kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Κυριακή Γ΄ Ματθαίου – «Μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε»

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Ιουνίου, 2010

lou5.jpg Εμπιστοσύνη στην Θεία Πρόνοια(Ματθ. στ΄ 22-33) (Ρωμ. ε΄1-10)

Η απόλυτη εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του Θεού, προβάλλει ως βασική αναγκαιότητα στη ζωή του ανθρώπου. Λειτουργεί ως αντίδοτο στην αγωνιώδη μέριμνα που βλέπουμε συνήθως να εκδηλώνεται για τις βιοτικές και άλλες ανάγκες, οι οποίες τον καθηλώνουν και τον εγκλωβίζουν σε πολλαπλά αδιέξοδα. Είναι ξεκάθαρα τα μηνύματα που εκπέμπει η σημερινή ευαγγελική περικοπή που είναι παρμένη από την «Επί του Όρους Ομιλία» του Κυρίου μας. Η αλήθεια αυτή που εκπέμπει σήμερα το ευαγγελικό μήνυμα είναι τόσο επίκαιρη, αφού αναδεικνύεται και σαν σωτήρια συνταγή για τη θεραπεία της «παθογένειας» που προσβάλλει το σημερινό άνθρωπο. Και πραγματικά , το βλέπουμε να είναι φοβερά ευάλωτος σε αυτό που ο ίδιος το έχει ονομάσει άγχος και που δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά την νοοτροπία που αναπτύσσει να στηρίζει όλα αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις, αρνούμενος να προσβλέπει και να επικαλείται τη βοήθεια το Θεού, επιδεικνύοντας εμπιστοσύνη στο Άγιο θέλημά Του.

Η πλεονεξία

Βέβαια, με τις συμβουλές που μας δίνει ο Κύριος και οι οποίες φαντάζουν σαν πολύτιμοι πνευματικοί μαργαρίτες, ανεκτίμητης αξίας, δεν ενθαρρύνει με οποιοδήποτε τρόπο φυγή από τη ζωή. Δεν συνιστά στον άνθρωπο να παύσει να ενδιαφέρεται για τη βιολογική του συντήρηση και ειδικότερα για την εξασφάλιση των απαραιτήτων για αυτήν εφοδίων. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε παρανόηση, αλλά και παραποίηση του βαθύτερου μηνύματος και νοήματος του Ευαγγελικού λόγου. Εκείνο όμως που επιβάλλεται να προσέξει ο άνθρωπος, είναι να μην αφήσει τον εαυτό του να περιπέσει στην μάστιγα της πλεονεξίας, μια πορεία που οδηγεί στην καταστροφή. Στην κατάντια αυτή σαν βρεθεί ο άνθρωπος,  συλλαμβάνεται να μαζεύει μετά μανίας για τον εαυτό του όλο και περισσότερα υλικά αγαθά και να έχει την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να προσδέσει τον εαυτό του στον υλικό πλούτο. Όπως τονίζει ο Απόστολος Παύλος, η αποκλειστική  προσκόλληση του ανθρώπου στο χρήμα και γενικά στην ύλη, σημαίνει υποδούλωσή του στην ειδωλολατρία. Φοβερή πραγματικά η δουλεία αυτή.

Δεν είναι λίγες φορές που βλέπουμε ανθρώπους να προσπαθούν να στηρίζουν τον εαυτό τους στις δικές τους δυνάμεις, στην αξία του χρήματος που το τοποθετούν στη θέση του Θεού. Ο άνθρωπος ειδικότερα της εποχής μας, συλλαμβάνεται να λατρεύει το χρήμα, που τελικά ,όπως άλλωστε όλοι διαπιστώνουμε, διαφθείρει συνειδήσεις και συνθλίβει το πρόσωπό με την ιδιαίτερη αξία του . Τον υποτάσσει στα διάφορα πάθη της ατιμίας, «άτινα αισχρόν εστιν και λέγει», σημειώνει χαρακτηριστικά ο μεγάλος απόστολος των Εθνών Παύλος.

Η Πρόνοια του Θεού

Ο Κύριος για να μας απεγκλωβίσει από τα ολέθρια πλοκάμια της πλεονεξίας που τόσο βασανιστικά υψώνονται μπροστά μας, αλλά και για να μας απαλλάξει από μέριμνες που μας αποπροσανατολίζουν από τον πραγματικό μας σκοπό, μας συμβουλεύει: «μη μεριμνάτε τι θα φάτε και τι θα πιείτε…» Δεν μας λέει να μην εργαζόμαστε και να μην φροντίζουμε για την ικανοποίηση στοιχειωδών αναγκών μας. Μας διδάσκει όμως ότι η οποιαδήποτε εργασία μας, θα πρέπει να βρίσκεται κάτω από την ευλογία και την πρόνοια του Θεού.

Στην προοπτική αυτή η εργασία, ακόμα και στις περιπτώσεις που μπορεί να εξουθενώνει σωματικά τον άνθρωπο, τον πλημμυρίζει  με χαρά και ικανοποίηση, γιατί προάγει και τελειοποιεί την ύπαρξη του.  Η πρόοδος σε μια τέτοια εργασία εξαρτάται από την προσφορά της διακονίας και της αγάπης μας στους άλλους ανθρώπους. Σε αντίθεση με την αγωνιώδη μέριμνα που αφήνει τον άνθρωπο να αιωρείται  στον εαυτό του και να αποψιλώνεται η ύπαρξή του από τα βαθύτερα νοήματα της ζωής.

Ο άνθρωπος λοιπόν, επιβάλλεται να συνδέει τη ζωή του με τον αιώνιο Θεό προκειμένου να βαδίζει με σταθερά και σίγουρα βήματα και να είναι σε θέση να αξιολογεί σωστά τα πράγματα. Αυτό θα το κατορθώσει από τη στιγμή που θα αρχίσει να παραδίδει την ύπαρξη του με εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού. Ο Θεός σαν Παντογνώστης αλλά και σαν στοργικός Πατέρας, γνωρίζει τις ανάγκες μας και φροντίζει με κάθε τρόπο να τις ικανοποιεί κατά τρόπο που εξυπηρετείται το πραγματικό μας συμφέρον που είναι σίγουρα εναρμονισμένο με την πραγματοποίηση του θείου προορισμού μας.

Αγαπητοί αδελφοί, η μέριμνά μας θα πρέπει να στρέφεται αποκλειστικά στο πως θα ακολουθούμε τις συμβουλές του Κυρίου μας που έχουν αιώνια ισχύ και αξία. Ο Κύριος μας προτρέπει να ζητάμε πρώτα τη Βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη Του και όλα τα άλλα θα  προστεθούν. Ο Χριστός μας καλεί να μετάσχουμε στη ζωή του Θεού. Στην πραγματικότητα εκείνη θα μας οδηγήσει  στη θέση να μην προσδενόμαστε στα πρόσκαιρα και τα φθαρτά, αλλά να απογειωνόμαστε στα αιώνια και αληθινά. Όταν ο άνθρωπος με απόλυτη εμπιστοσύνη εναποθέτει τα πάντα στην αγάπη του Θεού, τότε θα αισθάνεται ότι όλα είναι δικά του. Θα δέχεται και θα αντιπροσφέρει την αγάπη του Θεού και θα βιώνει την αλληλοπεριχώρησή της σαν μια σωτήρια πραγματικότητα. Και τότε βέβαια, θα γεύεται την εμπειρία της Βασιλείας του Θεού και θα απαλλαγεί από οποιεσδήποτε αγωνιώδεις βιοτικές μέριμνες που τον κρατούν δέσμιο στη γη και δεν τον αφήνουν να ατενίσει ξεκάθαρα τον ουρανό.

Εκκλησία Κύπρου – Χριστάκης Ευσταθίου 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Περί των επτά προσευχών του ημερονυκτίου

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Ιουνίου, 2010

908iik.jpg

Περί των επτά προσευχών του ημερονυκτίου

Έκαστος χριστιανός, είτε κληρικός, είτε λαϊκός, οφείλει να προσεύχεται πάντοτε κατά το υπό του Κυρίου λεγόμενον, «γρηγορείτε και προσεύχεσθε…» (Μάρκ. ιδ’ 38), και όπως ο Απόστολος Παύλος λέγει: «αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντι ευχαριστείτε» (Α’ Θεσσαλ. ε’ 17, 18). Τούτο δε επιτυγχάνεται διά της καθορισθείσης υπό της Εκκλησίας ημερονυκτίου προσευχής ως ακολούθως. Η εκκλησιαστική ημέρα της προσευχής αρχίζει από του Εσπερινού της μιας ημέρας και λήγει την επομένην με την Απόλυση της Θ’ ‘Ωρας της ημέρας ταύτης, ή οποία κατά το τυπικόν της Μεγάλης Εκκλησίας είναι το τέρμα, ήτοι η σφραγις της ήδη εκκλησιαστικώς ληγούσης ημέρας, ήτις ήρξατο από του χθεσινού Εσπερινού.

    Ώστε εκκλησιαστική ημέρα θεωρείται το χρονικό διάστημα από του Εσπερινού της μιας ημέρας μέχρι της Απολύσεως της Θ’ Ώρας της επομένης και ούτω καθεξής. Αί ώραι της ακολουθίας της ημέρας, κατ’ αλληλοδιάδοχον μορφή ανακυκλούμεναι εν πάσαις ταις ημέραις του ενιαυτού, προσδιορίζονται τυπικώς και εκκλησιαστικώς ως ώραι προσευχής και αναγωγικώς ορίζουσι την έννοια και την σημασία αυτών και την πνευματικην συνάρτησιν αυτών προς τον καθολικόν πνευματικό σκοπό. Ιστέον, ότι οι θείοι και ιεροί υμνογράφοι και υμνωδοί της εκκλησίας συνέθεσαν και εμελοποίησαν τη εμπνεύσει του Αγίου Πνεύματος τας ακολουθίας του ημερονυκτίου, περιλαμβάνοντες τους διαφόρους ψαλμους και τα διάφορα τροπάρια, κανόνας κλπ., τα οποία όντως ανταποκρίνονται συμβολικώς προς τα εν εκάστη προσευχή και εν εκάστη ημέρα ιστορούμενα περιστατικά και προς τον δι’ αυτής επιδιωκόμενον σκοπό και την επιζητουμένην ωφέλειαν υπό πάντων των προσευχομένων.

    Λαμβανομένης λοιπόν ούτω μιας ημέρας ως παραδείγματος δύναται να διακριθη απολύτως η θρησκευτική αναγκαιότης και η ωφελιμότης αυτών .Η Δευτέρα π.χ. ως εκκλησιαστική ημέρα λογίζεται από του Εσπερινού της Κυριακής μέχρι και της Θ’ Ώρας της Δευτέρας, οπότε και αι προσευχαί διακρίνονται ως εξής:

1) Πρώτη προσευχή είναι, ως είρηται, ο Εσπερινός όστις αρχίζει με τον Προοιμιακόν ψαλμόν, ο οποίος είναι η μεγαλοπρεπεστέρα δοξολογία προς τον ‘Υψιστον Θεόν, τον Δημιουργόν του σύμπαντος, και ο οποίος προοιμιάζεται, ήτοι αρχίζει τήν προσευχην της επομένης ημέρας, ενταύθα της Δευτέρας. `Ο Εσπερινός συμβολίζει την Αποκαθήλωσιν του Κυρίου υπό του Ιωσήφ και Νικοδήμου, ως και την εμφάνιση του Κυρίου ανασταντος εις τους Μαθητας του το εσπέρας της Κυριακής της Αναστάσεως και του Θωμα. Και παρατηρείται, κατά τον Άγιον Μάρκον τον Ευγενικόν, ότι η ανάγνωσις ή η ψαλμωδία ψαλμών, τροπαρίων κλπ. συναδει εν πολλοίς προς τον εσπερινόν ως το «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου’ έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή» (Ψαλμ. ΡΜ’ 2).

2) Δευτέρα προσευχή είναι το Απόδειπνον, το οποίον αναγινώσκεται, εν μεν τη εκκλησία μετά τον Εσπερινόν, ήτοι μετά την δύσιν του ηλίου, κατ’ οίκον δε προ της κατακλίσεως προς ύπνον, προσαγομένης δεήσεως προς τον Κύριον, όπως το στάδιον της νυκτός διέλθη εν ησυχία και ασφαλεία. Το Απόδειπνον διακρίνεται εις Μέγα, αναγινωσκόμενον κατά τας νηστησίμους ημέρας, και εις Μικρόν αναγινωσκόμενον καθ’ όλον το έτος και εν τη περιόδω της Μεγ. Τεσσαρακοστής εκάστην Παρασκευήν εις τους Χαιρετισμούς, και Σάββατον και Κυριακήν.

3) Τρίτη προσευχή είναι το Μεσονυκτικόν, το οποίον λέγεται το μεσονύκτιον κατά τον ψαλμικον στίχον «Μεσονύκτιον εξεγειρόμην του εξομολογείσθαί σοι, επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου» (Ψαλ. ΡΙΗ’ 62). Συμβολίζει δε την οφειλομένην υφ’ ημών εγρήγορσιν, καθ’ όσον ο Νυμφίος Χριστός μέσης νυκτός παρεγένετο ταις φρονίμοις παρθένοις.Συμβολίζει επίσης και την ημών έγερσιν εκ του ύπνου, ως περιόδου του σκότους και της πλάνης, εις την φωτεινήν ζωήν, την όποιαν από του μεσονυκτίου, ως απαρχής της νέας ημέρας, αρχόμεθα να διάγωμεν πιστεύοντες και λατρεύοντες τω Θεώ.

4)Τετάρτη προσευχή είναι ό Όρθρος προς τον οποίον επισυνάπτεται και η Α’ Ώρα, και αποτελούσι, αμφότεραι την εωθινήν προσευχή της Εκκλησίας. Όρθρος, λέγεται το χρονικού διάστημα το διαρρέον από της βαθείας σχεδόν χαραυγής «όρθρου βαθέος» μέχρι και του τοιούτου περί την χαραυγήν, ήτοι την προ της ανατολής ώραν, ως λέγει και ή Ωδή «εκ νυκτός ορθρίζει το πνευμά μου προς σε ο Θεός, ότι φως τα προστάγματά σου επί της γης» (Ησαΐου κς’ 9).

Η επισυναπτομένη εν τω ‘Ορθρω Α ‘ Ώρα το πάλαι ανεγινώσκετο μίαν ωραν μετά την ανατολήν του ήλίου, ήτοι περί την 7ην πρωινή.

5) Πέμπτη προσευχή η Γ’ Ώρα, η όποία κανονικώς ανεγινώσκετο την τρίτην ώραν της ημέρας, ήτοι την 9ην πρωινή.Κατα την ώραν ταύτην επεδήμησε το Πνεύμα το Άγιον εν είδει πυρίνων γλωσσών επί της Αγίους Αποστόλους (Πράξ. Β’ 15) ως υμνολογεί και ή Εκκλησία «Κύριε ο το Πανάγιόν σου Πνεύμα εν τη Τρίτη ώρα τοις Αποστόλοις σου καταπέμψας…».

6) Έκτη προσευχή είναι η ΣΤ’ Ώρα, δηλαδή η μεσημβρία. Κατ’ αυτήν απεφασίσθη ό θάνατος και εσταυρώθη ο Κύριος επί του Γολγοθά (Ματθ. Κζ’ 26 κ.ε.). Δι’ αυτό και αρμόδιον είναι το τροπάριοντης ώρας ταύτης «`Ό εν έκτη ήμέρα τε και ώρα τω Σταυρω προσηλώσας…».

7) Εβδόμη προσευχή είναι η Θ’ Ώρα, ήτοι ή 3η απογευματινή περίπου, καθ’ ην o Ιησούς παρέδωκε το πνεύμα, ως υμνολογεί ή Εκκλησία «`Ό εν τη ενάτη ώρα δι’ ημάς σαρκί του θανάτου γευσάμενος…». Ούτω συμπληρούνται αι επτα ώραι ή επτά σταθμοί των προσευχών, κατά το ψαλμικού ρητού «επτάκις της ημέρας ήνεσά σε επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου» (Ψαλ. ΡΙΗ’ 118), ως και αλλαχού η ψαλμική δέησις «εσπέρας και πρωί και μεσημβρίας διηγήσομαι και απαγγελλώ και εισακούσεται της φωνής μου» (Ψαλμ. ΝΔ’ 18).

Περί των αναφερομένων Ωρών του ημερονυκτίου σημειούνται τα εξής. Εις το Άγιον Όρος είναι εν χρήσει δύο ώραι, εκτός της της λεγομένης Ευρωπαϊκής τοιαύτης. Πρώτη είναι η λεγομένη Βυζαντινή Ώρα, καθ’ ήν πρέπει, όταν δύη ό ήλιος, εις όλας τάς εποχάς του έτους, το ωρολόγιον να δεικνύη 12 και εκείθεν να καταμετρώνται μία ώρα, δύο ώραι της νυκτός μετά την δύσιν κλπ.. Δευτέρα είναι η λεγομένη Ιβηριτική ώρα, η οποία έχει εις την ανατολήν του ήλίου ώρα 12 της αρχίζει πρώτη, Δευτέρα ώρα της ημέρας μετά την ανατολήν του ηλίου και ούτω καθεξής. Όσον δε αφορά την Ελλάδα αύτη χρησιμοποιεί την Ευρωπαϊκήν ώραν από μεσονυκτίου εις μεσονύκτιον.

Οκτώηχος, Εκδόσεις Β. Ρηγόπουλου, 1988, Θεσσαλονίκη

Πηγή:http://www.gerontas.com/content/view/701/168/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Περί ιερέων, Άγιου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας και Συμφερουπόλεως

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Ιουνίου, 2010

kjjuh.jpgΠερί ιερέων,Άγιου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας και ΣυμφερουπόλεωςΑπό το βιβλίο του Αρχιμ. Νεκταρίου Αντωνοπούλου «ΑΚΡΙΤΑΣ»

…Για τους ιερείς πού περιέκοπταν τις ακολουθίες η δεν τις τελούσαν συχνά ο Άγιος Λουκάς ο ιατρός θύμιζε το χωρίο του Προφήτη Ιερεμία: «Επικατάρατος πας ο ποιών τα έργα Κυρίου αμελώς». Ο ίδιος τελούσε όλες τις ακολουθίες και λειτουργούσε με μεγάλη ευλάβεια και προσοχή, δίχως βιασύνες, περικοπές, συντομεύσεις. Συμβούλευε τους ιερείς με συνεχείς εγκυκλίους να τελούν καθημερινά τις ακολουθίες και να προσεύχονται υπέρ του ποιμνίου τους: «Έχουμε ναούς πού είναι όλη την εβδομάδα κλειστοί, εκτός από την Κυριακή. Δεν πρέπει η Εκκλησία να είναι ανοιχτή κάδε πρωΐ και να χτυπάει η καμπάνα καλώντας τους πιστούς, έστω και για λίγο, να μπουν στο ναό πριν πάνε στην δουλειά τους; Αν ξέρει ο πιστός ότι κάδε πρωΐ η Εκκλησία είναι ανοιχτή, η ότι ο ιερέας διαβάζει όρθρο, τις ώρες κ.λπ. , η χάρη του Θεού θα μιλήσει στον αδύνατο χριστιανό και θα τον προσελκύσει στο ναό, οπού θα δει ότι ο ιερέας του προσεύχεται γι’ αυτόν… Παρακαλώ τους ιερείς να τηρούν αυτήν την παράκληση μου. Δεν είναι δύσκολο, ακόμη και όταν είναι ολομόναχος ο ιερέας, χωρίς ψάλτη, να διαβάζει τις ακολουθίες.

Θα είναι μεγάλη η ευλογία του Θεού γι’ αυτόν τον κληρικό, πού θυμάται ότι τον έβαλε ο Θεός να προσεύχεται για το λαό… Εάν είναι χλιαρή η πίστη και η ψυχή του ιερέα πώς μπορεί αυτός να ανάψει το φως της πίστης στις ψυχές πού χάνονται, μη γνωρίζοντας τον Θεό στις ψυχές των ανθρώπων πού ο Θεός του έδωσε να ποιμάνει και να προσεύχεται γι’ αυτούς… Ένας ιερέας, πού δεν έχει τη στοιχειώδη επίγνωση της αποστολής του, μπορεί μεν να λύσει ένα πρόβλημα, καλύπτοντας κάποιο εφημεριακό κενό, όμως θα δημιουργήσει πολύ περισσότερα και σοβαρότερα προβλήματα…

Εσείς οι Ιερείς έχετε αυτό το σκοπό στη ζωή σας, να θρέψετε το λαό του Θεού. Ή μήπως βλέπετε την ιεροσύνη σας σαν μέσο για να μπορείτε να τρώτε; Μήπως βλέπετε την διακονία σας σαν μια απλή εργασία, σαν ένα βιοποριστικό επάγγελμα; Να ξέρετε ότι τέτοιους ιερείς ο λαός τους καταλαβαίνει εύκολα… Πολλά ήταν τα χτυπήματα πού δέχθηκε η Εκκλησία όλα αυτά τα χρόνια, πολλές οι πληγές, μεγάλες οι καταστροφές. Φυσικά, όλα αυτά τα επέτρεψε ο Θεός, για να μας συνετίσει, γιατί φταίμε και εμείς οι ίδιοι. Χρειάζεται να μετανοήσουμε…Όλα αυτά πού περάσαμε δεν μας έγιναν μαδήματα, δεν μας δίδαξαν τίποτα. Και συνεχίζουμε να επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη, ακόμη και χειρότερα από πριν. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι απογοητεύονται, απομακρύνονται από την Εκκλησία και πέφτουν στα δίχτυα των αιρέσεων, με αποτέλεσμα να χάνουν την ψυχή τους».

Προέτρεπε τους ιερείς πάντοτε να κηρύττουν το λόγο του Θεού, έστω κι αν υπολείπονται σε θεολογική μόρφωση: «Αν ο ιερέας ζητεί τη χάρη του Θεού, αν ο νους και ή καρδιά του ιερέα χορτάσει με τα λόγια του Θεού, τότε το στόμα του θα μιλά από καρδίας. Το Άγιο Πνεύμα πού κατοικεί στην καρδιά του ιερέα, αυτό θα κηρύττει με το ταπεινό στόμα του ιερέα… Στην Αγία Γραφή είναι τόσα πολλά τα θέματα για τα κηρύγματα πού εύκολα μπορεί κανείς να τα βρει αν διαβάζει…Να θυμόσαστε, αδελφοί, και τον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ, ο όποιος κάδε εβδομάδα διάβαζε ολόκληρη την Καινή Διαθήκη… Εάν δεν μπορείς να κηρύξεις με τον λόγο, κήρυξε με αλλά πράγματα. Να ευωδιάζεις μπροστά στους ανθρώπους με τη ζωή σου, την προσωπικότητα σου, με την αγάπη σου προς τον Χριστό, με το πνεύμα της χριστιανικής αγάπης, καθαρότητας και βαθιάς πίστης. Αν δεν έχεις εσύ αύτη την ευωδία, ούτε το χάρισμα του λόγου, τότε δεν θα είσαι ποιμήν, θα είσαι μισθωτός. Και τότε τί θα απολογηθείς στο φοβερό κριτήριο του Χρίστου;

Η καρδιά του ιερέα είναι μια ειδική καρδιά, η οποία πάντοτε πρέπει να λάμπει από την πίστη στον Ιησού Χριστό. Η καρδιά του ιερέα πρέπει να είναι φωτιά, να λάμπει από το φως του Ευαγγελίου, να λάμπει από την αγάπη προς τον Σταυρό του Ιησού Χρίστου».

Πηγή:http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=1014&Itemid=29

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο αναρχικός με τα….δικηροτρίκηρα.

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Ιουνίου, 2010

mon36.jpg

« Φῶς μέν μοναχοίς, άγγέλοι, Φῶς δε κοσμικοῖς, μοναχική πολιτεία» ( Κλίμαξ ΚΣΤ, 23 )

Κάθε φορά πού συναντούσα κάποιον ἀπό τήν οἰκογένεια τοῦ Νίκου , ζητούσα νέα του .

Εἴχα τήν περιέργεια νά δῶ μέχρι πού μπορεί νά φτάσει ἡ ἀντοχή ἑνός τόσο δυνατοῦ μυαλού σάν τοῦ Νίκου…

-Τελείωσε τήν Φυσική μέ ἄριστα …Τώρα σπουδάζει Ἀστροφυσική στήν Ἀμερική .

Ἔχει ὑποτροφία τοῦ Χάρβαρντ!!

Ὕστερα ἀπό καιρό συναντῶ τήν θεῖα του . Ἄρχισα πάλι τίς ἐρωτήσεις γιά τόν Νίκο.

-Πῆρε τό πτυχίο τῆς Κοινωνιολογίας καί τῆς Ἰατρικής .Όλα αὐτά με τά «Μάστερ» τους!!

Τά μεγαλύτερα Πανεπιστήμια τῆς Ἀμερικής ζητούν τήν συνεργασία του καί οἱ πιο ξακουστές φαρμακοβιομηχανίες τῆς Ἐλβετίας τόν θέλουν γιά στέλεχος με ὅποιους ὄρους θέλει αυτός !!!

-Αυτός τί λέει;

-Αυτός θά γυρίσει στήν Ἑλλάδα! Παίρνει ἀκόμα ἕνα πτυχίο καί ἔρχεται.

-Κι άλλο πτυχίο;

-Λέει πώς χωρίς αὐτό τό πτυχίο ,ὄλα τά ἄλλα δέν ἀξίζουν τίποτα…Μέ τό πτυχίο αὐτό βρήκε τον δρόμο του. Τό παίρνει στήν Βοστώνη μέ δύο «Μάστερ». Εἷναι ξέρεις τό πτυχίο τῆς Θεολογίας.

-Τῆς Θεολογίας; Καί τι σχέση ἔχει μέ ὄλα τά ἄλλα;

-Πού νά ἀκούσεις καί τά παρακάτω.Σκέπτεται τήν Ἱερωσύνη καί μάλιστα τήν Ἀσκητική !!!

-Ε , αὐτός παιδί μου παραεῖναι Ἀναρχικος !!! Να ἔχεις δώσει τόσα χρόνια σέ σπουδές καί Ἐπιστήμες, νά σε ζητοῦν τά καλλίτερα Πανεπιστήμια , νά μπορείς νά ζήσεις σάν ἄρχοντας στήν Ἐλβετία καί συ νά σκέπτεσαι Ἀσκητική ζωή καί Άγιον Ὀρος εἷναι ή δέν εἷναι Ἀναρχία ; Είσαι ή δέν εἷσαι Ἀναρχικός ;

Μάθαμε ότι ἡ πρώτη χειροτονία θά γινόταν στήν Κόνιτσα ἀπό τόν Σεβαστιανό. Ὁλες οἱ Ἀμερικανικές Ἐφημερίδες ἔγραφαν :

Ὁ καινούριος Αϊνστάιν γίνεται μοναχός…

Πολλοί φίλοι του , συμφοιτητές του , πιστοί και ἄπιστοι , πολλοί μαρξιστές διέσχισαν τον Ὠκεανο καί πῆγαν στήν Κόνιτσα νά παραβρεθοῦν στήν Χειροτονία του. Σέ διακόσια πενήντα άτομα , ἔστρωσε ἡ Μητρόπολη τό Σαρακοστιανό τραπέζι 23 Αὐγούστου , παραμονή τῆς γιορτής τοῦ Κοσμά τοῦ Αἰτωλού βρέθηκα στήν Κόνιτσα .

Δέν εἶπα σέ κανέναν τίποτα , δέν παρουσιάστηκα πουθενά .Ἤθελα νά δῶ αὐτόν τόν Ἀναρχικό τήν ὤρα τῆς Λατρείας .Ἀνέβηκα στόν γυναικωνίτη καί ἔπιασα μιά καλή θέση .

Νάτος ὁ Πατήρ Νικόλαος ὁ Διάκονος ἐτοιμάζεται .Πρῶτα φοράει τό στιχάριο «ἔστη ἡ χάρις του Θεοῦ ἐν αὐτώ».

Μέσα σέ αὐτό λες καί χώρεσαν όλες οἱ ψυχές πού θά πλησίαζε μέ τίς ἐπιστήμες του . Πολλή ὤρα πρίν τά φορέσει , βλέπει τά επιμάνικα.

Σκέπτεται φαίνεται πώς με αὐτά είναι αἰχμάλωτος Χριστού.

Σέ λίγο παίρνει τό ὀράριο . Τό πρόσωπό του λάμπει καθώς τό φορά .Ὑψώνοντάς το καλεῖ τους πιστούς σέ προσευχή .

Χαμογελά πού και πού .Ἴσως νά σκέπτεται πώς γιά αὐτά τά ἄμφια πέταξε τόσες ἐπιστήμες . Βλέπεις τόση ἰκανοποίηση στό πρόσωπό του μέ τίς εὐχές , πού ἐκφωνεί .Πόσο γλυκά ακούγονται τα ειρηνικά !!

Μέ πόση περηφάνεια κρατάει τό θυμιατό καί μέ πόση στοργή ἀγκαλιάζει όλο το εκκλησίασμα !!

Μα όταν τον είδα να πλησιάζει τον Μητροπολίτη με τα δικηροτρίκηρα στό ένα τά δύο καί στό άλλο τά τρία ἀναμμένα κεριά , παρά λίγο νά φωνάξω δυνατά :Νά τά καλέ τα πέντε πτυχία του !!!Νά τά ὀλόφωτα ,δυνατά ,πανίσχυρα .

Πέντε ὀλόφωτες λαμπάδες : Φυσική , Αστροφυσική , Κοινωνιολογία ,Ἰατρική , Θεολογία , φώτισαν τήν Εκκλησία ὀλόκληρη .

Τί νά τίς κάνει τίς ἔδρες στά Πανεπιστήμια ,όταν τοῦ δώσανε τήν καλλίτερη ἔδρα :Τήν Ὡραία Πύλη;Εδώ εύχεται για την Ειρήνη του κόσμου , για την Σωτηρία των ψυχών μας , ζει μέσα στον όμορφο καί ἀνεπανάληπτο κόσμο τῆς Θείας Λειτουργίας , εύχεται για γήινα καί οὐράνια σάν ..Ὑπουργός τοῦ Θεού , και γω ζητώ τα Μάστερ!!

Αυτός ζώσθηκε το οράριο σαν τα φτερά του Αγγέλου και πλησιάζει τον Θρόνο του Θεού . Αυτός μεταδίδει σώμα και αίμα Χριστού και γω ζητώ ιατρεία και νυστέρια και φάρμακα ; Ντρέπομαι για τις συγκρίσεις που βρήκα να κάνω .

‘Ήμαρτον , Κύριε .Να είχαμε κι άλλους τέτοιους αναρχικούς !!!!

Πέρασαν τα χρόνια …..Πρίν λίγες ημέρες σε μια κηδεία , συναντώ την μητέρα του , την Κυρία Χατζηνικολάου . Την πλησιάζω με χαρά και ανοίγω μαζί της συζήτηση .

-Πέστε μου από πότε προετοιμάζετε έναν πατέρα Νικόλαο ;

-Από τότε που τόν ἔνοιωσα νά σκιρτάει στά σωθικά μου , στά σπλάχνα μου λαχτάρισα νά τόν δῶ ἰερέα! Κι όταν αὐτός γυρνούσε σχολές καί πολιτεῖες καί μάζευε πτυχία ,’eγώ γονάτιζα καί ἔλεγα :

Δέν γίνεται Θεέ μου νά μήν μέ ἄκουσες … «Πολλά ἰσχύει δέησις μητρός» δεν είπες ;

Και πράγματι μέ ἄκουσε !!!! Τόν είδα μπροστά στήν Ἁγία Τράπεζα …

Να λοιπόν πως βγαίνουν οι άγιοι ιερείς της εκκλησίας μας .Αν εκείνος με συγκίνησε μια φορά ,ἡ μητέρα του με συγκίνησε δέκα .

Σκέφτηκα να μπορούσαμε όλες οι μανάδες να λέγαμε:

«Άρατε πύλας οι άρχοντες ημών και επάρθητε πύλαι και εισελεύσονται οι παίδες ημών εις το θυσιαστήριον του Κυρίου , εις τας Αγίας Τράπεζας των εκκλησιών μας.»

Αχ ἡ δέηση τῶν μητέρων !!!

Της Φανής Θεοδωρίδου από το περιοδικό «ΛΥΔΙΑ».

Πηγή:http://dokimi.edo.gr/html/viewtopic.php?f=18&t=12380

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Φώτης Κόντογλου – Ο Μέγας Ιεροεξεταστής. Οι τρείς πειρασμοί

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουνίου, 2010

st09.jpg

(«Ὀρθόδοξος Τύπος», 10 Φεβρουαρίου, 1 Μαρτίου, 10 Ἀπριλίου, 1 Μαΐου 1970. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐδημοσιεύθη ἀρχικῶς εἰς τὴν «Ἐλευθερίαν» τῷ 1965, ὀλίγον πρὸ τοῦ θανάτου τοῦ συγγραφέως)


Πολλά, ἀμέτρητα, εἶναι ὅσα γραφήκανε γιὰ τὸν Παπισμό, ἀλλὰ λίγα εἶναι σὰν αὐτὰ ποὺ ἔγραψε γιὰ τὸ αἰνιγματικὸ τοῦτο σύστημα ὁ πλέον βαθυστόχαστος κι᾿ ἀποκαλυπτικὸς Ρῶσος συγγραφέας Θεόδωρος Ντοστογέφσκης. Τοῦτο τὸ μοναδικὸ κείμενο εἶναι ἕνα κεφάλαιο μέσα στὸ βιβλίο τοῦ «Τ᾿ Ἀδέρφια Καραμάζωφ», κι᾿ αὐτὸ τὸ κεφάλαιο ἔχει γιὰ ἐπανώγραμμα «Ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής». Ὁ Ντοστογέφσκης, μ᾿ ὅλο ποὺ εἶναι ἕνα φιλοσοφικὸ πνεῦμα, ὡστόσο στὸν «Μέγαν Ἱεροεξεταστή» αἰσθάνεται καὶ γράφει σὰν Ὀρθόδοξος, ποὺ ξέρει καλὰ ποιὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Χριστὸς κι᾿ ἡ διδασκαλία του.

Στὸν «Μέγαν Ἱεροεξεταστή» βάζει τὸν Χριστὸ ἀντιμέτωπο μὲ τὸν ψεύτικο ἀντιπρόσωπό του στὴ γῆ, μὲ τὸν Ἰησουίτη Ἱεροεξεταστή, τὸ φοβερὸ τέρας ποὺ ἔκαιγε τοὺς «αἱρετικούς» στ᾿ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἕνα πρᾶγμα ἀπίστευτο κι᾿ ἀκατανόητο. Εἶναι τρομερὸ νὰ σκεφθῇ κανένας τί μπορεῖ νὰ κάνῃ ὁ διάβολος γιὰ νὰ δυσφημήσῃ τὸν Χριστό, ἀφοῦ φτάνει στὸ σημεῖο νὰ φαίνεται ὁ σατανᾶς πὼς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός!

Σ᾿ αὐτὸ τὸ παράδοξο κείμενο τοῦ Ντοστογέφσκη, ὁ Ἱεροεξεταστὴς κάνει μία μακρυὰ ἐξομολόγηση στὸν Χριστό, ποὺ δὲν βγάζει μήτε μία λέξη ἀπὸ τὸ στόμα του γιὰ νὰ δώση ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματα τοῦ ἱεροδικαστῆ, καὶ γιὰ τοῦτο ἀποκρίνεται ὁ ἴδιος σὲ ὅσα ἐρωτᾷ. Μὲ ἄλλα λόγια, ὅσα λέγει εἶναι ἕνας καταθλιπτικὸς μονόλογος ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα κάποιου πλάσματος ποὺ θαρρεῖς πὼς ἀνέβηκε ἀπὸ τὴν κόλαση.

Ὁ Ἱεροεξεταστὴς καταδίκασε κάποιους «αἱρετικούς» σε θάνατο μὲ τὴ φωτιά, κι᾿ ἀφοῦ ἔγινε θανάτωση στὴ μεγάλη πλατεῖα μιᾶς σπανιόλικης πολιτείας, γύρισε πίσω στὸ κελλί του, ποὺ βρισκότανε στὸ κτίριο τοῦ «Ἱεροῦ Δικαστηρίου», ἱκανοποιημένος πῶς ἔκανε τὸ χρέος του, κατὰ τὸ σύστημα ποὺ ὑπηρετοῦσε μ᾿ ἕναν φρικτὸν φανατισμό. Τὸ σύστημά του ἤτανε ἕνας Χριστιανισμὸς ὄχι ὅπως τὸν δίδαξε ὁ Χριστός, ἀλλὰ παραμορφωμένος κι᾿ ἀγνώριστος ὁλότελα, μέχρι ποὺ νὰ μοιάζῃ μὲ θρησκεία τοῦ ἀντιχρίστου, κι᾿ αὐτὸ ἔγινε γιὰ νὰ μποροῦνε οἱ ἄνθρωποι νὰ τὸν δεχτοῦνε, ἐπειδὴ ἐκεῖνα ποὺ παραγγέλνει καὶ ποὺ ζητᾷ ὁ Χριστὸς ἀπὸ τοὺς πιστούς του εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη τοῦ Ἱεροξεταστῆ καὶ τῶν ὁμοίων του, ἀπόλυτα κι᾿ ἀνεφάρμοστα, ὑπεράνθρωπα κι᾿ ἀπάνθρωπα. Δηλαδὴ ὁ Χριστιανισμὸς ἔγινε ἕνα σύστημα σὰν τὰ ἄλλα ἀνθρώπινα συστήματα, μιὰ κοσμικὴ ἐξουσία ποὺ ἔχει στὴν ἐξουσία της τοὺς πιστούς της, καὶ ποὺ τοὺς διοικεῖ, τοὺς κρίνει καὶ τοὺς καταδικάζει ὅπως ἡ πολιτικὴ ἐξουσία. Ἀπὸ τὸν Χριστὸ κράτησε μοναχὰ τὸ προσωπεῖο, κι᾿ ὅ,τι κάνει, λέγει πὼς τὸ κάνει στ᾿ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἐνῷ τὸ κάνει στ᾿ ὄνομα τοῦ σατανᾶ. Γιὰ τοῦτο ὁ Ἱεροεξεταστὴς ὁλοένα ἀναφέρει τὸν διάβολο μὲ σεβασμό, καὶ τὸν ὀνομάζει «Αὐτός», «τὸ Μέγα καὶ Σοφὸ Πνεῦμα», «τὸ Σοφὸ καὶ ἰσχυρὸ Πνεῦμα».

Ἀλλὰ ἀναπάντεχα, ἐνῷ ὁ Ἱεροεξεταστὴς ἤτανε ἱκανοποιημένος ποὺ ἔκαψε τοὺς αἱρετικούς, ὑπηρετώντας τὸ σύστημα τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας, ἀναπάντεχα φανερώνεται ὁ Χριστὸς μέσα στὸν δρόμο, κι᾿ ὁ κόσμος τρέχει ἀπὸ πίσω του, κλαίγοντας ἀπὸ συγκίνηση. Μὲ ὅλο ποὺ δὲν λέγει ποιὸς εἶναι, κι᾿ οὔτε βγάζει μιλιὰ ἀπὸ τὸ στόμα του, ὡστόσο ὅλοι καταλάβανε πὼς ἤτανε ὁ Χριστός. Τρέξανε λοιπὸν καὶ τοῦ πήγανε τοὺς ἀρρώστους τους, κι᾿ Ἐκεῖνος τοὺς θεράπευε, ἀνάστησε μάλιστα κι᾿ ἕνα πεθαμένο παιδάκι, μπροστὰ στὴν καθεδρικὴ ἐκκλησιὰ τῆς Σεβίλλιας, ἐκεῖ ποὺ καίγανε τοὺς «αἱρετικούς» στ᾿ ὄνομά του.

Ἐκείνη τὴ στιγμὴ πέρασε ἀπὸ κεῖ ὁ Ἱεροεξεταστής, ψηλός, κοκκαλιάρης, καραμουντζωμένος καὶ κατσουφιασμένος, ἴδιος σκιάχτρο, μὲ βαθουλωμένα μάτια ποὺ βγάζανε σπίθες, γέρος ἐνενήντα χρονῶν.

Μόλις εἶδε τὸν Χριστὸ καὶ τὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε, ἔδωσε διαταγὴ στὴν «ἁγία φρουρά», ποὺ τὸν φύλαγε, νὰ τὸν πιάσουνε. Πιάσανε λοιπὸν τὸν Χριστό, κι᾿ ὁ λαός, ποὺ λίγο πρὶν ἔκανε σὰν τρελλὸς ἀπὸ τὴ χαρά του γιὰ τὸν Χριστό, ἄνοιξε δρόμο, ταπεινὰ κι᾿ ὑπάκουα, γιὰ νὰ περάσουνε οἱ στρατιῶτες μὲ τὸν κατάδικο τὸν Χριστό, κι᾿ ὅλοι σκύψανε ὡς τὴ γῆ μπροστὰ στὸν Ἱεροεξεταστή. Καὶ κεῖνος βλόγησε σιωπηλὰ τὸν λαό, καὶ γύρισε στὸ διαμέρισμά του, ὅπως εἴπαμε στὴν ἀρχή.

Αὐτὴ τὴ διήγηση τὴν παρουσιάζει ὁ Ντοστογέφσκης σὰν λογοτεχνικὸ ἔργο τοῦ Ἰβᾶν Καραμάζωφ, ποὺ ἤτανε ἕνας ἀπὸ τοὺς γυιοὺς τοῦ γέρου Καραμάζωφ, σπουδασμένος στὴν εὐρωπαϊκὴ φιλοσοφία. Καὶ τὸ διαβάζει στὸν μικρότερο ἀδελφό του, τὸν Ἀλιόσα, ποὺ εἶχε γίνει καλόγερος, ὑποτακτικὸς σ᾿ ἕναν ἅγιο γέροντα ξομολόγο, ἕναν «στάρετς», ὅπως τοὺς λέγουνε στὰ ρωσικά.

Ὁ Ἀλιόσας, κάθε τόσο διακόπτει τὸν Ἰβὰν ποὺ διαβάζει, καὶ κάνει κάποιες παρατηρήσεις. Αὐτὲς δὲ τὶς βάζω στὸ κείμενο τοῦ Ντοστογέφσκη ποὺ δίνω παρακάτω, γιὰ νὰ μὴν κόβεται ὁ μονόλογος τοῦ Ἱεροεξεταστῆ.

Πρέπει νὰ σημειώσω πὼς αὐτὸ τὸ κείμενο δὲν τὸ ἀφήνω ὅπως εἶναι γραμμένο ἀπὸ τὸν συγγραφέα, ἀλλὰ τὸ ἄλλαξα κάμποσο, σὲ πολλὰ τὸ ἄλλαξα πολύ, σὲ ἄλλα μέρη τὸ συντόμεψα καὶ σὲ ἄλλα μέρη προσπάθησα νὰ τὸ κάνω πιὸ ἁπλοποιημένο, ὥστε νὰ τὸ καταλάβη ὁ ἀναγνώστης καλύτερα. Τὸ ὕφος του Ντοστογέφσκη, ἐπειδὴ εἶναι νευρικό, ἀκατάστατο, καὶ συχνὰ ἔχει κάποια βορεινὴ ἀοριστία, τὸ ἄλλαξα, κάνοντάς το πιὸ ἥσυχο, πιὸ καθαρὸ καὶ πιὸ ἁπλό, γιὰ νὰ νοιώση ὁ ἀναγνώστης τὰ δύσκολα καὶ βαθειὰ νοήματα πιὸ εὔκολα. Κάπου-κάπου ἔβαλα καὶ κάποια λόγια τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ δὲν τὰ ἔχει ὁ Ῥῶσος συγγραφέας, γιὰ νὰ γίνουν οἱ ἰδέες του πιὸ χειροπιαστές, καθὼς καὶ μερικὰ ἐξηγητικὰ λόγια καὶ ὑποσημειώσεις.

Ἡ βάση, ποὺ ἀπάνω της εἶναι γραμμένος «ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής», εἶναι, μὲ ἁπλὰ λόγια, τούτη: Πῶς ὁ Παπισμὸς εἶναι ἕνα σύστημα φοβερό, βγαλμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτωλὴ καὶ πονηρὴ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ θέλει νὰ ἐξουσιάζῃ ἀπάνω στοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς κάνῃ ὑποτακτικούς του, χωρὶς ἀγάπη, χωρὶς πίστη, χωρὶς τίποτα χριστιανικό, ἀλλὰ γεμάτο ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ διαβόλου, ποὺ λέγει ὅμως πονηρὰ πῶς ἡ ἐξουσία του προέρχεται ἀπὸ τὸν Χριστό, καὶ πὼς ὅ,τι κάνει τὸ κάνει ἐν ὀνόματί Του. Αὐτὴ ἡ σατανικὴ ὑποκρισία εἶναι τὸ μυστικὸ αὐτοῦ τοῦ συστήματος, ποὺ τὸ κρύβουνε καλὰ οἱ ἱερωμένοι του. Ἀλλὰ ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής, ἀπὸ τὴν ὀργὴ ποὺ ἔνοιωσε σὰν εἶδε τὸν Χριστὸ νὰ ἔρχεται πάλι σὲ τοῦτο τὸν κόσμο γιὰ νὰ χαλάσῃ τὸ «μεγάλο» ἔργο ποὺ ἔγινε μὲν στ᾿ ὄνομά του, χωρὶς ὅμως νὰ ἔχῃ σχέση μ᾿ αὐτὸ τὸ ἔργο ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἀπὸ τὴν παραφορά του λοιπὸν τὸ φανερώνει, φωνάζοντας στὸν Χριστό: «Ἐμεῖς δεχθήκαμε τὸ ξίφος τοῦ Καίσαρα, ποὺ δὲν θέλησες νὰ τὸ πάρης Ἐσύ, κι᾿ ἔτσι σὲ πετάξαμε Ἐσένα κι᾿ ἀκολουθήσαμε Αὐτόν», δηλαδὴ τὸν διάβολο. Σήμερα ποὺ γίνονται τόσες συζητήσεις ἀπ᾿ ἀφορμὴ τῆς κίνησης ποὺ σηκώθηκε ἄξαφνα γιὰ τὸ σμίξιμο τοῦ Βατικανοῦ μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, κίνηση ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ ἐνσαρκώνει ὁ Παπισμός, κι᾿ ἐπειδὴ οἱ πολλοί, σχεδὸν ὅλοι, εἶναι ἀκατατόπιστοι στὰ ζητήματα τῆς θρησκείας, καὶ δὲν γνωρίζουν τί ἀντιπροσωπεύει ὁ Παπισμὸς καὶ τί ἀντιπροσωπεύει ἡ Ὀρθοδοξία, θεώρησα καλὸ νὰ γράψω μερικὰ ἄρθρα σχετικὰ μ᾿ αὐτὰ τὰ θέματα, κι᾿ ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὰ εἶναι καὶ τοῦτο ποὺ γράφω ἀπ᾿ ἀφορμὴ τοῦ «Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ» τοῦ Ντοστογέφσκη.

** *

Στὸν μονόλογο ποὺ λέγει ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστὴς μπροστὰ στὸν Χριστὸ ποὺ στέκεται βουβός, γίνεται πολὺς λόγος γιὰ τοὺς τρεῖς πειρασμοὺς τοῦ Χριστοῦ. Γι᾿ αὐτό, καλὸ θὰ εἶναι νὰ κυττάξουμε τί λέγει τὸ Εὐαγγέλιο γι᾿ αὐτοὺς τοὺς πειρασμούς. Ἂς πάρουμε τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο: «Τότε ὁ Ἰησοῦς ἀνήχθη εἰς τὴν ἔρημον ὑπὸ τοῦ πνεύματος, πειρασθῆναι ὑπὸ τοῦ διαβόλου, καὶ νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καὶ νύκτας τεσσαράκοντα, ὕστερον ἐπείνασε. Καὶ προσελθὼν αὐτῷ ὁ πειράζων εἶπεν: «Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, εἰπὲ ἵνα οἱ λίθοι οὗτοι ἄρτοι γένωνται». Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε: «Γέγραπται, οὐκ ἐπ᾿ ἄρτω μόνω ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ᾿ ἐπὶ παντὶ ρήματι ἐκπορευομένω διὰ στόματος Θεοῦ». Τότε παραλαμβάνει αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν, καὶ ἴστησιν αὐτὸν ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ, καὶ λέγει αὐτῷ: «Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, βάλε σεαυτὸν κάτω. Γέγραπται γὰρ ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ, καὶ ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσι σε, μήποτε προσκόψεις πρὸς λίθον τὸν πόδα σου». Ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς: «Πάλιν γέγραπται, οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου». Πάλιν παραλαμβάνει αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς ὄρος ὑψηλὸν λίαν, καὶ δείκνυσιν αὐτῷ πάσας τὰς βασιλείας τοῦ κόσμου καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν, καὶ λέγει αὐτῷ: «Ταῦτα πάντα σοὶ δώσω, ἐὰν πεσῶν προσκυνήσῃς μοι». Τότε λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς: «Ὕπαγε ὀπίσω μου σατανᾶ. Γέγραπται γάρ, Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῷ μόνω λατρεύσεις». Τότε ἀφίησιν αὐτὸν ὁ διάβολος, καὶ ἰδοὺ ἄγγελοι προσῆλθον καὶ διηκόνουν αὐτῷ» (Ματθ. δ´, 1).

Λοιπὸν ὁ Ἱεροεξεταστὴς λέγει στὸν Χριστό: «Τὸ φοβερὸ καὶ πονηρὸ Πνεῦμα, τὸ πνεῦμα τῆς ἀνυπαρξίας καὶ τῆς αὐτοκαταστροφῆς, μίλησε μαζί Σου στὴν ἔρημο καὶ γράφηκε στὸ Εὐαγγέλιο πῶς σὲ ἔβαλε σὲ δοκιμασία. Ἔτσι δὲν εἶναι; Εἶναι δυνατὸ νὰ εἰπωθῇ ἕνα πρᾶγμα πιὸ ἀληθινὸ ἀπὸ τὸ νόημα ποὺ ἔχουνε αὐτὰ τὰ τρία ἐρωτήματα ποὺ Σοῦ ἔβαλε καὶ ποὺ Ἐσὺ τὰ πέταξες, καὶ ποὺ στὰ Εὐαγγέλια λέγονται πειρασμοί; Ἂν ἔγινε ποτὲ στὴ γῆ ἕνα ἀληθινὸ θαῦμα, τρανταχτὸ σὰν κεραυνός, αὐτὸ ἤτανε μοναχὰ ἐκεῖνο ποὺ ἔγινε ἐκείνη τὴν ἡμέρα, τὴν ἡμέρα τῶν τριῶν πειρασμῶν. Ἂν συνάζαμε ὅλους τοὺς σοφοὺς τοῦ κόσμου, τοὺς ἐξουσιαστές, τοὺς ἀρχιερεῖς, τοὺς στοχαστές, τοὺς φιλοσόφους, τοὺς ποιητές, καὶ τοὺς λέγαμε: «Βρῆτε καὶ συνθέσετε τρία ἐρωτήματα, ποὺ νἄχουνε ἀνταπόκριση ὄχι μὲ τὸ ἄφθαστο ὕψος τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ἀλλὰ μέσα σὲ τρεῖς φράσεις, σὲ τρεῖς λέξεις τῆς ἀνθρώπινης γλώσσας, νὰ κλείνεται ὁλόκληρη ἡ μελλοντικὴ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας, πιστεύεις, Ἐσύ, πῶς ὅλη ἡ σοφία τοῦ κόσμου μαζεμένη θὰ μποροῦσε νὰ συλλάβῃ κάποιο πρᾶγμα ποὺ νὰ εἶναι σὲ δύναμη καὶ σὲ βάθος ἰσάξιό με τὰ τρία ἐρωτήματα πού Σου πρότεινε τότε τὸ κραταιὸ καὶ πονηρὸ Πνεῦμα τῆς ἐρήμου;… Μέσα σ᾿ αὐτὰ τὰ τρία ἐρωτήματα βρίσκεται ὁλόκληρο τὸ μέλλον κι᾿ ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας σὰν προφητεία, καὶ σ᾿ αὐτὲς τὶς τρεῖς εἰκόνες σμίγουνε ὅλες οἱ ἀξεδιάλυτες ἀντιφάσεις ποὺ ὑπάρχουνε στὸν κόσμο.

Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ δὲν ἤτανε αὐτὸ τόσο ὁλοφάνερο, ἐπειδὴ τὸ μέλλον τῆς ἀνθρωπότητας ἤτανε ἄγνωστο. Σήμερα ὅμως, ὕστερ᾿ ἀπὸ δεκαπέντε αἰῶνες, μποροῦμε νὰ δοῦμε πῶς μὲ αὐτὰ τὰ τρία ἐρωτήματα προφητευθήκανε τὰ πάντα, καὶ πῶς πόσο ἀληθινὰ βγήκανε, ποὺ ἡμεῖς νὰ μὴ μποροῦμε μήτε νὰ προσθέσουμε, μήτε ν᾿ ἀφαιρέσουμε τίποτα. Κρῖνε τώρα καὶ μόνος Σου ποιὸς εἶχε δίκιο τότε; Ἐσύ, ἢ Ἐκεῖνος ποῦ Σὲ ρωτοῦσε; Θυμήσου τὸ πρῶτο ἐρώτημα. Ἡ ἔννοιά του ἤτανε τούτη: Θέλεις νὰ πᾶς στὸν κόσμο μὲ ἀδειανὰ χέρια, καὶ μοναχὰ μὲ μιὰ ἀόριστη ὑπόσχεση γιὰ ἐλευθερία, ποὺ οἱ στενόψυχοι ἄνθρωποι δὲν μποροῦνε νὰ τὴν καταλάβουνε καθόλου, μάλιστα τὴν φοβοῦνται, γιατὶ γι᾿ αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει τίποτα ποὺ νὰ εἶναι πιὸ ἀνυπόφορο ἀπὸ τὴν ἐλευθερία. Βλέπεις ὅμως τὶς πέτρες σ᾿ αὐτὴ τὴν γυμνὴ καὶ φλογισμένη ἔρημο; Κᾶνε τις ψωμιά, κι᾿ ἡ ἀνθρωπότητα θὰ σὲ ἀκολουθήσῃ σὰν κοπάδι, γεμάτη εὐγνωμοσύνη. Ἀλλὰ Ἐσὺ δὲν ἤθελες νὰ πάρῃς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τὴν ἐλευθερία, καὶ δὲν παραδέχτηκες αὐτὸ ποὺ σοῦ πρότεινε τὸ κραταιὸ Πνεῦμα, ἐπειδὴ σκέφθηκες τί εἴδους ἐλευθερία θὰ εἶναι αὐτὴ ποὺ ἀγοράζεται μὲ ψωμιά, καὶ τοῦ ἀποκρίθηκες: «Οὐκ ἐπ᾿ ἄρτῳ μόνω ζήσεται ἄνθρωπος». Ἀλλὰ γνωρίζεις πῶς ἐν ὀνόματι αὐτοῦ τοῦ ἐπιγείου ἄρτου, τὸ πνεῦμα τῆς γῆς θὰ σηκωθῇ καταπάνω Σου καὶ θὰ Σὲ πολεμήσῃ καὶ θὰ Σὲ νικήσῃ;».

Σημ. Φ.Κ. Αὐτὸν τὸν ξεσηκωμὸ τοῦ πνεύματος τῆς γῆς, δηλαδὴ τῆς σαρκικῆς καλοπέρασης, καταπάνω στὸν Χριστό, τὸν βλέπουμε σήμερα περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχή. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ πνεῦμα προέρχεται καὶ ἡ κίνηση ποὺ γίνεται γιὰ νὰ ἑνωθοῦνε οἱ λεγόμενοι Χριστιανοί, ἀφοῦ μάλιστα τὸ διακηρύττουν ὅτι γίνεται γιὰ τὴν ἐπίγεια εὐδαιμονία τῆς ἀνθρωπότητας, καὶ τὴν ἐπικροτοῦνε ὅλοι οἱ σαρκικοὶ ἄνθρωποι.

Γιὰ τοὺς ἄλλους δυὸ πειρασμούς, ποὺ πρότεινε ὁ διάβολος στὸν Χριστό, δηλ. νὰ πέση ἀπὸ τὴν σκεπὴ τοῦ ναοῦ γιὰ νὰ τὸν ἁρπάξουν οἱ ἄγγελοι, καθὼς καὶ γιὰ τὸν ἄλλον, νὰ προσκυνήσῃ τὸν σατανᾶ καὶ νὰ πάρῃ στὴν ἐξουσία του τὰ βασίλεια τῆς γῆς, μιλᾷ ὁ Ἱεροεξεταστὴς μέσα στὸ κείμενο τοῦ Ντοστογιέφσκη ποὺ βάζουμε παρακάτω.

Εἴπαμε λοιπὸν πὼς ἡ «ἁγία φρουρὰ» ἔπιασε τὸν Χριστὸ κατὰ διαταγὴ τοῦ Ἱεροεξεταστῆ. Τὸν πήγανε καὶ τὸν κλείσανε σὲ μία στενή, θολωτὴ καὶ σκοτεινὴ φυλακὴ τοῦ Ἁγίου Δικαστηρίου.

Σὰν νύχτωσε, ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής, μ᾿ ἕνα φανάρι στὸ χέρι, ξεκλειδώνει τὴ σιδερόπορτα καὶ μπαίνει μέσα. Σταματᾷ καὶ κυττάζει κατάματα τὸν φυλακισμένο, σὰν νὰ τὸν τρυπὰ μὲ τὸ σουβλερὸ μάτι του. Ὕστερα βάζει τὸ φανάρι ἐπάνω στὸ τραπέζι, πλησιάζει τὸν Χριστό, καὶ τοῦ λέγει: «Εἶσαι Ἐσὺ ὁ ἴδιος;». Δὲν παίρνει καμμιὰ ἀπόκριση. Μὰ κατάλαβε πὼς εἶναι ὁ Χριστός, καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸν ρωτᾷ: «Γιατί ᾖρθες νὰ μᾶς ἐνοχλήσῃς;». Ὁ Χριστὸς στέκεται βουβός. Γιὰ τοῦτο, ὁ Ἱεροεξεταστὴς ἀπαντᾷ ὁ ἴδιος στὰ ἐρωτήματά του.

Λέγει λοιπὸν στὸν Χριστό: «Πρὶν ἀπὸ χίλια πεντακόσια χρόνια ᾖρθες νὰ διδάξῃς στοὺς ἀνθρώπους τὴν ἐλευθερία. Μὰ ἐμεῖς, ἀφοῦ τοὺς ὑποδουλώσαμε, τοὺς κάναμε νὰ πιστεύουν πὼς εἶναι ἐλεύθεροι, ἂν καὶ φέρανε τὴν ἐλευθερία τους καὶ τὴν ρίξανε στὰ πόδια μας.

Αὐτὸς ὁ δρόμος εἶναι ὁ μόνος ποὺ κάνει τοὺς ἀνθρώπους εὐτυχισμένους. Μὰ Ἐσὺ δὲν θέλησες νὰ τὸν ἀκολουθήσῃς. Εὐτυχῶς ὅμως ποὺ μᾶς ἔδωσες τὴν ἐξουσία «τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν», καὶ κάνουμε ἐκεῖνο ποὺ Ἐσὺ δὲν τὸ ἔκανες. Τώρα δὲ μπορεῖ νὰ σκέπτεσαι πῶς μπορεῖ νὰ μᾶς πάρης πίσω αὐτὴν τὴν ἐξουσία. Λοιπόν, γιατί ᾖρθες νὰ μᾶς ἐνοχλήσῃς;

Τὸ Μέγα Πνεῦμα Σοῦ ἔβαλε τρία ἐρωτήματα, τότε ποὺ Σὲ πείραξε στὴν ἔρημο. Μέσα σ᾿ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα βρίσκεται ὅλη ἡ μέλλουσα ἱστορία τῆς οἰκουμένης καὶ τῆς ἀνθρωπότητας. Ἐνῷ τὸ κραταιὸ Πνεῦμα Σοῦ εἶπε νὰ τὸ προσκυνήσῃς γιὰ νὰ γίνουν «οἱ λίθοι ἄρτοι», Ἐσὺ τοῦ ἀποκρίθηκες: «Δὲν θὰ ζήσῃ ὁ ἄνθρωπος μοναχὰ μὲ τὸ ψωμί», δηλ. μόνο με τὶς ὑλικὲς ἀπολαύσεις. Ἐσὺ δηλαδή, ἀντὶ αὐτὴ τὴ χεροπιαστὴ ὑλικὴ ἐπιτυχία, τοὺς ἔδινες μία ἐλευθερία ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὴν καταλάβουν οἱ ἄνθρωποι, γιατὶ ὁ νοῦς κι᾿ ἡ καρδιά τους εἶναι περιωρισμένα. Ἡ ἐλευθερία ποὺ τοὺς ἔδωσες, εἶναι γι᾿ αὐτοὺς τὸ πιὸ ἀνυπόφορο πρᾶγμα. Ἐνῷ ἂν ἔκανες τὶς πέτρες ψωμιά, ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα θὰ Σὲ ἀκολουθοῦσε μὲ εὐγνωμοσύνη. Ἐσὺ ὅμως εἶπες: «Δὲν θὰ ζήσῃ μὲ ψωμὶ μοναχὰ ὁ ἄνθρωπος». Ξέρεις λοιπὸν πὼς ἐν ὀνόματι αὐτοῦ τοῦ ἐπίγειου ψωμιοῦ θὰ σηκωθῆ καταπάνω Σου τὸ πνεῦμα τῆς Γῆς (τοῦ κόσμου); Ξέρεις ἀκόμα πὼς ἡ ἀνθρωπότητα μὲ τὸ στόμα τῶν σοφῶν της καὶ τῶν διανοουμένων της θὰ διακηρύξη, ὕστερ᾿ ἀπὸ αἰῶνες, πῶς δὲν ὑπήρξανε μήτε ἁμαρτίες, μήτε ἐγκλήματα, παρὰ μοναχὰ πεινασμένοι ἄνθρωποι; Ἐσὺ τὰ ξέρεις αὐτά. Ἡ σημαία ποὺ θὰ σηκωθῇ καταπάνω Σου θὰ γράφῃ ἀπάνω: «Πρῶτα χόρτασέ μας, κι᾿ ὕστερα ζήτα ἀπὸ μᾶς νὰ κάνουμε τὸν λόγο Σου!». Μὲ αὐτὴ τὴ σημαία θὰ γκρεμίσουν τὸν ναό Σου, καὶ στὴ θέση του θὰ χτίσουνε ἕνα φοβερὸ πύργο τοῦ Βαβέλ.

Ἐμεῖς ὅμως θὰ τοὺς χορτάσουμε, καὶ θὰ τελειώσουμε αὐτὸν τὸν πύργο τοῦ Βαβέλ. Καὶ θὰ τοὺς ποῦμε ψέματα πὼς αὐτὸ ποὺ κάνουμε τὸ κάνουμε στ᾿ ὄνομά Σου. Ἐσὺ τοὺς ὑποσχέθηκες «τὸν οὐράνιον ἄρτον». Μπορεῖ αὐτὸ τὸ ψωμὶ νὰ συγκριθῆ μὲ τὸ χεροπιαστὸ ψωμί, μὲ τὸ ἐπίγειο ψωμί; Καλά, τέλος πάντων, γιὰ «τὸν οὐράνιον ἄρτον» θὰ Σὲ ἀκολουθήσουν χίλιοι, δέκα χιλιάδες, ἑκατὸ χιλιάδες. Ἀλλὰ τί θὰ γίνουνε τὰ ἑκατομμύρια καὶ τὰ δισεκατομμύρια πλάσματα ποὺ δὲν θἄχουνε τὴ δύναμη νὰ περιφρονήσουν τὸ ἐπίγειο ψωμί, γιὰ νὰ λάβουν «τὸν οὐράνιον ἄρτον» Σοῦ; Ἐμεῖς θὰ γίνουμε σωτῆρες γι᾿ αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια, καὶ θὰ μᾶς θεοποιήσουνε, γιατὶ ἐμεῖς πήραμε ἀπάνω μας τὴν ἐλευθερία τους. Ἐμεῖς ὅμως θὰ ποῦμε πὼς ἔχουμε γιὰ ἀρχηγὸ Ἐσένα, καὶ πὼς πήραμε τὴν ἐξουσία ἀπὸ Ἐσένα. Θὰ λέμε ψέματα, μὰ αὐτὸ θὰ εἶναι χρέος μας. Νά, αὐτὰ εἶχα νὰ πῶ γιὰ τὸ πρῶτο ἐρώτημα τοῦ πειρασμοῦ, ποὺ Σοῦ πρότεινε στὴν ἔρημο. Περιφρόνησες τὸ μόνο μέσον ποὺ μ᾿ αὐτὸ θὰ μποροῦσες νὰ κάνῃς νὰ σὲ λατρεύουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, κι᾿ ὄχι μοναχὰ ἐκεῖνοι οἱ λίγοι (δήλ. ἐκεῖνοι ποὺ κρατοῦνε τὸν ἀληθινὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ, Φ.Κ.). Οἱ ἄνθρωποι θέλουν νὰ παραδώσουν τὴν ἐλευθερία τους σὲ κάποιον. Κι᾿ Ἐσύ, ἀντὶ νὰ πάρῃς τὴν ἐλευθερία τους καὶ νὰ γίνῃς ἐξουσιαστής τους, τοὺς χάρισες ἀκόμα περισσότερη ἐλευθερία. Αὐτὸ ξεπερνᾷ τὴ δύναμή τους, καὶ γιὰ τοῦτο Ἐσὺ στάθηκες γι᾿ αὐτοὺς σκληρός, καὶ δὲν τοὺς ἀγάπησες μὲ τὸ νὰ τοὺς δώσῃς τὴν ἐλευθερία. Γι᾿ αὐτό, Ἐσὺ ὁ ἴδιος συνήργησες στὸ γκρέμισμα τῆς βασιλείας Σου, καὶ δὲν πρέπει νὰ κατηγορᾶς κανέναν γι᾿ αὐτὴ τὴν καταστροφή».

Ὁ Ἱεροεξεταστὴς ἐξακολούθησε νὰ μιλᾷ δίχως νὰ παίρνῃ ἀπάντηση ἀπὸ τὸν Χριστό, ποὺ στεκότανε μπροστά του. Τοῦ μιλᾷ γιὰ τὸν δεύτερο πειρασμό:

«Τὸ πονηρὸ καὶ ἰσχυρὸ Πνεῦμα Σου εἶπε ἀκόμα νὰ πέσῃς ἀπὸ τὴν σκεπὴ τοῦ ναοῦ, γιὰ νὰ Σὲ σηκώσουν οἱ ἄγγελοι γιὰ νὰ μὴν πάθῃς τίποτα. Μὰ Ἐσὺ κι᾿ αὐτὸ δὲν τὸ παραδέχθηκες, καὶ τοῦ ἀποκρίθηκες: «Οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου». Καὶ τότε ποὺ Σὲ σταυρώσανε καὶ Σοῦ φωνάζανε περιπαιχτικὰ «κατέβα, ἂν μπορῇς, ἀπὸ τὸν σταυρό», Ἐσὺ δὲν κατέβηκες νὰ τοὺς κάνῃς νὰ σέρνονται μπροστά Σου, γιατὶ δὲν ἤθελες νὰ καταργήσῃς τὴν ἐλευθερία τους.

Γι᾿ αὐτό, ὁ προφήτης καὶ μαθητής Σου ἔγραψε πὼς εἶδε στὴν πρώτη ἀνάσταση μοναχὰ δώδεκα χιλιάδες σωσμένους (Ἀποκάλυψις Ἰωάννου ζ´, 5. Λέγει ὅμως γιὰ δώδεκα χιλιάδες ἀπὸ κάθε φυλὴ τοῦ Ἰσραήλ, Φ.Κ.). Λοιπόν, μοναχὰ αὐτοὶ οἱ λίγοι ἤτανε ἐκεῖνοι ποὺ βαστάξανε τὸν σταυρό Σου καὶ γινήκανε παιδιὰ τῆς ἐλευθερίας Σου, δηλαδὴ οἱ δυνατοί; Κι᾿ οἱ ἄλλοι; Τί θὰ γίνουν οἱ ἄλλοι; Ἦρθες λοιπὸν στὸν κόσμο μοναχὰ γιὰ τοὺς λίγους ἐκλεκτούς; Μὰ αὐτὸ εἶναι ἕνα μυστήριο ποὺ δὲν τὸ καταλαβαίνουμε.

Λοιπόν, ἐμεῖς τελειοποιήσαμε τὸ ἔργο Σου, καὶ κάναμε ἕνα σύστημα ποὺ νὰ μὴν χάνονται κι᾿ οἱ ἀδύνατοι. Ὥστε δὲν εἴχαμε δίκιο νὰ κάνουμε ὅπως κάναμε;(1). Δὲν ἀγαπήσαμε ἐμεῖς τὴν ἀνθρωπότητα ὅπως φερθήκαμε; Γιατί λοιπὸν ᾖρθες νὰ μᾶς τὸ χαλάσης;

Ὅλα ὅσα Σου λέγω γνωρίζω πῶς τὰ ξέρεις. Λοιπόν, γιατί νὰ Σοῦ κρύψω τὸ μυστικό μας; Ἀλλὰ ἂς Σοῦ τὸ πῶ, νὰ τ᾿ ἀκούσῃς ἀπὸ τὸ στόμα μου: «Λοιπόν, δὲν ἤμαστε μὲ Σένα, ἀλλὰ μ᾿ Αὐτὸν (τὸν διάβολο). Ἀπὸ ὀχτακόσια χρόνια πήγαμε μ᾿ Αὐτόν» (2).

Ἀπὸ ὀχτὼ αἰῶνες δεχθήκαμε ἀπ᾿ Αὐτὸν τὸ τρίτο δῶρο ποὺ Σοῦ πρόσφερε, δείχνοντάς Σου τὰ βασίλεια τῆς γῆς, κι᾿ Ἐσὺ δὲν τὰ δέχτηκες, τὰ πέταξες. Ἡ ἐξουσία εἶναι τρομερὴ δύναμη, καὶ Σοῦ τὴν πρόσφερε τὸ σοφὸ Πνεῦμα, κι᾿ Ἐσὺ δὲν τὴν πῆρες. Ἐμεῖς ὅμως τὴν πήραμε. Ναί. Πήραμε ἀπ᾿ Αὐτὸν τὴ Ρώμη καὶ τὸ σπαθὶ τοῦ Καίσαρα, κι᾿ ἀνακηρύξαμε τοὺς ἑαυτούς μας ἐπίγειους αὐτοκράτορες, μάλιστα κοσμοκράτορες, ἂν καὶ τὸ ἔργο αὐτὸ δὲν τελείωσε ἀκόμα. Καὶ ποιὸς φταίει γι᾿ αὐτό; Τὸ ἔργο μας βρίσκεται ἀκόμα στὴν ἀρχή, ἀλλὰ θὰ βαστάξῃ στὸν αἰῶνα, ὡς νὰ πεθάνῃ ἡ γῆ. Ὅπως καὶ νὰ εἶναι, ἐμεῖς θὰ τὸ τελειώσουμε, θὰ ἤμαστε Καίσαρες.

Ἐσὺ ὅμως θὰ μποροῦσες νὰ ἀδράξῃς τὸ σπαθὶ τοῦ Καίσαρα ἀπὸ τότε πού Σου τὸ πρόσφερε τὸ τρομερὸ καὶ σοφὸ Πνεῦμα, πρὶν ἀπὸ χίλια πεντακόσια χρόνια. Ἂν εἶχες ἀκούσει τὴ συμβουλή του, θὰ εἶχες πραγματοποιήσει ὅσα ποθοῦν οἱ ἄνθρωποι. Θὰ εἴχανε γίνει ἕνα κοπάδι ποὺ θὰ σκέπαζε τὴ γῆ, ποὺ θὰ Σὲ προσκυνοῦσε. Γιατὶ ἡ ἀνθρωπότητα ἔχει μέσα τῆς τὴν ἐπιθυμία νὰ γίνῃ μία παγκόσμια ὀργάνωση. Οἱ μεγάλοι κατακτητές, ὅπως ὁ Ταμερλάνος κι᾿ ὁ Τζέκις-Χάν, θελήσανε νὰ ὑποτάξουνε ὅλον τὸν κόσμο, φανερώνοντας ἔτσι κι᾿ αὐτοί, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζουνε, πὼς ὁ πόθος τῆς ἀνθρωπότητας εἶναι νὰ κάνῃ μία παγκόσμια ἕνωση.

Ἂν εἶχες δεχθῇ τότε τὴν ἐξουσία τούτου τοῦ κόσμου καὶ τὴ χλαμύδα τοῦ Καίσαρα, θὰ εἶχες τώρα ἱδρύσει ἕνα παγκόσμιο κράτος καὶ θὰ εἶχες χαρίσει τὴν εἰρήνη σ᾿ ὅλον τὸν κόσμο. Γιατί, ποιὸς ἄλλος μπορεῖ νὰ κυριαρχήσῃ ἀπάνω στοὺς ἀνθρώπους, παρὰ ἐκεῖνος ποὺ ἐξουσιάζει τὰ ψωμιά τους, «τοὺς ἄρτους» τους; Ἐσὺ ὅμως ἔλεγες: «Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Ἀλλὰ ἐμεῖς δεχθήκαμε τὸ σπαθὶ τοῦ Καίσαρα, κι᾿ ἔτσι Σὲ πετάξαμε Ἐσένα, κι᾿ ἀκολουθήσαμε Αὐτόν, τὸ μέγα καὶ κραταιὸ Πνεῦμα. Οἱ ἄνθρωποι δὲν θὰ μπορέσουνε νὰ τελειώσουνε τὸν πύργο τοῦ Βαβὲλ ποὺ ἀρχίσανε νὰ χτίζουνε, ἂν δὲν ἀναλάβουμε ἐμεῖς, ἀλλοιῶς θὰ φαγώνουνται μεταξύ τους. Καὶ σὰν ἀναλάβουμε ἐμεῖς, τότε θὰ ἀνατείλει γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τὸ κράτος τῆς εἰρήνης καὶ τῆς εὐδαιμονίας.

Ἐσὺ εἶσαι περήφανος γιὰ τοὺς λίγους ποὺ θὰ ἔχῃς («τὸ μικρὸν ποίμνιον», ποὺ εἶπε ὁ Χριστός, Φ.Κ.), ἐνῷ ἐμεῖς θὰ χαρίσουμε τὴν εἰρήνη καὶ τὴν εὐτυχία σὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Ποιὸς ξέρει ἂν κι᾿ αὐτοὶ οἱ διαλεχτοί Σου δὲν θὰ βαρεθοῦν νὰ Σὲ περιμένουνε, κι᾿ ἂν στὸ τέλος δὲν σηκωθοῦνε κι᾿ αὐτοὶ καταπάνω Σου! Ἔννοια Σου. Θὰ τοὺς πείσουμε πὼς θὰ εἶναι ἐλεύθεροι καὶ εὐτυχισμένοι, ἂν ἀφοσιωθοῦν σὲ μᾶς. Θὰ συρθοῦνε μπροστά μας καὶ θὰ κράζουνε: «Εἴχατε δίκιο· μοναχὰ ἐσεῖς γνωρίζετε τὸ μυστικὸ τοῦ Μεγάλου Πνεύματος!». Θὰ δοῦνε πὼς ἐμεῖς μπορεῖ νὰ μὴν κάνουμε ψωμὶ τὶς πέτρες, ἀλλὰ θὰ τὸ παίρνουνε ἀπὸ τὰ χέρια μας, καὶ θὰ θυμοῦνται πὼς πρὶν καὶ τὸ ψωμὶ στὰ χέρια τους γινότανε πέτρες.

Ἐσὺ ῾μπόδισες τοὺς ἀνθρώπους νἄρθουνε σὲ μᾶς. Ἐσὺ κομμάτιασες τὸ κοπάδι καὶ τὸ ἔκανες νὰ σκορπίσῃ σὲ ἄγνωστους δρόμους. Ἀλλὰ θὰ μαζευτῇ πάλι, καὶ θὰ γίνῃ ὑπάκουο σὲ μᾶς. Κι᾿ αὐτὴ τὴ φορὰ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.

Θὰ τοὺς χαρίσουμε ἐμεῖς μιὰ εὐτυχία ταπεινὴ καὶ ἥσυχη, ποὺ εἶναι γιὰ ἀδύναμα πλάσματα, ὅπως εἶναι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Θὰ τοὺς διδάξουμε τὴν ταπείνωση, ἐπειδὴ Ἐσὺ τοὺς σήκωσες πολὺ ψηλά(3), καὶ περηφανευθήκανε. Ἐμεῖς θὰ τοὺς δώσουμε νὰ καταλάβουνε πὼς εἶναι ἀδύνατα καὶ φοβιτσάρικα ἀνθρωπάρια.

Θὰ μᾶς θαυμάζουνε καὶ θὰ εἶναι περήφανοι γιὰ μᾶς, ποὺ ἤμαστε τόσο δυνατοὶ καὶ τετραπέρατοι, καὶ γιατὶ μπορέσαμε καὶ δαμάσαμε ἕνα κοπάδι τόσο μεγάλο μὲ ἑκατομμύρια κεφάλια ποὺ θὰ σκύβουν μπροστά μας(4), θὰ τρέμουνε τὸν θυμό μας. Μὰ θὰ μᾶς ἀγαποῦνε κιόλας, γιατὶ θὰ τοὺς δίνουμε συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν, ἐπειδὴ θὰ τοὺς ποῦμε πὼς ἐμεῖς ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ σβήσουμε τὶς ἁμαρτίες τους, καὶ πὼς μποροῦνε νὰ κάνουνε ἁμαρτίες, καὶ πὼς τὶς συγχωροῦμε ἀπὸ ἀγάπη.

Ὅλα ὅσα λέγω θὰ γίνουνε, καὶ τὸ βασίλειό μας θὰ στεριωθῇ ἀπάνω σὲ γερὰ θεμέλια. Αὔριο θὰ δῇς αὐτὸ τὸ κοπάδι, ποὺ εἶναι ὑπάκουο σὲ κάθε χειρονομία μου, νὰ πλημμυρίσῃ τὸ μέρος ποὺ θὰ προστάξω νὰ Σὲ κάψουνε, καὶ νὰ συνδαυλίζῃ τὴ φωτιά. Γιατί, ἂν ὑπάρχη ἕνας ποὺ εἶναι ἄξιος νὰ καῇ, αὐτὸς εἶσαι Ἐσύ! Αὔριο θὰ Σὲ κάψω».

Ἐδῶ τελειώνει αὐτὸς ὁ βασανιστικὸς μονόλογος κι᾿ ἡ καταχθόνια αὐτὴ ἱστορία. Μιὰ ἱστορία συμβολική, πού, ὅπως εἴπαμε, τὴν εἶχε γράψει ὁ Ἰβὰν Καραμάζωφ καὶ τὴ διάβαζε στὸν ἀδελφό του Ἀλιόσα, τὸν καλόγερο, τὸν φανατισμένο Ὀρθόδοξο. Ὁ Ἀλιόσας κάθε τόσο ἔκοβε στὴ μέση τὸν Ἰβάν, γιὰ νὰ τοῦ κάνῃ κάποια παρατήρηση. Ἀνάμεσα σὲ ἄλλα, εἶπε καὶ τὰ παρακάτω:

«Οἱ Ἰησουῖτες εἶναι ὁ ρωμαϊκὸς στρατὸς γιὰ τὸ μελλοντικὸ ἐπίγειο κράτος, μ᾿ ἕναν Καίσαρα ἐπὶ κεφαλῆς, τὸν Πάπα, τὸν αὐτοκράτορα. Σκοπός τους εἶναι τὸ ν᾿ ἀποχτήσουνε δύναμη καὶ πρόστυχα ἐπίγεια πλούτη. Αὐτὸς εἶναι ὅλος-ὅλος ὁ σκοπός τους. Σὲ Θεὸ φαίνεται πὼς δὲν πιστεύουν. Τὸ μεγαλύτερο μυστικό τους, ποὺ θὰ τὸ κρύβουνε καλά, εἶναι ἡ ἀθεΐα τους. Ὁ Ἱεροεξεταστής σου, Ἰβάν, δὲν πιστεύει σὲ Θεό. Αὐτὸ εἶναι ὅλο τὸ μυστήριό του».

Σημειώσεις:

(1) Οἱ παπικοὶ κάνουνε μία θρησκεία βολική, μὲ θεατρινισμούς, μὲ τραγούδια, μὲ φιέστες, μὲ παρδαλὰ φορέματα, μὲ ζωγραφιὲς εὐχάριστες, κ.λπ. (Φ.Κ.).

(2) Θέλει νὰ πῇ γιὰ τὸ σχίσμα ποὺ χώρισε τὸν Παπισμὸ ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία.

(3) «Ἐγὼ εἶπα, θεοί ἐστε» (Ἰωάν. Ι´, 35) (Φ.Κ).

(4) Οἱ παπικοὶ καυχιοῦνται καὶ περηφανεύονται γιατὶ εἶναι ἑκατομμύρια οἱ ὀπαδοί τους (Φ.Κ.)

Πηγή:http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/fwths_kontogloy/o_megas_ieroe3etasths.htm

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ιλαρίωνος Δαλμάτων, του Αρχιμ. Νικοδήμου Παυλόπουλου

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουνίου, 2010

 ekkl367.jpg

Ιλαρίωνος Δαλμάτων

(6 Ιουνίου)

του Αρχιμ. Νικοδήμου Παυλόπουλου

Καθηγουμένου Ι. Μ. Αγίου Ιγνατίου – Λειμώνος Λέσβου

από το βιβλίο του «Εορτοδρόμιον»

***

Υπέρμαχος των εικόνων

«Ιλαρός ων πνεύματι συ Ιλαρίων, Ιλαρός εν σώματι ης και καρδία».

Σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, εορτάζομε τη μνήμη του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών και ομολογητού Ιλαρίωνος του νέου Ηγουμένου της Μονής των Δαλμάτων. Γεννήθηκε στην Καππαδοκία από γονείς ευσεβείς τον Πέτρο και τη Θεοδοσία. Ο ευσεβής πατέρας του ήταν σιτιστής του αυτοκράτορα Νικηφόρου του Πατρικίου. Τον εσπούδασε δε με κάθε επιμέλεια τα ιερά γράμματα, προορίζοντας τον στην υπηρεσία του Κυρίου. Είκοσι χρόνων όταν έγινε εφάρμοσε το λόγο του Κυρίου «ος αφήκε πατέρα ή μητέρα… ένεκεν εμού εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει». Εγκατέλειψε λοιπόν τον κόσμο και τους προσφιλείς του γονείς και έγινε μονάχος στο Μοναστήρι του Ξηροκηπίου στην Κωνσταντινούπολι. Αφού αρκετά χρόνια ασκήθηκεν εκεί ήλθε στη Μονή Δαλμάτων οπού και έγινε μεγαλόσχημος. Δέκα χρόνια εδούλευε και καλλιεργούσε τον κήπο της Μονής με πολλή προθυμία και απόλυτη υπακοή στον Ηγούμενο του. Και με τη νήψι και την προσευχή και με την εξομολόγηση και τη μυστηριακή ζωή εκαθάρισε την ψυχή του από κάθε πάθος και την ανάδειξε αληθινό καταγώγιο των αρετών. Και όχι μόνον αυτό άλλα απέκτησε και χάρισμα θαυματουργικό. Εξεδίωξε λοιπόν το πονηρό και ακάθαρτο πνεύμα πού είχε κυριέψει ένα νεαρό.

Ο άγιος γέροντας του Μοναστηρίου του όμως απέθανε και για να μη αναλάβει εκείνος την ευθύνη της κηδεμονίας των ψυχών των αδελφών του Μοναχών έφυγε και ήλθε στη Μονή των Καθαρών. Τη φυγή του πολύ την επένθησαν οι αδελφοί του μοναχοί των Δαλμάτων και έστειλαν πρεσβεία στον αγιώτατο και ομολογητή Πατριάρχη Νικηφόρο για να φροντίση να τον επαναφέρη και να τον καταστήση Ηγούμενο των. Ο δε αγιώτατος Πατριάρχης Νικηφόρος εζήτησε τη συνδρομή του ευσεβούς αυτοκράτορα Νικιφόρου του Πατρικίου για να επαναφέρη στη Μονή του τον όσιο και θαυματουργόν Ιλαρίωνα.

Και ο όσιος Ιλαρίωνας βλέποντας την επιμονή και συγκινούμενος από τις παρακλήσεις των αδελφών του μοναχών, του Πατριάρχη και του Αυτοκράτορα επίστεψε πια ότι ήταν Θέλημα Θεού να επιστρέψη στη Μονή των Δαλμάτων και άφησε τη Μονή των Καθαρών και ανέλαβε την προστασία των ψυχών των αδελφών του συνασκητών. Επίσημα από το Πατριάρχη και την ιερά Σύνοδο ενθρονίστηκε στο Μοναστήρι πού ήταν Μοναστήρι, σταυροπηγιακό.

Οκτώ χρόνια αγγελομίμητα και θεοφιλέστατα εποίμανε το ποίμνιο του το μοναχικό και το ανέδειξε τάγμα της πίστεως και της αρετής πραγματικό, αλλά υστέρα από εκείνα τα ειρηνικά και ήσυχα αλλά και δημιουργικά χρόνια διαδέχτηκε τον Νικηφόρο τον Πατρίκιο ο εικονομάχος αυτοκράτορας Λέοντας ο Αρμένιος στα 813 μετά Χριστό, ο όποιος εκήρυξε απήνη διωγμό κατά των προμάχων και υπερασπιστών των αγίων και ιερών εικόνων.

Έτσι λοιπόν συνέλαβαν και τον όσιο και θαυματουργόν Ηγούμενο των Δαλμάτων Ιλαρίωνα το νέο και τον έφεραν μπροστά στο Λέοντα τον Αρμένιο. Επροσπάθησεν ο αυτοκράτορας να τον μεταπείση με επιχειρήματα και φλυναφήματα με υποσχέσεις και απειλές, άλλ’ ο όσιος τον εστηλίτευσε και νέον Ιουλιανό παραβάτη τον αποκάλεσε. Και βέβαια ο Αρμένιος για να τον εκδικηθή, στη φυλακή τον έρριξε οπού απαγόρεψε να του πηγαίνουν νερό και φαγητό. Μετά ήμερες πολλές τον επαρουσίασε στον εικονομάχο Πατριάρχη Θεόδοτο τον Κασσίτερο, άλλα και εκείνος δεν είχεν επιχειρήματα να επιστράτευση για να αποστομώση τον Ιλαρίωνα τον όσιο. Έτσι επαναλήφθηκεν η φυλάκισι και συνεχίστηκεν η ασιτεία για τον όσιο. Και για να μην «εκλυθή» το ασκητικό σώμα του οσίου Ιλαρίωνα ήλθαν οι υποτακτικοί του στον αυτοκράτορα και τον παρακάλεσαν να τους αποδώση τον πνευματικό τους αρχηγό με την άπατηλήν υπόσχεση ότι θα είναι ελαστικοί στο θέμα των εικόνων. Αφού βγήκεν όμως ο όσιος εσυνέχισε τους αγώνες του κατά των εικονομάχων με αποτέλεσμα να διωχθή απηνέστερα και να κακοπάθη.

Ο αυτοκράτορας τους μοναχούς τους εκακοποίησε, τον όσιον Ιλαρίωνα τον εφυλάκισε και σε πολλούς τόπους εξορία τον απέστειλε. Για πολλά χρόνια στα πιο απομακρυσμένα Μοναστήρια κλείστηκε όπως ήταν τα Μοναστήρια του Φονέως, του Κοκλοδίου, στη φυλακή των Νούμερων και στο κάστρο Προτίλιο.

Άλλα ζή Κύριος ο Θεός. Μάχαιραν έδωκε κατά πολλών αγίων και ομολογητών ο εικονομάχος Λέων ο Αρμένιος, μάχαιραν έλαβε μέσα στο Ναό οπού στη γη κατέρριψε την εικόνα του Δεσπότη Χριστού.

Ο νέος αυτοκράτορας Μιχαήλ Τραυλός έβγαλεν από τη φυλακή και εκάλεσεν από την εξορία όλους τους ομολογητές και έτσι και ο όσιος Ιλαρίωνας αφέθη ελεύθερος. Άλλα ύστερα από λίγο ο διάδοχος του Τραυλού εικονομάχος Θεόφιλος πάλιν εξετόπισε τους υπερασπιστές της τιμητικής προσκυνήσεως των αγίων εικόνων. Ο όσιος μάλιστα Ιλαρίων επειδή αποκάλεσε τον εικονομάχο Θεόφιλον «άθεο και απατεώνα»  εραβδίσθη στη ράχη και έλαβε εκατό δεκαεπτά ξυλιές και ύστερα εξορίστηκε στην Αφουσία νήσο.

Εκεί Ο άγιος έσκαψε ένα βράχο και Εδημιούργησε το ασκητήριό του. Εκεί περνούσε τον καιρό της εξορίας του με χαυμενία, γονυκλισίες, προσευχή και νηστεία. Η δε πεπαρρησιασμένη προσευχή του κατώρθωσε και άνοιξε πηγή ύδατος μέσα στο βράχο του ασκητηρίου του και δεχόταν μετ’ ευχαριστήσεως τη δρόσο τ’ ουρανού. Αξιώθηκεν όμως και ελεήθηκεν από το Θεό να ιδή τη νίκη της Ορθοδοξίας και μετά το θάνατο του Θεοφίλου και την πρωτοστασία της ευσεβέστατης αυτοκράτειρας Θεοδώρας να πανηγυριστή την αναστήλωσι των εικόνων. Και έτσι πανηγυρικώτατα μαζί με όλους τους εκτοπισμένους ομολογητές και αγίους επέστρεψεν ο Άγιος Ιλαρίωνας στη Μονή των Δαλμάτων.

Πηγή:http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3696&Itemid=1

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Υπηρέται των αδελφών μας, του Άρχιμ. Αμβροσίου Κυρατζή

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουνίου, 2010

 stayros5.jpg

Υπηρέται των αδελφών μας

του Άρχιμ. Αμβροσίου Κυρατζή

από το περιοδικό «Αγία Λυδία», Μάρτιος 2006

Ο Χριστός πρότυπο διακονίας

«Υπηρέται των αδελφών μας» επιγράφεται το άρθρο πού ακολουθεί. Πιθανόν θα αντιλέξη κάποιος: θέμα είναι, σε μια εποχή πού βασιλεύει ο ατομισμός, ο εγωισμός, ο εαυτούλης μας, το… «άρπαξε να φας και κλέψε να έχης»; Ακριβώς, όμως, επειδή ζούμε σε μια τέτοια τραγική και δραματική εποχή, είναι ανάγκη να ξαναβρή ο κόσμος την χαμένη ανθρωπιά, την ανθρωπιά πού εκδηλώνεται με την αγάπη και την θυσία.

Αυτή είναι, εν τέλει, η ουσία της χριστιανικής ηθικής, της ηθικής του Ευαγγελίου. Αυτήν δίδαξε ο Χριστός με τα λόγια του και το παράδειγμα του. Όταν η φωτεινή πορεία Του στη γη πλησίασε στο τέρμα της, τότε έδωσε τα πιο βαρεία, τα πιο μεγάλα   μαθήματα στους μαθητάς Του, στους μαθητάς Του όλων των αιώνων. Τότε ακούσθηκε να λέγη: «οποίος από σας θέλει να γίνη πραγματικά μεγάλος οπού θέλει, όχι να αρπάζη, αλλά να του δοθή η πρώτη θέσις μέσα στην κοινωνία των ανθρώπων και να θρονιασθή δεξιά μου στη φωτεινή των ουρανών βασιλεία, ας σκύψη ταπεινά, σαν δούλος, να διακονήση, να υπηρέτηση τους αδελφούς του, τους ανθρώπους». «Ός εάν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος». Τα λόγια αυτά τα είπε ο Ιησούς όταν κάποιοι από τους μαθητάς Του, Του ζήτησαν πρωτοκαθεδρία κοντά Του και μάλιστα, σε μια στιγμή πού ο ίδιος ώδευε στην αγία πόλι, όχι να λάβη τα ηνία της κοσμικής εξουσίας, όπως αυτοί νόμιζαν, αλλά να προσφέρη την ζωή του «λύτρον αντί πολλών». Πράγματι, ο Χριστός ο ίδιος ήταν ο πρώτος και έμεινε και θα μείνη ο πρώτος στους αιώνες. Αυτός, «βασιλεύς  ων των άνω δυνάμεων, άνθρωπος εβουλήθη  γενέσθαι». Έσκυψε, λοιπόν, Πρώτος να διακονήση, να υπηρετήση το ανθρώπινο γένος. Οι μαθηταί Του, την ώρα πού άκουσαν από τα χείλη του τα λόγια αυτά, ήξεραν πώς σε όλη Του την ζωή υπήρξε Διάκονος. Μα δεν θα μπορούσαν ποτέ να φαντασθούν ότι μετά από λίγες ήμερες, στην πιο επίσημη στιγμή, πριν από το Δείπνο της αγάπης, θα σηκώνονταν, θα ζώνονταν το λέντιο, την ποδιά, θα έσκυβε να πλύνη, όχι τα χέρια τους, όχι κανένα άλλο έντιμο μέρος του σώματος τους, αλλά τα πόδια τους, τα ρυπαρότερα και τα έσχατα πάντων, όπως λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος. Φωτεινό παράδειγμα Υπηρέτη, για τους πιστούς Του μαθητάς, όλων των αιώνων, υπήρξε ο Ιησούς με τη ζωή του. Γι’ αυτό κάθε πιστός πρέπει να σκύβη να υπηρέτη τους αδελφούς του, όταν υπάρχη ανάγκη και το επιβάλλουν οι περιστάσεις. Όχι σε διαλείμματα μόνον των άλλων ασχολιών, ούτε μέχρις εκεί πού είναι ευχάριστη η προσφορά, αλλά με όλη τη δύναμι, ήμερα και νύχτα και όχι μόνο σ’ αυτούς πού ζουν μαζί του, κάτω από την ίδια στέγη, όχι μόνο στα πρόσωπα τα συγγενικά ή τους φίλους, αλλά σε όλους τους ανθρώπους, ακόμη και στους πιο μακρινούς, πού τους χωρίζει κάποιο χάσμα ψυχρότητας. Ο Κύριος μας, την Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ, έπλυνε και του Ιούδα τα πόδια, την στιγμή που ήδη αυτός είχε συντελέσει την προδοσία του διδασκάλου Του στους Φαρισαίους. Μήπως πολλά, πάνω στο θέμα αυτό, δεν έχει να μας διδάξη και η γνωστή παραβολή του καλού Σαμαρείτη;

Διακονία ανιδιοτελής

Όμως, θα πρέπει να τονισθή ένα λεπτό χαρακτηριστικό της διακονίας αυτής. Πρέπει να είναι πέρα ως πέρα ανιδιοτελής. Το να υπηρέτη κανείς με ιδιοτέλεια τον συνάνθρωπο του, προσδοκώντας αναγνώρισι ή έχοντας σκοπό να ζήτηση κατόπιν μια οποιαδήποτε εξυπηρέτησι, αποτελεί βεβήλωσι, αμάρτημα. Έτσι, υποβιβάζεται η διακονία σε ιδιοτελή υστεροβουλία. Τότε η πιο όμορφη αρετή μεταβάλλεται σε αποκρουστική κακία. «Ος εάν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος», λέγει κατηγορηματικά ο Ιησούς. Εδώ η λέξις «δούλος» δεν έχει την έννοια του δούλου, πού γνωρίζουμε εμείς. Ο δούλος, δηλαδή, πού δούλευε και βαρυγκομούσε και ήθελε να ξεφύγη από τον βαρύ ζυγό του οποιουδήποτε αφέντη του. Ο Ιησούς εννοεί την υπηρεσία πού προσφέρεται ελεύθερα, με την συγκατάθεσι ολόκληρης της προσωπικότητας του ανθρώπου πού θέλει να υπηρέτηση τον συνάνθρωπο του. Έτσι, όταν σκύβη να υπηρέτηση τον αδελφό του, πρέπει να το κάνη αυτό, όχι διότι νοιώθει πάνω στη ράχη του να κινήται απειλητικά το μαστίγιο του τυράννου ή επί το επιεικέστερο, μη μπορώντας να κάνη διαφορετικά. Αυτή …η  προσφορά πρέπει να γίνεται με τα κίνητρα της αγάπης πού μιλάει στην καρδιά. Σε κάθε στιγμή της διακονίας πρέπει ο πιστός να μπορή να λέγη μαζί με τον απ. Παύλο «ελεύθερος ων εκ πάντων πάσιν εμαυτόν εδούλωσα» (Α’ Κορ. θ’ 19). Δηλαδή, λέγει ο απ. Παύλος: Όλα μου σχεδόν τα δικαιώματα τα θυσίασα χάριν του Ευαγγελίου. Διότι καιτοι ήμουν ελεύθερος από όλους και δεν ήμουν υφιστάμενος κανενός ανθρώπου, εν τούτοις σε όλους υπεδούλωσα τον εαυτό μου θεληματικά, για να κερδίσω πιο πολλούς στο Ευαγγέλιο.

Μιμηταί του Χριστού

Πέρα από το Χριστό πού είπε: «ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών», πέρα από τον απ. Παύλο πού μόλις αναφέραμε ως παράδειγμα, καθώς και τους λοιπούς Αποστόλους πού υπήρξαν πράγματι υπηρέται των συνανθρώπων τους, έχουμε και τους Άγιους πού ακολούθησαν το παράδειγμα του Χριστού και των Αποστόλων. Λέγεται, λοιπόν, για τον Μέγα Βασίλειο, όταν έκανε εκείνη την περίφημη βασιλειάδα του, όπου βρήκαν θαλπωρή οι πτωχοί, οι ασθενείς και οι γέροντες της εποχής εκείνης, ότι και ο ίδιος προσωπικά διακονούσε όλους αυτούς τους τροφίμους του.

Ο Αλβέρτος Σβάϊτσερ

Ας έλθω και σε ένα σύγχρονο, αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πρόκειται για τον Αλβέρτο Σβάϊτσερ, πού συμπληρώθηκαν τριάντα και πλέον χρόνια από τον θάνατο του. Ο Σβάϊτσερ απέκτησε μια παγκόσμια φήμη, καθώς ήταν θεολόγος, μουσικολόγος, γιατρός. Εγκατέλειψε μια λαμπρή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία στην Ευρώπη, για να πάη μαζί με τη γυναίκα του (το 1913) στην Αφρική, να βοηθήση τους μαύρους συνανθρώπους του. Ο Σβάίτσερ είπε τότε στη νεαρή σύζυγο του, την Ελένη Μπρεσλάου, ότι δεν μπορούν αυτοί να απολαμβάνουν αληθινή ευτυχία στην Ευρώπη, όταν πλήθη συνανθρώπων στην Αφρική υποφέρουν από λέπρα και από διάφορες τοπικές ασθένειες. Όταν έφθασαν στο Λαμπαρενέ της Γαλλικής Ισημερινής Αφρικής η κατάστασις ήταν τραγική. Την πρώτη εποχή το ιατρείο τους ήταν παράπηγμα στεγασμένο με λαμαρίνες. Σιγά-σιγά άρχισε να κατασκευάζεται το μεγάλο νοσοκομείο. Ο Σβάϊτσερ συγκέντρωσε χρήματα, κάνοντας κατά καιρούς περιοδείες στην Ευρώπη και στην Αμερική, όπου έκανε διαλέξεις και έδινε κονσέρτα, αφού αυτός υπήρξε ο μεγαλύτερος και αυθεντικότερος ερμηνευτής του Μπαχ. Γι’ αυτό ο εορτασμός της ενενηκοστής επετείου των γενεθλίων του (το 1965) ήταν εντυπωσιακός. Με αεροπλάνα, με ποταμόβαρκες, με τα πόδια, λευκοί και μαύροι κατέφθασαν στο μακρινό αυτό σταθμό της Ζούγκλας, για να τιμήσουν το μεγάλο γιατρό. Μέσα από αδιάβατα δάση τα τύμπανα μετέδωσαν, με το δικό τους τρόπο, το μήνυμα για τα γενέθλια του «λευκού γιατρού», πού είχε καταστή εκεί μυθική φυσιογνωμία. Ολόκληρα χωριά Ιθαγενών πού ευεργετήθηκαν από τον Σβάϊτσερ, άνοιξαν με δυσκολία μονοπάτια μέσα στα απάτητα δάση, για να φθάσουν εγκαίρως στο Λαμπαρενέ και να συμμετάσχουν στις εορταστικές εκδηλώσεις. Επίσης, έφθασαν εκεί πολλοί φίλοι του Σβάϊτσερ από την Ευρώπη και την Αμερική, διότι ο γιατρός αυτός υπήρξε ένας σύγχρονος «δούλος» των αδελφών του.

Το αξίωμα στην υπηρεσία των άλλων

Ειδομένη τώρα από την σκοπιά των κυβερνώντων η ρήση του Κυρίου, επαναπροσδιορίζει τις δικαιοδοσίες και τις υποχρεώσεις του. Θέλει να τονίσει ο Κύριός μας ότι το αξίωμα δεν είναι μέσον τυραννίας και ικανοποιήσεως των φιλοδοξιών. Όποιος καλείται να γίνη αρχηγός, θα πρέπει να μετατρέψη την αρχηγία σε υπηρεσία των πολλών. Βέβαια, για το πνεύμα του περισσότερου κόσμου είναι πράγματα ακατανόητα. Όμως, όπως ο καλός πατέρας δεν ζή σε βάρος των μελών της οικογενείας, αλλά θυσιάζεται για τα αγαπημένα του πρόσωπα, έτσι και ο καλός κοινοτάρχης, ο εκλεκτός Δήμαρχος, ο άξιος Υπουργός και ο ικανός ηγέτης αξίζουν να έχουν τους τίτλους αυτούς μόνον όταν θυσιάζουν την ανάπαυσί τους την υγεία τους, ακόμη και την ζωή τους για το γενικό καλό. Αύτη την αντίληψι και την θέσι έφερε και δίδαξε στον κόσμο ο Χριστός με τα λόγια Του και το παράδειγμά του.

Πρέπει εδώ να τονισθή, και είναι αποδεδειγμένο, ότι στην ελεύθερη αυτή προσφορά συμβαίνει κάτι το θαυμαστό. Ο μόχθος της προσφοράς όχι μόνο δεν βαρύνει, δεν φέρει γογγυσμό, αλλά απεναντίας τροφοδοτεί την χαρά, τον ενθουσιασμό. Έτσι, η ζωή γίνεται γεμάτη, αφάνταστα χαρούμενη. Κάποτε ένας Λοχίας με μερικούς στρατιώτας προσπαθούσαν να μεταφέρουν και να στήσουν ένα στύλο. Οι στρατιώται, όμως, ήσαν λίγοι εν σχέσει με το βάρος του φορτίου. Ο λοχίας δεν μπορούσε να σκεφθή ότι ωφειλε να βοηθήση και αυτός, διότι ήταν… αξιωματούχος. Κατά τύχη περνάει κάποιος άγνωστος. Απευθυνόμενος προς τον λοχία του ζητεί, την άδεια να βοηθήση τους στρατιώτας. Έτσι και έγινε. Όταν τελείωσε η εργασία, ο άγνωστος λέει στον λοχία: «Όσες φορές με χρειασθής είμαι στη διάθεσί σου, φθάνει να με ειδοποίησης. Θα με βρής στο οίκημα του Προέδρου της Δημοκρατίας: Είμαι ο Γεώργιος Ουάσιγκτον».

Πηγή:http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=3683&Itemid=1

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή B’ Ματθαίου (Ματθ. 4, 18-23)

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Ιουνίου, 2010

 bark2.jpg

Είδαμε την περασμένη Κυριακή ότι έχει μεγάλη σημασία για την πνευματική μας ζωή να προτάσσουμε τον Χριστό ακόμα και από τους γονείς και τους συγγενείς μας και να Τον ομολογούμε ενώπιον των ανθρώπων. Ένα τέτοιο παράδειγμα αφοσίωσης αποτελεί και η σημερινή ευαγγελική περικοπή, κατά την οποία ο Ευαγγελιστής Ματθαίος μας περιγράφει την κλήση των πρώτων Αποστόλων. Περπατούσε, μας λέει, ο Ιησούς στην άκρη της λίμνης της Γαλιλαίας και είδε δύο αδελφούς, τον Σίμωνα Πέτρο και τον Ανδρέα, οι οποίοι, μιας που ήταν ψαράδες, έριχναν το δίχτυ στη θάλασσα. “Ακολουθήστε με, και θα σας κάνω αλιείς ανθρώπων” τους λέει, κι εκείνοι, δίχως δεύτερη σκέψη, παράτησαν τα δίχτυα μέσα στο νερό, και Τον ακολούθησαν. Πιο κάτω βλέπει άλλους δύο αδελφούς, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, μέσα στη βάρκα μαζί με τον πατέρα τους Ζεβεδαίο, να ετοιμάζουν κι εκείνοι τα δίχτυα. Στο κάλεσμά Του, άφησαν αμέσως το πλεούμενο και τον πατέρα τους, και ακολούθησαν τον Ιησού, ο οποίος περιόδευε σε ολόκληρη την Γαλιλαία διδάσκοντας το Ευαγγέλιο της βασιλείας του Θεού και θεραπεύοντας κάθε είδους ασθένεια.

Ούτε γονείς σκέφτηκαν οι μαθητές του Χριστού, ούτε περιουσία, ούτε την ίδια τους την εργασία, ούτε καν τον τρόπο με τον οποίο θα εξασφάλιζαν τα προς το ζην. Αλλά χωρίς δισταγμό, χωρίς δεύτερη σκέψη, εγκατέλειψαν πίσω τους τα πάντα και ακολούθησαν τον Ιησού. Ακολούθησαν έναν άγνωστο, ο οποίος ακόμα δεν είχε αποκτήσει τη φήμη του Διδασκάλου, κι όμως ο λόγος Του τους σαγήνεψε και τους γέμισε με τέτοια σιγουριά, ώστε να τολμήσουν μέσα σε μια στιγμή να αλλάξουν τη ζωή τους ολόκληρη. Μια τέτοια απόφαση δεν είναι καθόλου απλή, ούτε εύκολη. Απαιτεί τόλμη, πίστη και καθαρότητα καρδιάς, στοιχεία που αναγνωρίζει ο Ιησούς στους ψαράδες τους οποίους καλεί να Τον ακολουθήσουν.

Σε αντίθεση με τους φαρισαίους, οι ψαράδες της Γενησαρέτ δεν έχουν εντρυφήσει στο Μωσαϊκό νόμο, δεν γνωρίζουν πολλά για τις Γραφές, δεν ασχολούνται σχολαστικά με την τήρηση των κανόνων που έχουν επιβάλλει οι νομομαθείς. Οι γραμματείς και οι φαρισαίοι μπορεί να γνώριζαν το Νόμο, ωστόσο η υπερηφάνεια τους και η ασφάλεια που ένοιωθαν εξαιτίας των γνώσεών τους και της διακεκριμένης θέσης τους στην εβραϊκή κοινωνία, δεν τους επέτρεψε να αναγνωρίσουν στο πρόσωπο του Ιησού τον Λυτρωτή του κόσμου, τον αναμενόμενο Μεσσία. Διέθεταν γνώση, αλλά τους έλλειπε η αληθινή πίστη. Ένιωθαν τέλειοι, και γιαυτό δεν ήταν διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν την ατομική τους ασφάλεια και να διακινδυνεύσουν να γίνουν οπαδοί μιας νέας διδασκαλίας, η οποία ασφαλώς απαιτούσε αγώνα. Εγκλωβισμένοι μέσα στην τυπολατρία και την υποκρισία, δεν διέθεταν την καθαρότητα της καρδιάς, ώστε να δουν και να αναγνωρίσουν την Αλήθεια. Και για την κατάστασή τους αυτή δεν ευθύνεται ασφαλώς η μελέτη και η γνώση των Γραφών, αλλά η αυτοεκτίμηση και ο εγωισμός τον οποίο είχαν καλλιεργήσει μέσα τους με αφορμή την υπεροχή τους έναντι των άλλων, των ταπεινών συνανθρώπων τους.

Γι αυτό και ο Χριστός καλεί τους ταπεινούς ψαράδες, οι οποίοι αν και δεν έχουν τα εφόδια των φαρισαίων, διαθέτουν την απλότητα, την καθαρότητα, την ευθυκρισία και την ταπείνωση, στοιχεία απαραίτητα για να δεχτούν το μήνυμα του Ευαγγελίου. Εξαιτίας πάλι της φύσεως του επαγγέλματός τους, έχουν μάθει να μη θεωρούν τίποτα ως δεδομένο και να εμπιστεύονται την πρόνοια του Θεού. Έτσι τολμούν να εγκαταλείψουν τα πάντα, τη δουλειά τους, τα δίχτυα, τους συγγενείς τους, να εμπιστευτούν τα λόγια του Διδασκάλου και να Τον ακολουθήσουν.

Αυτά τα στοιχεία, την πίστη δηλαδή, την άρνηση κάθε πράγματος που μας κρατά προσηλωμένους σε γήινα πράγματα όπως η οικογένεια ή η εργασία, και την αυθόρμητη κίνηση της καρδιάς μας ζητά από όλους μας ο Κύριος προκειμένου να Τον ακολουθήσουμε. Η πίστη στο Χριστό, η μίμηση της ζωής των Αποστόλων, η ζωή σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, προϋποθέτει την αποδέσμευσή μας από κάθε τι που μπορεί να σταθεί εμπόδιο σε αυτή. Για τον λόγο αυτό τονίζεται ιδιαίτερα, και στις δύο περιπτώσεις της σημερινής περικοπής, ότι οι Απόστολοι εγκατέλειψαν τα πάντα και στη συνέχεια ακολούθησαν τον Ιησού.

Στη σύγχρονη κοινωνία μας, περισσότερο από ό,τι κατά το παρελθόν, οι άνθρωποι φροντίζουμε να εξασφαλίσουμε την προσωπική μας άνεση, το βόλεμά μας σε κάθε επίπεδο, ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο ασκούμε την θρησκευτικότητά μας. Γι αυτό και συχνά δεν είμαστε πρόθυμοι να ακολουθήσουμε τον δρόμο της ασκήσεως που η Εκκλησία ανέκαθεν υποδεικνύει σε κάθε πιστό. Αρκούμαστε στα λίγα, στην ημιμάθεια, στην αποφυγή κάθε πνευματικής προσπάθειας. Και λησμονούμε ότι αν θέλουμε να είμαστε και να λεγόμαστε αληθινοί μαθητές του Χριστού, τότε οφείλουμε να εγκαταλείψουμε τα πάντα και να Τον ακολουθήσουμε, στο δρόμο που οδηγεί στο Γολγοθά και στην Ανάσταση.

π. Χερουβείμ Βελέτζας

πηγή:http://xerouveim.blogspot.com/2010/06/b-6-6-2010.html#more

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ένα γράμμα για το κάπνισμα ( Του Οσίου Αμβροσίου της Όπτινα)

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιουνίου, 2010

kapnos.jpgΈνας μανιώδης καπνιστής από την Αγια Πετρούπολη, ο Αλέξιος Στεπάνοβιτς Μαγιόρωφ, άρχισε κάποτε να αισθάνεται τις επιζήμιες συνέπειες του καπνίσματος στην υγεία του.

Οι πολλές συμβουλές και παραινέσεις των φίλων του αποδείχθηκαν μάταιες.

Τελικά το έτος 1888 ο Αλέξιος Στεπάνοβιτς κατέφυγε στην Βοήθεια του στάρετς Αμβρόσιου και με επιστολή του ζήτησε να του υποδείξει τον τρόπο που θα καταπολεμήσει το πάθος του.

Σε γράμμα του με ημερομηνία 12 Οκτωβρίου 1888 ο όσιος Αμβρόσιος απάντησε στον Αλέξιο Μαγιόρωφ τα έξης:

«Γράφεις ότι δεν μπορείς να κόψης το κάπνισμα!

Αυτό που εΙναι αδύνατο για τον άνθρωπο, είναι δυνατό με τη βοήθεια του Θεού.

Το μόνο που χρειάζεται εΙναι να αποφασίσεις με σταθερότητα να απαλλαγής άπ’ αυτό, αφού αναγνωρίζεις την ζημία που προξενεί στην ψυχή και στο σώμα σου.

Διότι ο καπνός εξασθενίζει την ψυχή, αυξάνει και δυναμώνει τα πάθη, σκοτίζει το νου και καταστρέφει σιγά-σιγά τη σωματική υγειά με έναν αργό θάνατο.

Ταυτόχρονα οι πνευματικές ασθένειες της οξυθυμίας και μελαγχολίας εμφανίζονται στην ψυχή σαν συνέπεια του καπνίσματος.

Σε συμβουλεύω να χρησιμοποίησης πνευματική θεραπεία για την καταπολεμήσει του πάθους σου.

Να κάνης λεπτομερή εξομολόγηση όλων των αμαρτιών που διέπραξες από την ηλικία των επτά χρόνων έως σήμερα και να μεταλάβεις τα Άχραντα Μυστήρια.

Κάθε μέρα να διαβάζεις όρθιος ένα η περισσότερα κεφάλαια του Ευαγγελίου.

Μόλις αρχίζει να εμφανίζεται ή αποθάρρυνσης και ή απελπισία, να διαβάζεις και πάλι μέχρι να περάσει.

“Αν ξαναεμφανισθεί, άρχισε πάλι την μελέτη του Ευαγγελίου. ‘Ή, αν θέλεις, πήγαινε σε κάποιον απομονωμένο χώρο και κάνε τριάντα τρεις εδαφιαίες μετάνοιες σε ανάμνηση τηςεπίγειας ζωής του Κύριου και προς τιμή της Αγίας Τριάδος».

Μόλις έλαβε το γράμμα ο Αλέξιος Στεπάνοβιτς το διάβασε και « άναψε ένα τσιγάρο», όπως εξηγεί ο ίδιος σε ιδιόγραφο σημείωμα του.

« Άρχισα να το καπνίζω, αλλά ένιωσα ξαφνικά ένα φοβερό πονοκέφαλο και μια απέχθεια προς το καπνό του τσιγάρου. Εκείνο το βράδυ δεν κάπνισα.

Την επόμενη ημέρα τέσσερις φορές άρχισα να καπνίζω μηχανικά και από συνήθεια.

Δεν μπορούσα όμως να καταπιώ τον καπνό, γιατι με έπιανε δυνατός πονοκέφαλος. Έτσι έκοψα τοκάπνισμα με ευκολία.

Τα δυο προηγούμενα χρόνια δεν είχα μπορέσει να απαλλαγώ από το κάπνισμα, όσο κι αν είχα πιέσει τον εαυτό μου.

Παρ` όλο που η υγεία μου επιδεινώθηκε σοβαρά, συνέχισα να καπνίζω γύρω στα 75 τσιγάρα την ημέρα.

Όταν λοιπόν άρχισα να αισθάνομαι άρρωστος και ανίκανος να ξεριζώσω το πάθος μου, ακολούθησα τις συμβουλέςτων φίλων μου και κατέφυγα στο στάρετς Αμβρόσιο.

Με ειλικρινή μετάνοια του ζήτησα να προσευχηθεί για μένα.

Αργότερα, όταν πήγα να τον ευχαριστήσω, ο πατήρ Αμβρόσιος άγγιξε με το ραβδί του το κεφάλι μου που πονούσε και από εκείνη τη στιγμή δεν αισθάνομαι πια κανενός είδους πονοκέφαλο.

(Τριμηνιαία έκδοση Ιεράς Μόνης Ξηροποτάμου. Εκδόσεις αγιορείτικη μαρτυρία.-Τεύχος 6).

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αγ.Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιουνίου, 2010

pronomi.jpg“Έτσι σου γράφω όχι για να σε προσελκύσω στην μοναχική ζωή αλλά περισσότερο για να σε αποτρέψω απ΄αυτήν. Επειδή εαν με ταλαντευμένο πνεύμα απομακρυνθείς από τον κόσμο, η λαχτάρα για τον κόσμο θα δυναμώσει μέσα σου και, φοβάμαι, θα σε καταβάλει. Και θα είσαι με το σώμα στο μοναστήρι και με την ψυχή στον κόσμο. Και ο κόσμος περισσότερο βασανίζει στον καθρέφτη της ψυχής παρά στην πραγματικότητα.

Να ευχαριστείς τον Θεό, που εκτός από το στενό δρόμο των μοναχών έδειξε και ένα λίγο πλατύτερο δρόμο προς τη σωτηρία και την αιώνια ζωή.

Ξεκίνα, κόρη, αυτόν τον πλατύτερο δρόμο, που αρμόζει περισσότερο στην κλίση σου.

Ξεκίνα αυτόν τον δρόμο, αλλά και πάλι με φόβο Θεού και εξ΄ολοκλήρου με εμπιστοσύνη στον Θεό. Αφού, να ξέρεις, και αυτός ο ευκολότερος δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται…”

 (Αγ.Νικόλαος Βελιμίροβιτς -Εκδόσεις: Εν πλω)

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αντώνιος του Σουρόζ , Λόγοι για την προσευχή

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Ιουνίου, 2010

mon12.jpg

Μετάφραση από τα αγγλικά: Δημήτριος Κ. Κόκκινος Από το βιβλίο Αντωνίου του Σουρόζ Θέλει τόλμη η προσευχή, εκδόσεις Ακρίτας

MIA ANAKAΛΥΨΗ

Προσευχή  σημαίνει αναζήτηση του Θεού, συνάντηση με τον Θεό, και προώθηση πιο πέρα από τη συνάντηση, στην κοινωνία μαζί Του. Η προσευχή είναι λοιπόν μια πράξη, ένα βίωμα, μία στάση.

Μια στάση όχι μόνο σε σχέση με τον Θεό αλλά και σε σχέση με τον κόσμο της δημιουργίας. Προκύπτει από τη συναίσθηση ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε δεν είναι απλώς δυσδιάστατος, φυλακισμένος στις συντεταγμένες του χρόνου και του χώρου -ένας κόσμος επίπεδος στον οποίο συναντούμε την επιφανειακή όψη των πραγμάτων, μια θαμπή επιφάνεια που σκεπάζει το κενό…

Η προσευχή προκύπτει από την ανακάλυψη ότι ο κόσμος έχει βάθος, και ότι δεν περιστοιχειζόμαστε μόνο από ορατά πράγματα, αλλά ότι είμαστε βουτηγμένοι μέσα σε αόρατα πράγματα και διαποτισμένοι απ’ αυτά.

Κι αυτός ο αόρατος κόσμος είναι συγχρόνως η παρουσία του Θεού, η ύψιστη και κορυφαία πραγματικότητα, και η εσώτατη μας αλήθεια.

Το ορατό και το αόρατο δε βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους ούτε μπορούν να αντιπαρατεθούν σαν ποσά προς άθροιση· είναι παρόντα συγχρόνως, όπως η φωτιά μέσα στο πυρωμένο σίδερο.

Το ένα συμπληρώνει το άλλο κατά ένα μυστηριώδη τρόπο που ο Άγγλος συγγραφέας Charles Williams περιγράφει ως «συν-ενύπαρξη»: Η παρουσία της αιωνιότητος στο χρόνο, το μέλλον μέσα στο παρόν και επίσης η παρουσία  κάθε εφήμερης στιγμής μέσα στην αιωνιότητα, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, όλα μαζί εσχατολογικά, το ένα μέσα στο άλλο όπως το δέντρο μέσα στο σπόρο!

Το να ζει κανείς μόνο μέσα στον ορατό κόσμο είναι σαν να ζει στην επιφάνεια, αγνοεί ή παραγκωνίζει όχι μόνο την ύπαρξη του Θεού, αλλά και το βάθος των δημιουργημάτων.

Σημαίνει καταδίκη του εαυτού μας σε μια επιφανειακή μόνο αντίληψη του κόσμου. Όταν όμως δούμε βαθύτερα τότε ανακαλύπτουμε στην καρδιά των πραγμάτων ένα σημείο ισορροπίας που αποτελεί την τελείωσή τους.

Στα γεωμετρικά μεγέθη δεν υπάρχει εσωτερικότητα. Τα όριά τους είναι πεπερασμένα. Ο κόσμος τέτοιων μορφών είναι δυνατό να πολλαπλασιαστεί, αλλά δεν μπορεί να επεκταθεί σε βάθος.

Η καρδιά όμως του ανθρώπου διαθέτει βάθος. Όταν προσεγγίσουμε την απαρχή της ζωής μέσα στον άνθρωπο, ανακαλύπτουμε πως η ίδια αυτή η ζωή πηγάζει από πιο πέρα.

Η καρδιά του ανθρώπου είναι ανοιχτή στο μη ορατό. Όχι στο μη ορατό της ψυχολογίας του βάθους, αλλά στο άπειρο μη ορατό, στο δημιουργικό Λόγο του Θεού στον Θεό τον ίδιο.

Έτσι η επιστροφή στον εαυτό μας δεν είναι συνώνυμη με την ενδοστρέφεια, αλλά με την ανάδυσή μας πέρα από τα όρια του πεπερασμένου εαυτού μας.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είπε: «Όταν ανακαλύπτεις την πόρτα της καρδιάς σου, ανακαλύπτεις την πύλη τ’ ουρανού». Η ανακάλυψη τώρα του δικού μας εσωτερικού βάθους συμβαδίζει με την αναγνώριση του βάθους των άλλων. Καθένας μας έχει τη δική του απεραντοσύνη. Χρησιμοποιώ τη λέξη «απεραντοσύνη» σκόπιμα. Σημαίνει πως το βάθος δε μετριέται, όχι γιατί είναι τόσο μεγάλο που να μην το φτάνουν τα μέτρα μας, αλλά διότι η ποιότητα του δεν υπόκειται καθόλου σε μετρήσεις.

Η απεραντοσύνη της προσωπικής μας κλήσεως είναι ότι μετέχουμε στη θεία φύση, και ότι ανακαλύπτοντας το προσωπικό μας βάθος ανακαλύπτουμε τον Θεό τον οποίο μπορούμε να ονομάσουμε αθέατο πλησίον μας, Άγιον Πνεύμα, Χριστό, Πατέρα.

Επίσης ανακαλύπτουμε την απεραντοσύνη και την αιωνιότητα του Θεού στο γύρω κόσμο μας. Και αυτή είναι η απαρχή της προσευχής: η αναγνώριση ενός τρισδιάστατου κόσμου σε χρόνο, χώρο και σε ένα μόνιμο αλλά συνεχώς εναλλασσόμενο βάθος.

ΜΙΑ ΤΡΙΠΛΗ ΣΧΕΣΗ

Η προσευχή είναι η σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο, τον ορατό κόσμο και το αόρατο άγνωστο. Γι’ αυτό και είπα πως η προσευχή είναι μία αναζήτηση, μια εξερεύνηση στον αόρατο κόσμο του προσωπικού μας βάθους που μόνο ο Θεός γνωρίζει και που μόνο Αυτός μπορεί να μας αποκαλύψει.

Και είναι δια της προσευχής που, ψηλαφητά στη αρχή, και μέσα στο φέγγος μιας νέας όρασης, ζητάμε και βρίσκουμε το Θεό και τον εαυτό μας με κάποιο τρόπο συσχετισμού. Και όταν αργότερα ένα δυνατότερο φως μας επιτρέψει να δούμε ό,τι μπορέσουμε από το αόρατο και από το ορατό το οποίο έχει μεταμορφωθεί μέσα στο φως της δικής του απεραντοσύνης και της αιωνιότητος του Θεού, τότε η προσευχή γίνεται βίωμα, και ταυτόχρονα μια διαρκής στάση, όπως είπα στην αρχή.

            Καθώς ψάχνουμε μισότυφλοι, με την όρασή μας μερικώς αποκατεστημένη, τα πρώτα βήματά μας στην προσευχή παίρνουν τη μορφή έκπληξης, ευλαβούς φόβου και μιας αίσθησης μελαγχολίας: Εκπλησσόμαστε ανακαλύπτοντας τον εαυτό μας, πράγμα που αποτελεί και την αρχή της γνώσεως του Θεού, εκπλησσόμαστε βλέποντας τον κόσμο ανοιχτό απέναντι στην απεραντοσύνη του Θεού. Νοιώθουμε φόβο και χαρά και δέος καθώς εισερχόμαστε στην παρουσία της θεϊκής αγιότητος και ομορφιάς. Και συνάμα θλιβόμαστε για τον εαυτό μας και για τον κόσμο.

            Γιατί είναι θλιβερό να είμαστε τυφλοί, είναι θλιβερό να μην μπορούμε να ζήσουμε την πληρότητα της κλήσης μας, να παγιδευόμαστε κάθε φορά μέσα στα στενά όριά μας. Είναι θλιβερό να βλέπουμε τον κόσμο χωρίς Θεό, αμφιταλαντευόμενοι μεταξύ ζωής και θανάτου, ανίκανοι να επιλέξουμε τη ζωή μια για πάντα ή να γλιτώσουμε μια για πάντα από το θάνατο.

            Έτσι η κατάπληξη και η θλίψη είναι δύο πηγές της προσευχής μας. Και οι δύο απορρέουν από τη συνάντηση μας με το βάθος του κόσμου, που τώρα αρχίζει να μας αποκαλύπτεται στην πληρότητά του. Χωρίς αυτή τη συνάντηση, ο κόσμος μας και οι δυνάμεις που ενεργούν μέσα του μας είναι ακατανόητες και συχνά τερατώδεις, μένουμε κατάπληκτοι και φοβισμένοι.

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Ετσι η έννοια της συνάντησης είναι κάτι το θεμελιακό στην προσευχή. Είναι το βασικό στοιχείο της αποκάλυψης, διότι η ίδια η αποκάλυψη είναι μία συνάντηση με τον Θεό που μας χαρίζει μια νέα θεώρηση του κόσμου.

Το καθετί είναι συνάντηση, όπως στην Αγία Γραφή έτσι και στη ζωή. Προσωπική μαζί και πανανθρώπινη, μοναδική και υποδειγματική. Και έχει πάντοτε δύο πόλους: συνάντηση με τον Θεό και εν Αυτώ με τη δημιουργία· μια συνάντηση με τον άνθρωπο μέσα στο εσώτατό του είναι, το ριζωμένο στη δημιουργική βούληση του Θεού, καθώς ο άνθρωπος προσπαθεί να ολοκληρωθεί μέχρι που ο Θεός θα είναι τα πάντα τοις πάσι.

Η συνάντηση είναι προσωπική, αφού ο καθένας μας πρέπει να τη βιώσει ο ίδιος προσωπικά χωρίς τη μεσολάβηση κανενός. Είναι δική μας, μα συγχρόνως έχει μια πανανθρώπινη σημασία, διότι υπερβαίνει το επιφανειακό και περιορισμένο εγώ μας.

Αυτή η συνάντηση είναι μοναδική διότι και για τον Θεό όπως και για το συνάνθρωπο ο καθένας μας, όταν το δούμε σωστά, είναι αναντικατάστατος και μοναδικός.

Κάθε όν γνωρίζει τον Θεό με το δικό του τρόπο. Καθένας μας γνωρίζει τον Θεό με έναν ιδιαίτερο τρόπο, τον οποίον κανένας άλλος δεν είναι σε θέση να ξέρει εκτός και αν του το πούμε. Και ταυτόχρονα επειδή η ανθρώπινη φύση είναι κοινή παντού, κάθε τέτοια συνάντηση επιβεβαιώνει τα παραπάνω. Είναι μια αποκάλυψη προς όλους αυτού που ο καθένας γνωρίζει χωριστά.

Η ΦΥΣΗ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ

Στην αρχή πάντως κάθε άνθρωπος που επιζητεί αυτή τη συνάντηση είναι μόνος και πρέπει να μάθει να αναγνωρίζει την ύπαρξη του άλλου. Η αναγνώριση αυτή πρέπει να συντελεστεί σε σχέση με τον πλησίον και όχι σε απομόνωση. Αυτό είναι σημαντικό. Δεν γνωρίζουμε τίποτε και κανέναν παρά μόνο μέσα από μια σχέση. Όταν μένουμε ασύνδετοι, τίποτε δεν υπάρχει για μας. Δημιουργείται εν τούτοις κάποιος κίνδυνος από το να μη γνωρίζουμε τίποτε και κανένα, παρά μόνο σε σχέση με τον εαυτό μας. Γιατί έτσι μεταθέτουμε το κέντρο του κόσμου πάνω μα;. Σχετίζοντας το κάθε τι με τον εαυτό μας, το παραμορφώνουμε και το κάνουμε μικρό και άθλιο όπως είμαστε εμείς, με τις δικές μας τιποτένιες, άθλιες επιθυμίες.

Όταν λοιπόν αρχίζουμε να αναγνωρίζουμε την ύπαρξη του άλλου, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να παραμερίσουμε τον εαυτό μας σε κάποιο βαθμό, να ξεπεράσουμε τον εαυτό μας και να παραδεχτούμε τις ανάγκες του άλλου και το δικαίωμά του να είναι ελεύθερος και ανεξάρτητος, πέραν από μας. Πρέπει να αποδεχτούμε την απόλυτη ιδιαιτερότητά του. Ό,τι κι αν κάνουμε, οσοδήποτε καλά κι αν τον γνωρίζουμε, όσο κοντά του κι αν είμαστε -κι αυτό ισχύει πολύ περισσότερο στη σχέση μεταξύ ανθρώπου και Θεού παρά ανθρώπου προς άνθρωπο- παραμένει κάποιο βασικό μυστήριο που δε θα μπορέσουμε ποτέ να λύσουμε.

Στο βιβλίο της Αποκαλύψεως υπάρχει ένα υπέροχο χωρίο όπου ο Ιωάννης λέει ότι όσοι εισέρχονται στη Βασιλεία τους προσφέρεται μια λευκή πέτρα με κάποιο όνομα χαραγμένο πάνω της που μόνο αυτοί και ο Θεός γνωρίζουν. Αυτό το όνομα δεν είναι η επωνυμία που μας έχει δοθεί και με την οποία μας φωνάζουν σ’ αυτό τον κόσμο. Είναι το αληθινό μας όνομα, το αιώνιό μας όνομα που μας ταιριάζει απόλυτα -η ύπαρξή μας ολόκληρη… Μας περιγράφει και μας εκφράζει απόλυτασ. Μόνο ο Θεός το ξέρει κι Εκείνος μας λέει τι είναι. Κανένας άλλος δεν είναι σε θέση να το γνωρίζει γιατί αυτό εκφράζει την αποκλειστική σχέση μας μετο δημιουργό μας.

Πόσο συχνά δε συμβαίνει να ναυαγούν οι ανθρώπινες σχέσεις γιατί ο ένας από τους δύο θέλησε να αποκαλύψει τον εαυτό του πέραν απ’ όσο είναι δυνατό ή ο άλλος θέλησε να εισχωρήσει σε μια περιοχή που είναι ιερή μόνο στον Θεό: μάταιη επιθυμία που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Είναι όπως ένα παιδί που προσπαθεί να βρει την πηγή ενός ρυακιού, το σημείο απ’ όπου ξεκινά το νερό. Στην περίπτωση αυτή μόνο να καταστρέψει μπορεί, όχι ν’ ανακαλύψει.

Δεν αρκεί εν τούτοις να αναγνωρίσουμε το δικαίωμα του άλλου να υπάρχει, να δεχτούμε την απόλυτη ιδιαιτερότητά του. Πρέπει να ‘μαστε σε θέση να βλέπουμε, να ακούμε, να διακρίνουμε. Διαφορετικά η συνάντηση θα μείονει άκαρπη.

ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ

Μια δεύτερη μορφή συναντήσεως είναι η συνάντηση «εν αληθεία». Μια συνάντηση είναι αληθινή, μόνον εφόσον τα συναντώμενα πρόσωπα είναι αληθινά. Υπ’ αυτή την άποψη εμείς συνεχώς νοθεύουμε αυτή τη συνάντηση. Όχι μόνο στον εαυτό μας αλλά και στην εικόνα που έχουμε για τον Θεό, μας είναι δύσκολο να είμαστε αληθινοί. Μέσα στη μέρα αλλάζουμε συνεχώς το κοινωνικό μας πρόσωπο έτσι, που να καταντά αγνώριστο στους άλλους, αλλά και στον ίδιο μας τον εαυτό.

Κι όταν έρθει η ώρα να προσευχηθούμε και θελήσουμε να παρουσιαστούμε ενώπιον του Θεού, νιώθουμε συχνά χαμένοι γιατί δεν ξέρουμε ποιο απ’ αυτά τα κοινωνικά προσωπεία είναι το αληθινό ανθρώπινο πρόσωπό μας, ούτε έχουμε την αίσθηση της αληθινής μας ταυτότητας.

Τα ποικίλα εναλλασσόμενα προσωπεία που παρουσιάζουμε στον Θεό δεν είναι ο εαυτός μας. Υπάρχει κάτι από τον εαυτό μας μέσα στο καθένα, αλλά λείπει το συνολικό πρόσωπο. Γι’ αυτό το λόγο μια προσευχή που θα μπορούσε να βγει δυναμικά μέσα απ’ την καρδιά του αληθινού προσώπου, χάνεται ανάμεσα στα εναλλασσόμενα σκιάχτρα του εαυτού μας που προσφέρουμε στον Θεό.

Καθένα απ’ αυτά προφέρει κάποιο λόγο που είναι αληθινός με το δικό του αποσπασματικό τρόπο, μα δεν εκφράζει τα άλλα κομματιασμένα προσωπεία που υπήρξαμε κατά τη διάρκεια της μέρας. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να βρούμε την προσωπική ενότητα μας, τη βασική μας ταυτότητα. Διαφορετικά δεν μπορούμε να συναντήσουμε το Θεό «εν αληθεία».

Η αναζήτηση αυτής της προσωπικής ενότητας μπορεί να πάρει καιρό. Πρέπει να επαγρυπνούμε συνεχώς ώστε κανένας λόγος ή πράξη μας να μην είναι ασυμβίβαστα με τη βασική προσωπική ακεραιότητα που επιδιώκουμε.

Πρέπει να προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε το αληθινό μας πρόσωπο, το μυστικό πρόσωπο, τον πυρήνα του προσώπου προς τον οποίο οδεύουμε, και τη μοναδική αιώνια αλήθεια που ενυπάρχει μέσα μας. Η ανακάλυψη αυτή είναι δύσκολη γιατί χρειάζεται να πετάξουμε στην άκρη όλα τα ψεύτικα ομοιώματά μας.

Από καιρό σε καιρό ξεπηδά από μέσα μας κάτι γνήσιο, όταν ξεχνιόμαστε, και ο αληθινός βαθύτερος εαυτός μας βγαίνει στην επιφάνεια· σε στιγμές που μας συμπαρασύρει η χαρά, έτσι που να αδιαφορούμε αν κάποιος μας παρακολουθεί, και δεν βλέπουμε αντικειμενικά τον  εαυτό μας· ή όταν πάλι ξεχνάμε τον εαυτό μας, σε στιγμές μεγάλου πόνου, σε στιγμές που μας καταλαμβάνει βαθιά θλίψη ή δέος.

Σε όλες αυτές τις ευκαιρίες βλέπουμε κάποιο μέρος του πραγματικού μας εαυτού. Δεν περνάει όμως λίγη ώρα και το αποστρεφόμαστε γιατί δεν θέλουμε να ‘ρθουμε αντιμέτωποι μ’ αυτό μας το πρόσωπο. Το φοβόμαστε, μας αποπροσανατολίζει.

Εν τούτοις αυτό είναι το πραγματικό πρόσωπο που υπάρχει μέσα μας. Και ο Θεός μπορεί να το σώσει αυτό το πρόσωπο, όσο αποκρουστικό και αν φαίνεται, επειδή είναι αληθινό. Ο Θεός δεν μπορεί να σώσει το φανταστικό πρόσωπο που προσπαθούμε να Του δείξουμε ή να δείξουμε στους άλλους και στον εαυτό μας.

Όπως ψάχνουμε, με τις ευκαιρίες που προαναφέραμε, να βρούμε το πραγματικό μας πρόσωπο, έτσι πρέπει να αναζητούμε συνεχώς το πρόσωπο που είμαστε απέναντι στον Θεό. Πρέπει να ζητούμε τον Θεό μέσα μας και τον εαυτό μας μέσα στον Θεό. Τούτο είναι έργο πνευματικής ενδοσκοπήσεως που πρέπει να μας απασχολεί κάθε μέρα της ζωής μας.

Αρχίζουμε απλά: Όταν διαβάζουμε την Αγία Γραφή, πρέπει να παραδεχτούμε ειλικρινά πως μερικά χωρία δεν μας πολυσυγκινούν. Συμφωνούμε με αυτά που λέει ο Θεός γιατί δεν έχουμε κανένα λόγο να διαφωνήσουμε. Μπορούμε να αποδεχόμαστε τούτη ή εκείνη την εντολή ή θεία ενέργεια γιατί δε μας αγγίζει προσωπικά, γιατί δεν συνειδητοποιούμε ακόμη τι είναι επόμενο να απαιτηθεί από μας. Και άλλα χωρία πραγματικά μας απωθούν. Αν είχαμε το κουράγιο, θα λέγαμε «όχι» στον Θεό. Θα πρέπει να σημειώσουμε προσεκτικά αυτά τα χωρία: Είναι το μέτρο της απόστασης που μας χωρίζει από το Θεό και επίσης, ίσως το πιο σημαντικό για την παρούσα μας κατάσταση, είναι το μέτρο της απόστασης που χωρίζει το σημερινό μας εαυτό από τον εν δυνάμει οριστικό εαυτό μας. Γιατί το Ευαγγέλιο δεν είναι μία αλληλουχία εξωτερικών εντολών, είναι μία σειρά εσωτερικών προσωπογραφιών. Και κάθε φορά που λέμε «όχι» στο Ευαγγέλιο, αρνούμαστε να γίνουμε πρόσωπα με όλη τη βαθιά σημασία της λέξης.

Υπάρχουν πάλι χωρία του Ευαγγελίου που φλέγουν τις καρδιές μας, δίνουν φως στο νου μας και δονούν τη θέλησή μας. Δίνουν ζωή και δύναμη σε όλο το υλικό και ηθικό είναι μας. Τα χωρία αυτά αποκαλύπτουν τα σημεία όπου ο Θεός και η εικόνα Του ήδη συμπίπτουν μέσα μας, το στάδιο που έχουμε ήδη φθάσει, προσωρινά ή έστω φευγαλέα καθώς εξελισσόμαστε σε αυτό που καλούμαστε να γίνουμε. Αυτά τα χωρία πρέπει να τα σημειώσουμε ακόμη πιο προσεκτικά από τα άλλα που προαναφέραμε. Είναι τα σημεία στα οποία η εικόνα του Θεού είναι ήδη παρούσα μέσα σε μας, τους πεπτωκότες ανθρώπους.

Έτσι ξεκινώντας μπορούμε να αγωνιστούμε για να συνεχίσουμε τη μεταμόρφωσή μας στο πρόσωπο που νοιώθουμε ότι θέλουμε και καλούμαστε να γίνουμε. Πρέπει να δείξουμε πίστη σε αυτά τα αποκαλυπτικά σημεία. Σε αυτά τουλάχιστον πρέπει να μείνουμε προσκολλημένοι. Εάν το κάνουμε αυτό, τα χωρία αυτά θα πληθύνουν, οι απαιτήσεις του Ευαγγελίου θα συμπληρωθούν, θα γίνουν πιο συγκεκριμένες. Σιγά σιγά η ομίχλη θα διαλυθεί και θα δούμε την εικόνα του προσώπου που πρέπει να γίνουμε. Τότε θα μπορέσουμε να σταθούμε ενώπιον του Θεού «εν αληθεία». Εν πάση περιπτώσει ας σημειωθεί ότι πέραν από αυτή τη βασική, ουσιώδη αλήθεια υπάρχει επίσης και η μερική αλήθεια της κάθε στιγμής.

Πόσο συχνά η προσευχή μας δεν είναι κίβδηλη επειδή προσπαθούμε να παρουσιαστούμε στο Θεό όχι όπως είμαστε, αλλά όπως φανταζόμαστε ότι Εκείνος θα ήθελε να είμαστε: Βάζουμε τα καλά μας ή δανειζόμαστε μπιχλιμπίδια… Γι’ αυτό είναι σημαντικό πριν αρχίσουμε να προσευχόμαστε να αφιερώνουμε κάποιο χρόνο σε αυτοσυγκέντρωση, να σκεπτόμαστε και να συνειδητοποιούμε την πραγματική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε όταν παρουσιαζόμαστε στο Θεό.

«Η καρδιά είναι έτοιμη, Κύριε, η καρδιά μου είναι έτοιμη» θα πρέπει να μπορούμε να πούμε. «Όπως ποθεί το ελάφι το δροσερό ρυάκι, έτσι ποθεί και η καρδιά μου εσένα, Θεέ μου».

Συχνά εν τούτοις σύρουμε τον εαυτό μας μπροστά στον Θεό, πιέζοντάς τον ασφυκτικά. Κάνουμε κάποιο καθήκον χωρίς καρδιά. Πιέζουμε τον εαυτό μας να εμφανιστούμε όπως ξέρουμε ότι είμαστε κατά βάθος, αλλά χωρίς εκείνη τη στιγμή να το νοιώθουμε. Το ζωογόνο νερό το έχει ρουφήξει η στεγνή άμμος…

Αυτό θα πρέπει, όμως, να το ομολογήσουμε στον Θεό, ο Οποίος είναι η αλήθεια. «Κύριε, Σε πλησιάζω με άδεια καρδιά, όμως πιέζω τον εαυτό μου να σταθώ ενώπιον Σου, από βαθύτερη πίστη. Σ’αγαπώ και Σε λατρεύω από τα βάθη του είναι μου, όμως σήμερα αυτό το είναι δεν μπόρεσε να βγει στη επιφάνεια».

Ενίοτε ανακαλύπτουμε πως δεν είναι από βαθύτερη πίστη που παρουσιαζόμαστε μπροστά στο Θεό, αλλά από ένα δεισιδαίμονα φόβο, «αν δεν προσευχηθώ, ίσως ο Θεός αποσύρει την προστασία Του», σκεπτόμαστε. Θα πρέπει να παραδεχτούμε αυτή την επιφύλαξη και την έλλειψη πίστης και να ελπίσουμε στην αγάπη και στην εμπιστοσύνη του Θεού.

Υπάρχουν πολλοί άλλοι τρόποι με τους οποίους παρουσιαζόμαστε ενώπιον του Θεού. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε όλες αυτές τις ποικίλες περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσευχόμαστε. Αλλιώς η προσευχή μας δε θα περιλαμβάνει ούτε καν την αλήθεια εκείνης της στιγμής. Θα είναι ένα τέλειο ψέμα, μια προδοσία του αρχαίου και του νέου Αδάμ που υπάρχει μέσα μας. Δε θα είναι αληθινή ούτε προς αυτό που είναι σταθερό και αιώνιο μέσα μας, ούτε προς τις προσωρινές μας διαθέσεις.     

Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Μ’ αυτή την έννοια της αλήθειας πρέπει να παραδεχτούμε πως ο Θεός μπορεί και να είναι απών. Αυτή η απουσία φυσικά είναι υποκειμενική, αφού ο Θεός είναι πάντα παρών για τον καθένα μας. Μπορεί εν τούτοις να μείνει αόρατος και δυσνόητος, να μας διαφεύγει. Όσα είπαμε πιο πάνω για την ταπείνωση θα πρέπει να μας φανούν χρήσιμα εδώ. Όταν ο Θεός δε μας προσφέρεται, όταν δεν είμαστε σε θέση να νοιώσουμε την παρουσία Του, τότε πρέπει να βρούμε τη δύναμη να περιμένουμε με δέος και σεβασμό.

Υπάρχει όμως κι άλλο ένα στοιχείο σ’ αυτή την υποκειμενική απουσία του Θεού. Μια σχέση τότε μόνο μπορεί να είναι αληθινή όταν συντελείται σε κλίμα αμοιβαίας ελευθερίας.

Συχνά νοιώθουμε πως δεν έχουμε παρά να αρχίσουμε να προσευχόμαστε, για να υποχρεώσουμε τον Θεό να μας φανερωθεί· να Τον αναγκάσουμε να μας ακούσει, να μας επιτρέψει να νιώσουμε την παρουσία Του, να μας βεβαιώσει ότι μας ακούει. Αν ήταν έτσι, η σχέση δε θα ήταν ελεύθερη, θα ήταν μηχανική, δε θα ‘χε χαρά και αυθορμητισμό. Θα προϋπέθετε επιπλέον ότι βρισκόμαστε πάντοτε στην κατάλληλη φόρμα να δούμε τον Θεό.

Ο Αλφόνσος Σατωμπριάν σε ένα σημαντικό βιβλίο του περί προσευχής με τίτλο La Réponse du Seigneur (Η απάντηση του Κυρίου), μας λέγει πως η αισθητή απουσία του Θεού προέρχεται συνήθως από τη δική μας τύφλωση. Θα ήθελα να εξηγήσω αυτή τη φράση με ένα παράδειγμα.

Ήρθε μια μέρα να με δει κάποιος, ένας άνθρωπος που έψαχνε να βρει τον Θεό επί χρόνια. Μου είπε κλαίγοντας: «Πάτερ, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τον Θεό. Δείξε μου τον Θεό!». Του απάντησα πως δεν ήμουν σε θέση να του Τον δείξω, όμως δε νομίζω πως και ο ίδιος ήταν σε κατάσταση να Τον βρει έτσι κι αλλιώς. Απορημένος με ρώτησε γιατί. Και εγώ τότε του έθεσα ένα ερώτημα που συχνά θέτω σε όσους έρχονται να με συμβουλευτούν: «Υπάρχει κάποιο χωρίο της Αγίας Γραφής που μιλάει στην καρδιά σου -το πιο πολύτιμο χωρίο που έχεις βρει;». «Ναι -μου απάντησε-, η ιστορία της πόρνης στο 8ο κεφάλαιο του Ιωάννη».Τον ξαναρώτησα: «Πού τοποθετείς τον εαυτό σου σε αυτή την ιστορία; αισθάνεσαι σαν να είσαι η γυναίκα που έχει συνειδητοποιήσει το αμάρτημά της και βρίσκεται ενώπιον της κρίσης των ανθρώπων, εν γνώσει της ότι η κρίση τους θα είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για αυτήν; Ή ταυτίζεσαι με τον Χριστό που τα καταλαβαίνει όλα και θα τη συγχωρήσει, δίνοντάς της έτσι την ευκαιρία να ζήσει από εδώ και μπρος μια νέα ζωή; Ή σαν τους Αποστόλους, περιμένεις και ελπίζεις σε κάποια απάντηση που θα είναι απαλλακτική; Μήπως είσαι ένας από το πλήθος, ένας από τους γέροντες που γνώριζαν ότι οι ίδιοι δεν ήταν αναμάρτητοι, και γι’ αυτό αποσύρθηκαν πρώτοι από το λιθοβολισμό; Ή από τους νεότερους που κάποια στιγμή συνειδητοποίησαν ότι και αυτοί δεν ήταν αναμάρτητοι και πέταξαν κατά μέρος τις πέτρες του λιθοβολισμού; Εσύ με ποιον ταυτίζεσαι μέσα σε αυτήν τη δραματική σκηνή;

Σκέφτηκε για λίγο και μετά μου απάντησε: «Είμαι ο μόνος Ιουδαίος που δε θα έφευγα χωρίς να λιθοβολήσω τη γυναίκα». «Να, λοιπόν», του είπα, «έχεις την απάντησή σου. Δεν μπορείς να δεις τον Θεό, ο οποίος για σένα είναι ένας τέλειος άγνωστος».

Δεν υπάρχει εδώ, αλήθεια, κάποια ομοιότητα με όσα ο καθένας μας έχει γνωρίσει; Δεν υπάρχει  μέσα στον καθένα μας μια αντίσταση κατά του Θεού, μια άρνηση του Θεού; Ζητώντας Τον δε ζητούμε στην πραγματικότητα ένα Θεό όμοιο με μας, ένα Θεό που να μας βολεύει; Και δεν είμαστε έτοιμοι να απορρίψουμε τον αληθινό Θεό μόλις τον βρούμε;

Είμαστε προετοιμασμένοι να βρούμε τον Θεό όπως είναι, ακόμα και αν η συνάντηση καταλήξει σε καταδίκη μας και η ανατροπή όλων των αξιών που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαμε σε υπόληψη; Μήπως η απουσία του Θεού από τη ζωή μας και από τις προσευχές μας δεν οφείλεται συχνά στο γεγονός ότι εμφανιζόμαστε σαν άγνωστοι συχνά σε Αυτόν, που αν κάποτε βρισκόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του δε θα Τον προσέχαμε ή δε θα Τον αναγνωρίζαμε; Κάτι τέτοιο δε συνέβαινε και όταν ο Χριστός περπατούσε στους δρόμους της Ιουδαίας και της Γαλιλαίας; Πόσοι από τους σύγχρονούς Του δεν Τον συνάντησαν, δεν πέρασαν από δίπλα Του χωρίς να Τον γνωρίσουν ή ακόμα να υποπτευθούν ότι είχε κάτι ξεχωριστό επάνω Του; Κάπως έτσι δεν Τον είδαν τα πλήθη στο δρόμο προς τον Γολγοθά; Σαν έναν εγκληματία, σαν κάποιο που είχε ταράξει τη δημόσια τάξη και τίποτε άλλο; Κάπως έτσι δε σκεπτόμαστε τον Θεό, ακόμα και είμαστε σε θέση να νιώσουμε κάπως την παρουσία Του; Και μήπως δεν τον αποφεύγουμε γιατί καταλαβαίνουμε πως θα ταράξει και τις δικές μας ζωές, θα κλονίσει τις αξίες μας;

Υπ’ αυτές τις συνθήκες δεν μπορούμε να περιμένουμε να Τον συναντήσουμε στην προσευχή μας. Για να το θέσω πιο ωμά, θα έπρεπε να ευχαριστούμε το Θεό με όλη μας την καρδιά που δεν μας παρουσιάζεται σε κάτι τέτοιες στιγμές, που δεν είμαστε έτοιμοι, αφού Τον αμφισβητούμε όχι όπως ο Ιώβ, αλλά όπως ο κακός ληστής στο σταυρό. Μια τέτοια συνάντηση θα ήταν δικαστήριο και καταδίκη για μας. Πρέπει να μάθουμε να κατανοούμε αυτή Του την απουσία και να κρίνουμε τους εαυτούς μας, μια και δε μας κρίνει ο Θεός.

Άλλη μια ιστορία θα μας ερμηνεύσει μια άλλη πλευρά της απουσίας του Θεού. Πριν λίγα χρόνια μια νέα κοπέλα που έπασχε από ανίατη ασθένεια μου έγραφε: «Πόσο ευγνώμων είμαι στο Θεό για την αρρώστια μου. Καθώς αδυνατίζει το σώμα μου, το νιώθω να γίνεται όλο και πιο διάφανο στις ενέργειες του Θεού». Της απάντησα: «Να ευχαριστείς τον Θεό γι’ αυτό που σου έχει δώσει, αλλά μην περιμένεις να κρατήσει αυτή η κατάσταση. Θα έρθει η ώρα που αυτό το αδυνάτισμα του κορμιού σου θα πάψει να σε κάνει να αισθάνεσαι πνευματική. Και τότε θα πρέπει να εξαρτάσαι από τη Χάρη και μόνο».

Λίγους μήνες αργότερα μου ξανάγραψε: «Έχω τόσο εξασθενήσει, που δεν έχω πια τη δύναμη να τρέξω να ακουμπήσω στο Θεό. Το μόνο που μου μένει είναι να σιωπώ, να παραδίδω τον εαυτό μου ελπίζοντας ότι ο Θεός θα έρθει προς εμένα». Και πρόσθεσε αυτό που πρέπει να προσέξουμε από όλη αυτή την ιστορία: «Προσευχηθείτε στον Θεό να μου χαρίσει το κουράγιο να μην προσπαθήσω ποτέ να κατασκευάσω  μια ψεύτικη παρουσία για να γεμίσω το τρομερό κενό που αφήνει η απουσία Του».

Νομίζω πως οι δύο αυτές ιστορίες δεν χρειάζονται σχόλια. Είναι βασικό να στηριζόμαστε στον Θεό. Δεν πρέπει να στηριζόμαστε στις δικές μας δυνάμεις, ούτε πάλι να στηριζόμαστε στις αδυναμίες μας. Μια συνάντηση με το Θεό είναι μια πράξη ελευθερίας στην οποία ο Θεός έχει τον έλεγχο. Και μόνο όταν είμαστε ταπεινοί, και συγχρόνως αρχίζουμε να αγαπάμε τον Θεό, είναι που μπορούμε να υπομένουμε ή ακόμα και να επωφελούμαστε από την απουσία Του.

Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Αυτή η συνάντηση του Θεού μαζί μας μέσα σε επίμονη προσευχή, πάντα οδηγεί στη σιωπή. Πρέπει να μάθουμε να ξεχωρίζουμε δυο ειδών σιωπές. Τη σιωπή του Θεού και τη δική μας εσωτερική σιωπή: Πρώτα η σιωπή του Θεού, συχνά πιο δυσβάσταχτη και από την άρνησή Του -η σιωπή της απουσίας για την οποία μιλήσαμε πιο πάνω. Ύστερα, η σιωπή του ανθρώπου, πιο βαθιά και από την ομιλία, και σε πιο στενή επικοινωνία με το Θεό από κάθε λόγο. Η σιωπή του Θεού στις προσευχές μας μπορεί να διαρκέσει πολύ λίγο ή να μας φαίνεται πως διαρκεί μια αιωνιότητα. Ο Χριστός έμεινε σιωπηλός στις προσευχές της Χαναναίας και αυτό την έκανε να συγκεντρώσει όλη την πίστη της, όλη την ελπίδα και την ανθρώπινη αγάπη και να τις προσφέρει στο Θεό για να τον μεταπείσει να επεκτείνει τα προνόμια του Βασιλείου Του και πιο πέρα από τον εκλεκτό Λαό… Η σιωπή του Χριστού την προκάλεσε να ανταποκριθεί, να σταθεί στο ύψος της.

Ο Θεός μπορεί να κάνει το ίδιο και σε μας με πιο σύντομη η πιο παρατεταμένη σιωπή, για να προκαλέσει τη δύναμη και την πίστη μας και να μας οδηγήσει  σε μια βαθύτερη σχέση μαζί Του απ’ ό,τι θά ‘ταν δυνατό αν τα πράγματα μας έρχονταν όπως τα θέλαμε. Καμιά φορά, όμως, η σιωπή μας φαίνεται απελπιστικά τελεσίδικη.            Όπως εξηγεί ο Alfred de Vigny:

Εάν, όπως διαβάζουμε, ο Υιός του Ανθρώπου

στον αγιασμένο κήπο έκλαψε

χωρίς να εισακουστεί.

Κι αν μας εγκαταλείπει ο Θεός

σα νά ‘μαστε νεκροί,

αρμόζει η καταφρόνια μας στη άδικη θεϊκή απουσία

και με σιωπή ν’ απαντήσουμε τη σιωπή.

Μια όμοια αντιμετώπιση δεν αποκομίζουν πολλοί χριστιανοί διαβάζοντας τη διήγηση της αγωνίας του Χριστού στον Κήπο της Γεσθημανής; Αυτή η σιωπή είναι πρόβλημα για μας που πρέπει να το λύσουμε -το πρόβλημα μιας προσευχής που μένει φανερά αναπάντητη. Διαβάζοντας το Ευαγγέλιο βλέπουμε πως η μόνη προσευχή προς τον Θεό που δεν εισακούεται είναι η προσευχή του Χριστού στον κήπο της Γεσθημανή. Αξίζει να το θυμόμαστε αυτό διότι πολύ συχνά προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τη σιωπή του Θεού ως αδυναμία του ανθρώπου ή του ίδιου του Θεού. Θέλοντας να υπερασπιστούμε την τιμή Του, λέμε πως η πίστη μας δεν ήταν τόσο δυνατή, ώστε να απαντηθεί με θαύμα. Όταν πάλι η πίστη μας υστερεί, λέμε πως ίσως ο Θεός δεν μπόρεσε να την απαντήσει είτε από αδυναμία είτε από αδιαφορία. Τι να πούμε τότε για την ίδια την προσευχή του Χριστού που μένει αναπάντητη; Η πίστη του Χριστού, του Υιού του Θεού, είναι δίχως άλλο τέλεια, ούτε μπορούμε να αμφισβητήσουμε την αγάπη του Θεού για Εκείνον, αφού ο ίδιος ο Χριστός μας λέει ότι ο Πατέρας Του θα μπορούσε να στείλει 12 λεγεώνες αγγέλων προκειμένου να Τον σώσει.

Αν ο Χριστός εγκαταλείπεται, αυτό συμβαίνει γιατί ο Θεός έχει σχεδιάσει να βγει κάτι καλύτερο για μας -θυσιάζοντας τη ζωή του Υιού Του. Με αυτό και με τα παραδείγματα άλλων προσευχών στο Ευαγγέλιο βλέπουμε πως η προσευχή μένει άκαρπη χωρίς τη στήριξη της πίστης. Θυμόσαστε το χωρίο όπου ο Χριστός δεν μπορούσε να κάνει θαύματα στη Ναζαρέτ εξαιτίας της απιστίας των κατοίκων; Μόλις έρθει η πίστη, τότε εμφανίζονται και οι συνθήκες για ένα θαύμα, που είναι η Βασιλεία του Θεού σε όλη της τη δύναμη. Και χωρίς άλλη παρέμβαση, απλώς μια και είναι ο Κύριος του Βασιλείου Του, ο Χριστός δρα σαν Παντοκράτωρ, απαντά στις προσευχές μας, μας βοηθά και μας σώζει.

Όταν η πίστη μας έχει αγκιστρωθεί γερά σε Αυτόν, γινόμαστε ικανοί να μοιραστούμε τη φροντίδα Του για τον κόσμο -μοιραζόμαστε τη μοναξιά Του εμπρός στη σιωπή του Θεού-Πατέρα. Πρέπει να το καταλάβουμε ότι η σιωπή του Θεού ή είναι μια πρόκληση σε δυνάμεις που υπνώττουν  μέσα μας, ή πάλι τις έχει μετρήσει καλά αυτές τις δυνάμεις και μας προσφέρει ένα μερίδιο του λυτρωτικού έργου του Χριστού.

Πηγή:http://www.myriobiblos.gr/

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ανθρώπινη μηδαμινότητα και αδυναμία – Αγ. Δημητρίου του Ροστώφ.

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Ιουνίου, 2010

monax.jpgΚράτησε μόνιμα μέσα στον νου σου ότι «εν ανομίαις συνελήφθης και εν αμαρτίαις εκίσσησέ σε η μήτηρ σου» (πρβλ Ψαλμ. 50. 7). Η ύπαρξίς σου είναι συνυφασμένη με την αμαρτία, από τη στιγμή της συλλήψεώς σου. Γι’ αυτό μη νομίζης πως έχεις την παραμικρή αξία. «Ει γαρ δοκεί τις είναί τι, μηδέν ων, εαυτόν φρεναπατά» (Γαλ. 6. 3).

Μην περιμένης να νικήσης με τις δικές σου δυνάμεις την αμαρτία, γιατί από τη γέννησί σου έχεις τεθή κάτω από τον ζυγό της, είσαι δούλος της. Θα ελευθερωθής απ’ αυτήν μόνο αν η χάρις του Θεού σε ενισχύση. Και αυτήν ακόμη την καλή προαίρεσι πρέπει να την διεγείρη μέσα σου ο Κύριος με τη χάρι Του. Αν η πηγή δεν αναβλύση νερό, το ποτάμι στερεύει. Αν η θεία χάρις δεν ενεργήση, ο άνθρωπος πνευματικά στερεύει.

Ο Κύριος είναι η κληματαριά. Εσύ το κλαδί. Όσο είσαι ενωμένος με την κληματαριά, θα καρποφορής καρπούς αγαθούς. Όταν αποκοπής από τον Κύριο θα ξεραθής και θα λιώσης. «Καθώς το κλήμα ου δύναται καρπόν φέρειν αφ’ εαυτού, εάν μη μείνη εν τη αμπέλω, ούτως ουδέ υμείς, εάν μη εν εμοί μείνητε. Εγώ ειμί η άμπελος, υμείς τα κλήματα. Ο μένων εν εμοί καγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν, ότι χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. 15. 4-5), λέει ο Κύριος. Κανένα καλό δεν μπορεί να είναι καλό εάν δεν γίνεται με τον Θεό και για τον Θεό.

Κανένα καλό δεν γίνεται χωρίς τη βοήθεια του Θεού και κανένα κακό χωρίς την ανοχή του. Όλα Εκείνος τα έπλασε και όλα Εκείνος τα κυβερνά. Ο Θεός, βέβαια, δεν είναι βοηθός του κακού αλλά του καλού. Παραχωρεί όμως και ανέχεται να κάνουμε το κακό, γιατί σέβεται το αυτεξούσιό μας. Άλλοτε, κατά την πάνσοφη κρίσι Του, εμποδίζει την τέλεσι του κακού, άλλοτε συμπαρίσταται στο καλό και άλλοτε εμποδίζει και αυτό το καλό, ώστε και στις δυο περιπτώσεις, και στο κακό και στο καλό, να δοκιμασθή η ελεύθερη θέλησις του ανθρώπου και να φανή η ισχύς και η εξουσία του εν Τριάδι Θεού. Διότι μ’ αυτό τον τρόπο ο άνθρωπος συναισθάνεται την αδυναμία του και καταφεύγει σ’ Εκείνον για Βοήθεια. Αποφεύγει έτσι την αυτοπεποίθηση και ταπεινώνεται.

«Εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες• εάν μη Κύριος φυλάξη πόλιν, εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων» (Ψαλμ. 126. 1). Ν’ αγωνίζεσαι και ν’ αγρυπνής για το καλό, αλλά χωρίς να στηρίζεσαι στον εαυτό σου. Να προσεύχεσαι ακατάπαυστα και με επιμονή στον Θεό και να ζητάς τη βοήθειά Του. Όλα τα έργα μας δεν εξαρτώνται τόσο από μας, όσο από το έλεος του Θεού. Και δεν έχουν καμμιά αξία, όσο κι αν εμείς τα θεωρούμε σπουδαία, αν δεν τα καταξιώση η ευλογία και η έγκρισις του Θεού.

«Πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί καταβαίνον από του πατρός των φώτων» (Ιακ. 1. 17). Για να είσαι ταπεινός, κατανόησε την αδυναμία σου. Όλα είναι του Θεού. Όλα έγιναν από τον Θεό. Όλα ξεκινούν και όλα τελειώνουν στον Θεό. Όλοι οι κόποι σου, χωρίς τη βοήθεια της χάριτος του Θεού, είναι ιστός αράχνης. Κι εσύ, σε σύγκρισι με το μεγαλείο του Θεού, μια μικρή αράχνη. Ένα πλάσμα ασήμαντο. Αν μάλιστα δεν έχης ταπείνωσι, είσαι ακόμη πιο ασήμαντος, ένα μηδέν. Να θυμάσαι: Από την προκοπή σου στην ταπείνωσι εξαρτάται η πρόοδος σου σε κάθε άλλη αρετή και η επιτυχία κάθε καλού έργου σου.

(Από το βιβλίο «Πνευματικό Αλφάβητο» του Αγίου Δημητρίου Ροστώφ, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, 1996)

Πηγή:http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=print&sid=1340

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων»

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Ιουνίου, 2010

 iliob.jpg

Λόγος του οσίου πατρός ημών Βασιλείου Επισκ.Σελευκείας

Λόγος εις το «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων».

Όσοι είναι σοφοί ιατροί, τότε αποδεικνύουν πιο θαυμαστή την τέχνη τους, όχι όταν καταπολεμήσουν το πάθος δια πυρός και σιδήρου, συμφώνως με τον νόμο του πολέμου, αλλά όταν, κολακεύοντας το πάθος με κάποια γλυκά φάρμακα, επινοήσουν την ίαση του πάσχοντος, και, αποφεύγοντας τις τεχνικές που του προκαλούν φόβο, κοιμίσουν τους πόνους με κάποια ήπια και εύληπτα παρασκευάσματα, και τον ελευθερώσουν από το πάθος. Έτσι ο πάνσοφος ιατρός και βασιλεύς, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, βλέποντας την Οικουμένη να νοσεί από το πάθος της ασεβείας και να φλεγμαίνει από τις κοσμικές απάτες που την οδήγησαν στην ειδωλομανία, δεν ρίπτει πύρινη βροχή, ούτε ωθεί τη θάλασσα να εκστρατεύσει κατά της ξηράς, ούτε εξοπλίζει κατά της ασεβείας τη βία των στοιχείων της φύσεως, αλλά πείθει με θαύματα, προσελκύει με ευεργεσίες, και με ουράνιους λόγους μεταπλάθει τα φλεγμονώδη πάθη της ψυχής. Ήδη δε επιλέγει και μερικούς ευτελείς μαθητάς και εμπιστεύεται στα χέρια και στις γλώσσες τους την ιατρεία της Οικουμένης.

«Περιπατών» λέγει «παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας είδε δύο αδελφούς, Σίμωνα τον λεγόμενον Πέτρον και Ανδρέαν τον αδελφόν αυτού, βάλλοντας αμφίβληστρον (δίκτυ) εις την θάλασσαν. Ήσαν γαρ αλιείς. Και λέγει αυτοίς. Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων. Οι δε ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ». Ω της αληθώς μεγάλης βουλής και της αθανάτου σοφίας! Θέλοντας να διδάξει τους ανθρώπους πράγματα παράδοξα και δόγμα νέον και πολιτείαν ουράνιον, και αναζητώντας εκείνους που θα υπηρετήσουν ένα τέτοιο δόγμα, παρέβλεψε πόλεις, διέγραψε δήμους, δεν εζήτησε τη βοήθεια κάποιας βασιλείας, περιφρόνησε τη δύναμη του πλούτου, εμίσησε την ισχύ των ρητόρων, δεν εστήριξε την ελπίδα του σε γλώσσες φιλοσόφων. Παρέτρεξε έθνη και δεν υπελόγισε ούτε σε στρατιωτική προπαρασκευή ούτε σε ικανότητα χειρών ούτε σε ταχύτητα ποδών. Και γιατί απαριθμώ τα ανθρώπινα πλεονεκτήματα; Αφήνοντας τις τάξεις των αγγέλων να παραμένουν στην ησυχία, περιήρχετο λιμένες και ποταμούς, ακρογιαλιές και εργαστήρια, θέλοντας να δανεισθεί από αυτά τους υπηρέτες των δογμάτων. Και παρουσιαζόμενος ενώπιόν τους παρακαλούσε λέγοντας: «Δεύτε οπίσω μου, και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων». Εσάς, λέγει, ήλθα να θηρεύσω. Αλιείς επιζητώ και όχι βασιλείς. Ναύτες προτρέπω, όχι δυνάστες. Παύσετε να αγωνίζεσθε κατά της αψύχου θαλάσσης. Μεταφέρετε για χάρη μου την αλιευτική τέχνη στην ξηρά. Εδώ υπάρχει πέλαγος ασεβείας. Σ’ αυτό απλώστε προς χάριν μου τα δίκτυα σας και θηρεύσετε την ευσέβεια. «Δεύτε οπίσω μου» μαθηταί ιδικοί μου και καθηγηταί της Οικουμένης. Χρησιμοποιήστε την τέχνη σας για αλιεία ουράνια. Θάλασσα ειδωλολατρίας απλώνεται παντού, από νέφος πολυθεΐας καλύπτεται η κτίσις. Βυθός ασεβείας έχει κατακλύσει τα πάντα. Πνίγονται άνθρωποι κάτω από τα δαιμονικά κύματα. Πλήρης ο κόσμος από τη δυσωδία των αιμάτων, μολύνεται από τις ζωές που θυσιάζονται. Σε αλιείς θα αναθέσω τη θεραπεία τους, την ιδική σας τέχνη επιζητεί το πάθος τούτο. Ας χρησιμοποιήσουμε σωτήριο φάρμακο για την κτίση που κινδυνεύει.

«Δεύτε οπίσω μου. Οι δε, αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ». Συντρέχει από τον πόθο του Δεσπότου ο χορός των μαθητών. Δεν εθεώρησε ως φαντασία την κλήση, ούτε το μέγεθος της υποσχέσεως τους στέρησε τις ελπίδες, ούτε τους ανάγκασε να εκστομίσουν παρόμοια λόγια προς τον Δεσπότη: Γιατί μας χλευάζεις άνθρωπε, βλέποντάς μας να παλεύουμε με τα κύματα; Γιατί εμπαίζεις τον κόπο μας με λόγια άξια γέλωτος; Μας βλέπεις να ταλαιπωρούμεθα με τη θάλασσα, και ενώ η τέχνη κηρύττει την ευτέλεια, εσύ λέγεις «Δεύτε οπίσω μου, και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων»; Ποίον πλούτον επικαλούμενοι, ειπέ μας, θα ελκύσουμε τους ακροατάς; Μήπως θα τους δείξουμε τα σχισμένα δίκτυα και θα συλλάβουμε σαν θηράματα τους λαούς; Ποίαν ρητορικήν ικανότητα χρησιμοποιώντας θα σαγηνεύσουμε με την καλλιέπεια του λόγου τις ακοές; Ή μήπως με ναυτικές εκφράσεις θα αιχμαλωτίσουμε τις ψυχές των βασιλέων; Ιχθείς εμάθαμε να αλιεύουμε, όχι ανθρώπους.

Τίποτε από αυτά δεν είπαν, ούτε εσκέφθησαν, αλλά πραγματικά, αφού τους διαπέρασε ο λόγος σαν άγκιστρο, ακολούθησαν τον Δεσπότη που τους ωμιλούσε και εδιδάσκοντο μυστικώς τον τρόπο της αλιείας. Να αγρεύουν μάθαιναν, και εκείνα που επρόκειτο να πράξουν, τα υπέμειναν πρώτα εμπράκτως. Έλεγε: «Δεύτε», και καλούμενοι ακολουθούσαν. Ω! η έμπρακτος απόδειξις των λόγων! «Δεύτε», εγώ παρασκευάζω το δόλωμα με τα δικά σας λόγια. Εγώ θα επιστρέψω πόλεις και λαούς με τις φωνές τις δικές σας, σεις είσθε η απαρχή της αλιείας μου. Σας καλλιεργώ χρησιμοποιώντας προς τούτο εσάς τους ίδιους. Μου ήταν δυνατόν να χρησιμοποιήσω βασιλείς ως υπηρέτες. Μου ήταν δυνατόν να προσελκύσω γλώσσες ρητόρων για να υπηρετήσουν το δόγμα μου. Ημπορούσα να εμπιστευθώ στα αγγελικά τάγματα το κήρυγμα. Αλλά τότε η σπουδαιότης των υπηρετών θα αποσπούσε από εμένα τη δοξολογία. Διότι η δύναμις του υπηρετούντος υποκλέπτει τη δόξα του ενεργούντος. Δεν δέχομαι να υπηρετηθώ από τον πλούτο, μήπως συνεργαζόμενος νοθεύσει το θαύμα. Εσάς ευρίσκω έμπιστους φύλακες των θαυμάτων μου. Διότι από όποιους δεν διαθέτουν κανένα ανθρώπινο πλεονέκτημα, από εκείνους διαφυλάττεται ακεραία η δύναμις της Θεότητος. Έτσι θαυμάζεται και ο στρατιώτης, όταν επιτύχει κάποιο ανδραγάθημα με όπλα ευτελή. Η αρετή θέλει να διαμοιράζεται τη δόξα του κατορθώματος με εκείνον που το κατόρθωσε.

Ας αναχαιτισθούν τα λόγια της απιστίας, ας φραγεί η γλώσσα, δεν χωρεί συκοφαντία. Ας μη λέγει κάποιος ασεβής, όταν βλέπει πόλεις και χώρες να αυτομολούν σύσσωμες προς το κήρυγμα: πώς δεν θα έπειθε ο Χριστός, αφού προέβαλε τους σοφιστάς ως κήρυκες; Εφόβισε με όπλα και υπέταξε ψυχές. Δεικνύοντας χρήματα δελέασε οφθαλμούς. Με τον φόβο κυρίευσε τη γνώμη. με πλήθη έφερε τα πλήθη με το μέρος του.

Σεις όμως, απογυμνωμένοι από όλα αυτά, απογυμνώστε από κάθε πρόφαση τους συκοφάντες. «Δεύτε οπίσω μου, και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων». Γίνετε μετά την θάλασσα αλιείς της ξηράς, ας περιβληθεί με δίκτυα η γη. Από τώρα θα είσθε αλιείς ανθρώπων. Επειδή οι άνθρωποι επινόησαν τους αλληλοσπαραγμούς κατά το παράδειγμα των ιχθύων, ας συλληφθούν από τα μεγάλα σας δίκτυα, ας υποστούν ό,τι και οι ιχθείς για να σωθούν.

Αμέσως σαν να διαπέρασε άγκιστρο τις ακοές τους, ηκολούθησαν προθύμως αυτόν που αναζητεί ελεύθερα θύματα. Και χαιρετώντας τα δίκτυα απαρνήθηκαν τη θάλασσα και ακολούθησαν τα νεύματα του Σωτήρος. Έτσι λοιπόν, αφού προμηθεύθηκαν τα δίκτυα του Δεσπότου και έγιναν μαθηταί της παραδοξοτάτης αλιείας, όταν ο Κύριος ανελήφθη εις τους ουρανούς, οι μαθηταί αλίευαν με τα δίκτυα της χάριτος τα γένη των ανθρώπων. Και χρησιμοποιώντας τη νέα τέχνη σε συγκεντρώσεις Ιουδαίων, συνέλαβαν αμέσως τρεις χιλιάδες. Δευτέρα βολή, και τα δίκτυα ήρπασαν πέντε χιλιάδες. Ίσως ποθείτε να μάθετε το δόλωμα με το οποίο συνέλαβαν τους πέντε χιλιάδες. Ήταν ένας χωλός εμπρός στην ωραία πύλη, τον οποίο η φύσις, αδρανοποιώντας τις βάσεις των ποδών με μίαν ασθένειαν, τον παρέδωσε στη χάρη να τον μεταχειρισθεί όπως θέλει. Και αφού τον έδεσε ο Πέτρος με το άγκιστρο της πίστεως, έκαμε όλον τον δήμο δεσμώτη της γλώσσης του. Έγινε και εκείνος ο μέγας Κορνήλιος θήραμα αυτής της σαγήνης.

Αφού συνέλαβαν έτσι τους Παλαιστίνιους, έφεραν στις νήσους την τέχνη της χάριτος, σαγηνεύοντας μετά την ξηρά τη θάλασσα. Είδαν την Κύπρο, αφού είχαν την Αντιόχεια. Μετά από αυτό κατέλαβαν την Παμφυλία. Εσυλήθη η Μακεδονία. Η Θράκη προσέτρεξε, η Ελλάς συνελήφθη από την γλώσσα. Η Ρώμη έκρυψε το διάδημα και προσεκύνησε το κήρυγμα του σταυρού. Αλλεπάλληλες πόλεις εδέχθησαν αυτομάτως να συλληφθούν από τα αποστολικά δίκτυα. Δεν έπαυσαν να τα απλώνουν μέχρι που όλος ο περίβολος της οικουμένης συνελήφθη από τα δεσποτικά δίκτυα. Αλλά ω των παραδόξων και υπερφυσικών γεγονότων! Επειδή ο διάβολος πλήττεται με αυτά που βλέπει, μην υποφέροντας να βλέπει τη σωτηρία εξαπλουμένη, μηχανεύεται να θανατώσει τους κήρυκες, σαν να διεγείρει κάποια αγριότερα θαλάσσια κήτη εναντίον των αλιέων. Αλλά εκείνοι τον μεν θάνατον δέχονται, δεν έπαυσαν όμως την αλιεία και μετά το τέλος τους. Εργάζονται και μετά τον θάνατο το πρόσταγμα του Δεσπότου, και μολονότι κρύπτονται στον τάφο, δεν λησμόνησαν την αποστολή τους. Διότι και οι τάφοι ομιλούν, όταν θελήσει η χάρις. Επειδή είναι αληθής εκείνος που τους εκάλεσε λέγοντας: «Δεύτε και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων».

Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 131 και εξής.

Πηγή:http://www.monipetraki.gr/mathaioub.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή Β΄Ματθαίου. “Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων”.

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Μαΐου, 2010

limni.jpg

“Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων.

Οι δε ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ” (Ματθ. δ΄ 19-20)

            Μέσα από τη σημερινή ευαγγελική περικοπή, βλέπουμε τον Χριστό να αρχίζει τη δημόσια δράση Του. Περνώντας από την όχθη της λίμνης που βρισκόταν στη Γαλιλαία είδε δύο αδέλφια να ψαρεύουν και έπειτα άλλα δύο να ασχολούνται και αυτοί με την ίδια εργασία. Και τους καλεί με ένα απλό τρόπο, χωρίς πολλά λόγια, να Tον ακολουθήσουν: “Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων”. Και τα αδέλφια τον ακολουθούν αμέσως. “Οι δε ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ”. Χωρίς χρονοτριβή και χωρίς να ζητούν εξηγήσεις και να θέτουν όρους τον ακολουθούν αμέσως και γίνονται οι πρώτοι μαθητές, που αποτέλεσαν μαζί με άλλους οκτώ τον κύκλο των δώδεκα μαθητών του Χριστού.

            Η ευαγγελική περικοπή μπορεί να μας διδάξει πολλά. Πρώτα τον τρόπο που καλεί ο Χριστός τους μαθητές Του αλλά και τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Έπειτα τον τρόπο που ανταποκρίθηκαν οι μαθητές που θα πρέπει να αποτελεί πρότυπο της δικής μας ανταπόκρισης στο κάλεσμά Του. Κι η κλήση αυτή είναι διπλή: Κλήση προς το Χριστιανικό αξίωμα και κλήση προς το Ιερατικό λειτούργημα. 

·   Ο Κύριος καλεί τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, όπως κάλεσε σήμερα τους τέσσερις αλιείς. Επαφίεται στον καθένα αν θα ακολουθήσει τον Χριστό. Ο Θεός προσκαλεί όλους στην χριστιανική πίστη, επαφίεται όμως σε μας η ανταπόκριση. Ο Θεός έδωσε την ελευθερία στον άνθρωπο να κάνει τις επιλογές του, επιλέγοντας την σωτηρία αυτόβουλα. Άλλωστε αν η σωτηρία ήταν αποτέλεσμα εκβιασμού και εξαναγκασμού, τότε θα ήμασταν άβουλα όντα μη έχοντας δική μας προσωπική υπόσταση, και βούληση. Η ελευθερία είναι το μεγαλύτερο δώρο που δόθηκε από τον Θεό στον άνθρωπο, το οποίο δεν μπορεί να του το αφαιρέσει κανείς. Στην πρόσκληση του Θεού, κάνοντας ορθή χρήση της ελευθερίας μας, θα πρέπει να τον ακολουθήσουμε χωρίς περιστροφές αλλιώς θα χάσουμε τον δρόμο μας και θα ψαχνόμαστε χωρίς διέξοδο σε όλη μας τη ζωή. Ο Θεός σε όλους στέλνει μηνύματα. Μας καλεί μία ή και περισσότερες φορές. Αν όμως δεν ανταποκριθούμε δεν μας εκβιάζει. Μας καλεί ο Θεός να τον ακολουθήσουμε, ιεραρχώντας αξίες και καθήκοντα στη ζωή μας, θέτοντας ως πρώτο στόχο την σωτηρία. Εμείς θα φροντίσουμε πρώτα τα πνευματικά, για τα άλλα θα μεριμνήσει ο Θεός. “Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν” μας λέγει αλλού ο Χριστός.Αν έλεγαν οι ψαράδες “δεν μπορούμε τώρα έχουμε τα δίχτυα, έχουμε το ψάρεμα, τον πατέρα μας, την οικογένειά μας, έχουμε την περιουσία μας, άλλη φορά όταν τελειώσουν οι δουλειές”, δεν θα γίνονταν απόστολοι θα ξεχνιόντουσαν στην αφάνεια. Αν πει και ο καθένας μας σήμερα δεν με αφήνουν οι δουλειές η οικογένεια, πρέπει να φροντίσω να μαζέψω χρήματα, να φροντίσω πρώτα γι’ αυτά, τοποθετώντας τον Θεό και την κλήση Του σε δεύτερη μοίρα, θα χάσουμε το μείζον που είναι ο Θεός. Πρέπει φυσικά να μεριμνούμε και για την οικογένειά μας, αλλά να μην γίνεται η ενασχόλησή μας με τα γήινα αφορμή άρνησης της πρόσκλησης του Θεού. Η ακόρεστη κατανάλωση και η ατέλειωτη απόκτηση, πολλές φορές όχι σημαντικών και αναγκαίων πραγμάτων, μας δημιουργεί μία ευχαρίστηση που δεν διαρκεί περισσότερο από μερικές ώρες, το πολύ μερικές μέρες. Δεν φέρνει την μόνιμη ευτυχία και την χαρά στον άνθρωπο ούτε και τη σωτηρία.

·   Είναι και η δεύτερη πτυχή της κλήσης της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, που είναι η ιερατική κλήση. Ο Χριστός κάλεσε σήμερα τους μαθητές του, όχι μόνο να γίνουν χριστιανοί, αλλά να γίνουν ψαράδες και ποιμένες ανθρώπων. Παράλληλα, λοιπόν, προς την πρόσκληση όλων των ανθρώπων βρίσκεται και η πρόσκληση, η κλήση για το ιερατικό λειτούργημα και διακόνημα μέσα στην Εκκλησία. Οι απόστολοι ανέλαβαν στους ώμους τους αυτό το έργο και κατάφεραν με τη δύναμη της αναστάσεως του Χριστού και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος να κηρύξουν και να εδραιώσουν τον Χριστιανισμό σε όλη την οικουμένη. Στη συνέχεια χειροτονούσαν ιερείς και επισκόπους και τους καθιστούσαν ποιμένες στις κατά τόπους πόλεις και ενορίες για να συνεχίσουν το έργο τους, που ήταν έργο της σωτηρίας των ανθρώπων. Έτσι υπάρχει και συνεχίζει η Εκκλησία την πορεία της μέσα στον κόσμο, καλώντας τον κάθε άνθρωπο να επανέλθει από την αφύσικη κατάσταση της αμαρτίας και της πτώσεως στον αγιασμό και τη θέωση. Χωρίς τους αποστόλους και χωρίς τους διαδόχους των αποστόλων, του κληρικούς, η Εκκλησία δεν μπορεί υπάρξει. Οι Χριστιανοί θα ήσαν ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα. Γι’ αυτούς μερίμνησε λοιπόν ο Χριστός και μεριμνά με τις ιερατικές κλήσεις που απευθύνει κάθε φορά, να υπάρχουν και να συμπορεύονται με το λοιπό σώμα της Εκκλησίας. Ακούμε τον ίδιο τον Χριστό αλλού να τους παρομοιάζει με θεριστές: ”Ο μεν θερισμός πολύς, οι δε εργάται ολίγοι· δεήθητε ουν του κυρίου του θερισμού όπως εκβάλη εργάτας εις τον θερισμόν αυτού.

         Ας μην υποτιμούμε λοιπόν την ιερωσύνη όπως συνήθως γίνεται σήμερα και ας μην κωφεύουμε στην κλήση του Θεού. Όποιος έχει την κλίση ας ανταποκριθεί και στην κλήση, υπηρετώντας και τον Θεό και τον συνάνθρωπο.

            Όσο αφορά τη γενικότερη κλήση από τον Θεό για τον καθένα μας, ας μη γίνουμε απειθείς και οι μέριμνες του βίου τούτου ας μην καταπνίγουν την προσπάθεια για σωτηρία και θέωση. Να ξέρουμε ότι πέρα από το λογικό και το παράλογο υπάρχει και το υπέρλογο που εδράζεται στην πίστη και στη δύναμη του Θεού. Δεν πρέπει να τα βλέπουμε όλα με τη δική μας λογική, αλλά με την πίστη και την ελπίδα ότι ο Θεός θα φροντίσει, αν εμείς φροντίσουμε πρώτα για τα πνευματικά, κι αν αγαπήσουμε τον Θεό, απορρίπτοντας τα είδωλα και τις προκλήσεις του κόσμου.

 Μητρόπολη Πάφου – Αρχιμανδρίτης Τυχικός

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όι Άγιοι Πάντες

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Μαΐου, 2010

agioipantes.jpg

Την ημέρα της Πεντηκοστής -κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η επιδημία του Αγίου Πνεύματος- γεννήθηκε και συγκροτήθηκε η Εκκλησία, μέσα στον κόσμο (χωροχρόνο), ως Σώμα Χριστού. Ένα γεγονός διαχρονικό, γιατί δε αφορούσε μόνο στην ημέρα εκείνη. Κατά την Πεντηκοστή ο Ιησούς Χριστός απέβη ο Εκκλησιαστής μας, αφού συμπεριέλαβε στο πανάχραντο Σώμα του, την Κυρία Θεοτόκο, τα εννέα τάγματα των αγγέλων, τους Προπάτορες, τους Πατριάρχες, τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και τους Αποστόλους. Στην ιστορική δε συνέχεια, προστέθηκαν –και συνεχίζουν-  σε αυτο το Σώμα όσοι «τό Πνεῦμα τό Ἅγιον σκηνῶσαν ἡγίασε», δηλαδή οι Μάρτυρες, οι Ιεράρχες, οι Οσιομάρτυρες, οι Όσιοι, οι Δίκαιοι και γενικά όλοι οι αφανείς και εμφανείς άγιοι, άνδρες και γυνάικες, έζησαν και ζουν μέχρι τις ημέρες μας, αλλά και αυτοί οι Άγιοι που θα ακολουθήσουν, έως και το τέλος του παρόντος κόσμου.

Αυτή η πραγματικότητα της εν Χριστώ σύναξης φανερώνεται στη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας, στο τέλος κάθε Θείας Λειτουργίας, όταν ο Ιερέας εναποθέτει μέσα στο Άγιο Ποτήριο -όπου βρίσκεται το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου- την μερίδα της Θεοτόκου, των Αγγέλων και των Αγίων, όπου όλοι γίνονται ένα ή καλύτερα Ένας, Χριστός. Αυτήν ακριβώς τη σύναξη των Αγίων-Θεουμένων στο Σώμα του Χριστού εορτάζει η Εκκλησία μας την Κυριακή των Αγίων Πάντων.

Ιστορικά, βέβαια, η εορτή αυτή άρχισε ως εορτή πάντων των Αγίων Μαρτύρων, αλλά καθιερώθηκε να εορτάζεται ως εορτή των Αγίων Πάντων επί Λέοντος του Σοφού, αφού Μάρτυρες δεν είναι μόνο αυτοί οι οποίοι υπόφεραν μαστιγώσεις, δεν είναι μόνο όσοι ρίφθηκαν στην πυρά ή υπέστησαν άλλα φρικτά βασανιστήρια• μάρτυρες είναι όλοι οι Άγιοι του Κυρίου, διότι κάθε Θεούμενος βιώνει το δικό του μαρτύριο, είτε αυτό είναι του αίματος, είτε της συνειδήσεως. Όλοι ανεξαίρετα οι Άγιοι χαρακτηρίζονται από το θάρρος της ομολογίας πίστεως προς τον Ιησού Χριστό, την άρση του σταυρού και την απαγκίστρωση από τα επίγεια.

Η ευαγγελική περικοπή της Κυριακής των Αγίων Πάντων επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές: «Είπεν ο Κύριος• πάς όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ, έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς. όστις δ’ άν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς. Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, ουκ έστι μου άξιος, και ο φιλών υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ, ουκ έστι μου άξιος, και ός ου λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, ουκ έστι μου άξιος. Τότε αποκριθείς ο Πέτρος είπεν αυτώ, ιδού ημείς αφήκαμεν πάντα και ηκολουθήσαμέν σοι, τί άρα έσται ημίν; ο δέ Ιησούς είπεν αυτοίς, αμήν λέγω υμίν ότι υμείς οι ακολουθήσαντές μοι, εν τη παλιγγενεσία, όταν καθίση ο υιός του ανθρώπου επι θρόνου δόξης αυτού, καθίσεσθε και υμείς επι δώδεκα θρόνους κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ. και πάς ός αφήκεν οικίας ή αδελφούς ή αδελφάς ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς ένεκεν του ονόματός μου, εκατονταπλασίονα λήψεται, και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει. Πολλοί δέ έσονται πρώτοι έσχατοι, και έσχατοι πρώτοι» (Ματθ. ι΄ 32 – 33, 37 – 38, ιθ΄ 27 – 30).

Την Κυριακή αυτή, λοιπόν, φανερώνεται το έργο  και οι καρποί της Θείας Οικονομίας -η οποία επιτελείται διά του Αγίου Πνεύματος-, αλλά και αποτελεί ευκαιρία Δοξολογίας προς τον Θεό, για τις μεγάλες Του δωρεές. Ταυτόχρονα όμως είναι για μας ημέρα πνευματικής περισυλλογής και συνέλιξης, αφού η παρουσία των αγίων θα μας αφήσει αναπολόγητους την ημέρα της Κρίσεως, εάν δεν φροντίσουμε για τη σωτηρία μας.

Γίνεται έτσι κατανοητό, γιατί με την Κυριακή των Αγίων Πάντων ολοκληρώνεται ο κύκλος των κινητών εορτών, οι οποίες έχουν ως σημείο αναφοράς την Αγία και Ένδοξη Ανάσταση του Ιησού Χριστού, το φως της οποίας χαρίζει τη μακαριότητα σε όσους τον ακολουθούν και τον αγαπούν.

Απολυτίκιον

Των εν όλω τω κόσμω Μαρτύρων σου, ως πορφύραν και βύσσον τα αίματα, η Εκκλησία σου στολισαμένη, δι’ αυτών βοά σοι, Χριστέ ο Θεός. Tω λαώ σου τους οικτιρμούς σου κατάπεμψον, ειρήνην τη πολιτεία σου δώρησαι, και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.

Εκκλησία Κύπρου – Παναγιώτης Θεοδώρου, Θεολόγος

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή των Αγίων Πάντων – Ο δρόμος των αγίων

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Μαΐου, 2010

agioipantes.jpg

Ομολογία της θείας του φύσεως

Στο ιερό Ευαγγέλιο της εορτής των Αγίων Πάντων ο Κύριος μας παρουσιάζει δυο βασικές προϋποθέσεις για να ακολουθήσουμε όλοι μας τον δρόμο των Αγίων.

Η πρώτη προϋπόθεση η ομολογία της πίστεως. Μας διαβεβαιώνει ο Κύριος: Καθένα που θα με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους που καταδιώκουν την πίστη μου, θα τον ομολογήσω κι εγώ ως πιστό ακόλουθό μου μπροστά στον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς. Εκείνον όμως που θα με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, αυτόν θα τον αρνηθώ κι εγώ και δεν θα τον αναγνωρίσω ως δικό μου μπροστά στον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς.

Ο Κύριος λοιπόν θέτει ως βασική προϋπόθεση της σωτηρίας μας να ομολογούμε τον Χριστό μπροστά στους διώκτες και αρνητές του. Ποιο όμως ακριβώς είναι το νόημα των λόγων αυτών του Κυρίου;  Αν κανείς μελετήσει τις αναλύσεις των ιερών ερμηνευτών, θα δει ότι εδώ ο Κύριος δεν ζητεί μία γενική και αόριστη ομολογία. Αλλά ζητεί να Τ ον ομολογούμε με συγκεκριμένο και σαφή τρόπο, να Τ ον ομολογούμε ως Σωτήρα μας και Θεό μας.

Γιατί όμως ο Χριστός μας μας ζητά μία τέτοια ομολογία; Διότι μέσα στους αιώνες κανείς δεν αρνήθηκε ότι ο Κύριος είναι ένας μεγάλος διδάσκαλος, προφήτης, αναγεννητής, φιλόσοφος. Κανείς δεν αρνήθηκε το πνευματικό και κοινωνικό του έργο. Το σημείο που ενοχλεί τους διώκτες του Κυρίου είναι ένα και μοναδικό: η θεότητά του. Διότι αυτό καθορίζει τα πάντα στη ζωή μας.

Εάν δεχθούμε τον Κύριο Ιησού Χριστό απλώς και μόνον ως ένα ιστορικό πρόσωπο ξεχωριστό και τέλειο, τότε αυτό δεν έχει καμία επίδραση στη ζωή μας. Εάν όμως Τον αποδεχθούμε και Τον ομολογούμε ως Θεάνθρωπο Διδάσκαλο Σωτήρα μας, τότε αυτό έχει καθοριστική σημασία για τη ζωή μας. Διότι τότε θα πρέπει να αποδεχθούμε όλα όσα ζητάει από εμάς και να συμμορφώσουμε τη ζωή μας με το θέλημά του.

Ο δρόμος λοιπόν προς την αγιότητα προϋποθέτει όχι μία γενική και αόριστη ομολογία πίστεως, αλλά μία πίστη και ομολογία συγκεκριμένη. Να ομολογούμε τον Κύριο μας Ιησού Χριστό ως «Θεόν αληθινόν, ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ γεννηθέντα». Και να ζούμε όπως Εκείνος θέλει. Μόνον έτσι θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στο δρόμο των Αγίων, στο δρόμο του Χριστού.

Η πρώτη αγάπη μας

Στη συνέχεια ο Κύριος μας παρουσιάζει τη δεύτερη προϋπόθεση για τον δρόμο της αγιότητος. Ζητά απ’ όλους μας να Τον αγαπούμε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στον κόσμο. Εκείνος, λέει, που αγαπά τον πατέρα του ή τη μητέρα του περισσότερο από έμενα και με αρνείται για να μη χωρισθεί από τους γονείς του, δεν αξίζει για μένα. Κι Εκείνος που αγαπά τον γυιό του ή την κόρη του περισσότερο από έμενα, δεν είναι άξιος να λέγεται μαθητής μου. Κι Εκείνος που δεν παίρνει την απόφαση να υποστεί σταυρικό θάνατο και δεν ακολουθεί πίσω μου με την απόφαση να ακολουθήσει το παράδειγμά μου, δεν αξίζει για μένα.

Τότε Του αποκρίθηκε ο Πέτρος: Κύριε, εμείς αφήσαμε τα πάντα και Σε ακολουθήσαμε. Τι άραγε θα γίνει μ’ εμάς; Και ο Κύριος απάντησε: Όταν θα καθίσω στον θεϊκό μου θρόνο, θα καθίσετε κι εσείς Σε δώδεκα θρόνους δικάζοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Και καθένας που άφησε σπίτια ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή χωράφια για να μη χωρισθεί από εμένα, θα λάβει πολλαπλάσια σ’ αυτή τη ζωή και θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Και πολλοί που είναι εδώ πρώτοι, θα είναι στην αιώνια βασιλεία τελευταίοι, ενώ πολλοί τελευταίοι θα είναι εκεί πρώτοι.

Ο Κύριός μας εδώ θέτει ως βασική προϋπόθεση για να μας αποδεχθεί ως άξιους μαθητές του να Τον αγαπάμε περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, ακόμη και από τα πλέον αγαπημένα ιερά μας πρόσωπα, τον πατέρα μας και τη μητέρα μας. Και γιατί μας το ζητάει αυτό; Μας το ζητάει όχι γιατί έχει ανάγκη από την αγάπη μας, αλλά για το δικό μας συμφέρον. Πρωτίστως διότι όταν τα συγγενικά μας πρόσωπα βρίσκονται μακριά από το δρόμο του Θεού, υπάρχει ο κίνδυνος να επηρεάσουν κι εμάς. Έπειτα υπάρχουν πολλοί Χριστιανοί που έχουν αρρωστημένη προσκόλληση στο παιδιά τους, στους γονείς τους ή Σε άλλα συγγενικά πρόσωπα, σε βαθμό που να τα αγαπούν περισσότερο και από τον Θεό!

Ο Κύριος όμως μας ζητά να Τον αγαπούμε πάνω απ’ όλους και για έναν άλλο λόγο καθοριστικό για τη ζωή μας: Διότι θέλει να μας καταστήσει μετόχους της δικής του μακαριότητας, να μας προσφέρει ασύλληπτης αξίας δώρα, να μας προσφέρει τα πάντα. Διότι όταν αγαπάμε τον Χριστό μας περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο, ζούμε από αυτή τη ζωή σ’ έναν άλλο κόσμο· στον κόσμο της Βασιλείας του Θεού. Όταν έχουμε στραμμένα τα μάτια μας σ’ Εκείνον, τότε μπορούμε να γευθούμε τα αόρατα μυστικά, τις πνευματικές ομορφιές, τα μυστήρια του Θεού. Μπορούμε να γευθούμε τη γλυκύτητα της παρουσίας του· ν’ απολαύσουμε τη μυστική κοινωνία μαζί του. Να ζούμε καθημερινά μια πνευματική ζωή αγιότητος, χάριτος. Να απολαμβάνουμε τη λατρεία και την προσευχή ως ύψιστες πνευματικές ηδονές. Έτσι θα έχουμε μέσα μας τόσο δυνατά βιώματα, που θα συνεπαίρνουν την ύπαρξή μας. Έτσι θα γίνουμε πολίτες της Βασιλείας του από αυτή τη ζωή. Ας Τον αγαπήσουμε λοιπόν πάνω απ’ όλους και απ’ όλα. Και ας εισέλθουμε στο μυστήριο της εν Χριστώ αγάπης και ζωής.

Πηγή:http://www.xfd.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

29 Μαΐου 1453. Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Μαΐου, 2010

iu81.jpg

Ήταν ημέρα Τρίτη όταν η “Βασιλεύουσα” έπεσε στα χέρια των Αγαρηνών.

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης απετέλεσε την συγκλονιστικότερη είδηση που γνώρισε ποτέ ο άνθρωπος σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης. «Η πόλις εάλω!!!» 

Οι ιστορικοί συμφωνούν ότι η λεηλασία της πόλεως κράτησε, όπως είχε υποσχεθεί ο Μωάμεθ στους στρατιώτες του, τρεις ημέρες και τρεις νύχτες. Ο λαός σφάχτηκε ανελέητα.   Οι εκκλησίες με πρώτη την Αγία Σοφία λεηλατήθηκαν και μολύνθηκαν. Ένας ολόκληρος πολιτισμός χάθηκε, χιλιάδες βιβλία και εικόνες κάηκαν, κομματιάστηκαν ή πουλήθηκαν στα παζάρια.!!

Ο τελευταίος Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος όμως δεν πέθανε. Κανένας δεν τον αναγνώρισε νεκρό. Κανένας δεν ξέρει που είναι ο τάφος του. Ζει στα όνειρα του Έθνους. Η λειτουργία δεν τελείωσε. Η εκκλησία δεν τον ανακήρυξε Άγιο. Το Έθνος δεν τον τίμησε, όπως θα τον τιμούσε αν είχε πεθάνει.

«Άγγελοι τον παρέλαβαν, τον έλουσαν και τις πληγές του έπλυναν με μόσχο και με μύρο του έστρωσαν να κοιμηθεί σε κλίνη από βύσο κι’ Αρχάγγελοι με πύρινες ρομφαίες τον φυλάνε μέχρι νάρθει η ώρα του για να τόνε ξυπνήσουν.»

Η πόλη της Κωνσταντινούπολης χτίστηκε σε μία χερσόνησο χονδρικώς τριγωνική σε σχήμα. Τα τείχη της εκτεινόμενα από τη συνοικία των Βλαχερνών (στον Κεράτιο κόλπο), ως τη συνοικία του Στουδίου (στην Προποντίδα), είχαν μήκος περίπου τέσσερα μίλια.

Μελαγχολικά στέκονται σήμερα τα μοναδικά, όπως και η Βασιλεύουσα, αυτοκρατορικά τείχη της Κωνσταντινουπόλεως. Χτίστηκαν από το Μεγάλο Κωνσταντίνο και αντικαταστάθηκαν αργότερα από το περίφημο, με δύο έως τρεις σειρές τείχος, του Μεγάλου Θεοδοσίου. Ίσως περιμένουν το Μαρμαρωμένο Βασιλιά με το Δικέφαλο Αετό.

Γεγονότα – Χρονολογίες.

6 Απριλίου.  Οι Τούρκοι άρχισαν τον αγώνα με ισχυρό βομβαρδισμό των τειχών. Όταν όμως έπεσε η νύχτα, οι αμυνόμενοι κατόρθωσαν να κάνουν τις επιβαλλόμενες επισκευές.

11 Απριλίου.  Ο Σουλτάνος έξω από τη σκηνή του δίνει οδηγίες ώστε να τοποθετηθούν τα μεγάλα πυροβόλα απέναντι από τα τείχη και από την επόμενη ημέρα άρχισε ο βομβαρδισμός για να διαρκέσει επί έξη εβδομάδες.

18 Απριλίου.  Δύο ώρες μετά τη δύση του ήλιου, ο Μωάμεθ που είχε περισσότερες ελπίδες στην ξηρά, διέταξε έφοδο κατά του Μεσοτειχίου με ακοντιστές, τοξότες και άνδρες της φρουράς των γενιτσάρων χωρίς όμως επιτυχία, παρά τον τετράωρο αγώνα.21 Απριλίου. Ο σουλτάνος με το επινοητικό του μυαλό, αποφάσισε να μεταφέρει πλοία από το Βόσπορο στον Κεράτιο Κόλπο, περνώντας τα από την ξηρά πάνω σε τροχοφόρα έλκηθρα, τα οποία θα ρυμουλκούσαν ομοζυγίες βοδιών και ομάδες ανθρώπων.

Οι σημαίες των πλοίων ανέμιζαν, οι σάλπιγκες ηχούσαν, ενώ το ένα πλοίο μετά το άλλο μεταφερόταν από το Βόσπορο στον Κεράτιο Κόλπο.

Γύρω στα εβδομήντα Τουρκικά πλοία μεταφέρθηκαν, τα οποία έβλεπαν οι Χριστιανοί φρουροί από τα τείχη.

13 Μαΐου.  Ολοκληρώθηκε η μετακίνηση των πλοίων, παρά τις αντιρρήσεις ορισμένων πληρωμάτων και η κύρια αποστολή των ναυτών ήταν να φροντίσουν για την επισκευή των τειχών.

23 Μαΐου.  Οι Τούρκοι προσπάθησαν να υπονομεύσουν και πάλι το τείχος των Βλαχερνών. Οι Χριστιανοί υπερασπιστές των τειχών περικύκλωσαν και συνέλαβαν μερικούς υπονομευτές, οι οποίοι αναγκάστηκαν να αποκαλύψουν όλες τις θέσεις των Τουρκικών υπονόμων, οι οποίες καταστράφηκαν κι’ έτσι οι Τούρκοι πλέον εγκατέλειψαν τις υπονομευτικές τους δραστηριότητες.

25 Μαΐου (Παρασκευή).  Ο Μωάμεθ προτείνει στον Αυτοκράτορα να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη με το Στρατό και τους αυλικούς του με αντάλλαγμα την ηγεμονία της Πελοποννήσου. Η απάντηση του Αυτοκράτορα ήταν ένα νέο «Μόλων Λαβε».

27 Μαΐου (Κυριακή).  Οι βομβαρδισμοί με τα τουρκικά πυροβόλα συγκεντρώνονται εναντίον του φράγματος στο εσωτερικό του Μεσοτειχίου. Ο Σουλτάνος περιέτρεξε καβάλα στο άλογο όλο το στράτευμα για να αναγγείλει ότι σύντομα θα γίνει η μεγάλη έφοδος.

28 Μαΐου (Δευτέρα).  Ολοκληρώνονται οι προπαρασκευές των Τούρκων για την τελική εξόρμηση.

 Ο ιστορικός Κριτόβουλος αναφέρει ότι ο Σουλτάνος κάλεσε το απόγευμα στη σκηνή του τους υπουργούς και στρατηγούς του και υπενθύμισε τα πλούτη που περιείχε η Πόλη και τα λάφυρα που σε λίγο θα ήταν δικά τους. Τόνισε ότι επί αιώνες είχαν ιερό πόθο να κυριέψουν την Πόλη, ότι οι Χριστιανοί ήταν λίγοι και εξαντλημένοι χωρίς εξωτερική βοήθεια.

 Μεγάλη λειτουργία τη νύχτα στην Αγία Σοφία. Οι υπερασπιστές της Πόλης και ο Αυτοκράτορας μεταλαμβάνουν των αχράντων μυστήριων.

Έπειτα ο Παλαιολόγος καβάλα στην αραβική φοράδα του γύρισε στο παλάτι στις Βλαχέρνες, ζήτησε συγχώρεση από τους ανθρώπους του και συνοδευόμενος από τον πιστό του Φραντζή περιήλθε τα χερσαία τείχη και διαπίστωσε ότι οι πύλες του εσωτερικού τείχους ήταν κλειστές. Κατόπιν ο Αυτοκράτορας είπε στον Φραντζή να φύγει και δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ. Η μάχη άρχισε.

29 Μαίου (Τρίτη).  Κατά τη μια και μισή το πρωί ο Σουλτάνος έκρινε ότι όλα ήταν έτοιμα και έδωσε τη διαταγή της εφόδου. Ο ξαφνικός θόρυβος ήταν τρομακτικός. Σε όλη τη γραμμή των τειχών οι Τούρκοι όρμησαν με κραυγές, τύμπανα και σάλπιγγες.

Οι Χριστιανοί υπερασπιστές της Βασιλεύουσας περίμεναν στις θέσεις τους και όταν δόθηκε το σύνθημα του συναγερμού, άρχισαν να κτυπούν οι καμπάνες των εκκλησιών, ενώ έσπευδαν γυναίκες μεταξύ αυτών και καλόγριες στα τείχη να βοηθήσουν στη μεταφορά υλικών για την ενίσχυση των οχυρωμάτων.

Οι γέροντες και τα παιδιά συνέρεαν στις εκκλησίες, πιστεύοντας στην προστασία των Αγίων και αγγέλων. Πλήθη πιστών, παραμερίζοντας την πίκρα από την ασέβεια στο ναό των Λατίνων και των εζωμοτών, εισήρχοντο στην Αγία Σοφία. Ιερείς που θεωρούσαν την ένωση με τη Ρώμη ως θανάσιμο αμάρτημα, προσήλθαν στο ιερό για να λειτουργήσουν μαζί με τους Ενετούς. Ο καρδινάλιος ήταν εκεί και πλάι του επίσκοποι που δεν είχαν αναγνωρίσει ποτέ την εξουσία του.

Όλες τις σκοτεινές ώρες πριν από την αυγή τα εκκλησιάσματα περίμεναν και προσεύχονταν στην Υπέρμαχο Στρατηγό, την Παναγία.

Η επίθεση των Βαζιβουζούκων εκδηλώθηκε σε όλο το μέτωπο με ισχυρότερη πίεση στην κοιλάδα του Λύκου, ύστερο από δίωρο όμως αγώνα ο σουλτάνος διέταξε να αποσυρθούν αφού κούρασαν τους Χριστιανούς υπερασπιστές των τειχών.Μόλις πρόλαβαν να ανασυγκροτήσουν οι Χριστιανοί τις γραμμές τους δέχονται επίθεση από συντάγματα Τούρκων της Μικράς Ασίας, καλά οπλισμένους και πειθαρχημένους που ρίχτηκαν με ορμή πάνω στο φράχτη, ανεβαίνοντας ο ένας πάνω στους ώμους του άλλου για να στηρίξουν τις σκάλες και να ανοίξουν το δρόμο για την κατάληψη της Πόλης.

Μια ώρα περίπου πριν την αυγή, ένα βλήμα από το πυροβόλο του Ουρβανού γκρέμισε μέρος του φράχτη και μια ομάδα από τριακόσιους Ανατολίτες ρίχτηκε μέσα από το ρήγμα, φωνάζοντας ότι η Πόλη ήταν δική τους. Οι Χριστιανοί, με επικεφαλής τον Αυτοκράτορα τους περικύκλωσαν, σκότωσαν αρκετούς και τους υπόλοιπους τους απώθησαν προς την τάφρο.

Η επίθεση ανακόπηκε και τα στρατεύματα γύρισαν πίσω αποθαρρύνοντας τον Ισάκ πασά.

Ο Σουλτάνος, ανήσυχος μήπως διαψευσθούν οι ελπίδες τους, έδωσε διαταγή να επιτεθούν γρήγορα τα στρατεύματα των γενιτσάρων, πριν προλάβουν οι Χριστιανοί να πάρουν αναπνοή και κάνουν πρόχειρες επισκευές στο φράχτη,

Ο αγώνας στο φράχτη ήταν τώρα σώμα προς σώμα. Εττί μια ώρα οι σκληροί γενίτσαροι προσπαθούσαν να ανοίξουν δρόμο απέναντι στους ολιγάριθμους εξασθενισμένους Χριστιανούς.

Στη γωνία του τείχους των Βλαχερνών, ακριβώς πριν ενωθεί με το διπλό Θεοδοσιακό τείχος, υπήρχε μια μικρή πύλη εξόδου, γνωστή με το όνομα Κερκόπορτα. Κατά τον αγώνα οι Μποκκιάρντι και οι άνδρες τους τη χρησιμοποίησαν αποτελεσματικά εναντίον των ανδρών του Καρατζά πασά. Τώρα όμως, κάποιος, επιστρέφοντας από μία έξοδο, ξέχασε να την αμπαρώσει και μέσα στη σύγχυση μερικοί Τούρκοι πέρασαν μέσα από αυτή στην αυλή που ήταν πίσω της και άρχισαν να ανεβαίνουν μια σκάλα που οδηγούσε στην κορυφή των τειχών. 

Ο Σουλτάνος αντιλήφθηκε τον πανικό και φωνάζοντας «η Πόλη είναι δική μας» διέταξε τους γενίτσαρους να επιτεθούν. Σε λίγο πολλοί γενίτσαροι έφθασαν στο εσωτερικό τείχος και πάνω από την Κερκόπορτα κυμάτιζαν Τούρκικες σημαίες. Τότε ακούστηκε η κραυγή «Η Πόλη εάλω!».

Ήταν λίγο πριν από την ανατολή του ηλίου όταν ένας πυροβολισμός βρήκε στο στήθος του Τζιουστινιάνι ο οποίος παρακάλεσε να το μεταφέρουν μέσα στην Πόλη και από εκεί σε ένα Γενουατικό πλοίο. Μαζί του υποχώρησαν και οι στρατιώτες του και ο Αυτοκράτορας απέμεινε με λίγους Έλληνες στο πεδίο της μάχης μόνος και αβοήθητος.

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κάλπασε προς τα ρήγματα του φράχτη με το δον Φραντζίσκο ντε Τολέντο, το Θεόφιλο Παλαιολόγο και τον Ιωάννη Δαλμέση, πέταξε τα Αυτοκρατορικά εμβλήματα και δεν το ξανάδε κανείς.

Η τελευταία μικρή εστία αντίστασης ήταν οι Κρήτες ναύτες στους τρεις πύργους στην είσοδο του Κερατίου, οι οποίοι νωρίς το απόγευμα παραδόθηκαν με δυσφορία υπό τον όρο να μη θανατωθούν.

Οι σφαγές, οι λεηλασίες και οι καταστροφές στην Πόλη κράτησαν, σύμφωνα με την υπόσχεση του σουλτάνου, τρεις μέρες και τρεις νύχτες.

Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα.

α.  Στις 29 Μαΐου 1453 ένας πολιτισμός σαρώθηκε αμετάκλητα.

β.  Για έντεκα αιώνες η Κωνσταντινούπολη απετέλεσε το κέντρο ενός κόσμου φωτός. Έγινε όμως έδρα θηριωδίας, αμάθειας και μεγαλόπρεπης ακαλαισθησίας.

γ.  Η Βασιλεύουσα έπεσε στα χέρα των Αγαρηνών, αλλά έπεσε σαν θρυλική ηρωίδα πολεμώντας ηρωικά ως το τέλος τους απίστους, εγκαταλειμμένη από τους Δυτικούς συμμάχους της.

δ.  Οι πραγματικοί Έλληνες θεωρούν τη μαύρη Τρίτη «αποφράδα» και αισθάνονται ρίγη εθνικής μνήμης όταν μιλούν για τον τελευταίο Αυτοκράτορα που αβοήθητος πάλεψε με τις ορδές των βαρβάρων.

ε.  Η ήττα αυτή της Κωνσταντινούπολης, τόσον αθλία όσο και αξιοθρήνητη, υπήρξε μία μεγάλη νίκη των Τούρκων, μια τρομερή καταστροφή των Ελλήνων, ένα αίσχος των Λατίνων.

στ.  Η Κερκόπορτα, ένας κόκκος άμμου, έκρινε την ιστορία του κόσμου.

Επίλογος.

 Όσοι επιθυμούν να γνωρίσουν με λεπτομέρεια τα της αλώσεως της “Βασιλίδος των Πόλεων” που ονομάσθηκε από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο «το Χάρμα και η Ελπίς του Γένους», δεν έχουν παρά να μελετήσουν το βιβλίο του ΓΕΣ/ΔΕΚ 1983 με τίτλο «Η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως» του πλέον έγκυρου και υπεύθυνου μελετητή του Βυζαντίου, του Βρετανού ιστορικού Στήβεν Ράνσιμαν, ο οποίος είπε ..” Τα κτήνη είναι του Θεού.  Οι κτηνωδίες είναι των βαρβάρων Aνθρώπων”!!

Εφημερίδα της Ξάνθης “Ακρίτας”

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ευχή μέσα στον Κόσμο (π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος)

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Μαΐου, 2010

eik2.jpg

Παρουσίαση του βιβλίου «Η ευχή μέσα στον κόσμο» π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος

 π. Χρ.: Αγαπητοί αδελφοί, έχομε χαρά μεγάλη, διότι πλησίον μας, είναι ο Πρωτοπρεσβύτερος, πατήρ Στέφανος Αναγνωστόπουλος. Γνωστός σε σας, αγαπητός σε μας. Γνωστός μέσα από τις ραδιοφωνικές εκπομπές, αλλά και η παρουσία του, γνωστή στην πόλη των Πατρών. Δεδομένου ότι πολύ συχνά, επισκέπτεται την πόλη του Πρωτοκλήτου δια λόγους πνευματικούς, και δια λόγους ψυχωφελείς και ωφέλιμους. Πατέρα Στέφανε, καλώς ήλθατε, εδώ στο studio, για να μιλήσουμε για το νέο βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε αυτές τις ημέρες, και έχει ως θέμα «Η ευχή μέσα στον κόσμο». Ένα βιβλίο που θα λύσει απορίες, αλλά συγχρόνως, που θα ωφελήσει. Και για να κερδίσουμε χρόνο, περνάω πατέρα Στέφανε στο ερώτημα: Πώς σκεφτήκατε να συγγράψετε αυτό το βιβλίο για την ευχή;

 π. Στ.: Η λαχτάρα μου ήταν πάντοτε και ανέκαθεν, να μπορούν οι χριστιανοί μας, να γνωρίσουν λίγα πράγματα περισσότερο, απ’ αυτά που έχουνε είτε διαβάσει, στα νηπτικά βιβλία των πατέρων της εκκλησίας μας, είτε έχουν ακούσει από τους Αγιορείτες Πατέρες για την λεγομένη νοερά προσευχή, για το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», και η λαχτάρα μου αυτή για να γνωρίσουν κάτι περισσότερο – και όσο πρόσφορα, μπορεί να δοθεί ένα τόσο υψηλό υπούργημα όπως είναι η ευχή, – έτσι, μ’ έφερε σ’ αυτή την θέση, να μπορώ να ασχοληθώ λίγο με την ευχή. Βέβαια κατά πρώτον λόγον, έκαμα προφορικά κηρύγματα. Και μικρά σε πρωινές θείες λειτουργίες, και κατόπιν σε βραδινά κηρύγματα με ωριαίες ομιλίες. Είχα την ευκαιρία να γράψω και μερικά άρθρα σε θρησκευτικά περιοδικά, τα συνέλεξα όλα αυτά μαζί, τα συστηματοποίησα κατά κάποιον τρόπον, και τα παρουσίασα τώρα σε ένα βιβλίο, με αυτό τον τίτλο που αναφέρατε, «Η ευχή μέσα στον κόσμο». Γιατί το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»

 π. Χρ.: Οι γέροντες, οι πνευματικοί, οι ασχολούμενοι με τα πνευματικά, γνωρίζουν πόσο αναγκαία, είναι η ευχή δια την πνευματικήν πρόοδον και για την πνευματική προκοπή. Γέροντα από την εμπειρία που έχετε ως πνευματικός, θεωρείται ότι στις ημέρες μας, στη σημερινή εποχή, η ευχή, είναι τόσο πολύ απαραίτητη δια την πνευματικήν πρόοδο, δια την πνευματική προκοπή;

 π. Στ.: Είναι, γιατί είναι σύντομη και εύκολη. Και είναι κάτι που μπορεί εύκολα να συγκρατεί ο χριστιανός μέσα στο μυαλό του, μέσα στη σκέψη του. Παρόλο που από την εμπειρία που έχομε όλοι μας ως προσευχόμενοι χριστιανοί, εάν κάνομε Απόδειπνο ή κάνομε Μεσονυχτικό, ή συμμετέχομε σε μια ακολουθία, σε ένα μυστήριο, στη θεία Λειτουργία, βλέπομε πόσο εύκολα φεύγει το μυαλό μας. Επομένως, είναι δυνατόν, χρησιμοποιώντας αυτές τις πέντε λέξεις, να συγκεντρωνόμαστε ευκολότερα, γι’ αυτό και επιβάλλεται να λέγεται η ευχή. Άλλωστε, ήταν και διδασκαλία και προτροπή του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, η ευχή να διδάσκεται ακόμα και στα σχολεία, αρχίζοντας από το Δημοτικό. Η παντοδυναμία του ονόματος του Ιησού Χριστού

 π. Χρ.: Όταν ο Απόστολος Παύλος έλεγε «αδιαλείπτως προσεύχεσθε», είχε κατά νουν και αυτή την συνεχή προσευχή και ευχή, για να περάσω εν συνεχεία γέροντα αμέσως στο σκοπό, που γράψατε αυτό το βιβλίο. Ή αυτό που έλεγε ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ότι «όσο απαραίτητον είναι να αναπνέει ο άνθρωπος, άλλο τόσο δια την ψυχή, απαραίτητον είναι να προσεύχεται». Έχετε αυτά κατά νουν και γράφετε αυτό το βιβλίο; Το γράψατε με κάποιον σκοπόν φαντάζομαι.

 π. Στ.: Ο σκοπός είναι να γνωρίσουν οι χριστιανοί μας, τη δύναμη του ονόματος του Ιησού Χριστού. Διότι είναι το υπέρ παν όνομα. Και στο όνομα του Ιησού Χριστού παν γόνυ κάμπτει, και επουρανίων και επιγείων και προπαντός, καταχθονίων. Η εποχή μας είναι δαιμονοκρατούμενη. Τα δεινά είναι πολλά. Οι ασθένειες επίσης. Τα προβλήματα πολλά. Γιατί να μην έχομε τη δυνατότητα, να μπορούμε να επικαλούμεθα, όσο το δυνατόν συχνότερα μπορούμε, αυτό το όνομα, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Σε κάθε στιγμή της ζωής μας, είτε περπατάμε, είτε είμεθα όρθιοι, είτε είμεθα στη εργασία μας. Οτιδήποτε και αν κάνομε, ακόμα και στο κρεβάτι. Παντού και πάντοτε, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

 Η δαιμονοκρατούμενη εποχή μας π. Χρ.: Γέροντα, όταν λέτε ότι η εποχή μας είναι δαιμονοκρατούμενη, μας λέτε σας παρακαλώ πάρα πολύ, πιο αναλυτικά, τι εννοείτε, πως αντιλαμβάνεστε, μια εποχή και μια κοινωνία, να ευρίσκεται κάτω, από την κυριαρχίαν του Διαβόλου. Διάβασα μέσα, κάποια περιστατικά, τα οποία φανερώνουν τη δαιμονοκρατούμενη εποχή, την αποστασία. Εσείς κατά νουν τι έχετε;

π. Στ.: Κατά νουν, έχω την απομάκρυνση των ανθρώπων από τον Θεόν. Και όσο ο άνθρωπος απομακρύνεται γενικά και συνολικά και συλλογικά από τον Θεόν, τόσο και περισσότερον κυριαρχείται από το Κακόν. Άρα το Κακόν δημιουργεί και ένα είδος δαιμονοκρατίας πάνω στην εποχή μας. Και ας μην ξεχνάμε, ότι σήμερα τόσα δεινά που συμβαίνουν στην πατρίδα μας, δε μπορεί να μην έχουν αιτία το Κακόν ή το Διάβολο ή την προσωπική μας αμαρτία και ευθύνη. Διακόσιες πενήντα χιλιάδες εκτρώσεις το χρόνο, δεν είναι δαιμονοκρατούμενη η εποχή μας;

 π. Χρ.: Είναι.

π. Στ.: Η ύβρις των θείων κατά κόρον, από μικρούς, μεγάλους, άνδρες γυναίκες και παιδιά, συνήντησα παιδιά, κοριτσάκια μικρά, των έξι ετών, των επτά, των οκτώ, να βρίζουν τα θεία. Δεν χαρακτηρίζουν και αυτά την εποχή μας δαιμονοκρατούμενη;

π. Χρ.: Τη χαρακτηρίζουν.

 π. Στ.: Ο πανσεξουαλισμός ο οποίος επικρατεί σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο και πολύ περισσότερο στην εποχή μας που επηρεάστηκε τόσο πολύ απ’ το δυτικό πνεύμα, δε χαρακτηρίζει και αυτό την εποχή και την πατρίδα μας δαιμονοκρατούμενη; Γι αυτό το λέω. Για ποιον είναι η ευχή;

 π. Χρ.: Όλη λοιπόν αυτή η αποστασία που συμβαίνει κατεξοχήν στις ημέρες μας και η απομάκρυνση του ανθρώπου από το Θεό και από την εκκλησία και από την πνευματική ζωή, έχουν οδηγήσει τους ανθρώπους σε αυτές τις χαοτικές καταστάσεις. Γέροντα, ωραία, ο μοναχός είναι στο κελί του, είναι στο μοναστήρι του. Έχει την ευχέρεια να λέει συνέχεια «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Πόσο εύκολο, και κάτω από ποιες προϋποθέσεις είναι δυνατόν, εδώ, οι αδελφοί μας και μείς που ζούμε μέσα στον κόσμο να καλλιεργούμε την ευχή; Είναι εύκολο; Να ‘λεγε κανείς, από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός, «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Όταν ο νους του ανθρώπου διασπάται, όταν τα προβλήματα μας πιέζουν, όταν οι συνθήκες της ζωής είναι δύσκολες; Τι λέει η εμπειρία σας πάτερ Στέφανε;

 π. Στ.: Η εμπειρία μου λέει ότι ήδη είναι δυνατόν, επειδή ακριβώς, η προσευχή αυτή είναι μικρή και υπάρχει μία δυνατότητα αυτοσυγκεντρώσεως του νου του ανθρώπου στις μικρές προσευχές και στις μικρές λέξεις. Το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» είναι δυνατόν, διότι από τότε που βγήκε και το βιβλίο, εδώ και πενήντα χρόνια – «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητή», αυτό ήθελαν να μας διδάξουν, τη δυνατότητα του κάθε χριστιανού, να μπορεί να λέγει και να προσεύχεται, είτε ψιθυριστά, είτε από μέσα του με τον ενδιάθετο λόγο, να λέγει «Κύριε Ιησού Χριστού ελέησόν με». Άρα, έχει και τη βοήθεια και του Αγίου Θεού. Όταν λέω ζητώ το έλεος Θεέ μου, ζητώ τη βοήθειά Του, ζητώ τη συμπαράστασή Του, και τη ζητώ όχι μόνο να ελεηθώ, εξ αιτίας των αμαρτιών μου διότι είμαι αμαρτωλός, -και ο καθένας από μας είναι αμαρτωλός, άπαντες γαρ πταίομεν,- αλλά και για να ευλογηθεί και το σπίτι μας, να ευλογηθεί η οικογένειά μου. Να ευλογηθούν και να λυθούν τα προβλήματά μας. Να επέμβει η χάρις του Αγίου Θεού την οποία επικαλούμαι συνεχώς.

π. Χρ.: Μου επιτρέπετε λίγο να επιμείνω σε αυτό το σημείο. Δηλαδή η νοικοκυρά, μαγειρεύει το φαγητό της και λέει την ευχή;

 π. Στ.: Ναι!

 π. Χρ.: Ο δάσκαλος διδάσκει στο σχολείο και λέει την ευχή; Ο παπάς λειτουργεί και λέει την ευχή; π. Στ.: Μπορεί, Ναι! Πώς μπορεί ο προσευχόμενος να αρχίσει και να συνηθίσει την ευχή π. Χρ.: Ε, είναι ευκολότερο, εδώ λίγο, λίγο να δώσομε έτσι αυτή την έννοια, αυτή την διάσταση, πώς ο εργαζόμενος στο γραφείο, ο καθηγητής, ο δάσκαλος, στο γιαπί, ο εργαζόμενος, στο μόχθο και λοιπά, μπορεί να λέει την ευχή; π. Στ.: Μπορεί να τη λέει την ευχή αρκεί να κάνει, πώς να το πει κανείς …; και μία προπαίδεια. Όπως προετοιμάζεται ο καθηγητής και ο δάσκαλος για το μάθημα, και κάθε άλλος επαγγελματίας και τεχνίτης, όπως σπουδάζει αυτός που θα γίνει γιατρός και ο άλλος που θα γίνει δικηγόρος, κατά τον ίδιον τρόπον υπάρχει μία περίοδος ας το πούμε τρόπον τινά, κατά την οποίαν προσπαθεί ο άνθρωπος να εγκολπωθεί εσωτερικά μέσα του όσο το δυνατόν περισσότερο αυτή την ευχή. Αν, λοιπόν καθιερώσει, κάποια στιγμή του χρόνου, ιδίως τις βραδινές ώρες, παρά τους θορύβους που έχουν τους εξωτερικούς, και τους περισπασμούς, να αφιερώσει δέκα λεπτά, και τα δέκα να γίνουν δεκαπέντε και να γίνουν είκοσι, αυτός αρχίζει και συνηθίζει, να λέγει την ευχή, και επειδή ακριβώς και στα διαλλείματα κατά τη διάρκεια της ημέρας, όποτε βρίσκει ευκαιρία, μπορεί να λέγει την ευχή, αρχίζει δηλαδή από μέσα, η ίδια η ψυχή, να λαχταρά για το όνομα του Ιησού Χριστού. Του γίνεται δηλαδή ένα είδος δίψας και πείνας. Και «μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες, ότι αυτοί χορτασθήσονται». Είναι σα το μέλι, που κανένας το γεύεται και θέλει ξανά να το γευτεί, και ξανά και ξανά. Παρά τις οποιεσδήποτε ασχολίες μπορεί να έχει. Είναι δυνατόν, να μπορεί να λέγει από μέσα του την ευχή, να τρώει, να συζητά, να μελετά, να προσέχει, να κάνει οτιδήποτε, γιατί αυτή η εργασία που γίνεται συνειδητά, αρχίζει κατόπιν και αναλαμβάνει μία πρωτοβουλία. Η ίδια η χάρις του Αγίου Θεού, και κάνει αυτό που θέλομε εμείς να κάνομε. Αντί για μας. Γι’ αυτό και μπορεί ανά πάσα στιγμή να λέει και να καλλιεργεί την ευχή. π. Χρ.: Η ευχή γέροντα έχει κάποιο μυστικό; Δηλαδή … έχετε ζήσει και κοντά στο γέροντα Εφραίμ το Φιλοθεΐτη

π. Στ.: Ναι

π. Χρ.: Που καλλιεργεί πάρα πολύ την διδασκαλίαν της ευχής. Δηλαδή, πώς αρχίζει κάποιος να λέει την ευχή. Μα θα μας ακούσουν τώρα κάποιοι αδελφοί μας, εδώ στον κόσμο, στην Αμερική, στη Γερμανία, όσοι μπουν μέσα στην ιστοσελίδα μας, και θα πουν τι λένε αυτοί οι γέροντες εκεί πέρα, τι λέει κει ο παπα-Στέφανος, πώς αρχίζει κανείς, να μπαίνει μέσα στη νοοτροπία της ευχής, να γλυκαίνεται η καρδιά του, να εξαγνίζεται ο νους του, και να προχωράει στην ευχή; Όπως ακριβώς έχει την ίδια λαχτάρα για να κάνει προσευχή, να κάνει το απόδειπνο, να πει το «Άσπιλε και αμόλυντε», ή να πει το «Δός ημίν Δέσποτα», ή να διαβάσει την Παράκληση, ή να πει τους Χαιρετισμούς απέξω και από μνήμης. Αρχίζει μία προσπάθεια όλος ο άνθρωπος, διότι η ευχή δεν είναι ανεξάρτητη απ’ τη ζωή της εκκλησίας. Είναι μέσα στην εκκλησία. Είναι μέρος της εκκλησιαστικής μας χριστιανικής ζωής και η ευχή, όπως και οι άλλες προσευχές, που έχουν καθιερωθεί από την εκκλησία μας. Καθαρισμός από τα πάθη π. Στ.: Επομένως κάνομε έναν αγώνα πρώτα για τα πάθη μας.

 π. Χρ.: Δηλαδή …;

π. Στ.: Να καθαριστούμε απ’ τα πάθη.

 π. Χρ.: Τι εννοείτε να καθαριστούμε από τα πάθη, διότι μιλάμε και απευθυνόμαστε και σε ανθρώπους, που δεν έχουν αυτή τη θεολογική γνώση και εμπειρία.

 π. Στ.: Καθαρισμός απ’ τα πάθη σημαίνει ότι να εντοπίσομε ποιες είναι οι αδυναμίες μας, που λέγονται και πάθη. Και αυτές να αρχίσομε σιγά – σιγά να τις περιορίσομε. Και αν είμαστε ας πούμε τσιγκούνηδες παραδείγματος χάρη, να γίνομε ελεήμονες. Διαπιστώνουμε μέσα μας ότι έχουμε έντονο εγωισμό και υπερηφάνεια, να αρχίσομε να καλλιεργούμε σιγά – σιγά την ταπείνωση. Είμεθα πολύ ανυπόμονοι, να καλλιεργήσομε την υπομονή. Να μάθομε να στηρίζομε τις ελπίδες μας, εις τον Θεόν. Θυμώνουμε, νευριάζουμε, εδώ να καλλιεργηθεί η πραότητα, «μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γήν». Και ούτω κάθ’ εξής. Έτσι λοιπόν – αυτός είναι ο καθαρισμός από τα πάθη – η μετάνοια, δηλαδή η τήρησις των εντολών, θα χτυπήσει τα πάθη, και θα φέρει την καλλιέργεια των αρετών. Οπότε ο άνθρωπος, μεταποιείται σε έναν σωστό χριστιανό μέσα στο κόσμο. Αυτό, θα αναπτύξει μέσα και τη γλύκα της ευχής.

 π. Χρ.: Μάλιστα.

 Τα μέρη της ευχής π. Χρ.: Γέροντα, τι είναι η ευχή, και τι περιλαμβάνει; Τι περιλαμβάνει αυτή η ευχή; Είπατε προηγουμένως «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με». Τι περιλαμβάνει τώρα αυτή η καρδιακή προσευχή; Τι μας θυμίζει; Έχει σχέση με …; για να βοηθήσω λίγο την κουβέντα μας, έχει σχέση με τις κραυγές που έβγαζαν οι λεπροί «Ιησού επιστάτα ελέησον ημάς».

 π. Στ.: Βεβαίως έχει σχέση. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και ο τυφλός φώναζε «Ιησού Υιέ Δαυίδ ελέησόν με». Και βλέπομε και την Χαναναία, να ζητά την βοήθεια του Αγίου Θεού, «Ιησού Υιέ Δαυίδ ελέησόν με, ότι η θυγάτηρ μου, κακώς δαιμονίζεται». Όλες αυτές οι προσευχές έχουν σχέση με την παντοδυναμία του Αγίου Θεού στο όνομά Του. Το επαναλαμβάνω, «είναι το υπέρ παν όνομα στο οποίον παν γόνυ κάμπτει, επουρανίων, επιγείων και καταχθονίων» γι’ αυτό και χωρίζεται ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», σε δυο μέρη. Περιλαμβάνει το δογματικό μέρος, «Κύριε Ιησού Χριστέ», εις το οποίον αναγνωρίζουμε την θεότητα αφενός μεν, και την θεανθρωπότητα αφετέρου του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και αφετέρου ότι ημείς είμεθα αδύναμοι, είμεθα αμαρτωλοί και ζητούμε το έλεός του. Είμεθα στη θέση του λεπρού, στη θέση του τυφλού, στη θέση του οποιουδήποτε αμαρτωλού από την οποία ζητούμε το έλεός Του. Είμαστε στη θέση του τελώνου που φωνάζουμε χτυπώντας το στήθος μας: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ». Είμαστε στη θέση του ασώτου υιού και γονατίζουμε μπροστά στον Κύριο και λέμε «Ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου. Ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου». Αυτό είναι η ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», το δογματικό μέρος, και το ικετευτικό μέρος για τη σωτηρία μας.

 Οι τρόποι της ευχής π. Χρ.: Εκεί στις «Περιπέτειες ενός προσκυνητού» που αναφέρατε προηγουμένως, γέροντα, αναφέρονται κάποιοι τρόποι δια την ευχή. Μπορείτε να μας πείτε, ποιοι είναι αυτοί οι τρόποι; Δηλαδή, πώς τονίζουμε την ευχή, τι τονίζουμε, εγώ θυμούμαι στο Άγιον Όρος το περιβόλι της Παναγίας μας, άκουγα κάποιους μοναχούς να τονίζουν «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», κάποιοι άλλοι να τονίζουν «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», δεν ξέρω, αυτοί είναι τρόποι έτσι εκφράσεως της ευχής;

 π. Στ.: Εδώ τονίζονται κάποιες λέξεις αλλά δεν είναι τρόποι ευχής. Η ευχή έχει τρόπους αλλά δεν έχει ούτε μεθόδους, ούτε τεχνικές. Είναι έκφρασις μιας βαθειάς κραυγής προς τον Θεόν για να μας λυπηθεί. Οι τρόποι έγκεινται όσοι υπάρχουν, – και θα αναφέρουμε τρεις – τέσσερεις μονάχα,- αναφέρονται κυρίως στο πως θα μπορέσουμε να συγκεντρώσουμε το νου μας, ή πιο καλύτερα την προσοχή του νου μας, πάνω στις λέξεις που λένε ή τα χείλη μας ή ο ενδιάθετος λόγος. Ένας τρόπος είναι: εισπνέομε, λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ», εκπνέουμε, λέμε «ελέησόν με». Έχοντας κατά κάποιον τρόπον, εφόσον έχομε εδώ μία πολυθρόνα που έχει, βραχίονα, ακουμπούμε το χέρι κατ’ αυτήν την έννοια, έτσι, και εισπνέομε όσο μπορούμε με περισσότερο φυσικό τρόπο. Δηλαδή σύμφωνα με το ρυθμό της δικής μας αναπνοής, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όπως αναπνέουμε, και εκπνέουμε, βάζουμε στην εισπνοή το «Κύριε Ιησού Χριστέ», και στην εκπνοή βάζουμε το «ελέησόν με». Αυτός είναι ένας απλός τρόπος. Υπάρχει άλλος τρόπος: Εισπνέουμε βαθειά, – τον οποίον συνιστά και ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, – εισπνέουμε βαθειά, κρατούμε την αναπνοή μας, και λέμε όσο μπορούμε δυνατά από μέσα μας, δυνατά όμως, όπως θα το φωνάζαμε δυνατά, εξωτερικά με τα χείλη μας, με το στόμα μας, δυνατά, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Ώσπου να δούμε ότι αρχίζει και εξαντλείται η σωματική μας δύναμη στο κράτημα της αναπνοής, και τότε εκπνέουμε πάλι φυσικά. Και ξανά πάλι το ίδιο. Mε αυτό τον τρόπο, είτε καθιστοί είμαστε, είτε είμαστε όρθιοι, ή ακόμα μπορούμε και να βαδίζουμε, μπορούμε να κάνουμε και να λέμε την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», άλλοτε είτε κρατώντας το κομποσχοίνι, και σε κάθε κόμπο να λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», είτε χωρίς το κομποσχοίνι, απλώς με τη βοήθεια, της αναπνοής. Το μυστικό, και ο τρόπος βρίσκεται, -και ειδικά αυτό αναφέρεται για τους αρχαρίους, για κείνους που βρίσκονται στην πρώτη Δημοτικού Σχολείου,- είναι να μάθουμε να συγκεντρώνουμε το νου μας, πάνω σ’ αυτές τις πέντε λέξεις, χωρίς να έχουμε σχήματα μέσα μας, ούτε φαντασίες, ούτε εικόνες, ούτε ιδέες, ούτε είδη, τίποτα. Ούτε άσχημα, ούτε καλά. Το μυαλό μας να είναι τελείως κενό. Η δύναμις της προσοχής, πρέπει να συγκεντρώνεται πάνω στις πέντε λέξεις. Με μία όμως προϋπόθεση: ότι λαχταράμε να σωθούμε. Να σωθούμε. Φωνάζουμε, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», με όλη τη δύναμη της ψυχής μας, όπως φώναζαν όλοι αυτοί προηγουμένως που αναφέραμε. Και έτσι λέμε την ευχή. Με αυτόν τον τρόπο. Για να μπορέσει ο νους να ενωθεί με τις λέξεις, ή καλύτερα, ο νους να αποκτήσει νοητά πλοκάμια, να αρπάξει αν είναι δυνατόν την ευχή, να την εγκλωβίσει μέσα της, και εν συνεχεία να την κατεβάσει κάτω, δηλαδή, να τη σπρώξει προς το μέρος της καρδιάς.

 Προβλήματα στην ευχή π. Χρ.: Υπάρχει εκδοχή ο αρχάριος στο θέμα της νοεράς προσευχής, να αισθανθεί κάποια ζάλη, να κουρασθεί, να αισθανθεί κάποια αδιαθεσία, μέσα από όλη αυτή την διαδικασία, δηλαδή να συγκεντρώσει το νου του πάρα πολύ …;

 π. Στ.: Ναι, βεβαίως, ασφαλώς, υπάρχει …;

π. Χρ.: Γιατί έχομε και τα δαιμόνια …;

 π. Στ.: Βεβαίως, εκτός των δαιμονίων, είναι και ο άνθρωπος, άνθρωπος είναι, με τις άλφα ή τις βήτα σωματικές δυνάμεις. Χρησιμοποιεί βέβαια βία, όσο είναι δυνατόν, ή …;. Μπορώ να σας πω ότι το πρώτο καιρό προκαλούνται και έντονοι πονοκέφαλοι, από την απόλυτη συγκέντρωση του νου. Εάν θέλει ο διάβολος να μας πειράξει, θα χρησιμοποιήσει κάποιον κρότο. Θα μας προκαλέσει έντονη φαγούρα στο σώμα. Ο σκοπός του είναι να διακοπεί η ευχή. Διότι τρέμει αυτό το όνομα. Δεν το θέλει αυτό το όνομα. Έχω μια ψυχή, να σας αναφέρω τώρα ενδεικτικά, η οποία μου είχε εξομολογηθεί πριν από είκοσι περίπου χρόνια, νεαρά ψυχή, νεαρά κοπελίτσα, ότι της φανερώθηκε μπροστά της ο δαίμονας, ολοζώντανος, χωρίς να είναι αυτό μέρος της πλάνης, από ό,τι διαπιστώθηκε εν συνεχεία από την πνευματική έρευνα που κάναμε. Γονάτισε ο διάβολος μπροστά της. Αν είναι δυνατόν, να γονατίσει ένας διάβολος, και της είπε, «ό,τι προσευχή θες κάμε, μόνο αυτό το όνομα μη λες. Μόνο αυτό το όνομα. Και εγώ θα σου χαρίσω τα πάντα. Και όλους τους νέους, στα πόδια σου. Μόνο σταμάτα να λες αυτό το όνομα.»

 π. Χρ.: Άρα μαστίζονται οι δαίμονες δια του ονόματος.

 π. Στ.: Ναι, ακριβώς, ακριβώς, το λέγει και ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, π. Χρ.: ονόματι Ιησού …;

 π. Στ.: Μάστιζε πολεμίους, έτσι ακριβώς. Ο τρόμος και ο φόβος των δαιμόνων, είναι αυτή η προσευχή. Η δική μας προσπάθεια, έγκειται, αφενός μεν να συμμετέχουμε σωστά, στον τρόπον με τον οποίον μας διδάσκει η Εκκλησία μας, το Ευαγγέλιο, οι κανόνες της Εκκλησίας, να έχομε πνευματικό, να εξομολογούμεθα τακτικά, να μετέχουμε στο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας, και κάνουμε και αυτού του είδους την άσκηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα παραλείψομε να μελετούμε το ιερό Ευαγγέλιο, ή κάποια άλλα ιερά βιβλία, πολύ ωφέλιμα, πολύ δε περισσότερο τους πατέρες της εκκλησίας μας, ακόμα δε περισσότερο τους νηπτικούς. Όχι αυτά δεν τα παραλείπομε. Είναι μία παράλληλη εργασία, η οποία έχει πολύ την ωφέλεια και πολύ το μελάκι της, συγγνώμη …;

 Για ποιο λόγο λέμε την ευχή π. Χρ.: Γέροντα, προσπαθούμε, υψηλά νοήματα να τα απλουστεύσομε. Εδώ, αυτά που έχετε γράψει, για να τα βιώσουν οι γέροντες και εσείς κατ’ επέκτασιν χρειάστηκε κόπος και πόνος πολύς. Για πέστε μου, για πιο λόγο λέμε την ευχή; Βλέπετε, επαναλαμβάνω τα ερωτήματα, για να μπορέσουμε να δώσουμε κατά τον απλούστερο και τον καλύτερο και τον πνευματικότερο τρόπο, όλες αυτές τις έννοιες περί της ευχής.

 π. Στ.: Για να απομακρύνουμε όσο το δυνατόν περισσότερο από κοντά μας την δαιμονική επίδραση, την επίδραση του διαβόλου. Τον βομβαρδισμό δηλαδή που δεχόμενα, από τους κακούς λογισμούς, τους αισχρούς, τους πονηρούς και τους βλασφήμους. Όλοι αυτοί οι λογισμοί οι οποίοι αποτελούν και την πρώτη αιτία για την πράξη της κακίας, γιατί πρώτα έρχεται ο λογισμός, μας παλεύει, προσπαθεί να μας ελκύσει, να κερδίσει την συγκατάθεση μας, και κατόπιν να την κάνει πράξη. Λοιπόν, για να καεί ο δαίμονας στην προσβολή του, λέμε την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Ή περιφρονούμε τον λογισμό, τον οποιοδήποτε λογισμό, εννοώ πάντοτε τον κακό λογισμό, τον αισχρό, τον πονηρό και τον βλάσφημο, ή τον περιφρονούμε, και παράλληλα λέμε την ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Για να καεί ο δαίμονας. Μάστιζε λοιπόν πολεμίους.

 Ο πόλεμος των λογισμών π. Χρ.: Γέροντα, με συγχωρείτε, ακούω πάρα πολλούς και στην ιερά εξομολόγηση – και σεις θα τα ‘χετε ακούσει – χιλιάδες φορές να λένε: «Βασανίζομαι από τους λογισμούς, προσεύχομαι και μου έρχονται βλάσφημοι λογισμοί, προσεύχομαι και μου έρχονται αισχροί λογισμοί, προσεύχομαι και μου έρχονται λογισμοί απιστίας», τι συμβαίνει εκεί;

 π. Στ.: Εδώ πολεμάται ο χριστιανός, για να παύσει να προσεύχεται, αλλά όσο πολεμείται από τους λογισμούς τόσο πιο πολύ και πρέπει να προσεύχεται. Γιατί την προσευχή τη φοβάται. Και ειδικότερα ό,τι αναφέρεται στο όνομα του Ιησού Χριστού. Εδώ τρέμει τους Χαιρετισμούς. Γι’ αυτό και πολεμείται. Γι’ αυτό και βλέπομε το μυαλό μας συνεχώς να φεύγει, να ταξιδεύει. Βέβαια η πρωταρχική αιτία και το πρωταρχικόν κακό βρίσκεται στην πτώση των πρωτοπλάστων. Εκεί ο νους ήταν ενωμένος με τον Θεόν. Και συνομιλούσε ο άνθρωπος ο πρωτόπλαστος, ο Αδάμ και η Εύα με τον Θεόν, δια μέσου του νοός. Αυτή ήταν η κοινωνία και αυτή ήταν η ένωσις. Αυτό διεσπάσθη με την πτώση και την αμαρτία, και αυτό εξακολουθεί να υπάρχει σήμερα. Μας δίδει βοήθεια το Άγιον Βάπτισμα, «ο πιστέυσας και βαπτισθείς σωθήσεται», έρχεται ύστερα η μυστηριακή ένωσις, με το μυστήριο της θείας Κοινωνίας, του Σώματος και του Αίματος του Ιησού Χριστού, και ακολουθεί και έπεται η πνευματική Κοινωνία μετά του Ιησού Χριστού. Αυτό που έκαναν οι Πρωτόπλαστοι και που το είχαν φυσικό, να το επαναφέρουμε εμείς πάλι μέσα στην καρδιά μας αν είναι δυνατόν μέσω της ευχής. Άρα όταν πολεμείται, πολεμείται για να μην υπάρξει, αυτή η ένωσις με τον Θεόν. Να μην φοβάται ο χριστιανός.

 Η ευθύνη του προσευχομένου π. Χρ.: Ο πιστός δεν έχει καμία ευθύνη όταν κατά την ώρα της προσευχής, του έρχονται αυτοί οι λογισμοί. Δηλαδή ο ίδιος ευθύνεται καθόλου; Μήπως δεν έχει καλλιεργήσει το νου του, μήπως δεν έχει κάνει αγώνα για κάθαρση, και έχει μερίδιο ευθύνης και βρίσκει ο πειρασμός, τον χώρον ελεύθερον και μπορεί να κινείται μέσα σ’ αυτόν τον χώρο;

π. Στ.: Βεβαίως και έχει ευθύνη και βεβαίως για να πολεμηθεί με κάποιους συγκεκριμένους …;

 π. Χρ.: Πότε γέροντα έχει ευθύνη και πότε δεν έχει;

 π. Στ.: Όταν δίνουμε το δικαίωμα στο διάβολο, με μία πράξη αμαρτίας που κάναμε χθες ή προχθές ή στο παρελθόν. Και οι οποίες πράξεις αυτές, έχουν γίνει βέβαια βίωμα και δευτέρα φύσις μέσα μας, και τις οποίες δεν έχομε εξομολογηθεί καθαρά. Δίνουμε δικαίωμα τότε στο διάβολο, να μας προσβάλει είτε με πονηρούς, είτε με αισχρούς λογισμούς. Για τους βλασφήμους, ναι μεν δεν έχουμε ευθύνη, όταν δηλαδή βλασφημείται το όνομα της Παναγίας, εσωτερικά εννοώ, μέσα στο νου, δεν έχουμε μεν ευθύνη, αλλά οπωσδήποτε, υπάρχει το πνεύμα του εγωισμού και της υπερηφάνειας, και εξαιτίας αυτών των βλασφήμων λογισμών, πρέπει να ταπεινώνεται ο άνθρωπος, και να ζητά το έλεος του Αγίου Θεού, για να εξαφανιστούν και αυτοί, χωρίς να ‘χει ευθύνη. Για τους άλλους έχει ευθύνη, γιατί προσπαθεί ο διάβολος, πώς; Παίρνοντας το δικαίωμα από τις πράξεις της αμαρτίας που κάναμε εμείς στο παρελθόν, προσπαθεί να μας τις θυμίζει είτε με σκέψεις είτε με εικόνες, για να κερδίσει την πρώτη γλύκα, της πράξεως της αμαρτίας, να αφήσομε την προσευχή, και να ασχοληθούμε με την εικόνα της αμαρτίας. Αυτός είναι ο σκοπός του διαβόλου στην προσευχή. Άρα, λοιπόν, πρέπει να σκεφθούμε ότι αυτός που εξομολογείται, ποία σχέση είχε με αυτούς τους συγκεκριμένους λογισμούς στο παρελθόν;

 π. Χρ.: Μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια …;

Η κάθαρση π. Χρ.: Και κάνοντας αγώνα πνευματικό και λέγοντας συνέχεια την ευχή, φθάνει στην κάθαρση του νου και της καρδιάς; π. Στ.: Η κάθαρσις είναι πολυετής. Δεν είναι της μιας ημέρας ή της δεύτερης ή της πρώτης εβδομάδος και τα λοιπά. Χρειάζεται χρόνια για να καθαριστεί ο άνθρωπος από όλες τις αδυναμίες που έχει, και από όλα τα πάθη. Δηλαδή να καθαρισθεί ο νους από τους λογισμούς. Γιατί καθαρίζονται πρώτα οι πράξεις, κόβονται οι συνήθειες, ένας καπνίζει, ένας χαρτοπαίζει, ο άλλος κάνει το άλφα, ο βήτα κάνει το γάμα. Λοιπόν κόβονται πρώτα οι συνήθειες, ύστερα κόβονται οι επιμέρους πράξεις. Κατόπιν αρχίζει ένας αγώνας έντονος, με το διάβολο, που ως λέων ωρυόμενος ζητά να καταπιεί τον οποιονδήποτε, και έχουμε και εμείς πείρα οι ίδιοι, πόσο λυσσομανεί όταν μας πολεμά γιατί θέλει να κερδίσει την ψυχή μας, και στο κάτω – κάτω της γραφής μας ζηλεύει κιόλας γιατί θα του πάρομε και τη θέση. π. Χρ.: Απαντήσατε στο λογισμό που είχα να σας κάνω τώρα. Γιατί μας πολεμάει τόσο πολύ τους ανθρώπους αυτός ο μισόκαλος; Τόσο πολύ; Διαβάσατε το λογισμό μου, ήταν …; Αμέσως λέγοντας αυτά, μου δημιουργήθηκε αυτή η απορία, γιατί τόσο πολύ; Θα του πάρομε τη θέση; Ε, βεβαίως θα του πάρομε τη θέση. Αυτός δεν έπεσε;

 π. Χρ.: Έπεσε.

 π. Στ.: Έπεσε, εξαιτίας του εγωισμού και της υπερηφάνειας, σκέφθηκε ισοθεΐα. «Και θήσω τον θρόνον μου υπεράνω του ουρανού, των ουρανών, και έσομαι όμοιος του Υψίστου». Έπεσε ο διάβολος, έμεινε ένα κενό επάνω, θα το καταλάβομε εμείς!

 Η θέωση π. Χρ.: Θα μπορούσε να φθάσει στη θέωση, εάν δεν έπεφτε εξαιτίας της αλαζονείας του; Ο σκοπός του ανθρώπου, δεν είναι η θέωσις γέροντα;

 π. Στ.: Είναι η θέωσις, αφού καθαρισθεί απ’ τα πάθη, και εφόσον έρθει σε μια περίοδο φωτισμού, κατόπιν έρχεται η θέωσις.

 π. Χρ.: Άρα, ο άνθρωπος επέλεξε, λάθος δρόμο για να φθάσει στη θέωση, διότι ο μισόκαλος ο διάβολος δεν του είπε «θα γίνεται θεοί, και σεις», άρα λοιπόν του υποδεικνύει, έναν άλλον τρόπον, από αυτόν τον τρόπον που υπέδειξε ο Θεός. Ό,τι κάνει μάλλον και σε μας σήμερα: «Έλα τώρα, που θα πας στην εκκλησία, έλα τώρα που θα εξομολογηθείς, έλα τώρα να γλεντήσεις, να διασκεδάσεις, να χαρείς τη ζωή σου» και επέρχεται κάποια ώρα αιφνιδίως ο θάνατος …;

π. Στ.: Και ο άνθρωπος βρίσκεται μακράν του Θεού.

 π. Χρ.: Μακράν του Θεού!

 π. Στ.: Πρέπει να επιμένουμε, να επιμένουμε, να επιμένουμε, στην πράξη της προσευχής, και ειδικότερα τη ευχής, πρέπει να επιμένομε όσο μπορούμε περισσότερο. Αυτό θα μας βοηθήσει, κατόπιν στην τήρηση των εντολών, η τήρησις των εντολών θα μας βοηθήσει στο να προσευχόμεθα, αυξάνεται η διάθεσίς μας για προσευχή και μελέτη και προσεκτική ζωή. Αυτό μας απομακρύνει απ’ το κακό, καλλιεργούνται έτσι οι αρετές, εκτοπίζεται σιγά – σιγά η δύναμις του διαβόλου, καθίσταται δύναμις – αδυναμία.

 Οι πρώτοι λογισμοί π. Χρ.: Μου προκύπτει άλλο ερώτημα γέροντα. Όποιος λέει την ευχή, πολεμείται περισσότερο απ’ το διάβολο;

 π. Στ.: Επειδή χρησιμοποιεί περισσότερο το όνομα του Ιησού Χριστού, πολεμείται περισσότερο στην αρχή, κατ’ αρχάς, για να του κόψει τη φόρα, να του κόψει την διάθεση, να τον απογοητεύσει, να του πει «έλα, όσο λες την ευχή, τόσο αυξάνονται και οι πειρασμοί» είναι ο πρώτος λογισμός, «επομένως λοιπόν, σταμάτησε αυτού του είδους την προσευχή, κάνε αυτές τις κοινές προσευχές που έχεις να κάμεις, και σου είναι υπέρ αρκετές, πας και στην εκκλησία, και όλα είναι καλά».

 Για τους κεκοιμημένους π. Χρ.: Αυτή η ευχή, χρησιμοποιείται μόνο για τους ζώντες ή μπορούμε να την χρησιμοποιήσομε και για τους κεκοιμημένους;

 π. Στ.: Α, βεβαίως, μπορούμε …;

π. Χρ.: δηλαδή έχω τύχει γέροντα σε ενταφιασμό, μοναχού ή μοναχής και βλέπω εκεί κάνουν κομποσκοίνι και λεν: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον την ψυχήν της δούλης σου ή του δούλου σου» και λοιπά. Και μού ‘χει δημιουργηθεί αυτό το ερώτημα …;

 π. Στ.: Και μάλιστα κάνουν και το σημείο του Σταυρού,

 π. Χρ.: Κάθε φορά που λένε …; Ναι, ακριβώς: «Κύριε Ιησού Χριστέ ανάπαυσε τον κεκοιμημένον δούλο σου Ιωακείμ μοναχό».

 π. Χρ.: Είναι η ίδια η ευχή που λέμε και για τον εαυτό μας;

 π. Στ.: Ακριβώς.

 Ο ένας εύχεται για τον άλλον π. Στ.: Επειδή συμμετέχουμε στην καθολική ανθρώπινη φύση, και είμεθα μέλη του σώματος του Χριστού, όταν λέω «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», εύχομαι για όλη την ανθρωπότητα. Και πολύ περισσότερο για τους χριστιανούς που είναι μέλη του σώματος του Χριστού. Γιατί αν εγώ είμαι το χέρι, σεις μπορεί να ‘στε το μάτι, ο άλλος είναι το πόδι, ο άλλος είναι κεφαλή, ο άλλος είναι κάποιο άλλο μέρος του σώματος, επομένως ο ένας βοηθάει, τον άλλον και ο ένας εύχεται για τον άλλον. Όλοι μαζί, σαν ένα σώμα, μία ψυχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Μπορούμε, όμως αν θέλουμε να χρησιμοποιήσομε και ονομαστικά την ευχή, δηλαδή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε τον δούλο σου Γεώργιο», «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε τον Ηλία που με αδίκησε». «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησε το Γιώργο που έμπλεξε με τα ναρκωτικά». «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησε τον Παύλο, διότι τα οικονομικά του θα τον τινάξουν στον αέρα, θα βρεθεί άνεργος». Και ούτω κάθε εξής. Μπορούμε να κάνομε και προσευχή, αν θέλομε ονομαστική, αλλά όμως μπορούμε κατά το πλείστον να λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», για να ελεήσει εμάς ο Θεός, να μας δώσει την απαιτουμένη υπομονή, να δώσει και φωτισμό στο Γιώργο, στον Παύλο, στη Μαρία, στην Αικατερίνη, και ούτω καθεξής, ή στον αδελφό συλλειτουργό μας.

 π. Χρ.: Άρα, γέροντα, ο μοναχός που από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός και από νυκτός μέχρι πρωίας λέγει την ευχή, ενώνεται με όλον τον κόσμο.

 π. Στ.: Ακριβώς.

 π. Χρ.: Άρα δεν είναι απόκοσμος.

 π. Στ.: Καθόλου απόκοσμος, είναι …; π. Χρ.: Άρα με την προσευχή του προσπαθεί να κάνει τον κόσμο κόσμημα.

 π. Στ.: Ακριβώς αυτό. Και είναι ο πλέον κοινωνικός διότι ενδιαφέρεται, για κάθε τι που συμβαίνει μέσα στον κόσμο, ευχόμενος, μαζί με άσκηση. Διότι ξαγρυπνά, διότι πονά, διότι γονατίζει, διότι κάνει χίλιες, και δυο χιλιάδες και τρεις χιλιάδες μετάνοιες κάθε βράδυ, διότι νηστεύει αυστηρότατα, και το κάνει αυτό, για όλον τον κόσμο. «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, και ελέησε και τον κόσμο σου». «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με και ελέησε την δεινοπαθούσα εκκλησία σου». Γιατί όχι; Ευεργέτης είναι ο μοναχός. Όπως ευεργέτης είναι και ο ιερεύς, που λέει «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», και το λέει, με τα Ειρηνικά, το λέει με τις συνοπτικές ευχές, με το «Παράσχου Κύριε». Δεν το λέει; «Την ημέραν πάσαν τελείαν, αγίαν, ειρηνικήν και αναμάρτητον, παρα του Κυρίου αιτησώμεθα» είναι «Ελέησον ημάς». Απαντούν οι ιεροψάλτες ή «Παράσχου Κύριε» ή «Κύριε ελέησον», αλλά το ίδιο πράγμα επαναλαμβάνουν. Πόσο μπορεί να επιδράσει η προσευχή μας, όταν αυτοί ζουν μέσα στην άγνοια

π. Χρ.: Μου δημιουργείται μια απορία τώρα, ποια είναι αυτή: Κάνομε προσευχή, ή μνημονεύομε των ονομάτων των ανθρώπων που ζουν μέσα στην πνευματική αδιαφορία. Πόσο μπορεί να επιδράσει η προσευχή μας, όταν αυτοί ζουν μέσα στην άγνοια, μέσα στην κοσμικότητα και μέσα στην αμαρτία;

 π. Στ.: Να σας πω. Θα σας φέρω ένα παράδειγμα, για να δείτε ότι ο Θεός δέχεται την προσευχή μας, και ρίχνει φωτισμό στη συγκεκριμένη ψυχή ή ψυχές, οι οποίες βρίσκονται στην αδιαφορία, στην άγνοια, στην επιμελημένη αδιαφορία. Και εις την ηθελημένη άγνοια. Λοιπόν, αν κάνουμε προσευχή, δέχονται φωτισμόν από τον Θεόν; Βεβαίως δέχονται. Ε, ας πούμε ότι βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι, και ξαφνικά μπροστά μας είναι δύο μονοπάτια τα οποία έχουν ένα φωτισμό θα λέγαμε ημίφωτο, πώς να το χαρακτηρίσω διαφορετικά. Και λέμε, θέλω τώρα να πάω στην Πάτρα, αλλά ποιο απ’ τα δυο μονοπάτια να ακολουθήσω, και ποιο είναι και πιο σύντομο. Και σκέπτομαι εκείνη τη στιγμή. Και ξαφνικά, φωτίζεται αριστερά μου ας πούμε ή δεξιά μου, ένας άλλος διάδρομος, ένα άλλο μονοπάτι, αλλά με έντονο φως. Αυτός είναι ο φωτισμός που δέχεται για να ακολουθήσει το καλό. Αλλά εκείνη τη στιγμή, ο άνθρωπος κρίνεται από μόνος του, διότι είναι ελεύθερος να κάνει την επιλογή, ανάμεσα στο φως και στο ημίφως ή στο σκοτάδι. Και διαλέγει. Ο φωτισμός και το έλεος του Θεού, θα σκεπάσει κάθε άνθρωπο διότι βρέχει επί δικαίους και αδίκους. Και ανατέλλει τον ήλιον – δεν το λέει; – και για τους καλούς, και για τους κακούς. Άλλοι έχουν ευεργεσία από τον ήλιο, και άλλοι εκμεταλλεύονται τον ήλιο για να κάνουν το κακό.

 π. Χρ.: Σας έκανα γέροντα αυτό το ερώτημα, διότι πάρα πολλοί λένε, «δεν προσεύχομαι άλλο, δεν αλλάζει». Πολλές γυναίκες που σηκώνουν σταυρό από δύστροπους συζύγους λένε: «Άντε παππούλη, δεν μπορώ άλλο, τόσα χρόνια προσεύχομαι, και δεν άλλαξε, παραμένει ο ίδιος, θα τον εγκαταλείψω, δεν προσεύχομαι άλλο γι αυτόν».

π. Στ.: Θα ήθελε να την εγκαταλείψει ο Θεός;

 π. Χρ.: Όχι.

 π. Στ.: Ε, πώς θα εγκαταλείψει αυτή τον άνθρωπό της; Το παιδί της, τον αδελφό της, τον γείτονα το κακό, τον δύστροπο σύζυγο και ούτω καθεξής. Να μάθει να προσεύχεται γι’ αυτόν, μέχρι την τελευταία δική της πνοή, ή μέχρι την τελευταία πνοή του άλλου. Κανένας μας δεν ξέρει τι θα ξημερώσει η αυριανή ημέρα. Και τι θα φέρει ο Θεός ως αποτέλεσμα, για να σωθεί αυτός ο άνθρωπος, για τον οποίο κάνομε προσευχή. Και για τον οποίο έχομε απελπιστεί.

 π. Χρ.: Η εκκλησία μας γέροντα, μας παρουσιάζει μέσα από το αγιολόγιό της, αγίους που ζούσαν μέσα στην άγνοια, μέσα στην περιφρόνηση της πίστεως, μέσα στην αμαρτία. Και όπως είπατε ήρθε η χάρις του Θεού και τους ανέδειξε, φώτα και Αγίους πράγματι. Υπομονή

π. Χρ.: Ο άνθρωπος έχει απεριόριστη υπομονή; Να σταθούμε και λίγο στα σύγχρονα προβλήματα, σε ένα μοναστήρι μέσα, σε μια οικογένεια μέσα, σε μια εργασία με έναν δύστροπο συνάδελφο …; Έχει ο άνθρωπος απεριόριστη υπομονή; Και από πού θα μπορέσει να αντλήσει αυτή την υπομονή, για να σηκώσει το Σταυρό του. Μου λένε πολλοί: «Βρέ παππούλη παπα-Χρύσανθε, σ ακούμε στο ράδιο, υπομονή, υπομονή, σηκώστε το Σταυρό σας, στο τέλος του δρόμου σας σωτηρία, αγιασμός και λοιπά». Από πού ο άνθρωπος γέροντά μου, θα αντλήσει αυτή την υπομονή, και μέσα από την εμπειρία των αγίων γερόντων.

 π. Στ.: Η εκκλησία μας λέγει ότι έχομε ανάγκη υπομονής, «υπομονής γαρ χρείαν έχετε. Και την υπομονήν Ιώβ ηκούσατε και το τέλος Κυρίου οίδετε». Σε κάποιο άλλο σημείο της Αποκαλύψεως μας λέει εκεί ότι, «ο υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται». Και «οίδα την υπομονήν σου, γι’ αυτό και θα σε φυλάξω από τους πειρασμούς που πρόκειται να έρθουν σ’ αυτή την εδώ τη ζωή». Κατ’ άνθρωπον πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος από μας, επειδή είναι αδύνατος, έχει όρια η υπομονή του. Κάποτε όταν ήμουνα νέος, πίστευα ότι η υπομονή δεν έχει όρια. Τώρα αρχίζω και πιστεύω ότι έχει όρια η υπομονή. Τώρα για να μην γονατίσουμε, από τους πειρασμούς της ζωής, και επειδή συστήνουμε συνήθως, σαν συμβουλή την υπομονή, και η υπομονή πολύ σωστά όπως τονίζετε – εγώ θα το πω, λίγο πιο απλούστερα – δεν είναι ένα πακέτο ζάχαρη που θα την πάρομε από το σούπερ μάρκετ, τα παλιά μπακάλικα, λοιπόν, χρειάζεται να γονατίσουμε και να ζητήσουμε υπομονή. «Αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε και ευρήσετε, κρούετε και ανοιγήσεται». Πρέπει για κάθε τι το οποίον έχομε ανάγκη, και ειδικότερα για αρετή, πρέπει να το ζητάμε από τον Πανάγιο Θεό. Και επειδή το «ελέησόν με» τα κρύβει όλα, γι’ αυτό και λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Δώσ’ μου υπομονή, αλλά και δώσ’ μου και τη δύναμη να κάνω υπομονή. Τη δύναμη να μπορώ σηκώσω το Σταυρό μου, μόνος μου δε μπορώ.

 π. Χρ.: Άρα πάμε στο χωρίον ότι «Άνευ εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Οι πλάνες π. Χρ.: Γέροντα, μέσα από την ευχή υπάρχει εκδοχή να δημιουργηθούν πλάνες;

 π. Στ.: Ασφαλώς.

 π. Χρ.: Έχουμε παραδείγματα και περιστατικά;

π. Στ.: Πολλά περιστατικά, τα οποία τα βλέπομε κατά κύριο λόγο στο Άγιον Όρος. Γενικά στους μοναχικούς χώρους. Αλλά και εδώ όμως μέσα στον κόσμο, όταν ο ευχόμενος, αυτός που κάνει προσευχή, θέλει να λέει το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» και δεν έχει πεπειραμένο και διακριτικόν οδηγό. Γιατί, αυτός που θα δώσει οδηγίες για την ευχή, πρέπει να ‘χει περάσει μέσα απ’ το καμίνι της ευχής. Πρέπει δηλαδή να έχει ξεπεράσει, το τρίτο στάδιο, όπου ο νους αρπάζει την ευχή και έχουμε μία, αίσθηση εσωτερική πνευματική, ότι η ευχή λέγεται μέσα στο νου, κάπου μέσα στο κεφάλι, τρόπον τινά. Και τότε επικαλούμεθα την θείαν χάρη η οποία έρχεται βοηθός και αρωγός, και κατεβάζει την ευχή μες στην καρδιά, αλλά όλες οι πρωτοβουλίες όμως, ανήκουν σε μας. Εμείς λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Εμείς ζητάμε το έλεος του Θεού, εμείς ζητούμε βοήθεια και συμπαράσταση και παρηγοριά. Εμείς τα ζητούμε αυτά τα πράγματα. Γι’ αυτό ακόμα, και η λατρεία που κάνομε εμείς, ως ορθόδοξοι κληρικοί, αυτή η λατρεία μας είναι λογική. Συμμετέχουμε εμείς με πλήρη αυτοσυνειδησία στην ευχή, ακόμα και στη θεία λειτουργία και στην ευχή. Έχομε αυτοσυνειδησία. Είμαστε δηλαδή και λειτουργούμε ως πρόσωπα. Έρχεται κάποια στιγμή, όπου «το Άγιον Πνεύμα όπου θέλει πνεί και την φωνήν αυτού ακούεις». Ακούεις. Ακούς την φωνήν του Θεού. Πώς την ακούς; Να κράζει μέσα στην καρδιά σου και στην καρδιά μου, «Αββά, ο Πατήρ», είσαι ο Πατέρας μου, είσαι ο σωτήρας μου, είσαι ο λυτρωτής μου, αυτός είσαι. Θεέ μου βοήθησέ με, ελέησέ με, αλλά πλέον, δεν ομιλεί ο άνθρωπος, αλλά ομιλεί το Άγιον Πνεύμα. Και τότε έχομε «το πέμπτο και τελειωτικό στάδιο», που είναι η χαρισματική προσευχή, εκεί τέμνεται πλέον η προσευχή, σταματάει η προσευχή, δεν προσεύχεται πλέον ο άνθρωπος, και έρχεται όλος ο νους του ανθρώπου σε έκσταση και θεωρία. Από κει αρχίζει η όρασις, από κει αρχίζει η θεοπτία, από κει είναι ο φωτισμός και η χάρις και οι αποκαλύψεις και τα απόρρητα του Αγίου Θεού. Σ’ αυτή την πορεία, υπάρχει πλάνη. π. Χρ.: Φθάσαμε τώρα σ’ αυτό το οριακό σημείο γέροντα, έτσι; Δηλαδή μπορεί ο διάβολος να μεταμορφωθεί σε άγγελον φωτός;

 π. Στ.: Βεβαίως, το λέει και ο Απόστολος Παύλος. Ανά πάσαν στιγμήν. Και μπορεί, επειδή στερούμεθα πείρας, να μας παρουσιάσει πράγματα τα οποία θα τα θεωρήσομε ότι είναι ευεργετικές επιδράσεις ή ενέργειες της θείας χάριτος, ενώ είναι ενέργειες της μαύρης χάριτος.

 π. Χρ.: Του Διαβόλου …; Μας λέτε παραδείγματα;

 π. Στ.: Ε, τώρα, είναι λιγάκι δύσκολο αυτό, γιατί πρέπει ο καθένας από μας που ασχολείται λιγάκι με την ευχή, να αναφέρει τι ακριβώς του συμβαίνει, για να του πει ο διακριτικός πνευματικός, «Πρόσεξε παιδί μου, αυτό δεν είναι της θείας χάριτος». Παραδείγματος χάριν κάνομε ευχή και μας λέγει κάτι μέσα μας, μια φωνή όπως την ακούμε: «Έσβησε το καντήλι, πήγαινε να το σβήσεις». Αυτό δεν μπορεί να είναι της χάριτος. Δεν μπορεί να σου πει ο Θεός διέκοψε την προσευχή σου για να πας να ανάψεις το καντήλι, παρόλο που το καντήλι για να το ανάψομε είναι ιερή πράξις. Θα καθίσουμε εκεί και θα πούμε «Όταν τελειώσω θα πάω να ανάψω το καντήλι». Εάν, όμως, σηκωθώ και πιστέψω στη φωνή αυτή, αυτή η φωνή δεν είναι του Θεού αλλά είναι εκ δεξιών του πονηρού. Έφερα δηλαδή ένα πτωχό παράδειγμα για να πω. Οι θόρυβοι, οι κρότοι, που δημιουργούνται. Καμιά φορά μπορεί να μας δημιουργηθεί και ένα είδος ρίγους, λέμε ιερόν ρίγος. Και το ρίγος δεν είναι καλό, στην ευχή δεν είναι καλό. Τα δάκρυα ακόμη πολλές φορές, καμιά φορά, μπορεί να ‘ναι συναισθηματικά, μπορεί να προέρχονται από άλλη αιτία, και να μην είναι της χάριτος, να μην είναι τα λεγόμενα γλυκήρροα δάκρυα, της μετανοίας, και ειδικότερα της χάριτος, διότι τα δάκρυα της χάριτος από τα δάκρυα της μετανοίας διαφέρουν. Άλλο πονώ για τις αμαρτίες μου, και άλλο έρχεται η χάρις του Θεού, και με πλένει με τα ίδια τα δικά μου τα δάκρυα. Υπάρχει μία διαφορά σ’ αυτά, σ’ αυτά τα δύο είδη δακρύων. Διότι υπάρχει και θεολογία ολόκληρη των δακρύων, όπως μας αναφέρουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Αφού φτάσαμε σε αυτό το σημείο …;

 Οι πλανεμένοι π. Χρ.: Μπορεί να πέσει γέροντα, ο ασκούμενος στην ευχή, να πέσει σε πλάνη ότι έχει και αποκαλύψεις και ότι βλέπει αγγέλους, ότι συνομιλεί με την Παναγία;

π. Στ.: Βεβαίως γι’ αυτό έχομε αυτή την κατηγορία των φωτισμένων, των λεγομένων φωτισμένων, που είχαν ταλαιπωρήσει κατά πολύ την Αθήνα, την εκκλησία, κατά το μάλλον ή ήττον από ένα πρόσωπο της κυρίας Ζολώτα ή ενός περιφήμου μεγάλου ανθρώπου εκεί δεν ξέρω τι ακριβώς ποια ήταν η ιδιότητά του πάντως …; Κατάφερνε αυτό ακριβώς που συμβαίνει και με τους Πεντηκοστιανούς: κατά την διάρκεια των κραυγών τους, να ‘χουν αίσθηση ότι μιλούν ξένες γλώσσες, και βλέπουν αγγέλους ή οράματα ή οτιδήποτε άλλο.

 π. Χρ.: Εκεί έχομε δαιμονικές παρεμβάσεις;

 π. Στ.: Έχουμε δαιμονικές παρεμβάσεις καθαρές. Και αυτό φαίνεται βέβαια από την ακαταστασία των λογισμών που έχουμε στη συνέχεια, από την ασυνέπεια που διακρίνεται στη ζωή τους, από την ταραχή που τους διακρίνει, και από τον θυμόν που διεγείρεται όταν θέλουν να υπερασπιστούν το δίκαιο ή το καλό. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις διακρίνεται ότι ο άνθρωπος έχει πλάνη. Και φαίνονται οι πλάνες που έχουν οι πλανεμένοι ας πούμε, από πολλά άλλα, από πολλά άλλα εξωτερικά στοιχεία, ενδείξεις μεν, δεν μπορώ ακριβώς να σας τις πω τώρα, αλλά φανερές όμως, ότι ο άνθρωπος αυτός βρίσκεται υπό την επίδραση της πλάνης. Ενδεικτικά δηλαδή ότι επηρεάζεται από το διάβολο.

 π. Χρ.: Και γιατί οι άνθρωποι αφήνουν την εκκλησία μας την Αγία, την ορθόδοξο, την ταμιούχο της θείας χάριτος, και πηγαίνουν στα βουρκόνερα των Πεντηκοστιανών, τι αναζητούν εκεί; Είναι η πλάνη του διαβόλου και θα φωτιστούν με το Πνεύμα το Άγιο;

 π. Στ.: Αυτό που επιδίωξε ο διάβολος, να φτάσει να γίνει όμοιος με τον Θεόν, αυτό επιδιώκει και το Εγώ μας. Ε, διαβάζουμε τον βίο ενός Αγίου και θέλουμε να του μοιάσουμε από σήμερα μέχρι αύριο.

 π. Χρ.: …; Δε γίνεται …;

 π. Στ.: Ε δε γίνεται, γι’ αυτό, επειδή δεν γίνεται, και επειδή αυτό χρειάζεται πολύς αγώνας και πολλή πάλη, γι’ αυτό ακριβώς έρχεται και η πλάνη. Αν δεν καλλιεργηθεί το πνεύμα το ταπεινόν, το ταπεινό φρόνημα, η ταπείνωσις, και αν δεν κυριαρχήσει σαν βεβαιότητα μέσα στην ψυχή μας ότι «τοις ταπεινοίς δίδωσι χάριν», δεν θα μας βοηθήσει ο Θεός, και θα πέφτουμε από την μία πλάνη στην άλλη. Χρειάζεται να μάθουμε να έχουμε καθαρή εξαγόρευση των λογισμών. Το λέω γι’ αυτούς που κάνουν προσευχή, ή γι’ αυτούς που είδαν ή άκουσαν ή αισθάνθηκαν κάτι. Ο παππούλης που δεν θα έχει, ας το πούμε τρόπον τινά, το ειδικό αυτό χάρισμα, ή που δεν θα είναι γνώστης κάποιων τοιούτων πνευματικών καταστάσεων, αν έχει και κείνος το ταπεινό φρόνημα, και πει από μέσα του Θεέ μου βοήθησέ με τώρα, να του δώσω μια σωστή απάντηση, θα φωτιστεί. Θα του δώσει τέτοια απάντηση που θα αποστομώσει το δαίμονα, και τον διάβολο της πλάνης, και θα δείτε ποία ταραχή θα δημιουργηθεί τότε στον άνθρωπο. Θα το διαπιστώσετε. Εσείς, κατόπιν εγώ, οποιοσδήποτε άλλος, δεν θα ενθυμούμεθα ύστερα από καιρό, την απάντηση που εδώσαμε, σ’ αυτόν τον ευλογημένο άνθρωπο, ο οποίος όμως μπορεί με την απάντησή μας να έχει σωθεί.

 Ο Ιωσήφ ο Ησυχαστής π. Χρ.: Πατέρα Στέφανε, τι έχετε διαβάσει, τι έχετε ακούσει, από τον παπά Εφραίμ τον Φιλοθεΐτη, για τον παππού, τον γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή;

 π. Στ.: Α, έχω ακούσει τόσα πολλά, είναι τόσα πολλά αυτά …; Κατά πρώτον λόγον ήτο πολύ βιαστής, βίαζε τον εαυτόν του δια την βασιλεία του Θεού.

 π. Χρ.: Τι σημαίνει γέροντα, βιάζω τον εαυτόν μου, δια τον κόσμο και τους αδελφούς μας που μας παρακολουθούν; Μεγάλο κεφάλαιο. π. Στ.: Θα πω κάτι που θα ξενίσει τους αδελφούς. Είναι μεγάλο πράγμα να κάθεσαι όχι σ’ αυτό το σκαμνί, αλλά σε ένα πολύ χαμηλότερο σκαμνάκι απ’ αυτά που καθόμαστε τώρα, από το κάθισμα το αναπαυτικό, και να έχω σκυμμένο το κεφάλι μου κατά το πρότυπον του προφήτου Ηλία όπως μας περιγράφεται στο βιβλίο των Βασιλειών, και να σκύβουν το κεφάλι ακόμα και ανάμεσα στα γόνατα, και να αρχίζω εκεί να λέγω την ευχή βιάζοντας, το νου να την παρακολουθεί, επί έξι και οκτώ και δέκα ώρες συνέχεια, χωρίς να κουνηθώ καθόλου. Καταλαβαίνετε τι μαρτύριο είναι αυτό, εκούσιο και σωματικό συγχρόνως; Αυτός ήταν ο γέρων Ιωσήφ. Γιαυτό ήτο και θεόπτης. Όποιος διαβάσει το βιβλίο του «Έκφρασις Μοναχικής Εμπειρίας», καταλαβαίνει τη θεοπτία του. Καταλαβαίνει ότι αυτός ήτανε ο συνεχιστής της παραδόσεως των Πατέρων για την, και ειδικότερα της Παλαμικής παραδόσεως ή ακόμα και των Κολυβάδων, για τη συχνή θεία Κοινωνία …; Ως συνεχιστή αυτής της παραδόσεως, στην εποχή μας, στους συγχρόνους καιρούς, τώρα, στις ημέρες μας, διότι άφησε υποτακτικούς, οι οποίοι απεδείχθησαν καθηγηταί της νοεράς προσευχής, να πάρομε τον πατέρα Ιωσήφ τον Βατοπεδινό, με την μεγάλη μονή Βατοπεδίου, και μονές που ιδρύθησαν στον κόσμο και στην Κύπρο, να πάρομε τον πατέρα Χαράλαμπο τον Διονυσιάτη, τον πατέρα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, τον πατέρα τον γέροντα το δικό μου τον Φιλοθεΐτη, με τέσσερα ανδρικά στο Άγιον Όρος, με τέσσερα έως δέκα, έξω στο κόσμο στην Ελλάδα, και δεκαοκτώ έως είκοσι σήμερα στην Αμερική και τον Καναδά. Δεν είναι μικρόν το έργο αυτό. «Από των καρπών γινώσκετε το δένδρον». Αυτό το δένδρο ήτο ένας γίγας, ασκήσεως και νηπτικής παραδόσεως, και προσευχής. Ήτο όντως καθηγητής της νοεράς προσευχής αλλά και μεγάλος ασκητής, ο οποίος για να δαμάσει την σάρκα του, για να δαμάσει τα πάθη του, για να δαμάσει τον σαρκικό πόλεμο να πω, εκτυπούσε αλύπητα τον εαυτό του κατά τέτοιο τρόπο, χωρίς να είναι μαζοχιστής, όπως θα λέγαμε σήμερα, έτσι, που έσπαζε το ξύλο πάνω, απάνω στα πόδια του, έσπαζε το ξύλο. Όχι έσπαζε το πόδι του. Ασκείτο κατ αυτόν τον τρόπον, για να διώξει από μέσα την επιθυμία που ασκούσε τη βία πάνω στη σάρκα.

 π. Χρ.: Και μέσα από όλο αυτό τον αγώνα, ο πιστός υποτάσσει το θέλημα της σαρκός εις το πνεύμα.

 π. Στ.: Ακριβώς, γιατί έλεγε και το λέγει, παντού, και το λένε και οι πατέρες μας, αυτός που πρέπει να κυβερνά πρέπει να είναι ο νους. Νους, είναι ο κυβερνήτης, δεν είναι το σώμα μας, ούτε οι αισθήσεις μας. Και οι αισθήσεις μας όλες, από σωματικές πρέπει να γίνουν πνευματικές, πρέπει να πνευματοποιηθούν, τα μάτια μας, να πάψουν να βλέπουν σαρκικά και πονηρά, να βλέπουν πνευματικά. Τα αυτιά μας να ακούν μόνο την φωνήν του Θεού, και όχι τη φωνή του κόσμου ή του διαβόλου. Η αφή μας να γίνει πνευματική. Η όσφρησίς μας επίσης να αισθάνεται την ευωδία του Παναγίου Πνεύματος, γιατί έχει όντως, ευωδία το Πανάγιον Πνεύμα, όπως κάθε τι ουράνιο και αγγελικό. Εάν συνεχίσουμε με επιμονή να λέμε το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Κοσμικοί άνθρωποι λένε ότι από την πολλή ευχή την προφορική που λέγουν αισθάνονται πάτερ σα να έχουν μια καραμέλα στο στόμα. Αυτό τώρα τι είναι; Πλάνη είναι αυτό ή είναι μια αλήθεια; Είναι μια, πώς να πει κανείς, μια σταγόνα από τον ειρηνικό ωκεανό, που σου παίρνει και σου λεν να αυτό είναι θάλασσα, και στο βάζει στο στόμα. Και αποκτάς από τότε δύναμη και λες, αχ, και άλλη μια σταγόνα, και άλλη μια σταγόνα αφού έχει τόση γλύκα αυτό το πράγμα. Γιατί όχι. Να κάνω κάθε θυσία για την αγάπη του Θεού. Να παραμερίσω τα πάθη μου, να μην υποτάσσομαι τόσο πολύ, στα θελήματα τούτου του κόσμου, όπου όλος κείται εν τω πονηρώ. Αυτό είναι.

 Το Θαβώριον φώς π. Χρ.: Και οι γέροντες, έβλεπαν αυτό το Θαβώριον φώς;

π. Στ.: Υπάρχει ο φωτισμός, κοιτάξτε, υπάρχει ο φωτισμός του νου.

π. Χρ.: Μιλήσαμε για τα στάδια.

 π. Στ.: Ναι, στο τέταρτο ή στο πέμπτο στάδιο έχομε φωτισμό. Ο άνθρωπος βλέπει εσωτερικά, εφόσον καθαρισθεί ο νους, βλέπει το κτιστόν φώς του νοός, που είναι φώς. Ο άνθρωπος φώς, ο Πατήρ φώς, ο Υιός φώς. Φώς το Πανάγιον Πνεύμα. Ο ένας Θεός Φώς, αλλά φώς και η ψυχή μας. Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν πλασμένος ο άνθρωπος φώς, ο νους, φώς το πνεύμα του, του ανθρώπου, κτιστόν όμως. Μπορεί να δει και ένα φώς που να, εσωτερικά μέσα του, που να μην είναι το φώς του Θεού, ούτε το φώς του νοός, αλλά να είναι φώς αγγελικόν, και να είναι κτιστό. Και αυτό κτιστό. Εάν το φώς του νοός, το κτιστόν φώς, θεόκτιστον αποκαλείται, – το φώς του νοός, θεόκτιστον, ο Θεός το έχει κτίσει,- αν δούμε μέσα μας και το φώς το κτιστόν των αγγέλων και το προσλάβομε, ως φώς Θεού, μπαίνομε σε πλάνη. Και όλος ο κόπος μας πάει χαμένος. Και αυτό εξ αιτίας της οιήσεως και της υπερηφανείας. Ο άνθρωπος κατόπιν έρχεται, σε κάποια στιγμή που ο Θεός ορίζει, όταν ο Θεός το θέλει, όταν εκείνος το επιτρέψει, κάτω από τις δικές του προϋποθέσεις – και δεν ξέρω, δεν μπορεί κανένας να μπει στην άβυσσο των κριμάτων, του Αγίου Θεού – ο προσευχόμενος, ο ευχόμενος, ο ασκητής, ο άγιος, βλέπει το Θαβώριον Φως. Το είδε κάποτε ο γέρων Παΐσιος – και περιγράφεται αυτό στα βιβλία του πατρός Παϊσίου – και ήταν μέρα, όταν είδε το Φώς, και βγήκε έξω. Μέρα μεσημέρι, λοιπόν, λέει σ’ έναν μοναχό που τον συνάντησε εκεί, «τι λαμπερό είναι σήμερα», λέει, «το φεγγάρι». «Ποιο φεγγάρι πάτερ», του λέει. «Δεν είναι φεγγάρι, ειν’ μέρα μεσημέρι». «Τι λες βρε παιδί μου». «Μέρα μεσημέρι είναι». Και τότε κατάλαβε ότι το φώς του Θεού είναι υπέρ τον ήλιον. Δε λέμε και στην εορτή της Μεταμόρφωσης, «έλαμψε ο νους ο ήλιος, και τα ιμάτιά του εγίνοντο λευκά ως το φώς»; Κάτι πολύ περισσότερο απ’ αυτό. Είναι όσο είναι δυνατόν, να αντέξουν τα θνητά μάτια του ανθρώπου. Πρώτα ο άνθρωπος βλέπει το φως εσωτερικά, και κατόπιν – όταν ο Θεός τον αξιώσει, και κάτω από τις ειδικές προϋποθέσεις και συνθήκες που είπαμε, αγιασμού, χωρισμού από την αμαρτία, εξαγιασμού των αισθήσεων και τα λοιπά – φθάνει να καταξιωθεί μέσα από την πνευματική όραση, και την πνευματική αίσθηση και να δει το φως του Θεού. Καταξιωμένοι λειτουργοί του Υψίστου είδαν το φως, μερικές φορές χωρίς να ξέρουν. π. Χρ.: Στο προηγούμενο βιβλίο, «Εμπειρίες από τη Θεία Λειτουργία».

 π. Στ.: Ναι, εκεί αναφέρομε μερικούς εκεί, γιατί είχα έτσι αυτή την ευλογία, να συναντήσω έτσι κληρικούς, δεν ξέρω, ίσως ο καλός Θεός, μου τους παρουσίασε από την παιδική ακόμα και νηπιακή ηλικία, να γνωρίσω τέτοιους ευλαβείς κληρικούς, με το βλέμμα του Θεού που δεν έχει χρόνο, -να το πούμε και αυτό, δεν έχει ο Θεός χρόνο,- ώστε να ‘ρθεί κάποια στιγμή, να μου τα θυμίσει, διότι είχα και μια κακή συνήθεια, πολύ κακή συνήθεια, να κρατώ σημειώσεις.

 π. Χρ.: Ευλογημένη συνήθεια.

 π. Στ.: Και να διαπιστωθεί βέβαια αυτό το πράγμα ότι όλα αυτά έχουν μία βασική αλήθεια, και να μου επιτρέψετε στο τέλος να κλείσω με κάτι.

 Οι γκουρού και οι γιόγκηδες π. Χρ.: Πριν κλείσομε έχω ένα ερώτημα ακόμα. Γέροντα, έχουμε όλον αυτόν τον πλούτον, της ασκητικής της ορθοδοξίας μας. Και τι κρίμα, που οι άνθρωποι αντί να κάνουν χρήση, αυτής της ασκητικής, της ευχής, της συμμετοχής στα ιερά μυστήρια της εκκλησίας μας, να καταφεύγουν στη γιόγκα για παράδειγμα. Και μέσα από τον διαλογισμό και μέσα από κείνες τις ασκήσεις, που έχουν σχέση με τον Ινδουισμό και με το Βουδισμό να αναζητούν τη λύτρωση .;

 π. Στ.: έχουνε π. Χρ.: να αναζητούν τη λύτρωση …;

 π. Στ.: Ψάχνουμε πάντοτε, αλλά δεν ψάχνομε στο σωστό δρόμο. Και ψάχνομε και με λανθασμένο τρόπο. Δεν θέλομε να μπούμε στον κόπο να αποβάλομε τα πάθη μας, και να αποβάλομε τον εγωισμό και την υπερηφάνειά μας, και ψάχνομε να βρούμε κάποια τεχνική, την οποία μας διδάσκουν, οι ψευτο-ινδουιστές και οι π. Χρ.: οι γκουρού και οι γιόγκηδες π. Στ.: οι γκουρού και οι γιόγκηδες, π. Χρ.: που κατέκλυσαν την πατρίδα μας γέροντα, π. Στ.: δυστυχώς αυτό, οι οποίοι δεν έχουν τίποτε άλλο να μας πουν παρά επειδή πιστεύουν στον Πανθεϊσμό, έχουν την άποψη και την θέση, ότι η ψυχή τους, όλος ο άνθρωπος, αποτελεί μέρος του Σύμπαντος. Και προσπαθούν να ελκύσουν την παγκόσμια αυτή ενέργεια, και κατόπιν να ταυτιστούν με αυτήν και να γίνουν ένα, οπότε φτάνουν σε μιαν κατάσταση η οποία ονομάζεται νιρβάνα. Αυτό είναι. Αλλά αυτή η κατάσταση είναι ψευδής. Είναι ψεύτικη. Μπορεί να φέρει μία τέτοια ας πούμε κατάσταση ειρήνης, αλλά την οποία όμως ο γκουρού, δεν θέλει να την διακόψει. Προσέξτε: εάν πάρει φωτιά, το σπίτι του διπλανού του, δεν θα τρέξει να τη σβήσει. Γιατί δε θέλει να χάσει τη νιρβάνα του. Ο ασκητής όμως που κάνει νοερά προσευχή, μόλις αντιληφθεί ότι πήρε φωτιά το κελί του διπλανού του ασκητού, θα αφήσει τροχάδην την προσευχή του, και θα αρπάξει το πρώτο κουβά με νερό που θα βρει μπροστά του, να τρέξει να σβήσει την καλύβα. Εμείς εργαζόμαστε ως πρόσωπα. Εκείνοι ως απρόσωπα όντα. Εμείς έχομε αυτοσυνειδησία, και γνωρίζει ο καθένας ότι είναι αυτός, αυτός που είναι, με το πρόσωπο, με το όνομα, με αυτό που είναι. Και που παρακαλεί τον Θεόν, ως παιδί και πλάσμα Του να τον σώσει. Και να τον καταξιώσει από κει που εξορίσθη, εκεί να τον επαναφέρει.

 Η χαμένη πατρίδα π. Χρ.: «Παραδείσου πάλιν, ποιών πολίτην με.»

 π. Στ.: Ακριβώς. Υπάρχουν τέτοια δείγματα και θα ‘θελα να κλείσω, δεν ξέρω τι χρόνο διαθέτουμε, π. Χρ.: Εσείς θα κλείσετε.

 π. Στ.: Ενθυμούμαι, κάποια ψυχή, η οποία βγαίνοντας από την εκκλησία μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, έλεγε συνεχώς την ευχή, «Κύριε Ιησού χριστέ ελέησόν με», «Κύριε Ιησού χριστέ ελέησόν με». Ύστερα άφησε την ευχή και άρχισε να λέει «Ιησού μου», «Ιησού μου», «Ιησού μου», «Ιησού μου», τόσο πολύ απορροφήθηκε από την ευχή ώστε, απορρόφησε την ευχή ο ίδιος και απορροφήθηκε από την ευχή. Εν τω μεταξύ είχε ακουμπήσει στη στάση του λεωφορείου. Και περίμενε να περάσει το λεωφορείο να μπει μέσα και να πάει στο σπίτι του. Όταν πέρασε το λεωφορείο και κοίταξε την ώρα, είχαν περάσει δύο ώρες. Πόσα λεωφορεία είχαν περάσει μπροστά του;

 π. Χρ.: Είχε λησμονήσει το χρόνο;

 π. Στ.: Είχε χάσει το χρόνο! Που τον πήγε ο Θεός δεν ξέρομε. Εκείνο που ξέρομε είναι ότι έζησε, πήγε για λίγο στη χαμένη πατρίδα. Και ξαναγύρισε στη ζωή με τα αγκάθια της, και τις δυσκολίες της. Που όμως «πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». «Πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». Και ο Θεός άμα λίγο πιστεύομε, ανοίγει δρόμους και χαρές.

 Επίλογος π. Χρ.: Πάτερ Στέφανε, ευχαριστώ πάρα πολύ, που υποβληθήκατε εις τον κόπον, να ‘ρθείτε να μιλήσομε για το νέο σας βιβλίο, το οποίον αυτές τις ημέρες κυκλοφόρησε, και να κάνομε εδώ ταπεινά και απλά μία παρουσίαση του βιβλίου, «Η ευχή μέσα στον κόσμο». Εγώ πραγματικά σας λέγω ότι το διάβασα το βιβλίο, δεν μπορούσα να το σταματήσω, και όσο προχωρούσα τόσο το αγαπούσα και τόσο το μελετούσα και αισθανόμουν πραγματικά μία γλυκύτητα μέσα στην καρδιά μου. Έχει κυκλοφορήσει νομίζω σε όλα τα βιβλιοπωλεία, σε όλα τα χριστιανικά βιβλιοπωλεία, «Η ευχή μέσα στον κόσμο», του πρωτοπρεσβυτέρου, του πατρός Στεφάνου. Δια τον κόπο που κάνατε, ευχαριστούμε θερμότατα, θα μας δώσετε πάλι χαρά, να ‘ρθείτε εδώ προς Δόξαν Θεού πρωτίστως, να μιλήσουμε, για σύγχρονα ποιμαντικά προβλήματα, για σύγχρονα θέματα που αφορούν τους ανθρώπους, θέματα γάμου, ξέρετε, το ‘πατε προηγουμένως γέροντα, επικρατεί όλη αυτή η αλλοτρίωση, δεν ξέρουν οι άνθρωποι γιατί βαπτίζουν τα παιδιά τους, δεν ξέρουν γιατί πανδρεύονται, δεν ξέρουν το σκοπό του γάμου, δεν ξέρουν τι σημαίνει ιερά εξομολόγηση, θεία κοινωνία, μυστηριακή ζωή. Δυστυχώς, ίσως να ξέρουν πιο πολλά κάτω στην Αφρική, από όσα ξέρουν πλέον, οι Έλληνες ορθόδοξοι, οι αδελφοί μας τα παιδιά μας, οι αλλοτριωμένοι, δεν ξέρω πόσο ευθυνόμαστε εμείς, πόσο ευθύνεται το σύστημα, πόσο ευθύνονται οι ίδιοι. Εσείς θα ξέρετε, κρατείστε σας παρακαλώ πολύ αυτούς τους προβληματισμούς, και …;

 π. Στ.: Είναι και δικοί μου προβληματισμοί ! Τους ζω κάθε μέρα, αυτούς τους προβληματισμούς. Γιατί η ποιμαντική μέριμνα, κάθε κληρικού, πρέπει να είναι και η αγωνία του για τη σωτηρία των ανθρώπων, σ’ αυτή την σύγχρονη κοινωνία που ζούμε, η οποία όσο περνάει ο καιρός, τόσο και απομακρύνεται απ’ την αγάπη του Θεού.

 π. Χρ.: Είναι η αποστασία, ψυχράνθηκε ο άνθρωπος, έγινε τσιμέντο, τον επηρέασε η άσφαλτος, τον επηρέασαν όλα αυτά τα υλιστικά μηνύματα, τα οποία τον έχουν οδηγήσει στα αδιέξοδα. Γι’ αυτό βλέπομε αυτοκτονίες νέων παιδιών, γι’ αυτό βλέπουμε να καταφεύγουν στα ναρκωτικά, και σε όλους αυτούς, τους λαοπλάνους, που τους υπόσχονται έναν παράδεισο και αναφέρομαι, σ όλους, τους πλανεμένους και σε όλες τις αιρέσεις.

 π. Στ.: Και όχι μόνον αυτό, αλλά τη μεγαλυτέρα καταστροφή σήμερα την κάνουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι τηλεοράσεις κατά κύριον λόγον, γιαυτό και χαίρομαι ιδιαίτερα που υπάρχει τηλεοπτικός σταθμός εδώ στην Πάτρα, και λυπούμαι αφάνταστα διότι δεν έχει η Εκκλησιαστική Διακονία, η Εκκλησία της Ελλάδος δηλαδή, ένα τηλεοπτικό σταθμό,

 π. Χρ.: …;πανελληνίου εμβέλειας …; π. Στ.: …;που να παρουσιάζομε με πανελλήνια εμβέλεια, ακόμα και στο εξωτερικό, για να μπορούν οι άνθρωποι, να μην έχουν δικαιολογία, ότι δεν προβάλλεται και το καλό. Διότι προβάλλεται μόνο το κακό.

 π. Χρ.: Και ξέρετε γέροντα, είπαμε να τελειώσομε, αλλά μαζί σας μπορεί κανείς να μιλάει, έτσι απλά και ταπεινά πολλές ώρες. Το μεγάλο κακό που μας έκανε η τηλεόραση είναι ότι μας εξοικείωσε με την ανηθικότητα, με τη βρωμιά, με τη ρυπαρότητα, μας εξοικείωσε, και τα παιδιά μεγαλώνουν σε αυτή τη νοοτροπία, και δεν καταλαβαίνουν την άλλη τη γλώσσα, της αρετής, της πίστεως και της Εκκλησίας.

 π. Στ.: Το κακό, το βλέπουν σαν καλό. Την αδικία σα δίκαιο, τι να πει κανείς, το πικρό γλυκό, και ούτω κάθε εξής. Την αμαρτία αρετή. Την αμαρτία αρετή!

 π. Χρ.: Και αυτή είναι ίσως η μεγαλυτέρα αμαρτία. Η διαστροφή της αλήθειας.

 π. Στ.: Έτσι ακριβώς. Ο καλός Θεός …;

π. Χρ.: Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ, να ευχηθούμε να ‘χετε δύναμιν χάριν και ευλογίαν, να γράψετε και άλλα βιβλία. Εμείς τα βιβλία σας τα κάνομε εκπομπές. Θα το κάνομε και αυτό με την άδειά σας..

 π. Στ.: …;Βεβαίως …;

π. Χρ.: …;Εκπομπή. Άλλωστε εσείς γράφετε πάντα προς Δόξαν Θεού. «Είτε τι ποιείτε, πάντα προς δόξαν Θεού ποιείτε», εις τρόπον ώστε, οι ακροατές μας που σας ακούν τόσα χρόνια, να ακούσουν και το νέο σας βιβλίο, αλλά καλό όμως είναι, να το κάνουν και δώρο, καλόν είναι να το ‘χουν στην βιβλιοθήκη τους, για να μάθουν τα της νοεράς προσευχής. Να μάθουν την έννοια, την αξία, και την σημασία του «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με, τον αμαρτωλόν». Χαίρετε, να είστε πάντα καλά! Ευλογείτε, την ευχή σας!

 π. Στ.: Και τη δική σας ευχή!

π. Χρ.: Σας περιμένομε πάλι εδώ.

Πηγή:http://agioritis.pblogs.gr/622078.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Tο Mυστήριο της Mετανοίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Μαΐου, 2010

met1.jpgΤι είναι η εξομολόγηση;

Είναι το μυστήριο της μετάνοιας μιας ψυχής, που συναισθάνεται την ευγνωμοσύνη αλλά και την ενοχή της ενώπιον του Χριστού, που σταυρώθηκε για να αναλάβει τις αμαρτίες μας και να μας επιστρέψει στον Παράδεισο. Ομολογεί κατόπιν ο άνθρωπος τις αμαρτίες του και υπόσχεται να αγωνιστεί για να εφαρμόσει το θέλημα του Θεού με ακρίβεια και αγάπη.

Τι είναι αμαρτία;

Αμαρτία είναι η παράβαση του θελήματος του Θεού. Συχνά έρχονται στον εξομολόγο άνθρωποι που ισχυρίζονται ότι δεν έχουν κάνει σοβαρές αμαρτίες. Νομίζουν ότι αμαρτία είναι μόνον ο φόνος, η μοιχεία κλπ. Όμως η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η περιφρόνηση του Θεού. Και περιφρονεί κανείς το Θεό όταν δεν ενδιαφέρεται να μάθει το θέλημά Του και να το εφαρμόσει στη ζωή του. Έτσι απομακρύνεται σταδιακά από το Θεό και χάνει την ουράνια βασιλεία και μακαριότητα. Αυτό είναι ο πνευματικός θάνατος.

Ποιος ανακάλυψε την εξομολόγηση;

Κανείς δεν εφεύρε την εξομολόγηση ! Μας την παρέδωσε ο ίδιος ο Χριστός, όταν έδωσε στους Αποστόλους εντολή να συγχωρούν αμαρτίες, εν ονόματι του Θεού. Από τότε οι Απόστολοι χειροθέτησαν τους επισκόπους και αυτοί με τη σειρά τους, τους ιερείς και ποιμένες μέχρι σήμερα. Όσο μεγάλος ‘γιος και να είναι κανείς, δεν σώζεται χωρίς την εξομολόγηση, γι΄αυτό και ανήκει στα υποχρεωτικά μυστήρια, όπως και το βάπτισμα.

Ποιο νόημα έχει η εξομολόγηση; Εγώ τα λέω μόνος μου στο Θεό!

Άλλο πράγμα να τα λες σε έναν φίλο σου, ή ακόμη και στο Θεό (αλλά δεν ξέρεις φυσικά αν σε ακούει, γιατί και ο Φαρισαίος μιλούσε, αλλά μόνον αυτός τα άκουγε!) και άλλο πράγμα να τα λές στον πνευματικό που είναι πρόσωπο μπροστά στα μάτια σου και εκπρόσωπος του Θεού εκείνη τη στιγμή. Η εξομολόγηση σβήνει τις αμαρτίες όλες (αν φυσικά είναι ειλικρινής η μετάνοια) και ο άνθρωπος ξαναφτάνει στη στιγμή του βαπτίσματος, δηλαδή όπως όταν ο Χριστός τον ξέπλυνε με το αίμα του και τον καθάρισε. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δεν χρωστάς στο Θεό και δεν πρόκειται να κριθείς, αλλά θα μπείς αυτόματα στη βασιλεία Του. Μάλλον η βασιλεία Του έχει έρθει ήδη από τώρα μέσα στην ψυχή σου.

Εγώ κοινωνάω, αλλά δεν εξομολογούμαι, μπορώ να σωθώ;

Κανείς δεν είναι άξιοςνα μεταλαμβάνει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού και όποιος το κάνει αυτό όχι μόνον δεν ωφελείται αλλά βάζει κρίμα μεγάλο στο λαιμό του. Ο Απόστολος Παύλος λέει ότι για το λόγο ότι πολλοί κοινωνάνε απροετοίμαστοι, αρρωσταίνουν και μερικοί και πεθαίνουν. Γι΄αυτό είναι απαραίτητη η προετοιμασία πριν τη θεία Κοινωνία και μάλιστα με τον καθαρισμό της Εξομολόγησης.

Πως πρέπει να εξομολογούμαι;

Όταν προετοιμάζεσαι για εξομολόγηση, ζήτα από το Θεό να σου δώσει φώτιση και ταπείνωση, ώστε να μπορέσεις να δεις όλες τις αμαρτίες σου και να ξεριζώσεις τα πάθη από την ψυχή σου. Έπειτα όταν πέφτεις σε μια αμαρτία, μην περιμένεις να πας για εξομολόγηση για να μετανοήσεις, αλλά εκείνη τη στιγμή να ζητάς από το Θεό να σε συγχωρέσει και έτσι πάντοτε θα είσαι καθαρός. Τέλος όταν πας για εξομολόγηση θα πείς όλες τις αμαρτίες σου, ότι θυμάσαι από τη στιγμή που γεννήθηκες μέχρι σήμερα, χωρίς να κρύψεις το παραμικρό, όπως δεν κρύβεις από το γιατρό τις πληγές σου, επειδή ντρέπεσαι!

Και τι γίνεται α ο πνευματικός φανερώσει μία αμαρτία μου;

 Είναι μεγάλη αμαρτία να ξεφύγει κάτι από τον πνευματικό, από τις αμαρτίες των άλλων, γι΄αυτό και η εκκλησία δεν δίνει αυτό το χάρισμα σε όλους τους ιερείς, αλλά μόνον σε εκείνους που είναι ικανοί και έχουν κάποια ηλικία και μόρφωση συνήθως. Πρόσεξε όμως γιατί είναι αμαρτία και εσύ ο ίδιος να λες τι σου είπε ο πνευματικός στην εξομολόγηση για τις αμαρτίες σου και τι κανόνα σου έβαλε να τηρήσεις και να το συγκρίνεις με άλλους ανθρώπους και να κρίνεις.

Ο Κανόνας τι αντιπροσωπεύει;

 ΚΑΝΟΝΑΣείναι μια οδηγία που θα σου δώσει ο πνευματικός για να εφαρμόσεις και να βοηθηθείς στην πνευματική σου ζωή. Ας πούμε θα σου πει να λες κάθε μέρα τους Χαιρετισμούς στην Παναγία ή το “Πάτερ ημών” κλπ. ή να λες το “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” τριάντα φορές την ημέρα.

Τι είναι το ΕΠΙΤΙΜΙΟ;

ΕΠΙΤΙΜΙΟ είναι μια “συνταγή” που θα σου δώσει ο γιατρός της ψυχής (πνευματικός) για να σε βοηθήσει στη μετάνοια. Γιατί η μετάνοια δεν αποκτάται κατά παραγγελία, αλλά χρειάζεται κόπο και προσπάθεια και κάποια μυστικά που θα τα μάθεις από πνευματικά βιβλία και τον πνευματικό σου. Μπορεί να σου πει να νηστέψεις τρείς μέρες ή να επισκεφτείς ένα Ιδρυμα ή να δώσεις ελεημοσύνη για την ψυχή σου κλπ.

Πρέπει να έχω τον δικό μου Πνευματικό;

Όπως έχεις τον οικογενειακό γιατρό που ξέρει το ιστορικό σου από παιδί και σε συμβουλεύει για κάθε πρόβλημα υγείας, έτσι πρέπει να έχεις και τον πνευματικό που να σε ξέρει και να τον εμπιστεύεσαι ότι και αν συμβεί. Στην αρχή ίσως χρειαστεί να γνωρίσεις 2-3, μέχρι να διαλέξεις εκείνον που αναπαύει την ψυχή σου και σε βοηθάει περισσότερο να πλησιάσεις το Θεό, αλλά μετά πρέπει να τον βλέπεις σαν πνευματικό πατέρα, αναντικατάτατο.

0πηγή:http://agioritis.pblogs.gr/2010/05/to-mysthrio-ths-metanoias.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή των Αγίων Πάντων(Ματθ. ι΄ 32)

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Μαΐου, 2010

 agioipantes.jpg

«Πας ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς». (Ματθ. ι΄ 32).

Με τη σημερινή Κυριακή των Αγίων Πάντων ολοκληρώνεται ο δεύτερος μεγάλος εορταστικός κύκλος με επίκεντρο το Πάσχα και που είναι γνωστός ως κύκλος του Πεντηκοσταρίου, αφού κυρίαρχη γιορτή αυτής της περιόδου είναι η γιορτή της Πεντηκοστής. Στόχος και των δύο κύκλων, αυτών του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου, είναι να βοηθηθεί ο άνθρωπος να πάρει σαν βραβείο της αγωνιστικής του πορείας την αιώνια ζωή. Μια ζωή για την οποία ο Θεός δημιούργησε όλες τις προϋποθέσεις, ιδιαίτερα με την εναν8ρώπιση, τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Κυρίου, τέλος δε με την αποστολή του Αγίου Πνεύματος, κατά την Πεντηκοστή, φωτίζοντας, ενισχύοντας και καθοδηγώντας με τη δύναμη του Παναγίου Πνεύματος.

Μέσα σ’ αυτούς τους κύκλους έχουμε δυο σωστικές κινήσεις που αποβλέπουν στη σωτηρία του ανθρώπου. Δυο κινήσεις αλληλένδετες και αμφίδρομες. Έχουμε την ελεύθερη και από αγάπη εκδηλωνώμενη κίνηση του Θεού προς τον άνθρωπο, αλλά και την κίνηση του ανθρώπου προς το Θεό, όπου, μέσα από το δρόμο της μετάνοιας, τη δύναμη της ομολογίας πίστεως και την ολοκληρωτική αφοσίωση σ’ αυτόν, φτάνει στο ποθητό τέρμα της πορείας του και που είναι η αιώνια ζωή. Μια ζωή, που αποδεικνύεται με τη σημερινή γιορτή των Αγίων Πάντων, ότι είναι δύσκολη μεν, αλλά κατορθωτή για τον άνθρωπο κάθε εποχής, κάθε κοινωνικής τάξης και για κάθε φύλο και ηλικία.

Είναι για τούτο που η Κυριακή των Αγίων Πάντων δεν είναι στατική, αλλά διευρύνεται συνέχεια, αφού σε κάθε εποχή, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, αναδεικνύονται Άγιοι στο χώρο της Εκκλησίας. Αν και η κίνηση του Θεού προς τον άνθρωπο έγινε μια φορά, με τη σταυρική θυσία του Χριστού, εν τούτοις αυτή διαχρονικά καλύπτει όλους τους ανθρώπους. Αρκεί ο άνθρωπος κάθε εποχής να γίνει αποδέκτης αυτής της δωρεάς του Θεού και να κάνει παράλληλα τη δική του προσπάθεια. Και η προσπάθεια αυτή θα ανταμειφθεί με την αιώνια ζωή.

Για τούτο σε κάθε εποχή, ο Θεός έχει τους εκλεκτούς του και αυτό θα συνεχίζεται ως τη συντέλεια των αιώνων. Κατά συνέπεια, ο δρόμος προς την τελειότητα δεν έκλεισε, αλλά ούτε και συμπληρώθηκε ο αριθμός των εκλεκτών, όπως ισχυρίζονται οι αιρετικοί μάρτυρες του Ιεχωβά. Τούτο επιβεβαιώνεται και από το σημερινό «Απόστολο», όπου οι Άγιοι, «παρά την καλή μαρτυρία της πίστης τους, δεν πήραν ό,τι τους υποσχέθηκε ο Θεός, ο οποίος είχε προβλέψει κάτι καλύτερο για μας, έτσι ώστε να μη φτάσουν εκείνοι στην τελειότητα χωρίς εμάς».

Άρα η δυνατότητα να γίνει κάποιος τέλειος και Άγιος εξακολουθεί να υπάρχει. Αρκεί να κάνει τη δική του προσπάθεια και να ανταποκριθεί σε βασικές υποχρεώσεις, όπως αυτές διατυπώνονται από τον Κύριο στο σημερινό Ευαγγέλιο. Δηλαδή να αναγνωρίζει τον Ιησού σαν Κύριο και Θεό του, να ομολογεί με θάρρος και παρρησία αυτή την πίστη, να σηκώνει το δικό του σταυρό, ο οποίος είναι ξεχωριστός για τον καθένα και δεν μπορεί να τον σηκώσει άλλος και τέλος με αυταπάρνηση να ακολουθεί τον Ιησού.

Ο καθένας, λοιπόν, έχει αυτή τη δυνατότητα, αρκεί να την αξιοποιήσει με τη δική του θέληση και προπαντός τη θέληση να την μετουσιώσει σε πράξη. Ο Κύριος χρησιμοποιεί σήμερα τις λέξεις «πας», «όστις», «ος». Δηλαδή όποιος. Τρεις διαφορετικές λέξεις με την ίδια όμως σημασία. Μέσα από αυτές τις λέξεις τονίζεται όχι μόνο η δυνατότητα της προσωπικής επιλογής, αλλά και της συμβολής του καθενός μας στη σωτηρία μας. Σαν να μας λέει ο Κύριος: Θέλετε να σωθείτε, τότε ο καθένας ας κάνει τη δική του προσπάθεια. Θέλεις να γίνεις τέλειος, θέλεις να γίνεις άγιος; Τώρα μπορείς. Αρκεί να το θέλεις. Σου προσφέρω τη δυνατότητα με τη Χάρη μου. Εσύ δέξου αυτή τη Χάρη, αξιοποίησέ την. Και όπως είπε σήμερα ο Κύριος στον Πέτρο, όποιος τον ακολουθήσει με αυταπάρνηση «θα πάρει εκατό φορές περισσότερα και θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή».

Ο Κύριος, λοιπόν, ζητά από μας να τον ακολουθήσουμε με πίστη και αυταπάρνηση. Μια πίστη ξεκάθαρη που θα ομολογείται άφοβα και που θα επιβεβαιώνεται με την αγάπη. Μια «πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη» (Κολ. ε΄ 6), που θα ανεβάζει τον άνθρωπο στον ουρανό και θα τον ενώνει με το Θεό. Αυτή η πίστη θα δίνει δυναμικά το παρόν της σαν τρόπος ζωής και μάλιστα σταυρικής. Έτσι σε περίοδο ειρήνης θα νεκρώνει τα πάθη, μέσα από την έμπρακτη αρετή, σε περίοδο δε διωγμού θα προσφέρει τη ζωή του σαν θυσία στο Θεό.

Αυτό τον τρόπο ζωής ακολούθησαν οι Άγιοι Πάντες που τιμούμε σήμερα. Μαρτυρία της πίστης σαν τρόπο καθημερινής ζωής και μαρτυρία και μαρτύριο αρετής. Ναι, μαρτυρία και μαρτύριο αρετής. Γιατί η πίστη τους εκφραζόταν μέσα από την καθημερινή ζωή τους και ιδιαίτερα τις πράξεις τους. Αυτός ο τρόπος ζωής ήταν η απτή μαρτυρία ότι ο λόγος του Θεού μπορεί να εφαρμοστεί. Αυτή όμως η μαρτυρία την ίδια στιγμή ήταν και μαρτύριο, γιατί ο άνθρωπος έπρεπε να νικήσει τον εαυτό του και τα πάθη του. Ιδιαίτερα όμως έπρεπε να μείνει σταθερός στην πίστη και να την ομολογήσει με θάρρος την ώρα των διωγμών, κι όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν να θυσίαζε και την ίδια τη ζωή του. Για τούτο και ονομάστηκαν μάρτυρες, επειδή με κάθε τρόπο και με κάθε θυσία, κάθε στιγμή, έδιναν μαρτυρία – απόδειξη της πίστης τους στο Θεό. Μάλιστα τα μαρτύρια και ιδιαίτερα το μαρτύριο του θανάτου εθεωρείτο σαν έκφραση προς αυτούς της αγάπης του Θεού, τον οποίον και ευχαριστούσαν. Λέγεται ότι, όταν ο Ιγνάτιος ο θεοφόρος άκουσε την απόφαση για τα βασανιστήρια είπε: «Ευχαριστώ σοι Δέσποτα, ότι με τελεία τη προς σε αγάπη τιμήσαι κατηξίωξας, τω αποστόλω σου Παύλω δεσμοίς συνδήσας σιδηροίς».

Αυτόν τον τρόπο ζωής ακολούθησαν οι Άγιοι Πάντες. Αυτό τον τρόπο ζωής ζητά ο Κύριος και από μας. Ζητά τη δική μας ομολογία και αγάπη. Ζητά από τον καθένα μας να σηκώσουμε το δικό μας σταυρό. Το σταυρό της δοκιμασίας, το σταυρό της αρετής και της αγάπης. Γιατί είναι παραδοξότητα να λέμε ότι είμαστε Χριστιανοί και να αρνούμαστε να τον ομολογήσουμε, είτε με τα λόγια, είτε με τις πράξεις μας.

Στ’ αλήθεια, αγαπητοί μου, ζούμε ένα ξέφρενο παραλογισμό. Έχουμε μετατρέψει τον εκφυλισμό σε «πρόοδο». Την υποδούλωση στα πάθη την ονομάζουμε «απελευθέρωση», τη σκληρότητα δικαιοσύνη και το έγκλημα, άκουσον άκουσον, «λύση ανάγκης»! Δυστυχώς δε ο παραλογισμός αυτός είναι συνειδητός. Είναι καιρός να περάσουμε από την άρνηση στη θέση, από τη σκληρότητα στην αγάπη και από τον τύπο στην ουσία. Ο Κύριος είναι σήμερα σαφής: «Όποιος με ομολογήσει … θα τον αναγνωρίσω κι εγώ σαν δικό μου μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου». Αμήν.

 Μητρόπολη Πάφου – Θεόδωρος Αντωνιάδης

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή Α’ Ματθαίου [των Αγίων Πάντων]

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Μαΐου, 2010

sta1.jpg

Γιορτάζει η αγία μας Εκκλησία και πανηγυρίζει σήμερα τους Άγιους Πάντες, όλους δηλαδή εκείνους τους συνανθρώπους μας που όχι μόνο πίστεψαν στο κήρυγμα του Χριστού, αλλά με τη ζωή τους έκαναν πράξη τις αλήθειες του Ευαγγελίου και με το παράδειγμά τους ενισχύουν και προτρέπουν όλους εμάς να συνεχίσουμε τον καλό αγώνα της πίστεως. Είναι οι αδελφοί μας οι γνωστοί και οι αφανείς, είναι οι προστάτες μας, εκείνοι που πρεσβεύουν στον Κύριο και για τη δική μας σωτηρία και θαυματουργούν όταν τους επικαλούμαστε με πίστη, είναι τα ζωντανά βιβλία της πίστεως, τα παραδείγματά μας και η απόδειξη ότι ο αγώνας μας και εφικτός είναι και δεν είναι άσκοπος αλλά το αντίθετο, σωτήριος και ζωοποιός.

Γι αυτό και σήμερα ακούμε από τον Ευαγγελιστή Ματθαίο να μας μεταφέρει τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: “ Κάθε έναν που θα με ομολογήσει ενώπιον των ανθρώπων, θα τον ομολογήσω κι εγώ μπροστά στον Πατέρα μου τον επουράνιο· και όποιον με αρνηθεί ενώπιον των ανθρώπων, θα τον αρνηθώ κι εγώ μπροστά στον Πατέρα μου. Εκείνος που αγαπά μητέρα ή πατέρα περισσότερο από εμένα, δεν μου είναι άξιος· και εκείνος που αγαπά τα παιδιά του περισσότερο από εμένα, δεν μου είναι άξιος. Κι εκείνος που δεν σηκώνει τον σταυρό του και δεν με ακολουθεί, δεν μου είναι άξιος”. Του λέει ο Πέτρος: Κύριε, ορίστε, τα έχουμε εγκαταλείψει όλα για να σε ακολουθήσουμε· τί λοιπόν θα κερδίσουμε; Ο Χριστός υπόσχεται ότι κατά την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας Του οι Απόστολοι θα καθίσουν δίπλα από τον θρόνο Του, και θα κρίνουν τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, “και ο καθένας που άφησε σπίτια ή αδελφούς ή αδελφές ή μητέρα ή πατέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή αγρούς για χάρη του ονόματός μου, θα λάβει εκατό φορές περισσότερα και θα κληρονομήσει την αιώνιο ζωή”.

Η ομολογία της πίστεως αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για τη ζωή μας. Οι Άγιοι Πάντες το πέτυχαν αυτό, ομολόγησαν δηλαδή την πίστη τους στο Χριστό και Τον έθεσαν πρώτη προτεραιότητα στη ζωή τους, πάνω από κάθε τι ανθρώπινο και γήινο, γι αυτό και δοξάστηκαν από τον Θεό και τιμούνται από εμάς σήμερα. Και όταν μιλάμε για ομολογία πίστεως, έχουμε βέβαια στο νου μας τους άπειρους Μάρτυρες, που θυσίασαν ακόμα και τη ζωή τους προκειμένου να μην αρνηθούν την πίστη τους στον Χριστό. Δεν σκέφτηκαν τίποτα, δεν δείλιασαν μπροστά σε καμία απειλή, δεν κάμφθηκαν από τους πόνους και τα βασανιστήρια, δεν αρνήθηκαν τον Χριστό ακόμα και όταν οι τύραννοι θανάτωναν ενώπιόν τους τα αγαπημένα τους πρόσωπα, γονείς, παιδιά, συζύγους. Για τους Μάρτυρες της πίστεώς μας το μεγαλύτερο αγαθό, το οποίο δεν μπορεί κανείς να μας αφαιρέσει, είναι ο Χριστός, τον οποίο δεν αρνήθηκαν και γι αυτό τα ονόματά τους έχουν μείνει αιώνια γραμμένα στο βιβλίο της ζωής.

Η ομολογία ωστόσο της πίστεως στον Χριστό δεν έχει να κάνει μόνο με το σωματικό μαρτύριο, αλλά με την όλη στάση του ανθρώπου, με τη διαρκή παρουσία του Χριστού στην καρδιά και στη ζωή του. Ομολογία πίστεως έδωσαν οι ασκητές της ερήμου, που θυσίασαν κάθε δικαίωμά τους και κάθε άνεση, ακόμα και την καθημερινή τους τροφή, για την αγάπη του Χριστού. Ομολογία πίστεως έδωσαν και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ποιμαίνοντας τον λαό του Θεού με το παράδειγμά τους και με τα συγγράμματά τους, με τα οποία αγωνίστηκαν να μας μορφώσουν εν Χριστώ και να αντικρούσουν τις πλάνες των αιρέσεων. Ομολογία πίστεως έδωσαν και όλοι οι Άγιοι, ακόμα και εκείνοι που παραμένουν άγνωστοι σε εμάς και μόνο ο Θεός γνωρίζει.

Ομολογία του Χριστού καλείται να δώσει ο κάθε πιστός σε κάθε εποχή και σε κάθε περίσταση, σε κάθε πτυχή και δραστηριότητα του καθημερινού του βίου, στην εργασία, στο σπίτι, στις συναναστροφές, στην κοινωνία, στον κάθε μας συνάνθρωπο. Ιδιαίτερα μάλιστα στην εποχή μας, που γίνεται προσπάθεια να περιοριστεί η πίστη στην ιδιωτική ζωή του ανθρώπου, που ο Χριστός και η πίστη μας βάλλεται με νέα μέσα και με πρόσχημα τα ανθρώπινα δήθεν δικαιώματα, ο λόγος του Κυρίου μας θα πρέπει να μας προβληματίσει ακόμα περισσότερο. Και τούτο επειδή, δυστυχώς, πολλές φορές παραθεωρούμε τον Χριστό και θέτουμε άλλες προτεραιότητες στη ζωή μας. Ασχολούμαστε με τα βιοτικά και τα καθημερινά, με την εργασία μας, με την οικογένειά μας, με τα θέλω μας, με το πώς θα γίνουμε αρεστοί και “επιτυχημένοι” στον κοινωνικό μας περίγυρο, και ξεχνάμε τον Χριστό ή δεν μιλάμε και πολύ γι’ Αυτόν, μήπως και μας παρεξηγήσουν ή μας περιθωριοποιήσουν. Για να μη βρεθούμε στο περιθώριο της κοινωνίας, διαλέγουμε να θέσουμε τον Χριστό στο περιθώριο της ζωής μας, και να ασχοληθούμε με Αυτόν όταν οι άλλοι δεν θα μας βλέπουν, μυστικά και ιδιωτικά.

Στο σύγχρονο αυτό πειρασμό ας μη λησμονούμε ότι καμία αρετή δεν έχει μεγαλύτερη σημασία, όσο από την δημόσια ομολογία της πίστης μας στον Χριστό, όχι απλά με λόγια, αλλά με τα έργα μας και με τις πράξεις μας. [Διαφορετικά, αν δεν κάνουμε πράξη όσα μας προτρέπει σήμερα ο Χριστός, θα εκπλαγούμε εκείνη την ημέρα, όταν θα φωνάζουμε “Κύριε, άνοιξέ μας” κι εκείνος απαντήσει “Αλήθεια, δεν σας γνωρίζω” (Ματθ. 25, 12).]

π. Χερουβείμ Βελέτζας

πηγή:http://xerouveim.blogspot.com/2010/05/30-5-2010.html#more

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

29η Μαϊου ! Μνήμες κοπετών και θρήνων…

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Μαΐου, 2010

iu81.jpgΠρό της Αλώσεως…

” Πάψετε το Χερουβικό, κι ας χαμηλώσουν τ’ Άγια, γιατί είναι θέλημα Θεού, η Πόλη να τουρκέψη… Η Δέσποινα ταράχτηκε, δάκρυσαν οι εικόνες, Σώπασε, κυρά Δέσποινα, μην κλαις και μη δακρύζης, πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα’ ναι…”. 

Πολλές φορές, συλλογίσθηκα εκείνες τις μέρες της Άλωσης …

Κι΄ άλλες τόσες φορές στάθηκα νοερά στις πέτρες των ερειπίων και στα απομεινάρια του «τείχους τής Αυτοκρατορίας…», κλαίγοντας και θρηνώντας για της Πόλης το κατάντημα και το πάρσιμο…

Γυρίζοντας λοιπόν το ρολόϊ του χρόνου πίσω, καιρός είναι να θυμηθούμε για λίγο εκείνες τις μέρες…

Γιατί έπεσε, η τελευταία εναπομείνουσα πόλη της Αυτοκρατορίας, η Κωνσταντινούπολη;

Ο Ιωσήφ Βρυέννιος , ο διδάσκαλος του προμάχου της Ορθοδοξίας Μάρκου του Ευγενικού, διεκτραγωδεί στα κείμενά του την προ της Αλώσεως ενσκήψασαν διαφθοράν λέγοντας παρακάτω…

+++++++++++++++++

« Όταν ο τελευταίος μαρτυρικός βασιλεύς Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος ανέλαβε την εξουσίαν , το δημόσιον ταμείον ευρέθη κενόν.

Διά τούτο θερμοτάτην προς τους πλουσιωτέρους της πόλεως απηύθυνε έκκλησιν, ζητών την συνδρομήν των… Αλλ’ οι μεγιστάνες ηρνήθησαν ισχυριζόμενοι ότι είναι…..πένητες ! 

Πένητες ; Ποιοί ;

Αυτοί των οποίων τα υπόγεια των μεγάρων ευθύς μετά την Άλωσιν ανέσκαψαν οι Τούρκοι και ανεκάλυψαν θησαυρούς μεγίστους, ικανούς να εξοπλίσουν στρατούς και στόλους ολόκληρους !

Ο ίδιος ο αυτοκράτωρ συνομιλών με τον Φρατζήν εξεφράζετο πικρώς λέγων, ότι πέριξ του θρόνου δεν ευρίσκετο ένας ειλικρινής σύμβουλος, μια και όλοι ζητούν αυτό πού τους συμφέρει… 

Χαρακτηριστικόν δείγμα της ιδιοτελείας είναι και τούτο , ότι, όταν κατά την διάρκειαν της πολιορκίας της πόλεως τα εξωτερικά τείχη υπό των βολών του τηλεβόλου υφίσταντο σοβαράς βλάβας και ηνοίγοντο ρήγματα , τα οποία είχον ανάγκην αμέσου επισκευής, μηδέ εν τη υστάτη ταύτη ώρα , λησμονούντες το ίδιον συμφέρον , επείθοντο να παράσχουν την αναγκαίαν ύλην και εργασίαν εάν πρώτα δεν πληρώνονταν την αμοιβή τους….»

Το άγιον όνομα του Θεού εβλασφημείτο δημοσία και ουδείς υπέρ αυτού ήρε φωνή διαμαρτυρίας, ενώ θα έπρεπεν, υπερασπισταί της τιμής του ονόματος του Θεού, να προτιμήσωμεν μαρτυρικόν θάνατον παρά των ασεβών, παρά σιωπώντες να γινώμεθα συνένοχοι των βλασφημούντων…

Όρκοι εις δημοσίαν διάταξιν !

Η αδιαφορία των πολιτών δια τας ανάγκας του γείτονος, της κοινωνίας , του κινδυνεύοντος κράτους μεγίστη. Η φιλαυτία εβασίλευε, τα ίδια εκάστου συμφέροντα εθεραπεύοντο. 

Τα τείχη της πόλεως παρουσίαζον φθοράς και έχρηζον συντόμου επισκευής, αλλ’ οι έχοντες τους υλικούς θησαυρούς προετίμων να κτίζουν τριωρόφους κατοικίας ή να διαθέτουν το χρήμα υπέρ της κοινής ασφαλείας.Η δε φιλαργυρία των πλουσίων υπήρξε απαραδειγμάτιστος…»

Οί τότε συνθήκες…

Βυζαντινοί και σύμμαχοι. 

Η μόνη βοήθεια που δέχτηκαν οι Βυζαντινοί ήταν από τον Γενουάτη Ιουστινιάνη, ο οποίος πολέμησε γενναία και πέθανε για την Πόλη. Η οικονομική κατάσταση της Πόλης ήταν σε άθλια κατάσταση. Επειδή όμως το αυτοκρατορικό ταμείο δεν είχε χρήματα για τους μισθούς των στρατιωτών, ο αυτοκράτορας έδωσε διαταγή να αφαιρεθούν από τις εκκλησίες τα ιερά σκεύη και τα αφιερώματα των πιστών για να μας κατασκευαστούν νομίσματα. Κανένας δεν πρέπει να μας κατηγορήσει γι’ αυτή την πράξη σαν ιερόσυλους επειδή το επέβαλλε η ανάγκη. Το ίδιο άλλωστε έκανε και ο Δαβίδ όταν πείνασε και έφαγε τους “άρτους της προθέσεως”, που μόνο οι ιερείς είχαν το δικαίωμα να φάνε.

Ο αείμνηστος αυτοκράτορας είπε γι’ αυτή την ενέργειά μας: “Αν ο Θεός γλιτώσει την Πόλη, θα τα επιστρέψω όλα τετραπλάσια στον Κύριό μου”.

Απόσπασμα: “Το χρονικό της Άλωσης” Γεώργιος Φραντζής.

Νόθευση και υποτίμηση του βυζαντινού νομίσματος.

Αλλά οι αυτοκράτορες νόθευσαν το νόμισμα για να ανταποκριθούν στις ανάγκες των καιρών. Γιατί παλαιότερα, στα χρόνια της βασιλείας του Ιωάννη Βατατζή, τα δυο τρίτα του βάρους του νομίσματος (= 16 κεράτια) ήταν καθαρός χρυσός• την αξία αυτή διατήρησε ο γιος και διάδοχος του (Θεόδωρος Β’ Λάσκαρης).

Ύστερα, επί Μιχαήλ (Παλαιολόγου), όταν ανακτήθηκε η Κωνσταντινούπολη, εξαιτίας των αναγκαστικών δόσεων προς τους Ιταλούς, τα παλαιά σημεία πάνω στο νόμισμα αντικαταστάθηκαν από την εικόνα της Κωνσταντινούπολης στην πίσω πλευρά του, και η αξία του χρυσού νομίσματος μειώθηκε ακόμη ένα κεράτιο, έτσι που περιείχε πια μόνο 15 κεράτια από τα 24 .

Μετά το θάνατο του Μιχαήλ Η’. Στις αρχές της βασιλείας του Ανδρόνικου Γ’) το νόμισμα περιείχε 14 κεράτια χρυσού και τώρα πια μόνο το μισό του βάρους του είναι καθαρός χρυσός. Γι’ αυτόν το λόγο οι τροφές ήταν δυσεύρετες και πολύ δύσκολο να αγοραστούν, αν παρουσιάζονταν κάπου, και ο λαός έμοιαζε να είναι αιχμάλωτος (της οικονομικής ανάγκης) και υπέφερε από πείνα. (Γεώργιος Παχυμέρης, εκδ, Ι Bekker, τ. 2ος, Βόννη 1836, σελ. 493-494 στο Ιστορία του Μεσαιωνικού και του νεότερου κόσμου, 565-1815, ΟΕΔΒ, Αθήνα, σελ. 134)

Το χρονικό της Άλωσης.

Μάρτιος του 1453: Ο Σουλτάνος φθάνει κάτω από τα τείχη της Κων/πολης με πολυάριθμο στρατό, από στρατιώτες τεχνίτες, σιτιστές υπηρέτες και εργάτες και ατελείωτα πλήθη ατάκτων που τους προσείλκυε η προοπτική της λεηλασίας. Πολυάριθμοι φανατικοί Τούρκοι μοναχοί με κηρύγματα τόνωναν το ηθικό τους και την πολεμική τους ορμή.

Διάταξη αντιπάλων δυνάμεων και κυριότερες φάσεις της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης

7 Απριλίου: Κηρύχθηκε επίσημα η πολιορκία. Ο αγώνας ήταν άνισος. Στην Πόλη υπήρχαν 5000 Βυζαντινοί στρατιώτες και 2000 ξένοι Βενετοί και Γενουάτες και τα πληρώματα των πλοίων στο Κεράτιο Κόλπο. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας πήρε θέση στην πύλη του Αγίου Ρωμανού απέναντι από το σουλτάνο.

11 Απριλίου: Οι Τούρκοι αρχίζουν το βομβαρδισμό με κανόνια. Κύριοι στόχοι είναι το αυτοκρατορικό παλάτι στις Βλαχερνές και την πύλη του Αγίου Ρωμανού. Το μέγεθος και οι δυνατότητες του, παραδίδονται μεταξύ θρύλου και πραγματικότητας, τέρας τι φοβερό και εξαίσιον με ήχο βολής ουρανόβροντον: είναι πράγμα φοβερότατων ιδειν και ες ακοήν όλως άπιστον και απαράδεκτον (ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ).

Με τη βοήθεια Ιταλού μηχανικού, ο Μωάμεθ, κατασκεύασε δίολκο δώδεκα χιλιομέτρων ανάμεσα στο Βόσπορο και στον Κεράτιο κόλπο, πίσω από το τείχος του Γαλατά. Στον Κεράτιο κόλπο σύρθηκαν νύχτα 70 πλοία με τα πληρώματα τους. Αυτό ήταν βαρύ πλήγμα για τους Κων/πολίτες οι οποίοι υπέφεραν από έλλειψη τροφίμων. Πολλοί συμβούλευαν τον αυτοκράτορα να φύγει και πως η παρουσία του έξω από τα τείχη θα έσωζε την πόλη. Ο Κων/νος απέρριπτε την ταπεινωτική αυτή λύση με θάρρος και αξιοπρέπεια.

Ο σουλτάνος λοιπόν μετέφερε μ’ αυτόν τον τρόπο τα πλοία του μέσα σε μια νύχτα και το πρωί βρέθηκαν ξαφνικά στο λιμάνι. Ύστερα έφτιαξε μια γέφυρα με τον εξής τρόπο: συγκέντρωσε πολλές μικρές βάρκες, μεγάλα δοχεία και ξύλινα βαρέλια, τα έδεσε γερά με δοκάρια, σίδερα και σκοινιά ώστε να μη σκορπιστούν από τα κύματα και έβαλε πάνω τους σανίδες τις οποίες στερέωσε με μεγάλα σιδερένια καρφιά.

Έτσι κατασκεύασε μια μεγάλη και δυνατή γέφυρα με 50 οργιές πλάτος και 100 μήκος, την οποία τοποθέτησε στη μέση του λιμανιού και η οποία φαινόταν σαν ξηρά. Τοποθέτησε πάνω της ένα κανόνι και άρχισε να χτυπάει με αυτό και με τα πλοία του την Κωνσταντινούπολη από εκείνο το μέρος. “Το χρονικό της Άλωσης”, Γεώργιος Φραντζής

12 Απριλίου: Οι Βυζαντινοί με επινοητικότητα αντιμετωπίζουν τις βολές. Κρεμούσαν στην εξωτερική πλευρά των τειχών δέματα με μαλλιά ή με φύλλα ώστε να εξασθενεί η ορμή των βολών. Δημιούργησαν ένα δεύτερο τείχος φτιαγμένο με χόρτα, καλάμια και λάσπη καλυμμένο με δέρματα.

13 Απριλίου: Η κυβέρνηση της Γένοβας καλεί εγγράφως όσους πολίτες της, βρίσκονται στην Ανατολή να συνδράμουν τον αυτοκράτορα Παλαιολόγο με κάθε τρόπο.

20 Απριλίου: Έφθασαν μπροστά στην Κων/πολη τρία καράβια Γενουατικά και ένα βυζαντινό φορτωμένο με προμήθειες. Αν και ο Τουρκικός στόλος κινήθηκε εναντίον τους, οι Βυζαντινοί κέρδισαν χάριν στην ναυτική απειρία των Τούρκων. Ο σουλτάνος είχε τόσο αναστατωθεί ώστε προχώρησε έφιππος μέσα στη θάλασσα.

22 Απριλίου: Ο Σουλτάνος προχωρά στο τελικό σχέδιο.

7 και 11 Μαϊου: Οι Τούρκοι επιχειρούν νέες εφόδους αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ ΣΤΙΣ ΠΡOΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ Β’ (Απόσπασμα):

ΤΟ ΔΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΝ ΣΟΙ ΔΟΥΝΑΙ ΟΥΤ΄ ΕΜΟΝ ΕΣΤΙΝ ΟΥΤ΄ ΑΛΛΟΥ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝΤΩΝ ΕΝ ΑΥΤΗ . ΚΟΙΝΗ ΓΑΡ ΓΝΩΜΗ ΠΑΝΤΕΣ ΑΥΤΟΠΡΟΑΙΡΕΤΩΣ ΑΠΟΘΑΝΟΥΜΕΝ ΚΑΙ ΟΥ ΦΕΙΣΟΜΕΘΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΗΜΩΝ. Το να σου παραδώσω την πόλη ούτε στις δικές μου προθέσεις είναι ούτε σε κανενός άλλου απ’ όσους κατοικούν σ’ αυτή, γιατί όλοι με κοινή απόφαση (που πήραμε) με τη δική μας αβίαστη θέληση θα πεθάνουμε και δε θα υπολογίσουμε τη ζωή μας. Γ. Φραντζής (ιστορικός της άλωσης) (μετάφραση).

Μετά την απάντηση του Παλαιολόγου ο Μωάμεθ κάλεσε πολεμικό συμβούλιο κι έβγαλε λόγο εμψυχώνοντας το στρατό του υπογραμμίζοντας τους θησαυρούς που θα έβρισκαν μέσα στα ανάκτορα, στα σπίτια, στις εκκλησίες. Μόλις άρχισαν να σβήνουν τα άστρα του ουρανού καθώς προχωρούσε το φως της μέρας κι εμφανίστηκε στην ανατολή η ροδοδάχτυλη αυγή, όλο το πλήθος του εχθρού παρατάχθηκε σε μια σειρά που έφτανε από τη μια μέχρι την άλλη άκρη της πόλης. Ακούστηκαν τότε τα τύμπανα, οι σάλπιγγες και τα υπόλοιπα πολεμικά όργανα με φωνές και αλαλαγμούς, ενώ τα κανόνια άρχισαν να ρίχνουν όλα μαζί.

Τότε όλοι οι Τούρκοι όρμησαν από ξηρά και από θάλασσα στα τείχη και άρχισαν τη συμπλοκή μαζί μας. Οι πιο θαρραλέοι έστησαν σκάλες, ανέβηκαν πάνω σ’ αυτές και έριχναν αδιάκοπα τα βέλη τους εναντίον των δικών μας. Η φρικτή και αμφίρροπη μάχη κράτησε δύο ώρες και φαινόταν ότι οι χριστιανοί θα έπαιρναν πάλι τη νίκη. Τα πλοία που μετέφεραν τις σκάλες και τις κινητές γέφυρες αποκρούστηκαν από τα παραθαλάσσια τείχη και αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω άπρακτα. Οι πολεμικές μηχανές, που έριχναν πέτρες από τα τείχη της πόλης, σκότωσαν πολλούς αγαρηνούς. Αλλά και εκείνοι που ήταν στην ξηρά έπαθαν τα ίδια και χειρότερα. Ήταν κολύ παράδοξο θέαμα να βλέπει κανείς τον ήλιο και τον ουρανό σκεπασμένους από ένα σύννεφο σκόνης και καπνού.

Οι δικοί μας έκαιγαν τις εχθρικές πολεμικές μηχανές με το “υγρό πυρ”, γκρέμιζαν τις σκάλες με όσους βρίσκονταν πάνω τους και σκότωναν αυτούς που επιχειρούσαν να ανεβούν στα τείχη με μεγάλες πέτρες, ακόντια, πυροβόλα και τόξα. Όπου έβλεπαν συγκεντρωμένους Τούρκους, τους χτυπούσαν με μεγάλα τηλεβόλα, σκοτώνοντας και πληγώνοντας πολλούς. Οι εχθροί απηύδησαν τόσο πολύ από τη σθεναρή αντίσταση που συναντούσαν ώστε θέλησαν να κάνουν λίγο πίσω για να ξεκουραστούν, αλλά οι τσαούσηδες1 και οι ραβδούχοι της τουρκικής Αυλής τους χτυπούσαν με σιδερένια ραβδιά και βούνευρα2 για να μην υποχωρήσουν.Ποιος μπορεί να περιγράψει τις κραυγές και τα βογκητά των τραυματιών και στα δύο στρατόπεδα; Ο θόρυβος και οι φωνές τους έφταναν μέχρι τον ουρανό. Μερικοί από τους δικούς μας, που έβλεπαν τους εχθρούς να υποφέρουν, τους φώναζαν: “Τι κάνετε συνεχώς επιθέσεις, αφού δεν μπορείτε να μας νικήσετε;” Εκείνοι τότε, προσπαθώντας να δείξουν τη γενναιότητα τους, ανέβαιναν πάλι στις σκάλες. Οι πιο τολμηροί σκαρφάλωναν στους ώμους των άλλων και οι επόμενοι τους μιμούνταν, για να μπορέσουν να φτάσουν στην κορυφή του τείχους. Η πολιορκία και η Άλωση της Κων/λης Γεώργιος Φραντζής 1. Οι σωματοφύλακες του σουλτάνου (σ.τ.μ-). 2. Μαστίγια από δέρμα βοδιών (σ.τ.μ.).

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ 

Το πρωί (της 7ης Μαΐου) πάλι οι Τούρκοι έβαλαν με το μεγάλο τηλεβόλο λίγο χαμηλότερα κι εγκρέμισαν ένα μεγάλο κομμάτι – τα ίδια δεύτερη και τρίτη φορά. Κι όταν ήταν πια μεγάλο το χάλασμα, αμέσως πλήθος ασκέρια όρμησαν αλαλάζοντας στο μέρος αυτό πατώντας ο ένας πάνω στον άλλον – τα ίδια και οι Έλληνες από τη μεριά της πόλης: και χτυπούσαν πρόσωπο με πρόσωπο ουρλιάζοντας σαν θηρία. -‘Ήταν φριχτό να βλέπει κανείς και των δυο τη δύναμη και παρατολμία. Ο Γιουστινιάνης με κάμποσους πολεμιστές όρμησε κραυγάζοντας απάνω στους Τούρκους με τόση αφοβία, ώστε εν ριπή οφθαλμού τους επέταξε κάτω από τα τείχη “κι εγέμισε το χαντάκι σκοτωμένους. Ένας δε γενίτσαρος, ο Αμουράτ, πολύ δυνατός στο κορμί, έφτασε ως το Γιουστινιάνη κι άρχισε να τον χτυπά με θηριωδία. Τότε κάποιος από τους Έλληνες επήδησε από το τείχος και του πήρε το κεφάλι με το πελέκι κι έτσι έσωσε το Γισυστινιάνη από το θάνατο…

Η πολιορκία και η άλωση της Πόλης από τους Τούρκους το 1453. Το Ρωσικό Χρονικό του. Νέστορα Ισκεντέρη, απόδ. Μ. Αλεξανδρόπουλος, Αθήνα 1978,58.

18 Μαϊου: Οι Τούρκοι στήνουν μεγάλο ξύλινο κινητό πύργο επάνω σε τροχούς κοντά στην πύλη του Αγ. Ρωμανού μπροστά στο χείλος της Τάφρου την οποία αρχίζουν να γεμίζουν. Οι Βυζαντινοί όμως τους απωθούν, αδειάζουν την τάφρο και επισκευάζουν τις ζημιές. Αδημονία και ανησυχία κυριαρχεί στο στρατόπεδο των Τούρκων

21 Μαϊου: Ο Σουλτάνος στέλνει πρέσβη στην Κων/πολη ζητώντας την παράδοση της πόλης.

25-26 Μαϊου: Συμβαίνουν πολλά δυσοίωνα στην Πόλη. Πέφτει κάτω η εικόνα της Παναγίας κατά τη λιτανεία της και τούτο παρά δόξαν γεγονός φρίκην πολλήν και αγωνίαν μέγιστην και φόβος πασιν ενέβαλεν. Επιπλέον ξεσπά μεγάλη νεροποντή με βροντές, αστραπές, χαλάζι και τη επόμενη νέφος βαθύ την πόλιν πασαν περιεκάλυψε από πρωϊας βαθείας έως εσπέρας.

Κυριακή 27 Μαϊου: Ο βομβαρδισμός άρχισε με ιδιαίτερη ένταση και εναντίον των χερσαίων τειχών και εναντίον του τείχους του Κεράτιου.

Δευτέρα 28 Μαϊου: Η Κων/πολη προετοιμαζόταν πυρετωδώς για τη μεγάλη επίθεση. Ταυτόχρονα ο κόσμος προσευχόταν και έγιναν λιτανείες με περιφορές εικόνων μπροστά στα κατεστραμμένα τείχη. Το βράδυ έγινε κατανυκτική λειτουργία στην Αγία Σοφία που έμελλε να είναι και η τελευταία. Ό καίσαρ κι οι άρχοντες εγύριζαν όλη την πόλη. με δάκρυα και θρήνους ικέτευαν τους αρχηγούς και τους στρατηγούς, όλους τους στρατιώτες κι όλο το λαό να μην χάνουν τις ελπίδες τους, να μην κάνουν βήμα πίσω – αλλά με θάρρος κι ακλόνητη πίστη χτυπάτε τους εχθρούς κι ο Κύριος και θεός μας θα μας βοηθήσει. Κι επρόσταξε να σημαίνουν όλες οι καμπάνες συναγερμό των πάντων, σύσσωμος ο λαός έτρεχε στα τείχη κι επολέμαγε τους Τούρκους. έγινε φονικός πόλεμος, φριχτό κι αβάσταχτο ήταν να βλέπεις τόση ανδρεία και παρατολμία.

Ό Πατριάρχης κι όλη η σύνοδος έκαναν δεήσεις στον μεγάλο ιερό ναό, παρακαλώντας αδιάκοπα από το θεό και την υπεραγία Θεοτόκο βοήθεια και θάρρος κατά των εχθρών. 

Όταν άκουσε τις καμπάνες, έλαβε τις σεπτές εικόνες, εβγήκε μπροστά στην εκκλησία και γονατιστός ευλόγησε την Πόλη με το σταυρό κι έλεγε κλαίγοντας: “Ανάστα, Κύριος ο θεός και βοήθησε μας την έσχατη τούτην ώρα της καταστροφής μας, μην αποστραφείς διαπαντός τα πλάσματα σου και μη δώσεις την κληρονομία σου βορά στους ανθρωποφάγους για να μην ειπούν: “Που είναι ο Θεός τους;”, αλλά να ιδούν ότι εσύ είσαι ο θεός μας, ο Κύριος μας Ιησούς Χρίστος προς δόξα του θεού πατρός”. Κι αυτά τα ίδια αναφώνησε και στην υπεραγία Θεοτόκο: “”Ω, υπεραγία Δέσποινα, άπλωσε το χέρι ενώπιον του υιού σου και Θεού μας, προστάτεψέ μας Δέσποινα, από την οργή του Θεού κι από τον όλεθρο μας, γιατί αύτη τη στιγμή, Πάναγνη και Υπεράμωμη, είμαστε μπροστά στου άδη το στόμα: έλα, φιλέσπλαχνη και φιλάνθρωπη, και σώσε μας, πάρε μας στη δεξιά σου προτού μας καταβροχθίσει ο άδης κι όλοι θα δοξάζουν, και θα ευχαριστούν το υπεράγιο κι υπέρλαμπρο όνομα σου”. Αυτά έλεγαν και προσεύχονταν δίχως να σταματούν. “Το χρονικό της Άλωσης”, Γεώργιος Φραντζής.

Άποψη του κεντρικού κλίτους της Αγίας Σοφίας.

Ένας μεγάλος αριθμός πολιτών κατέφυγε στο ναό από τις πρώτες στιγμές της Τουρκικής εισβολής.

Τρίτη 29 Μαϊου: Οι Τούρκοι αρχίζουν την επίθεση από την πύλη του Αγ. Ρωμανού όπου το τείχος ήταν σχεδόν κατεστραμμένο. Οι πρώτες επιθέσεις αποκρούσθηκαν μετά από μάχη σώμα με σώμα στις οποίες ήταν παρόντες ο Ιουστινιάνης και ο Κων/νος. Σ’ αυτή τη μάχη τραυματίστηκε ο Ιουστινιάνης και κατέφυγε στο Γαλατά. ΜΙΑ ΛΑΪΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟ ΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΗ (Το παραθέτουμε με τη γλώσσα του πρωτοτύπου)  

“Η κακή τύχη ηθέλησε και ελαβώθη ο καπετάνιος Γιουστουνιάς ( Ιουστινιάνης) με μια σαϊττέα εις τα σαγόνια και έτρεχε το αίμα εισέ όλο του το κορμί, και εσκιάχθη να μην αποθάνη, και δεν εμίλησε λόγον να βάλη άλλον εις τον τόπον του, μόνε άφησε τον πόλεμον καί έφυγε κρυφά, δια να μην τζακιστούνε οι σύντροφοι του. Και εμπήκανε οι εχθροί μέσα. Οπού αν ήθελε αφήσει άλλον εις τον τόπον τον, δεν ηθέλανε εμπή, οι εχθροί και ήθελε κρατεί τον πόλεμον και δεν ήθελε χάσει την χωράν, τόσο ότι ακόμα αντιστέκανε οι Ρωμαίοι και πολεμούσανε ανδρείως- και εσκλήρυνε πολλά ο πόλεμος. Και ο βασιλεύς, ωσάν• έμαθε ότι ελαβώθη ο καπετάνιος και έφυγε, τότε επήγαινε με αναστεναγμόν να τον ευρή, και ερωτά πού ‘να τον ευρή. Και οι πολεμιστάόες, οι σύντροφοι του, επολεμούσανε χωρίς καπετάνιο. αμή αρχίσανε και αυτοί και άφηναν τον πόλεμον και εφεύγανε. Τότε επηρανε οι Τούρκοι θάρρος πολύ και οι Ρωμαίοι εόειλιάσανε πολλά. Και ετούτα εγίνισαν όιατίέφυγε ο καπετάνιος, οπού έκαμνε χρεία να στέκη και να πολεμά έως να αποθάνη εις την τιμήν του, και ήθελε όιόει θάρρος και των συντρόφων του, όιατί όλη η δύναμη του Τούρκου ήτανε εις εκείνην την μερέα. Και οι ελεεινοί Ρωμαίοι αμή ελιγοστεύανε και δεν ημπορουσανε να αντισταθούνε εισέ τόσο πλήθος Τούρκων”. (Βαρβερινός κώδικας)

Η αποχώρηση του Ιουστινιάνη προκάλεσε σύγχυση και οι Τούρκοι άρχισαν να εισβάλλουν στην Πόλη κατά μάζες. Ακολούθησε η τελική αντίσταση κατά την οποία ο Κων/νος έπεσε πολεμώντας ως απλός στρατιώτης. Κι o καίσαρ, όταν άκουσε πώς έγινε πια το θέλημα του Θεού, επήγε στη μεγάλη εκκλησία, έπεσε και προσκύνησε ζητώντας έλεος από το Θεό κι άφεση αμαρτιών. Aποχαιρέτισε τον Πατριάρχη, όλο τον υπόλοιπο κλήρο, τη ρήγισσα, προσκύνησε σ’ όλα τα σημεία κι εβγήκε από το ναό, πίσω εβόησε όλος ο κλήρος κι όλοι όσοι βρέθηκαν τότε εκεί, γυναίκες και παιδιά αμέτρητα τον ξεπροβόδισαν με θρήνους κι αναστεναγμούς, τόσο που έλεγες ότι η μεγάλη εκκλησία εσάλεψε από τον τόπο της, κι εμένα μου φαίνεται ότι ή βουή τους θα έφτασε κείνη τη στιγμή ίσαμε τον ουρανό. Καθώς έβγήκε από την εκκλησία είπε ένα μονό: “Όποιος θέλει να θυσιαστεί για τους ιερούς ναούς και την ορθόδοξη πίστη μας, ας με ακολουθήσει” και καβαλίκεψε το φαρί του κι ετράβηξε για τη Χρυσή Πύλη – εκεί ενόμισε ότι θα βρει τον άπιστο.

Τον ακολούθησαν ως τρεις χιλιάδες πολεμιστές. Μπροστά στην πύλη είδαν πάρα πολλούς Τούρκους πού καρτερούσαν να πιάσουν τον καίσαρα. Τους εσκότωσαν όλους αυτούς. ‘Έτσι ο καίσαρ έφτασε ίσαμε την πύλη, μα από τους πολλούς σκοτωμένους δεν ημπορούσε να προχωρήσει άλλο και πάλι βρέθηκαν μπροστά του άλλοι Τούρκοι κι έπολέμησαν και μ’ αυτούς ως το θάνατο. Εκεί έπεσε ο ευσεβής καίσαρ Κωνσταντίνος υπέρ των ιερών ναών και της ορθοδοξίας, μήνας Μάιος, την 29η μέρα, αφού εσκότωσε με το χέρι του, όπως έλεγαν όσοι έμειναν ζωντανοί, πάνω από 600 Τούρκους, κι έτσι αλήθεψε ο χρησμός: “Με Κωνσταντίνο έγινε και πάλι με Κωνσταντίνο θ’ αποθάνει”. Γιατί οι αμαρτίες έρχεται ή ώρα και κρίνονται από το θεό και, καθώς λέγεται, οι κακουργίες κι οι ανομίες καταλύουν τους θρόνους των ισχυρών.

29η Μαϊου, 2:30 το μεσημέρι: Η χιλιόχρονη βυζαντινή αυτοκρατορία είχε καταλυθεί. Καμιάς πολιτείας η πτώση δεν θρηνήθηκε τόσο πολύ όσο της Πόλης του Ελληνισμού, επειδή ως το 1453 είχε παραμείνει το αδούλωτο προπύργιο του Βυζαντινού κράτους. Η αντίσταση των πολιορκουμένων μπροστά στους πολυάριθμους άπιστους για την πατρίδα και τη θρησκεία, έμεινε χαραγμένη στον υπόδουλο Ελληνισμό και δημιούργησε την εθνική συνείδηση στους 4 αιώνες σκλαβιάς. …. 

Οι Ελληνες μόλις διέτρεξε η φήμη πως έπεσε η Πόλη, άλλοι άρχισαν να τρέχουν προς το λιμάνι στα πλοία των Βενετσιάνων και των Γενοβέζων και καθώς ορμούσαν πολλοί πάνω στα πλοία βιαστικά και με ακαταστασία χάνονταν, γιατί βούλιαζαν τα πλοία. Και έγινε εκείνο που συνήθως γίνεται σε τέτοιες καταστάσεις. Με θόρυβο, φωνές και χωρίς καμιά τάξη έτρεχαν να σωθεί ο καθένας μέσα σε σύγχυση…

Ένα μεγάλο πλήθος άνδρες και γυναίκες, που όλο και μεγάλωνε από τους κυνηγημένους, στράφηκε προς τον πιο μεγάλο ναό της Πόλης, που ονομάζεται Αγια Σοφιά. Μαζεύτηκαν εδώ άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Σε λίγο όμως πιάστηκαν από τους Τούρκους χωρίς αντίσταση. Πολλοί άνδρες σκοτώθηκαν μέσα στο ναό από τους Τούρκους. Αλλοι πάλι σ’ άλλα μέρη της Πόλης πήραν τους δρόμους χωρίς να ξέρουν για που. Σε λίγο άλλοι σκοτώθηκαν, άλλοι πιάστηκαν και πολλοί όμως από τους Ελληνες φάνηκαν γενναίοι αντιστάθηκαν και σκοτώθηκαν, για να μη δουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους σκλάβους.

“Σε όλη την Πόλη τίποτε άλλο δεν έβλεπες παρά αυτούς που σκότωναν και αυτούς που σκοτώνονταν αυτούς που κυνηγούσαν και κείνους που έφευγαν”. Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, “Απόδειξις ιστοριών” (μετάφραση). 

Ο λαός διέδιδε με το τραγούδι του το σκληρό μήνυμα ως θέλημα Θεού. Πηραν την πόλιν, πηραν την, πηραν τη Σαλονίκη, πηραν και την Αγία Σοφιά, το μέγα Μοναστήρι, που ειχε τριακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυό καμπάνες κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος. Σιμά να βγουν τά άξια κι ο βασιλιάς του κόσμου φωνή τους ηρθ’ εξ ουρανου κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα. Στις 2:30 το μεσημέρι η χιλιόχρονη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το σύμβολο του Ελληνισμού και Χριστιανισμού, είχε καταλυθεί.

Η Λαϊκή μούσα θρηνεί για την άλωση της Πόλης: “Πάψετε το Χερουβικό, κι ας χαμηλώσουν τ’ Άγια γιατί είναι θέλημα Θεού, η Πόλη να τουρκέψη”. “Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες”. Αλλά το γενναίο φρόνημα του έθνους με αισιοδοξία δηλώνει: “Σώπασε, κυρά Δέσποινα, μην κλαις και μη δακρύζης, πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα’ ναι”. Θρήνος κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη, Θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις. Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλιν την αγία, το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους. Τις το ‘πεν; Τις το μήνυσε; Πότε ‘λθεν το μαντάτο; Καράβιν εκατέβαινε στα μέρη της Τενέδου και κάτεργον το υπάντησε, στέκει και αναρωτά το: -“Καράβιν, πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;” -“Ερκομαι ακ τα’ ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος, ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην απέ την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην. Εγώ γομάριν Δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα.” (δημοτικό, απόσπασμα).

Παραδοσιακοί και θαυμαστοί θρύλοι, αναπτύχθηκαν γύρω από την άλωση της Πόλης, για να θρέψουν τις ελπίδες και το θάρρος του εθνους επί αιώνες. “ΠΑλι με ΧρΟνουΣ και καιροΥΣ” Όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους, ένα πουλί ανέλαβε να πάει ένα γραπτό μήνυμα στην Τραπεζούντα στην Χριστιανική Αυτοκρατορία του Ποντου για την Άλωση της Πόλης. Μόλις έφτασε εκεί πήγε κατευθείαν στη Μητρόπολη που λειτουργούσε ο Πατριάρχης και άφησε το χαρτί με το μήνυμα πάνω στην Άγια Τράπεζα. Κανείς δεν τολμούσε να πάει να διαβάσει το μήνυμα. 

Τότε πήγε ένα παλλικάρι, γιός μιας χήρας, και διάβασε το άσχημο μαντάτο “Πάρθεν η Πόλη, Πάρθεν η Ρωμανία”. Το εκκλησίασμα και ο Πατριάρχης άρχισαν τον θρήνο, αλλά ο νέος τους απάντησε “Κι αν η Πόλη έπεσε, κι αν πάρθεν η Ρωμανία, πάλι με χρόνους και καιρούς, πάλι δικά μας θα’ ναι”. Πάρθεν η Ρωμανία Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν’ από την Πόλην ουδέ στ’ αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια, επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί’ τον κάστρον. Εσείξεν τ’ έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον, εσείξεν τ’ άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον, Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ’ ο μητροπολίτης έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει. Σίτ’ αναγνώθ’ σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν. “Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!” Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται, -Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι -Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία ‘πάρθεν. -Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο. (Δημοτικό τραγούδι του Πόντου).

“ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΠΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΝΑ ΚΥΛΑΕΙ”. Οι περισσότεροι τοπικοί θρύλοι για την άλωση της Κωνσταντινούπολης μοιάζουν σε ένα σημείο: όλοι δείχνουν ότι ο χρόνος σταμάτησε με την κατάληψη της ιερής πόλης της Ορθοδοξίας από τους άπιστους Τούρκους και ότι η τάξη στον κόσμο θα επανέλθει με την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Έλληνες. Έτσι, και στην Ήπειρο υπάρχει μιααντίστοιχη λαϊκή δοξασία. Συγκεκριμένα, ένα πουλί φέρνει την αναγγελία της πτώσης της Πόλης σε μια ομάδα βοσκών που εκείνη τη στιγμή ποτίζουν τα κοπάδια τους σε ένα ποτάμι, Ο θρύλος λέει ότι στο άκουσμα της φοβερής είδησης τα νερά του ποταμίου σταμάτησαν να κυλάνε, αφού και το φυσικό στοιχείο θεώρησε ότι η πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν κάτι το ανήκουστο. Το ποτάμι θα συνεχίσει και πάλι να κυλάει, μόλις απελευθερωθεί η Πόλη, συνεχίζει ο λαϊκός θρύλος…

“ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΟΥ”. 

Κάποιος καλόγερος είχε ψαρέψει σε ένα ποτάμι ψάρια και τα τηγάνιζε κοντά στην όχθη του ποταμού. Τη στιγμή εκείνη ακούστηκε από ένα πουλί το μήνυμα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στους Τούρκους. Ο καλόγερος σάστισε και αμέσως τα μισοτηγανισμένα ψάρια πήδησαν από το τηγάνι και ξαναβρέθηκαν στο ποτάμι. Εκεί ζουν αιώνια μέχρι τη στιγμή της απελευθέρωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, οπότε και θα ξαναβγούν για να συνεχιστεί το τηγάνισμα τους.

“Ο Πύργος της Βασιλοπούλας”. Στα κάστρα του Διδυμότειχου ένας κυκλικός πύργος, ο ψηλότερος ονομάζεται “πύργος της βασιλοπούλας”. Η παράδοση λέει πως κάποτε ο βασιλιάς διασκέδαζε κυνηγώντας και στη θέση του άφησε την κόρη του. Όταν τον ειδοποίησαν ότι έρχονται οι Τούρκοι είχε τόση εμπιστοσύνη στην οχυρότητα του κάστρου ώστε είπε: “αν σηκωθεί από τη χύτρα ο κόκορας και λαλήσει, θα πιστέψω ότι κυριεύτηκε η πόλη.”. Οι Τούρκοι όμως χρησιμοποίησαν δόλο και έδειξαν το χρυσοκέντητο μαντήλι του βασιλιά στην κόρη του. Αυτή μόλις το είδε, τους παρέδωσε το κλειδί του κάστρου κι έγινε αιτία της άλωσης. Όταν κατάλαβε πως την ξεγέλασαν, δεν άντεξε την ντροπή και αυτοκτόνησε πέφτοντας από τον πύργο. Από τότε ο πύργος λέγεται της βασιλοπούλας.

“0I ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ”. Έναν από τους πύργους των τειχών της Πόλης τον υπεράσπιζαν τρία αδέρφια, άρχοντες Κρητικοί που πολεμούσαν με το μέρος των Βενετών (η Κρήτη τότε ήταν κάτω από την κυριαρχία των Βενετών). Μετά την πτώση της πόλης τα τρία αδέρφια και οι άντρες τους εξακολουθούσαν να πολεμούν και παρά τις λυσσώδεις προσπάθειες τους οι Τούρκοι δεν είχαν κατορθώσει να καταλάβουν τον πύργο. 

Για το περιστατικό αυτό ενημερώθηκε ο Σουλτάνος και εντυπωσιάστηκε από την παλικαριά τους. Αποφάσισε, λοιπόν, να τους επιτρέψει να φύγουν με ασφάλεια από τον πύργο και να πάρουν ένα καράβι με τους άντρες τους και να γυρίσουν στην Κρήτη. Πραγματικά η πρόταση του έγινε δεκτή με τη σκέψη ότι έπρεπε να μείνουν ζωντανοί για να πολεμήσουν να ξαναπάρουν τη Βασιλεύουσα πίσω από τους απίστους. Έτσι οι Κρητικοί επιβιβάστηκαν στο πλοίο τους και ξεκίνησαν για το νησί τους. Το πλοίο δεν έφτασε ποτέ στην Κρήτη και ο θρύλος λέει ότι περιπλανιούνται αιώνια στο πέλαγος μέχρι τη στιγμή που θα ξεκινήσει η μάχη για την ανακατάληψη της Πόλης από τους Έλληνες. Τότε το πλοίο των Κρητικών θα τους ξαναφέρει στην Κωνσταντινούπολη για να πάρουν και αυτοί μέρος στη μάχη και να ολοκληρώσουν την αποστολή τους και το ελληνικό έθνος να ξανακερδίσει την Πόλη.

Ο Ναός της Αγίας Σοφίας

Είναι αναμφισβήτητο στο πέρασμα των χρόνων και στο ξεφύλλισμα της Ιστορίας πως οι Ελληνες αγωνίζονταν για την Πίστη τους στην Ορθοδοξία. Η Κωνσταντινούπολη, αποτέλεσε το κέντρο της ορθοδοξίας και η Αγία Σοφία το σύμβολο της ορθοδοξίας.

Ο Ιουστινιανός μετά τη “στάση του Νίκα” θέλησε να επαναφέρει την τάξη και να ενισχύσει την εξουσία του. Έτσι αποφάσισε να χτίσει μια εκκλησία που θα ξεπερνούσε τις εκκλησίες της εποχής ως προς το μέγεθος, το σχέδιο και την πολυτέλεια. Το έργο ανατέθηκε στους δύο γνωστότερους αρχιτέκτονες της εποχής: τον Ανθέμιο και τον Ισίδωρο. Για την κατασκευή του ναού, προσλήφθηκε ένας μεγάλος αριθμός προσωπικού. Ακόμη οι δύο αρχιτέκτονες είχαν στη διάθεση τους τη δυνατότητα επιλογής ποικίλου υλικού. 

Υπολογίζεται ότι πάνω από 300 εκατομμύρια χρυσών νομισμάτων της εποχής δαπανήθηκαν και οι εργασίες διήρκησαν πέντε χρόνια (532-537). Στις 27 Δεκεμβρίου έγιναν τα εγκαίνια του περίλαμπρου ναού. Εκείνη τη μέρα μόλις ο Ιουστινιανός αντίκρισε του ναό αναφώνησε:: “Νενίκητά σε Σολομών”.Μέχρι τότε οι ναοί των χριστιανών ήταν ορθογώνια κτίρια (βασιλικές) ή κυκλικά κτίσματα με θολωτή στέγη (περίκεντρα). Ο Ανθέμιος και ο Ισίδωρος συνδύασαν το ρυθμό της βασιλικής και του περίκεντρου και έκαναν ένα σχέδιο τη βασιλική με τρούλο. Μάλιστα αυτός ο τρούλος είχε ύψος 62 μέτρα και ήταν διακοσμημένος με ψηφιδωτά και χρωματιστά μάρμαρα.

“Αγία Σοφία, το σύμβολο της ορθοδοξίας”. Με την άλωση της Πόλης, η Αγία Σοφία έπεσε στα χέρια των αλλόθρησκων. Η Παναγία όμως προστατεύει την Πόλη, προστατεύει την Αγία Σοφία. Η πίστη αυτή είναι δάχυτη στους θρύλους και στα τραγούδια: Της Αγια-Σοφιάς Σημαίνει ο Θιός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια, σημαίνει κι η Αγια Σοφιά, το μέγα μοναστήρι, με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες, κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος. Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης, κι απ΄την πολλήν την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες. Να μπούνε στο χερουβικό και να ‘βγει ο βασιλέας, φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι απ’ αρχαγγέλου στόμα: 

“Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τα ‘αγια, παπάδες πάρτε τα γιερά και σεις κεριά σβηστήτε, γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει. Μόν’ στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να ‘ρτουνε τρία καράβια° το ‘να να πάρει το σταυρό και τ’ άλλο το βαγγέλιο, το τρίτο το καλύτερο, την άγια τράπεζά μας, μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν”. Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες.”Σώπασε κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας είναι”. (δημοτικό)

“Η ΑΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ” εκείνη την τρομερή ημέρα που λεηλατήθηκαν τόσες εκκλησίες και βεβηλώθηκαν τόσα ιερά σκεύη, οι Βυζαντινοί, όπως λέει ο θρύλος, προσπάθησαν να κρύψουν από τους άπιστους την άγια εικόνα την αγίας του Θεού Σοφίας και όλα τα πολύτιμα λείψανα, που ήταν στο ιερό της. Γύρω απ’ αυτό, διηγούνται μια παράξενη ιστορία: Την ημέρα που πάρθηκε η Πόλη, βιάστηκαν να φορτώσουν την Αγία Τράπεζα σ ένα πλοίο για να την πάνε στην χώρα των Φράγκων. Στη θάλασσα του Μαρμαρά όμως, το πλοίο βρήκε μεγάλη φουρτούνα. Καθώς το είχαν ετοιμάσει πολύ βιαστικά και το φορτίο του ήταν βαρύ, δεν μπόρεσε ν’ αντέξει και βούλιαξε στα κύματα, όπως ήταν. Έτσι η Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας ξέφυγε από τη βεβήλωση, όχι με τον τρόπο που είχαν ελπίσει οι Βυζαντινοί, αλλά όπως άρεσε στο Θεό.

Η Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας αναπαύεται στο βυθό της θάλασσας, πάνω στην άμμο και στα κοχύλια. Το σημείο όπου βούλιαξε το καράβι το ξέρουν καλά οι ναυτικοί και εύκολα το βρίσκουν. Πραγματικά, ακόμα κι όταν η πιο άγρια τρικυμία, φουσκώνει ολόγυρα τα κύματα και κάνει τη θάλασσα να μουγκρίζει, εκεί είναι γαλήνη και ησυχία. Από τη λεία και λαμπρή επιφάνεια του νερού ανεβαίνουν γλυκές ευωδιές και αντίλαλος από αγγελικές ψαλμωδίες. Πολλοί άξιοι δύτες που μαζεύουν κοράλλια ή ψαρεύουν σφουγγάρια, προσπάθησαν να κατέβουν και να δουν το ναυαγισμένο καράβι. Κανείς δεν τα κατάφερε. Η θάλασσα, πολύ βαθιά σ’ αυτό το μέρος, φυλάει την Αγία Τράπεζα και τα λείψανα των Αγίων από κάθε βέβηλο μάτι. Όταν όμως θα ξαναπάρουμε την Πόλη, η Αγία Τράπεζα, που μένει στην άμμο του βυθού, θ’ ανέβει στην επιφάνεια όπως ανεβαίνει ο δύτης. Θ αρμενίσει μόνη της κατά το Βυζάντιο και θα την πάρουμε από κει που θ’ αράξει. Θα την ξαναφέρουμε στην Αγία Σοφία και με χαρούμενους ύμνους, θα την αφιερώσουμε πάλι στη Σοφία του Θεού. Τότε, μέσα στη Βασιλική που έχτισε ο μεγάλος Ιουστινιανός, θα λάμψουν πάλι τα μωσαϊκά, οι εικόνες των Αγίων, τα λόγια του Ευαγγελίου, και ο σταυρός θα ξαναφανεί πάνω από το μαρμάρινο τραπέζι που ξέπλυναν τα κύματα.

“0Ι ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΝΤΑΝ” όταν οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη ξεκίνησαν να καταστρέφουν τις εκκλησίες και τα μοναστήρια. Στην Αγία Σοφιά είχε καταφύγει πολύ λαός, κυρίως γυναικόπαιδα, για να αποφύγουν τον θάνατο. Όμως η παρουσία τους εκεί δεν τους έσωσε, καθώς φανατισμένοι από τους δερβίσηδες μωαμεθανοί μπήκαν στην εκκλησία και άρχισαν να σφάζουν αδιακρίτως όποιον έβρισκαν μπροστά τους…

Ο σωρός των πτωμάτων έφτασε τα δέκα μέτρα. Όταν μάλιστα ο Σουλτάνος Μωάμεθ προσπάθησε να μπει στο ναό το άλογο του σκόνταψε πάνω στα πτώματα, Με την οπλή του το άλογο άφησε ένα σημάδι στην κορυφή ενός στύλου, το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα. Τις πιο πολλές εικόνες και τοιχογραφίες της Αγία Σοφιάς τις κατέστρεψαν οι Τούρκοι. 

Όταν, όμως, οι άπιστοι εισβολείς έφτασαν στον εξώστη – γυναικωνίτη και ένας τσαούσης (Τούρκος αξιωματικός) προσπάθησε με έναν πέλεκυ να καταστρέψει μια τοιχογραφία της Παναγίας που κρατά στα χέρια της τον Ιησού μωρό, έγινε το θαύμα ! Τη στιγμή που ο Τούρκος προσπάθησε να καταφέρει το πρώτο χτύπημα στην τοιχογραφία κεραυνοβολήθηκε κι έπεσε νεκρός. Τη θέση του πήρε ένας άλλος Τούρκος, αλλά την ίδια στιγμή κι εκείνος είχε την ίδια τύχη. 

Οι υπόλοιποι βάρβαροι πανικοβλήθηκαν απ’ το πρωτόγνωρο γι΄ αυτούς θαύμα και γεμάτοι τρόμο, αλλά και σεβασμό εγκατέλειψαν την ανόσια προσπάθεια τους. Η συγκεκριμένη τοιχογραφία σώζεται μέχρι σήμερα στον δεξιό εξώστη της Αγία Σοφιάς.

“Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ” όταν οι Τούρκοι μπήκαν στη Βασιλική Εκκλησία, ένας ιερέας τελούσε τη Θεία Λειτουργία. Βλέποντας τους άπιστους να μπαίνουν, δε σκεπτόταν παρά πώς να σώσει από τη βεβήλωση τον ιερό άρτο και το πολύτιμο Αίμα του Χριστού. 

Ανέβηκε, λοιπόν, βιαστικός στον Άμβωνα, κρατώντας τ’ Άγιο Δισκοπότηρο κι εξαφανίστηκε σε μια μικρή πόρτα. Την έκλεισε πίσω του, μα δυστυχώς οι Τούρκοι τον είχαν δει κι έτρεξαν να τον προφτάσουν. Όταν όμως έφθασαν στο σημείο που θα έπρεπε να βρίσκεται η πόρτα, ξαφνιάστηκαν γιατί δεν είδαν παρά μόνο μια γυμνή, λεία επιφάνεια χωρίς το παραμικρό σημάδι ανοίγματος. Αγριεμένοι, προσπάθησαν να γκρεμίσουν τον τοίχο, αλλά έσπασαν τα όπλα τους, χωρίς να καταφέρουν τίποτε! -Ας φέρουν τους χτίστες του στρατού μας, αποφάσισε ο Σουλτάνος. Έτσι θα δούμε τι είναι πίσω απ’ αυτόν τον τοίχο. 

Οι χτίστες ήρθαν με τα εργαλεία τους κι άρχισαν να χτυπούν τον τοίχο. Παρ’ όλες τους τις προσπάθειες όμως, δεν μπόρεσαν ούτε να τον τρυπήσουν κι ομολόγησαν πως σίγουρα υπήρχε κάποιο τεχνικό μέσο, που τους ήταν άγνωστο. -Είστε ανίκανοι, φώναξε καταθυμωμένος ο Σουλτάνος και θα τιμωρηθείτε! Να φέρουν βυζαντινούς χτίστες! Τότε έφεραν βιαστικά όσους μπόρεσαν και απειλώντας τους με θάνατο, τους πρόσταζαν να ρίξουν αυτόν τον τοίχο! Μα, ούτε κι αυτοί δεν τα κατάφεραν! 

Γιατί, το θέλημα του Θεού, πιο δυνατό από κάθε ανθρώπινη δύναμη, κρατούσε αυτές τις πέτρες δεμένες γερά, για να προστατεύει τον ιερέα. Όλους αυτούς τους αιώνες, ο ιερέας αγρυπνεί, σφίγγοντας το δισκοπότηρο, που προστάτευσε από τους άπιστους! Μα, όταν θα ξαναπάρουμε την Πόλη, η πόρτα θα ξανανοίξει μόνη της, ο ιερέας θα βγει, θα ξαναμπεί στο ιερό και θα συνεχίσει τα λόγια της λειτουργίας, από κει ακριβώς που είχε σταματήσει!

Η Αγία Σοφία στη σημερινή της μορφή. Η εικόνα του ναού της Αγίας Σοφίας έχει αλλοιωθεί μετά τη προσθήκη 4 μιναρέδων στο εξωτερικό, που δείχνουν αταίριαστοι με το υπόλοιπο οικοδόμημα, Στο εσωτερικό ο χριστιανικός σταυρός αντικαταστάθηκε με το μουσουλμανικό μισοφέγγαρο. Τζάμια με χρωματιστό γυαλί τοποθετήθηκαν στα παράθυρα και οι μεγάλες κρεμαστές λάμπες λαδιού αντικαταστάθηκαν από μικρότερες. Τα ψηφιδωτά καλύφθηκαν με κίτρινη μπογιά και γενικότερα όλη η εικόνα της εκκλησίας άλλαξε. Από την Άλωση του 1453 ως το 1934, η Αγία Σοφία λειτούργησε ως τζαμί και από το 1935 ως τις μέρες μας, λειτουργεί ως μουσείο. Η Αγία Σοφία ακόμη και στην παραμορφωμένη κατάσταση που βρίσκεται σήμερα, προκαλεί το θαυμασμό του επισκέπτη για το μεγαλειώδες αυτό έργο αλλά συγχρόνως και τη λύπη του για τις καταστροφές που έχει υποστεί το σημαντικότερο έργο του Βυζαντινού πολιτισμού και της Χριστιανοσύνης.

“Αγία Σοφία, το σύμβολο της ορθοδοξίας” 

Όμως, αν το Βυζάντιο ως πολιτική υπόσταση τερμάτισε τον ιστορικό του βίο, ο πολιτισμός του, έστω και χωρίς τη δόξα του παρελθόντος, επιβίωσε καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, εξακολούθησε να επηρεάζει τον πολιτισμό στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη και μέχρι σήμερα αποτελεί μια από τις κυριότερες συνιστώσες του νεοελληνικού πολιτισμού. Κορυφαίοι λόγιοι του Βυζαντίου, όπως ο Βησσαρίων ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης και τόσοι άλλοι, δίδαξαν την αρχαία ελληνική γλώσσα και τους αρχαίους Ελληνες συγγραφείς στα πανεπιστήμια της Ιταλίας και ένα πλήθος μαθητών τους από όλες τις χώρες της Ευρώπης μετέφεραν τα διδάγματα τους σε όλη την ήπειρο, ώστε ο ανθρωπισμός να γίνει πανευρωπαϊκό κίνημα και ακρογωνιαίος λίθος του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

http://www.manesis.gr/alosi/alosi.htm   πηγή:http://patrablog.blogspot.com/2010/05/29.html

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »