kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Η Θεία Ευχαριστία

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Σεπτεμβρίου, 2010

Ἐνῶ τὸ βάπτισμα δημιουργεῖ τὴ νέα πνευματικὴ γέννηση, τὴν ὁποίαν τὸ χρίσμα σφραγίζει μὲ τὶς δωρεὲς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἡ δὲ μετάνοια θεραπεύει τὶς πνευματικές της ἀσθένειες, ἡ θεία Εὐχαριστία τὴν τρέφει μὲ τὸ ἄχραντο σῶμα καὶ τὸ τίμιον αἷμα τοῦ Χριστοῦ.

Τὸ μυστήριο αὐτὸ εἶναι πραγματικὰ πολὺ μεγάλο. Καλεῖται «Κυριακὸν» (ὅπως καὶ τὸ βάπτισμα), διότι ἔχει ἀπ εὐθείας τὴ σύστασή του ἀπὸ τὸν Κύριο. Τόσο δὲ πολύ, ὥστε καὶ οἱ Διαμαρτυρόμενοι, οἱ ὁποῖοι ἀπορρίπτουν γενικῶς τὰ ἐκκλησιαστικὰ μυστήρια, δὲν ἀπετόλμησαν νὰ τὸ ἀρνηθοῦν, δεχόμενοι βέβαια αὐτὸ κατὰ τὸ δικό τους τρόπο καὶ φυσικὰ διαφορετικὰ ἀπὸ ὅ,τι τὸ δεχόμαστε ἐμεῖς. Τὴ διαφορὰ θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια.

Εἰσαγωγικὰ στὴ φύση καὶ τὴ δύναμη τοῦ μυστηρίου εἶναι ὅσα μᾶς παρέδωσε ὁ Κύριος στὸ διάλογο ποὺ εἶχε μὲ τοὺς Ἰουδαίους, μετὰ τὸ χορτασμὸ στὴν ἔρημο τῶν πεντακισχιλίων. Στηλιτεύων τὸν ὄχλον ὁ Σωτὴρ ὅτι τὸν ἀκολουθοῦσαν ὄχι διότι τὸν πίστευαν, ἀλλὰ διότι ζητοῦσαν ἐπανάληψη τοῦ θαύματος τῆς ὑλικῆς διατροφῆς τους, ἔλαβε ἀφορμὴ νὰ ὁμιλήσει περὶ τῆς πραγματικῆς τροφῆς ποὺ παρέχει «ζωὴν αἰώνιον», περὶ τοῦ ἄρτου ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό, γιὰ τὴ δική του σάρκα, ἡ βρώση τῆς ὁποίας χορηγεῖ στὸν ἄνθρωπο τὴν ἀληθινὴ ζωή• «… ἐγὼ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς• ἐὰν τις φάγη ἐκ τοῦ ἄρτου τούτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ ὁ ἄρτος δὲ ὅν ἐγὼ δώσω, ἡ σάρξ μου ἐστιν, ἥν ἐγὼ δώσω ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς• … ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς. ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις, καὶ τὸ αἷμα μου ἀληθῶς ἐστι πόσις. ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ. καθὼς ἀπέστειλέ με ὁ ζῶν πατὴρ κἀγὼ ζῶ διὰ τὸν πατέρα, καὶ ὁ τρώγων με κἀκεῖνος ζήσεται δι’ ἐμὲ» (1). Συνέστησε δὲ τὸ μυστήριο ὁ Κύριος τὸ ἑσπέρας τῆς Πέμπτης, παραμονῆς τῆς μεγάλης ἑορτῆς τοῦ ἑβραϊκοῦ Πάσχα. Ἐνῶ ἔτρωγε τὸ Πασχάλιο Δεῖπνο μὲ τοὺς μαθητὲς «λαβὼν ὁ Ἰησοῦς τὸν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς καὶ εἶπε• λάβετε φάγετε• τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον καὶ εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων• πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες• τοῦτο γὰρ ἐστι τὸ αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (2).

Ἡ θεία Εὐχαριστία ἔχει δύο ὄψεις• εἶναι μυστήριο καὶ συγχρόνως θυσία. Ὡς μυστήριον ἡ θεία Εὐχαριστία ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι κάτω ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου τὰ ὁποῖα ἁγιάστηκαν μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ παναγίου Πνεύματος, ὑπάρχουν πραγματικὰ τὸ ἄχραντο σῶμα καὶ τὸ τίμιον αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι σ’ αὐτὰ παρὸν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἑνιαίως σὲ ὅλες τὶς φάσεις τῆς ὑπάρξεώς του. Εἶναι τὸ σῶμα ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴ Μαρία, ἀπέθανε στὸ σταυρό, ἀναστήθηκε ἀπὸ τὸν τάφο καί, θεωμένο, ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανούς, ὅπου κάθεται «ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός».

Τὸ ὁρατὸ σημεῖο τοῦ μυστηρίου εἶναι τὰ στοιχεῖα τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου καὶ ἡ εὐχὴ ἐπικλήσεως τοῦ παναγίου Πνεύματος. Κατὰ τὸν καθαγιασμὸ τῶν τιμίων δώρων μὲ τρόπο ποὺ ὑπερβαίνει πλήρως τὴ νοητική μας κατάληψη, ἡ οὐσία τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου μεταβάλλεται, μεταποιεῖται, μεταστοιχειοῦται στὴν οὐσία τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου (3). Ἐκεῖνο ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένει μετὰ τὸν καθαγιασμὸ εἶναι τὰ ἐξωτερικὰ συμβεβηκότα, δηλαδὴ οἱ ποιότητες τῶν φυσικῶν στοιχείων, ὅπως τὸ βάρος, τὸ σχῆμα, τὸ χρῶμα, ἡ ὀσμὴ καὶ ἡ γεύση. Αὐτὰ ἐξακολουθοῦν νὰ παραμένουν κατὰ θείαν οἰκονομία, γιὰ νὰ διευκολύνουν ἴσως τὴ βρώση καὶ τὴν πόση τῆς Εὐχαριστίας, ποὺ θὰ ἦταν ἐξαιρετικὰ δύσκολη σὲ περίπτωση ποὺ ὁ πιστὸς δεχόταν γυμνὰ καὶ ἀπροκάλυπτα τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Τὰ τίμια δῶρα κοινωνούμενα ἑνώνονται μυστικὰ μὲ τὴν ὅλη ψυχοσωματικὴ ὑπόσταση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία θεοποιεῖται μὲ τὴν ἄχραντη θεία ἐπαφή. Φυσικὰ ἡ θεία Κοινωνία δὲν ἀκολουθεῖ τὴ φυσικὴ διεργασία τῆς πέψεως καὶ τῆς ἀποβολῆς, ποὺ γίνεται στὴ λήψη κάθε ἄλλης φυσικῆς τροφῆς.

Τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι παρόντα σ’ ὁλόκληρη τὴν ποσότητα τῆς θείας Κοινωνίας καὶ σὲ κάθε μόριο αὐτῆς• εἶναι δὲ παρόντα συγχρόνως καὶ σ’ ὅλα τὰ ἱερὰ ποτήρια τῆς θείας Λειτουργίας καὶ φυσικὰ στὸν οὐρανό, στὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ συμβαίνει μονάχα μὲ θαῦμα τῆς θείας παντοδυναμίας, δεδομένου ὅτι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι κατὰ τὴ φύση του πανταχοῦ παρόν. Ἡ θεωρία τῆς πανταχοῦ παρουσίας, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ Λούθηρος δὲν εἶναι ὀρθή. Ὁ ἀρχηγέτης τῆς Διαμαρτυρήσεως στὴν προσπάθειά του νὰ ἐξηγήσει τὸν τρόπο τῆς πραγματικῆς παρουσίας τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, εἶπεν ὅτι τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, ὡς πανταχοῦ παρόν, εἶναι παρὸν καὶ στὴ θεία Εὐχαριστία (4). Ἡ θεωρία αὐτὴ εἶναι πολὺ ἀφελὴς καὶ εὔκολα ἀνατρέπεται. Διότι, ἂν εἶναι πανταχοῦ παρὸν τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, φυσικὰ δὲν θὰ εἶναι μονάχα στὴ θεία Εὐχαριστία, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε ἄλλην ὑλικὴ τροφὴ καὶ δὲν βλέπουμε τί τὸ περισσὸ ἔχει ἡ βρώση τοῦ κυριακοῦ σώματος. Στὶς ἰδέες του αὐτὲς ὁ Λούθηρος κατέληξε, κάνοντας κακὴ ἐφαρμογὴ τῆς ἀντιδόσεως τῶν ἰδιωμάτων τῶν δύο φύσεων στὴ μία ὑπόσταση τοῦ Ἰησοῦ. (5) Ἔτσι ἀπέδωσε τὴν πανταχοῦ παρουσία ποὺ ἀνήκει αὐστηρῶς στὸ θεανδρικὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, στὴν ἀνθρώπινη φύση ἀπ’ εὐθείας, ἡ ὁποία σὲ καμία περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ προσλάβει τὸ ἰδίωμα αὐτό, ποὺ ἀνήκει ἀποκλειστικὰ στὴ θεότητα.

Οἱ ὑπόλοιποι προτεστάντες ἀπορρίπτουν ὁμόφωνα τὸ δόγμα τῆς μετουσιώσεως (6) τῶν φυσικῶν στοιχείων. Κατ’ αὐτοὺς ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος εἶναι σύμβολα ψιλὰ (= ἁπλά) τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, διὰ τῶν ὁποίων παρέχεται διὰ τῆς πίστεως ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὸν μεταλαμβάνοντα πιστό. Πρόκειται γιὰ ἕνα συμβολισμό, ὁ ὁποῖος δὲν περιέχει τὴν ἰδέα τοῦ πράγματος, ἀλλ’ εἶναι σημεῖον ἁπλὸ τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ. Περιττὸ νὰ σημειώσουμε, ὅτι τὰ διδάγματα αὐτὰ εἶναι αὐθαίρετα, χωρὶς κανένα σοβαρὸ ἔρεισμα στὴ Γραφή, τῆς ὁποίας ὁ ρεαλισμὸς ὡς πρὸς τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὴν Εὐχαριστία εἶναι πέρα ἀπὸ κάθε ἀμφισβήτηση. Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ φρόνημα τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τὴ μαρτυρία ὅμως τῶν ὁποίων, οἱ Διαμαρτυρόμενοι, συνεπεῖς στὶς ἐκκλησιολογικὲς τοὺς ἀρχές, ἀπορρίπτουν (7).

Ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι μυστήριο κατ’ ἐξοχὴν θεοποιητικό. Εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνῶ στὰ ἄλλα μυστήρια παρέχεται ἡ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος γιὰ τὸν ἁγιασμὸ τῶν πιστῶν, στὴν Εὐχαριστία παρέχεται ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καὶ ὄχι μονάχα τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα του, ἀλλὰ καὶ ἡ ψυχὴ του (δηλαδὴ ὁλόκληρη ἡ ἀνθρώπινη φύση του), συνειμμένα δὲ καὶ ἡ θεότητά του ποὺ εἶναι ἀχωρίστως ἑνωμένη μὲ τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ κατ’ ἐπέκταση ὁ ὅλος τριαδικὸς Θεός, στὸν ὁποῖον ὑπάρχει ἀναπόσπαστα ἡ ὑπόσταση τοῦ σαρκωθέντος Λόγου! Στὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας ὁ Χριστὸς σπείρεται στὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου, ἀνακιρνᾶται μὲ αὐτήν, τὴ φλέγει καὶ τὴ διαπερνᾶ σὲ μία ἕνωση βαθύτατα ἐσωτερική. Στὴ θεία Εὐχαριστία πολλαπλασιάζεται ὁ Χριστὸς στὰ μέλη τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας του, τὰ ὁποία μὲ τὴ θεία Μετάληψη ἑνώνονται καὶ μεταξύ τους σὲ μία κοινωνία βαθιὰ ἀνθρωπολογικὴ καὶ χριστολογική. Ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Σ’ αὐτὴν ὑπάρχουν τόσοι «χριστοὶ» ὅσα καὶ τὰ μέλη της ποὺ ἑνώνονται ἐσωτερικά, σὲ βάση ὅμως πραγματική, μὲ τὸν Σωτήρα Κύριο. Στὴν Εὐχαριστία τέλος ἁγιάζεται καὶ ἡ κτίση, ποὺ μὲ τὰ φυσικὰ στοιχεῖα της (τοὺς καρποὺς τῶν σπλάχνων της) λειτουργεῖ καὶ αὐτὴ στὸν ἀπερινόητο λόγο τοῦ θείου μυστηρίου, τὴ μεταποίησή της στὴ σάρκα τοῦ Πλάστη της.

Ἀνάλογη μὲ τὴν ἱερότητα τοῦ μυστηρίου πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ προπαρασκευὴ τοῦ ἀνθρώπου νὰ δεχτεῖ μέσα του τὸν Κύριο τῆς δόξης. Ὁ πιστὸς πρέπει νὰ ἔχει σαφῆ αἴσθηση τῆς ἱερότητος τῆς θείας Μεταλήψεως. Πρέπει νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ διακρίνει τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, ὅτι πρόκειται περὶ τροφῆς μυστηριακῆς, ὅτι κάτω ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ συμβεβηκότα τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου (ὄσφρηση, γεύση, χρῶμα κ.λπ.) λαμβάνει μέσα του ὁλόκληρο τὸν Χριστό, ὁλόκληρη τὴ θεότητα μὲ τὴν ὁποίαν ζυμώνεται γιὰ νὰ γίνει καὶ αὐτὴ ἄρτος οὐράνιος. Ὅτι, μετέχοντας τῆς θείας Εὐχαριστίας, γίνεται χριστοφόρος καὶ θεοφόρος, ἡ φύση του ἀνακιρνᾶται στὴν ποιότητα τοῦ Δημιουργοῦ καὶ Σωτήρα της, πυρπολεῖται ἀπὸ τὴ φωτιὰ τῆς θεότητος.

Καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσέρχεται στὴ θεία Μετάληψη ἐπιπόλαια καὶ μηχανικά, ἀπὸ ἁπλὴ συνήθεια, ἀλλὰ νὰ εἶναι ὅσο γίνεται καθαρὸς γιὰ νὰ δεχτεῖ μέσα του τὸν Καθαρό. Καὶ ὅτι, γιὰ νὰ γίνει «θεός», πρέπει πρῶτα νὰ γίνει ἄνθρωπος ἄξιος νὰ δεχτεῖ στὸ εἶναι του τὴ φωτιὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν θὰ τὸν κάψει ἀλλὰ θὰ τὸν φλογίσει καὶ θὰ τὸν μεταμορφώσει. Διότι, ἂν προσέλθει ἀνάξια στὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, θὰ λάβει μὲν μέσα του τὸ ἄχραντο σῶμα καὶ τὸ τίμιον αἷμα τοῦ Σωτῆρος, ὄχι ὅμως «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον» (8), ἀλλὰ «εἰς κρίμα καὶ εἰς κατακρίμα». Στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία πολλοὶ ποὺ κοινωνοῦσαν ἀνάξια, πέθαιναν (9).

Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιὰ τὴν τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας χρησιμοποιεῖται ἄρτος ἔνζυμος καὶ οἶνος «ὕδατι κεκραμένος», εἰς ἀνάμνηση τῆς τρώσεως τῆς πλευρᾶς τοῦ Κυρίου στὸ σταυρό, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐξῆλθε «αἷμα καὶ ὕδωρ» (10). Σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸ ὀρθόδοξο ἔθος, οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ χρησιμοποιοῦν ἀντὶ ἄρτου, ἄζυμα. Αὐτὸ ὅμως ἀποτελεῖ ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ἀρχαία παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴ μαρτυρία τῆς Γραφῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος τὸ ἑσπέρας τῆς Πέμπτης ποὺ τέλεσε τὸ μυστικὸ Δεῖπνο, ἔφαγεν ἄρτον ἔνζυμο (ψωμὶ ζυμωμένο), διότι ἡ βρώση τῶν ἀζύμων, ποὺ ἐπέβαλλε ὁ νόμος, ἄρχιζε τὴν ἑπόμενη, τὴν Παρασκευή, τὴ μεγάλη ἡμέρα τοῦ ἑβραϊκοῦ Πάσχα.

Στὴ δική μας Ἐκκλησία τῶν ἀχράντων μυστηρίων κοινωνοῦν ἀνεξαίρετα ὅλοι οἱ πιστοί, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν μικρῶν παιδιῶν. Ἀντίθετα οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ δὲν ἐπιτρέπουν στὰ νήπια τὴ θεία Κοινωνία, γιὰ τοὺς ἴδιους λόγους ποὺ μεταθέτουν τὴν τέλεση τοῦ χρίσματος στὸ 12ο ἔτος τῆς ἡλικίας τῶν βαπτισθέντων παιδιῶν. Μὲ τὴν τέλεση τοῦ χρίσματος αὐτὰ δέχονται καὶ τὴν πρώτη τους θεία Κοινωνία. Καὶ ἡ πρακτικὴ αὐτὴ ἀποτελεῖ καινοτομία τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας. Φυσικὰ οἱ λόγοι τῆς ἀποκλίσεως αὐτῆς ἀπὸ τὸ ἀρχαιοπαράδοτο ἔθος τῆς Ἐκκλησίας δὲν εὐσταθοῦν, ὅπως δὲν εὐσταθοῦν καὶ οἱ λόγοι ἀναβολῆς τελέσεως τοῦ χρίσματος. Τὴ ζύμη τῆς θεότητος ἔχουν ἀνάγκην ὅλοι ἀνεξαίρετα οἱ ἄνθρωποι. Στὰ νήπια δὲ ποὺ ἔχουν καθαρὴ τὴν ψυχή τους ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἡ θεία Εὐχαριστία ἐνεργεῖ κατ’ ἐξοχὴν τὰ εὐεργετικά της ἀποτελέσματα. Ἄλλωστε ἔμμεση μαρτυρία ὑπάρχει καὶ στὴν ἁγία Γραφή, ὅπου γίνεται μνεία βαπτισμοῦ ὁλοκλήρων οἴκων, στοὺς ὁποίους φυσικὰ περιλαμβάνονταν καὶ μικρὰ παιδιά. Εἶναι φυσικὸ νὰ ὑποθέσουμε ὅτι καὶ αὐτὰ θὰ κοινωνοῦσαν μαζὶ μὲ τοὺς γονεῖς τους κατὰ τὴν πρώτη οἰκογενειακὴ Μετάληψη.

Ὅμοια, ἐνῶ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κοινωνοῦν ὑπ’ ἀμφότερα τὰ εἴδη τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου ὅλοι ἀνεξαίρετα οἱ πιστοί, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, στὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία ἀπαγορεύεται ἡ κοινωνία αἵματος Χριστοῦ στοὺς λαϊκοὺς καὶ σὲ ὅσους κληρικοὺς δὲν λαμβάνουν μέρος στὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας.(11) Οἱ μόνοι ποὺ κοινωνοῦν καὶ αἵματος Χριστοῦ εἶναι οἱ λειτουργοῦντες κληρικοί. Ἡ θεωρία τῆς συνακολουθίας, τὴν ὁποία διετύπωσε ὁ Θωμᾶς ὁ Ἀκινάτης διὰ νὰ δώσει θεολογικὸ ὑπόβαθρο στὴν πρακτική τῆς Ἐκκλησίας του, δὲν εἶναι σοβαρή. Κατὰ τὴ θεωρία αὐτὴ δὲν ὑπάρχει σῶμα χωρὶς τὸ αἷμα ποὺ φυσιολογικὰ ἐμπερικλείεται σ’ αὐτό. Ἑπομένως, κοινωνώντας κανεὶς σώματος Χριστοῦ, κοινωνεῖ αὐτομάτως καὶ τοῦ συνυπάρχοντος αἵματος, χωρὶς νὰ παρίσταται ἀνάγκη ξεχωριστῆς κοινωνίας τοῦ τελευταίου. Ἄραγε νὰ μὴν ἐγνώριζε τὴ θεωρία τοῦ Θωμᾶ ὁ Ἰησοῦς, ὅταν ἐθέσπιζε τὴν ξεχωριστὴ κοινωνία τοῦ αἵματός του, λέγων• «πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…»; Ὅτι ἡ στέρηση τοῦ ποτηρίου ἀπὸ τοὺς λαϊκοὺς στοχεύει στὴν ἐξύψωση τοῦ κλήρου ὑπὲρ τὸν λαόν, σύμφωνα μὲ τὸ ἱεροκρατικὸ πνεῦμα τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας, εἶναι περιττὸ καὶ νὰ σημειώσουμε (12).

Τέλος, ἐνῶ στὴν Ἐκκλησία μας ὁ καθαγιασμὸς τῶν τιμίων δώρων, ἡ μεταβολὴ δηλαδὴ τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου σὲ σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ, γίνεται κατὰ τὴν εὐχὴ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ἁγίου Πνεύματος• «…καὶ ποίησον τὸν μὲν ἄρτον τοῦτον τίμιον σῶμα τοῦ Χριστοῦ σου• τὸ δὲ ἐν τῷ ποτηρίῳ τούτῳ τίμιον αἷμα τοῦ Χριστοῦ σου, μεταβαλὼν τῷ Πνεύματί σου τῷ ἁγίω», οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ πιστεύουν ὅτι ὁ καθαγιασμὸς γίνεται κατὰ τὴν ἐκφώνηση τῶν συστατικῶν λόγων τοῦ μυστηρίου• «Λάβετε, φάγετε…» καὶ «πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…». Στὴν περίπτωση ὅμως αὐτή, ποιὸ νόημα θὰ εἶχεν ἡ εὐχὴ τῆς ἐπικλήσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει σὲ ὅλα τὰ τυπικὰ τῶν ἀρχαίων λειτουργιῶν;

Τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι μυστήριο ἐπαναλαμβανόμενο. Δὲν ὑπάρχουν περιορισμοὶ στὴν προσέλευση τοῦ πιστοῦ στὴ θεία Κοινωνία, ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων ἐκείνων ποὺ ἡ ἀπαγόρευση μετοχῆς ἐπιβάλλεται προσωρινὰ ὡς ἐπιτίμιο στοὺς ἐξομολογουμένους ἀπὸ τὸν ἱερέα. Κάθε πιστὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσέρχεται στὴ θεία μετάληψη, ὅταν δέχεται τὴν Πρόσκληση ἀπὸ τὸν λειτουργοῦντα ἱερέα• «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε» διαφορετικὰ ἡ Πρόσκληση αὐτὴ δὲν θὰ εἶχε κανένα νόημα. Ἀρκεῖ βέβαια νὰ ὑπάρχει –ὅπως προηγουμένως τονίστηκε– ἡ δέουσα προπαρασκευὴ ἐκ μέρους τῶν πιστῶν. Γιατί, ὅταν κανεὶς προσέρχεται ἀπαράσκευος στὴ θεία Κοινωνία, διαπράττει μεγάλο ἁμάρτημα ποὺ δουλεύει ἀρνητικὰ γιὰ τὴν πνευματική του ζωὴ καὶ ἑτοιμάζει τὴν αἰώνια καταδίκη του. Ἐπίσης, ὅποιος ἀπὸ ἀδιαφορία ἢ ἀπιστία δὲν προσέρχεται στὴν κοινωνία τῶν ἀχράντων μυστηρίων εἶναι πνευματικὰ νεκρός (13), πράγμα ποὺ θέτει σὲ κίνδυνο τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του.

Ἡ θεία Εὐχαριστία ὅμως εἶναι παράλληλα καὶ θυσία. Ἔχει ὅλα τὰ συστατικὰ στοιχεῖα μιᾶς ἀληθινῆς θυσίας• θύτη, θύμα καὶ τὴν καταστροφὴ τοῦ θύματος. Στὴ μεγάλη ἐνιαύσια θυσία τοῦ Ἐξιλασμοῦ στὴν Π. Διαθήκη θύτης ἦταν ὁ ἀρχιερέας, θύμα τὸ προσφερόμενο ἀπὸ τὴν κοινότητα ζῶο καὶ πράξη καταστροφῆς ἡ σφαγὴ τοῦ ζώου, μὲ τὸ αἷμα τοῦ ὁποίου ἐραντίζετο (ἀπὸ τὸν ἀρχιερέα) τὸ καταπέτασμα τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου. Στὴ θυσία τῆς θείας Εὐχαριστίας θύτης καὶ θύμα εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς (ὅπως καὶ στὴ θυσία τοῦ σταυροῦ), πράξη δὲ καταστροφῆς ὁ χωρισμὸς τοῦ σώματος ἀπὸ τὸ αἷμα καὶ ἡ κλάση τοῦ ἄρτου ἀπὸ τὸν ἱερέα, ποὺ εἶναι τὸ ὄργανο διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Χριστὸς θύει ἑαυτὸν ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς. Στὴν ἁγία Γραφὴ ὑπάρχουν πολλὲς μαρτυρίες γιὰ τὸ θυτήριο χαρακτήρα τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἤδη στὴν Π. Διαθήκη τὸ χαρακτήρα αὐτὸ (τῆς σταυρικῆς θυσίας) προτύπωνε ἡ θυσία τοῦ Πασχαλίου ἀμνοῦ, ὁ ὁποῖος προεικόνιζε τὸν Ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ «τὸν αἴροντα τὰς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου» (14). Στὴ σταυρικὴ δὲ θυσία τοῦ Χριστοῦ εἶχεν ἀναφορὰ καὶ ἡ θυσία ἡ ἀγγελλομένη στὴν προφητεία τοῦ Μαλαχία• «οὐκέτι μου θέλημα ἐν ὑμῖν… καὶ θυσίαν οὐ προσδέξομαι ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν. διότι ἀπ’ ἀνατολῶν ἡλίου ἕως δυσμῶν τὸ ὄνομά μου δεδόξασται ἐν τοῖς ἔθνεσι, καὶ ἐν παντὶ τόπῳ προσάγεται τῷ ὀνόματί μου θυσία καθαρά…» (1, 10.11). Στὴν Κ. Διαθήκη ἡ θεία Εὐχαριστία τονίζεται στοὺς ἱδρυτικοὺς λόγους τοῦ μυστηρίου, ὅπου οἱ μετοχὲς «κλώμενον» (τὸ σῶμα) καὶ «ἐκχυνόμενον» (τὸ αἷμα), μόνο μὲ τὴν ἔννοια τῆς θυσίας μποροῦν νὰ γίνουν κατανοητὲς (καταστροφὴ τοῦ σώματος καὶ χύση τοῦ αἵματος). Παράλληλα εἶναι ἐνδεικτικὰ καὶ ὅσα ὁ Ἀπόστολος λέγει, ἀντιπαραβάλλων τὸ ποτήριο καὶ τὴν τράπεζα τῶν δαιμονίων (τὴ βρώση τῶν εἰδωλοθύτων) πρὸς τὸ ποτήριο καὶ τὴν τράπεζα τοῦ Κυρίου (ἕνωση μὲ τὰ δαιμόνια καὶ ἕνωση μὲ τὸν Κύριον ἀντίστοιχα). Ἔτσι, ὅπως ἡ τράπεζα τῶν δαιμονίων εἶναι θυσιαστήριο (στὸ ὁποῖο μετέχουν οἱ λατρεύοντες τὰ δαιμόνια), κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ τράπεζα τοῦ Κυρίου εἶναι «θυσιαστήριον, ἐξ οὗ φαγεῖν οὐκ ἔχουσιν ἐξουσίαν οἱ τὴ σκηνὴ λατρεύοντες» (15) (οἱ Ἰουδαῖοι). Ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκφράσεις τῶν Πατέρων• θυσιαστήριον, τράπεζα, θυσία, προσφορά, λατρεία, ἱερεῖον, ἱερουργία, προσφέρειν, θυσιάζειν, θύειν, ἱερεύειν (16), καμίαν ἀμφιβολίαν δὲν ἀφήνουν περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς θείας Εὐχαριστίας ὡς πραγματικῆς θυσίας.

Οἱ Προτεστάντες, ἂν καὶ δέχονται τὴ μυστηριακὴ ὄψη τῆς Εὐχαριστίας (προσαρμοσμένη βέβαια στὶς ἰδιαίτερες θεολογικὲς προκαταλήψεις τους), ἀρνοῦνται τὴ φύση αὐτῆς ὡς θυσίας. Εἶναι γνωστὸν ἄλλωστε ὅτι ἀπορρίπτουν τὸ μυστήριο τῆς ἱερωσύνης καὶ δὲν ἔχουν στὴν κυριολεξία ἱερεῖς, ποὺ εἶναι οἱ μόνοι ἁρμόδιοι νὰ προσφέρουν θυσίες, ἀλλ’ ἁπλοὺς πάστορες (ποιμένες) ποὺ εἶναι ἐπιφορτισμένοι κυρίως μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ.

Ἡ θυσία τῆς Εὐχαριστίας προσφέρεται στὴν Ἐκκλησία «εἰς ἀνάμνησιν» (17) τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἶναι ὅμως μία συμβολικὴ ἀναπαράσταση τοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου. Εἶναι ἀναπαράσταση ἀληθινή τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Σωτῆρος. Ἡ θυσία τῆς Εὐχαριστίας ποὺ τελέστηκε στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο τῆς Πέμπτης, παραμονῆς τοῦ ἑβραϊκοῦ Πάσχα, στὰ Ἱεροσόλυμα, ἦταν πρόληψη τῆς μεγάλης θυσίας ποὺ θὰ γινόταν σὲ λίγες ὧρες στὸ Γολγοθᾶ. Κατ’ αὐτὴν ὁ Σωτὴρ εὐλόγησε ξεχωριστὰ τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο (χωρισμὸς σώματος καὶ αἵματος ποὺ γίνεται σὲ κάθε θυσία) καὶ ἐτεμάχισε τὸν ἄρτο, τὸν ὁποῖο διένειμε στοὺς μαθητὲς πρὸς μετάληψη.

