Όπου υπάρχει ένα κερί, η πίστη είναι ακόμα ζωντανή.
Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Αυγούστου, 2023
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Αυγούστου, 2023

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ
(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)
1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα
2) Με ΜΠΛΕ χρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟ χρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.
3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες
ΕΝΑΡΞΗ ( 1 )
[ «Μέχρι τον 5ο αιώνα η είσοδος του κλήρου και του λαού ήταν απλή και η λειτουργία άρχιζε με τη σύντομη ευλογία του ιερέα «Εἰρήνη πᾶσι» και ακολουθούσαν τα αναγνώσματα» (Η Θεία Λειτουργία, Κογκούλη, Οικονόμου, Σκαλτσή,εκδ. «Λυδία») «Όταν μπει ο προεστώς της Εκκλησίας, αμέσως λέει: Ειρήνη σε όλους» (ΧρυσόστομοςΕΠΕ22.145) ]
Διάκονος· Εὐλόγησον, Δέσποτα. Ευλόγησε (=δοξολόγησε), δέσποτα.
Ἱερέας· Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ιερ· Ας είναι ευλογημένη (=δοξασμένη) η βασιλεία του Πατέρα και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.
[ «Τι είναι η βασιλεία; Η παρουσία η δική μου [λέει ο Χριστός]. – Η Εκκλησία είναι ουράνια και τίποτα άλλο δεν είναι παρά ουρανός. – Η εκκλησία είναι τόπος αγγέλων, αρχαγγέλων, βασιλεία Θεού, ο ίδιος ο ουρανός… Πράγματι και εδώ ουρανός είναι. Εάν αμφιβάλλεις κοίταζε προς την αγία τράπεζα, θυμήσου εξαιτίας ποιου στήθηκε και για ποιο λόγο· σκέψου ποιος εξουσιάζει εδώ. – Όταν μπαίνουμε στην Εκκλησία, να μπαίνουμε όπως πρέπει στο Θεό. – Εδώ πρέπει να είμαστε χοροί αγγέλων και να κάνουμε την εκκλησία ουρανό… Η εκκλησία δεν είναι χώρος συνομιλίας, αλλά διδασκαλίας» (ΧρυσόστομοςΕΠΕ10.680·24.546·18Α.517·30.317· 12.365·16Α.519) «Παρίστανται οι άγιοι άγγελοι οι οποίοι καταγράφουν τα λόγια· είναι παρών ο Κύριος ο οποίος εξετάζει τις διαθέσεις των εισερχομένων…ποιος με ειλικρινή διάθεση, ποιος με πόθο ζητά να γνωρίσει τα επουράνια· ποιος με πλαστή αφοσίωση προφέρει λόγια μόνο με τα άκρα των χειλιών του, ενώ η καρδιά του βρίσκεται μακριά από το Θεό» (ΒασίλειοςΜέγας, ΕΠΕ5.129) «Πήγαινε στη σύναξη και στάσου στον ναό γεμάτος τρόμο, σαν να βρίσκεσαι στον ουρανό μαζί με τους αγγέλους, θεωρώντας τον εαυτό σου ανάξιο να παραβρίσκεται ακόμα κι εκεί μαζί με τους αδελφούς. Κι ενώ στέκεσαι, πρόσεχε τον εαυτό σου, ώστε να μη κοιτάζεις εδώ κι εκεί και περιεργάζεσαι τους αδελφούς, πώς δηλαδή στέκεται ο καθένας ή πώς ψάλλει, αλλά πρόσεχε μόνον τον εαυτό σου, την ψαλμωδία και τις αμαρτίες σου» (ΣυμεώνΝέουΘεολ. ΕΠΕτ.19Δ, σ. 427)]
Λαός· Ἀμήν ( 2 ) (=Αληθινά· πράγματι· μακάρι να γίνει έτσι)
[ «Με το «Αμήν», που λέγεται στο τέλος από το λαό, ολόκληρο το εκκλησιαστικό πλήρωμα επιβεβαιώνει και αποδέχεται ως δική του φωνή τα όσα εκφώνησε ο λειτουργός» (Τρεμπέλας, Λειτουργικόν) «Ο αγ. Ιερώνυμος περιγράφοντας τα αμήν των εκκλησιαστικών συνάξεων της εποχής του, λέει ότι ήταν τόσο δυνατά και πολύστομα, ώστε σαν ουράνιες βροντές και κεραυνοί αντηχούσαν κάτω από τις υψηλές στέγες της εκκλησίας» (Κ.Καλλινίκου,Ο Ναός…318)]
ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΑΠΤΗ ή ΕΙΡΗΝΙΚΑ
[ «Ονομάζονται «ειρηνικά» επειδή στις τρείς πρώτες αιτήσεις επαναλαμβάνεται η λέξη «ειρήνη» (Τρεμπέλας). «Ειρήνης είναι μυστήριο αυτό το μυστήριο. – Τίποτα εντελώς δεν μπορούμε χωρίς αυτήν ούτε να πούμε, ούτε να πράξουμε. Αυτή είναι η τροφός μας και μητέρα, που μας θάλπει με πολλή φροντίδα. Ως ειρήνη εννοώ…την κατά Θεόν ειρήνη, που προέρχεται από πνευματική ομόνοια. – Αυτής της ειρήνης το μεν όνομα είναι πολύ, ενώ αυτή η ίδια δεν υπάρχει πουθενά» (Χρυσόστομος PG58,508·ΕΠΕ34.186·18Α514) «(Ειρήνη) το παρά πάντων μεν επαινούμενον αγαθόν, υπ’ ολίγων δε φυλασσόμενον» (Γρηγ.ΘεολΕΠΕ1,326) «Αυτός που ζητά ειρήνη, το Χριστό αναζητά, διότι αυτός είναι η ειρήνη» (Μ.ΒασίλειοςPG29,376) ]
Ο Λαὸς ψάλλει τό· Κύριε, ἐλέησον ( 3 ), εἰς τὸ τέλος ἑκάστου αἰτήματος.
Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Με ειρήνη ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
Ὑπὲρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης καὶ τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν ἡμῶν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Για την ειρήνη από τον ουρανό (από το Θεό) και για τη σωτηρία των ψυχών μας, ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
Ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν καὶ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Για την ειρήνη όλου του κόσμου, τη σταθερότητα των αγίων του Θεού Εκκλησιών και για την ένωση όλων των ανθρώπων ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
[ «Όπως δεν μπορεί να κουνήσει κανείς ένα βουνό, έτσι ούτε την Εκκλησία. – Η Εκκλησία κλυδωνίζεται, αλλά δεν καταποντίζεται· βασανίζεται από τρικυμίες, αλλά δεν ναυαγεί· παλεύει, αλλά μένει αήττητη. – Είναι ευκολότερο να σβήσει ο ήλιος, παρά να αφανισθεί η Εκκλησία. – Το όνομα της Εκκλησίας σημαίνει ένωση και συμφωνία, όχι χωρισμό» (Χρυσ. ΕΠΕ 5.477· 33.110· 8Α.386·18.22) ]
Ὑπὲρ τοῦ ἁγίου οἴκου τούτου καὶ τῶν μετὰ πίστεως, εὐλαβείας καὶ φόβου Θεοῦ εἰσιόντων ἐν αὐτῷ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Γι’ αυτόν τον άγιο ναό και όσους μπαίνουν σ’ αυτόν με πίστη, ευλάβεια και φόβο Θεού ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
[ «Η Εκκλησία είναι το κοινό σπίτι όλων. – Εκκλησία δεν είναι τοίχοι και στέγη, αλλά πίστη και τρόπος ζωής. – Εδώ είναι ιατρείο και όχι δικαστήριο που απαιτεί ευθύνες αμαρτιών, αλλά παρέχει συγχώρηση. – Όπως ακριβώς είναι τα λιμάνια στο πέλαγος, έτσι ο Θεός εγκατέστησε τις εκκλησίες μέσα στις πόλεις… Είναι (ο ναός) πνευματικό λιμάνι των ψυχών. – Όπως ένα λιμάνι χωρίς ανέμους και κύματα παρέχει μεγάλη ασφάλεια στα πλοία πού αγκυροβολούν εκεί, έτσι ακριβώς και ο οίκος του Θεού, σαν από κάποια θύελλα εξαρπάζει από τα κοσμικά πράγματα όσους μπαίνουν σ’ αυτόν… Αυτός ο χώρος είναι θεμέλιο αρετής, διδασκαλείο φιλοσοφίας…Πάτησε στα πρόθυρα μόνο και αμέσως θ’ αποβάλεις τις βιοτικές φροντίδες. Πέρασε μέσα στο προαύλιο και σαν κάποια αύρα πνευματική θα περιστοιχίσει την ψυχή σου… Αν όμως χωρίς σύναξη είναι τόσο μεγάλο το κέρδος από την εδώ παρουσία…όταν ο Χριστός στέκεται στη μέση…με πόση ωφέλεια πλημμυρισμένοι φεύγουν από εδώ οι παρόντες; πόση πάλι ζημιά παθαίνουν οι απόντες;» (Χρυσ.ΕΠΕ10.400·33.108·30.154·35.493·26.449) ]
Ὑπὲρ τῶν εὐσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων χριστιανῶν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Για τους ευσεβείς και ορθοδόξους χριστιανούς ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
Ὑπὲρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (δεῖνος), τοῦ τιμίου πρεσβυτερίου, τῆς ἐν Χριστῷ διακονίας, παντὸς τοῦ κλήρου καὶ τοῦ Λαοῦ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Για τον αρχιεπίσκοπό μας (τάδε), τους τίμιους πρεσβυτέρους, τους διακόνους του Χριστού, για όλο τον κλήρο και το λαό ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
[ «Τον επίσκοπο είναι φανερό ότι πρέπει να τον βλέπουμε σαν τον ίδιο τον Κύριο. – Έγκυρη να θεωρείται η Ευχαριστία εκείνη που τελείται από τον Επίσκοπο, ή από εκείνον στον οποίο θα δώσει την άδεια αυτός. – Προΐσταται ο επίσκοπος συμβολίζοντας το Θεό και οι πρεσβύτεροι συμβολίζοντας το συνέδριο των αποστόλων και οι διάκονοι, οι γλυκύτατοί μου, οι επιφορτισμένοι με τη διακονία του Ιησού Χριστού. – Το αξιόλογο πρεσβυτέριο… είναι έτσι συνδεδεμένο με τον επίσκοπο, όπως οι χορδές στην κιθάρα» (Ιγνάτιος Θεοφόρος γράφει γύρω στο 110 μ.Χ.ΕΠΕ,σ.81,139,95,79). «Δίκαια οι ιερείς πρέπει αν θεωρούνται όχι μόνο ισχυρότεροι από τους άρχοντες και τους βασιλιάδες, αλλά και πολυτιμότεροι από τους πατέρες. Γιατί οι μεν πατέρες μας γέννησαν σωματικά, ενώ οι ιερείς είναι αίτιοι της από το Θεό γέννησής μας» (Χρυσ.ΕΠΕ28.127). «Αν τύχει ένας παπάς και ένας βασιλιάς, τον παπά σου να βάλεις επάνω από το βασιλιά να καθίσει. Και αν σου τύχει ένας παπάς και ένας άγγελος, τον παπά σου να πρωτοχαιρετίσεις πρωτύτερα και από τον άγγελο, διότι ο παπάς είναι ανώτερος και από τους αγγέλους στο αξίωμα» (αγ.Κοσμάς ΑιτωλόςΔιδ.Ε,Μεν.279)]
Ὑπὲρ τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶν ἔθνους, πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας ἐν αὐτῷ και τοῦ φιλοχρίστου στρατοῦ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Για το ευσεβές έθνος μας, για όλους όσους κατέχουν αξιώματα και εξουσίες και για το φιλόχριστο στρατό ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
Ὑπὲρ τῆς πόλεως ταύτης, πάσης πόλεως καὶ χώρας, καὶ τῶν πίστει οἰκούντων ἐν αὐταῖς τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Γι’ αυτήν εδώ την πόλη, για κάθε πόλη και χώρα και για όσους με πίστη κατοικούν σ’ αυτές, ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
[ «Τίποτα δεν είναι γλυκύτερο από την πατρίδα. – Είναι μακάρια η πόλη, όχι για τους κίονες και τη χρυσή οροφή των κτιρίων της, αλλά για τη δική σας αρετή. – Ο στολισμός και η ασφάλεια μιας πόλης δεν είναι το μέγεθός της, αλλά η αρετή της ψυχής των κατοίκων της» (Χρυσ.ΕΠΕ31.632·33.426·32.534). «Να τιμούμε τη μητέρα μας, είναι χρέος ιερό. Η μητέρα καθενός είναι διαφορετική, κοινή μητέρα όλων είναι η πατρίδα. – Τίμησε την πατρίδα και με την αρετή βοήθησέ την» (Γρηγ.Θεολ.ΕΠΕ7.75·7.53). «Οι Χριστιανοί πιο πολύ ευεργετούν τις πατρίδες από όσο οι υπόλοιποι άνθρωποι, διότι εκπαιδεύουν τους πολίτες και τους διδάσκουν να δείχνουν ευσέβεια στο Θεό των όλων» (ΩριγένηςPG11,1629) ]
Ὑπὲρ εὐκρασίας ἀέρων, εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς καὶ καιρῶν εἰρηνικῶν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Για ανέμους καλούς (=υγιεινούς, καλό κλίμα), για καλή καρποφορία της γης και καιρούς ειρηνικούς, ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
Ὑπὲρ πλεόντων, ὁδοιπορούντων, νοσούντων, καμνόντων, αἰχμαλώτων καὶ τῆς σωτηρίας αὐτῶν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Γι’ αυτούς που ταξιδεύουν στη θάλασσα και στη στεριά, για τους αρρώστους, γι΄ αυτούς που κοπιάζουν, για τους αιχμαλώτους και για τη σωτηρία τους ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
Ὑπὲρ τοῦ ρυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καὶ ἀνάγκης τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Για να απαλλαγούμε από κάθε θλίψη, οργή, κίνδυνο και ανάγκη ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.
Βοήθησε, σώσε, ελέησε και φύλαξέ μας, Θεέ μας, με τη χάρη σου.
Τῆς παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, δεσποίνης ἡμῶν, Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, μετὰ πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.
Αφού θυμηθούμε την πανάγια, την πάναγνη, υπερευλογημένη, ένδοξη δέσποινά μας, Θεοτόκο και αειπάρθενη Μαρία, μαζί με όλους τους αγίους, τους εαυτούς μας και τους άλλους και όλη τη ζωή μας ας αφήσουμε με εμπιστοσύνη στο Χριστό τον Θεό μας.
[ «Αφού πήρε σάρκα από την Παρθένο, τη ΘΕΟΤΟΚΟ Μαρία, έγινε άνθρωπος. – Πήρε αληθινή σάρκα ανθρώπινη από τη Μαρία την ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΗ. – Η Κυριότοκος Μαρία και αειπάρθενος» (ΑθανασίουΜ.ΕΠΕ3.95·2.413,PG27,1393). «Όποιος δεν θεωρεί Θεοτόκο την αγία Μαρία, είναι χωρισμένος από τη θεότητα» (Γρηγ.Θεολ.ΕΠΕ7.179). «Το όνομα Θεοτόκος συνδέει όλο το μυστήριο της οικονομίας» (Ιω.ΔαμασκηνόςΕΠΕ1.335). «Μπορεί, πράγματι μπορεί πολλές φορές ένας άνθρωπος μόνος να αξίζει όσο χίλιοι, αλλά μπορεί να είναι και από όλη την οικουμένη αναγκαιότερος και πολυτιμότερος» (Χρυσ.ΕΠΕ26.201). «Αυτή μόνη είναι το σύνορο (μεθόριο) της κτιστής και άκτιστης φύσης… είναι χώρα του αχωρήτου και αυτήν θα υμνήσουν μετά το Θεό όσοι υμνούν το Θεό. Αυτή είναι και αιτία των πριν από αυτήν και προστάτης των μετά από αυτήν. – Έκανες τον Θεό υιό ανθρώπου και τον άνθρωπο υιό Θεού» (Γρηγ.Παλαμάς ΕΠΕ 9.395· 11.343). «Χαίροις, μετά Θεόν η Θεός, τα δευτερεῖα τῆς Τριάδος η ἔχουσα»(Θεοτοκάριο Αγ.Νικοδήμου) ]
Λαός· Σοί, Κύριε. Σε σένα, Κύριε [αφήνουμε αυτά]
ΕΥΧΗ ΠΡΩΤΟΥ ΑΝΤΙΦΩΝΟΥ ( 4 )
Ἱερ·Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, οὗ τὸ κράτος ἀνείκαστον καὶ ἡ δόξα ἀκατάληπτος, οὗ τὸ ἔλεος ἀμέτρητον καὶ ἡ φιλανθρωπία ἄφατος· αὐτός, Δέσποτα, κατὰ τὴν εὐσπλαγχνίαν σου, ἐπίβλεψον ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὸν ἅγιον οἶκον τοῦτον, καὶ ποίησον μεθ’ ἡμῶν καὶ τῶν συνευχομένων ἡμῖν πλούσια τὰ ἐλέη σου καὶ τοὺς οἰκτιρμούς σου.
Κύριε και Θεέ μας, που η δύναμή σου είναι ανυπολόγιστη και η δόξα σου ακατανόητη, το έλεός σου αμέτρητο και η φιλανθρωπία σου ανέκφραστη· συ, Κύριε, σύμφωνα με την ευσπλαχνία σου ρίξε το βλέμμα σου επάνω μας και σ’ αυτόν τον άγιο ναό και χάρισε σε μας και σ’ αυτούς που προσεύχονται μαζί μας, πλούσια τα ελέη σου και την ευσπλαχνία σου.
Καὶ ἐκφωνεῖ·
Ὅτι πρέπει σοι πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Γιατί σε σένα πρέπει κάθε δόξα τιμή και προσκύνηση, στον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.
Α΄ ΑΝΤΙΦΩΝΟ
[ «Σε μας ο λαός ξυπνά νύχτα ακόμα για να μεταβεί στον οίκο της προσευχής· εκεί εξομολογούμενοι με πόνο και θλίψη και συνεχή δάκρυα, στο τέλος σηκώνονται από τις προσευχές για να αρχίσουν την ψαλμωδία. Και κατ’ αρχάς μεν αφού μοιραστούν σε δύο ομάδες, ψάλλουν αντιφωνικά μεταξύ τους…Έπειτα πάλι αφού αναθέσουν σε έναν να αρχίζει την μελωδία, οι άλλοι υποψάλλουν τα εφύμνια» (Βασίλειος Μέγας,ΕΠΕ2.109. «Οι θείες μελωδίες των ύμνων δηλώνουν τη θεία ηδονή και ευχαρίστηση που δημιουργείται στις ψυχές όλων. Τονωμένες μυστικά από αυτήν λησμονούν τους περασμένους μόχθους της αρετής» (Μάξιμος Ομολογ. ΕΠΕ14.145)]
Λαός· Ἀμήν.
Στίχος: Εὐλόγει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ πάντα τὰ ἐντός μου τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ.
Δοξολόγησε, ψυχή μου, τον Κύριο, κι όλη μου η ύπαρξη το άγιο όνομά του.
Λαός· Ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, Σῶτερ, σῶσον ἡμᾶς
Με τις μεσιτείες (προσευχές) της Θεοτόκου, Σωτήρα, σώσε μας.
Στίχος:Εὐλόγει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ μὴ ἐπιλανθάνου πάσας τὰς ἀνταποδόσεις αὐτοῦ.
Δοξολόγησε, ψυχή μου, τον Κύριο, και μην ξεχνάς όλες τις ευεργεσίες του.
Ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, Σῶτερ, σῶσον ἡμᾶς
Με τις μεσιτείες της Θεοτόκου, Σωτήρα, σώσε μας.
Στίχος: Κύριος ἐν τῷ οὐρανῷ ἡτοίμασε τὸν θρόνον αὐτοῦ καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ πάντων δεσπόζει.
Ο Κύριος ετοίμασε το θρόνο του στον ουρανό και η βασιλεία του κυριαρχεί παντού.
Ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, Σῶτερ, σῶσον ἡμᾶς
Με τις μεσιτείες της Θεοτόκου, Σωτήρα, σώσε μας
ΜΙΚΡΑ ΣΥΝΑΠΤΗ
Διακ· Ἔτι καὶ ἔτι ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Πάλι και πάλι με ειρήνη ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
Λαός· Κύριε, ἐλέησον.
[ «Πες με το νου σου «Ελέησέ με, Θεέ μου» και έχει ολοκληρωθεί η προσευχή σου. Γιατί εκείνος που είπε «Ελέησέ με» έδειξε τη μετάνοιά του» (Χρυσ.ΕΠΕ8Α.109). «Αυτό είναι αίτημα καταδικασμένων, οι οποίοι αφού στερηθούν από κάθε απολογία και μη έχοντας να παρουσιάσουν την παραμικρή δικαιολογία, αφήνουν αυτή την έσχατη φωνή στο δικαστή. – Το να ζητά κανείς από το Θεό το έλεος σημαίνει να ζητά τη βασιλεία Του… Γι’ αυτό οι πιστοί αρκούνται στη δέηση αυτή, γιατί αυτή ισχύει για όλα μαζί» (Νικόλαος Καβάσιλας ΕΠΕ,79,87). «Τι σημαίνει «ελέησον»; «Θεράπευσε την αμαρτία μου, κάνε με ικανό να δεχθώ το θέλημά σου». Αυτό σημαίνει «ελέησον»! Χρησιμοποιείται η λέξη «ελέησον», γιατί παρακαλώ το Θεό για έλεος, για συγκατάβαση σε μένα» (αγ.ΣωφρόνιοςΈσσεξ,Οικοδομώντας…Β,96). «Τη μετάνοια να ζητάμε συνέχεια από το Θεό και τίποτα άλλο εκτός από αυτή» (αγ.ΠαΐσιοςΟ ασκητής της Παναγούδας89) ]
Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.
Βοήθησε, σώσε, ελέησε και φύλαξέ μας, Θεέ μας, με τη χάρη σου.
Λαός· Κύριε, ἐλέησον.
Διακ·Τῆς παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, δεσποίνης ἡμῶν, Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, μετὰ πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.
Αφού θυμηθούμε την πανάγια, την πάναγνη, υπερευλογημένη, ένδοξη δέσποινά μας, Θεοτόκο και αειπάρθενη Μαρία, μαζί με όλους τους αγίους, τους εαυτούς μας και τους άλλους και όλη μας τη ζωή ας αφήσουμε με εμπιστοσύνη στον Χριστό και Θεό.
[ «Όταν προσφέρουμε ό,τι εξαρτάται από μας, τότε και η προσευχή και η πρεσβεία των αγίων και των δικαίων μάς ωφελεί πάρα πολύ» (Χρυσ.ΕΠΕ4.96) ]
Λαός·Σοί, Κύριε. Σε σένα, Κύριε [αφήνουμε αυτά]
ΕΥΧΗ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΑΝΤΙΦΩΝΟΥ
Ἱερ· Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, σῶσον τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου· τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας σου φύλαξον· ἁγίασον τοὺς ἀγαπῶντας τὴν εὐπρέπειαν τοῦ οἴκου σου· σὺ αὐτοὺς ἀντιδόξασον τῇ θεϊκῇ σου δυνάμει καὶ μὴ ἐγκαταλίπῃς ἡμᾶς τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ σέ.
Κύριε και Θεέ μας, σώσε το λαό σου και ευλόγησε τους κληρονόμους της βασιλείας σου˙ όλα τα μέλη της Εκκλησίας σου φύλαξε˙ αγίασε αυτούς που αγαπούν την ευπρέπεια (ομορφιά) του ναού σου˙ συ ανταπόδωσέ τους τη δόξα με τη θεϊκή σου δύναμη και μην εγκαταλείψεις εμάς που ελπίζουμε σε σένα.
[ «Δεν είναι δυνατόν να δούμε εδώ δούλο ούτε ελεύθερο, ούτε πλούσιο και φτωχό, ούτε άρχοντα και απλό πολίτη, αλλά έχει απομακρυνθεί πάρα πολύ ολόκληρη αυτή η ανισότητα της ζωής και έχει συγκροτηθεί ένας χορός απ’ όλους και υπάρχει ισότητα πολλή και η γη μιμείται τον ουρανό. Τόσο μεγάλη είναι η ευγένεια της Εκκλησίας… όλοι μαζί απολαμβάνοντας την ίδια ισότητα προσφέρουμε όλοι μαζί τη θυσία, όλοι μαζί την προσφορά. Ούτε έχει κάτι περισσότερο αυτός από εκείνον ούτε εκείνος από αυτόν, αλλά όλοι έχουμε την ίδια τιμή και μία φωνή από διάφορες γλώσσες υψώνεται» (Χρυσ.ΕΠΕ33.259-261)]
Καὶ ἐκφωνεῖ·
Ὅτι σὸν τὸ κράτος καὶ σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Γιατί εσύ έχεις την εξουσία και δική σου είναι η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα, του Πατέρα και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.
Λαός·Ἀμήν.
Β΄ ΑΝΤΙΦΩΝΟ
Στίχος: Αἴνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον· αἰνέσω Κύριον ἐν τῇ ζωῇ μου, ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω.
Ύμνησε, ψυχή μου, τον Κύριο· θα υμνώ τον Κύριο σ’ όλη μου τη ζωή, θα ψάλλω στο Θεό μου όσο θα ζω.
[ «Ας μη νομίσουμε ότι θέλει απλώς αυτόν τον ύμνο, αλλά πριν από το στόμα μας ας αναπέμπει τον ύμνο ο βίος μας και πριν από τη γλώσσα ας τον φωνάζει ο τρόπος της ζωής μας. Έτσι και σιωπώντας μπορούμε να υμνούμε το Θεό· έτσι και μιλώτας θα κάνουμε τη μελωδία σύμφωνη με τη ζωή μας» (Χρυσ.ΕΠΕ6.465). «Η με μέλος απαγγελία των ψαλμών δεν αποτελεί επιδίωξη καλλιφωνίας, αλλά απόδειξη της αρμονίας των λογισμών της ψυχής. Ομοίως η με μέλος ανάγνωση είναι σύμβολο της αρμονικής και ήρεμης διάνοιας… Αποκτώντας ηρεμία (η ψυχή) με τη μελωδία των ψαλμικών λόγων, λησμονεί τα πάθη και βλέπει με χαρά στο εν Χριστώ φρόνημα, έχοντας τις άριστες σκέψεις» (ΑθανάσιοςΜέγαςΕΠΕ5.65). «Το Άγιο Πνεύμα…ανέμιξε με τις αλήθειες της πίστης την τέρψη της μελωδίας, ώστε να δεχόμαστε χωρίς αντίδραση την ωφέλεια των λόγων που θα ακούγονται γλυκά και απαλά. Έτσι και οι σοφοί γιατροί προσφέρουν και τα πικρότερα φάρμακα να τα πιουν δύσκολοι ασθενείς αλείφοντας πολλές φορές το ποτήρι ολόγυρα με μέλι…Αν κανείς αρχίσει να λέει τους ψαλμούς… αμέσως φεύγει η αγριότητα από την ψυχή του, διότι την αποκοίμισε με τη μελωδία. – Ας ψάλλει η γλώσσα και ας ερευνά ο νους το νόημα, ώστε να ψάλλεις και με το πνεύμα και με το νου σου. – Δεν ψάλλει τον Κύριο εκείνος που προφέρει με το στόμα του τα λόγια του ψαλμού, αλλά όσοι αναπέμπουν ψαλμωδίες από καθαρή καρδιά και όσοι είναι όσιοι, δηλαδή διατηρούν την πίστη στο Θεό, αυτοί μπορούν να ψάλλουν το Θεό… (οι άλλοι) νομίζουν ότι ψάλλουν, στην πραγματικότητα όμως δεν ψάλλουν» (ΒασίλειοςΜέγας, ΕΠΕ5.15,129,143)]
Σῶσον ἡμᾶς, Υἱὲ Θεοῦ, ὁ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν [ή, ο εν αγίοις θαυμαστός], ψάλλοντάς σοι ἀλληλούϊα.
Σώσε μας, Υιέ του Θεού, που αναστήθηκες από τους νεκρούς, εμάς που σου ψάλλουμε· Αλληλούια (=υμνείτε τον Κύριο)
Στίχος: Μακάριος οὗ ὁ Θεὸς Ἰακὼβ βοηθὸς αὐτοῦ, ἡ ἐλπὶς αὐτοῦ ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτοῦ.
Ευτυχισμένος είναι εκείνος που έχει βοηθό του τον Θεό του Ιακώβ και έχει την ελπίδα στον Κύριο και Θεό του.
Σῶσον ἡμᾶς, Υἱὲ Θεοῦ, ὁ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν, ψάλλοντάς σοι ἀλληλούϊα.
Σώσε μας, Υιέ του Θεού, που αναστήθηκες από τους νεκρούς, εμάς που σου ψάλλουμε· Αλληλούια
Στίχος: Βασιλεύσει Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα, ὁ Θεός σου, Σιών, εἰς γενεὰν καὶ γενεάν
Ο Κύριος θα βασιλεύσει αιώνια, ο Θεός σου, Σιών [=Ιερουσαλήμ], (θα είναι Θεός) σ΄ όλες τις γενιές.
Σῶσον ἡμᾶς, Υἱὲ Θεοῦ, ὁ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν, ψάλλοντάς σοι ἀλληλούϊα.
Σώσε μας, Υιέ του Θεού, που αναστήθηκες από τους νεκρούς, εμάς που σου ψάλλουμε· Αλληλούια
Δόξα Πατρί καί Υἱῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι· καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Δόξα στον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα. Και τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες˙ αμήν.
[«Ο ύμνος «Ο Μονογενής…» δημιούργημα πιθανό του αυτοκράτορα Ιουστινιανού [το 528 μ.Χ Κ.Καλλίνικος, Ο Χριστιανικός Ναός…] από τον 6ο αιώνα» (Κογκούλη…)]
Ο λαός: Ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀθάνατος ὑπάρχων, καὶ καταδεξάμενος διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν σαρκωθῆναι ἐκ τῆς ἁγίας Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, άτρέπτως ἐνανθρωπήσας· σταυρωθείς τε, Χριστὲ ὁ Θεός, θανάτω θάνατον πατήσας· εἷς ὤν τῆς Ἁγίας Τρίαδος, συνδοξαζόμενος τῷ Πατρὶ καὶ τω Ἁγιῳ Πνεύματι, σῶσον ἡμᾶς.
Εσύ ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, που είσαι αθάνατος και καταδέχτηκες για τη δική μας σωτηρία να ενσαρκωθείς από την αγία Θεοτόκο και αειπάρθενη Μαρία και έγινες άνθρωπος χωρίς μετατροπή της θείας σου φύσης˙ και σταυρώθηκες, Χριστέ και Θεέ μας, και πάτησες με το θάνατό σου το θάνατο˙ συ που είσαι ένας από την αγία Τριάδα, και δοξάζεσαι μαζί με τον Πατέρα και το άγιο Πνεύμα, σώσε μας.
[ «Ένας γιατρός υπάρχει σαρκικός και πνευματικός, γεννημένος και αγέννητος, ο οποίος έγινε Θεός σαρκωμένος, ζωή αληθινή που θανατώθηκε, και από την Μαρία και από τον Θεό, πρώτα παθητός και συγχρόνως απαθής, ο Ιησούς Χριστός ο Κύριος μας» (ΙγνάτιοςΠρος Εφεσίους7,2)]
Διακ· Ἔτι καὶ ἔτι ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Πάλι και πάλι με ειρήνη ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
[ «Είναι μεγάλο όπλο η προσευχή, αν γίνεται με τη διάθεση που αρμόζει. – Η προσευχή δεν είναι τίποτα άλλο παρά διάλογος με το Θεό. – Τίποτα δεν είναι ισάξιο με την προσευχή – Όπως ακριβώς ποτέ δεν είναι άκαιρο να αναπνέει κάποιος, έτσι ούτε το να ζητάει, αλλά άκαιρο είναι το να μη ζητάει. Γιατί όπως ακριβώς έχουμε ανάγκη από την αναπνοή, έτσι έχουμε ανάγκη και τη βοήθειά του. – Είναι ανάγκη να προσεύχεται κανείς πάντοτε και ασταμάτητα. – Όπως για το σώμα φως είναι ο ήλιος, έτσι για την ψυχή η προσευχή. – Αν στερήσεις τον εαυτό σου από την προσευχή, είναι σαν να βγάζεις από τη θάλασσα το ψάρι» (Χρυσ.ΕΠΕ25.230 ·30.490·8Α40·10.58·27.448·31.180,190) ]
Λαός· Κύριε, ἐλέησον.
Διακ· Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.
Βοήθησε, σώσε, ελέησε και φύλαξέ μας, Θεέ μας, με τη χάρη σου.
Λαός·Κύριε, ἐλέησον.
[ «Ελέησέ με, Θεέ μου, λες και δείχνεις συμπεριφορά αντίθετη με το έλεος που ζητάς» (Χρυσ.ΕΠΕ8Α.326) ]
Διακ· Τῆς παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, δεσποίνης ἡμῶν, Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, μετὰ πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.
Αφού θυμηθούμε την πανάγια, την πάναγνη, υπερευλογημένη, ένδοξη δέσποινά μας, Θεοτόκο και αειπάρθενη Μαρία, μαζί με όλους τους αγίους, τους εαυτούς μας και τους άλλους και όλη μας τη ζωή ας αφήσουμε με εμπιστοσύνη στον Χριστό και Θεό.
Λαός· Σοί, Κύριε. Σε σένα, Κύριε
ΕΥΧΗ ΤΡΙΤΟΥ ΑΝΤΙΦΩΝΟΥ
Ἰερ·Ὁ τὰς κοινὰς ταύτας καὶ συμφώνους ἡμῖν χαρισάμενος προσευχάς, ὁ καὶ δυσὶ καὶ τρισὶ συμφωνοῦσιν ἐπὶ τῷ ὀνόματί σου τὰς αἰτήσεις παρέχειν ἐπαγγειλάμενος [«αν δύο από σας συμφωνήσουν στη γη για ένα πράγμα που θα ζητήσουν, ο ουράνιος Πατέρας μου θα τους το κάνει. Διότι όπου είναι συναγμένοι δύο ή τρεις στο όνομά μου, εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσά τους (Ματθ.18,19-20]· Αὐτὸς καὶ νῦν τῶν δούλων σου τὰ αἰτήματα πρὸς τὸ συμφέρον πλήρωσον, χορηγῶν ἡμῖν ἐν τῷ παρόντι αἰῶνι τὴν ἐπίγνωσιν τῆς σῆς ἀληθείας καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ζωὴν αἰώνιον χαριζόμενος.
Εσύ που μας χάρισες τις κοινές και ομόφωνες αυτές προσευχές, που υποσχέθηκες να εκπληρώνεις αυτά που ζητούν μονιασμένοι δύο και τρεις που συμφωνούν στο όνομά σου, εσύ ο ίδιος και τώρα εκπλήρωσε για το πνευματικό συμφέρον τα αιτήματα των δούλων σου, δίνοντάς μας στην παρούσα ζωή να καταλάβουμε την αλήθειά σου και χαρίζοντάς μας στο μέλλον αιώνια ζωή.
[ «Κανένας να μην πλανάται· εάν κάποιος δεν βρίσκεται μέσα στο θυσιαστήριο, στερείται τον άρτο του Θεού. Διότι εάν η προσευχή ενός και δύο έχει τόση δύναμη, πόσο μάλλον η προσευχή του επισκόπου και ολόκληρης της Εκκλησίας. Εκείνος λοιπόν που δεν έρχεται στη συνάθροιση, αυτός ήδη δείχνει υπερηφάνεια και ξεχωρίζει τον εαυτό του» (ΙγνάτιοςΕΠΕ81). «Αυτό που δεν κατορθώνει κανείς μόνος προσευχόμενος, αυτό θα το πάρει προσευχόμενος μαζί με το πλήθος. Γιατί; Διότι αν η προσωπική αρετή δεν έχει μεγάλη ισχύ, έχει όμως η ομοφωνία. – Είναι δυνατόν να προσευχηθείς και στο σπίτι σου, είναι αδύνατο όμως να προσευχηθείς έτσι, όπως προσεύχεσαι στην εκκλησία, όπου υπάρχει τόσο πλήθος πατέρων, όπου αναπέμπεται από όλους μαζί κοινή βοή προς το Θεό. Δεν εισακούεσαι τόσο πολύ παρακαλώντας μόνος σου τον Δεσπότη, όσο όταν μαζί με τους αδελφούς σου. Διότι εδώ υπάρχει κάτι το επιπλέον, όπως, δηλαδή, η ομόνοια, η συμφωνία, ο σύνδεσμος της αγάπης και οι ευχές των ιερέων… Άκουσε το Θεό που λέει ότι συγχωρεί το πλήθος όταν τον παρακαλεί με όλη την αγαθή διάθεση. Είναι μεγάλη η δύναμη της ομαδικής προσευχής» (Χρυσ.ΕΠΕ23.85·35.105,107). «Να γίνονται οι προσευχές με την ίδια φωνή και με συμφωνία των πιστών…με ομόφωνη συμφωνία του πλήθους. Έτσι ο Θεός εισακούει αμέσως τη δέηση. Διότι εάν κατά την υπόσχεση του Σωτήρος «αν δύο από σας συμφωνήσουν στη γη για ένα πράγμα που θα ζητήσουν, ο ουράνιος Πατέρας μου θα τους το κάνει» (Ματθ.18,19), τι θα συμβεί αν τόσοι πολλοί λαοί συνέλθουν μαζί και γίνει μία φωνή που θα απευθύνουν προς το Θεό το Αμήν;» (Αθανάσιος ΜέγαςΕΠΕ8.291). «Συναθροιζόμαστε και σχηματίζουμε ένα στρατό, για να πολιορκήσουμε το Θεό με τις προσευχές μας» (Τερτυλλιανός, Η Εκκλ.των Μαρτύρων, εκδ.Ζωή88) «UnusChristianus–nullusChristianus (ένας χριστιανός-κανένας χριστιανός) (Φλωρόφσκυ, Αγ.Γραφ.Εκκλ. Παραδ.81)]
Ὅτι ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς ὑπάρχεις καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Γιατί είσαι αγαθός και φιλάνθρωπος Θεός και σε σένα τη δοξολογία στέλνουμε, στον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.
Λαός· Ἀμήν.
Η ΜΙΚΡΗ ΕΙΣΟΔΟΣ Ή ΕΙΣΟΔΟΣ ΜΕ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
[ «Πρίν από τον 5ο αιώνα η έναρξη της θείας Λειτουργίας γινόταν με τη Μικρή Είσοδο. Τότε ο λειτουργός, ντυμένος με τα άμφια του και κρατώντας το ιερό Ευαγγέλιο, ξεκινούσε από το Σκευοφυλάκιο… και κατευθυνόταν πρός το ιερό Βήμα, όπου εισερχόταν για πρώτη φορά μετά την Έναρξη. Γι’ αυτό ο λειτουργός εύχεται ώστε μαζί με την είσοδό του σ’ αυτό να γίνει και είσοδος αγίων Αγγέλων» (Τρεμπέλας). «Οι όροι «μικρά» και «μεγάλη» είσοδος εμφανίζονται από τον 14ο αιώνα, γιατί η μεν πρώτη είσοδος του κλήρου και του λαού στο ναό έχασε σιγά-σιγά την αρχική λαμπρότητα της και το πρακτικό της νόημα και εξελίχθηκε σε απλή είσοδο του Ευαγγελίου, σ’ αντίθεση με την είσοδο των δώρων που ξεκίνησε με μια απλοϊκή μορφή… και στη συνέχεια απόκτησε τη μεγαλοπρέπεια και λαμπρότητα που έχει σήμερα… Προπορεύεται αναμμένη λαμπάδα, που συμβολίζει το «θείο φως», κατά τον Σωφρόνιο Ιεροσολ… «Η είσοδος του Ευαγγελίου φανερώνει την παρουσία και την είσοδο του Υιού του Θεού σ’ αυτόν τον κόσμο» (Γερμανός Κων/πόλεως)» (Κογκούλη…) ]
Διακ· Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Κύριε, ἐλέησον.
Ας παρακαλέσουμε τον Κύριο. Κύριε, ελέησέ μας.
ΕΥΧΗ ΤΗΣ ΕΙΣΟΔΟΥ ( 5 )
Ἰερ· Δέσποτα Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ καταστήσας ἐν οὐρανοῖς τάγματα καὶ στρατιὰς ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων εἰς λειτουργίαν τῆς σῆς δόξης, ποίησον σὺν τῇ εἰσόδῳ ἡμῶν εἴσοδον ἁγίων ἀγγέλων γενέσθαι, συλλειτουργούντων ἡμῖν καὶ συνδοξολογούντων τὴν σὴν ἀγαθότητα. Ὅτι πρέπει σοι πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Δέσποτα Κύριε και Θεέ μας, Εσύ που εγκατέστησες στους ουρανούς τάγματα και στρατιές αγγέλων και αρχαγγέλων για να υπηρετούν τη δόξα σου, κάνε τώρα, ώστε μαζί με την είσοδό μας [στο άγιό Σου θυσιαστήριο], να γίνει και είσοδος αγίων αγγέλων, οι οποίοι να λειτουργούν μαζί μας και να δοξάζουν μαζί μας την αγαθότητά σου. Γιατί αξίζει σε σένα κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, στον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες˙ αμήν.
[ «Διηγήθηκε ο αββάς Λεόντιος…Πήγα στην εκκλησία να μεταλάβω· μπαίνοντας μέσα είδα άγγελο να κάθεται στο δεξιό μέρος του θυσιαστηρίου και αφού μετάλαβα έφυγα για το κελλί μου. Άκουσα τότε μία φωνή να μου λέει. Από τότε που καθαγιάστηκε το θυσιαστήριο αυτό εγώ ανέλαβα να παραμένω σε αυτό» (ΛειμωνάριοΕΠΕ,σελ.27). «Πιστεύω ότι σε κάθε εκκλησία είναι άγγελοι προστάτες» (Γρηγ.ΘεολΕΠΕ2.259) ]
Διάκονος: Εὐλόγησον, Δέσποτα, τὴν ἁγίαν εἴσοδον. Ευλόγησε, δέσποτα, την αγία είσοδο [στο θυσιαστήριο].
Ἰερ· Εὐλογημένη ἡ εἴσοδος τῶν ἁγίων σου· πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν
Ευλογημένη να είναι η είσοδός μας [στα άγιά σου], τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες˙ αμήν.
O διάκονος υψώνοντας ( 6 ) το Ευαγγέλιο
[ «Ο άγιος Νικ. Καβάσιλας ερμηνεύει αλληγορικά την ύψωση αυτή του Ευαγγελίου λέγοντας ότι «ο ιερεύς… υψώνει το Ευαγγέλιο, συμβολίζοντας την ανάδειξη του Κυρίου, όταν άρχισε να παρουσιάζεται στον κόσμο» (Τρεμπέλας) ]
Διακ· Σοφία· ὀρθοί. Αυτή είναι η Σοφία του Θεού [το Ευαγγέλιο που υψώνεται]˙ όρθιοι [υποδεχτείτε την].
Εἶτα (=Έπειτα) ψάλλεται ὑπὸ πάντων τὸ Εἰσοδικόν ( 7 ).
Δεῦτε, προσκυνήσωμεν, καὶ προσπέσωμεν Χριστῷ. Σῶσον ἡμᾶς, Υἱέ Θεοῦ, ὁ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν (ἤ ὁ ἐν ἁγίοις θαυμαστὸς), ψάλλοντάς σοι· Ἀλληλούϊα.
Ελάτε να προσκυνήσουμε και να πέσουμε μπροστά στο Χριστό. Σώσε μας, Υιέ του Θεού, που αναστήθηκες από τους νεκρούς, εμάς που σου ψάλλουμε˙ Αλληλούια (=Αινείτε το Θεό).
ΜΕΤΑ ΨΑΛΛΟΝΤΑΙ ΤΑ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΝΤΑΚΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
Διακ· Tοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
Λαός· Κύριε, ἐλέησον.
ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΡΙΣΑΓΙΟΥ ΥΜΝΟΥ
Ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος, ὁ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος, ὁ τρισαγίῳ φωνῇ ὑπὸ τῶν Σεραφὶμ ἀνυμνούμενος καὶ ὑπὸ τῶν Χερουβὶμ δοξολογούμενος καὶ ὑπὸ πάσης ἐπουρανίου δυνάμεως προσκυνούμενος·
Συ ο Θεός, ο άγιος, που αναπαύεσαι στους αγίους, που με τρισάγια φωνή σε υμνούν τα Σεραφίμ, σε δοξολογούν τα Χερουβίμ και σε προσκυνά κάθε επουράνια δύναμη˙
ὁ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγαγὼν τὰ σύμπαντα· ὁ κτίσας τὸν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα σὴν καὶ ὁμοίωσιν καὶ παντί σου χαρίσματι κατακοσμήσας· ὁ διδοὺς αἰτοῦντι σοφίαν καὶ σύνεσιν καὶ μὴ παρορῶν ἁμαρτάνοντα, ἀλλὰ θέμενος ἐπὶ σωτηρίᾳ μετάνοιαν·
που από το μηδέν (την ανυπαρξία) έφερες στην ύπαρξη τα σύμπαντα˙ συ που έπλασες τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή σου και τον στόλισες μ’ όλα τα χαρίσματά Σου˙ που δίνεις, σ’ όποιον σου ζητάει, σοφία και σύνεση και δεν παραβλέπεις όποιον αμαρτάνει, αλλά έδωσες τη δυνατότητα της μετάνοιας για τη σωτηρία˙
ὁ καταξιώσας ἡμᾶς τοὺς ταπεινοὺς καὶ ἀναξίους δούλους σου καὶ ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ στῆναι κατενώπιον τῆς δόξης τοῦ ἁγίου σου θυσιαστηρίου καὶ τὴν ὀφειλομένην σοι προσκύνησιν καὶ δοξολογίαν προσάγειν· Αὐτός, Δέσποτα, πρόσδεξαι καὶ ἐκ στόματος ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν τὸν τρισάγιον ὕμνον καὶ ἐπίσκεψαι ἡμᾶς ἐν τῇ χρηστότητί σου.
εσύ που αξίωσες εμάς τους ταπεινούς και ανάξιους δούλους σου να σταθούμε και τούτη εδώ την ώρα μπροστά στην δόξα του αγίου σου θυσιαστηρίου και να προσφέρουμε την προσκύνηση και δοξολογία που σου οφείλουμε˙ Εσύ ο ίδιος, Δέσποτα, δέξου και από το δικό μας στόμα, από εμάς τους αμαρτωλούς, τον τρισάγιο ύμνο και επίσκεψέ μας με την αγαθότητά σου.
Συγχώρησον ἡμῖν πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καὶ ἀκούσιον· ἁγίασον ἡμῶν τὰς ψυχὰς καὶ τὰ σώματα· καὶ δὸς ἡμῖν ἐν ὁσιότητι λατρεύειν σοι πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς ἡμῶν· πρεσβείαις τῆς ἁγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων τῶν ἀπ’ αἰῶνός σοι εὐαρεστησάντων.
Συγχώρεσέ μας κάθε σφάλμα θελημένο και αθέλητο. Αγίασε τις ψυχές και τα σώματά μας και δώσε μας με ευσέβεια να σε λατρεύουμε όλες τις ημέρες της ζωής μας˙ με τις μεσιτείες της αγίας Θεοτόκου και όλων των αγίων που, από τότε που υπάρχει ο χρόνος, Σε ευχαρίστησαν με τη ζωή τους.
[ «Πώς αισθάνεται ο ορθόδοξος ενώπιον του Προσώπου του Θεανθρώπου Χριστού; Όλος παναμαρτωλός: αυτό είναι το αίσθημά του, η στάση του, ο τρόπος του, ο νους του, ο λόγος του, η συνείδησή του, η εξομολόγησή του, αυτός ο ίδιος ολόκληρος. Αυτό το αίσθημα της προσωπικής παναμαρτωλότητος ενώπιον του Γλυκυτάτου Κυρίου είναι η ψυχή της ψυχής του και η καρδιά της καρδιάς του» (αγ.ΙουστίνοςΠόποβιτς, Άνθρωπος&Θεάνθρωπος, 160) ]
Καὶ ἐκφωνεῖ·
Ὅτι ἅγιος εἶ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεί,
Γιατί είσαι άγιος, Θεέ μας και απευθύνουμε δοξολογία σε σένα, τον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε,
Ὁ Διάκονος στραφεὶς πρὸς τὸν Λαόν·
Καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Και στους ατέλειωτους αιώνες.
[ «Κάποτε, (διηγείται ο όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ (1759-1833)) λειτουργούσα τη Μ. Πέμπτη. Μετά τη μικρή είσοδο και τα αναγνώσματα, είπα…πλάι στο άγιο θυσιαστήριο την εκφώνηση: «Κύριε, σώσον τους ευσεβείς και επάκουσον ημών». Ύστερα βγήκα στην ωραία πύλη και υψώνοντας το οράριο προς το εκκλησίασμα, συμπλήρωσα την ευχή του Τρισαγίου ύμνου: «Και εις τους αιώνας των αιώνων». Τη στιγμή αυτή έλαμψε μπροστά μου ένα φως. Κοιτάζω προς τα εκεί και βλέπω τον Κύριο μας Ιησού Χριστό με τη μορφή του Υιού του ανθρώπου ν’ αστράφτει πιο πολύ κι απ’ τον ήλιο μέσα σε άπλετο φως. Τον τριγύριζαν σαν σμήνος από μέλισσες οι ουράνιες δυνάμεις των αγγέλων, αρχαγγέλων, χερουβείμ και σεραφείμ. Είχε μπει από τη δυτική πύλη και βαδίζοντας ανάερα στάθηκε απέναντι από τον άμβωνα. Υψώνοντας μάλιστα το χέρι Του ευλόγησε τους λειτουργούς και τους προσευχόμενους. Τέλος, μπήκε στη θέση που βρίσκεται η εικόνα Του, πλάι στην ωραία πύλη» (Ι.Μ.Παρακλήτου.53) ]
Λαός· Ἀμήν.
Έπειτα ψάλλει ὁ Λαὸς τὸν Τρισάγιον ὕμνον ( 8 )
[ «Ο ύμνος αυτός ονομάζεται Τρισάγιος εξαιτίας της τριπλής επαναλήψεως της λέξεως «άγιος», η οποία αναφέρεται προς τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Στα τρία αυτά πρόσωπα αναφέρονται και τα Σεραφείμ που στέκονται δίπλα στον ουράνιο θρόνο του Θεού και αναβοούν ασίγητα «άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ» (Ησαΐου 6, 2-3). Ο ύμνος αυτός εισήχθη στη λειτουργία με αφορμή κάποιον ισχυρό σεισμό στα χρόνια που αυτοκράτωρ ήταν ο Θεοδόσιος ο Μικρός (408-450μ.Χ.) και πατριάρχης ο Πρόκλος (434)» (Τρεμπέλας). «Ο ύμνος εμπνέεται και από τη φράση του ψαλμωδού, «ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν Θεόν, τὸν ἰσχυρόν, τὸν ζῶντα (Ψαλμ.41,3)» (Κογκούλη…). «Ο ύμνος υπήρξε, λέει η παράδοση, έμπνευση ενός παιδιού του λαού, το οποίο κατά την απειλή του σεισμού, κατά τη λιτανεία, αφού φωτίστηκε από ουράνιο άγγελο, μετέδωσε τον ύμνο στον άγ. Πρόκλο» (Κ.Καλλινίκου.σ.324) ]
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς (3 φορές).
Άγιος είσαι Θεέ (Πατέρα), Άγιος είσαι (Υιέ) Δυνατέ, Άγιο είσαι Αθάνατο (Πνεύμα)· (Αγία Τριάδα) ελέησέ μας (3 φορές).
Δόξα Πατρί καί Υἱῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι· καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Δόξα στον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα· και τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες˙ αμήν.
[ «το «Δόξα Πατρί καί Υἱῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι» πρώτος ο Αντιοχείας Φλαβιανός (381-404 μ.Χ) καθόρισε να αναμέλπεται εναντίον των αιρετικών» (Κ.Καλλίνικου Ο Χριστιανικός Ναός…,) «Αν πεις, στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, με πίστη, τα φέρνεις όλα εις πέρας»(Χρυσ.ΕΠΕ22.273) ]
Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. Άγιε Αθάνατε, ελέησέ μας.
Διακ· Δύναμις. Με δύναμη [ας το πούμε]
Λαός· Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς.
Άγιος είσαι Θεέ (Πατέρα), Άγιος είσαι (Υιέ) Δυνατέ, Άγιο είσαι Αθάνατο (Πνεύμα)· (Αγία Τριάδα) ελέησέ μας (γ’).
ΤΑ ΙΕΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
[ «Και κατά την ημέρα που λέγεται «του ηλίου» (=Κυριακή) γίνεται συνάθροιση … και διαβάζονται τα απομνημονεύματα των αποστόλων ή τα συγγράμματα των προφητών, όσο επιτρέπει ο χρόνος. Έπειτα, αφού παύσει ο αναγνώστης, ο προεστώς νουθετεί με λόγο» (ΙουστίνοςΕΠΕσ.193). «Ο απόστολος και αυτόπτης και υπουργός του Χριστού βοά κηρύσσων την βασιλείαν του Χριστού…· (το Ευαγγέλιο) είναι η παρουσία του Θεού ανάμεσά μας ως ανθρώπου αληθινού. Ο Θεός έρχεται και μιλά στη γλώσσα μας. Κι εμείς αυτόν που ακούμε και βλέπουμε τον αναγνωρίζουμε ως Σοφία και Λόγο του Θεού» (Γερμανός Κων/πολεως). «Οι Γραφές μας προετοιμάζουν και μας προκαθαρίζουν πριν από τον μεγάλο αγιασμό των μυστηρίων» (Νικ.Καβάσιλας)(Κογκούλη…). «Παρατηρεί πολύ σωστά ο ιερός Αυγουστίνος: Όποιες προφυλάξεις παίρνουμε κατά τη θεία μετάληψη προκειμένου να μην πέσει ποτέ από τα χείλη μας κάποιος μαργαρίτης, έστω και ελάχιστος, από το άχραντο Σώμα του Κυρίου, τέτοια προσοχή πρέπει να δείχνουμε ώστε να μην εκπέσει από τις καρδιές μας ούτε μια «κεραία» από τα θεία ρήματα» (Τρεμπέλας)]
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ Τρισαγίου, ὁ Ἀναγνώστης ἐκφωνεῖ τὸ Προκείμενον τοῦ Ἀποστόλου.
Διακ·Πρόσχωμεν. Ας προσέξουμε.
Ὁ Ἀναγνώστης τὸν στίχον τοῦ Προκειμένου ( 9 )
Διακ·Σοφία. Σοφία [είναι του Θεού όσα θα διαβαστούν]
Ὁ Ἀναγνώστης τὴν ἐπιγραφὴν τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος.
Διακ· Πρόσχωμεν. Ας προσέξουμε.
Ὁ Ἀναγνώστης διαβάζει τόν ἀποστολικόν ἀνάγνωσμα.
[ «Διαβάζονται επιστολές που έχουν έλθει από τον ουρανό… Αν έμπαινε κάποιος και έλεγε ότι είναι απεσταλμένος του επίγειου βασιλιά και ότι φέρνει επιστολή προς όλη την πόλη για μερικά πράγματα αναγκαία, άραγε δεν θα στρέφατε όλοι την προσοχή σας προς αυτόν; Άραγε δεν θα κάνατε πολλή ησυχία;… Ώστε τώρα που ήρθε από το Θεό και μιλά από τον ουρανό ο προφήτης κανείς δεν τον προσέχει; Ή μήπως δεν πιστεύετε ότι είναι από το Θεό αυτά που λέγονται; Αυτές είναι επιστολές που στάλθηκαν από το Θεό» (Χρυσ.ΕΠΕ23.63) ]
ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Ἰερ· Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα, τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.
Λάμψε μέσα στις καρδιές μας, φιλάνθρωπε Δέσποτα, της θεογνωσίας σου το καθαρό φως, και άνοιξε τα μάτια του νου μας, για να κατανοήσουμε τα ευαγγελικά σου διδάγματα.
Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες.
Βάλε μέσα μας και των αγίων σου εντολών το σεβασμό, ώστε, αφού κατανικήσουμε όλες τις σαρκικές επιθυμίες, να ζήσουμε πνευματική ζωή, σκεπτόμενοι και κάνοντας όλα όσα ευχαριστούν εσένα.
Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Γιατί εσύ είσαι ο φωτισμός των ψυχών και των σωμάτων μας, Χριστέ και Θεέ μας, και σε σένα τη δοξολογία απευθύνουμε, μαζί με τον άναρχο Πατέρα σου και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό σου Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες˙ Αμήν.
[ «Χρειάζεται και συνεχής προσευχή, ώστε να μπορέσουμε, έστω και λίγο, να εισδύσουμε στα θεία λόγια» (Χρυσ.ΕΠΕ13.28). «Πάντοτε να προσεύχεσαι στο Θεό για να φωτίσει το νου σου και να φανερώσει σε εσένα το νόημα των λόγων του, διότι πολλοί οδηγήθηκαν σε πλάνη επειδή εμπιστεύτηκαν στη σύνεσή τους, και ενώ ισχυρίζονταν ότι είναι σοφοί, κατάντησαν ανόητοι επειδή δεν καταλάβαιναν αυτά που είναι γραμμένα και έπεσαν σε βλασφημίες και οδηγήθηκαν στην απώλεια. Αν λοιπόν καθώς διαβάζεις συναντήσεις κάποια φράση δυσκολονόητη, πρόσεχε μήπως σε διδάξει ο Πονηρός να λες μέσα σου ότι «άλλο σημαίνει αυτή η φράση· διότι πώς μπορεί να σημαίνει αυτό;»· και τα παρόμοια… Και να λες στον Πονηρό: Φύγε από μπροστά μου σατανά» (ΕφραίμΣύρος,Δ173-5). «Η Αγ. Γραφή δε βρίσκεται στην ανάγνωση, αλλά στην κατανόηση» (αγ.Ιλαρίων). «Δεν θα πίστευα το Ευαγγέλιο, εάν δεν με παρακινούσε η αυθεντία της Εκκλησίας… Πίστεψα το Ευαγγέλιο καθ’ αυτό, επειδή καθοδηγήθηκα από κήρυκες της Εκκλησίας» (Αυγουστίνος) (Φλωρόφσκυ, Αγ.Γραφή, Εκκλ.9,126)]
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ Ἀποστόλου, λέγει ὁ Ἱερεὺς εὐλογῶν τὸν Ἀναγνώστην·
Εἰρήνη σοι. Να έχεις ειρήνη.
Και ψάλλεται το Αλληλουάριο ( 10 ) με τους στίχους του
Λαός· Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα.
Την ώρα αυτή γίνεται η ΘΥΜΙΑΣΗ με το θυμίαμα από την Ωραία Πύλη
[ «Λόγοι βεβαίως υγιεινοί προ πάντων υπήρξαν αυτοί που ώθησαν [την Έκκλησία να χρησιμοποιήσει το ΘΥΜΙΑΜΑ]. Οι κατακόμβες είχαν τις από τους τάφους αναθυμιάσεις, οι τοίχοι των υπογείων κρυπτών έσταζαν από υγρασίες. Και υπήρχε εδώ ανάγκη για κάποιο αντισηπτικό, ώστε να μετριάζεται ο μολυσμός του αέρα… Μυστικές εμηνείες του θυμιάματος: Ή από όλες βεβαίως προτιμότερη είναι η ανάταση του νου προς τα υψηλά… τον καιρό της προσευχής [όπως ανεβαίνει δηλ. το λιβάνι]. …Συμβολίζει επίσης «την χάρη του αγ. Πνεύματος» (Θεόδωρος Ανδίδων)… Θυμίζει τον αρωματισμό του Κυριακού σώματος και το λιβάνι των μάγων και τους λόγους του απ. Παύλου ότι αυτοί που πιστεύουν στο Χριστό είναι ευωδία Χριστού… «το θυμιατήρι δείχνει την ανθρωπότητα του Χριστού· η φωτιά τη θεότητα, ο ευώδης καπνός μηνύει την ευωδία του αγ. Πνεύματος που προπορεύεται» (Γερμανού Κων/πόλεως) (Κ.Καλλινίκου,147-149). «Τώρα όμως σκορπίζουμε στην εκκλησία θυμιάματα αισθητά, ενώ δεν ενδιαφερόμαστε και πολύ να καθαρίσουμε και να απομακρύνουμε τη νοητή ακαθαρσία» (Χρυσ.ΕΠΕ12.365)]
ΤΟ ΙΕΡΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
[«Στέλνουμε πριν από αυτό λαμπάδες εις ένδειξιν χαράς και ευφροσύνης» (άγ. Ιερώνυμος) «ώστε με τον τύπο του υλικού φωτός εκείνο το φως να υποδειχτεί, για το οποίο διαβάζουμε στο ψαλτήρι: λυχνάρι στα πόδια μου ο νόμος σου και φως στους δρόμους μου (Ψαλμ.118.105)»(ο.π.) (Κ.Καλλινίκου,152)]
Ἰερ· Σοφία. Ὀρθοί. Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου. Εἰρήνη πᾶσι.
Αυτή είναι η Σοφία του Θεού [το Ευαγγέλιο]˙ όρθιοι ας ακούσουμε το άγιο Ευαγγέλιο. Να έχετε όλοι ειρήνη.
[ «Αυτή είναι η στάση [η όρθια] αυτών που ικετεύουν. Αυτή είναι η στάση των δούλων, οι οποίοι ολόκληρο το νου τους έχουν προσηλωμένο στο νεύμα των κυρίων, για να είναι έτοιμοι να τρέξουν να τους υπηρετήσουν» (Νικ.ΚαβάσιλαςΕΠΕ,121)
Λαός·Καὶ τῷ πνεύματί σου. (Να έχει ειρήνη) Και το δικό σου πνεύμα.
Διακ· Ἐκ τοῦ κατὰ (Ματθαίον ἢ Μάρκον ἢ Λουκᾶν ἢ Ἰωάννην) ἁγίου Εὐαγγελίου τὸ ἀνάγνωσμα.
Από το (τάδε…) άγιο Ευαγγέλιο το ανάγνωσμα.
[ «Επειδή είναι τέσσερα τα σημεία του κόσμου…και τέσσερις οι διευθύνσεις των ανέμων και ακόμα η Εκκλησία έχει διασπαρεί σε όλη τη γη και στύλος της και στήριγμά της είναι το Ευαγγέλιο και το Πνεύμα, είναι φυσικό αυτή να έχει τέσσερεις στύλους… Ο Λόγος…μας έδωσε τετράμορφο το Ευαγγέλιο, που διέπεται από ένα Πνεύμα» (Ειρηναίος Λυών, Έλεγχος Γ11,8)]
Ἱερ· Πρόσχωμεν. Ας προσέξουμε.
Λαός· Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι ( 11 ). Δόξα σε σένα, Κύριε, δόξα σε σένα.
[ «Επειδή εσείς δεν ακούσατε τότε (που ο Χριστός ήταν στη γη), ακούτε τώρα όχι λιγότερο από τότε» (Χρυσ.PG56,273). «Μπήκε στην εκκλησία [ο αγ. Αντώνιος] και συνέπεσε τη στιγμή εκείνη να διαβάζεται το ευαγγέλιο· άκουσε τότε τον Κύριο να λέει στον πλούσιο: «αν θες να είσαι τέλειος πήγαινε πούλησε…». Ο δε Αντώνιος σαν να διαβάστηκε για αυτόν και μόνο το ευαγγελικό ανάγνωσμα, βγήκε αμέσως…και τα κτήματα που είχε τα χάρισε» (Αθανάσιος ΜέγαςΕΠΕ11.19) ]
Καὶ ἀναγινώσκει ὁ Διάκονος τὴν τεταγμένην περικοπὴν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Ἱερεὺς εὐλογῶν τὸν Διάκονον λέγει·
Ιερ· Εἰρήνη σοι. Ειρήνη σε σένα.
Λαός·Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι. Δόξα σε σένα, Κύριε, δόξα σε σένα.
ΙΕΡΟ ΚΗΡΥΓΜΑ
Η θέση του κηρύγματος κανονικά είναι μετά τα Αναγνώσματα.
[ «Αν δεν ανεχόμαστε να ακούμε τους λόγους για την αρετή, ποιος θα μπορέσει να μας πιστέψει ότι θα υπομείνουμε τους κόπους υπέρ της αρετής; Αν είμαστε τόσο βάναυσοι για την ακρόαση, από που θα γίνει φανερό ότι είμαστε διεγερμένοι για την πράξη; Αν το πιο εύκολο περιφρονήσουμε, πώς θα υποφέρουμε το πιο δύσκολο; – Ό,τι ακριβώς είναι η τροφή για το σώμα, αυτό είναι για την ψυχή η διδασκαλία των θείων λόγων. – Και αν ακόμη είσαι γεμάτος από κακά και αν ακόμα είσαι ακάθαρτος στην ψυχή, μην αποφύγεις να συχνάζεις εδώ. Ποιο το κέρδος, θα ρωτήσεις, αν δεν κάνω αυτά που ακούω; Δεν είναι μικρό το κέρδος εάν αναγνωρίζεις την αθλιότητά σου. Δεν είναι άχρηστος αυτός ο φόβος… Εάν αναστενάξεις μόνο, διότι δεν έκανες όσα άκουσες, θα φθάσεις κάποτε στην απόφαση να τα κάνεις» (Χρυσ. ΕΠΕ 26,371·35.373·13Α.479)
Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΤΕΝΗΣ ΙΚΕΣΙΑ ( 12 )
Εἶτα ὁ Διάκονος λέγει τὴν Μεγάλην Ἐκτενῆ, τοῦ Λαοῦ ἐπιλέγοντος εἰς ἑκάστην δέησιν τό· Κύριε, ἐλέησον (3).
Εἴπωμεν πάντες ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας ἡμῶν εἴπωμεν.
Ας πούμε όλοι, με όλη μας την ψυχή και μ’ όλο μας το νου, ας πούμε.
[ «Μπαίνουν πολλοί στην Εκκλησία, απευθύνουν στο Θεό άπειρους στίχους προσευχής, ύστερα βγαίνουν από το ναό και δεν ξέρουν τι είπαν. Τα χείλη κινούνται και η ακοή δεν ακούει. Εσύ δεν ακούς την προσευχή σου και θες να την ακούσει ο Θεός; Γονάτισα, λες· αλλά ο νους σου πετούσε έξω. Το σώμα σου ήταν μέσα στην Εκκλησία και η ψυχή σου έξω» (Χρυσ.ΕΠΕ33.468). «Αν κανείς βρίσκεται στην Ομόνοια κι έχει περιμαζωμένο το νου του, είναι σαν να βρίσκεται στον Άθωνα· κι αν κανείς βρίσκεται στον Άθωνα και δεν έχει περιμαζωμένο το νου του, είναι σαν να βρίσκεται στην Ομόνοια» (αγ. ΠορφύριοςΑνθολόγιο271). «Κάποτε σε μία γυναίκα που καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας ο νους της ήταν στις δουλειές του σπιτιού της, ο γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης από τη Δράμα της είπε: «Στην Εκκλησία τα ρούχα σου τα έβλεπα, μα εσένα δεν σε έβλεπα…» (Διονυς.ΤάτσηΝεονΓεροντικόν.σ.56ιστ»). «Είπε ο αββάς Θεόδωρος, ότι αν μας λογαριάσει ο Θεός τις αμέλειες κατά τις προσευχές και τις αφηρημάδες κατά τις ψαλμωδίες, δεν μπορούμε να σωθούμε» (ΕίπεΓέρων99γ) ]
Κύριε παντοκράτορ, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν, δεόμεθά σου, ἐπάκουσον καὶ ἐλέησον.
Κύριε παντοκράτορα (Εξουσιαστή των πάντων), Θεέ των πατέρων μας, σε παρακαλούμε, άκουσέ μας με προσοχή και ελέησέ μας.
Ἐλέησον ἡμᾶς, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, δεόμεθά σου, ἐπάκουσον καὶ ἐλέησον.
Ελέησέ μας, Θεέ μας, με τη μεγάλη σου ευσπλαχνία, σε παρακαλούμε, άκουσέ μας με προσοχή και ελέησέ μας.
[ «Σκέψου μία σπίθα που έπεσε στο πέλαγος· μήπως μπορεί να σταθεί ή να φανεί; Όσο αδύναμη είναι μία σπίθα μπροστά στο πέλαγος, τόσο είναι και η αμαρτία μπροστά στη φιλανθρωπία του Θεού· ή καλύτερα ούτε τόσο, αλλά πολύ περισσότερο, γιατί το πέλαγος έχει όρια, ενώ η φιλανθρωπία του Θεού είναι απεριόριστη» (Χρυσ.ΕΠΕ30.289) ]
Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (τοῦ δεῖνος).
Ακόμα παρακαλούμε για τον αρχιεπίσκοπό μας (τάδε).
Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, τῶν ἱερέων, ἱερομονάχων, ἱεροδιακόνων καὶ μοναχῶν, καὶ πάσης τῆς ἐν Χριστῷ ἡμῶν ἀδελφότητος.
Ακόμα παρακαλούμε για τους αδελφούς μας, τους ιερείς, ιερομόναχους, διακόνους και μοναχούς και για όλη τη χριστιανική μας αδελφότητα.
[ ««Σας μνημονεύω συνεχώς στις προσευχές μου (Ρωμ.1,9)». Αυτό είναι γνώρισμα της γνήσιας αγάπης. – [Λέει ο Χρυσόστομος στους πιστούς]. Πάρα πολύ πιστεύουμε, ότι όλα θα τα κατορθώσουμε, αν εσείς θελήσετε όλοι με μια ψυχή να υψώσετε τα χέρια σας προς το Θεό και να τον παρακαλέσετε για τη μικρότητά μας» (Χρυσ.ΕΠΕ16Β.350·23.79) ]
Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ ἐλέους, ζωῆς, εἰρήνης, ὑγείας, σωτηρίας, ἐπισκέψεως, συγχωρήσεως καὶ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ πάντων τῶν εὐσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων χριστιανῶν, τῶν κατοικούντων καὶ παρεπιδημούντων ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, τῶν ἐνοριτῶν, ἐπιτρόπων, συνδρομητῶν καὶ ἀφιερωτῶν τοῦ ἁγίου ναοῦ τούτου.
Ακόμα παρακαλούμε να χαρίζεις έλεος, ζωή, ειρήνη, υγεία, σωτηρία, φροντίδα, συγχώρεση και άφεση των αμαρτιών των δούλων του Θεού, όλων των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών που κατοικούν και παραμένουν σ’ αυτήν εδώ την πόλη, των ενοριτών, των επιτρόπων, όσων κάνουν προσφορές και αφιερώματα σε αυτόν τον άγιο ναό.
[ «Ο Θεός δεν έχει ανάγκη από χρυσά σκεύη, αλλά από ψυχές χρυσές. Δεν τα λέω αυτά για να σας εμποδίσω να κατασκευάζετε αφιερώματα στο Θεό, αλλά επειδή έχω την αξίωση μαζί με αυτά, και μάλιστα πριν από αυτά, να κάνετε ελεημοσύνη…Διότι ποια η ωφέλεια, όταν η τράπεζά του είναι γεμάτη από χρυσά ποτήρια, ενώ ο ίδιος πεθαίνει από την πείνα; Πρώτα δώσε να φάει και να χορτάσει αυτός που πεινά, και ύστερα στόλισε με αφθονία και την τράπεζά του. Κατασκευάζεις χρυσό ποτήριο και δεν προσφέρεις ένα ποτήρι κρύο νερό;…Μη παραβλέπεις τον αδελφό σου που υποφέρει, ενώ διακοσμείς τον οίκο του Θεού, διότι αυτός είναι ναός πιο σπουδαίος από αυτόν» (Χρυσ.ΕΠΕ11.65-67) ]
Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ τῶν μακαρίων καὶ ἀοιδίμων κτιτόρων τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας ταύτης, καὶ ὑπὲρ πάντων τῶν προαναπαυσαμένων πατέρων καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν, τῶν ἐνθάδε εὐσεβῶς κειμένων καὶ ἁπανταχοῦ ὀρθοδόξων.
Ακόμα παρακαλούμε για τους μακαριστούς και αλησμόνητους κτίτορες [όσους έκτισαν τον ναό] αυτής εδώ της εκκλησίας και για όλους τους πατέρες και αδελφούς μας, που έχουν πριν από μας αναπαυθεί και ταφεί εδώ με ευσέβεια και για τους ορθοδόξους οπουδήποτε και αν είναι θαμμένοι.
Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ τῶν καρποφορούντων καὶ καλλιεργούντων ἐν τῷ ἁγίῳ καὶ πανσέπτῳ ναῷ τούτῳ, κοπιώντων, ψαλλόντων καὶ ὑπὲρ τοῦ περιεστῶτος λαοῦ, τοῦ ἀπεκδεχομένου τὸ παρὰ σοῦ μέγα καὶ πλούσιον ἔλεος.
Ακόμα παρακαλούμε για εκείνους που προσφέρουν καρποφόρες υπηρεσίες στον ιερό και σεβαστό αυτό ναό, για κείνους που κοπιάζουν και για κείνους που ψέλνουν, και για όλο το λαό, που παρευρίσκεται και προσδοκά από σένα το μέγα και πλούσιο έλεος.
[«Η οικοδομή της εκκλησίας είναι ανάκτορα του Χριστού. – Τι είναι πιο ευχάριστο, πες μου, από την εδώ παραμονή; Αν λοιπόν έπρεπε να περνάμε όλη την ημέρα εδώ, τι πιο σεμνό, τι πιο ασφαλές, όπου υπάρχουν τόσοι αδελφοί, όπου το Άγιο Πνεύμα, όπου βρίσκεται στη μέση ο Ιησούς και ο Πατέρας; Ποια άλλη τέτοια συγκέντρωση ζητάς; – Η Εκκλησία είναι ανώτερη από την κιβωτό. Διότι η κιβωτός δεχόταν ζώα και τα διατηρούσε ζώα, ενώ η Εκκλησία παίρνει τα ζώα και τα μεταβάλλει… Μπήκε κάποιος εδώ μέσα γεράκι και βγαίνει περιστέρι· μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο, μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί, χωρίς να αλλάζει η φύση του, αλλά απομακρύνοντας από μέσα του την κακία» (Χρυσ.ΕΠΕ15.529·26.209·30.287)]
EYXH ΤΗΣ ΕΚΤΕΝΟΥΣ ΙΚΕΣΙΑΣ
Ἰερ· Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, τὴν ἐκτενῆ ταύτην ἱκεσίαν πρόσδεξαι παρὰ τῶν σῶν δούλων καὶ ἐλέησον ἡμᾶς κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου· καὶ τοὺς οἰκτιρμούς σου κατάπεμψον ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ πάντα τὸν λαόν σου, τὸν ἀπεκδεχόμενον τὸ παρὰ σοῦ μέγα καὶ πλούσιον ἔλεος.
Κύριε και Θεέ μας, αυτήν τη μεγάλη και θερμή ικεσία δέξου από τους δούλους σου και ελέησέ μας σύμφωνα με το αμέτρητο έλεός σου και στείλε την ευσπλαχνία σου σε εμάς και σε όλο το λαό σου, που προσδοκά από σένα το μεγάλο και πλούσιο έλεος.
Καὶ ἐκφωνεῖ·
Ὅτι ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς ὑπάρχεις, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Γιατί είσαι εύσπλαχνος και φιλάνθρωπος Θεός και τη δοξολογία απευθύνουμε σε σένα, τον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες,
Λαός· Ἀμήν.
Καὶ ἄρχεται ὁ Διάκονος τῆς δεήσεως ὑπὲρ τῶν Κατηχουμένων τοῦ Λαοῦ λέγοντος τὸ Κύριε, ἐλέησον.
ΔΕΗΣΕΙΣ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΚΑΤΗΧΟΥΜΕΝΩΝ [ Κατηχούμενοι: όσοι ετοιμάζονταν για την Βάπτιση]
Εὔξασθε οἱ κατηχούμενοι τῷ Κυρίῳ. Προσευχηθείτε οι κατηχούμενοι στον Κύριο.
Οἱ πιστοί, ὑπὲρ τῶν κατηχουμένων δεηθῶμεν.
Οι πιστοί, ας παρακαλέσουμε για τους κατηχούμενους.
Ἵνα ὁ Κύριος αὐτοὺς ἐλεήσῃ· Για να τους ελεήσει ο Κύριος.
Κατηχήσῃ αὐτοὺς τὸν λόγον τῆς ἀληθείας· Να τους κατηχήσει τον λόγο της αληθείας.
Ἀποκαλύψῃ αὐτοῖς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς δικαιοσύνης·
Να τους φανερώσει το ευαγγέλιο της δικαιοσύνης.
Ἑνώσῃ αὐτοὺς τῇ ἁγίᾳ αὐτοῦ Καθολικῇ καὶ Ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ·
Να τους ενώσει με την αγία του καθολική και αποστολική Εκκλησία.
Σῶσον, ἐλέησον, ἀντιλαβοῦ, καὶ διαφύλαξον αὐτούς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.
Σώσε, ελέησε. βοήθησε και προστάτευέ τους, Θεέ μας, με τη χάρη σου.
Οἱ κατηχούμενοι τὰς κεφαλὰς ὑμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνατε.
Οι κατηχούμενοι, σκύψτε τα κεφάλια σας στον Κύριο.
ΕΥΧΗ ΤΩΝ ΚΑΤΗΧΟΥΜΕΝΩΝ
Ἱερ· Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἐν ὑψηλοῖς κατοικῶν καὶ τὰ ταπεινὰ ἐφορῶν, ὁ τὴν σωτηρίαν τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων ἐξαποστείλας, τὸν μονογενῆ σου Υἱὸν καὶ Θεόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ἐπίβλεψον ἐπὶ τοὺς δούλους σου τοὺς κατηχουμένους, τοὺς ὑποκεκλικότας σοι τὸν ἑαυτῶν αὐχένα·
Κύριε και Θεέ μας, που κατοικείς στα ψηλά και επιβλέπεις τα ταπεινά, που τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους έστειλες, δηλαδή το μονογενή σου Υιό και Θεό, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, ρίξε τη ματιά σου στα παιδιά σου, τους κατηχούμενους, που έχουν υποκλίνει (σκύψει) το κεφάλι τους σε σένα
καὶ καταξίωσον αὐτοὺς ἐν καιρῷ εὐθέτῳ τοῦ λουτροῦ τῆς παλιγγενεσίας, τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τοῦ ἐνδύματος τῆς ἀφθαρσίας· ἕνωσον αὐτοὺς τῇ Ἁγίᾳ σου Καθολικῇ καὶ Ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ· καὶ συγκαταρίθμησον αὐτοὺς τῇ ἐκλεκτῇ σου ποίμνῃ.
Και αξίωσέ τους, στον κατάλληλο καιρό να πάρουν το λουτρό της αναγέννησής τους [το Βάπτισμα], την άφεση των αμαρτιών τους και τη στολή της άφθαρτης ζωής˙ ένωσέ τους με την αγία σου καθολική και αποστολική Εκκλησία και συναρίθμησέ τους στο διαλεχτό σου ποίμνιο.
[ «Ουδεμία σωτηρία υπάρχει εκτός της Εκκλησίας… Αυτός που δεν έχει την Εκκλησία ως Μητέρα του, ούτε τον Θεό μπορεί να έχει ως Πατέρα του. Όσο μπόρεσε να σωθεί από τον κατακλυσμό όποιος ήταν έξω από την κιβωτό, άλλο τόσο μπορεί να σωθεί όποιος είναι έξω από την Εκκλησία» (ΚυπριανόςΚαρχηδόνος,επιστ.73,21, Περί της ενότητος,κεφ.6). «Εκτός της Εκκλησίας είναι δυνατόν να έχει κάποιος τα πάντα πλην της σωτηρίας» (αγ.Αυγουστίνος,PL 43,695). «Τίποτα δεν είναι ισχυρότερο από την Εκκλησία. Η ελπίδα σου είναι η Εκκλησία, η σωτηρία σου είναι η Εκκλησία, το καταφύγιό σου είναι η Εκκλησία» (Χρυσ.ΕΠΕ33,124). «Η Εκκλησία είναι σαν ένα καράβι. Όταν μπεις στο καράβι, και να ξεχαστείς, και να νυστάξεις, και να κοιμηθείς, αυτό σε πάει. Θα σε βγάλει απέναντι. Αρκεί να μπεις μέσα» (οσ. Παΐσιος,Χαριτωμένες Διδ.40)]
Καὶ ἐκφωνεῖ·
Ἵνα καὶ αὐτοὶ σὺν ἡμῖν δοξάζωσι τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομά σου, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Για να δοξάζουν κι αυτοί μαζί μας το τιμημένο και μεγαλόπρεπο όνομά σου, του Πατέρα και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.
Λαός·Ἀμήν.
Διακ· Ὅσοι κατηχούμενοι προέλθετε· οἱ κατηχούμενοι προέλθετε. Ὅσοι κατηχούμενοι προέλθετε· μή τις τῶν κατηχουμένων.
Όσοι είστε κατηχούμενοι να βγείτε από το ναό˙ οι κατηχούμενοι να βγείτε.
Όσοι είστε κατηχούμενοι να αναχωρήσετε˙ κανένας να μη μείνει πλέον εδώ από τους κατηχούμενους.
ΔΕΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ
Διακ· Ὅσοι πιστοί ( 13 ), ἔτι καὶ ἔτι ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Όσοι είμαστε πιστοί, πάλι και πάλι με ειρήνη ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
ΛαόςΚύριε, ελέησον.
Διακ· Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.
Βοήθησε, σώσε, ελέησε και προστάτεψέ μας, Θεέ μας, με τη χάρη σου.
Λαός· Κύριε, ἐλέησον.
Διακ· Σοφία. (Σε επικαλούμαστε, Θεέ μας, εσένα που είσαι η Σοφία).
ΠΡΩΤΗ ΕΥΧΗ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ
Ἱερ· Εὐχαριστοῦμέν σοι, Κύριε ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, τῷ καταξιώσαντι ἡμᾶς παραστῆναι καὶ νῦν τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ καὶ προσπεσεῖν τοῖς οἰκτιρμοῖς σου ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων.
Σε ευχαριστούμε, Κύριε και Θεέ των δυνάμεων [των αγγελικών], που μας καταξίωσες να σταθούμε και τώρα μπροστά στο άγιο θυσιαστήριό σου και να προσπέσουμε ταπεινά στην ευσπλαχνία σου, για τα δικά μας αμαρτήματα [των ιερέων] και για όσες παραβάσεις ο λαός έκανε από άγνοια.
Πρόσδεξαι, ὁ Θεός, τὴν δέησιν ἡμῶν· ποίησον ἡμᾶς ἀξίους γενέσθαι τοῦ προσφέρειν σοι δεήσεις καὶ ἱκεσίας καὶ θυσίας ἀναιμάκτους ὑπὲρ παντὸς τοῦ λαοῦ σου· καὶ ἱκάνωσον ἡμᾶς, οὓς ἔθου εἰς τὴν διακονίαν σου ταύτην, ἐν τῇ δυνάμει τοῦ Πνεύματός σου τοῦ Ἁγίου,
Δέξου, Θεέ, τη δέησή μας· κάνε μας να γίνουμε άξιοι να σου προσφέρουμε δεήσεις και ικεσίες και αναίμακτες θυσίες, για όλο το λαό σου· και κάνε μας ικανούς, εμάς που έβαλες σ’ αυτήν εδώ τη διακονία σου, με τη δύναμη του αγίου σου Πνεύματος,
ἀκαταγνώστως καὶ ἀπροσκόπτως, ἐν καθαρῷ τῷ μαρτυρίῳ τῆς συνειδήσεως ἡμῶν, ἐπικαλεῖσθαί σε ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ, ἵνα, εἰσακούων ἡμῶν, ἵλεως ἡμῖν εἴης ἐν τῷ πλήθει τῆς σῆς ἀγαθότητος.
ακατάκριτα και ανεμπόδιστα, με καθαρή τη μαρτυρία της συνείδησής μας να σε επικαλούμαστε σε κάθε στιγμή και τόπο, ώστε, εισακούοντάς μας, να είσαι σπλαχνικός με εμάς, σύμφωνα με τη μεγάλη σου αγαθότητα.
[«Με τον τρόπο της ζωής σου ανέβα· μέσω της κάθαρσης απόκτησε το καθαρό. Θέλεις κάποτε να γίνεις θεολόγος και άξιος της θεότητας; Φύλαγε τις εντολές· με τα προστάγματα του Θεού βάδισε το δρόμο· διότι η πράξη είναι το υπόβαθρο της θεωρίας» (Γρηγ.Θεολ.PG35,1080). «Έλεγαν για τον αββά Ποιμένα, ότι, όταν επρόκειτο να έλθει σε σύναξη, καθόταν μόνος του, εξετάζοντας τους λογισμούς του, κάπου μία ώρα. Και κατόπιν έβγαινε» (Είπε Γέρων,199)]
Καὶ ἐκφωνεῖ·
Ὅτι πρέπει σοι πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Γιατί σε σένα πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, στον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.
Λαός· Ἀμήν.
Διακ· Ἔτι καὶ ἔτι ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Πάλι και πάλι με ειρήνη ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
[ «Πολλές φορές ο Θεός παρέχει την ευσπλαχνία του σε πλήθος ανθρώπων που τον ικετεύουν με ομόνοια και ομόφωνη προσευχή» (Χρυσ.ΕΠΕ19.56) ]
Λαός· Κύριε, ἐλέησον.
Διακ· Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.
Βοήθησε, σώσε, ελέησε, και προστάτεψε μας, Θεέ μας, με τη χάρη σου.
Λαός· Κύριε, ἐλέησον.
Διακ· Σοφία. (Σε επικαλούμαστε, Θεέ μας, εσένα που είσαι η Σοφία).
ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΥΧΗ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ
Ἱερ·Πάλιν καὶ πολλάκις σοὶ προσπίπτομεν καὶ σοῦ δεόμεθα, ἀγαθὲ καὶ φιλάνθρωπε, ὅπως, ἐπιβλέψας ἐπὶ τὴν δέησιν ἡμῶν, καθαρίσῃς ἡμῶν τὰς ψυχὰς καὶ τὰ σώματα ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος· (Β Κορινθ.7,1:καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος)
Πάλι και πολλές φορές πέφτουμε μπροστά σου και σε παρακαλούμε, αγαθέ και φιλάνθρωπε, αφού προσέξεις την προσευχή μας, να καθαρίσεις τις ψυχές μας και τα σώματα από κάθε μολυσμό σαρκικό και πνευματικό,
καὶ δῴης ἡμῖν ἀνένοχον καὶ ἀκατάκριτον τὴν παράστασιν τοῦ ἁγίου σου θυσιαστηρίου. Χάρισαι δέ, ὁ Θεός, καὶ τοῖς συνευχομένοις ἡμῖν προκοπὴν βίου καὶ πίστεως καὶ συνέσεως πνευματικῆς·
και να μας αξιώσεις χωρίς ενοχή και χωρίς κατάκριση να σταθούμε μπροστά στο άγιο θυσιαστήριό σου. Χάρισε ακόμα, Θεέ μας, και σ’ αυτούς που προσεύχονται μαζί μας προκοπή στη ζωή και στην πίστη και σύνεση πνευματική.
δὸς αὐτοῖς πάντοτε, μετὰ φόβου καὶ ἀγάπης λατρεύειν σοι, ἀνενόχως καὶ ἀκατακρίτως μετέχειν τῶν ἁγίων σου μυστηρίων καὶ τῆς ἐπουρανίου σου βασιλείας ἀξιωθῆναι.
Δώσε σε αυτούς να σε λατρεύουν πάντοτε με σεβασμό και αγάπη, να κοινωνούν τα άγια μυστήριά σου χωρίς ενοχή και χωρίς κατάκριση και να αξιωθούν την ουράνιά σου βασιλεία.
[ «Φρικτά όντως τα μυστήρια της Εκκλησίας, φρικτό όντως το θυσιαστήριο… Από την τράπεζα αυτή αναβλύζει πηγή, που χύνει πνευματικούς ποταμούς» (Χρυσ.ΕΠΕ13.583) ]
Καὶ ἐκφωνεῖ·
Ὅπως ὑπὸ τοῦ κράτους σου πάντοτε φυλαττόμενοι σοὶ δόξαν ἀναπέμπωμεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Για να φυλαγόμαστε πάντοτε κάτω από την προστασία της δύναμής σου, και να δοξολογούμε εσένα, τον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.
Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΙΣΟΔΟΣ Ή ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΙΜΙΩΝ ΔΩΡΩΝ ( 14 )
[ «Η είσοδος εδώ δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μεταφορά των δώρων από την πρόθεση στο θυσιαστήριο, την Αγία Τράπεζα. Η πράξη αυτή αρχικά ήταν απλή. Γινόταν μόνο από τους διακόνους, τους οποίους περίμενε στο θυσιαστήριο ο επίσκοπος. Από τον 6ο αιώνα η μεταφορά έγινε επισημότερη και μεγαλοπρεπέστερη, αφού συμμετείχαν οι ιερείς ακόμη και ο αυτοκράτορας. Η επισημότητα αυτή έδωσε το χαρακτηρισμό «μεγάλη»… Η μεταφορά των δώρων από την αγία πρόθεση «και η τούτων προς το θυσιαστήριον είσοδος, κατά τον χερουβικόν, την από Βηθανίας προς την Ιερουσαλήμ δηλοί του Κυρίου εισέλευσιν», λέει ο Θεόδωρος Ανδίδων. Και ο Σωφρόνιος Ιεροσολύμων υπογραμμίζει πώς «τα άγια από της προθέσεως έως του θυσιαστηρίου προέρχονται, εις τύπον της του κόσμου διαγωγής του Χριστού έως της ταφής αυτού»… Η μεγάλη είσοδος είναι τύπος, σύμβολο της πορείας του Χριστού προς το πάθος» (Κογκούλη…), «συμβολίζει «τη συντελεσμένη αναπαράσταση του σταυρικού πάθους του Κυρίου, έτσι ώστε να μπορούμε να αντιληφθούμε τον Κύριο σαν να κείτεται μέσα στον τάφο μετά από το πάθος Του. Γι αυτό και οι λειτουργοί που απλώνουν τα ιερά υφάσματα πάνω στο Θυσιαστήριο αναπαριστούν συμβολικά την σινδόνα της ταφής του Κυρίου» (Θεόδωρος Μοψουεστίας)» (Τρεμπέλας) ]
Λαός· Ἀμήν.
Ο ΧΕΡΟΥΒΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ
[ «Ο χερουβικός ύμνος μπήκε στη θεία λειτουργία τον 6ο αιώνα (573-4 [επί Ιουστίνου του Β΄]), για να καλύψει το χρόνο προετοιμασίας του ιερέα για την είσοδο… Ο ύμνος αρχικά ψαλλόταν τρεις φορές και είναι εμπνευσμένος από τον 23ο ψαλμό «Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής…), στον οποίο υπάρχει ο στίχος «Άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών, και επάρθητε, πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης» (στιχ. 7). Ο ψαλμός αυτός είναι το πιο παλιό χερουβικό» (Κογκούλη…) ]
Οἱ τὰ Χερουβὶμ μυστικῶς εἰκονίζοντες καὶ τῇ ζωοποιῷ Τριάδι τὸν τρισάγιον ὕμνον προσᾴδοντες, πᾶσαν νῦν (η γραφή: «την», δεν είναι η πιο σωστή) βιοτικὴν ἀποθώμεθα μέριμναν. Ὡς τὸν Βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι …
Εμείς που εικονίζουμε τα Χερουβίμ με τρόπο μυστικό [αόρατο] και στην Τριάδα, που δίνει ζωή στα πάντα, ψάλλουμε τον τρισάγιο ύμνο, ας αφήσουμε τώρα κατά μέρος κάθε φροντίδα (έγνοια) της καθημερινής ζωής, για να υποδεχτούμε τον Βασιλιά των όλων…
[«Παλαιότερα τα σπίτια ήταν εκκλησίες, σήμερα όμως η εκκλησία κατάντησε σπίτι. Και τότε δεν ήταν δυνατόν να αναφέρει κανείς μέσα στο σπίτι τίποτα το υλικό, σήμερα όμως δεν υπάρχει τίποτα το πνευματικό που να μπορεί να το αναφέρει μέσα στην εκκλησία, αλλά και εδώ μέσα έχετε εισαγάγει τις συζητήσεις της αγοράς. – Εισερχόμενοι εδώ εισερχόμαστε στον ουρανό. Δεν εννοώ τον τόπο, αλλά την διάθεση, διότι είναι δυνατόν και ενώ βρίσκεσαι στη γη, να στέκεσαι στον ουρανό και να φαντάζεσαι όσα υπάρχουν εκεί και να ακούς όσα προέρχονται από εκεί. Ας μην αφήνει λοιπόν κανείς να παρεισφρύουν στον ουρανό τα επίγεια. Κανείς ας μη φροντίζει για τα οικιακά του, ενώ βρίσκεται εδώ» (Χρυσ.ΕΠΕ10.407·12.463). «Βλέποντας κάποιον να παρακολουθεί την ψαλμωδία με συναίσθηση της καρδιάς…και που έδειχνε…με το ύφος του σαν να συζητούσε με κάποιον, τον ρώτησα…Συνηθίζω (απάντησε), πάτερ Ιωάννη, να συγκεντρώνω από την αρχή της ακολουθίας τους λογισμούς και το νου μαζί με όλη την ψυχή μου, και αφού τους συγκεντρώσω, φωνάζω δυνατά προς αυτούς· Ελάτε να προσκυνήσουμε και να παρακαλέσουμε γονατιστοί το Χριστό, το βασιλιά και Θεό μας» (Κλίμαξ.ΕΠΕ,111-113)]
[[[ ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΧΕΡΟΥΒΙΚΟΥ ΥΜΝΟΥ [«Αφορά μόνο τον ιερέα…Προήλθε από την αλεξανδρινή λειτουργία του αγ. Γρηγορίου (γύρω στον 8ο αιώνα)» (Κογκούλη…)]
Ἱερ·Οὐδεὶς ἄξιος τῶν συνδεδεμένων ταῖς σαρκικαῖς ἐπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς προσέρχεσθαι ἢ προσεγγίζειν ἢ λειτουργεῖν σοι, Βασιλεῦ τῆς δόξης· τὸ γὰρ διακονεῖν σοι μέγα καὶ φοβερὸν καὶ αὐταῖς ταῖς ἐπουρανίαις δυνάμεσιν. Ἀλλ’ ὅμως, διὰ τὴν ἄφατον καὶ ἀμέτρητόν σου φιλανθρωπίαν, ἀτρέπτως καὶ ἀναλλοιώτως γέγονας ἄνθρωπος καὶ ἀρχιερεὺς ἡμῶν ἐχρημάτισας καὶ τῆς λειτουργικῆς ταύτης καὶ ἀναιμάκτου θυσίας τὴν ἱερουργίαν παρέδωκας ἡμῖν, ὡς Δεσπότης τῶν ἁπάντων.
Κανένας από τους συνδεδεμένους με τις σαρκικές επιθυμίες και ηδονές δεν είναι άξιος να έρχεται μπροστά σου ή να σε πλησιάζει ή να σε υπηρετεί, Βασιλιά της δόξας. Γιατί το να σε υπηρετεί κανείς, είναι μεγάλο και φοβερό και σ’ αυτές ακόμα τις επουράνιες δυνάμεις. Αλλ’ όμως, από την ανέκφραστη και αμέτρητη φιλανθρωπία σου, έγινες άνθρωπος χωρίς μεταβληθεί και να αλλοιωθεί η θεία σου φύση, και έγινες αρχιερέας μας, και αυτήν εδώ τη λειτουργία και ιερουργία της χωρίς αίμα θυσίας, παρέδωσες σε μας ως Κύριος των όλων.
Σὺ γὰρ μόνος, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, δεσπόζεις τῶν ἐπουρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων, ὁ ἐπὶ θρόνου Χερουβικοῦ ἐποχούμενος, ὁ τῶν Σεραφὶμ Κύριος καὶ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ὁ μόνος ἅγιος καὶ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος. Σὲ τοίνυν δυσωπῶ τὸν μόνον ἀγαθὸν καὶ εὐήκοον· ἐπίβλεψον ἐπ’ ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ ἀχρεῖον δοῦλόν σου καὶ καθάρισόν μου τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν ἀπὸ συνειδήσεως πονηρᾶς καὶ ἱκάνωσόν με τῇ δυνάμει τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, ἐνδεδυμένον τὴν τῆς ἱερατείας χάριν, παραστῆναι τῇ ἁγίᾳ σου ταύτῃ τραπέζῃ καὶ ἱερουργῆσαι τὸ ἅγιον καὶ ἄχραντόν σου σῶμα καὶ τὸ τίμιον αἷμα.
Γιατί εσύ μόνος, Κύριε και Θεέ μας, εξουσιάζεις τα επουράνια και τα επίγεια, εσύ που κάθεσαι πάνω σε θρόνο χερουβικό, ο Κύριος των Σεραφίμ και βασιλιάς του Ισραήλ [της Εκκλησίας], ο μόνος άγιος που βρίσκεις ανάπαυση στους αγίους. Εσένα λοιπόν θερμά παρακαλώ τον μόνο αγαθό και πρόθυμο να ακούσει. Ρίξε το βλέμμα σου επάνω σ’ εμένα τον αμαρτωλό και τιποτένιο δούλο σου, και καθάρισε την ψυχή και την καρδιά μου από κάθε τι πονηρό στη συνείδησή μου· και με τη δύναμη του Αγίου σου Πνεύματος κάνε με ικανό, εμένα που έχω ντυθεί τη χάρη της ιερωσύνης, να σταθώ μπροστά σ’ αυτήν εδώ την αγία σου Τράπεζα και να ιερουργήσω το άγιο και άχραντο σώμα σου και το τίμιο αίμα σου.
Σοὶ γὰρ προσέρχομαι, κλίνας τὸν ἐμαυτοῦ αὐχένα, καὶ δέομαί σου· Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ’ ἐμοῦ, μηδὲ ἀποδοκιμάσῃς με ἐκ παίδων σου, ἀλλ’ ἀξίωσον προσενεχθῆναί σοι ὑπ’ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ ἀναξίου δούλου σου τὰ δῶρα ταῦτα. Σὺ γὰρ εἶ ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος καὶ διαδιδόμενος, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Γιατί σε σένα έρχομαι, σκύβοντας το κεφάλι μου και σε παρακαλώ· μη μου γυρίσεις το πρόσωπό σου και μη με αποδοκιμάσεις από τα παιδιά σου, αλλά αξίωσέ με να σου προσφέρω εγώ ο αμαρτωλός και ανάξιος δούλος σου τα δώρα αυτά. Γιατί εσύ είσαι εκείνος που προσφέρεις και προσφέρεσαι, που δέχεσαι τα δώρα και που ο ίδιος μοιράζεσαι, Χριστέ και Θεέ μας, κι εμείς εσένα δοξάζουμε μαζί με τον άναρχο Πατέρα σου και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό σου Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.Αμήν [ «Η χάρη είναι που ενεργεί τα πάντα…Ο ιερέας δανείζει τη γλώσσα του και προσφέρει το χέρι του. – Όλους μεν (τους ιερείς) δεν τους εκλέγει ο Θεός. Όλους όμως τους χειροτονεί και μέσω όλων ενεργεί, παρόλο που οι ίδιοι είναι ανάξιοι. Και το κάνει αυτό για να σωθεί ο λαός» (Χρυσ.ΕΠΕ14,716·23,492). «Μόνο να είναι (ο ιερέας) ένας από τους αναγνωρισμένους και όχι από τους επισήμως καταδικασμένους μήτε ξένος με την Εκκλησία… Μην κρίνεις τους κριτές συ που έχεις ανάγκη θεραπείας…Τι σημασία έχει αν η σφραγίδα είναι από σίδερο ή χρυσό, αφού είναι το ίδιο; Η διαφορά υπάρχει στο υλικό και όχι στο αποτύπωμα. Έτσι να βλέπεις τον κάθε ιερέα» (Γρηγ.Θεολ.ΕΠΕ4.333,335). «Εάν έβλεπαν οι άνθρωποι με ποια δόξα λειτουργεί ο ιερέας, θα έπεφταν καταγής μπροστά στο όραμα αυτό. Και αν ο ίδιος ο ιερέας έβλεπε τον εαυτό του, σε ποια ουράνια δόξα βρίσκεται κατά την τέλεση του λειτουργήματός του, τότε θα γινόταν μεγάλος ασκητής και θα αγωνιζόταν να μην θλίψει με τίποτα τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που ζει μέσα του» (Αγ Σιλουανός,507] ]]]
Ὅταν δὲ ὁ Λαὸς εἴπῃ τὰς λέξεις Ὡς τὸν Βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι, ἐξέρχονται διὰ τῆς βορείου Πύλης
[ «Η πομπή παλιά γινόταν σιωπηλά. Αργότερα οι λειτουργοί έλεγαν διάφορα τροπάρια και ψαλμούς (τον 50ο και τον 23ο) και από τον 12ο αιώνα μπήκε η φράση που ακούγεται και σήμερα «Πάντων υμών μνησθείη Κύριος ο Θεός…». Λεγόταν μεγαλόφωνα από τον ιερέα και από τον διάκονο και μάλιστα πολλές φορές και όχι μία» (Κογκούλη…) ]
Διακ· Πάντων ἡμῶν μνησθείη Κύριος ὁ Θεὸς ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ, πάντοτε· νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Όλους εμάς μακάρι να μας θυμηθεί ο Κύριος και Θεός μας στη βασίλεία του, τώρα και πάντοτε και στους ατελείωτους αιώνες.
Λαός· Ἀμήν.
Μετά μνημονεύει ο ιερέας από την Ωραία Πύλη και μετά
ψάλλεται τὸ
ΤΕΛΟΣ ΧΕΡΟΥΒΙΚΟΥ ΥΜΝΟΥ
Ταῖς ἀγγελικαῖς ἀοράτως δορυφορούμενον τάξεσιν. Ἀλληλούϊα. Ἀλληλούϊα. Ἀλληλούϊα.
[να υποδεχτούμε τον Βασιλιά των όλων] Ο οποίος αόρατα συνοδεύεται από τα αγγελικά τάγματα. Αλληλούϊα…
[ «Η απόθεση των αγίων στην αγία Τράπεζα αποτελεί μίμηση τη στιγμή εκείνη του στρωμένου ανωγείου, μετά από λίγο και της υψώσεως πάνω στο σταυρό, και στο τέλος εικονίζει την ταφή και την ανάσταση και την ανάληψη του Κυρίου (Θεοδώρου Ανδίδων)»(Κογκούλη…). «Όταν δεις τις θύρες του ιερού να σύρονται επάνω, τότε να θεωρήσεις ότι ανοίγει ο ουρανός και κατεβαίνουν οι άγγελοι» (Χρυσ.ΕΠΕ20,489). «Η Εκκλησία είναι τύπος και του νοητού και του αισθητού κόσμου· σύμβολο του νοητού κόσμου έχει το Ιερό, και του αισθητού το ναό» (Μάξιμος Ομολογ.ΕΠΕ14.143) ]
ΟΙ ΑΙΤΗΣΕΙΣ – ΤΑ ΠΛΗΡΩΤΙΚΑ
Διακ· Πληρώσωμεν τὴν δέησιν ἡμῶν τῷ Κυρίῳ.
Ας ολοκληρώσουμε την προσευχή μας προς τον Κύριο.
Ὑπὲρ τῶν προτεθέντων τιμίων δώρων τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Για τα τίμια δώρα, που τοποθετήθηκαν μπροστά μας [στην Αγία Τράπεζα], ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
[ «Όπως ακριβώς το ψωμί γίνεται με την ένωση πολλών κόκκων, έτσι ώστε πουθενά να μην φαίνονται οι κόκκοι, αλλά, ενώ υπάρχουν οι ίδιοι, να μη φαίνεται ότι είναι ξεχωριστοί λόγω της σύνδεσης· έτσι και εμείς ενωνόμαστε μεταξύ μας και με το Χριστό. Γιατί δεν τρέφεσαι εσύ από άλλο σώμα και ο άλλος από άλλο, αλλά από το ίδιο όλοι»(Χρυσ.ΕΠΕ18Α.87). «Όπως αυτό το κομμάτι του άρτου ήταν σκορπισμένο πάνω στα βουνά και αφού συγκεντρώθηκε έγινε ένα, έτσι να συγκεντρωθεί η Εκκλησία σου από τα πέρατα της γης στη βασιλεία σου» (Διδαχή12 Απ.ΕΠΕ1,21). «Όταν μιλώ για Χριστιανούς σε πληθυντικό, εννοώ έναν στον ένα Χριστό. Είστε επομένως πολλοί και παρ’ όλα αυτά ένας» (Αυγουστίνος,Φλωρόφσκυ,Αγ.Γραφή…89). «Φανερώνεται η Εκκλησία στα μυστήρια, όχι σαν σε σύμβολα, αλλά σαν τα μέλη που συνδέονται με την καρδιά» (Νικολ.ΚαβάσιλαςΕΠΕ190) ]
Ὑπὲρ τοῦ ἁγίου οἴκου τούτου καὶ τῶν μετὰ πίστεως, εὐλαβείας καὶ φόβου Θεοῦ εἰσιόντων ἐν αὐτῷ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Για τον άγιο αυτό ναό και για εκείνους που μπαίνουν σε αυτόν με πίστη, ευλάβεια και φόβο Θεού, ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
[«Ποιο λιμάνι είναι τέτοιο σαν την εκκλησία; Ποιος παράδεισος είναι τέτοιος όπως η δική μας η συγκέντρωση; Δεν υπάρχει εδώ το επίβουλο φίδι, αλλά ο Χριστός που μυσταγωγεί. – Λουτρό πνευματικό είναι τα εδώ, που με τη θερμότητα του Πνεύματος καθαρίζει κάθε βρωμιά. – Εκείνοι [που συνήθως απουσιάζουν] κι αν ακόμη παραβρεθούν κάποτε εδώ, ούτε και τότε είναι παρόντες, αλλά το μεν σώμα τους είναι στημένο εδώ, η σκέψη τους όμως περιπλανιέται έξω, ενώ εσείς και αν ακόμη κάποτε απουσιάσετε από εδώ και τότε είστε παρόντες· διότι το μεν σώμα σας βρίσκεται έξω, η σκέψη σας όμως είναι εδώ. – Τέτοια είναι η αγάπη. Εκείνος που αγαπάει δεν επιθυμεί να δει μόνο αυτόν που αγαπάει, αλλά και το σπίτι εκείνου μόνο, ή και την εξώπορτά του και όχι την εξώπορτα του σπιτιού μόνο αλλά και αυτό το στενό δρομάκι και τη συνοικία» (Χρυσ.30,285·26,451·35.221·26.447)]
Ὑπὲρ τοῦ ρυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καὶ ἀνάγκης τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Για να σωθούμε από κάθε θλίψη, οργή, κίνδυνο και ανάγκη ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.
Βοήθησε, σώσε, ελέησε και φύλαξέ μας, Θεέ μας, με τη χάρη σου.
Ὁ Λαὸς μετά από κάθε αίτημα· Παράσχου, Κύριε. (=Δώσε μας. Χάρισέ μας, Κύριε)
Τὴν ἡμέραν πᾶσαν, τελείαν, ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ ἀναμάρτητον παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα.
Όλη η ημέρα να είναι τέλεια, αγία, ειρηνική και αναμάρτητη ας ζητήσουμε από τον Κύριο.
[«Αυτή είναι η αληθινή και πραγματικά θεάρεστη λατρεία, η αυστηρή επιμέλεια της ψυχής με τις αρετές» (Μάξιμος Ομολογ.ΕΠΕ14Β.49)]
Ἄγγελον εἰρήνης, πιστὸν ὁδηγόν, φύλακα τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα.
Άγγελο ειρήνης, πιστό οδηγό, φύλακα των ψυχών και των σωμάτων μας, ας ζητήσουμε από τον Κύριο.
[«Γνωρίζω ότι δεν βλέπεις, άκου όμως ότι παντού παραβρίσκονται άγγελοι και μάλιστα στον οίκο του Θεού στέκονται δίπλα στο Βασιλιά και όλα είναι γεμάτα από τις ασώματες εκείνες δυνάμεις» (Χρυσ.ΕΠΕ24,581). «Προσφέροντας κάποτε θυσία στο Θεό [ο αββάς Αμμωνάς], είδε έναν άγγελο να κάθεται στα δεξιά του θυσιαστηρίου, που σημείωνε τους αδελφούς που έρχονταν στο Μυστήριο και έγραφε τα ονόματά τους σε βιβλίο. Επειδή κάποιοι από τους αδελφούς δεν πήγαν στη σύναξη, είδε τα ονόματά τους να σβήνονται» (Λαυσαϊκή Ιστ.ΕΠΕ,345). «Είδε ένας γέροντας έναν λαμπροφόρο να βγαίνει από το ιερό, κρατώντας ένα είδος κυπέλλου που περιείχε αγίασμα και μία λαβίδα· και βύθιζε τη λαβίδα στο κύπελλο και πέρναγε από όλους τους αδελφούς σφραγίζοντας τον καθένα τους…Τον ρώτησε μια μέρα ο γέρων… Εγώ είμαι άγγελος και διατάχθηκα να προσφέρω αυτή τη σφραγίδα στους ευρισκόμενους στην εκκλησία» (αββά Δωροθέου,ΕΠΕ12.481)]
Συγγνώμην καὶ ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τῶν πλημμελημάτων ἡμῶν παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα.
Συγγνώμη και άφεση των αμαρτιών και των σφαλμάτων μας ας ζητήσουμε από τον Κύριο.
[ «Την Κυριακή του Κυρίου αφού συγκεντρωθείτε, να προσφέρετε άρτο και να ευχαριστήσετε αφού προηγουμένως εξομολογηθείτε τα παραπτώματά σας, για να είναι η θυσία (προσφορά) σας καθαρή» (Διδαχή12ΑποστόλωνΕΠΕ27-29)]
Τὰ καλὰ καὶ συμφέροντα ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, καὶ εἰρήνην τῷ κόσμῳ παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα.
Όσα είναι καλά και συμφέρουν τις ψυχές μας και ειρήνη στον κόσμο ας ζητήσουμε από τον Κύριο.
[ «Για μας άλλη είναι η φύση των συμφερόντων, όχι αυτή που νομίζουν οι πολλοί… Πολλά από αυτά που μας συμφέρουν δεν τα ξέρουμε και ζητάμε όσα δεν μας συμφέρουν… Επειδή ζητάς πέτρα (αντί άρτου), δεν παίρνεις… μη ζητήσεις λοιπόν τίποτα κοσμικό, αλλά όλα πνευματικά και θα πάρεις σίγουρα» (Χρυσ.ΕΠΕ19,77·17,219·10,284). «Να συναθροίζεστε συχνά επιζητώντας αυτά που ανήκουν στις ψυχές σας» (Διδαχή 12 Απ.ΕΠΕ29) ]
Τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ μετανοίᾳ ἐκτελέσαι παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα.
Τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής μας να περάσουμε με ειρήνη και μετάνοια ας ζητήσουμε από τον Κύριο.
Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικά, καὶ καλὴν ἀπολογίαν τὴν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, αἰτησώμεθα.
Χριστιανικά να είναι τα τέλη της ζωής μας, χωρίς πόνους, χωρίς ντροπή, ειρηνικά και καλή απολογία μπροστά στο φοβερό βήμα (=δικαστικό θρόνο) του Χριστού ας ζητήσουμε από τον Κύριο.
[ «Κάποιος μου διηγήθηκε…ο ίδιος αξιώθηκε και το άκουσε ότι όσοι πρόκειται να φύγουν απ’ αυτόν τον κόσμο, αν αξιωθούν με καθαρή συνείδηση να μεταλάβουν τα μυστήρια, όταν πρόκειται να εκπνεύσουν την τελευταία τους πνοή, συνοδεύονται και μεταφέρονται από εδώ από αγγέλους, χάριν της θ. αυτής Κοινωνίας» (Χρυσ.ΕΠΕ28.269)]
Τῆς παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου δεσποίνης ἡμῶν, Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, μετὰ πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.
Αφού θυμηθούμε την πανάγια, την πάναγνη, υπερευλογημένη, ένδοξη δέσποινά μας, Θεοτόκο και αειπάρθενη Μαρία, μαζί με όλους τους αγίους, τους εαυτούς μας και τους άλλους και όλη μας τη ζωή ας αφήσουμε με εμπιστοσύνη στον Χριστό και Θεό.
Λαός· Σοί, Κύριε. Σε σένα Κύριε.
ΕΥΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗΣ( 15 )
Ἱερ· Κύριε ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ, ὁ μόνος ἅγιος, ὁ δεχόμενος θυσίαν αἰνέσεως παρὰ τῶν ἐπικαλουμένων σε ἐν ὅλῃ καρδίᾳ, πρόσδεξαι καὶ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν τὴν δέησιν καὶ προσάγαγε τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ·
Κύριε, Θεέ παντοκράτορα [=που εξουσιάζεις τα πάντα], εσύ που είσαι ο μόνος άγιος και δέχεσαι θυσία δοξολογίας απ’ όσους σε επικαλούνται με όλη τους την καρδιά, δέξου και από μας τους αμαρτωλούς τη δέηση και φέρε την στο ουράνιο και άγιο θυσιαστήριό σου˙
καὶ ἱκάνωσον ἡμᾶς προσενεγκεῖν σοι δῶρά τε καὶ θυσίας πνευματικὰς ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων.
και κάνε μας ικανούς να σου προσφέρουμε δώρα και θυσίες πνευματικές, για τα δικά μας αμαρτήματα και για του λαού τις παραβάσεις που έγιναν από άγνοια.
Καὶ καταξίωσον ἡμᾶς εὑρεῖν χάριν ἐνώπιόν σου, τοῦ γενέσθαι σοι εὐπρόσδεκτον τὴν θυσίαν ἡμῶν καὶ ἐπισκηνῶσαι τὸ Πνεῦμα τῆς χάριτός σου τὸ ἀγαθὸν ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα δῶρα ταῦτα καὶ ἐπὶ πάντα τὸν λαόν σου.
Και καταξίωσέ μας να βρούμε χάρη (εύνοια) ενώπιόν σου, ώστε να γίνει ευπρόσδεκτη σε σένα η θυσία μας και να έλθει και να μείνει παντοτινά το άγιο Πνεύμα της χάρης σου το αγαθό σε εμάς και σε αυτά τα τίμια δώρα που είναι εδώ μπροστά μας και σε όλο το λαό σου.
[ ««Δεν έχω παρρησία (θάρρος); Είμαι γεμάτος ντροπή, πώς μπορώ να παρουσιαστώ για να…παρακαλέσω;» λένε πολλοί αμαρτωλοί…άρρωστοι από διαβολική ευλάβεια. Δεν έχεις παρρησία; Γι’ αυτό πλησίασε, για να αποκτήσεις πολλή παρρησία…Ο Θεός είναι εκείνος που περισσότερο από σένα θέλει να σε απαλλάξει από τα λάθη…Δεν έχεις παρρησία; Γι’ αυτό θα μπορέσεις να αποκτήσεις παρρησία, επειδή είσαι σε αυτή την κατάσταση. Γιατί μέγιστη παρρησία είναι, το να μη νομίζει κανείς πως έχει παρρησία. Όπως ακριβώς μέγιστη ντροπή είναι, το να δικαιώνει κανείς τον εαυτό του· εκείνος είναι ακάθαρτος έστω και αν είναι άγιος πιο πολύ από όλους τους ανθρώπους. Όπως ακριβώς γίνεται δίκαιος εκείνος που έπεισε τον εαυτό του πως είναι ο τελευταίος όλων» (Χρυσ.ΕΠΕ26.53)]
Καὶ ἐκφωνεῖ·
Διὰ τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, μεθ’ οὗ εὐλογητὸς εἶ, σὺν τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
(Ζητάμε να γίνουν αυτά)· Με την ευσπλαχνία του μονογενούς σου Υιού, μαζί με τον οποίο είσαι ευλογημένος εσύ και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό σου Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.
Λαός·Ἀμήν.
Ἱερ· Εἰρήνη πᾶσι. Ειρήνη σε όλους.
Λαός· Καὶ τῷ πνεύματί σου. (προς τον ιερέα) Και στο δικό σου πνεύμα.
Διακ· Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους ( 16 ), ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν.
Ας αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον, για να ομολογήσουμε με ομόνοια.
[ Το φίλημα αναφέρεται πρώτα από τον Ιουστίνο (γύρω στο 150 μ.Χ.) «Όταν τελειώσουμε τις ευχές ασπαζόμαστε ο ένας τον άλλον με φίλημα» (Απολ. Α,65,ΕΠΕ,191). «Το φίλημα της ειρήνης ή ασπασμός της αγάπης είναι πανάρχαιη λειτουργική πράξη και εμπειρία. Στην πρώτη Εκκλησία το παράγγελμα δινόταν με την φράση του Απ. Παύλου· «Ασπάσασθε αλλήλους εν φιλήματι αγίω» (Α΄Κορ. 16,20). Τότε οι κληρικοί ασπάζονταν τον επίσκοπο και τους άλλους κληρικούς. Κατόπιν ο ασπασμός γινόταν από τον λαό. Οι άνδρες ασπάζονταν τους άνδρες και οι γυναίκες τις γυναίκες. Η κάθε γυναίκα και ο κάθε άνδρας ασπάζονταν τον διπλανό τους. Σήμερα αυτό γίνεται μόνο μεταξύ των ιερέων, όταν φυσικά γίνεται συλλείτουργο. Στηρίζεται στα λόγια του Χριστού, σύμφωνα με τα οποία δεν είναι δυνατόν να προσφέρει κανείς το δώρο του στο θυσιαστήριο, εάν προηγουμένως δεν έχει συγχωρεθεί με τον αδελφό του» (Ματθ. 5,23-24) (Κογκούλη…) «Ας θυμόμαστε… τον φρικωδέστατο ασπασμό μεταξύ μας. Διότι αυτό συνδέει τις σκέψεις μας και κάνει όλους μας να γίνουμε ένα σώμα, επειδή όλοι συμμετέχουμε στην κοινωνία ενός σώματος. Ας ενωθούμε λοιπόν σε ένα σώμα, όχι συνενώνοντας τα σώματά μας, αλλά συνενώνοντας αναμεταξύ τους τις ψυχές μας με τον σύνδεσμο της αγάπης» (Χρυσ.ΕΠΕ 35,587). «Να ασπάζονται… μεταξύ τους το φιλί του Κυρίου, κανένας όμως δόλια, όπως ο Ιούδας» (Αποστ. Διαταγες ΕΠΕ, 165) ]
Λαός· Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιον καὶ ἀχώριστον.
(ομολογούμε) Τον Πατέρα, τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, που είναι Τριάδα με την ίδια ουσία και αχώριστη
Διακ·Τὰς θύρας, τὰς θύρας· ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν ( 17 ).
Τις πόρτες [του ναού], τις πόρτες [ας προσέξουν οι θυρωροί μην μπει κάποιος άπιστος]. Εμείς οι πιστοί με σοφία ας προσέξουμε.
[ «Η προτροπή αυτή του διακόνου απευθύνεται πρωτίστως στους υποδιακόνους ή πυλωρούς που στέκονται δίπλα στις θύρες του ναού, και τους εφιστά την προσοχή ώστε να μην επιτρέψουν την είσοδο σε κάποιον αβάπτιστο και αμύητο. Κι αυτό προκειμένου να απαγγελθεί το «Σύμβολο της πίστεως», το οποίο κρατούνταν μυστικό για αρκετό χρόνο ακόμη και από τους κατηχούμενους» (Τρεμπέλας)]
ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟΝ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ
[ Πρώτος το εισήγαγε Πέτρος ο Γναφεύς για την Εκκλησία Αντιοχείας γύρω στο 471 μ.Χ. (Κ.Καλλίνικος). «Η απαγγελία γινόταν από όλο το λαό «Η του θείου συμβόλου της πίστεως ομολογία που γίνεται από όλους» (Μάξιμος,PG 91,696).
«Την ώρα (αυτή) γινόταν η αποκάλυψη και ο «ριπισμός των τιμίων δώρων». Πάνω δηλαδή από τα δώρα κουνούσαν οι διάκονοι τα ριπίδια, ειδικά αντικείμενα σαν εξαπτέρυγα, από φτερά παγωνιού ή και μεταλλικά, για πρακτικούς σκοπούς· «Για να απομακρύνονται δηλαδή από τα ιερά σκεύη τα διάφορα έντομα που κατά τους θερινούς ιδίως μήνες αφθονούσαν στις χώρες της Ανατολής, δεν λείπουν δε και μέχρι σήμερα από τους ναούς μας» (Ι.Μ.Φουντούλη). Αυτό γινόταν μέχρι τον 14ο αιώνα. Σήμερα βλέπουμε τον ιερέα να κουνάει τον «αέρα» την ώρα του συμβόλου της πίστεως και λίγοι ξέρουν πως αυτό είναι ο παλιός «ριπισμός». Λόγοι πρακτικοί μια και δεν ήταν πάντοτε δυνατή η παρουσία διακόνων, ανάγκασαν τους ιερείς να ριπίζουν με τον «αέρα». Τα εξαπτέρυγα που βρίσκονται πίσω από την αγία Τράπεζα είναι ακριβώς τα παλιά ριπίδια» (Κογκούλη…)]
Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων. Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων· φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο.
Πιστεύω εις ένα Θεό, Πατέρα παντοκράτορα, δημιουργό του ουρανού και της γης και όλων των ορατών και αοράτων. Και σ΄ έναν Κύριο, Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού το μονογενή, που από τον Πατέρα γεννήθηκε πριν απ΄ όλους τους αιώνες˙ είναι φως που προήλθε από το φως, Θεός αληθινός από Θεό αληθινό, που γεννήθηκε και δεν δημιουργήθηκε, είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, μέσω αυτού έγιναν όλα.
Τὸν δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου καὶ παθόντα καὶ ταφέντα. Καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, κατὰ τὰς Γραφάς. Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός. Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρίναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος.
(Πιστεύω) Σ΄ Αυτόν που για μας τους ανθρώπους και για τη σωτηρία μας κατέβηκε από τους ουρανούς και πήρε σάρκα από το άγιο Πνεύμα και από την Παρθένο Μαρία κι έγινε άνθρωπος. Και σταυρώθηκε για μας την εποχή του Ποντίου Πιλάτου και υπέφερε και τάφηκε. Και αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, σύμφωνα με τις Γραφές. Και ανέβηκε στους ουρανούς και κάθισε στα δεξιά του Πατέρα. Και θα ξαναρθεί με δόξα για να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς, και του οποίου η βασιλεία δε θα έχει τέλος.
Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ κύριον, τὸ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν. Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν. Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν, καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.
Και στο Πνεύμα το Άγιο, το Κύριο, το ζωοποιό, που εκπορεύεται από τον Πατέρα και μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό συμπροσκυνείται και συνδοξάζεται, σ΄ αυτό που μίλησε μέσω των προφητών. Σε μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία. Ομολογώ ένα βάπτισμα για συγχωρηση των αμαρτιών. Προσδοκώ την ανάσταση των νεκρών και τη μελλοντική αιώνια ζωή˙ αμήν.
Η ΑΓΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ
[ «H αγία αναφορά είναι το ουσιαστικότερο τμήμα της θεία Λειτουργίας. Όλα όσα προηγήθηκαν δεν είναι παρά στάδια προετοιμασίας για την αναφορά. Λέγεται έτσι γιατί η θυσία αναφέρεται [ανεβαίνει] προς το Θεό [προς Εβραίους 7,27 «αναφέρειν θυσίας»]. Τα τίμια δώρα δεν προσκομίζονται μόνο στο επίγειο θυσιαστήριο για καθαγιασμό, αλλά αναφέρονται, ανυψώνονται στο ουράνιο θυσιαστήριο» (Κογκούλη…) ]
Στῶμεν καλῶς· στῶμεν μετὰ φόβου· πρόσχωμεν τὴν ἁγίαν ἀναφορὰν ( 18 ) ἐν εἰρήνῃ προσφέρειν.
Ας σταθούμε καλά (με ευλάβεια)˙ ας σταθούμε με φόβο [Θεού]˙ ας προσέξουμε να προσφέρουμε με ειρήνη την αγία αναφορά [=τη θυσία που αναφέρεται (=ανεβαίνει) στο Θεό].
[«Να ανορθώσουμε τους λογισμούς μας που σύρονται στη γη… να παρουσιάσουμε όρθια την ψυχή μας μπροστά στο Θεό, απομακρύνοντας την πνευματική χαράλωση που δημιουργούν οι βιοτικές υποθέσεις… Προσπάθησε να καταλάβεις κοντά σε ποιον στέκεσαι. Μαζί με ποιους πρόκειται να επικαλεσθείς το Θεό· μαζί με τα χερουβίμ…Κανένας λοιπόν δεν πρέπει να μετέχει στους ιερούς και μυστικούς τούτους ύμνους με χαλαρωμένη την προθυμία…αλλά αφού απομακρύνει όλες τις γήινες σκέψεις από το νου του και μεταφέρει τον εαυτό του ολόκληρο στον ουρανό, σαν να στέκεται κοντά στον ίδιο το θρόνο της δόξας και να πετά μαζί με τα σεραφείμ, τότε ας προσφέρει τον πανάγιο ύμνο στο Θεό… Γι’ αυτό μάς προτρέπει ο διάκονος να στεκόμαστε καλά την ώρα αυτή. Και αυτό δεν σημαίνει τίποτα άλλο, παρά να στεκόμαστε όπως ταιριάζει στον άνθρωπο όταν βρίσκεται μπροστά στο Θεό, δηλαδή με φρίκη και τρόμο, με άγρυπνη και γρηγορούσα ψυχή» (Χρυσ.ΕΠΕ35.139-141) ]
Λαός·Ἔλεον εἰρήνης, θυσίαν αἰνέσεως. Προσφέρουμε συγχώρεση με ευσπλαχνία και ειρήνη, προσφέρουμε θυσία δοξολογίας.
Ἱερ· Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἴη μετὰ πάντων ὑμῶν [φράση Απ. Παύλου, Β΄Κορ. ιγ,13]
Η χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατέρα και η κοινωνία [συμμετοχή στις δωρεές] του αγίου Πνεύματος, ας είναι με όλους σας.
Λαός·Καὶ μετὰ τοῦ πνεύματός σου. (Ας είναι αυτά) Και με το δικό σου πνεύμα.
Ἱερ· Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας ( 19 ). Ας υψώσουμε τις καρδιές μας προς τα πάνω (στο Θεό).
[«τὰ ἄνω ζητεῖτε, οὗ ὁ Χριστός ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος» (Κολασ. 3,1). «Αφού γίνουμε αετοί, έτσι να πετάμε προς αυτόν τον ίδιο τον ουρανό… Πρέπει να βρίσκεται ψηλά όποιος πλησιάζει αυτό το σώμα…Αυτή η τράπεζα είναι για αετούς, όχι για καρακάξες. – Ρίξε το βλέμμα στον ουρανό και αναλογίσου με ποιον συνομιλείς» (Χρυσ.ΕΠΕ 18Α,97) ]
Λαός·Ἔχομεν πρὸς τὸν Κύριον.Έχουμε υψωμένες τις καρδιές μας προς τον Κύριο.
Ἱερ· Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ. Ας ευχαριστήσουμε τον Κύριο.
Λαός·Ἄξιον καὶ δίκαιον. (Το να ευχαριστήσουμε) Είναι άξιο και δίκαιο.
[ «Για την ευχαριστήρια παρακάτω ευχή έχουμε πρωϊμώτατες μαρτυρίες [Ιουστίνος:«ο ιερέας επί μακρόν προσφέρει ευχαριστία… Η τροφή αυτή ονομάζεται σε μας ευχαριστία» (ΕΠΕ,191-3)] από όπου και το όνομα της Ευχαριστίας αποδόθηκε στο μυστήριο (Τρεμπέλας). Και ο Χρυσ. «Και η ευχαριστία είναι κοινή, γιατί δεν ευχαριστεί μόνο ο ιερέας, αλλά και όλος ο λαός. Διότι αφού πάρει το λόγο εκείνος πριν από αυτούς, έπειτα συμφωνούν όλοι ότι αυτό γίνεται άξια και δίκαια, τότε αρχίζει την ευχαριστία» (ΕΠΕ19,487). «Πριν την ευχαριστία και μετά από αυτήν λέμε και άλλα, διότι διδαχτήκαμε από την άγραφη διδασκαλία ότι έχουν μεγάλη δύναμη στην επιτέλεση του Μυστηρίου» (ΒασίλειοςΜέγας,ΕΠΕ10.459)]
Ἱερ· Ἄξιον καὶ δίκαιον σὲ ὑμνεῖν, σὲ εὐλογεῖν, σὲ αἰνεῖν, σοὶ εὐχαριστεῖν, σὲ προσκυνεῖν ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας σου. Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀόρατος, ἀκατάληπτος, ἀεὶ ὤν, ὡσαύτως ὤν·
Είναι άξιο και δίκαιο να σε υμνούμε, να σε ευλογούμε, να σε δοξολογούμε, να σε ευχαριστούμε και να σε προσκυνούμε σε κάθε τόπο της κυριαρχίας σου. Γιατί εσύ είσαι Θεός που δεν μπορούμε να εκφράσουμε με λόγο, ούτε να σε καταλάβουμε με το νου μας, είσαι αόρατος, ακατανόητος στη λογική μας, Εσύ πάντοτε υπάρχεις, μένοντας ο ίδιος χωρίς μεταβολή.
σὺ καὶ ὁ μονογενής σου Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον. Σὺ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγες καὶ παραπεσόντας ἀνέστησας πάλιν καὶ οὐκ ἀπέστης πάντα ποιῶν, ἕως ἡμᾶς εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνήγαγες καὶ τὴν βασιλείαν σου ἐχαρίσω τὴν μέλλουσαν.
Εσύ και ο μονογενής σου Υιός και το Πνεύμα σου το άγιο. Εσύ, από την ανυπαρξία, μας έφερες στη ζωή και όταν ξεπέσαμε, μας σήκωσες πάλι, και δεν σταμάτησες να κάνεις τα πάντα για εμάς, μέχρι που μας ανέβασες στον ουρανό και μας χάρισες τη μελλοντική βασιλεία σου.
Ὑπὲρ τούτων ἁπάντων εὐχαριστοῦμέν σοι καὶ τῷ μονογενεῖ σου Υἱῷ καὶ τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ, ὑπὲρ πάντων, ὧν ἴσμεν καὶ ὧν οὐκ ἴσμεν, τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν εὐεργεσιῶν τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων.
Για όλα αυτά ευχαριστούμε εσένα και το μονογενή σου Υιό και το Πνεύμα σου το άγιο, για όλα όσα γνωρίζουμε και για όσα δεν γνωρίζουμε, για τις φανερές και για τις αφανείς ευεργεσίες σου που έγιναν σε μας.
Εὐχαριστοῦμέν σοι καὶ ὑπὲρ τῆς λειτουργίας ταύτης, ἣν ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν δέξασθαι κατηξίωσας, καίτοι σοι παρεστήκασι χιλιάδες ἀρχαγγέλων καὶ μυριάδες ἀγγέλων, τὰ Χερουβὶμ καὶ τὰ Σεραφίμ, ἑξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια, πτερωτά.
Σ’ ευχαριστούμε και για τη λειτουργία αυτή, που καταδέχτηκες να δεχθείς από τα δικά μας χέρια, αν και σου παραστέκονται χιλιάδες αρχάγγελοι και μυριάδες άγγελοι, τα Χερουβίμ και τα Σεραφίμ, με έξι φτερούγες, με πολλά μάτια, που αιωρούνται στον αέρα και πετούν με τις φτερούγες τους.
Καὶ ἐκφωνεῖ·
Τὸν ἐπινίκιον ὕμνον ᾄδοντα, βοῶντα, κεκραγότα καὶ λέγοντα.
Τον νικητήριο ύμνο ψάλλουν, φωνάζουν δυνατά, κραυγάζουν και λένε
[ «Επάνω τα Σεραφείμ ψάλλουν δυνατά τον τρισάγιο ύμνο, κάτω το πλήθος των ανθρώπων αναπέμπει τον ίδιο ύμνο· σχηματίζεται κοινός πανηγυρισμός, των επουρανίων και των επιγείων· μία ευχαριστία, ένα αγαλλίαμα, μία χαρούμενη τελετουργία. – Οι άγγελοι τότε δείχνουν το ίδιο το δεσποτικό σώμα και παρακαλούν τον Κύριο για την ανθρώπινη φύση και είναι σαν να λένε: Για αυτούς παρακαλούμε, τους οποίους συ έφτασες να αγαπήσεις τόσο πολύ ώστε και τη ζωή σου να θυσιάσεις για αυτούς. – Σκέψου ποια μυσταγωγία απολαμβάνεις… με ποιους αναπέμπεις τη μυστική εκείνη μελωδία, με ποιους εκφωνείς τον τρισάγιο ύμνο. Δίδαξε τους έξω ότι έψαλες μαζί με τα Σεραφείμ, ότι ανήκεις στην ουράνια πολιτεία, ότι γράφτηκες στο χορό των αγγέλων, ότι μίλησες με τον Κύριο, ότι βρέθηκες μαζί με το Χριστό» (Χρυσ. ΕΠΕ 8Α.323·35.109·26.569)]
Ὁ Λαός ( 20 )· Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος Σαβαώθ· πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης σου. Ὡσαννά, ἐν τοῖς ὑψίστοις· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Ὡσαννά, ὁ ἐν τοῖς ὑψίστοις.
Άγιος, άγιος, άγιος είσαι, Κύριε των Αγγελικών Δυνάμεων· γεμάτος είναι ο ουρανός και η γη από τη δόξα σου. Δόξα σ’ Εσένα, Θεέ, που κατοικείς στα ουράνια ύψη. Ευλογημένος είσαι Εσύ (Χριστέ) που έρχεσαι στο όνομα του Κυρίου. Δόξα σ’ Εσένα, ύψιστε Θεέ.
Ἱερ· Μετὰ τούτων καὶ ἡμεῖς τῶν μακαρίων δυνάμεων, Δέσποτα φιλάνθρωπε, βοῶμεν καὶ λέγομεν· Ἅγιος εἶ καὶ πανάγιος, σὺ καὶ ὁ μονογενής σου Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον.
Μαζί μ’ αυτές τις ευτυχισμένες αγγελικές δυνάμεις και μεις, Δέσποτα φιλάνθρωπε, βροντοφωνάζουμε και λέμε˙ Άγιος είσαι και πανάγιος, εσύ και ο μονογενής σου Υιός και το Πνεύμα σου το άγιο.
Ἅγιος εἶ καὶ πανάγιος καὶ μεγαλοπρεπὴς ἡ δόξα σου· ὃς τὸν κόσμον σου οὕτως ἠγάπησας, ὥστε τὸν Υἱόν σου τὸν μονογενῆ δοῦναι, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.
Άγιος είσαι και πανάγιος και μεγαλοπρεπής είναι η δόξα σου· εσύ που τόσο αγάπησες τον κόσμο σου, ώστε να παραδώσεις (σε θάνατο) τον Υιό σου τον μονογενή, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ΄αυτόν, αλλά να έχει αιώνια ζωή.
Ὃς ἐλθὼν καὶ πᾶσαν τὴν ὑπὲρ ἡμῶν οἰκονομίαν πληρώσας, τῇ νυκτὶ ᾗ παρεδίδοτο, μᾶλλον δὲ ἑαυτὸν παρεδίδου ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς, λαβὼν ἄρτον ἐν ταῖς ἁγίαις αὐτοῦ καὶ ἀχράντοις καὶ ἀμωμήτοις χερσίν,
Αυτός λοιπόν [ο Υιός σου], αφού ήλθε και εκπλήρωσε το σχέδιο της σωτηρίας μας, τη νύχτα που παραδινόταν ή καλύτερα που ο ίδιος παρέδινε τον εαυτό του για να ζήσει ο κόσμος, αφού πήρε ψωμί στα άγια και αγνά και αμόλυντά του χέρια,
εὐχαριστήσας καὶ εὐλογήσας, ἁγιάσας, κλάσας, ἔδωκε τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ μαθηταῖς καὶ ἀποστόλοις, εἰπών ( 21 )·
ευχαρίστησε και το ευλόγησε, το αγίασε, το έκοψε σε κομμάτια, το έδωσε στους αγίους μαθητές του και αποστόλους και είπε
Ἱερ· Λάβετε, φάγετε, τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.
Πάρετε και φάτε, αυτό είναι το σώμα μου, που για χάρη σας κόβεται σε τεμάχια, για την άφεση των αμαρτιών σας.
[ «Απέχουν (οι αιρετικοί) από την Ευχαριστία επειδή δεν ομολογούν ότι η Ευχαριστία είναι σώμα του Σωτήρα μας» (ΙγνάτιοςΕΠΕ137). «Δεν παίρνουμε αυτά σαν κοινό άρτο… αλλά διδαχτήκαμε ότι είναι σάρκα και αίμα εκείνου του Ιησού που σαρκοποιήθηκε» (Ιουστίνος ΕΠΕ193). «Ο άρτος αγιάζεται με το λόγο του Θεού και την προσευχή και δεν προχωρά στο σώμα του Λόγου (δεν πάει να γίνει σώμα) την ώρα που το τρώμε και το πίνουμε αλλά αμέσως μεταβάλλεται σε σώμα του Λόγου» (Γρηγ.ΝύσσηςΕΠΕ1.529). «Με τύπο άρτου σου δίνεται το Σώμα» (Κύριλλος Ιεροσ. Μυστ.Κατ.Δ,3). «Διότι δεν είπε, αυτό είναι αντίτυπο (τύπος), αλλά αυτό είναι το σώμα μου· διότι με κάποια απερίγραπτη ενέργεια μεταβάλλεται, έστω και αν φαίνεται σε μας άρτος. Επειδή δηλαδή είμαστε αδύναμοι και δεν θα δεχόμασταν να τρώμε κρέας ωμό και σάρκα ανθρώπου, για αυτό φαίνεται μεν σε μας άρτος, στην πραγματικότητα όμως είναι σάρκα» (ΘεοφύλακτοςPG123,414) ]
Λαός·Ἀμήν.
Ἱερ· Ὁμοίως καὶ τὸ Ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι, λέγων·
Παρόμοια έκανε και με το ποτήριο μετά το δείπνο, λέγοντας·
Ἱερ· Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου, τὸ τῆς καινῆς διαθήκης, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν καὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.
Πιείτε απ’ αυτό όλοι, αυτό είναι το αίμα μου, που επικυρώνει την καινούργια διαθήκη (συμφωνία μου μαζί σας), το οποίο χύνεται για σας και για πολλούς άλλους, για άφεση των αμαρτιών.
Λαός· Ἀμήν.
Η ΑΝΑΜΝΗΣΗ ( 22 )
[ Το μικρό αυτό τμήμα της Αναφοράς ονομάζεται «Ανάμνησις», διότι είναι συντεταγμένο σύμφωνα με τα λόγια που είπε ο Κύριος στους μαθητές αμέσως μόλις παρέδωσε το μυστήριο: «Τούτο ποιείτε είς την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. κβ’ 19, Α΄ Κορ. ια’ 24-25) (Τρεμπέλας). «Διότι πάντοτε προσφέρουμε τον ίδιο Χριστό…επομένως μία είναι η θυσία…Εκείνην προσφέρουμε και τώρα, εκείνη που προσφέρθηκε τότε, την αναλλοίωτη. Όχι άλλη θυσία, αλλά την ίδια πάντοτε επιτελούμε· ή καλύτερα κάνουμε ανάμνηση της θυσίας. – Πιστέψτε ότι και τώρα εκείνο το δείπνο είναι, στο οποίο και Αυτός κάθισε. Διότι εκείνο σε τίποτα δεν διαφέρει από αυτό… – Σε τίποτα δεν είναι αυτή [η θυσία] κατώτερη από εκείνη, διότι και αυτήν δεν την αγιάζουν άνθρωποι, αλλά αυτός που και εκείνην αγίασε. – Σταυρώνεται ο Χριστός κατά τον τύπο, σφαζόμενος με το μαχαίρι της ιερατικής ευχής. – Δεν είναι έργα ανθρώπινης δύναμης αυτά εδώ. Αυτός που έκανε αυτά τότε σε εκείνο το δείπνο, αυτός τελεί και τώρα αυτά. Εμείς επέχουμε θέση υπηρετών· ενώ εκείνος που τα αγιάζει και τα μεταβάλλει είναι αυτός… Η τράπεζα αυτή είναι η ίδια εκείνη και δεν έχει τίποτα το υποδεέστερο. Διότι δεν την δημιουργεί εκείνη μεν ο Χριστός, ενώ αυτήν άνθρωπος, αλλά και αυτήν ο Ίδιος. Αυτό είναι εκείνο το υπερώο, όπου ήταν τότε συγκεντρωμένοι» (Χρυσ. ΕΠΕ25.39·11.59·23.501·ΕΠΕ26.613·12.217). «Ο ίδιος είναι προσφέρων και προσφερόμενος» (Αυγουστίνος PL41,284). «Με το λόγο σου [ιερέα] τραβάς προς τα κάτω το Λόγο τέμνοντας με αναίμακτη τομή το Δεσποτικό σώμα και αίμα, έχοντας ξίφος τη φωνή σου» (Γρηγ.Θεολ.ΕΠΕ7.289). «Στάσου γεμάτος τρόμο, σαν να βλέπεις τον Υιό του Θεού να θυσιάζεται για σένα» (Συμεών Ν.Θεολ. ΕΠΕ19Δ.321). «Δεν έπαυσε την ιερωσύνη Του (ο Χριστός), αλλά λειτουργεί παντοτεινά αυτή τη λειτουργία για μας… Δεν σφάζεται αυτή την ώρα ο Αμνός, αλλά ο άρτος μεταβάλλεται στο σφαγμένο Αμνό…Η μεν μεταβολή γίνεται, η δε σφαγή δεν γίνεται» (Νικ.Καβ.ΕΠΕ,145,169)]
Ιερ· Μεμνημένοι τοίνυν τῆς σωτηρίου ταύτης ἐντολῆς καὶ πάντων τῶν ὑπὲρ ἡμῶν γεγενημένων,
Ενθυμούμενοι λοιπόν τη σωτήρια αυτή εντολή και όλα όσα έγιναν για χάρη μας,
τοῦ Σταυροῦ, τοῦ τάφου, τῆς τριημέρου ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀναβάσεως, τῆς ἐκ δεξιῶν καθέδρας, τῆς δευτέρας καὶ ἐνδόξου πάλιν παρουσίας,
το Σταυρό, τον τάφο, την τριήμερη ανάσταση, την ανάβαση (=Ανάληψη) στους ουρανούς, την ενθρόνισή του στα δεξιά του Πατέρα, τη δεύτερη και ένδοξη πάλι παρουσία του,
[ «[Η Λειτουργία] είναι συγκεφαλαίωση της όλης οικονομίας» (Θεοδ.ΣτουδίτηςPG99,340). «Είναι όλη η μυσταγωγία σαν ακριβώς μία εικόνα ενός σώματος της ζωής του Χριστού» (Νικ.ΚαβάσιλαςΕΠΕ37). «Μυστήριο απόρρητο τελούνταν (στο Σταυρό). Βγήκε νερό και αίμα. Αυτές οι πηγές δεν βγήκαν από το σώμα του απλώς και ως έτυχε, αλλά επειδή από αυτά τα δύο συστάθηκε η Εκκλησία. Και το γνωρίζουν αυτοί που μυούνται στα μυστήρια, που αναγεννιούνται μεν με νερό, τρέφονται δε με αίμα και σάρκα. Από εδώ λαμβάνουν αρχή τα μυστήρια» (Χρυσ.ΕΠΕ14.677)]
Καὶ ἐκφωνεῖ·
Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέρομεν (πιο σωστή γραφή είναι: προσφέροντες) κατὰ πάντα ( 23 ) καὶ διὰ πάντα.
Τα δικά σου από τα δικά σου προσφέρουμε σε σένα σε κάθε καιρό [ή τόπο] και για όλες τις ευεργεσίες σου. [ «δικά Του» δώρα το ψωμί και το κρασί επειδή αφιερώθηκαν σε Αυτόν στην τελετή της Προσκομιδής, «από τα δικά Του» επειδή προέρχονται από τα δικά Του δημιουργήματα ]
Λαός·Σὲ ὑμνοῦμεν, σὲ εὐλογοῦμεν, σοὶ εὐχαριστοῦμεν, Κύριε, καὶ δεόμεθά σου, ὁ Θεὸς ἡμῶν ( 24 ). Σε υμνούμε, σε ευλογούμε, σε ευχαριστούμε, Κύριε, και σε παρακαλούμε, Θεέ μας.
Η ΕΠΙΚΛΗΣΗ – Ο ΚΑΘΑΓΙΑΣΜΟΣ
[ «Στέκεται ο ιερέας σηκώνοντας τα χέρια στον ουρανό, καλώντας το Πνεύμα το Άγιο να έλθει και να αγγίξει τα προκείμενα (δώρα)…και όταν δώσει την χάρη το Πνεύμα, όταν κατέβει, όταν αγγίξει τα προκείμενα, όταν δεις το πρόβατο σφαγμένο και ολοκληρωμένο… – Η χάρη του Πνεύματος που είναι παρούσα και πετά επάνω από όλους, ετοιμάζει τη μυστική εκείνη θυσία. – Μπορούμε να εορτάζουμε πάντοτε Πεντηκοστή. – Πνευματικό πυρ αναβλύζει από την άχραντη τράπεζα…το πνευματικό πυρ κατεβαίνει και το αίμα χύνεται στο ποτήρι από την άχραντη πλευρά για κάθαρση δική σου» (Χρυσ.ΕΠΕ35.653·36.313·36.299·30.315). «Οπωσδήποτε ό,τι αγγίξει το άγιο Πνεύμα, αυτό αγιάζεται και μεταβάλλεται» (Κύριλλος Ιεροσ. Μυστ.Κατηχ.Ε,7). «Η ώρα αυτή σημαίνει την ώρα εκείνη (της Πεντηκοστής)… αυτό είναι έργο εκείνης της καθόδου [του Πνεύματος στην Πεντηκοστή]» (Νικ.ΚαβάσιλαςΕΠΕ 22,188,144). «Ποτέ δε λειτούργησα χωρίς να δω το Άγιο Πνεύμα, όπως το είδα όταν χειροτονήθηκα…Το είδα απλό, χωρίς μορφή, αλλά σαν φως» (Συμεών Νέος Θεολ.PG120,688]
Ἱερ· Ἔτι προσφέρομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτην καὶ ἀναίμακτον λατρείαν καὶ παρακαλοῦμέν σε καὶ δεόμεθα καὶ ἱκετεύομεν· κατάπεμψον τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα δῶρα ταῦτα.
Ακόμα σου προσφέρουμε αυτή τη λογική και χωρίς αίμα λατρεία, και σε παρακαλούμε και δεόμαστε και ικετεύουμε˙ στείλε από ψηλά το Πνεύμα σου το άγιο σ’ εμάς και σ’ αυτά εδώ τα δώρα.
Ὁ Διάκονος δεικνύων διὰ τοῦ ὀραρίου τὸν ἅγιον Ἄρτον λέγει·
Εὐλόγησον, Δέσποτα, τὸν ἅγιον Ἄρτον. Ευλόγησε, Δέσποτα, τον άγιο άρτο.
Καὶ ὁ Ἱερεὺς ἐπάνω τοῦ ἁγίου Ἄρτου εὐλογῶν λέγει·
Καὶ ποίησον ( 25 ) τὸν μὲν Ἄρτον τοῦτον τίμιον σῶμα τοῦ Χριστοῦ σου.
Και κάνε αυτόν τον άρτο τίμιο σώμα του Χριστού σου,
Ὁ Διάκονος· Ἀμήν. Εὐλόγησον, Δέσποτα, τὸ ἅγιον Ποτήριον. Αμήν. Ευλόγησε, δέσποτα, το άγιο ποτήριο.
Ὁ Ἱερεὺς εὐλογῶν ἐπάνω τοῦ ἁγίου Ποτηρίου λέγει·
Τὸ δὲ ἐν τῷ Ποτηρίῳ τούτῳ, τίμιον αἷμα τοῦ Χριστοῦ σου.
Και το περιεχόμενο αυτού του ποτηρίου (το κρασί), κάνε το τίμιο αίμα του Χριστού σου,
Ὁ Διάκονος δεικνύων διὰ τοῦ ὀραρίου ἀμφότερα τὰ Ἅγια λέγει·
Ἀμήν. Εὐλόγησον, Δέσποτα, ἀμφότερα τὰ Ἅγια. Αμήν. Ευλόγησε, Δέσποτα, και τα δύο Άγια.
Ὁ δὲ Ἱερεὺς εὐλογῶν τόν τε ἅγιον Ἄρτον καὶ τὸ ἅγιον Ποτήριον λέγει·
Μεταβαλὼν τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ. Μεταβάλλοντας αυτά με το Πνεύμα σου το Άγιο.
Διακ· Ἀμήν. Ἀμήν. Ἀμήν.
[ «Προσφέρεται άρτος και οίνος και νερό, ενώ ο προεστώς αναπέμπει, ανάλογα με τη δύναμή του, ομοίως ευχές και ευχαριστίες και ο λαός επευφημεί λέγοντας το «αμήν»» (Ιουστίνος Α΄ Απολ,67) ]
Ἰερ· Ὥστε γενέσθαι τοῖς μεταλαμβάνουσιν εἰς νῆψιν ψυχῆς, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, εἰς βασιλείας οὐρανῶν πλήρωμα, εἰς παρρησίαν τὴν πρὸς σέ, μὴ εἰς κρῖμα ἢ εἰς κατάκριμα.
Κάνε ώστε, όσοι κοινωνούν, να έχουν άγρυπνη την ψυχή, να συγχωρεθούν οι αμαρτίες τους, να συμμετέχουν στις δωρεές του Αγίου σου Πνεύματος, να πάρουν θέση στην ολότητα της βασιλείας των ουρανών, να έχουν θάρρος ενώπιόν Σου, να μην κατακριθούν και καταδικαστούν.
Ἔτι προσφέρομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν ὑπὲρ τῶν ἐν πίστει ἀναπαυσαμένων προπατόρων, πατέρων, πατριαρχῶν, προφητῶν, ἀποστόλων, κηρύκων, εὐαγγελιστῶν, μαρτύρων, ὁμολογητῶν, ἐγκρατευτῶν καὶ παντὸς πνεύματος δικαίου ἐν πίστει τετελειωμένου ( 26 ).
Ακόμα σου προσφέρουμε τη λογική αυτή λατρεία για εκείνους που με πίστη αναπαύτηκαν, προπάτορες, πατέρες, πατριάρχες, προφήτες, αποστόλους, κήρυκες, ευαγγελιστές, μάρτυρες, ομολογητές, εγκρατευτές (ασκητές, οσίους, που ασκούν εγκράτεια), και για κάθε ψυχή δικαίου που πέθανε με πίστη. [ή και: που τελειοποιήθηκε με την πίστη]
[ «Μετά από αυτές τις ευχές και αυτούς τους λόγους, το όλο της ιερουργίας έχει επιτευχθεί και έχει τελειώσει, τα δώρα αγιάστηκαν και η θυσία ολοκληρώθηκε, το μέγα θύμα και ιερό σφάγιο που σφάχτηκε για χάρη του κόσμου φαίνεται ξαπλωμένο πάνω στην αγία τράπεζα» (Νικ. Καβάσιλας). «Τη γη ουρανό κάνει για σένα αυτό το μυστήριο… Διότι αυτό που τιμάται περισσότερο από όλα εκεί, αυτό θα σου δείξω ότι βρίσκεται πάνω στη γη… το πολυτιμότερο από όλα και στους ουρανούς είναι το σώμα του βασιλιά… Όχι αγγέλους ούτε αρχαγγέλους, ούτε ουρανούς και ουρανούς ουρανών, αλλά αυτόν τον ίδιο τον δεσπότη όλων αυτών, σού δείχνω… και όχι μόνο βλέπεις αλλά και αγγίζεις και δεν αγγίζεις μόνο, αλλά τρως» (Χρυσ.ΕΠΕ 18Α105). «Άγγελοι παρίστανται γύρω από τον ιερέα και κάθε ουράνιο τάγμα βοά και ο τόπος γύρω από το θυσιαστήριο γεμίζει προς τιμήν του κειμένου πάνω σ’ αυτό…Ένας πρεσβύτερος, θαυμαστός άνδρας, ο οποίος συνήθιζε να βλέπη αποκαλύψεις,… αξιώθηκε να δει ένα τέτοιο θέαμα. Κατά τη στιγμή δηλαδή της τελέσεως του μυστηρίου, τού παραχωρήθηκε, κατά τη δύναμή του, να δει ξαφνικά πλήθος αγγέλων, στολισμένων με λαμπρές στολές, οι οποίοι είχαν κυκλώσει το θυσιαστήριο και είχαν στρέψει το βλέμμα τους προς τα κάτω, σαν να έβλεπε κάποιος στρατιώτες να παρίστανται ενώπιον βασιλέα» (ο.π.28,268). «Έρχεσαι σε θυσία φρικτή και άγια…Σφαγμένος βρίσκεται μπροστά σου ο Χριστός» (ο.π.35,585). «Όταν ο Δεσπότης είναι παρών, όταν επιτελείται ο θάνατος Εκείνου, η φρικτή θυσία» (ο.π.15,623)]
Καὶ ἐκφωνεῖ· Ἐξαιρέτως τῆς παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας.
Ιδιαίτερα για την Παναγία, την άχραντη (αγνή), υπερευλογημένη, ένδοξη, δέσποινά μας Θεοτόκο και αειπάρθενη Μαρία.
Λαός·Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
Αξίζει αληθινά να μακαρίζουμε εσένα τη Θεοτόκο, που πάντοτε σε μακαρίζουν και είσαι πάναγνη και μητέρα του Θεού μας˙
Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ· τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, σὲ μεγαλύνομεν.
Εσένα, που είσαι πιο τιμημένη από τα Χερουβίμ και ασύγκριτα πιο ένδοξη από τα Σεραφίμ· εσένα που, χωρίς φθορά της παρθενίας σου, γέννησες το Θεό Λόγο, που πραγματικά είσαι Μητέρα του Θεού, σε δοξάζουμε με ύμνους.
[ Η Ιστορία του «Άξιον εστί». Κοντά στις Καρυές, ασκήτευε ένας ενάρετος Ιερομόναχος με τον υποτακτικό του. Σάββατο βράδυ της 11ης Ιουνίου του 980 μ.Χ., ο Γέροντας ξεκίνησε να πάει σε αγρυπνία στο Ναό του Πρωτάτου αφήνοντας πίσω στο κελί τον υποτακτικό. Ο υποτακτικός δέχτηκε την επίσκεψη ενός αγνώστου μοναχού. Όταν ήρθε η ώρα να τελέσουν τα μοναχικά τους καθήκοντα και αφού άρχισαν να ψάλλουν τον Όρθρο, φθάνοντας στην θ΄ωδή, ενώ ο υποτακτικός επρόκειτο να ψάλλει τον αρχαίο ύμνο του αγ. Κοσμά του μελωδού “Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ…” ενώπιον της εικόνας της Θεοτόκου, όμως ο φιλοξενούμενος παρενέβαλε τον άγνωστο μέχρι τότε ύμνο “Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς…” και μετά επισύναψε και το “Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ…” έως τέλους. Ακούγοντας για πρώτη φορά αυτόν τον ύμνο ο υποτακτικός, ένιωσε δέος και ζήτησε από τον μοναχό να τον γράψει κάπου για να τον θυμάται. Καθώς όμως δεν υπήρχε χαρτί και μελάνι, ο μοναχός χάραξε με το δάχτυλό του τα ιερά αυτά λόγια σε μια πέτρινη πλάκα, προσθέτοντας: από της σήμερον και εις το εξής, ούτω να ψάλλετε και εσείς και όλοι οι Ορθόδοξοι. Λέγοντας αυτά έγινε άφαντος. Επιστρέφοντας ο Γέροντας άκουσε τη διήγηση από τον μαθητή του και είδε την χαραγμένη πλάκα. Αμέσως έσπευσαν να ανακοινώσουν το θαύμα στους άλλους μοναχούς. Αυτοί έστειλαν την πλάκα που χαράχτηκε ο ύμνος αυτός στον Πατριάρχη, έτσι ώστε ο ύμνος να διαδοθεί σε όλη την Εκκλησία.
«(Ο Χριστός) Από την φύση και την ουσία όμως εκείνης που τον εγέννησε κυρίως και αληθώς μεταδίδει την σάρκα την οποία ανέλαβε από αυτήν. Κι όπως ακριβώς όλοι εμείς ελάβαμε από το πλήρωμά του, έτσι όλοι μεταλαμβάνουμε από την αμώμητη σάρκα της παναγίας Μητέρας του, την οποία ανέλαβε από αυτήν· κι όπως ο Χριστός και Θεός μας έγινε Υιός της και Θεός, ενώ διετέλεσε αδελφός μας, έτσι κι εμείς -πω πω ανέκφραστη φιλανθρωπία!- θα γίνομε υιοί της Θεοτόκου μητέρας του και αδελφοί του ίδιου του Χριστού» (ΣυμεώνΝ.Θεολ19Β,σ.183)
Ἱερ· Τοῦ ἁγίου Ἰωάννου, προφήτου, προδρόμου καὶ βαπτιστοῦ· τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων· τοῦ ἁγίου (τοῦ δεῖνος), οὗ καὶ τὴν μνήμην ἐπιτελοῦμεν, καὶ πάντων σου τῶν ἁγίων, ὧν ταῖς ἱκεσίαις ἐπίσκεψαι ἡμᾶς, ὁ Θεός.
Ας μνημονεύσουμε τον άγιο Ιωάννη, τον προφήτη, πρόδρομο και βαπτιστή, τους αγίους ενδόξους και τιμημένους σ΄ όλο τον κόσμο αποστόλους˙ τον άγιο (τάδε) που τη μνήμη του γιορτάζουμε και όλους τους αγίους σου, με τις παρακλήσεις των οποίων επισκέψου μας, Θεέ μας.
Καὶ μνήσθητι πάντων τῶν κεκοιμημένων ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου
(μνημονεύει ἐνταῦθα εδώ τα ονόματα των νεκρών, ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ!)
καὶ ἀνάπαυσον αὐτούς, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὅπου ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου ( 27 ).
Και θυμήσου όλους που κοιμήθηκαν με την ελπίδα της ανάστασης σε μία ζωή αιώνια (και μνημονεύει εδώ τα ονόματα των νεκρών που θέλει) και ανάπαυσέ τους, Θεέ μας, όπου λάμπει το φως του προσώπου σου.
[ «Δεν θεσπίστηκαν αυτά τυχαία από τους αποστόλους, το να θυμόμαστε δηλαδή αυτούς… κατά τη διάρκεια των φρικτών μυστηρίων· γνωρίζουν ότι γίνεται για αυτούς πολύ κέρδος, πολλή ωφέλεια. Διότι όταν στέκεται ολόκληρος λαός με τα χέρια υψωμένα, το ιερατικό πλήρωμα και τελείται η φοβερή θυσία, πώς δεν θα ελκύσουμε το έλεος του Θεού προσευχόμενοι για χάρη τους;» (Χρυσ.ΕΠΕ21,441), «για να έλθει σε αυτούς από αυτό [το μνημόσυνο] κάποια παρηγοριά…Γίνονται αυτά με την εντολή του αγίου Πνεύματος… και είναι δυνατόν από παντού να κερδήσουμε για αυτούς συγγνώμη, από τις προσευχές, από τα δώρα που κάνουμε για χάρη τους» (ο.π.18Α.693), «πιστεύοντας ότι μεγίστη ωφέλεια θα επέλθει στις ψυχές, για τις οποίες αναπέμπεται η δέηση της αγίας και πιο φρικτής θυσίας που έχουμε μπροστά μας» (Κύριλλος Ιεροσ.PG 33,1116) ]
Ἔτι παρακαλοῦμέν σε· μνήσθητι, Κύριε, πάσης ἐπισκοπῆς ὀρθοδόξων, τῶν ὀρθοτομούντων τὸν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας, παντὸς τοῦ πρεσβυτερίου, τῆς ἐν Χριστῷ διακονίας καὶ παντὸς ἱερατικοῦ καὶ μοναχικοῦ τάγματος.
Ακόμα σε παρακαλούμε· θυμήσου, Κύριε, όλους τους ορθόδοξους επισκόπους, που διδάσκουν ορθά το λόγο της αλήθειάς σου, όλους τους πρεσβυτέρους, τους διακόνους του Χριστού και κάθε ιερατικό και μοναχικό τάγμα.
Ἔτι προσφέρομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν ὑπὲρ τῆς οἰκουμένης· ὑπὲρ τῆς ἁγίας καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας· ὑπὲρ τῶν ἐν ἁγνείᾳ καὶ σεμνῇ πολιτείᾳ διαγόντων· ὑπὲρ τῶν ἀρχόντων καὶ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Δὸς αὐτοῖς, Κύριε, εἰρηνικὸν τὸ πολίτευμα, ἵνα καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ γαλήνῃ αὐτῶν ἤρεμον καὶ ἡσύχιον βίον διάγωμεν ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι.
Ακόμα σου προσφέρουμε τη λογική αυτή λατρεία για την οικουμένη, για την αγία σου καθολική και αποστολική Εκκλησία, για εκείνους που ζουν με αγνότητα και σεμνότητα, για τους άρχοντές μας και για τον στρατό μας. Χάρισέ τους, Κύριε, ειρηνική την εξουσία, ώστε και εμείς μέσα σ’ αυτήν τη γαλήνη να ζούμε ήρεμη και ήσυχη ζωή, με κάθε ευσέβεια και σεμνότητα.
Καὶ ἐκφωνεῖ·
Ἐν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (δεῖνος), ὃν χάρισαι ταῖς ἁγίαις σου Ἐκκλησίαις ἐν εἰρήνῃ, σῷον, ἔντιμον, ὑγιᾶ, μακροημερεύοντα καὶ ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας.
Πρώτα θυμήσου, Κύριε, τον αρχιεπίσκοπό μας (τάδε) και χάρισέ τον στις άγιες Εκκλησίες σου ειρηνικό, σώο από κάθε κακό, τίμιο, υγιή, πολύχρονο και να διδάσκει ορθά το λόγο της αλήθειάς σου.
[«Βρισκόμαστε στο σημείο όπου έχουν αρχίσει να διαβάζονται τα λεγόμενα ΄΄δίπτυχα΄΄. Η λέξη δίπτυχα σημαίνει πίνακα, κατάλογο με δυο πτυχές, δυο πλευρές, όπου έγραφαν κι από εκεί διάβαζαν τα ονόματα των ζωντανών και των κεκοιμημένων. Η συνήθεια αυτή υπήρχε στη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας από τους πρώτους αιώνες και σιγά σιγά εξελίχθηκε» (Κογκούλη…). Από τα Δίπτυχα ζωντανών και νεκρών διαγράφονταν οι αιρετικοί και αποκομμένοι από την Εκκλησία. «Πες μου, είναι μικρό πράγμα, να περιλαμβάνεται και το όνομά σου πάντα στις άγιες αναφορές και κάθε μέρα να αναπέμπονται ευχές προς το Θεό για το χωριό;» (Χρυσ. ΕΠΕ 15,533), «[η αγ.Μόνικα] Θάψτε το κορμί μου όπου θέλετε. Αυτό το ζήτημα να μη σας απασχολεί! Το μόνο που σας ζητώ είναι να με μνημονεύετε μπροστά στο βωμό του Κυρίου, όπου και αν βρίσκεστε» (Αυγουστίνου, Εξομολ.Β,73) ]
Διάκ·Καὶ ὧν ἕκαστος κατὰ διάνοιαν ἔχει καὶ πάντων καὶ πασῶν.
Θυμήσου, Κύριε, και όποιους ο καθένας έχει στη σκέψη του, όλους και όλες.
Λαός· Καὶ πάντων καὶ πασῶν ( 28 ). (Θυμήσου, Κύριε,) Και όλους και όλες.
[ «Η επίκληση λοιπόν του θείου ελέους τη στιγμή αυτή από κάθε πιστό που παρευρίσκεται στη θεία Λειτουργία για τους προσφιλείς του ζωντανούς και κεκοιμημένους ισοδυναμεί με το να μνημονεύονται τα ονόματά τους μπροστά στο Θυσιαστήριο και απο τον διάκονο» (Τρεμπέλας)]
Ἱερ· Μνήσθητι, Κύριε, τῆς πόλεως ταύτης, ἐν ᾗ παροικοῦμεν καὶ πάσης πόλεως καὶ χώρας καὶ τῶν πίστει οἰκούντων ἐν αὐταῖς. Μνήσθητι, Κύριε, πλεόντων, ὁδοιπορούντων, νοσούντων, καμνόντων, αἰχμαλώτων καὶ τῆς σωτηρίας αὐτῶν. Μνήσθητι, Κύριε, τῶν καρποφορούντων καὶ καλλιεργούντων ἐν ταῖς ἁγίαις σου Ἐκκλησίαις καὶ μεμνημένων τῶν πενήτων, καὶ ἐπὶ πάντας ἡμᾶς τὰ ἐλέη σου ἐξαπόστειλον.
Θυμήσου, Κύριε, την πόλη αυτήν στην οποία κατοικούμε προσωρινά και κάθε πόλη και χώρα και τους πιστούς που κατοικούν σ’ αυτές. Θυμήσου, Κύριε, τους ταξιδιώτες της θάλασσας και της στεριάς, τους αρρώστους, τους ταλαιπωρημένους, τους αιχμαλώτους και χάρισέ τους τη σωτηρία τους. Θυμήσου, Κύριε, εκείνους που προσφέρουν καρποφόρες υπηρεσίες στις άγιες Εκκλησίες Σου, και θυμούνται τους φτωχούς και στείλε σ’ όλους μας τα ελέη σου.
[ «Μπαίνεις για να ελεηθείς. Προηγουμένως να ελεήσεις…Αν παρακαλάς μαζί με την ελεημοσύνη, τότε θα πάρεις τη χάρη…Δεν σε ακούει ο Θεός, όταν απλώς σηκώνεις τα χέρια σου στην προσευχή. Άπλωσε τα χέρια όχι μόνο στον ουρανό, αλλά και στα χέρια των φτωχών. – Όπως έχει καθιερωθεί να υπάρχουν βρύσες στις αυλές των ναών, ώστε όσοι πρόκειται να προσευχηθούν στο Θεό πρώτα να πλένουν τα χέρια τους και ύστερα να τα σηκώνουν για προσευχή, έτσι και τους φτωχούς τούς έστησαν οι πατέρες μπροστά από τις πόρτες αντί για πηγές και βρύσες, για να καθαρίζουμε πρώτα την ψυχή μας με τη φιλανθρωπία, όπως πλένουμε τα χέρια μας με το νερό, και ύστερα να προσευχόμαστε» (Χρυσ. ΕΠΕ23.476·27.385)]
Καὶ ἐκφωνεῖ·
Καὶ δὸς ἡμῖν ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ δοξάζειν καὶ ἀνυμνεῖν τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομά σου, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Και δώσε μας μ’ ένα στόμα και με μία καρδιά να δοξάζουμε και να υμνούμε το τιμημένο και μεγαλόπρεπο όνομά σου, του Πατέρα και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.
[ «Γι’ αυτό με την ομόνοια σας και τη ομόφωνη αγάπη υμνείται ο Ιησούς Χριστός… να συναθροίζεσθε, ώστε από συμφώνου και με ομόνοια, έχοντας δεχθεί τον χαρακτήρα του Θεού, να υμνείτε ενωμένοι με μια φωνή, δια του Ιησού Χριστού, τον Πατέρα, για να σας ακούσει και να σας γνωρίσει, μέσω αυτών που κάνετε, όντας μέλη του Υιού του. Είναι λοιπόν χρήσιμο να βρίσκεσθε σε άψογη ενότητα, για να είστε και πάντοτε μέτοχοι του Θεού» (Ιγνάτιος ΕΠΕ,79). «Όπως σε λύρα παναρμόνια…δημιουργείται μία αρμονική συμφωνία από την κατάλληλη ρύθμιση όλων των χορδών… έτσι και εδώ έπρεπε να επικρατεί από όλους μία αρμονική συμφωνία· διότι μία εκκλησία έχουμε γίνει… Την ευταξία των πολλών την καταστρέφει η αταξία του ενός» (Χρυσ.ΕΠΕ16Α.39). «Η Λειτουργία είναι ένα θαυμάσιο εκπαιδευτήριο, αλλά αρκεί η παρουσία ενός μόνο προσώπου που αμφιβάλλει, για να μη συνεχισθεί όπως συνήθως. Να γιατί, κατά βάθος, θα έπρεπε να δεχόμαστε μόνο τους πιστούς…κατά τη διάρκεια αυτού του Μυστηρίου…Κανείς να μην εισέρχεται έχοντας αμφιβολίες, αρνητικές σκέψεις. – Οποιαδήποτε αρνητική σκέψη που έχετε μέσα σας, ακόμη και όταν είστε μόνοι…ή όταν είστε όλοι μαζί με τους άλλους, κάθε αρνητική κριτική προκαλεί μια ρωγμή στον τοίχο του πνευματικού οχυρού μας…Δεν υπάρχουν λογισμοί που περνούν αδιάφορα…Αν σκέφτεσθε αρνητικά για κάποιον, το πρόσωπό σας, η ψυχική οσμή σας θα μολύνουν την ατμόσφαιρα και όλα θα άλλάξουν» (αγ.Σωφρόνιος Έσσεξ.ΟικοδομώνταςΑ61·Β151) ]
Λαός·Ἀμήν.
Ἱερ· Καὶ ἔσται τὰ ἐλέη τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ πάντων ὑμῶν ( 29 ).
Ας είναι οι δωρεές της ευσπλαχνίας του μεγάλου Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού μαζί με όλους σας.
Λαός·Καὶ μετὰ τοῦ πνεύματός σου. Και με το δικό σου πνεύμα.
Διακ· Πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἔτι καὶ ἔτι ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Αφού θυμηθήκαμε όλους τους αγίους, πάλι και πάλι με ειρήνη ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
Ὑπὲρ τῶν προσκομισθέντων καὶ ἁγιασθέντων τιμίων Δώρων τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Για τα τίμια Δώρα που προσφέρθηκαν [ως θυσία] και αγιάσθηκαν ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
[ «Μη βλέπεις ότι είναι άρτος…· γιατί δεν αποβάλλονται από το σώμα όπως οι υπόλοιπες τροφές, μακριά το στόμα από κάτι τέτοιο και μη το σκεφτείς αυτό. Αλλά όπως το κερί ερχόμενο σε επαφή με τη φωτιά δεν μειώνεται καθόλου και δεν περισσεύει, έτσι να πιστεύεις και εδώ ότι αναμιγνύονται τα μυστήρια με την ουσία του σώματος» (Χρυσ.ΕΠΕ30.317)]
Ὅπως ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ἡμῶν, ὁ προσδεξάμενος αὐτὰ εἰς τὸ ἅγιον καὶ ὑπερουράνιον καὶ νοερὸν αὐτοῦ θυσιαστήριον (3), εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς, ἀντικαταπέμψῃ ἡμῖν τὴν θείαν χάριν καὶ τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δεηθῶμεν.
Ας παρακαλέσουμε, ώστε ο φιλάνθρωπος Θεός, που δέχτηκε αυτά τα δώρα στο άγιο και υπερουράνιο και πνευματικό θυσιαστήριό Του, σαν άρωμα ευωδίας πνευματικής, να μας στείλει σ’ ανταπόδοση τη θεία χάρη και την δωρεά του αγίου Πνεύματος.
Ὑπὲρ τοῦ ρυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καὶ ἀνάγκης τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Για να σωθούμε από κάθε θλίψη, οργή, κίνδυνο και ανάγκη ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.
Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.
Βοήθησε, σώσε, ελέησε και φύλαξέ μας, Θεέ μας, με τη χάρη Σου.
Τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αἰτησάμενοι, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.
Αφού ζητήσαμε την ενότητα της πίστης και την κοινωνία (συμμετοχή στις δωρεές) του αγίου Πνεύματος, τους εαυτούς μας και τους άλλους και όλη μας τη ζωή ας αφήσουμε με εμπιστοσύνη στον Χριστό και Θεό μας.
[«Ας αποστρεφόμαστε τις συνάξεις των αιρετικών. – Κανένα νόθο δόγμα να μην παραδεχτείτε με το πρόσχημα της αγάπης. – Όταν όλοι πιστεύουμε όμοια, τότε υπάρχει ενότητα… Διότι αυτό είναι ενότητα, όταν όλοι είμαστε ένα… όταν αποδειχτούμε όλοι ότι έχουμε μία πίστη. – Λέγοντας Εκκλησία, δεν εννοώ μόνο τον τόπο, αλλά και τον τρόπο, όχι τους τοίχους της Εκκλησίας, αλλά τους νόμους της Εκκλησίας. Όταν καταφεύγεις στην Εκκλησία, να μην καταφεύγεις στον τόπο, αλλά στο φρόνημα» (Χρυσ.ΕΠΕ27.605·21,391-393·20,699·33.109). «Στους αιρετικούς εκείνους που αποκαλούν τους εαυτούς τους Χριστιανούς, ο Χριστός είναι παρών με το όνομα μόνο, στην πραγματικότητα όμως και αληθινά δεν είναι ανάμεσά τους» (ΑυγουστίνοςPL 40,233). «Οι αιρετικοί ποια μυσταγωγία μπορούν να τελέσουν; Ή ποιο Πνεύμα επιφοιτά σε όσα αυτοί επιτελούν;» (ΜάξιμοςΟμολ.ΕΠΕ15Γ91). «Με όλη τη δύναμή μας ας προσέξουμε να μην παίρνουμε μετάληψη αιρετικών, ούτε να δίνουμε «Διότι μη δίνετε τα άγια στα σκυλιά» λέει ο Κύριος… για να μην γίνουμε συμμέτοχοι στην κακοδοξία τους και την καταδίκη τους» (Ιω.Δαμασκηνός, Έκδοσις…ΕΠΕ,1,475). «Οι αιρετικοί ιερωσύνην δεν έχουν, άρα και τα παρ αυτών ιερουργούμενα κοινά εισι και χάριτος και αγιασμού άμοιρα» (ΝικόδημοςΑγιορ. Πηδάλιον.σ.91)]
Λαός·Σοί, Κύριε. Σε σένα, Κύριε.
Ἱερ· Σοὶ παρακατατιθέμεθα τὴν ζωὴν ἡμῶν ἅπασαν καὶ τὴν ἐλπίδα, Δέσποτα φιλάνθρωπε, καὶ παρακαλοῦμέν σε καὶ δεόμεθα καὶ ἱκετεύομεν·
Σε σένα παραδίνουμε με εμπιστοσύνη τη ζωή μας όλη και την ελπίδα, Δέσποτα φιλάνθρωπε, και σε παρακαλούμε και δεόμαστε και ικετεύουμε,
καταξίωσον ἡμᾶς μεταλαβεῖν τῶν ἐπουρανίων σου καὶ φρικτῶν μυστηρίων ταύτης τῆς ἱερᾶς καὶ πνευματικῆς τραπέζης μετὰ καθαροῦ συνειδότος, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς συγχώρησιν πλημμελημάτων,
αξίωσέ μας να μεταλάβουμε τα επουράνια και φρικτά σου μυστήρια αυτής της ιερής και πνευματικής τράπεζας με καθαρή συνείδηση, για να εξαλειφθούν οι αμαρτίες, να συγχωρεθούν τα παραπτώματά μας,
εἰς Πνεύματος Ἁγίου κοινωνίαν, εἰς βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν, εἰς παρρησίαν τὴν πρὸς σέ, μὴ εἰς κρῖμα ἢ εἰς κατάκριμα.
ώστε να έχουμε κοινωνία (συμμετοχή στις δωρεές) του αγίου Πνεύματος, να κληρονομήσουμε τη βασιλεία των ουρανών, να έχουμε θάρρος απέναντί σου και να μην κατακριθούμε ή καταδικαστούμε.
[«Θα αποδεχτούμε ούτε αυτούς που κοινωνούν μία φορά, ούτε όσους πολλές, ούτε όσους λίγες, αλλά όσους με καθαρή συνείδηση, με καθαρή καρδιά, με βίο ανεπίληπτο. Αυτοί ας πλησιάζουν πάντα. Όσοι δεν είναι τέτοιοι, ούτε μία φορά. – Καιρός για να προσέλθεις [στη Θ.Κοιν.] είναι… η ειλικρίνεια και η καθαρότητα της ψυχής. Με τέτοια ψυχή να προσέρχεσαι πάντα, χωρίς αυτήν ουδέποτε. – Χρόνος προσέλευσης ας είναι για μας η καθαρή συνείδηση. – Αν με καθαρότητα προσέλθεις, σε σωτηρία προσήλθες. – Ενώ είναι γεμάτοι από αμέτρητα κακά, όταν δουν ότι έφθασε η γιορτή, σαν να σπρώχνονται από την ημέρα αυτή, πλησιάζουν τη θ.Ευχαριστία, την οποία δεν επιτρέπεται ούτε και να δουν εκείνοι που ζουν με αυτόν τον τρόπο. Αυτούς που είναι γνωστοί οπωσδήποτε εγώ ο ίδιος θα τους εμποδίσω, ενώ εκείνους που μου είναι άγνωστοι θα τους αφήσω στην κρίση του Θεού. – Η ανάξια προσέλευση, κι αν γίνει μία φορά το χρόνο, σε κηλίδωσε, ενώ η άξια, κι αν πολλές φορές, σε έσωσε. Δεν είναι τόλμη το να προσέρχεσαι πολλές φορές, αλλά το να προσέρχεσαι ανάξια, κι αν ακόμη προσέλθει κάποιος μία φορά σ’ όλο το χρόνο» (Χρυσ. ΕΠΕ25,38·20,484, PG62,530·59,262·ΕΠΕ35.515·23.209)]
Καὶ ἐκφωνεῖ·
Καὶ καταξίωσον ἡμᾶς, Δέσποτα, μετὰ παρρησίας, ἀκατακρίτως, τολμᾶν ἐπικαλεῖσθαι σὲ τὸν ἐπουράνιον Θεὸν Πατέρα ( 31 ) καὶ λέγειν·
Και αξίωσέ μας, Δέσποτα, με θάρρος, χωρίς να κατακριθούμε, να τολμάμε να ονομάζουμε Πατέρα εσένα τον επουράνιο Θεό, και να λέμε:
[ «Προβάλλονται τα αγνά παιδιά του λαού να ζητούν το έλεος του Θεού. Επειδή δηλαδή οι ίδιοι συναισθανόμαστε τα αμαρτήματά μας…για μας τους ίδιους παρακαλούν τα παιδιά, την απλότητα των οποίων όσοι μιμηθούν με ζήλο, τούς αναμένει η βασιλεία των ουρανών. – Για ποιο λόγο προσκαλεί την ανώριμη ηλικία να ικετέψει το Θεό;. Επειδή, λέει ο προφήτης (Ιωήλ2,16) όλοι οι άνδρες ερέθισαν και εξόργισαν το Θεό, ας παρακαλούν τον οργισμένο Θεό τα νήπια, που δεν έχουν πείρα αμαρτημάτων» (Χρυσ.ΕΠΕ11Α481·32.30)]
Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ( 32 )
Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου, γενηθήτω τὸ θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν, καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.
Πατέρα μας που είσαι στους ουρανούς, ας είναι άγιο το όνομά σου, ας έλθει η βασιλεία σου, ας γίνει το θέλημα σου όπως στον ουρανό και πάνω στη γη. Το απαραίτητο για τη συντήρησή μας ψωμί δώσε μας σήμερα και συγχώρεσέ μας τα σφάλματά μας, όπως και εμείς συγχωρούμε όσους μας αδικούν και μην επιτρέψεις να μπούμε σε πειρασμό, αλλά γλίτωσέ μας από τον πονηρό.
[ «Φροντίστε λοιπόν να συναθροίζεστε συχνότερα για να ευχαριστείτε και να δοξάζετε τον Θεό. Διότι, όταν συγκεντρώνεστε μαζί συχνά, καταργούνται οι δυνάμεις του σατανά και διαλύεται ο όλεθρός του με την ομόνοια της πίστης σας»(Ιγνάτιος ΕΠΕ,85) «Φρούριο…εναντίον του διαβόλου. Αυτό είναι η Εκκλησία. – Έξω από την Εκκλησία στέκεται ο διάβολος, γιατί δεν τολμά να μπει μέσα σε αυτήν την ιερή μάνδρα. Όπου είναι το ποίμνιο του Χριστού, λύκος δε φαίνεται, αλλά στέκεται έξω επειδή φοβάται τον Ποιμένα» (Χρυσ.ΕΠΕ15,534·36.597) ]
Ἱερ· Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Γιατί δική σου είναι η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα, του Πατέρα και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.
Λαός· Ἀμήν.
Ἱερ· Εἰρήνη πᾶσι. Ειρήνη σ’ όλους.
Λαός Καὶ τῷ πνεύματί σου. Και στο δικό σου πνεύμα.
Διακ· Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν. Τα κεφάλια μας ας σκύψουμε στον Κύριο.
Λαός·Σοί, Κύριε. Σε σένα, Κύριε.
Ἱερ· Eὐχαριστοῦμέν σοι, βασιλεῦ ἀόρατε, ὁ τῇ ἀμετρήτῳ σου δυνάμει τὰ πάντα δημιουργήσας καὶ τῷ πλήθει τοῦ ἐλέους σου ἐξ οὐκ ὄντων εἰς τὸ εἶναι τὰ πάντα παραγαγών.
Σ’ ευχαριστούμε, βασιλιά αόρατε, που με την αμέτρητη δύναμή σου δημιούργησες τα πάντα και με το πλήθος της ευσπλαχνίας σου τα έφερες όλα από την ανυπαρξία στην ύπαρξη.
Αὐτός, Δέσποτα, οὐρανόθεν ἔπιδε ἐπὶ τοὺς ὑποκεκλικότας σοι τὰς ἑαυτῶν κεφαλάς· οὐ γὰρ ἔκλιναν σαρκὶ καὶ αἵματι, ἀλλὰ σοὶ τῶ φοβερῷ Θεῷ. Σὺ οὖν, Δέσποτα, τὰ προκείμενα πᾶσιν ἡμῖν εἰς ἀγαθὸν ἐξομάλισον κατὰ τὴν ἑκάστου ἰδίαν χρείαν·
Εσύ λοιπόν, Δέσποτα, ρίξε από τον ουρανό το σπλαχνικό σου βλέμμα σ’ αυτούς που έχουν σκύψει σε σένα τα κεφάλια τους, γιατί δεν έσκυψαν σε άνθρωπο με σάρκα και αίμα, αλλά σε σένα τον φοβερό Θεό. Εσύ λοιπόν, δέσποτα, αυτά τα τίμια δώρα (=«τα προκείμενα»), σε όλους μας κάνε να γίνουν ωφέλιμα, [άλλη ερμηνεία: τα «προκείμενα»= τα καθημερινά προβλήματα προς το συμφέρον απάλυνε (ή δώσε αίσιο τέλος)] ανάλογα με την ανάγκη που έχει ο καθένας,
τοῖς πλέουσι σύμπλευσον, τοῖς ὁδοιποροῦσι συνόδευσον, τοὺς νοσοῦντας ἴασαι, ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν.
ταξίδεψε μαζί μ’ εκείνους που ταξιδεύουν στη θάλασσα, συνόδεψε εκείνους που περπατάνε στη στεριά, τους αρρώστους γιάτρεψε, εσύ που είσαι ο γιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας.
Καὶ ἐκφωνεῖ·
Χάριτι καὶ οἰκτιρμοῖς καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, μεθ’ οὗ εὐλογητὸς εἶ, σὺν τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Με τη χάρη και την ευσπλαχνία και τη φιλανθρωπία του μονογενούς σου Υιού, με τον οποίο είσαι δοξασμένος μαζί με το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό σου Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.
Λαός·Ἀμήν.
Ἱερ· Πρόσχες, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐξ ἁγίου κατοικητηρίου σου καὶ ἀπὸ θρόνου δόξης τῆς βασιλείας σου καὶ ἐλθὲ εἰς τὸ ἁγιάσαι ἡμᾶς,
Πρόσεξέ μας, Κύριε Ιησού Χριστέ και Θεέ μας, από το άγιο κατοικητήριό σου και από τον ένδοξο θρόνο της βασιλείας σου και έλα να μας αγιάσεις,
ὁ ἄνω τῷ Πατρὶ συγκαθήμενος καὶ ὧδε ἡμῖν ἀοράτως συνών· καὶ καταξίωσον τῇ κραταιᾷ σου χειρὶ μεταδοῦναι ἡμῖν τοῦ ἀχράντου σώματός σου καὶ τοῦ τιμίου αἵματος καὶ δι’ ἡμῶν παντὶ τῷ λαῷ.
εσύ που στον ουρανό κάθεσαι μαζί με τον Πατέρα και αόρατα είσαι εδώ μαζί μας· και αξίωσέ μας με το παντοδύναμό σου χέρι να μεταδώσεις σε μας [τους ιερείς] το πανάγιο και αμόλυντο σώμα σου και το τίμιο αίμα, και από εμάς σε όλο το λαό.
[«Σκέψου με ποια τιμή τιμήθηκες, ποια τράπεζα απολαμβάνεις! Αυτό [το Σώμα] το οποίο οι άγγελοι όταν το βλέπουν φρίττουν και δεν τολμούν να το ατενίσουν χωρίς δέος, εξαιτίας της αστραπής η οποία εκπέμπεται από εκεί, με αυτό εμείς τρεφόμαστε, με αυτό αναμιγνυόμαστε και έχουμε γίνει εμείς ένα σώμα Χριστού και μία σάρκα. – Αν το να γεννηθεί από Παρθένο είναι θαύμα μέγα…το ότι σταυρώθηκε και το ότι έχυσε το αίμα και έδωσε σε μας τον εαυτό του για πνευματική εσττίαση και ευωχία, πώς θα μπορούσε να ονομαστεί; – Πόσοι τώρα λένε· ήθελα να δω τη μορφή Του…Να, τον βλέπεις, τον αγγίζεις, τον τρως… Πολλές μάνες μετά τη γέννα έδωσαν τα παιδιά να τα τρέφουν παραμάνες, ενώ Αυτός δεν το ανέχεται αυτό, αλλά μας τρέφει ο ίδιος με το δικό του αίμα…Αυτούς που γέννησε (με το Βάπτισμα), τους τρέφει με τον εαυτό του και δεν τους δίνει σε άλλον…Δεν βλέπετε τα βρέφη με πόση προθυμία αρπάζουν το μαστό; Με τόση ας προσερχόμαστε και εμείς…ας ελκύσουμε σαν νήπια που θηλάζουν τη χάρη» (Χρυσ.ΕΠΕ12.215·10.161·12.213-217)]
Η ΥΨΩΣΗ
Ο ιερέας υψώνει τον άγιο άρτο ( 33 )
[ Η ύψωση του αγίου άρτου συμβολίζει σύμφωνα με τον ιερό Δαμασκηνό την ύψωση του Κυρίου επί του Σταυρού» (Τρεμπέλας) ]
Διακ· Πρόσχωμεν. Ας προσέξουμε.
Ἱερ· Τὰ Ἅγια τοῖς ἁγίοις. Τα άγια αυτά [η Θ.Κοινωνία] είναι για τους αγίους.
[ «Όποιος είναι άγιος ας έλθει· όποιος δεν είναι, ας μετανοήσει» (Διδαχή12 Απ.ΕΠΕ23). «Ο ιερέας… με φρικτή βοή, σηκώνει ψηλά το χέρι σαν ένας κήρυκας… άλλους τους καλεί και άλλους τους αποκλείει. Και δεν το κάνει αυτό με το χέρι, αλλά με τη γλώσσα… Διότι αυτό εννοεί: Εάν κανείς δεν είναι άγιος να μην προσέλθει. Και δεν λέει να είναι απλά και μόνο καθαρός από αμαρτήματα, αλλά άγιος»(Χρυσ.ΕΠΕ 25,43). «Αγίους ονομάζει εδώ τους τέλειους στην αρετή, αλλά και όσους βιάζονται να φθάσουν την τελειότητα αυτή, αλλά δεν την έφθασαν ακόμη. Γιατί και τούτους τίποτα δεν εμποδίζει να αγιάζονται με την συμμετοχή τους στα άγια μυστήρια» (Νικ. Καβάσιλας ΕΠΕ Φιλ.22,185). «Αμαρτία προς θάνατον είναι όταν κάποιοι αμαρτάνοντας μένουν αδιόρθωτοι» (5ος Ζ Οικ.Συνοδ). «Δεν υπάρχει αμαρτία ασυγχώρητη, παρά η αμετανόητη» (Ισαάκ Σύρος,Απαντα 127,1). «Εάν είσαι άξιος και πάρεις άδεια γι’ αυτό, πήγαινε με φόβο και χαρά να κοινωνήσεις τα απόρρητα αγαθά» (Συμεών Ν.Θεολ.ΕΠΕ19Δ.321). «Θα τιμωρηθεί το ίδιο, με όση τιμωρία θα υποστούν αυτοί που σταύρωσαν το Χριστό. Όπως ακριβώς εκείνοι οι σφαγείς έγιναν ένοχοι για το αίμα, έτσι και αυτοί που ανάξια κοινωνούν. – Όπως τότε οι στρατιώτες δεν κέντησαν την πλευρά, για να πιουν (το Αίμα), αλλά για να το χύσουν, έτσι και αυτός που ανάξια προσέρχεται και δεν καρπώνεται τίποτα από το Ποτήριο. – Αν βαστούσες κοπριά στα χέρια σου, θα τολμούσες να αγγίξεις την άκρη του ενδύματος του επίγειου βασιλιά; Καθόλου» (Χρυσ. ΕΠΕ31.137·18Α.202·30.315)]
Λαός·Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός. Ἀμήν.
Ένας είναι άγιος, ένας είναι Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, για τη δόξα του Θεού Πατέρα· αμήν.
Εἶτα ψάλλει τὸ Κοινωνικόν ( 36 ).
[ Το «Κοινωνικό» άλλοτε παρατεινόταν μέχρι το τέλος της θείας κοινωνίας και από τους λαϊκούς. Γι’ αυτό λέγεται και Κοινωνικό, διότι όταν ψαλλόταν αυτό, διεξαγόταν η θεία κοινωνία και του κλήρου και του λαού. Αποτελούνταν λοιπόν παλαιότερα όχι μόνον από ένα στίχο, αλλά από ολόκληρο ψαλμό. Τέτοιοι ψαλμοί ήταν συνήθως ο 22ος («Κύριος ποιμαίνει με…»), ο 33ος («Ευλογήσω τον Κύριον εν παντί καιρώ…»), ο 144ος («Υψώσω σε, ο Θεός μου, ο βασιλεύς μου…») και ο 116ος («Αινείται τον Κύριον πάντα τα έθνη…» (Τρεμπέλας) ].
Τις Κυριακές το:
Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν. Ἀλληλούϊα.
Υμνείτε τον Κύριο από τους ουρανούς. Αλληλούια.
Η ΚΛΑΣΗ (=ΤΕΜΑΧΙΣΜΟΣ) ( 34 )
[ «Ο μελισμός του αγίου άρτου γίνεται κατά μίμησην του τεμαχισμού που έκανε ο Κύριος όταν παρέδιδε το μυστήριο, κόβοντας τον έναν άρτο και διανέμοντάς τον στους μαθητές. Ο μελισμός λοιπόν αυτός του αγίου άρτου είχε αρχικά ως κύριο σκοπό τον τεμαχισμό του σε κομμάτια για τη μετάδοση από αυτά στους πιστούς. Παράλληλα υπενθύμιζε σε όλους όσους κοινωνούσαν «ότι εις άρτος, εν σώμα οι πολλοί έσμεν, οι γαρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν» (Α’ Κορ. ι’ 17). Αργότερα όμως ο τεμαχισμός αυτός του άρτου έγινε σύμβολο της κακώσεως που υπέστη το σώμα του Χριστού κατά το πάθος του επάνω στο σταυρό»(Τρεμπέλας) ] «Εκείνο που δεν έπαθε πάνω στο Σταυρό, το υφίσταται στην προσφορά για σένα και ανέχεται να κατατεμαχίζεται για να χορτάσει τους πάντες. – Σε ένωσα και σε σύνδεσα με τον εαυτό μου. Φάε με, είπα, πιες με… Όχι απλώς συνδέομαι μαζί σου, αλλά συμπλέκομαι, τρώγομαι, λεπτύνομαι λίγο λίγο, για να γίνει μεγαλύτερη η ανάμιξη, η συμπλοκή και η ένωση. Γιατί εκείνα που ενώνονται διατηρούν τα όριά τους, εγώ όμως συνυφαίνομαι μαζί σου. Δεν θέλω δηλαδή να υπάρχει κάτι ενδιάμεσο· θέλω τα δύο να είναι ένα» (Χρυσ.ΕΠΕ18Α,87·23.405). «Υψώνεται στα χέρια του ιερέα το Σώμα, όπως έγινε πάνω στο Σταυρό και μεταδίδεται τεμαχισμένο και με αυτόν τον τρόπο θάβεται μέσα μας ο Χριστός και μαζί του μας καθιστά άφθαρτους. Αυτό είναι το πέρας (ολοκλήρωση) της θείας οικονομίας» (Ιω.Δαμασκηνός,PG 95,409)]
Διακ·Μέλισον, Δέσποτα, τὸν ἅγιον Ἄρτον. Τεμάχισε, δέσποτα τον άγιο άρτο.
Ἱερ· Μελίζεται καὶ διαμερίζεται ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ μελιζόμενος καὶ μὴ διαιρούμενος, ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος, ἀλλὰ τοὺς μετέχοντας ἁγιάζων.
Τεμαχίζεται και μοιράζεται ο αμνός του Θεού, εκείνος που τεμαχίζεται και δεν διαιρείται, που πάντοτε τρώγεται και ποτέ δεν τελειώνει (ξοδεύεται), αλλά αγιάζει εκείνους που τον κοινωνούν.
[ «Με το μελισμό ο Χριστός τεμαχίζεται… χωρίς αυτό να σημαίνει πως σε κάθε μερίδα έχουμε ένα κομμάτι του Χριστού: «καν μερίζεται, αμέριστος διαμένει και άτμητος, έφ’ ένι εκάστω μέρει των τεμνομένων ο αυτός όλος θεάνθρωπος μεριζόμενος τε και ευρισκόμενος» (Θεοδώρου Ανδίδων). Σε κάθε κομμάτι είναι ολόκληρος ο Χριστός» (Κογκούλη…) «Ώστε να μπορούν… να είναι και να καλούνται κατά χάριν θεοί, εξαιτίας του ολόκληρου Θεού, που τους γέμισε εξ’ ολοκλήρου και κανένα κομμάτι τους δεν άφησε άδειο από την παρουσία Του»(Μάξιμος Ομολ.)]
[ Ευχές Θείας Μεταλήψεως.Πιστεύω, Κύριε, καὶ ὁμολογῶ ὅτι σὺ εἶ ἀληθῶς ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ ἐλθὼν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ. Ἔτι πιστεύω ὅτι τοῦτο αὐτό ἐστι τὸ ἄχραντον σῶμά σου καὶ τοῦτο αὐτό ἐστι τὸ τίμιον αἷμά σου. Δέομαι οὖν σου· ἐλέησόν με καὶ συγχώρησόν μοι τὰ παραπτώματά μου, τὰ ἑκούσια καὶ τὰ ἀκούσια, τὰ ἐν λόγῳ, τὰ ἐν ἔργῳ, τὰ ἐν γνώσει καὶ ἀγνοίᾳ· καὶ ἀξίωσόν με ἀκατακρίτως μετασχεῖν τῶν ἀχράντων σου μυστηρίων, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον. Ἀμήν.
Ἰδοὺ βαδίζω πρὸς θείαν κοινωνίαν.Πλαστουργέ, μὴ φλέξῃς με τῇ μετουσίᾳ.
Πῦρ γὰρ ὑπάρχεις τοὺς ἀναξίους φλέγον.Ἀλλ’ οὖν κάθαρον ἐκ πάσης με κηλίδος.
Τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν με παράλαβε· οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ μυστήριον εἴπω· οὐ φίλημά σοι δώσω, καθάπερ ὁ Ἰούδας· ἀλλ’ ὡς ὁ λῃστὴς ὁμολογῶ σοι· Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.
[«Ο [όσιος] π.Ιάκωβος (Τσαλίκης) το 1987 δεν επέτρεψε σε μία κοπέλα να κοινωνήσει. Εκείνη επισκέφτηκε κάποιο επίσκοπο, που της είπε να κοινωνήσει. Δύο φορές όμως που η κοπέλα προσήλθε στη θ.Ευχαριστία, διαπίστωσε κάτι περίεργο: στο στόμα της, με τη λαβίδα, δεν έμπαινε τίποτα. Τρόμαξε, μετανόησε κι έσπευσε να εξομολογηθεί πάλι στον. π.Ιάκωβο…Διηγήθηκε για ένα δημοσιογράφο που θέλησε να κοινωνήσει χωρίς να πρέπει: – Την ώρα που πήγα να τον κοινωνήσω δίστασα… και περνά από την αγία λαβίδα μια χρυσή λάμψη πάνω από το κεφάλι μου και πάει στην αγία Τράπεζα…Η λάμψη αυτή σήμαινε ότι το άγιο Πνεύμα δεν άφησε το σώμα και το αίμα του Κυρίου να πάει σε ακάθαρτο άνθρωπο» (ΙάκωβοςΤσαλίκης, Στυλ.Παπαδόπουλου118)]
Θεουργὸν αἷμα φρῖξον, ἄνθρωπε, βλέπων·Ἄνθραξ γάρ ἐστι τοὺς ἀναξίους φλέγων·
Θεοῦ τὸ σῶμα καὶ θεοῖ με καὶ τρέφει·Θεοῖ τὸ πνεῦμα, τὸν δὲ νοῦν τρέφει ξένως.
Ἔθελξας πόθῳ με, Χριστέ, καὶ ἠλλοίωσας τῷ θείῳ σου ἔρωτι· ἀλλὰ κατάφλεξον πυρὶ ἀΰλῳ τὰς ἁμαρτίας μου, καὶ ἐμπλησθῆναι τῆς ἐν σοὶ τρυφῆς καταξίωσον, ἵνα τὰς δύο σκιρτῶν μεγαλύνω, Ἀγαθέ, παρουσίας σου.
Ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν Ἁγίων σου πῶς εἰσελεύσομαι ὁ ἀνάξιος; Ἐὰν γὰρ τολμήσω συνεισελθεῖν εἰς τὸν νυμφῶνα, ὁ χιτών με ἐλέγχει ὅτι οὐκ ἔστι τοῦ γάμου, καὶ δέσμιος ἐκβαλοῦμαι ὑπὸ τῶν ἀγγέλων. Καθάρισον, Κύριε, τὸν ρύπον τῆς ψυχῆς μου καὶ σῶσόν με ὡς φιλάνθρωπος.
Δέσποτα φιλάνθρωπε, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός μου, μὴ εἰς κρῖμά μοι γένοιτο τὰ Ἅγια ταῦτα, διὰ τὸ ἀνάξιον εἶναί με, ἀλλ’ εἰς κάθαρσιν καὶ ἁγιασμὸν ψυχῆς τε καὶ σώματος, καὶ εἰς ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης ζωῆς καὶ βασιλείας. Ἐμοὶ δὲ τὸ προσκολλᾶσθαι τῷ Θεῷ ἀγαθόν ἐστι, τίθεσθαι ἐν τῷ Κυρίῳ τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μου.
Τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν με παράλαβε· οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ μυστήριον εἴπω· οὐ φίλημά σοι δώσω, καθάπερ ὁ Ἰούδας· ἀλλ’ ὡς ὁ λῃστὴς ὁμολογῶ σοι· Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.]
Μετὰ τὸ «Κοινωνικόν» ὁ Διάκονος ἐκφωνεῖ·
Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε.
Με φόβο Θεού, με πίστη και αγάπη ελάτε (να κοινωνήσετε).
[ «Όταν θα δεις τον ιερέα να σου προσφέρει (τα Μυστήρια), να μη νομίζεις ότι ο ιερέας το κάνει αυτό, αλλά πίστευε ότι το χέρι που απλώνεται είναι του Χριστού. – όταν προσέρχεσαι στο φρικτό ποτήριο, να προσέρχεσαι έτσι, σαν να πίνεις από αυτήν την πλευρά …Σαν να αγγίζουν τα χείλη μας τη θεία και άχραντη πλευρά, έτσι να μεταλαβαίνουμε το σωτήριο Αίμα. – Μυστήρια και λέγονται και είναι· όπου τελούνται μυστήρια, επικρατεί μεγάλη ησυχία. Με μεγάλη λοιπόν ησυχία, με πολλή ευταξία και με την ευλάβεια που ταιριάζει ας πλησιάζουμε» (Χρυσ. ΕΠΕ 11.59·14.677·30.236·35,519). «Λέγεται μετάληψη επειδή με αυτήν μεταλαμβάνουμε από την θεότητα του Ιησού» (Ιω.Δαμασκηνός PG 96,1409). «Ο δικός μου έρωτας [ο Χριστός], σταυρώθηκε και δεν υπάρχει μέσα μου φωτιά σαρκική, αλλά νερό «ζωντανό», που μιλάει σε μένα από μέσα μου και λέει· έλα στον Πατέρα. Δεν ευχαριστιέμαι με τροφή θανάτου, ούτε με τις ηδονές της ζωής αυτής. Θέλω τον άρτο του Θεού, δηλαδή το σώμα το Ιησού Χριστού… και πιοτό θέλω το αίμα του, που είναι αγάπη αθάνατη» (Ιγνάτιος ΕΠΕ,119) «προσφέροντας έναν άρτο, που είναι φάρμακο αθανασίας, αντίδοτο για να μη πεθάνετε, αλλά να ζείτε με τον Χριστό για πάντα»(ο.π.91). «Να γίνεις σύσσωμος και σύναιμος Χριστού. Διότι έτσι γινόμαστε και χριστοφόροι, με το να διαδίδεται στα μέλη μας το σώμα του και το αίμα και κοινωνοί θείας φύσης κατά τον μακάριο Πέτρο (Β Πετρ.1,4)»(Κύριλλος Ιεροσ. Μυστ.Κατ.Δ,3). «Μέλη Χριστού γινόμαστε, μέλη ο Χριστός δικά μας· και χέρι ο Χριστός και πόδι ο Χριστός του πανάθλιου εμένα, κι ο άθλιος εγώ χέρι Χριστού και Χριστού πόδι πάλι· κινώ το χέρι και ο Χριστός όλος είναι το χέρι μου…Κινώ το πόδι και να! αστράπτει όπως εκείνος· μην πεις ότι βλασφημώ, αλλά αποδέξου αυτά» (ΣυμεώνΝ.Θεολ.ΕΠΕ19Ε.157) ]
Καὶ γίνεται ἡ μετάληψις τοῦ Λαοῦ. Μετά την Μετάληψη, ο ιερέας λέει:
Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου.
Σώσε, Θεέ μας, το λαό σου και ευλόγησε τους κληρονόμους της βασιλείας σου.
Λαὸς· Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες, αὕτη γὰρ ἡμᾶς ἔσωσεν.
Είδαμε το φως το αληθινό, πήραμε το επουράνιο άγιο Πνεύμα, βρήκαμε πίστη αληθινή, προσκυνώντας την αδιαίρετη Τριάδα, γιατί αυτή μας έσωσε.
[ «Όπου η Εκκλησία, εκεί και το Πνεύμα του Θεού και η πληρότητα της χάριτος» (Ειρηναίος,Κατά Αιρέσ.3,24,1) «(Χωρίς το Πνεύμα) δεν θα απολαμβάναμε τα μυστήρια. Γιατί χωρίς τη χάρη του Αγ.Πνεύματος δεν θα γινόταν ποτέ το μυστικό σώμα και αίμα. – Αν δεν ήταν παρόν το Πνεύμα, δεν θα ιδρυόταν η Εκκλησία· αφού όμως υπάρχει η Εκκλησία, είναι ολοφάνερο ότι είναι παρόν το Πνεύμα» (Χρυσ.ΕΠΕ36.141,313) «Δεν μετέχουμε σε κάτι από τα δικά Του, αλλα σε Αυτόν τον ίδιο. Δεν δεχόμαστε στις ψυχές μας κάποια ακτίνα και κάποιο φως, αλλά τον ίδιο τον δίσκο(του Ηλίου)» (Νικ.Καβασ.ΕΠΕ,415). «Να γίνουμε όχι μόνο Χριστιανοί, αλλά και Χριστός» (Αυγουστίνος, Φλωρόφσκυ,ΑγΓραφή…88)]
Ιερ· Πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
(Ας είναι ευλογημένος ο Θεός μας) Πάντοτε, τώρα και πάντα και στους ατέλειωτους αιώνες.
Λαός· Ἀμήν.
Διακ· Ὀρθοί· μεταλαβόντες τῶν θείων, ἁγίων, ἀχράντων, ἀθανάτων, ἐπουρανίων καὶ ζωοποιῶν, φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ μυστηρίων, ἀξίως εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ.
Όρθιοι [σηκωθείτε]. Αφού μεταλάβαμε τα θεία, άγια, άχραντα (πάναγνα), αθάνατα, επουράνια και ζωοποιά, φρικτά μυστήρια του Χριστού, ας ευχαριστήσουμε άξια τον Κύριο.
[ «Πάντοτε έχουμε γιορτή… πάντοτε μπορούμε να γιορτάζουμε το Πάσχα. – Αν προσέλθει κάποιος με καθαρή συνείδηση, επιτελεί Πάσχα, είτε σήμερα, είτε αύριο, είτε οποτεδήποτε μετάσχει στην Κοινωνία» (Χρυσ.ΕΠΕ36,297·34,180) «το δικό μας Πάσχα τελείται σε κάθε σύναξη»(PG 48,864). «Δεν έχει τίποτα παραπάνω το μυστήριο που γίνεται το Πάσχα από αυτό που γίνεται τώρα· είναι ένα και το αυτό· πάντοτε Πάσχα είναι»(PG 62,530), «το Πάσχα…είναι η προσφορά και η θυσία που επιτελείται σε κάθε σύναξη…Κάθε φορά που προσέρχεσαι με καθαρή συνείδηση… επιτελείς το Πάσχα, όχι όταν νηστεύεις, αλλά όταν μετέχεις στη θυσία εκείνη»(PG 48,867). «Ιερουργώντας…διάλυε το πλήθος των αμαρτημάτων μου, αγγίζοντας την αναστάσιμη θυσία» (Γρηγ.Θεολ.ΕΠΕ7.289). «Ο άρτος που κατεβαίνει από τον ουρανό (η Θ.Κοινωνία) και δίνει ζωή στον κόσμο, τον οποίο όσοι τον τρώγουν όχι μόνο τρέφονται, αλλά και ζωοποιούνται και ζώντας ανασταίνονται ως εκ νεκρών… Εάν λοιπόν εορτάζεις έτσι και έτσι μεταλαμβάνεις τα θεία μυστήρια, όλη σου η ζωή θα είναι μία εορτή, και ούτε εορτή, αλλά αφορμή εορτής και ένα Πάσχα, η μετάβαση και αναχώρηση από τα ορατά προς τα νοητά» (Συμεών Ν.Θεολ.19Γ, 279,283) ]
Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.
Βοήθησε, σώσε, ελέησε και διαφύλαξέ μας Θεέ μας, με τη χάρη σου.
Λαός·Κύριε, ἐλέησον.
Διακ· Τὴν ἡμέραν πᾶσαν, τελείαν, ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ ἀναμάρτητον αἰτησάμενοι, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.
Αφού ζητήσαμε όλη η ημέρα να είναι τέλεια, αγία, ειρηνική και αναμάρτητη, τους εαυτούς μας και τους άλλους και όλη μας τη ζωή ας αφήσουμε με εμπιστοσύνη στον Χριστό και Θεό μας.
Λαός· Σοί, Κύριε. Σε σένα, Κύριε [εμπιστευόμαστε τη ζωή μας]
Ἱερ· Εὐχαριστοῦμέν σοι, Δέσποτα φιλάνθρωπε, εὐεργέτα τῶν ψυχῶν ἡμῶν, ὅτι καὶ τῇ παρούσῃ ἡμέρᾳ κατηξίωσας ἡμᾶς τῶν ἐπουρανίων σου καὶ ἀθανάτων Μυστηρίων. Ὀρθοτόμησον ἡμῶν τὴν ὁδόν, στήριξον ἡμᾶς ἐν τῷ φόβῳ σου τοὺς πάντας, φρούρησον ἡμῶν τὴν ζωήν, ἀσφάλισαι ἡμῶν τὰ διαβήματα· εὐχαῖς καὶ ἱκεσίαις τῆς ἐνδόξου Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας καὶ πάντων τῶν ἁγίων σου.
Σ’ ευχαριστούμε, Δέσποτα φιλάνθρωπε, ευεργέτη των ψυχών μας, γιατί και τη σημερινή ημέρα, μας αξίωσες να μεταλάβουμε τα επουράνια και αθάνατα μυστήριά σου. Κάνε σωστό και ίσιο το δρόμο της ζωής μας, στήριξε όλους μας στο φόβο σου, φρούρησε τη ζωή μας, ασφάλισε τα βήματά μας, με τις ευχές και τις παρακλήσεις της ένδοξης Θεοτόκου και παντοτεινά παρθένου Μαρίας και όλων των αγίων σου.
[««Και αφού ύμνησαν βγήκαν στο όρος των Ελαιών» (Ματθ.26,30)…Ακούστε όλοι όσοι δεν περιμένετε την τελευταία ευχή των μυστηρίων· διότι αυτή η ευχή είναι σύμβολο της προσευχής εκείνης. Ο Κύριος ευχαρίστησε πριν δώσει στους μαθητές το άγιο σώμα Του, για να ευχαριστούμε και εμείς. Και αφού τους το έδωσε, πάλι ευχαρίστησε και ύμνησε, για να κάνουμε και εμείς το ίδιο… – Εκείνον (τον Ιούδα που έφυγε) μιμούνται και αυτοί που αναχωρούν πριν από το τέλος της ευχαριστίας» (Χρυσ.ΕΠΕ 12,199·35,517)]
Καὶ ἐκφωνεῖ·
Ὅτι σὺ εἶ ὁ ἁγιασμὸς ἡμῶν καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Γιατί εσύ είσαι ο αγιασμός μας και σε σένα τη δοξολογία στέλνουμε, τον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.
Λαός· Ἀμήν.
Ἱερ· Ἐν εἰρήνῃ προέλθωμεν. Με ειρήνη ας αποχωρήσουμε.
[ «Αρχικά η απόλυση γινόταν με μία απλή προτροπή. Στη βυζαντινή λειτουργία ήταν το «Ἐν εἰρήνῃ προέλθωμεν» (Κογκούλη…). «Σαν λιοντάρια λοιπόν που βγάζουν φωτιά, έτσι αναχωρούμε από εκείνη την τράπεζα, αφού γινόμαστε φοβεροί στο διάβολο…Αυτό το Αίμα, αν το πάρουμε άξια διώχνει τους δαίμονες και τους κρατά μακριά μας…Διότι όπου δουν το αίμα το Δεσποτικό, οι μεν δαίμονες τρέπονται σε φυγή, προσέρχονται όμως οι άγγελοι…Όσοι μετέχουν σε αυτό το αίμα, στέκονται μαζί με τους αγγέλους και αρχαγγέλους…φορούν τη βασιλική στολή του Χριστού – Έτσι πρέπει να βγαίνουμε από εδώ, σαν μέσα από ιερά άδυτα, σαν να έχουμε κατέβει από τους ίδιους τους ουρανούς…Δεν θα χρειασθούμε να πούμε τίποτα στους απόντες όταν βγούμε από εδώ. Αλλά από τη δική μας ωφέλεια θα αισθανθούν τη δική τους ζημιά και θα τρέξουν γρήγορα για να απολαύσουν τα ίδια. – Εάν πάει κανείς και καθίσει σε αρωματοπωλείο και χωρίς να θέλει απορροφά κάποια ευωδία, πολύ περισσότερο συμβαίνει αυτό σε εκείνον που εκκλησιάζεται. – Ή νομίζετε ότι αυτό είναι ευλάβεια, το να παραβρίσκεστε πάντοτε στη σύναξη; Αυτό δεν είναι τίποτα αν δεν αποκομίσουμε κάποια ωφέλεια· αν δεν αποκομίζουμε κάτι, είναι προτιμότερο να μένουμε σπίτι· διότι οι πρόγονοί μας έχτισαν τις εκκλησίες όχι για να βλεπόμαστε… αλλά για να γίνουμε καλύτεροι. Κατάντησε το πράγμα απλώς νόμος και υποχρέωση και συνήθεια… Βαφείο είναι η εκκλησία· αν πάντοτε βγαίνετε άχρωμοι, τότε τι το όφελος που συνεχώς έρχεστε εδώ;… Προσευχόμαστε, θα πει κάποιος. Και τι σημασία έχει αυτό εφόσον η προσευχή μένει χωρίς έργα; – Σου έγινε ανώφελη η μετάληψη χωρίς το κατόρθωμα της ειρήνης. – Γίναμε κοινωνοί της πνευματικής τράπεζας· ας γίνουμε κοινωνοί και της πνευματικής αγάπης. – Πρέπει και στα δύο να σωφρονούμε (πριν και μετά τη Μετάληψη)· και μάλιστα μετά, όταν έχουμε δεχτεί το νυμφίο. Πριν μεν, για να γίνεις άξιος να Τον πάρεις, ενώ μετά για να μη φανείς ανάξιος όσων έλαβες» (Χρυσ.ΕΠΕ13Α.333,337· 26.567,569·16Α.169,171· 13Α.479· 35,621· 10.409·18Α.206). «Είναι ανάγκη να κοινωνήσουμε τη γνώμη Αυτού του οποίου κοινωνούμε τα αίματα και όχι να είμαστε σε άλλα ενωμένοι μαζί Του και σε άλλα χωρισμένοι» (Νικ.Καβασ. ΕΠΕ22.513) ]
Διακ· Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Λαός·Κύριε, ἐλέησον.
Η ΟΠΙΣΘΑΜΒΩΝΟΣ ΕΥΧΗ [διαβαζόταν πίσω από τον άμβωνα, που παλιά ήταν στο μέσο του ναού. (Κογκούλη…)]
Ἱερ· Ὁ εὐλογῶν τοὺς εὐλογοῦντάς σε, Κύριε, καὶ ἁγιάζων τοὺς ἐπὶ σοὶ πεποιθότας, σῶσον τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου. Τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας σου φύλαξον·
Εσύ, Κύριε, που ευλογείς εκείνους που σε ευλογούν και αγιάζεις αυτούς που έχουν την εμπιστοσύνη τους σε σένα, σώσε το λαό σου και ευλόγησε τους κληρονόμους της βασιλείας σου. Όλα τα μέλη της Εκκλησίας σου φύλαξε,
ἁγίασον τοὺς ἀγαπῶντας τὴν εὐπρέπειαν τοῦ οἴκου σου· σὺ αὐτοὺς ἀντιδόξασον τῇ θεϊκῇ σου δυνάμει καὶ μὴ ἐγκαταλίπῃς ἡμᾶς τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ σέ. Εἰρήνην τῷ κόσμῳ σου δώρησαι, ταῖς Ἐκκλησίαις σου, τοῖς ἱερεῦσι, τοῖς ἄρχουσιν ἡμῶν, τῷ στρατῷ καὶ παντὶ τῷ λαῷ σου·
αγίασε αυτούς που αγαπούν την ευπρέπεια (ομορφιά) του ναού σου˙ συ ανταπόδωσέ τους δόξα με τη θεϊκή σου δύναμη και μην εγκαταλείψεις εμάς που ελπίζουμε σε σένα. Ειρήνη στον κόσμο σου δώρησε, στις Εκκλησίες σου, στους ιερείς, στους άρχοντές μας, στο στρατό και σ’ όλον το λαό σου,
ὅτι πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι, καταβαῖνον ἐκ σοῦ τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων· καὶ σοὶ τὴν δόξαν καὶ εὐχαριστίαν καὶ προσκύνησιν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
γιατί κάθε χάρισμα καλό και κάθε δώρο τέλειο είναι από ψηλά και κατεβαίνει από σένα τον Πατέρα των φώτων· γι’ αυτό απευθύνουμε τη δοξολογία, την ευχαριστία και την προσκύνηση σε σένα, τον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.
Λαός· Ἀμήν. Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος [στίχ. 2 του 112 Ψαλμού] (3 φορές).
Ας είναι το όνομα του Κυρίου ευλογημένο από τώρα και για πάντα (γ’)
[ «Τίποτα δεν κάνει τόσο χαρούμενη τη ζωή μας, όσο η χαρά της Εκκλησίας. Στην εκκλησία συντηρείται η χαρά εκείνων που χαίρονται, στην εκκλησία υπάρχει η ψυχική ευφορία εκείνων που στενοχωρούνται»(Χρυσ.ΕΠΕ8Α.323) «Δικά σου πλάσματα είμαστε και η καρδιά μας δεν ησυχάζει όσο δεν αναπαύεται μέσα σου»(αγ.ΑυγουστίνοςΕξομολ.Α.εκδ.Πατάκη.σ.117) «Ζω ήδη μέσα στο ράσο εξήντα επτά χρόνια, και κάθε φορά η Λειτουργία είναι για μένα κάτι νέο, μοναδικό! Είναι αδύνατον να την συνηθίσουμε!»(αγ.ΣωφρόνιοςΈσσεξ,Οικοδομώντας…Γ,229)]
[ [ [ ο Ἱερεὺς λέει την ευχή στην Πρόθεση·Τὸ πλήρωμα τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν, αὐτὸς ὑπάρχων, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πληρώσας πᾶσαν τὴν πατρικὴν οἰκονομίαν, πλήρωσον χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης τὰς καρδίας ἡμῶν πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Χριστὲ και Θεέ μας, εσύ που είσαι η εκπλήρωση του νόμου και των προφητών και που πραγματοποίησες όλη την οικονομία [=το σχέδιο της σωτηρίας] του Πατέρα, γέμισε με χαρά και ευφροσύνη τις καρδιές μας, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν. ] ] ]
Διακ· Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Λαός·Κύριε, ἐλέησον.
Ἱερ· Εὐλογία Κυρίου καὶ ἔλεος αὐτοῦ ἔλθοι ἐφ’ ὑμᾶς, τῇ αὐτοῦ θείᾳ χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Η ευλογία και το έλεος του Κυρίου ας έλθει σε σας, με τη θεία χάρη και τη φιλανθρωπία του, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.
Λαός· Ἀμήν.
Ἱερ· Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι. Δόξα σε σένα, Θεέ, δόξα σε σένα.
Ὁ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν, ταῖς πρεσβείαις τῆς παναχράντου καὶ παναμώμου ἁγίας αὐτοῦ Μητρός· δυνάμει τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ· προστασίαις τῶν τιμίων, ἐπουρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων· ἱκεσίαις τοῦ τιμίου, ἐνδόξου, προφήτου, Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου· τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων· τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ καλλινίκων Μαρτύρων· τῶν ὁσίων καὶ θεοφόρων πατέρων ἡμῶν (τοῦ ἁγίου τοῦ ναοῦ)· τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Χρυσοστόμου· τῶν ἁγίων καὶ δικαίων Θεοπατόρων Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης, (τοῦ ἁγίου τῆς ἡμέρας) οὗ καὶ τὴν μνήμην ἐπιτελοῦμεν, καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, ἐλεήσαι καὶ σώσαι ἡμᾶς, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος.
Λαὸς· Τὸν εὐλογοῦντα καὶ ἁγιάζοντα ἡμᾶς, Κύριε, φύλαττε εἰς πολλὰ ἔτη.
Ἱερ· Δι’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.
Με τις ευχές των αγίων πατέρων μας, Κύριε Ιησού Χριστέ και Θεέ μας, ελέησέ μας.
[ «Η φράση έχει προέλθει από τα μοναστήρια και αναφέρεται στους παρόντες πατέρες, δηλ. στους μοναχούς» (Κογκούλη…) «Και για ένα βήμα, θα πάρει μισθό καθένας που τρέχει στο καλό…Τρέχε στην ακολουθία…Και αν ακόμη προλάβεις μόνο την τελευταία ευχή, μη δείξεις οκνηρία, αλλά σήκω επάνω» (Εφραίμ Σύρου,ΈργαΓ,86) ]
Λαός·Ἀμήν.
«[Το Μυστήριο αυτό] είναι το τελείωμα της ζωής, όπου, όταν φθάσουμε, δεν θα χρειάζεται πλέον τίποτα άλλο για την επιζητούμενη ευδαιμονία… (Αυτό) οδηγεί στην κορυφή των αγαθών. Γι’ αυτό εδώ είναι το έσχατο τέλος κάθε ανθρώπινης προσπάθειας… Δεν είναι δυνατόν να πάμε παρά πέρα, ούτε να προσθέσουμε τίποτα…Μετά από την Ευχαριστία δεν υπάρχει τίποτα προς το οποίο να τείνουμε, αλλά πρέπει να σταθούμε εδώ και να στοχεύουμε στο πώς θα κρατήσουμε μέχρι τέλους το θησαυρό που έχουμε» (Νικ. Καβάσιλας ΕΠΕ,Φιλ.22,411,416). «Ω μυστήριο ευσέβειας και θέωσης! Ω δεσμός ενότητας και αγάπης! Όποιος θα ήθελε να ζει, έχει την πηγή της ζωής» (Αυγουστίνος,Ο υιός των δακρύων,150). «Αν είστε αμελείς για τη σωτηρία σας, και ο Θεός «θα είναι αμελής». Διατηρείστε λοιπόν…τις λειτουργικές ακολουθίες. Αλλά μήπως υπάρχει και τίποτα που να μην είναι λειτουργική πράξη; Όλα στη ζωή μας είναι μία αδιάκοπη Λειτουργία. Φυλάξτε λοιπόν αυτή τη Λειτουργία» (αγ.ΣωφρόνιοςΈσσεξ.Οικοδομώντας…Β,112)]
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΥ
«Κανένας να μην πλανάται· εάν κάποιος δεν βρίσκεται μέσα στο θυσιαστήριο, στερείται τον άρτο του Θεού. Διότι εάν η προσευχή ενός και δύο έχει τόση δύναμη, πόσο μάλλον η προσευχή του επισκόπου και ολόκληρης της Εκκλησίας. Εκείνος λοιπόν που δεν έρχεται στη συνάθροιση, αυτός ήδη δείχνει υπερηφάνεια και ξεχωρίζει τον εαυτό του» (Ιγνάτιος ΕΠΕ81)
«Διότι ποια απολογία θα έχουμε, ποια συγγνώμη, όταν αυτός μεν από τους ουρανούς κατεβαίνει για μας, ενώ εμείς ούτε από το σπίτι δεν ερχόμαστε σε αυτόν;» (Χρυσ.PG48,753)
«Θα ήταν η μεγαλύτερη αχαριστία, ενώ διαθέτουμε πέντε ή έξι ημέρες για τις βιοτικές μας ανάγκες, να μην διαθέτουμε ούτε μία ή μάλλον ούτε μικρό μέρος της ημέρας για τις πνευματικές. – Αυτό που κάνουν εκείνοι που κλέβουν ιερά πράγματα, αυτό τολμάς να κάνεις και συ την ημέρα αυτή, που ενώ είναι ιερή…την αρπάζεις και τη χρησιμοποιείς για κοσμικές φροντίδες…Και γιατί λέω για ολόκληρη την ημέρα;…Δάνεισε δύο ώρες στο Θεό και θα προσφέρεις στην οικία σου κέρδος αμέτρητων ημερών. Εάν όμως δεν δέχεσαι, σκέψου μήπως με το να μη θες να απομακρύνεις τον εαυτό σου για μικρό μόνο διάστημα της ημέρας…χάσεις τους κόπους ολόκληρων ετών. Διότι ο Θεός όταν περιφρονείται, γνωρίζει να εξαφανίζει τα χρήματα που συγκέντρωσες. – Ενώ εκατόν εξήντα οχτώ ώρες έχει η βδομάδα, μία και μόνη ώρα ξεχώρισε για τον εαυτό του ο Θεός· και αυτήν την ξοδεύεις σε πράγματα βιωτικά και σε γελοία και σε συναντήσεις;
– Τα θέατρα καλούν κάθε ημέρα και κανείς δεν διστάζει, κανείς δεν αρνείται, κανείς δεν προβάλλει κάποια ασχολία του, αλλά σαν να είναι ζωσμένοι για πορεία και απαλλαγμένοι από κάθε φροντίδα, έτσι τρέχουν όλοι… Αλλά αν πρέπει να έρθει κάποιος στην Εκκλησία, σα να κατεβαίνει από κάποια ανώτερη θέση και αξίωμα, έτσι είναι νωθρός και διστάζει… (λέει ο Θεός) Δάνεισέ μου δύο ώρες της ημέρας και τις υπόλοιπες κράτησέ τες εσύ. Και ούτε αυτό το λίγο μου δίνεις. Ή, καλύτερα, μη δανείσεις σε μένα τις δύο ώρες, αλλά στον εαυτό σου για να αναχωρήσεις γεμάτος ευλογίες.
– Και αν ακόμη πρέπει να λάβουν θησαυρό [οι Ιουδαίοι], θα προτιμούσαν να χάσουν το κέρδος παρά να καταπατήσουν το νόμο (της αργίας του Σαββάτου)· εσύ…που είσαι ανώτερος από τη σκιά του νόμου… ενώ καλείσαι εδώ για μικρό διάστημα της ημέρας, ούτε αυτό δέχεσαι να καταναλώσεις;
– Ακόμη και αν έβρισκες ολόκληρο θησαυροφυλάκιο γεμάτο χρυσάφι και απουσιάζες εξαιτίας αυτού, θα ήταν πολύ μεγαλύτερη η ζημιά σου.
– Δεν γνωρίζεις πως, αν έλθεις και προσκυνήσεις το Θεό και λάβεις μέρος στην εδώ σύναξη, οι υποθέσεις που έχεις στα χέρια σου, θα γίνουν πιο εύκολες; Έχεις βιοτικές φροντίδες; Γι’ αυτές λοιπόν έλα εδώ, ώστε, αφού προσελκύσεις την εύνοια του Θεού με την εδώ παραμονή σου, να φύγεις έτσι εξασφαλισμένος. Για να έχεις αυτόν σύμμαχο…Γι’ αυτό και στα κοινά και στα ιδιωτικά πράγματα, μας τυχαίνουν πολλά αντίθετα από την επιθυμία μας, γιατί δε φροντίσαμε πρώτα για τα πνευματικά και ύστερα για τα βιοτικά, αλλά αντιστρέψαμε τη σειρά. Γι αυτό έχει αντιστραφεί και η αλληλουχία και η ευθεία διάταξη των πραγμάτων και όλα σε μας είναι γεμάτα από πολλή σύγχυση… Τι τόσο πολύ κερδίζεις από τα κοσμικά πράγματα, όσο ζημιώνεις τον εαυτό σου; Δεν είναι δυνατόν από άλλη σύναξη ή συγκέντρωση να φύγετε παίρνοντας τόσο πολύ κέρδος, όσο από την εδώ παραμονή σας, είτε δικαστήριο είναι, είτε βουλευτήριο, είτε τα ίδια τα ανάκτορα… Για αυτό έλεγα ότι εκείνοι που στερούν στον εαυτό τους αυτή τη φροντίδα, δέχονται καίριο χτύπημα, αφού παθαίνουν ζημιά όση από πουθενά αλλού· επίσης και κέρδη κερδίζουν, όταν έρχονται εδώ, όσα από πουθενά αλλού δεν θα μπορούσαν να κεδίσουν.
– Οι αιτίες βέβαια απορρέουν από την ανάγκη, αλλά όταν ο Θεός καλεί δεν έχουν δικαιολογία οι άνθρωποι. Γιατί μετά από το Θεό είναι αναγκαία όλα τα άλλα σε μας. Μετά από την τιμή Εκείνου, τότε ας απολαμβάνουν τη φροντίδα μας τα άλλα.
– Μπαίνοντας κάποιος στον ιερό αυτό χώρο, αν δει λίγους, σβήνει και η προθυμία που έχει, αλλά και πιο ράθυμος γίνεται και φεύγει… Αν όμως δει όλους να μαζεύονται και από παντού να συρρέουν, η προθυμία των άλλων γίνεται αφορμή για παρακίνηση και για αυτόν ακόμη που είναι πολύ νωθρός. Αν μία πέτρα, όταν τρίβεται πάνω σε άλλη πέτρα, παράγει σπινθήρες, πολύ περισσότερο συμβαίνει αυτό στις ψυχές που προστρίβονται μεταξύ τους και θερμαίνονται με τη φωτιά του Αγίου Πνεύματος»
(Χρυσ.ΕΠΕ9.165·35.493-5·30.104·26.203,209,557·35.373·26.559,561,563·26.449·35.375)
«Αν στην Εκκλησία μοίραζαν χρυσό, δεν θα μου έλεγες, θα έρθω αύριο και αύριο θα δώσεις, αλλά θα ζητούσες να γίνει η διανομή τάχιστα και θα δυσανασχετούσες για την αναβολή. Επειδή όμως δεν σου προσφέρει ο μεγάλος δωρητής χρωματιστή ύλη, αλλά καθαρότητα ψυχής, πλάθεις προφάσεις και αραδιάζεις δικαιολογίες, ενώ πρέπει να προστρέξεις στο δώρο. – Το μέρος του χρόνου που δανείζουμε στο Θεό, δεν πηγαίνει χαμένο, αλλά πληρώνεται από αυτόν με μαγάλο επιτόκιο. Γιατί τις περιπτώσεις αυτές που μας απασχολούν από την εργασία μας, θα τις αναπληρώσει ο Κύριος, δίνοντας σ’ εκείνους που προτιμούν τα πνευματικά, δύναμη στο σώμα, προθυμία στην ψυχή, αφθονία εσόδων στις συναλλαγές και κατευόδωση και επιτυχία σ’ όλη τους τη ζωή» (Μ.Βασίλειος, ΕΠΕ6.257 4.100-102)
«Προσφέροντας κάποτε θυσία στο Θεό [ο αββάς Αμμωνάς], είδε έναν άγγελο να κάθεται στα δεξιά του θυσιαστηρίου, που σημείωνε τους αδελφούς που έρχονταν στο Μυστήριο και έγραφε τα ονόματά τους σε βιβλίο. Επειδή κάποιοι από τους αδελφούς δεν πήγαν στη σύναξη, είδε τα ονόματά τους να σβήνονται» (Λαυσαϊκή Ιστ.ΕΠΕ,345)
«Είδε ένας γέροντας έναν λαμπροφόρο να βγαίνει από το ιερό, κρατώντας ένα είδος κυπέλλου που περιείχε αγίασμα και μία λαβίδα· και βύθιζε τη λαβίδα στο κύπελλο και πέρναγε από όλους τους αδελφούς σφραγίζοντας τον καθένα τους…Τον ρώτησε μια μέρα ο γέρων…Εγώ είμαι άγγελος και διατάχθηκα να προσφέρω αυτή τη σφραγίδα στους ευρισκόμενους στην εκκλησία»(αββά Δωροθέου,ΕΠΕ12.481)]
«Αυτός που αγανακτεί για την συνήθη σύναξη και στενοχωρείται και παραλύουν τα μέλη του για το μάκρος των ψαλλομένων ύμνων, αυτός στ’ αλήθεια δεν γνώρισε πόσο γλυκά είναι τα λόγια του Θεού στον λάρυγγα αυτών που τον αγαπούν, και ανώτερα από μελισσόκερο στο στόμα αυτών που τον αναγνωρίζουν. Αλλ’ επειδή είναι όλος σάρκα και έχει σαρκικό φρόνημα και ακόμη πιο σάρκινη την αίσθηση, δεν μπορεί κατά πνευματικό τρόπο να γεύεται αυτά που για δική μας ευεργεσία μας δόθηκαν από τον Θεό, αλλ’ όλα όσα είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού του φαίνονται πικρά και δεν γνωρίζει το, “γευθείτε και δείτε ότι είναι αγαθός ο Κύριος”» (ΣυμεώνΝέουΘεολ.ΕΠΕτ.19Γ, σελ. 341-3)]
«Ουδεμία σωτηρία υπάρχει εκτός της Εκκλησίας… Αυτός που δεν έχει την Εκκλησία ως Μητέρα του, ούτε τον Θεό μπορεί να έχει ως Πατέρα του. Όσο μπόρεσε να σωθεί από τον κατακλυσμό όποιος ήταν έξω από την κιβωτό, άλλο τόσο μπορεί να σωθεί όποιος είναι έξω από την Εκκλησία» (Κυπριανός Καρχηδόνος,επιστ.73,21,Περί της ενότητος,κεφ. 6) «Εκτός της Εκκλησίας είναι δυνατόν να έχει κάποιος τα πάντα πλην της σωτηρίας» (αγ.Αυγουστίνος,PL 43,695) «Η Εκκλησία είναι σαν ένα καράβι. Όταν μπεις στο καράβι, και να ξεχαστείς, και να νυστάξεις, και να κοιμηθείς, αυτό σε πάει. Θα σε βγάλει απέναντι. Αρκεί να μπεις μέσα» (οσ. Παΐσιος,Χαριτωμένες Διδ.40)
«Ρώτησαν ένα δικαστή, γιατί υπάρχουν περισσότεροι άνδρες στις φυλακές, παρά γυναίκες; – Γιατί, απάντησε, υπάρχουν περισσότερες γυναίκες στην εκκλησία παρά άνδρες» (Θησαυρός γνώσεων.Νο859)
ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ
Υπό Π.Ν Τρεμπέλα – Λειτουργικόν εκδ. Σωτήρ
(1) Έναρξη
Αποτελείται από τρεις «συναπτές» και τα «αντίφωνα» που παρεμβάλλονται ανάμεσα σ’ αυτές. Το σύνολο όλων αυτών αποτελεί «λιτή» (λιτανεία), όπως φαίνεται και από την πυκνή επανάληψη του «Κύριε, ελέησον». Γι’ αυτό, όταν μετά την ακολουθία του Όρθρου ακολουθούσε παλαιότερα λιτανεία με περιφορά έξω από το ναό, κατά την επάνοδο στο ναό συνεχιζόταν η θεία Λειτουργία από την Μικρή Είσοδο. Υπάρχει χειρόγραφο σύμφωνα με το οποίο η λιτή αυτή ψαλλόταν, ενώ οι λειτουργοί στέκονταν έξω από το ιερό Βήμα. Μετά το τέλος της λιτής έμπαιναν μέσα, αφού προηγουμένως ύψωναν, όπως και σήμερα, το ιερό Ευαγγέλιο, το οποίο μετέφεραν από το Σκευοφυλάκιο, όπου φυλασσόταν Και μέχρι σήμερα, όταν γίνετε αρχιερατική λειτουργία, ο επίσκοπος που ιερουργεί στέκεται έξω από τον ιερό Βήμα κατά τη διάρκεια της Ενάρξεως και εισέρχεται σ’ αυτό κατά τη Μικρή Είσοδο.
Εφόσον μάλιστα με την τέλεση της θείας Ευχαριστίας διακηρύττουμε τον θάνατο, την Ανάσταση και την Ανάληψη του Κυρίου στους ουρανούς, το πρώτο μέρος της θείας Λειτουργίας, που συνήθως ονομάζετε Λειτουργία των κατηχουμένων, προσέλαβε αργότερα και αλληγορική σημασία, και συμβολίζει σύμφωνα με τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα τα γεγονότα «που προηγήθηκαν από τον θάνατο του Κυρίου», δηλαδή «την παρουσία, την ανάδειξη και την τέλεια φανέρωσή του». Δεδομένου μάλιστα ότι τα αντίφωνα άλλοτε ήταν ολόκληροι ψαλμοί, παρατηρείται (στο λόγο που φέρει το όνομα του Σωφρονίου Ιεροσολύμων) ότι μετά την πρώτη αίτηση ψάλλονται τα προφητικά και επειδή προανακηρύττουν τον αναφανέντα Κύριο και συγχρόνως επειδή προηγήθηκε η Παλαιά Διαθήκη.
Έτσι κατά την Έναρξη ο Κύριος προβάλλεται προκηρυττόμενος και προαναγγελλόμενος, και με την ύψωση του Ευαγγελίου φανερούμενος. Διότι το ιερό Ευαγγέλιο συμβολίζει τον ίδιο τον Κύριο που μιλάει μέσα σ’ αυτό και μέσα απ’ αυτό. Και εμφανίζεται ο Κύριος να κηρύττεται από τους Αποστόλους με το αποστολικό ανάγνωσμα, αλλά να μιλάει και ο Ίδιος άμεσα πρός τα πρόβατά του με το ευαγγελικό ανάγνωσμα.
(2) «Αμήν»
Με το «Αμήν», που λέγεται στο τέλος από το λαό, ολόκληρο το εκκλησιαστικό πλήρωμα επιβεβαιώνει και αποδέχεται ως δική του φωνή τα όσα εκφώνησε ο λειτουργός.
(3) «Κύριε, ελέησον»
Και τη μικρή αυτή επίκληση, που έχει όμως μεγάλη σημασία και εμπνέει διάθεση συντριβής και ταπεινώσεως, την αναφωνούσε όλος μαζί ο λαός τα παλαιότερα χρόνια.
(4) «Αντίφωνα»
Μετά τις αιτήσεις του διακόνου, οι οποίες ονομάζονται «ειρηνικά» επειδή στις τρείς πρώτες αιτήσεις επαναλαμβάνεται η λέξη «ειρήνη», ο ιερεύς απαγγέλει την ευχή του α’ αντιφώνου. Παλαιότερα και αυτή και οι άλλες ευχές της θείας Λειτουργίας απαγγέλλονταν με έντονη φωνή, για να τις παρακολουθεί και το εκκλησίασμα.
Τα «αντίφωνα» ονομάζονται έτσι διότι ψάλλονται διαδοχικά από δυο χορούς, καθώς ο ένας ανταποκρίνεται στον άλλο και επαναλαμβάνει με μορφή επωδού το ίδιο εφύμνιο, το οποίο για το πρώτο αντίφωνο είναι το «Ταίς πρεσβείαις της Θεοτόκου…». Στα παλαιότερα χρόνια το αντίφωνο ήταν ολόκληρος ψαλμός. Ο αναγνώστης απο τον άμβωνα απήγγειλε ένα-ένα στίχο και μαζί μ’ αυτόν όλος ο λαός επαναλάμβανε ως επωδό το εφύμνιο ή την «υπακοή», η οποία ήταν κάποιος ψαλμικός στίχος.
(5) Μικρή Είσοδος
Όπως είπαμε και προηγουμένως, πρίν από τον 5ο αιώνα η έναρξη της θείας Λειτουργίας γινόταν με τη Μικρή Είσοδο. Τότε ο λειτουργός, ντυμένος με τα άμφια του και κρατώντας το ιερό Ευαγγέλιο, ξεκινούσε από το Σκευοφυλάκιο, το οποίο στις Εκκλησίες της Συρίας αποτελούσε ανεξάρτητο κτίσμα κοντά στο ναό, και κατευθυνόταν πρός το ιερό Βήμα, όπου εισερχόταν για πρώτη φορά μετά την Έναρξη. Γι’ αυτό ο λειτουργός εύχεται ώστε μαζί με την είσοδό του σ’ αυτό να γίνει και είσοδος αγίων Αγγέλων. Και ο διάκονος, όταν φθάσουν μπροστά από τις πύλες του Βήματος, λέει στον ιερέα: «Ευλόγησον, δέσποτα, την αγίαν είσοδον», ενώ ο ιερέας ευλογώντας λέει: «Ευλογημένη η είσοδος των αγίων σου πάντοτε, νύν και αεί και είς τους αιώνας των αιώνων».
Αυτά τα λόγια τα κατανοούμε καλύτερα, όταν έχουμε υπόψη ότι ορίσθηκαν να λέγονται σε εποχή που κατά τη Μικρή Είσοδο οι λειτουργοί για πρώτη φορά εισέρχονταν στο ιερό Βήμα, το οποίο ονομαζόταν «άγια» και «άγια αγίων» κατά μίμηση του Ναού της Ιερουσαλήμ στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης.
(6) Ύψωση Ευαγγελίου
Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας ερμηνεύει αλληγορικά την ύψωση αυτή του Ευαγγελίου λέγοντας ότι «ο ιερεύς στέκεται στην μέση του ναού μπροστά από το θυσιαστήριο και υψώνει το Ευαγγέλιο, συμβολίζοντας την ανάδειξη του Κυρίου, όταν άρχισε να παρουσιάζεται στον κόσμο».
(7) Εισοδικό
Ονομάζεται έτσι, διότι ψαλλόταν, ιδιαιτέρως στη Δύση και στην Αίγυπτο, την ώρα που ο λειτουργός, ντυμένος τα άμφια του, ξεκινούσε από το Σκευοφυλάκιο και προχωρώντας εισόδευε στο ιερό Βήμα.
(8) Τρισάγιος ύμνος
Ο ύμνος αυτός ονομάζεται Τρισάγιος εξαιτίας της τριπλής επαναλήψεως της λέξεως «άγιος», η οποία αναφέρεται πρός τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Στα τρία αυτά πρόσωπα αναφέρονται και τα Σεραφείμ που στέκονται δίπλα στον ουράνιο θρόνο του Θεού και αναβοούν ασίγητα «άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ» (Ησ. 6, 2-3). Ο ύμνος αυτός εισήχθη στη λειτουργία με αφορμή κάποιον ισχυρό σεισμό στα χρόνια που αυτοκράτωρ ήταν ο Θεοδόσιος ο Μικρός (408-450) και πατριάρχης ο Πρόκλος (434).
Ο Τρισάγιος ύμνος αντικαθίσταται με τον ύμνο «Όσοι είς Χριστόν εβαπτίθητε…» στις εορτές των Χριστουγέννων, των Θεοφανίων, του Σαββάτου του Λαζάρου, του Μεγάλου Σαββάτου και του Πάσχα, διότι παλαιότερα κατά τις εορτές αυτές βαπτίζονταν ομαδικά πολλοί Κατηχούμενοι. Παρόμοια, στις εορτές της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και της Σταυροπροσκυνήσεως ψάλλεται για ευνόητους λόγους το «Τον Σταυρόν σου προσκυνούμεν, Δέσποτα, και την Αγίαν σου Ανάστασιν δοξάζομεν».
(9) Προκείμενο
Μόνο δύο στίχοι απέμειναν πλέον από αυτό. Παλαιότερα όμως αποτελούνταν από ολόκληρο ψαλμό. Ο αναγνώστης απήγγειλε από τον άμβωνα εμμελώς ανά ένα στίχο, μετά από τον οποίο ο λαός επαναλάμβανε ως επωδό τον στίχο που μέχρι και σήμερα απαγγέλλεται πρώτος από τον αναγνώστη. Λέγετε «προκείμενον», ως ο ψαλμός που προτάσσεται από το κείμενο της περικοπής του Αποστόλου.
(10) Αλληλουάριο
Αυτό αποτελείται πλέον μόνο από το «Αλληλούια», που ψάλλλεται τρείς φορές από τον ψάλτη. Παλαιότερα ήταν κι αυτό ολόκληρος ψαλμός, που μετά απο κάθε στίχο του επαναλαμβανόταν από το λαό ώς επωδός το Αλληλούια. Τότε, κατά τη διάρκεια του Αλληλουαρίου, θυμίαζε ο διάκονος, ενώ ο ιερέας διάβαζε την ευχή του Ευαγγελίου. Αυτά τώρα γίνονται κατά τη διάρκεια του αποστολικού αναγνώσματος. Το θυμίαμα μάλιστα που προσφέρεται τη στιγμή αυτή θεωρήθηκε σύμβολο ευλαβείας που αναφέρεται στην ευωδία που εξαγγέλλει το Ευαγγέλιο, την ευωδία της γνώσεως του Ιησού Χριστού. Αυτή την ευωδία καλούμαστε και μείς να φανερώνουμε με ζωή ευωδιαστή και ευαγγελική ( Β΄Κορ. β’ 14-15)
(11) «Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι»
Οφείλουμε να δοξολογούμε και να ευχαριστούμε τον Κύριο, ο οποίος ετοιμάζει για μάς δύο τράπεζες που τρέφουν υπερφυσικά τις ψυχές μας: την τράπεζα της θείας Ευχαριστίας, στην οποία προτίθεται το Σώμα και το Αίμα Του ως μυστηριώδης τροφή, αλλά και ως ατίμητος θυσία. Και την τράπεζα του λόγου Του και των ρημάτων, τα οποία όπως ο Ίδιος μας βεβαίωσε, «πνεύμα εστί και ζωή εστί» (Ιωάν. ς΄ 63). Σχετικά με το θέμα αυτό παρατηρεί πολύ σωστά ο ιερός Αυγουστίνος: Όποιες προφυλάξεις παίρνουμε κατά τη θεία μετάληψη προκειμένου να μην πέσει ποτέ από τα χείλη μας κάποιος μαργαρίτης, έστω και ελάχιστος, από το άχραντο Σώμα του Κυρίου, τέτοια προσοχή πρέπει να δείχνουμε ώστε να μην εκπέσει από τις καρδιές μας ούτε μια «κεραία» από τα θεία ρήματα.
(12) Εκτενής ικεσία
Λέγεται «εκτενής», διότι παρά το γεγονός ότι σήμερα παραλείπεται εντελώς από πολλούς λειτουργούς, κάποτε ήταν πραγματικά πολύ μεγάλη και εκτεταμένη. Διότι την ώρα αυτή απευθύνονταν πολλές ικεσίες: «υπέρ πασών των αγίων του Θεού Εκκλησιών, υπέρ του επισκόπου και παντός του κλήρου», υπέρ όλων των εκκλησιαστικών και κοινωνικών τάξεων, «υπέρ ζώντων και τεθνεώτων, υπέρ ασθενούντων και ενεργουμένων (=κατεχομένων υπό του διαβόλου), υπέρ των κατηχουμένων» ιδιαιτέρως, και ξεχωριστά «υπέρ των μετανοούντων». Μετά από κάθε αίτηση ο λαός «και προ πάντων τα παιδία» έλεγαν το «Κύριε, ελέησον».
Αυτό συνέβαινε κυρίως μετά την αποχώρηση όσων δεν ήταν άξιοι να προσέλθουν στην θεία Κοινωνία. Τότε οι πιστοί που είχαν απομείνει, καθώς προετοιμάζονταν για τη θεία μετάληψη -γονατιστοί μάλιστα, επειδή συναισθάνονταν ότι ήταν ένοχοι και ανάξιοι να κοινωνήσουν- οι ίδιοι σιωπούσαν, και αντί γι’ αυτούς η Εκκλησία έβαζε μπροστά τα «παιδία τα άμωμα του δήμου», για να παρακαλούν τον Θεό και να ζητούν το έλεος Του. (Χρυσόστομος)
(13) «’Οσοι πιστοί…»
Αποχώρησαν πλέον οι κατηχούμενοι κι έπειτα και οι φωτιζόμενοι (όσοι δηλαδή βρίσκονταν λίγο πριν το Βάπτισμα) και όλοι γενικά οι αμύητοι. Οι ευχές για τους κατηχουμένους συνήθως λέγονται ανελλιπώς μόνο στη λειτουργία των Προηγιασμένων.
Σε κάποιο λειτουργικό κείμενο, που έχει την επιγραφή «Διαθήκη του Κυρίου Ιησού Χριστού», είναι αξιοσημείωτη και η πρόσκληση του διακόνου στο σημείο αυτό, που έχει ως εξής: «Οι κατηχούμενοι απελθέτωσαν. Οράτε, μη τις ακάθαρτος. Άνω τα όμματα των καρδιών ημών. Άγγελοι επισκοπούσιν. Οράτε. Ει τις ούκ έχει παρρησίαν απελθέτω.. ομονοούση διανοία δεηθώμεν. Μη τις μοιχός. Μη τις παρωργισμένος. Ει τις της αμαρτίας δούλος απελθέτω. Ως υιοί φωτός δεηθώμεν».
(14) Μεγάλη Είσοδος
Παλαιότερα στο σημείο αυτό της θείας Λειτουργίας, όταν πλέον είχαν αποχωρήσει οι κατηχούμενοι και οι μετανοούντες, οι οποίοι δεν δικαιούνταν να προσάγουν προσφορές για την τέλεση της θείας Ευχαριστίας, προσφέρονταν από τους πιστούς προσφορές άρτου και οίνου. Από αυτές οι διάκονοι ξεχώριζαν τις αναγκαίες ποσότητες για την κοινωνία των πιστών, και αφού τις προσκόμιζαν στο άγιο Θυσιαστήριο, τις απέθεταν πάνω σ’ αυτό.
Έτσι διαμορφώθηκε πολύ νωρίς η Μεγάλη Είσοδος, η οποία συνίσταται στη μεταφορά με πομπή και ευλάβεια των τιμίων δώρων από το Σκευοφυλάκιο στην αγία Τράπεζα και συμβολίζει «τη συντελεσμένη αναπαράσταση του σταυρικού πάθους του Κυρίου, έτσι ώστε να μπορούμε να αντιληφθούμε τον Κύριο σαν να κείτεται μέσα στον τάφο μετά από το πάθος Του. Γι αυτό και οι λειτουργοί που απλώνουν τα ιερά υφάσματα πάνω στο Θυσιαστήριο αναπαριστούν συμβολικά την σινδόνα της ταφής του Κυρίου» (Θεόδωρος Μοψουεστίας).
Είναι φανερό ότι από τη Μεγάλη Είσοδο αρχίζει το κυριότερο και σπουδαιότερο τμήμα της λατρείας. Επειδή μάλιστα μ’ αυτήν αναπέμπουμε και μείς από τη γη την ίδια λατρεία που προσφέρουν και οι άγγελοι στον ουρανό, ενωνόμαστε μαζί τους σε κοινή δοξολογία και ευχαριστία και προσκύνηση του Υψίστου Θεού. Γι’ αυτό ο ύμνος που ψάλλεται πρίν τη Μεγάλη Είσοδο λέγετε «Χερουβικός», καθώς αναπέμπεται από τους πιστούς που βρίσκονται στη γη, οι οποίοι εικονίζουν τα Χερουβίμ και συμψάλουν μαζί τους τον Τρισάγιο ύμνο.
(15) Ευχή της προσκομιδής
Λέγεται έτσι, διότι τα τίμια δώρα προσκομίσθηκαν και αποτέθηκαν στο άγιο Θυσιαστήριο. Ξεχωρίσθηκαν πλέον από κάθε κοινή χρήση και αφιερώθηκαν ειδικότερα τώρα στο Θεό.
(16) Ασπασμός
Στο σημείο αυτό στην αρχαία Εκκλησία και μάλιστα στις Εκκλησίες της Ανατολής και Αιγύπτου δινόταν μεταξύ των Χριστιανών το φίλημα της ειρήνης. Οι κληρικοί ασπάζονταν τον επίσκοπο και τους συλλειτουργούς τους, και από τους λαϊκούς οι άνδρες τους άνδρες και οι γυναίκες τις γυναίκες. Σήμερα ο ασπασμός γίνεται μεταξύ των συλλειτουργούντων ιερέων και με τον επίσκοπο, εάν συμβεί να συλλειτουργεί μαζί τους. Από τον τρόπο μάλιστα που γίνεται ο ασπασμός αυτός βγάζουμε το συμπέρασμα ότι στην αρχαία Εκκλησία καθένας από τους άνδρες ασπαζόταν όλους τους άνδρες του εκκλησιάσματος, και καθεμιά γυναίκα όλες τις γυναίκες.
(17) «Τας θύρας, τας θύρας…»
Η προτροπή αυτή του διακόνου απευθύνεται πρωτίστως στους υποδιακόνους ή πυλωρούς που στέκονται δίπλα στις θύρες του ναού, και τους εφιστά την προσοχή ώστε να μην επιτρέψουν την είσοδο σε κάποιον αβάπτιστο και αμύητο. Κι αυτό προκειμένου να απαγγελθεί το «Σύμβολο της πίστεως», το οποίο κρατούνταν μυστικό για αρκετό χρόνο ακόμη και από τους κατηχούμενους. Και έπειτα να ακολουθήσει η τέλεση της αγίας Αναφοράς, δηλαδή του υψίστου των μυστηρίων.
Το «εν σοφία πρόσχωμεν» συνδέεται άραγε άμεσα με το «τάς θύρας, τας θύρας» ή με το Σύμβολο της πίστεως που ακολουθεί; Απευθύνεται δηλαδή στους υποδιακόνους ή σε όλους τους πιστούς, για να διεγερθεί η προσοχή τους ώστε να προσέξουν την ομολογία του Συμβόλου που ακολουθεί; Ο κώδικας του Πυρομάλη συνηγορεί υπέρ του δευτέρου, διότι γράφει τα εξής: «Ο διάκονος. Τας θύρας, τας θύρας. Και κατακλείονται αι θύραι. Ο διάκονος. Πρόσχωμεν. και το σύμβολον ψάλλωμεν». Άλλοτε το Σύμβολο απαγγελλόταν εμμελώς από όλο το λαό.
(18) Αγία Αναφορά
Πρόκειται να αρχίσει η αγία Αναφορά. Δηλαδή η θυσία που αναπέμπεται από το επίγειο Θυσιαστήριο στο νοερό και υπερουράνιο Θυσιαστήριο. Ο Κύριος είχε πει ότι καθένας που προσφέρει κάποιο δώρο στο Θυσιαστήριο οφείλει προηγουμένως να συνδιαλλάσσεται με κάθε αδερφό του, ο οποίος έχει κάτι εναντίον του (Ματθ. ε΄23-24). Σύμφωνα λοιπόν με τα λόγια αυτά του Κυρίου, ο διάκονος μας προτρέπει να προσέξουμε ώστε να προσφέρουμε την αγία Αναφορά έχοντας ειρήνη με όλους. Ακριβώς γι’ αυτό και λίγο πριν γινόταν παλαιότερα ο ασπασμός της ειρήνης.
(19) «Άνω σχώμεν τάς καρδίας»
Λέει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων: «Αληθινά, εκείνη την πιο φρικτή ώρα πρέπει να έχουμε στραμμένη προς τα άνω την καρδιά μας, προς τον Θεό, και όχι κάτω προς τη γη και τα γήινα πράγματα». Οφείλουμε όλοι «να αφήσουμε τις βιοτικές φροντίδες και οικογενειακές μέριμνες και να έχουμε την καρδιά μας στον ουρανό, στο φιλάνθρωπο Θεό».
(20) Ο Επινίκιος Ύμνος
Ο Επινίκιος Ύμνος είναι συνέχεια της ευχής της Αναφοράς, η οποία διακόπτεται για λίγο, ώστε ο λειτουργός και ο λαός με μια ψυχή να αναπέμψουν τον ύμνο αυτό. Ο θείος Χρυσόστομος σημειώνει τα εξής: «Προσπάθησε να καταλάβεις μαζί με ποιούς στέκεσαι την ώρα των μυστηρίων. Μαζί με τα Χερουβείμ, μαζί με τα Σεραφείμ. Πως λοιπόν θα μπορέσεις και συ μαζί μ’ εκείνους τους αγγέλους να λές Άγιος, άγιος, άγιος;» «Επάνω στον ουρανό οι στρατιές των αγγέλων δοξολογούν. Κάτω στις εκκλησίες χοροστατούν άνθρωποι και μιμούνται την ίδια μ ‘ εκείνους δοξολογία. Άνω τα Σεραφείμ αναβοούν τον τρισάγιο ύμνο, κάτω τα πλήθη των ανθρώπων αναπέμπουν τον ίδιο ύμνο». Και ο Θεόδωρος Μοψουεστίας μαρτυρεί ότι, προκειμένου να ψαλλεί ο επινίκιος ύμνος, ενώ οι πιστοί στρέφουν ταπεινά τα βλέμματά τους προς τα κάτω, ο διάκονος εκφωνεί: «Στώμεν πάντες μετά μεγάλου φόβου και τρόμου».
(21) Οι λόγοι της συστάσεως
Αναφέρονται τα λόγια που είπε ο Κύριος όταν συνέστησε το μυστήριο και παρέδωσε το Σώμα του πρώτα και το Αίμα του έπειτα στους Αποστόλους για να τα κοινωνήσουν. Και πρέπει να ακούγονται τα λόγια αυτά, ώστε να συνδέεται αυτό που σήμερα τελεσιουργείται από μας με εκείνο που συστάθηκε και παραδόθηκε τότε από τον Κύριο. Ό,τι δηλαδή τελούμε εμείς προσφέροντας τη θεία Ευχαριστία είναι ακριβώς το ίδιο που συνέστησε ο Κύριος το απόγευμα της Μεγάλης Πέμπτης.
(22) Ανάμνηση
Το μικρό αυτό τμήμα της Αναφοράς ονομάζεται «Ανάμνησις», διότι είναι συντεταγμένο σύμφωνα με τα λόγια που είπε ο Κύριος στους μαθητές αμέσως μόλις παρέδωσε το μυστήριο: «Τούτο ποιείτε είς την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. κβ’ 19, Α΄ Κορ. ια’ 24-25). Με την «Ανάμνηση» λοιπόν δηλώνεται και διακηρύττεται ότι το μυστήριο που τελείται από μας γίνεται με εντολή του Κυρίου, προκειμένου να έχουμε την ανάμνησή του, και ταυτίζεται ακριβώς με το μυστήριο «τούτο» που παρέδωσε ο Κύριος στους Αποστόλους προσθέτοντας και την εντολή αυτή.
(23) «Τα σα εκ των σών»
Το «σοί προσφέρομεν κατά πάντα» μάλλον αναφέρεται στα Θυσιαστήρια που βρίσκονται σ’ όλα τα μέρη του κόσμου, στα οποία προσφέρεται από τους πιστούς η θεία Ευχαριστία, σε αντίθεση με τις θυσίες της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίες μόνο σ’ έναν τόπο, το Ναό των Ιεροσολύμων, προσφέρονταν. Στην Καινή Διαθήκη η θυσία της θείας Ευχαριστίας προσφέρεται σε κάθε («κατά πάντα») τόπο. Παρά το γεγονός αυτό όμως, η θυσία αυτή παραμένει πάντοτε μία και η ίδια. Διότι απο τα οσαδήποτε Θυσιαστήρια στα οποία τελείται, αναφέρεται στη μια θυσία, την οποία προσφέρει στο υπερουράνιο Θυσιαστήριο ο μέγας αρχιερεύς Ιησούς Χριστός, ο οποίος δέεται θερμά για μας. Έτσι η θυσία της θείας Ευχαριστίας που τελείται στη γη συνενώνεται μ’ αυτή που προσφέρει ο Χριστός στο υπερουράνιο Θυσιαστήριο, καθώς ταυτίζεται πλήρως με αυτήν.
(24) «Σε υμνούμεν…»
Ο πολύ παλαιός αυτός ύμνος αποτελεί συνέχεια της Αναφοράς. Αυτό το αντιλαμβάνεται κανείς ευκολότερα, όταν λάβει υπόψη του ότι στην εκφώνηση που προηγήθηκε τα παλαιά χειρόγραφα έχουν «Τα σα εκ των σών σοί προσφέροντες…». Έτσι η απόδοση και το κύριο ρήμα βρίσκονται στον ύμνο που ψάλλεται από το λαό. Παρεμβαίνει λοιπόν και στο κρίσιμο αυτό σημείο ο λαός. Και αυτό εξηγείται, όταν έχει κανείς υπόψη του ότι η θυσία προσφέρεται απ’ όλη την Εκκλησία, όπως φαίνεται και από το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο του ρήματος, το οποίο ακολουθεί: «Έτι προσφέρομέν σοι…». Ο ιερεύς είναι απαραίτητος για τον καθαγιασμό, ο οποίος δεν είναι δυνατόν να συντελεσθεί χωρίς αυτόν. Από τη στιγμή όμως που θα καθαγιασθούν τα δώρα, αποτελούν κτήμα όλης της Εκκλησίας και προσφέρονται θυσία στο Θεό από όλους τους πιστούς, οι οποίοι έχουν επικεφαλής τους τον ιερέα.
(25) Επίκληση – Καθαγιασμός
Ο λειτουργός παρακαλεί τον Θεό και Πατέρα να μεταβάλλει τον άρτο σε Σώμα Χριστού. Διότι τα μυστήρια τα τελεσιουργεί αοράτως ο μέγας αρχιερεύς Χριστός, ενώ ο λειτουργός είναι το απαραίτητο όργανό του για την τελεσιουργία αυτή, που δανείζει σ’ Αυτόν το χέρι του και τη γλώσσα του. Γι’ αυτό ακριβώς, οσοδήποτε ανάξιος κι αν είναι ο λειτουργός, η τελείωση του μυστηρίου δεν βλάπτεται σε τίποτε, αφού πραγματικός λειτουργός του είναι ο Κύριος.
(26) Ικετευτικές μνημονεύσεις
Αρχίζουν ήδη οι ικετευτικές δεήσεις και η ανάγνωση των Διπτύχων, στα οποία αναγράφονται ονόματα κεκοιμημένων. Η θυσία που έχει ήδη συντελεσθεί προσφέρεται «υπέρ των κεκοιμημένων αγίων Πατέρων και επισκόπων και πάντων των εν ημίν προκεκοιμημένων» και πιστεύουμε ότι «μεγίστη όνησις» και ωφέλεια θα επέλθει στις ψυχές, «για τις οποίες αναπέμπεται η δέηση της αγίας και πιο φρικτής θυσίας που έχουμε μπροστά μας». Διότι «τον Χριστό προσφέρουμε σφαγιασμένο και ζητούμε από τον φιλάνθρωπο Θεό τη δική τους εξιλέωση και τη δική μας» (Κύριλλος Ιεροσολύμων).
Διότι όταν στέκεται «ολόκληρος ο λαός ανυψώνοντας τα χέρια του, το ιερατικό πλήρωμα, και τελείται μπροστά μας η φρικτή θυσία, πώς δεν θα ελκύσουμε το έλεος του Θεού παρακαλώντας τον για τους κεκοιμημένους;» (Χρυσόστομος).
(27) Ικετευτικές δεήσεις – Δίπτυχα
Άριστα ο θείος Χρυσόστομος αποσαφηνίζει με ποιό πνεύμα μνημονεύουμε τους αγίους και τους μάρτυρες στη θεία Λειτουργία και πόσο διαφορετικά τους υπόλοιπους κεκοιμημένους, «μάλιστα αν αυτοί ήταν αμαρτωλοί». Λέει λοιπόν τα εξής: «Κι αν είναι μάρτυρες, είναι μεγάλη τιμή να αναφέρουμε τα ονόματα τους τώρα που είναι παρών ο Δεσπότης». Αυτό συμβαίνει «όπως όταν γιορτάζονται τα επινίκια των βασιλέων. Τότε επευφημούνται και όσοι πήραν μέρος στη νίκη, ενώ όσοι είναι φυλακισμένοι ελευθερώνονται λόγω της εορτής». Μνημονεύουμε λοιπόν τους αγίους θριαμβευτικά και η Εκκλησία τους προβάλλει στο Θεό ως νικηφόρα στρατιά, αποδεικνύοντας έτσι ότι ο Υιός του Θεού δεν θυσίασε μάταια τον εαυτό του. Ενώ τους υπόλοιπους και μάλιστα τους αμαρτωλούς η Εκκλησία τους μνημονεύει ικετευτικά, εκζητώντας γι’ αυτούς το θείο έλεος.
(28) «Και ων έκαστος κατά διάνοιαν έχει…»
Παρόλο που ο ιερεύς μνημονεύει μπροστά στο Θυσιαστήριο γενικώς «πάντας τους κεκοιμημένους επ’ ελπίδα αναστάσεως ζωής αιωνίου» και «πάντας τους εν πίστει οικούντας εν πάση πόλει», ο διάκονος με την προσφώνηση του αυτή αναφέρεται και σε όσους ονομαστικά έχει στη σκέψη του καθένας από τους εκκλησιαζομένους. Η επίκληση λοιπόν του θείου ελέους τη στιγμή αυτή από κάθε πιστό που παρευρίσκεται στη θεία Λειτουργία για τους προσφιλείς του ζωντανούς και κεκοιμημένους ισοδυναμεί με το να μνημονεύονται τα ονόματά τους μπροστά στο Θυσιαστήριο και απο τον διάκονο.
(29) «Και έσται τα ελέη»
Με τον ασπασμό αυτόν επισφραγίζεται η μεγάλη ευχή της Αναφοράς, που τελειώνει εδώ. Αυτή άρχισε με ασπασμό: «Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού…» και με ασπασμό τελειώνει. Το τμήμα που ακολουθεί μέχρι την εκφώνηση «τα άγια τοις αγίοις» αποτελεί προπαρασκευαστική δέηση για την άξια μετάληψη του θείου μυστηρίου.
(30) Υπερουράνιο θυσιαστήριο
Στην Αποκάλυψη του Ιωάννη (η’ 3-4) παρουσιάζεται ένας άγγελος Κυρίου που στέκεται στο υπερουράνιο Θυσιαστήριο και κρατά χρυσό θυμιατήριο. Σε αυτόν δόθηκαν θυμιάματα πολλά για να τα προσφέρει στο χρυσό Θυσιαστήριο, που είναι μπροστά στον ουράνιο θρόνο του Θεού. Και όπως εξηγεί ο θείος Ιωάννης, τα θυμιάματα αυτά είναι οι προσευχές και οι πρεσβείες της θριαμβεύουσας Εκκλησίας του ουρανού, με τις οποίες ενώνονται και οι προσευχές των πιστών που αγωνίζονται στη γη, ώστε ενισχυμένες να προσφερθούν στον Θεό. Γι΄αυτό ακριβώς εδώ λέγετε ότι τη θυσία της Ευχαριστίας, από την οποία δεν υπάρχει άλλη πιο ευώδης και θεάρεστη, τη δέχθηκε ο φιλάνθρωπος Θεός στο υπερουράνιο του Θυσιαστήριο.
Εμείς βέβαια την προσφέρουμε στη γη, αλλά, όπως είπαμε και πιο πριν, ενώνεται αυτή με τη θυσία που προσφέρει στους ουρανούς ο μέγας Αρχιερεύς Χριστός. Και συνεπώς από το επίγειο Θυσιαστήριο ανεβαίνει αυτή συγχρόνως και στο υπερουράνιο.
(31) Η Κυριακή προσευχή
Η Κυριακή προσευχή θεωρήθηκε από πολύ παλαιά ότι μας προετοιμάζει για την άξια μετάληψη, για δύο λόγους:
Πρώτον για το αίτημα που περιέχει «τον άρτον ημων τον επισούσιον δος ημίν σήμερον», το οποίο ερμηνεύθηκε ότι αναφέρεται στον άρτο που είναι αναγκαίος για τη συντήρηση της ουσίας μας. Και όπως λέει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, ο άρτος αυτός «αναφέρεται στην ουσία της ψυχής μας». Κύρια ουσία μας δηλαδή πολύ σωστά θεωρήθηκε η ψυχή μας. Γι΄αυτό ιδιαιτέρως οι Αφρικανοί Πατέρες θεώρησαν ως «άρτο επιούσιο» τη θεία Ευχαριστία. Το ότι μάλιστα ζητούμε τον άρτο αυτό να μας δίνεται κάθε μέρα –και γι αυτό ονομάζεται και άρτος καθημερινός– δίνει αφορμή στο θείο Αμβρόσιο να θέσει το ερώτημα: «Αν ο άρτος αυτός είναι καθημερινός, γιατί εσύ τον μεταλαμβάνεις μετά από ένα ολόκληρο έτος; Οφείλεις να ζεις έτσι, ώστε να είσαι άξιος κάθε μέρα να κοινωνείς».
Επιπλέον, η Κυριακή προσευχή ορίσθηκε να λέγεται τη στιγμή αυτή και για το άλλο αίτημά της: «άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Διότι έτσι δίνουμε με τα λόγια αυτά τη βεβαίωση ότι συγχωρούμε όσους μας έφταιξαν με οποιονδήποτε τρόπο. Ο Λεόντιος Νεαπόλεως στο βίο του αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος εξιστορεί γι’ αυτόν ότι κάποτε που λειτουργούσε, όταν με τον διάκονο που συλλειτουργούσε απήγγειλαν την Κυριακή προσευχή και έφθασαν στο αίτημα αυτό, ο άγιος τού ζήτησε να σταματήσει και επανέλαβε μόνος πάλι το αίτημα, προσθέτοντας με ήρεμη φωνή: «Κοίτα σε τι φοβερή ώρα λες στο Θεό.. όπως εγώ συγχωρώ, έτσι και συ συγχώρεσε με».
(32) «τολμάν επικαλείσθαι σε…»
Για τον άνθρωπο, που είναι ένα σκουλήκι και μολύνει τα χείλη του και τη γλώσσα του πάρα πολύ συχνά με αργολογίες και ρυπαρά και πολλαπλώς εφάμαρτα λόγια, αποτελεί πραγματικά απερίγραπτη τόλμη να πλησιάζει τον άπειρο Θεό όπως ένα παιδί τον πατέρα του, και με ακάθαρτο το στόμα του να τον ονομάζει «Πατέρα».
(33) «Τα άγια τοις αγίοις» (Ύψωση)
Είναι αξιοσημείωτα τα όσα παρατηρεί ο θείος Χρυσόστομος: «Ο ιερεύς με τη φωνή του αυτή εμποδίζει τα τραυματισμένα και παραμορφωμένα πρόβατα να προσέλθουν στο μυστήριο. Και με φρικτή βοή, όπως κραυγάζει ο κήρυκας σηκώνοντας το χέρι του ψηλά, μέσα σ’ εκείνη τη φρικτή ησυχία κραυγάζει δυνατά: Όποιος δεν είναι άγιος να μην προσέλθει». Η ύψωση του αγίου άρτου συμβολίζει σύμφωνα με τον ιερό Δαμασκηνό την ύψωση του Κυρίου επί του Σταυρού.
(34) Κλάση
Ο μελισμός του αγίου άρτου γίνεται κατά μίμησην του τεμαχισμού που έκανε ο Κύριος όταν παρέδιδε το μυστήριο, κόβοντας τον έναν άρτο και διανέμοντάς τον στους μαθητές. Ο μελισμός λοιπόν αυτός του αγίου άρτου είχε αρχικά ως κύριο σκοπό τον τεμαχισμό του σε κομμάτια για τη μετάδοση από αυτά στους πιστούς. Παράλληλα υπενθύμιζε σε όλους όσους κοινωνούσαν «ότι εις άρτος, εν σώμα οι πολλοί έσμεν, οι γαρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν». (Α’ Κορ. ι’ 17). Αργότερα όμως ο τεμαχισμός αυτός του άρτου έγινε σύμβολο της κακώσεως που υπέστη το σώμα του Χριστού κατά το πάθος του επάνω στο σταυρό.
(35) Ένωση
Η ένωση αυτή του τιμίου Σώματος με το άχραντο Αίμα γίνεται, έτσι ώστε, όπως παρατηρεί ο Θεόδωρος Μοψουεστίας, «να καταδεικνύεται ότι αυτά είναι αχώριστα και ενιαία, και μια δύναμη και χάρη προσφέρουν σ’ αυτούς που τα μεταλαμβάνουν». Μεταγενέστερα η ένωση αυτή θεωρήθηκε σύμβολο της Αναστάσεως του Κυρίου. Κι αυτό διότι ο χωρισμός του τιμίου αίματος από την αγία σάρκα του Κυρίου συμβολίζει σαφώς τη σφαγή και τη θυσία Του. Η ένωσή τους λοιπόν και πάλι υπενθυμίζει την εκ νεκρών Ανάσταση.
(36) Κοινωνικό
Το «Κοινωνικό» άλλοτε παρατεινόταν μέχρι το τέλος της θείας κοινωνίας και από τους λαϊκούς. Γι’ αυτό λέγεται και Κοινωνικό, διότι όταν ψαλλόταν αυτό, διεξαγόταν η θεία κοινωνία και του κλήρου και του λαού. Αποτελούνταν λοιπόν παλαιότερα όχι μόνον από ένα στίχο, αλλά από ολόκληρο ψαλμό. Τέτοιοι ψαλμοί ήταν συνήθως ο 22ος («Κύριος ποιμαίνει με…»), ο 33ος («Ευλογήσω τον Κύριον εν παντί καιρώ…»), ο 144ος («Υψώσω σε, ο Θεός μου, ο βασιλεύς μου…») και ο 116ος («Αινείται τον Κύριον πάντα τα έθνη…»).
(37) «Υψώθητι επί τους ουρανούς, ο Θεός …»
Η προσφώνηση αυτή που λέγεται σιωπηλά από τον ιερέα, εισήχθη αργότερα. Η τοποθέτησή της στο σημείο αυτό εξηγείται, όταν ληφθεί υπόψη ότι την ώρα της «Ανάμνησης» της αγίας Αναφοράς προσφέρουμε τη θεία Ευχαριστία «μεμνημένοι» όχι μόνο «του σταυρού, του τάφου», αλλά και «της τριημέρου αναστάσεως» και της «εις ουρανούς αναβάσεως», δηλαδή της Αναλήψεως και της «εκ της δεξιών καθέδρας».
(εγκόλπιο: Η Θεία Λειτουργία Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, εκδόσεις Ο Σωτήρ)
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ
Σχεδιάγραμμα ιστορικής εξέλιξης των διαφόρων στοιχείων της λειτουργίας ως και τη μικρή είσοδο (κατά προσέγγιση)
1) 4ο-5ο αιώνα: Απλή είσοδος κλήρου και λαού στο ναό (με το Ευαγγέλιο)
– Ευλογία του λαού από το λειτουργό με το «Ειρήνη πάσι»
– Αναγνώσματα (από το κέντρο του ναού, γιατί εκεί ήταν αρχικά ο άμβωνας)
– Κήρυγμα κλπ
2) 5ο -6ο αιώνα:- To τρισάγιο ως εφύμνιο ενός ψαλμού (79ου ), αντιφωνικά ψαλλομένου από όλους κατά την είσοδο.
– Ευλογία του λαού κλπ.
3) 6ο -7ο αιώνα:- Στην είσοδο, αντιφωνικός ψαλμός, με εφύμνιο-εισοδικό τροπάριο το «Ο μονογενής» τις ημέρες που δεν υπήρχε γιορτή.
-Ευχή τρισάγιου, τρισάγιος ύμνος (χωρίς ψαλμό)
4) 7ο -10ο αιώνα:- Η είσοδος κλήρου και λαού γίνεται χωριστά στο ναό.
– Τα αντίφωνα γίνονται τρία με την προσθήκη άλλων δύο, αναγκαίων για την κάλυψη του χρόνου τέλεσης της προσκομιδής. Τα αντίφωνα συνοδεύονται από τις αντίστοιχες συναπτές και ευχές
– Κατά την διάρκεια του τρίτου αντιφώνου γίνεται η είσοδος του Ευαγγελίου («μικρά είσοδος»)και αρχίζει να διαβάζεται η σημερινή ευχή της εισόδου. (Την εποχή δηλαδή αυτή χάνει η είσοδος το αρχικό της νόημα και σκοπό και διαμορφώνεται η νέα της μορφή)
– Μεγάλη συναπτή («ειρηνικά»)
– Ευχή και τρισάγιος ύμνος.
– Μετάβαση των λειτουργών στο σύνθρονο (πίσω δηλαδή από την αγία Τράπεζα) και ευλογία της «άνω καθέδρας» (του κεντρικού επισκοπικού θρόνου)
– Ευλογία του λαού κ.λ.π.
– Τον 9 αιώνα τα τυπικά εντάσσονται στην αρχή της λειτουργίας .
5) 10ο-11ο αιώνα:- Εισάγεται στη θεία λειτουργία η αρχική τριαδική ευλογία «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός….»
-Το τροπάριο «Ο μονογενής» μετατίθεται ως «περισσή» στο 2ο αντίφωνο.
– Η συναπτή από το τρισάγιο μετατίθεται στην αρχή της λειτουργίας, μετά δηλαδή το «Ευλογημένη…», όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.
6) 12 αιώνα: – Αυξάνονται τα τροπάρια του τρίτου αντιφώνου, κυρίως στα μοναστήρια.
Σχεδιάγραμμα ιστορικής εξέλιξης και διαμόρφωσης των στοιχείων της λειτουργίας από τη μεγάλη είσοδοως την αγία αναφορά. (το + δηλώνει το καινούργιο στοιχείο που μπήκε στη Θ. Λειτουργία)
1) 4ο -5ο αιώνα: – μεταφορά και απόθεση δώρων στην αγία Τράπεζα
– «Ειρήνη πάσι»
– ασπασμός της αγάπης
2) 5ο -7ο αιώνα: + ύμνος της μεγάλης εισόδου (573-4: χειρουβικός ύμνος)
– μεταφορά, απόθεση και αποκάλυψη δώρων
+ πλύσιμο χεριών (χερνιψία)
+ ευχή της προσκομιδής
– «Ειρήνη πάσι»
– ασπασμός αγάπης
+ «πιστεύω»
3) 8ο -10ο αιώνα: – χειρουβικό
+ευχή χειρουβικού «Ουδείς άξιος»
+ θυμίαση των δώρων στο σκευοφυλάκιο
– Μεταφορά των δώρων κ.λ.π.
+ θυμίαση της αγίας Τράπεζας και των δώρων
– Πλύσιμο χερών (χερνιψία)
+ διάλογος μεταξύ ιερέα και διακόνου μετά την μεγάλη είσοδο.
+ συναπτή με αιτήσεις (πληρωτικά)
– Ευχή προσκομιδής
– «Ειρήνη πάσι»
– Ασπασμός αγάπης
– «πιστεύω»
4) Διάφορα στοιχεία που μπήκαν μετά το 12ο αιώνα:
α) θυμίαση της αγίας Τράπεζας, του βήματος και του εικονοστασίου
β) μνημόνευση κατά την μεγάλη είσοδο «Πάντων υμών μνησθείη Κύριος ο Θεός»
γ) τα διάφορα τροπάρια τη στιγμή της απόθεσης των δώρων στην αγία Τράπεζα.
δ) ο διάλογος ιερέα- διακόνου αναπτύσσεται
ε) τριαδική ομολογία πριν από τον ασπασμό της αγάπης «Πατέρα, Υιόν και άγιον Πνεύμα»
στ) ο ασπασμός περιορίζεται μόνο μεταξύ των ιερέων
ζ) το «ρίπισμα» του «αέρα» πάνω από τα δώρα την ώρα του «πιστεύω».
(“Η Θεία Λειτουργία”, Ιωάννη Κογκούλη, Χρήστου Οικονόμου, Παναγιώτης Σκαλτσή , εκδ. Ο.Χ.Α «Λυδία» σ. 144-145 και 164-165)
https://www.sostis.gr/blog/item/5320-metafrash-theias-leitourgias
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Γνωστικισμός. Η αίρεση που δεν σταμάτησε ποτέ!
Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Αυγούστου, 2023
ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΣ (Πατρολογία Στυλ. Παπαδόπουλου).
O γνωστικισμός ανήκει στα μεγάλα πνευματικά κινήματα της ιστορίας. Αποτελεί μία από τις συγκλονιστικότερες στιγμές ζητήσεως και νοσταλγίας, πάθους και ειλικρινείας για την υπέρβαση των ορίων του ανθρώπου. Τα αγωνιώδη προβλήματα που πιέζουν το ανθρώπινο στήθος (τί είμεθα, πόθεν ερχόμεθα, που πηγαίνομε, τί είναι και πώς πετυχαίνεται η λύτρωση) ήσαν τα προβλήματα του γνωστικισμού. Στους κόλπους του όμως ήταν εύκολη η συνύπαρξη του πάθους και της αφελότητος, της βαθειάς θρησκευτικής νοσταλγίας και της επιφανειακής αισιοδοξίας. Έχομε δηλαδή ενώπιόν μας ένα κράμα μεγαλείου και μικρότητος, αγωνιώδους ζητήσεως και αφελούς ικανοποιήσεως, υψηλών φιλοσοφικοθρησκευτικών αντιλήψεων και λαϊκής δεισιδαιμονίας ή πίστεως. Τις τελευταίες δεκαετίες καταβάλλεται τεράστια προσπάθεια για την ιστορική και φιλοσοφική κατανόηση κι ερμηνεία του γνωστικισμού. Εν τούτοις αδυνατούμε να παρακολουθήσουμε την ιστορική αρχή του φαινομένου τούτου. Αναμφιβόλως άρχισε να μορφοποιείται και να ωριμάζη κυρίως από τα μέσα του Α’ μ.Χ. αιώνα παράλληλα προς την Εκκλησία μα και πολλές φορές με την επίδρασή της. Οι ρίζες του όμως ξεκινούν από τους ελληνιστικούς χρόνους, εποχή που είναι γι’ αυτόν προϊστορική. Οι Μανδαίοι στις όχθες του Ιορδάνη και ίσως ο γνωστός Σιμών ο Μάγος (μέσα Α’ μ.Χ. αι.) αποτελούν τα αρχαιότερα ιστορικά δείγματα γνωστικισμού. Δυστυχώς η απώλεια των περισσότερων σχετικών πηγών εμποδίζει την καλή ιστορική του γνώση και την τελική φιλοσοφικοθρησκευτική ερμηνεία του.
Το μέγα τούτο φαινόμενο γεννήθηκε στο κλίμα του συγκρητισμού. Η Μ. Ανατολή, αλλά και ο ελληνορωμαϊκός χώρος, αποτελούσαν στον πρώτο χριστιανικό αιώνα μία τεράστια χοάνη, στο εύρος της οποίας γνώρισαν τον εναγκαλισμό τέσσερις μεγάλοι πολιτισμοί: ο ελληνικός, ο αιγυπτιακός, ο βαβυλωνοπερσικός (ακόμη και ο ινδικός) και ο Ιουδαϊκός. Τα πνευματικά αυτά μεγέθη δεν εξέφραζαν μόνο φιλοσοφικές και κοσμολογικές αντιλήψεις αλλά και μεταφυσικά βιώματα, βαθειές θρησκευτικές εμπειρίες και πεποιθήσεις. Στην πολυσήμαντη όμως αυτή συνάντηση ή Ανατολή προσφέρει κυρίως το θρησκευτικό της πάθος και η Ελλάδα το φιλοσοφικό της λόγο. Η Ανατολή τη χωρίς όρια και μορφή νοσταλγία του θείου και η Ελλάδα τη μορφοποιητική δύναμη της φιλοσοφίας. Εγγύτεροι προσδιορισμοί είναι πολύ δύσκολοι. Σημασία έχει ότι από τη συνάντηση αυτή δημιουργήθηκε ο γνωστικισμός. Το πάθος για τη λύτρωση, η νοσταλγία του ανωτέρου, η απελπισία, η ελπίδα, η λαϊκή πίστη και αισιοδοξία υποτάχθηκαν, μορφοποιήθηκαν, έγιναν διδασκαλίες και τις περισσότερες φορές συστήματα θρησκευτικοφιλοσοφικά ή φιλοσοφικοθρησκευτικά. Η γνώση είναι το θεμέλιο του γνωστικισμού. Αλλά η γνώση αυτή, που είχε σταδιοδρομήσει ως φιλοσοφικό επίτευγμα, παίρνει τώρα και θρησκευτικό περιεχόμενο, γίνεται προϋπόθεση λυτρώσεως ή μάλλον ταυτίζεται προς τη θρησκευτική λύτρωση και αποβαίνει έτσι Γνώση.
Η θρησκευτικότης της γνώσεως στα συστήματα αυτά συνδέεται με αυτοφανέρωση ή Αποκάλυψη του θεού, που ερμηνεύεται βάσει των πλατωνικών ιδεών, του ορφισμού, των Ανατολικών κοσμολογικών αντιλήψεων κ.α. προϋποθέσεων. Παρατηρούμε δηλαδή ότι η φιλοσοφία αναζητεί την εγκυρότητα της γνώσεως στην αποκάλυψη, κάτι που φανερώνει την κόπωση και την απογοήτευση της ίδιας της φιλοσοφίας από τα επιτεύγματά της. Παράλληλα παρατηρούμε, ότι η θρησκεία ζητά να στηρίξη τη μυθολογική της γνώση, στο φιλοσοφικό λόγο, κάτι που προδίδει την αμφιβολία των θρησκειών προς την κηρυττόμενη αλήθειά τους. Και η φιλοσοφία και η θρησκεία αναζητούν νέα σταθερά ερείσματα για να πείσουν και νέους τρόπους για να βοηθήσουν τον άνθρωπο, που ερριμένος στον άπειρο κόσμο αγωνιά και σπαράσσει. Με το κίνημα του γνωστικισμού η ανθρωπότης έγινε θεατής για πρώτη φορά του απρόσμενου φαινομένου: ο φιλοσοφικός λόγος καταφάσκει και υιοθετεί την ‘αποκάλυψη’ – η θρησκευτική αλήθεια εμπλουτίζεται με φιλοσοφικές αντιλήψεις. Βασικό πρίσμα στο γνωστικισμό θεωρήσεως του θεού, του κόσμου και του κακού, είναι η διαρχία ή δυαλισμός. Διακρίνει ριζικά ύψιστη αρχή και θεότητα, τον αγαθό θεό αφ’ ενός, και τη δημιουργική δύναμη και θεότητα του κακού, τον κακό ή δημιουργό θεό αφ’ ετέρου. Ο αγαθός θεός παραμένει έξω του κόσμου, είναι απρόσιτος και αμέτοχος του κόσμου και του κακού. Ο δημιουργός θεός φέρει την ευθύνη για το φυσικό και ηθικό κακό στον κόσμο. Η άρση του κακού και η λύτρωση του ανθρώπου απαιτεί την ήττα του δημιουργού θεού και τη γεφύρωση της αβύσσου μεταξύ υψίστου θεού και ανθρώπου. Η γεφύρωση επιτυγχάνεται με σειρά όντων, τους αιώνες, που δια της απορροής προβάλλονται — γεννώνται από τον ύψιστο θεό και φθάνουν μέχρι τον άνθρωπο. Πολλές φορές στο χριστιανίζοντα γνωστικισμό ο Λόγος ή ο Χριστός ή ο Ιησούς ή και η Εκκλησία αποτελούν αιώνες στην πάντα ανομοιόμορφη σειρά των ενδιάμεσων αυτών όντων. Αποτέλεσμα της ριζικής διαρχίας είναι η περιφρόνησή της ύλης και του ανθρώπινου σώματος, που συνιστά φυλακή της ψυχής (Πλάτων) και γι’ αυτό πρέπει να κατανικηθούν οι δυνάμεις του. Έτσι κατανοούνται οι ισχυρές ασκητικές τάσεις του γνωστικισμού, από τον οποίο πάντως δεν έλειψαν και οι ακριβώς αντίθετες. Ο υιός και μαθητής του Βασιλείδη Ισίδωρος π.χ. δίδασκε ότι ο τέλειος γνωστικός δικαιούται να πράττη κάθε είδους αμαρτία, διότι είναι ελευθερωμένος από όλα. Η άσκηση των γνωστικών με την τιμωρία και την υποταγή του σώματος απέβλεπε στην απελευθέρωση του θείου ή φωτεινού στοιχείου, που ενυπάρχει μεν στον άνθρωπο άλλα μένει δέσμιο του κυρίαρχου υλικού στοιχείου.
Ο γνωστικισμός, ακριβώς διότι υπήρξε δυναμικό πνευματικό φαινόμενο και αποτέλεσμα συγκρητισμού, δεν οργανώθηκε σε σύστημα ε ν ι α ί ο και σ τ α θ ε ρ ό. Τουναντίον μάλιστα, παρουσιάσθηκε με ποικίλες μορφές και τάσεις, όσοι ακριβώς ήσαν και οι μεγάλοι γνωστικοί διδάσκαλοι. Η εμφάνιση ισχυρής φιλοσοφικοθρησκευτικής προσωπικότητος στους κόλπους του γνωστικισμού σήμαινε και νέο γνωστικό σύστημα ή τουλάχιστο νέα παραλλαγή ενός εκ των παλαιών συστημάτων. Τόσο δε τα συστήματα αυτά διαφέρουν μεταξύ τους, ώστε είναι συμβατική η ανεύρεση και υπογράμμιση γενικών κοινών χαρακτηριστικών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θα παραμένει αναπάντητο και το πρόβλημα περί του εάν ο γνωστικισμός είναι πρώτιστα θρησκεία ή φιλοσοφία. Σε άλλα συστήματα επικρατεί το θρησκευτικό στοιχείο και σε άλλα το φιλοσοφικό, χωρίς όμως να αποσυνδέεται η γνώση από τη λύτρωση. Το κίνημα του γνωστικισμού δεν ήταν απλώς ισχυρό στοιχείο του πνευματικού κλίματος της εποχής, κατά την οποία αναπτύχθηκε ο χριστιανισμός· ήταν και πνευματικό μέγεθος επικίνδυνο για την Εκκλησία, διότι έλαβε σε μερικές περιπτώσεις και σε μερικές χώρες (Αίγυπτο, Συρία) τόσα πολλά χριστιανικά στοιχεία, ώστε να εμφανίζεται ως αντίποδας της Εκκλησίας ή ως χριστιανικός (ή ορθότερα: χριστιανίζων) γνωστικισμός. Οι οπαδοί του χριστιανίζοντος γνωστικισμού παρουσιάζονταν έναντι των μελών της Εκκλησίας ως οι εκλεκτοί και οι καθαροί (elite), διότι δήθεν είχαν εξαιρετικά ανώτερη γνώση και καθαρότητα, πού τους εξασφάλιζε η διδασκαλία και η εγκράτειά τους. Τούτο δημιούργησε μεγάλη σύγχυση στους κόλπους της Εκκλησίας, διότι τα μέλη της δεν ήταν δυνατό να είναι όλα σπουδαίοι θεολόγοι και διότι η θεολογία της δεν είχε προλάβει να αντιμετωπίσει τα σχετικά προβλήματα. Έτσι πλήθος χριστιανών δεν μπορούσε να διακρίνη μεταξύ Εκκλησίας και χριστιανίζοντος γνωστικισμού, με αποτέλεσμα να προσχωρή εύκολα στις τάξεις του τελευταίου.
Η παραπάνω σύγχυση, την οποία έφερε ό γνωστικισμός, μεγάλωνε με την εκτεταμένη γνωστική φιλολογία, η οποία στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ήταν σαφώς ευρύτερη και πολυπληθέστερη από τη χριστιανική. Και η επίδραση σε βάρος της γνησιότητος της Εκκλησίας γινόταν ευκολώτερη, επειδή οι γνωστικοί χρησιμοποιούσαν στο λόγο τους και ποιητικές μορφές, μέσω των οποίων συγκινούσαν ασφαλέστερα τους ακροατές. Η Εκκλησία έζησε έντονη αγωνία ενώπιον των κινδύνων αυτών και αγωνίσθηκε επί δύο και πλέον αιώνες για να δείξη με σαφήνεια και θεολογική πειθώ την ψευδοχριστιανικότητα του γνωστικισμού. Τούτο μάλιστα είναι κατά κύριο λόγο έργο κι επίτευγμα της θεολογίας του αγίου Ειρηναίου κατά τις τελευταίες δεκαετίες του Β’ αιώνα. Πρέπει δε να σημειώσουμε ότι μέσω του Ειρηναίου κυρίως και του Ιππολύτου, αλλά και άλλων εκκλησιαστικών συγγραφέων, όπως ο Κλήμης Αλεξανδρέας, σώθηκαν τα περισσότερα και αξιολογώτερα γνωστικά κείμενα που γνωρίζαμε παλαιότερα. Οι εκκλησιαστικοί δηλαδή συγγραφείς προκειμένου να αναιρέσουν το γνωστικισμό παρέθεταν σύντομα ή μακρά αποσπάσματα γνωστικών κειμένων στα δικά τους έργα κι έτσι σώθηκε μικρό μέρος της μεγάλης γνωστικής φιλολογίας. Οι γνώσεις μας όμως για το γνωστικισμό εμπλουτίσθηκαν σοβαρά με την ανακάλυψη στο Nag Hammadi ( Άνω Αίγυπτος) κατά το 1945 σημαντικού αριθμού γνωστικών κειμένων. Οι επιφανέστεροι δάσκαλοι του γνωστικισμού υπήρξαν ο Ουαλεντίνος, ο Βασιλείδης, ο Ισίδωρος και ο Βαρδεσάνης. Οι τρεις πρώτοι έδρασαν το Β’ και ο τέταρτος τον Γ’ αιώνα.
Η ποικιλία των γνωστικών συστημάτων καθιστά δύσκολη τη σαφή διάκριση των σταθερών κοινών χαρακτηριστικών του γνωστικισμού. Έτσι αυτό που επιχειρούμε παρακάτω, την καταγραφή των χαρακτηριστικών αυτών, έχει μέσα του το στοιχείο της συμβατικότατος, την οποία βλέπομε, αλλά προχωρούμε χάριν του κατατοπισμού του αναγνώστη. Τα χαρακτηριστικά μάλιστα παραθέτομε βάσει της σχετικής προτάσεως του Th. Ρ. Baaren σε ειδικό για το γνωστικισμό συνέδριο (Le origini dello Gnosticismo. Colloquio di Messina 13-18 Aprile 1966, Leiden 1970, σσ. 174-180: Towars a definition of Gnosticism):
Τα βασικά στοιχεία του Γνωστικισμού.
Α) Η Γνώση δεν είναι πρώτιστα υπόθεση διανοητική, διότι βασίζεται σε «αποκάλυψη».
Β) Ο γνωστικισμός ισχυρίζεται πως κατέχει δική του αποκάλυψη, η οποία μάλιστα είναι μυστική, όπως μυστικά (απόκρυφα) κρατούσε πολλές φορές τα σχετικά με αυτή κείμενά του.
Γ) Απορρίπτει συνήθως την Παλαιά Διαθήκη ή την ερμηνεύει αλληγορικά, μολονότι δεν λείπουν ιουδαϊκά στοιχεία από το γνωστικισμό.
Δ) Ο ύψιστος θεός, η Μονάς, είναι υπερβατικό ον, απρόσιτο, αμέτοχο της δημιουργίας και ξένο προς τον άνθρωπο. Για αυτό προβάλλονται τα ενδιάμεσα όντα, οι «αιώνες», για να γεφυρώσουν την μεταξύ θεού και κόσμου άβυσσο.
Ε) Ο κόσμος αποτελεί απόλυτη απαξία, αφού δημιουργήθηκε από το δημιουργό θεό.
ΣΤ) Στον άνθρωπο συνυπάρχει το πνευματικό και το υλικό στοιχείο.
Ζ) Οι άνθρωποι γενικά είναι πνευματικοί (όσοι έχουν την πλήρη γνώση), ψυχικοί (όσοι έχουν μόνο πίστη) και σωματικοί (όσοι είναι στραμμένοι μόνο στην ύλη και για αυτό δεν μπορούν να ελπίζουν σε καμμία σωτηρία).
Η) Η γνώση είναι πολύ ανώτερη από την πίστη.
Θ) Η ριζική διαρχία οδηγεί στον αυστηρό ασκητισμό (χωρίς να λείπει και η ακριβώς αντίθετη τάση), που προϋποθέτει τέλεια περιφρόνηση του σώματος.
Ι) Ο γνωστικισμός αποτελεί είδος διαμαρτυρίας.
ΙΑ) Ο γνωστικισμός είναι θρησκευτικοφιλοσοφικό σύστημα που απευθύνεται στους εκλεκτούς.
ΙΒ) Ο γνωστικισμός βλέπει (όταν βλέπει) δοκητικά το έργο του Ιησού στον κόσμο (έπαθε φαινομενικά κλπ.).
(Στυλιανού Παπαδόπουλου, Πατρολογία Α, σελ. 148-149)
https://www.sostis.gr/blog/item/5327-gnwstikismos-i-airesi
Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Πώς λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Μαρτίου, 2023

Πώς λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι
-Γέροντα, ποιοί νόμοι λέγονται πνευματικοί;
-Θα σου εξηγήσω: Όπως στην φύση υπάρχουν οι φυσικοί νόμοι, έτσι και στην πνευματική ζωή υπάρχουν οι πνευματικοί νόμοι. Ας πούμε, όταν πετάη κανείς ένα βαρύ αντικείμενο ψηλά, με όσο περισσότερη ορμή και όσο πιο ψηλά το πετάξη, με τόσο μεγαλύτερη δύναμη θα πέση κάτω και θα συντριβή. Αυτός είναι φυσικός νόμος. Στην πνευματική ζωή, όσο περισσότερο υψώνεται κανείς με την υπερηφάνειά του, τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η πνευματική του πτώση και ανάλογα με το ύψος της υπερηφανείας του θα συντριβή. Γιατί ο υπερήφανος ανεβαίνει, φθάνει σε ένα σημείο και μετά πέφτει και σπάζει τα μούτρα του – «ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται». Αυτός είναι πνευματικός νόμος.
Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στους φυσικούς και στους πνευματικούς νόμους:
Ενώ οι φυσικοί νόμοι δεν έχουν σπλάχνα και ο άνθρωπος δεν μπορεί να τους αλλάξη,
οι πνευματικοί νόμοι έχουν σπλάχνα και ο άνθρωπος μπορεί να τους αλλάξη, γιατί έχει να κάνη με τον Δημιουργό και Πλάστη του, τον Πολυεύσπλαχνο Θεό.
Αν δηλαδή καταλάβη αμέσως το ανέβασμα της υπερηφανείας του και πή:
«Θεέ μου, εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου και υπερηφανεύομαι• συγχώρεσέ με!», αμέσως τα σπλαχνικά χέρια του Θεού τον αρπάζουν και τον κατεβάζουν απαλά κάτω, χωρίς να γίνη αντιληπτή η πτώση του.
Έτσι δεν συντρίβεται, αφού προηγήθηκε η καρδιακή συντριβή με την μετάνοια που έδειξε.
Το ίδιο ισχύει και για το «μάχαιραν έδωκας, μάχαιραν θα λάβης», που λέει το Ευαγγέλιο.
Αν δηλαδή «έδωσα μάχαιρα», κανονικά πρέπει να ξοφλήσω με μάχαιρα. Όταν όμως συναισθάνωμαι το σφάλμα μου, με μαχαιρώνη η συνείδησή μου και ζητάω συγχώρηση από τον Θεό, τότε πλέον παύουν να λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι και δέχομαι από τον Θεό την αγάπη Του σαν βάλσαμο.
Μέσα δηλαδή στα κρίματα του Θεού, που είναι άβυσσος, βλέπουμε να αλλάζη ο Θεός, όταν αλλάζουν οι άνθρωποι.
Όταν το άτακτο παιδί συνέρχεται, μετανοή και δέρνεται από την συνείδησή του,
τότε ο Πατέρας του το χαϊδεύει με αγάπη και το παρηγορεί. Δεν είναι μικρό πράγμα να μπορή ο άνθρωπος να αλλάξη την απόφαση του Θεού! Κάνεις κακό; Ο Θεός σού δίνει σκαμπιλάκι. Λές «ήμαρτον»; Σου δίνει ευλογίες.
(Λόγοι Παϊσίου, τόμος Δ΄, Οικογενειακή Ζωή, Εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου “Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος”, σελ. 234-235)
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΑΥΤΉ ΕΊΝΑΙ Η ΑΛΉΘΕΙΑ
Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Ιουνίου, 2022
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Για όσους πενθούν…
Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Ιουνίου, 2022

Για όσους πενθούν…
Σου λένε “συλλυπητήρια” αλλά δεν ξέρουν ότι κανείς δεν μπορεί να νιώσει την ολοκληρωτική σου συντριβή…
Σου λένε “να φανείς δυνατή” αλλά δεν ξέρουν ότι την τελευταία ικμάδα δύναμης την ξόδεψες στο φευγιό της τελευταίας του ανάσας…
Σου λένε “να σταθείς στα πόδια σου” αλλά δεν ξέρουν ότι αυτά σου έχουν ήδη κοπεί κι ότι εκείνος ήταν και πόδια και χέρια και τα πάντα σου…
Σου λένε “να μαζέψεις τα κομμάτια σου” αλλά δεν ξέρουν ότι αυτά σκόρπισαν στους πέντε ανέμους κι είναι αδύνατον πια να τα βρεις…
Σου λένε “να κάνεις κουράγιο” αλλά δεν ξέρουν ότι κι εκείνο θάφτηκε μαζί με τη μνήμη της ύστερης εικόνας του προσώπου του…
Σου λένε “ο χρόνος θα γιατρέψει τις πληγές” αλλά δεν ξέρουν ότι απλά θα τις ναρκώσει κι ότι αυτές θα’ναι για πάντα αιμοραγούσες βρύσες πόνου και οδύνης…
Σου λένε “να συνεχίσεις τη ζωή σου” αλλά δεν ξέρουν ότι τίποτε δεν μπορεί να είναι ίδιο όπως πριν αφού εκείνος ήταν όλη σου η ζωή…
Σου λένε “να διαχειριστείς την απώλεια” αλλά δεν ξέρουν ότι η απώλεια είναι αυτή που κυβερνά το νου και την ψυχή σου…
Μόνο η αναστάσιμη ελπίδα κι η προοπτική αιωνιότητας είναι αυτές που σε κρατούν στη ζωή…
ΜΟΝΟΝ ΑΥΤΕΣ
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Έτσι είναι και με την ευτυχία..
Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Δεκεμβρίου, 2021
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η πραγματική ελευθερία
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Δεκεμβρίου, 2021

δεν υποκύπτει σε βλάβη
Ονομάζει (ο Παύλος) ελευθερία το να μη υπόκηται κανείς σε περιορισμούς, να είναι ανεμπόδιστος. Ο Θεός με έπλασε ελεύθερο και ανώτερο από οποιαδήποτε βλάβη.
Ε.Π.Ε. 18α,112
παράβασις και υπέρβασις
Μας απάλλαξε ο Κύριος Ιησούς Χριστός από το ζυγό της δουλείας. Μας άφησε κυρίαρχους να ενεργούμε ό,τι θέλουμε. Όχι βέβαια για να γίνεται παράνομη η ζωή μας, αλλά για να επιλέγουμε την υπέρ τον νόμο ευσέβεια. Διότι και ο πορνεύων και ο παρθενεύων, και οι δυο ξεπερνούν τα όρια του νόμου. Ο ένας προς το χειρότερο, ο άλλος προς το καλύτερο. Ο ένας υπερβαίνει το νόμο, ο άλλος παραβαίνει το νόμο.
Ε.Π.Ε. 20,366-368
της ψυχής
Το ανώτερο, δηλαδή, η ψυχή σου, έχει ελευθερωθή. Επομένως προσωρινή είναι η δουλεία.
Ε.Π.Ε. 22,280
και δουλεία
Μη νομίσης, πως επειδή είσαι πιστός, είσαι και ελεύθερος. Ελευθερία αυτό στην πραγματικότητα είναι, το να γίνεσαι υπηρέτης και διάκονος.
Ε.Π.Ε. 23,410-412
από τα πάθη
Ελεύθερος αληθινά είναι μόνο εκείνος, που έχει από μέσα του την ελευθερία, όπως δούλος είναι εκείνος, που υποτάσσεται στα άλογα πάθη.
Ε.Π.Ε. 23,450
όποιος δίνει τα χρήματά του
Έτοιμοι να είμαστε στο να ευεργετούμε. Και αυτό θα γίνη, αν περιφρονήσουμε τα χρήματα και τη δόξα. Όποιος απαλλάχτηκε από αυτά τα πάθη, είναι πιο ελεύθερος από όλους τους ανθρώπους, πλουσιώτερος και από εκείνον, που φοράει πορφύρα.
Ε.Π.Ε. 25,86
στολίδι
Σας παρακαλώ, να αφήσουμε τα χρυσά για τις κοσμικές πομπές, για τα θέατρα, για τις βιτρίνες των εργαστηρίων. Την εικόνα του Θεού να μη την καλλωπίζουμε με τέτοια στολίδια. Η ελεύθερη γυναίκα να στολίζεται με την ελευθερία. Και ελευθερία είναι η ταπεινοφροσύνη.
Ε.Π.Ε. 25,266
και δουλεία
Το μόνο που ζητάμε, είναι να απαλλαγής από την καταραμένη δουλεία της αμαρτίας και να επανέλθης στην προηγούμενη ελευθερία σου, αφού καταλάβης πρώτα την τιμωρία που προέρχεται από την ακολασία, αλλά και την τιμή που επιφυλάσσει ο προηγούμενος καλός βίος.
Ε.Π.Ε. 27,822
και δουλεία
Τα ονόματα δούλος και ελεύθερος είναι απλά ονόματα, χωρίς να φανερώνουν κάτι ξεχωριστό. Η δουλεία όμως είναι καθωρισμένη· είναι η αμαρτία. Η ελευθερία είναι η αρετή.
Ε.Π.Ε. 33,242
επιλογή ή αναγκασμός;
Ο Θεός λέει: «Μπροστά σου έβαλα τη φωτιά και το νερό, τη ζωή και το θάνατο. Όπου θέλεις άπλωσε το χέρι σου». Ο δαίμονας λέει: «Δεν μπορείς να απλώσης το χέρι σου ελεύθερα, αλλά σύρεσαι από κάποια αναγκαιότητα και βία.
Ε.Π.Ε. 34,564
(Χρυσοστομικό Λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη, τόμος Β, σελ. 192-194)
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
“Προς έναν απλό άνθρωπο για την ομολογία της πίστης”, Αγ. Ν. Βελιμίροβιτς
Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Σεπτεμβρίου, 2021
Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Εκκλησιαστική Ιστορία, Φειδά Β.
Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Σεπτεμβρίου, 2021
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Διαδυκτιακή Σύναξη «ΚΟΙΝΩΝΙΑ» της ΠΕΘ με ομιλητή τον Γέροντα Εφραίμ της Ι. Μονής Βατοπαιδίου
Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Μαΐου, 2021

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ EΝΩΣΗ ΘΕΟΛΟΓΩΝ
H Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων σε συνεργασία με την Πεμπτουσία σας προσκαλούν στη Διαδυκτιακή Σύναξη «ΚΟΙΝΩΝΙΑ»
Θέμα:
Η εμπειρική βίωση της χάριτος
Ομιλητής:
Γέροντας Εφραίμ,
Καθηγούμενος της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου
Σάββατο 15 Μαΐου 2021
Ώρα 19:30
Για να παρακολουθήσετε την εκδήλωση παρακαλούμε να εγγραφείτε κάνοντας τις δύο παρακάτω ενέργειες:
1) Κατεβάσετε στον υπολογιστή σας το πρόγραμμα ΖΟΟΜ και
2) Κάντε κλικ εδώ:
https://zoom.us/meeting/register/tJwvd-muqz4rE9JQNKQ2pEryKAYPmgnZ1T5V
Αφού εγγραφείτε θα δεχθείτε μήνυμα επιβεβαίωσης με τον προσωπικό σας σύνδεσμο συμμετοχής στην εκδήλωση, με τον οποίο θα μπορείτε να λάβετε μέρος στη Σύναξη.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
«Δέν θα ἀργήσει να παρουσιασθεῖ στον καθένα μας κάποια «παιδίσκη ! »
Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Μαΐου, 2021
«Μέσα στόν αὐλόγυρο τῆς σύγχρονης ζωῆς, μέ τά ποικίλα ρεύματά της, δέν θά ἀργήσει νά παρουσιασθεῖ στόν καθένα μας κάποια «παιδίσκη», πού θά ὑψώσει τό δάκτυλο γιά νά μᾶς δείξει καί νά φωνάξει: «Καί σύ μετά τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου ἦσθα».
Πρόκειται γιά τήν ἀνα-πότρεπτη στιγμή τῆς δοκιμασίας· γιά τήν κρίσιμη ὥρα «πρίν ἀλέκτορα φωνῆσαι»· γιά τήν ὥρα, κατά τήν ὁποία ὁ Ἰησοῦς θά κρίνεται μπροστά μας, ἐνῶ θά ἐξετάζεται καί θά ἐλέγχεται συγχρόνως ἡ ἀντοχή τῆς πίστεώς μας. Ἀλήθεια! Πόσοι δέν τρομοκρατοῦνται μπροστά σ’ αὐτήν τήν «παιδίσκη» καί ὑποστέλλουν τή σημαία τους; Καί ἀρνοῦνται «μεθ’ ὅρκου» τούς δεσμούς τους μέ τόν Κύριο; Καί ἑνώνουν τήν προδοσία τους μέ τούς ἁμαρτωλούς χλευασμούς τοῦ περιβάλλοντος; Θά βρεθοῦν, ἄραγε, γι’ αὐτούς δάκρυα συντριβῆς, ὅταν «ἀλέκτωρ φωνήσῃ»; »
Κωνσταντίνου Κούρκουλα,από τό βιβλίο του «Σκηνές ἀπ’ τό Θεῖον Πάθος»,
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΠΕΘ: Διαδικτυακή σύναξη “Κοινωνία” προς τιμήν των Τριών Ιεραρχών (30 Ιανουαρίου 2021 Ώρα 20:00)
Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Ιανουαρίου, 2021

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΘΕΟΛΟΓΩΝ
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΣΥΝΑΞΗ «ΚΟΙΝΩΝΙΑ»
(ΠΡΟΣ ΤΙΜΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ)
Θέμα:
Θεία Ευχαριστία και κορωνοϊός
στο πλαίσιο των σχέσεων Θεολογίας και Επιστήμης
Ομιλητές:
Σπυρίδων Τσιτσίγκος, Καθηγητής Ψυχολογίας της Θρησκείας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
&
π. Στυλιανός Καρπαθίου, Θεολόγος – Ψυχίατρος, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών
Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2021
Ώρα 20:00
Πατήστε για να συνδεθείτε,
στον Ηλεκτρονικό Σύνδεσμο :
http://meet.google.com/pja-fjrp-kci
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Άγιος Ειρηναίος. Ο αποστολικός Πατέρας της Παράδοσης (Πατρολογία Στυλιανού Παπαδόπουλου)
Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιουνίου, 2020

ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΛΥΩΝ. Ο θεολόγος της παραδόσεως.
ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ
Ο δεύτερος χριστιανικός αιώνας ανοίγει με τη μεγάλη αποστολική και πατερική μορφή του Ιγνατίου και κλείνει με το μεγάλο θεολόγο της Παραδόσεως Ειρηναίο. Και οι δύο αυτοί Πατέρες και Διδάσκαλοι αποτελούν τους γνησιότερους και σημαντικότερους θεολογικούς σταθμούς στην πορεία της Παραδόσεως τον δύο πρώτων μεταποστολικών αιώνων. Η σχέση μεταξύ τον δύο ανδρών είναι βαθειά. Ο Ειρηναίος κατανοείται σαν συνέχεια κι επέκταση του Ιγνατίου. Τη θεολογία του ο Ειρηναίος ασκεί με τις θεολογικές προϋποθέσεις της Ανατολής και την εμπειρία της Δύσεως. Φέρνει την παράδοση της μικρασιατικής Ανατολής και γνωρίζει τα προβλήματα της Δύσεως.
Νέο κλίμα. Η παρουσία του Ειρηναίου στο χώρο της Εκκλησίας και της θεολογίας στο τέλος του Β’ αι. σημαίνει τη δημιουργία νέου κλίματος: τη στέρεη επανασύνδεση της θεολογικής σκέψεως με την αποστολική και ιγνατιανή Παράδοση και τη γνήσια προέκτασή της, ώστε να καταστή επαρκής προς αντιμετώπιση τον προβλημάτων της εποχής.
Υπέρβαση τον κλίματος των απολογητών. Από το 140 μέχρι το 185 περίπου κυριάρχησε σχεδόν η απολογητική θεολογία με κάποιες εξαιρέσεις, η σπουδαιότερη των οποίων ήταν του Διονυσίου Κορίνθου ( + 180;). Η τακτική της απολογίας φαίνεται να κούρασε, αν δεν απογοήτευσε την Εκκλησία. Έτσι τώρα στο πρόσωπο του Ειρηναίου η Εκκλησία δοκιμάζει να ξεπεράση το κλίμα των απολογητών, διότι ούτε οι θεολογικοφιλοσοφικές τους προϋποθέσεις ούτε η τακτική τους φαίνονται πρόσφορες για την αντιμετώπιση της συγκλονιστικής κρίσεως, την οποία προκάλεσε ο γνωστικισμός, ο μοντανισμός και η εξασθένηση της Παραδόσεως με τους απολογητές. Βέβαια το φαινόμενο του γνωστικισμού είναι πολύ παλαιότερο. Στην εποχή όμως του Ειρηναίου η Εκκλησία δοκίμασε στο μέγιστο βαθμό τις συνέπειες και την επίδρασή του στους κόλπους της. Πόσο μεγάλος και πραγματικός υπήρξε ο κίνδυνος από την παρουσία και τη δράση του γνωστικισμού φανερώνουν αφ’ ενός μεν η ευρεία χρήση βιβλικών στοιχείων από τα ποικίλα γνωστικά συστήματα, αφ’ ετέρου δε ο ισχυρισμός τους ότι κατέχουν απόκρυφε ς παραδόσεις (Έλεγχος A 25, 5), που έρχονται απ’ ευθείας από τον Κύριο και που είναι ανώτερες από αυτές που διέσωσε η Εκκλησία. Έτσι το πρόβλημα της αντικρούσεως του γνωστικισμού έγινε πρόβλημα ερμηνευτικό και ιστορικό. Οι γνωστικοί, παρερμηνεύοντας τη Γραφή (Α 8,1• 9,1• 19,1• 20,2), διέστρεφαν τη θεία αποκάλυψη και κατέληγαν στη διαρχία και την απαισιοδοξία. Ο Ειρηναίος, ερμηνεύοντας για να τους αντικρούση, δημιούργησε την περίφημη θεολογία της ανακεφαλαιώσεως, τονίζοντας την ενότητα του κόσμου και δίνοντας ελπίδα στον άνθρωπο. Προσπαθώντας δε να δείξη ανυπόστατες ιστορικά τις δήθεν γνήσιες παραδόσεις τους, ωδηγήθηκε στη θεολογία της Παραδόσεως και αποκάλυψε τελεσίδικα για την Εκκλησία την ψευδοχριστιανικότητα του γνωστικισμού. Αυτή υπήρξε η εσωτερική τακτική της θεολογίας του Ειρηναίου, στον οποίο μάλιστα θετικό και αρνητικό στοιχείο αποτελούν ενιαίο πνευματικό αγώνισμα με δύο όψεις. Υπήρξε από τους πρώτους χριστιανούς συγγραφείς που κατανόησε ότι, εκθέτοντας και αναλύοντας το μη αληθές (=το γνωστικισμό), προσεγγίζομε και ψαύομε το αληθές (=το χριστιανισμό). Ερευνώντας και συνειδητοποιώντας το αληθές, διακρίνομε και δείχνομε εύκολα τι δεν είναι αληθές. Από τους απολογητές διέφερε βασικά στο εξής: οι απολογητές απολογούνται και υπερασπίζουν το χριστιανισμό με τη βοήθεια φιλοσοφικών και παλαιοδιαθηκικών όπλων περισσότερο. Ο Ειρηναίος καταπολεμεί κυρίως (δεν απολογείται) τους εχθρούς της Εκκλησίας με όπλα της Εκκλησίας περισσότερο. Έτσι γίνεται και ο κύριος εισηγητής της πολεμικής λεγομένης θεολογίας, η οποία στην πορεία του χριστιανισμού έδωσε τα σπουδαιότερα θεολογικά έργα και η οποία στη βάση της είναι πρώτιστα έργο κι επίτευγμα θετικό, παρά τον εξωτερικά αρνητικό της χαρακτήρα. Οι απολογητές προσέφευγαν στη βοήθεια της φιλοσοφικής σκέψεως, διότι πίστευαν στη δυνατότητά της να φθάση στην αλήθεια έστω και μερικώς (Ιουστίνος: σπερματικός λόγος, Αθηναγόρας: συμπάθεια και θεία πνοή κλπ.). Ο Ειρηναίος βασίσθηκε αποκλειστικά στη θεολογική σκέψη, διότι πίστευε ότι η αλήθεια που υπάρχει μόνο στην Εκκλησία είναι το μόνο αληθινό και αποτελεσματικό όπλο. Όπως και οι άλλοι μεγάλοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας έτσι και ο Ειρηναίος δημιούργησε στο πλαίσιο της Παραδόσεως, την οποία αύξησε, υιοθετώντας την και εκκινώντας από αυτή. Χρησιμοποίησε τους προγενέστερούς του εκκλησιαστικούς συγγραφείς (από Κλήμεντα Ρώμης και Ιγνάτιο μέχρι Μελίτωνα), χωρίς τούτο να σημαίνη ότι αγνοούσε και αδιαφορούσε τελείως για τους θύραθεν (Spanneut, Schoedel), όπως υπέθεσαν πολλοί. Η διάκριση π.χ. στον άνθρωπο σώματος, ψυχής και πνεύματος απηχεί την πλατωνική φιλοσοφία. Τέλος, ο Ειρηναίος έγινε δημιουργός στο χώρο της Παραδόσεως, διότι ήθελε πάντοτε να είναι μάρτυς της Παραδόσεως.
Ανακεφαλαίωση. Έτσι ωνομάσθηκε από τον Ειρηναίο η όλη θεία οικονομία και η δια του Χριστού σωτηρία του ανθρώπου. Ο Ιερός αυτός άνδρας έφθασε πρώτος σε τόσο πλήρη θεώρηση της ιστορίας και της θείας οικονομίας, ερμηνεύοντας ορθά τα βιβλικά δεδομένα και την Παράδοση της Εκκλησίας. Ο Χριστός, που γεννάται αχρόνως—ανάρχως (Β 30,9) και όχι εν χρόνω, όπως φρονούσαν γενικά οι απολογητές, ανακεφαλαιώνει την πλάση όλη στο θεανθρώπινο πρόσωπό του. Δηλαδή αναδημιουργεί τον πεσόντα κόσμο και ανακαινίζει αυτόν βάσει του εαυτού του, παρέχοντας τον εαυτό του προς μετοχή και ως πρότυπο. Ο άνθρωπος μόνο στο Χριστό συνειδητοποιεί το που έγκειται το «κατ’ εικόνα» του και μόνο δια του έργου του Χριστού επιτυγχάνει το «καθ’ ομοίωσιν». Και τούτο διότι ο Λόγος προ της ενανθρωπήσεως του ήταν αόρατος, δεν ήταν προσιτός εις τον άνθρωπο (Ε 16,2). Το έργο του Χριστού αποτελεί απάντηση στην ατυχή προσπάθεια του Αδάμ. Όπου απέτυχε ο πρώτος Αδάμ, έπρεπε να πετύχη ο νέος Αδάμ χάριν της σωτηρίας των επιγόνων του πρώτου Αδάμ και της αποκαταλλαγής τους προς το Θεό (Ε 16, 3). Ο άνθρωπος εν Χριστώ επιστρέφει στην προπτωτική μακαρία κατάσταση, πορεύεται προς τον τελικό του σκοπό, η φύση αποκαθίσταται (Α. Θεοδώρου) και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα πορεία προς την τελείωση με νέες προϋποθέσεις. Η τελική όμως φάση της ανακεφαλαιώσεως θα πραγματοποιηθή στα έσχατα, μεταϊστορικά.
Το μέγα θεολογικό θεμέλιο της ανακεφαλαιώσεως είναι ο ρεαλισμός, βιβλικός και ιγνατιανός. Αφορμή της οι γνωστικοί που δεν είχαν ρεαλισμό κι έτσι έβλεπαν στα γεγονότα της ΚΔ σχήματα και ανυπόστατα φαινόμενα, που γι’ αυτό δεν εξηγούσαν το μυστήριο του κόσμου και δεν έσωζαν τον άνθρωπο. Ο Ειρηναίος αναγνώρισε την πραγματικότητα στο πρόσωπο και το έργο του Χριστού κι έτσι μόνο συνειδητοποίησε την «τραγωδία» (Α 4,3) του κόσμου και προχώρησε στην υπέρβασή της: συνέλαβε την ενότητα της αρχής του κόσμου, όταν οι γνωστικοί διασπούσαν την αρχή αυτή σε δύο (θεός πατήρ—δημιουργός)• αναγνώρισε γενικά το ενιαίο στην πορεία της Ιστορίας• τόνισε την ταυτότητα του Μονογενούς με το Σωτήρα, του Λόγου με το Χριστό, που οι γνωστικοί τα ήθελαν διαφορετικά πρόσωπα. Η διάσπαση και η διαπίστωση της τραγωδίας του κόσμου ωδηγούσε στην απαισιοδοξία, διότι αντιμετωπιζόταν με σχηματικούς αφορισμούς και όχι με το ρεαλισμό του προσώπου του Χριστού, που δημιουργεί την αισιοδοξία: «ει μη συνηνώθη ο άνθρωπος τω Θεώ, ουκ αν ηδυνήθη μετασχείν της αφθαρσίας» (Γ 18,7). Τούτο δε ήταν δυνατό μόνο και μόνο, διότι πραγματικά «ο Θεός άνθρωπος εγένετο» (Γ 21,1). Την παραπάνω ενότητα και το λυτρωτικό έργο του Χριστού αναγνώριζαν βέβαια και οι απολογητές, αλλά εκπροσωπούσαν γενικά μία υπεραισιοδοξία για τον κόσμο, που βασιζόταν στη μη ορθή εκτίμηση της τραγωδίας του κόσμου. Έτσι το έργο του Χριστού φαινόταν κάπως συμπληρωματικό, διορθωτικό, βελτιωτικό μόνο, ενώ η ανακεφαλαίωση του Ειρηναίου σημαίνει ριζική, συγκλονιστική, εξ υπαρχής νέα δημιουργία, νέα πλάση, όπως ο Χριστός είναι νέος Αδάμ. Για πρώτη φορά δηλ. το μυστήριο της ενανθρωπήσεως παίρνει στη θεολογία της Εκκλησίας τόσο ορθές και βαθειές διαστάσεις. Και για πρώτη φορά με τη θεολογία της ανακεφαλαιώσεως γινόταν φανερό πως ο γνωστικισμός δεν είχε— δε μπορούσε να έχη—σχέση με την Εκκλησία. Επομένως ο χριστιανικός γνωστικισμός ήταν απατηλό σχήμα, μέσο συγχύσεως και κίνδυνος για τη γνησιότητα της Εκκλησίας.
Στο έργο της ανακεφαλαιώσεως έχει σπουδαία θέση και η Θεοτόκος. Ο ρόλος της είναι «σωτηριώδης», καθόσον συμβάλλει στην πνευματική αναμόρφωση του πιστού. Η Εύα παρακούσασα έγινε αρχή της πτώσεως, ενώ η Μαρία «υπακούσασα» έγινε «αίτια σωτηρίας» για ολόκληρη την ανθρωπότητα (Γ 22,4). Η προσφορά της Θεοτόκου είναι λοιπόν πολύ περισσότερο από παραδειγματική.
Ο ρεαλισμός του Ειρηναίου εκτείνεται σε όλα τα θέματα που αφορούν τη σωτηρία, ακριβώς διότι βασίζεται στο πρόσωπο του Χριστού. Έτσι π.χ. η θεία Ευχαριστία συνιστά γεγονός απόλυτα ρεαλιστικό, γι’ αυτό και καθιστά δυνατή την ανάσταση των νεκρών. Διότι δηλαδή γίνεται πραγματική μεταβολή του άρτου και του οίνου σε σώμα και αίμα Χριστού κατά την Ευχαριστία και διότι ο άνθρωπος κοινωνεί και μετέχει του πραγματικού Χριστού, είναι αληθινή η ανάσταση των νεκρών. Οι προγενέστεροί του εκκλησιαστικοί συγγραφείς, που ασχολήθηκαν με το θέμα της αναστάσεως, δε βασίσθηκαν για τη δικαίωσή της στον ευχαριστιακό ρεαλισμό, όπως έκαμε ο Ειρηναίος, αλλά οι περισσότεροι ζητούσαν επιχειρήματα από τον κόσμο της λογικής και της φυσικής πραγματικότητος.
Τέλος, ο Ειρηναίος έχει τόσο βαθειά συνείδηση της σημασίας της εν Χριστώ και δια Χριστού ανακεφαλαιώσεως, ώστε εισάγει αυτήν ρητώς εις το βαπτιστήριο Σύμβολο, όπως χαρακτηρίζεται σύντομη και τυποποιημένη ομολογία πίστεως, την οποία παραθέτει στο έργο του: «Εις ένα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα… και εις ένα Χριστόν Ιησούν… επί το “ανακεφαλαιώσασθαι τα πάντα”» (Α 10, 1).
Η θεολογία της Παραδόσεως. Η άλλη σπουδαία και δημιουργική όψη της ειρηναιϊκής σκέψεως είναι η θεολογία της Παραδόσεως, που συνδέεται τόσο οργανικά με τη θεολογία της ανακεφαλαιώσεως, ώστε να μη διακρίνη κανείς ποιά προηγείται της άλλης και να μη νοούνται η μία χωρίς την άλλη. Η θεολογία της Παραδόσεως είχε αφορμή τη διάθεση (και πράξη) των γνωστικών και των αιρετικών να υποτιμούν και να αγνοούν την ιστορικότητα του Χριστού και της αποστολικής παραδόσεως, κάτι που τους παρείχε την άνεση να δημιουργούν δικές τους παραδόσεις. Ήταν επικίνδυνα συχνός ο ισχυρισμός τους, ότι κατείχαν παραδόσεις που ο Χριστός εμπιστεύτηκε μυστικά στους αποστόλους, από τους οποίους πάλι τις έλαβαν γνωστικοί (Α 25, 5) και τις παρέδιδαν μόνο στους μυημένους, διότι ήσαν ανώτερες από αυτές που διατήρησε η Εκκλησία. Η πρώτη αντίδραση του Ειρηναίου ήταν να δείξη, ότι ο Ουαλεντίνος και οι άλλοι επιφανείς γνωστικοί δε γνώρισαν το Χριστό και δεν άκουσαν τι είπε στους αποστόλους κατά την ανάληψή του, ώστε να διασώσουν λόγους του και διδασκαλίες του. Τουναντίον πλησίον του Κυρίου ήσαν οι της «Καινής διαθήκης πολίται»,οι οποίοι μόνοι άκουσαν και διέσωσαν διδασκαλίες του Κυρίου (Γ 12, 5). Υπογραμμίζοντας το τελευταίο τούτο, έχει ο Ειρηναίος τον ιστορικό κρίκο μεταξύ Χριστού και μεταποστολικής εκκλησιαστικής Παραδόσεως. Έχει δηλαδή τη δυνατότητα να υποδείξη τις πηγές της παραδόσεως και τη γνησιότητά της δια της κατονομάσεως των προσώπων, που διαδοχικά παραλάμβαναν και παρέδιδαν τη διδασκαλία του Κυρίου και των αποστόλων. Έτσι δημιουργείται το επιχείρημα της ιστορικής παραδόσεως, την οποία μπορεί κανείς να ελέγξη και να αποδείξη ιστορικά. Η σκέψη αυτή σε γενικές γραμμές μας είναι γνωστή από τον Ηγήσιππο, αλλά στον Ειρηναίο βρίσκει την ανάπτυξή της και την αναγωγή της σε θεολογία, ώστε να πεισθούν οι ενδιαφερόμενοι ότι μόνο η Εκκλησία είχε τη γνήσια Παράδοση και μόνο αυτή μπορούσε να την αποδείξη, διότι μόνο η Εκκλησία μπορούσε να απαριθμήση σε κάθε τοπική Εκκλησία τους επισκόπους—πρεσβυτέρους, που έγιναν κατά σειρά διάδοχοι των αποστόλων και παραλήπτες της Παραδόσεώς τους. Έχομε λοιπόν τις μαρτυρημένες ιστορικά αποστολικές διαδοχές ως εγγύηση γνησιότητος στην Εκκλησία. Με τον τρόπο αυτό η Παράδοση, παίρνοντας τις ορθές διαστάσεις της, αποβαίνει στον Ειρηναίο το γενικώτατο και ευρύτατο πλαίσιο, εντός του οποίου υπάρχει παν ό,τι είναι και έχει η Εκκλησία και άρα και η Γραφή, που αποτελεί το πρώτο γραπτό στοιχείο της Παραδόσεως. Ο Ειρηναίος δε θεωρεί τη Γραφή κάτι ξεχωριστό από την Παράδοση, δεν είναι μέγεθος ιδιαίτερο, αλλά όψη, στοιχείο, πλευρά διακεκριμένη (όχι χωρισμένη) στο πλαίσιο της όλης Παραδόσεως, την οποία μάλιστα χαρακτηρίζει στο σύνολό της «κανόνα της αληθείας» (Α 9, 4) και θεωρεί «ακλινή» και «βεβαία» (Α 9, 5), όρο, κριτήριο και πλαίσιο ζωής του πιστού. Οι ζωντανοί φορείς της Παραδόσεως έχουν στον Ειρηναίο μεγαλύτερη σημασία από τα κείμενα της ΚΔ, κάτι που ισχύει απόλυτα και για τον Ιγνάτιο. Οι φορείς αυτοί ονομάζονται επίσκοποι ή πρεσβύτεροι. Ο όρος πρεσβύτεροι σημαίνει πρώτιστα τους εγγυητές της γνήσιας Παραδόσεως.
Η Παράδοση παρά την κοινωνική, πολιτιστική και γεωγραφική διαφορά των τοπικών Εκκλησιών είναι η αυτή παντού (Α 10, 2). Πρόκειται για φαινόμενο εσωτερικής πνευματικής ζωής, που δεν εμποδίζεται από τον ποικίλο εξωτερικό τρόπο ζωής και το είδος της γλώσσας, μέσω της οποίας εκφράζεται. Η διαφύλαξη της εσωτερικής ταυτότητος και γνησιότητος της Παραδόσεως οφείλεται στο ότι διαθέτει «δύναμη»: «η δύναμις της Παραδόσεως» (αυτόθι). Είναι λοιπόν η Παράδοση δυναμικό γεγονός και γι’ αυτό ζη τη διαδικασία της αυξήσεως, χωρίς κατ’ ουσίαν να μεταβάλλεται. Και τούτο διότι αύξησή της δε σημαίνει αλλαγή και επινόηση άλλης αληθείας, δε σημαίνει την κήρυξη άλλου Χριστού και άλλου δημιουργού Θεού (Α 10, 3), αλλά την είσοδο βαθύτερα στην ίδια αλήθεια, με σκοπό την αναγωγή σε περισσότερες όψεις της ίδιας αληθείας, στην περαιτέρω διείσδυση στο θέλημα του Θεού, στην ευρύτερη κατανόηση της θείας οικονομίας (αυτόθι). Τη διαδικασία αυτή, που στην ιστορία δε μπορεί να έχη τέλος, θεμελιώνει ο Ειρηναίος στους παυλείους λόγους περί του βάθους του πλούτου του Θεού, της σοφίας και της θείας γνώσεως και περί του ότι τα κρίματα, το θέλημα του Θεού, η αλήθεια, είναι ανεξερεύνητα (αυτόθι). Ένεκα του άπειρου της αληθείας ο Θεός θα διδάσκη πάντοτε τον άνθρωπο και ο άνθρωπος θα μαθαίνη συνεχώς από το Θεό περί του Θεού (Β 28, 3). Είναι προφανές ότι η αύξηση της Παραδόσεως συνδέεται άρρηκτα με την αύξηση του ανθρώπου γενικά.
Η αύξηση του ανθρώπου. Η έννοια και η πραγματικότης της αυξήσεως είναι συνέπεια των θεολογικών προϋποθέσεων του Ειρηναίου. Είναι η τακτική, η «τάξις» και «ο ρυθμός» της θείας οικονομίας (Δ 38, 3). Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε νήπιος, έγινε για να αυξηθή και να προκόψη εν Θεώ (Β 22, 4). Ο Θεός «έπλασεν αυτόν εις αυξησίν τε και ακμήν» (Δ 11, 1). Η «προκοπή» του σε μία εποχή αποτελεί εκάστοτε το «πλείον» (Δ 11, 2-3) εν σχέσει με ό,τι είχε στο παρελθόν. Η προκοπή είναι συνεχής και αφορά στη γνώση της αληθείας και την ηθική βελτίωση (Δ 11, 3• Δ 9, 2-3• Δ 38, 1-3) με τη βοήθεια του αγ. Πνεύματος. Την αύξηση του ανθρώπου σε θεογνωσία διαπιστώνει ο Ειρηναίος όχι μόνο σχετικά με την παλαιοδιαθηκική εποχή (Δ 38, 2), αλλά και στην εποχή της Εκκλησίας. Πρόκειται για διαδικασία που αφορά στην πορεία του ενωμένου με το Θεό ανθρώπου, του χριστιανισμού γενικά, που θα προοδεύη χωρίς να αλλάζη κάτι από την ήδη παραδοθείσα θεογνωσία. Έτσι λοιπόν η δημιουργία, η ανακεφαλαίωση, η Παράδοση και η αύξηση αποτελούν όψεις του μυστηρίου της θείας οικονομίας, ο χαρακτήρας του οποίου είναι σαφώς δυναμικός, για να γίνεται ο άνθρωπος θεός. Η γνώση του Θεού, για την οποία ενδιαφέρεται ο Ειρηναίος, δεν είναι θεωρητική αναγωγή, αλλά έκφραση εμπειρίας την οποία έχει ο άνθρωπος καθόσον μετέχει στον ίδιο το Θεό: «μετοχή δε Θεού εστί το γινώσκειν τον Θεόν» (Δ 20, 5). Στην ίδια συνάφεια εξηγεί ο Ειρηναίος ότι ο άνθρωπος γνωρίζει την αλήθεια, καθόσο εισέρχεται σ’ αυτήν και ζη εν αυτή, όπως για να ίδη κανείς το φως πρέπει να εισέλθη σ’ αυτό: «ώσπερ οι βλέποντες το φως εντός εισί του φωτός και της λαμπρότητος αυτού μετέχουσιν, ούτω και οι βλέποντες τον Θεόν εντός εισί του Θεού, μετέχοντες αυτού της λαμπρότητος» (αυτόθι). Η μετοχή ή κοινωνία ή θέα του Θεού έχει σαν αποτέλεσμα «ζωήν και φως» (Ε 24, 2 και ο 20, 5), δηλαδή πνευματική απόλαυση και γνώση, ικανοποίηση του όλου πνευματικού ανθρώπου. Και στο σημείο τούτο διαπιστώνομε ότι ο Ειρηναίος με τον έντονο ρεαλισμό του είναι ο συνεχιστής της ιγνατιανής θεολογίας, την οποία σαφώς αυξάνει, και όχι της θεολογίας των απολογητών.
Ο ιερός άνδρας υιοθέτησε τη λαϊκή αντίληψη των χρόνων του περί της χιλιετούς βασιλείας του Χριστού και των εκλεκτών του επί της γης και την ενσωμάτωσε στη θεολογία της ανακεφαλαιώσεως και αυξήσεως.
Το πρωτείο αληθείας. Η περίπτωση του Διονυσίου Κορίνθου, που έδρασε περί το 160-180 και έγινε φορέας του πρωτείου αληθείας, επαναλαμβάνεται στον Ειρηναίο. Ο τελευταίος, μολονότι επισκοπεύει στην άσημη και μακρυνή επισκοπή της Λυών, συμβουλεύει, επιπλήττει και επιβάλλει τις απόψεις του στην πρώτη, την ένδοξη και πανίσχυρη επισκοπή της Ρώμης. Αυτό συνέβη, διότι ο Ειρηναίος εξέφραζε την αλήθεια, την ορθή απάντηση στη μεγάλη κρίση της εποχής του και μάλιστα στο πρόβλημα της επιεικείας (έναντι μετανοούντων) και της ενότητος της Εκκλησίας (παρά τις υφιστάμενες ριζικές διαφωνίες για τον εορτασμό του Πάσχα στη Ρώμη και τη Μικρασία). Η αλήθειά του, που στο μεταξύ αναγνωρίσθηκε, του έδινε το προβάδισμα, το πρωτείο έναντι άλλων να συμβουλεύη. Η αναφορά του Ειρηναίου (Γ 3, 2) στην Εκκλησία της Ρώμης με τρόπο ιδιαίτερα τιμητικό για τη γνησιότητα της παραδόσεώς της δεν αλλάζει την ιστορική πραγματικότητα, κατά την οποία πρωτείο = αλήθεια εξέφρασε ο Ειρηναίος και όχι ο ισχυρός επίσκοπος Ρώμης. Η στάση λοιπόν του Ειρηναίου πρέπει να γίνη ερμηνευτικός όρος του κειμένου του, που θέλει τις Εκκλησίες ή τους πιστούς να «συμφωνούν με την Εκκλησία της Ρώμης ή να προσέρχωνται σ’ αυτή». Είναι γνωστό πως ο Ειρηναίος στην πράξη δε ζητεί από την Εκκλησία της Εφέσου να συμφωνήση με την Εκκλησία της Ρώμης, δηλ. δεν καταφάσκει το χωρίο του, όπως είναι στη λατινική. Επομένως ή το πρωτότυπο ελληνικό κείμενο του Ειρηναίου ήταν διαφορετικό ή το χωρίο, όπως έχει, δεν αποδίδει πράγματι πρωτείο εξουσίας στην Εκκλησία της Ρώμης, αλλά είδος τιμητικής διακρίσεως μόνο ένεκα της ιστορίας της και της προελεύσεώς της από τους δύο κορυφαίους αποστόλους. Πιθανόν ακόμη να αφορά η σχετική φράση στις πολλές σχισματικές χριστιανικές ομάδες, που συχνά σχηματίζονταν στη Ρώμη με αποτέλεσμα να δημιουργούν σύγχυση στους απλούς πιστούς και τους νεήλυδες χριστιανούς (Π. Χρήστου). Στην αρχαία Εκκλησία κατά συνέπεια δεν εμφανίζεται το πρωτείο εξουσίας, αλλά το πρωτείο αληθείας, αφού και όταν ο επίσκοπος Ρώμης απειλούσε τις μικρασιατικές Εκκλησίες πρόβαλλε συνήθως την ορθότητα και την παραδοσιακότητα της θέσεώς του και όχι κάποια εξουσία.
Ο Ειρηναίος στη θεολογία και τη μνήμη της Εκκλησίας. Η θεολογική σκέψη του Αθανασίου και των άλλων μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας είναι αδιανόητη χωρίς την προσφορά του Ειρηναίου. Η θεολογία του περί ανακεφαλαιώσεως, Παραδόσεως και αυξήσεως έγιναν ζωή, φρόνημα και Παράδοση της Εκκλησίας. Εν τούτοις το συγγραφικό έργο του Ειρηναίου σχεδόν λησμονήθηκε στη Δύση και την Ανατολή. Ίσως διότι έλειψε ο κίνδυνος του γνωστικισμού, με αφορμή του οποίου θεολόγησε ο Ειρηναίος. Ίσως διότι τελείως νέα προβληματολογία κυριάρχησε από τον Δ’ αιώνα και εξής: Τριαδολογία, Χριστολογία, Πνευματολογία. Και στο χώρο αυτό η Εκκλησία ζητούσε κάτι πέρα της προσφοράς του Ειρηναίου.
ΒΙΟΣ
Ο Ειρηναίος μνημονεύεται από πολλούς μεταγενέστερούς του (Τερτυλλιανός, Κλήμης Αλεξ., Βασίλειος, Γρηγόριος Νύσσης, Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Επιφάνιος Κύπρου, Θεοδώρητος, Μάξιμος Ομολογητής, Αυγουστίνος, Φώτιος κ.ά.), αλλά όλοι γνωρίζουν περί του βίου του ό,τι διέσωσε ο Ευσέβιος (Εκκλησ. ιστ. Ε 3-8). Και αυτός όμως κυρία πηγή είχε μόνο τα έργα του Ειρηναίου, που δυστυχώς δεν είναι πλούσια σε αυτοβιογραφικά στοιχεία. Η γέννηση του Ειρηναίου τοποθετείται μεταξύ 130 και 140. Στην εφηβική του ηλικία γνώρισε και άκουσε τον Πολύκαρπο Σμύρνης. Πλησίον αυτού έζησε φαίνεται μερικά έτη, όσα ήσαν αναγκαία για τη μύησή του στην αποστολική Παράδοση, όπως την παρέδιδε ο ακουστής του Ευαγγελιστού (ή του Πρεσβυτέρου) Ιωάννου Πολύκαρπος, και για τη θεολογική του κατάρτιση που συμπληρώθηκε αλλού και ίσως και στη Ρώμη, όπου ήταν δυνατό να γνωρίση καλά τα γνωστικά συστήματα.
Αίφνης το 177 πληροφορούμεθα ότι βρίσκεται στη Λυών ως πρεσβύτερος. Την εποχή αυτή ήταν πολύ σύνηθες το να μεταναστεύουν μικρασιάτες στη Γαλλία. Φαίνεται μάλιστα ότι πολλοί πιστοί της Λυών προέρχονταν από την Ανατολή, με αποτέλεσμα ο κοσμοπολιτισμός να χαρακτηρίζη το περιβάλλον, όπου έδρασε ο Ειρηναίος. Από τη Λυών μεταβαίνει το ίδιο έτος στη Ρώμη, απεσταλμένος των χριστιανών της πόλεως αυτής, που πολλοί και οι σημαντικώτεροι των οποίων είχαν φυλακισθή στη διάρκεια του φοβερού διωγμού του Μάρκου Αυρηλίου. Ίσως μάλιστα οι χριστιανοί της Λυών να είχαν ήδη εγκρίνει τον Ειρηναίο ως επικεφαλής και υπεύθυνο της Εκκλησίας τους, αφού ο επίσκοπός τους Ποθεινός και πολύ γέρων και φυλακισμένος ήταν. Αυτό όμως δε νομίζομε ότι σημαίνει και την επισκοποποίηση του Ειρηναίου, όπως υπέθεσαν πολλοί. Στη Ρώμη ήρθε με συστατική επιστολή, εξαιρετικά επαινετική για το πρόσωπό του, και με σκοπό να πείση τον Ελεύθερο (174-189) περί του ότι δεν πρέπει να εναντιωθή στον επίσκοπο Εφέσου, ο οποίος αντιμετώπιζε με επιείκεια τους μετανοούντες (Nautin).
Όταν επέστρεψε στη Λυών, πολλοί χριστιανοί είχαν μαρτυρήσει και μαζύ τους ο επίσκοπος Ποθεινός, τον οποίο διαδέχθηκε αμέσως ο Ειρηναίος το 177 ή 178. Κατά τον Nautin τα γεγονότα αυτά έλαβαν χώρα το 175 και ο Ειρηναίος έγινε επίσκοπος και της Βιέννης. Έτσι εξηγεί και ότι την περίφημη Επιστολή (=Μαρτύριο) περί των μαρτύρων της Λυών προς τις Εκκλησίες Ασίας και Φρυγίας έγραψε ο ίδιος ο Ειρηναίος εκ μέρους των δύο αυτών Εκκλησιών. Ως επίσκοπος εργάσθηκε για την καταπολέμηση των γνωστικών και τη διάδοση του χριστιανισμού μεταξύ των Κελτών, χρησιμοποιώντας κατά πάσα πιθανότητα τη γλώσσα τους. Η γνήσια παράδοσή του και η αλήθεια που εξέφραζε του έδωσαν τη δυνατότητα να παίξη ρόλο σημαντικό χάριν της ενότητος της όλης Εκκλησίας. Στη μεγάλη διένεξη των χρόνων του, εξ αφορμής του χρόνου εορτασμού του Πάσχα (η Μικρασία το εώρταζε τη 14η του μηνός Νισάν, η Ρώμη την πρώτη Κυριακή μετά την ημερομηνία αυτή), αναμίχθηκε έντονα με αποτέλεσμα να υποχωρήση ο Ρώμης Βίκτωρ (189-198), που ήθελε να απόσχιση τις μικρασιατικές Εκκλησίες. Στην Επιστολή του προς Βίκτωρα συναντάμε για πρώτη φορά τη θεολογία της ενότητος και της ποικιλίας εθών μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών. Η επέμβαση αυτή είναι το τελευταίο γνωστό στοιχείο της ζωής του Ειρηναίου και συνέβη μάλλον περί το 192-195. Ο Γρηγόριος Τουρώνης στο τέλος του ΣΤ’ αιώνα πληροφορεί ότι ο Ειρηναίος μαρτύρησε το 202 επί Σεπτιμίου Σεβήρου (Historia Francorum 127), κάτι που δεν απορρίπτεται, αλλά και δεν επιβεβαιώνεται από τις αρχαίες πηγές. Η Ανατολική Εκκλησία, υιοθετώντας την παράδοση ότι ο Ειρηναίος μαρτύρησε, τιμά τη μνήμη του στις 23 Αύγουστου και η Δυτική στις 28 Ιουνίου.
ΕΡΓΑ
Ο Ειρηναίος υπήρξε πολυγράφος. Δυστυχώς όμως τα περισσότερα έργα του χάθηκαν. Και όσα διασώθηκαν υπάρχουν σε λατινική και αρμενική μετάφραση. Στην ελληνική διασώθηκαν μόνο αποσπάσματα και μάλιστα μέγα τμήμα του Α’ μέρους του σπουδαιότερου έργου του Έλεγχος. Τα έργα του είναι βασικά πολεμικά και εκκλησιολογικά, σε τύπο διατριβής και επιστολής.
Ο Ειρηναίος δεν είναι ταλαντούχος συγγραφέας, αλλά διαθέτει αξιόλογη κλασσική φιλολογική και φιλοσοφική κατάρτιση και αρκετή γνώση των προ αυτού εκκλησιαστικών και γνωστικών συγγραφέων, τους οποίους και χρησιμοποιεί. Καταφανώς υστερεί στη σύνθεση, στην οικονομία της όλης του, αλλά έχει συχνές εξάρσεις, οι οποίες εκπλήσσουν τον αναγνώστη, που ενίοτε διαπιστώνει ρυθμικό πεζό λόγο, κάτι που προϋποθέτει αναπτυγμένο γλωσσικό αισθητήριο.
(Πατρολογία τόμος Α,Αθήνα 1991, σελ. 294-305) – Ι.Ν. Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο Μέγας Αθανάσιος. Ο βίος & η διδασκαλία του (Πατρολογία Στυλιανού Παπαδόπουλου)
Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιουνίου, 2020

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ (+ 373) ο Μέγας
ΓΕΝΙΚΑ
Ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας υπήρξε η μεγαλύτερη φυσιογνωμία της αρχαίας Εκκλησίας. Σήκωσε το βάρος πολλαπλής και βαθιάς κρίσεως και θεμελίωσε θεολογικά και οριστικά την ορθόδοξη τριαδολογία. Μετέβαλε κυριολεκτικά την πορεία της θεολογίας, που είχε στρεβλωθεί με την Αλεξανδρινή σχολή, την ανασυνέδεσε με την θεολογία του Ιγνατίου, του Ειρηναίου, του Διονυσίου Αλεξανδρείας και του Θεογνώστου, και την έθεσε στην διακονία της Εκκλησίας και της σωτηρίας. Έσπασε το φράγμα των λεγόμενων θεολογικών σχολών. Φωτίστηκε κατ’ εξοχήν, ώστε αυτός κυρίως να κατανοήσει το μυστήριο της Τριάδας και αυτός να το εκφράσει. Και υπέστη τις περισσότερες διώξεις για την υπεράσπιση της αληθείας από τους αιρετικούς και τους Καίσαρες της εποχής. Για τέσσερες δεκαετίες και πλέον (328-373) απέβη το σύμβολο και η κεφαλή, προς την οποία με αγωνία είχαν στραμμένα τα βλέμματα οι πάντες, ορθόδοξοι και κακόδοξοι. Οι λίγοι ορθόδοξοι, όσο έβλεπαν τον ιερό αετό όρθιο στο θρόνο του ή ανυποχώρητο στις εξορίες του, ήταν βέβαιοι πως η Ορθοδοξία ζει και αναθαρρούσαν. Οι πολλοί κακόδοξοι, όσο έβλεπαν όρθιο τον ανυπότακτο άνδρα, ήξεραν ότι παρά τους διωγμούς η Ορθοδοξία επιζεί και γι’ αυτό θηριώνονταν.
Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ
Ο Μέγας Αθανάσιος έζησε στην κρισιμότερη εποχή της αρχαίας Εκκλησίας, τότε που αυτή κινδύνευε, ανθρώπινα, να χάσει την ταυτότητα της. Η παιδεία του και η αυτοσυνειδητοποίηση του τοποθετούνται στις δύο πρώτες δεκαετίες του Δ’ αιώνα. Από το 313 και δη με την μονοκρατορία (324) του Μ. Κωνσταντίνου, οι χριστιανοί έβγαιναν από τα γκέττο κι έκλειναν οριστικά τις κατακόμβες. Αποκτούσαν για πρώτη φορά κοινωνικό πρόσωπο και την αναγκαία ελευθερία για ευρύτατη μελέτη των προβλημάτων που δημιουργούσε η βίωση της αλήθειας. Παράλληλα όφειλαν να εργάζονται και να ζουν για δύο κυρίους, τον καίσαρα και τον Χριστό. Τα γεγονότα προκάλεσαν αρχικά στους χριστιανούς απέραντο ενθουσιασμό, που γρήγορα μεταβλήθηκε σε δραματικούς αγώνες για την γνησιότητα της διδασκαλίας και την φανέρωση της αλήθειας στα θέματα που ανέκυπταν. Η Εκκλησία γνώρισε τότε ολέθριο συγκλονισμό, δεδομένου μάλιστα ότι από τις τρεις τελευταίες δεκαετίες του Γ’ αιώνα, δηλ. μετά το σπουδαίο έργο του Διονυσίου Αλεξανδρείας και την αξιόλογη σκέψη του Θεογνώστου, η θεολογία έχανε ολοένα και κάτι από την ρώμη της, από την εμμονή στην «ανακεφαλαίωση» του Ειρηναίου. Η κάμψη αυτή της θεολογίας, με την επήρεια των διωγμών, των κακοδοξιών, των μικρών θεολόγων και δη της ηθικιστικής φιλοσοφικής σκέψεως, οδηγούσε στην αποδυνάμωση της Παραδόσεως και την ηθικολογική θεώρηση της Εκκλησίας, όπως δείχνουν οι σπουδαιότεροι εκκλησιαστικοί συγγράφεις των ετών 300-320, δηλ. Μεθόδιος Ολύμπου και Ευσέβιος Καισαρείας στην Ανατολή, Αρνόβιος de Sicca και Λακτάντιος στην Δύση.
Η κατάσταση αυτή, τονισμένη ιδιαίτερα στο αδιαφιλονίκητο πνευματικό κέντρο της εποχής, δηλ. στον αλεξανδρινό χώρο, παρήγαγε μεταξύ άλλων τα εξής φαινόμενα:
α) Υποβάθμιση της απόλυτης σημασίας της ενανθρωπήσεως του Λόγου, αναζωπύρωση των συζητήσεων περί αρχής του κακού και υπερτονισμό της αξίας της φιλοσοφικής σκέψεως (αλεξανδρινή παράδοση, αλληγορική ερμηνεία). Στο φαινόμενο τούτο, που είχε βαθύτατα διαβρώσει την επιφανειακή θεολογία της εποχής και συνιστούσε τον πρωταρχικό και γενεσιουργό κίνδυνο στην Εκκλησία, απάντησε ο Αθανάσιος με τους δύο πρώτους Λόγους του «Κατά Ελλήνων» και Περί ενανθρωπήσεως».
β) Επειδή επικρατούσε τέτοιο κλίμα, όταν ανέκυψε συζήτηση και αμφισβήτηση για το πώς της δημιουργίας, της προελεύσεως του Υιού του Θεού από τον Πατέρα και της σωτηρίας, επόμενο ήταν ο Άρειος και οι πολλοί οπαδοί του να λύνουν (περί το 318) τα προβλήματα, στηριζόμενοι στις κοσμολογικές και φιλοσοφικές (οντολογικές) αρχές, διατηρώντας όμως τα βιβλικά σχήματα. Έτσι ο Άρειος ούτε την σχέση Υιού και Πατέρα μπορούσε να καταλάβει ούτε την σωτηρία να εξασφαλίσει, εφόσον ο Υιός ήταν γι’ αυτόν κτίσμα, που σαν τέτοιο δεν μπορούσε να «συνάψη» τον άνθρωπο με τον Θεό. Λίγο αργότερα (μετά το 355) εμφανίστηκαν κακοδοξίες που στρέφονταν κατά της θεότητας του αγίου Πνεύματος και των δύο φύσεων του Χριστού. Και αυτές άμεσα κι έμμεσα συνδέονταν με τον Άρειο. Είναι φανερό πως έτσι έχανε η Εκκλησία το έρεισμά της, την δύναμή της, εκείνο για το οποίο υπήρχε, δηλ. την σωτηρία. Επομένως μεταστοιχειωνόταν σε ηθικολογικό σύστημα, άλλαζε ριζικά το είναι της. Στην φοβερή αυτή κρίση απάντησε ο Αθανάσιος με τους τρεις Λόγους του «Κατά Αρειανών», τους οποίους επεξεργάστηκε επανειλημμένα, και με πλήθος μεταγενέστερων έργων του.
γ) Και πάλι ένεκα του κλίματος αυτού, όταν ο αυτοκράτορας, ορθόδοξος ή κακόδοξος, επενέβαινε στα θέματα της Εκκλησίας, οι αρειανοί κακόδοξοι, που εξέφραζαν το κλίμα τούτο, θεωρούσαν αυτονόητη την επέμβαση του καίσαρα, τον οποίο μάλιστα προκαλούσαν σ’ αυτήν για την ανατροπή της διδασκαλίας, που συνοδικώς (Νίκαια 325) η Εκκλησία κύρωσε ως γνήσια και αληθή. Απαντώντας ο Αθανάσιος στην πρόκληση αυτή, που όντως έθετε στην κρίση του εκάστοτε καίσαρα την αλήθεια της Εκκλησίας, μίλησε για την σχέση Εκκλησίας και κοσμικής εξουσίας και θεμελίωσε την θεολογία της Οικουμενικής γενικά Συνόδου.
Παρατηρούμε ότι ο Αθανάσιος αναγκάστηκε ν’ απαντήσει και απάντησε ορθά σε πολλά και θεμελιώδη προβλήματα, διότι η κρίση ήταν πολλαπλή και τόσο ριζική, που αναμόχλευε τα σπουδαιότερα θέματα της Εκκλησίας: Θεός – κόσμος – άνθρωπος – δημιουργία – τριαδολογία – ενανθρώπηση του Υιού – σωτηρία – χριστολογία – οικουμενική σύνοδος – πνευματολογία. Κανείς άλλος Πατέρας και Διδάσκαλος της Εκκλησίας δεν αντιμετώπισε τόσο ριζική και τόσο πολλαπλή εκκλησιαστικοθεολογική κρίση. Ο Αθανάσιος διατηρεί και αυτό το πρωτείο.
ΤΟ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟ ΚΑΚΟ ΚΑΙ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ
α. Ο άνθρωπος «γέγονεν εις το οράν τον Θεόν»
Η θεολογία του Παύλου και του Ειρηναίου περί ανακεφαλαιώσεως και αναδημιουργίας των πάντων στο πρόσωπο του Χριστού φαινόταν άτονη και λησμονημένη στις αρχές του Δ’ αιώνα. Ο Αθανάσιος διέβλεπε καθαρά τις φοβερές συνέπειες και, απαντώντας σε εθνικούς και κακοδόξους, υπογράμμισε ότι το κακό δεν έχει «υπόσταση» δική του, καθώς πίστευαν πολλοί Έλληνες (Κατά ελλήνων 6):
«το κακόν ου παρά Θεού ουδέ εν Θεώ ούτε εξ αρχής γέγονεν, ούτε ουσία τις εστίν αυτού. Αλλ’ άνθρωποι κατά στέρησιν της του καλού φαντασίας εαυτοίς επινοείν ήρξαντο και αναπλάττειν τα μη όντα… (= όπως ενώπιον του ηλίου) καμμύων τους οφθαλμούς, σκότος εαυτώ επινοεί ουκ όντος σκότους… και εν σκότει πλανώμενος περιπατεί» (Αυτόθι 7).
Το κακό επινοήθηκε από τον άνθρωπο, ο οποίος δημιουργήθηκε από το μηδέν από τον παμβασιλέα Θεό διά του Λόγου του «κατ’ εικόνα». Η ανυπαρξία του κακού και η δημιουργία από το μηδέν τόνιζαν ότι αυθυπαρξία έχει μόνο «η πηγή της αγαθότητος» αγέννητη Τριάδα. Έδειχναν ότι μόνο ότι συνδέεται με αυτόν που έχει αυθεντική ζωή (τον Θεό) αποκτά ύπαρξη, ότι ουδεμία αναλογία υπάρχει μεταξύ Θεού και κτισμάτων (Κατά αρειανών Α’ 57). Απέκλειαν την φιλοσοφική ιεραρχία των όντων (από τον ένα Θεό μέχρι τον άνθρωπο) και διέκριναν σαφώς δύο μόνο πραγματικότητες, τελείως διάφορες μεταξύ τους, την αγέννητη αρχή, δηλ. τον Θεό, και τον κτιστό κόσμο:
Ο Λόγος, «ώσπερ εν πάση τη κτίσει ων, έκτος μεν εστί του παντός κατ’ ουσίαν, εν πάσι δε εστί ταις εαυτού δυνάμεσι τα πάντα διακοσμών» (Περί ενανθρωπήσεως 17).
Το πολυσήμαντο στον άνθρωπο ήταν ότι ο Λόγος είχε εντυπώσει σ’ αυτόν την εικόνα του Θεού, με την οποία ο άνθρωπος «γέγονεν εις το οράν τον Θεόν και υπ’ αυτού φωτίζεσθαι» (Κατά ελλήνων 7), έγινε θεωρητής του Θεού και των όντων, είχε «έννοιαν και γνώσιν» της «αϊδιότητός» του, δηλ. της θειότητας και ομοιώσεως του προς τον Θεό. Όσο θα διατηρούσε την «ταυτότητά» του, δηλ. καθαρή μέσα του την θεία εικόνα, όσο θα έμενε όπως δημιουργήθηκε («εαυτώ συνών, ως γέγονεν εξ αρχής») (Κατά ελλήνων 2 και 3), θα είχε κάποια θέα του Θεού, θα επικοινωνούσε και θ’ αγαλλόταν με τον Θεό, θα συναπτόταν με τα θεία.
β. Επιστροφή τον ανθρώπου στο μη όν, στο μηδέν (πτώση)
Παρά ταύτα ο άνθρωπος από την θέα του Θεού στράφηκε στην θέα, δηλ. την αποκλειστική εκτίμηση, του εαυτού του και του κόσμου:
ο άνθρωπος, «έως μεν τον νουν είχε προς τον Θεόν και την τούτου θεωρίαν, απεστρέφετο την προς το σώμα θεωρίαν. Ότε δε …απέστη μεν της προς τον Θεόν διανοίας, εαυτόν δε κατανοείν ήρξατο… εις επιθυμίαν του σώματος έπεσεν» (Κατά ελλήνων 3).
Την κατάσταση αυτή χαρακτηρίζει ο Αθανάσιος επιστροφή στο «κατά φύσιν», το οποίο ταυτίζει με το «ουκ ον», δηλ. με το μηδέν, από το οποίο προήλθαν οι άνθρωποι. Έτσι αμαρτία, πτώση, θάνατος, κακό, ειδωλολατρία, ταυτίζονται
«η γαρ παράβασις της εντολής εις το κατά φύσιν αυτούς επέστρεφεν, ίνα, ώσπερ ουκ όντες γεγόνασιν, ούτω και την εις το είναι φθοράν υπομείνωσι τω χρόνω εικότως. Ει γαρ, φύσιν έχοντες το μη είναι ποτέ, τη του Λόγου παρουσία και φιλανθρωπία εις το είναι εκλήθησαν, ακόλουθον ην, κενωθέντας τους ανθρώπους της περί Θεού εννοίας και εις τα ουκ όντα αποστραφέντας (ουκ όντα γαρ εστί τα κακά, όντα δε τα καλά, επειδήπερ από του όντος Θεού γενόνασι), κενωθήναι και του είναι αεί… Έστι μεν κατά φύσιν άνθρωπος θνητός, άτε δη εξ ουκ όντων γεγονώς» (Περί ενανθρωπήσεως 4)
με την ανυπαρξία, αφού ο άνθρωπος υπάρχει μόνο καθόσον βλέπει στο κάτοπτρο της ψυχής του την εικόνα του Πατέρα, δηλ. καθόσον μπορεί να έχει σχέση με τον Θεό. Ο άνθρωπος αμαυρώνει το κάτοπτρο κι έτσι, μη έχοντας θεωρία του Θεού και συνεπώς και μη ορθή θεωρία του κόσμου, τοποθετεί στην θέση του φανταστικά πράγματα, δηλ. μη όντα (Κατά ελλήνων 8). Αυτό ακριβώς είναι η ειδωλολατρία και αυτό υπογραμμίζει την «κατά φύσιν» ζωή της ανυπαρξίας. Με αυτά κατανοεί κανείς γιατί επιμένει ο Αθανάσιος να υποστηρίζει ότι ο Άρειος είναι άθεος: διότι, θεωρώντας τον Υιό κτίσμα, κατατάσσει αυτόν στα κτιστά όντα, που έχουν ύπαρξη μόνο εφόσον κοινωνούν με τον Θεόν, δεν έχουν δική τους ύπαρξη, δεν είναι θεοί. Η δυσκολία του Αθανασίου να εξηγήσει το κακό είναι εμφανής. Χρησιμοποιεί πέρα από τους πλατωνικούς όρους «ον», «μη ον», παραστατικά το σχήμα της ψυχής ως κάτοπτρο, το οποίο όταν επικαλύπτεται δεν λειτουργεί, δεν δίνει εικόνα, δηλ. δεν κατοπτρίζει τον Θεό και αυτό είναι η κακία. Το σχήμα τούτο θα αναπτύξουν πολύ ο Μ. Βασίλειος και ο Γρηγόριος Νύσσης. Επίσης, για να δείξει ο Αθανάσιος την ανυπαρξία του κακού, περιγράφει τον σκοτισμό που προκαλεί η θέα του ήλιου με γυμνό μάτι. Εκεί δεν υπάρχει σκοτάδι, αλλά, μη έχοντας δυνατότητα για απευθείας θέα του ήλιου, νομίζουμε ότι επέρχεται σκοτάδι, που δεν υπάρχει καθεαυτό, αφού εκεί είμαστε μέσα στο φώς. Ο Αθανάσιος, παρακολουθώντας προσεκτικά την πορεία του ανθρώπου, διαπιστώνει ότι αυτός αδυνατεί από μόνος του να επαναποκτήσει την κοινωνία και την γνώση του Θεού, άρα την ύπαρξη. Η αδυναμία αυτή του ανθρώπου είναι η τραγωδία του, η αυτοαπόρριψή του σ’ έναν κόσμο αντιφάσεων, όπου δεν γνωρίζει ούτε τον εαυτό του, ούτε τον Θεό, ούτε τον κόσμο• δεν αναγνωρίζει ούτε καν ότι ο Θεός είναι αγένητος και ο άνθρωπος κτιστός:
«ο Θεός… κατιδών πάλιν την ασθένειαν της φύσεως αυτών ( = των ανθρώπων), ως ουχ ικανή είη εξ εαυτής γνώναι τον δημιουργόν, ουδόλως έννοιαν λαβείν Θεού τω τον μεν είναι αγένητον, τα δε εξ ουκ όντων γεγενήσθαι« (Περί ενανθρωπήσεως 1).
γ. Ο Λόγος «ενηνθρώπησεν ίνα ημείς θεοποιηθώ μεν»
Αυτή ακριβώς η μηδενική πτωτική κατάσταση κάνει τον Αθανάσιο να αγωνιά. Θέλει να υψώσει τον άνθρωπο από την ανυπαρξία του, πασχίζει να δείξει πώς ο Θεός επεμβαίνει αποφασιστικά στην ιστορία της ανθρωπότητας, ποιά είναι η διαδικασία της θείας οικονομίας, δηλαδή της θείας επεμβάσεως. Προϋποθέσεις είναι η αγαθότητα του Θεού, που θέλει να δει τον άνθρωπο πάλι ευτυχή, δηλαδή υπάρχοντα, και η θεία εικόνα, την οποία ο Λόγος εγχάραξε στον άνθρωπο κατά την δημιουργία του. Η αγαθότητα δεν μεταβάλλεται, αλλά και η θεία εικόνα στον άνθρωπο δεν χάνεται• επικαλύπτεται, σκοτίζεται, δεν λειτουργεί, αλλά υπάρχει. Σ’ αυτήν ακριβώς επεμβαίνει ο Θεός από «φιλανθρωπία» και αυτήν θεραπεύει, ανανεώνει. Η εικόνα στον άνθρωπο γίνεται ο τόπος υποδοχής της επεμβάσεως του Θεού, μολονότι αυτή δεν έχει καμμία σχέση με τον σπερματικό λόγο των στωικών και του Ιουστίνου, τον οποίο ξεπέρασε ο Ειρηναίος και τώρα ο Αθανάσιος (Κατά ελλήνων 40). Την επέμβαση συνιστά η ενανθρώπηση του ίδιου του θείου Λόγου, του Υιού του Πατέρα:
Ο Θεός «ελεήσας πάλιν το γένος το ανθρώπινον, άτε δη αγαθός ων, ουκ αφήκεν αυτούς ερήμους της εαυτού γνώσεως, ίνα μη ανόνητον έχωσι και το είναι» (αυτόθι).
«τι έδει γενέσθαι, αλλ’ η το κατ’ εικόνα πάλιν ανανεώσαι, ίνα δι’ αυτού πάλιν αυτόν (= τον Θεόν) γνώναι δυνηθώσιν οι άνθρωποι; Τούτο δε πως αν εγεγόνει, ει μη αυτής της του Θεού εικόνος παραγενομένης του Σωτήρος υμών;» (αυτόθι 13).
Πρώτος ο Μ. Αθανάσιος επιμένει τόσο έντονα στην ψηλάφηση του τρόπου, με τον οποίο επεμβαίνει ο Θεός στην ανακαίνιση του ανθρώπου, στην σωτηρία του. Προσπαθεί να παρακολουθήσει βήμα προς βήμα την κίνηση του Θεού, κυριολεκτικά ζητάει την «λογική» του μυστηρίου. Γι’ αυτό, εξειδικεύοντας θεολογικά, δεν μιλάει πλέον γενικά για τον δημιουργό Θεό, αλλά για τον δημιουργό Λόγο, που ανακαινίζει την δική του εικόνα στον άνθρωπο, αφού ο ίδιος είναι (άλλου είδους βέβαια, δηλαδή απαράλλακτος) εικόνα του Πατέρα. «Ανατυπώνει» τώρα ο Λόγος στο ίδιο ον την «μορφή» (την εικόνα) που δημιούργησε, αλλά η οποία σχεδόν έσβησε (αυτόθι 14). Και το κάνει ο Λόγος αυτό, διότι αλλιώς, αν ο άνθρωπος δεν ιδεί την εικόνα του Πατέρα μέσα του, πως θα γνωρίσει και θα κηρύξει τον Πατέρα; Άλλος τρόπος θεογνωσίας, άλλο «σύστημα» γνωσιολογίας, δεν υπάρχει από την ενανθρώπηση και εντεύθεν (αυτόθι). Ο Θεός πλέον δεν διδάσκει με κραυγές και νεφέλες, όπως στην ΠΔ, αλλά φανερώνει την αλήθεια γινόμενος άνθρωπος, προσλαμβάνοντας το φθαρτό κτίσμα, ανακαινίζοντας και ενώνοντας την θεία εικόνα στον άνθρωπο με την ίδια την αλήθεια, δηλαδή θεώνοντας ολόκληρο τον άνθρωπο, ο Λόγος του Θεού «ενηνθρώπησεν ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (αυτόθι 54).
Η ΚΑΚΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΚΑΙ «Η ΦΥΣΕΙ ΓΕΝΝΗΣΙΣ» ΤΟΥ ΥΙΟΥ
α. Ο Άρειος εισάγει την αρχή τον χρόνου στην ζωή της αγίας Τριάδας
Από τις δύο Επιστολές (320/4;) του Αλεξάνδρου Αλεξανδρείας κατά του αρειανισμού συνάγεται ότι ο Άρειος, προκειμένου να μιλήσει για την προέλευση του Υιού, εκκινούσε από την κοινή αντίληψη ότι το αγένητο και άτρεπτο είναι ένα. Κοινή όμως ήταν και η πλατωνική θέση, ότι μόνο «το εν» δεν «μετέχει χρόνου, ούτε ποτέ γέγονεν, ούτε εγίγνετο» (Παρμενίδης 14/e). Επίσης μόνο «το εν» τούτο είναι το «έχον ακινήτως» (Τίμαιος 37e-38a) και ως ακίνητο είναι και άτρεπτο. Συνεπώς, υποστήριζε ο Άρειος, αγένητος είναι μόνο ένας, ο Θεός, και οτιδήποτε ακολουθεί, ακόμη και ο Υιός, «ην ποτέ ότε ουκ ην», είναι «εξ ουκ όντων», δημιούργημα εν χρόνω και μάλιστα με την βούληση του Θεού, όπως δίδασκε ο Ωριγένης. Η άποψη αυτή για τον Υιό γινόταν εύκολα δεκτή, διότι ήταν διάχυτη η αντίληψη της κατωτερότητας (υποταγής) του Υιού στον Πατέρα, διότι επικρατούσε παντού η πλατωνική και νεοπλατωνική ιεράρχηση των όντων (από το εν ή την ενάδα μέχρι τον άνθρωπο) και τέλος διότι ο Άρειος είχε το χάρισμα της πειστικότητας.
Έτσι ο Άρειος εισάγει στην θεολογία την φιλοσοφική θεώρηση του «αγενήτου» και ειδικά στην ζωή της Τριάδας την αρχή του χρόνου, δηλαδή χρονικοποιεί, τοποθετεί στον χρόνο ότι γίνεται στους κόλπους της Τριάδας, στην φύση της. Οι ορθόδοξοι αντέδρασαν στην θεολογική αυτή νοθεία, κυρίως διότι κατέληγε στον Υιό κτίσμα, που σαν τέτοιο ήταν άγνωστο στην Παράδοση και που δεν μπορούσε να προσφέρει σωτηρία. Συγκεκριμένα ο Αθανάσιος, ήδη από την εποχή της Β’ Επιστολής του Αλεξάνδρου, αντέταξε την αρχή του Αριστοτέλη ότι στην θεότητα δεν ισχύει «πρότερον και ύστερον» (Φυσικά 4, 219β και Κατά αρειανών Β’ 33), δεν υπάρχει «διάστημα» μεταξύ Πατέρα και Υιού. Δεν αρκούσε όμως αυτό για να στηρίξει την αλήθεια της θεότητας και αϊδιότητας του Υιού, όπως ήταν γνωστή και από τον Ωριγένη, τον Διονύσιο Αλεξανδρείας, τον Θεόγνωστο κ.ά. Έπρεπε να υποδειχτεί, όσο ήταν εφικτό, και ο πειστικός τρόπος της προελεύσεως του Υιού έξω από τον χρόνο, να παρασταθεί η διαδικασία με την οποία προήλθε ο Υιός.
β. Φύσει γέννησις-φύσει Υιός
Και αυτό προσπάθησε μ’ επιτυχία ο Αθανάσιος. Οδηγήθηκε λοιπόν στην θεολογία της «φύσει γεννήσεως», την οποία διέκρινε ριζικά από την «εν χρόνω δημιουργίαν». Όταν δηλαδή οι φιλόσοφοι και μαζί τους οι Ωριγένης και Άρειος κατανοούν την δημιουργία ως γένεση με βούληση του Θεού, ο Αθανάσιος αντιπροβάλλει την αλήθεια ότι η φυσική γέννηση στην θεότητα, ακριβώς ως φυσική, είναι ξένη και προς τον χρόνο και προς την θεία θέληση. Έχει απόλυτη συνείδηση ότι βρίσκεται σε αντίθεση προς το φιλοσοφικό αρειανικό κλίμα και, για να γίνει σαφέστερος, χρησιμοποιεί για τον Υιό και τις εκφράσεις:
«γέννημα της ουσίας» (Κατά αρειανών Β’ 34), «Υιός φύσει μονογενής» (Β’ 9), «φύσει και αληθινός Υιός» (Β’ 59), «αΐδιος και γνήσια γέννησις» (Β’ 45), «Λόγος εστίν αΐδιος φύσει της ουσίας του Θεού ο Υιός» (Β’ 31).
Το γεγονός της φυσικής γεννήσεως προϋποθέτει ταυτότητα φύσεως γεννώντος και γεννωμένου (ομοιότητα «απαράλλακτον» αυτών)• άρα ο Υιός έχει την φύση του Πατέρα, είναι ομοούσιος όπως ο άνθρωπος-υιός έχει την φύση, την ουσία, του πατέρα του. Ταυτόχρονα αποκλείει, ως φυσική, την έννοια της βουλήσεως στον γεννώντα, διότι η βούληση εκδηλώνεται εν χρόνω. Επομένως ο φυσικός Υιός είναι πέρα της βουλήσεως, πέρα του χρόνου, είναι δηλαδή αΐδιος, καθώς και ο φυσικός Πατέρας του. Όπως ο ήλιος συνυπάρχει πάντα, «αεί», με το απαύγασμα, με το φώς, έτσι και ο Πατέρας, όντας αΐδιος και προαιώνιος, έχει «αεί» τον Υιό, αΐδιο και προαιώνιο (βλ. και Κατά αρ. Α’ 27). Ήλιος χωρίς το σύγχρονό του φώς δεν υπάρχει και πηγή χωρίς σύγχρονο νερό δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχει και Θεός Πατέρας χωρίς αΐδιο Υιό (Δ’ 27 και 29). Αλλιώς, πρέπει να ζητήσουμε διάστημα, οπόταν ο Θεός δεν ήταν Πατέρας κι έγινε μετά. Αλλ’ αυτό θα σήμαινε ότι μεσολάβησε τροπή, που είναι αδιανόητη στον Θεό:
«αεί Πατήρ και ουκ επιγέγονε τω Θεω το Πατήρ, ίνα μη και τρεπτός είναι νομισθή» (Κατά αρ. Α’ 28).
Αντίθετα, ότι δεν προέρχεται με φυσική γέννηση, είναι «έξωθεν», δημιουργείται από το μηδέν εν χρόνω, δηλαδή έχει φύση διαφορετική από το δημιουργό, είναι κτίσμα:
«Το ποίημα έξωθεν ( = ad extra) του ποιούντος εστίν… ο δε Υιός ίδιον ( = ad intra) της ουσίας γέννημα εστί. Διό και το μεν ποίημα ουκ ανάγκη αεί είναι• ότε γαρ βούλεται ο δημιουργός εργάζεται. Το δε γέννημα ου βουλήσει υπόκειται, αλλά της ουσίας εστίν ιδιότης. Και ποιητής μεν αν είη και λέγοιτο καν μήπω η τα έργα• Πατήρ δε ουκ αν λεχθείη ουδ’ αν είη, μη υπάρχοντος υιού» (Κατά αρ. Α’ 29). «…ο Υιός μη έξωθεν, αλλά εκ του Πατρός είναι φύσει γέννημα … δήλον ότι και εξ αυτού και αεί εστί συνυπάρχων ο Λόγος τω Πατρί» (Α’ 27).
Η αρχή που θέτει ο Αθανάσιος είναι απλή, πειστική και αποφασιστική: Αυτό που είναι η φύση του γεννώντος, αυτό είναι και η φύση του γεννωμένου. Και η διαφορά των ρημάτων, τα οποία η Γραφή χρησιμοποιεί, αυτό θέλει να δείξει• όπως το «γεννάν σημαντικόν εστίν Υιού», έτσι το «ποιείν δηλωτικόν εστί των έργων» (Κατά αρ. Β’ 59). Έτσι ότι είναι ο Πατέρας είναι, κατά την φύση, και ο Υιός του. Αυτά ισχύουν και στον άνθρωπο γονέα, μόνο που αυτός, δημιουργημένος από το μηδέν, έχει αρχή και γι’ αυτό έχει αρχή και ο υιός του. Αντίθετα, ο Λόγος του Θεού δεν έχει αρχή, διότι και ο Θεός Πατέρας δεν έχει αρχή. Επίσης, διευκρινίζει, ο λόγος του ανθρώπου διαφέρει από τον Λόγο του Πατέρα, διότι ο πρώτος είναι απλός λόγος προφορικός, δεν έχει υπόσταση κι εξαντλείται, ενώ ο θείος Λόγος είναι φυσικός Υιός, υπόσταση και ύπαρξη δηλαδή δρώσα και ενεργούσα και γι’ αυτό είναι «αεί» με τον πατέρα «ως απαύγασμα φωτός»:
«οποίος γαρ αν η ο γεννών, τοιούτον ανάγκη και το γέννημα είναι. Και οποίος αν η ο του Λόγου Πατήρ, τοιούτος αν είη και ο Λόγος αυτού. Ο μεν ουν άνθρωπος εν χρόνω γεννώμενος, εν χρόνω και αυτός γεννά το τέκνον. Και επειδή εκ του μη όντος γέγονε, διά τούτο και ο λόγος αυτού πέπαυται και ου μένει. Ο δε Θεός ουχ ως ανθρωπός εστί… διά τούτο και ο Λόγος αυτού ων εστί και αϊδίως εστί μετά του Πατρός ως απαύγασμα φωτός» (Κατά αρ. Β’ 35).
Εξηγεί ακόμα ότι η φυσική γέννηση δεν συνεπάγεται «πάθος» ή τροπή στον Θεό, ούτε το γεννώμενο συνιστά «μέρος» του Θεού (Κατά αρ. Α’ 29). Το γεννάν είναι ιδιότητα του Πατέρα τόσο φυσική, ώστε αν έλειπε θα σήμαινε ελάττωμα της ουσίας του Θεού (Α’ 29).
Είναι προφανές ότι ο Αθανάσιος αναζητεί τρόπους και εικόνες της φυσικής πραγματικότητας, για να εξηγήσει όσο ακριβέστερα μπορεί την ζωή της αγ. Τριάδας. Τελικά όμως επισημαίνει γεγονότα, υποδεικνύει όψεις της αλήθειας, χωρίς να νομίζει ότι εισέρχεται στην εσώτερη διαδικασία, χωρίς πράγματι να εξηγεί δηλαδή το πώς της αλήθειας και ειδικά εδώ το «πώς γεννά ο Θεός». Η εξήγηση του, η θεολογία του, έγκειται στην επισήμανση του «γεννάν», στην υπογράμμιση της σημασίας του «γεννάν» και των συνεπειών αυτού για την σωτηρία του ανθρώπου. Περισσότερο δεν επιτρέπεται ούτε μπορεί ο άνθρωπος να προχωρήσει (Κατά αρ. Β΄36). Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε ότι η επισήμανση του «φύσει» γεννάν είναι ήδη κάθοδος, είσοδος στην αλήθεια κι εξήγηση μερική της ζωής της Τριάδας. Επομένως η προτροπή του να μη ζητάμε να μάθουμε περισσότερα, να μη ζητάμε το «πώς γεννά ο Θεός», έχει σχετική σημασία, που ορίζεται από την δική του αίσθηση επάρκεια της γνωσθείσης αλήθειας και άρα – εφόσον ο Αθανάσιος είναι μέτρο – από τις ανάγκες της εποχής του.
Η εισαγωγή και θεμελίωση της θεολογίας της «φυσικής γεννήσεως», ότι ο Υιός είναι φυσικός Υιός, είναι απόλυτης σημασίας. Παρά τις εξηγήσεις του Αθανασίου οι αντίπαλοι παρεξηγούσαν την χρήση στην Γραφή των ρημάτων γεννώ και ποιώ για τον Υιό. Και μόνο με την βαθιά και αποφασιστική τομή της «κατά φύσιν» γεννήσεων, μόνο με την χαρισματική είδοδο στην αλήθεια ότι ο Υιός είναι του Πατέρα «φυσικός» Υιός, το θέμα λυνόταν οριστικά. Γι’ αυτό και προέτρεπε να μην πολυπραγμονούν για την έννοια των ρημάτων, αρκεί να ομολογούν «το κατά φύσιν» (Κατά αρ. Β’ 3).
Για την αλήθεια της «φύσει» γεννήσεως έχει ο Αθανάσιος ένα σημαντικό έρεισμα στην ιστορία της θεολογίας. Ο Θεόγνωστος, διευθυντής της αλεξανδρινής κατηχητικής σχολής μεταξύ 264 και 281, έγραψε το εξής πολυσήμαντο: «ουκ έξωθεν τις εστίν… η του Υιού ουσία ουδέ εκ μη όντων επεισήχθη, αλλά εκ της του Πατρός ουσίας έφυ, ως του φωτός το απαύγασμα» (Περί Νικαίας 25,2). Το «έφυ» τούτο του Θεογνώστου ταυτίζεται με το «φύσει γέννησις» του Αθανασίου, αλλά σε σημεία, τα οποία γνώριζε ο Φώτιος (Μυριόβιβλον 106), ο Θεόγνωστος κατανοεί τον Υιό σαν δημιούργημα και οπωσδήποτε δεν διανοείται ταυτότητα φύσεως στα δύο θεία πρόσωπα, όπως πρώτος στην ιστορία της θεολογίας κάνει ο θεόπνευστος Αθανάσιος, που γι’ αυτό είναι και Μέγας και στύλος της Ορθοδοξίας.
γ. Η φυσική γέννηση του Υιού προηγείται της θείας βουλήσεως
Στην προσπάθειά του ο Αθανάσιος να αποχωρίσει την εν χρόνω δημιουργία από την φυσική γέννηση, διακρίνει δύο αρχές: την αρχή του «διαστήματος» (όπου έχουμε κίνηση κι έκταση χρονική στο διάστημα), κατά την οποία τα όντα κτίζονται από το μηδέν, αρχίζουν• και την αρχή της κατ’ εξοχήν «οικονομίας», κατά την οποία εν χρόνω εξανθρωπίζει ο Υιός και αρχίζει η καινή κτίση.
Οι δύο αυτές αρχές είναι αποτέλεσμα της θείας βουλήσεως και προϋποθέτουν χρόνο:
«ταυτόν εστίν ειπείν ‘βουλήσει’ και ‘ην ποτέ ότε ουκ ην’ … βουλήσει λέγοντες χρόνους προ Υιού σημαίνουσι• των γαρ ποτέ μη όντων προηγείται το βουλεύεσθαι… ει προηγείται η βουλή, πώς δι’ αυτού τα πάντα;» (Κατά αρ. Β’ 61). «η μεν βουλή και η πρόθεσις (= του μυστηρίου της ενανθρωπήσεως) προ του αιώνος ητοιμάσθη, το δε έργον γέγονεν ότε η χρεία απήτησε και επεδήμησεν ο Σωτήρ» (Κατά αρ. Β’ 77).
Το πρώτο χωρίο δείχνει αβάσιμον τον περίφημο ελιγμό των αρειανών, που, αντί του «ην ποτέ ότε ουκ ην» ο Υιός, πρόβαλαν το σχήμα: «θελήματι του Θεού προ χρόνων και προ αιώνων κτισθέντα» τον Υιόν (Αρείου, Έκθεσις πίστεως… προς Αλέξανδρον). Δεν δίστασε μάλιστα ο Άρειος να γράψει και την φράση «ο Υιός αχρόνως γεννηθείς» (αυτόθι). Ο Αθανάσιος κατάλαβε τον ελιγμό και σπεύδει να καταδείξει ότι η βούληση (θέληση) συνεπάγεται χρόνο και ο χρόνος βούληση. Είτε την αρχή του χρόνου θέσει κανείς είτε την αρχή της θείας βουλήσεως, καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στα κτιστά όντα ή στην θεία οικονομία. Έτσι το τελευταίο βήμα στην θεολογία αυτή του Αθανασίου είναι ότι η «φύσει» γέννηση προηγείται της βουλήσεως:
«υπεραναβέβηκε δε της βουλήσεως το πεφυκέναι» (Κατά αρ. Β’ 2). «υπέρκειται και προηγείται του βουλεύεσθαι το κατά φύσιν» (Κατά αρ. Γ’ 62).
Άλλωστε η βουλή του Θεού Πατέρα είναι ο ίδιος ο Υιός, που γεννάται «φύσει», δηλαδή στην ίδια την θεία φύση και από αυτήν και άρα έξω από κάθε είδους προσδιοριστική αρχή:
ο Υιός «έστιν η του Πατρός βουλή και ενούσιος ενέργεια … δεύτερον έστιν… το δημιουργείν του γεννάν τον Θεόν. Το μεν γαρ Υιός ίδιον και αληθώς εκ της μακαρίας εκείνης και αεί ούσης ουσίας εστί• τα δε εκ βουλήσεως αυτής έξωθεν συνιστάμενα γίνεται και δημιουργείται διά του ιδίου και εξ αυτής γεννήματος» (Β’ 2). «τον δε ίδιον Λόγον εξ αυτού φύσει γεννώμενον ου προβουλεύεται» (Γ’ 61).
Η θεία βούληση δεν μπορεί να προηγείται της γεννήσεως του Λόγου, διότι τότε πώς θα έλεγε ο ευαγγελιστής Ιωάννης ότι «πάντα δι’ αυτού εγένετο» (1,3); Αν δεχτούμε ότι «βουλήσει» γεννήθηκε ο Λόγος, τότε θα πρέπει να ζητήσουμε και άλλον Λόγο, από τον οποίο προήλθε και αυτός, με τον οποίο δημιούργησε ο Θεός τον κόσμο (Γ’ 60). Την διαφορά μεταξύ γεννήσεως του Υιού και της δημιουργίας του κόσμου παριστάνει ο Αθανάσιος με την διαφορά μεταξύ του υιού που ο άνθρωπος γεννά φυσικώς έσωθεν, από την ουσία του, και της οικίας, που ο ίδιος κατασκευάζει με υλικά έξωθεν της ουσίας του και με την βούλησή του, που εκδηλώνεται εν χρόνω (Γ’ 62). Κάνει μάλιστα ο Αθανάσιος μία λεπτότατη και αποκαλυπτική ερμηνευτική παρατήρηση στα βιβλικά κείμενα, που αναφέρονται στον Λόγο του Θεού. Αυτά, όταν πρόκειται για την οικονομία της ενανθρωπήσεως του Λόγου, προσθέτουν φράση ενδεικτική της κινήσεως, του σκοπού, της αιτίας, του χώρου, όπως: «ο Λόγος σαρξ εγένετο» και «εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιω. 1,14). Εδώ έχουμε «διαστηματικήν αρχήν»: κάτι κάπου κάποτε αρχίζει να γίνεται. Όταν πρόκειται να δηλωθεί μόνο η Θεότητα του Λόγου, τότε λέγεται απλώς: «εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος» (Ιω. 1,1), χωρίς τα στοιχεία του χρόνου (διαστήματος) ή της αιτίας. Έτσι μόνο κατανοεί και το περίφημο χωρίο «Κύριος έκτισέ με αρχήν οδών αυτού εις έργα αυτού» (Παροιμ. 8,22), που έγινε το μέγα έρεισμα των αρειανών, για να στηρίξουν την ιδέα ότι ο Υιός είναι κτίσμα. Εδώ το «έκτισε» δεν σημαίνει «την αρχήν του είναι, αλλά την ενανθρώπησιν», την «οικονομίαν» προς «ανανέωσιν» των έργων, τα οποία προστίθενται στο χωρίο ως αιτία της οικονομίας. Έχουμε, λοιπόν, την αρχή της θείας οικονομίας, που συνδέεται με τον χρόνο, και όχι την γέννηση του Υιού, στην οποία όταν αναφέρονται τα βιβλικά κείμενα δεν προσθέτουν αιτία, όπως π.χ. στα χωρία: «εγώ ειμί η αλήθεια» (Ιω. 8,12) και «εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν» (Ιω. 10,30). (Βλ. Κατά αρ. Β’ 53-54, 57-58).
Με την θεολογία της «φυσικής γεννήσεως» ο Αθανάσιος θεμελιώνει για πρώτη φορά στην Εκκλησία α) την αϊδιότητα του Υιού και Λόγου του Θεού, β) την ταυτότητα φύσεως Πατέρα και Υιού και γ) την απόλυτη διαφορά μεταξύ άτρεπτης φύσεως Υιού και τρεπτής φύσεως των δημιουργημάτων. Αυτονόητο ότι ξεπερνά οριστικά την ωριγενιστική θεολογία, που κατανοούσε την αϊδιότητα του Λόγου κυρίως με την αντίληψη ότι ο Πατέρας γεννά – δημιουργεί αιωνίως – διαρκώς, και με τον επικίνδυνο συνδυασμό (ή ταύτιση) γεννήσεως του Υιού και δημιουργίας του κόσμου. Ο συνδυασμός αυτός ήταν ακόμη πιο επικίνδυνος, διότι ο Ωριγένης, για ν’ αποφύγει τον γνωστικισμό, δεν ήθελε τον Υιό γεννώμενο από την ουσία του Πατέρα. Ένα βήμα περισσότερο και φθάσαμε στον Άρειο, που δίδαξε ότι ο Υιός «αρχήν του κτίζεσθαι» είχε (Κατά αρ. A’ 5), γιατί έτσι διαφύλαττε στον Θεό το αγέννητο (Γραφή) και το πρώτο κινούν άναρχο (Αριστοτέλης). Στην Παράδοση φυσικά, την κοινή πίστη, υπήρχε, υπογραμμίζει ο Αθανάσιος, το ότι «εξ αρχής… ο Θεός Υιόν τον Λόγον, την σοφίαν… έχει• και ταύτα εστίν αυτού εικών και απαύγασμα» (Κατά αρ. Β’ 34). Γιατί όμως το «εξ αρχής» σημαίνει αεί, γιατί ο Υιός είναι αεί και όμοιος στην ουσία με τον Πατέρα και γιατί δεν είναι κτίσμα αποτελούν το έργο της αθανασιανής θεολογίας.
δ. Το ομοούσιον
Ο Μ. Αθανάσιος άργησε να χρησιμοποιήσει τον όρο ομοούσιος, που έγινε θεμέλιος λίθος της τριαδολογίας και κριτήριο της ορθοδοξίας. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι δεν χρησιμοποίησε μέχρι το 350 περίπου την ορολογία της Α’ Οίκουμ. Συνόδου της Νίκαιας (325). Αλλά η Νίκαια πρόβαλε για την ουσιαστική σχέση Υιού και Πατέρα τους εξής δύο ταυτόσημους όρους: «εκ της ουσίας του Πατρός» και «ομοούσιος». Ο Αθανάσιος αναφέρει τον πρώτο πολύ συχνά και τον δεύτερο άπαξ (Κατά αρ. Α’ 9). Επομένως ακλουθεί την αποφασιστική ορολογία της Νίκαιας, μόνο που προτιμά τον περιφραστικό όρο. Και αυτό γιατί ο όρος «εκ της ουσίας του Πατρός» συνδέεται άμεσα με το κλίμα της εποχής, με την διαμάχη γύρω από τον αρειανισμό και τον προσωπικό του αγώνα. Το «ομοούσιος» προ- τάθηκε ορθά στην Νίκαια (κι έγινε δεκτό από τον Κωνσταντίνο, με την προτροπή ίσως του Οσίου Κορδούης) κι επεκράτησε οριστικά (ως μονολεκτικός και ακριβέστερος όρος), αλλά δεν ήταν θεολογικό κλειδί στις αρχικές συζητήσεις των ορθοδόξων και των αρειανών, οι οποίοι μάλιστα τον απέρριπταν και ως μη βιβλικό.
Οι αρχικές απαντήσεις (και φράσεις) που οι ορθόδοξοι έδιναν στους αρειανούς καταχωρίζονται στις δύο Επιστολές, που κυκλοφόρησαν με το όνομα του Αλεξάνδρου Αλεξανδρείας, ως προτάσεις απορριπτόμενες από τους αρειανούς. Οι ορθόδοξες θέσεις που μας ενδιαφέρουν είναι κυρίως ότι ο Λόγος ή ο Υιός είναι «όμοιος κατ’ ουσίαν τω Πατρί», ότι είναι «αληθινός και φύσει του Πατρός Λόγος» (και Υιός), ότι έχει «φυσικήν υιότητα», ότι είναι «γνήσιος» (αληθινός) Υιός, ότι είναι απαράλλακτη εικόνα της ουσίας ή φύσεως του Πατέρα, ότι είναι άτρεπτος κ.α. Πρόκειται για θεματική και ορολογία που συνεχίζεται και μάλιστα αναπτύσσεται θεολογικά για πρώτη φορά στα έργα του Αθανασίου. Αυτός είναι ο λόγος που μας κάνει να πιστεύουμε ότι ο Αθανάσιος αναμίχτηκε γρήγορα στις θεολογικές συζητήσεις που προκάλεσε ο Άρειος και ότι η Β’ Επιστολή του Αλεξάνδρου συντάχτηκε κυρίως από τον Αθανάσιο. Ο μόνος κρίσιμος όρος των έργων του Αθανασίου, που δεν βρίσκουμε αυτούσιο στην Επιστολή, είναι το «ίδιον», ότι ο Υιός δηλαδή είναι της φύσεως του Πατέρα, είναι από την ίδια φύση, ανήκει στην ίδια φύση («ίδιος της ουσίας του Πατρός») (Κατά αρ. Α’ 9). Στην Επιστολή χρησιμοποιείται η πολύ γνωστή στους λόγους Κατά αρειανών λέξη «ιδιότητα» και «ιδιότροπος» για να δηλώσει το ίδιο θέμα. Στους λόγους του Κατά ελλήνων (π.χ. 40) και Περί ενανθρωπήσεως (π.χ. 20 και 55), της εποχής προ του 325, χρησιμοποιεί επίσης ως όρους κλειδιά για την θεότητα του Υιού τα επίθετα «μονογενής», «αληθινός» και «ίδιος». Είναι χαρακτηριστικό ότι το «μονογενής αληθινός» της Επιστολής και του Περί ενανθρωπήσεως γίνεται στους Κατά αρειανών «Υιός αληθινός φύσει» (Α’ 9) ή «φύσει μονογενής» (Β’ 9). Έχουμε δηλαδή εξέλιξη και ανάπτυξη της ορολογίας, ιδιαίτερα εδώ που θέλει να δείξει την «κατά φύσιν» ενότητα Υιού και Πατέρα.
Οι παραπάνω λέξεις-κλειδιά «ίδιος», «αληθινός», «εκ της ουσίας του Πατρός», «φύσει Υιός» ή «φύσει γέννημα» αποτελούν θετική έκφραση, δηλώνουν αυτό που είναι ο Υιός προς τον Πατέρα. Ο όρος ομοούσιος είναι η συνέπεια των παραπάνω, προκύπτει αβίαστα από αυτό που δηλώνουν οι παραπάνω λέξεις. Και ήταν πολύ φυσικό για τον Αθανάσιο να χρησιμοποιήσει μετά το 341 το ομοούσιος ως αποκλειστικό όρο, διότι τότε παρουσιάστηκαν επίσημα (π.χ. στην σύνοδο των Εγκαινίων) ημιαρειανοί ή μετριοπαθείς αρειανοί (οι όμοιοι και δη οι ομοιουσιανοί). Αυτοί υιοθετούσαν πολλούς κρίσιμους αθανασιανούς όρους – μαζί και τον «εκ της ουσίας του Πατρός» – με δική τους κατανόηση, γεγονός που δημιουργούσε σύγχυση, την οποία ο Αθανάσιος ήθελε να αποφύγει.
ε. Διάκριση αλήθειας και ορολογίας
Από το 355 και μετά, όταν πολλοί μετριοπαθείς αρειανοί πλησίαζαν με ειλικρίνεια τους ορθοδόξους, το ομοούσιος γινόταν εμπόδιο για την τελική τους ενσωμάτωση στην Εκκλησία. Αυτοί έζησαν ολόκληρες δεκαετίες στο αντιομοουσιανικό κλίμα και υποπτεύονταν ή αποστρέφονταν ακόμα και συναισθηματικά τον όρο τούτο. Το πρόβλημα αντιμετώπισε ο Αθανάσιος με συνετή συγκατάβαση, προτείνοντας, από το 362 και μετά, την χρήση των όρων «φύσει γέννημα», «αληθώς φύσει Υιός» και «εκ της ουσίας του Πατρός» (βλ. Περί των εν Αριμίνω και Σελεύκεια συνόδων [41] και προς τους εν Αφρική [9]) αντί του ομοούσιος. Το γεγονός είναι πολυσήμαντο, διότι εμφανίζει τον Αθανάσιο αναπτυσσόμενο θεολογικά και μετά τα 65 του χρόνια και τον αποδεικνύει ικανό να διακρίνει με σαφήνεια ορολογία και αλήθεια, αφού ήδη από παλαιότερα δίδασκε ότι τις λέξεις- όρους ορίζουν τα πράγματα και όχι το αντίθετο:
«ου γαρ αι λέξεις την φύσιν παραιρούνται, αλλά μάλλον η φύσις τας λέξεις εις εαυτήν έλκουσα μεταβάλλει. Και γαρ ου πρότεραι των ουσιών αι λέξεις, αλλ’ αι ουσίαι πρώται και δεύτεραι τούτων αι λέξεις» (Κατά αρ. Β’ 3).
Στην περίπτωση αυτή δεν υποδουλώνεται ο θεολόγος στους όρους, αλλά, όπως κατά τον Γρηγόριο Θεολόγο έκανε ο Αθανάσιος, προχωρεί σε άλλες εκφράσεις, όταν έχει ασφαλή την αλήθεια (το πράγμα). Τότε ο Αθανάσιος μπόρεσε να χρησιμοποιήσει για την αλήθεια και άλλους όρους:
«προσκαλεσάμενος αμφότερα τα μέρη… και τον νουν των λεγομένων εξετάσας, επειδή συμφωνούντας εύρε και ουδέν διεστώτας κατά τον λόγον, τα ονόματα συγχωρήσας συνδεί τοις πράγμασι»
(Γρηγορίου Θεολόγου, Εις Αθανάσιον, Λόγος ΚΑ’ 25: PG 35, 1125Β).
Πρέπει ακόμη να σημειώσουμε ότι οι αρχικοί θεολογικοί όροι του Αθανασίου, όπως «φύσει Υιός», «αληθινός Υιός», τους οποίους ορθά είχε αφήσει χάριν του ομοούσιος, έρχονταν τώρα στην επικαιρότητα και λειτουργούσαν ως γέφυρες ενσωματώσεως των ημιαρειανών στην Εκκλησία. Η τακτική βέβαια του Αθανασίου δεν αποτελούσε εγκατάλειψη του ομοουσίου, αλλά μόνο παραχώρηση και μόνο για όσους είχαν επιφανειακούς ενδοιασμούς για την αποδοχή του όρου αυτού.
ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΚΗ
α. Σύναψη Θεού και ανθρώπου
Η χριστολογία του Αθανασίου και της Εκκλησίας είναι απόλυτα σωτηριολογική. Δεν θα έκανε χριστολογία, εάν δεν έπρεπε να δείξει, όσο γινόταν ακριβέστερα, πως με το μυστήριο του Χριστού σώζεται πράγματι ο άνθρωπος. Το ίδιο, δεν θα έκανε τριαδολογία, εάν δεν έπρεπε να δείξει ότι μόνο ως αληθινός Θεός ο Υιός μπορούσε να αναλάβει το έργο της σωτηρίας. Στην σωτηριολογική του χριστολογία ο Αθανάσιος αποδεικνύει θαυμαστό και στέρεο ρεαλισμό. Η σκέψη του εδώ έχει τον χαρακτήρα συνεπούς καταγραφής και αποκρυπτογραφήσεως του σωτηριώδους έργου του Χριστού. Καταγράφει ότι βιώνει στην Παράδοση και αποκρυπτογραφεί όσο τον φωτίζει το άγιο Πνεύμα.
Η σωτηρία ή θέωση του ανθρώπου πραγματώνεται μόνο εφόσον υπάρξει «σύναψις» ή «συγγένεια» του Υιού του Θεού και του κτιστού. Ο Υιός αν ήταν κτιστός, ομότιμος δηλαδή του κτιστού, δεν θα μπορούσε να θεώσει το κτιστό, να του προσφέρει κάτι που δεν έχει, να το «συνάψει» με τον Θεό. Γι’ αυτό και μόνο ο φυσικός (Θεός) Υιός του Θεού μπορεί να συνάψει στον εαυτό του τον φυσικό (κτιστό) άνθρωπο:
«ει κτίσμα ην ο Υιός, έμενεν ο άνθρωπος ουδέν ήττον θνητός, μη συναπτόμενος τω Θεώ. Ου γαρ κτίσμα συνήπτε τα κτίσματα τω Θεώ, ζητούν και αυτό τον συνάπτοντα• ουδέ το μέρος της κτίσεως σωτηρία της κτίσεως αν είη, δεόμενον και αυτό σωτηρίας… κατά την συγγένειαν της σαρκός ηλευθερώθημεν και λοιπόν συνήφθημεν και ημείς τω Λόγω» (Κατά αρ. Β’ 69).
«ουκ αν εθεοποιήθη ο άνθρωπος, ει μη φύσει εκ του Πατρός και αληθινός και ίδιος αυτού ην ο Λόγος ο γενόμενος σαρξ. Διά τούτο γαρ τοιαύτη γέγονεν η συναφή, ίνα τω κατά φύσιν της θεότητος συνάψη τον φύσει άνθρωπον και βεβαία γένηται η σωτηρία και η θεοποίησις αυτού» (Β’ 70).
β. Έπρεπε να πεθάνει ο θάνατος. Αφθαρτοποίηση του σώματος
Για να επιτευχτεί σύναψη Θεού και ανθρώπου, έπρεπε η ενανθρώπηση να είναι πραγματική, όχι δοκητική ή φανταστική. Αλλιώς και η σωτηρία θα ήταν μη πραγματική, απλή φαντασία:
«ει γαρ θέσει ην εν τω σώματι ο Λόγος, κατ’ εκείνους, το δε θέσει λεγόμενον φαντασία εστί, δοκήσει ευρίσκεται και η σωτηρία και η ανάστασης» (Προς Επίκτητον 7).
Το γεγονός της σωτηρίας όμως προϋποθέτει τον θάνατο, την αναίρεση, το τέλος της μεταπτωτικής θνησιμότητας, δηλ. το τέλος του θανάτου στον άνθρωπο. Αυτό μπορούσε να γίνει μόνο στο πρόσωπο του Υιού και Λόγου του Θεού. Αλλ’ επειδή ο Λόγος ως αθάνατος δεν μπορούσε να πεθάνει, προσέλαβε κάτι, δηλ. τον άνθρωπο, στο σώμα του οποίου -ως ανθρώπινο σώμα- θα πέθαινε.
Για να επιτευχτεί ο θάνατος της φθοράς και να μη στρέφεται ο άνθρωπος στα μη όντα, όπως με φιλοσοφική γλώσσα εξηγούσε ο Αθανάσιος τον πνευματικό θάνατο, το σώμα που ο Λόγος θα δεχόταν έπρεπε να ήταν πραγματικό, για να είναι σ’ αυτό πραγματικός και ο θάνατος όλων των θνητών. Και παράλληλα έπρεπε το σώμα να αναδεικνυόταν, να απέβαινε, πραγματικά άφθαρτο ως προϋπόθεση και απόδειξη της αφθαρσίας ή αθανασίας ή θεώσεως των ανθρώπων. Η αφθαρσία του ανθρώπινου σώματος επιτεύχτηκε με την κατοίκηση σ’ αυτό του Λόγου ή αλλιώς με την πρόσληψη ή αφθαρτοποίηση του σώματος από τον Λόγο. Το γεγονός εξασφάλισε την δυνατότητα αφθαρτοποιήσεως όλων των ανθρώπινων σωμάτων, εφόσον μετέχουμε στο σώμα του Λόγου και όχι σε κάποιο κοινό ανθρώπινο σώμα (Προς Μάξιμον 2 και Κατά αρ. Γ’ 34):
«Συνιδών γαρ ο Λόγος, ότι άλλως ουκ αν λυθείη των ανθρώπων η φθορά, ει μη διά του πάντως αποθανείν (ουχ οιόν τε δε ην τον Λόγον αποθανείν, αθάνατον όντα και του Πατρός Υιόν), τούτου ένεκεν το δυνάμενον αποθανείν εαυτώ λαμβάνει σώμα, ίνα τούτο του επί πάντων Λόγου μεταλαβόν, αντί πάντων ικανόν γένηται τω θανάτω και διά τον ενοικήσαντα Λόγον άφθαρτον διαμείνη και λοιπόν από πάντων η φθορά παύσηται τη της αναστάσεως χάριτι» (Περί ενανθρωπήσεως 9. Βλ. και 20).
«Το μεν ουν σώμα ( = του Λόγου), ως και αυτό κοινήν έχον τοις πάσι την ουσίαν (σώμα γαρ ην ανθρώπινον, ει και καινοτέρω θαύματι συνέστη εκ Παρθένου μόνης), όμως θνητόν όν, κατά ακολουθίαν των ομοίων και απέθνησκε. Τη δε του Λόγου εις αυτό επιβάσει ουκέτι κατά την ιδίαν φύσιν εφθείρετο, αλλά διά τον ενοικήσαντα του Θεού Λόγον εκτός εγίνετο φθοράς. Και συνέβαινεν αμφότερα εν ταύτω γενέσθαι παραδόξως• ότι τε ο πάντων θάνατος εν τω κυριακώ σώματι επληρούτο και ο θάνατος και η φθορά διά τον συνάντα Λόγον εξηφανίζετο. Θανάτου γαρ ην χρεία και θάνατον υπέρ πάντων έδει γενέσθαι, ίνα το παρά πάντων οφειλόμενον γένηται» (αυτόθι 20).
«ει και απέθανε ( = το σώμα του Χριστού) διά το υπέρ πάντων λύτρον, αλλ’ ουκ οίδε φθοράν. Ολόκληρον γαρ ανέστη, επεί μηδέ άλλου τινός αλλ’ αυτής της ζωής ην το σώμα» (αυτόθι 21).
γ. Το θεολογείν
Οι αρειανοί επέμεναν στην αρχή ότι δεν μπορεί να υπάρχουν δύο αγένητα και άρα δύο αΐδια (Πατήρ και Υιός), διότι λογικά το τέκνο δεν υπάρχει πριν γεννηθεί και διότι ο Θεός δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει τον κόσμο χωρίς ενδιάμεσο όν, χωρίς «υποκείμενη ύλη», δηλ. χωρίς τον Υιό (Κατά αρ. Α’ 22-23). Πρόκειται για λαϊκοφιλοσοφική θεώρηση με τις εξής επιπτώσεις στην μέθοδο του θεολογείν: α) Απομονώνει από το μυστήριο της Τριάδας τον αγένητο Πατέρα, που μένει μόνος αληθινός Θεός, μόνος ακατάληπτος, μόνος άτρεπτος, μόνος ακίνητος. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ θείου και κτιστού σύρεται μεταξύ Θεού Πατέρα και όλων των άλλων, δηλαδή Υιού, Πνεύματος, κόσμου• και όχι μεταξύ Τριάδας (Πατήρ, Υιός, Πνεύμα) και δημιουργίας της. β) Μεθοδολογικά την απομόνωση του Θεού Πατέρα επιτυγχάνει εισάγοντας την κατηγορία του χρόνου στην γέννηση του Υιού. Ο χρόνος είναι το αποφασιστικό σημείο, αφού ότι είναι πάνω από αυτόν είναι άναρχο και άγνωστο• ότι αρχίζει με αυτόν είναι κτιστό και γνωστό, γ) ο μόνος αληθινός και άναρχος Θεός τελικά μένει στον κόσμο άγνωστος, αφού και ο Λόγος, όντας κτίσμα, δεν τον γνωρίζει τέλεια (Κατά αρ. Α’ 6). Επομένως ο αρειανισμός είχε είδος αγνωστικισμού, που κρατούσε τον κυρίως Θεό σε απόσταση από την δημιουργία του. Δεν ήταν ο ίδιος που επικοινωνούσε με τον κόσμο, αλλά ένα ενδιάμεσο ον, ο Υιός του, που όμως ήταν το πρώτο κτίσμα του, με το οποίο έκτισε τον λοιπό κόσμο. Αντίθετα πάλι, ο νεοαρειανισμός με τον Ευνόμιο ισχυριζόταν ότι γνώριζε απόλυτα και αυτήν την ουσία του Θεού, επειδή ταύτιζε τα γνωστά θεία ιδιώματα με την άγνωστη θεία ουσία.
Ο Αθανάσιος κατάλαβε ότι ο αρειανισμός αποτελούσε το όλως άλλο από την αλήθεια της Εκκλησίας και το φρόνημά της και ότι οι εσφαλμένες ριζικές του τομές στην αλήθεια συνιστούσαν πρόκληση. Θα έμπαινε στην δοκιμασία ο Αθανάσιος; Θα απαντούσε στον αγνωστικισμό με γνώση, δηλ. με την εμπειρία της αλήθειας; Αυτό ήταν το πρόβλημα του Αθανασίου, που προχώρησε θετικά, διότι οι συνέπειες ήταν σωτηριολογικές. Προσπάθησε, λοιπόν, να γνωρίσει και να εκφράσει την αλήθεια, που αγνοούσε και παρεξηγούσε ο Άρειος. Αρχίζοντας το συγγραφικό του έργο, θέλει ν’ αποδείξει ότι το μυστήριο του Χριστού δεν είναι «άλογον» (Κατά ελλήνων 1), έχει ακολουθία λογική, την οποία μπορούμε και οφείλουμε να γνωρίσουμε. Για τον σκοπό του χρησιμοποίησε κάθε δυνατό μέσο, την Παράδοση της Εκκλησίας, την Γραφή και την θύραθεν παιδεία. Στην τελευταία δεν φαίνεται να είχε κάνει σπουδές ειδικές, αλλά την γνώριζε καλά τουλάχιστον στο έργο του Πλάτωνα, τον οποίο τιμά ιδιαίτερα και του οποίου στοιχεία χρησιμοποιεί, όταν π.χ. προσπαθεί να δείξει την σχέση Πατέρα και Υιού ή όταν μιλάει για τον Θεό γενικά, τον κόσμο και τον άνθρωπο. Αλλά και την ειδωλολατρικότητα της φιλοσοφίας και δη της πλατωνικής την δείχνει με όρους πλατωνικούς. Παρά ταύτα δεν οργανώνει με φιλοσοφική μεθολογία την επιχειρηματολογία του, δεν έχει αφηρημένη (speculative) συλλογιστική. Η σκέψη του αντίθετα είναι κυρίως βιβλική, εντυπωσιακά απλή και βαθύτατα θεολογική. Έχει συνείδηση ότι, για να φθάσει στην ζητούμενη όψη της αλήθειας, χρειάζεται το όλο φρόνημα της Εκκλησίας (Γραφή και Παράδοση) και τον φωτισμό του Πνεύματος. Εκεί δεν τον οδηγεί σε καμμία περίπτωση η φιλοσοφούσα σκέψη, που δεν μπόρεσε ούτε «έννοιαν λαβείν Θεού» (Περί ενανθρωπήσεως 11. Βλ. και Κατά ελλήνων 47). Η Γραφή είναι στον Αθανάσιο «αυτάρκης» για να δείξει την αλήθεια. Όταν όμως εμφανίζονται κακοδοξίες που προσβάλλουν την ίδια την αλήθεια, γίνεται αναγκαίος ο φωτισμός του Πνεύματος, μολονότι φυσικά η Γραφή διατηρεί τον καθοριστικό ρόλο πυξίδας, όπως άλλωστε και οι «θεόπνευστοι» διδάσκαλοι της Εκκλησίας, η Παράδοση. Ο φωτισμός είναι απόλυτη συνάρτηση της μετοχής του ανθρώπου στον Χριστό και στο Πνεύμα και βασίζεται στην ανανέωση της θείας εικόνας μέσα στον άνθρωπο. Η εμπειρία της αλήθειας είναι ο κατοπτρισμός της εικόνας του Λόγου στο αναζωογονημένο κατ’ εικόνα που υπάρχει στον άνθρωπο. Επειδή όμως ο Λόγος είναι «εικών απαράλλακτος» του Πατέρα, θεωρώντας εντός του ο άνθρωπος την εικόνα του Λόγου, θεωρεί και τον Πατέρα. Γι αυτό κι επιμένει ο Αθανάσιος ότι τον Πατέρα «εδώρησε», δίδαξε, τελικά στον άνθρωπο ο Υιός• δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τον Πατέρα μέσω της φύσεως ή της φιλοσοφίας. Ότι αφορά στην θεολογία, στην ζωή της Τριάδας και το έργο της θείας οικονομίας, το γνωρίζουμε μόνο καθόσον η Τριάδα μας παρέχεται η ίδια να μετάσχουμε εις αυτήν, όσο οι ενέργειες της εκτείνονται σε μας, όσο δηλ, αποκαλύπτεται σε μας. Το γεγονός, λοιπόν, ότι ο Θεός είναι Πατέρας που έχει ομοούσιο Υιό, το γεγονός ότι ο Υιός γεννάται φύσει (γι’ αυτό και ομοούσιος) και όχι ως δημιούργημα εν χρόνω, το γεγονός ότι ο Υιός ενανθρωπίζοντας προσλαμβάνει ολόκληρο τον άνθρωπο και ανανεώνει το κατ’ εικόνα σ’ αυτόν, αποτελούν χώρο απροσπέλαστο για τον ανθρώπινο νου, είναι η θεία αλήθεια καθεαυτή. Και δεν μπορεί κανείς αφ’ εαυτού, με τις ανθρώπινες δυνάμεις του, να εισέλθει στην θεία αλήθεια, εάν δεν τον βοηθήσει ο ίδιος ο Θεός, αν δεν του αποκαλυφτεί, αν ο Θεός δεν φωτίσει τον θεολόγο να βιώσει κι έτσι να καταλάβει την διαδικασία του μυστηρίου. Με τα ολίγα αυτά γίνεται φανερό ότι ο Αθανάσιος πέτυχε να δείξει την ενότητα φύσεως Πατέρα, Υιού και Πνεύματος που διασπούσε ο Άρειος, να αποκλείσει τον χρόνο από ότι συμβαίνει στην ζωή της Τριάδας και να καταρρίψει τον αγνωστικισμό με την γνώση της αλήθειας, που είναι αποτέλεσμα εμπειρίας και θείου φωτισμού.
«Αυτάρκεις μεν γαρ εισίν αι άγιαι και θεόπνευστοι Γραφαί προς την της αληθείας απαγγελίαν… αναγκαίον εστί, α παρ’ εκείνων ( = των διδασκάλων της Εκκλησίας) εμάθομεν ταύτα και απαγγέλλειν και γράφειν σοι… ίνα μήτε ευτελή τις την του καθ’ ημάς λόγου διδασκαλίαν ηγήσηται, μήτε άλογον την εις Χριστόν πίστιν υπολάβη» (Κατά ελλήνων 1).
Οι Γραφές «διά θεολόγων ανδρών παρά Θεού ελαλήθησαν και εγράφησαν• ημείς δε παρά των αυταίς εντυγχανόντων θεοπνεύστων διδασκάλων, οι και μάρτυρες της Χριστού θεότητος γεγόνασι, μαθόντες μεταδίδομεν» (Περί ενανθρωπήσεως 56).
Όταν «το κατ’ εικόνα καθαρόν ( = ο άνθρωπος) φυλάττη, εικότως, διαλαμπρυνθέντος τούτου, ως εν κατόπτρω θεωρεί την εικόνα του Πατρός, τον Λόγον, και εν αυτώ τον Πατέρα, ου και εστίν εικών ο Σωτήρ, λογίζεται» (Κατά ελλήνων 34).
«το Πατήρ παρά του Κυρίου ημών εγνώσθη και κεχάρισται» (Κατά αρ. Α’ 34).
«χάρισμα δέδωκεν ημίν ο Λόγος, ώστε μη εκ των φαινομένων απατάσθαι, αλλά και μάλλον, καν ταύτα κεκαλυμμένα τυγχάνη ( = όψεις ή ζητήματα της αλήθειας) διακρίνειν τη του Πνεύματος χάριτι» (Προς επισκόπους Αίγυπτου και Λιβύης 1).
«α γαρ αγνοούμεν εν τοις λογίοις ουκ εκβάλλομεν, αλλά ζητούμεν ους απεκάλυψεν ο Κύριος και παρ’αυτών μανθάνειν αξιούμεν» (Περί συνόδων 40,3).
«ουκούν αποκαλύπτειν χρη τον νουν του ρητού ως κεκρυμμένον τε τούτον ζητείν και μη εν παρρησία ειρημένων απλώς εκλαμβάνειν» (Κατά αρ. Β’ 44) ( = ο νους του ρητού-χωρίου αφορά σε όψη της αλήθειας).
Ο Γρηγόριος Θεολόγος βεβαιώνει ότι ο Αθανάσιος έγινε κατ’ εξοχή ο δέκτης του φωτισμού που μνημονεύει, έφθασε το ύψος βιβλικών προσώπων και μάλιστα υπερέβαλε κάποια από αυτά, διότι κυριολεκτικά εκράθη με το θείο φως (Λόγος ΚΑ’: PG 35, 1085Β). Έτσι μόνο κατόρθωσε να «στήση» το «κακόν» της εποχής του, δηλαδή τον αρειανισμό.
δ. Οι χριστολογικές δυσκολίες των αρειανών
Το μυστήριο της ενανθρωπήσεως, στο οποίο προσπάθησε να εισέλθει τόσο βαθιά ο Αθανάσιος, έχει ως πρώτο μέγα σκόπελο τα ερωτήματα των αρειανών: πώς μπορούσε ο Υιός να είναι Θεός και να γίνει άνθρωπος, πώς μπορούσε αυτός που έχει ανθρώπινο σώμα να έχει και την ουσία του Θεού Πατέρα (Κατά αρ. Γ’ 27); Και αυτά διότι κίνηση-μετάβαση από την μίαν κατάσταση στην άλλη, από την θεία στην ανθρώπινη, σημαίνει για την φιλοσοφία και τους αρειανούς μεταβολή, τροπή, κάτι που είναι αδιανόητο στο θείο «πρώτον κινούν ακίνητον». Από άλλους κακοδόξους υποστηριζόταν ότι, αφού η θεία ουσία του Υιού δεν μεταβάλλεται, ο Λόγος απλώς «ήλθε» σε άνθρωπο, δηλ. μόνο επιφοίτησε, όπως και στην ΠΔ φανερωνόταν ο λόγος Κυρίου κι επιφοιτούσε στους Προφήτες (Γ΄ 30• Προς Αντιοχείς 7). Άλλοι πάλι δίδασκαν ότι ο θείος Λόγος μετέβαλε την φύση του και πλέον το σώμα του ήταν αυτός ο ίδιος ο Λόγος, δηλ. έλαβε σώμα «φύσει» και όχι «θέσει» ή ότι το σώμα του Λόγου είναι εκ της θείας ουσίας, οπότε μιλούσαν για τετράδα και όχι για θεία Τριάδα (Προς Επίκτητων 2). Ολ’ αυτά, βεβαιώνει ο Αθανάσιος, δεν αποτελούν Παράδοση της Εκκλησίας και απορρίπτονται. Αλλά, για να ζουν εν αληθεία οι πιστοί, επιχειρεί να εξηγήσει θετικά τί προσέλαβε ο Λόγος και πώς έγινε άνθρωπος, εισερχόμενος βαθύτερα στην θεία οικονομία, που είναι μυστήριο, δηλαδή αλήθεια και θεία βουλή, αλλ’ όχι αίνιγμα, το οποίο μπορεί κανείς να ερμηνεύσει όπως επιθυμεί (Κατά αρ. Α’ 41).
ε. «Ο Λόγος σαρξ εγένετο » χωρίς να μεταβάλει την θεία φύση του
Κατ’ αρχήν οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι από τον ΙΘ’ αι. επικρατεί η αντίληψη ότι ο Αθανάσιος κατανοεί την χριστολογία με το αλεξανδρινό σχήμα Λόγος – σαρξ («ο Λόγος σαρξ εγένετο»), που οδηγεί στον απολιναρισμό (στην αντίληψη ότι ο Λόγος ανέλαβε άνθρωπο χωρίς νου ή ψυχή, δηλαδή την σάρκα), σε αντίθεση με το αντιοχειανό σχήμα Λόγος – άνθρωπος (ενανθρώπησε), που οδηγεί ενίοτε στον νεστοριανισμό. Το σχήμα Λόγος-άνθρωπος υπεράσπιζαν κυρίως οι ορθόδοξοι ευσταθιανοί. Το σχήμα Λόγος-σαρξ πρόβαλλαν επίσης ορθόδοξοι, νομίζοντας ότι έτσι αποφεύγουν τις χριστολογικές συνέπειες του αρειανισμού. Ο Αθανάσιος, προσπαθώντας να ερμηνεύσει την ενανθρώπηση, χρησιμοποιεί τις εκφράσεις:
ο Λόγος επεφάνη άνθρωπος —ο Λόγος εγένετο άνθρωπος
ο Λόγος εγένετο σαρξ-ο Λόγος λαβών (ή φορών) σάρκα
ο Λόγος λαβών (ή φορέσας ή έσχε) σώμα.
Η λέξη άνθρωπος (εγένετο ) είναι επικρατέστερη, όπως έδειξε με στατιστική ανάλυση η έρευνα, ενώ η συχνότητα της λέξεως σαρξ είναι μικρότερη. Άλλωστε για τον Αθανάσιο ο όρος σαρξ είναι, όπως και στην Γραφή άλλωστε, ταυτόσημος με τον όρο άνθρωπος:
«της Γραφής έθος εχούσης λέγειν σάρκα τον άνθρωπον» (Κατά αρ. 30). Και «ο Λόγος σαρξ εγένετο ίσον πάλιν εστίν ειπείν ο Λόγος άνθρωπος γέγονε» (Προς Επίκτητον 8).
Οι κακόδοξοι τον ανάγκασαν να γίνει πολύ σαφέστερος στο θέμα τούτο και να ταυτίσει την «ένσαρκον παρουσίαν» με το «άνθρωπος γέγονε». Γι’ αυτό και, προσκυνώντας τον «Κύριον εν σαρκί, ου κτίσματι προσκυνούμεν, άλλα τον κτίστην ενδυσάμενον το κτιστόν σώμα» (Προς Αδέλφιον 6 και 1). Σε λίγες περιπτώσεις όμως το σαρξ ταυτίζεται με το σώμα. Έτσι έχουμε δύο ταυτόχρονες θεολογικές θέσεις. Η μία είναι ότι ο Λόγος έγινε άνθρωπος (ή σαρξ), η άλλη ότι ο Λόγος έλαβε σώμα (ή σάρκα). Και οι δύο ανταποκρίνονται στην Παράδοση, όπως μάλιστα διατυπώθηκε στο Σύμβολο Νικαίας με τις μετοχές «σαρκωθέντα» και «ενανθρωπήσαντα».
Τα χρησιμοποιούμενα ρήματα «εγένετο » και «έλαβε» προϋποθέτουν χρόνο και θεία βούληση. Σημαίνουν κάτι που έγινε στον Λόγο και διά του Λόγου στην διάρκεια της ιστορίας. Το γεγονός ανήκει στην θεία οικονομία και όχι στην αϊδιότητα , επομένως όχι στην φύση του Λόγου. Πρόκειται για ενέργεια του Θεού προς τα έξω (ad extra), όχι για διαδικασία στην ζωή και την φύση της θεότητας (ad intra). Γι’ αυτό η ενέργεια αυτή, το ότι ο Λόγος έγινε άνθρωπος, δεν επηρεάζει την θεία ουσία του, που μένει άτρεπτη. Δεν γίνεται η ουσία του Λόγου άνθρωπος:
«ουκ επί της ουσίας του Λόγου έλεγε το “γενόμενος”, αλλ’ επί της δι’ αυτού γενομένης διακονίας» ( = οικονομίας) (Κατά αρ. Α’ 62). «Πάντα γαρ ταύτα τα λεξείδια της ανθρώπου συστάσεως ίδια τυγχάνει όντα. Και τα τοιαύτα ου την ουσίαν του Λόγου, αλλά τον άνθρωπον αυτόν γεγένησθαι σημαίνει» (Β’ 11).
«Ου δει τας τοιαύτας λέξεις εις την θεότητα αυτού λαμβάνειν, αλλ’ ερευνάν διατί και πώς ταύτα γέγραπται• και πάντως απαντήσει τοις ζητούσιν η ανθρωπίνη οικονομία, ην δι’ ημάς ανεδέξατο» (Β’ 12).
Το γεγονός ότι ο Λόγος έγινε άνθρωπος δεν σημαίνει ότι «ετράπη» (Α’ 48), έγινε, η φύση του Λόγου κάτι άλλο. Αντίθετα, ο Λόγος ήταν πάντα Θεός, είναι πάντα Υιός του Πατέρα και σε ορισμένο χρόνο γίνεται άνθρωπος, άνθρωπος επίσης απόλυτα πραγματικός:
«αεί Θεός ην και Υιός εστί, Λόγος ων και απαύγασμα και σοφία του Πατρός• και ότι ύστερον, δι’ ημάς σάρκα λαβών εκ Παρθένου της Θεοτόκου Μαρίας, άνθρωπος γέγονε» (Γ’ 29).
«ουδέ γαρ, επειδή γέγονεν άνθρωπος, πέπαυται του είναι Θεός. Ουδέ, επειδή Θεός εστί, φεύγει το ανθρώπινον» (Γ’ 38). «ο εκ Μαρίας προελθών Κύριος, Υιός μεν τη ουσία και φύσει του Θεού εστί• το δε κατά σάρκα εκ σπέρματός εστί Δαυίδ, σαρκός δε της αγίας Μαρίας» (Προς Επίκτητον 2).
Με την ευκαιρία όσων υπογραμμίσαμε για την χρήση των όρων άνθρωπος-σαρξ-σώμα, είναι ανάγκη να σημειώσουμε ότι εναλλαγή κι ελευθερία θέλει επίσης ο Αθανάσιος με τους ορούς Λόγος και Υιός (Κύριος, Χριστός). Αναμφίβολα και ρητά ταυτίζει τον Λόγο με τον Υιό, αλλά παρατηρούμε ότι το Υιός αποβαίνει ο θεολογικός του όρος κλειδί (technicus terminus), με τον οποίο επιχειρεί την θεολογία της σχέσεως του Υιού προς τον Πατέρα (αντιαρειανική και τριαδολογική θεολογία)• ενώ ο όρος Λόγος επικρατεί στην θεολογία της ενανθρωπήσεως και της χριστολογίας.
στ. Η γένεση του ανθρώπου στον Λόγο κατά την ενανθρώπηση
Ο Λόγος, μένοντας φύσει Θεός, έλαβε σώμα κι έγινε άνθρωπος. Τα “έλαβε σώμα κι έγινε άνθρωπος” εισάγουν σε δύο όψεις του μυστηρίου. Η πρώτη: ο Λόγος λαμβάνει με θεία θέληση το κτιστό σώμα, που γνωρίζει τον θάνατο και που είναι ανυπόστατο. Τα μεταβατικά ρήματα «έλαβε» ή «εφόρεσε» η «έσχε» σώμα δεν σημαίνουν ποτέ «έγινε» (αμετάβατο) ή «ετράπη» σε σώμα ο Λόγος, μολονότι το σώμα του είναι «αληθινόν» και «ταυτόν» και «ομοταγές» με το δικό μας (Προς Επίκτητον 7. Περί Διονυσίου 10,5). Η πρόσληψη όμως του σώματος από τον ενανθρωπήσαντα Λόγο είχε αποτέλεσμα να μην ενεργεί το σώμα τις αμαρτίες. Συνέβη δηλαδή «λόγωσις» της σάρκας-σώματος, εφόσον ενώθηκε στον Λόγο, και γι’ αυτό οι άνθρωποι μπορούμε με την δύναμη του Λόγου να ξεπεράσουμε τα πάθη και να γίνουμε άφθαρτοι και αθάνατοι:
«Νυν δε του Λόγου γενομένου ανθρώπου και ιδιοποιουμένου τα της σαρκός, ουκέτι ταύτα του σώματος άπτεται διά τον εν αυτώ γενόμενον Λόγον… λοιπόν λογωθείσης της σαρκός διά τον του Θεού Λόγον, ος δι’ ημάς εγένετο σαρξ» (Κατά αρ. Γ’ 33).
Η δεύτερη: η φράση ‘ο Λόγος γίνεται άνθρωπος’ κατανοείται, ως προς το τί γίνεται, από τις θεανθρωπολογικές αναλύσεις, που είδαμε σε προηγούμενες παραγράφους. Ο άνθρωπος, δημιουργημένος ως εικόνα του Λόγου, όταν απομακρύνθηκε από τον Θεό, στράφηκε στο μη όν, στο μη είναι, ενώ ήταν προορισμένος σε κοινωνία με τον Θεό, το μόνο αυθύπαρκτο και αυθεντικό είναι. Η κοινωνία του εξασφάλιζε το είναι, την υπόσταση του. Όσο είχε την κοινωνία ήταν όντως, υπήρχε όντως. Ο ενανθρωπήσας Λόγος ήρθε να ανανεώσει την εικόνα του στον άνθρωπο κι έτσι γίνεται άνθρωπος. Γίνεται η χαρισματική πραγματικότητα της εικόνας, που είχε αδρανήσει, αλλά δεν είχε χαθεί. Γίνεται η ανανεωμένη εικόνα του εαυτού του στον άνθρωπο κι έτσι, ενώ είναι Υιός του Θεού, γίνεται και υιός του ανθρώπου. Όντας Μονογενής του Θεού, γίνεται και πρωτότοκος (ως καινός άνθρωπος) μεταξύ των ανθρώπων (Προς Αντιοχείς 7).
Η ένωση-σύναψη του Λόγου και του ανθρώπου αποτελεί τελικά επανακοινωνία, πράξη επαναποκτήσεως του είναι του ανθρώπου, αφού αποκτά είναι μόνο στην σχέση του με τον Θεό. Ο άνθρωπος γνωρίζει τρόπον τινά αναγένεση υποστατική στον Λόγο, γίνεται αυθεντικός μόνο ως ενωμένος με τον Λόγο, διότι μόνο ο Λόγος είναι αυθυπόστατος. Το ιδιαίτερο χαρισματικό και αυθεντικό υποστατικό στοιχείο του ανθρώπου είναι η χάρη του κατ’ εικόνα, το οποίο όμως είναι του δημιουργού Λόγου, έχει αδρανήσει και από άρρωστο γίνεται υγιές και αυθεντικό μόνο ενωμένο στο πρωτότυπό του. Το όλως άλλο που ενώνεται με τον Λόγο είναι το σώμα, το οποίο όμως ως υλική πραγματικότητα δεν έχει υπόσταση κι έτσι δεν μπορεί να γίνει συζήτηση για δεύτερη υπόσταση στον Λόγο, αφού μάλιστα ο Λόγος λαμβάνει, αλλά δεν γίνεται σώμα, όπως γίνεται άνθρωπος. Από την άποψη της υποστάσεως ο άνθρωπος εγκεντρίζεται στον Λόγο, ενυπάρχει σ’ αυτόν και αποκτά ενυπόσταση. Κάθε τι το πνευματικό του ανθρώπου και το ίδιο το υλικό του σώμα ενώνονται στον Λόγο και έχουμε τον Χριστό, τον Θεάνθρωπο. Βέβαια, εάν ο άνθρωπος θεωρηθεί φιλοσοφικά και δη αριστοτελικά ως αυθύπαρκτη και αυτόνομη υπόσταση, χωρίς να κατανοείται η εξάρτηση της υποστάσεως αυτής από το είναι του Θεού και χωρίς να εκτιμάται η σχέση του Λόγου με το κατ’ εικόνα του ανθρώπου πριν και μετά την πτώση, τότε γίνεται προβληματική η ανθρώπινη υπόσταση, η οποία στην ενανθρώπηση ή πρέπει να κολοβωθεί (απολιναρισμός) ή να διατηρηθεί χωρίς πραγματική ένωση με την θεία φύση (νεστοριανισμός) ή να απορροφηθεί από την φύση του Λόγου (μονοφυσιτισμός).
Είναι πολύ χαρακτηριστική η σχετική έκφραση του Αθανασίου, που αποθέτει την «γένεσή» μας στον Λόγο χωρίς να αφήνει περιθώριο ανθρώπινης υποστάσεως στον Λόγο, ένεκα της σχέσεως Λόγου και εικόνας του στον άνθρωπο:
«της γενέσεως ημών και πόσης της σαρκικής ασθενείας μετατεθέντων εις τον Λόγον, εγειρόμεθα από της γης, λυθείσης της δι’ αμαρτίαν κατάρας διά τον εν ημίν υπέρ ημών γενόμενον κατάρα» (Κατά αρ. Γ’ 33).
ζ. Στον Λόγο ενώνεται ολόκληρος ο άνθρωπος. Απάντηση στον πρώιμο απολιναρισμό
Το ριζικό σφάλμα του Αρείου επηρέασε και την χριστολογία. Όταν η θεολογία του Αθανασίου επικρατούσε σιγά-σιγά και τα επιχειρήματα των αρειανών εξαντλούνταν, οξύνθηκε ιδιαίτερα το πρόβλημα του τί ενώθηκε με τον Λόγο κατά την ενανθρώπηση. Ο Απολινάριος και κάποιοι που είχαν ανάλογες τάσεις υποστήριζαν ότι ο Λόγος προσέλαβε μόνο την σάρκα («σαρξ εγένετο ») του ανθρώπου και την θέση του νου ή της ψυχής κατέλαβε ο ίδιος ο Λόγος. Έτσι μόνο μπορούμε να έχουμε εν, μία υπόσταση του Λόγου.
Στην εκτίμηση αυτή κατέληξαν για δύο λόγους: α) κατά την αριστοτελική λογική «δύο τέλεια εν γενέσθαι ου δύναται» και β) αν ο Λόγος προσελάμβανε τέλειο άνθρωπο, θα έπρεπε να προσλάβει και τις αμαρτίες του, αφού ουδείς αναμάρτητος.
Η απάντηση του Αθανασίου έχει δύο τελείως διαφορετικές προϋποθέσεις: α) Λέγοντας ότι ο Λόγος προσλαμβάνει τον άνθρωπο, εννοούμε ότι ανακαινίζει την δική του εικόνα στον άνθρωπο και λαμβάνει το υλικό σώμα που δεν έχει υπόσταση. Η πράξη της ανανεώσεως ή ανακαινίσεως του κατ’ εικόνα δεν συνεπάγεται λήψη αμαρτίας από τον Λόγο, διότι καθεαυτό το κατ’ εικόνα είναι «χάρις» του Θεού, ενέργεια και δώρο, με το οποίο σχετίζεται άμεσα ο Λόγος και το οποίο παρά την πτώση δεν χάθηκε. Έτσι, λοιπόν, ο Αθανάσιος διδάσκει χωρίς δισταγμό ότι ο Λόγος προσέλαβε τον άνθρωπο ολόκληρο, με νου και ψυχή, αφού μάλιστα σ’ αυτά εντοπίζεται το κατ’ εικόνα, β) Εφ’ όσον πίστη της Εκκλησίας είναι η σωτηρία ολόκληρου του ανθρώπου, έπεται κατ’ ανάγκην ότι ο Σωτήρας είχε στον εαυτό του ολόκληρο τον άνθρωπο, νου και σάρκα. Και απόκειται στον φωτισμένο θεολόγο να εξηγήσει το πώς της ενώσεως αυτής. Ο Αθανάσιος θέτει την πρώτη στέρεη βάση για την θεολογία της ολοκληρωτικής ενώσεως του ανθρώπου με τον Λόγο, αλλά δεν προχωρεί περισσότερο, ούτε εξηγεί το πώς της ενώσεως αυτής. Το έργο του θα συνεχίσουν οι Καππαδόκες και μάλιστα ο Γρηγόριος Θεολόγος θα θεμελιώσει το πώς της ενώσεως, η οποία θα εξηγηθεί οριστικά στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο (451).
Είναι αλήθεια ότι ο Αθανάσιος μόνο στον Τόμο προς Αντιοχείς (7) μιλάει ρητά για ανθρώπινο νου ή ψυχή στον Χριστό. Το γεγονός έδωσε αφορμή για πολλές συζητήσεις, που οδήγησαν στην άποψη ότι ο Αθανάσιος, ακολουθώντας το σχήμα Λόγος-σαρξ, είχε τάσεις απολιναριστικές. Αλλά το ενδιαφέρον και το κριτήριο του Αθανασίου ήταν άλλο, ήταν η σωτηρία ολόκληρου του ανθρώπου. Εφ’ όσον αυτός έδειχνε την σωτηρία ολόκληρου του ανθρώπου με την πρόσληψη από τον Λόγο ολόκληρου του ανθρώπου, περίττευε συζήτηση για ύπαρξη ή μη ανθρώπινης ψυχής στον Κύριο:
«ου σώμα άψυχον, ουδ’ αναίσθητον, ουδ’ ανόητον είχεν ο Σωτήρ. Ουδέ γαρ οιόν τε ην, του Κυρίου δι’ ημάς ανθρώπου γενομένου, ανόητον είναι το σώμα αυτού• ουδέ σώματος μόνον αλλά και ψυχής εν αυτώ τω Λόγω σωτηρία γέγονεν. Υιός τε ων αληθώς του Θεού, γέγονε και υιός του ανθρώπου• και μονογενής ων Υιός του Θεού, γέγονε ο αυτός πρωτότοκος εν πολλοίς αδελφοίς» (Προς Αντιοχείς 7).
«ου φαντασία η σωτηρία ημών, ουδέ σώματος μόνου, αλλ’ όλου του ανθρώπου, ψυχής και σώματος αληθώς, η σωτηρία γέγονεν εν αυτώ τω Λόγο. Ανθρώπινον άρα φύσει το εκ της Μαρίας κατά τας Γραφάς και αληθινόν ην το σώμα του Κυρίου. Αληθινόν δε ην επεί ταυτόν ην τω ημετέρω» (Προς Επίκτητον 7).
η. Τα ιδιώματα της θείας και της ανθρώπινης φύσεως διασώζονται
Είναι απόλυτα σαφές στον Αθανάσιο ότι, για να σωθεί ο άνθρωπος, έπρεπε ο Χριστός να είναι συγχρόνως και αληθινός Θεός (γι’ αυτό και ονόμαζε Θεοτόκο την Παρθένο Μαρία: Κατά αρ. Β’ 14 και 29• Γ’33) και αληθινός-ολόκληρος άνθρωπος. Ενεργούσε και ως φύσει Θεός και ως φύσει άνθρωπος. Ένδειξη της πραγματικής ενώσεως θεότητας και ανθρωπότητας στον Χριστό και συγχρόνως προϋπόθεση της σωτηρίας του ανθρώπου είναι ότι ενεργούσε ως Θεός με το σώμα:
«ει γαρ τα της θεότητος του Λόγου έργα μη διά του σώματος εγένετο, ουκ αν εθεοποιήθη άνθρωπος. Και πάλιν• ει τα ίδια της σαρκός ουκ ελέγετο του Λόγου, ουκ αν ηλευθερώθη παντελώς από τούτων ο άνθρωπος» {Κατά αρ. Γ’ 33).
Επομένως η διάσωση των ιδιωμάτων της θείας και της ανθρώπινης φύσεως στον Χριστό ήταν απόλυτη. Αλλά και η ένωση ήταν τόσο πραγματική, ώστε, όταν ο Χριστός ενεργούσε θαύμα, το εκτελούσε με τα ιδιώματα της ανθρώπινης φύσεώς του• όταν έπασχε ως άνθρωπος από πείνα, δίψα, πόνο κ.λπ., ήταν εκεί και ο Λόγος. Ανέλαβε την ανθρώπινη φύση με όλα τα πάθη της, εκτός της αμαρτίας, και γι’ αυτό τα σωματικά πάθη της σάρκας του είναι δικά του, όπως γι’ αυτό δικά του είναι και τα πνευματικά κατορθώματα. Και αυτός που θαυματοποιούσε και αυτός που έπασχε ήταν «ο αυτός» (το αυτό πρόσωπο, δηλαδή ο Χριστός):
«ο αυτός δε ην σωματικώς μεν ως άνθρωπος πτύων, θεϊκώς δε ως Υιός του Θεού ανοίγων τους οφθαλμούς του εκ γενετής τυφλού• και σαρκί μεν πάσχων… θεϊκώς δε ανοίγων τα μνήματα» (Προς Αντιοχείς 7).
«της σαρκός πασχούσης, ουκ ην εκτός ταύτης ο Λόγος. Διά τούτο γαρ αυτού λέγεται το πάθος. Και θεϊκώς δε ποιούντος αυτού τα έργα του Πατρός, ουκ ην έξωθεν αυτού η σαρξ, αλλ’ εν αυτώ τω σώματι ταύτα πάλιν ο Κύριος εποίει… ενδεδυμένος ανθρωπίνην σάρκα, ταύτην μετά των ιδίων παθών αυτής όλην ενδύσασθαι, ίνα, ώσπερ ίδιον αυτού λέγομεν είναι το σώμα, ούτω και τα του σώματος πάθη ίδια μόνον αυτού λέγηται, ει και μη ήπτετο κατά την θεότητα αυτού» (Κατά αρ. Γ’ 32).
Στην ιστορία της θεολογίας τα ανθρώπινα πάθη του Κυρίου ονομάστηκαν αδιάβλητα πάθη και αποτελούν τις φυσικές ανθρώπινες αδυναμίες, χωρίς να ταυτίζονται με την αμαρτία, διότι, αφότου ιδιοποιήθηκαν από τον Λόγο, δεν ρέπουν στην αμαρτία:
«του Λόγου γενομένου ανθρώπου και ιδιοποιούμενου τα της σαρκός, ουκέτι ταύτα (= τα πάθη) του σώματος (= της ροπής του στην αμαρτία) άπτεται διά τον εν αυτώ γενόμενον Λόγον» (Γ’ 33).
Βέβαια, λέγοντας ότι τα πάθη είναι του Κυρίου, του Χριστού ή του Λόγου, δεν εννοεί ότι είναι του Λόγου του Θεού, αλλ’ ότι είναι της σάρκας του Κυρίου, μολονότι λέει ότι η σάρκα «θεοφορείται» στον Λόγο: η χάρη, η θεία δύναμη, είναι του Λόγου και όχι της σάρκας: «ει γαρ και ο Λόγος σαρξ εγένετο , αλλά της σαρκός ίδια τα πάθη. Και ει η σαρξ θεοφορείται εν τω Λόγω, αλλ’ η χάρις και η δύναμις εστί του Λόγου. Τα γουν έργα του Πατρός διά της σαρκός εποίει» (Γ’ 41).
Τα ιδιώματα δηλαδή της κάθε φύσεως ανήκουν και μένουν σε κάθε μία από τις δύο φύσεις, αλλά και οι δύο φύσεις είναι απόλυτα ενωμένες στο πρόσωπο του Χριστού, που είναι και θειος Λόγος και άνθρωπος. Η θεολογία αυτή των ιδιωμάτων, αναπτυγμένη περισσότερο, κυρώθηκε το 451 από την Δ’ Οικουμ. Σύνοδο.
θ. Η προκοπή του Ιησού και η προσκύνηση τον Κυρίου
Η θεολογία της ενώσεως των δύο φύσεων στον Χριστό και της διασώσεως των ιδιωμάτων αυτών διευκόλυνε την απάντηση στα ερωτήματα: τί σημαίνει το ευαγγελικό «και Ιησούς γαρ προέκοπτε σοφία και χάριτι» (Λουκ. 2, 52) και τί προσκυνούμε στο πρόσωπο του Χριστού;
Το πρόβλημα της προκοπής ή αυξήσεως του Ιησού συζητήθηκε πολύ και συζητείται. Εφόσον διασώζονται τα ιδιώματα των φύσεων, η προκοπή εδώ αφορά στην ανθρώπινη φύση και συνιστά το γεγονός της αναπτύξεως ή αυξήσεως του Ιησού ως ανθρώπου και ποτέ ως Λόγου, ο οποίος ως άτρεπτος Θεός δεν είχε τέτοιο ιδίωμα. Ανθρωπίνως, λοιπόν, ο Ιησούς προκόπτοντας και ωριμάζοντας αυξανόταν και μεγάλωνε η φανέρωση της θεότητας του Λόγου μέσω του Ιησού ως οργάνου. Δηλ. όσο προέκοπτε ο άνθρωπος Ιησούς τόσο φανερωνόταν δι’ αυτού η θεότητα στους γύρω ανθρώπους, οι οποίοι θαύμαζαν έστω και αν δεν κατανοούσαν ακριβώς:
«ώσπερ είπομεν ότι σαρκί πέπονθε και σαρκί επείνα … εΙκότως αν λέγοιτο ότι σαρκί προέκοπτεν… ουτ’ ουν του Λόγου η προκοπή, ούτε η σαρξ ην η Σοφία, αλλά της σοφίας σώμα γέγονεν η σαρξ… το ανθρώπινον εν τη Σοφία προέκοπτεν, υπεραναβαίνον κατ’ ολίγον την ανθρωπίνην φύσιν και θεοποιούμενον και όργανον αυτής προς την ενέργειαν της θεότητος και την έκλαμψιν αυτής γινόμενον και φαινόμενον πάσι. Διο ουδέ είπεν• ο Λόγος προέκοπτεν, αλλ’ ο Ιησούς όπερ όνομα γενόμενος άνθρωπος ο Κύριος εκλήθη, ως είναι της ανθρωπίνης φύσεως την προκοπήν» (Γ’ 53).
«του σώματος άρα εστίν η προκοπή. Αυτού γαρ προκόπτοντος, προέκοπτεν εν αυτώ και η φανέρωσις της θεότητος τοις ορώσιν. Όσω δε η θεότης απεκαλύπτετο, τοσούτο πλείον η χάρις ηύξανεν ως ανθρώπου παρά πάσιν ανθρώποις» (Γ’ 52).
Στην ενότητα των δύο φύσεων του Χριστού και στην αφθαρτοποίηση και θέωση της ανθρώπινης φύσεως θεμελιώνει ο Αθανάσιος και την απάντηση του στο πρόβλημα του τί προσκυνούμε στον Χριστό. Δεν μπορούμε να χωρίσουμε τις φύσεις του και να προσκυνήσουμε μόνο τον θείο Λόγο, γιατί το σώμα είναι σώμα του. Και δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε από την θεία την κτιστή φύση του (που από μόνη της βέβαια δεν είναι προσκυνητή), γιατί αυτή θεώθηκε, αφθαρτοποιήθηκε στην συνάφειά της με την θεία, ώστε να μη μπορεί να πει κανείς ότι προσκυνώντας τον Κύριο προσκυνεί το κτιστό:
«ου γαρ κτίσματι η κτίσις προσκυνεί» (Προς Αδέλφιον 4). «Τον Κύριον εν σαρκί προσκυνούντες ου κτίσματι προσκυνούμεν, αλλά τον κτίστην ενδυσάμενον το κτιστόν σώμα» (αυτόθι 6).
ΠΝΕΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΚΗ
α. Μετέχουμε του Θεού διά του αγ. Πνεύματος
Όπως στην χριστολογία έτσι και στην πνευματολογία ο Αθανάσιος ξεκινάει από την βεβαιότητα της σωτηρίας, η οποία πραγματώνεται, καθόσον οι άνθρωποι μετέχουμε στο άγιο Πνεύμα. Η μετοχή μας αυτή, που είναι γεγονός εμπειρικό, λειτουργεί αποδεικτικά και για την σωτηρία μας και για την θέση του άγιου Πνεύματος στην αγ. Τριάδα, επομένως για το ότι δεν είναι κτίσμα, αλλά της φύσεως του Θεού. Η θέωση αποτελεί έργο και του Πνεύματος, που «συνάπτει» τον άνθρωπο με τον Υιό και τον Πατέρα, κάτι που δεν θα μπορούσε να κάνει, αν δεν είχε την φύση του Υιού και του Πατέρα.
«διά του Πνεύματος λεγόμεθα πάντες μέτοχοι του Θεού … ει κτίσμα δε ην το Πνεύμα το άγιον, ουκ αν τις εν αυτώ μετουσία του Θεού γένοιτο ημίν, …αλλότριοι δε της θείας φύσεως εγενόμεθα, ως κατά μηδέν αυτής μετέχοντες. Νυν δε, ότε λεγόμεθα μέτοχοι Χριστού και μέτοχοι Θεού, δείκνυται το εν ημίν χρίσμα και η σφραγίς μη ούσα της των γενητών φύσεως, αλλά της του Υιού διά του εν αυτώ Πνεύματος συνάπτοντος ημάς τω Πατρί. Διά τούτο και εν οις γίνεται ( = η μετουσία του αγ. Πνεύματος) ούτοι θεοποιούνται. Ει δε θεοποιεί ( = το Πνεύμα), ουκ αμφίβολον ότι η τούτου φύσις Θεού εστί» (Προς Σεραπίωνα Α’ 24).
Η ρεαλιστική αυτή πνευματολογία διατυπωνόταν ως απάντηση στην ηθικιστική θεώρηση της σωτηρίας από τους αρειανούς και τους ημιαρειανούς. Οι πρώτοι, ισχυριζόμενοι ότι ο Υιός (και το Πνεύμα) είναι κτίσμα, αρνούνταν την πραγματική ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Οι δεύτεροι, δέχονταν την ομοουσιότητα του Υιού προς τον Πατέρα, αλλά δίδασκαν ότι το Πνεύμα είναι «ετερούσιον» της Τριάδας, είναι κτίσμα, σύμφωνα δήθεν με το Αμώς 4,13: «Ιδού εγώ στερεών βροντήν και κτίζων πνεύμα και απαγγέλλων εις ανθρώπους τον Χριστόν αυτού». Εφ΄όσον όμως το Πνεύμα ως κτίσμα δεν μπορεί να συνάψει-ενώσει τον κτιστό άνθρωπο με τον άκτιστο Θεό, η σωτηρία μένει στο επίπεδο της ηθικολογίας.
β. Η τελεία Τριάδα
Οι ημιαρειανοί αυτοί, που χαρακτηρίζονται «πνευματομαχούντες» και άγνωστο γιατί «τροπικοί», εμφανίστηκαν στην περιοχή της Θμούεως της Αιγύπτου, λίγο μετά το 355. Ισχυρίζονταν ότι δέχονταν την Τριάδα, την οποία όμως κατέλυαν, αφού άλλης φύσεως ήθελαν τον Πατέρα και τον Υιό και άλλης το αγ. Πνεύμα (Προς Σεραπίωνα A’ 2).
Έθεταν λοιπόν και πρόβλημα ενότητας ή αδιαιρέτου της Τριάδας. Το πρόβλημα προσεγγίζει ο Αθανάσιος από την θεία οικονομία, την οποία ορθά θεωρεί κοινό έργο του Πατέρα, του Υιού και του αγ. Πνεύματος:
«ένα είναι τον αγιασμόν, τον εκ Πατρός δι’ Υιού εν Πνεύματι αγίω γινόμενον» (Προς Σεραπίωνα Α’ 20).
Έτσι, μολονότι υιοποιούμεθα, επειδή ο Υιός είναι φυσικός Υιός, υιοποιούμεθα διά του Πνεύματος και ζωοποιούμεθα διά του Πνεύματος, αλλ’ αποκτούμε την ζωή του Χριστού. Φωτιζόμεθα διά του Πνεύματος, αλλά φωτίζων είναι ο Χριστός (αυτόθι 19).
Οτιδήποτε λοιπόν το αγ. Πνεύμα ενεργεί στην πορεία της θείας οικονομίας για τον άνθρωπο συνιστά ενέργεια όλης της Τριάδας. Κάποτε αφήνει την υπόνοια ότι ταυτίζει την θεία ενέργεια με το ίδιο το αγ. Πνεύμα:
«Ενός γαρ όντως του Υιού…μίαν είναι δει τελείαν και πλήρη την αγιαστικήν και φωτιστικήν ζώσαν ενέργειαν αυτού και δωρεάν, ήτις εκ Πατρός λέγεται εκπορεύεσθαι, επειδή παρά του Λόγου του εκ Πατρός ομολογουμένου εκλάμπει και αποστέλλεται και δίδοται» (αυτόθι 20).
γ. Το Πνεύμα εκ της ουσίας του Θεού
Το γεγονός ότι το Πνεύμα είναι εκ του Θεού και θεώνει τον άνθρωπο δείχνει ότι είναι της ουσίας και της φύσεως του Θεού Πατέρα, όπως και ο Υιός. Χρησιμοποιεί μάλιστα, για να δηλώσει αυτό, κυρίως την αρνητική έκφραση «ου ξένον» ή «ουκ αλλότριον» και τον θετικό προσδιορισμό «ίδιον» (του Θεού), όπως έκανε και προκειμένου να εξηγήσει ότι ο Υιός είναι της φύσεως του Πατέρα:
«ώσπερ ο Υιός, ο εν τω Πατρί ων, εν ω και ο Πατήρ έστιν, ουκ έστι κτίσμα, αλλ\ ίδιος της του Πατρός ουσίας… ούτω και το Πνεύμα το εν τω Υιώ, εν ω και ο Υιός εστί…ίδιον δε και εν της εν Τριάδι θεότητος» (Προς Σεραπίωνα Α’ 21).
«είδέναι αγίαν μεν Τριάδα, μίαν δε θεότητα και μιαν αρχήν και Υιόν μεν ομοούσιον τω Πατρί, ως είπον οι Πατέρες, το δε άγιον Πνεύμα ου κτίσμα, ουδέ ξένον, αλλ’ ίδιον και αδιαίρετον της ουσίας του Υιού και του Πατρός» (Προς Αντιοχείς 5).
«το Πνεύμα δέδεικται μάλλον ίδιον είναι του Υιού και ου ξένον του Θεού. Ει δε ο Υιός, επειδή εκ του Πατρός εστίν, ίδιος της ουσίας αυτού εστίν, ανάγκη και το Πνεύμα, εκ του Θεού λεγόμενον, ίδιον είναι κατ’ ουσίαν του Υιού. Ουκ άρα των γενητών εστί το Πνεύμα, αλλ’ ίδιον της του Πατρός θεότητος, εν ω και τα γενητά ο Λόγος θεοποιεί. Εν ω δε θεοποιείται η κτίσις, ουκ αν είη εκτός αυτός της του Πατρός θεότητος» (Προς Σεραπίωνα Α’ 25).
Μολονότι ο Αθανάσιος, όταν ερωτήθηκε (περί το 358-360) για τις πνευματομαχικές αντιλήψεις, χρησιμοποιούσε για τον Υιό ευρύτατα τον όρο ομοούσιος, τον αποφεύγει προκειμένου περί του Πνεύματος. Τον χρησιμοποιεί μία μόνο φορά λίγο έμμεσα («ουκ εστί των πολλών το Πνεύμα, αλλ’ ουδέ άγγελος, αλλ’ εν ον, μάλλον δε του Λόγου ενός όντος ίδιον, και του Θεού ενός όντος και ομοούσιόν εστίν») (αυτόθι 27), κάτι που ίσως υποσημαίνει δισταγμό, αφού μάλιστα δεν χρησιμοποιεί για το Πνεύμα και τον όρο «ταυτόν», με τον οποίο διασαφηνίζει την ταυτότητα ουσίας του Πατέρα και του Υιού. Παράλληλα όμως δεν διστάζει να υπογραμμίσει ότι η σχέση («ιδιότητα»), που υπάρχει μεταξύ Πατέρα και Υιού, υπάρχει και μεταξύ Πνεύματος και Υιού. Προφανώς δεν εξειδικεύει την σχέση αυτή στον τρόπο υπάρξεως του Υιού (γέννηση) και του Πνεύματος (εκπόρευση)• επισημαίνει μόνο την σχέση φύσεως:
«οίαν γαρ έγνωμεν ιδιότητα του Υιού προς τον Πατέρα, ταύτην έχειν το Πνεύμα προς τον Υιόν ευρήσομεν» (Προς Σεραπίωνα Γ’ 1). Γενικά όμως η ενέργεια εμφανίζεται ως κίνηση της όλης Τριάδας: «μία άρα… η της Τριάδος ενέργεια δείκνυται» (Προς Σεραπίωνα Α’ 31).
Μίλησε με σαφήνεια για την αναγκαιότητα της ενότητας της Τριάδας. Επισήμανε τον ρόλο του Πατέρα ως αρχής και πηγής, τον ρόλο του Υιού ως δημιουργού και τον ρόλο του Πνεύματος που ενεργεί στα πάντα. Τόνισε την υπαρκτικότητα και των τριών προσώπων, χωρίς να τα ονομάζει πρόσωπα ή υποστάσεις. Επίσης εξήγησε επιγραμματικά ότι «αρχή και πηγή» είναι ο Πατέρας (αυτόθι 28) και ότι το Πνεύμα «εκπορεύεται» από τον Πατέρα, ενώ «αποστέλλεται και δίδοται» από τον Υιό (αυτόθι Α’ 20). Στην Α’ Επιστολή του προς Σεραπίωνα έχουμε την πρώτη τόσο έξοχη διατύπωση της τριαδολογίας:
«Τριάς τοίνυν αγία και τελεία εστίν. εν Πάτρι και Υιώ και αγίω Πνεύματι θεολογουμένη, ουδέν αλλότριον ή έξωθεν επιμιγνύμενον έχουσα … ομοία δε εαυτή και αδιαίρετος εστί τη φύσει και μία ταύτης η ενέργεια. Ο γαρ Πατήρ διά του Λόγου εν Πνεύματι αγίω τα πάντα ποιεί και ούτως η ενότης της Αγίας Τριάδος σώζεται και ούτως εις Θεός εν τη Εκκλησία κηρύττεται… “επί πάντων” ο μεν ως Πατήρ, ως αρχή και πηγή• “δια πάντων” δε διά του Λόγου• “εν πάσι” δε εν τω Πνεύματι τω αγίω. Τριάς δε εστίν ουχ έως ονόματος μόνον και φαντασίας λέξεως, αλλά αληθεία και υπάρξει Τριάς. Ώσπερ γαρ ο ων εστίν ο Πατήρ, ούτως ο ων εστί και ο επί πάντων Θεός ο τούτου Λόγος. Και το Πνεύμα το άγιον ουκ ανύπαρκτον εστί, αλλ’ υπάρχει και υφέστηκεν αληθώς» (28).
δ. Η υπόσταση ταυτίζεται με την ουσία. Αλλά όσοι την διακρίνουν δεν είναι αναγκαστικά αιρετικοί.
Είναι γνωστό ότι από τα πρώτα έτη οι αρειανοί άνετα πρόβαλλαν τον όρο δύο ή τρεις υποστάσεις, για να τονίσουν την διαφορά φύσεως μεταξύ του Πατέρα και των δύο άλλων προσώπων της Τριάδας. Το γεγονός ανάγκαζε τον Αθανάσιο να μιλάει απολογητικά για την ενότητα υποστάσεως στην Τριάδα, ταυτίζοντας βέβαια την υπόσταση με την θεία ουσία ή φύση, για να δείξει ότι ο Υιός έχει την ίδια φύση με τον Πατέρα:
«αλλ’ υπόστασιν μεν λέγομεν, ηγούμενοι ταυτόν είναι ειπείν υπόστασιν και ουσίαν. Μίαν δε φρονούμεν… διά την ταυτότητα της φύσεως» (Προς Αντιοχείς 6).
«ομοούσιον είναι τον Υιόν τω Πατρί και ανεθεμάτισαν τους λέγοντας εξ ετέρας υποστάσεως είναι τον Υιόν» (Προς τους εν Αφρική 9).
Γνώριζε παρά ταύτα την συζήτηση που άρχισε λίγο πριν από το 360 για τον όρο «τρεις υποστάσεις», τον οποίο τώρα πρόβαλλαν ορθόδοξοι (αυτόθι 11) με ορθόδοξο περιεχόμενο. Άκουσε με προσοχή τους υποστηρικτές του όρου αυτού. Και αφού τον βεβαίωσαν ότι δεν εννοούν τον Υιό «αλλοτριούσιον» και ότι προβάλλουν τον όρο για να τονίσουν την πραγματικότητα των τριών θείων προσώπων, δέχτηκε ότι δεν είναι κακόδοξοι όσοι τον χρησιμοποιούν (Προς Αντιοχείς 5). Ο ίδιος δεν μπόρεσε να εισέλθει στην θεολογική προβληματική της διακρίσεως των όρων υπόσταση και ουσία. Το άγιο Πνεύμα θα οδηγούσε άλλους στην διάκριση αυτή, τους Καππαδόκες και δη τον Μ. Βασίλειο, λίγα μόλις χρόνια μετά.
Η απολογητική αυτή προοπτική εγκλωβίζει μάλιστα τον Αθανάσιο στην φιλοσοφική αντίληψη, ότι με τις λέξεις Θεός και Πατέρας σημαίνεται η θεία ουσία και όχι κάτι «περί την» ουσία. Έτσι έφθανε στην ομοουσιότητα του Υιού, αφού οι εκφράσεις «εκ του Θεού» (Γραφή) και «εκ της ουσίας του Πατρός» (Νίκαια) αναγκαστικά σημαίνουν ότι ο Υιός ήταν από αυτό που μόνο είναι ο Θεός, δηλαδή από την ουσία του. Την άποψη αυτή, που εμφαντικά δίδαξε ο Ευνόμιος, αντέκρουσε ο Μ. Βασίλειος και οι άλλοι καππαδόκες, που έδειξαν ότι το «Πατέρας», το «Υιός» και το «Πνεύμα» δηλώνουν το είναι κάθε προσώπου, την υπόστασή τους. Αλλά και ο Αθανάσιος, διατυπώνοντας αυτή την άποψη, είχε ριζικά διαφορετικές προϋποθέσεις και γι’ αυτό συγχρόνως τόνιζε ότι η θεία ουσία είναι ακατάληπτη, ενώ για τον Ευνόμιο είναι καταληπτή:
«λέγοντες τον Θεόν και ονομάζοντες τον Πατέρα ουδέν τι ως περί αυτόν ονομάζομεν, αλλ’ αυτήν την ουσίαν αυτού σημαίνομεν• καν γαρ καταλαβείν ότι ποτέ εστίν η του Θεού ουσία μη η δυνατόν, αλλά μόνον νοούντες είναι τον Θεόν… όπου ποτέ λέγει η Γραφή “ο Θεός” ημείς αναγιγνώσκοντες ουδέν έτερον ή αυτήν την ακατάληπτον αυτού ουσίαν σημαινομένην νοούμεν» (Περί Νικαίας 22,3. Βλ. και Περί συνόδων 35,2).
Είναι σαφές ότι όσο απουσίαζε από την θεολογική του σκέψη η διάκριση είναι και ουσίας, τόσο αδυνατούσε να διακρίνει με συνέπεια την προβληματική των υποστάσεων των θείων προσώπων (το ιδιαίτερο είναι τους) και την κοινή τους φύση.
ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
Ο Αθανάσιος με το έργο του απέβη και ο πρώτος θεολόγος της Οικουμενικής Συνόδου. Δημιούργησε θεολογικά το πορτραίτο της. Οι σχετικές απόψεις του έγιναν απόλυτος οδηγός στην μετέπειτα συνοδική ζωή της Εκκλησίας. Αφορμή να θεολογήσει για την σύνοδο υπήρξε η άρνηση των αρειανών να υιοθετήσουν την σύνοδο της Νικαίας (325) με ποικίλες προφάσεις. Για ν’ αφοπλίσει τους αρειανούς, εξήγησε τις προϋποθέσεις, την διαδικασία, τα κριτήρια και την αυτάρκεια της Οικουμενικής Συνόδου (Βλ. ειδική μελέτη μας, Αθανάσιος ο Μέγας και η θεολογία της Οικουμενικής Συνόδου, Αθήνα 1980).
Η σύγκληση Συνόδου γίνεται από ανάγκη επείγουσα, όταν εμφανίζεται νέα κακοδοξία, που παρεξηγεί την αλήθεια και ταράσσει γι’ αυτό και διαιρεί το σώμα της Εκκλησίας• όταν δεν έχει εκφραστεί οριστικά στην Παράδοση το σημείο εκείνο της αλήθειας, στο οποίο αφορά η νέα κακοδοξία. Αν η κακοδοξία δεν είναι νέα, τότε η Εκκλησία καταφεύγει σε ότι έχει διατυπωθεί ήδη στην Γραφή και την Παράδοση. Μέλη της Συνόδου είναι μόνο όσοι έχουν την ορθή πίστη, αυτοί που φρονούν ότι και η Εκκλησία. Κανένα θέμα στην Σύνοδο δεν συζητείται, αν γενικά δεν έχει εξασφαλιστεί συμφωνία στην πίστη.
«η μεν γαρ εν Νικαία σύνοδος ουχ απλώς γέγονεν, αλλ’ είχε την χρείαν κατεπείγουσαν και την αιτίαν εύλογον» (Περί συνόδων 5,1). «Αι δε νυν κινούμεναι παρ’ αυτών σύνοδοι (= των αρειανών) ποίαν έχουσιν εύλογον αιτίαν; ει μεν γαρ καινότερα τις άλλη γέγονεν αίρεσις μετά την αρειανήν, ειπάτωσαν τα της επινοίας αυτής ρήματα και τίνες οι ταύτην εφευρόντες εισίν… ει δε μηδέν τι τοιούτον γέγονε, μηδέ δύνανται δείξαι τις η χρεία των (= αρειανικών) συνόδων, αρκούσης της εν Νικαία γενομένης προς τε την αρειανήν και τας άλλας αιρέσεις, ας κατέκρινε πάσας δια της υγιαινούσης πίστεως» (αυτόθι 6,1).
«Διά τούτο και οικουμενική γέγονεν η εν Νικαία σύνοδος, τριακοσίων δέκα και οκτώ συνελθόντων επισκόπων περί της πίστεως δια την αρειανήν ασέβειαν. Τί γαρ εκείνη λείπει, ίνα καινότερα ζητήση τις»; (Προς τους εν Αφρική επισκόπους 2).
«ου γαρ οιόν τε συνόδω συναριθμηθήναι τους περί πίστιν ασεβούντας, ουδέ πρέπει προκρίνεσθαι πράγματος εξέτασιν της περί πίστεως εξετάσεως. Χρή γαρ πρώτον πάσαν περί πίστεως διαφωνίαν εκκόπτεσθαι…» (Περί των γεγενημένων παρ’ αρειανών 36, 3-4).
Τα μέλη της Συνόδου, όπως άλλωστε οι Πατέρες της Εκκλησίας γενικά, επιτελούν το έργο τους με τον φωτισμό και την αποκάλυψη του αγ. Πνεύματος, εφόσον μετέχουν στην αλήθεια, όπως είδαμε σε άλλη παράγραφο. Αποτέλεσμα της αποκαλύψεως και της «θεοφανείας», κατά την εκάστου «χρεία», είναι ότι η απόφαση της Νικαίας είναι «θείον» «ρήμα Κυρίου», που μόνο γι’ αυτό έχει απόλυτη ισχύ και «μένει» στους αιώνες (Προς τους εν Αφρική 2• Κατά αρ. A’ 63). Ο φωτισμός των Πατέρων είναι συγχρόνως και ο λόγος για τον οποίο η απόφαση της Συνόδου είναι σύμφωνη με ότι δηλώνεται στην Γραφή. Οι συνοδικοί όροι δηλαδή αποτελούν αποκάλυψη του «νου», του βαθύτερου πνεύματος, βιβλικών χωρίων, είναι συναγωγή της «διάνοιας» της Γραφής, είναι ανάπτυξη εκείνου που απλώς σημειώνει η Γραφή, είναι η αναζήτηση του πνεύματος κάτω από το γράμμα της Γραφής. Ότι νέο εκφράζεται με τον τρόπο τούτο και με μη βιβλικούς όρους δεν πρέπει ποτέ να αντιτίθεται σε ότι είναι ήδη διατυπωμένο στην Γραφή και την Παράδοση. Το νικαϊκό π.χ. «εκ της ουσίας του Πατρός» δεν είναι αντίθετο προς το βιβλικό «εκ του Πατρός», αλλά το βαθύτερο πνεύμα του, η ευρύτερη φανέρωση της ίδιας αλήθειας. Βέβαια η Εκκλησία θα μπορούσε να μένει μόνο με τους απλούς όρους της Γραφής, αν δεν την ανάγκαζαν οι κακόδοξοι να προχωρήσει στην θεολογία των όρων τούτων , δηλαδή στην ευρύτερη εκκάλυψη της αλήθειας που δηλώνουν. Θα προτιμούσε ακόμη να μη χρησιμοποιεί «αγράφους», μη βιβλικούς, όρους στην διατύπωση της πίστεως. Αναγκάζεται όμως να το πράξει, διότι άγραφα χρησιμοποιούν οι κακόδοξοι. Οι τελευταίοι όμως με τα άγραφα προβάλλουν απόψεις άγνωστες στην Γραφή, ενώ οι ορθόδοξοι με αυτά και πιστοί στην Γραφή μένουν και το βαθύτερο πνεύμα της φανερώνουν:
«αποκαλύπτειν χρη τον νουν του ( = βιβλικού) ρητού, ως κεκρυμμένον τούτον ζητείν» (Κατά αρ. Β’ 44).
«α γαρ αγνοούμεν εν τοις λογίοις ( = της Γραφής) ουκ εκβάλλομεν, αλλά ζητούμεν ους απεκάλυψεν ο Κύριος και παρ’ αυτών μανθάνειν αξιούμεν» (Περί συνόδων 40, 2-3).
«τω δε πνεύματι φωτιζομένων ημών» (Προς Σεραπίωνα Α’ 19). «έδει και περί του Κυρίου εκ των Γραφών τα περί αυτού γεγραμμένα λέγεσθαι και μη αγράφους επεισάγεσθαι λέξεις… Ναι έδει, φαίην αν και έγωγε… αλλ’… η ασέβεια … ηνάγκασε τους επισκόπους λευκότερον εκθέσθαι τα την ασέβειαν αυτών ανατρέποντα ρήματα» (Περί Νικαίας 32,1).
«οι πατέρες, θεωρήσαντες εκείνων (= των αρειανών) την πανουργίαν, λευκότερον ειπείν το ‘εκ του Θεού’ και γράψαι ‘εκ της ουσίας της Θεού’ είναι τον Υιόν» (αυτόθι 19,2).
«οι επίσκοποι… ηναγκάσθησαν … συναγαγείν εκ των Γραφών την διάνοιαν και άπερ πρότερον έλεγον, ταύτα πάλιν λευκότερον ειπείν και γράψαι ‘ομοούσιον’ είναι τω Πατρί τον Υιόν, ίνα μη μόνον όμοιον τον Υιόν, αλλά ταυτόν τη ομοιώσει εκ του Πατρός είναι σημαίνωσιν» (αυτόθι 20,3).
«ίνα… μάθωσιν από του γράμματος επιστρέφειν εις το πνεύμα» (Περί συνόδων 45,3).
Ο χαρακτήρας της αποφάσεως της Οικουμ. Συνόδου είναι κυρίως θετικός και δευτερευόντως αρνητικός. Η διατύπωση της αλήθειας γίνεται με τρόπο θετικό (π.χ. «ομοούσιος»), διότι μόνο με την θέση, δηλαδή την φανέρωση της αλήθειας, καταρρίπτεται αυτό, που δεν είναι αλήθεια, η κακοδοξία. Κρίση, κατάκριση και καταδίκη της κακοδοξίας αποβαίνει αφ’ εαυτής η αλήθεια. Την συνοδική απόφαση (τον «όρο») ακολουθεί αναθεματισμός των κακοδόξων, ώστε οι αθεολόγητοι πιστοί να ακούουν με έμφαση ποιούς πρέπει να αποφεύγουν.
η Νίκαια «κατέκρινε ( = τις αιρέσεις) διά της υγιαινούσης πίστεως» (Περί συνόδων 6).
Οι πατέρες της συνόδου «εδήλωσαν φανερώς ότι το ‘εκ της ουσίας’ και το ‘ομοούσιον’ αναιρετικά των της ασεβείας λογαρίων εισίν, άπερ εστίν ‘κτίσμα’ και ‘ποίημα’ και ‘ουκ ην πριν γεννηθή’» (Περί Νικαίας 20,6).
«ούτω νοήσαντες οι πατέρες, έγραψαν (= θετικός χαρακτήρας) ομοούσιον είναι τον Υιόν τω Πατρί και ανεθεμάτισαν (= αρνητικός χαρακτήρας) τους λέγοντας εξ ετέρας υποστάσεως είναι τον Υιόν» (αυτόθι 20,3).
Η απόφαση της Συνόδου χαρακτηρίζεται συνήθως «αυτάρκης». Η Σύνοδος «αρκεί» για να ορθοδοξούν οι πιστοί και να κατακρίνονται οι κακόδοξοι. Ο Αθανάσιος δεν χρησιμοποιεί για την Σύνοδο όρους όπως «αυθεντία» ή «αλάθητος». Το γεγονός έχει μεγάλη σημασία. Η απόφαση, ο όρος ή η «πίστη» της Συνόδου, δεν είναι αφ’ εαυτής η αλήθεια και δη όλη η αλήθεια. Αποτελεί απλώς δήλωση- επισήμανση εκείνου του μέρους της αλήθειας, το οποίο παρεξήγησε κάποιος κακόδοξος. Η απόφαση της Νίκαιας είναι «αυτάρκης» «ως προς» την αρειανική αίρεση κυρίως. Το αυτάρκης εδώ είναι ταυτόσημο προς τα: «θεόπνευστος», «αποστολική», σύμφωνα με την Γραφή, η οποία και αυτή χαρακτηρίζεται «αυτάρκης». Η «αυτάρκεια» «ως προς τι» αφήνει τον δρόμο ανοικτό για νέα Σύνοδο, αν παραστεί ανάγκη, όπως και παρέστη.
«η γαρ εν αυτή ( = τη συνόδω της Νικαίας)… ομολογηθείσα πίστις αυτάρκης εστί» (Προς τους εν Αφρική 1).
«αρκούσης της εν Νικαία γενομένης ( = συνόδου) προς τε την αρειανικήν και τας άλλας αιρέσεις, ας κατέκρινεν» ( = όσες με τα άρθρα του Συμβόλου καταδίκασε) (Περί συνόδων 6,1).
Η απόφαση της Συνόδου ως «αυτάρκης» και θεόπνευστη είναι ορθή και αμετάβλητη. Ως έκφραση όμως της αλήθειας, ως μορφή δηλαδή, αντιμετωπίστηκε ρεαλιστικά. Ο Αθανάσιος είχε συνειδητοποιήσει ότι απόλυτη και αμετάβλητη είναι μόνο η αλήθεια. Η γλωσσική μορφή που την εκφράζει μπορεί να μεταβληθεί:
«ου γαρ αι λέξεις την φύσιν παραιρούνται, αλλά η φύσις (η αλήθεια, το πράγμα) τας λέξεις εις εαυτήν έλκουσα μεταβάλλει. Αι ουσίαι πρώται και δεύτεραι τούτων αι λέξεις» (Κατά αρ. Β’ 3).
Στην θεολογία προσδιοριστική αρχή αποτελεί τελικά η αλήθεια. Η έκφραση είναι το προσδιοριζόμενο, το μεταβαλλόμενο με κριτήριο την αλήθεια. Όταν οι ομοιουσιανοί έδειχναν ότι πιστεύουν ορθόδοξα και επιθυμούν να ενσωματωθούν στην Εκκλησία, αλλά υποπτεύονταν τον όρο «ομοούσιος», ο Αθανάσιος έκανε την υποχώρηση να δεχτεί από αυτούς την χρήση άλλου όρου (μορφή γλωσσική), που θα εξέφραζε όμως την ίδια αλήθεια. Έτσι ο κατ’ εξοχήν εμπνευστής και υπερασπιστής της θεολογίας (και των όρων) της Νίκαιας είχε την τόλμη να προτείνει για τους ορθοδοξούντες ομοιουσιανούς τον όρο «φύσει Υιός»:
«ει δε… προσποιούνται… την λέξιν φοβείσθαι του ομοουσίου, ειπάτωσαν και φρονείτωσαν απλούστερον ,..( = ας χρησιμοποιούν δηλ. την διατύπωση) αληθώς τον Υιόν φύσει Υιόν» (Προς τους εν Αφρική 9).
ΒΑΣΙΛΕΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
α. Το πρόβλημα
Ο Αθανάσιος υπήρξε ο πρώτος μεγάλος θεολόγος, αφότου η Εκκλησία απέκτησε «καλές σχέσεις» με την πολιτεία, αφότου βγήκε από τις κατακόμβες και δέχτηκε την προστασία της κοσμικής εξουσίας. Το γεγονός της «προστασίας» αυτής δημιούργησε τεράστια προβλήματα στην Εκκλησία, όχι μικρότερα ίσως από αυτά που της προκάλεσαν οι διωγμοί. Και πρωταρχικό πρόβλημα έγινε η ανάμιξη του χριστιανού αυτοκράτορα στα πράγματα της Εκκλησίας, άλλοτε αυτοβούλως και άλλοτε με πρόσκληση εκκλησιαστικών ανδρών. Η πρόσκληση αυτή και η χρήση της αυτοκρατορικής εξουσίας έγινε πληθωρική από τους αρειανόφρονες, πρώτον για την ανατροπή της αποφάσεως της Νίκαιας και της θεολογίας του Αθανασίου και δεύτερον για την προσωπική καταδίκη του ίδιου του Αθανασίου και των ομοφρόνων του επισκόπων. Για την επίτευξη του διπλού αυτού σκοπού συγκλήθηκε μεγάλος αριθμός συνόδων με την εκβιαστική παρουσία αυτοκρατόρων ή αντιπροσώπων τους. Η αντίδραση του Αθανασίου, που γνώρισε διάφορες φάσεις, εκδηλώθηκε έντονα και απέβλεπε στην στερέωση του κύρους της Συνόδου της Νίκαιας και στην αθώωση του εαυτού του, που τον συκοφαντούσαν για εκκλησιαστικά αδικήματα και συνήθως για κοινά ποινικά εγκλήματα.
Η διπλή αυτή επιδίωξη του επέβαλλε μια θεολογική θεώρηση του προβλήματος και μια ρεαλιστική τακτική.
β. Θεολογική θεώρηση
Με την θεολογική θεώρηση διέκρινε σαφώς μεταξύ επισκόπων και βασιλέα, μεταξύ της φύσεως των εκκλησιαστικοθεολογικών θεμάτων και των αντικειμένων της βασιλικής φροντίδας. Άλλο είναι η εκκλησιαστική απόφαση και άλλο η «ρωμαϊκή αρχή». Ο βασιλέας δεν έχει καμμία θέση στην απόφαση («κρίσιν») των επισκόπων. Το γεγονός ότι ο αυτοκράτορας είχε την βασιλεία (από τον Θεό) δεν του εξασφάλιζε το δικαίωμα να αποφασίζει για τα εκκλησιαστικοθεολογικά, όπως δίδαξε ο Ευσέβιος Καισαρείας, θεμελιώνοντας τον καισαροπαπισμό. Ο Αθανάσιος απέρριψε έντονα την υπερφίαλη απαίτηση του Κωνσταντίου (361): «όπερ εγώ βούλομαι τούτο κανών (= εκκλησιαστικός) νομιζέσθω» (Περί των γεγενημένων παρ’ αρειανών 33,7). Η απόφαση των επισκόπων δεν αποκτά «κύρος» από τον βασιλέα, μολονότι αποφάσεις συνόδων και επισκόπων συνοδεύονταν από βασιλικά διατάγματα. Οι επίσκοποι είναι οι μόνοι εγγυητές της ορθότητας των αποφάσεων τους. Αυτοί κρίνουν εάν ο βασιλέας πιστεύει ή όχι ορθόδοξα. Αυτοί μπορούν να τον συμβουλεύσουν σχετικά, ακόμη και να τον απειλήσουν με θεία τιμωρία. Την τακτική προκλήσεως του κοσμικού άρχοντα να αναμιχτεί στα εκκλησιαστικά εγκαινίασαν οι αρειανοί μετά την Σύνοδο της Νίκαιας. Έτσι, ενώ στην Σύνοδο της Νίκαιας ο Κωνσταντίνος απλώς παρακολούθησε με ενδιαφέρον τις εργασίες της, δεχόμενος τις ορθόδοξες θέσεις, στις μετέπειτα φιλοαρειανικές συνόδους ο αυτοκράτορας ή ο αντιπρόσωπος του πίεζε κι εξεβίαζε τους επισκόπους και συχνά κατηύθυνε τις εργασίες της συνόδου, οι αποφάσεις της οποίας γι’ αυτό δεν είχαν κύρος. Ο Αθανάσιος βεβαιώνει ότι πριν από τις συνόδους αυτές ποτέ ο κοσμικός άρχοντας δεν επενέβαινε στα εκκλησιαστικά. Τουλάχιστον αποκρουόταν η επέμβαση του, όπως συνέβη στην περίπτωση του Μ. Κωνσταντίνου, που μάταια ζητούσε από τους Αλέξανδρο και Αθανάσιο Αλεξανδρείας να δεχτούν στην Εκκλησία τον Άρειο:
«Ει γαρ επισκόπων εστί κρίσις, τί κοινόν έχει προς ταύτην ο βασιλεύς; Ει δε βασιλέως εστίν απειλή, τις ενταύθα χρεία των λεγομένων επισκόπων; Πότε γαρ εκ του αιώνος ηκούσθη τοιαύτα; Πότε κρίσις Εκκλησίας παρά βασιλέως έσχε το κύρος ή όλως εγνώσθη τούτο το κρίμα; … Παύλος απόστολος είχε φίλους τους της Καίσαρος οικίας… αλλ’ ουκ εις κρίματα ( = αποφασείς, κρίσεις) του τους κοινωνούς παρελάμβανε. Νυν δε θέαμα καινόν και του της αρειανής αιρέσεως εστίν εύρημα• συνήλθον γαρ αιρετικοί και βασιλεύς Κωνστάντιος, ίνα… καθ’ ων αν εθέλοι πράττη … και ούτοι δε (= οι αρειανοί), την βασιλέως έχοντες δυναστείαν, επιβουλεύωσιν οις αν εθέλωσι, θέλουσι δε τοις μη ασεβούσιν ως αυτοί» (Περί των γεγενημένων παρ’ αρειανών 52, 3-5).
«οι επίσκοποι… μετά λόγων εχρήσαντο διδάσκοντες μη είναι την βασιλείαν αυτού ( = του Κωνσταντίου), άλλα του δεδωκότος Θεού, ον και φοβείσθαι αυτόν ηξίουν, μη εξαίφνης αυτήν αφέληται. Ηπείλουν τε την ημέραν της κρίσεως και συνεβούλευον αυτώ μη διαφθείρειν τα εκκλησιαστικά μηδέ εγκαταμίσγει την ρωμαϊκήν αρχήν τη της Εκκλησίας διαταγή, μηδέ την αρειανήν αίρεσιν εισάγειν εις την εκκλησίαν του Θεού» (αυτόθι 34,1).
«Δέσποτα παντοκράτορ, βασιλεύ των ουρανών… λάμψον εις την καρδίαν αυτού (= του Κωνσταντίου), ίνα, γνους την καθ’ ημών συκοφαντίαν, ευμενώς μεν αυτός δέξηται την απολογίαν, πάντας δε ποιήση γνώναι ότι αι ακοαί αυτού ησφαλίσθησαν εν αληθεία» (Απολογία προς Κωνστάντιον 12).
Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο Αθανάσιος υιοθετεί και προβάλλει εμφαντικά τις ανάλογες απόψεις του γηραιού και πανσέβαστου Οσίου Κορδούης, που απέτρεπε τον βασιλέα Κωνστάντιο να αναμιγνύεται στα εκκλησιαστικά, γιατί σ’ αυτόν ο Θεός εμπιστεύτηκε μόνο την κοσμική εξουσία:
«μη τίθει σεαυτόν εις τα εκκλησιαστικά, μηδέ συ περί τούτων ημίν παρακελεύου, άλλα μάλλον παρ’ ημών συ μάνθανε ταύτα. Σοι βασιλείαν ο Θεός ενεχείρισεν, ημίν τα της Εκκλησίας επίστευσε. Και ώσπερ ο την σήν αρχήν υποκλέπτων αντιλέγει τω διαταξαμένω Θεω, ούτω φοβήθητι, μη και συ τα της εκκλησίας εις εαυτόν έλκων υπεύθυνος εγκλήματι μεγάλω γένη. ”Απόδοτε”, “γέγραπται, τα καίσαρος καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ”. Ούτε τοίνυν ημίν άρχειν επί της γής έξεστιν ούτε συ του θυμιάν εξουσίαν έχεις, βασιλεύ!» (Περί των γεγενημένων παρ’ αρειανών 44,7).
γ. Ρεαλιστική τακτική έναντι του βασιλέα
Η ρεαλιστική τακτική του Αθανασίου είχε αφορμή τον “εναγκαλισμό” Εκκλησίας και βασιλέα και την επιτυχία των αρειανών να συγκαλούν αυτοβούλως οι βασιλείς συνόδους. Και ο ίδιος ο Αθανάσιος προκάλεσε επέμβαση των αυτοκρατόρων, όχι όμως για να κρίνουν την ορθότητα των αποφάσεων της Νίκαιας, άλλα για να ακυρώσουν όσα έγιναν προς ανατροπή των αποφάσεων αυτών και όσα βάσει ψευδών κατηγοριών αποφασίστηκαν κατά του Αθανασίου σε συνόδους, που εργάστηκαν με την βία των αυλικών και των αρειανών. Ακόμα δέχτηκε να ζητήσει άδεια βασιλική για εγκαίνια ναού, κάτι όμως που σχετιζόταν με τον δημόσιο βίο. Επιδίωξε λοιπόν με την επέμβαση του βασιλέα να αρθεί ότι κακό είχε γίνει με βασιλική ευθύνη:
«ωκεανοί μεν ουν ούτως ετύρευον και τας συσκευάς έπλαττον (= εις την σύνοδον της Τύρου το 335), ημείς δε ανελθόντες εδείξαμεν βασιλεί τας αδικίας των περί Ευσέβιον, επεί και αυτός ην ο την σύνοδον γενέσθαι κελεύσας και κόμης αυτού καθηγείτο ταύτης» (Απολογητικός Β’ 86,1).
Παρά ταύτα η παρουσία του βασιλέα στα εκκλησιαστικά πράγματα και στις Συνόδους ακόμη δεν αποκλείεται• αντίθετα, είναι επιθυμητή και τουλάχιστον δεν ενοχλεί, αλλά με τον όρο ότι ο βασιλέας ορθοδοξεί ή τουλάχιστον δέχεται την «κρίσιν» των επισκόπων, όπως έκανε ο Μ. Κωνσταντίνος στην Νίκαια. Όταν όμως ο βασιλέας γίνεται όργανο των κακοδόξων, η παρουσία του στην σύνοδο είναι ανεπιθύμητη, όπως και οι πρωτοβουλίες του σ’ αυτήν. Τελικά, το ορθοδοξείν και η ειλικρίνεια του βασιλέα είναι το κριτήριο της σχέσεως Εκκλησίας και κοσμικού άρχοντα, που μάλιστα είναι και μέλος της. Γι’ αυτό και ο Αθανάσιος, όσο ήλπιζε ότι θα κατανοούσε την απόφαση της Νικαίας και την τοποθέτησή του ο Κωνστάντιος, τον αποκαλούσε «θεοφιλέστατον Αύγουστον», «φιλανθρωπότατον» και «πλήρη θεοσεβείας και ευλαβείας» (Απολογία προς Κωνστάντιον 1). Όταν όμως πείστηκε απόλυτα για την κακή διάθεση του ίδιου βασιλέα, τον χαρακτήρισε «ωμόν», «μη κατά φύσιν έχοντα τας φρένας» και «διώκτην θηριώδη», ενώ του υπενθύμισε τα φοβερά εγκλήματα του κατά των συγγενών του (Περί των γεγενημένων παρ’ αρειανών 69, 1-2).
Το πρόβλημα επομένως της σχέσεως Εκκλησίας και κοσμικού άρχοντα τίθεται από τον Αθανάσιο σε προσωπική βάση. Κανένα πάγιο θεωρητικό σύστημα δεν διανοήθηκε να προβάλει. Όλα εξαρτώνται από την ορθοδοξία ή την κακοδοξία των συγκεκριμένων κοσμικών αρχόντων ή γενικότερα από τις εποχές, κατά τις οποίες οι κοσμικοί άρχοντες εμφορούνται από φιλορθόδοξη ή αντορθόδοξη νοοτροπία.
ΒΙΟΣ
Ο Μέγας Αθανάσιος γεννήθηκε κατά πάσαν πιθανότητα το 295 στην Αλεξάνδρεια. Ειδήσεις για την παιδική και την εφηβική του ηλικία έχουμε λίγες και αυτές όχι ασφαλείς. Οι γονείς του ήταν Έλληνες και μάλλον εθνικοί. Απέκτησε ικανοποιητική θύραθεν παιδεία (Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΚΑ’ 6) στις εκεί εθνικές σχολές. Από έφηβος βρέθηκε στο στενό περιβάλλον του Αλεξάνδρου Αλεξανδρείας, από τον οποίο έγινε αναγνώστης, γραμματέας και διάκονος (319). Έτσι γνώρισε άριστα την εκκλησιαστικοθεολογική κατάσταση της εποχής, όπως και τον ασκητικό βίο. Ζώντας πλησίον του Αλεξάνδρου, τον επηρέαζε ποικιλοτρόπως ήδη από την εποχή της εμφανίσεως του αρειανισμού (περίπου το 318). Ήταν τόσο γνωστή η επιρροή του Αθανασίου στον Αλέξανδρο, ώστε, όταν ο δεύτερος αρνιόταν να δεχτεί στην Εκκλησία τον Άρειο μετά την καταδίκη του από αλεξανδρινές συνόδους (320-322/3), οι αρειανόφρονες θεωρούσαν υπαίτιο τον Αθανάσιο, όπως ο ίδιος πληροφορεί (Απολογητικός Β’ 6,2). Την ίδια εποχή βοήθησε τον Αλέξανδρο να αναιρέσει τις απόψεις του Αρείου (με την Επιστολή προς Αλέξανδρον Θεσσαλονίκης) και να υποστηρίξει την ορθόδοξη άποψη στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 325: «Αρείου… της Εκκλησίας εκβληθέντος… οι περί Ευσέβιον… έγραφον πολλά παρακαλούντες Αλέξανδρον τον επίσκοπον μη αφείναι τον αιρετικόν Άρειον έξω της Εκκλησίας. Αλεξάνδρου δε, διά την εις Χριστόν ευσέβειαν μη δεχομένου τον ασεβή (= Άρειον), εις Αθανάσιον, τότε διάκονον όντα ελυπούντο, επειδή τα πλείστα συνάντα Αλεξάνδρω τω επισκόπω πολυπραγμονούντες αυτόν ήκουον και τιμώμενον παρ’ αυτού. Πείραν δε αυτού ( = του Αθανασίου) και της ευσεβείας της εις Χριστόν λαβόντες εκ της συνόδου της κατά Νίκαιαν συγκροτηθείσης, εν οις επαρρησιάζετο κατά της ασεβείας των αρειομανιτών μειζόνως το μίσος ηύξανον» (Απο-λογητικός Β’ 6,2). Επομένως από το 320 τουλάχιστον σήκωνε το θεολογικό βάρος του αντιαρειανικού αγώνα, που δικαιώθηκε στην Νίκαια (325). Εκεί έγινε καθολικά γνωστός διότι πρωτοστάτησε στις παρασκηνιακές θεολογικές συζητήσεις, που οδήγησαν στην διατύπωση της αλήθειας ότι ο Υιός είναι «Θεός Αληθινός», «εκ της ουσίας του Πατρός» και «ομοούσιος», με την οποία ανατράπηκε ο αρειανισμός. Την εποχή αυτή, και ασφαλώς μετά την εμφάνιση του Αρειανισμού, άρχισε την συγγραφική θεολογική του δραστηριότητα. Οι δύο πολυσήμαντοι λόγοι του «Κατά ελλήνων» και «Περί ενανθρωπήσεως» γράφηκαν τότε, όπως τότε πρέπει να συντάχτηκαν σε μία πρώτη μορφή οι «Κατά αρειανών» λόγοι του, με τους οποίους θεμελίωσε την θεολογία του και τους οποίους ασφαλώς επεξεργάστηκε και μετά την επισκοποποίησή του.
Λίγο πριν πεθάνει ο επίσκοπος Αλέξανδρος (+ 17.4.328) υπέδειξε για διάδοχο του τον Αθανάσιο, γεγονός που δημιούργησε μεγάλη αντίδραση. Αναζωπυρώθηκε το καταδικασμένο και στην Νίκαια μελιτιανό σχίσμα και προβλήθηκε μελιτιανός για τον θρόνο Αλεξανδρείας. Ομάδα ορθοδόξων επισκόπων, ενθαρρυνόμενη και πιεζόμενη έντονα από το ορθόδοξο πλήρωμα, προχώρησε (8.6.328) στην εκλογή και την χειροτονία του Αθανασίου ως επισκόπου Αλεξανδρείας, τον οποίο αναγνώρισαν αργότερα και οι λοιποί επίσκοποι Αίγυπτου και Λιβύης. Η αντίδραση κατά του Αθανασίου συνεχίστηκε με την συνεργασία τώρα φίλων του Ευσεβίου Νικομήδειας και μελιτιανών, οι οποίοι είχαν δικό τους κλήρο. Σκοπός τους ήταν η ακύρωση της εκλογής του Αθανασίου, ενώ τον συκοφαντούσαν στον αυτοκράτορα ότι π.χ. επέβαλε φόρο παράνομο στους Αλεξανδρινούς, ότι ενίσχυσε με άφθονο χρυσό τον επικίνδυνο ανώτερο κρατικό υπάλληλο Φιλούμενο και ότι φόνευσε τον επίσκοπο Αρσένιο. Αποδείχτηκε τελικά ότι τον τελευταίο τον έκρυβαν οι μελιτιανοί. Το κλίμα γινόταν ακόμη δυσμενέστερο από την άρνηση του Αθανασίου να υποκύψει στις υποδείξεις του αυτοκράτορα και να δεχτεί σε κοινωνία τον Άρειο, καταδικασμένο στην Νίκαια οριστικά. Την κατάσταση αυτή ο Αθανάσιος αντιμετώπισε με διαφωτιστικές εγκύκλιες Επιστολές και δη με συχνές επισκέψεις στις επισκοπές της Αιγύπτου και τα μοναστικά κέντρα, όπως του Παχωμίου, με αποτέλεσμα να ενισχύσει την ενότητα και το ορθόδοξο φρόνημα των πιστών.
Παράλληλα προσπαθούσε ν’ αποδεικνύει αβάσιμες τις εναντίον του κατηγορίες στον αυτοκράτορα. Αυτές αυξάνονταν και το 334 ο Μ. Κωνσταντίνος δέχτηκε την απόδειξη των μελιτιανών για σύγκληση συνόδου, που θα έκρινε συνολικά το πρόβλημα Αθανάσιος. Ήδη όμως ο Κωνσταντίνος είχε απόλυτα πειστεί ότι η εμμονή του Αθανασίου στην ορθοδοξία και η πολεμική κατά του αρειανισμού, ο οποίος απλωνόταν ολοένα και περισσότερο, αντιστρατευόταν τη δική του πολιτική. Την τελευταία του είχαν εμπνεύσει οι αρειανόφρονες και μάλιστα ο Ευσέβιος Νικομήδειας, με τον οποίο είχε μακρινή συγγένεια. Σύμφωνα με την πολιτική αυτή θα πετύχαινε στέρεη ενότητα του απέραντου ρωμαϊκού κράτους με βάση την εκκλησιαστική ενότητα ορθοδόξων και αρειανών, υποτιμώντας βέβαια αφελώς τις θεολογικές και δογματικές διαφορές. Είχε λοιπόν και ο Κωνσταντίνος ισχυρό λόγο να λησμονήσει τον θαυμασμό, που όντως είχε για το πρόσωπο του Αθανασίου.
Έτσι οι μελιτιανοί και οι αρειανοί, με τον Ευσέβιο Νικομήδειας επικεφαλής, οργάνωσαν ευρύ κατηγορητήριο για δήθεν εκκλησιαστικοκοινωνικά και ποινικά παραπτώματα του Αθανασίου και ο Κωνσταντίνος κάλεσε το 335 σύνοδο στην Καισάρεια της Παλαιστίνης με σκοπό την εξέταση των κατηγοριών. Ο Αθανάσιος όμως αρνήθηκε να προσέλθει, επειδή ο επίσκοπος της πόλεως Ευσέβιος ήταν φίλος και όργανο των αρειανοφρόνων και η απόφαση της συνόδου προδικασμένη. Τότε οι επίσκοποι κλήθηκαν στην Τύρο της Φοινίκης, άλλα οι αρειανόφρονες ήταν 60 και οι ορθόδοξοι με τον Αθανάσιο, που με την βία τον ανάγκασαν να προσέλθει, 49, όλοι από την Αίγυπτο.
Στην σύνοδο ανέτρεψε με άνεση τις κατηγορίες: ότι ο αποσταλμένος του Μακάριος φέρθηκε βάναυσα στο ιερό που λειτουργούσε ο Ισχύρας, τον οποίο δήθεν κακοποίησε (αποδείχτηκε ότι ο Ισχύρας ήταν αυτοχειροτονημένος πρεσβύτερος και την ημέρα που τάχα συνέβησαν αυτά ήταν κλινήρης, απών από τον ναό)• ότι φόνευσε τον μελιτιανό επίσκοπο στην Θηβαΐδα Αρσένιο, του οποίου μάλιστα το δεξί χέρι χρησιμοποιούσε για μαγεία (ο Αρσένιος βρέθηκε στο κρησφύγετό του και μάλιστα με τα δύο του χέρια στην θέση τους)• ότι παρέσυρε στην ακολασία γυναίκα (η ψευδομάρτυς, που πληρώθηκε για να παραστήσει το θύμα και που δεν γνώριζε προσωπικά τον Αθανάσιο, εξέλαβε για Αθανάσιο κάποιον Τιμόθεο, τον οποίο και κατηγόρησε ως εκπαρθενευτή της). Τέτοιου είδους κακοήθειες, ενώ απορρίπτονταν εύκολα, έπεισαν απόλυτα τον Αθανάσιο για τον σκοπό των αρειανών, που πλειοψηφούσαν στην Σύνοδο. Γι’ αυτό και, μετά από πληροφορίες ότι οργάνωναν εναντίον του δολοφονική απόπειρα, έφυγε κρυφά για να συναντήσει προσωπικά τον Κωνσταντίνο στην Κωνσταντινούπολη, όπου έφτασε, αλλά χωρίς να πετύχει την επιθυμητή ακρόαση.
Απογοητευμένος από τα συμβαίνοντα στην αυλή του αυτοκράτορα, μα και αποφασισμένος να του εξηγήσει την κατάσταση, τον περίμενε σε κάποιο μέρος, την ώρα που θα επέστρεφε από περίπατο. Εμφανίστηκε απρόοπτα στον έφιππο βασιλιά, τον σταμάτησε, του ζήτησε να τον ακούσει, αλλά ο βασιλιάς, αν κι εντυπωσιάστηκε βαθιά, δεν είχε την δύναμη να ξεπεράσει τον κλοιό, που είχαν σχηματίσει γύρω του οι αρειανοί. Το μόνο που τότε αποφάσισε ήταν να καλέσει ολόκληρη την σύνοδο (που είχε ήδη καθαιρέσει τον Αθανάσιο βάσει πορίσματος εξεταστικής επιτροπής από αρειανούς) στην Κωνσταντινούπολη προς επανεξέταση των πραγμάτων. Πέτυχαν όμως οι περί τον Ευσέβιο Νικομήδειας να μη μεταβούν στην πρωτεύουσα παρά μόνο μερικοί από τους φανατικούς αρειανούς επισκόπους, οι οποίοι συνάντησαν τόσες δυσκολίες στην εξουθένωση του Αθανασίου, ώστε να καταφύγουν σε δραστική συκοφαντία. Ο Αθανάσιος δήθεν είπε ότι θα εμποδίσει την αποστολή σίτου από την Αλεξάνδρεια στην Κωνσταντινούπολη. Ο βασιλέας τότε θύμωσε -ή έδειξε ότι θύμωσε- και, δεχόμενος την συνοδική καθαίρεση, εξόρισε τον Αθανάσιο (τον Ιούλιο του 335) στα Τρέβιρα (Γερμανία), όπου είχε την αυλή του ο ομώνυμος νεώτερος γιός του και όπου επισκόπευε ο Μαξιμίνος. Και οι δύο άντρες δέχτηκαν και τίμησαν πολύ τον Αθανάσιο, που στα 40 του χρόνια είχε γίνει ο κατ’ εξοχήν εκφραστής και υπερασπιστής της Ορθοδοξίας και ήρωας της Εκκλησίας. Στις παρακλήσεις αλεξανδρινών και μάλιστα του Μ. Αντωνίου για ανάκληση της αποφάσεως δεν υποχώρησε ο Κωνσταντίνος. Η μόνη χειρονομία του, που δείχνει ότι παρά ταύτα εκτιμούσε τον Αθανάσιο, ήταν ότι δεν επέτρεψε να χειροτονηθεί άλλος επίσκοπος Αλεξανδρείας και δεν εμπόδισε τον Αθανάσιο να επικοινωνεί με το ποίμνιό του. Συγχρόνως οι διωγμοί και οι καταπιέσεις εις βάρος των ορθοδόξων αυξάνονταν επικίνδυνα στην Ανατολή.
Ο Μ. Κωνσταντίνος πέθανε το 337 και ο γιος του Κωνσταντίνος έδωσε αμνηστία (που την αναγνώρισε και ο Κωνστάντιος) και υπέγραψε διάταγμα επανόδου όλων των εξόριστων ορθοδόξων και του Αθανασίου, ο οποίος επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια (23. 11.337) κι έγινε δεκτός με πολύ ενθουσιασμό από τον λαό.
Εντός του 338 ο Αθανάσιος κάλεσε σύνοδο 100 περίπου επισκόπων της Αίγυπτου, της Λιβύης και της Πενταπόλεως. Στην σύνοδο καταδικάστηκαν οι μέχρι τότε ενέργειες των αρειανών και τονίστηκε η εγκυρότητα των αποφάσεων της Νίκαιας και η κανονικότητα της θέσεως του Αθανασίου.
Οι αρειανοί όμως, στηριζόμενοι και στην βοήθεια του νέου αυτοκράτορα Κωνσταντίου, τον οποίο είχαν κάνει αρειανόφρονα, χάλκευσαν πολλές νέες κατηγορίες εναντίον του Αθανασίου και το 339 πέτυχαν σύγκληση συνόδου στην Αντιόχεια, όπου τον καθαίρεσαν (Απρίλιος), αφού είχαν αποτύχει να πείσουν την Ρώμη να στραφεί άμεσα κατά του Αθανασίου.
Με πολλές δυσκολίες βρήκαν και όρισαν αντικαταστάτη του τον καππαδόκη Γρηγόριο, που ήρθε στην Αλεξάνδρεια παρά την λαϊκή αντίδραση, αποτέλεσμα της οποίας ήταν βιαιότητες και διωγμοί σε βάρος ορθόδοξων κληρικών και λαϊκών. Ο Αθανάσιος, όταν είδε να εκτραχύνονται τα πράγματα σε βάρος των ορθοδόξων πήρε μόνος τον δρόμο της εξορίας.
Αυτή την φορά πήγε στην Ρώμη (340), όπου τον δέχτηκαν με σεβασμό και πολλές τιμές. Συνοδευόταν από δύο μοναχούς, με τους οποίους συνέβαλε στην γνωστοποίηση του μοναχισμού στην Δύση. Η παρουσία του Αθανασίου στην Ρώμη απέβη πολυσήμαντη, γιατί έγινε η αιτία ευρύτερου θεολογικού κατατοπισμού των δυτικών, οι οποίοι για πρώτη φορά, μετά έναν αιώνα, ευτύχησαν να ακούσουν μεγάλο θεολόγο της Ανατολής. Δεν είναι υπερβολή αυτό που ειπώθηκε, ότι (από μία άποψη) η Δύση έγινε από την εποχή αυτή αθανασιανή. Τότε κατάλαβε ορθά τα μεγάλα θεολογικά προβλήματα και το πνεύμα του Αθανασίου, που έγινε πίστη και Παράδοση στην Εκκλησία.
Από την Ρώμη και με πρωτοβουλία του επισκόπου της Ιουλίου Α’ έγιναν προσπάθειες για δικαίωση και επιστροφή του Αθανασίου, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Επίσης έγινε και προσπάθεια καθολικής συνεννοήσεως Δύσεως και Ανατολής, πάλι χωρίς αποτέλεσμα, διότι τελικά οι δυτικοί επίσκοποι συνάχτηκαν στην Ρώμη (341), για να δικαιώσουν τον Αθανάσιο και να αθωώσουν τον Μάρκελλο Αγκύρας, ενώ οι ανατολικοί συνάχτηκαν στην Αντιόχεια (341), όπου καταδίκασαν τους παραπάνω δύο επισκόπους και διατύπωσαν 4 σύμβολα συμβιβαστικά, σ’ ένα των οποίων ο Υιός χαρακτηρίζεται «απαράλλακτος» εικόνα της ουσίας του Πατέρα. Για την λύση του σχίσματος οργανώθηκε νέα σύνοδος για τα Μεδιόλανα, που τελικά έγινε το 343 στην Σαρδική (σημ. Σόφια). Εκεί έλαβαν μέρος πολλοί ορθόδοξοι δυτικοί, ενώ αργότερα ήρθαν και οι ανατολικοί αρειανόφρονες. Οι τελευταίοι, μόλις διαπίστωσαν ότι ο βασιλέας δεν ασκεί πίεση, ότι πρόεδρος της συνόδου ήταν ο φίλος του Αθανασίου Όσιος Κορδούης και ότι οι ορθόδοξοι πλειοψηφούσαν, βρήκαν μια πρόφαση και άφησαν την Σαρδική• ήρθαν στην Φιλιππούπολη και σχημάτισαν σύνοδο, η οποία ανανέωσε την καθαίρεση του Αθανασίου και καταδίκασε σημαίνοντες ορθοδόξους της Δύσεως.
Παράλληλα στην Σαρδική ο Αθανάσιος απολογήθηκε, αθωώθηκε και αποκαταστάθηκε, άλλα ο Κωνστάντιος απείλησε ότι θα τον θανάτωνε, αν επιχειρούσε να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια. Οι συνεχείς όμως πιέσεις του αυτοκράτορα της Δύσεως Κώνστα, η βαρβαρική απειλή και ο θάνατος του επιβήτορα Γρηγορίου έκαναν τον Κωνστάντιο να συναινέσει στην αποκατάσταση του Αθανασίου. Τον προσκάλεσε (345) λοιπόν επίμονα και, με έγγραφες διαβεβαιώσεις για την ασφάλεια της ζωής του, τον προέτρεψε να επανέλθει στην Αλεξάνδρεια. Ο ιεράρχης ταξίδεψε στην Ρώμη και στα Τρέβιρα, για να ευχαριστήσει και να αποχαιρετήσει τους φίλους και ευεργέτες του. Από εκεί ήρθε στην Ανατολή, πέρασε από την Αντιόχεια, την Λαοδίκεια και τα Ιεροσόλυμα και στις 21.10.346 έφτασε στην Αλεξάνδρεια, όπου το πλήθος τον υποδέχτηκε ως ομολογητή και σύμβολο της Ορθοδοξίας με συγκινητικές εκδηλώσεις.
Στα χρόνια που ακολούθησαν εργάστηκε έντονα για την θεραπεία των ποιμαντικών αναγκών της περιοχής, για την θεολογική διαφώτιση όσων «καλή τη πίστει» παρασύρθηκαν στον αρειανισμό και για την υποστήριξη της Ορθοδοξίας σε όλες κατά το δυνατόν τις τοπικές Εκκλησίες.
Η δράση του έφερε σε δύσκολη θέση τους αρειανούς, που έβλεπαν να χάνεται η κυριαρχία τους στην Ανατολή. Κίνησαν λοιπόν πάλι γη και ουρανό για την εξόντωση του Αθανασίου. Στην αρχή ο Κωνστάντιος δεν συναινούσε. Ύστερα όμως, από το 353, οπότε εξουδετέρωσε τον Μαξέντιο, φονέα του αδελφού του Κώνστα, άλλαξε στάση• παρασύρθηκε στα σχέδιά τους, διότι έβλεπε και την τεράστια σημασία που είχε γι’ αυτόν μια υποχείρια εκκλησιαστικοπολιτική κατάσταση στην Αίγυπτο. Πρώτα φρόντισαν να απομακρύνουν τον Αθανάσιο από την Αλεξάνδρεια με τέχνασμα, το οποίο εκείνος κατάλαβε και στο οποίο αντέδρασε (ο Κωνστάντιος τον κάλεσε τον Μάιο του 353 για να τον δεχτεί σε ακρόαση, την οποία δεν είχε ποτέ ζητήσει ο Αθανάσιος).
Στο πλαίσιο της προσπάθειας προς διάλυση της ορθόδοξης Εκκλησίας και εξόντωση προσωπική του Αθανασίου έγιναν δύο σύνοδοι: η μία στην Αρελάτη (Arles) το 353 και η άλλη στα Μεδιόλανα (Μιλάνο) το 355, με τετρακόσιους περίπου επισκόπους, κυρίως από την Δύση. Οι τελευταίοι καταδίκασαν τον Αθανάσιο και μάλιστα ως αιρετικό μαζί με τον Φωτεινό και τον Μάρκελλο Αγκύρας. Ελάχιστοι, που αντιστάθηκαν στην θέληση του Κωνσταντίου, (ο οποίος παρευρέθηκε προσωπικά στην σύνοδο), εξορίστηκαν. . .
Ο Ρώμης Λιβέριος στην αρχή έμεινε πιστός στις αποφάσεις της Νικαίας και στον Αθανάσιο. Δυστυχώς όμως κάμφθηκε αργότερα (357) και υπέγραψε ημιαρειανικό σύμβολο πίστεως και καταδίκη του Αθανασίου. Το λυπηρό είναι ότι το ίδιο έκανε και η μεγαλύτερη φυσιογνωμία τότε στην Δύση, ο Όσιος Κορδούης, που, παρά τους μέχρι τότε αγώνες του, υπέκυψε στις πιέσεις και υπέγραψε και αυτός ημιαρειανικό σύμβολο. Τα γεγονότα αυτά, που συνέβησαν όλα στην Δύση, σήμαιναν κυριολεκτικά ότι και η δυτική Εκκλησία παραδόθηκε ολόκληρη στον αρειανισμό, μολονότι από φόβο, ενίοτε και άγνοια.
Τις αποφάσεις των συνόδων Αρελάτης και Μεδιολάνων στάλθηκαν να εφαρμόσουν με κάθε μέσο στην Αλεξάνδρεια ο νοτάριος Διογένης (355) και μάλιστα ο στρατηγός Συριανός (Ιανουάριος 356), που χρησιμοποίησε βίαια μέτρα. Επειδή ο λαός της πόλεως έμενε πιστός στον επίσκοπο του κι επέμενε στην μη εκτέλεση των ληστρικών συνοδικών αποφάσεων, ο Αθανάσιος έμεινε στην Αλεξάνδρεια μέχρι και την 8η Φεβρουάριου. Την νύχτα όμως της 8ης Φεβρουάριου κι ενώ πλήθος πιστών με τον Αθανάσιο μαζί παρακολουθούσαν Αγρυπνία στον ναό του Αγίου Θεωνά, ο Συριανός, με πέντε χιλιάδες στρατιώτες, κύκλωσε τον ναό για να συλλάβει τον ιεράρχη. Αυτός αρνήθηκε να φυγαδευτεί, πριν απομακρυνθούν οι πιστοί και ασφαλιστεί η ζωή τους. Πολλοί υπάκουσαν και απομακρύνθηκαν. Άλλοι έμειναν κοντά του. Σε κάποια στιγμή συγχύσεως οι στρατιώτες εισέβαλαν στον ναό, αλλά μερικοί κληρικοί και μοναχοί, με κάλυψη πολλών πιστών, άρπαξαν τον Αθανάσιο και τον οδήγησαν σε ασφαλές μέρος. Έτσι άρχισε η τρίτη εξορία του Αγίου, κοντά στους μοναχούς τώρα, οι οποίοι του παραστάθηκαν αφάνταστα και για την θεολογική ενημέρωση των οποίων έγραψε σπουδαία έργα. Το 354 μάλιστα, πρώτος ο Αθανάσιος, καθόσον γνωρίζουμε, χειροτόνησε μοναχούς σε επισκόπους. Την φυγή του Αθανασίου ακολούθησαν βιαιότητες και διωγμοί των ορθοδόξων. Με την προστασία μοναχών της Άνω Αιγύπτου άλλαζε συνεχώς στην έρημο κρησφύγετο, γιατί οι αρειανοί κοσμικοί άρχοντες, με προσωπική εντολή του Κωνσταντίου, τον καταδίωκαν και τον αναζητούσαν παντού.
Πολλοί μοναχοί διώχτηκαν και υπέστησαν πολλά μαρτύρια, για να φανερώσουν την καλύβη ή το σπήλαιο του Αθανασίου. Άντεξαν όμως όλοι και δεν πρόδωσαν τον προστατευόμενο τους. Αντίθετα, έκαναν το παν για να ευκολύνουν την δράση του, την σύνταξη απολογητικών και πολεμικο- ιστορικών έργων και την από τα κρησφύγετά του διαποίμανση των ορθοδόξων της Αλεξάνδρειας και της Αιγύπτου γενικά, που βέβαια στέναζαν υπό τους αυλικοαρειανούς κοσμικούς και εκκλησιαστικούς άρχοντες. Οι αρειανοί στο μεταξύ εγκατέστησαν (24.2.357) στον θρόνο της Αλεξάνδρειας τον αγροίκο Γεώργιο, τον οποίο εκδίωξε ο λαός (2.10.358) με εξέγερση. Αυτός όμως επανήλθε σε τρία χρόνια με υψηλή προστασία, για να δολοφονηθεί αργότερα (24.12.361) από εξαγριωμένα πλήθη εθνικών.
Παρά τις κακουχίες και τους κατατρεγμούς, η εποχή αυτή, μέχρι το 361, ήταν εξαιρετικώς καρποφόρα για τον Αθανάσιο. Τότε έγραψε μερικά από τα καλύτερα έργα του. Παρακολουθούσε άγρυπνα και κατηύθυνε το ποίμνιό του, το οποίο μάλιστα επισκεπτόταν κάποτε κάποτε κρυφά, με την βοήθεια των πιστών. Την εποχή αυτή αρχίζει και νέα φάση της θεολογικής προσφοράς του Αθανασίου. Αυτής που αφορά στην θεολογία και την προβολή του μοναχισμού και της ασκήσεως γενικά με την σύνταξη του Βίου του Μ. Αντωνίου (356). Αυτής που αφορά στην πνευματολογία (Επιστολές προς Σεραπίωνα το 359), με την οποία ερμήνευε, επεξέτεινε, εμπλούτιζε, αλλά και στερέωνε περισσότερο την θεολογία της Νίκαιας. Και αυτής που θεμελίωνε την στάση του επισκόπου (Εκκλησίας) έναντι του κοσμικού άρχοντα (πολιτείας), είτε αυτός είναι χριστιανός, είτε είναι εθνικός.
Η άνοδος στον θρόνο του Ιουλιανού (Νοέμβριος 361) σήμανε το τέλος των μακρών εξοριών του Αθανασίου. Ο νέος παγανιστής αυτοκράτορας έδωσε αμνηστία στους ορθοδόξους, που είχε εξορίσει ο Κωνστάντιος. Έτσι ο Αθανάσιος επανέρχεται στην Αλεξάνδρεια (21.2.362), για να εγκαινιάσει πολυσήμαντη τακτική με την περίφημη «Σύνοδο των ομολογητών» του ίδιου έτους. Με το αυξημένο κύρος του σε Ανατολή και Δύση, αλλά και με το κύρος των συνοδικών μελών, που και αυτοί είχαν πολλά υποστεί για την ορθοδοξία, προσπάθησε: α) να δημιουργήσει γέφυρα επανόδου όσων πίστευαν ορθά, αλλά δίσταζαν στην χρήση του όρου «ομοούσιος»• β) να επαναβεβαιώσει την «αυτάρκεια» της συνόδου της Νικαίας, από το σύμβολο της οποίας προκύπτει έμμεσα και ότι το άγιο Πνεύμα δεν είναι κτίσμα• γ) να αποτρέψει περαιτέρω συζήτηση για τον όρο υπόσταση, χωρίς να εμποδίζει την χρήση του όρου «τρεις υποστάσεις» και χωρίς να εγκαταλείπει την αρχική του θέση ότι η υπόσταση ταυτίζεται με την ουσία, θέση που θεολογικά θα ξεπεραστεί με τον Μ. Βασίλειο• δ) να προβάλει ορθόδοξη χριστολογία με βάση τους όρους της Νίκαιας «σαρκωθέντα» και «εναν- θρωπήσαντα», αντιμετωπίζοντας έτσι την πρώτη φάση του απολιναρισμού• και ε) να δείξει τις αναγκαίες εκκλησιαστικοθεολογικές προϋποθέσεις, με τις οποίες θα μπορούσαν τότε να ενωθούν οι ανατολικοί (προπαντός οι αντιοχειανοί) και οι δυτικοί που ασπάζονταν το σύμβολο της Νίκαιας (Βλ. σχετικά στον Τόμον προς Αντιοχείς). Βέβαια, η συζήτηση για τις υποστάσεις (τριαδολογία) δεν σταμάτησε. Την σχετική ορθόδοξη θεολογία θα την πραγματώσει ο Μ. Βασίλειος δύο χρόνια μετά στο Κατά Ευνομίου έργο του. Επίσης η χριστολογική διαμάχη θα συνεχιστεί με τους Καππαδόκες και θα λυθεί συνοδικά τον επόμενο αιώνα.
Αλλά και στον ποιμαντικό και κατηχητικό τομέα το έργο του Αθανασίου υπήρξε εντυπωσιακό. Ολ’ αυτά και το γεγονός ότι ο ιερός άνδρας κατήχησε γυναίκες της αλεξανδρινής αριστοκρατίας εξόργισαν τον Ιουλιανό, που έδειξε πόσο επιφανειακά και σκόπιμα είχε σκεφτεί την αμνηστία των ορθοδόξων. Με αστείες λοιπόν προφάσεις διέταξε όχι μόνο να εκδιωχτεί ο Αθανάσιος από την επισκοπή του, «αλλά και αναιρεθήναι», να φονευτεί.
Έτσι στις 24.10.362 πήρε για τέταρτη φορά τον δρόμο της εξορίας. Μπήκε σ’ ένα πλοίο με κατεύθυνση, μέσω Νείλου, την Θηβαΐδα. Τον ακολούθησε όμως πλοίο με στρατιωτικό απόσπασμα με σκοπό να τον βρει και να τον φονεύσει. Όταν ο Αθανάσιος αντιλήφτηκε το πλοίο, άλλαξε πορεία. Σε μια καμπή του ποταμού πήρε το δρόμο της επιστροφής και πέρασε εμπρός από το πλοίο του στρατιωτικού αποσπάσματος. Οι συνοδοί του στην ερώτηση των διωκτών, αν είδαν τον Αθανάσιο, απάντησαν ότι προχωρώντας θα τον προλάβουν. Επέστρεψε λοιπόν στην Αλεξάνδρεια κι έμεινε για λίγο έξω από την πόλη. Αλλά κάτι τέτοιο ήταν πολύ επικίνδυνο κι έφυγε για την Θηβαΐδα, όπου γνώρισε τους Ταβεννησιώτες μοναχούς, οι οποίοι με τον ηγούμενο τους Θεόδωρο τον φιλοξένησαν δείχνοντας του σεβασμό και αγάπη.
Κοντά στους μοναχούς έμεινε περίπου 10 μήνες. Ο Ιουλιανός φονεύτηκε (26.6.363) και αντικαταστάθηκε από τον αγαθό και φιλορθόδοξο Ιοβιανό. Η Εκκλησία δέχτηκε ως δώρο Θεού σε καταιγίδα την άνοδο του νέου αυτοκράτορα, τον οποίο αμέσως επισκέφτηκε ο Αθανάσιος στην έδρα του (Αντιόχεια). Εκεί, σε διαδοχικές συναντήσεις του εξήγησε την εκκλησιαστικοθεολογική κατάσταση (χωρίς να έρθει σ’ επαφή με την κοινότητα του Μελετίου). Ο Ιοβιανός περιέβαλε με τιμή και σεβασμό τον Αθανάσιο για τους αγώνες του, ενέκρινε την τακτική του και τον εφοδίασε με επίσημα έγγραφα για την επιστροφή του στην Αλεξάνδρεια (Φεβρουάριος 364). Δυστυχώς όμως την ίδια εποχή πέθανε ο Ιοβιανός και ο αυτοκράτορας Ουαλεντινιανός ονόμασε συνάρχοντα για την Ανατολή τον Ουάλη, με τον οποίο το σκηνικό άλλαξε ριζικά.
Οι ορθόδοξοι γνώρισαν τόσους απηνείς διωγμούς, που η Εκκλησία δεν έζησε ούτε στην εποχή των κατακομβών. Η αρειανική του τοποθέτηση ήταν γνωστή από το 360 (σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως). Υποστήριξε με κάθε μέσο τους αρειανούς όμοιους και τώρα (5.5.365) δημοσίευσε διάταγμα, βάσει του οποίου εξορίζονταν όλοι όσους είχε εξορίσει ο Κωνστάντιος και φυσικά και ο Αθανάσιος, που ήταν πλέον εβδομήντα ετών, κουρασμένος, αλλά με ακτινοβολία εντονότερη από άλλοτε. Το ποίμνιό του όμως φαινόταν τώρα αποφασισμένο για όλα. Την λαϊκή αναταραχή την γνώριζε ο έπαρχος της Αιγύπτου και άφηνε να νοηθεί ότι δεν θα εκτελέσει το διάταγμα στην περίπτωση του Αθανασίου. Υποκρινόταν όμως. Γι’ αυτό και ο Αθανάσιος, αναμετρώντας τις συνέπειες μιας εξεγέρσεως, εγκατέλειψε απροειδοποίητα την Αλεξάνδρεια στις 5.10.365, την νύχτα μάλιστα που είχε αποφασίσει ο έπαρχος να τον συλλάβει, κυκλώνοντας τον ναό του αγίου Διονυσίου, στον οποίο ο Αθανάσιος θα τελούσε αγρυπνία με πολλούς πιστούς. Έτσι, άδικα το στρατιωτικό απόσπασμα εισόρμησε την νύχτα εκείνη στον ναό. Ο Αθανάσιος κρυβόταν ήδη κάπου κοντά στην Αλεξάνδρεια, ίσως και μέσα σ’ αυτήν, «εν πατρώω μνήματι», λέει ο ιστορικός Σωκράτης (Εκκλ. ιστορία Δ’ 13).
Η κατάσταση αυτή κράτησε μόνο τέσσερες μήνες. Ο Ουάλης διακρινόταν τουλάχιστον για την πολιτική του σύνεση. Συνέχιζε την αφόρητη καταπίεση των ορθοδόξων, αλλά, προκειμένου να επαναστατήσει ο λαός της Αλεξάνδρειας, που πράγματι βρισκόταν σε μεγάλο αναβρασμό, προτίμησε να αμνηστεύσει τον Αθανάσιο, που όπως είπαμε ήταν για όλη την Εκκλησία σύμβολο της ορθοδοξίας. Το ίδιο μάλιστα έκανε αργότερα με τον Μ. Βασίλειο. Μπορούσε να τον εξορίσει και αυτόν, αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν έσχατη πρόκληση. Τον άφησε λοιπόν με πολλές πιέσεις στην Καισάρεια, γιατί, μετά τον Αθανάσιο, σύμβολο της Ορθοδοξίας έγινε ο Βασίλειος. Ο Αθανάσιος επέστρεψε από την τελευταία του εξορία την 1η Φεβρουάριου του 366 και δεν απομακρύνθηκε πια από το ποίμνιό του, παρά για λίγες ημέρες, τον Σεπτέμβριο του 367, όταν ο Λουκιανός, ένας αρειανός επίσκοπος, αποπειράθηκε να τον εκθρονίσει.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του και δη από το 370, ενδιαφέρθηκε για την λύση του αντιοχειανού σχίσματος, διατηρώντας έντονη συμπάθεια προς τους ευσταθιανούς, που τους εκπροσωπούσε τώρα ως επίσκοπός τους ο Παυλίνος. Στο μεταξύ, ο νέος αστέρας της Εκκλησίας, ο Βασίλειος Καισαρείας της Καππαδοκίας, καλούσε τον Αθανάσιο, τον μόνο στην Εκκλησία που διέθετε τόσο κύρος και τόσο φωτισμό, να επέμβει στην Αντιόχεια, για δικαίωση του παρεξηγημένου, ακόμη και από τον Αθανάσιο, κανονικού επισκόπου Μελετίου και την καταδίκη ως κακοδόξου του Μαρκέλλου Αγκύρας, ο οποίος παλαιά είχε καταπολεμήσει τους αρειανούς, ήταν συμπαθής στον Αθανάσιο κι έδειχνε εμμονή στην πίστη της Νίκαιας. Από το πλέγμα τούτο δεν εξήλθε ο Αθανάσιος. Κατά τα άλλα συνέχισε το ανορθωτικό έργο της ορθόδοξης πίστεως, μολονότι με τους διωγμούς του Ουάλη μόνο νησίδες ορθοδοξίας έμεναν στο ανατολικό κράτος. Στις 2 (ή 3) Μαΐου του 373 παρέδωσε το πνεύμα, χωρίς να δει τη νίκη της ορθοδοξίας. Την προετοίμασε όμως τόσο καλά, ώστε ήρθε οκτώ χρόνια μετά την κοίμησή του με την Β’ Οικουμενική Σύνοδο (381).
Η Εκκλησία τιμά την μνήμη του στις 18 Ιανουαρίου και στις 2 Μαΐου.
Πηγές
Πολλά στοιχεία για τον βίο και την δράση του Αθανασίου βρίσκουμε στα έργα του: Προς τον βασιλέα Κωνστάντιον Απολογία, Περί των διαβαλλόντων την εν τω διωγμώ φυγήν, Απολογητικός δεύτερος, Προς τους Απανταχού μοναχούς περί των γεγενημένων παρά των Αρειανών επί Κωνσταντίου, Βίος του Μ. Αντωνίου και σποραδικά σε άλλα. Πολύ χρήσιμος είναι ο Λόγος ΚΑ’ (στον Αθανάσιο) του Γρηγορίου Θεολόγου (PG 35, 1081-1128), ο ελλιπής στην λατινική βίος του Αθανασίου (Historia acephala: PG 26, 1443-1450), οι αναφορές των Ευσεβίου, Επιφανίου, Ρουφίνου, Σωζομενού και Σωκράτη, και νέα κοπτικά κείμενα, όπως επίσης επιστολικά κείμενα της εποχής (π.χ. Μ. Βασιλείου). Τα πολλά σχετικά αγιολογικά έργα (Βίος και Εγκώμια του Αθανασίου) έχουν καθαρά οικοδομητικούς σκοπούς και γι’ αυτό μικρή ιστορική αξία.
(Πατρολογία τόμος Β. εκδ. Γρηγόρη Αθήνα 2012, σελ. 263-308)
Ι.Ν. Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Τα Θεία Πάθη στο κατά Ιωάννην
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Απριλίου, 2020

ΤΑ ΠΑΘΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
Δ. Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΙΗ 28 – ΙΘ 42
(Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 639-687 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!)
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας Θφ = Θεοφύλακτος
αμ = Αμμώνιος Ι = Ισιδωρος πρεσβύτερος
Αυ = Αυγουστίνος Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Β = Βασίλειος ο Μέγας Κλ = Κλήμης Αλεξανδρεύς
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός Σβ = Σευήρος Αντιοχείας
Γν = Γρηγοριος Νύσσης Σχ. = Σχολιαστής ανώνυμος
Ε = Ευσέβιος Καισαρειας Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζ = Ζιγαβηνός Ω = Ωριγένης
Θη = Θεόδωρος Ηρακλείας
Θμ = Θεόδωρος Μοψουεστίας
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
b = Bengel κ = Κομνηνός Π.,
β = Bernard. J.H, Edinburg 1928 χ = Hoskyns Edwyn Gl. London 1947
C = Cremer μ. = Macgregor G.H. London 1928
DB = Dict. Of the Bible,Hastings τ = Temple William, London 1945
F = Fillion L. Cl. Paris 1928 σ. = στίχος
G = Crimm g = Godet F. 1885
o = Owen John, New York 1861 δ = Δαμαλάς Ν, Αθήναι 1940
ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους
Η δίκη ενώπιον του Πιλάτου
Ιω. 18,28 Ἄγουσιν οὖν τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ τοῦ Καϊάφα(1) εἰς τὸ πραιτώριον(2)· ἦν δὲ πρωΐ(3)· καὶ αὐτοὶ οὐκ εἰσῆλθον(4) εἰς τὸ πραιτώριον, ἵνα μὴ μιανθῶσιν(5), ἀλλ᾿ ἵνα φάγωσι τὸ πάσχα(6).
Ιω. 18,28 Αφού, λοιπόν, οι αρχιερείς κατεδίκασαν τον Χριστόν εις θάνατον, τον έφεραν δεμένον στο πραιτώριον. Ήτο δε πρωϊ. Και αυτοί δεν εμπήκαν στο πραιτώριον δια να μη μολυνθούν, ώστε να φάγουν κατά το βράδυ αυτό της Παρασκευής το πασχάλιον δείπνον.
(1) Της προσαγωγής του Ιησού στον Πιλάτο, προηγήθηκε η δεύτερη η κύρια δίκη του ενώπιον του συνεδρίου, για την οποία δες Ματθ. κζ 1 και Μάρκ. ιε 1. Για αυτήν ο Ιωάννης δεν αναφέρει τίποτα (β), επιβεβαιώνοντας σιωπηρά την αφήγηση των συνοπτικών. Εκθέτει όμως πληρέστερα την ενώπιον του Πιλάτου δίκη, προσθέτοντας στην αφήγηση των συνοπτικών νέες λεπτομέρειες, οι οποίες φωτίζουν πολύ τα σχετικά με τη διαγωγή του Πιλάτου (F).
(2) Ονομαζόταν έτσι στα μεν Ρωμαϊκά στρατόπεδα η σκηνή του ανωτάτου στρατηγού, στις δε ρωμαϊκές επαρχίες το ανάκτορο στο οποίο ο προστάτης ή ο επίτροπος της επαρχίας διέμενε (G).
Στη Ρώμη ονομαζόταν έτσι ο τόπος, όπου έδρευε ο πραίτωρ όταν δίκαζε. Οι περισσότεροι από τους ερμηνευτές φρονούν, ότι εδώ πρόκειται για το ανάκτορο των Ηρωδών, το οποίο βρισκόταν στο δυτικό μέρος της άνω πόλης παραπέμποντας στο Ιωσήπου περί Ιουδ. Πολέμ. ΙΙ 14,8 όπου μαρτυρείται ότι εκεί κατοικούσε ο Φλώρος. Είναι παρόλ’ αυτά πιθανότερο ότι ο Πιλάτος διέμενε σε κάποιο ανάκτορο στο φρούριο Αντωνία, όπου σταύθμευε η ρωμαϊκή φρουρά, στη βορειοδυτική γωνία του ναού. Εκεί η παράδοση τοποθετεί την αφετηρία της Via dolorosae (=δρόμος του μαρτυρίου του Ιησού) (g).
Η προσαγωγή του Ιησού στον Πιλάτο έγινε, διότι οι Ρωμαίοι κάνοντας την Ιουδαία επαρχία Ρωμαϊκή επεφύλαξαν στους εαυτούς τους το δικαίωμα των θανατικών εκτελέσεων. «Και για ποιο λόγο δεν τον φόνευσαν, αλλά τον οδήγησαν στον Πιλάτο; Και βέβαια το μεγαλύτερο μέρος της αρχής και της εξουσίας τους, τούς είχε αφαιρεθεί πλέον, αφού τα πράγματά τους βρίσκονταν υπό την κυριαρχία των Ρωμαίων» (Χ).
Αυτό μαρτυρείται ξεκάθαρα στο στίχο 31. Και έφεραν μεν για αναίρεση αυτού το παράδειγμα του λιθοβολισμού του Στεφάνου (Πράξ. ζ 57), αλλά η περίπτωση αυτή οφειλομένη σε παραφορά του λαού δεν αποτελεί ασφαλή μαρτυρία. Το ίδιο μπορεί να παρατηρηθεί και για την έκτακτη περίπτωση που μαρτυρείται στο Ιωσήπου Αρχαιολογ. VI, 2,4 σύμφωνα με την οποία ο Τίτος παρέσχε στους Ιουδαίους το δικαίωμα να θανατώνουν τους ξένους που προχωρούσαν πέρα από τον περίβολο προς το ίδιο το ιερό, ακόμη και αν ήταν Ρωμαίοι. Επιζητούν να θανατωθεί με όλους τους νόμιμους τύπους και να μην λιθοβοληθεί όπως ο Στέφανος. Έτσι μεταχειρίζονταν αυτόν ως κακοποιό «που έγινε αμαρτία» για χάρη μας.
Επιπλέον η παρέμβαση της ρωμαϊκής εξουσίας, την οποία ο λαός φοβόταν, εξασφάλιζε το εναντίον του Ιησού εγχείρημά τους από κάθε λαϊκή εξέγερση. Ακόμη επίσης ο Χριστός θα θανατωνόταν με τον ατιμωτικό θάνατο του σταυρού, τον οποίο οι Ρωμαίοι συνήθιζαν να επιβάλλουν κατά των κακούργων. Επιζητούσαν δηλαδή να τον θάψουν στον ωκεανό της ατιμίας και να εξαλείψουν τη φήμη του για πάντα.
Τέλος, με τη συμμετοχή του ρωμαϊκού επιτρόπου και με την εκτέλεση της απόφασης από τους ρωμαίους στρατιώτες απάλλασσαν εν μέρει τους εαυτούς τους από τη βαριά μομφή για το θάνατο του Ιησού, ο οποίος «περιόδευε ευεργετώντας» Αλλοίμονο! Πολλοί φοβούνται περισσότερο το σκάνδαλο το οποίο μπορεί να προκληθεί στο λαό από την πονηρή τους πράξη παρά την ενοχή τους μπροστά στο Θεό για την αμαρτία που τολμούν και την παράβαση του θείου νόμου.
(3) Περιλαμβάνει το χρονικό διάστημα από τις 3-6 π.μ. (g). Νωρίς κατά το πρωί της Παρασκευής 14 του Νισάν. Ο Πιλάτος θα γνώριζε ότι οι Ρωμαίοι στρατιώτες είχαν σταλθεί για σύλληψη του Ιησού κατά την προηγούμενη νύχτα και είχε ίσως ειδοποιηθεί να είναι έτοιμος πάρα πολύ νωρίς (β).
Επέσπευδαν οι Ιουδαίοι τα προκαταρκτικά της θανατικής εκτέλεσης του Ιησού, έτσι ώστε ο λαός, του οποίου η αφοσίωση στον Ιησού ήταν γνωστή να μην πληροφορηθεί έγκαιρα τα τελούμενα (ο). Τώρα, που τον είχαν στα χέρια τους, δεν θα ήθελαν ούτε στιγμή χρόνου να χαθεί, έως ότου θα κάρφωναν αυτόν στο σταυρό, και για αυτό στερούνται και αυτήν τη φυσική ανάπαυση του ύπνου αγρυπνώντας και πολύ πρωί επισπεύδοντας τα όσα έπρεπε να προηγηθούν της σταύρωσης.
(4) «Και πρόσεξε τους Ιουδαίους που είναι άξιοι για γέλια. Αφού συνέλαβαν τον αθώο, φέροντας μαζί τους όπλα, δεν μπαίνουν στο πραιτώριο για να μη μιανθούν· και όμως ποιος μολυσμός είναι, πες μου, το να μπει κανείς στο δικαστήριο, όπου τιμωρούνται αυτοί που αδίκησαν; Εκείνοι που δίνουν το δέκατο από τον ηδύοσμο και τον άνηθο, δεν νόμιζαν ότι μολύνονται διαπράττοντας άδικο φόνο, ενώ νόμιζαν ότι μολύνονται εισερχόμενοι στο δικαστήριο» (Χ).
(5) Επειδή του Πιλάτου ο οίκος δεν είχε καθαριστεί από ζύμη σύμφωνα με το Δευτερ. ιστ 4 (b). Ο τελετουργικός μολυσμός σε πολλές περιπτώσεις διαρκούσε μέχρι τη δύση του ηλίου μόνο (Λευϊτ. ια 24,Αριθμ. ιθ 7,Δευτερ. κγ 11 κλπ), αλλά στην περίπτωση του Πάσχα όποιος ήταν ακάθαρτος, έπρεπε να αναβάλει τον εορτασμό του Πάσχα για μήνα ολόκληρο σύμφωνα με τα Αριθμ. θ 6-11 και Β΄ Παραλλ. λ 2-3 (β). Οι αλεξανδρινοί μεγαλογράμματοι κώδικες παραλείπουν το ἵνα.
(6) Κάποιοι ισχυριζόμενοι είτε ότι κατά το Ταλμούδ ο μολυσμός, με τον οποίο θα μολύνονταν οι Ιουδαίοι με την είσοδό τους στο πραιτώριο, θα διαρκούσε μέχρι το απόγευμα μόνο, οπότε θα μπορούσαν να φάνε το Πάσχα, είτε υποστηρίζοντας ότι οι Ιουδαίοι είχαν γιορτάσει ήδη το Πάσχα από το προηγούμενο απόγευμα, δέχονται τη λέξη Πάσχα με γενικότερη έννοια αναφέροντας αυτήν όχι στο πασχάλιο δείπνο αλλά γενικά στα εδέσματα της εορτής δηλαδή τα άζυμα και τα κρέατα των θυσιών, οι οποίες γίνονταν κατά τις επτά ημέρες της εορτής.
Και επικαλούνται υπέρ αυτής της εκδοχής τα χωρία Δευτερ. ιστ 2,3,Β΄ Παραλλ. λ 22,λε 7-9. Και αν υποθέσουμε όμως ότι στα αμφιβόλου έννοιας χωρία αυτά η λέξη Πάσχα βρίσκεται με ευρύτερη έννοια παρουσιάζεται απίθανο η φράση τρώω το Πάσχα η τόσο συνηθισμένη στην Κ.Δ. τον Ιώσηπο και το Ταλμούδ να δηλώνει κάτι άλλο από το Πασχάλιο δείπνο. Άλλωστε εάν επρόκειτο για οποιοδήποτε άλλο δείπνο των επτά ημερών, δεν θα πρόσεχαν τόσο πολύ οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι, διότι και εάν μολύνονταν, δεν θα δυσκολεύονταν να απέχουν από αυτό (g).
Οι παράλληλες φράσεις ετοιμάζειν το πάσχα, θύειν το πάσχα (Μάρκ. ιδ 12-16 και Α΄ Κορ. ε 7) δείχνουν ότι και η φράση τρώγειν το πάσχα πρέπει να σημαίνει τρώω τον πασχάλιο αμνό (χ).
Η ερμηνεία λοιπόν «δηλαδή, λοιπόν, με τη λέξη Πάσχα εννοεί όλη τη γιορτή» (Χ), και «τις επτά ημέρες» δηλαδή (Θφ), είναι λιγότερο πιθανή και πιθανότερη παρουσιάζεται «ή ότι τότε γιόρταζαν το Πάσχα» (Χ), «και αυτοί τότε επρόκειτο να το φάνε, το απόγευμα της Παρασκευής» (Θφ), «αυτός όμως (ο Ιησούς) μία ημέρα πριν παρέδωσε αυτό (το Μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας), φυλάγοντας τη σφαγή του για την Παρασκευή» (Χ), «όταν και το παλαιό Πάσχα γινόταν» (Θφ).
Ιω. 18,29 ἐξῆλθεν(1) οὖν(2) ὁ Πιλᾶτος πρὸς αὐτοὺς καὶ εἶπε· τίνα κατηγορίαν φέρετε(3) κατὰ τοῦ ἀνθρώπου(4) τούτου;
Ιω. 18,29 Συγκαταβαίνων, λοιπόν, εις τας προλήψεις των ο Πιλάτος, εβγήκε προς αυτούς και τους είπε• “ποίαν κατηγορίαν φέρνετε εναντίον αυτού του ανθρώπου;”
(1) Αυτό υπονοεί σαφώς, ότι ο Ιησούς είχε ήδη οδηγηθεί μέσα στο Πραιτώριο (ο). Ο Πιλάτος βγήκε από το πραιτώριο συμμορφούμενος με τις θρησκευτικές ιδέες των από αυτόν κυβερνωμένων σε συμφωνία με τις συστάσεις, τις οποίες η Ρώμη έδινε στους αξιωματούχους της στις επαρχίες (F).
(2) Ως συνέπεια του ότι οι Ιουδαίοι δεν ήθελαν να μπουν προς αυτόν, επήλθε το ότι εκείνος βγήκε προς αυτούς.
(3) Ο Πιλάτος είχε μεν κάποια ιδέα για την υπόθεση, αλλά το Ρωμαϊκό δίκαιο απαιτούσε σε παρόμοιες περιπτώσεις συγκεκριμένη και διατυπωμένη κατηγορία. Δες Πράξ. ιζ 6,κε 7 και εξής,κστ 31 (F). Είχε παραχωρήσει σε αυτούς στρατιώτες για σύλληψη του Ιησού και είναι προετοιμασμένος κατά την ώρα αυτή του πρωινού να ακούσει την υπόθεση. Ήδη λοιπόν ενεργεί ως δικαστής και θα έπρεπε να ακούσει και την κατηγορία και την υπεράσπιση (τ).
Η ερώτηση υποδηλώνει με πόσο θόρυβο και με παραμέληση όλων των δικαστικών τύπων σύρθηκε ο Ιησούς στο βήμα του Πιλάτου (ο). «Όταν τον είδε δηλαδή δεμένο (ο Πιλάτος) και από τόσους οδηγούμενο, δεν νόμισε ότι έχουν αναμφισβήτητη απόδειξη κατηγορίας, αλλά ρωτά, λέγοντας, ότι είναι παράλογο αυτοί μεν να κρίνουν αυτόν αυθαίρετα, την δε τιμωρία χωρίς κρίση να την αναθέσουν σε εκείνον» (Χ).
(4) Με αδιαφορία χρησιμοποιεί την μέση αυτή λέξη με την οποία τίποτα ούτε καλό ούτε κακό εκφράζει προδικάζοντας (δ). Η λέξη άνθρωπος στο στόμα του Πιλάτου δεν φαίνεται να ηχεί περιφρονητικά αλλά ορίζει μάλλον με αδιαφορία το πρόσωπο για το οποίο γίνεται λόγος (κ).
Ιω. 18,30 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· εἰ μὴ ἦν οὗτος κακοποιός(1), οὐκ ἄν σοι παρεδώκαμεν αὐτόν.
Ιω. 18,30 Απήντησαν εκείνοι αορίστως και είπαν• “εάν αυτός δεν ήτο κακοποιός, δεν θα σου τον είχαμε παραδώσει”.
(1) Επιβλαβής στην κοινωνία (C). H απάντηση φανερώνει εν μέρει αλαζονεία και εγωισμό, εν μέρει απορία (F). «Δεν έχουν να πουν εύλογη κατηγορία» (Κ). «Ω μέγεθος ανοησίας! Γιατί δε λέτε το κακό που έκανε, αλλά επισκιάζετε αυτό; Γιατί δεν φανερώνετε το κακό; Βλέπεις παντού που αποφεύγουν την απευθείας κατηγορία και δεν μπορούν τίποτα να πουν;» (Χ).
Η απάντηση υπαγορεύτηκε από δύο αιτίες. Από τη μία επιζητούν να διατηρήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο την παλαιά τους αυτονομία, μένοντας αυτοί κατ’ ουσίαν οι δικαστές και αφήνοντας στον Πιλάτο το ρόλο του δημίου. Από την άλλη φοβούνται, μήπως δεν θα επιτύχουν την επικύρωση της καταδικαστικής απόφασης (g). Εάν τον κατηγορούσαν για βλασφημία, γνώριζαν καλά, ότι ο Πιλάτος δεν θα αναγνώριζε την κατηγορία αυτή, όπως έγινε έπειτα και από τον Γαλλίωνα στο Πράξ. ιη 16 (ο).
Ο σιναϊτικός κώδικας γράφει κακόν ποιήσας, ο βατικανός και άλλος μεγαλογράμματος κακόν ποιών.
Δεν μπορούν να πουν, ότι είναι προδότης ή φονιάς ή εγκληματίας, ή ταραχοποιός. Αλλά λένε· Είναι κακοποιός. Ποιός; Αυτός ο οποίος «περιόδευε ευεργετώντας». Ας κληθούν εκείνοι, τους οποίους είχε θεραπεύσει και διδάξει και διαθρέψει· εκείνοι τους οποίους είχε απαλλάξει από τα δαιμόνια και είχε αναστήσει από τους νεκρούς. Και ας ερωτηθούν αυτοί, εάν πράγματι ήταν κακοποιός. Δεν είναι όμως κάτι νέο οι μεγαλύτεροι ευεργέτες να παραγνωρίζονται χαρακτηριζόμενοι ως χειρότεροι κακοποιοί.
Ιω. 18,31 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς(1) καὶ κατὰ τὸν νόμον ὑμῶν κρίνατε αὐτόν(2). εἶπον οὖν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι· ἡμῖν οὐκ ἔξεστιν ἀποκτεῖναι οὐδένα(3)·
Ιω. 18,31 Είπε τότε εις αυτούς ο Πιλάτος• “πάρετέ τον σεις και σύμφωνα με τον νόμον σας δικάστε τον”. Του είπαν τότε οι Ιουδαίοι• “ημείς δεν έχομεν το δικαίωμα να θανατώσωμεν δια σταυρού κανένα”.
(1) Η απάντηση του Πιλάτου ή είναι ειρωνική: Εάν νομίζετε ότι έτσι έχει το πράγμα, δικάστε τον εσείς. Ο Πιλάτος γνώριζε, ότι ο Ιησούς είχε ήδη καταδικαστεί και ότι οι Ιουδαίοι δεν μπορούσαν να εκτελέσουν την απόφαση χωρίς τη συγκατάθεσή του (F). Είμαι λοιπόν εκτελεστής της απόφασής σας; Εάν εξετάζετε την κατηγορία μόνοι, μόνοι και καταδικάστε τον, εάν μπορείτε! (Stier).
Ή ο Πιλάτος καταλαβαίνοντας τα σχέδιά τους, ενθουσιασμένος διότι παρεχόταν σε αυτόν μέσο να απαλλαγεί από αυτήν την υπόθεση, απαντά σε αυτούς χωρίς δισταγμό: Πολύ καλά! Αφού θέλετε να είστε μόνοι δικαστές στην υπόθεση, δέχομαι αυτό! Δικάστε τον κατηγορούμενο και τιμωρήστε τον, εννοείται εντός των ορίων της δικαιοδοσίας σας (g).
«Αν μεν επιφυλάσσετε για τους εαυτούς σας την κρίση, οι ίδιοι κάντε και την εξέταση όπως θέλετε· αν όμως θέλετε να κρίνω εγώ τον άνδρα, είναι αναγκαίο να πείτε την κατηγορία» (Θμ). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
(2) Το Συνέδριο είχε κάποια δικαιώματα πειθαρχικά, όπως το να αφορίζει από τη συναγωγή, το να ραβδίζει κλπ. (g).
(3) Αναφέρονται στο jus gladii, το οποίο η Ρώμη στις κατακτώμενες χώρες επεφύλασσε στον επίτροπό της (Ιωσήπου περί Ιουδ. Πολέμ. ΙΙ, VIII, 1). Είναι απίθανο, ότι οι αλαζόνες Ιουδαίοι θα ομολογούσαν τόσο σαφώς το δικαίωμα αυτό του επιτρόπου της Ρώμης, εάν δεν εξαναγκάζονταν σε αυτό από την επιθυμία τους να πετύχουν από αυτόν την επικύρωση της θανατικής εκτέλεσης του Ιησού (ο).
Ιω. 18,32 ἵνα ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ πληρωθῇ(1) ὃν εἶπε(2) σημαίνων ποίῳ(3) θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνήσκειν.
Ιω. 18,32 Τα είπαν δε αυτά, δια να επαληθεύση πλήρως ο λόγος, τον οποίον ο Ιησούς είχεν είπει, φανερώνων εκ των προτέρων με ποίον είδος θανάτου έμελλε να αποθάνη.
(1) Δες το στίχο 9, όπου και πάλι με την ίδια φράση εισάγεται λόγος του Ιησού.
(2) «Όταν έλεγε ότι «Εάν υψωθώ από τη γη, όλους θα τους ελκύσω προς εμένα (Ιω. ιβ 32,33)», όπως και εκεί ο ευαγγελιστής σημείωσε για αυτό προσθέτοντας ότι: «Αυτό το έλεγε, φανερώνοντας με ποιο θάνατο επρόκειτο να πεθάνει»· δηλαδή υπαινισσόμενος το σταυρό» (Ζ). Η ποινή που επέβαλλε ο μωσαϊκός νόμος σε κάθε βλασφημία καθώς και στην αθέτηση της εντολής του Σαββάτου, ήταν αυτή του λιθοβολισμού. Δες Εξόδου λα 14,λε 2,Λευϊτ. κδ 10-23,Δευτερ. ιγ 5-10,Ιω. η 5-7,ι 31,Λουκ. κ 6, Πράξ. ζ 58,ιδ 5 (χ).
Εάν οι Ιουδαίοι εκτελούσαν τη θανατική ποινή του Ιησού, θα λιθοβολούσαν αυτόν, διότι λιθοβολισμός κατά το νόμο ήταν η ποινή κατά της βλασφημίας. Ο σταυρικός θάνατος ήταν συνηθισμένη ποινή στους Ρωμαίους.
Ο σιναϊτικός κώδικας αποσιωπά τις λέξεις: ὃν εἶπε. Και εκείνοι ακόμη, οι οποίοι ήθελαν να διαψεύσουν τα λόγια του Ιησού, παρά τη διάθεση και την πονηρή πρόθεσή τους, χρησιμοποιήθηκαν ως όργανα για επαλήθευση αυτών από το θείο χέρι που κυβερνά τα πάντα.
Οι λόγοι του Χριστού δεν θα περάσουν. Ο Κύριος ούτε να απατήσει ούτε να απατηθεί είναι ποτέ δυνατόν. Και οι ίδιοι οι αρχιερείς, που τον καταδιώκουν ως πλάνο, κατευθύνθηκαν αόρατα και ασυναίσθητα στο να αποδείξουν τον Κύριο αληθινό σε όλα, και όταν ακόμη θα σκεπτόταν κάποιος, ότι με τα μέτρα, τα οποία έπαιρναν, θα διέψευδαν τις προφητείες του.
(3) Δηλαδή με τέτοιο θάνατο, τον οποίο οι Ρωμαίοι επέβαλλαν. Οι Ιουδαίοι θα λιθοβολούσαν αυτόν (b). Όπως η ρωμαϊκή εξουσία οδήγησε τη μητέρα του στη Βηθλεέμ, προκειμένου εκεί κατά την προφητεία να γεννηθεί ο Κύριος, έτσι και τώρα για εκπλήρωση των Γραφών οδηγούν αυτόν στο Σταυρό.
Ιω. 18,33 Εἰσῆλθεν οὖν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν ὁ Πιλᾶτος καὶ ἐφώνησε(1) τὸν Ἰησοῦν καὶ εἶπεν αὐτῷ(2)· σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων(3);
Ιω. 18,33 Εισήλθεν πάλιν στο πραιτώριον ο Πιλάτος και εκάλεσεν ιδιαιτέρως τον Ιησούν και του είπε• “συ είσαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων;”
(1) Κάλεσε τον Ιησού κατ’ ιδίαν στο πραιτώριο, σε μέρος όπου μπορούσε να μιλήσει μόνος μαζί του (g). Ο μαθητής, ο οποίος φαίνεται να ήταν παρών κατά την ανάκριση του Ιησού στον Άννα, ίσως ήταν και τώρα μάρτυρας της σκηνής στο πραιτώριο, την οποία διηγείται εδώ τόσο ζωηρά. Οι ιερωμένοι κατήγοροι του Ιησού δεν μπορούσαν να μπουν στο πραιτώριο, για να μη μιανθούν, δεν είναι όμως πιθανόν, ότι στο πραιτώριο ήταν απαγορευμένο να μπουν όσοι επιθυμούσαν να ακούσουν τα γινόμενα (β).
(2) Η αφήγηση του Ιωάννου παρουσιάζει προφανώς εδώ κάποιο κενό. Τίποτα από τα προηγούμενα δεν δικαιολογεί την ερώτηση που προβάλλει ο Πιλάτος στον Ιησού. Αυτή υποδηλώνει κάποιο λόγο ο οποίος ειπώθηκε από τους κατήγορους. Πράγματι εάν συγκρίνουμε την αφήγηση του Ιωάννου με αυτήν των συνοπτικών και ιδιαίτερα με αυτήν του Λουκά (κγ 2) πληροφορούμαστε, ότι οι Ιουδαίοι είχαν διατυπώσει σχετική κατηγορία κατά του Ιησού (g).
(3) Η μορφή της ερώτησης είναι τέτοια όπως όταν προσδοκάται απάντηση αρνητική. Προφανώς ο Πιλάτος δεν πίστευε, ότι ο Ιησούς ήταν επαναστάτης αρχηγός, διότι δεν υπήρχε τίποτα στην εμφάνιση ή στη στάση του που να παρουσιάζει την κατηγορία αυτή ως εύλογη (β). Η πρόταξη της αντωνυμίας είναι εξόχως εμφαντική και δείχνει, ότι ο Πιλάτος είναι ήδη πεπεισμένος, ότι δεν έχει μπροστά του επαναστάτη, επίφοβο στη Ρώμη (τ). Στην ερώτηση αυτή του Πιλάτου ο οίκτος είναι ανάμικτος με περιφρόνηση (μ).
Ιω. 18,34 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀφ᾿ ἑαυτοῦ σὺ τοῦτο λέγεις(1) ἢ ἄλλοι σοι εἶπον περὶ ἐμοῦ(2);
Ιω. 18,34 Του απήντησεν ο Ιησούς• “Από τον εαυτόν σου, από ιδικήν σου διαπίστωσιν το λέγεις αυτό η άλλοι σου το είπαν, ως κατηγορίαν εναντίον μου;”
(1) Ο σιναϊτικός αντί για το λέγεις γράφει είπας. Τρεις άλλοι μεγαλογράμματοι, ανάμεσα στους οποίους και ο βατικανός κώδικας, γράφουν από σεαυτού αντί για αφ’ εαυτού.
(2) Ή «ρωτά ο Χριστός, θέλοντας να φανερώσει την πονηρή πρόθεση των Ιουδαίων… Δεν ρωτά βεβαίως ο Χριστός από άγνοια, αλλά, θέλοντας και από αυτόν να κατηγορηθούν οι Ιουδαίοι, λέει· «άλλοι σου τα είπαν;»» (Χ). Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή ο Ιησούς απευθύνεται στην προσωπική αντίληψη του Πιλάτου. Και αποβλέπει στο να διεγείρει την συνείδηση του Πιλάτου έτσι ώστε να μην πιστεύει χωρίς λόγο τους Ιουδαίους (b).
Ή, πιο σωστά. Η θέση του ερωτήματος δεν ήταν τόσο απλή, όπως φαινόταν στον Πιλάτο. Έπρεπε προηγουμένως να γίνει κάποια διάκριση. Με έννοια πολιτική, μόνη γνωστή στον Πιλάτο, ο Ιησούς μπορούσε να αποποιηθεί τον τίτλο του βασιλιά των Ιουδαίων· αλλά με έννοια θρησκευτική, στην οποία ήταν ταυτόσημος με τον τίτλο του Μεσσία, ο Ιησούς όφειλε να τον δεχτεί (g).
Εάν ο Πιλάτος ρωτούσε από τον εαυτό του, η έννοια της λέξης βασιλιάς θα εφαρμοζόταν εσφαλμένα στον Ιησού· εάν ο Πιλάτος ρωτούσε από πληροφορίες που προέρχονταν από τους Ιουδαίους, τότε ο τίτλος βασιλιάς είχε μέσα του και αληθινή έννοια, με την οποία πράγματι ο Ιησούς ήταν βασιλιάς των Ιουδαίων (Alford).
Εάν ο Πιλάτος ερευνούσε ακριβώς τα πράγματα, όπως είχε καθήκον, θα ανακάλυπτε, ότι η αληθινή αιτία, για την οποία οι αρχιερείς είχαν εξεγερθεί κατά του Ιησού ήταν ακριβώς, διότι δεν επιζήτησε ο Κύριος να ιδρύσει κοσμική βασιλεία αντιτιθέμενη προς την ρωμαϊκή δύναμη. Εάν επιζητούσε κάτι τέτοιο και ενεργούσε θαύματα για να ελευθερώσει τους Ιουδαίους από το ζυγό της Ρώμης, όπως άλλοτε ο Μωϋσής ενήργησε τέτοια για απελευθέρωση των Ισραηλιτών από τη δουλεία των Αιγυπτίων, τότε θα τάσσονταν όλοι κάτω από τις διαταγές του και ανακηρύσσοντας αυτόν βασιλιά θα αγωνίζονταν υπό την αρχηγία του εναντίον της Ρώμης. Αλλά τώρα επιρρίπτουν εναντίον του κατηγορία, της οποίας αυτοί ήταν οι κυρίως και οι μόνοι ένοχοι, διότι αυτοί ποθούσαν την ανατροπή της Ρώμης.
Ιω. 18,35 ἀπεκρίθη ὁ Πιλᾶτος· μήτι ἐγὼ Ἰουδαῖός εἰμι(1); τὸ ἔθνος τὸ σὸν(2) καὶ οἱ ἀρχιερεῖς παρέδωκάν σε ἐμοί· τί ἐποίησας(3);
Ιω. 18,35 Απήντησεν ο Πιλάτος• “μήπως εγώ είμαι Ιουδαίος, δια να ανακατεύωμαι εις τα ζητήματα των Εβραίων; Το έθνος σου και οι αρχιερείς σε παρέδωκαν εις εμέ ως ένοχον. Τι έκαμες;”
(1) «Δεν ταιριάζει σε μένα κυρίως το να γνωρίζω τα δικά σου, διότι δεν είμαι Ιουδαίος. Αυτό αρμόζει κατεξοχήν στους ομοεθνείς σου και με τους οποίους ανατράφηκες μαζί, οι οποίοι παρόλο που ομοίως ξέρουν αυτά, σε φέρνουν για να πεθάνεις» (Κ). Δηλαδή· βεβαίως δεν λέω αυτό από τον εαυτό μου· οι Ιουδαίοι είπαν αυτό σε μένα (b). Μήπως είμαι Ιουδαίος για να ταράσσομαι με τις ιδιορρυθμίες σας και με τις μυστικές ιδέες σας; Έπρεπε να είμαι Ιουδαίος και όχι Ρωμαίος, για να έχω μάθει από προσωπική παρατήρηση την αλήθεια των εναντίον σου ισχυρισμών των Ιουδαίων (ο).
Υπάρχει περιφρόνηση βαθειά στην αντίθεση «εγώ Ιουδαίος» (g). Πάλι η αντωνυμία «Εγώ» μπαίνει με έμφαση (τ). Ποτέ δεν θα συμφωνούσε ο αλαζόνας Ρωμαίος να είναι Ιουδαίος μισητός και περιφρονημένος (F). Οι Ιουδαίοι από πολλές απόψεις υπήρξαν ένδοξος λαός. Επειδή αθέτησε όμως την διαθήκη του Θεού, έκανε τον εαυτό του άξιο περιφρόνησης στους λαούς (Μαλαχία β 8,9). Έτσι καλά και τιμημένα ονόματα ατιμάζονται και εξευτελίζονται εξ’ αιτίας εκείνων, οι οποίοι ανάξια φέρουν αυτά. Είναι θλιβερό ένας αλλόθρησκος, εναντίον του οποίου διατυπώνεται η υπόνοια, ότι δεν είναι έντιμος, να απαντά επειδή έχει σκανδαλιστεί από την αξιοκατάκριτη συμπεριφορά μερικών Χριστιανών: Μήπως εγώ είμαι Χριστιανός;
(2) Που αντιπροσωπεύεται από τα μέλη του που διαθέτουν τη μεγαλύτερη επιρροή (F)· το έθνος «του οποίου ονομάστηκες ο βασιλιάς» (b). Όχι κάποιοι ιδιώτες, αλλά το έθνος αντιπροσωπευόμενο από τους αρχηγούς του (τ). Πρέπει να είχε φανεί παράδοξο στον Πιλάτο, ότι στην τότε δύσκολα πειθομένη και επαναστατική κατάσταση των Ιουδαίων, οι άρχοντες του έθνους παρουσιάζονταν να κατηγορούν ένα πρόσωπο σε αυτόν ότι επιδιώκει να απαλλάξει τη χώρα από τη Ρωμαϊκή εξουσία (ο).
(3) Αυτό ήταν το σημείο το οποίο ενδιέφερε τον Πιλάτο. Ποια πράξη του Ιησού είχε προκαλέσει την εναντίον του εχθρότητα των Ιουδαίων; (β).
Ιω. 18,36 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ(1) οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου(2)· εἰ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἦν ἡ βασιλεία ἡ ἐμή(3), οἱ ὑπηρέται(4) ἂν οἱ ἐμοὶ ἠγωνίζοντο(3), ἵνα μὴ παραδοθῶ τοῖς Ἰουδαίοις· νῦν(5) δὲ ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐντεῦθεν.
Ιω. 18,36 Απήντησεν ο Ιησούς• “η βασιλεία μου δεν προέρχεται από τον κόσμον αυτόν. Εάν ήτο από τον κόσμον τούτον η βασιλεία μου, οι στρατιώται μου θα ανελάμβαναν αγώνα, δια να μη παραδοδώ στους Ιουδαίους. Αλλά η ιδική μου βασιλική εξουσία δεν προέρχεται από τούτον εδώ τον κόσμον”.
(1) Επειδή ο Πιλάτος προηγουμένως «είπε· Τι έκανες; Για αυτό μεν δεν απάντησε τίποτα, για αυτό όμως για το οποίο κατεξοχήν ο Πιλάτος ποθούσε να ακούσει, για τη βασιλεία του, για αυτήν απαντά λέγοντας· Η βασιλεία η δική μου…» (Χ).
Απαντά στο ερώτημα που έθεσε ο Πιλάτος στο σ. 33. Έχω βασιλεία, την οποία ήλθα να εγκαθιδρύσω. Οι Ιουδαίοι έχουν δίκιο λέγοντας ότι αξιώνω ότι είμαι ο Χριστός βασιλιάς (ο).
(2) «Όχι ότι δεν εξουσιάζει και εδώ, αλλά εννοεί ότι η βασιλεία του έχει την αρχή της από τον ουρανό και δεν είναι ανθρώπινη» (Χ). «Διότι δεν είπε· Δεν είναι στον κόσμο, ούτε είναι εδώ. Διότι βασιλεύει μεν στον κόσμο και προνοεί για αυτόν» και όπως θέλει, περιφέρει τα πάντα. Δεν είναι όμως από εδώ, εννοώ δηλαδή δεν ιδρύθηκε εδώ κάτω· αλλά εδώ μεν εξουσιάζει και διοικεί· δεν είναι όμως από εδώ, ούτε έχει τη δημιουργία της από εδώ κάτω, ούτε είναι φθαρτή» (Θφ).
«Δεν λέει, Η βασιλεία μου δεν είναι στον κόσμο αυτόν… Διότι η βασιλεία του είναι εδώ μέχρι τέλους του κόσμου, έχοντας ζιζάνια αναμιγμένα μέχρι το θερισμό· διότι ο θερισμός θα γίνει στο τέλος του κόσμου» (Αυ).
Η έκφραση από (εκ) τον κόσμο δεν είναι ταυτόσημη με την έκφραση στον (εν) κόσμο. Διότι η βασιλεία του Ιησού πραγματοποιείται και αναπτύσσεται στον κόσμο· αλλά δεν προέρχεται και δεν έχει την καταγωγή της από τον κόσμο, από την ανθρώπινη θέληση και τη γήινη δύναμη (g). «Η πρόθεση «εκ» σημαίνει την καταγωγή όπως και το ακόλουθο «Εντεύθεν». Ο Ιησούς λέει απλώς από πού δεν είναι η βασιλεία του· δεν είναι από τον κόσμο αυτόν· αλλά δεν λέει και από πού είναι, δηλαδή από τους ουρανούς. Οπωσδήποτε υπονοεί αυτό, όταν λέει στο στίχο 37, ότι «ήλθα στον κόσμο αυτόν» (b).
Η βασιλεία του Χριστού δεν είναι από τον κόσμο αυτόν. Οι βασιλείες των ανθρώπων ανεβαίνουν από τη θάλασσα και από τη γη (Δανιήλ ζ 3, Αποκάλ. ιγ 1,11), ενώ η αγία πόλη κατεβαίνει «από τον ουρανό από το Θεό» (Αποκάλ. κα 2).
Η βασιλεία του Χριστού δεν είναι από διαδοχή ή εκλογή ή κατάκτηση βίαιη, αλλά από άμεση και ειδική ανάδειξη της θείας θέλησης και βουλής. Αλλά και η φύση της δεν είναι κοσμική. Είναι βασιλεία εντός των καρδιών και των συνειδήσεων των ανθρώπων και τα πλούτη της είναι πνευματικά, οι δυνάμεις της πνευματικές και όλη η δόξα τους ομοίως.
Αλλά και τα όπλα της είναι πνευματικά και ουδέποτε χρησιμοποιεί κοσμική δύναμη για υπεράσπιση και για στερέωσή της, ούτε διεξάγεται κατά τρόπο επιβλαβή στους ηγεμόνες και τις βασιλείες του κόσμου. Αλλά ούτε ενδιαφέρεται για τα προνόμια των ηγεμόνων ή για τις κτήσεις και περιουσίες των υπηκόων τους. Ούτε αντιτίθεται σε κάποιο βασίλειο του κόσμου παρά μόνο στο βασίλειο του Σατανά. Και οι σκοποί της επίσης και οι τάσεις της δεν είναι κοσμικές.
Ο Χριστός δεν αποσκοπούσε, αλλά ούτε στους μαθητές του θα επέτρεπε να θέσουν ως σκοπό την πομπή και δύναμη των μεγιστάνων της γης. Αλλά και οι υπήκοοι της βασιλείας αυτής αν και ζουν στον κόσμο αυτόν, δεν είναι από τον κόσμο. Κλήθηκαν και εκλέχτηκαν μέσα από τον κόσμο και ξεχωρίστηκαν από αυτόν. Και γεννήθηκαν από άλλον κόσμο προς τον οποίο είναι συνδεδεμένοι. Δεν είναι ούτε μαθητές του κόσμου, ούτε αγαπητοί σε αυτόν, ούτε κυβερνιούνται από τη σοφία του κόσμου, ούτε πλουτίζονται από τα πλούτη του. Πολεμούνται από τον κόσμο και μισούνται από τον κόσμο, «διότι δεν είναι από τον κόσμο».
Παρόλο όμως που ζουν στον κόσμο «σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους», νικούν τον κόσμο χωρίς να χρησιμοποιούν τις ραδιουργίες και τις απάτες και την υποκρισία του κόσμου, αλλά με τη δύναμη της αγάπης, με την πραότητα και μειλιχιότητα, με τη μακροθυμία και ανεξικακία.
Οι σκληρότητες και παραφορές του κόσμου είναι ξένες προς αυτούς, διότι έχουν διδαχτεί ότι «η οργή του άνδρα δεν φέρνει τη δικαιοσύνη του Θεού». Και αντιμετωπίζουν την αλαζονεία του κοσμικού βίου και την υπερηφάνεια της καρδιάς των κοσμικών ανθρώπων με την αφάνεια της ταπεινοφροσύνης, την οποία εμπνέονται από τον βασιλιά τους, ο οποίος σε όλη την επίγεια ζωή του υπήρξε «πράος και ταπεινός στην καρδιά».
(3) «Αυτό ακριβώς που φοβόταν προηγουμένως ο Πιλάτος, το διέλυσε, δηλαδή την υποψία για σύσταση τυραννικής εξουσίας» (Χ). Ο κόσμος υπερασπίζεται τις βασιλείες του με τη δύναμη των όπλων (b).
Εάν ήταν πρόσκαιρος βασιλιάς ή επεδίωκε να γίνει τέτοιος, θα σημειωνόταν αντίσταση και αιματοχυσία, πριν ακόμη νικηθεί και οδηγηθεί αναγκαστικά μπροστά στον Πιλάτο. Αλλά τώρα στεκόταν άοπλος και μόνος μπροστά του και κανένα όπλο δεν προβλήθηκε για υπεράσπισή του, ούτε κάποιες στασιαστικές ομάδες διέτρεχαν την πόλη ή την χώρα αξιώνοντας την απελευθέρωσή του και απειλώντας εκδίκηση (ο).
(4) Ή, γενικά και υποθετικά= οι υπηρέτες τους οποίους στην περίπτωση αυτή θα είχα (Luthardt=Λούθηρος).
Ή, οι υπηρέτες για τους οποίους δες στο Ματθ. κστ 53, δηλαδή οι άγγελοι (b,β).
Ή, πιο σωστά, οι οπαδοί μου, όπως είναι το πλήθος, το οποίο είχε κυκλώσει αυτόν κατά την ημέρα της εισόδου του στα Ιεροσόλυμα (g). Ο Ιησούς δεν αρνείται ότι έχει υπηρέτες, αλλά αρνείται ότι αυτοί αγωνίζονται για την απελευθέρωσή του (ο).
«Εδώ όμως φανερώνει και την αδυναμία της δικής μας (επίγειας) βασιλείας, αφού έχει τη δύναμή της στους υπηρέτες· η ουράνια όμως είναι αυτάρκης και δεν χρειάζεται τίποτα» (Θφ).
(5) Το μόριο είναι αντιθετικό και όχι χρονικό (b). Πρέπει να εννοηθεί με λογική έννοια (g). Για τη φράση νῦν δὲ, δες η 40,θ 41,ιε 22.
Ιω. 18,37 εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· οὐκοῦν(1) βασιλεὺς εἶ σύ(2); ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· σὺ λέγεις ὅτι βασιλεύς εἰμι ἐγώ(3). ἐγὼ εἰς τοῦτο(4) γεγέννημαι(5) καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον(6), ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ(7). πᾶς(8) ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας(9) ἀκούει μου τῆς φωνῆς(10).
Ιω. 18,37 Είπε τότε εις αυτόν ο Πιλάτος• “λοιπόν είσαι βασιλεύς;” Απήντησεν ο Ιησούς• “όπως και συ το λέγεις, είμαι βασιλεύς”. Εγώ δι’ αυτό εγεννήθηκα και δι’ αυτό έχω έλθει στον κόσμον να κηρύξω την αλήθειαν. Και κάθε ένας ο οποίος αισθάνεται μέσα του διάθεσιν και πόθον δια την αλήθειαν, ακούει, δέχεται και εφαρμόζει την διδασκαλίαν μου”.
(1) Ο Πιλάτος ανέμενε αρνητική απάντηση, γι’ αυτό η ερώτησή του εκφράζει έκπληξη (g). Το οὐκοῦν λέγεται μοναδική φορά.
(2) Η αντωνυμία μπαίνει στο τέλος με έμφαση= Εσύ ο οποίος στέκεσαι μπροστά στο βήμα μας και ο οποίος έχεις στο πρόσωπό σου τέτοια σημάδια του σφοδρότερου μίσους των Ιουδαίων και του οποίου ζητείται ο θάνατος, είσαι πράγματι βασιλιάς; (ο). Εσύ ο πτωχός δεσμώτης; (β).
(3) «Δεν αρνείται την δόξα της βασιλείας του, ούτε όμως παρέχει την διαβεβαίωση για αυτό μόνο από τα λόγια του Πιλάτου» (Κ).
«Ο Ιησούς απάντησε έτσι όχι γιατί φοβόταν να ομολογήσει τον εαυτό του βασιλιά, αλλά το Εσύ λέγεις, ισοσταθμίστηκε έτσι ώστε με αυτό ο Ιησούς ούτε αρνείται ότι είναι βασιλιάς (διότι είναι βασιλιάς, του οποίου η βασιλεία δεν είναι από τον κόσμο αυτόν), ούτε ομολογεί ότι είναι τέτοιος βασιλιάς, ώστε να δικαιολογείται η υπόθεση ότι η βασιλεία του είναι από τον κόσμο αυτόν… Λέγοντας το Συ λέγεις… είναι σαν να είπε· Σαρκικός καθώς είσαι, λες αυτό σαρκικά» (Αυ).
Η απάντηση αυτή δεν είναι ούτε σαφής βεβαίωση ούτε άρνηση, αλλά συγκατάθεση που δίνεται σαν ένα είδος παραχώρησης (β). Η φράση Συ λέγεις… ως τύπος βεβαίωσης είναι άγνωστος τόσο στους κλασσικούς όσο και στην Π.Δ., ήταν όμως σε πυκνή χρήση στους ραββίνους (g). Η καλή ομολογία, την οποία ο Κύριος ομολόγησε ενώπιον του Πιλάτου σύμφωνα με το Α΄ Τιμ. στ 13 είναι αυτή.
(4) Με αυτά ο Ιησούς έρχεται να εξηγήσει με ποια έννοια είναι βασιλιάς. Έρχεται να κατακτήσει τον κόσμο και ως μόνο όπλο για αυτό χρησιμοποιεί το να μαρτυρεί για την αλήθεια (g).
(5) «Εδώ αναφέρεται στην σε συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο γέννησή του, όταν αφού σαρκώθηκε ήλθε στον κόσμο και όχι στην άναρχη γέννησή του» (Αυ).
Ο Πιλάτος δεν μπορούσε να κατανοήσει την θεία του υιότητα. Παρόλ’ αυτά και αυτή διακηρύσσεται εδώ, όταν επισυνάπτεται το «για αυτό ήλθα στον κόσμο» (b).
(6) Η φράση αναφέρεται στη δημόσια εμφάνιση και δράση του Ιησού (F). Δηλώνεται με αυτήν η ειδική αποστολή, για την οποία εμφανίστηκε ο Ιησούς στον κόσμο (g). Ήλθα από ψηλά στον κόσμο. Με τις φράσεις λοιπόν «για αυτό γεννήθηκα» και «για αυτό ήλθα» και η ανθρώπινη και η θεία φύση του διακηρύσσονται στον Πιλάτο (ο).
(7) Ο σιναϊτικός γράφει περί της αληθείας αντί για τῇ ἀληθείᾳ. «Δηλαδή, με σκοπό, αφού αφαιρέσει το ψεύδος από τον κόσμο και αφού καταστρέψει τον δαίμονα που με απάτη τυράννησε τους ανθρώπους, να παρουσιάσει την αλήθεια να βασιλεύει πάνω σε όλα» (Κ). Η βασιλεία της αλήθειας αντιτίθεται προς τις βασιλείες αυτού του κόσμου (b). Το έργο του ως προφήτη είναι το θεμέλιο της βασιλείας του (g).
«Μαρτυρήσω» δηλαδή να αποκαλύψω, να κάνω γνωστή, να διακηρύξω την αλήθεια. Το άρθρο προδίδει την ύψιστη αντικειμενικότητα (ο). Η μαρτυρία του για την αλήθεια δεν περιορίστηκε σε αυτήν την καλή ομολογία ενώπιον του Πιλάτου (Α΄ Τιμ. στ 13) αλλά υπήρξε συνεχής σε όλη τη δημόσια δράση του. Δες Ιω. γ 11,32,ζ 7,η 14 (β).
Η φύση της βασιλείας του ανταποκρίνεται προς τη φύση της αποστολής του. Είναι ο βασιλιάς της Αλήθειας και φανερώνει την βασιλική του δύναμη όχι με βία, αλλά με τη μαρτυρία, την οποία δίνει για την αλήθεια. Για αυτό γεννήθηκε σε χρόνο και για αυτό ήλθε στον κόσμο. Και υπήκοοί του είναι εκείνοι, οι οποίοι δεν αγωνίζονται με όπλα υλικά, αλλά επειδή είναι από την αλήθεια υπακούουν στο βασιλιά τους (χ).
Ήλθε ο Κύριος να μαρτυρήσει για το Θεό, ότι δημιούργησε τον κόσμο, να μαρτυρήσει επίσης και κατά της αμαρτίας, η οποία οδηγεί στον όλεθρο τον κόσμο και με το λόγο αυτόν της αλήθειας ιδρύει και διατηρεί το βασίλειό του. Η βασιλεία του Χριστού δεν είναι από τον κόσμο αυτόν, όπου κυριαρχεί το ψεύδος, αλλά από τον κόσμο εκείνο, όπου η αλήθεια βασιλεύει αιώνια.
Το θεμέλιο και η δύναμη της πάνω στη γη βασιλείας του και το πνεύμα που κυριαρχεί σε αυτήν είναι η αλήθεια, η θεία αλήθεια. Και όταν είπε Εγώ είμαι η αλήθεια, κατ’ ουσίαν είπε Εγώ είμαι βασιλιάς. Κατακτά τις καρδιές πείθοντας με το φως της αλήθειας· κυβερνά και κυριαρχεί με τη δύναμη της αλήθειας, και βασιλεύει κατευοδούμενος «εξ’ αιτίας της αλήθειας» (Ψαλμ. μδ 5), και «θα κρίνει την οικουμένη με δικαιοσύνη και τους λαούς με την αλήθειά του» (Ψαλμ. 95, 13).
Για να είμαστε λοιπόν και εμείς υπήκοοι στη βασιλεία πρέπει να γίνουμε τέκνα της αλήθειας, αναγεννημένα από αυτήν και πάντοτε λέγοντας αυτήν. Ειδικό καθήκον που απορρέει για μας από τη διακήρυξη αυτή του Χριστού είναι και το να λέμε ο καθένας την αλήθεια στον πλησίον του. Ο συνεκτικός δεσμός κάθε κοινωνίας είναι η αμοιβαία εμπιστοσύνη των μελών της. Απατεώνες και ψεύτες φαίνονται μερικές φορές να ευδοκιμούν και να ευτυχούν στον κόσμο. Εάν όμως πετυχαίνουν, αυτό οφείλεται στο ότι νομίζονται τίμιοι και φιλαλήθεις και πρόσωπα άξια εμπιστοσύνης από εκείνους τους οποίους εξαπατούν.
Εάν η μεταξύ των ανθρώπων εμπιστοσύνη και τιμιότητα φυγαδευόταν από την ανθρωπότητα, η γη θα γινόταν ακατοίκητη και οι δεσμοί της κοινωνίας θα διασπώνταν. Είναι λοιπόν σπουδαίο καθήκον του καθενός από εμάς να είναι φιλαλήθης και να γίνεται μεταξύ των ομοίων του πρόσωπο άξιο κάθε εμπιστοσύνης, διότι μόνο έτσι είναι δυνατόν να σταθούν και να προαχθούν οι κοινωνίες.
(8) Χωρίς κάποια εξαίρεση (ο). Απευθύνεται όχι μόνο στη συνείδηση αυτού ως δικαστή αλλά και στη συνείδησή του ως ανθρώπου (g). «Επομένως και συ, Πιλάτε, αν είσαι παιδί της αλήθειας, και ποθείς αυτήν, θα ακούσεις τη φωνή μου και θα πιστέψεις ότι είμαι βασιλιάς όχι τέτοιος» (Θφ).
(9) «Αυτός που αγαπά την αλήθεια» (Ζ). Η φράση υπενθυμίζει τα Ιω. γ 21,ζ 17,η 47, κλπ. Σημαίνει την ηθική διάθεση στο να δεχτεί κάποιος την αλήθεια και να μπει κάτω από την αγία δύναμή της όταν παρουσιάζεται αυτή ζωντανή στο πρόσωπο του Ιησού (g). Δηλώνει εκείνον, του οποίου χαρακτηριστικό είναι το να αφήνει τον εαυτό του, να κυβερνιέται από την αλήθεια (C).
Εκείνοι οι οποίοι με τη χάρη του Θεού λυτρώνονται από τη δύναμη του πατέρα του ψεύδους και είναι διατεθειμένοι να δεχτούν την αλήθεια και υποτάσσονται στη δύναμη και επίδρασή της, θα ακούσουν τη φωνή του Χριστού και θα γίνουν υπήκοοί του επιδεικνύοντας πίστη και αληθινή αφοσίωση σε αυτόν.
(10) «Πείθεται στο λόγο μου, πιστεύει τη διδασκαλία μου» (Ζ). «Ακούει με τα αυτιά του εσωτερικού ανθρώπου ή με άλλα λόγια υπακούει στη φωνή μου, το οποίο είναι ισοδύναμο με το: Πιστεύει σε εμένα» (Αυ).
Ακούει με ευχαρίστηση και κατανόηση. Και αυτοί είναι οι πολίτες της βασιλείας του Χριστού (b). «Διότι είναι εύκολα παραδεκτός ο λόγος της αλήθειας σε αυτούς που ήδη την έμαθαν και την αγαπούν, ενώ σε αυτούς που δεν είναι τέτοιοι, δεν είναι… διότι σε αυτούς που έχουν ανάπηρο το νου η αλήθεια φαίνεται να είναι χωρίς κάλλος και άσχημη, παρόλο που αυτή βάζει μέσα στις ψυχές αυτών που την βλέπουν μία νοερή και θεία λάμψη» (Κ).
Όλοι όσοι αγαπούν την αλήθεια θα ακούνε ευχάριστα και πρόθυμα τη φωνή του Χριστού, διότι μεγαλύτερες, καλύτερες, γλυκύτερες, βεβαιότερες αλήθειες δεν είναι δυνατόν να βρεθούν παρά μόνο στο Χριστό, από τον οποίο «έγινε η χάρη και η αλήθεια» (Ιω. α 17).
Ιω. 18,38 λέγει αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· τί ἐστιν ἀλήθεια(1); καὶ τοῦτο εἰπὼν πάλιν ἐξῆλθε πρὸς τοὺς Ἰουδαίους καὶ λέγει αὐτοῖς(2)· ἐγὼ(3) οὐδεμίαν αἰτίαν(4) εὑρίσκω ἐν αὐτῷ(5)·
Ιω. 18,38 Λέγει εις αυτόν ο Πιλάτος. “Τι είναι αλήθεια;” Και αφού είπεν αυτό, εβγήκε πάλιν από το πραιτώριον προς τους Εβραίους και τους είπε• “εγώ δεν ευρίσκω καμίαν ενοχή εις αυτόν’’.
(1) Η ερώτηση αυτή του Πιλάτου δεν αποτελεί ούτε έκφραση ψυχής που ποθεί την αλήθεια ούτε εκδήλωση καρδιάς απελπισμένης η οποία για πολύ χρόνο μάταια αναζήτησε να βρει την αλήθεια. Εκφράζει κούφο σκεπτικισμό, ο οποίος συχνά συναντιέται στους ανθρώπους του κόσμου και ιδιαίτερα στους πολιτικούς άνδρες, οι οποίοι συνήθως είναι αδιάφοροι στα τέτοιου είδους ζητήματα (g). Είναι αναφώνηση γεμάτη σκεπτικισμό, που φανερώνει την έσχατη περιφρόνηση του Πιλάτου για κάθε τέτοια θεωρία. Το ερώτημα δεν είναι σαρκαστικό, αλλά εκφράζει μέχρις αηδίας αδιαφορία για οποιαδήποτε απόπειρα ορισμού της αλήθειας (ο).
Ο όρος αλήθεια στην ερώτηση αυτή σημαίνει ό,τι πράγματι υπάρχει και μένει· ό,τι έχει αξία αντικειμενική και όχι απλώς κάποιο εξωτερικό φαινόμενο και σχήμα ύπαρξης (C).
Τι είναι αλήθεια; Ασφαλώς πρόκειται για σπουδαίο ερώτημα και κανείς άλλος δεν ήταν σε θέση να δώσει απάντηση πλήρη και ορθή σε αυτό παρά εκείνος, προς τον οποίο προβλήθηκε. Η αλήθεια είναι το πολύτιμο μαργαριτάρι, το οποίο ποθεί διακαώς η ανθρώπινη διάνοια και το οποίο αναζητεί, διότι δεν μπορεί να βρει ανάπαυση, εάν δεν γνωρίσει αυτήν. Όταν ερευνούμε τις Γραφές, πρέπει πάντοτε να ρωτάμε Τι είναι αλήθεια; Και πάντοτε στις προσευχές μας πρέπει να λέμε: Οδήγησέ μας στην αλήθειά σου· σε όλη την αλήθεια.
Αλλά πολλοί θέτουν το ερώτημα αυτό χωρίς να έχουν υπομονή και αρκετή σταθερότητα, ώστε να επιμείνουν στην εύρεση της αλήθειας· ούτε έχουν αρκετή ταπείνωση και ειλικρίνεια να την δεχτούν, όταν τη βρουν. Έτσι πολλοί ρωτούν τις συνειδήσεις τους: Ποιος είμαι; Τι έπραξα; Πού κατευθύνομαι;
Αλλά δεν έχουν το ενδιαφέρον και τον καιρό για να βρουν την απάντηση. Έτσι και ο Πιλάτος, μιλά σαν ένας άνθρωπος που ευχαριστιέται στη γελοιοποίηση κάθε θρησκείας. Για αυτό και ο Χριστός δεν του απαντά, αποφεύγοντας να βάλει «τα μαργαριτάρια μπροστά στα γουρούνια».
(2) Ο Πιλάτος είναι ήδη πεπεισμένος, ότι ο Ιησούς ήταν μεν ένας ονειροπόλος ή σοφός, όχι όμως και επαναστάτης. «Θέλει λοιπόν να τον αποσπάσει από την ορμή των Ιουδαίων. Για αυτό και βγήκε» (Χ).
(3) «Εγώ» αντιτίθεται στο υπονοούμενο Εσείς= Δεν ξέρω, τι λέτε εσείς. Εγώ… Η συνομιλία αυτή του Πιλάτου με τους Ιουδαίους γίνεται με πολλή ικανότητα. Πράγματι· προκειμένου να ζητήσει από αυτούς την απόλυση του Ιησού για τη γιορτή σύμφωνα με το έθος που επικρατούσε,
«δες, πώς συνετά ενεργεί. Διότι δεν είπε ότι, Επειδή αμάρτησε και είναι άξιος θανάτου, χαρίστε του τη ζωή λόγω της γιορτής· αλλά πρώτα αφού απάλλαξε αυτόν από κάθε κατηγορία, τότε με δύναμη διατυπώνει την αξίωση, και αν ακόμη δεν ήθελαν να τον αφήσουν ως αθώο, τουλάχιστον να του χαρίσουν τη ζωή, αν και είναι ένοχος, λόγω της γιορτής» (Χ).
(4) Αιτία, για την οποία κάποιος είναι άξιος ποινής· το έγκλημα, για το οποίο κάποιος κατηγορείται (G). Δες Ματθ. κζ 37,Μάρκ. ιε 26 και Γεν. δ 13,Παροιμ. κη 17.
(5) Το καθήκον λοιπόν του Πιλάτου ήταν να απολύσει τον Ιησού. Φοβούμενος όμως μήπως δυσαρεστήσει τους Ιουδαίους, οι οποίοι είχαν λόγους βάσιμους να κατηγορήσουν αυτόν στους προϊσταμένους του, αποφεύγει να προβεί σε μέτρα, τα οποία θα έκαναν τους εχθρούς του αδιάλλακτους. Το πρώτο από τα μέτρα αυτά δεν αφηγείται ο Ιωάννης. Και είναι αυτό η παραπομπή της υπόθεσης στον Ηρώδη, που εξιστορείται από το Λουκά (κγ 6-12) (g). Ο Πιλάτος διακηρύττει δημόσια και επισήμως την αθωότητα του Χριστού.
Έτσι διαπιστώνεται από τον ίδιο το δικαστή του, ότι μολονότι το συνέδριο των Ιουδαίων τον μεταχειρίστηκε ως κακοποιό, δεν ήταν για κανένα λόγο άξιος τέτοιας μεταχείρισης. Φαίνεται καθαρά ακόμη και ο λόγος του θανάτου του. Δεν θα πέθαινε για τις δικές του αμαρτίες όπως και ο ίδιος ο εκπρόσωπος της Ρώμης αναγνώριζε. Θα πέθαινε λοιπόν ως θυσία για τις δικές μας αμαρτίες και όπως και ο ίδιος ο αρχιερέας διακήρυξε, πέθαινε για χάρη όλου του λαού (Ιω. ια 50).
Αυτός «αμαρτία δεν έκανε, ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του». Αλλά αυτό επιβαρύνει πολύ την ευθύνη των Ιουδαίων, οι οποίοι με τόση βιαιότητα τον καταδίωξαν. Δεν διέπραξε ποτέ αμαρτία, ούτε βρέθηκε ποτέ υπεύθυνος και της ελάχιστης ενοχής. Και όμως αυτοί τον καταδίωξαν ως κακοποιό και με λύσσα δίψασαν το αίμα του.
Ιω. 18,39 ἔστι δὲ συνήθεια ὑμῖν(1) ἵνα ἕνα ὑμῖν ἀπολύσω ἐν τῷ πάσχα· βούλεσθε(2) οὖν ὑμῖν ἀπολύσω τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων(3);
Ιω. 18,39 Υπάρχει όμως ένα έθιμον εις σας, να απολύω κάθε πάσχα ένα κατάδικον προς χάριν σας. Θέλετε, λοιπόν, εφέτος να απολύσω προς χάριν σας τον βασιλέα των Ιουδαίων;”
(1) Για την αρχή της συνήθειας αυτής, στην οποία αναφέρεται η εξιστορούμενη εδώ σκηνή, τίποτα άλλο δεν γνωρίζουμε παρά μόνο όσα οι ευαγγελιστές σημειώνουν για αυτήν. Δες Ματθ. κζ 15, Μάρκ. ιε 6,Λουκ. κγ 17. Φαίνεται, ότι πρόκειται για παλαιό προνόμιο, το οποίο ασκούσε ο ίδιος ο λαός κατά την εποχή της εθνικής του ανεξαρτησίας (g,β).
(2) Η διάκριση μεταξύ του βούλομαι και του θέλω συνίσταται ότι εκείνο μεν δηλώνει θέληση από ελεύθερη απόφαση, ενώ αυτό θέληση από διάθεση. Δες Ματθ. α 19 (G).
(3) «Ονομάζοντας τον Ιησού βασιλιά των Ιουδαίων, τους πειράζει αστειευόμενος και μαζί χαλαρώνει κάπως με το αστείο την οργή των λυσσασμένων, ταυτόχρονα όμως δείχνει και με μεγάλη μάλιστα σαφήνεια, ότι για αυτό βεβαίως ακριβώς το πράγμα κατηγορείται μάταια» (Κ).
«Και εμπαίζει τους Ιουδαίους, σαν να λέει τα εξής. Αυτόν που εσείς… λέτε αντάρτη και στασιαστή, αυτόν εγώ έχω την αξίωση να ελευθερωθεί, αφού είναι φανερό ότι δεν είναι τέτοιος» (Θφ).
Στην ονομασία αυτή κρύβεται όπως και στο στίχο 14 ειρωνεία. Αλλά ο σαρκασμός δεν απευθύνεται εναντίον του Ιησού, για τον οποίο ο Πιλάτος δοκιμάζει αίσθημα ενδιαφέροντος και σεβασμού, αλλά εναντίον των Ιουδαίων. Ο βασιλιάς τους! Να ο μόνος αντίπαλος, τον οποίον θα έχουν ποτέ να αντιτάξουν κατά του Καίσαρα! (g).
Εάν ο Πιλάτος είχε την εντιμότητα και το θάρρος, τα οποία αρμόζουν σε δικαστή, δεν θα εξίσωνε ποτέ αθώο πρόσωπο σαν τον Ιησού, με σεσημασμένο κακούργο. Εφόσον δεν βρήκε αιτία στον Ιησού, όφειλε να τον απολύσει. Αλλά ήθελε να εξοικονομήσει τα πράγματα ζητώντας να αρέσει και στις δύο πλευρές. Και διευθυνόταν από την κοσμική και ιδιοτελή φρόνηση μάλλον παρά από τη δικαιοσύνη και την ιδέα του καθήκοντος.
Ιω. 18,40 ἐκραύγασαν(1) οὖν πάλιν(2) πάντες λέγοντες· μὴ τοῦτον, ἀλλὰ τὸν Βαραββᾶν(3). ἦν δὲ ὁ Βαραββᾶς λῃστής(4).
Ιω. 18,40 Εκραύγασαν τότε όλοι λέγοντες• “μην απολύσης αυτόν, αλλά τον Βαραββάν”. Ήταν δε ο Βαραββάς, ληστής.
(1) Έβγαλαν φωνές δυνατές και άγριες (F). Οι Ματθαίος (κζ 20) και Μάρκος (ιε 11) μαρτυρούν ότι με υποκίνηση των ιερέων ο όχλος με κραυγή ζήτησε την απόλυση του Βαραββά. Ο Βαραββάς ήταν καταφρονητής της Ρώμης και ήταν για αυτό εύκολο στους αρχιερείς να πείσουν τον όχλο, να ζητήσει την απόλυση ενός ληστή πατριώτη και όχι του Ιησού ο οποίος είχε διαψεύσει τις εθνικιστικές βλέψεις των Ιουδαίων (τ).
(2) Μέχρι τώρα ο Ιωάννης δεν είπε κάτι για ανάμιξη του όχλου. Το «πάλιν» λοιπόν προκαλεί κάποια έκπληξη. Στις αφηγήσεις όμως των συνοπτικών (Μάρκ. ιε 8,Λουκ. κγ 5,10) γίνεται αναφορά τέτοιων φωνών. Και εδώ λοιπόν η αφήγηση του Ιωάννου εναρμονίζεται τελείως με αυτήν των προηγούμενών του ευαγγελιστών (g).
(3) Η λέξη έχει δύο ετυμολογίες, ή Βαρ-αββά (=Υιός του πατέρα) ή Βαρ-ραββάν (=Υιός του ραββίνου). Κατά την πρώτη ετυμολογία σημαίνει ή Υιός του πατέρα δηλαδή του Θεού ή πιθανότερο Υιός του πατέρα δηλαδή του ραββίνου. Με άρθρο= τον γνωστό Βαραββά. Ο Ωριγένης διαβλέπει μυστήριο στο γεγονός, ότι το όνομα και των δύο δέσμιων είναι ο υιός του Πατέρα (μ).
(4) Η λέξη ληστής σημαίνει γενικότερα «τον σκληρό και άγριο και ο οποίος δεν ήταν άμοιρος των εγκλημάτων του φόνου. Αποσαφηνίζει λοιπόν αυτό ο θεσπέσιος Πέτρος, λέγοντας στα πλήθη των Ιουδαίων: Εσείς όμως τον άγιο και δίκαιο τον αρνηθήκατε και ζητήσατε να σας χαριστεί άνδρας φονιάς» (Κ).
Δες Πράξ. γ 14. Η περιγραφή του Ιωάννη για τον Βαραββά, δυνατή στη συντομία της, παρέχει λαμπρό παράδειγμα της ειρωνείας του (β).
«Πω, πω, μιαρή γνώμη! Αυτούς μεν με τους οποίους έχουν τους ίδιους τρόπους, τούς ζητούν και τους υπεύθυνους τους αφήνουν ελεύθερους· ενώ τον ανεύθυνο τον προτρέπουν να τον τιμωρήσει· διότι αυτό το νόμο είχαν από την αρχή» (Χ).
Ο Βαραββάς ήταν παραβάτης του νόμου του Θεού. Και όμως προτίμησε αυτόν ο όχλος παρά εκείνον, ο οποίος ήλεγχε την υπερηφάνεια, την φιλαργυρία και την τυραννία των αρχιερέων και των πρεσβυτέρων. Αλλά ο Βαραββάς, παρόλο που ήταν ληστής, δεν επιζητούσε να αρπάξει την καθέδρα του Μωϋσή και για αυτό δεν ήταν μισητός στους αρχιερείς και τους Φαρισαίους.
Ο Ιησούς μαστιγώνεται & εμπαίζεται από τους στρατιώτες
Ιω. 19,1 Τότε οὖν(1) ἔλαβεν ὁ Πιλᾶτος(2) τὸν Ἰησοῦν καὶ ἐμαστίγωσε(3).
Ιω. 19,1 Τότε, λοιπόν, ο Πιλάτος επήρε τον Ιησούν, και διέταξε και τον εμαστίγωσαν.
(1) Ο Πιλάτος επανήλθε ήδη στο βήμα του, για να απαγγείλει την απόλυση του Βαραββά. Τότε όμως έλαβε και το μήνυμα από τη γυναίκα του για το οποίο δες το Ματθ. κζ 19. Σύμφωνα με τους συνοπτικούς (Ματθ. κζ 26 και Μάρκ. ιε 15) η φραγγέλωση και ο εμπαιγμός συνδέεται με την απόφαση του θανάτου. Και κατά τον Ρωμαϊκό ποινικό κώδικα η φραγγέλωση προηγούνταν αναγκαστικά από την τιμωρία της σταύρωσης. Αυτό επίσης μαρτυρείται και από πλήθος χωρίων του Ιωσήπου και των παλαιών ιστορικών.
Αλλά εδώ τώρα γίνεται κάτι το παράδοξο. Ο Πιλάτος διατάσσει την φραγγέλωση, χωρίς να απαγγείλει την καταδικαστική απόφαση. «Τον μαστίγωσε ο Πιλάτος, θέλοντας ίσως να χαλαρώσει και να καταπραΰνει τον ιουδαϊκό ζήλο· επειδή δηλαδή με όλα τα προηγούμενα δεν κατόρθωσε να τον ελευθερώσει από αυτούς, θέλοντας να σταματήσει το κακό μέχρι εδώ, και τον μαστίγωσε και επέτρεψε να συμβούν τα όσα συνέβησαν… ώστε να καταπραΰνει την οργή τους. Για αυτό και οδήγησε αυτόν προς αυτούς φορώντας το στεφάνι, ώστε, βλέποντας την προσβολή που συνέβη σε αυτόν, να συνέλθουν λίγο από το πάθος τους και να αποβάλουν το δηλητήριο» (Χ).
Ελπίζει ο Πιλάτος με την ικανοποίηση αυτή, την οποία παρέχει στους εχθρούς του Ιησού, να κινήσει τον οίκτο των μετριότερων από αυτούς καθώς και τη συμπάθεια του όχλου ώστε να προλάβει την εσχάτη των ποινών (g).
(2) Υπάρχει και η γραφή λαβών… εμαστίγωσε. «Και αυτά τα αναφέρει με συντομία ο Ιωάννης επειδή εξιστορήθηκαν από τους άλλους, σπεύδοντας να αναγγείλει και εδώ αυτά που έχουν παραληφθεί» (Ζ). Παρόλο που συντομεύει αυτά που αναφέρουν οι άλλοι ευαγγελιστές, όμως συνδέει όλα τα ουσιώδη συμβάντα (ο).
(3) Πρόκειται για τη φραγγέλωση, η οποία, όπως γινόταν στους Ρωμαίους, ήταν ποινή τόσο σκληρή, ώστε συχνά ο κατάδικος πέθαινε σε αυτήν. Το μαστίγιο γινόταν από λεπτές ράβδους ή από δερμάτινα λουριά, στα άκρα των οποίων ήταν δεμένα τεμάχια οστού ή μολύβδου. Ο κατάδικος δεχόταν τα πλήγματα δεμένος σε μικρό πάσσαλο έτσι, ώστε να έχει σκυμμένο τον κορμό και τεντωμένο το δέρμα. Με τα πρώτα χτυπήματα το αίμα άρχιζε να ρέει, και μερικές φορές ακολουθούσε αμέσως και ο θάνατος (g).
Έτσι οι προφητείες των Γραφών εκπληρώθηκαν, που έλεγαν: «Παιδευτική τιμωρία έπεσε πάνω του για τη δική μας ειρήνη» (Ησ. νγ 5)· και έδωσε «την πλάτη του σε μαστίγωση» (Ησ. ν 6) και «στην πλάτη μου σφοροκοπούσαν οι αμαρτωλοί» (Ψαλμ. ρκη 3) και όσα αυτός ο ίδιος προείπε για το ότι επρόκειτο να παραδοθεί «στα έθνη για να τον εμπαίξουν και τον μαστιγώσουν» (Ματθ. κ 19,Μάρκ. ι 34,Λουκ. ιη 33). Μαστιγώθηκε σκληρά και «με την πληγή του θεραπευτήκαμε» (Α΄ Πέτρ. β 24).
Έτσι οι για το καθήκον μαστιγώσεις καθαγιάστηκαν και έγιναν με χαρά ευπρόσδεκτες στους ακόλουθους και μαθητές του, έτσι ώστε αυτοί χαίρονταν για αυτές. Δες Πράξ. ε 41 και ιστ 22,25. Έτσι και ο Παύλος χαιρόταν «με τις πληγές υπερβολικά» και «όταν μαστιγώθηκε πέντε φορές από τους Ιουδαίους με σαράντα παρά μία μαστιγώσεις» και «όταν ραβδίστηκε τρεις φορές» (Β΄ Κορ. ια 32-34).
Ιω. 19,2 καὶ οἱ στρατιῶται(1) πλέξαντες στέφανον ἐξ ἀκανθῶν(2) ἐπέθηκαν αὐτοῦ τῇ κεφαλῇ, καὶ ἱμάτιον πορφυροῦν(3) περιέβαλον αὐτὸν(4)
Ιω. 19,2 Και οι στρατιώτες, έπλεξαν από αγκάθια στεφάνι και το έβαλαν στο κεφάλι του, και του φόρεσαν ένα κόκκινο μανδύαν.
(1) «Επειδή είπε ο Πιλάτος· Τον βασιλιά των Ιουδαίων, τον ντύνουν στη συνέχεια με ενδυμασία χλευασμού» (Χ). «Και τον εμπαίζουν λοιπόν ως βασιλιά» (Θφ). Οι στρατιώτες γελοιοποιούν τις Ιουδαϊκές μεσσιανικές αξιώσεις στο πρόσωπο εκείνου, ο οποίος παρουσιάζεται, ότι θέλησε να πραγματοποιήσει αυτές (g). Παίζουν με την ιδέα ότι ο ταλαίπωρος εκείνος δέσμιος αξίωνε ότι είναι βασιλιάς και οι σκληρές τους αστειότητες διευθύνονται μάλλον εναντίον των Ιουδαίων παρά εναντίον του Ιησού προσωπικά (β).
(2) Το ακανθώδες φυτό είναι πιθανώς το Lycium spinosum, το οποίο αυξάνει άφθονα γύρω από τα Ιεροσόλυμα και του οποίου το ευλύγιστο στέλεχος μπορεί εύκολα να πλεχθεί (g).
(3) Το εξωτερικό ένδυμα, το οποίο ρίχνεται πάνω στο χιτώνα· δες Ματθ. θ 20,Μάρκ. ε 27 Λουκ. η 44 (G). Ήταν ένας κοινός στρατιωτικός μανδύας, τον οποίο πήραν για να εξεικονίσει τώρα την βασιλική πορφύρα. Το αγκάθινο στεφάνι, το πορφυρό ιμάτιο, ο χαιρετισμός, όλη γενικά η διαπόμπευση αποτελούσαν παρωδία της Ιουδαϊκής βασιλείας (g).
(4) Αρκετοί μεγαλογράμματοι ανάμεσα στους οποίους και οι σιναϊτικός και βατικανός και 20 μικρογράμματοι κώδικες προσθέτουν εδώ τη φράση «Και ήρχοντο προς αυτόν»= Τον πλησίαζαν.
Ιω. 19,3 καὶ ἔλεγον(1)· χαῖρε(2) ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων· καὶ ἐδίδουν αὐτῷ ῥαπίσματα.
Ιω. 19,3 Και έλεγαν ειρωνικώς• “χαίρε, ο βασιλεύς των Ιουδαίων”. Και του κατέφεραν ραπίσματα.
(1) Αυθεντική γραφή: και ήρχοντο προς αυτόν και έλεγον. Περιγράφεται με αυτήν το προς τον Ιησού πλησίασμα των στρατιωτών με χλευαστικό σχήμα σεβασμού.
(2) Οι στρατιώτες έλεγαν Χαίρε, όπως θα έλεγαν και στον Καίσαρα (β). Ο Κύριος όμως «αν και γίνονταν τόσα πολλά και τέτοια στεκόταν σιωπώντας. Εσύ όμως όχι μόνο να ακούς αυτά, αλλά να τα έχεις συνεχώς και στη διάνοια και βλέποντας τον βασιλιά της οικουμένης και των αγγέλων όλων να χλευάζεται από τους στρατιώτες με λόγια, με πράξεις, και όλα να τα υπομένει με σιγή, να μιμείσαι αυτόν με τα έργα σου» (Χ).
Ο Κύριος σιωπά παρέχοντας σε μας παράδειγμα αήττητης υπομονής και θάρρους ανάμεσα στις μεγαλύτερες ταλαιπωρίες, τις οποίες θα συναντήσουμε στη ζωή μας, αλλά και παράδειγμα αγάπης Σωτήρα, ο οποίος όχι μόνο αποφασιστικά υφίσταται όλα αυτά, αλλά και εκούσια αναδέχεται αυτά χάριν της σωτηρίας μας.
Εκείνοι οι οποίοι υφίστανται ονειδισμούς και μάστιγες για την εμμονή τους στην πίστη και για την αγάπη τους προς το Χριστό, ας μην ντρέπονται και ας μην στενοχωρούνται, αλλά μάλλον ας δοξάζουν το Θεό, διότι έκανε αυτούς συμμέτοχους και κοινωνούς των παθημάτων του Χριστού. Ο Κύριος περιφρονώντας την ντροπή δοξάστηκε από τον Πατέρα του παίρνοντας όνομα το ανώτερο από κάθε όνομα. Έτσι και εμείς, εάν υφιστάμεθα ντροπή και ονειδισμούς για αυτόν.
Ιω. 19,4 ἐξῆλθεν(1) οὖν πάλιν(2) ἔξω(1) ὁ Πιλᾶτος καὶ λέγει αὐτοῖς· ἴδε ἄγω ὑμῖν αὐτὸν ἔξω, ἵνα γνῶτε ὅτι ἐν αὐτῷ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω(3).
Ιω. 19,4 εβγήκεν πάλιν έξω ο Πιλάτος από το πραιτώριον και λέγει στους Εβραίους• “ιδού, σας τον φέρνω έξω, δια να πεισθήτε και σεις, ότι εγώ δεν ευρίσκω εις αυτόν κανένα έγκλημα”.
(1) «Βγήκε από το πραιτώριο» (Ζ). Η φραγγέλωση είχε γίνει στην αυλή του πραιτωρίου. Πριν από αυτήν λοιπόν ο Πιλάτος είχε μπει στο πραιτώριο, για να διατάξει αυτήν. Όταν η φραγγέλωση τελείωσε, ο Πιλάτος βγαίνει με τον Ιησού, για να κάνει έκκληση στον οίκτο των Ιουδαίων.
(2) Πολλές φορές κατά τη διάρκεια αυτής της δίκης βγήκε για να συζητήσει με τους Ιουδαίους υπέρ του Ιησού. Δες Ιω. ιη 29,38,Λουκά κγ 13 (ο).
(3) «Είπε ότι τον μαστίγωσε άσκοπα, και υπόσχεται ότι θα τον παρουσιάσει και σε αυτούς, εικάζοντας ότι θα χορτάσει τελείως κατά κάποιο τρόπο την ατίθαση οργή τους με αυτό το τόσο ελεεινό θέαμα» (Κ). Ο Πιλάτος με αυτά θέλει να πει: Ε λοιπόν, πρέπει να το καταλάβετε· αρκετά τον τιμωρήσαμε. Συμφώνησα σε αυτό από συγκατάβαση προς εσάς. Δεν θα προβώ παραπέρα (g). Ο σιναϊτικός έχει τη γραφή: ίνα γνώτε, ότι αιτίαν ουχ ευρίσκω.
Ιω. 19,5 ἐξῆλθεν οὖν ὁ Ἰησοῦς ἔξω φορῶν τὸν ἀκάνθινον στέφανον καὶ τὸ πορφυροῦν ἱμάτιον(1), καὶ λέγει αὐτοῖς· ἴδε ὁ ἄνθρωπος(2)
Ιω. 19,5 Εβγήκε, λοιπόν, ο Ιησούς έξω, φορών τον ακάνθινον στέφανον και τον κόκκινον μανδύαν. Και λέγει εις αυτούς ο Πιλάτος• ιδού, ο άνθρωπος.
(1) «Έβγαλε αυτόν ντυμένο με τη στολή του χλευασμού, έτσι ώστε, αφού τον δουν μέσα σε τόση ατιμία, να χορτάσουν και να ντραπούν» (Ζ). «Παρουσίασε σε αυτούς τον Κύριο των πάντων καταβασανισμένο με ασέβεια και αφόρητα εξυβρισμένο από τους εμπαιγμούς των στρατιωτών, πιστεύοντας ότι θα χορταστεί κάπως και θα σταματήσει πλέον ο ασυγκράτητος θυμός των Ιουδαίων και από μόνο το τόσο οικτρότατο και ατιμότατο θέαμα» (Κ).
Ο Ιησούς βγήκε έξω αναμφίβολα ασθενής και ωχρός μετά τη φραγγέλωση, φορώντας τα εμπαικτικά εμβλήματα του βασιλιά, τα οποία εξακολουθούσε πιθανώς να φέρει μέχρι τη στιγμή κατά την οποία ο Πιλάτος τον παρέδωσε να σταυρωθεί. Δες σ. 15 και Μάτθ. κζ 31 (β).
(2) «Ο άνθρωπος, είπε, από συμπάθεια, ώστε και αυτοί να δείξουν συμπάθεια» (Ζ). Στην έκφραση: Ίδε ο άνθρωπος κρύβεται ένα μίγμα σεβασμού και οίκτου για τον Ιησού και κάποιος πικρός σαρκασμός για τον παράλογο ρόλο, τον οποίο οι Ιουδαίοι τού απέδωσαν: Ιδού το άθλιο ον εναντίον του οποίου πέσατε με μανία (g).
Δες πώς το σώμα του καταπληγώθηκε από τη φραγγέλωση και τα πλήγματα των στρατιωτών. Δεν είναι αρκετή τιμωρία αυτή; Φοβάστε ακόμη την επιρροή του στο λαό μετά τον τέτοιο δημόσιο εξευτελισμό του; (ο).
Ίδε ο άνθρωπος. Στα χείλη του Πιλάτου οι λέξεις σημαίνουν: Δες το πτωχό πλάσμα. Και έτσι οι Ιουδαίοι αντιλήφθηκαν την έννοιά τους. Αλλά για μας ακούγοντας αυτές διαμέσου των αιώνων, παίρνουν άλλη σημασία. Δείτε στη ζωή του την τέλεια υπακοή και αγάπη που έχει μέσα του, δείτε το θάρρος με το οποίο υπομένει ό,τι χείριστο το μίσος μπορεί να διαπράξει εναντίον ασθενούς και ανυπεράσπιστου ανθρώπου. Δείτε με ποια αναμαρτησία δείχνεται ήρεμος. Σε αυτόν δείτε την αγάπη την αμείωτη από την εγκατάλειψη των φίλων και από την περιφρόνηση και τους κολαφισμούς των εχθρών. Δείτε τον άνθρωπο που εκπληρώνει τον αληθινό προορισμό του και που δείχνεται αήττητος ανάμεσα σε όλες τις δυσμενείς περιστάσεις, οι οποίες τον περικυκλώνουν.
Δείτε τον Ιησού που είναι λίγο κατώτερος από τους αγγέλους λόγω του παθήματος του θανάτου, να είναι στεφανωμένος με δόξα και τιμή. Όπως άλλοτε τα ζώα που οδηγούνταν προς τη θυσία στεφανώνονταν, έτσι και ο Ιησούς οδηγούμενος στο Σταυρό έχει στεφανωθεί με τα αγκάθια της δόξας και της τιμής (τ).
Ιω. 19,6 ὅτε οὖν εἶδον(1) αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ὑπηρέται(2), ἐκραύγασαν λέγοντες· σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν. λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος(3)· λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς(4) καὶ σταυρώσατε(5)· ἐγὼ γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν αὐτῷ αἰτίαν(6).
Ιω. 19,6 Όταν όμως τον είδαν οι αρχιερείς και οι υπηρέται του συνεδρίου, εφώναξαν δυνατά με μανίαν λέγοντες• “σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον”. Τους απήντησε ο Πιλάτος• “πάρτε τον σεις και σταυρώστε τον, διότι εγώ δεν ευρίσκω καμίαν ενοχή”.
(1) «Σαν ανήμερα σκυλιά και μόνο που τον είδαν με μανία γαύγισαν εναντίον του· σαν άγρια θηρία σαρκοφάγα, όταν αισθάνθηκαν το θήραμα, έτρεξαν αμέσως πάνω του» (Ζ).
Ο Πιλάτος επιθυμούσε να κινήσει τη συμπάθειά τους, αλλά αντί για αυτό αυξάνει τη σκληρότητά τους (b).
(2) Δεν αναφέρεται εδώ ο λαός, αλλά της κατακραυγής είναι αρχηγοί οι αρχιερείς και οι υπηρέτες.
«Όταν το πλήθος που έμοιαζε με αγέλη έστω λοιπόν και μέτρια κοκκίνισε από ντροπή για αυτά που έγιναν εναντίον του Χριστού… αυτοί (οι αρχιερείς) και πρώτοι αρχίζουν την κατηγορία με φωνές και διεγείρουν ξανά το θυμό του λαού που διοικούσαν σε ασυνήθιστες αγριότητες» (Κ).
Με βιαιότητα και μανία κράζουν αυτοί Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν. Δεν οφείλουμε άραγε αντίθετα και εμείς με ζήλο και αφοσίωση στο όνομά του ακολουθώντας σταθερά αυτόν να φωνάζουμε Στεφάνωσον, στεφάνωσον αυτόν; Αύξησαν εκείνοι αδιάλλακτο το μίσος τους εναντίον του. Δεν πρέπει και εμείς να θερμαίνουμε ολοένα την αγάπη μας προς αυτόν και προς την βασιλεία του;
(3) Μετά την ειδοποίηση της γυναίκας του στο Μάτθ. κζ 19, και μετά τις άλλες παρατηρήσεις, στις οποίες οδήγησε αυτόν η διεξαγωγή της δίκης, ο Πιλάτος επιθυμούσε να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη ή συμμετοχή στην υπόθεση αυτή (ο).
(4) «Εσείς, λέει, οι άδικοι» (Ζ). Η έννοια των λόγων αυτών: Σταυρώστε τον, αφού το θέλετε. Σας αφήνω ελεύθερους. Εγώ όμως δεν μπορώ να συμμετέχω σε μία τέτοια θανατική εκτέλεση (g). Παραπάνω (ιη 31) λέγοντας σχεδόν τα ίδια αντέταξε ο Πιλάτος άρνηση αρκετά έντονη να επικυρώσει την απόφαση του Ιουδαϊκού συνεδρίου. Τώρα τα λόγια του έχουν μέσα τους μία ασθενή διαμαρτυρία. Πάντως δεν παραλείπει να μαρτυρήσει για την αθωότητα του Ιησού (F).
«Είναι μεν μαλθακός ο Πιλάτος, όχι όμως κακοήθης όπως οι Ιουδαίοι» (Θφ).
(5) «Παραχωρεί σε αυτούς την εξουσία, δυσανασχετώντας για τη βία και αναισχυντία τους» (Ζ). Παρόλο όμως που ο Πιλάτος τους άφησε ελεύθερους να τον σταυρώσουν, οι Ιουδαίοι δεν ήταν δυνατόν ούτε καν να σκεφτούν να χρησιμοποιήσουν αυτήν την ελευθερία. Διότι αν ο λαός απαλλασσόταν από το φόβο τον οποίο ενέπνεε σε αυτόν η Ρωμαϊκή εξουσία, ήταν επόμενο αιφνίδια να κινηθεί σε αντίδραση και οι οπαδοί του Ιησού να στραφούν βίαια εναντίον τους συμπαρασύροντας και τις μάζες του λαού (g).
(6) Η ίδια φράση και στο ιη 38 όπως και στο ιθ 4 με ελαφρές διαφορές. Ο Ιωάννης, όπως και ο Λουκάς (κγ 4,14,22) ιδιαιτέρως προσέχει, να αναφέρει, ότι ο Πιλάτος τρεις φορές διακήρυξε την πεποίθησή του για την αθωότητα του Ιησού (β).
«Δες όμως και τη θεία οικονομία, πώς εκείνοι μεν σε περισσότερα δικαστήρια παρέδιδαν τον Κύριο, ώστε να σπιλώσουν αυτόν και να καταστρέψουν τη δόξα του, η ύβρη όμως επιστρέφει στα κεφάλια τους. Διότι από εδώ αποδεικνύεται περισσότερο ακατηγόρητος, αφού εξεταζόταν το πράγμα ακριβέστερα. Πόσες φορές λοιπόν ο Πιλάτος ομολόγησε ότι δεν βρίσκει σε αυτόν τίποτα άξιο θανάτου!» (Θφ).
Ο Πιλάτος όμως όφειλε να προστατεύσει τον δέσμιο από τις ύβρεις και επιθέσεις τους. Για ποιον άλλο λόγο περιστοιχιζόταν από οπλισμένους στρατιώτες παρά για να προστατεύσει τον αδικούμενο; Οι φύλακες και φρουροί των κυβερνητών πρέπει να είναι φρουροί και φύλακες της δικαιοσύνης. Αλλά ο Πιλάτος δεν είχε το θάρρος να ενεργήσει σύμφωνα με τη συνείδησή του. Και η ανανδρία του τον έμπλεξε σε παγίδα.
Ιω. 19,7 ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι(1)· ἡμεῖς νόμον ἔχομεν(2), καὶ κατὰ τὸν νόμον ἡμῶν ὀφείλει ἀποθανεῖν(3), ὅτι ἑαυτὸν Θεοῦ(4) υἱὸν ἐποίησεν(5).
Ιω. 19,7 Του απήντησαν οι Ιουδαίοι• “ημείς έχομεν νόμον, και σύμφωνα με τον νόμο μας πρέπει αυτός να πεθάνη, διότι έκαμε τον εαυτόν του Υιόν Θεού”.
(1) Παίρνοντας θάρρος από την υποχωρητικότητα του Πιλάτου αντιτάσσουν στο δικό του «Εγώ» το «εμείς» (F).
«Επειδή αποδείχτηκε μη ισχύουσα η συκοφαντία που έφτιαξαν αυτοί στην αρχή και… αφού δεν αποδείχτηκε ουδεμία ανταρσία εναντίον της εξουσίας του Καίσαρα… και επειδή ο Πιλάτος ως προς αυτά δίκαζε με τρόπο κατάλληλο και αδέκαστο και έλεγε ξεκάθαρα ότι δεν βρίσκει καμία αιτία κατηγορίας σε αυτόν, μετακινούνται τελείως σε κάτι άλλο αυτοί που τα τολμούν όλα» (Κ), και «πήδηξαν σε άλλη κατηγορία από αδιέξοδο» (Ζ).
(2) Οι κατήγοροι του Ιησού υπενθυμίζουν στον Πιλάτο την πράξη της Ρώμης του να σέβεται τους νόμους και τις συνήθειες των λαών που κατακτά.
(3) «Και ποιός είναι ο νόμος; Αυτός που απείλησε τιμωρία σε αυτούς που βλασφημούν… όπου λέει ο Θεός καθαρά [στο Λευϊτ. κδ 15,16]. Άνθρωπος… που ονομάζει το όνομα του Κυρίου θα θανατώνεται» (Κ).
Η πρώτη κατηγορία είχε προσλάβει μορφή πολιτική, η δεύτερη αυτή έχει παρθεί από το θρησκευτικό πεδίο (F).
«Πιο πάνω τον κατηγορούσαν ότι έκανε τον εαυτό του βασιλιά· τώρα επειδή εκείνο ελέγχθηκε ως ψευδές, τον κατηγορούν ότι κάνει τον εαυτό του Υιό του Θεού» (Θφ).
Πάντως όμως σύμφωνα με το νόμο οι μάρτυρες όφειλαν να ρίξουν την πρώτη πέτρα (Δευτερ. ιζ 7), αυτοί όμως που μαρτύρησαν για τη βλασφημία του Ιησού δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους (Μάρκ. ιδ 56). Γι αυτό το Συνέδριο στην εδώ ειδική περίπτωση επιζητούσε να έχει συνυπεύθυνο και τον Πιλάτο (β).
Επιμένουν ότι πρέπει να θανατωθεί με θάνατο σταυρικό και όχι με λιθοβολισμό, ο οποίος ήταν η από το νόμο επιβαλλόμενη ποινή κατά της βλασφημίας. Εφόσον όμως δεν επιτρεπόταν από το νόμο τους να επαγάγουν ως ποινή τη σταύρωση και εφόσον ο Πιλάτος δεν επέτρεπε να επιβάλουν την από το νόμο οριζόμενη ποινή, επιμένουν στην αίτησή τους, ο Πιλάτος να διατάξει και να εκτελέσει τον θάνατο του κατηγορουμένου (χ).
(4) «Υιό Θεού γνήσιο» (Ζ). Ο τίτλος αυτός πρέπει να θεωρηθεί με την κύρια έννοιά του. Δες Ιω. ε 18,ι 33,36 (F).
(5) Έδωσε αυτός στον εαυτό του τον τίτλο αυτόν· αξίωσε ότι είναι Υιός του Θεού (ο). Ήταν ψευδές ότι έκανε τον εαυτό του Υιό του Θεού, διότι πραγματικά και αληθινά ήταν Υιός του Θεού. Όφειλαν λοιπόν αυτοί να εξετάσουν τις αποδείξεις που έφερνε ο Ιησούς και να καταλήξουν σε αμερόληπτο συμπέρασμα. Εάν έλεγε, ότι είναι Υιός του Θεού και αποσκοπούσε να μην απομακρύνει το λαό από τον αληθινό Θεό, αλλά να οδηγήσει αυτόν σε αυτόν· και εάν βεβαίωνε την αποστολή του και τη διδασκαλία του με θαύματα αναντίλεκτα και αδιαμφισβήτητα, ήταν υποχρεωμένοι από το νόμο τους να υπακούσουν σε αυτόν κατά την ξεκάθαρη παραγγελία του Μωϋσή (Δευτερ. ιη 18,19).
Ό,τι θα ήταν για αυτούς τιμή και καύχημα και μπορούσε να συντελέσει στην ευτυχία τους, εάν αυτοί δεν ενέμεναν στο σκοτισμό τους, το θεωρούν ως έγκλημα, για το οποίο πρέπει να επιβληθεί θάνατος. Παρόλ’ αυτά εάν όφειλε να πεθάνει κατά το νόμο, δεν έπρεπε να σταυρωθεί, διότι ο σταυρικός θάνατος δεν επιβαλλόταν από το νόμο τους.
Ιω. 19,8 Ὅτε οὖν ἤκουσεν ὁ Πιλᾶτος τοῦτον τὸν λόγον(1), μᾶλλον(2) ἐφοβήθη(3),
Ιω. 19,8 Ο Πιλάτος, όταν ήκουσε τα λόγια αυτά των Εβραίων, εφοβήθη ακόμη περισσότερον.
(1) Δηλαδή ότι έκανε τον εαυτό του Υιό του Θεού.
«Επειδή δεν του φάνηκε απίστευτο… ότι ενώ είναι άνθρωπος, μπορεί να είναι γιος Θεού, δέχεται… την σχετικά με αυτό αντίληψη και πίστη όχι από τα ιερά γράμματα, αλλά από πλάνη Ελληνική. Διότι οι μύθοι των Ελλήνων αποκαλούν ημίθεους και παιδιά θεών πολλούς. Αλλά και οι Ρωμαίοι πάλι δείχνοντας πάντα μεγαλύτερη δεισιδαιμονία ως προς αυτά, χάριζαν την ονομασία του θεού στους πιο ένδοξους από τους βασιλιάδες τους» (Κ).
Ο Πιλάτος λίγο ή καθόλου σεβόταν τον Ιουδαϊκό νόμο, τον οποίο αναμφίβολα θεωρούσε, ως βάρβαρο κώδικα αξιοκαταφρόνητου έθνους. Αλλά όπως οι περισσότεροι από τους ειδωλολάτρες είχε δεισιδαίμονα φόβο του υπερφυσικού. Ο δέσμιος αυτός με την αδιατάρακτη γαλήνη του και τους λόγους του για βασιλεία της αλήθειας δεν μπορεί να είναι κάποιος φανατικός. Είναι όμως δυνατόν κάτι το υπερφυσικό και μυστηριώδες να τον περιβάλλει. Είναι δυνατόν να είναι υιός κάποιου θεού. Και ο Πιλάτος δεν είχε ανάγκη να κινήσει εναντίον του την εχθρότητα κάποιου τοπικού θεού (τ).
Οι εθνικοί είχαν κάποιες μυθικές παραδόσεις για ενσαρκώσεις θεοτήτων που εμφανίζονταν κάποιες φορές σε κοινά και συνηθισμένα περιστατικά, και έφερναν συμφορές σε μερικούς, οι οποίοι δεν απέδιδαν σε αυτές τον οφειλόμενο σεβασμό. Ο Πιλάτος λοιπόν φοβάται, μήπως βρίσκεται ήδη μπροστά σε κάποια τέτοια περίπτωση.
(2) Περισσότερο από όσο είχε φοβηθεί πριν (β). Ο Πιλάτος είχε ακούσει να γίνεται λόγος για τα θαύματα του Ιησού, για τον ανώτερο και μυστηριώδη χαρακτήρα του, για τη διδασκαλία του και τη διαγωγή του. Πριν λίγο είχε πάρει και το παράδοξο μήνυμα της συζύγου του. Αλλά και ο Ιησούς ο ίδιος προκαλούσε σε αυτόν εντύπωση, την οποία ουδέποτε άλλοτε από κάποιον άλλον είχε αποκομίσει ο Πιλάτος. Ακούγοντας λοιπόν τώρα ότι έκανε τον εαυτό του Υιό του Θεού, διερωτάται μήπως όλα αυτά εξηγούνται από τον τίτλο αυτόν (g).
«Φοβάται ακούγοντας ότι έκανε τον εαυτό του Υιό του Θεού και φοβάται μήπως είναι αλήθεια το λεγόμενο» (Χ), «μήπως αληθινά είναι Θεός και τον εξολοθρεύσει αφού υβρίζεται έτσι από αυτόν» (Ζ). «Ο Πιλάτος ακούγοντας έναν απλό λόγο μόνο, ότι είναι Υιός του Θεού, φοβάται. Αυτοί όμως αν και είδαν θεία έργα» (Θφ), «δεν έφριξαν, αλλά τον φονεύουν, για αυτά για τα οποία έπρεπε να τον προσκυνούν» (Χ).
Ιω. 19,9 καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν καὶ λέγει τῷ Ἰησοῦ· πόθεν εἶ σύ(1); ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπόκρισιν οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ(2).
Ιω. 19,9 Και εισήλθεν πάλιν στο πραιτώριον και λέγει στον Ιησούν• “από που είσαι συ;” Ο Ιησούς όμως δεν του έδωσε απάντησιν.
(1) «Ρωτά αυτόν, όχι έτσι, όπως πριν· Τι έκανες, αλλά Ποιος είσαι εσύ; Διότι τότε μεν, επειδή κατηγορούνταν ότι κυνηγά τη βασιλεία, εύλογα ρωτά· Τι έκανες; Τώρα όμως επειδή τον συκοφαντούν ότι κάνει τον εαυτό του Υιό του Θεού, ρωτά από πού είσαι εσύ;» (Θφ). «Ταρασσόμενος από το φόβο, κάνει την εξέταση» (Χ).
Η ερώτηση δεν μπορεί να αναφέρεται στην επίγεια καταγωγή του Ιησού. Ο Πιλάτος γνωρίζει καλά ότι ο Ιησούς είναι Γαλιλαίος (Λουκ. κγ 6,7). Η έννοια είναι βεβαίως: Είσαι από τη γη ή από τον ουρανό; (g).
(2) «Διότι, αυτό που ζητούσε να μάθει, το έμαθε, όταν άκουσε ότι η βασιλεία η δική μου δεν είναι από αυτόν τον κόσμο. Και όπως ακριβώς τότε αφού έδειξε την εξουσία του με μαλακό τρόπο, τίποτα δεν ωφέλησε, έτσι ούτε τώρα επρόκειτο να ωφελήσει, αφού ήταν άνανδρος και φοβητσιάρης» (Ζ).
«Διότι αυτός που άκουσε ότι για αυτό γεννήθηκα και για αυτό ήλθα και ότι η βασιλεία μου δεν είναι από εδώ, και ενώ όφειλε να αντισταθεί και να τον ελευθερώσει, αυτό μεν δεν το έκανε, αλλά ακολούθησε την Ιουδαϊκή ορμή» (Χ).
«Φαίνεται τελείως ο Πιλάτος ότι δεν είναι κάποιος σταθερός, αλλά και πάρα πολύ ταράσσεται από τα τυχόντα φόβητρα. Διότι πράγματι και τους Ιουδαίους φοβόταν, και τον Ιησού ως Υιό του Θεού έφριττε» (Θφ).
Ο Πιλάτος γνώριζε ήδη αρκετά για τον Ιησού ώστε να απολύσει αυτόν. Τον είχε κηρύξει επανειλημμένως αθώο. Αυτό θα έπρεπε να είναι αρκετό για τον Πιλάτο. Ό,τι περισσότερο ήθελε να μάθει δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του. Εάν δεν τον απελευθέρωνε ως άνθρωπο αθώο, άξιζε να τον σταυρώσει ως Υιό του Θεού. Άλλωστε η σιωπή του Ιησού ήταν απάντηση. Εάν η αξίωση, για την οποία οι Ιουδαίοι κατηγορούσαν τον Ιησού δεν ήταν βάσιμη, δεν θα παρέλειπε να διαψεύσει αυτήν (g).
«Συγκρίνοντας τις αφηγήσεις όλων των ευαγγελιστών βρίσκουμε, ότι η σιωπή αυτή εκ μέρους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού σημειώθηκε περισσότερες από μία φορές τόσο ενώπιον των αρχιερέων, όσο και ενώπιον του Ηρώδη, στον οποίο κατά τον Λουκά ο Πιλάτος έστειλε αυτόν, όσο και ενώπιον του ίδιου του Πιλάτου [Ματθ. κστ 63,κζ 14,Μάρκ. ιδ 61,ιε 5, Λουκ. κγ 7-9,Ιω. ιθ 9]. Έτσι όχι μάταια προηγήθηκε από αυτόν η προφητεία: Σαν αμνός άφωνος εναντίον αυτού που τον κουρεύει, έτσι δεν ανοίγει το στόμα του [Ησ. νγ 7]… Δεν άνοιγε το στόμα του σαν αμνός… δηλαδή όχι σαν κάποιος που έχει συνείδηση που τον κατηγορεί, πεπεισμένος για τις αμαρτίες του, αλλά σαν κάποιος, ο οποίος μέσα στην πραότητά του θυσιάστηκε για τις αμαρτίες των άλλων» (Αυ).
Η σιωπή του Κυρίου δεν ήταν σιωπή περιφρόνησης προς το δικαστήριό του ούτε ήταν σιωπή από ανάγκη, επειδή ο Κύριος δεν είχε τι να πει. Ήταν σιωπή υπομονής, ώστε η Γραφή να εκπληρωθεί, που έλεγε «σαν αμνός ακηλίδωτος απέναντι σε αυτόν που τον κουρεύει άφωνος, έτσι δεν ανοίγει το στόμα του» (Ησ. νγ 7). Η σιωπή μιλούσε μεγαλόφωνα για την υποταγή του Κυρίου στον Πατέρα του, του οποίου η θέληση ήταν να υποστεί τον θάνατο που ερχόταν σε αυτόν.
Σιωπά διότι δεν ήθελε να αποτρέψει το πάθημά του. Εάν τώρα ομολογούσε ότι είναι Θεός, όπως ομολόγησε τον εαυτό του βασιλιά, ήταν πιθανόν ο Πιλάτος να αποτρέψει την καταδίκη του. Διότι οι Ρωμαίοι, παρόλο που έσυραν στους θριάμβους τους τούς βασιλιάδες των εθνών που κατακτούσαν, στέκονταν έντρομοι μπροστά στους θεούς τους. Όπως λέει και ο θείος Παύλος: «Διότι αν ήξεραν, δεν θα σταύρωναν τον Κύριο της δόξας» (Α΄ Κορ. β 8). Και τότε πώς θα σωζόταν η ανθρωπότητα;
Αλλά ήταν και σιωπή φρόνησης και σύνεσης. Όταν ο αρχιερέας τον ρώτησε: Είσαι γιος του Ευλογητού; Απάντησε: Εσύ το είπες, διότι αυτός και το συνέδριο κατείχαν τις Γραφές, οι οποίες μιλούσαν για τον Μεσσία. Αλλά όταν ο Πιλάτος απηύθυνε προς αυτόν το ίδιο ερώτημα, επειδή αυτός δεν είχε καμία ιδέα περί Μεσσίου και για το ποια θα ήταν η αληθινή έννοια της απάντησης στο ερώτημα, αποφεύγει να απαντήσει, αφού το κεφάλι του Πιλάτου ήταν γεμάτο από την ειδωλολατρική θεογονία και από τους μύθους για θεούς που παντρεύονται με γυναίκες. Πώς θα μπορούσε αυτός να καταλάβει τη σχέση του Ιησού με τον ουράνιο Πατέρα του;
Ιω. 19,10 λέγει οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· ἐμοὶ οὐ λαλεῖς(1); οὐκ οἶδας ὅτι ἐξουσίαν ἔχω(2) σταυρῶσαί σε καὶ ἐξουσίαν ἔχω(2) ἀπολῦσαί σε(3);
Ιω. 19,10 Λέγει τότε εις αυτόν ο Πιλάτος• “εις εμέ δεν ομιλείς; Δεν ξέρεις ότι έχω εξουσία να σε σταυρώσω και εξουσία έχω να σε αφήσω ελεύθερον;”
(1) Η αντωνυμία μπαίνει μπροστά με έμφαση. Αυτό ειπώθηκε με αυστηρότητα (b). «Νόμισε ο Πιλάτος ότι η σιωπή ήταν έργο αναίδειας… Τον κατηγορεί λοιπόν ως προσβεβλημένος με σιωπή ακατάλληλη» (Κ).
(2) Με έμφαση και η επανάληψη της φράσης. «Επειδή θύμωσε διότι ούτε σε αυτόν… απάντησε, απείλησε λοιπόν με την εξουσία του» (Ζ) και «σαν ακριβώς ένα ραβδί, σηκώνει απειλητικά εναντίον του την εξουσία από το αξίωμα» (Κ).
Το ότι ο Πιλάτος μιλά για εξουσία και όχι για δικαιοσύνη, υπονοεί, ότι θεωρούσε τον Ιησού αθώο (μ). Ο Πιλάτος ξεχωρίζει τον εαυτό του και καυχιέται για την εξουσία του. Αυτοί που διαχειρίζονται εξουσία υπόκεινται σε υπερηφάνεια και αλαζονεία, τόσο μεγαλύτερη, όσο περισσότερο ανεξέλεγκτη και αυθαίρετη μπορεί να είναι η χρήση της.
Ο Πιλάτος εδώ παρασυρόμενος από την υπερηφάνεια του αυτή καταντά σε παράλογη αδικία φρονώντας, ότι είχε εξουσία να σταυρώσει εκείνον, τον οποίο είχε κηρύξει δημόσια αθώο. Κανείς ηγεμόνας ή άρχοντας δεν έχει εξουσία να διαπράττει αδικίες χρησιμοποιώντας την δύναμη, την οποία το αξίωμά του παρέχει σε αυτόν. Εκείνο μόνο δικαιούμαστε να πράττουμε, το οποίο με δικαιοσύνη μπορούμε να πράττουμε.
(3) «Βλέπεις πώς προκαταδίκασε τον εαυτό του; Διότι, εάν από σένα [Πιλάτε] εξαρτάται το παν, για ποιο λόγο δεν τον ελευθερώνεις αφού δεν βρήκες καμία κατηγορία;» (Χ).
Αρκετοί κώδικες γράφουν πρώτα το ἀπολῦσαί σε και έπειτα το σταυρῶσαί σε.
Ιω. 19,11 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς(1)· οὐκ εἶχες ἐξουσίαν(2) οὐδεμίαν κατ᾿ ἐμοῦ, εἰ μὴ ἦν σοι δεδομένον ἄνωθεν(3)· διὰ τοῦτο(4) ὁ παραδιδούς μέ σοι(5) μείζονα ἁμαρτίαν ἔχει(6).
Ιω. 19,11 Απήντησεν ο Ιησούς• “Δεν θα είχες καμίαν εξουσίαν εναντίον μου, εάν το δικαστικόν αξίωμα που κατέχεις σήμερα, δεν σου ήτο δοσμένο από τον Θεόν. Δι’ αυτό ο Καϊάφας και το συνέδριον των Εβραίων, που από φθόνον με παρέδωκαν εις τα χέρια σου, έχουν μεγαλυτέραν ενοχήν από σε”.
(1) «Εδώ, βλέπετε, απάντησε. Αλλά και οπουδήποτε δεν απάντησε, έπραξε αυτό όχι ως ένοχος, αλλά ως αμνός δηλαδή με απλότητα και αθωότητα δεν άνοιγε το στόμα του. Όπου λοιπόν δεν έδινε απόκριση, ήταν σιωπηλός σαν πρόβατο· όπου όμως απαντούσε, δίδασκε ως Ποιμένας» (Αυ).
(2) Υπάρχει και η γραφή Ουκ έχεις. «Χαμηλώνοντας το φρόνημά του και την αλαζονεία, λέει· Δεν θα είχες εξουσία…» (Χ). Ορθώνει ήδη το ανάστημά του και ο Ιησούς και βάζει τον εαυτό του κριτή του κριτή του ή μάλλον όλων των κριτών του και σαν να καθόταν ήδη και αυτός πάνω στο δικαστικό του βήμα ζυγίζει στην αλάνθαστη ζυγαριά του και τον Πιλάτο και το συνέδριο (g).
(3) Ή λέγεται γενικά και εκφράζεται και εδώ ή ίδια αλήθεια, η οποία με άλλες λέξεις ειπώθηκε και από τον Παύλο στο Ρωμ. ιγ 1-2 (β)· η μετοχή (δεδομένον) εκφέρεται σε ουδέτερο γένος για να δηλώσει γενικώς κάθε είδος δύναμης και εξουσίας (ο). Ήταν δοσμένο στον Πιλάτο να έχει εξουσία (b).
Ή, λέγεται ειδικά για την περίπτωση της καταδίκης και σταύρωσης του Κυρίου και δηλώνει ότι «πάσχει σύμφωνα με κάποιο πιο θεϊκό σχέδιο» (Ζ), «διότι το «δεδομένον» εδώ σημαίνει ότι έχει επιτραπεί» (Χ).
«Λέει ότι η εξουσία δόθηκε στον Πιλάτο από τον ουρανό, εννοώντας όχι ότι ο Θεός και Πατέρας προξένησε το σταυρικό πάθος στον υιό του χωρίς αυτός να το θέλει, αλλά εννοεί ότι ο ίδιος ο Μονογενής από τη μία παρέδωσε τον εαυτό του στο να πάθει για χάρη μας, ο Πατέρας από την άλλη άφησε να εκπληρωθεί το μυστήριο σχετικά με αυτόν. Επομένως λοιπόν δόσιμο σε αυτά τα λόγια σαφώς εννοείται και λέγεται η συμφωνία από τον Πατέρα και ότι αυτός το επέτρεψε, αλλά και η ίδια η θέληση του Υιού» (Κ). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
Όταν ο Πιλάτος χρησιμοποιούσε την εξουσία του, ο Κύριος σιωπηλά υποτασσόταν σε αυτήν. Αλλά όταν ορθώθηκε υπερήφανος πάνω σε αυτήν, ο Κύριος τον ανακαλεί στην τάξη υπενθυμίζοντας σε αυτόν, ότι η εξουσία του έχει δοθεί σε αυτόν από ψηλά. Είναι λοιπόν και αυτού και κάθε άρχοντα η εξουσία περιορισμένη, διότι δεν μπορεί αυτός να χρησιμοποιεί αυτήν παρά μόνο σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.
Δεν μπορεί αυτός που έχει την εξουσία να προχωρεί πέρα από εκείνο, το οποίο ορίζεται από το νόμο του Θεού. Οι τύραννοι και οι εξουσιαστές ας μη λησμονούν, ότι υπάρχει άλλος υψηλότερος και δυνατότερος από αυτούς, προς τον οποίο πρόκειται να λογοδοτήσουν. Και οι καταπιεζόμενοι ας κατασιγάζουν τους γογγυσμούς τους μη λησμονώντας ότι υπάρχει Θεός· και ας παρηγορούνται σκεπτόμενοι, ότι οι διώκτες τους δεν μπορούν να πράξουν εναντίον τους παρά μόνο ό,τι η θεία Πρόνοια τούς επιτρέψει.
(4) Δηλαδή, επειδή η εξουσία σου πάνω μου είναι δοσμένη σε σένα από ψηλά, για αυτό…
(5) Δηλαδή τα μέλη του συνεδρίου (ιη 30,35, δες Ματθ. κζ 2, Πράξ. γ 13) μαζί με τον Καϊάφα ως αρχηγό τους (β). Υπάρχει και η γραφή παραδούς αντί για παραδιδούς.
(6) «Για να μη νομίσει, ακούγοντας, «Εάν δεν ήταν δοσμένο σε σένα», ότι απαλλάχτηκε από κάθε κατηγορία, για αυτό είπε· Μεγαλύτερη αμαρτία έχει αυτός που με παρέδωσε σε σένα» (Χ). «Δεν είσαι ελεύθερος από αμαρτία, αν και είναι μικρότερη η δική σου από αυτήν εκείνων που με παρέδωσαν σε σένα» (Ζ). Γιατί;
Ή «για αυτό» δηλαδή αυτός που με παρέδωσε σε σένα είναι περισσότερο ένοχος από τους δύο, διότι μεταχειρίζεται εγκληματικά και εκβιάζει την νόμιμή σου εξουσία (Καλβίνος).
Επειδή λοιπόν ο Πιλάτος έχει την εξουσία και δεν μπορεί να αποφύγει το να τον δικάσει, αυτό ακριβώς το οποίο τελείως επιθυμούσε να απομακρύνει από τον εαυτό του, ο όχλος των αρχιερέων και λοιπών Ιουδαίων που παρέδωσε τον Σωτήρα σε αυτόν για να τον θανατώσει… έχει μεγαλύτερη αμαρτία από αυτήν του Πιλάτου… Διότι η αμαρτία των κακούργων που διαστρέφουν και εκβιάζουν τους άρχοντες αυξάνει ανάλογα με την αδύναμή τους γνώμη και θέληση, ή μάλλον στη διανομή της κοινής αμαρτίας το μεγαλύτερο μερίδιο έχει ο ισχυρότερος στο νου και τη θέληση (δ).
Σχετική και η:
Η εξουσία δόθηκε σε σένα από το Θεό· «για αυτό» ο Καϊάφας είναι περισσότερο ένοχος από ό,τι θα ήταν εάν ήταν ανεύθυνος εκτελεστής, επειδή ήδη καταχράται την από το Θεό δοσμένη σε σένα εξουσία για τα πονηρά σχέδιά του (Wetstein). Οι ερμηνείες αυτές επειδή λαμβάνουν υπ’ όψη το «διὰ τοῦτο» που προηγήθηκε είναι πάρα πολύ σοβαρές.
Ή είναι μεγαλύτερη η αμαρτία αυτού που παραδίδει τον Κύριο, «διότι αυτός μεν (ο Καϊάφας) έγινε κατά κάποιο τρόπο αρχή και θύρα της ασέβειας προς αυτόν, ενώ ο δικαστής αναδεικνυόταν από άκαιρη δειλία υπηρέτης ξένων τολμημάτων και μοιράστηκε την ανοσιότητα των Ιουδαίων» (Κ).
«Αυτός πράγματι με παρέδωσε στην εξουσία σου από φθόνο, ενώ εσύ ασκείς την εξουσία σου πάνω μου υπό το κράτος του φόβου. Και παρόλο που δεν πρέπει κάποιος να φονεύει τον άλλον, και μάλιστα τον αθώο, υπό το κράτος του φόβου, όχι λιγότερο το να πράττει κάποιος αυτό με ολοφάνερο φθόνο είναι πολύ βαρύτερο παρά εάν το πράττει υπό το κράτος του φόβου» (Αυ).
Ο Πιλάτος όταν άκουσε να γίνεται οπωσδήποτε αναφορά περί Υιού του Θεού φοβήθηκε· ο Καϊάφας όταν άκουσε από τον ίδιο τον Κύριο, ότι ήταν Υιός του Θεού, αποκάλεσε αυτόν βλάσφημο και δικαστικά κήρυξε αυτόν ένοχο θανάτου (b).
Αξιοσημείωτη και η επόμενη: Ο Πιλάτος είχε εξουσία από το Θεό πάνω στους Ιουδαίους και πάνω στον Ιησού ως Ιουδαίο. Διαχειρίζεται αυτήν, για να αποδίδει δικαιοσύνη. Εάν χρησιμοποιεί αυτήν για αδικία, γίνεται ένοχος αμαρτίας. Η αμαρτία όμως του Καϊάφα είναι μεγαλύτερη διότι η εξουσία του Πιλάτου είναι από το Θεό. Και ήταν καθήκον του Καϊάφα να γνωρίζει και να διδάσκει αλλά και να πράττει το θέλημα του Θεού.
Αλλά ο Καϊάφας, ο επίσημος αντιπρόσωπος του λαού του Θεού, προσέφυγε σε έναν εθνικό, που έχει την εξουσία από Θεού, έτσι ώστε η εξουσία αυτή η οποία δόθηκε στον Πιλάτο για υποστήριξη και απόδοση της δικαιοσύνης, χρησιμοποιηθεί για διάπραξη της αδικίας. Είναι σαν να έλεγε ο Καϊάφας: Παρόλο που βρίσκεις αθώο τον κατηγορούμενο, πρέπει να τον καταδικάσεις σε θάνατο. Η πράξη αυτή του Καϊάφα είναι πολύ χειρότερη από αυτήν του ειδωλολάτρη Πιλάτου, ο οποίος για να αποφύγει στάση του λαού αποφάσιζε να παραδώσει σε θάνατο έναν φανατικό πλανεμένο (τ).
Είχε λοιπόν και ο Πιλάτος ενοχή και διέπραττε αμαρτία, και μεγάλη αμαρτία, παραδίνοντας τον Ιησού, και η πίεση που ασκούνταν σε αυτόν από τους Ιουδαίους δεν τον δικαιολογούσε. Ο Χριστός με τα όσα είπε προς αυτόν ζήτησε να αφυπνίσει τη συνείδησή του. Αλλά ο Πιλάτος μάλλον από φόβο ήταν κυριευμένος και όχι από τον πόθο της δικαιοσύνης. Κατά την ημέρα της κρίσης η ενοχή των άλλων δεν θα αμνηστεύσει εμάς, ούτε εάν οι άλλοι είναι χειρότεροί μας θα χρησιμεύσει αυτό σε δικαιολογία μας. «Διότι ο καθένας θα βαστάσει το δικό του φορτίο».
Ιω. 19,12 ἐκ τούτου(1) ἐζήτει(2) ὁ Πιλᾶτος ἀπολῦσαι(3) αὐτόν· οἱ δὲ Ἰουδαῖοι ἔκραζον λέγοντες(4)· ἐὰν τοῦτον ἀπολύσῃς, οὐκ εἶ φίλος τοῦ Καίσαρος(5). πᾶς ὁ βασιλέα ἑαυτὸν ποιῶν(6) ἀντιλέγει(7) τῷ Καίσαρι.
Ιω. 19,12 Εκ της απαντήσεως αυτής εταράχθη ο Πιλάτος και εζητούσε να τον απολύση. Οι Ιουδαίοι όμως εφώναζαν δυνατά λέγοντες• “εάν απολύσης αυτόν, δεν είσαι φίλος του Καίσαρος. Κάθε ένας που κάνει τον εαυτόν του βασιλέα αντιτίθεται κατά του Καίσαρος”.
(1) Ή, από τη στιγμή αυτή (έτσι λέει η Βουλγάτα (=λατινική μετάφραση)).
Ή, εξαιτίας αυτού «επειδή ένιωσε κατάπληξη από τα λόγια του» (Ζ). «Εάν διαβάσουμε τα προηγούμενα θα βρούμε, ότι είχε ζητήσει και προηγουμένως να απολύσει αυτόν. Με τη φράση λοιπόν που είναι στο πρωτότυπο κείμενο πρέπει να εννοήσουμε «λόγω αυτού» δηλαδή για τον λόγο αυτόν, για να μην διαπράξει μία τέτοια αμαρτία» (Αυ).
«Τον κατέπληξε με τα λόγια, και έδωσε σαφή την απολογία· γι αυτό και ζητούσε να τον ελευθερώσει εκείνος» (Χ).
Πιθανώς διότι αναφερόμενος ο Ιησούς σε πνευματικά («αν δεν σου ήταν δοσμένο από ψηλά») ενίσχυσε την πεποίθηση του Πιλάτου, ότι ήταν όχι κάποιος επαναστάτης, αλλά ακίνδυνος οπτασιαστής (μ). Άνθρωπος, ο οποίος αναγνώριζε ότι η ρωμαϊκή κυβέρνηση είχε την εξουσία από ψηλά, δεν ήταν δυνατόν να αναμιχθεί σε επανάσταση εναντίον της.
(2) Ο παρατατικός σημαίνει σειρά προσπαθειών και νέων αποπειρών στους Ιουδαίους (g). Το ζητούσε εκφράζει επιμονότερη προσπάθεια του ηγεμόνα από αυτήν που έως τώρα επέδειξε αυτός. Πώς εκδηλώθηκε η προσπάθεια αυτή αποσιωπά ο ιερός ευαγγελιστής και δεν μπορεί με κάποια πιθανότητα να προσδιοριστεί. Το βέβαιο πάντως είναι ότι αντιλήφθηκαν αυτήν σαφώς οι αρχιερείς μπροστά στο πραιτώριο και επειδή φοβήθηκαν… άρχισαν να κραυγάζουν (κ).
Προσπαθούσε να απολύσει τον Ιησού, χωρίς όμως και να προσκρούσει στους αρχιερείς. Αλλά όταν οι αποφάσεις μας να πράξουμε το καθήκον μας συνδυάζονται με σχέδια που τείνουν να επιτελέσουμε αυτό ακίνδυνα και με επιδοκιμασίες από όλους, είναι αδύνατο να ενεργήσουμε καλά και να μην αθετήσουμε αυτό.
(3) Απολύω= απαλλάσσω κάποιον από το έγκλημα, για το οποίο κατηγορείται και τον αφήνω ελεύθερο (G).
(4) «Επειδή δηλαδή δεν ωφελήθηκαν καθόλου με τις κατηγορίες που επινόησαν από το νόμο, με κακούργο τρόπο προσφεύγουν στους εκτός αυτών νόμους λέγοντας· όποιος κάνει τον εαυτό του βασιλιά…» (Χ).
(5) Φίλος του Καίσαρα= αυτός που ανήκει στη μερίδα του Καίσαρα και φροντίζει για τη σωτηρία του (G). Συγκεκαλυμμένη απειλή. Εάν ο Πιλάτος καταγγελλόταν στη Ρώμη, ότι είχε απολύσει άνθρωπο που διεκδίκησε τον τίτλο του βασιλιά των Ιουδαίων, ήταν επόμενο να εμπλακεί σε μεγάλο κίνδυνο (β).
Ο αυτοκράτορας του θρόνου Τιβέριος ήταν ο πιο καχύποπτος από τους δεσπότες. Η κατηγορία για εσχάτη προδοσία γινόταν πάντοτε με ευκολία δεκτή από τον τύραννο, ο οποίος σύμφωνα με τον Σουετώνιο atrocissime exercebat leges majestatis(=με σκληρότητα απεργαζόταν νόμους για εγκλήματα προδοσίας (καθοσιώσεως)) (g).
«Μόλις είδαν τον Πιλάτο να προσέχει μην αμαρτήσει καταδικάζοντας τον Ιησού ενώ ήταν Υιός Θεού, τον απειλούν με το φόβο του Καίσαρα και συκοφαντώντας τον Κύριο για τυραννία φοβίζουν τον Πιλάτο ότι πρόκειται να προσκρούσει στον Καίσαρα» (Θφ).
(6) «Πάλι μεταπηδούν στην κατηγορία της τυραννίας μιας και δεν θα την παρέβλεπε ο Πιλάτος αυτήν λόγω του φόβου από τον Καίσαρα» (Ζ).
Ο ύποπτης έννοιας τίτλος βασιλιάς των Ιουδαίων μαζί με τον πολιτικό χρωματισμό, τον οποίο θα έπαιρνε μπροστά στα μάτια του Τιβερίου, θα παρουσίαζε τον Πιλάτο ως μη πιστό επίτροπο, που επιχείρησε να γλυτώσει από την τιμωρία κατηγορούμενο που σφετερίστηκε την αυτοκρατορική εξουσία. Είναι αλήθεια, ότι καταφεύγοντας στο επιχείρημα αυτό οι Ιουδαίοι, αρνούνταν την ίδια ώρα τα εθνικά ιδανικά τους και αυτήν ακόμη την ιδέα και ελπίδα για το Μεσσία και ενσωματώνονταν στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Μία τέτοια νίκη ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Ακριβώς για αυτό κατέφυγαν στο επιχείρημα αυτό, φυλάγοντάς το τελευταίο ως χτύπημα απόγνωσης (g).
Πάντοτε υπήρχε τέχνασμα των εχθρών της θρησκείας να παρουσιάζουν αυτήν ως επιβλαβή στις επίγειες βασιλείες και αρχές, ενώ στην πραγματικότητα αυτή είναι τα μέγιστα ευεργετική και εξυπηρετική σε αυτές.
(7) «Δηλαδή αντιστέκεται» (Ζ). Αντιτίθεται (β). Επαναστατεί κατά του Καίσαρα και εκστομίζει λόγια προδοτικά εναντίον του (ο).
«Και πού φάνηκε αυτός ως τύραννος; Από πού μπορείτε να το αποδείξετε αυτό; Από την αλουργίδα (=πορφυρό ένδυμα βασιλικό); Από το στέμμα; Από την περιβολή; Από τους στρατιώτες; Δεν βάδισε μόνος πάντα μαζί με τους δώδεκα μαθητές του, χρησιμοποιώντας όλα με λιτότητα, και τροφή και στολή και κατοικία;» (Χ).
Ιω. 19,13 ὁ οὖν Πιλᾶτος ἀκούσας τοῦτον τὸν λόγον(1) ἤγαγεν(2) ἔξω(3) τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ βήματος(4) εἰς τόπον(5) λεγόμενον Λιθόστρωτον(6), ἑβραϊστὶ δὲ Γαββαθᾶ(7)·
Ιω. 19,13 Ο Πιλάτος τότε, όταν ήκουσε τα λόγια αυτά των Ιουδαίων, έφερε πάλιν έξω τον Ιησούν και αυτός εκάθισεν εις την δικαστικήν έδραν, που είχε τοποθετηθή την ώραν εκείνην εις τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον και εις την εβραϊκήν γλώσσαν Γαββαθά, δηλαδή ύψωμα.
(1) Δηλαδή το «δεν είσαι φίλος του Καίσαρα».
«Ω, πόση ανανδρία και άκαιρη δειλία! Διότι ο Πιλάτος, νομίζοντας ότι κινδυνεύει πλέον, εάν παραβλέψει αυτά τα λόγια, βγαίνει για να εξετάσει το πράγμα» (Χ).
Υπάρχει και η γραφή «τούτων των λόγων» που μαρτυρείται σοβαρά= ο μεν πληθυντικός δηλώνει ότι ο στίχος 12 μόνο σε περίληψη αναφέρει αυτά που ειπώθηκαν από τους Ιουδαίους (g), ενώ η γενική πτώση σημαίνει, ότι ο Πιλάτος όχι μόνο άκουσε, αλλά και κατανόησε τη σημασία και δύναμη των λεχθέντων (β).
(2) Χωρίς πλέον να πει κάτι άλλο, «χωρίς να κάνει επίσης καμία εξέταση» (Χ) υποχωρεί στην απειλή. Πάντως όσοι εξαρτούν την ευτυχία τους από τις εύνοιες των ανθρώπων, κάνουν τους εαυτούς τους εύκολη λεία στους πειρασμούς του σατανά.
(3) Έξω δηλαδή από το Πραιτώριο, όπου ήταν κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Δες στον στίχο 9 (β). Μέχρι τη στιγμή αυτή τα πάντα ήταν προκαταρκτικά. Τώρα ο Πιλάτος ανεβαίνει στο δικαστικό βήμα (τ).
(4) «Ανεβαίνει στο συνηθισμένο βήμα, έτσι ώστε να βγάλει φονική πλέον την απόφαση εναντίον του Χριστού» (Κ). Πήρε τη θέση του ως δικαστής που πρόκειται να εκφέρει τελική απόφαση (ο). Αυτό συμφωνεί και με το Ματθ. κζ 19 («καθημένου δε αυτού επί του βήματος»). Υποκείμενο λοιπόν του εκάθισεν είναι ο Πιλάτος, αν και το ρήμα καθίζω έχει μάλλον μεταβατική έννοια (δες Α΄ Κορ. στ 4,Εφεσ. α 20). Είναι αξιοσημείωτο ότι κατά τον β΄ αιώνα, υπήρξε παράδοση, κατά την οποία οι Ιουδαίοι κάθισαν τον Ιησού σε βήμα (Ευαγγέλιο του Πέτρου 3, Ιουστίνου Απολογία Α 35). Ίσως προήλθε αυτή από παρανόηση αυτού εδώ του χωρίου (β).
(5) Πρόχειρα πιθανότατα τοποθετήθηκε εκεί το βήμα, αφού οι Ιουδαίοι δεν ήθελαν να μπουν στο Πραιτώριο και η δίκη έπρεπε να γίνει δημόσια.
(6) Η λέξη λιθόστρωτο λέγεται μοναδική φορά= έδαφος στρωμένο με λίθινες πλάκες· έτσι λεγόταν κάποιος τόπος δίπλα στο πραιτώριο στα Ιεροσόλυμα (G). Μπροστά από το πραιτώριο υπήρχε ένας χώρος από εκείνους, οι οποίοι ήταν στρωμένοι με μωσαϊκά και πάνω στα οποία οι Ρωμαίοι άρχοντες συνήθιζαν να τοποθετούν τις δικαστικές τους έδρες (g).
(7) Λέξη Αραμαϊκή. Δεν είναι μετάφραση της λέξης λιθόστρωτο. Σημαίνει: ύψωμα, λόφος (g). Αναμφίβολα η μεν Αραμαϊκή ονομασία δόθηκε στον τόπο από το σχήμα του, ενώ η ελληνική από τη φύση του δαπέδου (G).
Ιω. 19,14 ἦν δὲ(1) παρασκευὴ τοῦ πάσχα(2), ὥρα δὲ ὡσεὶ ἕκτη(3)· καὶ λέγει τοῖς Ἰουδαίοις· ἴδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν(4).
Ιω. 19,14 Η ημέρα δε εκείνη ήτο παραμονή δια την προπαρασκευήν και προετοιμασίαν του πάσχα. Η ώρα ήτο εξ περίπου από την ανατολήν του ηλίου, δηλαδή μεσημέρι. Και λέγει ο Πιλάτος στους Ιουδαίους• “ιδού, πως κατήντησεν ο βασιλεύς σας”.
(1) Ο Ιωάννης παρεμβάλλει ένδειξη για την ημέρα και ώρα, κατά την οποία η απόφαση εκφωνήθηκε. Ή, λόγω της σπουδαιότητας την οποία η κρίσιμη αυτή στιγμή είχε για την τύχη της ανθρωπότητας ή διότι θέλει να εξηγήσει τη βιασύνη των Ιουδαίων που ανυπομονούσαν για το τέλος της δίκης και την εκτέλεση της ποινής πριν το τέλος της ημέρας (g).
(2) Ή, ημέρα Παρασκευή της εβδομάδας του Πάσχα (β, F), όπως ερμηνεύουν αυτοί που ισχυρίζονται, ότι το Πάσχα ήδη είχε εορταστεί και ο Κύριος κατά το απόγευμα της Πέμπτης έφαγε αυτό με τους μαθητές του,
ή, πιο σωστά, όπως στο σ. 31, όπου ολοφάνερα βρίσκεται με την έννοια της προετοιμασίας. Εάν επρόκειτο με τη λέξη αυτή να δηλωθεί όχι η παραμονή του Πάσχα, αλλά απλώς και μόνο η ημέρα Παρασκευή, γιατί να προστεθεί η λέξη του Πάσχα (με την έννοια της εβδομάδας του Πάσχα), αφού σύμφωνα με το Ιω. ιγ 1 ιη 28 κλπ. κανείς δεν αγνοούσε ότι κατά τη στιγμή αυτή δεν ήταν στη βδομάδα του Πάσχα; (g).
Το ότι η ημέρα ήταν αυτή της προετοιμασίας του Πάσχα επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την ενοχή των Ιουδαίων. Σε αυτήν όφειλαν να εξαγνιστούν, να απομακρύνουν την παλαιά ζύμη και να ετοιμαστούν για το Πάσχα. Αλλά αντί για αυτό κατά την ημέρα αυτή διέπραξαν αυτοί την χειρότερη πράξη.
(3) Υπάρχουν και οι γραφές: Ώρα δε ην ωσεί έκτη· ώρα ην ωσεί έκτη· ώρα δε ως έκτη. Επιπλέον για συμβιβασμό με το Μάρκου ιε 25, όπου ως ώρα της σταύρωσης καθορίζεται η τρίτη «ο Ευσέβιος Καισαρείας… λέει ότι αυτό είναι αντιγραφικό σφάλμα… αφού το μεν γράμμα γάμμα (το κεφαλαίο Γ) σημαίνει την τρίτη ώρα» (Σβ). «Ο καλλιγράφος αντί για το γράμμα Γάμμα… έγραψε το επίσημο, αυτό που ονομάζουν οι Αλεξανδρινοί Γαβέξ, το οποίο δηλώνει την έκτη ώρα» (αμ), και έτσι το «γράμμα που δηλώνει την τρίτη ώρα, επειδή κυρτώθηκε η απλωμένη σε μήκος ευθεία, μεταβλήθηκε στη σημασία του επισήμου, το οποίο δηλώνει την έκτη ώρα» (Σβ).
Με άλλα λόγια ο αντιγραφέας εξέλαβε το Γ΄(=τρίτη ώρα) που υπήρχε αρχικά αντί για ς΄ (= έκτη ώρα). Αλλά η γραφή έκτη μαρτυρείται αυθεντικότατα.
Κάποιοι από τους νεώτερους (ανάμεσα στους οποίους και οι Tholuck, Wieseler, Keil, Westcott) υπέθεσαν ότι ο ευαγγελιστής αριθμεί εδώ από τα μεσάνυχτα και συνεπώς πρόκειται για τη δική μας έκτη πρωινή. Είναι απίθανο όμως η διαδικασία ενώπιον του Πιλάτου, η παραπομπή του Ιησού στον Ηρώδη η φραγγέλωση και η έκδοση της απόφασης να σημειώθηκαν σε όρθρο βαθύ και σε τόσο σύντομο χρόνο ώστε πριν την ανατολή του ηλίου να έχουν συντελεστεί τα πάντα.
Πιο σωστό είναι ότι διαιρούσαν χονδρικά την ημέρα και τη νύχτα, σε 4 τμήματα, από τρεις ώρες το καθένα, το οποίο εξηγεί, γιατί σχεδόν πάντοτε στην Κ.Δ. γίνεται αναφορά των ωρών τρίτης, έκτης και ενάτης, (Δες Ματθ. κ 1-5) και γιατί οι λέξεις «ωσεί (=περίπου)», «περί» συναντιούνται συχνά στον καθορισμό των ωρών (Ματθ. κζ 46,Λουκ. κγ 44,Ιω. δ 6,Πράξ. ι 3,9). Και εδώ ο Ιωάννης προσθέτει το «ωσεί».
Ενδείκνυται λοιπόν να πάρουμε κάποιο μέσο όρο τόσο για την αφήγηση του Μάρκου, όσο και για αυτήν του Ιωάννου, και τόσο περισσότερο όσο οι απόστολοι δεν είχαν το ρολόι στα χέρια. Και όπως η τρίτη ώρα του Μάρκου, η δική μας ενάτη πρωινή, μπορεί να συμπεριλάβει όλο το χρόνο από την ογδόη μέχρι τη δεκάτη πρωινή, έτσι και η έκτη του Ιωάννη μπορεί να συμπεριλάβει τον χρόνο από την ενδεκάτη μέχρι τη δωδεκάτη μεσημβρινή. Επιπλέον πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη και μια σπουδαία λεπτομέρεια, δηλαδή ότι ο Μάρκος, και κατά δεύτερο λόγο και ο Ματθαίος, προσέδωσαν στη φραγγέλωση την έννοια, την οποία σε παρόμοια περίπτωση είχε, θεωρώντας αυτήν ως την έναρξη της τιμωρίας (g).
Σχετική και η:
«Ο μεν Μάρκος εκθέτει σαφώς και αναμφίβολα την ώρα της απόφασης τού να σταυρωθεί ο Κύριος… Ενώ ο Ιωάννης μιας και είπε ο Μάρκος τον καιρό της απόφασης, αυτός λέει την ώρα, στην οποία σταύρωσε τον Κύριο· διότι πρόσεξε, πόσα έγιναν στο μεταξύ μέχρι αυτήν την ώρα, κατά την οποία ανέβηκε ο Κύριος στο σταυρό. Αφού ελευθέρωσε τον Βαραββά φραγγέλωσε τον Ιησού και τον παρέδωσε οπωσδήποτε στο να σταυρωθεί… όλα αυτά ήταν ικανά να καταναλώσουν το χρόνο από την τρίτη ώρα μέχρι την έκτη… Μαζί όμως με όλα αυτά, πρόσεξε και τον Ιωάννη πώς είπε Ήταν ώρα περίπου έκτη… σαν να διστάζει και να αμφιταλαντεύεται» (Θφ).
(4) Ή, δεν λέει πλέον Ίδε ο άνθρωπος, όπως όταν ήθελε να διεγείρει τη συμπάθειά τους και να επιτύχει την απόλυσή του. Κάθε τρυφερή συγκίνηση, κάθε αρχή έντιμη και δίκαιη υποχώρησε μπροστά στον πόθο τού να δηλωθεί η νομιμοφροσύνη στον Καίσαρα. Ιδού ο βασιλιάς σας. Να η άθλια τύχη κάθε σφετεριστή της βασιλικής εξουσίας από τη διοίκηση της Ρώμης. Έτσι αποδεικνύω την πίστη μου προς τον Καίσαρα (ο).
Ο σαρκασμός του Πιλάτου απευθύνεται προς τους Ιουδαίους, όχι προς τον Ιησού (β). Ο Πιλάτος έχει ήδη λάβει απόφαση να επικυρώσει τη θανατική απόφαση και θέλει να εκδικηθεί του Ιουδαίους σαρκάζοντας αυτούς.
Ή, λιγότερο σωστά. «Πάλι άλλαξε με σκοπό να τους κάνει να ντραπούν» (Ζ). Επιχειρεί για τελευταία φορά να κινήσει αυτούς σε οίκτο.
Ιω. 19,15 οἱ δὲ ἐκραύγασαν· ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν(1). λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τὸν βασιλέα ὑμῶν σταυρώσω(2); ἀπεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς(3)· οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα(4).
Ιω. 19,15 Αυτοί δε, εκραύγασαν• “πάρε τον από εδώ! Πάρε τον από τα μάτια μας, να μην τον βλέπουμε, σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον”. Λέγει εις αυτούς ο Πιλάτος• “τον βασιλέα σας να σταυρώσω;” Απήντησαν οι αρχιερείς• δεν έχουμε άλλον βασιλέα, παρά μόνον τον Καίσαρα”.
(1) «Ω, τι αξεπέραστη μανία» (Ζ). Οι τρεις προστακτικές σε αόριστο εκφράζουν την ανυπομονησία τους (g). «Λαός άτακτος, διεφθαρμένος από τους άρχοντες» (Χ). Πάρε τον, δεν είναι δικός μας. Αποκηρύττουμε αυτόν ως πολίτη μας, πολύ περισσότερο ως βασιλιά μας. Δεν τρέφουμε κανένα σεβασμό αλλά ούτε και συμπάθεια προς αυτόν. Υπάρχουν και οι γραφές: Οι δε εκραύγαζον· οι δε έλεγον· εκραύγασαν ουν εκείνοι.
(2) Ο Πιλάτος έχει ήδη την απόφαση να ενδώσει. Αλλά πρώτα θέλει να δώσει στον εαυτό του την ευχαρίστηση τού να μπήξει και πάλι το μαχαίρι στην πληγή: Τον βασιλιά σας να σταυρώσω; Εκδικείται έτσι για την πράξη της μικρότητας και δειλίας, στην οποία τον εξαναγκάζουν (g).
«Συγκεκαλυμμένα τους ειρωνεύεται και λέει· Δείτε ποιον άνθρωπο λέτε, ότι επιχειρούσε να βασιλεύσει σε σας, ασήμαντο δηλαδή και που δεν θα επιχειρούσε τέτοια πράγματα. Διότι ποιό γνώρισμα τυράννου έχει αυτός; Στρατιώτες; Πλούτο; Ευγένεια; Να ο βασιλιάς σας. Τι κέρδος θα έχετε εάν σκοτώσετε αυτόν, άνθρωπο που δεν μπορεί ούτε τα ελάχιστα να βλάψει;» (Θφ).
(3) «Δεν λέει ότι ο λαός άρχισε αυτόν τον τόσο δυσσεβέστατο λόγο, αλλά πάλι αυτοί που τους έλαχε να είναι αρχηγοί. Διότι κραύγασαν, λέει, οι αρχιερείς… Ευθύνονται λοιπόν οι αρχιερείς, επειδή καταστρέφουν όχι μόνο τις δικές τους ψυχές, αλλά έγιναν αυτοί αρχηγοί και στρατηγοί αυτού του καταστροφικού φόνου και στους λαούς που είχαν κάτω από την εξουσία τους» (Κ).
Οι αρχιερείς υπήρξαν οι πρώτοι υποκινητές της σύλληψης και καταδίκης του Ιησού δες σ. 6,21 και ιβ 10 (β).
(4) Και όμως θα παραμέριζαν τον Καίσαρα, εάν μπορούσαν. Αρνούνται τον Ιησού σε τέτοιο βαθμό ώστε να αρνηθούν εξ’ ολοκλήρου και το Χριστό (b). «Αποσκίρτησε ο Ισραήλ, αφιερώνοντας τον εαυτό του στην εξουσία του Καίσαρα και απέβαλλε την βασιλεία του Θεού» (Κ).
«Διότι αρνούμενοι τη βασιλεία του Χριστού, καλούσαν πάνω τους τη βασιλεία του Καίσαρα» (Χ). «Αφού λοιπόν απογυμνώθηκαν από τη θεία επίβλεψη, παραδόθηκαν στους Ρωμαίους για πανωλεθρία» (Ζ). Οι Ιουδαίοι με την ερώτηση του Πιλάτου εξωθούνται στην αξιομνημόνευτη διακήρυξη, με την οποία αυτοί οι ίδιοι διακήρυξαν την κατάργηση της θεοκρατίας και την απορρόφηση του Ισραήλ στον κόσμο των εθνών. Ενώ αυτοί τρέφονται με τη σκέψη του να ανατρέψουν το θρόνο του Καίσαρα με τον Μεσσία, αφήνουν τους εαυτούς τους να παρασυρθούν από το προς τον Ιησού μίσος μέχρι τού να κραυγάσουν μπροστά στον αντιπρόσωπο του αυτοκράτορα: Δεν έχουμε βασιλιά παρά μόνο τον Καίσαρα (g).
Αρνούνται έτσι την πρώτη αρχή της Ιουδαϊκής θεοκρατίας ότι ο Ιεχωβά ήταν βασιλιάς τους (Α΄ Βασ. ιβ 12) και εμμέσως αρνούνται το ιδανικό του Μεσσία βασιλιά και εγκαταλείπουν ό,τι υπήρξε κατεξοχήν το χαρακτηριστικό της Ιουδαϊκής θρησκείας (β).
Από το να αναγνωρίσουν τον Ιησού ως Μεσσία τους προτιμούν να αρνηθούν την ιστορία τους και όλες τις ιδιαίτερες σχέσεις του Ιεχωβά με το έθνος τους (F).
Αυτός, τον οποίο αναγνωρίζουν ήδη ως Καίσαρά τους, πρόκειται μετά από κάποια έτη να τους εξολοθρεύσει. Με δικαιοσύνη ο Θεός χρησιμοποιεί τιμωρό και εξολοθρευτή για αυτούς, αλλά και για εμάς εκείνον, τον οποίο προτιμούμε από το Χριστό. Και στο εξής οι Ιουδαίοι δεν θα έχουν πλέον δικό τους βασιλιά, αλλά οι βασιλιάδες των εθνών θα κυριαρχούν σε αυτούς. Αφού δεν θέλουν να έχουν βασιλιά παρά μόνο τον Καίσαρα, αυτό και θα επιβληθεί σε αυτούς από τη θεία Πρόνοια. Μόνοι τους αποφάσισαν αυτό.
Ιω. 19,16 τότε οὖν(1) παρέδωκεν(2) αὐτὸν αὐτοῖς(3) ἵνα σταυρωθῇ(4).
Ιω. 19,16 Τότε ο Πιλάτος παρέδωκεν εις αυτούς τον Ιησούν, δια να σταυρωθή.
(1) Όταν δόθηκε η απάντηση αυτή από τους αρχιερείς ο Πιλάτος αισθάνθηκε ότι αφ’ ενός η ταπείνωση των Ιουδαίων, με την οποία ήθελε να τους εκδικηθεί, ήταν ήδη πλήρης, και αφ’ ετέρου ότι καμία δικαιολογία δεν έμεινε σε αυτόν, για να απολύσει τον Ιησού εκτός εάν εμφανιζόταν λιγότερο ζηλωτής υπέρ του αυτοκράτορα από όσο οι Ιουδαίοι (ο), για αυτό λοιπόν τότε παρέδωσε αυτόν σε αυτούς. Όταν λέχθηκαν αυτά, λέχθηκε το παν. Αρνούμενος την προσδοκία του Μεσσία ο Ισραήλ αρνήθηκε τον εαυτό του. Με το τίμημα αυτό πέτυχε, ώστε ο Ιησούς να παραδοθεί σε αυτόν (g).
Επιπλέον «θα παρείχε ο Πιλάτος όλα τα φαινόμενα ότι ενεργούσε εναντίον του Καίσαρα, εάν στη διακήρυξή τους, ότι δεν είχαν άλλο βασιλιά παρά μόνο τον Καίσαρα, επιθυμούσε αυτός να επιβάλλει σε αυτούς άλλο βασιλιά απολύοντας χωρίς ποινή έναν, τον οποίον για κάποιες τέτοιες απόπειρες παρέδωσαν σε αυτόν για να θανατωθεί» (Αυ).
(2) «Αυτός όμως αφού παρέδωσε όλο τον εαυτό του στα παρόντα πράγματα, δεν θέλησε να φιλοσοφήσει τίποτα το ανώτερο· αν και βέβαια το όνειρο της γυναίκας του ήταν ικανό να τον εκπλήξει. Αλλά με τίποτα από αυτά δεν έγινε καλύτερος, ούτε είδε προς τον ουρανό, αλλά τον παρέδωσε» (Χ), «χρησιμοποιώντας την κρίση άτολμα και άνανδρα» (Θφ).
Στην ασημαντότητα των Ιουδαίων ανταποκρίνεται η ασημαντότητα του Πιλάτου. Υποχώρησε από δειλία όπως και εκείνοι άφησαν τους εαυτούς τους να σέρνονται από το άγριο μίσος τους (F).
(3) «Νομίζω ότι εύλογα και σωστά θα μπορούσε κάποιος να αποδώσει λοιπόν στους Ιουδαίους το σύνολο του τολμήματος και να τους αφιερώσει την κατηγορία της αρχικής ενέργειας. Διότι αυτοί έγιναν η αρχή της ασέβειας εναντίον του Χριστού» (Κ).
Οι στρατιώτες θα εκτελούσαν τη σταύρωση, αλλά αυτοί δεν ήταν παρά τυφλά όργανα εκτέλεσης θανάτου, για τον οποίο κύριοι υπεύθυνοι ήταν οι Ιουδαίοι. Τον παρέδωσε σε αυτούς, όχι στους αξιωματικούς του, όπως γινόταν συνήθως. Έτσι δικαιολογούσε κακώς στη συνείδησή του την συντελούμενη αδικία, μην παίρνοντας αυτός την πρωτοβουλία της σταύρωσης, αλλά παραχωρώντας τον Ιησού σε αυτούς, οι οποίοι επέμεναν να τον σταυρώσουν.
Αλλά εκείνοι, οι οποίοι ωθούν και μας αναγκάζουν στο να αμαρτήσουμε και αποκλείουν από εμάς να πράξουμε ό,τι η συνείδησή μας μαρτυρεί ως δίκαιο, είναι οι χειρότεροι εχθροί των ψυχών μας. Και στα δίκτυα τέτοιων εχθρών έμπλεξε ο Πιλάτος.
(4) Σύμφωνα με τους συνοπτικούς ευαγγελιστές της σταύρωσης προηγήθηκε αμέσως η φραγγέλωση. Από αυτό υπέθεσαν κάποιοι από τους νεώτερους (Alford), ότι και για δεύτερη φορά ο Κύριος φραγγελώθηκε.
Αλλά όπως φαίνεται και από κάποια φράση του Λουκά («παιδεύσας ουν αυτόν απολύσω» Λουκ. κγ 22) ο Πιλάτος αναβάλλοντας για κάποιες στιγμές την έκδοση της απόφασης διέταξε να φραγγελωθεί, ελπίζοντας ότι έτσι θα ικανοποιούσε τους Ιουδαίους και θα πετύχαινε την απόλυση του Ιησού. Έτσι ο Κύριος φραγγελώθηκε μία φορά και ο Ιωάννης καθορίζει το χρόνο της φραγγέλωσης ακριβέστερα (ο,β).
Η σταύρωση και ο τίτλος του σταυρού
Ιω. 19,17 Παρέλαβον δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἤγαγον(1)· καὶ βαστάζων τὸν σταυρὸν αὐτοῦ(2) ἐξῆλθεν(3) εἰς τὸν λεγόμενον κρανίου τόπον(4), ὃς λέγεται ἑβραϊστὶ(5) Γολγοθᾶ,
Ιω. 19,17 Επήραν οι στρατιώται τον Ιησούν και τον ωδήγησαν στον τόπον της σταυρώσεως• και αυτός βαστάζων στον ώμον του τον σταυρόν του εβγήκεν έξω από την πόλιν και ήλθε στην τοποθεσία, που λέγεται Κρανίου τόπος, Εβραϊκά δε Γολγοθά.
(1) Υπάρχει και η γραφή· απήγαγον.
«Οι λέξεις αυτές μπορούν να αναφέρονται στους στρατιώτες, τους παραστάτες του Ρωμαίου επιτρόπου. Διότι παρακάτω σαφέστερα αναφέρεται «οι στρατιώτες λοιπόν όταν σταύρωσαν τον Ιησού», αν και ο ευαγγελιστής σωστά αποδίδει το παν στους Ιουδαίους, διότι αυτοί είχαν ήδη ό,τι ζήτησαν επίμονα και αυτοί έπραξαν το παν εξαναγκάζοντας να γίνει αυτό» (Αυ).
Υποκείμενο του παρέλαβον είναι οι Ιουδαίοι, διότι αυτοί εκτελούσαν την απόφαση με τα χέρια των στρατιωτών. Εάν όμως το ήγαγον θεωρηθεί ως αυθεντικό, τότε το υποκείμενο είναι οι στρατιώτες (g).
(2) Σύμφωνα με την επικρατούσα στους Ρωμαίους συνήθεια, κατά την οποία «Ο καθένας από τους κακούργους μεταφέρει τον δικό του σταυρό» (Πλούταρχος Περί των βραδέως υπό του θείου τιμωρουμένων 9) και «αυτός που πρόκειται να καρφωθεί σε σταυρό, προηγουμένως τον βαστάζει» (Αρτεμίδωρος, Όνειρο. ΙΙ 56).
Δεν αντιλέγουν σε αυτό οι συνοπτικοί, οι οποίοι αφηγούνται, ότι αγγαρεύτηκε ο Σίμωνας ο Κυρηναίος για να επιτελέσει το έργο αυτό. Διότι η μετοχή βαστάζων συνδέεται στενά με το ρήμα εξήλθε (=βγήκε). Κατά τη στιγμή της αναχώρησης ο Ιησούς υποβλήθηκε στην επικρατούσα συνήθεια. Αργότερα φοβήθηκαν βλέποντάς τον να υποκύπτει και επωφελήθηκαν από τη συνάντηση με το Σίμωνα, για να απαλλάξουν αυτόν από το φορτίο (g).
Ο Κύριος κουβαλά μόνος τον σταυρό και αυτό αποτελεί μέρος του παθήματός του. Ο σταυρός ήταν αρκετά βαρύς και το σώμα του Κυρίου ήταν λεπτό και τρυφερό, ασυνήθιστο σε τέτοια φορτία και βάρη. Επιπλέον πριν από λίγο είχε μαστιγωθεί. Οι ώμοι του πονούσαν ακόμη λόγω των πληγών της φραγγέλωσης και κάθε κίνηση του σταυρού διεύρυνε τις πληγές και έκανε οξύτερο τον πόνο. Και ο Κύριος κατέβαλλε μέχρι εξάντλησης όλες του τις δυνάμεις μεταφέροντας με υπομονή πολλή το όργανο του μαρτυρίου του στον τόπο της εκτέλεσης.
Άφησε έτσι παράδειγμα διδακτικό στους μαθητές και οπαδούς του να σηκώνουν και αυτοί το σταυρό τους και να ακολουθούν αυτόν. Οποιονδήποτε σταυρό και να μας καλεί κάθε φορά να σηκώσουμε, δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε, ότι πρώτος αυτός σήκωσε στον ώμο βαρύτατο σταυρό όχι για τον εαυτό του αλλά για μας. Και η ανάμνηση αυτή θα καθιστά σε εμάς ελαφρό τον σταυρό μας.
Ο Χριστός βαστάζει τον σταυρό του!
«Μέγα θέαμα! Αλλά εάν η ασέβεια βλέπει αυτό, μέγας περίγελως· εάν η ευσέβεια, μέγα μυστήριο. Εάν η ασέβεια είναι θεατής αυτού, μεγάλη επίδειξη ατιμίας· εάν η ευσέβεια ογκώδες έργο πίστεως. Η ασέβεια περιγελά τον βασιλιά που κουβαλά αντί για το βασιλικό του σκήπτρο το ξύλο της τιμωρίας του· η ευσέβεια βλέπει τον βασιλιά να κουβαλά το ξύλο για την σταύρωσή του, το οποίο όμως πρόκειται να τοποθετηθεί στα μέτωπα των βασιλιάδων· βλέπει αυτόν εκτεθειμένο στα βλέμματα των ασεβών μαζί με το ξύλο για το οποίο οι καρδιές των αγίων πρόκειται έπειτα να τον δοξάσουν» (Αυ).
«Πρόσεξε όμως που αυτό τελείται και σύμφωνα με την παλαιά προτύπωση. Διότι και εκεί ο Ισαάκ βαστάζοντας τα ξύλα πήγαινε να σφαχτεί· έτσι και εδώ ο Κύριος έχοντας το σταυρό πορεύεται, και σαν ακριβώς κάποιος στρατιώτης, κουβαλά το όπλο, με το οποίο νικά τον αντίπαλο» (Θφ).
«Αλλά τότε μεν (στον Ισαάκ) το πράγμα έφτασε μέχρι την απόφαση του πατέρα του. Διότι ήταν προτύπωση. Τώρα όμως προχώρησε το πράγμα και στην πράξη· διότι ήταν αλήθεια» (Χ).
Υπάρχει και η γραφή τον σταυρόν ἑαυτοῦ.
(3) Βγήκε δηλαδή έξω από τα τείχη της πόλης. Ο Μωϋσής είχε απαγορεύσει τις θανατικές εκτελέσεις μέσα στο στρατόπεδο (Λευϊτικ. κδ 14,Αριθμ. ιε 35), για αυτό και οι κατάδικοι εκτελούνταν έξω από τις πόλεις (Γ΄ Βασ. κ (κα) 13,Πράξ. ζ 58), και πάνω σε αυτό στηρίζεται και η προτροπή του χωρίου Εβρ. ιγ 12. Ο άγιος Τάφος βρίσκεται σήμερα σε αρκετή απόσταση στο εσωτερικό της Ιερουσαλήμ. Αλλά τα τείχη του περιβόλου είναι δυνατόν αργότερα να μετατέθηκαν. Ο γυμνός βράχος στο μέρος αυτό φαίνεται να αποδεικνύει ακόμη και σήμερα, ότι το μέρος αυτό της πόλης δεν κατοικούνταν άλλοτε (g).
(4) Η ονομασία αυτή δεν προέρχεται από τις εκτελέσεις, οι οποίες γίνονταν στο μέρος αυτό. Θα έπρεπε σε αυτήν την περίπτωση να είναι πληθυντικός: κρανίων τόπος. Άλλωστε στους Ιουδαίους τέτοια λείψανα δεν έμεναν ακάλυπτα. Η ονομασία προέρχεται από το στρογγυλό σχήμα και την αποψιλωμένη μορφή του λόφου (g). Εναντίον αυτού αντιλέγει το ότι δεν υπάρχει κάποια οποιαδήποτε παράδοση που να ευνοεί αυτήν την εκδοχή, ούτε υπάρχει στα ευαγγέλια κάποια ένδειξη για το ότι ο Γολγοθάς ήταν λόφος ή ύψωμα.
Για αυτό ο β βρίσκει πιθανή και την εκδοχή, σύμφωνα με την οποία, η παράδοση που για πρώτη φορά συναντιέται στον Ωριγένη (Υπόμνημα Ματθ. κζ 33), κατά την οποία «κάποιοι λένε ότι εκεί πέθανε και είναι θαμμένος ο Αδάμ, και ο Ιησούς, στον τόπο, όπου ο θάνατος βασίλεψε, εκεί έστησε και το τρόπαιο. Διότι πράγματι έβγαινε βαστάζοντας ως τρόπαιο τον σταυρό κατά της τυραννίας του θανάτου» (Χ), ενδέχεται να είναι προχριστιανική και από αυτήν να προήλθε η ονομασία.
(5) Η λέξη αυτή, η οποία συναντιέται 4 φορές στο κατά Ιωάννην, βρίσκεται και δύο φορές στην Αποκάλυψη, πουθενά όμως αλλού στην Κ.Δ. (g).
Ιω. 19,18 ὅπου αὐτὸν ἐσταύρωσαν(1), καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἄλλους δύο(2) ἐντεῦθεν καὶ ἐντεῦθεν(3), μέσον δὲ τὸν Ἰησοῦν(4).
Ιω. 19,18 Εκεί σταύρωσαν αυτόν και μαζί του σταύρωσαν δύο άλλους, ένα από το ένα μέρος και τον άλλον από το άλλο, στο μέσον δε των δύο κακούργων έβαλαν τον Ιησού.
(1) Ο σταυρός είχε το σχήμα Τ. Ήταν λίγο υψωμένος (δες στιχ. 29). Μερικές φορές τον έριχναν κατά γης και αφού κάρφωναν πάνω του τον κατάδικο τον ανύψωναν πάλι. Συχνότερα όμως ήταν στηριγμένος στη γη και ο κατάδικος ανεβαζόταν σε αυτόν με σχοινιά, και μετά από αυτό τα χέρια του καρφώνονταν στο οριζόντιο ξύλο. Για να μην κατασχίζονται όμως αυτά από το βάρος του σώματος, στήριζαν αυτό σε χοντρό ξύλινο στέλεχος στηριγμένο στο κάθετο ξύλο του σταυρού και πάνω στο οποίο ο κατάδικος βρισκόταν σαν πάνω σε άλογο. Οι σταυρούμενοι ζούσαν συνήθως πάνω στο σταυρό γύρω στις δώδεκα ώρες, μερικές φορές όμως παρατεινόταν η ζωή τους και μέχρι την τρίτη ημέρα. Το είδος του θανάτου συνένωνε στον ύψιστο βαθμό τις οδύνες και την ατιμία όλων των άλλων τιμωριών.
Η αυξανόμενη φλόγωση των πληγών, η αφύσικη τοποθέτηση του σώματος, η από αυτό αναγκαστική ακινησία και ακαμψία των μελών, οι τοπικές συμφορήσεις, προ παντός μάλιστα στο κεφάλι, η ανείπωτη αγωνία, που προερχόταν από την διαταραχή της κυκλοφορίας, φλογερός πυρετός και δίψα βασάνιζαν τον κατάδικο χωρίς να τον φονεύουν (g).
(2) Ο Ματθαίος και ο Μάρκος ονομάζουν αυτούς ληστές, ο Λουκάς κακούργους. Οι Ιουδαίοι ζήτησαν την εκτέλεση των άλλων δύο καταδίκων, για να καταστήσουν πληρέστερο τον εξευτελισμό του Ιησού ή ο Πιλάτος για να επιρρίψει ύβρη κατά του ιουδαϊκού λαού με τους δύο αυτούς συντρόφους του βασιλιά τους; Είναι δύσκολο να πούμε (g).
Τρεις σταυροί στήθηκαν εκείνη την ημέρα, και μεταξύ δύο από αυτούς πρέπει και εμείς να διαλέξουμε τον δικό μας. Ο ένας είναι ο σταυρός του αναμάρτητου Λυτρωτή, και συνεπώς δεν μπορεί να είναι δικός μας. Οι άλλοι δύο σταυροί είναι της αμετανοησίας και της μετάνοιας. Μεταξύ αυτών των δύο μπορούμε και πρέπει αναγκαστικά να κάνουμε την εκλογή μας (τ).
Ο Κύριος δεν πεθαίνει πάνω στο θυσιαστήριο μεταξύ των θυμάτων, ούτε αναμιγνύεται το αίμα του με το αίμα ταύρων και τράγων· αλλά πέθανε μεταξύ των εγκληματιών και ανέμιξε το αίμα του μαζί με το αίμα εκείνων, οι οποίοι σφαγιάζονταν για ικανοποίηση της ανθρώπινης δικαιοσύνης.
(3) «Ένα από τα δεξιά και έναν από τα αριστερά του» σύμφωνα με τους συνοπτικούς.
«Και σταυρώνουν αυτόν μαζί με ληστές, εκπληρώνοντας και με τον τρόπο αυτόν χωρίς να το θέλουν την προφητεία. Διότι εκείνα που αυτοί έπρατταν υβρίζοντας, αυτά απέβαιναν υπέρ της αλήθειας, για να μάθεις πόση είναι η δύναμη αυτής· διότι και αυτό το προείπε αφού φωτίστηκε από τον ουρανό και ο προφήτης, ότι «ελογίσθη μετά των ανόμων» (Ησαΐου νγ 12). Ήθελε βέβαια ο δαίμονας να επισκιάσει αυτό που γινόταν, αλλά δεν μπόρεσε. Διότι σταυρώθηκαν μεν οι τρεις, έλαμψε όμως μόνος ο Ιησούς» (Χ).
«Δες όμως τη σοφία του Θεού, πώς και αυτό, το οποίο αυτοί έκαναν για να υβρίσουν τον Κύριο, απέβη σε δόξα του. Διότι και σε αυτόν τον ίδιο το σταυρό έσωσε τον ληστή, το οποίο είναι θαύμα από κανένα άλλο θαύμα μικρότερο» (Θφ).
(4) Για κοροϊδία μπήκε ο Ιησούς στη θέση της τιμής λόγω των βασιλικών του αξιώσεων (F). Υπήρξε καταφρόνηση και θλίψη άλλη όμοια με αυτήν του Ιησού; Αυτός, του οποίου ένδυμα υπήρξε η δόξα, αποστερήθηκε αυτήν ολοτελώς και ντύθηκε την αισχύνη. Αυτός ο οποίος υπήρξε ο αίνος των αγγέλων, κατέστη όνειδος και χλεύη των ανθρώπων. Αυτός ο οποίος υπήρξε η αιώνια χαρά και μακαριότητα στον κόλπο του Πατέρα του, ήδη βρίσκεται στον έσχατο βαθμό του πόνου και της αγωνίας. Δείτε αυτόν ματωμένο· δείτε τον να αγωνίζεται, δείτε τον να πεθαίνει και αγαπήστε τον και ζήστε για αυτόν και φροντίστε, τι θα ανταποδώσετε σε αυτόν.
Ιω. 19,19 ἔγραψε δὲ καὶ τίτλον(1) ὁ Πιλᾶτος καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ(2)· ἦν δὲ γεγραμμένον· Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων(3).
Ιω. 19,19 Έγραψε δε ο Πιλάτος και επιγραφή και την έβαλε στο επάνω μέρος του σταυρού. Ήταν δε γραμμένο εις αυτήν• “Ιησούς ο Ναζωραίος, ο βασιλεύς των Ιουδαίων”.
(1) = Επιγραφή με την οποία δηλωνόταν το έγκλημα και η αιτία της ποινής (G). «Δηλαδή αιτία και επιγραφή και δήλωση» (Θφ). Όρος τεχνικός titulus, τίτλος, επιγραφή, σανίδα, αιτία. Κατά τη Ρωμαϊκή συνήθεια ο οδηγούμενος να σταυρωθεί κουβαλούσε αυτός ο ίδιος ή άλλοι κουβαλούσαν μπροστά από αυτόν επιγραφή, στην οποία παρέχονταν ενδείξεις για το έγκλημά του, και η οποία αναρτιόταν πάνω στο σταυρό. Ο Πιλάτος επωφελήθηκε από αυτήν τη συνήθεια για να στιγματίσει τους Ιουδαίους εξαγγέλλοντας ακόμη μία φορά ότι ο εγκληματίας αυτός ήταν βασιλιάς τους (g).
(2) Υπάρχει και η γραφή· επέθηκεν επί του σταυρού. Στο Ματθ. κζ 37 αναγράφεται: Τοποθέτησαν πάνω από το κεφάλι του, το οποίο υπαινίσσεται, ότι ο σταυρός είχε σχήμα που ονομαζόταν Crux immissa με ένα δεύτερο οριζόντιο ξύλο πάνω στο οποίο στήριζαν τους βραχίονες και το οποίο ήταν παράλληλο προς το άλλο στο οποίο καρφώνονταν τα χέρια (β).
(3) Περιλαμβάνει μέσα του ο τίτλος το όνομα (Ιησούς ο Ναζωραίος) και ένδειξη του εγκλήματος με λέξεις σαρκασμού (ο βασιλιάς των Ιουδαίων) (β).
Η προσθήκη της λέξης ο Ναζωραίος στη φράση ο βασιλιάς των Ιουδαίων κάνουν τον σαρκασμό οξύτερο και υβριστικότερο, εφ’ όσον στην ατίμωση του σταυρού προσθέτονταν και η ταπεινή καταγωγή του βασιλιά αυτού των Ιουδαίων (ο).
«Επειδή δηλαδή τον παρέδωσαν ως φαύλο και την απόφαση αυτή επιχειρούσαν να την επιβεβαιώσουν με την σταύρωσή του μαζί με τους ληστές, για να μην μπορεί λοιπόν κανείς να διατυπώσει πονηρές κατηγορίες και να τον κατηγορεί σαν κάποιο φαύλο και πονηρό, φράσσοντας ο Πιλάτος τα στόματα αυτών… και για να δείξει ότι επαναστάτησαν κατά του δικού τους βασιλιά, σαν ακριβώς σε κάποιο τρόπαιο, έτσι έθεσε την επιγραφή, που άφηνε περίλαμπρη φωνή και δήλωνε την νίκη και διακήρυττε την βασιλεία, αν και όχι ολόκληρη» (Χ).
Διότι η επιγραφή αυτή επιβεβαίωνε την αθωότητα του Κυρίου, διότι ανέγραφε κατηγορία, η οποία όπως ήταν διατυπωμένη, δεν εξέφραζε κάποιο έγκλημα. Εάν η όλη κατηγορία, την οποία του απέδιδαν ήταν αυτή, ασφαλώς δεν είχε πράξει τίποτα άξιο θανάτου ή φυλάκισης. Ήταν ο Ιησούς ο Ναζωραίος, ο ευλογημένος Ναζωραίος, ο αφιερωμένος εξ’ ολοκλήρου στο Θεό.
Ήταν ο βασιλιάς των Ιουδαίων, ο Μεσσίας, το άστρο και το σκήπτρο, το οποίο επρόκειτο να ανατείλει από το Ισραήλ, όπως ο Βαλαάμ είχε προείπε. Και πέθαινε για το καλό του λαού, όπως ο Καϊάφας είχε προφητεύσει. Έτσι και οι τρεις αυτοί πονηροί άνδρες ο Βαλαάμ, ο Καϊάφας, ο Πιλάτος, μαρτυρούσαν υπέρ του Χριστού, παρόλο που η πρόθεσή τους δεν ήταν τέτοια.
Ιω. 19,20 τοῦτον οὖν τὸν τίτλον(1) πολλοὶ ἀνέγνωσαν τῶν Ἰουδαίων, ὅτι(2) ἐγγὺς ἦν τῆς πόλεως ὁ τόπος(3) ὅπου ἐσταυρώθη ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἦν γεγραμμένον ἑβραϊστί, ἑλληνιστί, ῥωμαϊστί(4).
Ιω. 19,20 Αυτήν, λοιπόν, την επιγραφή πολλοί από τους Εβραίους την διάβασαν, διότι ήτο κοντά εις την πόλη ο τόπος όπου εσταυρώθη ο Ιησούς. Και ήτο γραμμένη εβραϊκά, ελληνικά και ρωμαϊκά.
(1) «Ήταν δηλαδή τοποθετημένη μπροστά σε όλους, ομολογώντας ολοφάνερα τη βασιλεία του Σωτήρα μας με τρεις γλώσσες που ήταν οι πιο διάσημες από όλες έως τότε και προσφέροντας στον σταυρωμένο την έναρξη κατά κάποιο τρόπο της προφητείας που ειπώθηκε για αυτόν. Διότι είπε σε κάποιο σημείο ο Δανιήλ ο σοφότατος, ότι σε Αυτόν δόθηκε η τιμή και η βασιλεία και σε αυτόν θα δουλεύσουν όλες οι φυλές και οι γλώσσες» (Κ).
Έτσι ο Κύριος υψώθηκε (Ιω. ιβ 32) και άρχισε να ελκύει τα έθνη προς τον εαυτό του. Η βασιλεία του εγκαθιδρύθηκε. Ανεβάστηκε στο θρόνο του, θρόνο αισχύνης αλλά και δύναμης· το στέμμα της δόξας και των αγκαθιών είναι στο μέτωπό του. Και πάνω από το κεφάλι του είναι ο τίτλος του: ο βασιλιάς του Ισραήλ, ο βασιλιάς στη βασιλεία του Θεού. Διότι έτσι ήταν αναγκαίο να ιδρυθεί και πάνω στη γη η βασιλεία του Θεού, αφού αυτή πρέπει να κυριαρχεί στις καρδιές και τις θελήσεις των ανθρώπων. Ο υιός του ανθρώπου έπρεπε να πάθει. Και βασιλεύει από το Ξύλο (τ).
Διάβασαν τον τίτλο αυτόν πολλοί από τους Ιουδαίους, όχι μόνο από τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, αλλά και από την υπόλοιπη χώρα της Παλαιστίνης, ξένοι και προσήλυτοι οι οποίοι είχαν έλθει στα Ιεροσόλυμα για τη γιορτή του Πάσχα. Πλήθη πολλά τη διάβασαν και έδωσε η επιγραφή αφορμή σε ποικίλες σκέψεις και θεωρίες, αναλόγως των διαθέσεων αυτών που την διάβαζαν.
(2) Ο λόγος για τον οποίο πολλοί από τους Ιουδαίους διάβασαν τον τίτλο.
(3) Το «τῆς» να το συντάξεις με το ἐγγὺς (b). Όχι ο τόπος της πόλης ήταν κοντά, αλλά ο τόπος, όπου σταυρώθηκε ο Ιησούς ήταν κοντά στην πόλη. Η πρώτη σύνταξη προϋποθέτει ότι ο Ιησούς σταυρώθηκε σε τόπο που βρισκόταν μέσα στην πόλη. Αλλά ο Ιησούς έπαθε έξω από την πύλη σύμφωνα με το Εβρ. ιγ 12, δες Ματθ. κζ 32, Πράξ. ζ 58 (β).
(4) «Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι πολύ έξυπνα βεβαίως και με ένα θεϊκό και ανέκφραστο σχέδιο τοποθετήθηκε ο τίτλος να έχει τριπλή την γραφή, στα Εβραϊκά, τα Ρωμαϊκά, τα Ελληνικά» (Κ). Με τις τρεις γλώσσες της επιγραφής δόθηκε στο περιεχόμενό της η μεγαλύτερη δυνατή δημοσιότητα. Ο Ιησούς στην κατώτατη βαθμίδα της ταπείνωσής του διακηρύχτηκε Βασιλιάς-Μεσσίας στις τρεις κυριότερες γλώσσες του τότε κόσμου (g).
«Διότι οι τρεις αυτές γλώσσες ήταν διαδεδομένες περισσότερο από τις άλλες στον τόπο εκείνο· η Εβραϊκή εξαιτίας των Ιουδαίων, οι οποίοι καυχιόντουσαν για το νόμο του Θεού· η Ελληνική εξαιτίας των σοφών μεταξύ των εθνών και η Λατινική εξαιτίας των Ρωμαίων, οι οποίοι τότε ασκούσαν κυριαρχική εξουσία σε πολλές και σχεδόν σε όλες τις χώρες» (Αυ).
Η Εβραϊκή ήταν η εθνική γλώσσα, η Ελληνική κατανοούνταν καθολικά σαν ένα είδος διεθνούς γλώσσας και η Ρωμαϊκή ήταν η επίσημη γλώσσα. Σε κάθε μία από τις γλώσσες αυτές ο Χριστός διακηρύχτηκε βασιλιάς, στον οποίο όλοι οι θησαυροί της αποκάλυψης, της σοφίας και της δύναμης είναι απόκρυφοι. Και με την αναγραφή της επιγραφής στις τρεις γλώσσες υποδηλωνόταν ότι ο Ιησούς Χριστός θα ήταν ο Σωτήρας όλων των εθνών και όχι μόνο των Ιουδαίων και ότι όλα τα έθνη θα άκουγαν στη δική τους διάλεκτο τα μεγαλεία του Λυτρωτή.
Ιω. 19,21 ἔλεγον οὖν τῷ Πιλάτῳ οἱ ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων(1)· μὴ γράφε(2), ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, ἀλλ᾿ ὅτι ἐκεῖνος(3) εἶπε, βασιλεύς εἰμι τῶν Ἰουδαίων(4).
Ιω. 19,21 Οι αρχιερείς είπαν στον Πιλάτο• “μη γράφεις ο βασιλεύς των Ιουδαίων, αλλ’ ότι εκείνος είπεν, βασιλεύς είμαι των Ιουδαίων”.
(1) Η φράση αυτή που δεν συναντιέται κάπου αλλού είναι αξιοσημείωτη. Σημαίνει, ότι αυτοί ενεργούσαν εδώ ως υπερασπιστές των συμφερόντων του θεοκρατικού λαού (g).
(2) «Δεν αντέχουν τα γραφόμενα στην επιγραφή οι διδάσκαλοι των Ιουδαίων και εισέβαλλε μέσα τους δριμύς φθόνος και αρνούνται πάλι την βασιλεία του Χριστού και λένε ότι αυτός μεν δεν εξουσίασε αληθινά, ούτε βεβαίως τον παραδέχτηκαν ποτέ ως τώρα ως βασιλιά, αλλά λένε ότι αυτός χρησιμοποίησε έναν τέτοιο λόγο» (Κ).
Όπως ήταν η επιγραφή, δήλωνε, ότι «είναι απόφαση και κοινή γνώμη» των Ιουδαίων που τον ανακήρυξε βασιλιά, «αν όμως προστεθεί ότι «εκείνος είπε», αποδεικνύεται ότι η κατηγορία ήταν αποτέλεσμα της δικής του αυθάδειας και αλαζονείας» (Χ).
Ο σιναϊτικός κώδικας αποσιωπά τους στίχους 20 και 21 μέχρι το «ἀλλ᾿ ὅτι ἐκεῖνος» που δεν συμπεριλαμβάνεται.
(3) Χρησιμοποιούν ήδη ονομασία για αυτόν τέτοια, σαν για έναν, τον οποίον απομάκρυναν από αυτούς (b). Εκείνος είπε. Ελέγχονται και πάλι να είναι γεμάτοι από πείσμα και κακία εναντίον του Χριστού. Δεν ήταν αρκετό ότι είχαν σταυρώσει αυτόν, αλλά ήθελαν να συσταυρώσουν και το όνομά του. Ζητούν να αποδώσουν σε αυτόν κακό χαρακτηρισμό και να τον παρουσιάσουν ως σφετεριστή τιμών και εξουσιών, οι οποίες δεν του ανήκαν.
Αλλά ο Χριστός ούτε διεκδίκησε ποτέ βασιλικό στέμμα επίγειο, ούτε είχε πει ότι είμαι βασιλιάς των Ιουδαίων, με την έννοια που το εννοούσαν αυτό οι αρχιερείς. Λένε, ότι εκείνος είπε Είμαι Βασιλιάς των Ιουδαίων, χωρίς να αποδεικνύουν εάν και πού και πότε είπε αυτό.
(4) Αγνοούν «και αυτό, ότι δηλαδή δεν θα μπορούσε ποτέ να πει ψέματα η φύση της αλήθειας· και αλήθεια είναι ο Χριστός. Επομένως λοιπόν είναι βασιλιάς των Ιουδαίων, αφού αποδεικνύεται ότι έτσι αποκάλεσε τον εαυτό του, όπως και αυτοί οι ίδιοι το ενισχύουν αυτό με τα δικά τους λόγια» (Κ).
«Ο Χριστός λοιπόν είναι ο βασιλιάς των Ιουδαίων, αλλά εκείνων οι οποίοι είναι Ιουδαίοι με περιτομή καρδιάς, στο πνεύμα και όχι στο γράμμα· των οποίων ο έπαινος είναι όχι από τους ανθρώπους, αλλά από το Θεό· οι οποίοι ανήκουν στην ελεύθερη Ιερουσαλήμ, την στους ουρανούς αιώνια μητέρα μας, την πνευματική Σάρρα, η οποία έβγαλε την δούλη και τα τέκνα της από το σπίτι της ελευθερίας» (Αυ).
Ιω. 19,22 ἀπεκρίθη ὁ Πιλᾶτος(1)· ὃ γέγραφα, γέγραφα(2).
Ιω. 19,22 Ο Πιλάτος απεκρίθη• “ό,τι έγραψα, έγραψα”.
(1) Η απάντηση του Πιλάτου είναι απάντηση εξοργισμένου άντρα, που έχει την απόφαση να μην υποχωρήσει πλέον σε κάτι στους πανούργους και μοχθηρούς εχθρούς του Ιησού (ο).
(2) Ο παρακείμενος δηλώνει το συντελεσμένο ήδη γεγονός. Βρίσκουμε εδώ τον Πιλάτο, τέτοιον όπως ο Φίλων τον χαρακτηρίζει, δηλαδή με πεισματικό και άκαμπτο χαρακτήρα (g).
«Τους ξεφορτώνεται ο Πιλάτος που θέλουν να ζητήσουν να αλλάξει η επιγραφή και δεν επιτρέπει να αδικήσουν μέχρι τέλους την δόξα του Σωτήρα μας, και αυτό το έκανε εννοείται με ένα θείο και ανέκφραστο νεύμα (παρακίνηση). Διότι είναι μπηγμένη και ασυκοφάντητη η βασιλεία του Χριστού, έστω και αν δεν το θέλουν οι Ιουδαίοι, οι οποίοι επιχειρούν να παραχαράξουν την ομολογία της δόξας σε αυτόν» (Κ).
Είναι αξιοσημείωτο, ότι όταν οι Ιουδαίοι απορρίπτουν το Χριστό, και δεν θέλουν να έχουν αυτόν βασιλιά, ο Πιλάτος μολονότι εθνικός, επιμένει να μην διαγραφεί, ότι είναι βασιλιάς. Αυτό αποτελεί ένα προοίμιο εκείνου, το οποίο επρόκειτο να συμβεί μετά από λίγο, όταν τα έθνη θα υποτάσσονταν στη βασιλεία του Μεσσία, εναντίον της οποίας οι Ιουδαίοι που απίστησαν είχαν αποστατήσει.
Η διανομή των ιματίων
Ιω. 19,23 Οἱ οὖν στρατιῶται ὅτε ἐσταύρωσαν τὸν Ἰησοῦν(1), ἔλαβον τὰ ἱμάτια αὐτοῦ(2) καὶ ἐποίησαν τέσσαρα μέρη(3), ἑκάστῳ στρατιώτῃ μέρος, καὶ τὸν χιτῶνα(4)· ἦν δὲ ὁ χιτὼν ἄῤῥαφος(5), ἐκ τῶν ἄνωθεν(6) ὑφαντὸς δι᾿ ὅλου(7).
Ιω. 19,23 Οι στρατιώται, λοιπόν, αφού εσταύρωσαν τον Ιησούν επήραν τα ενδύματα του και τα έκαμαν τέσσαρα μερίδια, ένα μερίδιον δια κάθε στρατιώτην, και το εσωτερικόν του ένδυμα, το έκαμαν ιδιαίτερον μερίδιον. Ήτο δε ο χιτών αυτός χωρίς καμίαν ραφή, υφαντός ολόκληρος από επάνω έως κάτω.
(1) Δηλαδή κάρφωσαν αυτόν πάνω στο ξύλο και έστησαν το σταυρό στη θέση του (ο). Ο σιναϊτικός κώδικας γράφει: Οἱ οὖν στρατιῶται οι σταυρώσαντες τὸν Ἰησοῦν.
(2) Ο Ρωμαϊκός νόμος De bonis damnatorum (=περί των αγαθών ή της περιουσίας των καταδίκων) απέδιδε στους εκτελεστές τα ενδύματα των εκτελουμένων (g).
«Παρόλο που και οι τέσσερεις ευαγγελιστές αναφέρον αυτό, οι άλλοι όμως κάνουν αυτό συντομότερα από τον Ιωάννη και η σημείωσή τους για αυτό είναι ασαφής, ενώ του Ιωάννη γίνεται με τον σαφέστερο δυνατό τρόπο» (Αυ).
Ο Ιησούς λοιπόν πάνω στο σταυρό γυμνός. Τι ντροπή! Η ντροπή της γυμνότητας ήλθε μαζί με την αμαρτία. Εκείνος λοιπόν ο οποίος έγινε αμαρτία για μας, υπέστη και την αισχύνη αυτή, για να απαλλάξει εμάς από αυτήν. Γυμνώθηκε, για να ντυθούμε εμείς με ενδύματα λευκά (Αποκ. γ 18) και έτσι ώστε αφού γδυθούμε να μην βρεθούμε γυμνοί.
(3) «Ο Ιωάννης αφηγείται και πόσα μέρη έκαναν από τα ιμάτιά του, δηλαδή τέσσερα, για να μπορεί κάθε στρατιώτης να πάρει από ένα. Από αυτό φαίνεται, ότι ήταν τέσσερεις στρατιώτες, οι οποίοι εκτέλεσαν τις σχετικά με την σταύρωση διαταγές του επιτρόπου της Ρώμης» (Αυ).
Σύμφωνα με το Πράξ. ιβ 4 τα στρατιωτικά αποσπάσματα αποτελούνταν από τετράδες στρατιωτών.
(4) Το εσωτερικό ένδυμα, που κάλυπτε συνήθως το γυμνό σώμα (G) και αντιστοιχεί με το δικό μας πουκάμισο.
(5) Χωρίς κάποια ραφή, όπως ήταν το εφώδ ή ο ποδήρης (μέχρι τα πόδια) υποδύτης (ένδυμα κάτω από το θώρακα) του αρχιερέα των Ιουδαίων (Εξοδ. κη 27 και εξής, Ιωσήπου Ιουδ. Αρχαιολ. ΙΙΙ,VII 4), τον οποίο ο Ιώσηπος ονομάζει χιτώνα, μολονότι δεν μπορεί να ταυτιστεί με τον καθ’ αυτό χιτώνα, ο οποίος ήταν εσωτερικό ένδυμα (β). Ο χιτώνας αποτελούνταν συνήθως από δύο τεμάχια, τα οποία συρράπτονταν μεταξύ τους στους ώμους και στις πλευρές (ο).
(6) Με έννοια τοπική όπως στο Ματθ. κζ 51, Μάρκ. ιε 38 (C).
(7) Ήταν υφασμένος σε όλη την έκτασή του (g). Το ένδυμα άρχιζε από το ανώτερο μέρος και ήταν υφασμένο έως κάτω. Η λεπτομέρεια αυτή για την κατασκευή του δείχνει, ότι είχε υφανθεί με πολλή δεξιότητα. Ήταν πιθανώς αυτός δώρο κάποιου ή κάποιων από τις γυναίκες που τον ακολουθούσαν από τη Γαλιλαία και τον διακονούσαν σύμφωνα με το Λουκά η 3 (ο).
Λιγότερο πιθανώς: «Κάποιοι λένε ότι με αυτό δηλώνεται μία αλληγορία, ότι δεν ήταν απλώς άνθρωπος ο σταυρωμένος, αλλά και από πάνω (από τον ουρανό) είχε τη θεότητα» (Χ).
Ή «Αν κάποιος βεβαίως θα προτιμούσε, τον χιτώνα τον υφαντό από πάνω έως κάτω να του αλλάξει το νόημα, ώστε να δηλώνει το άγιο σώμα του Χριστού, επειδή έγινε αυτό χωρίς σαρκική μείξη και κάποια κατά κάποιο τρόπο ένωση άνδρα και γυναίκας, αλλά υφάνθηκε στη μορφή που του έπρεπε με την ενέργεια του Πνεύματος και την δύναμη από ψηλά, και αυτή η άποψη είναι αποδεχτή» (Κ).
Ο Κυπριανός χρησιμοποιεί τον χιτώνα ως σύμβολο της αδιαίρετης εκκλησίας. Άλλη αλληγορία· το εφώδ του αρχιερέα των Ιουδαίων ήταν υφαντό. Ο Χριστός λοιπόν πάνω στο Σταυρό είναι ο αρχιερέας του κόσμου (Εβρ. γ 1 και εξής) (μ).
Αξιόλογη και η επόμενη παρατήρηση: Όπως ο χιτώνας, τον οποίο ο Χριστός φορούσε κατευθείαν στο σώμα του ήταν άρραφος υφασμένος ολόκληρος από το επάνω μέρος, έτσι και ό,τι ο Ιησούς άφησε είναι μοναδικό, ενιαίο και αρμονικό.
Είτε κρίνουμε αυτόν κατά το θρησκευτικό σύστημα, το οποίο μας κληροδότησε· είτε τον κρίνουμε κατά τον κώδικα της ηθικής, τον οποίο μας παρέδωσε· είτε τον κρίνουμε κατά τον άσπιλο και απολύτως αναμάρτητο χαρακτήρα, τον οποίο μας άφησε ως ύψιστο πρότυπο και ιδεώδες, θα τον βρούμε μοναδικό, εκπληκτικό, ένα στην ιστορία του κόσμου όμοιο του οποίου σε όλα δεν παρουσίασαν αλλά ούτε θα παρουσιάσουν οι αιώνες.
Ιω. 19,24 εἶπον οὖν πρὸς ἀλλήλους· μὴ σχίσωμεν αὐτόν(1), ἀλλὰ λάχωμεν περὶ αὐτοῦ(2) τίνος ἔσται· ἵνα ἡ γραφὴ(3) πληρωθῇ ἡ λέγουσα· διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς, καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον(4).
Ιω. 19,24 Είπαν, λοιπόν, μεταξύ τους• “ας μη τον σχίσωμεν, αλλά ας βάλωμεν δι’ αυτόν κλήρον εις ποιόν θα πέση”. Και έγιναν έτσι τα γεγονότα αυτά, δια να εκπληρωθή η προφητεία της Γραφής που λέγει• Εμοιράσθησαν μεταξύ των τα ενδύματά μου και δια το εσωτερικόν μου ένδυμα, τον χιτώνα, έβαλαν κλήρον.
(1) «Μιλά έτσι, για να αντιληφθούμε, ότι δεν μπήκε λαχνός για τα άλλα ρούχα του· αλλά ο χιτώνας του, τον οποίον πήραν μαζί με τα άλλα ρούχα, δεν διαμοιράστηκε όπως εκείνα… Δεν μπορούσαν οι στρατιώτες να πάρουν μέρος από αυτόν χωρίς να τον σχίσουν, οπότε θα αποκτούσε ο καθένας από αυτούς άχρηστα τεμάχια αυτού. Για να προλάβουν λοιπόν αυτό προτίμησαν να πάει αυτός σε έναν με κλήρο» (Αυ).
(2) Ο Field επιμένει, ότι το ρήμα λαγχάνω με την έννοια του ρίχνω κλήρους είναι χωρίς προηγούμενο, αφού η συνηθισμένη του έννοια είναι επιτυγχάνω με κλήρο ή λαχνό. Ο Σύμμαχος όμως μεταφράζει το Ψαλμ. κα 19 με το ελάγχανον (β).
Υπάρχει και αλληγορική ερμηνεία: «Αφού μοίρασαν σε τέσσερα μέρη τα ρούχα του Σωτήρα, φυλάνε τον ένα αχώριστο… Διότι τα τέσσερα μέρη της οικουμένης μοιράστηκαν κατά κάποιο τρόπο αλλά έχουν και αχώριστο το άγιο όντως ένδυμα του Λόγου, δηλαδή το σώμα του. Διότι αν και κατακόβεται σε κομμάτια στον καθένα και αγιάζει την ψυχή του καθενός μαζί με το σώμα του, με τη δική του σάρκα ο Μονογενής, είναι ολόκληρος και αχώριστος σε όλους και είναι ένας παντού» (Κ).
Ή «τα ιμάτια του Κυρίου Ιησού Χριστού διανεμήθηκαν σε τέσσερα μέρη, που συμβολίζουν την τετραμερή του Εκκλησία, που διαδόθηκε σε όλο τον κόσμο, ο οποίος αποτελείται από τέσσερα μέρη… Αλλά ο χιτώνας, για τον οποίο ρίχτηκαν λαχνοί, σημαίνει την ενότητα των μερών αυτών που επιτυγχάνεται με τους δεσμούς της αγάπης» (Αυ).
(3) Στον Ψαλμό κα 19. Η παράθεση σύμφωνα με τους Ο΄.
(4) «Με αυτά με τα οποία ο διάβολος ενεργεί με πονηρία, με αυτά οι προφητείες εκπληρώνονται. Και δες την αλήθεια: Τρεις ήταν οι σταυρωμένοι. Και όμως, σε αυτόν μόνο εκπληρώνονται τα λόγια των προφητών. Και πρόσεξε την ακρίβεια της προφητείας» (Θφ).
«Ο προφήτης δεν λέει έβαλαν κλήρο αλλά διαμοίρασαν τα ιμάτιά μου. Ούτε λέει αφού έβαλαν κλήρο διαμοίρασαν, αλλά ενώ καμία αναφορά δεν κάνει για κλήρο ως προς τα υπόλοιπα ιμάτια, έπειτα λέει: και για τον ιματισμό μου έβαλαν κλήρο, αναφερόμενος μόνο στο χιτώνα» (Αυ).
«Διότι όχι μόνο ό,τι μοιράστηκαν, αλλά και ό,τι δεν μοιράστηκαν είπε ο προφήτης· διότι τα μεν τα μοίρασαν, τον χιτώνα όμως δεν τον μοίρασαν, αλλά το πράγμα το τακτοποίησαν με κλήρο» (Χ).
Η αχαλίνωτη κριτική ισχυρίζεται, ότι τα δύο μέλη του στίχου που παρατίθεται από τον ευαγγελιστή είναι εξ’ ολοκλήρου ταυτόσημα και ότι ο Ιωάννης παρασύρεται από τη φαντασία του, όταν θέλει να διακρίνει ανάμεσα στην έννοια του «διεμερίσαντο» και του «έβαλαν κλήρο» ή και μεταξύ των λέξεων «ιμάτια» και «ιματισμός».
Αλλά βαθύτερη μελέτη του παραλληλισμού στην εβραϊκή ποίηση δείχνει, ότι το δεύτερο μέλος προσθέτει πάντοτε υπαινιγμό ή ιδέα νέα στην ιδέα του πρώτου. Αλλιώς το δεύτερο μέλος θα ήταν ταυτολογία ανόητη. Δεν είναι επανάληψη, αλλά πρόοδος. Η πρώτη λέξη «ιμάτια» σημαίνει τα διάφορα τεμάχια της ενδυμασίας της εσωτερικής, η δεύτερη «ιματισμός», το καθ’ αυτό ένδυμα, το οποίο αφαιρούμενο αφήνει γυμνό το σώμα (g).
Ο Ιησούς αναθέτει τη μητέρα του στον αγαπημένο μαθητή
Ιω. 19,25 Οἱ μὲν οὖν στρατιῶται(1) ταῦτα ἐποίησαν(2). εἱστήκεισαν(3) δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ(4) τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ(5), Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ(6) καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή.
Ιω. 19,25 Οι μεν στρατιώται αυτά έκαμαν. Εστάθηκαν δε πλησίον στον σταυρόν του Ιησού η μητέρα του και η αδελφή της μητέρας του, η Μαρία η γυναίκα του Κλωπά και η Μαρία η Μαγδαληνή.
(1) Το «μεν» αντιτίθεται στο ακόλουθο «δε». Η άσπλαχνη και ιδιοτελής συμπεριφορά των στρατιωτών αντιτίθεται με την παρουσία των γυναικών από βαθειά συμπάθεια κοντά στο σταυρό (ο). Πολλοί από τους νεώτερους ερμηνευτές συνενώνουν την πρόταση αυτή με τον προηγούμενο στίχο (Webster και Wilkinson, Owen, Fillion, Godet, Bernard, Nestle).
(2) Οι Ρωμαίοι στρατιώτες χωρίς να το καταλαβαίνουν συντέλεσαν στην εκπλήρωση της προφητείας και κάνοντας αυτά σήμαναν την αληθινή έννοια των λόγων του Δαβίδ (g).
(3) «Και το ασθενέστερο φύλο, φάνηκε ανδρειότερο τότε· τόσο πολύ πλέον άλλαζαν τα πάντα» (Χ). «Τι ήταν λοιπόν αυτό που έπεισε τον μακάριο ευαγγελιστή να λεπτολογήσει εδώ ώστε να αναφέρει και την παραμονή των γυναικών στο σταυρό;» (Κ).
Ή, πιο σωστά, διότι ο ευαγγελιστής θέλει να εξιστορήσει επεισόδιο, στο οποίο ο Ιησούς «σταυρωμένος αναθέτει την μητέρα του στον μαθητή, διδάσκοντάς μας μέχρι την τελευταία μας αναπνοή να δείχνουμε κάθε φροντίδα για τους γονείς» (Χ) και στο οποίο η μητέρα του Ιησού θλιμμένη αλλά καρτερική και ανδρεία συμμετέχει στις οδύνες του Υιού της (F).
Ή, ελάχιστα πιθανώς «σκοπός του ευαγγελιστή ήταν να διδάξει και εκείνο, ότι δηλαδή και αυτήν… την μητέρα του Κυρίου την σκανδάλισε αυτό που έγινε τόσο απροσδόκητα… Αφού λοιπόν η μητέρα του έπεσε σε σκάνδαλο και αναμίχτηκε σε αταξία λογισμών, πώς δεν έπρεπε να προνοήσει ο Κύριος;… Γνωρίζοντας λοιπόν τους διαλογισμούς που είχε μέσα της, την παρέδωσε στο μαθητή σαν σε άριστο μυσταγωγό (=αυτός που μυεί και οδηγεί στα μυστήρια), ο οποίος μπορούσε καλά και με ικανότητα να διηγηθεί λεπτομερώς το βάθος του μυστηρίου» (Κ).
Δίκαια θαυμάζει κανείς την δύναμη της θείας χάρης, που ενισχύει τις γυναίκες αυτές και ιδιαίτερα την Παρθένο Μαρία κατά την δεινή αυτή δοκιμασία. Δεν βλέπουμε την μητέρα του Μονογενούς να χτυπά το στήθος της ή να ξεριζώνει τις τρίχες του κεφαλιού της ή να ξεσχίζει τα ρούχα της ή να βγάζει κραυγές γοερές. Αλλά την βλέπουμε με καρτερία να στέκεται κοντά στο σταυρό και τις φίλες της μαζί της. Ασφαλώς και αυτή και εκείνες ενδυναμώνονταν από θεία δύναμη για να δείχνουν τέτοια υπομονή.
(4) Η πρόθεση «παρά» δεν σημαίνει στα πόδια του σταυρού αλλά κοντά σε αυτόν (g).
(5) Διχάστηκαν εδώ οι γνώμες των ερμηνευτών.
Οι μεν υποστήριξαν, ότι πρόκειται εδώ για τρεις μόνο γυναίκες όπου ο Ιωάννης από μετριοφροσύνη δεν αναφέρει την μητέρα του Σαλώμη, η οποία επίσης στεκόταν κοντά στο σταυρό (b).
Συνεπώς εδώ αδελφή της μητέρας του Κυρίου είναι η Μαρία η του Κλωπά. «Και όμως η Θεοτόκος ήταν μονογενής· αλλά επειδή ο Ιωσήφ και ο Κλωπάς ήταν αδελφοί, και είναι συνήθεια στους Εβραίους να ονομάζονται αδελφές και οι γυναίκες των αδελφών… έτσι λοιπόν τη συννυφάδα της, τήν ονόμασε αδελφή. Αλλά ο Ιωσήφ μεν και ο Κλωπάς, οι άνδρες τους, ήταν φυσικοί αδελφοί· αυτές όμως, οι γυναίκες τους, εξ’ αγχιστείας αδελφές» (Ζ).
Άλλοι όμως από τους νεώτερους (Wieseler, Meyer, Luthardt, Weiss, Westcott, Owen, Bernard κλπ.), ενισχυόμενοι και από την διαφορετική γραφή της Πεσσιτώ και της Περσικής και Αιθιοπικής μετάφρασης, ( της μητρός αυτού «και» Μαρία η του Κλωπά) υποστήριξαν, ότι πρόκειται για τέσσερεις γυναίκες και ότι η αδελφή της Θεοτόκου ήταν η Σαλώμη, η μητέρα του ευαγγελιστή.
Έτσι απέφυγαν μεν τη δυσκολία, κατά την οποία δύο αδελφές είχαν το ίδιο όνομα Μαρία, (η οποία όμως και πάλι αποφεύγεται όταν δεχτούμε ότι η σύζυγος του Κλωπά ήταν συννυφάδα της Θεοτόκου), και βρήκαν περισσότερο καλή εξήγηση, το ότι ο Ιησούς εμπιστεύτηκε τη μητέρα του στον Ιωάννη, τον πρώτο ξάδερφό του, και όχι στους λεγόμενους αδελφούς του.
Αλλά εάν τόσο στενή συγγένεια συνέδεε τους γιους του Ζεβεδαίου με τον Ιησού, ρωτά ο g, πώς δεν βρίσκουμε κάποιο ίχνος αυτής στην ευαγγελική ιστορία;
(6) Ο Ηγήσιππος αναφέρει πρώτος, ότι ο αδελφός του μνήστορος Ιωσήφ τον οποίο και αποκαλεί θείο του Ιησού (ή του Ιακώβου) ονομαζόταν Κλωπάς (g).
Σύζυγος αυτού ήταν η Μαρία, η οποία είναι το ίδιο πρόσωπο με την Μαρία την μητέρα του Ιακώβου του μικρού και Ιωσή (Ματθ. κζ 56,Μάρκ. ιε 40,47,ιστ 1,Λουκ. κδ 10). Το όνομα Κλωπάς επίσης είναι Εβραϊκό και δεν πρέπει να συγχέεται με το όνομα Κλεόπας το οποίο προήλθε από συγκοπή από το ελληνικό Κλεόπατρος. Αυτοί που ταυτίζουν τον απόστολο Ιάκωβο του Αλφαίου με τον Ιάκωβο τον αδελφόθεο διακρίνουν τον Κλωπά από τον Αλφαίο (Δες και Plummer στο δικό μας Υπόμνημα στον Ματθαίο σελ. 515).
Ότι όμως ο Ιάκωβος του Αλφαίου πρέπει να διακρίνεται από τον Ιάκωβο τον αδελφόθεο δες στο δικό μας Υπόμνημα στον Μάρκο σελ. 62 και Υπόμνημα στην προς Εβραίους και τις επτά Καθολικές σελ. 171-172.
Ιω. 19,26 Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν(1) τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα(2), λέγει(1) τῇ μητρὶ αὐτοῦ· γύναι(3), ἴδε ὁ υἱός σου(4).
Ιω. 19,26 Ο Ιησούς τότε, όταν είδε την μητέρα του και τον μαθητή, τον οποίον ιδιαιτέρως αγαπούσε, να στέκη εκεί κοντά, είπεν εις την μητέρα του• “γύναι, αυτός θα είναι ο υιός σου”.
(1) «Προνόησε για τη μητέρα του αδιαφορώντας κατά κάποιο τρόπο για την κορύφωση του δικού του παθήματος. Διότι ήταν χωρίς πάθος ακόμη και την ώρα που έπασχε» (Κ).
«Πρόσεχε σε παρακαλώ πώς, και ενώ ήταν σταυρωμένος, όλα τα έκανε ατάραχος, συνομιλώντας με τον μαθητή για την μητέρα του, εκπληρώνοντας προφητείες, και δίνοντας καλές ελπίδες στο ληστή· αν και βέβαια πριν σταυρωθεί φαίνεται να ιδρώνει, να αγωνιά, να φοβάται… Ας μην τρέμουμε λοιπόν τον θάνατο· βέβαια η ψυχή αγαπά μεν εκ φύσεως την ζωή, αλλά από εμάς εξαρτάται πλέον ή να απαλλαγούμε από τους δεσμούς της και να κάνουμε ανίσχυρη την επιθυμία, ή να δεθούμε στενότερα με αυτούς τους δεσμούς και να κάνουμε πιο τυραννική την επιθυμία.
Διότι όπως ακριβώς έχουμε την επιθυμία της σαρκικής μίξης, όταν όμως φιλοσοφούμε, κάνουμε ανίσχυρη αυτήν την τυραννία, έτσι συμβαίνει και με τη ζωή· όπως δηλαδή έβαλε μέσα μας την σαρκική επιθυμία χάριν της τεκνοποιίας, εξασφαλίζοντας έτσι ο Θεός την διαδοχή μας με τα τέκνα, χωρίς να εμποδίζει να βαδίζουμε την ανώτερη οδό της εγκράτειας, έτσι και έσπειρε μέσα μας τον πόθο της ζωής, εμποδίζοντάς μας να αφαιρούμε τη ζωή μας, μη εμποδίζοντας όμως να περιφρονούμε την παρούσα ζωή.
Και πρέπει γνωρίζοντας αυτά, να διατηρούμε το μέτρο, και ούτε ποτέ με τη θέλησή μας να καταφεύγουμε στο θάνατο, και αν ακόμη υποφέρουμε από αμέτρητα δεινά, ούτε συρόμενοι (στο μαρτύριο) χάριν εκείνων που αρέσουν στο Θεό να φοβόμαστε και να διστάζουμε, αλλά να αναλαμβάνουμε με θάρρος τον αγώνα, προτιμώντας την μέλλουσα ζωή από την παρούσα» (Χ).
Η θλίψη και ο πόνος του Κυρίου ήταν τόσο βαθύς και δριμύς, αλλά και τόσο καθαγιασμένος, ώστε οι ασθενείς μας καρδιές δεν μπορούν να τον κατανοήσουν. Οι εχθροί του τον περιγελούσαν και τον εξευτέλιζαν. Μερικοί μόνο από τους φίλους του στέκονταν κάτω από το Σταυρό του ανίκανοι να προσφέρουν σε αυτόν κάτι περισσότερο από τον φόρο της σιωπηλής τους συμπάθειας. Και ο Πατέρας φαινόταν να τον εγκαταλείπει.
Ήταν πάνω στο σταυρό μόνος, χωρίς κανείς να αντιλαμβάνεται τι αισθανόταν, χωρίς κανείς να μπορεί να τον βοηθήσει. Στη μόνωση του παθήματός του εκείνου λησμονεί και αυτός τον εαυτό του και στρέφει τις σκέψεις του υπέρ των άλλων, όχι υπέρ του εαυτού του. Όταν τον σταύρωσαν, μεσίτευε υπέρ των σταυρωτών· όταν τον περιγελούσαν, έδινε υπόσχεση στον ευγνώμονα ληστή· και ήδη όταν πρόκειται να παραδώσει το πνεύμα, λαμβάνει πρόνοια για τη μητέρα του. Λησμόνησε τη δική του οδύνη η οποία υπήρξε μεγαλύτερη από όσες ποτέ έθιξαν ανθρώπινες καρδιές, για να μπορέσει να ανακουφίσει την οδύνη των άλλων.
(2) «Πάλι κρύβει τον εαυτό του ο Ιωάννης από μετριοφροσύνη· διότι αν ήθελε να καυχηθεί, θα ανέφερε και την αιτία για την οποία αγαπιόταν· διότι φυσικό ήταν να είναι αυτή κάποια μεγάλη και θαυμαστή αιτία» (Χ).
(3) Δεν αποκαλεί αυτήν μητέρα και όταν ακόμη δείχνει τρυφερή μέριμνα για το μέλλον της. Το μητέρα ως τίτλος προσφώνησης από τον Ιησού είχε εγκαταλειφθεί προ πολλού και αντί για αυτόν υποκαταστάθηκε ως συνήθης τίτλος σεβασμού το Γυναίκα (β).
Ίσως απέφυγε το Μητέρα ο Ιησούς και για να μην τυχόν κατά τις σκληρές αυτές στιγμές με την τρυφερή προσφώνηση πληγώσει βαθύτερα την καρδιά της μητέρας, όπως άλλοτε ο Ισαάκ πλήγωσε την καρδιά του Αβραάμ με το Πατέρα μου. Μιλά σαν ένας, ο οποίος δεν θα υπήρχε πλέον σωματικά στον κόσμο αυτόν, όπως μέχρι τώρα, αλλά θα ήταν μετά από λίγο νεκρός για τους αγαπημένους του. Ασήμι και χρυσάφι, ούτε άλλα υπάρχοντα είχε για να αφήσει στη μητέρα του.
Και αυτά τα ρούχα του, τα οποία φορούσε μέχρι πριν λίγο, τα μοιράστηκαν οι σταυρωτές του. Δεν είχε λοιπόν κάποιον άλλον, για να προνοήσει για τη μητέρα του, παρά μόνο τον αγαπημένο του μαθητή, στον οποίο την εμπιστεύεται. Και μας παρέχει έτσι παράδειγμα στοργής γιου προς μάνα. Δίδαξε κατά τις τελευταίες του στιγμές τα παιδιά να προνοούν για τη συντήρηση και υποστήριξη των ηλικιωμένων γονέων τους.
(4) «Δηλαδή αυτός θα είναι για σένα αντί για εμένα» (Ζ).
«Πω, πω, μέγεθος τιμής! Με πόση τιμή τίμησε τον μαθητή! Επειδή δηλαδή αυτός έφευγε πλέον από αυτόν τον κόσμο, παρέδωσε τη φροντίδα της στο μαθητή του διότι, επειδή ήταν φυσικό, σαν μητέρα του που ήταν, να λυπάται και να ζητά την προστασία, πολύ εύλογα εμπιστεύεται αυτήν σε εκείνον που αγαπούσε» (Χ)· «την μητέρα στον μαθητή, την αγαπημένη στον αγαπημένο, την παρθένα στον παρθένο» (Ζ).
Ιω. 19,27 εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου(1). καὶ ἀπ᾿ ἐκείνης τῆς ὥρας(2) ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια(3).
Ιω. 19,27 Έπειτα λέγει στον μαθητή• “ιδού η μητέρα σου”. Και από εκείνην την ώρα πήρε αυτήν ο μαθητής στο σπίτι του.
(1) «Δηλαδή εσύ θα είσαι για αυτήν αντί για εμένα· οφείλεις να την φροντίζεις ως μητέρα σου» (Ζ).
«Αυτά τα έλεγε με σκοπό να τους ενώσει με την αγάπη» (Χ).
Ο Χριστός στο σταυρό του με την παραγγελία αυτή προς την μητέρα του και τον μαθητή του εγκαθιδρύει νέους δεσμούς, νέες συγγενικές σχέσεις. Δεσμοί οι οποίοι πριν δεν υπήρχαν, σφυρηλατούνται τώρα στο θάνατό του και όπου πριν υπήρχαν δεσμοί απλής συμπάθειας γίνονται στο σταυρό θερμότεροι και ισχυρότεροι.
Αυτοί που ελκύονται από το Χριστό που υψώθηκε στο σταυρό, άγνωστοι έως τώρα οι περισσότεροι από αυτούς, απλώς γνώριμοι μεταξύ τους μερικοί από αυτούς, συνδέονται στο σταυρό και μέσω του σταυρού με δεσμούς οικειότητας και αδελφοσύνης τόσο στενούς και αδιάσπαστους, όσο δεν είναι ούτε αυτοί οι δεσμοί του αίματος και οι δεσμοί από τη συμβίωση και γνωριμία από τη νηπιακή ηλικία.
(2) Μεγάλη ήταν η πίστη της Μαρίας για να στέκεται κοντά στο σταυρό του γιου της (b).
Κάποιοι σκέφτηκαν, ότι αμέσως από τη στιγμή εκείνη ο Ιωάννης απέσυρε την μητέρα του Ιησού από τη σκηνή του πάθους, για να μην παραστεί μάρτυρας και της έσχατής του αγωνίας. Αλλά το κείμενο δεν υπονοεί αυτό αναγκαστικά (ο).
Παρόλ’ αυτά ο g (ομοίως και ο τ) παρατηρεί ότι η Μαρία μη μπορώντας να υποφέρει πλέον το θέαμα αυτό, άφησε αναμφίβολα κατά τη στιγμή εκείνη τον τόπο αυτόν της θλίψης, και το ότι οι συνοπτικοί ευαγγελιστές δεν αναφέρουν ανάμεσα στις γυναίκες που ήταν κοντά στο Σταυρό και την μητέρα του Κυρίου οφείλεται πιθανότατα στο ότι αυτή έφυγε ήδη, και οι συνοπτικοί αναφέρουν τους παρόντες κοντά στο Σταυρό στο τέλος της όλης αφήγησης. Αντιθέτως ο χ., το «από εκείνη την ώρα» το ερμηνεύει από την ώρα, κατά την οποία η θυσία του Χριστού συντελέστηκε. Από αρκετό αριθμό χειρογράφων υποστηρίζεται και η γραφή: απ’ εκείνης της ημέρας.
(3) Αυτό δεν προϋποθέτει ότι ο Ιωάννης είχε και στα Ιεροσόλυμα κάποιο σπίτι, αλλά μόνο κάποιο κατάλυμα. Από τη στιγμή αυτή η Μαρία έμεινε μαζί με τη Σαλώμη.
Κατά τον Νικηφόρο Κάλλιστο (+1350) έζησε η Μαρία κοντά στον Ιωάννη στα Ιεροσόλυμα μέχρι το θάνατό της που συνέβη στο 59ο έτος της ηλικίας της. Δείχνεται ο τάφος της σε κάποιο σπήλαιο, που απέχει κάποια βήματα από τον κήπο της Γεθσημανή (g).
Ο Ιωάννης πρόθυμα παρέλαβε υπό τη φροντίδα του την μητέρα του Ιησού. Όσοι αληθινά αγαπούν το Χριστό και αγαπιούνται από αυτόν, θα σκιρτούν σε κάθε ευκαιρία, η οποία θα τους παρέχεται για να υπηρετήσουν αυτόν ή τους δικούς του.
Ο θάνατος του Ιησού
Ιω. 19,28 Μετὰ τοῦτο(1) εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς(2) ὅτι πάντα ἤδη τετέλεσται(3), ἵνα(4) τελειωθῇ(5) ἡ γραφή, λέγει(6)· διψῶ(7).
Ιω. 19,28 Έπειτα από το συμβάν αυτό ο Ιησούς, αφού εγνώρισε καθαρότατα ότι όλα εκπληρώθηκαν τελείως, δια να επαληθεύση η Γραφή εξ ολοκλήρου, είπε• “διψώ”.
(1) Η φράση αυτή δεν δηλώνει ότι το γεγονός στο στίχο 28-30 ακολούθησε αμέσως μετά από αυτό που εξιστορείται στους στίχους 25-27. Διότι στο μεταξύ παρεμβλήθηκε το σκοτάδι και το τρίωρο χρονικό διάστημα για το οποίο μιλούν οι Συνοπτικοί (Ματθ. κζ 45,Μάρκ. ιε 33,Λουκ. κγ 44). Αλλά σημαίνει, ότι το δεύτερο γεγονός συνέβη μετά το πρώτο.
(2) Υπάρχει και η γραφή: ιδών ο Ιησούς. Ο Ιωάννης δεν αφήνει ποτέ τους αναγνώστες του να λησμονήσουν ότι τα γεγονότα τα οποία αφηγείται, υπήρξαν αιωνίως προκαθορισμένα και ότι ο Ιησούς είχε συνείδηση αυτού (β).
(3) «Δηλαδή ότι τίποτα δεν λείπει από το σχέδιο της θείας οικονομίας… Γνωρίζοντας λοιπόν ότι όλα είχαν εκπληρωθεί» (Χ). Ήλθε σε πέρας ό,τι από απόφαση του πατέρα δηλωνόταν σαφώς στα ιερά βιβλία, ότι έπρεπε να γίνει και να υποφέρει αυτό ο Κύριος (G). Το τετέλεσται λοιπόν, όντας εντονότερη λέξη από τη λέξη εκπληρωθεί, που συνήθως χρησιμοποιείται με αυτήν την έννοια (ο) αναφέρεται στο έργο του Λυτρωτή, το οποίο μπορούσε αυτός να εκπληρώσει αυτό κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του, ταυτόχρονα όμως και στην προφητική εικόνα, στην οποία το έργο αυτό είχε από πριν γραφτεί (g).
Οπότε σημαίνει και την τέλεια εκπλήρωση από τον Ιησού όλων των προφητειών, οι οποίες αναφέρονταν στη ζωή και στο πάθημά του (F). Σημαίνει την ολοκλήρωση του έργου εκείνου με το οποίο η Γραφή εκπληρώθηκε (C).
«Πάντα ήδη τετέλεσται». Όπως η αναμάρτητη ζωή του Κυρίου υπήρξε εξ’ ολοκλήρου ανόμοια με αυτήν των άλλων αμαρτωλών ανθρώπων, έτσι και ο θάνατός του. Δεν έζησε ο Κύριος για τον εαυτό του, όπως οποιοσδήποτε από τους πολλούς ανθρώπους. Αλλά ούτε και πέθανε, όπως πεθαίνουμε εμείς. Πέθανε, όπως και έζησε, εξ’ ολοκλήρου για την ανθρωπότητα, σύμφωνα με προκαθορισμένη βουλή του Πατέρα του. Εμείς πεθαίνουμε από φυσική ανάγκη. Αλλά ο Κύριος παρέδωσε τη ζωή του εκούσια για χάρη μας και δέχτηκε τον θάνατο, ο οποίος δεν είχε κανένα δικαίωμα πάνω του, για να ζήσουμε εμείς. Όταν λοιπόν λέει Τετέλεσται, αναφέρεται στο υπέρ της ανθρωπότητας έργο, το οποίο από αυτόν και μέσω αυτού έπρεπε να φθάσει σε αίσιο πέρας.
Ο μέγας αγώνας, τον οποίο ήλθε να διεξαγάγει υπέρ της ανθρωπότητας, συντελέστηκε· η αμαρτία του κόσμου συγχωρέθηκε ή τουλάχιστον η πύλη της άφεσης ανοίχτηκε ελεύθερη σε όλους που με πίστη μετανοούν. Και όπως η ανάπαυση του Θεού από τα έργα της δημιουργίας, ήταν κατάπαυση στην οποία ο Θεός δεν έπαυσε να εργάζεται αλλά εξακολουθεί να προνοεί και να κυβερνά τον κόσμο, έτσι τώρα και ο Χριστός θέτοντας τη ζωή του και τον εαυτό του θεμέλιο της καινής κτίσης και γενόμενος ακρογωνιαίος λίθος της εκκλησίας του από τον ουρανό πλέον θα εξακολουθεί να κυβερνά και να κατευθύνει στον ουρανό την επί γης στρατευομένη εκκλησία του.
(4) Το ἵνα εξαρτάται όχι από το τετέλεσται, όπως φρονεί ο b, και κάποιοι άλλοι από τους νεώτερους, αλλά από το λέγει. «Πάλι εδώ εκπληρώνοντας προφητεία, λέει Διψώ» (Χ).
Τι σεβασμό έδειχνε ο Χριστός στην Γραφή! Όταν τον μαστίγωναν και του έβαζαν αγκάθινο στεφάνι στο κεφάλι δεν φώναξε: Ω! το κεφάλι μου! Ω! η πλάτη μου! Αλλά τώρα λησμονώντας τους πόνους του και ενθυμούμενος, ότι και κατά το σημείο αυτό έπρεπε να εκπληρωθεί η Γραφή, φωνάζει: Διψώ.
Έτσι αποδεικνύεται μία ακόμη φορά ως ο αληθινός Μεσσίας, στον οποίο αφ’ ενός εκπληρωνόταν επακριβώς η Γραφή και επαληθεύονταν στο πρόσωπό του οι προφητείες· αφ’ ετέρου απέβλεπε αυτός με πολλή ακρίβεια στην εκπλήρωση της Γραφής. Πράγματι. Δεν ήρθε για να καταργήσει το νόμο ή τους προφήτες, αλλά για να συμπληρώσει.
(5) Σημαίνει ολόκληρη και τέλεια εκπλήρωση (ο). Δεν πρόκειται για την εκπλήρωση της ειδικής αυτής προφητείας μόνο, αλλά για εκπλήρωση λεπτομέρειας, με την οποία θα παρουσιάζονταν όλες οι προφητείες της Γραφής να εκπληρώνονται σε όλες τις λεπτομέρειές τους. Υπάρχει και η γραφή του σιναϊτικού και πολλών χειρογράφων πληρωθῇ αντί για τελειωθῇ.
(6) Λέγοντας ο Ιησούς Διψώ ήθελε πράγματι να προκαλέσει την εκπλήρωση της προφητείας στο Ψαλμ. ξη 22 «και εις την δίψαν μου επότισάν με όξος». Ο Ιησούς από πολλή ώρα βασανιζόταν από τη δίψα και θα μπορούσε μέχρι τέλους να αντισταθεί στο αίσθημα αυτό το βασανιστικό, όπως είχε πράξει μέχρι τη στιγμή αυτή. Δεν πράττει όμως αυτό, διότι γνώριζε, ότι απέμενε ακόμη για εκπλήρωση και η προφητεία αυτή, για την οποία ήθελε να εκπληρωθεί χωρίς κάποια αργοπορία (g).
Το πρώτο λοιπόν ελατήριο, που τον παρακίνησε στο να κράξει το Διψώ, ήταν η δίψα, από την οποία υπέφερε· το δεύτερο ήταν η υπακοή στις Γραφές και η επιθυμία του να εκπληρωθούν αυτές σε όλες τις λεπτομέρειές τους (ο).
(7) «Στις τελευταίες στιγμές παθαίνει πάλι η σάρκα κάτι δικό της και φυσικό. Δέχεται δηλαδή μέσα της το αίσθημα της δίψας επειδή είχε ξηραθεί από τις πολλών ειδών κακώσεις. Διότι ήταν φοβεροί οι πόνοι, ώστε να τον αναγκάσουν να διψάσει, πόνοι οι οποίοι με μία εσωτερική και ανέκφραστη θερμότητα δαπανούσαν την φυσική υγρασία που υπάρχει στο βάθος του σώματος και οι οποίοι με κάποιες καυτερές προσβολές έκαιγαν τελείως τα σπλάχνα αυτού που έπασχε. Δεν ήταν βεβαίως δύσκολο στον Θεό Λόγο που μπορεί τα πάντα, να απομακρύνει και αυτό (=τη δίψα) από τη σάρκα του. Αλλά όπως ακριβώς εκούσια (=με τη θέλησή του) άφησε να πάθει και τα άλλα, πάσχει και αυτό με εκούσια βούληση. Για αυτό λοιπόν ζητούσε να πιει» (Κ).
Αισθάνεται στο σταυρό την μέγιστη και φλογερότερη δίψα μετά τον ιδρώτα του, τις μεταβάσεις και επανόδους του μεταξύ Καϊάφα, Ηρώδου, Πιλάτου, τα λόγια του, την φραγγέλωσή του και τα καρφιά (b).
Η δίψα ήταν ένα από τα σκληρότερα μαρτύρια των σταυρωμένων, οι οποίοι κατακαίγονταν από σφοδρό πυρετό, που προξενούνταν από τα τραύματα σε χέρια και πόδια και από το αναγκαστικό τέντωμα του σώματος για ώρες ολόκληρες (F).
Οι τιμωρίες του Άδη παριστάνονται ως ανυπόφορη δίψα στο παράπονο του πλουσίου, ο οποίο ζητούσε σταγόνα ύδατος, για να δροσίσει τη γλώσσα του. Για απαλλαγή μας από την αιώνια αυτή δίψα, στην οποία είχαμε καταδικαστεί, υποφέρει τώρα ο Χριστός από δίψα, από την οποία φλογίζονται τα χείλη του.
Ιω. 19,29 σκεῦος οὖν ἔκειτο ὄξους μεστόν(1)· οἱ δὲ πλήσαντες σπόγγον ὄξους καὶ ὑσσώπῳ περιθέντες(2) προσήνεγκαν αὐτοῦ τῷ στόματι.
Ιω. 19,29 Ευρίσκετο κάτω εκεί ένα δοχείον γεμάτο ξύδι. Αυτοί δε που ήκουσαν τον λόγον του Ιησού, εβούτηξαν ένα σφουγγάρι στο δοχείον αυτό, το εγέμισαν ξύδι και αφού το έβαλαν ανάμεσα εις ένα κλωνάρι υσσώπου, το έφεραν κοντά στο στόμα του.
(1) Το ποτό που προσφέρθηκε ήδη στον Ιησού δεν είναι το ναρκωτικό, το οποίο αρνήθηκε αυτός να πιει κατά τη στιγμή της σταύρωσης και το οποίο ήταν κρασί εσμυρνισμένο (Μάρκ. ιε 23) ή κρασί αναμιγμένο με χολή (Ματθ. κζ 34). Ο Ιησούς το απέκρουσε, διότι ήθελε να διατηρήσει την τέλεια διαύγεια του πνεύματός του μέχρι τέλους (g).
Το ξύδι αυτό ή ήταν το ποτό posca, μίγμα νερού και ξυδιού, το οποίο συνήθιζαν να πίνουν οι Ρωμαίοι στρατιώτες (F,G), ή ήταν ξύδι ετοιμασμένο ειδικά για τους καταδίκους, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από το ότι εκτός από το σκεύος, το οποίο περιείχε αυτό, υπήρχε εκεί και σπόγγος και στέλεχος υσσώπου (g).
(2) Ο ύσσωπος είναι θαμνοειδές φυτό, που χρησιμοποιούνταν στους Εβραίους σε λειτουργικούς ραντισμούς (όπως σε μας ο βασιλικός) και ταυτίζεται σήμερα από κάποιους μεν με το origanum Maru, από άλλους πάλι λιγότερο πιθανώς με την copparis pinosa ή με την thymbra spicata (κ).
Ο θάμνος αυτός είναι ύψους ενός μέχρι ενάμιση πόδι. Οπότε πρέπει να δεχτούμε ή ότι ο σταυρός δεν ήταν τόσο ψηλός όσο συνήθως παρουσιάζουν αυτόν αλλά ήταν δυνατόν με τη βοήθεια στελέχους υσσώπου να πλησιάσουν αυτοί που στέκονταν στο έδαφος στα χείλη αυτού που ήταν καρφωμένος σε αυτόν (g) ή ότι, αφού άλλωστε η δέσμη από ύσσωπο χρησιμοποιούνταν για ραντισμό (Εξόδου ιβ 22,Εβρ. θ 19), ο σπόγγος προσαρμόστηκε σε δέσμη από ύσσωπο, και χρειάστηκε και κάποιο ραβδί ή καλάμι για να ανεβαστεί αυτός μέχρι το ύψος του σταυρού. Οι συνοπτικοί δεν μιλούν για ύσσωπο αλλά και στους δύο (Ματθ. κζ 48 και Μάρκ. ιε 36) διαβάζουμε «σπόγγον όξους περιθείς καλάμω» (β).
Την περίπτωση όμως αυτήν ο g διακρίνει ως διαφορετική από αυτήν που αναφέρει ο Ιωάννης. Στα δύο πρώτα ευαγγέλια η κραυγή του Ιησού Ηλεί Ηλεί λιμά σαβαχθανεί προκάλεσε εκ μέρους κάποιου στρατιώτη πράξη ανάλογη, αλλά από αυτήν πέρασαν τρεις ολόκληρες ώρες (g).
Υπάρχει και η γραφή υσσώ περιθέντες= το στήριξαν σε ακόντιο, αλλά αυτή μαρτυρείται μόνο από έναν μικρογράμματο κώδικα του ια αιώνα. Ο σιναϊτικός, βατικανός και κάποια άλλα χειρόγραφα γράφουν: Σπόγγον ουν μεστόν όξους υσσώπω περιθέντες. Ο ύσσωπος χρησιμοποιούνταν για ραντισμό κατά τις εβραϊκές τελετουργικές καθάρσεις (Λευϊτ. ιδ 4,6, Αριθμ. ιθ 18, Ψαλμ. ν 7). Σπουδαιότερη ήταν η χρήση του υσσώπου για τον ραντισμό των θυρών των σπιτιών των Ιουδαίων κατά την περίοδο του Πάσχα σε ανάμνηση του Εξόδου ιβ 22.
Εφ’ όσον όμως ο Ιησούς κατά το τέταρτο ευαγγέλιο είναι ο αμνός του Θεού και η θύρα (Ιω. ι 7) η ενέργεια των στρατιωτών είναι ιδιαίτερα σημαντική υπενθυμίζοντας στον αναγνώστη ότι το ιουδαϊκό Πάσχα εκπληρώθηκε με τη θυσία του αληθινού πασχάλιου αμνού (χ).
Ιω. 19,30 ὅτε οὖν ἔλαβε τὸ ὄξος ὁ Ἰησοῦς εἶπε, τετέλεσται(1), καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν(2) παρέδωκε τὸ πνεῦμα(3).
Ιω. 19,30 Όταν, λοιπόν, ο Ιησούς επήρε το ξύδι, είπε• “όλα έχουν πλέον τελειώσει•”. Και αφού έκλινε την κεφαλήν, παρέδωσε το πνεύμα.
(1) Ο λόγος αυτός ήταν στην καρδιά του Ιησού σύμφωνα με τον στίχο 28 και τώρα βγήκε με λόγο από το στόμα του (b). «Τελείωσαν, ολοκληρώθηκαν, δεν λείπει τίποτα» (Ζ). Αυτό αποτελεί κραυγή νίκης. Η αποστολή του Λυτρωτή έχει ήδη συντελεστεί. Σύμφωνα με τους συνοπτικούς ο Ιησούς λίγο πριν το τέλος του έκραξε με φωνή μεγάλη. Η λέξη αυτή εκφωνήθηκε με κραυγή μεγάλη (β). Το διψώ υπήρξε ο πέμπτος λόγος του Κυρίου πάνω στο σταυρό και το Τετέλεσται ο έκτος.
Οι τρεις πρώτοι μεταξύ των επτά αναφέρονται στις προσωπικές σχέσεις· ήταν η προσευχή υπέρ των δημίων του («ἄφες αὐτοῖς…» Λουκάς), η υπόσχεση που δόθηκε στο ληστή («σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ» Λουκάς), οι λόγοι προς την μητέρα και τον μαθητή (Ιωάννης).
Οι τρεις επόμενοι αναφέρονται στο σωτηριώδες έργο του· η κραυγή «Θεέ μου, Θεέ μου…» (Ματθ. Μάρκος) στις ηθικές θλίψεις της εξιλαστήριας θυσίας· ο στεναγμός Διψώ (Ιωάννης) στα φυσικά του παθήματα· ο θριαμβευτικός λόγος Τετέλεσται στην ολοκλήρωση αυτών και εκείνων.
Και ο έβδομος και τελευταίος λόγος, που ξεκάθαρα μεν αναφέρεται από τον Λουκά· Πατέρα, στα χέρια σου θα παραδώσω το πνεύμα μου, υποδηλώνεται όμως από τον Ιωάννη με τη φράση «παρέδωσε το πνεύμα» αναφέρεται στον εαυτό του, στο τέλος της επίγειας ζωής του (g).
Τετέλεσται· καθετί που οι προφήτες προείπαν· καθετί που ο Πατέρας ανέθεσε σε αυτόν να φέρει σε πέρας· η δύναμη της αμαρτίας συντρίφτηκε, ο κόσμος νικήθηκε τελείως (τ).
Τετέλεσται. Η κακία και η εχθρότητα των διωκτών του ολοκλήρωσε ό,τι χειρότερο είχε να πράξει εναντίον του. Το ξύδι ήταν το τελευταίο. Η βουλή και η εντολή του Πατέρα του σχετικά με το πάθος του συντελέστηκε. Είχε πει στην αρχή του παθήματός του· Πατέρα, ας γίνει το θέλημά σου. Και τώρα λέει με ικανοποίηση· Έγινε. Τροφή δική του ήταν να τελειώσει το έργο του Πατέρα (Ιω. δ 34).
Και όταν έδωσαν σε αυτόν το ξύδι, η τροφή αυτή χόρτασε αυτόν. Όλοι οι τύποι και οι προφητείες της Π.Δ., οι οποίες αναφέρονταν στο πάθημα του Μεσσία επαληθεύτηκαν και πραγματοποιήθηκαν. Τετέλεσται. Ο τελετουργικός νόμος καταργήθηκε και οι σκιές έφυγαν. Η αλήθεια των πραγμάτων ήλθε ήδη. Την μωσαϊκή οικονομία διαδέχτηκε η χάρη και καλύτερη ελπίδα. Τελείωσε και το πάθημά του, τόσο το της ψυχής του, όσο και το του σώματός του. Όλες οι αγωνίες του και όλοι οι πόνοι του πέρασαν.
Και η ζωή του τελείωσε, διότι ήδη ήλθε η στιγμή να παραδώσει το πνεύμα. Τελείωσε και το έργο της λύτρωσης του ανθρώπου και της σωτηρίας του. Πλήρης ικανοποίηση δόθηκε στη θεία δικαιοσύνη και θανάσιμο χτύπημα στο κράτος του σατανά, και άνοιξε πηγή χάρης, η οποία διαρκώς και ανεξάντλητα θα ρέει, πηγή ειρήνης και μακαριότητας.
(2) Αυτό υποδηλώνει ότι μέχρι τη στιγμή εκείνη είχε το κεφάλι όρθιο (g). «Αλλά τώρα, επειδή τίποτα πλέον δεν απέμενε να επιτελέσει προτού πεθάνει» (Αυ), «όταν όλα συντελέστηκαν, τότε παρέδωσε το πνεύμα» (Ζ).
(3) «Αν και βέβαια η τελευταία εκπνοή δεν συμβαίνει μετά την κλίση του κεφαλιού, εδώ όμως συνέβη το αντίθετο· διότι δεν έγυρε το κεφάλι επειδή εξέπνευσε, πράγμα που συμβαίνει με εμάς. Αλλά εξέπνευσε όταν έγυρε το κεφάλι» (Χ), «για να μάθουμε, ότι, όταν θέλησε, τότε πέθανε» (Ζ).
Το παραδίνω σημαίνει πράξη που έγινε εκούσια και το ρήμα διαλέχτηκε επίτηδες για να τονίσει τον μοναδικό τρόπο του θανάτου του Κυρίου που έγινε σύμφωνα με το Ιω. ι 18 «εξουσία έχω να θυσιάσω αυτήν και εξουσία έχω πάλι να πάρω αυτήν» (β).
Δεν ήταν μόνο το θύμα, αλλά και ο θύτης. Και οι διανοητικές του δυνάμεις ως θύτη ήταν όλες σε αυτόν σε όλη τη θυσία. Η ζωή του δεν πάρθηκε από αυτόν βίαια, αλλά δόθηκε αυτοπροαίρετα. Όσοι σταυρώνονταν σήκωναν μέχρι την τελευταία τους πνοή το κεφάλι για να πάρουν αναπνοή. Αλλά ο Χριστός δείχνοντας, ότι όταν θέλησε, τότε και πέθανε, έγυρε το κεφάλι πρώτα, ετοιμάζοντας τον εαυτό του σαν σε ύπνο. Έγυρε το κεφάλι με υπακοή προς το θέλημα του Πατέρα του.
Η σύντριψη των σκελών και η νύξη της πλευράς
Ιω. 19,31 Οἱ οὖν Ἰουδαῖοι(1), ἵνα μὴ μείνῃ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τὰ σώματα ἐν τῷ σαββάτῳ(2), ἐπεὶ παρασκευὴ(3) ἦν· ἦν γὰρ μεγάλη(4) ἡ ἡμέρα ἐκείνη τοῦ σαββάτου· ἠρώτησαν(5) τὸν Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν τὰ σκέλη(6), καὶ ἀρθῶσιν(7).
Ιω. 19,31 Οι Ιουδαίοι, εφρόντισαν εν τω μεταξύ να μη μείνουν επάνω στον σταυρόν τα σώματα των κρεμασθέντων κατά την διάρκειαν του Σαββάτου. Διότι η ημέρα αυτή ήτο ημέρα προπαρασκευής δια το αυριανόν Πασχα. Ήταν δε μεγάλη και επίσημος η ημέρα εκείνη του Σαββάτου. Παρεκάλεσαν, λοιπόν, τον Πιλάτο να σπάσουν οι στρατιώται τα σκέλη των σταυρωθέντων, και να τους πάρουν απ’ εκεί.
(1) «Οι Ιουδαίοι πάλι, που καταπίνουν την κάμηλο και διυλίζουν τον κώνωπα, ενώ διέπραξαν τόσο μεγάλο τόλμημα, εξετάζουν με λεπτομέρεια την ημέρα» (Χ).
«Διότι να, να! ενώ φόνευσαν το Χριστό φροντίζουν πολύ για το σεβασμό του σαββάτου, και ενώ εξύβρισαν το νομοθέτη με τα τολμήματα που ξεπερνούν κάθε λόγο, προσποιούνται την ευλάβεια προς τον νόμο» (Κ).
(2) Το Δευτερονόμιο (κα 23) θέσπιζε για τον σταυρωμένο ότι δεν θα μείνει νεκρό το σώμα του πάνω στο ξύλο, αλλά με ταφή θα θάψετε αυτόν εκείνη την ημέρα» (Ζ).
Δες και Ιησού Ναυή η 29,ι 26,Ιωσήπου Περί Ιουδ. Πολ. ΙV,5,2. Οι Ρωμαίοι συνήθως άφηναν τα σώματα των καταδίκων πάνω στο σταυρό και γίνονταν λεία των σαρκοφάγων πετεινών ή θηρίων ή και αποσυντίθενταν εκεί (g).
Δεν υπήρχε όμως και νόμος που να απαγορεύει την ταφή. Δες Quintiliani, Declam VI και Φίλωνος προς Φλάκκ. 10, όπου μαρτυρείται η παράδοση στους συγγενείς πτωμάτων που κατεβάστηκαν από το σταυρό και θάφτηκαν.
Για αυτό παρόλο που ο Πιλάτος μπορούσε σε συνηθισμένες περιστάσεις να αρνηθεί στα μέλη του συνεδρίου ό,τι ζητούσαν από αυτόν, δεν εμποδιζόταν όμως και από κάποιο νόμο να ενδώσει στην επιθυμία τους. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία η Ιερουσαλήμ πλημμυριζόταν από πλήθος προσκυνητών που ήλθαν για το Πάσχα, ήταν επιθυμητό να αποφευχθεί κάθε σύγκρουση μεταξύ Ιουδαίων και της Ρωμαϊκής εξουσίας (β).
(3) Αυτοί που υποστηρίζουν ότι και κατά τον Ιωάννη ο ιουδαϊκός λαός είχε ήδη γιορτάσει το Πάσχα κατά το προηγούμενο απόγευμα, δίνουν στη λέξη παρασκευή την σημασία που και σε μας επικρατεί, κατά την οποία δηλώνει την έκτη ημέρα της εβδομάδας Παρασκευή, και εξηγούν την ιδιαίτερη ιερότητα του Σαββάτου που ακολουθούσε με το γεγονός ότι το Σάββατο αυτό ανήκε στην πασχάλια εβδομάδα. Υπενθυμίζουν επίσης ότι στις 16 Νισάν γιορταζόταν η προσφορά του ιερού δράγματος, πράξη λατρείας γνωστότατη, με την οποία κάθε έτος άρχιζε ο θερισμός.
Αλλά η 16 του Νισάν ήταν τόσο λίγο ημέρα αργίας, ώστε το απόγευμα της 15 προς την 16 μετά την δύση του ηλίου γινόταν η κοπή των στάχυων. Επιπλέον η 16 του Νισάν στο Λευϊτικό κγ 11-14 ονομάζεται επαύριον της πρώτης και επαύριον των σαββάτων. Πώς ήταν λοιπόν δυνατόν αυτή να είναι επισημότερη από την 15 Νισάν; Όσον αφορά τώρα στη σημερινή έννοια της λέξης παρασκευή (=έκτη της εβδομάδας) αποκλείεται αυτή και από την έλλειψη του άρθρου.
Τέλος το «γαρ» που ακολουθεί («ἦν γὰρ μεγάλη…») θέτει σαφώς την ιδέα της προπαρασκευής σε λογική σχέση με αυτήν της έκτακτης αγιότητας του Σαββάτου, το οποίο επρόκειτο να αρχίσει από την 6η εσπερινή ώρα. Από αυτό έπεται ότι η στιγμή του θανάτου του Ιησού ήταν η εσπέρα της 14 και όχι αυτή της 15 Νισάν, διότι η ημέρα της αργίας επρόκειτο να αρχίσει και όχι να λήξει. Οι λέξεις «ἐπεὶ παρασκευὴ ἦν» σημαίνουν συγχρόνως προπαρασκευή του Σαββάτου (ως Παρασκευή) και προπαρασκευή της μεγάλης ημέρας του Πάσχα (ως παραμονή της 15 Νισάν).
Υπήρχε λοιπόν διπλή προπαρασκευή κατά την ημέρα εκείνη, διότι η επομένη ήταν συγχρόνως σάββατο εβδομάδας και μέγα Σάββατο δηλαδή η πρώτη ημέρα της γιορτής. Με τις λέξεις «ἐπεὶ παρασκευὴ ἦν» ο ευαγγελιστής υπενθυμίζει, ότι η ουσιώδης πράξη της προπαρασκευής δηλαδή ο σφαγιασμός του αμνού είχε γίνει στο ναό κατά τη στιγμή εκείνη και μετά από κάποιες ώρες άρχισε το πασχάλιο δείπνο (g).
(4) «Λέει μεγάλη την ημέρα εκείνου του σαββάτου, διότι δεν είχε την ιερότητα μόνο ως σάββατο, αλλά επειδή σε αυτό έλαχε και η γιορτή των αζύμων· ήταν δηλαδή διπλή γιορτή. Αυτού του είδους τα σάββατα λοιπόν τα ονόμαζαν σάββατα σαββάτων, σαν να λέμε τίμια τιμίων, γιορτές γιορτών, για το διπλό της γιορτής» (Ζ).
(5) «Παρακάλεσαν, ζήτησαν» (Ζ).
(6) «Να συντριβούν τα σκέλη τους για να πεθάνουν γρηγορότερα» (Ζ). Υπήρχε στους Ρωμαίους η συνήθεια της σκελοκοπίας (crucifragium), με την οποία «προκαλούσαν, μέσω της αφόρητης πλέον κάκωσης, θερμότερη την έφοδο του θανάτου σε αυτούς που ήταν ήδη κουρασμένοι» (Κ).
Το μοιραίο ερχόταν πιθανώς με την αιφνίδια ένταση και υπερβολή του πόνου, τη στιγμή που ο πάσχων ήταν ήδη σε κατάσταση έσχατης εξάντλησης (ο). Οσοδήποτε όμως σκληρά και αν ήταν τα πλήγματα όταν δίνονταν σε υγιή και ισχυρό άνδρα, ήταν παρόλ’ αυτά ευεργετικά εάν συντελούσαν στο να επέλθει γρήγορα το τέλος του μαρτυρίου, το οποίο υφίστατο αυτός που αργά πέθαινε στο σταυρό (β).
(7) Ίσως δεν σημαίνει μόνο την απόσπαση από το σταυρό, αλλά και τον εξαφανισμό. Για τον τελευταίο αυτόν ενδιαφέρονταν κυρίως οι Ιουδαίοι (g).
Ιω. 19,32 ἦλθον(1) οὖν(2) οἱ στρατιῶται(1), καὶ τοῦ μὲν πρώτου κατέαξαν τὰ σκέλη καὶ τοῦ ἄλλου(3) τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ(4)·
Ιω. 19,32 Ήλθαν πράγματι οι στρατιώται στον Γολγοθάν κατά διαταγήν του Πιλάτου και του μεν πρώτου ληστού έσπασαν τα σκέλη, όπως επίσης και του άλλου, που είχε σταυρωθή μαζί με τον Ιησού.
(1) «Οι στρατιώτες που διατάχτηκαν αυτό από τον Πιλάτο» (Ζ). Η λέξη «ήλθαν» ερμηνεύεται φυσικότερα, εάν δεχτούμε ότι ανατέθηκε σε άλλους στρατιώτες το έργο της συντριβής των σκελών και όχι στους ίδιους, οι οποίοι είχαν διενεργήσει τη σταύρωση (g).
(2) Ως συνέπεια των διαταγών του Πιλάτου που εκδόθηκαν από την προς αυτόν παράκληση των Ιουδαίων (ο)· «εκπληρώνοντας το αίτημα των Ιουδαίων» (Κ).
(3) Άρα και του μετανοημένου ληστή. Πόνους συχνά δοκιμάζουν και αυτοί που επέστρεψαν και ίσο ποσό εξωτερικών σωματικών δεινών με τους κακούς (b).
Ο ένας από αυτούς τους ληστές είχε μετανοήσει και είχε λάβει από τον Χριστό βεβαίωση ότι μετά από λίγο θα ήταν μαζί του στον Παράδεισο. Και όμως πέθανε με τους ίδιους πόνους και με τον ίδιο οικτρό τρόπο, με τον οποίο και ο μη μετανοημένος ληστής. Πολλοί πηγαίνουν στον ουρανό, μολονότι έχουν αλυσίδες στα χέρια και πεθαίνουν με πίκρα και θλίψη. Οι σκληρές αγωνίες του θανάτου δεν εμποδίζουν τις ανείπωτες ανέσεις, οι οποίες αναμένουν τις άγιες ψυχές μετά θάνατον.
(4) «Με τον Χριστό δηλαδή» (Ζ)
Ιω. 19,33 ἐπὶ δὲ τὸν Ἰησοῦν ἐλθόντες(1) ὡς εἶδον αὐτὸν(2) ἤδη τεθνηκότα(3), οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τὰ σκέλη(4),
Ιω. 19,33 Όταν όμως ήλθαν στον Ιησού, επειδή είδαν, ότι αυτός είχε ήδη πεθάνει, δεν του έσπασαν τα σκέλη,
(1) «Ήλθαν σε αυτόν τελευταίο, θέλοντας να τον εξευτελίσουν περισσότερο, για χαρά των Ιουδαίων» (Ζ)· για να προξενήσουν σε αυτόν περισσότερο παρατεταμένους πόνους (b). Ήλθαν με τέτοιες προθέσεις, αλλά η απόφαση του Θεού ήταν άλλη. Οποιεσδήποτε και αν είναι οι αποφάσεις των ανθρώπινων καρδιών, η απόφαση του Κυρίου θα κυριαρχήσει.
(2) Άλλη απόδειξη του πραγματικού θανάτου του Ιησού είναι ότι τα πεπειραμένα μάτια των στρατιωτών αυτών δεν ανακάλυψαν κάποιο σημάδι ζωής (ο). Ο σιναϊτικός κώδικας γράφει: εύρον αυτόν ήδη τεθνηκότα αντί για το ὡς εἶδον αὐτὸν ἤδη τεθνηκότα.
(3) Σύμφωνα με το Μάρκου ιε 44 ο Πιλάτος δοκίμασε έκπληξη διότι ο Ιησούς είχε πεθάνει τόσο γρήγορα· διότι στους σταυρωμένους υπήρχαν και περιπτώσεις κατά τις οποίες ο θάνατος αργούσε να έλθει για δύο ή και τρεις μέρες. Η εξαιρετικά λεπτή φύση μπορεί να αντέξει στη φυσική αγωνία λιγότερο από όσο η πιο βάναυση· ο Ιησούς όμως ήταν ο τέλειος άνθρωπος (β). Αλλά επιπλέον δειχνόταν ότι ο Ιησούς έδωσε τη ζωή του εκούσια και πέθανε όταν αυτός θέλησε.
(4) «Επειδή βρήκαν τον Ιησού να έχει γύρει το κεφάλι, και επειδή τον έπιασαν να έχει ήδη εκπνεύσει, νομίζουν μάταιο πλέον το να του συντρίψουν τα πόδια» (Κ).
Ιω. 19,34 ἀλλ᾿ εἷς τῶν στρατιωτῶν(1) λόγχῃ(2) αὐτοῦ τὴν πλευρὰν(3) ἔνυξε(4), καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ(5).
Ιω. 19,34 αλλά ένας στρατιώτης, δια κάθε ενδεχόμενον, του ετρύπησε την πλευράν με την λόγχην• και αμέσως έτρεξε από εκεί αίμα και νερό καθαρόν.
(1) «Επειδή λοιπόν για λίγο έδειξαν δυσπιστία για το αν είχε ήδη πεθάνει, τον χτυπούν με λόγχη στην πλευρά» (Κ). Η γλώσσα του κειμένου υπονοεί ότι ο στρατιώτης επιζητούσε να διαπιστώσει με βεβαιότητα ότι ο Ιησούς ήταν νεκρός (β). Αν και τα πεπειραμένα τους μάτια είδαν, ότι ήταν ήδη νεκρός, δεν προσπέρασαν, αλλά κατέστησαν το γεγονός του θανάτου του απολύτως βέβαιο με τον αναφερόμενο τρόπο (ο).
Ο Ωριγένης στο Ματθ. κζ 54 φαίνεται να λέει, ότι το τρύπημα με τη λόγχη δινόταν μερικές φορές αντί για τη δική μας χαριστική βολή, για να επισπεύσει το θάνατο των εσταυρωμένων.
(2) Λέγεται μία φορά. Δόρυ με σίδερο οπλισμένο (G). Μακρύ ελαφρύ ακόντιο όχι τόσο βαρύ όσο ο ύσσος (pilum), ο οποίος ήταν το συνηθισμένο όπλο των Ρωμαίων στρατιωτών (β). Τρύπησε με την αιχμή του όπλου δηλαδή με το τριγωνικό σιδερένιο κεφάλι της λόγχης (ο), η οποία δεν θα έθιγε τα οστά του Ιησού (b).
(3) Πιθανώς είχε σκοπό να πλήξει την καρδιά, διότι δεν μπορούμε να υποθέσουμε, ότι η θέση του τραύματος προήλθε από τυχαίο πλήγμα ή ότι τρύπησε την αριστερή πλευρά του Ιησού, διότι πλησίασε το σώμα από εκείνο το μέρος (ο). Η Αιθιοπική όμως μετάφραση (ΣΤ΄ αιώνας) λέει ότι τρυπήθηκε η δεξιά πλευρά, και αυτό ήταν ευρύτατα δεκτό κατά τους αρχαίους χρόνους (δες και Acta Pilati B XI).
Και στη λειτουργία του Χρυσοστόμου (στην Προσκομιδή) συναντιέται η διάταξη: νύττει αυτόν στο «δεξιό» μέρος με λόγχη (β). Μολονότι το δεξί του λειτουργού που νύττει αντιστοιχεί προς το αριστερό του νυττομένου αμνού. Τίποτα παρόλ’ αυτά δεν είναι βέβαιο ως προς το ποια πλευρά τρυπήθηκε.
(4) Λέγεται μία φορά. Συχνά λέγεται στον Όμηρο για βαρύτερα καθώς και για θανάσιμα τραύματα, τα οποία επιφέρονται εναντίον κάποιου (G). Γενικώς όμως χρησιμοποιείται για ελαφρά αγγίγματα. Δες Σοφία Σειράχ κβ 19 και Γ΄ Μακαβ. ε 14. Από το Ιω. κ 25 φαίνεται ότι το τραύμα υπήρξε ευρύ (β). Λιγότερο μαρτυρημένη γραφή, που συναντιέται και στη Βουλγάτα aperuit (=άνοιξε)=
«με την έννοια ότι η οδός της ζωής άνοιξε, από την οποία απέρρευσαν τα μυστήρια της εκκλησίας, χωρίς τα οποία δεν υπάρχει κάποια είσοδος στη ζωή, η οποία είναι η αληθινή ζωή» (Αυ).
Η γραφή προήλθε από παραφθορά (ήνυξε, ένοιξε) της αυθεντικής.
(5) «Είναι υπερφυσικό το πράγμα, και ξεκάθαρα διδάσκει, ότι αυτός που τρυπήθηκε είναι κάτι ανώτερο από άνθρωπος. Διότι από νεκρό άνθρωπο, και αν ακόμη μύριες φορές τρυπήσει κάποιος δεν θα βγει αίμα» (Ζ).
«Μυστήριο απόρρητο τελούνταν· διότι βγήκε νερό και αίμα» (Χ). «Των μεν άλλων λοιπόν νεκρών το αίμα πήζει και δεν τρέχει νερό καθαρό. Το παράδοξο όμως με το νεκρό σώμα του Ιησού ήταν ότι χύθηκε από τις πλευρές αίμα και νερό» (Ω).
Το αίμα εκείνο που έρευσε ήταν παράδοξο· αλλά και το νερό που βγήκε ακόμη περισσότερο παράδοξο. Ότι όμως και τα δύο βγήκαν κατά τον ίδιο χρόνο και όμως χωρισμένα μεταξύ τους υπήρξε το πιο καταπληκτικό από όλα. Από ποιό μέρος του σώματος το αίμα και το νερό βγήκε, από το στήθος ή από την καρδιά ή από κάποιο άλλο; Ποιός μπορεί να καθορίσει; Το νερό υπήρξε διαυγές και πραγματικό· όπως και το αίμα υπήρξε καθαρό και πραγματικό… Η διαβεβαίωση του ευαγγελιστή, ο οποίος υπήρξε συγχρόνως θεατής και μάρτυρας, δείχνει τόσο την αλήθεια, όσο και το μεγαλείο του θαύματος και του μυστηρίου (b).
Ότι το να εκρεύσει αίμα από νεκρό σώμα είναι αφύσικο αναγνωρίστηκε γενικά. Για αυτό το φαινόμενο προτάθηκαν διάφορες φυσικές εξηγήσεις από κάποιους από τους νεώτερους ερμηνευτές. Έτσι η λόγχη ίσως έπληξε διάφορα αιμοφόρα αγγεία, και ενδέχεται να ήλθε σε επαφή με σημεία, στα οποία από εσωτερική αιμορραγία είχε συσσωρευτεί αίμα, και όπου ο ορρός και ο πλακούντας ήταν σε κατάσταση χωρισμού· και κατ’ αρχάς μεν έρρευσε ο ορός μόνος, όταν όμως η λόγχη μπήκε βαθύτερα ίσως έθιξε και σημεία, όπου το αίμα ήταν ρευστό (Ebrard).
Αλλά όταν πληγεί ένα μεγάλο αιμοφόρο αγγείο κάποιου νεκρού, μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να εκρεύσει από το τραύμα αίμα μελανωπό καλυμμένο από στρώμα ορρού. Είναι όμως ελάχιστα πιθανό ότι κάτι τέτοιο θα χαρακτηριζόταν από τον Ιωάννη ως αίμα και νερό (g).
Ο W. Stroud εισηγήθηκε ότι ο θάνατος του Ιησού προήλθε από διάρρηξη της καρδιάς, το οποίο εξηγεί γιατί επήλθε ο θάνατος τόσο σύντομα, και ότι το αίμα και νερό ήταν τα χωρισμένα μεταξύ τους θρόμβος και ορρός της ποσότητας του αίματος που διέφυγε στον περικάρδιο σάκκο, τον οποίο η λόγχη τρύπησε. Αλλά αυτό προϋποθέτει, ότι το τραύμα δόθηκε στην αριστερή πλευρά, για το οποίο όμως δεν έχουμε καμία βέβαιη ένδειξη, αλλά τελείως αντίθετα η παράδοση μιλά για τη δεξιά πλευρά.
Επιπλέον ο C. Creighton παρατήρησε, ότι το αίμα που διέφυγε σε κάποια κοιλότητα εσωτερική από ρήγμα ενός μεγάλου οργάνου δεν εκδηλώνει τάση χωρισμού σε θρόμβο και ορρό αλλά μένει παχύ σκοτεινό κόκκινο αίμα (β). Οι εξηγήσεις αυτές παραμένουν αρκετά απίθανες.
Η φράση αίμα και νερό δηλώνει με τρόπο φυσικό δύο ουσίες που έρρευσαν συγχρόνως, αλλά χωριστές, για τα μάτια του θεατή. Δεν απομένει μπροστά μας παρά μία εξήγηση· να δεχτούμε, ότι το γεγονός αυτό το μυστηριώδες συνέβη παρά τους νόμους της κοινής φυσιολογίας και ότι σχετίζεται με την εξαιρετική φύση σώματος, το οποίο η αμαρτία δεν αλλοίωσε ποτέ, και το οποίο βάδιζε προς την ανάσταση, χωρίς να πρόκειται να διέλθει πρώτα από την αποσύνθεση.
Από τη στιγμή του θανάτου αρχίζει γενικώς η πρόοδος της αποσύνθεσης. Το σώμα του Ιησού έπρεπε από τη στιγμή αυτή να πάρει διαφορετικό δρόμο. Μπήκε στην οδό της δόξας. Εκείνος ο οποίος υπήρξε ο άγιος του Θεού, με την απόλυτη έννοια της λέξης, εξαιρέθηκε επίσης από την διαφθορά (Ψαλμ. ιε 10). Αυτή είναι η έννοια την οποία ο ευαγγελιστής θέλησε να προσδώσει στο μοναδικό αυτό και χωρίς κάποιο προηγούμενο φαινόμενο (g).
Έτσι νέα διαθήκη επικυρώθηκε. Η προς Εβραίους επιστολή υπενθυμίζει στους αναγνώστες της, ότι η πρώτη διαθήκη βεβαιώθηκε με αίμα και νερό και ύσσωπο (Εβρ. θ 19) (χ).
Ο θάνατος του Κυρίου υπήρξε τελείως διαφορετικός από το θάνατο όλων των υπόλοιπων ανθρώπων και φανέρωσε την καλυπτόμενη από την ανθρώπινη φύση θεία προσωπικότητά του με το γεγονός, ότι η διαφθορά και η σήψη, η οποία για μας αρχίζει αμέσως από την πρώτη στιγμή του θανάτου μας, υπήρξε ξένη με το άχραντο σώμα του. Υπήρχε θεία ζωή στο ανθρώπινο σώμα του Ιησού Χριστού, πάνω στην οποία ο θάνατος δεν είχε κάποια εξουσία ή δύναμη. Η νίκη του θανάτου πάνω του υπήρξε προσωρινή και σύντομη, όμοια με τις καλοκαιρινές νύχτες των βορείων περιοχών της γης, στις οποίες το λυκόφως δεν παύει να φωτίζει μέχρι τη στιγμή κατά την οποία το λυκαυγές διαδέχεται αυτό.
Εκτός από την εξήγηση αυτή υπάρχουν στους Πατέρες και συμβολικές εξηγήσεις του μυστηριώδους φαινομένου. Η επικρατούσα, την οποία κάποιοι από τους νεώτερους (χ,τ) θεωρούν ότι επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον ευαγγελιστή (Α΄ Ιωάννου ε 16) είναι: «Αυτές οι πηγές δεν βγήκαν από το σώμα του απλώς και ως έτυχε, αλλά επειδή από αυτά τα δύο συστάθηκε η Εκκλησία. Και το γνωρίζουν αυτοί που μυούνται στα μυστήρια, που αναγεννιούνται μεν με νερό, τρέφονται δε με αίμα και σάρκα. Από εδώ λαμβάνουν αρχή τα μυστήρια, ώστε, όταν προσέρχεσαι στο φρικτό ποτήριο, να προσέρχεσαι έτσι, σαν να πίνεις από αυτήν την πλευρά» (Χ).
«Διότι το άγιο βάπτισμα είναι όντως του Χριστού και από το Χριστό και η δύναμη της μυστικής ευλογίας (=της Θείας Ευχαριστίας) γεννήθηκε ξανά σε εμάς από την αγία του σάρκα» (Κ).
«Εκείνο το αίμα χύθηκε για την άφεση των αμαρτιών· το νερό εκείνο… χορηγεί μία και μόνη φορά το λουτρό του βαπτίσματος» (Αυ).
Άλλη αλληγορία λιγότερο διαδεδομένη: «Αναβλύζει αίμα και νερό εγκαινιάζοντας δύο βαπτίσματα, αυτό του αίματος, του μαρτυρίου, και αυτό του νερού, της αναγέννησης» (Ζ).
Ερμηνεύεται αλληγορικά επίσης και το τρύπημα της πλευράς: «Τρυπιέται με τη λόγχη στην πλευρά ο Σωτήρας λόγω της τρυπημένης από την αμαρτία πλευρά του Αδάμ, δηλαδή την Εύα, θεραπεύοντας με την πληγή της πλευράς την πληγή της πλευράς» (Ζ).
«Ο δεύτερος αυτός Αδάμ έγυρε το κεφάλι και κοιμήθηκε πάνω στο σταυρό, έτσι ώστε μία σύζυγος [η εκκλησία] να φτιαχτεί για Αυτόν από εκείνο, το οποίο έρρευσε από την πλευρά αυτού που κοιμόταν. Ω θάνατε, μέσω του οποίου οι νεκροί αναστήθηκαν ξανά στη ζωή! Τι μπορεί να είναι καθαρότερο από το αίμα αυτό; Τι ιαματικότερο από το τραύμα αυτό;» (Αυ).
Ιω. 19,35 καὶ ὁ ἑωρακὼς(1) μεμαρτύρηκε(2), καὶ ἀληθινὴ(3) αὐτοῦ ἐστιν ἡ μαρτυρία, κἀκεῖνος οἶδεν(4) ὅτι ἀληθῆ λέγει, ἵνα καὶ ὑμεῖς(5) πιστεύσητε(6).
Ιω. 19,35 Αυτό το γεγονός, εκείνος που το είδε με τα ίδια του τα μάτια το εβεβαίωσε κατά τον πλέον επίσημον τρόπον και η μαρτυρίαν του αυτή είναι απολύτως αληθινή. Και εκείνος γνωρίζει πολύ καλά ότι λέγει την αλήθειαν δια το θαυμαστόν αυτό γεγονός, ώστε και σεις να πιστεύσετε.
(1) «Και αυτός που το είδε»… Αυτοί που αμφισβήτησαν τη γνησιότητα του δ΄ ευαγγελίου παρατήρησαν εδώ ότι ο συγγραφέας του ευαγγελίου διακρίνεται ξεκάθαρα από τον απόστολο και παρουσιάζεται ως αυτός που διερμηνεύει την προφορική μαρτυρία του αποστόλου. Προβλήθηκε λοιπόν ως επιχείρημα υπέρ αυτής της εκδοχής, ότι το «και εκείνος» δηλώνει εδώ τον πραγματικό συγγραφέα, που είναι διαφορετικός από τον Ιωάννη.
Αλλά το εκείνος χρησιμοποιείται στο Ιω. θ 37 από αυτόν που μιλά για τον εαυτό του. Παράλληλο επίσης ομοιότατο βρίσκεται και στον Ιώσηπο (Ιουδ. Πολ. ΙΙΙ, 7,16) όπου χρησιμοποιείται από τον ίδιο τον Ιώσηπο που γράφει για τον εαυτό του η αντωνυμία εκείνος. Γραμματικά εδώ το εκείνος χρησιμοποιείται για έμφαση σε επανάληψη του «αὐτοῦ» που αμέσως προηγήθηκε (αληθινή «αὐτοῦ» εστίν η μαρτυρία) όπως και στο Ιω. ζ 29 (Εγώ γνωρίζω αυτόν διότι από αυτόν είμαι, και εκείνος με…». Δες και ι 1,6 (β).
Άλλωστε εάν ο συγγραφέας του δ΄ ευαγγελίου ήταν άλλος από τον Ιωάννη, με ποιο δικαίωμα θα μαρτυρούσε για τη συνείδηση, την οποία έχει ο Ιωάννης («εκείνος ξέρει ότι λέει την αλήθεια») για το ότι η μαρτυρία του είναι αληθινή; (g).
Ο ε ω ρ α κ ώ ς «αυτός που είδε αυτά… δεν τα άκουσε από άλλον» (Ζ). «Δεν άκουσα από άλλους, αλλά ο ίδιος ήμουν παρών και είδα» (Χ).
(2) Ό,τι είδε με την ιδιότητά του ως αποστόλου, το μαρτύρησε με την ιδιότητά του ως ευαγγελιστή (b). Ο παρακείμενος δηλώνει αυτό που σώζεται στο αποτέλεσμα. Αυτή η μαρτυρία του Ιωάννη βρίσκεται μπροστά μας πάντοτε παρούσα (κ).
(3) Ο σιναϊτικός κώδικας μόνο γράφει αληθής. Το αληθινή όμως δεν σημαίνει, όπως αλλού, αληθής, αλλά μαρτυρία πραγματική, που εκφράζει γεγονός, το οποίο πράγματι συνέβη μπροστά στα μάτια του μάρτυρα (g). Αξιόλογη και η επόμενη: Η λέξη σημαίνει όχι μόνο, ότι το συμβάν είναι ιστορικά αληθινό, αλλά και ότι η παρεχόμενη έκθεση αυτού εκπροσωπεί την πνευματική σημασία και πραγματικότητα των εξωτερικών γεγονότων (μ).
Ο αγαπημένος μαθητής μαρτυρεί ιδιαίτερα και για τη σημασία του συμβάντος. Θεώρησε δηλαδή ότι η κάθαρση (νερό) και η νέα ζωή (αίμα) έρρευσαν από τη συντελεσμένη ήδη θυσία του αμνού του Θεού (χ).
(4) «Με ακρίβεια ξέρει αυτό» (Ζ). Ο ευαγγελιστής εδώ επικαλείται τη συνείδησή του για την αλήθεια της μαρτυρίας του (ο).
«Λέει ότι ο μαθητής που έδωσε μαρτυρία για αυτά, αυτός ο ίδιος έγινε μάρτυρας και θεατής του πράγματος, και γνωρίζει αληθινά, ότι έδωσε μαρτυρία για αληθινά πράγματα, φανερώνοντας με αυτό που είπε τον εαυτό του και όχι βεβαίως κάποιον άλλον. Διότι αρνήθηκε να μιλήσει πιο ξεκάθαρα για τον εαυτό του, αποκρούοντας την εντύπωση της φιλοδοξίας ως ένα πράγμα ασεβές και ως τη χειρότερη ασθένεια» (Κ).
(5) Έτσι ώστε από το αναφερθέν γεγονός και από αυτά που θα αναφερθούν στη συνέχεια να στηριχτείτε στην πίστη, διότι τα γεγονότα αυτά άλλοτε είχαν στηρίξει την πίστη και του ίδιου του συγγραφέα (g).
(6) Με έννοια απόλυτη= όχι απλώς, ότι αυτά είναι αληθινά, αλλά ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός (b).
«Διαβεβαιώνει λοιπόν ο σοφότατος ευαγγελιστής από τα συμβάντα τους ακροατές, ότι ακριβώς αυτός είναι ο Χριστός, που από παλιά προφητευόταν από την Αγία Γραφή. Διότι η έκβαση των πραγμάτων έγινε σύμφωνα ακριβώς με αυτά που είχαν γραφτεί για αυτόν» (Κ). Ο σιναϊτικός και βατικανός κώδικας γράφουν· πιστεύητε αντί για το πιστεύσητε.
Ιω. 19,36 ἐγένετο γὰρ ταῦτα, ἵνα ἡ γραφὴ(1) πληρωθῇ, ὀστοῦν οὐ συντριβήσεται αὐτοῦ(2).
Ιω. 19,36 Διότι έγιναν όλα αυτά, δια να εκπληρωθή η προφητεία της Γραφής• Δεν θα συντριβή κανένα από τα οστά του.
(1) Εδώ σημαίνει μέρος ή κάποια περικοπή της γραφής. Δες και Μάρκ. ιβ 10,Λουκά δ 21,Πράξ. α 16 (G).
(2) Γύρω στα 60 χειρόγραφα γράφουν απ’ αὐτοῦ αντί για «αὐτοῦ». Η προφητεία αυτή έχει παρθεί από το Εξόδου ιβ 46 και Αριθμοί θ 12, και όχι από το Ψαλμ. λγ 21, διότι το τελευταίο αυτό χωρίο αναφέρεται σε διατήρηση της ζωής του δικαίου, όχι όμως στη διατήρηση της ακεραιότητας του σώματός του (g).
«Διότι αν και αυτό ειπώθηκε για τον αμνό [τον πασχάλιο] των Ιουδαίων, αλλά χάριν της αλήθειας ο τύπος προηγήθηκε και βρήκε εφαρμογή περισσότερο σε αυτό το γεγονός» (Χ).
«Διότι εκείνος ο αμνός ήταν τύπος αυτού» (Θφ).
Ο πασχάλιος αμνός της Π.Δ. δεν σφαζόταν μόνο για ανάμνηση της εξόδου από την Αίγυπτο, αλλά ήταν και προσφορά (Αριθμ. θ 12) και δεν ήταν σωστό να ακρωτηριάζεται. Η προσφορά πρέπει να είναι τέλεια. Αυτό κατά τον Ιωάννη υπήρξε προφητική διάταξη και αναφερόταν στον τρόπο του θανάτου Εκείνου, ο οποίος ήταν ο αληθινός πασχάλιος αμνός, και σε αυτό συμφωνεί και ο Παύλος με όσα λέει στο Α΄Κορ. ε 7 (β).
Ο πασχάλιος αμνός ανήκε στο Θεό και εικόνιζε τον αμνό του Θεού. Να γιατί ο νόμος απαγόρευε ρητά κάθε βίαιη και σκληρή μεταχείρισή του. Για αυτό και τα υπολείμματα των σαρκών έπρεπε να κατακαούν αμέσως μετά το δείπνο (g).
Πολύ αξιόλογες και οι επόμενες παρατηρήσεις: Η εβραϊκή λέξη που αντιστοιχεί στη λέξη οστά σημαίνει και την δύναμη. Δεν έπρεπε λοιπόν κανένα οστό του Χριστού να συντριβεί, για να δειχτεί, ότι αν και ο Κύριος πέθανε με ασθένεια, η δύναμή του στο να σώζει παρέμεινε άθραυστη και ακέραιη. Η αμαρτία συντρίβει τα οστά μας, όπως συνέτριψε και του Δαβίδ τα οστά (Ψαλμ. ν 10 «θα αγαλλιάσουν οστά ταπεινωμένα»). Δεν συνέτριψε όμως και τα οστά του Χριστού, ο οποίος στάθηκε άθραυστος κάτω από το βάρος των αμαρτιών μας ώστε να μας σώζει για πάντα.
Ιω. 19,37 καὶ πάλιν ἑτέρα γραφὴ λέγει(1)· ὄψονται(2) εἰς ὃν ἐξεκέντησαν(3).
Ιω. 19,37 Και πάλιν άλλη προφητεία της Γραφής λέγει• Θα ιδούν εκείνον, τον οποίον λόγχισαν.
(1) Πρόκειται για το Ζαχαρίου ιβ 10. Εάν ο προφητικός τύπος του πασχαλινού αμνού εκπληρώθηκε «αρνητικά», διότι τα σκέλη του Ιησού «δεν» συντρίφτηκαν όπως συνηθιζόταν σε όσους εκτελούνταν με σταυρό, η προφητεία του Ζαχαρία εκπληρώθηκε «θετικά» με το λογχισμό της πλευράς (β).
(2) Η αντίστοιχη λέξη του εβραϊκού πρωτοτύπου έχει την έννοια της έντονης προσοχής και συνδέεται με μεσσιανική προφητεία, σύμφωνα με την οποία οι Ιουδαίοι υπό την επίδραση της χάρης θα στρέψουν τα βλέμματά τους προς τον Ιησού αναγνωρίζοντας αυτόν Μεσσία τους (ο). Οι Ο΄ μεταφράζουν: Επιβλέψονται πρός με. Πρόκειται για βλέμμα μετάνοιας, ικεσίας, πίστης, το οποίο θα ρίξουν οι Ιουδαίοι που επέστρεψαν σε εκείνον, τον οποίον τρύπησαν. Σκηνή συναρπαστική που περιγράφεται μεγαλοπρεπώς από τον Ζαχαρία στο ιβ 8-14 (g).
Ο Ζαχαρίας μιλά για μετάνοια της Ιερουσαλήμ. Έτσι το παρόν επεισόδιο αναφέρεται στο χρόνο, κατά τον οποίο ο Κύριος θα ελκύσει προς τον εαυτό του όλους, και αυτούς τους σταυρωτές του (τ).
Η προφητεία αυτή εκπληρώθηκε εν μέρει κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, όταν πολλοί από αυτούς που άκουσαν το κήρυγμα του Πέτρου «κατανύχτηκαν στην καρδιά». Θα εκπληρωθεί εξ’ ολοκλήρου όταν «όλος ο Ισραήλ θα σωθεί», αλλά και με οργή, όταν αυτοί που εμμένουν στην απιστία «θα δουν αυτόν αυτοί που τον τρύπησαν και θα θρηνήσουν για αυτόν» (Αποκ. α 7).
«Όταν δηλαδή θα έλθει να κρίνει, τότε θα δουν αυτόν με σώμα καλύτερο και πιο θεϊκό και θα γνωρίσουν αυτοί που τρύπησαν και θα κλάψουν» (Θφ).
(3) Οι Ο΄ βρίσκοντας ίσως ως πολύ έντονο και ανάρμοστο για τον Ιεχωβά το ρήμα που υπάρχει στο πρωτότυπο εβραϊκό, μεταφράζουν «ανθ’ ων κατωρχήσαντο»= ύβρισαν το Θεό με την ειδωλολατρεία (g). Η φυσική όμως μετάφραση της αντίστοιχης Εβραϊκής λέξης είναι εξεκέντησαν, η οποία ακολουθείται και από τους Θεοδοτίωνα και Ακύλα, ενώ ο Σύμμαχος μεταφράζει επεξεκέντησαν (β).
Για να καταλάβουμε καλά, τι ο Ιωάννης αισθάνθηκε κατά τη στιγμή, την οποία περιγράφει εδώ, ας φανταστούμε έναν πιστό Ιουδαίο, που γνωρίζει καλά την Π.Δ. και βλέπει να πλησιάζουν οι στρατιώτες, για να συντρίψουν τα σκέλη των τριών καταδίκων. Τι πρόκειται να συμβεί ως προς το σώμα του Μεσσία, το οποίο είναι ιερότερο από το σώμα του πασχάλιου αμνού; Και να που με συρροή περιστατικών ανέλπιστη το σώμα αυτό διαφεύγει κάθε σκληρή ενέργεια!
Το ίδιο πλήγμα της λόγχης, το οποίο προλαβαίνει την σύντριψη των οστών, εκπληρώνει κατά γράμμα αυτό που προφητεύτηκε από τον προφήτη! Τέτοια θαύματα δεν ήταν ικανά για να ενισχύσουν την πίστη του και την πίστη της Εκκλησίας; (g).
Η ταφή του Ιησού
Ιω. 19,38 Μετὰ δὲ ταῦτα(1) ἠρώτησε τὸν Πιλᾶτον Ἰωσὴφ(2) ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας(3), ὢν μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ, κεκρυμμένος δὲ διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων(4), ἵνα ἄρῃ τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ· καὶ ἐπέτρεψεν ὁ Πιλᾶτος(5). ἦλθεν οὖν καὶ ἦρε(6) τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.
Ιω. 19,38 Μετά ταύτα ο Ιωσήφ, που κατήγετο από την Αριμαθαίαν και ήτο μαθητής του Ιησού, αλλά έμενε κρυμμένος και δεν εφανερώνετο ως μαθητής δια τον φόβον των Ιουδαίων, παρεκάλεσε τον Πιλάτον να του επιτρέψη να πάρη το σώμα του Ιησού. Και ο Πιλάτος έδωσε την άδειαν. Ήλθε, λοιπόν, και επήρε το σώμα του Ιησού.
(1) Είναι η φράση, με την οποία ο Ιωάννης εισάγει νέα τμήματα της αφήγησής του (β). Πρέπει λοιπόν να το πάρουμε αυτό γενικά και ότι αναφέρεται κυρίως στο γεγονός της άρσης και ταφής του σώματος του Ιησού. Και αυτό διότι κατά την αφήγηση του Μάρκου ο Πιλάτος με την αίτηση του Ιωσήφ εξέφρασε έκπληξη για τον πρόωρο θάνατο του Ιησού. Η αίτηση λοιπόν του Ιωσήφ έγινε πιθανότατα λίγο πριν εκδοθεί η διαταγή για συντριβή των σκελών (ο). Παρόλο που η συντριβή των σκελών δεν έφερνε αμέσως το θάνατο (g).
(2) Ήταν μέλος του συνεδρίου (ευσχήμων βουλευτής Μάρκ. ιε 43) και πλούσιος (Ματθ. κζ 57), και κατά την δίκη του Ιησού δεν είχε συμφωνήσει στην καταδίκη του (Λουκά κγ 51).
(3) Δηλώνει πιθανώς όχι την πόλη Ραμά, που βρίσκεται δύο λεύγες μακριά και βόρεια της Ιερουσαλήμ, ούτε την άλλη Ραμά που σήμερα ονομάζεται Ραμλέχ, που βρίσκεται κοντά στη Λύδδα και δέκα λεύγες βορειοδυτικά της Ιερουσαλήμ, αλλά την Ραμαθαΐμ στη γη του Εφραίμ, την πατρίδα του Σαμουήλ (Α΄Βασ. α 1).
Πάντως ο Ιωσήφ ήταν ήδη εγκαταστημένος στα Ιεροσόλυμα μαζί με την οικογένειά του, διότι κατείχε εκεί οικογενειακό τάφο. Όπως επίσης μπορούμε να συμπεράνουμε από το ότι ο τάφος δεν είχε ακόμη χρησιμοποιηθεί, η μετοίκηση του Ιωσήφ από Αριμαθαία στα Ιεροσόλυμα δεν είχε γίνει προ πολλού χρόνου (g).
(4) Αντιτίθεται η τωρινή τόλμη αυτού και του Νικοδήμου με την λόγω φόβου προηγούμενη επιφυλακτικότητά τους. Ό,τι φαινόταν ότι θα ολοκλήρωνε πλήρως τον φόβο τους, ο επονείδιστος θάνατος του Ιησού, γίνεται αιτία να λάμψει η πίστη των μελών αυτών της Ιουδαϊκής αριστοκρατίας και απελευθερώνει αυτούς από κάθε ανθρώπινο φόβο (g).
«Αυτοί που φοβούνταν να πλησιάσουν φανερά τον Ιησού, τώρα, ενώ βλέπουν οι Ιουδαίοι, ζητούν το σώμα» (αμ). Υπήρξε δειλός μαθητής, αλλά δεν μπορούσε να υποφέρει, το να ατιμαστεί το σώμα του Κυρίου. Όπως συμβαίνει σε πολλές δειλές φύσεις, ισχυρό και βαθύ συναίσθημα υπερίσχυσε, όπου η κλήση της αλήθειας ήταν ανίσχυρη (τ).
Ο Χριστός πάνω στο Σταυρό έχει δύναμη μεγαλύτερη από ότι ο Ιησούς ο Ραββί (Διδάσκαλος), να ελκύει τους ανθρώπους στον εαυτό του (Ιω. ιβ 32) (μ).
Μερικοί, οι οποίοι σε ασθενέστερες δοκιμασίες φαίνονται ανίσχυροι, σε μεγαλύτερες αποδεικνύονται θαρραλέοι. Πράγματι συμβαίνει ενίοτε κάποιο σπέρμα θαμμένο στα βάθη της γης να απαλλάσσεται από το χώμα που το καλύπτει, που εμποδίζει την καρποφορία του, από κάποια βίαιη θύελλα και κοντύτερα προς την επιφάνεια βρισκόμενο να αναφύεται και να καρποφορεί. Και ο χριστιανός ενίοτε είναι δυνατόν να μοιάζει με τέτοιο σπέρμα και να έχει ανάγκη από το τίναγμα, το οποίο η καταιγίδα της δοκιμασίας προκαλεί, για να αφυπνίσει την αγαθή πρόθεσή του και να παρακινήσει αυτόν σε πράξεις ηρωϊκές. Ο ηρωϊσμός του Ιωσήφ και του Νικοδήμου άρχισε, την ώρα που το σκοτάδι κάλυπτε τον Ήλιο της δικαιοσύνης που ήταν καρφωμένος πάνω στο σταυρό.
(5) «Πώς όμως κανείς από τους δώδεκα δεν προσήλθε;… Διότι αν θα ήθελε κάποιος να αναφέρει τον φόβο εκ μέρους των Ιουδαίων, και αυτοί [ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος] κατέχονταν από τον ίδιο φόβο…Για ποιά αιτία λοιπόν; Εγώ νομίζω επειδή ήταν από τους πάρα πολύ επισήμους (και αυτό γίνεται φανερό και από τα εντάφια), και επειδή ήταν και γνωστός του Πιλάτου· για αυτό λοιπόν πήρε και την χάρη» (Χ).
Εάν κανείς δεν παρουσιαζόταν, να ζητήσει το σώμα του Ιησού, οι Ιουδαίοι θα έθαβαν αυτό μαζί με τα σώματα των ληστών. Αλλά ο Θεός διεγείρει τον ευγενή Ιωσήφ. Όταν ο Θεός εργάζεται την βουλή του, μπορεί να βρει τα κατάλληλα πρόσωπα ως όργανά του. Παρατήρησε όμως ως παράδειγμα ταπείνωσης του Ιησού, ότι το τίμιο σώμα του βρίσκεται στην εξουσία ειδωλολάτρη ηγεμόνα και προτού ταφεί πρέπει να ζητηθεί αυτό από αυτόν τον ηγεμόνα. Αλλά και ο Ιωσήφ δεν θα έπαιρνε το σώμα του Χριστού, εάν δεν το ζητούσε από τον Πιλάτο.
Σε αυτά που αφορούν την εξουσία των αρχόντων της γης, οφείλουμε πάντοτε να αποδίδουμε σεβασμό στην εξουσία αυτή και ειρηνικά να υποτασσόμαστε σε αυτήν.
(6) Πριν, σύμφωνα με το στίχο 31, σηκωθούν τα σώματα των σταυρωμένων από τους στρατιώτες ή τους Ιουδαίους. Ο σιναϊτικός γράφει: ήλθαν και ήραν. Ο βατικανός και κάποιοι μεγαλογράμματοι γράφουν το σώμα αυτού, αντί το σώμα του Ιησού.
Ιω. 19,39 ἦλθε δὲ καὶ Νικόδημος(1) ὁ ἐλθὼν πρὸς τὸν Ἰησοῦν νυκτὸς(2) τὸ πρῶτον(3), φέρων μῖγμα σμύρνης(4) καὶ ἀλόης(5) ὡς λίτρας ἑκατόν(6).
Ιω. 19,39 Μαζί δε με αυτόν ήλθε και ο Νικόδημος, ο οποίος την πρώτην φοράν είχεν έλθει στον Ιησούν νύκτα. Ο Νικόδημος έφερε πολυτιμότατον άρωμα, μίγμα από σμύρνα και αλόην, εκατό περίπου λίτρας, τριάντα δηλαδή και πλέον κιλά.
(1) Παρουσιάζεται πιθανότατο, ότι είχε προσυμφωνηθεί μεταξύ του Ιωσήφ και του Νικοδήμου, ώστε ο ένας να ενεργήσει, για να πετύχει από τον επίτροπο την άδεια να λάβει το σώμα, την ώρα που ο άλλος θα ετοίμαζε τα μύρα και γενικά τα σχετικά με την ταφή (ο).
(2) Αντίθεση μεταξύ της τωρινής θαρραλέας πράξης του Νικοδήμου με την λόγω δειλίας μυστικότητα, με την οποία για πρώτη φορά ήλθε στον Ιησού σύμφωνα με το Ιω. γ 1 (ο). Αναμφίβολα βλέποντας ήδη τον Κύριο κρεμασμένο πάνω στο Σταυρό, θα θυμήθηκε τον τύπο του χάλκινου φιδιού, στον οποίο ο Κύριος από πριν είχε επιστήσει την προσοχή του Νικοδήμου (g).
(3) Ή σημαίνει εδώ όπως και στο ι 40 την αρχή της δημόσιας δράσης του Κυρίου (g).
Ή, πιο σωστά, σημαίνει τον χρόνο, στον οποίο για πρώτη φορά πράττει κάποιος κάτι (G).
«Με την διήγηση λοιπόν αυτή δίνεται σε μας να καταλάβουμε, ότι ο Νικόδημος ήλθε στον Ιησού όχι τότε μόνο, αλλά τότε για πρώτη φορά· και ότι ήταν τακτικός επισκέπτης στη συνέχεια, ώστε μέσω της ακρόασης να αποβεί μαθητής» (Αυ).
(4) Πικρός χυμός, πολυτιμότατο άρωμα, το οποίο αποστάζει από κάποιο δέντρο ή θάμνο στην Αραβία και Αιθιοπία ή και λαμβάνεται με τομές στο φλοιό που γίνονται τεχνικά (G). Ο σιναϊτικός και βατικανός κώδικας γράφουν: έλιγμα σμύρνης, αντί μίγμα σμύρνης.
(5) Όνομα δέντρου αρωματικού, το οποίο φυτρώνει στις ανατολικές Ινδίες και Κοκιγκίνα, του οποίου το απαλό και πικρό ξύλο οι κάτοικοι της ανατολής το χρησιμοποιούσαν για θυμιάματα και για συντήρηση των πτωμάτων (G). Αφού έτριβαν τα αρώματα αυτά κατασκεύαζαν από αυτά ένα μίγμα, με το οποίο άλειφαν ολόκληρο τον επίδεσμο, μέσα στον οποίο θα περιτύλιγαν το σώμα (g). Η σμύρνα και αλόη αναφέρονται μαζί ως ευωδιαστό μίγμα σε πολλά σημεία στην Π.Δ. (Ψαλμ. μδ 8,Άσμα δ 14)(β).
(6) Η Ρωμαϊκή λίτρα αποτελούνταν από δώδεκα ουγκιές. Το βάρος λοιπόν του μίγματος ήταν περίπου 75 λίτρα σημερινά (ο), δηλαδή λίγο παραπάνω από 32 κιλά (F). Ο ευαγγελιστής αναφέρει το βάρος των αρωμάτων, σαν απόδειξη του πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη τους προς τον Ιησού (Luthardt=Λούθηρος). Οι εκατό λίτρες υπενθυμίζουν την αφθονία με την οποία η Μαρία έχυσε το μύρο στα πόδια του Ιησού. Σεβασμός πράγματι, βασιλικός (g).
«Διότι δεν τον ενταφιάζουν ως κατάδικο, αλλά με πολυτέλεια» (Θφ). «Σαν κάποιον μεγάλο και θαυμαστό» (Χ). Επέδειξαν όχι μόνο τον από αγάπη σεβασμό, που δείχνουμε σε αγαπημένα ή αξιοσυμπάθητα θύματα, αλλά και τον από εκτίμηση σεβασμό ο οποίος οφείλεται σε μεγάλους άνδρες.
Ιω. 19,40 ἔλαβον οὖν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἔδησαν(1) αὐτὸ ἐν ὀθονίοις(2) μετὰ τῶν ἀρωμάτων(3), καθὼς ἔθος ἐστὶ τοῖς Ἰουδαίοις(4) ἐνταφιάζειν(5).
Ιω. 19,40 Επήραν, λοιπόν, το σώμα του Ιησού και αφού το έπλυναν και το αλείψαν με τα πολύτιμα αρώματα το περιτύλιξαν με λωρίδες από σινδόνια, όπως ήτο η συνήθεια στους Εβραίους να ενταφιάζουν τους νεκρούς.
(1) Πιθανώς έκοβαν το νεκρικό σεντόνι σε λωρίδες, ώστε με αυτές να τυλίξουν τα μέλη του νεκρού το καθένα χωριστά (g). Υπάρχει παρόλ’ αυτά και γνώμη, ότι εκτός από το περιτύλιγμα με τους επιδέσμους τύλιγαν τον νεκρό και με σεντόνι.
(2) Έδησαν εν οθονίοις=Περιτύλιξαν με οθόνια (G), Οθόνια είναι υποκοριστικό του οθόνη= μικρή οθόνη. Ο πληθυντικός σχετικά με τους εντάφιους επιδέσμους Λουκ. κδ 12,Ιω. ιθ 40, κ 5-7 (G).
(3) Οι συνοπτικοί μάς πληροφορούν, ότι οι άγιες γυναίκες είχαν πρόθεση να συμπληρώσουν τον προσωρινό αυτόν αρωματισμό, αλλά μετά το Σάββατο (g).
(4) Αντιτίθεται ο τρόπος αυτός του αρωματισμού με αυτόν των Αιγυπτίων, οι οποίοι αφαιρούσαν τα σπλάχνα και πετύχαιναν με μεθόδους μακρότερες και δυσκολότερες την διατήρηση του σώματος (g).
(5) Ενταφιάζω= επιμελούμαι και προετοιμάζω τα εντάφια, δηλαδή το πτώμα για ταφή με κάθε ετοιμασία και κοσμιότητα, δηλαδή ετοιμάζω για κηδεία με πλύσεις, ρούχα, άνθη, στεφάνια, χρίσεις και σπονδές (G).
Αξιόλογη και η παρατήρηση: Ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος «κάνουν μεν πολυτελή την ταφή, τίποτα όμως θεϊκό δεν φαντάζονται για αυτόν, αλλά συμπεριφέρονται σαν να πρόκειται για απλό άνθρωπο, αφού φέρνουν και τέτοιου είδους αρώματα, τα οποία κατεξοχήν είναι φτιαγμένα από τη φύση τους να διατηρούν για πολύ το σώμα και δεν του επιτρέπουν γρήγορα να παραδοθεί στη φθορά. Το οποίο ακριβώς φανέρωνε για αυτούς, ότι τίποτα το μεγάλο δεν φαντάζονταν» (Θφ).
Ιω. 19,41 ἦν δὲ ἐν τῷ τόπῳ ὅπου ἐσταυρώθη(1) κῆπος(2), καὶ ἐν τῷ κήπῳ μνημεῖον(3) καινόν, ἐν ᾧ οὐδέπω οὐδεὶς ἐτέθη(4)·
Ιω. 19,41 Εις τον τόπον δε όπου είχε σταυρωθή ο Ιησούς υπήρχε κήπος και στον κήπον καινούργιο και αχρησιμοποίητο μνημείον, στο οποίον κανείς ακόμη δεν είχε ταφή.
(1) Ο Κύριος ετάφη έξω από την πόλη, διότι τέτοια συνήθεια επικρατούσε στους Ιουδαίους, αφού άλλωστε υπήρχε και ειδικός λόγος για αυτό, διότι όταν άγγιζε κάποιος τάφο γινόταν τελετουργικά ακάθαρτος. Αλλά η ανάσταση του Χριστού μετέβαλε την ιδιότητα αυτή του τάφου και απομάκρυνε από τους πιστούς τον μολυσμό του έτσι ώστε αυτοί δεν αναγκάζονται τώρα να τηρούν τους εαυτούς τους σε απόσταση από αυτόν. Είναι τώρα ωφέλιμο να προσερχόμαστε στους τάφους των αγαπημένων μας και να κάνουμε λιγότερο τρομερό σε μας και τον δικό μας τάφο.
(2) Λεπτομέρεια που είναι χαρακτηριστική στον Ιωάννη. Κανείς από τους συνοπτικούς δεν αναφέρει, ότι κοντά στον τόπο της σταύρωσης ήταν κήπος. Στον κήπο της Εδέμ ο θάνατος και ο τάφος πήραν για πρώτη φορά τη δύναμή τους. Και τώρα σε κήπο κατανικιούνται και αφοπλίζονται. Σε κήπο άρχισε το πάθημα του Χριστού και από κήπο θα ανασταινόταν και θα άρχιζε η ανύψωσή του. Ο Χριστός έπεσε σαν κόκκος σταριού πάνω στο έδαφος (Ιω. ιβ 24) και από αυτόν παρήγαγε καρπό σωτηρίας σε όλο το ανθρώπινο γένος.
(3) Λαξευμένο μέσα σε βράχο σύμφωνα με τον Λουκά (κγ 53).
(4) Ο σιναϊτικός και βατικανός αντί για το ετέθη γράφουν ην τεθειμένος. Δες και Λουκ. κγ 53. Για τη λεπτομέρεια αυτή συμφωνούν ο Λουκάς και ο Ιωάννης.
«Όπως στην κοιλιά της Παρθένου Μαρίας κανείς πριν από Αυτόν δεν είχε συλληφθεί και κανείς μετά από αυτόν, έτσι και σε αυτόν τον τάφο, κανείς δεν είχε ταφεί πριν από αυτόν και κανείς μετά από αυτόν» (Αυ).
Τόσο στο μνημείο όσο και στο πουλάρι «πάνω στο οποίο κανείς από τους ανθρώπους έως τότε δεν κάθισε» (Λουκ. ιθ 30) και το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τη θριαμβευτική είσοδο του Ιησού στα Ιεροσόλυμα έχουμε γεγονότα της θείας πρόνοιας, που ανήκουν στη βασιλική δόξα του Ιησού. Όταν υποδέχονται κάποιον βασιλιά, θέτουν σε υπηρεσία του αντικείμενα, τα οποία για πρώτη φορά χρησιμοποιούνται (g).
Ακόμη «ρυθμίζεται από τη θεία οικονομία να τοποθετηθεί σε καινούργιο μνημείο, στο οποίο δεν είχε τοποθετηθεί κανείς, ώστε να μην νομιστεί ότι αναστήθηκε κάποιος άλλος νεκρός, που ήταν θαμμένος μαζί με τον Ιησού» (Χ).
Ούτε να θεωρηθεί, ότι όχι από δική του δύναμη αλλά από δύναμη κάποιου άλλου αναστήθηκε, όπως άλλοτε με την επαφή με τα οστά του Ελισαίου.
Ιω. 19,42 ἐκεῖ οὖν διὰ τὴν παρασκευὴν τῶν Ἰουδαίων(1), ὅτι ἐγγὺς ἦν τὸ μνημεῖον(2), ἔθηκαν τὸν Ἰησοῦν.
Ιω. 19,42 Επειδή, λοιπόν, το μνημείο αυτό ήτο κοντά στον τόπον της σταυρώσεως και εβιάζοντο να τελειώσουν την ταφή, πριν περάση η ημέρα αυτή της προπαρασκευής των Ιουδαίων δια το πάσχα, εκεί έθεσαν τον Ιησούν.
(1) «Εξαιτίας της προπαρασκευής, την οποία οι Ιουδαίοι που βρίσκονται στον τόπο μας συνηθέστερα ονομάζουν στα Λατινικά coena pura(=δείπνο καθαρό)» (Αυ). Η φράση αυτή σύμφωνα με αυτούς που δέχονται ότι ο θάνατος του Ιησού έγινε όχι στις 14, αλλά στις 15 του Νισάν σημαίνει για την ημέρα της εβδομάδας Παρασκευή και δηλώνεται με αυτήν ότι και η επομένη ημέρα ήταν ημέρα αργίας και για αυτό η πριν από αυτήν ημέρα, μολονότι ήταν ημέρα αργίας και αυτή, γινόταν για την επομένη, ημέρα προπαρασκευής. Αλλά εάν η πρώτη των δύο αυτών ημερών ήταν ημέρα αργίας, όπως και η επομένη, η μεταφορά νεκρού, την οποία ήθελαν να προλάβουν για να μην γίνει την επομένη, δεν επιτρεπόταν να γίνει ούτε σε αυτήν την πρώτη ημέρα.
Η έννοια λοιπόν της φράσης απλούστατα είναι, ότι ήταν η ώρα, κατά την οποία οι Ιουδαίοι ετοίμαζαν το μεγάλο τους εθνικό και θρησκευτικό δείπνο θυσιάζοντας τον αμνό (g). Εφ’ όσον στο χωρίο αυτό προστίθενται οι λέξεις «των Ιουδαίων», προσθήκη την οποία ο Ιωάννης κάνει πάντοτε, όταν μιλά για τις γιορτές του Πάσχα (δες β 13,στ 4,ια 55) ίσως πρέπει να εννοήσουμε, ότι λέει εδώ η προπαρασκευή του Πάσχα (β).
(2) «Επειδή πιέζονταν από το χρόνο (διότι, αφού πέθανε γύρω στην ενάτη ώρα (=3 μ.μ.) και στη συνέχεια προσήλθαν στον Πιλάτο και κατέβασαν το σώμα από το σταυρό, φυσικό ήταν να τους βρει το απόγευμα, κατά το οποίο δεν επιτρεπόταν να εργάζεται κανείς), τοποθετούν αυτόν στο κοντινό μνημείο» (Χ).
«Ήθελαν μεν να τον βάλουν σε άλλο πιο αξιόλογο μνημείο, πιο μακριά από την πόλη· λόγω όμως της παρασκευής των Ιουδαίων… και πιο πολύ επειδή έπεσε και το πάσχα τότε, τον έβαλαν στο πιο κοντινό» (Ζ).
Σύμφωνα με τον Ματθαίο χρησιμοποιήθηκε το μνημείο αυτό, μάλλον διότι ανήκε στον Ιωσήφ. Σύμφωνα με τον Ιωάννη προτιμήθηκε λόγω της εγγύτητάς του με τον Γολγοθά, επειδή το Πάσχα επρόκειτο να αρχίσει. Οι δύο αυτοί λόγοι μακριά από το να αντιφάσκουν, συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον. Σε τι θα χρησίμευε η εγγύτητα του τάφου εάν αυτός δεν ανήκε σε έναν από τους φίλους του Κυρίου; (g).
Μπαίνει στο μνημείο αυτό πρόχειρα, σαν σε κάποιο πανδοχείο όπου διαβαίνοντας κάποιος και για λίγο διάστημα πρόκειται να παραμείνει. Έτσι και ο Χριστός δεν θα έμενε για πολύ στον τάφο εκείνο. Μάθε από το γεγονός αυτό να μην πολυπραγμονείς για τον τόπο της ταφής σου. Ο Χριστός θάφτηκε στον τάφο, ο οποίος ήταν κοντά και πρόχειρος για ταφή. Εάν οι πατριάρχες επιθυμούσαν να μεταφερθούν τα οστά τους στη γη της επαγγελίας, μη λησμονείς ότι καλύτερες υποσχέσεις δόθηκαν σε μας και συνεπώς τέτοιες επιθυμίες για τους Χριστιανούς δεν έχουν τον τόπο τους. «Δεν έχουμε εδώ μόνιμη πόλη, αλλά την μελλοντική επιζητούμε» (Εβρ. ιγ 14).
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Τα Θεία Πάθη στο κατά Λουκάν
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Απριλίου, 2020

ΤΑ ΠΑΘΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
Γ. Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ κγ 1 – 56
Υπόμνημα στο κατά Λουκάν, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 626-653 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας Θφ = Θεοφύλακτος
Β = Βασίλειος ο Μέγας Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας Σγ = Σεβηριανός
Ζ = Ζιγαβηνός Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Η = Ησύχιος Ω = Ωριγένης
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
F. Godet, Commentaire sur l’ Evangile de S. Luc 1888 (σημειώνεται με το g)
M.J. Lagrange. Evangile selon s. Luc, Deuxieme edition Paris 1921 (σημειώνεται με το L.)
Alf. Plummer. A critical and exegetical commentary on the Gospel according to S. Luc, Fifth edition (1928) (σημειώνεται με το p.)
J.A. Bengel Gnomon of the N.T. Testament translated by A. Fausset. Τόμ. II (σημειώνεται με το b)
.J. Owen, A Commentary on the Gospel of Luc, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
Ν. Δαμαλά Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)
ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους
Η πολιτική δίκη μπροστά στον Πιλάτο
Λουκ. 23,1 Καὶ ἀναστὰν(1) ἅπαν τὸ πλῆθος αὐτῶν(2) ἤγαγον αὐτὸν ἐπὶ τὸν Πιλᾶτον(3).
Λουκ. 23,1 Και αφού εσηκώθηκε όλο το πλήθος των συνέδρων, έφεραν τον Ιησούν στον Πιλάτον.
(1) Ο Λουκάς προϋποθέτει ότι είναι γνωστή ήδη η σε θάνατο καταδίκη του Ιησού (p).
(2) Δηλαδή ολόκληρο το σώμα του συνεδρίου, μη περιλαμβανομένου του όχλου, ο οποίος σε καμία από τις τέσσερεις ευαγγελικές αφηγήσεις δεν έχει αναφερθεί έως τώρα (p).
(3) Αφότου η Ιουδαία προσαρτήθηκε ως ρωμαϊκή επαρχία, μετά την καθαίρεση του Αρχέλαου, δηλαδή το 7 μ.Χ., οι Ιουδαίοι άρχοντες έχασαν το jus gladii, δηλαδή το δικαίωμα της θανατικής εκτέλεσης, το οποίο επιφυλασσόταν στους Ρωμαίους σε όλες τις ρωμαϊκές επαρχίες. Και σύμφωνα με παράδοση που αναφέρεται από το Ταλμούδ «σαράντα χρόνια πριν την καταστροφή του ναού (δηλαδή μόλις το 30 μ.Χ.) το δικαίωμα της καταδίκης σε θάνατο αφαιρέθηκε από τους Ιουδαίους» (Cant. 24,2). Έτσι εξηγείται το διάβημα αυτό του συνεδρίου.
Ως προς το ζήτημα της διαμονής του Πιλάτου, δεν είναι δυνατόν να βεβαιωθεί, εάν αυτός έμενε τότε στο μεγαλοπρεπές ανάκτορο του Ηρώδη του μεγάλου, στο πάνω μέρος της πόλης, ή στο φρούριο Αντωνία, βορειοδυτικά του ναού. Η παράδοση καθορίζει την αφετηρία της Via dolorosa (δρόμος του μαρτυρίου του Χριστού) στην Αντωνία (g).
«Παραδόθηκαν και αυτοί στις στρατιές των Ρωμαίων, και έτσι εκπληρώθηκαν εκείνα που είχαν προαναγγελθεί για αυτούς από τους προφήτες· «Αλλοίμονο στον παράνομο! Γιατί θα του συμβούν κακά ανάλογα με τα έργα των χεριών του (Ησ. 3,11)». Και άλλος· «Καθώς έπραξες, έτσι θα συμβεί και σε σένα. Η ανταπόδοσή σου θα ανταποδοθεί στο κεφάλι σου (Οβδιού 15» (Κ).
Λουκ. 23,2 ἤρξαντο(2) δὲ κατηγορεῖν(2) αὐτοῦ λέγοντες· τοῦτον εὕρομεν διαστρέφοντα τὸ ἔθνος(3) καὶ κωλύοντα Καίσαρι(4) φόρους(5) διδόναι, λέγοντα ἑαυτὸν Χριστὸν βασιλέα(6) εἶναι.
Λουκ. 23,2 Άρχισαν δε να τον κατηγορούν και να λέγουν• “αυτόν τον ευρήκαμεν να παρακινή το έθνος εις επανάστασιν και να εμποδίζη την πληρωμήν των φόρων στον Καίσαρα και να λέγη δια τον εαυτόν του, ότι είναι ο Χριστός, ο βασιλεύς”.
(1) Άρχισαν να αναπτύσσουν τις κατηγορίες, ο Πιλάτος όμως στο μεταξύ παρενέβαινε για διευκρίνιση και διαπίστωσή τους. Για αυτό και λέει το ρήμα άρχισαν (p).
(2) Διατυπώνουν τρεις κατηγορίες πολιτικού χαρακτήρα, οι οποίες θα είχαν βαρύτητα για τον Πιλάτο· δηλαδή, ότι διαστρέφει το έθνος, ξεσηκώνοντας αυτό σε στάση, ότι παρεμποδίζει την πληρωμή των φόρων στον Καίσαρα, και ότι οικειοποιείται τον τίτλο του βασιλιά (p).
(3) Υπάρχει και η γραφή το έθνος ημων. Η λέξη λαός χρησιμοποιείται με πολιτική συγχρόνως και ιερή έννοια, ενώ η λέξη έθνος με γενεαλογική ή φυσική έννοια (b).
(4) Μέσω κανενός άλλου πράγματος δεν ήταν τόσο συνδεδεμένοι με τον Καίσαρα, όσο μέσω του μίσους τους προς τον Ιησού (b).
(5) «Ολοφάνερα εναντιώνονται στην αλήθεια. Διότι πού εμπόδισε ο Ιησούς να δίδουν φόρους τη στιγμή που μάλλον διέταξε να τους αποδίδουν ως χρέος, λέγοντας τα εξής: Αποδώστε στον Καίσαρα τα του Καίσαρα;» (Θφ).
«Αλλά ένας ήταν ο σκοπός τους, το να κατεβάσουν στο θάνατο Εκείνον που ανεβάζει στη ζωή» (Κ).
(6) Προσθέτουν το βασιλιά, ώστε ο Πιλάτος να αντιληφθεί την πολιτική σημασία του όρου Χριστός (p). Εάν λοιπόν διεκδίκησε τον τίτλο Χριστός, στον οποίο αυτοί τώρα προσδίδουν πολιτική έννοια, είναι προφανές, ότι για να είναι συνεπής, θα έπρεπε και την πληρωμή των φόρων να αρνηθεί (g), και το λαό να διαστρέψει σε στάση.
Ολοφάνερα συκοφαντούν. «Διότι πώς ξεσηκώνει σε στάση τον όχλο; Μήπως καταπιανόμενος με τη βασιλεία; Αλλά αυτό είναι τελείως απίθανο· διότι και όταν ακόμη ήθελε το πλήθος να τον κάνει βασιλιά, αφού το κατάλαβε, αναχώρησε» (Θφ).
Η μετάφραση και απόδοση του τίτλου Χριστός με τον τίτλο βασιλιάς, ενώπιον του Πιλάτου, είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτη, εάν συγκριθεί με την απόδοση του ίδιου τίτλου με τον τίτλο ο Υιός του Θεού, ενώπιον του συνεδρίου. Με την πρώτη μετάφραση προσδίδουν στην κατηγορία το χαρακτήρα της επανάστασης κατά του καθεστώτος, ενώ με τη δεύτερη προσδίδουν το χαρακτήρα της βλασφημίας, για την οποία ο Πιλάτος δεν θα ενδιαφερόταν καθόλου. Πόση ευλυγισία και πανουργία εκδηλώνεται στο μίσος αυτό! (g). Τον κατηγορούν ενώπιον του Πιλάτου ότι εμποδίζει την πληρωμή των φόρων και αντιτίθεται προς τον Καίσαρα. Δηλαδή διατυπώνουν εναντίον του κατηγορία, η οποία και για αυτούς τους ίδιους δεν ήταν πραγματικό έγκλημα, διότι και αυτοί οι ίδιοι κατά βάθος αντιτίθονταν προς τον Καίσαρα και θεωρούσαν θεάρεστο έργο την αποτίναξη του ζυγού του.
Είναι όμως αξιοσημείωτο ότι για αυτό το ίδιο έγκλημα που τώρα ψευδώς και συκοφαντικά επινοήθηκε εις βάρος του Ιησού, τιμωρήθηκαν αυτοί σκληρά από τους Ρωμαίους ως πραγματικοί αποστάτες εναντίον αυτών και του Καίσαρα. Τον κατηγορούν ως αντίζηλο του Καίσαρα και ότι αξιώνει βασιλικό αξίωμα και βασιλικά δικαιώματα για τον εαυτό του.
Ο πραγματικός παρόλ’ αυτά λόγος, για τον οποίο αυτοί τον απέρριψαν και δεν τον δέχτηκαν ως Μεσσία, ήταν, ότι δεν εμφανίστηκε με εξωτερική πομπή και δύναμη και δεν κάθισε σε θρόνο βασιλικό ανατρέποντας με το σπαθί του κάθε άλλη βασιλεία στη γη. Ναι· ήταν ο Χριστός και ως τέτοιος ήταν και βασιλιάς, αλλά όχι και τέτοιος, ώστε να υπάρχει φόβος ότι θα επαναστατούσε κάποτε εναντίον του Καίσαρα.
Λουκ. 23,3 ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων· σὺ(1) εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων(2); ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ ἔφη· σὺ λέγεις(3).
Λουκ. 23,3 Ο δε Πιλάτος τον ηρώτησε, λέγων• “συ, είσαι βασιλεύς των Ιουδαίων;” Ο δε Ιησούς απεκρίθη και του είπε• “όπως και συ το λέγεις είμαι βασιλεύς, όχι όμως όπως οι κοσμικοί βασιλείς”.
(1) Η αντωνυμία μπαίνει μπροστά με έμφαση (p).
«Σχεδόν λέει το εξής· Εσύ ο φτωχός, ο ασήμαντος, ο γυμνός, ο αβοήθητος κατηγορείσαι ότι επιθυμείς τη βασιλεία; Και με αυτό περιγελά αυτούς που κατηγορούν αυτά τον Ιησού, αφού, τον τόσο ασήμαντο και γυμνό, τον παρουσιάζουν ψευδώς να επιχειρεί τέτοιο πράγμα, ενώ θα χρειαζόταν και πολλά χρήματα και πολλούς βοηθούς» (Θφ).
(2) Και οι 4 ευαγγελικές αφηγήσεις συναντιούνται στην ερώτηση αυτή του Πιλάτου προς τον Ιησού. Μαθαίνουμε από τον Ιωάννη, ότι ο Ιησούς ήταν μέσα στο πραιτώριο, ενώ οι Ιουδαίοι στέκονταν έξω. Ο Πιλάτος πήγαινε από αυτούς στον Ιησού και από τον Ιησού προς αυτούς (g).
(3) Όμοια με την απάντηση στο κεφ. κβ 70. Σε αυτό περιλαμβάνεται συμπτυγμένα συνομιλία μεταξύ Πιλάτου και Ιησού, που πλατύτερα εκτίθεται από τον Ιωάννη, χωρίς την οποία η αφήγηση των συνοπτικών παρουσιάζεται μόλις και μετά βίας κατανοητή. Θα ήταν ακατανόητο ο Πιλάτος να ακούσει από το στόμα του Ιησού, ότι δεχόταν την εναντίον του κατηγορία, ότι είναι βασιλιάς των Ιουδαίων και αμέσως χωρίς περαιτέρω εξέταση να διακηρύξει, ότι «καμία κατηγορία δεν βρίσκω σε αυτόν τον άνθρωπο». Αλλά μία συνομιλία με τον Ιησού έπεισε τον Πιλάτο, ότι επρόκειτο για ακίνδυνο ενθουσιαστή (p).
Η απόκριση του Κυρίου προς τον Πιλάτο θα μπορούσε να αποδοθεί και ως εξής: Ναι· είμαι όπως λες, εξουσιοδοτημένος να κυβερνήσω τον Ισραήλ· αλλά καταπολεμώντας και ανταγωνιζόμενος τους αρχιερείς και γραμματείς, οι οποίοι κατατυραννούν αυτόν στα θρησκευτικά ζητήματα. Για κανένα όμως λόγο δεν ανταγωνίζομαι τον Καίσαρα, του οποίου η κυβέρνηση αναφέρεται μόνο στα αστικά και πολιτικά συμφέροντα του Ισραήλ. Η βασιλεία του Μεσσία είναι εξ’ ολοκλήρου πνευματική και δεν αναμιγνύεται στη δικαιοδοσία του Καίσαρα.
Λουκ. 23,4 ὁ δὲ Πιλᾶτος εἶπε πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ὄχλους ὅτι οὐδὲν εὑρίσκω αἴτιον(1) ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ.
Λουκ. 23,4 Ο δε Πιλάτος είπε προς τους αρχιερείς και τους όχλους, ότι “δεν ευρίσκω καμίαν ενοχή στον άνθρωπον αυτόν”.
(1) Αίτιο=αιτία. Είναι χαρακτηριστική λέξη του Λουκά και συνδυάζεται πάντοτε με άρνηση. Δες σ. 14,22· Πράξ. ιθ 40 (p). Αίτιο=ένοχο, αξιοκατάκριτο· έτσι λέγεται το αίτιος και στον Όμηρο και στον Πλάτωνα αντί για το ένοχος (δ). Το επίθετο αίτιος (αυτής ή εκείνης της πράξης), ένοχος και υπεύθυνος (αυτού ή εκείνου) έγινε ουσιαστικό (L).
Λουκ. 23,5 οἱ δὲ ἐπίσχυον(1) λέγοντες ὅτι ἀνασείει(2) τὸν λαὸν διδάσκων καθ᾿ ὅλης τῆς Ἰουδαίας, ἀρξάμενος ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας(3) ἕως ὧδε(4).
Λουκ. 23,5 Αλλά αυτοί με περισσότερον πείσμα και φανατισμόν επέμεναν, λέγοντες ότι αναταράσσει τον λαόν με το να διδάσκη τα επαναστατικά του κηρύγματα, που έκαμε αρχήν από την Γαλιλαίαν και τα έφερε έως εδώ.
(1) Επίσχυον· είναι αμετάβατο και συνεπώς καμία λέξη δεν πρέπει να υπονοηθεί από έξω. Δες Α΄ Μακ. στ 6 (p)=κατηγορούσαν εντονότερα από πριν (δ). Ή, έγιναν πιο κατηγορηματικοί στις αιτιάσεις τους (p).
(2) =αναστατώνει, βάζει σε στάση εναντίον των νομίμων αρχών (δ). «Ο μεν Πιλάτος απάλλασσε τον Ιησού από κάθε κατηγορία και αυτό όχι μία φορά, αλλά τρεις· αυτοί όμως με μεγαλύτερη επιμονή έλεγαν, αναστατώνει το λαό, μαζεύοντας και άλλες αφορμές συκοφαντιών» (Κ).
(3) Από τη Γαλιλαία, την τροφό των στασιαστών (Γρότιος). «Αναστατώνει το λαό και όχι σε ένα μέρος, αλλά από μεν τη Γαλιλαία άρχισε, έφτασε όμως μέχρις εδώ περιοδεύοντας διαμέσου της Ιουδαίας. Νομίζω όμως ότι δεν ανέφεραν τη Γαλιλαία τυχαία, αλλά εξωθώντας σε φόβο τον Πιλάτο. Διότι πράγματι οι Γαλιλαίοι ήταν πάντα τέτοιοι στασιαστές που επιχειρούσαν κινήματα» (Θφ).
(4) Μπορεί να αναφέρεται ειδικά στη θριαμβευτική είσοδο στα Ιεροσόλυμα. Αλλά μπορεί να αναφέρεται και σε προηγούμενες επισκέψεις του Ιησού στην πόλη αυτή (p).
Λουκ. 23,6 Πιλᾶτος δὲ ἀκούσας Γαλιλαίαν(1) ἐπηρώτησεν εἰ ὁ ἄνθρωπος Γαλιλαῖός ἐστι,
Λουκ. 23,6 Ο δε Πιλάτος, όταν ήκουσε την λέξιν Γαλιλαία, ηρώτησε, εάν ο άνθρωπος αυτός είναι από την Γαλιλαίαν.
(1) Τα αλεξανδρινά χειρόγραφα παραλείπουν το Γαλιλαίαν. Ο Πιλάτος ακούγοντας Γαλιλαία, η οποία βρισκόταν στη δικαιοδοσία του τετράρχη Ηρώδη Αντίπα, νόμισε, ότι βρήκε μέσο υπεκφυγής και ρωτά, εάν ο Σωτήρας όντως είναι Γαλιλαίος, θέλοντας να απαλλαχτεί αυτός παραπέμποντας την υπόθεση στον Ηρώδη (δ). Ταλαντευόμενος ανάμεσα στα ελατήρια της πολιτικής από τη μία και της φυσικής δικαιοσύνης από την άλλη, μεταξύ του να μη δυσαρεστήσει τους άρχοντες των Ιουδαίων από τη μία και του να ταπεινώσει την υπερηφάνεια τους από την άλλη αποσπώντας από τα χέρια τους τον αθώο Ιησού, νόμισε ότι μπορούσε να απαλλαχτεί από την ενοχλητική αυτή υπόθεση, παραπέμποντας αυτήν στον Ηρώδη (ο).
Λουκ. 23,7 καὶ ἐπιγνοὺς(1) ὅτι ἐκ τῆς ἐξουσίας Ἡρῴδου(2) ἐστίν, ἀνέπεμψεν(3) αὐτὸν πρὸς Ἡρῴδην, ὄντα καὶ αὐτὸν ἐν Ἱεροσολύμοις ἐν ταύταις ταῖς ἡμέραις(4).
Λουκ. 23,7 Και όταν εξηκρίβωσε ότι ο Ιησούς είναι από την περιοχήν της δικαιοδοσίας του Ηρώδου, τον παρέπεμψεν στον Ηρώδην, ο οποίος κατά τας ημέρας αυτάς του Πάσχα ευρίσκετο και αυτός εις τα Ιεροσόλυμα
(1) Η μετοχή επιγνούς συναντιέται συχνά στο Λουκά με την έννοια του: αφού βεβαιώθηκε εξ’ ολοκλήρου. Δες Λουκ. ζ 37, Πράξ. ιθ 34,κβ 29,κδ 11,κη 1 κλπ. (p).
(2) Το ρωμαϊκό δίκαιο υπολόγιζε πολύ την καταγωγή του κατηγορουμένου, και ο Κύριος ήταν από επαρχία που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Ηρώδη (L).
(3) Το ρήμα χρησιμοποιείται και με την έννοια του στέλνω ψηλά, παραπέμπω σε ανώτερη εξουσία ή σε αρμόδια αρχή. Αλλά στους σ. 11,15 η σημασία του είναι στέλνω πίσω, και αυτή η έννοια μπορεί να διατηρηθεί και εδώ. Εάν ο Ιησούς από καταγωγής ανήκε στη δικαιοδοσία του Ηρώδη, το να στέλνει αυτόν στον Ηρώδη σήμαινε το να στέλνει αυτόν πάλι ή πίσω σε αυτόν· ακριβώς όπως και για τον εκ γενετής τυφλό χρησιμοποιείται το ρήμα αναβλέπω (Ιω. θ 15,18), διότι το να βλέπει κάποιος είναι φυσικό στον άνθρωπο (p).
Ο Θεός οικονόμησε έτσι το πράγμα, για να γίνει ακόμη περισσότερο ολοφάνερη η εκπλήρωση της Γραφής, όπως φαίνεται και στο Πράξ. δ 26,27, όπου η προφητεία του Δαβίδ (Ψαλμ. β 2) «οι βασιλιάδες της γης και οι άρχοντες μαζεύτηκαν στο ίδιο μέρος εναντίον του Κυρίου και εναντίον του Χριστού αυτού» ξεκάθαρα λέγεται ότι εκπληρώθηκε από τον Ηρώδη και τον Πόντιο Πιλάτο.
(4) Ο Ηρώδης βρισκόταν για τις εορτές του Πάσχα στα Ιεροσόλυμα και διέμενε πιθανώς στο ανάκτορο των Ασμοναίων, που βρισκόταν στην κορυφή του υψηλού λόφου, που δέσποζε του ναού (L).
Ο Κύριος μπροστά στον Ηρώδη
Μόνος ο Λουκάς αναφέρει το επεισόδιο αυτό και φαίνεται να είχε κάποιον γνωστό στο σπίτι του Ηρώδη, ο οποίος γνωστοποίησε σε αυτόν αυτό το γεγονός (Schleiermacher). Η Ιωάννα η σύζυγος του Χουζά (Λουκ. η 3) θα υπήρξε πιθανώς η πηγή της πληροφορίας αυτής.
Λουκ. 23,8 ὁ δὲ Ἡρῴδης ἰδὼν τὸν Ἰησοῦν ἐχάρη λίαν· ἦν γὰρ ἐξ ἱκανοῦ(1) θέλων ἰδεῖν αὐτὸν διὰ τὸ ἀκούειν αὐτὸν πολλὰ περὶ αὐτοῦ, καὶ ἤλπιζέ τι σημεῖον ἰδεῖν ὑπ᾿ αὐτοῦ γινόμενον(2).
Λουκ. 23,8 Ο δε Ηρώδης, όταν είδε τον Ιησού εχάρηκε πολύ, διότι από πολύν καιρόν ήθελε να τον ίδη, επειδή πολλά συνεχώς ήκουε δι’ αυτόν και ήλπιζε, να ίδη κάποιο θαύμα να γίνεται από τον Ιησούν.
(1) Υπάρχει και η γραφή εξ ικανών χρόνων. ἦν θέλων=εξακολουθούσε να θέλει. Δηλώνεται το έντονο της επιθυμίας (p.δ).
(2) «Ο Ηρώδης… επειδή είχε την αρρώστια να θέλει να βλέπει καινούργια πράγματα… επιθυμούσε να δει κάποιο θαύμα από τον Ιησού, όχι για να πιστέψει, αλλά για να δώσει τροφή στα μάτια του· όπως ακριβώς στα θέατρα βλέπουμε τους θαυματοποιούς να φαντάζουν ότι καταπίνουν φίδια και ξίφη και τα παρόμοια, και θαυμάζουμε. Σχεδόν δηλαδή νόμιζε ότι ο Ιησούς είναι ένας τέτοιος» (Θφ).
Πόσο ταπεινά και άξια περιφρόνησης ήταν τα ελατήρια, από τα οποία κινούνταν εδώ ο Ηρώδης! Ζητούσε την εκδήλωση της θαυματουργικής ενέργειας του Ιησού όχι για κάποιο ανώτερο σκοπό, αλλά για ικανοποίηση της μάταιης περιέργειάς του (ο).
Λουκ. 23,9 ἐπηρώτα δὲ αὐτὸν ἐν λόγοις ἱκανοῖς(1)· αὐτὸς δὲ οὐδὲν ἀπεκρίνατο αὐτῷ(2).
Λουκ. 23,9 Τον ερωτούσε δε ο Ηρώδης δια πολλά και με πολλάς ερωτήσεις. Ο Ιησούς όμως δεν του έδωκε καμίαν απάντησιν.
(1) Ή «με λόγια σοφιστικά και που τον έβαζαν σε δοκιμασία» (Ζ). Ή, πιο πιθανό, οι λόγοι και οι ερωτήσεις αυτές αναφέρονταν στην αποστολή, την οποία ο Ιησούς διεκδικούσε (L). Ελπίζοντας συγχρόνως ότι για υποστήριξη των μεσσιακών του αξιώσεων θα αναγκαζόταν ο Ιησούς να τελέσει και κάποιο θαύμα (ο).
(2) «Επειδή τον ήξερε ότι ήθελε να δει θαύμα όχι για ωφέλεια, αλλά για τέρψη, και θαύμα που δεν πίστευε ότι προέρχεται από θεία δύναμη αλλά από απλή ψεύτικη θαυματοποιΐα» (Ζ) δεν απάντησε τίποτα. «Διότι γιατί πρέπει να απαντήσει σε αυτόν που δε ρωτά για να μάθει. Και γιατί πρέπει να βάλει τα μαργαριτάρια μπροστά στους χοίρους; Μάλλον λοιπόν δείγμα φιλανθρωπίας είναι το να τηρεί σιγή κανείς σε τέτοιους ανθρώπους. Διότι ο λόγος που ειπώθηκε για να μην έχει καμία ωφέλεια, είναι επιπλέον και πρόξενος μεγαλύτερης καταδίκης για αυτούς που δεν τον πρόσεξαν» (Θφ).
«Άλλωστε ούτε ήταν καιρός διδασκαλίας, ούτε ήταν πρέπον να δειχτεί η δύναμη των θαυμάτων σε αυτόν που ήθελε να δει θεαματικά πράγματα περισσότερο, παρά να δει θεϊκά θαύματα δύναμης» (Σχ.). Ο Ηρώδης θεωρούσε τον Ιησού ως ένα θέαμα αξιοπερίεργο, τέτοια όμως περιέργεια ασφαλώς δεν θα ικανοποιούνταν από τον Κύριο, όπως και η αίτηση εκείνων οι οποίοι ζητούσαν σημάδια από τον ουρανό (Λουκ. ια 29) (p).
Ο πτωχότατος ζητιάνος, ο οποίος ζήτησε θαύμα για ικανοποίηση της ανάγκης του, δεν συνάντησε άρνηση από τον Ιησού. Αλλά ο αλαζόνας αυτός βασιλιάς, ο οποίος για ικανοποίηση της περιέργειάς του ζητούσε το θαύμα, δεν εισακούστηκε. Μπορούσε προ πολλού χρόνου να δει το Χριστό και τα θαυμαστά έργα του στη Γαλιλαία, αλλά δεν θέλησε.
Για αυτό και δίκαια θα λεγόταν και για αυτόν τώρα: θα θελήσετε να δείτε αυτά και δεν θα τα δείτε. Κρύφτηκαν από τα μάτια του, διότι δεν γνώρισε την ημέρα της επίσκεψής του. Ο Ηρώδης θα νόμισε, ότι, εφόσον είχε μπροστά του δέσμιο τον Ιησού, θα μπορούσε να τον διατάξει, να ενεργήσει κάποιο θαύμα μπροστά του. Αλλά τα θαύματα δεν είναι δυνατόν να γίνονται κατά παραγγελία της ιδιοτροπίας των ανθρώπων, ούτε η παντοδυναμία του Θεού είναι δυνατόν να υποταχθεί στα κελεύσματα των ισχυρών της γης, οι οποίοι είναι σαν παιχνίδια μπροστά της.
Λουκ. 23,10 εἱστήκεισαν δὲ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ ἀρχιερεῖς εὐτόνως(1) κατηγοροῦντες αὐτοῦ.
Λουκ. 23,10 Εκεί δε κοντά εστέκοντο οι γραμματείς και οι αρχιερείς και τον κατηγορούσαν με ζωηρόν τόνον και επιμονήν.
(1) Η λέξη εύτονος από το ευ και τείνω σημαίνει πρώτον αυτό που έχει καλά τεντωθεί· το αντίθετο δηλαδή του άτονος, χαλαρωμένος· ως εύτονα σώματα ονομάζει ο Ιπποκράτης τα ισχυρά. Από αυτό λοιπόν το εύτονος κατέληξε να είναι ίσο με το ισχυρός. Ευτόνως=ισχυρά, έντονα (δ).
Λουκ. 23,11 ἐξουθενήσας(1) δὲ αὐτὸν ὁ Ἡρῴδης σὺν τοῖς στρατεύμασιν αὐτοῦ(2) καὶ ἐμπαίξας(3), περιβαλὼν αὐτὸν ἐσθῆτα λαμπρὰν(4) ἀνέπεμψεν αὐτὸν τῷ Πιλάτῳ.
Λουκ. 23,11 Ο Ηρώδης όμως, αφού τον εξηυτέλισε μαζί με τα στρατεύματά του και τον ενέπαιξε, του εφόρεσε, δια να τον ειρωνευθή και τον γελοιοποιήση, μίαν λαμπράν στολήν, και τον παρέπεμψε πάλιν στον Πιλάτον.
(1) Οι μετοχές εξασθενήσας και εμπαίξας μπαίνουν στην αρχή των προτάσεών τους με έμφαση (p). Ο Ηρώδης αφού πληγώθηκε και ταπεινώθηκε από τη σιγή του Ιησού, εκδικήθηκε με αυτήν την περιφρόνηση (g). Η περιφρόνηση αυτή παρουσιάζεται εδώ επισημότερη, επειδή προέρχεται άμεσα από τον ηγεμόνα (L) και δεν οφείλεται στην πρωτοβουλία των δούλων ή των στρατιωτών.
(2) Πιθανώς πρόκειται για τιμητική φρουρά (p), για τη σωματοφυλακή του Ηρώδη, στην οποία επιτρεπόταν να συνοδεύει αυτόν στην πρωτεύουσα (g).
(3) Άρμοζε σε αυτόν που αποκεφάλισε τον Βαπτιστή να εξευτελίσει και να εμπαίξει και τον Ιησού (p). «Μαρτυρεί όμως με αυτά που χλευάζει, ότι τίποτα άδικο δεν έπραξε ο Χριστός· διότι δεν θα έπρεπε στολή λαμπρή σε αυτόν που έπραξε ή είπε κάτι κακό» (Σχ.).
(4) Δεν είναι ταυτόσημο με το λευκή. Το επίθετο δε δηλώνει το χρώμα της στολής, αλλά την πολυτέλειά της (p). Ένδυμα παρόμοιο με εκείνο το οποίο έφεραν οι Ιουδαίοι βασιλιάδες και οι ανώτεροι Ρωμαίοι στις επίσημες περιστάσεις. Αποτελούσε αυτό παρωδία και διακωμώδηση των βασιλικών αξιώσεων του Ιησού, συγχρόνως όμως έμμεση διακήρυξη της αθωότητάς του, τουλάχιστον από άποψη πολιτική (g).
Ο Ηρώδης φαίνεται να είχε σκοπό, να δηλώσει περιφρονητικά, ότι κανείς φόβος δεν υπήρχε από έναν τέτοιο βασιλιά. Στην πραγματικότητα όμως τίμησε χωρίς να το καταλαβαίνει και να το θέλει τον Ιησού με τη στολή αυτή όπως και ο Πιλάτος ύστερα με την επιγραφή πάνω στο σταυρό (b).
Λουκ. 23,12 ἐγένοντο δὲ φίλοι(1) ὅ τε Ἡρῴδης καὶ ὁ Πιλᾶτος ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ μετ᾿ ἀλλήλων(2)· προϋπῆρχον γὰρ ἐν ἔχθρᾳ(3) ὄντες πρὸς ἑαυτούς.
Λουκ. 23,12 Έγιναν δε εξ αφορμής του γεγονότος αυτού φίλοι μεταξύ των ο Ηρώδης και ο Πιλάτος κατά την ημέραν αυτήν. Διότι προηγούμενος ευρίσκοντο εις έχθραν μεταξύ των.
(1) Παρόλο που ο Πιλάτος απέτυχε στην απόπειρα τού να μεταβιβάσει την ευθύνη της υπόθεσης του Ιησού στον Ηρώδη, όμως πέτυχε κάτι (p).
«Διότι το ότι έστειλε ο Πιλάτος προς τον Ηρώδη, αυτόν που ανήκε στη δικαιοδοσία εκείνου, φάνηκε ως αρχή φιλίας, μιας και δεν σφετερίζεται ο Πιλάτος τα προνόμια του Ηρώδη. Αλλά πρόσεξε που ο διάβολος παντού συγκεντρώνει και τους χωρισμένους, με μόνο σκοπό να ετοιμάσει το θάνατο για το Χριστό και δημιουργεί μία σύμπνοια και συμφιλιώνει και τους εχθρούς» (Θφ). Ο ιουδαϊσμός και ο εθνισμός συνασπίστηκαν κατά το χρόνο της γέννησης του Χριστιανισμού (b).
(2) «Αντί να πει μεταξύ τους» (Ζ).
(3) Αιτία της έχθρας μπορούσε να υπήρξε κάποια αμφισβήτηση για ζήτημα δικαιοδοσίας (p).
Λουκ. 23,13 Πιλᾶτος δὲ συγκαλεσάμενος τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντας(1) καὶ τὸν λαὸν(2)
Λουκ. 23,13 Ο Πιλάτος δε, αφού εκάλεσε μαζί τους αρχιερείς και τους άρχοντας και τον λαόν,
(1) Εκτός από τους αρχιερείς στο συνέδριο παρακάθονταν και οι άρχοντες (g), οι προύχοντες και πρεσβύτεροι του λαού. Ο λαός βρισκόταν συγκεντρωμένος στην πλατεία γύρω από τους αρχηγούς του (g).
(2) Ήλπιζε ο Πιλάτος ότι θα έβρισκε το λαό ευνοϊκότερα διατεθειμένο και ότι μέσω αυτού θα επιδρούσε και στους άρχοντές του (p). Εφόσον ο Πιλάτος είχε πειστεί για την αθωότητα του Ιησού, όφειλε αμέσως να απολύσει αυτόν και όχι μόνο τούτο, αλλά και να προστατεύσει αυτόν κατά της μανίας των αρχιερέων και του όχλου. Κανένα λόγο δεν είχε να συγκαλέσει κοντά του τους αρχιερείς και το λαό, αλλά ήταν υποχρεωμένος να διαλύσει αυτούς ως ταραχοποιό σύναξη, μη επιτρέποντας ούτε να πλησιάσουν καν αυτόν.
Αλλά ο Πιλάτος ήταν ιδιοτελής ηγεμόνας. Και εφόσον καμία ιδιαίτερη εύνοια δεν συνέδεε αυτόν με τον Ιησού, ζήτησε να εξασφαλίσει το δικό του συμφέρον, το οποίο του υπαγόρευε να μην πράξει κάτι για το οποίο είτε θα μπορούσε να κατηγορηθεί στον Καίσαρα, ότι απολύει κάποιον κακοποιό και στασιαστή, είτε θα δυσαρεστούσε τα πλήθη. Αρχίζει λοιπόν τις διαπραγματεύσεις με τους κατηγόρους καταρρίπτοντας έτσι το κύρος του.
Λουκ. 23,14 εἶπε πρὸς αὐτούς· προσηνέγκατέ μοι τὸν ἄνθρωπον τοῦτον ὡς ἀποστρέφοντα(1) τὸν λαόν, καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἐνώπιον ὑμῶν(2) ἀνακρίνας(3) οὐδὲν εὗρον(4) ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ αἴτιον(5) ὧν κατηγορεῖτε(6) κατ᾿ αὐτοῦ.
Λουκ. 23,14 είπε προς αυτούς• “μου εφέρατε τον άνθρωπος αυτόν να τον δικάσω, διότι τάχα εξεγείρει τον λαό. Και ιδού εγώ τον ανέκρινα ενώπιον σας και δεν ευρήκα στον άνθρωπον αυτός καμιάν παράβασιν και ενοχήν, εις όσα τον κατηγορείτε.
(1) Αποπλανά το λαό από την υποταγή και νομιμοφροσύνη. Συγκεντρώνει τις τρεις κατηγορίες που διατυπώθηκαν στο στίχο 2 σε μία (p).
(2) Και το εγώ και το ἐνώπιον ὑμῶν μπαίνουν μπροστά με έμφαση. Μπροστά σας, ώστε αντιληφθήκατε, ότι η υπόθεση εξετάστηκε με επιμελή προσοχή (b). Το εγώ λέγεται σε αναφορά με το «αλλά ούτε ο Ηρώδης» του στίχου 15 (δ).
(3) Το ρήμα με έννοια δικαστική για δικαστική έρευνα και εξέταση χρησιμοποιείται από μόνο τον Λουκά στην Κ.Δ. Δες Πράξ. δ 9,ιβ 19,κδ 8,κη 18 (p).
(4) Σε ολοφάνερη αντίθεση με το «εύρομεν» που είπαν οι Ιουδαίοι στο στίχο 2 (p).
(5) Ή το αίτιο=αιτία· καμία δε βρήκα κατηγορία ή ενοχή, από όσες τον κατηγορείτε (p). Ή τίποτα το ένοχο, το αξιοκατάκριτο δε βρήκα στον άνθρωπο αυτόν από όσα κατηγορείτε εναντίον του (δ).
(6) Δηλαδή ότι είναι επαναστάτης και παρακινεί σε στάση το λαό (ο).
Λουκ. 23,15 ἀλλ᾿ οὐδὲ Ἡρῴδης(1)· ἀνέπεμψα γὰρ ὑμᾶς πρὸς αὐτόν(2)· καὶ ἰδοὺ οὐδὲν ἄξιον θανάτου ἐστὶ πεπραγμένον αὐτῷ(3).
Λουκ. 23,15 Αλλά ούτε και ο Ηρώδης δεν τον ευρήκε ένοχον• διότι εγώ έστειλα και σας μαζί με τον άνθρωπον αυτόν προς τον Ηρώδην και ιδού, ότι τίποτε το άξιον θανάτου δεν έχει διαπραχθή από αυτόν.
(1) Βρήκε κάτι αίτιο, ένοχο θανάτου (δ).
(2) Υπάρχει και η γραφή των αλεξανδρινών χειρογράφων «ανέπεμψε γαρ αυτόν προς ημας»=μάς τον επέστρεψε χωρίς να τον καταδικάσει. Η γραφή του κειμένου=σας απέστειλα μαζί με αυτόν προς τον Ηρώδη, ώστε μόνοι σας να διατυπώσετε τις εναντίον του κατηγορίες και να γίνετε αυτήκοοι της κρίσης του Ηρώδη (δ).
(3) Λιγότερο πιθανώς· Και να, δεν του έχει κάνει τίποτα ο Ηρώδης, το οποίο να δείχνει, ότι τον κατέκρινε ως άξιο θανάτου.
Πιο σωστά: Και να, που και κατά την κρίση εμού και κατά την κρίση του Ηρώδη τίποτα δεν έχει πραχτεί από αυτόν, τον Ιησού, άξιο θανάτου (g).
«Ούτε εγώ, λέει ο Πιλάτος, ούτε ο βασιλιάς Ηρώδης βρήκαμε κάτι ένοχο σε αυτόν. Τι θα πουν σχετικά με αυτά οι Ιουδαίοι; Οι ίδιοι οι κριτές μαρτυρούν, ότι είναι αναίτιος ο άνθρωπος· εσείς οι κατήγοροι κανέναν μάρτυρα δεν φέρατε· ποιους πρέπει να πιστεύουμε; Πω πω! Πως νικά η αλήθεια! Σιωπά ο Ιησούς και μαρτυρούν υπέρ αυτού οι εχθροί· φωνάζουν οι Ιουδαίοι και κανείς δεν επιβεβαιώνει τις φωνές» (Θφ).
Λουκ. 23,16 παιδεύσας(1) οὖν αὐτὸν ἀπολύσω(2).
Λουκ. 23,16 Λοιπόν, αφού τον βασανίσω θα τον απολύσω”.
(1) «Παίδευση λέει εδώ τη… μαστίγωση για καταπράυνση και καταστολή του θυμού τους, ώστε, αφού θεωρήσουν ότι τον νίκησαν να παύσουν την περαιτέρω μανία» (Ζ). Το παιδεύσας λέγεται σύμφωνα με το γραμματικό σχήμα που ονομάζεται Μείωση (b). Μεταχειρίζεται ελαφρά λέξη, για να εκφράσει τη δεινή φραγγέλωση που θα επιβληθεί όχι ως τιμωρία, αλλά ως ποινή που θα προειδοποιεί αυτόν, για να είναι προσεκτικότερος στο μέλλον (p).
(2) «Ήταν ένας άνθρωπος μαλακός (άτολμος) ο Πιλάτος και ελάχιστα εναντιωνόταν υπέρ της αλήθειας. Διότι φοβήθηκε τη συκοφαντία, μήπως κατηγορηθεί ότι τάχα απέλυσε τον αντάρτη» (Θφ).
Χωρίς λόγο αποφασίζει να επιβάλλει ποινή σε αυτόν. Και μάλιστα ποινή όπως αυτή της φραγγέλωσης, η οποία ενίοτε επέφερε και το θάνατο. Η πρώτη του αυτή υποχώρηση προδίδει την ασθένειά του και τον παραδίδει εκ των προτέρων στη θέληση των αντιπάλων του, οι οποίοι είναι περισσότερο αποφασιστικοί από αυτόν (g).
Ως δικαστής όφειλε να μείνει σταθερός και να εφαρμόσει το νόμο, ο οποίος απαιτούσε εξίσου και ο αθώος να προστατεύεται και ο ένοχος να μην διαφεύγει ατιμώρητος (ο). Ήταν εξίσου άδικο να μαστιγώσει τον Ιησού με φραγγέλιο, όσο και το να σταυρώσει αυτόν. Ούτε μπορούσε να δικαιολογηθεί ο Πιλάτος από το ότι προέβαινε στη φραγγέλωση, για να ικανοποιήσει τον όχλο. Ο δικαστής οφείλει να κρίνει κατά το δίκαιο και να αποδίδει δικαιοσύνη, αδιαφορώντας για αυτά που θα συμβούν.
Λουκ. 23,17 ἀνάγκην(1) δὲ εἶχεν(2) ἀπολύειν αὐτοῖς κατὰ ἑορτὴν ἕνα(3).
Λουκ. 23,17 Είχε δε υποχρέωσιν ο Πιλάτος, από κάποιο έθιμον, να απελευθερώνη χάριν του λαού κατά την εορτήν του Πάσχα ένα κρατούμενον.
(1) Αρκετοί από τους μεγαλογράμματους κώδικες και κάποιες μεταφράσεις αποσιωπούν τελείως το στίχο. Η φράση «ἀνάγκην εἶχεν» ανήκει στο ιδίωμα του Λουκά. Επιπλέον και το ότι και ο στίχος 17 και ο στίχος 18 αρχίζουν με το ΑΝ μπορούσε να δημιουργήσει λάθος στο μάτι του αντιγραφέα.
(2) Ανάγκην είχε= υποχρεωνόταν σύμφωνα με τη συνήθεια (δ). Το έθιμο να απολύεται κατά το Πάσχα ένας από τους εγκληματίες με την μακρά και αμετάβλητη τήρησή του είχε αποβεί σταθερή και αναγκαία συνήθεια, που δεν μπορούσε να αθετηθεί (ο).
(3) (Δες Ματθ. κζ 15). Και το ότι θα απέλυε τον Ιησού κατά το έθος αυτό, αποτελούσε σοβαρή παραβίαση του δικαίου. Ο Χριστός θα απολυόταν ως κακοποιός, στον οποίο απονεμόταν χάρη, το οποίο για τον αναμάρτητο θα αποτελούσε στιγματισμό βαρύτατο.
Λουκ. 23,18 ἀνέκραξαν(1) δὲ παμπληθεὶ(2) λέγοντες· αἶρε τοῦτον(3), ἀπόλυσον δὲ ἡμῖν Βαραββᾶν(4)·
Λουκ. 23,18 Εφώναξαν δε δυνατά όλον το πλήθος μαζί, άρχοντες και λαός, λέγοντες• “φόνευσε αυτόν, να μας αφήσης ελεύθερον τον Βαραββάν”.
(1) Υπάρχει και η γραφή ανέκραγον. Η σύνδεση με τα παραπάνω. Εάν μεν ο σ. 17 είναι αυθεντικός συνδέεται αυτός με το απολύσω του σ. 16 = θα τον απολύσω, αφού άλλωστε είμαι υποχρεωμένος από το έθιμο να σάς απολύσω έναν κατά την εορτή. Φώναξαν όμως όλο το πλήθος… Εάν ο σ. 17 δεν είναι αυθεντικός το αίτημα του λαού «απόλυσε σε μας τον Βαραββά» συνδέεται άμεσα με το απολύσω του σ. 16 (g).
(2) Λέγεται μία φορά=από όλο το πλήθος με μία φωνή (δ).
(3) Σήκωσέ αυτόν (από τη μέση), παράδωσέ τον σε θάνατο (δ).
(4) «Οι Ιουδαίοι που φρονούσαν και έπρατταν τα των ληστών και που έκαναν σπήλαιο ληστών τον οίκο του Θεού και για αυτό διώχτηκαν από αυτόν από τον Ιησού, για μεν το ληστή Βαραββά φώναζαν· απόλυσε σε μας τον Βαραββά· ενώ για τον σωτήρα της οικουμένης· σταύρωσε, σταύρωσε αυτόν. Για αυτό ακριβώς μέχρι σήμερα οι Ιουδαίοι, τον Ιησού μεν δεν τον έχουν… έχουν όμως μαζί τους τον ληστή Βαραββά από τα πνεύματα της πονηρίας, τον οποίο τώρα κρατημένο και στη φυλακή βαλμένο αξίωσαν να απολυθεί εναντίον τους. Για αυτό εξουσιάζει στους άπιστους Ιουδαίους ο Βαραββάς ο ληστής» (Ω).
Λουκ. 23,19 ὅστις(1) ἦν διὰ στάσιν τινὰ γενομένην ἐν τῇ πόλει καὶ φόνον(2) βεβλημένος(3) εἰς τὴν φυλακήν.
Λουκ. 23,19 ο οποίος Βαραββάς είχε ριφθή εις την φυλακήν δια κάποιαν στάσιν, που έγινε εις την πόλιν και δια φόνον.
(1) Για τον Βαραββά μπορούσαν να πουν σε κάποιο βαθμό αλήθειας, ότι «αυτόν βρήκαμε ότι διαστρέφει το έθνος» (σ. 2). Όχι διότι αυτός προκάλεσε τη στάση, αλλά διότι σε αυτήν «όταν έγινε» είχε λάβει μέρος (p).
(2) Η κάπως απότομη προσθήκη της λέξης αυτής συνηγορεί μάλλον υπέρ του ότι το έγκλημα του φόνου δεν έγινε στη στάση, αλλά είχε διαπραχθεί από τον Βαραββά σε άλλη εποχή (p). Ο Βαραββάς λοιπόν κατηγορούνταν και για φόνο, δηλαδή για πράξη η οποία μεταξύ των ανθρώπων θεωρείται ως η λιγότερο από κάθε άλλη παρεκτροπή άξια συγγνώμης.
(3) Υπάρχει και η γραφή βληθείς· ἦν βληθείς είναι φράση σπάνια αλλά όχι ασυνήθιστη στην κοινή γλώσσα (L).
Λουκ. 23,20 πάλιν οὖν ὁ Πιλᾶτος προσεφώνησε(1), θέλων ἀπολῦσαι τὸν Ἰησοῦν.
Λουκ. 23,20 Πάλιν λοιπόν ο Πιλάτος ωμίλησε προς τον λαόν, διότι ήθελε να απολύση τον Ιησούν.
(1) Το περιεχόμενο της προσφώνησης αυτής του Πιλάτου δεν αναφέρεται, συμπεραίνεται όμως από την ακόλουθη φράση του στίχου. Ο Πιλάτος εμποδίστηκε να ολοκληρώσει τη σκέψη του αφού διακόπηκε από τις κραυγές του πλήθους (g). Υπάρχει και η γραφή προσεφώνησε αὐτοῖς.
Λουκ. 23,21 οἱ δὲ ἐπεφώνουν(1) λέγοντες· σταύρωσον σταύρωσον(2) αὐτόν(3).
Λουκ. 23,21 Αυτοί όμως εις απάντησιν εφώναζαν δυνατά λέγοντες• “σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν”.
(1) Έχει τη σημασία του κραυγάζω συνήθως σε απάντηση λόγου που προηγήθηκε, ο οποίος συνέβη είτε για επευφημία (Πράξ. ιβ 22) είτε για αποδοκιμασία (Πράξ. κβ 24) (L).
(2) Υπάρχει και η γραφή σταύρου σταύρου από το ενεργητικό σταυρόω (δ). Και κατά τα 4 ευαγγέλια οι φωνές του λαού που αναφέρονται στη σταύρωση του Κυρίου έγιναν, όταν ο Πιλάτος επρόκειτο να απολύσει τον Ιησού λόγω της γιορτής (p).
Δεν θέλουν απλώς να θανατωθεί, αλλά και ο θάνατός του να είναι άτιμος και σκληρός. Αυτό δηλώνει το «σταύρωσε, σταύρωσε αυτόν». Ο σταυρικός θάνατος ήταν η ποινή των αποβλήτων εθνικών, από την οποία απαλλάσσονταν οι ρωμαίοι πολίτες. Το σταύρωσε αυτόν λοιπόν σημαίνει θανάτωσέ τον με το σκληρότερο και χειρότερο των θανάτων· με το θάνατο, ο οποίος είναι συνδεδεμένος με την κατάρα· με τον θάνατο, ο οποίος θα αποκηρύξει αυτόν όχι απλώς και μόνο ως απόβλητο του Ισραήλ, αλλά ως απόβλητο και αυτών ακόμη των ειδωλολατρών.
(3) Ο άνθρωπος μπαίνει προ του διλήμματος ή να αρνηθεί τον εαυτό του ή να αρνηθεί το Χριστό· ή να απορρίψει τις δικές του αξιώσεις για το ότι ο ίδιος στον εαυτό του μπορεί να αποβεί σωτήρας ή να απορρίψει τις αξιώσεις του Χριστού· ή να σταυρώσει τη σάρκα του ή να σταυρώσει το Χριστό. Αυτός που προτιμά τον εαυτό του και τη σάρκα του, στο τέλος θα φωνάξει μαζί με τους Ιουδαίους «σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν».
Λουκ. 23,22 ὁ δὲ τρίτον εἶπε πρὸς αὐτούς· τί γὰρ(1) κακὸν ἐποίησεν οὗτος; οὐδὲν ἄξιον θανάτου(2) εὗρον ἐν αὐτῷ· παιδεύσας οὖν αὐτὸν ἀπολύσω(3).
Λουκ. 23,22 Ο δε Πιλάτος δια τρίτην φοράν είπεν εις αυτούς• “διατί να τον σταυρώσω; Ποίον κακόν έπραξε αυτός; Τίποτε το άξιον θανάτου δεν εύρηκα εις αυτόν. Θα τον μαστιγώσω λοιπόν και θα τον απολύσω”.
(1) Η φράση «Τι γαρ…» βρίσκεται η ίδια και στους τρεις συνοπτικούς. Το γαρ σημαίνει: Αδύνατον να τον σταυρώσω, διότι τι κακό έκανε; (p). Ή: Να τον σταυρώσω; Διότι έκανε… ποιο κακό; (g). Η πρώτη εκδοχή πιο φυσική.
(2) Προηγουμένως είπε γενικά: κανένα αίτιο, χωρίς κάποιον περιορισμό (σ. 4,14). Στην αδυναμία του όμως ο Πιλάτος αφού κάμφθηκε αρχίζει να παραδέχεται: Καλά, ίσως μπορεί να είναι ένοχος σε κάτι· δεν είναι όμως και ένοχος θανάτου (p).
(3) Και πάλι προτείνει να υποβάλλει αυτόν στη φραγγέλωση. Ίσως λοιπόν εδώ πρέπει να τοποθετηθεί η σκηνή της φραγγέλωσης, όπως αφηγείται αυτήν ο Ιωάννης. Πριν ακόμη εκδοθεί η απόφαση του να σταυρωθεί παραδίδει τον Ιησού ο Πιλάτος στην τιμωρία αυτή ελπίζοντας, ότι όταν οι Ιουδαίοι θα έβλεπαν τον Ιησού ωχρό και αιμόφυρτο, θα κάμπτονταν αν όχι όλοι, τουλάχιστον οι μετριότεροι από αυτούς, και έτσι θα αποφευγόταν το δράμα της σταύρωσης (g).
Λουκ. 23,23 οἱ δὲ ἐπέκειντο φωναῖς μεγάλαις(1) αἰτούμενοι αὐτὸν σταυρωθῆναι, καὶ κατίσχυον αἱ φωναὶ αὐτῶν καὶ τῶν ἀρχιερέων(2).
Λουκ. 23,23 Αυτοί δε μαινόμενοι επέμεναν με μεγάλας φωνάς και εζητούσαν να σταυρωθή. Και αι φωναί αυτών και των αρχιερέων υπερίσχυαν και εσκέπαζαν τα λόγια του Πιλάτου.
(1) Επέμεναν με μεγάλες φωνές. Όσο περισσότερο η μανία του πλήθους συναντά υποχωρητικότητα και όχι πυγμή σιδηρά, τόσο βιαιότερη και περισσότερο ασυγκράτητη γίνεται.
(2) Τα αλεξανδρινά χειρόγραφα παραλείπουν το «και των αρχιερέων». Λησμονώντας αυτοί και την κοινή ευπρέπεια, αναμίγνυαν και τις φωνές τους με τις κραυγές του όχλου (b).
Λουκ. 23,24 ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐπέκρινε(1) γενέσθαι τὸ αἴτημα(2) αὐτῶν,
Λουκ. 23,24 Ο δε Πιλάτος απεφάσισε οριστικώς να γίνη το αίτημα των.
Λουκ. 23,25 ἀπέλυσε(3) δὲ αὐτοῖς τὸν Βαραββᾶν τὸν διὰ στάσιν καὶ φόνον βεβλημένον εἰς τὴν φυλακήν(4), ὃν ᾐτοῦντο, τὸν δὲ Ἰησοῦν παρέδωκε(5) τῷ θελήματι(6) αὐτῶν.
Λουκ. 23,25 Αφήκε δε προς χάριν αυτών ελεύθερον τον Βαραββάν, ο οποίος ήτο φυλακισμένος δια στάσιν και φόνον και του οποίου την απόλυσιν εζητούσαν εκείνοι, τον δε Ιησούν παρέδωκε, σύμφωνα με το θέλημά των, να σταυρωθή.
(1) Το επικρίνω λέγεται μία φορά=εκφέρω απόφαση, με την κρίση μου επιδοκιμάζω (Grimm)· τελεσίδικα έκρινε ο Πιλάτος (δ)· επικύρωσε την απόφασή τους· οι αρχιερείς είχαν εκδώσει προηγούμενη απόφαση (b).
(2) Όπως φαίνεται από τον ακόλουθο στίχο το αίτημα αυτό δεν ήταν μόνο η σταύρωση του Κυρίου, αλλά και η απόλυση του Βαραββά (L).
(3) Απέλυσε… παρέδωκεν. Η τραγική αυτή αντίθεση βρίσκεται και στους τρεις συνοπτικούς (p).
(4) Η αναφορά και πάλι του εγκλήματος του Βαραββά γίνεται, για να τονιστεί όχι μόνο το αμάρτημα του Πιλάτου, αλλά πολύ περισσότερο αυτό του λαού, ο οποίος ζητούσε την απόλυση του Βαραββά («τον οποίον ζητούσαν») (L).
(5) Παρέδωσε στο θέλημά τους. Με αυτό τονίζεται δυνατά η χαλαρότητα του κριτή, ο οποίος με την πράξη του αυτή παραβαίνει το καθήκον, το οποίο έχει να προστατεύει την αθωότητα (g).
(6) «Θέλημά τους ήταν το να σταυρωθεί» (Ζ).= Τους τον παρέδωσε να τον κάνουν ό,τι ήθελαν ή θα ήταν δυνατόν να θελήσουν (b).
Η οδός προς τον Γολγοθά
Λουκ. 23,26 Καὶ ὡς ἀπήγαγον(1) αὐτόν, ἐπιλαβόμενοι Σίμωνός τινος Κυρηναίου(2), ἐρχομένου ἀπ᾿ ἀγροῦ, ἐπέθηκαν αὐτῷ(3) τὸν σταυρὸν φέρειν ὀπίσω τοῦ Ἰησοῦ.
Λουκ. 23,26 Και όταν τον επήγαιναν προς τον Γολγοθάν, έπιασαν κάποιον Σίμωνα Κυρηναίον, που ήρχετο από το χωράφι, του εφόρτωσαν τον σταυρόν να τον φέρη πίσω από τον Ιησούν.
(1) Οι στρατιώτες κυρίως, διότι για αυτούς μιλά ο Λουκάς στο σ. 36 και 48 και αυτοί μπορούσαν και να αγγαρεύσουν το Σίμωνα (L). Είναι αξιοσημείωτο με πόση βιασύνη ενήργησαν οι εχθροί του Κυρίου, για να προλάβουν κάθε εκδήλωση εκ μέρους των φίλων του. Πολύ πρωί οδηγήθηκε ο Ιησούς μπροστά στο συνέδριο και έπειτα μπροστά στον Πιλάτο, μπροστά στον Ηρώδη και πάλι μπροστά στον Πιλάτο.
Επιπλέον φαίνεται να διεξήχθη μακροχρόνια πάλη ανάμεσα στον Πιλάτο, που επιχειρούσε να ελευθερώσει τον Ιησού, και στο λαό που αξίωνε το θάνατό του. Έπειτα φραγγελώθηκε ο Ιησούς και εμπαίχτηκε από τους στρατιώτες και έβαλαν στο κεφάλι του και το αγκάθινο στεφάνι. Και όλα αυτά συντελέστηκαν μέσα σε τέσσερεις ή το πολύ πέντε ώρες, διότι σταυρώθηκε μεταξύ της ενάτης πρωινής και της δωδεκάτης. Οι εχθροί του Ιησού πρόσεξαν πολύ, πώς να μη χάσουν ούτε λεπτό χρόνου.
(2) Κυρήνη ήταν η πρωτεύουσα της περιφέρειας (η σημερινή Τρίπολη), και φαίνεται αυτό πρώτον μεν από το όνομα Κυρηναϊκή, που αναφερόταν στην όλη χώρα, και έπειτα και από το Πράξ. β 10. Ο Σίμων αυτός πιθανώς να ήταν μέλος της συναγωγής των Κυρηναίων στην Ιερουσαλήμ (Πράξ. στ 9). Κάποιοι ταύτισαν αυτόν με τον Συμεών τον επικαλούμενο Νίγερ, ο οποίος αναφέρεται μαζί με τον Λούκιο τον Κυρηναίο (Πράξ. ιγ 1). Αλλά το όνομα Σίμων ή Συμεών ήταν πολύ συνηθισμένο και ο Λουκάς πιθανότατα θα έδινε τον ίδιο προσδιορισμό και το ίδιο όνομα (Σίμων αντί Συμεών, Κυρηναίος αντί Νίγερ) και στα δύο βιβλία, εάν επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο (p).
(3) «Στον Σίμωνα τον Κυρηναίο, λέει, φόρτωσαν το σταυρό του. Άλλος όμως από τους αγίους ευαγγελιστές είπε, ότι και ο ίδιος ο Ιησούς βάσταξε τον σταυρό. Και είναι οπωσδήποτε αλήθεια και αυτό και εκείνο. Γιατί φορτώθηκε βέβαια ο Σωτήρας το σταυρό, ίσως όμως στη μέση του δρόμου συνάντησαν τον Κυρηναίο, τον οποίο κράτησαν και φόρτωσαν τον σταυρό σε αυτόν» (Κ).
Λουκ. 23,27 ἠκολούθει δὲ αὐτῷ πολὺ πλῆθος τοῦ λαοῦ καὶ γυναικῶν(1) αἳ καὶ ἐκόπτοντο καὶ ἐθρήνουν(2) αὐτόν.
Λουκ. 23,27 Τον ακολουθούσε δε πολύ πλήθος λαού και γυναικών, αι οποίαι εκτυπούσαν το στήθος και την κεφαλήν των και εθρηνούσαν δι’ αυτόν.
(1) Οι γυναίκες αυτές πιθανότατα δεν είναι εκείνες, οι οποίες διακόνησαν αυτόν από τα υπάρχοντά τους (Λουκ. η 1-3), αλλά γυναίκες της Ιερουσαλήμ που έδειχναν συμπάθεια για το σκληρό πάθημά του. Είναι αξιοσημείωτο ότι στα ευαγγέλια δεν αναφέρεται κάποια περίπτωση γυναίκας που να είχε εχθρική διάθεση ή να εκδηλώθηκε με δυσμένεια εναντίον του Ιησού (p).
«Ακολουθούσαν κλαίγοντας οι γυναίκες… Γιατί το γυναικείο γένος ρέπει πάντοτε προς τα δάκρυα και έχει το νου τους ευαίσθητο προς ευσπλαχνία» (Κ).
«Θρηνούν φανερώνοντας τη συμπάθειά τους και κλαίγοντας για την αδικία» (Θφ). Ο θάνατος του Χριστού μπορεί να κινεί τη συμπάθεια και σε ανθρώπους, οι οποίοι δεν τον πιστεύουν ως Θεό, ούτε τού είναι εκ βάθους ψυχής αφοσιωμένοι. Πολλοί τον έκλαψαν και τον κλαίνε, μολονότι δεν τον αγαπούν πάνω από όλα τα άλλα πάνω στη γη.
(2) Το κόπτομαι αναφέρεται κυρίως στις κινήσεις των χεριών, ενώ το θρηνώ αναφέρεται στα κλάματα των ματιών και στο θλιβερό τόνο της φωνής (b).
Λουκ. 23,28 στραφεὶς(1) δὲ πρὸς αὐτὰς ὁ Ἰησοῦς εἶπε(2)· θυγατέρες Ἱερουσαλήμ(3), μὴ κλαίετε ἐπ᾿ ἐμέ, πλὴν ἐφ᾿ ἑαυτὰς κλαίετε(4) καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ὑμῶν(5).
Λουκ. 23,28 Ο δε Ιησούς αφού εγύρισε προς αυτάς είπε• “θυγατέρες Ιερουσαλήμ, μη κλαίετε δι’ εμέ, αλλά κλαίετε δια τον εαυτόν σας και τα τέκνα σας.
(1) Αφού ακολουθούσαν, στράφηκε. Θα ήταν όμως πολύ δύσκολο να στραφεί, εάν εξακολουθούσε να βαστάζει το σταυρό (p).
(2) Τα ακόλουθα λόγια του Κυρίου μαρτυρούν, ότι και κατά την τρομερή αυτή στιγμή έχει λησμονήσει ολότελα τον εαυτό του, φροντίζοντας και ενδιαφερόμενος για τους άλλους (g).
(3) Θυγατέρες Ιερουσαλήμ=κάτοικοι της Ιερουσαλήμ. Δες Ησ. λζ 22, Σοφονίας γ 14, Ιερεμίας κστ (μστ) 19, Ιεζεκ. ιστ 46 (p).
(4) Πρέπει να σημειωθεί το σχήμα χιαστί («μην κλαίτε για μένα-κλαίτε για σας) στο οποίο γίνεται πολύ εμφατική αντίθεση ανάμεσα στο εμένα και στο εσάς. Το πάθημα το δικό του θα είναι σύντομο και θα γίνει οδός προς τη δόξα. Το δικό τους όμως θα είναι παρατεταμένο και θα καταλήξει σε ντροπή και όλεθρο. Ο Κύριος δεν κατηγορεί τη συμπάθεια και την εκδηλούμενη συγκίνηση των γυναικών αυτών, σαν να έκαναν αυτές τώρα κάτι κακό. Απλώς και μόνο εφιστά σε αυτές την προσοχή σε κάτι άλλο που απειλούσε και αυτές και τα παιδιά τους, για το οποίο υπήρχε πολύ μεγαλύτερος λόγος για να κλαίνε (p).
«Τις συμβουλεύει να βλέπουν τα μελλοντικά κακά και για εκείνα να θρηνούν» (Θφ). Το κλαίετε και το ακόλουθο ιδού (σ. 29) δηλώνουν, ότι η τιμωρία πλησίαζε και ήταν επί θύραις. Λέει σε αυτές το κλαίετε ο Ιησούς, ο οποίος πριν λίγες ημέρες έκλαυσε και αυτός για την πόλη και όχι για τον εαυτό του (b). Όταν πριν λίγες ώρες στο υπερώο, όπου έγινε ο μυστικός Δείπνος, θλίβονταν οι μαθητές για τον επικείμενο χωρισμό του Διδασκάλου, αυτός τους παρηγορούσε και τους βεβαίωνε, ότι πάλι θα έβλεπαν αυτόν και θα χαιρόταν η καρδιά τους (Ιω. ιστ 22).
Αλλά τώρα όταν οι κάτοικοι αυτές της Ιερουσαλήμ τον θρηνούν παρακινούμενες από συμπάθεια και από οίκτο μάλλον κοσμικό, ζητά να στρέψει προς άλλη κατεύθυνση τους θρήνους τους. Οι θυγατέρες και κάτοικοι Σιών, οι οποίες ομολογούν και εγκολπώνονται το Χριστό ως βασιλιά τους, χαίρονται και αγάλλονται για αυτόν, διότι έρχεται να σώσει αυτές. Αλλά οι θυγατέρες Ιερουσαλήμ οι οποίες κλαίνε για αυτόν, αλλά δεν τον εγκολπώθηκαν ως βασιλιά τους, ας θρηνούν και ας τρέμουν σκεπτόμενες, ότι μετά από λίγο έρχεται για να κρίνει αυτές. Μέσω των θρήνων αυτών υπάρχει κάποια ελπίδα να τον γνωρίσουν και ως βασιλιά τους, πριν ακόμη ξεσπάσει και πάνω στα κεφάλια τους η οργή του.
(5) Όταν με μάτι πίστεως ατενίζουμε στον εσταυρωμένο Χριστό, πρέπει να κλαίμε όχι για αυτόν, αλλά για τους εαυτούς μας και τα παιδιά μας. Δεν πρέπει να είναι η στάση μας απέναντι στο θάνατο του Χριστού, όπως και απέναντι στο θάνατο κάποιου κοινού προσώπου, στου οποίου τη δυστυχία και συμφορά δοκιμάζουμε συμπάθεια και οίκτο, ή όπως και απέναντι στο θάνατο κάποιου κοινού φίλου, για τον οποίο θα επιθυμούσαμε πολύ να ζει και να μην πεθάνει.
Ο θάνατος του Χριστού έχει κάτι το μοναδικά ιδιαίτερο, διότι υπήρξε η νίκη του και ο θρίαμβός του κατά των εχθρών του και η απολύτρωσή μας και η εξασφάλιση της αιώνιας ζωής για εμάς. Για αυτό λοιπόν δεν πρέπει να κλαίμε για αυτόν, αλλά για τις αμαρτίες μας και τις αμαρτίες των παιδιών μας, οι οποίες έγιναν οι αιτίες του θανάτου του. Να κλαίμε ακόμη από φόβο, μήπως υποστούμε τρομερά δεινά και τιμωρίες, εάν περιφρονήσουμε την αγάπη του και απορρίψουμε τη χάρη του, όπως οι Ιουδαίοι, οι οποίοι για αυτό οδηγήθηκαν στον όλεθρο.
Όπως όμως δεν πρέπει να κλαίμε το Χριστό, ο οποίος με το θάνατό του μπήκε στην αιώνια δόξα, έτσι δεν πρέπει να κλαίμε και τους συγγενείς και φίλους μας που πεθαίνουν εν Κυρίω και τελειώθηκαν με αγιότητα, διότι και αυτοί μπαίνουν στην αιώνια δόξα και χαρά. Ας κλαίμε μάλλον τους εαυτούς μας και τα παιδιά μας, διότι αφηνόμαστε πίσω τους σε ένα κόσμο γεμάτο από αμαρτίες και θλίψεις και παγίδες.
Λουκ. 23,29 ὅτι ἰδοὺ ἔρχονται ἡμέραι(1) ἐν αἷς ἐροῦσι· μακάριαι αἱ στεῖραι καὶ κοιλίαι αἳ οὐκ ἐγέννησαν(2), καὶ μαστοὶ οἳ οὐκ ἐθήλασαν.
Λουκ. 23,29 Διότι ιδού έρχονται ημέραι, κατά τας οποίας θα είπουν• καλότυχες είναι οι στείρες γυναίκες και αι κοιλίαι που δεν εγέννησαν και οι μαστοί που δεν εθήλασαν βρέφη.
(1) «Ημέρες λέει αυτές της πολιορκίας και άλωσης των Ιεροσολύμων» (Ζ).
(2) Κατά κανόνα στους Ιουδαίους οι στείρες και άτεκνες θεωρούνταν αξιοθρήνητες ή περιφρονημένες. Δες και Λουκ. α 25,36. Αλλά και κατά τους φοβερούς αυτούς χρόνους οι στείρες θα μακαρίζονται (p). «Θα μακαριστούν, λέει, από αυτές που γέννησαν, όσες δεν γέννησαν, επειδή δεν θα ακούνε ούτε θα βλέπουν τις ποικίλες σφαγές των παιδιών τους, όπως αυτές» (Ζ).
Ενώ συνήθως αυτές που δεν είχαν παιδιά ζήλευαν αυτές που είχαν, όπως η Ραχήλ φθονούσε την Λεία, τώρα αυτές που έχουν παιδιά, θα βρουν αυτά τέτοιο φορτίο κατά την ώρα της διαφυγής και τέτοια αιτία θλίψης, όταν θα βλέπουν αυτά να λιποθυμούν και να πεθαίνουν από πείνα ή να σφάζονται με μαχαίρι, ώστε θα μακαρίζουν αυτές που δεν έχουν παιδιά.
Λουκ. 23,30 τότε ἄρξονται(1) λέγειν(2) τοῖς ὄρεσι, πέσετε ἐφ᾿ ἡμᾶς, καὶ τοῖς βουνοῖς, καλύψατε ἡμᾶς(3)·
Λουκ. 23,30 Τότε θ’ αρχίσουν να λέγουν εις τα όρη• πέσατε επάνω μας• και εις τα βουνά• σκεπάσατέ μας με το βάρος σας, δια να αποθάνωμεν μίαν ώραν ενωρίτερα.
(1) Ο πληθυσμός γενικά και όχι μόνο οι γυναίκες (p).
(2) Τα ακόλουθα λόγια θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως παράθεση από το Ωσηέ ι 8 («και θα πουν στα όρη· καλύψτε μας, και στα βουνά· πέστε πάνω μας»). Αλλά γιατί ο Κύριος δεν θα χρησιμοποιούσε ασχέτως με τα λόγια του Ωσηέ την εικόνα αυτή, η οποία ίσως κυκλοφορούσε και ως παροιμία στο λαό και η οποία άλλωστε ξαναβρίσκεται και στο Αποκάλυψη στ 16; (L). «Θα αρχίσουν να τα λένε αυτά οι Ιουδαίοι, επειδή δεν θα αντέχουν τα αξεπέραστα δεινά και από την πολιορκία των Ρωμαίων και από την αρρώστια και από την εμφύλια σύρραξη» (Ζ).
(3) Η εκφραζόμενη ευχή είναι να πέσουν τα όρη και τα βουνά πάνω τους όχι για να τους κρύψουν και να τους προστατέψουν, αλλά για να τους φονεύσουν. Ο θάνατος θα είναι προτιμότερος από αυτόν τον τρόμο και την αθλιότητα εκείνη (p).
Συχνά άνθρωποι θάφτηκαν ζωντανοί από όρη και καταπτώσεις όγκων χώματος. Θάνατος φοβερός και που προκαλεί τον αποτροπιασμό. Πόσο φοβερές λοιπόν θα είναι οι ημέρες εκείνες, όταν για αποφυγή αυτών επιθυμείται ως κάτι ευκταίο και επιθυμητό ο αποτρόπαιος αυτός θάνατος! (b). Όσοι δεν προσφεύγουν στο Χριστό και δεν έχουν αυτόν ως καταφύγιο, μάταια θα επικαλούνται τα όρη να πέσουν πάνω τους και να τους καταπλακώσουν για διαφυγή από την οργή του.
Λουκ. 23,31 ὅτι(1) εἰ ἐν τῷ ὑγρῷ ξύλῳ ταῦτα ποιοῦσιν, ἐν τῷ ξηρῷ τί γένηται(2);
Λουκ. 23,31 Διότι εάν στο χλωρόν δένδρον κάνουν αυτά οι Ρωμαίοι, στο ξηρόν τι θα συμβή;
(1) Αιτιολογικό. Αυτά τα τρομερά γεγονότα θα επέλθουν διότι… (p).
(2) Επιχείρημα από την ισχυρότερη έννοια. Παρόμοια η σημασία και στο Παροιμ. ια 31 και Α΄ Πέτρ. δ 17,18. Η εφαρμογή του λόγου αυτού έγινε με διάφορους τρόπους και με πολλές σημασίες. Έτσι μπορεί να θεωρηθεί με την εξής έννοια: Εάν οι Ρωμαίοι μεταχειρίζονται έτσι εμένα, τον οποίο βρήκαν αθώο, πώς θα μεταχειριστούν εκείνους, οι οποίοι θα είναι αποστάτες και ένοχοι; (p).
Ή, όταν η δικαιοσύνη του Θεού φαίνεται κατά κρίση μυστηριώδη και ακατανόητη στους πολλούς να πλήττει έναν αθώο, πώς θα μεταχειριστεί τους ένοχους; Κυρίως η εικόνα παρουσιάζει πρόσωπο, το οποίο έχει τη διάθεση όχι απλώς να κάψει αδιάκριτα (όπως στο Ιεζεκιήλ κ 47), αλλά να φέρει σε πέρας την απόφασή του, να ανάψει φωτιά αρχίζοντας και από αυτά τα χλωρά ξύλα (L).
Αξιολογότατη και κάθε προσοχής άξια και η επόμενη ερμηνεία: «Δέντρο χλωρό λέει τον εαυτό του λόγω της θείας ζωής που υπάρχει μέσα στο σώμα του που είναι αμάραντη και ακατάλυτη και επειδή αυτό το δέντρο είναι πολύκαρπο και ευθαλές… Αυτό που λέει λοιπόν, τέτοια σημασία έχει» (Σχ).
Εάν εκείνος, ο οποίος δεν γνώρισε αμαρτία, υποφέρει έτσι, πόσο μάλλον θα υποφέρει ο πονηρός και αμαρτωλός; Τα παθήματα του Κυρίου λένε σε μας: Μάθε τι είναι η αμαρτία βλέποντας τον αναμάρτητο να πάσχει για αυτήν. Εάν το χλωρό δέντρο κατακάηκε με τέτοιο τρόπο στο Γολγοθά, πόσο μάλλον θα κατακαεί το ξηρό δέντρο; «Εάν σε εμένα, που έχω θεία ζωή, κάνουν αυτά οι Ρωμαίοι παρακινημένοι από τους Ιουδαίους, σε εσάς, που έχετε κτήμα σας τη νέκρωση από την αμαρτία, τι θα γίνει από αυτούς; (Ζ).
«Διότι, εάν μεν είχατε κάποια ζωτική ενέργεια του αγαθού, ίσως λοιπόν να μπορούσατε να αξιωθείτε κάποιας λύπης μέτριας βεβαίως· τώρα όμως θα παραδοθείτε σε καύση και σε καταστροφή σαν ξερό δέντρο» (Θφ).
«Διότι θα κατακάψουν τον Ισραήλ, δηλαδή θα εισπράξουν τις καταδίκες για τη δυσσέβειά τους προς το Χριστό» (Κ). Όταν λαμβάνουμε υπ’ όψη τα σκληρά παθήματα του Κυρίου μας Ιησού, πρέπει να στεκόμαστε έμφοβοι μπροστά στη δικαιοσύνη του Θεού και να τρέμουμε μπροστά της. Οι μεγαλύτεροι των αγίων συγκρινόμενοι με το Χριστό είναι δέντρα ξηρά. Εάν αυτός υπέφερε, πώς είναι δυνατόν να μην υποφέρουν και αυτοί; Αλλά και ποια σε αυτήν την περίπτωση θα είναι η καταδίκη των αμαρτωλών;
Λουκ. 23,32 Ἤγοντο δὲ καὶ ἕτεροι δύο κακοῦργοι(1) σὺν αὐτῷ ἀναιρεθῆναι.
Λουκ. 23,32 Ωδηγούντο δε στον τόπον της σταυρώσεως και άλλοι δύο, οι οποίοι ήσαν κακούργοι, δια να θανατωθούν μαζί με αυτόν.
(1) Υπάρχει και η γραφή έτεροι κακούργοι δύο. Ήταν αυτοί ληστές. Δες Ματθ. κζ 38,44· Μάρκ. ιε 27. Η ιεραρχία των Ιουδαίων ίσως συντέλεσε να συσταυρωθούν μαζί με τον Ιησού για να εμφανίζεται έτσι, ότι παρόμοιο υπήρξε και το έγκλημα αυτού (p). Οι δύο αυτοί κακοποιοί ήταν πιθανώς σύντροφοι του Βαραββά (g). «Επειδή ήθελε ο διάβολος να κατασκευάσει κακή ιδέα για τον Κύριο, έκανε να συσταυρωθούν με αυτόν ληστές. Αλλά… αυτό έγινε μάλλον για μεγαλύτερη δόξα του Κυρίου. Διότι των μεν ληστών οι σταυροί ούτε που αναζητήθηκαν, ενώ από το σταυρό αυτού όλος ο κόσμος έχει κρεμαστεί. Και φαίνεται ολοφάνερα από εδώ, ότι ο Κύριος δεν είναι παράνομος, όπως οι ληστές, αλλά αρχηγός κάθε δικαιοσύνης» (Θφ).
Η σταύρωση (κγ 33-38)
Η αφήγηση του Λουκά είναι κατ’ ουσίαν η ίδια με αυτές στα Ματθ. κζ 33-44 και Μάρκ. ιε 22-32 (δες τις εκεί σημειώσεις). Έχει παρόλ’ αυτά και ιδιαίτερα ανεξάρτητα τελείως χαρακτηριστικά (p). Έτσι από τους επτά λόγους, τους οποίους ο Κύριος είπε στο σταυρό, οι τρεις αναφέρονται από μόνο τον Λουκά και αποκλειστικά από αυτόν (g).
Λουκ. 23,33 Καὶ ὅτε ἀπῆλθον ἐπὶ τὸν τόπον τὸν καλούμενον Κρανίον(1), ἐκεῖ ἐσταύρωσαν(2) αὐτὸν καὶ τοὺς κακούργους ὃν μὲν ἐκ δεξιῶν ὃν δὲ ἐξ ἀριστερῶν.
Λουκ. 23,33 Και όταν έφθασαν εις τόπον, που ελέγετο Κρανίον, εκεί εσταύρωσαν αυτόν και τους δύο κακούργους, ένα εις τα δεξιά και ένα εις τα αριστερά.
(1) Ο Λουκάς αποσιωπά το εβραϊκό όνομα Γολγοθά, διότι αυτό θα ήταν χωρίς κάποια σημασία στους Έλληνες αναγνώστες, όπως ήδη παρέλειψε και τα ονόματα Γεθσημανή και Γαββαθά (p).
(2) Οι σταυρωμένοι ζούσαν συνήθως δώδεκα ώρες, και μερικές φορές και μέχρι τη δεύτερη ή και την τρίτη ημέρα. Ο πυρετός, ο οποίος εκδηλωνόταν μετά από λίγο, έφερνε φλογερή δίψα. Η ολοένα αυξανόμενη φλόγωση των πληγών της ράχης, των χεριών και των ποδιών, η συμφόρηση του αίματος στο κεφάλι, στους πνεύμονες και στην καρδιά, η διόγκωση όλων των φλεβών, μία πίεση ισχυρή και απερίγραπτη, πόνοι του κεφαλιού ανυπόφοροι, η ακαμψία των μελών που προξενούνταν από την αναγκαστική και βεβιασμένη τοποθέτηση του σώματος, όλα αυτά ενωμένα μαζί έκαναν την ποινή της σταύρωσης σκληρότατη και φοβερότατη τιμωρία, κατά την έκφραση του Κικέρωνα (g).
Λουκ. 23,34 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔλεγε(1)· πάτερ(2), ἄφες(3) αὐτοῖς(4)· οὐ γὰρ οἴδασι(5) τί ποιοῦσι(6). Διαμεριζόμενοι(7) δὲ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ ἔβαλον κλῆρον(8).
Λουκ. 23,34 Ο δε Ιησούς έλεγε• “Πατερ, συγχώρησέ τους• διότι δεν γνωρίζουν τι κάνουν”. Και οι στρατιώται εμοιράζοντο μεταξύ τους τα ιμάτια του και έβαλλαν κλήρον, τι θα πάρη ο καθένας.
(1) Επτά λόγοι αναφέρονται ότι λέχθηκαν από τον Κύριο πάνω στο σταυρό. Από αυτούς οι τρεις πρώτοι αναφέρονται στα πρόσωπα που περιστοίχιζαν τον Ιησού· στους εχθρούς του δηλαδή, στο συσταυρωμένο ληστή, στη μητέρα και το μαθητή του. Είναι κατά κάποιο τρόπο η διαθήκη του. Οι τρεις ακόλουθοι: «Θεέ μου, Θεέ μου… Διψώ· Τετέλεσται» αναφέρονται στα πάθη του και στο έργο της σωτηρίας που συντελούνταν κατά τις στιγμές εκείνες. Τέλος ο έβδομος «Πατέρα μου στα χέρια σου θα παραδώσω το πνεύμα μου» είναι η κραυγή της τέλειας εμπιστοσύνης μέσα στην ύψιστη σωματική εξάντληση (g).
Οι επτά αυτοί λόγοι συγκεντρώνονται και από τα τέσσερα ευαγγέλια και κανένα από αυτά δεν αναφέρει όλους μαζί τους λόγους αυτούς. Έτσι οι τέσσερεις μαρτυρίες των ευαγγελιστών παρουσιάζονται σαν τέσσερεις φωνές, οι οποίες συνδεόμενες μεταξύ τους συναποτελούν αρμονική συμφωνία. Ο Σωτήρας πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του μαρτυρίου του πάνω στο σταυρό με σιγή. Αλλά οι επτά αυτοί λόγοι του αποτελούν μία ανακεφαλαίωση της διδασκαλίας, η οποία μας είναι αναγκαία και ωφέλιμη και για τις δικές μας τελευταίες στιγμές (b).
Ο πρώτος αυτός λόγος του Κυρίου παραλείπεται από κάποιους μεγαλογράμματους κώδικες και από κάποιες μεταφράσεις, μαρτυρείται όμως και από τους Ειρηναίο και Ωριγένη (δ). Οι Tischendorf και Soden υποστήριξαν χωρίς δισταγμό την αυθεντικότητά του. Οι Wescott και Hort όμως δεν τον θεωρούν ότι περιλαμβανόταν εξ’ αρχής στο ευαγγέλιο του Λουκά (L). Εκφράζονται όμως για αυτόν ως εξής: Λίγοι στίχοι των ευαγγελίων έχουν μέσα τους βεβαιότερη μαρτυρία για την αλήθεια του περιεχομένου τους από τον πρώτο αυτόν λόγο της σταύρωσης. Δεν είναι ανάγκη όμως να περιεχόταν εξ’ αρχής ο στίχος αυτός στο κατά Λουκάν ευαγγέλιο (p).
Η Πεσιτώ, τα περισσότερα αντίγραφα της Ιτάλας και η πλειονότητα των μεγαλογράμματων αντιγράφων εγγυώνται για την αυθεντικότητα του λόγου αυτού. Και το ότι μετά από λίγο ο ληστής προσέφυγε στη χάρη του Ιησού, δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά με την εντύπωση, την οποία του παρήγαγε και ο λόγος αυτός, στον οποίο ο Ιησούς ως γιος επικαλείται το Θεό, απευθυνόμενος προς αυτόν ως προς Πατέρα. Πάρα πολύ δύσκολα θα επινοούνταν ένας τέτοιος λόγος (g).
(2) Τόσο στην αρχή του παθήματος με τον πρώτο αυτόν λόγο, όσο και κατά το τέλος του με τον τελευταίο λόγο επικαλείται το Θεό αποκαλώντας αυτόν Πατέρα (b). Οι πρώτες σταγόνες του αίματός του αρχίζουν ήδη να χύνονται από τις ανοιγμένες στο σώμα του πληγές. Και αμέσως αρχίζει και αυτός να επιτελεί το αρχιερατικό του έργο μεσιτεύοντας προς τον Πατέρα του υπέρ των σταυρωτών του. Το διδακτικό έργο του τελείωσε ήδη και άρχισε το έργο της αιώνιας αρχιερωσύνης του (ο).
(3) Θα νόμιζε κάποιος, ότι ο Κύριος θα έλεγε τώρα: Πατέρα, κατάκαψέ τους. Ο Κύριος να δει την αδικία σας και να την τιμωρήσει. Αλλά όχι. Ο Κύριος λησμονεί τελείως τον εαυτό του και το πάθημά του. Λησμονεί τους πόνους του και την αγωνία του. Και ενώ δεν ζητά κάποια ανακούφιση για τον εαυτό του, απασχολείται με την οργή του Πατέρα του που επικρέμεται εναντίον των σταυρωτών του και ζητά να την αποτρέψει. Πόσο μεγάλη είναι η αγάπη του, η για χάρη των άλλων λησμοσύνη του εαυτού του!
«Με το να προσευχηθεί ως άνθρωπος για χάρη των σταυρωτών του, υπέδειξε στους ανθρώπους πρότυπο για τη συμπάθεια προς αυτούς που μας αδίκησαν. Απόρησαν όμως κάποιοι, ότι, εάν συγχωρέθηκε σε αυτούς η αμαρτία, πώς εξ’ αιτίας της ύστερα παραδόθηκαν στους Ρωμαίους σε πανωλεθρία; Σε αυτούς λέμε, ότι η προσευχή δεν έγινε για όλους, αλλά για χάρη μόνο αυτών που δεν θα έκαναν κανένα περαιτέρω κακούργημα» (Ζ).
Σε όλους θα συγχωρούνταν η αμαρτία «και θα αφηνόταν σε αυτούς το αμάρτημα, αν ύστερα από αυτά δεν επέμεναν στην απιστία» (Θφ). «Θα τους συγχωρούσε αν ήθελαν να μετανοήσουν. Διότι αν δεν τους συγχωρούσε την αμαρτία, δεν θα γινόταν ο Παύλος απόστολος· αν δεν τους συγχωρούσε την αμαρτία, δεν θα πίστευαν αμέσως τρεις χιλιάδες και πέντε χιλιάδες και πολλές μυριάδες» (Χ).
Εάν δεν είχε απευθύνει την προσευχή αυτή, η τιμωρία για το έγκλημά τους μπορούσε να αρχίσει αμέσως, όπως συχνά συνέβαινε σε παρόμοιες περιπτώσεις κατά την εποχή του Μωϋσή. Οι δεήσεις του μακρόθυμου Κυρίου εμποδίζουν το άμεσο ξέσπασμα της θείας οργής και επιτυγχάνουν πλήρη συγχώρηση και μετάνοια για εκείνους, οι οποίοι έχουν τη διάθεση να δεχτούν αυτά (b).
Και οι χειρότεροι των αμαρτωλών, οι ίδιοι οι σταυρωτές του Χριστού, εφ’ όσον μετανοούν ειλικρινά, συγχωρούνται.
(4) «Κάποιοι λένε ότι έκανε την προσευχή, όχι για χάρη των Ιουδαίων, αλλά για χάρη των Ρωμαίων στρατιωτών που υπηρέτησαν τη σταύρωσή του. Διότι αυτοί αγνοούσαν τελείως, όσα προφήτευσαν για αυτόν ο νόμος και οι προφήτες» (Ζ). Παρόλ’ αυτά το «ἄφες αὐτοῖς» ελάχιστα αναφέρεται στους Ρωμαίους στρατιώτες, οι οποίοι εκτελούσαν τυφλά τις διαταγές, τις οποίες είχαν λάβει (g). Οι υπεύθυνοι, χάριν των οποίων ο Κύριος προσεύχεται, ήταν οι Ιουδαίοι και ειδικά η ιουδαϊκή ιεραρχία (p).
(5) «Επειδή είναι μεθυσμένοι από φθόνο» (Ζ) δεν ξέρουν τι κάνουν. Ότι μεν εκτελούσαν την πράξη της σταύρωσης το γνώριζαν. Ποιος όμως ήταν αυτός που σταυρωνόταν, το αγνοούσαν. «Διότι αν ήξεραν, δεν θα σταύρωναν τον Κύριο της δόξας» (Α΄ Κορ. β 8). Αυτό είναι αλήθεια και για τους Ιουδαίους άρχοντες (Πράξ. γ 17), ακόμη περισσότερο για το λαό, και πολύ περισσότερο ακόμη για τον Πιλάτο (p).
Υπήρχε κάλυμμα στη δόξα του σταυρωμένου, αλλά και στη διάνοια των σταυρωτών. Πώς λοιπόν ήταν δυνατόν να δουν διαμέσου των δύο αυτών καλυμμάτων; Είχαν ευχηθεί το αίμα του να πέσει σε αυτούς και στα παιδιά τους. Εάν ήξεραν τι έκαναν, ουδέποτε θα εύχονταν κάτι τέτοιο.
(6) Φόνευσαν τον Μεσσία τους. Έτσι όμως κατάφεραν εναντίον τους πλήγμα θανάσιμο (g). «Δεν είπε, ότι εμένα δεν με ξέρουν, αλλά, δεν ξέρουν τι κάνουν, δηλαδή αγνοούν το θείο σχέδιο της σωτηρίας που τελείται και το μυστήριο. Διότι δεν ήξεραν, ότι τόσο πολύ θα λάμψει ο σταυρός, ότι θα γίνει σωτηρία της οικουμένης και συμφιλίωση του Θεού με τους ανθρώπους και ότι η πόλη τους θα κυριευτεί και θα πάθουν τα έσχατα δεινά» (Χ).
Ο πρωτομάρτυρας Στέφανος προσευχήθηκε με το ίδιο πνεύμα της αγάπης, αλλά όχι με τις ίδιες ακριβώς λέξεις (Πράξ. ζ 60). Ξαναβρίσκουμε όμως αυτές στα χείλη του Ιακώβου του αδελφοθέου πριν το μαρτύριό του (Ευσεβίου Εκκλ. Ιστορ. ΙΙ,23,16) (L).
(7) Τα ενδύματα των σταυρωμένων κατά τον ρωμαϊκό νόμο ανήκαν στους εκτελεστές στρατιώτες (g). Η διανομή αυτή των ενδυμάτων είναι μία επιπλέον λεπτομέρεια της μεταχείρισης του Χριστού ως εγκληματία, του οποίου το στάδιο κλεινόταν (p).
(8) Και η γραφή «κλήρους». Κάθε σταυρός φρουρούνταν από «τετράδα» (Πράξ. ιβ 4) στρατιωτών. Δύο φορές έβαλαν κλήρο. Κατ’ αρχάς για τη διανομή των τεσσάρων ίσων σχεδόν μεριδίων, που σχηματίστηκαν από τα ενδύματα του Ιησού (μανδύας, κάλυμμα της κεφαλής, ζώνη, σανδάλια), και έπειτα τη δεύτερη φορά για τον άρραφο χιτώνα (g).
Λουκ. 23,35 καὶ εἱστήκει ὁ λαὸς θεωρῶν(1). ἐξεμυκτήριζον δὲ καὶ(2) οἱ ἄρχοντες σὺν αὐτοῖς λέγοντες(3)· ἄλλους ἔσωσε, σωσάτω ἑαυτόν, εἰ οὗτός ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ τοῦ Θεοῦ(4) ἐκλεκτός(5).
Λουκ. 23,35 Και εστέκετο ο λαός παρατηρών και απολαμβάνων το θέαμα της σταυρώσεως. Περιγελούσαν δε αυτόν και οι άρχοντες μαζή με άλλους και έλεγαν• “άλλους έσωσε. Ας σώση τώρα και τον εαυτόν του, εάν είναι πράγματι αυτός ο Χριστός ο εκλεκτός του Θεού”.
(1) Το θεωρῶν δηλώνει περιέργεια χυδαία που χάσκει σαν μπροστά σε κάποιο θέαμα αξιοπαρατήρητο (p).
(2) Το «και» αυτό μπορεί να υπονοεί, ότι και ο λαός περιέπαιζε, και μαζί με αυτόν περιέπαιζαν και οι άρχοντες. Αλλά ο ευαγγελιστής μάλλον θέλει να δηλώσει, ότι εκτός από αυτούς που παρατηρούσαν, υπήρχαν και αυτοί που περιέπαιζαν (L). Ο λαός στεκόταν βλέποντας, οι άρχοντες περιέπαιζαν, οι στρατιώτες ενέπαιξαν και ο ληστής βλασφημούσε. Σχηματίζεται έτσι ένα είδος κλιμακωτού (p).
Από τους άρχοντες θα περίμενε κάποιος περισσότερη ευπρέπεια και λιγότερη αναισθησία. Για να είναι άρχοντες και για να έχουν αξίωμα πρέπει να ήταν άνθρωποι ανώτερης ανάπτυξης, που είχαν συναίσθηση της αξιοπρέπειας και των υποχρεώσεων του οίκτου προς τους πάσχοντες. Αλλά και αυτοί αναμίχτηκαν τώρα με το χυδαίο όχλο και τον ξεπέρασαν στην απρέπεια.
(3) Τα ακόλουθα σαρκαστικά λόγια αναφέρονται και από τους τρεις συνοπτικούς, αλλά ο Λουκάς μάς προσθέτει το περιφρονητικό «οὗτός» («εἰ οὗτός ἐστιν ὁ Χριστὸς») και το εκλεκτός (p).
(4) Υπάρχει και η γραφή: ο Χριστός του Θεού, ο εκλεκτός.
(5) Ο Ιησούς είχε εκλεχτεί πριν από όλους τους αιώνες για την εκπλήρωση όλων αυτών (p). Ήταν ο από το Θεό εκλεγμένος Μεσσίας (δ), ο οποίος θα πραγματοποιούσε το θείο σχέδιο και ως προς τον Ισραήλ και ως προς τον κόσμο ολόκληρο. Δες Λουκ. θ 35 (g).
Οι Ιουδαίοι ανέμεναν τον Μεσσία ως κοσμικό άρχοντα, ο οποίος θα ελευθέρωνε αυτούς από τους Ρωμαίους. Ήδη ο Χριστός βρισκόταν στα χέρια των Ρωμαίων. Εάν πράγματι ήταν ο Μεσσίας, όπως τον φαντάζονταν οι Ιουδαίοι ας ελευθέρωνε λοιπόν τον εαυτό του από τους Ρωμαίους και ας καταργούσε στη συνέχεια το κράτος τους. Τον ενέπαιζαν λοιπόν και τον περιφρονούσαν οι Ιουδαίοι ως ψευδομεσσία.
Λουκ. 23,36 ἐνέπαιζον(1) δὲ αὐτῷ καὶ οἱ στρατιῶται προσερχόμενοι καὶ ὄξος(2) προσφέροντες(3) αὐτῷ
Λουκ. 23,36 Τον ενέπαιζαν δε οι στρατιώται, οι οποίοι προσήρχοντο και του προσέφεραν ξύδι.
(1) Υπάρχει και η γραφή ενέπαιξαν, η οποία παρουσιάζει τους στρατιώτες να επιμένουν λιγότερο στον εμπαιγμό τους από όσο οι άρχοντες των Ιουδαίων (p).
(2) Και αυτό είναι χαρακτηριστικό του Λουκά, ο χαρακτηρισμός δηλαδή του ποτισμού ως εμπαιγμού των στρατιωτών (δ). Ο από τους υπόλοιπους ευαγγελιστές (Ματθ. κζ 48,Μάρκ. ιε 36,Ιω. ιθ 29) αναφερόμενος ποτισμός, έγινε λίγο πριν το θάνατο του Κυρίου. Το ότι επίσης βρέθηκε αμέσως εκεί και σφουγγάρι και καλάμι ή ύσσωπο (κλωνάρι φυτού) σημαίνει, ότι είχε ληφθεί από πριν φροντίδα για αυτά για ανακούφιση αυτών που ταλαιπωρούνταν σκληρά πάνω στο σταυρό (g).
Κάποιοι από τους ερμηνευτές μεταφράζουν τον παρόντα στίχο ως εξής: Και οι στρατιώτες, όταν τον πλησίαζαν για να του προσφέρουν για ανακούφισή του ξύδι, τον περιγελούσαν. Η γενική όμως γνώμη των ερμηνευτών είναι ότι και η προσφορά του ξυδιού γινόταν για χλευασμό (ο).
(3) Πιθανώς δεν μπορούσαν να πλησιάσουν στα χείλη του το κύπελλο, το οποίο κρατούσαν στα χέρια τους (p).
Λουκ. 23,37 καὶ λέγοντες· εἰ σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων(1), σῶσον σεαυτόν(2).
Λουκ. 23,37 και έλεγαν• “εάν συ είσαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων, σώσε τον εαυτόν σου”.
(1) Οι στρατιώτες περιγελώντας τον Ιησού παίρνουν αφορμή από την εναντίον του κατηγορία ότι διεκδικεί βασιλεία και ως περιεχόμενο των κοροϊδιών τους παίρνουν τον τίτλο του βασιλιά (b). Και τον μεταχειρίζονται ειρωνικά ως βασιλιά, κατά κάποιο τρόπο προσφέροντας σε αυτόν το ποτήρι του συμποσίου (g). Τι λαμπρός βασιλιάς, θα έλεγαν. Σε τέτοιο λαό τέτοιος βασιλιάς αρμόζει. Αλλά και σε τέτοιο βασιλιά, τέτοιος λαός τού πρέπει.
(2) Στο στόμα των ρωμαίων στρατιωτών δεν υποδηλώνει δύναμη υπερφυσική (L).
Λουκ. 23,38 Ἦν δὲ καὶ ἐπιγραφὴ(1) γεγραμμένη ἐπ᾿ αὐτῷ γράμμασιν ἑλληνικοῖς καὶ ῥωμαϊκοῖς καὶ ἑβραϊκοῖς(2)· οὗτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς(3) τῶν Ἰουδαίων.
Λουκ. 23,38 Ήταν δε και επιγραφή εις ειδικήν σανίδα, στερεωμένη στο επάνω μέρος του σταυρού, γραμμένη με γράμματα Ελληνικά και Ρωμαϊκά και Εβραϊκά• Αυτός είναι ο βασιλεύς των Ιουδαίων.
(1) Δεν περίμεναν τη στιγμή αυτή για να βάλουν την επιγραφή. Αλλά γίνεται για αυτήν λόγος εδώ μετά τα λόγια των στρατιωτών, κατά κάποιο τρόπο σαν ένας συμπληρωματικός σαρκασμός και χλευασμός. Και όμως ο Ιησούς ήταν αληθινά βασιλιάς. Ενώ οι στρατιώτες χλεύαζαν το βασιλικό του αξίωμα, ο ληστής πίστεψε σε αυτό. Η σύνδεση αυτή των γεγονότων είναι γεμάτη τέχνη, σύμφωνη με το «καθεξής (=με τη σειρά τους)» που σημειώνεται στο προοίμιο του ευαγγελίου (Λουκ. α 3), οσοδήποτε και αν θα έλεγε κάποιος, ότι δεν είναι και χρονολογική (L).
Το όνομα και το έγκλημα του καταδίκου γραφόταν σε πινακίδα που κρεμιόταν συνήθως από τον τράχηλό του, και όταν έφθαναν στον τόπο της θανατικής εκτέλεσης, στερεωνόταν πάνω στο σταυρό. Το «και» υπονοεί, ότι η επιγραφή αυτή ήταν πρόσθετη χλεύη και εμπαιγμός (p).
(2) Κάποια από τα μεγαλογράμματα χειρόγραφα παραλείπουν τη φράση «γεγραμμένη ἐπ᾿ αὐτῷ γράμμασιν ἑλληνικοῖς καὶ ῥωμαϊκοῖς καὶ ἑβραϊκοῖς».
«Δες όμως και άλλη πανουργία του διαβόλου που γυρνά εναντίον του. Διότι ο μεν διάβολος με τους τρεις χαρακτήρες γραμμάτων (γλώσσες) διαπόμπευσε δήθεν την ανταρσία του Ιησού, ώστε να μην διαφύγει της προσοχής κανενός από τους περαστικούς, ότι για αυτό κρεμάστηκε, διότι έκανε τον εαυτό του βασιλιά· αυτό όμως… ήταν σύμβολο του ότι μπήκαν κάτω από τη βασιλεία του Ιησού και ανακήρυξαν αυτόν τα καλύτερα από τα έθνη, όπως ήταν οι Ρωμαίοι, και σοφότατοι, όπως οι Έλληνες, και θεοσεβέστατοι όπως ήταν το γένος των Εβραίων» (Θφ).
Μπήκε περιφρονητικά. Αλλά ο Θεός είχε πρόθεση, να καταστεί αυτή διακήρυξη για το ποιος πράγματι ήταν αυτός που κρεμιόταν στο σταυρό. Ήταν πράγματι ο βασιλιάς των Ιουδαίων· ο βασιλιάς της εκκλησίας και ο σταυρός του είναι η οδός προς το στέμμα και το θρόνο του. Αυτό γράφτηκε στις τρεις τότε περισσότερο ομιλούμενες και γνωστές μεταξύ των μορφωμένων γλώσσες, έτσι ώστε και όσοι ήταν με οποιονδήποτε τρόπο μορφωμένοι, να μπορούν να γνωρίσουν το Χριστό.
Γράφτηκε στις τρεις αυτές γλώσσες, για να καταστεί δυνατόν να διαβαστεί η επιγραφή αυτή από όλους τους ανθρώπους. Η εθνική φιλοσοφία είχε κάνει την ελληνική γλώσσα περίφημη· οι ρωμαϊκοί νόμοι και η από τη Ρώμη κυβέρνηση του κόσμου είχε κάνει επίσης γνωστή και τη λατινική γλώσσα· η εβραϊκή επίσης ξεπερνούσε αυτές, διότι σε αυτήν είχε γραφτεί η Παλαιά Διαθήκη. Στις τρεις αυτές γλώσσες διακηρύχτηκε ο Χριστός βασιλιάς.
(3) Με την επιγραφή αυτή, την ταπεινωτική για τους Ιουδαίους, ο Πιλάτος εκδικούνταν για τον καταναγκασμό, στον οποίο είχαν υποβάλλει αυτόν οι Ιουδαίοι, για να φέρουν σε πέρας την θανατική εκτέλεση ανθρώπου, τον οποίο αυτός είχε βρει αθώο (g)
Ο θάνατος του Ιησού
Λουκ. 23,39 Εἷς δὲ τῶν κρεμασθέντων κακούργων(1) ἐβλασφήμει(2) αὐτὸν λέγων· εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός(3), σῶσον σεαυτὸν καὶ ἡμᾶς.
Λουκ. 23,39 Ένας δε από τους σταυρωθέντας κακούργους τον εβλασφημούσε λέγων• “εάν συ είσαι πράγματι ο Χριστός, σώσε τον εαυτόν σου και ημάς”.
(1) «Πώς λοιπόν οι άλλοι ευαγγελιστές λένε ότι και οι δύο ληστές τον κατηγορούσαν; Στην αρχή μεν ήταν λογικό και οι δύο να τον κατηγορούν, έπειτα ο ένας από τους δύο, επειδή είχε ετοιμότητα πνεύματος και αντίληψης, κατάλαβε την αγαθότητα και τη θεότητα του Ιησού… και αναγνωρίζει τον Ιησού αληθινό βασιλιά, και αποστομώνει και τον άλλο ληστή» (Θφ). Αυτή είναι και η γνώμη του Ωριγένη, Χρυσοστόμου, Ιερωνύμου και Ζιγαβηνού.
Αλλά οι Κύριλλος Ιεροσολύμων, Αμβρόσιος και Αυγουστίνος περιορίζουν τη βλασφημία στον ένα ληστή, για τον οποίο στους άλλους συνοπτικούς γίνεται λόγος σε πληθυντικό κατά συνεκδοχή (= σχήμα λόγου κατά το οποίο το μέρος εκλαμβάνεται αντί του όλου και το αντίθετο, το ένα αντί για τα πολλά και το αντίθετο) (p).
Κατά τη γνώμη του Αυγουστίνου (de cons. ev. III, 16,53), η οποία φαίνεται και η ορθότερη, οι ληστές αποτελούσαν ξεχωριστή κατηγορία. Όπως λοιπόν ο Λουκάς στο στίχο 36 αποδίδει στους στρατιώτες την προσφορά του ξυδιού παρόλο που ένας από αυτούς έπραξε αυτό, έτσι γίνεται λόγος γενικά για τους ληστές ότι βλασφημούσαν αυτόν, παρόλο που ένας μόνος έπραξε αυτό (L).
Ο Χριστός σταυρώθηκε μεταξύ δύο ληστών και μέσω αυτών αντιπροσωπεύονταν οι διαφορετικές διαθέσεις των ανθρώπων και τα διαφορετικά αποτελέσματα, τα οποία ο σταυρός θα επέφερε στους υιούς των ανθρώπων, προς τους οποίους θα καταγγελλόταν το ευαγγέλιο. Είναι όλοι κακοποιοί, όλοι ένοχοι ενώπιον του Θεού. Από την αρχή και μέχρι σήμερα ο σταυρός είναι σε μερικούς μεν οσμή ζωής για ζωή, ενώ σε άλλους οσμή θανάτου για θάνατο. Για αυτούς που χάνονται είναι ανοησία, για αυτούς που σώζονται όμως είναι Θεού σοφία και δύναμη.
(2) Οι άλλοι δύο συνοπτικοί αντί για το πολύ εντονότερο «εβλασφήμει» γράφουν ωνείδιζον. Από εδώ προήλθε η ελάχιστα πιθανή εκδοχή, ότι και οι δύο μεν ληστές ωνείδισαν τον Ιησού, ίσως διότι δεν τους βοήθησε κατά την επανάστασή τους εναντίον της επικρατούσας κοινωνικής κατάστασης, αλλά μόνο ο ένας βλασφήμησε αυτόν.
(3) Τα αλεξανδρινά χειρόγραφα γράφουν τη φράση ερωτηματικά: «Ουχί σὺ εἶ ὁ Χριστός;». Ο ερωτηματικός αυτός τύπος έχει μέσα του κάτι το πικρότερο από το απλό «εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός» (p).
Παρόλο που ο ληστής αυτός αντιμετώπιζε ήδη την αγωνία του θανάτου, παρόλ’ αυτά δεν ταπεινωνόταν το υπερήφανο πνεύμα του, ούτε διδασκόταν αυτός από τη γλώσσα του άλλου συσταυρωμένου συναδέλφου του. Οποιεσδήποτε απειλές και τιμωρίες δεν είναι ικανές από μόνες τους να μεταβάλλουν την πονηρή καρδιά, αλλά μερικές φορές παροργίζουν και ερεθίζουν ακόμη περισσότερο τη διαφθορά της.
Λουκ. 23,40 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἕτερος ἐπετίμα(1) αὐτῷ λέγων· οὐδὲ φοβῇ(2) σὺ τὸν Θεόν, ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματι(3) εἶ;
Λουκ. 23,40 Απεκρίθη δε ο άλλος, τον επέπληττε και του έλεγε• ούτε τον Θεόν συ ο εγκληματίας και ένοχος δεν φοβείσαι, διότι υφίστασαι την ιδίαν καταδίκην με αυτόν τον αθώον;
(1) Ο ληστής «βλέποντας αυτόν να είναι σταυρωμένος, να τον μαστιγώνουν, να τον βρίζουν, να τον ποτίζουν χολή, να τον φτύνουν, να τον χλευάζει τόσος πολύς λαός, να τον καταδικάζει το δικαστήριο, να τον έχουν οδηγήσει σε θάνατο, με τίποτα από αυτά δεν σκανδαλίστηκε· αλλά βλέποντας το σταυρό και τα καρφιά να έχουν καρφωθεί… αυτός βάδισε το σωστό δρόμο λέγοντας· Θυμήσου με στη βασιλεία σου. Και αυτόν που τον κατηγορούσε τον αποστόμωνε και τα αμαρτήματά του εξομολογούνταν και φιλοσοφούσε για την ανάσταση.
Και αυτά, χωρίς να δει νεκρούς να ανασταίνονται, ούτε λεπρούς να καθαρίζονται, ούτε θάλασσα να τιθασεύεται, ούτε δαίμονες να διώχνονται, ούτε ψωμιά να πληθαίνουν, ούτε τα άλλα τα οποία είδε ο λαός των Ιουδαίων, που, αν και τα είδε, τον σταύρωσε» (Χ).
Τι προσείλκυσε σε μετάνοια αυτόν τον ληστή;
«Κατάλαβε την αγαθότητα και τη θεότητα του Ιησού από τη φωνή (το λόγο), την οποία έβγαλε υπέρ των σταυρωτών του, λέγοντας, Πατέρα συγχώρεσέ τους. Διότι η φωνή αυτή, δεν είναι μόνο γεμάτη από κάθε φιλανθρωπία, αλλά φανερώνει και πολλή αυθεντία. Διότι δεν είπε, Κύριε, παρακαλώ… αλλά απλώς έτσι με εξουσία, Πατέρα, συγχώρεσέ τους» (Θφ).
Αναμφίβολα έκανε σε αυτόν αρχικά βαθειά εντύπωση η αντίθεση μεταξύ της αγιότητας του Ιησού και της βάναυσης προς αυτόν συμπεριφοράς αυτών που τον κακοποιούσαν. Έπειτα η πραότητα και ανεξικακία, με την οποία άφηνε τον εαυτό του να οδηγείται προς το θάνατο και προ παντός η υπέρ των δημίων του προσευχή του, συγκλόνισαν τη συνείδηση και την καρδιά του. Τέλος η επίκληση Π α τ έ ρ α, με την οποία προσφωνούσε το Θεό, τού αποκάλυψε, ότι ο Ιησούς ήταν πρόσωπο, το οποίο ζούσε σε στενή σχέση με το Θεό και τον έκανε να διαισθανθεί τη θεότητά του (g).
Ο ληστής αυτός, όταν ακριβώς ήταν έτοιμος να πέσει στα χέρια του σατανά, αποσπάστηκε από αυτόν σαν δαυλός από την πυρά και έγινε μνημείο του θείου ελέους, ενώ ο σατανάς έμεινε να ωρύεται σαν λιοντάρι, από το στόμα του οποίου διέφυγε η λεία. Αυτό όμως δεν μας δίνει το θάρρος να αναβάλλουμε τη μετάνοιά μας στις τελευταίες στιγμές της ζωής μας. Διότι αν και είναι βέβαιο, ότι πάντοτε η ειλικρινής μετάνοια γίνεται δεκτή, είναι όμως αβέβαιο τελείως, εάν η στο τέλος της ζωής μας μετάνοια είναι ειλικρινής και αληθινή.
Κανείς άλλωστε δεν μπορεί να είναι ασφαλής για το ότι θα λάβει καιρό μετανοίας κατά τις τελευταίες του στιγμές. Ούτε πρέπει να λησμονεί κάποιος, ότι στο ληστή ουδέποτε στο παρελθόν τού είχε προσφερθεί η χάρη, εγκολπώθηκε όμως αυτήν αμέσως μόλις τη γνώρισε. Ενώ για μας συμβαίνει το τελείως αντίθετο. Μας προσφέρεται η χάρη και την απωθούμε. Πώς λοιπόν μπορούμε να ελπίζουμε, ότι θα μας επισκεφτεί αυτή και κατά τις τελευταίες μας στιγμές;
(2) Ή, όχι μόνο δεν αγαπάς, αλλά ούτε φοβάσαι το Θεό, που τιμωρεί τους άδικους και πονηρούς; (δ).
Ή, πιο σωστά, και Εσύ ο ίδιος πρόκειται μετά από λίγο να εμφανιστείτε ενώπιον του Θεού. Ούτε ο φόβος λοιπόν του Θεού δεν σε συγκρατεί από το να προσθέτεις νέες αμαρτίες; (p).
Το δεν φοβάσαι το Θεό υποδηλώνει, ότι τον ευγνώμονα αυτόν ληστή συγκρατούσε ο φόβος του Θεού στο να μην παρασυρθεί ούτε από τη συμπεριφορά του συναδέλφου του ούτε από το ρεύμα του παρεκτρεπομένου λαού κάτω από το σταυρό του. Όλοι όσοι έχουν ανοικτά τα μάτια τους, όπως ο μετανοημένος ληστής, βλέπουν, ότι στο βάθος της κακίας των πονηρών υπάρχει η έλλειψη φόβου του Θεού. Δεν φοβούνται το Θεό και για αυτό προκόβουν στους πονηρούς δρόμους τους.
(3) «Κρίμα λοιπόν ονομάζει τώρα την καταδίκη τη σταυρική» (Ζ). «Στην ίδια, λέει, τιμωρία. Διότι και εμείς είμαστε σε σταυρό. Χλευάζοντας λοιπόν εκείνον, τον εαυτό σου λοιδορείς πριν από εκείνον» (Χ). Στην ίδια καταδίκη και δεν έχεις δικαίωμα να κατηγορείς αυτόν, ο οποίος υφίσταται την ίδια τιμωρία (δ).
Λουκ. 23,41 καὶ ἡμεῖς μὲν δικαίως(1)· ἄξια γὰρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν(2)· οὗτος δὲ οὐδὲν ἄτοπον(3) ἔπραξε.
Λουκ. 23,41 Και ημείς μεν δικαίως τιμωρούμεθα, διότι απολαμβάνομεν άξια εκείνων που επράξαμεν. Αυτός όμως κανένα ποτέ άτοπον δεν έπραξε”.
(1) Δίκαια είμαστε σε αυτήν την καταδίκη (δ). Ο μετανοημένος ληστής επιδοκιμάζει την ποινή που επιβλήθηκε στο έγκλημά του (b). Αυτοί που ειλικρινά μετανοούν αναγνωρίζουν το δίκαιο των τιμωριών, τις οποίες επιβάλλει σε αυτούς ο Θεός για τις αμαρτίες τους. Ο Θεός δίκαια μάς τιμωρεί, λέει ο ευγνώμων ληστής. Εμείς πράξαμε τα άτοπα και τα άδικα. Και ότι τώρα υποφέρουμε, είναι η δίκαιη ανταπόδοση των πράξεών μας.
(2) Φόνους πράξαμε, φόνο απολαμβάνουμε (δ).
«Είδες εξομολόγηση ολοκληρωμένη; Είδες πώς στο σταυρό απέβαλλε τα αμαρτήματα;… Κανείς δεν τον ανάγκασε, κανείς δεν τον πίεσε, αλλά αυτός ο ίδιος διαπόμπευσε τον εαυτό του… Δεν τόλμησε πιο πριν να πει, Θυμήσου με στη βασιλεία σου, παρά μόνο όταν με την εξομολόγηση απέθεσε το φορτίο. Βλέπεις πόσο σπουδαίο πράγμα είναι η εξομολόγηση; Εξομολογήθηκε και άνοιξε τον παράδεισο· εξομολογήθηκε και πήρε τέτοιο θάρρος, ώστε από ληστεία να ζητήσει τη βασιλεία» (Χ).
(3) Με τη λέξη αυτή μειώνει την έννοια (p). Άτοπο=τίποτα που να μην είναι στον τόπο του και για αυτό ασυνήθιστο, παράδοξο, ηθικά απρεπές (δ).
Πολύ περισσότερο τίποτα το εγκληματικό (p). Οι αρχιερείς είχαν σταυρώσει αυτόν μεταξύ δύο ληστών, σαν χειρότερο από αυτούς. Αλλά ο ληστής αυτός είχε περισσότερη από αυτούς αίσθηση, και ό,τι δεν είδαν οι αρχιερείς, το είδε ο ληστής. Και ομολογεί, ότι τίποτα άτοπο δεν έπραξε. Εάν είχε ακούσει προηγουμένως για το Χριστό και για τα θαυμαστά έργα του, δεν φαίνεται από την αφήγηση των ευαγγελιστών. Αλλά η χάρη του Πνεύματος φώτισε αυτόν να γνωρίσει τον Ιησού, την ώρα που οι αρχιερείς παρέμεναν στο σκοτάδι.
Λουκ. 23,42 καὶ ἔλεγε(1) τῷ Ἰησοῦ· μνήσθητί μου(2), Κύριε, ὅταν ἔλθῃς(3) ἐν τῇ βασιλείᾳ(4) σου.
Λουκ. 23,42 Και έλεγεν στον Ιησούν• “ενθυμήσου με, Κύριε, όταν θα έλθης με δόξαν και δύναμιν εις την βασιλείαν σου”.
(1) Τα αλεξανδρινά χειρόγραφα μαρτυρούν υπέρ της γραφής: και έλεγεν· Ιησού, μνήσθητί μου, όταν έλθης εις την βασιλείαν σου. Η επίκληση αυτή είναι η προσευχή αμαρτωλού που πεθαίνει σε Σωτήρα που πεθαίνει.
Ήταν τιμή για τον Ιησού να τον επικαλείται έτσι ο ληστής, μολονότι ήταν πάνω στο σταυρό κατάδικος και χλευαζόταν και εξευτελιζόταν από τους εχθρούς του. Ήταν ευτυχία ανυπολόγιστη του ληστή το ότι αξιώθηκε να απευθύνει αυτήν τη δέηση. Ίσως δεν θα είχε άλλοτε προσευχηθεί. Και όμως τώρα η δέησή του εισακούστηκε και σώθηκε αυτός κατά την έσχατη στιγμή. Εφόσον υπάρχει ζωή, υπάρχει και ελπίδα. Και εφόσον υπάρχει ελπίδα, υπάρχει τόπος για προσευχή.
(2) Η επίκληση αυτή εξηγείται από την συμμετοχή και συντροφιά στην ίδια ποινή και στα δεινά του ίδιου παθήματος, η οποία φαινόταν στο ληστή, ότι δημιουργούσε με τον Ιησού στο εξής δεσμό αδιάλυτο. Πώς αυτός ο Ιησούς, ο οποίος πριν λίγο προσευχήθηκε για τους δημίους του, θα μπορούσε να λησμονήσει τελείως τον πτωχό του σύντροφο στη θλίψη των παθημάτων; (g). Ο ληστής γνώριζε, ότι είχε ακόμη λίγες ώρες ζωής. Συνεπώς η επίκλησή του αυτή συνυπονοεί πίστη στη μελλοντική κατάσταση, στην οποία ο Ιησούς επρόκειτο να δεχτεί αυτόν στη βασιλεία του. Ίσως πίστευε ότι ο Χριστός θα ανασταινόταν από τους νεκρούς.
Σε κάθε περίπτωση η πίστη ανθρώπου συσταυρωμένου με τον Ιησού είναι πολύ αξιοπαρατήρητη. Μερικοί (οι στρατιώτες και αυτοί στους οποίους αναφέρθηκαν αυτοί και βεβαίωσαν ό,τι είδαν) είδαν τον Ιησού αναστημένο από τους νεκρούς και δεν πίστεψαν σε αυτόν.
Ο ληστής βλέπει αυτόν να θανατώνεται και όμως πιστεύει (p). Καταφρόνησαν οι Ιουδαίοι τους νεκρούς που αναστήθηκαν («μετά την ανάσταση αυτού… εμφανίστηκαν σε πολλούς» Ματθ. κζ 53)· ο ληστής δεν καταφρόνησε τον κρεμασμένο μαζί με αυτόν πάνω στο σταυρό (Αυγουστίνου serm. 23,13).
(3) Πιστεύει σε ένδοξη επάνοδο του Ιησού πάνω στη γη (g). Η έννοια της φράσης είναι: Όταν έλθεις με τη δόξα και τη δύναμη της βασιλείας σου (p).
(4) Πιστεύει ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας και γνωρίζει ότι ο Μεσσίας πρόκειται να έχει βασιλεία (p). Και θα έλεγε κάποιος, ότι ο ευγνώμων ληστής ασφαλώς ήταν Ιουδαίος και πίστευε στην έλευση του Μεσσία κατά την ανάσταση (L). Ο Μεσσίας επρόκειτο σύμφωνα με τις επικρατούσες ιδέες (σύμφωνα με τα Ησ. κστ 19 και Δανιήλ ιβ 2) να αναστήσει τους άξιους από τους Ισραηλίτες, για να λάβουν μέρος μαζί με τους πατριάρχες στη μεσσιακή πανήγυρη (g). Ούτε οι απόστολοι κατά το χρόνο εκείνον δεν έτρεφαν τόσο διαυγείς ελπίδες για τη βασιλεία του Χριστού (b).
Ομολογεί αυτόν Κύριο και βασιλιά που έχει βασιλεία και έρχεται στη βασιλεία αυτή. Πιστεύει ακόμη, ότι θα έχει εξουσία στη βασιλεία αυτή και ότι σε όσους θα επιδείξει την εύνοιά του, θα είναι αυτοί ευτυχείς. Ο Χριστός βρίσκεται τώρα στο βάθος της ταπείνωσής του, εγκαταλελειμμένος από τους μαθητές του, εξευτελιζόμενος από το έθνος του, πεθαίνοντας πάνω στο σταυρό σαν εγκληματίας. Και ο ληστής κάνει τις ομολογίες του αυτές προτού να σημειωθούν τα από τον ουρανό θαύματα, τα οποία τίμησαν το πάθος του και προτού να αναγκαστεί και ο ίδιος ο κεντυρίων να ομολογήσει τον Χριστό υιό του Θεού.
Αληθινά, ούτε στον Ισραήλ δεν θα έβρισκε κάποιος τόσο μεγάλη πίστη. Πίστευε σε μέλλουσα ζωή και επιθυμούσε να είναι ευτυχής σε εκείνην τη ζωή, όχι όπως ο άλλος ληστής να σωθεί από το σταυρό, αλλά να βρει ανάσταση, όταν ο σταυρός θα του επέφερε το θάνατο. Έχουμε εδώ παράδειγμα της δύναμης του σταυρού, να ελκύει τους ανθρώπους στον εαυτό του. Δείχνει και προλέγει ο σταυρός την ουράνια βασιλεία και αποκαλύπτει τον αληθινό παράδεισο, του οποίου και διανοίγει τις πύλες.
Όχι τελείως απίθανη και η εκδοχή: «Είναι λογικό ότι θα έμαθε ο ληστής και τον λόγο, τον οποίο είπε ο Κύριος στον Πιλάτο. Η βασιλεία η δική μου δεν είναι από αυτόν τον κόσμο» (Ζ).
Λουκ. 23,43 καὶ εἶπεν(1) αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν λέγω σοι(2), σήμερον(3) μετ᾿ ἐμοῦ(4) ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ(5).
Λουκ. 23,43 Και είπεν εις αυτόν ο Ιησούς• “σε διαβεβαιώνω, ότι σήμερον θα είσαι μαζί μου στον παράδεισον”.
(1) Ο Κύριος τήρησε την πιο βαθειά σιγή μέσα στους χλευασμούς και τους εμπαιγμούς των αρχόντων και του όχλου. Αλλά τώρα πόσο είναι πρόθυμος και έτοιμος, να απαντήσει στο αίτημα του μετανοημένου κακούργου! (ο).
(2) Η φράση, όπως συνήθως, προαναγγέλλει κάτι που έχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα ή υπερβαίνει κάθε προσδοκία. Δες και Λουκ. δ 24,ιβ 37,ιη 17,29,κα 32 (p). Ο ληστής «με αυτό το αίτημά του, ικέτευσε να τύχει μόνο κάποιου αγαθού· ο Χριστός όμως επειδή ήξερε την πρόθεσή του, υποσχέθηκε σε αυτόν αυτό που φαινόταν σε εκείνον το πιο αγαπητό από όλα» (Ζ).
Ο Χριστός πάνω στο σταυρό μοιάζει με το Χριστό πάνω στο θρόνο. Επειδή λοιπόν «τώρα είναι κρίση του κόσμου», ο ένας από τους ληστές απέρχεται με κατάρα και ο άλλος με ευλογία. Αν και ο Χριστός ήταν ήδη σε αγωνία, δεν παρέλειψε παρόλ’ αυτά να απευθύνει λόγο ενίσχυσης στο ληστή, που εμπιστεύτηκε τον εαυτό του σε αυτόν. Ακόμη και μεγάλοι αμαρτωλοί μέσω του Χριστού θα πετύχουν όχι μόνο την άφεση των αμαρτιών τους, αλλά και θέση στον Παράδεισο.
(3) Κάποιοι «παραβιάζουν το νόημα του ρητού βάζοντας κόμμα στο Σήμερον, ώστε να είναι το λεγόμενο ως εξής «ἀμὴν λέγω σοι σήμερον», και έπειτα προσθέτουν το «μετ᾿ ἐμου ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ» (Θφ).
Αλλά όταν συνδέσει κάποιος το σήμερα με το λέω, σχεδόν εκμηδενίζει όλη την ισχύ του. Όταν όμως συνδέσει αυτό με τα επόμενα, είναι πλήρες νοήματος. Ο Ιησούς γνωρίζει, ότι και αυτός και ο ληστής θα πέθαιναν κατά την ημέρα εκείνη. Και παραχωρεί σε αυτόν περισσότερα από όσα είχε ζητήσει ή ελπίσει (p). Ο Ιησούς δηλαδή αντιθέτει ισχυρά το άμεσο και κοντινό της ευτυχίας, την οποία τού υπόσχεται, με τον απώτερο χρόνο τον οποίο ο ληστής είχε στο νου του και κατά τον οποίο περίμενε ότι ο Χριστός θα τον θυμόταν = Σε αυτήν τη σημερινή ημέρα, πριν ακόμη ο ήλιος δύσει, θα είσαι στον παράδεισο (g).
Ο ληστής ζήτησε από τον Κύριο να τον θυμηθεί. Το «μνήσθητί μου», το οποίο είπε, δεν υπονοεί μεγάλες αξιώσεις. Μικρό έλεος ζητά ο ληστής. Και ο Χριστός τού παραχωρεί θέση μαζί του στον Παράδεισο. Και του την παραχωρεί όχι σε απώτερο μέλλον, αλλά αμέσως και κατά την ίδια την ημέρα του παθήματος.
(4) Όχι απλώς συν εμοί, συντροφεύοντας εμένα, αλλά μετ᾿ ἐμοῦ ως κοινωνός και συμμέτοχος. Η υπόσχεση αυτή συνυπονοεί συνέχεια της συνείδησης και μετά θάνατον. Εάν αυτός που πεθαίνει χάνει τη συνείδησή του, η βεβαίωση που παρέχεται στο ληστή, ότι θα είναι μαζί με το Χριστό μετά θάνατον, θα ήταν χωρίς σημασία και περιεχόμενο (p).
Με τον δεύτερο Αδάμ αποκατασταθήκαμε σε όλα, όσα χάσαμε με τον πρώτο Αδάμ και επιπλέον σε παράδεισο ουράνιο αντί για αυτόν τον επίγειο. Και θα είμαστε εκεί με τον Χριστό. Αυτή είναι η μακαριότητα των ουρανών, να βλέπει κάποιος το Χριστό και να κάθεται μαζί του βλέποντας τη δόξα του και συμμετέχοντας σε αυτήν (Ιω. ιζ 24).
(5) Περσικό όνομα που εξελληνίστηκε (παϊρί δανιζά= τεχνητός περιφραγμένος κήπος) (δ). Πάντως η λέξη είναι ανατολική και ήταν σε χρήση στους αρχαίους Πέρσες, όπως φαίνεται σαφώς από τα συγγράμματα του Ξενοφώντα, ο οποίο αποκαλεί τους κήπους και τα κυνηγετικά πεδία των μοναρχών και ευγενών στην Περσία, παραδείσους. Η λέξη χρησιμοποιείται και από τους Ο΄ για τον κήπο της Εδέμ. Εάν είναι αραβικής ή σανσκριτικής προέλευσης είναι αβέβαιο. Η λέξη κατέληξε να σημαίνει οποιονδήποτε ωραίο και τερπνό τόπο.
Εφόσον όμως ο παράδεισος της Εδέμ, ο πρωταρχικός τόπος της ωραιότητας και της ευτυχίας, κλείστηκε στο ανθρώπινο γένος μετά το προπατορικό αμάρτημα, ο Κύριος διάλεξε τον όρο παράδεισος για να δηλώσει το γεγονός, ότι ήδη ανώτερος και μακαριότερος παράδεισος άνοιξε στην ανθρωπότητα και ότι ο χαμένος παράδεισος ξαναποκτήθηκε και έγινε προσιτός σε όλους, όσοι θα ενωθούν με την πίστη προς τον νέο Αδάμ της χάρης (ο).
Η λέξη χρησιμοποιείται με διάφορες σημασίες στη Γραφή: α) Δενδροφυτευμένος περίβολος (Νεεμ. β 8· Άσμα δ 13, Εκκλ. β 5). β) Ο κήπος της Εδέμ (Γεν. β 8-10,15,16,γ 1-3,8-10 κλπ). γ) Ο κόλπος του Αβραάμ δηλαδή ο τόπος της ανάπαυσης των δικαίων μέχρι την ανάσταση. δ) Κάποιο μέρος στον ουρανό, που ταυτίζεται ίσως με τον τρίτο ουρανό (Β΄ Κορ. ιβ 4) (p).
Τι σημαίνει εδώ; Ο p. θεωρεί τη λέξη ως ταυτόσημη με τον κόλπο του Αβραάμ. Και σαφέστερα, παράδεισος είναι το τμήμα εκείνο του Άδη, όπου συγκεντρώνονται οι πιστοί (g) αναπαυόμενοι μέχρι τη Δευτέρα παρουσία.
Άλλη εκδοχή: «Εμείς όμως λέμε με απλούστερο τρόπο, ότι αμέσως πριν πάει στην λεγόμενη καρδιά της γης [=τον άδη], αποκατέστησε στον παράδεισο του Θεού τον πιστό ληστή» (Ω). Δηλαδή ο παράδεισος δεν είναι στον Άδη αλλά στον ουρανό. Αξιόλογη και η παρατήρηση: Ο παράδεισος εδώ σημαίνει κυρίως όχι τόπο, αλλά κατάσταση ευτυχίας. Αυτό δεν συνυπονοεί, ότι αποκλείεται και η ιδέα του τόπου, αλλά το κύριο στοιχείο της υπόσχεσης του Κυρίου στον ληστή είναι ότι: θα είσαι μ α ζ ί μ ο υ σε κατάσταση ανείπωτης μακαριότητας.
Υπάρχει βεβαίως και ένας τόπος στον κόσμο των πνευμάτων, όπου οι χωριζόμενες από τα σώματά τους ψυχές μεταβαίνουν μετά θάνατον. Αλλά ό,τι γνωρίζουμε για τον τόπο αυτόν είναι αυτό και μόνο, ότι οι άγιοι που μεταβαίνουν σε αυτόν βρίσκονται και ζουν μαζί με το Χριστό. Ο Παύλος ποθούσε να πεθάνει, για να είναι μαζί με το Χριστό (Φιλιπ. α 23).
Αυτό αποδεικνύει, ότι η ψυχή του πιστού αμέσως μετά το θάνατο μεταφέρεται σε τόπο, όπου είναι και ο Χριστός. Λίγο ενδιαφέρει πού είναι ο τόπος αυτός, όπου ο Κύριος με το δοξασμένο σώμα του βρίσκεται σε κοινωνία με τους δικούς του που έφυγαν από αυτόν τον κόσμο. Το ουσιώδες είναι, ότι στην κοινωνία αυτή και στην παρουσία του Χριστού οι ψυχές θα απολαμβάνουν ειρήνη, χαρά και ανάπαυση, έως ότου ανατείλει το πρωινό της ανάστασης, όταν και τα σώματά τους θα αναστηθούν άφθαρτα και θα συνενωθούν με αυτές, για να συναπολαύσουν τα αγαθά, τα οποία μάτι δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και στα οποία καρδιά ανθρώπου δεν ανέβηκε (ο).
«Είναι το ίδιο λοιπόν η βασιλεία των ουρανών και ο παράδεισος, και τίποτα δεν εμποδίζει… να λέει την αλήθεια και ο Παύλος, όταν αναφέρει ότι, κανείς από τους αγίους δεν απόλαυσε την υπόσχεση της ουράνιας κληρονομίας (προς Εβραίους ια 39). Διότι ο ληστής είναι μεν στον παράδεισο, δηλαδή στη βασιλεία… δεν απόλαυσε όμως την τέλεια κληρονομιά των αγαθών. Διότι όπως ακριβώς οι καταδικασμένοι δεν βρίσκονται μέσα στα βασίλεια, αλλά με φρουρές φυλάσσονται αποκλεισμένοι περιμένοντας τις καθορισμένες ποινές· οι έντιμοι όμως και μπαίνουν στα βασίλεια και σε αυτό το χρονικό διάστημα ζουν σε αυτά· έπειτα, όταν φτάσει ο καιρός της διανομής των βασιλικών δωρεών, αξιώνονται αυτών· έτσι και οι άγιοι· αν και δεν απολαμβάνουν ακόμη το τέλειο, αλλά εν τω μεταξύ βεβαίως ζουν σε αυτά τα φωτεινά και ευωδιαστά και βασιλικά, για να το πούμε απλά, σκηνώματα, παρόλο που δεν αξιώνονται κατά τέλειο ακόμη τρόπο της διανομής των βασιλικών δώρων» (Θφ).
Έτσι πλουσιότερη είναι η χάρη παρά η δέηση και επίκληση του ληστή. Διότι εκείνος παρακαλούσε, να τον θυμηθεί ο Κύριος, όταν έλθει στη βασιλεία του. Ο Κύριος όμως τού είπε: Σήμερα θα είσαι μαζί μου στον Παράδεισο. Όπου είναι ο Χριστός, εκεί είναι η ζωή, εκεί και η βασιλεία (Αμβρόσιος).
«Εσύ όμως θαύμασε, σε παρακαλώ, το πώς, όπως ακριβώς κάποιος βασιλιάς τροπαιοφόρος επιστρέφοντας από τη νίκη του, φέρνει μαζί του τα καλύτερα από τα λάφυρα, έτσι και ο Κύριος, αφού αφαίρεσε το καλύτερο από τα λάφυρα του διαβόλου [δηλαδή το ληστή] απογυμνώνοντάς τον, τον φέρνει μαζί του, επιστρέφοντας στην αρχαία πατρίδα του ανθρώπου, εννοώ τον παράδεισο» (Θφ).
Σωστά λοιπόν παρατηρήθηκε, ότι ούτε ο ακόλουθος μετά από λίγο σκοτισμός του ηλίου, ούτε ο σεισμός, ούτε το άνοιγμα των τάφων, ούτε το σχίσιμο των πετρών υπήρξαν μεγαλύτερα θαύματα από την ισχυρή πίστη και την επιστροφή του ληστή (ο).
Λουκ. 23,44 Ἦν δὲ ὡσεὶ ὥρα ἕκτη(1) καὶ σκότος(2) ἐγένετο ἐφ᾿ ὅλην τὴν γῆν(3) ἕως ὥρας ἐνάτης, τοῦ ἡλίου ἐκλείποντος(4),
Λουκ. 23,44 Ήταν δε ώρα εξ περίπου από την ανατολήν του ηλίου, δηλαδή μεσημέρι, και απλώθηκε σκότος εις όλην την γην έως τας τρεις το απόγευμα, διότι είχε χαθή ο ήλιος από τον ουρανόν.
Λουκ. 23,45 καὶ ἐσχίσθη τὸ καταπέτασμα(5) τοῦ ναοῦ μέσον·
Λουκ. 23,45 Και εσχίσθη στο μέσον το πολύτιμον παραπέτασμα του ναού.
(1) Δες Ματθ. κζ 45-56 και Μάρκ. ιε 33-41 και τις εκεί σημειώσεις.
(2) Στα φαινόμενα αυτά προφανώς υπάρχει κάτι το έκτακτο, είτε αποδώσει κάποιος τον εξαιρετικό τους χαρακτήρα σε υπερφυσική αιτία, είτε θεωρήσει αυτά ως σύμπτωση που σχεδιάστηκε από τη θεία Πρόνοια (g).
(3) Ή, εννοείται εδώ «η γη γύρω από την Ιουδαία… διότι σε πολλά σημεία η γραφή ονομάζει πάσαν γην την Ιουδαία» (Ω).
Ή, το μεσημβρινό σκοτάδι προερχόμενο από τον ήλιο σκοτείνιασε ολόκληρο το άνω ημισφαίριο· ενώ από την άλλη η σελήνη… μη παίρνοντας κανένα φως από τον ήλιο, βύθισε σε σκοτάδι το κάτω ημισφαίριο (b).
(4) «Είτε σκοτεινό σύννεφο ή σύννεφα ήταν απλωμένα κάτω από τις ηλιακές ακτίνες που έφθαναν στην Ιουδαία γη ή ο αέρας που ήταν εκεί έγινε παχύς δείχνοντας συμπάθεια και αυτός για το γεγονός, όπως ακριβώς η γη γύρω από την Ιουδαία και οι πέτρες και τα μνήματα… Και αυτό έγινε, για να μάθουν ότι, αυτός που είναι κρεμασμένος στο ξύλο είναι εκείνος που πήρε σύμμαχο την κτίση, όταν πολέμησε τους Αιγυπτίους για αυτούς και χάθηκε το ηλιακό φως και χύθηκε το σκοτάδι σε όλη τη χώρα τους» (Ω).
Σκοτάδι και τώρα, όπως άλλοτε στην Αίγυπτο, έπεσε, με μόνη τη διαφορά, ότι εκεί μεν διήρκεσε για τρεις μέρες, ενώ εδώ μόνο για τρεις ώρες. Δες Εξόδου ι 22.
(5) Δες Ματθ. κζ 51 και Μάρκ. ιε 38. Συνήθως θεωρούν το συμβολικό αυτό γεγονός ότι σημαίνει, ότι η οδός του θρόνου της χάριτος θα είναι στο μέλλον ανοιχτή σε όλους. Αλλά άραγε δεν θέλησε μάλλον ο Θεός να δείξει με αυτό, ότι από τη στιγμή αυτή ο ναός δεν θα ήταν πλέον κατοικία του; Όπως ο μέγας αρχιερέας έσχιζε το χιτώνα του μπροστά σε κάποια βλασφημία ή σκάνδαλο, έτσι ο Θεός σχίζει το καταπέτασμα των αγίων των αγίων, όπου έως τώρα έκανε αισθητή την παρουσία του. Δεν υπάρχουν πλέον άγια των αγίων, άρα λοιπόν ούτε άγια, ούτε θυσιαστήριο, ούτε θυσίες. Ο ναός καταλύθηκε από τον ίδιο το Θεό. Αυτό είχε προαναγγείλει ο Ιησούς στους Ιουδαίους, όταν τους έλεγε: Φονέψτε με, και αμέσως θα καταστρέψετε το ναό (g).
«Το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε στα δύο, σαν να το έσχισαν σχεδόν και οι ίδιοι οι άγγελοι που κατοικούσαν από παλιά στο ιερό, και έσχισαν το σεμνό ύφασμα, έτσι ώστε, αφού μείνει γυμνός και έρημος από την δική τους φρουρά ο τόπος που ήταν άβατος και που δεν επιτρεπόταν να μπει κάποιος, να καταστεί έτοιμος στους εχθρούς και πολέμιους» (Ε).
Λουκ. 23,46 καὶ φωνήσας φωνῇ μεγάλῃ(1) ὁ Ἰησοῦς εἶπε· πάτερ(2), εἰς χεῖράς σου(3) παρατίθεμαι(4) τὸ πνεῦμά μου(5)· καὶ ταῦτα εἰπὼν ἐξέπνευσεν(6).
Λουκ. 23,46 Και εφώναξε με φωνήν μεγάλην ο Ιησούς και είπε• “πάτερ, εις τας χείρας σου παραδίδω το πνεύμα μου”. Και αφού είπε τους λόγους αυτούς, εξέπνευσε.
(1) Και οι τρεις συνοπτικοί μνημονεύουν τη μεγάλη αυτή φωνή, η οποία αποδεικνύει, ότι ο Ιησούς δεν πέθαινε από εξάντληση (p).
(2) Η λέξη Πατέρα δείχνει ότι η ψυχή του Κυρίου απολαμβάνει ήδη και πάλι τη στοργική κοινωνία και γαλήνη με τον επουράνιο Θεό. Πριν από λίγο, επικαλούμενος τον Πατέρα, έλεγε Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες, διότι ως εγγυητής μας πλήρωνε το χρέος μας. Το Πατέρα, το οποίο λέει τώρα, είναι το πρώτο αποτέλεσμα της συντελούμενης απολύτρωσης, το ένδοξο προανάκρουσμα της ανάστασης (g).
(3) Ο Πατέρας δέχτηκε το πνεύμα του Ιησού· ο Ιησούς δέχεται τα πνεύματα των πιστών. Δες τα λόγια του Στεφάνου στο Πράξ. ζ 59 (b).
«Αυτή η φωνή, την οποία έκραξε πάνω στο σταυρό «στα χέρια σου παραδίδω», διδάσκει ότι οι ψυχές των αγίων δεν κλείνονται πλέον στον άδη, όπως και πριν, αλλά είναι κοντά στο Θεό και αυτό έγινε σαν σε απαρχή (ξεκίνημα) στο Χριστό. Διότι οι ψυχές προχωρούσαν προς τα κάτω και εκεί κρατούνταν, αλλά αυτήν την κάτω πορεία ο Κύριος την μετέβαλλε προς τα πάνω, μέσω του εαυτού του. Επειδή δηλαδή στο δικό του πρόσωπο βρέθηκε η ανθρώπινη φύση να έχει γίνει πλούσια με την αναμαρτησία του, έφερε ως καινοτομία σε μας το να στέλνονται στα χέρια του ζωντανού Θεού οι ψυχές που απαλλάσσονται από τα σώματα. Και αυτό γνωρίζοντας ο άγιος Στέφανος, είπε· Κύριε Ιησού, δέξου το πνεύμα μου» (Ω).
(4) Η φράση «στα χέρια σου παραδίδω το πνεύμα μου» προέρχεται από το ψαλμ. λ (στίχος 6). Ο μέλλοντας «θα παραδώσω», ο οποίος είναι και συνηθισμένη γραφή του κειμένου, ήταν φυσικός στο στόμα του Δαβίδ, του οποίου ο θάνατος δεν επέκειτο, αλλά ήταν ακόμη μακριά. Εξέφραζε με αυτόν, τον τρόπο, με τον οποίο έλπιζε, ότι μπορούσε να πεθάνει κάποια ημέρα. Ο ενεστώτας «παρατίθεμαι» αυτός και μόνος αρμόζει στην παρούσα κατάσταση του Ιησού (g).
Η γραφή παρατίθεμαι φαίνεται πιο αυθεντική. «Το ρήμα παραδίδω, διδάσκει ότι το πάθος του ήταν εκούσιο (=με τη θέλησή του)» (Ω). Αξιόλογη και η παρατήρηση: «Και παράδοση ονόμασε το θάνατο, διότι πάλι θα πάρει την ψυχή» (Θφ). «Δήλωνε δηλαδή το θα παραδώσω, ότι πάλι θα την πάρει πίσω» (Ω).
(5) Η λέξη πνεύμα δεν πρέπει να εννοηθεί με την έννοια της ζωτικής αρχής και δύναμης, αλλά με την έννοια της λογικής και αθάνατης ψυχής, η οποία και μετά το χωρισμό από το σώμα εξακολουθεί να ζει (ο). Το πνεύμα μου, όχι απλώς και μόνο τη ζωή μου, αλλά ούτε και απλώς την ψυχή μου· αλλά τις ανώτερες δυνάμεις της ψυχής μου, την υψηλότερη ζωή μου, το λογικό πνεύμα μου.
(6) Κανείς από τους τέσσερεις ευαγγελιστές δεν λέει, πέθανε ή εκοιμήθη ή ετελεύτησε (p). «Διότι δεν πέθαινε ως κοινός άνθρωπος, αλλά ως δεσπότης» (Θφ). Πεθαίνει με τα λόγια της Γραφής στο στόμα, διδάσκοντάς μας να χρησιμοποιούμε και εμείς τη γλώσσα της Γραφής όσες φορές απευθυνόμαστε προς το Θεό.
Λουκ. 23,47 ἰδὼν δὲ(1) ὁ ἑκατόνταρχος τὸ γενόμενον(2) ἐδόξασε(3) τὸν Θεὸν λέγων· ὄντως(4) ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος(5) ἦν.
Λουκ. 23,47 Όταν δε ο εκατόνταρχος είδεν αυτό που έγινε, εδόξασε τον Θεόν, λέγων• “πράγματι ο άνθρωπος ούτος ήτο δίκαιος”.
(1) Δες Ματθ. κζ 54-61 και Μάρκ. ιε 39-47 και τις εκεί σημειώσεις.
(2) Όταν είδε όχι απλώς και μόνο τον τρόπο, με τον οποίο πέθανε ο Ιησούς, που δεν πρόδιδε εξάντληση, αλλά και τα έκτακτα περιστατικά, όπως και ο Ματθαίος λέει «τον σεισμό και αυτά που έγιναν» (p).
(3) Τα αλεξανδρινά χειρόγραφα έχουν τη γραφή εδόξαζε· από αυτήν όμως ο g βρίσκει προτιμότερη τη γραφή εδόξασε. Δόξασε το Θεό χωρίς να το συνειδητοποιεί με τη δημόσια αυτή ομολογία λέγοντας ότι ο Ιησούς δεν ήταν εγκληματίας, αλλά πέθανε κατά το θέλημα του Θεού. Κάποιοι υπέθεσαν, ότι ο εκατόνταρχος ήταν προσήλυτος και ότι πρώτος αυτός με επίγνωση δόξασε το Θεό. Είναι αξιοσημείωτο, ότι οι στην Κ.Δ. αναφερόμενοι εκατόνταρχοι παρουσιάζονται να έχουν καλό χαρακτήρα, το οποίο επιβεβαιώνει αυτό που αναφέρει ο Πολύβιος (VI, 24,9), ότι κατά κανόνα οι άριστοι στο στράτευμα προβιβάζονταν στην τάξη αυτή (p).
(4) Προηγουμένως αποτελούσε υπόθεση αμφίβολη στους θεατές, τώρα όμως βεβαιώνει αυτό αδίστακτα και χωρίς κάποια αμφιβολία (b).
(5) Δεν ήταν κακοποιός, όπως ισχυρίστηκαν (g). Ο Ματθαίος και ο Μάρκος γράφουν «ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν». Αυτοί που θέλουν να συμβιβάσουν τη φαινομενική διαφωνία υποστήριξαν, ότι ο εκατόνταρχος είπε το δίκαιος πριν το σεισμό και το Θεού υιός μετά από αυτόν. Πιθανότερο είναι, ότι και οι δύο αυτές φράσεις εκφράζουν μία και την αυτή σκέψη = Ήταν πράγματι αγαθός και δίκαιος άνθρωπος και πολύ δίκαια ονόμασε το Θεό Πατέρα του. Ο εκατόνταρχος λέγοντας Υιός του Θεού δεν καταλάβαινε βεβαίως πολλά από εκείνα τα οποία εκφράζει η ονομασία αυτή (p). Η αναφώνηση του εκατόνταρχου είναι το προοίμιο της επιστροφής του εθνικού κόσμου (g).
Λουκ. 23,48 καὶ πάντες οἱ συμπαραγενόμενοι(1) ὄχλοι ἐπὶ τὴν θεωρίαν(2) ταύτην, θεωροῦντες τὰ γενόμενα, τύπτοντες ἑαυτῶν τὰ στήθη(3) ὑπέστρεφον(4).
Λουκ. 23,48 Και όλα τα πλήθη που είχαν έλθει μαζί δια να παρακολουθήσουν το θέαμα της σταυρώσεως, όταν είδαν αυτά που έγιναν, εγύρισαν πίσω εις την πόλιν, κτυπώντες τα στήθη των.
(1) Συμπαραγίνομαι. Λέγεται μία φορά και στο Β΄ Τιμοθ. δ 16 μόνο στο κείμενο το receptus (=το παραδεδομένο κείμενο της Καινής Διαθήκης της κριτικής έκδοσης).
(2) Και αυτό λέγεται μία φορά. Η λέξη υπαινίσσεται την περιέργεια, η οποία είχε προσελκύσει τα πλήθη εκείνα (g). Θεώρησαν την όλη τραγωδία ως αξιοπερίεργο θέαμα (p). Αυτοί όμως οι οποίοι είχαν έλθει ως απλοί θεατές κυκλοφορούν ήδη στις διάνοιές τους σκέψεις που τείνουν προς σωτηρία και προετοιμάζονται για την Πεντηκοστή που περιγράφεται στο Πράξ. β (b).
(3) «Χτυπούσαν και τα στήθη… και κατηγορώντας τους σταυρωτές, ολοφάνερα δικαίωναν τον Ιησού» (Θφ).
«Πολλοί θρηνούσαν για αυτά που γίνονταν και χτυπούσαν το στήθος· αυτό που κατ’ εξοχήν δείχνει την ωμότητα των Ιουδαίων αρχόντων, είναι ότι για αυτά για τα οποία άλλοι θρηνούσαν, για αυτά αυτοί καυχιόντουσαν και ούτε από ευσπλαχνία λύγισαν, ούτε από φόβο συγκρατήθηκαν» (Χ).
Πολλοί από αυτούς δεν είχαν συμμετάσχει στις κραυγές Άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν. Και εκείνοι όμως οι οποίοι είχαν λάβει μέρος σε αυτές, είχαν παρασυρθεί από τους αρχιερείς και ήδη αισθάνονταν τύψεις για την πράξη τους (p). Όσοι είχαν συνεργήσει, περιήλθαν κατά το πλείστον σε κατάσταση ταραχής (b) «φωνάζοντας εναντίον της τόλμης αυτών που τον σταύρωσαν, αν και όχι φανερά λόγω της ασέβειας των αρχόντων» (Σχ).
Η κατάπληξη και ο τρόμος, από τα οποία κυριεύτηκαν οι Ιουδαίοι, οι μάρτυρες της σκηνής, είναι το προοίμιο της μετάνοιας και της τελικής επιστροφής του Ισραήλ (g). Παρόλ’ αυτά και πολλών από αυτούς τα συναισθήματα ήταν τελείως παροδικά και εφήμερα. Αυτοί δεν προχώρησαν και παραπέρα. Δεν ζήτησαν να εξετάσουν και να μάθουν περισσότερα για τον Ιησού, ώστε ακούγοντας την σχετικά με αυτόν αλήθεια να τον εγκολπωθούν ως Σωτήρα. Γύρισαν τρομαγμένοι και συγκινημένοι στα σπίτια τους, αλλά μετά από κάποιο χρόνο η εντύπωσή τους αυτή εξασθένησε, έως ότου λησμόνησαν τα πάντα.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με πολλούς από τους Χριστιανούς, των οποίων η συγκίνηση κατά τις εορτές των Παθών και κατά την συμμετοχή τους στα μυστήρια σιγά σιγά ελαττώνεται και πέφτει, επειδή δεν εξακολούθησαν να καλλιεργούν τις πρώτες ακτίνες της αλήθειας, η οποία έλαμψε σε αυτούς.
(4) Στην πόλη (δ).
Λουκ. 23,49 εἱστήκεισαν(1) δὲ πάντες οἱ γνωστοὶ αὐτοῦ(2) ἀπὸ μακρόθεν(3), καὶ γυναῖκες(4) αἱ συνακολουθήσασαι(5) αὐτῷ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας, ὁρῶσαι(6) ταῦτα.
Λουκ. 23,49 Όλοι δε οι γνωστοί του Κυρίου εστέκοντο από μακρυά, όπως επίσης και αι γυναίκες, που τον είχαν ακολουθήσει από την Γαλιλαίαν, και έβλεπαν όλα τα περιστατικά της σταυρώσεως.
(1) Όχι με έννοια υπερσυντέλικου, αλλά παρατατικού, όπως και το έστηκα είναι ενεστώτας. Εδώ λέγεται σε αντίθεση με το επέστρεφαν, για να παραστήσει την σταθερότητα των προσώπων αυτών, τα οποία παρέμεναν εκεί μέχρι τέλους (L).
(2) Μεταξύ των γνωστών αυτών θα ήταν και κάποιοι από τους αποστόλους. Αυτό συμπεραίνεται και από το «πάντες (=όλοι)» που μπαίνει μπροστά (g).
(3) Προδίδει το συναίσθημα του φόβου, το οποίο κυριαρχούσε σε αυτούς. Ο Ιωάννης και η Μαρία είχαν στην αρχή πλησιάσει κοντά στο σταυρό (Ιω. ιθ 26,27) (g).
(4) Ο Ματθαίος και ο Μάρκος αναφέρουν τα ονόματα κάποιων από αυτές.
(5) Υπάρχει και η γραφή αι συνακολουθούσαι.
(6) Το ὁρῶσαι μπήκε σε γένος θηλυκό από έλξη γραμματική με το γυναίκες, αναφέρεται όμως και στους γνωστούς που στέκονταν από μακριά. Αξιοσημείωτη η αλλαγή του ρήματος. Αυτοί δεν είναι από αυτούς που «θεωρούν» από περιέργεια, αλλά «ὁρῶσι» με αγωνιώδες ενδιαφέρον (p). Το ὁρῶσαι αναφέρεται συγχρόνως στα περιστατικά του θανάτου του Ιησού και στην αναχώρηση του πλήθους που χτυπούσε τα στήθη (g).
Η ταφή του Ιησού
Λουκ. 23,50 Καὶ(1) ἰδοὺ(2) ἀνὴρ ὀνόματι Ἰωσήφ, βουλευτὴς ὑπάρχων καὶ ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ δίκαιος(3) –
Λουκ. 23,50 Και ιδού, εμφανίζεται ένας άνθρωπος που ελέγετο Ιωσήφ, ο οποίος ήτο βουλευτής, μέλος δηλαδή του συνεδρίου, άνθρωπος αγαθός και δίκαιος.
Λουκ. 23,51 οὗτος οὐκ ἦν συγκατατεθειμένος(4) τῇ βουλῇ καὶ τῇ πράξει(5) αὐτῶν- ἀπὸ Ἀριμαθαίας πόλεως τῶν Ἰουδαίων(6), ὃς προσεδέχετο καὶ αὐτὸς(7) τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ,
Λουκ. 23,51 Αυτός δεν είχε συγκατατεθή εις την απόφασιν του συνεδρίου και εις την άλλην ενέργειαν των συνέδρων δια την σταύρωσιν του Χριστού. Αυτός κατήγετο από την Αριμαθαίαν, πόλιν των Ιουδαίων, είχε δε δεχθή και πιστεύσει στο κήρυγμα περί της βασιλείας του Θεού την οποίαν και επερίμενε.
(1) Στο τμήμα αυτό που αναφέρεται στην ταφή του Κυρίου οι στίχοι 54-56 και κάποιες άλλες φράσεις των υπόλοιπων στίχων είναι αποκλειστικές του Λουκά.
(2) Η σύνταξη είναι όμοια με αυτήν στο Λουκ. ιθ 2, και εννοείται από έξω το ἦν (=ήταν), δηλαδή «Καὶ ἰδοὺ ἦν ἀνὴρ» (δ). Οι κρυμμένοι φίλοι του Κυρίου εμφανίζονται κατά τη στιγμή της έσχατης καταφρόνησής του. Ήδη εκπληρώνεται ο λόγος του Παύλου (Β΄ Κορ. ε 14) «η αγάπη του Χριστού μάς συνέχει (=μας σφίγγει όλους μαζί και μας συγκρατεί προσκολλημένους σε αυτόν)» (g).
(3) Αγαθός και δίκαιος σύμφωνα με το Λουκά, το οποίο είναι ταυτόσημο με το ελληνικό ιδανικό που εκφράζεται με τη φράση καλός καγαθός· ο Μάρκος γράφει «ευσχήμων βουλευτής»=(σεβαστός) που είναι το ρωμαϊκό ιδανικό· και ο Ματθαίος γράφει «άνθρωπος πλούσιος». Δεν είναι άραγε αυτό το ιουδαϊκό ιδανικό; (g). Καθένας που είναι αγαθός, είναι και δίκαιος· όχι όμως και αντίστροφα. Ο Λουκάς αναφέρει το όλο ή το γένος (αγαθός) πριν το μέρος ή το είδος (δίκαιος) (b). Όχι μόνο δίκαιος προς όλους, αλλά και καλός και ευεργετικός προς όλους όσους είχαν την ανάγκη του.
(4) Δεν γνωρίζουμε εάν απουσίασε τελείως από τη συνεδρία ή εάν παρών σε αυτήν απείχε από την ψηφοφορία ή ψήφισε αρνητικά. Από το Μάρκ. ιδ 64 («όλοι καταδίκασαν…») μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι κατά την απαγγελία της απόφασης ήταν απών, διότι αυτή ήταν ομόφωνη (p), μολονότι η φυσική ερμηνεία της φράσης, την οποία χρησιμοποιεί εδώ ο Λουκάς, δηλώνει μάλλον ότι ο Ιωσήφ ήταν παρών στη συνεδρία και ψήφισε κατά της απόφασης του συνεδρίου (ο).
(5) Ούτε στην απόφαση (=την βουλή) ούτε στις απεχθείς μεθόδους (=πράξη) με τις οποίες εξασφαλίστηκε η από τον Πιλάτο επικύρωση της απόφασης (g).
(6) Βρισκόταν στο όρος του Εφραίμ και συνεπώς έξω από τα φυσικά όρια της Ιουδαίας. Αλλά από την εποχή, για την οποία γίνεται λόγος στο Α΄ Μακκαβ. ι 38,ια 34, περιλήφθηκε στην επαρχία αυτή (g). Το πλήρες όνομά της ήταν Ραμαθαίμ-ζοφίμ (=διπλή κορυφή των φρουρών). Για την τοποθεσία της παρόλ’ αυτά υπάρχουν πολλές αμφισβητήσεις, που καθιστούν αυτήν πολυπλοκότατο πρόβλημα στην ιερή τοπογραφία (p).
(7) Η συνηθισμένη γραφή: «ος και προσεδέχετο και αυτός», η οποία περικόπηκε λόγω του πλεονασμού, τον οποίο φαινόταν να παρουσιάζει. Οι αντιγραφείς δεν αντιλήφθηκαν τον σκοπό, για τον οποίο μπήκε το πρώτο κ α ι και έπειτα προστέθηκε το «και αυτός». Με το πρώτο «και» («και προσεδέχετο») ο Λουκάς προσθέτει την ιδιότητα του πιστού στις ιδιότητες του αγαθού και δίκαιου, που αποδόθηκαν στον Ιωσήφ· ενώ με τη φράση «και αυτός» τον διακρίνει από τους άλλους δεδηλωμένους φίλους του Ιησού= Και αυτός ήταν ένας από τους δικούς του, παρόλο που φαινομενικά συγκαταλεγόταν στις τάξεις των αντιπάλων του (g).
Και αυτός, όπως δηλαδή και ο Νικόδημος και άλλοι (δ). Υπάρχουν πολλοί, οι οποίοι εγκαρδίως ευλαβούνται το Χριστό, παρόλο που εξωτερικά δεν εκδηλώνουν αυτό το ίδιο ζωηρά. Είναι παρόλ’ αυτά πρόθυμοι και έτοιμοι να του προσφέρουν πραγματικές υπηρεσίες και σε δεδομένη στιγμή να φανερώσουν την αφοσίωσή τους με μεγαλύτερη αυταπάρνηση από όσο άλλοι, οι οποίοι κάνουν μεγαλύτερο θόρυβο και επίδειξη.
Λουκ. 23,52 οὗτος(1) προσελθὼν τῷ Πιλάτῳ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ,
Λουκ. 23,52 Αυτός προσήλθε στον Πιλάτον και εζήτησε το σώμα του Ιησού.
Λουκ. 23,53 καὶ καθελὼν αὐτὸ ἐνετύλιξε(2) σινδόνι(3) καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν μνήματι λαξευτῷ(4), οὗ οὐκ ἦν οὐδεὶς οὐδέπω(5) κείμενος·
Λουκ. 23,53 Και αφού το κατέβασε από τον σταυρόν, το ετύλιξεν εις σινδόνι και το έθεσε εις μνημείον σκαλισμένον εις βράχον, μέσα στο οποίον κανείς ποτέ δεν είχε ταφή.
(1) Με το «οὗτος» ανακεφαλαιώνει όλα όσα ειπώθηκαν για τον Ιωσήφ (δ).
(2) Το ρήμα αυτό συναντιέται μόνο εδώ και στο Ματθ. κζ 59 και Ιω. κ 7, όπου πρόκειται είτε για την ταφή είτε για το μνημείο του Κυρίου.
(3) Και οι τρεις συνοπτικοί αναφέρουν το σεντόνι, το οποίο για την ταφή κοβόταν σε οθόνια (=επιδέσμους) ή κειρίες (λωρίδες για σάβανο). Ο Μάρκος (ιε 46) μάς λέει, ότι αγοράστηκε από τον Ιωσήφ για αυτόν το σκοπό, και συνεπώς αγοράστηκε εκείνη την ημέρα. Άλλη ένδειξη για το ότι η γιορτή του Πάσχα (των Εβραίων) δεν είχε αρχίσει ακόμη (p).
(4) Από το ρήμα λαξεύω (λας και ξέω)= σκαλισμένο στο βράχο (δ). Το επίθετο αυτό δεν είναι κλασικό. Συναντιέται μία φορά στους Ο΄ (Δευτερ. δ 49) και 4 φορές στη μετάφραση του Ακύλα (Αριθμοί κα 20,κγ 14,Δευτερ. λδ 1και Ιησού Ναυή ιγ 20) (p).
(5) Συσσώρευση αρνήσεων. Το γεγονός αναφέρεται ως δείγμα ιδιαίτερης τιμής σε αντίθεση με τον επονείδιστο θάνατο (p), αλλά και για να τονιστεί, ότι «κανείς άλλος δεν ήταν θαμμένος, για να μην πουν οι συκοφάντες, ότι άλλο σώμα αναστήθηκε» (Θφ). Φαίνεται ότι το ίδιο λαξευτό μνημείο χρησιμοποιούνταν και για περισσοτέρους συγχρόνως νεκρούς, πριν ακόμη τα οστά αυτών που θάφτηκαν σε προηγούμενο χρόνο περισυλλεχτούν για να τοποθετηθούν στο οστεοφυλάκιο (L).
Λουκ. 23,54 καὶ ἡμέρα ἦν Παρασκευή (1), σάββατον ἐπέφωσκε(2).
Λουκ. 23,54 Και ήτο ακόμη ημέρα Πρασκευή. Επλησίαζεν όμως το Σαββατον, που θα ήρχιζε με την δύσιν του ηλίου.
(1) Υπάρχει και η γραφή παρασκευής. Η γραφή παρασκευή= τεχνικός όρος που σημαίνει την έκτη ημέρα της εβδομάδας, αυτήν που και εμείς ονομάζουμε Παρασκευή. Και ονομάστηκε έτσι η έκτη ημέρα της εβδομάδας από το ότι ήταν και ημέρα προπαρασκευής του Σαββάτου και παραμονή αυτού. Για αυτό η συριακή μετάφραση του Cureton μεταφράζει τη λέξη με την έννοια της έκτης ημέρας της εβδομάδας. Η αλεξανδρινή γραφή «παρασκευής», θα μπορούσε να έχει την ίδια έννοια (=έκτη της εβδομάδας)· θα μπορούσε όμως να σημαίνει και την προπαρασκευή και παραμονή οποιασδήποτε γιορτής, για την οποία θα χρειαζόταν προετοιμασία από την προηγούμενη ημέρα (g).
(2) «Πλησίαζε να φωτίσει, να γίνει αυγή, να ανατείλει» (Ζ). Ποιητική έκφραση που δηλώνει ότι πλησίαζε να ανατείλει η μεγάλη εκείνη ημέρα του Σαββάτου (δ). Ανακριβής όμως έκφραση. Διότι το Σάββατο άρχιζε από τη δύση και όχι από την ανατολή του ηλίου. Αλλά το επιφώσκω εύκολα μπορεί να μεταπέσει και στη σημασία του αρχίζω (p).
Φώτιζε διότι και η νύχτα έχει το φως της, ειδικά όταν είναι πανσέληνος, όπως ήταν τότε κατά το Πάσχα (b). Η παρατήρηση αυτή για το χρόνο γίνεται, για να δικαιολογηθεί η βιασύνη, με την οποία έγινε η ταφή. Φώτιζε μετά από κάποιες στιγμές το Σάββατο. Το κλάμα δεν πρέπει να παρεμποδίζει τη σπορά. Αν και έκλαιγαν για το θάνατο του Χριστού, όμως δεν λησμονούν τον αγιασμό του σαββάτου. Οι βιοτικές μας υποθέσεις πρέπει εγκαίρως να κανονίζονται, ώστε να μην μας γίνονται εμπόδιο από το πνευματικό μας έργο κατά την Κυριακή.
Λουκ. 23,55 Κατακολουθήσασαι(1) δὲ αἱ γυναῖκες, αἵτινες ἦσαν συνεληλυθυῖαι αὐτῷ ἐκ τῆς Γαλιλαίας, ἐθεάσαντο(2) τὸ μνημεῖον καὶ ὡς ἐτέθη(3) τὸ σῶμα αὐτοῦ(4),
Λουκ. 23,55 Παρακολουθούσαν δε με προσοχήν αι γυναίκες, που είχαν έλθει μαζή με τον Ιησούν από την Γαλιλαίαν και είδαν το μνημείον, όπως επίσης είδαν πως ετέθη το σώμα του εις αυτό σαβανωμένον.
(1) Η πρόθεση «κατά» στο ρήμα δεν σημαίνει κατάβαση στο μνημείο, αλλά ότι ακολουθούσαν πίσω από τον Ιωσήφ και τους βοηθούς του (p)· σημαίνει την φροντίδα, την οποία έλαβαν να προσκολληθούν στον Ιωσήφ ως συνοδεία του από κοντά (L).
(2) Με προσοχή παρατήρησαν για να ξαναβρούν έπειτα το μνημείο (δ). Το γεγονός, κατά το οποίο οι γυναίκες παρατηρούσαν τον τάφο, στον οποίο τοποθετήθηκε το σώμα, αναφέρεται και από τους τρεις συνοπτικούς. Αποτελεί αυτό μέρος της απόδειξης της Ανάστασης (p).
(3) Δεν παρατήρησαν μόνο τον τάφο, αλλά και πώς το σώμα είχε τοποθετηθεί, πράγμα το οποίο ήταν αναγκαίο για τα σχέδιά τους για τη νέα πληρέστερη επάλειψη με μύρα (L). Το πώς αναφέρεται στην τοποθέτηση του σώματος στον τάφο (ο) ή και πώς ενταφιάστηκε, δηλαδή πώς σαβανώθηκε και δέθηκε (δ).
(4) Ακολουθούσαν την ταφή όχι κάποιοι από τους μαθητές, αλλά μόνο οι γυναίκες από τη Γαλιλαία. Παρακολουθούν με δάκρυα από μακριά την ταφή. Έχουμε κηδεία σιωπηλή και όχι επίσημη και πομπώδη, αλλά η απόθεση στον τάφο, και παραμονή του είναι παρόλ’ αυτά ένδοξη, όπως θα αποδειχτεί μετά από κάποιες ώρες, όταν το Σάββατο θα έχει περάσει και θα ξημερώνει η Κυριακή.
Λουκ. 23,56 ὑποστρέψασαι δὲ ἡτοίμασαν(1) ἀρώματα καὶ μύρα(2). καὶ τὸ μὲν σάββατον ἡσύχασαν κατὰ τὴν ἐντολήν(3).
Λουκ. 23,56 Αφού δε επέστρεψαν εις την πόλιν, ητοίμασαν πριν δύση ο ήλιος, αρώματα και ευώδη έλαια. Και κατά μεν τον Σαββατον ησύχασαν και δεν έκαναν τίποτε, σύμφωνα με την εντολήν περί της σαββατικής αργίας.
(1) Ο Μάρκος (ιστ 1) λέει, ότι η αγορά των αρωμάτων έγινε, όταν πέρασε το Σάββατο, δηλαδή το απόγευμα της επομένης ημέρας, κατά την οποία έγινε η ταφή. Πιθανώς κατά το απόγευμα του θανάτου του Ιησού είχαν αρχίσει να κάνουν τις προετοιμασίες τους και συμπλήρωσαν αυτές όταν πέρασε το Σάββατο (g).
(2) Αρώματα = φυτά ευώδη· φυτικές ύλες αρωματώδεις· μύρα=έλαια αρωματικά (g.p.). Οι προετοιμασίες τους αυτές δείχνουν περισσότερο την αγάπη τους παρά την πίστη τους. «Οι γυναίκες, αν και είχαν πίστη προς τον Κύριο, αλλά δεν ήταν τέτοια όπως έπρεπε… Διότι νομίζοντάς τον ως απλό άνθρωπο, ετοιμάζουν μύρα και αρώματα, σύμφωνα με τη συνήθεια που επικρατούσε στους Ιουδαίους οπωσδήποτε για τους νεκρούς» (Θφ). Όπως μπορεί κάποιος να συμπεράνει και από το παράδειγμα του ληστή, ήλπιζαν οι γυναίκες σε ένδοξη επανεμφάνιση του Ιησού μετά το θάνατό του, όχι όμως και σε αναζωοποίηση του νεκρού σώματός του, που τοποθετήθηκε ήδη στον τάφο (g).
(3) Και τις μεν 24 ώρες του σαββάτου δηλαδή από τη δύση του ηλίου της παρασκευής μέχρι τη δύση του σαββάτου, ησύχασαν σύμφωνα με την εντολή του Θεού να αγιάζουν το σάββατο (δ). Μπορεί κάποιος να πει ότι το Σάββατο αυτό ήταν το τελευταίο της Παλαιάς Διαθήκης, η οποία έπαιρνε τέλος μαζί με το θάνατο του Χριστού. Με ακρίβεια και σεβασμό τηρήθηκε από όλους εκείνους, οι οποίοι χωρίς να το γνωρίζουν επρόκειτο να εγκαινιάσουν τη νέα Διαθήκη (g).
Εάν η ημέρα του θανάτου του Κυρίου ήταν η 15 Νισάν, η ημέρα του Πάσχα, δεν εξηγείται, πώς οι γυναίκες εργάστηκαν σε αυτήν, αγοράζοντας αρώματα, για να ησυχάσουν και να τηρήσουν αργία κατά την επομένη ημέρα του Σαββάτου. Εάν όμως δεχτούμε ότι η 15 Νισάν συνέπιπτε με το Σάββατο, το παν εξηγείται. Μέχρι τη δύση της Παρασκευής επιτρεπόταν η εργασία, και μετά τη δύση του σαββάτου επιτρεπόταν να εξακολουθήσουν αυτήν (p).
Άγιος Σώστης
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Τα Θεία Πάθη στο κατά Μάρκον
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Απριλίου, 2020

ΤΑ ΠΑΘΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα
Β. Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΙΕ 1 – 47
(Υπόμνημα στο κατά Μάρκον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 291-312 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας Θφ =ΘεοφυλακτοςΒουλγαρίας
Β = Βασίλειος ο Μέγας β = Βίκτωρ Αντιοχείας
Γν = Γρηγόριος Νύσσης Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας Σγ = Σεβηριανός Γαβάλων
Ζ = Ζιγαβηνός εις τον Μάρκον Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζμ = Ζιγαβηνός εις τον Ματθαιον Ω = Ωριγένης
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible St. Mark by S.D.F. Salmond, Edinburgh 1922 (σημειώνεται με το σ).
The International Critical Commentary, Ezra P. Gould, A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Mark, Edinburgh 1921 (σημειώνεται με το γ).
J.A. Bengel Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)
ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους
Ο Ιησούς μπροστά στον Πιλάτο
Μαρκ. 15,1 Καὶ εὐθέως ἐπὶ τὸ πρωΐ(1) συμβούλιον(2) ποιήσαντες(3) οἱ ἀρχιερεῖς μετὰ τῶν πρεσβυτέρων καὶ γραμματέων καὶ ὅλον τὸ συνέδριον(4), δήσαντες(5) τὸν Ἰησοῦν ἀπήνεγκαν(6) καὶ παρέδωκαν τῷ Πιλάτῳ(7).
Μαρκ. 15,1 Και αμέσως το πρωΐ έκαμαν την επίσημον νομικήν συνεδρίασιν οι αρχιερείς με τους πρεσβυτέρους και τους γραμματείς και όλους τους συνέδρους και αφού κατεδίκασαν τον Ιησούν, τον έδεσαν, τον έφεραν και τον παρέδωσαν στον Πιλάτο.
(1) = Πάνω στο πρωί, ακριβώς κατά το πρωί (δ). Αρκετοί μεγαλογράμματοι κώδικες παραλείπουν το «επί το».
(2) Νέα συνεδρίαση του συνεδρίου, που αποσκοπούσε να προσδώσει μεν κανονικότητα και να επικυρώσει αυτά που έγιναν κατά την ανεπίσημη συνεδρία της νύχτας (σ), κατεξοχήν όμως να διασκεφθεί για το πώς έπρεπε να ενεργήσουν στον Πιλάτο. Για το δεύτερο λοιπόν αυτό θέμα επρόκειτο κυρίως να συσκεφθεί το συνέδριο (γ).
(3) Υπάρχει και η γραφή: ετοιμάσαντες. Το ετοιμάζειν= το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε η συνδιάσκεψη. Ετοίμασαν σχέδιο ενεργείας για τον Πιλάτο (γ).
(4) Όλα τα μέλη του συνεδρίου ήταν παρόντα στο συνέδριο (δ). Πρωί συγκεντρώθηκαν όλοι. Η ακούραστη δραστηριότητα των κακών στην ενέργεια του πονηρού αποτελεί ντροπή για τη ραθυμία και δυσκινησία μας στο αγαθό. Αυτοί που πολεμούν το Χριστό ξυπνάνε πρωί. Έως πότε εμείς θα κοιμόμαστε και θα νυστάζουμε;
(5) Το αποτέλεσμα της σύσκεψης (δ). Έδεσαν αυτόν, όταν τον συνέλαβαν στη Γεθσημανή. Και ή έλυσαν αυτόν όταν προσήχθη ενώπιον του συνεδρίου ή έδεσαν αυτόν τώρα σφιχτότερα με τα χέρια πίσω όπως συνηθιζόταν να δένονται οι κατηγορούμενοι, των οποίων διαπιστώθηκε η ενοχή. Ήταν ήδη δεμένος με τα δεσμά της αγάπης του προς τον άνθρωπο, διαφορετικά θα μπορούσε να διασπάσει τα δεσμά, όπως άλλοτε ο Σαμψών. Είμαστε εμείς οι δέσμιοι με τις σιδερένιες αλυσίδες της ενοχής και του πλήθους των αμαρτιών μας. Και ο Θεός επέβαλλε στον τράχηλο του Κυρίου μας το ζυγό των παραβάσεών μας, ώστε εμείς να λυθούμε, όπως θεραπευτήκαμε με την πληγή του.
(6) Η εορτή είχε αρχίσει. Ο κίνδυνος του να ματαιωθούν τα πάντα όταν οι οπαδοί του Ιησού μαζεύονταν στο μεταξύ σε οπωσδήποτε υπολογίσιμο αριθμό, ήταν μεγάλος. Δεν υπήρχε λοιπόν καιρός για χάσιμο και έπρεπε να επισπευτούν τα πάντα, για να αποφευχθεί κάθε δυσάρεστο για τους Ιουδαίους άρχοντες. Έφεραν λοιπόν χωρίς αναβολή δεμένο τον Ιησού μπροστά στον Πιλάτο. Εφ’ όσον όμως τα ρωμαϊκά δικαστήρια δεν άνοιγαν πριν την ανατολή του ηλίου και δεν δίκαζαν πριν τις 6 π.μ., ο Ιησούς οδηγήθηκε μπροστά στον Πιλάτο πιθανώς μεταξύ της 5-6 π.μ. (σ).
(7) «Έφεραν σον Πιλάτο τον Ιησού… ως αντάρτη και επειδή έλεγε για τον εαυτό του ότι είναι βασιλιάς των Ιουδαίων» (β). «Παρέδωσαν οι Ιουδαίοι στους Ρωμαίους τον Κύριο· παραδόθηκαν και αυτοί από τον Κύριο στα χέρια των Ρωμαίων· και εκπληρώνονται οι Γραφές που λένε· Αλίμονο στον παράνομο, διότι θα συμβούν πονηρά σε αυτόν, σύμφωνα με τα έργα των χεριών του· και πάλι· με όποιον τρόπο ενήργησες, έτσι θα είναι σε σένα η ανταπόδοσή σου» (Θφ).
Παραδίνοντας τον βασιλιά της βασιλείας των ουρανών αυτοβούλως στα έθνη, ήταν σαν να απαρνούνταν τη βασιλεία αυτή, η οποία έτσι με τη συγκατάθεσή τους αφαιρούνταν από αυτούς και δινόταν σε έθνος που θα έκανε τους καρπούς της. Παρέδιδαν με τη δική τους βούληση το Χριστό, ο οποίος ήταν το στέμμα του Ισραήλ, στους Ρωμαίους οι οποίοι ήταν ο ζυγός του Ισραήλ.
Μαρκ. 15,2 καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὸν ὁ Πιλᾶτος· σὺ(1) εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ· σὺ λέγεις(2).
Μαρκ. 15,2 Και τον ρώτησε ο Πιλάτος• “συ είσαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων;” Αποκριθείς δε ο Ιησούς του είπεν• “συ λέγεις, ότι είμαι βασιλεύς των Ιουδαίων”.
(1) Με έμφαση μπαίνει μπροστά η αντωνυμία και πιθανώς με περιφρόνηση. Ο Πιλάτος γελοιοποιεί την κατηγορία (γ). Υπήρξε συχνά σκληρός κλήρος της αγίας θρησκείας του Χριστού να κινεί την υποψία των πολιτικών εξουσιών, σαν να ήταν επιβλαβής στους βασιλιάδες και τα κράτη τους, ενώ συντελεί ισχυρά στην ευτυχία και ασφάλεια και των δύο.
(2) «Όταν ρώτησε ο Πιλάτος, Εσύ είσαι βασιλιάς των Ιουδαίων; ο Κύριος δίνει αμφίβολη απάντηση. Διότι το, Εσύ το λες, μπορεί να εννοηθεί ότι: Αληθινά το είπες· εσύ είπες αυτό ακριβώς που είμαι. Μπορεί όμως να εννοηθεί και έτσι, ότι: Εγώ δεν το λέω αυτό, εσύ όμως το λες» (Θφ).
Οπωσδήποτε ο Ιησούς δεν αρνείται την κατηγορία. Συμβιβαζόταν με την πνευματική αντίληψή του για το Μεσσιανικό και βασιλικό αξίωμα ούτε να αρνηθεί ούτε να επιβεβαιώσει ότι ήταν ο βασιλιάς των Ιουδαίων. Δεν ήταν βασιλιάς των Ιουδαίων με την έννοια, με την οποία ο Πιλάτος αντιλαμβανόταν το αξίωμα του βασιλιά. Ήταν όμως βασιλιάς με άλλη τελείως διαφορετική έννοια (σ).
Είναι αξιοσημείωτο, ότι όπως μπροστά στο συνέδριο, έτσι και εδώ είναι η μόνη ερώτηση, στην οποία απαντά ο Ιησούς. Είναι η μόνη ερώτηση, για την οποία η προσωπική του μαρτυρία είναι απολύτως αναγκαία και παρουσιάζεται εξόχως σοβαρή (γ), «έτσι ώστε ούτε με τη σιωπή να επιβεβαιώσει τη συκοφαντία τους, ούτε με την άρνηση να προκαλέσει την εντύπωση της δειλίας» (β).
Είμαι βασιλιάς, αλλά όχι τέτοιος, όπως εσύ υποπτεύεσαι ότι είμαι, είπε ο Κύριος στον Πιλάτο. Είναι ο βασιλιάς που κυβερνά και προστατεύει τον κατά πνεύμα Ισραήλ, τους εν τω κρυπτώ Ιουδαίους, που έχουν περιτομή αχειροποίητη· ο βασιλιάς, ο οποίος θα τιμωρήσει τον κατά σάρκα Ισραήλ, που εμμένει στην απιστία. Έτσι ο Κύριος ομολόγησε την καλή ομολογία ενώπιον του Πιλάτου και δεν ντράπηκε ούτε φοβήθηκε να διακηρύξει, ότι είναι βασιλιάς, τη στιγμή που ο μεν Πιλάτος γελοιοποιούσε αυτήν του την αξίωση, οι δε Ιουδαίοι ζητούσαν για αυτήν το θάνατό του.
Μαρκ. 15,3 καὶ κατηγόρουν αὐτοῦ οἱ ἀρχιερεῖς πολλά(1), αὐτὸς δὲ οὐδὲν ἀπεκρίνατο(2).
Μαρκ. 15,3 Και οι αρχιερείς επέμειναν να κατηγορούν αυτόν δια πολλά εγκλήματα, άξια θανάτου. Αυτός όμως δεν έδιδε καμίαν απόκρισιν.
(1) Τις πολλές κατηγορίες φέρνουν τώρα οι αρχιερείς, διότι στο μεταξύ ο Πιλάτος είχε πειστεί για το ασύστατο της πρώτης κατηγορίας (γ). Όπως ο Λουκάς (κγ 4) και ο Ιωάννης (ιη 38) λένε, ο Πιλάτος αφού βγήκε είπε, ότι καμία κατηγορία δεν βρίσκω κατά του ανθρώπου (σ). Οι νέες αυτές πρόσθετες κατηγορίες υπήρξαν, ότι ξεσηκώνει το λαό και ότι αποτρέπει αυτόν από την πληρωμή των φόρων. Το ότι όμως ο Πιλάτος παρά τη σιωπή του Ιησού λίγη προσοχή δίνει σε αυτές, αποδεικνύει, ότι είχε αντιληφθεί πλήρως την πραγματικότητα (γ).
Οι άριστοι των ανθρώπων συχνά κατηγορήθηκαν με τις χειρότερες κατηγορίες. Εδώ τέτοιες συνυφαίνουν οι αρχιερείς. Κακοί και διεφθαρμένοι κληρικοί είναι κατά γενικό κανόνα οι χειρότεροι των ανθρώπων. Όσο κάτι είναι καλύτερο τόσο χειρότερο γίνεται, όταν διαφθαρεί. Λαϊκοί διώκτες υπήρξαν γενικώς περισσότερο ευδιάλλακτοι από τους κληρικούς διώκτες.
(2) «Υπέμενε γενναία τις κατηγορίες» (Θφ). Ήταν απορροφημένος από τη σκέψη να εκτελέσει το θέλημα του Πατέρα του, στον οποίο προσέφερε τον εαυτό του θυσία και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της δικαιοσύνης του. Αδιαφορούσε για αυτό για τις διατυπούμενες από τους ανθρώπους κατηγορίες. Η ώρα του είχε φτάσει και έλεγε προς τον Πατέρα του· «Όχι τι θέλω εγώ, αλλά τι θες εσύ».
Μαρκ. 15,4 ὁ δὲ Πιλᾶτος πάλιν ἐπηρώτα αὐτὸν λέγων· οὐκ ἀποκρίνῃ οὐδέν; ἴδε πόσα(1) σου καταμαρτυροῦσιν.
Μαρκ. 15,4 Ο δε Πιλάτος πάλιν τον ηρώτησε λέγων• “δεν αποκρίνεσαι τίποτε; Κύτταξε, πόσα αυτοί καταθέτουν εναντίον σου”!
(1) Προς στιγμήν η από την πρώτη έρευνα σχηματισμένη από τον Πιλάτο πεποίθηση για την αθωότητα του Ιησού κλονίστηκε κάπως από τις νέες κατηγορίες και για αυτό απευθύνει νέες ερωτήσεις προς τον Ιησού, αλλά δεν λαμβάνει καμία απόκριση από αυτόν (σ). Άκουσε τι κατηγορούσαν εναντίον του. Αλλά η ημέρα εκείνη ήταν ημέρα υπομονής, κατά την οποία «σαν πρόβατο σε σφαγή οδηγήθηκε και σαν αμνός δεν ανοίγει το στόμα του».
Μαρκ. 15,5 ὁ δὲ Ἰησοῦς οὐκέτι(1) οὐδὲν ἀπεκρίθη(2), ὥστε θαυμάζειν(3) τὸν Πιλᾶτον.
Μαρκ. 15,5 Ο δε Ιησούς δεν απεκρίθη πλέον τίποτε, ώστε ο Πιλάτος να θαυμάζη.
(1) Δηλαδή μετά το πρώτο ερώτημα δεν μιλούσε πλέον…
(2) Του Ιησού η σιωπή οφείλεται και στο γεγονός ότι ο όλος βίος του ήταν επαρκής απάντηση για το ασύστατο των κατηγοριών (γ).
(3) Ο Πιλάτος θαυμάζει την ήρεμη και αξιοπρεπή σιωπή του Ιησού απέναντι στο λυσσασμένο κύμα των κατηγοριών και στον κίνδυνο που κρεμιόταν πάνω από την ίδια τη ζωή του (σ).
«Θαύμασε ο Πιλάτος, πώς αυτός που… ως αθώος μπορούσε απολογούμενος να ελευθερωθεί, δεν απολογείται, αλλά θεληματικά υπομένει το να πάθει, παραβλέποντας με μεγαλοφυή τρόπο τους κατηγόρους» (β). Θαυμαστός ο Κύριος όχι μόνο όταν μιλούσε, αλλά και όταν σιωπούσε. Τη σιωπή του, στην οποία ο Πιλάτος διέκρινε αδιαφορία του Ιησού όχι τόσο στο δικαστήριό του, όσο για τη δική του ζωή, έβρισκε ασυνήθιστη και μοναδική, χωρίς προηγούμενο στις τόσες περιπτώσεις κατηγορουμένων, τις οποίες αυτός είχε γνωρίσει. Για αυτό δεν εξοργίζεται για αυτήν, αλλά θαυμάζει, και θαυμάζει πολύ, όπως σημειώνει άλλος ευαγγελιστής.
«Ο Ιησούς λοιπόν πάντα ψευδομαρτυρείται και δεν υπάρχει περίσταση που να μην κατηγορείται για κακία που υπάρχει στους ανθρώπους. Και αυτός μεν και τώρα σιωπά σε αυτά και δεν απαντά μεν με λόγια, απολογείται όμως με τη ζωή των γνησίων του μαθητών, η οποία ζωή τους φωνάζει τα βασικά ζητήματα και είναι ανώτερη από κάθε ψευδομαρτυρία, και με αυτόν τον τρόπο ο Κύριος ελέγχει και ανατρέπει τις ψευδομαρτυρίες» (Ω).
Μαρκ. 15,6 Κατὰ δὲ ἑορτὴν ἀπέλυεν αὐτοῖς ἕνα δέσμιον, ὅνπερ ᾐτοῦντο(1).
Μαρκ. 15,6 Κάθε δε εορτήν του πάσχα ο ηγεμών εσυνήθιζε να απολύη προς χάριν αυτών ένα φυλακισμένον, εκείνον που θα εζητούσαν.
(1) Το έθιμο αυτό ήταν σύμφωνο με ό,τι γνωρίζουμε για την πολιτική των Ρωμαίων. Μέρος της ρωμαϊκής διοίκησης των επαρχιών, οι οποίες είχαν κατακτηθεί, ήταν και η πολιτική της συνδιαλλαγής (με τα έθιμα των κατακτωμένων λαών). Δεν υπάρχει όμως κάποια αναφορά αλλού για το έθιμο αυτό (γ).
Μαρκ. 15,7 ἦν δὲ ὁ λεγόμενος Βαραββᾶς μετὰ τῶν συστασιαστῶν δεδεμένος(1), οἵτινες ἐν τῇ στάσει(2) φόνον πεποιήκεισαν(3).
Μαρκ. 15,7 Υπήρχε δε εις την φυλακήν κάποιος λεγόμενος Βαραββάς, δεμένος μαζή με τους στασιαστάς, οι οποίοι εις την γνωστήν ανταρσίαν είχαν διαπράξει φόνον.
(1) Στον στίχο αυτό σύντομα αλλά εκφραστικά εκτίθεται η ιστορία του Βαραββά. Ήταν ακριβώς ό,τι κατηγορούσαν τον Ιησού· άνθρωπος, ο οποίος είχε ξεσηκώσει στάση εναντίον της ρωμαϊκής εξουσίας. Ήταν πολιτικός εγκληματίας και επειδή εξεγέρθηκε κατά της ρωμαϊκής εξουσίας θεωρούνταν ίσως ως πατριώτης, υπέρ του οποίου εύκολα μπορούσε να κινηθεί η συμπάθεια του λαού. Το γεγονός ότι οι Ιουδαίοι ζητούσαν την απόλυση του Βαραββά, αποδείκνυε περίτρανα, ότι οι για στάση και άρνηση της πληρωμής των φόρων κατηγορίες εναντίον του Ιησού ήταν ανειλικρινείς και δόλιες (γ).
(2) Την γνωστή τότε, για την οποία όμως τίποτα δεν γνωρίζουμε (δ).
(3) Ο Βαραββάς «ήταν στη φυλακή για φόνο και στάση. Και τον άγιο και δίκαιο αρνήθηκαν, και ζήτησαν να τους χαριστεί άνδρας φονιάς, για να γίνουν συμμέτοχοι της μοίρας εκείνου» (β).
Μαρκ. 15,8 καὶ ἀναβοήσας ὁ ὄχλος ἤρξατο αἰτεῖσθαι(1) καθὼς ἀεὶ ἐποίει αὐτοῖς.
Μαρκ. 15,8 Και εκραύγασε δυνατά ο όχλος και ήρχισαν να ζητούν από τον Πιλάτον να απολύση ένα δέσμιον, όπως πάντοτε εσυνήθιζε να κάμνη εις αυτούς.
(1) «Πριν την ερώτηση» του Πιλάτου «άρχισε ο όχλος να ζητά να γίνει» (Ζμ) αυτό που πάντοτε έκανε σε αυτούς. «Οπότε παίρνοντας αφορμή ο Πιλάτος επιχείρησε και ρώτησε» (Ζμ).
Μαρκ. 15,9 ὁ δὲ Πιλᾶτος ἀπεκρίθη αὐτοῖς λέγων· θέλετε ἀπολύσω ὑμῖν τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων(1);
Μαρκ. 15,9 Ο δε Πιλάτος απήντησε και τους είπε• “Θέλετε να απολύσω προς χάριν σας τον βασιλέα των Ιουδαίων;”
(1) Ή ο Πιλάτος είχε πληροφορηθεί από τους αρχιερείς ότι αυτός ο ίδιος ο λαός απέδωσε στον Ιησού κατά την πρόσφατη είσοδό του στην Ιερουσαλήμ τον τίτλο του βασιλιά των Ιουδαίων και χρησιμοποιεί τον τίτλο αυτόν με σκοπό να προσελκύσει τη συμπάθεια του λαού (γ).
Ή, πιο σωστά, ονομάζει τον Ιησού βασιλιά των Ιουδαίων για ερεθισμό και κοροϊδία των αρχιερέων και των υπόλοιπων (δ), με κάποιο οίκτο για τον κατηγορούμενο και περιφρόνηση για την κατηγορία κι αυτούς που την εξύφαναν. Ο Πιλάτος ήταν πεπεισμένος για την αθωότητα του Ιησού. Παρόλ’ αυτά δεν είχε το θάρρος να τον απολύσει, χρησιμοποιώντας την εξουσία του, όπως όφειλε να πράξει, και ήθελε να απολυθεί ο Ιησούς με εκλογή και προτίμηση του λαού. Έτσι ήλπιζε να ικανοποιήσει και τη συνείδησή του και το λαό. Τέτοια τεχνάσματα, στα οποία επιζητείται συμβιβασμός της συνείδησης με τον κόσμο, είναι συνηθισμένα μόνο σε εκείνους, οι οποίοι ζητούν να αρέσουν στους ανθρώπους μάλλον παρά στο Θεό. Και οδηγούν πάντοτε σε ελαστικότητες, με τις οποίες προδίδεται το καθήκον.
Μαρκ. 15,10 ἐγίνωσκε γὰρ(1) ὅτι διὰ φθόνον(2) παραδεδώκεισαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς.
Μαρκ. 15,10 Και επρότεινε τούτο, διότι εγνώριζεν, ότι ένεκα φθόνου τον είχαν παραδώσει οι αρχιερείς.
(1) Αιτιολογεί την εκδηλούμενη από τον Πιλάτο προτίμηση υπέρ του Ιησού.
(2) Ήξερε ότι η δημοτικότητα του Ιησού στο λαό είχε διεγείρει το φθόνο των αρχόντων εναντίον του (γ). Η πραγματικότητα λοιπόν ήταν ότι ο Ιησούς ήταν αθώος. Για την αθωότητα λοιπόν αυτήν «επιχειρεί (ο Πιλάτος) να γλυτώσει από την καταδίκη τον Ιησού» (Θφ). Έξυπνη και η παρατήρηση: Ήλπιζε ο Πιλάτος, ότι θα μπορούσε να κεντρίσει και πάλι την δημοτικότητα που πριν απολάμβανε ο Ιησούς και να χρησιμοποιήσει αυτήν για απόλυσή του (γ).
Μαρκ. 15,11 οἱ δὲ ἀρχιερεῖς ἀνέσεισαν(1) τὸν ὄχλον ἵνα μᾶλλον τὸν Βαραββᾶν ἀπολύσῃ αὐτοῖς(2).
Μαρκ. 15,11 Οι δε αρχιερείς εξεσήκωσαν και έπεισαν τον όχλον να ζητήση όπως απολύση, κατά προτίμησίν των, τον Βαραββάν.
(1) «Δηλαδή ανακίνησαν» (Ζμ). Αναστάτωσαν, έφεραν άνω κάτω, για να τον πείσουν (δ). Δεν μπορούμε παρά να προσβλέψουμε με αγανάκτηση κατά των πονηρών αυτών αρχιερέων. Σύμφωνα με το νόμο για αμφισβητήσεις που δημιουργούνταν σε περιπτώσεις θανατικής ποινής ο λαός έπρεπε να καθοδηγείται από τους ιερείς (Δευτερον. ιζ 8).
Την μεγάλη αυτή εξουσία, την οποία εμπιστεύτηκε ο Θεός στα χέρια τους, καταχρώνταν ασυνείδητα και οι αρχηγοί του λαού αποπλανούσαν τώρα αυτόν. Επιπλέον δεν μπορούμε παρά να προσβλέψουμε με οίκτο προς τον παραπλανώμενο λαό. Ο Κύριος σπλαχνίστηκε αυτούς, διότι ήταν σαν πρόβατα που δεν έχουν ποιμένα (Μάρκ. στ 34). Και τώρα τυφλοί άρχοντες τυφλό λαό οδηγώντας συμπαρέσυραν με τους εαυτούς τους και αυτόν στο λάκκο.
(2) Είναι η πρώτη φορά κατά την οποία ο λαός στρέφεται εναντίον του Ιησού. Αυτό οφείλεται στο ότι οι αρχιερείς και οι άρχοντές του αφού ομόφωνα στράφηκαν εναντίον του Ιησού, επόμενο ήταν να επηρεάσουν την κοινή γνώμη. Θα εκμεταλλεύτηκαν επίσης κατάλληλα για αποπλάνηση του λαού και το ότι ο γενόμενος δεκτός ως Μεσσίας κατά τη θριαμβευτική του είσοδο στην Ιερουσαλήμ δεν είχε εκδηλώσει στο μεταξύ κάποια δράση για ανατροπή της ρωμαϊκής κυριαρχίας και ενώ προς στιγμήν είχε ξεσηκώσει τις παχυλές ελπίδες του λαού σε ύψιστο βαθμό, τίποτα δεν είχε πράξει για ικανοποίησή τους με την παλινόρθωση του επίγειου θρόνου του Δαβίδ (γ).
Μαρκ. 15,12 ὁ δὲ Πιλᾶτος ἀποκριθεὶς πάλιν εἶπεν αὐτοῖς(1)· τί οὖν θέλετε ποιήσω ὃν λέγετε(2) τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων;
Μαρκ. 15,12 Ο δε Πιλάτος απεκρίθη πάλιν και τους είπε• “τι λοιπόν θέλετε να κάμω αυτόν, που τον ονομάζετε βασιλέα των Ιουδαίων;
(1) «Τους δίνει από παντού αφορμές ώστε να ελευθερώσουν ως αθώο τον Κύριο, και για αυτό καθυστερεί και αναβάλλει» (Θφ).
(2) Χρησιμοποιεί εδώ ο Πιλάτος το γεγονός, ότι αυτός ο ίδιος ο λαός είχε αποδώσει στον Ιησού τον τίτλο ο βασιλιάς των Ιουδαίων. Και ήλπιζε ότι μπορούσε να πετύχει από το λαό, αν όχι αίτηση για απόλυση του Ιησού, τουλάχιστον όμως την εκδήλωση κάποιας αδιαφορίας, που θα επέτρεπε σε αυτόν τη ματαίωση της θανατικής εκτέλεσης του Ιησού (γ).
Μαρκ. 15,13 οἱ δὲ πάλιν(1) ἔκραξαν· σταύρωσον αὐτόν.
Μαρκ. 15,13 Εκείνοι δε πάλιν έκραξαν• “σταύρωσέ τον”.
(1) Το πάλι αναφέρεται στην προηγούμενη κραυγή (στίχ. 11) της απόλυσης του Βαραββά (δ).
Μαρκ. 15,14 ὁ δὲ Πιλᾶτος ἔλεγεν αὐτοῖς· τί γὰρ ἐποίησε κακόν(1); οἱ δὲ περισσοτέρως(2) ἔκραξαν· σταύρωσον αὐτόν.
Μαρκ. 15,14 Ο δε Πιλάτος έλεγε εις αυτούς• “διατί θέλετε τον θάνατόν του;” Τι κακόν έκαμε; Αυτοί όμως εφώναζαν δυνατότερα• “σταύρωσέ τον”.
(1) Ο Πιλάτος ήλπιζε ακόμη ότι με το ερώτημα αυτό, που δεν επιδεχόταν βάσιμη και αιτιολογημένη απάντηση, θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση στο λαό και να σταματήσει τις κραυγές του (γ). Είναι προς μεγάλη τιμή του Κυρίου μας, ότι, παρόλο που σταυρώθηκε ως κακοποιός, παρόλ’ αυτά ούτε ο δικαστής του, ο Πιλάτος, ούτε οι διώκτες του μπόρεσαν να βρουν, ότι έκανε κάτι κακό.
Είχε πράξει κάτι κακό ενώπιον του Θεού; Όχι. Για αυτόν είπε ο Πατέρας, να το παιδί μου στον οποίο ευαρεστήθηκα, ο αγαπημένος μου στον οποίο ευδόκησε η ψυχή μου (Ματθ. ιβ 18). Είχε πράξει κάτι κακό απέναντι στην πολιτική εξουσία; Όχι· αυτός δίδαξε και τους άλλους να αποδίδουν στον Καίσαρα τα του Καίσαρα. Είχε πράξει κάτι εναντίον της δημόσιας ησυχίας και ειρήνης; Όχι. Για αυτόν είχε λεχθεί: «δεν θα φιλονικήσει, ούτε θα κραυγάσει, ούτε θα ακούσει κάποιος στις πλατείες τη φωνή του» (Ματθ. ιβ 19). Είχε πράξει κάτι κακό σε επί μέρους πρόσωπα; Όχι· γι αυτόν ειπώθηκε ότι περιόδευσε ευεργετώντας.
(2) Προηγουμένως χρησιμοποίησε απλώς το «έκραξαν». Τώρα η κραυγή έγινε εντονότερη και επιμονότερη. Η απόπειρα του Πιλάτου να κατασιγάσει αυτήν έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα (γ). Δες, ποια μεταβολή έγινε στις σκέψεις και τα αισθήματα του λαού εντός ολίγων ημερών. Όταν έμπαινε θριαμβευτικά στην Ιερουσαλήμ πριν από πέντε μόλις ημέρες ήταν τόσο γενικές οι επιφωνήσεις και επικροτήσεις του λαού, ώστε θα νόμιζε κάποιος ότι ο Ιησούς στην πόλη εκείνη δεν είχε κανένα εχθρό.
Αλλά τώρα, όταν οδηγήθηκε θριαμβευτικά ενώπιον του Πιλάτου, τόσο γενικές υπήρξαν οι εκδηλώσεις της δυσμένειας και εχθρότητας, ώστε θα νόμιζε κανείς, ότι ο Ιησούς δεν είχε εκεί κανέναν φίλο. Τέτοιες ανατροπές υπάρχουν στον άστατο αυτόν κόσμο, ώστε η προς τον ουρανό πορεία μας να διεξάγεται, όπως και η του Κυρίου, με δόξα και ατιμία, με ευφημία και δυσφημία (Β΄ Κορ. στ 8), ώστε ούτε να ξιπαζόμαστε από τις τιμές, ούτε να αποθαρρυνόμαστε από τις περιφρονήσεις.
Μαρκ. 15,15 ὁ δὲ Πιλᾶτος βουλόμενος τῷ ὄχλῳ τὸ ἱκανὸν ποιῆσαι(1), ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν Βαραββᾶν(2), καὶ παρέδωκε τὸν Ἰησοῦν φραγελλώσας(3) ἵνα σταυρωθῇ(4).
Μαρκ. 15,15 Ο δε Πιλάτος επειδή ήθελε να ικανοποιήση τον όχλον, απελευθέρωσε τον Βαραββάν και τον Ιησούν, αφού πρώτον διέταξε να τον μαστιγώσουν με το φραγγέλιον, τον παρέδωσε, δια να σταυρωθή.
(1) Λατινικός τρόπος έκφρασης (populo satis-facere) από αυτούς που συναντιούνται όχι σπάνια στο Μάρκο (δ).= «Δηλαδή το αρεστό, το αποδεκτό από τον όχλο» (Θφ). Θέλοντας να ικανοποιήσει το πλήθος και να ευχαριστήσει αυτό (γ).
(2) Απολύθηκε, την ώρα που ήταν βέβαιο, λόγω των εγκλημάτων του, ότι θα σταυρωνόταν. Αντί για αυτόν όμως σταυρώθηκε ο Χριστός. Και έτσι και με την περίπτωση του Βαραββά υποδηλώθηκε, ότι ο Χριστός πέθαινε, για να πάρουν απόλυση και χάρη οι αμαρτωλοί και μάλιστα οι πρώτοι και χειρότεροι των αμαρτωλών.
(3) «Τελικά υποχωρώντας στο θέλημα εκείνων και φραγγέλωσε τον Κύριο, δηλαδή τον μαστίγωσε με πλεγμένες λωρίδες… και τους τον παρέδωσε για να σταυρωθεί» (Θφ). Η λέξη αποτελεί άλλο λατινισμό που συναντιέται στην Κ.Δ. μόνο εδώ και στο παράλληλο χωρίο του Ματθαίου. Η φραγγέλωση αυτή των Ρωμαίων ήταν τόσο σκληρή, ώστε συχνά το θύμα πέθαινε κατά τη διάρκειά της. Προηγούνταν συνήθως της σταύρωσης (Ιωσήπ. Ιουδ. Πολ. ΙΙ 14.9,V 11.1) (σ).
Πάντως συντελούσε στο να μετριάζει το παρατεταμένο μαρτύριο του σταυρικού θανάτου επισπεύδοντας αυτόν με την εξάντληση την οποία προκαλούσε πριν ακόμη συντελεστεί η σταύρωση (γ). Έτσι εκπληρώθηκαν και οι προφητείες: «στην πλάτη μου σφυροκοπούσαν οι αμαρτωλοί» (Ψαλμ. ρκη 3). «Την πλάτη μου έδωσα σε μαστίγωση» (Ησ. ν 6). «Με την πληγή αυτού εμείς θεραπευτήκαμε» Ησ. ν 5).
(4) «Για να σταυρωθεί», διότι ο σταυρικός θάνατος είναι θάνατος αιματηρός «και χωρίς χύσιμο αίματος δεν γίνεται άφεση» (Εβρ. θ 22). Για αυτό και στην Π.Δ. προσφέρονταν αιματηρές θυσίες ζώων «και σύμφωνα με το νόμο σχεδόν τα πάντα καθαρίζονται με το αίμα». Τώρα ο Χριστός εκπληρώνοντας όλες τις προτυπώσεις αυτές έχυσε το αίμα. «Για να σταυρωθεί», διότι ο σταυρικός θάνατος είναι θάνατος οδυνηρός και ο Χριστός έπρεπε να αντιμετωπίσει το θάνατο με το μεγαλύτερο τρόμο και πόνο του, για να τον κατανικήσει. Δοκιμάζοντας αγόγγυστα και καρτερικά τους πόνους του έγινε πραγματικό θύμα, αλλά ταυτόχρονα και ηρωϊκός θύτης.
«Για να σταυρωθεί», διότι ο σταυρικός θάνατος ήταν επαίσχυντος και ατιμωτικός θάνατος. Είχε όμως υβριστεί και ατιμαστεί ο Θεός με την αμαρτία του ανθρώπου. Και είναι εις τιμήν του Κυρίου μας το ότι για να ικανοποιήσει το Θεό εξ’ ονόματος της ανθρώπινης φύσης που τον εξύβρισε, όχι μόνο άδειασε τον εαυτό του με το να ξεντυθεί τις τιμές που οφείλονταν στη θεία του φύση, αλλά και υποβλήθηκε στον ατιμωτικότερο των θανάτων. «Για να σταυρωθεί», διότι «καταραμένος είναι καθένας που κρέμεται στο ξύλο» (Δευτερ. κα 23). Και επειδή εμείς βρισκόμασταν κάτω από κατάρα, «ο Χριστός μας εξαγόρασε από την κατάρα του νόμου με το να γίνει για χάρη μας κατάρα» (Γαλ. γ 13).
Ο Ιησούς χλευάζεται από τους στρατιώτες
Μαρκ. 15,16 Οἱ δὲ στρατιῶται(1) ἀπήγαγον αὐτὸν ἔσω τῆς αὐλῆς(2), ὅ ἐστι πραιτώριον(3), καὶ συγκαλοῦσιν ὅλην τὴν σπεῖραν(4)·
Μαρκ. 15,16 Οι δε στρατιώται, έσυραν τον Ιησούν στο εσωτερικόν της αυλής του κτηρίου, όπου έμενε ο πραίτωρ, και εμάζεψαν εκεί όλην την φρουράν.
(1) «Το στρατιωτικό γένος, που πάντα χαίρεται με τις αταξίες και τις ύβρεις, παρουσίαζε τα δικά του. Διότι αν οι Ιουδαίοι, οι οποίοι άκουσαν μύριες διδασκαλίες έτσι του συμπεριφέρονταν, αυτοί που πολλά και πολλές φορές ευεργετήθηκαν, τι θα μπορούσαμε να πούμε για τους εθνικούς;» (Θφ).
(2) Η φραγγέλωση λοιπόν έγινε έξω, μπροστά στο ανάκτορο (σ). Τώρα εισήγαγαν αυτόν στην εσωτερική αυλή, γύρω από την οποία ορθώνονταν τα δωμάτια του οικοδομήματος, το οποίο ονομάζεται εδώ πραιτώριο.
(3) Η λέξη στα Ευαγγέλια και τις Πράξεις σημαίνει την επίσημη κατοικία του Ρωμαίου επιτρόπου (Δες Πράξ. κγ 35). Διχάζονται οι γνώμες για το ποιο οικοδόμημα υπονοείται εδώ. Ήταν το ανάκτορο του Ηρώδη του μεγάλου, το οποίο ο Ρωμαίος επίτροπος Φλώρος χρησιμοποίησε ως πραιτώριο (Ιωσήπ. Ιουδ. Πολ. ΙΙ 14,8); Αμφισβητείται αυτό, αφού προβάλλεται το γεγονός, ότι βρισκόταν ήδη στα Ιεροσόλυμα και ο Ηρώδης ο Αντίπας. Πού έμενε αυτός; Για αυτό εισηγήθηκαν και τη γνώμη ότι το πραιτώριο σε αυτήν την περίπτωση συνδεόταν (επικοινωνούσε) με το φρούριο της Αντωνίας (σ).
Αξιοθρήνητη ανοχή του Πιλάτου. Ήταν πεπεισμένος για την αθωότητα του Ιησού και ζήτησε με το από τον Ματθαίο αναφερόμενο πλύσιμο των χεριών να απαλλαγεί από την ενοχή για τον άδικο θάνατό του, και όμως ανέχτηκε εντός της κατοικίας του να λάβει χώρα ο εξευτελισμός του Ιησού, τον οποίο, εφόσον οι στρατιώτες εξαρτιόντουσαν άμεσα από αυτόν, στην εξουσία του ήταν να προλάβει. Οι διαχειριζόμενοι εξουσία δεν είναι μόνο υπεύθυνοι για όσα αυτοί ενεργούν ή αποφασίζουν, αλλά και για τις παρεκτροπές των άλλων, τις οποίες δεν προλαβαίνουν.
(4) Η λέξη μπορεί να σημαίνει λόχο, ο οποίος ήταν το ένα τρίτο της κοόρτιδος (cohors) και αποτελούνταν ονομαστικά από 200 άνδρες. Εφόσον όμως η σπείρα φέρεται (Ιω. ιη 12,Πράξ. κα 31) να έχει επικεφαλής χιλίαρχο, γίνεται υπόθεση ότι η λέξη σπείρα χρησιμοποιείται στην Κ.Δ. αντί για τη λέξη κοόρτις (σ). «Λέει τη σπείρα αντί να πει όλο το τάγμα» (Θφ).
Μαρκ. 15,17 καὶ ἐνδύουσιν(1) αὐτὸν πορφύραν(2) καὶ περιτιθέασιν αὐτῷ πλέξαντες ἀκάνθινον στέφανον(3),
Μαρκ. 15,17 Και δια να τον εμπαίξουν ως ψευδή βασιλέα, του φόρεσαν κάποιον κόκκινον μανδύαν, τάχα ως βασιλικήν πορφύραν, έπλεξαν ένα στεφάνι από αγκάθια και το έβαλαν γύρω στο κεφάλι του, ως στέμμα τάχα βασιλικόν.
(1) Όπως φαίνεται και από το στίχο 20 («τον έντυσαν με τα δικά του ρούχα») τον έγδυσαν για να τον ντύσουν με την πορφύρα. Η ντροπή της γυμνότητας ήλθε στους πρωτοπλάστους ταυτόχρονα με την παράβασή τους (Γεν. γ 7). Για αυτό και ο Χριστός, όταν ήλθε να ικανοποιήσει τη θεία δικαιοσύνη για την αμαρτία γυμνώθηκε και υποβλήθηκε στην ντροπή της γύμνωσης, για να ετοιμάσει σε μας «ιμάτια λευκά, για να ντυθούμε και να μην φανερωθεί η ντροπή της γύμνωσής μας» (Αποκ. γ 18).
(2) «Και αν είναι οι αμαρτίες σας κατακόκκινες, θα τις λευκάνω σαν το μαλλί των προβάτων» (Ησ. α 18). Ο Χριστός χαίρεται ενδυόμενος την πορφύρα και πλένοντας τα ρούχα του σε κρασί (Γεν. μθ 10), διότι αυτά σήμαιναν, ότι πήρε πάνω του τις αμαρτίες μας, για να πλύνει τα ρούχα μας και γίνουν αυτά λευκά με το Αίμα του Αρνίου. Χλαμύδα κόκκινη, γράφει ο Ματθαίος. Πράγματι αυτή ήταν χλαμύδα, ρούχο που χρησιμοποιούνταν από τους Ρωμαίους στρατιώτες, ενώ η λέξη πορφύρα παριστά το πνεύμα της πράξης= έντυσαν τον Ιησού με ένδυμα που έμοιαζε με βασιλικό ένδυμα (γ), «τον εμπαίζουν ως βασιλιά» (Θφ).
(3) Για εμπαικτική απομίμηση του δάφνινου στεφανιού, συμβόλου νίκης, που φόραγαν κατά καιρούς οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες ως δείγμα στρατιωτικής διάκρισης ή σε περιστάσεις πανηγυρικές (σ). Τα αγκάθια ήλθαν μαζί με την αμαρτία των πρωτοπλάστων και ήταν μέρος της κατάρας την οποία επέφερε η αμαρτία (Γεν. γ 18). Και ο Χριστός λοιπόν γενόμενος για μας κατάρα και πεθαίνοντας, για να απομακρύνει την κατάρα από εμάς, αισθάνθηκε τα κεντήματα και τους πόνους των αγκαθιών εκείνων. Αλλά τα αγκάθια αυτά μπήκαν στο κεφάλι σαν στέμμα βασιλικό.
Πράγματι· η βασιλεία του δεν είναι από τον κόσμο αυτόν, ούτε η δόξα του είναι δόξα κοσμική, αλλά συντροφεύεται εδώ με θλίψεις και πόνους, ενώ η δόξα της πρόκειται στο μέλλον να αποκαλυφθεί. Εάν και εμείς έχουμε σκόλοπα στη σάρκα και δοκιμάζουμε τον πόνο των αγκαθιών των θλίψεων, ας ενισχυόμαστε από το ότι ο βασιλιάς και μέγας αρχιερέας μας, ο οποίος υπήρξε κρίνο ανάμεσα σε αγκάθια, συμπαθεί τις ασθένειες και τους πόνους μας, διότι γνώρισε και αυτός με την πείρα του, τι είναι τα αγκάθια αυτά στην ανθρώπινη σάρκα.
Μαρκ. 15,18 καὶ ἤρξαντο ἀσπάζεσθαι(1) αὐτόν. χαῖρε ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων(2)·
Μαρκ. 15,18 Και ήρχισαν να τον χαιρετούν ειρωνικά και να του λέγουν• “χαίρε, ο βασιλεύς των Ιουδαίων”.
(1) «Τώρα έχει τη σημασία του χαιρετίζω» (Θφ). Άρχισαν να χαιρετίζουν αυτόν και να προσκυνούν εμπαικτικά ως βασιλιά (δ).
(2) Πολύ γρήγορα αυτός, τον οποίο οι στρατιώτες της Ρώμης εμπαικτικά προσφωνούν βασιλιά, θα αναδειχτεί λαμπρότερος και ισχυρότερος από τον Καίσαρά τους και θα κατακτήσει τον κόσμο για πάντα εκτείνοντας το πνευματικό του κράτος ευρύτερα από όσο η κοσμοκράτειρα τότε Ρώμη. Είναι φοβερό για αυτούς να εμπαίζουν εκείνον στον οποίο αργά ή γρήγορα και οι επί κεφαλής τους θα αναγκαστούν να αποδώσουν τιμές, τις οποίες κανείς ποτέ Καίσαρας δεν απόλαυσε.
Μαρκ. 15,19 καὶ ἔτυπτον αὐτοῦ τὴν κεφαλὴν καλάμῳ(1) καὶ ἐνέπτυον(2) αὐτῷ, καὶ τιθέντες τὰ γόνατα(3) προσεκύνουν αὐτῷ(4).
Μαρκ. 15,19 Και εκτυπούσαν την κεφαλήν του με καλάμι και τον έφτυναν και αφού έπεφταν εις τα γόνατα τον προσκυνούσαν εμπαικτικώς.
(1) Πιθανότατα χτυπούσαν πάνω στο αγκάθινο στεφάνι, για να μπήγεται αυτό βαθύτερα και να πληγώνει περισσότερο το κεφάλι του· έτσι ώστε ο πόνος του να γίνεται μεγαλύτερος και τα από τις πληγές ρέοντα αίματα να ξεπηδούν αφθονότερα, για να παίζουν αυτοί, και από τον πόνο του να δοκιμάζουν μεγαλύτερη τέρψη.
(2) Οι υπήκοοι όταν ορκίζονταν πίστη προς τον βασιλιά τους, τον ασπάζονταν. Αυτό διακωμωδώντας και εκείνοι αντί για φίλημα, τον έφτυναν.
(3) Γονάτιζαν μπροστά του αποδίδοντας εμπαικτικά σεβασμό προς αυτόν ως βασιλιά και όχι λατρεύοντας εμπαικτικά ως Θεό (γ). Και εκείνοι, όσοι προσκυνούν τώρα το Χριστό, αλλά την ίδια ώρα δουλεύουν στον κόσμο και τη σάρκα, στην πραγματικότητα τον ίδιο εμπαιγμό κάνουν σε αυτόν. Αυτοί που λυγίζουν μόνο το γόνατο, αλλά όχι και την καρδιά στον Ιησού, ώστε να πλησιάζουν αυτόν όχι με τα χείλη μόνο, εξομοιώνονται με τους στρατιώτες της Ρώμης με τη διαφορά, ότι εκείνοι αγνοούσαν τελείως το Χριστό, ενώ αυτοί τον γνώρισαν και τον προσκύνησαν ως Θεό τους.
(4) «Σαν ακριβώς από κάποιο σύνθημα σε όλους τότε χόρεψε ο διάβολος. Διότι οι στρατιώτες έκαναν τέρψη τις προς αυτόν ύβρεις… κάνοντάς τα όλα από δική τους δυστροπία. Και οι ύβρεις ήταν διάφορες και ποικίλες» (β).
Μαρκ. 15,20 καὶ ὅτε ἐνέπαιξαν αὐτῷ, ἐξέδυσαν αὐτὸν τὴν πορφύραν(1) καὶ ἐνέδυσαν αὐτὸν τὰ ἱμάτια τὰ ἴδια, καὶ ἐξάγουσιν(2) αὐτὸν ἵνα σταυρώσωσιν αὐτόν.
Μαρκ. 15,20 Και αφού τον ενέπαιξαν του έβγαλαν τον κόκκινον μανδύαν, τον έντυσαν με τα ιδικά του ρούχα και τον έβγαλαν έξω από την πόλιν, δια να τον σταυρώσουν.
(1) Καμία αναφορά δεν γίνεται για το αγκάθινο στεφάνι και θεωρήθηκε για αυτό από πολλούς ως πιθανό, ότι σταυρώθηκε φορώντας αυτό στο κεφάλι. Διότι όπως είναι Ιερέας πάνω στον ουράνιο θρόνο του, έτσι υπήρξε και βασιλιάς πάνω στο σταυρό του.
(2) Τον έβγαλαν έξω από τον αμπελώνα και τον σκότωσαν. Τον έβγαλαν έξω από την πόλη, λες και αυτός, ο οποίος ήταν η δόξα τους και τον οποίο ανέμεναν ως λύτρωση στο λαό στην Ιερουσαλήμ, δεν ήταν άξιος να ζει μεταξύ τους και μόλυνε αυτήν με την παραμονή του σε αυτήν.
Μαρκ. 15,21 Καὶ ἀγγαρεύουσιν(1) παράγοντά τινα(2) Σίμωνα Κυρηναῖον(3), ἐρχόμενον ἀπ᾿ ἀγροῦ, τὸν πατέρα Ἀλεξάνδρου καὶ Ῥούφου(4), ἵνα ἄρῃ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ(5).
Μαρκ. 15,21 Και ηγγάρευσαν, δια να φέρη τον σταυρόν αυτού, κάποιον που έτυχε να περνά, Σίμωνα τον Κυρηναίον, που ήρχετο από το χωράφι του, τον πατέρα του Αλεξάνδρου και του Ρούφου.
(1) Ίσως διότι δεν μπορούσε να βαδίσει ο Ιησούς τόσο γρήγορα, όσο βάδιζαν αυτοί, ίσως και διότι τον έβλεπαν εξαντλημένο και φοβήθηκαν μήπως πεθάνει στο δρόμο και δεν προφθάσουν να τον σταυρώσουν, όπως ήθελαν, αγγαρεύουν το Σίμωνα.
(2) Περνούσε επιστρέφοντας από τον αγρό του και δεν φανταζόταν ποτέ, ότι θα φόρτωναν στους ώμους του σταυρό. Τελείως αιφνίδια και ανέλπιστα υποχρεώθηκε σε αυτό. Μη παραξενευόμαστε λοιπόν, εάν έρχονται σε εμάς σταυροί θλίψεων, αιφνίδια και μέσα σε καθαρό ουρανό.
(3) Μαθαίνουμε από τον Ιώσηπο (Κατά Αππίωνος ΙΙ,4 Αρχαιολ. ΧΙV 7.2) ότι στη βόρεια Αφρική στην Κυρήνη, είχαν εγκατασταθεί αρκετοί Ιουδαίοι επί Πτολεμαίου Α΄. Στην Κ.Δ. αναφέρονται και αλλού Ιουδαίοι από την Κυρήνη (Πράξ. β 10,στ 9,ιγ 1) (σ).
(4) Μόνο ο Μάρκος καθορίζει το Σίμωνα ως τον πατέρα Αλεξάνδρου και Ρούφου. Συμπεραίνουμε από αυτό ότι τα δύο αυτά πρόσωπα ήταν κάπως διακεκριμένα μεταξύ των Χριστιανών, τουλάχιστον στα μέρη εκείνα, για τους χριστιανούς των οποίων γράφτηκε το ευαγγέλιο του Μάρκου (σ). «Τον πατέρα, είπε, Αλεξάνδρου και Ρούφου επειδή ζούσαν ακόμη και ήταν γνωστοί. Διότι λένε ότι και αυτοί ακολούθησαν τους Αποστόλους αφού πίστεψαν στο Χριστό» (Ζ).
Θα ήταν παρόλ’ αυτά άκρως παρακινδυνευμένο να ταυτίσουμε τον Ρούφο αυτόν με αυτόν του Ρωμ. ιστ 13, και ακόμη πιο παράτολμο από την εκεί φράση του Παύλου «την μητέρα αυτού και εμού» να συμπεράνουμε, ότι ήταν και αδελφός του Παύλου (γ). Αλέξανδροι αναφέρονται και άλλοι στην Κ.Δ. Δες Πράξ. ιθ 33,Α΄ Τιμ. α 20,Β΄ Τιμ. δ 14. Είναι τελείως απίθανο όμως να έχουν αυτοί σχέση με τον εδώ αναφερόμενο.
(5) «Ο Ιωάννης είπε ότι βγήκε βαστάζοντας το σταυρό του. Διότι στην αρχή μεν φόρτωσαν σε αυτόν το σταυρό ως κατάδικο και βγήκε βαστάζοντάς τον. Έπειτα συναντώντας το Σίμωνα, αυτόν αγγάρευσαν για να σηκώσει αυτόν» (Ζμ). Βάρος σοβαρό και ανεπιθύμητο να βαστάξει ο Σίμων το σταυρό και να μεταφέρει αυτόν. Αλλά για κάποια λεπτά βάσταξε το φορτίο αυτό και έλαβε την τιμή να αναφέρεται το όνομά του από τα ευαγγέλια, ενώ αλλιώς ήταν αφανής και θα παρέμενε άγνωστος. Τώρα όμως οπουδήποτε κηρυχθεί το ευαγγέλιο, αναφέρεται η πράξη του αυτή για αιώνιο μνημόσυνό του.
Η σταύρωση του Σωτήρα
Μαρκ. 15,22 Καὶ φέρουσιν(1) αὐτὸν ἐπὶ Γολγοθᾶ τόπον, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον κρανίου τόπος(2).
Μαρκ. 15,22 Και τον έφεραν εις τόπον, που λέγεται Γολγοθάς, όνομα που μεταφραζόμενον σημαίνει “τόπος κρανίου”.
(1) Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ευαγγελιστής λέει φέρνουν και όχι απλώς οδηγούν (b). Υποδηλώνει αυτό την εξάντληση του Ιησού.
(2) Η εβραϊκή λέξη σημαίνει κρανίο. Και ο Λουκάς με περισσότερη ακρίβεια γράφει «επί τον τόπον τον καλούμενον Κρανίον» (Λουκ. κγ 33).
Μαρκ. 15,23 καὶ ἐδίδουν αὐτῷ πιεῖν ἐσμυρνισμένον οἶνον(1)· ὁ δὲ οὐκ ἔλαβε.
Μαρκ. 15,23 Και του έδιναν να πίη κρασί ανακατεμένον με σμύρναν. Αυτός όμως δε το επήρε.
(1) Κρασί αναμιγμένο με σμύρνα. Οι αρχαίοι συνήθιζαν να αναμιγνύουν το κρασί με σμύρνα, για να κάνουν τη γεύση του με πιο ωραία μυρωδιά και πιο ευχάριστη (g). Η συνηθισμένη εκδοχή φαίνεται να είναι ότι η σμύρνα χρησιμοποιούνταν ως ναρκωτικό φάρμακο (γ) και ότι η προσφορά του εσμυρνισμένου κρασιού στον σταυρωμένο γινόταν σύμφωνα με φιλάνθρωπη συνήθεια, για να ναρκώσουν αυτόν και να κάνουν έτσι την αγωνία του ανεκτότερη (σ).
Παρόλ’ αυτά το κρασί χρησιμοποιούνταν προφανώς ως διεγερτικό ποτό και η σμύρνα προσθέτει στην ιδιότητά του αυτή τονώνοντας και θερμαίνοντας το σύστημα (γ). Αλλά αν ληφθεί σε αρκετή κάπως ποσότητα προκαλεί ζάλη, απώλεια συνείδησης και άμβλυνση των αισθήσεων. Αυτά όμως αποφεύγοντας ο θείος Λυτρωτής, για να προσφέρει με πλήρη συνείδηση και αίσθηση την ύψιστη θυσία υπέρ του κόσμου «δεν πήρε» το κρασί.
Μαρκ. 15,24 καὶ σταυρώσαντες αὐτὸν διαμερίζονται τὰ ἱμάτια αὐτοῦ βάλλοντες κλῆρον(1) ἐπ᾿ αὐτὰ τίς τί ἄρῃ(2).
Μαρκ. 15,24 Και αφού τον εσταύρωσαν, εμοίρασαν μεταξύ των τα ενδύματά του ρίχνοντες κλήρον, τι θα πάρη ο καθένας από αυτά.
(1) Ίσως οι στρατιώτες είχαν μαζί τους κύβους για να παίζουν κατά την ώρα της ανάπαυλας. Και οι μεν συνοπτικοί ευαγγελιστές «απλά και αόριστα έγραψαν ότι διαμοίρασαν και ότι έβαλαν κλήρο. Ο Ιωάννης όμως γράφοντας σαφέστερα για αυτό λέει… (ότι) έβαλαν κλήρο για τον χιτώνα τον άρραφο» (Ζμ).
(2) Ποιος να πάρει τι από τα ρούχα (b). Σκοπός του κλήρου ήταν να αποφύγουν την διαμάχη για το ποιος θα πάρει καθένα από τα ρούχα (δ). Ίσως είχαν ακούσει για εκείνους, οι οποίοι είχαν θεραπευτεί με την επαφή των ρούχων του Κυρίου και νόμισαν, ότι αυτά είχαν κάποια μαγική δύναμη· ή έλπιζαν να κερδίσουν χρήματα πουλώντας αυτά στους οπαδούς του ως αναμνηστικά ιερά· ή υποχρεωμένοι να αναμείνουν εκεί μέχρι το θάνατό του έπαιζαν με τους κύβους διασκεδάζοντας την ανία της αναμονής. Οπωσδήποτε εκπληρωνόταν ο λόγος του Θεού με αυτό.
Στον περίφημο εκείνο ψαλμό, τις πρώτες λέξεις του οποίου είπε ο Κύριος πάνω στο Σταυρό, λέγεται ακόμη: «Μοίρασαν τα ρούχα μου μεταξύ τους και για το κυριότερο ρούχο μου έβαλαν κλήρο» (Ψαλμ. κα 19). Αυτό δεν επαληθεύτηκε ποτέ στον Δαβίδ και αναφέρεται κατευθείαν προς το Χριστό. Αλλά ο Χριστός ξεντύθηκε και τα ιμάτια της θείας δόξας του, για να μοιράσει αυτά σε εμάς.
Μαρκ. 15,25 ἦν δὲ ὥρα Τρίτη(1) καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν.
Μαρκ. 15,25 Ήτο δε η ώρα τρεις από την ανατολήν του ηλίου, δηλαδή εννέα το πρωϊ τότε, που τον εσταύρωσαν.
(1) Μόνος ο Μάρκος καθορίζει την ώρα της σταύρωσης, ως τρίτη δηλαδή 9 π.μ. Πολλές εξηγήσεις προτάθηκαν για συμβιβασμό της ώρας αυτής του Μάρκου με αυτήν που καθορίζει ο Ιωάννης.
«Τι μπορούμε λοιπόν να πούμε; Ότι το «ήταν ώρα τρίτη» δεν πηγαίνει στο «και τον σταύρωσαν», αλλά ανεβαίνει στην αρχή των παθών του Σωτήρα. Ήταν λοιπόν, λέει, ώρα τρίτη, όταν δηλαδή άρχισε να πάσχει από τους στρατιώτες του Πιλάτου… Επομένως η μεν αναφορά της τρίτης ώρας στον Μάρκο φανερώνει την αρχή των δεσποτικών παθημάτων· ενώ η αναφορά της έκτης στον Ιωάννη δείχνει το τέλος τους, το οποίο είναι η σταύρωση» (Ζ).
Αρκετά σοβαρή εκδοχή, όταν μάλιστα συνδυαστεί με το γεγονός, σύμφωνα με το οποίο η τότε μέτρηση των ωρών, πιθανώς με ηλιακά ρολόγια και κλεψύδρες, δεν ήταν ακριβής, και μπορούσαν στην παράδοση και διάφορες ώρες της σταύρωσης να καταγραφούν (δ). Άλλη εκδοχή προβλήθηκε, ότι οι δύο συγγραφείς εδώ ακολουθούν διαφορετικούς τρόπους υπολογισμού και αρίθμησης του χρόνου. Έτσι ο Ιωάννης είχε υπ’ όψη αρίθμηση των ωρών παρόμοια με τη δική μας και συνεπώς λέγοντας, ότι ο Πιλάτος έβγαλε έξω τον Ιησού γύρω στην έκτη ώρα (Ιω. ιθ 14) εννοούσε την και σε εμάς έκτη πρωινή.
Η εκδοχή αυτή κλονίστηκε κάπως από πρόσφατες έρευνες και ιδιαίτερα από τον Ramsay. Και άλλοι δέχτηκαν σύμφωνα με τον Ιερώνυμο, ότι η ώρα σημειωνόταν στα χειρόγραφα με γράμμα του αλφαβήτου, το οποίο κατά την αντιγραφή αλλοιώθηκε (ο).
Μαρκ. 15 ,26 καὶ ἦν ἡ ἐπιγραφὴ τῆς αἰτίας αὐτοῦ(1) ἐπιγεγραμμένη(2)· ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων(3).
Μαρκ. 15,26 Και ήτο γραμμένη η επιγραφή της αιτίας του σταυρικού του θανάτου στο επάνω μέρος του σταυρού• “ο βασιλεύς των Ιουδαίων”.
(1) «Την κατηγορία, για την οποία σταυρώθηκε» (Θφ)· την κατηγορία, για την οποία κρίθηκε άξιος αυτής της ποινής· το έγκλημα, για το οποίο κατηγορείται κάποιος (g).
(2) Η πρόθεση επί δεν αναφέρεται στην τοποθέτηση της επιγραφής πάνω από το κεφάλι, αλλά στο γράψιμο αυτής πάνω (=επί) στην πινακίδα (γ).
(3) «Έγραψαν τίτλο… ο βασιλιάς των Ιουδαίων, για να κηλιδώσουν και με αυτό τη δόξα του ότι είναι τάχα αντάρτης και ανακήρυξε τον εαυτό του βασιλιά» (Θφ).
Αλλά η επιγραφή ήταν μάλλον τιμητική για αυτόν. Διότι κανένα πραγματικό έγκλημα δεν υποδηλώνει αυτή. Δεν αναγράφεται στην επιγραφή ούτε καν ότι διεκδικούσε ψευδώς τον τίτλο του βασιλιά, αλλά απλώς και μόνο ότι ήταν βασιλιάς, και ανέμεναν οι Ιουδαίοι βασιλιά. Έτσι λοιπόν οι ίδιοι οι εχθροί του ανέχτηκαν επιγραφή που διακήρυττε, ότι ο σταυρωμένος κανένα έγκλημα δεν είχε διαπράξει. Διακηρυσσόταν ακόμη με αυτήν η ένδοξη και αιώνια αλήθεια, ότι ήταν ο βασιλιάς, τον οποίο οι Ιουδαίοι ανέμεναν και στον οποίο έπρεπε να υποταχτούν.
Ο Ιησούς ήταν ο αληθινός Μεσσίας και Σωτήρας του κόσμου. Όπως ο Βαλαάμ άλλοτε ενώ στάλθηκε να καταραστεί τον Ισραήλ ευλόγησε αυτόν πλήρως και μάλιστα τρεις φορές (Αριθμ. κδ 10), έτσι και ο Πιλάτος αντί να κατηγορήσει τον Ιησού ως εγκληματία, ανακήρυξε αυτόν βασιλιά και μάλιστα τρεις φορές, διότι σε τρεις γλώσσες ήταν η επιγραφή. Έτσι ο Θεός κατευθύνει τους ανθρώπους παρά τη θέλησή τους σε υπηρεσία και εκτέλεση των βουλών του.
Μαρκ. 15,27 Καὶ σὺν αὐτῷ σταυροῦσι δύο λῃστάς, ἕνα ἐκ δεξιῶν καὶ ἕνα ἐξ εὐωνύμων αὐτοῦ(1).
Μαρκ. 15,27 Και μαζί με αυτόν εσταύρωσαν δύο ληστάς, ένα από τα δεξιά του και ένα από τα αριστερά του.
(1) «Και μαζί με ληστές σταυρώνεται, για να σχηματίσουν κακή ιδέα για αυτόν οι άνθρωποι, ότι και αυτός ήταν κακούργος» (Θφ). Σε κάποιους από τους λατινικούς κώδικες προστίθεται μετά το «ένα εκ δεξιών» nomine Zoathan (=με το όνομα Ιωαθάν» και μετά το «ένα εξ ευωνύμων αυτού» nomine Chammatha (με το όνομα Χαμμαθά). Ανάμεσα σε αυτούς σταυρώνεται, σαν να υπήρξε ο χειρότερος από αυτούς, διότι ανάμεσα στους τρεις η μεσαία θέση επιφυλάσσεται για τον αρχηγό.
Μαρκ. 15,28 (1)καὶ ἐπληρώθη ἡ γραφὴ ἡ λέγουσα(2)· καὶ μετὰ ἀνόμων ἐλογίσθη.
Μαρκ. 15,28 Και επραγματοποιήθηκε η προφητεία της Γραφής• “και κατατάχθηκε μεταξύ εκείνων που παρέβησαν τον νόμον και εγκλημάτησαν”.
(1) Ο στίχος παραλείπεται από πολλούς μεγαλογράμματους και αρκετούς μικρογράμματους κώδικες και από παλαιές μεταφράσεις.
(2) Η παράθεση είναι από το Ησ. νγ 12, όπου σύμφωνα με τους Ο΄ γράφεται «εν τοις ανόμοις». Η πρόθεση «μετά» εδώ είναι πιο έντονη από την «εν» (b). «Κρεμάστηκαν μαζί του δύο ληστές. Και αυτό ήταν μεν ύβρις ομολογουμένως όσον αφορά τουλάχιστον τον σκοπό των Ιουδαίων· ήταν όμως ανάμνηση προφητείας που έλεγε Ότι μετά ανόμων ελογίσθη» (β).
Σε όλη του τη ζωή υπήρξε χωρισμένος από τους αμαρτωλούς, αν και συμπαθούσε αυτούς επιζητώντας τη σωτηρία τους. Κατά το θάνατό του όμως δεν χωρίστηκε από αυτούς, αλλά συμμετείχε στην ποινή και στο θάνατο των χειρότερων κακοποιών, σαν να υπήρξε συμμέτοχος και στα εγκλήματά τους. Αυτό έγινε διότι έκανε αυτόν ο Θεός αμαρτία και πήρε πάνω του το ομοίωμα της αμαρτίας. Στο θάνατό του συγκαταριθμήθηκε μαζί με τους ανόμους και πήρε τον κλήρο των πονηρών, έτσι ώστε εμείς κατά το θάνατό μας να καταταχτούμε μαζί με τους αγίους και να έχουμε τον κλήρο μας μαζί με τους εκλεκτούς.
Μαρκ. 15,29 Καὶ οἱ παραπορευόμενοι(1) ἐβλασφήμουν αὐτὸν κινοῦντες τὰς κεφαλὰς αὐτῶν καὶ λέγοντες· οὐά(2), ὁ καταλύων τὸν ναὸν καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις οἰκοδομῶν(3)!
Μαρκ. 15,29 Και αυτοί, που περνούσαν στον δρόμον κοντά από τον σταυρόν, τον εβλασφημούσαν και εκινούσαν τας κεφαλάς των λέγοντες• “ουα, συ που θα εκρήμνιζες τον ναόν και εις τρεις ημέρας θα τον ξανάκτιζες!
(1) «Δηλαδή αυτοί που περνούσαν στο δρόμο» (Θφ). Αντί να τον συμπαθούν προσθέτουν νέα θλίψη στη δοκιμασία του με τις ύβρεις αυτές. Κουνούσαν τα κεφάλια τους εκδηλώνοντας τον θρίαμβό τους για την πτώση του και σαν να έλεγαν: «Εύγε, εύγε στην ψυχή μας. Τον κατάπιαμε» (Ψαλμ. λδ 25). Και εκπληρώθηκε έτσι ο προφητικός λόγος: Όλοι που με έβλεπαν με χλεύασαν, μίλησαν με τα χείλη τους, κούνησαν το κεφάλι τους (Ψαλμ. κα 8), Με είδαν, κούνησαν τα κεφάλια τους (Ψαλμ. ρη 25)..
(2) Επιφώνημα ειρωνικού θαυμασμού (δ), «χλευαστικό επίρρημα και εμπαικτικό» (Ζμ), που λέγεται μία φορά.
(3) Η κατηγορία των δύο μαρτύρων, που μαρτύρησαν ενώπιον του Καϊάφα, έγινε θέμα κοινής συζήτησης (σ). Παρόλο που οι ίδιοι οι δικαστές του είχαν διαπιστώσει το αβάσιμο της κατηγορίας, παρόλ’ αυτά διέδωσαν αυτήν μεταξύ του λαού για να διεγείρουν σε αυτόν μίσος και αποστροφή εναντίον του. Πράγματι, η ιδέα, ότι ο Κύριος θα γκρέμιζε το ναό, τον οποίο οι Ιουδαίοι τόσο τιμούσαν και για τη μεγαλοπρέπεια του οποίου τόσο καυχιόντουσαν, ήταν ικανή να εξάψει το εναντίον του μίσος τους.
Είναι σαν να έλεγαν σε αυτόν· Εσύ, που θα κατέστρεφες το μέγα αυτό και στερεό οικοδόμημα, το ιερό αυτό εγκαλλώπισμα του Ισραήλ και σε τρεις μέρες θα το έχτιζες πάλι, δείξε τώρα τη δύναμή σου, κάνοντας να εκμηδενιστούν τα καρφιά, τα οποία σε κρατούν καρφωμένο στο σταυρό, να επουλωθούν οι πάνω σου πληγές τους και να συντριβεί ο σταυρός σου, αφού καθένας, που έχει δύναμη, δείχνει αυτήν ολόκληρη προκειμένου να σώσει τον εαυτό του.
Έτσι ο σταυρός του Κυρίου έγινε στους Ιουδαίους σκάνδαλο, διότι έβλεπαν σε αυτόν σαν σε κάτι ασυμβίβαστο με την ακαταγώνιστη δύναμη του Μεσσία τους. Αλλά ο Κύριος εάν «σταυρώθηκε από ασθένεια» (Β΄ Κορ. ιγ 4), όπως φαινόταν στους Ιουδαίους, στην πραγματικότητα είναι «Θεού δύναμις».
Μαρκ. 15,30 σῶσον σεαυτὸν καὶ κατάβα(1) ἀπὸ τοῦ σταυροῦ.
Μαρκ. 15,30 Σώσε λοιπόν τον εαυτόν σου και κατέβα από τον σταυρόν”.
(1) Αρκετοί μεγαλογράμματοι γράφουν: σῶσον σεαυτὸν καταβάς… Η μετοχή καταβάς σημαίνει τον τρόπο του σώσε (γ). «Από εδώ επιχειρούσαν να συκοφαντήσουν και τα προηγούμενα θαύματα. Επομένως ούτε οι προφήτες ήταν προφήτες, ούτε οι δίκαιοι δίκαιοι, επειδή δεν τους άρπαζε από τους κινδύνους ο Θεός» (β).
Μαρκ. 15,31 ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐμπαίζοντες πρὸς ἀλλήλους(1) μετὰ τῶν γραμματέων ἔλεγον· ἄλλους ἔσωσεν, ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι(2).
Μαρκ. 15,31 Παρομοίως δε και οι αρχιερείς εμπαίζοντες μεταξύ τους μαζί με τους γραμματείς έλεγαν• “άλλους έσωσε, τον εαυτόν του όμως δεν ημπορεί να σώση’’.
(1) Δεν αναμιγνύονταν αυτοί με το πλήθος, αλλά μεταξύ τους συζητούσαν και από στόμα σε στόμα μετέδιδαν μεταξύ τους, τους χλευασμούς τους (σ). Θεωρούσαν εξευτελιστικό για αυτούς να αναμιχθούν με το πλήθος. Αλλά εξευτέλιζαν τους εαυτούς τους ως δικαστές αποφασίζοντας το θάνατο του Ιησού, αφού δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα εναντίον του προσωπικά συναισθήματά τους και με τη χαιρεκακία τους αυτή γινόντουσαν ολοφάνεροι ότι είχαν κρίνει όχι απροκατάληπτα και απροσωπόληπτα.
(2) «Όμοια και οι αρχιερείς έλεγαν· αυτός που έσωσε άλλους, δεν σώζει τον εαυτό του; Και το έλεγαν αυτό ειρωνευόμενοι τα θαύματά του και χλευάζοντάς τα ότι έγιναν τάχα κατά φαντασία» (Θφ). Έπαιρναν ως δεδομένο, ότι δεν μπορεί να σώσει τον εαυτό του, επειδή αυτοβούλως παρέδιδε τον εαυτό του σε θάνατο, για να σώσει εμάς.
Μαρκ. 15,32 ὁ Χριστὸς ὁ βασιλεὺς(1) τοῦ Ἰσραὴλ καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ(2), ἵνα ἴδωμεν καὶ πιστεύσωμεν αὐτῷ(3). καὶ οἱ συνεσταυρωμένοι αὐτῷ ὠνείδιζον αὐτόν(4).
Μαρκ. 15,32 Ο Χριστός, ο βασιλεύς του Ισραήλ, ας κατεβή τώρα από τον σταυρόν, δια να ίδωμεν και ημείς το θαύμα και να πιστεύσωμεν εις αυτόν”. Και οι δύο κακούργοι, που ήσαν σταυρωμένοι μαζή με αυτόν, τον ύβριζαν.
(1) Η λέξη Χριστός αναφέρεται στην ενώπιον του Καϊάφα διαδικασία, η λέξη βασιλιάς στην ενώπιον του Πιλάτου (b).
(2) «Ο διάβολος τούς παρακινούσε να λένε το «Ας κατέβει από το σταυρό». Επειδή δηλαδή γνώριζε ο αρχέκακος, ότι η σωτηρία από το σταυρό γίνεται, πάλι πείραζε τον Κύριο, για να κατεβεί από το σταυρό… και έτσι να καταργηθεί η σωτηρία η μέσω του σταυρού. Αλλά εκείνος και Υιός Θεού ήταν αληθινά, και για αυτό μάλλον δεν κατέβηκε. Γιατί αν επρόκειτο να κατέβει, δεν θα έκανε την αρχή να ανέβει» (Θφ).
Ίσως μερικοί θα δέχονταν τον Χριστό βασιλιά του Ισραήλ, εάν κατέβαινε από το σταυρό και αν γινόταν σε αυτούς δυνατόν να γίνουν μέτοχοι της βασιλείας του, χωρίς τις δοκιμασίες και τις θλίψεις, με τις οποίες «πρέπει να μπούμε» σε αυτήν. Αλλά αποτελεί όρο απαραίτητο και αδιάσειστο: Χωρίς σταυρό ούτε Χριστός ούτε βασιλικό στέμμα υπάρχει. Εκείνοι οι οποίοι θα ήθελαν να βασιλεύσουν μαζί με το Χριστό, πρέπει να πάθουν μαζί με αυτόν, διότι ο Χριστός και ο σταυρός του είναι μαζί καρφωμένα και αδιαχώριστα στον κόσμο αυτόν.
(3) Η έννοια της όλης πρότασης: Σταυρωμένος Μεσσίας, αλήθεια! Ας μην ακούμε πλέον για αυτόν. Εάν είναι πράγματι ο βασιλιάς Μεσσίας, ας κάνει χρήση της μεσσιακής του δύναμης και ας ελευθερώσει τον εαυτό του από την οικτρή και γελοία θέση του κατεβαίνοντας από το σταυρό. Ζητά να τον πιστέψουμε. Υπάρχει εύκολο μέσο να μας κάνει να πιστέψουμε. Ας κατεβεί από το σταυρό (γ).
Όταν σε παλαιότερο κάπως χρόνο ζητούσαν σημείο (=σημάδι, θαύμα) από τον ουρανό, τους είπε, ότι το σημείο το οποίο θα τους έδινε, δεν θα ήταν το να κατεβεί από το σταυρό, αλλά το να αναστηθεί από τον τάφο, όπου θα τοποθετούνταν νεκρός. Κι αυτό θα αποδείκνυε πολύ περισσότερο τη δύναμή του, από όσο εάν κατέβαινε τώρα από το σταυρό. Εάν κατέβαινε από το σταυρό, θα μπορούσαν να πουν, ότι οι σταυρωτές δεν τον είχαν σταυρώσει καλά ή τους ξεγέλασαν προσποιούμενοι ότι τον σταύρωσαν.
Αλλά η ανάστασή του θα ήταν σημείο μοναδικό, καταπληκτικό και που επιβεβαιώνει τη δύναμή του όσο κανένα άλλο. Παρόλ’ αυτά και για αυτήν είπαν, ότι οι μαθητές έκλεψαν το σώμα του Ιησού. Το να θέτουμε εμείς όρους για να πιστέψουμε και να μην συμμορφωνόμαστε με τα μέσα, τα οποία ο Θεός παρέχει για στηριγμό μας στην πίστη, δεν αποτελεί μόνο αξίωση βλάσφημη να υποτάξουμε το Θεό στην ιδιοτροπία μας και τον εγωισμό μας, αλλά και ανόητη υπεκφυγή της πεισματικής απιστίας μας.
(4) Ως προς το ληστή που μετανόησε: «Ένας όμως από τους ευαγγελιστές λέει, ότι και οι δύο ληστές λοιδορούσαν τον Ιησού. Και αυτό λοιπόν είναι αληθές, το οποίο και κατεξοχήν αυξάνει την ευγνωμοσύνη αυτού του ληστή. Διότι ήταν λογικό μεν να λοιδορήσει αυτός στην αρχή, με τη μία όμως έδειξε τόσο μεγάλη τη μεταβολή» (Χ).
Η συμπεριφορά όμως του άλλου αποδεικνύει, ότι και όταν πλησιάζει ο θάνατος, οι μεγαλύτερες τιμωρίες του σώματος για τα κακά που διαπράξαμε και οι πιο ταπεινωτικές παιδεύσεις της θείας Πρόνοιας, δεν κάμπτουν τη διαφθορά της ψυχής ούτε περιορίζουν την κακία της.
Μαρκ. 15,33 Γενομένης δὲ ὥρας ἕκτης σκότος ἐγένετο(1) ἐφ᾿ ὅλην τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης(2)·
Μαρκ. 15,33 Όταν δε η ώρα έγινε εξ από την ανατολήν του ηλίου, δηλαδή δώδεκα μεσημέρι, απλώθηκε σκοτάδι εις όλην την γην έως τας τρεις το απόγευμα.
(1) «Μέρα μεσημέρι, για να μάθουν όλοι οι κάτοικοι της γης» (β). «Και αν μεν ήταν καιρός έκλειψης, θα μπορούσε κάποιος να λέει, ότι ήταν φυσικό το σκοτάδι· τώρα όμως η σελήνη ήταν στην δέκατη τέταρτη ημέρα, όταν ήταν αδύνατον να γίνει έκλειψη φυσική» (Θφ). Το σκοτάδι αυτό δεν οφειλόταν σε φυσική έκλειψη του ηλίου, αφού ήταν πανσέληνος, αλλά όπως ο σεισμός και το σχίσιμο του καταπετάσματος του ναού, ήταν υπερφυσική εκδήλωση συμπάθειας της φύσης για αυτά που συνέβαιναν στην πνευματική σφαίρα. Όλοι οι συνοπτικοί ευαγγελιστές αναφέρουν το σκοτάδι (γ).
«Όταν έγινε λοιπόν έκτη ώρα, συνέβη το σημείο από τον ουρανό που ζητούσαν από τον Ιησού, το οποίο και υποσχέθηκε ότι θα δώσει, λέγοντας· γενιά πονηρή και μοιχαλίδα σημάδι ζητά, και σημάδι δεν θα δοθεί σε αυτήν παρά μόνο το σημάδι του Ιωνά, και όταν υψώσετε τον υιό του ανθρώπου τότε θα γνωρίσετε ότι εγώ είμαι. Διότι ήταν πολύ πιο θαυμαστό να γίνουν αυτά ενώ ήταν καρφωμένος στο σταυρό παρά όταν βάδιζε στη γη. Και αυτό ακριβώς που ουδέποτε προηγουμένως συνέβη (=το σκοτάδι) παρά μόνο στην Αίγυπτο, όταν τελούνταν το Πάσχα. Διότι και εκείνα ήταν τύπος αυτών εδώ» (β). Έκτακτο φως έχυσε ολόγυρα τη λάμψη του, όταν ο Χριστός γεννιόταν (Λουκ. β 9) και αστέρι φωτεινό ανήγγειλε το γεγονός αυτό (Ματθ. β 2).
Πρέπον λοιπόν ήταν και τώρα σκοτάδι έκτακτο να αναγγείλει το θάνατο αυτού, ο οποίος είναι το φως του κόσμου. Το έγκλημα, που αποτολμήθηκε εναντίον του Κυρίου προκαλεί τη φρίκη του ουρανού και το στεναγμό της γης και δημιουργεί αταξία και σε αυτόν τον φυσικό κόσμο. Τέτοια κακία ουδέποτε έως τώρα είδε ο ήλιος και απέκρυψε για αυτό τις ακτίνες του. Και με το καταπληκτικό αυτό σκοτάδι ζήτησε ο Κύριος της φύσης να φράξει τα στόματα των βλάσφημων, οι οποίοι εξευτέλιζαν το Χριστό και τώρα ακόμη που κρεμιόταν στο σταυρό.
Και φαίνεται, ότι προς στιγμήν τέτοιος φόβος έπεσε πάνω τους, ώστε, παρόλο που οι καρδιές τους παρέμεναν αμετάβλητες, παρέμειναν σιωπηλοί και στέκονταν αμφιβάλλοντας για το τι το σκοτάδι αυτό να σήμαινε. Έως ότου μετά από τρεις ώρες που διαλύθηκε το σκοτάδι, σκλήρυναν και αυτοί τις καρδιές τους, όπως άλλοτε ο Φαραώ, όταν η παρόμοια πληγή, που έπληξε την Αίγυπτο πέρασε.
Αλλά ο Χριστός, παλεύοντας ήδη με τις αρχές του σκότους (τον διάβολο, τους δαίμονες), διεξάγει τον αγώνα του στο ίδιο το πεδίο τους, κάνοντας έτσι τη νίκη του ακόμη περισσότερο φανερή. Κατά τη διάρκεια του σκοτεινού αυτού τρίωρου δεν τον ακούμε να λέει τίποτα. Με σιωπηλή περισυλλογή αγωνίζεται προς τον άρχοντα του σκότους αυτού του αιώνος, ο οποίος εντός ολίγου «θα διωχτεί έξω» ηττημένος και ντροπιασμένος για πάντα.
(2) Ήταν η ώρα της προσευχής (δες Πράξ. γ 1), όταν τα πασχαλινά θύματα οδηγούνταν για θυσία (σ).
Μαρκ. 15,34 καὶ τῇ ὥρᾳ τῇ ἐνάτῃ ἐβόησεν ὁ Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ(1) λέγων· Ἐλωΐ Ἐλωΐ, λιμᾶ σαβαχθανί(2); ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον, ὁ Θεός μου ὁ Θεός μου(3), εἰς τι(4) με ἐγκατέλιπες(5);
Μαρκ. 15,34 Και κατά την τρίτην ώραν του απογεύματος εφώναξε με μεγάλην φωνήν ο Κυριος• “Ελωΐ, Ελωΐ, λιμά σαβαχθανί”, το οποίον εις την ελληνικήν γλώσσαν ερμηνεύεται “Θεε μου, Θεε μου διατί με εγκατέλιπες;”
(1) Όχι με φωνή αδύναμου ανθρώπου εξαντλημένου. Αυτό ήθελε ο ευαγγελιστής να τονίσει, όπως συμπεραίνεται και από το στίχο 37, κατά τον οποίο πριν εκπνεύσει ο Κύριος έκραξε με φωνή μεγάλη, η οποία θεωρήθηκε από τον κεντυρίωνα ως σημάδι ηρωικού μεγαλείου (σ).
(2) Υπάρχει και η γραφή λαμά σαβαχθανί. Τα λόγια αυτά είναι από το Ψαλμός κα 1. Ελωΐ είναι συριακός τύπος αντί για το εβραϊκό Ηλεί, το σαβαχθανεί είναι χαλδαϊκός τύπος του εβραϊκού αζαμπτανί (γ). Αλλά η παρανόηση των λόγων από τους παριστάμενους Ιουδαίους, που θεώρησαν ότι ο Ιησούς καλούσε τον Ηλία, δίνει την αφορμή να υποθέσουμε, ότι είπε τα λόγια αυτά στην αρχαία εβραϊκή του πρωτοτύπου και ότι στην παράδοση μεταφέρθηκαν στη συροχαλδαϊκή γλώσσα (σ).
Πιθανή η εικασία, αλλά όχι και τελείως απρόσβλητη, όπως θα δούμε. «Φωνάζει ο Κύριος στα εβραϊκά το προφητικό λόγιο, δείχνοντας ότι και μέχρι την τελευταία του πνοή τιμά τα εβραϊκά (πράγματα)» (Θφ).
(3) Μεταφράζει ο Μάρκος τη φράση του Κυρίου για τους αναγνώστες, που αγνοούν την αραμαϊκή.
(4) Γιατί; (b).
(5) «Το «με εγκατέλειψες», να το εννοήσεις αντί για το· τη φύση μου την ανθρώπινη» (Θφ). Είναι κραυγή προσώπου που στερήθηκε για ένα διάστημα τα αισθητά σημεία της κοινωνίας με το Θεό, και που δοκιμάζει νέα άγνωστη σε αυτό και παράδοξη πείρα. Ενώ δηλαδή αυτός μέσα στο σκοτάδι που τον κύκλωνε ήταν προσκολλημένος στο Θεό, πλήρης πίστης και εμπιστοσύνης προς αυτόν με συνείδηση άμεμπτη και σε όλα αγαθή, στερούνταν κατά τις στιγμές εκείνες τη χαρά, την οποία δημιουργεί η κοινωνία με το Θεό. Ό,τι αισθάνεται τώρα ο Ιησούς είναι ανεξερεύνητο για μας. Η ψυχή του βρισκόταν σε τελείως διαφορετική σχέση από τις δικές μας σχέσεις με τον άνθρωπο και την αμαρτία του αφ’ ενός, με το Θεό και τη χάρη του αφ’ ετέρου (σ).
Αναμφίβολα ουδέποτε θλίψη υπήρξε όμοια με τη θλίψη, η οποία απέσπασε το παράπονο αυτό από τα χείλη εκείνου, ο οποίος υπήρξε απολύτως ελεύθερος από την αμαρτία και όμως δοκιμάζει ολόκληρη την πικρία της. Και μέσα στην τόσο σκληρή δοκιμασία του, παραμένει στερεά προσκολλημένος προς τον Πατέρα, τον οποίο επικαλείται με όλη την αφοσίωση της καρδιάς του αποκαλώντας αυτόν όχι απλώς Θεό, αλλά Θεό δικό του. Θεέ ΜΟΥ λέει. Ήταν δούλος του Θεού τη στιγμή εκείνη, εκτελώντας τη βουλή του, ικανοποιώντας τη δικαιοσύνη του, απαρνούμενος εξ’ ολοκλήρου τον εαυτό του, για να αρέσει σε αυτόν, και έχοντας τη συνείδηση, ότι τίποτα δεν έπραξε, το οποίο να αποκλείει από αυτόν το δικαίωμα να αποκαλέσει το Θεό Θεό κατεξοχήν δικό του.
Παρόλ’ αυτά ο Θεός τον έχει εγκαταλείψει. Όχι διότι η ένωση μεταξύ θείας και ανθρώπινης φύσης εξασθένησε κάπως κατά τις στιγμές αυτές. Διότι και τώρα «ο Θεός ήταν μέσα στο Χριστό συμφιλιώνοντας τον κόσμο με τον εαυτό του» (Β΄ Κορ. ε 19) και «μέσω του αιωνίου πνεύματος προσφέρει τον εαυτό του ακηλίδωτο στο Θεό» (Εβρ. θ 14). Ούτε διότι η προς αυτόν αγάπη του Πατέρα μειώθηκε, διότι «για αυτό αγαπά αυτόν ο Πατέρας, επειδή θυσιάζει τη ζωή του για τα πρόβατα» (Ιω. ι 17). Αλλά παρέδωσε αυτόν ο Πατέρας σε χέρια εχθρών και δεν παρουσιάζεται τώρα να ελευθερώσει αυτόν.
Οι δυνάμεις του σκότους έχουν επιπέσει λυσσαλέες εναντίον του και ούτε άγγελος από τον ουρανό εμφανίζεται να τον ενισχύσει, όπως στη Γεθσημανή, ούτε κάποιος φίλος πάνω στη γη παρουσιάζεται να τον παρηγορήσει. Απέσυρε όμως και ο Πατέρας την εσωτερική παρηγοριά, την οποία δοκίμαζε πριν το πάθημα ως υιός αγαπητός, στον οποίο ο Πατέρας ευαρεστήθηκε. Και έφερε σε αυτόν και στην ψυχή του την κατεξοχήν θλιβερή αίσθηση της κατά του ανθρώπου οργής του για την αμαρτία.
Ο Χριστός έγινε αμαρτία για μας, κατάρα για μας. Και για αυτό ο Θεός ο οποίος τον αγαπούσε ως Υιό του, σκυθρώπαζε εναντίον του ως εγγυητή που ανάλαβε την πληρωμή του χρέους του χρεωκοπημένου ανθρώπου. Ο Πατέρας στέκει μακριά από τον πάσχοντα Υιό. Και αυτό αυτή τη στιγμή αισθάνεται ο Ιησούς. Δεν λέει: Γιατί περιφρονούμαι; Γιατί πονώ; Γιατί είμαι καρφωμένος; Αλλά λέει: Γιατί με εγκατέλειψες. Γιατί στερούμαι τη γλυκιά παρηγοριά από την παρουσία σου;
Μαρκ. 15,35 καί τινες τῶν παρεστηκότων ἀκούσαντες ἔλεγον· ἴδε(1) Ἠλίαν φωνεῖ(2).
Μαρκ. 15,35 Και μερικοί από αυτούς που έστεκαν εκεί, όταν ήκουσαν τον λόγον αυτόν, έλεγαν• “κύτταξε, φωνάζει τον Ηλίαν”.
(1) Λέγεται εδώ σαν επιφώνημα, με το οποίο προκαλείται η προσοχή σε αυτό που θα συμβεί (γ).
(2) Είναι δυνατόν ο Κύριος να είπε τα προηγούμενα λόγια στα αραμαϊκά, στη γλώσσα δηλαδή την επιχώρια και καθομιλουμένη και να παρανοήθηκαν από τους παριστάμενους. Ήταν ενδεχόμενο μέσα στο θόρυβο να μην άκουσαν όλα τα λόγια του Κυρίου και μόνο το όνομα να έπεσε ευδιάκριτα στα αυτιά τους. Και το ότι η έλευση του Ηλία συνδυάστηκε από τους προφήτες (Μαλαχ. δ 5) με την ημέρα του Κυρίου θα υποβοήθησε στην παρανόηση αυτή (γ).
Κατά την αντίληψη του λαού ο Ηλίας θα ερχόταν κατά την εποχή του Μεσσία. Επιπλέον κατά την ιουδαϊκή παράδοση ο Ηλίας ήταν ο μόνιμος βοηθός του λαού σε ώρες δοκιμασίας και κινδύνου (σ).
Μαρκ. 15,36 δραμὼν δὲ εἷς καὶ γεμίσας σπόγγον ὄξους περιθείς τε καλάμῳ ἐπότιζεν αὐτὸν(1) λέγων(2)· ἄφετε ἴδωμεν εἰ ἔρχεται Ἠλίας καθελεῖν αὐτόν(3).
Μαρκ. 15,36 Έτρεξε δε ένας, εγέμισε με ξύδι ένα σφουγγάρι και αφού το έβαλε γύρω από ένα καλάμι, τον επότιζε λέγων• “αφήστε, δια να ίδωμεν, εάν θα έλθη ο Ηλίας να τον κατεβάση από τον σταυρόν”.
(1) Αυτή υπήρξε προφανώς πράξη ευσπλαχνίας και το ακόλουθο «αφήστε» υποδηλώνει, ότι σημειώθηκε κάποια αντίδραση σε αυτόν, αλλά αυτός την υποτιθέμενη αυτή πρόσκληση του Ηλία την χρησιμοποίησε ως πρόφαση, για να διευκολυνθεί στην πραγματοποίηση της πρόθεσής του (γ). Φαίνεται, ότι υπέθεσε αυτός, ότι ο Ιησούς εμφάνιζε σημάδια εξάντλησης ή λιποθυμίας (σ).
(2) Σύμφωνα με τον Ματθαίο οι υπόλοιποι έλεγαν «Άφησε· ας δούμε, αν θα έλθει ο Ηλίας να τον σώσει». «Είναι λογικό αυτό να το είπαν και εκείνοι και αυτός» (Ζμ), με κάποια ειρωνεία εκείνοι, ενώ με συμπάθεια αυτός.
(3) Το νόημα των λόγων αυτών μπορεί να αποδοθεί ως εξής: Αφήστε με να του δώσω αυτό και να του παρατείνω τη ζωή και τότε θα μας δοθεί η ευκαιρία να δούμε, εάν θα έλθει ο Ηλίας να τον βοηθήσει (γ).
Μαρκ. 15,37 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀφεὶς φωνὴν μεγάλην(1) ἐξέπνευσε.
Μαρκ. 15,37 Ο δε Ιησούς αφού αφήκε φωνήν μεγάλην εξέπνευσε.
(1) «Αφού έκραξε ο Ιησούς με μεγάλη φωνή εξέπνευσε, σαν να προσκαλούσε το θάνατο ως δεσπότης και σαν κάποιος που πεθαίνει με την εξουσία του» (Θφ).
Ήταν η φωνή αυτή σημάδι, ότι, παρά τους πόνους του και τους κόπους του, η ζωή του ήταν ολόκληρη σε αυτόν και η ανθρώπινη φύση του παρέμενε ισχυρή. Σε αυτούς που πεθαίνουν το πρώτο που εξασθενεί είναι η φωνή. Με πνοή που χάνεται και γλώσσα που τραυλίζει μόλις κάποιες λέξεις με πολλή βία βγαίνουν από το στόμα τους, που ακόμη πιο δύσκολα ακούγονται. Αλλά ο Χριστός, πριν ακόμη εκπνεύσει, μίλησε σαν άνθρωπος με πλήρεις δυνάμεις και έδειξε έτσι ότι «τη ζωή του κανείς δεν την παίρνει από αυτόν» αλλά «αυτός από μόνος του τη θυσιάζει», ως πράξη και ενέργεια που εξαρτάται εξ’ ολοκλήρου από τη θέλησή του και συντελείται από αυτήν.
Το έργο του συντελέστηκε. Η νίκη του είναι πλήρης. Και σέρνει θριαμβευτικά τις αρχές και τις εξουσίες του σκότους παραδειγματίζοντας και διαπομπεύοντας αυτές συντετριμμένες και ντροπιασμένες. Η φωνή του μοιάζει με τη φωνή της σάλπιγγας, η οποία ηχούσε πάνω από τις θυσίες. Είναι φωνή μεγάλη, θριαμβευτική, η οποία δήλωνε, ότι ο θάνατός του θα διακηρυσσόταν σε ολόκληρο τον κόσμο και ολόκληρη η ανθρωπότητα θα επωφελούνταν από αυτόν, αντλώντας από αυτόν την σωτηρία της και την αιώνια κατά του κακού νίκη της.
Μαρκ. 15,38 Καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη(1) εἰς δύο ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω.
Μαρκ. 15,38 Και αμέσως το καταπέτασμα του ναού, που εχώριζε τα άγια από τα αγία των αγίων, εσχίσθη εις τα δύο από επάνω έως κάτω.
(1) Το σχίσιμο του καταπετάσματος στο Μάρκο συμβολίζει βεβαίως το αποτέλεσμα του θανάτου του Χριστού. Αλλά με ποια έννοια; (σ). Η πιο πιθανή: «Σχίστηκε το καταπέτασμα και με αυτό δήλωνε ο Θεός, ότι η χάρη του Πνεύματος έφυγε από το ναό και ότι τα άγια των αγίων θα γίνουν σε όλους θεατά και προσβάσιμα· το οποίο και έγινε, όταν μπήκαν οι Ρωμαίοι· δηλώνει επίσης και ότι πενθεί και ο ναός» (Θφ).
«Το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε στη μέση ολόκληρο και καταργήθηκε από αυτόν ως προς τη δύναμή της η ευάρεστη στο Θεό θυσία και σπονδή που γινόταν κατά τη διάταξη του νόμου, και όταν αυτή η θυσία σταμάτησε, ακολούθησε στον τόπο αυτόν το βδέλυγμα της ερήμωσης» (Ε).
Τον είχαν κατηγορήσει ότι θα κατέστρεφε το ναό, παίρνοντας τα λόγια του κατά γράμμα και διαστρέφοντας την έννοιά τους. Ήδη με το δείγμα αυτό της δύναμής του, ας μάθουν, ότι αν ήθελε, θα μπορούσε και το ναό ολόκληρο να γκρεμίσει σε ερείπια (Henry). Το σημείο αυτό υπαινίσσεται την προσεχή καταστροφή του ναού και της λατρείας του όπως προφητεύτηκε από τον Κύριο στο Μάρκ. ιγ 2. Αρκετά παραδόξως βρίσκεται και ένα χωρίο στο Βαβυλωνιακό Ταλμούδ (Joma 39 b), το οποίο περιέχει την ιδέα, ότι η καταστροφή του ναού προεικονίστηκε κατά τρόπο σκιώδη κατά τον χρόνο αυτόν, στον οποίο συνέπεσε η σταύρωση του Κυρίου: «Σαράντα χρόνια πριν την καταστροφή του ναού οι πύλες του άνοιξαν από μόνες τους, έως ότου ο ραββίνος Ιωχανάν μπεν Ζακχαί μάλωσε αυτές λέγοντας· Ω ναέ, ναέ· γιατί ταράζεσαι; Γνωρίζω, ότι το τέλος σου είναι κοντά» (σ).
Άλλη εκδοχή αρκετά σοβαρή: Ο ναός ήταν ο τόπος, όπου ο Θεός φανέρωνε τον εαυτό του και όπου μόνος ο αρχιερέας μπορούσε να μπει μία φορά το χρόνο. Το σχίσιμο του καταπετάσματος λοιπόν σημαίνει την άρση του χωρισμού μεταξύ του Θεού και του λαού του και την προσέλευση και παρουσίαση του νέου Ισραήλ στην παρουσία του (γ).
«Έτσι ώστε λοιπόν, εμείς που πορευόμαστε στα χνάρια του Χριστού, να τρέχουμε λοιπόν στην ενδότερη σκηνή χωρίς τίποτα να μας εμποδίζει» (β).
Εγκαινιαζόταν ήδη και διανοιγόταν νέα ζωντανή οδός προς τον Θεό. Το καταπέτασμα χώριζε και εμπόδιζε το λαό, να πλησιάσει στα άγια των αγίων, όπου η δόξα του Θεού έκανε αισθητή την παρουσία της. Αλλά το σχίσιμο του καταπετάσματος σήμαινε, ότι ο Χριστός με το θάνατό του, άνοιξε είσοδο προς το Θεό. Είσοδο για τον εαυτό του. Η ημέρα αυτή ήταν η μεγάλη ημέρα του εξιλασμού, κατά την οποία ο Κύριός μας ως ο μέγας αρχιερέας μπήκε στα αληθινά άγια, τον ουρανό, «βρίσκοντας αιώνια λύτρωση όχι με αίμα ταύρων και τράγων, αλλά με το δικό του αίμα» (Εβρ. θ 12).
Ανοίξτε τις πύλες οι άρχοντές σας και σηκωθείτε πύλες αιώνιες, διότι ο ιερέας και βασιλιάς της δόξας θα μπει. Αν και μετά από σαράντα μέρες πρόκειται ένδοξα να μπει, όμως το δικαίωμα του να μπει αποκτήθηκε τώρα αναφαίρετα. Άνοιξε είσοδο για μας. Διότι ήδη «έχουμε θάρρος ότι θα μπούμε στα Άγια με το αίμα του Ιησού και την είσοδο αυτή εγκαινίασε για μας ο Χριστός και άνοιξε αυτήν ως δρόμο νέο που οδηγεί στην αιώνια ζωή και μπήκε αυτός δια μέσου του καταπετάσματος, δηλαδή με τη σάρκα του» (Εβρ. ι 19). Πέθανε, για να μας φέρει στο Θεό και για να σχίσει το καταπέτασμα εκείνο της ενοχής και της οργής, το οποίο παρεμβαλλόταν ανάμεσα σε μας και στο Θεό· για να απομακρύνει τα χερουβείμ και την πύρινη ρομφαία και να ανοίξει σε μας το δρόμο προς το δέντρο της ζωής. Έχουμε ελεύθερη την είσοδο μέσω του Χριστού στο θρόνο της χάρης τώρα και στο θρόνο της δόξας ύστερα.
Μαρκ. 15,39 Ἰδὼν δὲ ὁ κεντυρίων(1) ὁ παρεστηκὼς ἐξ ἐναντίας αὐτοῦ ὅτι οὕτω κράξας(2) ἐξέπνευσεν, εἶπεν· ἀληθῶς ὁ ἄνθρωπος οὗτος υἱὸς ἦν Θεοῦ(3).
Μαρκ. 15,39 Όταν δε ο εκατόνταρχος, που εστέκετο απέναντί του, είδεν ότι ο Ιησούς, αφού έκραξε με ισχυράν φωνήν παρέδωσε το πνεύμα του, είπε• “αλήθεια• ο άνθρωπος ούτος ήτο Υιός Θεού”.
(1) Από λατινική λέξη. «Δηλαδή ο εκατόνταρχος. Διότι κέντουμ λένε οι Ρωμαίοι το εκατό» (Θφ).
(2) Δύο εκδοχές υπάρχουν. Η σοβαρότερη· «ο κεντυρίων πίστεψε, ότι πέθανε με εξουσία. Διότι άφησε μεγάλη φωνή, δηλαδή λαμπρή και η οποία δεν είχε κανένα σημάδι θανάτου» (β). Ο τρόπος αυτός της εκπνεύσεως του Ιησού προκάλεσε βαθύτατη εντύπωση στον εκατόνταρχο. Ο Ιησούς με τη φωνή αυτή εκδήλωσε θαυμαστή δύναμη ενέργειας και στις τελευταίες του στιγμές σε αντίθεση με την κωματώδη κατάσταση, στην οποία κατά κανόνα κατέληγαν οι σταυρούμενοι. Ο τρόπος αυτός, με τον οποίο ο Ιησούς πέθαινε ήταν εξ’ ολοκλήρου ξένος με την πείρα του στρατιώτου αυτού, ο οποίος είχε παραστεί σε τόσες θανατικές εκτελέσεις (σ).
Ή, σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο εκατόνταρχος συνδύασε τα σημάδια (σκοτάδι, σεισμός κλπ.) με την κραυγή, με την οποία ονόμαζε πατέρα του το Θεό και συμπέρανε, ότι αυτός για τον οποίο έγιναν τέτοια σημεία, βεβαίως και αληθινά ήταν υιός του Θεού· το ούτω κράξας λοιπόν δεν αναφέρεται στην ισχύ ή τον τρόπο της φωνής, αλλά ισοδυναμεί με το «έτσι φώναξε», δηλαδή αφού είπε τέτοια (δ).
(3) Υιός Θεού, όπως αντιλαμβάνονταν αυτό οι εθνικοί πολυθεϊστές.= Ήρωας (γ). Είναι αξιοσημείωτο, ότι ο σκληρός και τραχύς στρατιώτης της Ρώμης κάμφθηκε. Κάτω από την άγρια όψη, υπήρχε καρδιά, η οποία δεν είχε τελείως διαφθαρεί. Δεν υπάρχει ψυχή, οσοδήποτε ατρόμητη μπροστά στα αίματα και ασυγκίνητη μπροστά στα σκληρά θεάματα, την οποία να μην μπορεί ο Χριστός να κάμψει και να ταπεινώσει, αρκεί αυτή να μην είναι εξ’ ολοκλήρου πωρωμένη.
Ο κεντυρίων πριν από λίγο συγκαταλεγόταν μεταξύ των διωκτών του Χριστού και επέβλεπε στο να φτάσει στο τέρμα το σκληρό πάθημά του. Πόσο γρήγορα μπορεί ο Θεός, με τη δύναμη την οποία ασκεί πάνω στις συνειδήσεις, να μεταβάλλει τις γλώσσες των ανθρώπων και να προκαλεί ομολογίες της αλήθειας από τα στόματα εκείνων, οι οποίοι έπνεαν απειλές και σφαγή και βλασφημίες.
Οι αρχιερείς παρόλ’ αυτά μένουν ασυγκίνητοι, όταν ο Ρωμαίος εθνικός αρχίζει να ανοίγει τα μάτια του και να βλέπει. Θλιβερό προμήνυμα της τύφλωσης, η οποία θα ερχόταν στον Ισραήλ, την ώρα που το ευαγγέλιο θα παρείχε άπλετο το φωτισμό του στα έθνη.
Μαρκ. 15,40 Ἦσαν δὲ καὶ γυναῖκες ἀπὸ μακρόθεν θεωροῦσαι(1), ἐν αἷς ἦν καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου τοῦ μικροῦ(2) καὶ Ἰωσῆ μήτηρ, καὶ Σαλώμη(3),
Μαρκ. 15,40 Ήσαν δε και μερικαί γυναίκες, που από μακρυά παρακολουθούσαν τα γεγονότα, μεταξύ των οποίων ήτο και η Μαρία η Μαγδαληνή, και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου του μικρού και του Ιωσή, και η Σαλώμη.
(1) Από μακριά παρατηρούσαν χύνοντας άφθονα δάκρυα και έχοντας φοβερά τραυματισμένες τις καρδιές. Θα πλησίαζαν, αλλά οι εκτελεστές και οι εχθροί του Ιησού απομάκρυναν αυτές. Παρά ταύτα μένουν εκεί και δεν διασκορπίζονται, όπως οι μαθητές. Και οι από το ασθενέστερο φύλο συχνά με τη χάρη του Θεού γίνονται ισχυρές στην πίστη, έτσι ώστε η δύναμη του Χριστού να αποδεικνύεται τέλεια μέσα στην ασθένεια. Υπήρξαν πολλές γυναίκες μάρτυρες, περίφημες για το θάρρος και την απόφασή τους υπέρ της δόξας του Χριστού.
(2) Κυρίως χρησιμοποιείται για το ανάστημα (σ). Ονομάζεται μικρός ο Ιάκωβος πιθανότατα για διάκριση από τους άλλους τους πιο επίσημους που είχαν το ίδιο όνομα. Αλλά εάν το επίθετο αυτό χαρακτηρίζει αυτόν ως μικρότερο κατά το ανάστημα ή την ηλικία ή ως λιγότερο σπουδαίο και επίσημο, δεν έχουμε δεδομένα για να βεβαιωθούμε (γ).
(3) «Ενώ ήταν πολλές και άλλες γυναίκες, κατ’ εξοχήν αυτές ονομάστηκαν, αυτές που περισσότερο παρατηρούσαν και διακονούσαν και πιο πολύ τον ακολουθούσαν» (β). Αξιώθηκαν αυτές ιδιαίτερης μνείας, διότι και ιδιαιτέρως αγάπησαν το Χριστό και περισσότερο από τις άλλες αφοσιώθηκαν σε αυτόν. Ο Θεός τιμά και θα τιμά εκείνους οι οποίοι τιμούν το Χριστό.
Μαρκ. 15,41 αἳ καὶ ὅτε ἦν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ(1) ἠκολούθουν αὐτῷ καὶ διηκόνουν(2) αὐτῷ, καὶ ἄλλαι πολλαὶ(3) αἱ συναναβᾶσαι αὐτῷ εἰς Ἱεροσόλυμα.
Μαρκ. 15,41 Αυταί και όταν ευρίσκετο ο Ιησούς εις την Γαλιλαίαν τον ακολουθούσαν και τον υπηρετούσαν. Ήσαν ακόμη και πολλαί άλλαι, αι οποίαι είχαν ανεβή μαζί με αυτόν από την Γαλιλαίαν εις τα Ιεροσόλυμα.
(1) Στη Γαλιλαία πέρασε το περισσότερο της ζωής του και της δημόσιας δράσης του. Και ερχόταν στα Ιεροσόλυμα κατά τις εποχές των γιορτών (b). Οι τρεις γυναίκες που αναφέρθηκαν αποτελούσαν τον γύρω από τον Ιησού στενότερο κύκλο των μαθητριών, οι οποίες τον ακολουθούσαν και τον υπηρετούσαν στις ανάγκες του (γ).
(2) «Η διακονία των γυναικών… (περιλάμβανε) και τις χρηματικές δαπάνες» (β). Υπάρχει ευρύ πεδίο, στο οποίο και οι γυναίκες μπορούν να διακονήσουν το Χριστό. Εάν εμποδίζονται να τον υπηρετούν κοντά στο θυσιαστήριο, τίποτα δεν τις εμποδίζει να γίνουν διάκονοί του στην υπηρεσία της αγάπης και της ομολογίας του ονόματός του.
Για κανέναν άλλον δεν γράφεται στα ευαγγέλια, ότι διακόνησε τον Κύριο, ο οποίος ήλθε να διακονήσει και όχι να διακονηθεί. Και οι πρώτες, οι οποίες αξιώθηκαν να ονομαστούν διάκονοι του Κυρίου, υπήρξαν οι γυναίκες αυτές. Θα ήθελαν και κατά τις σκληρές αυτές στιγμές να είναι κοντά του και να τον διακονήσουν σε ό,τι θα μπορούσαν. Αλλά όταν ο Χριστός έπασχε οι άριστοι των φίλων του υποχρεώθηκαν να είναι θλιβεροί θεατές του παθήματός του. Και αυτές οι ουράνιες δυνάμεις στέκονταν αόρατα δίπλα στο Σταυρό με φόβο και τρόμο παρακολουθώντας το μυστήριο της απολύτρωσής μας.
(3) Εκτός από τις τρεις γυναίκες υπήρξε και άλλος όμιλος γυναικών πιο πολυάριθμος, ο οποίος είχε ακολουθήσει τον Ιησού κατά το τελευταίο ταξίδι από τη Γαλιλαία στα Ιεροσόλυμα (σ).
Η ταφή του Λυτρωτή
Μαρκ. 15,42 Καὶ ἤδη ὀψίας γενομένης, ἐπεὶ ἦν Παρασκευή(1), ὅ ἐστι προσάββατον(2),
Μαρκ. 15,42 Και αργά πλέον το απόγευμα, επειδή ήτο Παρασκευή, παραμονή του Σαββάτου, πριν δύση ο ήλιος και αρχίση η αργία του Σαββάτου,
(1) Η φράση παρέχει το λόγο, για τον οποίο ο Ιωσήφ προέβη στο διάβημά του κατά την ώρα εκείνη. Η αποκαθήλωση και ταφή του σώματος ήταν παράνομη κατά την ημέρα του Σαββάτου (γ). Η λέξη παρασκευή έγινε τεχνικός όρος για δήλωση της έκτης ημέρας της εβδομάδας. Σημαίνει προπαρασκευή και προετοιμασία για την ακόλουθη ημέρα του Σαββάτου. Η προετοιμασία αυτή για το Σάββατο άρχιζε ιδιαίτερα από την τρίτη μεταμεσημβρινή της έκτης ημέρας και παρατεινόταν μέχρι τη δύση, οπότε και άρχιζε η ημέρα του σαββάτου. Δες Ιωσήπου Αρχαιολ. XVI 6,2 (σ).
(2) Αφού είπε παρασκευή την ημέρα χάριν των εθνικών (αναγνωστών), εξηγεί αυτήν με τη λέξη προσάββατο, όπως και ονομαζόταν πράγματι στους Αλεξανδρινούς η παρασκευή. Δες Ιουδίθ η 6 (δ). «Προσάββατο λοιπόν λέγεται η Παρασκευή επειδή είναι τοποθετημένη στη σειρά αμέσως πριν το Σάββατο» (Ζ).
«Ούτε αυτό ισχυριζόμαστε ότι έγινε χωρίς λόγο (τυχαία)· δηλαδή, το να υποστεί ο Κύριος το θάνατο την έκτη ημέρα. Διότι έπρεπε αυτός που έπλασε τον άνθρωπο την έκτη ημέρα, την έκτη επίσης να υποστεί τον για χάρη του θάνατο, για να τον λυτρώσει από τη φθορά του θανάτου» (β).
Μαρκ. 15,43 ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ(1) ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων(2) βουλευτής(3), ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ(4), τολμήσας(5) εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα(6) τοῦ Ἰησοῦ.
Μαρκ. 15,43 ήλθεν ο Ιωσήφ, που κατήγετο από την πόλιν Αριμαθαίαν, διακεκριμένος και ευϋπόληπτος βουλευτής, ο οποίος είχε πιστεύσει στον Χριστόν και επερίμενε την βασιλείαν του Θεού. Αυτός ετόλμησε και παρουσιάσθηκε με θάρρος στον Πιλάτον και εζήτησε το σώμα του Ιησού.
(1) Το άρθρο δηλώνει, ότι το «ο από Αριμαθαίας» είχε γίνει επώνυμο του Ιωσήφ (b).
(2) Έντιμο μέλος του συνεδρίου (γ). Διακεκριμένος λόγω τιμής και αξιώματος (b). Το ευσχήμων σημαίνει τον καλό στο σχήμα, στους εξωτερικούς τρόπους, τον καλής ανατροφής, τον αγαθό και κόσμιο και επομένως αυτόν που ανήκει στην όντως καλή τάξη της κοινωνίας (δ).
Ο ένδοξος κατά την τιμή, το κύρος και τα πλούτη, ο ευγενής (g). Πολλοί από τους μαθητές του Χριστού ήταν πτωχοί, και ως τέτοιοι ήταν κατεξοχήν κατάλληλοι, για να κηρύττουν το ευαγγέλιό του περιοδεύοντας. Αλλά εδώ παρουσιάζεται μαθητής πλούσιος, έτοιμος να αναλάβει υπηρεσία για τον Ιησού, την οποία άνθρωπος καλής κατάστασης και πλούτου και επιρροής ενδεικνυόταν να φέρει σε πέρας.
Κοσμικά πλούτη και αξιώματα περιφανή, αν και σε πολλούς γίνονται εμπόδια στο δρόμο προς τη βασιλεία των ουρανών, γίνονται στους αγαθούς σπουδαία πλεονεκτήματα και ευκαιρίες για κάποιες διακονίες, στις οποίες άλλοι δεν θα ήταν δυνατόν τόσο αποτελεσματικά να χρησιμοποιηθούν. Εάν μαζί με τον πλούτο ή το αξίωμα συνυπάρχει και καρδιά αγνή και αφοσιωμένη, πρόθυμη να διαθέσει τα πάντα για δόξα του Θεού, ο πλούτος ή το αξίωμα γίνονται αληθινή ευλογία Θεού.
Εδώ ο Ιωσήφ χαρακτηρίζεται ευσχήμων βουλευτής, τιμώντας και την καταγωγή και τον πλούτο και το αξίωμά του και δίκαια θεωρείται από τον ευαγγελιστή αξιότιμος για τα προσόντα του αυτά, διότι εκείνοι είναι οι αληθινά σεβαστοί και αξιότιμοι, οι οποίοι μη παραπλανώμενοι από τη ματαιότητα του πλούτου ή της δόξας, μένουν πιστοί στο καθήκον.
(3) Μέλος του συνεδρίου στα Ιεροσόλυμα (b).
(4) Δεν ήταν φανερός ακόλουθος του Ιησού, αλλά ανέμενε τη βασιλεία του Θεού και επιθυμούσε να αποδώσει τιμή στον Ιησού, ο οποίος χάριν της βασιλείας αυτής υπέστη το πάθημα (γ). Ανήκε στην τάξη των αφοσιωμένων Ιουδαίων, όπως ο Συμεών (Λουκ. β 25), από τους οποίους υπήρχαν όχι λίγοι στα Ιεροσόλυμα (Λουκ. β 38) (σ). Ήταν μυστικός οπαδός του, αν και έως τότε φανερά δεν είχε εκδηλωθεί. Ο Χριστός έχει περισσότερους μυστικούς μαθητές και φίλους, από όσο εμείς υπολογίζουμε ή φανταζόμαστε. Όπως στην εποχή του Ηλία «άφησε ο Θεός για τον εαυτό του εφτά χιλιάδες άνδρες», τους οποίους αγνοούσε ο προφήτης, έτσι και σε κάθε γενιά ο Θεός έχει τους δικούς του, σε αρκετό αριθμό που αγνοείται από εμάς.
(5) Αξιέπαινη τόλμη (b). «Διότι δεν υπολόγισε ότι είμαι πλούσιος και θα χάσω τον πλούτο, εάν ζητήσω το σώμα αυτού που καταδικάστηκε για τυραννία, και θα κατηγορηθώ στους Ιουδαίους» (Θφ).
(6) Ήταν έθιμο ρωμαϊκό να αφήνουν των σταυρωμένων τα πτώματα για πολύ να κρεμιούνται, εκτεθειμένα στον ήλιο και τη βροχή και στις επιθέσεις των θηρίων και των σαρκοφάγων πτηνών. Στον φιλανθρωπότερο ιουδαϊκό νόμο οριζόταν ρητά ο κρεμάμενος επί ξύλου να μην παραμένει εκτεθειμένος πάνω στο δέντρο κατά τη νύχτα, αλλά να κατεβάζεται και να θάβεται πριν περάσει η ημέρα (Δευτερ. κα 23) (σ).
Ο Πιλάτος ήταν το αρμόδιο πρόσωπο, από το οποίο ο Ιωσήφ έπρεπε να ζητήσει την παραχώρηση του σώματος. Σε περιπτώσεις, που αναφέρονται στην εξουσία των κοσμικών αρχών, οφείλουμε να δείχνουμε σεβασμό στη εξουσία αυτή και να μην επιχειρούμε να καταργήσουμε αυτήν. Το καλό πρέπει να γίνεται ειρηνικά και όχι με ταραχή.
Μαρκ. 15,44 ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε(1), καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι(2) ἀπέθανε·
Μαρκ. 15,44 Ο δε Πιλάτος ηπόρησε, εάν τόσον γρήγορα πράγματι απέθανε ο Ιησούς. Και αφού επροσκάλεσε τον εκατόνταρχον, τον ηρώτησε, εάν είχε πολλήν ώραν που απέθανε ο Ιησούς.
(1) Συνήθως οι σταυρωμένοι πέθαιναν αργά κα το μαρτύριό τους διαρκούσε από μιάμιση ημέρα μέχρι τρεις ημέρες.
(2) Ο Ευστάθιος απέδειξε, ότι η λέξη αυτή χρησιμοποιείται και για συντομότερο χρονικό διάστημα (b). «Αν πριν από ώρα πέθανε» (Θφ). Θέλησε ο Πιλάτος να πληροφορηθεί εάν είχε παρεμβληθεί αρκετό οπωσδήποτε διάστημα χρόνου, στο οποίο ο Κύριος δεν παρουσίαζε σημεία ζωής, ώστε να είναι βέβαιος ο θάνατός του (γ). Ο Πιλάτος δεν μένει αδιάφορος στο αίτημα του Ιωσήφ. Θέλει να δώσει το σώμα για ταφή, διότι έτσι έπραττε κάτι για καθησύχαση της συνείδησής του, η οποία, όσο και αν είχε σκληρυνθεί, τού μαρτυρούσε ότι ο Ιησούς ήταν αθώος. Η αίτηση του Ιωσήφ, μέλους του ιουδαϊκού συνεδρίου, και το ενδιαφέρον του Πιλάτου, αποτελούν τιμή για τον Ιησού και μαρτυρία για την ακεραιότητά του και την άδικη καταδίκη του.
Μαρκ. 15,45 καὶ γνοὺς(1) ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ(2).
Μαρκ. 15,45 Και όταν επληροφορήθη από τον εκατόνταρχον το γεγονός, εχάρισε στον Ιωσήφ το σώμα.
(1) Αφού βεβαιώθηκε για το ότι ο Ιησούς ήταν πράγματι νεκρός (b). Οι πληροφορίες, τις οποίες έλαβε από τον κεντυρίωνα, ήταν η επίσημη βεβαίωση του θανάτου του Ιησού, που απαιτούνταν πριν ακόμη δοθεί η άδεια για να σηκώσουν το νεκρό (γ). Με ειδική παρέμβαση της θείας Πρόνοιας προβαίνει ο Πιλάτος σε διακρίβωση του θανάτου του Ιησού, ώστε να μην χωρά η παραμικρή αμφιβολία για το ότι ο Κύριος είχε πράγματι πεθάνει και να μην μπορεί ακολούθως να αμφισβητηθεί σοβαρά και η πραγματική ανάστασή του. Έτσι η αλήθεια του Χριστού μερικές φορές επιβεβαιώνεται και από τους ίδιους τους εχθρούς του.
(2) Νέα επέμβαση της θείας Πρόνοιας. Είναι όντως θαυμαστό, πώς οι αρχιερείς δεν έσπευσαν αυτοί να ζητήσουν το σώμα και να βεβηλώσουν αυτό σέρνοντας αυτό στους δρόμους και πετώντας το με χλεύη. Τα απομεινάρια της οργής και του μίσους τους τα δέσμευσε αποτελεσματικά ο Θεός, και το σώμα δόθηκε ως δώρο πολύτιμο στον Ιωσήφ ο οποίος γνώριζε την αξία του. Και οι σκληρές καρδιές των αρχιερέων επηρεάστηκαν από τη θεία Πρόνοια τόσο δραστικά, ώστε δεν αντιτάχτηκαν σε αυτό.
Μαρκ. 15,46 καὶ(1) ἀγοράσας σινδόνα(2) καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι(3) καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ(4), ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας(5), καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου(6).
Μαρκ. 15,46 Και εκείνος, αφού ηγόρασε καινούριο σινδόνι και τον εκατέβασε από τον σταυρόν, ετύλιξε το σώμα στο σινδόνι και έβαλε αυτόν εις μνημείον, που ήτο σκαμμένον εις βράχον• και εκύλισε βαρύν λίθον επάνω εις την θύραν του μνημείου.
(1) Στον ενταφιασμό του Ιησού δεν έχουμε τίποτα από τις πομπές και την λαμπρότητα, με τα οποία συνοδεύονται στον τάφο οι τιμώμενοι από τον κόσμο. Μια κηδεία απλή και τελείως ιδιωτική ήταν αυτή που κατ’ εξοχήν άρμοζε σε Εκείνον, του οποίου η βασιλεία ήλθε χωρίς επίδειξη. Η ανάμνηση παρόλ’ αυτά της ταφής του θα γίνεται εξακολουθητικώς δια μέσου των γενιών με τιμές και ειλικρινείς εκδηλώσεις συμπάθειας και ευλαβικής λατρείας, τέτοιες που κανείς ποτέ δεν έτυχε ούτε θα τύχει.
(2) Αγόρασε σεντόνι καινούργιο, αν και σε τέτοιες περιπτώσεις εάν έφερνε και κάποιο παλαιό και μεταχειρισμένο σεντόνι, δεν θα θεωρούνταν ανεπαρκές. Στην απότιση του σεβασμού μας προς το Χριστό πρέπει να είμαστε γενναιόδωροι και να υπηρετούμε αυτόν με ό,τι καλύτερο μπορούμε να προμηθευτούμε, και όχι με ό,τι προχειρότερο μπορούμε να βρούμε.
(3) «Ο Ιωσήφ λοιπόν αφού πήρε το σώμα, αγόρασε μεν σεντόνι, και αφού κατέβασε αυτόν, τον τύλιξε με το σεντόνι, ενταφιάζοντας το τίμιο με τίμιο τρόπο» (Θφ). Ενείλησεν· από το εν και ειλέω, τυλίσσω=τύλιξε (δ).
(4) Το τίμιο Σώμα τοποθετήθηκε σε μνημείο, για να «ομοιωθεί σε όλα με τους αδελφούς» εκτός από την αμαρτία, «οι οποίοι εξ’ αιτίας του φόβου που είχαν για το θάνατο, σε ολόκληρη τη ζωή τους κρατούνταν από τη δουλεία της ανησυχίας και της αγωνίας μήπως πεθάνουν» (Εβρ. β 16,17). Έτσι ώστε με αυτόν τον τρόπο να αποδιωχτεί ο τρόμος του τάφου, και να γίνει αυτός εύκολος σε εμάς· για να θερμάνει και να κάνει ευώδες το ψυχρό και ενοχλητικό αυτό κρεβάτι για μας· για να διασκορπίσει το σκοτάδι του τάφου και να διαχύσει σε αυτό το ιλαρό της ελπίδας φως.
(5) «Έπρεπε αυτός που δεν ήταν όμοιος με τους υπόλοιπους νεκρούς, αλλά έδειξε ζωτικά σημάδια και στη νεκρότητά του το νερό και το αίμα, και ήταν καινούργιος νεκρός, για να τον ονομάσω έτσι, έπρεπε λοιπόν αυτός να μπει σε καινούργιο και καθαρό μνημείο· έτσι ώστε, όπως ακριβώς η γέννησή του ήταν καθαρότερη από κάθε γέννηση, με το να γεννηθεί όχι από σαρκική μίξη, αλλά από παρθένα, έτσι και η ταφή να έχει την καθαρότητα» (Ω). Κατασκευασμένο με σκάλισμα της πέτρας (δ).
Τέτοιοι τάφοι βρίσκονται αρκετοί νότια, δυτικά και βορειοδυτικά της Ιερουσαλήμ (σ). Και άλλη επέμβαση της θείας Πρόνοιας, η οποία οικονόμησε να ταφεί ο Κύριος σε μνημείο σκαλισμένο σε συμπαγές βράχο, ώστε να μην μένει χώρος στο να μπει κάποιος από πίσω ή υπογείως στον τάφο για κλοπή του σώματος. Στο μνημείο μπορούσε να μπει κάποιος μόνο από την πόρτα, η οποία φρουρούνταν.
(6) Αφού επιτέλεσε αυτά με σιγή και θλίψη ο Ιωσήφ έφυγε. Εξόχως θλιβερή και μελαγχολική η περίπτωση στις κηδείες των χριστιανών φίλων μας, όταν έχουμε αφήσει τα σώματά τους στο σκοτεινό και σιωπηλό τάφο και επιστρέφουμε σπίτι, αφήνοντας αυτούς πίσω μας. Αλίμονο! Δεν είμαστε εμείς που γυρίζουμε σπίτι και αφήνουμε αυτούς πίσω, αλλά αυτοί μεταβαίνουν σε καλύτερο σπίτι και αυτοί αφήνουν εμάς πίσω τους.
Μαρκ. 15,47 ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ(1) ἐθεώρουν(2) ποῦ τίθεται.
Μαρκ. 15,47 Η δε Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η μητέρα του Ιωσή παρακολουθούσαν με προσοχήν, που ετέθη το σώμα του Κυρίου.
(1) Τη Μαρία την ονομάζει απλώς μητέρα Ιωσή και όχι Ιακώβου του μικρού και Ιωσή, όπως παραπάνω (στίχο 40) για συντομία. Το Ιωσής κλίνεται ο Ιωσής, του Ιωσή και του Ιωσήτος (δ). Για αυτό υπάρχει και η γραφή σε μεγαλογράμματο χειρόγραφο «(Μαρία) η Ιωσήτος».
(2) Όχι απλώς έβλεπαν αλλά εθεώρουν (=παρατηρούσαν) = έβλεπαν με σκοπό (γ), για να γνωρίσουν, πού θα μπορούσαν να βρουν το αγαπημένο σώμα, όταν το Σάββατο θα περνούσε, έχοντας σκοπό να επανέλθουν και να αλείψουν αυτό με μύρα.
Άγιος Σώστης
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Γιατί διαφέρουν οι γενεαλογίες του Χριστού στα Ευαγγέλια του Ματθαίου & του Λουκά;(Μέρος Β΄-κατά Λουκάν)
Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Δεκεμβρίου, 2019
(Υπόμνημα στο κατά Λουκάν ,Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 140-146 εκδόσεις «ο Σωτήρ», Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
(Οι παραπομπές των ονομάτων στο τέλος. Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
Λουκ. 3,23 Καὶ αὐτὸς(1) ἦν ὁ Ἰησοῦς ὡσεὶ ἐτῶν τριάκοντα ἀρχόμενος(2), ὤν, ὡς ἐνομίζετο, υἱὸς Ἰωσήφ(3), τοῦ Ἡλί(4),
Λουκ. 3,23 Και αυτός ο Ιησούς, δια τον οποίον ελέχθησαν τα ανωτέρω, ήτο, όταν ήρχισε το δημόσιον έργον του, περίπου τριάκοντα ετών, υιός, όπως ενομίζετο από τους Εβραίους, του Ιωσήφ, ο οποίος ήτο υιός του Ηλί,
Στο Λουκά προχωράει η γενεαλογία από κάτω προς τα πάνω, φθάνοντας μέχρι τον πρωτόπλαστο και μέσω αυτού μέχρι το Θεό. Φαίνεται ότι και αυτή φτιάχτηκε με μέθοδο μνημονική, διαιρούμενη σε τμήματα ή 4 σειρές, από τις οποίες μία μεν αποτελείται (η από τον Δαβίδ μέχρι τον Αβραάμ) από δύο επτάδες ή 14 ονόματα, ενώ οι υπόλοιπες τρεις (η από τον Ιησού μέχρι τον Ζοροβάβελ και η από τον Σαλαθιήλ μέχρι τον Νάθαν και η από τον Θάρα μέχρι το Θεό) από τρεις επτάδες ή 21 ονόματα κάθε μία.
Εάν η επταδική αυτή κατάταξη δεν είναι σκόπιμη, παρουσιάζει τουλάχιστον συμπτώσεις και συνδυασμούς περίεργους, οι οποίες βάζουν τη σκέψη, ότι δεν είναι τυχαία. Η σειρά από τον Θάρα μέχρι τον Αδάμ αποτελείται από τους προκατακλυσμιαίους και μετακατακλυσμιαίους πατριάρχες μέχρι τον Αβραάμ, τους οποίους δεν αναφέρει η γενεαλογία του Ματθαίου που αρχίζει από τον Αβραάμ και μετέπειτα. Ανάμεσα στον Αρφαξάδ και τον Σαλά ο θείος Λουκάς ακολουθώντας τους Ο΄ παρεμβάλλει το όνομα του Καϊνάν, που δεν υπάρχει στο Εβραϊκό πρωτότυπο.
Η μεταξύ του Αβραάμ και του Δαβίδ σειρά ταυτίζεται πλήρως με αυτήν του Ματθαίου, με μόνη τη διαφορά ότι ο μεν Ματθαίος απαριθμεί τα ονόματα κατεβαίνοντας, ενώ ο Λουκάς προχωρά ανεβαίνοντας. Ως προς τα ονόματα των δύο άλλων σειρών οι δύο ευαγγελιστές έχουν κοινά μόνο δύο ονόματα, τα του Σαλαθιήλ και Ζοροβάβελ, διαφέροντας τελείως ως προς τα υπόλοιπα. Επιπλέον ο μεν Λουκάς αριθμεί συνολικά από τον Ιησού μέχρι τον Νάθαν 42 ονόματα, ενώ ο Ματθαίος από τον Σολομώντα μέχρι τον Ιησού 28 μόνο. Για συμβιβασμό των διαφορών αυτών δύο προτάθηκαν κύριες λύσεις.
Πρώτη λύση: Ο ευαγγελιστής Ματθαίος παρέχει τη γενεαλογία του Ιωσήφ και ο ευαγγελιστής Λουκάς αυτήν της Θεοτόκου. Ο Ιωσήφ κατάγεται από τον Δαβίδ μέσω του Σολομώντα ακολουθώντας κατευθείαν την προς τα κάτω γραμμή μέχρι τέλους της βασιλείας. Η Μαρία κατάγεται από τον Δαβίδ μέσω του Νάθαν και οι πρόγονοί της, με εξαίρεση ίσως τον Σαλαθιήλ και τον Ζοροβάβελ, είναι όλοι άγνωστοι στην ιστορία.
Το σύστημα αυτό έγινε δεκτό από τον 16ο αιώνα από μεγάλο αριθμό συγγραφέων, ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών, και υποστηρίχτηκε από αυτούς, ότι η παραδοχή αυτού σε τίποτα δεν προσκρούει.
Και μάλιστα α) συμφωνεί πλήρως με το κείμενο του Λουκά αρκεί στο στίχο 23 η φράση «όπως νομιζόταν γιος του Ιωσήφ» να μπει σε παρένθεση, οπότε η έννοια του στίχου θα ήταν: Ο Ιησούς, τον οποίον νόμιζαν γιο του Ιωσήφ, στην πραγματικότητα ήταν γιος του Ηλί.
β) Μία σεβαστή παράδοση αναφέρει, ότι ο πατέρας της Παρθένου λεγόταν Ιωακείμ, ενώ ο Λουκάς ονομάζει αυτόν Ηλί. Αλλά το Χηλί ή Ηλί είναι συντόμευση του Ελιαχείμ και Ελιακείμ, το οποίο έχει την ίδια σημασία με το Ιωακείμ. Στο βιβλίο Ιουδείθ (δ 5,7,11 και ιε 9) ο ίδιος αρχιερέας άλλοτε λέγεται Ιωακείμ (από τη λέξη Γιεχωβά) και άλλοτε Ελιακείμ (από τη λέξη Ελ.) (F.Prat στο F.Vigouroux Dict. De la Bible ΙΙΙ 168-169). Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι το ίδιο το Ταλμούδ ονομάζει τη Μαρία θυγατέρα του Ηλί (Chagig. 77,4). Από πού οι ραββίνοι άντλησαν αυτήν την πληροφορία; Εάν από τον Λουκά, αποδεικνύει αυτό, ότι νωρίτατα έγινε αντιληπτό από αυτούς το κείμενο του Λουκά με την πρώτη αυτή λύση, μολονότι εκείνοι δεν οδηγούνταν από την προκατάληψη να εναρμονίσουν τα δύο ευαγγέλια. Εάν όμως πάλι άντλησαν την πληροφορία τους από άλλη πηγή, π.χ. την παράδοση, έχουμε πλέον σοβαρή επιβεβαίωση του γενεαλογικού καταλόγου της Παρθένου, τον οποίο ακολούθησε ο Λουκάς (g).
Εναντίον του συστήματος αυτού προβλήθηκε
α) ότι η παράδοση αντιτίθεται σε αυτήν τη λύση. Μολονότι ο Ιλάριος (Mai,Nov. Bibl. Patr.Ι 477) μνημονεύει αυτήν, όμως την αντικρούει. Η αρχαιότητα, όπως και ο μεσαίωνας την αγνοεί. Μόλις γύρω στο τέλος του 15ου αιώνα αρχίζει να αποκτά οπαδούς (Prat). Κανένας Πατέρας ούτε κάποιος θεολόγος πριν τον 15ο αιώνα δεν προσφεύγει σε αυτήν (L).
Η δεύτερη λύση:
Και οι δύο γενεαλογίες αναφέρονται στον Ιωσήφ, αλλά ο μεν Ματθαίος παρέχει τους φυσικούς προγόνους του Ιωσήφ, ενώ ο Λουκάς τους κατά νόμον προγόνους του. Η λύση σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή, αναλύεται σε πλάτος από τον Ιούλιο τον Αφρικανό στην προς Αριστείδην επιστολή του, την οποία αναγράφει και ο Ευσέβιος (Migne 20,89 και 22,965). Και αποδίδει ο Ιούλιος την προτεινόμενη από αυτόν λύση στην παράδοση των κατά σάρκα συγγενών του Κυρίου, των οποίων την αξιοπιστία θεωρεί ανώτερη από κάθε αμφιβολία (Prat). Τη λύση αυτή, την οποία με κάποια ελαφρά τροποποίηση δέχεται και ο Ζ. θα εκθέσουμε στην ερμηνεία.
Όσον αφορά τώρα στην ένσταση πώς η γενεαλογία του Ιωσήφ μπορούσε να είναι και γενεαλογία του Ιησού, αφού γεννήθηκε υπερφυσικά από μόνη τη Μαρία, σημειώνουμε, ότι η ένσταση αυτή καμία δεν θα προκαλούσε εντύπωση σε περιβάλλον εμποτισμένο με ιδέες ιουδαϊκές τόσο, ώστε ούτε οι Πατέρες, οι οποίοι ομόφωνα δέχονται και τις δύο γενεαλογίες ότι είναι του Ιωσήφ, δεν έδωσαν καμία προσοχή σε αυτήν την ένσταση, ούτε ο Ιούλιος ο Αφρικανός αναφέρει αυτήν. Ο Αυγουστίνος μάλιστα φθάνει μέχρι του να βεβαιώσει, ότι «εάν θα γινόταν δυνατόν να αποδείξει κάποιος ότι η Μαρία δεν συνδεόταν με κανέναν δεσμό συγγένειας με τον Δαβίδ, η μνηστεία (αρραβώνας) της με τον Ιωσήφ θα αρκούσε, για να ονομαστεί ο Ιωσήφ πατέρας του Ιησού και για να θεωρηθεί ο Ιησούς γιος του Δαβίδ» (De Cons. Evang. ΙΙ 1,2).
Με παρόμοιο τρόπο μιλούν και οι υπόλοιποι Πατέρες, διότι σύμφωνα με το νόμο μέσω της μνηστείας ο Ιησούς ανήκε στον Ιωσήφ και ο Ιησούς μπορούσε να τον αποκαλέσει πατέρα του, όπως και ο Ιωσήφ δικαιούνταν να ονομάσει τον Ιησού γιο του. Άλλωστε η παράδοση μάς πληροφορεί, και όλοι οι Πατέρες δέχονται αυτήν, ότι ο Ιωσήφ και η Μαρία συνδέονταν με στενή εξ’ αίματος συγγένεια. Ως μονογενής λοιπόν κόρη όφειλε να παντρευτεί τον Ιωσήφ σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου (Αριθμοί λστ 6-12), οι οποίοι υποχρέωναν τις κληρονόμους να παίρνουν σύζυγο από την οικογένειά τους.
Οπωσδήποτε οι Πατέρες από αυτόν τον Ιουστίνο (Διάλογ. Προς Τρύφωνα 100) και τον Ιγνάτιο το Θεοφόρο (επιστολή προς Εφεσ. 18) λένε ξεκάθαρα, ότι η Μαρία καταγόταν από το γένος του Δαβίδ (Prat). Και για να κλείσουμε τα εισαγωγικά αυτά με τον Ωριγένη:
«Γενεαλογείται ο Κύριός μας… ενώ είναι αγενεαλόγητος μεν όσον αφορά τη θεότητά του, αλλά έβαλε τον εαυτό του σε γενεαλογία για χάρη σου. Και γενεαλογείται όχι με όμοιο τρόπο από τους ευαγγελιστές, το οποίο τάραξε πολλούς από αυτούς που συνέβη να διαβάσουν τη Γραφή. Διότι ο μεν Ματθαίος αρχίζοντας από τον Αβραάμ, γενεαλογώντας τον Ιησού κατεβαίνει προς τα κάτω… Ο Λουκάς όμως γενεαλογώντας δεν κατεβάζει τη γενεαλογία, αλλά την ανεβάζει μέχρι τον ίδιο το Θεό…
Και δεν γίνεται με τα ίδια ονόματα η κατάβαση και η ανάβαση της γενεαλογίας. Διότι ο μεν Ματθαίος κατεβάζοντας τον λόγο κατεβάζει αυτόν και μέσω γυναικών αμαρτωλών, γράφοντας μόνο τις άξιες κατηγορίας… την Θάμαρ… την Ραχάβ… και τη γυναίκα του Ουρίου. Επειδή δηλαδή ερχόταν ο Ιησούς για να πάρει τις αμαρτίες των ανθρώπων… για αυτό κατεβαίνοντας πήρε πάνω του τα αμαρτωλά πρόσωπα και γεννιέται μέσω του Σολομώντα… και του Ροβοάμ… και των υπόλοιπων, από τους οποίους πολλοί έκαναν το πονηρό στα μάτια του Κυρίου. Αυτός όμως (ο Λουκάς) ανεβαίνει ανεβαίνοντας από το βάπτισμα και στην γενεαλογία ανεβαίνει όχι μέσω του Σολομώντα, αλλά μέσω του Νάθαν. Και εκεί μεν (στον Ματθαίο) συνεχώς αναφέρεται η λέξη της γέννησης, εδώ όμως η λέξη της γέννησης αποσιωπάται. Ο Αβραάμ γέννησε τον Ισαάκ, ο Ισαάκ γέννησε τον Ιακώβ… και μέχρι τέλους η φράση ο τάδε γέννησε τον τάδε. Εδώ όμως ανεβαίνει λέγοντας: ο Ιησούς, που ήταν υιός, όπως νομιζόταν, του Ιωσήφ, και πουθενά εδώ δεν υπάρχει γέννηση, αλλά μόνο νομίζεται» (Ω).
(1) Μπαίνει μπροστά η αντωνυμία με έμφαση. Αυτός στον οποίο αναφέρονται τα θαυμαστά αυτά σημεία (p).
(2) Υπάρχει και η γραφή των αλεξανδρινών κωδίκων: ἀρχόμενος ὡσεὶ ἐτῶν τριάκοντα. Αρχόμενος= όταν έκανε την αρχή του έργου του. Παραλείφθηκε το αντικείμενο ως ευκόλως νοούμενο. Δεν μπορεί πάντως το αρχόμενος να συνδεθεί με το ὡσεὶ ἐτῶν τριάκοντα (=στην αρχή των τριάντα ετών), διότι τότε πώς ακολουθεί το ωσεί (=περίπου); (δ). Το ωσεί δεν θα άρμοζε σε ένδειξη τόσο ακριβή και καθορισμένη, την οποία θα δήλωνε η λέξη αρχόμενος (g).
(3) Υπάρχει και η γραφή «ὤν υἱὸς, ὡς ἐνομίζετο, Ἰωσήφ». Η ορθή στίξη βάζει το «ως ενομίζετο» ανάμεσα σε δύο κόμματα. Είναι τελείως αφύσικο να μπει το κόμμα μετά το Ιωσήφ και όχι πριν από αυτό= που ήταν γιος (όπως νομιζόταν του Ιωσήφ) του Ηλί. Δηλαδή υποτίθεται μεν ότι ήταν γιος του Ιωσήφ, στην πραγματικότητα όμως ήταν εγγονός του Ηλί, πατέρα της Μαρίας. Δεν είναι πιθανόν η λέξη υιός στην ίδια πρόταση να έχει δύο διαφορετικές έννοιες, υιός του Ιωσήφ, εγγονός του Ηλί (p).
Η μετοχή ὤν είναι ρηματική και πρέπει να εξηγηθεί με το «και ήταν» (δ). Όπως νομιζόταν= «όπως νόμιζαν οι Ιουδαίοι. Όπως όμως ήταν η αλήθεια, δεν ήταν γιος του» (Ζ).
(4) «Πώς ο μεν Ματθαίος είπε τον Ιωσήφ γιο του Ιακώβ, ενώ ο Λουκάς τώρα τον λέει γιο του Ηλί;» (Ζ). Για απάντηση γίνεται δεκτή η λύση του Ιουλίου του Αφρικανού που άκμασε τον Γ΄ αιώνα και είναι η ακόλουθη:
«Επειδή ο Ηλί πέθανε χωρίς παιδί, ο αδελφός του Ιακώβ με τον οποίο είχαν την ίδια μητέρα, παίρνοντας τη γυναίκα εκείνου σύμφωνα με το νόμο, γέννησε τον Ιωσήφ, και έγινε ο Ιωσήφ σύμφωνα με το νόμο μεν γιος του Ηλί, σύμφωνα όμως με τη φύση γιος του Ιακώβ. Και επομένως ο μεν Ματθαίος έγραψε το φυσικό του πατέρα, ενώ ο Λουκάς τον νομικό» (Ζ).
Αλλά εάν σταθούμε μόνο έως εδώ η διαφορά των δύο γενεαλογιών δεν εξηγείται. Διότι εάν δεχτούμε ότι ο Ηλί και ο Ιακώβ ήταν αδέλφια που είχαν όχι μόνο την ίδια μητέρα, αλλά και τον ίδιο πατέρα, τότε στο πρόσωπο του πατέρα τους οι δύο γενεαλογίες θα συναντιούνταν και δεν θα διέφεραν όπως διαφέρουν τώρα. Για αυτό ο Ιούλιος ο Αφρικανός συμπλήρωσε και με νέα υπόθεση τη λύση που πρότεινε, με το να εισηγηθεί ότι οι Ιακώβ και Ηλί ήταν ετεροθαλή από τον πατέρα αδέλφια (g) όπως αναπτύσσει στον επόμενο στίχο και ο Ζ.
Λουκ. 3,24 τοῦ Ματθάν(1), τοῦ Λευΐ, τοῦ Μελχί, τοῦ Ἰωαννᾶ, τοῦ Ἰωσήφ(2),
Λουκ. 3,24 ο οποίος ήτο υιός του Ματθάν, υιός του Λευϊ, υιού του Μελχί, υιού του Ιωννά, υιού του Ιωσήφ,
(1) «Είναι άλλος αυτός ο Ματθάν»ή Ματθάτ «και άλλος εκείνος» ο Μαθθάν ή Ματθάν που γράφει ο Ματθαίος. «Δηλαδή τη μητέρα του Ηλί και του Ιακώβ πρώτα μεν την παντρεύτηκε αυτός ο Ματθάν που γράφει ο Λουκάς και γέννησε τον Ηλί. Έπειτα, επειδή πέθανε εκείνος και αυτή ήταν χήρα, την πήρε ως γυναίκα του εκείνος ο Ματθάν που γράφει ο Ματθαίος, που ήταν από την ίδια μεν φυλή, αλλά από άλλη συγγένεια, και γέννησε τον Ιακώβ. Επομένως λοιπόν ο Ηλί και ο Ιακώβ έχουν την ίδια μεν μητέρα αλλά διαφορετικό πατέρα· και ανεβάζουν την καταγωγή της γενιάς τους ο μεν πατέρας του Ηλί μέχρι τον Ρησά τον γιο του Ζοροβάβελ, ενώ ο πατέρας του Ιακώβ, μέχρι τον Αβιούδ, τον γιο ομοίως του Ζοροβάβελ» (Ζ).
Και για να γίνει ακόμη σαφέστερο, σύμφωνα με τον Ιούλιο τον Αφρικανό, ο Ματθάν, καταγόμενος από τον Σολομώντα, πήρε σύζυγο την Εσθάν, από την οποία γέννησε τον Ιακώβ. Μετά το θάνατο του Ματθάν η χήρα Εσθά πήρε σύζυγο τον Ματθάτ, που καταγόταν από τον Νάθαν, και γέννησε γιο τον Ηλί. Ο Ιακώβ και ο Ηλί ήταν αδέλφια με την ίδια μητέρα, και ο ένας από αυτούς καταγόταν από τον Σολομώντα (μέσω του Ματθάν), ενώ ο άλλος από τον Νάθαν (μέσω του Ματθάτ). Ο Ηλί πέθανε χωρίς παιδιά, και ο αδελφός του Ιακώβ σύμφωνα με το νόμο παντρεύτηκε τη χήρα του και γέννησε τον Ιωσήφ, που ήταν πραγματικός γιος του Ιακώβ και καταγόταν λοιπόν από τον Σολομώντα, αλλά ήταν νομικός γιος του Ηλί και καταγόταν έτσι και από τον Νάθαν (Prat).
«Ο Ιακώβ επομένως και ο Ηλί είναι αδέλφια από την ίδια μητέρα, την Εσθά. Όταν ο Ηλί πήρε γυναίκα, επειδή πέθανε άτεκνος, όπως πρόσταζε ο νόμος, την πήρε ο Ιακώβ γυναίκα του ως αδελφός για να κάνει παιδί για χάρη του νεκρού αδελφού του Ηλί. Ο Ματθαίος λέγοντας το φυσικό πατέρα του Ιωσήφ, τον Ιακώβ, είπε και το γένος από όπου ο Ιωσήφ κατάγεται, ενώ ο Λουκάς ανέφερε το νομικό πατέρα του Ιωσήφ, τον Ηλί, και είπε και το γένος από όπου ο Ηλί κατάγεται» (σχ.).
Έτσι εξηγούνται οι διαφορές των δύο γενεαλογιών μέχρι τον Ζοροβάβελ. Ο Ματθαίος έχει τη σειρά των ονομάτων αυτών που κατάγονταν από τον Σολομώντα, ενώ ο Λουκάς τη σειρά των ονομάτων των απογόνων του Νάθαν.
(2) Διαφορετικές γραφές: του Ματθάτ και σύμφωνα με άλλα χειρόγραφα Μαθθάθ, του Λευεί, του Μελχεί, του Ιανναί ή σύμφωνα με άλλα χειρόγραφα του Ιαννά.
Λουκ. 3,25 τοῦ Ματταθίου, τοῦ Ἀμώς, τοῦ Ναούμ, τοῦ Ἐσλίμ, τοῦ Ναγγαί,
Λουκ. 3,25 υιού του Ματταθίου, υιού του Αμώς, υιού του Ναούμ, υιού του Εσλίμ, υιού του Ναγγαί,
Λουκ. 3,26 τοῦ Μαάθ, τοῦ Ματταθίου, τοῦ Σεμεΰ, τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ Ἰωδᾶ(1),
Λουκ. 3,26 υιού του Μαάθ, υιού του Ματταθίου, υιού του Σεμεΰ, υιού του Ιωσήφ, υιού του Ιωδά,
(1) Διαφορετικές γραφές: Ματατθίου… Εσλεί ή σύμφωνα με πολλά άλλα χειρόγραφα Εσλί, του Ναγαί… του Σεμεΐ ή Σεμεεί ή Σεμεείν, του Ιωσήφ, του Ιούδα.
Λουκ. 3,27 τοῦ Ἰωαννάν(1), τοῦ Ῥησᾶ, τοῦ Ζοροβάβελ, τοῦ Σαλαθιήλ, τοῦ Νηρί(2),
Λουκ. 3,27 υιού του Ιωαννάν, υιού του Ρησά, υιού του Ζοροβάβελ, υιού του Σαλαθιήλ, υιού του Νηρί,
(1) Διαφορετικές γραφές: του Ιωαννά ή του Ιωανάν ή του Ιωνάν… του Νηρεί.
(2) «Τον Σαλαθιήλ ο μεν Ματθαίος τον ονόμασε γιο του Ιεχονίου… ενώ ο Λουκάς γιο του Νηρί» (Ζ). Ομοίως στο Ματθαίο ο Ζοροβάβελ έχει γιο τον Αβδιού και στον Λουκά γιο τον Ρησά. Αλλά τα δύο αυτά ονόματα Ζοροβάβελ και Σαλαθιήλ που συναντιούνται και στους δύο καταλόγους περίπου στη μέση τους, παρουσιάζεται σχεδόν βέβαιο, ότι ανήκουν στην ίδια εποχή σύμφωνα και με το Λουκά και το Ματθαίο. Αλλά τα ονόματα αυτά είναι ελάχιστα κοινά και θα ήταν έκτακτη και εκ πρώτης όψης απίθανη σύμπτωση δύο πρόσωπα που ανήκουν σε διαφορετικούς οίκους να έχουν κατά την ίδια εποχή τα ίδια ονόματα, αλλά και οι διάδοχοί τους πάλι να είναι συνώνυμοι. Επομένως οι Ζοροβάβελ και Σαλαθιήλ του Λουκά είναι οι ίδιοι με αυτούς του Ματθαίου.
Παρόλ’ αυτά το συμπέρασμα αυτό δεν θεωρήθηκε από άλλους ως οριστικό και αδιαμφισβήτητο. Τα ονόματα Ζοροβάβελ και Σαλαθιήλ μπορούσαν μετά την αιχμαλωσία να γίνουν πολύ συνηθισμένα, όπως έγινε κοινότατο στους Γάλλους το όνομα Ναπολέων μετά την αυτοκρατορία. Εάν πάλι δεν συναντιούνται αυτά στα βιβλία της Π.Δ., αυτό εξηγείται από το ότι δεν έχουμε πολλά βιβλία, των οποίων η συγγραφή να ανάγεται στους μεταιχμαλωσιακούς χρόνους. Άλλωστε και τα ονόματα Ιακώβ και Λευΐ, που συναντούμε πολλές φορές στους καταλόγους, δεν εμφανίζονται στην Π.Δ. παρά μόνο όταν πρόκειται να δηλωθούν οι γνωστοί πατριάρχες. Κανείς από τους συνονόματούς τους δεν κατέκτησε τη λαμπρότητά τους.
Ως προς τη διαδοχή των ίδιων ονομάτων (ο Σαλαθιήλ γέννησε τον Ζοροβάβελ) πρέπει να έχουμε υπ’ όψη ότι και στους νεώτερους Ιουδαίους ο πατέρας που έχει το όνομα Αβραάμ συνηθέστατα ονομάζει το γιο του Ισαάκ και αυτός πάλι το γιο του Ιακώβ, έτσι ώστε σε οικογένειες διαφορετικές να βρίσκονται οι ίδιες βιβλικές σειρές που κατεβαίνουν γενεαλογικά. Αυτό μπορούσε κατά τα χρόνια της αιχμαλωσίας να συμβεί και ως προς τα ονόματα Σαλαθιήλ και Ζοροβάβελ (Prat).
Σύμφωνα λοιπόν με την εκδοχή αυτή, οι Σαλαθιήλ και Ζοροβάβελ του Λουκά είναι πρόσωπα διαφορετικά των συνονόματών τους στο Ματθαίο. Αυτή η εκδοχή παρόλ’ αυτά δεν έγινε δεκτή από όλους.
Αν υποτεθεί λοιπόν ότι οι Σαλαθιήλ και Ζοροβάβελ είναι τα ίδια πρόσωπα και στο Ματθαίο και στο Λουκά, η λύση δίνεται ως ακολούθως:
«Τον Σαλαθιήλ ο μεν Ματθαίος τον ονόμασε γιο του Ιεχονίου ως φυσικό γιο του, ενώ ο Λουκάς τώρα, τον ονόμασε γιο του Νηρί ως νομικό γιο του. Ανεβάζουν λοιπόν και αυτοί την καταγωγή, ο μεν Νηρί στον Νάθαν, τον γιο του Δαβίδ, ενώ ο Ιεχονίας στον Σολομώντα, τον γιο ομοίως του Δαβίδ και οι δύο πάλι στον Δαβίδ» (Ζ).
Και πλατύτερα. Σύμφωνα με το Α΄ Παραλειπ. γ 18-19 ο Φαδαΐας υπήρξε αδελφός του Σαλαθιήλ και πατέρας του Ζοροβάβελ. Οι κώδικες όμως Βατικανός και Αλεξανδρινός στο Α΄Παραλ. γ 19 ονομάζουν τον Σαλαθιήλ πατέρα του Ζοροβάβελ. Το τελευταίο αυτό επιβεβαιώνεται και από τα χωρία Αγγαίου α 1, Α΄ Έσδρα ε 5 κτλ.
Σύμφωνα με αυτά ο Ζοροβάβελ είναι φυσικός μεν γιος του Φαδαΐα και της συζύγου του Σαλαθιήλ, σύμφωνα με το νόμο όμως είναι γιος και κληρονόμος του Σαλαθιήλ που πέθανε άτεκνος. Ο Σαλαθιήλ, φυσικός γιος του Ιεχονία καταγόταν από τον Σολομώντα μέσω του Ροβοάμ σύμφωνα με το Ματθαίο και από τον Νάθαν σύμφωνα με το Λουκά ως γιος του Νερί είτε επειδή παντρεύτηκε την κόρη και κληρονόμο του Νερί και έχοντας πεθερό τον Νερί, είτε ως γιος της χήρας του Νερί, οπότε θα ήταν κατά νόμον γιος του Νερί.
Παραμένει ήδη η απορία του πώς σύμφωνα μεν με το Ματθαίο γιος του Ζοροβάβελ είναι ο Αβιούδ, ενώ σύμφωνα με το Λουκά ο Ρησά. Σύμφωνα με το Α΄Παραλ. γ 19 γιοι του Ζοροβάβελ υπήρξαν οι «Μοσολλάμ και Ανανίας και Σαλωμεθί η αδελφή τους». Ούτε το όνομα του Ρησά αναφέρεται, ούτε του Αβιούδ. Μπορεί κάποιος λοιπόν να υποθέσει ότι είχε και άλλα παιδιά ο Ζοροβάβελ που δεν αναφέρονται στον κατάλογο ή ότι οι Αβιούδ και Ρησά είναι εγγόνια του· ειδικά για τον Ρησά ότι είναι εγγόνι του από την κόρη του (g) που παντρεύτηκε με άνδρα από το γένος του Νάθαν.
Λουκ. 3,28 (1)τοῦ Μελχί, τοῦ Ἀδδί, τοῦ Κωσάμ, τοῦ Ἐλμωδάμ, τοῦ Ἤρ,
Λουκ. 3,28 υιού του Μελχί, υιού του Αδδί, υιού του Κωσάμ, υιού του Ελμωδάμ, υιού του Ηρ,
Λουκ. 3,29 τοῦ Ἰωσῆ, τοῦ Ἐλιέζερ, τοῦ Ἰωρείμ, τοῦ Ματθάτ, τοῦ Λευΐ,
Λουκ. 3,29 υιού του Ιωσή, υιού του Ελιέζερ, υιού του Ιωρείμ, υιού του Ματθάτ, υιού του Λευϊ,
Λουκ. 3,30 τοῦ Συμεών, τοῦ Ἰούδα, τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ Ἰωνᾶ, τοῦ Ἐλιακείμ,
Λουκ. 3,30 υιού του Συμεών, υιού του Ιούδα, υιού του Ιωσήφ, υιού του Ιωνά, υιού του Ελιακείμ,
Λουκ. 3,31 τοῦ Μελεᾶ, τοῦ Μαϊνάν, τοῦ Ματταθᾶ, τοῦ Νάθαν(2), τοῦ Δαυΐδ,
Λουκ. 3,31 υιού του Μελεά, υιού του Μαϊνάν, υιού του Ματταθά, υιού του Ναθαν, υιού του Δαυΐδ,
(1) Διαφορετικές γραφές: Μελχεί, Αδδεί… Ελμαδάμ… Ιησού (αντί Ιωσή)… Ιωρίμ του Μαθθάθ ή Μαθθάτ ή Ματτάθ, του Λευεί ή Λευί… του Ιωνάμ ή Ιωανάν (αντί του Ιωνά)… του Μελεά ή Μελέα, του Μεννά (αντί Μαϊνάν) του Ματαθά ή Μετταθά, του Νάθαμ ή Ναθάμ, του Δαυείδ ή Δαβίδ ή Δαυίδ.
(2) Σύμφωνα με το Β΄Βασιλ. ε 14,16 «αυτά είναι τα ονόματα αυτών που γεννήθηκαν από τον Δαβίδ στην Ιερουσαλήμ· Σαμμούς και Σωβάβ και Νάθαν και Σαλωμών… και… Ιεσσιβάθ, Νάθαν…». Δύο γιοι λοιπόν με το όνομα Νάθαν γράφονται ότι είναι του Δαβίδ. Από το Ζαχαρ. ιβ 12 πληροφορούμαστε ότι μεταξύ των φυλών, οι οποίες θα διακρίνονταν, θα ήταν «η φυλή του οίκου του Δαβίδ χωριστά… και η φυλή του οίκου του Νάθαν… και η φυλή του οίκου του Λευί». Όχι μόνο λοιπόν διακρίνεται ως ξεχωριστή η οικογένεια του Νάθαν, αλλά και εκπροσωπεί μαζί με την οικογένεια του Δαβίδ τον βασιλικό οίκο, μπαίνοντας μπροστά και από τη φυλή του οίκου του Λευί.
Λουκ. 3,32 (1)τοῦ Ἰεσσαί, τοῦ Ὠβήδ, τοῦ Βοόζ, τοῦ Σαλμών, τοῦ Ναασσών,
Λουκ. 3,32 υιού του Ιεσσαί, υιού του Ωβήδ, υιού του Βοόζ, υιού του Σαλμών, υιού του Ναασσών,
Λουκ. 3,33 τοῦ Ἀμιναδάβ, τοῦ Ἀράμ, τοῦ Ἰωράμ, τοῦ Ἐσρώμ, τοῦ Φαρές, τοῦ Ἰούδα,
Λουκ. 3,33 υιού του Αμιναδάβ, υιού του Αράμ, υιού του Ιωράμ, υιού του Εσρώμ, υιού του Φαρές, υιού του Ιούδα,
Λουκ. 3,34 τοῦ Ἰακώβ, τοῦ Ἰσαάκ, τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Θάρα, τοῦ Ναχώρ(2),
Λουκ. 3,34 υιού του Ιακώβ, υιού του Ισαάκ, υιού του Αβραάμ, υιού του Θαρα, υιού του Ναχώρ,
(1) Διαφορετικές γραφές: του Ιωβήδ (αντί Ωβήδ) ή Ωβήλ, του Βόος ή Βοός. Και αντί του Αράμ υπάρχουν οι γραφές «του Αδμίν του Αρνί» ή του Αμίν του Αράμ ή του Αμιναδάμ του Αράμ του Ιωράμ ή του Αδάμ του Αράμ ή του Αδάμ, του Αδμίν, του Αρνί. Και Εσρών αντί Εσρώμ· και Θάρρα αντί Θάρα.
(2) Οι δύο γενεαλογίες, και του Ματθαίου και του Λουκά, συμφωνούν στο μέχρι τον Αβραάμ τμήμα τους και μεταξύ τους και με την Π.Δ.
Λουκ. 3,35 (1)τοῦ Σερούχ, τοῦ Ῥαγαῦ, τοῦ Φάλεκ, τοῦ Ἔβερ, τοῦ Σαλᾶ,
Λουκ. 3,35 υιού του Σερούχ, υιού του Ραγαύ, υιού του Φαλεκ, υιού του Εβερ, υιού του Σαλά,
Λουκ. 3,36 τοῦ Καϊνάν(2), τοῦ Ἀρφαξάδ, τοῦ Σήμ, τοῦ Νῶε, τοῦ Λάμεχ,
Λουκ. 3,36 υιού του Καϊνάν, υιού του Αρφαξάδ, υιού του Σημ, υιού του Νώε, υιού του Λαμεχ,
Λουκ. 3,37 τοῦ Μαθουσάλα, τοῦ Ἐνώχ, τοῦ Ἰάρεδ, τοῦ Μαλελεήλ, τοῦ Καϊνάν,
Λουκ. 3,37 υιού του Μαθουσάλα, υιού του Ενώχ, υιού του Ιάρεδ, υιού του Μαλελεήλ, υιού του Καϊνάν,
Λουκ. 3,38 τοῦ Ἐνώς, τοῦ Σήθ, τοῦ Ἀδάμ(3), τοῦ Θεοῦ(4).
Λουκ. 3,38 υιού του Ενώς, υιού του Σηθ, υιού του Αδάμ. τον οποίον ως τέκνον του έπλασε κατ’ ευθείαν ο Θεός.
(1) Διαφορετικές γραφές: του Σαρούχ, του Ραγάβ, του Φαλέκ ή Φαλέγ, του Έβερ ή του Εβέρ… του Καϊνάμ… του Λάμεκ, του Μαθουσαλά… του Ιάρετ ή Ιάρεθ, του Μαλελεήλ, του Καϊνάμ.
(2) Σύμφωνα με τους Ο΄ «ο Αρφαξάδ γέννησε τον Καϊνάν, και ο Καϊνάν γέννησε τον Σαλά, ο Σαλά γέννησε τον Έβερ» (Γεν. ι 24). Το όνομα όμως του Καϊνάν δεν βρίσκεται σε κανένα από τα εβραϊκά χειρόγραφα, ούτε σε κάποια άλλη μετάφραση που έγινε από το εβραϊκό πρωτότυπο. Αυτοί που εκφράζουν την υπόνοια, ότι ίσως πρόκειται για παρεμβολή και νόθευση, θεωρούν ως απίθανη και αβάσιμη την υπόθεση, ότι η νόθευση αυτή έγινε με βάση την αναφορά του Καϊνάν σε αυτόν το στίχο (δες p). Όσον αφορά τα άλλα, το τμήμα αυτό της γενεαλογίας του Λουκά συμφωνεί πλήρως με τις πληροφορίες από την Π.Δ.
(3) Η επέκταση της γενεαλογίας και πέρα από τους Δαβίδ και Αβραάμ μέχρι τον γενάρχη του όλου ανθρωπίνου γένους, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με την περί καθολικής σωτηρίας διδασκαλία του ευαγγελίου του Παύλου. Για τους Ιουδαίους απαραίτητο ήταν να γνωρίσουν ότι ο Χριστός καταγόταν από τον Αβραάμ και τον Δαβίδ. Για αυτό ο Ματθαίος βάζει πρώτο αυτό στην αρχή του ευαγγελίου του.
Ο Λουκάς γράφοντας εξίσου προς όλους δείχνει ότι ο Μεσσίας συγγενεύει και με τους εθνικούς όπως και με τους Ιουδαίους και όλη η ανθρωπότητα μπορεί να αξιώσει αυτόν ως αδελφό (p).
(4) Σοφά ο Λουκάς πρόσθεσε και αυτό. Ο Αδάμ υπήρξε ο πρώτος άνθρωπος. Δεν γεννήθηκε αυτόματα, ούτε από πατέρα και μητέρα, αλλά από το Θεό, όχι όπως οι γιοι του Αδάμ είναι από το Θεό, αλλά με τρόπο τελείως ειδικό. Διότι την ύπαρξη, την οποία οι γιοι του Αδάμ οφείλουν στους γονείς τους λόγω της αγαθότητας του Δημιουργού τους, αυτό ο Αδάμ το πήρε άμεσα από τον Θεό. Ο Αδάμ υπήρξε εξ’ ολοκλήρου δημιουργία του Θεού, και όχι απλώς όπως όλα τα δημιουργήματα, αλλά πιο εξαιρετικό από αυτά. Δες Γεν. α 26 (b).
Ο Λουκάς πιθανότατα πρόσθεσε αυτό για τους εθνικούς αναγνώστες του για να υπενθυμίσει σε αυτούς την από το Θεό καταγωγή του ανθρωπίνου γένους. Αναιρεί έτσι τους μύθους, που κυκλοφορούσαν μεταξύ των εθνικών σε σχέση με την καταγωγή του ανθρώπου (p). Η Γραφή και όσον αφορά στις πρώτες αρχές του ανθρωπίνου γένους καθορίζει και ικανοποιεί πλήρως τη γνώση μας. Αυτοί που περιφρονούν ή αγνοούν αυτήν βρίσκονται σε αμφιβολία και πλάνη μεταξύ των προκοσμικών και μετακοσμικών χρόνων (b). Ανεβάζοντας τη γενεαλογία του ο Λουκάς από το δεύτερο Αδάμ μέχρι τον πρώτο και από αυτόν μέχρι το Θεό, υποδήλωνε, ότι όπως ο Θεός είχε δημιουργήσει άμεσα τον πρώτο Αδάμ φυσώντας στο χώμα, έτσι και το Άγιο Πνεύμα παρήγαγε αμέσως την ανθρώπινη φύση του δεύτερου Αδάμ στον κόλπο της Παρθένου για να σώσει την όλη ανθρωπότητα (L).
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας Θφ = Θεοφύλακτος
Β = Βασίλειος ο Μέγας Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας Σγ = Σεβηριανός
Ζ = Ζιγαβηνός Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Η = Ησύχιος Ω = Ωριγένης
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
F. Godet, Commentaire sur l’ Evangile de S. Luc 1888 (σημειώνεται με το g)
M.J. Lagrange. Evangile selon s. Luc, Deuxieme edition Paris 1921 (σημειώνεται με το L.)
Alf. Plummer. A critical and exegetical commentary on the Gospel according to S. Luc, Fifth edition (1928) (σημειωνεται με το p.)
J.A. Bengel Gnomon of the N.T. Testament translated by A. Fausset. Τόμ. II (σημειώνεται με το b)
.J. Owen, A Commentary on the Gospel of Luc, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
Ν. Δαμαλά Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)
http://www.sostis.gr/blog/item/1014-giati-diaferoun-oi-genealogies-tou-xristou-sta-evangelia-meros-b
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Γιατί διαφέρουν οι γενεαλογίες του Χριστού στα Ευαγγέλια του Ματθαίου & του Λουκά;(Μέρος Α-κατά Ματθαίον)
Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Δεκεμβρίου, 2019
(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 25-33 εκδόσεις «ο Σωτήρ», Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
(Οι παραπομπές των ονομάτων στο τέλος Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
Ματθ. 1,1 Βίβλος γενέσεως(1) Ἰησοῦ Χριστοῦ(2), υἱοῦ Δαυΐδ(3), υἱοῦ Ἀβραάμ(4).
Ματθ. 1,1 Βιβλίον της γενεαλογίας του Ιησού Χριστού, απογόνου κατά το ανθρώπινον του βασιλέως Δαυΐδ, ο οποίος πάλιν υπήρξεν απόγονος του πατριάρχου Αβραάμ.
«Το Ευαγγέλιο είναι λόγος ο οποίος εύλογα περιέχει αναγγελία αγαθών πραγμάτων και επειδή ωφελεί αυτόν που το ακούει τον ευφραίνει, εφόσον βέβαια αποδεχτεί αυτό που αναγγέλλει, ή είναι λόγος που περιέχει την παρουσία αγαθών» (Κ).
«Ευαγγέλιο ονομάζεται το παρόν βιβλίο» (Χ), «διότι αναγγέλλει σε εμάς πράγματα που είναι καλά» (Θφ)· «διότι ευαγγελίζεται σε όλους, την κατάργηση της κόλασης, τη διάλυση των αμαρτιών, τη δικαιοσύνη, τον αγιασμό, την απολύτρωση, την υιοθεσία, την κληρονομία των ουρανών» (Χ).
(1) Ειπώθηκε πολύ σωστά, ότι η γενεαλογία αυτή αποτελεί ενωτικό σημείο μεταξύ της Π. και της Κ. Διαθήκης (F). Φράση που χρησιμοποιείται από τους Ο΄(μετάφραση των 70) στα Γέν. β 4 και ε 1 (b). Το Γεν. β 4 περιλαμβάνει τις αφηγήσεις της δημιουργίας του ανθρώπου, του παραδείσου, της πτώσης, της γέννησης του Κάιν και του Άβελ και των απογόνων του Κάιν μέχρι του Λάμεχ (a). Το Γεν. ε 1 περιλαμβάνει όχι μόνο την γενεαλογία του Αδάμ μέχρι του Ιάφεθ αναμιγμένη με κάποιες αφηγήσεις, αλλά και την εξιστόρηση της κακίας των ανθρώπων επί των ημερών του Νώε ε 1-στ 8 (p). Θα ερμηνεύσουμε· βιβλίο, στο οποίο καταγράφονται οι πρόγονοι κάποιου (g).
Ο τίτλος αυτός αναφέρεται κυρίως σε ό,τι αμέσως ακολουθεί, μέχρι το στίχο 17 αν και, λιγότερο πιθανώς, μπορεί να εφαρμοστεί στο όλο βιβλίο, σκοπός του οποίου είναι να αποδείξει, ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Υιός του Δαβίδ κλπ. (b).
«Και για ποιό λόγο την αποκαλεί Βίβλο γενέσεως του Ιησού Χριστού; Παρόλο βεβαίως που δεν περιέχει μόνο αυτό, τη γέννηση δηλαδή, αλλά όλη την οικονομία (=το θείο σχέδιο της σωτηρίας). Διότι εδώ υπάρχει η συγκεφαλαίωση όλης της οικονομίας και αποβαίνει σε εμάς η αρχή και η ρίζα όλων των αγαθών… για αυτό ονόμασε το βιβλίο από το πιο σημαντικό από τα κατορθώματα» (Χ).
Από την έννοια της φράσης στα χωρία που αναφέρθηκαν, του Γεν. β 4 και ε 1 θα μπορούσε να βγει ως συμπέρασμα, ότι ο τίτλος αποτελεί την επιγραφή ολόκληρου του περιεχομένου των κεφ. α και β, πιθανότερα όμως αναφέρεται στη γενεαλογία, που ολοκληρώνεται στο στίχο 17 (S).
Ο ευαγγελιστής αναμφίβολα είχε στο νου την Γένεση των Ο΄ όταν προτιμούσε τον τίτλο αυτόν και πιθανώς από τους Ο΄ δανείστηκε τη γενεαλογία, αν και θα μπορούσε να έχει βρει ήδη συλλεγμένη αυτήν σε κάποια από τα ιουδαϊκά αρχεία (p).
(2) Η φράση «Ιησού Χριστού» συναντιέται στους συνοπτικούς μόνο εδώ και στα Ματθ. α 18 ιστ 21, Μάρκ. α 1.
«Χριστοί (=χρισμένοι) λέγονταν οι βασιλιάδες και οι ιερείς. Διότι χρίονταν με το άγιο λάδι που ανέβλυζε από το κεράτινο δοχείο που το έβαζαν πάνω στο κεφάλι. Λέγεται λοιπόν ο Κύριος Χριστός ως βασιλιάς και ως ιερέας… και χρίστηκε και αυτός κατεξοχήν με το αληθινό λάδι, το Άγιο Πνεύμα. Διότι ποιός άλλος είχε το Πνεύμα όπως ο Κύριος;» (Θφ).
Η λέξη Χριστός έχασε τη σημασία της ως επίθετο (=χρισμένος, δηλαδή Μεσσίας), την οποία εξέφραζε σε συνδυασμό με το άρθρο (ο Χριστός) και έγινε κύριο όνομα. Δες επίσης και Ιω. α 17, όπου χρησιμοποιείται με την ίδια έννοια (S). Από ονομασία που δήλωνε το προφητικό αρχιερατικό και βασιλικό αξίωμα του Κυρίου, έγινε κύριο όνομα (ο).
«Αυτό το Ιησούς, δεν είναι όνομα ελληνικό, αλλά στην εβραϊκή γλώσσα έτσι λέγεται, Ιησούς· το οποίο σημαίνει, αν το μεταφράσουμε στην ελληνική γλώσσα, Σωτήρας· και Σωτήρας από το ότι έσωσε το λαό του» (Χ).
Στην Κ.Δ. με το ίδιο όνομα αναφέρεται ο Ιησούς του Ναυή (Εβρ. δ 8) και ο συνεργός του Παύλου ο Ιησούς ο λεγόμενος Ιούστος (Κολ. δ 11) (ο).
(3) «Και γιατί δεν είπε γιου του Αβραάμ και στη συνέχεια γιου του Δαβίδ; Τον Δαβίδ τον είχαν όλοι στο στόμα τους, και λόγω της λαμπρότητάς του και λόγω του χρόνου· διότι δεν είχε πεθάνει πριν από τόσα πολλά χρόνια όσο ο Αβραάμ» (Χ).
«Και κανείς δεν τον αποκαλούσε υιό Αβραάμ, αλλά όλοι υιό Δαβίδ. Έτσι λοιπόν άρχισε από τον πιο γνωστό και ανέβηκε στον παλαιότερο» (Ζ).
Ο Αβραάμ υπήρξε ο πρώτος, ο Δαβίδ ο τελευταίος από τους ανθρώπους, στους οποίους έγινε η υπόσχεση για τον Μεσσία. Για αυτό ονομάστηκε υιός Δαβίδ, εφόσον ο Δαβίδ υπήρξε και ο άμεσος πρόγονός του (b). Για κάθε Χριστιανό που προερχόταν από τους Ιουδαίους, η μεσσιακή ιδιότητα του Ιησού θα εξαρτιόταν από την καταγωγή του από τον Δαβίδ και είναι γεγονός, ότι τονίζεται ιδιαιτέρως αυτή η καταγωγή στα πρώτα αποστολικά κηρύγματα προς τους Ιουδαίους. Δες Πράξ. β 30,ιβ 23 και Ρωμ. α 3,Β΄Τιμ. β 8,Απ. κβ 16 (S).
(4) «Ονόμασε το Χριστό γιο μεν του Δαβίδ, ενώ τον Δαβίδ γιο του Αβραάμ, οδηγώντας τη σκέψη των ακροατών στο να θυμηθούν τις υποσχέσεις. Διότι από παλιά ο Θεός υποσχέθηκε και στον Αβραάμ και στο Δαβίδ ότι θα αναστήσει από το σπέρμα τους το Χριστό. Επειδή οι ακροατές ήταν Ιουδαίοι, γνώριζαν αυτές τις υποσχέσεις» (Ζ).
«Όπως είναι πρέπον λοιπόν, από αυτόν (τον Αβραάμ) γενεαλογεί το Χριστό· διότι ο Χριστός είναι το σπέρμα του Αβραάμ, μέσω του οποίου ευλογηθήκαμε όλοι οι εθνικοί, οι πρώην καταραμένοι» (Θφ). Η καταγωγή του Μεσσία από τον Αβραάμ τονίζεται στη Διαθήκη των 12 Πατριαρχών, Λευΐ 8,15 (a). Ο Μάρκος αρχίζοντας το ευαγγέλιό του ονομάζει τον Ιησού γιο όχι του Δαβίδ αλλά του Θεού, διότι αρχίζει την αφήγησή του από το βάπτισμα του Ιησού από τον Ιωάννη, όπου ο Κύριός μας αποδείχτηκε Υιός του Θεού. Έτσι ο καθένας από τους ευαγγελιστές διακηρύσσει τον σκοπό του έργου του στον τίτλο (b).
«Ο Ματθαίος γράφοντας προς αυτούς που προέρχονταν από την περιτομή (τους Εβραίους), δεν ανέβασε τη γενεαλογία πιο πάνω από τον Αβραάμ… δείχνοντας μόνο ότι αυτός βλάστησε από το σπέρμα του Αβραάμ και του Δαβίδ σύμφωνα με τις υποσχέσεις σε εκείνους· διότι τίποτα δεν ανέπαυε τόσο πολύ τους πιστούς τους προερχομένους από τους Ιουδαίους, όσο το να μάθουν, ότι ο Χριστός ήταν από το σπέρμα του Αβραάμ και του Δαβίδ, μιας και πάντοτε τον προσδοκούσαν ότι από εκεί θα προέλθει· ο Λουκάς όμως, επειδή μέσω του Θεοφίλου μιλούσε γενικά σε όλους τους πιστούς, κάνει πλήρη τη γενεαλογία αρχίζοντας μάλλον από κάτω από το Χριστό και ανεβαίνοντας μέχρι τον Αδάμ» (Ζ)
Ματθ. 1,2 Ἀβραὰμ ἐγέννησε(1) τὸν Ἰσαάκ, Ἰσαὰκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ(2), Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰούδαν(3) καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ,
Ματθ. 1,2 Διότι ο Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ, ο Ισαάκ δε εγέννησε τον Ιακώβ, ο δε Ιακώβ εγέννησε τον Ιούδαν και τους αδελφούς αυτού.
(1) «Υπήρχε συνήθεια να γενεαλογούνται οι άνδρες. Διότι ο άνδρας σπέρνει, και αυτός είναι αρχή και ρίζα του παιδιού και κεφαλή της γυναίκας· ενώ η γυναίκα με το να τρέφει και να θάλπει και να συναυξάνει το σπέρμα, έχει δοθεί ως βοηθός στον άνδρα» (Ζ).
Ο Ματθαίος απαριθμώντας τους προγόνους του Κυρίου μας χρησιμοποιεί την κατιούσα (=προς τα κάτω) σειρά (αν και στο στίχο 1 χρησιμοποίησε και την ανιούσα (=προς τα πάνω), και αρχίζει από τον Αβραάμ, αντί για τον Αδάμ, όχι για να αποκλείσει τα έθνη, αφού μέσω του Αβραάμ όλα τα έθνη ευλογήθηκαν (b). Το να είναι κάποιος γιος του Αβραάμ σήμαινε ότι ήταν ένας αληθινός Ιουδαίος και αποτελούσε αφορμή καύχησης. Δες και Ματθ. γ 8 (S). Ολόκληρος ο στίχος 2 προέρχεται από το Α΄ Παραλ. α 34 και β 1 (a).
(2) «Για ποιο λόγο δεν ανέφερε και τον αδελφό του (τον Ησαύ) όταν ήλθε στον Ιακώβ, αλλά αναφέρει τον Ιούδα και τους αδελφούς του; Κάποιοι μεν λένε λόγω του κακού χαρακτήρα του Ησαύ… εγώ όμως δεν θα το έλεγα αυτό. Διότι αν ήταν αυτό, πώς ύστερα από λίγο ανέφερε τέτοιες (κακής φήμης) γυναίκες; Για ποιό λόγο λοιπόν δεν τον ανέφερε; Διότι δεν είχαν καμία σχέση με τους Ισραηλίτες οι Σαρακηνοί και οι Ισμαηλίτες και οι Άραβες, και όσοι έγιναν από τους προγόνους εκείνων. Για αυτό εκείνους μεν τους αποσιώπησε, σπεύδει δε να αναφέρει τους προγόνους του Χριστού και του ιουδαϊκού λαού» (Χ).
(3) Από όλους τους γιους του ο πατριάρχης Ιακώβ πεθαίνοντας (Γεν. μθ 10) ξεχώρισε τον Ιούδα ως προορισμένο να πάρει το βασιλικό αξίωμα (S). Ανάμεσα στους 12 γιους του Ιακώβ, ο Ιούδας θα ήταν ο μόνος κληρονόμος της μεσσιανικής υπόσχεσης, από την άποψη ότι από αυτόν κατά το ανθρώπινο θα καταγόταν ο Μεσσίας. Δες Γεν. μθ 10 και Εβρ. ζ 14 και Αποκ. ε 5 (F).
Ματθ. 1,3 Ἰούδας δὲ ἐγέννησε(1) τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ(2) ἐκ τῆς Θάμαρ(3), Φαρὲς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐσρώμ(4), Ἐσρὼμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀράμ,
Ματθ. 1,3 Ο Ιούδας δε εγέννησε από την νύμφην αυτού Θάμαρ τους διδύμους Φαρές και Ζαρά, ο Φαρές δε εγέννησε τον Εσρώμ, ο Εσρώμ δε εγέννησε τον Αράμ.
(1) «Ο Ιούδας πήρε την Θάμαρ νύφη για τον πρώτο του γιο τον Ηρ· επειδή αυτός πέθανε χωρίς παιδιά, την πάντρεψε με τον δεύτερο [Αυνάν] και όταν και αυτός ομοίως πέθανε, υποσχέθηκε να την παντρέψει και με τον τρίτο [Σηλώμ]· επειδή φοβήθηκε όμως μήπως και αυτός πεθάνει αμέσως, ανέβαλλε τον γάμο. Η νύφη όμως επειδή επιθυμούσε πάρα πολύ να πάρει σπέρμα από το γένος του Αβραάμ… μεταμφιεσμένη σε πόρνη κάθισε στις πύλες της πόλης με σκεπασμένο το πρόσωπο. Βλέποντας αυτήν ο Ιούδας και αγνοώντας μπήκε στο σπίτι της σαν σε πόρνη και αφού ενώθηκε σαρκικά μαζί της την κατέστησε έγκυο διδύμων τέκνων» (Ζ).
(2) «Όταν γεννούσε αυτούς, πρόβαλλε το πρώτο από τα παιδιά από τη μήτρα δίνοντας την εντύπωση ότι θα γεννηθεί πρώτος· και η μαία σύντομα έδεσε με κόκκινη κλωστή το χέρι του παιδιού που βγήκε για να γνωρίζεται αυτός που γεννήθηκε πρώτος· αλλά μάζεψε το χέρι το παιδί μέσα… και γεννήθηκε πρώτο το άλλο παιδί και έπειτα εκείνο που άπλωσε το χέρι. Ονομάστηκε λοιπόν αυτός μεν που πρώτος γεννήθηκε Φαρές, το οποίο σημαίνει διακοπή, διότι διέκοψε τη φυσική σειρά» (Θφ). «Αυτό ήταν συμβολισμός των δύο λαών· κατά τους χρόνους δηλαδή του Αβραάμ εμφανίζεται η εκκλησιαστική πολιτεία, η οποία όμως παρήκμασε στο μεταξύ και παρουσιάστηκε ο ιουδαϊκός λαός και ο Μωσαϊκός νόμος και τότε έχουμε την εμφάνιση ολόκληρου του νέου λαού και των νόμων του» (Χ).
(3) Είναι αξιοσημείωτο ότι τα ονόματα γυναικών, Θάμαρ, Ραχάβ, Ρουθ και της συζύγου του Ουρίου παρεμβάλλονται στη γενεαλογία. Η Ρουθ υπήρξε Μωαβίτισα και όχι Ιουδαία και οι άλλες τρεις υπήρξαν ένοχες βαρέων αμαρτημάτων. Η παράθεση ονομάτων, τα οποία μπορούσαν να θεωρηθούν ακατάλληλα για να μπουν στη γενεαλογία του Μεσσία έγινε σκόπιμα.
«Διότι για αυτό ήλθε, όχι για να αποφύγει τα δικά μας (κακά), αλλά για να τα εξαφανίσει… και αξίζει να τον θαυμάζουμε… ότι καταδέχτηκε να έχει τέτοιους συγγενείς, χωρίς καθόλου να ντρέπεται τα δικά μας κακά… διδάσκοντας και εμάς με αυτά, να μη σκεπάζουμε το πρόσωπό μας από ντροπή για την κακία των προγόνων μας, αλλά ένα μόνο να επιζητούμε, την αρετή. Διότι ένας τέτοιος άνθρωπος (ενάρετος), και αν ακόμη έχει πρόγονο αλλόφυλη, και αν πόρνη, και αν οτιδήποτε άλλο είναι, σε τίποτα δεν θα μπορέσει να βλαφτεί» (Χ).
«Η μεν Θάμαρ ήταν με παράνομο γάμο… η δε Ραχάβ ήταν πόρνη, η Ρουθ αλλόφυλη, η Βηρσαβεέ η γυναίκα του Ουρίου ήταν μοιχαλίδα… Ο Χριστός ήλθε ως γιατρός, όχι ως κριτής» (Ζ). Η φράση πάρθηκε από το Α΄ Παραλ. β 4 («και η Θάμαρ η νύφη του γέννησε σε αυτόν τον Φαρές και τον Ζαρά»), το οποίο δείχνει, ότι έβλεπε ο συγγραφέας το Α΄ Παραλ. β 4 (a).
(4) Ο Εσρώμ γεννήθηκε στη Χαναάν, πριν ο Ιακώβ μεταναστεύσει στην Αίγυπτο (Γεν. μστ 12). Από την άλλη ο Ναασσών που αναφέρεται στο στίχο 4 ήταν αρχηγός της φυλής Ιούδα κατά την εποχή της εξόδου του Ισραήλ από την Αίγυπτο (Αριθμ. α 7 και Α΄ Παραλ. β 10). Ο κατάλογος λοιπόν αριθμεί μόνο τρεις γενεές για τα πάνω από 400 έτη, τα οποία διήρκεσε η παραμονή των Ιουδαίων στην Αίγυπτο. Πρέπει λοιπόν να παραλείφθηκαν στο μεταξύ κάποια πρόσωπα στον κατάλογο (F).
Ματθ. 1,4 Ἀρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμιναδάβ, Ἀμιναδὰβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ναασσών(1), Ναασσὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Σαλμών,
Ματθ. 1,4 Ο Αράμ δε εγέννησε τον Αμιναδάβ, ο Αμιναδάβ δε εγέννησε τον Ναασσών, ο Ναασσών δε εγέννησε τον Σαλμών.
(1) Σύγχρονος του Μωϋσή. Η σιγή ως προς τον Μωϋσή, που τηρείται σε όλο τον κατάλογο, είναι αξιοσημείωτη (b). Ο κατάλογος περιορίζεται στα ουσιώδη και είναι πιο σύντομος και από αυτόν που βρίσκεται στο Α΄ Παραλ. β 10 (L). Τα ονόματα Ναασσών και Σαλμών τα πήρε από το Α΄ Παραλ. β 10 σύμφωνα με τους Ο΄. Και αυτά και το παραπάνω όνομα Εσρώμ δείχνουν ότι ο συλλογέας του καταλόγου χρησιμοποίησε τύπους των Ο΄(της μετάφρασης των 70) (a).
Ματθ. 1,5 Σαλμὼν(1) δὲ ἐγέννησε τὸν Βοὸζ(2) ἐκ τῆς Ῥαχάβ(3), Βοὸζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὠβὴδ(4) ἐκ τῆς Ῥούθ(5), Ὠβὴδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεσσαί,
Ματθ. 1,5 Ο Σαλμών δε εγέννησε τον Βοόζ από την τέως αμαρτωλήν Ραχάβ, ο Βοόζ δε εγέννησε τον Ωβήδ από την Μωαβίτιδα Ρούθ, ο Ωβήδ δε εγέννησε τον Ιεσσαί.
(1) Η γέννηση του Βοόζ από τον Σαλμών συμφωνεί με τους καταλόγους που βρίσκονται στα χωρία Ρουθ δ 20 και Α΄ Παραλ. β 11, αλλά πουθενά αλλού στην Π.Δ. δεν αναφέρεται ότι η πόρνη Ραχάβ ήταν μητέρα του Βοόζ (S).
«Κάποιοι νομίζουν ότι αυτή είναι εκείνη η Ραάβ η πόρνη, η οποία δέχτηκε τους κατασκόπους του Ιησού του Ναυή. Και διέσωσε αυτούς και διασώθηκε και η ίδια» (Θφ). Από την κυρίευση της Ιεριχούς από τον Ιησού μέχρι τη γέννηση του Δαβίδ πέρασαν 350 έτη, περίοδος προφανώς πολύ μεγάλη για τρεις γενεές, όσες αριθμούνται στον κατάλογο του Ματθαίου ότι έζησαν κατά το διάστημα αυτό. Είναι λοιπόν πιθανόν, ότι ο κατάλογος και στο σημείο αυτό αποσιωπά κάποια ονόματα (F).
(2) Αυθεντική γραφή Βόες. Στο Α΄ Παραλ. β 11 υπάρχει ο τύπος Βόος ή Βόοζ.
(3) Η Ραχάβ εξαίρεται στα ιουδαϊκά συναξάρια. Δες και Εβρ. ια 31, Ιακ. β 25. Υποτίθεται, ότι έγινε προσήλυτη και σύμφωνα με κάποια παράδοση παντρεύτηκε τον Ιησού του Ναυή. Κάποιο χωρίο του Ταλμούδ (Τ.Β. Μegilla,14β) αναφέρει: «Οκτώ προφήτες, οι οποίοι συγχρόνως ήταν και ιερείς, κατάγονται από την Ραχάβ» (S).
(4) Αυθεντική γραφή Ιωβήδ.
(5) Άλλος τύπος προσηλύτου (L). Η ειδική σημασία της Ρουθ ήταν, ότι υπήρξε Μωαβίτισα και ανήκε λοιπόν σε έθνος ιδιαιτέρως μισητό στους Εβραίους. Δες Δευτερ. κγ 3, όπου κάποιος Μωαβίτης αποκλείστηκε από τη συναγωγή μέχρι δεκάτης γενεάς. Δες ομοίως Νεεμ. ιγ 1 (S).
Ματθ. 1,6 Ἰεσσαὶ δὲ ἐγέννησε τὸν Δαυΐδ τὸν βασιλέα(1). Δαυΐδ δὲ ὁ βασιλεὺς ἐγέννησε τὸν Σολομῶντα(2) ἐκ τῆς τοῦ Οὐρίου(3),
Ματθ. 1,6 Ο Ιεσσαί δε εγέννησε τον βασιλέα Δαυΐδ, ο δε βασιλεύς Δαυίδ εγέννησε τον Σολομώντα από την γυναίκα του Ουρίου.
(1) Ο Δαβίδ ονομάζεται με τρόπο ειδικό «ο βασιλιάς» όχι μόνο διότι είναι ο πρώτος βασιλιάς από αυτούς που αναφέρονται σε αυτήν τη γενεαλογία, αλλά και διότι ο θρόνος του ήταν υπεσχημένος στον Μεσσία. Δες Λουκ. α 32 (b). Το βασιλικό αξίωμα που αποκτήθηκε από τον Δαβίδ και χάθηκε από τους απογόνους του στην αιχμαλωσία, ανακτήθηκε στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Με την αναφορά του Δαβίδ οι πρώτες 14 γενεές συμπληρώνονται. Είναι αξιοσημείωτο, ότι εκτός από την προσθήκη των ονομάτων των γυναικών και τη λέξη «τον βασιλέα» τα τελευταία δέκα ονόματα του καταλόγου του Ματθαίου συμφωνούν ακριβώς με τη μικρή γενεαλογία στο χωρίο Ρουθ δ 18-21. Η αρχική πηγή και για τις δύο είναι πιθανώς το Α΄ Παραλ. κεφάλαια α-β (S).
(2) Αυθεντική γραφή Σολομώνα. Το δεύτερο τμήμα του καταλόγου αριθμεί τα ονόματα των βασιλέων από τον Σολομώντα μέχρι τον Ιεχονία, ο οποίος έχασε το θρόνο του και οδηγήθηκε στην εξορία. Και για να επιτευχθεί η επιζητούμενη συμμετρία των 14 γενεών αποσιωπούνται τρία ονόματα μετά τον Ασά. Πηγή του καταλόγου αυτού είναι το Α΄ Παραλ. γ 5,10-15 σύμφωνα με τους Ο΄(S).
(3) «Αναφέρει και τη γυναίκα του Ουρίου, για να υποδηλώσει, ότι δεν πρέπει να ντρεπόμαστε για τους προγόνους μας, αλλά μάλλον να επιδιώκουμε με τη δική μας αρετή να λαμπρύνουμε και εκείνους· και ότι όλοι είναι δεκτοί για το Θεό, ακόμη και αν γεννηθούν από πόρνη, μόνο εάν έχουν αρετή» (Θφ).
Ματθ. 1,7 Σολομὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ῥοβοάμ, Ῥοβοάμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιά, Ἀβιὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀσά(1),
Ματθ. 1,7 Ο Σολομών δε εγέννησε τον Ροβοάμ, ο Ροβοάμ δε εγέννησε τον Αβιά, ο Αβιά δε εγέννησε τον Ασά.
(1) Στο Α΄ Παραλ. γ 10-11 αναγράφεται το όνομα Ασά και ο Ιώσηπος ονομάζει αυτόν το βασιλιά Άσανον (a).
Ματθ. 1,8 Ἀσὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσαφάτ, Ἰωσαφάτ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωράμ, Ἰωρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὀζίαν(1),
Ματθ. 1,8 Ο Ασά δε εγέννησε τον Ιωσαφάτ, ο Ιωσαφάτ δε εγέννησε τον Ιωράμ, ο Ιωράμ δε εγέννησε τον Οζίαν.
(1) Στο βιβλίο των Βασιλειών (Δ΄ Βασ. η 25) τον Ιωράμ διαδέχεται ο Οχοζίας, πατέρας του Ιωάς, ο οποίος υπήρξε πατέρας του Αμασίου, ο οποίος γέννησε τον Αζαρία ή Οζία. Ο Ματθαίος λοιπόν αποσιώπησε τρία ονόματα.
«Προσπέρασε τρεις βασιλιάδες λόγω της υπερβολικής τους ασέβειας. Διότι ο Οχοζίας, που ήταν γαμπρός του Αχάβ του βασιλιά του Ισραήλ, μιμήθηκε με ζήλο την ασέβειά του, όπως λέει το βιβλίο των Βασιλειών. Και ο Ιωάς αφού αρχικά ευαρέστησε το Θεό, ύστερα ειδωλολάτρησε, ο οποίος και τον Αζαρία τον γιο του Ιωδάε του ιερέα, ο οποίος τον έλεγξε για την ασέβειά του, διέταξε να τον λιθοβολήσουν όπως έχει γραφτεί στο δεύτερο βιβλίο Παραλειπομένων. Και ο Αμασίας, ενώ αρχικά ευαρέστησε το Θεό, όταν κυρίευσε την Ιδουμαία, θυσίασε στα λάφυρα που βρήκε, στα είδωλα της Ιδουμαίας, όπως και για αυτόν έχει γραφτεί στο Β΄ Παραλειπομένων» (Χ).
Σύμφωνα με τον Ιερώνυμο «εφόσον ο ευαγγελιστής είχε πρόθεση να τοποθετήσει τρεις δεκατετράδες στις διάφορες χρονικές εποχές και ο Ιωράμ είχε αναμιχτεί με το γένος της ασεβούς Ιεζάβελ, εξάλειψε τη μνήμη του μέχρι τρίτης γενεάς». Πράγματι η Αταλία, μητέρα του Οχοζίου, ήταν κόρη της Ιεζάβελ. Την τελευταία όμως αυτήν κάνει μισητή, όχι η εθνική καταγωγή της, αλλά οι διωγμοί της εναντίον των προφητών με σκοπό να καταργήσει τη λατρεία του Ιεχωβά. Είναι αλήθεια, ότι ο Μανασσής συμπεριφέρθηκε πολύ κακά, αλλά μετανόησε. Είναι επίσης δυνατόν η καταδίκη αυτή της εξάλειψης του ονόματος να έγινε από τη συναγωγή, έτσι ώστε τα ονόματα αυτά να μην εμφανίζονται στους γενεαλογικούς πίνακες (L).
Ματθ. 1,9 Ὀζίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωάθαμ, Ἰωάθαμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἄχαζ, Ἄχαζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐζεκίαν,
Ματθ. 1,9 Ο Οζίας δε εγέννησε τον Ιωάθαμ, ο Ιωάθαμ δε εγέννησε τον Αχαζ, ο Αχαζ δε εγέννησε τον Εζεκίαν.
(1) Έτσι συλλαβίζεται το όνομα στην εβραϊκή. Οι Ο΄ παραλλάσσουν ανάμεσα στο Αμών και το Αμώς. Εδώ το Αμώς είναι η αυθεντική γραφή (S).
Ματθ. 1,10 Ἐζεκίας δὲ ἐγέννησε τὸν Μανασσῆ, Μανασσῆς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμών, Ἀμὼν(1) δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσίαν,
Ματθ. 1,10 Ο Εζεκίας δε εγέννησε τον Μανασσή, ο Μανασσής δε εγέννησε τον Αμών, ο Αμών δε εγέννησε τον Ιωσίαν.
(1) Το κείμενο όπως έχει εδώ είναι γεμάτο δυσκολίες. Εάν υποθέταμε μαζί με τον Allen ότι το Ιεχονίας είναι παραφθορά του ονόματος Ιωαχίμ, η σύγχυση θα εκμηδενιζόταν, οπότε θα είχαμε «Ιωσίας δε εγέννησεν τον Ιωακίμ ή Ιωαχίμ», το οποίο θα ανταποκρινόταν στο Α΄ Παραλ. γ 15. Ο συγγραφέας όμως των Παραλειπομένων είχε ειδικό λόγο να σημειώσει τους αδελφούς του Ιωακίμ, χωρίς να αναφέρει αυτούς ονομαστικά, διότι δύο από αυτούς, ο Ιωανάν και ο Σεδεκίας βασίλευαν τότε, ο τελευταίος μάλιστα ήταν το τελευταίο μέλος της Δαβιτικής καταγωγής το οποίο έφερε το στέμμα. Επιπλέον οι δύο αυτοί δεν αναφέρονται ονομαστικά, διότι δεν αποτελούν κρίκους στη γενεαλογία.
Αλλά και άλλη δυσκολία θα απομακρυνόταν. Τώρα με τη διπλή απαρίθμηση του Ιεχονίου, το επόμενο τμήμα του γενεαλογικού καταλόγου (σ. 11-16) εμφανίζει 13 μόνο ονόματα. Ενώ εάν στο στίχο 11 αντικατασταθεί το όνομα Ιεχονίας με το Ιωακίμ, ώστε ο στίχος 12 να αρχίζει με τον Ιεχονία ως πρώτο στον κατάλογο που ακολουθεί μετά την αιχμαλωσία, τότε θα έχουμε και στο τελευταίο αυτό τμήμα του καταλόγου 14 νέα ονόματα (S). Ο Ιεχονίας άλλωστε ήταν, όπως φαίνεται, μόλις 18 ετών, όταν οδηγήθηκε στην αιχμαλωσία (L).
(2) «Η φράση «κατά την αιχμαλωσία» σημαίνει κοντά στον καιρό της αιχμαλωσίας» (Ζ). Η λέξη μετοικεσία είναι σπάνια και συναντιέται 10 φορές στους Ο΄ (a). Πιο καλή είναι η λέξη μετοίκηση= μετανάστευση από έναν τόπο σε άλλον· ειδικότερα εκείνη, στην οποία κάποιος από άλλον εξαναγκάζεται, όσον αφορά την αιχμαλωσία στη Βαβυλώνα (g).
«Μετοικεσία λέει την αιχμαλωσία, την οποία ύστερα υπέστησαν όταν όλοι μαζί οδηγήθηκαν στη Βαβυλώνα» (Θφ).
(3) Δηλαδή στη Βαβυλώνα (b). Η αναφορά της αιχμαλωσίας κλείνει φυσικά το τμήμα αυτό του καταλόγου, δηλώνοντας ότι το βασιλικό αξίωμα που αποκτήθηκε από τον Δαβίδ χάθηκε τώρα για τους απογόνους του (S).
Ματθ. 1,11 Ἰωσίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεχονίαν(1) καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς μετοικεσίας(2) Βαβυλῶνος(3).
Ματθ. 1,11 Ο Ιωσίας δε εγέννησε τον Ιεχονίαν και τους αδελφούς αυτού κατά την εποχήν, που απήχθησαν αιχμάλωτοι εις την Βαβυλώνα οι Ιουδαίοι.
(1) Δηλαδή αφού μετανάστευσαν στη Βαβυλώνα (b) και όχι μετά το τέλος της αιχμαλωσίας, διότι είναι βέβαιο, ότι ο Ζοροβάβελ γεννήθηκε ενώ διαρκούσε η αιχμαλωσία στη Βαβυλώνα (F).
(2) Ο Ιεχονίας κρατήθηκε φυλακισμένος για 37 έτη και αποκαταστάθηκε στο βασιλικό του αξίωμα από τον διάδοχο του Ναβουχοδονόσορα. Δες Δ΄ Βασ. κδ 8-17 και Ιερ. νβ 31-34 (L).
(3) Στο Α΄ Παραλ. γ 19 κατά το εβραϊκό πρωτότυπο ο Ζοροβάβελ παρουσιάζεται ως γιος του Φαδαΐα, αλλά στους Ο΄ στο ίδιο χωρίο ο Ζοροβάβελ μαρτυρείται σαν ένας από τους γιους του Σαλαθιήλ. Αυτό αποτελεί άλλη ένδειξη, ότι ο Ματθαίος χρησιμοποιούσε τους Ο΄ (S). Η διαφορά με το εβραϊκό πρωτότυπο εξηγείται με την πιθανότατη εκδοχή, ότι ο Φαδαΐας πήρε σύζυγο την χήρα του Σαλαθιήλ όταν πέθανε (F).
(4) Τα ονόματα που ακολουθούν μετά τον Ζοροβάβελ προέρχονται από άγνωστη πηγή, ίσως από την οικογένεια του Ιησού (S). Ο Ματθαίος και ο Λουκάς συναντιούνται στις γενεαλογίες τους στα δύο αυτά ονόματα (Ζοροβάβελ και Σαλαθιήλ), και έπειτα και οι δύο παραθέτουν σειρά ονομάτων που δεν αναφέρονται στη Βίβλο. Αλλά ο Λουκάς έχει 18 ονόματα που παρεμβάλλονται μεταξύ Ζοροβάβελ και Ιωσήφ. Είναι άγνωστο σε ποιο σημείο του καταλόγου ο Ματθαίος τον συντομεύει. Σαφές μόνο είναι, ότι ο Ματθαίος δεν υπολογίζει τους απογόνους του Ζοροβάβελ, των οποίων ο κατάλογος παρατίθεται στο Α΄ Παραλ. γ 21-24 (L).
Ματθ. 1,12 Μετὰ δὲ τὴν μετοικεσίαν(1) Βαβυλῶνος Ἰεχονίας(2) ἐγέννησε τὸν Σαλαθιήλ, Σαλαθιὴλ(3) δὲ ἐγέννησε τὸν Ζοροβάβελ(4),
Ματθ. 1,12 Επειτα δε από την βιαίαν αυτήν μετανάστευσιν των Ιουδαίων εις Βαβυλώνα και την ζωήν των εκεί ως αιχμαλώτων, ο Ιεχονίας εγέννησε τον Σαλαθιήλ, ο δε Σαλαθιήλ εγέννησε τον Ζοροβάβελ.
Ματθ. 1,13 Ζοροβάβελ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιούδ, Ἀβιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιακείμ, Ἐλιακεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀζώρ,
Ματθ. 1,13 Ο Ζοροβάβελ δε εγέννησε τον Αβιούδ, ο Αβιούδ δε εγέννησε τον Ελιακείμ, Ελιακείμ δε εγέννησε τον Αζώρ.
Ματθ. 1,14 Ἀζὼρ δὲ ἐγέννησε τὸν Σαδώκ, Σαδὼκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀχείμ, Ἀχεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιούδ,
Ματθ. 1,14 Ο Αζώρ δε εγέννησε τον Σαδώκ, ο Σαδώκ δε εγέννησε τον Αχείμ, ο Αχείμ δε εγέννησε τον Ελιούδ.
Ματθ. 1,15 Ἐλιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλεάζαρ, Ἐλεάζαρ δὲ ἐγέννησε τὸν Ματθάν, Ματθὰν δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ,
Ματθ. 1,15 Ο Ελιούδ δε εγέννησε τον Ελεάζαρ, ο Ελεάζαρ δε εγέννησε τον Ματθάν, ο Ματθάν δε εγέννησε τον Ιακώβ.
Ματθ. 1,16 Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσὴφ(1) τὸν ἄνδρα(2) Μαρίας(3), ἐξ ἧς ἐγεννήθη(4) Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος(5) Χριστός.
Ματθ. 1,16 Ο Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιωσήφ, τον μνηστήρα της Μαρίας, από την οποίαν εγεννήθη ο Ιησούς ο ονομαζόμενος Χριστός.
(1) «Δεν υπήρχε νόμος στους Ιουδαίους να γενεαλογούνται γυναίκες. Για να φυλάξει λοιπόν και τη συνήθεια και να μη φανεί ότι από την αρχή της εξιστόρησης την παραβαίνει και για να μας γνωρίσει και την κόρη, για αυτό το λόγο αφού αποσιώπησε τους προγόνους αυτής (της Μαρίας), γενεαλόγησε τον Ιωσήφ» (Χ).
«Επειδή δηλαδή αποδείχτηκε ότι ο Ιωσήφ ήταν από το γένος εκείνων, είναι προφανές, ότι και η Θεοτόκος από εκεί καταγόταν» (Ζ). «Διότι υπήρχε νόμος που πρόσταζε ότι δεν επιτρέπεται ο γάμος από άλλη φυλή αλλά από την ίδια» (Χ).
«Για αυτό και με το να γενεαλογήσει τον μνηστήρα της Θεομήτορος, με αυτό απέδειξε αυτό που είχε σκοπό. Αφού δηλαδή ο Ιωσήφ αποδείχτηκε ότι ήταν από τη γενιά εκείνων, είναι προφανές ότι από εκεί καταγόταν και η Θεοτόκος» (Ζ).
«Πώς όμως θα μάθουμε, ότι από τον Δαβίδ καταγόταν (η παρθένος); Άκουσε το Θεό να λέει στον Γαβριήλ να μεταβεί «σε Παρθένο μνηστευμένη με άνδρα, του οποίου το όνομα είναι Ιωσήφ, από τον οίκο και τη γενιά του Δαβίδ» (Λουκ. α 27). Τι πιο σαφές θέλεις από αυτό, όταν ακούσεις ότι η Παρθένος ήταν από τον οίκο και τη γενιά του Δαβίδ;» (Χ).
Απέναντι στο νόμο ο Ιησούς ήταν ο κληρονόμος του Ιωσήφ, και για αυτό και δόθηκε η γενεαλογία του Ιωσήφ. Ως κληρονόμος του Ιωσήφ, ο Ιησούς ήταν ο κληρονόμος του Δαβίδ, οπότε καμία ανακολουθία (ασυμφωνία) δεν υπάρχει στο γεγονός ότι τα δύο ευαγγέλια, τα οποία αναφέρουν τη γέννηση από την παρθένο, παραθέτουν τη γενεαλογία του Ιωσήφ. Άλλωστε ήταν τελείως δυνατόν και η Μαρία να καταγόταν από τον Δαβίδ. Κατά τον δεύτερο μάλιστα αιώνα πιστευόταν από όλους ότι η Μαρία καταγόταν από το γένος του Δαβίδ. Δες Ιουστίνου προς Τρύφωνα 43,45,100, Ειρην.ΙΙΙ,ΧΧΙ,5 Τερτυλλιανού Adv.Jud.9.Ανάληψη Ησαΐου Χ 2, Ευαγγέλιο της γεννήσεως Μαρίας Ι,1 (p).
«Είναι όμως ανάγκη να πούμε και άλλη αιτία περισσότερο μυστηριακή και απόρρητη, για την οποία γενεαλογείται ο Ιωσήφ, ενώ δεν συνέβαλε καθόλου στη γέννηση. Ποιά λοιπόν είναι αυτή; Δεν ήθελε να γνωρίζουν οι Ιουδαίοι κατά το χρόνο της γέννησης, ότι ο Χριστός γεννήθηκε από Παρθένο… Δεν είναι δικός μου αυτός ο λόγος, αλλά των (αποστολικών) Πατέρων μας, των θαυμαστών και σπουδαίων εκείνων ανδρών. Διότι, αφού κάλυψε με πυκνή σκιά πολλά από την αρχή και ονόμαζε τον εαυτό του υιό ανθρώπου και δεν μας αποκάλυψε καθαρά την ισότητά του σε όλα με τον Πατέρα, γιατί θαυμάζεις, επειδή κάλυψε μέχρις ορισμένου σημείου και αυτό, επειδή ήθελε να ρυθμίσει κάτι το σπουδαίο και αξιοθαύμαστο;
Αλλά ποιό είναι, θα πει κάποιος, αυτό το αξιοθαύμαστο; Το να διασωθεί η Παρθένος και να απαλλαχτεί από κάθε ανήθικη υποψία. Διότι, αν αυτό γινόταν γνωστό από την αρχή στους Ιουδαίους, και θα λιθοβολούσαν την Παρθένο… και θα την καταδίκαζαν για μοιχεία… Διότι εάν μετά από τόσα θαύματα, ακόμη τον αποκαλούσαν αυτόν (τον Ιησού) γιό του Ιωσήφ, πώς θα πίστευαν πριν από τα θαύματα ότι γεννήθηκε από Παρθένο;… Διότι θα τους συντάρασσε πολύ αυτούς (τους Ιουδαίους) το παράξενο και πρωτοφανές γεγονός, που όμοιό του ούτε καν είχε ακουστεί ότι έγινε στους προγόνους τους. Διότι αυτός μεν που μια και καλή πείστηκε, ότι είναι Υιός του Θεού, ούτε αυτό θα μπορούσε να το αμφισβητήσει λοιπόν· αυτός όμως που τον θεωρούσε πλάνο και αντίθεο, πώς δεν θα σκανδαλιζόταν περισσότερο από αυτό και δεν θα οδηγούνταν σε αυτήν την υποψία;» (Χ).
Άλλο ζήτημα προβάλλεται από το ότι ο Λουκάς αναφέρει τον Ηλί και όχι τον Ιακώβ ως πατέρα του Ιωσήφ. Η θεωρία, ότι η γενεαλογία του Λουκά είναι της Μαρίας, δεν είναι άξια λόγου. Η θεωρία είναι παλαιότερη του Annius του Viterbo (γύρω στο 1490 μ.Χ.). Δες στο Αποκ. δ 7, στο υπόμνημα που αποδίδεται στον Βικτωρίνο Mign.P.L.v 324 (p).
Η καλύτερη λύση είναι ότι ο Λουκάς παρέχει την πραγματική καταγωγή του Ιωσήφ, ενώ ο Ματθαίος δίνει την βασιλική καταγωγή του Ιωσήφ. Και οι δύο γενεαλογίες είναι του Ιωσήφ, αν και η γενεαλογία της Μαρίας μπορεί να συμπίπτει με αυτήν του Ιωσήφ σε κάποιον παλαιότερο πρόγονο. Σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή ο Ηλί υπήρξε ο πραγματικός πατέρας του Ιωσήφ. Ο Ιακώβ, που γράφει ο Ματθαίος, μπορεί να είναι άλλος συγγενής του Ιωσήφ, του οποίου ο Ιωσήφ ήταν σύμφωνα με το νόμο κληρονόμος και μέσω του οποίου ο Ματθαίος αποδείκνυε την βασιλική καταγωγή του Ιωσήφ (S).
(2) Η λέξη λέγεται και για τον μνηστήρα (αρραβωνιαστικό). Δες Αποκ. κα 2 και αλλού (g).
«Είπε τον Ιωσήφ άνδρα της, επειδή ήταν μνηστήρας της. Και πράγματι στη συνέχεια της εξιστόρησης την ονομάζει και αυτήν γυναίκα του, επειδή ήταν αρραβωνιαστικιά του. Διότι έτσι ήταν συνήθεια να ονομάζονται και πριν τη σαρκική ένωση του γάμου» (Ζ).
«Για να μη νομίσεις, όταν ακούσεις «τον άνδρα Μαρίας» ότι γεννήθηκε σύμφωνα με τον κοινό νόμο της φύσης, πρόσεξε πώς διορθώνει αυτό αμέσως κατόπιν. Άκουσες, λέει, άνδρα, άκουσες μητέρα, άκουσες για το όνομα που δόθηκε στο παιδί· άκουσε λοιπόν και τον τρόπο της γέννησης. «Του Ιησού Χριστού η γέννηση έτσι έγινε…»» (Χ).
Λόγω της επιθυμίας κάποιων, να αποφευχθούν λέξεις, οι οποίες, παρόλο που στην πρόθεση του συγγραφέα εξέφραζαν τη νομική συγγένεια και όχι την πατρότητα, μπορούσαν να παρανοηθούν από τον επιπόλαιο αναγνώστη, δημιουργήθηκαν οι μαρτυρούμενες από κάποιους κώδικες, αλλά όχι αυθεντικές γραφές: «Ο Ιακώβ γέννησε τον Ιωσήφ, με τον οποίο αφού μνηστεύθηκε η παρθένος Μαριάμ γέννησε Ιησούν τον λεγόμενον Χριστόν» και οι σχετικές με αυτήν γραφές (a).
(3) «Με αυτό έδειξε, ότι εξαιτίας εκείνης γενεαλόγησε και αυτόν» (Χ).
(4) Το παθητικό ρήμα εγεννήθη χωρίς κάποια δυσκολία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη γέννηση κάποιου παιδιού σε σχέση με τη μητέρα του (L).
(5) Ο Ματθαίος μιλά στον Ιουδαίο αναγνώστη, ο οποίος πρέπει να πειστεί, ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός με τέτοιες αποδείξεις, όπως είναι η γενεαλογία του. Ό,τι λοιπόν οι άλλοι ευαγγελιστές παίρνουν ως δεδομένο, αυτός ζητά να το αποδείξει (b). Λεγόμενος= ο οποίος έχει επώνυμο (g).
Ματθ. 1,17 Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραάμ ἕως Δαυΐδ γενεαὶ δεκατέσσαρες(1), καὶ ἀπὸ Δαυΐδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος(2) γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες(3).
Ματθ. 1,17 Ολαι λοιπόν αι γενεαί από τον Αβραάμ μέχρι του Δαυίδ είναι γενεαί δεκατέσσαρες και από Δαυίδ μέχρι της μετοικεσίας των Ιουδαίων ως αιχμαλώτων εις την Βαβυλώνα είναι γενεαί δεκατέσσαρες και από της μετοικεσίας εις την Βαβυλώνα μέχρι των ημερών του Χριστού γενεαί πάλιν δεκατέσσαρες.
(1) «Σε τρεις ομάδες μοίρασε όλες τις γενιές εύλογα· διότι τρεις πολιτειακές καταστάσεις συνέβησαν σε αυτούς. Από μεν τον Αβραάμ έως τον Δαβίδ μετά τον Μωϋσή και τον Ιησού του Ναυή ηγεμονεύονταν από τους Κριτές· από τον Δαβίδ μέχρι την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας καθοδηγούνταν από βασιλιάδες· από την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας μέχρι το Χριστό, κυβερνούνταν από αρχιερείς. Όταν όμως ήλθε ο Χριστός, ο αληθινός κριτής και βασιλιάς και αρχιερέας, σταμάτησαν αυτές οι πολιτειακές καταστάσεις που αναφέρθηκαν» (Ζ).
Θέλει λοιπόν «να δείξει, ότι ούτε με τις μεταβολές της πολιτειακής τους κατάστασης βελτιώθηκαν οι Ιουδαίοι· αλλά παρέμεναν στα ίδια κακά και με το αριστοκρατικό πολίτευμα και με το βασιλικό και με το ολιγαρχικό· και ότι δεν έγιναν περισσότερο ενάρετοι ούτε υπό την ηγεσία μεγάλων αρχηγών ούτε ιερέων ούτε βασιλέων» (Χ).
«Διότι χρειάζονταν τον αληθινό και κριτή και βασιλιά και ιερέα, ο οποίος είναι ο Χριστός. Διότι όταν τούς τελείωσαν οι άρχοντες, ήλθε ο Χριστός σύμφωνα με την προφητεία του Ιακώβ» (Θφ). Η διαίρεση του καταλόγου σε τρία τμήματα, καθένα από τα οποία περιλαμβάνει 14 ονόματα, αποδεικνύει τον τεχνητό χαρακτήρα της γενεαλογίας (S).
Αλλά τα κύρια σημεία της διαίρεσης είναι αξιοσημείωτα. Στον Δαβίδ (σ. 6) ο οίκος έγινε βασιλικός· στην αιχμαλωσία ο βασιλικός θρόνος χάθηκε (σ.11)· και στον Ιησού, τον λεγόμενο Χριστό, η βασιλεία αποκτήθηκε ξανά (p). Η εκλογή του αριθμού 14 μπορεί να εξηγηθεί είτε με το ότι ο αριθμός αυτός αποτελείται από τον ιερό αριθμό 7 διπλασιασμένο, είτε ότι υπαγορεύτηκε από την αριθμητική αξία των τριών εβραϊκών γραμμάτων του ονόματος Δαβίδ (p) δηλαδή DWD= 4+6+4, αφού είναι γνωστό ότι τα φωνήεντα δεν αποτελούν μέρος του εβραϊκού αλφαβήτου (S).
(2) «Γιατί όμως δεν ανέφερε και την κάθοδο των Ιουδαίων στην Αίγυπτο, όπως ακριβώς αναφέρει την αιχμαλωσία τους στη Βαβυλώνα; Διότι οι Ιουδαίοι δεν φοβούνταν πλέον τους Αιγυπτίους, έτρεμαν όμως ακόμη τους Βαβυλωνίους· και εκεί μεν στην Αίγυπτο δεν κατέβηκαν εξαιτίας των αμαρτιών τους, ενώ εδώ στη Βαβυλώνα σύρθηκαν από την ασέβειά τους» (Χ).
(3) «Για ποιο λόγο ενώ στην τελευταία ομάδα έβαλε δώδεκα γενιές, είπε ότι είναι δεκατέσσερις; Νομίζω ότι στο σημείο αυτό υπολογίζει ως μία γενιά το χρόνο της αιχμαλωσίας και ως άλλη τον ίδιο το Χριστό, και έτσι τον συνδέει από παντού με εμάς τους ανθρώπους» (Χ). Ο Χριστός εκπροσωπεί την 14η γενεά, και ο Ιεχονίας του σ. 11 είναι διαφορετικό πρόσωπο από αυτόν του σ. 12 (L). Δηλαδή όπως ήδη είπαμε ο Ιεχονίας του σ. 11 είναι στην πραγματικότητα ο Ιωακίμ ή Ιωαχίμ.
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας Ζ = Ζιγαβηνός Ευθύμιος
Απ = Απολλινάριος Θφ = Θεοφύλακτος Βουλγαρίας
Αυ = Αυγουστίνος Ιε = Ιερώνυμος
Β = Βασίλειος ο Μέγας Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Γν = Γρηγόριος Νύσσης Ω = Ωριγένης
Δ = Δαμασκηνός Ιωάννης DB=Dict. Of the Bible,Hastings
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας
(Σύγχρονοι Θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible, St Matthew Edited by G.H. Box on the basis of the earlier edition by Prof W.F. Slater, Edirburgh 1922 (σημειώνεται με το S)
M.J. Lagrange. Evangile selon s. Matthieu, Deuxieme edition Paris 1923 (σημειώνεται με το L.)
Alf. Plummer. An exegetical commentary on the Gospel according to S. Matthew, London 1911 (σημειωνεται με το p.)
W. Allen A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Matthew Third edition 1922 (σημειώνεται με το a).
A. Commentary critical, expository and practical κ.λ.π by I. Owen, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
L. Cl. Fillion La sainte Bible commentee VII (σημειώνεται με το F).
J.A. Bengel Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)
http://www.sostis.gr/blog/item/1013-giati-diaferoun-oi-genealogies-tou-xristou-sta-evangelia-meros-a
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Σήμερα έφυγε για τους ουρανούς ο τελευταίος της Συνοδείας
Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Δεκεμβρίου, 2019

Έφυγε, σήμερα, 8 Δεκεμβρίου 2019, ο τελευταίος επί της Γης της Συνοδείας του Οσίου Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού. Υποθέτει κανείς, ότι άλλος δεν εδύνατο να υποδεχτεί εκεί ψηλά τον Γέροντα Εφραίμ της Αριζόνας, πάρα μονάχα ο πολυγαπημένος Γέροντάς του, Ιωσήφ.
Σήμερα, χαίρουν οι ασκητικές ερημιές της Μικράς Αγίας Άννης και της Νέας Σκήτης Αγίου Όρους, όπου έζησε, εγκαταβίωσε και μεγαλούργησε όλη μαζί η τρισευλογημένη Συνοδεία παρά του πόδας του Ιωσήφ του Ησυχαστού.
Σήμερα, πολλοί νέοι άνθρωποι, αλλά και γηραιότεροι, νιώθουν ότι τα διαβάσματα, οι ώρες της μελέτης τους και τα ασκητικά πρότυπα τους επί της Γης, ευρίσκονται πλέον ξανά, όλα μαζί ηνωμένα εις τους ουρανούς.
Σήμερα, έφυγε ο τελευταίος της Συνοδείας.
Σήμερα, κλαίγουμε και χαίρουμε και αναπολούμε και πανηγυρίζουμε Παράδεισον.
Σήμερα, αγκαλιάζουμε πιο σφιχτά ακόμη τα βιβλία που καθόρισαν, σημάδεψαν και συντρόφευαν τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας. Και είχαν όλα να κάνουν με τη Συνοδεία.

Στην παρακάτω φωτογραφία, διακρίνονται όρθιοι από αριστερά: π. Χαράλαμπος (μετέπειτα ηγούμενος της Ι. Μονής Διονυσίου), μπάρμπα Γιάννης ο ψαράς, μον. Ευστράτιος, μον. Ιωσήφ (μετέπειτα Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός), μον. Αθανάσιος (κατά σάρκα αδελφός του Ιωσήφ Ησυχαστού), μον. Νικόδημος, π. Εφραίμ (μετέπειτα ηγούμενος της Ι. Μονής Φιλοθέου και της Ι.Μ. Αγίου Αντωνίου Αριζόνας). Καθιστοί από αριστερά: Γέροντας Αρσένιος, Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Γέροντας Θεοφύλακτος Νεοσκητιώτης.

Η ΤΡΙΣΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ:
ΓΕΡΩΝ ΙΩΣΗΦ ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ (+1959)

ΓΕΡΩΝ ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ (+1983)

ΓΕΡΩΝ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ (+1998) – ΤΟ ΠΟΛΥΑΓΑΠΗΜΕΝΟ «ΑΤΥΠΟ» ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΕΙΑΣ ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ

ΓΕΡΩΝ ΧΑΛΑΜΠΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ (+2001)

ΓΕΡΩΝ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ (+2009)

ΓΕΡΩΝ ΕΦΡΑΙΜ ΑΡΙΖΟΝΑΣ (+2019)

Επιμέλεια: Κώστας Παναγόπουλος – ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ «ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ»
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η Μεταμόρφωση του Χριστού. (Ερμηνεία των Ευαγγελίων)
Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Αυγούστου, 2019

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
Α. Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ιζ 1 – 9
(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 313-317 εκδόσεις «ο Σωτήρ», μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας Ζ = Ζιγαβηνός Ευθύμιος
Απ = Απολλινάριος Θφ = Θεοφύλακτος Βουλγαρίας
Αυ = Αυγουστίνος Ιε = Ιερώνυμος
Β = Βασίλειος ο Μέγας Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Γν = Γρηγόριος Νύσσης Ω = Ωριγένης
Δ = Δαμασκηνός Ιωάννης DB=Dict. Of the Bible,Hastings
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας
(Σύγχρονοι Θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible, St Matthew Edited by G.H. Box on the basis of the earlier edition by Prof W.F. Slater, Edirburgh 1922 (σημειώνεται με το S).
M.J. Lagrange. Evangile selon s. Matthieu, Deuxieme edition Paris 1923 (σημειώνεται με το L).
Alf. Plummer. An exegetical commentary on the Gospel according to S. Matthew, London 1911 (σημειώνεται με το p).
W. Allen A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Matthew Third edition 1922 (σημειώνεται με το a).
A. Commentary critical, expository and practical κ.λ.π by I. Owen, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
L. Cl. Fillion La sainte Bible commentee VII (σημειώνεται με το F).
J.A. Bengel Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ).
ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους
Ματθ. 17,1 Καὶ μεθ᾿ ἡμέρας ἓξ(1) παραλαμβάνει(2) ὁ Ἰησοῦς τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην(3) τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἀναφέρει(4) αὐτοὺς εἰς ὄρος(5) ὑψηλὸν(6) κατ᾿ ἰδίαν·
Ματθ. 17,1 Επειτα δε από εξ ημέρας επήρε μαζή του ο Ιησούς τον Πετρον και τον Ιάκωβον και τον αδελφόν αυτού Ιωάννην και ανέβηκε με αυτούς μόνον εις υψηλόν όρος.(Μετάφραση στίχων υπό Ιωάννου Κολιτσάρα εδώ και στο εξής)
Ο ιστορικός χαρακτήρας του μυστηριώδους αυτού συμβάντος είναι εγγυημένος, 1) από το ότι παρουσιάζεται τελείως απίθανη η επινόηση. Τίποτα δεν υπήρξε στην προηγούμενη ζωή του Χριστού, το οποίο να καθιστά πιθανή την εμφάνιση του Μωϋσή και του Ηλία και κανένα παρόμοιο γεγονός δεν συναντιέται στην Π.Δ., αφού η δόξα του Μωϋσή στο Σινά ήταν τελείως διαφορετική, 2) από τη μαρτυρία και των τριών συνοπτικών (Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς), 3) από την αξιοσημείωτη επιβολή σιωπής από τον Ιησού προς τους μαθητές και 4) από τη μαρτυρία της Β΄ Πέτρ. α 16-18, η οποία μαρτυρεί, αν όχι κάτι άλλο, τουλάχιστον ότι, κατά την εποχή που συγγράφηκε η επιστολή αυτή, το γεγονός πιστευόταν ότι έλαβε χώρα (p).
(1) Ο Λουκάς «μετά από οκτώ μέρες, λέει, χωρίς να εναντιώνεται σε αυτόν (Ματθαίο), αλλά και πάρα πολύ συμφωνώντας. Διότι ο μεν Λουκάς συμπεριέλαβε και αυτήν την ημέρα που τους είπε τα παραπάνω λόγια και την ημέρα που τους ανέβασε στο όρος, ενώ ο Ματθαίος ανέφερε μόνο τις ενδιάμεσες ημέρες» (Χ).
Ο καθορισμός αυτός του χρόνου υπονοεί κάποια σχέση με τα αμέσως προηγούμενα. Η διδασκαλία για τον Υιό του Θεού, και για το Πάθος του επιβεβαιώθηκε με την μεταμόρφωση (b).
(2) Παίρνει με τον εαυτό του, μαζί του (δ).
(3) Οι τρεις αυτοί μαθητές συνόδευαν τον Ιησού και σε διάφορες άλλες βαρυσήμαντες περιστάσεις. Δες Μάρκ. ε 37, α 29 και ιγ 3, όπως και στη Γεθσημανή Ματθ. κστ 37 (S).
«Γιατί παίρνει αυτούς μόνους; Επειδή αυτοί υπερείχαν από τους άλλους» (Χ).
«Ο μεν Πέτρος από το ότι αγαπούσε πολύ αυτόν, λόγω της θερμότητας της πίστης του. Ο Ιωάννης από την άλλη από το ότι αγαπιόταν πάρα πολύ από αυτόν, λόγω της υπερβολής της αρετής του. Ο Ιάκωβος επίσης από το ότι ήταν πάρα πολύ ενοχλητικός στους Ιουδαίους, τόσο ώστε όταν ο Ηρώδης αργότερα τον φόνευσε, έκανε μέγιστη χάρη στους Ιουδαίους» (Ζ), αλλά και «από την απάντηση την οποία απάντησε μαζί με τον αδελφό του λέγοντας· Μπορούμε να πιούμε το ποτήρι» (Σχ).
Τρία πρόσωπα ήταν αρκετά να διαπιστώσουν την αλήθεια της θαυμαστής αυτής σκηνής. Εάν ήταν παρόντες περισσότεροι από τρεις θα ήταν δύσκολο κάπως να τηρηθεί το γεγονός μυστικό (ο).
(4) =Άνω φέρω, οδηγώ επάνω (g).
(5) Ως τέτοιο αρχαιότατη παράδοση κατά τα χρόνια του Ωριγένη την οποία και ο Ιεροσολύμων Κύριλλος και ο Ιερώνυμος αναφέρουν, εξιστορεί το όρος Θαβώρ δίπλα στη Ναζαρέτ. Κάποιοι από τους νεωτέρους ερμηνευτές υποθέτουν, ότι είναι το όρος Πάνιον που είναι πιο κοντά στην Καισάρεια του Φιλίππου, και άλλοι το Ερμών, χωρίς σοβαρά επιχειρήματα (δ). Παρόλ’ αυτά φαίνεται, ότι τώρα ο Ιησούς βρισκόταν κοντά στο όρος Ερμών. Δες Ματθ. ιστ 13 (F). Οι άλλοι μαθητές πιθανώς έμειναν στην Καισάρεια (S).
(6) Το υψηλό εννοείται όχι απολύτως, αλλά σε σχέση με τα τριγύρω μικρότερα βουνά. Η μεμονωμένη θέση του Θαβώρ που υψώνεται 400 μέτρα πάνω από την πεδιάδα Ιεζραήλ δίνει σε αυτό άριστη και μοναδική θέα, την οποία πολύ ψηλότερα βουνά δεν έχουν (δ).
Ματθ. 17,2 καὶ μετεμορφώθη(1) ἔμπροσθεν αὐτῶν(2), καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος(3), τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς(4).
Ματθ. 17,2 Και μετεμορφώθη εμπρός εις αυτούς, και έλαμψε το πρόσωπον αυτού όπως ο ήλιος, τα δε ενδύματά του έγιναν λευκά όπως το φως.
(1) Η όψη του άλλαξε, αφού καταυγάστηκε από θεία λαμπρότητα (g).
«Μεταμορφώθηκε και έμεινε μεν το σώμα του στη δική του μορφή, αλλά η θεϊκή λαμπρότητα απογυμνώθηκε λίγο και καταλάμπρυνε το πρόσωπό του και μετέβαλλε τη μορφή του ώστε να είναι πιο θεϊκή» (Ζ).
«Ενώ δηλαδή το σώμα διατήρησε το σχήμα του, τα χαρακτηριστικά του χρωματίστηκαν με λαμπρότερα φωτεινά χρώματα ώστε να είναι πιο ένδοξο» (Κ).
Το ρήμα αυτό υπονοεί, ότι ο Κύριος κατείχε πάντοτε την δόξα μέσα του (b).
(2) «Έτσι ώστε βλέποντας πώς μεταμορφώθηκε να μην νομίσουν ότι αυτός είναι άλλος» (Ζ).
(3) «Έτσι νόμισαν αυτοί· διότι η λαμπρότητα εκείνη ήταν πάνω από τον ήλιο και κάπως θεία και απόρρητη» (Ζ). Άλλωστε «είπε ο ευαγγελιστής όπως ο ήλιος, επειδή μόνο το άστρο αυτό ξέρουμε ότι έχει υπερβολικό φως. Διότι το ότι έλαμψε πάνω από τον ήλιο, φαίνεται» από το ότι «έπεσαν χάμω οι μαθητές· διότι κάθε μέρα έβλεπαν ήλιο και δεν έπεφταν» (Σχ.π).
«Αν δηλαδή δεν αντεχόταν το φως αλλά ήταν αντίστοιχο με αυτό του ήλιου, δεν θα έπεφταν» (Δ).
(4) Το φως είναι συνήθως σύμβολο της θείας παρουσίας (L). Πάντως η φράση λευκά σαν το φως δηλώνει λάμψη κατώτερη από εκείνη, η οποία εκφράζεται με το «έλαμψε όπως ο ήλιος»· διότι τα ρούχα του επισκίαζαν την λαμπρότητα που έβγαινε από μέσα από το σώμα του (b).
Ματθ. 17,3 καὶ ἰδοὺ(1) ὤφθησαν(2) αὐτοῖς Μωσῆς καὶ Ἠλίας(3) μετ᾿ αὐτοῦ(4) συλλαλοῦντες(5).
Ματθ. 17,3 Και ιδού, εφάνησαν εις αυτούς ο Μωϋσής και ο Ηλίας, οι οποίοι συνωμιλούσαν μαζή του.
(1) Το ιδού δηλώνει, ότι αμέσως μετά την θεία όψη του Σωτήρα την θαμπωτική, τράβηξε την προσοχή τους η παρουσία των δύο μεγάλων προφητών (δ).
(2) Ο ίδιος ο Χριστός αποκαλεί το όλο επεισόδιο της Μεταμόρφωσης όραμα (στο στίχο 9), το οποίο δεν σημαίνει, ότι αυτό δεν ήταν και αντικειμενική πραγματικότητα. Δες Πράξ. ζ 31,θ 10,ιστ 9,10,ιη 9. Δεν επρόκειτο για οπτική απάτη, αλλά για εμφάνιση, η οποία έγινε αντιληπτή και στους τρεις συγχρόνως μαθητές. Πείστηκαν και οι τρεις μαθητές, ότι είχαν δει τους ένδοξους αντιπροσώπους του Νόμου και των Προφητών να συνομιλούν μαζί με τον δοξασμένο Χριστό (p).
(3) «Παρουσίασε μαζί του ως δούλους τους επισημότερους από αυτούς που έλαμψαν στην Παλαιά Διαθήκη, για να φανεί η απόσταση του εαυτού του από εκείνους και πόσο αυτός διαφέρει από αυτούς» (Ζ).
«Υπάρχει όμως και άλλη αιτία που μπορούμε να πούμε μαζί με αυτά που λέχθηκαν. Ποιά είναι αυτή; Για να μάθουν ότι έχει εξουσία και θανάτου και ζωής και εξουσιάζει τα πάνω και τα κάτω. Για αυτό φέρνει στη μέση και αυτόν που είχε πεθάνει (Μωϋσή) και αυτόν που δεν έπαθε κάτι τέτοιο (Ηλία)» (Χ).
Ως αντιπρόσωποι της Παλαιάς Διαθήκης ο Μωϋσής και ο Ηλίας έρχονται κατά θεία εντολή για να χαιρετίσουν τον αντιπρόσωπο της Καινής, από τον οποίο συντελέστηκε η σωτηρία του κόσμου και για να τον ευχαριστήσουν για την επικείμενη εκπλήρωση του μεγάλου μυστηρίου του Θεού Πατέρα (δ). Γίνεται ολοφάνερο από το χωρίο αυτό, όπως και από άλλα τμήματα του λόγου του Θεού, ότι οι άγιοι στον ουρανό είναι γνωστοί και διακρίνονται μεταξύ τους από τη μορφή και την εμφάνιση των δοξασμένων σωμάτων τους (ο).
Οι μαθητές αναγνώρισαν τους δύο προφήτες είτε αμέσως τότε με βάση την εξωτερική εικόνα τους (τον Μωϋσή για παράδειγμα, λόγω των εκθαμβωτικών ακτίνων του προσώπου του, τον Ηλία πάλι σαν μεταφερόμενο πάνω σε πύρινο άρμα), είτε μετά από λίγο, όταν ο Κύριος μετά την Μεταμόρφωση συνομίλησε μαζί τους (F).
(4) Συζητούσαν μαζί του μόνο, όχι όμως και μαζί με τους τρεις Αποστόλους (b).
(5) Δεν πρόκειται για πλεονασμό (μετ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες). Ο καθένας από αυτούς συνομιλούσε με τον Ιησού. Συνομιλία ύψιστης σημασίας (b).
«Συνομιλούσαν με αυτόν δείχνοντας, ότι και ο νόμος που δόθηκε μέσω του Μωϋσή και ο λόγος των προφητών προφήτευσαν με συμφωνία για τον θάνατό του· ο μεν νόμος με τους τύπους των θυσιών, ο δε προφητικός λόγος με διάφορα πράγματα… Το τι συζητούσαν το δίδαξε ο Λουκάς· διότι είπε, ότι έλεγαν την έξοδό του την οποία επρόκειτο να εκπληρώσει στην Ιερουσαλήμ, έξοδο ονομάζοντας την αναχώρηση και μετάβαση από αυτήν την ζωή» (Ζ).
Είναι αξιοσημείωτο ότι ούτε ο Πέτρος απηύθυνε κάποια λέξη στον Μωϋσή και τον Ηλία, ούτε αυτοί έδωσαν κάποια προσοχή στους τρεις μαθητές. Οι σκέψεις τους και η συνομιλία περιορίστηκε εξ’ ολοκλήρου σε εκείνον, τον οποίον γνώριζαν ως θείο τους λυτρωτή και ήταν ήδη η μεγάλη και κεντρική φυσιογνωμία στην όλη εικόνα. Όταν ο Χριστός είναι παρών κάθε λογικό δημιούργημα βυθίζεται σε αφάνεια (ο).
Ματθ. 17,4 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι(1)· εἰ θέλεις(2), ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς(3) σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν Ἠλίᾳ.
Ματθ. 17,4 (Συνεπαρμένος ο Πετρος από το μεγαλειώδες εκείνο θέαμα έλαβε τον λόγον και είπεν στον Ιησούν)• “Κυριε καλά είναι να μείνωμεν ημείς εδώ• εάν θέλης, ας κάμωμεν εδώ τρεις σκηνάς, μίαν για σένα, μίαν για τον Μωϋσέα και μίαν για τον Ηλίαν”.
(1) Δηλαδή να παραμένουμε εδώ (b).
«Επειδή αγαπούσε πάρα πολύ ο Πέτρος τον διδάσκαλο και δεν ήθελε να πάει ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα για να μην πάθει πηγαίνοντας εκεί… φανερά μεν δεν τολμά να τον εμποδίσει, για να μην τον μαλώσει πάλι ο Ιησούς, αλλά βλέποντας το όρος να έχει πολλή ασφάλεια μιας και αγνοούνταν από τους εχθρούς… συμβουλεύει να μείνουν εκεί» (Ζ), «όπου είναι παρόντες και ο Μωϋσής και ο Ηλίας· ο Ηλίας που κατέβασε από τον ουρανό φωτιά στο όρος και ο Μωϋσής που μπήκε στο θείο σύννεφο και συνομίλησε με το Θεό» (Χ).
«Έχουμε τον Μωϋσή και τον Ηλία που θα μας βοηθήσουν. Διότι ο μεν Μωϋσής νίκησε τους Αιγυπτίους, ο δε Ηλίας κατέβασε φωτιά από τον ουρανό· επομένως τα ίδια θα κάνουν και εναντίον των εχθρών που θα έρθουν εδώ» (Θφ).
Ανεξάρτητα όμως από αυτό «είπε ότι είναι καλό να μένουν στο όρος εκείνο, έτσι ώστε αυτός και αυτοί που ήταν μαζί του, να ευφραίνονται βλέποντας την μεταμόρφωση του Ιησού και το λαμπερό σαν τον ήλιο πρόσωπό του και τα λευκά σαν το φως ρούχα του και μαζί με αυτά, αυτούς που μία φορά εμφανίστηκαν με δόξα, τον Μωϋσή και τον Ηλία, να τους βλέπουν πάντα μέσα στη δόξα, και να ευφραίνονται με αυτά που θα τους ακούνε να συζητούν και να μοιράζονται μεταξύ τους, ο μεν Μωϋσής και ο Ηλίας προς τον Ιησού, ο δε Ιησούς προς αυτούς» (Ω).
(2) «Αφού είπε ότι είναι καλό να μένουμε εδώ και επειδή κατάλαβε ότι δεν μίλησε καλά, μιας και μίλησε από τη δική του γνώμη, πρόσθεσε, αν θέλεις» (Ζ).
(3) Τρεις, όχι έξι. Οι Απόστολοι επιθυμούσαν να είναι μαζί με τον Ιησού (b). Ή, εμείς οι άλλοι θα μοιραστούμε στις τρεις σκηνές (δ) και θα ‘μαστε στην υπηρεσία σας. Η πρόταση του Πέτρου για τις τρεις σκηνές μπορεί να εξηγηθεί ίσως και από την επικρατούσα τότε συνήθεια να στήνουν σκηνή χάριν διακεκριμένου επισκέπτη, για να δείξουν σεβασμό προς αυτόν (S).
Ματθ. 17,5 ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος(1) ἰδοὺ(2) νεφέλη(3) φωτεινὴ(4) ἐπεσκίασεν(5) αὐτούς(6), καὶ ἰδοὺ(2) φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης(7) λέγουσα(8)· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου(9) ὁ ἀγαπητός(10), ἐν ᾧ εὐδόκησα(11)· αὐτοῦ ἀκούετε(12)·
Ματθ. 17,5 Ενώ δε ακόμη αυτός ωμιλούσε, ιδού ολόφωτος νεφέλη εσκίασεν αυτούς και ιδού ακούσθηκε φωνή από την νεφέλη, η οποία έλεγεν• “αυτός είναι ο μονογενής υιός μου ο αγαπητός, στον οποίον έχω ευαρεστηθή. Εις αυτόν να υπακούετε”.
(1) Στην πρόταση αυτή του Πέτρου ο Κύριος μεν «δεν λέει τίποτα, ούτε ο Μωϋσής ούτε ο Ηλίας, ο ανώτερος όμως και αξιοπιστότερος από όλους, ο Πατέρας, αφήνει φωνή» (Χ).
(2) Αλλεπάλληλα ιδού. Πράγματα μεγάλων στιγμών. Μία από τις μεγαλύτερες αποκαλύψεις (b).
(3) «Έτσι πάντα φαίνεται ο Θεός. Διότι νεφέλη και γνόφος (=ομίχλη) υπάρχει γύρω από αυτόν» (Χ). Και «πάνω σε σύννεφο σαν σε όχημα κινείται ο Θεός. Διότι λέει ο Ψαλμός αυτός είναι που έκανε τα σύννεφα άρμα, πάνω στο οποίο επιβαίνει (Ψαλμ. 103,3). Και πολλά τέτοια χωρία υπάρχουν σε πολλά σημεία της Γραφής» (Ζ). Η ανθρώπινη φύση δεν μπορεί να βαστάξει ακάλυπτη τη δόξα του Θεού (b).
(4) «Όταν μεν απειλεί, δείχνει σκοτεινό σύννεφο, όπως ακριβώς στο Σινά (δες Εξόδου ιθ 16)… Εδώ όμως, επειδή δεν ήθελε να φοβίσει, αλλά να διδάξει, δείχνει νεφέλη φωτεινή» (Χ).
(5) Εφόσον η νεφέλη ήταν φωτεινή δεν άφησε σκιά. Το ρήμα λοιπόν εδώ έχει την έννοια: η φωτεινή νεφέλη με λαμπρότητα περιέβαλλε και κάλυψε αυτούς (g). Νεφέλη, το κέντρο της οποίας ήταν γεμάτο και φωτισμένο με δόξα, ενώ οι εκθαμβωτικές και αφόρητες ακτίνες της μετριάζονταν από το μέρος εκείνο της νεφέλης, το οποίο παρεμβαλλόταν ανάμεσα στο κέντρο και τους μαθητές (ο).
(6) Τον Κύριο και τους δύο που συνομιλούσαν μαζί του μάλλον, όπως μπορεί κάποιος να εικάσει από το επακόλουθο «φωνή από την νεφέλη», το οποίο ίσως υποδηλώνει, ότι οι Απόστολοι ήταν έξω από την νεφέλη (δ).
(7) «Νεφέλη και φωνή, για να βεβαιωθούν, ότι είναι φωνή του Θεού» (Ζ).
(8) «Αυτά και όταν βαπτιζόταν ο Σωτήρας τα είπε από τον ουρανό ο Πατέρας» (Ζ), προστίθεται όμως μόνο εδώ η προτροπή «αυτόν να ακούτε».
(9) Με άρθρο. «Όχι απλώς υιός, όπως αυτοί που γίνονται υιοί μου λόγω της αρετής» (Ζ).
(10) Αυτός που αγαπιέται από εμένα κατά εξαιρετικό τρόπο «ως μονογενής» (Ζ) μεν κατά την θεία φύση, και ως απολύτως ευαρεστώντας εμένα κατά την ανθρώπινη φύση.
(11) «Σαν να έλεγε, στον οποίο αναπαύομαι, στον οποίο αρέσκομαι» (Χ).
Επαναπαύομαι και αρέσκομαι σε αυτόν κατά μεν τη θεία φύση «διότι είναι εξισωμένος σε όλα με τον Πατέρα με ακρίβεια και είναι μία η θέληση αυτού και του Πατέρα του, και, χωρίς να παύει να είναι Υιός, είναι στα πάντα ένα με αυτόν που τον γέννησε» (Χ), ενώ κατά την ανθρώπινη φύση, διότι απολύτως υποτάχτηκε στον Θεό και Πατέρα.
«Επομένως είναι διπλή η αγάπη, μάλλον δε και τριπλή· Επειδή είναι Υιός, επειδή αγαπητός, επειδή σε αυτόν ευδόκησε» (Χ).
«Τον αγαπώ δηλαδή επειδή είναι υιός μου, επειδή είναι αγαπητός και επειδή με αναπαύει και μου αρέσει» (Ζ).
(12) Με αυτό ανακηρυσσόταν ο Ιησούς νομοθέτης επίσημος της Κ.Δ., όπως άλλοτε (Δευτερονόμιο ιη 15) ο Μωϋσής της Π.Δ. (F).
«Σε αυτόν να πείθεστε, αυτόν να πιστεύετε, σε ό,τι και λέει και κάνει… Αυτόν να ακούτε, αφήνοντας τον μωσαϊκό νόμο και τις προφητικές μυσταγωγίες. Διότι ολοκλήρωση και τελειοποίηση του νόμου και των προφητών είναι ο Χριστός. Και επομένως εκείνα όλα συντελέστηκαν, αφού έφταναν μέχρι αυτόν μόνο» (Ζ).
«Αυτόν να ακούτε και αν ακόμη θέλει να σταυρωθεί, μην εναντιώνεστε σε αυτόν» (Θφ).
Ματθ. 17,6 καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον(1) αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα(2).
Ματθ. 17,6 Όταν οι μαθηταί ήκουσαν αυτήν την φωνήν έπεσαν στο χώμα πρηνείς και εφοβήθησαν πάρα πολύ.
(1) Έπεσαν μπρούμυτα με το πρόσωπο στραμμένο προς το έδαφος και ακουμπώντας το. «Έπεσαν γεμάτοι από φόβο και συγχρόνως και τον προσκύνησαν» (Χ). Είναι αυτή στάση λατρείας (Α΄Μακ. δ 40,55), προ παντός μπροστά σε οπτασία (Δανιήλ η 17,18,ι 9,15,Ιουδίθ ιστ 20 κλπ.)(L).
(2) Φοβήθηκαν «διότι ήταν και ερημιά και ύψος… και μεταμόρφωση γεμάτη από φρίκη και φως ασυγκράτητο και νεφέλη μεγάλη και διαρκής και όλα αυτά ήταν που τους έκαναν να νιώσουν πολλή αγωνία» (Χ).
«Αφού λοιπόν το σύννεφο από τον ουρανό απλώθηκε ολόγυρά τους και η φωνή έπεσε ορμητικά πάνω τους, πολύ λογικά έπεσαν κάτω και φοβήθηκαν» (Ζ).
«Επειδή όμως τώρα οι μαθητές κυριεύτηκαν από ασυγκράτητο φόβο, έπεσαν κάτω, για να μάθουμε πάλι και από αυτό, ότι αποδείχτηκε πάρα πολύ αναγκαία για τους γήινους ανθρώπους η μεσιτεία του Σωτήρα μας, νοούμενη βέβαια σύμφωνα με τον τρόπο της ενανθρώπησης. Γιατί, αν δεν είχε γίνει σαν εμάς, ποιος από εμάς θα μπορούσε να αντέξει το Θεό, εκπέμποντας από τον ουρανό την ανέκφραστη δόξα του και παρουσιάζοντας αυτήν να μην είναι υποφερτή από κανέναν από τους ανθρώπους; Γιατί και ο μακάριος Παύλος είπε, ότι «αυτός κατοικεί μέσα σε φως απλησίαστο (Α΄Τιμ. 6,16)»» (Κ).
Ματθ. 17,7 καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς(1) ἥψατο(2) αὐτῶν καὶ εἶπεν· ἐγέρθητε καὶ μὴ φοβεῖσθε.
Ματθ. 17,7 Προσήλθεν όμως ο Ιησούς, τους ήγγισε και είπε• “σηκωθήτε, μη φοβείσθε”.
(1) «Λυπήθηκε την αδυναμία τους και γρήγορα σταματά τον φόβο» (Ζ).
(2) Ήταν πεσμένοι εξαιτίας εκείνων, τα οποία είδαν και άκουσαν. Σηκώθηκαν από το έδαφος πάλι με το δραστικό άγγιγμα που εκδήλωνε πολλή οικειότητα (b).
Ματθ. 17,8 ἐπάραντες δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν οὐδένα εἶδον εἰ μὴ τὸν Ἰησοῦν μόνον(1).
Ματθ. 17,8 Υψωσαν εκείνοι τα μάτια των και δε είδαν κανένα παρά μόνον τον Ιησούν.
(1) «Για να πληροφορηθούν, ότι για αυτόν έγινε η φωνή, μόνος λοιπόν φαίνεται σε αυτούς» (Ζ). Από το ότι απέμεινε μόνος αυτός, έγινε ολοφάνερο, ότι αυτός είναι ο Υιός, τον οποίο έπρεπε να ακούνε και όχι ο Μωϋσής ούτε ο Ηλίας (b).
Η μεταμόρφωση έκρυβε μεγάλη σημασία για τους μαθητές, οι οποίοι νοιώθοντας έκπληξη από τη διδασκαλία, ότι ο Μεσσίας έπρεπε να πάθει και να πεθάνει, θα δοκίμαζαν μεγάλη παρηγοριά από αυτήν. Δίδαξε αυτή στους τρεις μαθητές, ότι το πάθος του Μεσσία δεν σήμαινε ότι θα χανόταν η δόξα της βασιλείας, αλλά ότι η δόξα αυτή δεν θα ήταν από τη γη, αλλά από τον ουρανό. Παρόλο που ο Μεσσίας θα απορριπτόταν από το λαό του, δεν θα απορριπτόταν όμως και από τον Θεό. Ήταν ο Υιός του Θεού, στον οποίο ο Πατέρας διακήρυξε τον εαυτό του πλήρως ευαρεστημένο. Ο Μωϋσής και ο Ηλίας εξαφανίζονται, και ο Ιησούς μένει μόνος και σε αυτόν οφείλουν όλοι να υπακούουν.
Αλλά και για τον ίδιο τον Ιησού η Μεταμόρφωση ερχόταν σε στιγμές εκτάκτως κρίσιμες της δημόσιας δράσης του. Οι βαρείς πειρασμοί του σατανά στην έρημο ανανεώθηκαν ήδη με το στόμα ενός από τους Αποστόλους του. Κατά τους τελευταίους αυτούς μήνες του επίγειου σταδίου του η σκιά του Σταυρού έπεφτε πάνω του όλο και περισσότερο. Και η Μεταμόρφωση υπήρξε η πρόγευση της δόξας, η οποία παρεχόταν σε αυτόν την ώρα που προγευόταν το πάθος του και ξέφευγαν από τα χείλη του τα βαρυσήμαντα λόγια: «Τώρα η ψυχή μου έχει ταραχτεί και τι να πω; Πατέρα, σώσε με από την ώρα αυτή» (p).
Έτσι ολοκληρώνεται η περιγραφή μίας από τις υπεροχότατες και ύψιστες σκηνές, από όσες ποτέ ανθρώπινο μάτι επιτράπηκε να δει. Δεν μπορεί κάποιος παρά να θαυμάσει την απλή και ανεπιτήδευτη γλώσσα της αφήγησης, την τόσο διαφορετική από το ύψος, το οποίο θα χρησιμοποιούσαν συγγραφείς ξένοι από την έμπνευση του Πνεύματος (ο).
Ματθ. 17,9 καὶ καταβαινόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους ἐνετείλατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· μηδενὶ(1) εἴπητε(2) τὸ ὅραμα(3) ἕως οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ(4).
Ματθ. 17,9 Και όταν κατέβαιναν από το όρος, έδωσεν εις αυτούς εντολήν ο Ιησούς και τους είπε• “να μη πήτε εις κανένα αυτό το όραμα, έως ότου ο υιός του ανθρώπου αναστηθή εκ νεκρών”.
(1) Ούτε στους ίδιους τους συμμαθητές τους (b).
(2) Η εντολή αυτή ήταν σύμφωνη με τη συνηθισμένη τακτική του Χριστού σχετικά με το μεσσιακό του αξίωμα. Δες η 4 (S). Ακούγοντας οι όχλοι τα σχετικά με την μεταμόρφωση και την εμφάνιση του Μωϋσή και του Ηλία υπήρχε κίνδυνος να ενισχυθούν στις σαρκικές τους προσδοκίες για τον Μεσσία και να παρεκτραπούν σε ενέργειες άτοπες που θα εμπόδιζαν την εκπλήρωση του πνευματικού έργου του Σωτήρα (δ).
Οι Ιουδαίοι επίσης που απιστούσαν σε αυτόν «περισσότερο θα εξαγριώνονταν» (Ζ).
«Διότι όσο μεγαλύτερα λεγόντουσαν για αυτόν, τόσο πιο δυσπαράδεκτα ήταν σε αυτούς. Αλλά και το σκάνδαλο που προερχόταν από τον σταυρό περισσότερο μεγάλωνε από εδώ» (Χ).
(3) Όραμα εδώ δεν είναι η οπτασία στον ύπνο ή σε έκσταση αλλά αυτό που έγινε ορατό με τα μάτια· το θέαμα (g).
(4) «Δεν διέταξε για πάντα να μην το πουν σε κανέναν, αλλά έως ότου αναστηθεί από τους νεκρούς» (Χ). Μετά την ανάσταση το μεσσιακό αξίωμα του Ιησού έγινε το ζωτικότερο σημείο στο νέο κήρυγμα (S). Η δόξα της ανάστασης λοιπόν καθιστούσε την προηγούμενη εμφάνιση περισσότερο πιστευτή (b).
«Διότι μετά από αυτά καταξιώθηκαν να πάρουν και το άγιο Πνεύμα και είχαν και την φωνή που άφηναν τα θαύματα που συνηγορούσε για όλα αυτά, και όλα όσα έλεγαν στη συνέχεια γίνονταν εύκολα αποδεκτά, διακηρύσσοντας ισχυρότερα και από σάλπιγγα την δύναμή του αυτά τα ίδια τα πράγματα και κανένα παρόμοιο σκάνδαλο δεν μεσολάβησε σε εκείνα που συνέβαιναν» (Χ). Και πράγματι μετά την ανάσταση ανέφεραν την Μεταμόρφωση ο μεν Πέτρος στο Β΄ Πέτρου α 18, ο δε Ματθαίος εξιστόρησε τα σχετικά με αυτήν, αν και δεν ήταν παρών (b).
Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα
Β. Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ θ 2 – 10
(Υπόμνημα στο κατά Μάρκον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 154-159 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας Θφ =ΘεοφυλακτοςΒουλγαρίας
Β = Βασίλειος ο Μέγας β = Βίκτωρ Αντιοχείας
Γν = Γρηγόριος Νύσσης Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας Σγ = Σεβηριανός Γαβάλων
Ζ = Ζιγαβηνός εις τον Μάρκον Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζμ = Ζιγαβηνός εις τον Ματθαιον Ω = Ωριγένης
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible St. Mark by S.D.F. Salmond, Edinburgh 1922 (σημειώνεται με το σ).
The International Critical Commentary, Ezra P. Gould, A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Mark, Edinburgh 1921 (σημειώνεται με το γ).
J.A. Bengel Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ).
ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους
Μαρκ. 9,2 Καὶ μεθ᾿ ἡμέρας ἓξ(1) παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τὸν Πέτρον καὶ τὸν Ἰάκωβον καὶ τὸν Ἰωάννην καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ᾿ ἰδίαν μόνους(2)· καὶ μετεμορφώθη(3) ἔμπροσθεν αὐτῶν(4),
Μαρκ. 9,2 Και ύστερα από εξ ημέρας επήρε μαζή του ο Ιησούς τον Πετρον και τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην και τους ανέβασεν εις ένα υψηλόν όρος αυτούς μόνον ιδιαιτέρως. Και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών.
(1) Δεν αναφέρεται κάτι που να υποδηλώνει, ότι ο Κύριος κατά τις έξι αυτές ημέρες υπαινίχτηκε κάτι για την επικείμενη Μεταμόρφωση. Έτσι πριν από κάποιες μεγάλες εμφανίσεις «έγινε σιγή στον ουρανό περίπου ένα ημίωρο» (Αποκάλυψη η 1). Όταν ο Χριστός φαίνεται να μην κάνει κάτι για την εκκλησία του, ανάμενε εντός ολίγου την εκδήλωση κάτι έκτακτου υπέρ αυτής.
(2) Κατ’ ιδίαν σε αντίθεση με το λαό, μόνους σε αντίθεση με τους υπόλοιπους εννέα (b). «Λέει κατ’ ιδίαν επισημαίνοντας την μυστικότητα του πράγματος και ότι δεν θέλησε να το δημοσιοποιήσει αυτό ο Κύριος» (β).
(3) Η σύσταση και ουσία του σώματός του παρέμεινε η ίδια. Δεν μετατράπηκε σε πνεύμα, αλλά το σώμα του φάνηκε με δύναμη και δόξα. Δες ποιας μεγάλης μεταβολής είναι επιδεκτικά τα ανθρώπινα σώματα, όταν ο Θεός ευδοκήσει να δοξάσει αυτά, όπως θα συμβεί στα σώματα των αγίων κατά την ανάσταση.
Οι εθνικοί ποιητές διακωμώδησαν και έκαναν κατάχτηση της λέξης μεταμορφώνομαι με τις γελοίες, φανταστικές και απεχθείς μεταμορφώσεις των θεών τους. Για αυτό και ο Πέτρος μιλώντας για την θεία Μεταμόρφωση πρόσθεσε, ότι «δεν σας γνωστοποιήσαμε την δύναμη του Κυρίου, ακολουθώντας μύθους πλεγμένους με φαινομενική σοφία» (Β΄Πέτρ. α 16).
Ο Χριστός υπήρξε θεάνθρωπος. Και στις ημέρες της σάρκας του πήρε τη μορφή δούλου και συγκάλυψε τη δόξα της θεότητάς του. Τώρα στη Μεταμόρφωση παραμερίζει κάπως το κάλυμμα αυτό και εμφανίζεται με μορφή Θεού αποκαλύπτοντας στους μαθητές του κάποιες ακτίνες της θείας δόξας του.
(4) Το εξαιρετικό αυτό γεγονός αναφέρεται και από τους τρεις συνοπτικούς. Οι τρεις λοιπόν αφηγήσεις ταυτίζονται κατ’ ουσίαν, παρόλο που κάθε μία έχει τα ιδιαίτερά της χαρακτηριστικά. Και οι μεν πρώτοι δύο ευαγγελιστές έχουν στενή σχέση και ομοιότητα, η αφήγηση όμως του τρίτου ευαγγελίου έχει περισσότερα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που έχουν μεγάλη σπουδαιότητα για μας. Έτσι μόνος ο Λουκάς αναφέρει τα γεγονότα: ότι ο Ιησούς ανέβηκε στο όρος για να προσευχηθεί και προσευχόμενος μεταμορφώθηκε (σ), το οποίο παρέχει την βάση να υποθέσουμε ότι ο κύριος σκοπός του Σωτήρα ανεβαίνοντας στο βουνό ήταν να προσευχηθεί και ότι η Μεταμόρφωση έλαβε χώρα ως κάποιο επεισόδιο. Η ειδική αυτή προσευχή του Κυρίου δεν ήταν ξένη με το περιεχόμενο της συνομιλίας του Ιησού με τους μαθητές για το τραγικό τέλος του (γ).
Για αυτό και η δεύτερη λεπτομέρεια που αναφέρεται από τον Λουκά ότι ο Μωϋσής και ο Ηλίας «έλεγαν για την έξοδό του την οποία επρόκειτο να πραγματοποιήσει στην Ιερουσαλήμ» (σ), βρίσκεται σύμφωνη με το όλο πλαίσιο του γεγονότος. Έτσι η Μεταμόρφωση υπήρξε κάποια ακτίνα αληθινής δόξας ανάμεσα στο μελαγχολικό νέφος που συσκίαζε την στιγμή εκείνη την ζωή του Κυρίου, αποδεικνύοντας, ότι παρά την επικείμενη ταπείνωση και τον προσεγγίζοντα θάνατο ήταν Θεός (γ).
Η τρίτη λεπτομέρεια της αφήγησης του Λουκά είναι ότι οι μαθητές «είχαν κυριευτεί από βαριά νύστα» και «αφού σε λίγο ξύπνησαν είδαν την δόξα του», το οποίο υποδηλώνει, ότι η Μεταμόρφωση έγινε νύχτα (σ). Κατά την περίοδο της γήινης ταπείνωσης του Κυρίου έλαμψαν σε διάφορα σημεία της και κάποιες ακτίνες της θείας δόξας του. Η γέννησή του, το βάπτισμά του, ο πειρασμός του και ο θάνατός του υπήρξαν οι πιο αξιοσημείωτοι σταθμοί της ταπείνωσής του. Και αυτοί συνοδεύτηκαν με κάποια εξωτερικά σημάδια δόξας. Αλλά η συνέχεια της δημόσιας δράσης του υπήρξε διαρκής ταπείνωση. Και κατά το τέλος της, όταν επρόκειτο μετά από λίγους μήνες να επακολουθήσει το δραματικό τέλος του, παρεμβάλλεται η ένδοξη Μεταμόρφωσή του.
Μαρκ. 9,3 καὶ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ(1) ἐγένετο στίλβοντα(2), λευκὰ λίαν ὡς χιών(3), οἷα γναφεὺς ἐπὶ τῆς γῆς οὐ δύναται οὕτω λευκᾶναι(4).
Μαρκ. 9,3 Και τα ενδύματα αυτού έγιναν απαστράπτοντα και ακτινοβόλα, λευκά παρά πολύ ώσαν το χιόνι, τέτοια που κανένας βαφεύς εις την γην δεν ημπορεί ποτέ να λευκάνη έτσι.
(1) Ολόκληρο το σώμα του έγινε φωτεινό τόσο, ώστε η λάμψη του φωτός διαπέρασε τα ρούχα του, τα οποία έγιναν αστραφτερά. Του Μωϋσή μόνο το πρόσωπο έλαμπε, όταν κατέβηκε από το όρος. Αλλά το κάλυμμα που μπήκε πάνω του ήταν αρκετό να κρύβει την λάμψη αυτή. Τόσο ασθενής ήταν αυτή! Του Ιησού όμως η δόξα έλαμπε και δια μέσου των ρούχων του.
(2) Δηλαδή λαμπρά, λαμπερά (δ). Η λέξη συναντιέται στους Ο΄ για κάποια σκεύη «ἀπὸ χρηστοῦ χαλκοῦ στίλβοντα χρυσοειδῆ σκεύη (=χάλκινα σκεύη από καθαρό χαλκό, τα οποία έλαμπαν όπως ο χρυσός)(Α΄Έσδρα η 56) και «σκεύη χαλκοῦ στίλβοντος ἀγαθοῦ» (Β Έσδρα η 27) και για «στιλβούσης ρομφαίας (=λαμπερό σπαθί)(Ναούμ γ 3) και για τον ήλιο «ὡς ἔστιλβεν ἐπὶ τὰς χρυσᾶς καὶ χαλκᾶς ἀσπίδας (=ο οποίος λαμποκοπούσε πάνω στις χρυσές και χάλκινες ασπίδες» (Α΄Μακ. στ 39).
(3) Το λευκότερο από όσα η φύση παράγει (b)
(4) Λευκότερα και των όσων η τέχνη παράγει (b). Τέτοια που τεχνίτης βαφών πάνω στη γη δεν μπορεί να κάνει· με τη φράση «πάνω στη γη» χαρακτηρίζει την λευκότητα αυτή ως ουράνια και υπερφυσική (δ).
Μαρκ. 9,4 καὶ ὤφθη αὐτοῖς Ἠλίας σὺν Μωϋσεῖ(1), καὶ ἦσαν συλλαλοῦντες τῷ Ἰησοῦ(2).
Μαρκ. 9,4 Και παρουσιάσθη εις αυτούς ο Ηλίας μαζή με τον Μωϋσέα και συνωμιλούσαν με τον Ιησούν. Επήρε τότε ο Πετρος τον λόγον και είπεν στον Ιησούν.
(1) Οι αντιπρόσωποι των δύο μεγάλων σταδίων της αποκαλύψεως της Π.Δ., της προφητείας δηλαδή και του νόμου. Παρουσιάζεται με την συνομιλία αυτή η πνευματική ενότητα του Νόμου και των Προφητών, που δείχνουν τον Μεσσία ως αυτόν που εκπληρώνει το ουσιώδες μήνυμά τους. Δες Δευτερ. ιη 15 που παρατίθεται στο Πράξεις ζ 37. Ο Ηλίας ονομάζεται πρώτος διότι είναι ο πρόδρομος του Μεσσία (Μαλαχία δ 4)(σ).
Ο Μωϋσής υπήρξε προφήτης και ο νόμος, τον οποίο έδωσε, ήταν μέρος των προφητικών λόγων του. Ο Ηλίας δεν προφήτευσε κάτι για τον Μεσσία, αλλά έργο του υπήρξε να αποκαλύπτει στους ανθρώπους τον θείο νόμο και να κάνει αισθητό σε αυτούς τον θείο Νομοθέτη (γ).
«Επειδή οι όχλοι έλεγαν άλλοι μεν ότι ο Ιησούς είναι ο Ηλίας, άλλοι δε ο Ιερεμίας και άλλοι ένας από τους προφήτες, φέρνει τους κορυφαίους, ώστε να δουν και από εδώ την διαφορά των δούλων και του δεσπότη». Έπειτα, επίσης «επειδή συνεχώς τον κατηγορούσαν οι Ιουδαίοι ότι παραβαίνει τον νόμο και… ότι σφετερίζεται δόξα που δεν του αρμόζει, αυτήν του Πατέρα… για να δειχτεί ότι δεν πρέπει να κατηγορείται για αυτά… φέρνει στη μέση αυτούς που έλαμψαν στο καθένα από αυτά. Διότι πράγματι ο Μωϋσής έδωσε τον νόμο και μπορούσαν να σκεφτούν, ότι δεν θα υπηρετούσε ο Μωϋσής αυτόν που παραβαίνει τον νόμο και είναι εχθρός με αυτόν που τον θέσπισε. Ο Ηλίας από την άλλη έδειξε ζήλο για τη δόξα του Θεού. Και δεν θα παρουσιαζόταν και αυτός και θα υπάκουε αν ο Ιησούς ήταν αντίθεος, και έλεγε τον εαυτό του Θεό ίσο με τον Πατέρα, χωρίς να είναι αυτό που έλεγε, και χωρίς να κάνει αυτό όπως αρμόζει. Και πάλι τους φέρνει αυτούς για να δουν ότι έχει εξουσία και θανάτου και ζωής και εξουσιάζει τα πάνω και τα κάτω. Για αυτό φέρνει στη μέση και αυτόν που πέθανε και αυτόν που δεν έπαθε κάτι τέτοιο» (β).
Ήταν και οι δύο διαπρεπείς στις μέρες τους. Είχαν νηστέψει και οι δύο σαράντα ημέρες, όπως και ο Χριστός και επιτέλεσαν θαύματα καταπληκτικά, αφήνοντας και οι δύο εξαιρετική εντύπωση και κατά την έξοδό τους από τον κόσμο αυτόν, αφού ο μεν Ηλίας δεν είδε θάνατο, ο δε Μωϋσής πέθανε και «κανείς δεν είδε την ταφή του».
Στα πρόσωπά τους ο νόμος και οι προφήτες τιμούσαν τον Χριστό και μαρτυρούσαν για αυτόν. Είχαν έλθει όχι να διδάξουν αυτόν αλλά να διδαχτούν από αυτόν και να βεβαιώσουν ότι αυτός ήταν το τέλος του νόμου και των προφητών.
(2) Όσοι πεθαίνουν εν Κυρίω λοιπόν εξακολουθούν να ζουν ως διακρινόμενα μεταξύ τους πρόσωπα, γνωρίζουν ο ένας τον άλλον και συνομιλούν μεταξύ τους. Ο Μωϋσής και ο Ηλίας έζησαν σε εποχές που χωρίζονταν μεταξύ τους με αιώνες ολόκληρους. Αλλά στον ουρανό οι αποστάσεις του χρόνου εκμηδενίζονται και όλοι συνενώνονται σε ένα.
Μαρκ. 9,5 καὶ ἀποκριθεὶς(1) ὁ Πέτρος λέγει τῷ Ἰησοῦ·ῥαββί, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι(2)· καὶ ποιήσωμεν σκηνὰς(3) τρεῖς, σοὶ μίαν καὶ Μωϋσεῖ μίαν καὶ Ἠλίᾳ μίαν.
Μαρκ. 9,5 Επήρε τότε ο Πετρος τον λόγον και είπεν στον Ιησούν.“Διδάσκαλε, καλόν είναι να μένωμεν εδώ. Και να κατασκευάσωμεν τρεις σκηνάς, μίαν δια σε, μίαν δια τον Μωϋσέα και μίαν δια τον Ηλίαν”.
(1) Το αποκριθείς δεν αναφέρεται σε ερώτηση που απευθύνθηκε σε αυτόν, αλλά σε πρόκληση από την περίσταση. Ο Χριστός μέσα στη δόξα του δεν εμφανίζεται ακατάδεκτος προς τον λαό του. Πολλοί στο μεγαλείο τους υποχρεώνουν τους φίλους τους να φυλάγονται σε απόσταση. Αλλά προς τον δοξασμένο Ιησού οι αληθινοί πιστοί πλησιάζουν με θάρρος και έχουν ελευθερία να μιλούν προς αυτόν.
(2) «Και να μην κατέβεις εκεί ανάμεσα στους Ιουδαίους. Διότι αν έλθουν και εδώ ακόμη αυτοί που λυσσάνε εναντίον σου, έχουμε τον Μωϋσή που νίκησε τους Αιγυπτίους, έχουμε τον Ηλία που κατέβασε φωτιά από τον ουρανό» (Θφ).
«Επειδή δηλαδή είδε βουνό και πολλή την ερημιά θεώρησε ότι έχει πολλή ασφάλεια. Αν θα γίνει αυτό, λέει, δεν θα ανέβουμε στα Ιεροσόλυμα και δεν θα πεθάνει» (β).
Επιπλέον οι μαθητές θέλχτηκαν και χόρτασαν με τη δόξα του Κυρίου που τους φανερώθηκε. Αν και σε ψηλό βουνό, ίσως άγονο και τραχύ, γυμνό και ψυχρό και έρημο, βρήκαν καλό να μείνουν εκεί για πάντα. Είναι καλό να μένουμε εδώ και να βλέπουμε την ωραιότητα του Κυρίου (Ψαλμ. κστ 4). Και αν είναι καλό το να βρίσκεται κάποιος μαζί με τον μεταμορφωμένο Χριστό στο όρος παρόντων μόνο του Μωϋσή και του Ηλία, πόσο καλό είναι να παραβρίσκεται κάποιος στον ουρανό μαζί με τον δοξασμένο Χριστό στην πανήγυρη όλων των αγίων;
(3) Πλέκοντας κλαδιά δέντρων. Μίλησε έτσι αόριστα, χωρίς κάποια σαφή ιδέα στο νου του παρά μόνο το να τιμήσει τους ουράνιους επισκέπτες και τον Διδάσκαλο, τον οποίο οι δύο αυτοί αναγνώριζαν και τιμούσαν. Βεβαίως ήταν καλό για αυτόν και τους συμμαθητές του να μένουν εκεί με την σεβαστή αυτή τριάδα (σ). Αψηφεί μέσα στη θελκτική εκείνη κατάσταση το να μείνει αυτός στο ύπαιθρο πάνω στο ψυχρό έδαφος. Αρκεί ο διδάσκαλος να έχει που να γύρει το κεφάλι και αδιάφορο αν αυτός στερούνταν το καταφύγιο της σκηνής.
Μαρκ. 9,6 οὐ γὰρ ᾔδει τί λαλήσῃ(1)· ἦσαν γὰρ ἔκφοβοι(2).
Μαρκ. 9,6 Και έλεγεν αυτά, διότι δεν ήξευρε τι να είπη, επειδή αυτός και οι δύο άλλοι μαθηταί είχαν καταληφθή από φόβον.
(1) «Δηλαδή δεν ήξερε τι άλλο καλύτερο να πει» (Ζμ). Η σκηνή που εκτυλισσόταν την στιγμή εκείνη ξεπερνούσε εξ’ ολοκλήρου την μέχρι τώρα πείρα του Πέτρου και τον εξέπληξε (σ). Δεν ήξερε λοιπόν τι να πει. Εάν γνώριζε, δεν θα έκανε τέτοια ανόητη πρόταση. Διότι η κατάσταση εκείνη δεν επρόκειτο να παραταθεί. Οι ουράνιοι επισκέπτες δεν έρχονται στη γη για να παραμείνουν μόνιμα σε αυτήν (γ).
Δεν κατάλαβε «ότι ο Μωϋσής ήταν ψυχή όχι με σώμα (όπως το δικό μας)… και ότι δεν ήταν δυνατόν αυτός (ο Πέτρος) να αφήσει τους πολλούς και να μένει στο βουνό» (β).
Τι χρειαζόταν για τον Μωϋσή και τον Ηλία η σκηνή; Ανήκαν στον μακάριο εκείνο κόσμο, όπου δεν θα πεινάσουν ξανά και δεν έχουν ανάγκη φωτός ηλίου.
(2) «Πρόσθεσε και την αιτία λέγοντας ότι ήταν φοβισμένοι. Διότι φοβήθηκαν βλέποντας μορφή πάνω από τα ανθρώπινα μέτρα… Επομένως ο Πέτρος, έχοντας ακόμη συγχυσμένο το νου από αυτό, λέει ασύνετα λόγια» (Ζμ).
«Ταράχτηκε από την αγωνία που προκάλεσε η εμφάνιση εκείνη. Οι άλλοι λοιπόν ευαγγελιστές… δείχνοντας ότι η μπερδεμένη του σκέψη με την οποία αυτά λέγονταν προκλήθηκε από την αγωνία εκείνη, έλεγαν· ο μεν Μάρκος ότι δεν ήξερε τι να πει, διότι είχαν φοβηθεί. Ο δε Λουκάς… πρόσθεσε· Χωρίς να ξέρει αυτό που λέει» (Χ).
Όχι από ανοησία, αλλά από φόβο δεν ήξερε τι να πει. Ο φόβος παρέλυσε προς στιγμήν τις διανοητικές του δυνάμεις (δ). Την «ταραχή που τον κυρίευσε, ο Πέτρος την θυμήθηκε όπως λέει ο μαθητής του ο Μάρκος» (β).
Μαρκ. 9,7 καὶ ἐγένετο νεφέλη(1) ἐπισκιάζουσα αὐτοῖς, καὶ ἦλθε φωνὴ(2) ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός(3)· αὐτοῦ ἀκούετε(4).
Μαρκ. 9,7 Και αίφνης ήλθε νέφος που εσκέπασε αυτούς. Και από το νέφος αυτό ηκούσθη φωνή, που έλεγεν• “αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός. Εις αυτόν να υπακούετε”.
(1) «Ο Πατέρας αφήνει φωνή από τη νεφέλη. Έτσι πάντα φαίνεται ο Θεός. Διότι νεφέλη και ομίχλη τον κυκλώνουν. Και κάθεται σε σύννεφο ανάλαφρο. Και πάλι λέει ο Ψαλμός έκανε τα νέφη άρμα στο οποίο επιβαίνει» (β).
Αλλά το σύννεφο αυτό κατά τον Ματθαίο ήταν φωτεινό και όχι σκοτεινό όπως στο Σινά. Δεν πλησιάσαμε εμείς σε βουνό καλυμμένο με μαυρίλα και σκοτάδι (Εβραίους ιβ 18), αλλά σε όρος καλυμμένο από σύννεφο φωτεινό. Και η Π.Δ. και η Κ.Δ. έχουν τα τεκμήρια της θείας παρουσίας, αλλά η Π.Δ. υπήρξε διαθήκη σκιάς, τρόμου και δουλείας, η Καινή φωτός, αγάπης και ελευθερίας.
(2) Ήλθε φωνή από την νεφέλη και ήταν η φωνή του Θεού, ο οποίος και τώρα όπως και άλλοτε, «από τον πύρινο στύλο της νεφέλης μίλησε» (Ψαλμ. 98, 7). Αλλά εδώ δεν ακούστηκαν αστραπές και βροντές ή ήχος σάλπιγγος, όπως όταν δινόταν από τον Μωϋσή ο νόμος, αλλά μόνο φωνή, ήσυχη και ειρηνική φωνή, που δεν συνοδευόταν από βίαιο άνεμο ή σεισμό ή φωτιά όπως όταν μίλησε ο Κύριος προς τον Ηλία (Γ΄Βασ. ιθ 11,12). Ο Μωϋσής και ο Ηλίας τώρα είναι μάρτυρες, ότι ο Θεός «στο τέλος αυτών των ημερών μας μίλησε μέσω του υιού» με άλλο τρόπο παρά όπως μιλούσε παλαιότερα προς αυτούς. Η φωνή αυτή ήλθε από τη μεγαλοπρεπή δόξα (Β΄Πέτρ. α 17), σε σύγκριση με την οποία η προηγούμενη δόξα επισκιάζεται και αμαυρώνεται.
(3) Η ίδια θεία φωνή ακούστηκε και στο βάπτισμα, αλλά εκεί απευθυνόταν προς τον ίδιο τον Χριστό, ενώ εδώ απευθύνεται προς τους μαθητές του (σ). Ο αγαπητός. «Δεν τον αγαπά μόνον επειδή τον γέννησε, αλλά επειδή είναι και ίσος με αυτόν σε όλα και έχουν την ίδια γνώμη» (β).
Ο Μωϋσής και ο Ηλίας υπήρξαν μεγάλοι άνδρες και φίλοι του Θεού. Ήταν όμως δούλοι και δούλοι του Θεού, στους οποίους δεν ευαρεστήθηκε πάντα. Διότι ο Μωϋσής μίλησε κάποτε ασύνετα και ο Ηλίας ήταν άνθρωπος ομοιοπαθής με μας. Αλλά ο Χριστός υπήρξε ο Υιός που πάντοτε ευαρέστησε το Θεό. Ο Μωϋσής και ο Ηλίας υπήρξαν κάποτε όργανα συμφιλίωσης μεταξύ του Θεού και του Ισραήλ. Ο Μωϋσής έγινε μέγας μεσίτης και ο Ηλίας μέγας αναμορφωτής. Αλλά στο πρόσωπο του Χριστού «ήταν ο Θεός που συμφιλίωνε τον κόσμο με τον εαυτό του» (Β΄Κορινθ. ε 19).
Η μεσιτεία του είναι ασύγκριτα ισχυρότερη και υπεροχότερη από αυτήν του Μωϋσή και η αναμόρφωση και ανακαίνιση που επιτεύχθηκε από αυτόν περισσότερο δραστική και ριζική από αυτήν του Ηλία.
(4) Το «αυτόν να ακούτε» που ανταποκρίνεται στο Δευτερονομίου ιη 15 («προφήτη… σαν εμένα θα αναστήσει για χάρη σου ο Κύριος… αυτόν θα ακούσετε») παραγγέλλει νέο καθήκον και νέα σχέση. Οι άνθρωποι του παλαιού Ισραήλ άκουγαν τον Μωϋσή και τους προφήτες. Οι του νέου Ισραήλ πρέπει να υπακούουν στο Χριστό (σ).
Να ακούτε αυτόν και να πιστεύετε αυτόν ως Μέγα Προφήτη και Διδάσκαλο. Να ακούτε αυτόν και να διευθύνεστε από αυτόν και να άρχεστε από αυτόν ως μεγάλο Βασιλιά και Νομοθέτη. Και η φωνή αυτή της Νεφέλης έκανε αυθεντικούς και έγκυρους όλους τους λόγους του Χριστού σαν να ακούστηκαν αυτοί από την Νεφέλη, από το ίδιο το στόμα του Πατέρα. Ήταν παρόντες ο Μωϋσής και ο Ηλίας, ο νόμος και οι προφήτες, για τους οποίους είχε λεχθεί: «έχουν τον Μωϋσή και τους προφήτες, ας ακούσουν αυτούς» (Λουκ. ιστ 29).
Οι μαθητές ήταν ήδη έτοιμοι να ακούσουν και αυτούς, όπως και τον Χριστό, αφού ζήτησαν να κατασκευάσουν και για αυτούς σκηνές, όπως και για τον Ιησού. Όχι· είπε ο Θεός. «Αυτόν να ακούτε» και αυτό είναι αρκετό. Αυτόν και όχι τον Μωϋσή και τον Ηλία, οι οποίοι με τη σιγή τους εκδήλωναν πλήρη συγκατάθεση προς την φωνή της νεφέλης.
Μαρκ. 9,8 καὶ ἐξάπινα(1) περιβλεψάμενοι οὐκέτι οὐδένα εἶδον, ἀλλὰ τὸν Ἰησοῦν μόνον μεθ᾿ ἑαυτῶν.
Μαρκ. 9,8 Και έξαφνα εκύτταξαν γύρω τους οι μαθηταί και δεν είδαν κανένα, παρά μόνον τον Ιησούν μαζή των.
(1) «Αντί να πει ξαφνικά» (Ζ). Αλεξανδρινός μετασχηματισμός της λέξης εξαπίνης (=ξαφνικά) συνηθισμένος στους Ο΄ και στους μεταγενέστερους (δ). Πρέπει να συνδεθεί με την μετοχή= Ξαφνικά κοίταξαν τριγύρω και δεν είδαν πλέον κανέναν (γ).
Μαρκ. 9,9 καταβαινόντων δὲ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους διεστείλατο αὐτοῖς ἵνα μηδενὶ διηγήσωνται ἃ εἶδον(1), εἰ μὴ ὅταν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ(2).
Μαρκ. 9,9 Καθώς δε κατέβαιναν από το όρος, έδωσεν αυτούς, κατά τρόπον έντονον, εντολήν, να μη διηγηθούν εις κανένα αυτά που είδαν, παρά μόνον όταν ο υιός του ανθρώπου αναστηθή εκ νεκρών.
(1) Η παραγγελία για μυστικότητα, την οποία απηύθυνε και πριν για άλλες θαυμαστές εκδηλώσεις της δύναμής του, επαναλαμβάνεται τώρα προς τους τρεις και σε σχέση με το υπερφυσικό γεγονός της Μεταμόρφωσης για τους ίδιους όπως και πριν λόγους (σ).
«Διότι όσο σπουδαιότερα λέγονταν για αυτόν, τόσο πιο πολύ δύσκολα παραδεκτά ήταν στους πολλούς τότε, και το σκάνδαλο που θα προκαλούσε ο σταυρός θα αύξανε περισσότερο. Οπότε για αυτό διατάζει να σιωπούν… και σχεδόν λέει και την αιτία για την οποία διέταξε να σιγούν. Διότι δεν διέταξε βεβαίως για πάντα να μην το πουν σε κανέναν, αλλά έως ότου αναστηθεί από τους νεκρούς» (β).
Η εσφαλμένη για τον Μεσσία αντίληψη του λαού θα οδηγούσε αυτόν σε κακή εξήγηση κάθε πράγματος που θα αποδείκνυε την μεσσιανική του ιδιότητα. Ο λαός θα εξαπτόταν με ψευδείς ελπίδες, τις οποίες η αφήγηση του θαυμαστού αυτού γεγονότος θα έκανε εντονότερες και θερμότερες (γ).
(2) Αλλά η μυστικότητα εδώ επιβαλλόταν για ορισμένο χρονικό διάστημα, μέχρις ότου ο υιός του ανθρώπου αναστηθεί (σ). Μετά την ανάσταση, όταν ο θάνατός του θα επέβαλλε τέρμα στις ψευδείς προσδοκίες και ελπίδες και η ανάσταση θα είχε δείξει ολοφάνερα την αληθινή του δόξα, αφηγήσεις για την επίγεια δόξα και δύναμή του θα συντελούσαν στην σχετικά με αυτόν αληθινή πίστη (γ).
Μαρκ. 9,10 καὶ τὸν λόγον ἐκράτησαν(1), πρὸς ἑαυτοὺς(2) συζητοῦντες τί ἐστι τὸ ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι(3).
Μαρκ. 9,10 Και οι μαθηταί εκράτησαν το γεγονός της μεταμορφώσεως μυστικόν• μεταξύ των όμως συζητούσαν, τι σημαίνει ότι θα αναστηθή εκ νεκρών.
(1) Μάλλον «τον λόγο κράτησαν, τον σχετικό με την μεταμόρφωση» (Ζ). Τήρησαν την απαγόρευση του διδασκάλου (σ). Το κράτησαν με την έννοια της υπακοής (γ).
Ή, λιγότερη πιθανή ερμηνεία «τον λόγο, για το ότι θα αναστηθεί αυτός από τους νεκρούς» (Ζ).
(2) Όχι «κράτησαν στους εαυτούς τους χωρίς να το πουν αυτό σε κανέναν άλλον» (Ζ), αλλά «τα συζητούσαν μεταξύ τους»= τα συζητούσαν ιδιαιτέρως μεταξύ τους (γ,δ).
(3) «Διότι δεν ήξεραν ακόμη, λέει, ότι πρέπει αυτός να αναστηθεί από τους νεκρούς» (Θφ).
Δεν γνώριζαν τι έννοια είχε το ότι θα αναστηθεί από τους νεκρούς σε σχέση με τον Ιησού, αφού η εκ νεκρών ανάσταση προϋπέθετε και θάνατο του Ιησού (γ). Αυτοί όμως πίστευαν ότι ο Μεσσίας δεν ήταν καθόλου κατώτερος του Ενώχ και του Ηλία (οι οποίοι δεν πέθαναν) και συνεπώς δεν ήταν δυνατόν να υπόκειται σε θάνατο (δ).
Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
Γ. Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ θ΄ 28 – 36
Υπόμνημα στο κατά Λουκάν, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 283-289 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας Θφ = Θεοφύλακτος
Β = Βασίλειος ο Μέγας Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας Σγ = Σεβηριανός
Ζ = Ζιγαβηνός Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Η = Ησύχιος Ω = Ωριγένης
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
F. Godet, Commentaire sur l’ Evangile de S. Luc 1888 (σημειώνεται με το g).
M.J. Lagrange. Evangile selon s. Luc, Deuxieme edition Paris 1921 (σημειώνεται με το L).
Alf. Plummer. A critical and exegetical commentary on the Gospel according to S. Luc, Fifth edition (1928) (σημειώνεται με το p).
J.A. Bengel Gnomon of the N.T. Testament translated by A. Fausset. Τόμ. II (σημειώνεται με το b).
J. Owen, A Commentary on the Gospel of Luc, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
Ν. Δαμαλά Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ).
ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους
Λουκ. 9,28 Ἐγένετο(1) δὲ μετὰ τοὺς λόγους τούτους ὡσεὶ ἡμέραι ὀκτὼ(2) καὶ παραλαβὼν τὸν Πέτρον καὶ Ἰωάννην(3) καὶ Ἰάκωβον ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος(4) προσεύξασθαι(5).
Λουκ. 9,28 Ύστερα από τους λόγους αυτούς, έπειτα από οκτώ περίπου ημέρας, παρέλαβε ο Ιησούς τον Πετρον και τον Ιωάννην και τον Ιάκωβον και ανέβηκε εις ένα όρος δια να προσευχηθή.
(1) Δες Ματθ. ιζ 1-8 και Μάρκ. θ 2-8 και τις εκεί ερμηνευτικές σημειώσεις. Το εγένετο είναι απρόσωπο. Διότι μαζί με το «ημέρες» πρέπει να υπονοήσουμε το «ήταν» (b).
(2) «Θα ερευνήσουμε πώς ο μεν Λουκάς λέει· έγιναν μετά τα λόγια αυτά περίπου οχτώ ημέρες, ενώ ο Μάρκος λέει περίπου μετά από έξι ημέρες. Όσον αφορά το ρητό που λέει· έγιναν περίπου οχτώ ημέρες, ο Λουκάς μετρά και αυτήν την ημέρα και την ημέρα που γίνεται η μεταμόρφωση, ενώ ο Μάρκος μετρά μόνο τις ενδιάμεσες και δεν υπάρχει διαφωνία στο ρητό» (Ω).
(3) Εδώ ο Λουκάς βάζει μπροστά τον Ιωάννη από τον Ιάκωβο ο οποίος θανατώθηκε από τον Ηρώδη πριν ακόμη ο Λουκάς γράψει το ευαγγέλιό του, ενώ ο Ιωάννης ζούσε ακόμη και συνεπώς μπορούσε να μαρτυρήσει ακόμη ως κατεξοχήν αξιόπιστος αυτόπτης του υπερφυσικού γεγονότος (b).
(4) Οι άλλοι δύο συνοπτικοί γράφουν εις όρος υψηλόν. Σύμφωνα με τον p. και οι δύο εκφράσεις κατάλληλα θα αναφέρονταν στο όρος Ερμών, γύρω στα 9200 πόδια ψηλό, στο οποίο εύκολα εντός μίας βδομάδας θα ανέβαιναν από την Καισάρεια του Φιλίππου. Είναι ψηλότερο από τον Λίβανο (8500 πόδια) ή τον Αντιλίβανο (8700) και η μεμονωμένη του λευκή κορυφή είναι ορατή από πολλά υψώματα της Παλαιστίνης.
Παράδοση όμως που για πρώτη φορά αναφέρεται από τον Κύριλλο Ιεροσολύμων (Κατήχ. ΧΙΙ 16) τοποθετεί το γεγονός της Μεταμόρφωσης στο Θαβώρ.
(5) «Δείχνοντας ότι ο χαμηλός νους δεν θα μπορούσε να γίνει κατάλληλος για (θεία) θεωρία, αλλά αυτός που υψώθηκε πάνω από τα γήινα και ανέβηκε πάνω από όλα τα σωματικά και εγκαταστάθηκε έξω από τις φροντίδες της ζωής σε κατ’ ιδίαν ησυχία και αποδείχτηκε ανώτερος από την καταδυνάστευση των παθών» (Κ), «ανεβαίνει στο βουνό για να προσευχηθεί» (Θφ). Την ώρα που προσευχόταν, μεταμορφώθηκε. Όταν ο Χριστός ταπείνωσε τον εαυτό του καταφεύγοντας στην προσευχή, τότε και δοξάστηκε με το να μεταμορφωθεί. «Ζήτησε από εμένα και θα σου δώσω» (Ψαλμ. β 8).
Και ο ίδιος ο Χριστός έπρεπε να ζητήσει τις προορισμένες από τον Πατέρα για αυτόν χάριτες, για να του δοθούν αυτές. Προσευχόμενος λοιπόν και εδώ και συχνά άλλοτε τίμησε το καθήκον της προσευχής και συνέστησε αυτό με το παράδειγμά του. Είναι καθήκον που μας μεταμορφώνει. Εάν οι καρδιές μας υψωθούν και διευρυνθούν με την προσευχή, ώστε να καθρεπτίζουμε μέσω αυτής «την δόξα Κυρίου», θα «μεταμορφωνόμαστε από δόξα σε δόξα» (Β΄Κορ. γ 18). Με την προσευχή παίρνουμε σοφία, χάρη και χαρά, τα οποία κάνουν την μορφή της ψυχής μας να αστράπτει.
Λουκ. 9,29 καὶ ἐγένετο(1) ἐν τῷ προσεύχεσθαι αὐτὸν τὸ εἶδος τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἕτερον(2) καὶ ὁ ἱματισμὸς αὐτοῦ λευκὸς ἐξαστράπτων(3).
Λουκ. 9,29 Και ενώ προσηύχετο, έγινε η εξωτερική του μορφή του προσώπου του διαφορετική και η ενδυμασία του ολόλευκη και απαστράπτουσα.
(1) Ο από τους εθνικούς (μη Ιουδαίους) προερχόμενος Λουκάς επειδή γράφει προς τους εθνικούς αποφεύγει την λέξη μεταμορφώθηκε των άλλων δύο συνοπτικών, η οποία μπορούσε να εννοηθεί σύμφωνα με τις τερατολογίες για την μεταμόρφωση των εθνικών θεοτήτων (p).
(2) «Έγινε η μορφή του άλλη, όχι με το να μεταβληθεί σε άλλη φύση. Διότι έμεινε τέτοιος που ήταν. Αλλά η εξωτερική όψη του προσώπου του φάνηκε λαμπρότερη από πριν. Όπως ακριβώς λοιπόν έγινε και στα ρούχα του. Διότι σε αυτά μόνο η εξωτερική μορφή άστραψε και δεν μεταβλήθηκε η ουσία των ρούχων, αλλά η εμφάνιση» (Θφ).
«Μεταβάλλεται σε κάποια εξαιρετική και θεοπρεπή λαμπρότητα, ώστε ακόμη και τα ρούχα του να λάμπουν με την ακτινοβολία του φωτός, και τόσο πολύ, ώστε να φαίνεται ότι αστράφτει» (Κ). «Η μεταμόρφωση στο βουνό που παρουσιάστηκε στους μαθητές, φανέρωνε το υπόδειγμα της μελλοντικής δόξας του Σωτήρα. Και δειχνόταν κατά τρόπο σωματικό, ώστε να γίνει ορατό και από τα θνητά τους μάτια, παρόλο που δεν άντεξαν την υπερβολή της λαμπρότητας την οποία δεν μπορούν να αντέξουν τα δικά μας μάτια. Και το ότι βεβαίως η δόξα που αρμόζει στη θεία ουσία είναι αθέατη και απρόσιτη σε κάθε γενητή φύση, το έδειξαν οι μαθητές που δεν μπόρεσαν να αντέξουν ούτε αυτήν την ίδια την σωματική όψη που τους παρουσιάστηκε στο βουνό, αλλά έπεσαν κάτω στη γη.
Τότε λοιπόν κάποιος βλέπει τον Λόγο να μεταμορφώνεται ένδοξα, όταν ανεβαίνει μαζί του και υψώνεται μαζί του και βλέπει αυτόν σαν αυτόν τον ίδιο τον Λόγο του Θεού και σαν αρχιερέα που συνομιλεί και προσεύχεται στον Πατέρα. Επειδή όμως δεν είχε ακόμη οδηγήσει το σώμα του τελείως σε αμετάβλητη αφθαρσία, φανερώθηκε μαζί με τα φθαρτά ρούχα, λάμποντας μαζί με αυτά. Διότι όταν αναστηθούν οι δίκαιοι με δόξα στη δευτέρα παρουσία δεν πρόκειται να έχουν ρούχα αισθητά, αλλά θα ντυθούν με κάποιες λαμπρές στολές. Όπως όμως η μορφή τους δεν έγινε άλλη από αυτήν της μεταμόρφωσης, έτσι στην ανάσταση η μορφή των αγίων θα είναι πολύ ενδοξότερη, από αυτήν που είχαν στη ζωή αυτή, όχι όμως άλλη» (Ω).
«Λέμε βέβαια ότι η μεταμόρφωσή του έγινε, όχι αποβάλλοντας το σχήμα του ανθρώπινου σώματος, αλλά περιβάλλοντας αυτό κάποια φωτεινή λάμψη, η οποία κατά κάποιο τρόπο άλλαξε το ατιμότατο χρώμα της σάρκας του, δίνοντάς του όψη λαμπρότερη, σύμφωνα με το λεγόμενο από τον θείο Παύλο «Σπείρεται χωρίς δόξα, ανασταίνεται με δόξα».
Γιατί τώρα αυτό το ίδιο είναι σάρκα γυμνή, χωρίς να είναι χρωματισμένη με κάποια δόξα, ούτε λαμπρυσμένο με λάμψη φυσική, αλλά έχει μόνο την από τη φύση της αδοξία και μαζί και αδυναμία. Κατά τον καιρό όμως της ανάστασης θα γίνει κάποια αλλαγή θεοπρεπής και μεταβολή της δόξας και όχι του σχήματος. Γιατί θα περιαστράψει τότε με επικαλύμματα θείας δόξας· διότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Σωτήρα, «οι δίκαιοι θα λάμψουν σαν τον ήλιο στη βασιλεία του πατέρα τους»» (Κ).
«Τότε λοιπόν θα λάμψει και η θεότητα του Κυρίου όχι όπως ο ήλιος, αλλά πάνω από κάθε γεννητό φως που μπορεί να σκεφτεί κανείς και στα αισθητά και στα νοητά· επειδή ακριβώς είναι ο ίδιος το φως που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο· έτσι θα συμβεί όταν θα δείξει το πρόσωπό του. Διότι δεν θα κάνει τότε έτσι όπως παλαιότερα έλεγε κάποτε στον Μωϋσή, ότι «θα δεις τα οπίσω μου, αλλά το πρόσωπό μου δεν θα το δεις (Εξόδου λγ 25).
Αλλά με τέτοιο τρόπο θα παρέχει τον εαυτό του στους αγίους, ώστε να μπορούν όλοι να λένε· όλοι εμείς με ξέσκεπο το πρόσωπο του εσωτερικού μας ανθρώπου, σαν άλλοι καθρέπτες δεχόμαστε και αντανακλούμε την δόξα του Κυρίου. Και έτσι μεταμορφωνόμαστε και παίρνουμε την ίδια ένδοξη εικόνα του Κυρίου και προοδεύουμε από δόξα σε δόξα»(Β΄Κορ. γ 18) (Ε).
(3) Το εξαστράπτων ως δεύτερο επίθετο μετά το λευκός εξηγεί το είδος του λευκού= λευκός που λάμπει, αστραποβόλος (δ). Η μεταμόρφωση χύνει φως στην έννοια του παθήματος του Κυρίου. Αποδεικνύει, ότι η δόξα ήταν η φυσική κατάσταση του Κυρίου σύμφωνα και με τον λόγο της αρχιερατικής του προσευχής: «Και τώρα δόξασέ με εσύ Πατέρα, κοντά σου, με την δόξα την οποία είχα κοντά σου προτού δημιουργηθεί ο κόσμος». Προφανώς ένας από τους σκοπούς, προς τους οποίους απέβλεπε το υπερφυσικό αυτό συμβάν, ήταν και να στηρίξει την πίστη των μαθητών στην θεία φύση του πάσχοντος Λυτρωτή.
Λουκ. 9,30 καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο συνελάλουν αὐτῷ, οἵτινες ἦσαν(1) Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας(2),
Λουκ. 9,30 Και ιδού δύο άνδρες συνωμιλούσαν μαζί του. Και αυτοί ήσαν ο Μωϋσής και ο Ηλίας,
(1) Η ικανότητα τού να αναγνωριστούν ποιοι ήταν δόθηκε στους μαθητές μαζί με την ικανότητα τού να τους δουν. Αλλιώς, εάν δεν αναγνωρίζονταν, το ότι εμφανίστηκαν θα έμενε χωρίς κάποια σημασία και έννοια (p).
(2) «Ο Μωϋσής μεν εκπροσωπούσε το νόμο, και ο Ηλίας τους προφήτες· διότι αυτός (ο Χριστός) ήταν ο κύριος του νόμου και των προφητών» (Ω).
«Επομένως η παρουσία του Μωϋσή και του Ηλία και το ότι μιλούσαν μεταξύ τους, ήταν κάποια οικονομία (θείο σχέδιο) του Θεού, η οποία έδειχνε πολύ καλά, ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός περιβαλλόταν από το νόμο και τους προφήτες ως Κύριος και του νόμου και των προφητών, και είχε δειχτεί προηγουμένως από αυτούς (ως Μεσσίας) με εκείνα που προέλεγαν και ήταν σύμφωνα μεταξύ τους. Γιατί δεν ήταν ασύμφωνα μεταξύ τους εκείνα που είχαν κηρυχτεί με το νόμο και με τους προφήτες. Και αυτό, νομίζω, σημαίνει το γεγονός ότι συνομιλούν μεταξύ τους ο ιερώτατος Μωϋσής και ο πανάριστος των προφητών Ηλίας» (Κ).
Λουκ. 9,31 οἳ ὀφθέντες ἐν δόξῃ(1) ἔλεγον τὴν ἔξοδον αὐτοῦ(2) ἣν ἔμελλε(3) πληροῦν(4) ἐν Ἱερουσαλήμ(5).
Λουκ. 9,31 οι οποίοι παρουσιάσθησαν με δόξαν και έλεγαν δια την έξοδόν του, δια την αναχώρησίν του από τον κόσμον αυτόν, την οποίαν σύμφωνα με τας προφητείας έμελλε να εκπληρώση εις την Ιερουσαλήμ.
(1) Ήταν όμοιοι με τον Κύριό τους στη σκηνή αυτή (b). Οι άγιοι που πεθαίνουν εν Κυρίω μπαίνουν σε κατάσταση δόξας. Για αυτό και οι Μωϋσής και Ηλίας εμφανίζονται με δόξα, όπως θα εμφανιστούν μετά από λίγο κατά την δευτέρα παρουσία όλοι οι άγιοι με δόξα.
(2) «Στεκόμενοι γύρω από τον Ιησού, μιλούσαν μεταξύ τους για την έξοδο που επρόκειτο να πραγματοποιήσει, λέει, στην Ιερουσαλήμ, δηλαδή το μυστήριο της με την σάρκα του οικονομίας και το σωτήριο πάθος του πάνω στο σταυρό» (Κ).
Την έξοδο και αναχώρησή του από τον κόσμο. Η ίδια λέξη και στο Β΄Πέτρ. α 15. Το θέμα της συνομιλίας ήταν μέγα, αναφερόμενο στο πάθος, τον σταυρό, τον θάνατο, την ανάσταση και ανάληψη του Χριστού. Δες την αντίθετη λέξη είσοδος στον κόσμο στο Πράξ. ιγ 24 (b). Ο Λουκάς εξεπίτηδες διαλέγει λέξη που σημαίνει ταυτόχρονα και τον θάνατο και την ανάληψη (g).
Και ο θάνατος των αγίων είναι έξοδός τους και αναχώρηση από την Αίγυπτο του παρόντος κόσμου στην επουράνια πόλη Ιερουσαλήμ, από τον οίκο αυτόν της δουλείας στον ουράνιο οίκο του Πατέρα τους. Και όπως η από την Αίγυπτο έξοδος του Ισραήλ υπήρξε θριαμβευτική, έτσι και η από τον κόσμο αυτόν έξοδος και η στους ουρανούς ανάληψη του Χριστού έγινε με θρίαμβο και αλαλαγμό, και τέτοια είναι και η από τον κόσμο αυτόν έξοδος των αγίων του.
(3) Το έμελλεν ανταποκρίνεται στο δει (=πρέπει) του στίχου 22. Το παν είναι προδιατεταγμένο από τον Θεό και οπωσδήποτε θα συντελεστεί. Και όταν συντελείται, μπορεί να θεωρείται ως εκπλήρωση (p).
(4) Ο Μωϋσής και ο Ηλίας μιλούσαν προς τον Ιησού για την έξοδό του. Υπονοεί όμως αυτό, ότι το πάθημα του Χριστού και η ακόλουθη ένδοξη έξοδός του από τον κόσμο αυτόν ήταν ό,τι ο Μωϋσής και οι προφήτες είχαν προαναγγείλει. Δες Λουκ. κδ 26,27 και Α΄ Πέτρ. α 11.
«Γιατί είναι αλήθεια, ότι ο νόμος που δόθηκε μέσω του Μωϋσή και ο λόγος των προφητών, προανήγγειλαν το μυστήριο του Χριστού, ο ένας καταγράφοντάς το κατά κάποιο τρόπο σαν σε πίνακα με τύπους και σκιές, ενώ οι προφήτες προέλεγαν με πολλούς τρόπους» (Κ).
Οι δύο ένδοξοι προφήτες μιλούν στον Ιησού για την έξοδό του, δηλαδή για το πάθημα, την ανάσταση και την ανάληψή του. Καθόλου θαυμαστό! Η έξοδος του Λυτρωτή είναι η θεμελιώδης αλήθεια, πάνω στην οποία στηρίζεται το όλο σύστημα του Χριστιανισμού· είναι η αλήθεια των αληθειών, χωρίς την οποία τίποτα άλλο στον κόσμο δεν έχει σημασία και βαθύτερη έννοια.
(5) Το «στην Ιερουσαλήμ» είναι βαθειά τραγικό= στην πόλη που φόνευσε τους προφήτες. Η προσθήκη αυτή του Λουκά για την έξοδο του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ διαφωτίζει ολόκληρη την σκηνή. Είναι το κλειδί της όλης αφήγησης. Εξηγεί τη σχέση μεταξύ της εμφάνισης αυτής και της συνομιλίας του Χριστού με τους μαθητές που προηγήθηκε στην Καισάρεια του Φιλίππου. Η συνομιλία αυτή για το θέμα αυτό δίνει στους μαθητές να καταλάβουν, ότι ο π ά σ χ ω ν Μεσσίας είναι πράγματι ο θ ε ί ο ς Μεσσίας, τον οποίο αναγνωρίζει ως τέτοιο ο ουρανός (g).
Ο Κύριος και κατά την ένδοξη Μεταμόρφωσή του θέλησε να ακούσει για την έξοδό του η οποία ήταν συνδεδεμένη με τον θάνατο και τα παθήματά του. Και διδάσκει έτσι εμάς, ότι το να θυμόμαστε τον θάνατό μας, ο οποίος αποτελεί την έξοδο και αναχώρησή μας από τον κόσμο αυτόν σε άλλον, δεν είναι ποτέ άκαιρο, αλλά και σε αυτές τις μεγαλύτερές μας επιτυχίες και δόξες του κόσμου αυτού είναι επικαιρότατο να θυμόμαστε, ότι «δεν έχουμε εδώ μόνιμη πόλη»
Λουκ. 9,32 ὁ δὲ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἦσαν βεβαρημένοι ὕπνῳ(1)· διαγρηγορήσαντες(2) δὲ εἶδον τὴν δόξαν(3) αὐτοῦ καὶ τοὺς δύο ἄνδρας τοὺς συνεστῶτας αὐτῷ.
Λουκ. 9,32 Ο δε Πέτρος και οι δύο άλλοι μαθηταί είχαν καταληφθή από βαρύν ύπνον. Οταν όμως εξύπνησαν, είδαν την δόξαν του και τους δύο άνδρας, που εστέκοντο μαζί του.
(1) «Οι μεν μακάριοι μαθητές νύσταξαν για λίγο, καθώς ο Χριστός χρονοτριβούσε με την προσευχή» (Κ).
Βεβαρημένοι ὕπνῳ = την ασυγκράτητη τάση για ύπνο, την οποία δεν μπορούσαν να νικήσουν στην αρχή (δ). Την ώρα λοιπόν που προσευχόταν ο Χριστός οι μαθητές πιθανότατα κοιμόντουσαν (g).
(2) Λέξη που λέγεται μοναδική φορά= Ή, μετά από ένα διάστημα χρόνου, αποτίναξαν από πάνω τους τον ύπνο (δ)· ή, επιμένοντας να παραμείνουν άγρυπνοι νίκησαν τη νύστα (Meyer)· ή, γινόμενοι εξ’ ολοκλήρου άγρυπνοι (p) και «αφού συνήλθαν από τον βαθύ ύπνο» (Κ).
(3) «Δόξα να εννοήσεις την λαμπρότητα» (Ζ).
Λουκ. 9,33 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαχωρίζεσθαι αὐτοὺς(1) ἀπ᾿ αὐτοῦ εἶπεν ὁ Πέτρος πρὸς τὸν Ἰησοῦν· ἐπιστάτα, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι(2)· καὶ ποιήσωμεν σκηνὰς τρεῖς, μίαν σοὶ καὶ μίαν Μωϋσεῖ καὶ μίαν Ἠλίᾳ, μὴ εἰδὼς ὃ λέγει(3).
Λουκ. 9,33 Και συνέβη, όταν οι δύο άνδρες ετοιμαζάζοντο να χωρισθούν από τον Ιησούν, είπεν ο Πετρος προς αυτόν• “διδάσκαλε, είναι καλά να μένωμεν εδώ• ας κάμωμεν τρεις σκηνάς, μίαν δια σε, μίαν δια τον Μωϋσέα και μίαν δια τον Ηλίαν”. Και τα έλεγεν αυτά, χωρίς να καταλαβαίνη καλά-καλά, τι είναι αυτό που έλεγε.
(1) Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας του Ιησού με τους δύο προφήτες, οι μαθητές τηρούσαν σιγή. Αλλά όταν η συνομιλία σταμάτησε και οι δύο ουράνιοι απεσταλμένοι ετοιμάζονταν να χωριστούν από τον Κύριο, τότε ο Πέτρος λαμβάνει τον λόγο (g).
(2) «Ακούγοντας ότι πρόκειται να πάθει ο Χριστός… ζητούσε από τον Κύριο να μείνει πάνω στο βουνό για πάντα, έτσι ώστε να μην τον βρουν οι Ιουδαίοι αφού κατέβει και τον φονεύσουν, αγνοώντας τα αγαθά που θα συμβούν σε όλους από το πάθος και την ανάσταση» (Ω).
(3) Δεν γνωρίζουν τι λένε εκείνοι, οι οποίοι μιλούν για κατασκευή σκηνών πάνω στη γη για τους δοξασμένους αγίους στον ουρανό, οι οποίοι έχουν καλύτερες μονές (δωμάτια) στην οικία του Πατέρα και επιθυμούν να επανέλθουν σε αυτές.
«Δεν ήξερε, λέει, αυτό που έλεγε· γιατί δεν ήταν ο καιρός της συντέλειας του κόσμου και του να λάβουν οι άγιοι τη μέθεξή (συμμετοχή) τους στα αγαθά που ήλπισαν σύμφωνα με την υπόσχεση του Θεού» αφού παρέμεναν στη γη αυτή, που δεν έγινε ακόμη καινούργια. «Αφού λοιπόν το σχέδιο της οικονομίας βρισκόταν ακόμη στην αρχή, πώς ήταν δυνατόν να σταματήσει ο Χριστός την αγάπη του για τον κόσμο, αποφεύγοντας να πάθει για χάρη του;» (Κ).
Λουκ. 9,34 ταῦτα δὲ αὐτοῦ λέγοντος ἐγένετο νεφέλη(1) καὶ ἐπεσκίασεν(2) αὐτούς(3)· ἐφοβήθησαν δὲ ἐν τῷ εἰσελθεῖν ἐκείνους(4) εἰς τὴν νεφέλην·
Λουκ. 9,34 Ενώ δε ο Πετρος έλεγε αυτά, ήλθε ένα σύννεφο και τους εκέπασε. Εφοβήθησαν δε ο Πετρος και οι δύο άλλοι μαθηταί, όταν ο Ιησούς και οι δύο προφήται εισήλθον εις την νεφέλην.
(1) «Ενώ ο Πέτρος λέει να κάνουμε τρεις σκηνές, ο Κύριος ξαφνικά φτιάχνει σκηνή αχειροποίητη και μπαίνει μέσα σε αυτήν μαζί με τους προφήτες, για να δειχτεί ότι σε τίποτα δεν είναι κατώτερος από τον Πατέρα. Διότι όπως ακριβώς στην Παλαιά Διαθήκη η νεφέλη λεγόταν ότι έχει τον Κύριο και ο Μωϋσής έμπαινε σε αυτήν, και έτσι δεχόταν τον νόμο, έτσι και τώρα η νεφέλη δέχτηκε τον Χριστό και νεφέλη όχι σκοτεινή· διότι έφυγε η σκιά του νόμου και το σκοτεινό της ασάφειας· αλλά νεφέλη φωτεινή. Διότι ήλθε η αλήθεια και έλαμψε η χάρη του Κυρίου και δεν υπάρχει τίποτα σκοτεινό τώρα» (Θφ).
Ακριβέστερη ερμηνεία η επόμενη: Η νεφέλη δεν ήταν κάποιο απλό σύννεφο. Είναι το κάλυμμα, με το οποίο περιβάλλεται ο Θεός, όταν εμφανίζεται στους ανθρώπους. Εμφανίστηκε στην έρημο και στα εγκαίνια του ναού του Σολομώντα και την ξαναβρίσκουμε και στην ανάληψη (g).
Η νεφέλη αυτή ήταν δείγμα της ακόμη πιο ιδιαίτερης παρουσίας του Θεού. Με νεφέλη ο Θεός ήλθε στη σκηνή και στο ναό και όταν «η νεφέλη κάλυψε την σκηνή του μαρτυρίου δεν μπόρεσε ο Μωϋσής να μπει στην σκηνή, διότι επισκίαζε αυτήν η νεφέλη και η σκηνή γέμισε από τη δόξα του Κυρίου» (Εξόδου μ 34). Και όταν στην περίπτωση του Σολομώντα «ο οίκος γέμισε από τη νεφέλη της δόξας του Κυρίου, δεν μπορούσαν οι ιερείς να σταθούν να λειτουργήσουν από το φως της νεφέλης» (Β΄Παραλ. ε 14).
Μία τέτοια νεφέλη είναι και η παρούσα. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράδοξο, ότι οι μαθητές φοβήθηκαν. Αλλά εφόσον ο Ιησούς βρίσκεται στη νεφέλη, κανείς από όσους πιστεύουν ειλικρινά σε αυτόν ας μην φοβάται να μπει σε αυτήν, διότι μπορεί να είναι βέβαιος, ότι ο Ιησούς θα διαπεράσει αυτόν σώο μέσα από αυτήν.
(2) Κατά ακρίβεια η φωτεινή νεφέλη δεν ρίχνει σκιά, μπορεί όμως να καλύψει. Το φως μπορεί να αποτυφλώνει όπως και το σκοτάδι (p).
(3) Αξιόλογη και η παρατήρηση: «Με αυτό δηλώνει μέσω του τύπου από πριν… ότι στην ανάσταση πρόκειται να αρπαχτούν σε νεφέλες οι άγιοι για να συναντήσουν τον Κύριο και να είναι μαζί του για πάντα» (Ω).
(4) Υπάρχει και η γραφή αυτούς. Το μεν εκείνους= τον Κύριο και τους δύο προφήτες, ενώ το αυτούς σύμφωνα με κάποιους νεώτερους ερμηνευτές περιλαμβάνει και τους αποστόλους, είναι όμως αμφίβολο αυτό.
Λουκ. 9,35 καὶ φωνὴ ἐγένετο ἐκ τῆς νεφέλης(1) λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός(2)· αὐτοῦ ἀκούετε.
Λουκ. 9,35 Και ηκούσθη φωνή από την νεφέλην, η οποία έλεγεν• “αυτός είναι ο μονογενής Υιός μου, ο κατ’εξοχήν αγαπητός, που τον έστειλα Σωτήρα του κόσμου. Αυτόν να ακούετε”.
(1) «Φωνή πατρική μέσω της νεφέλης (διότι έτσι φαίνεται ο Θεός) μαρτυρούσε για τον Χριστό την υιότητα (ότι είναι ο Υιός)» (Ε).
(2) Υπάρχει και η γραφή: εκλελεγμένος (διαλεγμένος, διαλεκτός) αντί ο αγαπητός. Είναι αυτό εξήγηση του αγαπητός, το οποίο, όπως και η αντίστοιχη εβραϊκή λέξη, σημαίνει και τον αγαπητό και τον εκλεκτό. Φαίνεται ότι η λέξη μπήκε στο κείμενο από το περιθώριο (που υπάρχει στα χειρόγραφα)(δ). Πάντως το εκλελεγμένος λέγεται με απόλυτη έννοια, σε αντίθεση με τους δούλους, όπως ήταν ο Μωϋσής και ο Ηλίας, οι οποίοι είχαν εκλεγεί για ειδικές και περιορισμένες αποστολές (g). Το εκλελεγμένος αναφέρεται στην αποστολή του Υιού του ανθρώπου ως Μεσσία (L).
Λουκ. 9,36 καὶ ἐν τῷ γενέσθαι τὴν φωνὴν εὑρέθη ὁ Ἰησοῦς μόνος(1). καὶ αὐτοὶ ἐσίγησαν(2) καὶ οὐδενὶ(3) ἀπήγγειλαν ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις(4) οὐδὲν ὧν ἑωράκασιν.
Λουκ. 9,36 Και αφού έγινε αυτή η φωνή, ευρέθηκε ο Ιησούς μόνος• και οι τρεις μαθηταί εκράτησαν σιγήν δια το γεγονός και εις κανέναν κατά τας ημέρας εκείνας δεν ανεκοίνωσαν τίποτε από όσα είδαν.
(1) «Για να μην συκοφαντείται από κάποιους η αλήθεια, οι οποίοι λένε ότι τους διέτασσε να ακούνε περισσότερο τον Μωϋσή, επεσήμανε ο ευαγγελιστής λέγοντας, ότι όταν έγινε η φωνή, βρέθηκε ο Ιησούς μόνος. Άρα λοιπόν αυτόν πρόσταξε να ακούνε. Καθόσον αυτός είναι το τέλος του νόμου και των προφητών» (Κ).
(2) Με εντολή του Κυρίου σύμφωνα με τους άλλους δύο συνοπτικούς.
«Δεν θέλει ο Ιησούς να ειπωθούν τα σχετικά με την δόξα του. Διότι θα βλάπτονταν αυτοί που θα τα άκουγαν και μάλιστα οι όχλοι, όταν θα έβλεπαν τον τόσο πολύ δοξασμένο να σταυρώνεται. Δεν τα έκρυψαν λοιπόν από φθόνο, αλλά επειδή φοβήθηκαν μήπως δεν γίνουν πιστευτοί» (Ω) και για να μην προκληθεί είτε σφοδρότερη αντίδραση εκ μέρους των αντιτιθεμένων, είτε άκαιρος ενθουσιασμός και ταραχώδεις εκδηλώσεις εκ μέρους των Ιουδαίων που έτρεφαν παχυλές ελπίδες για τον Μεσσία.
(3) Η απαγόρευση του να ανακοινωθεί ό,τι είχαν δει, αποτελεί ισχυρή επιβεβαίωση της ιστορικότητας του υπερφυσικού γεγονότος της Μεταμόρφωσης. Εάν η οπτασία αυτή ήταν επινόηση, πώς θα εξηγήσουμε την επινόηση της απαγόρευσης; (p).
(4) «Πότε λοιπόν τα ανέφεραν; Μετά την ανάληψη, μετά την παρουσία του Πνεύματος· διότι τότε γέμισαν από θάρρος και καταξιώθηκαν του Πνεύματος και είχαν την φωνή από τα θαύματα να συνηγορεί σε αυτούς» (Ω).
Μετά τις σκηνές της Γεθσημανή, της καταδίκης του συνεδρίου και του Πιλάτου και του Γολγοθά, στις οποίες παρουσιάστηκε ο προφητευμένος χαρακτήρας του ως ανθρώπου θλίψεων που γνωρίζει να υπομένει ασθένεια, θα ήταν πλέον καιρός να διαδοθεί το υπερφυσικό συμβάν της Μεταμόρφωσης, ως προμήνυμα της αρχιερατικής του βασιλείας δίπλα στο θρόνο του Πατέρα του και της θριαμβευτικής του νίκης εναντίον όλων των εχθρών του (ο).
Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »








