kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Η Μεταμόρφωση του Χριστού. (Ερμηνεία των Ευαγγελίων)

Συγγραφέας: kantonopou στις Αύγουστος 1, 2019

Η Μεταμόρφωση του Χριστού.Ερμηνεία των Ευαγγελίων

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
Α.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ  ιζ 1 – 9
(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 313-317 εκδόσεις «ο Σωτήρ», μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας                 Ζ = Ζιγαβηνός Ευθύμιος
Απ = Απολλινάριος                       Θφ = Θεοφύλακτος Βουλγαρίας
Αυ = Αυγουστίνος                        Ιε = Ιερώνυμος
Β = Βασίλειος ο Μέγας                  Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός            Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Γν = Γρηγόριος Νύσσης                 Ω = Ωριγένης
Δ = Δαμασκηνός Ιωάννης              DB=Dict. Of the Bible,Hastings
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας

(Σύγχρονοι Θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible, St Matthew Edited by G.H. Box on the basis of the earlier edition by Prof  W.F. Slater, Edirburgh 1922 (σημειώνεται με το S).
M.J. Lagrange.   Evangile selon s. Matthieu, Deuxieme edition Paris 1923 (σημειώνεται με το L).
Alf. Plummer.   An exegetical commentary on the Gospel according to S. Matthew, London 1911 (σημειώνεται με το p).
W. Allen    A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Matthew Third edition 1922 (σημειώνεται με το a).
A. Commentary critical, expository and practical κ.λ.π by I. Owen, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
L. Cl. Fillion    La sainte Bible commentee VII (σημειώνεται με το F).
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm  Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ).

ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους

Ματθ. 17,1        Καὶ μεθ᾿ ἡμέρας ἓξ(1) παραλαμβάνει(2) ὁ Ἰησοῦς τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην(3) τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἀναφέρει(4) αὐτοὺς εἰς ὄρος(5) ὑψηλὸν(6) κατ᾿ ἰδίαν·
Ματθ. 17,1        Επειτα δε από εξ ημέρας επήρε μαζή του ο Ιησούς τον Πετρον και τον Ιάκωβον και τον αδελφόν αυτού Ιωάννην και ανέβηκε με αυτούς μόνον εις υψηλόν όρος.(Μετάφραση στίχων υπό Ιωάννου Κολιτσάρα εδώ και στο εξής)
Ο ιστορικός χαρακτήρας του μυστηριώδους αυτού συμβάντος είναι εγγυημένος, 1) από το ότι παρουσιάζεται τελείως απίθανη η επινόηση. Τίποτα δεν υπήρξε στην προηγούμενη ζωή του Χριστού, το οποίο να καθιστά πιθανή την εμφάνιση του Μωϋσή και του Ηλία και κανένα παρόμοιο γεγονός δεν συναντιέται στην Π.Δ., αφού η δόξα του Μωϋσή στο Σινά ήταν τελείως διαφορετική, 2) από τη μαρτυρία και των τριών συνοπτικών (Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς), 3) από την αξιοσημείωτη επιβολή σιωπής από τον Ιησού προς τους μαθητές και 4) από τη μαρτυρία της Β΄ Πέτρ. α 16-18, η οποία μαρτυρεί, αν όχι κάτι άλλο, τουλάχιστον ότι, κατά την εποχή που συγγράφηκε η επιστολή αυτή, το γεγονός πιστευόταν ότι έλαβε χώρα (p).
(1)   Ο Λουκάς «μετά από οκτώ μέρες, λέει, χωρίς να εναντιώνεται σε αυτόν (Ματθαίο), αλλά και πάρα πολύ συμφωνώντας. Διότι ο μεν Λουκάς συμπεριέλαβε και αυτήν την ημέρα που τους είπε τα παραπάνω λόγια και την ημέρα που τους ανέβασε στο όρος, ενώ ο Ματθαίος ανέφερε μόνο τις ενδιάμεσες ημέρες» (Χ).
Ο καθορισμός αυτός του χρόνου υπονοεί κάποια σχέση με τα αμέσως προηγούμενα. Η διδασκαλία για τον Υιό του Θεού, και για το Πάθος του επιβεβαιώθηκε με την μεταμόρφωση (b).
(2)   Παίρνει με τον εαυτό του, μαζί του (δ).
(3)   Οι τρεις αυτοί μαθητές συνόδευαν τον Ιησού και σε διάφορες άλλες βαρυσήμαντες περιστάσεις. Δες Μάρκ. ε 37, α 29 και ιγ 3, όπως και στη Γεθσημανή Ματθ. κστ 37 (S).
«Γιατί παίρνει αυτούς μόνους; Επειδή αυτοί υπερείχαν από τους άλλους» (Χ).
«Ο μεν Πέτρος από το ότι αγαπούσε πολύ αυτόν, λόγω της θερμότητας της πίστης του. Ο Ιωάννης από την άλλη από το ότι αγαπιόταν πάρα πολύ από αυτόν, λόγω της υπερβολής της αρετής του. Ο Ιάκωβος επίσης από το ότι ήταν πάρα πολύ ενοχλητικός στους Ιουδαίους, τόσο ώστε όταν ο Ηρώδης αργότερα τον φόνευσε, έκανε μέγιστη χάρη στους Ιουδαίους» (Ζ), αλλά και «από την απάντηση την οποία απάντησε μαζί με τον αδελφό του λέγοντας· Μπορούμε να πιούμε το ποτήρι» (Σχ).
Τρία πρόσωπα ήταν αρκετά να διαπιστώσουν την αλήθεια της θαυμαστής αυτής σκηνής. Εάν ήταν παρόντες περισσότεροι από τρεις θα ήταν δύσκολο κάπως να τηρηθεί το γεγονός μυστικό (ο).
(4)   =Άνω φέρω, οδηγώ επάνω (g).
(5)   Ως τέτοιο αρχαιότατη παράδοση κατά τα χρόνια του Ωριγένη την οποία και ο Ιεροσολύμων Κύριλλος και ο Ιερώνυμος αναφέρουν, εξιστορεί το όρος Θαβώρ δίπλα στη Ναζαρέτ. Κάποιοι από τους νεωτέρους ερμηνευτές υποθέτουν, ότι είναι το όρος Πάνιον που είναι πιο κοντά στην Καισάρεια του Φιλίππου, και άλλοι το Ερμών, χωρίς σοβαρά επιχειρήματα (δ). Παρόλ’ αυτά φαίνεται, ότι τώρα ο Ιησούς βρισκόταν κοντά στο όρος Ερμών. Δες Ματθ. ιστ 13 (F). Οι άλλοι μαθητές πιθανώς έμειναν στην Καισάρεια (S).
(6)   Το υψηλό εννοείται όχι απολύτως, αλλά σε σχέση με τα τριγύρω μικρότερα βουνά. Η μεμονωμένη θέση του Θαβώρ που υψώνεται 400 μέτρα πάνω από την πεδιάδα Ιεζραήλ δίνει σε αυτό άριστη και μοναδική θέα, την οποία πολύ ψηλότερα βουνά δεν έχουν (δ).

Ματθ. 17,2    καὶ μετεμορφώθη(1) ἔμπροσθεν αὐτῶν(2), καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος(3), τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς(4).
Ματθ. 17,2    Και μετεμορφώθη εμπρός εις αυτούς, και έλαμψε το πρόσωπον αυτού όπως ο ήλιος, τα δε ενδύματά του έγιναν λευκά όπως το φως.
(1)  Η όψη του άλλαξε, αφού καταυγάστηκε από θεία λαμπρότητα (g).
«Μεταμορφώθηκε και έμεινε μεν το σώμα του στη δική του μορφή, αλλά η θεϊκή λαμπρότητα απογυμνώθηκε λίγο και καταλάμπρυνε το πρόσωπό του και μετέβαλλε τη μορφή του ώστε να είναι πιο θεϊκή» (Ζ).
«Ενώ δηλαδή το σώμα διατήρησε το σχήμα του, τα χαρακτηριστικά του χρωματίστηκαν με λαμπρότερα φωτεινά χρώματα ώστε να είναι πιο ένδοξο» (Κ).
Το ρήμα αυτό υπονοεί, ότι ο Κύριος κατείχε πάντοτε την δόξα μέσα του (b).
(2)   «Έτσι ώστε βλέποντας πώς μεταμορφώθηκε να μην νομίσουν ότι αυτός είναι άλλος» (Ζ).
(3)   «Έτσι νόμισαν αυτοί· διότι η λαμπρότητα εκείνη ήταν πάνω από τον ήλιο και κάπως θεία και απόρρητη» (Ζ). Άλλωστε «είπε ο ευαγγελιστής όπως ο ήλιος, επειδή μόνο το άστρο αυτό ξέρουμε ότι έχει υπερβολικό φως. Διότι το ότι έλαμψε πάνω από τον ήλιο, φαίνεται» από το ότι «έπεσαν χάμω οι μαθητές· διότι κάθε μέρα έβλεπαν ήλιο και δεν έπεφταν» (Σχ.π).
«Αν δηλαδή δεν αντεχόταν το φως αλλά ήταν αντίστοιχο με αυτό του ήλιου, δεν θα έπεφταν» (Δ).
(4)   Το φως είναι συνήθως σύμβολο της θείας παρουσίας (L). Πάντως η φράση λευκά σαν το φως δηλώνει λάμψη κατώτερη από εκείνη, η οποία εκφράζεται με το «έλαμψε όπως ο ήλιος»· διότι τα ρούχα του επισκίαζαν την λαμπρότητα που έβγαινε από μέσα από το σώμα του (b).

Ματθ. 17,3    καὶ ἰδοὺ(1) ὤφθησαν(2) αὐτοῖς Μωσῆς καὶ Ἠλίας(3) μετ᾿ αὐτοῦ(4) συλλαλοῦντες(5).
Ματθ. 17,3    Και ιδού, εφάνησαν εις αυτούς ο Μωϋσής και ο Ηλίας, οι οποίοι συνωμιλούσαν μαζή του.
(1)   Το ιδού δηλώνει, ότι αμέσως μετά την θεία όψη του Σωτήρα την θαμπωτική, τράβηξε την προσοχή τους η παρουσία των δύο μεγάλων προφητών (δ).
(2)   Ο ίδιος ο Χριστός αποκαλεί το όλο επεισόδιο της Μεταμόρφωσης όραμα (στο στίχο 9), το οποίο δεν σημαίνει, ότι αυτό δεν ήταν και αντικειμενική πραγματικότητα. Δες Πράξ. ζ 31,θ 10,ιστ 9,10,ιη 9. Δεν επρόκειτο για οπτική απάτη, αλλά για εμφάνιση, η οποία έγινε αντιληπτή και στους τρεις συγχρόνως μαθητές. Πείστηκαν και οι τρεις μαθητές, ότι είχαν δει τους ένδοξους αντιπροσώπους του Νόμου και των Προφητών να συνομιλούν μαζί με τον δοξασμένο Χριστό (p).
(3)   «Παρουσίασε μαζί του ως δούλους τους επισημότερους από αυτούς που έλαμψαν στην Παλαιά Διαθήκη, για να φανεί η απόσταση του εαυτού του από εκείνους και πόσο αυτός διαφέρει από αυτούς» (Ζ).
«Υπάρχει όμως και άλλη αιτία που μπορούμε να πούμε μαζί με αυτά που λέχθηκαν. Ποιά είναι αυτή; Για να μάθουν ότι έχει εξουσία και θανάτου και ζωής και εξουσιάζει τα πάνω και τα κάτω. Για αυτό φέρνει στη μέση και αυτόν που είχε πεθάνει (Μωϋσή) και αυτόν που δεν έπαθε κάτι τέτοιο (Ηλία)» (Χ).
Ως αντιπρόσωποι της Παλαιάς Διαθήκης ο Μωϋσής και ο Ηλίας έρχονται κατά θεία εντολή για να χαιρετίσουν τον αντιπρόσωπο της Καινής, από τον οποίο συντελέστηκε η σωτηρία του κόσμου και για να τον ευχαριστήσουν για την επικείμενη εκπλήρωση του μεγάλου μυστηρίου του Θεού Πατέρα (δ). Γίνεται ολοφάνερο από το χωρίο αυτό, όπως και από άλλα τμήματα του λόγου του Θεού, ότι οι άγιοι στον ουρανό είναι γνωστοί και διακρίνονται μεταξύ τους από τη μορφή και την εμφάνιση των δοξασμένων σωμάτων τους (ο).
Οι μαθητές αναγνώρισαν τους δύο προφήτες είτε αμέσως τότε με βάση την εξωτερική εικόνα τους (τον Μωϋσή για παράδειγμα, λόγω των εκθαμβωτικών ακτίνων του προσώπου του, τον Ηλία πάλι σαν μεταφερόμενο πάνω σε πύρινο άρμα), είτε μετά από λίγο, όταν ο Κύριος μετά την Μεταμόρφωση συνομίλησε μαζί τους (F).
(4)    Συζητούσαν μαζί του μόνο, όχι όμως και μαζί με τους τρεις Αποστόλους (b).
(5)   Δεν πρόκειται για πλεονασμό (μετ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες). Ο καθένας από αυτούς συνομιλούσε με τον Ιησού. Συνομιλία ύψιστης σημασίας (b).
«Συνομιλούσαν με αυτόν δείχνοντας, ότι και ο νόμος που δόθηκε μέσω του Μωϋσή και ο λόγος των προφητών προφήτευσαν με συμφωνία για τον θάνατό του· ο μεν νόμος με τους τύπους των θυσιών, ο δε προφητικός λόγος με διάφορα πράγματα… Το τι συζητούσαν το δίδαξε ο Λουκάς· διότι είπε, ότι έλεγαν την έξοδό του την οποία επρόκειτο να εκπληρώσει στην Ιερουσαλήμ, έξοδο ονομάζοντας την αναχώρηση και μετάβαση από αυτήν την ζωή» (Ζ).
Είναι αξιοσημείωτο ότι ούτε ο Πέτρος απηύθυνε κάποια λέξη στον Μωϋσή και τον Ηλία, ούτε αυτοί έδωσαν κάποια προσοχή στους τρεις μαθητές. Οι σκέψεις τους και η συνομιλία περιορίστηκε εξ’ ολοκλήρου σε εκείνον, τον οποίον γνώριζαν ως θείο τους λυτρωτή και ήταν ήδη η μεγάλη και κεντρική φυσιογνωμία στην όλη εικόνα. Όταν ο Χριστός είναι παρών κάθε λογικό δημιούργημα βυθίζεται σε αφάνεια (ο).

Ματθ. 17,4    ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι(1)· εἰ θέλεις(2), ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς(3) σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν Ἠλίᾳ.
Ματθ. 17,4    (Συνεπαρμένος ο Πετρος από το μεγαλειώδες εκείνο θέαμα έλαβε τον λόγον και είπεν στον Ιησούν)• “Κυριε καλά είναι να μείνωμεν ημείς εδώ• εάν θέλης, ας κάμωμεν εδώ τρεις σκηνάς, μίαν για σένα, μίαν για τον Μωϋσέα και μίαν για τον Ηλίαν”.
(1)   Δηλαδή να παραμένουμε εδώ (b).
«Επειδή αγαπούσε πάρα πολύ ο Πέτρος τον διδάσκαλο και δεν ήθελε να πάει ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα για να μην πάθει πηγαίνοντας εκεί… φανερά μεν δεν τολμά να τον εμποδίσει, για να μην τον μαλώσει πάλι ο Ιησούς, αλλά βλέποντας το όρος να έχει πολλή ασφάλεια μιας και αγνοούνταν από τους εχθρούς… συμβουλεύει να μείνουν εκεί» (Ζ), «όπου είναι παρόντες και ο Μωϋσής και ο Ηλίας· ο Ηλίας που κατέβασε από τον ουρανό φωτιά στο όρος και ο Μωϋσής που μπήκε στο θείο σύννεφο και συνομίλησε με το Θεό» (Χ).
«Έχουμε τον Μωϋσή και τον Ηλία που θα μας βοηθήσουν. Διότι ο μεν Μωϋσής νίκησε τους Αιγυπτίους, ο δε Ηλίας κατέβασε φωτιά από τον ουρανό· επομένως τα ίδια θα κάνουν και εναντίον των εχθρών που θα έρθουν εδώ» (Θφ).
Ανεξάρτητα όμως από αυτό «είπε ότι είναι καλό να μένουν στο όρος εκείνο, έτσι ώστε αυτός και αυτοί που ήταν μαζί του, να ευφραίνονται βλέποντας την μεταμόρφωση του Ιησού και το λαμπερό σαν τον ήλιο πρόσωπό του και τα λευκά σαν το φως ρούχα του και μαζί με αυτά, αυτούς που μία φορά εμφανίστηκαν με δόξα, τον Μωϋσή και τον Ηλία, να τους βλέπουν πάντα μέσα στη δόξα, και να ευφραίνονται με αυτά που θα τους ακούνε να συζητούν και να μοιράζονται μεταξύ τους, ο μεν Μωϋσής και ο Ηλίας προς τον Ιησού, ο δε Ιησούς προς αυτούς» (Ω).
(2)   «Αφού είπε ότι είναι καλό να μένουμε εδώ και επειδή κατάλαβε ότι δεν μίλησε καλά, μιας και μίλησε από τη δική του γνώμη, πρόσθεσε, αν θέλεις» (Ζ).
(3)   Τρεις, όχι έξι. Οι Απόστολοι επιθυμούσαν να είναι μαζί με τον Ιησού (b). Ή, εμείς οι άλλοι θα μοιραστούμε στις τρεις σκηνές (δ) και θα ‘μαστε στην υπηρεσία σας. Η πρόταση του Πέτρου για τις τρεις σκηνές μπορεί να εξηγηθεί ίσως και από την επικρατούσα τότε συνήθεια να στήνουν σκηνή χάριν διακεκριμένου επισκέπτη, για να δείξουν σεβασμό προς αυτόν (S).

Ματθ. 17,5    ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος(1) ἰδοὺ(2) νεφέλη(3) φωτεινὴ(4) ἐπεσκίασεν(5) αὐτούς(6), καὶ ἰδοὺ(2) φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης(7) λέγουσα(8)· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου(9) ὁ ἀγαπητός(10), ἐν ᾧ εὐδόκησα(11)· αὐτοῦ ἀκούετε(12)·
Ματθ. 17,5    Ενώ δε ακόμη αυτός ωμιλούσε, ιδού ολόφωτος νεφέλη εσκίασεν αυτούς και ιδού ακούσθηκε φωνή από την νεφέλη, η οποία έλεγεν• “αυτός είναι ο μονογενής υιός μου ο αγαπητός, στον οποίον έχω ευαρεστηθή. Εις αυτόν να υπακούετε”.
(1)   Στην πρόταση αυτή του Πέτρου ο Κύριος μεν «δεν λέει τίποτα, ούτε ο Μωϋσής ούτε ο Ηλίας, ο ανώτερος όμως και αξιοπιστότερος από όλους, ο Πατέρας, αφήνει φωνή» (Χ).
(2)   Αλλεπάλληλα ιδού. Πράγματα μεγάλων στιγμών. Μία από τις μεγαλύτερες αποκαλύψεις (b).
(3)   «Έτσι πάντα φαίνεται ο Θεός. Διότι νεφέλη και γνόφος (=ομίχλη) υπάρχει γύρω από αυτόν» (Χ). Και «πάνω σε σύννεφο σαν σε όχημα κινείται ο Θεός. Διότι λέει ο Ψαλμός αυτός είναι που έκανε τα σύννεφα άρμα, πάνω στο οποίο επιβαίνει (Ψαλμ. 103,3). Και πολλά τέτοια χωρία υπάρχουν σε πολλά σημεία της Γραφής» (Ζ). Η ανθρώπινη φύση δεν μπορεί να βαστάξει ακάλυπτη τη δόξα του Θεού (b).
(4)   «Όταν μεν απειλεί, δείχνει σκοτεινό σύννεφο, όπως ακριβώς στο Σινά (δες Εξόδου ιθ 16)… Εδώ όμως, επειδή δεν ήθελε να φοβίσει, αλλά να διδάξει, δείχνει νεφέλη φωτεινή» (Χ).
(5)   Εφόσον η νεφέλη ήταν φωτεινή δεν άφησε σκιά. Το ρήμα λοιπόν εδώ έχει την έννοια: η φωτεινή νεφέλη με λαμπρότητα περιέβαλλε και κάλυψε αυτούς (g). Νεφέλη, το κέντρο της οποίας ήταν γεμάτο και φωτισμένο με δόξα, ενώ οι εκθαμβωτικές και αφόρητες ακτίνες της μετριάζονταν από το μέρος εκείνο της νεφέλης, το οποίο παρεμβαλλόταν ανάμεσα στο κέντρο και τους μαθητές (ο).
(6)   Τον Κύριο και τους δύο που συνομιλούσαν μαζί του μάλλον, όπως μπορεί κάποιος να εικάσει από το επακόλουθο «φωνή από την νεφέλη», το οποίο ίσως υποδηλώνει, ότι οι Απόστολοι ήταν έξω από την νεφέλη (δ).
(7)    «Νεφέλη και φωνή, για να βεβαιωθούν, ότι είναι φωνή του Θεού» (Ζ).
(8)   «Αυτά και όταν βαπτιζόταν ο Σωτήρας τα είπε από τον ουρανό ο Πατέρας» (Ζ), προστίθεται όμως μόνο εδώ η προτροπή «αυτόν να ακούτε».
(9)     Με άρθρο. «Όχι απλώς υιός, όπως αυτοί που γίνονται υιοί μου λόγω της αρετής» (Ζ).
(10)   Αυτός που αγαπιέται από εμένα κατά εξαιρετικό τρόπο «ως μονογενής» (Ζ) μεν κατά την θεία φύση, και ως απολύτως ευαρεστώντας εμένα κατά την ανθρώπινη φύση.
(11)   «Σαν να έλεγε, στον οποίο αναπαύομαι, στον οποίο αρέσκομαι» (Χ).
Επαναπαύομαι και αρέσκομαι σε αυτόν κατά μεν τη θεία φύση «διότι είναι εξισωμένος σε όλα με τον Πατέρα με ακρίβεια και είναι μία η θέληση αυτού και του Πατέρα του, και, χωρίς να παύει να είναι Υιός, είναι στα πάντα ένα με αυτόν που τον γέννησε» (Χ), ενώ κατά την ανθρώπινη φύση, διότι απολύτως υποτάχτηκε στον Θεό και Πατέρα.
«Επομένως είναι διπλή η αγάπη, μάλλον δε και τριπλή· Επειδή είναι Υιός, επειδή αγαπητός, επειδή σε αυτόν ευδόκησε» (Χ).
«Τον αγαπώ δηλαδή επειδή είναι υιός μου, επειδή είναι αγαπητός και επειδή με αναπαύει και μου αρέσει» (Ζ).
(12)   Με αυτό ανακηρυσσόταν ο Ιησούς νομοθέτης επίσημος της Κ.Δ., όπως άλλοτε (Δευτερονόμιο ιη 15) ο Μωϋσής της Π.Δ. (F).
«Σε αυτόν να πείθεστε, αυτόν να πιστεύετε, σε ό,τι και λέει και κάνει… Αυτόν να ακούτε, αφήνοντας τον μωσαϊκό νόμο και τις προφητικές μυσταγωγίες. Διότι ολοκλήρωση και τελειοποίηση του νόμου και των προφητών είναι ο Χριστός. Και επομένως εκείνα όλα συντελέστηκαν, αφού έφταναν μέχρι αυτόν μόνο» (Ζ).
«Αυτόν να ακούτε και αν ακόμη θέλει να σταυρωθεί, μην εναντιώνεστε σε αυτόν» (Θφ).

Ματθ. 17,6    καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον(1) αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα(2).
Ματθ. 17,6    Όταν οι μαθηταί ήκουσαν αυτήν την φωνήν έπεσαν στο χώμα πρηνείς και εφοβήθησαν πάρα πολύ.
(1)   Έπεσαν μπρούμυτα με το πρόσωπο στραμμένο προς το έδαφος και ακουμπώντας το. «Έπεσαν γεμάτοι από φόβο και συγχρόνως και τον προσκύνησαν» (Χ). Είναι αυτή στάση λατρείας (Α΄Μακ. δ 40,55), προ παντός μπροστά σε οπτασία (Δανιήλ η 17,18,ι 9,15,Ιουδίθ ιστ 20 κλπ.)(L).
(2)   Φοβήθηκαν «διότι ήταν και ερημιά και ύψος… και μεταμόρφωση γεμάτη από φρίκη και φως ασυγκράτητο και νεφέλη μεγάλη και διαρκής και όλα αυτά ήταν που τους έκαναν να νιώσουν πολλή αγωνία» (Χ).
«Αφού λοιπόν το σύννεφο από τον ουρανό απλώθηκε ολόγυρά τους και η φωνή έπεσε ορμητικά πάνω τους, πολύ λογικά έπεσαν κάτω και φοβήθηκαν» (Ζ).
«Επειδή όμως τώρα οι μαθητές κυριεύτηκαν από ασυγκράτητο φόβο, έπεσαν κάτω, για να μάθουμε πάλι και από αυτό, ότι αποδείχτηκε πάρα πολύ αναγκαία για τους γήινους ανθρώπους η μεσιτεία του Σωτήρα μας, νοούμενη βέβαια σύμφωνα με τον τρόπο της ενανθρώπησης. Γιατί, αν δεν είχε γίνει σαν εμάς, ποιος από εμάς θα μπορούσε να αντέξει το Θεό, εκπέμποντας από τον ουρανό την ανέκφραστη δόξα του και παρουσιάζοντας αυτήν να μην είναι υποφερτή από κανέναν από τους ανθρώπους; Γιατί και ο μακάριος Παύλος είπε, ότι «αυτός κατοικεί μέσα σε φως απλησίαστο (Α΄Τιμ. 6,16)»» (Κ).

Ματθ. 17,7    καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς(1) ἥψατο(2) αὐτῶν καὶ εἶπεν· ἐγέρθητε καὶ μὴ φοβεῖσθε.
Ματθ. 17,7    Προσήλθεν όμως ο Ιησούς, τους ήγγισε και είπε• “σηκωθήτε, μη φοβείσθε”.
(1)   «Λυπήθηκε την αδυναμία τους και γρήγορα σταματά τον φόβο» (Ζ).
(2)   Ήταν πεσμένοι εξαιτίας εκείνων, τα οποία είδαν και άκουσαν. Σηκώθηκαν από το έδαφος πάλι με το δραστικό άγγιγμα που εκδήλωνε πολλή οικειότητα (b).

Ματθ. 17,8    ἐπάραντες δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν οὐδένα εἶδον εἰ μὴ τὸν Ἰησοῦν μόνον(1).
Ματθ. 17,8   Υψωσαν εκείνοι τα μάτια των και δε είδαν κανένα παρά μόνον τον Ιησούν.
(1)   «Για να πληροφορηθούν, ότι για αυτόν έγινε η φωνή, μόνος λοιπόν φαίνεται σε αυτούς» (Ζ). Από το ότι απέμεινε μόνος αυτός, έγινε ολοφάνερο, ότι αυτός είναι ο Υιός, τον οποίο έπρεπε να ακούνε και όχι ο Μωϋσής ούτε ο Ηλίας (b).
Η μεταμόρφωση έκρυβε μεγάλη σημασία για τους μαθητές, οι οποίοι νοιώθοντας έκπληξη από τη διδασκαλία, ότι ο Μεσσίας έπρεπε να πάθει και να πεθάνει, θα δοκίμαζαν μεγάλη παρηγοριά από αυτήν. Δίδαξε αυτή στους τρεις μαθητές, ότι το πάθος του Μεσσία δεν σήμαινε ότι θα χανόταν η δόξα της βασιλείας, αλλά ότι η δόξα αυτή δεν θα ήταν από τη γη, αλλά από τον ουρανό. Παρόλο που ο Μεσσίας θα απορριπτόταν από το λαό του, δεν θα απορριπτόταν όμως και από τον Θεό. Ήταν ο Υιός του Θεού, στον οποίο ο Πατέρας διακήρυξε τον εαυτό του πλήρως ευαρεστημένο. Ο Μωϋσής και ο Ηλίας εξαφανίζονται, και ο Ιησούς μένει μόνος και σε αυτόν οφείλουν όλοι να υπακούουν.
Αλλά και για τον ίδιο τον Ιησού η Μεταμόρφωση ερχόταν σε στιγμές εκτάκτως κρίσιμες της δημόσιας δράσης του. Οι βαρείς πειρασμοί του σατανά στην έρημο ανανεώθηκαν ήδη με το στόμα ενός από τους Αποστόλους του. Κατά τους τελευταίους αυτούς μήνες του επίγειου σταδίου του η σκιά του Σταυρού έπεφτε πάνω του όλο και περισσότερο. Και η Μεταμόρφωση υπήρξε η πρόγευση της δόξας, η οποία παρεχόταν σε αυτόν την ώρα που προγευόταν το πάθος του και ξέφευγαν από τα χείλη του τα βαρυσήμαντα λόγια: «Τώρα η ψυχή μου έχει ταραχτεί και τι να πω; Πατέρα, σώσε με από την ώρα αυτή» (p).
Έτσι ολοκληρώνεται η περιγραφή μίας από τις υπεροχότατες και ύψιστες σκηνές, από όσες ποτέ ανθρώπινο μάτι επιτράπηκε να δει. Δεν μπορεί κάποιος παρά να θαυμάσει την απλή και ανεπιτήδευτη γλώσσα της αφήγησης, την τόσο διαφορετική από το ύψος, το οποίο θα χρησιμοποιούσαν συγγραφείς ξένοι από την έμπνευση του Πνεύματος (ο).

Ματθ. 17,9    καὶ καταβαινόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους ἐνετείλατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· μηδενὶ(1) εἴπητε(2) τὸ ὅραμα(3) ἕως οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ(4).
Ματθ. 17,9    Και όταν κατέβαιναν από το όρος, έδωσεν εις αυτούς εντολήν ο Ιησούς και τους είπε• “να μη πήτε εις κανένα αυτό το όραμα, έως ότου ο υιός του ανθρώπου αναστηθή εκ νεκρών”.
(1)   Ούτε στους ίδιους τους συμμαθητές τους (b).
(2)   Η εντολή αυτή ήταν σύμφωνη με τη συνηθισμένη τακτική του Χριστού σχετικά με το μεσσιακό του αξίωμα. Δες η 4 (S). Ακούγοντας οι όχλοι τα σχετικά με την μεταμόρφωση και την εμφάνιση του Μωϋσή και του Ηλία υπήρχε κίνδυνος να ενισχυθούν στις σαρκικές τους προσδοκίες για τον Μεσσία και να παρεκτραπούν σε ενέργειες άτοπες που θα εμπόδιζαν την εκπλήρωση του πνευματικού έργου του Σωτήρα (δ).
Οι Ιουδαίοι επίσης που απιστούσαν σε αυτόν «περισσότερο θα εξαγριώνονταν» (Ζ).
«Διότι όσο μεγαλύτερα λεγόντουσαν για αυτόν, τόσο πιο δυσπαράδεκτα ήταν σε αυτούς. Αλλά και το σκάνδαλο που προερχόταν από τον σταυρό περισσότερο μεγάλωνε από εδώ» (Χ).
(3)   Όραμα εδώ δεν είναι η οπτασία στον ύπνο ή σε έκσταση αλλά αυτό που έγινε ορατό με τα μάτια· το θέαμα (g).
(4)   «Δεν διέταξε για πάντα να μην το πουν σε κανέναν, αλλά έως ότου αναστηθεί από τους νεκρούς» (Χ). Μετά την ανάσταση το μεσσιακό αξίωμα του Ιησού έγινε το ζωτικότερο σημείο στο νέο κήρυγμα (S). Η δόξα της ανάστασης λοιπόν καθιστούσε την προηγούμενη εμφάνιση περισσότερο πιστευτή (b).
«Διότι μετά από αυτά καταξιώθηκαν να πάρουν και το άγιο Πνεύμα και είχαν και την φωνή που άφηναν τα θαύματα που συνηγορούσε για όλα αυτά, και όλα όσα έλεγαν στη συνέχεια γίνονταν εύκολα αποδεκτά, διακηρύσσοντας ισχυρότερα και από σάλπιγγα την δύναμή του αυτά τα ίδια τα πράγματα και κανένα παρόμοιο σκάνδαλο δεν μεσολάβησε σε εκείνα που συνέβαιναν» (Χ). Και πράγματι μετά την ανάσταση ανέφεραν την Μεταμόρφωση ο μεν Πέτρος στο Β΄ Πέτρου α 18, ο δε Ματθαίος εξιστόρησε τα σχετικά με αυτήν, αν και δεν ήταν παρών (b).

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα
Β.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ  θ 2 – 10
(Υπόμνημα στο κατά Μάρκον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 154-159 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας                  Θφ =ΘεοφυλακτοςΒουλγαρίας
Β = Βασίλειος ο Μέγας                    β = Βίκτωρ Αντιοχείας
Γν = Γρηγόριος Νύσσης                   Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας                 Σγ = Σεβηριανός Γαβάλων
Ζ = Ζιγαβηνός εις τον Μάρκον         Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζμ = Ζιγαβηνός εις τον Ματθαιον     Ω = Ωριγένης

(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible   St. Mark by S.D.F. Salmond, Edinburgh 1922 (σημειώνεται με το σ).
The International Critical Commentary, Ezra P. Gould, A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Mark, Edinburgh 1921 (σημειώνεται με το γ).
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm  Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ).

ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους
Μαρκ. 9,2          Καὶ μεθ᾿ ἡμέρας ἓξ(1) παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τὸν Πέτρον καὶ τὸν Ἰάκωβον καὶ τὸν Ἰωάννην καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ᾿ ἰδίαν μόνους(2)· καὶ μετεμορφώθη(3) ἔμπροσθεν αὐτῶν(4),
Μαρκ. 9,2          Και ύστερα από εξ ημέρας επήρε μαζή του ο Ιησούς τον Πετρον και τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην και τους ανέβασεν εις ένα υψηλόν όρος αυτούς μόνον ιδιαιτέρως. Και μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών.
(1)   Δεν αναφέρεται κάτι που να υποδηλώνει, ότι ο Κύριος κατά τις έξι αυτές ημέρες υπαινίχτηκε κάτι για την επικείμενη Μεταμόρφωση. Έτσι πριν από κάποιες μεγάλες εμφανίσεις «έγινε σιγή στον ουρανό περίπου ένα ημίωρο» (Αποκάλυψη η 1). Όταν ο Χριστός φαίνεται να μην κάνει κάτι για την εκκλησία του, ανάμενε εντός ολίγου την εκδήλωση κάτι έκτακτου υπέρ αυτής.
(2)   Κατ’ ιδίαν σε αντίθεση με το λαό, μόνους σε αντίθεση με τους υπόλοιπους εννέα (b). «Λέει κατ’ ιδίαν επισημαίνοντας την μυστικότητα του πράγματος και ότι δεν θέλησε να το δημοσιοποιήσει αυτό ο Κύριος» (β).
(3)   Η σύσταση και ουσία του σώματός του παρέμεινε η ίδια. Δεν μετατράπηκε σε πνεύμα, αλλά το σώμα του φάνηκε με δύναμη και δόξα. Δες ποιας μεγάλης μεταβολής είναι επιδεκτικά τα ανθρώπινα σώματα, όταν ο Θεός ευδοκήσει να δοξάσει αυτά, όπως θα συμβεί στα σώματα των αγίων κατά την ανάσταση.
Οι εθνικοί ποιητές διακωμώδησαν και έκαναν κατάχτηση της λέξης μεταμορφώνομαι με τις γελοίες, φανταστικές και απεχθείς μεταμορφώσεις των θεών τους. Για αυτό και ο Πέτρος μιλώντας για την θεία Μεταμόρφωση πρόσθεσε, ότι «δεν σας γνωστοποιήσαμε την δύναμη του Κυρίου, ακολουθώντας μύθους πλεγμένους με φαινομενική σοφία» (Β΄Πέτρ. α 16).
Ο Χριστός υπήρξε θεάνθρωπος. Και στις ημέρες της σάρκας του πήρε τη μορφή δούλου και συγκάλυψε τη δόξα της θεότητάς του. Τώρα στη Μεταμόρφωση παραμερίζει κάπως το κάλυμμα αυτό και εμφανίζεται με μορφή Θεού αποκαλύπτοντας στους μαθητές του κάποιες ακτίνες της θείας δόξας του.
(4)   Το εξαιρετικό αυτό γεγονός αναφέρεται και από τους τρεις συνοπτικούς. Οι τρεις λοιπόν αφηγήσεις ταυτίζονται κατ’ ουσίαν, παρόλο που κάθε μία έχει τα ιδιαίτερά της χαρακτηριστικά. Και οι μεν πρώτοι δύο ευαγγελιστές έχουν στενή σχέση και ομοιότητα, η αφήγηση όμως του τρίτου ευαγγελίου έχει περισσότερα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που έχουν μεγάλη σπουδαιότητα για μας. Έτσι μόνος ο Λουκάς αναφέρει τα γεγονότα: ότι ο Ιησούς ανέβηκε στο όρος για να προσευχηθεί και προσευχόμενος μεταμορφώθηκε (σ), το οποίο παρέχει την βάση να υποθέσουμε ότι ο κύριος σκοπός του Σωτήρα ανεβαίνοντας στο βουνό ήταν να προσευχηθεί και ότι η Μεταμόρφωση έλαβε χώρα ως κάποιο επεισόδιο. Η ειδική αυτή προσευχή του Κυρίου δεν ήταν ξένη με το περιεχόμενο της συνομιλίας του Ιησού με τους μαθητές για το τραγικό τέλος του (γ).
Για αυτό και η δεύτερη λεπτομέρεια που αναφέρεται από τον Λουκά ότι ο Μωϋσής και ο Ηλίας «έλεγαν για την έξοδό του την οποία επρόκειτο να πραγματοποιήσει στην Ιερουσαλήμ» (σ), βρίσκεται σύμφωνη με το όλο πλαίσιο του γεγονότος. Έτσι η Μεταμόρφωση υπήρξε κάποια ακτίνα αληθινής δόξας ανάμεσα στο μελαγχολικό νέφος που συσκίαζε την στιγμή εκείνη την ζωή του Κυρίου, αποδεικνύοντας, ότι παρά την επικείμενη ταπείνωση και τον προσεγγίζοντα θάνατο ήταν Θεός (γ).
Η τρίτη λεπτομέρεια της αφήγησης του Λουκά είναι ότι οι μαθητές «είχαν κυριευτεί από βαριά νύστα» και «αφού σε λίγο ξύπνησαν είδαν την δόξα του», το οποίο υποδηλώνει, ότι η Μεταμόρφωση έγινε νύχτα (σ). Κατά την περίοδο της γήινης ταπείνωσης του Κυρίου έλαμψαν σε διάφορα σημεία της και κάποιες ακτίνες της θείας δόξας του. Η γέννησή του, το βάπτισμά του, ο πειρασμός του και ο θάνατός του υπήρξαν οι πιο αξιοσημείωτοι σταθμοί της ταπείνωσής του. Και αυτοί συνοδεύτηκαν με κάποια εξωτερικά σημάδια δόξας. Αλλά η συνέχεια της δημόσιας δράσης του υπήρξε διαρκής ταπείνωση. Και κατά το τέλος της, όταν επρόκειτο μετά από λίγους μήνες να επακολουθήσει το δραματικό τέλος του, παρεμβάλλεται η ένδοξη Μεταμόρφωσή του.

Μαρκ. 9,3     καὶ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ(1) ἐγένετο στίλβοντα(2), λευκὰ λίαν ὡς χιών(3), οἷα γναφεὺς ἐπὶ τῆς γῆς οὐ δύναται οὕτω λευκᾶναι(4).
Μαρκ. 9,3     Και τα ενδύματα αυτού έγιναν απαστράπτοντα και ακτινοβόλα, λευκά παρά πολύ ώσαν το χιόνι, τέτοια που κανένας βαφεύς εις την γην δεν ημπορεί ποτέ να λευκάνη έτσι.
(1)   Ολόκληρο το σώμα του έγινε φωτεινό τόσο, ώστε η λάμψη του φωτός διαπέρασε τα ρούχα του, τα οποία έγιναν αστραφτερά. Του Μωϋσή μόνο το πρόσωπο έλαμπε, όταν κατέβηκε από το όρος. Αλλά το κάλυμμα που μπήκε πάνω του ήταν αρκετό να κρύβει την λάμψη αυτή. Τόσο ασθενής ήταν αυτή! Του Ιησού όμως η δόξα έλαμπε και δια μέσου των ρούχων του.
(2)   Δηλαδή λαμπρά, λαμπερά (δ). Η λέξη συναντιέται στους Ο΄ για κάποια σκεύη «ἀπὸ χρηστοῦ χαλκοῦ στίλβοντα χρυσοειδῆ σκεύη (=χάλκινα σκεύη από καθαρό χαλκό, τα οποία έλαμπαν όπως ο χρυσός)(Α΄Έσδρα η 56) και «σκεύη χαλκοῦ στίλβοντος ἀγαθοῦ» (Β Έσδρα η 27) και για «στιλβούσης ρομφαίας (=λαμπερό σπαθί)(Ναούμ γ 3) και για τον ήλιο «ὡς ἔστιλβεν ἐπὶ τὰς χρυσᾶς καὶ χαλκᾶς ἀσπίδας (=ο οποίος λαμποκοπούσε πάνω στις χρυσές και χάλκινες ασπίδες» (Α΄Μακ. στ 39).
(3)   Το λευκότερο από όσα η φύση παράγει (b)
(4)   Λευκότερα και των όσων η τέχνη παράγει (b). Τέτοια που τεχνίτης βαφών πάνω στη γη δεν μπορεί να κάνει· με τη φράση «πάνω στη γη» χαρακτηρίζει την λευκότητα αυτή ως ουράνια και υπερφυσική (δ).

Μαρκ. 9,4     καὶ ὤφθη αὐτοῖς Ἠλίας σὺν Μωϋσεῖ(1), καὶ ἦσαν συλλαλοῦντες τῷ Ἰησοῦ(2). 
Μαρκ. 9,4     Και παρουσιάσθη εις αυτούς ο Ηλίας μαζή με τον Μωϋσέα και συνωμιλούσαν με τον Ιησούν. Επήρε τότε ο Πετρος τον λόγον και είπεν στον Ιησούν.
(1)   Οι αντιπρόσωποι των δύο μεγάλων σταδίων της αποκαλύψεως της Π.Δ., της προφητείας δηλαδή και του νόμου. Παρουσιάζεται με την συνομιλία αυτή η πνευματική ενότητα του Νόμου και των Προφητών, που δείχνουν τον Μεσσία ως αυτόν που εκπληρώνει το ουσιώδες μήνυμά τους. Δες Δευτερ. ιη 15 που παρατίθεται στο Πράξεις ζ 37. Ο Ηλίας ονομάζεται πρώτος διότι είναι ο πρόδρομος του Μεσσία (Μαλαχία δ 4)(σ).
Ο Μωϋσής υπήρξε προφήτης και ο νόμος, τον οποίο έδωσε, ήταν μέρος των προφητικών λόγων του. Ο Ηλίας δεν προφήτευσε κάτι για τον Μεσσία, αλλά έργο του υπήρξε να αποκαλύπτει στους ανθρώπους τον θείο νόμο και να κάνει αισθητό σε αυτούς τον θείο Νομοθέτη (γ).
«Επειδή οι όχλοι έλεγαν άλλοι μεν ότι ο Ιησούς είναι ο Ηλίας, άλλοι δε ο Ιερεμίας και άλλοι ένας από τους προφήτες, φέρνει τους κορυφαίους, ώστε να δουν και από εδώ την διαφορά των δούλων και του δεσπότη». Έπειτα, επίσης «επειδή συνεχώς τον κατηγορούσαν οι Ιουδαίοι ότι παραβαίνει τον νόμο και… ότι σφετερίζεται δόξα που δεν του αρμόζει, αυτήν του Πατέρα… για να δειχτεί ότι δεν πρέπει να κατηγορείται για αυτά… φέρνει στη μέση αυτούς που έλαμψαν στο καθένα από αυτά. Διότι πράγματι ο Μωϋσής έδωσε τον νόμο και μπορούσαν να σκεφτούν, ότι δεν θα υπηρετούσε ο Μωϋσής αυτόν που παραβαίνει τον νόμο και είναι εχθρός με αυτόν που τον θέσπισε. Ο Ηλίας από την άλλη έδειξε ζήλο για τη δόξα του Θεού. Και δεν θα παρουσιαζόταν και αυτός και θα υπάκουε αν ο Ιησούς ήταν αντίθεος, και έλεγε τον εαυτό του Θεό ίσο με τον Πατέρα, χωρίς να είναι αυτό που έλεγε, και χωρίς να κάνει αυτό όπως αρμόζει. Και πάλι τους φέρνει αυτούς για να δουν ότι έχει εξουσία και θανάτου και ζωής και εξουσιάζει τα πάνω και τα κάτω. Για αυτό φέρνει στη μέση και αυτόν που πέθανε και αυτόν που δεν έπαθε κάτι τέτοιο» (β).
Ήταν και οι δύο διαπρεπείς στις μέρες τους. Είχαν νηστέψει και οι δύο σαράντα ημέρες, όπως και ο Χριστός και επιτέλεσαν θαύματα καταπληκτικά, αφήνοντας και οι δύο εξαιρετική εντύπωση και κατά την έξοδό τους από τον κόσμο αυτόν, αφού ο μεν Ηλίας δεν είδε θάνατο, ο δε Μωϋσής πέθανε και «κανείς δεν είδε την ταφή του».
Στα πρόσωπά τους ο νόμος και οι προφήτες τιμούσαν τον Χριστό και μαρτυρούσαν για αυτόν. Είχαν έλθει όχι να διδάξουν αυτόν αλλά να διδαχτούν από αυτόν και να βεβαιώσουν ότι αυτός ήταν το τέλος του νόμου και των προφητών.
(2)   Όσοι πεθαίνουν εν Κυρίω λοιπόν εξακολουθούν να ζουν ως διακρινόμενα μεταξύ τους πρόσωπα, γνωρίζουν ο ένας τον άλλον και συνομιλούν μεταξύ τους. Ο Μωϋσής και ο Ηλίας έζησαν σε εποχές που χωρίζονταν μεταξύ τους με αιώνες ολόκληρους. Αλλά στον ουρανό οι αποστάσεις του χρόνου εκμηδενίζονται και όλοι συνενώνονται σε ένα.

Μαρκ. 9,5     καὶ ἀποκριθεὶς(1) ὁ Πέτρος λέγει τῷ Ἰησοῦ·ῥαββί, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι(2)· καὶ ποιήσωμεν σκηνὰς(3) τρεῖς, σοὶ μίαν καὶ Μωϋσεῖ μίαν καὶ Ἠλίᾳ μίαν.
Μαρκ. 9,5     Επήρε τότε ο Πετρος τον λόγον και είπεν στον Ιησούν.“Διδάσκαλε, καλόν είναι να μένωμεν εδώ. Και να κατασκευάσωμεν τρεις σκηνάς, μίαν δια σε, μίαν δια τον Μωϋσέα και μίαν δια τον Ηλίαν”.
(1)   Το αποκριθείς δεν αναφέρεται σε ερώτηση που απευθύνθηκε σε αυτόν, αλλά σε πρόκληση από την περίσταση. Ο Χριστός μέσα στη δόξα του δεν εμφανίζεται ακατάδεκτος προς τον λαό του. Πολλοί στο μεγαλείο τους υποχρεώνουν τους φίλους τους να φυλάγονται σε απόσταση. Αλλά προς τον δοξασμένο Ιησού οι αληθινοί πιστοί πλησιάζουν με θάρρος και έχουν ελευθερία να μιλούν προς αυτόν.
(2)   «Και να μην κατέβεις εκεί ανάμεσα στους Ιουδαίους. Διότι αν έλθουν και εδώ ακόμη αυτοί που λυσσάνε εναντίον σου, έχουμε τον Μωϋσή που νίκησε τους Αιγυπτίους, έχουμε τον Ηλία που κατέβασε φωτιά από τον ουρανό» (Θφ).
«Επειδή δηλαδή είδε βουνό και πολλή την ερημιά θεώρησε ότι έχει πολλή ασφάλεια. Αν θα γίνει αυτό, λέει, δεν θα ανέβουμε στα Ιεροσόλυμα και δεν θα πεθάνει» (β).
Επιπλέον οι μαθητές θέλχτηκαν και χόρτασαν με τη δόξα του Κυρίου που τους φανερώθηκε. Αν και σε ψηλό βουνό, ίσως άγονο και τραχύ, γυμνό και ψυχρό και έρημο, βρήκαν καλό να μείνουν εκεί για πάντα. Είναι καλό να μένουμε εδώ και να βλέπουμε την ωραιότητα του Κυρίου (Ψαλμ. κστ 4). Και αν είναι καλό το να βρίσκεται κάποιος μαζί με τον μεταμορφωμένο Χριστό στο όρος παρόντων μόνο του Μωϋσή και του Ηλία, πόσο καλό είναι να παραβρίσκεται κάποιος στον ουρανό μαζί με τον δοξασμένο Χριστό στην πανήγυρη όλων των αγίων;
(3)   Πλέκοντας κλαδιά δέντρων. Μίλησε έτσι αόριστα, χωρίς κάποια σαφή ιδέα στο νου του παρά μόνο το να τιμήσει τους ουράνιους επισκέπτες και τον Διδάσκαλο, τον οποίο οι δύο αυτοί αναγνώριζαν και τιμούσαν. Βεβαίως ήταν καλό για αυτόν και τους συμμαθητές του να μένουν εκεί με την σεβαστή αυτή τριάδα (σ). Αψηφεί μέσα στη θελκτική εκείνη κατάσταση το να μείνει αυτός στο ύπαιθρο πάνω στο ψυχρό έδαφος. Αρκεί ο διδάσκαλος να έχει που να γύρει το κεφάλι και αδιάφορο αν αυτός στερούνταν το καταφύγιο της σκηνής.

Μαρκ. 9,6    οὐ γὰρ ᾔδει τί λαλήσῃ(1)· ἦσαν γὰρ ἔκφοβοι(2).
Μαρκ. 9,6    Και έλεγεν αυτά, διότι δεν ήξευρε τι να είπη, επειδή αυτός και οι δύο άλλοι μαθηταί είχαν καταληφθή από φόβον.
(1)   «Δηλαδή δεν ήξερε τι άλλο καλύτερο να πει» (Ζμ). Η σκηνή που εκτυλισσόταν την στιγμή εκείνη ξεπερνούσε εξ’ ολοκλήρου την μέχρι τώρα πείρα του Πέτρου και τον εξέπληξε (σ). Δεν ήξερε λοιπόν τι να πει. Εάν γνώριζε, δεν θα έκανε τέτοια ανόητη πρόταση. Διότι η κατάσταση εκείνη δεν επρόκειτο να παραταθεί. Οι ουράνιοι επισκέπτες δεν έρχονται στη γη για να παραμείνουν μόνιμα σε αυτήν (γ).
Δεν κατάλαβε «ότι ο Μωϋσής ήταν ψυχή όχι με σώμα (όπως το δικό μας)… και ότι δεν ήταν δυνατόν αυτός (ο Πέτρος) να αφήσει τους πολλούς και να μένει στο βουνό» (β).
Τι χρειαζόταν για τον Μωϋσή και τον Ηλία η σκηνή; Ανήκαν στον μακάριο εκείνο κόσμο, όπου δεν θα πεινάσουν ξανά και δεν έχουν ανάγκη φωτός ηλίου.
(2)   «Πρόσθεσε και την αιτία λέγοντας ότι ήταν φοβισμένοι. Διότι φοβήθηκαν βλέποντας μορφή πάνω από τα ανθρώπινα μέτρα… Επομένως ο Πέτρος, έχοντας ακόμη συγχυσμένο το νου από αυτό, λέει ασύνετα λόγια» (Ζμ).
«Ταράχτηκε από την αγωνία που προκάλεσε η εμφάνιση εκείνη. Οι άλλοι λοιπόν ευαγγελιστές… δείχνοντας ότι η μπερδεμένη του σκέψη με την οποία αυτά λέγονταν προκλήθηκε από την αγωνία εκείνη, έλεγαν· ο μεν Μάρκος ότι δεν ήξερε τι να πει, διότι είχαν φοβηθεί. Ο δε Λουκάς… πρόσθεσε· Χωρίς να ξέρει αυτό που λέει» (Χ).
Όχι από ανοησία, αλλά από φόβο δεν ήξερε τι να πει. Ο φόβος παρέλυσε προς στιγμήν τις διανοητικές του δυνάμεις (δ). Την «ταραχή που τον κυρίευσε, ο Πέτρος την θυμήθηκε όπως λέει ο μαθητής του ο Μάρκος» (β).

Μαρκ. 9,7     καὶ ἐγένετο νεφέλη(1) ἐπισκιάζουσα αὐτοῖς, καὶ ἦλθε φωνὴ(2) ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός(3)· αὐτοῦ ἀκούετε(4).
Μαρκ. 9,7     Και αίφνης ήλθε νέφος που εσκέπασε αυτούς. Και από το νέφος αυτό ηκούσθη φωνή, που έλεγεν• “αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός. Εις αυτόν να υπακούετε”.
(1)   «Ο Πατέρας αφήνει φωνή από τη νεφέλη. Έτσι πάντα φαίνεται ο Θεός. Διότι νεφέλη και ομίχλη τον κυκλώνουν. Και κάθεται σε σύννεφο ανάλαφρο. Και πάλι λέει ο Ψαλμός έκανε τα νέφη άρμα στο οποίο επιβαίνει» (β).
Αλλά το σύννεφο αυτό κατά τον Ματθαίο ήταν φωτεινό και όχι σκοτεινό όπως στο Σινά. Δεν πλησιάσαμε εμείς σε βουνό καλυμμένο με μαυρίλα και σκοτάδι (Εβραίους ιβ 18), αλλά σε όρος καλυμμένο από σύννεφο φωτεινό. Και η Π.Δ. και η Κ.Δ. έχουν τα τεκμήρια της θείας παρουσίας, αλλά η Π.Δ. υπήρξε διαθήκη σκιάς, τρόμου και δουλείας, η Καινή φωτός, αγάπης και ελευθερίας.
(2)   Ήλθε φωνή από την νεφέλη και ήταν η φωνή του Θεού, ο οποίος και τώρα όπως και άλλοτε, «από τον πύρινο στύλο της νεφέλης μίλησε» (Ψαλμ. 98, 7). Αλλά εδώ δεν ακούστηκαν αστραπές και βροντές ή ήχος σάλπιγγος, όπως όταν δινόταν από τον Μωϋσή ο νόμος, αλλά μόνο φωνή, ήσυχη και ειρηνική φωνή, που δεν συνοδευόταν από βίαιο άνεμο ή σεισμό ή φωτιά όπως όταν μίλησε ο Κύριος προς τον Ηλία (Γ΄Βασ. ιθ 11,12). Ο Μωϋσής και ο Ηλίας τώρα είναι μάρτυρες, ότι ο Θεός «στο τέλος αυτών των ημερών μας μίλησε μέσω του υιού» με άλλο τρόπο παρά όπως μιλούσε παλαιότερα προς αυτούς. Η φωνή αυτή ήλθε από τη μεγαλοπρεπή δόξα (Β΄Πέτρ. α 17), σε σύγκριση με την οποία η προηγούμενη δόξα επισκιάζεται και αμαυρώνεται.
(3)   Η ίδια θεία φωνή ακούστηκε και στο βάπτισμα, αλλά εκεί απευθυνόταν προς τον ίδιο τον Χριστό, ενώ εδώ απευθύνεται προς τους μαθητές του (σ). Ο αγαπητός. «Δεν τον αγαπά μόνον επειδή τον γέννησε, αλλά επειδή είναι και ίσος με αυτόν σε όλα και έχουν την ίδια γνώμη» (β).
Ο Μωϋσής και ο Ηλίας υπήρξαν μεγάλοι άνδρες και φίλοι του Θεού. Ήταν όμως δούλοι και δούλοι του Θεού, στους οποίους δεν ευαρεστήθηκε πάντα. Διότι ο Μωϋσής μίλησε κάποτε ασύνετα και ο Ηλίας ήταν άνθρωπος ομοιοπαθής με μας. Αλλά ο Χριστός υπήρξε ο Υιός που πάντοτε ευαρέστησε το Θεό. Ο Μωϋσής και ο Ηλίας υπήρξαν κάποτε όργανα συμφιλίωσης μεταξύ του Θεού και του Ισραήλ. Ο Μωϋσής έγινε μέγας μεσίτης και ο Ηλίας μέγας αναμορφωτής. Αλλά στο πρόσωπο του Χριστού «ήταν ο Θεός που συμφιλίωνε τον κόσμο με τον εαυτό του» (Β΄Κορινθ. ε 19).
Η μεσιτεία του είναι ασύγκριτα ισχυρότερη και υπεροχότερη από αυτήν του Μωϋσή και η αναμόρφωση και ανακαίνιση που επιτεύχθηκε από αυτόν περισσότερο δραστική και ριζική από αυτήν του Ηλία.
(4)   Το «αυτόν να ακούτε» που ανταποκρίνεται στο Δευτερονομίου ιη 15 («προφήτη… σαν εμένα θα αναστήσει για χάρη σου ο Κύριος… αυτόν θα ακούσετε») παραγγέλλει νέο καθήκον και νέα σχέση. Οι άνθρωποι του παλαιού Ισραήλ άκουγαν τον Μωϋσή και τους προφήτες. Οι του νέου Ισραήλ πρέπει να υπακούουν στο Χριστό (σ).
Να ακούτε αυτόν και να πιστεύετε αυτόν ως Μέγα Προφήτη και Διδάσκαλο. Να ακούτε αυτόν και να διευθύνεστε από αυτόν και να άρχεστε από αυτόν ως μεγάλο Βασιλιά και Νομοθέτη. Και η φωνή αυτή της Νεφέλης έκανε αυθεντικούς και έγκυρους όλους τους λόγους του Χριστού σαν να ακούστηκαν αυτοί από την Νεφέλη, από το ίδιο το στόμα του Πατέρα. Ήταν παρόντες ο Μωϋσής και ο Ηλίας, ο νόμος και οι προφήτες, για τους οποίους είχε λεχθεί: «έχουν τον Μωϋσή και τους προφήτες, ας ακούσουν αυτούς» (Λουκ. ιστ 29).
Οι μαθητές ήταν ήδη έτοιμοι να ακούσουν και αυτούς, όπως και τον Χριστό, αφού ζήτησαν να κατασκευάσουν και για αυτούς σκηνές, όπως και για τον Ιησού. Όχι· είπε ο Θεός. «Αυτόν να ακούτε» και αυτό είναι αρκετό. Αυτόν και όχι τον Μωϋσή και τον Ηλία, οι οποίοι με τη σιγή τους εκδήλωναν πλήρη συγκατάθεση προς την φωνή της νεφέλης.

Μαρκ. 9,8     καὶ ἐξάπινα(1) περιβλεψάμενοι οὐκέτι οὐδένα εἶδον, ἀλλὰ τὸν Ἰησοῦν μόνον μεθ᾿ ἑαυτῶν.
Μαρκ. 9,8     Και έξαφνα εκύτταξαν γύρω τους οι μαθηταί και δεν είδαν κανένα, παρά μόνον τον Ιησούν μαζή των.
(1)   «Αντί να πει ξαφνικά» (Ζ). Αλεξανδρινός μετασχηματισμός της λέξης εξαπίνης (=ξαφνικά) συνηθισμένος στους Ο΄ και στους μεταγενέστερους (δ). Πρέπει να συνδεθεί με την μετοχή= Ξαφνικά κοίταξαν τριγύρω και δεν είδαν πλέον κανέναν (γ).

Μαρκ. 9,9     καταβαινόντων δὲ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους διεστείλατο αὐτοῖς ἵνα μηδενὶ διηγήσωνται ἃ εἶδον(1), εἰ μὴ ὅταν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ(2).
Μαρκ. 9,9     Καθώς δε κατέβαιναν από το όρος, έδωσεν αυτούς, κατά τρόπον έντονον, εντολήν, να μη διηγηθούν εις κανένα αυτά που είδαν, παρά μόνον όταν ο υιός του ανθρώπου αναστηθή εκ νεκρών.
(1)   Η παραγγελία για μυστικότητα, την οποία απηύθυνε και πριν για άλλες θαυμαστές εκδηλώσεις της δύναμής του, επαναλαμβάνεται τώρα προς τους τρεις και σε σχέση με το υπερφυσικό γεγονός της Μεταμόρφωσης για τους ίδιους όπως και πριν λόγους (σ).
«Διότι όσο σπουδαιότερα λέγονταν για αυτόν, τόσο πιο πολύ δύσκολα παραδεκτά ήταν στους πολλούς τότε, και το σκάνδαλο που θα προκαλούσε ο σταυρός θα αύξανε περισσότερο. Οπότε για αυτό διατάζει να σιωπούν… και σχεδόν λέει και την αιτία για την οποία διέταξε να σιγούν. Διότι δεν διέταξε βεβαίως για πάντα να μην το πουν σε κανέναν, αλλά έως ότου αναστηθεί από τους νεκρούς» (β).
Η εσφαλμένη για τον Μεσσία αντίληψη του λαού θα οδηγούσε αυτόν σε κακή εξήγηση κάθε πράγματος που θα αποδείκνυε την μεσσιανική του ιδιότητα. Ο λαός θα εξαπτόταν με ψευδείς ελπίδες, τις οποίες η αφήγηση του θαυμαστού αυτού γεγονότος θα έκανε εντονότερες και θερμότερες (γ).
(2)   Αλλά η μυστικότητα εδώ επιβαλλόταν για ορισμένο χρονικό διάστημα, μέχρις ότου ο υιός του ανθρώπου αναστηθεί (σ). Μετά την ανάσταση, όταν ο θάνατός του θα επέβαλλε τέρμα στις ψευδείς προσδοκίες και ελπίδες και η ανάσταση θα είχε δείξει ολοφάνερα την αληθινή του δόξα, αφηγήσεις για την επίγεια δόξα και δύναμή του θα συντελούσαν στην σχετικά με αυτόν αληθινή πίστη (γ).

Μαρκ. 9,10   καὶ τὸν λόγον ἐκράτησαν(1), πρὸς ἑαυτοὺς(2) συζητοῦντες τί ἐστι τὸ ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι(3).
Μαρκ. 9,10   Και οι μαθηταί εκράτησαν το γεγονός της μεταμορφώσεως μυστικόν• μεταξύ των όμως συζητούσαν, τι σημαίνει ότι θα αναστηθή εκ νεκρών.
(1)   Μάλλον «τον λόγο κράτησαν, τον σχετικό με την μεταμόρφωση» (Ζ). Τήρησαν την απαγόρευση του διδασκάλου (σ). Το κράτησαν με την έννοια της υπακοής (γ).
Ή, λιγότερη πιθανή ερμηνεία «τον λόγο, για το ότι θα αναστηθεί αυτός από τους νεκρούς» (Ζ).
(2)   Όχι «κράτησαν στους εαυτούς τους χωρίς να το πουν αυτό σε κανέναν άλλον» (Ζ), αλλά «τα συζητούσαν μεταξύ τους»= τα συζητούσαν ιδιαιτέρως μεταξύ τους (γ,δ).
(3)   «Διότι δεν ήξεραν ακόμη, λέει, ότι πρέπει αυτός να αναστηθεί από τους νεκρούς» (Θφ).
Δεν γνώριζαν τι έννοια είχε το ότι θα αναστηθεί από τους νεκρούς σε σχέση με τον Ιησού, αφού η εκ νεκρών ανάσταση προϋπέθετε και θάνατο του Ιησού (γ). Αυτοί όμως πίστευαν ότι ο Μεσσίας δεν ήταν καθόλου κατώτερος του Ενώχ και του Ηλία (οι οποίοι δεν πέθαναν) και συνεπώς δεν ήταν δυνατόν να υπόκειται σε θάνατο (δ).

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)

Γ.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ  θ΄ 28 – 36
Υπόμνημα στο κατά Λουκάν, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 283-289 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας              Θφ = Θεοφύλακτος
Β = Βασίλειος ο Μέγας                Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας             Σγ = Σεβηριανός
Ζ = Ζιγαβηνός                           Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Η = Ησύχιος                              Ω = Ωριγένης

(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
F. Godet, Commentaire sur l’ Evangile de S. Luc 1888 (σημειώνεται με το g).
M.J. Lagrange.   Evangile selon s. Luc, Deuxieme edition      Paris 1921 (σημειώνεται με το L).
Alf. Plummer.   A critical and exegetical commentary on the Gospel according to S. Luc, Fifth edition (1928) (σημειώνεται με το p).
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by A. Fausset. Τόμ. II (σημειώνεται με το b).
J. Owen, A Commentary on the Gospel of Luc, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ).

ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους

Λουκ. 9,28    Ἐγένετο(1) δὲ μετὰ τοὺς λόγους τούτους ὡσεὶ ἡμέραι ὀκτὼ(2) καὶ παραλαβὼν τὸν Πέτρον καὶ Ἰωάννην(3) καὶ Ἰάκωβον ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος(4) προσεύξασθαι(5).
Λουκ. 9,28    Ύστερα από τους λόγους αυτούς, έπειτα από οκτώ περίπου ημέρας, παρέλαβε ο Ιησούς τον Πετρον και τον Ιωάννην και τον Ιάκωβον και ανέβηκε εις ένα όρος δια να προσευχηθή.
(1)   Δες Ματθ. ιζ 1-8 και Μάρκ. θ 2-8 και τις εκεί ερμηνευτικές σημειώσεις. Το εγένετο είναι απρόσωπο. Διότι μαζί με το «ημέρες» πρέπει να υπονοήσουμε το «ήταν» (b).
(2)   «Θα ερευνήσουμε πώς ο μεν Λουκάς λέει· έγιναν μετά τα λόγια αυτά περίπου οχτώ ημέρες, ενώ ο Μάρκος λέει περίπου μετά από έξι ημέρες. Όσον αφορά το ρητό που λέει· έγιναν περίπου οχτώ ημέρες, ο Λουκάς μετρά και αυτήν την ημέρα και την ημέρα που γίνεται η μεταμόρφωση, ενώ ο Μάρκος μετρά μόνο τις ενδιάμεσες και δεν υπάρχει διαφωνία στο ρητό» (Ω).
(3)   Εδώ ο Λουκάς βάζει μπροστά τον Ιωάννη από τον Ιάκωβο ο οποίος θανατώθηκε από τον Ηρώδη πριν ακόμη ο Λουκάς γράψει το ευαγγέλιό του, ενώ ο Ιωάννης ζούσε ακόμη και συνεπώς μπορούσε να μαρτυρήσει ακόμη ως κατεξοχήν αξιόπιστος αυτόπτης του υπερφυσικού γεγονότος (b).
(4)   Οι άλλοι δύο συνοπτικοί γράφουν εις όρος υψηλόν. Σύμφωνα με τον p. και οι δύο εκφράσεις κατάλληλα θα αναφέρονταν στο όρος Ερμών, γύρω στα 9200 πόδια ψηλό, στο οποίο εύκολα εντός μίας βδομάδας θα ανέβαιναν από την Καισάρεια του Φιλίππου. Είναι ψηλότερο από τον Λίβανο (8500 πόδια) ή τον Αντιλίβανο (8700) και η μεμονωμένη του λευκή κορυφή είναι ορατή από πολλά υψώματα της Παλαιστίνης.
Παράδοση όμως που για πρώτη φορά αναφέρεται από τον Κύριλλο Ιεροσολύμων (Κατήχ. ΧΙΙ 16) τοποθετεί το γεγονός της Μεταμόρφωσης στο Θαβώρ.
(5)   «Δείχνοντας ότι ο χαμηλός νους δεν θα μπορούσε να γίνει κατάλληλος για (θεία) θεωρία, αλλά αυτός που υψώθηκε πάνω από τα γήινα και ανέβηκε πάνω από όλα τα σωματικά και εγκαταστάθηκε έξω από τις φροντίδες της ζωής σε κατ’ ιδίαν ησυχία και αποδείχτηκε ανώτερος από την καταδυνάστευση των παθών» (Κ), «ανεβαίνει στο βουνό για να προσευχηθεί» (Θφ). Την ώρα που προσευχόταν, μεταμορφώθηκε. Όταν ο Χριστός ταπείνωσε τον εαυτό του καταφεύγοντας στην προσευχή, τότε και δοξάστηκε με το να μεταμορφωθεί. «Ζήτησε από εμένα και θα σου δώσω» (Ψαλμ. β 8).
Και ο ίδιος ο Χριστός έπρεπε να ζητήσει τις προορισμένες από τον Πατέρα για αυτόν χάριτες, για να του δοθούν αυτές. Προσευχόμενος λοιπόν και εδώ και συχνά άλλοτε τίμησε το καθήκον της προσευχής και συνέστησε αυτό με το παράδειγμά του. Είναι καθήκον που μας μεταμορφώνει. Εάν οι καρδιές μας υψωθούν και διευρυνθούν με την προσευχή, ώστε να καθρεπτίζουμε μέσω αυτής «την δόξα Κυρίου», θα «μεταμορφωνόμαστε από δόξα σε δόξα» (Β΄Κορ. γ 18). Με την προσευχή παίρνουμε σοφία, χάρη και χαρά, τα οποία κάνουν την μορφή της ψυχής μας να αστράπτει.

Λουκ. 9,29     καὶ ἐγένετο(1) ἐν τῷ προσεύχεσθαι αὐτὸν τὸ εἶδος τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἕτερον(2) καὶ ὁ ἱματισμὸς αὐτοῦ λευκὸς ἐξαστράπτων(3).
Λουκ. 9,29    Και ενώ προσηύχετο, έγινε η εξωτερική του μορφή του προσώπου του διαφορετική και η ενδυμασία του ολόλευκη και απαστράπτουσα.
(1)   Ο από τους εθνικούς (μη Ιουδαίους) προερχόμενος Λουκάς επειδή γράφει προς τους εθνικούς αποφεύγει την λέξη μεταμορφώθηκε των άλλων δύο συνοπτικών, η οποία μπορούσε να εννοηθεί σύμφωνα με τις τερατολογίες για την μεταμόρφωση των εθνικών θεοτήτων (p).
(2)   «Έγινε η μορφή του άλλη, όχι με το να μεταβληθεί σε άλλη φύση. Διότι έμεινε τέτοιος που ήταν. Αλλά η εξωτερική όψη του προσώπου του φάνηκε λαμπρότερη από πριν. Όπως ακριβώς λοιπόν έγινε και στα ρούχα του. Διότι σε αυτά μόνο η εξωτερική μορφή άστραψε και δεν μεταβλήθηκε η ουσία των ρούχων, αλλά η εμφάνιση» (Θφ).
«Μεταβάλλεται σε κάποια εξαιρετική και θεοπρεπή λαμπρότητα, ώστε ακόμη και τα ρούχα του να λάμπουν με την ακτινοβολία του φωτός, και τόσο πολύ, ώστε να φαίνεται ότι αστράφτει» (Κ). «Η μεταμόρφωση στο βουνό που παρουσιάστηκε στους μαθητές, φανέρωνε το υπόδειγμα της μελλοντικής δόξας του Σωτήρα. Και δειχνόταν κατά τρόπο σωματικό, ώστε να γίνει ορατό και από τα θνητά τους μάτια, παρόλο που δεν άντεξαν την υπερβολή της λαμπρότητας την οποία δεν μπορούν να αντέξουν τα δικά μας μάτια. Και το ότι βεβαίως η δόξα που αρμόζει στη θεία ουσία είναι αθέατη και απρόσιτη σε κάθε γενητή φύση, το έδειξαν οι μαθητές που δεν μπόρεσαν να αντέξουν ούτε αυτήν την ίδια την σωματική όψη που τους παρουσιάστηκε στο βουνό, αλλά έπεσαν κάτω στη γη.
Τότε λοιπόν κάποιος βλέπει τον Λόγο να μεταμορφώνεται ένδοξα, όταν ανεβαίνει μαζί του και υψώνεται μαζί του και βλέπει αυτόν σαν αυτόν τον ίδιο τον Λόγο του Θεού και σαν αρχιερέα που συνομιλεί και προσεύχεται στον Πατέρα. Επειδή όμως δεν είχε ακόμη οδηγήσει το σώμα του τελείως σε αμετάβλητη αφθαρσία, φανερώθηκε μαζί με τα φθαρτά ρούχα, λάμποντας μαζί με αυτά. Διότι όταν αναστηθούν οι δίκαιοι με δόξα στη δευτέρα παρουσία δεν πρόκειται να έχουν ρούχα αισθητά, αλλά θα ντυθούν με κάποιες λαμπρές στολές. Όπως όμως η μορφή τους δεν έγινε άλλη από αυτήν της μεταμόρφωσης, έτσι στην ανάσταση η μορφή των αγίων θα είναι πολύ ενδοξότερη, από αυτήν που είχαν στη ζωή αυτή, όχι όμως άλλη» (Ω).
«Λέμε βέβαια ότι η μεταμόρφωσή του έγινε, όχι αποβάλλοντας το σχήμα του ανθρώπινου σώματος, αλλά περιβάλλοντας αυτό κάποια φωτεινή λάμψη, η οποία κατά κάποιο τρόπο άλλαξε το ατιμότατο χρώμα της σάρκας του, δίνοντάς του όψη λαμπρότερη, σύμφωνα με το λεγόμενο από τον θείο Παύλο «Σπείρεται χωρίς δόξα, ανασταίνεται με δόξα».
Γιατί τώρα αυτό το ίδιο είναι σάρκα γυμνή, χωρίς να είναι χρωματισμένη με κάποια δόξα, ούτε λαμπρυσμένο με λάμψη φυσική, αλλά έχει μόνο την από τη φύση της αδοξία και μαζί και αδυναμία. Κατά τον καιρό όμως της ανάστασης θα γίνει κάποια αλλαγή θεοπρεπής και μεταβολή της δόξας και όχι του σχήματος. Γιατί θα περιαστράψει τότε με επικαλύμματα θείας δόξας· διότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Σωτήρα, «οι δίκαιοι θα λάμψουν σαν τον ήλιο στη βασιλεία του πατέρα τους»» (Κ).
«Τότε λοιπόν θα λάμψει και η θεότητα του Κυρίου όχι όπως ο ήλιος, αλλά πάνω από κάθε γεννητό φως που μπορεί να σκεφτεί κανείς και στα αισθητά και στα νοητά· επειδή ακριβώς είναι ο ίδιος το φως που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο· έτσι θα συμβεί όταν θα δείξει το πρόσωπό του. Διότι δεν θα κάνει τότε έτσι όπως παλαιότερα έλεγε κάποτε στον Μωϋσή, ότι «θα δεις τα οπίσω μου, αλλά το πρόσωπό μου δεν θα το δεις (Εξόδου λγ 25).
Αλλά με τέτοιο τρόπο θα παρέχει τον εαυτό του στους αγίους, ώστε να μπορούν όλοι να λένε· όλοι εμείς με ξέσκεπο το πρόσωπο του εσωτερικού μας ανθρώπου, σαν άλλοι καθρέπτες δεχόμαστε και αντανακλούμε την δόξα του Κυρίου. Και έτσι μεταμορφωνόμαστε και παίρνουμε την ίδια ένδοξη εικόνα του Κυρίου και προοδεύουμε από δόξα σε δόξα»(Β΄Κορ. γ 18) (Ε).
(3)   Το εξαστράπτων ως δεύτερο επίθετο μετά το λευκός εξηγεί το είδος του λευκού= λευκός που λάμπει, αστραποβόλος (δ). Η μεταμόρφωση χύνει φως στην έννοια του παθήματος του Κυρίου. Αποδεικνύει, ότι η δόξα ήταν η φυσική κατάσταση του Κυρίου σύμφωνα και με τον λόγο της αρχιερατικής του προσευχής: «Και τώρα δόξασέ με εσύ Πατέρα, κοντά σου, με την δόξα την οποία είχα κοντά σου προτού δημιουργηθεί ο κόσμος». Προφανώς ένας από τους σκοπούς, προς τους οποίους απέβλεπε το υπερφυσικό αυτό συμβάν, ήταν και να στηρίξει την πίστη των μαθητών στην θεία φύση του πάσχοντος Λυτρωτή.

Λουκ. 9,30    καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο συνελάλουν αὐτῷ, οἵτινες ἦσαν(1) Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας(2),
Λουκ. 9,30    Και ιδού δύο άνδρες συνωμιλούσαν μαζί του. Και αυτοί ήσαν ο Μωϋσής και ο Ηλίας,
(1)   Η ικανότητα τού να αναγνωριστούν ποιοι ήταν δόθηκε στους μαθητές μαζί με την ικανότητα τού να τους δουν. Αλλιώς, εάν δεν αναγνωρίζονταν, το ότι εμφανίστηκαν θα έμενε χωρίς κάποια σημασία και έννοια (p).
(2)   «Ο Μωϋσής μεν εκπροσωπούσε το νόμο, και ο Ηλίας τους προφήτες· διότι αυτός (ο Χριστός) ήταν ο κύριος του νόμου και των προφητών» (Ω).
«Επομένως η παρουσία του Μωϋσή και του Ηλία και το ότι μιλούσαν μεταξύ τους, ήταν κάποια οικονομία (θείο σχέδιο) του Θεού, η οποία έδειχνε πολύ καλά, ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός περιβαλλόταν από το νόμο και τους προφήτες ως Κύριος και του νόμου και των προφητών, και είχε δειχτεί προηγουμένως από αυτούς (ως Μεσσίας) με εκείνα που προέλεγαν και ήταν σύμφωνα μεταξύ τους. Γιατί δεν ήταν ασύμφωνα μεταξύ τους εκείνα που είχαν κηρυχτεί με το νόμο και με τους προφήτες. Και αυτό, νομίζω, σημαίνει το γεγονός ότι συνομιλούν μεταξύ τους ο ιερώτατος Μωϋσής και ο πανάριστος των προφητών Ηλίας» (Κ).

Λουκ. 9,31    οἳ ὀφθέντες ἐν δόξῃ(1) ἔλεγον τὴν ἔξοδον αὐτοῦ(2) ἣν ἔμελλε(3) πληροῦν(4) ἐν Ἱερουσαλήμ(5).
Λουκ. 9,31    οι οποίοι παρουσιάσθησαν με δόξαν και έλεγαν δια την έξοδόν του, δια την αναχώρησίν του από τον κόσμον αυτόν, την οποίαν σύμφωνα με τας προφητείας έμελλε να εκπληρώση εις την Ιερουσαλήμ.
(1)   Ήταν όμοιοι με τον Κύριό τους στη σκηνή αυτή (b). Οι άγιοι που πεθαίνουν εν Κυρίω μπαίνουν σε κατάσταση δόξας. Για αυτό και οι Μωϋσής και Ηλίας εμφανίζονται με δόξα, όπως θα εμφανιστούν μετά από λίγο κατά την δευτέρα παρουσία όλοι οι άγιοι με δόξα.
(2)   «Στεκόμενοι γύρω από τον Ιησού, μιλούσαν μεταξύ τους για την έξοδο που επρόκειτο να πραγματοποιήσει, λέει, στην Ιερουσαλήμ, δηλαδή το μυστήριο της με την σάρκα του οικονομίας και το σωτήριο πάθος του πάνω στο σταυρό» (Κ).
Την έξοδο και αναχώρησή του από τον κόσμο. Η ίδια λέξη και στο Β΄Πέτρ. α 15. Το θέμα της συνομιλίας ήταν μέγα, αναφερόμενο στο πάθος, τον σταυρό, τον θάνατο, την ανάσταση και ανάληψη του Χριστού. Δες την αντίθετη λέξη είσοδος στον κόσμο στο Πράξ. ιγ 24 (b). Ο Λουκάς εξεπίτηδες διαλέγει λέξη που σημαίνει ταυτόχρονα και τον θάνατο και την ανάληψη (g).
Και ο θάνατος των αγίων είναι έξοδός τους και αναχώρηση από την Αίγυπτο του παρόντος κόσμου στην επουράνια πόλη Ιερουσαλήμ, από τον οίκο αυτόν της δουλείας στον ουράνιο οίκο του Πατέρα τους. Και όπως η από την Αίγυπτο έξοδος του Ισραήλ υπήρξε θριαμβευτική, έτσι και η από τον κόσμο αυτόν έξοδος και η στους ουρανούς ανάληψη του Χριστού έγινε με θρίαμβο και αλαλαγμό, και τέτοια είναι και η από τον κόσμο αυτόν έξοδος των αγίων του.
(3)   Το έμελλεν ανταποκρίνεται στο δει (=πρέπει) του στίχου 22. Το παν είναι προδιατεταγμένο από τον Θεό και οπωσδήποτε θα συντελεστεί. Και όταν συντελείται, μπορεί να θεωρείται ως εκπλήρωση (p).
(4)   Ο Μωϋσής και ο Ηλίας μιλούσαν προς τον Ιησού για την έξοδό του. Υπονοεί όμως αυτό, ότι το πάθημα του Χριστού και η ακόλουθη ένδοξη έξοδός του από τον κόσμο αυτόν ήταν ό,τι ο Μωϋσής και οι προφήτες είχαν προαναγγείλει. Δες Λουκ. κδ 26,27 και Α΄ Πέτρ. α 11.
«Γιατί είναι αλήθεια, ότι ο νόμος που δόθηκε μέσω του Μωϋσή και ο λόγος των προφητών, προανήγγειλαν το μυστήριο του Χριστού, ο ένας καταγράφοντάς το κατά κάποιο τρόπο σαν σε πίνακα με τύπους και σκιές, ενώ οι προφήτες προέλεγαν με πολλούς τρόπους» (Κ).
Οι δύο ένδοξοι προφήτες μιλούν στον Ιησού για την έξοδό του, δηλαδή για το πάθημα, την ανάσταση και την ανάληψή του. Καθόλου θαυμαστό! Η έξοδος του Λυτρωτή είναι η θεμελιώδης αλήθεια, πάνω στην οποία στηρίζεται το όλο σύστημα του Χριστιανισμού· είναι η αλήθεια των αληθειών, χωρίς την οποία τίποτα άλλο στον κόσμο δεν έχει σημασία και βαθύτερη έννοια.
(5)   Το «στην Ιερουσαλήμ» είναι βαθειά τραγικό= στην πόλη που φόνευσε τους προφήτες. Η προσθήκη αυτή του Λουκά για την έξοδο του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ διαφωτίζει ολόκληρη την σκηνή. Είναι το κλειδί της όλης αφήγησης. Εξηγεί τη σχέση μεταξύ της εμφάνισης αυτής και της συνομιλίας του Χριστού με τους μαθητές που προηγήθηκε στην Καισάρεια του Φιλίππου. Η συνομιλία αυτή για το θέμα αυτό δίνει στους μαθητές να καταλάβουν, ότι ο π ά σ χ ω ν Μεσσίας είναι πράγματι ο θ ε ί ο ς Μεσσίας, τον οποίο αναγνωρίζει ως τέτοιο ο ουρανός (g).
Ο Κύριος και κατά την ένδοξη Μεταμόρφωσή του θέλησε να ακούσει για την έξοδό του η οποία ήταν συνδεδεμένη με τον θάνατο και τα παθήματά του. Και διδάσκει έτσι εμάς, ότι το να θυμόμαστε τον θάνατό μας, ο οποίος αποτελεί την έξοδο και αναχώρησή μας από τον κόσμο αυτόν σε άλλον, δεν είναι ποτέ άκαιρο, αλλά και σε αυτές τις μεγαλύτερές μας επιτυχίες και δόξες του κόσμου αυτού είναι επικαιρότατο να θυμόμαστε, ότι «δεν έχουμε εδώ μόνιμη πόλη»

Λουκ. 9,32    ὁ δὲ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ ἦσαν βεβαρημένοι ὕπνῳ(1)· διαγρηγορήσαντες(2) δὲ εἶδον τὴν δόξαν(3) αὐτοῦ καὶ τοὺς δύο ἄνδρας τοὺς συνεστῶτας αὐτῷ.
Λουκ. 9,32    Ο δε Πέτρος και οι δύο άλλοι μαθηταί είχαν καταληφθή από βαρύν ύπνον. Οταν όμως εξύπνησαν, είδαν την δόξαν του και τους δύο άνδρας, που εστέκοντο μαζί του.
(1)   «Οι μεν μακάριοι μαθητές νύσταξαν για λίγο, καθώς ο Χριστός χρονοτριβούσε με την προσευχή» (Κ).
Βεβαρημένοι ὕπνῳ = την ασυγκράτητη τάση για ύπνο, την οποία δεν μπορούσαν να νικήσουν στην αρχή (δ). Την ώρα λοιπόν που προσευχόταν ο Χριστός οι μαθητές πιθανότατα κοιμόντουσαν (g).
(2)   Λέξη που λέγεται μοναδική φορά= Ή, μετά από ένα διάστημα χρόνου, αποτίναξαν από πάνω τους τον ύπνο (δ)· ή, επιμένοντας να παραμείνουν άγρυπνοι νίκησαν τη νύστα (Meyer)· ή, γινόμενοι εξ’ ολοκλήρου άγρυπνοι (p) και «αφού συνήλθαν από τον βαθύ ύπνο» (Κ).
(3)   «Δόξα να εννοήσεις την λαμπρότητα» (Ζ).

Λουκ. 9,33    καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαχωρίζεσθαι αὐτοὺς(1) ἀπ᾿ αὐτοῦ εἶπεν ὁ Πέτρος πρὸς τὸν Ἰησοῦν· ἐπιστάτα, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι(2)· καὶ ποιήσωμεν σκηνὰς τρεῖς, μίαν σοὶ καὶ μίαν Μωϋσεῖ καὶ μίαν Ἠλίᾳ, μὴ εἰδὼς ὃ λέγει(3).
Λουκ. 9,33     Και συνέβη, όταν οι δύο άνδρες ετοιμαζάζοντο να χωρισθούν από τον Ιησούν, είπεν ο Πετρος προς αυτόν• “διδάσκαλε, είναι καλά να μένωμεν εδώ• ας κάμωμεν τρεις σκηνάς, μίαν δια σε, μίαν δια τον Μωϋσέα και μίαν δια τον Ηλίαν”. Και τα έλεγεν αυτά, χωρίς να καταλαβαίνη καλά-καλά, τι είναι αυτό που έλεγε.
(1)   Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας του Ιησού με τους δύο προφήτες, οι μαθητές τηρούσαν σιγή. Αλλά όταν η συνομιλία σταμάτησε και οι δύο ουράνιοι απεσταλμένοι ετοιμάζονταν να χωριστούν από τον Κύριο, τότε ο Πέτρος λαμβάνει τον λόγο (g).
(2)   «Ακούγοντας ότι πρόκειται να πάθει ο Χριστός… ζητούσε από τον Κύριο να μείνει πάνω στο βουνό για πάντα, έτσι ώστε να μην τον βρουν οι Ιουδαίοι αφού κατέβει και τον φονεύσουν, αγνοώντας τα αγαθά που θα συμβούν σε όλους από το πάθος και την ανάσταση» (Ω).
(3)   Δεν γνωρίζουν τι λένε εκείνοι, οι οποίοι μιλούν για κατασκευή σκηνών πάνω στη γη για τους δοξασμένους αγίους στον ουρανό, οι οποίοι έχουν καλύτερες μονές (δωμάτια) στην οικία του Πατέρα και επιθυμούν να επανέλθουν σε αυτές.
«Δεν ήξερε, λέει, αυτό που έλεγε· γιατί δεν ήταν ο καιρός της συντέλειας του κόσμου και του να λάβουν οι άγιοι τη μέθεξή (συμμετοχή) τους στα αγαθά που ήλπισαν σύμφωνα με την υπόσχεση του Θεού» αφού παρέμεναν στη γη αυτή, που δεν έγινε ακόμη καινούργια. «Αφού λοιπόν το σχέδιο της οικονομίας βρισκόταν ακόμη στην αρχή, πώς ήταν δυνατόν να σταματήσει ο Χριστός την αγάπη του για τον κόσμο, αποφεύγοντας να πάθει για χάρη του;» (Κ).

Λουκ. 9,34    ταῦτα δὲ αὐτοῦ λέγοντος ἐγένετο νεφέλη(1) καὶ ἐπεσκίασεν(2) αὐτούς(3)· ἐφοβήθησαν δὲ ἐν τῷ εἰσελθεῖν ἐκείνους(4) εἰς τὴν νεφέλην·
Λουκ. 9,34    Ενώ δε ο Πετρος έλεγε αυτά, ήλθε ένα σύννεφο και τους εκέπασε. Εφοβήθησαν δε ο Πετρος και οι δύο άλλοι μαθηταί, όταν ο Ιησούς και οι δύο προφήται εισήλθον εις την νεφέλην.
(1)   «Ενώ ο Πέτρος λέει να κάνουμε τρεις σκηνές, ο Κύριος ξαφνικά φτιάχνει σκηνή αχειροποίητη και μπαίνει μέσα σε αυτήν μαζί με τους προφήτες, για να δειχτεί ότι σε τίποτα δεν είναι κατώτερος από τον Πατέρα. Διότι όπως ακριβώς στην Παλαιά Διαθήκη η νεφέλη λεγόταν ότι έχει τον Κύριο και ο Μωϋσής έμπαινε σε αυτήν, και έτσι δεχόταν τον νόμο, έτσι και τώρα η νεφέλη δέχτηκε τον Χριστό και νεφέλη όχι σκοτεινή· διότι έφυγε η σκιά του νόμου και το σκοτεινό της ασάφειας· αλλά νεφέλη φωτεινή. Διότι ήλθε η αλήθεια και έλαμψε η χάρη του Κυρίου και δεν υπάρχει τίποτα σκοτεινό τώρα» (Θφ).
Ακριβέστερη ερμηνεία η επόμενη: Η νεφέλη δεν ήταν κάποιο απλό σύννεφο. Είναι το κάλυμμα, με το οποίο περιβάλλεται ο Θεός, όταν εμφανίζεται στους ανθρώπους. Εμφανίστηκε στην έρημο και στα εγκαίνια του ναού του Σολομώντα και την ξαναβρίσκουμε και στην ανάληψη (g).
Η νεφέλη αυτή ήταν δείγμα της ακόμη πιο ιδιαίτερης παρουσίας του Θεού. Με νεφέλη ο Θεός ήλθε στη σκηνή και στο ναό και όταν «η νεφέλη κάλυψε την σκηνή του μαρτυρίου δεν μπόρεσε ο Μωϋσής να μπει στην σκηνή, διότι επισκίαζε αυτήν η νεφέλη και η σκηνή γέμισε από τη δόξα του Κυρίου» (Εξόδου μ 34). Και όταν στην περίπτωση του Σολομώντα «ο οίκος γέμισε από τη νεφέλη της δόξας του Κυρίου, δεν μπορούσαν οι ιερείς να σταθούν να λειτουργήσουν από το φως της νεφέλης» (Β΄Παραλ. ε 14).
Μία τέτοια νεφέλη είναι και η παρούσα. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράδοξο, ότι οι μαθητές φοβήθηκαν. Αλλά εφόσον ο Ιησούς βρίσκεται στη νεφέλη, κανείς από όσους πιστεύουν ειλικρινά σε αυτόν ας μην φοβάται να μπει σε αυτήν, διότι μπορεί να είναι βέβαιος, ότι ο Ιησούς θα διαπεράσει αυτόν σώο μέσα από αυτήν.
(2)   Κατά ακρίβεια η φωτεινή νεφέλη δεν ρίχνει σκιά, μπορεί όμως να καλύψει. Το φως μπορεί να αποτυφλώνει όπως και το σκοτάδι (p).
(3)   Αξιόλογη και η παρατήρηση: «Με αυτό δηλώνει μέσω του τύπου από πριν… ότι στην ανάσταση πρόκειται να αρπαχτούν σε νεφέλες οι άγιοι για να συναντήσουν τον Κύριο και να είναι μαζί του για πάντα» (Ω).
(4)   Υπάρχει και η γραφή αυτούς. Το μεν εκείνους= τον Κύριο και τους δύο προφήτες, ενώ το αυτούς σύμφωνα με κάποιους νεώτερους ερμηνευτές περιλαμβάνει και τους αποστόλους, είναι όμως αμφίβολο αυτό.

Λουκ. 9,35    καὶ φωνὴ ἐγένετο ἐκ τῆς νεφέλης(1) λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός(2)· αὐτοῦ ἀκούετε.
Λουκ. 9,35    Και ηκούσθη φωνή από την νεφέλην, η οποία έλεγεν• “αυτός είναι ο μονογενής Υιός μου, ο κατ’εξοχήν αγαπητός, που τον έστειλα Σωτήρα του κόσμου. Αυτόν να ακούετε”.
(1)   «Φωνή πατρική μέσω της νεφέλης (διότι έτσι φαίνεται ο Θεός) μαρτυρούσε για τον Χριστό την υιότητα (ότι είναι ο Υιός)» (Ε).
(2)   Υπάρχει και η γραφή: εκλελεγμένος (διαλεγμένος, διαλεκτός) αντί ο αγαπητός. Είναι αυτό εξήγηση του αγαπητός, το οποίο, όπως και η αντίστοιχη εβραϊκή λέξη, σημαίνει και τον αγαπητό και τον εκλεκτό. Φαίνεται ότι η λέξη μπήκε στο κείμενο από το περιθώριο (που υπάρχει στα χειρόγραφα)(δ). Πάντως το εκλελεγμένος λέγεται με απόλυτη έννοια, σε αντίθεση με τους δούλους, όπως ήταν ο Μωϋσής και ο Ηλίας, οι οποίοι είχαν εκλεγεί για ειδικές και περιορισμένες αποστολές (g). Το εκλελεγμένος αναφέρεται στην αποστολή του Υιού του ανθρώπου ως Μεσσία (L).
Λουκ. 9,36    καὶ ἐν τῷ γενέσθαι τὴν φωνὴν εὑρέθη ὁ Ἰησοῦς μόνος(1). καὶ αὐτοὶ ἐσίγησαν(2) καὶ οὐδενὶ(3) ἀπήγγειλαν ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις(4) οὐδὲν ὧν ἑωράκασιν.
Λουκ. 9,36    Και αφού έγινε αυτή η φωνή, ευρέθηκε ο Ιησούς μόνος• και οι τρεις μαθηταί εκράτησαν σιγήν δια το γεγονός και εις κανέναν κατά τας ημέρας εκείνας δεν ανεκοίνωσαν τίποτε από όσα είδαν.
(1)   «Για να μην συκοφαντείται από κάποιους η αλήθεια, οι οποίοι λένε ότι τους διέτασσε να ακούνε περισσότερο τον Μωϋσή, επεσήμανε ο ευαγγελιστής λέγοντας, ότι όταν έγινε η φωνή, βρέθηκε ο Ιησούς μόνος. Άρα λοιπόν αυτόν πρόσταξε να ακούνε. Καθόσον αυτός είναι το τέλος του νόμου και των προφητών» (Κ).
(2)   Με εντολή του Κυρίου σύμφωνα με τους άλλους δύο συνοπτικούς.
«Δεν θέλει ο Ιησούς να ειπωθούν τα σχετικά με την δόξα του. Διότι θα βλάπτονταν αυτοί που θα τα άκουγαν και μάλιστα οι όχλοι, όταν θα έβλεπαν τον τόσο πολύ δοξασμένο να σταυρώνεται. Δεν τα έκρυψαν λοιπόν από φθόνο, αλλά επειδή φοβήθηκαν μήπως δεν γίνουν πιστευτοί» (Ω) και για να μην προκληθεί είτε σφοδρότερη αντίδραση εκ μέρους των αντιτιθεμένων, είτε άκαιρος ενθουσιασμός και ταραχώδεις εκδηλώσεις εκ μέρους των Ιουδαίων που έτρεφαν παχυλές ελπίδες για τον Μεσσία.
(3)   Η απαγόρευση του να ανακοινωθεί ό,τι είχαν δει, αποτελεί ισχυρή επιβεβαίωση της ιστορικότητας του υπερφυσικού γεγονότος της Μεταμόρφωσης. Εάν η οπτασία αυτή ήταν επινόηση, πώς θα εξηγήσουμε την επινόηση της απαγόρευσης; (p).
(4)   «Πότε λοιπόν τα ανέφεραν; Μετά την ανάληψη, μετά την παρουσία του Πνεύματος· διότι τότε γέμισαν από θάρρος και καταξιώθηκαν του Πνεύματος και είχαν την φωνή από τα θαύματα να συνηγορεί σε αυτούς» (Ω).
Μετά τις σκηνές της Γεθσημανή, της καταδίκης του συνεδρίου και του Πιλάτου και του Γολγοθά, στις οποίες παρουσιάστηκε ο προφητευμένος χαρακτήρας του ως ανθρώπου θλίψεων που γνωρίζει να υπομένει ασθένεια, θα ήταν πλέον καιρός να διαδοθεί το υπερφυσικό συμβάν της Μεταμόρφωσης, ως προμήνυμα της αρχιερατικής του βασιλείας δίπλα στο θρόνο του Πατέρα του και της θριαμβευτικής του νίκης εναντίον όλων των εχθρών του (ο).

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η αξία της νηστείας! (Μεγάλου Βασιλείου)

Συγγραφέας: kantonopou στις Αύγουστος 1, 2019

Σχετική εικόνα

Α’) ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ
α’) Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΑΡΧΙΣE ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ
1509. Αλλ’ ο λόγος μας ας βαδίζει δια μέσου της ιστορίας, όταν εξετάζει την αρχαιότητα της νηστείας, και πως όλοι οι άγιοι, σαν να διαδέχτηκαν κάποια πατρική κληρονομιά, έτσι διαφύλαξαν τη νηστεία, παραδίδοντάς την ο πατέρας στο παιδί…Δεν υπήρχε στον παράδεισο κρασί ούτε σφαγές ζώων ούτε κρεοφαγίες. Το κρασί εμφανίστηκε μετά τον κατακλυσμό. Μετά τον κατακλυσμό λέει η Γραφή: «Να τα τρώτε όλα, όπως τα λάχανα και τα χόρτα»(1). Όταν απορρίφτηκε η τελείωση (το «κατ’ εικόνα και ομοίωση») από τους απογόνους του Αδάμ και της Εύας, τότε επιτράπηκε η απόλαυση. Απόδειξη δε, ότι ήταν άγνωστο το κρασί, είναι ο ίδιος ο Νώε, που αγνοούσε τη χρήση του. Γιατί δεν είχε ακόμη μπει στη ζωή των ανθρώπων ούτε είχε χρησιμοποιηθεί στις συναναστροφές ανάμεσα στους ανθρώπους. Ούτε λοιπόν επειδή είδε άλλον, ούτε επειδή ο ίδιος εδοκίμασε, έπεσε απρόσεκτα στη μέθη από το κρασί. «Γιατί εφύτεψε ο Νώε αμπέλι και έπιε από τον καρπό του αμπελιού και εμέθυσε»(2). Όχι επειδή ήταν μέθυσος, αλλά επειδή δεν εγνώριζε ότι έπρεπε να πιει με μέτρο. Έτσι η επινόηση της οινοποσίας είναι νεώτερη από τον παράδεισο και έτσι είναι παλιά και σεβαστή η σεμνή νηστεία (Περί νηστείας, λόγ. Α’ 5, ΕΠΕ 6, 30-32 – ΒΕΠ 54,13-14 – – MG 31,169).
(1). Ο Θεός, μετά τον κατακλυσμό, έδωσε εντολή στο Νώε και στα παιδιά του να τρώνε τα πάντα (ζώα, πτηνά, ψάρια), όπως τα λάχανα και τα χόρτα (Γέν. 9, 2-3). Το μόνο που τους απαγόρευσε ήταν το αίμα (Γέν. 9,4-6). (2). Γέν. 9,20-21.
β’ ) ΕΙΝΑΙ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΜΟ
1510. Η νηστεία είναι παλιό δώρο. Δεν παλιώνει και δεν γερνάει, αλλά πάντοτε ανανεώνεται και ανθίζει, για να φέρει ώριμους καρπούς.Νομίζεις ότι υπολογίζω την αρχαιότητά της από τότε που ίσχυσε ο νόμος; Η νηστεία είναι παλιότερη και από το νόμο. Αν περιμείνεις λίγο, θα βρεις ότι ο λόγος είναι αληθινός. Μη νομίζεις ότι η ημέρα του εξιλασμού, που είχε νομοθετηθεί για τον Ισραήλ κατά τη δέκατη μέρα του έβδομου μήνα(1), αυτή είναι η αρχή της νηστείας. Έλα λοιπόν να βαδίσεις δια μέσου της ιστορίας και να ερευνήσεις την αρχαιότητά της. Γιατί η εφεύρεση δεν είναι νεώτερη. Το κειμήλιο είναι πατρικό. Κάθε τι που είναι αρχαίο είναι και σεβαστό. Να σέβεσαι την παλαιότητα της νηστείας. Είναι συνομήλικη με την ανθρωπότητα. Η νηστεία νομοθετήθηκε στον παράδεισο. Είναι η πρώτη εντολή που έλαβε ο Αδάμ: «Από το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού δεν θα φάτε»(2). Το «δεν θα φάτε» όμως είναι νόμος, που αναφέρεται στη νηστεία και την εγκράτεια. Εάν η Εύα είχε νηστέψει από τον καρπό του δένδρου, τώρα δε θα είχαμε ανάγκη από αυτή τη νηστεία.
(Περί νηστείας λόγ. Α’, 23, ΕΠΕ 6, 26 – ΒΕΠ 54,12 – MG 31,165-168).
(1). Την εορτή του Εξιλασμού τη γιόρταζαν οι Εβραίοι τη δέκατη ήμερα του μήνα Τισρεί (Σεπτ. – Οκτώβρ.), πέντε ημέρες πριν από την εορτή της Σκηνοπηγίας (Λευιτ. 16, 29. 23, 27 και 25, 9). Την ημέρα αυτή και μόνο ο Αρχιερέας έμπαινε στα Άγια των Αγίων της Σκηνής του Μαρτυρίου και εράντιζε το θυσιαστήριο και το καταπέτασμα της Σκηνής με το αίμα των ζώων, που είχαν θυσιαστεί για τις δικές τους αμαρτίες και τις αμαρτίες των ιερέων και του λαού. Την ίδια ημέρα γινόταν και η τελετή του Αποδιοπομπαίου Τράγου. Από δύο τράγους, μετά από κλήρωση, ο ένας θυσιαζόταν και ο άλλος αφηνόταν ελεύθερος, ώστε να μεταφέρει στο δάσος τις αμαρτίες του λαού. (Γ. Κωνσταντίνου, Λεξικό των Αγίων Γραφών, σ. 328. Βλ. και τη λέξη εξιλασμός στη Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια του Α. Μαρτίνου). (2). Γέν. 2,17.
γ’) Ο ΜΩΫΣΗΣ ΝΗΣΤΕΥΕ
1511. Γνωρίζουμε επίσης ότι και ο Μωϋσής μετά από νηστεία πλησίασε το όρος Σινά(1). Γιατί δεν θα αποτολμούσε να πλησιάσει την κορυφή που κάπνιζε ούτε θα έπαιρνε το θάρρος να μπει μέσα στο γνόφο (στην καταχνιά, στην αντάρα), αν δεν είχε οπλιστεί με το όπλο της νηστείας. Μετά από νηστεία υποδέχτηκε (πήρε) τις Δέκα Εντολές, που γράφτηκαν πάνω σε πλάκες με το δάκτυλο του Θεού(2).  (Περί νηστείας, λόγ. Α’ 5, ΕΠΕ 6, 32 – ΒΕΠ 54, 14 – MG 31,169).     (1). Έξοδ. 24,18. (2). Έξοδ. 31,18.
δ’) Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΗΤΑΝ ΧΑΡΑΚΉΡΙΣΤΙΚΟ ΤΩΝ ΠΡΟΦΗΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ
1512. Όλοι οι άγιοι διακρίθηκαν για την εγκράτειά τους. Ολόκληρη η ζωή των αγίων και των ευτυχισμένων ανθρώπων και το παράδειγμα του ίδιου του Κυρίου, όταν έγινε άνθρωπος, μας οδηγούν στην εγκράτεια. Ο Μωϋσής με τη μεγάλη επιμονή του στη νηστεία και στην προσευχή έλαβε το νόμο και άκουσε τους λόγους του Θεού έτσι «όπως μιλάει κανείς στο φίλο του»(1). Ο Ηλίας τότε αξιώθηκε να ιδεί το Θεό, όταν και αυτός εξίσου άσκησε την εγκράτεια. Τι να πούμε δε για το Δανιήλ; Πώς κατόρθωσε να ιδεί θαυμαστά οράματα; Δεν τα είδε μετά την εικοστή ήμερα της νηστείας;(2) Πώς δε οι τρεις παίδες έσβησαν τη δύναμη της φωτιάς;(3). Δεν το πέτυχαν με την εγκράτεια;(4). Και του Ιωάννη του Βαπτιστή ολόκληρη η ζωή άρχισε με την εγκράτεια(5). Με την εγκράτεια (τη νηστεία) άρχισε και ο Κύριος να φανερώνει τον εαυτό του(6) (στον κόσμο). Εγκράτεια (νηστεία) δε ονομάζουμε όχι την παντελή αποχή από τις τροφές (γιατί αυτό ισοδυναμεί με τον βίαιο θάνατο), αλλά την επιμελή αποχή από τις απολαύσεις, με σκοπό να συντρίψου με το σαρκικό φρόνημα(7) και να πετύχουμε το σκοπό της ευσέβειας.
(Όροι κατά πλάτος, ερώτ. ΙΣΤ’, 2, ΕΠΕ 8, 262-264 – ΒΕΠ 53, 171-172 – MG 31, 957-960).     (1). Έξ. 33,11. (2). Δαν. 10, 3-21. (3). Δαν. 3, 20-23. (4). Δαν. 1, 8-16.
(5). Ματθ. 3,4. (6). Ματθ. 4,2. (7). Ρωμ. 8,6.
Ε’) ΕΝΗΣΤΕΨΑΝ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΠ. ΠΑΥΛΟΣ
1513. Η νηστεία μαζί με τους άλλους και τον Παύλο, που την απαρίθμησε στα καυχήματα για τις θλίψεις του, τον ανέβασε στον τρίτο ουρανό(1). Βάση όμως για όσα έχουμε ειπεί για τη νηστεία είναι ο Κύριός μας, ο Οποίος με νηστεία, αφού οχύρωσε τη σάρκα, που έλαβε για χάρη μας, δέχτηκε σ’ αύτη τις προσβολές του διαβόλου, για να μας διδάσκει να ετοιμαζόμαστε με νηστείες και να γυμναζόμαστε για τους αγώνες εναντίον των πειρασμών, και για να προσφέρει έτσι κατά κάποιον τρόπο στον αντίπαλο λαβή με τη στέρηση(2).
(Περί νηστείας, λόγ. Α’ 9, ΕΠΕ 6, 44 – ΒΕΠ 54, 17 – MG 31,177).     (1). «Εν λιμώ και δίψει, εν νηστείαις πολλάκις», «οίδα… άνθρωπον… αρπαγέντα μέχρι τρίτου ουρανού» (Β’ Κορ. 11, 27. 12,2).    (2). «… νηστεύσας ημέρας τεσσαράκοντα» (Ματθ. 4,22).
στ’) Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ ΕΝΗΣΤΕΥΕ ΔΙΑΡΚΩΣ
1514. Η ζωή του Ιωάννη του Βαπτιστή υπήρξε μια συνεχής νηστεία (1). Αυτός δεν διέθετε κρεβάτι, ούτε τραπέζι φαγητού, ούτε καλλιεργήσιμο χωράφι, ούτε βόδια για όργωμα, ούτε αρτοποιό, ούτε τίποτε άλλο που να έχει σχέση με την επίγεια ζωή. Γι’ αυτό ανάμεσα σ’ εκείνους που γεννήθηκαν από γυναίκες, δεν παρουσιάστηκε άλλος άνδρας τόσο μεγάλος σαν τον Ιωάννη το Βαπτιστή»(2). (Περί νηστείας, λόγ. Α’ 9, ΕΠΕ 6, 44 – ΒΕΠ 54, 44.    (1). Ματθ. 3,4. (2). Ματθ. 11,11.
ζ ‘) Η ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΤΗΣ Μ. ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
1515. Εάν οι τόσες προτροπές τις οποίες δεν έπαψα να σας απευθύνω κατά το διάστημα που πέρασε, και εάν το κήρυγμα του Ευαγγελίου της χάρης του Θεού που δεν έπαψα να σας βροντοφωνώ ήμερα και νύχτα τις εφτά εβδομάδες της νηστείας(1), δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα, με ποιες ελπίδες να σας μιλήσω σήμερα;
(Κατά μεθυόντων, 1, ΕΠΕ 6,1,188, ΒΕΠ 54,143 – MG 31,444-445).
(1). Ο μεγάλος Ιεράρχης κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής, όπως φαίνεται εδώ, κήρυττε στο λαό πρωΐ και βράδυ. Οι επτά εβδομάδες νηστείας που μνημονεύει είναι : 1) Η καθαρή εβδομάδα, 2) Η Α’ Νηστειών, 3) Η Β’ Νηστειών, 4) Η Γ’ Νηστειών, 5) Η Δ’ Νηστειών, 6) Η Ε’ Νηστειών και 7) Η Μεγάλη Εβδομάδα.
Β’ ) ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΝΗΣΤΕΙΑ
α’) ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
1516. Γνωρίσαμε τη χάρη της νηστείας από τον Ησαΐα, που απέρριψε τον ιουδαϊκό τρόπο της νηστείας, και έδειξε σε μας την αληθινή νηστεία. «Όταν νηστεύετε, να μην εκτρέπεσθε σε φιλονικίες και διαπληκτισμούς»(1), αλλά «να λύνεις κάθε δεσμό και σχέση με την αδικία»(2). Και ο Κύριος είπε: «(Όταν νηστεύετε) να μη γίνεστε σκυθρωποί, αλλά νίψε το πρόσωπό σου και άλειψε το κεφάλι σου (περιποιήσου την κόμη σου)»(3). Ας συμπεριφερθούμε λοιπόν, όπως διδαχτήκαμε, και ας μη φαινόμαστε σκυθρωποί κατά τις ημέρες που έρχονται, αλλά με φαιδρό πρόσωπο, όπως αρμόζει σε αγίους. Κανείς δεν στεφανώνεται, όταν είναι λυπημένος, και κανείς δεν στήνει σύμβολο νίκης, όταν είναι κατηφής. Να μη γίνεσαι σκυθρωπός, όταν δέχεσαι περιποιήσεις. Είναι άτοπο να μη χαιρόμαστε για την υγεία της ψυχής, αλλά να λυπούμαστε για την εναλλαγή των τροφών και να φαινόμαστε περισσότερο ότι χαριζόμαστε στη σάρκα παρά στην επιμέλεια της ψυχής. Γιατί ο μεν κορεσμός περιορίζει την ευχαρίστηση στην κοιλιά, ενώ η νηστεία ανεβάζει το κέρδος στην ψυχή. Να είσαι χαρούμενος, γιατί σου δόθηκε από γιατρό φάρμακο, που καταστρέφει την αμαρτία. Γιατί, όπως τα σκουλήκια που αναζωογονούνται στα έντερα των παιδιών, εξαφανίζονται με κάποια δραστικά φάρμακα, έτσι και η νηστεία, εκείνη βέβαια που είναι άξια του ονόματός της, όταν εισχωρήσει στην ψυχή, θανατώνει την αμαρτία που εμφωλεύει στο βάθος… Η νομοθεσία για τη νηστεία να βρίσκει απήχηση στον εσωτερικό σου κόσμο. Καθάρισε την ψυχή σου από τα αμαρτήματα… Να μην αλλοιώνεις και μαραίνεις το πρόσωπό σου όπως οι υποκριτές. Το πρόσωπο αλλοιώνεται, όταν η εσωτερική διάθεση επισκιάζεται με το επίπλαστο εξωτερικό σχήμα, οπότε καλύπτεται από το ψέμα, σαν από κάποιο παραπέτασμα. (Λόγος Α ‘περί νηστείας 1-2, ΕΠΕ 6, 23-24 – ΒΕΠ 54,11-12 – MG 31,164-165). (1). Ήσ. 58, 4. (2). Ήσ.58, 6. (3). Ματθ. 6, 16-17.
1517. Μην περιορίζεις λοιπόν το καλό της νηστείας μόνον στην αποχή από τα φαγητά. Γιατί αληθινή νηστεία είναι η αποξένωση από τα κακά. «Λύσε κάθε δεσμό αδικίας»(1). Συγχώρησε τον πλησίον για τη λύπη που σου προξένησε, συγχώρησέ τον για τα χρέη. «Να μη νηστεύετε και συγχρόνως εκτρέπεστε σε φιλονικίες και διαπληκτισμούς»(2). Δεν τρως κρέατα, αλλά τρως τον αδελφό σου. Δεν πίνας κρασί, αλλά δεν συγκρατείς τις ύβρεις. Περιμένεις το βράδυ για να φας τροφή, αλλά ξοδεύεις την ημέρα στα δικαστήρια    (1). Ήσ. 58, 6. (2). Ήσ. 58, 4.
β’) ΕΙΝΑΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΚΑΙ Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ
1518. Δεν είναι όμως αρκετή μόνον η αποχή από τα φαγητά για την επαινετή νηστεία, αλλά ας νηστέψουμε νηστεία δεκτή και ευάρεστη οπό Θεό. Νηστεία αληθινή είναι η αποξένωση από το κακό, η εγκράτεια της γλώσσας, η αποχή από το θυμό, ο χωρισμός από τις επιθυμίες, από την κατάκριση, από το ψέμα και την καταπάτηση των υποσχέσεων που δίνουμε με όρκο. Η στέρηση από αυτά είναι αληθινή νηστεία. Όταν τηρούνται όλα αυτά, τότε η νηστεία είναι αγαθό. Ας απολαύσουμε τον Κύριο με τη μελέτη των λόγων, που γράφτηκαν με την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος, και με την αποδοχή των σωτηριωδών εθίμων και κάθε διδασκαλίας που αποβλέπει οπή διόρθωση των ψυχών μας.  (Περί νηστείας, λόγ. Β’, 7-8, ΕΠΕ 6, 70-72 – ΒΕΠ 54,26 ).
Γ’) ΣΩΜΑΤΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΝΗΣΤΕΥΤΗ
1519. Όπως το ρωμαλέο σώμα και το ζωηρό χρώμα χαρακτηρίζει τον αθλητή, έτσι και το Χριστιανό τον αποδεικνύει αληθινό αθλητή των εντολών του Χριστού το πολύ ισχνό σώμα και η ωχρότητα (η χλωμάδα), που ανθίζει στο πρόσωπό του, και που είναι αποτέλεσμα της εγκράτειας (της νηστείας)(2). Ο χριστιανός με την ασθένεια του σώματος μάχεται τον εχθρό του διάβολο και αποδεικνύει τη δύναμή του με τους αγώνες της ευσέβειας, σύμφωνα με αυτό που είπε ο απ. Παύλος: «Όταν ασθενώ, τότε με τη χάρη του Θεού γίνομαι και είμαι δυνατός»(3). (Όροι κατά πλάτος, ερώτ. ΙΖ’, 2, ΕΠΕ 8, 270 – ΒΕΠ 53,174 – MG 301, 964).
(1). «Κατεσκληκός» είναι μετοχή παρακειμένου του ρήματος κατά-σκέλλω. Σκέλλω σημαίνει είμαι κατάξερος, στεγνός, ισχνός.
(2). Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το ανωτέρω κείμενο αναφέρεται στους μοναχούς, που υποβάλλονται σε συνεχή και αυστηρή νηστεία και γι’ αυτό οι περισσότεροι είναι λεπτοί στο σώμα. Έμμεσα όμως ενδιαφέρει και όλους τους Χριστιανούς, πολλοί από τους οποίους δεν νηστεύουν και από την πολυφαγία γίνονται παχύσαρκοι και δυσκίνητοι και εξαιτίας αυτού επιρρεπείς σε πολλά και σοβαρά νοσήματα, όπως είναι οι καρδιοπάθειες, ο διαβήτης, η υπέρταση κ.λ.π. (3). Β’ Κορ. 12,10.
Δ’) ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ α’) ΝΑ ΝΗΣΤΕΟΥΜΕ ΜΕ ΜΕΤΡΟ
1520. Πρέπει να νηστεύουμε με μέτρο και να προσφέρουμε στο σώμα την ενίσχυση που οπωσδήποτε χρειάζεται, χωρίς να κυριαρχεί η ηδονή στις τροφές, αλλά να καθορίζει ακριβώς το λογικό την ανάγκη, όπως ακριβώς ένας έμπειρος γιατρός θεραπεύει την αρρώστια με τον κατάλληλο τρόπο χωρίς δυσκολία. Όταν λοιπόν η ψυχή αποκτήσει αυτή τη διάθεση, εκείνος που τρώει δεν θα φανεί καθόλου κατώτερος στη φιλοσοφημένη ζωή από εκείνον που δεν τρώει. (Ασκητικαί διατάξεις, κεφ. Δ’, 4, ΕΠΕ 9, 436 – ΒΕΠ 57, 28 –).
β’ ) Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΘΑ ΙΚΑΝΟΠΟΙΕΙ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΕΚΑΣΤΟΥ
1521. Όσον αφορά τις τροφές, όπως οι ανάγκες των ανθρώπων είναι διαφορετικές για τον καθένα χωριστά, ανάλογα με την ηλικία, το επάγγελμα, τη συνήθεια του σώματος, έτσι και το μέτρο και ο τρόπος της χρήσεως των τροφών είναι διαφορετικά σε κάθε περίπτωση. Είναι λοιπόν αδύνατον να περιληφθούν σε ένα κανόνα όλοι όσοι ασκούνται στην ευσέβεια. Επειδή όμως έχουμε καθορίσει το μέτρο της νηστείας για τους ασκητές που είναι υγιείς, αφήνουμε σ’ εκείνους που έχουν την εντολή να χειρίζονται τέτοια ζητήματα να διαφοροποιούν μετά από βαθειά σκέψη το μέτρο για την αντιμετώπιση κάθε περίπτωσης χωριστά. Γιατί δεν είναι δυνατόν να μιλήσω ιδιαίτερα για κάθε περίπτωση, παρά μόνον για όσα έχουν σχέση με την κοινή και γενική διδασκαλία. Οι προϊστάμενοι λοιπόν θα κανονίσουν ανάλογα πάντοτε με την ανάγκη, την ενίσχυση που πρέπει να λάβει ο άρρωστος που έχει καταπονηθεί με κοπιαστικές εργασίες ή εκείνος που ετοιμάζεται για βαρειά εργασία, όπως για οδοιπορία ή άλλη κοπιαστική εργασία, ακολουθώντας το λόγο της Γραφής: «Μοιράζονταν τα χρήματα στον καθένα ανάλογα με την ανάγκη που είχε»(1). Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να ορίσουμε για όλους την ίδια ώρα φαγητού ούτε τον τρόπο ούτε το μέτρο, αλλά ας είναι κοινός ο σκοπός, η ικανοποίηση της ανάγκης.
(Όροι κατά πλάτος, ερωτ. ΙΘ’, 1, ΕΠΕ 8, 274 – ΒΕΠ 53, 175 – MG 31,968).    (1). Πράξ. 4, 35.
γ’) ΤΗ ΝΗΣΤΕΙΑ ΟΡΙΖΕΙ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ. ΤΙ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΥΠΟΨΗ ΤΟΥ
ΕΡΩΤΗΣΙΣ ΡΛΒ’
1522. Ποιά στάση θα τηρήσουμε απέναντι σ’ εκείνον που λέει ότι αυτό το φαγητό με βλάπτει, και στενοχωρείται, εάν δεν του δοθεί άλλο φαγητό.
ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ Αυτός φαίνεται ότι δεν βεβαιώθηκε για την ελπίδα του φτωχού Λαζάρου(1) ούτε γνώρισε την αγάπη εκείνου (του οικονόμου της αδελφότητας), στον οποίον ανατέθηκε η φροντίδα όλων των αδελφών και η δική του. Γενικά δεν έχει το δικαίωμα ο καθένας από τους αδελφούς μοναχούς να κρίνει μόνος του ούτε τι τον βλάπτει ούτε τι τον ωφελεί˙ αυτό πρέπει να κρίνεται από εκείνον που είναι υπεύθυνος να αποφασίζει για τις ανάγκες του καθενός, γιατί αυτός επιζητεί πρώτα την ωφέλεια της ψυχής και κατά δεύτερο λόγο ασχολείται με τις ανάγκες του σώματος, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.    (Όροι κατ’ επιτομήν, ΡΛΒ’ (132), ΕΠΕ 9,164 – ΒΕΠ 53, 284 – MG 31, 1169-1172)        (1). Λουκ. 16,20 κ.ε.
ΕΡΩΤΗΣΙΣ ΡΛΑ’
1523. Εάν κάνει καλά εκείνος που δεν τρώει το ίδιο φαγητό που τρώνε οι αδελφοί, αλλά ζητεί άλλη τροφή. ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ
Γενικά είναι παράβαση εντολής το να ζητεί κάποιος με ανησυχία τροφή, γιατί ο Κύριος είπε: «Μη ζητείτε με ανήσυχη φροντίδα τι θα φάτε και τι θα πιείτε, και μην ταλαιπωρείστε ανήσυχοι εδώ και εκεί» και πρόσθεσε πιο κατηγορηματικά: «Γιατί όλα αυτά (τα υλικά αγαθά) τα επιζητούν με αγωνία οι ειδωλολάτρες»(1). Αλλά είναι έργο εκείνου που έχει λάβει την εντολή να εφαρμόζει με επιμέλεια το: «Μοίραζαν στον καθένα ανάλογα με την ανάγκη που είχε»(2).   (Όροι κατ’ επιτομήν, ΡΛΑ’ (131), ΕΠΕ 9, 162-164 – ΒΕΠ 53, 283 ). (1). Ματθ. 5,6. (2). Β’ Κορ. 11,27.
δ’) ΝΑ ΤΡΩΜΕ ΟΣΑ ΜΑΣ ΠΑΡΑΘΕΤΟΥΝ, ΑΠΟΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΤΡΥΦΗ
1524. Είναι ανάγκη λοιπόν να προσδιοριστεί και εκείνο, ότι δηλαδή η εγκράτεια (η νηστεία) είναι απαραίτητη στους αγωνιστές της ευσέβειας για την ταλαιπωρία και το ταπείνωμα του σώματος. «Γιατί κάθε αθλητής που αγωνίζεται εγκρατεύεται σε όλα»(1). Για να μη συμπίπτουμε όμως με τους εχθρούς του Θεού αιρετικούς, που έχουν αναίσθητη(2) τη συνείδησή τους και γι’ αυτό δεν τρώνε ορισμένες τροφές, τις οποίες εδημιούργησε ο Θεός, για να τρώνε οι πιστοί και να ευγνωμονούν το Θεό (3), πρέπει να δοκιμάζουμε όλες τις τροφές, όταν δοθεί κάποια ευκαιρία τόσο όσο για να αποδείξουμε σ’ αυτούς που μας βλέπουν ότι για τους καθαρούς στην καρδιά είναι όλα καθαρά(4) και ότι «Κάθε κτίσμα, που έκτισε ο Θεός και το έδωσε για τροφή στους ανθρώπους, είναι καλό και κανένα από αυτά δεν είναι άξιο περιφρονήσεως, αρκεί να λαμβάνεται με ευγνωμοσύνη προς το Θεό. Γιατί κάθε τι που είναι για τροφή, γίνεται καθαρό και άγιο με το λόγο και την προσευχή μας προς το Θεό»(5). Πρέπει δε έτσι να προφυλάσσει κανείς το σκοπό της εγκράτειας, χρησιμοποιώντας, όσο χρειάζεται, τα φτηνότερα και αναγκαία για τη ζωή και αποφεύγοντας, με τη χρήση αυτών, τη βλάβη της απληστίας (του κορεσμού) και απέχοντας παντελώς από εκείνα που ικανοποιούν την ηδονή.
(Όροι κατά πλάτος, ερώτ. ΙΗ’, ΕΠΕ 8, 270-272 – ΒΕΠ 53, 174-175 – MG 31, 965).     (1). Α’ Κορ. 9,25. (2). Α’ Τιμ. 4,2. (3). Α’ Τιμ. 4,3. (4). Τίτ. 1,15. (5). Α’ Τιμ. 4,4-5.
ε’) ΤΙ ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ, ΟΤΑΝ Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΜΑΣ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ ΝΑ ΕΠΙΤΕΛΕΣΟΥΜΕ ΤΟ ΕΡΓΟ ΜΑΣ
ΕΡΩΤΗΣΙΣ ΡΛΘ’
1525. Όταν παρατείνεται η νηστεία, γινόμαστε πιο αδύνατοι στην εργασία μας. Τι πρέπει λοιπόν να προτιμήσουμε˙ να καθυστερούμε την εργασία μας εξαιτίας της νηστείας ή να παραμελούμε τη νηστεία για χάρη της εργασίας μας;
ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ Πρέπει να νηστεύουμε και να τρώμε, όπως επιβάλλει η θεοσέβεια˙ ώστε, όταν μεν χρειάζεται να εκτελεσθεί η εντολή του Θεού για τη νηστεία, να νηστέψουμε˙ όταν δε πάλιν η εντολή του Θεού συνιστά τροφή τονωτική για το σώμα, να φάμε όχι ως λαίμαργοι, αλλ’ ως εργάτες του Θεού. Πρέπει δηλαδή να τηρούμε το λόγο του αποστόλου Παύλου: «Είτε τρώτε είτε πίνετε είτε οτιδήποτε άλλο πράττετε, να τα κάνετε όλα για τη δόξα του Θεού»(1).   (Όροι κατ’ επιτομήν, ΡΛΘ’ (139), ΕΠΕ 9, 170-172 – ΒΕΠ 53,286 – MG 31,1176). (1). Α’Κορ. 10,31.
στ’) ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ ΤΟ ΝΑ ΕΚΤΕΛΟΥΜΕ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΘΕΛΗΜΑ, ΝΗΣΤΕΥΟΝΤΑΣ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ
ΕΡΩΤΗΣΙΣ ΡΚΗ’
1526. Εάν κάποιος θέλει να εγκρατεύεται πάνω από τις δυνάμεις του, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται, λόγω σωματικής αδυναμίας, να εκτελέσει την εντολή που του δόθηκε, πρέπει να του το επιτρέπουμε;
ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ Το ερώτημα μου φαίνεται ότι δεν αναφέρεται στην ουσία του θέματος. Γιατί η εγκράτεια δεν συνίσταται στην αποχή από τις υλικές τροφές, από την οποίαν προέρχεται η εξάντληση και η ταλαιπωρία του σώματος, που καταδικάζεται από τον απόστολο Παύλο(1), αλλά στην απάρνηση των θελημάτων μας.
Πόσο δε είναι επικίνδυνο να μην εκτελέσει κανείς την εντολή του Κυρίου, για να γίνει το δικό του θέλημα, είναι φανερό από τους λόγους του αποστόλου Παύλου, που είπε: «Εμείς οι Ιουδαίοι επράτταμε τα θελήματα του σαρκικού ανθρώπου και των σκοτισμένων από τα πάθη διανοιών μας και είμασταν τότε από τη φύση μας τέκνα οργής»(2).
(Όροι κατ’ επιτομήν, ΡΚΗ’ (128), ΕΠΕ 9,160 – ΒΕΠ 53,282 – MG 31,1168).   (1). Κολ.2, 23. (2). Εφεσ. 2, 3.
ζ’) ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΓΟΝΤΑΙ ΟΙ ΥΠΕΡΒΟΛΕΣ
1527. Ο καλύτερος όρος και το καλύτερο μέτρο εγκράτειας ας είναι το να μην αποβλέπουμε ούτε στην απόλαυση ούτε στην κακοπάθεια του σώματος, αλλά να αποφεύγουμε την έλλειψη του μέτρου (την υπερβολή) και προς τη μια και προς την άλλη κατεύθυνση, ώστε το σώμα μας ούτε από την παχυσαρκία να διαταράσσεται ούτε από την καχεξία να αδυνατεί να εκτελεί τις εντολές (του Θεού και του ηγουμένου). Γιατί η ψυχή βλάπτεται εξίσου και από τις δύο ακρότητες, και από την ανυποταξία της σάρκας και από την ευρωστία εξαιτίας της οποίας σκιρτάει από άτοπες ορμές και, όταν πάλι είναι χαλαρή και παραλυμένη και αδρανής, υποφέρει από πόνους. Γιατί μ’ αυτή την κατάσταση του σώματος η ψυχή δεν είναι απερίσπαστη να βλέπει προς τα άνω (προς τον ουρανό) ελεύθερα, αλλά αναγκαστικά απορροφάται από την αίσθηση του πόνου και ασχολείται συνεχώς με αυτόν, ταπεινωμένη από την κακοπάθεια του σώματος.
(Λόγος ασκητικός , Β’, 33, ΕΠΕ 8, 134-136 – ΒΕΠ 53, 380-381 – MG 31, 876-877).
η’) ΝΑ ΧΑΙΡΟΜΑΣΤΕ, ΌΤΑΝ ΝΗΣΤΕΥΟΥΜΕ
1528. Όταν λοιπόν πρόκειται να νηστέψεις, μη γίνεις σκυθρωπός σαν τους Ιουδαίους, αλλά ευαγγελικά λάμπρυνε τον εαυτό σου(1). Δηλαδή να μην πενθείς για τη στέρηση της κοιλιάς, αλλά να χαίρεσαι ολόψυχα για τις πνευματικές απολαύσεις… Αφού με τη νηστεία πάρουμε τα νικητήρια εναντίον των παθών, ας φορέσουμε τα στεφάνια της εγκράτειας.
(Περί νηστείας, λόγ. Β’, 3, ΕΠΕ 6, 60 – ΒΕΠ 54, 23 – MG 31, 189). (1). Ματθ. 6, 16-17.
θ’) ΝΗΣΤΕΙΑ ΧΩΡΙΣ Η ΘΕΛΗΣΗ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ
ΕΡΩΤΗΣΙΣ ΡΛ’ 1529. Πώς πρέπει να νηστεύουμε, όταν η νηστεία είναι απαραίτητη για κάποιο θεοσεβή σκοπό˙ από ανάγκη ή με προθυμία;
ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ Επειδή ο Κύριος είπε: «Μακάριοι όσοι πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη»(1), κάθε τι που συντελεί στη θεοσέβεια και δεν γίνεται με προθυμία και ζήλο, είναι επικίνδυνο. Ώστε είναι επικίνδυνο να νηστεύει κανείς χωρίς ζήλο, ενώ το να νηστεύει, όταν υπάρχει τέτοια ανάγκη, είναι επιβεβλημένο, γιατί ο απόστολος Παύλος μαζί με τα αλλά κατορθώματά του, για να μας διδάξει, ανέφερε και το: «Με νηστείες και στερήσεις πολλές (εκπλήρωσα την αποστολή μου)»(2).
(Όροι κατ’ επιτομήν, ΡΛ’ (130), ΕΠΕ 9, 162 – ΒΕΠ 53, 283 – MG 31, 1169).    (1). Ματθ. 5, 6. (2). Β’ Κορ. 11,27.

ι’) Η ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΗ ΝΗΣΤΕΙΑ ΔΕΙΧΝΕΙ ΑΥΤΑΡΕΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΚΕΝΟΔΟΞΙΑ
ΕΡΩΤΗΣΙΣ ΡΛΗ’
1530. Εάν είναι ανάγκη να νηστεύει κανείς ή να αγρυπνεί στη μοναστική αδελφότητα περισσότερο από τους άλλους, σύμφωνα με το θέλημά του.
ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ
Επειδή ο Κύριος είπε: «Έχω κατεβεί από τον ουρανό, όχι για να κάνω το δικό μου θέλημα, αλλά το θέλημα του Πατέρα μου, που με έστειλε»(1), ό,τι κάνει κανείς σύμφωνα με το θέλημά μου, αυτό είναι χαρακτηριστικό αυτού που το κάνει, αλλά είναι ξένο προς τη θεοσέβεια. Και υπάρχει φόβος μήπως ακούσει από το Θεό, γι’ αυτό που του φαίνεται καλό να κάνει: «Θα εξαρτάται από σένα και συ θα είσαι ο κύριός του»(2). Και το να θέλεις δε το περισσότερο σε σύγκριση με τους άλλους, ακόμη και σ’ αυτά τα καλά πράγματα, είναι πάθος που χαρακτηρίζει τη φιλονικία, που προέρχεται από την κενοδοξία (τη ματαιοδοξία). Αυτό δε είναι απαγορευμένο, όπως αποφαίνεται ο απόστολος Παύλος, που λέει: «Δεν τολμούμε να συναριθμήσουμε ή να συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με μερικούς που συσταίνουν τους εαυτούς τους ως σπουδαίους»(3). Γι’ αυτό, αφού αφήσουμε τα δικά μας θελήματα και την επιθυμία να φαινόμαστε ότι κάνουμε κάτι περισσότερο από τους άλλους, πρέπει να υπακούσουμε στον απόστολο Παύλο που προτρέπει και λέει: «Είτε τρώτε είτε πίνετε είτε οτιδήποτε κάνετε, όλα να τα κάνετε για τη δόξα του Θεού»(4). Γιατί η φιλονικία, η ματαιοδοξία και η αυταρέσκεια είναι εντελώς ξένα προς εκείνους που αγωνίζονται νόμιμα τον καλόν αγώνα. Γι’ αυτό, λέει ο απόστολος Παύλος, άλλοτε μεν: «Ας μη γινόμαστε κενόδοξοι»(5), άλλοτε δε: «Εάν κάποιος θέλει να φαίνεται ότι είναι φιλόνικος, ας μάθει ότι εμείς δεν έχουμε τέτοια συνήθεια ούτε οι άλλες Εκκλησίες του Θεού»(6), και άλλοτε: «Εμείς οφείλουμε να μην επιζητούμε ό,τι αρέσει στον εαυτό μας»˙ και προσθέτει πιο κατηγορηματικά: «Γιατί ο Χριστός δεν επιζητούσε ό,τι ήταν αρεστό στον εαυτό Του»(7). Εάν όμως νομίζει κανείς ότι έχει ανάγκη μεγαλύτερης νηστείας ή αγρυπνίας ή οιουδήποτε άλλου, ας αποκαλύψει σ’ εκείνους που έχουν αναλάβει την επιμέλεια της αδελφότητας τους λόγους για τους οποίους νομίζει ότι χρειάζεται το περισσότερο και ας τηρεί την απόφασή τους.  (Όροι κατ’ επιτομήν, ΡΛΗ’ (138), ΕΠΕ 9, 168-170 – ΒΕΠ 53, 285-286 – MG 31, 1173).
(1). Ιω. 6, 38. (2). Γέν. 3, 16. (3). Β’ Κορ. 10, 12. (4). Α’ Κορ. 10, 31. (5). Γαλ. 5, 26. (6). Α’ Κορ. 11, 16. (7). Ρωμ. 15, 1-3.
ια’) Η ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΘΑ ΑΠΟΒΛΕΠΕΙ ΣΤΗΝ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΩΝ ΕΠΙΘΥΜΙΩΝ
1531. Ας είναι λοιπόν η χρήση της τροφής ανάλογη με την ανάγκη του σώματος και το κρασί ούτε να το αποφεύγουμε ως σιχαμερό, εάν χρησιμοποιείται για θεραπεία(1), ούτε να το επιζητούμε χωρίς ανάγκη. Και όλα τα αλλά να εξυπηρετούν τις ανάγκες και όχι τις επιθυμίες αυτών που ασκούνται πνευματικά(2).   (Λόγος ασκητικός Β’, 4, ΕΠΕ 8, 136 – ΒΕΠ 53, 391 – MG 31,877).      (1). Α’ Τιμ. 5, 23. Πρβλ. και τους όρους κατά πλάτος ερωτ. ΙΘ’ (19).     (2). Το ανωτέρω κείμενο αναφέρεται κυρίως στους μοναχούς, ενδιαφέρει όμως εξίσου και τους λαϊκούς, αφού και αυτοί οφείλουν να ασκούνται πνευματικά. Θαυμάζει πάντως κανείς τη σύνεση και τη λογική σκέψη του σοφού ιεράρχη.
ιβ’) ΝΑ ΜΗ ΝΗΣΤΕΥΟΥΜΕ ΦΑΡΙΣΑΪΚΑ
1532. Υποκριτής είναι εκείνος, που υποδύεται ξένο πρόσωπο στο θέατρο. Ενώ είναι δούλος, πολλές φορές υποδύεται το πρόσωπο του κυρίου, και ενώ είναι κοινός πολίτης, υποδύεται το πρόσωπο του βασιλιά. Έτσι και στη ζωή αυτή. Οι πιο πολλοί παίζουν θέατρο, σαν να το παίζουν στη σκηνή της δικής τους ζωής, έχοντας άλλα στην καρδιά και επιδεικνύοντας άλλα φανερά στους ανθρώπους. Μην αλλοιώνεις λοιπόν το πρόσωπό σου. Όποιος είσαι, τέτοιος να φαίνεσαι. Μην υποκρίνεσαι το σκυθρωπό, κυνηγώντας τη δόξα με το να φαίνεσαι ότι είσαι εγκρατής. Γιατί από ευεργεσία που διατυμπανίζεται δεν προέρχεται κανένα όφελος και όποιος νηστεύει, για να διαφημιστεί, δεν κερδίζει τίποτε. Γιατί αυτά που γίνονται επιδεικτικά δεν αποδίδουν τον καρπό στη μέλλουσα ζωή, αλλά τον καταστρέφουν με τον έπαινο των ανθρώπων. Τρέξε λοιπόν με χαρά στη δωρεά της νηστείας. (Περί νηστείας Α’ 2, ΕΠΕ 6, 24-26 – ΒΕΠ 54, 12 – MG 31, 165).
Ε’ ) Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ    α’) Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΚΟΙΝΗ ΣΤΗ ΜΟΝΑΣΤΙΚΗ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ
ΕΡΩΤΗΣΙΣ ΡΚΘ’ (129)
1533. Όποιος νηστεύει πολύ, αλλά δεν μπορεί να υποφέρει την κοινή τροφή των γευμάτων, τι πρέπει να προτιμήσει, να νηστεύει μαζί με τους αδελφούς μοναχούς και να τρώει μαζί τους, ή, επειδή νηστεύει χωρίς μέτρο, να χρησιμοποιεί άλλη τροφή κατά τα γεύματα;
ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ Ο χρόνος της νηστείας δεν ορίζεται από το θέλημα του καθενός, αλλά από την ανάγκη εκείνων που ασπάστηκαν τη θεοσεβή ζωή, καθώς διηγούνται οι Πράξεις των Αποστόλων(1), και καθώς μαθαίνουμε από τον εκλεκτό συγγραφέα Δαβίδ(2). Εάν λοιπόν νηστεύει κανείς σύμφωνα μ’ αυτόν τον κανόνα, αξιώνεται να μπορεί να νηστεύει όπως όλοι οι μοναχοί, «γιατί είναι αξιόπιστος Εκείνος (ο Κύριος), που μας υποσχέθηκε» (ότι θα μπούμε στη βασιλεία των ουρανών με τη βοήθειά Του)(3). (Όροι κατ’ επιτομήν, ΡΚΘ’ (129), ΕΠΕ 9, 160-162 – ΒΕΠ 53, 282-283 – MG 31, 1169).    (1). Πράξ. 13, 2-3. (2). Ψαλμ. 34, 13. (3). Εβρ. 10, 23.
β’ ) Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΑΠΟΦΕΥΓΕΙ ΤΗΝ ΠΟΙΚΙΛΙΑ ΚΑΙ ΗΝ ΠΛΗΣΜΟΝΗ
1534. Ο ασκητής βέβαια δεν πρέπει καθόλου να επιζητεί ποικιλία φαγητών και, με πρόφαση την εγκράτεια, αλλαγή γευμάτων. Γιατί αυτό ανατρέπει την κοινή καλή τάξη και γίνεται αφορμή σκανδάλων. Αυτός δε που προκαλεί στη μοναστική αδελφότητα μια τέτοια ταραχή, γίνεται κληρονόμος του «ουαί» (του αλίμονο, δηλαδή της οργής του Θεού). Αλλά κι αν το παστωμένο αυτό φαγητό, που ενέκριναν οι άγιοι πατέρες αντί για καρύκευμα (νοστιμιά), είναι πολύ λίγο, για να συμπληρώσει το γεύμα μαζί με το νερό και τα λάχανα, ας μην προφασίζεται ματαιόδοξη δήθεν θεληματική ευλάβεια και επιζητεί, αντί για το κρέας που εγκαταλείπει, τα ακριβότερα και νοστιμότερα φαγητά, αλλά ας βρέχει, χωρίς επίδειξη, το μικρό κομμάτι ψωμιού στο πυκνό ρόφημα και ας το καταναλώνει, ευχαριστώντας θερμά το Θεό. Γιατί το μικρό εκείνο κομμάτι ψωμί, αν τύχει και ριχτεί σε μεγάλη ποσότητα νερού ή οσπρίων βραστών, δεν δείχνει απόλαυση, αλλ’ είναι πραγματικά πολύ αυστηρή και επίπονη ασκητική εγκράτεια. Πρέπει λοιπόν τα πράγματα αυτού του είδους να μην τα προσέχει ο όσιος (ο ευσεβής) ασκητής, γιατί απέχουμε από κάτι τέτοια, όχι επειδή ακολουθούμε τις ιουδαϊκές συνήθειες, αλλά επειδή αποφεύγουμε την υπερβολική απόλαυση.
(Ασκητικαί διατάξεις, κεφ. ΚΕ’, ΕΠΕ 9, 524 – ΒΕΠ 57, 58 – MG 31, 1413, 1416).
γ’) ΠΑΡΑΛΟΓΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΟΣΜΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΟΝΑΧΟΥΣ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ
1535. Σκέψου δε και κάτι άλλο που παθαίνουν συνήθως οι άνθρωποι του κόσμου, όταν εξετάζουν τον τρόπο ζωής των ασκητών. Όταν δηλαδή ο ασκητής μετά από μακροχρόνιες στερήσεις θεωρήσει ότι είναι καλό να στηρίξει το σώμα του με τροφή, θέλουν, σαν να είναι ασώματος και άϋλος, ή να μην τρώει καθόλου ή να τρώει ελάχιστα.
Και, αν δουν τον ασκητή να μην περιφρονεί εξολοκλήρου το σώμα, αλλά να ικανοποιεί κατά ένα μέρος την ανάγκη που υπάρχει, κακολογούν και συκοφαντούν, και μερικούς τους ονομάζουν πολυφαγάδες και λαίμαργους, γενικεύοντας έτσι την ύβρι εναντίον του ενός και την κακή συμπεριφορά σε όλους τους ασκητές, χωρίς να σκέπτονται ότι αυτοί μεν τρώνε δύο και μερικοί και τρεις φορές την ήμερα πολύ παχειές και λιπαρές τροφές και κάνουν υπερβολική χρήση κρεάτων και πίνουν χωρίς μέτρο άφθονο κρασί και χάσκουν επάνω από τα τραπέζια, όπως οι σκύλοι που ύστερα από μακρές στερήσεις αφέθηκαν ελεύθεροι. Ενώ οι αληθινοί ασκητές χρησιμοποιούν ξηρά και ελάχιστα θρεπτική τροφή και μία φορά την ημέρα. Και αυτοί (οι μοναχοί) βέβαια, επειδή έμαθαν να ζουν με πειθαρχία και να τρέφονται μέτρια και με σύνεση, δικαιολογημένα κατά την ώρα του φαγητού ικανοποιούν την ανάγκη του σώματος με καθαρή τη συνείδηση. Γι’ αυτό βέβαια δεν πρέπει να κρίνεται η ελευθερία μας από άλλη συνείδηση. Γιατί, εάν εμείς τρεφόμαστε ευχαριστώντας το Θεό, γιατί βριζόμαστε για όσα εμείς ευχαριστούμε το Θεό; εμείς που προτιμούμε τη στέρηση και τη μέτρια τροφή με τόση χαρά, με όση εκείνοι δεν απολαμβάνουν ούτε τα λαμπρά και πολυποίκιλα γεύματα που προετοιμάζονται με όλα τα μυστικά της μαγειρικής τέχνης.     (Ασκητικαί διατάξεις, κεφ. ΣΤ’, 3-4, ΕΠΕ 9, 452-454 – ΒΕΠ 57, 34 – MG 31, 1364-1365).
ΣΤ’) ΤΑ ΑΓΑΘΑ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ   α’) ΕΙΝΑΙ ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
1536. Η νηστεία είναι καλό φρούριο της ψυχής, συγκάτοικος του σώματος, όπλο των ανδρείων, γυμναστήριο των αθλητών. Αυτή αποκρούει τους πειρασμούς αυτή προετοιμάζει τον άνθρωπο για την ευσέβεια. Είναι σύντροφος της νήψεως (της εγρηγόρσεως) και δημιουργός της αγνότητας. Στους πολέμους κάνει ανδραγαθήματα και τον καιρό της ειρήνης διδάσκει την ησυχία. Αγιάζει το Ναζιραίο(1) (τον αφιερωμένο) και κάνει τέλειο τον ιερέα. Γιατί δεν είναι δυνατόν χωρίς νηστεία να αποτολμήσει ο ιερέας την ιερουργία˙ όχι μόνον τώρα στη μυστική και αληθινή λατρεία, αλλά και στην τυπική που γινόταν σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο.
… Η νηστεία ανεβάζει την προσευχή στον ουρανό, με το να γίνεται σ’ αυτή κατά κάποιον τρόπο φτερό στην πορεία της προς τα επάνω. Η νηστεία είναι η προκοπή των σπιτιών˙ μητέρα της υγείας, παιδαγωγός της νεότητας, στολίδι των γερόντων, καλή σύντροφος στους οδοιπόρους, ασφαλής ομόσκηνος σ’ εκείνους που συγκατοικούν. Ο άνδρας δεν υποψιάζεται δόλια σχέδια εναντίον του γάμου, όταν βλέπει τη γυναίκα να συζεί με τη νηστεία. Η γυναίκα δεν λειώνει από τη ζηλοτυπία(2), όταν βλέπει τον άνδρα να νηστεύει. Ποιος εζημίωσε το σπίτι του με τη νηστεία; Υπολόγισε σήμερα τα πράγματα του σπιτιού, υπολόγισέ τα και μετά˙ δεν θα λείψει με τη νηστεία τίποτε από εκείνα που είναι αναγκαία για το σπίτι. (Περί νηστείας, λόγ. Α’, 6-7, ΕΠΕ6, 34, 38 – ΒΕΠ 54, 15-16 – MG 31, 173-176).     (1). Από το Ναζίρ=καθιερωμένος. Οι Ναζιραίοι αναλάμβαναν την υποχρέωση να απέχουν από οινοπνευματώδη ποτά και να εγκρατεύονται σε όλα. Ναζιραίοι ήσαν ο Σαμψών, ο Σαμουήλ και ο Ιωάννης ο Βαπτιστής. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος ονομάζει Ναζιραίους τους μοναχούς (Λόγος Επιτάφιος εις τον Μέγαν Βασίλειον, κεφ. 28).    (2). Φαίνεται ότι οι συζυγικές απιστίες δεν ήσαν άγνωστες την εποχή του Μ. Βασιλείου.
β’) ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΟ ΘΕΟ
1537. Η νηστεία οδηγεί στο Θεό και η τρυφή (η απόλαυση, η καλοπέραση) προδίδει τη σωτήρια. (Περί νηστείας, λόγ. A’ 5, ΕΠΕ 6, 32 – ΒΕΠ 54, 14 – MG 31, 169-172)
γ’) ΕΙΝΑΙ Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ
1538. Η νηστεία είναι η αρχή της μετάνοιας. (Περί νηστείας, λόγ. Β’, 7, ΕΠΕ 6, 70 – ΒΕΠ 54, 26 – MG 31,196)
δ’ ) ΕΙΝΑΙ ΩΦΕΛΙΜΗ Σ’ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΗΛΙΚΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑΞΕΙΣ
1539. Η νηστεία προφυλάσσει τα νήπια, σωφρονίζει το νέο, κάνει σεβαστό το γέροντα Γιατί τα γηρατειά, στολισμένα με νηστεία, γίνονται πιο σεβαστά.
Για τις γυναίκες είναι στολίδι ταιριαστό˙ είναι χαλινάρι σ’ εκείνους που βρίσκονται σε ακμή, είναι φρούριο της συζυγικής ζωής, τροφός της παρθενίας.
(Περί νηστείας, Β’, 5, ΕΠΕ 6, 64 – ΒΕΠ 54, 24 – MG 31, 192).
1540. Οι φτωχοί δεχθείτε τη νηστεία που είναι συγκάτοικος και ομοτράπεζη. Οι δούλοι δεχθείτε αυτή που είναι η ανάπαυση από τους συνεχείς κόπους της υπηρεσίας. Οι πλούσιοι αυτή που σας γιατρεύει από τη βλάβη του κορεσμού και που με την μεταβολή κάνει πιο ευχάριστα αυτά που από τη συνήθεια περιφρονούνται. Οι άρρωστοι δεχθείτε τη μητέρα της υγείας. Οι υγιείς το φρούριο της καλής υγείας.    (Περί νηστείας, Β’, 7, ΕΠΕ 6, 68 – ΒΕΠ 54, 25 – MG 31, 193).
ε’) ΕΙΝΑΙ ΙΣΧΥΡΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΟΠΛΟ
1541. Στους κοσμικούς στρατιώτες η ημερήσια τροφή αυξάνεται ανάλογα με τους κόπους˙ στους πνευματικούς όμως οπλίτες εκείνος που έχει τη λιγότερη τροφή, έχει το ανώτερο αξίωμα. (Περί νηστείας, λόγ. Β’ 3, ΕΠΕ 6, 58 – ΒΕΠ 54, 22 – MG 31,188).
στ’) ΕΙΝΑΙ ΟΠΛΟ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΩΝ
1542. Η νηστεία είναι όπλο χρήσιμο στον πόλεμο εναντίον των δαιμόνων. Γιατί «το γένος αυτό των δαιμονίων δεν διώχνεται με κανέναν άλλον τρόπο, παρά μόνον με προσευχή και με νηστεία»(1). (1). Μάρκ. 9, 29.
ζ’) Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΕΛΚΥΕΙ ΤΟ ΦΥΛΑΚΑ ΑΓΓΕΛΟ
1543. Η νηστεία λοιπόν, γι’ αυτούς που την προτιμούν, είναι ωφέλιμη σε κάθε εποχή, γιατί το θράσος των δαιμόνων δεν τολμάει να βλάψει εκείνον που νηστεύει˙ επί πλέον οι φύλακες άγγελοι της ζωής μας με περισσότερη αφοσίωση μένουν κοντά σ’ εκείνους που έχουν καθαρθεί. (Περί νηστείας λόγ. Β’,2, ΕΠΕ 6, 56 – ΒΕΠ 54,21 – MG 31, 185).
η’) ΚΑΝΕΙ ΔΥΝΑΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥΣ ΑΘΛΗΤΕΣ
1544. Είναι ανάγκη να γυμνάζεται κανείς έντονα για τον αγώνα με τη νηστεία και την εγκράτεια. Γιατί το μεν λάδι δυναμώνει (παχαίνει) τον αθλητή, η δε νηστεία κάνει ισχυρό αυτόν που ασκείται στην ευσέβεια. (Περί νηστείας, λόγ. Β’, 1, ΕΠΕ 6, 54-56- ΒΕΠ 54, 21 – MG 31,185).
θ’) ΕΙΝΑΙ ΠΗΓΗ ΣΩΦΡΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ
1545. Η εγκράτεια δείχνει άνθρωπο που πέθανε (ως προς την αμαρτία) μαζί με το Χριστό και ενέκρωσε τα μέλη του παλαιού ανθρώπου, που ζητούν γήινες απολαύσεις(1). Γνωρίζουμε ότι αυτή (η εγκράτεια) είναι μητέρα της σωφροσύνης και πηγή υγείας, ότι απομακρύνει αρκετά τα εμπόδια για την καρποφορία των αγαθών έργων με τη δύναμη του Χριστού, αφού βεβαίως, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου, οι φροντίδες της παρούσας ζωής και οι ηδόνες του κόσμου και οι άλλες κακές επιθυμίες πνίγουν το λογικό, το οποίον έτσι γίνεται άκαρπο(2). Την εγκράτεια αποφεύγουν και οι δαίμονες, αφού ο ίδιος ο Κύριος μας εδίδαξε ότι «Αυτό το είδος των δαιμονίων δεν διώχνεται παρά μόνον με προσευχή και νηστεία»(3). ( Όροι κατά πλάτος, ερώτ. IΗ’, ΕΠΕ 8, 272-274 – ΒΕΠ 53, 175 – MG 31, 965).    (1). «Νεκρώσατε τα μέλη υμών τα επί της γης» (Κολ. 3, 5).(2).Μάρκ. 4, 19 (3). Ματθ. 17, 21.
ι’) ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ
1546. Ρώτησε τους γιατρούς και θα σου απαντήσουν ότι το περισσότερο σφαλερό από όλα τα πράγματα είναι η άκρα ευεξία (η παχυσαρκία). Γι’ αυτό οι πιο έμπειροι αφαιρούν το πάχος με νηστεία, ώστε να μη συντριβεί η δύναμή τους κάτω από το βάρος της παχυσαρκίας. Γιατί, σκόπιμα, αφού με τη στέρηση εξαφανίσουν το υπερβολικό πάχος, παρέχουν στη θρεπτική δύναμη κάποια άνεση και άσκηση, ώστε να αρχίσει μια δεύτερη αύξηση. (Περί νηστείας, λόγ. Β’, 7, ΕΠΕ 6, 68 – ΒΕΠ 54, 25 – MG 31, 193, 196).
ια’) ΣΩΖΕΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
1547. Η νηστεία είναι η χάρη της πόλεως, η σταθερότητα της αγοράς, η ειρήνη των σπιτιών, η σωτηρία των υπαρχόντων. Θέλεις να ιδείς τη σεμνότητά της; Σύγκρινε, παρακαλώ, τη σημερινή βραδυά με την αυριανή και θα ιδείς να μεταβάλει την πόλη και στη θέση της ταραχής και της ζάλης θα επικρατήσει η βαθειά γαλήνη.
(Περί νηστείας λόγ. Α’, 11, ΕΠΕ 6, 52 – ΒΕΠ 54, 20 – MG 31, 184).
1548. Η νηστεία εξασφαλίζει αμέσως την τάξη σ’ ολόκληρη την πόλη και το λαό, συγκρατεί τις κραυγές, απομακρύνει τους διαπληκτισμούς, κατασιγάζει την κακολογία. Ποιου δασκάλου η παρουσία αποκαθιστά τόσο γρήγορα το θόρυβο των παιδιών, όσο η νηστεία καταπαύει την ταραχή της πόλεως, όταν εμφανιστεί;…
Αν όλοι δέχονταν τη νηστεία ως σύμβουλο για όσα πρόκειται να πράξουν, τίποτε δεν θα εμπόδιζε να επικρατήσει απόλυτη ειρήνη σ’ ολόκληρη την οικουμένη.
(Περί νηστείας, λόγ. Β’, 5, ΕΠΕ 6, 64 – ΒΕΠ 54, 24 – MG 31, 192).
ιβ’ ) Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
1549. Οι διαστροφές της φύσεως επιδιώκονται από τους μέθυσους, που επιζητούν την μεν γυναίκα στον άνδρα, τον δε άνδρα στη γυναίκα. Η νηστεία όμως γνωρίζει το μέτρο στις γενετήσιες σχέσεις και, τιμωρώντας την αμετρία (την κατάχρηση) των σχέσεων που επιτρέπει ο νόμος του Θεού, επιβάλλει σύμφωνη ανάπαυλα, για να αφιερωθούν και οι δύο σύζυγοι στην προσευχή(1). (Περί νηστείας, λόγ. Α’, 9, ΕΠΕ 6, 48 – ΒΕΠ 54, 18 – MG 31, 181). (1). «Μη στερείτε ο ένας τον άλλον, παρά μόνον με κοινή συμφωνία και προσωρινά, για να αφιερώνεστε στην προσευχή και τη νηστεία» (Α’ Κορ. 7, 5).
ιγ’) ΙΣΧΥΡΟΠΟΙΕΙ ΤΟ ΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΦΡΟΝΗΜΑ
1550. Εάν θέλεις να κάμεις το νου σου δυνατό, δάμασε τη σάρκα με νηστεία. Γιατί αυτό σημαίνει εκείνο που λέει ο Απόστολος Παύλος, ότι δηλαδή «όσο ο εξωτερικός άνθρωπος (το σώμα) φθείρεται, τόσο ο εσωτερικός (η ψυχή) ανακαινίζεται (ανανεώνεται)»(1). Και το «όταν ασθενώ, τότε είμαι δυνατός»(2).    (Περί νηστείας, λόγ. Α’, 9, ΕΠΕ 6, 46 – ΒΕΠ 54, 18 – MG 31, 180). (1). Β’ Κορ. 4, 16 (2). Β’ Κορ. 12, 10.
ιδ’) ΤΗ ΣΥΝΙΣΤΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ
1551. Να μη μιμηθείς την παρακοή της Εύας, να μη δεχθείς και πάλι το φίδι ως σύμβολο, που προτείνει τη βρώση, φροντίζοντας για το σώμα. Να μην προφασίζεσαι σωματική αρρώστια και αδυναμία. Γιατί τις δικαιολογίες δεν τις λες σε μένα, αλλά σ’ Εκείνον που γνωρίζει. Δεν μπορείς να νηστέψεις; πες μου. Μπορείς όμως να παραχορταίνεις σε όλη τη ζωή σου και να συντρίβεις το σώμα σου με την αφθονία των φαγητών. Και όμως γνωρίζω ότι οι γιατροί επιβάλλουν στους ασθενείς όχι ποικιλία φαγητών, αλλά ασιτία και δίαιτα. Πώς λοιπόν εσύ, που μπορείς αυτά (να τρως άφθονα φαγητά), προφασίζεσαι ότι δε μπορείς εκείνα (τη νηστεία); Τι είναι ευκολότερο για την κοιλιά, να περάσει τη νύχτα με λιτή δίαιτα ή να βαραίνει το στομάχι με την αφθονία των φαγητών;… Και τα σώματα των ανθρώπων λοιπόν, όταν παραφορτώνονται με τον συνεχή κορεσμό, εύκολα υποκύπτουν στις αρρώστιες. Όταν όμως χρησιμοποιούν στέρεη και ελαφριά τροφή, και το αναμενόμενο από την αρρώστια κακό σαν κακοκαιρία το ξεφεύγουν, και αυτό που τώρα τους ενοχλεί, το αποκρούουν σαν κάποια αιφνίδια ριπή άνεμου. Δηλαδή, κατά τη γνώμη σου, εάν ισχυρίζεσαι ότι για τους ασθενείς είναι καταλληλότερη η απόλαυση από τη λιτή δίαιτα, τότε και η ησυχία είναι πιο επίπονη από το τρέξιμο και η ηρεμία από την πάλη. Γιατί η δύναμη που κυβερνάει το σώμα εύκολα μεν επεξεργάζεται την αυτάρκη και λιτή τροφή και την αφομοιώνει με το σώμα που τρέφεται. Όταν όμως παραλάβει και την πολυτέλεια και την ποικιλία των εδεσμάτων (των φαγητών) και έπειτα δεν μπορεί να αντέξει ως το τέλος, δημιουργεί τα διάφορα είδη των ασθενειών.
ιε’) ΜΕΤΑ ΤΗ ΝΗΣΤΕΙΑ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΟΥΜΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΑ ΦΑΓΗΤΑ
1552. Η νηστεία γίνεται αφορμή για ευφροσύνη. Γιατί, όπως η δίψα κάνει το ποτό γλυκό και η πείνα, που προηγήθηκε, ετοιμάζει γλυκό τραπέζι, έτσι και η νηστεία κάνει ευχάριστη την απόλαυση των φαγητών. Γιατί, όπως παρεμβάλλεται στο μέσον και διακόπτει την συνεχή απόλαυση, συντελεί ώστε να σου φαίνεται η μετάληψη των τροφών επιθυμητή, σαν να ήσουνα ξενιτεμένος. Ώστε, εάν θέλεις να ετοιμάσεις επιθυμητό για τον εαυτό σου το τραπέζι, δέξου τη μεταβολή που επιβάλλει η νηστεία.  (Περί νηστείας, λόγ. Α’, 8, ΕΠΕ 6, 40 – ΒΕΠ 54, 16 ).
ιστ’) ΑΝΕΔΕΙΞΕ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΑΝΔΡΕΣ
1553. Το Σαμουήλ δεν τον εχάρισε στη μητέρα του η προσευχή μαζί με τη νηστεία(1); Τι ήταν εκείνο που έκαμε ακαταμάχητο το μεγάλο ήρωα, το Σαμψών; Δεν ήταν η νηστεία με την οποίαν τον συνέλαβε στην κοιλιά της η μητέρα του(2); Η νηστεία τον εγέννησε, η νηστεία τον εθήλασε, η νηστεία τον έκαμε άνδρα˙ η νηστεία αυτή που ο άγγελος όρισε στη μητέρα του: «Δεν θα φας κανένα από τα προϊόντα του αμπελιού ούτε θα πιεις κρασί και ηδύποτο από φοίνικα»(3)…
Η νηστεία αξίωσε τον Ηλία να γίνει θεατής του μεγάλου θεάματος. Γιατί, αφού επί σαράντα ημέρες καθάρισε την ψυχή του με νηστεία, αξιώθηκε να ιδεί στο σπήλαιο του όρους Χωρήβ τον Κύριο(4), όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο να Τον ιδεί. Με νηστεία έδωσε πίσω στη μητέρα το παιδί της, αφού με τη νηστεία αποδείχτηκε ισχυρός στην πάλη με το θάνατο(5). Από στόμα που ενήστευε εβγήκε η φωνή που έκλεισε στον παράνομο λαό τον ουρανό τρία χρόνια και έξι μήνες(6).
(Περί νηστείας, λόγ. Α’, 6, ΕΠΕ 6, 34-36 – ΒΕΠ 54, 14-15 – MG 31, 172).  (1). Α’ Βασιλ. 1, 13-16. (2). Κριταί 13, 4.  (3). Κριταί 13, 14. Λουκ. 1, 15. Σίκερα βλ. Π. Τρεμπέλα, Υπόμν. Στο κατά Λου. Ευαγγέλιο, σ. 43. (4). Γ’ Βασιλ. 19, 8-9.   (5). Αναφέρεται στην ανάσταση του γιου της χήρας των Σαρεπτών (Γ’ Βασίλ. 17, 18-24).
(6). Γ’ Βασιλ. 17, 1. 18, 1, 41, 45. Λουκ. 4, 25. Ιακ. 5, 17. (βλ. και Π. Τρεμπέλα, Υπομν. Στο κατά Λουκ. Ευαγγέλιο, σ. 163).
ιζ’) Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ ΚΑΙ ΝΟΜΟΘΕΤΕΣ
1554. Η νηστεία γεννάει προφήτες, δυναμώνει τους δυνατούς˙ αναδει κνύει σοφούς νομοθέτες. (Περί νηστείας, λόγ. Α’, 6, ΕΠΕ 6, 34 – ΒΕΠ 54, 14 – MG 31, 172).
ιη’) ΧΕΙΡΑΓΩΓΕΙ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ
1555. Θα μπορούσες να βρεις ότι η νηστεία εχειραγώγησε (οδήγησε) όλους τους αγίους στη σύμφωνη με το θέλημα του Θεού ζωή και συμπεριφορά…
Τέτοια υπήρξαν τα σώματα των τριών εκείνων παιδιών στο καμίνι της Βαβυλώνας˙ όπως ο αμίαντος έτσι και αυτά δεν εκαίγονταν από τη φωτιά λόγω της νηστείας.
Γιατί στη μεγάλη φλόγα του καμινιού, σαν να ήταν η φύση τους από χρυσό, αποδεικνύονταν ανέπαφοι από τη ζημιά της φωτιάς. Ίσως μάλιστα αποδεικνύονταν πιο δυνατοί και από το χρυσό… Γιατί δεν τους κατέκαιγε η φωτιά, αλλά τους φύλαγε ολοζώντανους…Αφού η φωτιά δεν επείραξε ούτε τις τρίχες τους, επειδή είχαν τραφεί με τη νηστεία(1). (Περί νηστείας, λόγ. Α’, 6, ΕΠΕ 6, 36-38 – ΒΕΠ 54, 15 – MG 31, 173).    (1) Δαν. 3, 25 και Προσευχή Αζαρίου 23-33.
ιθ’) ΜΑΣ ΕΞΟΜΟΙΩΝΕΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ
1556. Η νηστεία μας εξομοιώνει με τους αγγέλους, μας κάνει συγκάτοικους με τους δίκαιους (τους αγίους), φρονηματίζει τη ζωή μας.   (Περί νηστείας, λόγ. Β’, 6, ΕΠΕ 6, 66 – ΒΕΠ 54, 25).
κ’) ΜΑΣ ΕΙΣΑΓΕΙ ΣΤΙΣ ΑΥΛΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
1557. Ο Κύριος δέχεται μέσα στις ιερές αυλές Του εκείνον που νηστεύει˙ δεν ανέχεται, ως ακάθαρτο και ανόσιο, τον μέθυσο(1). (Περί νηστείας, λόγ. Β’, 4, ΕΠΕ 6, 62 – ΒΕΠ 54, 23 – MG 31, 189).  (1). Α’. Κορ. 6, 10: «Μέθυσοι… βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι».
κα’) ΜΑΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ
1558. Δεν θα επιθυμήσεις το τραπέζι της βασιλείας των ουρανών, το οποίον εξάπαντος θα προετοιμάσει η εδώ νηστεία;   (Περί νηστείας, λόγ. Α’, 9, ΕΠΕ 6, 46 – ΒΕΠ 54, 18 – MG 31, 180).
κβ’) ΑΝΑΚΟΥΦΙΖΕΙ ΟΣΟΥΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΟΥΝ ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ
1559. Ας χαρίσει η νηστεία ανάπαυση από τους συνεχείς κόπους στους υπηρέτες, που υπηρετούν ολόκληρο το χρόνο. Ανάπαυσε το μάγειρά σου και δώσε άδεια στον τραπεζοκόμο. Σταμάτησε το χέρι του οινοχόου (που κερνάει το κρασί). Ας σταματήσει κάποτε και ο ζαχαροπλάστης, που κατασκευάζει τα διάφορα γλυκίσματα. Ας ησυχάσει κάποτε και το σπίτι από τους άπειρους θορύβους και από τον καπνό και την τσίκνα και από αυτούς που ανεβοκατεβαίνουν και που υπηρετούν την κοιλιά σαν να είναι κάποια απαιτητική κυρία. (Περί νηστείας, λόγ. Α’, 7, ΕΠΕ 6, 40 – ΒΕΠ 54, 16 – MG 31, 176).
Ζ’ ) ΤΑ ΚΑΚΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΠΑΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ
1560. Αυτός (ο διάβολος) που παρέσυρε και εστέρησε τον Αδάμ από την παραδεισένια ζωή με την κλοπή της τροφής (του απαγορευμένου καρπού) και περίμενε να υποσκελίσει (να υπονομεύσει) και τον Ιησσύ(1), δεν θα ντραπεί πολύ περισσότερο να κεράσει σε σένα το πρώτο αίτιο των κακών, τη γαστριμαργία, αφού γνωρίζει ότι αυτό είναι ισχυρό δηλητήριο. Γιατί το πάθος της γαστριμαργίας δεν δείχνει εκ φύσεως τη δύναμή του στην αφθονία των τροφών, αλλά στην επιθυμία και στη σύντομη γεύση. Αν λοιπόν η επιθυμία μιας σύντομης γεύσης κατορθώσει να σε υποτάξει στο πάθος της γαστριμαργίας, θα σε παραδώσει στον πνευματικό θάνατο(2) χωρίς δυσκολία. Γιατί όπως το νερό από τη φύση του διαιρείται και διοχετεύεται σε πολλά αυλάκια και κάνει τον τόπο που είναι γύρω από τα αυλάκια θαλερό, έτσι και το πάθος της γαστριμαργίας, αν βλαστήσει στην καρδιά σου, θα ποτίζει όλες τις αισθήσεις σου, και, αφού φυτέψει μέσα σου ένα δάσος από κακίες, θα κάμει την ψυχή σου κατοικία των θηρίων (φοβερών παθών).
Είδα πολλούς που κυριεύτηκαν από πάθη, αλλά επανέκτησαν την πνευματική υγεία τους, δεν είδα όμως ποτέ κανένα που τρώει κρυφά από τους αδελφούς μοναχούς(3) ή είναι γαστρίμαργος. Αυτοί ή εγκαταλείπουν τον εγκρατή βίο και διαφθείρονται μέσα στον κόσμο ή προσπαθούν να κρυφτούν ανάμεσα στους εγκρατείς και, εξαιτίας της ηδυπάθειάς τους, συνεργάζονται στενά με το διάβολο. Γιατί αυτοί είναι ψεύτες, πολύορκοι, επίορκοι, εχθροί, εκδικητικοί, φωνασκοί, επίμονοι στην άρνηση ορισμένων φαγητών, δουλοπρεπείς, θηλυπρεπείς, γκρινιάρηδες, φιλοπερίεργοι, χαιρέκακοι και αντιδρούν θεληματικά σε κάθε είδος ενάρετης ζωής. Για να σκεπάσουν το πάθος της γαστριμαργίας, πέφτουν σε πλήθος κακών. Αυτοί φαινομενικά ανήκουν στους σωζόμενους, στην πραγματικότητα όμως είναι ήδη καταδικασμένοι.
Η γαστριμαργία οδήγησε τον Αδάμ στο θάνατο (πνευματικό και σωματικό)(4) και κατέστρεψε τον κόσμο εξαιτίας της ηδονής της κοιλιάς. Ο Νώε έγινε αντικείμενο γέλιων(5), ο Χάμ δέχτηκε την κατάρα του πατέρα του Νώε(6), ο Ησαύ χάνει τα πρωτοτόκια(7) και γίνεται γαμπρός των ειδωλολατρών Χαναναίων(8), ο Λώτ νυμφεύτηκε τις θυγατέρες του(9). Έτσι ο Λώτ γίνεται γαμπρός του εαυτού του και πεθερός, γίνεται δηλαδή ο Πατέρας σύζυγος και ο παππούς πατέρας, περιφρονώντας έτσι και από τις δύο πλευρές τους νόμους της φύσεως. Η γαστριμαργία έκαμε και τον Ισραηλιτικό λαό προσκυνητή του ειδώλου και έγινε αφορμή να πέσουν τα πτώματά τους στην έρημο(10). Αυτή και κάποιον προφήτη, που εστάλη από το Θεό, για να ελέγξει ένα ασεβή βασιλιά, τον έκαμε τροφή άγριου θηρίου, έτσι αυτόν που δεν μπόρεσε ο Ιεροβοάμ με όλη τη βασιλική του δύναμη να τιμωρήσει, τον συνέλαβε το δόλωμα της κοιλιάς και βρήκε άθλιο θάνατο(11).     (Λόγος ασκητικός Α’ 6-7, ΕΠΕ 8, 112-114 – ΒΕΠ 53, 392-393 – MG 31, 640-641).
(1). «Είπε ίνα οι λίθοι ούτοι άρτοι γένωνται» (Ματθ. 4, 3).
(2). Μερικές φορές η σύντομη γεύση μπορεί να φέρει και το σωματικό θάνατο. Άλλοτε αυτός ο θάνατος είναι σύντομος, όπως στην περίπτωση των ναρκομανών και άλλοτε αργός, όπως στην περίπτωση των αλκοολικών, των καπνιστών κ.λ.π.   (3). Ας μη λησμονούμε ότι ο λόγος απευθύνεται στους μοναχούς που ασκήτευαν και όφειλαν να απέχουν από πολλές τροφές. Πολλά όμως από όσα γράφει εδώ ο άγιος Βασίλειος ισχύουν και για μας, που ζούμε μέσα στον κόσμο, γιατί η νηστεία και η εγκράτεια ωφελεί και την ψυχή, αλλά και το σώμα.
(4). «Ου φάγεσθε απ’ αυτού,…….. ίνα μη αποθάνητε», «γη ει και εις γην απελεύση» (Γεν. 3, 3, 6, 19).   (5). Τον περιγελούσε ο ίδιος ο γιος του Χάμ, που τον είδε μεθυσμένο (Γέν. 9, 20-22).
(6). Γέν. 9, 25. (7). Γέν. 25, 33. (8). Γέν. 36, 2.   (9). Γέν. 19, 32-35. Οι δύο θυγατέρες του Λώτ μέθυσαν τον πατέρα τους και κοιμήθηκαν μαζί του, για να αποκτήσουν απογόνους, όπως και έγινε.   (10). Αριθμ. 14, 29, 32, 37. (11). Γ’ Βασ., κεφ. 13.
1560β. Κακοποιηθήκαμε από την αμαρτία. Ας θεραπευθούμε με τη μετάνοια. Η μετάνοια όμως χωρίς τη νηστεία είναι μάταια (ανενέργητη). «Καταραμένη να είναι η γη. Να σου φυτρώνει αγκάθια και τριβόλια»(1). Προστάχτηκες να εγκρατεύεσαι, όχι να ζεις με απολαύσεις. Απολογήσου στο Θεό με νηστεία. Αλλά και ο τρόπος ζωής στον παράδεισο είναι εικόνα της νηστείας. Όχι μόνον επειδή ο άνθρωπος είχε την ίδια δίαιτα με τους αγγέλους και έτσι πετύχαινε την ομοίωση προς αυτούς με την ολιγάρκεια, αλλά και επειδή όσα υστέρα βρήκαν οι άνθρωποι με το εφευρετικό τους πνεύμα, δεν είχαν επινοηθεί καθόλου από εκείνους που τρέφονταν στον παράδεισο. Δεν υπήρχαν καθόλου οινοποσίες, καθόλου θυσίες ζώων, ούτε όσα θολώνουν το ανθρώπινο μυαλό.  Επειδή δεν ενηστέψαμε, εκπέσαμε από τον παράδεισο. Ας νηστέψουμε λοιπόν, για να επανέλθουμε σ’ αυτόν. (Περί νηστείας Α’, 3-4, ΕΠΕ 6, 28 – ΒΕΠ 54,1 2-13 ).
Η’) Ο ΘΕΟΣ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙ ΚΑΙ ΠΑ ΤΗΝ ΥΛΙΚΗ ΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ
1561. «Ο Κύριος δεν θα επιτρέψει να πεθάνουν από πείνα οι δίκαιοι»(1). Και το: «Δεν είδα δίκαιο να εγκαταλείπεται από το Θεό ούτε τους απογόνους του να ζητιανεύουν το ψωμί»(2). Γιατί αυτός που γνωρίζει ότι τα παιδιά του Πατριάρχη μας Ιακώβ κατέβηκαν στην Αίγυπτο εξαιτίας του ψωμιού, δεν είναι δυνατόν να μιλάει για τα υλικά ψωμιά, αλλά μιλάει για την πνευματική τροφή, με την οποίαν ο εσωτερικός μας άνθρωπος γίνεται τέλειος.   (Περί νηστείας, λόγ. Β’, 8, ΕΠΕ 6, 72 – ΒΕΠ 54, 26) (1).Παροιμ. 10, 3.(2). Ψαλμ. 36, 25.
Θ’) ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΝΟΥΝ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΥΟΝΤΩΝ
1562. Κανείς ας μην αποκλείσει τον εαυτό του από τον κατάλογο των νηστευτών. Σ’ αυτόν συμπεριλαμβάνονται όλα τα γένη και όλες οι ηλικίες και όλα τα διάφορα αξιώματα. Άγγελοι είναι αυτοί που κάνουν την απογραφή των νηστευτών σε κάθε Εκκλησία. Πρόσεχε μήπως για μικρή ηδονή φαγητών χάσεις την απογραφή το αγγέλου και καταστήσεις υπόδικο τον εαυτό σου, σ’ Εκείνον που σε στρατολόγησε, για δίκη με κατηγορητήριο τη λιποταξία. (Περί νηστείας, λόγ. Β’, 2, ΕΠΕ 6, 56 – ΒΕΠ 54, 22 – MG 31, 185, 188).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πώς καθιερώθηκαν και επικράτησαν οι νηστείες της Εκκλησίας μας

Συγγραφέας: kantonopou στις Αύγουστος 1, 2019

Αποτέλεσμα εικόνας για νηστεια

Σε πολλά σημεία της Αγίας Γραφής γίνεται λόγος για τη νηστεία και όλοι οι ιεροί Πατέρες της Εκκλησίας μας αναφέρονται σε ομιλίες τους στο θέμα της νηστείας.

Ο Μέγας Βασίλειος μάλιστα, που μας άφησε δύο εξαίρετες ομιλίες περί της νηστείας, ονομάζει τη νηστεία «συνηλικιῶτιν τῆς ἀνθρωπότητος».

Είναι, λέει, η πρώτη εντολή που δόθηκε στους ανθρώπους από τον Θεό.

«Νηστεία ἐν τῷ παραδείσῳ ἐνομοθετήθη». Όταν έδωσε εντολή στους Πρωτοπλάστους να μη φάγουν τους καρπούς ενός συγκεκριμένου δένδρου, έδωσε εντολή «νηστείας και εγκρατείας» (ΕΠΕ 6, 26).

Αυτή λοιπόν η θεόσδοτη εντολή, την οποία τήρησε και ο Θεάνθρωπος και οι άγιοι Απόστολοι, όταν οργανώθηκε με τη Χάρη του Παναγίου Πνεύματος η Εκκλησία, έλαβε τη θέση της στη ζωή της Εκκλησίας. Καθορίστηκαν μάλιστα οι ημέρες της νηστείας με αποφάσεις Συνόδων και ιερών Κανόνων για να λειτουργούν τα πάντα «κατά τάξιν καί εὐσχημόνως» (Α’ Κορ. ιδ’ 40)…

Έτσι πολύ νωρίς καθιερώθηκε η Νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και της Τετάρτης και Παρασκευής. Ο ΞΘ’ (69ος) Αποστολικός Κανών θεσπίζει τα εξής: «Εἴ τις Ἐπίσκοπος, ἤ Πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος, ἤ Ὑποδιάκονος, ἤ Ἀναγνώστης, ἤ Ψάλτης, τήν ἁγίαν Τεσσαρακοστήν οὐ νηστεύει, ἤ Τετράδα, ἤ Παρασκευήν, καθαιρείσθω. Ἐκτός εἰμή δι’ ἀσθένειαν σωματικήν ἐμποδίζοιτο. Ἐάν δέ λαϊκός ᾖ, ἀφοριζέσθω» («Πηδάλιον»).

Ο άγιος Νικόδημος ερμηνεύοντας και σχολιάζοντας στο «Πηδάλιον» τον Κανόνα αυτό γράφει: «Όλους ομού και ιερωμένους, και λαϊκούς προστάζει ο παρών Κανών να νηστεύωσι παρομοίως και επίσης, τόσον την μεγάλην Τεσσαρακοστήν, όσον και κάθε Τετράδα και Παρασκευήν… Την μεν αγίαν Τεσαρασκοτήν νηστεύομεν… όχι διά το Πάσχα, όχι διά τον Σταυρόν, αλλά διά τας αμαρτίας μας… Όθεν δεν πρέπει να λέγωμεν ότι πενθούμεν διά τον Σταυρόν. Ου γαρ δι’ εκείνον πενθούμεν· μη γένοιτο· αλλά διά τα εδικά μας αμαρτήματα. Νηστεύομεν δε την Τεσσαρακοστήν, κατά την μίμησιν του Κυρίου, οπού ενήστευσεν επί του όρους ημέρας τεσσαράκοντα. Τας δε δύω ημέρας της εβδομάδος νηστεύομεν, την μεν Τετράδα, διατί εις την ημέραν αυτήν έγινε το συμβούλιο διά την προδοσίαν του Κυρίου μας· την δε Παρασκευήν, διατί εις την ημέραν ταύτην έπαθε σαρκί τον υπέρ της σωτηρίας μας θάνατον…». Η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος με τον ΠΘ’ (89ο) Κανόνα της κάνει ειδικό λόγο για τη Νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδος: «Τας του σωτηρίου πάθους ημέρας, εν νηστεία και προσευχή και κατανύξει επιτελούντας, χρη τους πιστούς περί μέσας της περί το μέγα Σάββατον νυκτός ώρας απονηστίζεσθαι…». Ορίζει δηλαδή να λήγει η νηστεία μετά το μεσονύκτιο του Μεγάλου Σαββάτου («Πηδάλιον»).

Για την Τεσσαρακοστή των Χριστουγέννων, το γνωστό Σαρανταήμερο, που είναι κάπως ελαφρότερη νηστεία, διότι επιτρέπεται κατάλυση ιχθύων, ο άγιος Συμεών, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, που είναι ειδικός ως προς τα λειτουργικά θέματα της Εκκλησίας, γράφει: «Η Τεσσαρακονθήμερος (νηστεία) εικονίζει την νηστείαν του Μωυσέως, όστις νηστεύσας τεσσαράκοντα ημέρας και νύκτας έλαβεν εις πλάκας τους λόγους του Θεού, ημείς δε νηστεύοντες τεσσαράκοντα ημέρας βλέπομεν και λαμβάνομεν τον ζώντα λόγον εκ της Παρθένου, όχι γεγραμμένον εν λίθοις, αλλά σεσαρκωμένον γεννηθέντα, και αξιούμεθα να κοινωνώμεν την θειοτέραν αυτού Σάρκα» («Τα Άπαντα» Εν Αθήναις 1868, σ. 369).

Παρόμοια είναι και η Νηστεία των Αγίων Αποστόλων, για την οποία ομιλεί το αρχαίο εκκλησιαστικό κείμενο, που επιγράφεται «Διαταγαί Αποστόλων». «Μετά ουν το εορτάσαι υμάς την Πεντηκοστήν εορτάσατε μίαν εβδομάδα (επιτρέπεται σ’ αυτήν κατάλυση σε  όλα), και μετ’ εκείνην νηστεύσατε μίαν· δίκαιον γαρ και ευφρανθήναι επί τη εκ Θεού δωρεά (για την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος) και νηστεύσαι μετά την άνεσιν (ΒΕΠΕΣ 2, 93). Και οι θείοι Απόστολοι, σχολιάζει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, «ενήστευαν και ούτως επέμποντο εις το κήρυγμα» («Πηδάλιον» Σημ. εις 69ον Αποστολικόν Κανόνα).

Για τη Νηστεία του Δεκαπενταυγούστου, που διαρκεί λίγες ημέρες, ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης γράφει ότι «εις τιμήν αποβλέπει της του Θεού Λόγου Μητρός, η οποία προγνωρίζουσα την αγίαν της μετάστασιν από τον κόσμον, πάντοτε ηγωνίζεται υπέρ υμών, και ενήστευεν, αν και χρείαν δεν είχε Νηστείας, ως καθαρά και πανάμωμος, ζώσα δε αγγελικώς η υψηλοτέρα και των Αγγέλων και προσευχομένη συνεχώς… και πάντοτε δι’ ημάς ικετεύουσα… Διά τούτο και ημείς χρεωστούμεν να νηστεύσωμεν… εκμιμούμενοι τον βίον της» (έ. α.)

Τα πιο πάνω ελάχιστα πληροφοριακά στοιχεία, ως προς τον καθορισμό των Νηστειών της Εκκλησίας μας, ας γίνουν αφορμή να αγαπήσουμε τη νηστεία, όπως μας προτρέπουν οι ύμνοι των ημερών αυτών.

Είναι πολύ αποτελεσματικό όπλο στον αόρατο πόλεμο για την κατάκτηση της αγιότητας.

Περιοδικό «Η Δράσις μας»Φεβρουάριος 2010

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΤΑΝ ΜΙΛΟΥΝ ΟΙ ΣΟΦΟΙ…

Συγγραφέας: kantonopou στις Αύγουστος 1, 2019

Διογένη! Αν μάθαινες να μην είσαι ανυπότακτος κι αν κολάκευες λιγάκι τον άρχοντα, δεν θα ήσουν αναγκασμένος… να τρως συνέχεια φακές».

Ο Διογένης σταμάτησε να τρώει, σήκωσε το βλέμμα και κοιτάζοντας στα μάτια τον πλούσιο συνομιλητή του αποκρίθηκε: «Φουκαρά αδερφέ μου! Αν μάθαινες να τρως λίγες φακές, δεν θα ήσουν αναγκασμένος να υπακούς και να κολακεύεις συνεχώς τον άρχοντα»!

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Προλήψεις που περικυκλώνουν τη χριστιανική ζωή

Συγγραφέας: kantonopou στις Αύγουστος 1, 2019

xrprol2

Προλήψεις γύρω από την χριστιανική πίστη

Μέσα στον ορθόδοξο λαό μας επιβιώνουν προλήψεις και δεισιδαιμονίες που αναφέρονται σε θέματα της χριστιανικής πίστης και ζωής. Έτσι, ενώ η χριστιανική πίστη ελευθερώνει τον άνθρωπο και του δίνει τη δυνατότητα της «καινής εν Χριστώ ζωής», οι προληπτικοί λησμονούν αυτή τη μεγάλη αλήθεια και υποδουλώνονται σε αφελείς και παράλογες προλήψεις.

Η παρουσία π.χ. κάποιου κληρικού, ειδικά το πρωί, είναι για αρκετούς «κακός οιωνός». Γι’ αυτό και όταν συναντούν έναν κληρικό στο δρόμο, στο σπίτι, στο νοσοκομείο πανικοβάλλονται και αντιδρούν με απρεπείς χειρονομίες και ασεβείς φράσεις.

Είναι, εξάλλου, πολύ χαρακτηριστικό, ότι απαγορεύουν συνήθως στον ιερέα να επισκεφθεί έναν ασθενή στο σπίτι ή στο νοσοκομείο, λόγω της πρόληψης που επικρατεί, ότι η παρουσία του κληρικού θα προκαλέσει τον θάνατό του! Με άλλα λόγια η παρουσία του κληρικού στη ζωή θεωρείται ως σημείο καταστροφής και θανάτου. Ορισμένοι μάλιστα για να αποφύγουν τη δήθεν κακή επίδραση απ’ τη συνάντηση του ιερέως την «κομποδένουν». Δηλαδή, βγάζουν το μαντήλι τους και δένουν στην άκρη κόμπο, λέγοντας: «Δένω τον παπά!». Έτσι πιστεύουν ότι όλα θα πάνε καλά.

Αυτά, όμως, αποτελούν πλάνη και εκδήλωση μεγάλης ασέβειας του ανθρώπου προς τον Θεό και τον λειτουργό Του. Ο κληρικός, όχι μόνον δεν μπορεί με την παρουσία του να φέρει κακό, αλλά αντίθετα προσεύχεται υπέρ υγείας, σωτηρίας και προκοπής των χριστιανών.

Δεν είναι λίγες οι φορές που οι χριστιανοί ζητούν παράλογα πράγματα από τους ιερείς, όπως π.χ. τη ζώνη του ιερέως, την «αγία ζέστη» (για να «ζεστάνουν» δήθεν, την αγάπη του άνδρα προς την γυναίκα του), τα «απονιψίδια» (δηλ. το νερό με το οποίο ο ιερέας κατά τη λειτουργία ξεπλένει τα χέρια του) ή το άγιο μύρο, για να θεραπευτούν οι άρρωστοι και άλλα πολλά.

Το χειρότερο είναι ότι ζητούν όλ’ αυτά γιατί έτσι τους συμβούλεψε κάποιος μάγος. Έτσι γίνεται ένα ανακάτωμα μαγικών και χριστιανικών αντιλήψεων και τα ιερά πράγματα χρησιμοποιούνται για ξένο προς τον προορισμό τους σκοπό. Ο άνθρωπος απομακρύνεται από την ορθόδοξη πίστη και νοθεύει το αληθινό νόημα των αγιαστικών και θεραπευτικών μέσων της εκκλησίας μας.

Tο «μάτιασμα»

Το μάτιασμα (ή βασκανία) είναι ένα φαινόμενο που η Εκκλησία μας παραδέχεται την ύπαρξή του. Πρόκειται για την περίπτωση που κάποιος με φθόνο, με μίσος, για εκδίκηση, θέλει το κακό ενός προσώπου κι έτσι παρακινεί το διάβολο να βλάψει τούτο το πρόσωπο. Το ίδιο αποτέλεσμα συμβαίνει κι όταν κανείς με λόγια στείλει κάποιον στον διάβολο.

Κι εδώ όμως συμβαίνει κάτι παρόμοιο με όσους τυρανούνται από προλήψεις και τρέχουν στους διάφορους μάγους και αγύρτες. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ανεχτεί τον πόνο και θέλει γρήγορα να απαλλαγεί απ’ αυτόν. Παράλληλα έχει την εντύπωση ότι για ό,τι κακό του συμβαίνει δεν φταίει αυτός αλλά κάποιοι άλλοι. Δεν θέλει δηλαδή να αναλάβει τις ευθύνες του για τίποτα. Π.χ. δεν πήγε καλά το συνοικέσιο; Του έκαναν μάγια! Δεν πήγε καλά η δουλειά; Τον γλωσσόφαγαν! Έχει πονοκέφαλο; Τον μάτιασαν κ.ο.κ.

Ποιά θέση όμως παίρνει η Εκκλησία μας για το ξεμάτιασμα;

Κατ’ αρχήν τους πιστούς που ζούν τακτική πνευματική και μυστηριακή ζωή και που με πίστη φέρουν τον Τίμιο Σταυρό, δεν τους πιάνει κανένα «μάτι».

Όταν υπάρχει βασκανία, τότε μοναδική ισχυρή δύναμη κατά της δαιμονικής ενέργειας είναι οι ειδικές ευχές του ιερέα, η ειλικρινής Εξομολόγηση και η Θεία Μετάληψη.

Ακόμη βοηθούν μαζί με τη δύναμη της προσευχής και τα αγιαστικά μέσα που η ίδια η Εκκλησία μας χορηγεί. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να καταφεύγουμε στις ξεματιάστρες, οι οποίες με παράξενες και πολλές φορές με βλάσφημες ευχές ή «προσευχές», επιχειρούν να υποκαταστήσουν τον ιερέα.

Κάποια τυχόν βελτίωση από ένα τέτοιο ξεμάτιασμα είναι βέβαιο τέχνασμα του διαβόλου, ο οποίος αποσκοπεί να μας τραβήξει μακριά από τη σωτήρια χάρη της Εκκλησίας μας και να μας δέσει ως δούλους πίσω από μία πλανεμένη ξεματιάστρα.

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα Θεία Πάθη στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο

Συγγραφέας: kantonopou στις Απρίλιος 22, 2019

ΤΑ ΘΕΙΑ ΠΑΘΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
Α.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ  κζ 1 – 65
(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 478-501 εκδόσεις «ο Σωτήρ», μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας              Ζ = Ζιγαβηνός Ευθύμιος
Απ = Απολλινάριος                    Θφ = Θεοφύλακτος Βουλγαρίας
Αυ = Αυγουστίνος                     Ιε = Ιερώνυμος
Β = Βασίλειος ο Μέγας               Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός         Χ= Χρυσόστομος Ιωάννης
Γν = Γρηγόριος Νύσσης              Ω = Ωριγένης
Δ = Δαμασκηνός Ιωάννης           DB=Dict. Of the Bible,Hastings
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας

(Σύγχρονοι Θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible, St Matthew Edited by G.H. Box on the      basis of the earlier edition by Prof  W.F. Slater, Edirburgh 1922 (σημειώνεται με το S)
M.J. Lagrange.   Evangile selon s. Matthieu, Deuxieme edition      Paris 1923 (σημειώνεται με το L.)
Alf. Plummer.   An exegetical commentary on the Gospel according to S. Matthew, London 1911 (σημειώνεται με το p.)
W. Allen    A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Matthew Third edition 1922 (σημειώνεται με το a).
A. Commentary critical, expository and practical κ.λ.π by I. Owen, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
L. Cl. Fillion    La sainte Bible commentee VII (σημειώνεται με το F).
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm  Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)

ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους

Η δίκη του Ιησού ενώπιον του Πιλάτου

Ματθ. 27,11  Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔστη ἔμπροσθεν τοῦ ἡγεμόνος(1)· καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὸν(2) ὁ ἡγεμὼν λέγων· σὺ(3) εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων(4); ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔφη αὐτῷ· σὺ λέγεις(5).
Ματθ. 27,11   Ο δε Ιησούς εστάθη όρθιος εμπρός στον ηγεμόνα και τον ηρώτησε ο ηγεμών λέγων• “συ είσαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων;” Ο δε Ιησούς του απήντησε• “συ λέγεις ότι είμαι ο βασιλεύς”.
Ο Ματθαίος συμφωνεί εδώ με το Μάρκο, προσθέτοντας και κάποια δικά του, όπως η παρέμβαση της γυναίκας του Πιλάτου, και το πλύσιμο των χεριών του τελευταίου αυτού, και το ότι ο λαός ανέλαβε την ευθύνη της έκχυσης του αίματος του Ιησού (L).
(1)    Ο Πιλάτος είχε ανεβεί από την Καισάρεια για τήρηση της τάξης κατά το Πάσχα.
(2)    «Οι μεν Ιουδαίοι τον παρέδωσαν στον Πιλάτο για να τον σκοτώσει, όχι για να τον εξετάσει· αυτός όμως, πριν την εξέταση, δεν ανεχόταν να τον σκοτώσει· γι’ αυτό ζητά να μάθει ποια είναι η κατηγορία» (Ζ). Σύμφωνα με το Λουκά οι Ιουδαίοι κατηγόρησαν τον Ιησού όχι για βλασφημία, για την οποία είχε καταδικαστεί σε θάνατο από το συνέδριο, αλλά η οποία για τον Πιλάτο δεν θα αποτελούσε έγκλημα που συνεπάγεται θάνατο, αλλά για στάση, ότι αποτρέπει την καταβολή φόρου στον Καίσαρα και ότι διεκδικεί το βασιλικό αξίωμα (Λουκ. κγ 2) (p).
«Και δες κακουργία! Επειδή ήθελαν δηλαδή να ανάψουν το θυμό του Πιλάτου εναντίον του Χριστού και να τον παρασύρουν στο να τον φονεύσει γρήγορα, του προσάπτουν κατηγορία αποστασίας και τυραννίας» (Ζ).
(3)    Ο Πιλάτος είχε πιθανώς ακούσει για τη θριαμβευτική είσοδο και γι αυτό τη σχετικά με την τυραννία κατηγορία τη βρήκε κατ’ αρχήν βάσιμη. Από τη δική του σκοπιά λοιπόν η κατηγορία αυτή ήταν η σοβαρότερη από όλες. Αλλά τώρα που βλέπει τον κατηγορούμενο, η κατηγορία τον εκπλήσσει. Και ρωτά τονίζοντας την αντωνυμία, εσύ είσαι…; Θεωρούσε απιθανότατο, ότι ο άνθρωπος αυτός διεκδικούσε τη βασιλεία.
(4)     Η ερώτηση παρουσιάζεται η ίδια και στους τρεις συνοπτικούς (ευαγγελιστές). Και μία τέτοια ερώτηση κατά πάσα πιθανότητα θα χρησιμοποιούσε σε τέτοια περίπτωση κάθε Ρωμαίος αξιωματούχος. Εάν ο Ιησούς αξίωνε ότι είναι βασιλιάς, θα διεκδικούσε το αξίωμα του βασιλιά των Ιουδαίων.
(5)    Ο Ιησούς ενώπιον του Καϊάφα ομολογεί τον εαυτό του Χριστό, ενώπιον του Πιλάτου βασιλιά (b).
«Ο Ιησούς όμως είπε σε αυτόν· Εσύ το λες, δίνοντας σε αυτόν σοφότατη απόκριση. Διότι ούτε είπε, ότι δεν είμαι, ούτε πάλι, ότι είμαι. Αλλά κάπως ενδιάμεσα είπε· Εσύ το λες. Αυτό δηλαδή μπορεί να εννοηθεί και έτσι, ότι, είμαι όπως λες. Και έτσι, ότι, Εγώ μεν δεν το λέω αυτό, εσύ όμως το λες» (Θφ).
Είναι αμφίβολο εάν υπάρχει κάποια σκιά διαφοράς ανάμεσα στο «συ λέγεις» αυτό και στο «σὺ εἶπας» στο κστ 64.
Η απάντηση είναι κάπως μετριασμένη κατάφαση.=Δεν αρνούμαι αυτό, αλλά εσύ το λες αυτό και όχι εγώ. Και ως καταφατική θεώρησε αυτήν και ο Πιλάτος. Σε αυτήν την περίπτωση όμως γίνεται αναγκαία η συμπλήρωση των πληροφοριών μας από την αφήγηση του Ιωάννη, όπου ο Ιησούς εξηγεί στον Πιλάτο, ότι η βασιλεία του δεν είναι από τον κόσμο αυτόν. Αλλιώς η δίκη θα έληγε εδώ και η καταφατική απάντηση του Κυρίου θα οδηγούσε αμέσως στην από τον Πιλάτο επικύρωση της θανατικής απόφασης. Αλλά από την κατ’ ιδίαν συνομιλία του με τον Ιησού ο Πιλάτος πείστηκε, ότι επρόκειτο για ακίνδυνο και αθώο άνθρωπο. Γι’ αυτό προσπαθεί να τον σώσει. Δεν έχει όμως αρκετό σθένος, ώστε να ενεργήσει όπως ο Κλαύδιος Λυσίας στην περίπτωση του Παύλου (p).

Ματθ. 27,12  καὶ ἐν τῷ κατηγορεῖσθαι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων οὐδὲν ἀπεκρίνατο(1).
Ματθ. 27,12  Και ενώ κατηγορείτο από τους αρχιερείς και πρεσβυτέρους, αυτός δεν έδωσε καμίαν απάντησιν.
(1)    Η αντίθεση μεταξύ της συμπεριφοράς του Κυρίου προς τον Πιλάτο κατ’ ιδίαν και της συμπεριφοράς του όταν αντιμετώπιζε δημόσια την εναντίον του κατηγορία της ιουδαϊκής ιεραρχίας, είναι αξιοσημείωτη. Αναγνωρίζει ως δικαίωμα του επιτρόπου να ρωτήσει αυτόν για τις κατηγορίες αυτές, και γι’ αυτό απαντά στα ερωτήματά του ελεύθερα. Δεν αναγνωρίζει όμως ως δικαίωμα των μελών του συνεδρίου να φέρνουν τέτοιες κατηγορίες, οι οποίες ήταν ψευδείς και γνώριζαν καλά οι του συνεδρίου, ότι ήταν ψευδείς (p).
«Διότι αν και είχαν μύριες αποδείξεις από τα πράγματα για τη δύναμη, την πραότητα, και την επιείκειά του, με τη θέλησή τους τυφλώνονταν και κακουργούσαν. Για αυτά ακριβώς δεν απαντά σε τίποτα, αλλά σιωπά…, προς τις κατηγορίες όμως αυτών τίποτα πλέον δεν λέει· διότι δεν επρόκειτο βεβαίως να τους πείσει» (Χ).

Ματθ. 27,13  τότε λέγει αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· οὐκ ἀκούεις πόσα σου καταμαρτυροῦσι(1);
Ματθ. 27,13  Τότε λέγει εις αυτόν ο Πιλάτος• “δεν ακούς πόσα καταθέτουν αυτοί εις βάρος σου;”
(1)    «Διότι ήθελε ο Πιλάτος να απαλλαχτεί ο Ιησούς αφού απολογηθεί, γι’ αυτό και έλεγε αυτά» (Χ). Ο Πιλάτος φαίνεται ήδη πεπεισμένος για την αθωότητα του κατηγορουμένου.

Ματθ. 27,14   καὶ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῷ πρὸς οὐδὲ ἓν ῥῆμα, ὥστε θαυμάζειν(1) τὸν ἡγεμόνα λίαν.
Ματθ. 27,14    Και δεν απήντησεν εις αυτόν ούτε ένα λόγον, ώστε ο ηγεμών να θαυμάζει παρά πολύ.
(1)    «Διότι πράγματι ήταν αξιοθαύμαστο να βλέπει να δείχνει τόση επιείκεια και να σιωπά, αυτός που μπορούσε άπειρα να πει» (Χ). Θαυμάζει ο Πιλάτος, διότι δεν είναι δυνατόν να παραμένει κάποιος σιωπηλός, όταν η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο, μάλιστα αφού ήδη άρχισε να μιλά (b). Του Σωτήρα μας η πραεία και σεμνοπρεπής στάση, που τόσο διέφερε από τη στάση ενός τολμηρού και φιλόδοξου δημαγωγού που παρασέρνει τον όχλο σε στάση ή κάποιου αποσκληρυμένου εγκληματία, που συνταύτισε την τύχη του με κλέφτες και ληστές, πρέπει να προκάλεσε την προσοχή του επιτρόπου και το θαυμασμό του (ο).

Ματθ. 27,15  Κατὰ δὲ ἑορτὴν(1) εἰώθει(2) ὁ ἡγεμὼν ἀπολύειν ἕνα τῷ ὄχλῳ δέσμιον(3), ὃν ἤθελον(4).
Ματθ. 27,15   Κατά την εορτή δε του πάσχα είχε την συνήθειαν ο ηγεμών να απολύη ένα κατάδικον χάριν του λαού, εκείνον τον οποίον ήθελαν.
(1)    «Τη γιορτή του Πάσχα δηλαδή» (Ζ). Κατά το οκταήμερο του Πάσχα (F).
(2)    Σχετικά με τη συνήθεια αυτή τίποτα άλλο δε γνωρίζουμε παρά μόνο αυτά που αναφέρουν τα ευαγγέλια. Είναι πιθανόν να πρόκειται για συνήθεια των Ιουδαίων, την οποία οι Ρωμαίοι σε συμφωνία με την ανοχή των τοπικών εθίμων, τα οποία δεν ήταν επικίνδυνα στην εξουσία τους, εξακολουθούσαν να τηρούν (p).
«Λέει ο Ιωάννης, ότι είπε ο Πιλάτος· Υπάρχει συνήθεια σε σας να ελευθερώσω για σας έναν κατά το Πάσχα» (Ζ).
(3)    Η συνήθεια αυτή ήταν σύμφωνη με την απελευθέρωση από την Αίγυπτο (b). Πιθανώς να είχε σχέση και με παλαιό έθιμο των Βαβυλωνίων-Ασσυρίων, σύμφωνα με το οποίο ο βασιλιάς του ζητούσαν σε κάποιες ημέρες του μήνα Μαρσιεσβάν να απαγγείλει κάποιο ψαλμό μετανοίας και να αφήνει ελεύθερο έναν δέσμιο, για δήλωση ίσως, του ότι οι θεοί δείχνονταν φιλάνθρωποι και συγχωρούσαν τις αμαρτίες τους (S).
(4)    Αδιαφόρως των μεγάλων ή πολλαπλών του εγκλημάτων, εάν ο λαός ήθελε την απόλυσή του, ο δέσμιος ελευθερωνόταν (ο).

Ματθ. 27,16  εἶχον(1) δὲ τότε δέσμιον ἐπίσημον(2) λεγόμενον Βαραββᾶν(3).
Ματθ. 27,16  Είχαν δε τότε ένα κατάδικον διαβόητον δια τα πολλά του εγκλήματα, ο όποιος ελέγετο Βαραββάς.
(1)    Είχαν οι ρωμαϊκές αρχές (ο).
(2)    Το αντίθετο του άσημος, το οποίο λέγεται πρώτα για το χρυσό και το ασήμι που δεν έχουν κοπεί και σφραγιστεί σε νομίσματα, και έπειτα για τον μη γνωστό. Επίσημος λοιπόν είναι ο σεσημασμένος, ο γνωστός για καλό ή κακό (δ). «Επίσημο, δηλαδή διαβόητο για κακία· ο οποίος είχε κάνει άπειρους φόνους» (Χ).
Εάν επρόκειτο για άνθρωπο που αξίωνε, ότι ήταν ο Μεσσίας ή που συγκρούστηκε με τους Ρωμαίους υπέρ της ανεξαρτησίας του ιουδαϊκού λαού, θα ήταν πολύ δημοφιλής και συνεπώς θα ήταν πολύ ανόητο εκ μέρους του Πιλάτου, να προτείνει την απόλυσή του, ενώ αποτελούσε και κίνδυνο για το ρωμαϊκό καθεστώς, αφού θα ήταν εκ προτέρου βέβαιος, ότι αυτόν θα προτιμούσαν οι Ιουδαίοι. Η στάση και αιματοχυσία, για την οποία είχε φυλακιστεί (Λουκ. κγ 19), θα προκλήθηκε από κάποια ληστρική επιδρομή, στην οποία δεν αναφέρεται, ότι αυτός ήταν ο αρχηγός (p).
(3)    Όχι ασυνήθιστο στους Ιουδαίους όνομα (ο). Βάρ-αββά, υιός αββά, «γιος του πατέρα. Διότι βαρ είναι ο γιος και αββάς ο πατέρας» (Θφ). Άλλοι ερμήνευσαν γιος ραββίνου. «Διότι όπως φαίνεται ήταν πατρώνυμο του ληστή το Βαραββάς, το οποίο ερμηνεύεται γιος διδασκάλου» (Σχόλιο Αναστασίου Αντιοχείας), «filius magistri eorum(=γιος του διδασκάλου τους)» (Ιερώνυμος).
Σε αυτή την περίπτωση όμως έπρεπε να είναι Βαρ-ραββάν. Η συνήθης παραγωγή του ονόματος υιός πατρός παρέχει προφανή αντίθεση μεταξύ του Υιού του Πατρός (=του Χριστού), ο οποίος αποδοκιμάστηκε και του υιού κάποιου πατέρα (=Βαραββάς), ο οποίος προτιμήθηκε (p). «Οι Ιουδαίοι λοιπόν, ζήτησαν τον υιό του πατέρα τους του διαβόλου» (Θφ).

Ματθ. 27,17  συνηγμένων οὖν αὐτῶν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος(1)· τίνα θέλετε ἀπολύσω ὑμῖν(2); Βαραββᾶν(3) ἢ Ἰησοῦν τὸν λεγόμενον Χριστόν;
Ματθ. 27,17   Ενώ δε εκείνοι ήσαν συγκετρωμένοι εμπρός στο πραιτώριον, τους ηρώτησεν ο Πιλάτος• “ποίον θέλετε να απολύσω προς χάριν σας; Τον Βαραββάν η τον Ιησούν, τον λεγόμενον Χριστόν;”
(1)    «Ο Πιλάτος επειδή δεν μπόρεσε να σώσει το Χριστό ως αθώο, επεχείρησε έστω λοιπόν και ως κατάδικο να του δώσει χάρη λόγω της γιορτής» (Ζ). «Διότι αν δε θέλετε, λέει, να τον αφήσετε ως αθώο, έστω και ως κατάδικο χαρίστε του τη ζωή λόγω της γιορτής» (Χ).
(2)    «Βλέπεις πώς αντιστράφηκε η κατάσταση; Διότι η μεν αίτηση υπέρ των καταδίκων, ήταν συνήθεια να γίνεται από το λαό, ενώ η απόλυση από τον άρχοντα· τώρα όμως έγινε το αντίθετο, και ο άρχοντας ζητά από το λαό και ούτε έτσι δεν γίνονται ήμεροι, αλλά εξαγριώνονται περισσότερο» (Χ).
(3)    Τόσο στο στίχο αυτό, όσο και στον προηγούμενο υπάρχει από ελάχιστα χειρόγραφα μαρτυρούμενη γραφή Ιησούν Βαραββάν. Ο Ωριγένης φαίνεται να προσκλίνει να δεχτεί τη γραφή αυτή.
«Σε πολύ παλαιά αντίγραφα που διάβασα και ο ίδιος ο Βαραββάς λεγόταν Ιησούς. Και η ερώτηση του Πιλάτου ήταν ως εξής σε αυτά· ποιόν θέλετε από τους δύο να ελευθερώσω σε σας, τον Ιησού τον Βαραββά ή τον Ιησού τον λεγόμενο Χριστό;» (Σχόλιο Αναστασίου Αντιοχείας).
Και μεταξύ των νεωτέρων ερμηνευτών προτιμούν αυτήν τη γραφή οι L,a,Burkitt,Ewald και Zahn. Όλοι όμως οι ελληνικοί μεγαλογράμματοι κώδικες, καθώς και οι περισσότερες και καλύτερες μεταφράσεις δεν μαρτυρούν υπέρ αυτής της γραφής. Επιπλέον και τα λίγα χειρόγραφα που μαρτυρούν υπέρ αυτής, ενώ έχουν το Ιησούς Βαρραβάς στους στίχους 16,17, δεν έχουν αυτό στους στίχους 20,21,26, όπου θα ανέμενε κάποιος να δει να επαναλαμβάνεται αυτό. Εξάλλου κανένα ίχνος της γραφής αυτής δεν συναντιέται σε κανένα χειρόγραφο των τριών υπόλοιπων ευαγγελίων (p). Είναι λοιπόν πιθανότατη η από απροσεξία μετάθεση από το όνομα του Σωτήρα και η σύγχυση του κύριου ονόματος του Σωτήρα και του πατρωνυμικού του ληστή (δ).

Ματθ. 27,18  ᾔδει γὰρ ὅτι διὰ φθόνον(1) παρέδωκαν(2) αὐτόν.
Ματθ. 27,18   Διότι είχε εννοήσει πολύ καλά, ότι ένεκα φθόνου τον παρέδωσαν.
(1)    Φθονούσαν τον Ιησού, διότι ο λαός ήταν με το μέρος του (b). Κριτής έμπειρος όπως ο Πιλάτος εύκολα αντιλήφθηκε αυτό (F). Άλλωστε οι ρωμαϊκές εξουσίες τηρούνταν ενήμερες με τους εγκαθέτους τους για το τι συνέβαινε στη χώρα, και δεν υπάρχει για αυτό καμία δυσκολία να υποθέσουμε, ότι ο Πιλάτος πληροφορήθηκε για τα σχετικά με τη δίκη του Ιησού (ο).
(2)    Οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και όχι ο λαός, αυτοί είχαν συλλάβει και παραδώσει τον Ιησού, όπως σαφώς γράφει ο Μάρκος (S).

Ματθ. 27,19  Καθημένου δὲ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος(1) ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν ἡ γυνὴ(2) αὐτοῦ λέγουσα(3)· μηδέν σοι(4) καὶ τῷ δικαίῳ(5) ἐκείνῳ· πολλὰ γὰρ ἔπαθον(6) σήμερον(7) κατ᾿ ὄναρ(8) δι᾿ αὐτόν.
Ματθ. 27,19  Ενώ δε αυτός εκάθητο εις την δικαστικήν έδραν, έστειλε προς αυτόν η γυναίκα του και του είπε• “πρόσεχε να μην αναμιχθής εις την υπόθεσιν του δικαίου εκείνου, διότι πολλά έπαθα σήμερα ένεκα αυτού στο όνειρόν μου”.
(1)    Για τη φράση δες Πράξ. ιβ 21,ιη 12,16,17,κε 6,10,17,Ρωμ. ιδ 10,Β΄ Κορ. ε 10. Η φράση εδώ υπονοεί, ότι ο Πιλάτος ανέμενε έως ότου ο λαός αποφασίσει, ποιος από τους δύο δέσμιους να απολυθεί.
(2)    Το όνομά της σύμφωνα με το θρύλο των αποκρύφων ήταν στα λατινικά Πρόκουλα σύμφωνα με κάποια χειρόγραφα των Πράξεων Πιλάτου ή του ευαγγελίου του Νικοδήμου (Ι,2), το οποίο στα ελληνικά έγινε Πρόκλα (επιστολή Πιλάτου προς Ηρώδη περί της επιστροφής της συζύγου του. Νικηφόρου Καλλίστου Migne 145,720) (L). Στην αρχή απαγορευόταν στους ανθύπατους και ηγεμόνες να παίρνουν μαζί τους τις συζύγους τους στις επαρχίες· ύστερα όμως σιωπηρά επιτράπηκε αυτό (Σουετώνιος στο Αυγούστου βίος 24. Τακίτου Χρονικά 3,33) (δ).
(3)    Το μήνυμα αυτό της συζύγου του Πιλάτου έρχεται εδώ για να δοθεί εξήγηση του γιατί ο Πιλάτος, αφού ο λαός εξέφρασε την προτίμησή του, αποπειράθηκε και πάλι να απολύσει τον δίκαιο αυτόν άνδρα (p).
(4)   Εξυπακούεται το ρήμα «έστω (=ας είναι)» (g). «Καμία διαφωνία να μην υπάρχει ανάμεσα σε εσένα και σε εκείνον· μείνε μακριά του» (Ζ). Μη συμμετάσχεις στην καταδίκη του. Προσπάθησε να τον σώσεις (ο).
(5)    Έτσι αποκαλεί αυτόν και ο Πιλάτος στο σ. 24 αναφερόμενος με τρόπο ασθενικό στα λόγια αυτά της συζύγου του (b). Με την έννοια της λέξης αθώος εδώ (ο).
(6)    «Δεν βλέπει μόνο, αλλά και πάσχει, δηλαδή βασανίζεται, έτσι ώστε, λόγω της συμπάθειας προς τη γυναίκα του, ο άνδρας της να εμποδίσει το φόνο έστω και αν αυτοί δεν πείθονται» (Ζ). «Ω! Τι θαύμα! Ενώ κρινόταν από τον Πιλάτο, εκφόβιζε τη γυναίκα του» (Θφ). Πολλά δεινά έπαθα (δ).
(7)    «Το «σήμερα», λέγεται και για τη νύχτα» (Ζ). «Διότι την ίδια αυτή νύκτα είδε» (Χ). Στην ερώτηση πού ο Πιλάτος πέρασε τη νύχτα για να μην μπορεί η σύζυγός του να τού μιλήσει για το όνειρο το πρωί, εκτός από άλλα μπορεί να δοθεί και η απάντηση, ότι η σύλληψη και παράδοση του Ιησού ήταν απρόοπτη, και όταν έγινε γνωστή αυτή, το έως τότε αόριστο και ανεξήγητο για τη σύζυγο του Πιλάτου όνειρο συνδυασμένο με το απρόοπτο γεγονός έγινε σε αυτήν σημαντικό και λιγότερο ή περισσότερο φανερό (L).
(8)    «Κύτταξε τι συμβαίνει πάλι, ικανό να τους επαναφέρει όλους. Διότι μετά από την εκ των πραγμάτων πείρα και απόδειξη, και το όνειρο δεν ήταν μικρής σημασίας. Και για ποιο λόγο δεν το βλέπει αυτός; Ή, επειδή εκείνη ήταν πιο άξια· ή διότι εάν το έβλεπε αυτός, δεν θα πιστευόταν όπως εκείνη, ή δεν θα το αποκάλυπτε. Γι’ αυτό κανονίζεται να το δει η γυναίκα, ώστε να γίνει γνωστό σε όλους» (Χ).
Σύμφωνα με τη σκέψη του ευαγγελιστή το όνειρο της συζύγου του Πιλάτου ήταν υπερφυσικής προέλευσης (L). Πράγματι πώς η γυναίκα αυτή είδε τόσο φοβερό όνειρο σχετιζόμενο με έναν κατάδικο, τον οποίο δεν γνώριζε ούτε είχε δει ποτέ και για τη σύλληψη και καταδίκη του οποίου δεν ήταν δυνατόν να είχε κάποια είδηση μέχρι την ώρα που ξύπνησε (ο).

Ματθ. 27,20  Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἔπεισαν(1) τοὺς ὄχλους ἵνα αἰτήσωνται τὸν Βαραββᾶν, τὸν δὲ Ἰησοῦν ἀπολέσωσιν(2).
Ματθ. 27,20   Οι δε αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι έπεισαν εν τω μεταξύ τους όχλους να ζητήσουν τον Βαραββάν, να θανατώσουν δε τον Ιησούν.
(1)    Την ώρα που ο Πιλάτος λάμβανε το μήνυμα της γυναίκας του, οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι ενεργούσαν στους όχλους, τους οποίους ο Πιλάτος για λίγη ώρα άφησε εξαιτίας του μηνύματος (δ). Έπεισαν με ευλογοφανείς λόγους (b). «Διεφθαρμένοι αυτοί, διέφθειραν και τους όχλους» (Ζ).
(2)    Να τον εξολοθρεύσουν δηλαδή να ζητήσουν να θανατωθεί (b).

Ματθ. 27,21  ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἡγεμὼν εἶπεν αὐτοῖς(1)· τίνα θέλετε ἀπὸ τῶν δύο ἀπολύσω ὑμῖν; οἱ δὲ εἶπον(2)· Βαραββᾶν.
Ματθ. 27,21  Έλαβε δε τον λόγον ο ηγεμών και είπεν εις αυτούς• “ποίον θέλετε από τους δύο να σας απολύσω;” Εκείνοι δε εφώναξαν• “τον Βαραββάν”.
(1)    «Ρώτησε την πρώτη φορά, επειδή όμως δεν απάντησαν ακόμη, αφού ασχολήθηκε με το μήνυμα της γυναίκας του, πάλι επανέλαβε την ερώτηση» (Ζ).
(2)    «Όπως διδάχτηκαν» (Ζ).

Ματθ. 27,22  λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τί οὖν ποιήσω(1) Ἰησοῦν τὸν λεγόμενον Χριστόν; λέγουσιν αὐτῷ πάντες(2)· σταυρωθήτω(3).
Ματθ. 27,22   Τους λέγει ο Πιλάτος• “Τι λοιπόν να κάμω τον Ιησούν, τον λεγόμενον Χριστόν;” Λέγουν εις αυτόν όλοι, “να σταυρωθή”.
(1)    «Αφού αστόχησε σε αυτό που ήλπιζε, ρωτά πάλι για αυτό και κάνει αυτούς κύριους της υπόθεσης, καταπραΰνοντας έτσι και γλυκαίνοντάς τους» (Ζ), «έτσι ώστε, έστω και από ντροπή να ζητήσουν την απελευθέρωσή του και το παν να γίνει από το φιλότιμό τους» (Χ). Η προηγούμενη απάντηση του όχλου δεν έπεισε αυτόν, ότι τα συναισθήματα του όχλου έτειναν προς τον όλεθρο του Ιησού. Ο όχλος ήταν δυνατόν παρασυρόμενος να ψηφίσει υπέρ του Βαραββά, αλλά συγχρόνως να μην είναι δυσμενής και προς τον Γαλιλαίο (p).
Υπέθετε ίσως, ότι οι Ιουδαίοι δεν θα ζητούσαν τόσο βαριά τιμωρία για τον Ιησού. Θα όφειλε όμως να μην τους ρωτήσει. Θα ήταν ασφαλέστερο να αφήσει ελεύθερο τον Ιησού χωρίς τίποτα άλλο (b). «Αυτός λοιπόν ήταν άνανδρος και μαλακός (=αδύναμος, άτολμος)» (Χ).
(2)   «Όλοι, όχι οι όχλοι μόνοι, αλλά και οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι» (Ζ).
(3)    «Και δεν λένε, να φονευτεί, αλλά να σταυρωθεί, ώστε και το είδος του θανάτου να τον αποδεικνύει αυτόν (τον Ιησού) κακούργο» (Ζ).

Ματθ. 27,23  ὁ δὲ ἡγεμὼν ἔφη(1)· τί γάρ(2) κακὸν ἐποίησεν; οἱ δὲ περισσῶς(3) ἔκραζον(4) λέγοντες· σταυρωθήτω.
Ματθ. 27,23  Ο δε ηγεμών είπε• “διατί να σταυρωθή; Ποίον κακόν έκαμε;” Εκείνοι δε ακόμη περισσότερον εκραύγαζαν λέγοντες• “να σταυρωθή”.
(1)  Ο Πιλάτος επηρεαζόμενος από κάποιο ρωμαϊκό αίσθημα δικαιοσύνης, καθώς και από το ενδιαφέρον του για το δέσμιο και από το όνειρο της συζύγου του, επιχειρεί και πάλι να σώσει τον Ιησού.
(2)    Τι λοιπόν; (g). Αλλά γιατί; Τι έπραξε για να τιμωρηθεί έτσι;
(3)    «Αντί να πει: περισσότερο» (Ζ). Ή, με υπερβολή (δ).
(4)    Συνεχώς.

Ματθ. 27,24  ἰδὼν δὲ ὁ Πιλᾶτος ὅτι οὐδὲν ὠφελεῖ(1), ἀλλὰ μᾶλλον θόρυβος(2) γίνεται, λαβὼν ὕδωρ ἀπενίψατο τὰς χεῖρας(3) ἀπέναντι(4) τοῦ ὄχλου λέγων· ἀθῶός εἰμι ἀπὸ(5) τοῦ αἵματος(6) τοῦ δικαίου(7) τούτου· ὑμεῖς ὄψεσθε(8).
Ματθ. 27,24   Όταν είδε ο Πιλάτος ότι καμίαν ωφέλειαν δεν έφερε η παρέμβασις του υπέρ του Ιησού, αλλά μάλλον προκαλούσε θόρυβον και αναταραχήν, αφού επήρε νερό εξέπλυνε καλά τα χέρια του εμπρός στον όχλον λέγων• “είμαι αθώος από το αίμα του δικαίου τούτου• εις σας θα πέση η ευθύνη και το κρίμα”.
(1)    Υποκείμενο ο Πιλάτος. Δες Ησ. λ 7,Παροιμ. ια 4, κατά τον Αλεξανδρινό κώδικα Ιω. ιβ 19.
(2)    Φοβόταν στάση (b).
(3)   Το πλύσιμο των χεριών είναι ένας φυσικός συμβολισμός για έκφραση αποποίησης κάθε ενοχής και ευθύνης. Βρίσκουμε αυτόν μεταξύ των Ιουδαίων (Δευτ. κα 6,Ψαλμ. κε 6,οβ 13,Ιωσήπου Αρχαιολ. IV,VIII,16) και των εθνικών (Virg. Aen. II 719·  Ovid. Fasti II 45). Δεν ήταν ασυνήθιστο για ένα δικαστή, όταν απήγγειλε την ποινή του θανάτου, να διαμαρτύρεται, ότι δεν είχε ευθύνη ή ενοχή για την αφαίρεση της ζωής του καταδικασμένου (Αποστολικαί Διαταγαί ΙΙ 52). Το απενίψατο είναι πιο έντονο από το απλό ενίψατο (p).
Ο Πιλάτος δεν συμμορφώνεται εδώ με συνήθεια ιουδαϊκή, αλλά κάτω από το κράτος δεισιδαιμονικού φόβου χρησιμοποιεί τον εκφραστικό αυτό συμβολισμό καθησυχάζοντας τη συνείδησή του με την επίρριψη ολόκληρης της ενοχής σε εκείνους (L).
«Καθάρισε με νερό τα χέρια δείχνοντας, ότι είναι καθαρός και αμέτοχος στο φόνο· διότι ήταν ιουδαϊκή συνήθεια, να διαμαρτύρονται έτσι αυτοί που δεν ήθελαν να συμμετέχουν σε κάποιο φόνο. Διότι λέει και ο Δαβίδ· Θα πλύνω με αθώους τα χέρια μου» (Ζ).
(4)    Μπροστά και αντικρυστά στο πλήθος.
(5)    Η σύνταξη «αθώος από» είναι εβραϊσμός. Δες Αριθμ. ε 31,Β΄ Βασ. γ 28 (L).
(6)    «Αίμα λένε την καταδίκη του αίματος» (Ζ)· από την ενοχή για το χύσιμο του αίματος.
(7)    Ο Πιλάτος υιοθετεί τον χαρακτηρισμό αυτόν από το μήνυμα της συζύγου του, στίχ. 19 (b).
(8)    Όπως οι Ιουδαίοι είπαν στον Ιούδα, έτσι και ο Πιλάτος λέει στους Ιουδαίους (b). Δική σας φροντίδα θα είναι το τι θα κάνετε, για να εξιλεωθείτε για το άδικο αυτό.

Ματθ. 27,25  καὶ ἀποκριθεὶς πᾶς ὁ λαὸς εἶπε· τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν(1).
Ματθ. 27,25   Και απεκρίθη όλος ο λαός και είπε• “το αίμα αυτού ας πέση επάνω εις ημάς και επάνω εις τα τέκνα μας”.
(1)    Εξυπακούεται το ελθέτω (=ας έλθει) (L).
«Τραβούν την κατάρα όχι μόνο εναντίον αυτών των ίδιων, αλλά και εναντίον των παιδιών τους» (Ζ). Για κατάρες παρομοίου είδους δες Πράξ. ιη 6 (S). Ως προς τις επερχόμενες γενιές ισχύει το «αυτοί που επιμένουν στην πώρωση, γίνονται κληρονόμοι του πατρικού φόνου» (Β).
Ο ευαγγελιστής επιθυμεί να αντιθέσει την σκληροκαρδία των Ιουδαίων κριτών με τις τύψεις της συνείδησης ειδωλολάτρη κριτή. Η κύρια ιδέα του στίχου είναι, ότι όλοι όσοι ήταν εκεί παρόντες, αναδέχτηκαν την ευθύνη. Το έγκλημα της θανάτωσης του Μεσσία από άποψη γενικότητας κατέστη εθνικό έγκλημα (p). Πόσο τρομερά πραγματοποιήθηκε αυτό! Κανείς ποτέ λαός δεν υπέφερε τόσους και τέτοιους διωγμούς, και όμως διασώζεται ακόμη με θαυμάσιο τρόπο ως ξεχωριστή φυλή, διαρκές και ζωντανό μνημείο της οργής του Θεού (ο).
«Για αυτόν το λόγο καταστράφηκαν όλοι μαζί ως γένος και τους αρπάχτηκαν οι πόλεις, ώστε σχεδόν να μην μπορεί να διαφύγει κανένας. Διότι το τι και πόσα έπαθαν, τα διηγούνται οι γραφές αυτών που εξιστόρησαν αυτά τα γεγονότα» (Κ)

Ματθ. 27,26 τότε ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν Βαραββᾶν, τὸν δὲ Ἰησοῦν φραγελλώσας(1) παρέδωκεν(2) ἵνα σταυρωθῇ.
Ματθ. 27,26  Τότε τους αφήκεν ελεύθερον τον Βαραββάν, τον δε Ιησούν, αφού διέταξε και τον εμαστίγωσαν με το φραγγέλιον, τον παρέδωσε δια να σταυρωθή.
(1)    «Φραγγέλωσε δηλαδή μαστίγωσε» (Θφ). «Το φραγγέλιο ήταν μαστίγιο πλεγμένο από σχοινιά ή λωρίδες, με το οποίο χτυπούσαν την πλάτη των καταδίκων» (Ζ). Η φραγγέλωση στους Ρωμαίους αποτελούσε συνηθισμένη προκαταρκτική πράξη κάθε εκτέλεσης (S). Όχι σπάνια ο κατάδικος πέθαινε κατά τα χτυπήματα της φραγγέλωσης (F).
Σύμφωνα με τον Ιωάννη στην φραγγέλωση κατέφυγε ο Πιλάτος σαν σε έσχατη απόπειρα να σώσει τον Ιησού «επινοώντας τρόπο να εξασθενήσει την ένταση της μανίας των Ιουδαίων, έτσι ώστε, βλέποντας την ύβρη που έγινε σε αυτόν… να κατευνάσουν την οργή» (Ζ).
Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του Ματθαίου και του Ιωάννη. Η τελική τυπική απόφαση του Πιλάτου να θανατωθεί ο Ιησούς εξαγγέλθηκε μετά την φραγγέλωση και την παρουσίαση του Ιησού με τη χλαμύδα μπροστά στον όχλο.
(2)    Στους στρατιώτες ως εκτελεστές των θανατικών αποφάσεων.

Ο Μεσσίας εμπαίζεται από τους στρατιώτες

Ματθ. 27,27  Τότε οἱ στρατιῶται τοῦ ἡγεμόνος(1) παραλαβόντες τὸν Ἰησοῦν εἰς τὸ πραιτώριον(2) συνήγαγον ἐπ᾿ αὐτὸν ὅλην τὴν σπεῖραν(3)·
Ματθ. 27,27   Τότε οι στρατιώται του ηγεμόνος, αφού παρέλαβαν τον Ιησούν εις την αυλήν του πραιτωρίου, εμάζεψαν γύρω από αυτόν όλην την φρουράν.
(1)    Δηλαδή τα στρατεύματα, τα οποία είχαν συνοδεύσει τον επίτροπο από την Καισάρεια στην Ιερουσαλήμ και τα οποία βοηθούσαν για τήρηση της τάξης (S).
(2)    Δηλαδή την επίσημη κατοικία του επιτρόπου, η οποία βρισκόταν στο δυτικό λόφο (S). Από την εξωτερική αυλή, όπου ήταν ο Πιλάτος μαζί με τους Ιουδαίους στο εσωτερικό της αυλής (δ). Πριν ήταν ανάκτορο του Ηρώδη, μεγαλοπρεπές οικοδόμημα στα δυτικά του ναού, ώστε να βλέπει κάποιος από ψηλά αυτόν (ο). Τον εισήγαγαν εκεί για να βρουν και τους υπόλοιπους στρατιώτες που είχαν εγκατασταθεί και φύλαγαν εκεί (L).
(3)     Κατ’ ακρίβεια είναι λόχος ή κοόρτις (τάγμα), που αριθμεί 500-600 άνδρες. Αλλά εδώ ο όρος χρησιμοποιείται ελεύθερα για δήλωση μικρότερου αριθμού (S). Το ένα δέκατο της λεγεώνας (g). Οι στρατιώτες όλοι εθνικοί βρήκαν ευκαιρία να διασκεδάσουν εκδηλώνοντας την περιφρόνησή τους προς τους Ιουδαίους στο πρόσωπο εκείνου, ο οποίος ομολόγησε τον εαυτό του βασιλιά τους (F).

Ματθ. 27,28  καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν περιέθηκαν αὐτῷ χλαμύδα(1) κοκκίνην,
Ματθ. 27,28   Και αφού τον εγύμνωσαν από τα ενδύματά του, τον ενέδυσαν με κόκκινον μανδύαν.
(1)    Στρατιωτική χλαίνη. Η χλαμύδα ήταν γενικώς στρατιωτικό ένδυμα, που φοριόταν όμως όχι μόνο από τους στρατιώτες, αλλά και τους βασιλιάδες (a). «Επειδή δηλαδή λεγόταν βασιλιάς των Ιουδαίων, επομένως ως βασιλιά τον χλεύαζαν» (Ζ).

Ματθ. 27,29  καὶ πλέξαντες στέφανον(1) ἐκ ἀκανθῶν(2) ἐπέθηκαν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ κάλαμον(3) ἐπὶ τὴν δεξιὰν αὐτοῦ, καὶ γονυπετήσαντες ἔμπροσθεν αὐτοῦ(4) ἐνέπαιζον αὐτῷ λέγοντες· χαῖρε ὁ βασιλεὺς(5) τῶν Ἰουδαίων(6)·
Ματθ. 27,29   Έπλεξαν δε ακάνθινον στέφανον και έβαλαν αυτόν στο κεφάλι του αντί για στέμμα• του έδωκαν καλάμι στο δέξι του χέρι αντί για σκήπτρο και αφού εγονάτισαν εμπρός του τον ενέπαιζαν λέγοντες• “χαίρε, ο βασιλεύς των Ιουδαίων”.
(1)    Το στεφάνι δινόταν στους νικητές σε μάχη ή σε αγώνισμα (S).
(2)    Δεν υπάρχει καμία ένδειξη στα ευαγγέλια, από την οποία να συμπεράνουμε από ποιο φυτό κατασκευάστηκε το στεφάνι. Παρόλο όμως που δεν χρησιμοποιείται εδώ η λέξη διάδημα (στέμμα), είναι αναμφίβολο, ότι «το αγκάθινο στεφάνι το έβαλαν αντί για διάδημα» (Ζ).
(3)    «Και το καλάμι, τού το έδωσαν στο χέρι αντί για σκήπτρο» (Ζ).
(4)    Οι στρατιώτες ήξεραν καλά την τελετή του χαίρε Καίσαρ και μιμούνταν τώρα αυτήν (p).
(5)    Μεταχειρίζονται αυτόν ως παράφρονα, ο οποίος φανταζόταν τον εαυτό του βασιλιά (b), «και χωρίς να το θέλουν κατασκεύαζαν την αλήθεια» (Ζ).
(6)    Αφού συντελέστηκε η εγκαθίδρυση του βασιλιά ο ειρωνικός και εμπαικτικός χαιρετισμός επακολούθησε συνοδευόμενος και από γονυκλισία (L).

Ματθ. 27,30  καὶ ἐμπτύσαντες εἰς αὐτὸν ἔλαβον τὸν κάλαμον καὶ ἔτυπτον εἰς τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ(1).
Ματθ. 27,30   Και αφού τον έπτυσαν, επήραν το καλάμι και εκτυπούσαν την κεφαλήν του.
(1)    Και για να γίνει πιο αισθητή η γελοιοποίηση, το εμπαικτικό σκήπτρο χρησιμοποιήθηκε, για να χτυπιέται με αυτό ο πάσχων (L). Παίρνουν το καλάμι από το χέρι του, ώστε χτυπώντας να μπήξουν με αυτό βαθύτερα το αγκάθινο στεφάνι, πράγμα το οποίο δεν μπορούσαν να πράξουν με γυμνό το χέρι (ο).
«Αυτό που γινόταν ήταν το έσχατο όριο εξευτελισμού. Διότι δεν εξευτελιζόταν ένα μέλος, αλλά ολόκληρο το σώμα και ολοκληρωτικά· το κεφάλι με το στεφάνι, το καλάμι και τους κολαφισμούς, το πρόσωπο το οποίο υφίστατο εμπτύσματα, τα σαγόνια που ραπίζονταν, ολόκληρο το σώμα με τις μαστιγώσεις, με την γύμνωση, με την περιβολή της χλαμύδας και με την προσποιητή προσκύνηση, το χέρι με το καλάμι, το οποίο έδωσαν να κρατά αντί για σκήπτρο, το στόμα πάλι με την προσφορά του ξυδιού. Τι θα μπορούσε να γίνει φοβερότερο από αυτό; Τι πιο υβριστικό;» (Χ).

Ματθ. 27,31  καὶ ὅτε ἐνέπαιξαν αὐτῷ, ἐξέδυσαν αὐτὸν τὴν χλαμύδα(1) καὶ ἐνέδυσαν αὐτὸν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, καὶ ἀπήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ σταυρῶσαι(2).
Ματθ. 27,31  Και όταν τον ενέπαιξαν όσον ήθελαν, έβγαλαν από αυτόν την χλαμύδα, του εφόρεσαν τα ενδύματά του και τον ωδήγησαν, δια να τον σταυρώσουν.
(1)     «Όταν τον ξέντυσαν από την χλαμύδα, αφαίρεσαν οπωσδήποτε και το στεφάνι» (Ζ). Παρόλ’ αυτά τίποτα δεν λέγεται από τους ευαγγελιστές για το αγκάθινο στεφάνι, το οποίο κατά τους Ωριγένη, Τερτυλλιανό και άλλους αρχαίους συγγραφείς παρέμεινε μέχρι τέλους του μαρτυρίου στο ιερό κεφάλι του Ιησού (F).
(2)    Το μισό της προφητείας στο κεφ. κ 19 εκπληρώθηκε επακριβώς και ήδη επακολουθεί και η εκπλήρωση του δεύτερου μισού (p)

Η σταύρωση του Μεσσία

Ματθ. 27,32  Ἐξερχόμενοι(1) δὲ εὗρον ἄνθρωπον Κυρηναῖον(2) ὀνόματι Σίμωνα· τοῦτον ἠγγάρευσαν(3) ἵνα ἄρῃ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ.
Ματθ. 27,32   Καθώς δε έβγαιναν από την πόλιν, ευρήκαν ένα άνθρωπον, που κατήγετο από την Κυρήνην και ωνομάζετο Σίμων, αυτόν ηγγάρευσαν να σηκώση μέχρι του Γολγοθά τον σταυρόν του Ιησού.
Η συμπεριφορά των στρατιωτών στο έργο της εκτέλεσης του καταδίκου, το οποίο διατάχτηκαν να φέρουν σε πέρας, παρουσιάζεται με εμφανή αντίθεση με την πράξη εκείνων, οι οποίοι κορόιδεψαν και κακοποίησαν αυτόν. Η κοροϊδία και η κτηνώδης συμπεριφορά σταματά αμέσως, και με σοβαρότητα πλέον οι στρατιώτες προχωρούν σε εκπλήρωση της διαταγής που τους δόθηκε (p)
(1)    Οι Ιουδαίοι τις θανατικές εκτελέσεις τις τελούσαν έξω από την πόλη, Πράξ. ζ 58,Εβρ. ιγ 11-13. Παρόμοια ήταν η συνήθεια των Ελλήνων και των Ρωμαίων (ο).
(2)  Ιουδαίο από την Κυρύνη που ήταν εγκατεστημένος στα Ιεροσόλυμα, όπου είχαν οι Κυρηναίοι και δική του συναγωγή. Δες Πράξ. στ 9 (δ). Δεν υπήρχε τη στιγμή εκείνη ούτε Ιουδαίος ούτε Ρωμαίος διατεθειμένος να κουβαλήσει πρόθυμα το φορτίο του σταυρού. Ήταν πολλοί παρόντες τότε από Ευρώπη, Ασία και Αφρική. Αλλά από τότε και στις πλέον μακρινές χώρες βρέθηκαν πολλοί, οι οποίοι πρόθυμα θα σήκωναν το σταυρό του (b).
(3)    «Διότι πρώτα μεν έβαλαν σε αυτόν το σταυρό ως κατάδικο και βαστάζοντάς τον βγήκε· έπειτα αφού συνάντησαν τον Σίμωνα, αυτόν αγγάρευσαν να σηκώσει αυτόν» (Ζ). «Αυτός που πρόκειται να καρφωθεί σε αυτόν (το σταυρό), προηγουμένως τον βαστάζει» (Αρτεμίδωρος Ονειρ. ΙΙ,56). Ήταν συνηθισμένο οι καταδικασμένοι σε σταύρωση να κουβαλάνε τους σταυρούς τους στον τόπο της καταδίκης. Και ο Κύριος βάσταξε το σταυρό για κάποιο διάστημα, διότι τον Σίμωνα τον συνάντησαν έξω από την πόλη. Για το αγγαρεύω δες Ματθ. ε 41.

Ματθ. 27,33  Καὶ ἐλθόντες εἰς τόπον λεγόμενον Γολγοθᾶ(1), ὅ ἐστι(2) λεγόμενος κρανίου(3) τόπος,
Ματθ. 27,33  Και αφού ήλθαν εις τόπον λεγόμενον Γολγοθά, όνομα που σημαίνει “τόπος κρανίου”,
(1)    Σύμφωνα με τον Dalman, ενώ ο αραμαϊκός τύπος είναι Γουλγολθά, οι Έλληνες για διευκόλυνση της προφοράς του ονόματος παρέλειπαν το δεύτερο λ· αλλά οι Σύροι πέτυχαν το ίδιο αποτέλεσμα με τον τύπο Γαγουλθά. Είναι πιθανόν, ότι η αραμαϊκή προφορά στα Ιεροσόλυμα ήταν ήδη Γολγοθά (L).
(2)    «Το οποίο, το Γολγοθά δηλαδή, λέγεται που σημαίνει μεταφράζεται, όπως ο Μάρκος είπε, από την εβραϊκή διάλεκτο στην ελληνική, σημαίνει και λέγεται κρανίου τόπος» (Ζ).
(3)    Εκφράστηκε η γνώμη, σύμφωνα με την οποία ονομάστηκε έτσι από τα κρανία των καταδίκων, τα οποία έμεναν εκεί άταφα. Αυτό είναι απίθανο, διότι οι Ιουδαίοι δεν θα ανεχόντουσαν άταφα οστά, και επιπλέον η ονομασία θα έπρεπε να είναι κρανίων τόπος (p). Υπάρχει και η από τον Ωριγένη ήδη γνωστή ιουδαϊκή παράδοση των πιστών, σύμφωνα με την οποία «λένε κάποιοι ότι εκεί πέθανε και είναι θαμμένος ο Αδάμ, και τα οικονόμησε ο Θεός έτσι, ώστε, όπου ο παλαιός Αδάμ έπεσε από το θάνατο, εκεί να στηθεί και το τρόπαιο του νέου Αδάμ κατά του θανάτου, εννοώ βεβαίως το σταυρό» (Ζ)· «quia ibi erectus sit medicus, ubi jacebat aegrotus» (Αυγουστίνου, «ώστε εκεί να υψωθεί ο γιατρός, όπου ήταν πεσμένος ο ασθενής»). Αυτή όμως η μεταγενέστερη απόκρυφη παράδοση δεν μπορεί να έχει ιστορική βάση (δ).
Ο λόφος ονομαζόταν έτσι από το σχήμα του (b). Η τελευταία αυτή εκδοχή, αν και όχι βέβαιη, είναι η πιθανότερη. Σε αυτήν επίσης κλίνει και ο Κύριλλος Ιεροσολύμων (F).

Ματθ. 27,34  ἔδωκαν αὐτῷ πιεῖν ὄξος(1) μετὰ χολῆς(2) μεμιγμένον· καὶ γευσάμενος οὐκ ἤθελε(3) πιεῖν.
Ματθ. 27,34  του έδωσαν να πιή ξύδι ανακατεμένον με χολήν, δια να του φέρη κάποιαν προσωρινήν νάρκωσιν. Εκείνος όμως αφού το εδοκίμασε, δεν ήθελε να το πιή.
(1)    Υπάρχει και η γραφή των αλεξανδρινών μεγαλογράμματων κωδίκων οίνον. «Ο Μάρκος λοιπόν είπε, ότι του έδιναν να πιει εσμυρνισμένο κρασί» (Ζ).
(2)    Αντί για το σμύρνα του Μάρκου λέει ο Ματθαίος χολή. Η αντίστοιχη εβραϊκή λέξη χρησιμοποιείται και για άλλα πικρά στη γεύση, όπως το αψίνθιον (Παροιμ. ε 4,Θρήνοι Ιερεμ. γ 15). Για αυτό κάποιοι το χολή το θεωρούν ως ταυτόσημο με το σμύρνα του Μάρκου (g).
Η λέξη χολή γίνεται έτσι γενική λέξη για δήλωση ποτού πικρής γεύσης και η έννοια του καθενός από τα δύο Ευαγγέλια είναι ότι το κρασί ήταν αναμεμιγμένο με φάρμακο, ίσως και διαφορετικό από τη χολή ή τη σμύρνα. Φαίνεται να υπήρξε ιουδαϊκή συνήθεια να δίνουν κάποιο ναρκωτικό ποτό στους από το συνέδριο καταδικασμένους στον δια λιθοβολισμού θάνατο με σκοπό να μετριάσουν την αγωνία από τον οδυνηρό θάνατο και υπάρχει η ιδέα, ότι στα Ιεροσόλυμα υπήρχε ένα είδος σωματείου γυναικών, για να προμηθεύει τέτοια αναισθητικά στους κατάδικους (p).
«Προτού μεν ανέβει στο σταυρό του προσφέρθηκαν αυτά που αναφέρθηκαν, όπως ο Ματθαίος και ο Μάρκος είπαν· μετά όμως που ανέβηκε στο σταυρό μόνο ξύδι, όπως ο Λουκάς και ο Ιωάννης λένε» (Ζ).
(3)    Διότι ο Ιησούς επιθυμούσε να διατηρήσει τις αισθήσεις του πλήρως αδιατάρακτες μέχρι το θάνατό του (b).

Ματθ. 27,35  σταυρώσαντες(1) δὲ αὐτὸν διεμερίσαντο τὰ ἱμάτια(2) αὐτοῦ βαλόντες κλῆρον(3),
Ματθ. 27,35   Αφού δε τον εσταύρωσαν, εμοίρασαν μεταξύ των με κλήρον τα ενδύματά του οι στρατιώται.
(1)    Η σταύρωση ήταν η σκληρότερη και φρικωδέστερη από τις ρωμαϊκές ποινές, συνηθισμένη σε δούλους, μεγάλους κακούργους και στασιαστές, ουδέποτε όμως σε Ρωμαίους πολίτες. Οι σταυρούμενοι έμεναν καρφωμένοι, ζώντας και φοβερά πονώντας γύρω στις δώδεκα ώρες, πολλές φορές όμως 24 και 36, και καμιά φορά, αυτοί που είχαν πολύ ισχυρή κράση, 48 ή 60 ώρες. Ερχόταν λοιπόν ο θάνατος όχι από αιμορραγία, διότι το από τις πληγές αίμα αφού έπηζε εκεί σταμάταγε να ρέει, αλλά από τη νάρκωση των μυών, των φλεβών και των νεύρων και την εξάντληση των δυνάμεων. Οι φοβεροί πόνοι προέρχονταν από τη φλόγωση των πληγών και από τη συρροή του αίματος στον εγκέφαλο (δ).
Η εκτέλεση γινόταν με το να υψώσουν πρώτα και να στερεώσουν το σταυρό, ο οποίος συνήθως ήταν αρκετά χαμηλός. Έπειτα ανέβαζαν τον κατάδικο καβαλικευτά πάνω σε ένα τεμάχιο πασσάλου στερεωμένου στο μέσο του κάθετου ξύλου του σταυρού. Συνήθως τα πόδια και τα χέρια καρφώνονταν στη συνέχεια με χοντρά καρφιά (F). Υπάρχει παρόλ’ αυτά και η γνώμη ότι συνηθέστερα ο σταυρός υψωνόταν, αφού τα χέρια και τα πόδια του καταδίκου καρφώνονταν σε αυτόν, ενώ βρισκόταν στο έδαφος (ο).
(2)    Οι σταυρούμενοι καρφώνονταν γυμνοί (Αρτεμίδ. ΙΙ, 58) και πιθανώς μόνο κάποιο ύφασμα κάλυπτε τη μέση τους. Τα ρούχα τους τα έπαιρναν αυτοί που εκτελούσαν την καταδίκη (δ).
(3)    «Τα μεν ιμάτια τα μοίρασαν, για τον άρραφο όμως χιτώνα έβαλαν κλήρο» (Ζ). Δες Ψαλμ. κα 19 «για να εκπληρωθεί η προφητεία του Δαβίδ που μιλούσε για αυτά» (Ζ).

Ματθ. 27,36  καὶ καθήμενοι ἐτήρουν(1) αὐτὸν ἐκεῖ.
Ματθ. 27,36  Και καθήμενοι εκεί τον φρουρούσαν.
(1)    «Τον φύλαγαν, για να μην τον κατεβάσει κάποιος» (Ζ). Τον φύλαγαν για να μην απελευθερωθεί από τους οπαδούς του (δ).

Ματθ. 27,37   καὶ ἐπέθηκαν(1) ἐπάνω τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ τὴν αἰτίαν(2) αὐτοῦ γεγραμμένην(3)· οὗτός ἐστιν(4) Ἰησοῦς ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων(5).
Ματθ. 27,37   Και τοποθέτησαν στον σταυρόν, επάνω από την κεφαλήν του, γραμμένην την κατηγορίαν του• “αυτός είναι ο Ιησούς ο βασιλεύς των Ιουδαίων”.
(1)    Η επιγραφή αυτή μεταφέρθηκε στον τόπο της καταδίκης έτοιμη. Διότι όπως φαίνεται από την αφήγηση του Ιωάννου, ο ίδιος ο Πιλάτος έγραψε αυτήν.
(2)    «Την κατηγορία, για την οποία σταυρώθηκε» (Ζ). Τον λόγο της καταδίκης (δ).
(3)    «Αυτό γράφτηκε σε τρεις διαλέκτους, επειδή πολλοί συνήθιζαν να επισκέπτονται τότε την πόλη των Ιουδαίων Έλληνες και Ρωμαίοι» (Ζ).
(4)    Ναι· αληθινά είναι βασιλιάς. Η επιγραφή ίσως παρέμεινε πάνω στο σταυρό πιο πολύ χρόνο παρά το σώμα του Ιησού (b). «Ήταν κρεμασμένα ψηλά τα γράμματα σαν αφιέρωμα που κατά τρόπο λαμπρό ανακήρυτταν τη βασιλεία του» (Ζ).
«Το ότι ο Κύριος είναι βασιλιάς του Ισραήλ μαρτυρήθηκε και από τους εχθρούς, που υπέγραψαν στο σταυρό την ομολογία της βασιλείας του, ότι δηλαδή αυτός είναι ο βασιλιάς των Ιουδαίων· διότι δεχόμαστε τη μαρτυρία, αν και θεωρείται ότι μικραίνει το μεγαλείο της εξουσίας, καθορίζοντας την κυριαρχία στη βασιλεία των Ισραηλιτών. Διότι δεν είναι έτσι· αλλά από το μερικό η επιγραφή αυτή στο σταυρό αποδίδει την πάνω σε όλους εξουσία, με το να μην προσθέσει ότι μόνο των Ιουδαίων είναι αυτός βασιλιάς» (Γν).
«Η ανάγνωση λοιπόν από αυτήν την επιγραφή δήλωνε ότι το σωτήριο πάθος έγινε όχι για χάρη της Ιουδαίας μόνης, αλλά και για κάθε ελληνική και βάρβαρη χώρα» (Δ).
(5)    Ελαφρές διαφορές στο λεκτικό της επιγραφής παρατηρούνται κατά τις διάφορες αφηγήσεις του πάθους από τους τέσσερεις ευαγγελιστές. Προέρχονται κυρίως από τις τρεις διαφορετικές γλώσσες, στις οποίες ήταν γραμμένη η επιγραφή αυτή, στη μετάφραση των οποίων φυσικό ήταν να προκύψουν ελαφρές λεκτικές διαφορές. Υπάρχει όμως απόλυτη συμφωνία ως προς την έννοια της επιγραφής έτσι ώστε τέτοιες λεκτικές διαφορές να αποδεικνύουν εμφανώς την μεταξύ τους ανεξαρτησία και την φιλαλήθεια των ιερών συγγραφέων (ο).

Ματθ. 27,38  Τότε(1) σταυροῦνται(2) σὺν αὐτῷ δύο λῃσταί(3), εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων(4).
Ματθ. 27,38  Τότε σταυρώνονται μαζί με αυτόν δύο λησταί, ένας εκ δεξιών και άλλος εξ αριστερών.
(1)    Όταν σταύρωσαν τον Κύριο της δόξας (δ).
(2)   Αφού οι πρώτοι στρατιώτες, που σταύρωσαν τον Κύριο κάθισαν και «τον φύλαγαν εκεί», όχι αυτοί, αλλά άλλοι σταύρωσαν τους δύο ληστές . Για αυτό ο Ματθαίος καθορίζοντας ακριβέστερα το πράγμα δεν λέει «σταυρώνουν» όπως ο Μάρκος, αλλά σταυρώνονται (L).
(3)    Όχι κλέφτες, αλλά ληστές που αρπάζουν με βίαια μέσα. Ίσως είχαν συνεταιριστεί με τον Βαραββά στα εγκλήματα.
(4)    «Και αυτό οφειλόταν στην επίμονη προσπάθεια των Ιουδαίων, έτσι ώστε, με το να είναι κρεμασμένος ανάμεσα στους κακούργους, να θεωρηθεί και αυτός κακούργος, και ώστε η συμμετοχή στην τιμωρία να τον ανακηρύττει συμμέτοχο και στην κακουργία» (Ζ). Για χλευασμό, τον ενθρόνισαν κατά κάποιο τρόπο σε εξέδρα ως βασιλιά των ληστών. Έτσι με την χαιρεκακία των εχθρών του αυτός ο ίδιος ο τρόπος του θανάτου του διακηρύττει λαμπρά τον σκοπό και το αποτέλεσμα της έλευσής του στον κόσμο. Ήλθε να σώσει αυτούς που μετανοούν.
Αλλά αυτό συνυπονοεί διαχωρισμό μεταξύ μετανοημένων και αμετανόητων. Και διαχωρίζει πάνω στο σταυρό αυτόν που μετανόησε από αυτόν που παρέμεινε αμετανόητος. Κάποιοι κώδικες αναφέρουν και τα ονόματα αυτών Γιοάθαμ και Χαμμαθά ή Ιωάθας και Μαγγατράς, ή σύμφωνα με τα επικρατέστερα από απόκρυφες πηγές ονόματα Δισμάς και Γκεστάς. Του μετανοημένου ληστή η μνήμη τελείται στη μεν Δυτική εκκλησία στις 25 Μαρτίου ενώ στην Ελληνική στις 23 Μαρτίου (p).
Ματθ. 27,39  Οἱ δὲ παραπορευόμενοι(1) ἐβλασφήμουν(2) αὐτὸν κινοῦντες τὰς κεφαλὰς(3) αὐτῶν
Ματθ. 27,39  Εκείνοι δε που περνούσαν από τον δρόμο κοντά στον σταυρόν, τον εβλασφημούσαν και εκινούσαν τα κεφάλια των
(1)    «Οι Ιουδαίοι που περνούσαν κοντά από το δρόμο εκείνο» (Ζ). Η Παρασκευή λοιπόν εκείνη δεν ήταν ημέρα αργίας, αλλά εργασίας (δ). Πολλοί δεν καταδέχονταν ούτε καν να σταθούν εκεί (b) αλλά περνούσαν. Ποιοι ήταν αυτοί δεν έχουμε κάποια νύξη στα ευαγγέλια που να μας διαφωτίζει.
(2)    Στην παρούσα περίπτωση οι εναντίον του εκτελεσθέντος ύβρεις ήταν βλασφημίες, διότι απευθύνονταν κατά του Μεσσία, κατά του Υιού του Θεού (F).
(3)    Κίνηση που δηλώνει άρνηση του να αναγνωρίσει κάποιος κάτι (b). Ή σημάδι χαιρεκακίας = καλά έκαναν αυτοί που σε έβαλαν πάνω σε αυτόν. Δες Ψαλμ. κα 8,ρθ 25,Ιωβ ιστ 4,Ιερεμ. ιη 16 (δ).

Ματθ. 27,40  καὶ λέγοντες· ὁ καταλύων(1) τὸν ναὸν καὶ ἐν τρισὶν(2) ἡμέραις οἰκοδομῶν(3)! σῶσον σεαυτόν(4)· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, κατάβηθι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ.
Ματθ. 27,40  λέγοντες• “συ λοιπόν, είσαι που θα εκρήμνιζες τον ναόν και εις τρεις ημέρας θα τον ξανάκτιζες! Σώσε τώρα τον εαυτόν σου. Εάν πράγματι είσαι υιός του Θεού, κατέβα από τον σταυρόν”.
(1)     Παρατατικός της απόπειρας (L). Εσύ που θα γκρέμιζες (a).
(2)     Και ήταν ήδη η πρώτη από τις ημέρες αυτές (b).
(3)        Αυτή ήταν η μόνη κατηγορία την οποία μετά από τριετή δημόσια δράση, είχαν να του απευθύνουν (ο).
(4)    Χρησιμοποιούν κοροϊδευτικά και το όνομα Ιησούς (=Σωτήρας), έπειτα και το όνομα υιός του Θεού και το όνομα του βασιλιά (δες σ. 42,43) (b). Ο Μεσσίας και πολύ περισσότερο ο Υιός του Θεού ήταν βεβαίως δυνατός να ελευθερώσει τον εαυτό του (F).

Ματθ. 27,41  ὁμοίως(1) δὲ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐμπαίζοντες μετὰ τῶν γραμματέων καὶ πρεσβυτέρων(2) καὶ Φαρισαίων ἔλεγον(3)·
Ματθ. 27,41  Παρομοίως δε και οι αρχιερείς τον ενέπαιζαν μαζί με τους γραμματείς και τους πρεσβυτέρους και τους Φαρισαίους και έλεγαν ειρωνικώς•
(1)     «Το ομοίως λέχθηκε για τη βλασφημία. Διότι και αυτοί ομοίως τον βλασφημούσαν, έστω και αν το έκαναν με άλλα λόγια» (Ζ).
(2)      Περιλαμβάνει έτσι όλα τα μέλη του συνεδρίου.
(3)   Ήδη οι ηγέτες μιμούνται τον όχλο. Τι σύγχυση! Αλλά ξεπερνούν αυτοί τον όχλο σε πικρία (b). Το να κατεβαίνουν τόσο πολύ, ώστε μαζί με τον χυδαίο όχλο να βλασφημούν αυτόν, δείχνει πόσο άσβεστο ήταν το εναντίον του μίσος τους (ο)

Ματθ. 27,42   ἄλλους ἔσωσεν(1), ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι· εἰ βασιλεὺς Ἰσραήλ(2) ἐστι, καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ καὶ πιστεύσομεν(3) ἐπ᾿ αὐτῷ(4)·
Ματθ. 27,42  “άλλους έσωσε, τον εαυτόν του όμως δεν ημπορεί να σώση. Εάν είναι πράγματι ο σταλμένος από τον Θεόν βασιλεύς του Ισραήλ, ας κατεβή από τον σταυρόν και θα πιστεύσωμεν εις αυτόν.
(1)    Η φράση βρίσκεται και στους τρεις ευαγγελιστές. Παρόλ’ αυτά ο σαρκασμός αυτός μαζί με το ακόλουθο «τον εαυτό του δεν μπορεί να σώσει», αν και ειπώθηκε για εμπαιγμό, ανταποκρινόταν σε βαθύτερη και αποκεκρυμμένη από τους υβριστές αλήθεια. Οι χλευαστές αυτοί ήταν μεταξύ εκείνων για τους οποίους ο Ιησούς πέθαινε, για να τους σώσει. Και ο Ιησούς δεν μπορούσε να κατέβει από το σταυρό και να σώσει τον εαυτό του, διότι ήταν εκεί καρφωμένος όχι από τα καρφιά, αλλά από τον πόθο του τού να σώσει αυτούς.
«Το άλλους έσωσε, το είπαν, συκοφαντώντας τις θαυματουργίες του ότι τάχα έγιναν με μαγεία» (Ζ).
(2)    «Αυτό το είπαν εξ’ αιτίας της επιγραφής του τίτλου. Επειδή δεν μπόρεσαν δηλαδή να την αλλάξουν, επιχειρούν να την αποδείξουν ψευδή» (Ζ). Εάν είναι βασιλιάς θεοκρατικός, Μεσσίας και Υιός του Θεού (δ). Του Ισραήλ και όχι των Ιουδαίων όπως είχε η επιγραφή και υπονοούσε αυτό την μεσσιακή βασιλεία πάνω στο λαό του Θεού (L).
(3)    «Και θα κατέβαινε, αν επρόκειτο να πιστεύουν» (Ζ). Είχαν τον Μωϋσή και τους προφήτες και όμως δεν πίστεψαν σε αυτόν. Άκουσαν τα λόγια του και είδαν τα θαύματά του, και όμως δεν πίστεψαν σε αυτόν (p). Εμείς οι Χριστιανοί πιστεύουμε σε αυτόν για αυτόν ακριβώς το λόγο, διότι δεν κατέβηκε αμέσως τότε από το σταυρό, αλλά τελείως αντίθετα ολοκλήρωσε με το σταυρό το έργο του (b).
(4)    Τα αλεξανδρινά χειρόγραφα γράφουν επ’ αυτόν, ενώ πολλά άλλα γράφουν ἐπ᾿ αὐτῷ.

Ματθ. 27,43  (1)πέποιθεν ἐπὶ τὸν Θεόν(2), ῥυσάσθω(3) νῦν αὐτόν, εἰ θέλει αὐτόν(4)· εἶπε γὰρ ὅτι Θεοῦ εἰμι υἱός(5).
Ματθ. 27,43   Έχει στηρίξει την πεποίθησίν του στον Θεόν. Ας τον σώση τώρα από τον σταυρόν, αν πράγματι τον θέλη. Διότι ο ίδιος είπε, ότι είμαι υιός Θεού”.
(1)    Ο στίχος είναι χαρακτηριστικός του Ματθαίου. Το πρώτο μέρος του είναι σχεδόν παράθεση, για να δειχτεί η εκπλήρωσης της προφητείας στο Ψαλμ. κα 9 (L). «Αυτό που προείπε ο Δαβίδ που αφορούσε το δικό τους πρόσωπο, τώρα αυτοί οι ίδιοι λένε αυτό, εκπληρώνοντας αυτήν την προφητεία» (Ζ).
(2)    Έχει εμπιστευθεί τον εαυτό του στο Θεό (L), «ως γιος του» (Ζ).
(3)   «Το έλεγαν αυτό, όχι επειδή ο Θεός δεν μπορούσε να τον σώσει, αλλά επειδή αυτός δεν ήταν Υιός του Θεού, όπως αυτοί νόμιζαν» (Ζ).
(4)    Όπως αυτός αξιώνει (δ). Εβραϊσμός = εάν τον αγαπά (F).
(5)    Δες και Σοφία Σολομ. β 13.

Ματθ. 27,44  τὸ δ᾿ αὐτὸ(1) καὶ οἱ λῃσταὶ(2) οἱ συσταυρωθέντες αὐτῷ ὠνείδιζον αὐτόν.
Ματθ. 27,44  Κατά τον ίδιον τρόπον και οι λησταί, που είχαν σταυρωθή μαζί του, τον ύβριζαν.
(1)    «Αντί να πει παρομοίως. Διότι ο διάβολος όχι μόνο τους Ιουδαίους άναψε (=διέγειρε το θυμό τους), αλλά και τους Ρωμαίους στρατιώτες τους έκανε να συμπεριφέρονται σαν μανιακοί, και τους ίδιους του ληστές, παρόλο που ήταν συσταυρωμένοι, τους εξαγρίωσε εναντίον του» (Ζ).
(2)    «Πώς λοιπόν ο Λουκάς λέει, ότι ο ένας μάλωνε; Και τα δύο έγιναν. Διότι στην αρχή και οι δύο χλεύαζαν, ύστερα όμως όχι πια» (Χ). «Ίσως όμως το έκαναν αυτό και για χάρη των Ιουδαίων, ώστε εξ’ αιτίας αυτού να τους κατεβάσουν από το σταυρό· ύστερα όμως μετανόησε ο ένας» (Ζ).
Η μετάνοιά του αυτή και η ομολογία του παρουσιάζονται πράγματι αξιοθαύμαστες. «Διότι αν και τον έβλεπε να σταυρώνεται, τον αποκαλούσε βασιλιά· και προσδοκώντας ότι αυτός που ατιμαζόταν και έπασχε θα έρθει με δόξα που ταιριάζει σε Θεό, άρπαξε την πίστη, αν και δεν είχε ζήσει με ενάρετη διαγωγή» (Κ). Μπορεί όμως κάποιος να πει, ότι οι Ματθαίος και Μάρκος συντομεύοντας την αφήγηση γενικεύουν και στους δύο ληστές τους ονειδισμούς (F).

Ο θάνατος του Μεσσία

Ματθ. 27,45  Ἀπὸ δὲ ἕκτης(1) ὥρας σκότος(2) ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν(3) ἕως ὥρας ἐνάτης(1).
Ματθ. 27,45  Από δε την δωδεκάτην ώραν έως τις τρεις το απόγευμα έγινε σκοτάδι σε όλη τη γη.
(1)    Δηλαδή από τις 12-3 μ.μ. . Έτσι εάν η σταύρωση έγινε το μεσημέρι, το σκοτάδι παρατάθηκε καθ’ όλο το χρόνο, κατά τον οποίο ο Ιησούς ήταν πάνω στο Σταυρό (S). «Και πρόσεξε πότε γίνεται. Το μεσημέρι, για να μάθουν όλοι, όταν παντού ήταν ημέρα» (Χ). «Αφού χόρτασαν το μεθύσι της παραφροσύνης και τους χλευασμούς, μετά έγινε αυτό» (Ζ).
«Όταν είπαν όλα όσα θέλησαν, τότε δείχνει το σκοτάδι» (Χ), «έτσι ώστε, αφού σταμάτησε πλέον ο θυμός, να μπορέσουν να κερδίσουν κάτι από το θαύμα» (Ζ). «Διότι από το να κατέβει από το σταυρό, αυτό ήταν πιο θαυμαστό, το να ενεργεί δηλαδή τέτοια πράγματα ενώ είναι στο σταυρό. Διότι, είτε πίστευαν ότι τα έκανε Εκείνος αυτά, έπρεπε να πιστέψουν και να φοβηθούν· είτε πίστευαν ότι δεν τα έκανε εκείνος, αλλά ο Πατέρας, και πάλι έπρεπε να συγκινηθούν βαθιά· διότι το σκοτάδι εκείνο ήταν ενέργεια οργής για όσα είχαν αποτολμηθεί» (Χ).
(2)    Έκτακτα συμβάντα και όταν ακόμη οφείλονται σε αιτίες φυσικές, σωστά μπορούν να θεωρηθούν ως σημάδια από το Θεό (p). Παρόλ’ αυτά «δεν μπορούσαν να πουν, ότι ήταν μία φυσική έκλειψη ηλίου·… διότι στην δέκατη τέταρτη ημέρα της σελήνης, που είναι πανσέληνος, είναι αδύνατον να συμβεί κατά τρόπο φυσικό έκλειψη ηλίου» (Ζ).
(3)    Το «σε όλη τη γη» στο Λουκά δ 25 σημαίνει σε όλη τη χώρα της Παλαιστίνης (δ). Ίσως και εδώ να έχει την ίδια έννοια (p). Δεν αποκλείεται όμως να σημαίνεται και ολόκληρος ο πλανήτης μας, διότι ο ίδιος ο ήλιος έγινε σκοτεινός (b).

Ματθ. 27,46  περὶ δὲ τὴν ἐνάτην ὥραν ἀνεβόησεν ὁ Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων(1)· ἠλὶ ἠλί(2), λιμᾶ(3) σαβαχθανί(4); τοῦτ᾿ ἔστι, Θεέ μου Θεέ μου(5), ἱνατί με ἐγκατέλιπες(6);
Ματθ. 27,46   Περί την τρίτην απογευματινήν ώραν εβόησε με φωνήν μεγάλην ο Ιησούς, λέγων• “Ηλί, Ηλί, λιμά σαβαχθανί;” Δηλαδή, Θεε μου, Θεε μου, διατί με εγκατέλιπες;”
(1)    Η κραυγή δεν ήταν έκφραση απελπισίας, αλλά προκλήθηκε από την αγωνία που είχε κυριεύσει τον πάσχοντα και δείχνει πόσο πραγματικό ήταν το πάθος του Κυρίου (S).
«Βασανισμένος από τις οδύνες που προξενούσαν τα καρφιά, ως άνθρωπος λέει… Γιατί με άφησες έτσι να οδυνώμαι;… Διότι όπως ακριβώς αληθινά έγινε άνθρωπος, έτσι αληθινά σταυρώθηκε και όχι φανταστικά. Διότι δεν θα φώναζε έτσι αν δεν πονούσε τόσο πολύ» (Ζ). Φώναξε προς τον πατέρα την φωνή του δικαίου, που απευθύνεται προς τον Θεό από τον προφητάνακτα Δαβίδ στο Ψαλμ. κα 1 (δ).
(2)  Αραμαϊκός τύπος, εξ ολοκλήρου ορθός, που προσεγγίζει περισσότερο στο εβραϊκό (L).
(3)    Στα αραμαϊκά λεμά, στα εβραϊκά λαμά.
(4)    Ο κώδικας D στο Μάρκο γράφει ζαφθάνι, το οποίο μπορεί να είναι γραφή που προήλθε από προσαρμογή στο εβραϊκό, αφού ο D φαίνεται να εξομοιώνει τον όλο στίχο με την εβραϊκή ανάγνωση, ηλί ηλί λαμά ζαφθάνι (a).
(5)    Σε άλλες περιπτώσεις συνήθιζε να λέει Πατέρα· τώρα λέει Θεέ μου, σαν να ήταν ήδη σε κάποιο βαθμό αποξενωμένος. Προσθέτει το «μου» με εμπιστοσύνη, υπομονή και αυταπάρνηση (b). Η αντωνυμία αυτή προσδίδει στο παράπονό του τον τόνο της εμπιστοσύνης και όχι της μομφής (L).
(6)    Για μία στιγμή, πράγματι τρομερή, η αγωνία εντείνεται σε σημείο, το οποίο υπερβαίνει την κατανόησή μας, και η αγάπη του Πατέρα φάνηκε ότι απομακρύνθηκε από αυτόν (p). Σε αυτήν τη στιγμή η εγκατάλειψη έφθασε στο έπακρο, όπως μετά από λίγο και το πάθημα θα φτάσει στο τέλος του. Στο μέσο της εγκατάλειψης σιωπούσε. Τώρα παραπονιέται όχι για το πάθημά του, αλλά μόνο για την εγκατάλειψη (b).
Το ποτήρι της οργής του Θεού κατά της αμαρτίας εξαντλείται ήδη μέχρι το κατακάθι. Μέσα στη μεγάλη του ταλαιπωρία βγάζει τα συγκινητικά αυτά λόγια όχι με πνεύμα ανυπομονησίας ή μεμψιμοιρίας, αλλά διότι τόσο καταβεβλημένος σωματικά αισθανόταν τον εαυτό του εγκαταλελειμμένο και από τον επουράνιο Πατέρα του (ο)

Ματθ. 27,47  τινὲς(1) δὲ τῶν ἐκεῖ ἑστώτων ἀκούσαντες ἔλεγον ὅτι Ἠλίαν(2) φωνεῖ οὗτος.
Ματθ. 27,47  Μερικοί δε από εκείνους που εστέκοντο εκεί, όταν ήκουσαν τα λόγια του Ιησού έλεγαν, ότι αυτός επικαλείται τον Ηλία.
(1)    «Ήταν και αυτοί στρατιώτες Ρωμαίοι», ή και κάποιοι άλλοι «που αγνοούσαν την εβραϊκή γλώσσα» (Ζ). Μπορούσαν να είναι και ελληνιστές Ιουδαίοι, που μιλούσαν μόνο ελληνικά (δ). Και πιθανότερα τέτοιοι πρέπει να ήταν, εφόσον οι εθνικοί Ρωμαίοι αγνοούσαν τον Ηλία. Δεν αποκλείεται και σκόπιμα να διέστρεψαν τα λόγια του για εμπαιγμό, μολονότι είχαν αντιληφθεί την αληθινή έννοιά τους (ο).
(2)    Δεν υποδηλώνεται στα ευαγγέλια, εάν η φράση αυτή «τον Ηλία φωνάζει αυτός» ειπώθηκε κοροϊδευτικά ή όχι. Ο Ηλίας θεωρούνταν ως ελευθερωτής σε ώρα ταραχής και οι παριστάμενοι αυτοί ίσως να υπέθεσαν σοβαρά, ότι ο Ιησούς επικαλέστηκε τη βοήθειά του.

Ματθ. 27,48  καὶ εὐθέως δραμὼν εἷς ἐξ αὐτῶν καὶ λαβὼν σπόγγον πλήσας τε ὄξους(1) καὶ περιθεὶς καλάμῳ ἐπότιζεν(2) αὐτόν.
Ματθ. 27,48   Και αμέσως ένας από αυτούς έτρεξε, επήρε σφουγγάρι το εγέμισε με ξύδι, το προσήρμοσε εις ένα καλάμι και τον επότιζε.
(1)    Μάλλον πράξη συμπάθειας που έγινε πιθανώς από κάποιον από τους στρατιώτες. Διότι το σφουγγάρι βουτήχτηκε στο σκεύος που περιείχε το όξινο κρασί, που είχαν φέρει για αναψυχή των στρατιωτών (S). Οπωσδήποτε δεν θα μπορούσαν να ακουμπήσουν το ποτό αυτό των στρατιωτών, που ονόμαζαν posca χωρίς την άδειά τους (L). Οι στρατιώτες συνήθιζαν να πίνουν ξύδι (b).
(2)    Παρατατικός της απόπειρας = ζητούσε να τον ποτίσει (δ).

Ματθ. 27,49  οἱ δὲ λοιποὶ(1) ἔλεγον· ἄφες ἴδωμεν(2) εἰ ἔρχεται Ἠλίας σώσων(3) αὐτόν(4).
Ματθ. 27,49   Οι άλλοι όμως έλεγαν• “άφησε να ιδούμε, εάν θα έλθη ο Ηλίας, δια να τον σώση”.
(1)    Αντίθετα με την πράξη αυτή της συμπάθειας, στην οποία ένας προέβη, οι άλλοι προσθέτουν νέα λοιδορία και νέο χλευασμό.
(2)    = Ο σταυρωμένος δεν επικαλέστηκε τον Ηλία; Ας δούμε λοιπόν, αν θα έλθει (L). Με το «άφησε» δηλώνουν, ότι η βοήθεια αυτού που πρόσφερε το ξύδι δεν ήταν αναγκαία, αφού επικαλέστηκε εκείνος τον Ηλία (b).
(3)    Περίπτωση σπανιότατη χρήσης μετοχής χρόνου μέλλοντα με έννοια τελική (=σκοπού). Είναι λεπτότερη έκφραση από το  καθελεῖν, το οποίο χρησιμοποιεί ο Μάρκος (L).
(4)    Κάποια από τα μεγαλογράμματα χειρόγραφα και κάποια λίγα από τα άλλα, προσθέτουν εδώ: ένας άλλος αφού πήρε λόγχη τρύπησε την πλευρά του και βγήκε νερό και αίμα. Η γραφή δεν φαίνεται να είναι αυθεντική, αλλά προήλθε από το Ιωάννου ιθ 34.

Ματθ. 27,50  ὁ δὲ Ἰησοῦς πάλιν κράξας φωνῇ μεγάλῃ(1) ἀφῆκε(2) τὸ πνεῦμα(3).
Ματθ. 27,50   Ο δε Ιησούς αφού πάλιν έκραξε με φωνήν μεγάλην, αφήκε ο ίδιος το πνεύμα του να φύγη από το σώμα.
(1)    «Τι έλεγε η φωνή, το δήλωσε ο Λουκάς, ότι, Πατέρα, στα χέρια σου θα παραδώσω το πνεύμα μου» (Ζ). Ο Ιησούς εξέπνευσε με φωνή μεγάλη, όχι όπως συνέβαινε συνήθως στους σταυρωμένους από αργή εξάντληση των φυσικών δυνάμεων (S).
(2)    Ο Ματθαίος αντί για το εξέπνευσεν, το οποίο χρησιμοποιεί ο Μάρκος, προτιμά τη φράση άφησε το πνεύμα, ίσως για να τονίσει το εκούσιο (=όταν αυτός το ήθελε) του θανάτου του Χριστού (a). «Όταν δηλαδή είπε, ότι Πατέρα, στα χέρια σου θα παραδώσω το πνεύμα μου, τότε λοιπόν παραχώρησε στο θάνατο να τον πλησιάσει» (Ζ). «Διότι όχι αναγκαστικά, αλλά με τη θέλησή του άφησε το πνεύμα» (Θφ).
(3)    Η ευαγγελική ιστορία αναφέρει το θάνατο του Ιησού Χριστού με λίγες λέξεις. Τα κηρύγματα και οι επιστολές των Αποστόλων εκθέτουν με πολλά λόγια τους καρπούς του θανάτου αυτού. Έτσι το ευαγγέλιο προμηθεύει το μαλλί και ο Απόστολος κατασκευάζει το ρούχο (b).

Ματθ. 27,51  Καὶ ἰδοὺ τὸ καταπέτασμα(1) τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο(2) ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω(3), καὶ ἡ γῆ(4) ἐσείσθη καὶ αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν(5),
Ματθ. 27,51   Και ιδού το παραπέτασμα του ναού, εσχίσθη εις δύο από επάνω έως κάτω και η γη συνεκλονίσθη από τον σεισμόν και οι πέτρες εσχίσθησαν
(1)    Είναι λέξη της ελληνικής αλεξανδρινής γλώσσας, αντί για το παραπέτασμα, το οποίο οι υπόλοιποι Έλληνες από τον Ηρόδοτο χρησιμοποιούν. Με τη λέξη αυτή στον ιερό κώδικα και στα συγγράμματα του Φίλωνα και του Ιωσήπου ονομάζονται τα δύο εκείνα μεγαλοπρεπή παραπετάσματα (=κουρτίνες) στο ναό των Ιεροσολύμων, από τα οποία το ένα χώριζε την είσοδο του ναού από τον περίβολο (Εξοδ. κστ 37,λη 18,Αριθ. γ 26,Ιωσηπ. Ιουδ. Πολ. V 5,4, το οποίο από τους Ο΄(=70 μεταφραστές) και τον Φίλωνα ονομάζεται και κ ά λ υ μ μ α· Εξοδ. κζ 16,Αριθμ. γ 25, Φίλων περί του βίου Μωϋσέως ΙΙΙ παραγραφος 5 και 9), το άλλο διαχώριζε τα άγια των αγίων από τα άγια και αυτό κατεξοχήν ονομάζεται καταπέτασμα και από τους Ο΄ και από τον Φίλωνα. Μόνο το τελευταίο αυτό καταπέτασμα αναφέρεται στην Κ.Δ. (g).
Πουθενά αλλού στην Κ.Δ. δεν αναφέρεται, διότι το καταπέτασμα στο χωρίο Εβραίους θ 3 αναφέρεται στη Σκηνή και όχι στο ναό (p). Ήταν αυτό πλουσιότατο και πολύ πυκνό (F). Ήταν επίσης και τόσο χαλαρά δεμένο από πάνω ώστε σε συνδυασμό με την πυκνότητα του υφάσματος και των κλωστών που το συγκρατούσαν γινόταν αδύνατον φυσικώς να σχιστεί, οσοδήποτε βίαιος και αν ήταν ο σεισμός που έγινε (ο).
(2)    Αναφέρεται ίσως σαν σύμβολο της μεταβολής και αλλαγής, την οποία επέφερε ο θάνατος του Μεσσία.
«Με το καταπέτασμα που σχίστηκε, δήλωσε ο Θεός, ότι έφυγε λοιπόν η θεία χάρη από το ναό και ότι τα ενδότερα, δηλαδή τα άγια των αγίων θα γίνουν σε όλους βατά (=προσβάσιμα) και ορατά, το οποίο και έγινε ύστερα, όταν μπήκαν οι Ρωμαίοι. Η πιο χαριτωμένη όμως ερμηνεία είναι ότι, επειδή τα εντός του καταπετάσματος ήταν τύπος του ουρανού, ενώ τα εκτός τύπος της γης, αφού σχίστηκε τώρα το καταπέτασμα, δήλωσε ότι σχίστηκε ήδη το μεσότοιχο του ουρανού και της γης… και έγινε βατός ο ουρανός στους ανθρώπους… Συνολικά πάντως αυτά που έγιναν, ήταν δείγμα θεομηνίας, που έλεγχαν την αναισθησία τω Ιουδαίων και προανήγγειλαν την καταστροφή τους» (Ζ).
(3)    Ο Ιερώνυμος λέει, ότι σύμφωνα με το καθ’ Εβραίους ευαγγέλιο το υπέρθυρο του ναού σχίστηκε. Είναι πιθανόν, το σχίσιμο του καταπετάσματος να συνοδεύτηκε και από φθορές του όλου κτιρίου του ναού. Ο Ιώσηπος (Ιουδ. Πολ. VI, 5,3) αναφέρει ένα αριθμό οιωνών που προηγήθηκαν από την καταστροφή του ναού και μεταξύ αυτών και ότι κατά το Πάσχα οι βαριές πύλες του ναού, οι οποίες έκλειναν μόλις και μετά βίας από είκοσι άνδρες, άνοιξαν αυτόματα τη νύχτα. Η Γεμάρα αναφέρει ένα όμοιο συμβάν κατά το Πάσχα, γύρω στα σαράντα χρόνια πριν την πτώση της Ιερουσαλήμ. Αυτά σύμφωνα με τον Zahn και Neander φανερώνουν ανάμνηση ενός έκτακτου συμβάντος στο ναό κατά το χρόνο της σταύρωσης (p).
(4)    Δηλαδή η Παλαιστίνη ολόκληρη και πιθανώς και άλλα μέρη (δ).
(5)   Η φύση κατά κάποιο τρόπο φοβήθηκε από την εγκληματικότητα των ανθρώπων και εκδήλωσε με τον τρόπο της τη συμπάθειά της για το θάνατο του Χριστού (F). Οσοδήποτε και αν αναζητηθούν λόγοι φυσικοί για εξήγηση του σεισμού και του σχισίματος των πετρών, το γεγονός, ότι όλα αυτά τα από μόνα τους ασυνήθιστα συνέπεσαν κατά την ίδια στιγμή μαζί με το σχίσιμο του καταπετάσματος και το άνοιγμα των μνημείων και μαζί με το ταυτόχρονο ξεψύχισμα του Λυτρωτή, αποτελεί εκπληκτικό θαύμα (ο)

Ματθ. 27,52  καὶ τὰ μνημεῖα(1) ἀνεῴχθησαν καὶ πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων(2) ἠγέρθη,
Ματθ. 27,52   και τα μνημεία εις την περιοχήν της Ιερουσαλήμ ανοίχθησαν μόνα των και πολλά σώματα των πεθαμένων αγίων ανεστήθησαν•
(1)    Τα μνημεία στους βράχους (δ).
(2)   Των αγίων, οι οποίοι είχαν πεθάνει, είτε πολύ χρόνο πριν τη γέννηση του Χριστού, είτε όχι πολύ μετά τη γέννησή του. Οι παλαιοί φαίνεται να θεωρούσαν τον Ιώβ ως έναν από αυτούς, διότι στο τέλος του βιβλίου του οι Ο΄ και ο Θεοδοτίων προσθέτουν: «και έχει γραφτεί ότι πάλι θα αναστηθεί αυτός μαζί με αυτούς που ο Κύριος θα αναστήσει» (b). Το να αναγνωριστούν παρόλ’ αυτά αυτοί από πρόσωπα που ζούσαν ακόμη στα Ιεροσόλυμα συνηγορεί μάλλον, ότι πρόκειται για κεκοιμημένους όχι πριν πολύ χρόνο (ο).
Η λέξη άγιοι πουθενά αλλού στα ευαγγέλια δεν συναντιέται· στις Πράξεις όμως και στις επιστολές χρησιμοποιείται πάντοτε για τους Χριστιανούς. Φαίνεται λοιπόν, ότι σημαίνει εκείνους, οι οποίοι όπως ο Συμεών και η Άννα, ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ δέχτηκαν τον Ιησού ως Μεσσία (p).
Αυτούς ίσως υπονοεί και ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος όταν γράφει στην προς Μαγνησίους (κεφ. θ) επιστολή του: «Τον οποίο (Χριστό) και οι προφήτες, όντας μαθητές του με το Πνεύμα, τον περίμεναν ως δάσκαλο, και για αυτό, αυτός τον οποίο δίκαια περίμεναν, όταν ήρθε τους ανέστησε από τους νεκρούς». Αναστήθηκαν όμως «και για βεβαίωση της μελλοντικής αναστάσεως» (Ζ).

Ματθ. 27,53  (1)καὶ ἐξελθόντες ἐκ τῶν μνημείων, μετὰ τὴν ἔγερσιν(2) αὐτοῦ(3) εἰσῆλθον εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν καὶ ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς(4).
Ματθ. 27,53    και αφού εξήλθαν από τα μνημεία μετά την ανάστασιν του Χριστού, εισήλθαν εις την αγίαν πόλιν, την Ιερουσαλήμ και παρουσιάσθησαν εις πολλούς.
(1)    Πιθανώς η περί ανάστασης των αγίων αφήγηση να ήταν στην αρχική παράδοση συνδεδεμένη με την ανάσταση του Χριστού και εδώ ανέφερε αυτήν ο ευαγγελιστής με ευκαιρία την εξιστόρηση του σεισμού και του ανοίγματος εξ’ αιτίας αυτού των μνημείων (S). Ταυτόχρονα με το θάνατο του Κυρίου το καταπέτασμα σχίστηκε, η γη σείστηκε και οι πέτρες σχίστηκαν. Και ο ιερός ευαγγελιστής συνύφανε μαζί και τα άλλα καταπληκτικά περιστατικά τα οποία σημειώθηκαν εκείνες τις ημέρες.
Ο πρώτος που αναστήθηκε από τους νεκρούς, για να μην πεθάνει πλέον ήταν ο Χριστός. Είχε όμως και συντρόφους. Μετά την ανάστασή του, σημειώθηκε και η ανάσταση των αγίων. Και αναφέρεται ότι η έξοδός τους και η είσοδός τους στην αγία πόλη έγινε μετά την ανάστασή του, διότι τα πρόσωπα εκείνα, στα οποία εμφανίστηκαν οι αναστημένοι, είδαν πότε έγινε η είσοδός τους στην αγία πόλη, όχι όμως και πότε αναστήθηκαν (b).
Άνοιξαν μεν τα μνημεία κατά την ώρα της εκπνεύσεως του Λυτρωτή, αλλά καμία ζωοποίηση νεκρών δεν έγινε τότε. Η ανάσταση των κεκοιμημένων αυτών έγινε μετά την ανάσταση του Κυρίου για να καταδειχτεί, ότι η δύναμη του τάφου καταργήθηκε από το Χριστό (ο).
(2)    Πουθενά αλλού στην Κ.Δ. ή τους Ο΄ η λέξη έγερσις δεν συναντιέται με την έννοια της ανάστασης (p).
(3)   Φαίνεται παράδοξο, ότι αναγγέλλεται η ανάσταση των προσώπων αυτών κατά τη στιγμή του θανάτου του Κυρίου και η εμφάνισή τους αναβάλλεται μετά την ανάσταση του Κυρίου. Για αυτό υπάρχουν και κάποιοι λίγοι κώδικες με τη γραφή «έγερσιν αυτών», ενώ η συριακή μετάφραση της Παλαιστίνης παραλείπει ολοτελώς τη φράση. Ασφαλώς όμως αυτά αποτελούν διορθώσεις που προστέθηκαν μετέπειτα (L).
(4)    «Έτσι ώστε από την ανάσταση αυτών, να βεβαιωθούν και για την ανάσταση εκείνου, συλλογιζόμενοι, ότι αυτός που ανέστησε αυτούς, πολύ περισσότερο ανέστησε τον εαυτό του» (Ζ).
Ως προς το ζήτημα, τι απέγιναν αυτοί οι αναστημένοι, ο μεν Ζ. φρονεί, ότι «αφού εμφανίστηκαν, πάλι κοιμήθηκαν». Υπέρ της εφήμερης ζωοποίησής τους κηρύττεται και ο L. Ο δ. όμως φρονεί, ότι ανέβηκαν στον παράδεισο με το πρόσκαιρο εκείνο σώμα που αναμένει την κοινή ανάσταση. Η ευαγγελική αφήγηση αφήνει το πράγμα αόριστο. Πιθανότερο παρόλ’ αυτά φαίνεται, ότι αναστήθηκαν αυτοί οριστικά.

Ματθ. 27,54  Ὁ δὲ ἑκατόνταρχος(1) καὶ οἱ μετ᾿ αὐτοῦ τηροῦντες τὸν Ἰησοῦν, ἰδόντες τὸν σεισμὸν καὶ τὰ γενόμενα ἐφοβήθησαν σφόδρα λέγοντες(2)· ἀληθῶς(3) Θεοῦ υἱὸς(4) ἦν οὗτος(5).
Ματθ. 27,54   Ο δε εκατόνταρχος και οι στρατιώται, που ήσαν μαζί του δια να φρουρούν τον Ιησούν, εφοβήθησαν παρά πολύ και έλεγαν• “αληθώς! αυτός ήτο υιός Θεού”!
(1)    «Αυτόν ο Μάρκος τον ονόμασε κεντυρίωνα. Διότι κεντυρίων στους Ρωμαίους είναι ο εκατόνταρχος» (Ζ) «ή ταγματάρχης εκατοντάδας. Διότι κέντο στους Ρωμαίους είναι το εκατό» (Φαβωρίνος).
(2)    Η ακόλουθη αναφώνηση από τον Ματθαίο αναφέρεται ότι έγινε από όλους. Είναι όμως δυνατόν να έγινε από τον εκατόνταρχο που εξέφραζε τη συγκίνηση όλων (L).
(3)   Αυτό αναφέρεται αντιθετικά στους σ. 40,  43 (b). Ο εκατόνταρχος, ο οποίος ίσως θα γνώριζε καλά, ότι ο Ιησούς αξίωνε ότι ήταν γιος του Θεού, εκφράζει την πεποίθησή του, ότι τα περιστατικά του θανάτου του αποδεικνύουν το βάσιμο και πραγματικό αυτής της αξίωσής του (α).
(4)    Σύμφωνα με την εθνική τους ιδέα ως Θεού Υιό, δηλαδή ημίθεο ή ήρωα τον θεώρησαν (δ). Και «ο μεν εθνικός εκατόνταρχος, από τα θαύματα πιστεύει μαζί με αυτούς που ήταν μαζί του· οι Ιουδαίοι όμως που άκουσαν ολοκάθαρα τους προφήτες και το νόμο, μένουν άπιστοι» (Θφ).
(5)    «Μερικοί μάλιστα λένε ότι υπάρχει και μαρτύριο αυτού του Κεντυρίωνα, αφού ανδρώθηκε στην πίστη ύστερα από αυτά» (Χ). «Ήταν αληθής ο Κύριος όταν έλεγε «Όταν υψωθώ από τη γη, θα τους ελκύσω όλους προς τον εαυτό μου». Γιατί να, ενώ υψωνόταν στον τίμιο σταυρό, άρχισε να σαγηνεύει πολλούς στην επίγνωση της αλήθειας. Προσέλκυσε λοιπόν τον εκατόνταρχο, προσέλκυσε και κάποιους από τους Ιουδαίους, οι οποίοι «χτυπούσαν και τα στήθη τους» συγκινημένοι οπωσδήποτε βαθειά, και με τα μάτια της διάνοιάς τους έβλεπαν επάνω προς τον Κύριο» (Κ).

Ματθ. 27,55  Ἦσαν δὲ ἐκεῖ καὶ γυναῖκες πολλαὶ(1) ἀπὸ μακρόθεν(2) θεωροῦσαι, αἵτινες ἠκολούθησαν τῷ Ἰησοῦ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας(3) διακονοῦσαι(4) αὐτῷ·
Ματθ. 27,55  Ήσαν δε εκεί και πολλαί γυναίκες, αι οποίαι από μακρυά παρακολουθούσαν τα γεγονότα. Αυταί ηκολούθησαν τον Ιησούν από την Γαλιλαίαν και τον υπηρετούσαν.
(1)    Οι τρεις που αναφέρονται κατά τρόπο άμεσο και ειδικό ίσως πλησίασαν περισσότερο προς το σταυρό. Κατά την αφήγηση του Ιωάννου η μητέρα του Κυρίου, κάποιες άλλες γυναίκες και ο αγαπημένος μαθητής στέκονταν δίπλα στο σταυρό (S). «Και δες την σειρά που αντιστράφηκε· διότι οι μαθητές έφυγαν· οι μαθήτριες όμως παρέμειναν» (Ζ).
(2)    Πιθανώς απαγορεύτηκε σε αυτές από τους στρατιώτες να σταθούν κοντά στο σταυρό ή επειδή εμποδίζονταν από το να προβούν σε κάποια ενέργεια και εκδήλωση συμπάθειας προς αυτόν, αποχώρησαν μαζί σε κάποιο μακρινό σημείο, από όπου θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν το μαρτύριο του Διδασκάλου, απολαμβάνοντας εκεί και πλήρη ελευθερία, ώστε να εκδηλώσουν τη θλίψη τους (ο).
(3)    Και οι τρεις συνοπτικοί αναφέρουν, ότι οι γυναίκες ήταν από τη Γαλιλαία και δεν πρέπει συνεπώς να ταυτίζονται με τις «θυγατέρες Ιερουσαλήμ» του χωρίου Λουκά κγ 28 (p).
(4)    «Χορηγούσαν τα αναγκαία» (Ζ). Παρείχαν τα αναγκαία προς το ζην (g).

Ματθ. 27,56  ἐν αἷς ἦν Μαρία ἡ Μαγδαληνή(1), καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Ἰωσῆ μήτηρ(2), καὶ ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου(3).
Ματθ. 27,56   Μεταξύ αυτών ήσαν η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή, και η μητέρα των υιών Ζεβεδαίου.
(1)    Εισάγεται εδώ σαν πάρα πολύ γνωστό πρόσωπο, παρόλο που δεν αναφέρθηκε από το Ματθαίο μέχρι τώρα. Από τον Λουκά (η 2) και το Μάρκο (ιστ 9) μαθαίνουμε, ότι θεράπευσε αυτήν ο Ιησούς κυριευμένη από δαιμόνια. Μαγδαληνή σημαίνει πιθανώς αυτή που κατάγεται από τα Μάγδαλα. Δες Ναζαρηνός. Δεν πρέπει να ταυτίζεται με την πόρνη, για την οποία αφηγείται ο Λουκάς στο ζ 37. Η ταύτιση αυτή και σύμφωνα με τον Swete αποτελεί βαριά πλάνη της δυτικής χριστιανικής παράδοσης, που είναι βαθειά παρόλ’ αυτά ριζωμένη (p).
(2)    Η συριακή μετάφραση του Σινά και μαζί με αυτήν ο Wellhausen αποδίδουν τη φράση Μαρία η θυγάτηρ του Ιακώβου και Ιωσή μήτηρ (a). Μάλλον πρόκειται για τη μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή. Είναι η ίδια με τη Μαρία του Κλωπά (Ιω. ιθ 25). Δεν ήταν όμως αδελφή της Παρθένου και ο Κλωπάς δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον Αλφαίο ούτε με τον Κλεόπα του Λουκά κδ 18 (p). Όταν ο Ματθαίος έγραψε, οι γιοι ήταν γνωστότεροι παρά η μητέρα τους. Εξαιτίας αυτού καθόρισε αυτήν από τους γιους της (b).
(3)    Είναι αναμφίβολα η ίδια με τη Σαλώμη που αναφέρει ο Μάρκος.

Ο Ιησούς στον τάφο

Ματθ. 27,57  Ὀψίας(1) δὲ γενομένης ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος(2) ἀπὸ Ἀριμαθαίας(3), τοὔνομα Ἰωσήφ, ὃς καὶ αὐτὸς ἐμαθήτευσε(4) τῷ Ἰησοῦ·
Ματθ. 27,57    Αργά δε το απόγευμα ήλθε ένας πλούσιος άνθρωπος από την Αριμαθαίαν, ονόματι Ιωσήφ, ο οποίος και αυτός είχε μαθητεύσει κοντά στον Ιησούν.
(1)    Πριν ακόμη έλθει το Σάββατο. Γύρω στις 6 μ.μ. θα άρχιζε η νέα αυτή ημέρα (S). Οψία (=δειλινή) εξυπακούεται ώρα. Επίθετο όψιος, οψία, ιον. Ο μεταμεσημβρινός χρόνος ο από τις 3-6 μ.μ. (g).
(2)    Σύμφωνα με το Μάρκο και Λουκά βουλευτής, δηλαδή μέλος του συνεδρίου. Ο Ματθαίος ονομάζει αυτόν πλούσιο (L). Είχε υπ’ όψη το Ησ. νγ 9 «και θα δώσω… τους πλούσιους αντί για το θάνατό του;». Έτσι φρονούν οι a και p. Αλλά το χωρίο αυτό είναι τόσο ασαφές και σκοτεινό, ώστε γίνεται αμφίβολο να υπέβαλε στον Ματθαίο εδώ τη λέξη πλούσιος (L). Μάλλον το πλούσιος μπήκε για να δηλώσει, ότι ασκούσε μεγάλη επιρροή (F).
(3)    Η ταύτιση της Αριμαθαίας με την Αρμαθαίμ ή Ραμαθά ή Ραμαθαΐμ (Α΄ Βασ. α 1,19,Α΄Μακ. ια 34,Ιωσήπου Αρχ. 13,4,9) είναι πιθανή, αλλά όχι βέβαιη. Διότι το όνομα αυτό το είχαν πολλά χωριά της Παλαιστίνης (g). Πατρίδα του Σαμουήλ η Ραμαθέμ ή Ραμά βρισκόταν στο όρος Εφραίμ (δ). Ο Ιωσήφ καταγόταν από την Αριμαθαία, αλλά ήδη ήταν εγκατεστημένος και είχε ιδιοκτησία στην Ιερουσαλήμ (S).
(4)    Αμετάβατο, με τη σημασία: έγινε μαθητής του Ιησού (δ). Μπήκε αυτό για να εξηγηθεί ο ζήλος του Ιωσήφ που εκδηλώθηκε στην προκειμένη περίπτωση (F).

Ματθ. 27,58  οὗτος προσελθὼν(1) τῷ Πιλάτῳ ᾐτήσατο τὸ σῶμα(2) τοῦ Ἰησοῦ. τότε ὁ Πιλᾶτος ἐκέλευσεν(3) ἀποδοθῆναι(4) τὸ σῶμα.
Ματθ. 27,58   Αυτός προσήλθε στον Πιλάτον και εζήτησε το σώμα του Ιησού. Τότε ο Πιλάτος διέταξε να του δοθή.
(1)    «Αυτός που προηγουμένως κρυβόταν, τώρα έδειξε μεγάλη τόλμη μετά το θάνατο του Χριστού. Διότι ούτε ασήμαντος ήταν, ούτε από εκείνους που μένουν απαρατήρητοι, αλλά ένας από τα μέλη του συνεδρίου και πολύ επιφανής. Από αυτό μάλιστα μπορεί να δει κανείς και την ανδρεία του. Διότι καταδίκασε σε θάνατο τον εαυτό του, όταν διακήρυξε την απέχθειά του προς όλους με τη συμπάθειά του προς τον Ιησού, και τόλμησε να ζητήσει το σώμα του, και δεν απομακρύνθηκε παρά μόνο αφού πέτυχε αυτό που ήθελε» (Χ).
(2)    Και ο Ματθαίος και ο Μάρκος αποφεύγουν τη λέξη πτώμα (p).
(3)   Ο Ματθαίος και ο Μάρκος εκφράζονται με τρόπο που επιτρέπει να υποθέσουμε, ότι ο Πιλάτος διέταξε οι στρατιώτες να αποκαθηλώσουν το σώμα και να το παραδώσουν στον Ιωσήφ. Ο Λουκάς όμως ξεκάθαρα αναφέρει ότι ο Ιωσήφ κατέβασε αυτό και ο Ιωάννης προσθέτει ότι ο Νικόδημος τον βοήθησε.
(4)    Η πρόθεση «από» στο ρήμα μπορεί να σημαίνει και το ότι δόθηκε αντί αμοιβής (p). «Ο Ιωσήφ επειδή ήταν πλούσιος, είναι εύλογο ότι θα έδινε και χρυσάφι στον Πιλάτο» (Θφ). Μπορεί όμως να έχει τη σημασία να δοθεί επειδή ανήκε σε αυτόν ως πιστό μαθητή και οπαδό (δ), διότι τα σώματα των καταδίκων παραδίδονταν μερικές φορές για ταφή και στους φίλους (S).
Έξυπνη και η ερμηνεία: οι Ιουδαίοι είχαν αποξενωθεί από αυτόν· ο Ιωσήφ πήρε αυτό από τους εθνικούς και μαζί με τον Νικόδημο έδωσαν αυτό πάλι στους Ιουδαίους (b).

Ματθ. 27,59  καὶ λαβὼν τὸ σῶμα ὁ Ἰωσὴφ ἐνετύλιξεν αὐτὸ σινδόνι καθαρᾷ(1),
Ματθ. 27,59  Και λαβών ο Ιωσήφ το σώμα το ετύλιξε εις σινδόνι καινούριο και καθαρό
(1)    Το καθαρό σημαίνει, ότι όπως ο τάφος, έτσι και το σεντόνι δεν είχε προηγουμένως χρησιμοποιηθεί (p). Καθαρό σεντόνι λέει αυτό που δεν έχει ακόμη λερωθεί ή χρησίμευσε σε κάτι άλλο (δ). Οι προς τον Ιησού τιμές άρχισαν ήδη (b).

Ματθ. 27,60  καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν τῷ καινῷ(1) αὐτοῦ(2) μνημείῳ ὃ ἐλατόμησεν(3) ἐν τῇ πέτρᾳ, καὶ προσκυλίσας λίθον μέγαν(4) τῇ θύρᾳ τοῦ μνημείου ἀπῆλθεν.
Ματθ. 27,60   και το έθεσε στο καινούριο μνημείον του, το οποίον είχε σκαλίσει στον βράχον. Και αφού εκύλισε εμπρός εις την θύραν του μνημείου μεγάλον λίθον, ανεχώρησε.
(1)    «Την αγάπη και την ανδρεία του την δείχνει όχι μόνο με το ότι παρέλαβε το σώμα του Χριστού και το έθαψε με πολυτέλεια, αλλά και με το ότι τον έθαψε στο δικό του καινούργιο μνημείο. Και αυτό δεν έγινε έτσι στην τύχη, αλλά για να μην υπάρξει ούτε η παραμικρή υποψία ότι αναστήθηκε άλλος αντί άλλου» (Χ).
(2)    Ο Ιησούς Χριστός ο αρχηγός και η οδός της ζωής, μπήκε σε τάφο, που δεν σκαλίστηκε επίτηδες για αυτόν, αλλά προοριζόταν εξαρχής να δεχτεί το σώμα του Ιωσήφ.
(3)    Ο τάφος είχε σκαλιστεί μέσα σε βράχο (S). Λατομέω = λας (λίθος) τέμνω (κόβω) (δ). «Το μνημείο είχε τη μορφή σπηλιάς, ήταν σκαλιστό» (Ζ).
(4)    Η μεγάλη πέτρα αναμφίβολα ήταν έτοιμη για να χρησιμεύσει για το σκοπό αυτόν. Ήταν από εκείνες τις πέτρες, οι οποίες έκλειναν τις πόρτες των τάφων και κάθε άνοιξη ασβεστώνονταν (Ματθ. κγ 27), για να προλαβαίνουν κάθε τελετουργικό μολυσμό από τους διαβάτες. Οι πέτρες αυτές ήταν μερικές φορές στρογγυλές και λείες, όμοιες με μυλόπετρες, που στήνονταν στην όψη του βράχου, όπου είχε γίνει η εκσκαφή. Μπορούσαν για αυτό εύκολα να κυλιστούν προς τα μπρος ή προς τα πίσω και να ανοίξουν ή να κλείσουν το άνοιγμα του τάφου (p).

Ματθ. 27,61  Ἦν δὲ ἐκεῖ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία(1), καθήμεναι(2) ἀπέναντι τοῦ τάφου(3).
Ματθ. 27,61   Ήτο δε εκεί Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, αι οποίαι εκάθηντο απέναντι από τον τάφον.
(1)     Δηλαδή η αναφερθείσα ήδη Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και Ιωσή.
(2)    Κάθισε η Μαρία μαζί με τη Μαγδαληνή, για να δουν για τελευταία φορά τον Κύριο, τον οποίο είχαν αγαπήσει. Ο Ιωσήφ έφυγε. Αλλά οι δύο γυναίκες κάθισαν.
(3)   «Κάθισαν απέναντι από τον τάφο, παρατηρώντας, πού τοποθετείται το σώμα και πώς τοποθετείται, έτσι ώστε, αφού φύγουν και ετοιμάσουν αρώματα να έλθουν την Κυριακή και να αρωματίσουν και να αλείψουν με μύρα αυτό. Διότι αφού δεν γνώριζαν ακόμη τίποτα το υψηλό σχετικά με την ανάσταση, περίμεναν ότι θα βρουν το σώμα θαμμένο» (Ζ). Κάθονταν απέναντι από τον τάφο απορροφημένες από τη θλίψη (L), με ήσυχη ευλάβεια, αξιοσημείωτη (p).

Η ασφάλιση του τάφου

Ματθ. 27,62  (1)Τῇ δὲ ἐπαύριον, ἥτις ἐστὶ μετὰ τὴν παρασκευήν(2), συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι(3) πρὸς Πιλᾶτον
Ματθ. 27,62   Κατά δε την επομένην ημέραν, η οποία είναι έπειτα από την Παρασκευήν, δηλαδή το Σάββατον, συνεκεντρώθησαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι και ήλθαν προς τον Πιλάτον
(1)    Ο Ματθαίος εισάγει εδώ άλλο γεγονός από την προφορική παράδοση. Αποτελεί ζωηρή αντίθεση με την προηγούμενη παράγραφο. Σε εκείνην αυτοί που παρέμειναν πιστοί στον Ιησού δείχνουν στοργική αφοσίωση στο σώμα του. Εδώ έχουμε τους άσπονδούς του εχθρούς  που τον καταδιώκουν και μετά θάνατον. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι ενώ και αυτοί που μέχρι τέλους παρέμειναν πιστοί στον Ιησού δεν έχουν ιδέα για την ανάσταση ούτε κατάλαβαν τα λόγια του Κυρίου στο Μάρκου θ 10, οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι κατανόησαν αυτά και θυμούνταν αυτά και ήταν ήδη αποφασισμένοι κάθε αγύρτικη και πλαστή επαλήθευση της προφητείας αυτής (p).
(2)    Το τῇ ἐπαύριον θα ήταν επαρκές και θα ήταν σαφέστερο, εάν έγραφε το Σάββατο. Η ονομασία Παρασκευή είχε ήδη γίνει όνομα της ημέρας, η οποία ήταν παραμονή του Σαββάτου. Ο Ματθαίος χρησιμοποιεί χωρίς εξήγηση την ονομασία αυτή. Ο Μάρκος όμως (ιε 42) εξηγεί στους εθνικούς αναγνώστες του, τι σημαίνει αυτή (p). = η ημέρα, κατά την οποία προετοιμάζονταν στους Ιουδαίους, όσα ήταν αναγκαία για το Σάββατο ή για εορτασμό της γιορτής (g).
Ίσως επίσης, κατά την εποχή που ο Ματθαίος έγραφε, η φράση αυτή να ήταν συνηθισμένη μεταξύ των εξ’ Ιουδαίων χριστιανών (p)· και με αυτήν να δηλωνόταν η μεγάλη ημέρα της σταύρωσης του αληθινού αμνού (δ).
(3)    Προβλήθηκε η ένσταση, ότι σε ημέρα Σαββάτου δεν ήταν δυνατόν να συνεδριάσει το συνέδριο επισήμως. Αλλά και ο Ματθαίος κανένα λόγο δεν κάνει για πρεσβύτερους του λαού, τους οποίους πολλές φορές είχε κατονομάσει. Πρόκειται λοιπόν εδώ για διάβημα τελείως ιδιωτικό (L).

Ματθ. 27,63  λέγοντες· κύριε, ἐμνήσθημεν ὅτι ἐκεῖνος(1) ὁ πλάνος(2) εἶπεν ἔτι ζῶν, μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι(3).
Ματθ. 27,63  λέγοντες• “κύριε, εθυμηθήκαμε ότι εκείνος ο πλάνος είπε, ενώ ακόμη εζούσε• Έπειτα από τρεις ημέρες θα αναστηθώ.
(1)    Δεν θέλουν ούτε το όνομά του να ακούσουν. Χρησιμοποιούν αντωνυμία, η οποία δείχνει ότι είναι πολύ μακριά από αυτούς (p). Εκείνος, που είναι ήδη μακριά, αφού πέθανε (δ).
(2)    Που πλανά το λαό (δ). Επίθετο, με το οποίο τον στιγματίζουν. «Αυτό δείχνει την ωμότητα (=σκληρότητα) εκείνων, αφού ούτε με το θάνατο δεν άφησαν την οργή» (Χ).
(3)    «Αξίζει να αναζητήσουμε και αυτό, πού δηλαδή είπε ότι μετά από τρεις ημέρες θα αναστηθώ; Διότι δεν θα το βρει κανείς πουθενά να λέγεται τόσο σαφώς, εκτός από το παράδειγμα του Ιωνά» (Χ). Υπαινίσσονται πιθανώς την προφητεία του Ιησού στο Ματθ. ιβ 40, η οποία λέχθηκε παρόντων των γραμματέων και Φαρισαίων και η οποία στο μεταξύ θα είχε διεγείρει σε αυτούς το ενδιαφέρον, για να ζητήσουν πληροφορίες περισσότερο ακριβείς (L).

Ματθ. 27,64  κέλευσον οὖν ἀσφαλισθῆναι(1) τὸν τάφον ἕως τῆς τρίτης ἡμέρας, μήποτε ἐλθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς κλέψωσιν αὐτὸν καὶ εἴπωσι τῷ λαῷ(2), ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν· καὶ ἔσται ἡ ἐσχάτη(3) πλάνη(4) χείρων τῆς πρώτης(4).
Ματθ. 27,64   Δώσε, λοιπόν, διαταγήν να φρουρηθή ο τάφος μέχρι την τρίτην ημέραν, μήπως έλθουν οι μαθηταί αυτού νύκτα, τον κλέψουν και πουν στον λαόν• Ανεστήθη εκ των νεκρών. Και τότε η τελευταία πλάνη θα είναι χειροτέρα από την πρώτην, που μερικοί τον είχαν πιστέψει ως Μεσσίαν”.
(1)    Χωρίς να το συνειδητοποιούν υπηρετούν στην επιβεβαίωση της αλήθειας. Καμία ανθρώπινη ασφάλεια όμως δεν είναι ικανή να παρεμποδίσει το Θεό. Δες Πράξ. ε 23,ιστ 23-26 (b). «Παντού η πλάνη συγκρούεται με τον εαυτό της και άθελά της συνηγορεί υπέρ της αλήθειας» (Χ).
«Να ασφαλίσουν τον τάφο δηλαδή να τον σφραγίσουν και να τον φρουρήσουν. Επειδή έπρεπε να πιστευτεί ότι και πέθανε και ενταφιάστηκε και αναστήθηκε, βλέπε και τα τρία αυτά να μαρτυρούνται από τους εχθρούς. Ας εξετάσουμε δηλαδή προσεχτικά τα λόγια τους· το να πούνε μεν… «εκείνος είπε όσο ζούσε ακόμη» μαρτυρεί, ότι πέθανε· το «διάταξε να ασφαλιστεί ο τάφος» βεβαιώνει ότι ενταφιάστηκε· το «μήπως έλθουν οι μαθητές του και τον κλέψουν», πληροφορεί ότι εφόσον ασφαλιστεί ο τάφος, δεν θα κλαπεί» (Ζ).
«Αν όμως βρέθηκε ο τάφος κενός, είναι φανερό ότι αναστήθηκε σαφώς και αναντίρρητα» (Χ).
(2)    Οι Φαρισαίοι υπέθεταν, ότι αυτοί δεν θα πίστευαν αυτό ποτέ. Επιθυμούν λοιπόν να λάβουν προφυλακτικά μέτρα για το λαό (b).
(3)    Με έννοια συγκριτικού (L)· η νεώτερη πλάνη, η τελευταία.
(4)    Με άμεση αναφορά στο εκείνος ο πλάνος (p). Η πρώτη πλάνη υπήρξε το ότι θεώρησαν αυτόν Μεσσία. Η τελευταία θα ήταν χειρότερη από την πρώτη (L). Οι Φαρισαίοι αντιλήφθηκαν, ότι έπρεπε πολιτικούς λόγους να χρησιμοποιήσουν, για να επηρεάσουν τον Πιλάτο. Όπως κατηγόρησαν τον Ιησού ότι διεκδικούσε το βασιλικό αξίωμα, αποσιωπώντας τελείως την αξίωσή του, ότι ήταν ο υιός του Θεού, έτσι και εδώ το νόημά τους είναι, ότι, εάν οι μαθητές έπειθαν το λαό ότι ο Ιησούς αναστήθηκε, θα προκαλούσαν πολύ μεγαλύτερη εξέγερση από εκείνην, η οποία σημειώθηκε κατά την θριαμβευτική είσοδο ως συνέπεια της πλάνης του λαού, ότι ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας.