Ἡ διαφορὰ τῆς θυσίας τῆς θείας Εὐχαριστίας ἀπὸ τὴ θυσία τοῦ σταυροῦ εἶναι στὰ ἀκόλουθα σημεῖα•

α) Στὸ σκοπὸ ποὺ ἔχει κάθε μία ἀπ’ αὐτές. Ἡ θυσία τοῦ σταυροῦ ἔγινε διὰ τὴν κατάργηση τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, ποὺ ἦσαν ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας τῶν ἀνθρώπων, καὶ τὴν ἐξιλέωση τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου ἐνώπιον τοῦ παναγίου Θεοῦ. Ἡ θυσία τῆς Εὐχαριστίας διαιωνίζει στὴν Ἐκκλησία τὴ μεγάλη σταυρικὴ θυσία, ἐφαρμόζουσα τὰ ἀγαθὰ ἐκείνης σὲ ὅσους πιστεύουν στὸν Κύριο καὶ δέχονται μὲ ἀφοσίωση καὶ ἀγάπη τὸ Πρόσωπο καὶ τὸ λυτρωτικὸ ἔργο του.

β) Ἡ θυσία τοῦ σταυροῦ ἔγινεν «ἅπαξ διὰ παντὸς» (μία γιὰ πάντα) ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς. Ἀντίθετα, ἡ θυσία τῆς Εὐχαριστίας ἐπαναλαμβάνεται διαρκῶς σὲ ὅλα τὰ πλάτη καὶ τὰ μήκη τῆς γῆς ὅπου ὑπάρχει Ἐκκλησία, σὲ κάθε θεία Λειτουργία της. Μὲ τὴν ἐπανάληψη αὐτὴ διαιωνίζεται στὸν κόσμο ἡ ἰλαστήρια θυσία τοῦ Χριστοῦ, ὥστε οἱ πιστοὶ νὰ καρπώνονται τὰ ἀγαθὰ ἐκείνης.

γ) Ἐνῶ ἡ σταυρικὴ θυσία ἦταν «ἐν αἵματι», ἡ θυσία τῆς Εὐχαριστίας εἶναι ἀναίμακτη. Γίνεται δηλαδὴ χωρὶς νὰ χυθεῖ τὸ πανάγιον αἷμα τοῦ Κυρίου.

Ἡ σημασία τῆς Εὐχαριστίας ὡς θυσίας εἶναι πολὺ μεγάλη διὰ τὴ ζωὴ γενικά της Ἐκκλησίας. Οἱ πιστοί, παράλληλα μὲ τὴν ἕνωσή τους μὲ τὸν Χριστὸ διὰ τῆς κοινωνίας τῶν ἀχράντων μυστηρίων, στὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἐπαναλαμβάνεται ἀναίμακτα στὴν Ἐκκλησία, ζοῦν τὰ λυτρωτικὰ ἀγαθὰ τοῦ σταυροῦ, δεχόμενοι τὴν εὐλογία ποὺ ἀενάως ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἄπειρη ἀξιομισθία τοῦ λυτρωτικοῦ πάθους τοῦ Σωτῆρος.
Εἶναι πραγματικὰ πολὺ μεγάλη ἡ τιμὴ διὰ τὸν ἄνθρωπο νὰ παρίσταται –ὅπως ὁ Ἰωάννης καὶ οἱ εὐσεβεῖς γυναίκες– μάρτυρας τοῦ σωτηρίου πάθους τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἐπαναλαμβάνεται σὲ κάθε θεία Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀπὸ τὴν ἄποψη αὐτὴ κατανοεῖ κανεὶς καὶ τὴ μεγάλη σημασία τοῦ ἐκκλησιασμοῦ. Ὅταν ἐκκλησιάζεται ὁ πιστὸς δὲν παρακολουθεῖ ἁπλὰ μίαν ἐκκλησιαστικὴ τελετή, ἀλλὰ ζεῖ ἀληθινὰ στὸ ρυθμὸ τοῦ σωτηρίου πάθους τοῦ Χριστοῦ. Γίνεται δέκτης τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ ποὺ καρφώθηκε πάνω στὸ σταυρό, γιὰ νὰ βγάλει ἀπὸ τὴ φύση μας τὸ πικρὸ φαρμάκι τῆς φθορᾶς. Ζεῖ στὴν ὅλη του ὑπόσταση τὴ χρηστότητα τοῦ πλαστουργοῦ του, ποὺ πέθανε γιὰ νὰ λυτρώσει τὸ πλάσμα του ἀπὸ τὴ νέκρωση τῆς ἁμαρτίας. Ὑπάρχει ἄραγε μεγαλύτερος τίτλος τιμῆς διὰ τὸν εὐτελῆ ἄνθρωπο; Καὶ ὅμως αὐτός, ἕνα κινούμενο ὀξύμωρο, ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ μακριὰ ἀπὸ τὸ ναό, ἀποξενωμένος ἀπὸ τὴ μεγάλη χρηστότητα καὶ εὐλογία! Νεκρωμένος στὰ πονηρὰ ἔργα του καὶ ἐγκλωβισμένος στὴ ραστώνη καὶ τὴν ἀδιαφορία του, προσπερνᾶ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, ἀνυποψίαστος ὅτι μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ χάνει ὅ,τι πολυτιμότερο μπορεῖ νὰ ἔχει, τὸ νόημα τῆς ὑπάρξεώς του. Διότι ὁ χριστιανὸς ποὺ ἀπὸ ἀδιαφορία δὲν ἐκκλησιάζεται, ἔχει χάσει τὴ σημασία τῆς χριστιανικῆς του κλήσεως, παραπαίων στὰ σκοτάδια τῆς πνευματικῆς ἀγνωσίας καὶ ἀποτυφλώσεως. Φυσικά, κάνοντες λόγο περὶ ἐκκλησιασμοῦ, ἐννοοῦμε τὸν πραγματικὸν ἐκκλησιασμό, ποὺ γίνεται μὲ φωτισμένη συνείδηση, καὶ ὄχι τὶς ἄλλες σκοπιμότητες ποὺ ὑπαγορεύουν τὴ συμβατικὴ παρουσία του στὸ ναό.

1. Ἰω. 6,51–57.
2. Ματθ. 26,26–28. Λουκ. 22,19–20.
3. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς παρατηρεῖ• «Αὐτὸς ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος μεταποιεῖται εἰς σῶμα καὶ αἷμα Θεοῦ. Εἰ δὲ τὸν τρόπον ἐπιζητεῖς, πῶς γίνεται, ἀρκεῖ σοι ἀκοῦσαι, ὅτι διὰ Πνεύματος ἁγίου, ὥσπερ καὶ ἐκ τῆς ἁγίας Θεοτόκου διὰ Πνεύματος ἁγίου ἑαυτῷ, καὶ ἐν ἐαυτῷ ὁ Κύριος σάρκα ὑπεστήσατο• καὶ πλέον οὐδὲν γινώσκομεν, ἀλλ’ ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀληθής ἐστι, καὶ ἐνεργῆς, καὶ παντοδύναμος, ὁ δὲ τρόπος ἀνεξερεύνητος» (ΡG 94,1144). Στὸ χωρίο αὐτὸ εἶναι ἐνδεικτικὸς ὁ εὐσεβὴς ἀγνωστικισμὸς τοῦ ἱεροῦ Πατρὸς σχετικὰ μὲ τὸν τρόπο μεταβολῆς τῶν στοιχείων τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου σὲ σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς Παπικούς, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸν ὄρο μετουσίωσις, βασισμένο στὴ διάκριση μεταξὺ οὐσίας καὶ συμβεβηκότων τῆς Ἀριστοτελικῆς φιλοσοφίας, φυσιολογοῦν κατὰ κάποιο τρόπο τὸ ἱερό της πίστεως μυστήριο. Τοῦ ὄρου αὐτοῦ, ἂν καὶ ἐννοιολογικὰ ὀρθοῦ (σημαίνει ὅ,τι καὶ ὁ ὅρος μεταβολὴ) ἡ σχολαστικὴ θεώρηση δημιουργεῖ κάποια ἐπιφύλαξη στοὺς Ὀρθοδόξους, ἐνῶ ἀπὸ τοὺς Διαμαρτυρομένους εὐθέως ἀπορρίπτεται.
4. Βλ. Α. Θεοδώρου. Ἐν Ἀθήναις, 1967.
5. Οἱ Λουθηρανοί, κaτ’ ἐξαίρεση ἀπὸ τοὺς ἄλλους Διαμαρτυρομένους, δέχονται τὴν πραγματικὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Δὲν τὴ δέχονται ὅμως μὲ τὴν ἔννοια τῆς μεταβολῆς, ἀλλὰ ὡς ἕνα εἶδος ἐναρτισμού. Δηλαδὴ ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος δὲν μεταβάλλονται εἰς σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ, ἀλλὰ «σὺν τῷ ἄρτω, ὑπὸ τὸν ἄρτον καὶ ἐν τῷ ἄρτῳ» εἶναι παρὸν στὴν εὐχαριστία τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου. Μὲ ἄλλα λόγια δὲν γίνεται μετουσίωση, ἀλλ’ ἕνωση, συνύπαρξη τῶν φυσικῶν στοιχείων μὲ τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως καὶ στὸ χριστολογικὸ μυστήριο ὑπάρχει ἕνωση τῆς θεότητος μὲ τὴν ἀνθρωπότητα.
6. Γιὰ τὸ δόγμα αὐτό, βλ. Ν. Τζιράκη, Ἡ περὶ Μετουσιώσεως εὐχαριστιακὴ ἔρις. Ἀθῆναι 1977.
7. Οἱ Ἀγγλικανοὶ δέχονται ὀρθῶς τὸ δόγμα τῆς πραγματικῆς προυσίας τοῦ Χριστοῦ στὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Τὴν παρουσίαν ὅμως αὐτὴν δέχονται μόνον κατὰ τὴ χρήση, ἐνόσω δηλαδὴ κοινωνοῦν οἱ πιστοί. Μετὰ τὴν κοινωνία ἡ παρουσία αὐτὴ καταστρέφεται, τῶν στοιχείων τοῦ ἄρτου καὶ οἴνου ἐπανερχομένων στὴν πρὸ τοῦ ἁγιασμοῦ φυσική τους κατάσταση. Κατὰ τὴν ὀρθόδοξη πίστη ἡ ἀντίληψη αὐτὴ εἶναι ἐσφαλμένη. Τὰ τίμια δῶρα, καὶ μετὰ τὴν κοινωνία ὑπὸ τῶν πιστῶν, ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ καὶ ὡς τοιαῦτα φυλάσσονται στοὺς ἱεροὺς ναοὺς (Λειτουργία Προηγιασμένων Δώρων).
8. Ματθ. 16,28.
9. «Διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι καὶ κοιμοῦνται ἱκανοὶ» (1 Κορ. 11,30).
10.Ἰω. 19,34.
11. Βλ. Α. Θεοδώρου, καὶ ἡ ἀποχὴ τῶν λαϊκῶν ἐκ τοῦ ἁγίου Ποτηρίου. Ἐν Ἀθήναις 1967.
12. Μόνο κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια καὶ μετὰ ἀπὸ ἀπόφαση τῆς Β’ Συνόδου τοῦ Βατικανοῦ στὴ Ρώμη, ἄρχισε νὰ χαλαρώνεται κάπως ἡ ἀπαγόρευση, ἐπιτρεπομένης τῆς κοινωνίας αἵματος Χριστοῦ σὲ ὁρισμένα μέλη τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.
13. Ἰω. 6,53.
14. Ἰω. 1,29.
15. Ἑβρ. 13,10.
16. Βλ. Χρ. Ἀνδρούτσου, Δογματικὴ (1907), σ. 369.
17. «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν» (Λουκ. 22,19).

http://www.agiazoni.gr/article.php?id=24277973073768919982&PHPSESSID=7df5577a366a7ad9490f2b909ecf0fdc

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής. Ο συνεχιστής της Παραδόσεως της Νοεράς προσευχής

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Σεπτεμβρίου, 2010

Ομιλία 132

18.5.2005

Το Άγιον Όρος χριστιανοί μου είναι αυτό, που με το έμψυχο υλικό του συνεχίζει την παράδοση της νοεράς ησυχίας, της νοεράς καρδιακής προσευχής. Είναι αυτό που ανέδειξε στα χίλια χρόνια της ιστορικής πορείας του, αναρίθμητες οσιακές μορφές. Και πιστεύω πως όλοι αυτοί υπήρξαν η μεγαλυτέρα προσφορά στη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όχι μόνον στην πατρίδα μας, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο.

Πολλοί απ’ αυτούς τους οσίους μοναχούς, αναχωρητάς, ερημίτας και ησυχαστάς, έγιναν γνωστοί και ευμενώς αποδεκτοί ως άγιοι, και από μας που ζούμε ως λαϊκοί μέσα στον κόσμο, και γενικά από το πλήρωμα της Εκκλησίας. Πολλοί από αυτούς ανεγνωρίσθησαν και ως Άγιοι.

Άλλοι πάλι, και αυτοί ήσαν οι περισσότεροι, θέλησαν να παραμείνουν στην αφάνεια, ακόμα και μετά τον οσιακό θάνατό τους. Και αυτό το κατόρθωσαν με πολύ κόπο και με την βοήθεια του Θεού.

Ο αληθινός Αγιορείτης μοναχός με τη βοήθεια κυρίως της νοεράς νηπτικής εργασίας του και με το πτωχό κομποσχοινάκι του και με τον κανόνα του, προσπαθεί με πολλή επιμέλεια να ζήσει στην αφάνεια. Δεν επιζητεί καμιά αναγνώριση σ’ αυτήν την ζωή. Και μερικές φορές εν Αγίω Πνεύματι μπορεί ακόμα να κάμει και τον σαλό για να αποφύγει τιμές και δόξα.

Μέσα στην αφάνεια έζησε και ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, άνθρωπος της πολλής νοεράς προσευχής. Μέγας στα μάτια του Αγίου Θεού, για την κρυπτή του νηπτική εργασία στη θεωρία της καρδιακής προσευχής, της πολλής αγάπης και του συντετριμμένου πνεύματος.

Μετά το θάνατό του όμως και την παρουσίαση της όλης του οσιακής ασκητικής ζωής του, και της γραπτές του από τον μακαριστό γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ, απεδείχθηκε η οσιότητά του και η Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο.Κάτι παρόμοιο συνέβη και με τον Άγιο γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή, τον πνευματικό μου παππού, τον Αγιορείτη αυτό μοναχό που έζησε σαράντα περίπου χρόνια στο Άγιον Όρος μέσα στην αφάνεια. Μετά από είκοσι περίπου χρόνια από της κοιμήσεώς του, δημοσιεύονται αρκετές επιστολές του, απ’ αυτές που διεσώθησαν, διότι πολλές έχουν χαθεί ή καταστραφεί. Όπως επίσης διασώζονται δώδεκα ή δεκατρείς επιστολές, προς κάποιον ερημίτη μοναχό, και τέλος η «Δωδεκάφωνος Σάλπιγξ» που περιέχει ιαματικά βότανα της ψυχής, λίαν ωφέλιμα για όλους εκείνους που επιθυμούν να σωθούν δια μέσου της νοεράς ησυχίας και ασκήσεως.

Ταυτόχρονα δημοσιεύεται και η ζωή του, με τα μέχρι τότε γνωστά στοιχεία και έτσι έγινε γνωστή όχι μόνον η σκληρή ασκητική ζωή του, αλλά και η νηπτική διδασκαλία του για την νοερά καρδιακή προσευχή αλλά και την αποκαλυφθείσα στον ίδιον από την Παναγία η ακριβής ημερομηνία του οσιακού του τέλους.Ο οσιότατος γέροντας Ιωσήφ, κατά κόσμον Φραγκίσκος Κοτής, γεννήθηκε στο χωριό Λεύκες, στο νησί της Πάρου το 1898. Οι γονείς του Γεώργιος και Μαρία ήσαν άνθρωποι απλοϊκοί αλλά θεοσεβείς και με πολλή ευλάβεια. Και όπως φαίνεται ήταν προορισμένος από την κοιλιά της μάνας του να γίνει όχι μόνον μαθητής, μοναχός, του Χριστού, αλλά στρατηγός Του. Που θα έμπαινε πρώτος στη μάχη κατά του κακού και του διαβόλου, αλλά και διδάσκαλος της νοεράς προσευχής, διάδοχος της νηπτικής παραδόσεως και πατέρας χιλιάδων τέκνων.

Το ότι ήτο εκ κοιλίας μητρός προορισμένος γι’ αυτό το μεγάλο έργο, μας το διηγείται η ίδια η μητέρα του με ένα αποκαλυπτικό όραμα.

«Όταν γέννησα τον μικρόν Φραγκίσκον», λέγει, «και ήμουν ακόμα στο κρεβάτι ασαράντιστη με το μωρό δίπλα μου φασκιωμένο, είδα να ανοίγει η στέγη του σπιτιού μας και να κατεβαίνει ανάλαφρα ένας ολόλαμπρος άγγελος Κυρίου, ιεροπρεπής και ολοφώτεινος, και ήταν τόση μεγάλη η λάμψις του, που μόλις μπορούσα μετά βίας να τον αντικρύσω. Κατέβηκε λοιπόν ο άγγελος και στάθηκε δίπλα από το μωρό. Άρχισε να το ξεσκεπάζει με σκοπό, όπως φάνηκε για να το πάρει. Αμέσως διαμαρτυρήθηκα με αγωνία λέγοντας,

– Τι πάς να κάνεις εκεί, θα μου πάρεις το μωρό;

– Τον έχουμε γραμμένο εδώ! μου απαντά και μου δείχνει έναν κατάλογο με ονόματα μοναχών. Είναι γραμμένος στο τάγμα των αγγέλων.

Κατάλαβα, ηρέμησα και γαλήνεψε η ψυχή μου. Πήρε το μωρό, τον μικρό Φραγκίσκο, και στη θέση του άφησε ένα πολύτιμο κόσμημα σε σχήμα Σταυρού. Μετά συνήλθα και όλα ήσαν κανονικά.

Από τότε πίστευω», κατέληξε η μητέρα του, ότι το παιδί μου αυτό μια μέρα θα εγίνετο μοναχός, και μάλιστα βεβαιώθηκα όταν μου χάρισαν ένα χρυσάκτινο Σταυρό.»

Κατά λέξη αυτά από τη μητέρα του.

Το οσιότατο γέροντα Ιωσήφ τον γέννησε το νησί της Πάρου, αλλά τον αναγέννησε το Άγιον Όρος. Τον μεταμόρφωσε, τον δόξασε, τον θέωσε, ύστερα από μια φοβερή μαρτυρική ασκητική πορεία καθάρσεως από τα ψεκτά πάθη. Και παρόλο που ήτο αγνός και αμόλυντος, όπως εξήλθε, όπως βγήκε από την κολυμβήθρα του Αγίου Βαπτίσματος, εν τούτοις βασανίστηκε απ’ τον πόλεμο της σαρκός, με τέτοια μανία και λύσσα από τον διάβολο, που κανένα ανθρώπινο χέρι και καμιά ανθρώπινη γλώσσα δεν μπορεί να περιγράψει.

Ο οσιότατος γέροντας, ο τότε Φραγκίσκος, παρέμεινε μέχρι της εφηβικής του ηλικίας κοντά στην οικογένειά του, και την βοηθούσε ποικιλοτρόπως. Στα δεκαοκτώ του όμως χρόνια φεύγει απ’ την Πάρο και έρχεται στον Πειραιά, και γίνεται εργάτης στα μεταλλεία του Λαυρίου μέχρι της στρατεύσεώς του στο Πολεμικό Ναυτικό.

Όταν αποστρατεύτηκε ασχολήθηκε με το εμπόριον με κέντρο την Αθήνα ως μικροπωλητής. Έτσι περιερχόταν στις διάφορες εμποροπανηγύρεις για να πωλεί την πραμάτειά του με απόλυτη δικαιοσύνη.

Κάποτε βρέθηκε και στο πανηγύρι της Παναγίας της Τήνου αλλά παρέμεινε άπραγος. Πώληση σχεδόν μηδενική. Και τότε ξεπήδησε ένα μικρό παράπονο.

– Δεν με λυπάσαι Θεέ μου;

Το βράδυ όμως στον ύπνο του βλέπει κάποιον υπερφυώς λάμποντα και απαστράπτοντα να τον ερωτά.

– Ποιος είμαι Φραγκίσκε;

– Δε σε γνωρίζω Κύριε …

– Πώς δε με γνωρίζεις, αφού για μένα μέρα νύχτα φλογίζεται από αγάπη η καρδιά σου; Εγώ είμαι ο Σωτήρ του κόσμου. Το φώς και η ζωή. Από τώρα και στο εξής δεν θέλω να εμπορεύεσαι εδώ τα γήινα και τα ψεύτικα, αλλά να εμπορεύεσαι ψυχές. Θα πάς εκεί όπου δε βγαίνουν όσοι δεν θέλω εγώ, από κείνον το στρατό.

Ξύπνησε γεμάτος χαρά, ευτυχία, και πολύ ανάλαφρος. Ύστερα από λίγες μέρες πήγε στον Πνευματικό του και του διηγήθηκε όσα είδε και απήλαυσε στον ύπνο του, και πώς το Θεϊκό Φώς φώτισε το νου και την καρδιά του, και με ποιο παράδοξο τρόπο ξεδιάλυνε από τότε νοήματα και λογισμούς. Και ο διακριτικός πνευματικός εκείνης της εποχής του λέγει αμέσως

– Είσαι για το Άγιον Όρος.

– Και την οικογένειά μου στην Πάρο με τις τόσες υποχρεώσεις;

– Άφησέ τους. Αυτοί ξεφτούρησαν. Έβγαλαν δηλαδή φτερά. Μπορούν πλέον από μόνοι τους να τα καταφέρουν στη ζωή.

Θα έφευγε ασφαλώς ενωρίτερα, αν δεν εμποδίζετο κατά συνείδησιν από τις υποχρεώσεις που είχε, ιδίως της αποκαταστάσεως της άγαμης αδελφής του. Έτσι από τότε ήτο διαρκώς συλλογισμένος και λυπημένος.

– Πώς είσαι έτσι λυπημένος και άκεφος, τον ρώτησαν η σπιτονοικοκυρά του εκεί με τα παιδιά της.

– Πώς να είμαι; Δεν έχω όρεξη για τίποτα.

Τότε εκείνη του έδωσε το βιβλίον «Νέο Εκλόγιον» με βίους Αγίων Ασκητών, και άλλα ψυχωφελή φυλλάδια κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή, από τα οποία όταν τα διάβασε αισθάνθηκε πνευματική αλλοίωση, από την ενέργεια της Θείας Χάριτος. Οι βίοι των μεγάλων ασκητών έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην απόφασή του να μονάσει. Έτσι άρχισε σιγά σιγά να εφαρμόζει όσα διάβαζε στους βίους των οσίων ασκητών με το να νηστεύει ανά δύο ημέρες, να κάμει τον στυλίτη, και να ασκητεύει πάνω στα δένδρα, στα χιονισμένα βουνά της Πεντέλης. Έκαμε δε και προσκυνηματικά ταξίδια, για να τονωθεί η πίστις του και να ευλογηθεί η μελλοντική του αποταγή του στο Άγιον Όρος.

Η ψυχική του ωφέλεια ήταν πολύ μεγάλη όταν επισκεύτηκε τον Άγιο Γεράσιμο στην Κεφαλονιά. Εκεί, από άκρα ταπείνωση, προσποιείται τον δαιμονισμένον. Και έτσι τον συγκαταλέγουν μεταξύ των ενεργουμένων υπό των ακαθάρτων πνευμάτων. Προς όλους αυτούς κάθε μέρα, πρωί και απόγευμα, ο εφημέριος της μονής, διάβαζε τους εξορκισμούς του Μεγάλου Βασιλείου. Ο Φραγκίσκος, που ράγιζε η καρδιά του από τη συμπόνοια, τους προέτρεπε να κάμουν όλοι μαζί μεγάλες στρωτές μετάνοιες φωνάζοντας «Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον» ή «Άγιε Γεράσιμε βοήθησε μας, σώσε μας» και άλλα πολλά. Οι δαιμονισμένοι όμως αντί για τις στρωτές μετάνοιες, ξάπλωναν κάτω, και με μια χαρακτηριστική κίνηση τίναζαν το αριστερό τους πόδι προς τα πίσω, φανερώνοντας έτσι την δαιμονική τους ανυποταξία και την πλαστή μετάνοια. Βλέποντας ο Φραγκίσκος τις διαβολικές τους αναποδιές, τους φώναξε λέγοντας,

– Τι είναι αυτά που κάνετε; Δεν γίνονται έτσι οι μετάνοιες..

– Αυτές είναι μετάνοιες με ουρά. Και με το τίναγμα του ποδιού μας, τις στέλνουμε στο δικό μας αρχηγό, απάντησαν.

Άρα λοιπόν, κάνει και ο δαίμονας τις δικές του μετάνοιες. Έφριξε ο καημένος ο Φραγκίσκος ακούγοντας αυτά, και άλλα παρόμοια μαζί με τις βλαστήμιες τους, κατενόησε και πόνεσε για το φοβερό δράμα των δυστυχισμένων αυτών υπάρξεων, και τους περιέβαλε με περισσότερη αγάπη.

Όταν ξαναήλθε ο εφημέριος και διάβασε τους εξορκισμούς, είδε τη διαφορά που είχε ο Φραγκίσκος από το σύνολο των δαιμονισμένων, και αμέσως έδωσε εντολή στους επιτρόπους να τον απομακρύνουν από κοντά τους διότι ήτο υγιέστατος.

Ο Φραγκίσκος όμως κινήθηκε από πολλή αγάπη και ευσπλαχνία προς τα δυστυχισμένα αυτά πλάσματα που εβασανίζοντο από λεγεώνες δαιμόνων, η θεϊκή όμως αυτή συμπαράστασις, κινήθηκε αυθόρμητα και μέσα από την καρδιά του, μέσα από τα σπλάχνα του, και είχε τέτοιο βάθος ταπεινώσεως, που δεν θα μπορέσουμε ποτέ εμείς να το καταλάβουμε με τα νερόβραστα μυαλά που διαθέτουμε.

Εν τω μεταξύ επέστρεψε στον Πειραιά, και συνέχισε μαζί με τις μικροδουλειές, να ασκείται στη νηστεία με ένα λουκούμι, ή και μισό την ημέρα, και με ολονύχτιες αγρυπνίες, πάνω στα δένδρα ή σε τρύπες, στα βουνά της Πεντέλης, χειμώνα καλοκαίρι.

Την τελική του απόφαση για το Άγιον Όρος, την πήρε ύστερα από το ακόλουθο όραμα.

Ένα βράδυ, γράφει, είδα στον ύπνο μου ότι περνούσα από τα βασιλικά ανάκτορα, και αμέσως μ’ άρπαξαν δυο αξιωματικοί της ανακτορικής φρουράς, και με ανέβασαν στο παλάτι. Δεν κατάλαβα τον λόγο, γι’ αυτό και διαμαρτυρήθηκα. Τότε μου αποκρίθηκαν με καλοσύνη, να μη φοβάμαι. Αλλά να ανέβω διότι είναι αυτό το θέλημα του Βασιλέως. Ανεβήκαμε λοιπόν σε ένα υπέροχο ανάκτορο, ανώτερο από κάθε τι επίγειο. Μου φόρεσαν μια ολόλευκη ωραιότατη και πολύτιμη στολή και μου είπαν:

– Από δω και μπρός θα υπηρετείς εδώ.

Και μετά με πήγαν να προσκυνήσω τον Βασιλιά. Ξύπνησα αμέσως. Και αυτά που είδα και άκουσα χαράχτηκαν πολύ βαθειά μέσα στην καρδιά μου. Και δεν μπορούσα να σκεφτώ ή να κάνω τίποτε άλλο. Σταμάτησα τις εργασίες μου και έμεινα σκεπτικός. Άκουγα ζωντανά μέσα μου να επαναλαμβάνεται διαρκώς η εντολή. «Από τώρα και εμπρός θα υπηρετείς εδώ». Όλη μου η κατάστασις εσωτερικά και εξωτερικά άλλαξε. Μέρα νύχτα με κατέτρωγαν τα σπλάχνα μου, το μυαλό και την καρδιά μου η θεϊκή εντολή «από τώρα και εμπρός θα υπηρετείς εδώ».

Επιτέλους έφτασε η ώρα. Σε μια ώριμη ηλικία μεταξύ εικοσιτριών και ειστεσιτεσσάρων ετών, άλλοι λεν και εικοσιπέντε, αποφασίζει οριστικά για να φύγει για το Άγιον Όρος. Αυτό συνέβη με τα 1920 με ’22. Προηγουμένως φρόντισε να αποκαταστήσει την αδελφή του, μοίρασε τη μικρή περιουσία που είχε κάμει σε διάφορες ελεημοσύνες, και γεμάτος φλόγα για μια ζωή αγγελική και άυλη, φτάνει στο περιβόλι της Παναγίας, για να ζήσει την τελειοτάτη μοναχική ζωή. Μια ζωή όπως την είχε διαβάσει όμως στα βιβλία με τους βίους των οσίων ασκητών, πούχαν μονόδρομο την άυλη πορεία τους μέσα στον Αθωνικό Παράδεισο τρώγοντας όπως πίστευε μια φορά την εβδομάδα και αυτό μόνο λάχανο. Η δική του όμως μοναχική ζωή, ήταν μια ζωή συνεχούς προσευχής, σκληρών ασκήσεων και κακοπαθειών, με ελάχιστον ύπνον και ποτέ στο κρεβάτι. Και τρώγοντας πάντοτε μία φορά ανά δύο μέρες. Και αυτό είναι αλήθεια, όπως θα το δούμε και παρακάτω.

Πρωτοσταθμεύει στις Καρυές για λίγες ημέρες, κοντά σε κάποιον μοναχόν Ονούφριον, τον οποίον είχε γνωρίσει στον Πειραιά. Από κει φεύγει, και μ’ έναν τουρβά, ένα ταγάρι στον ώμο, κατευθύνεται προς την έρημο φωνάζοντας το όνομα του Ιησού Χριστού. “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με”, “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με”. Άρχισε να περιέρχεται τις ιερές μονές, τα ασκητήρια, τα Κατουνάκια, τα Καυσοκαλύβια, τα φρικτά Καρούλια και τας ερήμους για να βρει αυστηρούς ασκητάς, λίαν εγκρατείς και νηστευτάς, που να ήσαν πνευματοφόροι και θεοφόροι, για να του διδάξουν πράξιν και θεωρίαν, όχι μόνο της ουρανοφόρου πνευματικής ζωής, αλλά και την νοεράν προσευχήν.

Όταν ήτο ακόμη στον κόσμο, έτρωγε κάθε δυό μέρες και πάντοτε την ενάτην, πότε μ’ ένα λουκούμι όπως προείπα, και πότε με λίγο παξιμάδι. Τα βουνά της Πεντέλης και τα σπήλαια, γράφει ο ίδιος σε μια του επιστολή, έγνωσάν με ως νυκτοκόρακα, πεινώντα και κλαίοντα και ζητούντα σωθείναι. Δοκιμάζοντας εάν μπορεί να υποφέρει, τους πόνους της σκληράς ασκήσεως τους οποίους και θα υποστεί ως μοναχός πλέον στο Άγιον Όρος.

Και αφού γυμνάστηκε και σκληραγωρήθηκε δύο τρία χρόνια, προσευχόμενος με όσες προσευχές έμαθε και κυρίως με την προφορική ευχή, και με πλήθος από δάκρυα, ζητούσε ο Θεός να τον συγχωρέσει που έτρωγε μία φορά ανά δύο μέρες, και όχι το μια φορά εβδομαδιαίως ανά Κυριακή, όπως περιλαμβάνονται, στους βίους των περισσοτέρων αγίων που είχε διαβάσει. Παρόλο που έψαξε, με πολλή επιμέλεια και αγωνία, δε βρήκε μοναχούς ασκητάς και ερημίτας, παρά μόνον το άπαξ εσθίειν, το να τρώγουν δηλαδή μια φορά την ημέρα. Τα δάκρυα και ο πόνος της ψυχής του, μαζί με τις γοερές κραυγές του, ήσαν τόσο πονετικές, που ράγιζαν βράχια και βουνά. Μόνον τα δικά μας κοσμικά μυαλά δεν μπορούν να τα καταλάβουν όλα αυτά. Τα μεγάλα χαρίσματα και οι ουράνιες δωρεές, μαζί με την αδιάλειπτη καρδιακή νοερά προσευχή, δεν πλημμυρίζουν ποτέ την ψυχή αν ο χριστιανός δεν χύσει αίμα για να καθαριστεί από τα πάθη του και να φωτιστεί ο νους του. Οι σπηλιές και τα ασκητήρια ολοκλήρου του Άθωνος, τον υποδέχονται ως επισκέπτην, αδιαλείπτως προσευχόμενον με την ευχή την προφορική, “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με”, επαναλαμβάνω μόνον προφορικά, διότι δεν εγνώριζε ακόμα να την λέγει με τον νουν και νοερά. Έψαχνε, έψαχνε, έψαχνε, για να βρει πνευματικόν οδηγόν για να τον διδάξει πρώτα την κάθαρση απ’ τα πάθη και ύστερα ουράνια θεωρία και πράξη.

Επιτέλους, ύστερα από δυό χρόνια φοβερών ταλαιπωριών, και κολυμβήθρας δακρύων, του χάρισε ο Θεός και η Παναγία μας, εντελώς απροσδόκητα, την νοερά καρδιακή προσευχή. Ο οσιότατος, ο τότε Φραγκίσκος, υπήρξε θεοδίδακτος όπως και ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος.

Να πώς το περιγράφει ο ίδιος:

– Είχα συνήθεια κάθε απόγευμα, δυό τρείς ώρες μέσα στην έρημο, όπου μόνο θηρία υπάρχουν, καθόμουν και απαρηγόρητα έκλαιγα, ώσπου εγένετο λάσπη το χώμα από τα δάκρυα. Και με το στόμα έλεγα την ευχή. Δεν εγνώριζα με το νού να την λέγω αλλά παρακαλούσα την Παναγία μας και τον Κύριο, να μου δώσουν την χάρη να την λέγω νοερώς την ευχή, καθώς γράφουν εις την φιλοκαλίαν οι Άγιοι. Καθότι διαβάζοντας εννοούσαν, ότι κάτι υπάρχει, αλλά εγώ δεν το είχα. Και μια μέρα, μ’ έτυχαν πολλοί πειρασμοί. Και όλη την ημέρα φώναζα με μεγάλο μεγάλο πόνο. Και πλέον το βράδυ, δύνοντος του ηλίου κατέπαυσα, νηστικός, μπαϊλντισμένος από τα δάκρυα και τον πόνο. Εκοίταζα την εκκλησία της Μεταμορφώσεως στην κορυφή του Άθωνος, και παρακαλούσα τον Κύριο μαραμένος και καταπληγωμένος. Και από εκεί μου φάνηκε ότι ήρθε μια βιαία πνοή και γέμισε η ψυχή μου άρρητον ευωδίαν. Και ευθύς αμέσως άρχισε η καρδιά μου σα ρολόγι να λέγει νοερώς την ευχή. Ηγέρθην λοιπόν πλήρης χάριτος και απείρου χαράς, και εμβήκα εις το σπήλαιον, και κύψας τη σιαγόνα μου εις το στήθος, άρχισα να λέγω νοερώς την ευχήν. Και μόλις είπον ολίγας φοράς την ευχήν ευθύς ηρπάγην εις θεωρίαν. Και ενώ ήμουν μέσα στο σπήλαιον με φραγμένη τη θύρα του, βρέθηκα έξω στον ουρανόν, σ’ ένα θαυμάσιο μέρος εν άκρα ειρήνη και γαλήνη ψυχής. Τετελειωμένη ανάπαυσις. Και τούτο μόνον διενοούμην. Θεέ μου ας μη γυρίσω στον κόσμο, στην πληγωμένη ζωή, αλλά ας μείνω ’δώ για πάντα. Όπως είπαν και οι μαθηταί στην Μεταμόρφωση, «καλόν εστίν ημάς ώδε είναι». Κατόπιν, αφού με ανέπαυσεν όσον ο Κύριος ήθελε, τότε ήρθα και πάλι στον εαυτό μου και βρέθηκα στο σπήλαιο. Έκτοτε δεν έπαυσε μέσα μου να λέγεται νοερώς η ευχή.

Όλα αυτά που μας περιγράφει ο Άγιος γέροντας Ιωσήφ, τότε ακόμα Φραγκίσκος, επραγματοποιήθησαν τα δύο πρώτα χρόνια των αγώνων στο Άγιον Όρος, και μάλιστα στην ησυχαστική περιοχή της Βίγλας, και γύρω από τη σπηλιά του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου.

Παρόλον που ήτο πλέον θεοδίδακτος, εν τούτοις τον ασκητικό του αιματηρό αγώνα, και ιδιαιτέρως την νοεράν προσευχήν, δεν την εγκατέλειψε ποτέ. την κράτησε μέχρι και της τελευταίας του πνοής. Ο τρόπος με τον οποίο ηγωνίζετο κάθε βράδυ έξι με οκτώ ώρες, τη νοερά καρδιακή προσευχή, ήταν μια έμπρακτη εφαρμογή της όλης νηπτικής διδασκαλίας του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

Από τις προσωπικές μαρτυρίες του γέροντός μου Εφραίμ του Φιλοθεΐτου, αλλά και από τις μαρτυρίες των άλλων γερόντων και υποτακτικών του προς εμένα, τα πρώτα χρόνια που πήγαινα στο Άγιον Όρος, καταμαρτυρούνται δύο πράγματα.

Πρώτον. Κατά κύματα και πλουσιοπαρόχως, πλημμύριζε η Θεία Χάρις την ψυχή του, και ο νους του ηρπάζετο σχεδόν κάθε μέρα εις ουράνιον θεωρίαν, και

Δεύτερο, ότι ήτο κάτοχος, ή καλύτερα, μέτοχος του ακτίστου φωτός, θεομένος πλέον, μέτοχος της αρρήτου δόξης του Αγίου Θεού, και άριστος διδάσκαλος της νοεράς προσευχής.

Όλη του η ζωή υπήρξε ένα πνευματικό συναξάρι, που μας θυμίζει και που ταυτίζεται με τους παλιούς αγίους ασκητάς της ερήμου. Ήτο βιαστής σε αφάνταστο βαθμό, ιδίως στην αγρυπνία των έξι με οκτώ ωρών, βυθίζοντας το νού του στην καρδιά και μη επιτρέποντος ουδένα λογισμό να τον ενοχλήσει. Κανέναν λογισμόν, κανέναν, κανέναν. Ποτάμι ο ιδρώτας. Φρικτή οι πόνοι από την ακινησία. Πλημμύρες τα δάκρυά του. Αλύπητο το ξύλο στον πόλεμο κατά της σαρκός. Απέκτησε όμως και τόσο πολλή ψυχοσωματική καθαρότητα, που είχε ως παράδειγμα την Παναγία.

Έγραφε σε μια του επιστολή. «Δεν μπορώ να σας περιγράψω, πόσον αρέσκει η Παναγία μας την σωφροσύνη, την αγνότητα, και την καθαρότητα, επειδή Αυτή είναι η μόνη Αγνή Παρθένος, δι’ αυτό και όλους τοιούτους θέλει και αγαπά».

Κατέστη στην εποχή του, ο πλέον έμπειρος οδηγός στην καλλιέργεια της νοεράς προσευχής, διακριτικός και απλανής οδηγός της πνευματικής ζωής, όχι μόνον των μοναχών, αλλά και των πιστών χριστιανών μέσα στον κόσμο, διότι είχε αλληλογραφία και με μοναχούς και μοναχές μεσ’ στον κόσμο, αλλά και με πολλούς λαϊκούς κοσμικούς, όπως επίσης είχε αλληλογραφία με τη Γερμανία, με την Γαλλία, με την Αμερική.

Όσο ζούσε ο πατήρ Δανιήλ των Κατουνακίων, τον είχε και ως πνευματικόν. Αργότερα εξομολογείτο στον ησυχαστή πατέρα Ευθύμιο, και ακόμη αργότερα τον πατέρα Κοδράτο τον Κωνσταμονίτη.

Αφού παρέλαβε από τον ίδιο τον Κύριόν μας, την καρδιακή ευχή, στο δεύτερο χρόνο των σκληρών ασκητικών αγώνων, συνδέεται με τον πατέρα Αρσένιο, που γίνεται αχώριστος σύντροφος και συνασκητής, μέχρι το τέλος της ζωής του. Σαράντα χρόνια αγωνίστηκαν μαζί, αδελφικά.

Σαν πιο γερός στην κράση ο πατήρ Αρσένιος, ήταν το σώμα, και σαν γίγαντας του πνεύματος, ο οσιότατος γέροντας Ιωσήφ, ήταν η ψυχή. Το πνεύμα. Οι δυό μαζί ένας άνθρωπος. Με τις διακριτικές συμβουλές του γέροντος Δανιήλ του Κατουνακιώτου, υπετάχθησαν σε ένα αγαθότατο γεροντάκι, τον πατέρα Εφραίμ τον Βαρελά, που είχε την καλύβα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στα Κατουνάκια.

Η υποταγή τους αυτή, έδωσε την σφραγίδα της ευλογίας της υπακοής, και έτσι απέκτησαν το πνευματικό δικαίωμα της διαδοχής. Το 1924, ο νέος γέροντας Εφραίμ ο Βαρελάς, έκυρε μικρόσχημο μοναχό τον Φραγκίσκο, με τ’ όνομα Ιωσήφ, στη σπηλιά του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου, με εφημέριο τον πνευματικό παπά Ευθύμιο που ησύχαζε εκεί κοντά.

Λίγο πριν κοιμηθεί ο γέροντας Εφραίμ ο Βαρελάς, για λόγους περισσοτέρας ησυχίας, μεταφέρθηκαν στα πλέον ησυχαστικά και ασκητικά μέρη της σκήτης του Αγίου Βασιλείου. Εκεί μετά την κοίμηση του γέροντος Εφραίμ του Βαρελά, ο νέος μοναχός Ιωσήφ, και γέροντας πλέον άρχισε μια αυστηροτάτη και υπέρμετρη άσκηση νηστείας, πτωχείας, ακτημοσύνης, κακοπαθείας, τα οποία συνδυάζονταν πάντοτε με την άσκηση της νοεράς προσευχής. Έντονοι αγώνες με τα σαρκικά πάθη και με τους δαίμονες, σώμα με σώμα, αλλά και μεγάλες αντιλήψεις της Θείας Χάριτος συνέβησαν κατά την περίοδο της παραμονής των στον Άγιο Βασίλειο.

Πέρασαν πολλοί, διότι είχε ακουστεί η φήμη του ως μεγάλου ασκητού. Δεν μπόρεσαν όμως να παραμείνουν γιατί ήτο πολύ αυστηρός και απαιτητικός. Για πολλά χρόνια από την έρημο του Αγίου Βασιλείου πήγαιναν από σπηλιά σε σπηλιά, όλες τις ησυχαστικές περιοχές της Αθωνικής γης, για να βρουν και συναντήσουν πεπειραμένους παλαιούς γεροντάδες, αγίους, ευλαβείς, ταπεινούς, και γνησίους ασκητάς για να τους διδάξουν και μεταδώσουν πράξιν και θεωρίαν της πνευματικής αγγελικής ζωής. Ακόρεστα διψούσαν για τελείωση και θέωση, για να μορφωθεί ο Χριστός μέσα στις καρδιές τους.

Το χειμώνα; Το χειμώνα παρέμεναν στα πάμπτωχα από ντενεκέδες κελιά τους, λιώνοντας το χιόνι για να το πίνουν ως νερό, και κάνοντας όλη τη νύχτα χιλιάδες μετάνοιες, για να μην παγώσουν από το φοβερό ψύχος εάν παρέμεναν για πολλή ώρα ακίνητοι. Ο Άγιος γέροντας Ιωσήφ άσκησε στο έπακρο τη νηστεία, την αγρυπνία και την νοερά προσευχή. Κατά την περίοδο της μεγάλης Σαρακοστής, έτρωγε μία φορά την ημέρα ογδόντα γραμμάρια αλεύρι, που το έβραζε με λίγο νερό και αλάτι. Τις υπόλοιπες ημέρες του χρόνου, ένα μικρό κονσερβοκούτι αποτελούσε την ημερήσια μεζούρα για την ποσότητα του φαγητού του, – το ελάχιστο αυτό φαγητό εκτός από το Σαββατοκύριακο ήταν αλάδωτο για τριάντα χρόνια μέχρι που συγκροτήθηκε η τελευταία του συνοδεία. Τα πρώτα οκτώ χρόνια της ασκήσεώς του δεν κοιμήθηκε στο κρεβάτι. Πάνω σ’ ένα σκαμνί τον έπαιρνε λίγο ο ύπνος. Αγρυπνούσε απ’ τη δύση μέχρι την αυγή του ηλίου, ως το τέλος της ζωής του. Ήτο άτεκτος στον εαυτό του. Σκληρότατος. Δεν έδειχνε καμιά συγκατάβαση ως προς το πρόγραμμα της νηστείας και της αγρυπνίας, και ας ήταν άρρωστος, και ας ήταν Πάσχα. Αυτά τα οχτώ χρόνια βίαζε τον εαυτόν του, σε σκληρή αγρυπνία, μόνο με την ευχή, από έξι ως οκτώ ώρες, φωνάζοντας και πιέζοντας το νου του μέσα στην καρδιά, και φωνάζοντας και λέγοντας “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με”. Και να οι θεωρίες, και να οι αποκαλύψεις, και να οι θεϊκές αντιλήψεις και τα απόρρητα μυστήρια του Θεού. Ο αγιασμός, η τελείωσις και η θέωσις χριστιανοί μου πληρώνονται με αίμα. Με σκληρές στερήσεις και ασκήσεις. Δεν είναι λουκούμια και στραγαλάκια που τα παίρνουμε στο χαρτί. Τα λέμε όλα αυτά για να ξυπνήσουμε λίγο από τη νάρκη της αμαρτίας και να αρχίσουμε και μεις σιγά σιγά, και κάθε μέρα να λέμε προφορικά την ευχούλα “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με” χωρίς να παραλείπουμε και τις υπόλοιπες χριστιανικές μας ή οικογενειακές μας υποχρεώσεις.

Ο οσιότατος γέροντας Ιωσήφ επινοούσε τρόπους κακοπαθείας για τον εαυτόν του που φαίνονται απίστευτα πράγματα για τη γενιά μας, διότι φοβόταν όπως έλεγε τον μεγαλύτερο εχθρό που λέγεται αμέλεια, που λέγεται ακηδεία, που λέγεται πνευματική τεμπελιά, που λέγεται αναβολή. Γι’ αυτό τον αυστηρό τρόπο και τυπικό της ασκήσεως που είχε, κατηγορήθηκε από κάποιους ως πλανεμένος. Πρόκειται για τον πόλεμο που έχουν οι αμελείς μοναχοί, προς τους επιμελείς και βιαστάς. Έτσι είχε κατηγορηθεί και ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, από τους συμμοναστάς του ως πλανεμένος και καταραμένος άγιος. Ο γέροντας όμως Ιωσήφ ήταν άνθρωπος της αρετής. Ποθούσε και εργαζόταν την αρετή, με όλη του την προαίρεση και καρδιά επιδιώκοντας την τελειότητα, την ταπείνωση και την ψυχοσωματική καθαρότητα. Αγωνίστηκε πολύ σκληρά, γι’ αυτό και έλαβε σε τέλειο βαθμό το χάρισμα της αγνότητος. Αξιώθηκε δε να κοινωνήσει και ουράνια τροφή από άγγελον Κυρίου – αλλά αυτό θα το πούμε άλλη φορά. Αλλά και μείς που ζούμε μέσα στον κόσμο, με τα τόσα βάσανα, τις θλίψεις, τις στεναχώριες και τους πειρασμούς που έχουμε στη ζωή, μπορούμε με την βοήθεια της αδιαλείπτου προφορικής ευχής – “Κύριε Ιησού Χριστέ” λέμε – “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με”, στο κατά δύναμιν, όσο μπορούμε, αυτό θα πει στο κατά δύναμιν, με την ακριβή τήρηση των Ευαγγελικών εντολών, και με την καλλιέργεια των αντιστοίχων αρετών, και με την συμμετοχή μας στην λειτουργική ζωή της Θείας Ευχαριστίας και της Ιεράς Εξομολογήσεως, να προοδεύουμε πνευματικά με την κάθαρση απ’ τα πάθη μας. Η κάθαρσις βοηθείται από την καθαρή αυτομεμψία, η αυτομεμψία πάλι βοηθείται από την μνήμη του θανάτου και τη μνήμη της Δικαίας Κρίσεως του Χριστού, όπου ο καθένας από μας θα δώσει λόγο για τις πράξεις του.

Η μνήμη του θανάτου ως βιωματική κατάστασις, είναι φραγμός για την εκουσία τουλάχιστον αμαρτία, οπότε ακολουθούν το πένθος, τα δάκρυα και η παρακλητική προσευχή, και στο μέτρον του δυνατού το “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με”.

Ένα πράγμα πίστευε και ήταν πράξις γι’ αυτόν: «Ότι σε κάθε ενθύμηση του Θεού εάν δεν τρέχουν από τα μάτια σου δάκρυα, αυτό σημαίνει ότι υποβόσκει ή η άγνοια, ή η υπερηφάνεια, ή η σκληρότητα της καρδιάς σου». Αυτά έλεγε και πίστευε.

Ο γέροντας Ιωσήφ αν και ήταν άμοιρος στην κατά κόσμον παιδεία διότι μόλις είχε βγάλει την Δευτέρα Δημοτικού, αγαπούσε όμως υπερβολικά την μελέτη και την ανάγνωση ιδίως της Αγίας Γραφής και των Πατερικών κειμένων, συνιστούσε να έχουμε πάντοτε μαζί μας ένα μικρό Ευαγγέλιο και όταν βρίσκουμε ευκαιρία να διαβάζουμε μια μικρή περικοπή. Το Ευαγγέλιο με τη μελέτη του, έλεγε, σου χαρίζει φως και σου δίνει δύναμη για να τηρείς τις εντολές. Αλλά και το πιο σπουδαίο. Σου αναπληρώνει την αγάπη και πυρπολεί την καρδιά σου στο να θέλεις να μιμηθείς τον Χριστό. Επίσης είχε απόλυτη την πίστη, ότι με την καλλιέργεια της νοεράς προσευχής ο αγωνιζόμενος μοναχός λαμβάνει και το χάρισμα της διακρίσεως λογισμών και πνευμάτων. Για την διάκριση ομιλούσε πάντοτε με θαυμασμό και την χαρακτήριζε ως το πλέον άριστον μέσον βοηθείας στη συνεχή μάχη των αοράτων πολέμων, για κάθε μοναχό και ασκητή, και ιδιαιτέρως η διάκρισις να είναι το θεόθεν χάρισμα, στους πνευματικούς εξομολόγους, και μέσα στο Άγιον Όρος αλλά και μέσα στον κόσμο. Η διάκρισις έλεγε είναι απαραίτητη ακόμα και στις αρετές για τον τρόπον και τον χρόνον που πρέπει να καλλιεργούνται. Είναι το αλάτι όλων των αρετών. Όπως γνωρίζει κανείς το επάγγελμά του και την τέχνη του, ανάλογη λοιπόν και ήταν η δική του βιωματική εμπειρία στην νοερά προσευχή. Επαναλαμβάνω επί οκτώ ώρες κάθε βράδυ ευχή. Και δεν επέτρεπε το μυαλό του, το νου του, να βγει από την καρδιά του, και δεν επέτρεπε να δεχθεί ούτε έναν λογισμό. Ξύλο αλύπητο, μέχρι που πέτυχε αυτό που ήθελε, τη θέωση. Η ένωσις του νου με την καρδιά είναι όχι μόνον προσφιλής αλλά επιθυμητή κατάστασις σ’ αυτούς που ασκούνται στην νοερά ησυχία και προσευχή. Όταν ο νους ενωθεί με την καρδιά, αμέσως διώκεται κάθε πνευματικό σκοτάδι που κυριεύει και βασανίζει την ψυχή μας και το νου μας. Όλος ο άνθρωπος ψυχοσωματικά αλλοιώνεται από την γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος. Ο νους καθαρίζεται και γίνεται όλο φως. Οι αισθήσεις αποκτούν απόλυτη ειρήνη και η ψυχή πλημμυρίζει από ανεκλάλητη χαρά. Η κεχαριτωμένη του συμβουλή προς όλους, μοναχούς και λαϊκούς, ήταν η εξής: «Όποιος θέλει ας δοκιμάσει, να δοκιμάσει να λέγει την ευχή “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με” έστω και προφορικά. Και όταν χρονίσει η ενέργεια της ευχής, τότε μέσα σου θα ζήσεις τον Παράδεισο. Θα ελευθερωθείς από τα πάθη, θα γίνεις άλλος άνθρωπος, έστω και αν ακόμα είσαι χριστιανός και αγωνίζεσαι μέσα στον κόσμο». Ανάλογα λοιπόν με τον κόπο και την καθαρότητα του χριστιανού που θα έχει, και την ταπείνωση που θα καλλιεργεί, θα γευθεί πολύτιμους καρπούς από την κατά δύναμιν νοεράν καρδιακήν προσευχήν. Η δοκιμή όμως θα γίνει με τις οδηγίες ενός οδηγού, απλανούς και καθαρού.

Αν πάλι αυτός ο εργάτης της καρδιακής προσευχής ζει στην έρημο ως αναχωρητής, ω, τότε, δεν περιγράφονται τα ουράνια χαρίσματα της ευχής. Συνιστούσε την νοερά καρδιακή προσευχή στην αρχή προφορικά, το τονίσαμε και στα προηγούμενα πέντε βραδινά μας κηρύγματα, ύστερα εσωτερικά με τον ενδιάθετο λόγο, με το νου να προσέχει την ευχή χωρίς να μετεωρείται. Χωρίς να φαντάζεται τίποτα. Χωρίς να ενοχλείται από καμιά σκέψη. Μέχρις ότου ο νους, από την πολλή αγάπη, σαν άλλο χταπόδι, αρπάξει με τα πλοκάμια του, την ευχή, την εγκλωβίσει μέσα στο είναι του, και στην συνέχεια πυρπολούμενος από θεϊκό έρωτα κατεβάσει την ευχή στην καρδιά. Και τότε η καρδιά εν Αγίω Πνεύματι, λέγει αυτή την ευχή “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με” από μόνη της. Η καρδιά ομιλεί και τότε μας παρηγορεί, μας μεταμορφώνει, μας εξαγιάζει, μας χαρίζει πλούσια τα θεϊκά δώρα της, και τους θεϊκούς καρπούς της, και με στεναγμούς αλαλήτους κράζει «Αββά ο Πατήρ, είσαι ο Πατέρας μου, ο Θεός μου, ο Σωτήρας μου». Αυτό το τελειότατο στάδιο της θεώσεως που έχει και την θεοπτία του ακτίστου φωτός, κατ’ αρχάς μέσα στον άνθρωπο και ύστερα προς τα έξω, είναι μια παρηγοριά για μας τους Ορθοδόξους Χριστιανούς που ζούμε μέσα στον κόσμο και παλεύουμε τόσο πολύ με τα πάθη μας. Πρώτον διότι είναι κατορθωτή αυτή η καρδιακή προσευχή, και δεύτερον διότι με τις οσιακές ευχές τους οι άγιοι αυτοί στηρίζουν και μας αλλά και ολόκληρη την οικουμένην και τέλος δοξάζουν και τον Πανάγιον Θεόν. Στήριζε πολύ την ελπίδα του εις την Παναγία, και όταν για λίγο του ήρχετο μια μικρή έτσι όπως πήγαινε να τον πλησιάσει ας το πούμε έτσι, απελπισία ή απόγνωση, εκείνη εμφανιζόταν και του τόνιζε «Δεν σου είπα να έχεις την ελπίδα σου σε μένα; Γιατί αποθαρρύνεσαι; Γιατί χάνεις το θάρρος σου;»

Μια φορά στο εκκλησάκι του Τιμίου Προδρόμου, στις σπηλιές της Μικράς Αγίας Άννης, από το τέμπλο που ευρίσκετο η εικόνα της Παναγίας, του εμφανίστηκε ολόσωμη, ολοζώντανη και ολόφωτη η Θεοτόκος, την ώρα που έκανε αυτού του είδους την προσευχή, και είπε στον οσιότατο γέροντα: «Να πάρε το Χριστό απ’ την αγκαλιά μου».

Για σκεφτείτε την Παναγία τώρα, να σας πει «πάρε το Χριστό στην αγκαλιά μας». Για σκεφτείτε το λιγάκι… Και αυτός ντράπηκε, μαζεύτηκε, έπαθε Θεία Συστολή, και δεν έκαμε καμία κίνηση, και τότε το Θείο Βρέφος άπλωσε το χεράκι Του, και θώπευσε τρείς φορές το μέτωπο και το κεφάλι του μακαρίου οσιοτάτου γέροντος Ιωσήφ, και γέμισε η καρδιά του και το είναι του από άκτιστο φως και Θεία Παρηγορία. Αυτός που βιώνει το άκτιστο φως είναι θεολόγος. Όποιος αληθώς προσεύχεται, αυτός είναι και θεολόγος και όχι αυτός που ξέρει γράμματα και έχει γνώσεις. Και λέγει μόνο λόγια και λόγια και λόγια σαν και μένα. Η θεολογία κατά τον γέροντα Ιωσήφ, είναι καρπός της Χάριτος που κατοικεί μέσα στην καρδιά μας. Όποιος με την άσκηση της υπακοής και της νοεράς ησυχίας αγνίσει τις αισθήσεις, ειρηνεύσει τον νουν και καθαρίσει την καρδιά του, τον επισκέπτεται η Θεία Χάρις και λαμβάνει φωτισμόν πνευματικής γνώσεως. Γίνεται όλος φως. Όλος νους. Όλος διαύγεια. Και βρύει θεολογίαν. Όπου εάν γράφουν τρείς μαζί, δεν προλαμβάνουν το ρεύμα της θεολογίας που βρύει κυματωδώς, και σκορπίζει ειρήνην και άκραν ακινησίαν παθών σε όλο το σώμα. Η παρουσία του ως γνησίου εκφραστού της νηπτικής Πατερικής Παραδόσεως στο Άγιον Όρος, δημιούργησε μεγάλο ρεύμα προσελεύσεως στο μοναχισμό χιλιάδων νέων, που ακολούθησαν την μοναχική αγγελική πολιτεία, με αξιόλογες πνευματικές αναβάσεις. Υπολογίζεται ότι απ’ τη ρίζα του γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού, προέρχονται άμεσα περισσότεροι από χίλιοι μοναχοί και μοναχές. Έξι Μονές, μία κοινοβιακή σκήτη και πολλά κελιά του Αγίου Όρους, δεκαοκτώ μοναστήρια στην υπόλοιπη Ελλάδα, έξι στην Κύπρο, δεκαέξι στις Ηνωμένες Πολιτείες, δύο στον Καναδά και ένα στην Ιταλία, ανάγουν την πνευματική τους πατρότητα στον μακάριο γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή. Επειδή το προγνώριζε αυτό ο γέροντας, οκτώ μήνες πριν κοιμηθεί, δηλαδή τον Δεκέμβριο του 1958, χώρισε τους υποτακτικούς του σε τέσσερεις συνοδείες, για να γίνουν ηγούμενοι και γεροντάδες μεγάλων κοινοβίων.

Εκείνο που κάνει εντύπωση και προκαλεί πρωτόγνωρο θαυμασμό είναι το έργο που επιτελείται από το γέροντά μου Εφραίμ, προηγούμενον της Μονής Φιλοθέου στην Αμερική και Καναδά. Επί μία δεκαετία, δωδεκαετία, πότιζε με τα νάματα της πίστεως τις διψασμένες ψυχές των χριστιανών, κυρίως με την Ιερά Εξομολόγηση και ύστερα με τις πνευματοφόρες ομιλίες του, και τούτο το Παύλειον έργον σε κάθε σπίτι και αίθουσα, και ιδιαιτέρως στους ιερούς ναούς, από πρωΐας μέχρι νυκτός χωρίς καμιά ανάπαυση. Εγκατέστησε δε σε διάφορες πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών και Καναδά τους πρώτους πυρήνες από τα γυναικεία και ανδρικά Ελληνικά μοναστήρια. Τα νέα 18 μοναστικά κοινόβια καλλιεργούν το ουράνιο νέκταρ της νοεράς προσευχής, της οποίας το γλυκύτατο μέλη το γεύονται πλέον ως τρόπον ζωής οι χριστιανοί εκεί στην Αμερική. Από την Μονήν του Αγίου Αντωνίου της Αριζόνας ο γέροντάς μου Εφραίμ κατευθύνει ολόκληρο το πνευματικό του έργο, ενώ συγχρόνως συρρέουν καθημερινά από όλον τον κόσμον κατά εκατοντάδες οι προσκυνηταί για να απολαύσουν πνευματικά μέσα στην έρημο μια τρισευλογημένη όαση που αναγεννά τον κόσμον ολόκληρον. Εκεί βιώνεται η Ορθοδοξία και μάλιστα μέσα στην Βαβυλωνία των αιρέσεων. Εκεί αναπτερώνεται το Ορθόδοξο θρησκευτικό συναίσθημα. Εκεί καταμαρτυρείται το Ορθόδοξο δόγμα και η ορθή πίστις. Εκεί συνιστάται και η σωστή συμμετοχή στα πανάγια σωστικά μυστήρια και η πράξις της Ευαγγελικής ζωής όπως ασφαλώς και εδώ στην Ορθόδοξη πατρίδα μας από ευλαβείς εργάτας και ποιμένας της Εκκλησίας μας. Εκεί δημιουργείται τρόπον τινά μια καινούργια Ορθόδοξη Ελλάδα στην αχανή αυτή ήπειρο από τον γέροντά μου που ξεκίνησε το 1947 από μια σπηλιά της Μικράς Αγίας Άννης του Άθωνος, μαθητής και άξιος υποτακτικός του οσιοτάτου γέροντος Ιωσήφ του παππού.

Χριστιανοί μου, το 1938 ο άγιος γέροντας Ιωσήφ με τον συνασκητή του Αρσένιο παρέμειναν στην έρημο του Αγίου Βασιλείου. Προσετέθη αργότερα και ο κατά σάρκα αδελφός του πατήρ Αθανάσιος. Το ’38 μετακομίζουν στις σπηλιές της Μικράς Αγίας Άννης. Το καλοκαίρι του ’47 συγκαταλέγεται στη συνοδεία ο πατήρ Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός όπου βρίσκει τον Αρσένιο και τον πατέρα Αθανάσιο. Οι υπόλοιποι είχαν φύγει. Το φθινόπωρο του ιδίου έτους, το Σεπτέμβριο δηλαδή έρχεται ο πατήρ Εφραίμ, ο γέροντάς μου, ο μετέπειτα ηγούμενος της Ιεράς Μονής Φιλοθέου, ενώ το καλοκαίρι του ’50 προστίθεται και ο πατήρ Χαράλαμπος ο μετέπειτα ηγούμενος της Ιεράς Μονής Διονυσίου.

Στο τέλος έλεγε τα εξής με πολλή χαρά:

– Αρσένιε, τώρα μπορώ με ανάπαυση να πω στον Κύριο, νυν απολύεις τον δούλον σου. Εζήσαμε μαζί τόσο σκληρά, μέχρι αίμα χύσαμε, για να βρούμε μέσα μας το Θεό. Όμως το παντοτινό παράπονό μου σε όλα τα χρόνια ήταν αυτό. Πολλοί πέρασαν από κοντά μας, ωφελήθηκαν και έφευγαν. Όμως την πνευματική μας εργασία δεν μπορούσαν να την ακολουθήσουν. Ενόμιζα ότι θα φύγω με αυτό το παράπονο. Όμως να. Φανέρωσε τώρα στα υστερνά μας, ο Θεός αυτά τα τελευταία καλογεράκια και κοντά τους να με θυμάσαι θα ακουμπήσει όλο το Άγιον Όρος. Και όχι μόνον το Άγιον Όρος αλλά και πολλά μοναστήρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με χίλιους και πλέον μοναχούς και χιλιάδες εξομολογουμένους και σεσωσμένους, Δόξα σοι ο Θεός.

Το 1953 μεταφέρονται στη Νέα Σκήτη όπου υπήρχαν καλύτερες συνθήκες διαβιώσεως, αφού οι τρείς νέοι υποτακτικοί άρχισαν να έχουν σοβαρά προβλήματα υγείας. Κατά την περιόδο φαίνεται η ποιμαντική διάστασις του έργου του μακαρίου οσιοτάτου γέροντος Ιωσήφ, αφού πολλοί μοναχοί εκτός και εντός του Αγίου Όρους, ιδιαιτέρως δε οι λαϊκοί, προσέφευγαν κοντά του και τον συμβουλεύονταν ως απλανή και διακριτικό οδηγό.

Κοιμήθηκε την ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κατά την αρχική του επιθυμία αλλά και υπόσχεση αυτής της ίδιας της Παναγίας, το πρωί της Παρασκευής 15 Αυγούστου 1959, μετά τη Θεία Λειτουργία, αφού κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων.

Και θα κλείσω με τις τελευταίες φράσεις του:

– Η νοερά προσευχή σε μένα είναι όπως η τέχνη του καθενός,

καθότι εργάζομαι αυτήν τριάνταέξι και επέκεινα χρόνια.

Τέλος και τω Θεώ Δόξα,

Αμήν.

http://agia-varvara.blogspot.com/2010/09/blog-post.html

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το σύνδρομο της Κυριακής

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Σεπτεμβρίου, 2010

Ψυχίατροι σε Ευρώπη και Αμερική, παρατήρησαν μια ασθένεια, που προσβάλλει τους ανθρώπους μόνο για δύο ημέρες την εβδομάδα: το Σάββατο και την Κυριακή. Την παράξενη αυτή αρρώστια, οι ερευνητές την ονόμασαν «Σύνδρομο της Κυριακής». Και εκδηλώνεται με τα έξης συμπτώματα: Πλήξη, ανία, τάση φυγής, νευρικότητα και απρόβλεπτα ξεσπάσματα.Οι στατιστικές λένε ότι οι ξυλοδαρμοί ανάμεσα σε ζευγάρια αυξάνονται κατακόρυφα κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου. Οι γρονθοκοπημένες σύζυγοι, με καρούμπαλα και μαυρισμένα μάτια, σχηματίζουν το πρωί της Δευτέρας ουρές στην είσοδο της ιατροδικαστικής υπηρεσίας για στοιχειώδη αποκατάσταση της υπόληψής τους. Μάλιστα, όταν μεσολαβούν εορταστικά τριήμερα, ο αριθμός τουλάχιστον τετραπλασιάζε¬ται! Και φυσικά μιλάμε μόνο για μπουνιές και κλωτσιές, και όχι για σκληρά επεισόδια, που καταλήγουν σε νοσοκομεία.

Οι γιατροί σε όλο τον «πολιτισμένο» κόσμο έχουν ανησυχήσει, γιατί βλέπουν ότι αυτή η περίεργη ασθένεια αποκτά τον χαρακτήρα «κυριακάτικης επιδημίας».

Τί να φταίει, άραγε;

Φταίει, λένε, το ότι προσπαθούμε να σπάσουμε τη ρουτίνα της Κυριακής με μια άλλη ρουτίνα. Ξυπνάει κανείς μ’ ένα βαρύ κεφάλι από… το ποτό της προηγούμενης, και διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει τίποτε, για να γεμίσει το ΚΕΝΟ, που νιώθει μέσα του.

Και κάτι χειρότερο: Συνειδητοποιεί ότι αυτό το κενό, το κουβαλάει μέσα του και κατά τις εργάσιμες μέρες. Μόνο που η φασαρία της καθημερινότητας τον παραπλανά. Τον κάνει να το ξεχνάει.Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος, μέσα στην ανιαρή «ησυχία» της Κυριακής κάνει την οδυνηρή διαπίστωση, ότι ΤΟΥ ΛΕΙΠΕΙ ΤΡΟΦΗ. Νιώθει να τον βασανίζει μια ΠΕΙΝΑ και μια ΔΙΨΑ, που δεν μπορεί να την σβήσει σε καμιά ταβέρνα, σε κανένα φαγοπότι.

Η Κυριακή είναι η ώρα της αλήθειας: Με ψίχουλα, το «στομάχι» δεν κοροϊδεύεται…

Η Εκκλησία μας λέει ότι ο μόνος, που μπορεί να μας θεραπεύσει από το «Σύνδρομο της Κυριακής» είναι ο Κύριος μας. Ο Χριστός. Η Κυριακή είναι η ημέρα του Κυρίου. Η Κυριακή χωρίς τον Κύριο θα είναι πάντοτε άδεια. Κενή. Την Κυριακή, χωρίς τον Κύριο, θα μένουμε πάντοτε ΝΗΣΤΙΚΟΙ και ΔΙΨΑΣΜΕΝΟΙ

Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός είπε: «Εγώ είμαι ο Άρτος της ζωής. Μόνον, όποιος φάει το Σώμα μου και πιει το Αίμα μου, θα έχει αληθινή ζωή».

Αυτή η ζωογόνος τροφοδοσία γίνεται σε συγκεκριμένο τόπο: στο Ναό. Και σε συγκεκριμένο χρόνο: στη θεία Λειτουργία.

Ο άνθρωπος που βαριέται να τρέξει σ’ αυτό το Τραπέζι, αδικεί τον εαυτό του. Στην πραγματικότητα αυτοκτονεί.

Παλιότερα η λέξη «αλειτούργητος» εθεωρείτο βρισιά. Ήταν ντροπή να μη συμμετείχε κάποιος στη θεία Λατρεία της Κυριακής. Σήμερα, όσο ο αλειτούργητος άνθρωπος -αντί να ντρέπεται- καμαρώνει για την τεμπελιά του, τόσο θα κινδυνεύει θανάσιμα από την επιδημία του «Συνδρόμου της Κυριακής». Μια επιδημία, που είναι το μεγαλύτερο αίσχος του δήθεν «πολιτισμού» μας.

πηγή: Αρχ. Βαρνάβα Λαμπρόπουλου, Μηνύματα από την Λυχνία, Β΄, εκδ. Ι.Μ.Προφήτου Ηλιού. Πρέβεζα

http://vatopaidi.wordpress.com/2010/09/05/το-σύνδρομο-της-κυριακής/#more-51333

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι διαστάσεις της αγάπης (Κυριακή ΙΕ’ Ματθαίου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2010

Αναγνώσματα:

Απόστολος: Β΄ Κορ. δ΄, 6-15. Ευαγγέλιο: Ματθ. κβ΄, 35-46

(Εωθινόν 4ο, Ήχος πλ.β΄)

Δεν είναι λίγες οι φορές που ο Κύριός μάς ομίλησε περί της αγάπης, αγαπητοί μου αδελφοί. Άλλωστε είναι ο μόνος που θα μπορούσε να το κάνει με τρόπο γνήσιο και αυθεντικό, αφού ο Χριστός είναι η προσωποποίηση της αγάπης, η αυτοαγάπη. Στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, όμως, προκαλείται από τους Φαρισαίους, οι οποίοι θέλουν να δοκιμάσουν τις γνώσεις Του στο νόμο της Παλαιάς Διαθήκης, προκειμένου να Τον παγιδεύσουν και επαναλαμβάνει τις δύο διαστάσεις της αγάπης, τις οποίες η πρόνοια του Θεού είχε αποκαλύψει στο λαό Του, διά του Μωυσέως. Πρόκειται για την αγάπη προς τον Θεό, με όλη τη δύναμη της ψυχής και της διανοίας και για την αγάπη προς τον κάθε συνάνθρωπο, που είναι εικόνα του Θεού.

Η αγάπη στέκεται στη κορυφή της Χριστιανικής ζωής διότι είναι Θεοειδής αρετή, ταυτισμένη με την ίδια τη Θεϊκή ουσία και φύση. Η ύπαρξη του Θεού είναι καρπός αγάπης. Οι ενέργειες του Θεού είναι καρπός αγάπης. Η ενανθρώπιση του Κυρίου είναι έργο αγάπης. Η αποκάλυψη της αλήθειας, διά του ιερού Ευαγγελίου, είναι καρπός αγάπης. Η Σταυρική θυσία είναι καρπός αγάπης. Η δημιουργία της Εκκλησίας είναι απόδειξη της άπειρης αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο. Γι’ αυτό και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος την θεωρεί ανώτερη και από αυτό ακόμα το μαρτύριο, καθώς «χωρίς το μαρτύριο, η αγάπη σώζει. Χωρίς την αγάπη, όμως, το μαρτύριο δεν ωφελεί σε τίποτα»

Ας δούμε, όμως, εκτενέστερα τις δύο διαστάσεις της αγάπης. Η αγάπη προς τον Θεό δεν είναι αφηρημένη υπόθεση, ούτε κοινότυπο φιλοσοφικό ιδεολόγημα. Είναι προϊόν έμπρακτης αφοσίωσης στο θέλημά Του, δρομολόγησης της ζωής μας στους δρόμους της διδασκαλίας Του και πιστής τήρησης των εντολών του. Χωρίς αυτά ο άνθρωπος δεν μπορεί να προκόψει σε καμία αρετή, πόσο μάλλον στην αγάπη. Αποδεικνύεται στη ζωή της μετανοίας, η οποία γκρεμίζει τα τείχη της αμαρτίας που διασπούν και καταστρέφουν τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό και αποκαθιστά την κοινωνία της αγάπης. Καταγράφεται στη βίωση της Μυστηριακής ζωής και κυρίως του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Εκεί συντελείται, με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, η απόλυτη ένωση, η πραγματική κοινωνία, η κάθοδος του Θεού και η άνοδος του ανθρώπου για να συναντηθούν στο σημείο της απόλυτης αγάπης, το κοινό Ποτήριο.

Η αγάπη, όμως, προς τον Θεό προϋποτίθεται για να επιτευχθεί η δεύτερη διάστασή της, η αγάπη προς τους ανθρώπους. Μια αγάπη που δε διαθέτει κοσμικά κριτήρια, αλλά πνευματικά, για αυτό και δεν ταυτίζεται με το γεγονός της φιλίας, όπως νομίζουν οι πολλοί. Ο Άγιος Διάδοχος διδάσκει ότι «όταν κανείς αρχίσει να αισθάνεται την αγάπη του Θεού και να πλημμυρίζει η ψυχή του από αυτήν, τότε αρχίζει να αγαπά και τον πλησίον του με τρόπον πνευματικόν. Διότι μόνον αυτή είναι η πνευματική αγάπη περί της οποίας αναφέρουν όλαι αι ιεραί Γραφαί. Διότι η άλλη, η φιλία, που συνδέει μόνον εξωτερικώς τους ανθρώπους, ευκολότατα διαλύεται από ασήμαντον, συνήθως, αφορμήν. Αυτό συμβαίνει διότι ο σύνδεσμος της εξωτερικής φιλίας δεν είναι πνευματικός, αλλ’ υλικός, κοσμικός και, ως εκ τούτου, εύθραυστος»1

Στην εποχή μας, στην οποία τα κοινωνικά προβλήματα οξύνονται και οι ανθρώπινες ανάγκες διογκώνονται, η αγαπητική προσέγγιση των συνανθρώπων μας είναι περισσότερο επιτακτική από ποτέ. Οι κάθε είδους ανθρώπινες πληγές έχουν ανάγκη γιατρειάς, φροντίδας και επούλωσης. Η κοσμική αντίληψη της αγάπης, όμως, η οποία διακρίνεται για την ιδιοτέλεια, το συμφέρον και την ανταπόδοση, προκειμένου να εκδηλωθεί, δε μπορεί ν’ αποτελέσει λύση στο πρόβλημα. «Η κατά Χριστόν αγάπη είναι πάντα το λάδι στις πληγές… Η Χριστιανική αγάπη γνωρίζει να τολμά, να θυσιάζεται, να χαίρεται, να υπομένει. Οι κυριευμένοι από την κοσμική αγάπη θέλουν μόνο να τους αγαπούν, φροντίζουν και προσέχουν κι όταν δε συμβαίνει αυτό αγχώνονται. Οι πιστοί της Χριστιανικής αγάπης, ομοιούμενοι με τον Θεό, την αυτοαγάπη, αγαπούν τον συνάνθρωπο και τον εαυτό τους σωστά και καταστρέφουν τον ιστό του άγχους, αφού στον Θεό δεν υπάρχει άγχος»2

Μόνο με την αγάπη, λοιπόν, αδελφοί, στην κάθετη και οριζόντια διάστασή της, καταξιώνεται και νοηματοδοτείται η Χριστιανική μας ζωή. Μόνο με αυτήν γινόμαστε όντως άνθρωποι και μιμητές Ιησού Χριστού. ΑΜΗΝ!

Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος – Αρχιμ. Ε.Ο.


1. Φιλοκαλία, Τόμος 3ος, σελ. 70

2. π. Μωυσής Αγιορείτης, «Άγιον Όρος και κόσμος», σελ. 133

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Προφήτης Ζαχαρίας και ή σύζυγός του Ελισάβετ

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2010

Zachariahlizabeth.jpg

Ό Ζαχαρίας, πατέρας του Ιωάννη του Βαπτιστή, έζησε στα χρόνια του Ηρώδη, βασιλιά της Ιουδαίας. Κατά τη γνώμη του Χρυσοστόμου, καθώς και άλλων Πατέρων της Εκκλησίας, ό Ζαχαρίας δεν ήταν απλός Ιερέας, αλλά αρχιερέας πού έμπαινε στα άγια των αγίων. Σύζυγο είχε την Ελισάβετ και δεν  είχαν παιδί. Κάποια μέρα λοιπόν, την ώρα του θυμιάματος μέσα στο θυσιαστήριο, είδε άγγελο Κυρίου πού του ανήγγειλε ότι θα αποκτούσε γιο και θα ονομαζόταν Ιωάννης. Ό Ζαχαρίας σκίρτησε από χαρά, αλλά δυσπίστησε. Ή γυναίκα του ήταν στείρα και γριά, πώς θα γινόταν αυτό πού άκουγε; Τότε ό άγγελος του είπε ότι θα μείνει κωφάλαλος μέχρι να πραγματοποιηθεί ή βουλή του Θεού. Πράγματι, ή Ελισάβετ συνέλαβε και έκανε γιο. Όταν θέλησαν να δώσουν όνομα στο παιδί, ό Ζαχαρίας έγραψε πάνω σε πινακίδιο το όνομα Ιωάννης. Αμέσως δε λύθηκε ή γλώσσα του και όλοι μαζί δόξασαν το Θεό. Βέβαια, ή χάρη αυτή έγινε από το Θεό στο Ζαχαρία, διότι αυτός ήταν “δίκαιος ενώπιον του Θεού, πορευόμενος εν πάσαις ταις έντολαίς και δικαιώμασι του Κυρίου άμεμπτος”1. Ήταν, δηλαδή, δίκαιος μπροστά στο Θεό και ζούσε σύμφωνα με όλες τις εντολές και τα παραγγέλματα του Κυρίου, άμεμπτος από κάθε σοβαρή ενοχή. 1. Ευαγγέλιο Λουκά, α’ 6.

Άπολυτίκιον. Ήχος δ’. Κατεπλάγη Ιωσήφ.

Ίερωσύνης στολισμόν, περιβαλλόμενος σοφέ, κατά τον νόμον του Θεού, ολοκαυτώματα δεκτά, Ίεροπρεπώς προσενήνοχας Ζαχαρία· και γεγονός φωστήρ, και θεατής μυστικών, τα σύμβολα εν σοι, τα της χάριτος, φέρων έκδήλως πάνσοφε, και ξίφει αναιρεθείς εν τω ναώ του Θεού· Χριστού Προφήτα, συν τω Προδρόμω, πρέσβευε σωθήναι τάς ψυχάς ημών.

http://www.gonia.gr/gonia.php?saint=4924

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιατί κάψαμε την Σμύρνη;

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2010

Το πιο κάτω αποκαλυπτικό απόσπασμα των τουρκικών σοβινιστικών προθέσεων είναι από το βιβλίο του Τούρκου συγγραφέα Φαλίχ Ριφκι Ατάι και το βιβλίο του “Τσάνκαγια” το οποίο αναφέρεται στην ζωή και τα έργα του Κεμάλ Ατατούρκ.

“… Ήταν η μέρα της Μεγάλης Φωτιάς. Καθώς οι φλόγες έσωζαν τις γειτονιές ο κόσμος έτρεχε προς την παραλία…Κάποιοι έπεφταν στην θάλασσα για να κρατηθούν από τις βάρκες… Παρακολουθούσα αυτή την μοναδική τραγωδία με την καρδιά μου να πονά…

Η Σμύρνη καιγόνταν και μαζί της η Ελληνικότητά της (Ρουμλούκ), οι άνθρωποι των πρώτων πολιτισμών, εκείνοι που πέρασαν τον μεσσαίωνα με τους Μουσουλμάνους, εκείνοι που ζούσαν στις πατρίδες τους και στα σπίτια τους σε άνεση, εκείνοι που κρατούσαν το εμπόριο και γεωργία της Σμύρνης και όλης της Δυτικής Ανατολίας, και ολόκληρη την οικονομία της, εκείνοι που ζούσαν σε παλάτια, κονάκια, και τσιφλίκια, τώρα, τον εικοστό δεύτερο χρόνο του εικοστού αιώνα πεθαίνουν για ένα κομμάτι βάρκας να τους μεταφέρει μακριά για πάντα…

Η Γκιαβούρ (άπιστη) Σμύρνη κάηκε και τελείωσε με τις φλόγες στο σκοτάδι και το καπνό το ξημέρωμα. ΄Ησαν πράγματι υπεύθυνοι για τη φωτιά οι Αρμένιοι εμπρηστές όπως μας λέχθηκε τις μέρες εκείνες;… Καθώς αποφάσισα να γράψω την αλήθεια όπως την γνωρίζω θέλω να αντιγράψω μια σελίδα από τις σημειώσεις που έπερνα τις μέρες εκείνες.

Οι λαφυραγωγοί βοήθησαν στην εξάπλωση της φωτιάς… Γιατί καίγαμε την Σμύρνη; Φοβόμασταν αν τα κονάκια στην προκυμαία, τα ξενοδοχεία και οι ταβέρνες έμεναν στο τόπο τους, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να ξεφορτωθούμε τις μειονότητες;

Οταν απελαύνονταν οι Αρμένιοι τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, είχαμε κάψει όλες τις κατοικημένες περιοχές και γειτονιές στις πόλεις της Ανατολίας με αυτόν ακριβώς τον φόβο. Αυτό δεν σχετίζεται μόνο με την διάθεση για καταστροφή. Υπάρχει και κάποιο αίσθημα κατωτερότητας μέσα του. Σαν το κάθε τι που έμοιαζε με Ευρώπη ήταν πεπρωμένο να παραμείνει Χριστιανικό και ξένο γι΄αυτό και εμείς έπρεπε εμείς να το στερηθούμε.”

Ο Τούρκος συγγραφέας Αtay Falih Rifki Atay, ένας διακεκριμένος δημοσιογράφος και συγγραφέας έζησε το κάψιμο της ελληνικής Σμύρνης, ένας Τούρκος αυτόπτης μάρτυρας της κεμαλικής κτηνωδίας επιβεβαίωσε πριν πεθάνει τις τουρκικές ευθύνες για την πρωτοφανή εκείνη βαρβαρότητα. Στο προαναφερθέν βιβλίο του ο συγγραφέας αναφέρεται σε λεπτομέρεια και στις κτηνωδίες του Νουρεττίν Πασιά. Βλέπε εξώφυλλο του σχετικού βιβλίου – πρώτης έκδοσης. Ο εν λόγω δημοσιογράφος γεννήθηκε το 1894 στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε στις 20 Μαρτίου 1971.

Δια στόματος Κεμάλ Ατατούρκ

Τον Ιούλιο του 1926 ο σφαγέας Ατατούρκ έδωσε συνέντευξη στην Ελβετίδα ανταποκρίτρια κα Emile Hilderbrand και η οποία (συνέντευξη) δημοσιεύθηκε την 1η Αυγούστου 1926 στην αμερικανική εφημερίδα ‘ The Los Angeles Examiner‘. Στο πρωτοσέλιδο δημοσίευμα (πρώτο μέρος) της αμερικανικής εφημερίδας του Λος Άντζελες που πλαισιωνόταν με φωτογραφία του Κεμάλ Ατατούρκ, ο Ατατούρκ παραδέχεται την καταστροφή και γενοκτονία των εκατομμυρίων Χριστιανών στην σημερινή Τουρκία (Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων) και δήλωνε:

“Δεν θα σταματήσω μέχρι που κάθε ένοχο άτομο ανεξαρτήτως θέσεως ή βαθμού έχει κρεμμασθεί ως μια φρικαλέα προειδοποίηση προς όλους τους υποκινητές συνωμότες εναντίον της ασφάλειας της Τουρκικής Δημοκρατίας…”.

Και βέβαια, η ίδια βάναυση και αμετανόητη τουρκική εξοντωτική πολιτική εναντίον των Ελλήνων συνεχίζεται. Παραδείγματα, η εξόντωση των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της ΄Ιμβρου και Τενέδου, της ημικατεχόμενης Κύπρου…

http://koukfamily.blogspot.com/2010/09/blog-post_2453.html

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ποιοί είναι οι «νήπιοι»;

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2010

Προσευχόμενος κάποτε ο Κύριος μας προς τον Πατέρα του, είπε: «Σε ευχαριστώ, Πατέρα μου, εσένα που είσαι κύριος και κυβερνήτης του ουρανού και της γης. Σε ευχαριστώ, διότι απέκρυψες τις ουράνιες αλήθειες της σοφίας και της αγάπης σου από τους ανθρώπους που νομίζουν ότι είναι σοφοί και συνετοί, και τις φανέρωσες σε ανθρώπους νηπίους». (Ματθ. 11, 25)

Ποιοί είναι οι «νήπιοι»; Για… μωρά μιλάει εδώ ο Χριστός;

Όλοι γνωρίζομε ότι το νήπιο, δεν έχει ακόμα προσβληθεί από δύο δυσκολοθεράπευτες αρρώστιες· τον εγωισμό της σάρκας και τον εγωισμό του μυαλού. Με άλλα λόγια, δεν έχει ακόμα υποδουλωθεί στα δύο χειρότερα αφεντικά, που τυραννούν τους ανθρώπους: τον πόθο καλοπέρασης του σώματος, και την πλάνη ότι το μυαλουδάκι τους τα ξέρει όλα.

Ο Χριστός διδάσκει: Μόνον οι άνθρωποι, που με τα γιατρικά της νηστείας και της προσευχής νικούν αυτή την πανούκλα του διπλού εγωισμού, μόνο αυτοί -με τη χάρη του Θεού- μένουν νήπιοι. Και μόνο σ’ αυτούς ο Θεός αποκαλύπτει τα μυστήρια της σοφίας και της αγάπης του. Και οι νήπιοι άνθρωποι, όχι απλώς μαθαίνουν τα θεία, αλλά τα πάσχουν. Τα ζουν. Τα κάνουν ζωή τους. Τα αισθάνονται με όλο τους το είναι.

Το ίδιο ισχύει και για το μεγάλο μυστήριο της σωτηρίας μας που λέγεται Ανάσταση του  Χριστού. Γι’ αυτό ακριβώς και το πρώτο τροπάριο στον Αναστάσιμο κανόνα, λέει: «Καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψόμεθα τω απροσίτω φωτί της Αναστάσεως Χριστόν εξαστράπτοντα, και χαίρετε φάσκοντα τρανώς ακουσόμεθα, επινίκιον αδοντες». Δηλαδή, για να δούμε το Χριστό που ακτινοβολεί μέσα στο λαμπρό φως της Αναστάσεως, και για να τον ακούσουμε να μας λέει «χαίρετε», πρέπει να έχουμε μάτια και αυτιά καθαρά. Αισθήσεις καθαρές. Όπως του μικρού παιδιού. Ενδεικτικό είναι και το ακόλουθο γεγονός.

Πριν το 1900 έγινε καθηγητής της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ο Ρήγας Νικολαΐδης. Ο νέος τότε επιστήμονας, επηρεασμένος από τις ιδέες του Δαρβίνου και του Χαίκελ, δεν, δεχόταν ότι ο Θεός είναι δημιουργός και κυβερνήτης του κόσμου. Το 1926 η νεοϊδρυθείσα Ακαδημία Αθηνών τον εξέλεξε μέλος της. Εκείνη την εποχή είχε αρχίσει να αμφιβάλλει για την ορθότητα των υλιστικών και αθεϊστικών του αντιλήψεων.

Τη Μ. Παρασκευή του 1927, ένας φίλος του -επίσης καθηγητής Πανεπιστημίου- τον συνάντησε στην περιφορά του Επιταφίου του Ι. Ν. Αγίου Διονυσίου Αθηνών, και τον ρώτησε γιατί δεν κρατούσε λαμπάδα. Ο Νικολαΐδης δάκρυσε… Τον άλλο χρόνο, μερικοί φοιτητές του τον είδαν με την λαμπάδα στο χέρι, να ακολουθεί τον Επιτάφιο του Μητροπολιτικού Ναού των Αθηνών. Έκπληκτοι τον ρώτησαν, πώς συμβιβάζονται οι αθεϊστικές του απόψεις με την συμμετοχή του σ’ αυτή την ιερή ακολουθία. Και ο καθηγητής απάντησε: «Και όμως, κύριοι, η αλήθεια της ζωής βρίσκεται στο Πάθος και στην Ανάσταση του Χριστού» Ο ίδιος ο καθηγητής ομολογούσε ότι αφορμή της μετανοίας του ήταν το φωτεινό παράδειγμα μιας αγράμματης χωρικής! Αυτή τον… δίδαξε.

Γι’ αυτό, λοιπόν, ο Χριστός δοξολογούσε τον Πατέρα του και Θεό μας, ο οποίος «απέκρυψε ταύτα από σοφών και συνετών και απεκάλυψε αυτά νηπίοις».

πηγή: Αρχιμ.Β. Λαμπρόπουλου, Μηνύματα από την ΛΥΧΝΙΑ

http://vatopaidi.wordpress.com/2010/09/03/πίσω-στο-νηπιαγωγείο-ή-περί-δαρβίνου-μ/#more-51322

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το Μάθημα των Θρησκευτικών στη Μέση Εκπαίδευση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2010

Αναργύρου Αναπλιώτη

Η διαμάχη που έχει ξεσπάσει τα τελευταία χρόνια για το θέμα του χωρισμού Εκκλησίας και Πολιτείας, με το επιχείρημα κυρίως της συνταγματικά κατοχυρωμένης θρησκευτικής ελευθερίας και της δήθεν εναρμόνισης της ελληνικής νομοθεσίας με ρυθμίσεις του ευρωπαϊκού δικαίου, έχει τροφοδοτήσει μία έντονη αντιπαράθεση για την αναγκαιότητα και τη μορφή του μαθήματος των Θρησκευτικών στη Μέση Εκπαίδευση στην Ελλάδα. Πολλοί υποστηρίζουν, ότι το μάθημα των Θρησκευτικών αποτελεί «πισωγύρισμα» για μία Ευρωπαϊκή χώρα, που πρέπει δήθεν να ακολουθήσει το παράδειγμα των «υπολοίπων» Ευρωπαϊκών χωρών, οπότε ή να καταργηθεί ή στην χειρότερη περίπτωση να διδάσκονται τα Θρησκευτικά ως θρησκειολογία, ξεκομμένα από το εκκλησιαστικό φρόνημα και την ένταξη τους σε ένα ορισμένο δόγμα.

Η αντιπαράθεση αυτή καθιστά επιτακτική την ανάγκη να εξετάσει κανείς πως αντιμετωπίζεται το θέμα στα άλλα κράτη στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθότι είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να ακολουθήσει αποκλειστικά δική της γραμμή στο θέμα αυτό. Συγκεκριμένα μπορεί η οργάνωση των αναλυτικών προγραμμάτων Μέσης Εκπαίδευσης να μην ρυθμίζεται (ακόμη) από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, όμως το άνοιγμα των αγορών και η μακροπρόθεσμη δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού κυρίως με την κατοχύρωση ατομικών δικαιωμάτων στο επίπεδο του ευρωπαϊκού δικαίου1, επιτάσσουν μία σχετικά ενιαία αντιμετώπιση του προβλήματος.

Στη Γερμανία το μάθημα των Θρησκευτικών είναι κατά το Σύνταγμα υποχρεωτικό και ισότιμο με τα άλλα μαθήματα (άρθρο 7 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, ordentliches Lehrfach). Η διάταξη αυτή, η οποία επαναλαμβάνει σχεδόν κατά λέξη την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 149 παρ. 1 και 2 του προϊσχύσαντος Συντάγματος της Βαϊμάρης, ορίζει συγκεκριμένα ότι οι γονείς και οι κηδεμόνες έχουν δικαίωμα να προσδιορίζουν τη συμμετοχή ή μη του ανηλίκου τέκνου στο μάθημα των Θρησκευτικών, όπως επίσης και την ομολογιακή κατεύθυνση που εκφράζει καλύτερα τη θρησκευτική αγωγή που θέλουν να δώσουν στο παιδί τους (άρθρο 7 παρ. 2), δηλαδή εάν το παιδί θα παρακολουθήσει ρωμαιοκαθολικά, ευαγγελικά ή ορθόδοξα Θρησκευτικά. Το μάθημα είναι υποχρεωτικό, βαθμολογείται όπως ακριβώς όλα τα άλλα μαθήματα και οι βαθμοί αναγράφονται στο απολυτήριο ή το ενδεικτικό μαζί με τους βαθμούς των άλλων μαθημάτων2. Ο θεολόγος καθηγητής είναι απολύτως ισότιμος με όλους τους άλλους καθηγητές, μπορεί δε να είναι κληρικός ή λαϊκός.

Τα Θρησκευτικά είναι κατά την ερμηνευτική του Συντάγματος «κοινό θέμα» (gemeinsame Angelegenheit) Κράτους και Εκκλησίας. Το Κράτος έχει πλήρη ευθύνη για την τεχνική υλοποίηση της συνταγματικής επιταγής και οφείλει να οργανώνει τη διεξαγωγή του μαθήματος με τον καθορισμό του χρόνου διδασκαλίας μέσα στο ωρολόγιο πρόγραμμα, με τον καθορισμό των εβδομαδιαίων ωρών διδασκαλίας για κάθε τάξη, με το διορισμό καθηγητών και τη μισθοδοσία τους, με την παροχή των κατάλληλων αιθουσών και άλλων απαραιτήτων τεχνικών μέσων κ. τ. λ. Το Κράτος είναι επίσης ο εργοδότης των καθηγητών, εφόσον αυτοί διορίζονται, παύονται, μετατίθενται από τα αντίστοιχα υπουργεία Παιδείας των κρατιδίων ή των δήμων (τα σχολεία στην Γερμανία υπάγονται είτε στα κρατίδια ή στις τοπικές δημοτικές αρχές) και υπόκεινται επίσης στον κρατικό πειθαρχικό και διοικητικό έλεγχο.

Σημαντικός και καθοριστικός είναι και ο ρόλος των Εκκλησιών στη διεξαγωγή του μαθήματος εφόσον τα Θρησκευτικά στη Γερμανία δεν έχουν θρησκειολογικό ή κοινωνιολογικό ενημερωτικό χαρακτήρα, αλλά δογματικό – κατηχητικό τόσο στη στοιχειώδη όσο και στη μέση εκπαίδευση. Ο διορισμός των καθηγητών που θα διδάξουν το μάθημα πρέπει να εγκριθεί από την Εκκλησία ή τη θρησκευτική κοινότητα και ο διδάσκων πρέπει να είναι οπωσδήποτε πιστό μέλος της Εκκλησίας, της οποίας το μάθημα διδάσκει. Για να διοριστεί π. χ. καθηγητής για ορθόδοξα Θρησκευτικά στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεσφαλίας πρέπει να εγκρίνει το διορισμό του συγκεκριμένου προσώπου ο ελληνορθόδοξος μητροπολίτης Γερμανίας με την ιδιότητα του ως προέδρου της Επιτροπής της Ορθοδόξου Εκκλησίας στη Γερμανία (Jommission der Orthodoxen Kirchen in Deutsch-land- KOKiD)3. Αντίστοιχα είναι απαραίτητη για τους ρωμαιοκαθολικούς καθηγητές η missio canonica του επιχωρίου επισκόπου κατά τις διατάξεις του άρθρου 805 του Κώδικα Κανονικού Δικαίου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και η Εξουσιοδότηση της Τοπικής Εκκλησίας («Vokation», «Bevollmächtigung» κ.τ.λ.) για ευαγγελικούς καθηγητές, έτσι ώστε ο διδάσκων το μάθημα να μη διδάσκει αιρετικά ή διαπράττει ενέργειες που δεν συνάδουν με το πνεύμα του μαθήματος4. Σχετικά με το περιεχόμενο της διδασκαλίας την κύρια ευθύνη έχει η θρησκευτική κοινότητα, η οποία και συντάσσει τα αναλυτικά προγράμματα σε επιτροπές που συστήνει η ίδια και στις οποίες συμμετέχει και εκπρόσωπος του Κράτους. Εκπρόσωπος των Εκκλησιών μπορεί να συμμετέχει πότε θέλει τόσο στη διεξαγωγή του μαθήματος (Visitation, Inspektion) όσο και στις εξετάσεις των μαθητών5.

Σε όλα τα δημόσια σχολεία υπάρχουν καθηγητές Θρησκευτικών (εκτός από το κρατίδιο της Βρέμης, που ρητά εξαιρείται από τη συνταγματική επιταγή, όπως ιδιορρυθμίες υπάρχουν και στα κρατίδια του ευρύτερης περιοχής του Βερολίνου). Παρ’ όλα αυτά αξίωση για προσφορά από το Κράτος μαθήματος Θρησκευτικών δεν έχουν όλοι οι πολίτες και όλες οι θρησκευτικές κοινότητες. Κυρίως αξίωση για Θρησκευτικά στο σχολείο έχουν οι μαθητές, οι γονείς και κηδεμόνες-μέλη των θρησκευτικών κοινοτήτων που είναι Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και κυρίως οι δύο μεγάλες χριστιανικές Εκκλησίες (Καθολική και Ευαγγελική), όπως και οι περισσότερες ορθόδοξες Εκκλησίες (ελληνορθόδοξη, ρωσική, ρωσική της Διασποράς και ρουμανική). Οι παραπάνω Εκκλησίες αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου δι’ ευθείας συνταγματικής διατάξεως (άρθρο 140 του Συντάγματος, το οποίο παραπέμπει στο προϊσχύσαν σύνταγμα της Βαϊμάρης)6. Οι υπόλοιπες Εκκλησίες ή θρησκευτικές οργανώσεις αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και δεν έχουν κατά κανόνα αξίωση για θρησκευτικά μέσα στη δημόσια στοιχειώδη και μέση εκπαίδευση7.

Η γερμανική νομοθεσία δίνει βέβαια το δικαίωμα σε κάθε μαθητή δημόσιου σχολείου να απέχει από το μάθημα των Θρησκευτικών και τις σχολικές προσευχές, όταν ο ίδιος (ή οι γονείς ή κηδεμόνες του) επικαλούνται λόγους θρησκευτικούς ή συνειδήσεως. Αρκεί μία απλή δήλωση του κηδεμόνα αν είναι ανήλικος ή του ιδίου αν είναι ενήλικος, ή έχει συμπληρώσει το 14ο έτος της ηλικίας του. Στην περίπτωση αυτή όπως και στην περίπτωση που ο μαθητής δεν ανήκει σε μία από τις Εκκλησίες που είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (όπως π. χ. πολλοί μωαμεθανοί μαθητές ή μαθητές που προέρχονται από την τέως κομμουνιστική Ανατολική Γερμανία και δεν έχουν βαπτισθεί), παρακολουθεί το μάθημα της «Ηθικής», το οποίο διδάσκεται παράλληλα με το μάθημα των Θρησκευτικών, δηλαδή την ίδια ώρα άλλα σε άλλη αίθουσα.

Το πρόβλημα που έχει ανακύψει στην πατρίδα μας για το μάθημα των Θρησκευτικών δεν εδράζεται σε επιχειρήματα που αφορούν την πρακτική άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο μεγαλύτερο κράτος της Ευρώπης, τη Γερμανία, τα Θρησκευτικά είναι υποχρεωτικά και μάλιστα κατ’ ευθείαν από το Σύνταγμα και ομολογιακά και μάλιστα αυστηρότερα ομολογιακά από ό,τι στην Ελλάδα. Οι πολεμοούντες τα Θρησκευτικά προσπαθούν να βρουν αφορμές και προβάλλουν ανυπόστατες αιτιολογίες για την κατάργησή τους ή για την αλλαγή του χαρακτήρα τους. Όπως στη Γερμανία, έτσι και στην Ελλάδα, το μάθημα των Θρησκευτικών αποτελεί πραγμάτωση της θρησκευτικής ελευθερίας του πολίτη, ο οποίος έχει συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα να ενημερωθεί για την πίστη του και να «μορφωθεί» μ’ αυτήν. Το Κράτος δεν μπορεί να απέχει από τον παροχικό χαρακτήρα που έχουν τα ατομικά δικαιώματα, πως αυτά προκύπτουν από την ενεργό συμμετοχή του στην υλοποίηση της θρησκευτικής ελευθερίας έξω άλλα και μέσα στο κρατικό σχολείο.

1. Ενδεικτικά Thomas Oppermann, Europarecht, 3 έκδοση, Μόναχο 2005, § 6, Rdnr. 26 έπ. Hans-Werner Rengeling, Grundrechtsschutz in der europäischen Gemeinschaft, Μόναχο 1993, σελ. 223 έπ.

2. Αναλυτικά Christoph Link, «Religionsunterricht», in: Joseph Listl – Dietrich Pirson (έκδ. ), Handbuch des Staatskirchenrechts des Bundesrepublik Deutschland, 2η έκδοση, Βερολίνο 1995, σελ. 439-509.

3. Για περισσότερες πληροφορίες για τη συγκρότηση της Επιτροπής αυτής βλ. Εκκλησία 84 (2007), 644 επ.

4. Αναλυτικά Axel Freiherr v. Campenhausen, «Staat, Kirche und Schule», Zeitschrift für Evangelisches Kirchenrecht 14 (1968-1969), ÛÂÏ. 50 έπ.

5. Βλ. Christoph Link, . π. , σελ. 499 επ.

6. Ενδεικτικά Paul Kirchhof, «Die Kirchen und Religions-gemeinschaften als Körperschaften des öffentlichen Rechts», in: Joseph List – Dietrich Pirson (έκδ. ), Handbuch des Staatskirchenrechts der Bundesrepublik Deutschland, 2η έκδοση,Βερολίνο 1995, σελ. 651-687.

7. Βλ. όμως και την αντίθετη γνώμη στο Axel Freiherr von Campenhausen/Heinrich De Wall, Staatskirchenrecht, 4ηέκδοση, Μόναχο 2006, σελ. 216-218.

κ. Αναργύρου Αναπλιώτη,

Επικ. Καθηγητού του Εκκλησιαστικού Δικαίου στο Ορθόδοξο Θεολογικό Ινστιτούτο του Παν/μίου του Μονάχου

constantionosa.gr
http://aktines.blogspot.com/2010/09/blog-post_2928.html

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

+ Τη αυτή ημέρα μνήμη του αγίου προφήτου και νομοθέτου ΜΩΥΣΕΩΣ του Θεόπτου

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2010

Ο προφήτης Μωυσής κατήγετο από την φυλή του Λευί. Υιός του Άμράμ και της Ίωχαβέδ, γεννήθηκε στην Αίγυπτο κατά τους χρόνους της σκληρής καταδυναστεύσεως των ομογενών του απο τον Φαραώ. Φοβούμενος ο τελευταίος την αύξηση και ευημερία των Εβραίων, πού ζούσαν εκεί από την εποχή του πάγκαλου Ιωσήφ, έκανε σκληρότατες τις συνθήκες εργασίας τους και διέταξε να θανατώνωνται όλα τα νεογέννητα άρρενα τέκνα τους. Η μητέρα του Μωυσέως, για να τον σώση, τον έβαλε μέσα σε κάνιστρο αλειμμένο με πίσσα, το οποίο απέθεσε η αδελφή του Μαριάμ στην ακροποταμιά του Νείλου εγκαταλείποντας το στην θεία πρόνοια. Το βρέφος το βρήκε η θυγατέρα του Φαραώ, η οποία το υιοθέτησε και του έδωσε το όνομα Μωυσής, πού σημαίνει «σεσωσμένος από τα ύδατα». Άνετράφη ως γνήσιος υιός της πριγκίπισσας και έμαθε όλη την σοφία και την γνώσι των Αιγυπτίων, χωρίς έν τούτοις να άποξενωθή από την πίστι των πατέρων του και την αγάπη προς το έθνος του.

Σε ηλικία σαράντα ετών ο Μωυσής εφόνευσε ένα Αιγύπτιο, πού είχε έπιτεθή εναντίον ενός Ισραηλίτου, και για να διασωθή από την καταδίωξι ξενιτεύθηκε στην γη Μαδιάμ. Εκεί έλαβε ως σύζυγο την Σεπφώρα, θυγατέρα του είδωλολάτρου ιερέως της Μαδιάμ Ιοθόρ. Μαζί της απέκτησε δύο υιούς, τον Γηρσάμ, πού σημαίνει «είμαι πάροικος σε ξένη γη», και τον Ελιέζερ, πού σημαίνει «ο Θεός βοηθός». Κατά την πολυχρόνιο εξορία του μακριά από τον λαό του ο Μωυσής, ενώ έβοσκε τα πρόβατα του πεθερού του στην ησυχία των βουνών και της ερήμου, καταρτιζόταν στην αποστολή για την οποία τον προόριζε ο Θεός, να ποιμάνη το λογικό Του ποίμνιο. Συγχρόνως καθάριζε την καρδιά και τον νου του με την προσευχή και την συνεχή άδολεσχία του Θεού.

Μια ήμερα, ύστερα από σαράντα χρόνια ξενιτείας στην Μαδιάμ, όπως έ’βοσκε τα πρόβατα στο όρος Χωρήβ, του φανερώθηκε ο Θεός υπό μορφήν πυρός, εξερχόμενου μέσα από μία βάτο, η οποία φλεγόταν αλλά δεν καιγόταν. Με την θεοφάνεια αύτη, η οποία προεικόνιζε το μέγα μυστήριο του παρθενικού τοκετού και της έν σαρκί ελεύσεως του Σωτήρος, ο Θεός κάλεσε τον Μωυσή να έπιστρέψη στην Αίγυπτο, για να ελευθέρωση τον λαό του από την πικρή δουλεία και να τον έπαναφέρη στην γη των πατέρων του. Επειδή αυτός ήταν βραδύγλωσσος και δίσταζε να άναλάβη το έ’ργο, του έδωσε ώς βοηθό και διερμηνέα τον αδελφό του Ααρών. Παρουσιάσθηκαν λοιπόν μαζί στον Φαραώ και του ζήτησαν να έπιτρέψη στους Ισραηλίτες να λατρεύσουν τον θεό τους στην έρημο. Κατά θείαν παραχώρησι η υπερήφανη καρδιά του Φαραώ σκληρύνθηκε και δεν τους άφηνε να φύγουν. Τους κράτησε να έργάζωνται ώς δούλοι στις μεγάλες οικοδομικές εργασίες, πού είχε επιχειρήσει η ματαιοδοξία του.

Τότε ο Κύριος διά μέσου του Μωυσέως έκτύπησε την Αίγυπτο με δέκα φοβερές πληγές. Ταπεινωμένος από την δύναμι του θεού του Ισραήλ ο Φαραώ εξαναγκάσθηκε να τους άφήση να φύγουν. Μαζί τους πήραν τα οστά του Ιωσήφ και πολλά χρυσά και αργυρά σκεύη, πού τους έδωσαν οί Αιγύπτιοι. Στην πορεία τους ο θεός τους οδηγούσε την μεν ήμερα με στύλο νεφέλης την δε νύκτα με στύλο πυρός. Μετά την άναχώρησί τους ο Φαραώ άλλαξε πάλι γνώμη και στράφηκε με όλα του τα άρματα προς καταδίωξίν τους. Το αιγυπτιακό ιππικό βρήκε τους Ισραηλίτες στρατοπεδευμένους στην ακτή της Ερυθράς θαλάσσης. Ο Μωυσής κατ’ έντολήν του θεού κτύπησε τα νερά της με το ραβδί του και τα διεχώρισε στα δύο. “Ετσι, οί Ισραηλίτες διέβησαν «διά ξηράς εν μέσω της θαλάσσης». “Οταν εξήλθαν όλοι στην στεριά, σήκωσε το ραβδί του πάνω από τα ύδατα και τα επανέφερε στην φυσική τους θέσι, καταποντίζοντας όλα τα άρματα του Φαραώ πού τους ακολουθούσαν.

Αμέσως μετά την θαυμαστή σωτηρία τους ο Μωυσής συνέθεσε την ευχαριστήριο προς τον θεό ώδή, «’Άσωμεν τω Κυρίω ένδόξως γαρ δεδόξασται- ιππον και άναβάτην έρριψεν εις θάλασσαν, βοηθός και σκεπαστής έγένετό μοι εις σωτηρίαν» (‘Έξ 15, 1-2), πού έψαλε όλος ο λαός στην παραλία με τύμπανα, χωρισμένος σε δύο χορούς, ένα των ανδρών με επί κεφαλής τον Μωυσή και ένα των γυναικών με επί κεφαλής την αδελφή του Μαριάμ.

Στην έρημο από την Ερυθρά θάλασσα ώς το Σινά, παρά τους συνεχείς γογγυσμούς τους, ο Θεός με έκτακτες θαυματουργίες τους έδειχνε την παρουσία του και την στοργική του προστασία μέσω του δούλου του Μωυσέως. Στην Μερρά γλύκανε τα πικρά νερά, για να ανακούφιση την δίψα τους. Στην έρημο Σίν χάρις στην προσευχή του Μωυσέως έστειλε το μάννα, πού έποίκιλλε στην γεύσι ανάλογα με την επιθυμία του καθενός. Τέλος, στην βραχώδη Ραφιδείν, κοντά στο Σινά, όταν ο γογγυστής λαός έξ αιτίας της δίψας παρά λίγο θα λιθοβολούσε τον Μωυσή, ο Θεός του έδωσε εντολή να κτυπήση με το ραβδί του έ’να βράχο, από όπου άνέβλυσε άφθονο νερό. Εκεί τους έπετέθησαν και οί αλλόφυλοι Άμαληκίτες, τους οποίους κατετρό-πωσε ο Ιησούς του Ναυή .

Στην αρχή του τρίτου μηνός από την έξοδο τους έφθασαν και στρατοπέδευσαν στο Σινά. Ο Κύριος κάλεσε τον Μωυσή να άνεβή μόνος στην κορυφή του όρους. Έκεϊ του αποκαλύφθηκε ύπό μορφήν πυρός μέσα σε γνοφώδη νεφέλη με βροντές, αστραπές και ήχο σαλπίγγων. “Ολο το όρος καπνιζόταν. Ο Μωυσής μιλούσε στον Θεό με πολλή οικειότητα, όπως όμιλε! κάποιος προς τον φίλο του. Ο Θεός του απαντούσε με βροντές. Κατά την φοβερή αυτή άποκάλυψι της δόξης του ο Κύριος του παρέδωσε τις εντολές του Νόμου γραμμένες σε δύο πέτρινες πλάκες. Κατά τις σαράντα ήμερες και νύκτες πού παρέμεινε επάνω στο όρος, διδάχθηκε από τον Θεό δ,τι ήταν αναγκαίο, για να απόκτηση ο λαός την θεογνωσία. Στο διάστημα αυτό έλαβε και τις ακριβείς διατάξεις για την κατασκευή του επιγείου θυσιαστηρίου και την όργάνωσι της λατρείας, την οποία έπρεπε να προσφέρη ο περιούσιος λαός στον Δημιουργό του σύμπαντος.

Ένώ ο Μωυσής κατέβαινε κρατώντας τις πλάκες του Δεκάλογου, άκουσε τις φωνές των μεθυσμένων “Ισραηλιτών και είδε τους χορούς τους γύρω από το χρυσό μοσχάρι, πού κατά την απουσία του είχαν κατασκευάσει. Πλήρης θυμού πέταξε από τα χέρια του τις πλάκες και τις συνέτριψε στους πρόποδες του βουνού. Ο Θεός αγανακτισμένος για την είδωλομανία του σκληροτράχηλου λαού θα τον εξολόθρευε, αν δεν μεσολαβούσε ο Μωυσής με την θερμή του ικεσία-«Και νύν εί μεν άφεΤς αύτοίς την άμαρτίαν αυτών, άφες• εί δε μή, έξάλειψόν με εκ της βίβλου σου» (νΕζ. 32, 32).

Ο προφήτης ανέβηκε πάλι στο όρος και έγραψε, ο ί’διος αυτήν την φορά, σε δύο νέες πλάκες τις δέκα εντολές καθ’ ύπαγόρευσιν του θεού. Εισερχόμενος στην νεφέλη έγινε μέτοχος της θεϊκής δόξης. “Ετσι, όταν επέστρεψε στο στρατόπεδο, το θεϊο φώς, λαμπρότερο από κάθε αισθητό φώς, είχε διαπεράσει τόσο βαθιά την καρδιά του, ώστε έκχυνόταν σε όλο του το σώμα. Το πρόσωπο του ακτινοβολούσε από υπερφυσική λάμψι. Αμύητοι οί Ισραηλίτες στα μυστήρια τοΰ θεού δεν μπορούσαν να τον ατενίσουν, και ο προφήτης κάλυψε το πρόσωπο του με κάλυμμα, πού αφαιρούσε μόνον όταν εισερχόταν στην σκηνή του μαρτυρίου, για να μιλήση με τον θεό.

Αφού έμειναν ένα χρόνο στο Σινά, στην αρχή του δευτέρου έτους ο Μωυσής αρίθμησε τον λαό και συνέχισαν την πορεία στην έρημο, ώσπου έφθασαν στην έρημο Κάδης, στα σύνορα της γής της Επαγγελίας. Ο λαός, επηρεασμένος από τους κατασκόπους πού έστειλε ο Μωυσής στην Χαναάν, αποθαρρύνθηκε για την κατάληψι της χώρας, έστασίασε εναντίον του και ζήτησε νέους αρχηγούς για να έπιστρέψη στην Αίγυπτο. Ο θεός ήταν έτοιμος για μία ακόμη φορά να τους άφανίση τελείως, άλλά ο Μωυσής με την θερμή του προσευχή άλλαξε την θεία βουλή και καταδικάσθηκαν σε τριάντα οκτώ χρόνια περιπλάνησι, άφ’ ενός μέν για να παιδαγωγηθούν, άφ’ έτερου δε για να πεθάνουν στην έρημο και να μην εισέλθουν στην γη της Επαγγελίας όλοι οι γογγυσταί ηλικίας είκοσι ετών και άνω.

Κατά την μακροχρόνια αυτή περιπλάνησι έξω από την γή Χαναάν, ο Μωυσής με θαυμαστή πραότητα και σύνεσι αντιμετώπιζε τις συνεχείς μεμψιμοιρίες, τις αντιζηλίες και τις ανταρσίες του δυσκυβέρνητου λαού.

Στην άρχή του τεσσαρακοστού από τη έξοδο τους έτους έφθασαν πάλι στην έρημο Κάδης. Οί επιλήσμονες «υιοί του Ισραήλ» δυσφόρησαν και πάλι από την έλλειψι νερού και ξέσπασαν σε νέους γογγυσμούς κατά του ήγέτου τους. Ο θεός είπε στον Μωυσή να τους δώση νερό από τον βράχο, άλλά αυτός, κυριευμένος από άθυμία για την νέα τους απείθεια, δίστασε προς στιγμήν και τους είπε:   «Ακούσατε μου, οί άπειθείς- μή εκ της πέτρας ταύτης έξάξομεν ύμίν ύδωρ;» (Άρ. 20, 10). Το νερό άνέβλυσε άφθονο από τον βράχο, όταν τον κτύπησε με το ραβδί του ο Μωυσής• ο ίδιος όμως εξ αίτίας της «άντιλογίας» του τιμωρήθηκε από τον θεό να μην είσέλθη στην γη της Επαγγελίας.

Ύστερα από πολλούς αγώνες πού διεξήγαγε με την βοήθεια του Ιησού του Ναυή εναντίον των Αμορραίων, των Μαδιανιτών και των Μωαβιτών, κατέλαβε την χώρα ανατολικά του Ιορδανού, απέναντι από την Χαναάν.

Εκεί, στις στέππες της Μωάβ, υπενθύμισε στον λαό τις ευεργεσίες του θεού και τις αποκαλύψεις κατά την τεσσαρακονταετή πορεία τους στην έρημο, τους τόνισε τις υποχρεώσεις τους έναντι της Διαθήκης του Κυρίου και τους έδωσε τις τελευταίες οδηγίες. “Επειτα έχρισε ώς διάδοχο του τον Ιησού του Ναυή, έψαλε προς τον θεό την ώδή, «Πρόσεχε, ουρανέ, και λαλήσω, και άκουέτω η γη ρήματα έκ στόματος μου…» (Δευτ. 32, 1-43) και ευλόγησε για τελευταία φορά τις δώδεκα φυλές. Πέθανε σε ηλικία εκατόν είκοσι ετών στην κορυφή Φασγά του όρους Ναβαύ, όπου είχε άνεβή για να του δείξη ο Κύριος την έπηγγελμένη γή. Εκεί ετάφη, χωρίς ποτέ να μάθη κανείς τον ακριβή τόπο της ταφής του.

Πηγή: Νέος συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ

http://vatopaidi.wordpress.com/2010/09/04/τη-αυτή-ήμερα-μνήμη-του-αγίου-προφήτου/#more-51409

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι πιστοί φωτολήπτες και φωτοδότες( Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής ΙΕ΄Ματθαίου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2010

« Θεός επών κ σκότους φς λάμψαι, ς λαμψεν ν τας καρδίαις μν πρός φωτισμόν τς γνώσεως τς δόξης το Θεο ν προσώπ ησο Χριστο (Β΄ Κορ. δ΄ 6)

Ἡ ζωή, ἀγαπητοί ἀδελφοί, μακράν τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο σέ βαθύ σκοτάδι.  Ἀντίθετα, ἡ ζωή κοντά στό Θεό ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στό φῶς καί καθιστᾶ παράλληλα τή ζωή του γεμάτη φῶς.  Οἱ πρωτόπλαστοι ἔζησαν στήν ἀρχή τῆς ζωῆς τους μέσα στό φῶς.  Γρήγορα ὅμως παρεσύρθησαν ἀπό τά ψεύδη τοῦ διαβόλου, ἀπομακρύνθησαν ἀπό τό Θεό καί ἔπεσαν στό σκοτάδι.  Οἱ γενεές τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖες ἀκολούθησαν, «λάτρευσαν τήν κτίσιν παρά τόν κτίσαντα», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία στά τροπάρια τῶν καταβασιῶν.

Ἡ ἀνάγνωση τῶν πρώτων στίχων τοῦ πρώτου βιβλίου τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῆς Γενέσεως, μᾶς ὑπενθυμίζει ἀκριβῶς ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὁ δημιουργός τοῦ σύμπαντος κόσμου, δηλαδή ὅλων ὅσα βλέπουμε καί δέν βλέπουμε.  Δημιούργημα τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ καί τό φυσικό καί πεπερασμένο φῶς.  Ἡ Γραφή λέγει: «επεν Θεός· γενηθήτω φς· καί γένετο φς». (Γεν. α΄ 3)  Ὁ ἄνθρωπος ὅταν ζεῖ μέσα καί κάτω ἀπό τό φυσικό φῶς χαίρεται, ἐργάζεται καί εἶναι εὐχαριστημένος.  Τό σκοτάδι ὅμως τοῦ δημιουργεῖ δυσθυμία, τοῦ προκαλεῖ κατάθλιψη, φόβο καί διώχνει τή χαρά ἀπό μέσα του.  Τήν μέν ἡμέρα τόν πλανήτη τῆς γῆς φωτίζει ὁ ἥλιος, κατά δέ τή δέ νύχτα ὑπάρχει τό ἀμυδρό φῶς τῆς σελήνης καί τῶν ἀστέρων.  Παράλληλα ἔχουμε τό ἠλεκτρικό φῶς καί ἄλλους τρόπους φωτισμοῦ, τούς ὁποίους ἐφεῦρε ὁ ἀνθρώπινος νοῦς.  Ἡ παρουσία, ἡ δύναμη, ἡ διάρκεια καί ἡ ἀποτελεσματικότητα ὅλων αὐτῶν τῶν εἰδῶν τοῦ φωτός ἔχει μιά σχετικότητα.

Ἄν τώρα τολμήσει κάποιος νά μιλήσει γιά «τόν λιο τς δικαιοσύνης», δηλαδή τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τά πράγματα εἶναι ἐντελῶς διαφορετικά.  Ἡ χαρά τήν ὁποία γεννᾶ ἡ παρουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ  μέσα στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, δέν εἶναι δυνατό καί εὔκολο νά διατυπωθεῖ μέ λόγια, τά ὁποῖα ἐκφράζει ὁ ἄνθρωπος.  Ἡ δέ ἀνακαινιστική δύναμη, τήν ὁποία ἔχει ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ στίς καρδιές, τήν ψυχή καί τό νοῦ τῶν ἀνθρώπων, δέν εἶναι δυνατό νά κατανοηθεῖ μέσα στά ἀνθρώπινα πλαίσια καί σχήματα.  Ἡ δέ διάρκεια τῶν θείων ἐνεργειῶν, τίς ὁποῖες ἐκπέμπει «τό μέγα φς» ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἐξάγει τά πλήθη, τά ὁποῖα ζοῦν μέσα στό σκότος καί τή σκιά τοῦ θανάτου καί τά εἰσάγει στή χώρα τοῦ φωτός, δηλαδή τήν Ἐκκλησία.

Μέλη τῆς Ἐκκλησίας πολιτογραφούμεθα ἀφοῦ δεχθοῦμε τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τήν εἴσοδο στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας.  Εὐθύς ἀμέσως μέ τό μυστήριο τοῦ Χρίσματος μᾶς προσφέρεται ἡ θεία Χάρη, ἡ ὁποία μᾶς χαριτώνει μέ τά δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.  Στή συνέχεια ἡ Ἐκκλησία τρέφει τά νεοφώτιστα μέλη της μέ τή θεία Εὐχαριστία, τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου.  Ἀπό τή στιγμή αὐτή τό κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τό προνόμιο νά ζήσει μέσα στό φῶς τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.  Ἡ Ἐκκλησία ψάλλει: «φς Πατήρ, φς Λόγος, φς καί τό γιον Πνεμα».

Ὁ Κύριος εἶπε γιά τόν ἑαυτό του: «γώ εμι τό φς το κόσμου· κολουθν μοί ο μή περιπατήσ ν τ σκοτί λλ’ ξει τό φς τς ζως.» (Ἰωαν. η΄ 12). Ὁ ἴδιος ὅμως ἀπευθυνόμενος πρός τούς Μαθητές καί τούς πιστούς ὅλων τῶν αἰώνων εἶπε: «μες στε τό φς το κόσμου» (Ματθ. ε΄ 14). Ἐκεῖνος ἀποτελεῖ τήν πηγή τοῦ φωτός.  Εἶναι ὁ μόνιμος φωτοδότης.  Ἐμεῖς τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἴμεθα δέχτες τοῦ φωτός τῆς θείας Χάριτος.  Μέ τόν τρόπο αὐτό καθιστάμεθα φωτολῆπτες.  Παραμένοντας δέ μέσα στό φῶς ἔχουμε τή δυνατότητα  παρ’ ὅλο πού δέν εἴμεθα αὐτόφωτοι, νά ἀποβοῦμε φωτοδότες καί πομποί τούτου τοῦ φωτός.

Τό τελευταῖο φέρνει στή μνήμη τά ἀνεπανάληπτα λόγια τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ὁ ὁποῖος, στόν Ἀπολογητικό λόγο του τῆς φυγῆς εἰς τόν Πόντο, διετύπωσε τά ἀκόλουθα: «καθαρθναι δε πρτον, ετα καθραι· σοφισθναι, καί οτω σοφίσαι· γενέσθαι φς, καί φωτίσαι· γγίσαι Θε, καί προσαγαγεν λλους· γιασθναι, καί γιάσαι· χειραγωγσαι μετά χειρν, συμβουλεσαι μετά συνέσεως.»  (Λόγος Β΄ ΕΠΕ 1, 164)  Στά ἁπλά ἑλληνικά μᾶς λέγει: Πρέπει νά καθαρίσουμε πρῶτα τόν ἑαυτό μας, ἔπειτα νά καθαρίσουμε ἄλλους.  Νά ἀποκτήσουμε σοφία καί ἔπειτα νά κάνουμε καί τούς ἄλλους σοφούς.  Νά γίνουμε φῶς, γιά νά φωτίσουμε.  Νά πλησιάσουμε τόν Θεό οἱ ἴδιοι, γιά νά φέρουμε κοντά καί τούς ἄλλους.  Νά ἁγιασθοῦμε, γιά νά ἁγιάσουμε.  Νά πιάσουμε καί νά ὁδηγήσουμε μέ τά χέρια, νά συμβουλεύσουμε μέ σύνεση. Αὐτή παραμένει ἡ ἀποστολή τῶν πιστῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.  Νά εἶναι δέχτες καί πομποί τοῦ θείου φωτός.  Ἀμήν!

Ελληνορθόδοξη Κοινότητα Απ. Βαρνάβα

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Τι υμίν δοκεί περί του Χριστού;» (Ματθ. 22, 42) .Κυριακή ΙΕ’ Ματθαίου

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2010

«Τι υμίν δοκεί περί του Χριστού;» (Ματθ. 22, 42)

Μέσα από την σημερινή ευαγγελική περικοπή βλέπουμε πρώτα τον Χριστό να τονίζει ότι η μεγαλύτερη εντολή είναι αυτή της αγάπης προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Μετά τον βλέπουμε, αφού βρίσκεται ήδη στο τέλος τηςεπίγειας ζωής του και αφού έκαμε πολλά θαύματα και παρέθεσε πολλές διδασκαλίες, να ρωτά τους Φαρισαίους, που ήσαν γνώστες του Νόμου και τωνπροφητειών, τι γνώμη έχουν για τον Χριστό. Χρησιμοποιώντας την απάντησή τους προσπαθεί μέσα από τη Γραφή να τους οδηγήσει στη θεογνωσία. Επειδή, όμως, δεν ήσαν διατεθειμένοι να ομολογήσουν τη θεότητα του Ιησού Χριστού, οδηγούνται στη σιγή.

Αν έθετε την ίδια ερώτηση στον καθένα από εμάς τι θα απαντούσαμε; Γιατί, ακόμα και σήμερα είναι πολλοί εκείνοι που έχουν άγνοια περί του προσώπου του Χριστού. Άλλοι τον ονομάζουν προφήτη, άλλοι ιδεολόγο, άλλοι ένα σπουδαίο άνδρα που μετέβαλε τον ρουν της ιστορίας και άλλοι πολλά άλλα.

Μέσα από την Αγία Γραφή, θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε το πρόσωπό Του, δίνοντας απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε σήμερα.

·         Υπάρχει μια παραδοξότητα γύρω από το πρόσωποτου Χριστού. Παρουσιάζεται, πρώτα να έχει δυνάμεις ανυπέρβλητες: Να ανιστά νεκρούς, να θεραπεύειανίατες για την εποχήασθένειες, να επιβάλλεται στους ανέμους και στα κύματα, να γνωρίζει τα κρύφια των ανθρώπων. Σε σημείο που να ομολογούν οι πάντες ότι «ουδέποτε εφάνη ούτως εν τω Ισραήλ». Και άλλοι να αποφαίνονται «αληθώς Υιός Θεού ήν ούτος» Είναι Υιός Θεού, και άρα τέλειος Θεός. Από την άλλη παρουσιάζεται να έχει και όλα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά ,χωρίς αμαρτία.Τον βλέπουμε να κουράζεται, ναδιψά, να πεινά, να κοιμάται, να αγωνιά μπροστά στο θάνατο. Είναι υιός ανθρώπου, και άρα τέλειος άνθρωπος. Έτσι βλέπουμε ξεκάθαρα να συνυπάρχουν δύο φύσεις στον Χριστό∙ η Θεία και η ανθρώπινη.

Σύμφωνα   με την πίστη μας, την πίστη της Εκκλησίας, ο Χριστός είναι «τέλειος εν Θεότητι και τέλειος εν ανθρωπότητι». Είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Υπήρχε «προ πάντων των αιώνων», ο Υιός του Θεού, ο Θεός Λόγος πουενώθηκε «επ’ εσχάτων των χρόνων» στην άχραντη γαστέρα της Θεοτόκου, με την ανθρώπινη φύση. Προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και ενώνοντάς την στο ένα πρόσωπο του Θεού Λόγου μένει για πάντα αχώριστος με αυτή. Αυτή η ένωση έγινε χωρίς μετατροπή της θείας ή της ανθρώπινης φύσης και χωρίς να υπάρχει σύγχυση των δύο φύσεων. Ταυτόχρονα παραμένει αδιαίρετη η θεία και η ανθρώπινη φύση. Και αυτό για να μπορέσει ο άνθρωπος να θεωθεί. «Ενηνθρώπησεν ίνα ημείς θεοποιηθώμεν». Έγινε άνθρωπος για να μπορέσουμε εμείς να θεωθούμε. Να γίνουμε Θεοί κατά χάρη.

·         Οι συνέπειες της «ασυγχύτου, ατρέπτου, αχωρίστου και αδιαιρέτου» συνυπάρξεως των δύο φύσεων του Χριστού στο ένα και μοναδικό πρόσωπό Του, είναι πολλές και θεμελιώδεις:

Πρώτον: η Παναγία είναι πράγματι Θεοτόκος. Καλείται Θεοτόκος γιατί δεν γέννησε ένα απλό άνθρωπο, αλλά τον «Θεόν Λόγον εν σαρκί». Δεν υπήρξε ούτε για μια στιγμή αυθύπαρκτη η ανθρώπινη φύση του Χριστού. Από τη στιγμή του Ευαγγελισμού αυτή προσλήφθηκε στην προϋπάρξασα, προ πάντων των αιώνων, θεία φύση του Ιησού Χριστού. Έτσι η Παναγία κυοφόρησε τον Θεόν Λόγον και τον γέννησε στη γη.

Όταν κοινωνούμε, ύστερα, κατά τη Θεία Ευχαριστία, δεν κοινωνούμε σώματος ενός απλού ανθρώπου αλλά κοινωνούμε σώματος και αίματος Θεού. Γιατί με τον άνθρωπο Ιησού Χριστό ήταν και είναι πάντα ενωμένος και ο Θεός Λόγος. Έτσι κοινωνώντας του Σώματος και του Αίματος του Χριστού μπορούμε να ενωθούμε με τον ίδιο τον Θεό.

Όταν προσκυνούμε την εικόνα του Χριστού δεν προσκυνούμε απλάαπεικόνισμα ανθρώπου, αλλά του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Απεικονίζουμε τον άνθρωπο Ιησού που όμως δεν είναι ξεχωριστός από τον ίδιο Θεό Λόγο. Έτσι προσκυνούμε διά του εικονίσματος , που μας βοηθά να αναγόμαστε στο πρωτότυπο, τον ίδιο το Θεό Λόγο που ενανθρώπησε.

Συμπερασματικά, λοιπόν, όταν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί ερωτώνται ποια είναι η πίστη τους στο πρόσωπο του Χριστού, «Τι υμίν δοκεί περί του Χριστού; Τίνος υιός εστι;», η απάντηση είναι ξεκάθαρη: Είναι Υιός Θεού που έγινε για μας και άνθρωπος. Και έγινε άνθρωπος όχι από ανάγκη ή βία αλλά από αγάπη κινούμενος προς τα πλάσματά του, τον άνθρωπο.

Ας μη φοβόμαστε κι ας μη ντρεπόμαστε να Τον ομολογούμε, κάτι που δεν έκαναν οι Φαρισαίοι, όπως ακούσαμε σήμερα. Ας μιμηθούμε τον Δαβίδ, που παρόλο ότι επρόκειτο για έναν απόγονό του, κατά σάρκα, τον ομολόγησε Κύριον λέγοντας: «Είπεν ο Κύριος τω Κυρίω μου κάθου εκ δεξιών μου, έως αν θω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου». Κι όπως τον ομολόγησε ο Απόστολος Θωμάςλέγοντας «ο Κύριός μου και ο Θεός μου»!

Μητρόπολη Πάφου – Αρχιμανδρίτης Τυχικός

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι σημαίνει το «γρηγορείτε και προσεύχεσθε ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν;»

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2010

« Να προσεύχεσαι, λέγει, να μην εισέλθεις σε πειρασμούς της πίστης σου. Να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις στον πειρασμό του δαίμονα της βλασφημίας και της υπερηφάνειας με την οίηση του νου σου. Να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις, κατά παραχώρηση του Θεού, στους φανερούς πειρασμούς των … αισθήσεων, που ο διάβολος ξέρει πως να σου δημιουργεί όταν το επιτρέπει ο Θεός λόγω των ανόητων λογισμών που καλλιεργείς…

Να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις στους πειρασμούς της ψυχής μέσα από αμφιβολίες και προκλήσεις, με τις οποίες η ψυχή σύρεται βίαια σε μεγάλη σύγκρουση. Ακόμα και έτσι, ετοιμάσου να δεχτείς ολόψυχα σωματικούς πειρασμούς. Να τους διαπλεύσεις με όλα σου τα μέλη και να γεμίσεις τα μάτια σου με δάκρυα, έτσι ώστε ο άγγελος που σε φυλάει να μη σε εγκαταλείψει. Επειδή χωρίς δοκιμασίες δεν φαίνεται η Πρόνοια του Θεού και δεν μπορείς να αποκτήσεις παρρησία μπροστά στον Θεό, ούτε να μάθεις τη σοφία του Πνεύματος, ούτε μπορεί να εδραιωθεί μέσα σου ο θείος πόθος. Πρίν από τους πειρασμούς ο άνθρωπος προσεύχεται στον Θεό σαν να είναι ξένος, αλλά όταν εισέρχεται στους πειρασμούς για χάρη της αγάπης του και δεν αφήνεται να εκτραπεί, τότε άμεσα έχει, ούτως ειπείν, τον Θεό ως χρεώστη του και ο Θεός τον υπολογίζει ως αληθινό φίλο, διότι για χάρη του θελήματός Του πολέμησε εναντίον του εχθρού του και τον νίκησε. Αυτό σημαίνει «προσεύχεσθε ίνα μη εισέλθετε εις πειρασμόν».

Και πάλι, να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις στο φοβερό πειρασμό του διαβόλου για την αλαζονεία σου, αλλά επειδή αγαπάς τον Θεό, ώστε η δύναμή Του να σου είναι αρωγός, και διά μέσου σου να συντρίψει τους εχθρούς Του. Να προσεύχεσαι να μην εισέλθεις σε τέτοιες δοκιμασίες εξαιτίας της αφροσύνης των λογισμών και των έργων σου, αλλά αντίθετα για να δοκιμαστεί η αγάπη σου πρός τον Θεό και για να δοξαστεί η δύναμη Του στην υπομονή σου».

( Από το βιβλίο: Ιλαρίων Αλφέγιεφ, Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2005, σ. 119- 125).

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Οriginal. Αληθινό περιστατικό

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2010

Φυλακές ἀνδρῶν…! Σάββατο πρωί…!
Στόν ἱερό Ναό τοῦ ῾Αγίου ᾿Ελευθερίου, ἡ θεία Λειτουργία τελείωσε. Πόση θερμή προσευχή ἔγινε καί σήμερα στό Λυτρωτή, γιά νά ἀνοίξουν τά σίδερα τῶν φυλακῶν, γιά νά σπάσουν τά σίδερα τῶν παθῶν, γιά νά ἔρθει ἡ πολυπόθητη ἐλευθερία στούς κρατουμένους…!
Μήν ἀργεῖς, Κύριε…
᾿Από τά μεγάφωνα τοῦ Σωφρονιστηρίου ἀναγγέλλεται· «῏Ηρθαν οἱ ῾Ιεροκήρυκες. ῞Οποιος κρατούμενος ἐπιθυμεῖ, ἄς κατεβεῖ γρήγορα στό Ναό…».
Σέ λίγο οἱ ῾Ιεροκήρυκες ὑποδέχονται μέ πολλή ἀγάπη, ὅπως ἄλλωστε κάθε Σάββατο, ἐκείνους πού λαχταροῦν νά ἀκούσουν τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ. ᾿Εκείνους, πού μέσα στήν ἀσφυξία τῆς ἀνελευθερίας τους, θέλουν νά ἀναπνεύσουν, νά ξεκουραστοῦν, νά φωτιστοῦν, νά ἐλπίσουν, νά πιαστοῦν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καί τήν ἔχουν μεγάλη ἀνάγκη. Εἶναι ἡ μοναδική τους παρήγορη διέξοδος… γιά ἀνακούφιση…, γιά ὄνειρα…, γιά ἀληθινή ζωή…! ῞Ενας, δύο, τρεῖς … εἴκοσι ἑπτά! Προσκυνοῦν μέ σεβασμό τίς ἅγιες εἰκόνες καί τακτοποιοῦνται στίς θέσεις τους…
Τό σημερινό μάθημα ἀναφέρεται στά πρόσωπα τοῦ Γολγοθᾶ. Στά πρόσωπα, πού πλαισίωναν τόν ᾿Εσταυρωμένο Θεάνθρωπο στίς πιό τραγικές του ὧρες. Μέ ἀπόλυτη σιγή καί συγκινητική κατάνυξη παρακολουθοῦν καί ρουφοῦν… Στό τέλος μέ πολλή ἁπλότητα ἐκφράζουν τίς ἐντυπώσεις, τίς ἀπορίες, τούς προβληματισμούς τους, συζητοῦν…!
-᾿Εμένα, μοῦ ἔκαμε τρομερή ἐντύπωση, λέει κοφτά ἕνας γεροδεμένος κρατούμενος, ὁ Ληστής! «Τόν πάω»! Πάρα πολύ μοῦ ἄρεσε! ῏Ηταν ἀνέλπιστα τυχερός…!
Βλέπετε, μποροῦμε στή ζωή μας νά ἐμπνεόμαστε καί ἀπό ἀρνητικά πρότυπα, ἀκόμη καί ἀπό ληστές, πού βρῆκαν ὅμως τό σωστό δρόμο, τό δρόμο τοῦ Θεοῦ…
-᾿Εξήγησέ μας, γιατί θαύμασες τόσο πολύ τό Ληστή;
-Γιατί μέ μία μόνο κουβέντα του, συγχώρα με, Θεέ μου, «μνήσθητί μου, Κύριε», σώθηκε, τοῦ σβήστηκαν ὅλα του τά κρίματα, κέρδισε τόν Παράδεισο καί ἦταν ὁ πρῶτος πού μπῆκε. Δέν τό χωράει ὁ νοῦς μου πόσο τόν συμπόνεσε, ἀλλά καί πόσο τόν κατάλαβε ὁ Χριστός! Τόν ἀγάπησα αὐτόν τό Ληστή. Θέλω νά τοῦ μοιάσω, νά ἔχω τήν τύχη του…!
-Μακάρι, μακάρι, ὁλόψυχα σοῦ τό εὐχόμαστε. ᾿Αφοῦ τόσο τό θέλεις, θά γίνει αὐτό. Μέ μία ὅμως προϋπόθεση· Νά μοιάσεις στό Ληστή ὄχι μόνο στή βαθιά του μετάνοια, ἀλλά καί σέ κάτι ἄλλο σπουδαῖο πού ἔκαμε·
-Ποιό εἶναι αὐτό;
-Νά τοῦ μοιάσεις στήν ὁμολογία του. Τί εἴπαμε ὅτι ὁμολόγησε; ῞Οτι ὁ Χριστός εἶναι βασιλιάς καί ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι ἁμαρτωλός! «᾿Εμεῖς δίκαια τιμωρούμεθα καί ἀπολαμβάνουμε ἄξια γιά αὐτά πού πράξαμε…»! ῾Η μετάνοια ὁδηγεῖ στήν ὁμολογία καί αὐτή στή Λύτρωση. Αὐτή τήν ὁμολογία τή λέμε ἀλλιῶς ἐξομολόγηση. ῾Ο Χριστός δίδαξε τούς μαθητές του πῶς νά γίνουν σωστοί ἐξομολόγοι. Καί ὁ ῎Ιδιος αὐτό ἔκαμε ἐπάνω στό Σταυρό. ῾Ο Ληστής ἐξομολογήθηκε καί ὁ Χριστός τόν συγχώρησε…!
-Αὐτό δέν τό ἤξερα ἔτσι, δέν τό εἶχα καταλάβει.
-Σκέφτηκες ποτέ νά ἐξομολογηθεῖς; ῎Ενιωσες αὐτή τήν ἀνάγκη; Θέλεις νά ἐξομολογηθεῖς, νά Τοῦ ὁμολογήσεις ὅλα μέ συντριβή, ταπείνωση και εἰλικρίνεια; Θέλεις νά σωθεῖς;
-Ναί! Θέλω! Θέλω πολύ καί γρήγορα! ῞Ομως, θά μοῦ φέρεις Οriginal παπά. ῎Οχι ἀπό αὐτούς τῶν φυλακῶν. Δέν τούς ἐμπιστεύομαι. Φοβᾶμαι μήπως… Καταλαβαίνεις…
-Εἶναι σπουδαῖοι ἐξομολόγοι οἱ ῾Ιερεῖς τῶν φυλακῶν. ῞Ομως, ἐπειδή σέ καταλαβαίνω, θά σοῦ φέρω Οriginal, ὅπως τόν ζήτησες…
-Θά τόν περιμένω μέ ἐνδιαφέρον καί ἀγωνία.
……………………………………………….
῎Εγινε!…
-Μήπως θέλει καί κάποιος ἄλλος νά ἐξομολογηθεῖ; Μήπως κάποιος θέλει νά πάρει τή θέση τοῦ Διονύση, πού ζήτησε κι ἐκεῖνος Οriginal ἐξομολόγο, ἀλλά δέν πρόλαβε, γιατί μετακινήθηκε ἀναπάντεχα σέ ἄλλη φυλακή;
-᾿Εγώ! ᾿Εγώ θέλω νά ἐξομολογηθῶ…!
-᾿Εσύ; Ρωτάει ἀπότομα καί δύσπιστα ὁ ᾿Αρχιφύλακας, πού πάντα φρουρεῖ στό Ναό τήν ὥρα τούτη. ᾿Εσύ, θέλεις ἀλήθεια νά ἐξομολογηθεῖς;
-Ναί! Θέλω καί μάλιστα πολύ! Τό ἀποφάσισα! Καί ξέρεις γιατί; Τό εἶχα μέσα μου, τό σκεφτόμουνα συνέχεια, ἔνιωθα τήν ἀνάγκη νά ξαλαφρώσω, ἀλλά δέ μοῦ δινόταν ἡ εὐκαιρία. Κάθε Σάββατο πρωί δουλεύω στά μαγειρεῖα. Σήμερα γιά πρώτη φορά, κατά παράξενο τρόπο, μέ ἐξαίρεσαν. ᾿Ε, δέν εἶναι τυχαῖο αὐτό! Δέν εἶναι τυχαῖο! Κατάλαβες, ᾿Αρχιφύλακα; Θέλω νά ἐξομολογηθῶ…!
-Συγχαρητήρια καί στούς δυό σας, πού πήρατε αὐτή τήν ἡρωική ἀπόφαση. Καλή σας προετοιμασία…
῾Η συγκέντρωση τελείωσε. ῾Ο Οriginal Πνευματικός ἦρθε τήν καθορισμένη ἡμέρα ὁλοπρόθυμος. ῟Ωρες κράτησε ἡ ἐξομολόγηση τῶν δύο κρατούμενων… ῟Ωρες μυστηρίου καί ἀγάπης. ῟Ωρες εἰλικρίνειας καί συμφιλιώσεως μέ τό Θεό. ῟Ωρες φωτισμοῦ καί κάθαρσης, εἰρήνης καί ἐλευθερίας!
Βγαίνοντας ἀπό τήν Οriginal ἐξομολόγηση ὁ ἕνας εἶπε βουρκωμένος· «᾿Από σήμερα μπορῶ νά χαμογελάω»! ῾Ο ἄλλος τόνισε μέ πεῖσμα· «Δέ μέ νοιάζει νά σαπίσω στή φυλακή. ᾿Από αὐτή τή στιγμή νιώθω ἐλεύθερος…!» καί πολλή χαρά ἔβγαινε ἀπό τό πρόσωπό του.
Δόξα Σοι, Κύριε!…
Εὐλόγησε τούς Οriginal ἐξομολογούμενους καί τούς Οriginal ᾿Εξομολόγους…

Η.Μ.

Σημείωση·
῾Ο πρῶτος ἀπό τούς δύο κρατουμένους, ὅταν πῆρε ἄδεια, πῆγε στό ῞Αγιον ῎Ορος καί συνάντησε τό Γέροντα, μέ τόν ὁποῖο εἶχε μιλήσει στήν ἁγνή του νιότη! ᾿Εκεῖνος, ὅταν τόν εἶδε, τόν ἀναγνώρισε, συζήτησε μαζί του, ἔβγαλε τό σκοῦφο του, σηκώθηκε ὄρθιος καί τοῦ εἶπε πρίν τόν ξεπροβοδίσει· «Εἰκοσιπέντε χρόνια σέ περίμενα. Τώρα μπορῶ νά πεθάνω ἥσυχος»!

Πηγή: Περιοδικόν “Η Δράσις μας”Φεβρουάριος 2009 Τεύχος 466
http://www.impantokratoros.gr/4E8A9853.el.aspx

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ελληνοαμερικανικές “αλχημείες” με φόντο την Αγία Σοφία

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2010

hagia-sophia-110389-lw

Ποιος Ορθόδοξος δεν θα ήθελε να λειτουργηθεί στο Ναό της του Θεού Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη; Ποιος Έλληνας δεν θα ήθελε να διαβεί και πάλι τις γιγαντιαίες ξύλινες πόρτες του Ιουστινιανού και να εισέλθει στη Μεγάλη Εκκλησιά του Γένους και της Ορθοδοξίας, στο σύμβολο της εξελληνισμένης Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας; Σίγουρα όλοι. Είναι ο μύχιος πόθος μας, η κρυφή μας ελπίδα, η σιωπηλή μας προσευχή.Και αυτή την ελπίδα θέλει να την κάνει πραγματικότητα ένας ελληνοαμερικανός πολιτικός. “Κρατώντας” σφιχτά στα χέρια του το αμερικανικό διαβατήριο του, περιφέρεται ανά την Ελλάδα και διακηρύσσει την πρόθεσή του να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη για να τελέσει την πρώτη θεία λειτουργία από το 1453.

Αγνοώντας επιδεικτικά τις κρατικές Αρχές της γειτονικής χώρας που –είτε μας αρέσει είτε όχι – έχουν την ευθύνη προστασίας του Ναού που σήμερα λειτουργεί ως μουσείο, αδιαφορώντας προκλητικά για την Κανονική εκκλησιαστική Αρχή που είναι το Οικουμενικό Πατριαρχείο – γιατί όπως ισχυρίζεται ο Πατριάρχης είναι «όμηρος» (sic!)- αλλά και την δισχιλιετή παράδοση και τους Ιερούς Κανόνες της Ορθοδοξίας – η “Παγκόσμια Ενορία” που δημιούργησε δεν υπάγεται σε εκκλησιαστική Αρχή- ετοιμάζει τις βαλίτσες του, μαζί με άλλους 250 περισσότερο «πατριώτες και Ορθοδόξους» από όλους εμάς για να μεταβούν στην Πόλη, ώστε στις 17 Σεπτεμβρίου, ανήμερα της εορτής της Αγίας Σοφίας, να τελέσει τη λειτουργία, με παπά αγνώστου ταυτότητας και προελεύσεως, στον περίλαμπρο Ναό.

Καταρχήν ας τον ενημερώσει κάποιος ότι ο Ναός της Αγίας Σοφίας δεν είναι αφιερωμένος στην Αγία Σοφία που εορτάζει στις 17 Σεπτεμβρίου αλλά στην του Θεού Σοφία. Μάλιστα κατά τα βυζαντινά χρόνια ο Ναός πανηγύριζε την ημέρα των εγκαινίων του, δηλαδή στις 23 Δεκεμβρίου και την Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής.

Δεύτερον ας μας εξηγήσει γιατί ενώ δηλώνει ότι προτίθεται να ξεκινήσει μια δικαστική διαδικασία υπέρ της επαναλειτουργίας της Αγίας Σοφίας ως χριστιανικού Ναού και της αποδόσεως της λατρευτικής χρήσης του στους Ορθοδόξους Χριστιανούς, την ίδια ώρα σπεύδει για την τέλεση – αν γίνει – θείας λειτουργίας στο Ναό δημιουργώντας ενδεχομένως τις προϋποθέσεις όξυνσης του κλίματος στις σχέσεις μεταξύ των δύο λαών, πέραν των όποιων επιπτώσεων σε πολιτικό επίπεδο.

Καλό θα ήταν ο ομογενής αδελφός να ενημερωθεί ότι στην Ελλάδα, την Τουρκία – και σε άλλες χώρες της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής- θρησκευτικά μνημεία υπάγονται στην ευθύνη προστασίας και συντήρησης των αρμοδίων υπηρεσιών των υπουργείων Πολιτισμού. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ναός των Αγίων Αποστόλων στην Αρχαία Αγορά υπάγεται στην ευθύνη του υπουργείου Πολιτισμού, οι υπηρεσίες του οποίου εκδίδουν ειδική άδεια ώστε ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος, ανήμερα της εορτής, να τελεί την πανηγυρική θεία λειτουργία. Όμως έτσι όπως θέτει το ζήτημα τότε αύριο θα πρέπει να αποδοθεί η λατρευτική χρήση του Παρθενώνα στους Έλληνες Αρχαιόθρησκους, για να μην αναφέρουμε άλλες περιπτώσεις με επικίνδυνες προεκτάσεις για τα εθνικά μας θέματα.

Αυτά όμως ο Ελληνικής καταγωγής αμερικανός υπήκοος, δεν φαίνεται να τα λαμβάνει υπόψη του. Αυτό φάνηκε και από την απάντηση που έδωσε στο ερώτημα εάν θα υποστήριζε μια ενδεχόμενη πρωτοβουλία ενός τουρκικής καταγωγής αμερικανού πολιτευτή ή απλού πολίτη να δημιουργήσει μια κίνηση με σκοπό την τέλεση ιεροπραξίας στο Τζαμί του Μοναστηρακίου στην Αθήνα που σήμερα λειτουργεί ως μουσείο.

«Θα είμαι μαζί του» είπε αφοπλιστικά ο ελληνοαμερικανός για να προσθέσει: «Εάν ένας μουσουλμάνος πιστός ασχέτου εθνικής ταυτότητας διεκδικούσε έναν θρησκευτικό του χώρο εγώ θα ήμουν μαζί του γιατί η δική μου θρησκεία μου επιτρέπει να συμπροσευχηθώ μαζί του και θα ήμουν εκεί».

Πρώτη φορά ακούω ότι η Ορθόδοξη θεολογία επιτρέπει την συμπροσευχή με τους μουσουλμάνους. Ίσως από τότε που σταμάτησα το Κατηχητικό – στο οποίο πήγα μέχρι που τελείωσα το Λύκειο – να έγινε η ένωση της Ορθοδοξίας με το Ισλάμ και να μην το πήρα είδηση.

Ωστόσο όμως η άποψη του είναι σίγουρα βούτυρο στο ψωμί των γειτόνων και κάθε μουσουλμάνου. Γιατί τώρα ένας τουρκο-αμερικανός μπορεί να ξεκινήσει και εκείνος μια εκστρατεία για την επαναλειτουργία του Τζαμιού του Διδυμοτείχου – του πρώτου τεμένους που κτίστηκε επί Ευρωπαϊκού εδάφους και σήμερα είναι κλειστό, του Τζαμιού του Μοναστηρακίου και όποιου άλλου παλαιού μουσουλμανικού λατρευτικού χώρου υπάρχει στην Ελλάδα και δεν λειτουργεί, έχοντας στο πλευρό του τον ελληνο-αμερικανό πολιτικό.

Άραγε αντιλαμβάνεται τις λεπτές εθνικές και θρησκευτικές ισορροπίες της υπόθεσης;

Γιατί είναι διαφορετικό να διεκδικήσει κάτι με την προσφυγή του στη Δικαιοσύνη, είτε της Τουρκίας είτε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και άλλο να προσπαθεί ετσιθελικά, με «παλικαρισμούς» και την ασφάλεια της αμερικανικής υπηκοότητας, να δημιουργήσει de facto καταστάσεις και τετελεσμένα.

Δηλαδή έτσι όπως θέτει το θέμα, γιατί όχι, αύριο μια ομάδα γυναικών, που ανήκουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία, να μην πάνε και να παραβιάσουν το άβατο του Αγίου Όρους υποστηρίζοντας ότι το μοναστικό καθεστώς «καταπατά» τις θρησκευτικές ελευθερίες τους.

Άραγε αυτός ο κύριος θα τολμούσε να διανοηθεί να αγνοήσει τον τοπικό Κυβερνήτη ή το Σερίφη της Πολιτείας στην οποία ζει στις ΗΠΑ; Και αν το έκανε ποια θα ήταν η τύχη του;

Τι είδους συμπεριφορά τσαμπουκά είναι αυτή; Τι θα συμβεί εάν 200 φανατικοί Τούρκοι τους επιτεθούν όταν θα πάνε να κάνουν την λειτουργία, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με τις Αρχές, χωρίς να έχουν άδεια; Τι θα συμβεί αν σκοτωθεί ένας άνθρωπος; Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στις σχέσεις των δύο χωρών; Ποιος θα έχει προκαλέσει την κρίση;

Έχει λάβει κανείς υπόψη του τις πιθανές παρενέργειες μιας τέτοιας μονομερούς πρωτοβουλίας στη ζωή της ομογένειας της Πόλης; Στους ανθρώπους εκείνους που ήταν μόνοι στα Σεπτεμβριανά του ’55; Στις απελάσεις του ’64 – όταν μαζί με χιλιάδες ακόμα εκδιώχθηκε και η θεία μου, σε μια νύχτα, κρατώντας δυο μωρά και μια βαλίτσα στα χεριά; Στους ανθρώπους εκείνους που βίωσαν τις επιπτώσεις του Κυπριακού, που είδαν συγγενείς και φίλους να εγκαταλείπουν την Πόλη μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, που κάθε φορά πρώτοι εισπράττουν οποιαδήποτε αναταραχή στις σχέσεις των δύο χωρών, Ελλάδος και Τουρκίας;

Τα έλαβε λοιπόν όλα αυτά υπόψη του ο μαχητικός ελληνοαμερικανός;

Μάλλον όχι. Γιατί; Δεν γνωρίζω. Ίσως αναζητά έναν ρόλο, μια θέση στο κάδρο της δημοσιότητας, μετά την «αποστρατεία» του από την τοπική πολιτική της περιφέρειας όπου ζει στις ΗΠΑ. Και φαίνεται να βρήκε πρόσφορο έδαφος στην ευαισθησία και τον συναισθηματισμό, την ελπίδα και το όνειρο των Ελλαδιτών. Και την πρωτοβουλία του υποστηρίζουν και κάποιοι που αναζητούν εναγωνίως να εντοπίσουν τον «μαρμαρωμένο» βασιλιά. Κάποιοι που μέχρι σήμερα δεν πάτησαν το πόδι τους στην Πόλη, που υπονόμευσαν και υπονομεύουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που δεν βρήκαν λίγο χρόνο να επισκεφθούν τα ιδρύματα, τα σχολεία, τα νοσοκομεία και τα γηροκομεία της Ομογένειας. Που δεν βρήκαν λίγο χρόνο να μάθουν πως ζουν οι αδελφοί μας εκεί, ποιες οι ανάγκες τους, οι ανησυχίες τους, τα προβλήματά τους. Και βρήκαν τώρα την ευκαιρία να κρυφτούν πίσω από την πρωτοβουλία του διακεκριμένου ελληνοαμερικανού για να ικανοποιήσουν τις εθνικιστικές τους αναζητήσεις.

Περιμένουμε λοιπόν να δούμε τι θα γίνει στις 17 Σεπτεμβρίου.

Και ευχόμαστε να μην ανοίξει ο ασκός του Αιόλου.

http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=3267

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Πολύδωρος ο Λευκωσιάτης

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2010

Ο βίος του

Από έκδοση του Ιερού Ναού Αγίας Βαρβάρας Καϊμακλίου μαθαίνουμε ότι ο νεομάρτυρας Πολύδωρος γεννήθηκε κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας στη Λευκωσία. Οι γονείς του Χατζηλουκάς και Λουρδανού ήταν θεοσεβούμενοι και ευσεβείς και του έδωσαν χριστιανική μόρφωση.

Ο Πολύδωρος μεγαλώνοντας έγινε έμπορος και λόγω της δουλειάς του έκανε πολλά ταξίδια. Σ’ ένα απ’ αυτά, στην Αίγυπτο, γνωρίστηκε με έναν πλούσιο εξωμότη (αρνησίχριστο) από τη Ζάκυνθο και δούλεψε κοντά του.

Ένα βράδυ, ενώ διασκέδαζε με φίλους του, ο Πολύδωρος μέθυσε και παρακινούμενος από Τούρκους και Αιγύπτιους αλλαξοπίστησε και έγινε μωαμεθανός.

Σύντομα, όμως, άρχισε να νιώθει τύψεις και ξεκίνησε από την Αίγυπτο για να πάει στη Βηρυτό να συναντήσει το Δεσπότη. Ο Δεσπότης τού σύστησε να πάει σε κάποιο μοναστήρι για λίγο καιρό ώστε να απομακρυνθεί από τις παλιές του συναναστροφές. Μετά από πολλές περιπλανήσεις κατέληξε στη Χίο όπου εξομολογήθηκε, ξαναχρίστηκε με Άγιο Μύρο και κοινώνησε τα Άχραντα Μυστήρια.

Ακολούθως, πήγε στην Έφεσο της Μικράς Ασίας όπου αποκάλυψε ότι είναι Χριστιανός. Μετά από πολλά βασανιστήρια οι Τούρκοι τον εκτέλεσαν δι’ απαγχονισμού στις 3 Σεπτεμβρίου 1794. Το λείψανο του νεομάρτυρα ενταφιάστηκε κοντά στους τάφους των Αρμενίων.

Το σπίτι του Αγίου στη Σόλωνος

Η Αγνή Μ. Μιχαηλίδη, στο βιβλίο της «Χώρα, η παλιά Λευκωσία», περιγράφει το σπίτι της οικογένειας του Αγίου Πολυδώρου που βρισκόταν στην οδό Σόλωνος στην εντός των τειχών πόλη: «Στην αρχή της οδού Σόλωνος προς το νότιο τμήμα του τείχους, υπήρχε, ίσαμε πριν τριάντα χρόνια, το σπίτι του Χατζηλουκά και της Λουρδανούς. Στο σπίτι τούτο γεννήθηκε περί το 1740 ο ευσεβής τους γυιος, ο Άγιος Πολύδωρος. Σήμερα τίποτα δεν θυμίζει το διώροφο παλιό αρχοντικό, που είχε σαράντα δωμάτια, κελλάρια, μεγάλους ηλιακούς και στάβλους. (…) Στο μέσο της αυλής υπήρχε ένας μεγάλος χασνές με έξι βρύσες: Για να πίνουν και να δροσίζονται οι περαστικοί και να μακαρίζουν τους νοικοκύρηδες.

Πιθανότατα το πέτρινο τούτο σπίτι ήταν αρχικά φράγκικο. Κρατήθηκε στέρεο για τρακόσια χρόνια, χωρίς να πάθει ούτε ρωγμή. Η κυρά Ζωίτσα του Ρώσσου και η αδελφή της, το Ελεγκάκι, μακρινές συγγένισσες του Αγίου, ήσαν οι τελευταίες που κατοίκησαν εδώ. Το Ελεγκάκι, μια χαμηλή καμπουριασμένη γυναίκα, με το κεφάλι τυλιγμένο σε μια μαύρη μαντήλα, συντηρούσε πάντα πως μοναδικός σκοπός της ζωής της ήταν να τον μνημονεύει. Επισκεπτόταν καθημερινά τα γειτονικά σπίτια, κρατώντας στο χέρι ένα πήλινο καπνιστήρι με αγιασμένα φύλλα ελιάς πάνω σε πυρωμένα κάρβουνα. Θυμιάτιζε τους πάντες, σιγοψάλλοντας το τροπάριο του Αγίου:

Μέγα καύχημα της Λευκωσίας, μέγα στήριγμα πέλεις Εφέσου, μέγα κλέος τε των δύο πόλεων, της μεν γαρ γόνος απτός εχρημάτισας, την δε τα σα επορφύρωσαν αίματα, αλλά πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, Πολύδωρε, ίνα ρυσθώμεν κινδύνων και θλίψεων.

Από χρόνια τώρα το Ελεγκάκι πέθανε, κι από τότε κανένας πια δεν λέει στις γειτονιές το τροπάριο του Αγίου. Μόνο ο παπάς της εκκλησίας του Τρυπιώτη το ψάλλει μια φορά το χρόνο την ημέρα της γιορτής του.

Όταν γκρέμιζαν το σπίτι, δούλεψαν πολλοί εργάτες επί τρεις μήνες να το κατεδαφίσουν. Στη θέση του παλιού έκτισαν τέσσερα ευρύχωρα σπίτια, που δεν έχουν καμιά σχέση με την αρχική οικοδομή. Ο Άγιος όμως δεν λησμόνησε τα πατρογονικά του κατατόπια. Ο ίσκιος του πλανιέται γύρω από τις γειτονιές, που γεννήθηκε, και φανερώνεται συχνά σε εκείνους που τον θυμούνται και τους παραστέκεται στους δύσκολους καιρούς».

Η κάρα του Αγίου στην Αθήνα

Κατά τη Μικρασιατική καταστροφή (1922) έφευγε κυνηγημένος ένας ιερομόναχος, ο Πρωτοσύγκελος της Ιεράς Μητροπόλεως Εφέσου, Κύριλλος Ψύλλος. Με κίνδυνο της ζωής του πήρε την αγία κάρα του Αγίου Πολυδώρου για να τη σώσει. Η μανία των Τούρκων ενάντια στους κληρικούς ήταν απίστευτη και στρεφόταν ακόμη κι ενάντια στους ναούς και τα ιερά κειμήλια. Όταν ανακάλυπταν κληρικούς ή άλλα πρόσωπα να κρατάνε εικόνες, λείψανα κ.ά. τους έσφαζαν. Ο Πρωτοσύγκελος ντύθηκε σαν γερόντισσα, πήρε μαζί του την κάρα και προχώρησε. Σαν έφτασε στο τούρκικο φυλάκιο για την έρευνα, ο κληρικός έσφιξε στην αγκαλιά του τον θησαυρό του και ψιθύρισε μέσα του: «Άγιε Πολύδωρε, σώσε με». Και τον έσωσε.

– Γκιτ πε χανούμ (Γκρεμίσου χανούμισσα), φώναξε ο Τούρκος και τον έσπρωξε μπροστά. Σε λίγο ο ιερομόναχος βρισκόταν στη βάρκα σωτηρίας. Όταν έφτασε στην Αθήνα, κατέθεσε την κάρα στον Ιερό Ναό της Αγίας Αικατερίνης στην Πλάκα. Εκεί βρίσκεται και σήμερα. Δεκάδες πιστών περνάνε κάθε μέρα για να την προσκυνήσουν και χιλιάδες κάθε χρόνο στις 3 του Σεπτέμβρη, που είναι η μέρα της γιορτής του Αγίου.

Στις 2 Σεπτεμβρίου θα τελεσθεί στον υπό ανέγερση ναό εσπερινός, χωροστατούντος του Αρχιεπισκόπου Χρυστοστόμου Β΄.

Εκκλησία Κύπρου –  Γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνου.

Απολυτίκιον

Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον

Μετανοίας τοις δάκρυσι προεκάθηρας είτα στίγμασι μάκαρ του Μαρτυρίου σαυτόν, ως εν ακτίσι φαειναίς κατελάμπρυνας. Όθεν ως Μάρτυρα στερρόν, και παθημάτων κοινωνόν, Χριστού του Θεού εν ύμνοις, Πολύδωρε αθλοφόρε, σε ευφημούντες μεγαλύνομεν.

Κοντάκιον

Ήχος πλ. δ’. Τη υπερμάχω

Της ημετέρας γενεάς το ακροθίνιον, δεύτε συμφώνως οι πιστοί ανευφημήσωμεν, τον πανένδοξον Πολύδωρον τον εκ Κύπρου, εν Εφέσω δε τη Νέα εναθλήσαντα, και τους Άγαρ απογόνους καταισχύναντα, και δοξάσαντα, το Χριστού θείον όνομα.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή ΙΕ’ Ματθαίου. Ο νομικός που πείραξε το Χριστό (Ματ. κβ’, 35-46)

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Σεπτεμβρίου, 2010

Μεταξύ των προσώπων τα οποία συνομίλησαν με το Χριστό ήταν και ένας νομικός. Αυτός  ο νομικός,  με διάθεση να πειράξει τον Κύριο, τον ρώτησε  ποια είναι  μεγάλη εντολή στο Μωσαϊκό Νόμο. Ο Κύριος τότε του είπε, « Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου· αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. δευτέρα δε ομοία αυτή· αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. εν ταύταις ταίς δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται ». Ας επαναλάβουμε αυτά τα λόγια του Κυρίου με σημερινά λόγια. Να αγαπάς Κύριον τον Θεόν σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου. Αυτή είναι πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε εντολή όμοια με αυτή είναι, να αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Επάνω στις δύο αυτές εντολές όλος ο νόμος και οι προφήτες στηρίζονται. Οι εντολές αυτές φανερώνουν τα καθήκοντα, τα οποία έχουν οι άνθρωποι στη ζωή τους. Το πρώτο καθήκον είναι η αγάπη προς το Θεό, τον Οποίον κάθε άνθρωπος οφείλει να αγαπά και να σέβεται. Ο σεβασμός αυτός δε σημαίνει ότι πρέπει κανείς να πειθαρχεί μηχανικά στο θέλημα του Θεού, αλλά να πειθαρχεί κινούμενος από αγάπη και πίστη. Τα καθήκοντα του ανθρώπου προς το Θεό μεταφράζονται μέσω των εντολών τις οποίες πρέπει να εφαρμόζει κάθε πιστός στη ζωή του.

Αλλά γιατί ο άνθρωπος πρέπει να αγαπάει το Θεό; Πρέπει να τον αγαπάει, γιατί ο Θεός είναι ο Ουράνιος Πατέρας. Είναι παντοδύναμος, πάνσοφος,  πανάγαθος, και ταυτίζεται με την αγάπη, όπως λέει ο Ιωάννης ο μαθητής της αγάπης, ότι ο Θεός αγάπη εστί. Η αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο εκδηλώνεται με πολλούς και ποικίλους τρόπους. Αυτός τρέφει τα σύμπαντα και προνοεί για τα πάντα και κυβερνά τον κόσμο. Αυτός από την πολλή Του αγάπη έστειλε τον Υιό Του στην γη, σωτήρα του κόσμου. Αυτός ανατέλλει τον Ήλιο επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους.

Αλλά όποιος αγαπάει το Θεό πρέπει να αγαπάει και τον πλησίον Του, γιατί αυτή η δεύτερη εντολή, όπως είπε ο Κύριος, είναι όμοια με την πρώτη. Έτσι έρχονται και τα καθήκοντα προς τον πλησίον. Αυτό σημαίνει ότι όπως αγαπάει ο άνθρωπος το  Θεό, έτσι οφείλει να αγαπάει και κάθε άνθρωπο στη ζωή του, γιατί πλησίον είναι ο κάθε άνθρωπος ακόμα και ο εχθρός του. Η αγάπη προς τον συνάνθρωπο πρέπει να είναι έμπρακτη, δηλαδή να εκδηλώνεται  με κατάλληλα έργα με τα οποία θα ευεργετείται ο πλησίον. Η έμπρακτη αγάπη είναι η αληθινή μορφή αγάπης. Αν κανείς λέει ότι αγαπάει τον πλησίον του και, ενώ μπορεί να τον βοηθήσει, τον αφήνει αβοήθητο, δεν είναι συνεπής με τα καθήκοντά του προς τον πλησίον.

Ας τονίσουμε επίσης ότι δεν πρέπει· να φιλονικούμε με τους συνανθρώπους μας, με κίνδυνο να τους κάνουμε εχθρούς, αλλά έχουμε καθήκον να λύνουμε τις διαφορές μας συμβιβαστικά, έστω και αν πρόκειται να ζημιωθούμε σε κάτι. Όποιος συμπεριφέρεται  έτσι, δηλαδή με αγάπη και επιείκεια, δεν πρέπει    να  αμφιβάλλει  ότι ο Κύριος, και στον κόσμο αυτό θα τον προστατεύει, και  κατά την ημέρα της κρίσεως θα τον έχει  στα δεξιά  Του.

Η αγάπη λοιπόν προς τον πλησίον είναι αναγκαία και δεν μπορεί κανείς να λέει ότι αγαπάει το  Θεό, αν δεν αγαπάει τον πλησίον του. Σύμφωνα με τον  Ευαγγελιστή Ιωάννη,  πώς μπορεί να αγαπάει κάποιος το Θεό που δεν τον  βλέπει, όταν δεν αγαπάει τον πλησίον του που βλέπει; Βεβαίως, όταν ο άνθρωπος βοηθάει τον πλησίον του, δεν πρέπει να το παίρνει επάνω του ότι. κάνει κάτι σπουδαίο, γιατί αυτό είναι το καθήκον του. Έτσι θα κρατάει την ταπεινοφροσύνη που είναι απαραίτητη για να οικοδομηθεί το οικοδόμημα των άλλων αρετών. Από την ταπείνωση λοιπόν στην αγάπη προς το Θεό και τον πλησίον, είναι ο νοητός  δρόμος που έχουμε μπροστά μας να διανύσουμε. Αμήν.

-Του Ιωάννη ΔήμουΘεολόγου – Φιλολόγου ,

www.sostikalogia.com & http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=4120&Itemid=29

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής ΙΕ΄Ματθαίου

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Σεπτεμβρίου, 2010

(Β΄ Κορ. Δ΄ 6-15)

Έχει λεχθεί, και είναι φυσικά αλήθεια μεγάλη, ότι όσο περισσότερο κανείς αγωνίζεται για την αγάπη και την δόξα του Χριστού, τόσο και περισσότερο θα δέχεται τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού και τους ποικίλους πειρασμούς των αθέων και πλανεμένων ανθρώπων.

Αυτή ακριβώς την κατάσταση μας περιγράφει ο μεγάλος απόστολος των εθνών ο Παύλος, αναφερόμενος σε συγκλονιστικά προσωπικά στοιχεία του αγώνα και της δράσεώς του. Ολόκληρη η αποστολική περικοπή είναι μια συγκλονιστική μαρτυρία που την παρακολουθεί κανείς με κομμένη την ανάσα… «εν παντί θλιβόμενοι αλλ’ ου στενοχωρούμενοι, απορούμενοι αλλ’ ουκ εξαπορούμενοι…» (Β΄ Κορ. Δ΄) δηλ. Συμβαίνει να θλιβόμαστε σε κάθε τόπο και σε κάθε περίσταση και όμως οι εξωτερικές αυτές δυσκολίες, δεν μας δημιουργούν αδιέξοδο και αγωνιώδη στενοχώρια. Φθάνουμε σε απορία, χωρίς όμως και να απελπιζόμαστε ή να αποστερηθούμε ποτέ μέσον και πόρο σωτηρίας.

Φυσικά τα όσα αναφέρει στην περικοπή αυτή ο θεόπνευστος Απόστολος, δεν ισχύουν μόνο για τους Αποστόλους (κυρίως βέβαια γι’ αυτούς ισχύουν), ισχύουν, θα πρέπει να ισχύουν και ειδικώς για τους εργάτες του Ευαγγελίου, αλλά και γενικώς για τους αυθεντικούς πιστούς χριστιανούς, διαχρονικώς. Έχουν εφαρμογή και μάλιστα απόλυτη οι λόγοι αυτοί, στους πιστούς που αγωνίζονται συνειδητά εναντίον του διαβόλου, του μακράν του Θεού κόσμου, και κυρίως εναντίον της προσωπικής τους αμαρτητικής ροπής, στηριζόμενοι στην ακράδαντη Ορθόδοξη Χριστιανική μας πίστη.

Αυτή είναι η πραγματικότητα αδελφοί μου. Βεβαίως τούτο σε καμμία των περιπτώσεων δεν θα πρέπει να μας καταβάλει. Όλως αντιθέτως, θα πρέπει να μας αναπτερώνει τον θείο ζήλο για αγώνες ιερούς. Αγώνες που έχουν άμεση σχέση τόσο με τα άγια Δόγματα, όσο και με αυτό το ήθος της μητέρας μας Εκκλησίας.

Τονίζουμε την διάσταση του πνευματικού αγώνα που είναι ανάγκη να φέρουμε όλα τα τέκνα της Ορθοδοξίας, διότι σε κάθε εποχή, κυρίως όμως στη δική μας εποχή της αποστασίας, ακούγονται, ακόμα και από στόματα που άλλα θα ανέμενε να ακούσει κανείς, ακούγονται το ολιγότερον παράδοξα κηρύγματα, περί δήθεν ενός «ήρεμου» και «αθόρυβου» Χριστιανισμού!

Έφθασε μάλιστα κάποιος να εκφράσει την άποψη ότι, το πνεύμα της συγκεκριμένης αποστολικής περικοπής, δεν μπορεί να ισχύει σήμερα. Και τούτο διότι οι καιροί είναι διαφορετικοί και σήμερα δεν διώκονται οι εργάτες του Ευαγγελίου, αφού επισήμως η πολιτεία δέχεται ή έστω ανέχεται την Εκκλησία, μέσα στα πλαίσια της δημοκρατίας και γενικώς της διαφορετικότητας και του οικουμενισμού!

Αλλ’ ω αφελέστατε άνθρωπε, που έριξες τον υψηλό πήχη του Ευαγγελίου στα πολιτικά και μικροκομματικά συμφέροντα και στα απαίσια βάραθρα του επάρατου οικουμενισμού…

Τούτο μόνο τονίζουμε. Ας δοκιμάσει κανείς να ελέγξει τον Καίσαρα και την αυλή του… Ας δοκιμάσει η Εκκλησιαστική διοίκηση να ελέγξει επισήμως τις αρχές και τις εξουσίες στο θέμα των φοβερών εκτρώσεων. Ας τολμήσουν οι ταγοί μας να ρίξουν τον δίκαιο αφορισμό σε όσους εγκληματίες ψήφισαν μέσα στην κόλαση που λέγεται Βουλή των Ελλήνων, την γενοκτονία του Έθνους μας. Ας δοκιμάσουν να ελέγξουν επισήμως, και βάσει του Νόμου του Θεού, τους διεστραμμένους στην ψυχή και στο σώμα τύπους, που με τις θεωρίες τους και τις πράξεις τους υποβιβάζουν την εικόνα του Θεού στο επίπεδο όχι απλώς των ζώων, αλλά στον πυθμένα του υποκτήνους. Ας τολμήσουν, όσοι υμνούν την ανοχή και τη δημοκρατικότητα του Καίσαρος, να έρθουν σε ανοιχτή ρήξη με τους αντιχριστιανικούς νόμους… Να συνεχίσουμε; Ας αποφασίσουν κάποιοι κληρικοί και μάλιστα μοναστικές αδελφότητες να ελέγξουν τους φορείς της παναιρέσεως του οικουμενισμού, και τότε θα διαπιστώσουν για τα καλά το μίσος του διαβόλου και των οργάνων του από την κορυφή έως και την βάση του Πολιτικού, Πολιτιακού και οποιουδήποτε άλλου φορέως και συστήματος, που απεργάζεται τον αφανισμό της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού.

Το ότι λοιπόν όλα φαίνονται ότι «βαίνουν καλώς», τούτο δεν σημαίνει ότι το κράτος έγινε χριστιανικό (αν είναι ποτέ δυνατόν), τούτο δηλώνει, δυστυχώς, ότι χάσαμε τον αποστολικό ζήλο και την πατερική απλότητα. Αυτή είναι η πραγματικότητα φίλοι μου. Αλλά πώς να μην έχουν έτσι τα πράγματα, αφού εμείς σήμερα έχουμε την «διάκριση» και δεν ολισθαίνουμε σε «ακραίους» και «άκριτους» αγώνες, τους οποίους ξεκινούσαν και τελείωναν οι γνήσιοι διάδοχοι των αποστόλων, οι Στουδίτες, οι Μάρκοι Ευγενικοί, και γενικώς όλοι όσοι ζούσαν και ανέπνεαν μέσα στην ευλογημένη ατμόσφαιρα της αμωμήτου πίστεώς μας, προσφέροντας τελικώς και αυτό το αίμα τους!

Αλλ’ αδελφοί μου, «στώμεν καλώς», ο καιρός του «βολέματος» και του «εφησυχασμού» πρέπει να περάσει ανεπιστρεπτί, διότι «οι καιροί ου μενετοί».

Είθε να αισθανθούμε ότι δεν είναι δυνατόν να έχουμε στη συνείδηση μας τον παπικό ή προτεσταντικό, γλυκανάλατο τρόπο «χριστιανικής ζωής». Είναι ανάγκη και μάλιστα απόλυτη, ως απόγονοι των αγίων Αποστόλων και πάντων των αγίων, να γνωρίσουμε και να ζήσουμε την αυθεντική, ασυμβίβαστη, αγωνιστική και κυρίως ομολογιακή Ορθοδοξία μας.

Αυτό τελικά είναι και το μεγάλο μήνυμα του Αποστόλου που πρέπει να συλλάβουμε και να εφαρμόσουμε.

Αμήν.

Άρθρο του: π. Ιωήλ  Κωνστάνταρου

http://konitsa-epirus.blogspot.com/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή ΙΕ’ Ματθαίου ( Ματθ. 22, 35-46)

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Σεπτεμβρίου, 2010

Δύο ερωτήματα, μεταξύ του Χριστού και των Εβραίων, μας παρουσιάζει σήμερα ο ευαγγελιστής Ματθαίος. Στην πρώτη περίπτωση, ένας νομικός, δηλαδή ένας ερμηνευτής του Μωσαϊκού νόμου, ρωτάει τον Ιησού ποιά είναι η μεγαλύτερη εντολή του Νόμου, κι Εκείνος του απαντά: “να αγαπήσεις τον Κύριο και Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου. Αυτή είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή. Δεύτερη και όμοια με την πρώτη, να αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον ίδιο σου τον εαυτό. Σε αυτές τις δύο εντολές στηρίζεται όλος ο νόμος και οι προφήτες”. Στη συνέχεια, συγκεντρώθηκαν οι Φαρισαίοι και ο Ιησούς τους ρωτά: “τί πιστεύετε για τον χριστό; τίνος υιός είναι;” Εκείνοι απάντησαν του Δαβίδ. “Πώς όμως”, τους ρωτά πάλι, “ο Δαβίδ, φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα, τον αποκαλεί Κύριο, λέγοντας: είπε ο Κύριος στον Κύριό μου, κάθισε στα δεξιά μου, μέχρι να υποτάξω στα πόδια σου τους εχθρούς σου; Αν ο Δαβίδ τον αποκαλεί Κύριο, πώς γίνεται να είναι γιος του;” Κανείς δεν μπόρεσε να απαντήσει στο ερώτημα του Χριστού, και από εκείνη την ημέρα κανείς δεν τόλμησε πλέον να του θέσει ερωτήματα.

Ο λόγος για τον οποίο οι “σοφοί” των Εβραίων, οι γραμματείς, οι φαρισαίοι και οι νομοδιδάσκαλοι έθεταν ερωτήματα στον Χριστό, δεν ήταν γιατί ήθελαν πράγματι να διδαχθούν, αλλά για να Τον παγιδέψουν, όπως σε άλλο σημείο μας αναφέρουν οι Ευαγγελιστές. Άλλωστε, το γεγονός που μας περιγράφει σήμερα ο Ματθαίος συνέβη μετά τη θριαμβευτική είσοδο του Ιησού στα Ιεροσόλυμα και λίγο πριν από το Πάθος Του. Με τον τρόπο αυτό επιστεγάζεται και κατακλείεται θα λέγαμε η δημόσια διδασκαλία και δράση του Χριστού, και δεν είναι τυχαίο που με την περικοπή αυτή κλείνει και ο κύκλος των Κυριακών του Ματθαίου, που αρχίζει την Κυριακή των Αγίων Πάντων και καταλήγει λίγο πριν την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Όλες οι περικοπές που ακούσαμε αυτή την περίοδο περιγράφουν διάφορα θαύματα του Ιησού, με τα οποία από τη μια μεριά φανερώνει ότι είναι όντως Υιός του Θεού, και από την άλλη εκδηλώνει έμπρακτα την άπειρη αγάπη Του για τον άνθρωπο.

Αυτά είναι και τα μηνύματα της σημερινής περικοπής. Η μεγαλύτερη εντολή του Θεού δεν είναι άλλη από την αγάπη προς τον Θεό και από την αγάπη προς τον πλησίον, δηλαδή προς κάθε συνάνθρωπό μας. Στην ουσία δεν αποτελούν δύο ξεχωριστές εντολές, αλλά τις δύο όψεις της μιας αγάπης, όχι όπως συχνά εσφαλμένα την εννοούμε ως άνθρωποι, αλλά όπως μας την δίδαξε ο ίδιος ο Χριστός. Γι αυτό και ο ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος θα μας πει ότι δεν γίνεται να αγαπάμε τον Θεό και να μην αγαπάμε τον συνάνθρωπο: “εκείνος που θα πει ότι αγαπώ τον Θεό, αλλά μισεί τον πλησίον του, είναι ψεύτης. Γιατί εκείνος που δεν αγαπά τον αδελφό του τον οποίο βλέπει, δεν μπορεί να αγαπήσει τον Θεό, τον οποίο δεν βλέπει” (Α’ Ιω. 4, 20). Είναι επομένως φυσικό να τονίζει σήμερα ο Χριστός ότι σε αυτή την εντολή του Θεού είναι θεμελιωμένος ο Νόμος και οι προφήτες. Και δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι σε αυτή την εντολή της αγάπης είναι θεμελιωμένο το σωτήριο έργο της Θείας Οικονομίας αλλά και η ίδια η Εκκλησία, η οποία είναι το σώμα του Χριστού.

Εκείνο πάλι που δεν μπόρεσαν οι φαρισαίοι να εξηγήσουν, είναι τόσο προφανές, για όσους γνωρίζουν στοιχειωδώς τα Ευαγγέλια. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, ο οποίος κατά την ανθρώπινη γενεαλογία Του είναι απόγονος του Δαβίδ. Έτσι, παρόλο που θεωρείται υιός του Δαβίδ, ο Προφήτης τον αποκαλεί Κύριο αναγνωρίζοντας την Θεότητά Του. Μάλιστα, με την διπλή αναφορά σε Κύριο, υποδεικνύεται και η τριαδικότητα του Θεού: Κύριος ο Πατήρ ο επουράνιος, κατά την συχνή επίκληση της Παλαιάς Διαθήκης, Κύριος ο Υιός, ο οποίος έγινε άνθρωπος “εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου”, Κύριον και ο Άγιον Πνεύμα και ζωοποιόν, κατά την έκφραση του Συμβόλου της Πίστεως.

Αυτές οι δύο μεγάλες αλήθειες, η θεότητα δηλαδή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και η συμπύκνωση όλης της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης στην θεμελιώδη εντολή της αγάπης, αποτελούν για τον καθένα μας το σημείο αφετηρίας αλλά και αναφοράς της πνευματικής μας ζωής. Αν τα λησμονήσουμε, τότε η ζωή μας θα παραπαίει στο σκοτάδι του ψεύδους. Αν τα ενστερνιστούμε, τότε όχι μόνο η προσωπική μας ζωή θα μεταμορφωθεί, ασφαλώς μέσα από αγώνα πνευματικό, αλλά και ολόκληρος ο κόσμος.

π. Χερουβείμ Βελέτζας

http://xerouveim.blogspot.com/2010/08/5-9-2010.html#more

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Βρεφική αγωγή

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Σεπτεμβρίου, 2010

Πόση αγάπη δείχνουν οι γονείς για κάθε παιδί τους σε όποια ηλικία του! Ειδικότερα μάλιστα όταν αυτό βρίσκεται στη βρεφική ηλικία. Πόσες φροντίδες! Πόσες μέριμνες για το κάθε παιδί! Για την τροφή του, για τα ρούχα του, για την ψυχαγωγία και το παιχνίδι του, για το μέλλον του.

Συχνά όμως παρατηρείται μία βασικώτατη παράλειψη. Ενώ φροντίζουν -και με υπερβολικό τρόπο- για όλα τ’ άλλα, αδιαφορούν ή υποβαθμίζουν την έγνοια του να δώσουν στό παιδί τους από αυτήν τη βρεφική ηλικία μία ορθόδοξη αγωγή. Νομίζουν ίσως, εσφαλμένα, ότι κάτι τέτοιο θα πρέπει να του δοθεί αργότερα ή, το ακόμη χειρότερο, αδιαφορούν τελείως για κάτι τέτοιο. Και βλέπει κανείς παιδιά να κολυμπούν κυριολεκτικά μέσα στα παιχνίδια, να υπάρχει μέριμνα να τούς μιλούν είτε οι γονείς είτε κάποιοι άλλοι σε μία ξένη γλώσσα, για να συνηθίζουν. Να παρακολουθούν παιδικές εκπομπές και κινούμενα σχέδια στην τηλεόραση και ταυτόχρονα να αποστερούνται μίας ορθόδοξης εκκλησιαστικής αγωγής. Κι έτσι να στερείται το παιδί της Χάριτος και της ευλογίας του Θεού, ενώ ταυτόχρονα αρχίζουν να μεγαλώνουν μαζί του και τα ανθρώπινα πάθη.

Γονείς που ηθελημένα επιλέγουν ή αδιαφορούν να προσφέρουν μία τέτοια αγωγή, όχι μόνο θα δώσουν λόγο στον Θεό, αλλά και πικρά θα μετανιώσουν ίσως για την εξέλιξη του ίδιου του παιδιού τους. Αλήθεια, με ποιό δικαίωμα και με ποιά καρδιά στερούμε από το μικρό παιδί την αγάπη και την ευλογία του Θεού; Να ξέραμε πραγματικά πόσο το ζημιώνουμε και από τι το στερούμε, όταν δεν το πηγαίνουμε στον ιερό Ναό, στη θεία Λειτουργία και δεν το οδηγούμε στη θεία Κοινωνία! Αν είσαι μάννα Χριστιανή, αν είσαι πατέρας πιστός, αν είσαι γιαγιά ή παππούς που αγαπά τον Χριστό, να ξέρεις ότι έχεις χριστιανικό καθήκον και ευθύνη για την ορθόδοξη αγωγή του παιδιού ή του εγγονού σου.

Πρωτίστως θα πρέπει να το εξοικείωσεις με το χώρο του ιερού Ναού. Να μάθει το παιδί και να αισθανθεί την εκκλησία σαν σπίτι του. Να του μιλήσεις με αγάπη, με τρυφερότητα για τον Θεό που έρχεται μέσα μας με την θεία Κοινωνία, τον Θεό που μάς αγιάζει και μάς φωτίζει και από αγάπη πολλή θέλει να Τον κοινωνούμε. Να το προετοιμάσεις έτσι, ώστε χωρίς αντιδράσεις να προσέλθει στο Μυστήριο της θείας Κοινωνίας. Και να το συνηθίσεις ώστε τακτικά και από πολύ μικρή ηλικία να γεύεται το μεγαλύτερο δώρο του Θεού στον άνθρωπο, το πανάγιο Σώμα και το τίμιο Αίμα του Υιού Του.

Να μάθει το παιδί από αυτή τη μικρή ηλικία να κάνη τον σταυρό του πριν και μετά το φαγητό. Να δει πρώτα και συνεχώς εσένα να το πράττεις για να εντυπωθεί και χαραχθεί στην βρεφική του αντίληψι. Να συνηθίσει τον ήχο της εκκλησιαστικής υμνωδίας, να οσφρανθεί το θυμίαμα μπροστά στις άγιες εικόνες. Να μάθει να ξεχωρίζει και να προσκυνά τον Χριστό, την Παναγία, τον άγιο του, τον τίμιο Σταυρό. Να εξοικειωθεί με τον ιερέα, που ποτέ δεν πρέπει να τον ταυτίζουμε με αυτόν που θα το τιμωρήσει ή θα το μαλώσει, όταν δεν κάθεται φρόνιμα ή δεν τρώει το φαγητό του. Θα πρέπει να του μάθουμε ότι ο ιερέας το αγαπά, ότι το ευλογεί, και γι’ αυτό θα πρέπει να του ασπάζεται το χέρι. Το χέρι που αγγίζει τον Ιησού Χριστό.

Άλλαξαν οι εποχές. Κάποτε τα περισσότερα παιδιά έτσι μεγάλωναν. Τα νανούριζαν οι μανάδες και οι γιαγιάδες τους με ύμνους και τροπάρια της Εκκλησίας. Έπαιζαν στα προαύλια των Ναών. Άκουγαν και χτυπούσαν τα ίδια την καμπάνα, κι έτρεχαν να φιλήσουν το χέρι του ιερέα. Τώρα τερατόμορφα παιχνίδια αντικαθιστούν την ιλαρότητα των αγίων. Κινούμενα σχέδια εξάπτουν τη φαντασία και σταλάζουν την πονηριά, την εκδίκηση και τη βία στις παιδικές ψυχές. Όμως, όσοι έχουν σχέση με μικρά παιδιά, ας αναλογισθούν τις ευθύνες και το χρέος τους. Ευθύνη και χρέος να διαφυλαχθεί το παιδί ως κόρη οφθαλμού, γιατί είναι δώρο Θεού και αυριανός πολίτης της Βασιλείας Του.

Αξίζει ν’ ακούσουμε στους αλλοπρόσαλλους και αποστατημένους καιρούς μας την παιδαγωγική νουθεσία του αγίου Κοσμά του Αιτωλού για το πώς ασκείται αυτή η ορθόδοξη αγωγή. Αξίζει να σκεφθούμε πόσο κοντά ή μακριά είμαστε από το πνεύμα των αγίων μας. Λέει ο άγιος:

«Να κάμεις μίαν εικόνα του Χριστού, της Παναγίας, του Προδρόμου, να έχεις και τον άγιον του παιδιού σου• και όταν το παιδί σου σηκώνεται από τον ύπνον να σου γυρεύει ψωμί, μην του δίνης, μόνο να πάρεις το ψωμί να το βάλεις εμπρός εις την εικόνα του Χριστού και να του ειπείς• “Εγώ, παιδί μου, δεν έχω ψωμί. Ο Χριστός έχει. Σήκω να κάμεις τον σταυρόν σου, να παρακαλέσομε τον άγιον σου να παρακάλεση τον Χριστό να σου το δώσει”. Και έτσι το παιδίον παρακινείται δια την άγάπην του ψωμιού και ευθύς οπού ξυπνά, τον άγιον του βλέπει. Βλέποντας τότε ο διάβολος το παιδίον πως έχει την ελπίδα του εις τον Χριστόν και εις τον άγιον του, κατακαίεται και φεύγει»,

Έτσι συμβουλεύουν οι άγιοι. Έτσι ορίζουν να παιδαγωγούμε τα παιδιά μας, για να τα συνηθίσουμε να ζουν με τους αγίους, να ευχαριστούν τον Χριστό και να αποδιώχνουν τον διάβολο. Ας τους ακούσουμε, για να μη στερήσουμε τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας από την ορθόδοξη αγωγή την σωτήρια.

Πηγή:http://www.faneromenihol.gr/
http://vatopaidi.wordpress.com/2010/09/01/αλήθεια-με-ποιό-δικαίωμα-και-με-ποιά-κ/#more-

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κι εγώ μένω στα χέρια του Θεού, τώρα για πάντα ! Διαμάντια στο Κογκό ! (Μητρόπολη Κεντρώας Αφρικής)

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Σεπτεμβρίου, 2010

scannedimage-12

Ευγένιος Lufika. Ανδρας 33 ετών. Χρόνια τώρα ανάπηρος σε καροτσάκι. Όμως πιστός, ειρηνικός, ευγενής, καρτερικός.

Η ιεραποστολή φρόντισε και του εξασφάλισε καινούργιο αμαξάκι.

Μου είπαν ότι είναι στην αυλή μας. Τον πλησίασα. Κάθισα στο καινούργιο μεταφορικό μέσον του. Πιάσαμε την κουβέντα και μου διηγήθηκε.

«Γεννήθηκα στις 31.5.1975. Είχα πατέρα, μητέρα και τέσσερα αδέλφια. Εγώ δεύτερος από πάνω. Όλοι μας Ρωμαιοκαθολικοί. Ζούσαμε στο Κολουέζι. Στα έξι μου γράφτηκα στο Δημοτικό Σχολείο, που, με πολλά εμπόδια, το τελείωσα στα δεκαέξι μου, το 1991. Πήγα σε Κολλέγιο για γυμνασιακές σπουδές.

Όταν ακόμη ήμουν στο Δημοτικό Σχολείο, μας επισκεπτόταν συ χνά μια θεία μου, που ήταν Ορθόδοξη και μας μιλούσε για την Ορθοδοξία. Την άκουγα με προσοχή και μέσα μου κάτι ιδιαίτερο αισθανόμουν.

“Θεία, θέλω να γίνω κι εγώ Ορθόδοξος, της είπα.”

Να το δούμε, μου απάντησε.

Το 1988, 13άρης, βαπτίστηκα. Φόρεσα τον Χρι στό μέσα στην εκκλησία του αγίου Γεωργίου, στο Κολουέζι. Τώρα «ομολογώ εν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρ τιών», κι αυτό το βάπτισμα θα μένει μέσα στο πνεύμα μου• δεν θα το ξεχάσω ποτέ!

Ένα λυπηρό γεγονός στη ζωή μου τα ανέτρεψε όλα. Η πολιτική κατάσταση της πατρίδας μου το 1992 ήταν τραγική. Ένας εμφύλιος πόλεμος ξέσπα σε στην επαρχία Κανάνγκα. Έπρεπε να φύγουμε για να σωθούμε. Είμασταν απ’ το Κασάι. Υποβληθήκα με σε έκτακτη, υποχρεωτική προσφυγιά. Μια μιζέρια μας ακολούθησε πλέον. Το μέλλον μας σκοτεινό. Έμεινα ορφανός. Ο πατέρας μου δεν άντεξε τις κακουχίες αυτής της προσφυγιάς• πέθανε!

Έμεινε η μάνα μου χήρα με πέντε παιδιά μικρά κι όλα τους τα προβλήματα: δρόμος, πείνα, αρρώστιες, αβεβαιότητα…

Ήρθαμε (πως ήρθαμε) στο Κασάι, εδώ στην Κανάνγκα. Δυστυχία απερίγραπτη. Χιλιάδες οι πρόσφυγες, όπως εμείς.

Εγώ αποφάσισα να πάω στο Μπουζιμάι. Αφέθη κα να μ’ οδηγεί ο άνεμος, όπου φυσούσε. Μια ελπί δα με κράταγε στη ζωή. Πουλούσα πόσιμο νερό στους διψασμένους μ’ ένα μπιτόνι στο κεφάλι. Αλλοτε έκανα το χαμάλη κ.λπ. Δύσκολο να νοικιάσω κανένα δωμάτιο. Ήταν ακριβά. Μέρα-νύχτα έμενα στο ύπαιθρο. Αχ! εκείνα τα βράδια! μόνος, κάτω απ’ τον ουρανό με τ’ άπειρα άστρα ή τη συννεφιά με τη βροχή και τις αστραπές, που μ’ αγρίευαν…

Κάποτε μού ‘ρθε ξαφνικά μια ιδέα• να πουλώ αυγά βρασμένα η ωμά. Αυτή η δουλειά ήταν απο δοτική. Κατάφερνα να ζω, και να στέλνω κάθε εβδομάδα κάτι στην φτωχιά τη μάνα μου, που πάλευε κι αυτή στην Κανάνγκα να βολεύει τα μικρότερα αδέλφια μου. Δούλευα νύχτα-μέρα. Σύχναζα και στους τόπους όπου έσκαβαν οι εργάτες ψάχνοντας να βρουν δια μάντια. Ελπίδα και μόχθος!

Ήταν Ιούλιος μήνας του 1999. Ήμουν στα 24 χρόνια μου. Στην ακμή της δουλειάς μου, όταν άρχιζα να βλέπω φως στην άκρη του τούνελ. Βρά δυ σκοτάδι• 11, κοντά στα μεσάνυχτα• δεν έβλεπα μπροστά μου και …έπεσα σ’ ένα λάκκο, Θεέ μου! Είκοσι δύο μέτρα βάθος. Ήταν από εκείνους που ανοίγουν οι εξερευνητές αδαμάντων και όταν τελειώσουν, δεν φροντίζουν κάπως να τους σκεπάσουν. Σκοτοδίνη, σοκ, δεν πολυκατάλαβα τι συνέβη, ήμουν ακόμη ζεστός. Έπειτα άρχισαν οι φοβεροί

πόνοι στη μέση μου. Αρχισα να φωνάζω γοερά• «Βοήθειαααα».

Κάποιοι μ’ άκουσαν. Με σχοινιά προσπάθησαν και μ’ έβγαλαν. Ο Θεός να τους έχει καλά, όποιοι κι αν ήσαν. Δεν τους γνωρίζω.

Όμως η σπονδυλική μου στήλη με …πρόδωσε! Το κατάλαβα μετά, όταν δεν μπορούσα να περπατήσω, ούτε και να σταθώ όρθιος. Με πήγαν σηκωτό στο νοσοκομείο (στο Μπουζιμάι). Μακρά θεραπεία. Επέζησα, αλλά ατροφικός, πάνω σε μια καρέκλα με ρόδες. Μου το είπαν οι γιατροί, το καταλάβαινα και ο ίδιος• θα έμενα για πάντα ανάπηρος!

Δεν απελπίστηκα, δεν απογοητεύθηκα για το ανάπηρο κορμί μου. Η σκέψη ότι είχα μία Ορθόδοξη πίστη μου έδινε κουράγιο, αντοχή, δύναμη.

Η οικογένειά μου συνέχιζε να είναι παπική. Αυτό μ’ απασχολούσε.

Προσευχόμουν, έψαλλα, δοξολογούσα τον Θεό, ζούσα με Ορθόδοξο τρόπο. Εδώ στην Κανάνγκα, βρέθηκα με τη μητέρα και τα αδέλφια μου. Αρχίσαμε ν’ ακούμε ανελλιπώς τις εκπομπές του Ορθοδόξου ραδιοφωνικού σταθμού «Η φωνή της Ορθοδοξίας». Αλλαξαν όλα στο σπίτι μας, στην οι κογένειά μου.

Το 2007 όλοι βαπτίστηκαν στο βαπτιστήρι του αγίου Ανδρέα. Τώρα όλοι είμαστε ομόδοξοι.

Και εγώ «μένω στα χέρια του Θεού τώρα, και για πάντα, και στους αιώνες!».

Τελείωσε τη διήγησή του ο ευγενής Ευγένιος μ’ ένα χαμόγελο, που του φώτιζε το πρόσωπο, αντικατοπτρίζοντας το ήρεμο εσωτερικό του, και τον έκαμνε εξαιρετικά συμπαθή και αξιοθαύμαστο.

«Μεγάλα τα της πίστεως κατορθώματα».

ο Κεντρώας Αφρικής, Ιγνάτιος

(Πηγή: «Πάντα τα έθνη», τεύχος 106, ΑπρίλιοςΜάιοςΙούνιος 2008)

http://ierapostoli.wordpress.com/2009/01/12/metastrofi_congo/

Κατηγορία ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι παράδειγμα δίνουμε;

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Αυγούστου, 2010

Ο συνειδητός πιστός Χριστιανός, που αγωνίζεται να ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού στη ζωή του, είναι πολύ φυσικό να ξεχωρίζει μεταξύ των υπολοίπων ανθρώπων. Πρέπει οπωσδήποτε να διακρίνεται λόγω του ήθους και της συμπεριφοράς του από τους υπολοίπους ανθρώπους. Με κάθε του λόγο ή πράξη πρέπει να φανερώνει κάτι το διαφορετικό. Να διδάσκει το παράδειγμά του. Οι άλλοι άνθρωποι έχουν από αυτόν απαιτήσεις. Στο επάγγελμά του τον θέλουν τίμιο. Ως εργοδότη, δίκαιο. Στις δοσοληψίες του εμπορίου, έντιμο. Ως επιστήμονα ή ιατρό, αφιλάργυρο. Ως οικογενειάρχη, ακέραιο. Έτσι αισθάνεται η κοινωνία την παρουσία του. Στην αρχή απορημένη από τον τρόπο ζωής του τον διαφορετικό απ’ τους πολλούς· κατόπιν θαυμάζοντας την ακεραιότητα και την πιστότητά του σε αρχές και ηθική τόσο ανώτερες απ’ τις συνηθισμένες και επικρατούσες. Και λίγο μετά με τον πόθο και τη δίψα να ακολουθήσουν το παράδειγμά του και τον τρόπο ζωής του.

Όλοι κατακρίνουμε και καυτηριάζουμε το κακό. Όμως πόσοι αγωνιζόμαστε να το καταργήσουμε στη ζωή μας πρώτα;

Λέμε: Χαλάρωσαν τα πάντα σήμερα: στην παιδεία, στην οικογένεια, στην κοινωνία. Όταν όμως χρειασθούμε κάτι που εξυπηρετεί το δικό μας συμφέρον, είμαστε εύκολοι στην παρανομία και την ατασθαλία, και η δικαιολογία προβάλλει πιεστική: Έτσι κάνουν όλοι.

Τι παράδειγμα όμως δίνουμε; Ή ακόμη καλύτερα, πόσο βάθος έχει η πνευματική μας ζωή; Πώς μας βλέπουν οι άλλοι και πόσο τους οικοδομεί και τους εμπνέει το παράδειγμά μας;

Η πνευματική ζωή, η αγιότητα δεν κρύβονται. Γίνονται αντιληπτά όπως το φως μέσα στο σκοτάδι. Και ο πνευματικός άνθρωπος είναι ο αναγεννημένος εν Χριστώ άνθρωπος που ξεχωρίζει μέσα στο περιβάλλον του. Είναι «ὁ καινός ἄνθρωπος ὁ κατά Θεόν κτισθείς ἐν δικαιοσύνῃ και ὁσιότι τῆς ἀληθείας» (Εφ. δ’ 24). Δηλαδή ο ανακαινισμένος άνθρωπος που πορεύεται στη ζωή του με δικαιοσύνη και αφοσίωση προς τον Θεό. Τα έργα του και η συμπεριφορά του φανερώνουν την πίστη του, κηρύττουν τον Θεό. Ο πιστός Χριστιανός δεν αρκεί να μην είναι ο χειρότερος μέσα στην κοινωνία. Ούτε κάποιος μεταξύ των καλών. Οφείλει να είναι η εξαιρετική φυσιογνωμία. Ο εργάτης του καλού. Το παράδειγμα της αρετής. Η φανέρωση του χριστιανικού πνεύματος· του πνεύματος της αγάπης, της συγγνώμης, της ελπίδας στη βασιλεία των Ουρανών· της εμπιστοσύνης στην αγαθή πρόνοια του Θεού. Έτσι όπως μας προτρέπει ο απόστολος Παύλος: «Σύ δε, ὦ ἄνθρωπε, τοῦ Θεοῦ… δίωκε δικαιοσύνην, εὐσέβειαν, πίστιν, ἀγάπην, «ὑπομονήν, πραότητα» (Α’ Τιμ. ς’ 11). Έτσι φωτίζει το περιβάλλον του. Το καθοδηγεί και το εμπνέει. Γίνεται επιστολή Χριστού «γινωσκομένη και ἀναγινωσκομένη ὑπό πάντων ἀνθρώπων» (Β’ Κορ. γ’ 2).

Για τον πιστό Χριστιανό ο πλησίον δεν μπορεί ποτέ να γίνει ό,τι είναι για τον μη αναγεννημένο εν Χριστώ άνθρωπο. Δηλαδή το θύμα προς εκμετάλλευση. Ο αντίπαλος. Ο ανταγωνιστής και ο εχθρός. Για τον πιστό Χριστιανό ο πλησίον είναι ο αδελφός, ο συνεργάτης, η εικόνα του Θεού.

Θα έκλεβε ποτέ κανείς τον εαυτό του; Θα τον αδικούσε; Τον Θεό τον ίδιο; Πώς όμως παρασυρόμαστε και το κάνουμε στον πνευματικό αδελφό μας και στον οποιονδήποτε άνθρωπο, που είναι εικόνα Θεού και πρέπει να τον αισθανόμαστε σαν τον αδελφό μας;

Ας μας απασχολήσει το ζήτημα. Τι παράδειγμα δίνουμε; Και ας παρακαλέσουμε θερμά τον Κύριο να φωτίζει διαρκώς τον νου μας και να θερμαίνει την καρδιά μας. Έτσι θα Του επιτρέπουμε να συμπορεύεται μαζί μας και να δρα μέσα από τις πράξεις μας, ώστε ο καθένας μας που θέλει να είναι πιστός Χριστιανός να φανερώνει Αυτόν, τον Κύριο της δόξης, για να δοξάζεται το υπερύμνητο όνομά του και να εξαπλώνεται η Βασιλεία του επί της γης.

Περιοδικό «Ο Σωτήρ», αριθ. 1994

http://www.xfd.gr

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Περί εξομολόγησης (Γ. Πορφύριος)

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Αυγούστου, 2010

Όταν εξομολογείται ο άνθρωπος, η χάρις τον ελευθερώνει από τα ψυχικά τραύματα.

“Δεν ευθύνεται μονάχα ο άνθρωπος για τα παραπτώματά του. Τα λάθη, οι αμαρτίες και τα πάθη δεν είναι μόνο προσωπικά βιώματα του εξομολογούμενου.
Ο κάθε άνθρωπος έχει πάρει μέσα του και τα βιώματα των γονέων του και ειδικά της μητέρας, δηλαδή το πώς ζούσε η μητέρα, όταν τον κυοφορούσε, αν στενοχωριόταν, τι έκανε, αν κουραζόταν το νευρικό της σύστημα, αν είχε χαρά, αν είχε θλίψη, αν είχε μελαγχολία.
Έ, όλο το νευρικό σύστημα το δικό της επηρέασε το νευρικό σύστημα του εμβρύου της. Οπότε, όταν γεννηθεί το παιδί και μεγαλώσει, παίρνει μέσα του και τα βιώματα της μητέρας του, δηλαδή άλλου ανθρώπου. Δημιουργείται μια κατάσταση στην ψυχή του ανθρώπου εξαιτίας των γονέων του, που την παίρνει μαζί του σ΄ όλη του τη ζωή, αφήνει ίχνη μέσα του και πολλά πράγματα που συμβαίνουν στη ζωή του είναι απόρροια της καταστάσεως αυτής.
Τα φερσίματά του έχουν άμεση σχέση με την κατάσταση των γονέων του. Μεγαλώνει, μορφώνεται, αλλά δεν διορθώνεται. Εδώ βρίσκεται μεγάλο μέρος από την ευθύνη για την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου. Υπάρχει, όμως, ένα μυστικό। Υπάρχει κάποιος τρόπος ν΄ απαλλαγεί ο άνθρωπος απ΄ αυτό το κακό. Ο τρόπος αυτός είναι η γενική εξομολόγηση, η οποία γίνεται με την χάρι του Θεού. Μπορεί, δηλαδή, να σου πει ο πνευματικός: – Πώς θα ήθελα να ήμασταν σ΄ ένα ήσυχο μέρος, να μην είχα ασχολίες και να μου έλεγες τη ζωή σου απ΄ την αρχή, από τότε που αισθάνθηκες τον εαυτό σου, όλα τα γεγονότα που θυμάσαι και ποια ήταν η αντιμετώπισή τους από σένα, όχι μόνο τα δυσάρεστα αλλά και τα ευχάριστα, όχι μόνο τις αμαρτίες αλλά και τα καλά. Και τις επιτυχίες και τις αποτυχίες. Όλα. Όλα όσα απαρτίζουν τη ζωή σου. Πολλές φορές έχω μεταχειριστεί αυτή την γενική εξομολόγηση και είδα θαύματα πάνω σ΄ αυτό. Την ώρα που τα λες στον εξομολόγο, έρχεται η θεία χάρις και σε απαλλάσσει απ΄ όλα τα άσχημα βιώματα και τις πληγές και τα ψυχικά τραύματα και τις ενοχές, διότι, την ώρα που τα λες, ο εξομολόγος εύχεται θερμά στον Κύριο για την απαλλαγή σου. Είχε έλθει σ΄ εμένα προ καιρού μια κυρία, που έκανε αυτού του είδους την εξομολόγηση και βρήκε μεγάλη ωφέλεια. Βελτιώθηκε η ψυχολογική της κατάσταση, διότι τήνε βασάνιζε κάτι. Έστειλε, λοιπόν, αυτή μια φίλη της και πήγαμε έξω στο βράχο, στα Καλλίσια. Καθίσαμε και άρχισε κι εκείνη να μου μιλάει. Της λέω: – Να μου πεις ό,τι αισθάνεσαι. Αν σε ρωτήσω εγώ για κάτι, να μου πεις. Αν δεν σε ρωτήσω, να συνεχίσεις να τα λέεις, όπως τα αισθάνεσαι. Όλ’ αυτά που μου έλεγε, τα παρακολουθούσα όχι απλώς με προσοχή, αλλά “έβλεπα” μέσα στον ψυχικό της κόσμο την επίδραση της προσευχής.
Την παρακολουθούσα μέσα στην ψυχή της κι “έβλεπα” ότι πήγαινε χάρις μέσα της, όπως τήνε κοίταζα εγώ. Διότι στον πνευματικό υπάρχει χάρις και στον παπά υπάρχει χάρις. Το καταλαβαίνετε; Δηλαδή, ενώ εξομολογείται ο άνθρωπος, ο ιερέας προσεύχεται γι αυτόν. Συγχρόνως έρχεται η χάρις και τον ελευθερώνει απ΄ τα ψυχικά τραύματα, που για χρόνια τον βασανίζουν, χωρίς να γνωρίζει την αιτία τους. Ω, αυτά τα πιστεύω πολύ! Στον εξομολόγο μπορείς να μιλήσεις όπως αισθάνεσαι, αλλά δεν είναι αυτό τόσο σημαντικό, όσο είναι το ότι κοιτάζει μέσα στην ψυχή σου προσευχόμενος ο παπάς και βλέπει πώς είσαι και σου μεταδίδει την χάρι του Θεού. Έχει αποδειχθεί ότι αυτό το κοίταγμα είναι πνευματικές “ακτίνες” που σε ξαλαφρώνουν και σε θεραπεύουν, μη νομίσετε ότι είναι ακτίνες φυσικές.
Είναι αλήθεια αυτά τα πράγματα. Και με τον Χριστό τι έγινε; Έπιασε το χέρι της αιμορροούσης και είπε: “Εγώ γάρ έγνων δύναμιν εξελθούσαν απ΄εμού”. Θα πεις: “Ναι, μα ήταν Θεός”. Ο Χριστός βέβαια ήταν Θεός, αλλά μήπως και οι Απόστολοι δεν κάνανε το ίδιο; Όλοι οι πνευματικοί, οι εξομολόγοι, έχουν αυτήν την χάρι κι όταν εύχονται, την εκπέμπουν ως αγωγοί. Για παράδειγμα, θέλουμε ν΄ ανάψουμε εδώ πέρα μια θερμάστρα και βάζουμε ένα καλώδιο, αλλά δεν μπορεί να κάνει επαφή, διότι το καλώδιο δεν είναι στην πρίζα. Αν, όμως, το καλώδιο μπει στην πρίζα, μόλις κάνει την επαφή, έρχεται το ρεύμα μέσω αυτού του αγωγού.
Είναι πνευματικά πράγματα της θρησκείας μας αυτά. Μπορεί να λέμε για καλώδιο, αλλά στην πραγματικότητα αυτή είναι “η θεία ψυχανάλυση”.
http://geron-porfyrios.blogspot.com/2010/08/blog-post.html

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »