταν δεν έχουν συντρέξει οι αναγκαίοι όροι για τη χειροτονία του, να μη θεωρείται χειροτονημένος από τον Θεό. Με άλλα λόγια, δρα διά μέσου αυτού ο Θεός, ο ίδιος όμως, αν δεν μετανοήσει, δεν σώζεται. Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος του οσίου σήμερα, από τα πρώτα που θίγει, και όχι μία φορά, είναι ακριβώς η αλήθεια αυτή. Τονίζει ότι ο όσιος Θεοφύλακτος χρίστηκε αρχιερέας από τη χάρη του Θεού «αξίως», διότι ακριβώς ζούσε την αλήθεια της πίστεως. Κι αυτή η χάρη ευλόγησε και τον τρόπο της ζωής του, διότι είχε μέσα του πολλή αγάπη. «Έχρισέ σε αξίως χάρις η του Πνεύματος, Πανόλβιε, ένεκεν αληθείας, και τον τρόπον σου χάριν χρηστότητος» (ωδή α΄). Κι αλλού: «Έζησες με όσιο τρόπο την ασκητική ζωή, πάτερ σοφέ, γι’ αυτό και χρίστηκες από τον Θεό Ιεράρχης, να ιερουργείς τα θεία μυστήρια, προς σωτηρία των ψυχών» («Εξασκήσας οσίως, πάτερ σοφέ, Ιεράρχης εχρίσθης ιερουργείν τα θεία μυστήρια») (κάθισμα όρθρου). Κι αυτό σημαίνει: αν ενεργεί ο Θεός διά μέσου και αναξίων θεωρουμένων ιερέων και αρχιερέων, πόσο περισσότερο δρα και ενεργεί διά μέσου των αξίων Του. Η ίδια τότε η ζωή τους, όχι μόνον η τέλεση των μυστηρίων, εξακτινώνει την παρουσία του Θεού.

Ο Θεοφάνης με μεγάλη ευχαρίστηση επιμένει να περιγράφει την αγιότητα του οσίου Θεοφυλάκτου. Κι αυτή κατεξοχήν αποκαλύπτεται στο πιο σπουδαίο αποδεικτικό στοιχείο ύπαρξης αγάπης προς τον Θεό, την προσευχή. Η δύναμη της προσευχής του είναι, κατά τον υμνογράφο, «βαρύ πυροβολικό». Όταν ύψωνε ιδίως τα χέρια του σε προσευχή ο όσιος, τότε κινητοποιούσε τον ίδιο τον Ουρανό και κατατρόπωνε τους εχθρούς της πίστεως. Για τον υμνογράφο, δηλαδή,  ο όσιος Θεοφύλακτος ήταν η έμπρακτη απόδειξη αυτού που λέει ο απόστολος Παύλος: «να υψώνουμε οσίας χείρας εν προσευχή προς τον Θεό». «Τα χέρια σου, θεόπνευστε Πάτερ, που τα σήκωνες με όσιο τρόπο προς τον Θεό, κατατρόπωσαν τους δυσσεβείς εχθρούς της πίστης» («Αι χείρές σου οσίως θεόπνευστε, προς τον Θεόν, Πάτερ, επαιρόμεναι, τους δυσσεβείς ετροπώσαντο») (ωδή ε΄). Η εικόνα των υψωμένων χεριών του οσίου για προσευχή καθηλώνει τον άγιο Θεοφάνη. Βλέπει ότι τα χέρια αυτά τελικώς κρατούνται από τον ίδιο τον Χριστό, όπως ο πατέρας κρατάει το μικρό χέρι του παιδιού του για να το καθοδηγήσει με ασφάλεια  εκεί που πρέπει. Κι ο Χριστός κρατώντας το χέρι του οσίου τον καθοδηγεί με ασφάλεια στο «πλάτος του Παραδείσου», στη βασιλεία των Ουρανών. «Κράτησε το χέρι σου ο Κύριος, θεοφόρε Πατέρα, και σε καθοδήγησε προς την ουράνια απόλαυση» («Κρατήσας της χειρός σου ο Κύριος, Θεοφόρε Πάτερ, καθωδήγησε προς ουρανίαν απόλαυσιν») (ωδή ε΄).
Η αγιότητα του οσίου Θεοφυλάκτου ήταν αποτέλεσμα και της ασκητικής διαγωγής του, με την οποία υπέταξε τα πάθη του, και της τεράστιας αγάπης του προς τους συνανθρώπους του, αλλά και των αγώνων του υπέρ της ευσεβείας. Την εποχή του οι αγώνες αυτοί ήταν υπέρ των αγίων εικόνων: του Χριστού, της Παναγίας, των υπολοίπων αγίων, δεδομένου ότι από την αποδοχή ή μη αυτών φανερωνόταν η ορθόδοξη πίστη του καθενός ή η αίρεσή του. Διότι η εικονομαχία, η απόρριψη των εικόνων, ήταν και είναι χριστολογική αίρεση, άρνηση της πραγματικότητας της ενανθρώπησης του Θεού μας. Ο όσιος Θεοφύλακτος λοιπόν αγωνίστηκε πολύ επ’ αυτού. Υπήρξε ομολογητής, διότι όχι μόνον κήρυξε την αληθινή πίστη, αλλά και έπαθε υπέρ αυτής. Τριάντα χρόνια στην εξορία πέρασε, που σημαίνει ότι «καθ’ ημέραν απέθνησκε». Κι εκεί ακριβώς άφησε και την τελευταία του πνοή. Ο άγιος υμνογράφος επικεντρώνει και σ’ αυτήν τη διάσταση της ζωής του οσίου Θεοφυλάκτου. «Σεβόσουν τη θεία και άχραντη εξεικόνιση του Χριστού κι αρνιόσουνα την ασέβεια των ασεβών» («Θείον εξεικόνισμα Χριστού και άχραντον έσεβες, τας των ασεβούντων ασεβείας αρνούμενος») (ωδή γ΄). «Τίμησες την εικόνα του Χριστού, γι’ αυτό υπέφερες εξορίες και θλίψεις και χρόνια κάθειρξη» («Την Χριστού εικόνα τιμήσας υπήνεγκας εξορίας, θλίψεις και χρόνιον κάθειρξιν») (κάθισμα όρθρου).
Ο άγιος υμνογράφος επιλέγει, σχολιάζοντας το όνομα του οσίου: ο θείος Θεοφύλακτος τελικώς είχε φύλακα στη ζωή του τον ίδιο τον Θεό. «Θείος Θεοφύλακτος, ου Θεός φύλαξ» (στίχοι συναξαρίου).
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΧΑΙΡΕ ΤΟΥ ΠΕΣΟΝΤΟΣ ΑΔΑΜ Η ΑΝΑΚΛΗΣΙΣ, ΧΑΙΡΕ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ ΤΗΣ ΕΥΑΣ Η ΛΥΤΡΩΣΙΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Μαρτίου, 2014

 
Ο άνθρωπος είναι πεσών. Το βιώνουμε κάθε στιγμή. Βλέπουμε την ύπαρξή μας να υφίσταται την πνευματική ήττα  του να κάνει άλλα από αυτά που επιθυμεί. Να επιθυμεί την σχέση, την κοινωνία με το Θεό, την καρδιακή μετοχή στη  ζωή της Εκκλησίας και να νικιέται από το πνεύμα της επιβίωσης. Να ζητεί τα άνω και η φιληδονία δια των αισθήσεων να μην του επιτρέπει να  καλλιεργήσει αληθινά τον εαυτό του, αλλά να ζει την ευτυχία στην πρόσκαιρη ευχαρίστηση, με αποτέλεσμα ο χρόνος να περνά χωρίς Θεό. Να θέλει να έχει γνήσια κοινωνία με τον συνάνθρωπο και να νιώθει ασήκωτο το βάρος της συγχώρεσής του. Και δακρύζει ο άνθρωπος για τον Παράδεισο που δεν μπορεί να βρει. Δακρύζει για τον θάνατο, που επισκέπτεται τους οικείους και φίλους, όπως και ολόκληρο τον κόσμο, και την ίδια στιγμή και τον ίδιο με την μορφή της αποτυχίας στους στόχους, της αδυναμίας να υπερβεί τον εαυτό του, να αγαπήσει.
                Ο άνθρωπος είναι πεσών. Η εποχή μας τον θεοποιεί και θέλει να τον πείσει ότι στην πτώση και τον θάνατο βρίσκεται το νόημα, καθώς η ζωή δεν έχει έτσι κι αλλιώς συνέχεια, πέρα από την πέτρα του μνήματος. Ότι παράδεισος είναι ο πολιτισμός και η μετοχή σ’ αυτόν. Παράδεισος είναι ο ατομοκεντρισμός και η τέρψη των αισθήσεων. Είναι τα δικαιώματά του. Είναι η υπέρβαση της κρίσης και κάθε κρίσης όχι με μετάνοια και αλλαγή νοοτροπίας, αλλά με επάνοδο στην δήθεν ευτυχία της απουσίας του Θεού από τη ζωή μας και της κυριαρχίας των υλικού ευδαιμονισμού. Ότι παράδεισος είναι να μπορεί να απολαμβάνεις χωρίς όρια, με μοναδική αξία τον εαυτό σου. Και δακρύζει ο άνθρωπος όταν διαπιστώνει ότι αυτό το πρότυπο μπορεί να του δίνει ζωή, όχι όμως την όντως ζωή. Και απορεί μπροστά στην φθορά. Και αναζητεί ανάσταση, χωρίς τελικά να την βρίσκει, συμβιβαζόμενος με την ματαιότητα του χρόνου, όπως επίσης και με την αίσθηση ότι αφού «αύριον αποθνήσκομεν», «φάγωμεν και πίωμεν».
                Η Εκκλησία μας, ιδίως κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, μας προβάλλει μία μορφή που μας δείχνει ότι παρότι είμαστε πεσόντες, νικημένοι από τον θάνατο και την αδυναμία να επιλέξουμε ολοκληρωτικά, πληρωτικά, τη σχέση με το Θεό που μας δίνει ζωή, εντούτοις έχουμε ελπίδα. Είναι το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, προς την οποία ατενίζουμε κάθε Παρασκευή της Σαρακοστής, για να πάρουμε δύναμη και να πιστέψουμε ότι για όλα όσα δακρύζουμε, υπάρχει λύτρωση. Ότι αν κάνουμε το βήμα, ό,τι χάσαμε και χάνουμε στην πτώση μας, μας ξαναδίδεται. Κι αυτό είναι η σχέση με το Χριστό ως ζωή, ανάκληση και λύτρωση.
                Η Παναγία στο πρόσωπό της έδειξε ότι όλη η ανθρωπότητα, ο κάθε Αδάμ και η κάθε Εύα, μπορούμε να επιλέξουμε την ανάκληση από την πτώση. Ο Αδάμ και ο κάθε συνεχιστής του ζούμε  μία ζωή χωμάτινη, καθώς τα πάθη μας  κρατούνε έξω από την κοινωνία με το Θεό. Η Παναγία δέχθηκε, όταν ήλθε το πλήρωμα των καιρών, την κλήση του Θεού να επιλέξει την άλλη οδό. Στην θεοποίηση του ανθρώπινου προσώπου να αντιτάξει την ζωή με το Θεό δια της εμπιστοσύνης στο λόγο και την έμπρακτη αγάπη του Δημιουργού μας. Στην περιέργεια του να δοκιμάσουμε τα πάντα, χωρίς περιορισμούς, να αντιτάξει μία ελευθερία που βρίσκει την αληθινή καταξίωσή μέσα στην υπακοή δια της νηστείας από το θέλημά μας. Στον φόβο της απόρριψης από τους άλλους και τη νοοτροπία της εποχής να αντιτάξει το θάρρος ότι ανήκει στο Θεό, ότι είναι του Θεού και να φέρει τον ονειδισμό που μπορεί να την οδηγούσε στον δημόσιο παραδειγματισμό. Και γνωρίζουμε ότι η κλήση εκπληρώθηκε χάρις στην παρουσία στην ύπαρξή της του Υιού και Θεού της και στην διασκέδαση της ζάλης κάθε αμφίβολου λογισμού που η κοινωνία με το Θεό δίδει ως πολύτιμη παρακαταθήκη ευλογίας και πνευματικής δύναμης σ’ αυτόν που θέλει να νικήσει την πτώση.
                Η Παναγία μετέτρεψε τα δάκρυα της Εύας σε δάκρυα χαράς.Γιατί στο πρόσωπό της καταξιώθηκε ο άνθρωπος, ξαναβρίσκοντας τον αληθινό του προορισμό. Αφού ο Θεός καταδέχεται να γίνει άνθρωπος παίρνοντας σάρκα από τον άνθρωπο, αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος έχει αξία μοναδική. Γιατί είμαστε όλοι οικείοι της Υπεραγίας Θεοτόκου. Και λαμβάνουμε, εφόσον το θέλουμε, την μοναδική ευλογία να γινόμαστε κι εμείς αυτοί που φιλοξενούμε τον Θεό. Μέσα από την Θεία Ευχαριστία και η δική μας ύπαρξη γίνεται ευρυχωρωτέρα των ουρανών, αφού χωρεί τον Αχώρητο. Και μεγαλύτερη χαρά από την κοινωνία μαζί Του δεν μπορεί να υπάρξει. Αρκεί να επιλέξουμε την ανάσταση και την αγιότητα ως τον σκοπό της ζωής μας. Και τότε ο θάνατος οριστικά καταπατείται. Πρόσκαιρα μπορεί να φανεί νικητής. Έσχατος εχθρός όμως κι εκείνος θα καταργηθεί. Η κοινωνία όμως με τον Θεό, ο Παράδεισος, μας δίδεται ως δωρεά και πρόγευση της αιώνιας χαράς από αυτόν τον κόσμο. Αρκεί να αγαπούμε. Να ασκούμαστε, δείχνοντας ότι αναγνωρίζουμε τα δικά μας όρια. Και να πορευόμαστε εν ταπεινώσει και εν ευγνωμοσύνη σε μία ζωή κατά Θεόν.
                Το «Χαίρε» του Αγγέλου επαναλαμβάνουμε και εμείς καθόλη τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής προς το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Και δεν είναι ένας τυπικός χαιρετισμός. Είναι η βεβαιότητα της δικής μας ανάκλησης. Είναι η χαρά της δικής μας λύτρωσης. Γνωρίζουμε ότι συνεχώς πρεσβεύει για τον καθέναν μας και για τον κόσμο μας. Και θα μας βοηθά να μην αποκάμουμε. Αρκεί να νιώθουμε τη χαρά του να είμαστε μέλη του σώματος του Χριστού. Της Εκκλησίας που ακολουθεί την οδό της Παναγίας μας. Χωρούσα τον Αχώρητον και μεταδίδοντάς Τον σε όποιον νιώθει ότι Αυτού έστι χρεία.
Κέρκυρα, 7 Μαρτίου 2014    
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όσιος Λαυρέντιος, κτίτορας της Ιεράς Μονής Φανερωμένης Σαλαμίνος

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Μαρτίου, 2014

Ο όσιος Λαυρέντιος γεννήθηκε στην πόλη των Μεγάρων το πρώτο μισό του 17ου αιώνα. Παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών, εργαζόταν ως πλανόδιος οικοδόμος και  χειρώναξ. Ύστερα από τρεις νυκτερινές εμφανί­σεις της Παναγίας, η οποία τον πρόσταζε να οικοδομήσει εκκλησία προς τιμήν της στην Σαλαμίνα, εξακολουθούσε να αμφιβάλλει και παρέμενε αναποφάσιστος. Η Παναγία του φανερώθηκε τότε εκ νέου και του έδειξε σε αυστηρό τόνο το ακριβές σχέδιο του ναού και της μονής που τον πρόσ­ταζε να οικοδομήσει.

Πηγή:www.saint.gr/

Ο Λαυρέντιος αποφάσισε τον διάπλου, η θαλασσο­ταραχή όμως τον εμπόδιζε. Φωνή εξ ουρανού τον διέταξε τότε να απλώ­σει την κάπα του στην θάλασσα. Αυτήν την φορά υπάκουσε χωρίς δισταγμό, άπλωσε την κάπα του στην θάλασσα, κάθησε επάνω της και θαυματουργικά βρέθηκε να έχει μεταφερθεί στην Σαλαμίνα. Δεν δυσκολεύτηκε να βρει την τοποθεσία που του είχε υποδειχθεί, όπου βρίσκονταν τα ερεί­πια αρχαίου ναού, μέσα στα οποία ανακάλυψε μια εικόνα της Παναγίας. Αποτασσόμενος από κάθε δεσμό με τον κόσμο έγινε μοναχός, έπεισε την σύζυγό του να τον μιμηθεί και ξόδεψε όλες τις οικονομίες του στην οικο­δόμηση της μονής.

Από τους κατοίκους του νησιού που έρχονταν να τον βοηθήσουν, ορισμένοι έγιναν μοναχοί, οπότε η αδελφότητα μεγάλωσε γοργά, με την προστασία της Παναγίας, η οποία παραχώρησε στον Λαυρέντιο την χάρη να επιτελεί πλήθος ιάσεων τόσο στους χριστιανούς όσο και στους μου­σουλμάνους. Θεράπευσε από θανατηφόρο πάθηση την σύζυγο ενός αξιωματούχου της οθωμανικής αυλής. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης ο άνδρας της απέδωσε στην μονή παλαιά κτήματα που είχαν δημευθεί.

Με την βοήθεια της θείας χάριτος, ο άγιος αποπεράτωσε την οικοδό­μηση της μονής το 1682 και  εκοιμήθη  εν ειρήνη στις 9 Μαρτίου 1707, αμειβόμενος στον ουρανό με τον στέφανο των πιστών διακόνων της Θεομήτορος. [“Π”: Πιθανόν η μετάθεση της μνήμης του έγινε, για να μη συμπίπτει με τη μνήμη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων]

(Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τ. Ζ΄Μάρτιος, εκδ. Ίνδικτος, σ. 84-85)
 

pemptousia

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Επίσκοπος Πενταπόλεως άγιος Νεκτάριος, Η εικόνα εκείνου που ελπίζει στο Θεό

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Μαρτίου, 2014

Πόσο ωραία, πόσο ευχάριστη, πόσο χαριτωμένη είναι η εικόνα εκείνου που ελπίζει στον Θεό που σώζει, στον Θεό των οικτιρμών, τον Θεό του ελέους, τον αγαθό και φιλάν­θρωπο Θεό.

Αληθινά μακάριος είναι ο άνθρωπος που ελπίζει στον Θεό! Ο Θεός είναι πάντα βοηθός του και δεν φοβάται ό,τι κακό κι αν του προξενήσει άνθρωπος. Ελπίζει στον Κύριο και πράττει τα αγαθά! Κάθε του ελπίδα την έχει εναποθέσει σ’ Αυτόν, και σ’ Αυτόν εξομολογείται με όλη του την καρδιά. Είναι το καύχημά του, είναι ο Θεός του και Τον επικαλείται μέρα και νύχτα. Το στόμα του ωραίο, αναπέμπει αίνους στον Θεό, τα χείλη του, πιο γλυκά από μέλι και κερί σαν ανοίγουν για να ψάλλουν στον Θεό· η δε γλώσ­σα του γεμάτη χάρη, κινείται προς δοξολογία Θεού.

09_11-agios-nektarios

Η καρδιά του είναι έτοιμη να Τον επικαλεσθεί, η διάνοια του έτοιμη να ανυψωθεί προς Αυτόν, η ψυχή του είναι προ­σηλωμένη στον Θεό και «η δεξιά του Κυρίου αντελάβετο αυτού». «Εν τω Κυρίω επαινεθήσεται η ψυχή αυτού». Ζητά και λαμβάνει από τον Θεό αυτό που ζητά η καρδιά του. Ζητά και βρίσκει όσα ποθεί. Κρούει και του ανοίγονται οι θύρες του ελέους.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο επαναπαύεται σε ήσυχα νερά. Ο δε Κύριος του δίνει πλούσια τα ελέη του. Η δεξιά του Κυρίου κατευθύνει την πορεία του και δάκτυλος Κυρί­ου τον καθοδηγεί στους δρόμους του.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν αστοχεί. Η ελπί­δα του δεν πεθαίνει ποτέ. Ο Θεός είναι η προσδοκία του, η ακρότατη επιθυμία της καρδιάς του. Προς Αυτόν στε­νάζει η καρδιά του όλη την ημέρα: «Κύριε μην αργήσεις, σήκω, κάνε γρήγορα, έλα και απομάκρυνε από την ψυχή μου κάθε ανάγκη, εξάγαγε εκ φυλακής την ψυχή μου! Θα σε δοξολογήσω με όλη μου την καρδιά Κύριε. Σε Σένα θα απευθύνεται κάθε λόγος που θα βγαίνει απ’ το στόμα μου».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, ευλογεί τον Ύψιστο, τον λυτρωτή του και αγιάζει «το όνομα το άγιον αυτού». Ελπί­ζει και από τα βάθη της καρδιάς του κραυγάζει προς τον Θεό: «Κύριε πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω σου;».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, θα επικαλεσθεί τον Ύψιστο για να εισέλθει στο αγιαστήριό Του, για να δει και να χαρεί τα θαυμάσια Του· και ο Κύριος θα ακούσει τη φωνή της δέησής του.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, απολαμβάνει άκρα ειρή­νη· γαλήνη επικρατεί στην καρδιά του και στην ψυχή του βασιλεύει πλήρης αταραξία. Όταν έχει βοηθό του τον Θεό, από τί να φοβηθεί; Από τί να δειλιάσει; Αν ξεσηκωθεί ενα­ντίον του πόλεμος, δεν πτοείται, γιατί ελπίζει στον Κύριο. Αν τον καταδιώξουν πονηροί δεν φοβάται, γιατί ξέρει ότι όλα είναι υπό τον έλεγχο του Κυρίου. Δεν ελπίζει στο τόξο του ούτε στη φαρέτρα του· ούτε εξαρτά τη σωτηρία του από τη ρομφαία, αλλά από τον Κύριο και Θεό του, που μπορεί να τον γλιτώσει από τα χέρια αυτών που τον πολεμούν, από την παγίδα του αμαρτωλού και από την καταιγίδα. Είναι πεπεισμένος για τη δύναμη του Κυρίου και «επί τον βραχί­ονα τον υψηλόν αυτού και ο Κύριος σώσει αυτόν».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, βαδίζει ήρεμος στον αγώνα της ζωής του και διανύει τον δρόμο αυτό δίχως το άγχος των μερίμνων. Εργάζεται ακατάπαυστα το αγαθό, το ευάρεστο και τέλειο, τα δε έργα του τα ευλογεί ο Θεός. Σπέρνει ευλογημένα και λαμβάνει πλούσιους τους καρπούς των κόπων του. Έχει θάρρος στον Κύριο και δεν παρεκτρέπεται από τους πειρασμούς που τον κυκλώνουν. Στις δοκιμασίες της ζωής δεν παραιτείται, αλλά ελπίζει, δι­ότι εκεί που τα πράγματα φαίνονται αδύνατα, ο Θεός φα­νερώνει τη διέξοδο. Μέσω της πίστης προσδοκά και την ελπίδα της δικαιοσύνης.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν ελπίζει σε χρήματα, ούτε στο μέγεθος της δύναμής του, αλλά επαναπαύεται στη βοήθεια που θα του παράσχει ο Θεός.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι γεμάτος πίστη και αγάπη προς τον Θεό, ζει έχοντας θάρρος στην αγαθή του συνείδηση, εμφανίζεται με την παρρησία γιου απέναντι στον ουράνιο Πατέρα του και Τον επικαλείται για να έλθει η βασιλεία Του στη γη και το θέλημά Του να πραγματώνε­ται στη γη όπως και στον ουρανό.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι αφοσιωμένος ολο­κληρωτικά σ’ Εκείνον και υψώνει την καρδιά του στον αγαθό και αθάνατο Θεό. Ζητά απ’ Αυτόν το ύψιστο αγαθό και την αθανασία στη βασιλεία των Ουρανών, και ο Θεός τον εισακούει.

Μακάριος ο άνθρωπος που ελπίζει στον Κύριο!

( Αγίου Νεκταρίου, Το γνώθι σαυτόν, εκδ. Άθως, σ.101-104)

pemptousia

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μην ξεχνάς ότι υπάρχει η Ανάσταση και η Κρίση (Ι. Χρυσοστόμου).

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Μαρτίου, 2014

Ας έχουμε συνεχώς εις τον νου μας την Ημέρα εκείνη (Ι. Χρυσόστομος)

Γιατί ενθυμίζει την ανάσταση τόσο συχνά; Για να μη νομίσουν ότι η πρόνοια του Θεού είναι μόνον δια τα παρόντα πράγματα και αν δεν απολαύσουν αυτά εις την παρούσα ζωή, να μη γίνονται απροθυμότεροι, αλλά να ελπίζουν εις τα  μέλλοντα, και αν εις την παρούσα ζωή δεν τιμωρούνται, να μη αδιαφορούν για αυτό, αλλά να ελπίζουν εις άλλη ζωή. 

Αλλά αν εκείνοι δεν ωφελήθηκαν, ας προσπαθήσουμε να ωφεληθούμε εμείς εκ της συνεχούς ομιλίας του περί αναστάσεως. Και αν θελήσουμε να γίνουμε πλεονέκτες ή άρπαγες ή να κάνουμε κάτι άπρεπο, ας έχουμε συνεχώς εις τον νου μας την Ημέρα εκείνη και ας φανταζόμαστε το δικαστήριο και η σκέψη αυτή θα συγκρατεί την άπρεπη ορμή μαςκαλύτερα από κάθε χαλινάρι. Και ας λέγουμε πάντοτε και εις τους  άλλους και εις τους εαυτούς μας · Θα γίνει Ανάστασις και μας περιμένει φοβερό δικαστήριο.
Και αν δούμε κάποιον να καυχησιολογεί και να χαίρεται δια τα παρόντα αγαθά, ας του επαναλάβουμε το ίδιο, αποδεικνύοντας εις αυτόν ότι όλα μένουν εδώ. Και αν δούμε άλλον να βασανίζεται και να ταλαιπωρείται, ας πούμε το ίδιο και εις αυτόν, βεβαιώνοντας αυτόν ότι οι λύπες θα τελειώσουν. Και αν δούμε άλλον να αμελεί και να χαλαρώνει, ας επαναλάβουμε το ίδιο, αποδεικνύοντας εις αυτόν , ότι θα δώσει λόγο δια την αμέλειά του. Αυτή η λέξη είναι το καλύτερο φάρμακο δια να θεραπεύσει την ψυχή μας. Διότι υπάρχει ανάστασις και ανάστασις πολύ πλησίον και δεν ευρίσκεται μακράν. Διότι πολύ ταχέως θα έλθει ο Ερχόμενος και δεν θα βραδύνει, λέγει ο Παύλος. Και ο ίδιος πάλι λέγει, ότι όλοι εμείς πρέπει να εμφανισθούμε εμπρός εις το βήμα του Χριστού, δηλαδή και κακοί και καλοί, οι μεν πρώτοι δια να ντρέπονται για όλα όσα έκαναν, οι δε άλλοι δια να λαμπρυνθούν περισσότερο για όλα. Διότι, όπως ακριβώς εδώ οι δικαστές και τους κακούς τιμωρούν και τους καλούς τιμούν δημοσίως, έτσι γίνεται και εκεί, ώστε οι μεν κακοί να ντρέπονται περισσότερο, οι δε καλοί περισσότερο να τιμώνται.
Αυτά λοιπόν ας τα ενθυμούμεθα κάθε μέρα. Αν αυτά σκεφτόμαστε, κανένα από τα πρόσκαιρα και ρευστά πράγματα δεν θα μπορέσει να μας απορροφήσει. Διότι εκείνα που βλέπονται είναι πρόσκαιρα, εκείνα όμως που δεν βλέπονται είναι αιώνια. Αυτά λοιπόν ας τα λέγουμε συχνά και εις τους εαυτούς μας και εις τους άλλους. Υπάρχει Ανάστασις και Κρίσιςκαι ευθύνες δια τας πράξεις μας. Και όσοι νομίζουν ότι υπάρχει ειμαρμένη, ας λέγουν τούτο και ας περιμένουν να απαλλαγούν αμέσως από το φθοροποιό νόσημα. Διότι, εάν υπάρχει Ανάστασις και Κρίσις, δεν υπάρχει ειμαρμένη, όσο και αν φιλονικούν και φωνάζουν.
 
Αλλά όμως ντρέπομαι να διδάσκω τους Χριστιανούς περί Αναστάσεως. Διότι εκείνος που έχει ανάγκη να μάθει, ότι υπάρχει Ανάστασις και δεν έχει πείσει αρκετά τον εαυτό του, ότι δεν υπάρχει ανάγκη περί αυτού, αλλά απλώς και τυχαίως θεωρεί τα πράγματα, δεν μπορεί να είναι Χριστιανός. Δια τούτο παρακαλώ και εκλιπαρώ, να καθαρίσουμε τους εαυτούς μας από όλες τις κακές πράξεις και ας κάνουμε τα πάντα, ώστε να επιτύχουμε την συγνώμη και την καλή απολογία κατά την Ημέρα εκείνη.
Ίσως όμως να ρωτήσει κανείς· Πότε θα γίνει η συντέλεια και η Ανάσταση. Ιδού, πόσος χρόνος πέρασε και δεν συνέβη κάτι παρόμοιο; Αλλά, πιστεύσετε με, θα γίνει. Διότι και οι άνθρωποι που έζησαν προ του κατακλυσμού τα ίδια έλεγαν και περιγελούσαν τον Νώε. Αλλά ήρθε ο κατακλυσμός και παρέσυρε όλους εκείνους που δεν πίστευαν και διέσωσε μόνο εκείνον που πίστευε. Και οι άνθρωποι της εποχής του Λώτ δεν περίμεναν την πληγή εκείνη, που εστάλη από τον Θεό, μέχρις ότου το πυρ και οι κεραυνοί που έπεσαν τους εξαφάνισαν όλους.
Και ούτε στους ανθρώπους της εποχής του Λώτ, ούτε της εποχής του Νώε υπήρξε προμήνυμα των μελλόντων να συμβούν. Αλλά ενώ όλοι είχαν επιδοθεί στην τρυφή και στην μέθη και ενώ όλοι γλεντοκοπούσαν, επήλθαν όλα τα αφόρητα εκείνα κακά. Έτσι θα γίνει και η Ανάσταση, χωρίς προμήνυμα, αλλά εις το μέσον της ευημερίας μας. Δια αυτό και ο Παύλος λέγει, ότι όταν λέγουν ειρήνη και ασφάλεια, τότε έρχεται πάνω τους αιφνίδια καταστροφή, όπως ο πόνος στην έγκυο και δεν θα μπορέσουν να ξεφύγουν. Έτσι τα τακτοποίησε ο Θεός, δια να είμαστε πάντοτε έτοιμοι για τον αγώνα και να μη έχουμε εμπιστοσύνη στην ασφάλειά μας.
(Απόσπασμα από την 45η ομιλία, στο Κατά Ιωάννη ευαγγέλιο, ΕΠΕ 13 Α, σελ. 311-315). 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Υπουργείο Παιδείας: Πως θα γίνει η γραπτή εξέταση στα Θρησκευτικά της Α΄ Λυκείου

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Μαρτίου, 2014

Ӵ飬鼴�ᰯ �ݭᱮ破��맭߹�ܳ幭 󴧭 ˜񩳡, С񡳪嵞 14 ̡/�10. (EUROKINISSI // ʙӔS ͔́ƉQǓ)

Με την με Αριθμ. Πρωτ. 30631/Γ2/04-03-2014 απόφαση του Υπουργού Παιδείας καθορίζεται ο τρόπος εξέτασης των μαθημάτων της Α΄ Λυκείου και συγκεκριμένα ποια θέματα θα ορίζονται από τον διδάσκοντα και ποια από την Τράπεζα Θεμάτων.

Συγκεκριμένα για τα Θρησκευτικά ορίζονται τα εξής:

Θρησκευτικά

Η γραπτή προαγωγική εξέταση στα «Θρησκευτικά» περιλαμβάνει δύο ομάδες θεμάτων:

α) Η πρώτη ομάδα αποτελείται από δύο θέματα με ερωτήσεις διαφόρων τύπων, με τις οποίες ελέγχεται τόσο η κατοχή των αναγκαίων γνωστικών στοιχείων όσο και η κατανόησή τους. Κάθε ένα από τα δύο θέματα περιέχει ερωτήσεις διαβαθμισμένης δυσκολίας.

Το πρώτο θέμα περιλαμβάνει πέντε (5) ερωτήσεις αντικειμενικού τύπου και βαθμολογείται με είκοσι πέντε (25) μονάδες (5×5=25).

Το δεύτερο θέμα περιλαμβάνει δύο (2) ερωτήσεις σύντομης απάντησης και βαθμολογείται με είκοσι πέντε (25) μονάδες. Η πρώτη ερώτηση βαθμολογείται με δεκατρείς (13) μονάδες και η δεύτερη με δώδεκα (12) μονάδες.

β) Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει δύο θέματα με αντίστοιχες ερωτήσεις ευρύτερης ανάπτυξης, με τις οποίες ελέγχεται η ικανότητα συνθετικής και κριτικής ανάλυσης αλλά και διασύνδεσης γνώσεων, γεγονότων και διαδικασιών που απέκτησαν οι μαθητές.

Το πρώτο θέμα περιλαμβάνει μία (1) ερώτηση και βαθμολογείται με είκοσι πέντε (25) μονάδες.

Το δεύτερο θέμα περιλαμβάνει επίσης μία (1) ερώτηση και βαθμολογείται με είκοσι πέντε (25) μονάδες.

Τα θέματα ορίζονται κατά 50% με κλήρωση από τράπεζα θεμάτων και κατά 50% από τον διδάσκοντα. Συγκεκριμένα: το πρώτο θέμα από την πρώτη ομάδα και το πρώτο θέμα από τη δεύτερη ομάδα ορίζονται από την τράπεζα θεμάτων. Το δεύτερο θέμα από την πρώτη ομάδα και το δεύτερο θέμα από τη δεύτερη ομάδα ορίζονται από τον εκπαιδευτικό της τάξης.

ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΥΠΟΥΡΓΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΤΗΣ Α΄ ΛΥΚΕΙΟΥ ΕΔΩ.

petheol.gr

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΣΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΑΣΚΗΤΗΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ (5 ΜΑΡΤΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Μαρτίου, 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΑΣΚΗΤΗΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ (5 ΜΑΡΤΙΟΥ)

«Ο όσιος Μάρκος υπήρξε φιλόπονος σε όλα: και στη μελέτη των θείων Γραφών αφιέρωσε τον εαυτό του και έφτασε στο άκρο της άσκησης και της αρετής. Απόδειξη και των δύο είναι αφενός οι λόγοι που συνέγραψε, οι οποίοι είναι γεμάτοι από κάθε διδαχή και ωφέλεια, αφετέρου η ενέργεια των θαυμάτων που του δόθηκε από τον Σωτήρα Χριστό. Από αυτά ένα είναι αναγκαίο εξάπαντος να πούμε: Όταν ο όσιος βρισκόταν στην αυλή του ασκηταριού του και εν προσευχή πρόσεχε τον εαυτό του, ήλθε κοντά του μία ύαινα, φέρνοντας και το τυφλό παιδάκι της. Με ταπεινό σχήμα λοιπόν παρακαλούσε τον άγιο να την λυπηθεί και να γιατρέψει την τύφλωση του παιδιού της. Κι αυτός, αφού έφτυσε στους πληγωμένους οφθαλμούς και προσευχήθηκε, τους έκανε υγιείς.
Μετά από κάποιες ημέρες, η ύαινα του έφερε την προβιά ενός μεγάλου κριαριού σαν δώρο για τη θεραπεία, αλλά ο όσιος δεν θέλησε  να το πάρει πριν το θηρίο του υποσχεθεί ότι δεν πρόκειται ποτέ από εδώ και στο εξής να επιτεθεί  σε πρόβατα φτωχών ανθρώπων. Αν όμως ήταν τόσο συμπαθής στην άλογη φύση, πολλαπλασίως είχε αγάπη προς τους ανθρώπους, λόγω της κοινής φύσης μας, η οποία απαιτεί να δείχνουμε πολύ μεγάλη ευσπλαχνία ο ένας προς τον άλλον.
Ήταν τόσο μεγάλη η ψυχική καθαρότητα του άνδρα, ώστε ο πρεσβύτερος της Μονής βεβαίωνε με όρκους ότι ουδέποτε ο ίδιος έδωσε κοινωνία των αχράντων μυστηρίων στον μοναχό Μάρκο, διότι όταν προσερχόταν αυτός να κοινωνήσει, άγγελος Κυρίου του την μετέδιδε, ενώ εκείνος έβλεπε μόνο το χέρι του αγγέλου από τον αγκώνα να κρατάει την αγία λαβίδα, με την οποία ο όσιος μετείχε των αγιασμάτων. Απομακρύνθηκε ο όσιος από τις κοσμικές φροντίδες και από όλους τους θορύβους, όταν ήταν στην ηλικία των σαράντα χρόνων. Κι αφού πέρασε στην άσκηση εξήντα έτη, εκδήμησε προς τον Κύριο. Ήταν κοντός σωματικά, με λεπτό γένι και έχοντας το κεφάλι να λάμπει εσωτερικά από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος».

Ο μακαριστός και επιφανής λόγιος μοναχός Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης σε εισαγωγικό του σχόλιο για κείμενα του οσίου Μάρκου του ασκητή στη Φιλοκαλία των ιερών νηπτικών  λέγει μεταξύ άλλων τα εξής: «Ο όσιος Μάρκος ο ασκητής είναι ένας από τους πλέον επιφανείς ασκητικούς συγγραφείς των μέσων βυζαντινών χρόνων και ο δημοφιλέστερος δάσκαλος του ασκητικού βίου, ώστε οι βυζαντινοί ασκητικοί χριστιανοί να λένε∙ «πώλησον πάντα και αγόρασον Μάρκον». Γεννήθηκε τον 5ο αιώνα, υπήρξε μαθητής του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου και σε μεγάλη ηλικία κατέφυγε σε μια έρημο, όπου και κοιμήθηκε εν Κυρίω σε βαθύτατο γήρας. Τα έργα του όμως επέζησαν ανά τους αιώνες και επηρέασαν αποφασιστικά τη μοναχική σκέψη και εμπειρία…Ο όσιος Μάρκος και οι άλλοι όσιοι Πατέρες, δεν μιλούσαν, ούτε έδιναν μονιμότητα στις σκέψεις τους με την εγγραφή τους, αν δεν ζούσαν τις αλήθειες της πνευματικής ζωής και αν δεν είχαν την καθολική μαρτυρία της πνευματικής παραδόσεως. Έτσι, ο άγιος αυτός ερημίτης έγραψε τις εμπειρίες του στηριζόμενος στις άγιες Γραφές και μέσα στα πλαίσια της πνευματικής παραδόσεως, αλλά με την προσωπική του ιδιοτυπία, που συνίσταται στον τονισμό της λειτουργίας του πνευματικού νόμου».

Δεν επηρέασε μόνο τους μοναχούς όμως ο όσιος Μάρκος. Κάθε χριστιανική ψυχή που ενέκυψε, εγκύπτει ή θα εγκύψει με προσοχή και με ταπείνωση στα κείμενά του, θα διαπιστώσει τη χάρη που τα διέπουν και οπωσδήποτε θα προβληματιστεί και θα παρακινηθεί, όχι ασφαλώς στο να γίνει μοναχός – αυτό είναι ξεχωριστή κλήση του Κυρίου σε όσους δύνανται να χωρέσουν τον λόγο τούτο – αλλά στο να εμβαθύνει στην πνευματική ζωή και στο να ακολουθήσει πιο ενσυνείδητα τον δρόμο του Κυρίου. Κι αυτό είναι το σημαντικότερο: δεν πρόκειται να κρίνει ο Κύριος το είδος της ζωής που επιλέγουμε, τον έγγαμο ή τον μοναχικό βίο, αλλά αν αυτό που επιλέγουμε, το ακολουθούμε με βάση το άγιο θέλημά Του. Κι εδώ έγκειται η συνεισφορά η μεγάλη του οσίου Μάρκου. Με τις γραφές του, στη μορφή των μικρών κεφαλαίων, κατά το πρότυπο των βυζαντινών συγγραφέων της εποχής του, ώστε να είναι ευκολομνημόνευτα, δίνει ισχυρότατη ώθηση σε όλους τους χριστιανούς, μοναχούς ή κοσμικούς, στο να δουν σωστά την πνευματική, όπως είπαμε, ζωή και κατά τη δύναμη του καθενός να την ακολουθήσει. Δεν είναι τυχαίο ότι ο μεγάλος άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος, ο ένας εκ των τριών που έχουν τιμηθεί από την Εκκλησία μας με τον τίτλο του θεολόγου, προχώρησε από τη νεότητά του στα ύψη της αγιότητας, διότι κράτησε ως κανόνα και αρχή στη ζωή του, κυρίως ένα κεφάλαιο από τα διακόσια του «Πνευματικού Νόμου» του οσίου Μάρκου: «Αν ζητάς να θεραπευτείς, φρόντισε τη συνείδησή σου και κάνε ό,τι σου λέει, και πολύ θα ωφεληθείς».
Μία πολύ μικρή γεύση από τα κεφάλαια αυτά του οσίου στη Φιλοκαλία (μετάφραση Αντωνίου Γαλίτη) παραθέτουμε στη συνέχεια:
– Πρώτα-πρώτα γνωρίζουμε ότι ο Θεός είναι αρχή κάθε καλού και μεσότητα και τέλος. Το καλό δεν είναι δυνατό να πράττεται ή να πιστεύεται, παρά μόνο με την ένωση με τον Ιησού Χριστό και με την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος.
– Μην προσπαθείς να λύσεις κάποιο δύσκολο πρόβλημα με φιλονεικία, αλλά με τα μέσα που επιβάλλει ο πνευματικός νόμος, δηλαδή με την υπομονή, την προσευχή και την απλότητα της ελπίδας.
– Μην πεις ότι απόκτησες αρετή χωρίς θλίψη∙ γιατί είναι αδοκίμαστη η αρετή που απόκτησες με άνεση.
– Να αναλογίζεσαι το αποτέλεσμα κάθε αθέλητης θλίψεως, και θα βρεις σ’ αυτό το σβήσιμο κάποιας αμαρτίας.
– Πολλές συμβουλές των άλλων μας προσφέρονται για το συμφέρον μας. Για τον καθένα όμως τίποτε δεν είναι καταλληλότερο από τη δική του γνώμη.
– Μελέτα τα λόγια της θείας Γραφής με την πράξη και μην επεκτείνεσαι σε πολυλογία, υπερηφανευόμενος για σκέψεις θεωρητικές.
– Τα μικρά αμαρτήματα ο διάβολος τα δείχνει μηδαμινά, επειδή διαφορετικά δεν μπορεί να φέρει τον άνθρωπο στα μεγαλύτερα κακά.
– Εκείνος που ζητεί άφεση, αγαπά την ταπεινοφροσύνη. Εκείνος που κατακρίνει τον άλλον, επισφραγίζει τις αμαρτίες του.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΝΗΣΤΕΙΑ- ΓΙΑΤΙ ΕΛΙΕΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΛΑΔΙ;

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Μαρτίου, 2014

«Τώρα ποῦ μπήκαμε στήν περίοδο τῆς νηστείας ἔχω, μαζί μέ ἄλλους, δύο ἀπορίες. Ἡ πρώτη ἔχει σχέση μέ τήν ἑβδομάδα τῆς Τυροφάγου: Γιατί ἐπιτρέπεται τό γάλα καί τά γαλακτοκομικά προϊόντα καί δέν ἐπιτρέπεται τό κρέας; Ἀπαγορεύονται τά κοτόπουλα καί ἐπιτρέπονται τά αὐγά. Ἡ δεύτερη. Γιατί στόν καιρό τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς δέν τρῶμε ψάρια καί τρῶμε τά «θαλασσινά» καί τό χαβιάρι ἤ μερικές φορές τρῶμε ἐλιές καί ὄχι λάδι;»

Εὔστοχη ἀπάντηση καί στά δύο ἐρωτήματα ἔχει δώσει ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, μεγάλος διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας. Γράφει σ’ ἕνα γιατρό: «Κατηγορεῖς τόν φίλο σου ἐπειδή τήν ἑβδομάδα τῆς Τυρινῆς τρώγει αὐγά δέν τρώγει ὅμως τήν κότταν ποῦ γεννᾶ τά αὐγά… Ἀλλά ποία σύγκρισις ἠμπορεῖ νά γίνη μεταξύ του αὐγοῦ, ποῦ δέν εἶναι ζῶον καί τῆς κόττας, ποῦ εἶναι ζῶον; Τό αὐγό εἶναι πολύ κατώτερον ἀπό τήν ὄρνιθα. Καί ὡς ἀπόδειξιν ἐπικαλοῦμαι τήν δικήν σας γνώμην, δηλαδή τήν γνώμη τῶν ἰατρῶν. Εἰς ὅσους εἶναι ἄρρωστοι καί ἀρχίζουν νά εἰσέρχωνται εἰς τό στάδιον τῆς ἀναρρώσεως ὁρίζετε ὡς τροφήν τά μικρά καί τρυφερά κοττόπουλα καί ὄχι μίαν μεστωμένην ὄρνιθα. Διά ποῖον λόγον τό κάμνετε αὐτό; Διότι, λέγετε, τό παχύ καί λιπαρόν φαγητόν θά βλάψη αὐτόν ποῦ τώρα ἀρχίζει νά συνέρχεται ἀπό τήν ἀσθένειάν του, ἐπειδή ὁ στόμαχός του δέν ἔχει ἀκόμη τήν δύναμιν νά δεχθῆ καί νά χωνεύση βαρείας τροφᾶς. Ἀφοῦ λοιπόν ὑπάρχει διαφορά μεταξύ μικροῦ κοττόπουλου καί μεγάλης κόττας καί τό κοττόπουλον εἶναι ὡς τροφή πολύ κατώτερον εἰς δύναμιν ἀπό τήν κότταν καί οὐδείς ἰατρός εἶπε ποτέ ὅτι αὐγό, κοττόπουλον, κόττα εἶναι ὁμοία τροφή καί ἐξ ἴσου κατάλληλος διά τούς ἀσθενεῖς, δέν εἶναι φανερόν ὅτι ἀνοήτως μᾶς κατηγοροῦν διατί τρώγομεν αὐγά καί ὄχι ὄρνιθας;… Μᾶς κατηγοροῦν ἀκόμη διατί τρώγομεν ἐλαίας, ὄχι ὅμως καί ἔλαιον, ἐνῶ μέσα εἰς τά ἐλαίας ὑπάρχει ἔλαιον. Ἀλλά καί μέσα εἰς τά σταφύλια ὑπάρχει οἶνος. Ὅσα ὅμως σταφύλια ἄν φάγωμεν δέν πρόκειται νά μεθύσωμεν` τό πολύ πολύ νά βαρυστομαχιάσωμεν…».

Ἄλλωστε οἱ ἐλιές ἀποτελοῦν ξηροφαγία. Τρώγονται, δηλαδή ὡς καρπός μέ ψωμί καί ξηρούς καρπούς σέ καιρό αὐστηρῆς νηστείας, ἐνῶ τό λάδι ἀφορᾶ στά φαγητά – πολυάριθμα καί νοστιμώτατα – ποῦ παρασκευάζονται μέ τό λάδι. Γιά τά πανάκριβα θαλασσινά καί τό χαβιάρι δέν θά μποροῦσε κανείς νά κάνη λόγο. Ἀποτελοῦν παρωδία νηστείας.

Ὁ θεσμός τῆς νηστείας ἔχει μεγάλο πλάτος καί βάθος καί δέν περιορίζεται μονάχα στή χύτρα μας. Ἔχει βαθύ πνευματικό περιεχόμενο. Γιά τόν πνευματικό σκοπό τῆς νηστείας γράφει στήν «Ἐπί τοῦ Ὅρους Ὁμιλία» ὁ ἀείμνηστος π. Σεραφείμ Παπακώστας τά ἑξῆς:

«Ἡ νηστεία εἶναι σπουδαῖο μέσο ἐπιβολῆς ἐπί τοῦ ἑαυτοῦ μας καί κυριαρχίας ἐπί ἐπιθυμιῶν τοῦ σώματος, ποῦ δύνανται νά ὁδηγήσουν εἰς πάσαν ἁμαρτίαν… Ἡ νηστεία εἶναι ἐπίσης σπουδαία ἄσκησις καί γυμνασία, διά νά ἀποκόπτη ὁ Χριστιανός τό ἴδιον θέλημα, νά ταπεινώνεται, νά ὑπακούη, νά πειθαρχῆ εἰς ἀνωτέραν αὐθεντίαν, καί δή εἰς τόν Θεόν καί τήν Ἐκκλησίαν… Ἀκόμη βοηθεῖ τόν Χριστιανόν ἀφ’ ἑνός νά ἐπιμένη καί προσκαρτερή εἰς τήν προσευχήν, διότι κάμνει τόν νοῦν καθαρώτερον καί προσεκτικώτερον… Ἀφ’ ἑτέρου δέ βοηθεῖ εἰς τήν ἐλεημοσύνην…», ὅταν φυσικά κάνουμε οἰκονομία μέ τή νηστεία.

Σχετική εἶναι καί μιά ἄλλη ἐπιγραμματική διατύπωση: «Οὐ τό βραδυφαγῆσαι τοῦτο μόνον νηστεία ἐστίν, ἀλλά καί τό βραχυφαγῆσαι καί τό μή ποικιλοφαγῆσαι». Συμπληρωματική καί ἡ παρακάτω φράση: «Ἄσκησίς ἐστι τράπεζα ἐν μονοειδῆ τροφή συνισταμένη». Δέν ἀρκεῖ, δηλαδή, μονάχα νά περιμένης τό βράδυ γιά φαγητό. Πρέπει καί ἡ τροφή νά εἶναι μετρημένη. Καί προπάντων ὄχι πολυδάπανες νηστίσιμες ποικιλίες, ποῦ εἶναι παρωδία καί ἐμπαιγμός τῆς νηστείας.

Σ’ αὐτό τό σημεῖο ἰδιαίτερα ἐπιμένει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἡ πατερική σοφία. Ἡ νηστεία δέν εἶναι ἕνας ξηρός τύπος. Εἶναι προπάντων διάθεση ψυχική. Συνδυάζεται πάντα μέ τίς ἄλλες ἀρετές, τήν ἐγκράτεια, τήν προσευχή, τή φιλανθρωπία. «Τιμή νηστείας οὐ σιτίων ἀποχή, ἀλλά ἁμαρτημάτων ἀναχώρησις» τονίζει ὁ ἱερός Χρυσόστομος.

Ἡ νηστεία μάλιστα πρέπει νά εἶναι ἔκφραση εἰλικρινοῦς μετανοίας, χωρίς τήν ὁποία τίποτα δέν μᾶς ὠφελεῖ. Ἴσα-ἴσα μπορεῖ νά μᾶς παραπλανᾶ καί νά μᾶς δημιουργῆ τήν ψευδαίσθηση τῆς πνευματικῆς αὐταρκείας. Μᾶς τό ὑπογραμμίζει τόσο καθαρά ὁ Θεός μέ τό στόμα τοῦ προφήτου Ἠσαΐα. Ἡ γλώσσα ποῦ χρησιμοποιεῖ ὁ φλογερός προφήτης ἐξ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, εἶναι πολύ σκληρή, ἀλλά καί ἀφυπνιστική. Στηλιτεύει τόν ὕπουλο πειρασμό τῆς ἀποκοιμιστικῆς τυπολατρίας, στόν ὁποῖο μπορεῖ νά καταντήση ἡ νηστεία (Ἤσ. ἅ’ 13, νή’ 3-7).

«Μήν περιορίζης τό καλό της νηστείας μονάχα στήν ἀποχή ἀπό τά φαγητά. Νηστεία ἀληθινή εἶναι ἡ ἀποξένωση ἀπό τίς κακίες», τονίζει ὁ ὑμνητής τῆς νηστείας ὁ Μ. Βασίλειος. 

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Β. ΜΕΛΕΤΗ

«ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ» ΤΟΜΟΣ Α’ Σέλ. 273-275

enromiosini.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »