kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Κυριακή των Αγίων Πάντων (Ιστορικό – Λόγοι «Συστάσεως» – Μήνυμα – Απολυτίκιο εορτής)

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Μαΐου, 2010

agioipantes.jpgΤη σήμερον ημέρα, Κυριακή μετά την Πεντηκοστήν, την των απανταχού της Οικουμένης εν Ασία, Λιβύη και Ευρώπη, Βορρά τε και Νότω, Αγίων Πάντων εορτήν εορτάζομεν.

Η Κυριακή των Αγίων Πάντων είναι η τελευταία Κυριακή του «Πεντηκοσταρίου». Με αυτήν τελειώνει ο κινητός κύκλος των εορτών που άρχισε από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου. Η Κυριακή των Αγίων Πάντων είναι η σφραγίδα και το τέλος της μεγάλης εορταστικής αυτής περιόδου και μας παρουσιάζει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, τους Αγίους Πάντες, τους «την γην ουρανώσαντας». Είναι απόδειξη του έργου της Εκκλησίας και παρουσιάζει «όσα αγαθοδότως ηγίασε το πνεύμα το άγιον» στον κόσμο.

ΤΟ «ΙΣΤΟΡΙΚΟ» ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ

Η Εορτή των Αγίων Πάντων τους πρώτους αιώνες ήταν εορτή μόνο των Μαρτύρων. Έτσι έχουμε ομιλία του ιερού Χρυσοστόμου, 4ος αιώνας, για την εορτή αυτή. Επίσης, το Τυπικό της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινουπόλεως κατά τον Ι’ αιώνα, προβλέπει σύναξη και παννυχίδα στη Μεγάλη Εκκλησία , και στο ναό των Αγίων Μαρτύρων, που βρισκόταν κοντά στο ναό των Αγίων Αποστόλων. Η εορτή τιτλοφορείται «των Αγίων Πάντων», αλλά το συναξάρι της ημέρας επισημαίνει ότι κατ’ αυτήν επιτελείται η μνήμη «των αγίων και καλλινίκων μαρτύρων των εν πάση τη οικουμένη κατά διαφόρους καιρούς μαρτυρησάντων υπέρ του ονόματος του Μεγάλου Θεού και Σωτήρος Ημών Ιησού Χριστού».

Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Νικηφόρου Ξανθόπουλου στο συναξάρι της ημέρας, η Εορτή των Αγίων Πάντων θεσπίσθηκε επί Λέοντος του Σοφού. Μετά το θάνατο της ευσεβεστάτης και ευλαβεστάτης συζύγου του Βασιλίσσης Θεοφανούς, έκτισε ναό με σκοπό να τον τιμήσει στο όνομά της, επειδή «ευαρέστησε κατ’ άκρον τω Θεώ».

Όταν ανακοίνωσε στην Εκκλησία το σκοπό του, του υποδείχθηκε ότι πρέπει να περάσει χρόνος για να αποκτήσει αυτή το «τίμιον και σεβάσμιον». Ο Βασιλεύς υποτάχθηκε και αφιέρωσε το ναό στη μνήμη και τιμή πάντων των Αγίων των απανταχού της γης και είπε: «ει και Θεοφανώ Αγία, συναριθμείσθω μετά τούτων πάντων».

ΛΟΓΟΙ ΣΥΣΤΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ

Έστω κι αν η εορτή ξεκίνησε για τους Αγίους Μάρτυρες και επεκτάθηκε στη συνέχεια για Πάντες τους Αγίους, οι Άγιοι Πατέρες θέσπισαν τη συλλογική αυτή εορτή για τους εξής λόγους:

1. Για να μας δείξουν ότι κατεβαίνει το Άγιο Πνεύμα, ο Θεός και ανεβαίνει στον ουρανό ο χοϊκός άνθρωπος. Οι πριν αποξενωμένοι από το Θεό γίνονται φίλοι του και «ένα» με αυτόν, έχουν τη δυνατότητα να γίνουν «Άγιοι».(Επ’ αυτούς «το Πνεύμα το Άγιον σκηνώσαν ηγίασεν»).Και έτσι αναπληρώσαμε το πεπτωκός εκείνο τάγμα των Αγγέλων.

2. Πολλοί άγιοι είναι γνωστοί και τιμώνται με εορτές και πανηγύρεις και λιτανείες. Όμως υπάρχουν και πολλοί άγνωστοι και αφανείς άγιοι, γνωστοί στο Θεό, «νέφος μαρτύρων». Αυτούς τους αγνώστους τιμά η Εκκλησία, όσοι «κατά Χριστόν επολιτεύσαντο εν Ινδοίς και Αιγυπτίοις και Άραψι και Μεσοποταμία τε και Φρυγία και τοις άνωθεν του Ευξείνου. Έτι δε και εν πάση τη Εσπερία άχρι και αυτών των Βρεττανικών νήσων, απλώς ειπείν εν Ανατολή και Δύσει».

Είναι το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη της Ορθοδοξίας η παρούσα εορτή!

3. Για να ζητούμε τη βοήθειά τους, για να μιμούμεθα το βίο τους…

4. Όλοι οι άγιοι που τιμώνται χωριστά είναι επιβεβλημένο να συναθροισθούν σε μια κοινή εορτή για να υπογραμμισθεί μ’ αυτόν τον τρόπο ότι όλοι μαζί αγωνίσθηκαν για ένα Χριστό, σε ένα κοινό στάδιο της αρετής, υπό ενός Θεού στεφανώθηκαν και συνέστησαν την «μίαν Εκκλησίαν», προτρέποντας και εμάς να αγωνιζόμεθα με όλες μας τις δυνάμεις «τον ίσον αγώνα» με αυτούς, ώστε όταν ο Αγωνοθέτης Χριστός μας καλέσει στην εν ουρανοίς πανήγυρη των πρωτοτόκων, να μπορέσουμε να συναριθμηθούμε μετά των Αγίων του!

5. Για τους επιγενησομένους αγίους!…(που θα γίνουν στη συνέχεια άγιοι), για όσους «πρότερον και ύστατον…» θα συγκαταριθμηθούν με τους Αγίους… Έχει μια καταπληκτική δυναμική η παρούσα εορτή. Είναι προληπτικά και «δική μας» εορτή!…

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ

Μάρτυρες του Χριστού και Άγιοι δεν είναι μόνο εκείνοι που έχυσαν το αίμα τους για την πίστη του Χριστού.

«Μάρτυρες» είναι όλοι όσοι αγωνίσθηκαν και αγωνίζονται τον αγώνα της Χριστιανικής ζωής με ακρίβεια και συνέπεια… Είναι «μαρτύριο πνεύματος» η καθημερινή βίωση του λόγου του Σταυρού, η Σταύρωση των παθών και της κακίας μας, η ανακαίνιση της ψυχής μας.

ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ

Των εν όλω τω κόσμω Μαρτύρων σου, ως πορφύραν και βύσσον τα αίματα, η Εκλκησία σου στολισαμένη, δι’ αυτών βοά σοι, Χριστέ ο Θεός. Tω λαώ σου τους οικτιρμούς σου κατάπεμψον, ειρήνην τη πολιτεία σου δώρησαι, και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.

Πηγή:http://www.monipetraki.gr/pentikostario6a.html 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Κυριακή των Αγίων Πάντων και οι Άγιοι του Χριστού

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Μαΐου, 2010

kossovo.jpgΜέ τήν Κυριακή τῶν ἁγίων Πάντων, αγαπητοί αδελφοί κατακλείεται ὁ κινητός κύκλος τῶν ἑορτῶν, πού ἄρχισε ἀπό τήν Κυριακή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου την περίοδο του Τριωδίου. Στό κατανυκτικό Τριῴδιο που άρχισε 3 εβδομάδες πριν την Καθαρά Δευτέρα καί στό χαρμόσυνο Πεντηκοστάριο που ξεκίνησε την Κυριακή του Πάσχα και τελειώνει σήμερα, μᾶς παρουσίασε ἡ Ἐκκλησία ὅλο τό ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας μέ κέντρο τήν μεγάλη ἑορτή τοῦ Πάσχα.

      Εἴδαμε τήν πτῶσι και εξορία τῶν πρωτοπλάστων καί τήν ἀνόρθωσι τοῦ γένους μας διά τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Χαιρετίσαμε τήν ἔλευσι τοῦ Αγίου Πνεύματος στόν κόσμο καί πανηγυρίσαμε τήν γέννησι τοῦ νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τόν ἐγκαινισμό καί τήν ἔκχυσι τοῦ ἁγίου Πνεύματος «ἐπί πᾶσαν σάρκα». Σέ στενό σύνδεσμο μέ τήν ἑορτή αὐτή εὑρίσκεται ἡ παροῦσα ἑορτή, ἡ σφραγίς καί τό τέλος τῆς μεγάλης ἑορταστικῆς περιόδου. Ἔρχεται δηλαδή σάν ἀπόδειξις τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ἐνεργείας τοῦ ἁγίου Πνεύματος στόν κόσμο. Γιατί όμως η Εκκλησία θεσπισε την εορτή των Αγίων Πάντων να τελείτε την τελευταία Κυριακή του Πεντηκοσταρίου? Οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν τήν ἑορτή αὐτή μετά τήν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος γιά νά δείξουν ὅτι ἡ παρουσία τοῦ παναγίου Πνεύματος διά τῶν ἀποστόλων, ἐπέτυχε νά ἁγιάσῃ καί νά σοφίσῃ τό ἀνθρώπινο φύραμα καί νά ἀποκαταστήσῃ τούς ἀνθρώπους στήν θέσι τῶν ἀγγέλων διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἴτε μέ τήν προσφορά τοῦ μαρτυρικοῦ των αἵματος, εἴτε μέ τήν ἐνάρετο πολιτεία καί διαγωγή των. Καί ἔργο ὑπερφυσικό διαπράττεται. Κατεβαίνει τό Πανάγιον Πνεῦμα, ὁ Θεός στην γή , καί ἀνεβαίνει ὁ χοικός ὁ ἄνθρωπος στον ουρανό. Ἀνεβάζει ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ τήν θεωθεῖσα σάρκα καί ἕλκει μαζί της καί ἐκείνους πού θέλουν νά πράξουν ἔργα συνδιαλλαγῆς μέ τόν Θεό. Οἱ πρίν ἀποξενωμένοι ἀπό τόν Θεό, ἑνώνονται μέ τόν Θεό καί γίνονται φίλοι Του. Τά ἔθνη προσφέρουν τήν ἀπαρχή των, τούς ἁγίους Πάντας.

     Ἀλλά καί ἕνας δεύτερος λόγος προεκάλεσε τήν σύστασι τῆς συλλογικῆς αὐτῆς ἑορτῆς. Πολλοί ἅγιοι εἶναι γνωστοί καί τιμῶνται μέ ἑορτές καί πανηγύρεις ἀπό τήν ἐκκλησία. Καί σέ πολλούς ὅμως ἄλλους ἐσκήνωσε τό Πνεῦμα τό ἅγιον καί τούς καθηγίασε. Ἔμειναν ὅμως ἄγνωστοι καί ἀφανεῖς. Αὐτούς λοιπόν τούς ἀγνώστους της ἁγίους τιμᾷ σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας.

     Καί ἕνας τρίτος λόγος προβάλλεται ἀπό τόν συναξαριστή. Ὅλοι οἱ ἅγιοι ὅσοι χωριστά τιμῶνται θά ἦταν ἐπιβεβλημένο νά συναθροισθοῦν σέ μία κοινή ἑορτή, γιά νά δειχθῇ μέ αὐτόν τόν τρόπο, ὅτι ὅλοι μαζί γιά ἕνα Χριστό ἀγωνίσθηκαν, σέ ἕνα κοινό στάδιο, τό στάδιο τῆς χριστιανικῆς ἀρετῆς, ἔτρεξαν, ἑνός Θεοῦ δοῦλοι ἦσαν καί ἀπό αὐτόν ἀξίως ἔλαβαν τούς στεφάνους τῆς νίκης. Γιά νά εἶναι ἔτσι ἡ κοινή ἑορτή κοινή παρόρμησις στούς πιστούς, πού πιστεύουν στόν ἴδιο Χριστό καί εἶναι δοῦλοι τοῦ ἰδίου Θεοῦ καί ἀγωνίζονται ὅπως καί ὅλοι ἐκεῖνοι στόν στίβο τοῦ ἀθλήματος τῆς κατά Χριστόν πολιτείας».

     Μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι μόνο ἐκεῖνοι πού ἔχυσαν τό αἷμά των γιά τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ καί ἔδωσαν ἔτσι τήν σφραγῖδα στήν πίστι καί στήν μαρτυρία των. Μάρτυρες εἶναι καί ὅλοι ὅσοι ἀγωνίσθηκαν τόν ἀγῶνα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς καί ἐβάστασαν μέ καρτερία τόν σταυρό τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο αὐτόν. Το μαρτύριο τους πού είναι αποτέλεσμα ομολογίας της πίστεως στο Χριστό καί την Ορθοδοξία είναι εθελούσια μίμηση του πάθους του Χριστού. Αὐτοί πού ἐμαρτύρησαν διά Χριστόν τό καθημερινό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως. Οἱ ὁμολογηταί, πού ὡμολόγησαν τήν καλή ὁμολογία «ἐνώπιον ἐθνῶν τε καί βασιλέων» Οἱ ἱεράρχαι, πού ἐποίμαναν θεοφιλῶς τό ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ καί ἐστήριξαν τήν ὀρθή πίστι. Οἱ ὅσιοι καί οἱ ἀσκηταί, πού ἐσταύρωσαν τήν σάρκα «σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» Οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου, πού ἔζησαν στήν γῆ τῶν πειρασμῶν καί τῶν δοκιμασιῶν, ἀλλά πού «ἐπολιτεύοντο» σάν νά βρισκόταν στόν οὐρανό. Αυτοί είναι οι Μοναχοί, οι Ασκητές καί οι Αναχωρητές, πού έζησαν ή σε Κοινόβια Μοναστήρια ή σε σπηλιές. Αποτέλεσμα της αυστηρής καί ασκητικής αυτής ζωής είναι ή κάθαρση, ό φωτισμός, καί ή χαρίτωσή τους με τίς δωρεές του Αγίου Πνεύματος Καί μαζί μέ αὐτούς οἱ προφῆται, οἱ δίκαιοι καί οἱ προπάτορες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού ἔζησαν κατά νόμον καί «ἐμαρτυρήθησαν διά τῆς πίστεως» περιμένοντες τήν ἐπαγγελία της ελεύσεως του Χριστού. Καί ἐξαιρέτως ἡ ἁγίων ἁγία, ἡ ὑπεραγία παρθένος καί μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Θεοτόκος Μαρία.

     Κατά το Συνοδικό της Ορθοδοξίας, αγαπητοί αδελφοί Άγιοι είναι οι γνήσιοι θεράποντες του Χριστού. «Άγιοι είναι οι ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί, οι όποιοι δια μεν της τελείας αγάπης τους προς τον Θεόν καί της ακριβεστέρας υπακοής των είς τον Νόμoν Του εύηρέστησαν ενώπιον Του, δια δε της δωρεάς του Άγιου Πνεύματος ήγιά-σθησαν, εθεώθησαν καί έδοξάσθησαν υπό του Θεού και γι αυτό τιμόνται απόλο τον χριστιανικό κόσμο. Τιμούμε τα μαρτύριά τους, τιμούμε τους αγώνες τους, και τιμούμε την δύναμη της πίστης των.   Προσφέρουμε την τιμή μας στους Αγίους όλους και στην Παναγία καί στους αγίους Αγγέλους, με όλη μας την καρδιά και την ψυχή, αλλά λατρεία προσφέρουμε μόνο στον Τριαδικό Θεό, τον Πατέρα, τον Υίό καί το Αγιο Πνεύμα, Την Παναγία και ομοούσιο Τριάδα.

      Αγαπητοί, σήμερα που η Αγία μας Εκκλησία, τιμά και γεράιρει όλη την χορεία των Αγίων μας, ας γίνει η σημερινή ημέρα αρχή για να μιμηθούμε τους αγώνες τους και την δύναμη της πίστης τους. Ας μην ξεχνάμε ότι και αυτοί που σήμερα πρεσβεύουν για εμάς στον Ιησού Χριστό, υπήρξαν άνθρωποι όπως και εμείς, γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στον ίδιο κόσμο, γαλουγήθηκαν με τις ίδιες αρχές και αξίες Και να σήμερα που βρίσκονται. Δεν είναι αδύνατο αγαπητοί να κατορθώσουμε και εμείς να φτάσουμε στο ύψος αυτό της Αγιότητας που έφτασαν τόσες χιλιάδες χιλιάδων Αγίων που εορτάζει καθημερινά η Αγία μας Εκκλησία

Του π Σπυρίδωνα Ιωάννου, Εφημερίου Γραμματικούς

Από:apfilipposgrammatikous.blogspot.com/2010/05/blog-post_25.html

 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι νηστείες της Ορθοδόξου Εκκλησίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Μαΐου, 2010

ixr345.jpg

ΟΙ  ΝΗΣΤΕΙΕΣ  ΤΗΣ  ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Η  νηστεία αποτελεί πανάρχαιο θεσμό καθιερωμένο από τον ίδιο τόν Θεό και μάλιστα από την αρχή της ζωής των Πρωτοπλάστων.

« Και ενετείλατο Κύριος ο Θεός τώ Αδάμ λέγων, από παντός ξύλου του έν τώ Παραδείσω βρώσει φαγείν από δε του ξύλου του γιγνώσκειν καλόν και πονηρόν, ού φάγεσθε απ΄ αυτού( νηστεία). Ή δ΄ αν ημέρα φάγητε απ΄ αυτού,  θανάτω αποθανείσθε»( Γένεση Β΄ 16)

Ακόμη και ο Μωϋσής νήστευσε για 40 μέρες για να πάρει από τον Θεό τις 10 Εντολές πάνω στο όρος Σινά. Στην Καινή Διαθήκη βλέπουμε ακόμη και τον ίδιο τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό να νηστεύει για 40  μερόνυκτα πρίν βγεί στον δημόσιο βίο…

Κατά τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο σκοπός της νηστείας είναι η χαλιναγώγηση των παθών, η πνευματική ενδυνάμωση του ανθρώπου, και η καταπολέμηση των δαιμονικών προσβολών. Τελικό αποτέλεσμα είναι, ή  κατάνυξη του ανθρώπου, ο φωτισμός του, αλλά και κάθαρση της ψυχής του…

Ο Ορθόδοξος Χριστιανός πρέπει να κρατάει τις παρακάτω νηστείες:

«Εί τις Επίσκοπος, ή Πρεσβύτερος, ή Διάκονος, ή υποδιάκονος, ή Αναγνώστης, ή ψάλτης, την Αγίαν Τεσσαρακοστήν ού νηστεύει, ή Τετράδα και Παρασκευήν, καθαιρείσθω, εκτός εί μη δι΄ ασθενείας σωματικής εμποδίζοιτο. Εάν δε λαϊκός ή, αφοριζέσθω» ( 69ος  κανών Αγίων Αποστόλων).

 1) Τετάρτες  και Παρασκευές,  κανονικά χωρίς λάδι εκτός εάν υπάρχει στο Χριστιανικό Ημερολόγιο ( όχι σε κοσμικό ) δοξολογούμενος και εορτάζων  μεγάλος Άγιος ( πχ. Άγιος Γεώργιος, Άγιος Δημήτριος, Αγία Παρασκευή, κλπ) οπότε συμμετέχοντας στην εορτή του καταλύομε μόνο λάδι. Εάν συμπέσει εορτή του Κυρίου Τετ. – Παρασκ.  τότε έχουμε κατάλυση είς πάντα ( και κρέας). Εάν είναι εορτή της Παναγίας μας έχουμε κατάλυση μόνο σε ψάρι και λάδι (αλλά χωρίς τυρί, γάλα, αυγά, γλυκά με βούτυρο, κλπ πού ως «βαρύτερα» έχουν και σχέση με κρέας).  

 2)  ΜΕΓΑΛΗΣ  ΤΕΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

Δεν τρώμε κρέας, ψάρι, γάλα, τυριά, αυγά, γλυκά με βούτυρο-γάλα, αλλά μόνο λάδι τά ΣαβατοΚύριακα. Όταν σε νηστείες τρώμε λάδι τότε μπορεί να τρώμε καί αναίμακτα θαλασσινά ( καλαμαράκια, σουπιές, χταπόδι, ταραμά, οστρακόδερμα, κλπ )

Εάν ζαλιζόμαστε, ή είμαστε άρρωστοι, ( και πάντα με την άδεια του πνευματικού ώστε να έχουμε και την ευλογία του Θεού και για να μη κάνουμε «το δικό μας θέλημα»), γίνονται κάποιες «ελαφρύνσεις», όπως  να επιτραπεί λάδι και τις άλλες ημέρες πλήν Τετάρτης – Παρασκευής, ή ακόμη και γάλα σε ειδικές περιπτώσεις και κυρίως στις ενδιάμεσες μετά την 1η και πρίν την τελευταία εβδομάδα των Νηστειών. Στην ενδιάμεση όμως Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως μόνο λάδι λόγω Κυριακής.

Ψάρι, τρώμε μόνο μία φορά, και ή θα φάμε του Ευαγγελισμού 25η  Μαρτίου, ή τών Βαϊων ( όχι και τις δύο φορές )

Σχετικά σημειώνει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης:

” Όθεν νεώτερον χέρι είναι εκείνο όπου έγραψεν είς τά τυπωμένα Τυπικά καί είς τα Τριώδια να καταλύομεν οψάριον καί είς την εορτήν τών Βαϊων ( δηλ. δύο φορές μέσα στήν Μεγάλη Σαρακοστή ). Διά τούτο άς ακολουθώμεν είς τούς τύπους τών Αγίων, καί ουχί είς τα νεωτερίσματα τών αιρετικών, στήν κοιλία μας χαριζόμενοι ( “Ιερόν Πηδάλιον” σ.92 )

 3) Νηστεία 15Αύγουστου Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Νηστεία όπως τού Πάσχα, πλήν της Μεταμορφώσεως 6 Αυγούστου πού τρώμε λάδι και ψάρι ( όχι κρέας, αυγά, γάλα, κλπ). Άν η ημέρα τής Κοιμήσεως πέσει Τετ. – Παρασκ. τότε τρώμε μόνο ψάρι, χωρίς τυριά, αυγά, κλπ. ( Κρέας όχι, γιατί υπερέχει  η Δεσποτική νηστεία τής Τετ.-Παρασκ.)

 4) Νηστεία Χριστουγέννων ( από 15 Νοεμβρίου – και 24 Δεκεμβρίου, μέ νηστεία τροφών όπως τών Αγίων Αποστόλων) 

 5) Νηστεία Αγίων Αποστόλων ( από Κυριακή Αγίων Πάντων την άλλη ημέρα — ως την εορτή των Αγίων Πέτρου και Παύλου 29 Ιουλίου όπου καί καταλύομε είς πάντα. ( Εάν όμως η ημέρα αυτή πέσει Τετ.- Παρασκ. τότε τρώμε μόνο ψάρι, χωρίς γάλα, αυγά, κλπ)  

Νηστίσιμες τροφές

Λαχανικά, όσπρια, πατάτες, ζυμαρικά, ξηροί καρποί, ελιές, φρούτα. Επίσης, όταν νηστεύουμε και δεν τρώμε ούτε το λάδι, δεν πίνουμε ούτε κρασί ούτε και οινοπνευματώδη ποτά. Μόνο τις ημέρες εκείνες που τρώμε τουλάχιστον το λάδι, επιτρέπονται το κρασί και τα οινοπνευματώδη. Να σημειώσουμε εδώ, ότι όταν λέμε πως την ημέρα αυτή τρώμε το ψάρι, σημαίνει ότι δεν τρώμε κρέας, γαλακτερά, τυροκομικά και αυγά (τρώμε δηλαδή μόνο το ψάρι και το λάδι).

Στις δύο παραπάνω νηστείες μόνο λάδι – ψάρι ΣαβατοΚύριακα ( 1ος τρόπος αυστηρός), ή λάδι – ψάρι πλήν Δευτέρας-Τετάρτης- Παρασκευής ( 2ος τρόπος ελαφρότερος).

 ΑΥΣΤΗΡΕΣ ΝΗΣΤΕΙΕΣ ( ούτε λάδι ):

Ιανουαρίου 6 ( παραμονή Θεοφανείων), Αυγ.29 ( αποκεφάλιση Προδρόμου), Σεπτ. 14 ( Ύψωση Σταυρού), Δεκ. 24 ( παραμονή Χριστουγέννων )

  Κατάλυση οίνου κ΄ ελαίου – Κατάλυση ιχθύος ( εάν οί ημερομηνίες αυτές πέσουν Τετ. – Παρ.)

Ιανουάριος

7, 11, 17, 18, 20, 25, 27, 30

Φεβρουάριος

2,  8, 10, 17

Μάρτιος

 9,  25,  26

Απρίλιος

23, 25, 30

Μάϊος

2, 8, 15, 21, 25

Ιούνιος

8, 11, 29, 30

Ιούλιος

1, 2, 17, 20, 22, 25, 26, 27

Αύγουστος

6, 15, 31 ( εάν ή 15η  πέσει Τετ.- Παρ. μόνο ψάρι, όχι κρέας, γάλα)

Σεπτέμβριος

1, 6, 8 , 9, 13, 20, 23, 26

Οκτώβριος

6, 18 ,23, 26

Νοέμβριος

1, 8, 12, 13, 14, 16, 21, 25, 30

Δεκέμβριος

4, 5, 6, 9, 12, 15, 17, 20

 

Κατάλυση ιχθύος επίσης την Τετάρτη ΜεσοΠεντηκοστής, και Τετ. αποδόσεως Πάσχα

 

 

  ΚΑΤΑΛΥΣΗ  ΕΙΣ  ΠΑΝΤΑ: ( μόνο τίς δύο παρακάτω εβδομάδες )

1) Την εβδομάδα της Διακαινησίμου, και

2) την εβδομάδα του Αγίου Πνεύματος

 Οί παρακάτω περίοδοι λύσεως τής νηστείας ( απολυτές ), γιά τίς οποίες θα αναφερθούμε παρακάτω, έχουν εμφανισθεί σε νεοτύπωτα βιβλία χωρίς να έχει συνέλθει γι΄ αυτές καμία, τοπική έστω Σύνοδος όλης τής Ιεραρχίας καί να τίς έχει επικυρώσει. Προφανώς, κάποιος εκκλησιαστικός έκανε τήν αρχή από δική του εκτίμηση κάποιων πραγμάτων, μετά, ίσως κάποιος  Αρχιερέας  τό δέχθηκε καί το άφησε ελεύθερο στήν Επαρχία του, καί λίγο-λίγο απλώθηκε χωρίς Οικουμενική απόφαση καί έγκριση.

Γι΄ αυτή λοιπόν τήν παρατυπία, γράφει σχετικά ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο μεγάλος αυτός ερευνητής όλων τών αρχαίων καί Αποστολικών Κανόνων, καί συγγραφέας τού βιβλίου “ΤΟ  ΙΕΡΟΝ  ΠΗΔΑΛΙΟΝ” ( τιμόνι δηλαδή τού πλοίου τής Εκκλησίας, σελίς 92-95 ), τό οποίο βιβλίο αποτελεί σήμερα καί τό Σύνταγμα τής Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Γράφει σχετικά: 

” Η κατάλυσις όπου γίνεται είς τάς Τετράδας καί Παρασκευάς τού 12ημέρου, τής πρό τής Απόκρεω, καί τής Τυροφάγου εβδομάδος από κανένα μέρος δεν μπορεί να θεραπευθεί ( να δικαιολογηθεί ). Είς μάτην προφασίζονται λύοντες τήν νηστείαν, διότι μήτε συνοικούντες με Αρμενίους ( όπου θα μπορούσαμε να φάμε ώστε να ξεχωρίζουμε από τούς αιρετικούς Αρμενίους ), μήτε από το γένος τών Αρμενίων ορμώμενοι, αναιδώς καταλύουσι τάς ρηθείσας Τετράδας καί Παρασκευάς. Καί άς μάθουν ότι , όχι πρός εναντίωσιν τών Αρμενίων τούτον ποιούσιν, αλλά μάλλον εν τή γαστρί χαριζόμενοι… Εντεύθεν γίνεται φανερόν πόσον αξιοκατάκριτοι είναι εκείνοι όπου γέμισαν τά νεοτύπωτα “Ωρολόγια” τής εκκλησίας από καταλύσεις οίνου καί ελαίου, τάς οποίας δεν έχουσιν τα σωζόμενα παλαιά χειρόγραφα καί τετυπωμένα “Ωρολόγια”

Παραθέτουμε αυτές τίς “παράνομες” , άς τό πούμε, “Απολυτές”, πού είναι οί εξής:  

1. Το Δωδεκαήμερο. Δηλ. από 25 Δεκεμβρίου μέχρι και τις 6 Iανουαρίου, με εξαίρεση την παραμονή των Θεοφανείων, που νηστεύουμε αυστηρά ( ούτε λάδι ).

2. Οι τρεις εβδομάδες που προηγούνται της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (Απόκριες). Κατά τις 3 αυτές εβδομάδες έχουμε μια ποικιλία διατάξεων, που είναι οι εξής:

– Την πρώτη εβδομάδα (του Τελώνου και Φαρισαίου) τρώμε όλες τις ημέρες από όλα.

– Την δεύτερη εβδομάδα ( από του Ασώτου μέχρι των Απόκρεω ) τρώμε από όλα, αλλά νηστεύουμε την Τετάρτη και την Παρασκευή χωρίς λάδι.

– Την Τρίτη εβδομάδα, της Τυρινής, τρώμε από όλα τα άλλα εκτός από κρέας, όλες τις ημέρες΄ τρώμε και την Tετάρτη και την Παρασκευή.

 ΚΑΙ  ΛΙΓΑ  ΛΟΓΙΑ : 

Ένας ασκητικός πνευματικός, με φόβο Θεού μέσα του, μας είπε τα παρακάτω λόγια τα οποία και θεωρήσαμε καλό να τά προσθέσουμε εδώ.

« Είναι αλήθεια», μας είπε, « ότι σήμερα ασχολούμαστε μόνο με την νηστεία του φαγητού χωρίς να πηγαίνει το μυαλό μας και σε κάποια άλλη νηστεία αρκετά σοβαρή , την οποία συνήθως δεν προσέχουμε και καταπατούμε…

Όταν λοιπόν νηστεύουμε Χριστιανικά από φαγητά πρέπει να εγκρατευόμαστε νηστεύοντας και σαρκικά – συζυγικά. Μιλάμε βέβαια για σχέσεις ευλογημένης από τον Θεό συζυγίας, κι΄ όχι  παράνομης αμαρτίας πού έχει κι΄ αυτή άλλες χειρότερες επιπτώσεις, παρ΄ όλη την φαινομενική ελευθερία της…

Αυτές αφορούν όλες τις καθιερωμένες νηστείες 40ήμερα κλπ. και αρχίζουν για μέν την Τετάρτη και Παρασκευή από το βράδυ της Τρίτης έως το βράδυ της Τετάρτης, από το βράδυ της  Πέμπτης έως το βράδυ της Παρασκευής, και από Σάββατο βράδυ έως Κυριακή βράδυ ( λόγω θείας Λειτουργίας της Κυριακής). Το ίδιο και στις μεγάλες εορτές των Αγίων.

Επίσης, καλό είναι να προσέχουμε τις ημέρες των γάμων μας, ώστε να μη γίνονται Σάββατα καί παραμονές Κυριακών ή μεγάλων εορτών, και μετά πέφτουμε σε αμαρτίες…

Η τάξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι 3 ημέρες σαρκική συζυγική αποχή και καθαρότητα για να προσέλθουμε στον ίδιο τον Θεάνθρωπο Χριστό και να κοινωνήσουμε, και μία μέρα μετά σέ εγκράτεια, από σεβασμό προς τον Κύριο πού ήλθε και κατοίκησε μέσα μας…Δέν είναι λίγο πράγμα ένας Θεός πού τρέμουν Άγγελοι καί Αρχάγγελοι καθώς καί οί πονηροί δαίμονες νά γίνεται Υψηλός επισκέπτης τής ψυχής μας κι΄ εμείς να τό θεωρούμε αυτό μέ τίς πράξεις μας, σχεδόν ένα τίποτα…

Καί άν είμαστε Άγιοι, ίσως βλέπαμε αυτό πού αναφέρει στήν περιγραφή της Θ. Λειτουργίας ο Άγιος Νήφωνας, Επίσκοπος Κωνσταντιανής: 

Εκεί βρίσκουμε το εξής: “Ο Άγιος παρατηρούσε τώρα όσους κοινωνούσαν. Άλλων τα πρόσωπα μαύριζαν μόλις έπαιρναν τα Θεία Μυστήρια, ενώ, άλλων έλαμπαν σαν τον ήλιο. Οι Άγγελοι παρακολουθούσαν από κοντά την Αγία μετάληψη. Όταν κοινωνούσε κάποιος ευσεβής, τότε τού έβαζαν στο κεφάλι ένα στεφάνι. Όταν πλησίαζε κάποιος αμαρτωλός, γύριζαν αλλού το πρόσωπό τους με φανερή αποστροφή. Τότε τα άχραντα Μυστήρια σαν να εξαφανίζονταν από την Αγία Λαβίδα, έτσι που ο αμαρτωλός φαινόταν να μην παίρνει μέσα του το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Κι έφευγε κατάμαυρος σαν αράπης, με την αποδοκιμασία του Κυρίου διάχυτη στην όψη του…”

Ακόμη,

Οί παλαιότεροι μιλούσανε για τά  λεγόμενα «γιορτο-πιάσματα» αναφερόμενοι σε άρρωστα παιδιά πού συνελήφθησαν τις μέρες αυτές, και πού ταλαιπώρησαν και ταλαιπωρούν δεκάδες «απρόσεκτα» ζευγάρια με σπαστικά και παράλυτα παιδιά…

Μ΄ αυτό δεν θέλω να ειπώ ότι όλα αυτά τα καημένα τα παιδιά έγιναν εξ΄ αιτίας αυτού, αλλά καλό είναι  σαν υποψήφιοι γονείς να ασφαλιζόμαστε και να παίρνουμε τα μέτρα μας με σοβαρότητα και σύνεση απέναντι μιάς πράξης Δημιουργίας νέου προσώπου πού θα μείνει σαν ψυχή αιωνίως αθάνατη…

Έχω συναντήσει στην εξομολόγηση φοβερά περιστατικά κι΄ έχω φοβηθεί από τις συνέπειες, αλλά  άς μη επεκταθώ επί του παρόντος…», κατέληξε ο γέροντας πνευματικός.

Πηγή:http://www.kivotoshelp.gr/pages/Nisteies.htm

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Γ’ εύρεσις της Κάρας του Προδρόμου, του Αρχιμ. Νικοδήμου Παυλόπουλου

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Μαΐου, 2010

ipr.jpg Η Γ’ εύρεσις της Κάρας του Προδρόμου(25 Μαΐου),του Αρχιμ. Νικοδήμου Παυλόπουλου, Καθηγουμένου Ι. Μ. Αγίου Ιγνατίου – Λειμώνος Λέσβουαπό το βιβλίο του «Εορτοδρόμιον»

***

Η εκ της γης ανατείλασα

«Σκεύει του Βαπτιστού αργυρώ, εγκεκρυμμένη κεφαλή πεφανέρωται λαγόνων αναδοθείσα, εκ των της γης εμφανώς, και θαυμάτων ρείθρα αναβλύζουσα».

Σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, πανηγυρίζαμε όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί την επέτειο της τρίτης ευρέσεως της τίμιας κεφαλής του αγίου ενδόξου προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου. Και πανηγυρίζομε για την τρίτην εύρεσι της τίμιας Κάρας του ενδόξου Προδρόμου γιατί στις 24 Φεβρουαρίου εορτάζομε για τις δύο άλλες ευρέσεις της, την πρώτη και τη δεύτερη.

Στην Έμεσσα της Ασίας είχεν αποκαλυφθή τη δεύτερη φορά και είχε μετακομισθή στον καθεδρικό της Ναό όπου «πολλάς ιάσεις και θαύματα ενήργει».

Άλλα και πάλιν εξαφανίστηκε με τις τόσες και τόσες περιπέτειες του χριστιανικού κόσμου από τους διωγμούς και τις επιδρομές. Και για τρίτη φορά βρέθηκε — και μάλιστα κατά ένα θαυμαστό τρόπο — η αγία Κάρα του τιμίου Προδρόμου.

«Ανεδόθη εκ των κόλπων της γης, ως χρυσός εκ μετάλλου, ου στάμνω συγλειομένη, ως το πρότερον, αργυρώ δε σκεύει, εν ιερώ τόπω κειμένη».

Μόνη της ανεπήδησεν από τα βάθη της γης. Βρισκόταν δε μέσα σε ασιμένια λειψανοθήκη, όχι σε πήλινη στάμνα όπως τότε πού για πρώτη φορά ευρέθη.

Ένας δε ιερέας ευλαβής και ζηλωτής πρώτος αξιώθηκε να την ιδή να αναδύεται από τα σπλάχνα της γης και εκοινοποίησε το θαύμα και το πλήθος του πιστού λάου έτρεξαν και με πομπή ιερή και παράταξι μεγαλοπρεπή την μετακόμισαν την αγία Κάρα από τα Κόμανα της Καππαδοκίας της Μικράς Ασίας στη «βασιλίδα των πόλεων», την Κωνσταντινούπολι.

Και εκεί στη βασιλεύουσα ανέμενεν όλος ο λαός με τον κλήρο και με επικεφαλής τον Πατριάρχη και τον Αυτοκράτορα, οι όποιοι επεφύλαξαν στην τίμια κεφαλή θαυμασιώτατην υποδοχή.

Ήμερες πολλές εκράτησε το ιερό προσκύνημα της τίμιας Κάρας του ενδόξου Προδρόμου και μετά το ευλαβικό προσκύνημα ασφαλίστηκεν η αγία Κάρα «εν ιερώ τόπω», στην Ιερή Μονή του Στουδίου πού ετιμάτο, επ’ ονόματι του ενδόξου προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου.

Έτσι, αδελφοί μου αγαπητοί, ετίμησεν ο Αυτοκράτορας και ο πιστός λαός το πάντιμο λείψανο του ενδόξου Βαπτιστού.

Έτσι τιμούσε και εμείς την αγία Κάρα του πολιούχου μας αγίου Ιγνατίου, οσάκις μεγαλοπρεπώς μετακομίζεται από το ιερό του Λειμώνος Μοναστήρι σ’ όλες σχεδόν τις κοινότητες της Ιστορικής Επαρχίας μας.

Έτσι τιμούμε και ευλαβικά προσκυνούμε όλα τα αγία και ιερά των αγίων λείψανα, όσες φορές αξιωνόμαστε να τα ιδούμε, επισκεπτόμενοι Ιερά Μοναστήρια και Προσκυνήματα.

Είναι δε πρέπουσα και δικαιολογημένη η τιμή γιατί.

Πρώτο, τα αγία λείψανα είναι «θείας χάριτος πεπληρωμένα», σύμφωνα με τη διδασκαλία του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. «Οι άγιοι και ζώντες πεπληρωμένοι ήσαν πνεύματος αγίου και τελευτησάντων αυτών, η χάρις του Παναγίου Πνεύματος ανεκφοιτήτως ένεστι και τοις σώμασιν αυτών και ταις ψυχαίς και τοις τάφοις και τοις χαράκτηρσι». Και όταν δηλαδή ζουν οι άγιοι είναι φορτωμένοι με τα χαρίσματα του αγίου Πνεύματος αλλά και όταν πεθάνουν, η χάρις του Παναγίου Πνεύματος παραμένει ανεξάλειπτη και στα αγία των σκηνώματα — σώματα ή οστά — και στις ψυχές τους και στους τάφους πού εφύλαξαν τα ιερά τους λείψανα και στις εικόνες πού αποτυπώνουν τις ιερές μορφές τους.

Δεύτερο, τα αγία λείψανα ευωδιάζουν ευωδίαν άρρητη, πολλές φορές σε όλους όσοι τα προσκυνούν, άλλοτε πάλι μόνον ‘σ’ εκείνους πού με πίστι προσέρχονται και τα καταφιλούν. «Και ευωδιάς πληρούνται πνευματικής ασπαζόμενοι την Κάραν σου», λέγει και ο Υμνογράφος.

Τρίτο, τα αγία λείψανα είναι οι φύλακες των ψυχών και των σωμάτων των ευσεβών χριστιανών προσκυνητών είναι οι φυγαδευτές των δαιμόνων, οι ιατροί των παθών και των νόσων, γιατί καθώς λέγει ο Υμνογράφος του αγίου μας Ιγνατίου «νόσοις και πάθη εξιάται ποικίλα εκάστοτε η σοφή σου κεφαλή δεδοξασμένε Ιγνάτιε».

Τέταρτο, τα άγια λείψανα με την παρουσία τους και τη χάρι τους και τη δύναμί τους κάνουν τους δαίμονες να φρίττουν γιατί, κατά τον άγιον Ιουστίνο το φιλόσοφο και μάρτυρα, τα άγια λείψανα «φυλακτικά εισί της των δαιμόνων επιβουλής και ιαματικά νοσημάτων των κατά την ιατρικήν τέχνην ανιάτων», τα αγία λείψανα δηλαδή μας προφυλάγουν από την επιβουλή και τη μανία των δαιμόνων και μας γιατρεύουν από τις αρρώστιες πού οι γιατροί δεν ημπορούν να θεραπεύσουν.

Για όλα αυτά τα αγαθά δωρήματα του Θεού, ας τον δοξάσωμεν, αγαπητοί μου αδελφοί, γιατί πραγματικά μας έχει χαρίσει «τα τιμιότερα λίθων πολυτελών και δοκιμώτερα υπέρ χρυσίον» ιερά και άγια λείψανα, του τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού, των αγίων ενδόξων και Πανευφήμων Αποστόλων, των αγίων ενδόξων Ιεραρχών, των αγίων ενδόξων και καλλινίκων Μαρτύρων, των οσίων και θεοφόρων Πατέρων ημών και σ’ εμάς τους Μηθυμναίους εξαιρετικά έχει δωρήσει τα πάντιμα λείψανα, του αγίου και προστάτου μας Ιγνατίου, της όσιας μητρός ημών θεοκτίστης της Μηθυμναίας, του αγίου Θεοδώρου του Βυζαντίου, των αγίων ενδόξων νεοφανών μαρτύρων Ραφαήλ, Νικολάου και παρθένου Ειρήνης του εν αγίοις πατρός ημών Γεωργίου Επισκόπου Μυτιλήνης και πολλών άλλων μεγάλων και μικρών αγίων, Ιεραρχών, Μαρτύρων και Όσιων. Για όλες αυτές τις ευεργεσίες ας ευχαριστήσωμε τον Κύριο.

Πηγή:http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3601&Itemid=1

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιατί γονατίζουμε τρεις φορές στον Εσπερινό της Πεντηκοστής;

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαΐου, 2010

jbfrtf.jpgΜητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ

«Θεέ μου…Είμαι πεσμένος… Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…»

Κατά την «έσχατη» και «μεγάλη» και «σωτήρια» ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία μας αποκαλύφθηκε και προσκυνούμε και δοξάζουμε το μέγα μυστήριο της Αγίας και Ομοουσίου και Ζωοποιού και Αδιαιρέτου και Ασυγχύτου Τριάδας, του Ενός και Μοναδικού Θεού. του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αμέσως μετά την πανηγυρική Θεία Λειτουργία, τελούμε τον «Εσπερινό της Γονυκλισίας», κατά τον οποίο ψάλλουμε ύμνους αφιερωμένους κατ’ εξοχήν στο Πανάγιο Πνεύμα, το τρίτο Πρόσωπο της Τρισηλίου Θεότητας, που είναι «φως και ζωή και ζώσα πηγή νοερά. Πνεύμα σοφίας, Πνεύμα συνέσεως, αγαθόν, ευθές, νοερόν, ηγεμονεύον, καθαίρον τα πταίσματα, Θεός και θεοποιούν, πυρ εκ πυρός προϊόν, λαλούν, ενεργούν, διαιρούν τα χαρίσματα».

Αμέσως μετά την «Είσοδο» του Εσπερινού, κι αφού ψαλεί το «Φως ιλαρόν» και το πανηγυρικό Μέγα Προκείμενο «Τίς Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια μόνος!» σε ήχο βαρύ, μεγαλόπρεπο, αντάξιο του νοήματος και του μηνύματός του, ο Διάκονος μας καλεί, κλήρο και λαό, να γονατίσουμε και ν’ απευθύνουμε στο Θεό γονυπετείς λόγο ικεσίας: «Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Από τη λαμπροχαρμόσυνη αγία ημέρα του Πάσχα μέχρι και σήμερα, η γονυκλισία ήταν απαγορευμένη. Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, και για να υπογραμμίζεται το χαρούμενο και σωτήριο μήνυμα των αναστάσιμων βιωμάτων της Εκκλησίας, η προσευχή των Ορθοδόξων γίνεται «ορθοστάδην». Σε όρθια δηλαδή στάση, και όχι με γονυκλισία. Όμως την ώρα τούτη το «ορθοστάδην» παραμερίζεται, όχι μόνο για να χαιρετίσουμε θεοπρεπώς το Πανάγιο Πνεύμα, «δι’ ου Πατήρ γνωρίζεται και Υιός δοξάζεται, και παρά πάντων γινώσκεται μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις τής Αγίας Τριάδος», μα και για να πούμε κατά πως ταιριάζει σε παραστρατημένους, όπως είμαστε όλοι μας, χωρίς εξαίρεση, το «ημάρτομεν!», και να ζητήσουμε το έλεος του Θεού, την άφεση, την κάθαρση, τη συγγνώμη.

Τη γονυκλισία την ονομάζει ο λαός μας και «μετάνοια». Γιατί η στάση του μετανοούντος είναι το «κλίνειν τα γόνατα». Κάτω τα γόνατα, κάτω και το πρόσωπο.

σημαίνει απλούστατα: «Θεέ μου, βρίσκομαι κάτω. Είμαι πεσμένος. Έχω καταντήσει “γη και σποδός”. Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…». Έτσι, σήμερα που ήρθε στον κόσμο ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας το «καθαίρον(που καθαρίζει)  τα πταίσματα», καλούμαστε να πάρουμε στάση (όχι μόνο σώματος, μα και ζωής!) μετανοούντος:

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».

Στην Κρήτη λένε οι παλαιότεροι: «Και στην κορυφή του βουνού να βρεθείς τούτη την ημέρα ολομόναχος, θα πρέπει να γονατίσεις και να κάμεις το σταυρό σου». Και κρύβουν τα λόγια τούτα την αίσθηση της πραγματικής μετοχής στη ζωή του Ενός Σώματος της Εκκλησίας, ανεξάρτητα από εξωτερικές συνθήκες. Την αίσθηση της εν Θεώ τω εν Τριάδι οργανικής ενότητας των πιστών, όπου κι αν οι συγκυρίες της ζωής τους θέλουν να βρίσκονται… Και γονατίζει ο πιστός όπου κι αν είναι: Στην εκκλησιά του· στο σπίτι του ή στο νοσοκομείο, αν είναι άρρωστος·· στο πλοίο του, αν θαλασσοπορεί· στο βουνό στον κάμπο· στη στάνη· στο δάσος· στην ξενιτιά· στο κάτεργο· στη φυλακή… Όπου βρίσκεται!

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».