Ματθ. 27,65  ἔφη αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος(1)· ἔχετε(2) κουστωδίαν(3)· ὑπάγετε ἀσφαλίσασθε(4) ὡς οἴδατε.
Ματθ. 27,65  Είπε εις αυτούς ο Πιλάτος• “έχετε εις την διάθεσίν σας φρουρά• πηγαίνετε και ασφαλίσατε τον τάφον, όπως γνωρίζετε”.
(1)    Δεν τους δέχεται ευχάριστα. Είχε δει την κακεντρέχειά τους προηγουμένως (δες σ. 17,18), και αναμφίβολα αντιλαμβάνεται αυτήν και τώρα. Με ολιγόλογη συγκατάθεση τούς διώχνει.
(2)    Μάλλον προστακτική = Πάρτε κουστωδία. Και αυτό φαίνεται σαφώς, από το ότι η μόνη φρουρά την οποία οι αρχιερείς είχαν ήταν η αστυνομία του ναού, δεν μπορούσαν όμως να χρησιμοποιήσουν αυτήν χωρίς την άδεια του Ρωμαίου επιτρόπου. Προφανώς χρειάζονται κάτι, το οποίο θα γινόταν με την άδειά του (p). Δίνει τους φύλακες γρήγορα και όπως ήταν αγανακτισμένος εναντίον τους, διώχνει γρήγορα τους συκοφάντες (b).
(3)     Λέξη λατινική = φύλακες, φρουρά. «Κουστωδία λέγεται στους Ρωμαίους η φύλαξη· τους στρατιώτες λοιπόν που ήταν ταγμένοι να φυλάνε, τους ονομάζει κουστωδία» (Θφ).
(4)    «Δεν αφήνει τους στρατιώτες μόνους τους να σφραγίσουν· διότι επειδή είχε μάθει τα σχετικά με αυτόν (τον Ιησού), δεν ήθελε πλέον να συμπράξει με αυτούς. Αλλά για να απαλλαγεί από αυτά ανέχεται και αυτό και λέει· εσείς, όπως θέλετε σφραγίστε, για να μην μπορείτε να κατηγορείτε άλλους» (Χ).

Ματθ. 27,66 οἱ δὲ πορευθέντες ἠσφαλίσαντο(1) τὸν τάφον σφραγίσαντες(2) τὸν λίθον μετὰ τῆς κουστωδίας(3).
Ματθ. 27,66  Εκείνοι δε επήγαν και ασφάλισαν τον τάφον, έβαλαν δηλαδή σφραγίδες στον λίθον που έκλειε το μνημείον και ετοποθέτησαν φρουράν.
(1)    «Και αυτά τα έκαναν ημέρα σαββάτου, παραβιάζοντας αυτό εξαιτίας της λύσσας της μανίας τους» (Ζ). Το «ασφάλισαν» εκφράζει το σύνολο της ενέργειάς τους, το «σφράγισαν» και το «της κουστωδίας» τα μέρη της (b).
(2)    Η σφράγιση του λίθου φαίνεται ότι ήταν των Φαρισαίων ιδέα, και ίσως εισηγήθηκε σε αυτούς αυτήν η σφράγιση του λίθου στην πόρτα του σπηλαίου των λεόντων, στο οποίο ρίχτηκε ο Δανιήλ (Δαν. στ 17). Στην Π.Δ. οι λέξεις σφραγίδα και σφραγίζω συχνά χρησιμοποιούνται και με κυριολεκτική και με μεταφορική έννοια. Στην Κ.Δ. κυρίως χρησιμοποιούνται μεταφορικά (p). Μία ταινία (λωρίδα) από ύφασμα εκτεινόταν σε όλο το άνοιγμα του τάφου, πάνω από την πέτρα, που χρησίμευε ως πέτρα και οι δύο άκρες της, που εφάρμοζαν στα χείλη του τάφου που βρίσκονταν στην κάθε μία πλευρά, σφραγίζονταν (F).
(3)    Εξαρτάται από το ασφάλισαν και όχι από το σφράγισαν. «Όχι μόνο σφράγισαν την πέτρα της πόρτας, τοποθετώντας σε αυτήν σφραγίδες, αλλά και αφού επέλεξαν στρατιώτες, αυτούς που ήθελαν, τούς έβαλαν να κάθονται φύλακες σε αυτήν» (Ζ).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εξήλθεν αίμα και ύδωρ… Η τρυπημένη πλευρά του Ιησού. Ερμηνεία του γεγονότος

Συγγραφέας: kantonopou στις Απρίλιος 2, 2019

(Υπόμνημα Π.Ν. Τρεμπέλα στο κατά Ιωάννην)

Ιω. 19,34 ἀλλ᾿ εἷς τῶν στρατιωτῶν(1) λόγχῃ(2) αὐτοῦ τὴν πλευρὰν(3) ἔνυξε(4), καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ(5).(=αλλά ένας στρατιώτης, δια κάθε ενδεχόμενον, του ετρύπησε την πλευράν με την λόγχην• και αμέσως έτρεξε από εκεί αίμα και νερό).
(1) «Επειδή λοιπόν για λίγο έδειξαν δυσπιστία για το αν είχε ήδη πεθάνει, τον χτυπούν με λόγχη στην πλευρά» (Κύριλλος Αλεξανδρείας). Η γλώσσα του κειμένου υπονοεί ότι ο στρατιώτης επιζητούσε να διαπιστώσει με βεβαιότητα ότι ο Ιησούς ήταν νεκρός (β). Αν και τα πεπειραμένα τους μάτια είδαν, ότι ήταν ήδη νεκρός, δεν προσπέρασαν, αλλά κατέστησαν το γεγονός του θανάτου του απολύτως βέβαιο με τον αναφερόμενο τρόπο (ο).
Ο Ωριγένης στο Ματθ. κζ 54 φαίνεται να λέει, ότι το τρύπημα με τη λόγχη δινόταν μερικές φορές αντί για τη δική μας χαριστική βολή, για να επισπεύσει το θάνατο των εσταυρωμένων.
(2) Λέγεται μία φορά. Δόρυ με σίδερο οπλισμένο (G). Μακρύ ελαφρύ ακόντιο όχι τόσο βαρύ όσο ο ύσσος (pilum), ο οποίος ήταν το συνηθισμένο όπλο των Ρωμαίων στρατιωτών (β). Τρύπησε με την αιχμή του όπλου δηλαδή με το τριγωνικό σιδερένιο κεφάλι της λόγχης (ο), η οποία δεν θα έθιγε τα οστά του Ιησού (b).
(3) Πιθανώς είχε σκοπό να πλήξει την καρδιά, διότι δεν μπορούμε να υποθέσουμε, ότι η θέση του τραύματος προήλθε από τυχαίο πλήγμα ή ότι τρύπησε την αριστερή πλευρά του Ιησού, διότι πλησίασε το σώμα από εκείνο το μέρος (ο). Η Αιθιοπική όμως μετάφραση (ΣΤ΄ αιώνας) λέει ότι τρυπήθηκε η δεξιά πλευρά, και αυτό ήταν ευρύτατα δεκτό κατά τους αρχαίους χρόνους (δες και Acta Pilati B XI).
Και στη λειτουργία του Χρυσοστόμου (στην Προσκομιδή) συναντιέται η διάταξη: νύττει αυτόν στο «δεξιό» μέρος με λόγχη (β). Μολονότι το δεξί του λειτουργού που νύττει αντιστοιχεί προς το αριστερό του νυττομένου αμνού. Τίποτα παρόλ’ αυτά δεν είναι βέβαιο ως προς το ποια πλευρά τρυπήθηκε.
(4) Λέγεται μία φορά. Συχνά λέγεται στον Όμηρο για βαρύτερα καθώς και για θανάσιμα τραύματα, τα οποία επιφέρονται εναντίον κάποιου (G). Γενικώς όμως χρησιμοποιείται για ελαφρά αγγίγματα. Δες Σοφία Σειράχ κβ 19 και Γ΄ Μακαβ. ε 14. Από το Ιω. κ 25 φαίνεται ότι το τραύμα υπήρξε ευρύ (β). Λιγότερο μαρτυρημένη γραφή, που συναντιέται και στη Βουλγάτα aperuit (=άνοιξε)=
«με την έννοια ότι η οδός της ζωής άνοιξε, από την οποία απέρρευσαν τα μυστήρια της εκκλησίας, χωρίς τα οποία δεν υπάρχει κάποια είσοδος στη ζωή, η οποία είναι η αληθινή ζωή» (Αυγουστίνος).
Η γραφή προήλθε από παραφθορά (ήνυξε, ένοιξε) της αυθεντικής.
(5) «Είναι υπερφυσικό το πράγμα, και ξεκάθαρα διδάσκει, ότι αυτός που τρυπήθηκε είναι κάτι ανώτερο από άνθρωπος. Διότι από νεκρό άνθρωπο, και αν ακόμη μύριες φορές τρυπήσει κάποιος δεν θα βγει αίμα» (Ζιγαβηνός).

«Μυστήριο απόρρητο τελούνταν· διότι βγήκε νερό και αίμα» (Χρυσόστομος). «Των μεν άλλων λοιπόν νεκρών το αίμα πήζει και δεν τρέχει νερό καθαρό. Το παράδοξο όμως με το νεκρό σώμα του Ιησού ήταν ότι χύθηκε από τις πλευρές αίμα και νερό» (Ωριγένης).

Το αίμα εκείνο που έρευσε ήταν παράδοξο· αλλά και το νερό που βγήκε ακόμη περισσότερο παράδοξο. Ότι όμως και τα δύο βγήκαν κατά τον ίδιο χρόνο και όμως χωρισμένα μεταξύ τους υπήρξε το πιο καταπληκτικό από όλα. Από ποιό μέρος του σώματος το αίμα και το νερό βγήκε, από το στήθος ή από την καρδιά ή από κάποιο άλλο; Ποιός μπορεί να καθορίσει; Το νερό υπήρξε διαυγές και πραγματικό· όπως και το αίμα υπήρξε καθαρό και πραγματικό… Η διαβεβαίωση του ευαγγελιστή, ο οποίος υπήρξε συγχρόνως θεατής και μάρτυρας, δείχνει τόσο την αλήθεια, όσο και το μεγαλείο του θαύματος και του μυστηρίου (b).

Ότι το να εκρεύσει αίμα από νεκρό σώμα είναι αφύσικο αναγνωρίστηκε γενικά. Για αυτό το φαινόμενο προτάθηκαν διάφορες φυσικές εξηγήσεις από κάποιους από τους νεώτερους ερμηνευτές. Έτσι η λόγχη ίσως έπληξε διάφορα αιμοφόρα αγγεία, και ενδέχεται να ήλθε σε επαφή με σημεία, στα οποία από εσωτερική αιμορραγία είχε συσσωρευτεί αίμα, και όπου ο ορρός και ο πλακούντας ήταν σε κατάσταση χωρισμού· και κατ’ αρχάς μεν έρρευσε ο ορός μόνος, όταν όμως η λόγχη μπήκε βαθύτερα ίσως έθιξε και σημεία, όπου το αίμα ήταν ρευστό (Ebrard).
Αλλά όταν πληγεί ένα μεγάλο αιμοφόρο αγγείο κάποιου νεκρού, μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να εκρεύσει από το τραύμα αίμα μελανωπό καλυμμένο από στρώμα ορρού. Είναι όμως ελάχιστα πιθανό ότι κάτι τέτοιο θα χαρακτηριζόταν από τον Ιωάννη ως αίμα και νερό (g).

Ο W. Stroud εισηγήθηκε ότι ο θάνατος του Ιησού προήλθε από διάρρηξη της καρδιάς, το οποίο εξηγεί γιατί επήλθε ο θάνατος τόσο σύντομα, και ότι το αίμα και νερό ήταν τα χωρισμένα μεταξύ τους θρόμβος και ορρός της ποσότητας του αίματος που διέφυγε στον περικάρδιο σάκκο, τον οποίο η λόγχη τρύπησε. Αλλά αυτό προϋποθέτει, ότι το τραύμα δόθηκε στην αριστερή πλευρά, για το οποίο όμως δεν έχουμε καμία βέβαιη ένδειξη, αλλά τελείως αντίθετα η παράδοση μιλά για τη δεξιά πλευρά.

Επιπλέον ο C. Creighton παρατήρησε, ότι το αίμα που διέφυγε σε κάποια κοιλότητα εσωτερική από ρήγμα ενός μεγάλου οργάνου δεν εκδηλώνει τάση χωρισμού σε θρόμβο και ορρό αλλά μένει παχύ σκοτεινό κόκκινο αίμα (β). Οι εξηγήσεις αυτές παραμένουν αρκετά απίθανες.

Η φράση αίμα και νερό δηλώνει με τρόπο φυσικό δύο ουσίες που έρρευσαν συγχρόνως, αλλά χωριστές, για τα μάτια του θεατή. Δεν απομένει μπροστά μας παρά μία εξήγηση· να δεχτούμε, ότι το γεγονός αυτό το μυστηριώδες συνέβη παρά τους νόμους της κοινής φυσιολογίας και ότι σχετίζεται με την εξαιρετική φύση σώματος, το οποίο η αμαρτία δεν αλλοίωσε ποτέ, και το οποίο βάδιζε προς την ανάσταση, χωρίς να πρόκειται να διέλθει πρώτα από την αποσύνθεση.
Από τη στιγμή του θανάτου αρχίζει γενικώς η πρόοδος της αποσύνθεσης. Το σώμα του Ιησού έπρεπε από τη στιγμή αυτή να πάρει διαφορετικό δρόμο. Μπήκε στην οδό της δόξας. Εκείνος ο οποίος υπήρξε ο άγιος του Θεού, με την απόλυτη έννοια της λέξης, εξαιρέθηκε επίσης από την διαφθορά (Ψαλμ. ιε 10). Αυτή είναι η έννοια την οποία ο ευαγγελιστής θέλησε να προσδώσει στο μοναδικό αυτό και χωρίς κάποιο προηγούμενο φαινόμενο (g).
Έτσι νέα διαθήκη επικυρώθηκε. Η προς Εβραίους επιστολή υπενθυμίζει στους αναγνώστες της, ότι η πρώτη διαθήκη βεβαιώθηκε με αίμα και νερό και ύσσωπο (Εβρ. θ 19) (χ).

Ο θάνατος του Κυρίου υπήρξε τελείως διαφορετικός από το θάνατο όλων των υπόλοιπων ανθρώπων και φανέρωσε την καλυπτόμενη από την ανθρώπινη φύση θεία προσωπικότητά του με το γεγονός, ότι η διαφθορά και η σήψη, η οποία για μας αρχίζει αμέσως από την πρώτη στιγμή του θανάτου μας, υπήρξε ξένη με το άχραντο σώμα του. Υπήρχε θεία ζωή στο ανθρώπινο σώμα του Ιησού Χριστού, πάνω στην οποία ο θάνατος δεν είχε κάποια εξουσία ή δύναμη. Η νίκη του θανάτου πάνω του υπήρξε προσωρινή και σύντομη, όμοια με τις καλοκαιρινές νύχτες των βορείων περιοχών της γης, στις οποίες το λυκόφως δεν παύει να φωτίζει μέχρι τη στιγμή κατά την οποία το λυκαυγές διαδέχεται αυτό.

Εκτός από την εξήγηση αυτή υπάρχουν στους Πατέρες και συμβολικές εξηγήσεις του μυστηριώδους φαινομένου. Η επικρατούσα, την οποία κάποιοι από τους νεώτερους (χ,τ) θεωρούν ότι επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον ευαγγελιστή (Α΄ Ιωάννου ε 16) είναι: «Αυτές οι πηγές δεν βγήκαν από το σώμα του απλώς και ως έτυχε, αλλά επειδή από αυτά τα δύο συστάθηκε η Εκκλησία. Και το γνωρίζουν αυτοί που μυούνται στα μυστήρια, που αναγεννιούνται μεν με νερό, τρέφονται δε με αίμα και σάρκα. Από εδώ λαμβάνουν αρχή τα μυστήρια, ώστε, όταν προσέρχεσαι στο φρικτό ποτήριο, να προσέρχεσαι έτσι, σαν να πίνεις από αυτήν την πλευρά» (Χρυσόστομος).

«Διότι το άγιο βάπτισμα είναι όντως του Χριστού και από το Χριστό και η δύναμη της μυστικής ευλογίας (=της Θείας Ευχαριστίας) γεννήθηκε ξανά σε εμάς από την αγία του σάρκα» (Κύριλλος).

«Εκείνο το αίμα χύθηκε για την άφεση των αμαρτιών· το νερό εκείνο… χορηγεί μία και μόνη φορά το λουτρό του βαπτίσματος» (Αυγουστίνος).
Άλλη αλληγορία λιγότερο διαδεδομένη: «Αναβλύζει αίμα και νερό εγκαινιάζοντας δύο βαπτίσματα, αυτό του αίματος, του μαρτυρίου, και αυτό του νερού, της αναγέννησης» (Ζιγαβηνός).

Ερμηνεύεται αλληγορικά επίσης και το τρύπημα της πλευράς: «Τρυπιέται με τη λόγχη στην πλευρά ο Σωτήρας λόγω της τρυπημένης από την αμαρτία πλευρά του Αδάμ, δηλαδή την Εύα, θεραπεύοντας με την πληγή της πλευράς την πληγή της πλευράς» (Ζιγαβηνός).

«Ο δεύτερος αυτός Αδάμ έγυρε το κεφάλι και κοιμήθηκε πάνω στο σταυρό, έτσι ώστε μία σύζυγος [η εκκλησία] να φτιαχτεί για Αυτόν από εκείνο, το οποίο έρρευσε από την πλευρά αυτού που κοιμόταν. Ω θάνατε, μέσω του οποίου οι νεκροί αναστήθηκαν ξανά στη ζωή! Τι μπορεί να είναι καθαρότερο από το αίμα αυτό; Τι ιαματικότερο από το τραύμα αυτό;» (Αυγουστίνος).

(Υπόμνημα Π.Ν Τρεμπέλα στο κατά Ιωάννην, μετάφραση στα νέα ελληνικά π. Νικόλαος Πουλάδας)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ύμνος στην συγχώρηση(Αγ.Νικολάου Αχρίδος)

Συγγραφέας: kantonopou στις Μάρτιος 14, 2019

Αποτέλεσμα εικόνας για Αγ.Νικολάου Αχρίδος

Γιά να μάς συγχωρήσει ό Θεός, ας συγχωρούμε κι εμείς τούς ανθρώπους.
Είμαστε όλοι σ’ αυτή τη γή προσωρινοί, ως φιλοξενούμενοι. Ή παρατεταμένη νηστεία και ή βαττολογία στην προσευχή είναι ματαιοπονία, χωρίς τη συγχωρητικότητα και το αληθινό έλεος.
Ό Θεός είναι ό αληθινός Ιατρός οι αμαρτίες είναι ή λέπρα. Όποιον ό Θεός καθαρίζει, επίσης και τον δοξάζει.
Κάθε ελεήμονα πράξη των ανθρώπων ό Θεός με έλεος τήν ανταμείβει.
Εκείνος πού ανταποδίδει τήν αμαρτία με αμαρτία, χωρίς έλεος απόλλυται.
Το πύον δεν καθαρίζεται με πύον από μολυσμένες πληγές.
Ούτε το σκοτάδι της υπόγειας φυλακής διαλύεται με σκοτάδι.
Το αγνό βάλσαμο επουλώνει τα έλκη των πληγών και το φως διαλύει το σκοτάδι της υπόγειας φυλακής. Στους βαριά τραυματισμένους το έλεος είναι σαν βάλσαμο
Με το έλεος όλοι αγάλλονται, όπως με το φως στο σκοτάδι.

Ό τρελός λέει: «Δεν έχω ανάγκη από έλεος!».
Όταν όμως συγκλονίζεται από τη δυστυχία, τότε κραυγάζει για έλεος!
Οι άνθρωποι κολυμπούν μέσα στο έλεος του Θεού- αυτό, το έλεος του Θεού, μάς ξυπνάει στη ζωή!
Γιά να μάς συγχωρήσει ό Θεός,ας συγχωρούμε κι εμείς τούς ανθρώπους,είμαστε όλοι σ’ αύτή τη γη προσωρινοί, ως φιλοξενούμενοι.

Από το βιβλίο ο »Ο πρόλογος της Αχρίδος»Μήνας Φεβρουάριος

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ιδρυτές Θρησκειών. Ο Ζωροάστρης

Συγγραφέας: kantonopou στις Μάρτιος 14, 2019

Αποτέλεσμα εικόνας για Ζωροάστρης

(Αναστασίου αρχιεπισκόπου Αλβανίας). 

Βίος. Τα στοιχεία για τη ζωή του μεγάλου πέρση προφήτη του αρχαίου κόσμου είναι λίγα και αποσπασματικά. Η προσωπικότητά του εξακολουθεί να κρύβεται σε ομίχλη. Παλαιότεροι ερευνητές τον τοποθετούν στον 7ο ή τον 6ο αι. π.Χ. νεότεροι προτιμούν την εποχή μεταξύ 140Ο και 10ΟΟ π.Χ. Το όνομα Ζωροάστρης είναι η εξελληνισμένη μορφή του αρχαιοπερσικού «Ζαρατούστρα», που σημαίνει «αυτός με τις ανοιχτόχρωμες καφέ καμήλες» ή, πιθανότερα, «εκείνος ο οποίος κατευθύνει καμήλες». Μέλος της υποφυλής Σπιτάμα, γεννήθηκε μάλλον στη Βακτριανή, στα σύνορα Αφγανισταν-Τουρκεστάν. Ο Ζωροάστρης ανήκε στο ινδοϊρανικό κύμα που έφθασε στην Περσία στα μέσα της 2ης χιλιετηρίδας π .X. Έδρασε στη μεταβατική περίοδο, από τον νομαδικό στον αγροτικό βίο. Ο ίδιος ονομάζει τον εαυτό του «Ζαουτάρ», δηλαδή «Ιερέα» εκστατικού τύπου. Σύμφωνα με την παράδοση, νυμφεύθηκε τρεις φορές και απέκτησε συνολικά τρεις γιούς και τρεις κόρες.

Στα τριάντα του χρόνια έλαβε την κλήση στο προφητικό έργο με ένα όραμα. Ακολούθησαν κι άλλα, που τον βεβαίωσαν ότι όφειλε να μεταδώσει τη θρησκευτική αποκάλυψη για τη μοναδικότητα Του Αχούρα Μάζδα. Αυστηρός κριτής του παραδοσιακού θρησκευτικού κατεστημένου, ο Ζωροάστρης προκάλεσε θερμή αφοσίωση, αλλά και βίαιη αντίδραση. Αποδοκίμασε ορισμένες αιματηρές θυσίες και παραδοσιακά τελετουργικά, ενώ αντίθετα επέμεινε στην καθαρότητα της ψυχής. Κράτησε όμως τον σεβασμό στη φωτιά, που θεωρούσε ότι εκφράζει συμβολικά τη λαμπρότητα του Αχούρα Μάζδα. Χρειάσθηκε να περάσουν δέκα χρόνια για να αποκτήσει -στο πρόσωπο του εξαδέλφου του- τον πρώτο οπαδό. Αναγκασμένος να απομακρυνθεί από τη φυλή του, βρήκε τελικά, στα 42 του χρόνια, καταφύγιο και υποστήριξη στην αυλή του βασιλιά Βιστάσπα, ο οποίος ανακήρυξε τη διδασκαλία του Ζωροάστρη επίσημη θρησκεία. Οι μαθητές του Ζωροάστρη είναι γνωστοί με διάφορα ονόματα όπως: «πτωχοί, «φίλοι», «γνώστες», «σύντροφοι στον όρκο», τα οποία προσδιορίζουν και τον χαρακτήρα τους.
Οι πηγές συμφωνούν ότι ο Ζωροάστρης πέθανε 77 ετών. Σύμφωνα με μεταγενέστερη πληροφορία, φονεύθηκε από Ιερέα της παλαιάς θρησκείας μπροστά σε ένα βωμό, σε μια επιδρομή εναντίον της πρωτεύουσας Του Βιστάσπα.
Διδασκαλία

Αποτέλεσμα εικόνας για Ζωροάστρης

Ο Ζωροάστρης δίδαξε σχεδόν μισό αιώνα. Από τη διδασκαλία του σώθηκαν μερικά μόνο αποσπάσματα, στους 17 ύμνους των Γκάθα, που καταγράφηκαν και εντάχθηκαν στη ζωροαστρική βίβλο «Αβέστα» και στην Ιερή περσική γραμματεία, τη γνωστή ως «Παχλαβί», που βασίζεται σε παλαιότερα κείμενα που έχουν χαθεί. Σκόρπιες πληροφορίες για τον Ζωροάστρη δίνουν επίσης έλληνες, ρωμαίοι και άραβες συγγραφείς. Βασικές γραμμές του ζωροαστρικού κηρύγματος είναι ότι ο Αχούρα Μάζδα («Σοφός Κύριος») δημιούργησε το σύμπαν, τον πνευματικό και υλικό κόσμο και είναι κύριος και φίλος όλων των ανθρώπων. Η πηγή του κακού είναι το καταστρεπτικό πνεύμα (Άνγκρα Μαϊνιού). Βίαιο και πονηρό, δημιούργησε τους δαίμονες και κυριαρχεί στον άδη, δρώντας πάντοτε αντίθετα προς τον «Σοφό Κύριο». Δεν πρόκειται όμως για ακραιφνή δυϊσμό. Όλοι οι άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, ανεξάρτητα από κοινωνική κατάσταση, είναι ελεύθεροι να διαλέξουν ανάμεσα στο καλό και το κακό. Με βάση αυτή την εκλογή, τις σκέψεις, τα λόγια, τις πράξεις, θα κριθούν στο επέκεινα.
Στο ζωροαστρικό σύστημα κεντρική θέση κατέχουν και οι «Αμέσα Σπέντα», οι «γενναιόδωροι» ή «σωτήριοι αθάνατοι», επίσης δημιουργήματα του Αχούρα Μάζδα, των οποίων η φύση, όπως αποκαλύπτουν τα ονόματά τους, έχει έντονα αφηρημένο και καθοδηγητικό χαρακτήρα: «Βόχου-μανα» (καλή σκέψη), Άσα Βαχίστα» (δικαιοσύνη), «Ξάθρα Βαΐρια» (επιθυμητή κυριαρχία ή βασιλεία), «Σπέντα Αρμαΐτι» (αφοσίωση, υπακοή), «Χαουρβατάτ» (υγεία) και «Αμερετάτ» (ζωή, αθανασία). Στους έξι «γενναιόδωρους αθάνατους» αντιστοιχούν οι έξι δημιουργίες: βοοειδή, φωτιά, γη, μέταλλα, νερό, φυτά. Ως έβδομη δημιουργία θεωρείται ο άνθρωπος και συναρτάται αμεσότερα με τον Αχούρα Μάζδα.
Η θρησκευτική διδασκαλία του Ζωροάστρη, με σαφή μονοθεϊστική χροιά, επιβλήθηκε αργότερα σ’ ολόκληρη την Περσία και επί αιώνες δέσποζε σ΄ αυτήν. Ο σπουδαίος αυτός θρησκευτικός ηγέτης είναι ο μόνος με ιερατική Ιδιότητα ανάμεσα στους Ιδρυτές των μεγάλων θρησκειών και η μορφή του διατηρήθηκε διαυγής χωρίς ποτέ να θεοποιηθεί. Η ζωροαστρική σύλληψη είναι βασικά αισιόδοξη και προσανατολίζεται στην αποκατάσταση της παγκόσμιας αρμονίας. Εκφράζει μια συγκεντρωτική θεώρηση του κόσμου, διατυπώνει μια άποψη παγκοσμιότητας, εισηγείται σοβαρές ηθικές αρχές. Η συμβολή του Ζωροάστρη στη σκέψη και την ανάπτυξη των λαών που επηρέασε υπήρξε σημαντική και θυμίζει λάμψη ήρεμης φωτιάς, η οποία μέχρι σήμερα παραμένει το βασικό σύμβολο της ζωροαστρικής θρησκείας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΤ’ ΕΠΙΛΟΓΗΝ
Boyce, Μ., A History of Zoroastrianism, 2 vols, Leiden, Koln, vol.Ι 1975, vol.ΙΙ 1982.
Breuil, P. du, Zarathoustra et la transfiguration du monde, Paris 1978. Duchesne-Guillemin, J., Zoroastre, Paris 1948.
— , La religion de l’ Iran ancien, Paris 1962.
Gnoli, Gh., Zoroaster’ s Time and Homeland, Napoli 1980.
Lommel, H., Die Yast ’s des Awesta, Gottingen, Leipzig 1927.
Widengren, G., Die Religionen Irans, Stuttgart 1965.
Zahner, R.C., The Dawn and Twilight of Zoroastrianism, London 1961, 1975.
(βιβλίο: Ίχνη από την αναζήτηση του υπερβατικού.εκδ. Ακρίτας σελ.61-64)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Ιωάννου κεφ. 12 (ιβ΄) στίχοι 1-50 (ερμηνεία-ανάλυση όλου του κεφαλαίου)

Συγγραφέας: kantonopou στις Μάρτιος 8, 2019

Η είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Ιωάννου κεφ. 12 (ιβ΄) στίχοι 1-50 (ερμηνεία-ανάλυση όλου του κεφαλαίου)

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα ερμηνευτικό στο κατά Ιωάννην στα νέα Ελληνικά!, Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
Ἡ Μαρία μυρώνει τὸν Ἰησοῦν εἰς Βηθανίαν
1 Ὁ οὖν(1) Ἰησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα(2) ἦλθεν εἰς Βηθανίαν(3), ὅπου ἦν Λάζαρος(4) ὁ τεθνηκώς(5), ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν(5).
1 Έξι μέρες πριν από το Πάσχα, ήρθε ο Ιησούς στη Βηθανία, όπου έμενε ο Λάζαρος, που είχε πεθάνει και ο Ιησούς τον ανέστησε από τους νεκρούς (μετάφραση Βιβλικής Εταιρείας).
H χρίση με μύρο των ποδιών του Ιησού που εξιστορείται στο τμήμα αυτό, γεννήθηκε ζήτημα αν πρέπει να ταυτιστεί με αυτήν που αναφέρεται στα Ματθ. κστ 6-13 και Μάρκ. ιδ 3-9 από τη μία και με αυτήν στο Λουκ. ζ 36-50 από την άλλη. Από τους παλαιούς ερμηνευτές ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (Παιδαγ. ΙΙ,61) και ο Τερτυλλιανός (de pudic. ΧΙ) θεώρησαν, ότι πρόκειται για μία και μόνη γυναίκα, ταυτίζοντας την πόρνη στο Λουκ. ζ 36 και εξής, με την Μαρία την αδελφή του Λαζάρου. Ο Ωριγένης υποστηρίζει αλλού μεν (Υπόμν. Εις τον Ματθ. 77) ότι πρόκειται για 3 ξεχωριστές γυναίκες, αλλού όμως (Hom. in Cant. α 12) ότι πρόκειται για δύο και αλλού (απόσπασμα στο Ιω. ια 2) ότι πρόκειται για μία.
Ο Εφραίμ ο Σύρος (Ομιλ. Ι εις τον Κύριον ημων) διακρίνει την αμαρτωλή από τη Μαρία στη Βηθανία, ομοίως επίσης και ο Τατιανός, ο οποίος ταυτίζει την αφήγηση στα Μάρκ. ιδ και Ιω. ιβ, ξεχωρίζοντας αυτήν από την αφήγηση στο Λουκ. ζ. Στη Ρωμαϊκή εκκλησία από τα χρόνια του Γρηγορίου του μεγάλου ταυτίζεται η Μαρία η αδελφή του Λαζάρου με τη Μαρία τη Μαγδαληνή και με την αμαρτωλή του Λουκά. Από τους νεώτερους ερμηνευτές κάποιοι λίγοι διστάζουν να ταυτίσουν το γεγονός στα Ματθ. κστ 6-13 και Μάρκ. ιδ 3-9 με αυτό στο Ιω. ιβ 1-8.
Αλλά οι διαφορές μεταξύ των δύο αυτών αφηγήσεων (στην αφήγηση των Μάρκου-Ματθαίου γίνεται λόγος για χρίση του κεφαλιού μόνο και όχι και των ποδιών, δεν αναφέρεται το όνομα της γυναίκας, το δείπνο γίνεται στην οικία του Σίμωνα του λεπρού, ενώ σύμφωνα με τον Ιωάννη γίνεται σε σπίτι όπου η Μάρθα διακονούσε) είναι τόσο ελαφρές και αναφέρονται σε λεπτομέρειες που τόσο εύκολα εξομαλύνονται, ενώ από την άλλη τα κοινά χαρακτηριστικά τους τόσο σοβαρά, (η χρίση και κατά τις 2 αφηγήσεις έλαβε χώρα στη Βηθανία, κατά την εβδομάδα πριν το Πάθος, ακούγονται και στις δύο οι ίδιες επικρίσεις και η ίδια δικαιολογία από τον Κύριο, χρησιμοποιείται επίσης νάρδος πιστική πολύτιμη ή πολυτελής), ώστε δύσκολα κάποιος θα μπορούσε να αμφισβητήσει το συμπέρασμα, στο οποίο οι περισσότεροι από τους νεώτερους κατέληξαν, ότι οι αφηγήσεις αυτές (Ματθ. κστ 6-13-Μάρκ. ιδ 3-9 και Ιω. ιβ 1-8) αναφέρονται στο ίδιο γεγονός.
Από την άλλη, η χρίση που εξιστορείται στο Λουκ. ζ 36-50 γίνεται στη Γαλιλαία και κατά τα πρώτα χρόνια της δημόσιας δράσης του Κυρίου. Η συζήτηση επίσης που διεξήχθη εκεί, αναφέρεται γύρω από την άφεση των αμαρτιών και όχι για τη σκοπιμότητα της δαπάνης που έγινε. Επιπλέον κάποιες λεπτομέρειες και στις δύο διηγήσεις συμπίπτουν τελείως τυχαία. Το δείπνο γίνεται κατά τον Λουκά στην οικία του Σίμωνα του Φαρισαίου, ενώ κατά τον Ιωάννη στην οικία του Σίμωνα του λεπρού. Αν λάβουμε όμως υπ’ όψη, ότι το όνομα Σίμων ήταν συνηθέστατο κατά την εποχή εκείνη (ανάμεσα στα λίγα πρόσωπα, τα οποία γνωρίζουμε στην ευαγγελική αφήγηση 12 ή 13 έχουν το όνομα Σίμων), κάθε πιθανότητα συμβάλλει στο να ξεχωρίσουμε τον Σίμωνα τον Φαρισαίο στη Γαλιλαία από τον Σίμωνα τον λεπρό στη Βηθανία.
Έτσι και το συμπέρασμα πάρα πολλών από τους νεώτερους, σύμφωνα με το οποίο, η αμαρτωλή του Λουκά είναι τελείως διαφορετική από τη γυναίκα στη Βηθανία, την οποία ο Ιωάννης καθορίζει ως την Μαρία, την αδελφή Λαζάρου, παρουσιάζεται σε όλα εύκολα αποδεκτό. Χαρακτηριστικό εδώ είναι, ότι ο Bernard, ο οποίος ταυτίζει και τις 3 γυναίκες δεχόμενος ότι η αμαρτωλή του Λουκά είναι το ίδιο πρόσωπο με τη γυναίκα της Βηθανίας που αναφέρεται από τον Ματθαίο και Μάρκο και με την κατονομαζόμενη από τον Ιωάννη Μαρία, υποστηρίζει από την άλλη ότι η Μαρία, όχι μία αλλά δύο φορές άλειψε τα πόδια του Ιησού με μύρο, την πρώτη φορά στη Γαλιλαία όταν μετανοούσε, τη δεύτερη φορά στη Βηθανία λίγο πριν το Πάθος!
(1)   Συνδέεται Ή με το ια 55 «Ἦν δὲ ἐγγὺς τὸ πάσχα τῶν Ἰουδαίων» (g). Ή, πιο σωστά, συνδέει την άφιξη του Ιησού στα Ιεροσόλυμα, την οποία πρόκειται να αφηγηθεί, με τον κίνδυνο που υποσημαίνεται στο ια 57 (ο).
«Περιφρονώντας ο Κύριος την επιβουλή των Ιουδαίων, εκούσια παραδίδει τον εαυτό του στο πάθος, διότι είχε φτάσει ο καιρός του πάθους» (Κ).
Ο Κύριός μας παραδίδεται εκούσια στα πάθος του. Η ζωή του δεν αποσπάστηκε βίαια από αυτόν, αλλά με αυταπάρνηση είπε προς τον πατέρα του. Να έχω έρθει. Όπως η δύναμη των εχθρών του δεν μπορούσε να τον κατακτήσει, έτσι και τα τεχνάσματα της πανουργίας τους δεν ήταν δυνατόν να τον κυριεύσουν απρόοπτα, αλλά πέθανε, διότι το θέλησε. Σημείωσε, ότι, όπως είναι καιρός, κατά τον οποίο επιτρέπεται σε εμάς να λαμβάνουμε μέτρα για την ασφάλεια της ζωής μας, έτσι υπάρχει και καιρός, κατά τον οποίο καλούμαστε να εκθέσουμε σε κίνδυνο και κακοπάθεια τη ζωή μας σύμφωνα με το θέλημα του Θεού και για δόξα του, όπως άλλοτε ο Παύλος δεμένος στο πνεύμα μετέβαινε στην Ιερουσαλήμ. Δες και τις ερμηνευτικές σημειώσεις στα Ματθ. κστ 6-16 και Μάρκ. ιδ 1-11.
(2)   Αντί να πει έξι ημέρες πριν το πάσχα. «Έτσι συντάσσουν οι Ο΄, «προ δύο ετών του σεισμού» «προ τριών μηνών του θερισμού» στα Αμώς α 1,δ 7, δες και Β΄ Μακ. ιε 36-37 (b). Αμφισβήτηση γεννήθηκε ως προς τον ακριβή καθορισμό της ημέρας. Οι γνώμες διχάστηκαν λόγω της αβεβαιότητας η οποία γεννιέται από τα παρακάτω σημεία: 1) Πρέπει να συνυπολογιστούν στις 6 ημέρες και η ημέρα της άφιξης στη Βηθανία, όπως και η πρώτη ημέρα του Πάσχα; 2) Πρώτη ημέρα του Πάσχα πρέπει να θεωρήσουμε την 15η του Νισάν, κατά την οποία τρωγόταν το πάσχα ή την 14η του Νισάν, κατά την οποία προετοιμάζονταν τα σχετικά με αυτό και θυσιαζόταν ο αμνός; και 3) Η Παρασκευή της σταύρωσης του Κυρίου ήταν η 15η του Νισάν (όπως πολλοί από τους ερμηνευτές νόμισαν, ότι καθορίζουν οι συνοπτικοί) ή η 14η του Νισάν (όπως φαίνεται από την αφήγηση του Ιωάννη); Οπότε ως ημέρα άφιξης στη Βηθανία καθόρισαν άλλοι την Παρασκευή, 8 ημέρες πριν την ημέρα της σταύρωσης, άλλοι το Σάββατο το πριν το Πάθος, άλλοι την Κυριακή και άλλοι την Δευτέρα.
Η πιθανότερη έκτη ημέρα είναι η Παρασκευή της σταύρωσης, η 14η του Νισάν σύμφωνα με την αφήγηση του Ιωάννη, κατά την οποία προετοιμαζόταν το Ιουδαϊκό πάσχα. Η άφιξη λοιπόν στη Βηθανία είναι η Κυριακή 9 του Νισάν γύρω στο απόγευμα, το οποίο συμφωνεί και με την αργία του Σαββάτου. Σε ημέρα Σαββάτου ο Κύριος και το καραβάνι των προσκυνητών ήταν αδύνατον να διανύσουν την πορεία από Ιεριχώ στη Βηθανία. Ο Ιησούς αφού πέρασε στον Ζακχαίο την ημέρα του Σαββάτου, ξεκίνησε την επομένη για τα Ιεροσόλυμα και παραμένοντας το απόγευμα στη Βηθανία μπήκε θριαμβευτικά την επομένη, δηλαδή την Δευτέρα, στην αγία πόλη (g).
(3)   Όπως φαίνεται από την αφήγηση των συνοπτικών ο Ιησούς πέρασε μέσα από την Ιεριχώ. Κατέβηκε δηλαδή από την Εφραίμ στην κοιλάδα του Ιορδάνη και πριν την Ιεριχώ συναντήθηκε με το μεγάλο καραβάνι των προσκυνητών, το οποίο προερχόταν από τη Γαλιλαία μέσω Περαίας. Στην Ιεριχώ σημειώθηκαν τα γεγονότα που αναφέρονται από τον Λουκά (ιη 35-ιθ 27), ανάμεσα στα οποία κι η επιστροφή του Ζακχαίου. Η απόσταση από Ιεριχώ στη Βηθανία μπορούσε να διανυθεί σε 5 ή 6 ώρες (g).
Η έλευση του Χριστού στη Βηθανία είναι δείγμα της εύνοιάς του προς τους εκεί φίλους, τους οποίους αγαπούσε και από τους οποίους μετά από λίγο θα αποχωριζόταν. Ήταν αυτή αποχαιρετιστήρια επίσκεψη. Ήλθε να τους αποχαιρετίσει και να απευθύνει σε αυτούς λόγους παρηγοριάς και ενίσχυσης για την ημέρα της δοκιμασίας που πλησίαζε. Ας μάθουμε λοιπόν ότι παρόλο που ο Χριστός αναχωρεί πρόσκαιρα από το λαό του, παρέχει σε αυτούς στοργικά δείγματα, από τα οποία πείθονται αυτοί, ότι ο Κύριός τους φεύγει με αγάπη και όχι με οργή.
(4)   Υποδηλώνει, ότι η Βηθανία ήταν τόπος ειδικού κινδύνου, εφόσον η ανάσταση του Λαζάρου είχε διεγείρει το μίσος των αρχιερέων και Φαρισαίων.
(5)   Επεξηγηματικοί προσδιορισμοί που βεβαιώνουν δύο γεγονότα, δηλαδή ότι ο Λάζαρος είχε πεθάνει και ότι ο Ιησούς ανέστησε αυτόν από τους νεκρούς (ο).

2 Ἐποίησαν(1) οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει(2)· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ(3).
2 Ετοίμασαν, λοιπόν, εκεί για χάρη του δείπνο, και η Μάρθα υπηρετούσε, ενώ ο Λάζαρος ήταν ένας απ’ αυτούς που παρακάθονταν μαζί με τον Ιησού στο δείπνο.
(1)  «Κάποιοι λένε ότι το δείπνο έγινε σε ξένο σπίτι» (Χ). Το ρήμα σε γ πληθ. αφήνει αόριστο το υποκείμενο. Για αυτό πολλοί από τους νεώτερους θεώρησαν ότι ο λαός της Βηθανίας (b) επειδή με το θαύμα ο Ιησούς τίμησε το χωριό τους, έκαναν το δείπνο. Ο Μάρκος καθορίζει στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού. Η εκδοχή αυτή ενισχύεται και από τη φράση «ο Λάζαρος ήταν ένας από αυτούς που κάθονταν μαζί με αυτόν», η οποία παρουσιάζει αυτόν ως προσκεκλημένο. Το ότι όμως η Μάρθα διακονούσε συμβιβάζεται φυσικότερα, εάν δεχτούμε, ότι αυτή ήταν στο σπίτι της (β).
(2)  «Φανέρωνε ότι το τραπέζι ήταν στο σπίτι της» (Θφ). «Εισάγει στη διήγηση την Μάρθα που από την αγάπη που είχε στο Χριστό διακονεί και υπηρετεί στους κόπους του τραπεζιού» (Κ). «Η Μαρία όμως δεν βοηθούσε· διότι ήταν μαθήτρια. Πάλι εδώ αυτή συμπεριφέρεται πιο πνευματικά» (Χ). Τα εδώ χαρακτηριστικά των δύο αδελφών είναι σύμφωνα με αυτά στο Λουκ. ι 40 και εξής. Ο Κύριος σε παλαιότερο χρόνο είχε κάνει παρατήρηση στη Μάρθα, διότι «ασχολούνταν με πολλή διακονία». Αλλά αυτή εξακολουθεί και τώρα να υπηρετεί τον Διδάσκαλο χωρίς να μοιάζει με μερικούς, οι οποίοι όταν μαλώνονται για κάποια υπερβολή τους, πέφτουν σε άλλη υπερβολή. Η Μάρθα θεωρούσε τιμή της να υπηρετεί τον Κύριο. Πράγματι· είναι ασύγκριτα προτιμότερο να είναι κάποιος υπηρέτης στο τραπέζι του Κυρίου παρά ναι είναι συνδαιτημόνας και φιλοξενούμενος στο τραπέζι ηγεμόνα και βασιλιά.
(3)  «Ανάμεσα στον αναστημένο Λάζαρο και τον θεραπευμένο από αυτόν Σίμωνα τον λεπρό, ο Κύριος κάθεται σαν ανάμεσα σε δύο τρόπαια της δόξας του» (Stier, Owen) δεδομένου ότι και τον Σίμωνα, όπως φαίνεται, ο Κύριος είχε θεραπεύσει από τη λέπρα του.
«Τρώει μαζί με το Λάζαρο, υπενθυμίζοντας με αυτό σε αυτούς που έβλεπαν, την θεοπρεπή του εξουσία» (Κ). «Προλαβαίνοντας κάθε υπόνοια, ότι ο Λάζαρος ως αναστημένος από τους νεκρούς ήταν φάντασμα, ήταν ένας από αυτούς που κάθονταν στο τραπέζι. Ήταν ζωντανός, μιλούσε και έτρωγε» (Αυ). Υπάρχει και η γραφή: εἷς ἦν εκ τῶν συνανακειμένων αὐτῷ.

3 Ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν(1) μύρου νάρδου(2) πιστικῆς(3) πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας(4) τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς(5) τοὺς πόδας αὐτοῦ(6)· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου(7).
3 Τότε η Μαρία πήρε μια φιάλη από το πιο ακριβό άρωμα της νάρδου κι άλειψε τα πόδια του Ιησού. Έπειτα σκούπισε με τα μαλλιά της τα πόδια του, κι όλο το σπίτι γέμισε με την ευωδιά του μύρου.
(1)  Η ρωμαϊκή λίτρα υποδιαιρούνταν σε 12 ουγγιές και ισοδυναμούσε περίπου με 325 γραμμάρια (F) δηλαδή πάνω από 100 δράμια!
(2)  Ο όρος μύρο είναι γενικός και περιλαμβάνει όλα τα υγρά αρώματα, ο όρος νάρδος είναι ειδικός και καθορίζει το είδος του μύρου (g). Νάρδος είναι φυτό Ινδικό, γλυκύτατης οσμής, από το γένος το γνωστό με το γενικό όνομα Βαλεριάνα, από το οποίο παράγεται υγρό εύφλεκτο, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι για παρασκευή πολυτιμότατου ελαίου. Για αυτό και νάρδος είναι και το νάρδειο έλαιο όπως εδώ (G).
(3)  «Δηλαδή ανόθευτο και με αξιόπιστη καθαρότητα» (Ζ). Πιστικός, πιστός, τον οποίο μπορεί κάποιος να εμπιστευτεί· («γυναίκα πιστική και νοικοκυρά και υπάκουη στον άνδρα» Αρτεμ. Ονειροκρ. 2,32)· συχνότερα συναντιέται έτσι στον Κεδρηνό· για εμπορεύματα σημαίνει δοκιμασμένος, γνήσιος, μη νοθευμένος. Η νάρδος λοιπόν νοθευόταν (G). Είναι απίθανη η παραγωγή της λέξης από το πίνω· όπως και από την περσική πόλη Πιστείρα ή Πίστα (g). Ο Dods βρήκε τη λέξη πιστακής που αναφέρεται στο φυτό Pistacia terebinthus, που φυτρώνει στην Παλαιστίνη και έτσι είναι σπάνιο, ώστε το από αυτό μύρο να είναι πολύτιμο (β).
(4)  Συνδυάζοντας την αφήγηση με αυτήν του Μάρκου και Ματθαίου πρέπει να συμπεράνουμε ότι ένα μέρος του μύρου πρώτα χύθηκε στο κεφάλι του Κυρίου. Αλλά η Μαρία «δεν τον πλησιάζει ως άνθρωπο, αλλά ως Θεό· διότι το μύρο για αυτό το έχυσε» (Χ) και «άλειψε τα πόδια του Ιησού ως δεσπότη της» (Ζ) «και σκούπισε με τις τρίχες του κεφαλιού της, πράγματα τα οποία έδειχναν ότι δεν είχε για αυτόν τέτοια γνώμη, όπως είχαν οι πολλοί» (Χ). Σαν το πολύτιμο μύρο να ήταν απλό και χωρίς αξία νερό χύνει αυτό στα πόδια και με τέτοια αφθονία ώστε τα πόδια ήταν σαν να μπήκαν σε λουτρό (g).
(5)  «Φανερώνοντας το μέγεθος της τιμής σε αυτόν» (Ζ). Στους Ιουδαίους θεωρούνταν εξευτελισμός για τη γυναίκα να παρουσιαστεί με μαλλιά λυτά και με τις τρίχες του κεφαλιού διασκορπισμένες. Η Μαρία λοιπόν με αυτό μαρτυρεί, ότι προκειμένου για τον Ιησού καμία θυσία δεν είναι πολύτιμη για το βαλάντιό της, καμία υπηρεσία οσοδήποτε εξευτελιστική δεν είναι προσβλητική όταν προσφέρεται στο πρόσωπό του (g).
Με την πράξη αυτή η Μαρία δείχνει προς τον Ιησού την ευγνωμοσύνη της. Είναι σπουδαιότερο το να ευχαριστούμε το Θεό για τις ευλογίες και χάριτες, τις οποίες πήραμε από αυτόν παρά να παρακαλάμε αυτόν από πριν να μας δώσει αυτές. Διότι αυτή η στο μέλλον αναφερόμενη προσευχή μας, αν και σωστή ως έκφραση εξάρτησής μας από το Θεό, εξακολουθεί να είναι εγωκεντρική σε κάποιο βαθμό. Διότι με την προσευχή αυτή ελπίζουμε κάτι να λάβουμε. Ενώ η ευχαριστία αναφέρεται σε δωρεές περασμένες και είναι περισσότερο ανιδιοτελής (τ). Δες ποια είναι η αγάπη προς τον Ιησού, την οποία εκδηλώνει η Μαρία. Είναι αγάπη γενναία. Εάν η Μαρία είχε και κάτι άλλο πολυτιμότερο να προσφέρει στον Ιησού, θα το πρόσφερε πρόθυμα, αφού αψηφά τη δαπάνη του μύρου, προκειμένου να αλείψει με αυτό τα πόδια του Ιησού. Είναι αγάπη ταπεινή. Ταπεινώνεται η Μαρία χύνοντας το μύρο στα πόδια του Ιησού και σκουπίζοντας με τις τρίχες του κεφαλιού της τα πόδια αυτά. Η αληθινή αγάπη, όπως δεν τσιγκουνεύεται δαπάνες, έτσι δεν λογαριάζει κόπους, θυσίες και ταπεινώσεις. Αποβλέποντας σε ό,τι ο Χριστός έκανε για εμάς, θα ήμασταν αμέτρητα και αχαρακτήριστα αχάριστοι, εάν θεωρούσαμε οποιαδήποτε κοπιαστική ή ταπεινωτική υπηρεσία βαριά για τον Ιησού.
(6)  Η επανάληψη δεν είναι τυχαία. Στο μέρος αυτό, το λιγότερο ευγενές του σώματός του, αποδίδει η Μαρία τον έκτακτο αυτόν σεβασμό. Κάθε λεπτομέρεια της αφήγησης αυτής αποπνέει την λατρεία, η οποία αποτελεί την ψυχή αυτής της πράξης. Ίσως η φήμη του σεβασμού, τον οποίο η αμαρτωλή γυναίκα στη Γαλιλαία είχε επιδείξει στον Ιησού, να έφθασε στα αυτιά της Μαρίας και δεν ήθελε αυτή, ώστε οι φίλοι του Διδασκάλου να πράξουν για τιμή του λιγότερα από εκείνο, το οποίο είχε πράξει μία ξένη (g).
(7)  Η λεπτομέρεια αυτή, που είναι αποκλειστική της αφήγησης του Ιωάννη, υποδηλώνει τον αυτόπτη, που ήταν παρών κατά την περίσταση αυτή και αισθάνθηκε την ευωδία (β). Όπου αναπαύεται ο Ιησούς σκορπίζεται άφθονη και ανείπωτη ευωδία. Όσοι λοιπόν υποδέχονται τον Ιησού στις καρδιές τους, βάζουν γλυκιά οσμή μέσα τους. Η παρουσία του Χριστού συνοδεύεται από μύρο αγαλλιάσεως, από ευωδία που προξενεί χαρά και αγαλλίαση στις καρδιές.

4 Λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ(1), Ἰούδας Σίμωνος Ἰσκαριώτης(2), ὁ μέλλων(3) αὐτὸν παραδιδόναι(4)·
4 Λέει τότε ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ένας από τους μαθητές του, αυτός που σκόπευε να τον προδώσει:
(1)  Σύμφωνα με τους συνοπτικούς (Ματθ. κστ 8,Μάρκ. ιδ 4) «οι μαθητές» ή «κάποιοι αγανακτούσαν μέσα τους» για την σπατάλη από το μύρο. Φαίνεται ότι ο Ιούδας επέδρασε ως κακή ζύμη και στους υπόλοιπους μαθητές και συμπαρέσυρε αυτούς σε δυσαρέσκεια. Για αυτό ο Ιωάννης αναφέρει ειδικά αυτόν ως τον κύριο υποκινητή και πρωταίτιο. «Και όλοι μεν είπαν, αλλά οι άλλοι όχι με τέτοια διάθεση, όπως αυτός» (Θφ). Ήταν ένας από τους μαθητές του Χριστού. Όχι ένας ο οποίος τους έμοιαζε στις διαθέσεις και την ειλικρινή αφοσίωση στο διδάσκαλο, αλλά ένας από τον αριθμό τους. Είναι δυνατόν οι χειρότεροι των ανθρώπων να συγκαλύπτονται κάτω από το προσωπείο του αρίστου επαγγέλματος. Και υπάρχουν πολλοί, οι οποίοι φαίνονται εξωτερικά ότι βρίσκονται σε στενές σχέσεις με το Χριστό, ενώ πραγματικά δεν έχουν καμία συμπάθεια προς αυτόν.
(2)  Δες στ 71 και την εκεί σημείωση. Υπάρχει και η γραφή: Ιούδας από Καρυώτου. Άλλη γραφή: Ιούδας ο Ισκαριώτης.
(3)  Είναι δυνατόν να υπαινίσσεται, ότι ο Ιούδας ήταν προορισμένος να παραδώσει τον Ιησού.
(4)  Με την επεξήγηση αυτή ο Ιωάννης αποκαλύπτει το χαρακτήρα του Ιούδα, που σημειώνεται τόσο δυνατά με την αντίθεση ανάμεσα στο υποκριτικά εκδηλούμενο άγιο ενδιαφέρον για τις ανάγκες των φτωχών και το σκοτεινό και προδοτικό σχέδιό του να παραδώσει αυτόν (ο).

5 διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη(1) τριακοσίων δηναρίων(2) καὶ ἐδόθη πτωχοῖς(30;
5 «Γιατί να μην πουληθεί αυτό το μύρο για τριακόσια αργυρά νομίσματα, και τα χρήματα να διανεμηθούν στους φτωχούς;»
(1)  «Επειδή ήταν φιλοχρήματος ο Ιούδας κατηγορεί τον τρόπο της τιμής. Γιατί δηλαδή, λέει, δεν έφερες λεφτά, για να μπορώ, εννοείται, να κλέψω, αλλά μύρο;» (Θφ).
(2)  Κάθε δηνάριο ισοδυναμούσε με 0,78 του φράγκου δηλαδή 300=234 χρυσά φράγκα (F)· ή σχεδόν με 260 φράγκα (g). Νόμισμα αργυρό που περιλάμβανε αρχικά 10 και έπειτα 16 ασσάρια, το καθένα από τα οποία ισοδυναμούσε με το 1/10 της δραχμής (G).
(3)  Απεχθής αδικία καλυπτόμενη κάτω από κάτι που φαίνεται αξιέπαινο, διότι ο σατανάς μεταμορφώνεται σε άγγελο φωτός. Αντί να ξοδευτεί άσκοπα το μύρο, γιατί να μην δοθεί η αξία του στους φτωχούς; Έχουμε εδώ τη σύνεση και πανουργία του κόσμου που επικρίνει τον ευσεβή ζήλο ότι προβαίνει σε σπατάλες ασύνετες. Εκείνοι, οι οποίοι υπερεκτιμούν τους εαυτούς τους καυχώμενοι για την κοσμική πολιτικότητα και ικανότητά τους, συγχρόνως όμως υποτιμούν τους άλλους για την πραγματική ευσέβειά τους, η οποία τους εμποδίζει να χρησιμοποιούν τα διπλωματικά τεχνάσματα της κοσμικής πονηρίας, έχουν μέσα τους περισσότερο το πνεύμα του Ιούδα από ό,τι οι ίδιοι φαντάζονται. Γιατί δεν δόθηκε στους φτωχούς; ρωτά ο Ιούδας. Ερώτημα στο οποίο θα ήταν εύκολο να απαντήσει κάποιος: Διότι ήταν καλύτερο να δοθεί στον Κύριο Ιησού. Δεν πρέπει να νομίζουμε, ότι δεν είναι θεάρεστες οι εκδηλώσεις και πράξεις εκείνες, μόνο και μόνο διότι δεν έγιναν όπως θα τις θέλαμε εμείς και με τον τρόπο με τον οποίο εμείς κρίνουμε ότι έπρεπε να γίνουν. Υπερήφανοι και εγωιστές άνθρωποι θεωρούν ως κακώς πληροφορημένο καθέναν, ο οποίος δεν συμβουλεύτηκε τη σοφία τους!

6 Εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ(1), ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν(2), καὶ τὸ γλωσσόκομον(3) εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα(4) ἐβάσταζεν(5).
6 Αυτό το είπε όχι γιατί νοιαζόταν για τους φτωχούς, αλλά γιατί ήταν κλέφτης και, καθώς διαχειριζόταν το κοινό ταμείο, συχνά κρατούσε για τον εαυτό του από τα χρήματα που έβαζαν σ’ αυτό.
(1)  «Τη μάλωσε ο Ιούδας με το πρόσχημα δήθεν της ευλάβειας» (Χ).
(2)  Πιο πιθανό φαίνεται ότι κατά τον χρόνο αυτόν κανείς από τους μαθητές δεν υποπτευόταν την τιμιότητα του Ιούδα, διότι αλλιώς κανείς δεν θα συμπαρασυρόταν από αυτόν στο να συμμεριστεί τις επικρίσεις του εναντίον της σπατάλης του μύρου (ο). Κάποιοι από τους νεώτερους κριτικούς απέδωσαν παράλογα την κρίση του Ιωάννη για τον Ιούδα στο στίχο αυτό, σε αίσθημα προσωπικού μίσους (g). Αυτού του είδους η κρίση ήταν φυσικό να εκφραστεί για συμμαθητή, που ανήκε στο στενό κύκλο των 12, από άλλον συμμαθητή που δεν υποπτευόταν μέχρι τέλους την τιμιότητά του και ξαφνικά αντιλαμβάνεται την πλάνη του και για αυτό αγανακτεί (β).
Στο ερώτημα: «Για ποιο λόγο τέλος πάντων, ενώ ήταν κλέφτης, τού ανέθεσε το ταμείο των φτωχών και τον έκανε διαχειριστή ενώ ήταν φιλάργυρος;» (Χ) δόθηκαν διάφορες απαντήσεις. Οι κυριότερες:
Ή, ο Ιούδας δεν ήταν εξ’ αρχής κλέφτης, αλλά είχε ικανότητα να εισπράττει και να διαχειρίζεται χρήματα. Ο πειρασμός όμως συνήθως έρχεται μέσα από εκείνο, για το οποίο είμαστε εκ φύσεως κατάλληλοι (Westcott,β).
Ή, ο Ιησούς έκρινε καλό να προκαλέσει την εκδήλωση του πάθους του Ιούδα, για να χρησιμοποιηθεί αυτή ως μέσο θεραπείας και να δώσει σε αυτόν την ευκαιρία να εργαστεί για διόρθωσή του (Hengstenberg).
Ή, ο Ιησούς ανέθεσε το ταμείο στον Ιούδα «για να αφαιρέσει κάθε δικαιολογία· διότι δεν μπορούσε να πει ότι το έκανε αυτό (την προδοσία), από έρωτα για τα χρήματα, αφού μπορούσε να παρηγορήσει αρκετά την επιθυμία του από το ταμείο» (Χ).
Ή, η ανάθεση του ταμείου στον Ιούδα έγινε από τους μαθητές και ο Κύριος δεν θέλησε να αναμιχθεί σε αυτήν (g).
Ή, ο Ιησούς ανέθεσε αυτό στον Ιούδα αρχικά λόγω του χαρίσματός του γύρω από τα οικονομικά, και ακολούθως, όταν εκείνος άρχισε να κλέβει, δεν θέλησε να επέμβει σε σχέση, στην οποία αναγνώρισε θείο σχέδιο (Weiss).
Ή, πιο σωστά, σε όλες τις παραπάνω εκδοχές υπάρχουν στοιχεία αλήθειας «αλλά τον απόρρητο λόγο τον ξέρει ο Θεός» (Χ).
(3)  Αντί για την παλαιότερη λέξη γλωσσοκομείον ή γλωσσοκόμιον η λέξη προέρχεται από το γλώσσα και κομέω=μικρή θήκη, στην οποία οι αυλητές φύλαγαν τις γλωσσίδες των αυλών. Έπειτα σημαίνει και το κιβώτιο το προορισμένο για άλλες χρήσεις. Ειδικά το κιβώτιο, το μαρσίπιο, στο οποίο έμπαινε το αργύριο (G). Με την τελευταία αυτή έννοια βρίσκεται και στο Β΄ Παραλ. κδ 8,10 («έβαλαν στο γλωσσόκομο»). Στη ραββινική γραμματεία βρίσκεται η λέξη μεταγραμματισμένη στο εβραϊκό για να δηλώσει θήκη που χρησιμοποιείται για τη διατήρηση κάποιου πολύτιμου πράγματος όπως χειρόγραφο του νόμου, όταν ο κάτοχός του ταξίδευε ή και φέρετρου που περιείχε πτώμα (χ).
(4)  Δηλαδή τα χρήματα που ρίχνονταν στο κιβώτιο από τους φίλους και από αυτούς που πρόθυμα πρόσφεραν (β). Το ταμείο του Ιησού και των μαθητών του ήταν αναμιγμένο με αυτό των φτωχών (Ιω. ιγ 29), τροφοδοτούμενο από εκούσιες εισφορές· δες Λουκ. η 1-3 (g). Δες την οικονομική κατάσταση του Ιησού και της συνοδείας του. Δεν είχαν ούτε αγροκτήματα, ούτε αποθήκες, αλλά μόνο ένα μικρό κιβώτιο, στο οποίο ρίχνονταν εισφορές, ώστε από αυτές να ζουν ο Κύριος και οι μαθητές του, και κάθε περίσσευμα δινόταν στους φτωχούς. Όλα τα δικά μου τα κουβαλάω μαζί μου. Όλη η περιουσία μου συνίσταται σε ό,τι κουβαλάω πάνω μου. Μη γογγύζεις λοιπόν για το ότι δεν έχεις πλούτη. Συμμορφώσου αγόγγυστα σε απλό και απέριττο τρόπο ζωής ενθυμούμενος, ότι έτσι έζησε και ο Κύριός μας.
(5)  Μάλλον με κακή έννοια=συνήθιζε να βάζει για τον εαυτό του κρυφά και με κλεψιά (G)· άρπαζε και υπεξαιρούσε· «έκλεβε αυτά που έμπαιναν» (Θφ). Έτσι λέγεται και στον Διογένη τον Λαέρτιο (IV,59 «όσα ήθελε τα βάσταζε») και στους παπύρους σύμφωνα με παραθέσεις του Deissmann (β). Μπορούμε όμως να το πάρουμε και με τη συνηθισμένη έννοια, οπότε δεν υπάρχει περίπτωση ταυτολογίας στα 2 ρήματα είχε… και εβάσταζε. Διότι το μεν ε ί χ ε αναφέρεται στη γενική φροντίδα και επιτήρηση των εισφορών που κατατίθενταν στην φύλαξη από αυτόν· ενώ το ε β ά σ τ α ζ ε στην μεταφορά του κιβωτίου από τόπο σε τόπο (ο).

7 Εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς(1)· ἄφες(2) αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό(3).
7 Είπε τότε ο Ιησούς: «Άφησέ την ήσυχη· αυτό που κάνει είναι για την ημέρα του ενταφιασμού μου.
(1)  «Ο Κύριος διακηρύττει την γυναίκα ελεύθερη από κάθε κατηγορία, με τα λόγια με τα οποία συγκαλυμμένα ελέγχει τον προδότη» (Κ). «Δεν έκανε ο Χριστός παρατήρηση στον Ιούδα για την πρόθεσή του από πολλή μακροθυμία θέλοντας να επιστρέψει αυτός» (Ζ).
(2)  Σε ενικό που απευθύνεται στον Ιούδα.
(3)  Αυτή η γραφή είναι λιγότερο μαρτυρημένη αλλά πιο σωστή. Η έννοια: Έχει φυλάξει το μύρο αυτό για να συμβολίσει την ταφή μου και για να προλάβει και να πραγματοποιήσει από πριν την ετοιμασία της (F). «Σαν να προφητεύει το θάνατό μου που πλησιάζει» (Ζ). Η Μαρία δεν είχε βεβαίως την πρόθεση, ώστε το μύρο αυτό να το χρησιμοποιήσει για την ταφή του Κυρίου, σαν να την προαισθανόταν. Αλλά όταν μετέπειτα θα σκεφτόταν αυτήν την έννοια, την οποία τώρα ο Κύριος αποδίδει στην πράξη της, πρέπει να αισθανόταν ότι άλλα λόγια δεν θα εξέφραζαν καλύτερα εκείνο, που θα έκανε αυτή, εάν τη στιγμή εκείνη του δείπνου γνώριζε, ότι μετά από μία βδομάδα ο διδάσκαλος θα ενταφιαζόταν (ο).
Περισσότερο μαρτυρημένη γραφή «ίνα εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τηρήση αυτό» την οποία υιοθετεί και η Βουλγάτα (η λατινική μετάφραση). Ίσως προήλθε από κακή διόρθωση αντιγραφέων, που είχαν κατά νου, ότι δεν χρησιμοποιούνται μύρα για άνθρωπο ζωντανό, πριν την ταφή του. Η πιο σωστή ερμηνεία της γραφής: Άφησέ την, για να φυλάξει το υπόλοιπο του μύρου (του οποίου μόνο μέρος είχε μέχρι τη στιγμή εκείνη χρησιμοποιηθεί) για την ημέρα της ταφής μου (β). Ενταφιασμός=η με μύρα ετοιμασία του νεκρού και γενικώς οι προπαρασκευές για την ταφή (g). Ο Κύριος συχνά θυμάται τον θάνατο και την ταφή του. Θα ήταν καλό και ωφέλιμο να θυμόμαστε, ότι θα έλθει και για μας η ημέρα του θανάτου και της ταφής μας. «Με τα λόγια που είπε σχετικά με τον ενταφιασμό, ντροπιάζει τον Ιούδα, επειδή λόγω αισχροκέρδειας επρόκειτο να προδώσει τον διδάσκαλο» (αμ). «Και αναφέρει τον ενταφιασμό, χτυπώντας την ασύνετη καρδιά του, μήπως και διορθωθεί» (Θφ).

8 Τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν(1), ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε(2).
8 Οι φτωχοί πάντοτε θα υπάρχουν κοντά σας, εμένα όμως δε θα με έχετε πάντοτε».
(1)  «Παρατίθενται και εδώ τα λόγια όπως και στο Ματθαίο (κστ 11) και αποσιωπούνται, όπως και εκεί, τα λόγια που προσθέτονται από τον Μάρκο (ιδ 7) «και όταν θέλετε, μπορείτε να τους ευεργετήσετε». Η έννοια του στίχου:
«Ο χρόνος που έχει καθοριστεί για την τιμή σε εμένα, δηλαδή ο χρόνος που ζω πάνω στη γη, δεν απαιτεί να προτιμάτε από εμένα τους φτωχούς» (Κ). Εάν πράγματι οι φτωχοί αποτελούν το αντικείμενο της φροντίδας σας, θα είναι πάντοτε καιρός να ασκείτε προς αυτούς την γενναιοδωρία σας· το πρόσωπό μου όμως μετά από λίγο θα αρπαχτεί από τις θερμές φροντίδες της αγάπης σας (g). Αναγωγική ερμηνεία: «Είναι αξιολογότατη μεν η φιλοπτωχία, αλλά να μπαίνει πίσω από το σεβασμό στο Θεό. Όταν λοιπόν υπάρχει ανάγκη λατρείας ή υμνωδίας, πρέπει να προτιμούμε αυτές από την αγάπη στους φτωχούς· διότι μπορούμε να ευεργετούμε μετά τις πνευματικές λειτουργίες» (Κ). «Το να φέρουμε δώρα στο Θεό, πρέπει να είναι προτιμότερο από τους φτωχούς» (αμ). Απαιτείται σύνεση και διάκριση κατά τις περιστάσεις, στις οποίες παρουσιάζεται σύγκρουση καθηκόντων, ώστε προκειμένου να κρίνουμε ποιο από αυτά να προτιμήσουμε, να αποφασίζουμε αυτό σύμφωνα με τις παρουσιαζόμενες περιστάσεις. Οι ευκαιρίες πρέπει πάντοτε να μην αφήνονται ανεκμετάλλευτες. Εκείνες μάλιστα πρωτίστως πρέπει να προτιμούνται, οι οποίες φεύγουν επειγόντως και έχουν τη διάρκειά τους μικρή. Καθήκον, το οποίο μπορεί να επιτελεστεί σε οποιοδήποτε χρόνο, ενδείκνυται να παραχωρεί τη θέση του στο καθήκον, του οποίου η επιτέλεση επιβάλλεται να γίνει ακριβώς τώρα.
(2)  «Έβαλε μέσα τους υπενθύμιση για την μετά από λίγο σφαγή του» (Ζ). «Σαν να έλεγε· είμαι δυσάρεστος και φορτικός, αλλά περίμενε λίγο και θα φύγω» (Χ), «αφού εσύ θα κατασκευάσεις το θάνατό μου» (Θφ).

9 Ἔγνω οὖν(1) ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν Ἰουδαίων(2) ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον(3) οὐ διὰ τὸν Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν.
9 Πλήθος πολύ από τους Ιουδαίους της πόλεως έμαθαν ότι ο Ιησούς βρίσκεται εκεί και ήρθαν για να δουν όχι μόνο αυτόν αλλά και το Λάζαρο, που τον είχε αναστήσει από τους νεκρούς.
(1)  Η φήμη του δείπνου στη Βηθανία διαδόθηκε γρήγορα και οι προσκυνητές που ήλθαν από την Ιεριχώ στα Ιεροσόλυμα ανήγγειλαν ότι ο Ιησούς παρέμεινε στη Βηθανία.
(2)  Δηλαδή από το λαό της Ιουδαίας (β), από τους Ιουδαίους, οι οποίοι ήταν οι αντιπρόσωποι της παλαιάς τάξης των πραγμάτων. Ακριβώς για αυτό ερεθίστηκαν οι άρχοντες των Ιουδαίων· διότι ο πληθυσμός της Ιουδαίας, πάνω στον οποίο αυτοί υπολόγιζαν πάντοτε σαν σε αντίρροπο του πληθυσμού της Γαλιλαίας, αρχίζει τώρα να τους εγκαταλείπει (g).
«Όπως ακριβώς ο πλούτος, αυτούς που δεν προσέχουν συνηθίζει να τους παρασέρνει, έτσι και η εξουσία. Διότι ο μεν πλούτος οδηγεί σε πλεονεξία, ενώ η εξουσία σε αλαζονεία. Πρόσεχε λοιπόν ότι το μεν πλήθος των Ιουδαίων που ήταν κάτω από εξουσία, είναι υγιές, ενώ οι άρχοντες διεφθαρμένοι» (Χ).
Πόσο μάταιες και ανεπιτυχείς υπήρξαν μέχρι τη στιγμή αυτή οι εναντίον του Χριστού απόπειρές τους. Έπραξαν το παν για να αποξενώσουν το λαό από τον Ιησού, και όμως πολλοί από τους Ιουδαίους, τους γείτονές τους, τους θαυμαστές τους, τα δημιουργήματά τους, συναρπάστηκαν τόσο πολύ από την πειστική απόδειξη των θαυμάτων του Ιησού, ώστε αποσχίστηκαν από το κόμμα των Φαρισαίων και αρχιερέων και ήλθαν προς τον Ιησού.
(3)  «Επειδή ήταν παράδοξο το θαύμα ένιωσε κατάπληξη ο όχλος και αυτό το γεγονός που άκουσαν, ήθελαν να το δουν και με τα μάτια τους για πιο βέβαιη πίστη» (Κ), «ίσως επειδή προσδοκούσαν να ακούσουν και από το Λάζαρο κάτι σχετικά με τον Άδη» (Θφ). Ότι η πρόθεση των επισκεπτών αυτών τουλάχιστον σε μεγάλο μέρος δεν υπήρξε αρχικά πονηρή ούτε το ελατήριο που τους ώθησε σε επίσκεψη μία απλή περιέργεια, φαίνεται από το σ. 11, όπου ο αριθμός αυτών που από αυτούς πίστεψαν στον Ιησού εξαιτίας του Λαζάρου δίνεται ως αιτία του νέου φονικού συμβουλίου των αρχιερέων (ο).

10 Ἐβουλεύσαντο(1) δὲ οἱ ἀρχιερεῖς(2) ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν(3),
10 Γι’ αυτό οι αρχιερείς αποφάσισαν να σκοτώσουν και το Λάζαρο,
(1)  Δεν δηλώνει απλή ανταλλαγή γνωμών, αλλά συσκέψεις (όχι σε επίσημη φαίνεται συνεδρία του συνεδρίου) με ορισμένη κατεύθυνση που κατέληξε σε απόφαση (κ).
(2)  Οι οποίοι πιθανότατα επειδή ανήκαν στη μερίδα των Σαδδουκαίων, οι οποίοι δεν δέχονταν την ανάσταση των νεκρών, είχαν λόγω αυτού και προσωπικό λόγο, που τους ωθούσε στην εξόντωση του Λαζάρου που αναστήθηκε από τους νεκρούς (ο).
(3)  «Όντας σε πλήρη σύγχυση από το φθόνο, σχεδιάζουν φόνο πάνω σε φόνο, θεωρώντας ότι μαζί με τον φονευμένο (Λάζαρο) θα φονευτεί και η δύναμη του παράδοξου συμβάντος, ώστε να ανακόψουν τους λαούς που έτρεχαν στην πίστη στο Χριστό» (Κ).
«Τον μεν Χριστό ζητούσαν να τον φονεύσουν προφασιζόμενοι ότι παραβιάζει το Σάββατο και ότι κάνει τον εαυτό του ίσο με το Θεό… Τον Λάζαρο όμως γιατί; Διότι ξανάζησε; Και ποιο έγκλημα είναι το να ξαναζήσει κανείς; Το παν λοιπόν ήταν φθόνος!» (Ζ).
Ο Λάζαρος προσελκύοντας διαρκώς πολλούς προς τον εαυτό του, και προκαλώντας έτσι την εξάπλωση της πίστης στο Χριστό, γίνεται, όπως ήταν επόμενο, αντικείμενο άσπονδου μίσους των αρχόντων των Ιουδαίων (κ). Πόσο παράλογη και ανόητη υπήρξε η απόφασή τους να φονεύσουν το Λάζαρο. Δείγμα της πιο θηριώδους λύσσας. Έμοιαζαν με άγριο ταύρο που μπλέχτηκε σε δίχτυ, γεμάτο μανία. Σημάδι ότι ούτε το Θεό φοβούνταν, ούτε τους ανθρώπους ντρέπονταν. Εάν φοβούνταν το Θεό, δεν θα προέβαιναν σε τέτοια προκλητική και ασεβή ενέργεια εναντίον του. Ο Θεός θέλησε να ζήσει ο Λάζαρος με θαύμα. Και αυτοί θέλουν να τον φονεύσουν λόγω της μοχθηρίας και κακεντρέχειάς τους. Φωνάζουν: Πάρτον αυτόν, δεν πρέπει να ζει, την ώρα που ο Θεός τον επανέφερε τετραήμερο από τον τάφο, διακηρύττοντας έτσι ότι ο Λάζαρος έπρεπε να ζει. Τι άλλο υπήρξε η απόφασή τους αυτή παρά πρόκληση και επανάσταση εναντίον του Θεού; Δεν σκέφτονται ποιος έχει τα κλειδιά του θανάτου και του τάφου. Τα έχουν αυτοί ή ο Θεός;
«Ω τυφλή κακία! Ο Χριστός ο οποίος μπόρεσε να αναστήσει νεκρό, δεν θα μπορούσε να αναστήσει και φονευμένο. Ανόητη κακία, η οποία υποθέτει ότι ο Χριστός ο οποίος μπόρεσε να αναστήσει έναν ο οποίος πέθανε θάνατο φυσικό, δεν θα μπορούσε να αναστήσει και έναν ο οποίος σφάχτηκε» (Αυ).
Αλλά ούτε τους ανθρώπους ντρέπονταν. Διότι πως ήταν δυνατόν να αποφασίσουν την εσχάτη των ποινών για ένα άνθρωπο τελείως αθώο, τον οποίο για κανένα έγκλημα ή παρεκτροπή δεν μπορούσαν να κατηγορήσουν;

11 ὅτι πολλοὶ δι’ αὐτὸν(1) ὑπῆγον(2) τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον(3) εἰς τὸν Ἰησοῦν.
11 επειδή εξαιτίας του πολλοί Ιουδαίοι εγκατέλειπαν αυτούς και πίστευαν στον Ιησού.
(1)  Δηλαδή τον Λάζαρο, ο οποίος ήταν ζωντανός μάρτυρας της υπερφυσικής δύναμης του Ιησού. «Αυτό που κατεξοχήν τους δάγκωνε, ήταν ότι ενώ είχε αρχίσει η γιορτή όλοι έτρεχαν στη Βηθανία και γίνονταν ακροατές του θαύματος και αυτόπτες του αναστημένου» (Θφ).
(2)  Ή, στη Βηθανία, οπότε η πρόθεση (υπό) σημαίνει εδώ το αθόρυβο, το μυστικό, διότι δεν τολμούσαν λόγω της εχθρότητας των αρχιερέων προς τον Ιησού, να μεταβούν με διαδήλωση (ο,g), ή λιγότερο πιθανή εκδοχή, το ὑπῆγον έχει την έννοια του αποχωρούσαν και αποσπώνταν από την μερίδα των αρχιερέων και πίστευαν στον Ιησού (β).
(3)  Παρατατικός=άρχιζαν να πιστεύουν (β).

Ἡ θριαμβευτικὴ εἴδοσος εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα

12 Τῇ ἐπαύριον(1) ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν(2), ἀκούσαντες(3) ὅτι ἔρχεται ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα(4),
12 Την άλλη μέρα, το μεγάλο πλήθος που είχε έρθει για τη γιορτή του Πάσχα, όταν άκουσαν ότι έρχεται ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα,
(1)  Δες και Ματθ. κα 1-11, Μάρκ. ια 1-10 και Λουκ. ιθ 29-38 και τις εκεί ερμηνευτικές σημειώσεις. Την επομένη της ημέρας κατά την οποία παρατέθηκε το δείπνο στη Βηθανία: δηλαδή στη δική μας Κυριακή, εάν δεν συμπεριλάβουμε την 14η Νισάν στις 6 ημέρες πριν το Πάσχα (σ. 1) ή τη Δευτέρα, εάν συμπεριλάβουμε αυτήν.
(2)  Πρέπει λοιπόν να υπήρξαν Γαλιλαίοι μάλλον παρά κάτοικοι της Ιερουσαλήμ (b). Δεν πρέπει ο όχλος αυτός να συγχέεται με αυτόν στο σ. 9, ο οποίος, όπως σημειώθηκε, ήταν από τους Ιουδαίους. Ίσως αυτοί που λόγω της γιορτής ήλθαν στα Ιεροσόλυμα ήταν περισσότερο θρησκευόμενοι από αυτούς που κατοικούσαν στην πόλη. Όσο περισσότερο σεβασμό έχει κάποιος στο Θεό και γενικά στη θρησκεία, τόσο είναι περισσότερο διατεθειμένος να υποδεχτεί το Χριστό και τη θρησκεία του. Είναι αξιοσημείωτο και το ότι όχι οι άρχοντες και οι της ανώτερης τάξης βγαίνουν για να υποδεχτούν τον Ιησού, αλλά ο όχλος. Πράγματι ο Χριστός «τα αδύναμα και τα ανόητα του κόσμου διάλεξε» (Α΄Κορ. α 27) και τιμάται περισσότερο από το πλήθος παρά από το μεγαλείο των ακολούθων του. Από αυτό συμπεραίνουμε, ότι ο Κύριος πέρασε και τη νύχτα ολόκληρη στη Βηθανία. Όπως επίσης μπορούμε να συμπεράνουμε από την αφήγηση του Μάρκου (ια 11 «ήταν ήδη απόγευμα στην ώρα») η είσοδος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα σημειώθηκε κατά το απόγευμα.
(3)  Άκουσαν από αυτούς που επισκέφτηκαν την προηγούμενη ημέρα τη Βηθανία, ότι ο Ιησούς ήταν εκεί και ότι ετοιμαζόταν να μπει στα Ιεροσόλυμα.
(4)  «Αφού αναχώρησε για λίγο στην έρημο ο Κύριος, ώστε να σβήσει το θυμό των φονιάδων, πάλι με θάρρος μπαίνει και εμφανίζεται σε όλους. Διότι είχε φτάσει ο καιρός του πάθους και δεν έπρεπε πλέον να κρύβεται, αλλά να δώσει τον εαυτό του για τη σωτηρία του κόσμου» (Θφ).

13 ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων(1) καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον(2)· ὡσαννά(3), εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ(4).
13 πήραν κλαδιά φοινικιάς, και βγήκαν από την πόλη να τον προϋπαντήσουν κραυγάζοντας: Δόξα στο Θεό! Ευλογημένος αυτός που έρχεται σταλμένος από τον Κύριο! Ευλογημένος ο βασιλιάς του Ισραήλ!
(1)  Με άρθρο μάλλον για να σημάνει τα κλαδιά των φοινίκων, τα οποία ορθώνονταν στο δρόμο (g). «Βάϊς είναι ραβδί φοίνικα και το βάγι» (Ησύχιος). Η προσθήκη «των φοινίκων» είναι πλεονασμός, που έγινε από τον Ιωάννη για τους αναγνώστες που αγνοούσαν τον τεχνικό αυτό όρο. Σύμφωνα με το Αποκ. ζ 9 οι μάρτυρες παρουσιάζονται να έχουν στα χέρια βάγια ως σύμβολο της νίκης τους εναντίον του κόσμου. Σύμφωνα με το Α΄ Μακ. ιγ 51 ο Σίμων μπαίνει θριαμβευτικά στα Ιεροσόλυμα με δοξολογία και βάγια και με κύμβαλα και κιθάρες και με ύμνους και με ωδές, διότι συντρίφτηκε εχθρός μεγάλος από τον Ισραήλ (β). Σύμφωνα με το Λευϊτ. κγ 40 επικράτησε στη γιορτή της σκηνοπηγίας να γίνονται γύρω από το θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων λιτανείες με βάγια (g).
«Τα κλαδιά των φοινίκων είναι δοξολογικά σύμβολα της νίκης» (Αυ). «Επειδή οι όχλοι ήταν πιο υπάκουοι και επειδή ελκύστηκαν από το θαύμα που έκανε, υποδέχτηκαν το Χριστό με βάγια, υμνώντας αυτόν επειδή είχε νικήσει το θάνατο» (Κ). Υποδέχονται αυτόν θριαμβευτικά αναγνωρίζοντας αυτόν ως τον αναμενόμενο Μεσσία.
«Πήραν λοιπόν τα βάγια των φοινίκων… δείχνοντας, ότι τον θεωρούσαν ανώτερο από προφήτη» (Χ).
Ο τρόπος με τον οποίο εκδήλωναν τον σεβασμό τους και την αναγνώρισή τους ήταν πρόχειρος και απλός, αλλά ταυτόχρονα θερμός και ενθουσιώδης. Δεν είχαν τα κλειδιά της πόλης, για να παραδώσουν αυτά σε αυτόν, ούτε σπαθί ή σκήπτρο για να προβάλλουν αυτό μπροστά του, ούτε μουσική και συμφωνία οργάνων, ώστε και με τον ήχο σαλπίγγων και κυμβάλων να διεγείρουν τον λαϊκό ενθουσιασμό. Παρά ταύτα τα πλήθη αυτά ήταν κατά τη στιγμή αυτή μία αμυδρή απεικόνιση της ένδοξης εκείνης συνοδείας, την οποία είδε ο Ιωάννης «μπροστά στο θρόνο και μπροστά στο αρνί» (Αποκ. ζ 9,10). Δεν ήταν μεν τα πλήθη αυτά μπροστά στο θρόνο, ήταν όμως μπροστά στο αρνί, το πασχάλιο αρνί, το οποίο λίγες μέρες πριν το Πάσχα έμπαινε στην άκρη προκειμένου να θυσιαστεί. Επιπλέον κρατούν και τα πλήθη αυτά όπως η ουράνια συνοδεία βάγια φοινίκων, σύμβολο της νίκης και του θριάμβου. Πράγματι ο Χριστός με το θάνατό του ερχόταν να νικήσει τις αρχές και τις εξουσίες και συνεπώς ήταν πρέπον να σείουν κατά την έλευσή του τα βάγια των φοινίκων.
(2)  Υπάρχει και η γραφή: Εκραύγαζον λέγοντες: Οι επευφημίες με τις οποίες ο λαός χαιρετίζει τον Ιησού έχουν ληφθεί από τον ριζ (ριη) ψαλμό, ιδίως μάλιστα οι σ. 25,26. Ο ψαλμός αυτός φτιάχτηκε πιθανώς για τα εγκαίνια του δεύτερου ναού και τα λόγια που παρατίθενται αναφέρονταν στην πομπή η οποία έγινε δεκτή από τους ιερείς κατά την άφιξή της στο ναό. Πολλές παραπομπές σε αυτόν τον ψαλμό, που γίνονταν από τους ραββίνους, δείχνουν, ότι ο ψαλμός θεωρούνταν μεσσιανικός. Κάθε Ισραηλίτης γνώριζε από έξω τα λόγια αυτά, διότι ψάλλονταν κατά τις λιτανείες της γιορτής της σκηνοπηγίας και το Πάσχα κατά το πασχάλιο δείπνο (g).
(3)  Οι Ο΄μεταφράζουν «σώσε λοιπόν», οπότε αποτελεί ικετευτική επίκληση προς το Θεό από το θεοκρατικό λαό υπέρ του βασιλιά Μεσσία. Δες Ματθ. κα 9 και τις εκεί ερμην. σημειώσεις.
(4)  Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου. Ή ευλογημένος εν ονόματι Κυρίου σύμφωνα με τα Δευτ. κα 5,Β΄ Βασ. στ 18,Δ΄ Βασ. β 24 (β). Ή, πιο φυσικά, πρέπει να συνδέσουμε το εν ονόματι Κυρίου (= «στο όνομα του Θεού Πατέρα» (Αυ) με το ερχόμενος, οπότε «άριστος οδηγός για να καταλάβουμε την έννοια, είναι τα ίδια του τα λόγια: Εγώ έχω έλθει στο όνομα του πατέρα μου… Από τη μία είναι ίσος με τον Πατέρα, και από την άλλη εξομοιώθηκε με εμάς. Ως ίσος με τον Πατέρα έφερε εμάς στην ύπαρξη· ως όμοιος με εμάς, μάς λύτρωσε» (Αυ). «Έχει έλθει στο όνομα του Κυρίου» (Κ).
Η φράση δείχνει κατά τρόπο γενικό τον κατεξοχήν θείο απεσταλμένο. Ειδικεύεται όμως η έννοιά της με την ακόλουθη φράση «ο βασιλιάς του Ισραήλ». «Αυτός που έρχεται, λέει, όχι αυτός που οδηγείται. Διότι το ένα είναι κάπως δουλικό, ενώ το άλλο εξουσιαστικό, το ότι έρχεται. Και με το να πουν όμως «στο όνομα του Κυρίου» αυτό το ίδιο φανερώνουν, το ότι είναι αυτός αληθινός Θεός. Διότι όχι στο όνομα δούλου, αλλά του Κυρίου λένε ότι έρχεται. Και ακόμα φανερώνουν ότι δεν είναι αντίθεος, αλλά ήλθε στο όνομα του Πατέρα. Και βασιλιά του Ισραήλ επίσης αποκαλούσαν αυτόν, φανταζόμενοι ίσως αισθητή βασιλεία. Διότι προσδοκούσαν ότι θα εμφανιστεί κάποιος βασιλιάς ανώτερος από την ανθρώπινη φύση, ο οποίος πρόκειται να τους σώσει από την εξουσία των Ρωμαίων» (Θφ).
Ο λαός στο πρόσωπο του Ιησού χαιρετούσε και επευφημούσε τον Μεσσία που στάλθηκε από το Θεό. «Τον έλεγαν βασιλιά δικό τους, παραδεχόμενοι την κυριότητα του Χριστού» (Κ). Δεν είναι πλέον ανάγκη να ξεφύγει από το ζήλο εκείνων, οι οποίοι θα ήθελαν να ανακηρύξουν αυτόν βασιλιά, όπως έκανε άλλοτε μετά την διατροφή των 5000. Θα διακηρύξει όμως αυτός τον τρόπο και τη φύση της βασιλείας του (τ).

14 Εὑρὼν(1) δὲ ὁ Ἰησοῦς ὀνάριον(2) ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτό(3), καθώς ἐστι γεγραμμένον(4)·
14 Ο Ιησούς είχε βρει ένα γαϊδουράκι και κάθισε πάνω του, όπως λέει η Γραφή:
(1)  «Ο μεν Ματθαίος λοιπόν είπε αναλυτικότερα τα σχετικά με το πουλάρι, ενώ ο Ιωάννης ήλθε σε αυτό το πιο καίριο σημείο της υπόθεσης, το οποίο συνηθίζει να κάνει» (Κ). Οι άλλοι ευαγγελιστές «λένε ότι έστειλε μαθητές και είπε: Λύστε την όνο και το πουλάρι. Αυτός όμως δεν λέει τίποτα τέτοιο, αλλά ότι αφού βρήκε πουλαράκι, κάθισε πάνω του… Και τα δύο ήταν λογικό να γίνουν, και να έλυσαν οι μαθητές το πουλάρι και να το οδηγούσαν, και να βρήκε το πουλάρι και να κάθισε σε αυτό» (Χ). «Αφού λύθηκε δηλαδή από τους μαθητές και οδηγήθηκε, το βρήκε» (Θφ). Το «εὑρὼν» δεν σημαίνει βρήκε χωρίς αναζήτηση· ας θυμηθεί ο καθένας το Εύρηκα του Αρχιμήδη (g).
(2)  Δεν αντιτίθεται τόσο στο όνος όσο στο υπερήφανο άλογο, το οποίο ουδέποτε ο Κύριος χρησιμοποίησε (b).
(3)  Ο Ιησούς δεχόμενος την από το λαό υποδοχή ως αναγνώριση της μεσσιακής του ιδιότητας κατά τις παραμονές του θανάτου του, μετά τον οποίο θα θριάμβευε το βασιλικό του αξίωμα, κάθεται πάνω στο πουλάρι, για να ξεχωρίσει έτσι ανάμεσα στο λαό που τον κύκλωνε. «Επειδή τον περιτριγύριζε με τιμή πολύ πλήθος και τον επευφημούσε, από άκρα μετριοφροσύνη κάθισε σε γάιδαρο… χωρίς να απομακρύνεται σε τίποτα από τα όντως αναγκαία» (Κ).
(4)  Στο Ζαχαρίου θ 9. Η παράθεση γίνεται όμως εδώ συντομευμένα, διότι ο ευαγγελιστής ενδιαφέρεται μόνο να διαπιστώσει τη γενική συμφωνία μεταξύ της προφητείας και της εκπλήρωσής της (g).

15 μὴ φοβοῦ(1), θύγατερ Σιών(2)· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου(3).
15 Μη φοβάσαι θυγατέρα μου, πόλη της Σιών· να που έρχεται σ’ εσένα ο βασιλιάς σου, σε γαϊδουράκι πάνω καθισμένος.
(1)  Αντί για το «χαίρε σφόδρα» που είναι στο πρωτότυπο σύμφωνα με τους Ο΄. Και με το «μη φοβάσαι» το ίδιο συναίσθημα εκφράζεται, αλλά λιγότερο έντονα και σε μικρότερο βαθμό (g). Η μεγαλειότητα τέτοιου βασιλιά μπορεί να διεγείρει φόβο, αλλά η πραότητά του, στην οποία ανταποκρίνεται ο τρόπος της εισόδου του, απομακρύνει το φόβο (b). «Μη φοβάσαι· διότι είναι πράος και όχι όπως οι πολλοί από αυτούς που βασίλεψαν σε σένα, άγριος και άδικος και τύραννος» (Ζ). «Δεν μπήκε σέρνοντας από πίσω του στρατό, αλλά έχοντας ως άρμα ένα γαϊδουράκι» (Θφ). «Να χαίρεσαι πολύ». «Μη φοβάσαι». Οι φόβοι από την απιστία είναι εχθροί της πνευματικής χαράς. Όταν αυτοί θεραπευτούν και κατανικηθούν, η χαρά θα κυριαρχήσει εκεί όπου προκαλούνταν ταραχή από τους φόβους. Ο Χριστός λοιπόν ήλθε, για να κατασιγάσει τους φόβους του λαού του και να σκορπίσει σε αυτόν την χαρά.
(2)  Η έκφραση αυτή σημαίνει τον πληθυσμό της πόλης Σιών, η οποία προσωποποιείται (g). Αυθεντική γραφή: θυγάτηρ Σιών.
(3)  Και αν ο Ιησούς δεν έμπαινε ποτέ με αυτόν τον τρόπο στην Ιερουσαλήμ, η προφητεία αυτή θα πραγματοποιούνταν. Διότι ολόκληρη η δράση του στο Ισραήλ υπήρξε εκπλήρωσή της. Επαληθεύοντας όμως και κατά λέξη τον συμβολισμό που χρησιμοποίησε ο προφήτης, θέλησε να κάνει αισθητότερη την πνευματική και αληθινή εκπλήρωση της προφητείας (g). Το ἐπὶ πῶλον ὄνου ερμηνεύτηκε και αλληγορικά:
«Με το πουλάρι, πάνω στο οποίο κανείς δεν είχε μέχρι τότε καθίσει, (διότι έτσι αναφέρεται από τους άλλους ευαγγελιστές), πρέπει να εννοήσουμε τα έθνη, τα οποία δεν είχαν δεχτεί το νόμο του Κυρίου» (Αυ). «Διότι το γαϊδούρι δεν είναι καθαρό ζώο σύμφωνα με το νόμο» (Απ.).
Δείχνει με αυτό ο Χριστός «ότι νέο λαό, που προέρχεται από τα έθνη και είναι ακάθαρτος, πρόκειται να υποτάξει στον εαυτό του και να τον ανεβάσει στο αξίωμα της δικαιοσύνης και στην ουράνια Ιερουσαλήμ, της οποίας τύπος είναι η επίγεια… Ονομάζει επίσης πουλάρι το γαϊδούρι, επειδή ο λαός από τα έθνη ήταν αγύμναστος στην πίστη που οδηγεί στην ευσέβεια» (Κ).
Ο Χριστός είναι βασιλιάς της Σιών. Το όρος Σιών ήταν από παλιά καθορισμένο ως μητρόπολη και πρωτεύουσα του Μεσσία. Ο βασιλιάς της Σιών λοιπόν, θα αποχωρούσε μεν πρόσκαιρα από την πόλη αυτή, αλλά τελικά, όταν θα επρόκειτο να επανέλθει στον Πατέρα του, σε αυτήν θα κατέληγε και θα υπήρχε βασιλιάς αιώνιος της πνευματικής Σιών. Παρόλο που έρχεται αργά για να μπει στην επίγεια Σιών με το αργό βήμα του πουλαριού, έρχεται όμως με ασφάλεια και με τέτοιες εκδηλώσεις ταπείνωσης και συγκατάβασης, ώστε πολύ να ενθαρρύνονται σε επευφημίες και ελπίδες οι βασιλικοί του υπήκοοι. Ταπεινοί ικέτες εύκολα μπορούν να τον πλησιάσουν και να μιλήσουν μαζί του. Εάν στους άρχοντες και πρόκριτους της Ιερουσαλήμ, οι οποίοι περίμεναν τον Μεσσία ως επίγειο άρχοντα που θα θεμελίωνε το θρόνο του πάνω στη δύναμη της βίας, η ταπεινή αυτή εμφάνιση του βασιλιά της Σιών είναι αποθαρρυντική, ας μάθουν ότι παρόλο που έρχεται στη Σιών καθισμένος σε πουλάρι, όμως έρχεται να πολεμήσει κατά των εχθρών της «αυτός που επιβαίνει στα νέφη του ουρανού και είναι μεγαλοπρεπής στο στερέωμα της γης, αυτός έρχεται σε βοήθειά της» (Δευτ. λγ 26).

16 Ταῦτα(1) δὲ οὐκ ἔγνωσαν(2) οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον(3), ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ Ἰησοῦς(4), τότε ἐμνήσθησαν(5) ὅτι ταῦτα(6) ἦν ἐπ’ αὐτῷ(7) γεγραμμένα(8), καὶ ταῦτα(6) ἐποίησαν(9) αὐτῷ.
16 Αυτά στην αρχή δεν τα κατάλαβαν οι μαθητές του· όταν όμως ο Ιησούς ανυψώθηκε στη θεία δόξα, τότε τα θυμήθηκαν. Ό,τι είχε γράψει για κείνον η Γραφή, αυτά και του έκαναν.
(1)  Η ίδια φράση και στο β 22. «Διότι πράγματι, όταν είπε· Γκρεμίστε αυτόν το ναό και σε τρεις ημέρες θα τον χτίσω, ούτε τότε κατάλαβαν οι μαθητές» (Χ). Τόσο τα λόγια αυτά όσο και την έννοια της εισόδου του Ιησού πάνω σε πουλάρι και την σχέση της με την προφητεία του Ζαχαρία, τα κατάλαβαν οι μαθητές όταν ο Ιησούς δοξάστηκε. «Ότι μεν λοιπόν ήταν γραμμένο (στο Ζαχαρία) το ήξεραν, ότι όμως είχε γραφτεί για αυτόν, δεν το ήξεραν» (Χ).
(2)  «Πρόσεξε τη φιλοσοφικότητα του ευαγγελιστή, πώς δεν ντρέπεται να παρουσιάσει δημόσια την προηγούμενη άγνοιά τους» (Χ).Ο λόγος των θείων ενεργειών και λόγων είναι γενικά κρυμμένος από εμάς αρχικά. Το έργο της πίστης είναι να εγκολπωθούμε τα πράγματα εκείνα, τα οποία δεν κατανοούμε, αλλά τα οποία αργότερα θα αντιληφθούμε (b).
(3)  «Στην αρχή» (Κ), κατά τον χρόνο, κατά τον οποίο συντελούνταν το γεγονός της εισόδου.
(4)  «Μέσω του σταυρού και της ανάστασης» (Ζ), «και φωτίστηκαν περισσότερο την ημέρα της πεντηκοστής όταν μεταμορφώνονταν στη δύναμη του αγίου Πνεύματος που επιφοίτησε σε αυτούς» (Κ). «Δόξα εννοεί την ανάληψη μετά το σταυρό και το πάθος» (Θφ).
(5)  Αφού θα τα υπενθύμιζε αυτά σε αυτούς ο Παράκλητος. Δες Ιω. ιδ 26.
(6)  Γλυκιά επανάληψη που εκφράζει τη συμφωνία μεταξύ της προφητείας και την έκβασης (b).
(7)  «Δηλαδή σχετικά με αυτόν» (Ζ). Κατά γράμμα σημαίνει: βασίζονταν σε αυτόν (β).
(8)  «Όλα αυτά τα προφητικά, ήταν γραμμένα για αυτόν» (Ζ).
(9)  Υποκείμενο του ρήματος είναι ή «οι Ιουδαίοι» (Ζ), ο λαός. Ή, και οι δύο· και οι μαθητές και ο λαός (b). Ή, πιο σωστά, οι μαθητές. Ο Ιωάννης θέλει να σημάνει, ότι οι μαθητές κατανόησαν αργότερα, ότι είχαν εργαστεί αυτοί οι ίδιοι στην εκπλήρωση προφητείας, την οποία κανείς από αυτούς τότε δεν σκέφτηκε (g). Οι Γραφές εκπληρώνονται πολλές φορές με συνεργασία ανθρώπων που δεν έχουν κατά νουν τις γραφές και δεν καταλαβαίνουν ότι συνεργούν για εκπλήρωσή τους. Οι μαθητές μέχρι την ανάληψη και την Πεντηκοστή δεν είχαν αντιληφθεί την φύση της βασιλείας του Κυρίου και για αυτό ανέμεναν αυτόν να εμφανιστεί με εξωτερική πομπή και δύναμη. Και συνεπώς δεν μπορούσαν να καταλάβουν, πώς εφαρμοζόταν η προφητεία του Ζαχαρία, για επαλήθευση της οποίας χωρίς να το καταλαβαίνουν συνεργάζονταν.

17 Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος(1) ὁ ὢν μετ’ αὐτοῦ(2) ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν(3).
17 Όλοι, λοιπόν, εκείνοι που ήταν μαζί με τον Ιησού, όταν φώναξε το Λάζαρο από τον τάφο και τον ανέστησε από τους νεκρούς, διηγούνταν αυτά που είχαν δει.
(1)  Ο Ιωάννης δεν αποσκοπεί να παρουσιάσει πλήρη την εικόνα της εισόδου του Ιησού, αλλά μάλλον να αποσαφηνίσει την διπλή σχέση του γεγονότος αυτού με το γεγονός της ανάστασης του Λαζάρου (ως αιτίας του) από τη μία, και με την καταδίκη του Ιησού (ως αποτελέσματός του) από την άλλη (g).
(2)  Η έννοια εξαρτάται από το μόριο «ὅτε» που ακολουθεί, ή σύμφωνα με άλλη γραφή «ότι». Σύμφωνα με αυτήν τη δεύτερη γραφή όχλος πρέπει να εννοηθεί ο λαός που υποδέχεται τώρα τον Ιησού, ο οποίος μεταξύ των άλλων επευφημιών φώναζε ακόμη ότι ο Ιησούς ανέστησε το Λάζαρο. Αυθεντική γραφή ὅτε. Σύμφωνα με αυτήν όχλος ήταν οι αυτόπτες μάρτυρες του θαύματος, οι οποίοι ήταν τότε μπροστά στον τάφο του Λαζάρου μαζί με τον Ιησού κυκλώνοντάς τον. Αυτοί μαρτυρούσαν τώρα για το γεγονός περιγράφοντας αυτό στους προσκυνητές στα Ιεροσόλυμα, και με τη μαρτυρία τους αυτή διέγειραν τον ενθουσιασμό του πλήθους για τον Ιησού. Αυτή η γραφή και η ερμηνεία σύμφωνα με αυτήν, συμφωνεί πληρέστερα με το ακόλουθο «Διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος» (g) = «Το πλήθος του όχλου αφού άκουσε το συμβάν με καλή διάθεση, πείστηκε σε αυτούς που έδιναν μαρτυρία ότι ο Χριστός ανέστησε το Λάζαρο… και για αυτόν το λόγο τον υποδέχτηκαν» (Κ).
(3)  Το μεγαλείο του θαύματος και η ευκολία, με την οποία συντελέστηκε, εκφράζονται με πολλή δεξιότητα (b). Οι αυτόπτες δεν μαρτυρούσαν απλώς για το θαύμα, αλλά και αφηγούνταν τον τρόπο με τον οποίο αυτό συντελέστηκε.

18 Διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος(1), ὅτι ἤκουσαν(2) τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον(3).
18 Γι’ αυτό ήρθε το πλήθος να τον προϋπαντήσει, επειδή έμαθαν ότι αυτός είχε κάνει το θαυμαστό αυτό σημείο.
(1)  Δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον όχλο του προηγούμενου σ. Ο όχλος που άκουσε, αφού πληροφορήθηκε από τον όχλο που είδε το θαύμα (b). «Ο όχλος μεν των αυτοπτών «μαρτυρούσε», ενώ ο όχλος αυτών που άκουσαν, υποδέχτηκαν αυτόν μαζί τους» (Ζ).
(2)  Ο όχλος άκουσαν. Συντακτικό σχήμα κατά το νοούμενον (κ).
(3)  Η αιτία της προϋπάντησης και της θριαμβευτικής υποδοχής. Το θαύμα δεν ήταν μόνο κύριο θέμα συζήτησης μεταξύ των προσκυνητών, αλλά και διήγειρε τον ενθουσιασμό τους τόσο, ώστε οδηγήθηκαν στο να τον υποδεχτούν (g). «Διότι δεν θα μετέβαλλαν ξαφνικά γνώμη τόσοι πολλοί, εάν δεν πίστευαν στο θαύμα» (Χ).

19 Οἱ οὖν(1) Φαρισαῖοι(2) εἶπον πρὸς ἑαυτούς(3)· θεωρεῖτε(4) ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδέν(5); Ἴδε(6) ὁ κόσμος(7) ὀπίσω αὐτοῦ ἀπῆλθεν(8).
19 Οι Φαρισαίοι τότε είπαν μεταξύ τους: «Βλέπετε πως η αναβολή δεν ωφελεί· να που όλος ο κόσμος έχει τρέξει πίσω του».
(1)  Ο σ. εισάγεται ως συνέπεια του ενθουσιασμού του λαού που ήδη σημειώθηκε.
(2)  Οι οποίοι αποτελούσαν την μερίδα που έντονα αντιτίθονταν στη διδασκαλία του Ιησού.
(3)  Αντί να πει μεταξύ τους. Επειδή ανήκαν στο ίδιο σώμα, για αυτό ήταν σαν να μιλούσαν στους εαυτούς τους (g).
(4)  Μπορούμε να την πάρουμε και ως προστακτική. Μάλλον όμως είναι οριστική. «Το λένε αυτό κατηγορώντας κατά κάποιο τρόπο τους εαυτούς τους, επειδή ακριβώς από παλαιότερα δεν φόνευσαν μαζί με τον Λάζαρο τον Ιησού, οπότε το λένε προτρέποντας τους εαυτούς τους στο να φονεύσουν» (Κ).
(5)  Δεν πετυχαίνετε κανένα ωφέλιμο αποτέλεσμα για τον σκοπό μας. Δεν ωφελεί τίποτα το να περιμένουμε και να αναβάλλουμε. Δες και στ 63 για τη χρήση του ωφελώ. Όσοι αντιτίθενται στο Χριστό και πολεμούν το βασίλειό του, θα αναγκαστούν να αντιληφθούν κάποτε, ότι δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα. Ο Θεός θα πραγματοποιήσει τις βουλές του παρά τις αντιδράσεις τους και τις μάταιες προσπάθειες της κακίας τους. Δεν κερδίζει κανείς τίποτα πολεμώντας τον Ιησού. Αντιθέτως αντί να βλάψει την κυριαρχία του αιώνιου βασιλιά, συντελεί στο δικό του όλεθρο.
(6)  Εισάγει το γεγονός σαν να συμβαίνει μπροστά στα μάτια τους (ο).
(7)  =Όλοι, όλος ο κόσμος. «Κόσμο λένε τα πλήθη» (Ζ). «Αγανακτώντας για τον πιστό όχλο, σαν να στερούνται δικά τους κτήματα, αυτούς που είναι του Θεού» (Κ). Ο κόσμος. Υπερβολή από αγανάκτηση. Υπάρχει κάτι που υποκρύπτεται στα λόγια τους όμοιο με προφητεία (b). Όπως ο Καϊάφας πριν, έτσι και αυτοί τώρα, (προφητεύουν) ότι ολόκληρος ο κόσμος θα κατακτιόταν από τον Ιησού.
(8)  «Με την έννοια του: ακολουθεί αυτόν» (Ζ). Ο αόριστος φανερώνει γεγονός που ήδη συντελέστηκε· να, μείναμε μόνοι (g). Αφού αποσπάστηκε από εμάς προσκολλήθηκε και έγινε οπαδός εκείνου (κ).

Ἡ αἴτησις τῶν Ἑλλήνων

20 Ἦσαν δέ τινες Ἕλληνες(1) ἐκ τῶν ἀναβαινόντων(2) ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ.
20 Ανάμεσα σ’ αυτούς που ανέβηκαν να προσκυνήσουν στη γιορτή ήταν και μερικοί Έλληνες.
Από όλα τα γεγονότα, τα οποία σημειώθηκαν από την ημέρα της θριαμβευτικής εισόδου του Ιησού στην Ιερουσαλήμ μέχρι την παραμονή του Πάθους, ο Ιωάννης αναφέρει μόνη την απόπειρα κάποιων προσήλυτων Ελλήνων να μιλήσουν με τον Ιησού και τον λόγο τον οποίο με την ευκαιρία αυτή εκφώνησε, για τα οποία δεν μιλούν οι υπόλοιποι ευαγγελιστές. Ο Ιωάννης σημειώνει ιδιαίτερα το γεγονός αυτό όχι απλώς διότι αποσιωπήθηκε από τους συνοπτικούς, αλλά διότι έχει για αυτόν ξεχωριστή σοβαρότητα. Το γεγονός φαίνεται ότι έλαβε χώρα μετά τα εξιστορούμενα στα Ματθ. κα 12-κγ, Μάρκ. ια 12-ιβ 44, Λουκ. ιθ 45-κα 4, όπως φαίνεται και από το τέλος του σ. 36 («αυτά είπε ο Ιησούς και αφού έφυγε κρύφτηκε από αυτούς») δηλαδή κατά το απόγευμα της Τετάρτης. Κατά τη στιγμή αυτή επέρχεται η οριστική πλέον ρήξη του Ιησού με το λαό και το θεοκρατικό κέντρο, και στο επεισόδιο και στα λόγια αυτά διαβλέπει ο Ιωάννης το τέλος της δημόσιας δράσης του Κυρίου και το προανάκρουσμα του Πάθους του. Αποτελεί λοιπόν σταθμό στην αφήγησή του (g)
(1)  Προανάκρουσμα για το ότι η βασιλεία του Θεού επρόκειτο από τους Ιουδαίους να μεταβιβαστεί στα έθνη. Δεν είναι σαφές, εάν αυτοί είχαν κάνει περιτομή· πάντως όμως λάτρευαν τον ένα Θεό του Ισραήλ (b). Δεν πρόκειται για Ιουδαίους που μιλούσαν την ελληνική, αλλά για εθνικούς προσήλυτους, όπως ο ευνούχος της Κανδάκης (Πράξ. η 27), και για τους οποίους στο ιερό είχε καθοριστεί ιδιαίτερος τόπος, η αυλή των εθνών (Δες και Γ΄Βασ. η 41-43). Από την αυλή αυτή διώχτηκαν από τον Ιησού αυτοί που βεβήλωναν το ιερό. Εάν λοιπόν οι ξένοι αυτοί ήταν μάρτυρες του επεισοδίου αυτού, κατά το οποίο ελευθερώθηκε ο για χρήση τους καθορισμένος ιερός χώρος στο ναό, εξηγείται πλήρως η επιθυμία τους να έλθουν σε σχέση με τον Ιησού (β).
(2)  Με άρθρο για να δηλώσει τάξη προσώπων γνωστών και που συνήθως επισκέπτονταν τα Ιεροσόλυμα=Είναι η τάξη των προσηλύτων όχι μόνο από τους Έλληνες αλλά και από κάθε έθνος, οι οποίοι συνήθιζαν να έρχονται κατά την εορτή (g).

21 Οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας(1), καὶ ἠρώτων(2) αὐτὸν λέγοντες· κύριε(3), θέλομεν τὸν Ἰησοῦν(4) ἰδεῖν(5).
21 Αυτοί, λοιπόν, πήγαν στο Φίλιππο, που καταγόταν από τη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, και τον παρακαλούσαν μ’ αυτά τα λόγια: «Κύριε, θέλουμε να δούμε τον Ιησού».
(1)  Ο απόστολος αυτός είχε ελληνικό όνομα και ίσως από αυτό ενθαρρύνθηκαν να πλησιάσουν αυτόν οι Έλληνες. Ίσως όμως οι Έλληνες αυτοί ήταν από αυτούς που κατοικούσαν στην γειτονική της Γαλιλαίας Δεκάπολη και «ως Γαλιλαίοι οι Έλληνες πλησίασαν το Φίλιππο επειδή και αυτός ήταν Γαλιλαίος» (Κ). Για αυτό και η προσθήκη του προσδιορισμού: «που ήταν από τη Βηθσαϊδά…».
(2)  Ο παρατατικός μπαίνει για να δηλώσει πράξη που άρχισε, η οποία θα συμπληρωνόταν με την αναμενόμενη απάντηση του Φιλίππου (g).
(3)  Υποδηλώνει το σεβασμό, τον οποίο αυτοί αισθάνονται για τον μαθητή τέτοιου δασκάλου (g).
(4)  Το άρθρο έχει μέσα του την έννοια της ανάδειξης (b). Λένε τον Ιησού και όχι το Χριστό. Δεν υποδηλώνεται κάπως, ότι φαντάζονταν ότι ο Ιησούς ήταν ο Χριστός (β).
(5)  Έχει μέσα της η λέξη και την έννοια της κατ’ ιδίαν γνωριμίας. Να τον δουν απλώς ήταν εύκολο, εφόσον ο Ιησούς δίδασκε και κινούνταν στον περίβολο του ναού. Ούτε εξηγείται ο δισταγμός του Φιλίππου, που συνεννοείται με τον Ανδρέα για το αίτημα αυτό των Ελλήνων, εάν δεν επρόκειτο και για συνέντευξή τους με τον Ιησού (ο,β).

22 Ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει(1) τῷ Ἀνδρέᾳ(2), καὶ πάλιν Ἀνδρέας καὶ Φίλιππος λέγουσι τῷ Ἰησοῦ(3)·
22 Πηγαίνει ο Φίλιππος και το λέει στον Ανδρέα. Έπειτα έρχονται ο Ανδρέας κι ο Φίλιππος και το λένε στον Ιησού.
(1)  «Επειδή θυμήθηκε ο Φίλιππος ότι είπε σε αυτούς ο Κύριος: σε δρόμο εθνών μην πάτε και σε πόλη Σαμαρειτών μην μπείτε, για αυτό δειλιάζει» (Κ) και «έρχεται προς τον Ανδρέα, επειδή προηγούνταν από αυτόν, και το ανακοινώνει σε αυτόν» (Χ).
(2)  Συμπολίτης του Φιλίππου, συμπεριλαμβανόταν μεταξύ των 4 μαθητών, οι οποίοι μπαίνουν πρώτοι στους καταλόγους των αποστόλων που παρατίθενται από τους ευαγγελιστές. Αλλά και «ο Φίλιππος μιλά στον Ανδρέα επειδή αυτός ήταν και θερμότερος και καταλληλότερος σε αυτά» (Κ). Για αυτό μπαίνει πρώτος έπειτα ο Ανδρέας («πάλιν Ανδρέας και Φίλιππος») σαν αυτός που ανέλαβε την πρωτοβουλία.
«Ο Φίλιππος λέει στον Ανδρέα, επειδή προηγούνταν. Και εκείνος δεν αρπάζει την ερώτηση, ούτε δείχνει αυθεντία, αλλά παίρνοντας μαζί και τον Φίλιππο, έτσι παίρνει το θάρρος να κάνει την ερώτηση. Τέτοια ευταξία και αγάπη μεταξύ τους υπήρχε στον τρόπο της ζωής τους» (Θφ).
Οι διάκονοι του Χριστού οφείλουν να βοηθούν και να συντρέχουν ο ένας τον άλλον στο έργο της προσαγωγής ψυχών στο Χριστό και της σωτήριας οικοδομής τους. Είναι καλύτεροι οι δύο από τον ένα. Κληρικοί που τσακώνονται μεταξύ τους και ανταγωνίζονται μεταξύ τους και δημιουργούν διαιρέσεις στην ποίμνη του Χριστού, δεν μπορούν να αριθμηθούν στους ειλικρινείς και πραγματικούς διακόνους του.
(3)  Είναι αβέβαιο εάν ο Ιησούς έδωσε στους Έλληνες την συνέντευξη που ζήτησαν. Αλλά όταν σκεφτούμε πόσο προσιτός ήταν ο Κύριός μας σε όλους όσους τον πλησίαζαν με ειλικρίνεια, δεν μπορούμε να αμφιβάλουμε για το ότι πέτυχαν οι Έλληνες αυτήν την συνέντευξη (ο). Για αυτό στα λόγια του Κυρίου που στη συνέχεια παρατίθενται αναζητήθηκε από τους ερμηνευτές, μήπως κρύβεται κάποια προτροπή που απευθύνεται στους Έλληνες.
Εισηγήθηκε λοιπόν ο Lange, ότι τα λόγια στο σ. 25 («αυτός που αγαπά τη ζωή του…») αποτελούν κρίση του Χριστού για τα ελληνικά ιδανικά περί ζωής. Για τους Έλληνες το ιδεώδες της ανθρώπινης φύσης ήταν να πετύχει την πληρότητα της προσωπικής ζωής. Κάθε άνθρωπος θα όφειλε να αναπτύξει την προσωπικότητά του. Αυτό ζητά και ο Χριστιανισμός αλλά με τη θυσία, η οποία ήταν ξένη στην ελληνική φιλοσοφία. Με τα λόγια του λοιπόν αυτά πιθανώς κατέκρινε τα ελληνικά ιδανικά περί ζωής. Και τα λόγια στο σ. 32 («όλους θα τους ελκύσω στον εαυτό μου») αποτελούν καθολική υπόσχεση που περιλαμβάνει όχι μόνο τους Ιουδαίους αλλά και τους εθνικούς. Εναντίον όμως της παραπάνω εκδοχής αντιτίθεται η σκέψη, ότι εάν όντως τα λόγια στους σ. 23-28 απευθύνονταν ιδιαίτερα προς τους Έλληνες, τους οποίους τώρα για πρώτη φορά έβλεπε ο Ιησούς, θα παρουσιαζόταν σε αυτούς ακατανόητη η χρήση του ιουδαϊκού τίτλου «ο Υιός του ανθρώπου» (σ. 23). Ακόμη δυσκολότερο θα παρουσιαζόταν το να υποθέσουμε, ότι ο Ιησούς αποκάλυψε στους ξένους αυτούς την στο σ. 27 αγωνία της ψυχής του για τον επικείμενο θάνατο (β). Υπάρχει και η γραφή: και πάλιν έρχεται Ανδρέας και Φίλιππος και λέγουσι τω Ιησού.

23 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων(1)· ἐλήλυθεν ἡ ὥρα(2) ἵνα(3) δοξασθῇ(4) ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου(5).
23 Ο Ιησούς τότε τους απάντησε: «Ήρθε πια η ώρα να δοξαστεί ο Υιός του Ανθρώπου.
(1)  Η αίτηση των Ελλήνων προκάλεσε βαθύτατη εντύπωση στον Ιησού διότι αφ’ ενός μεν διήγειρε σε αυτόν το συναίσθημα της σχέσης του με τον εθνικό κόσμο ο οποίος μέχρι τώρα είχε τεθεί σε δεύτερη μοίρα στη δράση του, αφ’ ετέρου υπενθύμισε σε αυτόν, ότι η ανάμεσα στα έθνη πνευματική του βασιλεία θα εγκαθιδρυόταν όταν ο Ιησούς έμπαινε σε νέα ένδοξη μορφή ύπαρξης, που προϋπέθετε το θάνατό του. Έτσι η οδός του Γολγοθά ανοίγει μπροστά στα μάτια του ως η μόνη που οδηγεί προς την εγκαθίδρυση της νέας τάξης πραγμάτων (g). «Επειδή οι προερχόμενοι από τα έθνη βιάζονται να τον δουν… για αυτό λέει «έχει έλθει η ώρα». Διότι ο καιρός του πάθους ήταν κοντά, αμέσως μετά τον οποίο ήταν η κλήση των εθνών» (Κ).
(2)  Τόσο στον Ιωάννη (ιγ 1,ιζ 1) όσο και στους συνοπτικούς (Μάρκ. ιδ 41,Ματθ. κστ 45) αναφέρεται στην ώρα αμέσως πριν την προδοσία (β). Η φράσει περικλείει σπερματικά ολόκληρο τον ακόλουθο λόγο, με τον οποίο αποκαλύπτεται η σπουδαιότητα της παρούσας ώρας και η κρισιμότητά της, τόσο για τον Ιησού (σ. 29-30), όσο και για τον κόσμο ολόκληρο (σ. 31-33), ειδικότερα όμως και για τον Ισραήλ (σ. 34-36)(g). Τρεις φορές η φράση «ἐλήλυθεν… ἵνα δοξασθῇ » χρησιμοποιείται στον Ιωάννη· εδώ, στο μυστικό δείπνο, όταν ο Ιούδας βγήκε (ιγ 31) και στην αρχιερατική προσευχή (ιζ 1). Και στις 3 αυτές περιπτώσεις χρησιμοποιείται σε στενό συνδυασμό με το θάνατό του (τ).
(3)  Το λεγόμενο εκβατικό ἵνα, το οποίο έχει πάντοτε τελική έννοια (σκοπού), διότι αναφέρεται στην βουλή του Θεού που προόρισε και προδιέταξε. Η ώρα ήλθε στον καιρό ακριβώς εκείνο, τον οποίο ο Θεός προόρισε, και ήλθε για τον σκοπό στον οποίο απέβλεπε ο Θεός και ο οποίος έπρεπε να εκπληρωθεί (β). Ήταν προκαθορισμένος ο χρόνος και η ώρα, κατά την οποία ο υιός του ανθρώπου θα δοξαζόταν, και η οποία τότε και μόνο ήλθε, όταν οι ημέρες της ταπείνωσής του συμπληρώθηκαν όλες, μέχρι και την τελευταία.
(4)  «Ήλθε ο καιρός να πεθάνω· διότι μετά το θάνατο και την ανάσταση επρόκειτο να δοξαστεί σε όλα τα έθνη» (Ζ). Το «να δοξαστεί» όπως και στο σ. 16 και στο ζ 39 αναφέρεται στην ουράνια ανύψωση του Ιησού με την ανάληψη (g).
«Βεβαιώνει την προσέγγιση της ώρας, κατά την οποία θα δοξαζόταν, και κατά την οποία μετά την τελείωση της δόξας αυτής στους ουρανούς, τα έθνη θα οδηγούνταν στην πίστη» (Αυ).
Η ένδοξη ανύψωση του Ιησού και η επιστροφή των εθνών είναι σύγχρονα (b). Η κλήση των εθνών στην εκκλησία του Χριστού μεγάλωσε πάρα πολύ τη δόξα του υιού του ανθρώπου. Διότι ο πολλαπλασιασμός των λυτρωμένων είναι δόξα και μεγαλείο του Λυτρωτή. Ο θάνατος, ως η επικείμενη και απαραίτητη προϋπόθεση της ανάληψης και θέωσης του Κυρίου κατά την ανθρώπινη φύση, παρουσιάζεται τώρα να προέχει και προβάλλεται με τη φράση «για να δοξαστεί»= «Είναι ο καιρός να έλθω στο σταυρό» (Χ).
Ο σταυρός είναι η δόξα του Χριστού α) σε σχέση με τον μεγάλο εχθρό. Ο σατανάς μετά τον πειρασμό στην έρημο απομακρύνθηκε από τον Κύριο «μέχρι τον κατάλληλο καιρό». Νικήθηκε τελείως στην έρημο από τον υιό του ανθρώπου, αλλά η τελειωτική ήττα του συντελέστηκε στο σταυρό. Εκεί ο Χριστός με ομοίωμα σάρκας αμαρτωλής και για την αμαρτία, υπέστη ως αντιπρόσωπος και εγγυητής του γένους μας την ποινή της αμαρτίας. Ο σατανάς ο οποίος ήλπισε ότι θα κατασυνέτριβε τον Αδάμ, κατασύντριψε τον εαυτό του προσκρούοντας στο Χριστό. Είχε προς στιγμήν πετύχει κάποια νίκη με το μίσος, αλλά ο Χριστός νίκησε τελείως το σατανά και κέρδισε τη νίκη του αυτή με την αγάπη.
β) σε σχέση με τον άνθρωπο. Από τη στιγμή που ο Χριστός σταυρώθηκε, ο σταυρός έγινε το κέντρο του κόσμου. Ούτε στις σχολές των Αθηνών, ούτε στην αγορά της Ρώμης, ούτε με την πρόοδο των τεχνών, ούτε με τις λαμπρές πτήσεις της ποίησης και τις αναζητήσεις της φιλοσοφίας δοξάστηκε τόσο ο άνθρωπος, όσο με το σταυρό. Εκεί ο άνθρωπος ενώνεται με την ίδια τη θεότητα και με το θάνατο οδηγείται στην αιώνια και αμάραντη δόξα. Εάν ο σατανάς με το μίσος του ζήτησε να καταστρέψει το ανθρώπινο γένος, ο Κύριος με την αγάπη του στο σταυρό το ανύψωσε μέχρι τον ίδιο το θρόνο της θεότητας.
γ) Σε σχέση με τον ίδιο το Χριστό. Διότι για αυτό ο Χριστός «πέθανε και αναστήθηκε, για να κυριεύσει τους νεκρούς και τους ζωντανούς». Ήλθε στον κόσμο, για να αναδειχτεί βασιλιάς αιώνιος. Στο σταυρό η κυριότητά του θεμελιώθηκε και η βασιλεία του εγκαινιάστηκε. Ο σταυρός υπήρξε το ύψιστο επιστέγασμα και η αιώνια τελείωση του έργου του.
δ) σε σχέση με τον Πατέρα του. Διότι από την βουλή του Πατέρα κατευθυνόταν το σχέδιο της απολύτρωσης του ανθρώπου. Η αυταπάρνηση και η αγάπη του Χριστού, η τέλεια υπακοή του, η αλήθειά του και η αγιότητά του, όλα αυτά κατέληξαν στη δόξα του Πατέρα του που τον έστειλε. Στο σταυρό, όπου όλα αυτά έλαμψαν όσο ουδέποτε άλλοτε, ο Χριστός δόξασε το όνομα του Πατέρα του, φανέρωσε τη σοφία του, έδειξε τη δικαιοσύνη του και κατέστησε αισθητή την αγάπη του (Alford).
(5)  «Δεν λέει θα δοξαστεί ο Λόγος απλώς» (Κ). Όταν πρόκειται για το Πάθος ο Ιησούς μιλά για τον εαυτό του όχι σαν Υιό του Θεού, αλλά σαν υιό του ανθρώπου. Δες και γ 14,στ 53,η 28 (β).

24 Ἀμὴν ἀμὴν(1) λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου(2) πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ(3), αὐτὸς μόνος μένει(4)· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει(5).
24 Αλήθεια σας λέω: Αν του σιταριού ο σπόρος πέσει στη γη αλλά δεν πεθάνει, μένει ένας μονάχος σπόρος· αν όμως πεθάνει, κάνει άφθονον καρπό.
(1)  Δες α 51. Εισάγεται με τη φράση αυτή λόγος ειδικής σοβαρότητας (β). Συνδέει τον παρόντα στίχο με τον προηγούμενο έτσι ώστε να δείχνεται σαφώς ότι με το παράδειγμα αυτό ο Ιησούς υπονοεί τον εαυτό του (ο). «Παρηγορώντας τους μαθητές με παράδειγμα, αποδεικνύει, ότι είναι συμφέρον και αναγκαίο να πεθάνει αυτός· διότι όπως το σιτάρι, ο θάνατός του θα φέρει πολλούς καρπούς και θα είναι γονιμότατος» (Ζ). «Μη θορυβείστε αν πεθάνω· διότι τότε θα αυξηθεί περισσότερο το κήρυγμα και θα πιστέψουν οι εθνικοί. Και μην απιστείτε. Διότι και στο σιτάρι αυτό γίνεται» (αμ).
(2)  Προτιμά ως παράδειγμα οποιουδήποτε άλλου φυτικού σπέρματος αυτό του σταριού, ίσως όχι άσχετα με τα προηγούμενα, όπου ο Χριστός παρουσίασε τον εαυτό του ως τον άρτο της ζωής (β).
(3)  «Θάνατο του σιταριού να εννοήσεις, κατά την άποψή μου, τη φθορά του» (Ζ). «Διότι πρώτα πρέπει να σαπίσει ο σπόρος και τότε να γίνει η γέννησή του» (Χ). Τον νόμο αυτόν της αναγέννησης μέσω της φθοράς, επικαλείται και ο Παύλος για απόδειξη της ανάστασης των νεκρών (Α΄Κορ. ιε 36).
(4)  Ο Χριστός και αν δεν πέθαινε για χάρη μας, θα έμενε και πάλι όσον αφορά τον εαυτό του ο ίδιος, όπως είναι ήδη (b). Θα δοξαζόταν και κατά την ανθρώπινη φύση, δεν θα πληθυνόταν όμως. Δεν θα ήταν ποτέ η ζωντανή και ζωοποιός Κεφαλή και Ρίζα της εκκλησίας εάν δεν κατέβαινε από τον ουρανό στην καταραμένη αυτή γη και δεν ανέβαινε από τη γη στο καταραμένο ξύλο, ώστε έτσι να κάνει τέλεια την απολύτρωση. Έπρεπε «να παραδοθεί σε θάνατο η ζωή του» για να «πάρει ως δική του πνευματική κληρονομιά πολλούς• και από τους ισχυρούς να πάρει και να διαμοιράσει λάφυρα»(Ησ. νγ 12). Θα δοθεί σε αυτόν σπέρμα και κληρονομιά αναρίθμητη, αλλά πρέπει να χύσει το αίμα του για να εξαγοράσει αυτό και να το καθαρίσει από τον ρύπο που τον κατακλύζει.
(5)  «Περισσότερο καρπό φέρνει, όταν πεθάνει. Αν όμως αυτό γίνεται στα σπέρματα, πολύ περισσότερο σε εμένα» (Χ).
«Όπως ακριβώς το σπαρμένο σπυρί του σιταριού βλαστάνει πολλά στάχυα, χωρίς να ζημιώνεται το ίδιο από εκείνα, αλλά υπάρχει κατά τρόπο δυναμικό μέσα σε όλα τα σπυριά που έχει το στάχυ, διότι από αυτό βλάστησαν όλα· έτσι και ο Κύριος πέθανε, και αφού άνοιξε τα βάθη της γης ανέβασε μαζί με τον εαυτό του τις ψυχές των ανθρώπων, αφού σύμφωνα με τον λόγο της πίστης αυτός είναι μέσα σε όλους μαζί επιπλέον και με την ύπαρξη που έχει από τον ίδιο τον εαυτό του» (Κ).
«Πεθαίνοντας ο κόκκος του σταριού, ο Ιησούς, έφερε πολύ καρπό και ο πατέρας προνοεί πάντα για τους καρπούς που έγιναν και γίνονται ακόμη και θα γίνουν από το θάνατο του κόκκου του σιταριού» (Ω).
Ο υιός του Θεού με την ενανθρώπησή του έπεσε στη γη και με την κένωσή του παρουσιάστηκε στον ουράνιο κόσμο θαμμένος ζώντας στον κόσμο. Δεν ήταν όμως αρκετό αυτό. Πέθανε ο αθάνατος Κύριος και μπήκε στον τάφο, όπως το σπέρμα του σταριού όταν σπέρνεται καλύπτεται από το χώμα. Αλλά όπως το σπέρμα του σιταριού φυτρώνει πράσινο, δροσερό και ανθισμένο και με μεγάλη αύξηση, έτσι και ο ένας πεθαμένος Χριστός συγκέντρωσε στον εαυτό του μυριάδες ζωντανών χριστιανών και έγινε η ζωοποιός ρίζα τους. Και όταν κατά τη συντέλεια του παρόντος αιώνος θα έχει πλέον οδηγήσει με το πάθημά του «πολλούς γιους σε δόξα» (Εβρ. β 10) θα δοξάζεται στους ατελεύτητους αιώνες με τους ασίγητους ύμνους των αγίων και των αγγέλων. Ο Χριστός μπορούσε, εάν ήθελε, να μην υποβληθεί στην κένωση της ενανθρώπησης και να μείνει μαζί με τον Πατέρα του απολαμβάνοντας τη δόξα, την οποία είχε δίπλα του «πριν υπάρξει ο κόσμος». Θα ήταν μακάριος, ως μόνος αυτάρκης λατρευόμενος από τους αγγέλους του και ικανοποιούμενος από τις άπειρες τελειότητές του.
Αλλά ο Θεός είναι αγάπη. Και η αγάπη του Λόγου έφερε αυτόν μέχρις εμάς με μορφή δούλου. Έτσι δημιούργησε το πλήθος αυτό των αδελφών του, οι οποίοι αναπλάστηκαν κατ’ εικόνα του και αποτέλεσαν τη νέα κτίση του. Έτσι δεν έμεινε μόνος, αλλά έγινε πρωτότοκος ανάμεσα σε πολλά αδέλφια και συγκέντρωσε την πανήγυρη αυτή των πρωτοτόκων που έχουν γραφτεί στους ουρανούς. Αλλά και αυτών η νέα ζωή ξεπήδησε όχι μόνο από το θάνατο του Χριστού, αλλά και από το δικό τους θάνατο, Εάν και αυτοί δεν πέθαιναν σαν το στάρι, δεν θα καρποφορούσαν τους ανεξάντλητους καρπούς της χάρης και της νέας ζωής. Ο φυσικός χαρακτήρας μας και οι ιδιότητές μας από την κακή κληρονομικότητα, αποτελούν σπέρμα παλαιό, το οποίο πρέπει να ταφεί, έτσι ώστε με την επίδραση της χάρης να αναπτυχθεί το νέο εγώ μας. Η παλαιά μας φύση εκμηδενίζεται σιγά-σιγά και ο παλαιός άνθρωπος πεθαίνει, όταν η χάρη αναδημιουργεί τον νέο άνθρωπο και την καινούργια κτίση.

25 Ὁ φιλῶν τὴν ψυχὴν(1) αὐτοῦ ἀπολέσει(2) αὐτήν, καὶ ὁ μισῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ(3) ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ(4), εἰς ζωὴν αἰώνιον(5) φυλάξει αὐτήν.
25 Αυτός που αγαπάει τη ζωή του, θα τη χάσει· αυτός όμως που τη ζωή του δεν τη λογαριάζει όσο κρατάει αυτός ο κόσμος, θα τη φυλάξει για την αιώνια ζωή.
(1)  Ή «ονόμασε αγάπη της ζωής το να θεωρείς τη ζωή σου κτήμα σου και να πιστεύεις πως η σωτηρία της είναι το να μην εκθέτεις το σώμα στους κινδύνους που συμβαίνουν» (Θφ). Ονομάζει ψυχή τη ζωή που ζούμε στη γη, η οποία αντιτίθεται στη ζωή την οποία θα ζήσουμε στην αιώνια βασιλεία (G). Την πνοή της φυσικής ζωής μαζί με όλες τις ιδιότητες, με τις οποίες η ζωή αυτή είναι προικισμένη στον άνθρωπο. Η ζωή αυτή η φυσική και ψυχική είναι καλή ως αφετηρία της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά ο προορισμός της δεν είναι να διατηρηθεί και να συνεχιστεί όπως τώρα είναι, αλλά πρέπει να μεταμορφωθεί σε πνευματική και αιώνια με την αυτοθυσία. Διαφορετικά θα μαραθεί και θα χαθεί (g). Η ψυχή είναι το ενσυνείδητο όργανο του αισθήματος και της επιθυμίας, το οποίο δεν είναι κοντά στο θείο όπως είναι το πνεύμα (β).
Ὁ φιλῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ = «αυτός που εκτελεί τις κακές της επιθυμίες, αυτός που χαρίζεται σε αυτήν περισσότερο από όσο πρέπει» (Χ), «αυτός που την αγαπάει ενώ αυτή επιθυμεί κακά» (Ζ), «και δεν περιφρονεί το θάνατο» (Θφ). Τα λόγια αυτά δεν αναφέρονται στο Χριστό, αλλά εκφράζουν γενική αλήθεια και αναφέρονται μάλλον στους αποστόλους. «Επειδή πρόκειται να τους μιλήσει για το θάνατο, το δικό του θάνατο, και προείδε ότι θα στενοχωρηθούν και θα λιποψυχήσουν… λέει· Τι λέω, εάν δεν υπομείνετε γενναία το δικό μου θάνατο; Διότι εάν εσείς οι ίδιοι δεν πεθάνετε, δεν θα έχετε κανένα κέρδος» (Χ).
(2)  Υπάρχει και η γραφή: απολλύει. Ο μέγας αυτός λόγος του Κυρίου επαναλήφθηκε από αυτόν περισσότερες από μία φορές αναπαριστώντας το κεντρικό μάθημα της διδασκαλίας του και της ζωής του. Δες Ματθ. ι 39,ιστ 25,Μάρκ. η 35,Λουκ. θ 24,ιζ 33 (β). Η φιλαυτία είναι αυτοκαταστροφική. Το να στρέφεται κάποιος στον εαυτό του είναι αμαρτία και η εγωιστική αγάπη του εαυτού μας είναι άδης (τ).
(3)  «Αυτός που περιφρόνησε τη ζωή σε αυτόν τον κόσμο» (Κ). Το «μισώ» εκφράζει το αίσθημα γενναίας περιφρόνησης που προέρχεται από την ιδέα του τι θα έχανε κάποιος προσκολλώμενος στη διατήρηση της φυσικής αυτής ζωής. «Θέλοντας λοιπόν να δείξει την έντονη αποστροφή, την οποία πρέπει να δείχνουμε στις επιθυμίες της ψυχής, είπε το «αυτός που μισεί». Διότι όντως σε αυτούς που μισούμε, δεν αντέχουμε ούτε το πρόσωπο να δούμε, ούτε τη φωνή να ακούσουμε» (Θφ).
Ή «εκείνος που δεν υποχωρεί σε αυτήν όταν του προστάζει τα βλαβερά. Και δεν είπε· αυτός που δεν υποχωρεί σε αυτήν, αλλά είπε «αυτός που μισεί αυτήν». Όπως ακριβώς δηλαδή δεν ανεχόμαστε ούτε τη φωνή να ακούσουμε εκείνων που μισούμε ούτε το πρόσωπό τους να δούμε ευχάριστα, έτσι και την ψυχή πρέπει να την αποστρεφόμαστε με όλη τη δύναμή μας, όταν προστάζει αντίθετα από εκείνα που αρέσουν στο Θεό» (Χ).
(4)  Ο οποίος είναι μάταιος, φθαρτός και κακός. «Με το να πει… στον κόσμο αυτόν, φανερώνει το πρόσκαιρο του πράγματος» (Θ). … «Δεν διατάζω, λέει, να μισείτε την ψυχή για απέραντο χρόνο· να την αποστραφείς στον παροδικό αυτόν κόσμο» (Θφ). Η ζωή μας στον κόσμο αυτόν εμπερικλείει όλες τις απολαύσεις της παρούσας μας κατάστασης, δηλαδή πλούτη, τιμές, απολαύσεις και μακροβιότητα, έτσι ώστε για όσο το δυνατόν μακρότερο χρόνο να κατέχουμε αυτά. Πρέπει όμως να μισούμε αυτά δηλαδή να περιφρονούμε αυτά ως μάταια και ανεπαρκή στο να μας δώσουν την ευτυχία, να φοβόμαστε τους πειρασμούς, οι οποίοι κρύβονται μέσα σε αυτά και να αποχωριζόμαστε πρόθυμα από αυτά, όταν κινδυνεύουμε λόγω αυτών να συγκρουστούμε με το Χριστό.
(5)  Αντιτίθεται στην προηγούμενη φράση «στον κόσμο αυτόν» και αναφέρεται στο μελλοντικό αιώνα, όπου η ζωή αυτή θα λάμψει τέλεια (g). «Μισείς μεν πρόσκαιρα, διαφυλάσσεις όμως αιώνια τη θεία ζωή» (Θφ). Αυτός που μισεί την ψυχή του εμπιστεύεται αυτήν στα χέρια Εκείνου, ο οποίος θα φυλάξει αυτήν σε αιώνια ζωή και θα αποκαταστήσει αυτήν αφάνταστα βελτιωμένη και καλύτερη.

26 Ἐὰν ἐμοὶ(1) διακονῇ(2) τις, ἐμοὶ ἀκολουθείτω(3), καὶ ὅπου εἰμὶ ἐγώ(4), ἐκεῖκαὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔσται· καὶ ἐάν τις(5) ἐμοὶ διακονῇ, τιμήσει(6) αὐτὸν ὁ πατήρ(7).
26 Όποιος θέλει να με υπηρετεί ας ακολουθεί το δικό μου δρόμο, κι όπου είμαι εγώ, εκεί θα είναι κι ο δικός μου υπηρέτης. Κι ο Πατέρας μου θα τιμήσει όποιον με υπηρετεί».
(1)  Μπαίνει η λέξη στην αρχή εδώ και η έμφαση δίνεται στο πρόσωπο του Ιησού ως αυτού που υπηρετείται.
(2)  Η διδασκαλία περί διακονίας κατέχει ευρεία θέση σε όλα τα ευαγγέλια. Ο Ιησούς δίδαξε, ότι στη διάκριση στη βασιλεία του οδηγεί η οδός της διακονίας και θα είναι πρώτος για αυτόν ο δούλος όλων (Μάρκ. θ 35,ι 43). Σε αυτό λοιπόν ουσιαστικά συνίσταται το να είναι κάποιος μαθητής του Κυρίου, διότι η διακονία υπήρξε το ουσιώδες χαρακτηριστικό της ζωής του, αφού δεν ήλθε «να διακονηθεί αλλά να διακονήσει» δες Μάρκ. ι 45 (β). Για αυτό είναι σοβαρή και η ερμηνεία: «Εάν κάποιος μαθητεύει σε εμένα» (Ζ). «Όταν ακούτε τον λόγο αυτόν του Κυρίου, μη σκέφτεστε απλώς τους καλούς επισκόπους και κληρικούς. Αλλά και εσείς οι ίδιοι διακονείτε το Χριστό ο καθένας με το δικό του τρόπο, με ενάρετη ζωή, με ελεημοσύνη, με κήρυξη του ονόματός του και της διδασκαλίας του, όπως μπορείτε» (Αυ).
(3)  «Και δεν εννοεί με αυτό την μίμηση των τρόπων της σάρκας του (διότι η σάρκα του ήταν σε όλους απρόσιτη, αφού ο Κύριος είναι γνωστό ότι σωματικά βρίσκεται τώρα στους ουρανούς), αλλά την ακριβή κατά το δυνατόν μίμηση της ζωής του» (Β).
«Δεν διατάζει να τον ακολουθούν απλώς που περπατούσε· διότι υπήρχαν πολλοί από τους ασεβείς που περπατούσαν μαζί του και τον ακολουθούσαν, με σκοπό ή να τον παγιδεύσουν με λόγια ή να μπορέσουν να βρουν εναντίον του αφορμή από κάποιο λόγο του» (Θμ). «Να μιμείται εμένα» (Ζ), «μιλώντας για το θάνατο και απαιτώντας την ακολούθηση με τις πράξεις» (Χ). «Εάν εγώ, λέει, για τη δική σας ωφέλεια παραδίδω τον εαυτό μου σε θάνατο, πώς δεν είναι άνανδρο το να μην περιφρονείτε εσείς την πρόσκαιρη ζωή για αυτά που για εσάς τους ίδιους είναι χρήσιμα… Διότι πρέπει αυτοί που θέλουν να με ακολουθούν, να φανερώσουν την ίδια με μένα ανδρεία και καλή τόλμη» (Κ).
«Διότι και ο Χριστός έπαθε για χάρη μας, αφήνοντας σε εμάς παράδειγμα για να ακολουθήσουμε τα χνάρια του, λέει ο απόστολος Πέτρος. Και στα λόγια αυτά έχουμε την έννοια των λόγων, Εάν κάποιος με διακονεί, ας με ακολουθεί» (Αυ).
(4)  Ή, «Πού λοιπόν είναι ο Χριστός; Στους ουρανούς» (Χ). «Αφού είπε για την παρούσα κακοπάθεια, πρόσθεσε και για την μελλοντική απόλαυση, ότι δηλαδή αυτός που ακολουθεί εμένα θα ανέβει στον ουρανό» (Ζ).
«Επομένως αυτός που με τον θάνατο τον ακολουθεί και δεν προσηλώθηκε σε αυτόν τον κόσμο, θα είναι εκεί, στους ουρανούς. Διότι αντιτίθενται μεταξύ τους, το άνω και το κάτω. Αυτός που αγαπά να είναι κάτω, δεν θα είναι πάνω. Αυτός όμως που αποφεύγει τα κάτω και τον κόσμο, θα είναι πάνω και στους ουρανούς» (Θφ). «Ποια μεγαλύτερη τιμή μπορεί να αναμένει ένα θετό γιο παρά το να είναι μαζί με τον Μονογενή; Όχι βέβαια επειδή ανυψώθηκε στη βαθμίδα της θεότητάς του, αλλά με το να γίνει μέτοχος της αιωνιότητάς του» (Αυ).
Ή, όπου είμαι εγώ, θα είναι και ο διάκονός μου με πνευματική σχέση, τόσο εδώ όσο και στο μέλλον (β). «Επειδή ο αρχηγός της σωτηρίας μας δεν πορεύτηκε με δόξα και απόλαυση, αλλά με ατιμία και κόπους, έτσι πρέπει και εμείς χωρίς λύπη να κάνουμε, για να καταλήξουμε στον ίδιο τόπο και να μετάσχουμε στη θεία δόξα. Λέγοντας όμως «όπου είμαι εγώ, εκεί θα είναι και ο διάκονός μου», δεν εννοεί τόπο, αλλά τρόπο αρετής» (Κ).
Όπου είμαι εγώ στον ουρανό, όπου τώρα πηγαίνω, εκεί ας είναι και οι σκέψεις και τα συναισθήματα και οι πόθοι των διακόνων μου. Εκεί ας είναι το πολίτευμά τους και σύμφωνη με τα εκεί ας είναι η συμπεριφορά τους και η αναστροφή τους «εκεί όπου ο Χριστός είναι καθισμένος στα δεξιά του Θεού» (Κολ. γ 1)
(5)  Μπαίνει τώρα μπροστά το (τις) με έμφαση, διότι η ακόλουθη υπόσχεση αφορά οποιονδήποτε αληθινό μαθητή (β).
(6)  Η έκφραση είναι περιεκτική και ανταποκρίνεται στο «να δοξαστεί» του σ. 23 (b). «Σε αυτό λέει ότι συνίσταται η ανταπόδοση, στην τιμή δηλαδή από τον Πατέρα· διότι θα γίνουν μέτοχοι της βασιλείας και δόξας του Χριστού οι μαθητές του Χριστού, σύμφωνα με το μέτρο που πρέπει σε ανθρώπους» (Κ).
(7)  «Εδώ παρουσιάζει και τη γνησιότητα. Διότι έτσι θα τους αποδεχτεί ο Πατέρας, ως διακόνους γνησίου παιδιού» (Χ). «Διότι δεν είπε ότι θα τιμήσω αυτόν εγώ, αλλά ο Πατέρας» (Θφ).

27 Νῦν(1) ἡ ψυχή μου(2) τετάρακται(3), καὶ τί εἴπω(4); πάτερ, σῶσον με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης(5). Ἀλλὰ(6) διά τοῦτο ἦλθον εἰς τὴν ὥραν ταύτην(7).
27 «Νιώθω τώρα ταραχή μέσα μου. Αλλά τι να πω; Να πω “Πατέρα, γλίτωσέ με απ’ ό,τι θα συμβεί αυτή την ώρα”; Μα εγώ γι’ αυτό ακριβώς ήρθα, για να περάσω αυτή την ώρα της οδύνης.
(1)  Τώρα που σύμφωνα με το σ. 23 «έφτασε η ώρα». «Για να μη λένε ότι αυτός, επειδή είναι έξω από τους ανθρώπινους πόνους, εύκολα φιλοσοφεί για το θάνατο, και εκ του ασφαλούς συμβουλεύει εμάς» (Χ), «δείχνει ότι και αυτός ως άνθρωπος έχει περιβληθεί την ασθένεια της φύσης» (Ζ). Αξιόλογη και η ερμηνεία: «Δεν κυριεύτηκε πλήρως, όπως θα νόμιζε κάποιος, από την ταραχή, αλλά ακαριαία· διότι αυτό σημαίνει το «τώρα». Με το που άρχισε δηλαδή η ταραχή, σταμάτησε, και για να μιλήσω με συντομία, ήταν μία στιγμή του χρόνου» (Ω).
(2)  Η ψυχή είναι η έδρα των φυσικών συγκινήσεων (g).
«Από αυτό είναι φανερό ότι είχε και ψυχή λογική. Διότι όπως ακριβώς η πείνα… είναι χαρακτηριστικό πάθος της σάρκας, έτσι και η ταραχή από τη μνήμη των δεινών, είναι πάθος της λογικής ψυχής, στην οποία μόνη υπεισέρχεται η μνήμη με τις ενθυμήσεις. Πριν ακόμα δηλαδή έλθει ο Χριστός στο σταυρό, πρόωρα υπομένει την ταραχή, προβλέποντας, εννοείται, το μέλλον, και ωθούμενος από τον λογισμό στη μνήμη αυτών που θα γίνουν. Το πάθος της δειλίας δηλαδή, δεν θα λέγαμε ότι ανήκει ούτε στην απαθή θεότητα, ούτε όμως στη σάρκα· διότι το πάθος είναι των λογισμών της ψυχής και όχι του σώματος… Αλλά ούτε είπε ο Χριστός: Η σάρκα μου έχει ταραχτεί, αλλά η ψυχή μου, απορρίπτοντας την γνώμη των αιρετικών… Ο Λόγος του Θεού λοιπόν ένωσε με τον εαυτό του όλη τη φύση του ανθρώπου, για να σώσει όλο τον άνθρωπο» (Κ).
(3)  «Έχει θορυβηθεί με ανθρώπινο τρόπο, αγωνιώντας για το θάνατο που πλησιάζει» (Ζ).
«Θα θεωρήσουμε δηλαδή ότι και σε αυτόν τον Σωτήρα Χριστό ενεργούσαν τα ανθρώπινα… Διότι έπρεπε, έπρεπε και με αυτά να φαίνεται ότι έγινε άνθρωπος από γυναίκα όχι φαινομενικά και θεωρητικά, αλλά μάλλον φυσικά και αληθινά, κουβαλώντας όλα τα ανθρώπινα, εκτός από την αμαρτία μόνο. Ο φόβος λοιπόν και η δειλία είναι σε εμάς πάθη μεν φυσικά, που διαφεύγουν όμως την κατάσταση της αμαρτίας… Όπως ακριβώς λοιπόν ως άνθρωπος πείνασε και κοπίασε, έτσι δέχεται και την ταραχή από το πάθος ως ανθρώπινη» (Κ).
«Αυτό συνέβη επειδή η μεν θεότητα υποχώρησε, η δε σάρκα άρχισε να ενεργεί· μπορούσε η θεότητα να εμποδίσει την ταραχή, αλλά δεν θέλησε, για να μην διαλύσει την ομοίωση με εμάς» (Α).
Το τετάρακται «παρουσιάζει πάρα πολύ το ανθρώπινο γνώρισμα και την φύση την ανθρώπινη να μην θέλει να πεθάνει, αλλά να είναι προσηλωμένη στην παρούσα ζωή, φανερώνοντας με αυτό, ότι δεν βρισκόταν έξω από τα ανθρώπινα πάθη· διότι, όπως ακριβώς δεν είναι άξιο για κατηγορία το να πεινά, ούτε και το να κοιμάται, έτσι δεν είναι και άξιο κατηγορίας το να επιθυμεί την παρούσα ζωή. Ο Χριστός λοιπόν είχε σώμα καθαρό από αμαρτήματα, όχι όμως απαλλαγμένο από τις φυσικές ανάγκες· διότι έτσι ούτε καν σώμα θα ήταν» (Χ).
Ο Ιωάννης δεν αναφέρει την αγωνία στη Γεθσημανή, παρόλο που υπαινίσσεται αυτήν (Ιω. ιη 1,11). Εδώ έχουμε το ουσιαστικό περιεχόμενο της προσευχής, την οποία και στον κήπο εκείνο απηύθυνε ο Κύριος. Ό,τι συνέβη στον κήπο της Γεθσημανή δεν ήταν μία μεμονωμένη κρίση. Ήταν η εστία πειρασμού που διήρκεσε σε όλη τη ζωή του Κυρίου και η εστία νίκης κατά του πειρασμού που επιτεύχθηκε σε όλη τη ζωή (τ). Αληθινά· ευθύς εξ’ αρχής ο Κύριος προγνώριζε με λεπτομέρεια, τι έμελλε να επακολουθήσει κατά τις τελευταίες ημέρες της επίγειας ζωής του. Τι δοκίμαζε από την πρόγνωσή του αυτή, είναι δύσκολο, αν όχι και αδύνατον, να αντιληφθούμε εμείς επαρκώς. Διότι τίποτα ανάλογο δεν υπάρχει στην ιστορία των ανθρώπων. Αντιμετωπίζουμε περίπτωση στην οποία ο Κύριος στέκεται μόνος, διότι αυτό που γενικά και χωρίς κάποια εξαίρεση συμβαίνει είναι, ότι στους υιούς των ανθρώπων παραμένει καλυμμένο με πυκνότατο πέπλο το προσωπικό τους μέλλον. Κανείς από τους ανθρώπους δεν γνωρίζει τι η επόμενη ημέρα ή η προσεχής βδομάδα, πολύ περισσότερο το έτος που πλησιάζει επιφυλάσσει σε αυτόν. Και σε αυτήν τη σειρά των προφητών από τον Ησαΐα μέχρι τον Μαλαχία κανείς δεν αναφέρεται ότι επιχείρησε να καθορίσει τον τρόπο του θανάτου του. Μόνος ο Κύριος είχε μπροστά στα μάτια του ζωηρή και λεπτομερή την εικόνα του παθήματός του. Να γιατί ό,τι δοκίμασε ο Κύριος στη Γεθσημανή, δεν υπήρξε μία μεμονωμένη κρίση, αλλά ποτήρι, το οποίο πάρα πολλές φορές πλησίασε στα χείλη του Κυρίου.
Πάρα πολύ αξιόλογη ερμηνεία και η: «Όλες οι δυνάμεις του Σατανά… κατά τον καιρό του πάθους επιστρατεύτηκαν εναντίον του σωτήρα· βλέποντας αυτές η ψυχή του σωτήρα, ανθρώπινα ένιωθε ταραχή, όχι δειλιάζοντας για το θάνατο, παρόλο που και αυτό είναι ανθρώπινο, αλλά για να μην ηττηθεί» (Ω).
Έχει ταραχτεί. Η λέξη θα θεωρούνταν από πολλούς απροσδόκητη ξεστομιζόμενη ανάμεσα σε τόσο ευάρεστες προβλέψεις («έφτασε η ώρα να δοξαστεί…»), κάτω από το κράτος των οποίων θα περίμενε κάποιος να ακούσει τον Κύριο να λέει: Τώρα η ψυχή μου αγαλλίασε. Ταραχή της ψυχής ακολουθεί μερικές φορές σε μεγάλες πλατύνσεις του πνεύματος. Στον ευμετάβολο αυτόν κόσμο των αναμίξεων και των μεταβολών πρέπει να περιμένουμε αποθαρρύνσεις και πικρίες μέσα στη χαρά μας, αλλά και ενισχύσεις και παρηγοριές, όταν οι ταραχές μας φθάνουν στο μη περαιτέρω.
(4)  «Φτάνοντας σε αδιέξοδο από την αγωνία» (Ζ). Εκφράζει πραγματική, αν και στιγμιαία, αμφιταλάντευση του αναποφάσιστου (β). Το ερώτημα δεν απευθύνει ο Κύριος ούτε προς το Θεό, ούτε προς τους ανθρώπους, αλλά προς τον εαυτό του. Η θυσία της ζωής του εξαρτάται από την ελεύθερή του προτίμηση. Μπορούσε να ζητήσει από τον Πατέρα του την απαλλαγή από το θάνατο. Και ο Πατέρας θα εισάκουε αυτόν στέλνοντας 12 λεγεώνες αγγέλων. Αλλά η προσευχή αυτή θα ελευθέρωνε μεν αυτόν, αλλά δεν θα λύτρωνε και τους ανθρώπους (g). Λέγοντας αυτό ο Κύριος δεν συμβουλεύεται κάποιον άλλον, σαν να είχε ανάγκη συμβουλής, αλλά σκέφτεται μέσα του τι ήταν το πιο πρέπον να λεχθεί από αυτόν τη στιγμή αυτή. Όταν οι ψυχές μας είναι ταραγμένες, για κανένα λόγο δεν πρέπει να αφήνουμε τη γλώσσα μας να μιλά απερίσκεπτα, αλλά να σκεφτόμαστε μέσα μας τι πρέπει να πούμε.
(5)  Κάποιοι βάζουν στίξη με ερωτηματικό=Να πω το σώσε με; Τίποτα όμως δεν εμποδίζει να δεχτούμε, ότι ο Ιησούς προς στιγμήν απευθύνει αυτήν την αίτηση. «Τόσο πολύ έχει ταραχτεί, ώστε να ζητάει και απαλλαγή, εάν ήταν δυνατόν βέβαια και να αποφύγει το θάνατο» (Χ) λέγοντας: «Σώσε με από τον καιρό αυτόν τον φοβερό, τον θανατηφόρο. Αυτά τα είπε ως άνθρωπος και ως περιβεβλημένος την ανθρώπινη δειλία» (Ζ). Να προσφεύγεις και εσύ προς τον Κύριο σε ώρες ταραχής και ανησυχίας, και να μιλάς σε αυτόν με την εμπιστοσύνη παιδιού σε πανάγαθο πατέρα.
(6)  Αντιτίθεται το «αλλά», στη διάθεση που εκδηλώθηκε με το προηγούμενο αίτημα προς τον Πατέρα κάτω από το κράτος της φυσικής και αδιάβλητης (ακατηγόρητης) δειλίας για αποφυγή του πάθους.
«Διότι η μεν μνήμη του θανάτου που εισχώρησε, επιχειρεί να ταράξει τον Ιησού, η δύναμη της θεότητας όμως, με το που ενήργησε το πάθος αμέσως τό νικά, και μεταμορφώνει αμέσως σε ασύγκριτη τόλμη αυτό που νικήθηκε από τη δειλία… Ταράζεται όμως όχι όπως ακριβώς εμείς, αλλά τόσο μόνο ώστε να οδηγηθεί να αισθανθεί το πράγμα, έπειτα πάλι αμέσως μεταπηδά στην καλή τόλμη που του πρέπει» (Κ). Συνέπιπτε την ίδια ώρα ο φόβος του θανάτου και ο πόθος της υπακοής (b).
«Παρόλο που λυπάται και ταράζεται ως άνθρωπος λόγω της φυσικής αγάπης στη ζωή, όμως δεν αρνείται το θάνατο, επειδή ήταν για τη σωτηρία του κόσμου» (Θφ).
(7)  Ή «για αυτό φυλάχτηκα έως τον τωρινό καιρό, για να πεθάνω σε αυτόν και επομένως πρέπει να τον υπομείνω γενναία» (Ζ). Για αυτό παρέμεινα σε αυτήν την οδό μέχρι την ώρα αυτή, για να υποστώ αυτόν τον θάνατο, «για να αναλάβω τον θάνατο για χάρη όλων» (Θφ). Για αυτό ήλθα δηλαδή ώστε η διακονία μου να ολοκληρωθεί με το Πάθος (β). Το να αποφύγει το θάνατο θα ερχότανε αντίθεση με τον όλο σκοπό της ζωής του και θα ματαίωνε τη μεγάλη ελπίδα αυτής της ώρας (τ). «Μας διδάσκει με αυτό, ώστε ούτε και εμείς να αποφεύγουμε τον θάνατο χάριν της αλήθειας, ακόμα και αν ταραζόμαστε, ακόμα και αν αγωνιούμε» (Θφ). «Διότι και εγώ τώρα που ταράζομαι, δεν λέω να τον αποφύγω, διότι πρέπει να υπομείνω εκείνο που έρχεται. Δεν λέω απάλλαξέ με από την ώρα αυτή» (Χ).
Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία: για αυτό ήλθα στον κόσμο αυτόν, για αυτήν την ώρα. Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή πρέπει να βάλουμε κόμμα μετά το ἦλθον, ώστε το «εἰς τὴν ὥραν ταύτην» να είναι παραθετικός προσδιορισμός του «διά τοῦτο».

28 Πάτερ(1), δόξασόν σου τὸ ὄνομα(2). Ἦλθεν οὖν φωνὴ(3) ἐκ τοῦ οὐρανοῦ(4)· καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω(5).
28 Θα πω, “Πατέρα, κάνε αυτό που θα δοξάσει το όνομά σου”». Τότε ήρθε μια φωνή από τον ουρανό: «Το όνομά μου το δόξασα και θα το δοξάσω και πάλι».
(1)  «Παρακαλά τον Πατέρα και παριστάνει την εξωτερική μορφή της προσευχής… αποδίδοντας ως άνθρωπος στη θεία φύση αυτά που ξεπερνούν την ανθρώπινη φύση, όχι επειδή είναι έξω από τη θεία φύση, όταν αποκαλεί τον Πατέρα δικό του, αλλά επειδή γνωρίζει ότι μέσω του Πατέρα και του Υιού θα έλθει η δύναμη και η δόξα σε κάθε πράγμα» (Κ). Η επίκληση «Πατέρα», που επαναλήφθηκε στοργικά, συμφωνεί με την αλλαγή του αιτήματος, που απευθύνεται σε αυτόν (b).
(2)  «Δηλαδή δείξε την ευαρέσκειά σου στο να δεχτώ τον σταυρό και τον κίνδυνο χάριν της σωτηρίας όλων» (Θφ). Δόξασε το όνομά σου. Οτιδήποτε και αν πρόκειται να κοστίσει αυτό σε εμένα (b).
«Δείχνει ότι πεθαίνει χάριν της αλήθειας, αποκαλώντας το πράγμα δόξα στο Θεό. Και αυτό θα συνέβαινε μετά το σταυρό. Διότι επρόκειτο να επιστρέψει στην πίστη η οικουμένη και να γνωρίσει το όνομα του Θεού και να λατρεύει αυτόν» (Χ). Σε σχέση και με το Ιω. ιγ 31 θα ερμηνεύσουμε εδώ: Δόξασε το όνομά σου «με τη δόξα του δικού μου ονόματος» (Ζ), η δόξα όμως του Υιού συντελέστηκε με τα παθήματα και το θάνατο (ο). Δόξασε το όνομά Σου με την ολοκλήρωση της αποστολής της απολύτρωσης, η οποία συντελέστηκε με το πάθος του Χριστού (β).
Με αυτό ο Κύριος δεν εκδήλωσε μόνο την τέλεια υπακοή του στο θέλημα του Θεού, αλλά και αφιέρωσε τον εαυτό του ακόμη μία φορά στην δόξα του Θεού μέσω του παθήματός του. Εμείς με την αμαρτία μας προσβάλαμε αυτήν την δόξα. Και επειδή δεν μπορούσαμε να ικανοποιήσουμε τη θεία δικαιοσύνη για αυτήν την προσβολή, δεν απέμεινε τίποτα άλλο παρά να εκδικηθεί ο Θεός το μεγαλείο του που προσβλήθηκε, χτυπώντας μας σε όλεθρο αιώνιο. Αλλά ο Κύριος που ενανθρώπησε παρεμβαίνει και αναλαμβάνει να δώσει αυτός την αναγκαία ικανοποίηση, ταπεινούμενος και παραδιδόμενος σε πάθημα φρικτό. Άδειασε τον εαυτό του και άφησε κατά μέρος τις τιμές του Υιού του Θεού, για να πάρει πάνω του ως υιός ανθρώπου τον μεγαλύτερο ονειδισμό από όσους ποτέ υπήρξαν. Όταν λοιπόν εύχεται Δόξασε το όνομά σου, είναι σαν να λέει: Πατέρα, ας δοξαστεί η δικαιοσύνη σου με το πάθημά μου.
(3)  Ως απάντηση στην προσευχή. Η φράση αυτή υπάρχει και στο Δαν. δ 28. Δες και Α Βασ. γ 4,Γ΄Βασ. ιθ 13,Ιώβ δ 16 όπου υποδηλώνεται ότι ο Θεός μιλά προς τους ανθρώπους με φωνή έναρθρη και που ακούγεται. Στην Κ.Δ. φωνές από τον ουρανό μαρτυρούνται στα Πράξ. ια 7,Αποκ. ι 4 και σε 3 χωρία των ευαγγελίων, δηλαδή κατά το βάπτισμα του Ιησού, κατά τη μεταμόρφωσή του και κατά την παρούσα περίπτωση (β).
Όσες φορές ο Υιός συντελεί μεγάλη πράξη ταπείνωσης και προσωπικής αφιέρωσης, ο Πατέρας απαντά με αισθητή εκδήλωση επιδοκιμασίας. Ό,τι συνέβη κατά το βάπτισμα και τη Μεταμόρφωση, επαναλαμβάνεται και τώρα. Κατά την ώρα αυτή, κατά την οποία ολοκληρώνεται και κατακλείεται η δημόσια δράση του Κυρίου και κατά την οποία αφιερώνεται στο θάνατο, ο Πατέρας επιθέτει δημόσια στο πρόσωπό του και το έργο του την σφραγίδα της ικανοποίησής του (g).
Φωνή έναρθρη και όχι βροντή, όπως υπέθεσαν και κάποιοι από τους νεώτερους ερμηνευτές. Εάν κάποιοι από τους παρισταμένους τότε υπέθεσαν κάτι τέτοιο, δεν είναι παράδοξο, όταν θυμηθούμε, πόσο αργά οι αντιτιθέμενοι στο Χριστό αναγνώριζαν και τα γνήσια και ολοφάνερα θαύματά του. Εξάλλου μαρτυρείται ξεκάθαρα, ότι σε άλλους φάνηκε ως φωνή αγγέλου αλλά και ο ίδιος ο Ιησούς αναφέρεται σε αυτήν ως φωνή που στάλθηκε από τον Πατέρα για να στηρίξει τους μαθητές στην πίστη σε αυτόν. Από το ότι επίσης δεν αναφέρεται κάτι εδώ για τη γνώμη των μαθητών ως προς τη φύση αυτής της φωνής, μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι αυτοί μπόρεσαν να διακρίνουν τα λόγια που εκφωνήθηκαν (ο).
(4)  «Δεν είπε όμως ο ευαγγελιστής, ότι ο Πατέρας από ψηλά φώναξε, αλλά ότι από τον ουρανό έγινε η φωνή, έτσι ώστε κάποιοι αιρετικοί, ακούγοντας ότι μιλά ο Πατέρας, να μην επιχειρήσουν να πουν ότι και η θεία φύση, ο Πατέρας, έχει σώμα παχύ (υλικό)… Πώς όμως η φωνή κατασκευάστηκε δεν ανήκει σε εμάς να το πούμε» (Κ). Η φωνή από τον ουρανό ήταν δημόσια μαρτυρία του Πατέρα προς τα πλήθη, που βεβαίωνε ότι ο Πατέρας δεχόταν ευάρεστα την υπακοή του Υιού του (χ).
(5)  Το εδόξασα αναφέρεται στο παρελθόν, στη δράση του Κυρίου στο Ισραήλ, ενώ το δοξάσω στο μέλλον, στην προσεχή ενέργεια του Υιού σε ολόκληρο τον κόσμο.
«Δόξασα με τα θαύματα που προηγήθηκαν, και πάλι θα δοξάσω με αυτά που θα γίνουν στο θάνατό σου» (Ζ) τόσο με την ανάσταση και ανάληψη που θα ακολουθήσει, όσο και με τον θρίαμβο ανάμεσα στα έθνη και όλη την ανθρωπότητα.
«Δόξασα, όταν (ο Υιός) γεννήθηκε από την Παρθένο, όταν ενεργούσε θαυμαστές δυνάμεις… όταν αναγνωριζόταν από αγίους γεμάτους με άγιο Πνεύμα, όταν διακηρυττόταν με σαφήνεια με την κάθοδο του αγίου Πνεύματος με μορφή περιστεριού… όταν μεταμορφωνόταν στο βουνό, όταν έκανε πολλά θαύματα» (Αυ) για τα οποία «θαμαζόταν από όλους ο Υιός, αφού ο Πατέρας εργαζόταν μαζί του τα παράδοξα, και επειδή ακριβώς ήταν συνεργάτης του σε όλα όσα έκανε, λέει τώρα ότι τον δόξασε» (Κ).
«Και πάλι θα δοξάσω, όταν θα αναστηθεί από τους νεκρούς· όταν ο θάνατος δεν θα κυριεύσει πλέον αυτόν και όταν θα υπερυψωθεί πάνω από τους ουρανούς ως Θεός και η δόξα του πάνω από όλη τη γη» (Αυ). «Ανασταίνοντάς σε μετά την ταφή και στέλνοντας το Πνεύμα, θα καταστήσω ακόμα πιο ένδοξο και το δικό μου όνομα και εσένα» (Θφ).

29 Ὁ οὖν ὄχλος(1) ὁ ἑστὼς καὶ ἀκούσας ἔλεγε βροντὴν γεγονέναι(2)· ἄλλοι(3) ἔλεγον· ἄγγελος αὐτῷ λελάληκεν(4).
29 Το πλήθος των ανθρώπων που βρίσκονταν εκεί και άκουσαν τη φωνή, έλεγαν πως έγινε βροντή. Άλλοι έλεγαν: «Άγγελος του μίλησε».
(1)  Οι περισσότεροι (ο όχλος) νόμισαν ότι πρόκειται για βροντή. Οι λιγότεροι (άλλοι) σχημάτισαν την εντύπωση, ότι άγγελος μίλησε στον Ιησού.
(2)  «Δεν κατανόησε (ο όχλος) τη φωνή, αλλά έπιασε μόνο τον ήχο της» (Ζ). «Η φωνή ήταν σαφής μεν και ευκρινής. Αλλά όμως αμέσως απομακρύνθηκε από αυτούς, επειδή δεν είχαν πνευματικότητα και ήταν σαρκικοί και ράθυμοι» (Χ).
Όλο το πλήθος ακούει κρότο· αλλά η έννοια της φωνής κατανοείται από τον καθένα ανάλογα με την πνευματικότητα της διάνοιάς του. Έτσι στον ανθρώπινο λόγο το άγριο θηρίο δεν αντιλαμβάνεται παρά κάποιο ήχο, το εξημερωμένο ζώο καταλαβαίνει κάποια έννοια όπως διαταγή, ή πρόσκληση, στην οποία αμέσως υπακούει· μόνος ο άνθρωπος διακρίνει τη σκέψη που εκφράζεται (g).
(3)  «Οι οποίοι την κατάλαβαν» (Ζ), «ότι μεν ήταν έναρθρη η φωνή το κατάλαβαν, τι σήμαινε όμως όχι ακόμη» (Χ). Στις μέγιστες αποκαλύψεις παραμένει κάτι, με το οποίο η πίστη μπορεί να εξασκηθεί (b). Ανάλογο φαινόμενο και στο Πράξ. θ 7 (δες και Πράξ. κβ 9,κστ 13-14) κατά την εμφάνιση του Ιησού στον Παύλο (g), κατά την οποία αυτοί που τον συνόδευαν άκουσαν τον ήχο («ακούγοντας τη φωνή» Πράξ. θ 7), αλλά δεν διέκριναν τα λόγια («δεν άκουσαν τη φωνή αυτού που μου μιλούσε» Πράξ. κβ 9)(β).
(4)  «Επειδή δεν κατάλαβαν… ποια είναι η σημασία αυτών των λόγων, νόμισαν ότι άγγελος του μίλησε, για αυτό και τους είναι δυσνόητα, σαν να ειπώθηκαν από άγγελο» (Θφ).

30 Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· οὐ δι’ ἐμὲ αὕτη ἡ φωνὴ γέγονεν(1), ἀλλὰ δι’ ὑμᾶς(2).
30 Ο Ιησούς τους αποκρίθηκε: «Αυτή η φωνή δεν ακούστηκε για μένα αλλά για σας.
(1)  «Όχι για να μάθω κάτι από αυτήν που το αγνοώ. Διότι γνωρίζω όλα τα του Πατέρα» (Χ). «Διότι γνώριζε την θέληση αυτού που τον γέννησε, έστω και αν δεν λεγόταν τίποτα, επειδή ήταν και είναι η σοφία και ο Λόγος του Πατέρα» (Κ). Ο Κύριος δεν αρνείται εδώ ότι είχε ανάγκη ως άνθρωπος να ενισχυθεί από τον ουρανό, αλλά μόνο βεβαιώνει, ότι δεν είχε ανάγκη να ενισχυθεί με τέτοια αισθητή εκδήλωση (g). Δεν έγινε αυτό για να ενισχυθώ εγώ, διότι θα ήταν δυνατόν στην τελευταία αυτή περίπτωση να ψιθυριστούν τα λόγια αυτά στο αυτί μου.
(2)  «Το είπε αυτό με σκοπό να αντικρούσει εκείνο που έλεγαν πάντοτε, ότι δεν είναι από το Θεό» (Χ). «Διότι πώς θα ερχόταν φωνή από τον ουρανό σε αυτόν, εάν δεν ήταν από το Θεό;» (Ζ).
«Απαντούσε ο Πατέρας, με τον τρόπο που αυτός γνωρίζει, φανερώνοντας στον Υιό του τη βούλησή του, ώστε να φιλοτιμηθούν οι ακροατές να πιστέψουν χωρίς αμφιβολίες, ότι είναι από τη φύση του Υιός του Θεού και Πατέρα» (Κ).
Από αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι και τα λόγια της φωνής κατανοήθηκαν από κάποιους τουλάχιστον από τους παρισταμένους (ο). Αλλά και αυτοί που δεν κατανόησαν τα λόγια της φωνής «έλεγαν ότι άγγελος μίλησε σε αυτόν ή έγινε βροντή. Λέει (λοιπόν) ότι για σας έγινε, ώστε έστω και έτσι να παρακινηθείτε να ρωτήσετε τι είναι αυτό που ειπώθηκε» (Χ), «και αφού ρωτήσετε, να μάθετε αυτό που αγνοείτε» (Θφ). Ότι κάτι έκτακτο συνέβη, το αντιλήφθηκαν οι πάντες. Από αυτό λοιπόν μπορούσαν οι πάντες να παρακινηθούν στο να ζητήσουν την εξήγηση και έννοια του υπερφυσικού συμβάντος.

31 Νῦν(1) κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου(2), νῦν(3) ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου(4) τούτου ἐκβληθήσεται(5) ἔξω(6)·
31 Έφτασε η ώρα που ο κόσμος αυτός θα κριθεί· έφτασε η ώρα που ο άρχοντας αυτού του κόσμου θα διωχτεί έξω από τον κόσμο.
(1)  Η επανάληψη αυτού στην αρχή και των δύο προτάσεων τονίζει την κρισιμότητα της παρούσας στιγμής για την ανθρωπότητα (g). Το πάθος με το «τώρα» θεωρείται ότι ήδη άρχισε (β).
«Η φράση «τώρα είναι κρίση…», φαίνεται μεν ότι δεν έχει καμία σχέση με τα προηγούμενα, σχετίζεται όμως πλήρως. Επειδή δηλαδή είπε από ψηλά ο Πατέρας ότι «θα δοξάσω», δείχνει σε εμάς ο Κύριος τον τρόπο της δόξας. Ποιος λοιπόν είναι αυτός; Το ότι θα πεταχτεί μεν έξω ο κοσμοκράτορας… θα κριθεί δε ο κόσμος» (Θφ). Μιλά ο Κύριος θριαμβευτικά και με θεία έξαρση. Τώρα, το έτος, κατά το οποίο θα συντελεστεί το έργο της απολύτρωσης, ήλθε, και ο προκαθορισμένος χρόνος, κατά τον οποίο θα συντριβεί το κεφάλι του φιδιού, έφτασε· τώρα το μεγάλο έργο πρόκειται νε έλθει σε πέρας· το έργο, το οποίο για τόσους αιώνες, πριν φτιαχτεί ο κόσμος, υπήρξε το αντικείμενο της θείας βουλής και για αυτό έγινε λόγος προφητικός για αυτό στις άγιες Γραφές και υπήρξε η χαρμόσυνη ελπίδα των προφητών και των αγίων και ο τρόμος των πονηρών πνευμάτων.
(2)  Ή, αναφέρεται σε καταδικαστική απόφαση η οποία βγαίνει για αυτόν τον κόσμο (G)· και το «κρίση» σημαίνει: η καταδίκη του διεφθαρμένου αυτού κόσμου. Ή, «θα γίνει δικαστήριο και εκδίκηση» (Χ). «Διότι δεν νομίζω ότι πρέπει να θεωρήσουμε ότι τώρα καταδικάζεται ο κόσμος, τώρα που έφτασε ο καιρός της δικαίωσης, αλλά για τον μεν κόσμο θα γίνει κρίση, δηλαδή εκδίκηση· ο άρχοντας όμως αυτού του κόσμου θα διωχτεί έξω· Η καταδίκη δηλαδή θα γίνει εναντίον αυτού που αδίκησε τον κόσμο και όχι εναντίον του κόσμου που υπέμεινε την αδικία» (Κ). « Επειδή δηλαδή ο διάβολος υπέταξε τον κόσμο στο θάνατο, καθιστώντας όλους τους ανθρώπους ένοχους στην αμαρτία, σε εμένα, λέει, ερχόμενος και μη βρίσκοντας μεν αμαρτία σε εμένα, αλλά οδηγώντας και εμένα στο θάνατο εξίσου με τους άλλους, θα καταδικαστεί από εμένα και έτσι εγώ θα πάρω εκδίκηση για τον κόσμο» (Θφ).
Ή, «δεν πρόκειται για κρίση καταδίκης αλλά για κρίση διαχωρισμού και διάκρισης» (Αυ). Κρίνω σημαίνει και διαπιστώνω τη ηθική κατάσταση, όχι μόνο στο κακό αλλά και στο καλό. Μπροστά στο σταυρό του Κυρίου ένα μέρος των ανθρώπων βρίσκουν τη σωτηρία τους με την πίστη, ενώ άλλο μέρος με την απιστία συντελεί την καταδίκη του (g). Οι δύο τελευταίες εκδοχές είναι το ίδιο σοβαρές.
Ο ασθενής και μολυσμένος κόσμος βρίσκεται τώρα στο σημείο της κρίσιμης καμπής. Αυτή είναι η κρίσιμη ημέρα, κατά την οποία η τρεμάμενη σκάλα θα στραφεί ή για ζωή ή για θάνατο, για όλους τους ανθρώπους. Όλοι εκείνοι, οι οποίοι δεν θα αρπάξουν το προς αυτούς προσφερόμενο μέσο σωτηρίας κατά την ημέρα αυτή, θα εγκαταλειφθούν αβοήθητοι και σε κατάσταση απόγνωσης. Αναλόγως του χαρακτήρας του καθένας από τους ανθρώπους, θα πάρει θέση απέναντι στο σταυρικό πάθημα του Κυρίου. Για μερικούς ο σταυρός του Κυρίου θα είναι ανοησία και σκάνδαλο, για άλλους όμως ο ίδιος σταυρός θα είναι Θεού σοφία και δύναμη. Και παράδειγμα αυτού υπήρξαν οι δύο ληστές, που συσταυρώθηκαν με το Χριστό.
(3)  «Επειδή ο διάβολος φέρνει και σε εμένα το θάνατο, παρόλο που έμεινα αναμάρτητος, τώρα στον παρόντα καιρό, θα τιμωρηθεί για την αδικία σε μένα με το γκρέμισμα της τυραννίας του» (Ζ). Και «σαν να συνέρχεται δικαστήριο θα ειπωθεί προς αυτόν· έστω· όλους τους θανάτωσες επειδή τους βρήκες υπεύθυνους της αμαρτίας. Τον Χριστό γιατί τον θανάτωσες;» (Χ).
(4)  Η φράση αυτή υπάρχει και στο ιδ 30 και ιστ 11, και πουθενά αλλού στην Κ.Δ.. Δες όμως τις φράσεις «ο Θεός αυτού του αιώνα» Β΄Κορ. δ 4, «άρχοντας της εξουσίας του αέρα Εφεσ. Β 2, «κοσμοκράτορες του σκότους του αιώνος τούτου» Εφεσ. στ 12 (β).
«Ο σατανάς είχε κατοχή πάνω στο ανθρώπινο γένος και κρατούσε αυτούς με τον δεσμό των αμαρτιών τους σαν ενόχους που κρατούνται σε τιμωρία· κυριαρχούσε στις καρδιές των απίστων και εξαπατώντας και υποδουλώνοντας αυτούς, αποπλανούσε αυτούς στο να λησμονήσουν τον δημιουργό και να λατρεύουν τα κτίσματα» (Αυ). «Για αυτό και λέγεται άρχοντας του κόσμου, επειδή η εξουσία του είναι γύρω από τη γη» (Β).
(5)  Το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο άρχισε στο Γολγοθά, εξακολουθεί να συντελείται κάθε μέρα και θα εξακολουθεί σταθερά μέχρι την ολοκληρωτική εκβολή του Σατανά κατά την εσχάτη κρίση (F). Αφαιρείται από αυτόν η μία ψυχή μετά την άλλη και η πρόοδος αυξάνει μέχρι την τελευταία ημέρα. Έτσι ο λόγος δεν αντιφάσκει με άλλους που αποδίδουν ακόμη στο Σατανά εξουσία στον κόσμο (g). «Θα πεταχτεί έξω ο τύραννος αφού θα καταδικαστεί με το θάνατό μου» (Θφ).
(6)  «Έξω από την εξουσία που με τη βία έχει αποκτήσει και έξω από τη βασιλεία που δεν του αρμόζει από πουθενά. Σημαίνει λοιπόν το «έξω» την κόλαση και την πορεία στον άδη» (Κ).
«Έξω από αυτού του είδους την εξουσία την οποία απέκτησε με απάτη» (Ζ). «Θα εκδιωχτεί από την τυραννία εναντίον των ανθρώπων και δεν θα βασιλεύσει όπως πριν σε αυτούς και στις ψυχές τους και στο θνητό σώμα» (Θφ). Ο Χριστός συμφιλιώνοντας με το θάνατό του τον κόσμο με το Θεό συνέτριψε τη δύναμη του θανάτου και έβγαλε έξω από τον κόσμο τον σατανά ως καταστροφέα των ανθρώπων. Οδηγώντας λοιπόν τον κόσμο στο Θεό με τη διδασκαλία και το σταυρό του συνέτριψε τη δύναμη της αμαρτίας και έβγαλε έξω το σατανά ως ψεύτη που απατά και αποπλανά τους ανθρώπους.

32 κἀγὼ(1) ἐὰν ὑψωθῶ(2) ἐκ τῆς γῆς(3), πάντας(4) ἑλκύσω(5) πρὸς ἐμαυτόν(6).
32 Εγώ, όταν θα υψωθώ από τη γη, όλους τους ανθρώπους θα τους τραβήξω κοντά μου». 
(1)  Μπαίνει μπροστά με έμφαση. «Αντιτίθεται στο «ο άρχοντας του κόσμου» (b). «Όταν το θηρίο βγήκε από τη μέση και γκρεμίστηκε ο τύραννος, τότε οδηγεί προς τον εαυτό του ο Χριστός το γένος που αποπλανήθηκε» (Κ). Στο γκρέμισμα του αρχαίου τυράννου ανταποκρίνεται η έλευση του νέου κυρίαρχου (g).
(2)  «Εάν ανέβω στο σταυρό» (Ζ). «Με πολύ εύσχημο τρόπο λέει αντί για το σταυρωθώ, το υψωθώ… Εξάλλου, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, και πολύ καλά νομίζω, ότι είναι ύψος ο θάνατος πάνω στο σταυρό, αν το εννοήσουμε με την έννοια της τιμής και δόξας. Διότι δοξάζεται και με αυτό ο Χριστός» (Κ). Το «υψωθώ» πρέπει να το πάρουμε εδώ με την ίδια διπλή έννοια, με την οποία και στα γ 14 και η 28: Η ύψωση στο σταυρό ταυτίζεται με την ύψωση στο θρόνο (g). Μαζί με την ύψωση του Σωτήρα στο σταυρό, άρχισε και η ύψωσή του στους ουρανούς (F).
(3)  Οι Ιουδαίοι ανέμεναν το Μεσσία να βασιλεύσει στη γη σαν άλλος άρχοντας του κόσμου. Αλλά όχι·(g) θα σηκωθεί από τη γη η ζωή του (b). Όταν θα σταυρωνόταν, πρώτα θα καρφωνόταν στο σταυρό και στη συνέχεια θα υψωνόταν μεταξύ ουρανού και γης, ως ανάξιος και των δύο. Ούτε στον ουρανό έπρεπε να βρίσκεται, ούτε πάνω στη γη να πατά. Παρ’ όλα αυτά το «εάν υψωθώ» υποδηλώνει και τιμητική αναβίβαση. Το πάθημά του θα κατέληγε σε πραγματική ανύψωση του Κυρίου κατά την ανθρώπινη φύση του. Με οποιοδήποτε λοιπόν θάνατο και αν πεθάνουμε, εάν πεθάνουμε εν Χριστώ, θα υψωθούμε υπεράνω της φυλακής του παρόντος βίου, πάνω από το σπήλαιο αυτό των λεόντων στις χώρες του φωτός και της αγάπης.
(4)  «Όχι μόνο τους Ιουδαίους αλλά και όλους τους ανθρώπους τους καλεί σε σωτηρία μέσω της πίστης σε αυτόν» (Κ). «Όλους από παντού, όσους είναι δεκτικοί πίστης» (Ζ). Δίνεται εδώ απάντηση στο αίτημα που αναφέρθηκε στο σ. 21, Θέλουμε να δούμε τον Ιησού (b).
Ο Χριστός μετά την ανύψωσή του στο σταυρό τραβάει όλους τους ανθρώπους στον εαυτό του. Πράγματι· η μεγάλη αύξηση της εκκλησίας του έλαβε χώρα μετά το θάνατό του. Όταν ζούσε, έθρεψε χιλιάδες με τον λόγο της ευλογίας των πέντε άρτων στην έρημο. Αλλά όταν πέθανε, με το λόγο του Πέτρου χιλιάδες ανθρώπων ελκύστηκαν σε μία ημέρα στην εκκλησία του. Ο θάνατος του Κυρίου κρύβει δύναμη και ισχυρή αποτελεσματικότητα στο να ελκύει τις ψυχές προς αυτόν. Ο σταυρός του Χριστού, παρόλο που σε μερικούς είναι πέτρα προσκόμματος και σκανδάλου, σε άλλους είναι μαγνήτης. Μαγνήτης που ελκύει. Ίσως το ρήμα (ελκύω) μπήκε εδώ και σε κάποια σχέση με τη στάση, την οποία πήρε ο Χριστός όταν σταυρώθηκε. Είχε τα χέρια απλωμένα προσκαλώντας όλους στον εαυτό του και έτοιμος να αγκαλιάσει όλους τους ερχόμενους σε αυτόν.
(5)  «Θα προσελκύσω, λέει, επειδή κρατούνται από τύραννο και μόνο με τη δική τους προσπάθεια δεν μπορούν να πλησιάσουν και να ξεφύγουν από τα χέρια εκείνου, επειδή αντιστέκεται» (Χ). «Θα ελκύσω και χωρίς να το θέλει εκείνος. Το οποίο αλλού το ονόμασε και αρπαγή. Διότι κανείς, λέει, δεν μπορεί να αρπάξει τα σκεύη του ισχυρού, εάν δεν δέσει τον ισχυρό» (Θφ). Στο σ. 44 «είπε ότι κανείς δεν μπορεί να έλθει σε εμένα εάν ο πατέρας, που με έστειλε, δεν ελκύσει αυτόν… όχι λέγοντας αντίθετα, αλλά κάνοντας δικά του τα του Πατέρα και δείχνοντας ότι όλα τα έχουν κοινά» (Ζ). «Διότι όταν ο Υιός ελκύει, ο Πατέρας ελκύει» (Χ).
(6)  Αναφέρεται στο Χριστό, όχι κατά την ώρα που κρεμιόταν στο σταυρό, αλλά στην κατάσταση της κυριαρχίας και της δόξας, στην οποία μετά το πάθημα μπήκε (ο). «Θα ελκύσω στον εαυτό μου, για να είμαι κεφαλή τους και εκείνοι μέλη μου» (Αυ). Δες εδώ πώς ο Χριστός είναι τα πάντα στους πάντες στην επιστροφή κάθε ψυχής. Ο Χριστός μας ελκύει. Δεν μας σέρνει βίαια, αλλά «με τα δεσμά της αγάπης του» (Ωσηέ ια 4). Ψιθυρίζει μυστικά σε κάθε ψυχή: «με αγάπη αιώνια σε αγάπησα, για αυτό σε έλκυσα προς εμένα με το έλεος και την ευσπλαχνία μου» (Ιερεμ. λη 3).
Και ελκύει αυτήν όπως ο μαγνήτης τον σίδηρο. Η ψυχή δηλαδή μεταβάλλεται σε σημείο ώστε θέλοντας και θελγομένη να ελκύεται. Και ελκύεται προς τον Χριστό. Θα ελκύσω προς τον εαυτό μου σαν σε κέντρο, μέσω του οποίου και στο οποίο θα ενωθούν οι πάντες. Η ψυχή η απομακρυσμένη από το Χριστό έρχεται αρχικά σε γνωριμία μαζί του. Ενώ λοιπόν προηγουμένως αγνοούσε το Χριστό και δεν εμπιστευόταν τον εαυτό της σε αυτόν, σιγά-σιγά αγαπά αυτόν, δίνει όλη την εμπιστοσύνη της σε αυτόν και παραδίνεται στην αγκαλιά του. Έλξη θαυμασμού είναι η πρώτη επίδραση του σταυρού πάνω στην ψυχή που αγνοεί τον καρφωμένο πάνω σε αυτόν. Αλλά εάν σταθεί μέχρι τον θαυμασμό αυτόν, η σχέση της με το Χριστό θα είναι επιπόλαιη. Πίστη θερμή και ακλόνητη σε αυτόν ως Σωτήρα και Λυτρωτή, αυτή μας έλκει οριστικά προς αυτόν και μας ενώνει μαζί του πάνω στο Σταυρό του. Ο εσταυρωμένος Ιησούς μας έλκει, διότι είναι η αγάπη και η σοφία του Θεού, διότι είναι όχι απλώς ο μέγιστος των διδασκάλων της ηθικής και σωστικής αλήθειας, αλλά και το σε όλα υπερεπαρκές θύμα για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Όταν τον εγκολπωθούμε ως Λυτρωτή από το βάρος και την ενοχή της αμαρτίας και ως πηγή νέας ζωής που μας αποσπά από αυτήν και μας προσκολλά σε Αυτόν, τότε πράγματι και αληθινά ελκυστήκαμε από αυτόν.

33 Τοῦτο δὲ ἔλεγε(1) σημαίνων(2) ποίῳ θανάτῳ(3) ἤμελλεν(4) ἀποθνήσκειν(5).
33 Λέγοντας αυτό, υποδήλωνε με τι είδος θάνατο θα πέθαινε.
(1)  Ο Ιωάννης εξηγεί εδώ αυτό που είπε ο Κύριος, όπως και στο β 21. Αυτό. «Ποιο; Το όταν υψωθώ» (Ζ)
(2)  «Υποδήλωνε» (Ζ). Δεν λέει φανερώνοντας αλλά σημαίνοντας (g), του οποίου η έννοια είναι: όχι με σαφήνεια εκφράζοντας, αλλά σκοτεινά υποδεικνύοντας, όπως στους χρησμούς, τις παροιμίες κλπ (ο).
(3)  «Με ποιο τρόπο· το σταυρό λοιπόν τον ονόμασε θάνατο» (Κ).
(4)  Με την έννοια του αναπόφευκτου του θανάτου του Ιησού επειδή προδιατάχτηκε από το Θεό (β).
(5)  «Έδειξε ότι εκούσια έπαθε και ήξερε ότι όχι μόνο πεθαίνει, αλλά και με ποιο τρόπο» (αμ).

34 Ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ὄχλος· ἡμεῖς(1) ἠκούσαμεν(2) ἐκ τοῦ νόμου(3) ὅτι ὁΧριστὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα(4), καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖ ὑψωθῆναι(5) τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου(6); Τίς ἐστιν οὗτος ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου(7);
34 Τότε το πλήθος τού αποκρίθηκε: «Εμείς μάθαμε από το νόμο πως ο Μεσσίας θα ζήσει αιώνια· πώς εσύ λες ότι πρέπει να υψωθεί από τη γη ο Υιός του Ανθρώπου; Ποιος είναι αυτός ο Υιός του Ανθρώπου;»
(1)  Μπαίνει μπροστά με έμφαση αντιτιθέμενο στο ακόλουθο «συ».
(2)  Αντίγραφα του νόμου συνήθως δεν υπήρχαν σε χρήση ιδιωτών. Οπότε η μόνη γνώση της Γραφής την οποία ο λαός είχε, προερχόταν από την ακρόασή της όταν διαβαζόταν κατά την ώρα της λατρείας στις συναγωγές (ο).
(3)  «Και εδώ νόμο λένε γενικώς την θεία Γραφή» (Ζ). Από το νόμο, με τον οποίο εννοούνται οι προφήτες και οι ψαλμοί (b).
(4)  «Άρα γνώριζαν ότι ο Χριστός θα είναι κάποιος αθάνατος και ότι έχει ζωή που δεν τελειώνει» (Χ). Τα χωρία τα οποία υπονοούν οι Ιουδαίοι είναι εκείνα, στα οποία ο Μεσσίας παρουσιάζεται να θεμελιώνει πάνω στα ερείπια των ειδωλολατρικών βασιλειών, βασιλεία αιώνια. Δες Ησ. ιθ 6,Ψαλμ. ρθ 2-4,Δαν. ζ 14 κλπ (g).
«Τον ελέγχουν για άγνοια σχετικά με τους προφήτες και υποδεικνύουν ότι δεν γνωρίζει ακριβώς τα γραμμένα. Διότι το ότι μένει στον αιώνα ο Χριστός από τη μία, το πήραν από αυτά τα χωρία· το μυστήριο του θανάτου από την άλλη, που έγινε στο μεταξύ, και τον για σύντομο χρόνο διαχωρισμό της ψυχής από το σώμα, δεν τα κατάλαβαν ούτε τα εξακρίβωναν. Έπρεπε λοιπόν να γνωρίζουν την αιτία, ότι δηλαδή αφού προφητεύονταν δύο ερχομοί του Χριστού, τον μεν πιο ένδοξο και που θα γινόταν στη συντέλεια του αιώνα ο όχλος των Ιουδαίων τον ήλπιζε, τον πριν από αυτόν όμως δεν τον καταλάβαινε καθόλου» (Ω).
«Και πράγματι ο Ησαΐας αναφέρει και τα δύο· το μεν πάθος και το θάνατο, λέγοντας τα εξής· Ως πρόβατο οδηγήθηκε στη σφαγή· την δε ανάσταση με το να πει: ο Κύριος θέλει να τον καθαρίσει από την πληγή. Και ο Δαβίδ αναφέρει μαζί και το θάνατο και την ανάσταση. Διότι λέει, δεν θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον άδη» (Θφ).
Έτσι γνώση του γράμματος της Γραφής, όταν η καρδιά είναι ξένη με τον αγιασμό, μπορεί να προκαλέσει βλάβη και να γίνει αφορμή απιστίας δημιουργώντας εχθρούς του χριστιανισμού που πολεμούν αυτόν με τα δικά του όπλα. Η διαστροφή όμως του πλήθους εδώ γίνεται ολοφάνερη, όταν λάβουμε υπ’ όψη, ότι ενώ πρόβαλλαν τα χωρία της Γραφής, τα οποία μιλούν για το ότι ο Μεσσίας μένει στον αιώνα, παραβλέπουν τελείως τα άλλα χωρία, τα οποία κάνουν λόγο για το πάθημα και το θάνατο του Μεσσία. Συχνά παρασύρονται οι άνθρωποι σε μεγάλες πλάνες και χρησιμοποιούν υπέρ των πλανών αυτών και επιχειρήματα από τη Βίβλο, αποσπώντας τα χωρία της Γραφής από τα συμφραζόμενά τους και διαχωρίζοντας αυτά μεταξύ τους. Η διαστροφή του πλήθους εδώ φαίνεται και από το ότι ενώ προβάλλουν τη μαρτυρία της Γραφής, για το ότι ο Μεσσίας μένει στον αιώνα, παραβλέπουν ολοτελώς και τι είπε ο Κύριος για την αιώνια δόξα και ανύψωση του Μεσσία. Πριν λίγο είχε πει σε αυτούς, ότι θα έλκυε όλους τους ανθρώπους στον εαυτό του, ότι κάθε διάκονό του θα τον τιμούσε ο πατέρας, ότι θα έφερνε καρπό πολύ. Όλα αυτά δεν έτυχαν καμίας προσοχής εκ μέρους του όχλου. Κακόπιστοι συζητητές αντιτάσσουν κάποια αποσπάσματα από τη γνώμη των αντιπάλων τους για να παρουσιάσουν αυτήν ως αβάσιμη. Εάν όμως παρέθεταν ολόκληρη τη γνώμη αυτή, δύσκολα θα μπορούσαν να την αρνηθούν. Και στη διδασκαλία του Χριστού υπάρχουν εκ πρώτης όψεως παράδοξα, τα οποία για μεν τους διεστραμμένους είναι πέτρες που σκοντάφτουν και σκανδαλίζονται, για δε τους καλοδιάθετους είναι πέτρες μαγνητικές που τους ελκύουν στη σωτηρία.
(5)  «Κατάλαβαν ότι ύψωση εννοεί το θάνατο, έστω και αν δεν κατάλαβαν ότι πρόκειται για θάνατο στο σταυρό» (Ζ). «Βλέπεις ότι και από αυτά που ο Κύριος έλεγε αινιγματικά πολλά τα καταλάβαιναν… αλλά πρόβαλλαν άγνοια από θεληματική κακία» (Θφ).
(6)  «Διατηρούσαν στη μνήμη τους, ότι ο Κύριος ονόμαζε σταθερά τον εαυτό του υιό του ανθρώπου. Διότι στο παρόν χωρίο δεν λέει· Εάν ο υιός του ανθρώπου υψωθεί» (Αυ).
(7)  «Διότι εάν μεν είναι ο Χριστός, τότε δεν πεθαίνει· εάν όμως πεθαίνει, δεν είναι ο Χριστός» (Ζ), αλλά άλλο πρόσωπο. Ο λόγος αυτός του λαού αποδεικνύει, ότι η ονομασία «υιός του ανθρώπου» δεν χρησιμοποιούνταν γενικά για δήλωση του Μεσσία (g).

35 Εἶπεν(1) οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἔτι μικρὸν χρόνον(2) τὸ φῶς(3) μεθ’ ὑμῶν(4) ἐστι· περιπατεῖτε(5) ἕως τὸ φῶς ἔχετε, ἵνα μὴ σκοτία(6) ὑμᾶς καταλάβῃ(7)· καὶ ὁ περιπατῶν ἐν τῇ σκοτίᾳ οὐκ οἶδε(8) ποῦ ὑπάγει(9).
35 Τότε ο Ιησούς τους είπε: «Λίγον καιρό ακόμα το φως θα είναι ανάμεσά σας. Περπατάτε όσο έχετε το φως, για να μη σας πιάσει το σκοτάδι· κι αυτός που περπατάει στο σκοτάδι δεν ξέρει πού πάει.
(1)  Ο Ιησούς δεν απαντά στην ένστασή τους αλλά προσθέτει αλήθειες αναγκαιότατες για αυτούς (b). «Επειδή ήταν ασύνετοι και άπιστοι οι Ιουδαίοι, ο Χριστός δεν εξηγεί με σαφήνεια το βαθύ μυστήριο του λόγου, αλλά πηδά σε άλλο, και εξηγώντας ταυτόχρονα το ωφέλιμο για αυτούς και δείχνοντας την αιτία για την οποία δεν καταλαβαίνουν αυτά που είναι στις γραφές» (Κ). Για αυτό δεν χρησιμοποιεί το ρήμα αποκρίθηκε αλλά το «είπε».
(2)  «Λίγο χρόνο λέει τον μέχρι το θάνατό του» (Ζ). Αντιτίθεται στο «εις τον αιώνα» του σ. 34. Οι Ιουδαίοι υπέθεταν ότι ο Χριστός ερχόμενος μία φορά, θα έμενε πάντοτε μαζί τους (b).
(3)  «Λέγοντας μαζί με το άρθρο «το φως», φανέρωσε τον εαυτό του· ότι δηλαδή αυτός μόνος είναι πραγματικά το φως» (Κ). Ο Κύριος συχνά διακήρυξε ότι είναι το φως του κόσμου. Δες Ιω. α 4,γ 19,η 12,θ 5 (ο). Έξυπνη και η σύνδεση με τα παραπάνω: «Όπως ακριβώς λοιπόν το φως το ηλιακό δεν χάνεται καθόλου, αλλά αφού δύει, πάλι ανατέλλει, έτσι και ο δικός μου θάνατος δεν είναι διαφθορά, αλλά δύση και μετάσταση και πάλι θα ανατείλω με την ανάσταση» (Θφ), «δείχνοντας έτσι ότι το πάθος δεν είναι καθόλου εμπόδιο στο να μένει αυτός αιωνίως, διότι και το φως το ηλιακό δεν χάνεται, αλλά αφού για λίγο υποχωρήσει, πάλι φαίνεται» (Χ). Πιο σωστό όμως είναι να πάρουμε τα λόγια αυτά ότι εκφράζουν νέα έννοια, που δεν σχετίζεται στενά με τα παραπάνω.
(4)  Αυθεντική γραφή: εν υμιν=ανάμεσά σας.
«Όπως ακριβώς η βασιλεία του Θεού ήταν στους Ιουδαίους, έτσι και το φως βρισκόταν σε αυτούς· και όπως ακριβώς, επειδή δεν απέδωσαν τους καρπούς που απαιτούσε η βασιλεία του Θεού, άκουσαν το «Θα φύγει από εσάς η βασιλεία του Θεού και θα δοθεί σε έθνος που θα φέρει τους καρπούς της», έτσι, επειδή ακριβώς, ενώ βρισκόταν το φως σε αυτούς, δεν περπάτησαν ώστε να μην τους πιάσει σκοτάδι, για αυτό μετά από τον λίγο χρόνο, το φως που ήταν σε αυτούς αφαιρέθηκε από αυτούς και δόθηκε στο έθνος που έφερε τους καρπούς του φωτός» (Ω).
Το φως και σε εμάς είναι για λίγο χρόνο. Ο χρόνος του βίου είναι σύντομος και οι ευκαιρίες για μετάνοια και επιστροφή δεν είναι πάντοτε διαρκείς και μακρές. Για λίγο ακόμη το φως της παρούσας ζωής είναι μαζί μας. Για λίγο ακόμη το φως του ευαγγελίου είναι μαζί μας, η ημέρα της χάριτος, τα μέσα της χάριτος, το Πνεύμα της χάριτος για λίγο θα βρίσκονται μπροστά μας. Πόσο ωφέλιμο είναι να σκεφτόμαστε αυτό, ώστε να μην αφήνουμε τις ευκαιρίες της θείας κλήσης ανεκμετάλλευτες και αχρησιμοποίητες.
(5)  «Τους λέει ότι είναι κατεπείγον να περπατούν στο φως, δηλαδή να τον ακολουθούν που φωταγωγεί και οδηγεί, και να πιστεύουν τα λόγια του» (Ζ). «Λέει αυτά για να τους οδηγήσει επειγόντως στην πίστη» (Χ).
(6)  «Μη σας κυριεύσει το σκοτάδι της αμαρτίας. Σωστά είπε μετά το φως το σκοτάδι. Διότι στα ίχνη της αναχώρησης του φωτός, βαδίζει το σκοτάδι» (Κ).
(7)  «Με την έννοια ότι θα κυριεύσει τελείως μέχρι τέλους» (Ζ). Κρύβει και την έννοια του «απροσδόκητα» (b).
(8)  Σχεδόν κατά λέξη ταυτίζεται με το Α΄Ιω. β 11. Από τη στιγμή που ο ουράνιος αποκαλυπτής δεν θα είναι πλέον παρών, ο άπιστος λαός θα είναι όμοιος με οδοιπόρο που αποπλανήθηκε τη νύχτα, και πορεύεται στην τύχη χωρίς να βλέπει ούτε δρόμο, ούτε σκοπό (g).
(9)  «Πλανιέται, σκοντάφτει, γκρεμίζεται» (Ζ). «Πόσα λοιπόν οι Ιουδαίοι πράττουν τώρα, και δεν ξέρουν τι πράττουν! Αλλά σαν σε σκοτάδι, έτσι βαδίζοντας, νομίζουν μεν ότι βαδίζουν το σωστό δρόμο, αλλά βαδίζουν τον αντίθετο, τηρώντας Σάββατα και φυλάσσοντας νόμο και τις διακρίσεις των τροφών και δεν ξέρουν που περπατάνε» (Χ).
Ποια ήταν η άθλια κατάσταση και εκείνων από εμάς, οι οποίοι όντας άλλοτε μακριά από το ευαγγέλιο αμάρταναν και ήλθαν τώρα στην περίοδο της χάρης! Βάδιζαν στο σκοτάδι και δεν ήξεραν που πήγαιναν και ποια κατεύθυνση ακολουθούσαν. Ούτε τον δρόμο τον οποίο βάδιζαν γνώριζαν, ούτε το τέρμα προς το οποίο προχωρούσαν. Πράγματι· αυτός που στερείται το φως του ευαγγελίου πλανάται ασταμάτητα, κυριευόμενος από το σκοτάδι του ψεύδους και της πλάνης και δεν αντιλαμβάνεται αυτό. Βαδίζει προς την καταστροφή του, και δεν γνωρίζει τον κίνδυνό του, διότι ή κοιμάται ή χορεύει στο χείλος του γκρεμού.

36 (1)Ἕως τὸ φῶς(2) ἔχετε, πιστεύετε εἰς τὸ φῶς(3), ἵνα υἱοὶ φωτὸς(4) γένησθε(5). Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἀπελθὼν(6) ἐκρύβη ἀπ’ αὐτῶν(7).
36 Όσο έχετε το φως πιστεύετε στο φως, για να γίνετε παιδιά του φωτός». Αυτά είπε ο Ιησούς, κι έφυγε και κρύφτηκε μακριά τους.
(1)  Με τον σ. αυτόν «έκανε σαφή τον λόγο» (Ζ). Δεν αποτελεί αυτός επανάληψη του προηγούμενου.
(2)  Υποδηλώνει εδώ το πρόσωπο, το οποίο είναι το φως.= Εμένα, ο οποίος είμαι η ζωντανή αποκάλυψη του Θεού. «Έως ότου μπορείτε να πιστεύετε σε εμένα» (Θφ).
(3)  Αντί να πει «περπατάτε όσο έχετε το φως» λέει τώρα σαφέστερα, πιστεύετε στο φως=Αναγνωρίστε με, ότι είμαι το φως και πιστέψτε σε μένα· αναγνωρίστε με ως τον Μεσσία σας και υπακούστε στα λόγια μου. Είναι καθήκον και υποχρέωση του καθενός από εμάς να πιστεύει στο φως που υπάρχει στο ευαγγέλιο, να παραδέχεται αυτό ως θείο φως και να εγκολπώνεται τις αλήθειες, τις οποίες φωτιζόμενος από αυτό ανακαλύπτει, διότι είναι αυτό φως για τα μάτια μας, αλλά συγχρόνως και να συμμορφώνει την διαγωγή του με αυτό, διότι είναι φως για τα πόδια μας.
(4)  Εβραϊκός τρόπος έκφρασης. Υιός φωτός είναι αυτός που παραμένει πάντοτε προσκολλημένος στο φως (b). Σημαίνει σχέση στενότατη (Ματθ. η 12,θ 15,Μάρκ. γ 17 κλπ.). Υιοί φωτός είναι εκείνοι, οι οποίοι βρίσκουν την πηγή της ζωής τους στο φως και ζουν σύμφωνα με τα ιδανικά, τα οποία το φως αποκαλύπτει (μ). Με την πίστη στο Χριστό ο άνθρωπος διεισδύεται από φως ώστε γίνεται φωτεινός και αυτός (g). Σοβαρή και η: «Δηλαδή δικοί μου γιοι» (Χ). «Και στην αρχή του ευαγγελίου είπε… «να γίνουν τέκνα Θεού»» (Ζ), «εδώ όμως ο ίδιος λέγεται ότι τους γεννά, για να μάθεις, ότι μία είναι η ενέργεια του Πατέρα και του Υιού» (Χ).
(5)  Εφόσον δεν είστε τέτοιοι από μόνοι σας (b).
(6)  Από το ναό και την πόλη. Αντί να περάσει τη νύχτα στην πόλη βγήκε στη Βηθανία. Και την επομένη ανέμενε αυτόν ο λαός όπως συνήθως (Λουκ. Κ
α 38), αλλά ο Ιησούς δεν επέστρεψε.
(7)  «Επειδή έμπαινε στις καρδιές τους, γνώριζε ότι ο θυμός τους εξαγριωνόταν, αν και δεν έλεγαν τίποτα» (Χ). «Κρύβεται λοιπόν, παρηγορώντας το φθόνο τους» (Θφ) και το θυμό τους «για να μην εξαφθεί περισσότερο» (Ζ). «Αλλά δίνει καιρό να ξανασκεφτούν, έτσι ώστε να πράξουν τα καλύτερα» (Κ). «Διότι αν και προγνώριζε την απιστία τους, αλλά όμως έκανε όλα όσα εξαρτιόνταν από αυτόν» (Θφ).Ο Κύριος τελικά απομακρύνει τα μέσα της χάριτος από εκείνους, οι οποίοι δεν τα δέχονται όταν προσφέρονται σε αυτούς και κρύβει το πρόσωπό του από γενιά δύστροπη, λέγοντας: «θα αποστρέψω το πρόσωπό μου από αυτούς… διότι είναι γενιά διεστραμμένη, γιοι στους οποίους δεν υπάρχει πίστη» (Δευτ. λβ 19).

Ἀπιστία εἰς τὴν Ἰουδαίαν, ἀλλὰ καὶ μερικοὶ κρυφοὶ μαθηταί

37 Τοσαῦτα(1) δὲ αὐτοῦ σημεῖα πεποιηκότος ἔμπροσθεν αὐτῶν(2) οὐκ ἐπίστευον(3) εἰς αὐτόν,
37 Και μολονότι είχε κάνει τόσα θαύματα μπροστά στα μάτια τους, εκείνοι δεν πίστευαν σ’ αυτόν,
(*) Το τεμάχιο αυτό αποτελεί το επιστέγασμα του δευτέρου μέρους του ευαγγελίου (ε 1-ιβ 36). Ο ευαγγελιστής διακόπτει την αφήγησή του για να παραδοθεί στη μελέτη του γεγονότος, το οποίο εξέθεσε, δηλαδή την απιστία του ιουδαϊκού έθνους. Το ερώτημα, στο οποίο ο Ιωάννης απαντά, είναι αυτό: Πώς εξηγείται η αποτυχία του έργου του Μεσσία στον Ισραήλ; Και στους μεν πρώτους στίχους (37-43) εξηγεί τις αιτίες του μυστηριώδους γεγονότος· στους δε ακόλουθους (44-50) εκθέτει περιληπτικά τις τραγικές συνέπειές του.
(1)  =Τόσα πολλά. «Ποια τόσα; Όσα παρέλειψε ο ευαγγελιστής» (Χ), τα γνώριζε όμως όπως φαίνεται από το κ 30. Παρόλο που ο ευαγγελιστής κάποια λίγα θαύματα διάλεξε για αφήγηση, εδώ αναφέρεται όχι στη σπουδαιότητα και σημασία των θαυμάτων αυτών, τα οποία αφηγήθηκε, αλλά στον αριθμό και το πλήθος των θαυμάτων, που ενήργησε ο Κύριος (χ).
(2)  Ώστε με τα ίδια τους τα μάτια να αντιληφθούν αυτά (b). Τονίζεται κυρίως η δημοσιότητα των θαυμάτων. Αλλά και «θέλοντας ο ευαγγελιστής να ελέγξει την χωρίς μέτρο δυστροπία τους, πρόσθεσε και το «μπροστά τους», δείχνοντας ότι ούτε σε αυτά που έβλεπαν δεν πίστευαν» (Κ). «Διότι οπωσδήποτε δεν είναι έργο μικρής κακίας, το να μην πιστέψουν σε τόσα πολλά θαύματα» (Θφ).
(3)  Ο παρατατικός υποδηλώνει την διάρκεια, την πεισματική εμμονή στην απιστία παρά τα θαύματα, τα οποία ανανεώνονταν κάθε μέρα στα μάτια τους (g). Και είναι μεν αλήθεια, ότι πολλοί είχαν πιστέψει στον Ιησού λόγω των θαυμάτων αυτών (δες β 23,ζ 31,ια 47,48), το έθνος όμως ως σύνολο δεν δεχόταν αυτόν (δες α 11,γ 11,32,ε 43,ιε 24)(β). Σημείωσε ότι οσαδήποτε ισχυρά μέσα πειθούς και αν προβληθούν, δεν είναι ικανά από μόνα τους να γεννήσουν την πληροφορία της πίστης, όταν οι καρδιές των ανθρώπων είναι προκατειλημμένες και διεφθαρμένες.

38 ἵνα(1) ὁ λόγος Ἡσαΐου τοῦ προφήτου(2) πληρωθῇ ὃν εἶπε· Κύριε, τίς ἐπίστευσε(3) τῇ ἀκοῇ(4) ἡμῶν; Καὶ ὁ βραχίων Κυρίου(5) τίνι ἀπεκαλύφθη(6);
38 έτσι ώστε να επαληθευτούν τα λόγια που είχε πει ο προφήτης Ησαΐας: Κύριε, ποιος πίστεψε στο μήνυμά μας; Σε ποιον φανέρωσε ο Κύριος τη δύναμή του;
(1)  «Το ρητό αυτό δεν φανερώνει την αιτία, αλλά το αποτέλεσμα, δηλαδή την εκπλήρωση του μέλλοντος… Όχι δηλαδή επειδή είπαν οι προφήτες, για αυτό έγιναν, αυτά που είπαν· αλλά επειδή επρόκειτο να γίνουν, για αυτό τα είπαν οι προφήτες» (Ζ). Παρ’ όλα αυτά το ἵνα δεν αποβάλλει την τελική (=σκοπού) του έννοια. Με πνεύμα βαθειάς ευσέβειας ο ευαγγελιστής παρουσιάζει τα γεγονότα ότι συντελέστηκαν για εκπλήρωση της προφητείας φανερώνοντας «το αψευδές της προφητείας και το ότι οπωσδήποτε εκπληρώνεται» (Ζ), χωρίς βεβαίως να αποκλείει, ότι «από τη δική τους κακότητα οι Ιουδαίοι φόνευσαν τον Κύριο και προείπα αυτά που οπωσδήποτε θα γίνουν εξαιτίας της θεληματικής τους κακοκεφαλιάς» (Κ).
«Ο Κύριος με την πρόγνωση που είχε του μέλλοντος, προείπε μέσω των προφητών την απιστία των Ιουδαίων· προείπε αυτήν, αλλά δεν υπήρξε αίτιος αυτής. Διότι ο Θεός δεν αναγκάζει κάποιον να αμαρτήσει, απλώς διότι γνωρίζει ήδη τις μελλοντικές αμαρτίες των ανθρώπων… Και οι Ιουδαίοι, εάν επιθυμούσαν να πράξουν το αγαθό αντί του κακού, δεν θα εμποδίζονταν, αλλά θα προέβλεπε ο Θεός για αυτούς και ότι θα έπρατταν το αγαθό» (Αυ).
(2)  Η παράθεση από το Ησ. νγ 1,2 σύμφωνα με τη μετάφραση των Ο΄
(3)  Ο προφήτης περιγράφοντας στο νγ κεφάλαιο την ταπείνωση, το θάνατο και την ανύψωση του Μεσσία διερωτάται αν θα βρεθεί κάποιος στον Ισραήλ, ο οποίος θα πιστέψει σε κήρυγμα τόσο αντιτιθέμενο στα παχυλά ιδανικά του λαού. Ο Μεσσίας λοιπόν, στον οποίο αναφερόταν η προφητεία, δεν υπήρχε ελπίδα να τύχει υποδοχής καλύτερης από εκείνη, της οποίας έτυχε και το μήνυμα του προφήτη Ησαΐα σχετικά με αυτόν (g). «Διότι το «τις (=ποιος)» σε πολλά σημεία της Γραφής βρίσκεται αντί για το «κανείς»» (Θφ).
(4)  Ακοή, η ικανότητα να ακούω· οπότε αυτό που ακούγεται, δηλαδή κάποιο μήνυμα, κάποια μαρτυρία (b).
Ή «ακοή ονομάζει την προφητεία για το Χριστό, την οποία προφήτευσαν, ακούγοντάς την οι προφήτες με τα αυτιά των ψυχών τους, που ήχησε μέσα τους από το θείο Πνεύμα» (Ζ)· δηλαδή με έννοια παθητική (=εκείνο το οποίο οι προφήτες άκουσαν).
Ή, το κήρυγμα του Ιησού που έλεγε όσα άκουσε από τον Πατέρα και μετά από αυτό, όπως είναι λογικό, και το κήρυγμα των Αποστόλων (κ). «Το είπε αυτό ο προφήτης αντιπροσωπεύοντας το Χριστό, σαν να έλεγε δηλαδή ο Χριστός προς τον Πατέρα· Κύριε, ποιος πίστεψε…» (Θφ).
Ή, πιο σωστά, με έννοια ενεργητική (=εκείνο, το οποίο οι προφήτες έκαναν να ακουστεί). «Τον λόγο μας και το κήρυγμα… το οποίο κήρυγμα το ονόμασε ακοή» (Θφ), το άκουσμα, το κήρυγμά μας των κηρύκων του λόγου του Θεού, από τους οποίους μέγιστος είναι ο Σωτήρας μας (δ).
(5)  Η φράση «τῇ ἀκοῇ ἡμῶν» αναφέρεται στην περιγραφή του Πάθους του Μεσσία· η φράση ο βραχίων Κυρίου στις πράξεις της θείας δύναμης, που ενεργούσε μέσω αυτού (g). Ή «Βραχίωνας του Πατέρα είναι ο υιός, επειδή είναι η δύναμή του» (Ζ). «Όχι διότι το πρόσωπο του Θεού Πατέρα καθορίζεται από σχήμα ανθρώπινης σάρκας, και ο Υιός είναι προσκολλημένος σε Αυτόν σαν μέλος πάνω στο σώμα Του, αλλά διότι τα πάντα έγιναν από αυτόν και μέσω του Λόγου δημιούργησε τον κόσμο» (Αυ). Ή, πιο σωστά, βραχίων είναι η δύναμη του Θεού που ενεργεί στο Χριστό και εργάζεται μέσω αυτού τα θαύματα. «Η δυνατή ενέργεια των θαυμάτων» (Θφ). Στην Π.Δ. η φράση ο βραχίων Κυρίου πολλές φορές λέγεται μεταφορικά για τη δύναμή του. Δες Δευτ. ε 15,Ησ. μ 10,να 9,νβ 10, ξγ 5 (β).
(6)  Αναφέρεται στο γεγονός ότι οι Ιουδαίοι δεν αναγνώριζαν τη δύναμη του Θεού στα θαύματα του Ιησού (β) αλλά ή αρνούνταν τελείως αυτά ή απέδιδαν αυτά στον άρχοντα των δαιμονίων. «Αυτός μεν σαν ήλιος έδειχνε το φως της θεότητάς του και με λόγια και με έργα· αυτοί όμως δεν έβλεπαν καθαρά διότι είχαν κατεστραμμένη την όραση λόγω της πονηρίας» (Ζ).

39 Διὰ τοῦτο(1) οὐκ ἠδύναντο(2) πιστεύειν, ὅτι πάλιν εἶπεν ῾Ησαΐας·
39 Ο Ησαΐας είχε πει επίσης για ποιο λόγο αυτοί δεν μπορούσαν να πιστέψουν:
(1)  Αναφέρεται στα επόμενα και εξηγείται με το ακόλουθο «ὅτι πάλιν…».
(2)  «Δεν εξαναγκάστηκαν από την προφητεία του Ησαΐα στο να μην πειστούν, αλλά επειδή ήταν δύστροποι, έδειξαν ανυπακοή» (αμ). Πάντως με τη φράση «θέλει να παρουσιάσει το αψευδές της Γραφής και ότι αυτά ακριβώς που προφήτευσε, δεν πραγματοποιήθηκαν διαφορετικά, αλλά όπως τα είπε… διότι αυτά που προείπε ο προφήτης, τα προείπε επειδή οπωσδήποτε θα γίνονταν· διότι εάν δεν επρόκειτο οπωσδήποτε να συμβούν, δεν θα τα προέλεγε· οπωσδήποτε όμως επρόκειτο να συμβούν, επειδή εκείνοι ήταν αθεράπευτοι» (Χ).
Ως προς το «οὐκ ἠδύναντο», αυτό ερμηνεύεται:
Ή «λέγεται αντί για το «δεν ήθελαν»… Αυτό θα μπορούσε κάποιος να το δει ότι συμβαίνει και στις συνήθεις εκφράσεις· όπως όταν λέει κάποιος· Δεν μπορώ να αγαπήσω τον τάδε, ονομάζοντας δύναμη την υπερβολική θέληση» (Χ). «Δεν μπορούσαν διότι εμποδίζονταν από την κακία και την πώρωσή τους» (Ζ).
Ή, χωρίς να αποκλείει ο ιερός συγγραφέας, ότι από δική τους κακοβουλία δεν πίστευαν, τονίζει «ότι ήταν αδύνατον να πει ψέματα ο Προφήτης» (Χ), και τονίζει ότι «δεν μπορούσαν να πιστέψουν, επειδή ο Ησαΐας προείπε αυτό· και ο Ησαΐας προφήτευσε αυτό, επειδή ο Θεός προγνώρισε, ότι τέτοια θα ήταν η περίπτωση. Αλλά εάν ερωτηθώ γιατί δεν μπορούσαν, θα απαντήσω αμέσως, διότι δεν ήθελαν. Διότι βεβαίως η διεφθαρμένη τους θέληση προβλέφθηκε από το Θεό και προλέχθηκε μέσω του προφήτη από Αυτόν, από τον οποίο τίποτα από τα μέλλοντα δεν μπορεί να κρυφτεί» (Αυ).
Το γεγονός της απιστίας των Ιουδαίων μόνο για αυτούς που κρίνουν επιπόλαια αποτελεί σκάνδαλο. Ορθά εξεταζόμενο και κατανοούμενο κάτω από το φως των προφητειών της Π.Δ. είναι έδαφος, πάνω στο οποίο φανερώνεται η αναπόφευκτη κρίση του Θεού κατά της απιστίας. Η απιστία των Ιουδαίων δεν είναι πρόβλημα, αλλά ακριβής εκπλήρωση των προφητειών (χ). Η τύφλωση ως συνέπεια της αμαρτίας γίνεται σύμφωνα με διάταξη θεία. Ο Θεός βέβαια δεν είναι ο αίτιος της αμαρτίας, είναι όμως αίτιος της συνέπειας που ταιριάζει σε αυτήν σύμφωνα με νόμο που διατάχτηκε από αυτόν από την αρχή της δημιουργίας (τ). Είμαστε απολύτως βέβαιοι, ότι ο Θεός είναι άπειρα δίκαιος, αλλά και άπειρα εύσπλαχνος. Και είναι αδύνατον να σκεφτούμε ότι η αδυναμία αυτή των Ιουδαίων στο να πιστέψουν προέρχεται από τα σχέδια και τις βουλές του Θεού, ώστε να γίνεται για αυτούς μοιραία και επιβεβλημένη από την ανάγκη η απιστία τους. Η αδυναμία αυτή είναι ηθική, αδυναμία, όπως εκείνη στην οποία περιέρχεται ο συνηθισμένος να πράττει το κακό. Δες Ιερεμ. ιγ 23 («εἰ ἀλλάξεται Αἰθίοψ τὸ δέρμα αὐτοῦ καὶ πάρδαλις τὰ ποικίλματα αὐτῆς, καὶ ὑμεῖς δυνήσεσθε εὖ ποιῆσαι μεμαθηκότες τὰ κακά. =όσο είναι δυνατόν, να αλλάξει ο Αιθίοπας το μαύρο δέρμα του και η λεοπάρδαλη τα στίγματά της, άλλο τόσο και σεις θα μπορέσετε να πράξετε το καλό, διότι έχετε πλέον μάθει να πράττετε το κακό).

40 (1)τετύφλωκεν(2) αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πεπώρωκεν αὐτῶν τὴν καρδίαν(3), ἵνα(4) μὴ ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς(5) καὶ νοήσωσι τῇ καρδίᾳ καὶ ἐπιστραφῶσι(6), καὶ ἰάσομαι(7) αὐτούς.
40 Ο Θεός τύφλωσε τα μάτια τους και σκότισε το νου τους, έτσι που να μη δούνε με τα μάτια τους, και με το νου τους να μην καταλάβουν, κι επιστρέψουν σ’ εμένα και τους γιατρέψω.
(1)  Η παράθεση από το Ησ. στ 10. Διαφέρει αξιοσημείωτα από τους Ο΄, εν μέρει επίσης και από το Εβραϊκό. Σύμφωνα με το Εβραϊκό κείμενο, υποκείμενο του ρήματος είναι ο Ησαΐας («Τύφλωσε… πώρωσε») που ενεργεί με εντολή του Θεού· ενώ σύμφωνα με τους Ο΄, η σκλήρυνση και πώρωση εξαγγέλλεται με ρήματα παθητικά ως γεγονός που βαρύνει τον Ισραήλ, («διότι έγινε παχιά η καρδιά…»). Εδώ μεταβάλλεται το ρήμα έτσι, ώστε υποκείμενό του να είναι ο Θεός. Η τρίτη μορφή είναι εσκεμμένη διόρθωση αυτής στους Ο΄, για να αποκατασταθεί το νόημα και να γίνει όπως στην πρώτη μορφή. Διότι σύμφωνα με το εβραϊκό κείμενο η σκλήρυνση και πώρωση συντελείται από τον Ησαΐα για εκτέλεση εντολής του Θεού και συνεπώς δίκαια αποδίδεται από τον Ιωάννη στον ίδιο το Θεό.
Το χωρίο αυτό αποδεικνύει, ότι ο ευαγγελιστής μολονότι ακολουθεί τη μετάφραση των Ο΄ γνώριζε και το Εβραϊκό πρωτότυπο και διόρθωνε αυτήν σύμφωνα με αυτό (g). Το χωρίο παρατίθεται και από τον Ματθαίο (ιγ 15,δες και τις εκεί ερμην. σημειώσεις) αυτολεξεί όπως στους Ο΄, και τις Πράξεις (κη 26) όπως στους Ο΄ πάλι. Πιθανώς θεωρήθηκε από τους χριστιανούς από την αρχή ως προφητεία της απόρριψης του Ιησού από τους Ιουδαίους (β). Δες και Μάρκ. δ 12 και Λουκ. η 10 και τις εκεί ερμην. σημειώσεις.
(2)  Μεταχειρίζεται και ο ευαγγελιστής παρωχημένους χρόνους… με τους οποίους δηλώνεται συντελεσμένο γεγονός στις ημέρες του Ιησού, η πώρωση των Ιουδαίων και η απιστία τους σε αυτόν (κ). Ό,τι ο Θεός προείπε, θα πραγματοποιηθεί ασφαλώς και με κάθε ακρίβεια. Είναι τέτοια η γνώση του Θεού, ώστε δεν είναι δυνατόν ο Θεός να απατηθεί στις προβλέψεις του, και είναι τέτοια η αλήθειά του, ώστε δεν είναι δυνατόν να εξαπατήσει κάποιον με τις προφητείες του. Η Γραφή λοιπόν είναι αδύνατον να διαψευστεί ή οπωσδήποτε να χάσει το κύρος της.
(3)  Υπάρχουν και οι γραφές: επώρωσεν-επήρωσεν. Με την πρώτη φράση φανερώνει τη στέρηση του διανοητικού φωτός, της αίσθησης του αληθινού και του ωφέλιμου· με την δεύτερη (πωρώνω την καρδιά) την στέρηση της ηθικής ευαισθησίας, της διάκρισης του καλού (g). Το πεπώρωκεν τὴν καρδίαν είναι εξολοκλήρου παράλληλο με το τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς. Για αυτό εδώ το πεπώρωκεν τὴν καρδίαν δεν ερμηνεύεται ακριβώς με το σκλήρυνε την καρδιά, αλλά μάλλον με το σκότισε την καρδιά (β). Η τύφλωση και αναισθησία αυτή, της οποίας καρπός υπήρξε η απιστία, παρουσιάζεται εδώ ως ποινή θεία. Για αυτό υποκείμενο των δύο ρημάτων είναι ο Θεός.
Αλλά «ο Θεός έτσι τυφλώνει και σκληραίνει, απλώς και μόνο εγκαταλείποντας και αποσύροντας τη βοήθειά του» (Αυ).
«Διότι το τύφλωσε και πώρωσε λέγεται αντί για το παραχώρησε να τυφλωθούν και να πωρωθούν ως αθεράπευτοι· διότι κανέναν δεν παρασέρνει προς το μέρος του, επειδή ο καθένας είναι αυτεξούσιος» (Ζ).
«Όπως ακριβώς δηλαδή ο ήλιος δηλαδή βλάπτει την όραση των ασθενών, όχι λόγω της δικής του φύσης, έτσι γίνεται και με εκείνους που δεν προσέχουν τα λόγια του Θεού» (Χ).
«Έτσι λοιπόν πρέπει να εννοήσουμε» το «ο Θεός τύφλωσε», «ότι δηλαδή παραχώρησε να πάθουν αυτοί την τύφλωση από τον διάβολο, επειδή δεν ήταν αγαθοί στην πρόθεση. Με αυτόν τον τρόπο δηλαδή παραδίδει σε νου ανίκανο να διακρίνει το σωστό και σε πάθος, αυτούς που συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο» (Κ).
«Διότι όταν εγκαταλειφθούμε από το Θεό, παραδινόμαστε στο διάβολο· αλλά αφού παραδοθούμε στο διάβολο, πάσχουμε μύρια δεινά. [Αλλού όμως δείχνει] ότι εμείς αρχίζουμε την εγκατάλειψη και γινόμαστε αίτιοι της απώλειας· διότι ο Θεός όχι μόνο δεν θέλει να μας εγκαταλείψει ούτε να μας τιμωρήσει, αλλά και όταν μας τιμωρεί, το κάνει αυτό χωρίς να το θέλει» (Χ).
(4)  Εδώ έχουμε το λεγόμενο εκβατικό σχήμα, για το οποίο είπαμε παραπάνω. «Όχι δηλαδή επειδή είπε δεν πίστεψαν, αλλά επειδή δεν επρόκειτο να πιστέψουν, για αυτό είπε· αν όμως… ο ευαγγελιστής… λέει ότι η απιστία είναι από την προφητεία, το είπε αυτό θέλοντας να δείξει το αψευδές της εκπλήρωσης της προφητείας. Για αυτό λοιπόν προλέγουν οι προφήτες, έτσι ώστε αυτοί που έχουν εγρήγορση, να αποφύγουν τους διαβολικούς λάκκους» (αμ).
(5)  «Μάτια λέει τα νοερά· δηλαδή ερμηνευτικό του «να μην δουν με τα μάτια» είναι το «να μην καταλάβουν με την καρδιά»» (Ζ). «Κλείνοντας το μάτι της διάνοιας, δεν δέχονται την διδασκαλία που μπορεί να τους φωτίσει» (Κ).
(6)  Διαφορετικές γραφές: συνωσιν αντί για νοήσωσι, και στραφωσιν αντί επιστραφωσι.
(7)  Οριστική πτώση. Μπορεί και να εξαρτάται από το ἵνα μὴ , διότι υπάρχουν παρόμοια παραδείγματα στην Κ.Δ. (Α΄Κορ. ιγ 3 όπου αυθεντική γραφή είναι το «ίνα καυθήσομαι», Α΄Πέτρ. γ 1,Αποκ. κβ 14), αλλά και συχνότατα στην κλασσική ελληνική μαζί με το όπως. Μπορεί όμως και να μην εξαρτηθεί από το ἵνα, οπότε θα ερμηνεύσουμε: «για να μην επιστρέψουν, οπότε θα τους γιατρεύσω» (g). Υποκείμενο του ιάσομαι είναι ο Μεσσίας, ο Χριστός (κ), εξ’ ονόματος του οποίου υποτίθεται ότι μιλά ο Ησαΐας (μ).

41 Ταῦτα(1) εἶπεν Ἡσαΐας ὅτε(2) εἶδε τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ ἐλάλησε περὶ αὐτοῦ(3).
41 Αυτά τα είχε πει ο Ησαΐας για τον Ιησού· κι είχε μιλήσει έτσι γι’ αυτόν, όταν είδε τη δόξα του.
(1)  «Τα σχετικά με την τύφλωση και πώρωση και τα επόμενα» (Ζ).
(2)  Αυθεντική γραφή «ότι»=διότι πράγματι είδε την δόξα του και μίλησε για αυτόν τόσο χρόνο πριν (g), ή διότι η οπτασία ήταν τόσο εκθαμβωτική, αισθάνθηκε ο Ησαΐας πόσο οι άνθρωποι απέχουν από αυτήν (β).
(3)  Εάν πάρουμε το πρώτο «αὐτοῦ» ότι αναφέρεται στο Θεό, το δεύτερο «αὐτοῦ» παραμένει ακατανόητο, ενώ ευοδώνεται η έννοιά του εάν αναφέρουμε αυτό στο Χριστό. Και το πρώτο λοιπόν «αὐτοῦ» πρέπει να αναφερθεί στο Χριστό. «Δόξα του εννοεί την ένδοξη εκείνη οπτασία, όταν είδε τον Κύριο καθισμένο σε θρόνο υψηλό και τα άλλα τα σχετικά με αυτόν φοβερά και εξαίσια. Διότι τον υιό είδε τότε και αυτά είπε ύστερα και μίλησε για αυτόν» (Ζ).
«Είδε τη δόξα του Υιού, παρόλο που φαίνεται ο προφήτης ότι είδε την δόξα του Πατέρα. Εδώ όμως ο ευαγγελιστής λέει ότι ο Ησαΐας είδε τη δόξα του Υιού» (Θφ). Στο Ησαΐου κεφάλαιο στ, ο Ησαΐας είδε τον Αδωναΐ, ο οποίος ήταν το θείο Ον που ενανθρώπησε στον Ιησού (g). Ο προφήτης βλέπει τη φοβερή δόξα του αόρατου Θεού, αλλά ο ευαγγελιστής βεβαιώνοντας εδώ, ότι είδε την δόξα του Χριστού, ταυτίζει το Χριστό με τον Ιεχωβά (β). Το χωρίο λοιπόν αυτό θέτει έξω αμφισβήτησης, ότι ο Ιησούς Χριστός, ο Λόγος της Κ.Δ., ήταν ο βασιλιάς και Κύριος σαβαώθ της Π.Δ. (ο). Ο Ιησούς Χριστός λοιπόν είναι ίσος κατά τη δύναμη και τη δόξα με τον Πατέρα και οι ιδιότητές του είναι άξιες ύμνων το ίδιο με αυτές του Πατέρα. Ο Ιησούς Χριστός είχε δόξα πριν την κτίση του κόσμου και ο Ησαΐας είδε αυτήν.

42 Ὅμως μέντοι(1) καὶ(2) ἐκ τῶν ἀρχόντων(3) πολλοὶ(4) ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν, ἀλλὰ διὰ τοὺς Φαρισαίους(5) οὐχ ὡμολόγουν(6), ἵνα μὴ ἀποσυνάγωγοι γένωνται(7)·
42 Πολλοί ωστόσο κι από τους άρχοντες πίστεψαν σ’ αυτόν, αλλά δεν ομολογούσαν την πίστη τους εξαιτίας των Φαρισαίων, για να μην τους διώξουν από τη συναγωγή.
(1)  Όμως μέντοι=Αλλά όμως όχι λιγότερο (G).
(2)  Όχι απλώς από τον όχλο (b) αλλά και…
(3)  Δηλαδή αυτών που παρακάθονταν στο συνέδριο, οι οποίοι ήταν δύσκολο να πιστέψουν (β). Τέτοιοι ήταν ο Νικόδημος, ο Ιωσήφ από την Αριμαθαία και άλλοι από αυτήν την τάξη (ο).
(4)  Με σχετική έννοια, για σοβαρό αριθμό, που απέχει όμως πολύ από το να περιλαμβάνει την πλειοψηφία των αρχόντων (ο). Η αλήθεια του ευαγγελίου προκαλεί το ενδιαφέρον σε πολύ περισσότερες καρδιές από όσο εμείς μπορούμε να φανταστούμε. Πολλοί επιδοκιμάζουν εσωτερικά και με το βάθος των καρδιών τους το ευαγγέλιο, μολονότι δεν εκδηλώνουν και φανερότερα το ενδιαφέρον τους για αυτό. Ο Ηλίας νόμιζε άλλοτε, ότι είχε μείνει μόνος, αλλά ο Θεός του αποκάλυψε, ότι επτά ολόκληρες χιλιάδες μέσα στο Ισραήλ δεν είχαν κάμψει γόνατο στον Βάαλ, αλλά λάτρευαν τον αληθινό Θεό. Επίσης μερικοί είναι καλύτεροι από ό,τι φαίνονται σε εμάς. Είναι γνωστά τα σφάλματά τους, δεν είναι όμως γνωστή και η μετάνοιά τους. Η καλοσύνη και αγαθότητα ενός ανθρώπου μπορεί να καλύπτεται από κάποια ένοχη αλλά και άξια συγχώρεσης αδυναμία, για την οποία αυτός συναισθανόμενος αυτήν μετανοεί.
(5)  Αυτοί ήταν οι χειρότεροι και φοβεροί και σε αυτούς ακόμη τους άρχοντες (b).
(6)  Παρόλο που η διάνοιά τους, που πείστηκε από την πίστη, τους ωθούσε να τον ομολογήσουν (b), αυτοί δεν ομολογούσαν και με τη γλώσσα και δεν εκδήλωναν δημόσια αυτά, για τα οποία ήταν πεπεισμένοι και τα θεωρούσαν αληθινά (G).
(7)  Η ίδια φράση και στο θ 22. Το να απαγορευτεί, έστω και πρόσκαιρα, σε κάποιο μέλος του συνεδρίου η είσοδος στη συναγωγή, αποτελούσε σοβαρή υπόθεση (β).

43 ἠγάπησαν(1) γὰρ τὴν δόξαν(2) τῶν ἀνθρώπων(3) μᾶλλον(4) ἤπερ(5) τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ(3).
43 Προτίμησαν τον έπαινο των ανθρώπων παρά τον έπαινο του Θεού.
(1)  Το ευαγγέλιο ζητά και δημιουργεί στους ανθρώπους απάρνηση των ανθρωπίνων πραγμάτων (b).
(2)  Με την έννοια της τιμής (β). «Επειδή προτίμησαν την ντροπή των ανθρώπων από τη σχέση με το Θεό, θεώρησαν αφόρητη ζημιά το να ξεπέσουν από την τιμή από τους Φαρισαίους» (Κ).
(3)  Γενικές υποκειμενικές. Τη δόξα την οποία αποδίδουν οι άνθρωποι… ο Θεός.
(4)  «Δεν ήταν επομένως άρχοντες, αλλά δούλοι με την χειρότερη δουλεία» (Χ), «ήταν δούλοι της πρόσκαιρης δόξας» (Κ). Αυτό ήταν έμμεση ειδωλολατρία όμοια με τη λατρεία εκείνων, οι οποίοι «σεβάστηκαν και λάτρευσαν την κτίση παρά τον κτίστη» (Ρωμ. α 25). Η αγάπη της δόξας των ανθρώπων προδικάζει για τη δύναμη την οποία θα έχει σε εμάς ο παράγοντας της πίστης. Πολλοί ξεπέφτουν από την πίστη και τη δόξα, η οποία επιφυλάσσεται από το Θεό στους πιστούς, μόνο και μόνο διότι αγαπούν τη δόξα των ανθρώπων. Η ματαιοδοξία αυτή είναι δυνατόν να καταστήσει τον άνθρωπο υποκριτή, όταν η θρησκεία είναι της μόδας και άνθρωποι σοβαροί και επίσημοι, των οποίων επιδιώκουμε την εκτίμηση και εύνοια, λατρεύουν ειλικρινά αυτήν. Επίσης είναι δυνατόν να μεταβάλλει τον άνθρωπο σε αποστάτη, όταν η θρησκεία διώκεται και οι θρησκευόμενοι αντιμετωπίζουν περιφρόνηση και διωγμούς. Εάν σκεφτείς σοβαρότερα και βαθύτερα, θα πειστείς ότι δεν είναι δυνατόν να είσαι αρεστός σε όλους. Είσαι υποχρεωμένος και αναγκασμένος να διαφωνήσεις με την μερίδα των τέκνων του Θεού, εάν θέλεις να τύχεις της επιδοκιμασίας των υιών του αιώνος αυτού.
Όσοι προσπαθούν να αρέσουν σε όλους, δυσαρεστούν τους πάντες, ενώ μόνη οδός, με την οποία θα πετύχεις και την επιδοκιμασία των τιμιότερων και λογικότερων μεταξύ των ανθρώπων του κόσμου, είναι να αποδεικνύεις πάντοτε με τη συμπεριφορά σου και στην πράξη, ότι προτιμάς να σε δοξάσει ο Θεός. Προτιμάς τον έπαινο και τη δόξα των ανθρώπων. Σκέφτηκες ποτέ, ότι ζεις μέσα και σε κόσμο αόρατο και ότι πλήθος όντων αγνών, ουράνιων, αγγελικών είναι μάρτυρες της διαγωγής και των πράξεών σου; Εάν ντρέπεσαι τους ανθρώπους, γιατί δεν αισθάνεσαι μεγαλύτερη ντροπή μπροστά στα μάτια του παντεπόπτη Θεού και όλων εκείνων των αόρατων τώρα σε σένα δούλων του, οι οποίοι εκτελούν το θέλημά του; Φοβάσαι τις κρίσεις και επικρίσεις των ανθρώπων. Και δεν φοβάσαι την κατάκριση του φοβερού εκείνου βήματος του Χριστού, η οποία θα σε ντροπιάσει μπροστά σε όλο τον ουράνιο κόσμο, αλλά και σε όλους τους από την αρχή του ανθρωπίνου γένους όμοιούς σου που θα εμφανιστούν στο αδέκαστο εκείνο δικαστήριο;
(5)  Έχει ίσως η λέξη μεγαλύτερη έμφαση από το απλό ἤ· το μᾶλλον ἤπερ σημαίνει πολύ περισσότερο παρά (β). Υπάρχει και η γραφή: υπέρ.

Σύνοψις τῆς δημοσίας διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ

44 Ἰησοῦς δὲ(1) ἔκραξε(2) καὶ εἶπεν· ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ(3) οὐ πιστεύει εἰς ἐμέ(4), ἀλλ’ εἰς τὸν πέμψαντά με(5),
44 Ο Ιησούς φώναξε δυνατά και είπε: «Αυτός που πιστεύει σ’ εμένα, δεν πιστεύει μόνο σ’ εμένα, αλλά και σ’ εκείνον που μ’ έστειλε·
(1)  Γεννήθηκε ζήτημα, πότε και που είπε αυτά ο Κύριος αφού σύμφωνα με το σ. 36 «φεύγοντας κρύφτηκε από αυτούς». Απάντηση:
Ή, «κρύφτηκε μεν για λίγο καιρό ο Ιησούς» (Θφ) και «όταν υποχώρησε ο θυμός των Ιουδαίων, πάλι εμφανίστηκε και διδάσκει» (Ζ), το οποίο όμως δεν συμφωνεί με αυτό που σαφώς υποδηλώνεται, ότι ο Ιωάννης στο σ. 36 βάζει τέλος στη δημόσια δράση του Κυρίου.
Ή, είπε αυτά βγαίνοντας από το ναό, την ώρα που αναχωρούσε για να κρυφτεί από αυτούς (b), οπότε άρμοζε μάλλον να μπουν σε συνέχεια του σ. 36.
Ή, είπε αυτά σε ιδιωτική συζήτηση με τους μαθητές (Λούθηρος), αλλά με την εκδοχή αυτή δεν συμφωνεί η χρήση του «έκραξε».
Ή, πιθανότερη ερμηνεία, ο ευαγγελιστής παρέχει τώρα μία ανακεφαλαίωση και περίληψη των μαρτυριών του Ιησού για τον εαυτό του, στις οποίες οι Ιουδαίοι έπρεπε να πιστέψουν, αλλά τις οποίες απέρριψαν. Σύμφωνα με αυτά, οι αόριστοι έκραξε, είπε, υπενθυμίζουν όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες ο Ιησούς είχε διακηρύξει για τον εαυτό του τις βεβαιώσεις αυτές και πρέπει να ερμηνευτούν: Και όμως τους είχε φωνάξει πολλές φορές… τους είχε πει πολλές φορές (g).
(2)  Διακαώς επιθυμώντας τη σωτηρία των ανθρώπων (b), με φωνή ισχυρή διακήρυξε αυτά, ώστε να ακούσουν όλοι αυτήν την εξόχως σοβαρή προειδοποίηση (ο). Ή, κραύγασε σαν να εκφωνεί σοβαρό και κρίσιμο λόγο (μ). Το «έκραξε» υπαινίσσεται ελευθεροστομία και θάρρος. Ενώ οι Ιουδαίοι δεν είχαν το θάρρος να εκδηλώσουν την πίστη τους στη διδασκαλία του, ο Κύριος αντίθετα διακηρύττει αυτήν θαρραλέα και φανερά. Υπαινίσσεται ακόμη την σοβαρότητα, την οποία κρύβουν οι διακηρύξεις αυτές του Κυρίου με φωνή ισχυρή. Φώναξε ως ενδιαφερόμενος και επιθυμώντας να μεταδώσει στους ακροατές όχι μόνο το ευαγγέλιο του Θεού, αλλά και την ψυχή του. Τέλος υποδηλώνει την επιθυμία του, ώστε όλοι να ακούσουν τα λεγόμενα και διακηρυττόμενα. Ήταν η τελευταία στιγμή, κατά την οποία με το δικό του στόμα διακηρυττόταν το ευαγγέλιο και η αλήθεια για το πρόσωπό του.
(3)  Πιστεύειν εις… χαρακτηριστική σύνταξη του Ιωάννη (β). Αξιοσημείωτη ερμηνεία και η: «Δεν είπε αυτός που με πιστεύει» (Χ), «διότι είναι άλλο το να τον πιστεύει κάποιος και άλλο το να πιστεύει σε αυτόν· διότι το μεν πρώτο σημαίνει: το να πιστεύει τα λόγια του» (Ζ) «το οποίο θα μπορούσε να ειπωθεί και για ανθρώπους» (Χ)· «το δεύτερο όμως σημαίνει: να πιστεύει στη θεότητά του, το οποίο λέγεται για μόνο το Θεό» (Ζ). Η έννοια του όλου σ.: «Γιατί έχετε φόβο να πιστέψετε σε μένα; Μέσω εμού η πίστη διαβαίνει στο Θεό» (Χ)· «όχι μόνο διότι και οι δύο έχουν μία φύση και θεότητα, αλλά και διότι η τιμή στον απεσταλμένο μεταβαίνει σε αυτόν που τον έστειλε» (Ζ). Και με λίγες λέξεις: Η χριστιανική πίστη δεν είναι λατρεία του Ιησού, αλλά είναι πίστη στο Θεό και λατρεία του Θεού (χ).
(4)  «Όταν πιστεύετε σε μένα που από τη μία έγινα άνθρωπος όπως εσείς για χάρη σας, αλλά από την άλλη είμαι και Θεός για τον εαυτό μου και για τον Πατέρα από τον οποίο έχω την ύπαρξη, μη νομίσετε ότι προσφέρετε την πίστη σε άνθρωπο» (Κ).
«Πώς αλλιώς πρέπει να εννοήσουμε αυτό, αν όχι ότι φάνηκε ως άνθρωπος στους ανθρώπους, την ώρα που παρέμενε αόρατος ως Θεός;… Και λέγοντας ότι δεν πρέπει να νομίζει κάποιος, ότι δεν ήταν ανώτερος από αυτό που έβλεπαν για αυτόν, έδειξε την επιθυμία του να πιστεύεται ως ίσος στο χαρακτήρα και στη θέση με τον Πατέρα» (Αυ).
(5)  «Έχω μέσα στον εαυτό μου αυτόν που με γέννησε. Αφού επομένως εγώ είμαι ομοούσιος με αυτόν που με γέννησε, θα μεταβεί οπωσδήποτε η πίστη στον ίδιο τον Πατέρα» (Κ). Ότι αυτός που πιστεύει στον Υιό δέχεται τον Πατέρα, είναι λόγος που συναντιέται και στους συνοπτικούς (Ματθ. ι 40,Λουκ. θ 48) και συχνά η αλήθεια αυτή διακηρύσσεται με διάφορους τρόπους στον Ιωάννη (δες ε 19-20,στ 57,η 16,29,38,ι 30,38). Η διακήρυξη στον παρόντα στίχο βρίσκεται σε στενό σύνδεσμο με το σ. 41, όπου ο ευαγγελιστής είπε, ότι η δόξα του Ιεχωβά και η δόξα του Χριστού είναι η ίδια (ο).
Η πίστη στον Ιησού καταλήγει σε πίστη στον ίδιο το Θεό. Ο Πατέρας, ο οποίος έστειλε τον Ιησού στον κόσμο, είναι ο ύψιστος σκοπός μας και το τέλος του προορισμού μας και της πάνω στη γη πορείας μας. Η οδός μέσω της οποίας φθάνουμε με ασφάλεια στο τέλος αυτό, είναι ο Χριστός. Η διδασκαλία του Χριστού πιστεύεται και γίνεται δεκτή ως αλήθεια του Θεού. Η ανάπαυση και ειρήνη κάθε πιστής ψυχής βρίσκεται στο Θεό μέσω του Χριστού ως μεσίτη μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Διότι η υποταγή της ψυχής και η με εμπιστοσύνη παράδοσή της στο Χριστό αποβλέπει στο να παρουσιάσει αυτήν ο Χριστός ως μέγας αρχιερέας στο Θεό και Πατέρα.

45 καὶ ὁ θεωρῶν(1) ἐμὲ θεωρεῖ τὸν πέμψαντά με(2).
45 κι αυτός που βλέπει εμένα, βλέπει και εκείνον που μ’ έστειλε.
(1)  «Το «βλέπει» εδώ εννοεί με το νου» (Χ). Διότι όλοι όσοι με τα αισθητά μάτια είδαν τον Ιησού, δεν είδαν και τον Πατέρα (β).
«Βλέπει βεβαίως κάποιος τη θεότητα του Χριστού, όχι στην ίδια της τη φύση· διότι η θεία φύση δεν βλέπεται και είναι εντελώς ακατανόητη… αλλά τη βλέπει από τα έργα και λόγια του που πρέπουν σε Θεό» (Ζ). Αυτός που βλέπει εμένα με την όραση εκείνη, την οποία συνοδεύει η πίστη (b).
«Σαν να έλεγε ακριβώς τα εξής: Αυτός που συνέλαβε με την όραση του νου την ουσία μου, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο» (Θφ).
Είναι αξιόλογη η παρακάτω διάκριση ανάμεσα στο πιστεύω και βλέπω: «Δύο πράγματα λέγονται για τον Σωτήρα. Πρώτο, από τη μία, αυτό που και πρώτα γίνεται. Διότι πρώτο είναι το να πιστεύει κάποιος σε αυτόν· δεύτερο, από την άλλη, αυτό που ακολουθεί ως δεύτερο· αυτό δηλαδή είναι ανώτερο και από το να πιστεύει, το οποίο ακριβώς είναι το να βλέπει τον Λόγο, και με το να βλέπει τον Λόγο να βλέπει τον Πατέρα. Στην μεν πίστη φθάνει και το πλήθος αυτών που έρχονται στη θεοσέβεια, στο να βλέπουν όμως τον Λόγο και μέσα από αυτόν να κατανοούν τον Πατέρα, δεν φθάνουν πλέον όλοι οι πιστοί, αλλά μόνοι οι καθαροί στην καρδιά» (Ω).
(2)  «Από εδώ φανερώνει το ομοούσιο» (Χ) και «ότι ταυτίζεται στα πάντα με το Θεό και Πατέρα λόγω της φυσικής ομοιότητας και της κατά κάποιο τρόπο ταύτισης της ουσίας» (Κ). Η έννοια του όλου σ.: «Αυτός που γνώρισε τη δική μου θεότητα, γνώρισε τη θεότητα του Πατέρα μου· διότι μία και η ίδια είναι η θεότητα σε εμάς· και εγώ είμαι εικόνα του Πατέρα απαράλλακτη» (Ζ). Βλέπει την μεγαλειότητα του Πατέρα να αστράφτει στον Υιό (G).

46 Ἐγὼ φῶς(1) εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα(2), ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἐν τῇ σκοτίᾳ(3) μὴ μείνῃ(4).
46 Εγώ ήρθα στον κόσμο σαν το φως, έτσι ώστε όποιος πιστεύει σ’ εμένα να μη μείνει στο σκοτάδι.
(1)  «Φως νοερό, που διαλύει το νοερό σκοτάδι, και με τα έργα και λόγια που αρμόζουν στο Θεό, δείχνει τις ακτίνες της θεότητας στα υγιή μάτια» (Ζ). «Επειδή δηλαδή ο Πατέρας έτσι ονομάζεται παντού στην Παλαιά και την Καινή, χρησιμοποιεί και αυτό το όνομα· για αυτό και ο Παύλος τον αποκαλεί απαύγασμα (=ακτινοβολία), μαθαίνοντας αυτό από εδώ» (Χ). «Ομολογώντας όμως για τον εαυτό του ότι είναι φως, αποδεικνύει ότι είναι Θεός από τη φύση του. Διότι μόνο σε αυτόν που είναι από τη φύση του Θεός πρέπει αυτή η ονομασία» (Κ). Σε πολλά σημεία στον Ιωάννη ονομάζεται ο Χριστός φως του κόσμου. Δες α 4,5,9,γ 19,η 12,θ 5.
(2)  «Είπε κάπου στους μαθητές του: Εσείς είστε το φως του κόσμου… Δεν είπε όμως σε αυτούς, ότι έχετε έρθει φως στον κόσμο και ότι καθένας που πιστεύει σε εσάς να μη μείνει στο σκοτάδι. Πουθενά δεν συναντάμε κάτι τέτοιο. Όλοι οι άγιοι είναι φώτα, αλλά φωτιζόμενα από αυτόν με την πίστη. Και καθένας που θα χωριστεί από αυτόν, θα μένει στο σκοτάδι» (Αυ). Ποιος μπροστά σε τέτοιες διακηρύξεις μπορεί να υποστηρίξει ότι ο Κύριός μας είναι απλώς αποκαλυπτής φωτός, όπως οι προφήτες της Π.Δ.; (ο). Το «ἐλήλυθα» φανερώνει ότι είχε ο Κύριος ύπαρξη και ήταν φως προτού έλθει στον κόσμο, όπως ο ήλιος υπάρχει πριν την ανατολή του στο καθένα από τα δύο γήινα ημισφαίρια. Οι προφήτες και οι απόστολοι έγιναν και δημιουργήθηκαν φώτα στον κόσμο. Μόνο όμως για το Χριστό λέγεται, ότι ήλθε φως στον κόσμο, διότι υπήρχε και πριν στον άλλο κόσμο ένδοξο και απρόσιτο φως.
(3)  «Στο σκοτάδι της πλάνης, της αμαρτίας» (Ζ).
(4)  «Είναι ανάγκη ασφαλώς να εννοήσουμε ότι έως τότε βρίσκονταν στο σκοτάδι αυτοί που δεν είχαν ακόμη πιστέψει, εφόσον βεβαίως μόνο σε αυτούς που πίστεψαν σε αυτόν υπάρχει το ότι βρέθηκαν στο φως το δικό του» (Κ). Το «μείνῃ» προϋποθέτει, ότι όλοι οι άνθρωποι από τη φύση τους υπάρχουν στο σκοτάδι (ο). Πριν ακόμη έλθει ο Χριστός, οι άνθρωποι υπήρχαν χωρίς κάποια πραγματική άνεση ή χαρά ή ελπίδα. Δεν εξακολούθησαν όμως να παραμένουν στην κατάσταση αυτή. Φως ανέτειλε σε αυτούς.

47 Καὶ ἐάν τίς μου ἀκούσῃ(1) τῶν ρημάτων καὶ μὴ πιστεύσῃ(2), ἐγὼ οὐκρίνω αὐτόν(3)· οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σώσω τὸν κόσμον(4).
47 Όποιος ακούσει τα λόγια μου και δεν τα δεχτεί, αυτόν δεν θα τον κρίνω εγώ, γιατί δεν ήρθα για να καταδικάσω τον κόσμο, αλλά για να τον σώσω.
(1)  Συντασσόμενο με πτώση γενική είναι πιο έντονο από σύνταξη με αιτιατική. Δεν σημαίνει απλή φυσική ακρόαση αλλά υποδηλώνει και κατανόηση, τουλάχιστον μερική, της αξίας των ακουομένων (β).
(2)  Αυθεντική γραφή: και μη φυλάξη, η οποία συμφωνεί και με τα Ματθ. ζ 26,Μάρκ. ι 20.
(3)  «Στον παρόντα αιώνα» (Ζ), στον μελλοντικό όμως «να κατηγορεί τον εαυτό του ότι δίκαια τιμωρείται. Διότι δεν είμαι εγώ αίτιος για αυτό, εγώ που θέλω να σώσω αυτούς που πρόκειται να πέσουν σε καταδίκη και για αυτό ήλθα» (Κ), «αλλά ο ίδιος προκάλεσε την καταδίκη στον εαυτό του» (Θφ). Το χωρίο αυτό δεν αντιτίθεται στην αλήθεια της καταδίκης του κόσμου στη μέλλουσα κρίση από τον Κύριο ως Κριτή. Τονίζει απλώς, ότι το κύριο έργο του προς το παρόν είναι αυτό του Σωτήρα του κόσμου (ο), και η απόφαση, την οποία θα εκδώσει στη μέλλουσα κρίση, θα βασίζεται αποκλειστικά στη στάση, την οποία ο καθένας θα πάρει απέναντι στο λόγο του. Η ίδια ιδέα και στα γ 18,ε 28,η 15 (g).
(4)  Δες γ 17. Ο Κύριος δεν ήλθε για να κρίνει τον κόσμο, αλλά για να σώσει τον κόσμο. Από κάποια άποψη και σε κάποιο μέτρο ισχύει αυτό και για μας. Δεν ζούμε στον κόσμο αυτόν για να κρίνουμε τον κόσμο, αλλά για να γίνουμε όργανα του Σωτήρα, ώστε να σωθεί ο κόσμος από αυτόν. Δεν είμαστε εδώ για να νικήσουμε το κακό με βία και καταναγκασμό, αλλά για να εργαστούμε με πραότητα και μακροθυμία, ώστε με το αγαθό να νικήσουμε το κακό. Η αυστηρότητά μας εναντίον των αμαρτωλών πρέπει να συγκρατείται από την ανάμνηση των δικών μας αμαρτιών. Πόσο μας αρέσει να είμαστε βίαιοι επικριτές μάλλον παρά συμπαθείς και επιεικείς φροντιστές και επιμελητές των ελλείψεων και παρεκτροπών του πλησίον μας! Πόσο πλανιόμαστε δεχόμενοι ως κοινωνική και δημόσια δικαιοσύνη και ως ζήλο για να στιγματιστεί το κακό για διαφώτιση της κοινωνίας και ανόρθωση των ηθών της, τον ωμό εγωισμό μας και την φαρισαϊκή μας αυταρέσκεια και τύφλωση! Αλλά πρέπει λοιπόν να αφήνουμε ελεύθερο το κακό και να μην αντιτάσσουμε καμία αντίδραση και αντίσταση εναντίον του; Κάθε άλλο. Οφείλουμε να αντιστεκόμαστε και μάλιστα μέχρις αίματος αντιδρώντας εναντίον του. Μέχρι το δικό μας όμως αίμα, όχι μέχρι το αίμα των άλλων. Οφείλουμε να αντιστεκόμαστε βίαια στο κακό μέσα μας, αλλά εναντίον του κακού των άλλων τα χέρια μας και η γλώσσα πρέπει να κινούνται γεμάτα συμπάθεια και στοργή. Μιμήσου τον Κύριό σου και Σωτήρα σου. Ακολούθησε τα ίχνη του πιστά. Και γίνε και εσύ όχι κριτής, αλλά όργανο σωτηρία του κόσμου.

48 Ὁ ἀθετῶν(1) ἐμὲ καὶ μὴ λαμβάνων τὰ ρήματά μου(2), ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτόν(3)· ὁ λόγος ὃν ἐλάλησα, ἐκεῖνος κρινεῖ(4) αὐτὸν ἐν τῇἐσχάτῃ ἡμέρᾳ(5)·
48 Αυτός που με απορρίπτει και δε δέχεται τα λόγια μου, σ’ αυτά θα βρει εκείνον που θα τον δικάσει· ο λόγος που κήρυξα, αυτός θα τον κρίνει την έσχατη ημέρα.
(1)  Κατά λέξη σημαίνει μετακινώ κάτι από τη θέση του· παραμερίζω με περιφρόνηση σαν κάτι που δεν έχει αξία (ο). «Αυτός που δεν πείθεται σε μένα» (Ζ).
(2)  Η αθέτηση του Ιησού ταυτίζεται με την απόρριψη των λόγων του (g). Όσο οι Ιουδαίοι απέρριπταν τον ίδιο το Χριστό, τόσο και δεν δέχονταν τα λόγια του. Δες η 42-43 (b). Κανείς δεν μπορεί να πιστέψει στο ευαγγέλιο του Χριστού, χωρίς να δίνει συγχρόνως πίστη και σε ό,τι αυτό διακηρύττει για τη θεία αποστολή και προσωπικότητα του Χριστού. Και πάλι κανείς δεν μπορεί να πιστεύει στο Μεσσιακό αξίωμα του Ιησού χωρίς να προσκολλάται σε ό,τι ζητά το ευαγγέλιό του (ο).
(3)  Έχει «ήδη» (b) «αυτόν που τον καταδικάζει, που τον ελέγχει» (Ζ). «Λέει ότι θα είναι αυτοκατάκριτοι αυτοί που τον παρακούνε και δεν αποδέχτηκαν την σωστική πίστη» (Κ). Ο σκοπός για τον οποίο ήλθε ο Κύριος στον κόσμο, δεν ήταν η κρίση και κατάκριση του κόσμου, αλλά η απολύτρωσή του. Εκείνος όμως ο οποίος άκουσε και απέρριψε το ευαγγέλιο δεν είναι στην ίδια θέση, στην οποία βρίσκεται αυτός που ποτέ δεν άκουσε το ευαγγέλιο. Το ευαγγελικό μήνυμα, το οποίο αυτός άκουσε, θα είναι ο κατήγορός του (τ). Δες την μακροθυμία και υπομονή του Κυρίου μας, που δείχνεται σε εκείνους, οι οποίοι περιφρονούν αυτόν σε αυτήν τη ζωή. Δεν είναι ο Κύριος γρήγορος και βιαστικός να χτυπήσει εκείνους οι οποίοι αρνούνται να δεχτούν την προσφερόμενη σε αυτούς χάρη, αλλά εξακολουθεί με καλή διάθεση να περιμένει αυτούς.
(4)  «Ο λόγος που σας κάλεσε σε σωτηρία» (Κ)· «τα λόγια, τα οποία είπα τώρα, θα πάρουν τη θέση κατηγόρου, που θα τον ελέγχουν και θα διακόπτουν κάθε απολογία» (Χ). Προσωποποιεί τον λόγο του και παρουσιάζει αυτόν κατά κάποιο τρόπο να κάθεται σε θρόνο και να κρίνει. Δεν είναι λόγος κενός, που μάταια ειπώθηκε. Είναι από τη μία λόγος «ικανός να εισδύει σε όλη την ύπαρξη του ανθρώπου, μέχρι που να ξεχωρίζει την ψυχή και τα πνευματικά χαρίσματα του ανθρώπου, τις αρθρώσεις και τους μυελούς• και έχει τη δύναμη να ερευνά και να κρίνει και τις πλέον αφανείς και κρυφές σκέψεις και έννοιες της καρδιάς» (Εβρ. δ 12)· και από την άλλη θα επαναληφθεί κατά την εσχάτη ημέρα από το στόμα του Σωτήρα και τότε Κριτή που αθετήθηκε (Stier).
(5)  «Επειδή ακριβώς ο παρών καιρός είναι καιρός σωτηρίας και όχι κρίσης, την ημέρα της κρίσης θα φέρει σε εσάς την τιμωρία της ανυπακοής» (Κ).

49 ὅτι(1) ἐγὼ(2) ἐξ ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλάλησα(3), ἀλλ’ ὁ πέμψας με πατὴρ αὐτός μοι ἐντολὴν ἔδωκε(4) τί εἴπω καὶ τί λαλήσω(5)·
49 Γιατί, εγώ δε δίδαξα από μόνος μου, αλλά ο Πατέρας που μ’ έστειλε, εκείνος μου όρισε τι να πω και τι να κηρύξω.
(1)  Αυτή είναι η αιτία για την οποία ο λόγος θα κρίνει τον άπιστο· διότι είναι ο λόγος του Πατέρα (b). «Μεταφέρει το λόγο στον προσκυνούμενο αναντίρρητα και ολοφάνερα, εννοώ βεβαίως τον Θεό και Πατέρα», «και τους καλεί κατά κάποιο τρόπο να θυμούνται… ότι αν δεν θελήσουν να πειστούν στα λόγια του, θα υποστούν οπωσδήποτε αναπόφευκτη τιμωρία και θα υπομείνουν όσα είπε ο Θεός» (Κ).
(2)  Το εγώ μπαίνει μπροστά με έμφαση, σε συνδυασμό μάλιστα με το ἐξ ἐμαυτοῦ αντιτίθεται έντονα στο «ο Πατέρας» στον οποίο αναφέρονται τα λόγια που είπε ο Ιησούς (ο).
(3)  Δες ζ 17. Όπως στο ε 30 είπε, ότι «δεν μπορώ εγώ από μόνος μου να κάνω τίποτα» έτσι και τώρα διακηρύττει για τα λόγια του, ότι είναι λόγια του Πατέρα του (β). «Όταν λέει λοιπόν «από τον εαυτό μου δεν μίλησα», και πάλι «όπως μου έχει πει ο Πατέρας, έτσι μιλώ»· και «ο λόγος που ακούτε, δεν είναι δικός μου αλλά αυτού που με έστειλε»· και αλλού «όπως με διέταξε ο Πατέρας, έτσι κάνω», χρησιμοποιεί αυτές τις εκφράσεις όχι επειδή δεν είναι αυτεξούσιος και ελεύθερος ούτε επειδή θέλει να επωφεληθεί το υποχωρητικό των εκφράσεων, αλλά για να δηλώσει ότι η θέλησή του είναι ενωμένη απολύτως με τη θέληση του Πατέρα» (Β). «Δεν λέει αυτό αφαιρώντας την εξουσία του, αλλά αναιρεί τη γνώμη ότι είναι ξένος και αντίθετος με τον Πατέρα. Παντού παρουσιάζει τον εαυτό του ενωμένο με αυτόν που τον γέννησε και ότι δεν υπάρχει τίποτα ανάμεσά τους» (Χ).
(4)  Μπορούμε να το πάρουμε ότι αναφέρεται στην προαιώνια ύπαρξη του Λόγου.
«Ο μονογενής Υιός είναι ο Λόγος και η Σοφία του Πατέρα και σε αυτόν υπάρχουν όλες οι εντολές του Πατέρα. Διότι δεν υπήρξε ποτέ χρόνος, κατά τον οποίο ο Υιός δεν γνώριζε την εντολή του Πατέρα έτσι ώστε να αποκτήσει σε κάποιο χρόνο ό,τι δεν είχε πριν. Διότι ό,τι έλαβε από τον Πατέρα, έλαβε αυτό κατά τη γέννησή του από τον Πατέρα» (Αυ).
«Επειδή λοιπόν ο Χριστός είναι ο ζωντανός και ενυπόστατος Λόγος του Θεού και Πατέρα, αναγκαστικά διερμηνεύει αυτά που είναι μέσα στον Πατέρα, και το ότι βγάζει στο φως αυτό που φαίνεται να είναι σύμφωνο με το θέλημα αυτού που τον γέννησε, λέει ότι το έχει πάρει σαν δύναμη εντολής. Θα μπορούσε όμως κάποιος να δει ότι και σε εμάς τους ίδιους αυτό το πράγμα είναι αληθινό και δεν συμβαίνει αλλιώς. Διότι ο προφορικός λόγος, που διατυπώνεται προς τα έξω με την έναρθρη φωνή με σύνθεση λέξεων και λόγων, αποκαλύπτει όσα είναι μέσα στη διάνοιά μας, σαν κατά κάποιο τρόπο να τον διατάζει αυτή… διότι με το που κατάλαβε κάτι ο νους, το παρέδωσε στη φωνή· η φωνή λοιπόν βγαίνοντας έξω διερμηνεύει αυτά που είναι στο βάθος, αυτά που είναι στο νου, χωρίς να αλλάζει τίποτα από αυτά που έχει διαταχτεί. Τι το παράξενο λοιπόν… αν ο Υιός, όντας Λόγος του Θεού και Πατέρα, όχι όπως ο δικός μας λόγος (διότι τα σχετικά με το Θεό είναι ανώτερα από κάθε παράδειγμα) διερμηνεύει το θέλημα αυτού που τον γέννησε;» (Κ).
Πιο σύμφωνο όμως με τα συμφραζόμενα είναι να αναφέρουμε αυτά στην ανθρώπινη φύση του Κυρίου. «Διότι τι είπε ο Θεός μέσω του Μωϋσή για το Χριστό; «Θα αναδείξω προφήτη σε αυτούς… και θα δώσω το λόγο μου στο στόμα του και θα πει σε αυτούς ό,τι τον διατάξω»… Επομένως, ο Κύριός μας Ιησούς… με αυτά που λέει, ότι έχει πάρει εντολή από αυτόν και ότι δεν μιλά από μόνος του, παρουσιάζει με σαφήνεια τον εαυτό του ότι είναι ο προφήτης, αυτός τον οποίο ο νόμος προανήγγειλε και τον οποίο η φωνή του Θεού και Πατέρα προκήρυξε πριν από πολλά χρόνια στο παρελθόν» (Κ).
«Επειδή λοιπόν ονομάστηκε προφήτης σύμφωνα με την δική μας εξομοίωση, αφού πήρε πάνω του την ονομασία του δούλου και τη μορφή της ομοιότητας με εμάς, αναγκαστικά ο νόμος τού έχει αποδώσει και όσα πρέπουν στον προφήτη, δηλαδή το να πληροφορείται κάτι από τον Πατέρα, και το να έχει πάρει εντολή τι να πει και τι να εκφράσει» (Κ).
Η ίδια ιδέα είναι και στα Ιω. ε 19,20,30, ζ 16, η 16,28,55 (F). Η εντολή για την οποία μιλά εδώ ο Ιησούς δεν είναι εντολή που μία και μοναδική φορά πήρε ο Υιός όταν επρόκειτο να σαρκωθεί. Η ιδέα αυτή δεν συμβιβάζεται με τα γ 34,ε 19-20,30, η 16. Ο Ιησούς παίρνει για κάθε περίπτωση την εντολή, την οποία πρέπει να εκτελέσει· ακούει πριν μιλήσει και ακούει διότι ακροάται (g). Ο Χριστός ως υιός του ανθρώπου δεν λέει ανθρώπινα κατασκευάσματα και επινοήσεις· ως υιός του Θεού πάλι δεν ενεργούσε ξεχωριστά και σε διάσταση με τον Πατέρα· ως μεσίτης τέλος ήλθε εκούσια στον κόσμο, αλλά όχι και αυθαίρετα και από δική του σκέψη, αλλά στάλθηκε από τον Πατέρα στον κόσμο.
(5)  Τα δύο ρήματα ή έχουν την ίδια σημασία και η χρήση και των δύο είναι ζήτημα ύφους (β) ή το πρώτο αναφέρεται στην ουσία και το περιεχόμενο των λόγων, ενώ το δεύτερο στη μορφή τους (g). Ο Κύριός μας ως άνθρωπος προτού μας διδάξει, έμαθε από όσα έπαθε την υπακοή, παρόλο που ήταν Υιός του Θεού. Ο Θεός και Κύριος διέταξε τον πρώτο Αδάμ και εκείνος με την ανυπακοή παρασύρθηκε στον όλεθρο. Έδωσε εντολή όμως και στον δεύτερο Αδάμ, τον Κύριο από τον ουρανό, και αυτός με την υπακοή του μας έσωσε.

50 καὶ οἶδα(1) ὅτι ἡ ἐντολὴ αὐτοῦ ζωὴ αἰώνιός ἐστιν(2). Ἅ οὖν λαλῶ ἐγώ, καθὼς εἴρηκέ μοι ὁ πατήρ, οὕτω λαλῶ(3).
50 Και ξέρω πως ό,τι ορίζει εκείνος, οδηγεί στην αιώνια ζωή. Αυτά, λοιπόν, που κηρύττω εγώ, τα κηρύττω έτσι όπως μου τα έχει πει ο Πατέρας».
(1)  Δες ε 32,η 55. Τρόπος σοβαρής βεβαίωσης που χρησιμοποιείται από τον Κύριο σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία μιλά για τη μαρτυρία ή την εντολή του Θεού ή για τον ίδιο το Θεό (β).
(2)  «Επειδή προξενεί ζωή αιώνια και οδηγεί στη ζωή την αιώνια» (Ζ). Διότι η αιώνια ζωή στηρίζεται στην πειραματική γνώση του Πατέρα και του Υιού σύμφωνα με το Ιω. ιζ 3 (b). Δες και στ 68, όπου ο Πέτρος ομολογεί στον Ιησού: «έχεις λόγια αιώνιας ζωής». Και σύμφωνα με τους Συνοπτικούς (Μάρκ. ι 17-18) οι θείες εντολές τηρούμενες είναι αιώνια ζωή (β). Δεν είναι απλώς η εντολή μέσο για αιώνια σωτηρία, αλλά εμπερικλείει το σπέρμα και την αρχή της αιώνιας ζωής, και όταν κάποιος δεχτεί αυτήν με την πίστη στην ψυχή του, φέρνει σε αυτόν ως αποτέλεσμα την αιώνια ζωή (ο). Αυτός που περιφρονεί τα λόγια του Χριστού, περιφρονεί την αιώνια ζωή (b). «Είναι αναπολόγητοι λοιπόν όσοι δεν δέχονται αυτά που διατάχτηκα να πω, δηλαδή τα λόγια μου, τη διδασκαλία μου· και επιβουλεύονται τον ίδιο τον εαυτό τους διότι δεν δέχονται την αιώνια ζωή» (Ζ).
(3)  Αυτό είναι το μυστικό της απόλυτης αξίας των λόγων του Ιησού· δες η 28 και ιδ 31 (β). Διότι «τι άλλο σημαίνουν τα λόγια αυτά παρά ότι λέω την αλήθεια;» (Αυ). Και τα λόγια αυτά εφαρμόζονται ολοφάνερα στην ανθρώπινη φύση του Κυρίου. Ο Αυγουστίνος εφαρμόζοντας αυτά στη θεία φύση του Λόγου παρατηρεί: «Ας μην πάρουμε το «όπως μου είπε» σαν ο Πατέρας να χρησιμοποιούσε λόγια μιλώντας προς τον Μονογενή ή σαν ο Λόγος του Θεού να χρειαζόταν λόγους από το Θεό. Ο Πατέρας μίλησε στον Υιό με τον ίδιο τρόπο που έδωσε και ζωή στον Υιό· όχι διότι ο Υιός δεν γνώριζε αυτό ή δεν είχε εκείνο, αλλά διότι ήταν ο Υιός». «Λέγοντας αυτό, δεν αναιρούσε την εξουσία του, αλλά δείχνει, ότι ο Υιός δεν έχει τίποτα ξένο με τον Πατέρα· σαν να έλεγε· δεν λέω τίποτα αντίθετο με τον Πατέρα, ούτε σαν να είναι δικό μου μόνο, αλλά κοινό» (αμ).

(Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 435-476 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα. )

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας, Θφ = Θεοφύλακτος
Αμ = Αμμώνιος, Ι = Ισιδωρος πρεσβύτερος
Αυ = Αυγουστίνος, Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Β = Βασίλειος ο Μέγας, Κλ = Κλήμης Αλεξανδρεύς
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Σβ = Σευήρος Αντιοχείας
Γν = Γρηγοριος Νύσσης, Σχ. = Σχολιαστής ανώνυμος
Ε = Ευσέβιος Καισαρειας, Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζ = Ζιγαβηνός, Ω = Ωριγένης
Θη = Θεόδωρος Ηρακλείας
Θμ = Θεόδωρος Μοψουεστίας
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
b = Bengel κ = Κομνηνός Π.,
β = Bernard. J.H, Edinburg 1928 χ = Hoskyns Edwyn Gl. London 1947
C = Cremer μ. = Macgregor G.H. London 1928
DB = Dict. Of the Bible,Hastings τ = Temple William, London 1945
F = Fillion L. Cl. Paris 1928 σ. = στίχος
G = Crimm
g = Godet F. 1885
o = Owen John, New York 1861
δ = Δαμαλάς Ν, Αθήναι 1940

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ανάσταση του Λαζάρου.

Συγγραφέας: kantonopou στις Φεβρουάριος 8, 2019

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ανάσταση του Λαζάρου

Η ανάσταση του Λαζάρου. Ιωάννου κεφ. 11 (ια) στίχ. 1-57 (ερμηνεία-ανάλυση)

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα ερμηνευτικο στο κατά Ιωάννην στα νέα Ελληνικά!, Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
1 Ἦν δέ(1) τις ἀσθενῶν(2) Λάζαρος(3) ἀπὸ(4) Βηθανίας(5), ἐκ(4) τῆς κώμης Μαρίας καὶ Μάρθας(6) τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς.
1 Κάποιος που ονομαζόταν Λάζαρος αρρώστησε. Ήταν από τη Βηθανία, το χωριό όπου κατοικούσαν η Μαρία και η αδερφή της η Μάρθα. (Μετάφραση Βιβλικής Εταιρείας, δες https://www.bible.com/el/bible/173/JHN.11.TGV)
Καμία άλλη σκηνή στο ευαγγέλιο αυτό δεν παρουσιάζεται με τρόπο τόσο λεπτομερή και τόσο δραματικό όσο η παρούσα. Ούτε υπάρχει κάποια άλλη, από την οποία να ξεπηδά ζωηρότερα και σαφέστερα ο χαρακτήρας του Ιησού ο τελείως θείος ταυτόχρονα και τελείως ανθρώπινος, που να δικαιολογεί πληρέστερα την στον Πρόλογο του ευαγγελίου κεντρική διακήρυξη «και ο Λόγος έγινε σάρκα». Σύμφωνα με όσα λέει ο Deutinger, η αφήγηση αυτή διακρίνεται μεταξύ όλων των αφηγήσεων του δ΄ ευαγγελίου για την ιδιαίτερή της ζωηρότητα και τη δραματική της κίνηση. Τα πρόσωπα ιχνογραφούνται σε αυτήν με χέρι ταυτόχρονα σταθερό και λεπτό. Πουθενά η σχέση του Χριστού με τους μαθητές του δεν εκτίθεται τόσο ζωηρά. Και αυτοί οι Ιουδαίοι, οι πεισματικά αντιτιθέμενοι με τον Ιησού, εμφανίζονται από μία άποψη λιγότερο αρνητικοί, ως φίλοι των δύο θλιμμένων αδελφών. Αλλά προ παντός πόσο είναι καθαρή και λεπτή η σκιαγραφία του χαρακτήρα των δύο γυναικών· με τι λεπτότητα και με τι βάθος ψυχολογικό διαγράφεται η διαφορά της συμπεριφοράς τους! Στα χαρακτηριστικά αυτά της αφήγησης βρίσκουμε την πρώτη εσωτερική απόδειξη της αυθεντικότητας και αξιοπιστίας της. «Δεν επινοούν με αυτόν τον τρόπο», μάλιστα κατά τον β΄αιώνα, όπως αποδεικνύουν τα απόκρυφα ευαγγέλια.
Εξάλλου τα δάκρυα του Ιησού, η ηθική και φυσική συγκίνησή του, η προσευχή προς τον Πατέρα του και η ευχαριστία του διότι εισακουόταν από αυτόν, αποτελούν χαρακτηριστικά εξ’ ολοκλήρου ανθρώπινα, που αποκλείουν ολοτελώς την υπόθεση, ότι η αφήγηση επινοήθηκε με σκοπό να διδάξει και να δώσει παράδειγμα για την θεωρία περί Λόγου. Ως προς την ένσταση τέλος που βγαίνει από την αποσιώπηση του θαύματος αυτού από τους συνοπτικούς, θα μπορούσε να παρατηρηθεί, ότι οι αφηγήσεις των συνοπτικών διαιρούνται στους δύο αυτούς μεγάλους κύκλους 1) τα γεγονότα της προφητικής δράσης του Κυρίου στη Γαλιλαία και 2) τα γεγονότα της εβδομάδας του Πάθους στην Ιερουσαλήμ, και μόλις που σταχυολογούν κάποια από την ενδιάμεση διαμονή του Κυρίου στην Περαία. Αλλά η ανάσταση του Λαζάρου ανήκει στην τελευταία αυτή μεταβατική και ενδιάμεση εποχή και για αυτό εύκολα μπορούσε να μη βρει θέση στη γενική παράδοση. Και πολύ περισσότερο, από τη στιγμή που τον καιρό που σχηματιζόταν η προφορική αποστολική παράδοση, που περιλήφθηκε στα συνοπτικά ευαγγέλια, υπήρχε φόβος να εκτεθούν τα μέλη της οικογένειας του Λαζάρου στην εκδίκηση των αρχηγών του Ιουδαϊκού λαού, όπως φαίνεται από το Ιω. ιβ 10, όπου αναφέρεται, ότι οι αρχιερείς είχαν αποφασίσει να φονεύσουν και το Λάζαρο (g).
(1) Μεταβατικός σύνδεσμος. Μεταβαίνει στην εξιστόρηση γεγονότος, για το οποίο διακόπηκε η διαμονή του Ιησού στην Περαία.
(2) Επειδή η ασθένεια του Λαζάρου έγινε αφορμή όλων όσων επακολούθησαν στην αφήγηση, η λέξη ἀσθενῶν προηγείται.
(3) Από συγκοπή του Ελεάζαρ. Όνομα Εβραϊκό που σημαίνει: τον οποίο ο Θεός βοηθά (F).
(4) Έτσι και στο α 45 ο Φίλιππος περιγράφεται ότι είναι «από Βηθσαϊδά, από την πόλη του Ανδρέου…». Συχνά μία πρόθεση επαναλαμβάνεται στην παράθεση χωρίου, είτε η ίδια πρόθεση είτε κάποια άλλη συνώνυμη με αυτή (b). Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, η μεν πρόθεση (από) δηλώνει την διαμονή, ενώ η άλλη (εκ) την καταγωγή (g)=ο Λάζαρος διέμενε στη Βηθανία, από την οποία και καταγόταν.
(5) «Το οποίο ερμηνεύεται: σπίτι υπακοής» (Ω). Χωριό στην ανατολική βουνοπλαγιά του όρους των Ελαιών, που απείχε γύρω στα τρία τέταρτα της ώρας από τα Ιεροσόλυμα. Ονομάζεται σήμερα Ελ-Αζαριέχ δηλαδή η χώρα του Λαζάρου (F).
(6) Για πρώτη φορά αναφέρονται στο ευαγγέλιο αυτό τα ονόματα αυτά. Προϋποτίθεται λοιπόν, ότι οι δύο αδελφές ήταν πολύ γνωστές στους αναγνώστες του δ΄ ευαγγελίου (g). «Επίτηδες λοιπόν αναφέρει τα ονόματα των γυναικών ο ευαγγελιστής, δείχνοντας ότι ήταν πολύ γνωστές λόγω της ευσέβειάς τους» (Κ). Η Μαρία αναφέρεται πριν τη Μάρθα ενώ αλλού (Ιω. ια 5,19,Λουκ. ι 38) η Μάρθα ως οικοδέσποινα ονομάζεται πριν τη Μαρία. Κατά το χρόνο της συγγραφής του δ ευαγγελίου η Μαρία διακρινόταν περισσότερο από τη Μάρθα στη χριστιανική παράδοση, όπως αναφέρεται και στο Μάρκ. ιδ 9 (β), λόγω των πράξεών της που αναφέρονται στο σ. 2 (b).

2 Ἦν δὲ Μαρία ἡ ἀλείψασα τὸν Κύριον μύρῳ(1) καὶ ἐκμάξασα τοὺς πόδας αὐτοῦ ταῖς θριξὶν αὐτῆς, ἧς ὁ ἀδελφὸς Λάζαρος ἠσθένει(2).
2 Η Μαρία ήταν εκείνη που αργότερα άλειψε τον Κύριο με μύρο και σκούπισε τα πόδια του με τα μαλλιά της. Ο Λάζαρος που αρρώστησε, ήταν αδερφός της.
(1)  Το γεγονός αναφέρεται εδώ κατά πρόληψη (προλαμβάνεται), διότι το επεισόδιο δεν είχε λάβει ακόμα χώρα, αφού αφηγείται αυτό ο Ιωάννης στο ιβ 3. «Επειδή επρόκειτο στη συνέχεια της διήγησης να αναφέρει και αυτό ότι έγινε, προλαβαίνοντας κατά κάποιο τρόπο το μέλλον και εξηγώντας το ποια είναι η γυναίκα για την οποία εδώ μιλά, επισημαίνει ότι και τώρα είναι η ίδια που έκανε και εκείνο στο Λάζαρο» (Θμ). Ο Ιωάννης αποδεικνύει στο παρόν την ευσεβή αφοσίωση της Μαρίας στον Ιησού, με πράξη μεταγενέστερη (b). Οι αφηγήσεις του Ματθ. κστ 6 και εξής και Μάρκ. ιδ 3 και εξής, οι οποίες αναφέρονται στο γεγονός αυτό, αποδεικνύουν, ότι η προφορική παράδοση γενικώς δεν ανέφερε το όνομα της Μαρίας στην αφήγηση του αλείμματος του Ιησού με μύρο. Ίσως η αποσιώπηση αυτή εξηγεί τη μορφή της αφήγησης του Ιωάννη σε αυτόν τον σ. (g). Το ότι όμως ο Ιωάννης παραπέμπει στο γεγονός αυτό, αποδεικνύει πάλι, ότι αποτελούσε πολύ γνωστό και οικείο επεισόδιο στο βίο του Χριστού (ο). Για αυτό και την Μαρία «αυτή η πράξη την έκανε γνωστή και περιβόητη» (Ζ). «Διότι πρώτα μεν εκείνο ήταν αναγκαίο να μάθουμε, ότι δηλαδή δεν είναι αυτή η πόρνη… που είναι στον Λουκά. Άλλη δηλαδή είναι αυτή εδώ… σεμνή και σπουδαία» (Χ).
(2)  Με τη φράση αυτή ξαναπιάνει ο ευαγγελιστής το νήμα της αφήγησης για το Λάζαρο.

3 Ἀπέστειλαν(1) οὖν(2) αἱ ἀδελφαὶ πρὸς αὐτὸν λέγουσαι· Κύριε(3), ἴδε ὃν(4) φιλεῖς(5) ἀσθενεῖ.
3 Έστειλαν, λοιπόν, οι αδερφές του μήνυμα στον Ιησού, και του έλεγαν: «Κύριε, ο αγαπημένος σου φίλος είναι άρρωστος».
(1)  «Όπου ο Κύριος ήταν. Διότι είχε αναχωρήσει πέρα από τον Ιορδάνη. Έστειλαν αγγελιαφόρους» (Αυ).
(2)  Η αποστολή επήλθε ως συνέπεια της ανησυχητικής ασθένειάς του (ο).
(3)  Η προσφώνηση αυτή υπαινίσσεται την θαυματουργική δύναμη του Ιησού (g).
(4)  «Δεν λένε: Έλα και θεράπευσε αυτόν… αλλά μόνο: Κύριε, δες, αυτός που αγαπάς ασθενεί. Είναι αρκετό να μάθεις. Διότι δεν είσαι από εκείνους που αγαπούν και απαρνούνται» (Αυ). Το μήνυμα είναι πλήρες λεπτότητας. Είναι σαν να του έλεγαν: Κρίνε εσύ ο ίδιος τι πρέπει να κάνεις (g). «Το «Δες, αυτός που αγαπάς» το λένε, θέλοντας να κερδίσουν τον οίκτο του Κυρίου, με το να του υπενθυμίσουν το όνομα της φιλίας» (Θφ).
(5)  Στο σ. 5 χρησιμοποιεί το ρήμα αγαπώ. Παρόλο που δεν υπάρχει πραγματική διαφορά στη σημασία μεταξύ των δύο αυτών ρημάτων, δες γ 35,ε 20,κα 17 (β), παρ’ όλα αυτά δεν είναι άστοχη η παρατήρηση, σύμφωνα με την οποία το αγαπώ από τη ρίζα άγαμαι σημαίνει εύνοια, η οποία γεννιέται από θαυμασμό, σεβασμό, εκτίμηση, ενώ το φιλώ σημαίνει την κλίση της ψυχής που διεγείρεται από αίσθημα και τρυφερότητα (G). «Υπενθυμίζουν την αγάπη την οποία είχε στον άρρωστο, τραβώντας τον εκεί κατεξοχήν με αυτό· διότι ήξεραν ότι φρόντιζε για αυτόν» (Κ). «Θέλει να διδάξει, ποτέ να μην αγανακτούμε ούτε να δυσανασχετούμε, αν τυχόν συμβεί κάποια ασθένεια στους σπουδαίους άνδρες και φίλους του Θεού» (Χ).

4 Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν(1)· αὕτη ἡ ἀσθένεια(2) οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον(3), ἀλλ’ ὑπὲρ(4) τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ(5), ἵνα(4) δοξασθῇ ὁ υἱὸς(6) τοῦ Θεοῦ(7) δι’ αὐτῆς(8).
4 Ο Ιησούς, όταν το έμαθε, είπε: «Αυτή η αρρώστια δεν είναι για να φέρει το θάνατο, αλλά για να φανεί η δύναμη του Θεού, για να φανερωθεί μέσω αυτής η δόξα του Υιού του Θεού».
(1)  Δεν λέει απάντησε. Τα λόγια του Κυρίου δεν αποτελούν άμεση απάντηση στο μήνυμα των αδελφών του Λαζάρου, αλλά μάλλον παρατήρηση για την ασθένεια και τα αποτελέσματά της που απευθύνθηκε στους παρόντες μαθητές. «Λέει όμως αυτά ο Κύριος, όχι για να φύγουν οι άνθρωποι και να αναγγείλουν αυτά στις αδελφές του Λαζάρου, αλλά ως Θεός προλέγει αυτό που θα γίνει» (Κ). Οπωσδήποτε είναι αναμφίβολο, ότι λόγια τέτοιας βαθειάς και μυστηριώδους σημασίας θα διαβιβάστηκαν πιστά από τους απεσταλμένους στις αδελφές του Λαζάρου (ο).
(2)  Η έκφραση του Κυρίου εδώ παρουσιάζεται αμφίβολη και σε κάποιο βαθμό ακατανόητη για τον χρόνο πριν το θαύμα. Η έννοιά τους έγινε σαφής μετά το θαύμα. «Είναι αξιοπαρατήρητη η μέθοδος, με την οποία ο Ιησούς ετοίμαζε τους μαθητές του και τις αδελφές του Λαζάρου και το λαό, για να αντιμετωπίσουν με απλότητα το μέγιστο των θαυμάτων (b).
(3)  Η φράση «προς θάνατον» υπάρχει εδώ μόνο και στο Α΄Ιω. ε 16, ενώ στους Ο΄ μόνο στα Δ΄Μακ. ιδ 4 και ιζ 1. Είναι εντονότερη από τη συνήθως χρησιμοποιούμενη «εις θάνατον», η οποία σημαίνει ότι η ασθένεια δεν θα είχε ποτέ ως τελική της έκβαση τον θάνατο· ενώ η φράση «προς θάνατον» σημαίνει μάλλον, ότι ο ασθενής δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο (β).
«Αν όμως αυτός είπε ότι η αρρώστια του Λαζάρου δεν είναι για θάνατο, αλλά συνέβη ο θάνατος, δεν είναι καθόλου θαυμαστό. Διότι βλέποντας την κατάληξη του πράγματος και ότι επρόκειτο μετά από λίγο να αναστηθεί, δεν εξετάζουμε τι συνέβη στο μεταξύ, αλλά σε ποιο τέλος κατέληξε» (Κ).
«Δεν είναι προς θάνατον, διότι και ο θάνατος που επακολούθησε προς στιγμήν, δεν ήταν προς θάνατον, αλλά συνέβη για τον σκοπό να διαπράξει ο Κύριος θαύμα, μέσω του οποίου οι άνθρωποι θα οδηγούνταν στην πίστη και έτσι θα διέφευγαν τον πραγματικό θάνατο» (Αυ).
Μη λησμονούμε όμως ότι ο θάνατος του σώματος στον κόσμο αυτόν είναι γέννηση της ψυχής στον άλλο κόσμο. Όταν λοιπόν εμείς ή οι φίλοι μας είμαστε ασθενείς οι ελπίδες μας για το ότι θα ανακάμψουμε από την ασθένεια, είναι δυνατόν να διαψευστούν. Για αυτό πρέπει μάλλον να χτίζουμε πάνω σε θεμέλιο ελπίδας αδιάψευστης. Εάν δηλαδή ανήκουμε στο Χριστό, το φθαρτό ας καταλήξει στη φθορά. Το αθάνατο ας μείνει ανέπαφο από κάθε μολυσμό, οπότε η βλάβη που ήλθε στο φθαρτό «δεν είναι προς θάνατον», διότι ο δεύτερος θάνατος, ο αιώνιος και πραγματικός θα παραμείνει ξένος και άγνωστος στην αθάνατη ψυχή μας.
Γενικότερα ως προς τις ασθένειες, οι οποίες συνηθέστατα προσβάλλουν τον καθένα μας κατά την διάρκεια της επίγειας ζωής του, θεωρούνται από όλους αυτές ως ατυχήματα και δοκιμασίες της ζωής. Αλλά ο Χριστιανός, όσο προάγεται στην πίστη, αλλάζει εντελώς αντιλήψεις για αυτές καταλήγοντας να θεωρεί αυτές ως το γήινο θυσιαστήριο, στη φωτιά του οποίου εξαγνίζεται η ψυχή του και ως προπύλαιο και σκάλα που οδηγεί προς τον ουρανό. Αλήθεια· πόσοι, όταν άρχιζαν να δοκιμάζουν το πικρό ποτήρι της ασθένειας, ήταν νήπιοι πνευματικά και κατά τη διάρκειά της γιγαντώθηκαν και σφυρηλατήθηκαν σε ήρωες του Χριστού. Πόσοι αγνοώντας τον ουράνιο Πατέρα έμαθαν στο κρεβάτι της ασθένειας να απευθύνονται προς αυτόν κράζοντας Αββά, δηλαδή Πατέρα. Και για πόσους η ασθένεια δεν δόθηκε αληθινά υπέρ της δόξας του Θεού!
(4)  Ή «και εδώ το ὑπὲρ και το ἵνα, δεν είναι αιτιολογικά, αλλά φανερώνουν αυτό που θα συμβεί τελικά» (Ζ), «δεν συνέβη για αυτό η νόσος, για να δοξαστεί δηλαδή· διότι είναι ανοησία να πει κανείς αυτό· αλλά αφού ακριβώς συνέβη, απέβλεπε και σε θαυμαστό σκοπό» (Κ). «Δηλαδή συνέβη μεν από άλλη αιτία η αρρώστια, χρησιμοποιήθηκε όμως για δόξα του Θεού» (Χ).
Ή, και το λεγόμενο εκβατικό «ἵνα», εξακολουθεί να διατηρεί την τελική (του σκοπού δηλαδη) του έννοια. Ο ιερός συγγραφέας από άκρα ευλάβεια τονίζοντας την τέλεση της βουλής του Θεού στα συμβαίνοντα, παρουσιάζει αυτά ότι γίνονται με θείο θέλημα και ότι κατά κάποιο τρόπο ο Θεός ενεργεί αυτά. «Διότι συνηθίζει η Γραφή κάποια που οφείλουν να ειπωθούν με τη μορφή έκβασης (αποτελέσματος), να τα λέει αιτιολογικά» (Δαμασκηνός στον G).
(5)  «Το αποτέλεσμα του πράγματος απέβλεπε στη δόξα του Θεού» (Κ). Με την ανάσταση του Λαζάρου θα αποκαλυπτόταν η δόξα του Θεού. Αυτή θα ήταν περισσότερο από ένα απλό θαύμα· θα ήταν σημάδι της δόξας του Θεού (β). Δόξα του Θεού είναι η λάμψη, την οποία διαχύνει στις καρδιές η φανέρωση των τελειοτήτων του, ειδικά μάλιστα της δύναμής του που ενεργεί για υπηρεσία της αγιότητάς του ή της αγάπης του (g).
Αλλά και οι θλίψεις των αγίων αποσκοπούν στη δόξα του Θεού, διότι σε αυτές παρέχεται ευκαιρία, ώστε τελικά να επιδείξει σε αυτούς ο Θεός τα ελέη του και τις χάριτές του. Και πράγματι, οι γλυκύτεροι από τους οικτιρμούς είναι εκείνοι, οι οποίοι προκαλούνται από τη στενοχώρια των δοκιμασιών και των θλίψεων.
(6)  Η φανέρωση αυτή της θείας δύναμης θα έκανε λαμπρό και εκείνον, μέσω του οποίου θα γινόταν το θαύμα. Το ἵνα λοιπόν δεν σημαίνει κάποιον δεύτερο σκοπό που προστίθεται στον πρώτο ο οποίος εκφράζεται με το υπέρ, αλλά εξηγεί το μέσον με το οποίο ο πρώτος σκοπός επιτυγχάνεται (g).
«Πρόσεξε πώς πάλι λέει ότι είναι μία η δόξα αυτού και του Πατέρα· διότι αφού είπε «του Θεού» πρόσθεσε στη συνέχεια: «Για να δοξαστεί ο Υιός του Θεού»» (Χ). Τόσο στενή και ουσιώδης ήταν η ένωση μεταξύ αυτού και του Πατέρα, ώστε η δόξα του ενός ήταν και δόξα του άλλου. Για αυτό η δόξα και των δύο, Πατρός και Υιού, παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα ενός και του ίδιου γεγονότος, της ασθένειας του Λαζάρου (ο).
Πώς θα δοξαζόταν; Ή, ελάχιστα πιθανή εκδοχή. «Κάποιοι ερμηνεύουν το «δόξα» εννοώντας το σταυρό,… για να σταυρωθεί ο υιός του Θεού μέσω αυτής (της αρρώστιας). Διότι επρόκειτο οι Ιουδαίοι μαθαίνοντας την ανάσταση του Λαζάρου, λόγω της υπερβολής αυτού του θαύματος, να εξαφθούν σε ακάθεκτη μανία και να ξεσηκωθούν έντονα για να τον φονεύσουν» (Ζ).
Ή, πιο σωστά, η ανάσταση του Λαζάρου περισσότερο από κάθε άλλο θαύμα θα άνοιγε τα μάτια πολλών στο να αντιληφθούν ότι ο Ιησούς δίκαια διεκδικούσε το Μεσσιακό αξίωμα (ο). Το αληθινό παράλληλο χωρίο της εδώ φράσης είναι το Ιω. η 54 (β). «Διότι δεν είχε τόσο μεγάλη δόξα και θαυμασμό το να σηκώσει τον Λάζαρο από την ασθένεια, όσο το να τον αναστήσει από τους νεκρούς» (αμ).
(7)  Δεν λέει απλώς ο Χριστός, αλλά ο Υιός του Θεού σημαίνοντας με αυτό, όπως και στο ι 30, ότι η δόξα του ενός είναι και δόξα του άλλου (g). «Διότι είναι απαράλλακτη η δόξα του Θεού, εννοώ βεβαίως του Πατέρα, με αυτήν του Υιού… αυτών όμως που η δόξα είναι μία, μία είναι και η ουσία» (Θφ).
(8) «Μέσω της ασθένειας αυτής» (Αυ).

5 (1)Ἠγάπα(2) δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν Μάρθαν(3) καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς καὶ τὸν Λάζαρον(4).
5 Ο Ιησούς αγαπούσε τη Μάρθα και την αδερφή της, καθώς και το Λάζαρο.
(1)  Αποτελεί παρενθετική πρόταση, στην οποία εξηγείται «η κινητήρια αιτία της ανάστασης του νεκρού και του όλου τρόπου της ενέργειας του Κυρίου πριν την ανάσταση αυτή» (b). Η λεπτομέρεια αυτή συμπληρώνει τα προηγούμενα και ετοιμάζει για τα επόμενα (F). Εάν ο Ιησούς δεν αναχώρησε αμέσως στη Βηθανία, δεν οφειλόταν σε αδιαφορία. Τελείως αντίθετα, αγαπούσε την όλη οικογένεια.
(2)  Ο Ιωάννης χρησιμοποιεί εδώ το αγαπώ αντί για το φιλώ είτε διότι πρόκειται για την αγάπη του Ιησού προς τις δύο αδελφές είτε μάλλον διότι το αγαπώ ως ευγενέστερος όρος αρμόζει περισσότερο στην γραφίδα του ευαγγελιστή, ενώ η έκφραση της τρυφερότητας με το φιλώ (στο σ. 3) άρμοζε περισσότερο στο στόμα των δύο γυναικών (g).
(3)  Μπαίνει πρώτη εδώ, όπως και στο σ. 19, από όπου βγήκε το συμπέρασμα, ότι ήταν και η μεγαλύτερη σε ηλικία. Ο Λάζαρος τρίτος, από το οποίο και θεωρήθηκε ως το νεώτερο μέλος της οικογένειας.
(4)  «Ο ένας από τη μία ήταν ασθενής, οι άλλες από την άλλη ήταν θλιμμένες, όλοι αγαπημένοι. Αλλά αυτός που τους αγαπά ήταν ταυτόχρονα ο Σωτήρας του ασθενή ή μάλλον αυτός που ανάστησε τον νεκρό και ο παρήγορος των θλιμμένων» (Αυ).

6 Ὡς οὖν(1) ἤκουσεν ὅτι ἀσθενεῖ, τότε(2) μὲν ἔμεινεν ἐν ᾧ ἦν τόπῳ(3) δύο ἡμέρας(4)·
6 Κι όμως, όταν έμαθε πως είναι άρρωστος, έμεινε στον τόπο όπου βρισκόταν δυο μέρες ακόμα.
(1)  Συνδέεται ή με το ηγάπα=Ο Ιησούς αγαπούσε την Μάρθα, την Μαρία και τον Λάζαρο. Όταν λοιπόν έμαθε… έμεινε μεν δύο ημέρες, αλλά στη συνέχεια είπε· Ας πάμε (g). Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, συνδέεται με τον σ. 4=Επειδή είχε πεποίθηση, ότι η ασθένειά του δεν ήταν προς θάνατον, δεν έσπευσε λοιπόν να αναχωρήσει (β).
(2)  Παρόλο που οι άλλοι θα νόμιζαν, ότι συνέτρεχε μέγιστος λόγος βιασύνης (b).
(3)  Αναβάλλει την αναχώρηση. Κινούμενος πάντοτε από την θέληση του Πατέρα περίμενε να λάβει το σύνθημα της αναχώρησης από αυτόν (Meyer).
Ο Πατέρας λοιπόν «ανέβαλε τη άφιξη, έτσι ώστε… αφού πεθάνει να τον αναστήσει· το οποίο είναι απόδειξη μεγαλύτερης δύναμης, ώστε να δοξαστεί και περισσότερο» (Κ).
«Έμεινε, για να ξεψυχήσει (ο Λάζαρος) και να ταφεί, ώστε κανείς να μην μπορεί να λέει ότι τον ανέστησε χωρίς να έχει ακόμη πεθάνει· ότι ήταν νάρκη, ότι ήταν ατονία, ότι ήταν επαναφορά από την κατάσταση αυτή και όχι θάνατος» (Χ).
Εάν ο Κύριος ερχόταν αμέσως στη Βηθανία και θεράπευε τον Λάζαρο, δεν θα έπραττε κάτι περισσότερο από εκείνο, το οποίο είχε επιτελέσει σε πολλούς. Εάν πάλι ανέσταινε αυτόν αμέσως κατά την ίδια ημέρα του θανάτου του, δεν θα έπραττε κάτι περισσότερο από εκείνο, το οποίο έπραξε και για μερικούς άλλους. Αναβάλλοντας όμως την άφιξή του στη Βηθανία, θα ενεργούσε θαύμα μοναδικό, το οποίο σε κανέναν άλλον μέχρι τότε δεν είχε κάνει. Μη λησμονούμε λοιπόν, ότι ο Θεός αναβάλλοντας να μας εισακούσει, πράττει αυτό όχι διότι παραμένει κουφός ή αδιάφορος στις αιτήσεις μας, αλλά διότι έχει καλύτερους σκοπούς για εμάς και αποβλέπει σε μεγαλύτερη ωφέλειά μας και σε πλουσιότερη έκχυση των χαρίτων του προς εμάς.
(4)  Εάν ληφθεί υπ’ όψη ότι το διάστημα από Βηθανία ή Βηθαβαρά πέρα από τον Ιορδάνη (Ιω. α 28) μέχρι τη Βηθανία κοντά στα Ιεροσόλυμα απαιτούσε πεζοπορία 8 περίπου ωρών, ο Κύριος ξεκινώντας από την Περαία την μία ημέρα, εφόσον δεν εμποδίστηκε στο δρόμο, θα έφθασε μπροστά στον τάφο του Λαζάρου την επομένη. Εφόσον λοιπόν ο Λάζαρος ήταν τετραήμερος στον τάφο, μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι ο Λάζαρος ξεψύχησε και ετάφη την ημέρα που οι απεσταλμένοι έφεραν προς τον Ιησού το μήνυμα των δύο αδελφών.

7 ἔπειτα(1) μετὰ τοῦτο(1) λέγει τοῖς μαθηταῖς· ἄγωμεν εἰς τὴν Ἰουδαίαν(2) πάλιν(3).
7 Έπειτα, αφού πέρασαν αυτές οι δυο μέρες, λέει στους μαθητές: «Ας ξαναγυρίσουμε στην Ιουδαία».
(1)  Δεν είναι πλεονασμός, αλλά δείχνει, πόσο η αναμονή αυτή φάνηκε μακρά και στις δύο αδελφές και στον ίδιο τον Ιησού (g). Το μετὰ τοῦτο υπονοεί ένα σύντομο διάλειμμα (β)· μετά την αναβολή των δύο ημερών (b).
(2)  Υπαινίσσεται τον κίνδυνο, τον οποίο διέτρεχε στη χώρα αυτή. Έτσι προκαλεί την εκ μέρους των μαθητών εκδήλωση του φόβου, ο οποίος κυρίευε το βάθος της καρδιάς τους και τον οποίο ο Χριστός ήθελε να υπερνικήσει πριν αναχωρήσουν. «Προλέγει αυτό, και για να ελέγξει την από απιστία δειλία τους και έτσι ώστε, μαθαίνοντάς το από πριν, να μην ταραχθούν απότομα τότε με το απροσδόκητο της διαταγής» (Ζ), και «οδηγούμενοι ξαφνικά σε χώρα, την οποία φοβούνταν» (Θφ). Ο Ιησούς σιγά-σιγά ανύψωνε την πίστη των μαθητών, ώστε να ξεκινήσουν για την Ιουδαία άφοβα και έτσι να δουν το μέγιστο των θαυμάτων (b). Το ξεκίνημα για επιστροφή στην Ιουδαία αποτελεί δοκιμασία για τους μαθητές. Αλλά ο Χριστός δεν λέει Πηγαίνετε στην Ιουδαία και εγώ θα μείνω εδώ. Όχι. Αλλά τι λέει; Ας πάμε στην Ιουδαία. Μη λησμονούμε λοιπόν, ότι ο Χριστός ουδέποτε ωθεί τον λαό του σε κίνδυνο, αλλά πάντοτε βρίσκεται δίπλα του και συνοδεύει αυτόν και όταν βαδίζει ανάμεσα στην κοιλάδα του κλαυθμώνος.
(3)  Και αυτό υπενθυμίζει τους κινδύνους, τους οποίους τελευταία είχαν διατρέξει στην Ιερουσαλήμ. «Ας πάμε στην Ιουδαία πάλι, από όπου είχε αναχωρήσει αποφεύγοντας τον λιθοβολισμό. Διότι αναχώρησε ως άνθρωπος· αλλά επέστρεφε, για να δείξει τη δύναμή του» (Αυ). Ερχόταν σε στιγμή, κατά την οποία η θλίψη των δύο αδελφών στη Βηθανία είχε κορυφωθεί και είχαν αυτές δοκιμάσει τον σκληρό αποχωρισμό από τον αδελφό τους. Ο Χριστός σηκώνεται για βοήθεια του λαού του, όταν φτάσει ο καιρός να δείξει σε αυτόν τις εύνοιές του. Και συχνά ο χρόνος τον οποίο εμείς θεωρούμε ως χειρότερο, αυτός είναι για την επέμβαση της θείας προστασίας ο καταλληλότερος. Όταν «χάθηκε η ελπίδα μας, φωνάξαμε», τότε «λέει ο Κύριος θα σας βγάλω από τους τάφους σας και θα γνωρίσετε ότι εγώ είμαι ο Κύριος, με το να ανοίξω τους τάφους σας και να βγάλω από τους τάφους το λαό μου» (Ιεζ. λζ 11,13). Στην άβυσσο της θλίψης, ας διώχνουμε μακριά τα νέφη της απόγνωσης, ενθυμούμενοι ότι οι κίνδυνοι και οι έσχατες δυσκολίες του ανθρώπου είναι κατάλληλοι καιροί για την προστατευτική επέμβαση του Κυρίου.

8 Λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταί· ραββί(1), νῦν(2) ἐζήτουν σε λιθάσαι οἱἸουδαῖοι, καὶ πάλιν ὑπάγεις(3) ἐκεῖ(4);
8 Του λένε τότε οι μαθητές: «Διδάσκαλε, μόλις τώρα οι Ιουδαίοι ζητούσαν να σε λιθοβολήσουν, κι εσύ θες να πας πάλι εκεί;»
(1)  Δες α 38.
(2)  «Με την έννοια του πριν λίγο» (Ζ). Αναφέρονται στην περίπτωση που εξιστορείται στο ι 31,39.
(3)  Για την χρήση του υπάγω στον Ιωάννη δες ζ 38.
(4)  Οι μαθητές «φοβόντουσαν μεν και για αυτόν, αλλά περισσότερο, μάλλον για τους εαυτούς τους· διότι δεν ήταν ακόμα ολοκληρωμένοι» (Χ). Όταν τα ιδιωτικά μας συμφέροντα συμπίπτουν με τα κοινά συμφέροντα, είμαστε έτοιμοι να επιδείξουμε περίσσιο ζήλο φαινομενικά μεν για τη δόξα του Κυρίου και για προαγωγή των κοινωνικών συμφερόντων και του γενικού καλού, στην πραγματικότητα όμως διότι προσπαθούμε να υπερασπίσουμε την ευμάρεια και την ασφάλειά μας. Είναι λοιπόν αναγκαίο στις περιστάσεις αυτές να διακρίνουμε καλά τα βαθύτερα ελατήριά μας.

9 Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὐχὶ δώδεκά εἰσιν ὧραι τῆς ἡμέρας(1); Ἐάν τις περιπατῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ, οὐ προσκόπτει(2), ὅτι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου βλέπει(3)·
9 Ο Ιησούς αποκρίθηκε: «Δώδεκα ώρες δεν έχει η μέρα; Αν περπατάει κανείς τη μέρα δε σκοντάφτει, γιατί βλέπει το φως αυτού του κόσμου.
(1)  Ή, το όλο στάδιο της ζωής, σε όλα του τα μέρη, συγκρίνεται με ημέρα. Το στάδιο της ζωής του Ιησού ήταν ήδη προχωρημένο· βρισκόταν σε ώρα προχωρημένη της ημέρας του. Αλλά οπωσδήποτε ήταν ακόμη ημέρα (b). Η έννοια της ερώτησης και του όλου στίχου: Μπορώ να μεταβώ άφοβα στην Ιουδαία, όπου το καθήκον με καλεί. Οι 12 ώρες οι οποίες μου παραχωρήθηκαν από τον Πατέρα μου για την εκπλήρωση του έργου μου, δεν συμπληρώθηκαν ακόμη. Οι Ιουδαίοι δεν μπορούν να μου αφαιρέσουν ούτε ένα δευτερόλεπτο από τον χρόνο αυτόν. Για όσο ο ήλιος του θείου θελήματος φωτίζει τον δρόμο μου, δεν διατρέχω κανέναν κίνδυνο (g).
Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, ημέρα εδώ εννοεί «το φως της αρετής» (Ζ). Η έννοια λοιπόν του όλου σ.: «όπως ακριβώς εάν κάποιος περπατά σε κάθε μία από τις δώδεκα ώρες της ημέρας, δεν σκοντάφτει… έτσι και εάν κάποιος περπατά στο φως της αρετής, δεν σκοντάφτει σε κίνδυνο, διότι βλέπει το φως της αρετής και οδηγείται» (Ζ). «Αυτός που δεν συναισθάνεται για τον εαυτό του τίποτα το πονηρό δεν θα πάθει τίποτα κακό, αυτός όμως που πράττει τα κακά, θα πάθει. Επομένως εμείς δεν πρέπει να φοβόμαστε διότι τίποτα άξιο θανάτου δεν πράξαμε» (Χ).
(2)   Όπως ο άνθρωπος ο οποίος απολαμβάνει το φως της ημέρας, περπατά άφοβα και με ασφάλεια, έτσι και ο Κύριός μας διαβεβαιώνει, ότι μπορεί να επισκεφτεί την Ιουδαία με ασφάλεια, για όσο διαρκεί ο προδιαγεγραμμένος χρόνος της αποστολής του (ο).
(3)   Που εκπέμπεται από τον ήλιο. Υπαινίσσεται την πρόνοια του Πατέρα ως προς τον Ιησού και την πρόνοια του Χριστού ως προς τους πιστούς (b). Η έννοια είναι ότι ο Ιησούς θα απολαύσει την προστατευτική φροντίδα του Πατέρα του, εφόσον ακολουθεί την οδό του καθήκοντος, και όταν ακόμη η οδός αυτή τον φέρνει ανάμεσα στους πιο κακεντρεχείς εχθρούς του (ο). Κάτω από την γραμματική έννοια αυτών των λόγων κρύβεται μία μυστική έννοια. Είναι γραμματικά αλήθεια, ότι ο άνθρωπος βαδίζοντας κατά τη διάρκεια της ημέρας δεν σκοντάφτει, διότι βλέπει το φως του κόσμου αυτού, δηλαδή τον ήλιο. Αλλά ο Ιησούς μίλησε για τον εαυτό του ως φως του κόσμου (η 12) και υπαινίσσεται εδώ, ότι αυτός που περπατά στο φως του Χριστού δεν διατρέχει κάποιο κίνδυνο (β). «Αυτός που βλέπει το φως αυτού του κόσμου, είναι σε ασφάλεια. Αν όμως αυτός που βλέπει το φως αυτού του κόσμου, πολύ περισσότερο αυτός που είναι μαζί μου, εάν δεν απομακρύνει τον εαυτό του από εμένα» (Χ).
Οι μαθητές δεν έπρεπε να φοβούνται μεταβαίνοντας στην Ιουδαία μαζί με τον διδάσκαλό τους, διότι πρώτον είχε ακόμη καιρό δράσης προτού να φτάσει ο προσδιορισμένος χρόνος του πάθους του, και δεύτερον το να είναι κάποιος μαζί με το Χριστό ισοδυναμεί με το να είναι πάντοτε στο φως (τ). Εάν κάποιος περπατά μακριά από αυτόν σκοντάφτει όπως και στη νύχτα, διότι δεν έχει μέσα του φως (χ). Η ζωή του ανθρώπου είναι ημέρα που διαιρείται σε διάφορες ηλικίες, περιόδους και εποχές, σαν σε ώρες μακρύτερες ή συντομότερες κατά τον καθορισμό της αγαθής και σοφής πρόνοιας του Θεού. Η αλήθεια αυτή πρέπει να καθιστά εμάς πολύ επιμελείς και ακούραστους ως προς την επιτέλεση του έργου της ζωής μας. Εάν 12 είναι οι ώρες της ημέρας της ζωής μας, κάθε μία από αυτές πρέπει να γεμίζει με την επιτέλεση των καθηκόντων μας και καμία από αυτές δεν πρέπει να κατασπαταλάται. Επί πλέον εάν η διάρκεια της ζωής μας είναι καθορισμένη από την πρόνοια του Θεού, μην καταπτοούμαστε από τους κινδύνους και τα φόβητρά τους. Η ημέρα της ζωής μας θα παραταθεί έως ότου το έργο για το οποίο σταλθήκαμε εκπληρωθεί και η μαρτυρία μας επιτελεσθεί.

10 ἐὰν δέ τις περιπατῇ ἐν τῇ νυκτί, προσκόπτει(1), ὅτι τὸ φῶς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ(2).
10 Αν όμως περπατάει κανείς τη νύχτα, σκοντάφτει, γιατί, βέβαια, το φως δεν είναι μέσα του».
(1)  Ή, εκφράζεται εδώ σαφέστατα η μυστική έννοια (β)=αυτός που δεν περπατά στο φως του Υιού του Θεού, αλλά στο σκοτάδι, σκοντάφτει. Για όσο λοιπόν ο Χριστός είναι στον κόσμο (θ 5) οι μαθητές πρέπει να ακολουθούν αυτόν και όταν ακόμη βαδίζει προς τον κίνδυνο και τον θάνατο (χ).
Ή, με τη φράση «περπατά στη νύχτα» εδώ εννοεί την αυθαίρετη και παρά το θέλημα του Πατέρα απόπειρα για παράταση της ζωής του=Ο κίνδυνος του να σκοντάψω και να πέσω αρχίζει για εμένα, από τη στιγμή που, αποφεύγοντας από δειλία κάποιον προβλεπόμενο κίνδυνο, θα ήθελα να παρατείνω αυθαίρετα τον χρόνο της ζωής μου και να προσθέσω και μία άλλη, 13η ώρα στις 12 ώρες οι οποίες μου έχουν οριστεί. Ο ήλιος πλέον της θείας θέλησης δεν θα φώτιζε την πορεία μου (g). Και οι δύο ερμηνείες σοβαρές. Εάν κάποιος περπατά κατά την οδό της καρδιάς του και κατά την όψη των ματιών του και κατά την πορεία του κόσμου αυτού, εάν συμβουλεύεται τους σαρκικούς λογισμούς του μάλλον παρά το θέλημα και τη δόξα του Θεού, πέφτει σε πειρασμούς και παγίδες, τρέμει σαν σειόμενο φύλλο δένδρου και φεύγει χωρίς κανείς να τον διώκει.
(2)  Οι λόγοι του Κυρίου στους δύο αυτούς σ. είναι αντίστοιχοι με αυτούς στο θ 4. Μόνο, όπως παρατηρεί σωστά ο Lange, εκεί ήταν απόγευμα και ο Ιησούς έβλεπε τον ήλιο να δύει. Για αυτό και έλεγε: Δεν πρέπει να χάνω ούτε στιγμή, από όσες μου απομένουν για να φωτίζω τον κόσμο. Εδώ ήταν πρωί. Για αυτό παρατηρεί: Ο χρόνος, ο οποίος μου ορίστηκε, είναι αρκετός για να τελειώσω το έργο μου. Δεν πρέπει από δειλία να ζητήσω να προσθέσω κάποια ώρα στην ημέρα της εργασίας, η οποία από το Θεό μου καθορίστηκε (g).

11 Ταῦτα εἶπε(1), καὶ μετὰ τοῦτο(2) λέγει αὐτοῖς· Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν(3) κεκοίμηται(4)· ἀλλὰ πορεύομαι ἵνα ἐξυπνίσω(5) αὐτόν.
11 Αυτά είπε, κι αμέσως ύστερα τους λέει: «Ο Λάζαρος ο φίλος μας κοιμήθηκε, πηγαίνω όμως να τον ξυπνήσω».
(1)  Με αυτό δηλώνεται, ότι τα λεγόμενα εφαρμόστηκαν στην παρούσα περίσταση. Η εφαρμογή αυτή βρίσκεται στα λόγια «αλλά πορεύομαι για να τον ξυπνήσω» (g). «Αφού έδωσε θάρρος σε αυτούς, προσθέτει στη συνέχεια και την αναγκαία αιτία της εκεί άφιξης και δείχνοντας ότι δεν πρόκειται να πάνε στα Ιεροσόλυμα, αλλά στη Βηθανία» (Χ). «Πρέπει να τρέξουμε στη σωτηρία του φίλου, παραβλέποντας τις κακές διαθέσεις των Ιουδαίων» (Κ).
(2)  Κάποιο διάλειμμα μεσολάβησε ανάμεσα στα λεγόμενα στους σ. 8-20 και σε αυτά στο σ. 11 (β,ο).
(3)  «Αξιόλογη αιτία με τραβά στην Ιερουσαλήμ· το ότι δηλαδή ο φίλος μας έχει κοιμηθεί» (Κ). «Δεν πηγαίνω για τα ίδια, για να συζητήσω δηλαδή πάλι και να συγκρουστώ με τους Ιουδαίους, αλλά για να ξυπνήσω το φίλο μου» (Χ). Κάνει έκκληση στα αισθήματα της φιλίας τους με το Λάζαρο (g). Διότι ο Λάζαρος ήταν φίλος των μαθητών, όπως και του διδασκάλου. Και υπαινίσσεται ότι εάν ο Ιησούς αναλάμβανε τον κίνδυνο του ταξιδιού στα Ιεροσόλυμα, έπρεπε και αυτοί να είναι έτοιμοι για αυτό (β). «Για αυτό είπε «ο φίλος μας», για να δείξει αναγκαία την παρουσία» (Χ). Υπάρχει συνθήκη φιλίας μεταξύ του Χριστού και των πιστών και κοινωνία αγάπης και δεσμοί εγκάρδιοι, τους οποίους ο Κύριος αναγνωρίζει χωρίς να ντρέπεται αυτούς. Εκείνους όμως τους οποίους ο Χριστός ευαρεστείται να αναγνωρίζει φίλους του, όλοι οι μαθητές του αναγνωρίζουν αυτούς και ως δικούς τους φίλους. Ο Χριστός μιλά εδώ στους μαθητές του για τον Λάζαρο σαν για κοινό φίλο. Αυτού του είδους την φιλία ούτε ο θάνατος ο ίδιος δεν είναι ικανός να την διαλύσει. Ο Λάζαρος έχει κοιμηθεί λέει ο Κύριος· και όμως πηγαίνω για να ξυπνήσω αυτόν.
(4)  Κανείς δεν είχε αναγγείλει το θάνατο του Λαζάρου. Και όμως ο Ιησούς γνώριζε αυτόν (b) υπερφυσικά. Ο θάνατος ονομάζεται με πιο όμορφο τρόπο ύπνος τόσο στην Π.Δ. (Δευτ. λα 16, Β΄Βασ. ζ 12,Γ Βασ. α 21,Ιώβ γ 13,ιδ 12,κα 13,26,Ιεζ. λβ 20,21,28, όπως και στη συνηθισμένη φράση «κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του»), όσο και στην Κ.Δ. (Μάτθ. κζ 52,Πράξ. ζ 60,ιγ 36,Α΄Κορ. ζ 39,ια 30,ιε 6,20,51,Β΄Πέτρ. γ 4 κλπ). Αλλά και στους μη Ιουδαίους συγγραφείς. Παρόλο όμως που η χρήση αυτή της λέξης δεν αποτελεί πρωτοτυπία του Χριστιανισμού ή και του Ιουδαϊσμού, όμως έγινε συχνότατη κατά τους χριστιανικούς χρόνους (β). «Διότι όντως ο πρόσκαιρός μας θάνατος του σώματος είναι ύπνος για το Θεό και τίποτα άλλο, ο οποίος καταργείται με ένα απλό και μόνο νεύμα… του Χριστού» (Κ). Εάν όντως ο θάνατος ονομάζεται ύπνος για τους πιστούς λόγω της επιβίωσης της ψυχής και της ανάστασης του σώματος στο μέλλον, πολύ περισσότερο θα μπορούσε να αποκληθεί έτσι στην παρούσα περίπτωση (F). «Ό,τι ο Κύριος είπε ήταν αληθινό. Για τις αδελφές του ο Λάζαρος ήταν νεκρός. Για τον Κύριο κοιμόταν. Ήταν νεκρός για τους ανθρώπους οι οποίοι δεν μπορούσαν να τον αναστήσουν· αλλά ο Κύριος ανέστησε αυτόν με τόση ευκολία από τον τάφο, με όση σηκώνεται από το κρεβάτι του ένας που κοιμάται» (Αυ).
Ο θάνατος για κάθε γνήσιο Χριστιανό είναι ύπνος. Αναπαύεται αυτός από τους κόπους της περασμένης ημέρας και παίρνει δυνάμεις για την επόμενη αιώνια και ανέσπερη ημέρα. Ο τάφος λοιπόν, ο οποίος για τους πονηρούς είναι φυλακή στην οποία φυλάσσονται για την ημέρα της εκτέλεσής τους, για τους δίκαιους είναι κρεβάτι ανάπαυσης ύπνου ήσυχου και ειρηνικού. Παρόλο που στον τάφο το σώμα φθείρεται, θα αναστηθεί κατά το πρωινό της ένδοξης ημέρας σώο και άφθαρτο, σαν να μην είχε ποτέ υποστεί την παραμικρή φθορά. Ο φίλος σας έχει κοιμηθεί, λέει και σε εμάς ο Κύριος για τους αγαπημένους μας που έφυγαν. Και δεν είναι δυνατόν ποτέ ο Κύριος να μας αποπλανά. Έχει κοιμηθεί ο γιος σας, ο πατέρας σας, η μητέρα σας, ο αδελφός σας. Έχει κοιμηθεί. Και ο μόχθος του τελείωσε, οι πόνοι του έλαβαν τέλος, οι λύπες του σταμάτησαν. Είναι πλέον μακριά από τις αθλιότητες του παρόντος αμαρτωλού κόσμου. Και πορεύομαι για να τον ξυπνήσω. Ναι· έρχεται. Και είναι πολύ κοντά. Χίλια έτη στα μάτια του Κυρίου είναι σαν η μέρα η χθεσινή. Και το διάστημα μεταξύ του τάφου και της ανάστασης των αγαπημένων μας, οσοδήποτε μακρό και αν φαίνεται σε εμάς, οι οποίοι μετά από λίγο θα τους συναντήσουμε, είναι απαλλαγμένο για του εν Κυρίω κεκοιμημένους από κάθε αγωνιώδη αναμονή και ελπίδα που για πολύ αναβάλλεται. Ζουν αυτοί στο φως. Και ο Κύριος εντός ολίγου θα τους αναστήσει.
(5)  «Υποδηλώνει την ευκολία της ανάστασης» (Ζ).

12 Εἶπον οὖν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· Κύριε, εἰ κεκοίμηται(1), σωθήσεται(2).
12 Του είπαν τότε οι μαθητές: «Κύριε, αν κοιμήθηκε, θα γίνει καλά».
(1)  Έχουν ήδη υπ’ όψη την βεβαίωση του Ιησού στο σ. 4, ότι αυτή η ασθένεια δεν είναι προς θάνατον. Ακούγοντας λοιπόν τώρα ότι ο Λάζαρος έχει κοιμηθεί, «μη κατανοώντας την δύναμη του λόγου, νόμισαν ότι ο Ιησούς μιλούσε για κοίμηση ύπνου, το οποίο πολλές φορές συμβαίνει στους αρρώστους και φέρνει ξεκούραση» (Κ), και «είναι για τους ασθενείς συνήθως σημάδι ανάρρωσης» (Αυ).
(2)  Θα θεραπευτεί από μόνος του χωρίς την παρέμβασή σου. «Αυτό δεν το είπαν άσκοπα, αλλά επειδή ήθελαν να εμποδίσουν την εκεί παρουσία. Λες, λένε, ότι κοιμάται; Επομένως δεν είναι επείγον το να πας εκεί» (Χ). Για την χρήση του σώζω στην περίπτωση ανάκτησης της υγείας δες Ιω. γ 17 (β).

13 Εἰρήκει δὲ ὁ Ἰησοῦς(1) περὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ· ἐκεῖνοι δὲ ἔδοξαν ὅτι περὶ τῆς κοιμήσεως(2) τοῦ ὕπνου λέγει.
13 Ο Ιησούς όμως είχε μιλήσει για το θάνατό του, ενώ εκείνοι νόμισαν πως μιλάει για το συνηθισμένο ύπνο.
(1)  Παρενθετική επεξήγηση από εκείνες, οι οποίες συνήθως χρησιμοποιούνται στο δ΄ευαγγέλιο. Ο συγγραφέας εφιστά την προσοχή στην παρανόηση των μαθητών, οι οποίοι νόμισαν, ότι ο Ιησούς χρησιμοποίησε τη λέξη κοιμάμαι για τον φυσικό ύπνο, ενώ στην πραγματικότητα χρησιμοποίησε αυτήν για το θάνατο (β).
(2)  Όρος γενικότερος, που καθορίζεται ειδικότερα με την ακόλουθη λέξη: «ύπνος» (g). Λέξη από αυτές που λέγονται μοναδική φορά στην Κ.Δ.. Στους Ο΄ συναντιέται κατ’ ευφημισμό για δήλωση του ύπνου του θανάτου στο Σοφ. Σειράχ μστ 19, μη 13 και πουθενά αλλού με οποιαδήποτε έννοια (β).

14 Τότε οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς παρρησίᾳ(1)· Λάζαρος ἀπέθανε(2),
14 Τότε λοιπόν ο Ιησούς τους μίλησε καθαρά: «Ο Λάζαρος πέθανε», τους λέει,
(1) = «Φανερά» (Ζ)· «το φανέρωσε καθαρότερα λέγοντας ότι πέθανε» (Κ). Μιλά τώρα με σαφήνεια και όχι αινιγματικά. Για αυτήν την έννοια της λέξης παρρησία δες ζ 4 και ιστ 25.
(2) Πρόκειται για γνώση την οποία ο Ιησούς δεν ήταν δυνατόν να έχει από ανθρώπινη πηγή, αλλά έλαβε αυτήν υπερφυσικά αντλώντας αυτήν από την παντογνωσία της θείας φύσης μέσα του. Ως τέτοια η γνώση αυτή ήταν κατάλληλη για να εμπνεύσει στους μαθητές θαυμασμό και φόβο (ο). Ο Χριστός λαμβάνει γνώση του θανάτου των αγίων του, διότι «είναι τίμιος στα μάτια του Κυρίου ο θάνατος των οσίων του» (Ψαλμ. ριε 6). Ασφαλώς λοιπόν δεν ευαρεστείται ο Κύριος, εάν και εμείς δεν θεωρούμε ως τίμιο και ένδοξο και ως θριαμβευτική έξοδο από τον κόσμο αυτόν τον θάνατο των εκλεκτών του, αλλά θλιβόμαστε υπερβολικά για αυτόν.

15 καὶ χαίρω δι’ ὑμᾶς(1), ἵνα πιστεύσητε(2), ὅτι οὐκ ἤμην ἐκεῖ(3)· ἀλλ’ ἄγωμεν(4) πρὸς αὐτόν(5).
15 «και χαίρομαι για σας, για να πιστέψετε, επειδή δεν ήμουν εκεί όταν πέθανε· ας πάμε όμως κοντά του».
(1)  Επεξηγείται από το «για να πιστέψετε». Παρόλο που ο φίλος του Λάζαρος ήταν νεκρός και οι αδελφές του βρίσκονταν σε θλίψη, ο Ιησούς χαίρεται, διότι είχε πεποίθηση όχι μόνο ότι ο Λάζαρος θα ανακαλούνταν στη ζωή, αλλά και διότι το θαύμα αυτό της ανάστασης του Λαζάρου θα αύξανε την πίστη των μαθητών του (β).
(2)  «Λέει για τον εαυτό του ότι χαίρεται, όχι λόγω φιλοδοξίας, επειδή επρόκειτο να κάνει θαύμα, αλλά διότι αυτό επρόκειτο να γίνει αιτία στο να πιστέψουν οι μαθητές» (Κ).
«Για να πιστέψετε περισσότερο, όταν δείτε αυτόν να ανασταίνεται» (Ζ). Το ««για να πιστέψετε» πρέπει να θεωρήσουμε ότι σημαίνει: για να γίνει η πίστη σας τελειότερη και ισχυρότερη» (Αυ). «Για να σταθεροποιηθείτε στην πίστη» (Ω).
«Θα στηριχτείτε περισσότερο στην πίστη σε εμένα, όταν με δείτε να μπορώ και αυτό το οποίο δεν είχα επιδείξει πιο πριν, να αναστήσω δηλαδή νεκρό στον οποίο έχει ήδη αρχίσει η αποσύνθεση και βρωμάει» (Θφ). Οι μαθητές πίστευαν ήδη, διότι αλλιώς δεν θα ήταν μαθητές. Αλλά η πίστη τους αύξανε και οι 12 αισθάνονταν τώρα, ότι αυτή ήταν επιδεκτική αύξησης. Δες Λουκ. ιζ 5 (β). Στην αύξηση λοιπόν αυτήν της πίστης κάθε νέος βαθμός που αποκτιέται κάνει αισθητό στον πιστό τον προηγούμενο βαθμό ως κατάσταση απιστίας (g).
«Και όταν μεν έλεγε: Έχει κοιμηθεί, λέει Πορεύομαι για να τον ξυπνήσω, όταν όμως είπε: Πέθανε, δεν πρόσθεσε πλέον Πορεύομαι για να τον αναστήσω· διότι δεν ήθελε να προαναγγείλει με τα λόγια, αυτά που με τα έργα επρόκειτο να βεβαιώσει, διδάσκοντάς μας παντού να μην κενοδοξούμε» (Χ).
(3)  «Το να πει «διότι δεν ήμουν εκεί», φανερώνει το εξής: αν ήμουν εκεί, δεν επρόκειτο να πεθάνει, διότι θα τον σπλαχνιζόμουν και λίγο άρρωστος που θα ήταν· τώρα όπως που εγώ απουσιάζω συνέβη ο θάνατος, έτσι ώστε αφού τον αναστήσω, να προξενήσω σε εσάς μεγάλη ωφέλεια με την πίστη σε εμένα» Κ). Όταν συμφορές, που προκαλούν δάκρυα και θρήνους, πέφτουν πάνω μας, ας μη νομίζουμε, ότι αυτές μας συνέβησαν, διότι ο Κύριος δεν είναι μαζί μας. Η πρόνοια του Θεού δεν είναι ξένη με αυτές. Υποκρύπτεται σε αυτές το θέλημα του Θεού, «ο οποίος προβλέπει για εμάς κάτι καλύτερο». Ας τις δεχόμαστε ότι προέρχονται από την αγάπη του και ας υπομένουμε αυτές σκεφτόμενοι ότι ετοιμάζουν κάτι καλύτερο για εμάς, από όσο εάν ήμασταν απαλλαγμένοι από αυτές. Οι φίλοι του Ιησού καταλήγουν σε ευλογημένο τέρμα σε όλες τις θλίψεις τους. Ειρήνευε λοιπόν εν Κυρίω και περίμενε αυτόν, βέβαιος ότι θα έλθει ημέρα, κατά την οποία θα πεις και εσύ: Ο Κύριος ήταν πάντοτε μαζί μου και με έβγαλε σε αναψυχή.
(4)  «Για να μην φανούμε αφιλόστοργοι» (Ζ). Με αυτό ζητά να νικήσει τελείως και το τελευταίο λείψανο αντίρρησής τους (g). «Το «δεν ήμουν» και το «ας πάμε» και τα παρόμοια, τα λέει ως άνθρωπος» (Ζ).
(5)  Ή, στον τόπο όπου βρίσκεται νεκρός (b). Ή, πιο σωστά «Το «ας πάμε προς αυτόν» το λέει σαν να πρόκειται για ζωντανό· διότι ζουν για αυτόν, ως Θεός που είναι, οι νεκροί, επειδή πρόκειται να ζήσουν» (Κ), και πολύ περισσότερο ο Λάζαρος, του οποίου η ανάσταση πλησίαζε. Δεν λέει: Ας πάμε προς τις αδελφές του Λαζάρου, για να παρηγορήσουμε αυτές, αλλά Ας πάμε προς αυτόν. Διότι ο Χριστός μπορεί «στους νεκρούς να κάνει θαυμάσια». Ο θάνατος ο οποίος χωρίζει εμάς από όλους τους άλλους φίλους μας, δεν μπορεί να χωρίσει εμάς από την αγάπη και την δύναμη του Χριστού, ούτε να μας απομακρύνει από αυτόν ώστε να μην φθάνει στα αυτιά μας η φωνή της κλήσης του.

16 Εἶπεν οὖν(1) Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος(2) τοῖς συμμαθηταῖς(3)· ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀποθάνωμεν μετ’ αὐτοῦ(4).
16 Τότε ο Θωμάς, που λεγόταν Δίδυμος, είπε στους άλλους μαθητές: «Πάμε κι εμείς, να πεθάνουμε μαζί του».
(1)  Σε συνέχεια της προτροπής του Ιησού «ας πάμε σε αυτόν», είπε ο Θωμάς.
(2)  Το όνομα Θωμάς είναι αραμαϊκό και εβραϊκό και μεταφραζόμενο στην ελληνική σημαίνει Δίδυμος. Ίσως δόθηκε σε αυτόν το όνομα αυτό «διότι γεννήθηκε την ίδια ώρα μαζί με αδελφό» (Ζ). Τρεις φορές στον Ιωάννη (δες και κ 24,κα 2) προστίθεται στο όνομα Θωμάς η φράση ο λεγόμενος Δίδυμος, ονομασία που δεν συναντιέται στους Συνοπτικούς. Αυτό υπαινίσσεται (δες δ 25) ότι ο απόστολος αποκαλούνταν Δίδυμος στους κύκλους των Ελλήνων· διότι, εάν ο Ιωάννης είχε την πρόθεση μόνο να ερμηνεύσει το όνομα Θωμάς, θα έλεγε πιθανότερα «το οποίο ερμηνεύεται Δίδυμος», όπως στο α 42 (β). Κάποιοι από τους νεώτερους ερμηνευτές βλέπουν μέσα στο όνομα Δίδυμος υπαινιγμό για το ότι ο Θωμάς είχε μέσα του δύο ανθρώπους, έναν πιστό και έναν άπιστο, έναν Ιακώβ και έναν Ησαύ! Ήταν άνθρωπος δίψυχος! (g).
(3)  Από τις λέξεις που λέγονται μοναδική φορά στην Κ.Δ. Μάλλον αναφέρεται στους 12 παρά στον ευρύτερο κύκλο των μαθητών, όπως φαίνεται από τα συμφραζόμενα (β).
(4)  «Ο λόγος του Θωμά έχει μεν προθυμία, έχει όμως και δειλία. Και ειπώθηκε μεν από φιλόθεο φρόνημα, αλλά έχει αναμιχτεί με την ολιγοπιστία. Διότι δεν ανέχεται να αφήσουν μόνο τον Ιησού, αλλά πείθει και τους άλλους. Όμως θεωρεί ότι πρόκειται να πάθουν από τους Ιουδαίους… Λέει λοιπόν ότι δεν πρέπει να χωριστούν από τον διδάσκαλο παρόλο που βρίσκεται μπροστά αναμφίβολος κίνδυνος» (Κ).
Ο λόγος αυτός του Θωμά προδίδει περισσότερη αγάπη προς το πρόσωπο του Ιησού παρά πίστη στη σοφία των διαβημάτων του. Να η έννοια: Εάν θέλει να τον φονεύσουν, ας πάμε να φονευτούμε και εμείς μαζί του.
«Θα ήταν μεν καλό, λέει, να πειστεί και να μείνει και να αποφύγει την επιβουλή των εχθρών· αλλά αφού αυτό φάνηκε οπωσδήποτε καλό σε αυτόν, το να πάει δηλαδή, ας πάμε και εμείς μαζί· διότι είναι καλύτερο, αν πεθάνει να συμμετέχουμε στο θάνατο, παρά φροντίζοντας για τη δική μας σωτηρία, να εγκαταλείψουμε τον διδάσκαλο» (Θμ).
Ο Θωμάς, που μιλά εδώ, είναι ακριβώς εκείνος, όπως τον ξαναβρίσκουμε και στο Ιω. ιδ 5 και κ 25. Τόσο εδώ όσο και εκεί τα λόγια του μαρτυρούν πολλή ειλικρίνεια και αποφασιστικότητα, αλλά λίγη διάθεση να υποτάξει το ορατό στο αόρατο. Η συμφωνία αυτή η μη προμελετημένη στο ρόλο προσώπων δευτερευόντων αποτελεί ένα από τα ζωηρά χαρακτηριστικά της αφήγησης του Ιωάννη και μία από τις καλύτερες αποδείξεις για την ιστορική αλήθεια του δ΄ ευαγγελίου (g). «Για να πεθάνουμε μαζί του». Είναι προτιμότερο να πεθάνουμε και να πάμε μαζί με τους εν Χριστώ φίλους μας και αδελφούς μας προς τον κόσμο εκείνο, ο οποίος έχει εμπλουτιστεί από την ομήγυρή τους, η οποία αποτελεί πανηγύρι πρωτοτόκων, παρά να μένουμε πίσω από αυτούς στον κόσμο αυτόν, ο οποίος ολοένα γίνεται για μας φτωχότερος και γυμνότερος με την αναχώρησή τους από αυτόν. Όσο περισσότεροι φίλοι μας φεύγουν για τον κόσμο εκείνον, τόσο ασθενέστεροι γίνονται οι δεσμοί, που μας συνδέουν με τον παρόντα υλικό κόσμο και τόσο περισσότερο έλκονται οι καρδιές μας προς τον ουρανό.

17 Ἐλθὼν(1) οὖν ὁ Ἰησοῦς εὗρεν αὐτὸν τέσσαρας ἡμέρας ἤδη ἔχοντα(2) ἐν τῷ μνημείῳ.
17 Όταν λοιπόν έφτασε ο Ιησούς, ο Λάζαρος βρισκόταν κιόλας τέσσερις μέρες στο μνήμα.
(1)  Η εκφορά με τη μετοχή προσδίδει εξ’ ολοκλήρου την έμφαση στο ρήμα που ακολουθεί (ο).
(2)  «Για αυτό και λέει το διάστημα των ημερών μετά το θάνατο του Λαζάρου, για να θαυμαστεί ακόμη περισσότερο το θαύμα» (Κ). Για τον υπολογισμό των 4 ημερών δες σ. 6. Οι ο,F, υπολογίζουν τις 4 ημέρες δεχόμενοι, ότι ο Λάζαρος ξεψύχησε αμέσως μετά την αναχώρηση του απεσταλμένου προς τον Ιησού=Μία ημέρα του ταξιδιού του απεσταλμένου, 2 ημέρες διαμονής του Ιησού στον ίδιο τόπο και μία του ταξιδιού του Ιησού. Σύμφωνα με τον μ. η ταφή συνήθως στην Ανατολή γινόταν την ίδια την ημέρα του θανάτου.

18 Ἦν(1) δὲ ἡ Βηθανία ἐγγὺς τῶν Ἱεροσολύμων(2) ὡς ἀπὸ(3) σταδίων δεκαπέντε(4),
18 Η Βηθανία ήταν κοντά στα Ιεροσόλυμα, σε απόσταση δεκαπέντε περίπου στάδια.
(1)  Από τη χρήση του παρατατικού Ἦν… κάποιοι εξηγητές συμπεραίνουν, ότι την εποχή που έγραφε ο ιερός Ευαγγελιστής, αρκετά μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ, είχε υπ’ όψιν και αυτήν εδώ την Βηθανία ως καταστραμμένη επίσης (κ).
(2)  «Από εδώ φαίνεται ότι ήταν λογικό να παραβρίσκονται πολλοί από τα Ιεροσόλυμα» (Χ). «Διότι δεν ήταν πολλή η απόσταση του δρόμου που εμπόδιζε τους αγαπημένους φίλους να είναι μαζί με την Μάρθα και τους δικούς της, δηλαδή επειδή το θαύμα έγινε ξακουστό στην Ιερουσαλήμ σε όλους και στα περίχωρα, αναφέρει την αιτία, ότι δηλαδή επειδή ήταν πολλοί εκεί (κατά το θαύμα), όπως ήταν λογικό διαδόθηκε παντού ο λόγος»» (Κ).
(3)  Η απόσταση υπολογίζεται για πρόσωπο που αναχωρεί από τα Ιεροσόλυμα· έτσι εξηγείται η χρήση της πρόθεσης από (g).
(4)  Το στάδιο εξισωνόταν με 185 μέτρα (F). Δεκαπέντε στάδια λοιπόν αποτελούσαν απόσταση 40 περίπου λεπτά της ώρας (g).

19 καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν Ἰουδαίων(1) ἐληλύθεισαν πρὸς τὰς περὶ(2) Μάρθαν καὶ Μαρίαν ἵνα παραμυθήσωνται(3) αὐτὰς περὶ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῶν(4).
19 Πολλοί από τους Ιουδαίους της πόλης είχαν έρθει στη Μάρθα και τη Μαρία, να τις παρηγορήσουν για το θάνατο του αδερφού τους.
(1)  Στον Ιωάννη (δες α 19,ε 10) ο όρος Ιουδαίοι σημαίνει τους εχθρικά διακείμενους προς τον Ιησού (β). Η συνέχεια αποδεικνύει, ότι διατηρεί και εδώ την κακή αυτή έννοια (g).
(2)  Υπάρχει και η γραφή που μαρτυρείται επαρκώς: προς την Μάρθαν και Μαρίαν. Αλλά και η παρούσα γραφή είναι σοβαρή επειδή παρουσιάζει την Μάρθα και την Μαρία να περιβάλλονται από το υπηρετικό προσωπικό του σπιτιού τους. Προϋποθέτει λοιπόν ότι οι δύο αδελφές ήταν κάπως εύπορες (g).
(3)  «Πώς εξηγείται ότι τις παρηγορούσαν ενώ ήταν αγαπημένες του Χριστού, παρόλο που είχαν συμφωνήσει (το Συνέδριο των Ιουδαίων), εάν κάποιος ομολογήσει τον Χριστό να γίνει αποσυνάγωγος; Ή, λόγω της ανάγκης της συμφοράς, ή επειδή τις σέβονταν λόγω τις ευγένειάς τους, ή ήταν παρόντες οι μη πονηροί· διότι πολλοί και από αυτούς πίστεψαν» (Χ). Η οικία της Μάρθας ήταν οικία, όπου κυριαρχούσε ο φόβος του Θεού και όπου οι θείες ευλογίες αναπαύονταν. Παρ’ όλα αυτά να που τώρα είναι οικία πένθους. Η χάρη διώχνει τη θλίψη από τις καρδιές, όχι όμως και από τα σπίτια.
(4)  Δες Α΄ Βασ. λα 13,Α΄Παρ. ι 12, Ιουδ. ιστ 24, όπου γίνεται λόγος για πένθος 7 ημερών για θάνατο όμως βασιλιάδων. Από αυτό συμπέραναν, ότι επικρατούσε γενικώς στους Ιουδαίους η συνήθεια, να τηρείται περίοδος τριήμερου μεν πένθους αυστηρότατου, μετά από το οποίο ακολουθούσε τετραήμερο πένθος λιγότερο αυστηρό, και έπειτα συμπληρωνόταν τριακονθήμερο συνολικά πένθος (Lightfoot στον β). Εάν δεχτούμε τη συνήθεια αυτή ως μαρτυρημένη εξηγείται η συρροή επισκεπτών και κατά την τέταρτη ημέρα από το θάνατο του Λαζάρου.
Όπου υπάρχουν θλιβόμενοι, εκεί πρέπει να συρρέουν και αυτοί που παρηγορούν. Είναι υποχρέωσή μας να κλαίμε με αυτούς που κλαίνε και να παρηγορούμε αυτούς. Όταν βρισκόμαστε κάτω από το βάρος της θλίψης, εύκολα λησμονούμε εκείνα, τα οποία είναι ικανά να μας παρηγορήσουν, και για αυτό έχουμε ανάγκη από εκείνους, οι οποίοι θα μας τα υπενθυμίσουν. Είναι πραγματικό έλεος και αληθινή ευσπλαχνία να έχουμε τέτοιους ανθρώπους όταν βρισκόμαστε σε θλίψη, και είναι καθήκον και υποχρέωσή μας να γινόμαστε και εμείς κομιστές τέτοιας παρηγοριάς σε αυτούς που βρίσκονται σε δοκιμασία.

20 Ἡ οὖν Μάρθα(1) ὡς ἤκουσεν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται, ὑπήντησεν αὐτῷ(2)· Μαρία δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἐκαθέζετο(3).
20 Όταν όμως η Μάρθα έμαθε ότι έρχεται ο Ιησούς, πήγε να τον προϋπαντήσει, ενώ η Μαρία έμεινε στο σπίτι.
(1)  Η Μάρθα είχε ζωηρό και υπηρετικό χαρακτήρα και ήταν αεικίνητη, για αυτό και πρώτη άκουσε… την είδηση της άφιξης του Σωτήρα και έτρεξε μάλλον να τον προϋπαντήσει (δ). «Ακούγοντας αυτή μόνη αυτό, δεν το μοιράστηκε και με την αδελφή» (Ζ).
(2)  Τον συνάντησε έξω από το σπίτι και έξω από τη Βηθανία. Η Μάρθα σπεύδει για συνάντηση του Ιησού ενεργώντας με την δραστηριότητα η οποία διακρίνει τον χαρακτήρα της σύμφωνα με το κατά Λουκάν ευαγγέλιο (χ). Παραβίασε τους τύπους της ευγένειας και άφησε τους επισκέπτες της και μολονότι ήταν θλιμμένη έτρεξε να προϋπαντήσει τον Διδάσκαλο. Όταν ο Κύριος έρχεται με τη χάρη του ή με την πρόνοιά του προς εμάς μέσα από δρόμους ελέους και παρηγοριάς, οφείλουμε να σπεύδουμε και εμείς προς αυτόν με πίστη ελπίδα και αγάπη.
(3)  Η Μαρία που είχε σταθερό βίο και ήρεμο χαρακτήρα καθόταν στο σπίτι (δ), «δεχόμενη τις φροντίδες αυτών που την παρηγορούσαν» (Κ). Πάντως δεν γνώριζε ότι ο Ιησούς ήλθε. Διότι αμέσως μόλις έμαθε αυτό, άφησε τους επισκέπτες και έσπευσε για συνάντηση του Ιησού. Όποιες οι δύο αδελφές μάς περιγράφονται στο Λουκ. ι 38 και εξής, τέτοιες βρίσκονται και εδώ (g). Η Μάρθα ασχολείται και εκεί με τις οικιακές φροντίδες, ενώ η Μαρία κάθεται στα πόδια του Ιησού. Συνολικά λοιπόν η εικόνα της Μαρίας παρουσιάζει κάποια αντίθεση με αυτήν της Μάρθας· «Η Μαρία ήταν πιο συνετή… είχε πιο αισθηματική ψυχή, ενώ η Μάρθα ήταν πιο απλή, ήταν μεν μεθυσμένη από το πάθος (της λύπης), αλλά το υπέμενε πιο γενναία» (Κ).

21 Εἶπεν οὖν ἡ Μάρθα πρὸς τὸν Ἰησοῦν(1)· Κύριε, εἰ ἦς ὧδε(2), ὁ ἀδελφός μου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει(3).
21 Είπε τότε η Μάρθα στον Ιησού: «Κύριε, αν ήσουν εδώ, δε θα πέθαινε ο αδερφός μου.
(1)  Με τον ίδιο τρόπο εκφράζεται και η Μαρία στο σ. 32. Από αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι τα λόγια αυτά επαναλάμβανε η κάθε μία από τις δύο πριν το θάνατο του αδελφού τους (b), αλλά και κατά τις 4 ημέρες που ακολούθησαν τον θάνατο (F,β).
(2)  Ή, «ελαφρώς τον κατηγορεί εμμέσως, επειδή άργησε και δεν ήλθε αμέσως όταν μπορούσε να βοηθήσει» (Κ). Ή, πιο σωστά, η Μάρθα δεν παραπονιέται, ότι ο Ιησούς άργησε να ξεκινήσει, αλλά μόνο εκφράζει τη θλίψη της, ότι το προς τον Ιησού μήνυμα δεν έφθασε νωρίτερα (τ). Από αυτό συμπεραίνουν κάποιοι από τους νεώτερους ερμηνευτές (g,κ), ότι η Μάρθα είχε υπ όψιν, ότι ο Λάζαρος πέθανε πριν ακόμη το μήνυμα της ασθένειάς του φθάσει στον Ιησού.
(3)  Υπάρχει και η γραφή απέθανε. Ο υπερσυντέλικος=δεν θα ήταν κατά τη στιγμή αυτή βυθισμένος στο θάνατο (g).

22 Ἀλλὰ καὶ νῦν(1) οἶδα(2) ὅτι ὅσα ἂν(3) αἰτήσῃ(4) τὸν Θεόν(5), δώσει σοι ὁ Θεός(5).
22 Ξέρω όμως πως και τώρα, ό,τι κι αν ζητήσεις από το Θεό, αυτός θα σου το δώσει.
(1)  Με έμφαση=Ακόμη και τώρα που ο Λάζαρος έπαυσε να ζει (F). Υπάρχει και η γραφή χωρίς το «αλλά», το οποίο δεν είναι αναγκαίο, αφού το «και» χρησιμοποιείται πολλές φορές από τον Ιωάννη αντιθετικά· δες α 10 (β).
(2)  Η Μάρθα από τη μία είχε σχηματίσει κάποια ελπίδα από τα λόγια του Κυρίου στο σ. 4 «αυτή η ασθένεια δεν είναι προς θάνατον», τα οποία αναμφίβολα διαβιβάστηκαν στη Μάρθα (b), από την άλλη βεβαίως είχε υπόψη την θαυματουργική δράση του Κυρίου και τις νεκραναστάσεις που κατά το παρελθόν συντελέστηκαν από αυτόν, όπως αυτές του γιου της χήρας της Ναΐν και της κόρης του Ιαείρου.
(3)  «Ντρέπεται κατά βάθος να ζητήσει φανερά αυτό που θέλει» (Κ). Η αόριστη έκφραση ὅσα ἂν, υπονοεί ότι το ζητούμενο είναι κάτι εξαιρετικά μεγάλο για να εκφραστεί. Υπάρχει μία συστολή γεμάτη λεπτότητα στην έμμεση αυτή αίτηση (g).
(4)  Ο Ιησούς, όταν μιλά για τον εαυτό του λέει εδεήθην (Λουκ. κβ 32) και ερωτήσω (Ιω. ιδ 16,ιστ 26,ιζ 9,15,20) αλλά ουδέποτε αιτούμαι… το οποίο φαίνεται να είναι λέξη λιγότερο αρμοστή (b) σε Θεό. «Είχε η Μάρθα πίστη στο Χριστό, αλλά όχι όση έπρεπε. Για αυτό και» (Θφ) «σφάλλει όσον αφορά την αλήθεια αφού δεν μιλά σαν σε Θεό, αλλά σαν σε κάποιον από τους αγίους, θεωρώντας ότι, λόγω της σάρκας (ανθρώπινης φύσης) που έβλεπε, όσα τυχόν ζητήσει ως άγιος τα παίρνει από το Θεό» (Κ). «Διότι δεν είπε: Όσα θέλεις θα κάνεις, αλλά όσα ζητήσεις, θα σου τα δώσει» (Θφ). Η Μάρθα με πολύ πόθο εκφράζει πίστη στον Ιησού ως τον Υιό του Θεού (στο σ. 27). Καταλαβαίνει, αμυδρά όμως, ότι ο Ιησούς βρισκόταν σε ειδική σχέση με το Θεό (β).
(5)  Η επανάληψη του «ο Θεός» στο τέλος της πρότασης είναι με έμφαση.

23 Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου(1).
23 «Ο αδερφός σου θ’ αναστηθεί», της λέει ο Ιησούς.
(1)  «Απάντηση διφορούμενη» (Αυ). Ο Ιησούς δεν καθορίζει αμέσως το χρόνο, αλλά δοκιμάζει την πίστη της Μάρθας (b). Τι θέλει να διδάξει αυτήν;
Ή, «σχεδόν την ελέγχει ελαφρώς και λέει: θα αναστηθεί όπως θέλεις, αλλά όχι όπως εσύ νομίζεις· εσύ κάνε την προσευχή, αλλά μη δίνεις εντολή σε εμένα τον θαυματουργό, ο οποίος μπορώ με δική μου δύναμη να αναστήσω το νεκρό» (Κ)· «δεν χρειάζομαι άλλη βοήθεια, όλα από μόνος μου τα κάνω» (Χ). «Δεν είπε σε αυτήν, Ναι θα ζητήσω από το Θεό και θα μου δώσει… αλλά χρησιμοποίησε μία ενδιάμεση μεν λέξη, αλλά με όσα ακολουθούν κάνει φανερότερη την δική του αυθεντία και εξουσία» (Θφ).
Ή, ο Κύριος διαφωτίζει αυτήν πρώτον ως προς την πνευματική και ζωοποιό δύναμή του, η οποία εξασφαλίζει την ανάσταση και τη ζωή των πιστών και απαλλάσσει αυτούς για πάντα και όχι προσωρινά μόνο από τη δύναμη και κυριαρχία του θανάτου (ο). Η γενικότητα της απάντησης συντελεί ώστε η Μάρθα να θεωρήσει αυτήν ότι αναφέρεται στην καθολική ανάσταση. Η πίστη στην ανάσταση των ευσεβών Ισραηλιτών, που διακηρυττόταν ήδη στα Δαν. ιβ 2,Β΄ Μακ. ζ 9,14 και εξής, όπως και στους Ψαλμούς Σολομώντος (γ 16), οι οποίοι συγγράφηκαν γύρω στο 80 π.Χ., ήταν γενικώς διαδεδομένη στους Ισραηλίτες. Καθόλου απίθανο την ίδια φράση να είχαν επαναλάβει στις δύο αδελφές κατά τις 4 τελευταίες ημέρες και πολλοί από αυτούς που τις παρηγορούσαν (g,β). Είναι εξαιρετικά παρήγορο για εμάς, όταν έχουμε αγαπητούς στον τάφο, να θυμόμαστε ότι αυτοί οπωσδήποτε μία ημέρα θα αναστηθούν. Να φέρνεις πάντοτε στη σκέψη σου τον Ιησού να λέει: Οι γονείς σου, το παιδί σου, η σύζυγός σου, ο φίλος σου θα αναστηθούν. Τα ξηρά αυτά οστά θα ζήσουν πάλι.

24 Λέγει αὐτῷ Μάρθα· οἶδα(1) ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἀναστάσει ἐν τῇἐσχάτῃ ἡμέρᾳ(2).
24 «Το ξέρω πως θ’ αναστηθεί, όταν θα γίνει η ανάσταση στην έσχατη ημέρα», του απάντησε η Μάρθα.
(1)  Οι Ιουδαίοι λοιπόν πίστευαν στην ανάσταση (b). «Γνωρίζω αυτό· πιστεύω δηλαδή ότι ανασταίνονται οι νεκροί» (Κ). Δεν εκδηλώνει ολιγοπιστία, αλλά όπως συνήθως και πολλοί θλιμμένοι αδυνατεί να αντλήσει επαρκή άμεση παρηγοριά από την πίστη στην καθολική ανάσταση. Η εσχάτη ημέρα φαίνεται να είναι πολύ μακριά (β). Η πίστη της Μάρθας είναι μεν ισχυρή, δεν έχει όμως ακόμη σε αρκετό βαθμό αντικείμενό της το πρόσωπο του Κυρίου (g).
(2)  Η τελευταία όλων των ημερών, η αμέσως προηγούμενη της εγκαθίδρυσης του ενδόξου αιώνος του Χριστού· δες Ιω. στ 39,44 και ιβ 48 (G).

25 Εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς(1)· ἐγώ εἰμι(2) ἡ ἀνάστασις(3) καὶ ἡ ζωή(4). Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται(5)·
25 Τότε ο Ιησούς της είπε: «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή· εκείνος που πιστεύει σ’ εμένα, και αν πεθάνει, θα ζήσει·
(1)  «Πρώτα μεν λοιπόν είπε με μέτριο τρόπο «θα αναστηθεί ο αδελφός σου», επειδή όμως εκείνη δεν κατάλαβε, αποκαλύπτει λοιπόν την κρυμμένη εξουσία του και ανεβάζει το νου της» (Ζ).
(2)  Στο παρόν και όχι περιορισμένα στο μέλλον. Μην υποθέτεις, Μάρθα, ότι σε παραπέμπω στο απώτερο μέλλον (b).
(3)  Αυτούσιος δηλαδή η ανάσταση και η ζωή, η πλήρης και τέλεια ενσάρκωσή τους, και κατά συνέπειαν και ο μόνος ασφαλής φορέας τους στους ανθρώπους (κ). Εγώ είμαι «η δύναμη της ανάστασης και η πηγή της ζωής, αυτός που ανασταίνει και δίνει ζωή ως Θεός» (Ζ).
(4)  «Ο Κύριος είπε τον εαυτό του ζωή, όχι ζώο. Διότι το μεν ζώο είναι δεκτικό ζωής, η ζωή όμως παρέχει το να ζει κάποιος. Όπως η σοφία και ο σοφός· ο μεν σοφός λαμβάνει, η δε σοφία δίνει» (αμ).
Ή, λέγεται για την μακάρια ζωή μετά την ανάσταση. «Καρπός βεβαίως και τιμή της πίστης στο Χριστό, είναι η αιώνια ζωή… Διότι παρόλο που λόγω του Χριστού ανασταινόμαστε όλοι, αλλά ζωή αληθινή είναι αυτή, το να ζει δηλαδή κάποιος χωρίς τέλος με μακαριότητα· διότι δεν διαφέρει σε τίποτα από θάνατο τα να ζει κάποιος στην κόλαση μόνο» (Κ).
Ή, με την έννοια, με την οποία λέγεται ο Κύριος και στο ε 26. Σύμφωνα με αυτήν, η φράση «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή»=Είμαι η ανάσταση επειδή είμαι η ζωή (Stier). Η ζωοποιός δύναμη του Ιησού, ως ζωής του κόσμου, εξασφαλίζει την τελική ανάσταση, της οποίας είναι η μεγάλη αιτία (ο). Για αυτό και η πνευματική ζωή, την οποία ο Κύριος μεταδίδει στους δικούς του, είναι για αυτούς, εάν έχουν ήδη πεθάνει, εγγύηση και για τη σωματική τους ανάσταση· εάν πάλι είναι τώρα ζωντανοί ανυψώνονται μέσω αυτής πάνω από το παροδικό περιστατικό του φυσικού θανάτου. Αυτή είναι η έννοια των σ. 25 και 26 (g). Και οι δύο ερμηνείες είναι σοβαρές.
(5)  «Και αν πεθάνει τώρα τον εδώ θάνατο, θα ζήσει την εκεί ζωή, την μακάρια» (Ζ). Ή, πιο σωστά, θα ζήσει και με το σώμα (b), αφού θα αναστηθεί εν καιρώ από εμένα.
«Λέγοντας λοιπόν ο Σωτήρας ότι «εάν πεθάνει θα ζήσει», δεν κατάργησε το θάνατο στην τωρινή ζωή· αλλά του επιτρέπει να έχει δύναμη εναντίον των πιστών τόσο, όσο στο να συμβεί μόνο, διότι στον κατάλληλο καιρό έχει επιφυλάξει τη χάρη της ανάστασης. Λέει λοιπόν, ότι δεν θα είναι άμοιρος του σωματικού θανάτου, λόγω της ανθρώπινης φύσης, αυτός που πιστεύει σε εμένα, αλλά όμως δεν θα πάθει τίποτα το φοβερό από αυτόν, αφού ο Θεός μπορεί εύκολα να ζωοποιεί όποιον θέλει» (Κ).
Είναι ανείπωτη παρηγοριά για όλους τους αγαθούς χριστιανούς το ότι ο Ιησούς Χριστός είναι η ανάσταση και η ζωή και θα είναι και για αυτούς πηγή ζωής, η οποία θα τους αναστήσει. Θα αναστήσει το σώμα τους. Παρόλο που αυτό θα νεκρωθεί και θα διαλυθεί, παρόλο που θα αποσυντεθεί και τα στοιχεία από τα οποία αποτελούνταν, όταν ήταν ζωοποιημένο, θα διασκορπιστούν και θα αναμιχθούν με το κοινό χώμα, μέχρι σημείου, ώστε κανείς πλέον να μην μπορεί να τα διαχωρίσει ή και να τα διακρίνει, όμως είμαστε βέβαιοι, ότι το σώμα αυτό θα ζήσει πάλι και θα αναστηθεί ένδοξο και άφθαρτο σώμα. Ως προς την ψυχή, της οποίας η φύση είναι να μην πεθαίνει, αλλά να είναι αθάνατη, εάν ήδη με την πίστη ζει την αληθινά πνευματική ζωή, και όταν το σώμα κυριευτεί από το θάνατο, αυτή θα εξακολουθεί να απολαμβάνει την ευτυχία αυτής της ζωής και αντίθετα με το σώμα το οποίο θα κυριευτεί από το θάνατο, αυτή θα μπει ολόκληρη στην ουράνια και μακάρια ζωή. Είναι μακάριος εκείνος, ο οποίος μέσω της πίστης ενσωματώθηκε στο Χριστό, ο οποίος είναι η ανάσταση και η ζωή, και έτσι μετέσχε ήδη από την παρούσα ζωή στην εν Χριστώ ζωή και έλαβε μέρος στην ανάσταση από τα νεκρά έργα της αμαρτίας. Διότι πλέον πάνω του καμία εξουσία δεν θα έχει ο δεύτερος θάνατος, ο οποίος θα είναι και αιώνιος χωρισμός από το Θεό. Μη λησμονούμε εξάλλου, ότι η ζωή στην οποία από την παρούσα ζωή μπαίνει ο πιστός με την σχέση του με το Χριστό, δεν είναι άλλη και διαφορετική από τη ζωή την οποία θα απολαύσει μετά το θάνατο και την ανάστασή του. Είναι μία και η ίδια. Ο θάνατος δεν είναι το τέλος της μίας ούτε η ανάσταση η αρχή της άλλης, αλλά διαμέσου της παρούσας ζωής και του θανάτου και της ανάστασης ρέει μία ατελεύτητη και άφθαρτη ζωή. Το φως του σήμερα και το φως του αύριο δεν είναι δύο αλλά μία ενιαία και συνεχής ακτινοβολία. Το φως του σήμερα δεν σβήνει με τη δύση του ηλίου για να ανάψει και πάλι το επόμενο πρωί, αλλά είναι συνεχές, που στέλνεται ασταμάτητα από τον δίσκο του ηλίου που διαρκώς φωτίζει. Έτσι και η ζωή της ψυχής, η οποία ενώθηκε με το Χριστό και έζησε μέσω αυτού. Δεν διακόπτεται ποτέ. Η ψυχή του πιστού ζει πριν το θάνατο, εξακολουθεί να ζει και στο θάνατο και ζει πληρέστερα, ευτυχέστερα και με ισχυρότερη ενέργεια μετά το θάνατο και την ανάσταση.

26 καὶ πᾶς ὁ ζῶν(1) καὶπιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ(2) εἰς τὸν αἰῶνα(3). Πιστεύεις τοῦτο(4);
26 και καθένας που ζει κι εμπιστεύεται σ’ εμένα δε θα πεθάνει ποτέ. Το πιστεύεις αυτό;»
(1)  «Αυτός που ζει ακόμα την εδώ ζωή» (Ζ). Εάν ο σ. 25 αναφερόταν στους ήδη πεθαμένους, άρα λοιπόν και στον Λάζαρο, ο σ. 26 αναφέρεται σε αυτούς που δεν έχουν ακόμη πεθάνει, αλλά ζουν ακόμη τη φυσική ζωή, άρα λοιπόν και στις δύο αδελφές. Με τους δύο αυτούς στίχους λέει ο Κύριος: «Ούτε αυτός (ο Λάζαρος) πέθανε, ούτε εσείς [οι αδελφές του] θα πεθάνετε» (Χ). Αυτός που πιστεύει στο Χριστό είτε είναι ζωντανός είτε νεκρός απολαμβάνει αιώνια ζωή και βρίσκεται σε κατάσταση ατελεύτητης ευτυχίας που εκτείνεται και πέραν του τάφου (ο).
(2)  Τον θάνατο «τον ψυχικό» (Θφ). «Παρόλο που θα πεθάνει πρόσκαιρα λόγω του θανάτου της σάρκας, δεν θα πεθάνει ποτέ λόγω της ζωής του πνεύματος και της αθανασίας της ανάστασης» (Αυ). «Αυτός που πίστεψε σε αυτόν, στη μέλλουσα ζωή θα έχει ατελεύτητη ζωή με μακαριότητα και ολόκληρη αφθαρσία» (Κ).
(3)  Δες δ 14 και η 51. Ή, ουδέποτε θα πεθάνει, δεδομένου ότι ο ειρηνικός προσωρινός θάνατος του πιστού δεν είναι ο πικρός θάνατος, τον οποίο οι μακριά από το Χριστό τρέμουν. Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, «δεν θα πεθάνει τον εκεί θάνατο, τον άθλιο» (Ζ). Με το να πει δηλαδή «εις τον αιώνα, μίλησε για τον μελλοντικό αιώνα» (Κ).
(4)  «Λέγοντας στην Μάρθα «πιστεύεις;», απαιτεί την ομολογία της πίστης η οποία είναι μητέρα και πρόξενος της ζωής» (Κ). Ποιό «αυτό»; «Το ότι εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή και τα επόμενα» (Ζ). Με την ερώτηση λοιπόν αυτή συγχρόνως επανέρχεται στο θέμα, από το οποίο η Μάρθα είχε απομακρυνθεί, δηλαδή στην ανάσταση του Λαζάρου (g). Και πριν ακόμη ενεργήσει προκαλεί ζωηρότατα την πίστη της Μάρθας, η οποία πρέπει τώρα να καταλάβει ότι ο Ιησούς είναι πολύ ισχυρότερος από όσο αυτή νόμιζε (F).
«Διότι το ζητούμενο δεν ήταν μόνο να αναστηθεί ο Λάζαρος, αλλά έπρεπε και αυτοί και οι παρόντες να οδηγηθούν στην πίστη» (Σχ). Πιστεύεις αυτό; Όταν διαβάζουμε ή ακούμε το λόγο του Χριστού αναφορικά με τα μεγάλα και θαυμαστά της μελλοντικής ζωής και του ουράνιου κόσμου που ξεπερνούν κάθε κατανόηση, πρέπει να θέτουμε στους εαυτούς μας σοβαρά το ερώτημα: Πιστεύουμε αυτό; Ειδικά πιστεύουμε στην αλήθεια αυτή, την οποία διακηρύττει εδώ ο Χριστός και η οποία παρουσιάζει τόσες δυσκολίες; Αισθανόμαστε την πίστη αυτή και μεταδίδει αυτή στις ψυχές μας πληροφορία και βεβαιότητα, ώστε να μπορούμε να πούμε: Πιστεύω αυτό και το πιστεύω έτσι, όπως βεβαιώνεται σε μένα από το λόγο του Θεού; Οι σταυροί και οι δοκιμασίες της παρούσας ζωής δεν θα φαίνονται σε εμάς βαριές και ανυπόφορες, εάν πιστεύουμε στις αλήθειες και τα ελπιζόμενα αγαθά του μελλοντικού βίου, όσο πρέπει να πιστεύουμε.

27 Λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε(1), ἐγὼ(2) πεπίστευκα(3) ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ(4) ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος(5).
27 «Ναι, Κύριε», του λέει, «εγώ έχω πιστέψει πως εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, που περιμέναμε να ’ρθεί στον κόσμο».
(1)  Με την απάντησή της αυτή αποδέχεται ό,τι ο Κύριος βεβαίωσε για τον εαυτό του.
(2)  Ή, «μου φαίνεται ότι η γυναίκα δεν κατάλαβε το λόγο. Αλλά ότι ήταν μεν κάτι μεγάλο το λεγόμενο, το κατάλαβε, δεν κατανόησε όμως το παν. Για αυτό, ενώ άλλο ρωτήθηκε, άλλο απαντά» (Χ).
Ή, κατανόησε μεν τα λεγόμενα από τον Κύριο, αλλά δεν αισθάνεται τον εαυτό της σε θέση να διατυπώσει το περιεχόμενο της πίστης της για αλήθειες τόσο νέες για αυτήν και χρησιμοποιεί φράσεις οικείες σε αυτήν για να εκφράσει, ότι ο Ιησούς είναι για αυτήν ό,τι μέγιστο και οτιδήποτε και αν βεβαίωνε για το πρόσωπό του ο Ιησούς, δεν θα έλεγε ποτέ κάτι υπερβολικό (g).
Ή, με το Εγώ έχω πιστέψει ότι… δείχνει την αιτία, για την οποία χωρίς κάποιο δισταγμό αποδέχεται την διακήρυξη του Κυρίου για τον εαυτό του (F). Οι δύο τελευταίες ερμηνείες είναι οι πιο σοβαρές. Ό,τι είπε ο Χριστός, δηλαδή ο λόγος του Χριστού, υπήρξε ο καθοδηγητής και ο κανόνας της πίστης της Μάρθας. Χωρίς κάποια αλλοίωση ή εξαίρεση ή επιφύλαξη, δέχεται αυτόν, όπως τον είπε ο Κύριος. «Ναι Κύριε» και με τις δύο αυτές λέξεις υπογράφει την αλήθεια για ό,τι ο Κύριος υποσχέθηκε. Η πίστη είναι η ηχώ της θείας αποκάλυψης και αυτός που πιστεύει επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια, όπως αυτά λέγονται στην θεία αποκάλυψη, και είναι αποφασισμένος να εμμείνει στα λόγια αυτά.
(3)  Το εγώ με παρακείμενο προσδίδει έμφαση (β). Ο παρακείμενος δηλώνει πίστη παλαιά, που παραμένει και είναι θεμελιωμένη (F,ο).
(4)  Ή, ο υιός του Θεού με ευρεία έννοια, τίτλος συνώνυμος με το Χριστός ή Μεσσίας (F). Ή, πιθανότερο, πρόκειται για τίτλο που φανερά σημαίνει κάτι άλλο από τον τίτλο Χριστός, διότι αλλιώς θα είχαμε κάποια περιττή ταυτολογία (g). «Ομολογεί με ακρίβεια ότι δεν πιστεύει απλώς ότι είναι Χριστός και υιός του Θεού· διότι χριστός (=χρισμένος) μπορεί να είναι και ένας προφήτης επειδή χρίστηκε, και ο ίδιος μπορεί να εννοηθεί και υιός· αλλά λέγοντας με το άρθρο Ο Χριστός ο Υιός του Θεού, ομολόγησε τον έναν και εξαίρετο και αληθινά Υιό» (Κ). Ευγενής και θερμή ομολογία, που μοιάζει πού με αυτήν του Πέτρου. Δες Ματθ. ιστ 16 (F).
(5)  Με αυτόν τον τρόπο ο ερχόμενος προφήτης περιγραφόταν στις λαϊκές συνομιλίες. Δες Ιω. στ 14,Ματθ. ια 3,Λουκ. ζ 19-20. Ο Ιησούς χρησιμοποίησε την φράση αυτή για τον εαυτό του περισσότερες από μία φορές. Δες Ιω. θ 39,ιστ 28,ιη 37 (β).

28 Καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθε(1) καὶ ἐφώνησε Μαρίαν(2) τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς λάθρᾳ(3) εἰποῦσα· ὁ διδάσκαλος(4) πάρεστι καὶ φωνεῖ σε(5).
28 Αφού τα είπε αυτά, έφυγε και ειδοποίησε κρυφά την αδερφή της τη Μαρία, λέγοντας: «Ο Διδάσκαλος έφτασε και σε ζητάει».
(1)  «Για να καλέσει την αδελφή της ώστε και αυτή να γίνει κοινωνός της χαράς για το προσδοκώμενο γεγονός» (Κ).
(2)  Χωρίς άρθρο, όπως κάλεσε αυτήν η Μάρθα με το όνομά της (β).
(3)  «Για να μην το μάθουν οι παρόντες» (Ζ). Ή, «επειδή κάθονταν εκεί δίπλα κάποιοι από τους Ιουδαίους που φθονούσαν το Χριστό επειδή θαυματουργούσε» (Κ) και καλεί αυτήν μυστικά, έτσι ώστε αυτοί «να μην τον φανερώσουν στους εχθρούς του» (Ζ). Ή, πιο σωστά, διότι η Μάρθα επιθυμούσε να δει η αδελφή της τον Ιησού ιδιαιτέρως (β) και να συνομιλήσει μαζί του κατ’ ιδίαν χωρίς να διακόπτεται στη συνομιλία αυτή από την παρουσία άλλων (ο). Πιθανώς ο ίδιος ο Ιησούς παράγγειλε αυτό στη Μάρθα (g). Οι άγιοι καλούνται στην μυστική κοινωνία με τον Κύριο με κλήση μυστική, που μεταδίδεται σε αυτούς και δεν είναι γνωστή στους άλλους. Έχουν αυτοί άρτο για φαγητό, τον οποίο ο κόσμος αγνοεί, και καλούνται σε απόλαυση χαράς, στην οποία κανείς ξένος δεν μπορεί να αναμιχθεί.
(4)  Έτσι συνήθιζαν να ονομάζουν τον Ιησού όταν μιλούσαν για αυτόν μεταξύ τους (b). Δες Ιω. α 39,ιγ 13,κ 16. Ο Διδάσκαλος είναι παρών. Αυτός του οποίου την άφιξη ποθήσαμε, ο Οποίος είναι ο καλύτερος των φίλων και έχει μέσα του άφθονα καθετί που θα αναπληρώσει τις απώλειές μας και θα μας παρηγορήσει για αυτές. Ήλθε ο Διδάσκαλος ο οποίος θα μας μάθει και με το νόμο του θα μας διδάξει (ψαλμ. 93, 12) πώς από το θλιβερό να βγάζουμε το χαρμόσυνο και από το πικρό το γλυκό.
(5)  «Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ευαγγελιστής δεν είπε πού ή πότε ή πώς ο Κύριος κάλεσε την Μαρία» (Αυ). Ή, «η Μάρθα λέει αυτό, εκλαμβάνοντας ως διαταγή και φωνή την απαραίτητη ανάγκη του πράγματος και το χρέος της παρουσίας» (Κ). Ή, πιο σωστά, είτε ο Ιησούς ξεκάθαρα διέταξε να κληθεί η Μαρία, είτε η Μάρθα με την άδειά του κάλεσε την Μαρία (b) και ο ευαγγελιστής «αποσκοπώντας να διατηρήσει την βαρύτητα της αφήγησης, άφησε να εννοηθεί η πρόσκληση αυτή από τα λόγια της Μάρθας» (Αυ). «Ο ευαγγελιστής το παρέλειψε, διότι μόνο ένα θεωρούσε σημαντικό, να πει μόνα τα αναγκαία» (Θμ).

29 Ἐκείνη ὡς ἤκουσεν, ἐγείρεται(1) ταχὺ(2) καὶ ἔρχεται(1) πρὸς αὐτόν.
29 Εκείνη, μόλις το άκουσε, σηκώθηκε γρήγορα κι έτρεξε να πάει κοντά του,
(1)  Η ζωηρή συγκίνηση της Μαρίας στο άκουσμα της είδησης αυτής απεικονίζεται στα ρήματα που εκφέρονται σε ενεστώτα (g). Υπάρχει όμως και η γραφή ηγέρθη… και ήρχετο. Πάντως η βιασύνη («ταχύ») της Μαρίας παρουσιάζει αυτήν «ότι έχει θερμό φρόνημα ευσέβειας και πολλή αγάπη σε αυτόν (τον Ιησού)» (Κ). Σπεύδει η Μαρία «από πολλή κατεξοχήν τιμή προς αυτόν» (Ζ).
(2)  Σηκώνεται από τη θέση της που καθόταν δεχόμενη τα συλλυπητήρια και τις παρηγοριές των επισκεπτών. Δες σ. 20. «Ενώ όλοι κάθονταν κοντά της και αυτή πενθούσε και θρηνούσε, δεν περίμενε να έλθει ο διδάσκαλος προς αυτήν, ούτε τήρησε την αξία, ούτε κατανικήθηκε από το πένθος… αλλά με το που άκουσε, έρχεται αμέσως προς αυτόν» (Χ). «Και που σηκώθηκε, δεν σηκώθηκε απλώς, αλλά γρήγορα» (Ω). Η Μαρία παραβιάζει τους τύπους της κατά κόσμον καλής συμπεριφοράς, εφόσον αφήνει απότομα τους επισκέπτες της και φεύγει έξω από το σπίτι. Ας μην εμποδιζόμαστε και εμείς από υποχρεώσεις ευγένειας και τιμητικών προσκλήσεων του κόσμου από το να αρπάζουμε τις σε οποιοδήποτε χρόνο ευκαιρίες για να επικοινωνήσουμε με το Χριστό.

30 Οὔπω δὲ ἐληλύθει(1) ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν κώμην, ἀλλ’ ἦν ἐν τῷ τόπῳ(2) ὅπου ὑπήντησεν αὐτῷ ἡ Μάρθα.
30 γιατί ο Ιησούς δεν είχε φτάσει ακόμα στο χωριό, αλλά βρισκόταν στον τόπο όπου τον συνάντησε η Μάρθα.
(1)  Λεπτομέρεια που υποδηλώνει, ότι αυτός που εξιστορεί το γεγονός υπήρξε αυτόπτης (F). Ο σ. χρησιμεύει για να συνδέσει τα τμήματα της διήγησης και να δείξει γιατί οι Ιουδαίοι υπέθεσαν ότι η Μαρία πήγαινε στο μνημείο του αδελφού της. Ο τάφος του Λαζάρου βρισκόταν έξω από το χωριό. Για την ταφή των νεκρών έξω από τα όρια των πόλεων και των χωριών δες Λουκ. ζ 12 (ο). Υπάρχει και η γραφή: ην έτι εν τω τόπω…
(2)  «Ήταν ακόμη εκεί… περιμένοντας αυτές, για να μην δώσει την εντύπωση ότι ορμά στο θαύμα από φιλοδοξία» (Ζ). Ήθελε αυτός μόνος μαζί με τις δύο αδελφές να επισκεφτεί τον τάφο (μ). Ο Κύριος ήθελε να αποφύγει οτιδήποτε μπορούσε να διεγείρει την προσοχή του κόσμου. Ήθελε και εδώ να ενεργήσει αθόρυβα όπως στα Ματθ. θ 30,Μάρκ. ζ 24,36. Η θέληση όμως του Πατέρα έδωσε στο θαύμα αυτό την μεγαλύτερη δυνατή λαμπρότητα (g). Δες εδώ την σπουδή και τον ζήλο του Χριστού για το έργο του. Στεκόταν έξω από την πόλη, όπου κοντά θα ήταν και ο τάφος του Λαζάρου, για να είναι έτοιμος να μεταβεί εκεί. Και δεν προτίμησε να μεταβεί στην πόλη για ανάπαυση μετά την κοπιαστική πορεία του, εφόσον είχε ακόμη έργο να επιτελέσει. Κουρασμένος όπως ήταν, παρέμεινε έξω από την πόλη και δεν μπήκε σε αυτήν για να μην προκληθεί συρροή του λαού, όταν πάλι θα έβγαινε για επίσκεψη του τάφου, και αποκτήσει έτσι το θαύμα και χαρακτήρα επίδειξης. Ο θεάνθρωπος αποφεύγει την επίδειξη, αλλά ο Πατέρας του οικονομεί έτσι τα πράγματα, ώστε το θαύμα να γίνει μπροστά στα μάτια του πλήθους.

31 Οἱ οὖν Ἰουδαῖοι(1) οἱ ὄντες μετ’ αὐτῆς ἐν τῇ οἰκίᾳ καὶπαραμυθούμενοι αὐτήν, ἰδόντες τὴν Μαρίαν ὅτι ταχέως ἀνέστη(2) καὶἐξῆλθεν, ἠκολούθησαν αὐτῇ(3), λέγοντες(4) ὅτι ὑπάγει εἰς τὸ μνημεῖον ἵνα κλαύσῃ(5) ἐκεῖ.
31 Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, που ήταν στο σπίτι και την παρηγορούσαν, όταν είδαν τη Μαρία να σηκώνεται βιαστικά και να βγαίνει από το σπίτι, την ακολούθησαν, νομίζοντας πως πηγαίνει στο μνήμα για να κλάψει εκεί.
(1)  «Για ποια αιτία ο ευαγγελιστής αφηγείται αυτό σε εμάς; Για να δείξει σε εμάς τι προκάλεσε την πολυάριθμη συρροή του λαού, όταν ο Λάζαρος αναστήθηκε» (Αυ). «Είπε την αιτία λόγω της οποίας πολλοί έτρεξαν στο μνήμα, και βρέθηκαν και έγιναν θεατές του θαύματος» (Κ).
(2)  «Δείχνει ότι έτσι έτρεξε, ώστε να τον προφθάσει που ερχόταν» (Χ). Οι Ιουδαίοι όμως που ήταν μαζί της, την αιφνίδια αυτή και ορμητική κίνηση της Μαρίας την εξέλαβαν ως έκρηξη θλίψης που την ωθούσε στον τάφο του αδελφού της.
(3)  «Την ακολουθούν μαζί, κάνοντας αυτό με εσωτερική προσταγή Θεού, έτσι ώστε να μαζευτούν ώστε να δουν το θαύμα έστω και αν δεν ήθελαν» (Κ). «Ακολούθησαν για να την συγκρατήσουν μήπως τυχόν επρόκειτο να διαπράξει κάτι κακό στον εαυτό της» (Ζ) φοβούμενοι τις συνέπειες της υπερβολικής λύπης, με σκοπό να παρηγορήσουν και να πείσουν αυτήν να γυρίσει γρήγορα στο σπίτι (ο). Όπως φαίνεται από το σ. 39 ακολούθησε μαζί και η Μάρθα.
(4)  Υπάρχει και η γραφή δόξαντες=νόμισαν.
(5)  Φανερώνει όχι το σιωπηλό (= «δάκρυσε» σ. 35) αλλά το ασυγκράτητο κλάμα. Δες Μάρκ. ε 38,Λουκ. ζ 13,Πράξ. θ 39,Ματθ. β 18 και Ιω. κ 11,13,15 (β).

32 Ἡ οὖν Μαρία ὡς ἦλθεν ὅπου ἦν ὁ Ἰησοῦς, ἰδοῦσα αὐτὸν ἔπεσεν αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας(1) λέγουσα αὐτῷ· Κύριε, εἰ ἦς ὧδε(2), οὐκ ἂν ἀπέθανέ μου(3) ὁ ἀδελφός.
32 Η Μαρία όμως, όταν ήρθε εκεί που ήταν ο Ιησούς, καθώς τον αντίκρυσε, έπεσε στα πόδια του και του έλεγε: «Κύριε, αν ήσουν εδώ, δε θα πέθαινε ο αδερφός μου».
(1)  Υπάρχει και η γραφή: προς τους πόδας. «Ήταν πιο θερμή από την αδελφή στην τιμή προς αυτόν, διότι πράγματι αυτή έπεσε στα πόδια του» (Ζ). «Δεν ντράπηκε τον όχλο, ούτε την υπόνοια που είχαν για αυτόν (διότι ήταν εκεί πολλοί και από τους εχθρούς…) αλλά απομάκρυνε όλα τα ανθρώπινα μπροστά στην παρουσία του Διδασκάλου και για ένα μόνο ενδιαφερόταν, για την τιμή στον διδάσκαλο» (Χ). Η θέση κοντά στα πόδια του Ιησού ήταν αγαπητή στη Μαρία. Δες Λουκ. ι 39,Ιω. ιβ 3(g). Η Μαρία σε παλαιότερο χρόνο κάθισε δίπλα στα πόδια του Ιησού και άκουγε το λόγο του. Τώρα κάτω από άλλες περιστάσεις βρίσκεται δίπλα στα ίδια πόδια. Εκείνοι, οι οποίοι σε ώρες ειρήνης θέτουν τους εαυτούς τους στα πόδια του Ιησού, για να διδαχτούν από αυτόν, μπορούν με εμπιστοσύνη και ελπίδα σε ημέρες δοκιμασίας και θλίψης να πέφτουν στα ίδια πόδια, βέβαιοι ότι θα βρουν ενίσχυση και άφθονους οικτιρμούς. Έπεσε η Μαρία στα πόδια του Ιησού εκδηλώνοντας την υπακοή της σε ό,τι ο Κύριος είχε ήδη κάνει και εμπιστευόμενη τον εαυτό της στην καλή του θέληση για ό,τι τώρα επρόκειτο να γίνει. Όταν είμαστε σε θλίψη πρέπει να ρίχνουμε τους εαυτούς μας στα πόδια του Χριστού με συντριβή μετάνοιας ενθυμούμενοι τις αμαρτίες μας, και με υπομονετική υποταγή στο θέλημα του Κυρίου. Η Μαρία έπεσε στα πόδια του Ιησού, μολονότι ήταν παρόντες οι Ιουδαίοι, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν εχθρικές διαθέσεις προς τον Κύριο. Δεν δοκίμασε την παραμικρή ντροπή εκδηλώνοντας τον σεβασμό της προς τον Διδάσκαλο, ούτε φοβήθηκε μήπως δυσαρεστήσει αυτούς που ήλθαν για παρηγοριά της. Δουλεύουμε σε έναν Κύριο, τον οποίο δεν έχουμε κανέναν λόγο να ντρεπόμαστε, και ο οποίος δέχεται με τόση καλή διάθεση τις ταπεινές μας υπηρεσίες, ώστε αξίζει για την ευμένεια αυτή να μην λογαριάζουμε καμία αποδοκιμασία ή δυσμένεια εκ μέρους των ανθρώπων.
(2)  Επαναλαμβάνει τα ίδια ακριβώς λόγια, τα οποία και στο σ. 21 η Μάρθα. Καθόλου παράδοξο, όταν σκεφτούμε, ότι και οι δύο αδελφές είχαν εκφράσει το ίδιο αίσθημα πολλές φορές, εκδηλώνοντας την λύπη τους για την απουσία του Ιησού κατά την ασθένεια του Λαζάρου (ο).
(3)  Η σφοδρότητα του αισθήματος της Μαρίας φανερώνεται και στην με περισσότερο πάθος (σε σχέση με την Μάρθα) έκφρασή της: ἀπέθανέ μου ὁ ἀδελφός (κ). Το ότι προηγείται η αντωνυμία πριν το αδελφός και μάλιστα σύμφωνα με την Αλεξανδρινή γραφή πριν το απέθανε, παρουσιάζει την Μαρία να αισθάνεται, ότι ένα τμήμα του εαυτού της αποχωρίστηκε με το θάνατο του Λαζάρου (g). Ο σ. αυτός παρουσιάζει «την Μαρία μεθυσμένη από τη λύπη» (Κ), και να εκδηλώνει ευαισθησία παραδομένη, χωρίς το ελάχιστο ίχνος αντίδρασης στο αίσθημα που την απορροφά, αντίθετα με την Μάρθα, η οποία παρουσιάστηκε να έχει φύση πρακτική και γεμάτη ελαστικότητα, ικανή να αντιδρά με ενεργητικότητα σε καταπιεστικό συναίσθημα. Πόση αλήθεια σε κάθε χαρακτηριστικό αυτής της εικόνας!(g). «Η Μαρία έχει πιο αισθηματική ψυχή, ενώ η Μάρθα είναι μεν μεθυσμένη από το πάθος (της λύπης), αλλά το υπομένει πιο γενναία» (Κ).

33 Ἰησοῦς οὖν(1) ὡς εἶδεν αὐτὴν κλαίουσαν(2) καὶ τοὺς συνελθόντας αὐτῇ Ἰουδαίους κλαίοντας(2), ἐνεβριμήσατο(3) τῷ πνεύματι(4) καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν(5),
33 Ο Ιησούς, όταν την είδε να κλαίει, να κλαίνε κι οι Ιουδαίοι που είχαν έρθει μαζί της, λυπήθηκε βαθιά και ταράχτηκε.
(1)  Ο σύνδεσμος αυτός (οὖν) δηλώνει σχέση αιτιότητας μεταξύ της λύπης της Μαρίας και αυτών που την συνόδευαν και της έκτακτης συγκίνησης, από την οποία κυριεύεται ο Ιησούς. Η σχέση αυτή δηλώνεται επίσης και με τις λέξεις «ὡς εἶδεν», όπως και με την επανάληψη της μετοχής «κλαίουσαν» «κλαίοντας» σαν επωδό στο τέλος κάθε μίας από τις δύο προτάσεις (g).
(2)  «Επειδή ο Χριστός δεν ήταν μόνο Θεός από τη φύση του, αλλά και άνθρωπος, πάσχει μαζί με τους άλλους το ανθρώπινο» (Κ). Κινείται «η ανθρώπινη φύση μέσα του σε συμπάθεια· διότι το να βλέπουν άλλους να δακρύζουν ερεθίζει τους φιλάνθρωπους σε οίκτο» (Ζ).
(3)  Στους Ο΄ το εμβριμώμαι σημαίνει δείχνω αγανάκτηση (Δαν. ια 30 σύμφωνα με τον κώδικα Chisianus) και η λέξη εμβρίμημα χρησιμοποιείται για την οργή του Ιεχωβά στο Θρήνοι Ιερεμίου β 6. Στο Μάρκ. ιδ 5 («ἐνεβριμῶντο αὐτῇ») το ρήμα έχει ομοίως την ιδέα της αγανάκτησης (β). Και στα χωρία Ματθ. θ 30 και Μάρκ. α 43 μπορεί να εφαρμοστεί η έννοια αυτή, διότι και σε αυτά η λέξη σημαίνει τον αυστηρό τόνο της απειλής, με την οποία ο Κύριος συνοδεύει την προσταγή του (g). Εδώ το όλο χωρίο προξένησε δυσκολίες στους ερμηνευτές. Οι κυριότερες ερμηνείες:
Ή, δηλώνει την εσωτερική συγκίνηση του Ιησού· και οι 3 περιπτώσεις, στις οποίες η σπάνια αυτή λέξη εφαρμόζεται στον Ιησού (Μάρκ. α 43,Ματθ. θ 30,Ιω. ια 33,38), υπήρξαν περιπτώσεις έντονης συγκίνησης του Ιησού. Και το ρήμα εμβριμώμαι μπορεί καλά να εκφράζει το φυσικό αποτέλεσμα της ισχυρής συγκίνησης στη φωνή του. Πιθανώς η καλύτερη μετάφραση της φράσης θα ήταν «αναστέναξε βαριά με το πνεύμα» (β), κυριεύτηκε από λύπη (Lucke), στέναξε βαθιά (Ewald).
Ή, με την έννοια του συγκινήθηκε με αγανάκτηση· αγανάκτησε με θεία οργή. Η αιτία της ιερής αυτής αγανάκτησης υπήρξε πιθανώς πολυσύνθετη. Οργιζόταν εναντίον του θανάτου, ο οποίος προκαλούσε τόσο μεγάλη θλίψη και επιπλέον εναντίον της κακεντρέχειας των Ιουδαίων, οι οποίοι αν και συγκινημένοι τώρα, επρόκειτο μετά από λίγο με αφορμή την ανάσταση του Λαζάρου να σκληρύνουν και να ετοιμάσουν το θάνατό του (F).
Ή, αγανάκτησε διότι από τη μία οι λυγμοί αυτών που ήταν γύρω του τόν παρορμούσαν στο να αναστήσει τον φίλο του, αλλά από την άλλη αντιλαμβανόταν, ότι πράττοντας αυτό υπέγραφε την σε θάνατο καταδικαστική του απόφαση. Μία μερίδα από εκείνους ακριβώς, των οποίων οι λυγμοί τον ανάγκαζαν τώρα να ενεργήσει, επρόκειτο να είναι μεταξύ εκείνων, οι οποίοι θα του αφαιρούσαν τη ζωή διότι νίκησε το θάνατο (g).
Ή, πιο σωστά «μαλώνει κατά κάποιο τρόπο την ίδια του τη σάρκα» (Κ). «Όταν άρχιζε να ενεργοποιείται μέσα του η λύπη και η αγία σάρκα του να κάνει νεύμα στο δάκρυ» (Κ), «μάλωσε το πάθος αναχαιτίζοντας αυτό, έριξε ένα δριμύ και αυστηρό βλέμμα στην ταραχή, για να μην κάνει την ερώτηση με δάκρυα» (Ζ), «βεβαιώνοντας από τη μία ότι ήταν άνθρωπος αληθινά και όχι κατά φαντασίαν, και διδάσκοντάς μας από την άλλη και βάζοντας όρια και μέτρα στη λύπη και στην απουσία λύπης. Διότι και η έλλειψη συμπάθειας και η απουσία δακρύων είναι θηριώδες, και τα πολλά δάκρυα και η αγάπη στους θρήνους και η πολλή λύπη είναι γυναικώδες» (Θφ).
(4)   Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία «με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος» (Κ), όπως κάποιοι «ερμηνεύουν ότι με τη λέξη πνεύμα εννοείται η θεότητά του, ότι μάλωσε την ανθρώπινη φύση με τη θεότητα» (Ζ).
Ή, «πνεύμα εδώ εννοείται το πάθος της σύγχυσης» (Ζ)· το αδιάβλητο (ακατηγόρητο) πάθος της εσωτερικής σφοδρής συγκίνησης.
Ή, πιο σωστά, «το ίδιο του το πνεύμα» (Κ)· η λογική ψυχή ως έδρα, με την οποία κάποιος πράττει ή πάσχει κάτι (G). Δες και ιβ 27· («η ψυχή μου έχει ταραχτεί») και στο ιγ 21 («ο Ιησούς ταράχτηκε στο πνεύμα του»). Παραθέτοντας τα χωρία αυτά διαπιστώνουμε, ότι δεν είναι εύκολη η διάκριση ανάμεσα στη χρήση των όρων ψυχή και πνεύμα. Σε κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές η ψυχή του Ιησού ταράχτηκε (β). Πιθανώς προτιμά τον όρο πνεύμα «για δήλωση εσωτερικής λύπης που αντιτίθεται στην πιο εξωτερική εκδήλωσή της, η οποία έγινε στον τάφο» (ο).
(5)  Ή, η σάρκα του «μη μπορώντας να αντέξει την ενέργεια της ενωμένης με αυτήν θεότητας, τρέμει και παίρνει της μορφή της ταραχής» (Κ), «φοβούμενη την επίπληξη» (Ζ) της θεότητας.
Ή, κυριεύτηκε από σφοδρή λύπη (G).
Ή, πιο σωστά «κούνησε δυνατά· διότι συμβαίνει να τινάζονται τα ανώτερα μέρη του σώματος αυτών που έτσι συγκρατούνται» (Ζ). Υποδηλώνει την ενεργητική αντίδραση με την οποία ο Ιησούς αποτίναξε από πάνω του την συγκίνηση, η οποία προς στιγμήν τον κυρίευσε και ανέκτησε την πλήρη κυριαρχία του εαυτού του (g) «και συγκρατεί τη λύπη» (αμ), «ώστε να μην γίνει με κλάμα η ερώτηση» (Θφ). «Αυτά δεν είναι γνωρίσματα ούτε της σάρκας που δεν έχει νόηση, ούτε της θεότητας που δεν μεταβάλλεται, αλλά της ψυχής, που έχει νόηση και λυπάται και ταράζεται και αγωνιά και νοερά αισθάνεται το πάθος» (Α). Ο Κύριος είχε όλα τα αδιάβλητα πάθη και τις συγκινήσεις της ανθρώπινης φύσης, διότι «όφειλε να ομοιωθεί σε όλα με τους ανθρώπους». Αλλά είχε τέλεια και απόλυτη κυριαρχία πάνω σε αυτά τα πάθη.

34 καὶ(1) εἶπε(2)· ποῦ τεθείκατε αὐτόν(3); Λέγουσιν αὐτῷ· Κύριε, ἔρχου καὶ ἴδε(4).
34 «Πού τον έχετε βάλει;» τους ρώτησε. Του λένε: «Κύριε, έλα και δες».
(1)  Τα αλλεπάλληλα «και» παρουσιάζουν τον εσωτερικό σύνδεσμο των διαφόρων αυτών συγκινήσεων, οι οποίες διαδέχονται η μία τις άλλες τόσο αστραπιαία στο εσωτερικό του Ιησού (g).
(2)  «Συγκράτησε την ταραχή και έτσι ρωτά, ώστε να μην γίνει με κλάμα η ερώτηση» (Χ).
(3)  Ή «δεν ρωτά επειδή αγνοούσε· διότι αυτός που ήταν σε άλλο τόπο και ήξερε ότι πέθανε, πώς αγνοούσε το μνήμα;… Από συγκατάβαση λοιπόν είπε και αυτό, τραβώντας με το λόγο πολλούς στον τόπο και κάνει πως αγνοεί, χωρίς καθόλου να αρνείται την φτώχεια της ανθρώπινης φύσης αυτός που είναι από τη φύση του Θεός και ξέρει τα πάντα… Και το ότι ρωτά δεν συνεπάγεται καμία άγνοια για αυτόν που έγινε άνθρωπος σαν εμάς για χάρη μας» (Κ).
Ή, «ως άνθρωπος μεν ρωτά και δακρύζει και τα άλλα κάνει, όσα βεβαιώνουν ότι είναι άνθρωπος· ως Θεός όμως, ανασταίνει τον τετραήμερο… και ενεργεί τα υπόλοιπα, όσα μαρτυρούν, ότι είναι Θεός. Διότι θέλει να γίνουν γνωστές και οι δύο του φύσεις και για αυτό παρουσιάζει τα μεν με τρόπο που αρμόζει σε άνθρωπο, τα δε με τρόπο που αρμόζει σε Θεό» (Ζ).
(4)  Δες α 39.

35 (1)Ἐδάκρυσεν(2) ὁ Ἰησοῦς(3).
35 Τότε ο Ιησούς δάκρυσε.
(1)  Ο συντομότερος από τους στίχους της Βίβλου, αλλά που εκφράζει τόμους ολόκληρους ως προς τις ανθρώπινες συμπάθειες του Ιησού (ο). Διδασκόμαστε από αυτόν, ότι ο Χριστός ήταν πραγματικά και αληθινά άνθρωπος και μαζί με τα παιδιά του κοινώνησε και μετείχε όχι μόνο στη σάρκα και το αίμα τους, αλλά και στην ψυχή που είναι επιδεκτική της χαράς και της λύπης και στα άλλα ανθρώπινα συναισθήματα. Ο Χριστός απέδειξε την ανθρώπινη φύση του και δάκρυσε και με τις δύο έννοιες της λέξης. Δηλαδή ως άνθρωπος μπορούσε να δακρύσει και ως ευαίσθητος και πονετικός άνθρωπος έπρεπε να δακρύσει προτού αποδείξει και την θεότητά του. Πόσο ο Θεός της αγάπης συμπαθεί τους πόνους και τα δάκρυα των τέκνων του στη γη δεν θα το ξέραμε τόσο σαφώς ούτε θα το πληροφορούμασταν τόσο πολύ, εάν ο Υιός του δεν έπαιρνε και σάρκα ανθρώπινη. Τα δάκρυα των ανθρώπων τον συγκινούσαν αμέσως, όπως και οι αθλιότητές τους τον έφεραν από τον ουρανό στη γη. Τα αυτιά του υπήρξαν και είναι πάντοτε ανοιχτά για να ακούνε τους στεναγμούς τους και ο ήχος των θρήνων τους βρίσκει αμέσως απήχηση στην καρδιά του.
(2)  «Ο ευαγγελιστής τονίζει συνέχεια με τόση επιμονή και λέει ότι δάκρυσε και ότι συγκινήθηκε, για να μάθεις, ότι αληθινά ντύθηκε την φύση μας» (Χ).
«Επειδή δηλαδή λέει μεγάλα σχετικά με αυτόν περισσότερο από τους άλλους ευαγγελιστές, και στα σωματικά μιλά πολύ ταπεινότερα. Για αυτό και στο πένθος λέει ότι ήταν πολύ ανθρώπινος, φανερώνοντας από αυτό την αλήθεια της ενανθρώπησης» (Σχ). Δάκρυσε, σε αντίθεση με την χρήση του ρήματος κλαίω που χρησιμοποιήθηκε πριν. Δεν ξέσπασε σε λυγμούς και θρήνους, αλλά απλώς δάκρυσε.
«Δακρύζει μόνο και αμέσως συγκρατεί το δάκρυ, για να μην δώσει την εντύπωση ότι είναι κανένας ωμός και απάνθρωπος, και εμάς στις ίδιες περιπτώσεις μάς διδάσκει να μην παραλύουμε ψυχικά για τους πεθαμένους. Διότι το μεν (δάκρυ) είναι αποτέλεσμα συμπάθειας· ενώ το άλλο είναι γυναικείο και άνανδρο» (Κ).
«Δάκρυσε, αποφεύγοντας από τη μία την έλλειψη συμπάθειας και τη θηριωδία και αρνούμενος από την άλλη ως αγένεια την αγάπη στη λύπη και το πολύ κλάμα. Διότι με το να δακρύσει για τον φίλο ο ίδιος και φανέρωσε την κοινωνικότητα της ανθρώπινης φύσης και μας απάλλαξε από τις ακρότητες προς το ένα και το άλλο, μη επιτρέποντας ούτε να εκθηλυνόμαστε μπροστά στα πάθη, ούτε να γινόμαστε αναίσθητοι μπροστά στα λυπηρά» (Β).
Πουθενά δεν αναφέρεται ότι ο Κύριος γέλασε ποτέ. Αντιθέτως όμως περισσότερες από μία φορές βλέπουμε αυτόν να κλαίει. Έτσι δείχνει ότι το πένθος συμβιβάζεται με την αγάπη προς το Θεό και ότι αυτοί που σπέρνουν με το Πνεύμα καλούνται συχνά να σπείρουν και με δάκρυα. Τα δάκρυα της συμπάθειας αρμόζουν στους Χριστιανούς και κάνουν αυτούς όμοιους με το Χριστό. Είναι ανακούφιση για τους θλιμμένους να έχουν στο πλευρό τους τούς φίλους να συμπονούν και να συμπενθούν.
(3)  Γιατί δάκρυσε;
Ή «δάκρυσε σπλαχνιζόμενος όλη την ανθρώπινη φύση… συλλογιζόμενος ότι όλη η ανθρωπότητα υποτάχτηκε στο θάνατο, πέφτοντας δίκαια σε αυτού του είδους την τιμωρία» (Κ).
Ή, ο Ιησούς δοκιμάζει τρυφερή συμπάθεια για τη λύπη, η οποία καταπλημμύρησε την καρδιά του φίλου του κατά τη στιγμή του σκληρού χωρισμού, και για την θλίψη την οποία δοκίμαζαν κατά την ώρα εκείνη οι δύο αδελφές (g). Το ερώτημα που μερικές φορές μπαίνει, γιατί ο Κύριος δάκρυσε, από τη στιγμή που επρόκειτο να αναστήσει από τον τάφο τον φίλο του, προδίδει τόσο λίγη συμπάθεια προς τη θλιβερή αυτή σκηνή, ώστε μόλις είναι ανάγκη να δοθεί σε αυτό απάντηση (ο).
Οι θλιβόμενοι ανάμεσα στους Χριστιανούς δεν θα μπορούσαν να σταματήσουν τα δάκρυά τους, εάν γνώριζαν ότι ο Χριστός δεν έχυσε ποτέ δάκρυα και δεν θα παρηγορούνταν από τα γεμάτα συμπάθεια λόγια του «Μην κλαις», εάν αγνοούσαν τα αναφερόμενα εδώ λόγια «ο Ιησούς δάκρυσε». Τι συμπάθεια προς τους ανθρώπους δείχνουν τα λόγια αυτά για τον Λυτρωτή! Εμφανίζεται με αυτό το «δάκρυσε», άνθρωπος με όλη την ανθρώπινη συμπάθεια, που συμπονά μαζί μας, κλαίει μαζί μας, συλλυπείται στις θλίψεις μας και αναμιγνύει μαζί με τα δικά μας και τα δικά του δάκρυα. Πόσο αληθινά, πόσο πραγματικά, αλλά και πόσο παρηγορητικά είναι τα θεόπνευστα λόγια της προς Εβραίους επιστολής: «Διότι δεν έχουμε αρχιερέα που δεν μπορεί να συμπαθήσει τις ασθένειές μας, αλλά επειδή έπαθε αυτός πειραζόμενος, μπορεί να βοηθήσει αυτούς που πειράζονται».

36 Ἔλεγον οὖν(1) οἱ Ἰουδαῖοι· ἴδε πῶς ἐφίλει αὐτόν(2)·
36 «Δες πόσο τον αγαπούσε!» έλεγαν οι Ιουδαίοι.
(1)  «Βλέποντάς τον που δάκρυσε» (Ζ)
(2)  Το μέγεθος της αγάπης του διαπιστωνόταν από το μέγεθος της θλίψης του. Φαίνεται επίσης από εδώ, ότι πρέπει να δάκρυσε για κάποια λεπτά, ώστε έτσι να δοθεί ευκαιρία για τις παρατηρήσεις που έγιναν από τους Ιουδαίους που θαύμαζαν (ο). Είναι πρέπον και εμείς να δείχνουμε την αγάπη μας προς τους φίλους μας και στη ζωή και στο θάνατο. Και είναι φυσικό να λυπόμαστε για τους αδελφούς μας, που κοιμούνται εν Χριστώ ως πρόσωπα γεμάτα αγάπη για αυτούς, αν και όχι χωρίς ελπίδα. Είναι πρέπον να κλαίμε για αυτούς όπως οι άνδρες οι ευλαβείς, οι οποίοι έθαψαν τον Στέφανο (Πράξ. η 2). Πάντοτε όμως πρέπει να θυμόμαστε, ότι αυτοί που κοιμήθηκαν εν Χριστώ έχουν μεταβεί από το θάνατο στη ζωή, για να μην λυπόμαστε και εμείς, «όπως και οι υπόλοιποι οι οποίοι δεν έχουν ελπίδα».

37 τινὲς δὲ(1) ἐξ αὐτῶν εἶπον(2)· οὐκ ἠδύνατο οὗτος(3), ὁ ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς(4) τοῦ τυφλοῦ(5), ποιῆσαι ἵνα καὶ οὗτος μὴ ἀποθάνῃ(6);
37 «Δε θα μπορούσε αυτός, που άνοιξε τα μάτια του τυφλού, να κάνει κάτι, ώστε κι αυτός εδώ να μην πεθάνει;» έλεγαν μερικοί απ’ αυτούς.
(1)  Αντιθετικός σύνδεσμος=αλλά. Αυτοί που αναφέρονται σε αυτόν τον σ. αποτελούν τάξη προσώπων διαφορετική από εκείνη, η οποία μίλησε παραπάνω με συμπάθεια για την αγάπη του Ιησού προς τον Λάζαρο. Αυτοί έχουν αρνητικές διαθέσεις προς τον Ιησού. Η παρουσία τους όμως πρόσθεσε στην αξιοπιστία του θαύματος (ο).
(2)  «Τον κοροϊδεύουν για αδυναμία και μιλάνε ειρωνικά» (Ζ)· «το λένε αυτό σαν να χαίρονται που βλέπουν κατά κάποιο τρόπο να εξασθενεί η δόξα του» (Κ).
(3)  Η έννοια των λόγων αυτών: «Είναι σαν να λένε το εξής. Πού είναι η δύναμή σου θαυματουργέ; Διότι να, παρόλο που δε το θέλεις εσύ, πέθανε ο αγαπημένος από σένα. Διότι το ότι τον αγαπούσες φαίνεται από το γεγονός ότι δακρύζεις. Εάν λοιπόν το θαύμα του τυφλού προερχόταν από τη δική σου δύναμη, μπορούσες και το θάνατο να σταματήσεις» (Κ). «Και δεν αποδεικνύονται μόνο από αυτό ότι ήταν όλοι διεφθαρμένοι, αλλά και από το ότι, πριν ακόμη έλθει και πριν δείξει την δύναμή του, τον κατηγορούν εκ των προτέρων και δεν περιμένουν το τέλος του πράγματος» (Χ).
(4)  «Από αυτά που έπρεπε να θαυμάζουν τη δύναμή του, από αυτά τον κατηγορούν. Κατ’ αρχήν ομολογούν ότι άνοιξε τα μάτια του τυφλού και ενώ πρέπει να τον θαυμάζουν για εκείνο, από αυτό [το ότι δηλαδή δεν πρόλαβε το θάνατο του Λαζάρου] συκοφαντούν και εκείνο, σαν να μην συνέβη» (Χ).
(5)  Αναφέρονται στο θαύμα του τυφλού, επειδή αυτό ήταν πρόσφατο και πολύ γνωστό από την εξέταση που έγινε για αυτό και από την ερεθιστική επίδραση, που είχε πάνω στους Φαρισαίους και άρχοντες των Ιουδαίων. Στις νεκραναστάσεις της Ναΐν και της κόρης του Ιαείρου, οι οποίες συνέβησαν στην Γαλιλαία, δεν δινόταν μεγάλη σημασία από τους Ιεροσολυμίτες, οι οποίοι ίσως θεωρούσαν αυτές ως θρύλους ή επινοήσεις των μαθητών (ο). Εάν η αφήγηση της ανάστασης του Λαζάρου ήταν επινόηση, ο επινοητής θα ήταν πολύ δύσκολο να αντισταθεί στο να αναφερθεί στις νεκραναστάσεις στη Γαλιλαία που εξιστορούνται στα Μάρκ. ε 35 και Λουκ. ζ 11 (β).
(6)  Δεν σκέφτονται, ότι η θεία δύναμη διευθύνεται πάντοτε στις ενέργειές της από τη θεία σοφία, η οποία δεν ενεργεί σύμφωνα με τις επισφαλείς βουλές των ανθρώπων, αλλά σύμφωνα με τις πάνσοφες θείες βουλές. Εάν λοιπόν οι φίλοι του Χριστού, που αγαπιούνται από αυτόν, πεθαίνουν, εάν η εκκλησία του, υπέρ της οποίας θυσιάστηκε, διώκεται και θλίβεται, δεν πρέπει να αποδίδουμε αυτά σε κάποια αδυναμία του Κυρίου ή σε έλλειψη ενδιαφέροντος και αγάπης εκ μέρους του, αλλά στο ότι αποβλέπει στην ωφέλεια των μελών της εκκλησίας που πεθαίνουν και διώκονται.

38 Ἰησοῦς οὖν, πάλιν ἐμβριμώμενος(1) ἐν ἑαυτῷ(2), ἔρχεται εἰς τὸμνημεῖον· ἦν δὲ σπήλαιον(3), καὶ λίθος ἐπέκειτο ἐπ’ αὐτῷ(4).
38 Ο Ιησούς, ταραγμένος πάλι και θλιμμένος μέσα του, έρχεται στο μνήμα. Αυτό ήταν μια σπηλιά, που την είσοδό της την έφραζε μια μεγάλη πέτρα.
(1)  Ή, αγανακτώντας εναντίον της κακεντρέχειας που εκδήλωσαν οι Ιουδαίοι (g). Ή, επειδή συγκινήθηκε εσωτερικά περισσότερο και κατέληξε από δάκρυα σε στεναγμούς και λυγμούς, προσεγγίζοντας στο μνήμα του πεθαμένου φίλου του (ο,β).
Ή, πιο σωστά, «πάλι μαλώνει το πάθος» (Χ) «και πιο άγρια επέπληξε τη λύπη, και το δάκρυ που επρόκειτο να χυθεί από τη λύπη» (Κ), «το εμπόδισε να πέσει χωρίς μέτρο» (Ζ). «Πάλι λοιπόν μαλώνει το πάθος, για να μάθουμε ότι έγινε άνθρωπος χωρίς αλλοίωση, όπως εμείς» (Ω). Αξιοσημείωτη η παρατήρηση του Θεοφυλάκτου: Ο Ιωάννης «επειδή περισσότερο από όλους τους ευαγγελιστές λέει υψηλότερα πράγματα για τον Κύριο και θεολογεί κάποια μεγάλα, για αυτό και στα σωματικά μιλά πολύ ταπεινότερα… Διότι όπως ακριβώς ο Λουκάς από την αγωνία και τον θρόμβο και τον ιδρώτα, έτσι και αυτός από το πένθος πιστοποιεί, ότι αληθινά φόρεσε σάρκα» (Θφ).
(2)  Δηλώνει την εσωτερική προσπάθεια και «την ταραχή του σώματος την κρυμμένη… Και αυτό φανερώνει εδώ το ενεβριμήσατο, αντί να πει δηλαδή: με σχηματισμό του σώματος φανέρωνε την κρυμμένη ταραχή» (Κ).
«Όταν ήταν μακριά από το μνήμα επέπληξε το πνεύμα. Όταν όμως πλησιάζει τον νεκρό, δεν επιπλήττει πλέον το πνεύμα του, αλλά συγκρατεί μέσα του την επίπληξη» (Ω).
(3)  «Διότι τοποθετήθηκε σε κάποιο μνήμα που δεν είχε χτιστεί αλλά είχε σκαφτεί στο βράχο» (Ω). Ο τάφος ήταν σπηλιά ανοιγμένη στο βράχο είτε οριζόντια είτε κάθετα. Στην πρώτη περίπτωση η πέτρα ήταν από πάνω, όπως και στα δικά μας συνηθισμένα μνήματα, σκεπάζοντας σαν κάλυμμα το στόμιο του τάφου. Στην δεύτερη περίπτωση η πέτρα ήταν στημένη και γερμένη σαν πόρτα μπροστά στο άνοιγμα του τάφου, ενώ ο νεκρός τοποθετούνταν σχεδόν όρθιος. Γύρω από την Ιερουσαλήμ διασώζονται μέχρι σήμερα πολυάριθμοι τάφοι και των δύο μορφών. Εάν ο τάφος, που δείχνεται σήμερα ως ο τάφος του Λαζάρου, είναι πράγματι αυτός –ο Robinson αμφισβήτησε αυτό σοβαρά- πρόκειται για τάφο που ήταν κάθετα ανοιγμένος στο βράχο, στον οποίο κατεβαίνει κάποιος με στενή σκάλα 26 σκαλιών (g).
(4)  Δες Ιω. κ 1,Μάρκ. ιε 46,Ματθ. κζ 60,Λουκ. κδ 2. Ο λίθος ήταν βαρύς, για να προφυλάσσει τον νεκρό στον τάφο από τα άγρια ζώα που τη νύχτα από έξω επιζητούσαν λεία.

39 Λέγει ὁ Ἰησοῦς· ἄρατε τὸν λίθον(1). Λέγει αὐτῷ ἡ ἀδελφὴ τοῦτεθνηκότος(2) Μάρθα· Κύριε, ἤδη ὄζει(3)· τεταρταῖος(4) γάρ ἐστι.
39 «Βγάλτε την πέτρα», λέει ο Ιησούς. Του λέει η Μάρθα, η αδερφή του νεκρού: «Κύριε, τώρα πια θα μυρίζει άσχημα, γιατί είναι τέσσερις μέρες στο μνήμα».
(1)  «Δεν αποκύλισε τον λίθο από μόνος του… διδάσκοντας ότι είναι περιττό να κάνει κάποιος θαύματα στα μη αναγκαία» (Κ). «Γιατί τέλος πάντων δεν τον κάλεσε απών… ή μάλλον γιατί δεν τον ανάστησε ενώ ο λίθος βρισκόταν πάνω στον τάφο;… Για να κάνει αυτούς τους ίδιους μάρτυρες του θαύματος, για να μην λένε αυτό, το οποίο είπαν και για τον τυφλό, ότι δηλαδή «αυτός είναι· δεν είναι αυτός»» (Χ). Το ίδιο ρήμα αίρω, χρησιμοποιείται και για τον λίθο του τάφου του Κυρίου (δες κ 1). Η προστακτική του αορίστου εκφράζει εξουσιαστική εντολή (β). Διέταξε να απομακρύνουν τον λίθο, για να μπορούν όλοι οι παρόντες να δουν το νεκρό σώμα να βρίσκεται στον τάφο και έτσι, όταν ο Λάζαρος θα έβγαινε ζωντανός από τον τάφο, να διαπιστώσουν, ότι ήταν αυτός ο ίδιος ο νεκρός που ζωοποιήθηκε και όχι φάντασμα ή κάποια σκιά. Ζήτησε λοιπόν άλλοι να απομακρύνουν τον λίθο, για να υπάρχουν μάρτυρες, οι οποίοι και από την δυσωδία, την οποία θα είχε ο νεκρός, θα επιβεβαίωναν το θαύμα που ακολούθησε.
(2)  Υπάρχει και η γραφή: του τετελευτηκότος. «Επειδή τιμούσε πολύ το Χριστό, είπε το Βρωμάει πλέον, για να μην αηδιάσει από την δυσωδία του νεκρού ή το λέει αυτό σαν ντροπή. Διότι σπεύδουν οι συγγενείς των νεκρών, πριν το σώμα αποκτήσει δυσωδία, να το κατακρύψουν στη γη, ντρεπόμενοι τους ζωντανούς και θεωρώντας ατιμία του νεκρού το να τον σιχαίνονται κάποιοι» (Κ). Με τη φράση καθορίζεται η αιτία του ζωηρότατου αισθήματος αυτόματης φρίκης που προκαλείται από τη φύση και από το δεσμό της συγγένειας (b).
(3)  Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία: «Και επομένως είναι αδύνατον να αναστηθεί αυτός αφού έχει αρχίσει η αποσύνθεση» (Ζ). «Δικαιολογημένα επομένως έλεγα, ότι η γυναίκα δεν καταλάβαινε τίποτα από αυτά που είπε ο Χριστός, ότι και αν πεθάνει θα ζήσει» (Χ).
Ή, πιο σωστά «δεν είναι καθόλου θαυμαστό αν, ενώ ομολόγησε την πίστη, πάλι κλυδωνίζεται από ολιγοπιστία εξαιτίας της υπερβολής του θαύματος» (Κ). Η Μάρθα είχε πιστέψει. Αλλά σημειώθηκε σε αυτήν μία πάλη μεταξύ λογικού και φυσικής αγάπης από τη μία και πίστης από την άλλη (b). Το (όζει) είναι λέξη από αυτές που λέγονται μοναδική φορά στην Κ.Δ.. Αναφέρεται στη δυσοσμία που αναδίδεται από το πτώμα που αποσυντίθεται. Έτσι και στο Εξόδου η 14 λέγεται για την δυσωδία από τους νεκρούς βατράχους. Προκλήθηκε ζήτημα, εάν η Μάρθα εικάζει, ότι ο νεκρός μυρίζει από το ότι ήταν ήδη τετραήμερος, ή διαπίστωσε αυτό από προσωπική αντίληψη. Οι λέξεις που ακολουθούν «διότι είναι τεσσάρων ημερών» δηλώνουν την αιτία της δυσοσμίας και όχι απόδειξη του ότι οι φροντίδες των αδελφών δεν μπόρεσαν να προλάβουν την αποσύνθεση του νεκρού. Σύμφωνα με τη συνήθεια που επικρατούσε στους Ιουδαίους αλείφονταν οι νεκροί με μύρα και άλλα ευώδη μίγματα, με αυτά όμως δεν γινόταν δυνατόν να προληφθεί για πολύ χρόνο η αποσύνθεση. Ο σ. 44 δείχνει ότι ο Λάζαρος είχε τα μέλη δεμένα όπως και οι υπόλοιποι νεκροί, το οποίο καθιστά πιθανό ότι και είχε αρωματιστεί (g). Επιπλέον όπως μπορεί να βγει ως συμπέρασμα από το σ. 31 οι αδελφές επισκέπτονταν στο μεταξύ τον τάφο του αδελφού τους. Η ιδέα, την οποία εισηγήθηκε ο Olshausen, ότι εάν η αποσύνθεση είχε ήδη αρχίσει, το θαύμα θα έπαιρνε τερατώδη χαρακτήρα, είναι χωρίς κάποια σοβαρότητα. Η παντοδύναμη φωνή, που με απλό πρόσταγμα ανάστησε το Λάζαρο, σε τι δεν θα μπορούσε να αποκαταστήσει και το σώμα του από την αποσύνθεση σε ακμή και σε πλήρη υγεία; (ο).
(4)  Λέξη που λέγεται μοναδική φορά.

40 Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· οὐκ εἶπόν σοι(1) ὅτι ἐὰν πιστεύσῃς(2), ὄψει τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ(3);
40 Της λέει ο Ιησούς: «Δε σου είπα πως, αν πιστέψεις, θα δεις τη δύναμη του Θεού;»
(1)  Κάποιοι από τους ερμηνευτές υπέθεσαν ότι υπαινίσσεται ο Κύριος την στο σ. 4 παρατήρηση στους μαθητές για τη δόξα του Θεού με το θαύμα, την οποία θα διαβίβασε ασφαλώς ο απεσταλμένος στις αδελφές (έτσι λέει ο g). Αλλά οι λόγοι στο σ. 4 λέχθηκαν στην Περαία στους μαθητές και καμία ένδειξη δεν έχουμε από το κείμενο, ότι διαβιβάστηκαν και στη Μάρθα. Πιο πιθανό φαίνεται, ότι ο Ιησούς αναφέρεται στα λόγια στους σ. 25-27, όπου αυτή διακήρυξε την πίστη της σε αυτόν ως το Χριστό. Σε τέτοιου είδους ομολογίες αλλού (δες α 51) ανταποκρίνεται ο Χριστός με ευλογία, στην οποία υπόσχεται στον πιστό να δει την έλευση του υιού του ανθρώπου με δόξα. Είναι πιθανόν μία τέτοια υπόσχεση, παρόλο που δεν αναφέρεται από τον ευαγγελιστή, να έδωσε ο Κύριος και στη Μαρία (β).
(2)  «Της θυμίζει αυτά που της είπε, σχεδόν μαλώνοντάς την, σαν να τα λησμόνησε» (Χ).
(3)  «Αποφεύγοντας την κενοδοξία ο Χριστός δεν είπε Θα δεις την δόξα μου, αλλά του Θεού, και είναι δόξα του Θεού το να ανασταίνει νεκρό» (Κ)· την από την ανάσταση του Λαζάρου δόξα του Θεού, ο οποίος «μπορεί να αναστήσει και αυτόν που βρωμάει και είναι νεκρός τέσσερις ημέρες» (Αυ). Του Θεού η δόξα ή η μεγαλειότητα θα εκδηλωνόταν με την θαυμαστή δύναμη του Ιησού πάνω στο θάνατο και με την αλήθεια που θα αποδεικνυόταν και επιβεβαιωνόταν από το θαύμα αυτό, ότι ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής και κάθε πνευματικής ανάστασης (μ). Το θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου όμως θα έβλεπαν τώρα και πολλοί από τους μη πιστούς, οι οποίοι όμως δεν θα κατανοούσαν την βαθύτερη έννοια και σημασία του. Μόνο αυτός που πιστεύει στον Ιησού θα μπορούσε να δει την εσωτερικότερη έννοια του θαύματος αυτού και να διακρίνει σε αυτό την φανέρωση της θείας δόξας (β). Το μάτι του σώματος δεν βλέπει παρά το εξωτερικό θαύμα. Την θεία αγάπη που τίθεται στην υπηρεσία του ανθρώπου για να νικήσει αυτός το θάνατο, μόνο ο πιστός βλέπει με τα μάτια της ψυχής (g). Η φράση λοιπόν αυτή δεν θα περιοριστεί στη φανέρωση της θείας δόξας στην ανάσταση του Λαζάρου, αλλά περιλαμβάνει ομοίως και την δόξα του Θεού από την κοινή ανάσταση όλων των πιστών, της οποίας το θαύμα αυτό ήταν σύμβολο (ο).

41 Ἦραν οὖν τὸν λίθον(1) οὗ ἦν ὁ τεθνηκὼς κείμενος(2). Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἦρε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἄνω(3) καὶ εἶπε· πάτερ(4), εὐχαριστῶ σοι ὅτι ἤκουσάς μου(5).
41 Έβγαλαν, λοιπόν, την πέτρα από το μνήμα του νεκρού. Τότε ο Ιησούς σήκωσε τα μάτια ψηλά και είπε: «Πατέρα, σ’ ευχαριστώ που με άκουσες.
(1)  Αφού η Μάρθα μετά την παρατήρηση του Κυρίου δεν πρόβαλλε πλέον κάποια αντίρρηση, σήκωσαν λοιπόν οι παριστάμενοι τον λίθο. Το νεκρό σώμα του Λαζάρου έτσι εκτέθηκε σε θέα και κάθε υπόνοια ότι δεν ήταν πράγματι νεκρός αποκλείστηκε (ο). Εάν θέλουμε να δούμε την δόξα του Θεού, πρέπει να αφήνουμε το Χριστό να ακολουθεί την οδό και τις μεθόδους του, υποτασσόμενοι ταπεινά σε ό,τι αυτός θέλει και μην επιχειρώντας να προδιαγράψουμε εμείς σε αυτόν εκείνο, το οποίο πρέπει να γίνει. Σήκωσαν την πέτρα και αυτό ήταν όλο, το οποίο μπορούσαν να κάνουν. Μόνος ο Χριστός μπορούσε να δώσει ζωή. Ο άνθρωπος τίποτα άλλο δεν μπορεί να κάνει παρά να προετοιμάζει την οδό του Κυρίου, όπως εδώ σηκώνουν τον λίθο από το μνήμα.
(2)  Η φράση δεν μαρτυρείται από όλους τους κώδικες και θεωρήθηκε από πολλούς ως κείμενο παρέμβλητο.
(3)  Σύμφωνα με τη συνήθεια που είχε. Δες Ιω. ιζ 1, Μάρκ. στ 41. Το «άνω» είναι ισοδύναμο με το «στον ουρανό» και ο ουρανός λέγεται με την έννοια του φυσικού και ηθικού ανταγωνισμού του με τη γη και με την έννοια της απόστασης από αυτήν (C). Ο ουρανός είναι για τον άνθρωπο ο πιο εύγλωττος μάρτυρας του πλούτου και της αόρατης δύναμης του Θεού. Βυθίζοντας τα βλέμματά του ο Ιησούς στα άπειρα βάθη του, αναζητά εσωτερικά το πρόσωπο του Πατέρα. Τι πιο ανθρώπινο από αυτό! Πράγματι ο Λόγος έγινε σάρκα (g).
«Μετέφερε τη διάνοιά του από την ομιλία με τους κάτω και ανέβασε και ύψωσε αυτήν οδηγώντας την στην προσευχή προς τον Πατέρα που είναι υπεράνω όλων. Αλλά και… αυτός που θα προσευχηθεί μιμούμενος με ζήλο το Χριστό είναι ανάγκη, αφού σηκώσει τα μάτια της ψυχής ψηλά και αφού τα ανεβάσει από τα εδώ πράγματα και την ανάμνηση και τις έννοιες και τους λογισμούς, έτσι να πει στο Θεό τα λόγια της προσευχής» (Ω).
«Βλέπει ψηλά και ευχαριστεί διότι στάλθηκε από το Θεό» (Ζ). Προλαβαίνει κάθε υπόνοια των παρόντων, ότι το θαύμα έγινε με πράξη προσωπική, χωρισμένη από τον Πατέρα (ο).
(4)  Δεν λέει Πατέρα μας, αλλά Πατέρα ή Πατέρα μου (δες ε 17) διότι η σχέση του με την θεότητα είναι διαφορετική από τη σχέση των υπόλοιπων ανθρώπων γενικά (β). Διδασκόμαστε όμως από το παράδειγμα του Κυρίου στις προσευχές μας να επικαλούμαστε τον Θεό Πατέρα και να πλησιάζουμε προς αυτόν ως παιδιά προς τον πατέρα τους με ταπεινό σεβασμό και βαθύτατη ευλάβεια, αλλά και με άγιο θάρρος.
(5)  Το θαύμα είναι ήδη συντελεσμένο μπροστά στα μάτια του Ιησού. «Ο Χριστός όμως από συγκατάβαση μιλά με επίπεδο χαμηλό ως άνθρωπος, όχι σύμφωνα με την υπεροχή της θεότητας και αποδίδει στον Πατέρα τη χάρη όχι για το Λάζαρο μόνο, αλλά για τη ζωή όλων» (Κ).
«Ποιος λοιπόν προσευχήθηκε ποτέ έτσι; Διότι πριν ακόμη πει κάτι, λέει σε ευχαριστώ, δείχνοντας, ότι δεν χρειάζεται προσευχή» (Χ). Αυτό που διακρίνει τον Ιησού από τους άλλους απεσταλμένους του Θεού, οι οποίοι συντέλεσαν με την προσευχή παρόμοια έργα, είναι η τέλεια πεποίθηση για το ότι θα εισακουστεί, με την οποία ο Ιησούς απευθύνεται προς το Θεό (g). «Διότι και οι δύο έχουν το ίδιο θέλημα, την ίδια γνώμη» (Ζ). Διδασκόμαστε από αυτό να ευχαριστούμε και υμνούμε το Θεό όταν τον πλησιάζουμε για να ζητήσουμε και νέους οικτιρμούς και χάριτες, πάντοτε ευγνώμονες για τις στο παρελθόν δωρεές που μας παρείχε. Η ευχαριστία η οποία διακηρύττει του Θεού την δόξα και όχι τη δική μας όπως το «σε ευχαριστώ» του Φαρισαίου, είναι η αρμόζουσα μορφή, με την οποία πρέπει να υποβάλουμε στο Θεό τις ικεσίες μας.

42 Ἐγὼ δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις(1)· ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον(2) τὸν περιεστῶτα(3) εἶπον(4), ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας(5).
42 Εγώ το ήξερα ότι πάντα με ακούς· το είπα όμως για χάρη του πλήθους που στέκει εδώ γύρω, για να πιστέψουν πως εσύ με έστειλες».
(1)  «Διότι η μία φύση της θεότητας δεν είναι ανυπάκουη στον ίδιο της τον εαυτό, επειδή ακριβώς ένας είναι ο νους της Τριάδας, του Πατέρα, του Υιού και του Πνεύματος» (Κ). Είχε μεν και ανθρώπινο θέλημα ο Κύριος, επειδή πήρε πάνω του πλήρη την ανθρώπινη φύση, αλλά το θέλημα αυτό υποτασσόταν ελεύθερα σε όλα στο θείο θέλημα. Ο Ιησούς δείχνει στο λαό, ότι ευχαριστούσε τον Πατέρα, όχι διότι επρόκειτο για κάτι νέο προς αυτόν, του οποίου δεν είχε πείρα προηγουμένως. Η υιϊκή οικειότητα, με την οποία σχετιζόταν με τον Πατέρα, ήταν τόσο μεγάλη, ώστε δεν θα μπορούσε πλήρως να εκφραστεί με λόγο στους ανθρώπους (b). «Το «άκουσες» λέγεται στην περίπτωση και των φίλων και αυτών που έχουν την ίδια τιμή» (Χ).
(2)  «Προσθέτει και την αιτία αυτής της ευχαριστίας και των ταπεινών λόγων » (Ζ). Οι προσευχές του Κυρίου απέβαιναν και σε μεγάλο όφελος των ακολούθων του (ο).
(3)  =που στέκεται γύρω μου. Υπάρχει και η γραφή παρεστῶτα=που παρίσταται, που είναι παρών.
(4)  «Το «σε ευχαριστώ που με άκουσες»» (Ζ). Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία «σχεδόν λέει ότι έχω προσποιηθεί την εξωτερική εικόνα της προσευχής και από συγκατάβαση είπα ότι ευχαριστώ» (Κ)· διότι «για να γίνει το θέλημά μου δεν χρειάζομαι προσευχή» αλλά «για τους πνευματικά αδύνατους και προσκολλημένους στην ύλη παρουσιάζει την εξωτερική εικόνα ανθρώπου που προσεύχεται» (Χ). Η εκδοχή όμως αυτή δεν συμφωνεί με την καρτερία του Κυρίου στην προσευχή που μαρτυρείται από τα ευαγγέλια και την προς Εβραίους. Ο Κύριος ζούσε με προσευχή και αναμφίβολα προσευχόταν προς τον Πατέρα του από τη στιγμή που διαβιβάστηκε σε αυτόν το μήνυμα για το Λάζαρο. Τώρα προς στιγμήν αποκαλύπτει την προσευχή του και φανερώνει την πεποίθηση και πληροφορία την οποία πλέον είχε σχηματίσει για το ότι η προσευχή του εισακούστηκε (τ).
Πιο σωστή λοιπόν είναι η εκδοχή, σύμφωνα με την οποία «ο τρόπος της προσευχής οφείλεται στη συγκατάβαση του Χριστού και αρμόζει στην εξωτερική εικόνα τη σωματική, όχι στην υπεροχή και ασύγκριτη λαμπρότητα της θεότητας. Διότι και μόνο το να ζητήσει και να πάρει, θα έπρεπε μάλλον σε δούλο και συνηθίζεται από κάποιον που είναι υπήκοος. Και αυτό όμως θα το πράξει βεβαίως ο Χριστός χωρίς να μπορεί να κατηγορηθεί, διότι αυτός που καταδέχτηκε να γίνει άνθρωπος, πώς θα μπορούσε να αρνηθεί τα ανθρώπινα» (Κ).
Αυτό που γίνεται εδώ για τον όχλο είναι η με δυνατή φωνή και ακουστή από όλους ευχαριστία, στην οποία εκφραζόταν η απόλυτη εμπιστοσύνη του προς τον Πατέρα και αποκλειόταν κάθε αμφιβολία για το ότι θα εισακουόταν από τον Πατέρα (ο). Ο Ιησούς επιθυμούσε να εκτιμήσουν οι παρόντες το αληθινό μυστικό της δύναμής του. Η προσευχή του Ηλία στο Γ΄ Βασ. ιη 37, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματικό παράλληλο περιστατικό, διότι ο Ηλίας δεν είχε την βεβαιότητα, για το ότι θα εισακουόταν η προσευχή του, την οποία είχε ο Ιησούς (β).
(5)  «Για να μην πουν πλέον ότι με τον Βεελζεβούλ κάνει τα θαύματα» (Κ). «Για να μην με νομίσουν αντίθεο, για να μη λένε· Δεν είναι από το Θεό· για να δείξω ότι το έργο γίνεται σύμφωνα με τη δική σου γνώμη» (Χ). «Διότι έχω έλθει όχι από μόνος μου, όπως οι ψευδοπροφήτες, αλλά με τη δική σου ευαρέσκεια και θέληση άδειασα τον εαυτό μου παίρνοντας μορφή δούλου» (Κ). Εσύ με έστειλες όχι για να χάσω ψυχές, αλλά για να σώσω αυτές. Ο Μωϋσής απέδειξε άλλη μία φορά ότι ήταν απεσταλμένος του Θεού, όταν άνοιξε η γη και κατάπιε τον Δαθάν και Αβειρών (Αριθμ. ιστ 29,30). Ο Ηλίας απέδειξε, ότι ήταν προφήτης του αληθινού Θεού κατεβάζοντας φωτιά από τον ουρανό και καίγοντας με αυτό και ανθρώπους. Αυτά γινόντουσαν στην εποχή του νόμου, ο οποίος ήταν οικονομία τρόμου και θανάτου. Ο Χριστός όμως παρέχει αποδείξεις της αποστολής του όχι αφαιρώντας τη ζωή κάποιου αλλά ζωογονώντας τον νεκρό Λάζαρο και επιστρέφοντας την χαμένη ζωή στο άψυχο σώμα του.

43 Καὶ ταῦτα εἰπὼν φωνῇ μεγάλῃ(1) ἐκραύγασε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω(2).
43 Κι όταν τα είπε αυτά, κραύγασε με φωνή δυνατή: «Λάζαρε, έλα έξω!»
(1)  «Με αυθεντία και ως δεσπότης» (Θφ). «Έτσι ώστε όλοι οι παρόντες να ακούσουν την εξουσιαστική αυτή διαταγή και όταν την δουν να αποβαίνει σε πράξη, να καταλάβουν κάτι υψηλό και θεοπρεπές για αυτόν» (Ζ). Όχι όπως αυτοί που κάνουν μαγικά, αυτοί που ψιθυρίζουν τα ξόρκια τους (b). Η μεγάλη φωνή εκφράζει θέληση σταθερή και αποφασιστική, που συνοδεύεται από το αίσθημα της κυριαρχίας και της απεριόριστης εξουσίας (g). Κραύγασε με μεγάλη φωνή για να δηλώσει το μεγαλείο του έργου που θα συντελεστεί και της δύναμης που χρησιμοποιήθηκε για αυτό. Κραύγασε κατά κάποιο τρόπο διεγείροντας τον εαυτό του για να ορμήσει εναντίον των πυλών του θανάτου, όπως οι στρατιώτες κάνουν έφοδο για κατάληψη του οχυρού, στο οποίο αμύνεται ο εχθρός. Κραύγασε για να δειχτεί ότι αυτός είπε και γεννήθηκε, αυτός διέταξε και ο νεκρός ξανάζησε. Η μεγάλη αυτή κραυγή ήταν τύπος πρώτον της κλήσης του ευαγγελίου, με την οποία νεκρές από την αμαρτία ψυχές ανασταίνονται από τον πνευματικό θάνατο στη ζωή. «Ξύπνα εσύ που κοιμάσαι και αναστήσου από τους νεκρούς» (Εφεσ. ε 14). Δεύτερον, ήταν τύπος της σάλπιγγας του αρχαγγέλου, η οποία θα ακουστεί κατά τη συντέλεια του κόσμου και η οποία «θα προαναγγείλει τη διαταγή τη δεσποτική και θα ηχήσει από πριν το σύνθημα της ανάστασης» (Κ). Τότε ο Χριστός θα κατέβει με σύννεφο από τον ουρανό και θα καλέσει τους ουρανούς να δώσουν πίσω τις ψυχές των πεθαμένων και τη γη να δώσει πίσω τα σώματά τους, και έτσι να μαζευτεί όλο το ανθρώπινο γένος μπροστά του για κρίση.
(2)  «Δεν είπε… Ανάστησέ τον Πατέρα, αλλά αφήνοντας όλα αυτά… φανερώνει με τα έργα την αυθεντία… Και δεν είπε Αναστήσου, αλλά έλα έξω, μιλώντας στο νεκρό σαν να ήταν ζωντανός» (Χ). Στην ανάσταση της κόρης του Ιαείρου το εξουσιαστικό πρόσταγμα του Χριστού ήταν «Κορίτσι, σε σένα λέω, σήκω» (Μάρκ. ε 41), ενώ στην περίπτωση της Ναΐν «Νέε, σε σένα λέω, σήκω πάνω» (Λουκ. ζ 14)· αυτό βεβαίως διότι οι νεκροί βρίσκονταν μπροστά του ξαπλωμένοι στο κρεβάτι ή το φέρετρο. Εδώ λέει έλα έξω, διότι ο Λάζαρος είναι κλεισμένος στον τάφο. Η απλότητα και η συντομία των δύο αυτών λέξεων αντιτίθεται μεγαλόπρεπα στην αποτελεσματικότητά τους (g). Σύμφωνα με τη γνώμη κάποιων νεώτερων ερμηνευτών που διατυπώθηκε ήδη από τον Ω («αντί για προσευχή ευχαρίστησε, διότι κατάλαβε ότι η ψυχή του Λαζάρου μπήκε στο σώμα και χρειαζόταν τη δύναμη που θα δινόταν στο σώμα από το πρόσταγμα του Ιησού, για να βγει από το μνήμα») η διαταγή αφορούσε στην έξοδο μόνο του Λαζάρου από το μνήμα αφού είχε ήδη αναστηθεί σε αυτό με τη δύναμη της προσευχής του Ιησού (κ).

44 Καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας(1) κειρίαις(2), καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ(3) περιεδέδετο. Λέγει αὐτοῖς ὁἸησοῦς· λύσατε(4) αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν(5).
44 Βγήκε ο νεκρός με δεμένα τα πόδια και τα χέρια σε πάνινες λουρίδες, και το πρόσωπό του περιτυλιγμένο με το σουδάριο. Τους λέει τότε ο Ιησούς: «Λύστε τον κι αφήστε τον να περπατήσει».
(1)  «Με επιδέσμους με τους οποίους στόλιζαν τους νεκρούς» (Ζ) σύμφωνα με τη συνήθεια την οποία είχαν οι Ιουδαίοι να ετοιμάζουν τους νεκρούς. Η έξοδος δεν εμποδίστηκε από τα δεσμά αυτά είτε διότι ήταν αυτά αρκετά χαλαρά, ώστε να επιτρέπουν, έστω και με κάποια δυσκολία, τις κινήσεις των άκρων, είτε διότι το καθένα από τα άκρα ήταν τυλιγμένο χωριστά, όπως αυτό γινόταν στους Αιγυπτίους (g).
(2)  Λέξη που λέγεται μοναδική φορά στην Κ.Δ. Στους Ο΄ λέγεται μόνο στο Παροιμ. ζ 16 για καλύμματα του κρεβατιού. Σύμφωνα με τους Moulton-Milligan συναντιέται η λέξη σε ιατρικό πάπυρο (β). Στο Ιω. ιθ 40 και Λουκ. κδ 12 συναντιέται άλλη λέξη (οθόνια) για δήλωση της ίδιας έννοιας (ο). «Κειρία· είδος ζώνης από σχοινιά, που μοιάζει με ιμάντα με την οποία δένουν τα κρεβάτια» (Σχολ. Στον Αριστοφ. 817), επίδεσμος (κοινώς φασκιά), με τον οποίο είτε τα κρεβάτια στηρίζονται είτε τα πτώματα των ανθρώπων δένονται (G).
(3)  «Μαντήλι κεφαλιού μικρό σαν αυτό που χρησιμοποιούν μέχρι και τώρα οι Εβραίοι για κάλυμμα στο κεφάλι» (Ζ). Η χρήση ενός είδους μαντηλιού για σύσφιγξη των σαγονιών του νεκρού, πριν ακόμα αυτός παγώσει, είναι και σε εμάς γνωστή. Εδώ όμως το σουδάριο παρουσιάζεται ότι καλύπτει την όλη όψη (ο). Η όλη φράση «δεδεμένος…σουδαρίω περιεδέδετο» υποδηλώνει τον αυτόπτη και υπενθυμίζει την ανεξάλειπτη εντύπωση, που παράχθηκε στους παριστάμενους από το θέαμα ζωντανού ντυμένου με νεκροστολή (g).
(4)  «Εσείς, ώστε και η αφή να μαρτυρήσει ότι δεν είναι φάντασμα, αλλά είναι όντως εκείνος» (Ζ). «Χρήσιμα λοιπόν επέτρεψε σε αυτούς με τα ίδια τους τα χέρια να τον λύσουν, για να μην έχουν καμία αφορμή συκοφαντίας, αλλά να είναι μάρτυρες του θαύματος» (Κ).
(5)  Υπάρχει και η γραφή: άφετε αυτόν υπάγειν. «Είδες που αποφεύγει την καύχηση; Δεν συνοδεύει αυτόν, ούτε τον διατάζει να μείνει μαζί του» (Χ), «για να μην, περπατώντας μαζί του, γίνεται σε αυτόν αίτιος δόξας και φήμης» (Ζ). Το (υπάγειν) αντιτίθεται στον περιορισμό και την ακινησία στον τάφο (ο). Κρύβει μέσα του κάτι το θριαμβευτικό όπως και η εντολή στον θεραπευμένο παράλυτο «σήκωσε το κρεβάτι σου και περπάτα» (g). Το θαύμα συντελέστηκε γρήγορα, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος χρόνος ανάμεσα στο παράγγελμα Δεύρο έξω και στο «βγήκε ο πεθαμένος». Έτσι και στην καθολική ανάσταση θα συμβεί· «σε ένα κλάσμα, όσο χρειάζεται να ανοιγοκλείσουν τα βλέφαρα» (Α΄Κορ. ιε 52). Η άπειρη δύναμη που μπορεί να συντελέσει αυτήν την ανάσταση, είναι ικανή να συντελέσει αυτήν και σε μία και μόνη στιγμή.
Το θαύμα επίσης συντελέστηκε τελείως. Ζωοποιήθηκε εξ’ ολοκλήρου και πήρε πάλι τη ζωή σε τέτοιο βαθμό, ώστε βγήκε μόνος από το μνήμα όπως θα σηκωνόταν από το κρεβάτι του μετά την ανάπαυση του ύπνου και παρουσιάστηκε ανάμεσα στους παριστάμενους με πλήρη υγεία. Εάν πάλι κάποιος ρωτήσει για το εάν ο Λάζαρος, όταν αναστήθηκε, προέβη σε κάποια περιγραφή για το τι αισθάνθηκε κατά τον αποχωρισμό της ψυχής του από το σώμα και τι είδε στον πέραν του τάφου κόσμο, θα μπορούσαμε να απαντήσουμε, ότι ως προς μεν τις μεταβολές που συντελέστηκαν κατά τον θάνατο και την ανάσταση που επακολούθησε στο Λάζαρο, ούτε ο ίδιος ο Λάζαρος δεν θα αντιλήφθηκε καλά αυτές, αλλά συνέβη σε αυτόν κάτι ανάλογο με τον Παύλο που αρπάχτηκε μέχρι τον τρίτο ουρανό, ο οποίος αφηγούμενος τα σχετικά με την αρπαγή του αυτή έγραφε: «Είτε με το σώμα είτε εκτός του σώματος δεν ξέρω, ο Θεός ξέρει». Ως προς αυτά τώρα που ο Λάζαρος κατά το τετραήμερο που παρέμεινε το σώμα του νεκρό είδε ή άκουσε στον πέραν του τάφου κόσμο, ισχύει πάλι ό,τι για τον εαυτό του είπε ο Παύλος: «Και άκουσε (ο Παύλος που αρπάχτηκε μέχρι τρίτου ουρανού) ανέκφραστα λόγια, τα οποία δεν επιτρέπεται σε άνθρωπο να πει». Στον αισθητό κόσμο δεν μπορούμε να σχηματίσουμε επαρκή εικόνα για τα υπέρ αίσθηση, και πολύ περισσότερο δεν μπορούμε να ανακοινώσουμε αυτήν στους άλλους.

45 Πολλοὶ(1) οὖν ἐκ τῶν Ἰουδαίων, οἱ ἐλθόντες(1) πρὸς τὴν Μαρίαν(2) καὶθεασάμενοι(1) ἃ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἐπίστευσαν(3) εἰς αὐτόν.
45 Πολλοί, λοιπόν, από τους Ιουδαίους, αυτοί που είχαν έρθει να επισκεφθούν τη Μαρία, και είδαν τι έκανε ο Ιησούς, πίστεψαν σ’ αυτόν.
(1)  Ο τρόπος αυτός της εκφοράς των μετοχών υπονοεί, ότι όλοι οι Ιουδαίοι που επισκέφτηκαν τις αδελφές για παρηγοριά και έγιναν μάρτυρες του θαύματος, πίστεψαν. Οι μετοχές σε ονομαστική πτώση επακολουθούν ως επεξήγηση του Πολλοί. Δεν θα ερμηνεύσουμε λοιπόν πολλοί από αυτούς που ήλθαν και είδαν. Διότι τότε θα έπρεπε να εκφέρεται έτσι: Πολλοί εκ των Ιουδαίων των ελθόντων και θεασαμένων (g,β). Είχαν έλθει για να παρηγορήσουν τη Μαρία, και για την πράξη αυτή της αγάπης ευεργετήθηκαν και αυτοί, διότι πίστεψαν στο Χριστό. Όταν πράττουμε το αγαθό στους άλλους, βάζουμε τους εαυτούς μας στο δρόμο των χαρίτων και των δωρεών του Θεού και μας παρουσιάζονται ευκαιρίες να ευεργετηθούμε και εμείς.
(2)  Γιατί αναφέρεται το όνομα μόνης της Μαρίας και όχι και της αδελφής της; Η απάντηση, ότι η Μαρία ήταν η ευγενέστερη και δημοτικότερη από τις δύο αδελφές, δεν είναι πλήρως ικανοποιητική. Φυσικότερο είναι να σχετίσουμε την αναφορά της Μαρίας στον σ. αυτόν με τον σ. 31, όπου η Μαρία παρουσιάζεται θλιμμένη και ότι βγήκε για να πάει στο μνήμα και να κλάψει εκεί, όπως νομίστηκε από τους επισκέπτες της, οι οποίοι σαν ένα σώμα ακολουθούν αυτήν, για να την παρηγορήσουν. Για αυτό τελείως φυσικά συσταίνονται αυτοί σε εμάς ότι αποτελούν συνοδεία της Μαρίας (ο,g).
(3)  Και προηγουμένως είχαν δει αυτοί θαύματα του Ιησού. Και όμως μόλις τώρα πιστεύουν. Όσο περισσότερο βλέπουμε τον Ιησού, τόσες περισσότερες ευκαιρίες και αφορμές μας παρέχονται για να τον αγαπήσουμε και να στηρίξουμε ολόκληρη την εμπιστοσύνη μας σε αυτόν.

46 Τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν(1) ἀπῆλθον πρὸς τοὺς Φαρισαίους(2) καὶ εἶπον αὐτοῖς ἃ(3) ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς.
46 Μερικοί όμως απ’ αυτούς έφυγαν και πήγαν στους Φαρισαίους και τους είπαν αυτά που έκανε ο Ιησούς.
(1)  «Είναι μεν κάπως αμφίβολο τι εννοεί η λέξη» (Ω)= Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, κάποιοι από αυτούς που πίστεψαν. Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή δεν πήγαν στους Φαρισαίους από κακή πρόθεση, αλλά «θέλοντας να προκαλέσουν ντροπή σε αυτούς που είχαν εχθρικές διαθέσεις εναντίον του με την αναγγελία σχετικά με τον Λάζαρο» (Ω).
Ή, πιο σωστά, κάποιοι από αυτούς, από αυτούς που είδαν, και οι οποίοι δεν ήλθαν εξεπίτηδες για την Μαρία αλλά είτε ήταν κάτοικοι της Βηθανίας (g) είτε τυχαία βρέθηκαν εκεί. Η πρόθεση αυτών δεν ήταν αγαθή. «Όχι από θαυμασμό αλλά για να συκοφαντήσουν» (Ζ) «και προκαλώντας την πονηρή ζήλεια που είχαν μέσα τους εναντίον του οι Φαρισαίοι» (Ω), οι οποίοι «αφού πληγώθηκαν από το φθόνο παίρνουν ως αφορμή το θαύμα για να διαπράξουν αυτά που γίνονται από τους φθονερούς» (Κ). «Τον συκοφαντούσαν ότι είχε τάχα τολμήσει να διαπράξει κάτι ανίερο, αφού διέταξε να ανοίξουν τον τάφο του θαμμένου» (αμ). «Αυτοί είναι που είπαν· Δεν μπορούσε αυτός, που άνοιξε τα μάτια του τυφλού και τα υπόλοιπα» (Ζ). «Είπε λοιπόν από τη μία ότι ήταν πολλοί αυτοί που πίστεψαν βλέποντας τα σχετικά με το Λάζαρο· από την άλλη είπε ότι ήταν λιγότεροι αυτοί που δεν ήταν τέτοιοι, λέγοντας «κάποιοι όμως από αυτούς πήγαν»» (Ω).
(2)  Δηλαδή στους θρησκευτικούς αρχηγούς, οι οποίοι αποτελούσαν την μερίδα του συνεδρίου που ήταν πιο ορθόδοξη και εκδήλωνε περισσότερο ζήλο. «Ανάγγειλαν το γεγονός στους άρχοντες, έτσι ώστε αφού και εκείνοι θα λυπούνταν για όσα εργάστηκε ο Χριστός, να έχουν κάποια παρηγοριά της δικής τους λύπης… και ώστε αφού οι ίδιοι δεν μπορούσαν να βλάψουν αυτόν που δεν έκανε τίποτα το άδικο, να ερεθίσουν εναντίον του τους πιο δυνατούς» (Κ).
(3)  Ο πληθυντικός (ἃ) αναφέρεται ή στο γεγονός της ανάστασης του Λαζάρου και σε όλα τα περιστατικά σε αυτό (ο), ή, όχι μόνο στην ανάσταση του Λαζάρου αλλά και στα άλλα θαύματα του Ιησού τα οποία είτε είχαν δει, είτε είχαν ακούσει και για τα οποία γίνεται λόγος στο σ. 47 (β). Υπάρχει και η γραφή «ο».

47 Συνήγαγον οὖν(1) οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι(2) συνέδριον(3) καὶ ἔλεγον· τί ποιοῦμεν(4), ὅτι οὗτος ὁ ἄνθρωπος(5) πολλὰ σημεῖα ποιεῖ(6);
47 Συγκάλεσαν τότε οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι συμβούλιο και έλεγαν: «Τι θα κάνουμε; Πολλά σημεία κάνει αυτός ο άνθρωπος.
(1)  Μετά την αναφορά, την οποία έδωσαν σε αυτούς αυτοί που γύρισαν από τη Βηθανία (ο).
(2)  Οι τελευταίοι αυτοί κατονομάζονται ειδικά ως υποκινητές της εχθρικής αυτής συνάθροισης· η επίσημη όμως σύγκληση του συνεδρίου έγινε από τους αρχιερείς (g), οι οποίοι ανήκαν στην τάξη των Σαδδουκαίων. Έτσι οι Σαδδουκαίοι και οι Φαρισαίοι, οι δύο αυτές μερίδες, που κατά την εποχή εκείνη ήταν οι άρχοντες του Ισραήλ (F), συγκάλεσαν συνέδριο.
(3)  Χωρίς άρθρο· μάλλον με την γενική έννοια της συνέλευσης ή του συμβουλίου (g).
(4)  Αντί για μέλλοντα=Τι θα κάνουμε; Υποδηλώνει επικείμενο κίνδυνο (g).
«Δεν λένε· ας πιστέψουμε. Διότι ασχολούνταν μάλλον με το τι κακό θα μπορούσαν να πράξουν για καταστροφή του παρά με το να συσκεφτούν σχετικά με τη δική τους σωτηρίας. Και όμως φοβούνταν και συσκέπτονταν» (Αυ). Οι συσκέψεις του συνεδρίου απέβλεπαν στο κοινό καλό, αλλά στην προκειμένη περίπτωση υπό το πρόσχημα της κοινής ωφέλειας, η μέγιστη βλάβη και αδικία διαπράττεται εναντίον του λαού. Το συνέδριο αυτό συγκλήθηκε όχι για να συσκεφθεί τις ωφέλιμες για την ιουδαϊκή συναγωγή λύσεις, αλλά για να εξαφθούν αμοιβαία τα μέλη του. Όπως ο χάλυβας οξύνει και τροχίζει τον χάλυβα και όπως τα αναμμένα κάρβουνα ανάβουν τα σβησμένα κάρβουνα που έρχονται σε επαφή με αυτά, έτσι και αυτοί διεγείρονται εναντίον του Ιησού ο ένας από τον άλλον και μεταδίδουν αμοιβαία την λύσσα και μανία την οποία τρέφουν εναντίον του Ιησού.
(5)  «Τον αποκαλούν ακόμη άνθρωπο, αυτοί που πήραν τόσο μεγάλη απόδειξη της θεότητάς του» (Χ). Κρύβει κάτι το περιφρονητικό η φράση (β) «και (νομίζω) ότι το «Αυτός ο άνθρωπος» το είπαν για να γκρεμίσουν τη δόξα του» (Ω).
(6)  Για τα πολλά θαύματα του Ιησού στα Ιεροσόλυμα δες β 23. Σύμφωνα με αυτά η ανάσταση του Λαζάρου δεν υπήρξε η αιτία του θανάτου του Ιησού, αλλά επέσπευσε την απόφαση της καταδίκης του. Το ποτήρι ήταν ήδη γεμάτο και με το θαύμα του Λαζάρου υπερξεχείλισε (g).
«Από τα λεγόμενα από τους Φαρισαίους και τους αρχιερείς μπορούμε να κατανοήσουμε και την αντίφαση και τυφλότητα της κακίας τους· αντίφαση διότι μαρτυρούσαν για αυτόν και ότι έχει κάνει πολλά θαύματα και ότι μπορούν σε αυτόν που έχει κάνει τόσα πολλά θαύματα να κάνουν κακό, σαν να μην μπορεί να κάνει τίποτα για τον εαυτό του όταν τον επιβουλεύονταν· αλλά αυτό το ίδιο ήταν εξίσου και τυφλό· ήταν τυφλό όσον αφορά και αυτόν που έκανε πολλά θαύματα και ως προς το ότι ήταν ανώτερος από την επιβουλή αυτών που δεν ήθελαν να τον αφήσουν· εκτός και αν πίστευαν επομένως, ότι κάνει θαύματα και υπονοούσαν ότι αυτά δεν γίνονται από θεία δύναμη, επομένως λόγω αυτού δεν μπορεί αυτός να κάνει τα πάντα, ούτε μπορεί να σωθεί από την επιβουλή εκείνων» (Ω). Δεν αρνούνται τα θαύματά του, αλλά απιστούν στη Μεσσιακή του ιδιότητα από τη μία επειδή είχαν παχυλές και σαρκικές περί Μεσσία αντιλήψεις, αναμένοντας αυτόν ως επίγειο άρχοντα, από την άλλη διότι απέδιδαν τα θαύματά του στη συνέργεια του άρχοντα των δαιμονίων (ο). Παραδέχονται τα πιστοποιητικά και διαπιστευτήριά του, αρνούνται όμως την αποστολή του.

48 Ἐὰν ἀφῶμεν αὐτὸν οὕτω(1), πάντες(2) πιστεύσουσιν εἰς αὐτόν, καὶἐλεύσονται οἱ Ρωμαῖοι(3) καὶ ἀροῦσιν(4) ἡμῶν(5) καὶ τὸν τόπον(6) καὶ τὸ ἔθνος(7).
48 Αν τον αφήσουμε να συνεχίσει έτσι, όλοι θα πιστέψουν σ’ αυτόν, και τότε θα επέμβουν οι Ρωμαίοι και θα καταστρέψουν και το ναό μας και το έθνος μας».
(1)  «Με την έννοια: αν τον αφήσουμε ζωντανό και να θαυματουργεί» (Κ). Έτσι όπως μέχρι τώρα αφήσαμε αυτόν, χωρίς να επέμβουμε και να περιορίσουμε τη δράση του. Μιλούν σαν η επιτυχία και η επικράτηση του Χριστού εξαρτιόταν από αυτούς και σαν να μην μπορούσε ο Ιησούς να ενεργήσει θαύματα και να προσελκύσει στον εαυτό του νέους μαθητές, εάν αυτοί δεν τον άφηναν ελεύθερο. Σαν να ήταν στην εξουσία τους να κατακτήσουν εκείνον, ο οποίος νίκησε το θάνατο, ή σαν να μπορούσαν να πολεμήσουν εναντίον του Θεού και να νικήσουν αυτόν. Αλλά «αυτός που κατοικεί στους ουρανούς θα γελάσει μαζί τους».
(2)  Η υπερβολή αρμόζει στην έξαψη της διάνοιάς τους, που προκλήθηκε από τις πληροφορίες που μεταδόθηκαν σε αυτούς. Διότι κάποιοι από αυτούς που συγκαταλέγονταν ανάμεσα στους αδιάλλακτους εχθρούς του Ιησού είχαν πιστέψει (ο). «Θα έχει πολύ όχλο πίσω του που θα οδηγείται προς αυτόν από την παρουσίαση των θαυμάτων» (Θφ). Οι φόβοι των Ιουδαίων αρχόντων βασίζονταν στην υπόνοια ότι ήταν ενδεχόμενο να σημειωθεί θορυβώδης υποδοχή του Ιησού που θα θεωρούνταν από το λαό ως ο προσδοκώμενος Μεσσίας, Εάν όλοι τον πίστευαν σαν Μεσσία μία τέτοια ασυγκράτητη έκρηξη ήταν αναπόφευκτο να εκδηλωθεί στην πρωτεύουσα του Ισραήλ (χ).
(3)  Ο φόβος τους αυτός δεν ήταν αβάσιμος. «Εάν όλοι πιστέψουν σε αυτόν, θα υποπτευθεί ότι μελετά τυραννία» (Ζ) και «εάν μάθουν οι Ρωμαίοι ότι ξεσηκώνει το λαό, θα υποπτευθούν εμάς και θα έλθουν και θα κυριεύσουν την πόλη μας» (Χ). Οι άρχοντες των Ιουδαίων φοβούνται μήπως η φήμη του Ιησού αυξηθεί περισσότερο και οι Ιουδαίοι πείθονταν, ότι αυτός ήταν ο ελευθερωτής (δες στ 15) και έτσι θα προκαλούνταν κάποια επανάσταση γύρω του (β). Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία «ήταν δυνατόν και όλος ο λαός ο ιουδαϊκός να οδηγηθεί στην πίστη σε αυτόν και αφού οδηγηθεί σε αυτήν, να περιφρονήσει την σε αυτόν τον τόπο σωματική Λευϊτική και ιερατική λατρεία· αυτό το γεγονός θα γινόταν αιτία, μιας και δεν θα φρόντιζαν οι Ιουδαίοι τον τόπο, ο τόπος να μπει στη εξουσία των Ρωμαίων από το Χριστό» (Ω).
(4)  Το αίρω εδώ σημαίνει αφαιρώ, αποσπώ κάτι από άλλον, στον οποίο αυτό ανήκει ή στον οποίο ανατέθηκε (G).
(5)  Μπαίνει μπροστά με έμφαση. «Θα φύγουν λοιπόν τα δικά μας» (Κ). Η ανησυχία τους αναφέρεται κυρίως στην κατάλυση της εξουσίας τους.
(6)  Ή, «την πόλη» (Χ) ως πρωτεύουσα και έδρα της κυβέρνησής τους (g). Ή, το ναό, την κύρια έδρα της δύναμης των αρχιερέων και Φαρισαίων (ο).
(7)  «Δεν θα αφήσουν να εξουσιάζουμε το ίδιο μας το έθνος» (Κ). Επειδή μιλούν από άποψη πολιτική, χρησιμοποιούν τον όρο έθνος και όχι τον όρο λαός, με τον οποίο εκφράζεται η αξία του Ισραηλιτικού λαού (g). Σύμφωνα με άλλη όχι απίθανη εκδοχή η λέξη τόπος δηλώνει την ίδια την αρχή και εξουσία των αρχιερέων και των Φαρισαίων, ενώ η λέξη έθνος την σφαίρα της εξάσκησης αυτής, τους Ιουδαίους. Με όμοια σημασία συναντιέται η λέξη στον Ιγνάτιο τον θεοφόρο στην προς Πολύκαρπον επιστολή κεφ. α (κ). «Φοβήθηκαν μήπως χάσουν τις πρόσκαιρες κτήσεις τους και δεν σκέφτηκαν για την αιώνια ζωή. Έτσι όμως έχασαν και τα δύο» (Αυ). Πράγματι· «αυτά…πραγματοποιήθηκαν και χωρίς να το περιμένουν αυτοί· (οι Ρωμαίοι) πήραν και το έθνος και την πόλη επειδή φόνευσαν αυτόν» (Χ). Και «έπαθαν (αυτά), όχι διότι πίστεψαν στο Χριστό, αλλά διότι δεν πίστευαν» (Ζ). Διότι αν πίστευαν, «για ποιο λόγο οι Ρωμαίοι» θα κυρίευαν την πόλη τους; «Μήπως δηλαδή δίδασκε αποστασία; Δεν επέτρεψε να δίνουν φόρο στον Καίσαρα; Δεν θέλησαν να τον κάνουν βασιλιά και έφυγε; Δεν παρουσίαζε τον άσημο και απλό τρόπο ζωής;» (Χ).

49 Εἷς δέ τις ἐξ αὐτῶν(1) Καϊάφας(2), ἀρχιερεὺς ὢν(3) τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου(4), εἶπεν αὐτοῖς(5)· ὑμεῖς οὐκ οἴδατε οὐδέν(6),
49 Τότε ένας απ’ αυτούς, ο Καϊάφας, που ήταν αρχιερέας για κείνη τη χρονιά, τους είπε: «Μιλάτε σαν να μην καταλαβαίνετε τίποτα.
(1)  Η φράση αυτή δεν επιτρέπει να δεχτούμε ότι ο Καϊάφας προήδρευσε του συνεδρίου. Παρόλο που ο αρχιερέας ήταν και πρόεδρος του συνεδρίου, δεν πρέπει όμως να λησμονούμε, ότι επρόκειτο για έκτακτη και ανεπίσημη συνεδρίαση.
(2)  «Που ονομαζόταν δηλαδή» (Ζ).
(3)  «Μαζί με τα άλλα και αυτό είχε διαφθαρεί· διότι δεν ιεράτευαν πλέον για όλο το χρόνο της ζωής τους, αλλά για ένα χρόνο, από τότε που ήταν δυνατόν να πληρώνονται οι εξουσίες» (Χ). Παρόλο που σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο η αρχιερωσύνη ήταν ισόβια, οι Ρωμαίοι όπως άλλοτε οι Σύριοι (Β΄Μακ. δ 7 και εξής, 23 και εξής) αυθαίρετα αντικαθιστούσαν συχνά τους αρχιερείς. Έτσι ο επίτροπος της Ρώμης Βαλέριος Gratus αφαιρώντας την αρχιερωσύνη από τον Άννα έδωσε αυτήν στον Ισμαήλ· μετά όμως από κάποιο χρόνο αντικατέστησε και αυτόν με τον Ελεάζαρο, γιο του Άννα και μετά ένα χρόνο διόρισε αρχιερέα τον Σίμωνα, τον οποίο μετά από ένα έτος διαδέχτηκε ο Ιωσήφ, ο επονομαζόμενος Καϊάφας, (Ιωσήπου Αρχ. ΧVΙΙΙ 2,2) γαμπρός του Άννα, ο οποίος διατήρησε την αρχή από το 18 μέχρι το 36 μ.Χ. (β). «Όμως παρόλο που ήταν τόσο διεφθαρμένο το αξίωμα, όμως ακόμα και τότε ήταν παρόν το Πνεύμα το Άγιο που ενεργούσε μέσα από τους χρισμένους» (Θφ).
(4)  Αυτό επαναλαμβάνεται για τον Καϊάφα και στο σ 51 και στο ιη 13. Δεν πρέπει να υποτεθεί ότι ο Ιωάννης φρονούσε πλανεμένα, ότι κάθε χρόνο αντικαθιστούνταν ο αρχιερέας απαραιτήτως, αλλά με τη φράση θέλησε να εξάρει το έτος εκείνο ως αξιομνημόνευτο, επειδή σε αυτό πέθανε ο Χριστός. Και πριν το έτος αυτό και μετά από αυτό ο Καϊάφας ήταν αρχιερέας. Κατά το χρόνο στον οποίο ο Ιωάννης έγραφε το ευαγγέλιό του, μνημονευόταν, πόσο μεγάλο και πόσο αξιοσημείωτο υπήρξε το έτος εκείνο, και τι πρωτεύοντα ρόλο έπαιξε ο Καϊάφας μεταξύ αυτών που αντιτίθονταν στο ευαγγέλιο (b).
(5)  «Επειδή ήταν πιο αναίσχυντος από τους υπόλοιπους… αυτό που εκείνοι αμφέβαλλαν και το διατύπωσαν υπό μορφή σκέψης προς συζήτηση (διότι έλεγαν Τι να κάνουμε;) αυτό το φώναξε αυτός με αναισχυντία και ανεπιφύλακτα και με θρασύτητα» (Χ). Η τραχύτητα και αγένεια, με την οποία εκφράζεται ο Καϊάφας, είναι σύμφωνη με τα από αλλού γνωστά χαρακτηριστικά των Σαδδουκαίων (δες Πράξ. δ 6,ε 17 και Ιωσ. Αρχ. ΧΧ,9,1,Ιουδαϊκή πολιτεία ΙΙ 8,14).
(6)  «Δεν είναι καθόλου συμφέρον, καθόλου χρήσιμο, αν το αντιμετωπίζετε τόσο ράθυμα» (Ζ). Μέμφεται την αναποφασιστικότητα και την χαλαρότητά τους. «Εσείς κάθεστε· και βλέπετε το πράγμα ακόμη με αδιαφορία» (Χ).

50 οὐδὲ διαλογίζεσθε(1) ὅτι συμφέρει(2) ἡμῖν ἵνα εἷς ἄνθρωπος(3) ἀποθάνῃ(4) ὑπὲρ τοῦ λαοῦ(5) καὶ μὴ ὅλον(6) τὸ ἔθνος(5) ἀπόληται(7).
50 Και δε σκέφτεστε πως είναι συμφέρον μας να πεθάνει ένας άνθρωπος για χάρη του λαού, για να μην αφανιστεί ολόκληρο το έθνος».
(1)  Η γραφή αυτή είναι προτιμότερη από το απλό λογίζεσθε το οποίο γράφουν οι κώδικες σιναϊτικός, βατικανός, ο του Βέζα και κάποιοι άλλοι. Διότι μαζί με την πρόθεση σημαίνει βαθειά σκέψη (ο). «Είστε αργοί στο να καταλάβετε» (Θφ). Ούτε βάζετε στο νου, ούτε σκέφτεστε μέσα σας (δ).
(2)  Ο Καϊάφας σκέφτεται με απλή πολιτική σκοπιμότητα. Αλλά το Πνεύμα της προφητείας καθοδηγεί αυτόν στο να χρησιμοποιήσει λέξεις κατάλληλες να εκφράσουν ό,τι ήταν πνευματικά σκόπιμο και ωφέλιμο (b). Ο Καϊάφας έδινε πολιτική συμβουλή, παρόλο που αυτή ήταν κυνική (β). «Αυτό και αυτός μεν το είπε με πονηρό λογισμό, αλλά η χάρη του Πνεύματος χρησιμοποίησε το στόμα εκείνου για την προφητεία του μέλλοντος» (Θφ).
(3)  Ο Καϊάφας στο χωρίο αυτό μαρτυρεί για τον αρχιερατικό χαρακτήρα του θανάτου του Χριστού (b) χρησιμοποιώντας ασυναίσθητα την ίδια γλώσσα, την οποία και οι συγγραφείς της Κ.Δ για το θάνατο του Χριστού. Δες Ρωμ. ε 6-8,Β΄Κορ. ε 14,15,Α Θεσ. ε 10 (ο). Ο Καϊάφας δεν λέει, ας του κλείσουμε το στόμα, ας του απαγορεύσουμε να μιλά, ας τον φυλακίσουμε, ας τον εξορίσουμε, παρόλο που με αυτά θα ήταν δυνατόν να προληφθεί ο κίνδυνος, τον οποίο φοβόταν. Αλλά λέει: Ας πεθάνει· ας θανατωθεί βίαια. Εκείνοι οι οποίοι αντιτίθενται κατά του Χριστιανισμού, συνήθως αποβάλλουν τα συναισθήματα της ευσπλαχνίας και φιλανθρωπίας και γίνονται διαβόητοι για τη σκληρότητά τους.
(4)  Ως κακοποιός. Αναφέρεται προφανώς σε βίαιο και όχι σε φυσικό θάνατο (ο). «Χάριν του λαού λοιπόν πέθανε αυτός ο άνθρωπος, το πιο καθαρό από όλα τα πλάσματα, ο οποίος σήκωσε τις αμαρτίες μας και τις ασθένειες, επειδή μπορούσε παίρνοντας πάνω του όλη την αμαρτία όλου του κόσμου να την καταργήσει και να την αφανίσει και να την εξαφανίσει, επειδή δεν διέπραξε αμαρτία, ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του» (Ω). « Πρόσεξε λοιπόν πόση είναι η δύναμη του Πνεύματος, διότι από πονηρή διάνοια έκανε να βγουν λόγια που είχαν προφητεία θαυμαστή» (Θφ).
(5)  Ο όρος έθνος αναφέρεται στους Ιουδαίους, ως πολιτικό σώμα που αντιτίθεται σε ξένη εθνότητα, αυτήν των Ρωμαίων (g). Ο όρος λαός αναφέρεται στη σχέση των Ιουδαίων με το Θεό και σημαίνονται αυτοί ως θεοκρατικό σύνολο και ως ο εκλεκτός λαός του Θεού. Είναι όμως αμφίβολο εάν στο σ. αυτόν τονίζεται η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών όρων (β).
(6)  Χρησιμοποιείται για να τονίσει ακόμη περισσότερο την καθολικότητα της καταστροφής, η οποία θα ερχόταν στο έθνος, εάν ο Ιησούς δεν θανατωνόταν, και για να κάνει ζωηρότερη την αντίθεση μεταξύ ενός ολόκληρου λαού και ενός ατόμου (ο).
(7)  «Χάσιμο του έθνους ονομάζει το να βρεθούν κάτω από την ρωμαϊκή εξουσία» (Κ). Αναφέρεται στα λόγια στο σ. 48: οι Ρωμαίοι θα πάρουν τον τόπο και το έθνος μας (b). Βεβαίως το να θυσιάζεται κάποιος αυθόρμητα υπέρ του κοινού καλού αποτελεί πράξη ευγενέστατη και άξια κάθε επαίνου. Το να συμβουλεύει όμως κάποιος άλλος, ότι συμφέρει να θυσιαστεί η ζωή ενός αθώου υπέρ της κοινής ασφάλειας, προέρχεται από πολιτική σατανική. Ο Καϊάφας με πανουργία και υποκριτικά διαστρέφει την αλήθεια, ότι ο μεγαλύτερος και αγαθότερος άνθρωπος οφείλει να θεωρεί το σύνολο της κοινωνίας πολύ ανώτερο από τον εαυτό του και να σκέφτεται ότι η ζωή του καταναλώνεται ωφέλιμα και χρήσιμα, εάν διατίθεται υπέρ του συνόλου. Αλλά ο Χριστός ήταν η μεγαλύτερη ευλογία του επουράνιου Πατέρα, που στάλθηκε στη γη. Ο Καϊάφας λοιπόν όφειλε να σκεφτεί, εάν έπρεπε και αν είχε δικαίωμα να θυσιάσει την ευλογία αυτή για κίνδυνο φανταστικό και όχι πραγματικό του ιουδαϊκού έθνους. Ήταν ορθό, δίκαιο, ωφέλιμο και πρέπον να επισύρει πάνω του και πάνω σε ολόκληρο το έθνος την ευθύνη του χυσίματος αθώου αίματος, του αίματος του Μεγάλου Προφήτη για πρόληψη κινδύνου, ο οποίος πραγματικά δεν υφίστατο;

51 Τοῦτο(1) δὲ ἀφ’ ἑαυτοῦ οὐκ εἶπεν(2), ἀλλὰ ἀρχιερεὺς ὢν τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου(3) προεφήτευσεν(4) ὅτι ἔμελλεν(5) ὁ Ἰησοῦς ἀποθνήσκειν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους(6),
51 Αυτό, βέβαια, δεν το είπε από μόνος του, αλλά ως αρχιερέας εκείνης της χρονιάς, προφήτεψε πως ο Ιησούς θα πέθαινε για χάρη του έθνους·
(1)  «Ποιο; Το να πεθάνει ένας άνθρωπος υπέρ του λαού» (Ζ).
(2)  «Από αυτό νομίζω ότι μαθαίνουμε εμείς, ότι κάποια μεν οι άνθρωποι τα λέμε από μόνοι μας, χωρίς να ενεργεί σε εμάς καμία δύναμη στο να μιλήσουμε, άλλα όμως τα λέμε σαν ακριβώς κάποια δύναμη να αντηχεί και να υπαγορεύει σε εμάς τα λεγόμενα, ακόμα και αν δεν το συνειδητοποιούμε τελείως και δεν παρακολουθούμε τους εαυτούς μας, αλλά νομίζουμε ότι παρακολουθούμε αυτά που λέμε, και είναι ενδεχόμενο ενώ παρακολουθούμε τον εαυτό μας σε όσα λέμε, να μην παρακολουθούμε τη σημασία των λεγομένων· όπως ακριβώς τώρα ο Καϊάφας ο αρχιερέας και από τον εαυτό του δεν μίλησε και δεν είπε το νόημα σαν προφητεία και την προφητεία αυτού που ειπώθηκε δεν την δεχόταν» (Ω).
Όπως οι καρδιές των ανθρώπων είναι στα χέρια του Θεού, έτσι και οι γλώσσες τους. Πλανιούνται όσοι λένε «Το στόμα μας είναι σε εμάς», ώστε να λέμε ό,τι θέλουμε χωρίς να υποκείμεθα στην κρίση του Θεού ή χωρίς να διατελούμε κάτω από τους περιορισμούς της πρόνοιάς του και της δύναμής του.
(3)  «Δεν προφήτευσε επειδή ήταν άξιος, αλλά επειδή ήταν αρχιερέας του έτους εκείνου. Όχι λόγω προσωπικής του αρετής, αλλά λόγω του αρχιερατικού αξιώματος» (Ζ). Ο Καϊάφας προφήτευσε όχι ως απλός αρχιερέας, αλλά ως αρχιερέας του έτους εκείνου (g). Οι Ιουδαίοι απέδιδαν σε κάποιο βαθμό προφητική ιδιότητα στον αρχιερέα, όταν ντυμένος ζητούσε από τον Ιεχωβά τα σχετικά με τη σωτηρία (Εξόδ. κη 30,31,Λευϊτ. η 8,9,Αρ. κζ 21). Του έτους εκείνου του περίφημου, το οποίο είχε προοριστεί ως έτος κατά το οποίο θα σημειωνόταν τόσο άφθονα η έκχυση των δωρεών του Αγίου Πνεύματος.
(4)  Αυθεντική γραφή: επροφήτευσε, που είναι πιο σωστή. Η αύξηση πρέπει να μπαίνει πριν την πρόθεση, διότι δεν υπάρχει το απλό ρήμα φητεύω.
«Ο Καϊάφας είπε αυτό που είπε από παράνομη μεν διάθεση· όμως ο λόγος έγινε ερμηνευτικός πράγματος αληθινού αφού εκφράστηκε με τη μορφή προφητείας. Διότι προαναγγέλλει πόσων αγαθών έγινε αίτιος ο θάνατος του Χριστού, λέγοντας αυτό που δεν γνώριζε» (Κ).
«Όχι όποιος προφητεύει, εκείνος είναι προφήτης… Αν λοιπόν είναι μεν κάποιος προφήτης, οπωσδήποτε προφητεύει, αν όμως κάποιος προφητεύει, δεν είναι οπωσδήποτε προφήτης… Διότι από αυτά που έχουν γραφτεί για τον Καϊάφα, ο οποίος προφήτευσε για τον Σωτήρα, μπορούμε να πούμε ότι και μοχθηρή ψυχή είναι ενδεχόμενο κάποτε να προφητεύει» (Ω). Στον Καϊάφα λοιπόν «το στόμα μόνο χρησιμοποίησε η χάρις, την μιαρή καρδιά όμως δεν την άγγιξε» (Χ). Οι λόγοι της προφητείας στο στόμα δεν αποτελούν αλάνθαστη απόδειξη ότι βρίσκεται και η χάρη στην καρδιά.
«Και δοξάζει (ο Καϊάφας) το Θεό όπως ο Βαλαάμ εξαναγκαζόμενος, επειδή ακριβώς είχε το ιερατικό αξίωμα, οπότε η προφητεία δεν δόθηκε σε αυτόν, αλλά στο σχήμα της ιερωσύνης» (Κ). Η διαφορά με την προφητεία του Βαλαάμ είναι ότι ο μεν Καϊάφας προφήτευσε ασυνείδητα, ενώ ο Βαλαάμ παρά τη θέλησή του (ο). Χωρίς να αποδίδει μόνιμο προφητικό χάρισμα στον Καϊάφα ο Ιωάννης λέει απλώς, ότι κατά την υπέρτατη αυτή στιγμή και για την θεοκρατία και για την ανθρωπότητα, όχι χωρίς επέμβαση της θείας ενέργειας διακηρύχτηκε από αυτόν το μυστηριώδες σχέδιο του Θεού κάτω από τη μορφή απεχθέστατου αξιώματος. Ως προς την αναξιότητα του Καϊάφα θα μπορούσε να παρατηρηθεί, ότι τίποτα δεν είναι πιο αντάξιο του Αγίου Πνεύματος από το να καταδικάζει το ξεπεσμένο όργανό του να εξαγγείλει την θεία αλήθεια, τη στιγμή που μιλά ως όργανο των δικών του συμφερόντων (g). Ο Θεός μπορεί να χρησιμοποιεί πονηρούς ανθρώπους ως όργανα των δικών του σκοπών, πολλές φορές παρά τις προθέσεις τους, διότι κατέχει αυτούς όχι μόνο με κάποια αλυσίδα, ώστε να συγκρατεί αυτούς, για να μην διαπράττουν τις υπερβολές του κακού που σχεδιάζουν, αλλά και με χαλινάρι, ώστε να τους κατευθύνει όπου αυτός θέλει.
(5)  Υπονοεί αυτό που είναι αναπόφευκτο κατά τρόπο και προδιατεταγμένο και προορισμένο (β).
(6)  Προτιμά ο Ιωάννης τον όρο αυτόν ίσως, για να υπαινιχθεί, ότι οι Ιουδαίοι απορρίπτοντας τον Ιησού αποξενώθηκαν από τα προνόμια που είχαν ως λαός του Θεού (β).

52 καὶ οὐχ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους μόνον(1), ἀλλ’ ἵνα καὶ τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ(2) τὰ διεσκορπισμένα(3) συναγάγῃ εἰς ἕν(4).
52 κι όχι μόνο για χάρη του έθνους, αλλά για να συνάξει σε μια ενότητα και τα διασκορπισμένα παιδιά του Θεού.
(1)  «Ο μεν Καϊάφας λοιπόν έλεγε ότι ο θάνατος του Χριστού θα γίνει μόνο χάριν των Ιουδαίων, ενώ ο ευαγγελιστής λέει ότι έγινε αυτός για όλη την ανθρωπότητα» (Κ). Ο Ιωάννης παντού προλαβαίνει το ενδεχόμενο παρερμηνείας. Στο παρόν χωρίο με την προσθήκη του αποβλέπει στο να μην συμπεράνει κάποιος από τα λόγια του Καϊάφα, ότι ο Ιησούς πέθανε μόνο για τους Ιουδαίους (b). Ήταν όμως φυσικό σε ευαγγέλιο που γράφτηκε σε περιβάλλον ελληνικό και για Έλληνες αναγνώστες να δοθεί η εξήγηση αυτή (β).
(2)  «Ο ευαγγελιστής ονομάζει τα έθνη παιδιά του Θεού από αυτό που πρόκειται να γίνει» (Ζ).
(3)  Στον παρόντα στίχο αναφέρεται πιθανότατα και το χωρίο της Διδαχής θ 4: «Όπως αυτό το κομμάτι του άρτου ήταν σκορπισμένο πάνω στα βουνά και αφού συγκεντρώθηκε έγινε ένα, έτσι να συγκεντρωθεί η Εκκλησία σου από τα πέρατα της γης στη βασιλεία σου».
(4)  «Ποίμνιο» (Ζ) ή σώμα. «Διότι έκανε ένα σώμα αυτούς που βρίσκονταν κοντά και μακριά, και αυτός που κάθεται στη Ρώμη θεωρεί ότι οι Ινδοί είναι μέλος δικό του» (Χ). Για την ενότητα αυτή και τη φύση της δες Ιω. ιζ 21 και Εφεσ. β 14. Ο Κύριος πέθανε για να συγκεντρώσει εκείνους, οι οποίοι πλανιούνταν, και να συγκεντρώσει αυτούς σε ένα. Πέθανε για να καλέσει προς τον εαυτό του εκείνους, οι οποίοι βρίσκονταν μακριά του και να ενώσει και μεταξύ τους εκείνους, οι οποίοι βρίσκονταν απομακρυσμένοι και χωρισμένοι μεταξύ τους. Ο Κύριος λοιπόν με το θάνατό του έγινε ο μέγας μαγνήτης των καρδιών μας. Διότι για αυτό ακριβώς υψώθηκε στο σταυρό, για να μας ελκύσει όλους στον εαυτό του. Η επιστροφή των ψυχών είναι η συγκέντρωση αυτών στο Χριστό ως κυβερνήτη και καταφυγή τους. Έγινε επίσης με το θάνατό του ο Κύριος το μέγα κέντρο της ένωσής μας μεταξύ μας. Όλοι γίνονται ένα μαζί του. Ένα σώμα, ένα πνεύμα και ένα μεταξύ τους. Όλοι οι άγιοι παντού και σε όλες τις εποχές συναντιούνται στο Χριστό όπως όλα τα μέλη συναντιούνται στο κεφάλι τους και όπως όλα τα κλαδιά στη ρίζα τους.

53 Ἀπ’ ἐκείνης οὖν(1) τῆς ἡμέρας συνεβουλεύσαντο(2) ἵνα ἀποκτείνωσιν αὐτόν.
53 Από εκείνη λοιπόν την ημέρα αποφάσισαν να τον θανατώσουν.
(1)  Υποδηλώνει αυτό ότι η πρόταση του Καϊάφα έγινε δεκτή πιθανώς σιωπηρά και χωρίς ψηφοφορία. Η απόφασή τους ήλθε ως συνέπεια της συμβουλής του Καϊάφα. «Όπως ακριβώς κάποιοι από τους ετεροδόξους παρανοούν το νόημα της γραφής, έτσι οι Φαρισαίοι αυτό που ειπώθηκε από τον Καϊάφα το παίρνουν σύμφωνα με το δικό τους νου» (Ω).
(2)  «Δηλαδή αυτό ακριβώς που φαινόταν καλό στον καθένα χωριστά, άρεσε σε όλους μαζί» (Κ). «Βεβαίως και προηγουμένως ζητούσαν να τον φονεύσουν όπως προειπώθηκε (Ιω. ε 18,ζ 19)· αλλά τώρα επικύρωσαν την άποψη με συμβουλή και σύσκεψη» (Ζ). Υπάρχει και η γραφή εβουλεύσαντο=έλαβαν απόφαση. Πονηροί άνθρωποι στηρίζουν και ενθαρρύνουν τους εαυτούς τους και άλλους σε πονηρές ενέργειες με τις συσκέψεις και συζητήσεις τους. Και διεφθαρμένες διάνοιες αποβάλλουν κάθε χαλινάρι στις κακές τους σκέψεις, όταν συναντιούνται με άλλες διεφθαρμένες διάνοιες. Τότε η κακία και το έγκλημα το οποίο προηγουμένως φαινόταν σε αυτούς απραγματοποίητο, παρουσιάζεται σε αυτούς όχι μόνο δυνατό αλλά και εύκολο.

54 Ἰησοῦς οὖν(1) οὐκέτι παρρησίᾳ(2) περιεπάτει(3) ἐν τοῖς Ἰουδαίοις(4), ἀλλὰ ἀπῆλθεν(5) ἐκεῖθεν εἰς τὴν χώραν ἐγγὺς τῆς ἐρήμου(6), εἰς Ἐφραὶμ λεγομένην πόλιν(7), κἀκεῖ διέτριβε μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ(8).
54 Γι’ αυτό ο Ιησούς δεν κυκλοφορούσε πια ελεύθερα ανάμεσα στους Ιουδαίους, αλλά έφυγε από ’κει και πήγε στην περιοχή κοντά στην έρημο, σε μια πόλη που λεγόταν Εφραίμ. Εκεί έμενε μαζί με τους μαθητές του.
(1)  Λόγω των κακών σχεδίων και των κακών προθέσεων των εχθρών του. Η αναχώρηση αυτή του Ιησού επήλθε ως συνέπεια της παραπάνω απόφασης του συνεδρίου.
(2)  «Φανερά» (Ζ). Κυρίως σημαίνει η λέξη την ελευθεροστομία, οπότε η έννοια είναι: με φανερή ελευθερία όχι μόνο στην άσκηση του λόγου, αλλά και στην προσωπική παρουσία κάποιου (ο). Ο τρόπος που προσφέρεται κάποιος στους ανθρώπους, με τον οποίο είναι σε όλους φανερός (G).
(3)  Δες ζ 1.
(4)  =Μεταξύ των Ιουδαίων που είχαν εχθρικές διαθέσεις προς αυτόν. Δες α 19,ε 10.
(5)  «Πάλι με ανθρώπινο τρόπο σώζει τον εαυτό του και το κάνει αυτό συνεχώς» (Χ).
«Υποχωρεί όχι επειδή δείλιασε, αλλά για να μην δώσει την εντύπωση ότι τους ερεθίζει με το να τον βλέπουν, παρόλο που είχαν φονικές διαθέσεις. Διδάσκει όμως και εμάς να υποχωρούμε στις εξάψεις αυτών που οργίζονται και να μην ρίχνουμε τους εαυτούς μας στους κινδύνους» (Κ).
«Έφυγε αναμένοντας τον κατάλληλο καιρό του πάθους» (αμ).
«Διότι είναι μεν καλό αν πέσουμε στον αγώνα του να ομολογήσουμε τον Ιησού, να μην απαρνούμαστε την ομολογία… αλλά όχι μικρότερο από αυτό καλό είναι, και το να μην δίνουμε αφορμή σε αυτόν τον τόσο μεγάλο πειρασμό, αλλά με κάθε τρόπο να αποφεύγουμε αυτόν, όχι μόνο διότι είναι άγνωστη σε εμάς η έκβαση αυτού του πειρασμού, αλλά και για να μην γίνουμε εμείς αιτία του να γίνουν αμαρτωλότεροι και ασεβέστεροι αυτοί που… έγιναν ένοχοι για το χύσιμο του αίματός μας» (Ω).
(6)  Η έρημος αυτή είναι σύμφωνα με τον Lange η δυτική εσχατιά της άγονης άκρης, με την οποία το οροπέδιο των βουνών της φυλής Βενιαμίν χωρίζεται σε όλο του το μήκος από την κοιλάδα του Ιορδάνη και τη Νεκρά θάλασσα. Από το μέρος αυτό ο Ιησούς μπορούσε ανάλογα με το τι ήθελε πλησιάζοντας το Πάσχα ή να συνενωθεί μαζί με τους προσκυνητές της Γαλιλαίας, οι οποίοι πήγαιναν κατ’ ευθείαν στην Ιερουσαλήμ μέσω της Σαμάρειας, ή να κατεβεί στην Ιεριχώ, στην πεδιάδα του Ιορδάνη και να ακολουθήσει το καραβάνι, το οποίο ερχόταν από την Περαία (g).
(7)  Δεν αναφέρεται αλλού στην Κ.Δ. Αναφέρεται από τον Ιώσηπο (Ιουδ. Πολ. 4,9,9) σε συνέχεια μαζί με την ορεινή στα βόρεια των Ιεροσολύμων ως μικρή πόλη και συνδεδεμένη με την Βαιθήλ όπως και στο Β΄Παρ. ιγ 19, όπου ονομάζεται Εφρών. Ταυτίζεται γενικά με την Ελ-Ταγιβέχ, που βρίσκεται 4 μίλια βορειοανατολικά της Βαιθήλ (β). Σύμφωνα με τον Ευσέβιο βρισκόταν 8 ρωμαϊκά μίλια, ενώ κατά τον Ιερώνυμο 20 βορειοανατολικά των Ιεροσολύμων (g).
(8)  Η (μετά) δεν είναι συνώνυμη με την (συν)=ανάμεσα στην συντροφιά των μαθητών του, και όχι μόνος· ήταν μαζί τους (g). «Και δεν πήγε βεβαίως εκεί μόνος, αλλά πήρε μαζί του και τους μαθητές, για να μην δώσει καμία αφορμή σε αυτούς που τον ζητούσαν» (Ω). Υπάρχει και η γραφή: κακεί έμεινε μετά των μαθητών, όπου αποσιωπείται και το αὐτοῦ.

55 Ἦν δὲ ἐγγὺς τὸ πάσχα τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβησαν πολλοὶ εἰς Ἱεροσόλυμα ἐκ τῆς χώρας(1) πρὸ τοῦ πάσχα ἵνα ἁγνίσωσιν(2) ἑαυτούς.
55 Πλησίαζε όμως το Πάσχα των Ιουδαίων. Και πολλοί απ’ όλη τη χώρα ανέβηκαν στα Ιεροσόλυμα πριν από το Πάσχα, για να τελέσουν τους καθορισμένους καθαρμούς.
(1)  Δεν αναφέρεται ειδικά στη χώρα, όπου βρισκόταν και η Εφραίμ, αλλά σε όλη την Ιουδαία και Γαλιλαία σε αντίθεση με την πρωτεύουσα.
(2)  «Εξαγνίζονταν από πριν σύμφωνα με παλαιά συνήθεια αυτοί που είχαν διαπράξει θελημένα ή αθέλητα αμαρτήματα» (Κ). Ο νόμος δεν καθόριζε ειδικές καθάρσεις πριν το Πάσχα, αλλά σε πολλά σημεία της Π.Δ. ορίζεται να εξαγνίζεται ο λαός στις παραμονές σοβαρών περιπτώσεων (Γε. λε 2,Εξ. ιθ 10,11 κτλ.). Για αυτό και το μέτρο αυτό εφαρμόστηκε και στη γιορτή του Πάσχα (Β΄Παρ. λ 16-20) (g). Δες στο ιη 28 για την σοβαρότητα που αποδιδόταν στον τελετουργικό εξαγνισμό. Δες και Πράξ. κα 24 (β).

56 Ἐζήτουν οὖν τὸν Ἰησοῦν(1) καὶ ἔλεγον μετ’ ἀλλήλων ἐν τῷ ἱερῷ(2) ἑστηκότες(3)· τί δοκεῖ ὑμῖν, ὅτι οὐ μὴ ἔλθῃ εἰς τὴν ἑορτήν(4);
56 Αναζητούσαν, λοιπόν, τον Ιησού, κι εκεί που στέκονταν, στο χώρο του ναού, έλεγαν μεταξύ τους: «Τι νομίζετε, δε θα ’ρθει στη γιορτή;»
(1)  Όπως και άλλοτε με ευκαιρία τη γιορτή της σκηνοπηγίας (ζ 12). Την περιέργειά τους αύξησε τώρα η φήμη από το θαύμα του Λαζάρου. Για τις προθέσεις των προσκυνητών αυτών υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Ή, λιγότερο πιθανή, «θαυμαστός εξαγνισμός με αιμοβόρα πρόθεση, με σκέψη για ανθρωποκτονία, με χέρια ματωμένα» (Χ). «Διότι τη γιορτή την έκαναν παγίδα για αυτόν» (Ζ). Ή, πιο σωστά, οι επαρχιώτες αυτοί επιθυμούσαν να δουν και να ακούσουν τον Ιησού, όπως και άλλοτε, έχοντας όμως υπ’ όψη τα ληφθέντα μέτρα για σύλληψή του, εξέφραζαν αμφιβολία για το αν θα ερχόταν.
(2)  Στις αυλές ή κάτω από τις στοές του ναού (F), όπου επρόκειτο να διεξαχθούν και οι τελετές της κάθαρσης και του εξαγνισμού τους (μ).
(3)  Στη στάση της αναμονής (g).
(4)  Πιο φυσικό είναι να χωρίσουμε τις δύο προτάσεις σε δύο χωρισμένες μεταξύ τους ερωτήσεις (g)= Τι νομίζετε; Νομίζετε ότι δεν θα έλθει; (b).

57 Δεδώκεισαν δὲ καὶ(1) οἱ ἀρχιερεῖς(2) καὶ οἱ Φαρισαῖοι(3) ἐντολὴν(4) ἵνα ἐάν τις γνῷ ποῦ ἐστι, μηνύσῃ(5), ὅπως πιάσωσιν αὐτόν(6).
57 Μάλιστα οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι είχαν δώσει εντολές, αν μάθει κανείς πού είναι, να ειδοποιήσει για να τον συλλάβουν.
(1)  Δεν μαρτυρείται από πολλούς μεγαλογράμματους κώδικες. Δεν φαίνεται αυθεντικό, οπότε ο σ. αυτός εκφράζει το λόγο, για τον οποίο ο λαός εξέφραζε αμφιβολίες για το να θα ερχόταν ο Ιησούς. Εάν δεχτούμε το (και) ως αυθεντικό, τότε στους λόγους, για τους οποίους ο λαός εξέφραζε τέτοιες αμφιβολίες και οι οποίοι βασίζονταν πιθανότατα στην αργοπορία του Ιησού να εμφανιστεί στο συνηθισμένο τόπο, προστίθεται και άλλη αιτία, που έκανε απίθανη την έλευση του Ιησού.
(2)  Μπαίνουν πρώτοι διότι είχαν την εξουσία να εκδίδουν τέτοιες εντολές.
(3)  Ακολουθούν και οι Φαρισαίοι ως οι πραγματικοί υποκινητές, αυτοί που ξεσήκωσαν τους αρχιερείς. Δες ζ 45 (g)
(4)  Πιθανώς η εντολή αυτή κυκλοφόρησε κυρίως μεταξύ των εμπίστων, των εχθρών του Ιησού. Εάν δεχτούμε ότι η εντολή αυτή δημοσιεύτηκε, τότε νωρίς παραθεωρήθηκε, διότι αλλιώς δεν θα εξηγούνταν, πώς ο Ιησούς κατά την εβδομάδα του πάθους μπήκε επίσημα στα Ιεροσόλυμα και παρέμεινε στη Βηθανία και τα Ιεροσόλυμα για πέντε ολόκληρες ημέρες, χωρίς κανείς να καταγγείλει τον τόπο της διαμονής του (ο). Υπάρχει και η γραφή: εντολάς.
(5)  Μηνύω=κάνω το κρυφό φανερό, γνωστό· και με γενική έννοια δείχνω, αναφέρω που είναι (G). Έτσι ο Κύριος παρουσιάστηκε στο λαό ως επιβλαβής και επικίνδυνος, ως εκτός του νόμου, τον οποίο ο καθένας θα μπορούσε να πλήξει. Και ο Σαούλ στο παρελθόν τέτοια εντολή είχε δώσει για τον Δαβίδ, όπως και ο Αχαάβ για τον Ηλία. Ασφαλώς επιβαρύνουν την ενοχή τους και κάνουν πιο ολέθριο το έγκλημά τους οι κακοί άρχοντες, όταν καθιστούν τους υφισταμένους τους όργανα της αδικίας και κακίας τους. Δες και εδώ πώς οι Φαρισαίοι επιζητούν να καταστήσουν και τους άλλους συνενόχους των φονικών τους αποφάσεων.
(6)  «Είναι θαυμαστή η εντολή των αρχιερέων, προδοσία για θάνατο. Ω οι ανίεροι! Πώς ξεκινούν να τιμούν τη γιορτή! Με τι ψυχές, που έπνεαν φόνο, πρόκειται να γιορτάζουν» (Ζ).

(Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 397-434 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα. )

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας, Θφ = Θεοφύλακτος
Αμ = Αμμώνιος, Ι = Ισιδωρος πρεσβύτερος
Αυ = Αυγουστίνος, Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Β = Βασίλειος ο Μέγας, Κλ = Κλήμης Αλεξανδρεύς
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Σβ = Σευήρος Αντιοχείας
Γν = Γρηγοριος Νύσσης, Σχ. = Σχολιαστής ανώνυμος
Ε = Ευσέβιος Καισαρειας, Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζ = Ζιγαβηνός, Ω = Ωριγένης
Θη = Θεόδωρος Ηρακλείας
Θμ = Θεόδωρος Μοψουεστίας
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
b = Bengel κ = Κομνηνός Π.,
β = Bernard. J.H, Edinburg 1928 χ = Hoskyns Edwyn Gl. London 1947
C = Cremer μ. = Macgregor G.H. London 1928
DB = Dict. Of the Bible,Hastings τ = Temple William, London 1945
F = Fillion L. Cl. Paris 1928 σ. = στίχος
G = Crimm
g = Godet F. 1885
o = Owen John, New York 1861
δ = Δαμαλάς Ν, Αθήναι 1940

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΣΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΜΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις Φεβρουάριος 8, 2019

Σχετική εικόνα

Η Εκκλησία εορτάζει στις 2 Φεβρουαρίου το πρόσωπο και την ιδιότητα της μητέρας. Κατά την εορτή της Υπαπαντής η Παναγία πηγαίνει τον Χριστό στον ναό, εκπληρώνοντας  την νομική παράδοση του σαραντισμού.  Μας δείχνει έτσι την πλήρη συγκατάβαση του Χριστού στα ανθρώπινα, αλλά και την αίσθηση  της αποστολής “ως μάνας” που είχε στην ψυχή της η Μητέρα του Θεού και όλων των ανθρώπων.

Αυτή η αίσθηση της αποστολής δεν φαίνεται να συμβαδίζει με το πνεύμα των καιρών μας. Για την σύγχρονη γυναίκα η μητρότητα δεν είναι προτεραιότητα. Οι σπουδές, η καριέρα, τα χρήματα, το να ζήσει την ζωή είναι τα στοιχεία εκείνα που μεταθέτουν χρονικά την μητρική λειτουργία. Δεν τιμάται άλλωστε από τους πολλούς η ιδιότητα της μάνας. Το starsystem προβάλλει το πρότυπο του γυναικείου σώματος χωρίς τις ατέλειες και το βάρος της εγκυμοσύνης, ενώ για την σταδιοδρομία της γυναίκας στον επαγγελματικό και κοινωνικό χώρο ένα παιδί δεν είναι ό,τι καλύτερο, καθώς την κάνει να χάνει χρόνο και δημοσιότητα, αναγκασμένη να μείνει στο σπίτι για να το φροντίσει στα πρώτα βήματά του. Το φεμινιστικό κίνημα, εξάλλου, υπερτονίζει ότι το σώμα της ανήκει στην γυναίκα και αυτή θα αποφασίσει αν θα κάνει παιδί ή όχι. Έτσι δικαιολογείται και ο μεγάλος αριθμός εκτρώσεων.

Ανάλογη είναι και η στάση των καιρών έναντι της πολυτεκνίας. Το να γεννήσει μία γυναίκα τρία και περισσότερα παιδιά θεωρείται ανεπιθύμητη πολυτέλεια. Τι να πει κάποιος για την πολιτεία που φορολογεί τις πολύτεκνες οικογένειες σαν να μην έχει καμία σημασία για το οξύτατο δημογραφικό μας πρόβλημα η αύξηση του πληθυσμού; Τι να πει όμως κάποιος και για την ντροπή που αισθάνεται ένα νέο κορίτσι αν πει δημόσια ότι θα ήθελε να κάνει περισσότερα από δύο παιδιά; Για την ειρωνεία ακόμη και του περιβάλλοντός της και για την παντελή έλλειψη υποστήριξης της ιδέας της από το σχολείο; Δεν μπορεί να είναι στόχος φανερός  για μία νέα κοπέλα το να παντρευτεί και να κάνει παιδιά. Η μητρότητα στο περιθώριο…

Είναι αυτονόητο ότι με τις διαπιστώσεις δεν λύνεται το πρόβλημα. Όμως αν θυμηθούμε όλοι μας ότι μάς έχει γεννήσει μητέρα, προς την οποία η αγάπη μας είναι αναντικατάστατη, το όνομα της οποίας αναφωνούμε  σε κάθε δυσκολία, την φροντίδα της αναζητούμε σε κάθε γνήσια σχέση, για την αγκαλιά της δεν μπορούμε να βρούμε άλλη παρηγοριά, τότε υπάρχει ελπίδα να αλλάξουμε νοοτροπία.
 Άνδρες και γυναίκες, νέοι και μεγαλύτεροι μπορούμε να αφυπνιστούμε. Να καταλάβουμε ότι η φύση μας περιλαμβάνει τις ιδιότητες του πατέρα και της μητέρας, για να ολοκληρωθούμε ως άνθρωποι, εφόσον δεν έχουμε επιλέξει κλήση μοναχική. Ότι η δωρεά της μητρότητας  είναι καλό να επιδιώκεται στην νεαρότερη ηλικία, διότι τότε η γυναίκα έχει δυνάμεις. Ότι η καριέρα, όση καταξίωση κι αν δίνει στην γυναίκα, δεν μπορεί να αντικατασταθεί από το βλέμμα του παιδιού που λέει “μαμά” και ότι η μητρική ιδιότητα είναι εφ᾽ όρου ζωής δωρεά. Ότι αν η γυναίκα αποτύχει στον μητρικό της ρόλο, διότι δεν έδειξε την αγάπη και την έγνοια που χρειαζόταν, καμία καριέρα δεν την καταξιώνει. Η μητρότητα είναι το αντίδοτο της φύσης στον θάνατο.
Η Παναγία ως μάνα ας ξαναγίνει πρότυπο!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης  6 Φεβρουαρίου 2019

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις Φεβρουάριος 8, 2019

Η γιορτή των Τριών Ιεραρχών, συνειδητά από την Πολιτεία και εξ αδιαφορίας από την Εκκλησία, μετετράπη οριστικά σε αργία, εκτός από τα Γυμνάσια και τα Λύκεια, και για τα Δημοτικά και για τα Νηπιαγωγεία. Προφανώς και η Εκκλησία θα συνεχίζει να την εορτάζει στις 30 Ιανουαρίου κάθε χρόνο. Όμως για την ελληνική πολιτεία το παραδοσιακό περιεχόμενο της γιορτής, με εκκλησιασμό, ομιλίες και ένα αίσθημα σύνδεσης χριστιανισμού και ελληνισμού, θα υποβαθμίζεται περαιτέρω, μέχρις ότου σβήσει οριστικά. Όσοι ρομαντικοί επιμένουμε ότι και η Πολιτεία οφείλει να διασώζει την ταυτότητα του Ελληνισμού θα διαπιστώνουμε ότι η πίστη δεν έχει σχέση με τους στόχους του κράτους μας, το οποίο πορεύεται προς μία παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα χωρίς διάθεση να έχει στηρίγματα αυτοδιάθεσης και αυτεπίγνωσης. Σειρά, άλλωστε, μετά τα Θρησκευτικά έχει και η Ιστορία για μεταρρύθμιση.

Αξίζει όμως να θυμίζουμε στους εαυτούς μας όψεις τού γιατί τιμούμε τους Τρεις Ιεράρχες ως προστάτες όχι μόνο της πίστης, αλλά και της παιδείας, των γραμμάτων. Μία από αυτές έχει να κάνει και με τις παιδαγωγικές αρχές του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου, του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, οι οποίες παραμένουν επίκαιρες.

Οι Τρεις Πατέρες θεωρούν ότι σκοπός της ζωής, όπως και της παιδείας, είναι η αγιότητα.  Η μόρφωση του ανθρώπου δεν αποσκοπεί στο να κάνει επίδειξη γνώσης, να διακριθεί ανάμεσα στους άλλους για να φανεί το εγώ του, αλλά στο να τον βοηθήσει να ακολουθήσει την οδό της εκζήτησης της σχέσης με τον Θεό, την οδό της αρετής που οδηγεί στην πάλη εναντίον των παθών. Γι᾽ αυτό και η παιδεία συνδυάζεται με την καλλιέργεια του ήθους. Στην ιστορία της Εκκλησίας άσημοι και ταπεινοί άγιοι υπέταξαν τους σοφούς και τους ρήτορες του κόσμου τούτου, στηριγμένοι στην μόρφωση της πίστης.

Παράλληλα, οι Τρεις Ιεράρχες επισημαίνουν την ανάγκη για συνέπεια λόγων και έργων. Γονείς και δάσκαλοι καλούνται να ζούνε όπως πιστεύουν, ώστε να γίνονται το αυθεντικό παράδειγμα στα παιδιά τους. Ακόμη, οι γονείς καλούνται να βάζουν όρια στα παιδιά τους, νόμους και κανόνες, ώστε να μην ικανοποιούνται άκριτα όλες οι επιθυμίες τους και να μάθουν να εκτιμούν τα απαραίτητα. Παράλληλα, η ασκητικότητα της παράδοσης μας, η νηστεία, η υπακοή, η αποφυγή της πολυτέλειας, κυρίως όμως η μάθηση στην αγάπη αποτελούν τρόπους αγωγής των παιδιών στο αυθεντικό.

Οι παιδαγωγικές αυτές αρχές δεν ήταν πρωτοποριακές μόνο για την εποχή που εκφράστηκαν, αλλά διατηρούν ακέραιη την φρεσκάδα τους και στους καιρούς μας. Είναι συνδεδεμένες με την δύναμη της πίστης στον Θεό, η οποία δίνει ελπίδα. Ταυτόχρονα, μας προκαλούν σε έναν γόνιμο διάλογο με την ιστορική μας παράδοση, καθώς οι Τρεις Ιεράρχες συνέδεσαν τον αρχαιοελληνικό με τον χριστιανικό τρόπο. Δεν απέρριψαν το ελληνικό χθες, αλλά συνέστησαν στους νέους να ωφελούνται από τα αρχαία γράμματα, όπως οι μέλισσες που επιλέγουν ό,τι είναι χρήσιμο. Ζήτησαν δηλαδή κριτική σκέψη, επίγνωση της χριστιανικής ταυτότητας και μπόλιασμά της με  ό,τι ωραίο ο ελληνισμός είχε να δώσει, δίχα της ηθικής διαφθοράς και της αμαρτίας.

Η ελπίδα της Ανάστασης και η έμπρακτη αγάπη κάνουν το παράδειγμα ζωής των Πατέρων μας πολυτιμότατο και για μεγάλους και για μικρούς! Ας συνεχίζουμε να τους γιορτάζουμε, εις πείσμα των καιρών!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανὀς

Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια” Στο φύλλο της Τετάρτης 30 Ιανουαρίου 2019

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Επιστήμη και Βιβλική Κοσμογονία

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιανουάριος 15, 2019

1)   Αν ρίξουμε ένα βλέμμα στον τρόπο της έκθεσης της εξαημέρου θα δούμε, ότι δεν πρόκειται για μεγάλα χρονικά διαστήματα, για γεωλογικές περιόδους, όπως νόμισαν κάποιοι, διότι το κείμενο μιλά ρητά «και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωί». Άρα μιλά για ημερονύκτιο. Ούτε όμως και για πραγματικά εικοσιτετράωρα ημερονύκτια πρόκειται, διότι ο ήλιος ο οποίος καθορίζει τα ημερονύκτια έγινε την τέταρτη ημέρα. Επομένως ο τόνος δεν πρέπει να δοθεί στη σειρά των δημιουργημάτων, αλλά στον αριθμό έξι. Η Βιβλική δηλαδή διήγηση της εξαημέρου είναι έξι οράματα, με τα οποία ο Θεός αποκάλυψε στους πρωτοπλάστους την δημιουργία του κόσμου.

Για καμία άλλη εποχή η αποκάλυψη υπήρξε αναγκαιότερη όσο για την αρχή της ανθρωπότητας. Η αποκάλυψη θα γινόταν με έκσταση όπως έγινε στον Αδάμ η αποκάλυψη της δημιουργίας της γυναίκας όπως ρητά αναφέρει η Αγία Γραφή (2,21). Επομένως η εξαήμερη δημιουργία είναι έξι οράματα εγκλειόμενα σε εικοσιτετράωρα χρονικά διαστήματα, με τα οποία ο Αδάμ είδε την εν χρόνω ενέργεια του Θεού. Η πρωταρχική αυτή παράδοση υπήρξε εν πρώτοις υποκείμενο προφορικής παράδοσης, η οποία καταγράφηκε ίσως πολύ πριν τον Μωϋσή.

2)   Εάν ρίξουμε προσεκτικότερο βλέμμα στο περιεχόμενο της εξαημέρου θα παρατηρήσουμε, ότι αυτή διαιρείται σε δύο αντίστοιχες τριάδες (στιχ. 3-13 και στιχ. 14-25) και έπειτα έρχεται η δημιουργία του ανθρώπου (στιχ. 26-29). Οι αντίστοιχες αυτές τριάδες έχουν σχέση μεταξύ τους και προς αλλήλας. Έχουν σχέση μεταξύ τους, διότι οι ημέρες της πρώτης τριάδος είναι χωρίσματα, ενώ οι μέρες της δεύτερης τριάδος είναι συμπληρώματα.

Και συγκεκριμένα: κατά την πρώτη ημέρα χωρίζεται το φως από το σκότος, την δεύτερη ημέρα χωρίζεται ο ουρανός από την θάλασσα, την τρίτη ημέρα χωρίζεται η θάλασσα από την ξηρά.

Στην δεύτερη τριάδα έχουμε τα συμπληρώματα ως εξής: Κατά την τέταρτη ημέρα έχουμε τον ήλιο για συμπλήρωση του φωτός της πρώτης ημέρας. Κατά την πέμπτη ημέρα έχουμε τα συμπληρώματα ουρανού και θάλασσας, δηλαδή τα πτηνά του ουρανού και τα ψάρια της θάλασσας. Κατά την έκτη ημέρα έχουμε τα χερσαία ζώα και τον άνθρωπο το συμπλήρωμα της ξηράς και των φυτών της τρίτης ημέρας, διότι πάνω στην ξηρά και δια των φυτών θα ζήσουν άνθρωποι και ζώα.

3)   Ο σκοπός: Αυτός είναι θρησκευτικός και παιδαγωγικός. Επομένως τα κοσμικά γεγονότα θίγει εν παρόδω και μιλά για την δημιουργία όπως εμφανίζεται αυτή στα μάτια μας. Αφήνει την επιστημονική έρευνα αυτών στην ανθρώπινη οξυδέρκεια όπως βεβαιώνουν Βασίλειος, Χρυσόστομος, Αυγουστίνος. Σύμφωνα με τον σκοπό αυτόν η αποκάλυψη κατέρχεται στην αντιληπτική ικανότητα κάθε ηλικίας και όλων των αιώνων, έτσι ώστε το αόρατο και πνευματικό να είναι ευκρινές και σαφές στους αδύνατους. Για αυτό η δημιουργική ενέργεια του Θεού εκθέτει αυτά με εικόνες ανθρώπινης ενέργειας (ομιλία του Θεού, έργο εξαήμερο, ανάπαυση κλπ.) τονίζει δε στα θεία αυτά έργα εκείνο το οποίο υποπίπτει στην άμεση αντίληψη και είναι δυνατόν να κατανοηθεί από τους απλούς ανθρώπους.

4)   Το κείμενο: Είναι απλό, φωτεινό και στα παιδιά αντιληπτό και η ερμηνεία δεν έχει κανένα δικαίωμα να απομακρυνθεί από την κυριολεξία, εφ’ όσον δεν παρίσταται επιτακτική ανάγκη για αυτό. Οι λέξεις «ημέρα, φως, πρωΐ, εσπέρα κλπ.» πρέπει να ληφθούν στη συνηθισμένη κυριολεξία τους. Η δε ομιλία του Θεού ως ανθρώπινη είναι ανθρωποπαθής Βιβλική έκφραση, η οποία δηλώνει, ότι στη δημιουργία πραγματοποιήθηκαν οι θείες σκέψεις και ότι τα δημιουργήματα είναι η φυσική αποκάλυψη της δύναμης, της σοφίας και της αγαθότητας του Θεού. Για αυτό η δημιουργία εκτίθεται ως έργο που έγινε σε έξι ημέρες μαζί με την ημέρα της ανάπαυσης της εβδόμης που ακολούθησε αυτές για συμβολισμό των έξι εργάσιμων ημερών, κατά τις οποίες ο άνθρωπος οφείλει να εργάζεται, και της έβδομης, του Σαββάτου, κατά την οποία υποχρεούται να αναπαύεται.

Συμπέρασμα: Από αυτά συνάγ