Η πρώτη Ευχή της Γονυκλισίας απευθύνεται στον «Άχραντο, αμίαντο, άναρχο, αόρατο, ακατάληπτο, ανεξιχνίαστο, αναλλοίωτο, ανυπέρβλητο, αμέτρητο, ανεξίκακο Κύριο», τον «Πατέρα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» και Τον παρακαλεί, με μόνο συνήγορό μας τη δική Του «συμπάθεια», να μας δεχθεί καθώς προσπέφτουμε ενώπιον Του μετανοημένοι και φωνάζοντας το «ημάρτομεν!». Του θυμίζει πως από τη μήτρα της μητέρας μας ήδη, Αυτόν μονάχα είχαμε για Θεό μας, αλλά, επειδή τη ζωή μας τη χαραμίσαμε στη ματαιότητα, μείναμε γυμνοί από τη βοήθειά Του και δεν έχουμε λόγια για ν’ απολογηθούμε. Όμως παίρνουμε Θάρρος από τους οικτιρμούς Του και κράζουμε: «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής, και εκ των κρυφίων ημών καθάρισον ημάς».(Μη θυμηθείς τις αμαρτίες που κάναμε στα νιάτα μας, όταν είχαμε άγνοια των εντολών Σου, και από τα κρυφά και ανομολόγητα κρίματα της καρδιάς μας καθάρισέ μας).  Του ζητά, πριν βρεθούμε πίσω στο χώμα, σ’ Αυτόν να μας αξιώσει να επιστρέψουμε! Να ζυγομετρήσει τις αμαρτίες μας με τους οικτιρμούς Του και ν’ αντιπαραθέσει την άβυσσο των οικτιρμών και του ελέους Του στο πλήθος των πλημμελημάτων μας! Να μας ρύσει, να μας γλυτώσει από την αβάσταχτη τυραννία του διαβόλου! Ν’ ασφαλίσει τη ζωή μας μέσα στους άγιους και ιερούς Του νόμους και να μας συνάξει όλους στη Βασιλεία Του. Και καταλήγει ικετευτικά: «Δος συγγνώμη σε όσους ελπίζουν σε Σένα… καθάρισέ μας με την ενέργεια του Αγίου Σου Πνεύματος».

Πρόκειται για προσευχή «αντρίκια»! Εξομολογητική, χωρίς προσπάθειες άσκοπης δικαιολογίας ή αποποιήσεως ευθυνών. «Ημάρτομεν!» «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής!» «Εκ των κρύφιων ημών καθάρισον ημάς!» «Δος συγγνώμην τοις ελπίζουσιν επί Σε!» Δεν είναι λόγια αυτά! Είναι βέλη που σαϊτεύουν την πατρική καρδιά του Ανεξίκακου και Πολυέλεου και Φιλάνθρωπου Θεού!…

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Η δεύτερη Ευχή απευθύνεται στο Κύριο ημών Ιησού Χριστό, το «απαύγασμα του Πατρός»( που πηγάζει από τον πατέρα), τον «της ουσίας και της φύσεως Αυτού απαράλλακτον και αμετακίνητον χαρακτήρα», την «πηγή της σωτηρίας και της χάριτος» και Του ζητά να μας ανοίξει Αυτός, ο «διδούς ευχήν τω εύχομένω»(αυτός που δίνει προσευχή στον προσευχόμενο), τα αμαρτωλά μας χείλη και να μας διδάξει «πώς δει και υπέρ ων χρή προσεύχεσθαι» – ρεαλιστική παραδοχή πως χωρίς Αυτόν, ούτε να Τον ζητήσουμε μπορούμε, ούτε να Του ζητήσουμε τα συμφέροντα ξέρουμε. Κι αφού Του δηλώσει με ταπείνωση πως περιμένουμε η ευσπλαχνία Του να νικήσει το άμετρο πλήθος των αμαρτιών μας. Του λέει πως με φόβο θείο στεκόμαστε μπροστά Του, έχοντας ρίξει την απελπισία της ψυχής μας μέσα στου ελέους Του το πέλαγος, και Του ζητάει για λογαριασμό μας: «Κυβέρνησε μου την ζωήν… και γνώρισέ μου το δρόμο που θα  πορευτώ». «Το Πνεύμα της Σοφίας Σου, χάρισε στη σκέψη μου. Πνεύμα συνέσεως δώρισε στην «αφροσύνη» μου. Τα έργα μου ας τα κατευθύνει πνεύμα θεοφοβίας. Πνεύμα ευθές και ηγεμονικό μη μου στερήσεις, για ν’ αξιωθώ, με του Αγίου Πνεύματος την καθοδήγηση, να εργάζομαι τις εντολές Σου και πάντοτε να νιώθω την παρουσία Σου». Και κορυφώνει: «Την Σην ικετεύω αγα­θότητα. Όσα ηυξάμην απόδος μοι εις σωτηρίαν»(την καλοσύνη Σου ικετεύω: Όσα σχετικά με τη σωτηρία μου Σου ζήτησα προσευχόμενος, χάρισέ μου), για να Του υπογραμμίσει πιο κάτω πως Αυτός είναι η μοναδική μας ελπίδα, παρά τις αμαρτίες μας: «Σε Σένα μόνο αμαρτάνουμε, αλλά και Σένα μόνο λατρεύουμε. Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε άλλο  Θεό, ούτε να υψώνουμε ικετευτικά τα χέρια μας σε κάποιο άλλο Θεό ». Κι αυτός ο τονισμός ότι Αυτός είναι ο μοναδικός μας Θεός, το μοναδικό μας, δηλαδή, και έσχατο καταφύγιο, θέλει -αν μπορούμε να το πούμε έτσι (χωρίς, πάντως, άσεβη διάθεση)- να κινήσει το φιλότιμο του Θεανθρώπου να μας δώσει χέρι βοηθείας, να μας χαρίσει την άφεση και τα προς σωτηρία αιτήματα, δεχόμενος τη γονυκλισία και την προσευχή μας, «ως θυμίαμα δεκτό, αναλαμβανόμενο ενώπιον της υπεράγαθης Βασιλείας Του».

Είναι και τούτη η ευχή μια προσευχή τολμηρή. «Σοι μόνω αμαρτάνομεν, αλλά και Σοι μόνω λατρεύομεν». Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε ξένο θεό, ούτε να υψώνουμε χέρια ικετευτικά σ’ άλλο θεό έξω από Σένα! Ομολογία πτώσεως, φθοράς, εξαχρειώσεως, έσχατου κινδύνου! Αλλά ταυτόχρονα και ομολογία πίστεως, θεοφοβίας, ζωντανής ελπίδας σ’ Αυτόν που είναι «η ελπίς πάντων των περά­των της γης» (Ψαλμ. 64: 6), και αγάπης λατρευτικής γι’ Αυτόν που «πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α’ Ίωάν. 4: 19). Προσευχή δίχως φαρισαϊσμούς και υποκρισίες. Σωστό ξέσπασμα αληθινά ορθόδοξης καρδιάς!…

«Έτι και έτι κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».

Ακολουθεί η τρίτη Ευχή, που απευθύνεται κι αύτη στο δεύτερο Πρόσωπο της Υπερουσίου Τριάδος, που είναι «η πηγή που πάντοτε και ασταμάτητα αναβλύζει ζωή και φως, η δημιουργική Δύναμη που είναι αιώνια όπως ο Πατέρας, Εσύ που εκπλήρωσες κατά τον καλύτερο τρόπο, πανέμορφα, ό,τι χρειαζόταν για τη σωτηρία των ανθρώπων», Ιησούς Χριστός, που έλυσε τους άλυτους δεσμούς του θανάτου και έσπασε του άδη τα κλειδιά και καταπάτησε τα πλήθη των πονηρών πνευμάτων, και πρόσφερε τον Εαυτό Του για χατίρι μας «άμωμον ιερείον»(αψεγάδιαστη θυσία) και θυσία άχραντη, και με θεόσοφο δόλωμα αγκίστρωσε τον «αρχέκακο και βύθιο δράκοντα» και τον δέσμευσε για πάντα, και τον κατέστησε αδύναμο κι ανίσχυρο, να περιμένει το «πυρ το άσβεστο» (Μάρκ. 9: 45) και το «σκότος το εξώτερο» (Ματθ. 25: 30). Απευθύνεται στον Υιό που είναι «η μεγαλώνυμος Σοφία του Πατρός», «αΐδιον φως εξ αϊδίου φωτός. Ήλιος δικαιοσύνης» και Τον καθικετεύει:. Συ που μας αξίωσες να φτάσουμε σ’ αυτή τη μεγάλη ήμερα της Πεντηκοστής, δέξου ακόμα μια ικεσία μας. Όχι για μας τους ίδιους τούτη τη φορά, μα γι’ αυτούς που έφυγαν πριν από μας. Για τους κεκοιμημένους συγγενείς μας κατά σάρκα και όλους τους «οικείους της πίστεως». Συ που και κατ’ αυτή τήν «παντέλεια» και «σωτηριώδη» εορτή μας αξίωσες να δέχεσαι «ιλασμούς ικεσίους» γι’ αυτούς που βρίσκονται στον Αδη, δίνοντας μας μεγάλες ελπίδες, άκουσε τη φωνή μας που αξιοσυμπάθητα Σου απευθύνουμε: «Ανάπαυσον τας ψυχάς των δούλων Σου των προκεκοιμημένων», εκεί που υπάρχει, το φως κ’ η δροσιά κ’ η αναψυχή, εκεί που δεν υπάρχει πόνος, λύπη ή στεναγμός. Ανάπαυσε τα πνεύματά τους με τους δικαίους, γιατί αυτοί που βρίσκονται στον Άδη δεν μπορούν να Σου ζητήσουν συγγνώμη, αλλά μονάχα εμείς που ζούμε Σε ευλογούμε και Σε ικετεύουμε και τις εξιλαστήριες ευχές και ιερουργίες Σου προσφέρουμε για τις ψυχές τους!

Κι επισυνάπτεται σ’ αυτή και δεύτερη Ευχή υπέρ των τεθνεώτων, των νεκρών, απευθυνόμενη σ’ Αυτόν που είναι «της αναστάσεως ημών Αρχηγός και των βεβιωμένων(όσων πράξαμε) αδέκαστος και φιλάνθρωπος Κριτής και της μισθαποδοσίας Δεσπότης και Κύριος», ικετεύοντας Τον: «Ανάπαυσον πάντας, τους πατέρας εκάστου και μητέρας και αδελφούς και αδελφάς και τέκνα, και ει τι άλλον ομογενές και ομόφυλον, και πάσας τας προαναπαυσαμένας ψυχάς επ’ ελπίδι αναστάσεως, ζωής αιωνίου, και κατάταξον τα πνεύματα αυτών και τα ονόματα εν βίβλω ζωής», στην αγκαλιά του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, στη Χώρα των Ζώντων, στη Βασιλεία των ουρανών, στον Παράδεισο. Και ανάστησε και τα σώματα όλων μας κατά την αγία ήμερα της επαγγελίας Σου. Γιατί είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει θάνατος για τους δούλους του Θεού, μα φεύγουν απ’ το σώμα κι έρχονται σε Σένα, τον Κύριο. Φεύγουν από τα λυπηρά κι έρχονται «στα καλύτερα και τα πιο ευχάριστα», σε Σένα, που είσαι η ανάπαυση και η χαρά!

Ζητά γι’ άλλη μια φορά συγχώρηση αμαρτημάτων για όλους, ζώντες και κεκοιμημένους, από τον μόνο Αναμάρτητο: «Δος μας συγγνώμη, άφεση και συγχώρηση για τα παραπτώματά μας, τα θεληματικά και τα αθέλητα, αυτά που κάναμε ξέροντας πως είναι κρίματα, και αυτά που κάναμε έχοντας άγνοια, τα φανερά, τα κρυφά, όσα διαπράξαμε με έργα, με το λογισμό μας και με λόγια, κάθε συναναστροφή και σε κάθε κίνησή μας… » και καταλήγει: «Και στους μεν αποβιώσαντες δώρισε  ελευθερία και άνεση δώρισε, και εμάς που είμαστε εδώ ευλόγησε, χαρίζοντας μας  το τέλος της ζωής μας  καλό και ειρηνικό».

Λέει κάποιος Άγιος πως τίποτε δεν συγκινεί τόσο το Θεό, όσο η προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων. Επειδή «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια», οι προαπελθόντες δεν έχουν πια τη δυνατότητα να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Έτσι, μοναδική φωνή γι’ αυτούς είναι η φωνή μας! Μοναδική ικεσία τους η δική μας ικεσία! Μοναδική προσευχή τους η προσευχή μας! Για το λόγο αυτό , αυτή η τρίτη Ευχή της Γονυκλισίας έχει ξεχωριστή βαρύτητα και σημασία! Είναι προσευχή αγάπης και ελεημοσύνης και φιλαδελφίας και ευγνωμοσύνης, για πρόσωπα που βρίσκονται πια στα χέρια του Θεού!

«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα…»

Τί να προσθέσει κανείς στην τριπλή αυτή γονυκλινή ευχή της Εκκλησίας; Τί επί πλέον να ζητήσει από το Θεό; Μονάχα έναν ύμνο εκκλησιαστικό που είναι ιερή υπόσχεση με την  ευκαιρία της Πεντηκοστής, ύμνο του Εσπερινού της παραμονής, διαλέγω σαν επίλογο καί επιστέγασμα των ταπεινών τούτων γραμμών:

«Εν ταις αυλαίς Σου υμνήσω Σε τον Σωτήρα του κόσμου, και κλίνας γόνυ προσκυνήσω Σου την αήττητον δύναμιν, έν εσπέρα και πρωί και μεσημβρία, και εν παντί καιρώ ευλογήσω Σε, Κύριε»! Που θέλει να πει: «Στις εκκλησίες Σου μέσα θα Σε υμνήσω, τον Σωτήρα του κόσμου, και θα γονατίσω να προσκυνήσω την αήττητη δύναμή Σου, και βράδυ, και πρωί, και μεσημέρι, και κάθε ώρα και στιγμή θα Σε ευλογήσω, Κύριε».

(Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ, «Οσμή ζωής», εκδ. Άθως)

Πηγή:http://vatopaidi.wordpress.com/2010/05/23/περιγραφή-της-εικόνας-της-πεντηκοστή/#more-42734\

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το πρόσωπο του Αγίου Πνεύματος

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Μαΐου, 2010

 pentikosti.jpg

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ TOY ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ

Από το βιβλίο Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ – ΑΘΗΝΑ 1994

       Με την ανάληψή Του ο Χριστός ανέβασε την ανθρώ πινη φύση μέχρι το θρόνο της δόξης του Θεού και την πρόσφερε ως εκλεκτό δώρο για λογαριασμό μας. Έτσι η συμφιλίωση που πραγματοποιήθηκε με τη θυσία του Χρι­στού ολοκληρώθηκε και ο Θεός, σαν επισφράγιση αυτής της συμφιλίωσης, αποστέλλει το Άγιο Πνεύμα, πολύτι μο δώρο στους ανθρώπους (πρθλ. Ιω. ζ’ 37-39, ιστ’ 7).

α) Το γεγονός της Πεντηκοστής

Ο Χριστός υποσχέθηκε στους μαθητές Του άλλον Παράκλητον (Ιω. ιδ’ 16), ο οποίος θα απεκάλυπτε σ’ αυτούς ολόκληρη την αλήθεια για το πρόσωπό Του (Ιω. ιδ’ 26, ιε’ 26, ιστ’ 7-14), την οποία εκείνοι δεν μπορούσαν ακόμη να βαστάσουν (Ιω. ιστ’ 12).

Βέβαια και πριν από τον Χριστό υπήρχε το Άγιο Πνεύμα, αλλά οι προφήτες και οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης δεν μπορούσαν να μεταδώσουν σε άλλους αυτή τη χάρη· τούτο όμως έγινε μετά την πεντηκοστή (πρθλ. π.χ. Πράξ. ιθ’ 1-6. Ιω. ζ’ 37-39).

Τι ακριβώς συνέβη την ημέρα της πεντηκοστής;

Το σπίτι που ήσαν συναθροισμένοι οι μαθητές εγέμισε με βίαιη πνοή και πάνω στους μαθητές διαμοιράσθηκαν πύρινες γλώσσες, γλώσσες που έμοιαζαν με φωτιά (Πράξ. θ’ 2-3). Τότε επλήσθησαν άπαντες Πνεύ ματος Αγίου και άρχισαν το κήρυγμα της σωτηρίας (Πράξ. 6′ 3-4).

ΟΙ γλώσσες αποτελούν συμβολικό σημείο του ότι οι μαθητές έπρεπε να πορευθούν σ’ όλο τον κόσμο και να κηρύξουν σ’ όλες τις γλώσσες το ευαγγέλιο. Το μήνυμα της σωτηρίας δεν απευθύνετο πλέον σε ένα λαό, αλλά στην ανθρωπότητα (Ματθ. κη’ 18-19. Λουκ. κδ’ 45-48. Πράξ. α’ 8).

Αλλά το γεγονός αυτό αποτελεί και σημείο άλλης, νέας πραγματικότητας: της επιστροφής στην ενότητα της ανθρωπότητας, που είχε ολοκληρωτικά διασπασθεί με τη σύγχυση των γλωσσών (Γέν. ια’ 1 -9).

β) Η γλωσσολαλία

Οι απόστολοι μιλούσαν την ημέρα της Πεντηκοστής σε ξένες γλώσσες. Πρόκειται πράγματι για μεγάλο θαύμα. Ποια ήταν ακριβώς η έννοια του; Η γλωσσολαλία των πρώτων χριστιανικών χρόνων αποτελούσε χωρίς αμφιβολία σημείον, αλλά σημείον για τους απίστους και όχι δια τους πιστούς, για να αποτε λέσει κατήγορο των απίστων (Γρηγ. Θεολ.)· με ανθρώ πους ετερογλώσσους και με χείλη ξένα θα μιλήσω εις τον λαόν τούτον, άλλ’ ούτε κατ’ αυτόν τον τρόπον θα με α κούσουν, λέγει Κύριος (Α’ Κορ. ιδ’ 21. Ησ. κη’ 11).

Πράγματι η αγία Γραφή υπογραμμίζει: Ώστε αι γλωσσολαλιαί είναι σημείον όχι δι’ εκείνους που πι στεύουν, αλλά για τους απίστους. Η προφητεία όμως εί ναι όχι δια τους απίστους, αλλά δι’ εκείνους που πιστεύ ουν (Α’ Κορ. ιδ’ 22). Το να διερμηνεύει κανείς το θέλη μα του Θεού, αυτό είναι για τους πιστούς, όχι η γλωσσο λαλία!

Στην πρώτη Εκκλησία υπήρχε αυτό το φαινόμενο. Γιατί το ίδιο φαινόμενο δεν υπάρχει και σήμερα; Την ερώτηση αυτή την έκανε και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσό στομος για την Εκκλησία της εποχής του. Μήπως ο Θεός δεν μας τιμά στον ίδιο βαθμό, όπως τους χριστια νούς των αποστολικών χρόνων;

Αντίθετα, απαντά ο Χρυσόστομος, όχι επειδή δεν μας τιμά ο Θεός, άλλ’ επειδή ακριβώς μας τιμά πάρα πο λύ. Πως; Εγώ θα σάς το πω. Οι άνθρωποι τότε συμπεριφέρονταν πιο ανόητα, επειδή λίγο πιο πριν είχαν εγκατα­λείψει τα είδωλα, και το μυαλό τους ήταν ακόμη κατώτε ρο πνευματικά, και πιο αναίσθητο και τρόμαζαν και έμε ναν μ’ ανοιχτό το στόμα μπροστά σ’ όλα τα υλικά πράγ ματα· δεν είχαν ακόμη καμιά γνώση για τα πνευματικά χαρίσματα, ούτε γνώριζαν τι ακριβώς είναι η πνευματική χάρη, που μόνο με την πίστη μπορούσε να την κατανοή σει κανείς.

Αυτός λοιπόν ήταν ο λόγος που τότε υπήρχε απόλυτη ανάγκη για θαύματα και εντυπωσιακά γεγονότα. Βέβαια τα πνευματικά χαρίσματα διακρίνονται σε δύο είδη. Άλ λα παρουσιάζουν κάποιο αισθητό σημάδι, για να τα δουν οι άπιστοι, όπως τότε η γλωσσολαλία. Αλλά όμως είναι αόρατα και κατανοούνται μόνο με την πίστη. Ένα τέτοιο αόρατο χάρισμα είναι η συγχώρηση των αμαρτιών.

Κανείς δεν βλέπει με τα μάτια του σώματος, πως καθα ρίζεται η ψυχή από τις αμαρτίες· όμως αυτό το γεγονός είναι πολύ μεγαλύτερο από οποιοδήποτε άλλο που γίνε ται αντιληπτό σαν θαύμα με τα υλικά μας μάτια. Γι’ αυτό και ο Χριστός είπε στους πονηρούς γραμματείς πως η θε ραπεία του παραλυτικού ήταν πολύ ασήμαντο γεγονός μπροστά στη συγχώρηση των αμαρτιών (Ματθ. θ’ 4-6) και σε άλλη περίπτωση τόνισε: μη χαιρόσαστε γι’ αυτό, για το ότι δηλαδή τα πονηρά πνεύματα υποτάσσονται σε σάς, αλλά να χαιρόσαστε, γιατί τα ονόματα σας έχουν γραφεί στους ουρανούς (Λουκ. Γ 20).

Είναι δυνατόν ακόμη και ένας που έκανε θαύματα να έχει σαρκικό φρόνημα και όχι πνευματικό επειδή πολ λές φορές τα θαύματα δεν γίνονται για όσους ενεργούν, αλλά χάριν άλλων, μπορεί ο Θεός να ενεργήσει ακόμη και δι’ αναξίων. Γι’ αυτό ο Κύριος θα πει σε μερικούς που θά ισχυρισθούν πως στο όνομα Του εξέβαλαν δαίμονες κι ανέστησαν και νεκρούς: φύγετε μακριά από εμέ, σεις που πράττετε την ανομία· δεν σάς γνωρίζω (Ματθ. ζ’ 23).

Δεν υπάρχει μεγαλύτερο θαύμα από την αποβολή της αμαρτίας, γιατί έτσιαπέκοψες τα νεύρα του διαβόλου, του έσπασες την κεφαλήν του, συνέτριψες εξ ολοκλήρου όλην την δύναμίν του, διέσπασες το στρατόπεδόν του και επέδειξες θαύμα μεγαλύτερον από όλα τα θαύματα(Χρυσόστ.).

Διότι, είπε μου, τι θα επροτιμούσες, αν κάποιος σου επρότεινε να κάνεις τον χόρτον χρυσάφι ή να κατορθώ σεις και να περιφρονήσεις όλα τα χρήματα ωσάν να ήσαν χόρτο; Δεν θα επροτιμούσες πολύ περισσότερο το δεύτε ρο; Και βέβαια κατά πολύ φυσικόν λόγον, καθόσον αυτό 0ά προσέλκυε περισσότερον την προσοχήν. Διότι εάν έ βλεπαν το χόρτον να μεταβάλλεται εις χρυσόν, θα επιθυ μούσαν και αυτοί να αποκτήσουν αυτή την δύναμιν, όπως ακριβώς ο Σίμων (Πράξ. η’ 9-24) και θα ηύξανε ο πόθος των δια τα χρήματα· εάν όμως έβλεπαν όλους να περιφρο νούν τον χρυσόν ωσάν χόρτον και να μην τον προσέχουν, θα είχαν απαλλαγεί προ πολλού από αυτήν την ασθέ νεια, δηλαδή από την φιλοχρηματία.

Τέτοια θαύματα υπογραμμίζονται ιδιαίτερα στην αγία Γραφή: είναι ο Τελώνης που έγινε απόστολος, ο διώκτης Παύλος που έγινε κήρυκας της οικουμένης, οι μάγοι που έγιναν διδάσκαλοι των Ιουδαίων, ο ληστής που έγινε πο λίτης του παραδείσου, η πόρνη που επαινέθηκε για τη με γάλη της πίστη, η Χαναναία, η Σαμαρείτις…

Το να λαλεί βέβαια κανείς διάφορες γλώσσες, αυτό είναι ένα πνευματικό χάρισμα, που συνοδεύεται με αισθητό σημάδι, που μπορούν εύκολα να το δουν οι άπιστοι και να το κατανοήσουν τους πείθει το θαύμα˙ γι’ αυτό και θεωρείται κάτι πολύ σπουδαίο. Και φαίνεται πως στα πρώτα βήματα της Εκκλησίας οι άνθρωποι είχαν ανάγκη από τέτοια σημεία.

Το ότι λοιπόν σήμερα δεν επαναλαμβάνονται μερικά θαυμαστά γεγονότα της τότε εποχής, δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα πως και τότε δεν συνέβαιναν. Ούτε πάλι, επειδή τότε είχαμε τέτοιου είδους ενέργειες του Αγίου Πνεύματος, συνοδευόμενες δηλαδή με εξωτε ρικά σημεία (γλωσσολαλία κ.ο.κ.), πρέπει οπωσδήποτε να έχουμε και σήμερα. Διότι και τότε δια ωφέλειαν έγι­ναν και τώρα δια ωφέλειαν δεν γίνονται. Επειδή πείθεται κανείς μόνον με τον λόγον, αυτό δεν αναγκάζει τώρα το κήρυγμα να γίνεται με κοσμικήν σοφίαν (Χρυσόστ.). /   

Εγώ λοιπόν δεν έχω ανάγκη από θαύματα. Για ποιο λόγο; γιατί έχω μάθει να πιστεύω στον Κύριο και χωρίς να μού δώσει κάποιος αποδείξεις. Γιατί εκείνος που δεν πιστεύει, χρειάζεται εγγύηση, εγώ όμως που πιστεύω δεν χρειάζομαι εγγύηση, ούτε θαύματα, αλλά και αν δεν μι λήσω ξένη γλώσσα, γνωρίζω ότι καθαρίστηκα από τις α μαρτίες. Εκείνοι όμως τότε, δηλαδή στην εποχή των α ποστόλων, δεν πίστευαν, αν δεν είχαν κάποια απόδειξη… Συνεπώς τους έδινε τις αποδείξεις όχι γιατί ήταν πιστοί, αλλά γιατί ήταν άπιστοι, ώστε να γίνουν πιστοί (Χρυσόστ.).

Για την Εκκλησία στην εποχή του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου η μεγάλη απόδειξη για την παρουσία και τη δράση του Αγ. Πνεύματος δεν είναι η γλωσσολα λία ή τα υλικά θαύματα, αλλά η ελευθερία από τα πάθη και από την αμαρτία. Αυτός είναι ο Λόγος για τον όποιο σήμερα δεν χρειάζεται το χάρισμα της γλωσσολαλίας.

γ) Ιδιαίτερο πρόσωπο

Το Άγιο Πνεύμα είναι ιδιαίτερο πρόσωπο˙ Το τρίτο πρόσωπο του Τριαδικού Θεού.

Είναι όμως αύτη η διδασκαλία της αγίας Γραφής και της Εκκλησίας του Χριστού; Το ζήτημα αυτό πρέπει να εξετασθεί με προσοχή, γιατί πολλές ομάδες χρησιμοποι ούν τον όρο Άγιο Πνεύμα, για να δηλώσουν μια απρόσω πη δύναμη η ενέργεια ή και τυφλή δύναμη ή συνειδητότητα, υποστηρίζοντας πως αυτή είναι η διδαχή της α γίας Γραφής και της πρώτης Εκκλησίας!

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, που συνοψίζει τη διδασκαλία των πριν από αυτόν πατέρων της Εκκλησίας δίνει σ’ αυτό το θέμα την ακόλουθη απάντηση:

Όπως ακριβώς όταν ηκούσαμεν δια τον Λόγο του Θεού, δεν τον εθεωρήσαμε ότι είναι χωρίς προσωπική ύ παρξη, ούτε αποκτάται με την εκμάθηση, ούτε ότι προσ φέρεται με τη φωνή, ούτε ότι διασκορπίζεται, άλλ’ ότι υ πάρχει κατ’ ουσίαν και ότι έχει ελευθέρα βούληση και ε νέργεια και παντοδυναμία, έτσι και όταν εδιδάχθημεν δια το Πνεύμα του θεού, το οποίον συνοδεύει το Λόγο και φανερώνει την ενέργειά Του, δεν θεωρούμε ότι είναι κά ποια πνοή χωρίς προσωπική ύπαρξη, διότι η μεγαλοπρέ πεια της θείας φύσεως θα εξευτελίζετο, αν θεωρείτο ότι το Πνεύμα που έχει, είναι όμοιο με το ιδικό μας πνεύμα.

Το Άγιο Πνεύμα λοιπόν έχει προσωπική ύπαρξη, εί ναι ο άλλος Παράκλητος (Ιω. ιδ’ 16) σε σχέση με τον Λόγο του Θεού (Α’ Ιω. β 1), που έχει επίσης προσωπική ύπαρξη και δεν είναι απρόσωπη δύναμη η σοφία (πρβλ. Α’ Κορ. α’ 24). Με το να πει άλλον, δείχνει τη διαφορά του προσώπου, ενώ με το να πει Παράκλητον δείχνει την συγγένεια της ουσίας (Χρυσόστ.). Δεν είναι δυνα­τόν να είναι η απρόσωπη δύναμη του Πατρός, γιατί πέμ πεται στο όνομα του Υιού (Ιω. ιδ’ 26) και ονομάζεται και Πνεύμα Χριστού (Ρωμ. η’ 9. Α’ Πέτρ. α’ 11).

Στην Αγία Γραφή διακρίνεται κατηγορηματικά το Άγιο Πνεύμα από τη δύναμη του Θεού. Ας αναφέρουμε ένα από τα πολλά εδάφια: Σαν υπηρέται του Θεού συσταίνουμε τους εαυτούς μας σε όλα… με αγνότητα, σύνεσιν, μακροθυμίαν και καλωσύνην, με Πνεύμα Άγιον, με αγάπην ανυπόκριτον, με το κήρυγμα της αληθείας και με δύναμιν Θεού (Β’ Κορ. στ’ 4-7). Άλλο λοιπόν Πνεύμα Άγιον και άλλο δύναμις Θεού (πρβλ. και Μιχ. γ’ 8. Πράξ. ι’38.Α’Κορ. β’4. Ρωμ ιε’ 13. Α’Θεσ. α’5). Αλλά και αν ακόμη χαρακτηρίσουμε το Άγιο Πνεύμα δύνα μη του Θεού (πρθλ. Κριταί ια’ 29, ιδ’ 6. Ης. ια’ 2), τότε, εάν πράγματι δεν πρόκειται για τη θεία ενέργεια, πρέπει να το εκλάβουμε ως δύναμη ενυπόστατη, όπως ακριβώς και τον Υιό, ο οποίος χαρακτηρίζεται δύναμις του Θεού (Α’ Κορ. α’ 12).

Εάν το Πνεύμα το Άγιο ήταν μόνο ενέργεια, όχι και πρόσωπο, τότε πρέπει να συμπεράνουμε πως τίθεται σε ενέργεια, δεν θέτει κάτι άλλο σε ενέργεια. Και φυσικά θα παύσει να υπάρχει μόλις τελειώσει την αποστολή του.

Όμως το Πνεύμα το Άγιο ακούει (Ιω. ιστ’ 13), λαλεί (Ιεζ. ια’ 5. Ματθ. ι’ 20. Ιω. ιστ’ 13. Πράξ. α’16,η’ 29, κα’ 11, κη’25), μαρτυρεί (Ιω. ιε’26. Πράξ. ε’ 32 η’23. Ρωμ. η ‘ 16. Έβρ. θ’8,ι’ 15), αναγγέλλει (Ιω. ιστ’ 13-15), διδάσκει (Ίεζ. ια’5. Ιω. ιδ’26. Αουκ. ιβ’ 12), έρευνα (Α ‘ Κορ. β’ 10-11), αποκαλύπτει (Αουκ. β’ 26. Α’ Πέτρ. α’ 11), προφητεύει (Πράξ. α’ 16 κα’ 11), οδηγεί στην αλή θεια (Ιω. ιστ’ 13). προτρέπει (Πράξ. Γ 19-20, ια’ 12), βοηθεί (Ρωμ. η ‘ 14. Γαλ. ε’ 18), ελέγχει (Ιω. ιστ’ 8), εμ ποδίζει (Πράξ. ιστ’ 6), κρίνει (Πράξ. ιε’ 28), διατάσσει (Πράξ. η 29, ιγ’2), συνετίζει (Νεεμ. θ’20).

Το άγιο Πνεύμα έχει ακόμη προσωπική βούληση (Ης. ια’ 2. Α’ Κορ. ιβ’ 11) καιπροσωπικό συναίσθημα. Μια απρόσωπη δύναμη δε μπορεί ποτέ να συνοδεύεται από προσωπική θέληση, δεν αγαπά ποτέ, ούτε λυπείται, δεν έχει συναίσθημα. Όμως το Άγιο Πνεύμα αγαπά (Ρωμ. ιε’ 30), λυπείται (Εφεσ. δ’ 30. Ρωμ. η ’26), επιποθεί (Ιάκ. δ’ 5), παρηγορεί (Πράξ. θ’ 31), παροργίζεται (Ης.ξγ’ 10, Μιχ.β’7).

Το Άγιο Πνεύμα έχει αυτοσυνειδησία· έχει συναί σθηση της ύπαρξής Του και μπορεί να πει: Εγώ απέ στειλα αυτούς (Πράξ. ι’ 20)· ξεχωρίσατε μου τον Βαρνάβαν και τον Παύλον (Πράξ. ιγ’ 2).

Έτσι το Άγιο Πνεύμα έχει προσωπική υπόσταση, είναι πρόσωπο και γι’ αυτό το λόγο η θεία του ενέργεια φθάνει σε μας και ζεσταίνει την ύπαρξή μας, μας ανυψώ νει στη θεία αγάπη, που είναι η προσωπική σχέση του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Όποιος πει λόγον εναντίον του Υιού του άνθρωπου, θα συγχωρηθεί· γι’ αυτόν υπάρχει το Πνεύμα το Άγιο, που μπορεί με τη δική μας μετάνοια να μας οδηγήσει και πάλι στο Χριστό με τα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας. Άλλ’ εκείνος που θα βλασφημήσει κατά του Αγίου Πνεύματος, δεν θα συγχωρηθεί (Λουκ. ιβ’ 10. Πρβλ. Εβρ. Γ 29)· θα μείνει μόνος, ορφανός χωρίς το Άγιο Πνεύμα (πρβλ. Ιω. ιδ’ 18) και μόνος του ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί.

Το Άγιο Πνεύμα είναι η μοναδική μας ελπίδα, είναι ζωής χορηγός· μεταδίδει σε μας τη δική Του ζωή και κοινωνία με τον Πατέρα και τον Υιό, που είναι κοινωνία μεταξύ προσώπων. Έτσι ο άνθρωπος καταξιώνεται, γιατί η ζωή του γίνεται εικόνα της ζωής του Θεού, δηλαδή αγάπη (πρβλ. Γέν. α’ 26).

Υπάρχει λοιπόν ελπίδα για τον άνθρωπο, γιατί το Άγιο Πνεύμα βρίσκεται σε δράση και είναι πρόσωπο˙ δια θέτει αυτοσυνείδηση, προσωπική βούληση και προ παν τός αγάπη. Είναι πάντοτε ενωμένο με τον Πατέρα και τον Υιό σε κοινωνία πλήρους αγάπης, χωρίς σύγχυση, χωρίς εξουθένωση της προσωπικότητος· αυτό αποτελεί την εγγύηση της δικής μας σωτηρίας.

δ) Ομοούσιο και Ομόθρονο

Γιατί είναι απαραίτητη για τη σωτηρία μας η πίστη ότι το Άγιο Πνεύμα είναι ομούσιο προς τον Πατέρα και τον Υιό;

Το Άγιο Πνεύμα χορηγεί σε μας τα πάντα, όλα τα χα ρίσματα του Θεού (πρβλ. Α’ Κορ. ιβ’ 3-11), που αποβλέ πουν φυσικά στο να κάνουν δικό μας κτήμα το δώρο του Θεού: το Σώμα του Χριστού (πρβλ. και Εφεσ. β’ 19-22, δ’ 11-16).

Εάν το Άγιο Πνεύμα είναι κατώτερο και διαφορετι κής ουσίας από τον Θεό Πατέρα, η ελπίδα και η παρηγο ριά δεν προέρχονται από τον ίδιο τον Θεό, αλλά από κα τώτερο ον και επομένως δε μπορούμε μέσω αυτού να οδη­γηθούμε σε αληθινή κοινωνία με τον Θεό. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να δώσουμε απάντηση στο βασικό ερώτημα, αν η ουσία του Αγίου Πνεύματος είναι κτιστή ή άκτιστη, αν δηλαδή το Άγιο Πνεύμα είναι ομοούσιον προς τον Πατέρα.

Οι απόστολοι έπρεπε ν’ αφήσουν κάθε δυσπιστία ως προς την ταυτότητα του Χριστού. Έπρεπε δηλαδή πρώτα να πεισθούν για το πιο καταπληκτικό γεγονός της σωτη ρίας μας, για το ότι πράγματι ο Χριστός είναι Κύριος (Ρωμ. ν’ 9), ο Κύριος και ο Θεός (πρβλ. Ψαλμ. ξζ’ 19 σε συσχετισμό με το Εφεσ. δ’ 7-11. Ιω. κ’ 28). Μόνο τότε μπορούσαν να δεχθούν και την εκπλήρωση της υπόσχε σής Του (Ιω. ιστ’ 7-14) και να διακηρύξουν την Θεότητα του Αγίου Πνεύματος.

Έτσι ο απόστολος διακηρύττει: Είναι δε διαιρέσεις χαρισμάτων, αλλά το Πνεύμα είναι το ίδιο, υπάρχουν και ποικιλίαι διακονιών, ο Κύριος όμως είναι ο αυτός· υπάρ χουν και διάφορα είδη ενεργειών, άλλ’ ο Θεός είναι ο ί διος, ο ενεργών τα πάντα εν πάσι (Α’ Κορ. ιβ’ 4-6). Αν τα πάντα ενεργεί το εν και το αυτό Πνεύμα, τότε το Άγιο Πνεύμα είναι ο Θεός, ο ενεργών τα πάντα εν πάσι.

Εδώ δεν πρόκειται για σύγχυση των θείων προσώ πων, για άλλο Θεό. Πρόκειται για τα ονόματα Θεός και Κύριος, που είναι κοινά και στα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, γιατί μετέχουν στην κοινή θεία ουσία, η οποία μεταδίδεται από τον Πατέρα στον Υιό με τη γέννη ση και στο Άγιο Πνεύμα με την προαιώνια εκπόρευση. Γι’ αυτό πιστεύουμε πως και τα τρία θεία πρόσωπα είναι ομοούσια.

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε εξετάζοντας την ομολογία της αναγέννησης, δηλαδή το βάπτισμα εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύ­ματος (Ματθ. κη’ 19), όπως υπογραμμίζουν οι πατέρες της Εκκλησίας (Α’ Τιμ. γ’ 15). Γιατί βάπτισμα και πίστη συμβαδίζουν βαπτιζόμαστε εις το όνομα του Θεού στο οποίον πιστεύουμε· και το κοινό όνομα του Θεού στο οποίο βαπτιζόμεθα δεν ανήκει μόνο εις τον Πατέρα και εις τον Υιό, αλλά και εις το Άγιο Πνεύμα.

Ώστε το να μην αποδίδει κανείς τιμή εις ένα εκ των τριών ή να τα χωρίζει, είναι ατίμωση της ομολογίας δη λαδή της αναγέννησης άφ’ ενός και της Θεότητας άφ’ ετέρου, της θέωσης άφ’ ενός και της ελπίδας άφ’ ετέρου(Γρηγ. Θεολ.).

Βλέπετε τι μας χαρίζει το Πνεύμα, όταν το θεωρούμε ως Θεόν και τι χάνομε, όταν το στερούμε από την θεότη τα. Διότι παραλείπω να αναφέρω τον φόβο και την οργή, η οποία απειλεί όχι εκείνους οι οποίοι το τιμούν, αλλά ε κείνους οι οποίοι του αποστερούν την τιμή. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν το Άγιον Πνεύμα να είναι άλλης φύ σεως ή άλλος θεός η κτίσμα˙ σ’ Αυτό ανήκει το κοινό όνομα του Τριαδικού Θεού (Ματθ. κη’ 19).

Αλλά η θεία φύση του Αγίου Πνεύματος φαίνεται και από το γεγονός ότι ερευνά τα πάντα, και τα βάθη του Θεού, τα οποία ουδείς οίδεν ει μη το Πνεύμα του Θεού (Α’ Κορ. θ’ 10-11). Πως λοιπόν Αυτό που γνωρίζει τα απόρρητα του Θεού, δύναται να είναι ξένον και άλλότριον του Θεού;· και αν η Γραφή λέγει πως ο Θεός δια του Πνεύματος κατοικεί μέσα μας, δεν είναι φανερά ασέ βεια να λέγει κανείς ότι αυτό το Πνεύμα δεν μετέχει της Θεότητος;(Μ. Βασιλ., πρβλ. Α’ Κορ. γ’ 16, στ’ 19. Εφεσ. θ’22).

Δίκαια η Εκκλησία μας διακηρύσσει το Πνεύμα το Άγιο ως ομοούσιο και ομόθρονο, δηλαδή της αυτής ουσίας και της ίδιας τιμής με τα άλλα δύο πρόσωπα της Α γίας Τριάδος (πρβλ. Β’ Βασιλ. κγ’ 2-3. Ψαλμ. ρλη’ 7. Άγγ. β’4-5. Ης. μη’ 16, ξγ’ 14. Ιω. ε’24. Πράξ. ι’20).

ε) Κύριος και Θεός

Υπάρχουν σαφείς αποδείξεις στην αγία Γραφή, που να φανερώνουν πως όντως ο Παράκλητος φέρει τα κοινά ονόματα του Θεού, Κύριος και Θεός;

Ο ψαλμωδός δοξολογεί τον Κύριο (Γιαχβέ) διότι Θεός μέγας είναι ο Κύριος και βασιλεύς μέγας σε όλη τη γη· στα χέρια Του βρίσκονται τα πέρατα της γης˙ και τα ύψη των βουνών είναι δικά Του˙διότι δική Του είναι η θάλασσα και Αυτός την εδημιούργησε, και την ξηρά τα χέρια Του την έπλασαν. Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Αυτώ και ας κλαύσωμεν ενώπιον του Κυρίου που μας έπλασε, διότι Αυτός είναι ο Θεός μας και εμείς λαός της βοσκής Του και πρόβατα χειρός Του. Σήμερον, εάν ακούσετε την φωνήν Του, μη σκληρύνετε τας καρδίας σας, όπως κατά την ανταρσία (παραπικρασμός), την ημέρα της δοκιμασίας εις την έρημον, όπου επείρασάν με οι πατέρες υμών… (Ψαλμ. 94, 3-9). Ο απόστολος αναφέρεται στον ψαλμό αυτό και υπογραμμίζει πως ο Κύριος (Γιαχβέ), ο οποίος ομιλεί εδώ εί ναι το Πνεύμα το Άγιον (Εβρ. γ’ 7-9. Πρβλ. Πράξ. ζ’ 51).

Στο ίδιο συμπέρασμα θα καταλήξουμε, εάν συγκρί νουμε το εδάφιο Ης. στ’ 1-10 με το Πράξ. κη’ 25-27 Καλώς το Άγιον Πνεύμα ελάλησε δια Ησαΐου του προφήτου προς τους πατέρας ημών…. Ας δούμε ακόμη μια προφητεία του Ιερεμία:

Ιδού έρχονται ημέραι, λέγει Κύριος (Γιαχβέ), και θά συνάψω με τον οίκο Ισραήλ και τον οίκο Ιούδα διαθήκη νέαν…θα δώσω οπωσδήποτε νόμους στην διάνοιά των και θα τους χαράξω στην καρδιάν τους· και έσομαι αυτοίς εις Θεόν και θα είμαι σ’ αυτούς Θεός, και αυτοί θα μού γίνουν λαός… και δεν θα θυμηθώ πλέον τις αμαρτίες των (Ιερεμ. λη’ 31-34· Εβραϊκό κείμενο: λα ‘ 31-34).

Και αυτό το εδάφιο ο απόστολος το αναφέρει στο Άγιο Πνεύμα· Αυτό είναι ο Κύριος (Γιαχβέ) και ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης (Εβρ. Γ 15-17). Την ίδια μαρτυρία βλέπουμε στον προφήτη Ιεζεκιήλ: Και ήλθεν έπ’ εμέ Πνεύμα και με έστησεν εις τα πόδια μου, και μού ελάλησε και μού είπε: – Είσελθε και κλείσου εις την οικία σου, και όταν θα σού ομιλήσω, θα ανοίξω το στόμα σου και θα πεις προς αυτούς· τάδε λέγει Κύριος (Γιαχβέ)· όποιος θέλει να ακούσει, ας ακούσει και όποιος θέλει να απειθήσει, ας απειθήσει, διότι είσθε λαός που με εξοργίζει(Ιεζ. γ’ 24-27. Πρβλ. Ψαλμ. ρθ’ 1-5. Ης. μη’ 16, νθ’ 15-20 κατά το εβραϊκό κείμενο).

Αυτά τα εδάφια φανερώνουν πως τα ονόματα, που αναφέρονται στην κοινή θεία φύση (Κύριος, Θεός) ανή κουν και στο Άγιο Πνεύμα. Η αλήθεια αυτή υπάρχει ή δη στην Παλαιά Διαθήκη και φανερώνεται στο φως της Καινής Διαθήκης (Ιω. ιστ’ 13).

Για τους αποστόλους και τους μαθητές του Χριστού δεν υπήρχε αμφιβολία σχετικά με τη Θεότητα του Αγίου Πνεύματος (Πράξ. ε’ 3-4, 9, ιγ’ 2. Α’ Κορ. γ’ 16, ε’ 3-4, ιβ’4-11. Β’ Κορ. γ’ 17-18, Εφεσ. β’22, Β’ Θεσ. γ’5).

Γι’ αυτόν που εμπιστεύεται στη θεία αποκάλυψη και όχι στις δικές του δυνατότητες και προϋποθέσεις, το Πνεύμα το Άγιο είναι κοινωνό της μιας Θείας ουσίας που μεταδίδεται εις Αυτό προαιωνίως από τον Πατέρα με την εκπόρευση (Ιω. ιδ’ 26, ιε’ 26). Γι’ αυτό και ονομάζε ται Κύριος και Θεός.

στ) Οι μειωτικές εκφράσεις

Τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος ενούνται σε μία θεότητα με βάση την μία ουσία και διακρίνονται με βάση τον τρόπο με τον οποίο η κοινή ουσία μεταδίδεται προαι ώνιος από τον Πατέρα, που είναι η μόνη αιτία και πηγή της Θεότητος, στον Υιό (γέννηση) και στο Άγιο Πνεύμα (εκπόρευση).

Στην αγία Γραφή υπάρχουν εδάφια που αναφέρονται στη μία φύση του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος (ομοούσιο) και επομένως στη μία Θεότητα· άλλα εδάφια αναφέρονται στη Θεότητα του καθενός προ σώπου της Αγίας Τριάδος· άλλα τέλος αναφέρονται στην πρώτη αιτία, ώστε να δηλώνεται ο Πατήρ του Υιού και η πηγή της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος.

Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ολόκληρη η αλή θεια περί Θεού: ενότης ουσίας, διάκριση υποστάσεων εις Θεός, τρία πρόσωπα. Έτσι δεν κινδυνεύουμε να πέσουμε στην πολυθεΐα, με το να εισάγομε διάκριση στην ουσία ούτε στην αίρεση του Σαβαλλίου, με το να συγχέομε τα πρόσωπα ή στον αρειανισμό, με το να διαχωρίζουμε τις φύσεις.

Μ’ αύτη τη βάση ο ορθόδοξος χριστιανός δεν κινδυ νεύει να παρερμηνεύσει τις φράσεις της αγίας Γραφής που αναφέρονται στο Άγιο Πνεύμα:

Ο Πατήρ ο εξ ουρανού δώσει Πνεύμα αγαθόν τοις αιτούσιν αυτόν (Λουκ. ια’ 13)’αποστέλλω την επαγγελίαν του Πατρός μου (Λουκ. κδ’ 49) και ώφθησαν αυτοίς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ωσεί πυρός (Πράξ. θ’ 3). Επίσης γίνεται λόγος γιαχαρίσματα (Α’ Κορ. ιβ’ 30), δωρεάς (Πράξ. η’ 20) καθώς και για εμφύσημα, με το οποίο μετεδόθη το Πνεύμα το Άγιο (Ιω. κ’ 22) ή και για μεσιτεία του Αγίου Πνεύματος (Ρωμ. η’ 26).

Αυτές οι εκφράσεις πρέπει να αναφερθούν στην πρώτη αιτία ώστε να δηλώνεται η Πηγή της εκπόρευ σης του Αγίου Πνεύματος και να ασφαλίζεται η ορθόδο ξη πίστη, με την υπογράμμιση της μιας αιτίας και πηγής στην Τριαδική Θεότητα και όχι πολλών, πράγμα που θα οδηγούσε στην πολυθεΐα. Οι εκφράσεις αυτές δεν είναι μειωτικές για το Άγιο Πνεύμα.

ζ) Το έργο του Αγίου Πνεύματος

Ποιο είναι το έργο του Παρακλήτου μέσα στη δη μιουργία και την αναδημιουργία του κόσμου;

Στην πρώτη δημιουργία το Άγιο Πνεύμα επεφέρετο επάνω του ύδατος (Γέν. α’ 2), πράγμα που σημαίνει συνέθαλπε και εζωογόνει τη φύση του νερού, όπως το πτηνό κλωσσά τα αυγά του, δηλαδή ετοίμαζε τη φύση του νερού για να βγάλει ζωή (Εφραίμ ο Σύρος. Πρβλ. Ψαλμ. λβ’6. Ιώβ λγ’4).

Αλλά εν Αγίω Πνεύματι συντελείται και ολόκλη ρη η αναδημιουργία και ανακαίνιση του ανθρώπου και ολοκλήρου της κτίσεως (πρβλ. Ψαλμ. ργ’ 30)· το Άγιο Πνεύμα πεπλήρωκε την οικουμένην, συνέχει τα πάν τα και έχει γνώσιν φωνής (Σοφ. Σολ. α’ 7. Πρβλ. ιβ’1. Πράξ. θ’2).Ποια είναι τα δώρα του Θεού μετά από την εκλεκτή προσφορά που πραγματοποίησε ο Χριστός με την ανάλη ψή Του;

Το δώρο αυτό της ανθρωπότητας, δηλαδή το Σώμα του Χριστού, δεν το κράτησε ο Θεός, αλλά το αντιπροσφέρει σε μας με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος (πρβλ. Ταλμ. ξζ’ 19. Έφεσ. δ’ 8):

Και αυτός έδωκε άλλους μεν αποστόλους, άλλους προφήτας, άλλους ευαγγελιστάς, άλλους ποιμένας και δι δασκάλους, με σκοπό τον καταρτισμό των αγίων, δια έρ γον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού μέχρι να φθάσωμε όλοι εις την ενότητα της πίστεως και της πλήρους γνώσεως του Υιού του Θεού, εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χρι στού(Εφεσ. δ’ 11-13).

Κεντρικός λοιπόν σκοπός του Αγίου Πνεύματος εί ναι να μας  εγκεντρίσει με το άγιο βάπτισμα στο Σώμα του Χριστού (Ρωμ. ια’ 19-24. Α’ Κορ. ιβ’ 3,13. Εφεσ. β’ 18, δ’ 4), να προσφέρει δηλαδή σε μας το μεγάλο δώρο του Θεού, να μας χαρίζει με τη θεία Κοινωνία τη ζωή του Χριστού (Ιω. στ’ 53). Γι’ αυτό και η Εκκλησία (Α’ Τιμ. γ’ 15) εύχεται στον Θεό Πατέρα:

Κατάπεμψον το Πνεύμα σου το Άγιον εφ’ ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα. Και ποίησον τον μεν άρτον τουτον τίμιον Σώμα του Χριστού Σου, το δε εν τω ποτηρίω τούτω τίμιον Αίμα του Χριστού Σουμεταβολών τω Πνεύματί Σου τω Αγίω (επίκληση θ. λει τουργίας).

Το τίμιο Σώμα και το τίμιο Αίμα του Χριστού· αυτά είναι τα μεγάλα δώρα που μας έστειλε ο Θεός μετά την α νάληψη του Κυρίου· αυτά μας εξασφαλίζει ηπαρουσία του Παρακλήτου στην Εκκλησία. Το Άγιο Πνεύμα δια νέμει στους πιστούς κάθε χάρισμα (Α’ Κορ. ιθ’ 4-11. Εφεσ. δ’ 4-13) και συγκροτεί ολόκληρο το θεσμό της Εκ κλησίας (πρβλ. Α’ Κορ. ιθ’ 27, ιδ’ 4).

Την αλήθεια αυτή εκφράζει και το γνωστό στιχηρό από τον εσπερινό της Κυριακής της πεντηκοστής:

Πάντα χορηγεί το Πνεύμα το Άγιον, βρύει προφητείας, ιερέας τέλειοι,

αγράμματους σοφίαν εδίδαξεν, αλιείς θεολόγους ανέδειξεν,

όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας.

Ομοούσιε και ομόθρονε τω Πατρί και τω Υιώ,

Παράκλητε, δόξα Σοι (πρβλ. Α’ Κορ. ιβ’ 4-11).

Με άλλα λόγια, το Άγιο Πνεύμα ενεργοποιεί για μας όλα τα αποτελέσματα του έργου του Ιησού Χριστού κά νει δικά μας όλα τα δώρα, όλα τα χαρίσματα που εδωρήθηκαν στην ανθρώπινη φύση του Χριστού και έτσι μας μεταφέρει στο ύψος της δόξης του Τριαδικού Θεού (Φιλιπ. θ’ 9-11, γ’20-21).

η) Πνεύμα υιοθεσίας

Το Άγιο Πνεύμα μας οδηγεί σε νέα σχέση με τον Τριαδικό Θεό, στην υιοθεσία. Ποιος όμως είναι ο δρόμος και ποιες οι συνέπειες;

 Εάν ένας δεν έχει Πνεύμα Χριστού, αυτός δεν είναι δικός Του. Εάν όμως ο Χριστός είναι μέσα σας, τότε το σώμα σας είναι νεκρόν δια την αμαρτία, αλλά το Πνεύμα σας είναι ζωή ένεκα της δικαίωσης σας. Εάν το Πνεύμα Εκείνου, ο οποίος ανέστησε τον Ιησούν εκ νεκρών, θα δώσει ζωήν και εις τα θνητά σώματα σας δια του Πνεύμα τος Του, που κατοικεί μέσα σας… Διότι όσοι οδηγούνται από το Πνεύμα του Θεού, αυτοί είναι υιοί του Θεού. Δεν ελάβατε πνεύμα δουλείας, που να σάς φέρει πάλιν εις κατάστασιν φόβου, άλλ’ ελάβατε Πνεύμα υιοθεσίας δια του οποίου κράζομεν Αββά, Πατέρα. Αυτό το Πνεύμα μαρτυρεί μαζί με το Πνεύμα μας ότι είμεθα παιδιά του Θεού. Εάν δε είμεθα παιδιά του, τότε είμεθα και κληρο νόμοι κληρονόμοι μεν του Θεού, συγκληρονόμοι δε του Χριστού, εάν βέβαια πάσχομε μαζί Του, δια να δοξασθούμε επίσης μαζί Του (Ρωμ. η’ 9-17).

Το Άγιο Πνεύμα είναι πάντοτε ενωμένο μετά του Πα τρός και του Υιού σε μία θεία φύση με μία θέληση και μία ενέργεια (πρβλ. Ματθ. κη ‘ 19. Ιω. ιδ’26, ιε 26, ιστ’ 12-15. Α ‘ Κορ. β’ 10-11,ιβ’3, Β’ Κορ. γ 13. Α Πέτρ. α’ 1-2). Έτσι η σωτηρία του ανθρώπου είναι καρπός της κοι νής αυτής θέλησης και ενέργειας του Τριαδικού Θεού.

Με τη χάρη του Άγιου Πνεύματος (πρβλ. Α’ Κορ. ιβ’ 3) ο άνθρωπος οδηγείται δια του βαπτίσματος στην εν Χριστώ αναγέννηση (Ιω. γ’ 3-5. Γαλ. γ’ 27. Τίτ. 4-6) εγκεντρίζεται δηλαδή στο Σώμα του Χριστού (πρβλ. Ρωμ. ια’ 19-24). Με αυτόν τον τρόπο η δική μας ανθρώπι νη φύση μεταβάλλεται στην ανθρώπινη φύση του Χριστού επειδή όμως Εκείνη είναι ενωμένη ασυγχύτως, αδιαιρέτως, ατρέπτως, αχωρίστως με τη θεία φύση στο ένα πρόσωπο του Χριστού, η σχέση του Υιού προς τον Πατέρα μεταφέρεται σε μας λόγω της ενσωμάτωσης μας στο Σώμα του Χριστού γινόμαστε δηλαδή τέκνα Θεού (Ιω. α’ 12. Γαλ. γ’ 26. Α’ Ιω. γ’ 2).

Βέβαια δεν μπορούμε να γίνουμε φυσικοί υιοί του Θεού, να κληρονομήσουμε δηλαδή τη θεία φύση, την ο ποία ο Πατήρ μεταδίδει προαιωνίως στον Υιό (γέννησις) και στο Άγιο Πνεύμα (εκπόρευσις). Γινόμαστε όμως συγκληρονόμοι της ανθρώπινης φύσης του Χριστού (Ρωμ. η’ 17).

Η σχέση του Υιού προς τον Πατέρα δεν είναι μόνο σχέση ουσίας, ενότητας θέλησης και ενέργειας, αλλά και κοινωνία αγάπης (πρβλ. Ρωμ. ε’ 5, ιε’ 30. Β’ Τιμ. α’ 7. Α’ Ιω. δ’ 8, 16). Αυτής λοιπόν της αγάπης γίνεται συγκλη ρονόμος ο άνθρωπος. Διότι όταν μετέχωμε του Αγίου Πνεύματος, έχομεν την χάρη του Υιού και δι’ Αυτού την αγάπην του Πατρός (Μ. Αθαν.).

Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος οδηγούμεθα στον Χριστό (Α’ Κορ. ιβ’ 3). Εισερχόμαστε στο περιβάλλον της αγάπης του Χριστού, στη χαρά και στην ευφροσύ νη αυτής της αιώνιας κοινωνίας (Παροιμ. η’ 30). Συναισθανόμαστε την αγάπη του Χριστού και την εγγύτητα του Πατρός, όπως ένα μικρό παιδί συναισθάνεται και χαίρεται την εγγύτητα του Πατέρα του (Ιω. ιδ’ 23./ί’ Κορ. ιγ’ 16, στ’ 19. Α’ Ιω. β’24).

Όταν το Άγιο Πνεύμα ενώνεται με το δικό μας εγώ, δεν το εξουδετερώνει· όμως το Άγιο Πνεύμα είναι Εκείνο δια του οποίου κράζομε: Αββά ο Πατήρ (Ρωμ. η 15. Γαλ. δ’ 6). Αυτή η κραυγή είναι βασικά κραυγή του Αγίου Πνεύματος· όμως είναι και δική μας κραυγή, γιατί η παρουσία του Αγίου Πνεύματος δεν καταστρέφει τη δική μας προσωπικότητα, ούτε εξουδετερώνει το εγώ μας. Το Άγιο Πνεύμα δεν αντικαθιστά τη δική μας θέληση· ομιλεί μέσα μας και μας παρακινεί να κάνουμε και μείς το ίδιο. Αλλά πάντοτε έχουμε τη δυνατότητα να αρνηθούμε τη συνεργασία. Έτσι το Άγιο Πνεύμα συμμαρτυρεί όχι χωρίς το δικό μας πνεύμα, αλλά μαζί μ’ αυτό, ότι είμεθα τέκνα Θεού (Ρωμ. η’ 16).

Είναι η άκτιστη θεία ενέργεια, η χάρη του Αγίου Πνεύματος, που μας διοικεί (Ρωμ. η’ 14), με αποτέλε σμα να αισθανόμαστε την παρουσία του θείου προσώπου, να μεταβαίνουμε δηλαδή και πέρα από μια απλή αίσθηση της θείας χάρης: να κοινωνούμε μέσω αυτής με το ίδιο το πρόσωπο του Υιού και του Αγίου Πνεύματος σε μία κοι νωνία χάρης και αγάπης, μέσω της προσωπικής αγάπης του Υιού, που με την ενανθρώπισή Του άνοιξε την πόρτα της αγάπης του Θεού Πατρός.

Αυτή η νέα σχέση αγάπης που δημιουργείται με την ένωσή μας στο Σώμα του Χριστού με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος έχει βέβαια μεγάλες συνέπειες για την καθη μερινή μας ζωή:

Εάν όμως ο Χριστός είναι μέσα σας, τότε το σώμα σας είναι νεκρό δια την αμαρτία, αλλά το πνεύμα σας εί ναι ζωή ένεκα της δικαιώσεώς σας… Άρα λοιπόν, αδελ φοί, είμεθα χρεώσται όχι εις την σάρκα, δια να ζώμεν υπό την εξουσίαν της σαρκός, διότι εάν ζήτε κατά σάρκα, τό τε θα πεθάνετε, αλλά εάν δια του Πνεύματος θανατώνετε τας πράξεις του σώματος, τότε θα ζήσετε. Επειδή όσοι οδηγούνται από το Πνεύμα του Θεού, αυτοί είναι υιοί Θεού (Ρωμ. η’ 10-14).

Αυτός είναι λοιπόν ο δρόμος προς την υιοθεσία και αυτές οι συνέπειες της για τον άνθρωπο.

θ) Πνευματική αναγέννηση

Με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος τα πάντα γί νονται νέα. Μια καθολική αναγέννηση συμβαίνει στον άνθρωπο, αφού ο νους του, η καρδιά του, τα πάντα ανυ ψώνονται και λειτουργούν καθαρότερα.

Οι απόστολοι δεν είχαν από την αρχή το Άγιο Πνεύ μα γι’ αυτό δεν μπορούσαν να δουν με καθαρότητα τον Χριστό, να τον αναγνωρίσουν αληθινά. Αποτέλεσμα ή ταν να τον εγκαταλείψουν κατά το πάθος Του (Ματθ. κστ’ 56). Ούτε και τις προειδοποιήσεις Του μπόρεσαν να κατανοήσουν, πως βαδίζει σταθερά προς το πάθος και την ανάσταση (Ματθ. ιστ’21, ιζ’22-23. κ’ 18-19. Μάρκ. η’ 31, θ’ 31, ι’ 33-34. Λουκ. θ’22,44, ιη’ 31-33. Ιω. γ’ 14-15): Η σημασία των λόγων του Ιησού ήταν γι’ αυτούς κρυμμένη, δεν εννοούσαν τι έλεγε (Ιω. ιδ’ 14, 26, ιε’267, Λουκ. κδ’ 48. Πράξ. α’ 8).

Όταν όμως οι μαθητές επλήσθησαν από Πνεύμα Άγιον, τότε το Πνεύμα τους έγινε καινούργιο, γιατί ενώθη κε με το Πνεύμα το Άγιο, κι άρχισαν να κηρύττουν την εν Χριστώ σωτηρία με δύναμη (Πράξ. β’ 1-41. Πρβλ. Ιωήλ γ’ 1-5) κι έτσι εκπληρώθηκε πλήρως η προφητεία:

Θα δώσω σε σάς νέαν καρδίαν, καινούργιο πνεύμα…

θα δώσω το Πνεύμα μου σε σάς και θα σάς κάμω να βαδίζετε σύμφωνα

με τας εντολάς μου, να φυλάξετε και να τηρήσετε τα προστάγματα μου

(Ιεζ. λστ’ 26-27).

Το Πνεύμα το Άγιο δεν οδηγεί απλώς στην κατανόη ση των λόγων του Χριστού (Ιω. ιε’ 26, ιστ’ 13-14), αλλά στον ίδιο τον Χριστό (Α ‘ Κορ. ιβ’ 3, 11-18), και την αλη θινή ζωή (Ιω. ιδ’ 6), μέσω των ιερών μυστηρίων της Εκ κλησίας και ιδιαίτερα του βαπτίσματος, που πραγματο ποιεί την πνευματική μας γέννηση (Ιω. γ’3-5. Α ‘ Ιω. ιβ’ 13. Γαλ. δ’26-27. Τι’τ. γ’4-6), και της θείας ευχαριστίας (Ιω. στ’ 53).

Όταν μιλάμε για πνευματική αναγέννηση, εννοούμε το ίδιο πράγμα με την υιοθεσία, μέσω της σχέσης μας με τον Ιησού Χριστό, που είναι αληθινός Υιός του Θεού του ζώντος. Η παρουσία του Πνεύματος μέσα μας εξα σφαλίζει και την παρουσία του Χριστού κι έτσι γινόμα στε ναός του Αγίου Πνεύματος (Α’ Κορ. στ’ 19), τό πος κατοικίας του Θεού (πρβλ. Εφεσ. 6′ 18-22), άνθρω ποι πνευματικοί, όχι πλέον σαρκικοί.

Πνευματικός λοιπόν άνθρωπος είναι εκείνος που έλα βε το δώρο του Αγίου Πνεύματος και καθαρίστηκε από κάθε κηλίδα:

Βασιλεύ ουράνιε, παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας,

 ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν

και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος, και σώσον, Αγαθέ, τας ψυχάς ημών.

Όπως τα λαμπερά και διαφανή σώματα, όταν πέσει επάνω τους κάποια ακτίνα, λάμπουν περισσότερο και αν τανακλούν μεγαλύτερη λάμψη, έτσι και οι ψυχές που εί ναι πνευματοφόρες και οι ίδιες γίνονται φωτεινές και αν τανακλούν στους άλλους τη χάρη.

Εδώ οφείλεται η πρόγνωσις των μελλόντων, η κατανόησις των μυστηρίων, η γνώσις των απόκρυφων, η δια νομή των χαρισμάτων, η ουράνιος ζωή, η μετά των αγγέ λων συμβίωσις, η ατέλειωτος ευφροσύνη, η μετά του Θεού διαμονή, η ομοίωσις προς τον Θεόν, και το ανώτερον από όσα ημπορεί κανείς να επιθυμήσει, το να γίνει Θεός (Μ. Βασιλ.).

Και ο άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ προσθέτει πως η χάρη αναπτύσσεται σε εκείνον που θα γίνει κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος και γίνεται ένα με την ουσία του, όπως το προζύμι με το ζυμάρι.

Αγίω Πνεύματι πάσα ψυχή ζωούται και καθάρσει υψούται, λαμπρύνεται τη Τριαδική Μονάδι, ιεροκρυφίως, δηλαδή κάθε ψυχή αποκτά με το Άγιο Πνεύμα ζωή, ανυ ψώνεται με την κάθαρση και λαμπρύνεται μυστικά με την έλλαμψη του φωτός της Άγιας Τριάδος.

Με το Άγιο Πνεύμα, τα πάντα γίνονται στον άνθρωπο καινούργια. Τα δώρα που έλαβε η ανθρώπινη φύση του Χριστού γίνονται δικά μας δώρα ο άνθρωπος αναγεννάται ολόκληρος.

ι) Άκτιστη χάρη

Οι ορθόδοξοι πιστεύουμε πως άκτιστος δεν είναι μόνο ο Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιο, αλλά και η ενέργειά Του, η χάρη που φθάνει σε μας. Και πάλι εδώ δεν πρόκει ται για θεωρητική απασχόληση˙ η θέση που θα πάρουμε στο θέμα αυτό άφορα τη σωτηρία μας.

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ενωθεί με τον Θεό κατά φύσιν· γίνεται κοινωνός μόνο της θείας ενέργειας του Θεού, της χάρης του Αγίου Πνεύματος. Όμως αυτό δεν σημαίνει πως στην Πεντηκοστή δεν ήταν παρόν προσω πικώς το Πνεύμα το Άγιο ή δεν κατήλθε προσωπικώς για να μείνει στην Εκκλησία (Ιω. ιδ’ 16). Άλλωστε η Θεότητα δεν προσδιορίζεται τοπικά, ο Θεός είναι πάντο τε καιπανταχού παρών και δεν έχει ανάγκη να κατέλ θει.

Αυτό που μεταδόθηκε στους μαθητές δεν ήταν το πρόσωπο, αλλά η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αυτή η χάρη δεν ήταν κάτι που δημιούργησε ο Θεός εκείνη τη στιγμή, για να το προσφέρει, όπως κάποιος τεχνίτης δη μιουργεί κάτι, για να το προσφέρει σε αγαπώμενο πρόσω πο. Η θεία ενέργεια δεν προήρχετο έξω από την ουσία του Θεού, αλλά από μέσα, από την ίδια τη θεία ουσία, ή ταν συνεπώς άκτιστη και αιώνια.

Επειδή ήταν άκτιστη και προήρχετο από την ίδια την ουσία του Θεού, η ένωση του ανθρώπου μέσω αυτής δεν ήταν ένωση με κάποιο κτίσμα, αλλά πραγματική κοι νωνία με τον Θεό˙ όχι βέβαια κοινωνία ουσίας, αλλά κα τά χάριν, δηλαδή με βάση τη θεία ενέργεια. Γι’ αυτό λέ με πως γινόμαστε υιοί του Θεού, όχι κατά φύση, αλλά κα τά χάρη, με βάση την θεία ενέργεια του Θεού που είναι άκτιστη.

Η Ορθοδοξία εξασφαλίζει πραγματική κοινωνία με τον Θεό, απαλλαγμένη από κάθε πανθεϊστική και ινδουιστική αντίληψη. Σ’ αυτή την πραγματική κοινωνία ο άνθρωπος διατηρεί το δικό του εγώ και έρχεται σε προ σωπική σχέση με το Συ του Θεού χωρίς να συγχω νεύεται με τη θεία ουσία ή και να συγχέεται με αυτήν χωρίς η ανθρώπινη φύση να μετατρέπεται σε θεία φύση. Ο άνθρωπος διατηρεί την προσωπικότητα του και χαίρε ται την κοινωνία του Θεού.

Η διάκριση μεταξύ της ουσίας και των ενεργειών του Θεού αποκτά για τον ορθόδοξο χριστιανό σωτηριολογική σημασία. Με αυτόν τον τρόπο ξεχωρίζει την πίστη του από τις μη χριστιανικές θρησκείες βεβαιώνεται πως ο Θεός σέβεται την προσωπικότητα του άνθρωπου και ταυτόχρονα τον αγαπά και γι’ αυτό του δίνει τη δυνατότη τα, εάν και ο άνθρωπος το θελήσει, να υψωθεί μέχρι τοεπίπεδο της προσωπικής σχέσης και αληθινής κοινωνίας με τον Δημιουργό.Ακόμα και σ’ αυτή την κοινωνία, παρ’ όλον ότι ο άνθρωπος πυρακτούται και γίνεται ο ί διος θεός, μένει αυτό που τώρα είναι, άνθρωπος, πλημμυ­ρισμένος από τη δόξα του Θεού, δηλαδή από τη θεία χά ρη.

Γι’ αυτό λέμε πως η πίστη μας στη διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργείας (χάρης) και στην άκτιστη χάρη του Θεού, έχει πρωταρχική σημασία για τη σωτηρία μας.

α) Οι αρνητές του Αγίου Πνεύματος

Εάν η ορθή πίστη στο Άγιο Πνεύμα είναι απαραίτη τη για τη σωτηρία μας(Ιω. η’ 32, ιστ’ 13. Πρβλ. Μάρκ. γ’ 29), είναι βασικό να γνωρίζουμε πως θα φθάσουμε στην πίστη αυτή.

Η αγία Γραφή μας πληροφορεί πως πρέπει γι’ αυτό να έχουμε τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος (Α’ Κορ. θ’ 4). Βέβαια το Πνεύμα όπου θέλει πνεί (Ιω. γ’ 8), δεν μπορούμε να του βάλουμε περιορισμούς (Α’ Κορ. ιβ’ 11). Αλλά δεν μπορούμε να φθάσουμε στο Άγιο Πνεύμα έξω και μακράν του Σώματος του Χριστού.

Για να έλθει κανείς στον Πατέρα πρέπει να τον υψώ σει ο Υιός (Ιω. ιδ’ 6)· για να αναγνωρίσει κανείς τον Χριστόν ως Κύριον, πρέπει να έχει την συμπαράσταση του Αγίου Πνεύματος (Α’ Κορ. ιθ’ 3. Πρβλ. Ιω. ιε’ 26) Όμως το Άγιο Πνεύμα αποστέλλεται από τον Πατέρα στο όνομα του Χριστού (Ιω. ιδ’ 26). Ετσι δεν μπορεί να είναι ο στόχος μας η κατοχή του Αγίου Πνεύματος έξω και μακράν του Χριστού, έξω από το Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία (Γαλ. γ’ 27. Α’ Κορ. ιθ’ 12-27. Εφεσ. ε’ 23).

Το Πνεύμα το Άγιο δε δρα ανεξάρτητα από τον Υιό, ούτε βέβαια ανεξάρτητα και από τον Πατέρα· μεταξύ των τριών προσώπων υπάρχει ενότητα θέλησης και ενότητα ενέργειας (πρβλ. Ιω. η ’28-29, ιστ’ 12-15, 23-24, 26-28. Α ‘ Κορ. β’ 4-6). Γι’ αυτό άλλωστε και το Άγιο Πνεύμα δεν χαρακτηρίζεται μόνο ως το Πνεύμα του Θεού (Ματθ. γ’ 16. Α΄ Κορ. θ’ 10-14), αλλά και Πνεύμα του Υιού (Γαλ. δ’ 6) ή ακόμη Πνεύμα του Χριστού (Ρωμ. η’ 9) και νους Χριστού (Α’ Κορ. β’ 16). Αν θέλουμε λοιπόν να φθάσουμε στην επίγνωση του Πνεύματος, πρέπει να επιθυμήσουμε την αγάπη του Χριστού και την ένωσή μας με το Σώμα Του, την Εκκλησία.

      Κλείνοντας συνοψίζουμε πως με την Παρουσία του Αγίου Πνεύματος αποκαλύπτεται η αλήθεια για το πρό σωπο του Χριστού και η σωτηρία που συντελέσθηκε, γί νεται κτήμα του καθενός πιστού.

Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της πεν τηκοστής συνοδεύθηκε με το σημείο των γλωσσών, που ήταν σημείο για τους απίστους και σύμβολο τηςοικουμενικότητας του ευαγγελίου του Χριστού.

Για τους πιστούς δεν υπάρχει σήμερα αναγκαιότητα τέτοιου σημείου, που προξενεί εντύπωση στα μάτια των απίστων τα πνευματικά χαρίσματα είναι για τους πι στούς ανώτερα από τα θαύματα. Έτσι η συγχώρηση των αμαρτιών είναι μεγαλύτερο πράγμα από τη θεραπεία ενός παραλυτικού.

Το Άγιο Πνεύμα ήταν συνεργό στη δημιουργία του κόσμου και ολοκληρώνει την ανακαίνιση του. Εντάσσει και εγκεντρίζει τους πιστούς στο σώμα του Χριστού και τους καθιστά μετόχους της ζωής του Χριστού. Όλα τα αποτελέσματα του έργου του Χριστού ενεργοποιούν ται για τον κάθε πιστό με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, με αποτέλεσμα ο κάθε πιστός να γίνεται τέ­κνο Θεού κατά χάρη και μέτοχος της αγάπης του Θεού προς τον μονογενή Του Υιό, τον ένσαρκο Λόγο.

Αυτή η αγάπη του Πατέρα δεν αναιρεί την ανθρώπινη θέληση, γιατί το Άγιο Πνεύμα, που μας παρακινεί μέσα μας να ανοίξουμε σ’ αυτή τη Θεϊκή αγάπη, δε μας εκβιάζει και εμείς μπορούμε σε κάθε στιγμή να αρνηθούμε τη συνεργασία.

Το Άγιο Πνεύμα οδηγεί όχι απλώς στην κατανόηση των λόγων του Χριστού, αλλά στον ίδιο τον Χριστό, δρώντας με τα ίερά μυστήρια της Εκκλησίας μας. Με τα ιερά μυστήρια ο πιστός γίνεται τόπος κατοικίας του Θεού, πνευματικός άνθρωπος, που αντανακλά τη χάρη του Αγίου Πνεύματος γύρω του.

Το Πνεύμα του Θεού δεν είναι σαν το δικό μας πνεύ μα˙ έχει ιδιαίτερη υπόσταση, δηλαδή προσωπική ύπαρ ξη. Είναι Παράκλητος, όπως και ο Υιός και Λόγος του Θεού, δηλαδή της ίδιας ουσίας. Όμως είναι άλλος Πα ράκλητος, δηλαδή διαφορετικό πρόσωπο, που πέμπε ται δια του Ιησού Χριστού γι’ αυτό και ονομάζεται Πνεύμα Χριστού. Είναι η δύναμη του Θεού, όμως όχι τυφλή δύναμη, αλλά ενυπόστατη. Γι’ αυτό και δεν τίθε ται σε ενέργεια, αλλά θέτει σε ενέργεια, όπως συμβαίνει με κάθε πρόσωπο· έχει βούληση, συναίσθημα (αγαπά, λυ πάται, παρηγορεί), αυτοσυνειδησία. Επειδή είναι πρό σωπο, η χάρη Του, δηλαδή η θεία Του ενέργεια που φθά νει σε μας, μας χαρίζει την αγάπη του Θεού.

Χωρίς το Άγιο Πνεύμα, ο άνθρωπος μένει μόνος, χω ρίς ελπίδα. Γιατί το Άγιο Πνεύμα είναι ζωής χορηγός, μεταδίδει την κοινωνία με τον Πατέρα και τον Υιό,εν τάσσοντας τον πιστό στο Σώμα του Χριστού. Τα δώρα που μας χαρίζει το Άγιο Πνεύμα σ’ αυτό αποβλέπουν: στην ένταξη μας στο σώμα του Χριστού, στη μετοχή μας στη ζωή του Χριστού.

Ο λόγος της Γραφής μας βεβαιώνει πως το Άγιο Πνεύμα είναι ομοούσιο και ομόθρονο του Πατρός και του Υιού και μέτοχο των κοινών θείων ονομάτων Κύριος και Θεός. Τυχόν μειωτικές εκφράσεις στην άγια Γραφή α ναφέρονται σε σχέση με την πρώτη πηγή και αίτια από την οποία προαιώνια εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται ολόκληρη η αλήθεια· δη λαδή η ενότητα της ουσίας και η διάκριση των προσώ πων, με αποτέλεσμα να αποφεύγεται η αίρεση, που απει λεί τη σωτηρία του άνθρωπου.

Μέσα στην ενότητα του ενός Σώματος ο καθένας πι στός συνεχίζει να είναι το συγκεκριμένο πρόσωπο· δεν απορροφάται από το όλον. Γι’ αυτό και στη θεία λα τρεία και στη μυστηριακή ζωή μνημονεύεται ο καθένας με το όνομα του. Έλαβε από το Άγιο Πνεύμα το δικό του χάρισμα και καλείται να το χρησιμοποιήσει όχι εγωιστι κά, αλλά για την οικοδομή των άλλων μελών και για την αύξηση του όλου σώματος, μαζί με τη δική του, πνευματι κή αύξηση εν Χριστώ.

Ο απόστολος Παύλος αναφέρει: στον καθένα δίδε ται η φανέρωση του Πνεύματος για το συμφέρον στον ένα δίδεται δια του Πνεύματος λόγος σοφίας, στον άλλο λόγος γνώσεως κατά το αυτό πνεύμα, στον άλλον δε πίστις δια του αυτού πνεύματος· στον άλλο χαρίσματα θε ραπείας δια του αυτού πνεύματος, στον άλλον ενεργήμα τα δυνάμεων, στον άλλον προφητεία, στον άλλον δια­κρίσεις πνευμάτων, σε άλλον γένη γλωσσών, σε άλλον ερμηνεία γλωσσών. Όλα αυτά ενεργεί το ένα και το αυτό Πνεύμα, το οποίον τα διανέμει εις τον καθένα, όπως αυτό θέλει.

Όπως ακριβώς το σώμα είναι ένα, αλλά έχει πολλά μέλη, όλα δε τα μέλη του σώματος, αν και είναι πολλά, αποτελούν ένα σώμα έτσι και ο Χριστός. Διότι εις ένα Πνεύμα όλοι εμείς βαπτισθήκαμε και γίναμε ένα σώμα… Σεις είσθε σώμα Χριστού και μέλη εκ μέρους (Α’ Κορ. ιβ’7-27).

Η θεία ενέργεια δεν έχει την πηγή της έξω από τη φύση του Αγίου Πνεύματος· είναι άκτιστη και εγγυάται την κατά χάρη κοινωνία με τον Θεό. Διακρίνεται από την Θεία Ουσία και μας προφυλάσσει από τον κίνδυνο της σύγχυσης και της εξουδετέρωσης της δικής μας προσω πικότητας, αφού δεν είναι κοινωνία Ουσίας.

Τα δώρα του Πνεύματος δεν εξαναγκάζονται· προσ φέρονται με βάση τη θεία βούληση (Ιω. γ’ 8, Α’ Κορ. ιβ’ 11. ‘Εβρ. β’ 4), όχι με ανθρώπινες μεθοδεύσεις. Αν τα χαρίσματα αυτά ήσαν αποτέλεσμα ανθρώπινης προσπά θειας, θα ήσαν κτιστής τάξης, δεν θα αποτελούσαν πραγματική κοινωνία με τον Θεό. Αυτό μας βοηθεί να κα τανοήσουμε γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία δίνει ιδιαίτε ρη σημασία στη διδαχή της άκτιστης χάρης, ενώ ταυ τόχρονα διακρίνει τη θεία χάρη από τη Θεία Ουσία.

Αν η χάρη είναι κτιστή, δεν οδηγεί στη σωτηρία, γιατί η κοινωνία με κάτι κτιστό δεν μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην υπέρβαση της κτιστής του πραγματι κότητας και στην ένωση του με τον άκτιστο Θεό. Αν πάλι δεν υπήρχε διαφορά ανάμεσα στην Ουσία και στη Χάρη του Θεού, τότε η κοινωνία με τη θεία Ουσία θα εξα φάνιζε το πρόσωπο του άνθρωπου. Υπάρχει λοιπόν διά κριση ανάμεσα στην Ουσία και στη Χάρη του Θεού, που είναι άκτιστη, όχι κτιστή (δεν προέρχεται έξω από τη Θεία Ουσία), γι’ αυτό στην Ορθόδοξη Εκκλησία δια σώζονται και τα δύο: και η αληθινή Θεο-κοινωνία, και το ανθρώπινο πρόσωπο.

Αλλά η Θεία Χάρη δεν προσφέρεται χωρίς την ενεργό συμμετοχή του άνθρωπου. Τα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας δεν είναι πράξεις μαγικές· προϋποθέτουν τη συμ μετοχή του κάθε πιστού. Ο άγγελος του Κυρίου ανήγγει λε στην Παρθένο Μαρία: Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε, και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι· όμως και εκείνη έπρεπε να πει το γένοιτο! (Λουκ. α’ 35-38).

Η Ορθόδοξη πίστη στον Τριαδικό Θεό απομακρύνει τον πιστό από την κακοδοξία και την πλάνη και περι φρουρεί το μυστήριο της σωτηρίας του άνθρωπου. Όμως για να φθάσει ο άνθρωπος στην επίγνωση αυτής της σωτήριας αλήθειας, πρέπει να δεχθεί την πνοή του Άγιου Πνεύματος. Σ’ αυτή τη Θεία πνοή δε μπορούμε να βάλου με περιορισμούς, γιατί συντελείται σύμφωνα με τη Θεία βουλή. Όμως δεν υπάρχει τρόπος να φθάσουμε στη χάρη του Αγίου Πνεύματος ανεξάρτητα από το πρόσωπο του Υιού. Το Πνεύμα το Άγιο οδηγεί τον άνθρωπο στην επί­γνωση του Υιού, τον εντάσσει στο Σώμα του Χριστού, που είναι για τον άνθρωπο σωτηρία.

 πηγή: http://www.egolpion.com/proswpo_agiou_pnevmatos.el.aspx

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι είναι η «Εκκλησία»; του Μητροπολίτου Αχελώου κ. Ευθυμίου Κ. Στυλίου

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Μαΐου, 2010

 ekkl2.jpg

Τι είναι η «Εκκλησία»;

του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αχελώου

κ. Ευθυμίου Κ. Στυλίου

Η΄ Κυριακή: της Πεντηκοστής – Απόστολος: Πραξ. Β’ 1 -11

«Ήσαν άπαντες ομοθυμαδόν επί το αυτό…

και επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου»

Προοίμιον: Πενήντα μέρες, μετά την ένδοξη ανάσταση του Χριστού με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στους μαθητάς του Χριστού, καθιερώθηκε επίσημα η Εκκλησία, ένας θεσμός πού πρόκειται να επηρεάσει όλες τις ανθρώπινες γενεές, μέχρι το τέρμα της ιστορίας και μετά από αυτό. Τί είναι όμως ο θεσμός αυτός της Εκκλησίας;

α. Σύναξη στο όνομα του Χριστού: Η σημερινή περικοπή των Πράξεων μιλάει για το πρώτο χαρακτηριστικό της Εκκλησίας, λέγοντας ότι «όλοι όσοι πίστευαν στον Χριστό συγκεντρώνονταν στο ίδιο μέρος και ήσαν ενωμένοι, με μια ψυχή και μια καρδιά. Κοινή πίστη, κοινός τόπος συγκέντρωσης και ομοψυχία, να τα πρώτα βασικά στοιχεία της χριστιανικής Εκκλησίας, από την πρώτη στιγμή της ιδρύσεως της μέχρι σήμερα. Και ένα από τα τρία αυτά στοιχεία αν λείπει, Εκκλησία δεν υπάρχει. Μια σύναξη π.χ. πού γίνεται σε μια αίθουσα (κοινός τόπος) και αυτοί πού συγκεντρώθηκαν δεν πιστεύουν στον Χριστό, δεν μπορεί να ονομασθεί «Εκκλησία». Μπορεί να είναι ένας Σύλλογος, μια Εταιρία, ένας όμιλος, όχι όμως Εκκλησία. Επίσης, όταν υπάρχουν πιστεύοντες στον Χριστό, αλλά δεν συγκεντρώνονται σε κοινό τόπο, δεν υπάρχει Εκκλησία, αλλά μεμονωμένοι πιστοί. Άλλα και όταν λείπει η ομοψυχία από μια σύναξη πιστών, η σύναξη αύτη δεν είναι «χριστιανική», διότι λείπει το ουσιαστικότερο στοιχείο: η αγάπη!

β. Ενότητα εν Αγίω Πνεύματι: Τα μέλη της Εκκλησίας δεν είναι βέβαια, όμοια. Διαφέρουν στο φύλο, την ηλικία, το μορφωτικό και κοινωνικό επίπεδο. Ωστόσο, οι διαφορές αυτές υπερνικώνται μέσα στην εκκλησιαστική σύναξη, χάρη στην παρουσία και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Η πύρινη παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία απεργάζεται την άρρηκτη ενότητα των μελών της. Μέσα στις φλόγες του Αγίου Πνεύματος κατακαίγονται όλες οι μικρότητες και όλες οι ανθρώπινες αδυναμίες των πιστών. Και μέσα στη φωτιά του Αγίου Πνεύματος σφυρηλατείται η χρυσή εκείνη αλυσίδα, πού ενώνει πνευματικά όλους τους πιστούς, «εκ πάσης φυλής και γλώσσης». Γι΄ αυτό και μέσα στην Εκκλησία δεν γίνεται καμιά διάκριση ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, σε άνδρες και γυναίκες, σε ισχυρούς και αδύνατους, σε μαύρους ή λευκούς. Διότι όλοι οι άνθρωποι, δια της πίστεως στον Χριστό και δια της κοινωνίας του Αγίου Πνεύματος γίνονται ισότιμα μέλη της Εκκλησίας και συνιστούν έτσι το ένα και αδιαίρετο σώμα του Χριστού.

Επίλογος: Ο Θεός εμπόδισε παλαιά την οικοδόμηση του πύργου της Βαβέλ, με τη σύγχυση των γλωσσών, διότι στο έργο εκείνο οι άνθρωποι ενώθηκαν από αλαζονεία και ματαιοδοξία. Κατά την Πεντηκοστή, όμως, ο Θεός, με τις πύρινες γλώσσες του Άγιου Πνεύματος, κάλεσε τους ανθρώπους σε μια καινούργια ενότητα. Στην ενότητα της Εκκλησίας, πού βασίζεται όχι σε ανθρώπινα ιδιώματα, αλλά στο Άγιον Πνεύμα.

Πηγή:http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3586&Itemid=1

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή της Πεντηκοστής (Ιωαν. 7, 37-52)

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Μαΐου, 2010

jbfrtf.jpgΠεντηκοστή σήμερα, πλήρωμα και επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στους αγίους Αποστόλους αλλά και σε ολόκληρη την Εκκλησία, εκπλήρωση της υποσχέσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού ότι δεν θα εγκαταλείψει με την Ανάληψή Του τον κόσμο, αλλά θα στείλει τον Παράκλητο, για να κατευθύνει όλους μας και να συγκροτεί, με την ενοποιητική του δύναμη, ολόκληρο το σώμα της Εκκλησίας. Η περικοπή που διαβάζουμε κατά τη σημερινή Θεία Λειτουργία είναι χαρακτηριστική και μας μεταφέρει τόσο τα λόγια του Χριστού, όσο και τις αντιδράσεις των φαρισαίων, προσφέροντας σε όλους εμάς σήμερα το έναυσμα για να κάνουμε κάποιες σημαντικές σκέψεις.

 

Μέσα στο πλήθος που είχε μαζευτεί για τη γιορτή της σκηνοπηγίας, την οποία γιόρταζαν οι Εβραίοι πενήντα μέρες μετά το Πάσχα, στάθηκε ο Ιησούς και με δυνατή φωνή είπε: “Όποιος διψά, ας έλθει σε εμένα να πιει, γιατί όπως λέει η Γραφή, εκείνος που πιστεύει σε εμένα θα αναβλύσει από μέσα του ποταμούς ύδατος ζώντος”. Ο Ιωάννης μας εξηγεί ότι με τα λόγια αυτά ο Χριστός εννοούσε το Άγιο Πνεύμα, το οποίο επρόκειτο να λάβουν όσοι Τον είχαν πιστέψει, γιατί ακόμα δεν υπήρχε το Άγιο Πνεύμα ανάμεσα στους ανθρώπους, μιας που ο Ιησούς δεν είχε ακόμα δοξαστεί, με την Ανάσταση και την Ανάληψή Του στους Ουρανούς. Όπως πάντα, έτσι και σε εκείνη την περίσταση διχάστηκε το πλήθος, και άλλοι έλεγαν ότι ο Ιησούς είναι προφήτης, ενώ άλλοι Τον αμφισβητούσαν. Κάποιοι πάλι, απεσταλμένοι από τους Φαρισαίους, βρισκόντουσαν εκεί με σκοπό να συλλάβουν τον Ιησού, όμως τελικά δεν το αποτόλμησαν, θαυμάζοντας τα λεγόμενά Του. Οι φαρισαίοι αγανακτούν, λέγοντας “μήπως κι εσείς πλανηθήκατε; είδατε κανένα από τους άρχοντες ή από τους φαρισαίους να έχει πιστέψει σε αυτόν; αλλά ο όχλος ο καταραμένος τον πιστεύει, που δεν γνωρίζει το νόμο”. Τέλος, στο επιχείρημα του νομομαθούς Νικοδήμου, που είχε γνωρίσει τον Χριστό και είχε συνομιλήσει μαζί Του, ότι ο νόμος δεν κρίνει κανένα αν προηγουμένως δεν τον ακούσει, απαντούν υπεροπτικά ότι εφόσον ο Ιησούς προέρχεται από τη Γαλιλαία, δεν μπορεί να είναι προφήτης.

Η πρώτη σκέψη που απορρέει από τη σημερινή διήγηση του Ευαγγελίου είναι ότι ο Χριστός αποτελεί την πηγή της ζωής, του ζώντος ύδατος, που ξεδιψά κάθε άνθρωπο που πιστεύει στον Ιησού Χριστό. Το είπε στη Σαμαρείτιδα, μας καλεί και σήμερα να έρθουμε κοντά Του και να γίνουμε δοχεία της ζωοποιού και αγιαστικής δύναμης του Αγίου Πνεύματος. Γιατί έχει την δύναμη, όπως ακριβώς έγινε με τους αγίους Αποστόλους, που από φοβισμένους μαθητές τους μεταμόρφωσε σε μια στιγμή σε διάπυρους κήρυκες και διδασκάλους, να φωτίσει την ύπαρξή μας, να αγιάσει τη ζωή μας, να μας προσφέρει την βεβαιότητα της Αναστάσεως και της σωτηρίας. Το Άγιο Πνεύμα, το οποίο έστειλε ο Χριστός στον κόσμο, είναι εκείνο που ενεργεί την ενότητα στην Εκκλησία, είναι εκείνο που επιτελεί τα Μυστήρια, που κατευθύνει τους πνευματικούς μας πατέρες και μας προφυλάσσει από τις παγίδες του νοητού εχθρού. Χωρίς την παρουσία του Αγίου Πνεύματος οι Απόστολοι δεν θα τολμούσαν να βγουν από το υπερώο της Ιερουσαλήμ, ούτε να κηρύξουν με παρρησία στον κόσμο τα όσα έζησαν. Χωρίς την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, οι Μάρτυρες δεν θα παρέμεναν ακλόνητοι στην πίστη και θα υπέκυπταν στις απειλές των τυράννων. Χωρίς την παρουσία του Αγίου Πνεύματος η Εκκλησία θα είχε καταλυθεί από τους διώκτες της αλλά και από τις αιρέσεις που σε κάθε εποχή προσπαθούν να πλανήσουν τα μέλη της. Χωρίς την παρουσία του Αγίου Πνεύματος οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν θα μπορούσαν με ομοφωνία να ορθοτομήσουν την Αλήθεια, μέσα από τις Οικουμενικές Συνόδους.

Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος αποτελεί το κριτήριο της Αληθείας και της γνησιότητας, και αυτό είναι το δεύτερο σημαντικό μήνυμα της σημερινής εορτής. Οι Φαρισαίοι αρνούνται τον Ιησού, και προτάσσουν ως σημείο αυθεντικότητας της γνώμης τους ότι ούτε αυτοί ούτε οι άρχοντες πιστεύουν στον Χριστό, αλλά ο όχλος που δεν γνωρίζει το νόμο. Αυτό το επιχείρημα το ακούμε ακόμα και σήμερα, όταν κάποιοι θέλουν να αμφισβητήσουν τις αλήθειες του Ευαγγελίου και της πίστεώς μας. Μας λένε ότι εφόσον έτσι πράττουν οι επιφανείς και οι γραμματιζούμενοι, κατά τον ίδιο τρόπο οφείλουμε κι εμείς να κινούμαστε. Για την Εκκλησία όμως δεν αποτελεί κριτήριο η γνώμη των πολλών, ούτε των επιφανών, ακόμα και αν πρόκειται για τους ίδιους τους ποιμένες της, αλλά ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος. Στην περίοδο της εικονομαχίας, για παράδειγμα, ακόμα και επίσκοποι και πατριάρχες είχαν πλανηθεί και έγιναν πολέμιοι της εικόνας του Χριστού και των Αγίων. Όταν όμως συγκλήθηκε Σύνοδος σύμφωνα με την τάξη και την Παράδοση της Εκκλησίας, τότε το Άγιο Πνεύμα ήταν εκείνο που κατεύθυνε τη σκέψη των επισκόπων και των μοναχών σε ομοφωνία και έτσι έχουμε την Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο, η οποία και αποκατέστησε την αληθινή πίστη και την προσκύνηση των ιερών εικόνων.

Ας ευχηθούμε επομένως και ας προσευχηθούμε, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να προσφέρει πλούσια τη χάρη και το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος στη ζωή μας, ώστε να μας φωτίζει και να μας καθοδηγεί μέσα στην πολυφωνία και τη σύγχυση που επικρατεί στον κόσμο μας, ώστε να μας δείχνει πάντοτε την Αλήθεια και να μας προφυλάσσει από τις πλάνες και από τις παγίδες του εχθρού.

π. Χερουβείμ Βελέτζας

Πηγή:http://xerouveim.blogspot.com/2010/05/23-5-2010.html#more

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης, Η μακαριότης της Θείας Ζωής (Κυριακή της Πεντηκοστής)

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Μαΐου, 2010

ambonas.jpgΗ ΜΑΚΑΡΙΟΤΗΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΖΩΗΣ

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση

Εἶναι μεγάλη ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς. Θυμούμαστε τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στούς μαθητές καί χαιρόμαστε, γιατί ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐνεργεῖ καί σέ κάθε πιστό ἄνθρωπο καί τά ἀποτελέσματα εἶναι θαυμαστά. Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἀναφέρει σχετικά: “Τήν τελευταία μέρα τῆς ἑορτῆς, τήν πιό λαμπρή, στάθηκε ὁ Ἰησοῦς μπροστά στό πλῆθος καί φώναξε: “Ὅποιος διψάει, νά ᾽ρθεῖ σ᾽ ἐμένα καί νά πιεῖ. Μέσα ἀπό ᾽κεῖνον πού πιστεύει σ᾽ ἐμένα, καθώς λέει ἡ Γραφή, ποτάμια ζωντανό νερό θά τρέξουν”. Αὐτό τό εἶπε ὁ Ἰησοῦς ἐννοώντας τό Πνεῦμα, πού θά ἔπαιρναν ὅσοι θά πίστευαν σ᾽ αὐτόν. Γιατί τότε ἀκόμα δέν εἶχαν τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἐπειδή ὁ Ἰησοῦς δέν εἶχε ἀκόμη δοξαστεῖ μέ τήν ἀνάσταση”.

Εἶναι ἐνδιαφέρον νά δοῦμε ἐκεῖνον τόν ἄνθρωπο πού διψάει. Ποιός εἶναι, τί τοῦ συμβαίνει, τι ζητάει; Καί πῶς ὁ Χριστός τον ξεδιψάει; Ὁ Π.Ν. Τρεμπέλας, ἑρμηνεύοντας τό λόγο αὐτό τοῦ Χριστοῦ, σημειώνει: “Ἐάν κανείς αἰσθάνεται πόθον καί δίψαν ὄχι δι᾽ ἀγαθά ὑλικά καί φθαρτά, ἀλλά διά τήν ἐσωτερικήν γαλήνην καί τήν μακαριότητα τῆς θείας ζωῆς, ἄς ἔρχεται πρός ἐμέ διά τῆς πίστεως καί ἄς πίνῃ ἐλεύθερα. Πλησίον μου θά ἱκανοποιηθοῦν ὅλοι οἱ εὐγενεῖς του πόθοι καί θά εὕρῃ ἀνάπαυσιν ἡ ψυχή του. Ἀπό τήν καρδίαν καί τά βάθη τῆς ψυχῆς ἐκείνου, πού πιστεύει εἰς ἐμέ, σύμφωνα μέ τούς λόγους τῆς Γραφῆς, θά τρέξουν ποταμοί ὕδατος, πού θά εἶναι πάντα τρεχούμενο, διά να ποτίζεται ὄχι μόνον ὁ ἴδιος, ἀλλά καί οἱ ἄλλοι, πού ἔρχονται εἰς σχέσιν μ᾽ αὐτόν”.

Ὅλη αὐτή ἡ ἐσωτερική καλή ἀλλοίωση εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δυστυχῶς, οἱ ἄνθρωποι δέν ἔχουν τή δίψα τοῦ Θεοῦ, δέν πιστεύουν στό βαθμό πού πρέπει, γι᾽ αὐτό καί δέν γεύονται τή μακαριότητα τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Καί οἱ χριστιανοί πού τηροῦν τίς βασικές ἐντολές, δέν προχωροῦν σε κάτι ἀνώτερο. Βρίσκουν ἀνάπαυση στά συνήθη καί δέν ἀναζητοῦν κάτι περισσότερο καί κάτι καλύτερο. Εἶναι μακάριοι ἐκεῖνοι πού πάντα ἀναθεωροῦν καί προεκτείνονται, πού ἀναζητοῦν κάτι ἀνώτερο καί εἶναι ἀποφασισμένοι νά τό πετύχουν μέ τόν διαρκή πνευματικό ἀγώνα.

πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 14/5/2010

από:http://thriskeftika.blogspot.com/2010/05/blog-post_22.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μνημόσυνα

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Μαΐου, 2010

8ujhn.jpg– Πρωτ. Θεμιστοκλέους Χ. Χριστοδούλου, Δρ. Θεολογίας .

Τελευταία τείνει να επικρατήσει μια συνήθεια ισοπεδώσεως της περι μνημοσύνων Ορθοδόξου Παραδόσεως. Έτσι είθισται, ορισμένοι από τους πιστούς μας κατά τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων τους, να μην προσκομίζουν στο ναό κόλλυβα, αλλά αντί αυτών κουλουράκια, πίτες και διάφορα γλυκίσματα. Αντί του ζυμωτού προσφόρου να προσκομίζουν έτοιμα βιομηχανοποιημένα πρόσφορα. Αντί του προσφερομένου κόκκινου οίνου, να προσκομίζουν λευκό οίνο. Αντί της πατερικής φιλανθρωπίας, να εμφανίζεται μια τάση επιδείξεως και δωρεάς προς σωματεία και ιδρύματα, όχι με σκοπό τη χριστιανική βοήθεια. Στην ίδια σειρά τείνουν να ξεχασθούν και πολλές άλλες ακόμα παραδοσιακές συνήθειες, όπως: συνεχείς μνημονεύσεις των κεκοιμημένων κατά τις Θ. Λειτουργίες, ψυχωφέλιμες επισκέψεις στα κοιμητήρια αφ’ ενός μεν για τη φιλοσόφηση του μυστηρίου του θανάτου και αφ’ ετέρου για την κοινωνία μετά των κεκοιμημένων μας, μα και προσφορά προσφορών καθ’ όλην τη διάρκεια του εκκλησιαστικού έτους και ιδιαιτέρως κατά τα ψυχοσάββατα. Δωρεές και φιλανθρωπίες στα εκκλησιαστικά καθιδρύματα και τέλος τακτική τέλεση Θ. Λειτουργιών, Τρισαγίων και προσευχών.

Συνηθίζεται σήμερα το κόλλυβο να ανατίθεται στα γραφεία μνημοσύνων κι οι συγγενείς να εφησυχάζουν, αφού, όπως θέλουν να πιστεύουν, εκτελούν το χρέος προς τον κεκοιμημένο τους. Οι ναοί, όταν τελούνται μνημόσυνα, τείνουν να μοιάσουν με ανθόκηπους. Υπάρχει μια συνήθεια Δυτικής προελεύσεως, να ωραιοποιείται ο θάνατος ή με οποιοδήποτε τρόπο να περνά απαρατήρητος από τους ζωντανούς ανθρώπους. Η συνήθεια αυτή των μεγάλων στολισμών πρέπει να περικοπεί και να επικρατήσει το πατερικό μέτρο.

Ειδικότερα: χρειάζεται μια επιστροφή στην παράδοση που συνίσταται στη γνώση των τελουμένων κατά τα μνημόσυνα καθώς και στην ωφέλεια που πρέπει και επιβάλλεται να αποκομίζουν πρωτίστως οι κεκοιμημένοι μας από αυτά, δευτερευόντως δε και οι επιτελούντες αυτά.

Στα παραπάνω πρέπει να τονίσουμε και τη σημασία της συμμετοχής των συγγενών των κεκοιμημένων στη Θ. Ευχαριστία, η οποία συνδέεται άρρηκτα με το μυστήριο της μετανοίας. Δυστυχώς, συνηθίζεται σήμερα πολλοί από τους πιστούς μας, όταν πρόκειται να τελέσουν το μνημόσυνο συγγενών τους, να μην προσέρχονται από νωρίς στο ναό, όπου τελείται το μνημόσυνο, αλλά να παρίστανται την τελευταία στιγμή που θα διαβαστεί μόνο το δικό τους μνημόσυνο. Με αυτό τον τρόπο παραβλέπεται ένας βασικός παράγοντας που ορίζει, ότι η τέλεση του μνημοσύνου συνδέεται άρρηκτα με την προσφορά της αναιμάκτου Ευχαριστίας υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων. Και τούτο διότι το μνημόσυνο έχει ως προϋπόθεση πως πρέπει να συνδυάζεται με προσευχή και προετοιμασία, για την κοινωνία του Ποτηρίου, μέσα στο οποίο συνευρίσκεται η αληθινή κοινωνία των ζώντων και των κεκοιμημένων, εν ονόματι του εν Τριάδι Θεού μας. Όταν λοιπόν έχουμε μνημόσυνο, οφείλουμε, κυρίως για τον κεκοιμημένο μας, να βρισκόμαστε από νωρίς στο ναό, να προσευχόμαστε υπέρ αναπαύσεως του καθ’ όλη τη διάρκεια του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας και οπωσδήποτε να συμμετέχουμε σ’ αυτό.

Ακόμη και οι φίλοι και γενικότερα οι προσκεκλημένοι στα μνημόσυνα οφείλουν να καταθέσουν ως προσφορά την προσευχή τους, για την ανάπαυση του κεκοιμημένου φίλου τους. Σήμερα συνηθίζουν πολλοί να περιμένουν έξω από το ναό, μέχρι να φθάσει η ώρα της ακολουθίας του μνημοσύνου. Όταν δε αρχίσει το μνημόσυνο παρατηρείται ένας στιγμιαίος συνωστισμός, ποιος θα πρωτοβρεθεί πιο κοντά στο κόλλυβο και ιδιαιτέρως πιο κοντά στα συγγενικά πρόσωπα του κεκοιμημένου, για να δείξει ότι είναι συνεπής σ’ αυτήν την εκδήλωση συμπαθείας, όπως είθισται τελευταίως να αποκαλείται το μνημόσυνο. Όμως το μνημόσυνο έχει ως σκοπό της τελέσεώς του την προσφορά της προσευχής για την ανάπαυση του κεκοιμημένου.

Ένα ακόμη στοιχείο που πολλές φορές τείνει να γίνει συνήθεια, εις βάρος της οφελείας των μνημοσύνων, είναι και οι αναξίως προσερχόμενοι στα άχραντα Μυστήριο. Πολλοί δηλαδή εκ των συγγενών του κεκοιμημένου συμμετέχουν στα άχραντα Μυστήριο μόνο για το θεαθείναι και για «τα μάτια του κόσμου». Τη συνήθεια αυτή τη στηλιτεύουν πολλοί από τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας ενώ υπάρχουν και ιεροί κανόνες που απαγορεύουν τη χωρίς προετοιμασία Θεία Μετάληψη.

Από:http://www.alopsis.gr/alopsis/mnimosin.htm

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το άναμμα των κεριών και των καντηλιών, του Ιωάννη Στεφανογιάννη

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Μαΐου, 2010

ros121.jpgΤο άναμμα των κεριών και των καντηλιών στη θρησκευτική μας παράδοσητου Ιωάννη ΣτεφανογιάννηΣυγγραφέα – Αρθρογράφουαπό το περιοδικό «Χριστός και Κόσμος», τεύχος 26, Μάρτιος – Απρίλιος 2010

Κάθε εὐλαβής Χριστιανός, ἀπό πολύ μικρή ἡλικία, μαθαίνει νά ἀνάβει κεριά στήν ἐκκλησία, ὡς ἀναπόσπαστο κομμάτι τῆς συμμετοχῆς του στά μυστήρια τῆς θρησκείας μας. Παρά τό γεγονός, ὅμως, ὅτι τό ἄναμμα τῶν κεριῶν ἀποτελεῖ καθιερωμένη θρησκευτική πρακτική, οἱ περισσότεροι πιστοί δέν γνωρίζουν ποιά εἶναι ἡ ἀκριβής σημειολογία αὐτῆς τῆς ἐνέργειας.

Οἱ πρῶτες ἀναφορές γιά τή χρήση φωτιᾶς στό θρησκευτικό τελετουργικό εἶναι πολύ παλιές, ἐνῶ στήν Παλαιά Διαθήκη ἀναφέρεται, γιά πρώτη φορά, ὅτι πρό τοῦ θυσιαστηρίου ἔκαιε ἡ «ἑπτάφωτος» λυχνία. Τόσο τά κεριά, ὅσο και τά καντήλια, ἀρχικά ἐξυπηρετοῦσαν πρακτικές ἀνάγκες, ἀφοῦ μετρίαζαν το σκοτάδι στή διάρκεια τῶν προσευχῶν πού γίνονταν τή νύχτα, ἐνῶ ἀργότερα, περισσότερο κατά τά χρόνια τῶν διωγμῶν, προσέλαβαν διάφορους συμβολισμούς.

Πολλές εἶναι οἱ βιβλικές ρήσεις πού ἀναφέρονται στό ἄναμμά τους, ὅπως: «Ἐκεῖνος (ὁ Βαπτιστής) ἦν ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καί φαίνων» (Ἰωάν. ε, 35), ἐνῶ ὁ φωτισμός τῶν ἱερῶν τόπων τῆς λατρείας τῶν Χριστιανῶν συμβόλιζε τήν προτύπωση τήν φωτεινῆς ζωῆς πού ὄφειλαν νά ζοῦν. Ἀπό ἀνασκαφές σέ κατακόμβες ἤ ἄλλους λατρευτικούς χώρους, ἔχουν βρεθεῖ λυχνίες καί κανδῆλες διαφόρων μεγεθῶν καί σχημάτων, οἱ ὁποῖες φέρουν ἐπιγραφές ὅπως: «Φῶς ἐκ φωτός» καί «Ἐγώ εἰμί ἡ Ἀνάστασις». Ἀναφέρεται, ἀκόμη, ὅτι ὁ Μωυσῆς διέταξε τούς Ἰσραηλίτες νά τροφοδοτοῦν μέ λάδι «ἄτρυγον καθαρόν» τή λυχνία τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου.

Τό καντήλι στό σπίτι

Σέ κάθε χριστιανικό σπίτι οἱ πιστοί διαθέτουν ἕνα χῶρο μέ εἰκονίσματα, πού βρίσκεται σέ ἐμφανές σημεῖο τοῦ σπιτιοῦ ὥστε νά εἶναι εὔκολα ὁρατός καί προσεγγίσιμος, ἐνῶ μπροστά τους πρέπει νά καίει ἕνα καντήλι. To καντήλι μπορεῖ νά εἶναι διαφόρων μεγεθῶν ἤ τύπων καί εἶναι προτιμότερο νά διαθέτει κάλυμμα, ὥστε νά ἀποτραπεῖ ὁ κίνδυνος νά πεταχτεῖ θρυαλλίδα καί νά προκληθεῖ πυρκαγιά. Ἐπίσης, ἐπειδή ὅ,τι ἀφιερώνουμε στό Θεό πρέπει νά εἶναι ἄριστο, ὀφείλουμε νά τοποθετοῦμε στό καντήλι πολύ καλῆς ποιότητας λάδι καί μάλιστα ἐλαιόλαδο καί ὄχι σπορέλαιο, ἀφοῦ τό καθαρό λάδι συμβολίζει καί τήν καθαρότητα τῶν προθέσεών μας.

Τό φυτίλι παλαιότερα ἀποτελοῦνταν ἀπό βαμβακερή κλωστή συγκεκριμένου πάχους, πού βυθίζονταν στό λάδι μέ εἰδικό μηχανισμό, ἀπορροφώντας το, ὥστε νά τροφοδοτήσει τήν καιόμενη ἄκρη του. Σήμερα τά περισσότερα φυτίλια εἶναι συνθετικά καί τοποθετοῦνται σέ εἰδική καντηλήθρα ἀπό φελλό.

Τά χρησιμοποιημένα φυτίλια δέν πρέπει νά πετάγονται στά σκουπίδια, ἀλλά νά φυλάσσονται σέ ἕνα κουτάκι καί νά ἀφήνονται εἴτε σέ κάποια γλάστρα, εἴτε στόν κῆπο.

Ἡ Ἀκοίμητη Κανδήλα

Στό Ἅγιο Βῆμα, μπροστά στό Ἅγιο Ἀρτοφόριο ὅπου φυλάσσεται τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἀνάβει ἡ Ἀκοίμητη Κανδήλα. Ἐπίσης, πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα, κατά τή διάρκεια τῆς Ἱερᾶς Ἀκολουθίας, βρίσκονται ἀναμμένες συνήθως δύο κανδῆλες, ἀργυρές ἤ ἐπίχρυσες. Μπροστά ἀπό τίς ἱερές εἰκόνες τοῦ τέμπλου, ἀκόμη, καῖνε κρεμαστές κανδῆλες μέ καθαρό λάδι, τοῦ ὁποίου ἡ εὐωδία ἀναμειγνύεται μέ τό ἄρωμα τοῦ καθαροῦ κεριοῦ καί τοῦ λιβανιοῦ, ἐνισχύοντας τήν ἀτμόσφαιρα κατάνυξης πού συναντοῦμε στίς ἐκκλησίες μας.

Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι ἡ ἀντικατάσταση τῆς Ἀκοίμητης Κανδήλας μέ ἠλεκτρικά λαμπιόνια, σύμφωνα μέ πολλούς ἁγίους της ἐκκλησίας μας, δέν θά πρέπει νά γίνεται σέ καμία περίπτωση. Πρέπει, ἀκόμη, νά τονισθεῖ ὅτι τό ἄναμμα τοῦ καντηλιοῦ δέν γίνεται ἐπειδή τό ἔχει ἀνάγκη ὁ Θεός, ἀλλά ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ νά Τοῦ δείξει τήν εὐλάβειά του.

Ὁ συμβολισμός τῶν καντηλιῶν

Τό καντήλι πρέπει νά ἀνάβει μέ εὐλάβεια κάθε πρωΐ, ἐνῶ ἡ φλόγα του μπορεῖ νά διαρκέσει μέχρι τό βράδυ. Ὑπάρχουν πολλοί λόγοι γιά τούς ὁποίους πρέπει οἱ Ὀρθόδοξοι νά ἀνάβουμε τό καντήλι, ὅπως γιά νά μᾶς θυμίζει τήν ἀνάγκη γιά προσευχή, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τό μόνο ἀληθινό Φῶς καί ἡ πίστη σέ Αὐτόν εἶναι Φῶς, ὅτι ἡ ζωή μας πρέπει νά εἶναι φωτεινή, ὅτι, ὅπως τό καντήλι ἀπαιτεῖ τό δικό μας χέρι γιά νά ἀνάψει, ἔτσι καί ἡ ψυχή ἀπαιτεῖ τό χέρι τοῦ Θεοῦ, τή Χάρη Του δηλαδή, ἀλλά καί ὅτι πρέπει τό θέλημά μας νά καεῖ καί νά θυσιαστεῖ γιά τήν ἀγάπη πρός τό Θεό.

Ὁ πιστός κατά τή διάρκεια τοῦ ἀνάμματος σιγοψιθυρίζει τό «Δόξα σοι τῷ δείξαντι τό φῶς» καί κάτω ἀπό τό καντήλι πραγματοποιεῖ συνήθως τήν καθημερινή του προσευχή. Τό ἄναμμα τοῦ καντηλιοῦ ἀποτελοῦσε ἀνέκαθεν μία πολύ διαδεδομένη θρησκευτική συνήθεια, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε χριστιανικό σπίτι πού νά μήν τό φώτιζε τό ζωοδόχο φῶς του. Ὑπάρχουν, ἐπίσης, τά προσκυνητάρια τῶν δρόμων, ὅπου οἱ πιστοί ἀνάβουν καντήλια γιά νά εὐχαριστήσουν τό Θεό πού τούς βοήθησε νά γλιτώσουν τή ζωή τους μετά ἀπό κάποιο δυστύχημα. Πρέπει νά τονιστεῖ, ἀκόμη, ὅτι τό λάδι πού καίει στά καντήλια μας, συμβολίζει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ πού φανερώθηκε ὅταν ἡ περιστερά τοῦ Νῶε ἐπέστρεψε στήν Κιβωτό γιά νά σημάνει τήν παύση τοῦ κατακλυσμοῦ, ἔχοντας στό ράμφος της κλάδο ἐλαίας, ἤ ὅταν ὁ Ἰησοῦς, καθώς προσευχόταν ἐκτενῶς, ἐπότιζε μέ τούς θρόμβους τοῦ ἱδρῶτος Του τήν ἐλιά, κάτω ἀπό τά κλαδιά τῆς ὁποίας γονάτισε τήν μαρτυρική ἐκείνη νύχτα, στό Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.

Ὅσον ἀφορᾶ τόν εἰδικότερο συμβολισμό του, τό ἄναμμα τοῦ καντηλιοῦ συμβολίζει τό φῶς τοῦ Χριστοῦ πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο, τή ρήση τοῦ Κυρίου μας ὅτι πρέπει νά εἴμαστε οἱ χριστιανοί τά φῶτα τοῦ κόσμου, ἀλλά καί τό γεγονός ὅτι προσφέρεται ὡς θυσία σεβασμοῦ καί τιμῆς πρός τό Θεό καί τούς ἁγίους Του.

Τά κεριά στήν ἐκκλησία

Ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, πού ἔχει ἑρμηνεύσει πολλά σημεῖα τῆς θρησκευτικῆς μας λατρείας, ἀναφέρει ὅτι τό ἄναμμα τῶν κεριῶν στήν ἐκκλησία ἔχει 6 συμβολισμούς, δηλαδή συμβολίζει:

α) τήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς μας, διότι παρασκευάζεται ἀπό ἁγνό κερί μέλισσας,

β) τή Θεία Χάρη, ἐπειδή τό κερί προέρχεται ἀπό εὐωδιαστά ἄνθη,

γ) τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, πού λάμπει καί φωτίζει στό σκοτάδι,

δ) τή θέωση, στήν ὁποία πρέπει νά φτάσει ὁ πιστός, ἐπειδή τό κερί ἀνακατεύεται μέ τή φωτιά καί τῆς δίνει τροφή,

ε) τήν πλαστικότητα τῆς ψυχῆς μας, ἀφοῦ πάνω στό κερί μποροῦμε εὔκολα νά χαράξουμε ὅ,τι θελήσουμε,

στ) τήν ἀγάπη καί τήν εἰρήνη πού πρέπει νά ἀποτελοῦν βασικά χαρακτηριστικά κάθε πιστοῦ, ἐπειδή τό κερί καίγεται ὅταν φωτίζει, ἀλλά καί παρηγορεῖ τόν ἄνθρωπο χαρίζοντάς του φῶς στό σκοτάδι τῆς ζωῆς του.

Ἕνας ἄλλος ἅγιος της ἐκκλησίας μας, ὁ Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἀναφέρει στά γραπτά του τίς 6 δικές του ἐκδοχές γιά τίς ὁποίες ἀνάβουμε κεριά στήν ἐκκλησία (Ἑορτοδρόμιον, σ. 433).

α) Γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι τό ἀληθινό καί μοναδικό φῶς πού φωτίζει τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου,

β) Γιά νά δείξει ὁ πιστός ὅτι ἔχει χαρά στήν ψυχή του,

γ) Γιά νά τιμήσουμε τούς ἁγίους καί τούς μάρτυρες τῆς πίστης, ὅπως οἱ πρῶτοι Χριστιανοί,

δ) Γιά τή διάλυση τοῦ σκοταδιοῦ τῆς νύχτας καί τήν παρηγοριά τῶν ἀνθρώπων ἀπό τό φόβο τοῦ σκότους,

ε) Γιά νά συγχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες ὅσων ἀνάβουν τό κερί, ἀλλά καί ἐκείνων ὑπέρ τῶν ὁποίων τό ἀνάβουν,

στ) Γιά νά συμβολισθοῦν τά καλά μας ἔργα, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: «οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν Πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς».

Ὁ συμβολισμός τῶν κεριῶν

Ὁ εὐσεβής Χριστιανός, ἀνάβοντας κερί στήν ἐκκλησία, θυμᾶται ὅτι πρέπει νά ζεῖ μέσα στό φῶς πού πῆρε ἀπό τή βάπτισή του, πού ὀνομάζεται καί Φώτισμα. Γιά τό λόγο αὐτό, κατά τή διάρκεια τοῦ μυστηρίου τῆς βάπτισης κρατᾶμε ἀναμμένες λαμπάδες, πού ἀποτελοῦν τό «πῦρ τῆς Πεντηκοστῆς», τό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο ἀνανεώνεται κάθε φορά πού συμμετέχουμε στή Θεία Λειτουργία. Ἔτσι, ἐπειδή κάθε φορά πού κοινωνοῦμε καί προσευχόμαστε ἀναζωπυρώνουμε τή φωτιά πού καίει στήν ψυχή μας, ψάλλουμε στό τέλος της: «Εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὔρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες».

Οἱ ἅγιοι τῆς χριστιανοσύνης, παραδεχόμενοι ὅτι βρίσκονται στό σκοτάδι τῆς ἄγνοιας καί τῆς ἁμαρτίας, ἀναζητοῦν τή λύτρωση μέσα ἀπό τή λαμπρότητα τοῦ θεϊκοῦ φωτός. Ἐπίσης, τό κερί, καθώς καίγεται, φωτίζει τό περιβάλλον του. Ἔτσι καί ὁ συνειδητός χριστιανός, ὅταν θυσιάζεται γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, φωτίζει τούς συνανθρώπους του καί τούς δείχνει τόν δρόμο τῆς σωτηρίας.

Μία παλιά θρησκευτική παράδοση Τό ἄναμμα τοῦ κεριοῦ ἀποτελεῖ ἐδῶ καί αἰῶνες ἀναπόσπαστο κομμάτι τόσο τῶν θρησκευτικῶν μας παραδόσεων, ὅσο καί τῆς εὐλάβειας τῶν πιστῶν, ἀποτελώντας ἔκφραση τῆς πίστης τους στόν Τριαδικό Θεό καί στήν ἀναζήτηση τῆς ἐνίσχυσής Του στόν καθημερινό πνευματικό τους ἀγώνα. Ὅταν ὁ πιστός εἰσέρχεται στόν ναό, πρέπει νά ἀνάβει στό μανουάλι ἕνα κερί γιά τούς ζῶντες κι ἕνα κερί γιά τούς τεθνεῶτες συγγενεῖς καί προσφιλεῖς του συνανθρώπους. Τό ἄναμμα τοῦ κεριοῦ πρέπει πάντοτε νά συνοδεύεται μέ λόγια προσευχῆς. Γιά τούς ζῶντες ὁ πιστός ζητᾶ εὐλαβικά τό ἔλεος καί τήν προστασία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ γιά τούς τεθνεῶτες τή θεία εὐσπλαχνία καί τήν αἰώνια σωτηρία τους.

Σέ μία παλαιότερη ὁμιλία του, ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος, τονίζοντας τήν ἀνάγκη γιά ἐπιστροφή στή λειτουργική παράδοση τῆς ἐκκλησίας μας, εἶχε προτείνει: «Κατάργηση, σύν τῷ χρόνῳ, καί ὅπου τοῦτο ἐγχωρεῖ, τῶν ἠλεκτρικῶν κανδηλίων καί ἠλεκτρικῶν κηρίων, τοῦ διακοσμητικοῦ τούτου ψεύδους, τό ὁποῖον ἀλλοιώνει τό εὐχαριστιακόν γεγονός εἰς θρησκευτικόν “θέαμα”. Τό λάδι καί τό κερί “προσφέρονται” καί αὐτά κατά τινά τρόπον ὡς βοηθητικά στοιχεῖα τῆς κατ’ ἐξοχήν προσφορᾶς τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ».

Μία ἐσωτερική ἀνάγκη

Τό ἄναμμα τοῦ καντηλιοῦ ἤ τοῦ κεριοῦ ἀπό μόνο του δέν ἀποτελεῖ ἄλλοθι γιά τήν ἐκπλήρωση τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων τοῦ κάθε πιστοῦ, ἀλλά ἀντίθετα, γιά νά διατηρήσει τόν πολυποίκιλο συμβολισμό του, θά πρέπει νά συνοδεύεται ἀπό μία ἐνάρετη χριστιανική ζωή. Μόνον μέ αὐτόν τόν τρόπο ὁ καλός χριστιανός θά μπορέσει νά ἐκφράσει ἀπερίσπαστος τήν ἐσωτερική του εὐλάβεια καί θρησκευτικότητα, ἀλλά καί νά ἀντλήσει τή μέγιστη πνευματική ὠφέλεια πού ἀπορρέει ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ.

πηγή: http://www.imks.gr/artman2/uploads/1/Per_Mart__April_2010_internet.pdf

από:http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3575&Itemid=1

 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ηθική, η αγιότητα και ο Μέγας Κωνσταντίνος

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Μαΐου, 2010

konstantin1.jpgΜητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ.κ. Νικολάου

Θα ήθελα να δώσουμε λίγο περισσότερο προσοχή στη διαφορά του ηθικού από το άγιο. Πόσο λάθος είναι αυτό το σωστό πού διακηρύσσουμε και στα παιδιά μας. Θέλουμε να κάνουμε τα παιδιά μας σωστά και θέλουμε κι εμείς οι ιερείς να φτιάξουμε σωστούς χριστιανούς. Θα σας πώ πόσο λάθος είναι αυτό το σωστό πού θέλουμε να κάνουμε. Έρχεται η αγκαλιά της Εκκλησίας μας την περίοδο αυτή του Τριωδίου και μας δημιουργεί αιφνιδιασμούς τους οποίους δεν τους καταλαβαίνουμε δυστυχώς. Συγκρίνει την πρώτη Κυριακή έναν Φαρισαϊο -έναν άνθρωπο της θρησκείας, της ελεημοσύνης, των αγαθών έργων, έναν σωστό- με έναν Τελώνη -έναν άνθρωπο της εκμετάλλευσης, της σκληρότητας, τέτοιοι ήταν οι τελώνες- πού δεν είχε τίποτε άλλο εκτός από τη συντριβή και την ταπείνωση της στιγμής. Και ο Κύριος προκρίνει τον δεύ¬τερο· όχι τον ηθικό, όχι τον σωστό αλλά τον μετανιωμένο.

Την επόμενη Κυριακή η Εκκλησία μας παρουσιάζει έναν άσωτο, ο οποίος με θράσος παίρνει το πιβάλλον μέρος της ουσίας του από τον πατέρα του. Φεύγει και ζει έκλυτο και ακόλαστο βίο. Κατασπαταλά και καταστρέφει τα πάντα. Τελικώς «έρχεται εις εαυτόν» και επιστρέφει στο σπίτι του. Κι εκεί ο πατέρας κάνει μία μεγάλη αδικία υπέρ αυτού· την αδικία του να τον συγχωρήσει, του μην του απονείμει αυτό πού τού άξιζε και πού θα έπρεπε νά του αποδώσει βάσει του νόμου και του δικαίου, τηρεί το δίκαιο. Και τον συγκρίνει η Εκκλησία μας έναν πρεσβύτερο αδερφό, ο οποίος μάλιστα όταν γύρισε ο άσωτος έλειπε στη δουλειά ο κακομοίρης. Χρόνια διακονούσε μέσα στο σπίτι. Ήταν παιδί του σπιτιού και της εργασίας. Εμφανίζει όμως μία σκληρότητα τέτοια ώστε στη σύγκριση μεταξύ των δύο μπαίνει ο μεγάλος αδερφός στον παρονομαστή και ο άσωτος στον αριθμητή.

Και φτάνουμε στη Μεγάλη Εβδομάδα. Από τη μία μεριά ένας ληστής, ένας εκατόνταρχος, ο επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος. Μία πόρνη τη Μεγάλη Τετάρτη και από την άλλη μεριά οι μαθητές, αυτοί που τόσα χρόνια ήταν μαζί με τον Κύριο, οι σωστοί πού ενοχλούντο από τη Χαναναία ή τους συνοδούς του παραλυ¬τικού. Οι δεύτεροι εγκαταλείπουν, κάποιος αρνείται, ένας προδίδει. Οι πρώτοι μόνον ομολογούν. Μάλιστα η πόρνη ούτε λέξη δεν βγάζει, απλώς κάνει μία πράξη. Και προκρίνονται αυτοί πού δεν είναι ηθικοί, όπως η πόρνη· αυτοί πού είναι σκληροί, όπως οι τελώνες· αυτοί πού ζουν μετά πόρνων, όπως ο άσωτος· αυτοί πού έρχονται να επι¬βεβαιώσουν τον θάνατο του Κυρίου, όπως ο εκατόνταρ¬χος. Και τελικά χάνουν το παιχνίδι οι μαθητές, ο πρεσβύ¬τερος υιός, ο Φαρισαίος.

I. Οι εκπλήξεις του θεού

Στο Ευαγγέλιο της Μεγάλης Τετάρτης το βράδυ υπάρχει μια υπέροχη μικρή περικοπή, η οποία με έναν μυστικό τρόπο δείχνει το κριτήριο του Θεού, απόλυτα συμβατό με τα προηγούμενα. Διαβάζουμε από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο μια περικοπή κατά την οποία διαπληκτίζονται οι μαθητές, λίγο προ του Μυστικού Δείπνου και της παραδόσεως των Μυστηρίων, ποιος θα είναι πρώτος. Και αντί ο Κύριος να τους επιπλήξει, αφού τους λέει ότι αυτός πού θα επιλέξει τη θέση του τελευταίου θα είναι πρώτος, λέει «υμείς δε έστε οι διαμεμενηκότες μετ΄ εμού εν τοις πεφασμοίς μου» (Λουκ. κβ’ 28). Τους επαινεί διότι αυτοί οι οποίοι τελικώς έχουν μείνει κοντά και μαζί του στους πειρασμούς του. Και γι΄ αυτό τους υπόσχεται το εξής: «Καγώ διατίθεμαι υμίν καθώς διέθετα μοι ο πατήρ μου βασιλείαν, ίνα εσθίητε και πίνητε επί της τραπέζης μου εν τη βασιλεία μου» (στ. 29). Και κάτι ακόμη «και καθίσεσθε επί θρόνων κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ» (στ. 30).

Ενώ αποδεικνύεται, ότι είναι φιλόδοξοι, φίλαρχοι – όχι μόνον ο Ιωάννης και ο Ιάκωβος αλλά και όλοι οι υπόλοι¬ποι, αφού ενοχλήθηκαν επειδή και αυτοί φιλοδοξούσαν ποιος θα είναι πρώτος, ο Κύριος στην ουσία αγνοεί την αδυναμία τους και παρά πάσαν προσδοκίαν τους υπόσχεται ανταμοιβές. Επαινεί ότι μείνανε μαζί Του εν τοις πειρασμοίς Του, ποιοί; αυτοί πού αμέσως μετά στη Γεθσημανή θα Τον αφήσουν και στον σταυρό θα Τον εγκαταλείψουν. Και προχωρεί ότι για εσάς έχω ετοιμάσει τέτοια τράπεζα στη Βασιλεία μου σαν αυτή πού μου έχει ο Πατέρας μου. Φοβερό πράγμα! Μιλάει για καινό δεί¬πνο και λέει ότι οι μαθητές θα κρίνουνε τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ και αμέσως μετά κάνει μία αποκάλυψη στον Πέτρο και του λέει ότι θα Τον αρνηθεί. Μιλάει σε αρνητές, μιλάει σε δειλούς, μιλάει σε φιλόδοξους και τους προσφέρει, χωρίς να τους καταλογίζει τα ελαττώματά τους, υποσχέσεις καινής ζωής, καινής βασιλείας, να κρί¬νουν τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Είναι δυνατόν; Τί άραγε να σημαίνουν όλα αυτά;

Επιτρέψτε μου να προσθέσω και κάτι ακόμη. Αύριο γιορτάζουμε τον Μεγάλο Κωνσταντίνο. Υπάρχει μεγάλη αμφισβήτηση στην αγιότητα αυτού του αγίου Προσώπου. Γιατί; Γιατί ο κόσμος έχει ηθική και όχι πνευματική αντίληψη περί των αγίων. Ισχυρίζονται ότι, ως αυτοκράτορας, ήταν υπεύθυνος για να σκοτωθούν τόσοι άνθρωποι. Τα γράφουν οι εφημερίδες, μας τα λένε οι μαθητές μας στο σχολείο ως επιχειρήματα, τα σκεφτόμαστε κι εμείς στο μυαλό μας ως πειρασμούς και διερωτώμεθα μήπως και δε είναι άγιος ο Μέγας Κωνσταντίνος και κακώς γιορτάζουν οι μισοί Έλληνες εκείνη την ημέρα;

Ας δούμε όμως, γιατί είναι άγιος ο Μέγας Κωνστα¬ντίνος. Για τον ίδιο λόγο πού είναι άγιος ο ληστής. Για τον ϊδιο λόγο πού είναι αγία η πόρνη. Και μάλιστα είναι μεγά¬λος άγιος. Ο Θεός ξέρει γιατί αυτόν χρησιμοποίησε για να εδραιώσει την Εκκλησία, για να την απελευθερώσει, για να την αποδεσμεύσει. Η Εκκλησία δεν τιμά τα ηθικά του κατορθώματα, αλλά τιμά το γεγονός ότι τον επιλέγει ο Θεός για να τον κάνει σκεύος εκλογής και εκφραστή της χάριτός Του. Πόσο διαφέρει η αγιότητα αυτού του τύπου από την ηθική, νομικίστικη αντίληψη την οποία συχνά καλ¬λιεργούμε και μέσα στα μυαλά μας εύκολα εγκαθιστούμε;

Θα κλείσω κάνοντας μία αναφορά και στην ταπείνωση. Μεγάλη έννοια η ταπείνωση. Γιορτάσαμε τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος με αποκορύφωμα τη Μεγάλη Παρασκευή. «Ο λόγος ο του σταυρού» είναι «Ιουδαίοις μεν σκάνδαλον Έλλησι δε μωρία, αυτοίς δε τοις κλητοί, Ιουδαίοις τε και Έλλησι Θεού δύναμις και Θεού σοφία». Ο Σταυρός παραπέμπει στην άκρα ταπείνωση του Κυρίου, αλλά καταδεικνύει και την οδό της δικής μας γνήσιας ταπεινώσεως. Το να πιστέψει κανείς σε Θεό πού έγινε άνθρωπος, αποτελεί την πρώτη κένωση. Το να δεχθεί ότι ο Θεός πεθαίνει για μας επί του Σταυρού αποτελεί ένα δεύτερο επίπεδο ταπείνωσης. Είναι δυνα¬τόν; Σ΄ αυτό μας προκαλεί η Ορθοδοξία. Αυτό δεν έχει ερμηνεία. Αυτό δεν έχει λογική. Ούτε η παρθενική Γέννηση, ούτε η εκ νεκρών Ανάσταση, ούτε η Σταύρωση του Θεού. Για εμάς όμως, μέσα στην Ορθόδοξη παράδοση, αυτό αποτελεί την πρόκληση μιάς ταπεινής τοποθέτησης απέναντι στο μυστήριο του Θεού πού δεν το καταλαβαί¬νουμε δυστυχώς, αλλά ευτυχώς μας υπερβαίνει.

Διερωτώμαστε πολλές φορές, γιατί υπάρχει αδικία, γιατί υπάρχει πόνος, γιατί υπάρχει δυστυχία ή πόλεμοι σε αυτόν τον κόσμο; Πού είναι ο Θεός; Ευτυχώς πού υπάρχουν όλα αυτά. Στον κόσμο πού ζούμε αν δεν υπήρχαν αυτά πού γεννούν αυτήν την ταπείνωση του Σταυρού για την οποία μιλήσαμε προηγουμένως, δεν θα υπήρχε η αγιότητα, η έκφραση της χάριτος, η ψηλάφηση του Θεού από αυτόν τον κόσμο.

Πηγή: Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ.κ. Νικολάου, § Ηθική η Αγιότητα

Από:http://vatopaidi.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ψυχοσάββατο

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Μαΐου, 2010

iujhgff.jpgH EKKΛHΣIΑ MΑΣ, αγαπητοί μου, προσεύχεται πάντοτε, προσεύχεται κι αυτή την ώρα. Προσεύχεται εντόνως. στην αγία Γραφή υπάρχει προτροπή του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, που μας συνιστά την έντονο προσευχή· «Aγρυπνείτε», λέει, «εν παντί καιρώ δεόμενοι ίνα καταξιωθείτε εκφυγείν πάντα τα μέλλοντα γίνεσθαι και σταθείναι έμπροσθεν του υιού του ανθρώπου» (Λουκ. 21,36). «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε», λέει επίσης ο Kύριος (Mατθ. 26,41). Kαι ο απόστολος Παύλος συμβουλεύει· «Aδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α΄ Θεσ. 5,17). Προσεύχεται η Eκκλησία μας διαρκώς, ανα πάσαν ώρα. Δεν υπάρχει μόνο το κοσμικό ωρολόγιο, Δεν υπάρχει μόνο το ωράριο εργασίας του κόσμου· υπάρχει και το ωράριο προσευχής στο Θεό, η ώρα του Θεού. Προσεύχεται η Eκκλησία το πρωί στον όρθρο, προσεύχεται το μεσημέρι στις ώρες, προσεύχεται το απόγευμα στον εσπερινό, προσεύχεται το βράδυ στο απόδειπνο, προσεύχεται τα μεσάνυχτα στο μεσονυκτικό. Προσεύχεται όλες τις ημέρες. Kάθε ημέρα της εβδομάδος είναι αφιερωμένη σε κάποια μνήμη. H Δευτέρα λόγου χάριν είναι αφιερωμένη στη μνήμη των αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων. H Tρίτη στη μνήμη του τιμίου Προδρόμου. H Tετάρτη στην ανάμνηση της προδοσίας. H Πέμπτη στη μνήμη των αγίων Aποστόλων. H Παρασκευή στην ανάμνηση της σταυρώσεως του Xριστού μας. Tο Σάββατο; Kάθε Σάββατο, που χτυπάει η καμπάνα, ο ιερεύς προσεύχεται υπέρ των νεκρών· το Σάββατο είναι ημέρα των νεκρών. Kαι τέλος η Kυριακή, η επίσημος και μεγαλοπρεπής ημέρα, είναι αφιερωμένη στην ανάσταση του Kυρίου ημών Iησού Xριστού, ο οποίος την ημέρα αυτή ανέστη εκ νεκρών και ζει εις τους αιώνας των αιώνων.

      Tην Kυριακή πρέπει να την τιμούμε όλοι. Kαι όμως δεν την τιμούμε. Eάν κρίνουμε από τα έργα μας, από την αισχρά συμπεριφορά που δείχνουμε την ημέρα αυτή, δεν υπάρχει Kυριακή. Ήταν κάποτε η Kυριακή. Tώρα θα έπρεπε να μην την ονομάζουμε Kυριακή, αλλά…διαβολική! Γιατί στον διάβολο την αφιερώνουν οι άνθρωποι. Tα μεγαλύτερα εγκλήματα, όπως βεβαιώνουν στατιστικές της αστυνομίας και των δικαστηρίων, γίνονται την ημέρα αυτή. Έπαυσε στον αιώνα αυτόν να τιμάται η ημέρα του Kυρίου.

      Σήμερα όμως είναι Σάββατο, ημέρα των νεκρών. Aλλά το σημερινό Σάββατο διαφέρει από όλα τα Σάββατα του έτους. Γι αυτό ονομάζεται Ψυχοσάββατο. Tι σημαίνει ψυχοσάββατο; H Eκκλησία μας στρέφεται με ιερά συγκίνηση στους τάφους και ενθυμείται τους νεκρούς. Ποιούς νεκρούς; Oι νεκροί είναι πολλοί. Oι νεκροί, που είναι θαμμένοι εδώ στα κοιμητήρια είναι πιο πολλοί από τους ζωντανούς που βρίσκονται στην πόλη Έχουμε δύο πόλεις· η μία αποτελείται από τους ζώντας, και η άλλη από τους κεκοιμημένους. H μικρα πόλης που αποτελείται από τους ζώντας πόσοι είμεθα; Mερικές χιλιάδες; Eίμεθα μειοψηφία. H μεγάλη πόλης, η απέραντος πόλις, είναι το νεκροταφείο. Πάνω από ένα εκατομμύριο είναι θαμμένοι εκεί μέσα. Eμείς είμεθα η μειοψηφία, αυτοί είναι πλειοψηφία. Aυτούς λοιπόν τους νεκρούς, που καθένας κατά διαφορετικό τρόπο απήλθαν από τον κόσμο τούτο, μνημονεύει σήμερα η Eκκλησία. Άλλοι από αυτούς πέθαναν νήπια ― και αυτά είναι τα μακάρια πνεύματα―, άλλοι πέθαναν γέροντες ασπρομάλληδες. Άλλοι πέθαναν μέσα στο σπίτι, και άλλοι έξω στους δρόμους ή στα βουνά. Άλλοι πέθαναν στην ξηρά, άλλοι στη θάλασσα. Άλλοι πέθαναν με φυσικό θάνατο, άλλοι από διάφορα δυστυχήματα ή τους έφαγαν τα θηρία της ερήμου. Όλους αυτούς ενθυμείται σήμερα η Eκκλησία. Eνθυμείται όμως και κάποιους άλλους. Ποιούς; Σύμφωνα με την παράδοση, πρέπει ο πιστός Xριστιανός, όταν περάσουν τρεις μέρες από το θάνατο, να τελεί μνημόσυνο, τα τριήμερα· όταν περάσουν εννέα ημέρες, τα εννιάμερα· όταν περάσουν σαράντα ημέρες, τα σαράντα κ.λπ.. Έχουν σημασία αυτά. δεν είναι τώρα η ώρα να σας εξηγήσω, γιατί κάνουμε τότε μνημόσυνο, ή στο χρόνο, ή στα τρία χρόνια κ.λπ.. Tώρα δυστυχώς πάνε κι αυτά, λησμονήθηκαν. Tώρα λησμονούν και τους νεκρούς! Αν πάτε στην Iαπωνία, θα δείτε ότι τιμούν πολύ τους νεκρούς. Tα νεκροταφεία τους είναι περιβόλια, άλση ωραιότατα. Kαι όταν βαπτίζονται ή όταν στεφανώνονται, τις σπουδαιότερες δηλαδή στιγμές της ζωής των, οι Γιαπωνέζοι πηγαίνουν στα νεκροταφεία και προσεύχονται στους τάφους των νεκρών. Eμείς…· θα έλεγα σκληρά λέξη, αλλά δεν την λέω. Kτηνώδης είναι η κατάστασης. Γινήκαμε αγριώτεροι των πάντων. Λησμονήσαμε τους νεκρούς. Xορτάριασαν τα μνήματα. Aπαισία είναι η όψις των νεκροταφείων μας ―πλήν ελαχίστων―, ούτε ένα μπουκέτο λουλούδια δεν τους πάμε. Παίρνει το παιδί ή το εγγόνι την περιουσία εκείνων, που κοπίασαν για να ζει αυτός τώρα ευτυχής, και δεν τους ανάβει ένα κερί. Yπάρχουν πολλοί κεκοιμημένοι που τους έχουν λησμονήσει οι πάντες. Aλλ’ εδώ είναι το μεγαλείο της Eκκλησίας. Eάν όλος ο κόσμος τους λησμονεί, δεν τους λησμονεί όμως η μάνα· ναί, η μάνα. Ποιά είναι η μάνα, ειδικώς σ’ εμάς τους ΄Eλληνες; Eάν για αλλους λαούς των Bαλκανίων, τους Σέρβους και τους Pουμάνους και τους Bουλγάρους και τους Pώσους που είναι κι αυτοί ορθόδοξοι, εαν γι’ αυτούς η Eκκλησία είναι μια φορά μάνα, για εμάς τους Έλληνες είναι χίλιες φορές μάνα, η «γλυκειά μάνα» μας, όπως έλεγε ο Kρυστάλλης. Αυτή η μάνα λοιπόν δεν λησμονει τα παιδιά της. Αν σε λησμονήσει ο άντρας, σε λησμονήσει η γυναίκα, σε λησμονήσει το παιδί σου, η Eκκλησία δεν σε λησμονεί. Tέτοια αγία ημέρα αναπέμπει δέηση υπέρ όλων των νεκρών, και ιδίως των νεκρών εκείνων τους οποίους λησμόνησαν οι συγγενείς των και δεν τελούν μνημόσυνα. Yπέρ όλων αυτών τελεί σήμερα το μνημόσυνο.

       Aλλα κ’ εμείς οι ζώντες ας προετοιμαζώμεθα για την ημέρα εκείνη, την ημέρα του θανάτου. Mή φανούμε αμελέστεροι από τους ειδωλολάτρες προγόνους μας. Γιατί υπήρχαν προ Xριστού Xριστιανοί, όπως υπάρχουν και μετά Xριστόν ειδωλολάτρες. Προ Xριστού Xριστιανοί; Περίεργο πράγμα! Mάλιστα. Προ Xριστού Xριστιανός ήταν λ.χ. ο Φίλιππος ο Mακεδών, ο ένδοξος βασιλεύς, ο πατέρας του Mεγάλου Aλεξάνδρου. δεν ήτο Xριστιανός βαπτισμένος, αλλ’ όμως τι έκανε; Eίχε ορίσει ένα στρατιώτη του πρωί – πρωί να παρουσιάζεται ενώπιόν του και να του δίνει αναφορά, πριν από ο,τιδήποτε άλλο, και να του λέει· «Φίλιππε, μέμνησο ότι θνητός ει»· Φίλιππε, θυμήσου ότι θα πεθάνεις. Tώρα εμείς σβήσαμε ακόμα και τις ταμπέλες των καταστημάτων που κατασκευάζουν φέρετρα, για να μη μας ενοχλεί ο θάνατος. Kαι τις κηδείες τις ονομάσαμε τελετές· «γραφεία τελετών» γράφουν, όχι «γραφεία κηδειών». Kαι όμως ο θάνατος έρχεται. Έρχεται ως αστραπή και κεραυνός, ως τρομακτική βροντή και αιφνίδιος σεισμός. «Όρος φιλοσοφίας», έλεγε ο Aριστοτέλης, έλεγαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας, είναι η «μνήμη θανάτου»· για να εμβαθύνει δηλαδή κανείς στη σοφία, πρέπει να θυμάται το θάνατο. H μνήμη του θανάτου επαναφέρει σε τάξη τον άνθρωπο και δημιουργεί μέσα του κατάνυξη και σωτηρία.

      Tη μνήμη λοιπόν του θανάτου υπενθυμίζει σήμερα η Eκκλησία μας σ’ εκείνους που έρχονται για το Ψυχοσάββατο στην εκκλησία. Ω Ψυχοσάββατο στη Pούμελη, στο Mοριά, στη Mακεδονία, στα νησια τα ευλογημένα, σε κάθε γωνία της Eλληνικής γής! Oλοι την ημέρα αυτή τρέχανε με τα κόλλυβα από νωρίς στην εκκλησία. Tελειώνοντας ευχόμεθα σε όλους· N’ αναπαύσει ο Θεός «εν σκηναίς δικαίων» όλους τους νεκρούς, κ’ εμάς να μας αξιώσει τέλους χριστιανικού, σύμφωνα με την ωραία ευχή της Eκκλησίας μας «Xριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και καλήν απολογίαν την επί του φοβερού βήματος του Xριστού». Aμήν.

 † επίσκοπος Αυγουστίνος (ι. ναός Αγίου Γεωργίου πόλεως Φλωρίνης, Ψυχοσάββατον 12-2-1977)

Πηγή:http://www.augoustinos-kantiotis.gr/?cat=22

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Συνοπτικά, η προσφορά του Μεγάλου Κωνσταντίνου στο Χριστιανισμό

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Μαΐου, 2010

jbnn.png

Συνοπτικά, η προσφορά  του Μεγάλου Κωνσταντίνου στο Χριστιανισμό με στοιχεία από το βιβλίο του Σωκράτη Μιλτ. Νίκα«Εκκλησία – Ο λαός του Θεού σε πορεία», Αθήνα 1993

Βιογραφικά

•  Γιος του Κωνσταντίνου του Χλωρού και της Αγ. Ελένης.

•  Νικάει τον Μαξέντιο στον Τίβερη· κυριαρχεί στη Δύση — Το όραμα.

•  Εκδίδει με τον Λικίνιο το Διάταγμα των Μεδιολάνων (τέλος διωγμών – ανεξιθρησκεία).

•  Υποστηρίζει την Εκκλησία.

•  Συγκαλεί την Α’ Οικ. Σύνοδο (325 μ.Χ.).

•  Χτίζει την Κωνσταντινούπολη

•  Βαφτίζεται (337 μ.Χ.)

Η προσφορά του Μ. Κωνσταντίνου

v Έδωσε τέλος στους διωγμούς – Εξέδωσε το Διάταγμα των Μεδιολάνων – της ανεξιθρησκείας.

v Προστάτεψε τη Χριστιανική πίστη από την αίρεση του Αρείου – Συγκάλεσε την Α΄Οικουμενική Σύνοδο.

v Έκτισε την Κωνσταντινούπολη.

v Έκτισε ναούς(της Αγίας Σοφίας, των Αγίων Αποστόλων, της Αγίας Ειρήνης, του Αγίου Μωκίου, του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, της Αναστάσεως του Χριστού στα Ιεροσόλυμα κλπ).

v Έκλεισε ειδωλολατρικούς ναούς(Αστάρτης Φοινίκης).

v Θέσπισε νόμους εναντίον των θυσιών και των ειδωλικών τελετών.

v Απέστειλε τη μητέρα του, την Αγία Ελένη, στα Ιεροσόλυμα για την ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού.

v Ρύθμισε το πότε πρέπει να γιορτάζεται το άγιο Πάσχα σ’ όλο τον κόσμο.

v Θεσμοθέτησε πρώτος αυτός την Κυριακή, ως την κατεξοχήν ήμερα προσευχής και την καθιέρωσε με νόμο ως ημέρα αργίας.

v Με εντολή του ακόμη τιμώνταν χαρμόσυνα οι ήμερες του μαρτυρίου των Αγίων Μαρτύρων, καθώς και οι λοιπές εορτές της Εκκλησίας μας.

v Περαιτέρω πρόσταξε και χαράχτηκε ο Σταυρός στα όπλα των στρατιωτών του.

v Έγραψε για όλους τους στρατιωτικούς(στα λατινικά) προσευχή για να προσεύχονται.

v Προνόησε για τους Χριστιανούς στην Περσία, έγραψε επιστολή προς τον βασιλέα των Περσών Σαβώρ Β’ (310-381), οπού με λόγους κατάλληλους τον παρακινεί να φροντίζει, ώστε οι εκεί πιστοί να διάγουν ειρηνικά και όπου ομολογεί ξεκάθαρα την πίστη του στον Χριστό.

v Επανέφερε σε υψηλά αξιώματα χριστιανούς που είχαν εκδιωχθεί από το ειδωλολατρικό καθεστώς.

v Έδωσε πίσω τις περιουσίες των χριστιανών που είχαν αρπαχθεί από τους ειδωλολάτρες.

v Απάλλαξε την Εκκλησία από τη φορολογία και της έδωσε το δικαίωμα να δέχεται δωρεές.

v Έκοψε νομίσματα με χριστιανικά σύμβολα.

v Σταμάτησε τους αγώνες των μονομάχων.

v Κατάργησε τον δια σταυρού θάνατον.

v Τέλος, βαπτίζεται ο ίδιος χριστιανός.

Γιατί υποστήριξε την Εκκλησία

•  Ήταν ο ίδιος μονοθεϊστής.

•  Επηρεάστηκε από τη μητέρα του, την Αγία Ελένη.

•  Θαύμαζε τους μάρτυρες και τη ζωή των πραγματικών χριστιανών.

• Πίστευε πως οι Χριστιανοί αποτελούσαν τη μόνη αναγεννητική δύναμη μέσα στην   Αυτοκρατορία.

•  Η οικουμενικότητα της Εκκλησίας εξασφάλιζε την ενότητα στο κράτος του.

•  Κλήθηκε από το Θεό.

Κείμενα

I

«Ο Κωνσταντίνος ίσταται εις τα μεθόρια δύο κόσμων, του αρχαίου και του νέου, του εθνικού και του χριστιανικού· εγεννήθη και ανετράφη εντός του πρώτου, έπραξε και απέθανεν εντός του δευτέρου. Δεν είναι άρα πρέπον να κριθή υπό την μονομερή και απόλυτον του ενός ή του άλλου έποψιν αλλά κατά τας εκάστοτε αυτών περιστάσεις δέον να κριθώσι, δέον να εκτιμηθώσιν αι ποικίλοι του βίου αυτού περιπέτειαι. Ο Κωνσταντίνος ομοιάζει τα καρποφόρα εκείνα φυτά εις τα οποία ενεκεντρίσθη ο χυμός φυτών ετέρων και των οποίων ο καρπός μετέχει αμφοτέρων των ουσιών και αμφοτέρων των φύσεων…»

(Κων. Παπαρηγόπουλος: «Ιστορία του Ελλ. Έθνους» Τόμος 2, σελ. 151 Εκδ. «Ελευθερουδάκη» 1925).

II

«Ήτο αριστοτέχνης στρατηγός, αξιόλογος διοικητής, υπέροχος κυβερνήτης. Βεβαρημένος με τα προβλήματα της κυβερνήσεως είναι δυνατόν να επέτρεψεν εις τον φόβον και την ζηλοτυπίαν να εκθρονίσουν την λογικήν του δι’ εν διάστημα και υπάρχουν ενδείξεις ότι αϊ τύψεις εβάρυνον πολύ τα τελευταία έτη της ζωής του. Ο Χριστιανισμός του αρχίσας ως πολιτική, φαίνεται ότι εξειλίχθη εις ειλικρινή πεποίθησιν. Κατέστη ο πλέον επίμονος ιεροκήρυξ του βασιλείου του, κατεδίωξε πιστώς τους αιρετικούς και επεκαλείτο τον Θεόν ως συνεργόν εις πάσαν ενέργειάν του. Συνετώτερος από τον Διοκλητιανόν, έδωσε νέαν ζωήν εις μίαν γηρασμένην, αυτοκρατορίαν με μία νέαν θρησκείαν μίαν ισχυράν οργάνωσιν και μίαν νέαν ηθικήν. Δια της ενισχύσεως του ο Χριστιανισμός κατέστη Κράτος και Εκκλησία και επί 14 αιώνας το εκμαγείον της ευρωπαϊκής ζωής και σκέψεως. Εάν ίσως εξαιρέσωμεν τον Αύγουστον, είχε δίκαιον η ευγνώμων Εκκλησία να τον ονόμασε τον μέγιστον των αυτοκρατόρων».

(W. Durant: «Καίσαρ και Χριστός» Εκδ. Βίβλου σελ. 776

III

«Επειδή κατάλαβε ότι πλησιάζει το τέλος της ζωής του και θεώ ρούσε κατάλληλο πια τον καιρό να καθαριστεί από τα σφάλματα που κάποτε είχε κάμει, αποφάσισε να απαλλάξει την ψυχή του με τη δύναμη των λόγων των μυστηρίων, και μάλιστα με τα σωτήρια λόγια του βαπτίσματος, από όλα τα αμαρτήματα που είχε κάμει ως άνθρωπος. Αφού λοιπόν πήρε αυτή την απόφαση, γονάτισε στο έδαφος και παρακαλούσε το Θεό… Έφυγε δε από εδώ και φτάνει σε ένα προάστειο της Νικομήδειας· και εδώ αφού συγκέντρωσε τους επισκόπους, τους μίλησε περίπου ως εξής:

«… Καιρός είναι να απολαύσουμε και εμείς τη σφραγίδα του Πνεύματος που χαρίζει την αθανασία, καιρός είναι να λάβουμε μέρος στο σωτήριο σφράγισμα… Ας μην υπάρχει λοιπόν καμιά αμφιβολία. Γιατί, και αν πάλι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου θέλει να συνεχίσουμε να ζούμε στην παρούσα ζωή, και αν έτσι έχει ορίσει ο Θεός, δηλαδή να συνεχίσω να ζω μαζί με το λαό μου, παίρνοντας μέρος στις εκκλησιαστικές συγκεντρώσεις και συμμετέχοντας μαζί με όλους στις κοινές προσευχές, τότε θα επιβάλω πια στον εαυτό μου κανόνες συμπεριφοράς που θα συμφωνούν με το θέλημα του Θεού».

Εκείνος λοιπόν αυτά έλεγε, ενώ οι επίσκοποι, κάνοντας όσα ήταν σύμφωνα με την εκκλησιαστική τάξη, εφάρμοζαν τους θείους κανόνες και, αφού συμφώνησαν από πριν μεταξύ τους, μετάδιδαν από τα μυστήρια όσα είναι αναγκαία. Τώρα λοιπόν μόνος ο Κωνσταντίνος, από όλους εκείνους που εξαρχής είχαν γίνει αυτοκράτορες, αφού αναγεννιόταν με τη μαρτυρία του βαπτίσματος του Χριστού, γινόταν τέλειος Χριστιανός· και αφού αξιώθηκε τις θείες δωρεές του αγίου Πνεύματος, ένιωθε πνευματική αγαλλίαση, γινόταν καινούργιος άνθρωπος και πλημμύριζε από θείο φως· ακόμη είχε χαρά στην ψυχή για την τόσο μεγάλη πίστη, και δοκίμαζε έκπληξη για την ολοφάνερη απόδειξη της θείας δυνάμεως. Όταν τελείωσαν όσα έπρεπε να γίνουν, φόρεσε λαμπρά και βασιλικά ενδύματα που ακτινοβολούσαν σαν το φως, και ξεκουραζόταν πάνω σε ολόλευκο στρωμένο κρεβάτι, γιατί δε θέλησε να πλησιάσει πια τη βασιλική πορφυρή φορεσιά».

(«Ανθολόγιο Πατερικών κειμένων» Ευαγ. Θεοδώρου εκδ.

ΟΕΔΒ Αθήνα 1975, σελ. 46-48)

Πηγή:http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3567&Itemid=1

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Βίος των Αγίων Θεοστέπτων και Ισαποστόλων Βασιλέων Κωνσταντίνου και Ελένης

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Μαΐου, 2010

konstantin1.jpgΒίος των Αγίων Θεοστέπτων και Ισαποστόλων Βασιλέων Κωνσταντίνου και Ελένηςαπό την Έκδοση της Ιεράς Μονής Σταυροβουνίου Κύπρου*, Ιούνιος 2008

Γέννηση και καταγωγή των Αγίων

Μέγας Κωνσταντίνος, ο ενδοξότατος πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας, ο ιδρυτής της βασιλεύουσας Κωνσταντινούπολης, γεννήθηκε στην πόλη Ναϊσσό, τη σημερινή Νίσσα της κεντρικής Σερβίας, γύρω στο έτος 275.

Πατέρας του ήταν ο ελληνοϊλλυρικής καταγωγής Κωνστάντιος ο Χλωρός, αξιωματούχος τότε του ρωμαϊκού κράτους, ο όποιος κατόπιν, όπως θα δούμε, ανακηρύχθηκε Καίσαρας και Αύγουστος των δυτικών επαρχιών.

Μητέρα του υπήρξε η πολύ ευσεβής και ενάρετη Ελένη*, πού γεννήθηκε στην πόλη Δρέπανο της Βιθυνίας (Μικράς Ασίας) περί το έτος 247, από πατέρα ξενοδόχο. Την πόλη αυτή ο Μ. Κωνσταντίνος μετονόμασε αργότερα Ελενόπολη, προς τιμή της μητέρας του.

Ο Κωνστάντιος νυμφεύθηκε την Ελένη γύρω στο 273. Ο Μέγας Κωνσταντίνος υπήρξε ο πρωτότοκος από τα παιδιά πού απέκτησαν.

Η τότε κατάσταση του κράτους

Την εποχή εκείνη της γέννησης του Κωνσταντίνου η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε περιέλθει σε χαώδη κατάσταση. Οι βασιλείς, ο ένας μετά τον άλλο, φονεύονταν, και ανερχόταν ο εκάστοτε επικρατέστερος στον θρόνο. Το 284, μετά τη δολοφονία του Νουμεριανού, ανακηρύχθηκε στη Χαλκηδόνα ως νέος αυτοκράτορας ο Διοκλητιανός, πού καταγόταν από τη Δαλματία, και έγινε αργότερα μεγάλος διώκτης των χριστιανών. Βασίλευσε για 21 έτη (μέχρι το 305), δύο όμως έτη μετά (286) διαίρεσε το Ρωμαϊκό κράτος σε δύο τμήματα, το Ανατολικό ή Ιλλυρικό και το Δυτικό τμήμα. Το Ανατολικό τμήμα περιλάμβανε την Ελλάδα, τη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο, και είχε πρωτεύουσα τη Νικομήδεια, οπού εγκαταστάθηκε ο ίδιος και απ’ οπού διεύθυνε την όλη αυτοκρατορία. Στο Δυτικό τμήμα, πού περιλάμβανε την Ιταλία, τη Γαλλία, την Ισπανία, τη Βρεταννία και τη Βόρεια Αφρική, με έδρα τα Μεδιόλανα (Μιλάνο της Ιταλίας) εγκατέστησε αυτοκράτορα τον έμπιστο φίλο του Μαξιμιανό τον Ερκούλιο (Ηρακλή).

Προχωρώντας στη διοικητική μεταρρύθμιση του ο Διοκλητιανός, το 293 διόρισε άλλους δύο βοηθούς στην ενάσκηση της εξουσίας, τους οποίους ονόμασε Καίσαρες, ενώ ο ίδιος και ο Μαξιμιανός διατήρησαν τον τίτλο του Αυγούστου (Σεβαστού). Οι Καίσαρες θα ήσαν συμβασιλείς, βοηθοί και διάδοχοι των Αυγούστων. Στην Ανατολή ο Διοκλητιανός προσέλαβε ως Καίσαρα τον γαμβρό του Γαλέριο, ενώ στη Δύση όρισε τον Κωνστάντιο Α’ τον Χλωρό, υπό την εξουσία του Μαξιμιανού.

Ο Κωνστάντιος με την ανακήρυξη του σε Καίσαρα (το 293) αναγκάσθηκε να διαζευχθεί την Ελένη, λόγω της ταπεινής καταγωγής της, την οποία η ρωμαϊκή νομοθεσία θεωρούσε ασυμβίβαστη για την άνοδο σε υψηλά αξιώματα του κράτους. Η Ελένη έδειξε απόλυτη κατανόηση στο δίλημμα του Κωνσταντίου, ο όποιος υποχρεώθηκε να νυμφευθεί τη θετή θυγατέρα του Αυγούστου της Δύσης Μαξιμιανού Θεοδώρα. Αποσύρθηκε τότε η Ελένη από τον δημόσιο βίο και επιδόθηκε σε ποικίλα έργα φιλανθρωπίας, είχε δε τη συμπαράσταση του υιού της Κωνσταντίνου σε όλους τους σταθμούς της εξέλιξης του (Καίσαρ, Αύγουστος, Αυτοκράτορας). Αλλά στο έργο της Ελένης θα επανέλθουμε αργότερα.

Ο Κωνσταντίνος όμηρος στους Διοκλητιανό και Γαλέριο

Ο Θεός τον διασώζει

Τότε (293) ο Διοκλητιανός, για περισσότερη ακόμη ασφάλεια του, κράτησε όμηρο κοντά του τον Κωνσταντίνο, ως εγγυητή της πιστότητας του πατέρα του. Στην αυτοκρατορική αυλή της Ανατολής παρέμεινε ο Κωνσταντίνος μέχρι και πού βασίλευσε ο Γαλέριος (έτος 305), συναναστρεφόμενος με ασεβείς και τυράννους. Δεν εξομοιώθηκε όμως στα ήθη και τις πράξεις με αυτούς, γιατί η αγία του μητέρα Ελένη φρόντισε να του δώσει ορθή ανατροφή. Κατ’ αυτό το διάστημα είχε την ευχέρεια να μαθητεύσει σε πολύ αξιόλογους διδασκάλους. Παράλληλα εντάχθηκε στις τάξεις του ρωμαία στρατού και έλαβε μέρος σε εκστρατείες με το υψηλό αξίωμα του τριβούνου.

Ο νεαρός Κωνσταντίνος διακρινόταν για την ωραιότητα του σώματος, εντυπωσιακό παράστημα, τη μεγάλη του δύναμη και τις φυσικές δεξιότητες, αλλά και τα έξοχα πνευματικά του χαρίσματα, τη σωφροσύνη, τη φρόνηση, τη σοφία και ευγένεια των τρόπων, πού καθιστούσαν παντού αισθητή την παρουσία του.

Οι ειδωλολάτρες τύραννοι τον ζήλευαν τρομερά για τα ποικίλα του χαρίσματα, και σχεδίαζαν να τον θανατώσουν με τρόπο πονηρό και μυστικό. Ο Πανάγαθος όμως Θεός, πού γνωρίζει τα μέλλοντα να συμβούν, διαφύλαξε αβλαβή τον Κωνσταντίνο από τις δολοπλοκίες και πανουργίες τους και, τελικά, εξολόθρευσε τους φθονερούς εχθρούς του.

Το έτος 305, κατόπιν συμφωνίας, οι δύο Αύγουστοι Διοκλητιανός και Μαξιμιανός παραιτήθηκαν από κοινού και αποσύρθηκαν από την εξουσία. Τότε στη θέση τους ανακηρύχθηκαν Αύγουστοι, στη Δύση μεν ο πατέρας του Κωνσταντίνου Κωνστάντιος και στην Ανατολή ο γαμβρός του Διοκλητιανού Αέριος. Ο Κωνσταντίνος όμως κρατήθηκε στην αυλή του Γαλερίου, πού φθονούσε τα εξαίρετα προτερήματα του, και προσπάθησε κι αυτός με δολιότητα να τον εξοντώσει. Με τη βοήθεια όμως του Κυρίου διέμεινε και πάλιν αλαβής κα. με έγκριση τελικά του Γαλερίου, αφού ο ίδιος ο Κωνστάντιος είχε ζητήσει, έσπευσε στα Τρέβηρα της Γαλατίας το ίδιο έτος (305) να συναντήσει τον ασθενή πατέρα του, πού είχε αναλάβει εκστρατεία για τη Μεγάλη Βρεταννία.

Ο Κωνσταντίνος ανακηρύσσεται βασιλέας

Μόλις ο Κωνστάντιος είδε τον υιό του, χάρηκε υπερβολικά, γιατί τον δέχθηκε στην πιο κατάλληλη στιγμή, αφού επιθυμούσε να τον αφήσει διάδοχο του θρόνου του. Και είχε μεν ο Κωνστάντιος άλλους τρεις υιούς από τη σύζυγο του Θεοδώρα, άλλ’ ο Κωνσταντίνος κέρδισε αμέσως την πλήρη εμπιστοσύνη του πατέρα του, καθώς και τον θαυμασμό του στρατού, για τα έξοχα διοικητικά και στρατηγικά του προσόντα. Για τούτο και πριν αποθάνει, διόρισε τον Κωνσταντίνο βασιλέα. Έτσι ο θάνατος του Κωνστάντιου τις 7 Ιουλίου του 306 στην πόλη Εβόρακο (Υόρκη) της Βρεταννίας δεν δημιούργησε προβλήματα διαδοχής, γιατί ο στρατός με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις ανακήρυξε ως διάδοχο του τον Κωνσταντίνο, ο όποιος νυμφεύθηκε τη Μινερβίνα, απ’ την οποία απέκτησε υιό τον Κρίσπο. Ο Κωνσταντίνος λοιπόν στέφθηκε Καίσαρας στις 24 Ιουλίου του 306.

Εδώ πρέπει να τονίσουμε και τις αρετές του Κωνσταντίου. Αυτός, αν και δεν ήταν χριστιανός, αγαπούσε όμως και τιμούσε πολύ τους χριστιανούς. Και ήταν ο μόνος ηγεμόνας, πού δεν άσκησε διωγμούς στις επαρχίες πού εξουσίαζε, όταν οι άλλοι τρεις (Διοκλητιανός, Γαλέριος και Μαξιμιανός) είχαν κινήσει τους γνωστούς μεγάλους διωγμούς, κατά τους οποίους αναδείχτηκαν πλήθη Μαρτύρων. Και όχι μόνο αυτό, αλλά τίμησε τους πιστούς χριστιανούς της αυλής του με υψηλά αξιώματα. Ήταν ακόμη πολύ ελεήμονας και φιλάνθρωπος, γιατί ποτέ δεν θησαύρισε χρυσάφι ή ασήμι πέρα από τις ανάγκες πού είχε, και βοηθούσε πάντοτε τους πτωχούς. Και ο σεπτός υιός του κληρονόμησε τις πατρικές αυτές αρετές, επαυξάνοντας τες.

Στο διάστημα αυτό ο Διοκλητιανός είχε ορίσει Καίσαρα της Ανατολής τον Μαξιμίνο Δαΐα, ενώ στη Δύση τον στρατηγό Σεβήρο, πού έστειλε στη Ρώμη. Αυτός, με τον θάνατο του Κωνσταντίου του Χλωρού, ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας στη Δύση. Τότε όμως ο υιός του παραιτηθέντος αυτοκράτορος Μαξιμιανού, ο Μαξέντιος, πού ήταν και γαμβρός του Γαλερίου, ανάγκασε τον πατέρα του να επανέλθει στον θρόνο, και οι δύο κατανίκησαν στη συνέχεια τον Σεβήρο, τον φόνευσαν και ανακηρύχθηκαν αυτοί αυτοκράτορες στη Ρώμη (28.10.306). Κατόπιν συνήψαν συμμαχία με τον Κωνσταντίνο, ο όποιος και διαζεύχθηκε την πρώτη σύζυγο του Μινερβίνα, νυμφεύθηκε δε με την κόρη του Μαξιμιανού και αδελφή του Μαξεντίου Φαύστα (31 Μαρτίου 307), νέα περίφημη για την ομορφιά της, αλλά πονηρή και κακότροπη, όμοια στον χαρακτήρα με τον πατέρα της.

Θάνατος των Μαξιμιανού και Γαλερίου

Αποκαταστάθηκε τότε προσωρινά η ειρήνη στα πολιτικά πράγματα της αυτοκρατορίας, κι ο Κωνσταντίνος εγκατέστησε την έδρα του στην πόλη Αρελάτη της νότιας Γαλλίας, απ’ όπου διακυβερνούσε το βασίλειο του με κάθε δικαιοσύνη, γι’ αυτό και αγαπήθηκε πολύ απ’ τον λαό.

Ενωρίς ο Μαξιμιανός ήλθε σε ρήξη προς τον υιό του Μαξέντιο, και επιχείρησε να του αφαιρέσει τον θρόνο. Νικήθηκε όμως απ’ αυτόν, και κατέφυγε στον γαμβρό του Κωνσταντίνο, πού τον δέχθηκε με πραγματική καλωσύνη. Επειδή όμως κι εκεί επιδόθηκε σε μηχανορραφίες και συνωμοσία εναντίον του Κωνσταντίνου, αυτός διέταξε τη φυλάκιση του. Τελικά, απελπισμένος, ο Μαξιμιανός αυτοκτόνησε (Ιούλιος του 310), κι αυτοτιμωρήθηκε έτσι για όσα κακά είχε διαπράξει.

Ο Γαλέριος, σκοπεύοντας να κυριαρχήσει και στη Δύση, συγκέντρωσε πολυάριθμο στρατό και εκστράτευσε εναντίον των Μαξεντίου και Κωνσταντίνου. Καθ’ οδόν προς τη Ρώμη έπεσε σε παγίδα του Μαξεντίου και έπαθε μεγάλη καταστροφή. Φοβήθηκε λοιπόν, υποχώρησε, και στράφηκε κατά του Κωνσταντίνου. Αλλά και στη μάχη μ’ αυτόν έπαθε τέτοια πανωλεθρία, ώστε σε λίγο διάστημα το στράτευμα του αφανίστηκε τελειωτικά. Τότε αφαίρεσε τη βασιλική στολή και φόρεσε πτωχική, για να μην αναγνωρίζεται και, μαζί με λίγους έμπιστους στρατιώτες του, διέφυγε και κρυβόταν από χώρα σε χώρα. Ο Κωνσταντίνος έστειλε παντού ανθρώπους να τον βρουν και να τον θανατώσουν, άλλ’ η θεία Δίκη πρόλαβε και τον βρήκε πιο πριν, γιατί περιέπεσε σε φοβερή ασθένεια και απέθανε (Μάιος 311).

Η εμφάνιση του Τιμίου Σταυρού στον ουρανό και του Χριστού

στον ύπνο του Κωνσταντίνου

Μετά τον θάνατο του Γαλερίου οι αυτοκράτορες της Ανατολής Αύγουστος Λικίνιος και Καίσαρας Μαξιμίνος ήλθαν σε ρήξη. Τότε ο Μαξιμίνος συνήψε συμμαχία με τον Μαξέντιο, ο δε Λικίνιος με τον Κωνσταντίνο, και ως εχέγγυο, νυμφεύθηκε την Κωνστάντια, θετή αδελφή του Κωνσταντίνου.

Ο Μαξέντιος τότε άρχισε να συγκεντρώνει πολυάριθμο στρατό από την Ιταλία και Αφρική, με σαφή προοπτική την εξουδετέρωση της απειλής του Κωνσταντίνου στη Δύση, και σκόπευε να κάμει αιφνιδιαστική εισβολή στη Γαλατία. Ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν είχε άλλη επιλογή, ακούοντας μάλιστα τις αισχρουργίες και την τυραννία του Μαξεντίου στους Ρωμαίους, γι’ αυτό και ανέλαβε με αποφασιστικότητα την πρώτη κίνηση, αν και διέθετε πολύ μικρότερες δυνάμεις. Αφού διαπέρασε με τον στρατό του τις Άλπεις, κατέλαβε με αστραπιαία προέλαση, τη μια μετά την άλλη, τις πόλεις της βόρειας Ιταλίας μέχρι τον Ηριδανό (Πάδο) ποταμό (Σεπτέμβριος 312). Η θριαμβευτική είσοδος του στα Μεδιόλανα άνοιξε τον δρόμο προς τη Ρώμη την οποία ο Μαξέντιος επέλεξε ως τόπο της αναμέτρησης του. Έτσι λοιπόν ο Κωνσταντίνος, προελαύνοντας αήττητος, έφθασε στα πρόθυρα της Ρώμης όπου τον περίμενε ο Μαξέντιος με πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις. Τα δύο στρατεύματα αντιπαρατάχθηκαν τότε, έτοιμα για την τελική μάχη. Ενώ λοιπόν ο Κωνσταντίνος παρατηρούσε περίλυπος τα εχθρικά στρατεύματα και συλλογιζόταν πώς θα μπορούσε να επιτύχει τη νίκη, κατά τις πρώτες απογευματινές ώρες της ημέρας εκείνης είδε στον ουρανό φωτεινό το σημείο του Τιμίου Σταυρού και γύρω του την επιγραφή, «Εν τούτω νίκα». Μάρτυρας της θαυμαστής αυτής θεοσημίας υπήρξε όλο το στράτευμα του Κωνσταντίνου! Απορούσε δε ο ευσεβής βασιλέας για το νόημα του οράματος.

Γι’ αυτό τη νύχτα φάνηκε στον ύπνο του και ο ίδιος ο Χριστός με το σημείο του Σταυρού, ερμηνεύοντας το σ’ αυτόν και τον προέτρεψε να κατασκευάσει ένα σταυρικό λάβαρο, σαν εκείνο πού είδε, να το φέρει με πίστη ως φυλακτήριο στους πολέμους, και θα νικούσε με τη δύναμη Του πάντοτε τους εχθρούς του.

Πράγματι την επομένη το πρωί κάλεσε τεχνίτες και διέταξε και κατασκεύασαν το λάβαρο του Σταυρού, το όποιο επιχρυσώθηκε και στολίσθηκε στο άνω μέρος με στεφάνι από πολύτιμους λίθους, πού έφερε στο μέσο το χριστόγραμμα ΧΡ. Από το εγκάρσιο κέρας κρεμόταν ύφασμα, επίσης στολισμένο με πολύτιμους λίθους. Τούτο το θείο λάβαρο πρόσταξε πενήντα εκλεκτούς στρατιώτες να το μεταφέρουν εναλλάξ μπροστά απ’ όλο το στράτευμα.

Το ιερό λάβαρο θριαμβεύει

Ο Μαξέντιος, έχοντας βεβαιότητα ότι θα νικήσει τον Κωνσταντίνο, κατασκεύασε κάτω από την παλαιά γέφυρα του Τίβερη ποταμού Μουλβία άλλη, χαμηλότερη και εύθραυστη. Με την πανουργία του αυτή έλπιζε πώς ο Κωνσταντίνος, σαν θα νικόταν και θα προσπαθούσε να διαφύγει, θα περνούσε απ’ αύτη τη δόλια γέφυρα με το στράτευμα του. Άλλ’ ο Θεός οικονόμησε πολύ διαφορετικά τα πράγματα!

Πραγματικά, όταν συγκροτήθηκε η τελική μάχη στους Κόκκινους Βράχους (28 Οκτωβρίου 312), νίκησε ο Σταυρός, το ανίκητο σύμβολο, πού προπορευόταν του στρατεύματος του Κωνσταντίνου! Τόσος φόβος κατέλαβε τότε τον Μαξέντιο, πού τα έχασε, και δεν έβλεπε προς τα πού πήγαινε! Καταδιωγμένος, όρμησε απερίσκεπτα να περάσει από τη δόλια εκείνη γέφυρα· όχι μόνο ο ίδιος, αλλά και ανώτεροι αξιωματικοί και αρκετοί στρατιώτες του. Αμέσως όμως αποκόπηκε η γέφυρα και, αφού πέσανε όλοι μέσα στον Τίβερη ποταμό, πνίγηκαν! Ο Κωνσταντίνος τότε δόξασε τον Θεό, και θαύμασε τη δύναμη του Σταυρού, βλέποντας τέτοιο θαύμα. Σε λίγο ο υπόλοιπος στρατός του Μαξεντίου αποδεκατίσθηκε και διαλύθηκε.

Τον θρίαμβο του Κωνσταντίνου γιόρτασαν με μεγάλη χαρά όλοι οι πολίτες της Ρώμης. Στόλισαν μεγαλόπρεπα την πόλη και υποδέχτηκαν συγκινημένοι τον μεγάλο νικητή με κραυγές ευφημικές. Άλλ’ ο Κωνσταντίνος απέδωσε μεγαλόφωνα τη νίκη στον Θεό, και πρόσταξε να στήσουν αναμνηστικές στήλες με τον Τίμιο Σταυρό στα κυριώτερα μέρη της πόλης. Ακόμη να ερευνήσουν προσεκτικά για την ανεύρεση των ιερών λειψάνων των αγίων Μαρτυρών, πού είχανε χύσει το αίμα τους για την αγάπη του Χριστού, και να τα ενταφιάσουν με την πρέπουσα τιμή και ευλάβεια. Άλλα συνεχίστηκαν οι ευεργεσίες του θεοπρόβλητου βασιλέα: Ανακάλεσε από την εξορία τους εξόριστους, απελευθέρωσε τους κρατουμένους από τις φυλακές, απέδωσε τιμές στον κλήρο, ανήγειρε ναούς του αληθινού Θεού, σκόρπισε πλουσιοπάροχη ελεημοσύνη προς τους ενδεείς και πένητες!

Άλλα και μετά το διπλό πιο πάνω όραμα (του Σταυρού και του Χριστού) και τη θαυμαστή νίκη με τη βοήθεια Τους, ο Κωνσταντίνος, πού ήταν ήδη ευνοϊκά προδιατεθειμένος προς τον Χριστιανισμό, ζήτησε ιερωμένους ευλαβείς, οι όποιοι τον κατήχησαν και τον δίδαξαν ποιος ήταν ακριβώς ο Θεός, πού του εμφανίσθηκε και το βαθύτερο νόημα του οράματος του, καθώς και τα κύρια δόγματα της χριστιανικής πίστης. Κι αυτός μαθήτευσε ταπεινά κοντά τους. Έκτοτε επιδόθηκε σε ιερά αναγνώσματα και κατέστησε ενάρετους ιερείς ως συμβούλους του.

Το Διάταγμα των Μεδιολάνων

Λίγους μήνες μετά τη μεγάλη αύτη νίκη (στις αρχές Φεβρουαρίου του 313) οι δύο νικητές και σύμμαχοι αυτοκράτορες, ο Αύγουστος της Δύσης Κωνσταντίνος και ο Αύγουστος της Ανατολής Λικίνιος, συναντήθηκαν στα Μεδιόλανα (σημερινό Μιλάνο) της Ιταλίας, οπού εξέδωσαν και υπέγραψαν μαζί τις περίφημες Αποφάσεις των Μεδιολάνων, ευρύτερα γνωστές ως Διάταγμα των Μεδιολάνων. Με αυτές καθιερώθηκε η γενική αρχή της ανεξιθρησκίας, με κύριο στόχο την κατοχύρωση και αναγνώριση της θρησκευτικής ελευθερίας για τον Χριστιανισμό. Με τις πρόνοιες του Διατάγματος αυτού έμμεσα κατηργείτο η εθνική λατρεία (ειδωλολατρία). Οι Αποφάσεις αυτές δημοσιεύτηκαν και στην Ανατολή, με σχετικό διάταγμα του Λικινίου.

Ο Κωνσταντίνος γίνεται μονοκράτορας

Ενόσω ζούσε στην Ανατολή ο Καίσαρας Μαξιμίνος Δαΐας, πολλοί Χριστιανοί βρήκαν επώδυνο θάνατο απ’ αυτόν στον διωγμό, πού κήρυξε εναντίον τους. Ο Μαξιμίνος, έχοντας επιθυμία να κυριαρχήσει σ’ όλη τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, μάζεψε στρατό και κίνησε πόλεμο κατά του Λικινίου. Αφού λοιπόν πέρασε τον Βόσπορο και συγκρότησε μάχη με τον Λικίνιο στην Πέρινθο (313), έπαθε πανωλεθρία. Κατέφυγε υστέρα στην Ταρσό, όπου απέθανε από θεήλατη φοβερή ασθένεια.

Αμέσως μετά τον θάνατο του Μαξιμίνου τελέστηκε ο γάμος του Λικινίου με την Κωνστάντια, αδελφή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, για να επισφραγιστεί η συμμαχία των δύο αυτοκρατόρων. Άλλ’ η συμμαχία αυτή δεν διάρκεσε για πολύ.

Ήδη από το 314 αρχίζουν οι συγκρούσεις των δύο μοναρχών στο Ιλλυρικό, το μεγαλύτερο τμήμα του οποίου κατέκτησε ο Μέγας Κωνσταντίνος, και την 1η Μαρτίου 317 εισήλθε θριαμβευτικά στη Σαρδική (Σόφια). Από τότε άρχισε προοδευτικά ο στροφή των χριστιανών της Ανατολής προς τον Μέγα Κωνσταντίνο, πού έγινε ιδιαίτερα αισθητή το 322, όταν αυτός νίκησε τους Σαρμάτες και κατέβηκε ανεμπόδιστος μέχρι τη Μακεδονία. Ο ενθουσιασμός των πιστών προκάλεσε τον φθόνο του Λικινίου, τόσο, πού λησμονώντας τους όρκους πού έδωσε, άρχισε να κακοποιεί τους πιστούς στις ανατολικές επαρχίες. Αρχικά έλαβε μέτρα κατά των επισκόπων, και απαγόρευσε τη συνάθροισή τους σε συνόδους, καθώς και τον εκκλησιασμό των γυναικών (322), και, τέλος, κίνησε φανερό διωγμό κατά των πιστών, αναδεικνύοντας πλήθη Μαρτύρων.

Το 323 ο Κωνσταντίνος, οπλισμένος με νηστεία, αγνότητα και προσευχή, εισέβαλε στη Θράκη, με την πρόφαση της εξουδετέρωσης των Γότθων. Ύστερα προχώρησε στην τελική αναμέτρηση με τον Λικίνιο. Η πρώτη μάχη έγινε κοντά στην Αδριανούπολη (Ιούλιος 324). Τα στρατεύματα του Κωνσταντίνου προέλαυναν, έχοντας πάντοτε μπροστά το ιερό λάβαρο του Σταυρού, πού έτρεπε τους αντιπάλους σε άτακτη φυγή. Νικημένος ο Λικίνιος, αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει και οχυρώθηκε στο Βυζάντιο. Άλλα κι εκεί νικήθηκε από τον στρατό του Κωνσταντίνου και τον στόλο του, πού είχε ως αρχηγό τον υιό του Κρίσπο. Γι’ αυτό και διαπεραιώθηκε στη Μικρά Ασία, στη Χρυσόπολη (το σημ. Σκούταρι). Στην εκεί μεγάλη τελική μάχη νικήθηκε και πάλιν ο Λικίνιος, και, φεύγοντας, συνελήφθη στη Νικομήδεια. Ο Κωνσταντίνος, με τις παρακλήσεις της αδελφής του, του χάρισε τη ζωή και τον περιόρισε μόνο στη Θεσσαλονίκη, παραχωρώντας του εκεί πλούσια εισοδήματα, για να συντηρείται. Άλλ’ όταν και πάλιν ο Λικίνιος αθέτησε τις υποσχέσεις του, και άρχισε να οργανώνει συνωμοσίες εναντίον του ευεργέτη του Κωνσταντίνου, τότε αυτός διέταξε και τον αποκεφάλισαν. Εκριζώθηκε έτσι και το τελευταίο ζιζάνιο της ειδωλολατρίας και αναταραχής, και ο Μεγάλος νικητής Κωνσταντίνος παρέμεινε πλέον μονοκράτορας σ’ όλο το Ρωμαϊκό κράτος, εξασφαλίζοντας στην αυτοκρατορία του την πολυπόθητη ομόνοια και ειρήνη.

Τα Θεάρεστα έργα του μονοκράτορα Κωνσταντίνου

Ο ένδοξος νικητής Κωνσταντίνος δεν κενοδόξησε για τα πολεμικά και άλλα κατορθώματα του! Αντίθετα, απέστειλε σ’ όλες τις επαρχίες του κράτους του επιστολές, στα ελληνικά και λατινικά, άλλες προς τις κατά τόπους Εκκλησίες, κι άλλες προς τους έκτος Εκκλησίας εθνικούς κατά πόλη, οπού, μεταξύ άλλων, διακήρυττε τον Θεό ως αίτιο της νίκης του, άλλα και όλων των αγαθών γενικά.

Απαλλαγμένος πια απ’ τους πολέμους, ο ευσεβής βασιλέας επιδόθηκε σε έργα Θεάρεστα. Καταρχήν θέσπισε ευεργετικές νομοθεσίες για ανάκληση των εξόριστων και απελευθέρωση των καταδικασμένων για την πίστη τους στους προηγουμένους διωγμούς, καθώς και για την τιμή των Άγιων Μαρτύρων και την απόδοση των κατασχεθέντων εκκλησιαστικών κτημάτων στους νομίμους κατόχους τους (τις τοπικές Εκκλησίες). Ακόμη, με σχετικούς νόμους προήγαγε τους Χριστιανούς στα ποικίλα αξιώματα, έπαυσε τις ειδωλικές θυσίες και επιχορήγησε την ανοικοδόμηση νέων ναών, καθώς και τη διεύρυνση και συντήρηση παλαιοτέρων. Περαιτέρω, με σχετικό του διάταγμα, οπού αναφέρεται εκτενώς στους παρελθόντες διωγμούς και το φοβερό τέλος όλων των διωκτών, προτρέπει, άλλα δεν εξαναγκάζει, τους παραμένοντες στην απιστία να γίνουν Χριστιανοί, και τέλος προστάζει να μην ενοχλεί πλέον κανείς κανένα για την πίστη του. Οι ελεημοσύνες και ευεργεσίες του Κωνσταντίνου έρρεαν ως ακένωτος κρουνός προς τους πάντες, προκαλώντας τον σεβασμό και την άμετρη εκτίμηση στο πρόσωπο του.

Πέραν απ’ αυτά, θα αναφερθούμε πιο συγκεκριμένα και με συντομία και στα έξης σπουδαιότατα έργα του, πού απαθανάτισαν στους αιώνες τη μνήμη του. Αυτά ήσαν: (α) Η σύγκληση της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, (6) η αποστολή της μητέρας του, της Αγίας Ελένης, στα Ιεροσόλυμα για την ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού, (γ) η ανοικοδόμηση της Κωνσταντινούπολης, και (δ) η ολοκλήρωση του στην Χριστιανική Πίστη με τη βάπτιση του.

Η Α’ Οικουμενική Σύνοδος

Την ειρήνη της Εκκλησίας, πού πέτυχε με τόσους αγώνες ο Μ. Κωνσταντίνος, καταπαύοντας τους διωγμούς των χριστιανών, ήλθε να διασαλεύσει ο αιρετικός Άρειος, πρωτοπρεσβύτερος και δάσκαλος σχολής στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Αυτός άρχισε να κηρύττει βλάσφημα πώς ο Υιός του Θεού δεν είναι Ομοούσιος (της ίδιας ουσίας) με τον Πατέρα Του, αλλά δημιούργημα του Θεού, άρα όχι αληθινός Θεός. Πατριάρχης τότε στην Αλεξάνδρεια ήταν ο αγιώτατος Πέτρος, πού, μετά από θεϊκή οπτασία, στην οποία ο Χριστός του αποκάλυψε το βέβηλο της διδασκαλίας του Αρείου, καθαίρεσε της ιερωσύνης τον  Άρειο.

Μετά τον θάνατο του Πέτρου ο νέος πατριάρχης Αχιλλάς κατόρθωσε με τις συμβουλές του να επαναφέρει τον Άρειο στην ευσέβεια. Και όσο καιρό ζούσε ο Αχιλλάς, ο Άρειος σιωπούσε και δεν κήρυττε τις αιρετικές του δοξασίες. Αφού όμως έγινε πατριάρχης ο Άγιος Αλέξανδρος, άρχισε και πάλιν ο Άρειος να διδάσκει τα αιρετικά φρονήματα του, και παρέσυρε μάλιστα μαζί του πολλούς λαϊκούς και κληρικούς, όπως τους επισκόπους Ευσέβιο της Νικομήδειας, Παυλίνο της Τύρου, Θεωνά και Σεκούνδο κ.ά. Τότε ο πατριάρχης Αλέξανδρος συγκάλεσε τοπική Σύνοδο, η οποία καθαίρεσε και πάλιν τον Άρειο και τους οπαδούς του.

Ο ευσεβής αυτοκράτορας Κωνσταντίνος παρακολουθούσε με μεγάλη του λύπη τα έκτροπα του Αρείου και των οπαδών του, καθώς και τη μεγάλη σύγχυση, πού προκαλούσαν σ’ όλες τις τοπικές Εκκλησίες. Επιθυμώντας λοιπόν να επαναφέρει την ομόνοια και ειρήνη στην Εκκλησία του Χριστού, προσέταξε να συγκεντρωθούν στη μεγαλούπολη Νίκαια της Βιθυνίας επίσκοποι από όλες τις τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, για να μελετήσουν το όλο ζήτημα. Πράγματι τον Μάιο του έτους 325 συναθροίστηκαν εκεί 318 θεοφόροι Πατέρες και συγκρότησαν Σύνοδο, η οποία αναγνωρίσθηκε στη συνέχεια ως η Πρώτη Οικουμενική, στην οποία παρακάθισε προσωπικά και ο ίδιος ο φιλόχριστος βασιλέας.

Αφού λοιπόν ο Κωνσταντίνος προέτρεψε τους Επισκόπους να μελετήσουν το θεολογικό ζήτημα, κάλεσε τον Άρειο να παρουσιασθεί με τους ακολούθους του, για να εκθέσει τις απόψεις του και ν’ ακούσει για το θέμα αυτό τις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου. Παρουσιάσθηκε πράγματι ο Άρειος. ακολουθούμενος από πολλούς φιλοσόφους και ρήτορες, πού οι Άγιοι Πατέρες νίκησαν κατά τη γενόμενη συζήτηση καθ΄ ολοκληρία, αφού εξήγησαν σ’ αυτούς τις αλήθειες της αγίας Πίστεως μας με ταπεινό πνεύμα. Κατόρθωσαν έτσι να επαναφέρουν πολλούς στον ορθό δρόμο με τα θεόπνευστα λόγια τους και τα θαύματα, πού επετέλεσαν. Τέτοια θαύματα γίνανε μπροστά στην αγία Σύνοδο απ’ τον Άγιο Σπυρίδωνα (θαύμα του κεραμιδιού) κι απ’ τον Άγιο Αχίλλειο (θαύμα πέτρας, πού με την προσευχή του ανάβλυσε λάδι). Άλλοι ακόμη Πατέρες συντάραξαν τους φιλοσόφους, και επανέφεραν πολλούς απ΄ αυτούς στην αλήθεια, με την απλότητα της συμπεριφοράς τους και τη Θεοπνευστία των επιχειρημάτων τους. Ο Άρειος όμως και πάλιν δεν θέλησε να παραδεχθεί το λάθος του. Τότε η αγία Σύνοδος καθαίρεσε και αναθεμάτισε αυτόν και τη διδασκαλία του και όσους μείνανε προσκολλημένοι στην πλάνη του.

Η αγία αυτή Σύνοδος συνέταξε και τα πρώτα επτά άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως μας (δηλαδή του «Πιστεύω») και εξέδωσε επίσης ορισμένους Κανόνες για την καλύτερη λειτουργία και διακυβέρνηση των Εκκλησιών. Μεταξύ άλλων ρύθμισε και το πότε πρέπει να γιορτάζεται το άγιο Πάσχα σ’ όλο τον κόσμο. Όρισε δηλαδή να τελείται το Πάσχα την πρώτη Κυριακή, υστέρα απ’ την πρώτη πανσέληνο της εαρινής (ανοιξιάτικης) ισημερίας, και οπωσδήποτε μετά από το Πάσχα των Εβραίων. Τον Τόμο των Πρακτικών της Συνόδου με τις σχετικές αποφάσεις υπέγραψαν όλοι οι Αρχιερείς και τελευταίος απ’ όλους υπέγραψε ο φιλόχριστος βασιλέας με ερυθρά γράμματα, επισημοποιώντας έτσι τις αποφάσεις της Συνόδου.

Ύστερα απ’ όλα αυτά ο Μ. Κιονσταντΐνος ευχαρίστησε πάλιν τον Θεό, διότι τον καταξίωσε να καταπολεμήσει και να εξαλείψει, παλαιότερα μεν την ειδωλολατρία, τώρα δε και τις αιρέσεις.

Μετά το πέρας της Συνόδου, άρχισαν στις 25 Ιουλίου του 325 οι εορτασμοί για τα εικοσάχρονα της βασιλείας του Μ. Κωνσταντίνου, στους οποίους, μεταξύ άλλων, ο αυτοκράτορας κάλεσε και όλους τους Πατέρες της Συνόδου, και απένειμε σ’ αυτούς πλούσια δώρα. Καταφιλούσε τότε τα βγαλμένα μάτια του Αγίου Παφνουτίου και των λοιπών Αγίων Ομολογητών, καθώς και τα παραμορφωμένα και πληγωμένα μέλη τους, στα όποια τα σημάδια των πληγών παρέμειναν ανεξίτηλα απ’ την εποχή των διωγμών. Αυτά όλα τα έκαμνε με μεγάλη ταπείνωση, ζητώντας απ’ αυτούς συγχώρεση των αμαρτιών του!

Συμβούλευσε τέλος όλους τους επισκόπους να έχουν μεταξύ τους ειρήνη κι ομόνοια στην Πίστη, να δείχνουν αγάπη στους πάσχοντες και να μην υβρίζουν ή να προσβάλλουν την αξιοπρέπεια των αδελφών τους. Όταν μερικοί του ανέφεραν κατηγορίες για κάποιους επισκόπους, αυτές τις αναφορές δεν δέχτηκε να τις εξετάσει, ούτε τις υποθέσεις των κατηγορουμένων επισκόπων διερεύνησε, αλλά μπροστά σε όλους έσχισε όλες τις κατηγορίες, λέγοντας τα ακόλουθα βαρυσήμαντα λόγια: «Αν εγώ ο ίδιος προσωπικά τύγχαινε να έβλεπα αρχιερέα να παρανομεί, εξάπαντος θα τον σκεπάζα με την βασιλική πορφύρα μου»!

Αφού λοιπόν οι Άγιοι Πατέρες αποχαιρέτισαν τον βασιλέα και τον πατριάρχη Αλέξανδρο, τον όποιο αυτοί είχαν χειροτονήσει ως διάδοχο του Άγιου Μητροφάνη, πού εκοιμήθη κατά τη διάρκεια της Συνόδου (4.6.325), επέστρεψαν στις επαρχίες τους, όπου κήρυτταν τα δόγματα της αγίας Συνόδου.

Η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης

Το άλλο πρωταρχικής σημασίας έργο του Κωνσταντίνου υπήρξε η ίδρυση μιας νέας πρωτεύουσας του κράτους στις ευρωπαϊκές ακτές του Βοσπόρου και στη θέση του αρχαίου Βυζαντίου, αποικίας των Μεγαρέων του 7ου αι. π.Χ.

Όταν ο Κωνσταντίνος πήρε τη σχετική απόφαση, δεν επέλεξε αμέσως το Βυζάντιο, αλλά σκέφθηκε αρχικά τη γενέτειρα του Ναΐσσό, τη Σαρδική (Σόφια) και τη Θεσσαλονίκη στη συνέχεια. Απ’ τα εμπόδια όμως πού προέκυψαν, εννόησε ότι δεν ήταν θέλημα θεού να προχωρήσει εκεί και μετέβη στο αρχαίο Ίλιο, όπου λέγεται πώς είχαν στρατοπεδεύσει οι Αχαιοί στον πόλεμο κατά της Τροίας. Εκεί σχεδίασε την πόλη όσο μεγάλη έπρεπε να γίνει και κατασκεύασε ακόμη και τις πύλες της. Άλλα κάποιο βράδυ παρουσιάσθηκε ο Κύριος στον ευσεβή βασιλέα, προτρέποντας τον να επιλέξει άλλη τοποθεσία για πρωτεύουσα του. Υπακούοντας στο θείο κέλευσμα, ο Κωνσταντίνος κατέληξε τελικά στο Βυζάντιο, του οποίου τη θέση θεώρησε ως την πλέον κατάλληλη για τον σκοπό του και αρεστή στον Θεό.

Κατά τη χάραξη των ορίων της νέας πόλης από τον Κωνσταντίνο, Άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε σ’ αυτόν μόνο και τον καθοδηγούσε, προπορευόμενος του, μέχρι πού σημείωσαν όλο τον χώρο, μέσα στον όποιο ήταν θέλημα θεού να κτισθεί ή πρωτεύουσα.

Η τελετή για τη θεμελίωση της πόλης έγινε στις 8 Νοεμβρίου του 324, και για τα έργα ανοικοδόμησης, πού άρχισαν στη συνέχεια, μαζεύτηκαν εργάτες και υλικά από παντού, ενώ πολλά αρχαία προχριστιανικά μνημεία της Ρώμης, της Αθήνας, της Αντιόχειας, της Αλεξάνδρειας, της Εφέσου κ.ά. πόλεων χρησιμοποιήθηκαν κατάλληλα για τη διακόσμηση της βασιλεύουσας. Άλλα και λείψανα Αγίων και Μαρτύρων μετέφερε ο Κωνσταντίνος, για τον εξαγιασμό της. Και δεν κόσμησε την πόλη ο ευσεβής βασιλέας μόνο με ιππόδρομο, κρήνες, στοές και άλλα λαμπρά οικοδομήματα, αλλά και με περικαλλείς ναούς, όπως αυτούς των Αγίων Αποστόλων, της Αγίας Ειρήνης, του Αγίου Μωκίου και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Τίμησε ακόμη την πόλη με Σύγκλητο, αφού κάλεσε από τη Ρώμη και άλλου ευγενείς και λογίους άρχοντες, για τη διαμονή των οποίων έκτισε κατάλληλες οικοδομές, και συνέστησε ιεραρχία βασιλικών αξιωματούχων, κατά την τάξη, πού επικρατούσε και στη Ρώμη.

Μετονόμασε λοιπόν τη νέα πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη, την οποία αφιέρωσε στην Υπεραγία Θεοτόκο (26 Νοεμβρίου του 328) και της οποίας τα εγκαίνια τελέστηκαν πανηγυρικά στις 11 Μαΐου του 330. Βεβαίως τα οικοδομικά έργα συνεχίστηκαν και αργότερα. Η Κωνσταντινούπολη κατέστη σύντομα το πολιτικό, εκκλησιαστικό, οικονομικό και πνευματικό κέντρο της μεγάλης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η εύρεση του Τιμίου Σταυρού

Μέσα στα μεγαλόπνοα σχέδια του Μ. Κωνσταντίνου για την εδραίωση του Χριστιανισμού εντάσσεται και ή απόφαση του να αποστείλει τη μητέρα του Ελένη στα Ιεροσόλυμα, για την αναζήτηση και εύρεση του Τιμίου Ξύλου του Σταυρού, και, ευρύτερα, για την ανάδειξη των Αγίων Τόπων, όπου έζησε, μαρτύρησε, σταυρώθηκε, τάφηκε και αναστήθηκε ο Χριστός, και τους οποίους οι καταστροφές από τον χρόνο, τους πολέμους, άλλα και η ζηλοφθονία των Εδραίων, είχαν σκεπάσει και αποκρύψει ολότελα.

Η ιεραποδημία αύτη της Αγίας Ελένης έλαβε χώρα μετά την ανάδειξη της από τον υιό της σε Αυγούστα (περί τον Οκτώβριο του 324), γύρω στα έτη 325/326. Παράλληλα προς τη σχετική επιθυμία του Κωνσταντίνου, και η ίδια η Αγία Ελένη είχε δει οπτασία, πού την παρακινούσε προς την ιερή της αυτή αποστολή. Εφοδιασμένη λοιπόν με βασιλικά γράμματα προς τον τότε αρχιεπίσκοπο Ιεροσολύμων Άγιο Μακάριο, με αφθονία χρημάτων, καθώς και με την αρμόζουσα συνοδία στρατού και επισήμων αρχόντων, φθάνει «με σπονδή και νεανική δύναμη η ηλικιωμένη (ήταν τότε περίπου 78 ετών) και γεμάτη φρόνηση (Ελένη), να επισκεφθεί την αξιοσέβαστη γη και συγχρόνους να δει τις επαρχίες, τους δήμους, και τους λαούς της Ανατολής με βασιλική αξιοπρέπεια». Ο πατέρας της Εκκλησιαστικής Ιστορίας Ευσέβιος μας φανερώνει στο χωρίο του αυτό και τον ευρύτερο ιεραποστολικό και φιλανθρωπικό χαρακτήρα της ιεραποδημίας της Αγίας.

Στην αναζήτηση του Τιμίου Σταυρού η τίμια βασίλισσα συναντά αρκετές δυσχέρειες. Σύμφωνα με αρχαιότατη παράδοση, η εύρεση του Τιμίου Σταυρού από την Αγία είναι συνυφασμένη με το πρόσωπο του Αγίου Ιερομάρτυρος Κυριάκου, επισκόπου στα Ιεροσόλυμα. Ο Άγιος Κυριάκος, Εδραίος στην καταγωγή, με το αρχικό όνομα Ιούδας, ήταν ο άνθρωπος πού γνώριζε από τους προγόνους του το μέρος, όπου ήταν κρυμμένος ο Σταυρός του Κυρίου, άλλα δεν ήθελε να το αποκαλύψει στην Αγία Ελένη. Αύτη τότε πρόσταξε να τον βάλουν σε ξεροπήγαδο για μια εβδομάδα, οπότε αναγκάστηκε από την πείνα και δίψα να υποδείξει τον χώρο του Γολγοθά και του Μνήματος του Χριστού. Ο τόπος είχε καταχωσθεί από τους Εβραίους, ένεκα φθόνου, οι δε ειδωλολάτρες, βλέποντας να προσκυνείται από τους Χριστιανούς με ευλάβεια για τα εκεί τελούμενα θαύματα, είχαν ανεγείρει στον χώρο αυτό τέμενος της θεάς Αφροδίτης. Με προσταγή της Αγίας το τέμενος κρημνίζεται και ανασκάπτεται ο χώρος, οπότε ανευρέθηκαν ο Γολγοθάς, το Πανάγιο Μνήμα, οι τρεις Σταυροί, του Χριστού και των δύο ληστών και οι άγιοι Ήλοι (καρφιά) της Σταύρωσης.

Η αναγνώριση του Τιμίου Σταυρού έγινε με το έξης θαύμα: Μία νεκρή γυναίκα οδηγείτο προς ενταφιασμό. Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος είπε να σταματήσει η νεκρική πομπή. Μετά από θερμή προσευχή και τοποθετώντας διαδοχικά και χωριστά τους τρεις Σταυρούς πάνω στη νεκρή, ω του θαύματος! Αυτή αναστήθηκε, όταν την άγγιξε ο τρίτος Σταυρός, ο Σταυρός του Κυρίου! Τότε η Αγία διέταξε και διαιρέθηκε ο Τίμιος Σταυρός. Και το μεν ένα τμήμα τοποθέτησε σε αργυρή πολύτιμη θήκη και το άφησε στα Ιεροσόλυμα, το δε άλλο μετέφερε σε ταξίδι της από τα Ιεροσόλυμα στην Κωνσταντινούπολη. Είναι απ’ αυτό το δεύτερο τμήμα, πού άφησε κατά τόπους τεμάχια, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, για την οποία θα μιλήσουμε στο επόμενο κεφάλαιο. Την εύρεση του Τιμίου Ξύλου και των αγίων Ήλων τιμά η Εκκλησία μας στις 6 Μαρτίου.

Με το θαύμα της αναστάσεως της νεκρής γυναίκας από τον Σταυρό πιστεύει ο πιο πάνω Εβραίος Ιούδας, βαπτίζεται και μετονομάζεται Κυριάκος, χειροτονείται αργότερα επίσκοπος (μάλλον χωρεπίσκοπος) στα Ιεροσόλυμα, και μαρτυρεί επί Ιουλιανού του Παραβάτου (361-363). Η Εκκλησία μας τελεί τη μνήμη του στις 28 Οκτωβρίου.

Αναφορικά με τους δύο άλλους Σταυρούς των ληστών, επειδή η Αγία αδυνατούσε να διακρίνει ποιος άνηκε στον «εκ δεξιών» Καλό Ληστή και ποιός στον «εξ αριστερών» και επειδή από την άλλη σκέφθηκε πώς τόσα χρόνια θαμμένοι με τον Σταυρό του Χριστού είχαν πάρει κι αυτοί ευλογία, και δεν έπρεπε να παραμεληθούν, πρόσταξε να αποσυναρμολογηθούν, και με την εναλλαγή των οριζοντίων ξύλων τους να σχηματισθούν δύο νέοι Σταυροί. Έτσι ο καθένας τους περιείχε τεμάχιο του Σταυρού του Καλού Ληστή.

Μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός ο Μ. Κωνσταντίνος, χάρηκε ιδιαίτερα και με επιστολή του προς τον Άγιο Μακάριο όρισε να ανεγερθεί στον χώρο του Παναγίου Τάφου ναός λαμπρός και περικαλλής, παρέχοντας ο ίδιος ο αυτοκράτορας τα μέσα προς τούτο. Η Αγία Ελένη, εκτός από την επίβλεψη στην ανέγερση του ναού τούτου, ανήγειρε θαυμάσιο ναό στη Βηθλεέμ (στο άγιο Σπήλαιο της Γεννήσεως του Κυρίου) και άλλον εφάμιλλο της Αναλήψεως στο όρος των Ελαίων.

Στη συνέχεια η ευσεβής βασίλισσα περιήλθε όλες τις χώρες της Ανατολικής αυτοκρατορίας, στολίζοντας τους ναούς του Θεού με λαμπρά κειμήλια και κάνοντας ποικίλα έργα φιλανθρωπίας: Ελεούσε αφθονοπάροχα κατοίκους πόλεων συλλογικά, αλλά κι όσους την πλησίαζαν ατομικά, στρατιώτες, πένητες, γυμνούς και απροστάτευτους, παρέχοντας όλα τα αναγκαία του σώματος. Αλλά και από τα δεσμά, την καταπίεση και την εξορία απάλλαξε πολλούς κατάδικους, από μεγάλη φιλανθρωπία κινούμενη.

Το θαυμαστό έργο της Αγίας Ελένης στα Ιεροσόλυμα και την Παλαιστίνη και η ιεραποστολική και πλούσια φιλανθρωπική της περιοδεία στις πέριξ επαρχίες της Ανατολής διήρκεσε γύρω στα δύο με τρία χρόνια (325/326-328/329).

Η έλευση της Αγίας Ελένης στην Κύπρο

Στα πλαίσια της ως άνω μακρόχρονης αγαθοεργούς δράσης της Αγίας βασίλισσας εντάσσεται βεβαίως και η διέλευση της από την Κύπρο. Συγκεκριμένες αναφορές των παλαιών ιστορικών για το γεγονός τούτο δεν υπάρχουν, όπως ασφαλώς δεν υπάρχουν και για άλλα πολλά σημαντικά έργα της Αγίας. Οι σωζόμενες σήμερα γραπτές πηγές, από τον 12ο αιώνα κ.έ. (πρώτη γνωστή αναφορά αυτή του Ηγουμένου Δανιήλ το 1106) καταγράφουν την παράδοση, πού από στόμα σε στόμα και από γενεά σε γενεά διασώθηκε μέχρι τότε. Ακριβώς και σ’ αυτή την περίπτωση λειτούργησε ο παράγοντας της παράδοσης, για να διασώσει ό,τι δεν ήταν δυνατό να περισωθεί με άλλο τρόπο, και μάλιστα εξαιτίας των πολλών περιπετειών και συμφορών της Κύπρου, πού τη στέρησαν από σπουδαίους θησαυρούς, μνημεία των παλαιών εκείνων γεγονότων.

Σύμφωνα λοιπόν με την παράδοση αυτή, πολύ ισχυρή μέχρι και σήμερα, η ευλογημένη βασίλισσα σε ταξίδι με πλοία από την Παλαιστίνη προς την Κωνσταντινούπολη, όπου μετέφερε τα Αγία Σύμβολα του Πάθους του Κυρίου και τους Σταυρούς των ληστών, αναγκάστηκε από θαλασσοταραχή να προσορμισθεί στα νότια παράλια της Κύπρου, στις εκβολές του αρχαίου χειμάρρου Τετίου, πού από τότε μετονομάστηκε προς τιμήν της Βασιλοπόταμος. Σύμφωνα με την ίδια παράδοση η Κύπρος μαστιζόταν τότε από φοβερή ανομβρία (δεν είχε βρέξει για πολλά συνεχή έτη), πού προκάλεσε λοιμικές ασθένειες, το δε νησί είχε γεμίσει από θανατηφόρα φίδια. Η θεομηνία αύτη οδήγησε πολλούς κατοίκους να μεταναστεύσουν σε άλλα μέρη, για να μπορέσουν να επιβιώσουν.

Η ίδρυση της Μονής του Τιμίου Σταυρού (Σταυροβουνίου) στην Κύπρο

Εκει λοιπόν στην περιοχή του Βασιλικού, οπού προσάραξε η βασίλισσα Ελένη, άγγελος Κυρίου φάνηκε στον ύπνο της και της είπε ότι ήταν θέλημα Θεού να ανεγείρει ναούς και στην Κύπρο, όπως και στην Αγία Γη, στους οποίους να αφιερώσει τεμάχια του Τιμίου Ξύλου, για να τιμάται και εδώ ο Σταυρός του Κυρίου. Άλλο θαύμα τότε ακολούθησε, γιατί ο Τίμιος Σταυρός μεταφέρθηκε από θεία δύναμη στην κορυφή του όρους Ολύμπου, του σημερινού Σταυροβουνίου, υποδεικνύοντας στην Αγία τη θέση, όπου έπρεπε να ανεγείρει ναό προς τιμή Του.

Η ταπεινή αυτοκράτειρα ήλθε πράγματι προσωπικά στη βουνοκορφή του Ολύμπου και με τη βοήθεια κάποιων κατοίκων των γύρω περιοχών, καθώς και των ανθρώπων της, καταργεί τον προϋπάρχοντα εδώ ειδωλολατρικό ναό (πού ήταν αφιερωμένος στον Ολύμπιο Δία) και ανεγείρει ναό προς δόξαν του αληθινού Θεού. Στον αρχικό τούτο ναό αφιέρωσε τον ένα από τους δύο Σταυρούς των ληστών, όπως και πιο πάνω αναφέραμε, τοποθετώντας στο κέντρο του τεμάχιο από το Τίμιο Ξύλο, καθώς επίσης και ένα αγιασμένο Ήλο (καρφί). Με το τέλος του έργου της ανέπεμψε δοξολογία και ευχαριστία στον Κύριο.

Κατά την ίδια παράδοση η Αγία Ελένη ανεγείρει και στην Τόχνη ναό, προικίζοντας τον κι εκείνο με τεμάχια των αγιασμένων Συμβόλων του Πάθους του Κυρίου. Μεταφέρει επίσης με ενέργειες της ένα πλοίο γεμάτο γάτες από τη Μικρά Ασία (ο όρμος, πού προσορμίστηκε το πλοίο ονομάστηκε έκτοτε Ακρωτήριο των Γάτων ή Κάδο Γάτα), πού αφέθηκαν στην ξηραμμένη γη, για να εξαλείψουν τα πολλά φίδια. Και αργότερα, από την Κωνσταντινούπολη, μερίμνησε και πέτυχε την επιστροφή των Κυπρίων στο νησί τους, πού είχαν ξενιτευθεί ένεκα της ανομβρίας.

Η παλαιά αυτή παράδοση είχε ήδη κωδικοποιηθεί στην Κύπρο κατά τους βυζαντινούς χρόνους (12ο-13ο αι.) και διασώθηκε από τους μεσαιωνικούς τοπικούς χρονογράφους (με αρχαιότερο τον Λεόντιο Μαχαιρά [15ος αι.]), οι όποιοι και την περιέλαβαν στα σχετικά ιστορικά τους έργα.

Η Κύπρος έτσι αναγεννάται αισθητά και πνευματικά. Αισθητά, γιατί με τη Χάρη του Τιμίου Σταυρού ξανάρχισαν οι βροχές, και ήλθε πάλιν η ευλογία του Θεού στον τόπο. Και πνευματικά, γιατί ο ταλαιπωρημένος Κυπριακός λαός στερεώθηκε με τη Χάρη του Εσταυρωμένου στον δρόμο της πίστης Του.

Έτσι λοιπόν διαθρυλούνται τα γεγονότα σχετικά με τη διέλευση της Αγίας Ελένης στη συνείδηση του λαού της Κύπρου, στη ζωντανή του παράδοση! Και η μνήμη των Αγίων Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης, κτητόρων του ιερού ναού του Σταυροβουνίου, τιμάται με ιδιαίτερη λαμπρότητα σ’ όλο το νησί. Τα δε ονόματα τους κοσμούν πλήθος των κατοίκων του. Είκοσι τουλάχιστο ναοί, παλαιοί και νεώτεροι, είναι αφιερωμένοι στην Κύπρο στους Άγιους αυτούς, καθώς και πολλά τοπωνύμια, όπου προφανώς βρίσκονταν παλαιότερα ναοί τους.

Η ανάμνηση της διέλευσης της Βασιλομήτορος Αγίας Ελένης από την Κύπρο και της ίδρυσης απ’ αυτήν της Μονής του Τιμίου Σταυρού στο Σταυροβούνι διαιωνίζεται και με την επιγραφή πάνω σε πέτρινη πλάκα, πού σήμερα βρίσκεται εντοιχισμένη στον διάδρομο στα βόρεια του Καθολικού (κεντρικού ναού) της Μονής. Η πλάκα αυτή ανακαλύφθηκε κατά τη διάρκεια των εργασιών για επισκευή του Καθολικού, μετά την πυρκαγιά κατά τον Ιούλιο του 1888, και χρονολογείται από ειδικούς στους μεσαιωνικούς χρόνους, είναι δε πιθανό να αποτελεί αντίγραφο πρωτοτύπου της βυζαντινής εποχής.

Η κοίμηση της Αγίας Ελένης

Ο Μ. Κωνσταντίνος υποδέχθηκε με μεγάλη χαρά το Ξύλο του Τιμίου Σταυρού, πού μετέφερε με μεγάλη ευλάβεια η μητέρα του στην Κωνσταντινούπολη. Άλλα και τους αγίους Ήλους ο ευσεβής αυτοκράτορας αναφέρεται πώς τοποθέτησε στην περικεφαλαία και τα χαλινάρια του αλόγου του, για προστασία και ευλογία στους πολέμους.

Αφού λοιπόν διήλθε η μακαριά Ελένη τη ζωή της με προσευχή, ταπείνωση και τόσα θαυμαστά έργα και αγαθοεργίες, ανεπαύθη εν Κυρίω πιθανότατα στην Κωνσταντινούπολη περί τα έτη 328/329, σε ηλικία ογδόντα περίπου ετών. Το άγιο σκήνος της μεταφέρθηκε στη Ρώμη από τον υιό της και κατατέθηκε στο μαυσωλείο (ροτόντα) γνωστό με το όνομα Tor Pignattara, μέσα σε μεγαλοπρεπή σαρκοφάγο από πορφυρίτη λίθο. Η σαρκοφάγος αυτή φυλάσσεται σήμερα στο Βατικανό Μουσείο.

Θανάτωση του Κρίσπου και της Φαύστας

Ο Κρίσπος ήταν υιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου από την πρώτη του γυναίκα, τη Μινερβίνα. Με τη δεύτερη του γυναίκα, τη Φαύστα, ο Μ. Κωνσταντίνος απόκτησε άλλους τρεις υιούς, τον Κωνσταντίνο, τον Κωνστάντιο και τον Κώνσταντα.

Η εκτίμηση του Μ. Κωνσταντίνου προς τον υιό του Κρίσπο ήταν πολύ μεγάλη, ιδίως μετά τη συμβολή του Κρίσπου στο να κατατροπωθεί ο Λικίνιος, όπως πιο πάνω ήδη αναφέραμε. Τούτο όμως στάθηκε αιτία να φθονήσει θανάσιμα τον Κρίσπο η Φαύστα, γιατί φοβόταν πώς η δόξα του Κρίσπου θα επεσκίαζε τα δικά της παιδιά. Συνέλαβε λοιπόν η πανούργα το εξής δαιμονικό σχέδιο: Κατηγόρησε έντεχνα τον Κρίσπο στον πατέρα του με ψεύτικες και ασύστολες κατηγορίες. Ότι δηλαδή επεχείρησε δήθεν ο Κρίσπος να την ατιμάσει, και στη συνέχεια να φονεύσει τον πατέρα του, για ν’ αρπάξει, και τον θρόνο, και τη γυναίκα του! Δυστυχώς ο Κωνσταντίνος έπεσε στην παγίδα. Παρασύρθηκε και πίστεψε τη συκοφαντία, ώστε διάταξε τη θανάτωση του Κρίσπου (326).

Η Αγία Ελένη λυπήθηκε βαθύτατα για το θλιβερό αυτό γεγονός. Έλεγξε δριμύτατα τον αυτοκράτορα υιό της για το θανάσιμο σφάλμα του. Εκείνος, μετανοιωμένος και συντετριμμένος, διέταξε ξανά νέες ανακρίσεις. Αποδείχτηκε η φοβερή πλεκτάνη και η Φαύστα τιμωρήθηκε με θάνατο (326).

Τα συγκλονιστικά αυτά γεγονότα της προσωπικής ζωής του Μ. Κωνσταντίνου τον λυπούν βαθύτατα. Τον κάνουν να θρηνεί σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του και να ζητεί συγχώρηση από τον Θεό. Προς τιμή του αδικοσκοτωμένου υιού του Κρίσπου ο Μ. Κωνσταντίνος έστησε αργυρό ανδριάντα, με την επιγραφή· «Τω ηδικημένω υιώ μου».

Πολλοί είναι οι επικριτές του Αγίου για τα δυσάρεστα αυτά γεγονότα. Πρέπει όμως να γνωρίζουν ότι:

(1) Όταν συνέβησαν τα θλιβερά αυτά γεγονότα, ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν ήταν ακόμη Χριστιανός. Πώς μπορούμε να απαιτούμε χριστιανική συνέπεια από κάποιον, πού δεν ήταν βαπτισμένος χριστιανός;

(2) Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος δεν ενέργησε με κακία και με εμπάθεια, αλλά έπεσε θύμα καλά στημένης ραδιουργίας και συκοφαντίας.

(3) Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν ακόμη δικαστήρια για την απονομή δικαιοσύνης. Η δικαστική εξουσία ήταν στα χέρια των αυτοκρατόρων, πού δίκαζαν σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων. Αυτή τη διαδικασία πρόβλεπε ο νόμος της εποχής εκείνης, και έτσι εύκολα γίνονταν και λάθη.

(4) Άγιος δεν είναι μόνον ο αναμάρτητος. Αλλά Άγιος είναι εκείνος πού επιδεικνύει πραγματική μετάνοια για τις αμαρτίες πού έπραξε, αλλάζει ζωή, και αγωνίζεται έπειτα να συμμορφώνεται προς το θέλημα του Θεού.

Ας μη μας διαφεύγει πώς πολλοί Άγιοι ήσαν προηγουμένως μεγάλοι αμαρτωλοί, οι όποιοι όμως αργότερα μετανόησαν, άλλαξαν ζωή, ευαρέστησαν τον Θεό, και ο Θεός όχι μόνο τους συγχώρησε, αλλά και τους δόξασε, αναδεικνύοντας τους Αγίους θαυματουργούς. Ο προφήτης και βασιλέας Δαβίδ έπεσε π.χ. στο αμάρτημα του φόνου και της μοιχείας. Ο βασιλέας και ισαπόστολος Κωνσταντίνος έπεσε και αυτός στο αμάρτημα του φόνου. Αλλά και οι δύο μετανόησαν πικρά. Έπραξαν έργα γνήσιας μετάνοιας, συγχωρέθηκαν, ευαρέστησαν τον Θεό, και τελικά αναδείχθηκαν και οι δύο μεγάλοι Άγιοι!

Τα τελευταία έργα του Μ. Κωνσταντίνου

Σύμφωνα με τις υπάρχουσες ιστορικές μαρτυρίες, και μάλιστα του συγχρόνου του Μ. Κωνσταντίνου ιστορικού Ευσεβίου, επισκόπου Καισαρείας, εκτός των καλών έργων, πού αναφέραμε ήδη πιο πάνω, ο ευσεβής αυτοκράτορας επιδόθηκε σε πλείστα άλλα αξιομνημόνευτα θεάρεστα έργα κατά το υπόλοιπο της ζωής του.

Μεταξύ άλλων, προνοώντας για τους Χριστιανούς στην Περσία, έγραψε επιστολή προς τον βασιλέα των Περσών Σαβώρ Β’ (310-381), οπού με λόγους κατάλληλους τον παρακινεί να φροντίζει, ώστε οι εκεί πιστοί να διάγουν ειρηνικά, και όπου ομολογεί ξεκάθαρα την πίστη του στον Χριστό. Δυστυχώς ο Σαβώρ δεν τήρησε τις υποσχέσεις του, και γι΄ αυτό ο Κωνσταντίνος, όπως θα δούμε, ανέλαβε εκστρατεία εναντίον του.

Ο Μ. Κωνσταντίνος αγαπούσε ιδιαίτερα τη μελέτη της αγίας Γραφής, αλλά και την προσευχή, προσευχόμενος στον αληθινό Θεό κατά μονάς, καθώς και με όλα τα μέλη του βασιλικού οίκου στα ανάκτορα. Γι’ αυτό και σε ορισμένα από τα χρυσά νομίσματα πού έκοψε αποτυπώνεται, έχοντας το βλέμμα στραμμένο προς τα άνω, σε σχήμα προσευχομένου. Θεσμοθέτησε μάλιστα πρώτος αυτός την Κυριακή, ως την κατεξοχήν ήμερα προσευχής, και την καθιέρωσε με νόμο ως ημέρα αργίας. Επιπρόσθετα δίδασκε τους στρατιώτες του να τιμούν την Κυριακή και να προσεύχονται κατ’ αυτήν, όχι μόνο οι πιστοί Χριστιανοί, αλλά και οι εθνικοί, και έγραψε για όλους τους στρατιωτικούς (στα λατινικά) την έξης προσευχή:

«Σε μόνον γνωρίζουμε Θεόν, εσέ αναγνωρίζουμε βασιλέα, σε επικαλούμαστε βοηθό, από σένα τις νίκες κατορθώσαμε, με τη βοήθεια σου γίναμε ανώτεροι των έχθρων, σε ευχαριστούμε για τα αγαθά, τα όποια ήδη μας χορήγησες, από σένα ελπίζουμε (να λάβουμε) τα μέλλοντα (αγαθά), σου γινόμαστε όλοι ικέτες, παρακαλώντας να διαφυλάσσεται για χάρη μας σώος και νικητής ό βασιλέας μας Κωνσταντίνος και οι θεοφιλείς υιοί του.»

Περαιτέρω πρόσταξε και χαράχτηκε ο Σταυρός στα όπλα των στρατιωτών του.

Πόσο λοιπόν τιμούσε την προσευχή ο Άγιος! Ιδιαίτερα, μετείχε με λαμπρότητα στην εορτή και αγρυπνία του Πάσχα, παρέχοντας τότε και πλούσια ελεημοσύνη. Με εντολή του ακόμη τιμώνταν χαρμόσυνα οι ήμερες του μαρτυρίου των Αγίων Μαρτύρων, καθώς και οι λοιπές εορτές της Εκκλησίας μας. Αντίθετα, θέσπισε νόμους εναντίον των θυσιών και των ειδωλικών τελετών.

Καθώς ήταν και καλά καταρτισμένος ο Άγιος, έγινε άριστος λογογράφος για τα θεία σε ομιλίες, πού έγραφε ο ίδιος και απεύθυνε προς τα πλήθη, μιλώντας εναντίον των παθών και της απληστίας και ελέγχοντας τους ανόμους! Ο ίδιος δε, τιμώντας τον Θεό, ακροαζόταν πάντοτε όρθιος τα θεία λόγια. Μάλιστα πρόσταξε τον πιο πάνω επίσκοπο Ευσέβιο να φροντίσει για την καλλιγράφηση 50 τόμων της αγίας Γραφής για τις ανάγκες του διδακτικού έργου της Εκκλησίας, παρέχοντας όλα τα αναγκαία σχετικά έξοδα, τους οποίους τόμους πράγματι απέστειλε ο Ευσέβιος στην Κωνσταντινούπολη.

Μέχρι τέλους φιλοσοφούσε άριστα ο καλός Κωνσταντίνος, και μάλιστα περί θανάτου, όπως αποδεικνύει επικήδειος λόγος, πού εκφώνησε ο ίδιος. Είδαμε δε ότι στην Κωνσταντινούπολη ανήγειρε μεταξύ άλλων και τον ναό των Αγίων Απόστολων, όπου διέταξε και κατασκευάστηκαν δώδεκα λάρνακες (θήκες) προς τιμή των Αποστόλων, σκοπεύοντας να μεταφέρει εκεί μια λείψανα τους. Στο μέσο τους λοιπόν κατασκεύασε και τη δική του λάρνακα, τόσο για μνήμη θανάτου, όσο και ωφέλεια της ψυχής του, αφού η επιθυμία του ήταν να ταφεί εκεί.

Ακόμη, στις 13 Σεπτεμβρίου του 335, σύμφωνα με εντολή του, τελέστηκαν λαμπρότητα τα εγκαίνια του πανιέρου ναού της Αναστάσεως, πού είχε έρθει, όπως είπαμε, με δική του επιχορήγηση και τις οδηγίες του στον χώρο του Τάφου του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα.

Πρέπει επίσης να μνημονεύσουμε εδώ και τον εκχριστιανισμό διαφόρων λαών κατά την εποχή εκείνη, όπως των Ινδών, όταν τους κήρυξαν το Ευαγγέλιο ο φιλόσοφος Μερόπιος από την Τύρο με τους μαθητές του Αιδέσιο και Φρουμέντιο. Ο τελευταίος μάλιστα χειροτονήθηκε επίσκοπος Ινδίας από τον Άγιο Αθανάσιο τον Μεγάλο, αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας. Πίστευσαν ακόμη στον Χριστό και οι Ίβηρες (Γεωργιανοί), πού διδάχθηκαν την Πίστη μία αιχμάλωτη χριστιανή, την Αγία Νίνα, πού τέλεσε μεγάλα θαύματα με τη δύναμη του Χριστού. Η Αγία Νίνα θεράπευσε μάλιστα, τόσο την βασίλισσα Νανά από ανίατη ασθένεια, όσο και τον βασιλέα Μιριάν (265-342), όταν αυτός επέστρεψε τυφλός από το κυνήγι. Τότε ο Μιριάν έστειλε πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη προς τον Μ. Κωνσταντίνο, ζητώντας τη βοήθειά του για τον εκχριστιανισμό της Γεωργίας. Ανταποκρινόμενος ο φιλόθεος Κωνσταντίνος, του έστειλε ιερείς μαζί με εικόνες, Αγία λείψανα και τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού. Σε λίγο διάστημα, όχι μόνο οι βασιλείς, αλλά πλήθη λάου βαπτίστηκαν Χριστιανοί.

Την ίδια εποχή πίστεψαν στον Χριστό και οι Αρμένιοι, και πάλιν με τις ενέργειες του Μ. Κωνσταντίνου και την αποστολική δράση του Άγιου Γρηγορίου, επισκόπου και φωτιστού της Μεγάλης Αρμενίας.

Εκστρατεία κατά των Περσών και ασθένεια τον Μ. Κωνσταντίνου

Στα τέλη της βασιλείας του Μ. Κωνσταντίνου παρατηρήθηκαν εχθρικές προετοιμασίες των Περσών κατά των Ρωμαίων. Ο Κωνσταντίνος ανησύχησε, όχι μόνο για τον πόλεμο, αλλά και την τύχη των χριστιανών στην Ασία, για τους οποίους, όπως είδαμε, επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον (οι ανησυχίες του δικαιώθηκαν, καθώς από το 343 περίπου ο Σαβώρ εξαπέλυσε εκτεταμένους διωγμούς σ’ όλη την Περσία, αναδεικνύοντας πλήθη Μαρτύρων). Ετοιμάστηκε λοιπόν για εκστρατεία εναντίον των Περσών, επικαλούμενος τον Θεό και παραλαμβάνοντας ως συνοδούς και μερικούς επισκόπους, για να τον ενισχύουν με τις ευχές τους. Ακόμη και η σκηνή του σ’ αυτή εκστρατεία είχε σχήμα σταυροειδές! Περνώντας όμως από τη Νίκαια ασθένησε και κατέφυγε στην Ελενόπολη για θεραπεία, καθώς εκεί υπήρχαν θερμά ιαματικά λουτρά. Επειδή όμως η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε, μεταφέρθηκε στη Νικομήδεια κι απ’ εκεί σε προάστιο της, καλούμενο «Αχυρών», πού ήταν τόπος κατάλληλος για ανάπαυση και ανακούφιση.

Η βάπτιση και η κοίμηση του Αγίου Κωνσταντίνου

Ο μέχρι τότε κατηχούμενος στη Χριστιανική Πίστη βασιλέας, αφού διέμεινε εκεί για λίγο διάστημα και είδε πώς η κατάσταση του δεν βελτιωνόταν, κάλεσε κοντά του τους Ορθοδόξους επισκόπους, πού τον συνόδευαν, και εξέφρασε σ’ αυτούς την επιθυμία του να λάβει επιτέλους το άγιο Βάπτισμα, λέγοντας τα ακόλουθα αξιομνημόνευτα λόγια: «Αυτός είναι ο καιρός, πού περίμενα από χρόνια με πόθο και προσευχή, ελπίζοντας να αξιωθώ της σωτηρίας από τον Θεό. Είναι πια καιρός να απολαύσω κι εγώ την αθανατοποιό σφραγίδα (έτσι ονόμασε το Βάπτισμα και το Χρίσμα,)… κάτι το όποιο σκεπτόμουν να λάβω στα ρείθρα του Ιορδάνη ποταμού, στον όποιο, όπως αναφέρεται (στην Αγία Γραφή,), μετέσχε του λουτρού του Βαπτίσματος και ο Χριστός, ως πρότυπο (παράδειγμα για μας. Άλλ’ ο Θεός, πού γνωρίζει το συμφέρον μας, με αξιώνει να το λάβω εδώ. Ας τελεσθεί λοιπόν τούτο χωρίς αναβολή…».

Τότε οι αρχιερείς βάφτισαν τον μακάριο Κωνσταντίνο και τον μετέλαβαν τα άχραντα Μυστήρια. Κι αυτός, σαν βγήκε από την αγία κολυμβήθρα, φόρεσε τα λευκά ενδύματα του Βαπτίσματος, τα όποια και δεν απέβαλε μέχρι την κοίμηση του! Δεν θέλησε πια να περιβληθεί τη βασιλική πορφύρα! Ανέπεμψε δε αμέσως μετά τη βάπτιση του ευχαριστήρια προσευχή προς τον Θεό, επιλέγοντας τα εξής: «Τώρα γνωρίζω ότι είμαι πράγματι μακάριος. Τώρα γνωρίζω ότι δείχθηκα άξιος της αθάνατης ζωής. Τώρα γνωρίζω ότι έγινα μέτοχος του θείου φωτός»!

Έτσι λοιπόν, ευτυχής και ευχόμενος, αφού τακτοποίησε τα της διαδοχής και διαθήκης του, κοιμήθηκε εν Κυρίω στις 22 Μαΐου του 337, ημέρα της Πεντηκοστής, κατά τις μεσημβρινές ώρες, αφού διετέλεσε τεσσαρακοστός τέταρτος αυτοκράτορας μετά τον Καίσαρα Οκταβιανό Αύγουστο (27 π.Χ. -14 μ.Χ.). Έζησε δε γύρω στα εξήντα τρία χρόνια, αφού βασίλευσε για περίπου τριάντα ένα χρόνια.

Στη διαθήκη του ο Κωνσταντίνος άφησε ως διαδόχους του τους τρεις υιούς του, παραχωρώντας στον Κωνστάντιο όλη την Ανατολή και την Κωνσταντινούπολη, στον Κώνσταντα τη Ρώμη και όλη την Ιταλία και στον Κωνσταντίνο τη Γαλλία και τις Βρεταννικές νήσους.

Το λείψανο του Κωνσταντίνου τοποθετήθηκε σε χρυσή λάρνακα και μεταφέρθηκε στα ανάκτορα στην Κωνσταντινούπολη, μέχρις ότου αφίχθηκε ο υιός του Κωνστάντιος, οπότε τελέστηκε μεγαλοπρεπής η κηδεία του και κατετέθη η σορός του στη λάρνακα, πού είχε ο ίδιος προετοιμάσει, όπως είδαμε, στον ναό των Αγίων Αποστόλων. Και εκεί ευρισκόμενο το τίμιο λείψανο του, επετέλεσε πολλά θαύματα!

Αντί Επιλόγου

Αυτά ήταν, αγαπητέ αναγνώστη, σε γενικές γραμμές τα σπουδαιότερα γεγονότα και θαυμαστά έργα των αοιδίμων Μεγάλων Βασιλέων και Ισαπόστολων Κωνσταντίνου και Ελένης, όπως τα παρουσιάσαμε στο συνοπτικό αυτό και λιτό Συναξάριο.

Ειδικότερα για το πρόσωπο του Μ. Κωνσταντίνου, πού για ορισμένους είναι δυστυχώς «σημείο αντιλεγόμενο», πρέπει να πουμε πώς ο κάθε καλοπροαίρετος αναγνώστης και μελετητής του βίου του δεν μπορεί, παρά να δοξάσει τον Θεό, πού τον ανέδειξε αυτοκράτορα σε μια εποχή κρίσεως θεσμών και αξιών, και μάλιστα μετά από τρεις αιώνες σκληρών διωγμών και φρικτών θανατώσεων εκατομμυρίων αθώων ανθρώπων, μόνο και μόνο για την πίστη και αγάπη τους στον Χριστό! Μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε σήμερα αύτη τη μεγίστη του προσφορά στη Χριστιανική οικουμένη; Και να ήταν μόνη αύτη; Αναφέρθηκαν ήδη πιο πάνω οι πολυάριθμες θεάρεστες νομοθεσίες και ενέργειες του φιλόθεου αυτοκράτορα, με τις όποιες, οδηγούμενος από τον Θεό, εξάπλωσε και στερέωσε τη μέχρι τότε διωκόμενη χριστιανική πίστη σε πλείστα μέρη της οικουμένης.

Αντίθετα, οι γνωστές πράξεις 6ίας απέρρεαν από την ευθύνη της εξουσίας του αυτοκράτορα, και όχι από προσωπική του ευθύνη. Ας μη ξεχνούμε ακόμη ότι ο Κωνσταντίνος ήταν τότε και αβάπτιστος! Και η θεμελιώδης διδασκαλία της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία ο βαπτιζόμενος καθαρίζεται, τόσο από το προπατορικό αμάρτημα, όσο και από κάθε άλλο προσωπικό αμάρτημα (σε περίπτωση πού είναι μεγάλης ηλικίας), ίσχυσε αναμφίβολα και στην περίπτωση του Μ. Κωνσταντίνου.

Ο Μ. Κωνσταντίνος βρέθηκε λοιπόν με την Πρόνοια του Θεού πνευματικά έτοιμος και πολιτικά ώριμος στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, για να πραγματοποιήσει το μεγάλο όραμα ενός βαθύτερου μετασχηματισμού των δομών της καταρρέουσας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Και ασπάσθηκε τον χριστιανισμό, όχι μόνο ως ένας απλός πολίτης της, άλλ’ ως ο αυτοκράτορας και μονοκράτοράς της! Αυτό μάλιστα, το ότι βαπτίσθηκε στο τέλος της ζωής του για τους λόγους, πού προεκθέσαμε, αποδεικνύει περίτρανα πώς δεν υπήρχε οποιαδήποτε σκοπιμότητα στην επιλογή του αυτή, αλλά προερχόταν ξεκάθαρα από τη γνήσια εσωτερική παρόρμηση του. Μπορούμε άραγε να αντιληφθούμε αληθινά τι σήμαινε ένας Ρωμαίος μονοκράτορας, μετά από τόσες νίκες και δόξα, και ο όποιος δεν ήταν μόνο ο ύψιστος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της εποχής, αλλά και ο pontifex maximus (ο μέγιστος δηλαδή αρχιερέας της ειδωλολατρικής θρησκείας, πού στη Ρώμη του αποδίδονταν τιμές λατρείας, αν και ό ίδιος κατήργησε με νόμους τη λατρεία αυτή στο πρόσωπο του), να βαπτισθεί Χριστιανός; Πράγματι η εξέχουσα θέση του Μ. Κωνσταντίνου στη συνείδηση της Εκκλησίας δεν είναι άσχετη προς το βάπτισμα του κατά το τέλος της ζωής του.

Και, τέλος, πρέπει να διευκρινιστεί πώς η αναγνώριση της αγιότητας ενός κεκοιμημένου ορθοδόξου χριστιανού δεν είναι προϊόν ανθρώπινης αυθαιρεσίας ή καρπός οποιασδήποτε ανθρωπαρέσκειας! «Τους δοξάζοντας με, δοξάσω», λέγει ο ίδιος ο Θεός. Μόνο ο Θεός στην πραγματικότητα ανακηρύσσει και δοξάζει τους Αγίους Του! Και πράγματι! Δεν είδαμε πόσης Θείας Χάρης αξιώθηκε ο Κωνσταντίνος, ενόσω ακόμη ζούσε; Την άμεση με οράματα θεϊκή καθοδήγηση, πού είχε καθόλες τις μεγάλες στιγμές της ζωής του; Πώς στάθηκε μοναδικό όργανο στα χέρια της θείας Προνοίας για τη στερέωση και επικράτηση της λατρείας του μόνου Αληθινού θεού στον κόσμο; Άλλα και μετά θάνατο τον δόξασε ο Κύριος! Καθότι δεν πρέπει να παραβλέπεται το ότι και μετά την κοίμηση του οι προσευχές και μεσιτείες του προς τον Θεό θαυματουργούν, όπως εξάλλου αναφέρουν και αρχαία τροπάρια προς τιμή του: «..Ορθοδόξων βασιλέων πατήρ, ου και η λάρναξ ιάσεις βρύει…»(= εσύ πού είσαι πατέρας, απαρχή των ορθοδόξων βασιλέων, του οποίου και η λάρνακα [ο τάφος] πηγάζει θεραπείες) (Δοξαστικό αποστίχων Εσπερινού)· και αλλού: «Ο τάφος ένθα κείται το ιερόν, Κωνσταντίνε, και τίμιον σώμα σου, μαρμαρυγάς θείας και ακτίνας φωτολαμπείς, τοις προσιούσι πάντοτε βλύζει ιαμάτων παντοδαπών…» (= Ο τάφος, όπου βρίσκεται το ιερό και τίμιο σώμα σου, ώ Κωνσταντίνε, πάντοτε αναβλύζει σ’ αυτούς πού προσέρχονται [σ’ αυτό, για να το προσκυνήσουν] θείες ελλάμψεις και φωτοειδείς ακτίνες κάθε είδους θεραπείας) (τροπάριο Ο’ ωδής Κανόνος του Όρθρου). Και έμπρακτη έκφραση της εξέχουσας θέσης του στη συνείδηση του πληρώματος της Ορθόδοξης Εκκλησίας αποτελούν οι πολυάριθμοι ναοί και οι εικόνες, πού έγιναν από τη βυζαντινή εποχή και γίνονται μέχρι σήμερα προς τιμή του ιδίου και της Αγίας μητέρας του Ελένης!

Των Μεγάλων τούτων Θεοστέπτων Βασιλέων και Ισαπόστολων Κωνσταντίνου και Ελένης ας επικαλούμαστε κι εμείς οι χριστιανοί των εσχάτων αυτών χρόνων τις πρεσβείες και ικεσίες προς τον μεγαλοδύναμο Θεό, να ειρηνεύσει τον κόσμο, να εξαλείψει τα σκάνδαλα και τις αιρέσεις, να φέρει την ομόνοια και αγάπη, να συγχωρήσει τις αμαρτίες μας και να μας αξιώσει μαζί τους της αιωνίου βασιλείας των ουρανών με τη Χάρη του Τριαδικού Θεού, στον όποιο ανήκει ή δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν!

* Πηγές για τον παρόντα Βίο είχαμε τα σχετικά κλασσικά έργα του πατέρα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας Ευσεβίου, επισκόπου Καισαρείας, και μάλιστα το, «Εις τον Βίον Κωνσταντίνου Βασιλείας», καθώς και άλλων μεταγενεστέρων Ιστορικών (όπως των Σωκράτους Κωνσταντινουπόλεως και Σαλαμινίου Σωζομενού), πού δασικά ακολουθούν τον Ευσέβιο, σε συνδυασμό με νεώτερη υπεύθυνη βιβλιογραφία.

* Η ευσεβέστατη Ελένη, μητέρα του Αγίου Κων/νου, γεννήθηκε στην πόλη Δρέπανο της Βιθυνίας περί το έτος 24 Συζεύχθηκε τον αξιωματούχο Κωνστάντιο τον Χλωρό γύρω στο 273. Πρωτότοκο παιδί τους υπήρξε ο Μ. Κων/νος. Η Ελένη υπήρξε έξοχος παιδαγωγός, συμβοηθός και συντελεστής στα θεία έργα του μεγάλου βλαστού της: Στην εύρεση του Τιμίου Σταυρού, στην ανάδειξη τω Αγίων Τόπων, στη στήριξη των πιστών στον εκχριστιανισμό των απίστων.. Εκοιμήθη πιθανώτατα στην Κωνσταντινούπολη περί τα 328/329.

Πηγή:http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3571&Itemid=1

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Μέγας και Άγιος Κωνσταντίνος (Αρχιμ. Μελέτιος Στάθης)

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαΐου, 2010

konstantin1.jpg (Αρχιμ. Μελέτιου Στάθη, Εφημέριου του Ιερού Ναού Αγίας Βαρβάρας )

Και μόνο το όνομα Κωνσταντίνος ν’ ακουσθεί, συγκινεί κάθε χριστιανική καρδιά, όχι μόνο σήμερα αλλά από πολλά χρόνια πριν, διό­τι συνδέεται με τους θρύλους της φυλής, ότι “πάλι με χρόνια με και­ρούς πάλι δικά μας θάναι”. Συγκινεί, διότι ο πρώτος που έφερε το όνομα ο Κωνσταντίνος ο Α’ ο Μέγας, υπήρξε όχι μόνο ένας από τους μεγαλύτερους άνδρες της παγκόσμιας ιστορίας αλλά κάτι παραπά­νω. Υπήρξε Αγιος.

Κι όταν ακούσουν την λέξη Αγιος, αρχίζουν να διαμαρτύρονται οι κράχτες της αθεΐας και της απιστίας. Είναι Αγιος; Στρατηγός, ναι είναι, Βασιλιάς και Αυτοκράτορας ναι. Μέγας ναι είναι, αλλά Αγιος; Όχι, δεν είναι Αγιος λένε. Γιατί δεν είναι Αγιος; Διότι, λέ­νε, ότι ο Μ. Κωνσταντίνος έκανε εγκλήματα, ότι σκότωσε τον γιο του τον Κρίσπο, ότι σκότωσε την δεύτερη γυναίκα του την Φαύστα, και συνεπώς δεν πρέπει να ονομάζεται Αγιος.(*)

Τί έχουμε ν’ απαντήσουμε σ’ αυτούς, που πολεμούν τον Μ. Κωνσταντίνο, μόνο και μόνο επειδή υπήρξε Χριστιανός; Αν δεν ήταν Χριστιανός, αλλ’ ήταν ειδωλολάτρης, όπως ο Ιουλιανός ο παραβά­της, που πρόδωσε την Εκκλησία, τότε θα τον δόξαζαν. Ενώ ο Κωνσταντίνος, που υποστήριξε την πίστη την Ορθόδοξη και έθεσε γερά θεμέλια, μισείται και συκοφαντείται από τους εχθρούς του Χριστού.

Απαντάμε: Λησμονούν ή αγνοούν αυτοί, ότι στην πίστη μας υπάρ­χει ένα μεγάλο πράγμα, που λέγεται: Μετάνοια. Ένα δάκρυ του αμαρτωλού ο,τιδήποτε κι αν έχει διαπράξει, ένα δάκρυ στο μυστήριο της Εξομολόγησης συγχωρεί όλα τα αμαρτήματα. Αν δεν υπήρχε η μετάνοια, άδειος θα ήταν ο Παράδεισος, δεν θα είχαμε εορτολόγιο, δεν θα είχαμε Αγίους, διότι δεν υπάρχει άγιος που δεν έκλαψε και δεν μετανόησε για τα αμαρτήματά του. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για τον Παράδεισο, αγαπητοί, παρά μόνο η θύρα της μετανοίας. Και ο αγ. Κωνσταντίνος δεν γεννήθηκε Αγιος, έγινε Αγιος. Διέπραξε σφάλματα, ναι, αλλά μετανόησε. Μην ξεχνάτε, ότι ανατράφηκε μέσα στο περιβάλλον των απανθρώπων Διοκλητιανού και Γαλέριου, κι όμως διαφωνούσε με όλους αυτούς.

Είναι Αγιος, διότι η παρουσία του μέσα στον κόσμο είναι φως Χριστού. Φως είναι η κλήση του, η οποία μοιάζει καταπληκτικά με την κλήση του απ. Παύλου γι’ αυτό κι αναφέρεται στο Απολυτίκιό του. Όπως ο απ. Παύλος κλήθηκε από τον Χριστό δι’ οράματος όταν βάδιζε την οδό της Δαμασκού και είδε φως υπέρλαμπρο και άκουσε φωνή: Σαούλ-Σαούλ τί με διώκεις; Έτσι και τον άγιο Κωνσταντίνο τον εκάλεσε δι’ οράματος. Οράματος ιστορικού που αναφέρουν οι σύγχρονοί του ιστορικοί (1). Ποιό είναι το όραμα; Όταν έφθασε έξω από την Ρώμη την 28η Οκτωβρίου του έτους 312 και ο στρατός του αντιπάλου του ήταν τριπλάσιος και η ήττα του Μεγάλου Κωνσταντίνου ήταν βεβαία, εκεί όπως καθόταν στενοχωρημένος, είδε μέρα μεση­μέρι σημείο μέγα: Είδε τα άστρα του ουρανού να σχηματίζουν Σταυ­ρό, και κάτω από τον Σταυρό είδε σύνθημα: «Εν Τούτω Νίκα» (In hoc vinca). Και από την ώρα εκείνη πείσθηκε πως το μέλλον της ανθρωπότητας ανήκει στο Χριστό. Τότε θέσπισε το λάβαρο που προηγείτο της στρατειάς του και με το σήμα αυτό, το «Εν Τούτω νί­κα», νίκησε τον Μαξέντιο και εισήλθε στη Ρώμη και διεκήρυξε σε όλη την πόλη, ότι η νίκη αυτή δεν ανήκει στις λεγεώνες του αλλά ανήκει στον Τίμιο Σταυρό.

Φως είναι τα Διατάγματά του. Το πρώτο διάταγμα τον Φεβρουά­ριο του 313 ήταν να σταματήσει τους διωγμούς. Για φανταστείτε, 300 χρόνια κράτησε ο διωγμός εναντίον των Χριστιανών. Απαγορευόταν να είναι κάποιος Χριστιανός. Και μόνον η λέξη Χριστιανός ήταν αιτία καταδίκης, δεν εξέταζαν τίποτε άλλο, είσαι Χριστιανός; Τελεί­ωσε, δήμευση περιουσίας, μαρτύρια αφάνταστα, φρικτά βασανιστή­ρια. Πόσοι μάρτυρες; 12 εκατομμύρια μάρτυρες. Για 300 χρόνια παρακαλούσαν οι χριστιανοί: Κύριε, δος μας ειρήνη, και έδωσε, και η ειρήνη ήρθε στον κόσμο μέσω του εκλεκτού οργάνου της θείας Προνοίας (2), ο οποίος ήταν ο Μέγας Κωνσταντίνος.

Πώς λοιπόν να μην τον τιμήσουμε; Και μόνο για το διάταγμα αυτό που υπέγραψε με τα άγια του χέρια, έπρεπε να τον τιμήσουμε. Φως ακόμη είναι η ευγένεια της ψυχής του και η αμνησικακία του. Λένε, πως κάποτε εχθροί του ειδωλολάτρες, αποκεφάλισαν ένα άγαλ­μά του. Όταν του το κατήγγειλαν σήκωσε τα χέρια του, έπιασε το κεφάλι του και είπε, εδώ είναι το κεφάλι μου, δεν μου λείπει τίποτα, μη τους τιμωρήσετε. Αλλοτε έλεγε: εάν δω ένα κληρικό να αμαρτάνει, εγώ θα τον σκεπάσω με την χλαμύδα μου για να μη βλέπουν οι άνθρωποι τα αμαρτήματά του και αυτό δείχνει τον πόθο του για την Εκκλησία ώστε να μην υπάρχουν σκάνδαλα.

Κατήργησε την λατρευτική προσκύνηση του εκάστοτε Ρωμαίου αυτοκράτορα, ο οποίος εθεωρείτο και ελατρεύετο ως ο επί γης Θεός.

Φως ακόμη είναι η Νομοθεσία του. Για πρώτη φορά παρουσιάσθη­κε νομοθεσία χριστιανική. Το όραμά του ήταν σπάνιο, τί όραμα; Να φτιάξει κράτος χριστιανικό, παγκόσμιο και να το προσφέρει ως προσφορά – ευχαριστία στο Χριστό για να το αγιάσει και να το θεώσει, γι’ αυτό και εικονίζεται κρατώντας στο χέρι του μία σφαίρα, τον κό­σμο δηλαδή. Κι όπως ο πατριάρχης Αβραάμ άκουσε τη φωνή του Θε­ού που του είπε, έξελθε εκ της χώρας σου και να εγκατασταθείς σε χώρα μακριά που θα σου δείξω (Γένεσις 12, 1), έτσι κι ο άγ. Κωνσταντίνος εξήλθε εκ της αρχαίας Ρώμης, της πόλης του εγκλήματος της βαμμένης με τα αίματα των αθώων Χριστιανών και έχτισε νέα Ρώμη στον Βόσπορο, που αργότερα, μετά την αγία Κοίμησή του αξίως και δικαίως ονομάσθηκε Κωνσταντινούπολις. Και από εκεί έλαβε μέτρα που απέβλεπαν στην ανύψωση της πνευματικής στάθμης και τον αγιασμό του λαού.

Ποιά μέτρα; Έκλεισε όλα τα νυχτερινά κέντρα διαφθοράς. Υ­πήρχαν κέντρα που μαζευόντουσαν γυναίκες κάτω από την προστα­σία των αισχρών θεοτήτων, κέντρα της Αφροδίτης, κέντρα του Βάκ­χου, τα έκλεισε όλα. Έκλεισε τα μαντεία, κατήργησε τους μάγους που εκμεταλεύοντο τον λαό και τον απατούσαν. Απαγόρευσε την βλαστήμια. Όλα τα συγχωρώ είπε, ένα όμως δεν το συγχωρώ, την βλαστήμια. Όποιος βλαστημήσει το όνομα του Χριστού, αυτός αμέσως θα συλλαμβάνεται και θα εξορίζεται.

Ετίμησε με διάταγμα την Κυριακή ημέρα. Την ανακήρυξε ημέρα λαμπρή και μεγάλη, απαγόρευσε να υπάρχουν καταστήματα ανοιχτά. Ιπποδρόμια, κέντρα διασκέδασης κλειστά, αργία τα πάντα.

Υποστήριξε τους μικροκτηματίες, τους εργάτες, έλαβε μέτρα κα­τά της τοκογλυφίας και κάθε αδικίας, ήταν ο πρώτος που υποστήριξε τα ανθρώπινα δικαιώματα, προστάτεψε τις χήρες και τα ορφανά, έδειξε ειδικό ενδιαφέρον για την κοινωνική πρόνοια.

Προστάτεψε την Ορθόδοξη Πίστη. Κι όταν παρουσιάσθηκε ο αιρεσιάρχης Αρειος και άνοιξε το βρωμερό του στόμα εναντίον του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, για να πει, ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός αληθινός ομοούσιος με τον Πατέρα, τότε ο άγ. Κωνσταντίνος έδωσε εντολή να συγκληθεί η Α’ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια της Βιθυνίας για να συντάξουν το Πιστεύω, και παρουσιάσθηκε και ο ίδιος εκεί στην συνέλευση των Ιεραρχών, όχι ως Αυτοκράτωρ – Πλανητάρ­χης Ανατολής και Δύσης, με εγωισμό, αλλά με ταπείνωση και ασπα­ζόταν τα χέρια των Αγίων Αρχιερέων πολλοί των οποίων είχαν πά­νω στα σώματά τους νωπά τα στίγματα του μαρτυρίου. Ερωτηθείς για το θέμα, μη γνωρίζοντας όμως θεολογία είπε το εξής ωραίο: Σέβο­μαι αυτό που δεν γνωρίζω.

Ενίσχυσε τις ιεραποστολές, επί των ημερών του οι Αρμένιοι έγι­ναν χριστιανοί, οι Ίβηρες επίσης, το φως του Χριστού έφθασε μέχρι την Ινδία.

Με εντολή του βρέθηκε ο Τίμιος Σταυρός και χτίστηκαν οι πρώτοι Ναοί στα Ιεροσόλυμα.

Υπήρξε ιδρυτής και θεμελιωτής μιας Αυτοκρατορίας Χριστια­νικής που κράτησε χίλια εκατό χρόνια.

Τέλος, αγαπητοί, όταν κατάλαβε πως πλησιάζει το επίγειο τέλος του, ενώπιον μιας ομηγύρεως Επισκόπων εξομολογήθηκε τα αμαρτήματά του και έκλαψε, και μετά βαπτίσθηκε σε ηλικία περίπου 63 ετών και δεν φόρεσε πια την αυτοκρατορική χλαμύδα, τα βασιλικά και λαμπρά ενδύ­ματα, αλλά μόνο την λευκή στολή του βαπτίσματος και ομολόγησε, πως τώρα αισθάνεται όντως Αυτοκράτωρ. Κοινώνησε τα άχραντα Μυστή­ρια, το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, και αγνός και καθαρός, χαίρων και προσευχόμενος επορεύθη στην ουράνια Βασιλεία.

Αγαπητοί, κι αν ακόμη αγνοήσουμε όλα τα παραπάνω, τα κριτή­ρια της Αγιότητός του για την Εκκλησία μας είναι τα εξής δύο: α) Η θεοπτία και η Χάρις που είχε ο Αγιος, όπως προαναφέραμε και β) Η μετά θάνατον θαυματουργία του. Είναι αλήθεια πως μετά την αγία κοίμησή του, το ιερό λείψανο ενταφιάσθηκε με βασιλικές τιμές στο νάρθηκα του Ναού των Αγίων Αποστόλων, όπου ευωδίασε και μυρόβλυσε και πολλά θαύματα ετέλεσε (3). Ίσως πουν μερικοί, αυτά τα λέ­νε οι χριστιανοί δεν ξέρουμε αν είναι αλήθεια. Αγαπητοί, έστω και αν κάποιοι δεν πιστεύουν, τα κριτήρια της αγιότητός του είναι αυτά τα δύο και μόνον αυτά. Έτσι με την σφραγίδα του Θεού ο άγιος Κων­σταντίνος είναι Αγιος και Ισαπόστολος. Η ιστορία τον ανέδειξε Μέγα και η Εκκλησία Αγιο.

Με ευχές και αγάπη

Αρχιμ. Μελέτιος Στάθης, Εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίας Βαρβάρας

(*) Η αλήθεια είναι η εξής: Όταν ο Μ. Κωνσταντίνος ήταν Καίσαρας στη Δύση, η Ρώμη ανέ­δειξε Αυτοκράτορα τον σκληρό και χριστιανομάχο Μαξέντιο, ο οποίος για να καλύψει τα δυτι­κά του νώτα, επειδή φοβόταν τον Κωνσταντίνο, τον ανάγκασε να χωρίσει την σύζυγό του Μινερβίνα και να νυμφευθεί την Φαύστα, μια πολύ φιλόδοξη και πανούργα γυναίκα, η οποία όμως ήταν αδελφή του Μαξέντιου, για να τον ελέγχει. Αυτή βλέποντας τον πρωτότοκο γιο του Κων­σταντίνου, τον Κρίσπο, να διακρίνεται στις μάχες και να προορίζεται για διάδοχος, ήθελε με κάθε τρόπο να τον εξοντώσει, και να προωθήσει στην εξουσία τους δικούς της τρεις γιους. Συκοφάντησε λοιπόν τον Κρίσπο, ότι προσπάθησε να την βιάσει και να σκοτώσει τον πατέρα του για να πάρει την εξουσία σαν νέος Αβεσσαλώμ. Δυστυχώς η σκευωρία της Φαύστας ήταν τόσο πειστική και οι συκοφαντίες της τόσο αριστοτεχνικές, ώστε και οι στρατηγοί και ο Κωνστα­ντίνος έπεσαν στην δαιμονική παγίδα. Και επέτρεψαν σύμφωνα με τους νόμους, να θανατωθεί ο Κρίσπος. Όταν έμαθε το γεγονός η βασιλομήτωρ αγία Ελένη, η οποία βρισκόταν μακριά, έλεγξε αυστηρά τον αυτοκράτορα γιο της για την απόφαση αυτή. Ο Κωνσταντίνος διέταξε εξ αρχής εξονυχιστικές έρευνες, από τις οποίες αποκαλύφθηκε, ότι είχε πέσει θύμα της εγκλημα­τικής πλεκτάνης της συζύγου του Φαύστας και του περιβάλλοντός της. Τότε διέταξε αμέσως να θανατωθεί και αυτή. Οι δύο αυτοί φόνοι προσώπων της οικογενείας του συγκλόνισαν τον Κων­σταντίνο, ο οποίος μέχρι το τέλος της ζωής του αναστέναζε και θρηνούσε γι’ αυτό και ζητούσε να τον συγχωρήσει ο Θεός. Ακόμη για να δείξει δημόσια την μετάνοιά του έστησε τον ανδριά­ντα του Κρίσπου με την επιγραφή: «Τω ηδικημένω υιώ μου».

(1) Λακτάντιος (De mort pers., 44), Ευσέβιος (Εκκλ. Ιστ. Θ’, 9.1-11, Σωκράτης (Εκκλ. Ιστ. Α’, 2.5-10), Σωζόμενος (Εκκλ. Ιστ. Α’ ,1) κ.ά. Βλ. Θ.Η.Ε. Τόμ. 8 σ. 14.

(2) Ο άγιος Νεκτάριος στο βιβλίο του: «Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι» γράφει, ότι ο άγ. Κωνσταντίνος και η αγία Ελένη ήταν τα χέρια της Θείας Πρόνοιας. Βλ. Π. Σωτήρχου. Ο Γενάρχης της Ρωμιοσύνης, Εκδ. Αρμός, σ. 13.

(3) Μέγας συναξαριστής της Εκκλησίας Τόμος Ε’ σ. 538.

Πηγή:http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1244

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εορτή Άγιων Κωνσταντίνου και Ελένης των ισαποστόλων

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Μαΐου, 2010

p01.jpgΤο έργο αυτών των δύο μεγάλων αγίων της Εκκλησίας είναι πολυσχιδές. Την εποχη εκείνη, κατά την οποία οι καταδιωχθέντες χριστιανοί έβγαιναν σιγά-σιγά από τις κατακόμβες και είχαν ανάγκη τόσο από υλική, όσο και από πνευματική βοήθεια, οι δύο αυτοί Άγιοι της Εκκλησίας ανάλαβαν να υποστηρίξουν τους πιστούς και να συμβάλουν στο έργο της Εκκλησίας.

Η Αγία Ελένη

Η Αγία Ελένη γεννήθηκε στο Δρέπανο της Βιθυνίας (Γιάλοβα Μ. Ασίας) στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. Είκοσι περίπου χρόνια μετά τη γέννησή της, η Ελένη γνωρίστηκε με τον Κωνστάντιο Χλωρό, αξιωματούχο της Αυτοκρατορίας, τον οποίο παντρέυτηκε το 270, με βάση πρόνοια ειδικού νόμου, ο οποίος επέτρεπε το γάμο αξιωματούχων με γυναίκες λαϊκής καταγωγής. Ο Κωνστάντιος ήταν συγγενής του Κλαυδίου, ο οποίος βασίλευσε πριν από τον Διοκλητιανό. Ο Κωνστάντιος προσελήφθει στα ανάκτορα από τον Διοκλητιανό. Καρπός του γάμου της Ελένης και του Κωνστάντιου ήταν ο Κωνσταντίνος, ο μετέπειτα μονοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τον οποίο η Αγία Ελένη γέννησε στη Ναϊσσό της Μοισίας (Νίσσα Σερβίας).

Προκειμένου, όμως, ο Κωνστάντιος να προβιβαστεί από τον Διοκλητιανό σε Καίσαρα Γαλατίας, Ισπανίας και Βρεττανίας ήλθε σε διάζευξη και νυμφεύθηκε τη Θεοδώρα ανεψιά του Μαξιμιανού. Τότε, η Αγία Ελένη μαζί με τον Κωνσταντίνο παρέμειναν υπό φρούρηση του Διοκλητιανού και στη συνέχεια του Γαλέριου, για να μπορούν να ελέγχουν τον Κωνστάντιο. Ωστόσο, η ανάληψη του Καισαρικού αξιώματος από τον Κωνστάντιο λειτούργησε ευνοϊκά για την Εκκλησία, αφού ακόμη και κατά την περίοδο των διωγμών, που εξαπέλυσε ο Διοκλητιανός,  οι πιστοί σε αυτή την περιοχή δεν καταδιώχτηκαν. Επίσης, με την άνοδο του Χλωρού στο αξίωμα αυτό ανοίχθηκε ο δρόμος και για τον υιό του Κωνσταντίνο.

Η Αγία Ελένη επανήλθε στη δημόσια ζωή κατά την ανάδειξη του Κωνσταντίνου σε Καίσαρα το 306, οπότε ο Κωνσταντίνος την έφερε κοντά του στα Τρέβηρα και ακολούθως την πήρε μαζί του στη Ρώμη, όταν επρόκειτο να ανακηρυχθεί σε Αύγουστο. Η Αγία ανακηρύχθηκε σε Αυγούστα από τον Κωνσταντίνο, όταν αυτός παρέμεινε μονοκράτορας νικώντας τον Λικίνιο, για να την έχει κοντά του από αγάπη, αλλά και ως σύμβουλο και συνεργάτιδα. Αυτή η αγάπη και ο σεβασμός του Κωνσταντίνου προς την μητέρα του φάνηκε και με την ύψωση δύο στηλών στη μεγάλη πλατεία «Φόρος», η μία στο όνομα της Αγίας Ελένης και η άλλη στο όνομά του, και ανάμεσα τους ένας σταυρός, που έφερε την επιγραφή: «Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού πατρός, Αμήν». Επίσης, για να την τιμήσει, έκοψε νομίσματα με τ’ όνομα και τη μορφή της και μετονόμασε το Δρέπανο σε Ελενόπολη.

Ακόμη, μεταξύ άλλων, παραχώρησε στη μητέρα του το ανάκτορο στο Σεσσόριο του Λατερανού, όπου έκτισε μία εκκλησία, ώστε αυτή να μπορεί να επιτελεί φιλανθρωπικό και πνευματικό έργο. Στη συνέχεια, η Αγία Ελένη, με τη συγκατάθεση του Κωνσταντίνου, ανάλαβε η ίδια την ευθύνη της ανοικοδόμησης ναών και το κτίσιμο νέων εκκλησιών και ευαγών ιδρυμάτων σε όλη την επικράτεια της Αυτοκρατορίας. Ο ιστορικός Ευσέβιος αναφέρει σχετικά: «Ελένη Αυγούστα…ευσεβούς τεκμήρια διαθέσεως ίδρυσε».

Καίριος και κύριος σταθμός της ζωής της Αγίας Ελένης, λίγο πριν από την κοίμησή της, είναι η μετάβασή της στους Αγίους Τόπους, όπου, κατόπιν θεϊκού σημείου, βρήκε τον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό του Κυρίου (326 μ.Χ.). Όταν έφθασε στα Ιεροσόλυμα, λοιπόν, καθ’ υπόδειξη του Αγίου Κυριάκου, που ήταν Εβραίος και τότε λεγόταν Ιούδας, αλλά και με βάση μία παράδοση που έλεγε ότι μετά την Αποκαθήλωση ο Τίμιος Σταυρός πετάχθηκε σε λάκκο, κοντά στον Γολγοθά, άρχισε αμέσως τις σχετικές έρευνες. Επειδή όμως επρόκειτο για υπέρογκη εργασία, οι έρευνες στράφηκαν στο μέρος εκείνο, όπου βλάστανε το λουλούδι βασιλικός, του οποίου η ευωδία ήταν έντονη. Ο χρονογράφος Γεώργιος μοναχός σημειώνει το γεγονός της ευρέσεως ως εξής: «Μαθών δε ο Επίσκοπος (Μακάριος), τα της Βασιλικής ελεύσεως…πάντας παρακάλεσε ησυχία να κάμουσι και σπουδαιοτέραν ευχήν υπέρ τούτου, στον Θεό προσέφερε… Τούτου δε γενομένου, ευθύς θεόθεν εδείχθη στον Επίσκοπο ο τόπος, όπου ο ακαθάρτου δαίμονος, ο ναός και το άγαλμα της Αφροδίτης υπήρχε. Τότε η βασίλισσα, πλήθος πολύ τεχνιτών και εργατών συγκέντρωσε και εκ βάθρων το αισχρό οικοδόμημα κατέστρεψε. Τούτου δε γενομένου, ανεφάνη το θείον Μνήμα, ο τόπος του κρανίου και τρεις καταχωμένοι σταυροί…Αμηχανία και θλίψη κατέλαβε την Βασίλισσα, αφού κανείς δεν γνώριζε ποιός είναι ο Τίμιος Σταυρός. Ο δε Επίσκοπος μετά πίστεως έλυσε την απορία…Γυναίκα άρρωστη, υπό πάντων απεγνωσμένη και τα λοίσθια πνέουσα, έφεραν μεταξύ των σταυρών…Με τη σκιά του Τιμίου Σταυρού η ασθενούσα…ευθέως αναπήδησε, δοξάζουσα μετά μεγάλης φωνής τον Θεό…Η δε Βασίλισσα Ελένη, μετά χαράς μεγάλης παρέλαβε τον Σταυρό…και μέρος αυτού παρέδωσε στον Επίσκοπο της πόλεως» (Γεώργιος Μοναχός, Περί της ευρέσεως του σταυρού, 110.620-621). Επίσης, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει ότι στον Γολγοθά ανευρέθησαν τρεις σταυροί, από τους οποίους ο ένας διαγνώστηκε ότι ανήκει στον Ιησού Χριστό. Το Συναξάρι της εορτής της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού αναφέρει: «διαπορούσης δε της Βασιλίσσης (δηλ. της Αγίας Ελένης), τίς αν είη ο του Κυρίου Σταυρός, διά της εις θανούσαν γυναίκα χήραν θαυματουργίας δείκνυται· και ανέστη τη τούτου προσψαύσει· των δε λοιπών δύο σταυρών των Ληστών μηδέν εις τούτο ενδειξαμένων εις θαυματοποιΐας υπόδειγμα».

Μετά το σημείο αυτό της Χάρης, η Αγία Ελένη αποφάσισε να οικοδομήσει επί τόπου το ναό της Αναστάσεως, ένα ακόμη ναό επάνω από το Σπήλαιο της Γεννήσεως στη Βηθλεέμ και άλλους δύο, ένα στο όρος της Αναλήψεως και ένα στο ορός Θαβώρ.

Κατόπιν, η Αγία Ελένη αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη, μεταφέροντας μαζί της τεμάχια του Τιμίου Ξύλου. Η Πρόνοια του Θεού, όμως, θέλησε όπως η Αγία να περάσει (και πάλι) από την Κύπρο μας. Έτσι αποβιβάστηκε νότια της νήσου, κοντά στο σημερινό Ζύγι. Η περιοχή στην οποία αποβιβάστηκε, υπήρχε ένα ποτάμι, το οποίο τότε ονομάστηκε βασιλοπόταμο, κοντά στο οποίο εναπόθεσε τους σταυρούς – κατά την παράδοση, επειδή οι τρεις σταυροί είχαν παραμείνει μαζί για πολλά χρόνια, τους αποσύνδεσε, έσμιξε τα ξύλα τους και τους ξαναέφτιαξε. Από το ξύλο του υποποδίου του σταυρού του Χριστού έφτιαξε, επίσης, ένα άλλο μικρό σταυρό.

Εκεί, εξαντηλμένη καθώς ήταν, η ογδοντάχρονη Αγία, έγειρε για να ξεκουραστεί λίγο, ώστε να μπορέσει να συνεχίσει την πορεία της προς την Κωνσταντινούπολη. Κατά τη διάρκεια του ύπνου της, όμως, ένας νέος με αγγελική μορφή της είπε: «Σεβαστή μου βασίλισσα, είμαι απεσταλμένος του Παναγάθου Θεού, για να σου εκφράσω το θέλημά Του. Όπως εκεί στα Ιεροσόλυμα έκτισες ναούς, για να δοξάζεται και να υμνείται ο Θεός, έτσι κι εδώ, σε τούτο το νησί το ευλογημένο, πρέπει να πράξεις το ίδιο. Να κτίσεις κι εδώ ιερό ναό, τον οποίο μάλιστα να θεμελιώσεις με το Τίμιο Ξύλο, για να προσκυνείται και να δοξάζεται στους αιώνες ο Σταυρός του Κυρίου από τους κατοίκους αυτού του τόπου. Εδώ θα ζουν Χριστιανοί μέχρι τη συντέλεια του κόσμου».

Η Αγία όταν ξύπνησε, διέταξε αμέσως να γίνει όπως ο λαμπρός εκείνος νέος της υπέδειξε. Ο ένας όμως από τους μεγάλους σταυρούς είχε εξαφανιστεί. Βέβαια ύστερα θεάθηκε στην κορυφή του βουνού Όλυμπος. Εκεί, λοιπόν, βρέθηκε το τίμιο ξύλο, το οποίο προς στιγμή είχε χαθεί. Τότε, η Αγία Ελένη με τους συνεργάτες της έκτισαν ναό τον οποίο εγκαινίασαν με το τίμιο Ξύλο και από τότε (327) το βουνό αυτό ονομάζεται Σταυροβούνι, όπου μέχρι σήμερα υπάρχει η ομώνυμη Ιερά Μονή.

Εκτός από την εκκλησία στο Σταυροβούνι, η Βασίλισσα διέταξε να κτιστεί ένας ακόμη ναός στην περιοχή της Τόχνης. Επίσης, παρέδωσε στην Εκκλησία Κύπρου μερικά άλλα τεμάχια Τιμίου Ξύλου και ένα τεμάχιο από τον άγιο Κάνναβο, με τον οποίον έδεσαν τα άχραντα χέρια του Κυρίου -και που σήμερα βρίσκεται στο Όμοδος-, αλλά και τμήμα από ένα Ήλο (καρφί).

Κατόπιν η Αγία αναχώρησε για την Βασιλεύουσα, όπου ο Κωνσταντίνος υποδέχθηκε τον Τίμιο Σταυρό, τους τέσσερις Ήλους και την μητέρα του με κάθε λαμπρότητα. Σημειώνουμε ότι απ’αυτούς τους τέσσερις Ήλους, οι δύο τοποθετήθηκαν στο Στέμμα, το οποίο φορούσε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος.

Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος του Τιμίου Ξύλου φυλάγεται στην Ιερά Μονή Ξηροποτάμου στο Άγιο Όρος.

Η Αγία Ελένη κομήθηκε ένα χρόνο αργότερα, σε ηλικία 81 περίπου ετών (328-329).

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ η Αγία Ελένη βρισκόταν στην Ανατολή, συνέβησαν διάφορα θλιβερά γεγονότα• ο θάνατος του εγγονού της Κρίσπου, το παιδί της πρώτης γυναίκας του Κωνσταντίνου Νινευίνας, αλλά και ο θάνατος της δεύτερής του γυναίκας Φαύστας, για λόγους που παραμένουν χωρίς ιστορική τεκμηρίωση. Βέβαια, αναφρέρεται από τον Ρωμαίο ιστορικό, Βίκτωρα Σέξτο Αυρήλιο ότι η εκτέλεση του Κρίσπου, έγινε κατά διαταγή του πατέρα του, Μεγάλου Κωνσταντίνου, αφού η Φαύστα τον συκοφάντησε ότι επιχείρησε να την βιάσει, προκειμένου αυτή να προωθήσει τα δικά της τρία παιδιά. Έτσι, ο Κωνσταντίνος που επέπληξε τον Κρίσπο τον φυλάκισε, αλλά πουθενά δεν αναφέρεται αν τον σκότωσε (οπως κατηγορείται). Ωστόσο, η Αγία Ελένη επέπληξε τον Κωνσταντίνο για την πράξη του να φυλακίσει τον Κρίσπο.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος

Την εποχή που ο πατέρας του Κωνστάντιος υπηρετούσε στα Ανάκτορα, ο Κωνσταντίνος ευρίσκεται στην αυλή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού στη Νικομήδεια, κατέχοντας το αξίωμα του Χιλίαρχου. Όταν όμως οι δύο Αύγουστοι, Διοκλητιανός και Μαξιμιανός παραιτούνται από τα αξιώματά τους, στο αξίωμα του Αυγούστου προάγονται ο Κωνστάντιος για τη Δύση και ο Γαλέριος για την Ανατολή. Όταν πεθαίνει ο Κωνστάντιος (306) ο στρατός της δύσης αναγνώρισε ως Αύγουστο τον Κωνσταντίνο.

Ο Κωνσταντίνος, λοιπόν, ανακηρύχθηκε σε Αύγουστο κατόπιν της νίκης του εναντίον του Μαξεντίου. Ήταν μία περίοδος, κατά την οποία ο Μαξέντιος, υιός του Μαξιμιανού, προέβαινε σε «έκπτυστα και αποτρόπαια και εναγή και βέβηλα» έργα καταδυναστεύοντας τους πολίτες. Γι’ αυτό και ο Κωνσταντίνος επιστράτευσε εναντίον του αριθημητικά πλεονεκτούντος Μαξεντίου. Ο ιστορικός Ευσέβιος, επί του προκειμένου αναφέρει ότι ο Κωνσταντίνος δεν γνώριζε καλά-καλά σε ποιόν ακριβώς Θεό να προσευχηθεί για να αντιμετωπίσει τον Μαξέντιο. Όταν, όμως, άρχισε να αναπέμπει παρακλήσεις, μετά το μεσημέρι φάνηκε στον ουρανό ένα σημείο• ήταν ο Σταυρός, με την επιγραφή «εν τούτῳ νίκα». Έτσι, έχοντας τη βεβαιότητα της θείας συμπαράστασης επιτίθεται εναντίον του Μαξεντίου, τον οποίο και κατατροπώνει και ελευθερώνει τους ρωμαίους πολίτες από την τυρρανία του.

Μετά τα γεγονότα αυτά, και ύστερα από θεία νεύση, οικοδομεί την Κωνσταντινούπολη στην περιοχή του Βυζαντίου και μεταφέρει την έδρα της Αυτοκρατορίας εκεί, και ταυτόχρονα φροντίζει να ενισχύσει ποικιλοτρόπως όλες τις περιοχές της αυτοκρατορίας. Αξιοσημείωτο γεγονός, μεταξύ άλλων, είναι η υπογραφή του διατάγματος των Μεδιολάνων το 313, το οποίο προέβλεπε να σταματήσουν οι διωγμοί και να αποφυλακισθούν οι πιστοί. Το διάταγμα υπογράφηκε με την ευκαιρία του γάμου του Λικινίου με την αδελφή του Κωνσταντία.

Επίσης, ο Κωνσταντίνος συμμετείχε ενεργά στις εξελίξεις που αφορούσαν στην αίρεση του Αρείου, αφού απέστειλε μέσω του σύμβουλού του, Όσιου, Επισκόπου Κορδούης, επιστολή στον Επίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο για το πρόβλημα που δημιουργούσε ο Άρειος, χωρίς ωστόσο να βελτιωθεί η κατάσταση. Γι’ αυτό, λοιπόν, αποφάσισε όπως συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο, στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325, η οποία και αποφάνθηκε ότι ο Άρειος διδάσκει αιρετικές απόψεις.

Μετά το πέρας των εργασιών της Συνόδου ο ίδιος ο Κωνσταντίνος ανέλαβε την γνωστοποίηση των σχετικών αποφάσεων προς όλη την επικράτεια της Αυτοκρατορίας. Ο Άρειος, όμως, και οι ομόφρονές του, φέροντες προσωπεία αδικημένων, παραπλάνησαν τον Κωνσταντίνο ασκώντας την φιλολογική και φιλοσοφική τους τέχνη έπεισαν τον Κωνσταντίνο ότι η διδασκαλία τους δεν αφίσταται από το δόγμα της Οικουμενικής Συνόδου.

Αποτέλεσμα της επέμβασης αυτής του Αρείου ήταν η σύγκληση νέας συνόδου το 327 μ.Χ., η οποία ανακάλεσε τον Άρειο από την εξορία και αποκατέστησε τους ομοφρόνους του Επισκόπους Νικομηδείας Ευσέβιο και Νικαίας Θεόγνιο. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε αντιδράσεις από πλευράς Ορθοδόξων, γι’αυτό, τόσο ο Αλεξανδρείας Αλέξανδρος, όσο και ο Μέγας Αθανάσιος δεν συμβιβάστηκαν με τις αποφάσεις της Συνόδου, παρόλο που ο Αυτοκράτορας απειλούσε με καθαίρεση. Ακολούθως, νέα Σύνοδος αιρετικών Επισκόπων, που συνήλθε στην Αντιόχεια το 330, καθαίρεσε και εξόρισε τον ο Άγιο Ευστάθιο, Επίσκοπο Αντιοχείας και στη συνέχεια, το 335, άλλη Σύνοδος, που έγινε στην Τύρο της Συρίας, επέβαλε την ποινή της καθαιρέσεως στον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος, ως εκ τούτου ζήτησε από τον Κωνσταντίνο να τον ακούσει, αλλά ο Αυτοκράτορας, στην αρχή, δεν αποδέχτηκε την πρόταση του Αθανασίου, παρά μόνο όταν ο μεγάλος αυτός θεολόγος είπε σε αυτόν: «Δικάσει Κύριος ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ».

Μετά την ακρόαση, και αφού ο Κωνσταντίνος κάλεσε όλους αυτούς που συμμετείχαν στη Σύνοδο της Τύρου, ο Ευσέβιος Νικομηδείας παρουσιάστηκε, με άλλο επιχείρημα ενώπιον του Αυτοκράτορα, αυτή τη φορά, θέτοντας το θέμα της δήθεν παρεμπόδισης της μεταφοράς σιταριού. Ο Αυτοκράτορας εξόρισε, τελικά, τον Μέγα Αθανάσιο στα Τρέβιρα της Γαλλίας, όμως δεν επικύρωσε την απόφαση της Συνόδου εκείνης και παράλληλα δεν προχώρησε σε αναπλήρωση της επισκοπικής έδρας της Αλεξάνδρειας. Το ζήτημα του Αρείου έλυσε την περίοδο εκείνη η Πρόνοια του Θεού, αφού την παραμονή της πανυγηρικής αναγνώρισης του Αρείου, αυτός απέθανε με φρικτό τρόπο ενώ βρισκόταν στο αποχωρητήριο.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν ονομάστηκε έτσι μόνο γιατί ήταν σπουδαίος και αήττητος μαχητής και έκανε μεγάλα έργα, αλλά και για τη μετάνοια που επέδειξε στη συνέχεια. Αφού βαπτίσθηκε, λοιπόν, είπε: «Νυν αληθεί λόγω μακάριον οιδ’ εμαυτόν, νυν της αθανάτου ζωής πεφάναι άξιον, νυν του θείου μετειληφέναι φωτός πεπίστευκα». Από τότε και μέχρι την ημέρα της κοιμήσεώς του το 337 σε προάστιο της Νικομήδειας δεν ενδύθηκε βασιλικό μανδύα. Ή κοίμησή του σημειώθηκε εννέα χρόνια μετά την κοίμηση της μητέρας του σε ηλικία 63 ετών. Ήταν η ημέρα της εορτής της Πεντηκοστής, όπως αναφέρει ο ιστορικός Ευσέβιος.

Η μνήμη τους τελείται στις 21 Μαΐου.

Απολυτίκιον

«Πρώτος πέφηνας, εν Βασιλεύσι, θείον έδρασμα, της ευσεβείας, απ’ ουρανού δεδεγμένος το χάρισμα• όθεν Χριστού τον Σταυρόν εφανέρωσας, και την Ορθόδοξον πίστην εφήπλωσας. Κωνσταντίνε Ισαπόστολε, συν Μητρί Ελένη θεόφρονι, πρεσβεύσατε υπέρ των ψυχών ημών».

«Εκκλησία Κύπρου»-Παναγιώτης Θεοδώρου, Θεολόγος

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Μαΐου, 2010

pentikosti.jpg

Μεγάλα εἶναι καί ξεπερνοῦν τήν ἀνθρώπινη λογική τά χαρίσματα πού μᾶς δώρισε σήμερα ὁ φιλάνθρωπος Θεός. Γι’ αὐτό ἄς χαροῦμε ὅλοι μαζί καί σκιρτώντας ἀπό ἀγαλλίαση ἄς ἀνυμνήσουμε τόν Κύριό μας. Γιατί ἡ σημερινή ἡμέρα εἶναι γιά μᾶς ἑορτή καί πανηγύρι.Ὅπως δηλαδή διαδέχονται ἡ μία τήν ἄλλη οἱ ἐποχές καί οἱ κινήσεις τοῦ ἥλιου, ἔτσι ἀκριβῶς καί στήν Ἐκκλησία ἡ μία ἑορτή διαδέχεται τήν ἄλλη καί μέ τόν τρόπο αὐτό ἀπ’ τή μία πηγαίνουμε στήν ἄλλη. Πρίν ἀπό λίγο καιρό ἑορτάσαμε τόν σταυρό, τό πάθος καί τήν Ἀνάσταση, καί ὕστερα ἀπό αὐτά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ στούς οὐρανούς. Σήμερα φθάσαμε στήν κορυφή τῶν ἀγαθῶν, σ’ αὐτήν τήν κορωνίδα τῶν ἑορτῶν, βρισκόμαστε πιά στήν πραγματοποίηση τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Κυρίου. «Γιατί ἄν φύγω -λέει- θά σᾶς στείλω ἄλλον Παράκλητο, καί δέν θά σᾶς ἀφήσω ὀρφανούς». (Ἰωάν. 16,6). Βλέπετε τό πατρικό Του ἐνδιαφέρον; Βλέπετε τήν ἀνέκφραστη φιλανθρωπία Του; Πρίν λίγες ἡμέρες ἀνελήφθη στόν οὐρανό, κάθισε στόν βασιλικό θρόνο, στά δεξιά τοῦ Πατρός, καί σήμερα μᾶς στέλνει ὡς δῶρο τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μ’ αὐτόν τόν τρόπο μᾶς χορηγεῖ ἄπειρα οὐράνια ἀγαθά. Γιατί, πές μου, ποιό ἀπό τά ἀγαθά ποῦ συμβάλλουν στή σωτηρία μας δέν μᾶς δόθηκε ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα;

Μέ τή χάρη Του ἀπαλλασσόμαστε ἀπ’ τή δουλεία τοῦ διαβόλου, καλούμαστε στήν ἐλευθερία τοῦ Χριστοῦ, ὁδηγούμαστε στήν οὐράνια υἱοθεσία, ἀναγεννιόμαστε ἀπ’ τήν ἀρχή καί ξεφορτωνόμαστε τό βαρύ καί δυσβάστακτο φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν μας. Μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος βλέπουμε νά ὑπάρχουν τόσοι ἱερεῖς κι ἔχουμε τάγματα διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπ’ τήν πηγή αὐτή πήγασαν πλούτη προφητειῶν καί χαρίσματα ἰάσεων καί ὅλα τά ἄλλα πού συνήθως στολίζουν τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα προέρχονται. Καί φωνάζει ὁ Παῦλος καί λέει: «Γιά ὅλα αὐτά τά χαρίσματα ἐνεργεῖ τό ἕνα καί μοναδικό Πνεῦμα, πού τά μοιράζει ὅπως θέλει στόν καθένα χωριστά» (Ἅ’ Κόρ. 12,11).

«Ὅπως θέλει», λέει, ὄχι ὅπως ἔχει διαταχθεῖ. «Μοιράζει», καί δέν μοιράζεται. Ἔχει ἐξουσία, καί δέν ἐξουσιάζεται. Γιατί ὁ Παῦλος λέει πώς ἔχει καί τό Ἅγιο Πνεῦμα τήν ἴδια ἐξουσία, πού ἔχει καί ὁ Πατήρ. Κι ὅπως εἶπε γιά τόν Πατέρα «ὁ Θεός εἶναι ἐκεῖνος πού ἐνεργεῖ παντοῦ καί πάντα» (Ἅ’ Κόρ. 12,6), ἔτσι λέει καί γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα «γιά ὅλα αὐτά τά χαρίσματα ἐνεργεῖ τό ἕνα καί μοναδικό Πνεῦμα, πού τά μοιράζει ὅπως θέλει στόν καθένα χωριστά». Εἶδες τέλεια ἐξουσία ποῦ ἔχει; Γιατί ὅσα πρόσωπα ἔχουν τήν ἴδια φύση καί οὐσία εἶναι φανερό ὅτι ἔχουν καί τήν ἴδια ἐξουσία, καί ὅσα ἔχουν τήν ἴδια ἀξία, σ’ αὐτά μία εἶναι ἡ δύναμη καί ἡ ἐξουσία.

Χάρη στή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπαλλαχτήκαμε ἀπό τίς ἁμαρτίες, μ’ αὐτήν ξεπλύναμε τήν ψυχή μας ἀπό κάθε ρύπο. Μέ τή δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐνῶ ἤμασταν ἄνθρωποι, γίναμε ἄγγελοι, ὅσοι βέβαια θελήσαμε νά μᾶς βοηθήσει ἡ χάρη Του, χωρίς νά ἀλλάξει ἡ φύση μας, ἀλλά, κι αὐτό εἶναι τό πιό ἀξιοθαύμαστο, διατηρήσαμε τήν ἀνθρώπινη φύση μας καί μ’ αὐτή ἐπιδείξαμε ἀγγελική συμπεριφορά. Τόσο μεγάλη εἶναι λοιπόν ἡ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος! Καί ὅπως ἡ πραγματική φωτιά ὅταν δεχτεῖ τόν μαλακό πηλό τόν καθιστά σκληρό κεραμίδι, ἔτσι ἀκριβῶς καί ἡ φωτιά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅταν δεχτεῖ μία ψυχή συνετή, ἀκόμη κι ἄν τή βρεῖ πιό μαλακή κι ἀπ’ τόν πηλό, τήν κάνει πιό γερή κι ἀπ’ τό σίδερο. Καί κάνει ξαφνικά πιό καθαρό ἀπ’ τόν ἥλιο ἐκεῖνον πού ἕως τώρα ἦταν μολυσμένος ἀπ’ τήν ἀκαθαρσία τῶν ἁμαρτιῶν.[…]

«Μέ τή δύναμη τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ», λέει, «καί μέ τή χάρη τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ μας». Εἶδες, ἀγαπητέ, τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Εἶδες ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἐξαφάνισε ὅλες αὐτές τίς κακίες, καί ὅτι ἐκείνους ποῦ ἦταν προηγουμένως ὑποδουλωμένοι στίς ἁμαρτίες τους, τούς ἀνέβασε ξαφνικά σέ τόσο ὑψηλές τιμές;

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Πηγή:http://www.imkifissias.gr/html/gr/mainpage/Pentikosti.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή της Πεντηκοστής – Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος, του ιερομ. Ιερωνύμου Δελημάρη

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Μαΐου, 2010

agiopneyma.jpgΚυριακή της Πεντηκοστής – Δευτέρα του Αγίου Πνεύματοςτου ιερομ. Ιερωνύμου Δελημάρηαπό το βιβλίο του «Τι γιορτάζουμε από το Τριώδιο έως την Πεντηκοστή;»Εκδόσεις Αδελφότητος Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου

Τη αύτη ήμερα Κυριακή ογδόη από του Πάσχα, την αγίαν Πεντηκοστήν εορτάζομεν.

Κι αυτή την εορτή την έχουμε πάρει απ’ την εβραϊκή παράδοση. Εκείνοι (οι Εβραίοι) εορτάζουν τη δική τους Πεντηκοστή τιμώντας τον αριθμό επτά (7X7=49. Η επομένη ήμερα μετά τις σαρανταεννιά είναι η Πεντηκοστή).

Συγκεκριμένα οι Εβραίοι γιορτάζουν την Πεντηκοστή ήμερα μετά απ’ το Πάσχα τους. Το Πάσχα το γιορτάζουν σε ανάμνηση της διαβάσεως της Ερυθράς θαλάσσης, ενώ την Πεντηκοστή, επειδή πενήντα ήμερες μετά τη διάβαση (=Πάσχα) πήραν στην έρημο το νόμο του Μωϋσή, το Δεκάλογο.

Έτσι τώρα κάνουμε κι εμείς: Εορτάζουμε το Πάσχα και πενήντα μέρες αργότερα, σήμερα, παίρνουμε το Άγιο Πνεύμα. Και, όπως παλιά ο Νόμος καθοδηγούσε τους Εβραίους, έτσι τώρα εμάς μας καθοδηγεί το Άγιο Πνεύμα. Αυτό μας νομοθετεί, μας οδηγεί σε κάθε αλήθεια, Αυτό μας διδάσκει και μας δίνει εντολή να κάνουμε όλα όσα αρέσουν στο Θεό.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι τρεις ήταν οι μεγάλες γιορτές των Εβραίων: Το Πάσχα, η Πεντηκοστή και η Σκηνοπηγία.

Το Πάσχα το έκαναν, όπως προαναφέρθηκε, σε ανάμνηση της διαβάσεως της Ερυθράς θαλάσσης. Η εβραϊκή λέξη Πάσχα στα Ελληνικά σημαίνει διάβαση, πέρασμα. Εκείνη η γιορτή ήταν προτύπωση της δικής μας γιορτής του Πάσχα: Φανέρωνε τη δική μας διάβαση και επιστροφή από τη σκοτεινή ζωή, τη ζωή της αμαρτίας, στον Παράδεισο.

Την Πεντηκοστή τη γιόρταζαν σε ανάμνηση της κακοπάθειάς τους μέσα στην έρημο, για να θυμούνται ότι μπήκαν στη γη της Επαγγελίας μετά από πολλές θλίψεις. Τότε, όταν μπήκαν στη γη της Επαγγελίας, απόλαυσαν τους καρπούς των δένδρων, το κρασί και το ψωμί, το όποιο γίνεται από το σιτάρι. Κι αυτό ήταν μια προτύπωση για τη δική μας πορεία: Κι εμείς μετά από τις θλίψεις και την κακοπάθεια της αμαρτίας μπαίνουμε στην Εκκλησία και μέσα σ’ αυτήν μεταλαμβάνουμε κι απολαμβάνουμε το Σώμα και το Αίμα του Δεσπότου Χριστού. Άλλοι, λοιπόν, λένε ότι γι’ αυτόν το λόγο γιόρταζαν οι Εβραίοι την Πεντηκοστή, ενώ άλλοι, όπως προαναφέραμε, λένε ότι τη γιόρταζαν σε τιμή και ανάμνηση των πενήντα ήμερων πού νήστεψε ο Μωϋσής και πήρε ύστερα το θεόγραφο Νόμο, τις Δέκα Εντολές. Ταυτόχρονα με τη γιορτή αυτή θυμούνταν και τη θυσία του μόσχου κι όλα τ’ άλλα πού έκανε ο Μωϋσής και πριν ανεβή στο Όρος και όταν κατέβηκε. Άλλοι πάλι θεωρούν ότι η Πεντηκοστή επινοήθηκε από τους Εβραίους για να δείξουν την τιμή τους προς τον αριθμό επτά, ο όποιος θεωρείται ιερός (πρβλ. Έξοδος κ’, 11). Πραγματικά ο αριθμός αυτός των ήμερων, αν προστεθή στον εαυτό του επτά φορές, μας κάνει τον αριθμό πενήντα. Μας λείπει, βέβαια, μία ήμερα (πού είναι η αρχή της επομένης επτάδος των ήμερων). Οι Εβραίοι μάλιστα τιμούν όχι μόνο με τις ήμερες τον αριθμό πενήντα, αλλά και με τα έτη. Έτσι το πεντηκοστό έτος το έχουν σε τιμή και το ονομάζουν Ιωβηλαίο. Στο έτος αυτό αφήνουν τη γη ακαλλιέργητη (για να ξεκούραστη), αφήνουν ελεύθερα τα ζώα κι ελευθερώνουν τους δούλους πού είχαν αγοράσει.

Τρίτη μεγάλη εορτή των Εβραίων ήταν η Σκηνοπηγία. Αυτή την γιόρταζαν μετά τη συγκομιδή των καρπών το φθινόπωρο, δηλ. πέντε μήνες μετά την εορτή του Πάσχα. Τη Σκηνοπηγία την είχαν σε ανάμνηση της ημέρας εκείνης, κατά την οποία ο Μωϋσής έστησε τη σκηνή πού είδε μέσα στη νεφέλη στο όρος Σινά, και την οποία στη συνέχεια κατεσκεύασε ο αρχιτέκτονας Βεσελεήλ με τις οδηγίες του (Έξοδος κεφ. λα). Μάλιστα οι Εβραίοι όταν τιμούν την εορτή αυτή φτιάχνουν σκηνές. Τότε όλη μέρα ζουν στα χωράφια τους ευχαριστώντας τον Θεό και συγκεντρώνουν τους καρπούς των κόπων τους. Σ’ αυτή την ήμερα φαίνεται ότι έγραψε και ο Δαβίδ τους ψαλμούς πού έχουν την επιγραφή «υπέρ των ληνών» (ληνός = το πατητήρι όπου πατούν τα σταφύλια, πρβλ. Ψαλμ. 8, 80, 83). Η εορτή αυτή είναι προτύπωση της αναστάσεως μας στη Βασιλεία των Ουρανών. Τότε θα διαλυθούν οι σάρκινες σκηνές, τα σώματα μας, θα ξαναγίνουν πάλι άφθαρτα και θα απολαύσουμε τους καρπούς των κόπων μας πανηγυρίζοντας στις αιώνιες σκηνές, στη Βασιλεία του Θεού.

Εμείς σήμερα πού γιορτάζουμε τη δική μας Πεντηκοστή, πρέπει να γνωρίζουμε ότι την ήμερα αυτή, όταν εορταζόταν η Πεντηκοστή των Εβραίων, ήλθε το Άγιο Πνεύμα στους Μαθητές του Χριστού. Επειδή, λοιπόν, οι Άγιοι Πατέρες θεώρησαν καλό να ξεχωρίσουν τις γιορτές για να τιμήσουν με τον τρόπο αυτό το μεγαλείο του Παναγίου και Ζωοποιού Πνεύματος, γι’ αυτό αύριο εορτάζουμε το Πανάγιο Πνεύμα, πού είναι μία υπόσταση της Αγίας Τριάδος και θα πούμε το πώς ήλθε στους Αποστόλους.

Ταις των αγίων Αποστόλων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς. Αμήν.

Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος

Τη αύτη ήμερα, Δευτέρα της Πεντηκοστής, αυτό το Πανάγιον και ζωοποιών και παντοδύναμον εορτάζομεν Πνεύμα, τον ένα της Τριάδος Θεόν, το ομότιμον και ομοούσιον και ομόδοξον τω Πατρί και τω Υίω.

Την ήμερα πού οι Εβραίοι γιόρταζαν την Πεντηκοστή τους ήλθε το Άγιο Πνεύμα με σχήμα πύρινων γλωσσών στους Αποστόλους. Αυτοί ήταν συγκεντρωμένοι στο υπερώο κι Εκείνο πήγε και κάθισε πάνω σε καθέναν απ’ αυτούς. Οι άγιοι Πατέρες μας πού έβαλαν σε άριστη σειρά και τάξη όλα τα θέματα της πίστεως μας, για να δώσουν τιμή στο Άγιο Πνεύμα, όρισαν να το εορτάζουμε και κατά την Πεντηκοστή, αλλά και ξεχωριστά σήμερα.

Ο Κύριος μας πριν απ’ το σωτήριο πάθος Του είχε υποσχεθεί ότι θα στείλει το Άγιο Πνεύμα. Κι όπως υποσχέθηκε, έκανε. Είχε πει τότε στους Μαθητές Του: «Σάς συμφέρει να φύγω Εγώ. Αν δε φύγω εγώ δε θα έλθει ο Παράκλητος (=τό Άγιο Πνεύμα)». Κι αλλού είπε: «Όταν έλθη Εκείνος (δηλ. ο Παράκλητος = το Άγιο Πνεύμα), θα σας διδάξει και θα σας οδηγήσει σε κάθε αλήθεια». Κι ακόμη: «Θα παρακαλέσω τον Πατέρα και θα σας στείλει άλλον Παράκλητο (εννοείται: αντί για Έμενα πού θα φύγω), θα σας στείλει το Άγιο Πνεύμα της Αληθείας, το όποιο εκπορεύεται απ’ τον Πατέρα». Και επίσης μετά το Πάθος, όταν ανερχόταν προς τον ουρανό, τους είπε: «Εσείς να μείνετε στην Ιερουσαλήμ, έως ότου πάρετε δύναμη απ’ τον ουρανό». Αυτό, λοιπόν, το οποίο υποσχέθηκε ο Χριστός, συνέβη την ήμερα της Πεντηκοστής.

Ενώ ήταν όλοι συγκεντρωμένοι στο υπερώο της Ιερουσαλήμ και περίμεναν, όταν ήλθε η μέρα της Πεντηκοστής, περίπου κατά τις εννέα η ώρα το πρωί (με το δικό μας ωρολόγιο), ξαφνικά ακούστηκε βροντή απ’ τον ουρανό τέτοια, ώστε νόμιζες ότι θα ακουσθεί σε όλη την Οικουμένη. Τότε φάνηκε το Άγιο Πνεύμα όμοιο με πύρινες γλώσσες και κάθισε σε καθέναν απ’ αυτούς. Κάθισε όχι μόνο στους δώδεκα Μαθητές, αλλά και στους εβδομήκοντα! Και μιλούσαν πλέον όλοι ξένες γλώσσες! Καθένας δηλαδή απ’ τους αποστόλους μιλούσε όλες τις γλώσσες! Κι ας μη νομισθή ότι ο απόστολος μιλούσε τη δική του την εβραϊκή γλώσσα, ενώ οι ακροατές άκουγαν τη γλώσσα τη δική τους! Όχι! Ο κάθε Απόστολος καταλάβαινε και μιλούσε τη γλώσσα κάθε άλλου έθνους.

Ήταν τόσο παράξενο και πρωτόγνωρο αυτό, ώστε οι άνθρωποι πού συγκεντρώθηκαν νόμισαν ότι οι Μαθητές ήταν μεθυσμένοι. Μη μπορώντας άνθρωποι να καταλάβουν πώς ήταν δυνατό οι απόστολοι να μιλάνε τη γλώσσα του καθενός, τους πέρασαν για μεθυσμένους. Άλλοι πάλι απορούσαν κι αναρωτιούνταν: «Τί να σημαίνη άραγε αυτό το φαινόμενο;». Ήταν τότε εκεί συγκεντρωμένοι για την εορτή άνθρωποι από όλα τα πέρατα της γης: Πάρθοι, Μήδοι κι Ελαμίτες, οι όποιοι προ ολίγου είχαν αιχμαλωτισθεί από τον Αντίοχο.

Ο ερχομός του Παναγίου Πνεύματος έγινε αφού πέρασαν δέκα μέρες απ’ την Ανάληψη του Χριστού. Δεν έγινε ταυτόχρονα με την Ανάληψη. Οι Απόστολοι έπρεπε να Το περιμένουν, γιατί αυτή ή προσμονή έκανε εντονότερη την επιθυμία τους γι’ Αυτό. Μερικοί λένε ότι σε καθεμιά από τις ήμερες αυτές καθένα απ’ τα αγγελικά τάγματα πήγαινε και προσκυνούσε τη θεωθείσα σάρκα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, κι ότι μετά τη συμπλήρωση των εννέα ήμερων (κατά τις όποιες προσκύνησαν τα αγγελικά τάγματα), τη δέκατη ήμερα, ήλθε το Άγιο Πνεύμα. Ο ερχομός Του σήμαινε τη συμφιλίωση του Θεού με το ανθρώπινο γένος, κι ή συμφιλίωση αυτή έγινε δια του Υιού.

Το Άγιο Πνεύμα ήλθε πενήντα μέρες μετά το Πάσχα, για να μας υπενθυμίζη τον Παλαιό Νόμο (τις Δέκα Εντολές) πού δόθηκε στο Μωϋσή. Οι Ισραηλίτες πήραν τις Δέκα Εντολές πενήντα ήμερες μετά τη διάβαση της Ερυθράς θαλάσσης. Αξιοπρόσεκτη, μάλιστα, είναι η σχέση πού έχουν τα τωρινά μ’ εκείνα τα παλιά. Εκεί ήταν το όρος, εδώ το υπερώο. Εκεί ήταν το πυρ, εδώ οι πύρινες γλώσσες. Αντί για τις βροντές και τη νεφέλη πού είχαμε εκεί, εδώ τώρα έχουμε το δυνατό φύσημα του ανέμου.

Το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε με τη μορφή γλωσσών, για να δείξη τη συγγένεια Του με το ζώντα Λόγο, το Χριστό. Ή ακόμη, για να δείξη ότι οι Απόστολοι επρόκειτο να διδάξουν και να οδηγήσουν με τη γλώσσα όλα τα έθνη. Οι γλώσσες ήταν πύρινες, για να δείξη ότι ο Θεός είναι πυρ κατανάλισκαν και καθαρίζει, όπως ή φωτιά. Οι γλώσσες φάνηκαν χωριστά πάνω απ’ τον καθένα για να δειχθούν έτσι τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, τα όποια μοιράζονται στον καθένα. Κάποτε, πολύ παλιότερα, στην εποχή της πυργοποιίας στη Βαβέλ, το Άγιο Πνεύμα όλους εκείνους πού είχαν μία γλώσσα, τους χώρισε και τους οδήγησε στη σύγχυση με τις πολλές γλώσσες. Τώρα, σε όλους αυτούς πού ήξεραν μία γλώσσα, στους Αποστόλους, έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίζουν πολλές, για να δυνηθούν να συγκεντρώσουν όλους εκείνους πού με το χωρισμό των γλωσσών στη Βαβέλ σκορπίστηκαν στα πέρατα της Οικουμένης. Ο ερχομός του Αγ. Πνεύματος έγινε μάλιστα ήμερα εορτής για να είναι πολλοί άνθρωποι συγκεντρωμένοι και να μπόρεση το γεγονός αυτό να γίνη γνωστό παντού. Έτσι, όσοι θα παρευρίσκονταν το Πάσχα και θα ‘βλεπαν τα όσα έγιναν με το Χριστό, θα δόξαζαν το Θεό για όσα θα έβλεπαν και θα μάθαιναν. Έγινε δε η επιφοίτηση Του κατά την ήμερα της Πεντηκοστής, γιατί έπρεπε την ίδια ήμερα να ξεχυθή πλούσια η Χάρη Του. Έτσι έκανε κι ο Χριστός, ο Οποίος στη διάρκεια του νομικού Πάσχα παρέδωσε στους Μαθητές Του το δικό Του Πάσχα, το αληθινό.

Το Άγιο Πνεύμα δεν κάθισε στο στόμα, αλλά στα κεφάλια των Αποστόλων, γιατί με τον τρόπο αυτό περιέλαβε (και περιέβαλε) το ηγεμονικό του ανθρώπου, το υπερέχον του σώματος και το νου, απ’ τον οποίο η γλώσσα παίρνει το λόγο. Ακόμα θα μπορούσαμε κι αλλιώς να το εξηγήσουμε: Επειδή ή χειροτονία γίνεται στην κεφαλή του χειροτονουμένου, έτσι και το Άγιο Πνεύμα χειροτονεί τους αποστόλους στο κεφάλι, και ως γλώσσα διακηρύττει ότι από τώρα αυτοί θα είναι διδάσκαλοι όλης της Οικουμένης.

Επίσης, πάλι υπάρχει εδώ και ο «ήχος» και η «φωτιά», πού η παρουσία τους ήταν έντονη στο όρος Σινά, όταν οι Εβραίοι έλαβαν το Νόμο. Αυτό γίνεται για να επιβεβαιωθή ότι και τότε-και τώρα είναι το ίδιο το Άγιο Πνεύμα, το Οποίο νομοθετεί και ορίζει τα πάντα. Εξάλλου δημιουργήθηκε σύγχυση ανάμεσα στο πλήθος, γιατί ακούστηκε σαν να φυσούσε ξαφνικά δυνατός άνεμος. Όλοι τότε νόμισαν ότι έφθασε η ώρα να εκπληρωθούν όλα όσα τους είχε προαναγγείλει ο Χριστός για το τέλος και την καταστροφή του κόσμου. Ακόμη χρειάζεται να προσέξουμε, ότι είπε «ωσεί» πυρός, δηλ. «σαν φωτιά», για να μη θεώρηση κανείς ακούγοντας αυτά, ότι υπάρχει κάτι υλικό στο Άγιο Πνεύμα.

Κατηγορήθηκαν επίσης οι απόστολοι ότι ήταν μεθυσμένοι. Ο απ. Πέτρος όμως μίλησε ενώπιον του λαού και είπε ότι κάτι τέτοιο είναι ψέμα. Κι εξήγησε ότι αυτό πού έγινε, είναι εκείνο πού γράφει στην προφητεία του ο Προφήτης Ιωήλ. Κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να πιστέψουν στο Χριστό τρεις χιλιάδες άνθρωποι!

Το Άγιο Πνεύμα ονομάζεται και Παράκλητος (=Παρηγορητής), γιατί μπορεί να μας παρηγορεί και να μας δίνει αναψυχή. Άλλα κι ο Χριστός ονομάζεται Παράκλητος (=Παρηγορητής). Έφυγε, λοιπόν, ο Χριστός κι ήλθε άλλος Παράκλητος για μας, το Άγιο Πνεύμα. Το Άγιο Πνεύμα Το πήραμε αντί του Χριστού. Και δια του Χριστού Το έχουμε. Επίσης ονομάζεται Παράκλητος, επειδή μεσιτεύει για μας προς το Θεό με στεναγμούς πού δε μπορούν να εκφραστούν με λέξεις, γιατί είναι φιλάνθρωπο (αγαπά τους ανθρώπους) και ενδιαφέρεται για μας, ακριβώς όπως κι ο Χριστός. Γι’ αυτόν υιψιρως το Λόγο και ονομάζεται «Άλλος Παράκλητος». Και λέει ο Απόστολος: «Έχουμε Παράκλητο (=μεσίτη, συνήγορο) κοντά στον Πατέρα, τον Ιησού». Ονομάζεται δε «Άλλος», επειδή είναι ομοούσιος με τον Υιό. Έτσι το Άλλος (= με κεφαλαίο το άλφα) και Άλλος λέγεται για ομοούσια και ομοφυή πράγματα, ενώ οι λέξεις άλλο (= με μικρό το άλφα) και άλλο χρησιμοποιούνται για διαφορετικής φύσεως πράγματα (λέμε π.χ.: άλλο το ένα και άλλο το άλλο).

Το Άγιο Πνεύμα υπάρχει μέσα στον Πατέρα και στον Υιό καθ’ όλα. Δημιουργεί τα πάντα με τον Πατέρα και με τον Υιό. Μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό θα κάνει την Ανάσταση, πού θα γίνει στη μέλλουσα ζωή. Το Άγιο Πνεύμα κάνει ό,τι θέλει: Αγιάζει, αφορίζει, ανανεώνει, αποστέλλει, δίδει σοφία, χρίει τους προφήτες. Με άλλα λόγια κάνει τα πάντα, γιατί είναι αυτεξούσιο, παντοδύναμο, αγαθό, ευθές, ηγεμονικό. Απ’ Αυτό προέρχεται κάθε σοφία, ζωή, κίνηση και κάθε τι το όποιο έχει αγιοσύνη και ζωή. Με συντομία, λοιπόν, θα λέγαμε πώς ό,τι έχει ο Πατήρ και ο Υιός, αυτά έχει και το Άγιο Πνεύμα. Το μόνο διαφορετικό πού έχουν είναι ότι ο Πατήρ είναι αγέννητος, ο Υιός γεννητός κι Αυτό εκπορεύεται απ’ τον Πατέρα.

Όταν ήλθε το Άγιο Πνεύμα, ο κόσμος πλημμύρισε απ’ τα χαρίσματα Του. Όλα τα έθνη δι’ Αυτού οδηγήθηκαν στη γνώση του Θεού και κάθε ασθένεια κι αδυναμία διώχθηκε μακριά.

Το Άγιο Πνεύμα δόθηκε τρεις φορές με διαφορετικό τρόπο απ’ το Χριστό στους Μαθητές Του. Την πρώτη φορά πριν απ’ το Πάθος Του, αλλά πολύ αμυδρά. Πάλι, μετά την Ανάσταση Του ο Χριστός με εμφύσημα είπε στους Μαθητές Του πιο καθαρά: «Λάβετε Πνεύμα Άγιον…». Και τώρα ξεκάθαρα και ολοφάνερα τους έστειλε το Άγιο Πνεύμα. Ή για να το πούμε καλύτερα, Αυτό, το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε, φωτίζοντας πιο τέλεια και αγιάζοντας τους Αποστόλους και μέσω αυτών έκανε δική Του ολόκληρη πραγματικά την οικουμένη!

Τη επιφοιτήσει του Αγίου Πνεύματος, πρεσβείαις των Αποστόλων σου,

Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Πηγή:http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=1275&Itemid=29

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

H σημασία της εορτής της Πεντηκοστής

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Μαΐου, 2010

pentikosti.jpgΘά ἤθελα ὅμως νά μιλήσω καί γιά τό περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς, καί νά σᾶς πῶ τί εἶναι ἡ Πεντηκοστή καί γιατί τό Ἅγιο Πνεῦμα δίνει τή χάρη τοῦ κατά τήν ἑορτή αὐτή καί γιατί παρουσιάστηκε μέ τή μορφή πύρινων γλωσσῶν δέκα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου.«Κι ὅταν πιά συμπληρώθηκαν οἱ ἡμέρες κι ἔφτασε ἡ Πεντηκοστή, φάνηκαν καί διαμοιράστηκαν πάνω στούς μαθητές γλῶσσες πού ἐμοίαζαν μέ φλόγα». Ὄχι πύρινες γλῶσσες, ἀλλά γλῶσσες πού ἐμοίαζαν μέ φλόγα, γιά νά μή νομίσεις πώς τό Ἅγιο Πνεῦμα ἦταν κάτι τό αἰσθητό καί ὑλικό. Ὅπως δηλαδή κατέβηκε στόν Ἰορδάνη ποταμό ὄχι περιστέρι, ἀλλά κάτι πού ἐμοίαζε μέ περιστέρι, ἔτσι κι ἐδῶ δέν ἦταν φλόγα, ἀλλά κάτι πού ἐμοίαζε μέ φλόγα. Καί πάλι στό ἴδιο σημεῖο ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος «Σάν νά φύσηξε δυνατός ἀέρας». Δέν λέει πώς φύσηξε δυνατός ἀέρας, ἀλλά σάν νά φύσηξε δυνατός ἀέρας.[…]

Ἔλαβε ὁ Χριστός τήν προσφορά τῆς ἀνθρώπινης φύσης μας καί σάν ἀντάλλαγμα μᾶς ἔδωσε τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει σ’ ἕναν μακροχρόνιο πόλεμο, πού ὅταν τελειώσουν οἱ μάχες καί σταματήσει ὁ πόλεμος καί συναφθεῖ εἰρήνη, οἱ ἀντίπαλοι ἀνταλλάσσουν μεταξύ τους ἐγγυήσεις καί ὁμήρους, ἔτσι ἔγινε καί μεταξύ του Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων. Ἔστειλε ὁ ἄνθρωπος στό Θεό ἐγγύηση καί ἐνέχυρο τήν προσφορά τῆς ἀνθρώπινης φύσης, καί τήν πῆγε στόν οὐρανό ὁ Χριστός. Ἔστειλε κι ὁ Θεός σέ μᾶς ἐγγύηση καί ἐνέχυρο τό Ἅγιο Πνεῦμα. Καί τό ὅτι ἔχουμε ἐγγύηση καί ἐνέχυρο εἶναι φανερό ἀπό τό ἑξῆς, πρέπει ἡ ἐγγύηση καί τό ἐνέχυρο νά εἶναι βασιλικῆς καταγωγῆς. Γι’ αὐτό μας ἔστειλε ὁ Θεός τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιατί προέρχεται ἀπό τήν ἴδια ἐξαιρετική βασιλική οὐσία (τοῦ Θεοῦ). Κι Ἐκεῖνος πού προσφέρθηκε ἀπό ἐμᾶς ἦταν ἀπό βασιλική γενιά, γιατί ἦταν ἀπόγονός του Δαβίδ. Καί ἀφοῦ ἡ πολύτιμη προσφορά μας (ὁ Χριστός) βρίσκεται στούς οὐρανούς δέ φοβᾶμαι πλέον. Γι’ αὐτό καί ἄν κάποιος μέ ἀπειλήσει μέ αἰώνια βασανιστήρια ἤ μέ τήν ἄσβεστη φωτιά ἤ μέ ἄλλες ποινές καί τιμωρίες, δέ φοβᾶμαι πλέον. Ἀλλά περισσότερο φοβᾶμαι, ὅμως δέν ἀπελπίζομαι, γιά τή σωτηρία μου. Γιατί δέν θά δεχόταν στόν οὐρανό ὁ Θεός τήν προσφορά μας, ἄν δέν σκεπτόταν νά προσφέρει στούς ἀνθρώπους πολλά ἀγαθά. Πρίν νά δεχθεῖ τήν προσφορά μας, ὅταν στρέφαμε τά μάτια μας στόν οὐρανό καί ἀντιλαμβανόμασταν τήν ὕπαρξη τῶν ἀγγέλων, συγκρίναμε τόν ἑαυτό μας μέ τίς δυνάμεις αὐτές καί διαπιστώναμε πόσο ἀδύνατοι εἴμαστε. Τώρα ὅμως, ἄν θελήσουμε νά δοῦμε τήν εὐγένειά μας, ὑψώνουμε τά μάτια μας στόν οὐρανό, καί μάλιστα στό θρόνο τοῦ Θεοῦ, γιατί ἐκεῖ κάθεται ἡ πολύτιμη προσφορά τοῦ ἀνθρώπινου γένους (ὁ Χριστός).

Ἔτσι καί ἀπό τόν οὐρανό θά ἔλθει ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ γιά νά μᾶς κρίνει. Ἄς εἴμαστε λοιπόν ἕτοιμοι, γιά νά μή θεωρηθοῦμε ἀνάξιοί της δόξας (τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του). Γιατί θά ἔλθει ὁπωσδήποτε ὁ Κύριός μας καί δέν θ’ ἀργήσει. Θά ἔρθει καί θά ἔχει μαζί Του στρατιές, τάγματα ἀγγέλων, συντάγματα ἀρχαγγέλων, ὁμάδες μαρτύρων, χορούς δικαίων, τούς προφῆτες καί τούς ἀποστόλους, καί στό μέσο ὅλων αὐτῶν τῶν ἄυλων στρατευμάτων θά φαίνεται ὁ Κύριος μέ μία ἀσύλληπτη καί ἀνέκφραστη δόξα.

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Πηγή:http://www.imkifissias.gr/html/gr/mainpage/Pentikosti.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Των επτά παρθένων(18 Μαΐου) -του Αρχιμ. Νικοδήμου Παυλόπουλου

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Μαΐου, 2010

loul4.jpgΤων επτά παρθένων(18 Μαΐου)του Αρχιμ. Νικοδήμου Παυλόπουλου, Καθηγουμένου Ι. Μ. Αγίου Ιγνατίου – Λειμώνος Λέσβουαπό το βιβλίο του «Εορτοδρόμιον»

***

Επτά Παρθένες

«Λίμνη γυναικών επτάς εμβεβλημένη, χαίρει βίου ρέοντος εκβεβλημένη».

Σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, παρελαύνουν από μπροστά μας πολλές αγίες και παρθένες γυναίκες. Περνούν στην πρώτη γραμμή οι Μυροφόρες γυναίκες με επί κεφαλής την αγία παρθένο Μαρία τη Μαγδαληνή, περνά η αγία παρθένος και μάρτυς Χριστίνα και ακολουθεί ο επτάριθμος χορός των αγίων παρθένων Τεκούσης, Αλεξανδρίας, Κλαυδίας, Φαεινής, Ευφρασίας, Ματρώνης, Ιουλίας και Θεοδότης.

Η ιερή χορεία των επτά παρθένων γυναικών, ιδιαίτερα μας συγκινεί, γι’ αυτό και αναφέρομε τα σχετικά με τον άγιο βίο τους. Καταγόταν και οι επτά παρθένες από την Άγκυρα της Γαλατίας της Μικράς Ασίας, εποτίσθησαν το γάλα της πίστεως και από τους γονείς τους και από τους φλογερούς ιερείς πού τότε κατά τον τέταρτο μετά Χριστόν αιώνα εφώτιζαν «τα έθνη τα πεπλανημένα».

Το φως του ευαγγελίου το όποιο κατηύγαζε τις ψυχές τους το μετάδιναν και σ’ άλλες ψυχές και έτσι συντελούσαν και αυτές στο ξάπλωμα της βασιλείας του Θεού επί της γης. Άλλα το παράδειγμα τους, ο βίος τους ο υποδειγματικός, η αγιότητα τους και μάλιστα η ιεραποστολική δραστηριότητα τους έγινε ο στόχος των ειδωλολατρών.

Τις κατάγγειλαν λοιπόν και τις έσυραν μπροστά στον ειδωλολάτρην Άρχοντα της Άγκυρας. Ο Άρχοντας «κατεπλάγη» από την ωραιότητα και τη θεία ακτινοβολία των προσώπων τους. Λυπήθηκε τα νειάτα τους και την ομορφιά τους και δεν ηθέλησε να τις τιμωρήση ευθύς. Τις εκολάκευσε λοιπόν και τις παρακάλεσε να λυπηθούν τη νεότητα τους και την ομορφιά τους θυσιάζοντας στα είδωλα. Άλλα οι αγνές παρθένες αμετακίνητες και αμετάπιστες απέκλεισαν την πρότασι και τα παρακάλια του άρχοντα.

Μειωμένος τότε ο άρχοντας από το ανδρείο φρόνημα των φρονίμων επτά παρθένων γυναικών επρόσταξε τους στρατιώτες του να τις βιάσουν και να τις ατιμάσουν. Η χάρις όμως του Χριστού, του «ωραίου κάλλει παρά πάντας βροτούς» Νυμφίου τους, εδημιούργησε σεισμό στα σώματα και στις ψυχές των στρατιωτών και τους κατέστησεν ανίκανους γι’ αυτό το αποτρόπαιο και ειδεχθές έγκλημα άλλα και τους εσυγκίνησε στη μετάνοια και την αποδοχή της άγιας πίστεως των χριστιανών. Μετά από την περιφανή αυτή νίκη των αγίων επτά παρθένων γυναικών επρόσταξεν ο άρχοντας και τις έρριξαν στη φυλακή.

Ο ασεβής άρχοντας είχε και άλλο κακό επινοήσει εις βάρος των χριστιανών, είχε προστάξει τους εμπόρους να ραντίζουν τα φαγητά με νερά μολυσμένα, πού προέρχονταν από τις θυσίες και τις σπονδές των ειδώλων, ακόμη δε και να ζυμώνουν τα ψωμιά με τα ειδωλόθυτα νερά για να μολύνωνται οι χριστιανοί και μάλιστα οι πτωχοί πού δεν ημπορούσαν να ζυμώσουν και οι φυλακισμένοι πού δεχόταν έτοιμη την τροφή.   

Ο ανεψιός της αγίας παρθένου Τεκούσης, Θεόδοτος ονομαζόμενος, αν και παντρεμένος και οικογενειάρχης μετερχόταν το επάγγελμα του πραγματευτού. Αγόραζε λοιπόν σιτάρι και εζύμωνε και εφούρνιζε ψωμιά από τα οποία επρόσφερε και στο Ναό του Θεού για τη θεία λειτουργία και στους ιερείς και στους πτωχούς, προ παντός δε στους φυλακισμένους. Έτσι λοιπόν πηγαίνοντας μιαν ήμερα ψωμί στους φυλακισμένους εσυνάντησεν εκεί και τη θεία του Τεκούσα μαζί με τις άλλες άγιες παρθένες. Πολύ τον εσυγκίνησεν ο ηρωισμός της θείας του και των άλλων γυναικών. Ένοιωσεν υπερήφανος για τη θεία του και για όλες τις πιστές και αγνές ψυχές πού παρουσίαζεν η πίστι των.

Τους επρόσφερε λοιπόν ψωμί καθαρό και την άλλην ήμερα ήλθε για να τους ξαναφέρη, αλλά τις άγιες επτά παρθένες τις είχαν βγάλει από τη φυλακή τους είχαν δέσει βαριές πέτρες στο λαιμό και τις καταβύθισαν στο βάθος της μεγάλης λίμνης της Αγκύρας. Έτσι τα παρθενικά τους σώματα βρήκαν το θάνατο και οι άγιες ψυχές τους πήραν τα στεφάνια του μαρτυρίου.

Τα λείψανα τους τα πάντιμα τα περιμάζεψαν μέσα από τη λίμνη ευσεβείς και ζηλωτές χριστιανοί μαζί με τον άγιο Θεόδοτο και τα ενταφίασαν με κάθε τιμή σε τόπο ξέχωρο. Άλλα «ο πονηρός και βάσκανος και αντικείμενος τω γένει των δικαίων επετήδευσεν ώστε μηδέ τα σώματα αυτών ληφθήναι καιπερ πολλών επιθυμούντων τούτο και κοινωνήσαι τοις αγίοις αυτών σαρκίοις» και κατάφερεν ο μισόκαλος διάβολος να καταγγελθή ο αγίος Θεόδοτος στον  Άρχοντα ότι επεριμάζεψε και έθαψε τα πνυγμένα των επτά παρθένων σώματα και τον καταδίωξε να τον συλλάβη.

Άλλ’ ο άγιος Θεόδοτος μαθαίνοντας ότι ο Άρχοντας τον καταζητούσε μόνος του παρουσιάστηκε και ωμολόγησε και την ηρωική πράξι του και την αμετάθετη πίστι του στο σωτήρα Χριστό. Γι’ αυτό και κατά διαταγή του άρχοντα κρεμάστηκε και ξεσχίστηκε με σιδερένια και μυτερά νύχια. Έπειτα του έρριξαν στις πληγές του ξύδι και αλάτι και μετά ταύτα μέσα στους φρικτούς του πόνους του απέκοψαν το κεφάλι. Και δεν κατασιγάστηκεν η μανία του άρχοντα, με το μαρτυρικό θάνατο του αγίου Θεοδότου αλλά κατάσκαψε τους τάφους των αγίων επτά παρθένων και μαρτύρων γυναικών έβγαλε τα τίμια τους λείψανα, τα εσώριασε και τους έβαλε φωτιά και τα κατάκαψε.

Άλλα τι μ’ αυτό; «Καν πυρ εξαφάνιση μου το σαρκίον εξατμισθείσαν την ύλην ο κόσμος κεχώρηκε» λέγει ο Απολογητής της Εκκλησίας μας άγιος Τατιανός. Οι ψυχές των αγίων παρθένων βρίσκονται στον ουρανό «παρά τω Θεώ» αλλά και τα κατακαέντα σώματα τους θα αναστηθούν με τη συναγωγή της ύλης τους πού εξατμίστηκε και μέσα στον υλικό κόσμο βρίσκεται, προς καταισχύνη των φοβερών διωκτών των χριστιανών οι όποιοι «όψονται εις ον εξεκέντησαν» όπως και οι εβραίοι εξεκέντησαν τον λατρευτό μας Χριστό.

Πηγή:http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3549&Itemid=1

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Ψυχρότητα στην προσευχή – Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Μαΐου, 2010

as.jpgΗ ψυχρότητα στην προσευχή οφείλεται είτε σε ψυχική κόπωση, είτε σε πνευματικό κορεσμό, είτε σε σωματικές απολαύσεις και αναπαύσεις, είτε σε πάθη, που κυριεύουν την ψυχή, προπαντός στην έπαρση. Όλα αυτά ειναι ενάντια στην πνευματική ζωή, μέσα στην οποία κεντρική θέση κατέχει η προσευχή. Έτσι, πρώτα και κύρια προκαλούν το στέρεμα της πηγής της προσευχής μέσα μας. Αυτό, όμως, μπορεί να οφείλεται και σε απομάκρυνση της χάριτος, που συμβαίνει με θεία παραχώρηση. Και να γιατί: Όταν η ψυχή μας φλέγεται από τον πόθο του Θεού και από την καρδιά μας ξεχύνεται ολόθερμη προσευχή, δεν έχουμε παρά ελεητική επίσκεψη της χάριτος. Εμείς όμως, οταν η ευλογημένη αυτή κατάσταση παρατείνεται για πολύ, νομίζουμε ότι κατορθώσαμε κάτι σπουδαίο με το δικό μας αγώνα, και κυριευόμαστε από την κενοδοξία. Για λόγους παιδαγωγικούς, λοιπόν, απομακρύνεται η χάρη και μένει η ψυχή μας μόνη της, γυμνή και αδύναμη, ανίκανη να ζήσει πνευματικά, ψυχρή και απρόθυμη να προσευχηθεί…

Τί θα κάνουμε, λοιπόν, για να ξεφύγουμε απ’ αυτή την κατάσταση; Πρώτα-πρώτα θα φροντίσουμε να εξουδετερώσουμε τις αιτίες της. Και ύστερα, παρ’ όλη την ψυχρότητα της ψυχής μας, θα κάνουμε με επιμονή και υπομονή τον καθημερινό προσευχητικό κανόνα μας, προσπαθώντας αφ’ ενός να συγκεντρώνουμε το νου μας στα λόγια των ευχών και αφετέρου να ξεσηκώνουμε μέσα στην καρδιά μας αισθήματα φιλόθεα. Με τον καιρό ο Θεός, βλέποντας την ταπείνωση και την καρτερία μας, θα μας ξαναστείλει τη χάρη Του, που θα διώξει το πνεύμα της ψυχρότητος, όπως ο άνεμος διώχνει την ομίχλη.

Πως θ’ αποκτήσουμε θερμότητα στην Προσευxή?

Με αγώνα και υπομονή, μ’ αυτά τα δυό θα ζωντανέψει μέσα μας η φλογερή προσευχή. Απαιτούνται χρόνος και κόπος πολύς. Όμως, ας μη λιποψυχήσουμε, ας μην αποκάνουμε, ας μη βαρεθούμε. Η προσπάθειά μας, αν είναι συστηματική και επίμονη, θα στεφανωθεί οπωσδήποτε, αργά ή γρήγορα, με επιτυχία. Θα στεφανωθεί όχι χάρη σ’ εμάς, αλλά χάρη στο άπειρο έλεος του Θεού. Είναι καλό να συνηθίσει η γλώσσα σας την ευχή του Ιησού, το “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”, ή οποιαδήποτε άλλη σύντομη προσευχή, με το νου συγκεντρωμένο στην καρδιά.

Αγωνιστείτε να προξενήσετε στην καρδιά σας, ας το πω έτσι, μια μικρή πληγή. Ο συστηματικός κόπος σας σύντομα θα δημιουργήσει την πληγή αυτή. Και τότε ο Κύριος θα σας επιβραβεύσει με τη δική Του χαρισματική προσευχή.

Η βιασύνη στην προσευχή

Σας ελέγχει η συνείδηση, επειδή κάνετε πολύ βιαστικά την προσευχή σας. Και είναι εύλογο. Γιατί υπακούτε στον εχθρό; Εκείνος είναι που σας παρακινεί: “Γρήγορα… πιο γρήγορα…”. Η βιαστική προσευχή δεν έχει πνευματικό καρπό. Βάλτε, λοιπόν, κανόνα στον εαυτό σας να μη βιάζεστε. Να προσεύχεστε έτσι, ώστε ούτε μια λέξη να μην προφέρουν τα χείλη σας, που να μην την κατανοεί ο νους σας και να μην τη βιώνει η καρδιά σας. Πρέπει να ριχθείτε σ’ αυτόν τον αγώνα με αποφασιστικότητα στρατιωτική. Και όταν ο εχθρός σας ψιθυρίζει, “Κάνε τούτο ή εκείνο”, εσείς να του αποκρίνεστε: “Ξέρω τί θα κάνω. Δεν σε χρειάζομαι. Φύγε από δω! “. Την ψυχή την τρέφει μόνο η προσευχή. Η δική σας προσευχή, όμως, είναι επιφανειακή, όχι ουσιαστική. Γι ‘ αυτό η ψυχή σας μένει ανικανοποίητη, πεινασμένη …

(Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Χειραγωγία στην πνευματική ζωή, Εκδ. ε΄, Ι. Μ. Παρακλήτου 2005 σ. 45-46, 49)

(Πηγή ηλ. κειμένου: «Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Καλλιθέας») Ορθόδοξη Πορεία

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »