kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Κανένα μονοπάτι όμως δεν έχει νόημα εάν αυτά που μαθαίνουμε δεν τα εφαρμόζουμε στην πράξη.

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούλιος 14, 2018

agnoia

Κάποτε ζούσε ένας άνθρωπος που του άρεσε να ακούει τη διδασκαλία κάποιου σοφού, ποτέ όμως δεν έμπαινε στον κόπο να κάνει πράξη τα όσα άκουγε.

Όταν ο παπαγάλος του, ο οποίος μπορούσε να μιλάει καλά, τον ρώτησε πού πήγαινε κάθε μέρα, εκείνος απάντησε ότι επιθυμούσε να μάθει περισσότερα για τον Θεό και την ελευθερία. Αυτός ήταν και ο λόγος που πήγαινε να ακούσει τα λόγια του σοφού.

Ο παπαγάλος τότε τον έβαλε να ρωτήσει τον σοφό πώς θα μπορούσε κι εκείνος να απελευθερωθεί

Ο άνθρωπος λοιπόν έκανε την ερώτηση του παπαγάλου στον σοφό, ο οποίος αμέσως έπεσε κάτω στο έδαφος σαν να λιποθύμησε ξαφνικά. Όσοι ήταν μαζεμένοι τριγύρω θύμωσαν πολύ μαζί του που τόλμησε να κάνει μια τέτοια ερώτηση και του ζήτησαν να φύγει αμέσως. Όταν επέστρεψε στο σπίτι, διηγήθηκε στον παπαγάλο όλη την ιστορία. Το επόμενο πρωί βρήκε τον παπαγάλο ακίνητο μέσα στο κλουβί του. Ο άνθρωπος υπέθεσε ότι ήταν νεκρός και άνοιξε το κλουβί για να τον βγάλει έξω.

Ο παπαγάλος πέταξε αμέσως στο κλαδί ενός δέντρου και του είπε: «Ακολούθησα τα λόγια του σοφού και τώρα είμαι ελεύθερος. Καλό θα ήταν να εφαρμόζεις κι εσύ τις οδηγίες του».

Πολλές φορές ακολουθούμε ένα μονοπάτι και το μόνο που κάνουμε είναι να αποθηκεύουμε ως πληροφορίες τα όσα μαθαίνουμε «παπαγαλίζοντας» τη θεωρία του. Κανένα μονοπάτι όμως δεν έχει νόημα εάν αυτά που μαθαίνουμε δεν τα εφαρμόζουμε στην πράξη.

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Λούθηρος

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούλιος 14, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για ΛΟΥΘΗΡΟΣ

Η αρχή του Προτεσταντισμού. Η «διόρθωση» ενός λάθους με ένα μεγαλύτερο λάθος…

(Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού Will Durant, τόμος ΣΤ΄ σελ. 395-443, 483-494 & 514-527 εκδόσεις Αφοί Συρόπουλοι 1970)
Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις δικές μας. Δεν παρατίθενται οι παραπομπές
ΛΟΥΘΗΡΟΣ: Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΑΝ
1517-24
Ι. Τ Ε Τ Ζ Ε Λ
Την 15ην Μαρτίου 1517, ο πάπας Λέων I’ εξέδωσε την περιφημοτέραν από όλας τας συγχωρήσεις. Ήτο λυπηρόν, ακριβώς τώρα, ότι η Μεταρρύθμισις εξερράγη κατά την διάρκειαν μιας αρχιερατείας, η oποία είχε συγκεντρώσει εις την Ρώμην τόσους πολλούς από τους καρπούς, και τόσον πολύ από το πνεύμα της Αναγεννήσεως.
Ο Λέων, υιός του Λαυρεντίου του Μεγαλοπρεπούς, ήτο τώρα ο αρχηγός της οικογενείας των Μεδίκων, η όποια είχεν εκθρέψει την Αναγέννησιν εις την Φλωρεντίαν. Ήτο λόγιος, ποιητής, ευπατρίδης, ευγενής και γενναιόφρων, αγαπών την κλασσικήν φιλολογίαν και την λεπτήν τέχνην. Τα ήθη του ήσαν καλά εις ένα ανήθικον περιβάλλον• η φύσις του έκλινε προς μίαν ευθυμίαν, ευχάριστον και νόμιμον, η οποία έδωσε το παράδειγμα της ευτυχίας εις μίαν πόλιν, η οποία προ ενός αιώνος ευρίσκετο εις κατάπτωσιν και εγκατάλειψιν. Όλα του τα ελαττώματα ήσαν επιφανειακά εκτός της επιπολαιότητός του. Έκαμνε πολύ oλίγην διάκρισιν μεταξύ του καλού της οικογενείας του και του καλού της Εκκλησίας και εσπατάλα τα χρήματα της παπωσύνης χάριν αμφιβόλων ποιητών και πολέμων. Ήτο κατά κανόνα ανεκτικός, απελάμβανε την σάτιραν εναντίον των εκκλησιαστικών εις το «Μωρίας εγκώμιον» του Εράσμου και εφήρμοσε, με μερικάς διακοπάς, την άγραφον συμφωνίαν, δια της οποίας η Εκκλησία της Αναγεννήσεως παρεχώρησε σημαντικήν ελευθερίαν εις τους φιλοσόφους, τους ποιητάς και τους λογίους, οι όποιοι απηυθύνοντο -συνήθως εις την λατινικήν -προς την μορφωμένην μειονότητα, άλλ’ άφηνεν ανενόχλητον την αναντικατάστατον πίστιν των μαζών.
Υιός τραπεζίτου, ο Λέων ήτο συνηθισμένος να εξοδεύη χρήματα ευκόλως και πρό παντός εις βάρος άλλων. Εκληρονόμησε πλήρη παπικά ταμεία από τον Ιούλιον Β’ και τα εξεκένωσε πριν αποθάνη. Ίσως να μην ενδιεφέρετο πολύ δια την ογκώδη βασιλικήν την οποίαν ο Ιούλιος είχε σχεδιάσει και αρχίσει, αλλά η παλαιά εκκλησία του Αγίου Πέτρου δεν ηδύνατο πλέον να επισκευασθή, τεράστια ποσά είχον εξοδευθή δια την νέαν και θα ήτο ατύχημα δια την Εκκλησίαν να αφήση αυτήν την μεγαλειώδη επιχείρησιν να αποτύχη. Ενδεχομένως με κάποιαν απέχθειαν προσέφερε την συγχώρησιν του 1517 εις όλους όσοι θα συνεισέφερον εις τα έξοδα δια την συμπλήρωσιν του μεγάλου αυτού ναού. Οι ηγεμόνες της Αγγλίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας διεμαρτυρήθησαν, ότι ο πλούτος των χωρών των είχεν αποστραγγισθή, αι εθνικαί των οικονομίαι είχον διαταραχθή ένεκα επανειλημμένων εκστρατειών προς συλλογήν χρημάτων δια την Ρώμην. Όπου οι βασιλείς ήσαν ισχυροί, ο Λέων ήτο συγκαταβατικός: συνεφώνησεν όπως ο Ερρίκος Η’ κράτηση το ¼ των συλλεγέντων χρημάτων εις την Αγγλίαν• έκαμεν ένα δάνειον από 175.000 δουκάτα εις τον βασιλέα Κάρολον Α’ (τον μετέπειτα αυτοκράτορα Κάρολον Ε’) έναντι αναμενομένων εισπράξεων εις την Ισπανίαν ο δε Φραγκίσκος Α’ εκράτησε, κατόπιν εγκρίσεως του Λέοντος, μέρος των συλλεγέντων εις την Γαλλίαν χρημάτων. Η Γερμανία είχεν ολιγώτερον ευνοϊκήν μεταχείρισιν, μη έχουσα ισχυράν μοναρχίαν δια να διαπραγματευθή με τον πάπαν• εν τούτοις παρεχωρήθη εις τον αυτοκράτορα Μαξιμιλιανόν το ευτελές ποσόν των 3000 φλωρινίων από τας εισπράξεις και οι Φούγκερ θα ελάμβανον από τα χρήματα τα όποια θα συνελέγοντο τας 20.000 φλωρίνια τα όποια είχον δανείσει εις τον Άλμπρεχτ του Βραδεμβούργου δια να πληρώση τον πάπαν δια την ανάρρησίν του εις τον αρχιεπισκοπικόν θρόνον της Μάιντς. Δυστυχώς η πόλις αυτή είχε χάσει τρεις αρχιεπισκόπους εντός δέκα ετών (1504 – 14) και είχε πληρώσει δύο φοράς βαρύτατα δικαιώματα αναρρήσεως. Δια να την απαλλάξη από του να πληρώση και τρίτην φοράν, ο Άλμπρεχτ εδανείσθη. Τώρα ο Λέων συνεφώνησε όπως ο νεαρός ιεράρχης διευθύνη την διανομήν των συγχωροχαρτίων εις το Μαγδεμβούργον και την Χάλμπερστατ καθώς και εις την Μάιντς. Ένας πράκτωρ των Φούγκερ συνώδευεν έκαστον ιεροκήρυκα του Άλμπρεχτ, ήλεγχε τας δαπάνας και τας εισπράξεις και εκράτει το κλειδί του χρηματοκιβωτίου όπου εφυλάσσοντο τα χρήματα.1
Ό κυριώτερος πράκτωρ του Άλμπρεχτ ήτο ο Ιωάννης Τέτζελ, ένας Δομινικανός μοναχός, ο όποιος είχεν αποκτήσει ικανότητα και φήμην ως συλλέκτης χρημάτων. Από του 1500 η κυριωτέρα του ασχολία ήτο η διάθεσις των συγχωροχαρτίων. Συνήθως εις τας αποστολάς αυτάς ελάμβανε την βοήθειαν του κλήρου: όταν εισήρχετο εις μίαν πόλιν, μία συνοδεία από ιερείς, άρχοντας και ευσεβείς λαϊκούς, τον υπεδέχετο με σημαίας, λαμπάδας και ψαλμούς και έφερε την βούλλαν της συγχωρήσεως υψηλά επί ενός βελούδινου η χρυσού προσκεφαλαίου, ενώ οι κώδωνες των εκκλησιών ήχουν και τα όργανα έπαιζον.2Εισαγόμενος κατ’ αυτόν τον τρόπον, ο Τέτζελ προσέφερεν με ένα εντυπωσιακόν τρόπον, πλήρη συγχώρησιν εις εκείνους οι όποιοι θα μετενόουν και θα εξωμολογούντο τας αμαρτίας των και θα συνεισέφερον αναλόγως των μέσων των εις την ανέγερσιν του νέου Αγίου Πέτρου:
Είθε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός να δείξη έλεος δια σε και να σε συγχωρήση με την χάριν των αγίων Του παθών. Και εγώ, με την εξουσίαν Του, με την εξουσίαν των αγίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου, και του αγιωτάτου πάπα, η οποία μου εδόθη και μου παρεχωρήθη εις αυτά τα μέρη, σε συγχωρώ και σε απαλλάσσω, πρώτον από πάσαν εκκλησιαστικήν κύρωσιν, κατά οιονδήποτε τρόπον και αν έγινε και έπειτα από όλας σου τας αμαρτίας, παραβάσεις και υπερβασίας, οσονδήποτε φοβεραί και αν είναι, ακόμη και από εκείνας αι οποίαι επιφυλάσσονται δια την γνωμάτευσιν της Αγίας Έδρας και όσον μακράν εκτείνονται αι κλείδες της αγίας Εκκλησίας, σου αναστέλλω πάσαν τιμωρίαν της όποιας είσαι άξιος εις το καθαρτήριον ένεκα αυτών και σε αποκαθιστώ εις τα άγια μυστήρια της Εκκλησίας… και εις την αθωότητα εκείνην και την αγνότητα την οποίαν είχες κατά το βάπτισμα• ούτως ώστε όταν θα αποθάνης, αι πύλαι της τιμωρίας θα είναι κλεισταί και αι πύλαι του παραδείσου της χαράς θα είναι ανοικταί• και αν δεν θα αποθάνης επί του παρόντος, αυτή η χάρις θα παραμείνη εν πλήρει ενεργεία μέχρι του σημείου του θανάτου σου. Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Άγιου Πνεύματος.3
Η θαυμαστή αυτή συμφωνία δι’ ένα πιστόν ευρίσκετο εις αρμονίαν με την επίσημον αντίληψιν περί των συγχωρήσεων δια τους ζώντας. Ο Τέτζελ ευρίσκετο και πάλιν εντός του γράμματος των αρχιεπισκοπικών οδηγιών όταν απήλλασσε της προηγουμένης εξομολογήσεως, εάν ο καταβάλλων τα χρήματα εζήτει την συγχώρησιν δια μίαν ψυχήν εις το καθαρτήριον. Ένας καθολικός ιστορικός λέγει:
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Τέτζελ, συμφώνως προς ό,τι εθεώρει ως εγκύρους οδηγίας του, διεκήρυσσεν ως χριστιανικόν δόγμα ότι δεν απητείτο παρά μόνον μία χρηματική προσφορά δια να επιτύχη κανείς συγχώρησιν δια τους νεκρούς, χωρίς να υφίσταται λόγος μετανοίας και εξομολογήσεως. Εδίδασκεν επίσης, συμφώνως προς την τότε επικρατούσαν γνώμην, ότι μία συγχώρησις ηδύνατο να εφαρμοσθή επί οιασδήποτε ψυχής με αλάθητον αποτέλεσμα. Εκκινών από την προϋπόθεσιν αυτήν, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατέληγεν εις την πραγματικότητα να είναι η θεωρία του η εφαρμογή της παροιμίας: «ευθύς ως το χρήμα κουδουνίση εντός του κιβωτίου, η ψυχή θα πηδήση έξω από τας φλόγας του καθαρτηρίου». Η παπική βούλλα δεν έδιδε καμμίαν επικύρωσιν εις την πρότασιν αυτήν. Ήτο μία ασαφής σχολαστική γνώμη… και όχι δόγμα της Εκκλησίας.4
Ό Μυκόνιος, ένας Φραγκισκανός μοναχός, πιθανόν διακείμενος εχθρικώς προς τους Δομινικανούς, ήκουσε τον Τέτζελ και ανέφερε το έτος εκείνο 1517: «Είναι απίστευτον το τί ο αμαθής αυτός μοναχός είπε και εκήρυξε. Έδωσε σφραγισμένος επιστολάς βεβαιούσας ότι ακόμη και αι αμαρτίαι τας οποίας κανείς είχε σκοπόν να κάμη, θα συνεχωρούντο. Ο πάπας, είπεν, έχει μεγαλυτέρου δύναμιν από όλους τους αποστόλους, από όλους τους αγγέλους και τους άγιους, περισσοτέραν ακόμη και από αύτην την Παρθένον Μαρίαν• επειδή όλοι αυτοί είναι υπήκοοι του Χριστού ενώ ο πάπας είναι ίσος με τον Χριστόν».
Τούτο είναι προφανώς υπερβολή, αλλά το ότι ήτο δυνατόν δά δοθή μία τοιαύτη περιγραφή από ένα αυτόπτην μάρτυρα, αποδεικνύει την αντιπάθειαν την οποίαν διήγειρεν ο Τέτζελ. Μία παρομοία εχθρότης διαφαίνεται εις την φήμην, την οποίαν μετά σκεπτικισμού αναφέρει ο Λούθηρος,5 ο όποιος παρουσιάζει τον Τέτζελ ως ειπόντα εις την Χάλλην ότι και αν ακόμη, per impossibile, κάποιος είχε βιάσει την Μητέρα του Θεού, η συγχώρησις θα απέπλυνε το άμάρτημά του. ο Τέτζελ έλαβε πιστοποιητικά από τας πολιτικάς και εκκλησιαστικάς αρχάς της Χάλλης ότι ουδέποτε ήκουσαν αυτήν την ιστορίαν.6 Ήτο ενθουσιώδης πωλητής αλλά όχι τελείως ασυνείδητος.
Θα ηδύνατο να είχε διαφύγει από την ιστορίαν εάν δεν είχε πλησιάσει πάρα πολύ εις τα εδάφη του Φρειδερίκου του Σοφού, εκλέκτορος της Σαξονίας.
Ο Φρειδερίκος ήτο ένας ευλαβής και προβλεπτικός ηγεμών. Θεωρητικώς δεν αντετίθετο εις τας συγχωρήσεις• είχε συγκεντρώσει 19.000 άγια λείψανα εις την εκκλησίαν του πύργου του εις την Βιττενβεργην7 και είχε κανονίσει να εξασφαλίση μίαν συγχώρησιν δια τους προσκυνητάς των• επρομηθεύθη επίσης μίαν άλλην συγχώρησιν δια συνδρομητάς προς κατασκευήν μιας γεφύρας επί του Τοργκάου και είχεν αναθέσει εις τον Τέτζελ να διαφημίση τα πλεονεκτήματα της παπικής αυτής συγχωρήσεως.8 Εν τούτοις είχε κατακρατήσει από τον πάπαν Αλέξανδρον ΣΤ’ (1501) το ποσόν το όποιον είχε συλλεγή εις την Εκλεκτορικήν Σαξονίαν από μίαν συγχώρησιν δια δωρεάς χάριν μιας σταυροφορίας κατά των Τούρκων. Είπεν ότι θα έδιδε τα χρήματα όταν θα επραγματοποιείτο η σταυροφορία. Αυτό δεν έγινε. Ο Φρειδερίκος ο Σοφός εκράτησε τα χρήματα και τα εχρησιμοποίησεν εις το Πανεπιστήμιον της Βιττενβέργης.9 Τώρα, κινούμενος από την επιθυμίαν να μην αφήση τα νομίσματα της Σαξονίας να φυγαθευθούν και ίσως παρακινηθείς από πληροφορίας περί των υπερβολών του Τέτζελ, απηγόρευσε το κήρυγμα της συγχωρήσεως του 1517 εντός των εδαφών του. Αλλά ο Τέτζελ επλησίασε τόσον πολύ εις τα σύνορα, ώστε πολλοί από την Βιττενβέργην διέβησαν τα σύνορα δια να αποκτήσουν την συγχώρησιν. Πολλοί αγορασταί εκόμισαν αυτάς «τας παπικάς επιστολάς» εις τον Μαρτίνον Λούθηρον, καθηγητήν της θεολογίας εις το Πανεπιστήμιον και του εζήτησαν να επιβεβαιώση την αποτελεσματικότητά των. Αυτός ηρνήθη. Ο Τέτζελ επληροφορήθη την αρνησίν του. Κατήγγειλε τον Λούθηρον και έγινεν αθάνατος.
Είχεν υποτιμήσει την μαχητικότητα του καθηγητού. Ο Λούθηρος συνέθεσε ταχέως εις την λατινικήν ενενήντα πέντε θέσεις, τας οποίας ετιτλοφόρησε Disputatio pro declaration virtutis indulgentiarum (Συζήτησις προς διευκρίνισιν της ισχύος των συγχωρήσεων). Δεν εθεώρει τας προτάσεις του αιρετικάς και αναμφιβόλως δεν ήσαν. Εξηκολούθει να είναι ένθερμος καθολικός, ο όποιος ουδόλως εσκέπτετο να βλάψη την Εκκλησίαν. Ο σκοπός του ήτο να αντικρούση τους παραλόγους ισχυρισμούς δια τας συγχωρήσεις και να διορθώση τας καταχρήσεις αι οποίαι εσημειούντο κατά τήν διανομήν των. Ησθάνετο ότι η εύκολος έκδοσις και η εμπορική διανομή συγχωρήσεων εμείωσε την συντριβήν, την οποίαν έπρεπε να προκαλή η αμαρτία, είχε πράγματι καταστήσει την αμαρτίαν ένα ασήμαντον πράγμα, το οποίον ηδύνατο να τακτοποιηθή φιλικώς εις μίαν τράπεζαν λογαριασμών με ένα μεταπράτην συγχωρήσεων. Δεν είχεν ακόμη αρνηθή την παπικήν «εξουσίαν των κλειδών» να συγχωρή αμαρτίας• παρεδέχετο την δύναμιν του πάπα να απαλλάσση τον εξομολογούμενον μενανοούντα από τας επίγειους ποινάς τας όποιας επιβάλλουν οι εκκλησιαστικοί. Αλλά κατά την άποψιν του Λουθήρου, η δύναμις του πάπα να απελευθερώνη ψυχάς από το καθαρτήριον, ή να μειώνη την διάρκειαν της εκεί τιμωρίας των, δεν εξηρτάτο από την δύναμιν των κλειδών –ή οποία δεν εξετείνετο πέραν του τάφου –αλλά από την μεσολαβητικήν επιρροήν των παπικών προσευχών, αι οποίαι πιθανόν να εισηκούοντο και πιθανόν όχι (Θέσις 20 – 22). Επί πλέον, υπεστήριζεν ο Λούθηρος, όλοι οι χριστιανοί μετείχον αυτοδικαίως του θησαυρού της χάριτος, ο όποιος είχε κερδιθή υπό του Χριστού και των αγίων, ακόμη και χωρίς την δωρεάν μιας τοιαύτης συμμετοχής δι’ ενός παπικού συγχωροχαρτίου. Απήλλασσε τους πάπας από την ευθύνην δια τας υπερβολάς των Ιεροκηρύκων αλλά προσέθετε μετά πονηρίας:
«Το αχαλίνωτον αυτό κήρυγμα υπέρ των συγχωρήσεων, καθιστά δύσκολον, ακόμη και δια πεπαιδευμένους ανθρώπους, να εξασφαλίσουν τον οφειλόμενον σεβασμόν προς τον πάπαν… από τας κακοβούλους ερωτήσεις των λαϊκών, όπως π.χ. «Διατί ο πάπας δεν εκκενώνει το καθαρτήριον χάριν της χριστιανικής αγάπης και χάριν της σκληράς ανάγκης των ψυχών αι οποίαι ευρίσκονται εκεί, ενώ απαλλάσσει… μόνον μέρος των ψυχών χάριν του άθλιου χρήματος με το όποιον θα κτίση μίαν εκκλησίαν;» (Θέσις 81 – 82).
Την μεσημβρίαν της 31ης Οκτωβρίου 1517 ο Λούθηρος ετοιχοκόλλησε τας θέσεις του αυτάς εις την κυρίαν πύλην της εκκλησίας του πύργου εις την Βιττενβέργην. Την 1ην Νοεμβρίου εκάστου έτους, την ημέραν των Αγίων Πάντων, εξετίθεντο εκεί τα, λείψανα τα οποία είχον συγκεντρωθή υπό του εκλέκτορος και ανεμένετο να συρρεύση πολύ πλήθος. Η συνήθεια να αναγγέλλονται δημοσία θέσεις τας όποιας ο προτείνων προσεφέρετο να υποστηρίξη εναντίον παντός ο όποιος θα τας αντέκρουε, ήτο παλαιόν έθιμον εις τα μεσαιωνικά Πανεπιστήμια και η θύρα, την οποίαν ο Λούθηρος εχρησιμοποίησε δια την προκήρυξίν του, εχρησιμοποιείτο κανονικώς ως ακαδημαϊκός πίναξ τοιχοκολλήσεως δελτίων. Εις τας θέσεις προσέθεσε και μίαν φιλικήν πρόσκλησιν:
Από αγάπην προς την πίστιν και από την επιθυμίαν να την φέρωμεν εις φώς, αι κατωτέρω προτάσεις θα συζητηθούν εις την Βιττενβέργην υπό την προεδρίαν του αιδεσιμωτάτου πατρός Μαρτίνου Λουθήρου, διδάκτορος των τεχνών και της ιεράς θεολογίας και τακτικού καθηγητού αυτής εις την ιδίαν πόλιν. Δια τούτο παρακαλεί όσους αδυνατούν να παρουσιασθούν και να συζητήσουν προφορικώς να πράξουν τούτο δι’ επιστολής.
Δια να είναι βέβαιος ότι αι θέσεις θα κατενοούντο ευρέως, ο Λούθηρος εκυκλοφόρησε μίαν γερμανικήν μετάφρασίν των εις τον λαόν. Με χαρακτηριστικήν τόλμην απέστειλεν ενα αντίγραφον των θέσεων εις τον αρχιεπίσκοπον Άλμπρεχτ της Μάιντς. Ευγενώς, ευλαβώς και αφελώς, η Μεταρρύθμισις ήρχισε.
II. Η ΕΞΕΛΙΞΙΣ ΤΟΥ ΛΟΥΘΗΡΟΥ
Ποίαι περιστάσεις κληρονομικότητος και περιβάλλοντος είχον διαμορφώσει ένα ασήμαντον μοναχόν, εις μίαν πολίχνην τριών χιλιάδων ψυχών, εις τον Δαυΐδ της θρησκευτικής επαναστάσεως;
Ό πατήρ του Χάνς ήτο ένας αυστηρός, τραχύς, αμείλικτος αντικληρικός• η μήτηρ του ήτο μία δειλή, σεμνή γυναίκα επιδιδομένη πολύ εις τας προσευχάς• και οι δύο ήσαν λιτοί και εργατικοί. ο Χάνς ήτο χωρικός εις την Μαίρα, κατόπιν μεταλλωρύχος εις την Μάνσφελδ• ο Μαρτίνος όμως εγεννήθη εις το Άισλεμπεν την 10ην Νοεμβρίου 1483. Ηκολούθησαν άλλα εξ τέκνα. ο Χάνς και η Γκρέτε επίστευον εις την ράβδον ως εις μαγικόν μέσον κατασκευής καλών ανθρώπων κάποτε, λέγει ο Μαρτίνος, ο πατήρ του τον έδειρε τόσον πολύ ώστε επί μακρόν διάστημα ήσαν κεκηρυγμένοι εχθροί• εις μίαν άλλην περίπτωσιν, επειδή έκλεψεν ένα καρύδι, η μήτηρ του τον εμαστίγωσε μέχρις αίματος• ο Μαρτίνος εσκέφθη βραδύτερον ότι η «αυστηρά και σκληρή ζωή, την οποίαν έκαμα μαζί των, ήτο ο λόγος δια τον οποίον κατέφυγον κατόπιν εις το μοναστήριον και έγινα μοναχός».10
Η εικών της θεότητος, την οποίαν του μετέδωσαν οι γονείς του, αντηνάκλα την ιδικήν των διάθεσιν: ένας σκληρός πατήρ και αυστηρός δικαστής, επιβάλλων μίαν αρετήν χωρίς χαράν, απαιτών συνεχή εξιλασμόν και τελικώς καταδικάζων το πλείστον της ανθρωπότητος εις την αιωνίαν κόλασιν. Οι γονείς του επίστευον εις μαγίσσας, αγγέλους και δαίμονας πολλών ειδών και ειδικοτήτων. ο Μαρτίνος έφερε μαζί του πολλάς από τας δεισιδαιμονίας αυτάς μέχρι τέλους. Μία θρησκεία τρόμου εις ένα οίκον ακάμπτου πειθαρχίας συνετέλεσεν εις την διαμόρφωσιν της νεότητος και της πίστεως του Λουθήρου.
Εις το σχολείον του Μάνσφελδ υπήρχον ακόμη περισσότεροι ράβδοι και περισσοτέρα κατήχησις. Ο Μαρτίνος εξυλοκοπείτο δεκαπεντάκις της ημέρας διότι δεν είχε κλίνει ορθώς ένα όνομα. Εις ηλικίαν δέκα τριών ετών προήχθη εις ένα σχολείον μέσης εκπαιδεύσεως, το όποιον διηυθύνετο και συνετηρείτο από μίαν θρησκευτικήν αδελφότητα εις το Μαγδεμβούργον. Δέκα τεσσάρων ετών μετεγράφη εις το σχολείον του Αγίου Γεωργίου εις το Άιζεναχ και διήλθε τρία σχετικώς ευτυχή έτη κατοικών εις την άνετον οικίαν της φράου Κόττα. ο Λούθηρος ουδέποτε ελησμόνησε μίαν παρατήρησίν της, ότι δεν υπάρχει τίποτε πολυτιμώτερον επϊ της γής δι’ ένα άνδρα από την αγάπην μιας καλής γυναικός. Αυτό υπήρξεν ένα αγαθόν το όποιον εχρειάσθη 42 έτη δια να το κερδίση. Εις την υγιεινοτέραν αυτην ατμόσφαιραν ανέπτυξε το φυσικόν θέλγητρον της νεότητος: υγιής, εύθυμος, κοινωνικός, ειλικρινής. Έψαλλε καλώς και έπαιζε λαγούτον.
Το 1501, ο ευπορήσας πατήρ του τον απέστειλεν εις το Πανεπιστήμιον της Ερφούρτης. Το πρόγραμμα περιεστρέφετο περί την θεολογίαν και την φιλοσοφίαν, η οποία εξηκολούθει να είναι σχολαστική. Αλλά ο νομιναλισμός του Όκκαμ είχε θριαμβεύσει εκεί και προφανώς ο Λούθηρος έλαβεν υπό σημείωσιν την θεωρίαν του Όκκαμ ότι πάπαι και σύνοδοι δυνατόν να πλανώνται. Εύρε τον σχολαστικισμόν υπό οιανδήποτε μορφήν τόσον δυσάρεστον ώστε συνεχάρη ένα φίλον του ως «μή υποχρεωμένον να μανθάνη την κόπρον, η οποία προσφέρεται» ως φιλοσοφία.11 Υπήρχον εις την Ερφούρτην μερικοί ήπιοι ουμανισταί• τον επηρέασαν πολύ ολίγον δεν ενδιαφέρθησαν δι’ αυτόν όταν τον εύρον σοβαρώς απασχολούμενον με τον άλλον κόσμον. Έμαθεν ολίγα ελληνικά και ολιγώτερα εβραϊκά άλλ’ ανέγνωσε τους μεγαλυτέρους Λατίνους κλασσικούς.
Το 1505 έλαβε το πτυχίον του διδάκτορος των τεχνών. Ο υπερήφανος πατήρ του του έστειλεν ως δώρον δια την αποφοίτησίν του, μίαν πολυτελή έκδοσιν του Corpus juris και εχάρη όταν ο υιός του επεδόθη εις την σπουδήν του δικαίου. Αιφνιδίως, μετά πάροδον δύο μηνών τοιούτων σπουδών και προς μεγάλην λύπην του πατρός του, ο 22ετής νέος απεφάσισε να γίνη μοναχός.
Η απόφασις εξέφραζε την αντίθεσιν η οποία υπήρχεν εις τον χαρακτήρα του. Ρωμαλέος μέχρι σημείου αισθησιασμού, προφανώς πλαισιωμένος δια μίαν ζωήν φυσικών ένστικτων και όμως εμποτισμένος από την οικογένειάν του και το σχολείον με την πεποίθησιν ότι ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως αμαρτωλός και ότι η αμαρτία είναι προσβολή εναντίον του παντοδυνάμου και τιμωρού Θεού, δεν κατώρθωσε ποτέ να συμβιβάση εις την σκέψιν ή την διαγωγήν του τας φυσικάς του παρορμήσεις με τας επικτήτους γνώμας του. Διελθών προφανώς δια των συνήθων ερωτικών πειραμάτων και φαντασιών της εφηβείας, δεν ηδύνατο να δεχθή αυτά ως στάδια αναπτύξεως, αλλά τα εβλεπε ως έργα του σατανά ο όποιος ήτο προωρισμένος να παρασύρη τας ψυχάς εις αιωνίαν καταδίκην. Η αντίληψις περί Θεού η οποία του είχε δοθή, δεν περιείχε κανένα στοιχείον τρυφερότητος• η παρήγορος μορφή της Θεοτόκου κατελάμβανε ολίγην θέσιν εις την θεολογίαν αύτην του φόβου ο δέ Ιησούς δεν ήτο ο αγαπών υιός ο όποιος δεν ηδύνατο να αρνηθή τίποτε εις την μητέρα του. Ήτο ο Ιησούς της Δευτέρας Παρουσίας, ο όποιος τόσον συχνά εζωγραφίζετο εις τας εκκλησίας, ο Χριστός, ο οποίος είχεν απειλήσει τους αμαρτωλούς με το αιώνιον πύρ. Η διαρκής σκέψις της κολάσεως εσκότιζεν ένα πνεύμα πολύ εντόνως θρησκευτικόν ώστε να μη δύναται να την λησμονήση εις την κίνησιν και το ρεύμα της ζωής.
Μίαν ημέραν, καθώς επέστρεφεν εις την Ερφούρτην από τον οίκον του πατρός του, (Ιούλιος 1505) κατελήφθη από μίαν τρομεράν καταιγίδα. Ο κεραυνός έλαμψε πλησίον του και εκτύπησεν ένα παρακείμενον δένδρον. Αυτό εφάνη εις τον Λούθηρον ως μία προειδοποίησις εκ μέρους του Θεού ότι εάν δεν έστρεφε την σκέψιν του προς την σωτηρίαν, ο θάνατος θα ηδύνατο να τον καταλάβη απροετοίμαστον και να κολασθή. Πού θα ηδύνατο να ζήση ένα βίον σωτηρίου ευσεβείας ; Μόνον εκεί όπου τέσσαρες τοίχοι θα ηδύναντο να αποκλείσουν και η ασκητική πειθαρχία να καταβάλη τον κόσμον, την σάρκα και τον διάβολον μόνον εις ένα μοναστήριον. Έκαμεν ένα όρκον εις την αγίαν Άνναν ότι αν θα επέζη από αυτήν την καταιγίδα, θα εγίνετο μοναχός.
Υπήρχον είκοσι μοναστήρια εις την Ερφούρτην. Εξέλεξεν ένα, γνωστόν δια την πιστήν τήρησιν των μοναστικών κανόνων, των Αυγουστινιανών Ερημιτών. Συνεκέντρωσε τους φίλους του, έπιε και έψαλε μαζί των δια τελευταίαν, όπως είπε, φοράν και την επομένην έγινε δεκτός ως μαθητευόμενος εις το κελλίον του μοναστηρίου. Εξετέλει τα πλέον ευτελή καθήκοντα με υπερήφανον ταπεινοφροσύνην. Απήγγελλε προσευχάς, επαναλαμβάνων αυτάς μέχρι αυτοϋπνωτισμού, επάγωνεν εις ένα μη θερμαινόμενον κελλίον, ενήστευεν και εμαστιγώνετο με την ελπίδα να εκδίωξη τους δαίμονας από το σώμα του.
 «Ήμουν ευλαβής μοναχός και ετήρουν τόσον αυστηρώς τους κανόνας του τάγματος μου, ώστε…. εάν ποτέ κανείς μοναχός ανέβη εις τους ουρανούς από την μοναχικήν ζωήν, θα έπρεπε και εγώ να υπάγω εκεί… Εάν αυτό θα διήρκει περισσότερο θα είχον αποθάνει από τα βασανιστήρια τα όποια επέβαλλον εις τον εαυτόν μου με τας αγρυπνίας, τας προσευχάς, την ανάγνωσιν και τας άλλας εργασίας».12
Εις μιαν περίπτωσιν, όταν δεν είχεν εμφανισθή επί πολλάς ημέρας, οι φίλοι του εισέβαλον εις το κελλίον του και τον εύρον κείμενον αναίσθητον επί του εδάφους. Είχον φέρει ένα λαγούτον• ο εις το έπαιξεν• ο Λούθηρος συνήλθε και τους ηυχαρίστησε. Τον Σεπτέμβριον του 1506 έδωσε τον αμετάκλητον όρκον της πτώχειας, της αγνότητος και της υπακοής• και τονΜάιον του 1507 εχειροτονήθη ιερεύς.
Οι σύντροφοι του μοναχοί του έδιδον φιλικάς συμβουλάς ένας τον διεβεβαίωνεν ότι το Πάθος του Χριστού είχε πληρώσει δια την αμαρτωλήν φύσιν του ανθρώπου και είχεν ανοίξει εις τον λυτρωμένον άνθρωπον τας πύλας του παραδείσου. Η ανάγνωσις των Γερμανών μυστικιστών συγγραφέων και ιδιαιτέρως του Τάουλερ, του εγέννησε την ελπίδα να γεφύρωση το φρικώδες χάσμα μεταξύ του εκ φύσεως αμαρτωλού ανθρώπου και του δικαίου, παντοδυνάμου Θεού. Έπειτα έπεσεν εις τας χείρας του μία πραγματεία του Ιωάννου Χούςκαι εις την πνευματική του αναταραχήν προσετέθησαν και δογματικαί αμφιβολίαι• ηπόρει διατί
«ένας άνθρωπος ο όποιος ηδύνατο να γράφη τόσον χριστιανικώς και τόσον ισχυρώς; είχε καή επί της πυράς… Έκλεισα το βιβλίον και απήλθον με πληγωμένην καρδίαν».13
Ο Γιόχαν φόν Στάουπιτζ, επαρχιακός αντιπρόσωπος των Αυγουστινιανών Ερημιτών, εκινήθη από πατρικόν ενδιαφέρον δια τον ταραγμένον μοναχόν και του έδωσεν εντολήν να αντικαταστήση τον ασκητισμόν με την προσεκτικήν ανάγνωσιν της Βίβλου και του άγιου Αυγουστίνου. Οι μοναχοί έδειξαν το ενδιαφέρον των, δώσαντες εις αυτόν μίαν λατινικήν Βίβλον, σπάνιον τότε απόκτημα δι’ ένα άτομον.
Μίαν ημέραν του 1508 ή του 1509, του έκαμεν εντύπωσιν μία φράσις της προς Ρωμαίους επιστολής του Παύλου (α’, 17) 
«Ο δέ δίκαιος έκ πίστεως ζήσεται». Αι λέξεις αυταί τον ωδήγησαν βραδέως προς την θεωρίαν, ότι ο άνθρωπος δύναται να «δικαιωθή» – δηλαδή να γίνη δίκαιος και ως εκ τούτου να σωθή από την κόλασιν -όχι δια των καλών έργων, τα όποια ουδέποτε θα ήρκουν δια να εξαλείψουν τας αμαρτίας έναντι μιας απεράντου θεότητος, αλλά μόνον δια της πλήρους πίστεως εις τον Χριστόν και εις τον δι’ αυτού εξιλασμόν της ανθρωπότητος. 
Εις τον Αυγουστίνον ο Λούθηρος εύρε μίαν άλλην ιδέαν, η όποια ανενέωσεν ίσως τους φόβους του -τον προορισμόν- ότι ο Θεός, ακόμη προ της δημιουργίας, είχε προορίσει μερικάς ψυχάς δια την σωτηρίαν και τας υπολοίπους δια την κόλασιν και ότι οι εκλεκτοί είχον επιλεγή με την ελευθέραν θέλησιν του Θεού να σωθούν δια της θείας θυσίας του Χριστού. Από τον έμμονον αυτόν παραλογισμόν έφυγε πάλιν προς την βασικήν του ελπίδα της σωτηρίας δια της πίστεως.
Το 1508, κατόπιν συστάσεως του Στάουπιτζ, μετετέθη εις ένα Αυγουστινιανόν μοναστήριον της Βιττενβέργης και εις την θέσιν του διδασκάλου της λογικής και της φυσικής, έπειτα του καθηγητού της θεολογίας εις το Πανεπιστήμιον. Η Βιττενβέργη ήτο η βορεία πρωτεύουσα -σπανίως η έδρα- του Φρειδερίκου του Σοφού. Ένας σύγχρονος την ονομάζει «πτωχήν, ασήμαντον πόλιν, με ολίγας παλαιάς και άσχημους οικίας». Ο Λούθηρος περιέγραψε τους κατοίκους ως «υπερβολικώς μεθύσους, αγενείς και επιρρεπείς προς τας διασκεδάσεις». Είχον την φήμην, ότι ήσαν οι μεγαλύτεροι πόται της Σαξονίας, η οποία εθεωρείτο ως ή πλέον μέθυσος επαρχία της Γερμανίας. Ένα μίλλιον προς ανατολάς, έλεγεν ο Λούθηρος, ετελείωνεν ο πολιτισμός και ήρχιζεν η βαρβαρότης. Εδώ, κατά το πλείστον, διέμεινε μέχρι τέλους της ζωής του.
Πρέπει να είχε γίνει κατά την εποχήν αυτήν υποδειγματικός μοναχός, διότι τον Οκτώβριον του 1510, αυτός και ένας άλλος συνάδελφος του μοναχός απεστάλησαν εις την Ρώμην εις κάποιαν αποστολήν δια τους Αυγουστινιανούς Ερημίτας. Η πρώτη του αντίδρασις, όταν αντίκρυσε την πόλιν, υπήρξεν ευλαβές δέος• εγονάτισεν, ύψωσε τας χείρας και είπε : «Σωτηρία εις σέ, ώ αγία Ρώμη !» Εξεπλήρωσεν όλας τας ευλαβείς υποχρεώσεις ενός προσκυνητού, υπεκλίθη ευσεβώς προ των άγιων λειψάνων, ανήλθε την αγίαν κλίμακα επί των γονάτων του, επεσκέφθη πλήθος εκκλησιών και εκέρδισε τόσας πολλάς συγχωρήσεις, ώστε παρ’ ολίγον να ευχηθή να είχον αποθάνει οι γονείς του δια να τους σώση από το καθαρτήριον. Εξηρεύνησε το ρωμαϊκόν φόρουμ, αλλά παρέμεινε προφανώς ασυγκίνητος από την τέχνην της Αναγεννήσεως, με την οποίαν ο Ραφαήλ, ο Μιχαήλ Άγγελος και πλείστοι άλλοι είχον αρχίσει να στολίζουν την πρωτεύουσαν. επί πολλά έτη μετά το ταξείδιον αυτό δεν προέβη εις σχόλια δια την κοσμικότητα του ρωμαϊκού κλήρου η δια την ανηθικότητα, η οποία τότε ήκμαζεν εις την αγίαν πόλιν. Εν τούτοις μετά δέκα έτη και ακόμη περισσότερον, εις τας φανταστικάς αναμνήσεις του τών «Επιτραπεζίων συνομιλιών» κατά το γήρας του, περιέγραψε την Ρώμην του 1510 ως «φρίκην», τους πάπας ως χειροτέρους από τους ειδωλολάτρας αυτοκράτορας και την παπικήν αυλήν ως «υπηρετουμένην εις την τράπεζαν από δώδεκα γυμνάς νεάνιδας».14  Πολύ πιθανώς δεν είχεν επαφήν με τους ανωτέρους εκκλησιαστικούς κύκλους και δεν είχεν άμεσον γνώσιν της αναμφισβητήτως χαλαράς ηθικής των.
Μετά την επάνοδόν του εις την Βιττενβέργην (Φεβρουάριος 1511) προήχθη ταχέως εις την παιδαγωγικήν κλίμακα και έγινεν επαρχιακός γενικός αντιπρόσωπος του τάγματος του. Έδιδε μαθήματα επί της Βίβλου, εκήρυττε κανονικώς εις την ενοριακήν εκκλησίαν και διεξήγε το έργον του αξιώματός του με εργατικότητα και αφοσίωσιν. Ένας διακεκριμένος καθολικός λόγιος λέγει :
Αι επίσημοι επιστολαί του αποπνέουν μίαν βαθείαν μέριμναν δια τους αμφιρρέποντας, μίαν ευγενή συμπάθειαν δια τους πίπτοντας. Δεικνύουν βαθέα ίχνη θρησκευτικού αισθήματος και σπάνιον πρακτικόν πνεύμα, αν και περιέχουν συμβουλάς, αι οποίαι έχουν ανορθοδόξους τάσεις. Η πανώλης, η οποία έπληξε την Βιττενβέργην το 1516, τον εύρε θαρραλέον εις την θέσιν του, την οποίαν, παρά τας ανησυχίας των φίλων του, δεν εγκατέλειψε.15
Βραδέως, κατά την διάρκειαν των ετών τούτων (1512–17), αι θρησκευτικοί του ιδέαι απεμακρύνθησαν από τα επίσημα δόγματα της Εκκλησίας. Ήρχισε να ομιλή… περί της «θεολογίας μας», εν αντιθέσει προς εκείνην η οποία εδιδάσκετο εις την Ερφούρτην. Το 1515, απέδωσε την διαφθοράν η οποία υπήρχεν εις τον κόσμον, εις τον κλήρον, ο οποίος έδιδεν εις τον κόσμον πάρα πολλούς μύθους και αποφθέγματα ανθρωπίνης επινοήσεως και όχι τον κόσμον των Γραφών του Θεού. Το 1516, ανεκάλυψεν ένα ανώνυμον γερμανικόν χειρόγραφον, του οποίου η μυστικιστική ευλάβεια εστήριξε τόσον πολύ την ιδικήν του άποψιν της απολύτου εξαρτήσεως της ψυχής, δια την σωτηρίαν της, από την θείαν χάριν, ώστε το εξέδωσε και το εδημοσίευσεν ως «Theologia Germanica». Ήτοι «Γερμανική Θεολογία». Εμέμφετο τους διαφημιστάς των συγχωρήσεων ως επωφελουμένους της απλοϊκότητος των πτωχών. Εις ιδιωτικήν του αλληλογραφίαν ήρχιζε να ταυτίζη τον αντίχριστον της πρώτης επιστολής του Ιωάννου με τον πάπαν.16 Τον Ιούλιον του 1517, προσκληθείς υπό του δουκός Γεωργίου της Αλβερτίνης Σαξονίας να κηρύξη εις την Δρέσδην, υπεστήριξεν, ότι μόνη η παραδοχή των χαρισμάτων του Χριστού εξησφάλιζε την σωτηρίαν του πιστεύοντος. Ο δούξ παρεπονέθη, ότι μία τοιαύτη έξαρσις της πίστεως μάλλον παρά της αρετής, «θα καθίστα τον λαόν υπερόπτην και επαναστατικόν».17Μετά τρεις μήνας, ο τολμηρός μοναχός επροκάλει ολόκληρον τον κόσμον να συζητήση τας 95 θέσεις, τας οποίας είχε τοιχοκολλήσει εις την εκκλησίαν της Βιττενβέργης.
III. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΜΟΡΦΗΝ
Η ξυλογραφία του Κράναχ του 1520 δύναται λογικώς να μας δείξη τον Λούθηρον του 1517: ένα κουρεμένον μοναχόν μέσου αναστήματος, λεπτόν, με μεγάλους οφθαλμούς με σοβαράν έκφρασιν, μεγάλην μύτην και αποφασιστικόν πώγωνα, ένα πρόσωπον προδίδον όχι εριστικόν αλλά ήρεμον θάρρος και χαρακτήρα. Εν τούτοις ήτο μάλλον δικαία οργή παρά άσκοπος θρασύτης εκείνη η όποια τον ηνάγκασε να γράψη τας θέσεις. Ο τοπικός επίσκοπος δεν είδε τίποτε το αιρετικόν εις αυτάς αλλά συνέστησεν ηπίως εις τον Λούθηρον να μη γράφη πλέον επί του θέματος αυτού επί τι χρονικόν διάστημα. Και ο ίδιος ο συγγραφεύς εστενοχωρήθη κατ’ αρχάς από την μανίαν την οποίαν επροκάλεσε. Τον Μάιον του 1518 είπεν εις τον Στάουπιτζ ότι η πραγματική του φιλοδοξία ήτο να ζήση ένα βίον ηρέμου απομονώσεως. Εξηπάτα τον εαυτόν του• απελάμβανε την μάχην.
Αι θέσεις κατέστησαν το θέμα της συζητήσεως εις την εγγράμματον Γερμανίαν. Χιλιάδες ανέμενον μίαν τοιαύτην διαμαρτυρίαν και η λανθάνουσα επί γενεάς αντικληρική τάσις ηγαλλίασε διότι εύρε μίαν φωνήν. Η πώλησις των συγχωρήσεων υπεχώρησεν. Αλλά πολλοί πρωταγωνισταί ηγέρθησαν δια να δεχθούν την πρόκλησιν. Ο ίδιος ο Τέτζελ, με κάποιαν επαγγελματικήν βοήθειαν, απήντησεν εις 106 Αντι-θέσεις (Δεκέμβριος 1517). Δεν έκαμε παραχωρήσεις η απολογίας αλλά «έδωσε κατά καιρούς μίαν άνευ συμβιβασμών, και μάλιστα δογματικήν, επικύρωσιν εις απλάς θεολογικάς γνώμας, αι οποίαι δεν ήσαν σύμφωνοι με την λογιότητα».18 Όταν η δημοσίευσις αυτή έφθασεν εις την Βιττενβέργην, ένας μεταπράτης ο όποιος την προσέφερε προς πώλησιν εκακοποιήθη από φοιτητάς του Πανεπιστημίου και το απόθεμά του από 800 αντίτυπα εκάη εις την κεντρικήν πλατείαν, ενέργεια την οποίαν ο Λούθηρος κατέκρινε πλήρης χαράς. Απήντησεν εις τον Τέτζελ με ένα «Κήρυγμα περί συγχωρήσεων και χάριτος» καταλήγων με μίαν χαρακτηριστικήν πρόκλησιν:
«Εάν αποκληθώ αιρετικός από εκείνους, των όποιων τα βαλάντια θα υποφέρουν από τας αληθείας μου, δεν ενδιαφέρομαι πολύ δια τας κραυγάς των• διότι μόνον εκείνοι των όποιων η σκοτεινή διάνοια δεν εγνώρισε ποτέ την Βίβλον, λέγουν αυτό».19
Ο Ιάκωβος βάν Χοογκστραίτεν εκ Κολωνίας εξέπεμψε βαρείας ύβρεις κατά του Λουθήρου και εισηγήθη να τον κάψουν επί της πυράς. Ο Γιόχαν Έκ, υποκαγκελλάριος του Πανεπιστημίου της Ινγκολστατ, εξέδωσεν ένα φυλλάδιον «Obelisci» (Μάρτιος 1518), το οποίον κατηγορεί τον Λούθηρον ότι εσκόρπιζε «βοημικόν δηλητήριον» (τάς αιρέσεις του Χούς), και υπενόμευεν όλην την εκκλησιαστικήν τάξιν. Εις την Ρώμην, ο Σύλβεστρος Πριέριας, παπικός λογοκριτής της φιλολογίας, εδημοσίευσεν ένα «Διάλογον» «υποστηρίζων την απόλυτον υπεροχήν του πάπα με εκφράσεις μη υστερούσας εις υπερβολάς, επεκτείνων ιδιαιτέρως την θεωρίαν του μέχρις ενός απαραδέκτου σημείου εις ό,τι άφορα τας συγχωρήσεις».20
Ο Λούθηρος τον αντέκρουσε με ένα λατινικόν βιβλίον «Resolutiones» (Απρίλιος 1518), αντίτυπα του όποιου απέστειλεν εις τον τοπικόν του επίσκοπον και εις τον πάπαν και εις τας δύο περιπτώσεις με διαβεβαιώσεις ορθοδοξίας και υποταγής. Το κείμενον ωμίλει πολύ καλώς περί του Λέοντος Ι’ :

Παρ’ όλον ότι υπάρχουν εις την Εκκλησίαν πολύ πεπαιδευμένοι και πολύ άγιοι άνθρωποι, εν τούτοις είναι η ατυχία της εποχής μας ότι και αυτοί ακόμη… δεν δύνανται να συνδράμουν την Εκκλησίαν… Τώρα έχομεν επί τέλους ένα εξαίρετον ποντίφηκα, το Λέοντα Ι’, του οποίου η ακεραιότης και η πολυμάθεια αποτελούν χαράν όταν τας ακούουν όλοι οι καλοί άνθρωποι. Αλλά τι δύναται να πράξη ο άριστος αυτός των ανθρώπων μόνος, εις μίαν τόσον μεγάλην σύγχυσιν υποθέσεων, αν και ήτο άξιος να βασιλεύση εις καλυτέρους καιρούς ;… Αυτήν την εποχήν είμεθα άξιοι μόνον να έχωμεν πάπας όπως ο Ιούλιος Β’ και ο Αλέξανδρος ΣΤ’… η ιδία η Ρώμη, ναι, η Ρώμη περιοσότερον από όλους, γελά εις βάρος των καλών ανθρώπων• εις ποίον μέρος του χριστιανικού κόσμου ειρωνεύονται ελευθέρως οι άνθρωποι τους καλυτέρους επισκόπους παρά εις την Ρώμην, την πραγματικήν Βαβυλώνα;

Απ’ ευθείας προς τον Λέοντα, εκδηλώνει μίαν ασυνήθη ταπεινοφροσύνην:
Ευλογημένε πάτερ, προσφέρω τον εαυτόν μου γονυκλινή προ των ποδών της αγιότητός σου, με όλα όσα έχω και με ό,τι είμαι. Επίσπευσε, σύντριψε, κάλεσε, ανακάλεσε, έγκρινε, κατάκρινε, όπως θα σου φανή καλύτερον. Θα παραδεχθώ την φωνήν σου ως την φωνήν του Χρίστου, μένουσαν εντός σου και ομιλούσαν δια σού. Εάν  είμαι άξιος θανάτου, δεν θα αρνηθώ να αποθάνω.21
Εν τούτοις, όπως εσημείωσαν οι σύμβουλοι του Λέοντος, αι «Resolutiones» εβεβαίωνον την υπεροχήν μιας οικουμενικής συνόδου επί του πάπα, ωμίλουν καταφρονητικώς δια τα λείψανα και τα προσκυνήματα, ηρνούντο τας περισσευούσας χάριτας των αγίων και απέρριπτον όλας τας προσθήκας, τας οποίας είχον κάμει οι πάπαι κατά τους τρεις τελευταίους αιώνας εις την θεωρίαν και την πράξιν των συγχωρήσεων. Επειδή ήσαν μία βασική πηγή των παπικών εσόδων και ο Λέων είχεν εξαντλήσει όλας τας επινοήσεις του δια να χρηματοδοτή τας φιλανθρωπίας, τας διασκεδάσεις και τους πολέμους του καθώς και το διοικητικόν και οικοδομικόν πρόγραμμα της Εκκλησίας, ο στενοχωρημένος ποντίφηξ, ο οποίος κατ’ αρχάς είχε παραμερίσει την έριδα ως παροδικήν αναταραχήν μεταξύ μοναχών, τώρα ανέλαβε την υπόθεσιν εις τας χείρας του και εκάλεσε τον Λούθηρον εις την Ρώμην (7 Ιουλίου 1518).
Ο Λούθηρος αντεμετώπισε μίαν κρίσιμον απόφασιν. Έστω και αν ο πλέον καλόκαρδος από τους πάπας τον μετεχειρίζετο επιεικώς, θα ηδύνατο να ευρεθή ευγενώς αποστομωμένος και κλεισμένος εις κάποιο ρωμαϊκόν μοναστήριον, δια να λησμονηθή εντός ολίγου από εκείνους οι όποιοι τον επεδοκίμαζον και τον εχειροκρότουν. Έγραψεν εις τον Γεώργιον Σπαλατίν, εφημέριον του εκλέκτορος Φρειδερίκου, υποδεικνύων, ότι οι Γερμανοί ηγεμόνες έπρεπε να προστατεύουν τους πολίτας των από βιαίαν έκδοσιν εις την Ιταλίαν. Ο εκλέκτωρ συνεφώνησεν. Εξετίμα πολύ τον Λούθηρον, ο όποιος είχε κάμει το Πανεπιστήμιον της Βιττενβέργης να ευημερήση• και επί πλέον, ο αυτοκράτωρ Μάξιμιλιανός, βλέπων εις τον Λούθηρον ένα πιθανόν μέσον δια να παίξη εις τας διπλωματικάς διενέξεις με την Ρώμην, συνέστησεν εις τον εκλέκτορα να «φροντίση επιμελώς δι’ αυτόν τον μοναχόν».22
Ακριβώς την ιδίαν εποχήν, ο αυτοκράτωρ είχε συγκαλέσει μίαν αυτοκρατορικήν δίαιταν εις το Άουγκσμπουργκ δια να εξετάση την αίτησιν του πάπα όπως φορολογήση την Γερμανίαν, δια να βοηθήση εις την χρηματοδότησιν μιας νέας σταυροφορίας κατά των Τούρκων. Ο κλήρος (επρότεινεν ο Λέων) θα επλήρωνε το 1/10 και οι λαϊκοί το 1/12 των εισοδημάτων των και ανά πενήντα οικογένειαι θα έδιδον ένα άνδρα. Η δίαιτα ηρνήθη• αντιθέτως, επανέλαβε μετά σταθερότητος τας διαμαρτυρίας, αι οποίαι απετέλουν την δικαιολογίαν της επιτυχίας του Λουθήρου. Κατέδειξεν εις τον παπικόν λεγάτον, ότι η Γερμανία είχε συχνά φορολογηθή δια σταυροφορίας μόνον και μόνον δια να ίδη τα χρήματα χρησιμοποιούμενα δι’ άλλους παπικούς σκοπούς• ότι ο λαός θα αντετίθετο εντόνως εις πάσαν περαιτέρω αποστολήν χρημάτων εις την Ιταλίαν• ότι αι ετήσιαι εισφοραί, τα δικαιώματα διορισμού και τα έξοδα των κανονικών δικών, τα όποια απεστέλλοντο εις την Ρώμην, ήσαν ήδη αφόρητον βάρος και ότι γερμανικοί προσοδοφόροι θέσεις εδίδοντο ως δαμάσκηνα εις Ιταλούς ιερείς. Τοιαύτη θρασεία απόρριψις παπικών αιτήσεων, έλεγεν εις Έκ των αντιπροσώπων, δεν είχε ποτέ σημειωθή εις την γερμανικήν ιστορίαν.23 Παρατηρήσας το στασιαστικόν πνεύμα εις τους πρίγκιπας, ο Μαξιμιλιανός έγραψεν εις την Ρώμην και συνέστησε προσοχήν εις την μεταχείρισιν του Λουθήρου, άλλ’ υπεσχέθη συνεργασίαν δια την καταστολήν των αιρέσεων.
Ό Λέων ήτο διατεθειμένος ή υποχρεωμένος να είναι επιεικής. Πράγματι, ένας διαμαρτυρόμενος ιστορικός αποδίδει τον θρίαμβον της Μεταρρυθμίσεως εις την μετριοπάθειαν του πάπα.24 Ανέστειλε την διατάγην της παρουσιάσεως του Λουθήρου εις την Ρώμην και του έδωσε την εντολήν να παρουσιασθή εις το Άουγκσμπουργκ ενώπιον του καρδιναλίου Καγιετάν και να απολογηθή δια κατηγορίας απειθαρχίας και αιρέσεων. Έδωσεν οδηγίας εις τον λεγάτον του να παραχωρήση εις τον Λούθηρον πλήρη συγγνώμην και αξιώματα εις το μέλλον εάν θα απηρνείτο τας απόψεις του και θα υπετάσσετο• άλλως θα εζητείτο από τας κοσμικάς αρχάς να τον αποστείλουν εις την Ρώμην.25 Κατά την ιδίαν περίπου εποχήν ο Λέων εξήγγειλε την πρόθεσίν του να απονείμη εις τον Φρειδερίκον μίαν τιμήν, την οποίαν ο ευλαβής εκλέκτωρ πρό πολλού επωφθαλμία: το «Χρυσούν Ρόδον», το οποίον οι πάπαι απένεμον εις κοσμικούς ηγεμόνας, τους οποίους ήθελον να τιμήσουν με την υπερτάτην των εύνοιαν. Πιθανώς ο Λέων να προσεφέρθη τώρα να υποστηρίξη τον Φρειδερίκον ως διάδοχον του αυτοκρατορικού στέμματος.26
Εφωδιασμένος με ένα αυτοκρατορικόν διαβατήριον, ο Λούθηρος συνήντησε τον Καγιετάν εις το Άουγκσμπουργκ (12 Οκτωβρίου 1518). Ο καρδινάλιος ήτο άνθρωπος μεγάλης θεολογικής μορφώσεως και υποδειγματικού βίου, αλλά παρεξήγησε την αποστολήν του, θεωρήσας ότι ήτο δικαστής και όχι διπλωμάτης. Όπως αυτός αντελήφθη την υπόθεσιν, επρόκειτο κυρίως περί θέματος εκκλησιαστικής πειθαρχίας και τάξεως: θα έπρεπε να επιτραπή εις ένα μοναχόν να επικρίνη δημοσία τους ανωτέρους του -εις τους οποίους είχεν ορκισθή υπακοήν- και να υποστηρίζη απόψεις καταδικαζομένας υπό της Εκκλησίας; Αρνούμενος να συζητήση το ορθόν ή το πεπλανημένον των ισχυρισμών του Λουθήρου, απήτησε την ανάκλησίν των και την υπόσχεσιν να μη διαταράξη του λοιπού την ειρήνην της Εκκλησίας. Και οι δύο έχασαν την υπομονήν των. Ο Λούθηρος επανήλθεν αυθάδης εις την Βιττενβέργην. Ο Καγιετάν εζήτησεν από τον Φρειδερίκον να τον αποστείλη εις την Ρώμην. Ο Φρειδερίκος ηρνήθη.
Ο Λούθηρος έγραψε μίαν ευφυά έκθεσιν περί της συναντήσεώς των, η οποία εκυκλοφόρησεν εις όλην την Γερμανίαν. Αποστέλλων αυτήν εις τον φίλον του Βέντζελ Λίνκ, προσέθεσε:
«Σου αποστέλλω το ασήμαντον έργον μου, δια να δυνηθής να ίδης εάν δεν έχω δίκαιον να υποθέτω ότι, κατά τον απόστολον Παύλον, ο πραγματικός αντίχριστος κυριαρχεί εις την ρωμαϊκήν αυλήν. Νομίζω, ότι, αυτός είναι χειρότερος από όλους τους Τούρκους»27.
Εις μίαν ηπιωτέραν επιστολήν προς τον δούκα Γεώργιον, εζήτησεν όπως «αναληφθή μία κοινή μεταρρύθμισις εις τα πνευματικά και κοσμικά κράτη»28• Η πρώτη γνωστή χρησιμοποίησις υπ’ αυτού της λέξεως, η οποία επρόκειτο να δώση εις την εξέγερσιν το ιστορικόν της όνομα.
Ο Λέων εξηκολούθησε τας προσπαθείας του δια συμφιλίωσιν. Δια μιας βούλλας της 9ης Νοεμβρίου 1518, απηρνήθη πολλάς από τας υπερβολικάς ιδιότητας των συγχωρήσεων• δεν συνεχώρουν ούτε αμαρτίας ούτε ενοχήν αλλά μόνον τας επίγειους εκείνας τιμωρίας, τας οποίας είχεν επιβάλει η Εκκλησία, όχι οι κοσμικοί ηγεμόνες. Όσον άφορα την απαλλαγήν ψυχών από το καθαρτήριον, η δύναμις του πάπα περιωρίζετο εις τας προσευχάς του, κατά τας όποιας ικέτευε τον Θεόν να εφαρμόση εις μίαν νεκράν ψυχήν το περίσσευμα των χαρίτων του Χριστού και των αγίων. Την 28ην Νοεμβρίου, ο Λούθηρος εδημοσίευσε μίαν έφεσιν κατά της αποφάσεως του πάπα προς μίαν γενικήν σύνοδον. Κατά τον ίδιο μήνα, ο Λέων ανέθεσεν εις τον Κάρλ φόν Μίλτιτζ, ένα νεαρόν Σάξονα ευγενή κατέχοντα εκκλησιαστικόν αξίωμα εις την Ρώμην, να φέρη το «Χρυσούν Ρόδον» εις τον Φρειδερΐκον και να καταβάλη επίσης μίαν ήρεμον προσπάθειαν δια να επαναφέρη τον Λούθηρον, αυτό το «τέκνον του σατανά», εις την υπακοήν.29
Όταν έφθασεν εις την Γερμανίαν, ο Μίλτιτζ κατεπλάγη ευρών την μισήν χώραν να διάκειται εχθρικώς προς την Ρωμαϊκήν Έδραν. Μεταξύ των φίλων του εις το Άουγκσμπουργκ και την Νυρεμβέργην, οι τρεις εκ των πέντε ήσαν υπέρ του Λουθήρου. Εις την Σαξονίαν, το αντιπαπικόν αίσθημα ήτο τόσον ισχυρόν ώστε ηναγκάσθη να αποβάλη όλας τας ενδείξεις ότι ήτο εντεταλμένος του πάπα. Όταν συνήντησε τον Λούθηρον εις το Άλτεμπουργκ (3 Ιανουαρίου 1519), τον εύρε περισσότερον διατεθειμένον να υποταχθή εις την λογικήν παρά εις τον φόβον. Προφανώς κατά το στάδιον τούτο ο Λούθηρος ενδιεφέρετο ειλικρινώς να διατηρήση την ενότητα της δυτικής χριστιανοσύνης. Προέβη εις γενναίας υποχωρήσεις: να τηρήση σιγήν εάν οι αντίπαλοί του θα έπραττον το ίδιον• να γράψη μιαν επιστολήν υποταγής προς τον πάπαν• να αναγνωρίση δημοσία την αξίαν των προσευχών προς τους αγίους, την πραγματικότητα του καθαρτηρίου και την χρησιμότητα των συγχωρήσεων εις ό,τι άφορα την άρσιν των κανονικών ποινών και να συστήση εις τον λαόν μιαν ειρηνικήν υποταγήν εις την Εκκλησίαν εν τω μεταξύ τα πρακτικά της συζητήσεως θα υπεβάλλοντο προς επικύρωσιν εις ένα Γερμανόν επίσκοπον, τον όποιον θα παρεδέχοντο και τα δύο μέρη.30 Ευχαριστημένος ο Μίλτιτζ μετέβη εις την Λειψίαν, εκάλεσε τον Τέτζελ, τον επέπληξε δια τας υπερβολάς του, τον κατηγόρησε δι’ επαιτείαν και ιδιοποίησιν και τον απέπεμψεν. Ο Τέτζελ απεσύρθη εις το μοναστήριόν του και μετ’ ολίγον απέθανε (11 Αυγούστου 1519). Εις την επιθανάτιου κλίνην του έλαβε μιαν ευγενικήν επιστολήν από τον Λούθηρον, η οποία τον διεβεβαίωνεν ότι η πώλησις των συγχωρήσεων ήτο μόνον αφορμή και όχι η αίτια της αναταραχής, «ότι η υπόθεσις δεν είχε αρχίσει με αυτήν την βάσιν αλλ’ ότι το παιδίον είχεν άλλον πατέρα».31
Την 3ην Μαρτίου ο Λούθηρος έγραψε προς τον πάπαν μιαν επιστολήν πλήρους υποταγής. Ο Λέων απήντησεν εις φιλικόν πνεύμα (29 Μαρτίου) προσκαλέσας αυτόν να μεταβή εις την Ρώμην δια να εξομολογηθή και προσφέρας χρήματα δια το ταξείδιόν του.32 Εν τούτοις, με έμμονον αστάθειαν, ο Λούθηρος έγραψεν εις τον Σπαλατίν την 13 Μαρτίου:
«Ευρίσκομαι εις μεγάλην απορίαν και θα ήθελα να μάθω αν ο πάπας είναι ο αντίχριστος η ο απόστολός του».33
Υπό τας υφισταμένας συνθήκας, εθεώρησεν ασφαλέστερον να παραμείνη εις την Βιττενβέργην.
Εκεί η σύγκλητος του Πανεπιστημίου, οι φοιτηταί και οι πολίται ήσαν κατά το πλείστον μέρος υπέρ της υποθέσεώς του. Υπήρξεν ιδιαιτέρως ευτυχής να έχη την υποστήριξιν ενός λαμπρού νέου ουμανιστού και θεολόγου, τον όποιον ο εκλέκτωρ είχε διορίσει το 1518, εις ηλικίαν 21 ετών, να διδάξη ελληνικά εις το Πανεπιστήμιον.
Ο Φίλιππος Σβάρτσερτ (μαύρη γή) είχεν εξελληνίσει το όνομά του εις Μελάγχθων χάρις εις τον θείον του Ρόυχλιν. Ήτο άνθρωπος μικρού αναστήματος, αδυνάτου κράσεως, με διστακτικόν βάδισμα, κοινά χαρακτηριστικά, υψηλόν μέτωπον και δειλούς οφθαλμούς. Ο διανοούμενος της Μεταρρυθμίσεως είχε γίνει τόσον αγαπητός εις την Βιττενβέργην ώστε εις την αίθουσαν της διδασκαλίας εις την οποίαν συνεκεντρούντο πεντακόσιοι έως εξακόσιοι φοιτηταί και ο ίδιος ο Λούθηρος, ο όποιος τον περιέγραψεν ως έχοντα «σχεδόν κάθε αρετήν η όποια είναι γνωστή εις τον άνθρωπου»,34 εκάθητο ταπεινώς μεταξύ των μαθητών του. «Ο Μελάγχθων», έλεγεν ο Έρασμος, «είναι άνθρωπος με λεπτήν φύσιν• ακόμη και οι εχθροί του ομιλούν καλώς δι’ αυτόν».35 Ο Λούθηρος ηγάπα την πάλην ο Μελάγχθων επόθει την ειρήνην και την συνδιαλλαγήν. Κάποτε ο Λούθηρος τον επέπληττεν ως υπερμέτρως μετριοπαθή, άλλα η ευγενεστέρα και ηπιωτέρα πλευρά του Λουθήρου εφαίνετο εις την αμετάπτωτον αγάπην του δι’ ένα άνθρωπον τόσον αντίθετον προς αυτόν και εις την ιδιοσυγκρασίαν και εις την πολιτικήν.
Εγώ έχω γεννηθή δια να πολεμώ και να μάχωμαι με φατρίας και με δαίμονας• δια τούτο τα βιβλία μου είναι θυελλώδη και πολεμικά. Πρέπει να ξερριζώσω τους κορμούς των δένδρων, να κόψω τας ακάνθας και τους τριβόλους, να γεμίσω τους χάνδακας και είμαι ο τραχύς άνθρωπος του δάσους ο όποιος θα άνοιξη δρόμους και θα ετοιμάση τα πράγματα. Αλλά ο Φίλιππος βαδίζει μαλακά και σιωπηλά, καλλιεργεί και φυτεύει, σπείρει και ποτίζει με ευχαρίστησιν, επειδή ο Θεός τον επροίκισε πλουσίως.36
Ένας άλλος καθηγητής της Βιττενβέργης έλαμψε με ζωηρότερον φώς από του Μελάγχθονος. Ο Ανδρέας Μποντενστάιν, γνωστός από τον τόπον της καταγωγής του ως Κάρλστατ, είχεν εισέλθει εις το πανεπιστημιακόν επιτελείον εις ηλικίαν 24 ετών (1504). Τριακονταετής έλαβε την έδραν της Θωμιστικής φιλοσοφίας και θεολογίας. Την 13ην Απριλίου 1517 προηγήθη της ιστορικής διαμαρτυρίας του Λουθήρου, δημοσιεύσας 152 θέσεις εναντίον των συγχωρήσεων. Κατ’ αρχάς αντετίθετο προς τον Λούθηρον αλλά πολύ συντόμως μετεστράφη εις ένθερμον υποστηρικτήν του, «θερμότερος εις το ζήτημα από εμέ», έλεγεν ο μέγας επαναστάτης.37 Όταν οι «Οβελίσκοι» του Έκ επροκάλεσαν τας θέσεις του Λουθήρου, ο Κάρλστατ τας υπερήσπισε με 406 προτάσεις• μια εξ’ αυτών περιελάμβανε την πρώτην ρητήν διακήρυξιν, εις την γερμανικήν Μεταρρύθμισιν, του ανωτέρου κύρους της Βίβλου έναντι των διατάξεων και των παραδόσεων της Εκκλησίας. Ο Έκ απήντησε με μίαν πρόκλησιν εις δημοσίαν συζήτησιν• ο Κάρλστατ εδέχθη προθύμως και ο Λούθηρος έκαμε τας προετοιμασίας. Κατόπιν ο Έκ εδημοσίευσεν ένα κατάλογον από δέκα τρεις θέσεις, τας οποίας προσεφέρθη να αποδείξη κατά την συζήτησιν. Η μία έλεγεν : «Αρνούμεθα ότι η ρωμαϊκή Εκκλησία δεν ήτο υπερτέρα των άλλων εκκλησιών προ της εποχής του Συλβέστρου. Έχομεν πάντοτε αναγνωρίσει τον κάτοχου της έδρας του Πέτρου ως τον διάδοχόν του και τον αντιπρόσωπον του Χρίστου». Δεν ήτο ο Κάρλστατ αλλά ο Λούθηρος εκείνος ο όποιος, εις τας «Resolutiones» είχε τονίσει το σημείον ότι κατά τους πρώτους αιώνας του χριστιανισμού η Ρωμαϊκή Έδρα δεν είχε περισσοτέραν εξουσίαν από πολλούς άλλους επισκόπους της Εκκλησίας. Ο Λούθηρος ησθάνθη ότι επροκαλείτο και ισχυρίσθη ότι αι θέσεις του Έκ του απήλλασσον από τον όρκον του θα σιωπήση. Απεφάσισε να μετάσχη με τον Κάρλστατ εις του θεολογικόν αγώνα.
     Τον Ιούνιον του 1519, οι δύο πολεμισταί μετέβησαν εις την Λειψίαν, συνοδευόμενοι από τον Μελάγχθονα και εξ άλλους καθηγητάς και περιβαλλόμενοι από 200 φοιτητάς της Βιττενβέργης, επιβαίνοντας επί χωρικών αμαξών και ωπλισμένους και θωρακισμένους ως εάν μετέβαινον εις μάχην. Εις την πραγματικότητα εισήρχοντο εις έδαφος εχθρικόν προς τον Λούθηρον. Εις την μεγάλην αίθουσαν με τους τάπητας, του πύγου του Πλάισσενμπουργκ, η οποία ήτο κατάμεστος από αγωνιώντας θεατάς και υπό την προεδρίαν του ορθοδόξου δουκός Γεωργίου της Αλβερτίνης Σαξονίας, ο Έκ και ο Κάρλστατ ήρχισαν την μάχην μεταξύ του παλαιού και του νέου (27 Ιουνίου). Κανείς εις την Λειψίαν δεν ενδιεφέρετο ότι την επομένην επρόκειτο να εκλεγή ένας νέος αυτοκράτωρ εις την Φραγκούρτην επί του Μάιν. Αφού επί ημέρας ο Κάρλστατ υπέφερεν από την υπερτέραν ικανότητα του Εκ εις την επιχειρηματολογίαν, ο Λούθηρος ανήλθεν εις το βήμα ως εκπρόσωπος της Βιττενβέργης. Ήτο λαμπρός και ισχυρός συζητητής αλλά απερισκέπτως ειλικρινής. Ηρνήθη μετ’ εμφάσεως την υπεροχήν του επισκόπου, της Ρώμης κατά τας πρώτας ημέρας του χριστιανισμού και υπενθύμισεν εις το ακροατήριόν του ότι η εκτεταμένη Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία εξηκολούθει να απορρίπτη την υπεροχήν της Ρώμης. Όταν ο Έκ τον κατηγόρησεν ότι η άποψις του Λούθηρου απήχει την άποψιν του Χούς, τον οποίον είχε καταδικάσει η σύνοδος της Κωνσταντίας, ο Λούθηρος απήντησεν ότι ακόμη και αι οικουμενικαί σύνοδοι ήτο δυνατόν να πλανώνται και ότι πολλαί από τας θεωρίας του Χούς ήσαν ορθαί.
Όταν ετελείωσεν αυτή η συζήτησις (8 Ιουλίου), ο Εκ είχεν επιτύχει τον πραγματικόν του σκοπόν, να παρασύρη τον Λούθηρον να εκτεθή εις αίρεσιν. Η Μεταρρύθμισις τώρα επροχώρησε από μίαν δευτερεύουσαν συζήτησιν περί συγχωρήσεων εις μίαν μεγάλην αμφισβήτησιν της παπικής εξουσίας επί της χριστιανοσύνης.
Ό Εκ μετέβη εις την Ρώμην, παρουσίασεν εις την κουρίαν μίαν έκθεσιν επί της συζητήσεως και εισηγήθη τον αφορισμόν του Λουθήρου. Ο Λέων δεν ήτο τόσον βιαστικός• εξηκολούθει να ελπίζη εις κάποιαν ειρηνικήν λύσιν και ευρίσκετο πολύ μακράν από την Γερμανίαν δια να αντιληφθή πόσον είχε προχωρήσει η ανταρσία. Εξέχοντες και σεβαστοί πολίται όπως ο Γιόχαν Χολτσούχερ, ο Λάζαρος Σπέγκλερ και ο Βίλλιμπαλδ Πίρκχαϊμερ, ωμίλουν υπέρ του Λουθήρου• ο Ντύρερ προσηύχετο δια την επιτυχίαν του• οι ουμανισταί εσκόρπιζον σύννεφα φυλλαδίων σατιρίζοντες τον παπισμόν με όλην την υπερβολικήν μαχητικότητα, η όποια εχαρακτήριζε την εποχήν. Ο Ούλριχ φόν Χούττευ, όταν έφθασεν εις το Άουγκσμπουργκ το 1518, έστρεψε τους στίχους του εναντίον της προσκλήσεως του Λέοντος δια την συγκέντρωσιν χρημάτων δια σταυροφορίαν και εξέφρασε την ελπίδα ότι οι συλλογείς θα επέστρεφον εις τον τόπον των με κενούς τους σάκκους των. Όταν έφθασαν αι ειδήσεις δια την συζήτησιν της Λειψίας, εξύμνησε τον Λούθηρου ως τον ελευθερωτήν της Γερμανίας. Από της στιγμής εκείνης ο κάλαμος του υπήρξε ξίφος υπέρ της Μεταρρυθμίσεως. Κατετάγη εις τους ιππότας του Σίκινγκεν – οι όποιοι είχον όρεξιν δι’ επανάστασιν –  και τον έπεισε να παράσχη εις τον Λούθηρον όλην την υποστήριξιν και την προστασίαν την οποίαν ηδύνατο να δώση η ωπλισμένη δύναμίς του. Ο Λούθηρος απήντησε με θερμήν αναγνώρισιν αλλά δεν ήτο διατεθειμένος να χρησιμοποιήση βίαν δια να υπερασπίση το άτομον του.
Τον Μάρτιον του 1520 ο Χούττεν εδημοσίευσεν ένα παλαιόν γερμανικόν χειρόγραφον, γραφέν κατά την εποχήν του αυτοκράτορος Ερρίκου Δ’ (1056 – 1106) και υποστηρίζον τον Ερρίκον κατά του αγώνα του εναντίον του πάπα Γρηγορίου Ζ’. Αφιέρωσε το βιβλίου εις τον νεαρόν αυτοκράτορα Κάρολον Ε’ ως μίαν υπόδειξιν ότι η Γερμανία ανέμενεν από αυτόν να εκδικηθή δια την ταπείνωσιν και την ήτταν του Ερρίκου. Η απελευθέρωσις της Γερμανίας από την Ρώμην, έλεγεν ο Χούττεν, ήτο πλέον επείγουσα από την απόκρουσιν των Τούρκων. «Ενώ οι προπάτορές μας εθεώρουν ανάξιον αυτών να υποταχθούν εις τους Ρωμαίους όταν εκείνοι ήσαν το πολεμικώτερον έθνος του κόσμου, ημείς όχι μόνον υποτασσόμεθα εις τους θηλυπρεπείς αυτούς δούλους της λαγνείας και της πολυτελείας αλλ’ ανεχόμεθα να λεηλατούμεθα δια να ικανοποιήσωμεν τον αισθησιασμόν των».38 Του Απρίλιον του 1520, ο Χούττεν εξέδωσε την πρώτην από δύο σειράς «Gespräche», διάλογους εις στίχους οι οποίοι έπαιξαν ρόλον, αμέσως μετά τα έργα του Λουθήρου, εις την έκφρασιν και την παρόρμησιν της εθνικής επιθυμίας δι’ ανεξαρτησίαν από την Ρώμην. Περιέγραψε την Ρώμην ως ένα «γιγάντιον σκώληκα πίνοντα αίμα» και διεκήρυξεν ότι «ο πάπας είναι ένας λήσταρχος και η συμμορία του φέρει το όνομα Εκκλησία… Η Ρώμη είναι θάλασσα ακαθαρσίας, ένα τέλμα πλήρες βορβόρου, μία απέραντος άβυσσος ανομίας. Δεν θα έπρεπε να προστρέξωμεν εξ όλων των κατευθύνσεων δια να συντονίσωμεν την καταστροφήν της κοινής αυτής κατάρας δια την ανθρωπότητα ;»39. Ο Έρασμος παρεκάλεσε τον Χούττεν να περιορίση την δριμύτητα του ύφους του και του έκαμε μίαν φιλικήν προειδοποίησιν ότι εκινδύνευε να συλληφθή. Ο Χούττεν εκρύβη διαδοχικώς εις τους διαφόρους πύργους του Σίκινγκεν αλλ’ εξηκολούθησε την εκστρατείαν του. Εις τον εκλέκτορα Φρειδερίκον συνέστησε την παραχώρησιν εις κοσμικούς όλης της εκκλησιαστικής περιουσίας και περιέγραψε την εξαίρετον χρήσιν την οποίαν θα ηδύνατο να κάμη η Γερμανία, του χρήματος, το όποιον εστέλλετο κατ’ έτος εις την Ρώμην.40
Αλλά το κέντρον του πολέμου παρέμενεν εις την μικράν Βιττενβέργην. Την άνοιξιν του 1520 ο Λούθηρος εδημοσίευσε, με ολίγας υποσημειώσεις, μίαν «Επιτομήν», εις την οποίαν ανέφερε τας πλέον προσφάτους και αδιαλλάκτους διεκδικήσεις των ορθοδόξων θεολόγων περί της υπεροχής και των εξουσιών των παπών. Ο Λούθηρος αντέκρουσε τα άκρα δια των άκρων:
Εάν η Ρώμη πιστεύη και διδάσκη αυτά εν γνώσει των παπών και των καρδιναλίων (πράγμα το οποίον ελπίζω να μη συμβαίνη) τότε εις τας σελίδας αυτάς διακηρύττω ανεπιφυλάκτως ότι ο αντίχριστος εδρεύει εις τον ναόν του Θεού και βασιλεύει εις την Ρώμην -αυτήν την Βαβυλώνα, ενδεδυμένην εις την πορφύραν- και ότι η ρωμαϊκή κουρία είναι η συναγωγή του σατανά… Εάν η μανία των Ρωμαιοκαθολικών εξακολουθήση κατ’ αυτόν τον τρόπον, δεν υπάρχει άλλη θεραπεία έκτος εάν οι αυτοκράτορες, βασιλείς και πρίγκιπες, περιβεβλημένοι με ισχύν και με όπλα, επιτεθούν εναντίον αυτού του βδελύγματος του κόσμου και διευθετήσουν το ζήτημα όχι πλέον με λόγους αλλά δια του ξίφους… Εάν τιμωρώμεν τους κλέπτας με την αγχόνην, τους ληστάς με την σπάθην, τους αιρετικούς με την πυράν διατί να μη κτυπήσωμεν ακόμη περισσότερον με τα όπλα αυτούς τους άρχοντας της απωλείας, αυτούς τους καρδιναλίους, αυτούς τους πάπας, και όλην αυτηή την υποστάθμην των ρωμαϊκών Σοδόμων τα όποια διέφθειραν ανεπανορθώτως την Εκκλησίαν του Θεού, και να πλύνωμεν τας χείρας μας εις το αίμα των;41
Βραδύτερον, κατά το αυτό έτος, ο Κάρλστατ εξέδωσεν ενα «μικρόν βιβλίον» -De canonicis scripturis libellus– ανυψώνων την Βίβλον υπεράνω των παπών, των συνόδων και των παραδόσεων και τα Ευαγγέλια υπεράνω των Επιστολών. Εάν ο Λούθηρος είχεν άκολουθήσει την τελευταίαν αυτήν γραμμήν, ο προτεσταντισμός θα επηρεάζετο ολιγώτερον από τον Παύλον, τον Αυγουστίνον και τον απόλυτον προορισμόν. Ο libellus είχε προηχηθή της εποχής του αμφισβητών την μωσαϊκήν προέλευσιν της Πεντατεύχου και την πλήρη αυθεντικότητα των Ευαγγελίων. Αλλά ήτο ασθενής εις το κεντρικόν του επιχείρημα: απεφάσισε περί της αυθεντικότητος των βιβλικών κειμένων στηριχθείς εις τας παραδόσεις των πρώτων αιώνων και κατόπιν απέρριψε τας παραδόσεις υπέρ των βιβλίων, τα οποία επιστοποιήθησαν δι’ αυτών.
Ενισχυθείς από την υποστήριξιν του Μελάγχθονος και του Κάρλστατ, του Χούττεν και του Σίκινγκεν, ο Λούθηρος έγραψε προς τον Σπαλατίν (11 Ιουνίου 1520):
Έρριψα τον κύβον. Τώρα περιφρονώ την οργήν των Ρωμαίων όπως και την εύνοιάν των. Δεν πρόκειται να συνδιαλλαγώ μαζί των εις τον αιώνα… Ας καταδικάσουν και ας καύσουν παν ό,τι ανήκει εις εμέ• εις ανταπόδοσιν θα κάμω και εγώ το ίδιον δι’ αυτούς… Τώρα δεν φοβούμαι πλέον και δημοσιεύω ένα βιβλίον εις την γερμανικήν γλώσσαν περί της χριστιανικής ανορθώσεως, στρεφόμενον εναντίον του πάπα, εις γλώσσαν τόσον βιαίαν ως εάν εστρεφόμην κατά του αντιχρίστου.42
IV. ΒΟΥΛΛΑΙ ΚΑΙ ΕΚΡΗΞΕΙΣ
Την 15ην Ιουνίου 1520, ο Λέων I’ εδημοσίευσε μίαν βούλλαν, «Exsurge Domine», η οποία κατεδίκαζε 41 προτάσεις του Λουθήρου, διέτασσε την δημοσία καύσιν των συγγραμμάτων, εις τα οποία περιείχοντο αυταί και προέτρεπε τον Λούθηρον να αποκηρύξη τας πλάνας του και να επανέλθη εις τους κόλπους της Εκκλησίας. Μετά παρέλευσιν εξήντα ημερών, εάν έξηκολούθει να αρνήται να μεταβή εις την Ρώμην και να προβή εις δημοσία απάρνησιν των απόψεών του, θα απεκόπτετο του χριστιανικού ποιμνίου δι’ αφορισμού, θα απεφεύγετο ως αιρετικός από όλους τους πιστούς, όλα τα μέρη όπου θα διέμενε, θα ετίθεντο υπό απαγόρευσιν τελέσεως θρησκευτικών πράξεων και όλαι αι κοσμικαί αρχαί ώφειλον να τον εξορίσουν από τα εδάφη των ή να τον παραδώσουν εις την Ρώμην.
Ο Λούθηρος εσημείωσε το τέλος της περιόδου αυτής της χάριτος δια της δημοσιεύσεως του πρώτου εκ τριών μικρών βιβλίων, τα οποία απετέλουν ένα πρόγραμμα θρησκευτικής επαναστάσεως. Μέχρι τούδε είχε γράψει εις την λατινικήν δια τας διανοουμένας τάξεις• τώρα έγραψεν εις την γερμανικήν –και ως Γερμανός πατριώτης– μίαν «Ανοικτήν επιστολήν προς τους χριστιανούς ευγενείς του γερμανικού έθνους, αφορώσαν την Μεταρρύθμισιν του χριστιανικού καθεστώτος». Περιέλαβεν εις την έκκλησίν του τον «ευγενή νεανίαν» ο οποίος, προ ενός έτους, ειχεν εκλεγή αυτοκράτωρ, ως Κάρολος Ε’ και τον οποίον «μας έδωσεν ο Θεός δια να είναι η κεφαλή μας, γεννήσας ούτω μεγάλας ελπίδας δια το αγαθόν εις πολλάς καρδίας».43 Ο Λούθηρος επετέθη κατά των «τριών τειχών» τα όποια ο παπισμός είχεν εγείρει πέριξ αυτού: την διάκριση μεταξύ του κλήρου και των λαϊκών, το δικαίωμα του πάπα να αποφασίζη επί της ερμηνείας των Γραφών και το αποκλειστικόν του δικαίωμα να συγκαλή μίαν γενικήν σύνοδον της Εκκλησίας. Όλαι αυταί αι αμυντικαί προϋποθέσεις, είπεν ο Λούθηρος, πρέπει να ανατραπούν.
Πρώτον, δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ κλήρου και λαού. ο κάθε χριστιανός έχει γίνει ιερεύς δια του βαπτίσματος. Συνεπώς, οι κοσμικοί ηγεμόνες θα πρέπει να ασκούν τας εξουσίας των «χωρίς έγκρισιν η παρεμπόδισιν, αδιακρίτως εάν είναι πάπας, επίσκοπος η ιερεύς, εκείνος τον οποίον αφορούν…  Πάν ό,τι το κανονικόν δίκαιον λέγει αντιθέτως, είναι απεικόνισις της ρωμαϊκής αλαζονείας».
Δεύτερον, έφ’ όσον έκαστος χριστιανός είναι ιερεύς, έχει το δικαίωμα να ερμηνεύη τας Γραφάς κατά την ιδικήν του φώτισιν».45
Τρίτον, η Αγια Γραφή πρέπει να είναι η υπερτάτη αυθεντία δια τα δογματικά και τα πρακτικά ζητήματα και η Γραφή δεν παρέχει καμμία εγγύησιν δια το αποκλειστικόν δικαίωμα του πάπα να συγκαλή σύνοδον. Εάν επιζητή δι’ αφορισμών και απαγορεύσεων να εμποδίση μίαν σύνοδον,
«θα πρέπει να περιφρονώμεν την διαγωγήν του ως ενέργειαν ενός παράφρονος και, στηριζόμενοι εις τον Θεόν, να στρέψωμεν τον αφορισμόν εναντίον του και να τον εξαναγκάσωμεν όπως θα ηδυνάμεθα καλύτερον».46
Πολύ συντόμως έπρεπε να συγκληθή μια σύνοδος• αυτή θα έπρεπε να εξετάση την «φρικώδη» ανωμαλίαν ότι η κεφαλή της χριστιανοσύνης ζη εις μιαν κοσμικήν λαμπρότητα ανωτέραν παντός βασιλέως• θα έπρεπε να θέση τέρμα εις την ιδιοποίησιν γερμανικών προσοδοφόρων αξιωμάτων από Ιταλούς κληρικούς• θα έπρεπε να περιορίση εις το εν εκατοστόν το «σμήνος των παρασίτων» τα οποία κατέχουν εκκλησιαστικάς αργομισθίας εις την Ρώμην και ζούν κυρίως με χρήματα προερχόμενα από την Γερμανίαν.
Μερικοί υπελόγισαν ότι κατ’ έτος άνω των 300.000 γκούλντεν φεύγουν από την Γερμανίαν δια την Ιταλίαν… Ερχόμεθα εδώ εις την ουσίαν του ζητήματος… Πώς γίνεται ήμεις οι Γερμανοί να ανεχώμεθα την τοιαύτην απόσπασιν της περιουσίας μας δια χειρών του πάπα;… Εάν δικαίως απαγχονίζωμεν τους κλέπτας και αποκε-φαλίζωμεν τους ληστάς, διατί επιτρέπομεν εις την ρωμαϊκήν φιλοχρηματίαν να δρα ελευθέρως; Διότι αυτή είναι ο μεγαλύτερος κλέπτης και ληστής ο οποίος ενεφανίσθη ποτέ εις τον κόσμον και μάλιστα με το άγιον όνομα του Χριστού και του αγίου Πέτρου ! Ποιος δύναται να το ανεχθή πλέον ή να σιωπήση;47
Δια ποίον λόγον η γερμανική Εκκλησία να πληρώνη τον αιώνιον αυτόν φόρον εις μίαν ξενην δύναμιν; Ας αποτινάξη ο γερμανικός κλήρος την υποτέλειάν του προς την Ρώμην και ας ιδρύση μιαν εθνικήν Εκκλησίαν υπό την ηγεσίαν του αρχιεπισκόπου της Μάιντς. Τα επαιτικά τάγματα πρέπει να περιορισθούν, εις τους ιερείς θα πρέπει να επιτρέπεται ο γάμος, κανείς δεσμευτικός μοναστικός όρκος δεν θα έπρεπε να δίδεται προ του τριακοστού έτους• έπρεπε να καταργηθούν αι απαγορεύσεις, τα προσκυνήματα, αι λειτουργίαι υπέρ των νεκρών και αι θρησκευτικοί αργίαι (πλήν της Κυριακής). Η γερμανική Εκκλησία θα έπρεπε να συμφιλιωθή με τους Χουσίτας της Βοημίας. Ο Χους εκάη με καταφανή παραβίασιν του διαβατηρίου το οποίον του είχε χορηγήσει ο αυτοκράτωρ. Και οπωσδήποτε
«θα έπρεπε να νικώμεν τους αιρετικούς με βιβλία και όχι με την καύσιν επί της πύρας».48
Το κανονικόν δίκαιον επρεπε να παραμερισθή. Ένα μόνον δίκαιον έπρεπε να υπάρχη, δια τους κληρικούς και δια τους λαϊκούς.
Προ πάντων, θα έπρεπε να εκδιώξωμεν από τας γερμανικός χώρας τους παπικούς λεγάτους με τας «εξουσίας» των –τας οποίας μας πωλούν αντί μεγάλων χρηματικών ποσών– δια να νομιμοποιούν άνομα κέρδη, να λύουν όρκους, υποσχέσεις και συμφωνίας, λέγοντες ότι ο πάπας έχει εξουσίαν να πράττη τούτο, αν και είναι καθαρά απάτη… Και αν δεν υπήρχον άλλαι κακοήθειαι δια να αποδείξουν ότι ο πάπας είναι ο πραγματικός αντίχριστος, αυτή και μόνη θα ήτο αρκετή. Τα ακούεις αυτά, ώ πάπα, όχι αγιώτατε των ανθρώπων αλλά αμαρτωλότατε ; Ω, είθε ο Θεός από τον ουρανόν να συντρίψη ταχέως τον θρόνον σου και να τον βύθιση εις την άβυσσον της κολάσεως !.. Ω Χριστέ, Κύριε μου, κοίταξε κάτω και δώσε να επέλθη η ημέρα της κρίσεώς σου και κατάστρεψε την φωλεάν του διαβόλου εις την Ρώμην!49
Αυτή η απεγνωσμένη επίθεσις ενός ανθρώπου εναντίον μιας δυνάμεως, η οποία επεκράτει εις ολόκληρον την Δυτικήν Ευρώπην, έγινε το φλέγον ζήτημα της Γερμανίας. Επιφυλακτικοί άνθρωποι την εθεώρησαν ως ασυλόγιστον και θρασείαν. Πολλοί την κατέταξαν μεταξύ των ηρωικών πράξεων της γερμανικής ιστορίας. Η πρώτη έκδοσις της ανοικτής επιστολής εξηντλήθη ταχέως και τα τυπογραφεία της Βιττενβέργης ήσαν απησχολημένα με νέας εκτυπώσεις της. Η Γερμανία, όπως και η Αγγλία, ήτο ώριμος δια μιαν έκκλησιν προς τον εθνικισμόν• μέχρι τούδε δεν υπήρχε Γερμανία επί του χάρτου, υπήρχον όμως Γερμανοί, εσχάτως αποκτήσαντες ιδίαν συνείδησιν ως λαός. Όπως ο Χούς είχε τονίσει τον βοημικόν πατριωτισμόν του, όπως ο Ερρίκος Η’ επρόκειτο να απορρίψη όχι το καθολικόν δόγμα αλλά την παπικήν εξουσίαν επί της Αγγλίας, τοιουτοτρόπως και ο Λούθηρος ύψωσε τώρα την σημαίαν τής επαναστάσεως όχι εις τας θεολογικός ερήμους αλλά εις το πλούσιον έδαφος του γερμανικού εθνικού πνεύματος. Οσάκις ο προτεσταντισμός εκέρδισεν, ο εθνισμός εκράτει την σημαίαν.
Τον Σεπτέμβριον του 1520, ο Έκ και ο Ιερώνυμος Αλεάντερ εδημοσίευσαν την βούλλαν του αφορισμού εις την Γερμανίαν. Ο Λούθηρος ανταπήντησε με ένα δεύτερον μανιφέστον, την «Βαβυλώνιον αιχμαλωσίαν της Εκκλησίας» (6 Οκτωβρίου). Απευθυνομένη προς θεολόγους και λογίους, ήτο συντεταγμένη εις την λατινικήν αλλά εντός ολίγου μετεφράσθη και είχε τόσην επίδρασιν επί του χριστιανικού δόγματος όσην είχεν η «Ανοικτή επιστολή» επί της εκκλησιαστικής και της πολιτικής ιστορίας. Όπως οι Εβραίοι είχον υποστή μιαν μακράν αιχμαλωσίαν εις την Βαβυλώνα, τοιουτοτρόπως και η Εκκλησία όπως ιδρύθη υπό του Χριστού και όπως περιγράφεται εις την Καινήν Διαθήκην, υπέστη υπερχιλιετή αιχμαλωσίαν υπό τον παπισμόν εις την Ρώμην. Κατά την διάρκειαν αυτής της περιόδου, η θρησκεία του Χριστού εφθάρη εις πίστιν, εις ηθικήν και εις λατρευτικόν τυπικόν.
Εφ’ όσον ο Χριστός είχε δώσει εις τους αποστόλους του οίνον και άρτον κατά τον Μυστικόν Δείπνον, οι Χουσίται είχον δίκαιον: η Ευχαριστία έπρεπε να παρέχεται υπό τας δύο μορφάς όταν ο λαός το επεθύμει. Ο ιερεύς δεν μετατρέπει τον άρτον και τον οίνον εις το σώμα και το αίμα του Χριστού. Κανεις ιερεύς δεν έχει τοιαύτην μυστηριακήν δύναμιν. Αλλά εις τον ευσεβή μεταλαμβάνοντα, ο Χριστός έρχεται πνευματικώς και ουσιαστικώς όχι δια θαυμαστής τινος μετατροπής παρά του ιερέως αλλά με την ιδικήν Του θέλησιν και δύναμιν. Παρίσταται εις την Ευχαριστίαν μαζί με τον άρτον και τον οίνον, δια συμπαραστάσεως και όχι δια μετατροπης.50Ο Λούθηρος απέρριπτε με φρίκην την έννοιαν ότι κατά την θείαν λειτουργίαν ο ιερεύς προσφέρει τον Χριστόν εις τον Πατέρα του ως θυσίαν δια την συγχώρησιν των αμαρτιών των ανθρώπων, αν και δεν εύρισκε τίποτε το φρικτόν εις την ιδέαν ότι ο θεός επέτρεψεν εις τον άνθρωπον να σταυρώση τον Θεόν ως θυσίαν προς τον Θεόν δια την άφεσιν των ανθρωπίνων αμαρτιών.
Εις τας θεολογικάς αυτάς λεπτολογίας προσέθεσε μερικούς ηθικούς νεωτερισμούς. Ο γάμος δεν είναι μυστήριον, διότι ο Χριστός δεν έδωσε καμμίαν υπόσχεσιν να τον περιβάλη με την θείαν χάριν.
«Οι γάμοι των αρχαίων δεν ήσαν ολιγώτερον ιεροί από τους ιδικούς μας, ούτε οι γάμοι των άπιστων είναι ολιγώτερον αληθινοί».51
Κατά συνέπειαν δεν θα έπρεπε να υπάρχη απαγόρευσις τελέσεως γάμου μεταξύ χριστιανών και μη χριστιανών.       «Όπως ακριβώς δυνάμεθα να τρώγωμεν, να πίνωμεν, να κοιμώμεθα, να βαδίζωμεν… και να εργαζώμεθα μαζί με ενα άπιστον, ένα Εβραίον, ένα Τούρκον η ένα αιρετικόν ούτω θα δυνάμεθα να νυμφευθώμεν ενα από αυτούς. Μη δίδετε προσοχήν εις τον ανόητον νόμον ο οποίος το απαγορεύει… Ένας ειδωλολάτρης είναι εξ’ ίσου άνδρας ή γυναίκα, πλασθέντες από τον Θεόν όπως και ο άγιος Πέτρος, ο άγιος Παύλος ή η αγία Λούκια».52
Μια γυναίκα συζευχθείσα ανίκανον άνδρα θα έπρεπε να επιτρέπεται, εάν και εκείνος συμφωνή, να συνευρεθή με άλλον άνδρα δια να αποκτήση τέκνον και θα έπρεπε να επιτρέπεται να παρουσιάση το τέκνον ως του συζύγου της. Εάν ο σύζυγος αρνηθή την συγκατάθεσίν του, θα πρέπει να δύναται να τον διαζευχθή. Εν τούτοις το διαζύγιον είναι μια ατελείωτος τραγωδία. Ίσως η διγαμία να ήτο προτιμωτέρα.53 Κατόπιν, προσθέτων πρόκλησιν εις την αίρεσιν, ο Λούθηρος κατέληγεν:
«Ακούω μιαν φήμην περί νέων βουλλών και παπικών καταρών, εκπεμπομένων εναντίον μου, εις τας οποίας καλούμαι να ανακαλέσω τας απόψεις μου… Εάν αυτό αληθεύη, επιθυμώ το βιβλίον αυτό να αποτελέση μέρος της απαρνήσεως την οποίαν θα κάμω».54
Η τοιαύτη δηκτική εκδήλωσις έπρεπε να αποτρέψη τον Μίλτιτζ από του να ονειροπολή ακόμη μιαν συμφιλίωσιν. Εν τούτοις επεζήτησε και πάλιν να συναντήση τον Λούθηρον (11 Οκτωβρίου 1520) και τον έπεισε να αποστείλη εις τον πάπαν Λέοντα μιαν επιστολήν διαβεβαιούσαν αυτόν ότι δεν είχεν ουδεμίαν πρόθεσιν να τον προσβάλη προσωπικώς και να του παρουσιάζη με ηρεμίαν την υπόθεσιν της αναμορφώσεως. Ο Λούθηρος, ο 37ετής «χωρικός, υιός χωρικού» (όπως υπερηφάνως απεκάλει ο ίδιος τον εαυτόν του), έγραψε μιαν επιστολήν όχι απολογίας αλλά σχεδόν πατριωτικών συμβουλών προς τον 45ετή κληρονόμον του αγίου Πέτρου και των Μεδίκων. Εξέφραζε τον σεβασμόν του προς τον πάπαν ως άτομον αλλά κατεδίκαζεν άνευ συμβιβασμών την διαφθοράν του παπισμού εις το παρελθόν και της παπικής κουρίας εις το παρόν :
Η φήμη σου και η φήμη του άψογου βίου σου… είναι τόσον γνωσταί και ίστανται πολύ υψηλά ώστε να μη δύναται κανείς να τας προσβάλη… Αλλά η έδρα σου, η οποία ονομάζεται ρωμαϊκή κουρία και δια την οποίαν ούτε συ ούτε κανείς άλλος δύναται να αρνηθή ότι είναι περισσότερον διεφθαρμένη από την Βαβυλώνα και τα Σόδομα του παρελθόντος, και η οποία, όσον δύναμαι να ίδω, χαρακτηρίζεται από μιαν έκλυτον, απελπιστικήν και διαβόητον κακοήθειαν, αυτήν την έδραν πράγματι κατεφρόνησα… Η ρωμαϊκή Εκκλησία κατήντησε το πλέον ακόλαστον άντρον ληστών, το πλέον αναίσχυντον από όλα τα χαμαιτυπεία, το βασίλειον της αμαρτίας, του θανάτου και της κολάσεως… Ανέκαθεν ελυπούμην, εξαίρετε Λέον, διότι έγινες πάπας αυτήν την εποχήν, διότι ήσουν άξιος καλυτέρων ημερών…
Μην ακούεις συνεπώς, αγαπητέ μου Λέον, αυτάς τας σειρήνας αι οποίαι προσπαθούν να σε πείσουν ότι δεν είσαι απλώς ενας άνθρωπος αλλά ένας ημίθεος, ώστε να δύνασαι να διατάσσης… ό,τι θέλεις… Είσαι ένας υπηρέτης των υπηρετών και περισσότερον όλων των ανθρώπων εις μιαν αξιοθρήνητον και επικίνδυνον θέσιν. Μην εξαπατάσαι από εκείνους οι οποίοι ισχυρίζονται ότι είσαι κύριος του κόσμου… και φλυαρούν ότι έχεις εξουσίαν επί του ουρανού, της κολάσεως και του καθαρτηρίου… Πλανώνται εκείνοι οι οποίοι σε αναβιβάζουν υπεράνω μιάς συνόδου και υπεράνω της καθολικής Εκκλησίας. Πλανώνται εκείνοι οι οποίοι σου αποδίδουν το δικαίωμα να ερμηνεύης τας Γραφάς, διότι υπό την κάλυψιν του ονόματος σου, αυτοί επιζητούν να επιβάλουν την κακοήθειάν των εις την Εκκλησίαν και, αλλοίμονον, δια μέσου αυτών ο σατανάς εισεχώρησεν ήδη βαθέως επί των προκατόχων σου. Εν συντομία, μη πιστεύεις κανένα ο όποιος σε εξυψώνει, πίστευε, εκείνους οι οποίοι σε ταπεινώνουν.55
Μαζί με την επιστολήν αύτην ο Λούθηρος έστειλεν εις τον Λέοντα το τρίτον από τα μανιφέστα του. Το απεκάλει «Μια πραγματεία περί χριστιανικής ελευθερίας» (Νοέμβριος 1520) και ησθάνετο ότι «εκτός εάν απατώμαι, είναι το σύνολον της χριστιανικής ζωής υπό σύντομον μορφήν».56 Εδώ εξέφρασε με ασυνήθη μετριοπάθειαν την βασικήν του θεωρίαν, ότι μόνη η πίστις και όχι τα καλά έργα, κάμνει τον αληθή χριστιανόν και τον σώζει από την κόλασιν. Διότι η πίστις εις τον Χριστόν είναι εκείνη η οποία κάμνει ένα άνθρωπον αγαθόν αι καλαί του πράξεις ακολουθούν αυτήν την πίστιν. «Το δένδρον κάμνει καρπούς, οι καρποί δεν κάμνουν το δένδρον».57 Ένας άνθρωπος, σταθερός εις την πίστιν του προς τον Θεόν και την λυτρωτικήν θυσίαν του Χριστού, απολαμβάνει όχι ελευθερίαν βουλήσεως αλλά την πληρεστέραν ελευθερίαν εν γένει: ελευθερίαν από την ιδίαν του σαρκικήν φύσιν, από όλας τας κακάς δυνάμεις, από την καταδίκην, ακόμη και από τον νόμον διότι ο άνθρωπος του οποίου η αρετή εκπορεύεται αυθορμήτως από την πίστιν του δεν έχει ανάγκην εντολών προς δικαιοσύνην.58 Εν τούτοις αυτός ο ελεύθερος άνθρωπος πρέπει να είναι υπηρέτης όλων των ανθρώπων, διότι δεν θα είναι ευτυχής εάν δεν κάμη πάν ό,τι είναι εις την εξουσίαν του δια να σώση άλλους, όπως και τον εαυτόν του. Είναι ηνωμένος με τον Θεόν δια της πίστεως, προς τους γείτονάς του δια της αγάπης. Πάς πιστεύων χριστιανός είναι και ένας λειτουργών ιερεύς.
Ενώ ο Λούθηρος έγραφε τας ιστορικάς αυτάς πραγματείας, ο Έκ και ο Αλεάντερ ήρχοντο απ’ ευθείας εις επαφήν με την θρησκευτικήν επανάστασιν. Εις το Μάισσεν, το Μέρσεμπουργκ και το Βραδεμβούργον επέτυχον εις την διακήρυξιν της βούλλας του αφορισμού• εις την Νυρεμβέργην εδέχθησαν την αίτησιν συγγνώμης εκ μέρους του Πιρκχάιμερ και του Σπένγκλερ• εις την Μάιντς, ο αχιεπίσκοπος Αλμπρεχτ, αφού ερωτοτρόπησεν επι τι διάστημα με την Μεταρρύθμισιν, απέκλεισε τον Χούττεν από την αυλήν του και εφυλάκισε τους τυπογράφους, οι οπίοι ετύπωσαν τα βιβλία του• εις την Ίνγκολστατ, τα βιβλία του Λουθήρου κατεσχέθησαν και εις την Μάιντς, την Λουβαίν και την Κολωνίαν εκάησαν. Αλλά εις την Λειψίαν, το Τοργκάου και το Νταίμπελν, η τοιχοκολληθείσα βούλλα ερρυπάνθη με λάσπην και εσχίσθη. Εις την Ερφούρτην, πολλοί καθηγηταί και κληρικοί ηνώθησαν εις μιαν γενικήν άρνησιν να αναγνωρίσουν την βούλλαν, οι δε φοιτηταί έρριψαν όλα τα αντίγραφά της εις τον ποταμόν τελικώς, ο Έκ έφυγεν από την σκηνήν του θριάμβου του εν έτος πρίν.59
Ο Λούθηρος κατήγγειλε τον αφορισμόν εις μίαν σειράν πικροχόχων φυλλαδίων, εις ένα εκ των οποίων παρεδέχετο πλήρως τας θεωρίας του Χούς. Την 31ην Αυγούστου 1520, «ως μύγα τολμώσα να απευθυνθή προς τον βασιλέα των βασιλέων», έκαμεν έκκλησιν εις τον αυτοκράτορα, ζητών προστασίαν και την 17ην Νοεμβρίου εδημοσίευσε μίαν τυπικήν έφεσιν από τον πάπαν εις μίαν ελευθέραν σύνοδον της Εκκλησίας.
Όταν έμαθεν, ότι οι παπικοί απεσταλμένοι έκαιον τα βιβλία του, απεφάσισε να απαντήση εμπράκτως. Εδημοσίευσε μίαν πρόσκλησιν προς τους «ευσεβείς και φιλομαθείς νέους» της Βιττενβέργης, να συγκεντρωθούν έξω της πύλης του Έλστερ την πρωίαν της 10ης Δεκεμβρίου. Εκεί έρριψεν ιδιοχείρως την παπικήν βούλλαν εις το πυρ μαζί με μερικά κανονικά διατάγματα και μερικούς τόμους σχολαστικής θεολογίας• με μιαν πράξιν εσυμβόλισε την απόρριψιν του κανονικού δικαίου, της φιλοσοφίας του Ακινάτου και πάσης σχετικής αυθεντίας της Εκκλησίας. Οι φοιτηταί συνεκέντρωσαν μετά χαράς και άλλα βιβλία του αυτού είδους και με αυτά διετήρησαν το πυρ έως αργά το απόγευμα.
Την 1ην Δεκεμβρίου, ο Λούθηρος διεκήρυξεν, ότι κανείς δεν θα ηδύνατο να σωθή… εάν δεν θα απηρνείτο την κυριαρχίαν του παπισμού.60 Ο μοναχός, είχεν αφορίσει τον πάπαν.

V. Η ΔΙΑΙΤΑ ΤΗΣ ΒΟΡΜΣ: 1521
Ένας τρίτος ηθοποιός ανήλθε τώρα επί σκηνής και από της στιγμής αυτής έπαιξεν επί τριάντα έτη σημαντικόν ρόλον εις την σύγκρουσιν των θεολογιών και των κρατών. θα υπεισέλθη εις την διήγησίν μας εις πολλά κεφάλαια.
Ο μέλλων αυτοκράτωρ Κάρολος Ε’ ήρχισε με μίαν βασιλικήν αλλά κηλιδωμένην κληρονομικότητα. Οι εκ πατρός πάππος και μάμμη του ήσαν ο αυτοκράτωρ Μαξιμιλιανός και η Μαρία της Βουργουνδίας, θυγάτηρ του Καρόλου του Τολμηρού. Οι εκ μητρός ήσαν ο Φερδινάνδος και η Ισαβέλλα• πατήρ του ήτο ο Φίλιππος ο Ωραίος, βασιλεύς της Καστίλλης εις ηλικίαν 26 ετών, αποθανών 28 ετών. Μήτηρ του ήτο η Ιωάννα η Τρελλή, η οποία εέτρελλάθη όταν ο Κάρολος ήτο εέξαετής και έζησεν έως ότου αυτός έγινε 55 ετών. Εγεννήθη εις την Γάνδην (24 Φεβρουαρίου 1500), ανετράφη εις τας Βρυξέλλας και παρέμεινε Φλαμανδός εις την γλώσσαν και τον χαρακτήρα μέχρις ότου τελικώς απεσύρθη εις την Ισπανίαν ούτε η Ισπανία ούτε η Γερμανία τον συνεχώρησαν. Αλλά εν καιρώ έμαθε να ομιλή γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά και γαλλικά και ηδύνατο να σιωπά εις πέντε γλώσσας. Ο Αδριανός της Ουτρέχτης επεχείρησε να τον διδάξη φιλοσοφίαν με ανυπολόγιστον επιτυχίαν. Από τον αγαθόν αυτόν επίσκοπον, εδέχθη ένα ισχυρόν εμποτισμόν της θρησκευτικής ορθοδοξίας, εν τούτοις απέκτησε περί την μέσην ηλικίαν ένα κρύφιον σκεπτικισμόν από τους Φλαμανδούς συμβούλους και αυλικούς του, μεταξύ των οποίων, μια ερασμιακή αδιαφορία δια τα δόγματα ήτο ιδιαιτέρως δημοφιλής. Μερικοί ιερείς διεμαρτυρήθησαν δια την ελευθερίαν, η οποία επετρέπετο εις τας θρησκευτικός γνώμας εις το περιβάλλον του Καρόλου.61 Έδειξεν αρκετήν ευσέβειαν αλλά εσπούδασεν επιμελώς την τέχνην του πολέμου. Ανέγνωσε τον Κομίν και έμαθεν από παιδικής σχεδόν ηλικίας τα τεχνάσματα της διπλωμαίας και την ανηθικότητα των κρατών.
Μετά τον θάνατον του πατρός του (1506) εκληρονόμησε την Φλάνδραν, την Ολλανδίαν, την Ελευθέραν Κομιτείαν και μιαν διεκδίκησιν επί της Βουργουνδίας. Δεκαπενταετής ανέλαβε την κυβέρνησιν και αφιερώθη εις την διοίκησιν. Δεκαεξαετής έγινε Κάρολος Α’, βασιλεύς της Ισπανίας, της Σικελίας, της Σαρδηνίας, της Νεαπόλεως και της Ισπανικής Αμερικής. Δέκα εννέα ετών απέβλεψεν εις το να γίνη αυτοκράτωρ. Ο Φραγκίσκος Α’ της Γαλλίας επεδίωξε την ιδίαν τιμήν κατά την ιδίαν εποχήν και οι αυτοκρατορικοί εκλέκτορες ηυχαριστήθησαν με τας περιποιήσεις του• ο Κάρολος όμως εδαπάνησε 850.000 φλωρίνια εις τον ανταγωνισμόν και εκέρδισε (1519). Δια να συγκεντρώση το βαρύ αυτό φιλοδώρημα, εδανεισθη 543.000 φλωρίνια από τους Φούγκερ.62 Από της εποχής αυτής ο Κάρολος ήτο δια τους Φούγκερ και οι Φούγκερ δια τον Κάρολον. Όταν εβράδυνε να πληρώση το δάνειον, ο Ιάκωβος Φούγκερ Β’ του έστειλε μίαν έντονον υπόμνησιν:

Είναι εις πάντας γνωστόν ότι η μεγαλειότης σας χωρίς εμέ δεν θα ηδύνατο να αποκτήση την αυτοκρατορικήν τιμήν, όπως δύναμαι να διαπιστώσω από τας γραπτάς βεβαιώσεις όλων των άντιπρο-σώπων… και εις όλα αύτά δεν άπέβλεψα εις το άτομικόν μου όφελος… η εύλαβής μου αίτησις είναι όπως εύαρεστούμενος… διατάξετε να μοΰ έπιστραφοϋν τα χρήματα, τα οποία έπλήρωσα, μαζί με τους σχετικούς τόκους, άνευ περαιτέρω άναβολής.63

Ό Κάρολος εκάλυψε μέρος της υποχρεώσεώς του παραχωρήσας εις τους Φούγκερ μίαν υποθήκην επί των δασμών του λιμένος της Αμβέρσης.64 Όταν οι Φούγκερ κατεστράφησαν σχεδόν από τας τουρκικάς κατακτήσεις εις την Ουγγαρίαν, έσπευσεν εις ενίσχυσίν των δώσας εις αυτούς τον έλεγχον των ισπανικών μεταλλείων.65 Έκτοτε η κλείς μεγάλου μέρους της πολιτικής ιστορίας θα ήτο το Cherchez le banquier.
Ο νεανίας ο οποίος εις ηλικίαν δέκα εννέα ετών ευρέθη να είναι η τιτλούχος κεφαλή όλης της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης εκτός της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Πορτογαλίας και των παπικών κρατών, έφερεν ήδη τα σημεία της ασθενούς υγείας, η οποία επρόκειτο να πολλαπλασιάση τας φροντίδας του. Ωχρός, μικρόσωμος, κοινής εμφανίσεως, με γαμψήν μύτην και οξύν, προκλητικόν πώγωνα, με ασθενή φωνήν και σοβαρόν ύφος, ήτο εκ φύσεως φιλόφρων και προσηνής αλλά πολύ συντόμως, έμαθεν ότι ένας ηγεμών πρέπει να τηρή απόστασιν και ύφος, ότι η σιωπή είναι το ήμισυ της διπλωματίας και ότι μία απροκάλυπτος αίσθησις του χιούμορ αμαυρώνει τον φωτοστέφανον της βασιλικής υποστάσεως. Ο Αλεάντερ, ο οποίος τον εγνώρισε το 1520, ανέφερεν εις τον Λέοντα Ι’: «Ο ηγεμών αυτός φαίνεται αρκούντως προικισμένος με … σύνεσιν υπερτέραν της ηλικίας του και έχει πολύ περισσότερα εις το οπίσθιον μέρος της κεφαλής του από εκείνα τα οποία φέρει επί του προσώπου του».66 Δεν είχε πνευματικήν οξύτητα έκτος μόνον εις την κρίσιν των ανθρώπων -η οποία είναι η μισή μάχη• απλώς ανήρχετο εις το ύψος των κρίσεων τας οποίας αντεμετώπιζεν– αλλά αυτό ήτο πράγματι πολύ. Μια συντηρητική νωχέλεια σώματος και πνεύματος τον εκράτει εις αδράνειαν μέχρις ότου η κατάστασις απήτει απόφασιν• τότε την αντεμετώπιζε με αιφνιδίαν αποφασιστικότητα και εφευρετικήν επιμονήν. Η σοφία ήλθεν εις αυτόν όχι από την φύσιν αλλά από τας δοκιμασίας.
Την 23ην Οκτωβρίου 1520, ο Κάρολος Ε’, συνομήλικος με τον αιώνα του, μετέβη εις το Άαχεν του Καρολομάγνου δια να στεφθή. Ο εκλέκτωρ ανεχώρησε δια να παραστή εις την τελετήν, αλλ’ ηναγκάσθη να σταματήση εις την Κολωνίαν από μιαν προσβολήν ποδάγρας. Εκεί ο Αλεάντερ του παρουσίασε νέαν αίτησιν όπως συλ-ληφθή ο Λούθηρος. Ο Φρειδερίκος εκάλεσε τον Έρασμον και εζήτησε την γνώμην του. Ο Έρασμος υπερήσπισε τον Λούθηρον, ετόνισεν ότι, υπήρχον καταφανείς καταχρήσεις εις την Εκκλησίαν και υπεστήριξεν, ότι δεν έπρεπε να καταπνιγούν αι προσπάθειαι προς θεραπείαν των. Όταν ο Φρειδερίκος τον ηρώτησε ποίαι ήσαν αι κυριώτεραι πλάναι του Λουθήρου, απήντησε : 
«Δύο: προσέβαλε τον πάπαν εις το στέμμα του και τους καλογήρους εις την κοιλίαν των».67
Ημφεσβήτησε την αυθεντικότητα της παπικής βούλλας• του εφαίνετο ασυμβίβαστος προς την γνωστήν ηπιότητα του Λέοντος Ι’.68 Ο Φρειδερίκος επληροφόρησε τον νούντσιον, ότι ο Λούθηρος είχεν υποβάλει έφεσιν και μέχρις ότου γνωσθούν τα αποτελέσματα αυτής, ο Λούθηρος θα παρέμενεν ελεύθερος.
Ο αυτοκράτωρ έδωσε την ιδίαν απάντησιν είχεν υποσχεθή εις τους εκλέκτορας, ως όρον δια την εκλογήν του, ότι ουδείς Γερμανός θα κατεδικάζετο άνευ νομίμου δίκης, διεξαγόμενης εις την Γερμανίαν. Εν τούτοις η θέσις του κατέστησε την ορθοδοξίαν επιτακτικήν. Ήτο πολύ σταθερώτερον εγκατεστημένος ως βασιλεύς της Ισπανίας παρά ως αυτοκράτωρ εις την Γερμανίαν, η οποία διέκειτο δυσμενώς προς την κεντρικήν κυβέρνησιν και ο κλήρος της Ισπανίας δεν ήτο δυνατόν να ανεχθή επί μακρόν ένα μονάρχην, επιεική προς τους αιρετικούς. Επί πλέον, προμηνύετο πόλεμος με την Γαλλίαν• θα διεξήγετο δια το Μιλάνον, το οποίον επρόκειτο να είναι το έπαθλον. Εκεί η υποστήριξις του πάπα θα ήξιζεν ολόκληρον στρατιάν. Η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήτο συνδεδεμένη με τον παπισμόν κατά πολλούς τρόπους• η πτώσις του ενός θα ηδύνατο να ζημιώση μεγάλως τον άλλον. Πώς θα ηδύνατο ο αυκράτωρ να κυβερνήση το διεσκορπισμένον βασίλειόν του χωρίς την βοήθειαν της Εκκλησίας εις ηθικήν πειθαρχίαν και πολιτικήν διοίκησιν; Ακόμη και τώρα οι κυριώτεροι υπουργοί του ήσαν κληρικοί. Και είχεν ανάγκην εκκλησιαστικών χρημάτων και εκκλησιαστικής επιρροής δια να προστατεύση την Ουγγαρίαν από τους Τούρκους.
Με αυτά τα ποικίλα προβλήματα κατά νούν και όχι τόσον με την υπόθεσιν ενός ανυποτάκτου μοναχού, ο Κάρολος συνεκάλεσε την αυτοκρατορικήν δίαιταν να συνέλθη εις την Βόρμς. Όταν όμως συνεκεντρώθησαν εκεί (27 Ιανουαρίου 1521) οι επιφανέστεροι ευγενείς και κληρικοί και αντιπρόσωποι των ελευθέρων πόλεων, ο Λούθηρος ήτο το κύριον θέμα της συζητήσεως. Αι δυνάμεις, αι οποίαι δια μέσου ολοκλήρων αιώνων προητοίμαζον την Μεταρρύθμισιν, εκορυφώθησαν τώρα εις μίαν από τας δραματικωτέρας σκηνάς της ευρωπαϊκής ιστορίας. «Το μέγα σώμα των Γερμανών ευγενών», λέγει ένας καθολικός ιστορικός, «επεκρότησε και ενίσχυσε τας προσπαθείας του Λουθήρου».69 Ο ίδιος ο Αλεάντερ ανέφερεν:

Ολόκληρος η Γερμανία έχει εξεγερθή ένοπλος εναντίον της Ρώμης. Όλος ο κόσμος κραυγάζει δια μίαν σύνοδον η οποία πρέπει να συνέλθη επί γερμανικού εδάφους. Αι παπικαί βούλλαι περί αφορισμών περιγελούνται. Πολλοί άνθρωποι έπαυσαν να δέχωνται τας θρησκευτικάς ποινάς… Ο Μαρτίνος εικονίζεται με φωτοστέφανον υπεράνω της κεφαλής του. Ο λαός ασπάζεται αυτάς τας εικόνας. Έχει πωληθή εξ’ αυτών τόσον μέγας αριθμός ώστε δεν δύναμαι να εύρω ούτε μίαν… Δεν δύναμαι να εξέλθω εις τας οδούς διότι οι Γερμανοί φέρουν τας χείρας εις τα ξίφη των και τρίζουν τους οδόντας εναντίον μου. Ελπίζω ο πάπας να μου δώση πλήρη συγχώρησιν και να φροντίση δια τους αδελφούς και τας αδελφάς μου, εάν μου συμβή τίποτε.70

Ο ερεθισμός ενισχύετο από ένα σίφωνα αντιπαπικών λιβέλλων. Μια φορτηγός άμαξα, έλεγε με θλίψιν ο Αλεάντερ, δεν θα επήρκει δια να περιλάβη τα υβριστικά αυτά έντυπα. Από τον πύργον του Εμπερνμπουργκ του Σίκινγκεν, εις απόστασιν ολίγων μιλίων από την Βόρμς, ο Χούττεν εξέπεμψε μιαν μανιώδη επίθεσιν κατά του γερμανικού κλήρου:

Φύγετε, ακάθαρτοι χοίροι ! Απομακρυνθήτε από το ιερόν ανόσιοι μεταπράται ! Μη θίγετε τα θυσιαστήρια με τας μιαράς σας χείρας !… Πώς τολμάτε να εξοδεύετε το χρήμα το οποίον προορίζεται δι’ ιερούς σκοπούς, εις πολυτελείας, διασκεδάσεις και επιδείξεις ενώ τίμιοι άνθρωποι υποφέρουν από πείναν ; Το κύπελλον επληρώθη. Δεν βλέπετε ότι ο άνεμος της ελευθερίας ήρχισε να πνέη;71

Ήτο τόσον ισχυρόν το αίσθημα υπέρ του Λουθήρου, ώστε ο εξομολογητής του  αυτοκράτορος, ο Φραγκισκανός μοναχός Ιωάννης Γκλαπιόν, επλησίασεν ιδιαιτέρως τον εφημέριον του Φρειδερίκον Γεώργιον Σπαλατίν, εις μιαν προσπάθειαν συμφιλιώσεως. Εξεδήλωσε σημαντικήν συμπάθειαν δια τα πρώτα συγγράμματα του Λουθήρου αλλά η «Βαβυλώνιος Αιχμαλωσία» τον έκαμε να αισθάνεται ως εάν τον «είχον μαστιγώσει και ξυλοκοπήσει από κεφαλής μέχρις ονύχων». Υπέδειξεν ότι κανένα σύστημα θρησκευτικής πίστεως δεν ήτο δυνατόν να βασισθή ασφαλώς επί των Γραφών, διότι «η Βίβλος είναι όπως ο μαλακός κηρός, τον οποίον ο καθείς δύναται να συστρέψη και να εκτείνη κατά βούλησιν». Παρεδέχθη την επιτακτικήν ανάγκην δι’ εκκλησιαστικήν αναμόρφωσιν. Πράγματι, προειδοποίησε τον αυτοκρατορικόν του μαθητήν, ότι «ο Θεός θα τον τιμωρήση καθώς και όλους τους ηγεμόνας εάν δεν ελευθερώσουν την Εκκλησίαν από αυτάς τας υπερβολικός καταχρήσεις» και υπεσχέθη ότι ο Κάρολος θα επραγματοποίει τας μεγαλυτέρας μεταρρυθμίσεις εντός πέντε ετών. Ακόμη και τώρα, μετά τας τρομερός αυτάς εκρήξεις του Λουθήρου εθεώρει την ειρήνην δυνατην εάν ο Λούθηρος θα ήθελε να ανακαλέση.72 Ο Λούθηρος, μαθών τούτο εις την Βιττενβέργην, ηρνήθη.
Την 3ην Μαρτίου, ο Aλεάντερ παρουσίασεν εις την δίαιταν μίαν πρότασιν δι’ άμεσον καταδίκην του Λουθήρου. Η δίαιτα διεμαρτυρήθη, ότι ο μοναχός δεν έπρεπε να καταδικασθή άνευ δίκης. Κατόπιν τούτου, ο Κάρολος εκάλεσε τον Λούθηρον να έλθη εις την Βόρμς και να καταθέση σχετικώς με την διδασκαλίαν και τα βιβλία του.
«Δεν έχεις να φοβηθής βίαν ή ενόχλησιν», έγραφε, «διότι έχεις το διαβατήριόν μας».73
Οι φίλοι του Λουθήρου, τον παρεκάλεσαν να μην υπάγη και του υπενθύμισαν το διαβατήριον το οποίον είχε δώσει ο αυτοκράτωρ Σιγισμούνδος εις τον Χούς. Ο Αδριανός εξ’ Ουτρέχτης, ήδη καρδινάλιος Τορτόζα, και μετ’ ολίγον πάπας, απέστειλε μιαν αίτησιν προς τον πρώην μαθητήν του, τον αυτοκράτορα, να αγνοήση το διαβατήριον, να συλλάβη τον Λούθηρον, και να τον αποστείλη εις την Ρώμην.
Την 2αν Απριλίου, ο Λούθηρος ανεχώρησεν από την Βιττενβέργην. Εις την Ερφούρτην, μέγα πλήθος, εις το οποίον συμπεριελαμβάνοντο και σαράντα καθηγηταί του Πανεπιστημίου, τον επευφήμησαν ως ήρωα. Όταν επλησίασεν εις την Βόρμς, ο Σπαλατίν του έστειλε μιαν εσπευσμένην ειδοποίησιν να μην εισέλθη εις την πόλιν αλλά να επιστρέψη το ταχύτερον εις την Βιττενβέργην. ο Λούθηρος απήντησε:
«Και αν ακόμη είναι τόσοι διάβολοι εις την Βόρμς, όσα κεραμίδια είναι εις τας στέγας της, εγώ θα υπάγω εκεί».74
Μια ομάς ιπποτών, εξήλθεν έφιππος να τον προϋπάντηση και να τον συνοδεύση εντός της πόλεως (16 Απριλίου). Οι δρόμοι εγέμισαν από κόσμον μόλις ανηγγέλθη η άφιξίς του και 2.000 άνθρωποι συνεγκεντρώθησαν πέριξ της αμάξης του• όλοι έσπευσαν να τον ιδούν, λέγει ο Αλεάντερ, και αυτός ο Κάρολος παρεμερίσθη εις την σκιάν.
Την 17ην Απριλίου, ο Λούθηρος, με το μοναχικόν τον ράσον, ενεφανίσθη ενώπιον της διαίτης, του αυτοκράτορος, εξ’ εκλεκτόρων, μιας επιβλητικής αυλής από πρίγκιπας, ευγενείς, ιεράρχας και αστούς και του Ιεροονύμου Αλεάντερ, ωπλισμένου με το παπικόν κύρος, με επίσημα έγγραφα και δικανικήν ευγλωττίαν. Επί μιας τραπέζης, πλησίον του Λουθήρου, ήτο μία συλλογή των βιβλίων του. Ο Ιωάννης Έκ –όχι εκείνος της συζητήσεως εις την Λειψίαν, αλλά Ένας αξιωματούχος του αρχιεπισκόπου της Τρίερ– τον ηρώτησεν εάν όλα αυτά ήσαν ιδικαί του συνθέσεις και αν θα απηρνείτο τας αιρέσεις, τας οποίας περιείχον. Δια μιαν στιγμήν, καθώς ίστατο πρό της εξουσίας της αυτοκρατορίας και της εξουσιοδοτημένης δυνάμεως και του μεγαλείου της Εκκλησίας, ο Λούθηρος ησθάνθη το θάρρος του να τον εγκαταλείπη. Απήντησε με χαμηλήν και διστακτικήν φωνήν, ότι τα βιβλία ήσαν ιδικά του αλλ’ όσον άφορα την δευτέραν ερώτησιν, παρεκάλει να του δοθή χρόνος να σκεφθή. Ο Κάρολος του παρεχώρησε μιαν ημέραν.
Επανελθών εις την κατοικίαν του, έλαβε ενα μήνυμα από τον Χούττεν, ο οποίος τον ικέτευε να μείνη σταθερός• επίσης πολλά μέλη της διαίτης ήλθον ιδιαιτέρως δια να τον ενθαρρύνουν. Εφαίνετο, ότι πολλοί κατενόουν, ότι η τελική του απάντησις θα εσημείωνεν ενα σημείον στροφής εις την ιστορίαν.
Την 18ην Απριλίου αντεμετώπισε την δίαιταν με πλήρη εμπιστοσύνην. Η αίθουσα ήτο τώρα τόσον κατάμεστος, ώστε και αυτοί οι εκλέκτορες μετά δυσκολίας έφθασαν εις τας θέσεις των, ενω οι πλείστοι των παρευρισκομένων ίσταντο όρθιοι. Ο Έκ τον ηρώτησεν εάν θα απηρνείτο εν όλω η εν μέρει τα έργα τα όποια είχε γράψει. Απήντησεν, ότι εκείνα τα μέρη, τα οποία επραγματεύοντο τας εκκλησιαστικός καταχρήσεις, ήσαν κατά γενικήν αναγνώρισιν ορθά.
Ο αυτοκράτωρ τον διέκοψε με ενα εκρηκτικόν «όχι!», αλλά ο Λούθηρος εξηκολούθησε και εστράφη και κατ’ αυτού του Καρόλου:
«Εάν ανακαλέσω εις αυτό το σημείον, θα ανοίξω τας θύρας εις περισσοτέραν τυραννίαν και ασέβειαν και το πράγμα θα ήτο πολύ χειρότερον εάν θα εφαίνετο ότι το έκαμα υπό την πίεσιν της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας».
Όσον αφορά τα δογματικά μέρη των βιβλίων του, παρεδέχθη να αποσύρη οιονδήποτε θα απεδεικνύετο αντίθετον προς τας Γραφάς. Εις τούτο ο Έκ διετύπωσε λατινιστί μιαν αντίρρησιν, η οποία εξέφραζε σαφώς την άποψιν της Εκκλησίας:

Μαρτίνε, ο ισχυρισμός σου να κριθής από τας Γραφάς είναι εκείνος, τον όποιον επρόβαλλον πάντοτε οι αιρετικοί. Δεν κάμνεις τίποτε άλλο παρά να επαναλαμβάνης τας πλάνας του Ουίκλιφ και του Χούς… Πώς δύνασαι να υποστηρίξης ότι συ είσαι ο μόνος ο οποίος κατανοείς την έννοιαν των Γραφών; θα ήθελες να θέσης την ιδικήν σου κρίσιν υπεράνω της κρίσεως τόσων διασήμων ανδρών και να ισχυρισθής ότι γνωρίζεις περισσότερα από όλους αυτούς; δεν έχεις το δικαίωμα να αμφισβητής την ιερωτάτην ορθόδοξον πίστιν, την οποίαν καθίδρυσεν ο Χριστός, ο τέλειος νομοθέτης, και την εκήρυξαν εις τον κόσμον οι απόστολοι, την εσφράγισαν οι μάρτυρες με την σφραγίδα του αιματός των, την επεβεβαίωσαν αι ιεραί σύνοδοι και την καθώρισεν η Εκκλησία… και την οποίαν ο πάπας και ο αυτοκράτωρ απαγορεύουν να τίθεται υπό συζήτησιν, διότι άλλως αι συζητήσεις δεν θα ετελείωνον ποτέ. Σε ερωτώ, Μαρτίνε –απάντησε ειλικρινώς και χωρίς διακρίσεις– απαρνείσαι ή δεν απαρνείσαι τα βιβλία σου και τας πλάνας τας οποίας περιέχουν;75
Ο Λούθηρος έδωσε την ιστορικήν απάντησίν του γερμανιστί :

Εφ’ όσον η μεγαλειότης σου και αι ευγενείαι σας επιθυμούν μιαν απλήν απάντησν, θα απαντήσω χωρίς διακρίσεις… Εκτός αάν καταδικασθώ από την μαρτυρίαν της Αγίας Γραφής ή από προφανή αιτίαν (δεν παραδέχομαι την εξουσίαν των παπών και των συνόδων διότι έχουν διαψεύσει αλλήλους) η συνείδησίς μου είναι αιχμάλωτος του Λόγου του Θεού. Δεν δύναμαι και δεν απαρνούμαι τίποτε, διότι να στραφώ εναντίον της συνειδήσεως μου δεν είναι ούτε ορθόν ούτε ασφαλές. Ο Θεός ας με βοηθήση. Αμήν. 76

Ο Έκ ανταπήντησεν ότι ουδεμία πλάνη ήτο δυνατόν να αποδειχθή εις τας δογματικός αποφάσεις των συνόδων. Ο Λούθηρος απήντησεν ότι ήτο προπαρεσκευασμένος να αποδείξη τας τοιαύτας πλάνας, αλλά ο αυτοκράτωρ επενέβη αυθαιρέτως:
«Αρκεί, εφ’ όσον ηρνήθη τας συνόδους, δεν θέλομεν να ακούσωμεν τίποτε περισσότερον».78
Ο Λούθηρος επανήλθεν εις το κατάλυμά του κουρασμένος από την πάλην, αλλά πεπεισμένος ότι είχε δώσει καλήν μαρτυρίαν εις εκείνο το οποίον ο Καρλάυλ επρόκειτο να αποκαλέση «την μεγαλυτέραν στιγμήν της νεωτέρας ιστορίας του ανθρώπου»79
Ο αυτοκράτωρ ήτο εξ’ ίσου ταραγμένος με τον μοναχόν. Γεννηθείς εις την πορφύραν και συνηθισμένος εις την εξουσίαν, εθεώρει ως αυτονόητον, ότι το δικαίωμα εκάστου ατόμου να ερμηνεύη την Γραφήν και να δέχεται η να απορρίπτη πολιτικά η εκκλησιαστικά διατάγματα βάσει της ατομικής του κρίσεως και συνειδήσεως, θα υπέσκαπτεν εντός ολίγου αυτά ταύτα τα θεμέλια της κοινωνικής τάξεως, διότι του εφαίνετο ότι αυτή εβασίζετο επί ενός ηθικού κωδικός, ο οποίος με την σειράν του ήντλει την δύναμίν του από την υπερφυσικήν επικύρωσιν της θρησκευτικής πίστεως. Την 19ην Απριλίου εκάλεσε τους ανωτέρους πρίγκιπας εις σύσκεψιν εις τα διαμερίσματά του και παρουσίασεν εις αυτούς μιαν διακήρυξιν πίστεως και προθέσεων, γραμμένην γαλλιστί και προφανώς από τον ίδιον :

Κατάγομαι από μιαν μακράν σειράν χριστιανών αυτοκρατόρων του ευγενούς τούτου γερμανικού έθνους, από τους καθολικούς βασιλείς της Ισπανίας, τους αρχιδούκας την Αυστρίας και τους δούκας της Βουργουνδίας. Όλοι αυτοί υπήρξαν πιστοί μέχρι θανάτου εις την Εκκλησίαν της Ρώμης και υπερήσπισαν την καθολικήν πίστιν και το όνομα του Θεού. Απεφάσισα να ακολουθήσω τα βήματά των. Ένας μόνος μοναχός ο οποίος αντιτίθεται εις όλον τον χιλιετή χριστιανισμον πρέπει να σφάλλη. Δια τούτο είμαι αποφασισμένος να διακινδυνεύσω τας χώρας μου, τους φίλους μου, το σώμα μου, το αίμα μου, την ζωήν μου και την ψυχήν μου… Αφού ήκουσα χθές την πείσμονα υπεράσπισιν του Λουθήρου, λυπούμαι διότι επί τόσον χρόνον ανέβαλλον να ενεργήσω εναντίον του και εναντίον της ψευδούς διδασκαλίας του. Δεν έχω πλέον να κάμω τίποτε δι’ αυτόν. Δύναται να επιστρέψη με το διαβατήριόν του αλλά χωρίς να κηρύξη ή να προκαλέση αναταραχήν. Θα ενεργήσω εναντίον του ως διαβοήτου αιρετικού και σας ζητώ να πράξετε όπως μου υπεσχέθητε.80

Τέσσαρες εκλέκτορες συνεφώνησαν με αυτήν την ενέργειαν. Ο Φρειδερίκος της Σαξονίας και ο Λουδοβίκος του Παλατινάτου απέσχον. Την νύκτα εκείνην –19ην Απριλίου– ανώνυμα πρόσωπα ετοιχοκόλλησαν επί της θύρας του δημαρχείου και εις άλλα σημεία της Βόρμς, πινακίδας φερούσας το γερμανικόν σύμβολον της κοινωνικής επαναστάσεως, το υπόδημα του χωρικού. Μερικοί εκκλησιαστικοί ετρομοκρατήθησαν και παρεκάλεσαν ιδιαιτέρως τον Λούθηρον να κάμη ειρήνην με την Εκκλησίαν, αλλ’ αυτός έμεινε πιστός εις την δήλωσίν του ενώπιον της διαίτης. Την 26ην Απριλίου ήρχισε το ταξείδιόν του δια να επιστρέψη εις την  Βιττενβέργην. Ο Λέων Ι’ έστειλε διαταγάς να γίνη σεβαστόν το διαβατηριόν του.81 Εν τούτοις ο εκλέκτωρ Φρειδερίκος, φοβούμενος ότι η αυτοκρατορική αστυνομία πιθανόν να επεχείρει να συλλάβη τον Λούθηρον μετά την λήξιν της ισχύος του διαβατηρίου του κατά την 6ην Μαΐου, εκανόνισε, με την μετά δυσφορίας δοθείσαν συγκατάθεσιν του Λουθήρου, να του στήση ενέδραν κατά την επιστροφήν του ως δήθεν εκ μέρους ληστών, να τον απαγάγη και να τον κρύψη εις τον πύργον του Βαρτμπουργκ.
Την 6ην Μαΐου ο αυτοκράτωρ παρουσίασεν εις την δίαιταν, η οποία τώρα εμειώθη εις αριθμόν από πολλάς αναχωρήσεις, το σχέδιον του «Διατάγματος της Βόρμς» το οποίον είχεν ετοιμάσει ο Αλεάντερ. Κατηγορεί τον Λούθηρον ότι:

είχε μολύνει τον γάμον, κατεφρόνησε την εξομολόγησιν και απηρνήθη το σώμα και το αίμα του Κυρίου ημών. Κάμνει τα μυστήρια να εξαρτώνται από την πίστιν του δεχομένου αυτά. Είναι ειδωλολάτρης απαρνούμενος την ελευθέραν βούλησιν. Αυτός ο διάβολος με το ράσον του μονάχου συνεσώρευσεν αρχαίας πλάνας εις ενα βρωμερόν μίγμα και επενόησε νέας τοιαύτας. Αρνείται την δύναμιν των κλειδών και ενθαρρύνει τους λαϊκούς να βυθίσουν τας χείρας των εις το αίμα των κληρικών. Η διδασκαλία του, προκαλεί την ανταρσίαν, την διαίρεσιν, τον πόλεμον, τον φόνον, την ληστείαν, την πυρπόλησιν και την κατάρρευσιν της χριστιανοσύνης. Διάγει τον βίον ενός κτήνους. Έκαυσε τα εκκλησιαστικά διατάγματα. Περιφρονεί εξ’ ίσου τον αφορισμόν και το ξίφος. Προκαλεί περισσοτέραν ζημίαν εις την πολιτικήν παρά εις την εκκλησιαστικήν εξουσίαν. Εμοχθήσαμεν με αυτόν αλλά αναγνωρίζει μόνον το κύρος των Γραφών, τας οποίας ερμηνεύει κατά την αντίληψίν του. Του εδώσαμεν είκοσι μιαν ημέρας, από της 15ης Απριλίου… Όταν θα εκπνεύση ο χρόνος ουδείς πρέπει να τον περιθάλψη. Οι οπαδοί του επίσης θα καταδικασθούν. Τα βιβλία του θα σβυσθούν από την μνήμην των ανθρώπων.82
Δύο ημέρας μετά την παρουσίασιν του διατάγματος τούτου ο Λέων Ι’ μετετόπισε την πολιτικήν του υποστήριξιν από τον Φραγκίσκον Α’ εις τον Κάρολον Ε’. Η δίαιτα συνεφώνησε με το διάταγμα και την 26ην Μαΐου ο Κάρολος το εδημοσίευσεν επισήμως. Ο Αλεάντερ εδόξασε τον Θεόν και διέταξε να καούν τα βιβλία του Λουθήρου οπουδήποτε και αν ευρίσκοντο.

VI. ΟΙ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΑΙ
Η διαμονή εις το Βάρτμπουργκ ήτο μια θλιβερά τιμωρία. Ο αρχαίος πύργος, κτισμένος εις την κορυφήν ενός βουνού εις απόστασιν ενός μιλίου από το Αιζεναχ, ήτο κρυμμένος από τον κόσμον όπως και από τον αυτοκράτορα. Επί δέκα σχεδόν μήνας (4 Μαΐου 1521 έως 29 Φεβρουαρίου 1522), ο Λούθηρος διέμεινεν εκεί εις ένα μελαγχολικόν δωμάτιον, εφωδιασμένον με μιαν κλίνην, μιαν τράπεζαν, μιαν θερμάστραν και ένα τεμάχιον ξύλου ως κάθισμα. Μερικοί στρατιώται εφρούρουν το φρούριον, ενας υπηρέτης εφρόντιζε δια την οικίαν και δύο παιδιά υπηρέτουν τον Λούθηρον ως ακόλουθοι. Δια την ευκολίαν του και ίσως χάριν τοπικής προσαρμογής, έβγαλε το ράσον του, περιεβλήθη ιπποτικήν ενδυμασίαν και άφησε γενειάδα. Ήτο τώρα ο Γιούνκερ Γεώργιος. Εξήρχετο εις κυνήγιον αλλά δεν ηυχαριστείτο να φονεύη κονίκλους, όταν τόσοι αντίχριστοι παρέμενον αφόνευτοι. Η οκνηρία και η αυπνία και το πολύ φαγητόν και η μπύρα τον κατέστησαν αρρωστον και παχύν. Ήτο ανήσυχος και εβλασφήμει ως Γιούνκερ «θα επροτίμων να καώ επί αναμμένων ανθράκων», έγραφε, «παρά να σαπίζω εδώ… Θέλω να ευρίσκωμαι εν τω μέσω της πάλης».83 Αλλά ο υπουργός του Φρειδερίκου του συνέστησε να παραμείνη κρυμμένος επί εν έτος μέχρις ότου ψυχρανθή η ζέσις του Καρόλου. Ο Κάρολος, εν τούτοις, δεν κατέβαλε καμμίαν προσπάθειαν να τον εύρη ή να τον συλλάβη.
Κατά την πνευματικήν μόνωσιν του Λουθήρου αι αμφιβολίαι και αι παραισθήσεις τον ετυράννουν. Ήτο δυνατόν, ηπόρει, αυτός να είχε δίκαιον και τόσοι σοφοί να είχον άδικον; Ήτο φρόνιμον να συντρίψη το κύρος της παραδεδεγμένης πίστεως; Μήπως η αρχή της ιδιωτικής κρίσεως προιωνίζετο την άνοδον της επαναστάσεως και τον θάνατον του νόμου; Εάν πιστεύσωμεν την ιστορίαν την οποίαν αφηγείται εις τα ανέκδοτά του, εταράσσετο εις τον πύργον από παραδόξους κρότους, τους οποίους ηδύνατο να εξηγήση μόνον ως δραστηριότητα των δαιμόνων. Διετείνετο ότι είχεν ιδεί τον σατανάν εις πολλάς περιπτώσεις• μιαν φοράν, ο διάβολος έρριπτεν εναντίον του καρύδια.84 Μιαν φοράν, λέγει ένας γνωστός θρύλος, ο Λούθηρος του επέταξε ένα μελανοδοχεϊον αλλά δεν τον επέτυχε.85 Παρηγορείτο γράφων ζωντανάς επιστολάς εις τους φίλους και τους εχθρούς του, συνθέτων θεολογικάς πραγματείας και μεταφράζων την Καινήν Διαθήκην εις την γερμανικήν. Μιαν φορά έκαμεν ένα εσπευσμένον ταξείδιον εις την Βιττενβέργην δια να συγκρατήση μιαν επανάσιασιν.
Η προκλητικότης του εις την Βόρμς και η επιβίωσίς του, είχον δώσει εις τους οπαδούς του μιαν μεθυστικήν έξαψιν. Εις την Ερφούρτην σπουδασταί, τεχνίται και χωρικοί προσέβαλον και κατεδάφισαν σαράντα πρεσβυτέρια, κατέστρεψαν βιβλιοθήκας και λογιστικά βιβλία και εφόνευσαν ένα ουμανιστήν (Ιούνιος 1521). Κατά το φθινόπωρον του ταραχώδους αυτού έτους, οι Αυγουστινιανοί μοναχοί της Ερφούρτης εγκατέλειψαν το μοναστήριόν των, εκήρυξαν την λουθηρανήν πίστιν και κατήγγειλαν την Εκκλησίαν ως «μητέρα του δογματισμού, της αλαζονείας, της φιλαργυρίας, της πολυτελείας, της απιστίας και της υποκρισίας».86 Εις την Βιττενβέργην, καθ’ ον χρόνον ο Μελάγχθων συνέθετε το έργον του «Loci communes rerum theologicarum» (1521) –την πρώτην συστηματικήν έκθεσιν της προτεσταντικής θεολογίας– ο συνάδελφος του καθηγητής Κάρλστατ, τώρα αρχιδιάκονος της εκκλησίας του Πύργου, απήτησεν όπως η λειτουργία γίνεται (εάν θα εγίνετο) εις την τοπικήν γλώσσαν, όπως η ευχαριστία δίδεται εις άρτον και οίνον χωρίς προηγουμένην εξομολόγησιν και νηστείαν, όπως αι θρησκευτικαί εικόνες αφαιρεθούν από τας εκκλησίας και όπως ο κλήρος -μοναχοί και κοσμικοί ιερείς- νυμφεύωνται και αποκτούν τέκνα. Ο Κάρλστατ έδωσε το παράδειγμα νυμφευθείς εις ηλικίαν 40 ετών μιαν δεκαπενταέτιδα κόρην (19 Ιανουαρίου 1522).
Ο Λούθηρος επεκρότησεν αυτόν τον γάμον αλλά, «προς Θεού!» έγραφε «θα δώσουν οι Βιττενβέργιοί μας συζύγους εις μοναχούς;»87 Εν τούτοις εύρε κάτι το ελκυστικόν εις την ιδέαν διότι απέστειλεν εις τον Σπαλατίν (21 Νοεμβρίου 1521) μιαν πραγματείαν «Περί μοναστικών όρκων», υποστηρίζων την κατάργησίν των. Ο Σπαλατίν ανέβαλε την δημοσίευσίν της διότι ήτο απροκαλύπτως ειλικρινής. Παρεδέχετο το σεξουαλικόν ένστικτον ως φυσικόν και ακαταμάχητον και διεκήρυξεν ότι οι μοναστικοί όρκοι ήσαν παγίδες του σατανά, πολλαπλασιάζουσαι τας αμαρτίας. Παρήλθον τέσσαρα έτη μέχρις ότου νυμφευθή και ο ίδιος ο Λούθηρος• η καθυστερημένη εκ μέρους του εκτίμησις της γυναικός δεν έπαιξε προφανώς κανένα ρόλον εις την εγκαινίασιν της Μεταρρυθμίσεως.
Η επανάστασις επροχώρησε. Την 22αν Σεπτεμβρίου 1521, ο Μελάγχθων έδωσε την αγίαν κοινωνίαν εις άρτον και οίνον• εδώ οι Ουτρακβίται της Βοημίας εκέρδισαν μιαν αργοπορημένην νίκην. Την 23ην Οκτωβρίου έπαυσε να ψάλλεται η λειτουργία εις το μοναστήριον του Λουθήρου. Την 12ην Νοεμβρίου, δέκα τρεις μοναχοί απεχώρησαν από το μοναστήριον και εξώρμησαν εις αναζήτησιν συζύγων. Εντός ολίγου μια παρομοία έφοδος θα εξεκένωνε τα μοναστήρια της Γερμανίας. Την 3ην Δεκεμβρίου μερικοί σπουδασταί και κάτοικοι της πόλεως, ωπλισμένοι με μαχαίρας, εισήλθον εις την ενοριακήν εκκλησίαν της Βιττενβέργης, εξεδίωξαν τους ιερείς από τα θυσιαστήρια και ελιθοβόλησαν μερικούς πιστούς οι οποίοι προσηύχοντο προ του αγάλματος της Παρθένου. Την 4ην Δεκεμβρίου, 40 φοιτηταί κατεδάφισαν τα θυσιαστήρια του φραγκισκανικού μοναστηρίου της Βιττενβέργης. Την ιδίαν ημέραν, ο Λούθηρος, εξακολουθών να είναι μετημφιεσμένος εις Γιούνκερ, επεσκέφθη κρυφίως την πόλιν, ενέκρινε τους γάμους των μοναχών αλλά συνέστησεν εις τον κλήρον και τους λαϊκούς να αποφεύγουν την βίαν.
«Ο εξαναγκασμός», είπε, «δεν αποκλείεται αλλά πρέπει να ασκήται από τας αρμοδίας αρχάς».88
Την επομένην επανήλθεν εις Βάρτμπουργκ. Ολίγον χρόνον μετά τα ανωτέρω, απέστειλεν εις τον Σπαλατίν προς δημοσίευσιν μιαν «Σοβαράν έκκλησιν προς όλους τους, χριστιανούς, αποτρέπων αυτούς από πάσαν στάσιν και ανταρσίαν». Εφοβείτο ότι εάν η θρησκευτική επανάστασις επροχώρει πολύ ταχέως ή καθίστατο κοινωνική επανάστασις, θα απεξενούτο από την αριστοκρατίαν και θα κατεστρέφετο. Αλλά αι πρώται της σελίδες επεκρίθησαν ως μια παρακίνησις προς την βίαν:

Φαίνεται πιθανόν ότι υφίσταται κίνδυνος εξεγέρσεως και ότι ιερείς, μοναχοί και ολόκληρον το πνευματικόν συγκρότημα είναι δυνατόν να θανατωθή ή να εκδιωχθή εις εξορίαν, εκτός εάν αναμορφωθούν πλήρως και σοβαρώς. Διότι ο κοινός άνθρωπος μνησικακεί δια τας ζημίας τας οποίας υπέστη εις την περιουσίαν του, εις το σώμα του και εις την ψυχήν του και έχει υποστή πρόκλησιν. Η υπομονή του εδοκιμάσθη πάρα πολύ και τον επεβάρυναν ασυνειδήτως πέραν παντός μέτρου. Ούτε δύναται ούτε θέλει να ανεχθή πλέον αυτήν την κατάστασιν και θα είχε πράγματι σοβαρούς λόγους να στραφή γύρω του με μάστιγας και με ρόπαλα, όπως απειλούν να κάμουν οι χωρικοί. Τώρα, δεν είμαι καθόλου δυσηρεστημένος όταν ακούω ότι ο κλήρος έχει περιέλθει εις τοιαύτην κατάστασιν φόβου και αγωνίας. Ίσως συνέλθουν και μετριάσουν την παράφρονα τυραννίαν των… Θα προχωρήσω ακόμη περισσότερον. Εάν είχον δέκα σώματα και θα ηδυνάμην να επιτύχω τόσην χάριν από τον Θεόν ώστε να τους τιμωρήση (τους κληρικούς) με ήπια μέσα (Fuchsschwanz – την φουντωτήν ουράν της αλώπεκος) δια θάνατον ή εξέγερσιν, θα έδιδον ευχαρίστως τα δέκα σώματά μου να θανατωθούν χάριν των πτωχών χωρικών.89

Παρ’ όλα ταύτα, εξηκολούθησε, δεν συνίσταται εις τα άτομα να χρησιμοποιούν βίαν• η εκδίκησις ανήκει εις τον Θεόν.

Η εξέγερσις είναι παραλογισμός και κατά γενικόν κανόνα ζημιώνει περισσότερον τον αθώον παρά τον ένοχον• ως εκ τούτου καμμία εξέγερσις δεν είναι δικαία, οσονδήποτε καλή και αν είναι η υπόθεσις προς το συμφέρον της οποίας γίνεται. Το κακόν το όποιον προκύπτει από αυτήν υπερβαίνει πάντοτε το ποσόν της αναμορφώσεως η οποία επιτυγχάνεται… Όταν ο Herr Omnes (το ανώνυμον πλήθος) εξαπολύεται, δεν δύναται να διακρίνη τον κακόν από τον αγαθόν κτυπά εις τα τυφλά και τότε η φρικτή αδικία είναι αναπόφευκτος… Η συμπάθειά μου είναι και θα είναι πάντοτε προς εκείνους, εναντίον των οποίων γίνεται η εξέγερσις.90

Η επανάστασις, κατά το μάλλον ή ήττον ειρηνική, εξηκολούθησε. Την ημέραν των Χριστουγέννων του έτους 1521, ο Κάρλστατ ελειτούργησε γερμανιστί με πολιτικήν ενδυμασίαν και εκάλεσεν όλους να μεταλάβουν, λαμβάνοντες τον άρτον εις την χείρα και πίνοντες τον οίνον από το δισκοπότηρον. Κατά τον ίδιον περίπου χρόνον, ο Γαβριήλ Τσβίλλιγκ, ένας από τους ηγέτας της αυγουστινιανής ενορίας, εκάλεσε τους ακροατάς του να καύσουν τας αγίας εικόνας και να κατεδαφίσουν τα θυσιαστήρια, οπουδήποτε θα τα εύρισκον. Την 27ην Δεκεμβρίου ερρίφθη έλαιον εις την πυράν από «προφήτας» ελθόντας από το Τσβικάοα. Η πόλις αυτή ήτο μία από τας πλέον βιομηχανικάς της Γερμανίας και είχε σημαντικόν πληθυσμόν από υφαντάς υπό δημοτικήν κυβέρνησιν αποτελουμένην από εμπόρους εργοδότας. Μια σοσιαλιστική κίνησις μεταξύ των εργατών ενεθαρρύνετο από τας απηχήσεις και τας αναμνήσεις του καταπνιγέντος Θαβωριτικού πειράματος, το οποίον είχεν αναταράξει την γειτονικήν Βοημίαν.
Ο Θωμάς Μύντσερ, πάστωρ της Αγίας Αικατερίνης, εκκλησίας των υφαντών, έγινεν ο ερμηνευτής των επιδιώξεών των και συγχρόνως ένας ενθουσιώδης υποστηρικτής της Μεταρρυθμίσεως. Αντιληφθεις ότι η εξύψωσις της Βίβλου υπό του Λουθήρου ως του μοναδικού κανόνος πίστεως, εδημιούργει το ερώτημα ποίος θα ηρμήνευε το κείμενου, ο Μύντσερ και δύο σύντροφοι του –ο Νικόλαος Στόρχ ο υφαντής και ο Μάρκος Στύμπνερ, ο λόγιος– ανήγγειλαν ότι ήσαν ιδιαιτέρως ενδεδειγμένοι ως ερμηνευταί, διότι ησθάνοντο ότι ενεπνέοντο κατ’ ευθείαν από το Άγιον Πνεύμα. Διεκήρυττον ότι το άγιον αυτό πνεύμα τους ενέπνευσε να αναβάλλουν το βάπτισμα μέχρι της ωριμότητος• διότι το μυστήριον θα ήτο αποτελεσματικόν μόνον δια της πίστεως, η οποία δεν ήτο δυνατόν να αναμένεται από τα βρέφη. Προέλεγον ότι ο κόσμος επρόκειτο πολύ συντόμως να υποστή καταστροφήν κατά την οποίαν όλοι οι ασεβείς άνθρωποι -συμπεριλαμβανομένων ιδιαιτέρως όλων των ορθοδόξων ιερέων– θα εχάνοντο. Κατόπιν η δικαία βασιλεία του Θεού θα ήρχιζεν επί της γης.91 Το 1521 είχε κατασταλή μια εξέγερσις των υφαντών και οι τρεις «Απόστολοι του Τσβικάου» εξωρίσθησαν. Ο Μύντσερ μετέβη εις την Πράγαν, εξεδιώχθη από εκεί και έλαβε μιαν ενορίαν εις το Αλλστετ της Σαξονίας. Ο Στόρχ και ο Στύμπνερ μετέβησαν εις την Βιττενβέργην και κατά την απουσίαν του Λουθήρου, έκαμαν καλήν εντύπωσιν εις τον Μελάγχθονα και τον Κάρλστατ.
Την 6ην Ιανουαρίου 1522, η Αυγουστινιανή κοινότης της Βιττενβέργης διελύθη τελείως. Την 22αν Ιανουαρίου οι οπαδοί του Κάρλστατ υπήρξαν αρκετά ισχυροί εις το δημοτικόν συμβούλιον δια να επιτύχουν την ψήφισιν ενός διατάγματος καθορίζοντος όπως αφαιρεθούν όλαι αι εικόνες από τας εκκλησίας της Βιττενβέργης και απαγορεύοντος την τέλεσιν της θείας λειτουργίας ειμή μόνον κατά τον απλοποιημένον τύπον του Κάρλστατ. Ο Κάρλστατ συμπεριέλαβε και τον σταυρόν μεχαξύ των απηγορευμένων εικόνων και, όπως οι πρώτοι χριστιανοί, απέκλεισε την μουσικήν από τας θρησκευτικός τελετάς. «Οι ηδυπαθείς τόνοι του οργάνου», έλεγεν, «αφυπνίζουν σκέψεις εκ του κόσμου. Όταν θα έπρεπε να σκεπτώμεθα τα πάθη του Χριστού, μας φέρουν εις την μνήμην τον Πύραμον και την Θίσβην… Αφήσατε τα όργανα, τας σάλπιγγας και τους αυλούς εις το θέατρον».92
Όταν οι πράκτορες του συμβουλίου απεδείχθησαν αναβλητικοί εις την αφαίρεσιν των εικόνων, ο Κάρλστατ ωδήγησε τους οπαδούς του εντός των εκκλησιών• αι εικόνες και οι εσταυρωμένοι απεσπάσθησαν από τους τοίχους και οι ανθιστάμενοι ιερείς ελιθοβολήθησαν.93 Αποδεχόμενος την άποψιν των προφητών του Τσβικάου – ότι ο Θεός ομιλεί απ’ ευθείας προς τους ανθρώπους όπως και δια των γραφών και ομιλεί μάλλον προς τους απλούς κατά το πνεύμα και την καρδίαν παρά προς τους σοφούς εις γλώσσας και βιβλία –ο Κάρλστατ, αν και ο ίδιος ήτο λόγιος, διεκήρυξεν ότι τα σχολεία και αι σπουδαί ήσαν εμπόδια δια την ευσέβειαν και ότι οι πραγματικοί χριστιανοί έπρεπε να αποφεύγουν τα γράμματα και την μάθησιν και να γίνωνται αγράμματοι χωρικοί ή τεχνίται. Ένας από τους οπαδούς του, ο Γεώργιος Μώρ, διέλυσε το σχολείον εις το οποίον εδίδασκε και παρεκίνησε τους γονείς να κρατήσουν τα τέκνα των μακράν απο τα γράμματα. Πολλοί σπουδασταί εγκατέλειψαν το Πανεπιστήμιον και μετέβησαν εις τας πατρίδας των να μάθουν μιαν τέχνην, λέγοντες ότι δεν υπήρχε πλέον ανάγκη δια σπουδήν.
Πληροφορηθείς όλα αυτά, ο Λούθηρος εφοβήθη ότι οι συντηρητικοί επικριταί του θα ευρίσκοντο εντός ολίγου δικαιολογημένοι εις τας συχνάς προβλέψεις των, ότι η εκ μέρους του απόρριψις της εκκλησιαστικής εξουσίας θα παρέλυεν όλους τους δεσμούς της κοινωνικής πειθαρχίας. Αδιαφορών δια την απαγόρευσιν του αυτοκράτορας και αφήνων προσωρινώς κατά μέρος πάσαν προστασίαν εκ μέρους του εκλέκτορος εάν ο Κάρολος επεχείρει να τον συλλάβη, ο Λούθηρος εγκατέλειψε τον πύργον του, εφόρεσεν εκ νέου το μοναχικόν του ράσον και επανέλαβε την κουράν και έσπευσεν εις την Βιττενβέργην. Την 9ην Μαρτίου 1522 ήρχισε μιαν σειράν από οκτώ κηρύγματα με τα οποία ανεκάλει αυστηρώς εις την τάξιν το Πανεπιστήμιον, τας εκκλησίας και τους πολίτας. Τώρα απέρριψεν όλας τας εκκλήσεις του δια βιαίας ενεργείας• δεν είχεν αυτός ελευθερώσει εκατομμύρια ανθρώπων από την εκκλησιαστικήν καταπίεσιν χωρίς να υψώση τίποτε άλλο από τον κάλαμόν του;
     «Ακολουθήσατε εμέ», είπεν. «Εγώ υπήρξα ο πρώτος εις τον οποίον ο Θεος ενεπιστεύθη το ζήτημα. Εγώ υπήρξα εκείνος, εις τον οποίον τα πρώτον (απεκάλυψε πως έπρεπε να κηρύσσεται ο λόγος Του προς σας. Δια τούτο εκάματε κακώς να αρχίσετε τοιαύτας ενεργείας χωρίς… πρώτον να με συμβουλευθήτε…94 Δώσατε μου καιρόν… Μη νομίζετε, ότι αι καταχρήσεις περιορίζονται με την καταστροφήν του αντικειμένου, εις βάρος του οποίου γίνεται η κατάχρησις. Οι άνδρες πιθανόν να μεταχειρίζωνται κακώς τον οίνον ή τας γυναίκας. Θα πρέπει λοιπόν να καταργήσωμεν τας γυναίκας και να απαγορεύσωμεν τον οίνον; Ο ήλιος, η σελήνη και οι αστέρες ελατρεύθησαν ως θεοί. Θα πρέπει λοιπόν να τα καταβιβάσωμεν από τον ουρανόν;95      Εκείνοι οι οποίον θα ήθελον να διατηρήσουν τας εικόνας, τα αγάλματα, τους σταυρούς, την μουσικήν η την, λειτουργίαν, δεν θα πρέπει να εμποδισθούν. Ο ίδιος παρεδέχετο τας αγίας εικόνας.96 Εκανόνισεν όπως εις μιαν εκκλησίαν της Βιττενβέργης η λειτουργία τελήται κατά το πατροπαράδοτον τυπικόν. Εις μιαν άλλην, η Θεία Κοινωνία προσεφέρετο εις άρτον μόνον εις το κεντρικόν θυσιαστήριον και εις άρτον και οίνον εις ένα άλλο ευρισκόμενον παραπλεύρως. Ο τύπος, έλεγεν ο Λούθηρος, δεν έχει σημασίαν• σημασίαν έχει το πνεύμα, υπο το οποίον λαμβάνεται η Ευχαριστία.
Ήτο η καλυτέρα και χριστιανικωτέρα εμφάνισίς του εις αυτά τα οκτώ κηρύγματα εις οκτώ ημέρας. Διεκινδύνευσε το παν δια να δυνηθή να επαναφέρη την Βιττενβέργην εις την μετριοπάθειαν και επέτυχεν. Οι προφήται του Τσβικάου επεχείρησαν να τον προσηλυτίσουν εις τας απόψεις των και προσεφέρθησαν, εις απόδειξιν της θείας των εμπνεύσεως, να μαντεύσουν τας σκέψεις του. Εδέχθη την πρόκλησιν• αυτοί απήντησαν ότι ησθάνετο μαν μυστικήν συμπάθειαν προς τας ιδέας των• αυτός απέδωσε την διορατικότηρά των εις τον διάβολον και τους διέταξε να φύγουν από την Βιττενβέργην.
Ο Κάρλστατ, απολυθείς από τας θέσεις του από το ανασυγκροτηθέν δημοτικόν συμβούλιον, έλαβε μιαν θέσιν πάστορος εις Ολαμύντε από του άμβωνος της οποίας κατήγγειλε τον Λούθηρον ως «ένα λαίμαργον εκκλησιαστικόν… τον νέον πάπαν της Βιττενβέργης».97Προηγούμενος των Κουακέρων, ο Κάρλστατ εγκατέλειψε το ένδυμα του κληρικού, εφόρεσεν ένα απλούν φαιόν επανωφόριον, παρητήθη των τίτλων, εζήτει να τον προσφωνούν «Αδελφέ Ανδρέα», ηρνείτο πληρωμήν δια την ιερατικήν του υπηρεσίαν και εκέρδιζε τα προς το ζήν με το άροτρον. Επίσης απηρνήθη την χρήσιν των φαρμάκων, επροτίμα την προσευχήν αντί των θεραπευτικών μέσων, υπεστήριζε την πολυγαμίαν ως βιβλικήν και παρεδέχθη μιαν εντελώς συμβολικήν έννοιαν της Ευχαριστίας. Κατ’ έντολήν του εκλέκτορος, ο Λούθηρος μετέβη εις Όρλαμύντε δια να κηρύξη εναντίον του αλλά εξεδιώχθη από την πόλιν ενώ ερρίπτοντο εναντίον του λίθοι και λάσπη.98 Όταν εξησθένησε η ανταρσία των χωρικών, ο Κάρλστατ, φοβούμενος μήπως συλληφθή ως υποκινητής, εζήτησε καταφύγιον πλησίον του Λουθήρου, ο όποιος του το προσέφερεν. Αφού περιεπλανήθη αρκετά, ο κουρασμένος ριζοσπάστης κατέληξεν ως εις λιμένα, καθηγητής εις την Βασιλείαν και εκεί εύρεν ένα ειρηνικόν θάνατον ως διδάσκαλος το 1541.

VII. ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ
Ο Λούθηρος επανέλαβε τον άνισον δρόμον της ζωής του ως ιερεύς εις την ενορίαν του και ως καθηγητής εις το Πανεπιστήμιον. Ο εκλέκτωρ του επλήρωνε 200 γκίλντερ (5.000 δολλάρια 😉 ετησίως, εις τα οποία έκαστος σπουδαστής προσέθετεν ένα μικρόν ποσόν ως δίδακτρα διότι παρηκολούθει τα μαθήματά του. Ο Λούθηρος και ένας άλλος μοναχός, και οι δύο τώρα με ενδυμασίαν λαϊκού, έζων εις το μοναστήριον των Αυγουστινιανών με ένα σπουδαστήν υπηρέτην.
 «Η κλίνη μου δεν εστρώθη επί εν ολόκληρον έτος και εμύριζεν από τον ιδρώτα. Αλλ’ εργαζόμουν όλην την ημέραν και ήμουν τόσον κουρασμένος την νύκτα ώστε έπιπτον εις την κλίνην χωρίς να αισθάνωμαι ότι δεν ήτο εν τάξει».99
Η έντονος εργασία καθίστα την όρεξίν του συγχωρητέαν. «Τρώγω ως Βοημός και πίνω ως Γερμανός, δόξα τω Θεώ, Αμήν».100 Εκήρυττε συχνά αλλά με φιλάνθρωπον βραχύτητα και εις απλήν, ρωμαλέαν γλώσσαν, η οποια εκράτει τους ακροατάς του εις προσοχήν. Η μόνη του ψυχαγωγία ήτο το σκάκι και ο πλαγίαυλος. Αλλά φαίνεται ότι απελάμβανε περισσότερον τας ώρας κατά τας οποίας επετίθετο κατά των «παπιστών». Ήτο ο ισχυρότερος και πλέον αυθόρμητος συζητητής εις την ιστορίαν. Όλα σχεδόν τα συγγράμματά του ήσαν πολεμικά, διηνθισμένα με χιούμορ και εριστικότητα. Άφηνε τους αντιπάλους του να επιτηδεύωνται ανώτερα λατινικά δια να αναγνωσθούν από ολίγους λογίους• και αυτός επίσης έγραφε λατινιστί όταν ήθελε να απευθυνθή εις ολόκληρον την χριστιανοσύνην αλλά αι πλείσται των διατριβών του ήσαν συντεταγμέναι εις την γερμανικήν ή μετεφράζοντο αμέσως εις την γερμανικήν, διότι η επανάστασίς του ήτο εθνικιστική. Κανείς άλλος Γερμανός συγγραφεύς δεν τον έφθασεν εις σαφήνειαν ή δύναμιν του ύφους, εις οξύτητα και κομψότητα φράσεως, εις επιτυχείς – κάποτε ιλαράς – παρομοιώσεις, εις ένα λεξιλόγιον το οποίον είχε τας ρίζας του εις την ομιλίαν του λαού και ήτο σύμφωνον προς το εθνικόν πνεύμα.
Η τυπογραφία με τους σκοπούς της συνέπεσεν ως ένας νεωτερισμός εκ της Θείας Προνοίας, τον οποίον εχρησιμοποίησε με ανεξάντλητον επιδεξιότητα. Υπήρξεν ο πρώτος ο οποίος την έκαμεν όργανον της προπαγάνδας και του πολέμου. Δεν υπήρχον ακόμη εφημερίδες ούτε περιοδικά. Αι μάχαι διεξήγοντο με βιβλία, φυλλάδια, ιδιωτικάς επιστολάς προοριζομένας δια δημοσίευσιν. Υπό την παρόρμησιν της επαναστάσεως του Λουθήρου ο αριθμός των βιβλίων τα οποία εξετυπώθησαν εις την Γερμανίαν ανήλθεν από 180 κατά το 1518 εις 990 κατά το 1524. Τα τέσσαρα πέμπτα εξ’ αυτών ηυνόουν την Μεταρρύθμισιν. Βιβλία, υποστηρίζοντα την ορθοδοξίαν επωλούντο μετά δυσκολίας ενώ τα βιβλία του Λουθήρου ήσαν τα περισσότερον αγοραζόμενα καθ’ όλην την εποχήν αυτήν. Επωλούντο όχι μόνον εις τα βιβλιοπωλεία αλλά και από μεταπράτας και περιοδεύοντας φοιτητάς• 1400 αντίτυπα ηγοράσθησαν εις μιαν πανήγυριν της Φραγκφούρτης. Ακόμη και εις τους Παρισίους το 1520, υπερέβησαν εις πωλήσεις οιονδήποτε άλλο βιβλίον. Ήδη από του 1519 εξήγοντο εις την Γαλλίαν, την Ιταλίαν, την Ισπανίαν, τας Κάτω Χώρας, την Αγγλίαν. «Τα βιβλία του Λουθήρου ευρίσκονται παντού και εις πάσαν γλώσσαν», έγραφεν ο Έρασμος το 1521, «κανείς δεν θα ηδύνατο να πιστεύση εις ποίαν έκτασιν έχει συγκινήσει τους ανθρώπους».101 Η φιλολογική γονιμότης των Μεταρρυθμιστών μετέθεσε την υπεροχήν των δημοσιεύσεων από την νότιον εις την βόρειον Ευρώπην όπου και παρέμεινεν από τότε. Η τυπογραφία συνέβαλεν εις την Μεταρρύθμισιν• ο Γουτεμβέργιος κατέστησε δυνατόν το έργον του Λουθήρου.
Το μεγαλύτερον κατόρθωμα του Λουθήρου ως συγγραφέως υπήρξεν η μετάφρασις της Βίβλου εις την Γερμανικήν. Είχον ήδη γίνει δέκα οκτώ τοιαύται μεταφράσεις αλλά εβασίζοντο επί της Vulgata του Ιερωνύμου, ήσαν πλήρεις λαθών και αδεξίως διατυπωμένοι. Αι δυσκολίαι της μεταφράσεως εκ του πρωτοτύπου ήσαν καταπληκτικοί. Δεν υφίσταντο μέχρι τούδε λεξικά από τα εβραϊκά ή τα ελληνικά εις τα γερμανικά• έκαστη σελίς κειμένου εδημιούργει πλήθος ερμηνευτικών προβλημάτων η δέ γερμανική γλώσσα ήτο ακόμη πρωτόγονος και αδιαμόρφωτος. Δια την Καινήν Διαθήκην, ο Λούθηρος εχρησιμοποίησε το ελληνικόν κείμενον το οποίον είχεν εκδόσει ο Έρασμος το 1516 με μιαν λατινικήν έκδοσιν. Το μέρος τούτο του έργου επερατώθη το 1521 και εδημοσιεύθη το 1522. Μετά παρέλευσιν δώδεκα επί πλέον ετών προσπαθείας, εν μέσω συνεχών θεολογικών ερίδων, βοηθούμενος όμως υπό του Μελάγχθονος και πολλών Εβραίων λογίων, ο Λούθηρος εδημοσίευσε την Παλαιάν Διαθήκην γερμανιστί. Παρά τας φιλολογικός των ατελείας, αι μεταφράσεις αυταί υπήρξαν γεγονότα, τα οποία άφησαν εποχήν. Εγκαινίασαν την γερμανικήν φιλολογίαν και επέβαλον την νέαν γερμανικήν της άνω Σαξονίας –Neuhochdeutsh– ως φιλολογικήν γλώσσαν της Γερμανίας. Εν τούτοις αι μεταφράσεις ήσαν εσκεμμένως μη φιλολογικαί, συντεταγμένοι εις την διάλεκτον του λαού. Με τον συνήθη ζωντανόν τρόπον του, ο Λούθηρος εξήγησε την μέθοδόν του:
«Δεν πρέπει, όπως κάμνουν οι ανόητοι, να συμβουλευώμεθα τα λατινικά γράμματα πώς θα έπρεπε να ομιλούμεν γερμανικά αλλά να ερωτώμεν τας μητέρας εις τας οικίας των, τα παιδία εις τους δρόμους, τους κοινούς ανθρώπους εις την αγοράν… πρέπει να οδηγούμεθα από αυτούς όταν μεταφράζωμεν• τότε θα μας εννοήσουν και θα αντιληφθούν ότι τους ομιλούμεν γερμανιστί».102
Δια τον λόγον τούτον η μετάφρασίς του είχε το ίδιον αποτέλεσμα και γόητρον εις την Γερμανίαν όπως η έκδοσις του βασιλέως Ιακώβου εις την Αγγλίαν ένα αιώνα αργότερα: είχεν απέραντον και ευεργετικήν επίδρασιν επί της εθνικής γλώσσης και εξακολουθεί να είναι το μεγαλύτερον πεζογραφικόν έργον εις την εθνικήν φιλολογίαν. Εις την Βιττενβέργην και κατά την διάρκειαν της ζωής του Λουθήρου ετυπώθησαν 100.000 αντίτυπα της Καινής Διαθήκης του. Εις άλλα μέρη ενεφανίσθησαν περίπου δώδεκα μη εγκεκριμέναι εκδόσεις και παρά τα διατάγματα τα οποία απηγόρευον την κυκλοφορίαν της εις το Βραδεμβούργου, την Βαυαρίαν και την Αυστρίαν, έγινε και παρέμεινε το περισσότερον πωλούμενον βιβλίον εις την Γερμανίαν. Αι μεταφράσεις της Βίβλου συνετέλεσαν, υπό δύο μορφάς ως αποτέλεσμα και ως συντελεστικόν αίτιον, εις την αντικατάστασιν της λατινικής υπό των τοπικών γλωσσών και φιλολογιών, η οποία συνώδευε το εθνικιστικόν κίνημα και η οποία ανταπεκρίνετο εις την ήτταν της οικουμενικής Εκκλησίας εις χώρας, αι οποίαι δεν είχον λάβει και τροποιήσει την λατινικήν γλώσσαν.
Εργασθείς επί τόσον μακρόν χρόνον επί της Βίβλου και κληρονομήσας την μεσαιωνικήν άποψιν περί της θείας προελεύσεώς της, ο Λούθηρος την κατέστησε με αγάπην την εις όλα αυτάρκη πηγήν και κανόνα της θρησκευτικής του πίστεως. Αν και παρεδέχετο μερικάς παραδόσεις μη βασιζομένας επί των Γραφών –όπως το βάπτισμα των βρεφών και την αργίαν της Κυριακής- απέκρουε το δικαίωμα της Εκκλησίας να προσθέτη εις τον χριστιανισμόν στοιχεία μη στηριζόμενα εις την Βίβλον αλλά εις τα ιδικά της έθιμα και την ιδικήν της εξουσίαν, όπως το καθαρτήριον, τας συγχωρήσεις και την λατρείαν της Θεοτόκου και των αγίων.
Η αποκάλυψις του Βάλλα περί της «Δωρεάς του Κωνσταντίνου» (την υποτιθεμένην κληροδοσίαν της Δυτικής Ευρώπης εις τους πάπας) ως μιας χονδροειδούς ιστορικής απάτης, εκλόνισε την πίστιν χιλιάδων χριστιανών εις το αξιόπιστον των παραδόσεων της Εκκλησίας και το αναγκαστικόν κύρος των εκκλησιαστικών διαταγμάτων. Το 1537 ο ίδιος ο Λούθηρος μετέφρασε την πραγματείαν του Βάλλα εις την γερμανικήν. Η παράδοσις ήτο ανθρωπίνη και υπέκειτο εις λάθη αλλά η Βίβλος είχε γίνει παραδεκτή υφ’ ολοκλήρου σχεδόν της Ευρώπης ως ο αλάθητος λόγος του Θεού.
Η λογική επίσης, εφαίνετο ανίσχυρον όργανον όταν παρεβάλλετο προς την πίστιν εις μιαν θείαν αποκάλυψιν. «Ημείς οι δυστυχισμένοι άνθρωποι… επιζητούμεν αλαζονικώς να εννοήσωμεν το ακατανόητον μεγαλείον και το ακατανόητον φως των θαυμασίων του Θεού… Παρατηρούμεν με τυφλούς οφθαλμούς, ως τυφλοπόντικοι, την δόξαν του Θεού».103 Δεν δύνασθε, έλεγεν ο Λούθηρος, να δεχθήτε συγχρόνως την Βίβλον και την λογικήν. Η μία ή η άλλη πρέπει να υποχωρήση:

Όλα τα άρθρα της χριστιανικής πίστεώς μας, την οποίαν ο Θεός μας απεκάλυψεν δια του Λόγου του, είναι ενώπιον της λογικής απολύτως αδύνατα, ανόητα και ψευδή. Τι είναι πλέον παράλογον (σκέπτεται ο πονηρός εκείνος ανόητος) και πλέον αδύνατον από το ότι ο Χριστός μας έδωσε κατά τον Μυστικόν Δείπνον, το σώμα και το αίμα του δια να το φάγωμεν και να το πίωμεν;… η ότι οι νεκροί θα αναστηθούν και πάλιν κατά την ημέραν της κρίσεως; ή ότι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, θα συνελαμβάνετο εις την μήτραν της Μαρίας θα εγεννάτο υπ’ αυτής, θα εγίνετο ανήρ, θα έπασχε και θα απέθνησκεν ένα επαίσχυντον θάνατον επί του σταυρού;…104 Η λογική είναι ο μεγαλύτερος εχθρός εξ’ όσων έχει η πίστις105… Είναι η μεγαλυτέρα πόρνη του διαβόλου… μια πόρνη κατατρωγομένη από έλκη και λέπραν, η οποία πρέπει να καταπατάται υπό τους πόδας μας και να συντρίβεται, αυτή και η σοφία της… Ρίψατε της κόπρον κατά πρόσωπον… πνίξατε την εις το βάπτισμα.106

Ο Λούθηρος κατεδίκαζε τους σχολαστικούς φιλοσόφους διότι έκαμαν πολλάς παραχωρήσεις εις την λογικήν, διότι επεχείρουν να εξηγήσουν τα χριστιανικά δόγματα δια της λογικής, διότι επεζήτουν να εναρμονίσουν τον χριστιανισμόν με την φιλοσοφίαν εκείνου «του κατηραμένου αλαζόνος και αισχρού ειδωλολάτρου» του Αριστοτέλους.107
Εν τούτους ο Λούθηρος έκαμε δύο βήματα προς την κατεύθυνσιν της λογικής: έκαμε το κήρυγμα και όχι την ιεροτελεστίαν, κέντρον του θρησκευτικού τυπικού και κατά τους πρώτους καιρούς της ανταρσίας του διεκήρυξε το δικαίωμα παντός ατόμου να ερμηνεύη τας Γραφάς κατά την γνώμην του. Καθώρισε τον ιδικόν του κανόνα αυθεντικότητος των βιβλίων της Αγ. Γραφής: μέχρι ποίου σημείου συμφωνούν με την διδασκαλίαν του Χριστού;
«Παν ό,τι δεν κηρύττει τον Χριστόν δεν είναι αποστολικόν, έστω και εάν εγράφη από τον άγιον Πέτρον ή τον άγιον Παύλον … ο,τιδήποτε κηρύττει τον Χριστόν, θα είναι αποστολικόν, έστω και αν προέρχεται από τον Ιούδαν, τον Πιλάτον ή τον Ηρώδην»108
Απέρριψε την επιστολήν του Ιακώβου και την απεκάλεσεν «αχυρίνην επιστολήν» διότι δεν ηδύναντο να την συμβιβάση με την θεωρίαν του Παύλου περί δικαιώσεως δια της πίστεως. Ημφεσβήτει την προς Εβραίους επιστολήν διότι εφαίνετο ότι ηρνείτο την εγκυρότητα της μετανοίας μετά το βάπτισμα (υποστηρίζουσα τοιουτοτρόπως τον αναβαπτισμόν) και κατ’ αρχάς εχαρακτήρισε την Αποκάλυψιν ως εν ακατάλυπτον μίγμα υποσχέσεων και απειλών «ούτε αποστολικών ούτε προφητικών.»109 «Το τρίτον Βιβλίον του Έσδρα, το ρίπτω εις τον Έλβαν».110 Αν και στηριζόμενοι επί της λογικής, αι πλείσται εκ των κρίσεών του επί του κανόνος των Γραφών έγιναν παραδεκταί από μεταγενεστέρους βιβλικούς κριτικούς ως ευφυείς και ορθαί.
«Εκ των λόγων των προφητών», έλεγε «κανείς δεν διετυπώθη κανονικώς εγγράφως κατά την ιδίαν εποχήν. Οι μαθηταί και οι ακροαταί των τους συνέλεξαν κατόπιν… Αι Παροιμίαι του Σολομώντος δεν ήσαν έργον του Σο-λομώντος».
Αλλά οι ρωμαιοκαθολικοί αντίπαλοί του αντέλεγον, ότι ο έλεγχος του της αυθεντικότητος και της εμπνεύσεως ήτο υποκειμενικός και αυθαίρετος και προέλεγον, ότι κατά το παράδειγμά του και άλλοι κριτικοί θα απέρριπτον, κατά τας ιδικάς των απόψεις και διαθέσεις, άλλα βιβλικά κείμενα, έως ότου δεν θα απέμενε τίποτε από την Βίβλον ως βάσις της Θρησκευτικής πίστεως.
Με τας αναφερθεισας εξαιρέσεις, ο Λούθηρος υπερήσπισε την Βίβλον ως απολύτως και κατά γράμμα αληθή. Παρεδέχετο, ότι εάν η ιστορία του Ιωνά και του κήτους δεν περιείχετο εις την Βίβλον, θα την περιεγέλα ως μύθον. Το αυτό θα συνέβαινε με τας διηγήσεις περί Εδέμ και του όφεως, περί του Ιησού του Ναυή και του ηλίου. Αλλά, υπεστήριζεν, εφ’ όσον παραδεχόμεθα την Θείαν προέλευσιν της Βίβλου, πρέπει να δεχθώμεν και τας ιστορίας αυτάς μαζί με τας άλλας ως υπό πάσαν έννοιαν πραγματικός. Απέρριπτεν ως μίαν μορφήν αθεϊσμού τας αποπείρας του Εράσμου και άλλων να εναρμονίσουν τας Γραφάς και την λογικήν δι’ αλληγορικών ερμηνειών.111   Αποκτήσας ο ίδιος πνευματικήν ηρεμίαν όχι δια της φιλοσοφίας αλλά δια της πίστεως εις τον Χριστόν, όπως παρουσιάζεται εις τα Ευαγγέλια, προσεκολλήθη εις την Βίβλον ως το τελευταίον καταφύγιον της ψυχής. Εναντίον των ουμανιστών και του θαυμασμού των προς τους ειδωλολάτρας κλασσικούς, προσέφερε την Βίβλον όχι ως απλούν προϊόν της ανθρωπίνης διανοίας, αλλά ως θείον δώρον και παρηγορίαν.   «Μας διδάσκει να βλέπωμεν, να αισθανώμεθα, να αντιλαμβανώμεθα και να κατανοώμεν την πίστιν, την ελπίδα και την φιλανθρωπίαν κατά πολύ διάφορον τρόπον από ό,τι δύναται να κάμη η απλή λογική του ανθρώπου. Και όταν το κακόν μας καταπιέζη, μας διδάσκει πώς αι αρεταί αυταί ρίπτουν φώς εις το σκότος και πώς, μετά την ταλαίπωρον και αθλίαν αύτην παρξίν μας επί της γης, υπάρχει μια άλλη και αιωνία ζωή».112
Ερωτηθείς επί ποίας βάσεως εστήριζε την θείαν έμπνευσιν της Βίβλου, απήντησεν, απλώς επί της ιδίας αυτής διδασκαλίας: κανείς άλλος παρά μόνον εμπνευσμένοι από τον Θεόν άνθρωποι θα ηδύναντο να διαμορφώσουν μιαν τόσον βαθείαν και παρήγορον πίστιν.

VIII. Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΥΘΗΡΟΥ
Αν και η θεολογία του εβασίζετο επί της εμπιστοσύνης εις το γράμμα των Γραφών, η ερμηνεία του ασυναισθήτως διετήρει παραδόσεις του τέλους του Μεσαίωνος. Ο εθνικισμός του τον έκαμε νεωτεριστήν, η θεολογία του ανήκεν εις τον Αιώνα της Πίστεως. Η ανταρσία του εστρέφετο πολύ περισσότερον κατά της ρωμαιοκαθολικής οργανώσεως και τυπικού παρά εναντίον του ρωμαιοκαθολικού δόγματος. Η πίστις του εις πολλά δόγματα διετηρήθη μέχρι τέλους. Ακόμη και εις την ανταρσίαν του ηκολούθησε μάλλον τον Ουίκλιφ και τον Χούς παρά κάποιο νέον σχέδιον: όπως και αι ιδικαί των εξεγέρσεις τοιουτοτρόπως και η του Λουθήρου συνίστατο εις την απόρριψιν του παπισμού, των συνόδων, της ιεραρχίας και παντός άλλου καθοδηγητού της πίστεως έκτος της Βίβλου. Όπως εκείνοι, απεκάλει τον πάπαν αντίχριστον και όπως εκείνοι, εύρε προστασίαν εις το κράτος. Η γραμμή από τον Ουίκλιφ προς τον Χούς και τον Λούθηρον είναι το κύριο νήμα της θρησκευτικής αναπτύξεως από του δεκάτου τετάρτου μέχρι του δεκάτου έκτου αιώνος.
Θεολογικώς η γραμμή εστηρίζετο επί των εννοιών του Αυγουστίνου περί προορισμού και θείας χάριτος, αι οποίαι πάλιν είχον τας ρίζας των εις τας επιστολάς του Παύλου, ο οποίος ουδέποτε είχε γνωρίσει προσωπικώς τον Χριστόν. Σχεδόν όλα τα ειδωλολατρικά στοιχεία εις τον χριστιανισμόν κατέπεσαν όταν ο προτεσταντισμός έλαβε μορφήν• η ιουδαϊκή συμβολή εθριάμβευσεν έναντι της ελληνικής• οι προφήται εκέρδισαν έναντι του Αριστοτέλους των κλασσικών και του Πλάτωνος των ουμανιστών. Ο Παύλος –ακολουθών μάλλον την γραμμήν των προφητών παρά των αποστόλων– εδέχθη τον Ιησούν ως ένα αντίποδα του Αδάμ• η Παλαιά Διαθήκη επεσκίασε την Καινήν. Ο Ιεχωβά εσκότισε την μορφήν του Ιησού.
Η αντίληψις του Λουθήρου περί Θεού ήτο ιουδαϊκή. Ηδύνατο να ομιλή με ευγλωττίαν περί του θείου ελέους και της θείας χάριτος, αλλά πολύ βασικωτέρα εντός αυτού ήτο η εικών του Θεού ως εκδικητού και κατά συνέπειαν του Χριστού ως του τελικού κριτού. Επίστευε, χωρίς να υφίσταται γραπτή μαρτυρία του, ότι ο Θεός είχε πνίξει το σύνολον σχεδόν της ανθρωπότητος εις τον κατακλυσμόν, είχε θέσει πυρ εις τα Σόδομα και είχε καταστρέψει χώρας, λαούς και αυτοκρατορίας με μιαν πνοήν της οργής του και με μιαν κίνησιν της χειρός του. Ο Λούθηρος υπελόγιζεν, ότι «ολίγοι σώζονται, ασυγκρίτως περισσότεροι κολάζονται».113
Η παρήγορος αντίληψις περί της Θεοτόκου ως μεσολαβητού, εξέπεσεν από την ιστορίαν και άφησε την τελικήν Κρίσιν εις όλην την γυμνήν τρομοκρατίαν της δια τους φύσει αμαρτωλούς ανθρώπους. Εν τω μεταξύ, ο Θεός είχε θέσει άγρια θηρία, ζωύφια και διεστραμμένας γυναίκας δια να τιμωρούν τους ανθρώπους δια τας αμαρτίας των. Μερικάς φοράς, ο Λούθηρος υπενθύμιζεν εις τον εαυτόν του, ότι δεν γνωρίζομεν τίποτε περί του Θεού παρά μόνον ότι υφίσταται ένα υπερκόσμιον πνεύμα.
Όταν ένας νεαρός ενοχλητικός θεολόγος τον ηρώτησεν εάν ο Θεός υπήρχε πριν δημιουργηθή ο κόσμος, απήντησε με τον απότομον τρόπον του : «Κατασκεύαζε την κόλασιν δια μερικά αλαζονικά, άστατα και περίεργα πνεύματα, όπως σύ».114
Εδέχθη τον παράδεισον και την κόλασιν ως υφιστάμενα και επίστευεν εις το επικείμενον τέλος του κόσμου.115 Περιέγραφεν ένα παράδεισον με πολλάς απολαύσεις, συμπεριλαμβανομένων και ευνοουμένων σκύλων «με χρυσούν τρίχωμα λάμπον όπως οι πολύτιμοι λίθοι», μια καλόκαρδος παραχώρησις προς τα τέκνα του, τα οποία είχον εκφράσει την θλίψιν των δια την καταδίκην των αγαπητών σκύλων των.116 Ωμίλει με την ιδίαν εμπιστοσύνην όπως ο Ακινάτος, περί των αγγέλων ως ασωμάτων και αγαθοποιών πνευμάτων. Κάποτε παρουσίαζε τον άνθρωπον ως ένα διαρκές μήλον της έριδος μεταξύ αγαθών και πονηρών αγγέλων, εις τας διαφερούσας διαθέσεις και προσπαθείας των οποίων έπρεπε να αποδίδωνται όλαι αι περιπτώσεις της μοίρας του, μια ζωροαστρική εισβολή εις την θεολογίαν του. Παρεδέχετο πλήρως την μεσαιωνικήν αντίληψιν περί διαβόλων περιτρεχόντων την γην, προκαλούντων πειρασμούς, αμαρτίας και δυστυχίας εις τον άνθρωπον και διευκολύνοντας τον δρόμον του ανθρώπου προς την κόλασιν.
«Πολλοί διάβολοι υπάρχουν εις τα δάση, εις τα ύδατα, εις την ερημίαν και εις σκοτεινά μέρη, έτοιμοι να βλάψουν… τους ανθρώπους• μερικοί ευρίσκονται επίσης εις τα πυκνά, μαύρα σύννεφα».117
Μερικά από τα ανωτέρω πιθανόν να ήσαν εν επιγνώσει παιδαγωγική επινόηση βοηθητικών υπερφυσικών φόβων αλλά ο Λούθηρος ωμίλει τόσον οικείως περί διαβόλων ώστε φαίνεται ότι επίστευεν όλα όσα έλεγε περί αυτών.
«Γνωρίζω τον σατανάν πολύ καλώς», έλεγε και εξέθετε λεπτομερώς τας συνομιλίας του μετ’ αυτού.118
Κάποτε εγοήτευε τον διάβολον παίζων τον πλαγίαυλον.119 Άλλοτε ετρόμαζε τον δυστυχή διάβολον απευθύνων προς αυτόν βαρείας ύβρεις.120 Εσυνήθισε να αποδίδη εις τον διάβολον τους ήχους τους οποίους επροκάλουν οι τοίχοι όταν συνεστέλλοντο από το ψύχος της νυκτός, ώστε όταν εξύπνα από τοιούτους ήχους και ηδύνατο με εμπιστοσύνην να συμπεράνη ότι προήρχοντο από τον σατανάν περιφερόμενον εκεί γύρω, ηδύνατο να συνεχίζη τον ύπνον του με ηρεμίαν,121 Απέδιδεν εις διαβολικήν συνεργίαν διάφορα δυσάρεστα φαινόμενα –χάλαζαν, κεραυνούς, πόλεμον, επιδημίας– και εις την θείαυ ενέργειαν όλα τα ευεργετικά γεγονότα.122 Δεν ηδύνατο να εννοήση αυτό το οποίον ονομάζομεν φυσικόν νόμον. Όλαι αι τευτονικαί λαϊκαί δοξασίαι περί του poltergeist, του θορυβοποιού πνεύματος, επιστεύοντο προφανώς ασυζητητί από τον Λούθηρον. Οι όφεις και οι πίθηκοι ήσαν αι ευνοούμεναι ενσαρκώσεις του διαβόλου.123 Η παλαιά δοξασία ότι οι διάβολοι ηδύναντο να κοιμώνται με γυναίκας και να γεννούν παιδία, του εφαίνετο παραδεκτή. Εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν συνέστησεν ότι το παιδίον το όποιον θα εγεννάτο έπρεπε να πνιγή.124Παρεδέχετο την μαγείαν και την μαγγανείαν ως πραγματικότητας και εθεώρει απλούν χριστιανικόν καθήκον την καύσιν των μαγισσών επι της πύρας.125 Πολλαί από αυτάς τας ιδέας επιστεύοντο από τους συγχρόνους του, ρωμαιοκαθολικούς ή διαμαρτυρόμενους. Η πίστις εις την δύναμιν και την πανταχού παρουσίαν των διαβόλων έφθασε κατά τον δέκατον έκτον αιώνα εις μιαν έντασιν η οποία δεν αναφέρεται εις άλλας εποχάς, αυτή δε η απασχόλησις με τον διάβολον εδαιμόνισε κατά πολύ την προτεσταντικήν θεολογίαν.
Η φιλοσοφία του Λουθήρου εσκοτίσθη εν συνεχεία από την πεποίθησιν, ότι ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως κακός και επιρρεπής προς την αμαρτίαν.  Ως τιμωρία δια την παρακοήν του Αδάμ και της Εύας, η θεία εικών απεσπάσθη από την ανθρωπίνην καρδίαν, αφήσασα μόνον φυσικάς κλίσεις.
«Κανείς δεν είναι εκ φύσεως χριστιανός ή ευσεβής… ο κόσμος και αι μάζαι είναι και θα είναι πάντοτε αντιχριστιανικαί… Οι κακοί θα είναι πάντοτε πολυπληθέστεροι των αγαθών».126
«Είμεθα τα τέκνα της οργής», ησθάνετο ο Λούθηρος, «και όλαι αι πράξεις, αι προθέσεις και αι σκέψεις μας δεν βαρύνουν καθόλου εις την πλάστιγγα εναντίον των αμαρτιών μας».127
Εάν εξηρτάτο από τα καλά μας έργα, όλοι θα είμεθα άξιοι της κολάσεως. Δια των «καλών έργων» ο Λούθηρος ηννόει ειδικώτερον τας μορφάς εκείνας της τυπικής ευλαβείας, τας οποίας συνίστα η Εκκλησία: νηστείαι, προσκυνήματα, προσευχαί προς τους αγιους, λειτουργίαι δια τους νεκρούς, συγχωρήσεις, λιτανείαι, δώρα προς την Εκκλησίαν. Περιελάμβανεν όμως και όλα τα «έργα, οιοσδήποτε και αν ήτο ο χαρακτήρ των».128 Δεν ημφεσβήτει την ανάγκην της φιλανθρωπίας και της αγάπης δια μιαν υγιά κοινωνικήν ζωήν αλλά ησθάνετο ότι ακόμη και μία ζωή ευλογημένη με τοιαύτας αρετάς, δεν θα ηδύνατο να κερδίση την αιωνίαν μακαριότητα. «Το Ευαγγέλιον δεν διδάσκει τίποτε περί της αξίας των έργων.* Εκείνος ο οποίος λέγει ότι το Ευαγγέλιου απαιτεί έργα δια την σωτηρίαν, δηλώ απεριφράστως, ότι είνιαι ψεύτης».129 Καμμία ποσότης καλών έργων δεν θα ηδύνατο να εξαλείψη τας αμαρτίας –η κάθε μια των οποίων είναι ύβρις προς την απέραντον θεότητα– και όταν γίνωνται από τους καλυτέρους των ανθρώπων. Μόνον η λυτρωτική θυσία του Χριστού –το πάθος και ο θάνατος του υιού του Θεού- θα ηδύνατο να εξάλειψη τας αμαρτίας του ανθρώπου. Και μόνον η πίστις εις την θείαν ταύτην εξάλειψαν δύναται να μας σώση από την κόλασιν. Όπως ο Παύλος έλεγε προς τους Ρωμαίους, «εάν ομολογήσης εν τω στόματι σου κύριον Ιησούν και πιστεύσεις εν τη καρδία σου, ότι ο Θεός αυτόν ήγειρεν εκ νεκρών, σωθήση».130 Είναι αυτή η πίστις η οποία «δικαιώνει», κάμνει ένα άνθρωπον δίκαιον παρά τας αμαρτίας του και άξιον δια την σωτηρίαν. Ο ίδιος ο Χριστός είπεν : «Ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται».131
«Δια τούτο», εσκέπτετο ο Λούθηρος, «θα έπρεπε να είναι η πρωταρχική φροντίς παντός χριστιανού, να αφήση κατά μέρος την εμπιστοσύνην του εις τα έργα και να ισχυροποιή όσον το δυνατόν περισσότερον την πίστιν του και μόνον».132
Και εξηκολούθησεν εις ένα χωρίον το οποίον ετάραξε μερικούς θεολόγους αλλά παρηγόρησε πολλούς αμαρτωλούς.

Ο Ιησούς Χριστός σκύβει και επιτρέπει εις τον αμαρτωλόν να πηδήση επι της ράχεώς του και τοιουτοτρόπως τον σώζει από τον θάνατον… Οποία παρηγορία δι’ ευλαβείς ψυχάς να ενδύωνται Αυτόν κατ’ αυτόν τον τρόπον και να βαρύνωμεν Αυτόν με τας αμαρτίας μου, με τας αμαρτίας σας, με τας αμαρτίας όλης της οικουμένης και να τον θεωρούμεν ότι φέρει όλας μας τας αμαρτίας!.. Όταν βλέπετε ότι αι αμαρτίαι σας προσκολλώνται εις Αυτόν, τότε θα σωθήτε από την αμαρτίαν, τον θάνατον και την κόλασιν. Ο χριστιανισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια συνεχής άσκησις εις το αίσθημα ότι δεν έχετε αμαρτίαν παρ’ όλον ότι αμαρτάνετε, αλλά αι αμαρτίαι σας ρίπτονται εις τον Χριστόν. Είναι αρκετόν να γνωρίζετε τον Αμνόν, ο οποίος φέρει τας αμαρτίας του κόσμου. Η αμαρτία δεν δύναται να μας αποσπάση από Αυτόν έστω και αν θα διεπράττομεν χιλίας πορνείας αμερησίως ή άλλους τόσους φόνους. Δεν είναι ευχάριστος είδησις; εάν κάποιος από ημάς είναι πλήρης αμαρτιών, το Ευαγγέλιον έρχεται και του λέγει: Έχε εμπιστοσύνην και πίστευε και του λοιπού αι αμαρτίαι σου συγχωρούνται και δεν υπάρχει τίποτε άλλο δια να κάμη κανείς.133

Πιθανώς τα ανωτέρω να απέβλεπον εις το να παρηγορήσουν και να αναζωογονήσουν μερικάς ευαισθήτους ψυχάς, αι οποίαι ησθάνοντο τας αμαρτίας των βαθέως. Ο Λούθηρος ηδύνατο να ενθυμηθή πώς και αυτός επίσης είχε κάποτε μεγαλοποιήσει το ασυγχώρητον των αμαρτιών του. Αλλά εις πολλούς εφάνησαν ως ομοιάζοντα πολύ με το αποδιδόμενον εις τον Τέτζελ, «ρίψε το νόμισμά σου εις το κυτίον και όλαι αι αμαρτίαι σου θα πετάξουν μακράν». Τώρα η πίστις επρόκειτο να κάμη όλα τα θαύματα τα οποία προηγουμένως ανεμένοντο από την εξομολόγησιν, την συγχώρησιν, την συνεισφοράν και το συγχωροχάρτιον. Ακόμη καταπληκτικώτερον ήτο το χωρίον εις το οποίον ο καλόκαρδος και ενθουσιώδης Λούθηρος εύρεν ένα καλόν λόγον και δι’ αύτην ταύτην την αμαρτίαν. Όταν ο διάβολος μας πειράζη με ενοχλητικήν επιμονήν, είπε, θα ήτο φρόνιμον να υποχωρήση κανείς εις μιαν η δύο αμαρτίας.

Επιζητείτε την συντροφιάν των φίλων σας, πίνετε, παίζετε, συνομιλείτε ευθύμως και διασκεδάζετε. Πρέπει κανείς κάποτε να κάμνη μιαν αμαρτίαν από μίσος και περιφρόνησιν προς τον διάβολον, ούτως ώστε να μη του δίδη την ευκαιρίαν να καθιστά τους ανθρώπους λεπτολόγους δι’ ασήμαντα ζητήματα• εάν κανείς φοβήται πολύ να αμαρτήση, τότε είναι χαμένος… Ω! εάν θα ηδυνάμην να εύρω ένα πραγματικώς καλόν αμάρτημα το οποίον να συνταράξη τον διάβολον!134

Τα εύθυμα αυτά obiter dicta επροκάλουν την παρεξήγησιν. Μερικοί από τους οπαδούς του Λουθήρου τα ηρμήνευσαν ως ανεχόμενα την πορνείαν, την μοιχείαν, τον φόνον. Ένας λουθηρανός καθηγητής ηναγκάσθη να επιστήση την προσοχήν των λουθηρανών ιεροκηρύκων να λέγουν όσον το δυνατόν ολιγώτερα δια την δικαίωσιν δια μόνης της πίστεως.135 Εν τούτοις ο Λούθηρος δια της πίστεως ηννόει όχι απλώς διανοητικήν συμφωνίαν προς μιαν πρότασιν, αλλά ουσιώδη, προσωπικήν συμμετοχήν εις μιαν πρακτικήν πίστιν. Και είχε την πεποίθησιν ότι πλήρης πίστις εις την θείαν χάριν η οποία εδόθη ένεκα του λυτρωτικού θανάτου του Χριστού ηδύνατο να κάμη ένα άνθρωπον τόσον καλόν κατά βάσιν, ώστε καμμία μικρά τρέλλα της σαρκός να μη προκαλή διαρκή ζημίαν. Η πίστις θα επανέφερε τον αμαρτωλόν πολύ συντόμως εις την πνευματικήν υγείαν. Eνέκρινεν εγκαρδίως τα καλά έργα.136 Εκείνο το οποίον ηρνείτο ήτο η αποτελεσματικότης των προς σωτηρίαν.
«Τα καλά έργα» έλεγε, «δεν κάμνουν ένα καλόν άνθρωπον, αλλά ένας καλός άνθρωπος κάμνει καλά έργα».137
Και τι κάμνει ένα άνθρωπον καλόν ; Η πίστις εις τον Θεόν και τον Χριστόν.
Κατά ποιον τρόπον φθάνει κανεις εις μιαν τοιαύτην σωτηρίαν πίστιν; Όχι με την ιδικήν του αξίαν αλλά την αποκτά ως ένα θείον δώρον παρεχόμενον, αδιακρίτως αξίας, προς εκείνους, τους οποίους ο Θεός εξέλεξε δια να σώση. Όπως καθώρισεν ο άγιος Παύλος, ενθυμούμενος την περίπτωσιν του Φαραώ, ο Θεός «άρα ουν ον θέλει ελεεί, ον δε θέλει σκληρύνει».138 Δια του θείου προορισμού οι εκλεκτοί επιλέγονται δια την αιωνίαν ευτυχίαν, οι υπόλοιποι αφήνονται χωρίς την θείαν χάριν και καταδικάζονται εις την αιωνίαν κόλασιν.139

Αυτή είναι η ουσία της πίστεως, να πιστεύη κανείς ότι ο Θεός, ο οποίος σώζει τόσους ολίγους και καταδικάζει τόσους πολλούς, είναι οικτίρμων• ότι είναι δίκαιος Αυτός ο οποίος μας έκαμε κατ’ ανάγκην καταδικασμένους εις την κόλασιν, ούτως ώστε… φαίνεται ότι απολαμβάνει με τα βασανιστήρια των ταλαιπώρων, και είναι άξιος μάλλον μίσους παρά αγάπης. Εάν με οιανδήποτε προσπάθειαν της λογικής θα ηδυνάμην , να εννοήσω πως ο Θεός, ο οποίος δεικνύει τόσην οργήν και αδικίαν, δύναται να είναι οικτίρμων και δίκαιος, δεν θα υπήρχεν ανάγκη της πίστεως.140

Τοιουτοτρόπως ο Λούθηρος, εις την μεσαιωνικήν του αντίδρασιν εναντίον της ειδωλολατριζούσης Εκκλησίας της Αναγεννήσεως, ανέτρεξεν όχι μόνον εις τον Αυγουστίνον αλλά και εις τον Τερτυλλιανόν : Credo quia incredibile• του εφαίνετο αρετή να πιστεύη εις τον προορισμού διότι ήτο πράγμα απίστευτον εις την λογικήν. Εν τούτοις επίστευεν, ότι δια της σκληράς λογικής είχε φθάσει εις το απίστευτον τούτο. Ο θεολόγος ο οποίος είχε γράψει τόσον ευγλώττως περί της «ελευθερίας του χριστιανού ανθρώπου», τώρα (1525) εις μιαν πραγματείαν «De servo arbitrio», υπεστήριζεν ότι αν ο Θεός είναι παντοδύναμος πρέπει να είναι η αιτία όλων των πράξεων, συμπεριλαμβανομένων και των πράξεων του ανθρώπου• ότι αν ο Θεός είναι παντογνώστης προβλέπει τα πάντα και το κάθε τι πρέπει να συμβή όπως το προείδεν ότι συνεπώς όλα τα γεγονότα, δια μέσου του χρόνου, έχουν προκαθορισθή εις την σκέψιν του και είναι μοιραίον να συμβούν. Ο Λούθηρος συνεπέρανεν, όπως ο Σπινόζα, ότι ο άνθρωπος «είναι τόσον εστερημένος ελευθερίας όσον ένα τεμάχιον ξύλου, μια πέτρα, ένας βώλος λάσπη η μια στήλη άλατος».141 Περισσότερον παραδόξως, η ιδία θεία πρόβλεψις στερεί τους αγγέλους, και αυτόν ακόμη τον Θεόν, της ελευθερίας. Και ο ίδιος πρέπει να ενεργήση όπως έχει προβλέψει• η πρόβλεψίς του είναι η μοίρα του. Ένας ημιπαράφρων ηρμήνευσε την θεωρίαν αυτην ad libitum• ένας νεαρός απεκεφάλισε τον αδελφόν του και απέδωσε την πράξιν εις τον Θεόν, του οποίου ήτο ο ανίσχυρος πράκτωρ και ένας άλλος λογικός εφόνευσε την συζυγόν του καταπατήσας αυτήν δια των ποδών του, ανακράζων: «Τώρα εξετελέσθη η θέλησις του Πατρός».142
Τα πλείστα εκ των συμπερασμάτων τούτων ευρίσκοντο ενοχλητικώς συναφή με την μεσαιωνικήν θεολογίαν και εξήχθησαν υπό του Λουθήρου από τον Παύλον και τον Αυγουστίνον με ακλόνητον σταθερότητα. Εφαίνετο διατεθειμένος να παραδεχθή την μεσαιωνικήν θεολογίαν εάν θα ηδύνατο να απαρνηθή την Εκκλησίαν της Αναγεννήσεως• ηδύνατο να ανεχθή τον προορισμόν πολλών κολαζομένων πολύ ευκολώτερον παρά την εξουσίαν των σκανδαλωδώς φορολογούντων παπών. Απέρριπτε τον εκκλησιαστικόν ορισμόν της Εκκλησίας ως αποτελουμένης από την ιεραρχίαν. Την ώριζεν ως την κοινότητα των πιστευόντων εις τον Θεόν και το λυτρωτικόν πάθος του Χριστού. Αλλ’ απήχει παπικά δόγματα όταν έγραφεν:     «Όλοι όσοι επιζητούν και μοχθούν να έλθουν προς τον Θεόν δι’ οιωνδήποτε άλλων μέσων έκτος μόνον δια του Χριστού (όπως οι Εβραίοι, οι Τούρκοι, οι παπισταί, οι ψευδοάγιοι, οι αιρετικοί κ.λ.π.) βαδίζουν εις φοβερόν σκότος και πλάνην και τελικώς θα αποθάνουν και θα χαθούν εις τας αμαρτίας των».143
Εδώ, αναγεννηθείσα εις την Βιττενβέργην, συναντάται η γνώμη του Βονιφατίου Η’ και της συνόδου της Ρώμης (1302) ότι extra ecclesiam nulla salus, «δεν υπάρχει σωτηρία εκτός της Εκκλησίας».
Το πλέον επαναστατικόν στοιχείον εις την θεολογίαν του Λουθήρον ήτο η υπ’ αυτού εκθρόνισις του ιερέως. Εδέχετο τους ιερείς όχι ως απαραιτήτους χορηγούς των μυστηρίων ούτε ως προνομιούχους μεσολαβητάς προς τον Θεόν αλλά μόνον ως υπηρέτας, εκλεγομένους υφ’ εκάστης ενορίας δια να εξυπηρετούν τας πνευματικάς της ανάγκας. Δια του γάμου των και της δημιουργίας οικογενείας, οι ιερείς αυτοί θα απέβαλλον τον φωτοστέφανον της αγιότητος, ο οποίος είχε καταστήσει το ιερατείον τρομακτικώς ισχυρόν. Θα ήσαν «πρώτοι μεταξύ ίσων», αλλά εν ανάγκη, οιοσδήποτε θα ηδύνατο να εκτελέση τα καθήκοντά των, ακόμη και την συγχώρησιν ενός μετανοούντος και απαλλαγήν του από την αμαρτίαν. Οι μοναχοί θα έπρεπε να εγκαταλείψουν την εγωιστικήν και οκνηράν απομόνωσίν των, να νυμφεύωνται και να εργάζωνται μετά των άλλων. Ο ανήρ εις το άροτρον, η γυνή εις το μαγειρείον, υπηρετούν καλύτερον τον Θεόν από τον μοναχόν ο οποίος επαναλαμβάνει μέχρις αποχαυνώσεως ακαταλήπτους προσευχάς. Όλαι αι προσευχαί έπρεπε να είναι η άμεσος επικοινωνία της ψυχής με τον Θεόν και όχι επίκλησις προς κατά το ήμισυ θρυλικούς αγίους. Η τιμή των αγίων, κατά την κρίσιν του Λουθήρου, δεν ήτο μια φιλική και παρήγορος σχέσις του μονήρους ζωντανού με τον ηγιασμένον νεκρόν• ήτο μια υποτροπή εις την πρωτόγονον πολυθεϊστικήν ειδωλολατρείαν.144
Όσον αφορά τα μυστήρια υπό την έποψιν των ιερατικών τελετουργιών προς παροχήν της θείας χάριτος, ο Λούθηρος περιώρισεν αυστηρώς τον ρόλον των. Δεν περιλαμβάνουν θαυμαστάς δυνάμεις και η αποτελεσματικότης των εξαρτάται, όχι από την μορφήν και τους τύπους των αλλά από την πίστιν του δεχομένου αυτά. Το χρίσμα, ο γάμος, η χειροτονία και η μετάληψις των αχράντων μυστηρίων υπό των αποθνησκόντων είναι τελεταί εις τας οποίας δεν αποδίδεται υπό της Αγίας Γραφής ειδική υπόσχεσις παροχής της θείας χάριτος. Η νέα θρησκεία θα ηδύνατο να κάμη και χωρίς αυτά. Το βάπτισμα έχει την εγγύησιν του παραδείγματος του αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού. Η εξομολόγησις θα ηδύνατο να διατηρηθή ως μυστήριον, παρά τας αμφιβολίας ως προς την βάσιν της εις την Αγίαν Γραφήν. * Τα άχραντα μυστήρια προς τους θνήσκοντας είναι ο Μυστικός Δείπνος του Κυρίου η Ευχαριστία. Η έννοια ότι ένας ιερεύς με την μαγικήν δύναμιν των λέξεών του, δύναται να μεταβάλη τον άρτον εις Χριστόν, εφαίνετο εις τον Λούθηρον παράλογος και βλάσφημος. Εν τούτοις, υπεστήριζεν ότι ο Χριστός, με την θέλησίν Του, κατέρχεται από τους ουρανούς και συμπαρίσταται με τον άρτον και τον οίνον του μυστηρίου. Η Ευχαριστία δεν είναι ιερατική μαγεία αλλά ένα θείον και διαρκές θαύμα.145
Η θεωρία του Λουθήρου περί των μυστηρίων, η υπ’ αυτού αντικατάστασις της θείας λειτουργίας δια του Μυστικού Δείπνου και η θεωρία του περί της σωτηρίας δια της πίστεως μάλλον παρά δια των καλών έργων, υπενόμευσε το κύρος του κλήρου εις την Βόρειον Γερμανίαν. Προχωρών περαιτέρω, ο Λούθηρος απέρριψε τα επισκοπικά δικαστήρια και το κανονικόν δίκαιον. Εις την Λουθηρανήν Ευρώπην τα πολιτικά δικαστήρια έγιναν τα μόνα δικαστήρια και η κοσμική εξουσία, η μόνη νόμιμος εξουσία. Οι κοσμικοί ηγεμόνες διώριζον το εκκλησιαστικόν προσωπικόν, ιδιοποιήθησαν την εκκλησιαστικήν περιουσίαν, ανέλαβον τα εκκλησιαστικά σχολεία και την μοναστικήν φιλανθρωπίαν. Θεωρητικώς η Εκκλησία και το κράτος παρέμειναν ανεξάρτητα• εις την πραγματικότητα η Εκκλησία έγινεν υποτελής εις το κράτος. Το λουθηρανικόν κίνημα το οποίον απέβλεπεν εις το να υποτάξη όλην την ζωήν εις την θεολογίαν, ασυναισθήτως, παρά την θέλησίν του, προήγαγεν εκείνην την εισδυτικήν κοσμικοποίησιν, η οποία είναι βασικόν θέμα της νεωτέρας ζωής.

Όταν μερικοί επίσκοποι επεζήτησαν να επιβάλουν σιγήν εις τον Λούθηρον και τους οπαδούς του, αυτός εξέβαλε μιαν οργίλην κραυγήν, η οποία υπήρξε σχεδόν ένα σάλπισμα επαναστάσεως. Εις ένα λίβελλον «εναντίον της κακώς καλούμενης πνευματικής τάξεως του πάπα και των ιπισκόπων» (Ιούλιος 1522), εχαρακτήρισε τους ιεράρχας ως τους «μεγαλύτερους λύκους» εξ όλων, και εκάλεσεν όλους τους καλούς Γερμανούς να τους εκδιώξουν δια της βίας.

Θα ήτο καλύτερον να είχον φονευθή όλοι οι επίσκοποι, να είχον εκριζωθή όλα τα ιδρύματα και τα μοναστήρια, παρά να καταστροφή μια ψυχή, πολύ περισσότερον να χαθούν όλαι αι ψυχαί χάριν της ευτελούς αναξιότητος και της ειδωλολατρείας των. Τι χρειάζονται αυτοί οι οποίοι ζουν εις τας απολαύσεις, τρεφόμενοι από τον ιδρώτα και τον μόχθον των άλλων;… Εάν εδέχοντο τον λόγον του Θεού και επεζήτουν τον πνευματικόν βίον, ο Θεός θα ήτο μαζί των… Αλλά εάν δεν θέλουν να ακούσουν τον λόγον του Θεού αλλά μαίνονται και παλαίουν με αφορισμούς και απαγορεύσεις, με θανατώσεις και με κάθε κακόν, τι άλλο αξίζουν παρά μιαν ισχυράν εξέγερσιν, η οποία θα τους εξάλειψη από του προσώπου της γης; Και ημείς θα γελάσωμεν εάν τούτο συμβή. Όλοι όσοι συνεισφέρουν το σώμα, τα αγαθά και την τιμήν των δια να καταστραφή η κυριαρχία των επισκόπων, είναι τα αγαπητά τέκνα του Θεού και οι αληθείς χριστιανοί.146

Κατά την εποχήν αυτήν επέκρινεν εξ ίσου αυστηρώς το κράτος όπως και την Εκκλησίαν. Ερεθισθείς από την απαγόρευσιν της πωλήσεως ή της κατοχής της Καινής Διαθήκης του εις περιοχάς τελούσας υπό ρωμαιοκαθολικούς ηγεμόνας, έγραψε, το φθινόπωρον του 1522, μιαν πραγματείαν «Περί της κοσμικής εξουσίας: μέχρι ποίου σημείου πρέπει αυτή να υπακούεται». Ήρχισεν αρκετά φιλικώς επικροτών την θεωρίαν του αποστόλου Παύλου περί πολιτικής υπακοής και περί της θείας προελεύσεως του κράτους. Τούτο προφανώς αντέφασκε προς την διδασκαλίαν του περί της τελείας ελευθερίας του χριστιανού ανθρώπου. Ο Λούθηρος εξήγει ότι αν και οι αληθείς χριστιανοί δεν έχουν ανάγκην νόμου και δεν θα χρησιμοποιήσουν τον νόμον ή την βίαν μεταξύ των, πρέπει, να υπακούουν εις τον νόμον, δίδοντες τα καλόν παράδειγμα εις τους πολλούς, οι οποίοι δεν είναι πραγματικοί χριστιανοί, διότι χωρίς τον νόμον η αμαρτωλή φύσις του ανθρώπου θα διέσπα την κοινωνίαν. Εν τούτοις η εξουσία του κράτους έπρεπε να τελειώνη εκεί όπου αρχίζει η βασιλεία του πνεύματος. Ποίοι είναι εκείνοι οι ηγεμόνες, οι οποίοι επιβάλλουν δικτατορικώς το τι πρέπει να αναγιγνώσκη και τι να πιστεύη ο λαός ;

Πρέπει να γνωρίζετε ότι από καταβολής κόσμου, ένας σοφός ηγεμών ήτο πράγματι πολύ σπάνιον είδος• ακόμη περισσότερον ένας ευσεβής ηγεμών. Είναι συνήθως οι μεγαλύτεροι ανόητοι η οι χειρότεροι κακοήθεις επί της γης. Είναι οι δεσμοφύλακες και οι δήμιοι του Θεού και η θεία οργή τους χρειάζεται δια να τιμωρή τους κακούς και να εξασφαλίζη την εξωτερικήν ειρήνην… Θα ήθελα εν τούτοις, με πάσαν ειλικρίνειαν να συστήσω εις τους τυφλωμένους αυτούς ανθρώπους να προσέξουν μιαν μικράν φράσιν του ρστ’ ψαλμού : «Εξεχύθη εξουδένωσις επ’ άρχοντας». Σας ορκίζομαι εις τον Θεόν ότι εάν εκ σφάλματός σας η μικρά αυτή φράσις γίνη πραγματικότης εναντίον σας, είσθε χαμένοι έστω και αν ο καθείς από σας είναι τόσον ισχυρός όσον ο Τούρκος και οι θυμοί και αι μανίαι σας δεν θα σας ωφελήσουν εις τίποτε. Ένα μέγα μέρος έχει ήδη επαληθεύσει. Διότι… ο κοινός άνθρωπος μανθάνει να σκέπτεται, και… η περιφρόνησις των ηγεμόνων συγκεντρώνει οπαδούς μεταξύ του πλήθους και των κοινών ανθρώπων… Οι άνθρωποι δεν πρέπει, οι άνθρωποι δεν δύνανται, οι άνθρωποι δεν θέλουν να υποφέρουν πλέον την τυραννίαν και την αλαζονείαν σας. Αγαπητοί ηγεμόνες και άρχοντες, συνετισθήτε και κατευθύνετε καταλλήλως τους εαυτούς σας. Ο Θεός δεν θα σας ανεχθή πλέον. Ο κόσμος δεν είναι πλέον όπως ήτο όταν εκυνηγούσατε τους ανθρώπους ως εάν ήσαν άγρια ζώα.147

Ένας Βαυαρός καγκελλάριος τον κατηγόρησεν ότι αυτό ήτο μια προδοτική πρόσκλησις προς επανάστασιν. Ο δούξ Γεώργιος το κατεδίκασεν ως σκανδαλώδες και επίεσε τον εκλέκτορα Φρειδερίκον να εμποδίση την δημοσίευσιν. Ο Φρειδερίκος το άφησε να περάση με την συνήθη αταραξίαν του. Τι θα έλεγον οι ηγεμόνες εάν ειχον αναγνώσει την επιστολήν του Λουθήρου προς τον Βέντζελ Λίνκ (19 Μαρτίου 1522);
«Θριαμβεύομεν εναντίον της παπικής τυραννίας, η οποία άλλοτε συνέτριβε βασιλείς και ηγεμόνας• πόσον ευκολώτερον λοιπόν θα καταβάλωμεν και θα ποδοπατήσωμεν και αυτούς τους ηγεμόνας!»148
Ή εάν εβλεπον τον ορισμόν του δια την Εκκλησίαν ;
«Πιστεύω ότι δεν υπάρχει επί της γης, σοφή όπως ο κόσμος, παρά μόνον μια αγία, κοινή χριστινική Εκκλησία, η οποία δεν είναι άλλη από την κοινότητα των αγίων… πιστεύω ότι εις αυτήν την κοινότητα ή χριστιανοσύνην όλα τα πράγματα είναι κοινά και τα αγαθά του ενός είναι και του άλλου και τίποτε δεν ανήκει ως ιδιοκτησία εις κανένα».149
Αυται ήσαν σποραδικαί εκρήξεις και δεν θα έπρεπε να εκλαμβάνωνται κατά γράμμα. Εις την πραγματικότητα ο Λούθηρος ήτο συντηρητικός, ακόμη και αντιδραστικός, εις την πολιτικήν και την θρησκείαν υπό την έννοιαν ότι επεθύμει να επανέλθη εις τας πρώτας μεσαιωνικάς δοξασίας και τρόπους. Εθεώρει τον εαυτόν του ως αναμορφωτήν όχι ως ανανεωτήν. Θα ήτο ευχαριστημένος να διατηρήση και να συνέχιση την αγροτικήν κοινωνίαν την οποίαν είχε γνωρίσει κατά την παιδικήν του ηλικίαν με μερικάς ανθρωπιστικάς βελτιώσεις. Συνεφώνει με την μεσαιωνικήν Εκκλησίαν εις την καταδίκην του τόκου, προσθέτων απλώς, κατά τον εύθυμον τρόπον του, ότι ο τόκος ήτο εφεύρεσις του σατανά. Ελυπείτο δια την αύξησιν του εξωτερικού εμπορίου και απεκάλει το εμπόριον «οικτράν υπόθεσιν»150 και περιεφρόνει εκείνους οι οποίοι έζων με το να αγοράζουν ευθηνά και να πωλούν ακριβά. Κατήγγελλεν ως «φανερούς ληστάς» τους μονοπωλητάς οι οποίοι: συνέπραττον δια να αυξάνουν τας τιμάς. Αι αρχαί θα έκαμνον καλά να αφαιρέσουν από τους τοιούτους ανθρώπους πάν ό,τι έχουν και να τους εκδιώξουν από την χώραν».151
Εθεώρει ότι ήτο πλέον καιρός «να τεθή χαλινός εις το στόμα των Φούγκερ».152 και κατέληγε θλιβερώς εις μιαν έκρηξιν «Περί εμπορίου και τοκογλυφίας» (1524).

Οι βασιλείς και οι ηγεμόνες έπρεπε να βλέπουν αυτά τα πράγματα και να τα απαγορεύουν με αυστηρούς νόμους, αλλά πληροφορούμαι ότι έχουν συμφέροντα εις αυτά και το ρητόν του Ησαΐου επραγματοποιήθη, «Οι άρχοντες σου απειθούσι, κοινωνοί κλεπτών». Κρεμούν κλέπτας οι οποίοι έκλεψαν ενα γκούλντεν ή ήμισυ γκούλντεν αλλά διαπραγματεύονται με εκείνους οι οποίοι ληστεύουν ολόκληρον τον κόσμον… Οι μεγάλοι κλέπται κρεμούν τους μικρούς και, όπως είπεν ο Ρωμαίος συγκλητικός Κάτων, «απλοί κλέπται κείτονται εις τας φυλακάς και εις τα καταναγκαστικά έργα, οι δημόσιοι κλέπται βαδίζουν ελεύθεροι ενδεδυμένοι χρυσά και μεταξωτά ενδύματα. Αλλά τι θα είπη ο Θεός τελικώς δι’ όλα αυτά; Θα κάμη όπως λέγει δια του Ιεζεκιήλ: ηγεμόνας και εμπόρους τον ένα κλέπτην με τον άλλον, θα τους λυώση μαζί όπως τον μόλυβδον και τον ορείχαλκον, όπως όταν καίεται μια πόλις, ούτως ώστε δεν θα υπάρχουν πλέον ούτε ηγεμόνες ούτε έμποροι. Φοβούμαι ότι η εποχή αυτή ευρίσκεται πλησίον.153
Και πράγματι ευρίσκετο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΔΕΚΑΤΟΝ ΕΝΑΤΟΝ.  ΛΟΥΘΗΡΟΣ ΚΑΙ ΕΡΑΣΜΟΣ 1517-36
Αφού συνωψίσαμεν τάς οικονομικάς, πολικάς, θρησκευτικάς, ηθικάς και πνευματικάς συνθήκας,αί οποίαι εξεκόλαψαν την Μεταρρύθμισιν, πρέπει εν τούτοις να συγκαταλέξωμεν μεταξύ των θαυμάτων της ιστορίας το ότι εις την Γερμανίαν ένας άνθρωπος συνεκέντρωσεν ασυναισθήτως όλας αυτάς τάς επιρροάς εις μίαν εξέγερσιν, η οποία μετεμόρφωσε μίαν ήπειρον. Δέν χρειάζεται εδώ να υπερβάλωμεν τόν ρόλον του ήρωος αι δυνάμεις της αλλαγής θα εύρισκον άλλην ενσάρκωσιν εάν ο Λούθηρος εξηκολούθει την υπακοήν του. Εν τούτοις η όψις του τραχέος αυτού μοναχού, ισταμένου με αμφιβολίαν και τρόμον και με ακλόνητον αποφασιστικότητα εναντίον των πλέον ωχυρωμένων θεσμών και των πλέον καθιερωμένων συνηθειών της Ευρώπης, δημιουργεί αναβρασμόν και δεικνύει και πάλιν την απόστασιν την οποίαν διήνυσε ο άνθρωπος από την λάσπην ή από τον πίθηκον.
Πώς ήτο αυτή ή ρωμαλέα φωνή τής εποχής του, αυτή ή κορυφή της  γερμανικής ιστορίας; Το 1526 όπως τον εζωγράφισεν ο Λουκάς Κράναχ εις ηλικίαν 43 ετών1, ήτο είς το πάχος. Πολύ σοβαρός με μόνον μίαν ελαφράν ένδειξιν του ρωμαλέου χιούμορ του κόμη σγουρή και ακόμη μαύρη μύτη τεραστία οφθαλμοί μαύροι και λάμποντες οί εχθροί  του έλεγον ότι δαίμονες έλαμπον εντός αυτών. Μία ειλικρινής και ανεπιφύλακτος έκφρασις τον έκαμνεν ακατάλληλον διά την διπλωματίαν. Μία μετεγενεστέρα προσωπογραφία του [1532], επίσης υπό του Κράναχ, δεικνύει τον Λούθηρον ευθύμως παχύν,με ένα πλατύ,γεμάτο πρόσωπο ό άνθρωπος αυτός εχαίρετο να ζή. Το 1524 εγκατέλειψε την μοναστική περιβολήν και ενεδύετο ως λαικός, κάποτε με τα μακρυά ενδύματα του διδασκάλου και άλλοτε με σύνηθες αμπέχονον και πανταλόνια. Δέν παρέλειπε να τά διορθώνη ό ίδιος. Η σύζυγός του παραπονέθη, ότι ό μέγας ανήρ είχεν αποκόψει ένα τεμάχιον από το πανταλόνιον του υίου του διά να εμβαλώση το ιδικόν του.
Είχε νυμφευθή από αδιαφορίαν. Συνεφώνησε με τον απόστολον Παύλον, ότι είναι προτιμότερον να νυμφεύεται κανείς παρά να φλέγεται και διεκήρυττεν ότι ό σεξουαλισμός ήτο έξ ίσου φυσικός και αναγκαίος όπως το φαγητόν2. Διετήρει την μεσαιωνικήν αντίληψιν, ότι ή συνουσία, έστω και εντός του γάμου, ήτο αμαρτία, αλλά  «ό Θεός καλύπτει την αμαρτίαν».3 Κατεδίκαζε τήν παρθενίαν ως παράβασιν του θείου παραγγέλματος αυξάνεσθε και πληθύνεσθε. Εάν «ένας κήρυξ του Ευαγγελίου.. δέν δύναται να ζήση σεμνώς άγαμος, άς λάβη σύζυγον ό Θεός έκαμεν αυτό το έμπλαστρον δι αυτήν την ασθένειαν».4 Εθεώρει την ανθρωπίνην μέθοδον αναπαραγωγής ολίγον παράλογον, τουλάχιστον έκ των υστέρων και έλεγεν, ότι
«εάν ό Θεός με είχε συμβουλευθή είς αυτό το ζήτημα, θα του είχον συστήσει να συνεχίση την γέννησιν των ειδών κατασκευάζων ανθρώπινα όντα έκ λάσπης, όπως είχε γίνει ό Αδάμ».5
Είχε την πατροπαράδοτον και γερμανικήν αντίληψην, ότι ή γυνή ήτο από Θεού προωρισμένη να γεννά τέκνα, να μαγειρεύει, να προσεύχεται καί  να μη κάνει  τίποτε άλλο. «Αποσπάσατε τάς γυναίκας από το νοικοκυρίο των, και δεν είναι άξιαι δία τίποτε».6  
«Εάν αί γυναίκες καταπονηθούν και αποθάνουν από τους τοκετούς, δεν υπάρχει ζημία είς αυτό. Ας αποθνήσκουν, αρκεί να γεννούν δι αυτό έχουν πλασθή».7
Η σύζυγος έπρεπε να προσφέρη είς τον σύζηγόν της αγάπην, τιμήν και υπακοήν αυτός πρέπει να την κυβερνά,αν και με καλωσύνην αυτή πρέπει να περιορίζεται είς την σφαίραν της, τον οίκον. Εκεί όμως δύναται να πράξη μέ τά παιδία πολύ περισσότερα με ένα δάκτυλον, παρά ό ανήρ με δύο γρόνθους.8 Μεταξύ συζύγων «δεν πρέπει να υφίσταται ζήτημα ιδικού μου και ιδικού σου». Όλα τά υπάρχοντά των πρέπει να είναι κοινά.9
Ό Λούθηρος είχε την συνήθη αντιπάθειαν του άρρενος  προς μίαν μορφωμένην γυναίκα.
«Επιθυμώ», έλεγε περί της συζύγου του, «αί γυναίκες, πρίν ανοίξουν το στόμα των,να επαναλαμβάνουν την Κυριακήν προσευχήν».10 Κατέκρινεν όμως τους συγγραφείς εκείνους, οί οποίοι έγραφον σατίρας εναντίον των γυναικών.
«Ό,τι ελαττώματα έχουν αί γυναίκες,πρέπει να τα διορθώνωμεν ιδιαιτέρως,με ευγένειαν…διότι ή γυνή είναι εύθραστον σκεύος».11
Παρά την ωμήν ειλικρίνειάν του περί σεξουαλισμού και περί γάμου, δεν ήτο αναίσθητος είς τά ασθητικά ζητήματα.
«Ή κόμη είναι το ωραιότερον στόλισμα, το οποίον έχουν αί γυναίκες. Είς την αρχαιότητα,αί παρθένοι έφερον την κόμην των λυτήν, εκτός μόνον όταν επένθουν. Μού αρέσει αί γυναίκες να αφήνουν την κόμην των να πίπτη επί της ράχεως των είναΙ ένα πολύ ευχάριστον θέαμα».12 Αυτό έπρεπε να τον κάμη επιεικέστερον προς τον πάπαν Άλεξανδρον ΣΤ΄, ό οποίος ερωτεύθη την λυτήν κόμην της Ιουλίας Φαρνέζε.
Προφανώς, ό Λούθηρος δεν ενυμφεύθη από φυσικήν ανάγκην. Είς μίαν έκρηξιν χιούμορ είπεν, ότι ενυμφεύθη δία να ευχαριστήση τον πατέρα του και είς πείσμα του διαβόλου και του πάπα. Παρήλθε πολύς χρόνος μέχρις ότου το αποφασίση, αλλά κατόπιν δεν εμβράδυνε να το εκτελέση. Όταν, κατά σύστασίν του, μερικαί μοναχαί εγκατέλειψαν το μοναστήρίον των, ανέλαβε να τους εύρη συζύγους. Τελικώς, μόνον μία απέμεινεν άνευ συζύγου, ή Αικατερίνη φόν Μπόρα, μία γυναίκα από καλήν οικογένειαν και με καλόν χαρακτήρα, αλλά ή οποία δέν είχε τίποτε το οποίον θα ηδύνατο να γγενήση άμεσον ερωτικόν πάθος. Είχε στρέψει τάς βλέψεις της πρός ένα νεαρόν σπουδαστήν της Βιττενβέργης από αριστοκρατικήν οικογένειαν. Δέν επέτυχε να τον αποκτήση καί ηναγκάσθη να αναλάβη οικιακήν υπηρεσίαν δία να ζήση. Ό Λούθηρος της υπέδειξεν ένα δόκτορα Γκλάτς ως σύζυγον απήντησεν,ότι ό δρ.Γκλάτς ήτο απαράδεκτος αλλά ό χέρ Άμσντορφ ή ό δόκτωρ Λούθηρος θα ήσαν κατάλληλοι. Ό Λούθηρος ήτο 42 ετών καί ή Αικατερίνη 26 εθεώρησε την διαφοράν τής ηλικίας ως εμπόδιον αλλά ό πατήρ του τον επίεσε να συνεχίση το όναμα της οικογενείας. Τήν 27ην Ιουνίου 1525 ό πρώην μοναχός και ή πρώην μοναχή, έγιναν σύζυγοι.
Ό εκλέκτωρ τους έδωσε το μοναστήριον των Αυγουστινιανών ως κατοικίαν και ηύξησε τον μισθόν του Λούθηρου είς 300 γκίλντερ (7.500 δολλάρια) κατ έτος. Βραδύτερον, ό μισθός του ηυξήθη είς 400 και κατόπιν είς 500. Ό Λούθηρος ηγόρασεν ένα αγρόκτημα, το οποίον ή Κάτη διηύθυνε καί ηγάπα. Εγέννησεν έξ τέκνα καί εφρόντιζε πιστώς δί αυτά καθώς και δι όλας τάς οικιακάς ανάγκας του Μαρτίνου, δί ένα οικιακόν ζυθοποιείον, μίαν λίμνην με ιχθύς, ένα λαχανόκηπον, όρνιθας και χοίρους. Τήν απεκάλει «άρχοντά μου Κάτη» και υπενόει αρκετά από τάς κατά καιρούς θυέλλας του και την πιστήν του απρονοησίαν. Διότι δεν άδιδεν ουδεμίαν σημασίαν είς τά χρήματα και ήτο απερισκέπτως γενναιόδωρος. Δέν εισέπραττε δικαιώματα δία τά βιβλία του άν καί αυτά έκαμαν πλούσιον τον εκδότην του. Αί επιστολαί τού πρός τήν Αικατερίνη ή περί αυτής, αποκαλύπτουν τήν αύξουσα  αγάπην του προς αυτήν και ένα γενικώς ευτυχή γάμον. Επανελάμβανε κατά τον ιδικόν του τρόπον εκείνο το οποίον του είχον είπει όταν ήτο νεαρός:
«Το μεγαλύτερον δώρο του Θεού προς τον άνθρωπον είναι μία ευσεβής, καλή, Θεοφοβουμένη και αγαπώσα τον οίκον της σύζυγος».13 
Ήτο καλός πατήρ, γνωρίζων ως έξ ενστίκτου την ορθήν αναλογίαν της πειθαρχίας και της αγάπης.
«Να τιμωρής εάν πρέπη αλλά μαζί με την ράβδον να δίδης και το ζαχαρωμένον δαμάσκηνον».14
Συνέθετε τραγούδια διά τά τέκνα του και τά έψαλλε μαζί των παίζων συγχρόνως το λαγούτον. Αί επιστολαίς του προς τά τέκνα του συγκαταλέγονται μεταξύ τών κοσμημάτων της γερμανικής λογοτεχνίας. Τό ισχυρόν πνεύμα του, το οποίον ηδύνατο να αντιμετωπίση ένα αυτοκράτορα είς πόλεμον, συνετρίβη σχεδόν από τον θάνατον της προσφιλούς κόρης του Μαγδαληνής είς ηλικίαν 14 ετών. «Ό Θεός» είπε «δέν είχε δώσει είς επίσκοπον τόσον μεγάλο δώρον είς χίλια έτη όπως είχε είς εμέ αυτήν».15 Προσηύχετο νυχθημερόν δία την θεραπείαν της.
«Την αγαπώ πάρα πολύ, αλλά, αγαπητέ Θεέ, εάν είναι ή αγία σού θέλησις νά τήν πάρης θα την αφήσω ευχαρίστως είς σε».16
Καί είς εκείνην είπεν :
«Αγαπητή μου Λένα, μικρή μου κόρη, θα ήθελες νά μείνης εδώ με τόν πατέρα σου· θέλεις να μεταβής είς εκείνον τόν άλλον Πατέρα;»  
«Ναι, αγαπητέ μου πατέρα», απήντησεν ή Λένα «όπως θέλει ό Θεός».
Όταν εκείνη απέθανεν, έκλαυσε πικρώς καί επί μακρόν. Καθώς τήν κατεβίβαζον είς τόν τάφον, τής ωμίλησεν ώς εάν ήτο ζώσα:
«Du Liebes Lenichen θα αναστηθής και θα λάμψης όπως τα άστρα και ο ήλιος. Πόσον παράδοξον είναι νά γνωρίζω ότι ευρίσκεται έν ειρήνη καί τόσον καλά καί έν τούτοις νά λυπούμαι τόσον πολύ!»17
Μή αρκούμενος είς έξ τέκνα, παρέλαβεν είς τό μοναστήριον-οικίαν του μέ τά πολλά δωμάτια, ένδεκα ορφανούς ανεψιούς καί ανεψιάς, τους ανέθρεψεν, εκάθητο είς την τράπεζα μαζί των και συνεζήτει μαζί των ακαταπονήτως. Μερικοί εξ αυτών εκράτησαν προχείρους σημειώσεις των ομιλιών του είς την τράπεζα˙ ο προκύψας όγκος εξ 6.596 παραγράφων συναγωνίζεται τον «Τζόνσον» του Μπόσγουελ και τας καταγραφείσας συνομιλίας του Ναπολέοντος είς βάρος, είς πνεύμα και είς σοφίαν˙ Κρίνοντες τον Λούθηρον πρέπει να ενθυμούμεθα οτι ουδέποτε εξέδωσεν αυτάς τας Τischreden. Ελάχιστοι άνθρωποι ηκούσθησαν τόσον πολύ απο την ανθρωπότητα. Εδώ μάλλον παρά είς τας συζητήσεις του θεολογικού πεδίου μάχης, παρουσιάζεται ο πραγματικός Λούθηρος.
Διακρίνομεν, πρό πάντων, ότι ήτο άνθρωπος και όχι ένα μελανοδοχείον˙ έζη όπως και έγραφε. Κανένας υγιής άνθρωπος δεν θα κατακρίνη την αγάπη του Λούθηρου δια το καλόν φαγητόν και την μπύραν ή δι΄ όλας τας καρποφόρους απολαύσεις τάς οποίας ηδύνατο να του παράσχη η Αικατερίνη Μπόρα. Θα ηδύνατο να είναι περισσότερον συγκρατημένος είς τους λόγους του περί αυτών των πραγμάτων αλλά η συγκράτησις ήλθε με τους πουριτανούς και ήτο άγνωστος είς τους Ιταλούς της αναγεννήσεως όπως και είς τους Γερμανούς της Μεταρρυθμίσεως. Ακόμη και ο λεπτός Έρασμος μας σκανδαλίζει με την ειλικρινή φυσιολογικήν ομιλίαν του. Ο Λούθηρος έτρωγε πολύ αλλά ηδύνατο να τιμωρή τον εαυτό του με μακράς νηστείας. Έπινε πολύ και κατέκρινε τον πότον ώς εθνικόν ελάττωμα˙ αλλά η μπύρα ήτο το ύδωρ της ζωής διά τους Γερμανούς, όπως ο οίνος διά τους Ιταλούς και τους Γάλλους. Το ύδωρ ηδύνατο να είναι κατά γράμμα δηλητήριον εκείνην την απρόσεκτον εποχήν. Εν τούτοις ουδέποτε ηκούσαμεν ότι υπερέβη την ευθυμίαν διά να μεταπέση είς μέθην.
«Εάν ο Θεός δύναται να με συγχωρήση διότι τον εσταύρωσα τελών λειτουργίας επί είκοσι έτη, θα δύναται επίσης να με αναχθή να πίνω απο καιρού είς καιρόν πρός τιμήν του».
Τα ελαττώματα του ήσαν εμφανή. Υπερήφανος εν τω μέσω των συνεχών ταπεινοφρόνων εκφράσεων του, άτεγκτος εναντίον του δόγματος, ασυγκράτητος είς ζήλον, μη παρέχων έλεος ούτε απο ευγένειαν είς τους αντιπάλους του, πιστεύων είς δεισιδαιμονίας ενώ κατεγέλα τάς δεισιδαιμονίας, καταγγέλων την αδιαλλαξίαν και εφαρμόζων αυτήν˙ εδώ δεν έχομεν ένα υπόδειγμα σταθερότητος ή αρετής αλλά ένα άνθρωπον τόσον αποφάσκοντα όσον και η ζωή και καπνισμένον απο την πυρίτιδα του πολέμου.
«Δεν παρημέλησα ποτέ να δαγκώσω τον αντίπαλον μου», ωμολογεί «αλλά ποία είναι η αξία του άλατος εάν δεν αλμυρίζε;».
Ωμίλει περί των παπικών διαταγμάτων ώς περί κόπρου (Dreck), διά τον πάπαν ώς «σποράν του διαβόλου» ή υπασπιστήν του ή ώς αντίχριστον˙ διά τους επισκόπους ώς «larvae», απίστους υποκριτάς, «αμαθείς πιθήκους»˙ περί της χειροντονίας ώς σημειούσης τον άνθρωπον «με το σημείον του θηρίου της Αποκαλύψεως», διά τους μοναχούς ώς χειροτέρους των δημίων και των δολοφόνων ή τουλάχιστον ώς «ψύλλους είς την γούναν του Παντοδυνάμου». Δυνάμεθα να συμπεράνωμεν πόσον απελάμβανε το ακροατήριον του αυτήν την ιλαρότητα.
«Το μόνον μέρος της ανθρωπίνης ανατομίας το οποίον ο πάπας ηναγκάσθη να αφήση χωρίς να το ελέγχη, είναι το οπίσθιον άκρον».
Δια τον καθολικόν κλήρον έγραφεν:
«Ο Ρήνος μόλις επαρκεί διά να πνίξη ολόκληρον την καταραμένην συμμορίαν των Ρωμαίων καταπιεστών… καρδιναλίων, αρχιεπισκόπων, επισκόπωνν και ηγουμένων»˙ ή αν το ύδωρ δεν το επετύγχανεν, «είθε ο Θεός να στείλη επ΄ αυτών την πύρινην βροχήν και το θείον τα οποία κατεύκαυσαν τα Σόδομα και τα Γόμορρα».
Μας ενθυμίζει την παρατήρησιν του αυτοκράτορος Ιουλιανού: «δεν υπάρχει αγριότερον θηρίον απο ένα θυμωμένον θεολόγον».
Αλλά ο Λούθηρος, όπως ο Κλάιβ, εθαύμαζε την μετριοπάθειαν του.
«Πολλοί νομίζουν, ότι είμαι πολύ σκληρός εναντίον του παπισμού˙ αντιθέτως διαμαρτύρομαι ότι είμαι, δυστυχώς, πολύ μαλακός˙ θα ήθελον να αποπνέω αστραπάς εναντίον του πάπα και του παπισμού και ο κάθε άνεμος να είναι και ένας κεραυνός…˙ Θα καταρώμαι και θα ελέγχω τους κακοήθεις μέχρις ότου κατέλθω είς τον τάφον και ποτέ δεν θα ακούσουν ευγενικόν λόγον απο εμέ… Διότι είμαι ανίκανος να προσευχηθώ εάν συγχρόνως δεν καταρώμαι. Εάν πρέπει να είπω: «Δοξασμένον το όνομα σου», θα πρέπει να προσθέσω, «καταραμένον, κολασμένον, κατησχυμμένον να είναι το όνομα των παπιστών». Εάν θα πρέπει να είπω: «Ελθέτω η βασιλεία σου» πρέπει κατ΄ ανάγκην να προσθέσω, «καταραμένος, κολασμένος, εξουθενωμένος να είναι ο παπισμός». Πράγματι προσεύχομαι κατ΄ αυτόν τον τρόπον καθ΄ εκάστην και προφορικώς και εντός της καρδίας μου, χωρίς διακοπήν… Ουδέποτε εργάζομαι καλύτερον παρά όταν εμπνέωμαι υπό της οργής. Όταν είμαι εξωργίσμενος, δύναμαι να γράψω, να προσευχηθώ και να κηρήξω καλώς διότι τότε ζωογονείται όλη η ιδιοσυγκρασία μου και η διάνοια μου οξύνεται».
Τοιούτον ρητορικόν πάθος ήτο είς την ιδιοσυγκρασίαν της εποχής. «Μερικοί απο τους ιεροκήρυκας και τους λιβελλογράφους εκ της ρωμαιοκαθολικής πλευράς, ομολογεί ο πολυμαθής καρδινάλιος Γκασκιέ, «ήσαν εφάμιλλοι του Λούθηρου είς αυτό το ζήτημα».Το υβρεολόγιον ανεμένετο απο τους πνευματικούς μονομάχους και απελαμβάνετο απο τα ακροατήρια των. Η ευγένεια παρείχε την υποψίαν της ανανδρίας. Όταν η σύζηγος του Λούθηρου τού παρεπονεθη, «αγαπητέ σύζυγε είσαι πολύ αγενής», της απήντησεν: 
«Ένας κλαδίσκος δύναται να κοπή με το τραπεζομάχαιρον αλλά μία δρύς χρειάζεται πέλεκυν». Μια ηπία απάντησιν ηδύνατο να αποτρέψη την οργήν αλλά δεν ηδύνατο να ανατρέψη τον παπισμόν. Ένας άνθρωπος εκλεπτισμένος είς την ευγενικήν ομιλίαν θα υπεχώρει ενώπιον ενός τοιούτου θανασίμου αγώνος. Εγώ έχω χονδρόν δέρμα, χονδρότερον απο τον Έρασμον, δια να αντέχη είς τους παπικούς αφορισμούς και τους αυτοκρατορικούς αποκλεισμούς».
Και αυτό εχρειάσθη ισχυράν θέλησιν. Αυτή ήτο η βασική αρετή του Λουθήρου˙ απο αυτήν απέρρεεν η αυτοπεποίθησις του, ο δογματισμός, το θάρρος και η αδιαλλαξία του. Είχεν όμως επίσης και μερικάς ημέρους αρετάς. Περί την μέσην ηλικίαν του ήτο υπόδειγμα κοινονικότητος και προσηνείας και βράχος δυνάμεως δι΄ όλου όσοι είχον ανάγκην παρηγορίας ή βοηθείας. Δεν απέκτησεν  ύφος, δεν επεδίωξε κομψότητας, ουδέποτε ελησμόνησεν ότι ήτο υιός χωρικού. Αντετάχθη είς την δημοσίευσιν των απάντων του, παρακαλών τους αναγνώστας του να μελετούν αντ΄ αυτών την Βίβλον. Διεμαρτυρήθη εναντίον του χαρακτηρισμού ώς λουθηρανικών, των εκκλησιών εκείνων αι οποίαι ηκολούθουν την κατεύθυνσιν του. Όταν εκήρυττεν, έστρεφε τον λόγον του είς το λεξιλόγιον και το επίπεδον γενικώς του ακροατηρίου του. Το χιούμορ του ήτο αγροτικόν, τραχύ, εύθυμον, εφάμιλλον του Ραμπελαί.
«Οι εχθροί μου εξετάζουν πάν ότι πράττω», παρεπονείτο˙ «εάν αφήσω αέρα είς την Βιττενβέργην αισθάνονται την οσμήν είς την Ρώμην».
«Αι γυναίκες φορούν πέπλα διά  να μη σκανδαλίζουν τους αγγέλους. Εγώ φορώ πανταλόνια διά να μη σκανδαλίζω τάς γυναίκας».
Πολλοί απο ημάς έχουν είπει παρόμοια χονδρά αστεία αλλά δεν έχομεν τόσον αμειλίκτους ρεπόρτερ. Ο ίδιος άνθρωπος ο οποίος έλεγε τα ανωτέρω, ηγάπα την μουσικήν μέχρι λατρείας,συνέθεσε τρυφερούς ή ηχηρούς ύμνους και τους εμελοποίησε διά πολυφωνικήν απόδοσιν,-παραμερίσας πρός στιγμήν την θεολογικήν του προκατάληψιν- η οποία ήδη εχρησιμοποιείτο είς την ρωμαϊκήν Εκκλησίαν.
«Δεν θα εγκατέλιπα το ταπεινόν μουσικόν μου τάλαντον δι΄ οτιδήποτε ,οσονδήποτε μέγα και άν ήτο… Είμαι της γνώμης ,ότι… μετά την θεολογίαν,δεν υπάρχει τέχνη η οποία να δύναται να συγκριθή με την μουσικήν˙ διότι μόνη αυτή, μετά την θεολογίαν, μας δίδει… ανάπαυσιν και χαράν της καρδίας».
Η θεολογία του τον ωδήγησεν είς μίαν επιεική ηθικήν, διότι επίστευεν ότι τα καλά έργα δεν ηδύναντο να εξασφαλίσουν την σωτηρίαν άνευ πίστεως είς την λύτρωσιν του Χριστού ούτε η αμαρτία θα ηδύνατο να εμποδίση την σωτηρίαν, εάν αυτή η πίστις παρέμενεν. Εθεώρει ότι ένα μικροαμάρτημα απο καιρού είς καιρόν, θα ηδύνατο να μας χαροποιή επί της ευθείας και στενής οδού. Βαρυνθείς να βλέπη τον Μελάχθονα να βασανίζεται και να αδυνατίζη απο ζοφεράς ανησυχίας διά μικροεκτροπάς εκ της αγιότητος, τού είπε με έντονον χιούμορ: 
Pecca fortiter: «αμάρτανε δυνατώτερα˙ ο Θεός δύναται να συγχωρήση μόνον ένα γνήσιον αμαρτωλόν», αλλά περιφρονεί τον αναιμικόν καζουϊστήν. 
Εν τούτοις θα ήτο παράλογον να στρέψη κανείς κατηγορίαν κατά του Λουθήρου διά την τυχαίαν αυτή ειρωνείαν. Ένα πράγμα είναι σαφές: ο Λούθηρος δεν ήτο πουριτανός.
«Ο Θεός ο οποίος μας αγαπά, θέλει να τρώγωμεν να πίνωμεν και να είμεθα εύθυμοι».«Ζητώ και δέχομαι την χαράν οπουδήποτε δύναμαι να την εύρω.Γνωρίζομεν τώρα,δόξα τω Θεώ, ότι δυνάμεθα να είμεθα ευτυχείς με την συνείδησιν μας ήσυχον».
Συνίστα είς τους οπαδούς του να χορεύουν και να συμποσιάζουν την Κυριακήν. Ενέκρινε τάς διασκεδάσεις, έπαιζε καλό σκάκι, απεκάλει την χαρτοπαιξίαν αβλαβή απασχόλησιν διά τα ανώριμα πνεύματα, και είπεν ένα σοφόν λόγον διά τον χορόν:
«Οι χοροί έχουν καθιερωθή διά να εκμανθάνεται ομαδικώς η ευγένεια και διά να δημιουργήται γνωριμία και φιλία μεταξύ νέων και νεανίδων˙ εδώ αί σχέσεις των δύνανται να παρακολουθούνται και να δίδεται ευκαιρία δία εντίμους καταλήξεις. Και εγώ ο ίδιος θα ήθελον να πηγαίνω κάποτε είς τους χορούς αλλά οι νέοι θα εχόρευον με ολιγωτέραν ευθυμίαν εάν θα το έπραττον».
Μερικοί προτεστάνται ιεροκήρυκες ηθέλησαν να απαγορεύσουν τα θεατρικά έργα, αλλά ο Λούθηρος ήτο περισσότερον ανεκτικός:
«οι χριστιανοί δεν πρέπει να αποφεύγουν τελείως τάς θεατρικάς παραστάσεις επειδή υπάρχουν μερικάς φοράς είς αυτάς βωμολοχίαι και μοιχείαι˙ διά τους ιδίους λόγους τότε θα έπρεπε να παύσουν να αναγιγνώσκουν και την Βίβλον».
Γενικώς η αντίληψις του Λουθήρου περί της ζωής ήτο χαρακτηριστικώς υγιής και εύθυμος δι΄ ένα άνθρωπον ο οποίος εσκέπτετο ότι
«όλαι αι φυσικαί κλίσεις είναι είτε εκτός του Θεού είτε εναντίον του ,και ότι εννέα ψυχαί εκ των δέκα ήσαν απο Θεού προκαθωρισμέναι δια την αιωνίαν κόλασιν».
Ο άνθρωπος ήτο ασυγκρίτως καλύτερος από την θεολογίαν του.
Η διάνοιά του ήτο ισχυρά αλλ’ ήτο πολύ συσκοτισμένη από τα μιάσματα της νεότητός του, πολύ χρωματισμένη από τον πόλεμον δια να επεξεργασθή μιαν λελογισμένην φιλοσοφίαν. Όπως οι σύγχρονοί του, επίστευεν εις νάνους, μαγίσσας, δαιμόνας, την θεραπευτικήν αξίαν των ζωντανών βατράχων, και εις τα στοιχεία, τα οποία ανεζήτουν νεάνιδας εις τα λουτρά και εις την κλίνην των και τας καθίστων αιφνιδίως εγγύους. Εγελοιοποίει την αστρολογίαν αλλά πολλάκις ωμίλει με την φρασεολογίαν της. Επήνει τα μαθηματικά ως «στηριζόμενα επί αποδείξεων και ασφαλών δοκιμασιών». Εθαύμαζε την τολμηράν πρόοδον της αστρονομίας αλλά, όπως όλοι σχεδόν οι σύγχρονοί του,  απέρριπτε το σύστημα του Κοπερνίκου ως αντιτιθέμενον προς τας Γραφάς. Επέμενεν ότι η λογική έπρεπε να παραμένη εντός των ορίων τα οποία εχάραξεν η θρησκευτική πίστις.
Αναμφιβόλως, είχε δίκαιον εις την κρίσιν του ότι το αίσθημα μάλλον παρά η σκέψις, είναι ο μοχλός της ιστορίας. Οι άνθρωποι οι οποίοι διαμορφώνουν θρησκείας κινούν τον κόσμον. Οι φιλόσοφοι, ενδύουν εις νέας φράσεις, εις την μίαν γενεάν μετά την άλλην, την υπέροχον άγνοιαν του μέρους, γνωματεύουσαν περί του όλου. Τοιουτοτρόπως ο Λούθηρος προσηύχετο ενώ ο Έρασμος εσκέπτετο, και ενώ ο Έρασμος εκολάκευεν ηγεμόνας, ο Λούθηρος ωμίλει προς τον Θεόν, άλλοτε επιτακτικώς, ως κάποιος ο οποίος είχε πολεμήσει σκληρώς εις τας μάχας του Κυρίου και είχε το δικάιωμα να ακουσθή και άλλοτε ταπεινώς, ως ένα παιδίον χαμένον εις το απέραντο διάστημα. Πεπεισμένος ότι ο Θεός ήτο παρά το πλευρόν του, αντιμετώπισεν ανυπέρβλητα εμπόδια και εκέρδισε.
«Φέρω επάνω μου την κακίαν όλου του κόσμου, το μίσος του αυτοκράτορος, του πάπα και όλης της ακολουθίας των. Λοιπόν, εμπρός, εις το όνομα του Θεού!»
Είχε το θάρρος να προκαλή τους εχθρούς του δίοτι δεν είχε την διανοητικότητα να αμφιβάλλη περί της αληθείας του. Υπήρξεν εκείνο το οποίον έπρεπε να είναι δια να πράξη εκείνο το οποίον έπρεπε να πράξη.

2. ΟΙ ΑΔΙΑΛΛΑΚΤΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ
Είναι διδακτικόν να παρατήρωμεν πώς ο Λούθηρος εκινήθη από την ανεκτικότητα εις το δόγμα εφ’ όσον η δύναμις κια η βεβαιότης του ηύξανον. Μεταξύ των «πλανών», τας οποίας ο Λέων Ι’, εις την βούλλαν «Exsurge Domine», κατήγγειλεν εις τον Λούθηρον ήτο ότι «η καύσις των αιρετικών είναι αντίθετος προς το Άγιον Πνεύμα».

Εις την «Ανοικτήν Επιστολήν προς τους Χριστιανούς ευγενείς» (1520) ο Λούθηρος εχειροτόνησε τον «καθένα ιερέα», με το δικαίωμα να ερμηνεύει την Βίβλον κατά την δικήν του ατομικήν κρίσην και τα προσωπικά του φώτα, και προσέθετε,

«θα έπρεπε να νικήσωμεν τους αιρετικούς με βιβλία και όχι με την καύσιν». 
Εις το δοκίμιον «Περί της κοσμικής εξουσίας» (1522) έγραφεν:

«Επί της ψυχής ο Θεός δεν δύναται και δεν θέλει να αφήση κανέναν άλλον να κυβερνά παρά μόνον τον εαυτόν του… Θέλομεν να καταστήσωμεν τούτο τόσον σαφές ώστε να κατανοήση ο καθείς και δια να ιδούν οι Γιούνκερ μας, οι πρίγκιπες και οι επίσκοποι, πόσον ανόητοι είναι όταν επιχειρούν να πιέσουν τον λαόν… να πιστεύση το ένα ή το άλλο πράγμα… δεδομένου ότι η πίστις ή η απιστία είναι υπόθεσις της συνειδήσεως του καθενός… Η κοσμική εξουσία θα έπρεπε να περιορισθή εις την διαχείρισιν των ιδικών της υποθέσεων και να επιτρέπη εις τους ανθρώπους να πιστεύουν το ένα ή το άλλο αναλόγως της ικανότητας και της διαθέσεως αυτών και να μην εξαναγκάζη κανένα δια της βίας. Δίοτι η πίστις είναι ελεύθερον έργον, εις το οποίον κανείς δεν δύναται να εξαναγκασθή… η πίστις και η αίρεσις δεν είναι ποτέ τόσον ισχυραί παρά όταν οι άνθρωποι αντιτίθενται προς αυτάς μόνον δια της βίας, χωρίς τον λόγον του Θεού».

Εις μίαν επιστολήν προς τον εκλέκτορα Φρειδερίκον (21 Απριλίου 1524) ο Λούθηρος εζήτησεν ανοχήν δια τον Μύντζερ και άλλους εχθρούς του.

«Δεν θα πρέπει να τους εμποδίσετε να ομιλούν. Πρέπει να υπάρχουν αιρέσεις και ο Λόγος του Θεού πρέπει να αντιμετωπίση μάχας… Ας αφήσωμεν εις τας χείρας του τον αγώνα και την ελευθέραν σύγκρουσιν των πνευμάτων».

Το 1528, όταν άλλοι υπεστήριζον την θανατική ποινήν δια τους αναβαπτιστάς, συνέστησε να τιμωρηθούν μόνον με εξορίαν, εκτός αν ήσαν ένοχοι στάσεως. Ομοίως το 1530 συνέστησεν η ποινή του θανάτου δια βλασφημίαν, να μετριασθή εις εξορίαν. Είναι αληθές ότι ακόμη και κατά την φιλελευθέραν εκείνην εποχήν, ωμίλει ως εαν επεθύμει οι οπαδοί του ή ο Θεός, να πνίξουν ή οπωσδήποτε να εξοντώσουν όλους τους «παπιστάς» – αλλά τούτο ήτο «ρητορική εκστρατείας» η οποία δεν επιστεύετο σοβαρώς. Τον Ιανουάριον του 1521 έγραφε: «Δεν θα ήθελα να υπερασπίζεται το Ευαγγέλιον με βίαν και με φόνους»,
και τον Ιούνιον του ίδιου έτους, επετίμησε τους σπουδαστάς της Ερφούρτης διότι επετέθησαν εναντίον ιερέων -εν τούτοις δεν είχεν αντίρρησιν να «τρομοκρατηθούν» όλιγον δια να διορθώσουν την θεολογίαν των. Τον Μάιον του 1529, κατεδίκασε διάφορα σχέδια δι’ αναγκαστικόν προσηλυτισμόν ρωμαιοκαθολικών ενοριών εις τον προτεσταντισμόν. Μέχρι του 1531 εδίδασκεν ότ

«ούτε δυνάμεθα ούτε πρέπει να εξαναγκάζωμεν οιονδήποτε εις ζητήματα πίστεως».

Αλλά ήτο δύσκολον δι’ ένα άνθρωπον με τον δυναμικόν και θετικόν χαρακτήρα του Λουθήρου, να υποστηρίξη ανεκτικότητα, όταν η θέσις του κατέστη σχετικώς ασφαλής. Ένας άνθρωπος ο οποίος ήτο βέβαιος ότι κατείχε τον Λόγον του Θεού δεν ηδύνατο να ανεχθεί τας αντιρρήσεις προς αυτόν. Η μετάβασις προς την αδιαλλαξίαν ήτο ευκολωτέρα εις ό,τι αφεώρα τους Εβραίους. Μέχρι του 1537, ο Λούθηρος υπεστήριζεν ότι έπρεπε να συγχωρηθούν διότι διετήρουν την πίστην των, «εφ’ όσον οι ανόητοι ιδικοί μας, οι πάπαι, οι επίσκοποι, σοφισταί και μοναχοί, οι χοντροκέφαλοι αυτοί γάιδαροι, μετεχειρίσθησαν τους Εβραίους κατά τοιούτον τρόπον ώστε ο κάθε χριστιανός θα επροτίμα να ήτο Εβραίος. Πράγματι, εάν εγώ ήμουν Εβραίος και είχον ιδεί τοιούτους ηλιθίους και ανοήτους να εξηγούν τον χριστιανισμόν, θα επροτίμων να γίνω χοίρος μάλλον παρά χριστιανός… Θα συνίστων και θα παρεκάλουν τον καθένα να φέρεται ευγενώς προς τους Εβραίους και να τους διδάσκη την Γραφήν, εις την περίπτωσιν αυτήν θα έπρεπε να αναμένωμεν να προσέλθουν προς ημάς».

Πιθανόν ο Λούθηρος να είχεν αντιληφθή ότι ο προτεσταντισμός ήτο από μερικάς απόψεις μια επάνοδος εις τον Ιουδαϊσμόν, με την απόρριψιν του μοναχισμού και της αγαμίας του κλήρου, με την έμφασιν την οποίαν έδιδεν εις την Παλαιάν Διαθήκην, τους προφήτας και τους ψαλμούς και με την παραδοχήν (εξαιρουμένου του Λουθήρου) μιας αυστηροτέρας σεξουαλικής ηθικής από την του ρωμαιοκαθολικισμού. Απεγοητεύθη όταν οι Εβραίοι δεν προέβησαν εις αντίστοιχον κίνησην προς τον προτεσταντισμόν η δε αντίρρησίς του δια την είσπραξιν τόκου, συνέτεινεν εις το να στραφή εναντίον των Εβραίων δανειστών και κατόπιν κατά των Εβραίων γενικώς. Όταν ο εκλέκτωρ Ιωάννης εξεδίωξε τους Εβραίους εκ της Σαξονίας (1537) ο Λούθηρος απέρριψε μιαν έκκλησιν των Εβραίων προς αυτόν όπως μεσολαβήση. Εις τας «Επιτραπεζίους ομιλίας» του, συνήνωνεν «Εβραίους και παπιστάς» ως απιστα καθάρματα… δύο περικνημίδας κατασκευασμένας από το αυτό τεμάχιον υφάσματος. Κατά τα τελευταία έτη της ζωής του κατελήφθη από μανίαν αντισημιτισμού, κατήγγειλε τους Εβραίους ως «έθνος σκληροτράχηλον, άπιστον αλαζονικόν, διεστραμμένον, απαίσιον» και απήτησεν όπως τα σχολεία και αι συναγωγαί των καταστραφούν δια πυρός.

«Οποιοσδήποτε δύναται, ας πετάξει θειάφι και κατράμι επ’ αυτών, εάν κανείς θα ηδύνατο να τους ρίψη το πυρ της κολάσεως, θα ήτο ακόμη καλύτερον… Και αυτό πρέπει να γίνη δια την τιμήν του Κυρίου ημών και του Χριστιανισμού, δια να ίδη ο Θεός ότι είμεθα πράγματι χριστιανοί. Ας διαλυθούν επίσης και ας καταστραφούν αι οικίαι των… Ας αφαιρεθούν από αυτούς τα βιβλία των προσευχών των και τα Ταλμούδ και όλη η Βίβλος των επίσης – ας απαγορευθή, επί ποινή θανάτου, εις τους ραββίνους των ωα διδάσκουν εις το μέλλον. Ας κλείσουν δι’ αυτούς οι δρόμοι των πόλεων και της υπαίθρου. Ας απαγορευθή εις αυτούς να ασκούν τοκογλυφίαν και ας αφαιρεθούν από αυτούς οι θησαυροί των εις χρυσόν και εις άργυρον και ας ασφαλισθούν κάπου αλλού. Και αν όλα αυτά δεν αρκούν, ας τους εκδιώξωμεν ως λυσσώντας σκύλους από την χώραν».

Ο Λούθηρος δεν θα έπρεπε να φθάση εις το γήρας.

Ήδη το 1522 είχε γίνει παπικώτερος των παπών.

«Δεν παραδέχομαι, έγραφεν, ότι η θεωρία μου δύναται να κριθή από οιονδήποτε, ούτε καν από τους αγγέλους. Εκείνος ο οποίος δεν δέχεται την θεωρίαν μου, δεν δύναται να σωθή».

Κατά το 1529 εχάρασσε μερικάς λεπτάς διακρίσεις:

Κανείς δεν πρέπει να εξαναγκάζεται να ομολογή την πίστην αλλά και δεν πρέπει  να επιτρέπεται εις κανέναν να την βλάπτη. Οι αντίπαλοι μας ας προβάλουν τας αντιρρήσεις των και ας ακούσουν τας απαιτήσεις μας. Εαν κατ’ αυτόν τον τρόπο προσηλυτισθούν, έχει καλώς -εαν όχι, ας καρατήσουν την γλώσσαν των και ας πιστεύουν ό,τι θέλουν… Δια να αποφύγωμεν αναταραχάς, δεν θα έπρεπε, κατά το δυνατόν, να ανεχώμεθα αντιθέτους διδασκαλίας.

Εντός του αυτού κράτους. Ακόμη και άπιστοι θα έπρεπε να εξαναγκάζωνται να τηρούν τάς δέκα εντολάς, να πηγαίνουν είς την εκκλησίαν και να συμμορφούνται εξωτερικώς.

Ο Λούθηρος τώρα συνεφώνει με την ρωμαιοκαθολική Εκκλησίαν ότι «οι χριστιανοί απαιτούν βεβαιότητα, συγκεκριμένα δόγματα και ασφαλή Λόγον του Θεού, τον οποίον να εμπιστεύωνται διά να ζήσουν και να αποθάνουν με αυτόν». Όπως η Εκκλησία κατά τους πρώτους αιώνας του χριστιανισμού, διαιρεθείσα και εξασθενήσασα απο το αυξανόμενον πλήθος βιαίων αιρέσεων, ησθάνθη ότι ήτο επιβεβλημένον να καθορίση την πίστιν της και να απομακρύνη όλους τους ταραξίας, τοιουτοτρόπως τώρα ο Λούθηρος, στενοχωρηθείς απο την ποικιλίαν των φιλερίδων αιρέσεων, αι οποίαι εφύτρωσαν απο τον σπόρον της ατομικής κρίσεως, μετεπήδησε βήμα πρός βήμα απο την ανεκτικότητα είς τον δογματισμόν.

«Όλοι οι άνθρωποι έχουν τώρα την αξίωσιν να κάμουν κριτικήν του Ευαγγελίου», παρεπονείτο˙«σχεδόν ο κάθε ξεμωραμένος γέρος ή φλύαρος σοφιστής θα πρέπει, πράγματι,να γίνη διδάκτωρ της θεολογίας».

Ερεθισθείς από τάς προκλήσεις των ρωμαιοκαθολικών ότι είχεν εξαπολύσει μίαν διαλυτικήν αναρχίαν πίστεων και ηθών, κατέληξε συμφωνών με την Εκκλησίαν, ότι η κοινωνική τάξις απήτει κάποιον περιορισμόν είς τάς συζητήσεις, κάποιαν ανεγνωρισμένην αυθεντίαν, η οποία θα εχρησίμευεν ώς «άγκυρα της πίστεως».Τι θα έπρεπε να είναι αυτή η αυθεντία; Η Εκκλησία απήντα ότι έπρεπε να είναι η Εκκλησία, διότι μόνον ένας ζωντανός οργανισμός θα ηδύνατο να προσαρμόση τον εαυτόν του και τάς Γραφάς είς τάς αναποφεύκτους μεταβολάς. Όχι, έλεγεν ο Λούθηρος˙ μοναδική και τελική αυθεντία έπρεπε να είναι η Βίβλος, δεδομένου ότι όλοι αναγνωρίζουν ότι είναι ο Λόγος του Θεού.

Είς το δέκατον τρίτον κεφάλαιον του Δευτερονομίου,του αλαθήτου αυτού βιβλίου, εύρε μίαν ρητήν εντολήν, θεωρουμένην ότι προήρχετο απο το στόμα του Θεού, να θανατώνονται οι αιρετικοί: «και ού φείσεται ο ο φθαλμός σου απ΄ αυτώ, ούκ επιποθήσεις επ΄ αυτώ, ουδ΄ ού μη σκεπάσης αυτόν», έστω και άν ήτο «ο αδελφός σου ή ο υιός σου ή γυνή σου ή εν κόλπω σου… και αι χείρες σου έσονται επ΄ αυτόν έν πρώτοις αποκτείναι αυτόν». Με βάσιν το τρομερόν αυτό ένταλμα, η Εκκλησία ενήργησε κατά τον δέκατον τρίτον αιώνα, εξαφανίσασα τους Αλβιγηνούς˙ η θεία αυτή κατάρα είχε γίνει πιστοποιητικόν εξουσίας διά τάς καύσεις της ιεράς εξετάσεως. Παρά την βιαιότητα των λόγων του, ο Λούθηρος ουδέποτε συνηγωνίσθη την Εκκλησίαν είς αυστηρότητα όταν ενήργει κατά αντιφρονούντων, αλλά ενήργε, εντός του χώρου και των ορίων της εξουσίας του, να τούς επιβάλη σιγήν ειρηνικώς εφ΄ όσον ηδύνατο. Το 1525 επεκαλέσθη την βοήθειαν υφισταμένων διατάξεων λογοκρισίας διά να εμποδίση την εκτύπωσιν των «βλαβερών θεωριών» των Αναβαπτιστών και Ζβιγγλιανών. Το 1530, είς το σχολίον του επι του 82ου ψαλμού, συνέστησεν είς τάς κυβερνήσεις να θανατώνουν όλους τους αιρετικούς οι οποίοι εκήρυττον την επανάστασιν ή εναντίον της ατομικής ιδιοκτησίας και

«εκείνους οι οποίοι διδάσκουν εναντίον της ατομικής ιδιοκτησίας και «εκείνους οι οποίοι διδάσκουν εναντίον ενός σαφούς άρθρου της πίστεως…. όπως είναι τα άρθρα τα οποία μανθάνουν τα παιδία είς την κατήχησιν, όπως π.χ. εάν κανείς θα εδίδασκεν ότι ο Χριστός δεν ήτο Θεός αλλά απλούς άνθρωπος».

Ο Σεβαστιανός Φράνκ εθεώρει ότι υπήρχε μεγαλυτέρα ελευθερία του λόγου μεταξύ των Τούρκων παρά είς τα λουθηρανικά κράτη ο δέ Λέων Γιούντ, ο ζβιγγλιανός, συνετάχθη με τον Κάρλστατ είς το να ονομάση τον Λούθηρον δεύτερον πάπαν. Θα πρέπει, εν τούτοις, να σημειώσωμεν ότι περί τα τέλη του βίου του ο Λούθηρος επανήλθεν είς τα παλαιά του αισθήματα της ανεκτικότητος. Είς το τελευταίον του κήρυγμα συνέστησε την εγκτάλειψιν πάσης προσπαθείας εξαλείψεως των αιρέσεων διά της βίας˙ πρέπει να ανεχώμεθα υπομονητικώς τους ρωμαιοκαθολικούς και τους Αναβαπτιστάς μέχρι της Μελλούσης Κρίσεως, όταν ο Χριστός θα λάβη μέριμναν δι΄ αυτούς.
Άλλοι μεταρρυθμισταί συνηγωνίσθησαν ή υπερέβαλον τον Λούθηρον είς την καταδίωξιν των αιρέσεων. Ο Μπούσερ του Στρασβούργου παρακινεί τάς πολιτικάς αρχάς είς τα προτεσταντικά κράτη να εξοντώσουν όλους εκείνους οι οποίοι επίστευον μίαν «ψευδή» θρησκείαν. Τοιούτοι άνθρωποι, έλεγεν, είναι χειρότεροι απο φονείς˙ ακόμη και αί σύζυγοι και τα τέκνα και τα ζώα των έπρεπε να καταστραφούν. Ο σχετικώς ήπιος Μελάγχθων απεδέχθη της προεδρίαν της κοσμικής Ιεράς Εξετάσεως η οποία κατέπνιξε τους Αναβαπτιστάς είς την Γερμανίαν με φυλακίσεις και θανατώσεις. «Διατί να οικτίρωμεν τοιούτους ανθρώπους περισσότερον απο ότι τους οικτίρει ο Θεός;» ηρώτα, διότι ήτο πεπεισμένος ότι ο Θεός προώριζεν όλους τους Αναβαπτιστάς διά την κόλασιν. Συνέστησεν όπως η μή παραδοχή του βαπτίσματος των νηπίων ή του προπατορικού αμαρτήματος ή της πραγματικής παρουσίας του Χριστού είς την Ευχαριστίαν, τιμωρήται ώς κεφαλαιώδες έγκλημα. Επέμεινεν όπως καταδικασθή είς θάνατον ένας αιρετικός ο οποίος επίστευεν ότι οι ειδωλολάτραι ηδύναντο να σωθούν και ένας άλλος ο οποίος αμφέβαλλεν αν η πίστις είς στον Χριστό ώς λυτρωτήν θα ηδύνατο να μεταβάλη ένα φύσει αμαρτωλόν είς δίκαιον. Επεκρότησε, όπως θα ίδωμεν, την εκτέλεσιν του Σερβέτου. Εζήτησεν απο το κράτος να εξαναγκάσει τον λαόν να προσέρχεται κανονικώς είς τάς προτεσταντικάς ιεροστελεστίας. Απήτησε την απαγόρευσιν όλων των βιβλίων τα οποία αντετίθεντο ή εμπόδιζον την λουθηρανήν διδασκαλίαν. Τοιουτοτρόπως,τα συγγράμματα του Ζβιγγλίου και των οπαδών του είχον επισήμως καταγραφή είς τον κατάλογον των απηγορευμένων βιβλίων είς την Βιττενβέργην. Ενώ ο Λούθηρος ήτο ικανοποιημένος με την εκδίωξιν των ρωμαιοκαθολικών απο τάς περιοχάς αί οποίαι εκυβερνώντο απο λουθηρανούς ηγεμόνας, ο Μελάγχθων ηυνόει σωματικάς ποινάς. Και οι δύο συνεφώνουν ότι η πολιτική εξουσία ήτο υποχρεωμένη εκ καθήκοντος να διαδίδη και να υποστηρίζη τον «νόμον του Θεού», δηλ. Τον λουθηρανισμόν. Εν τούτοις ο Λούθηρος συνεβούλευεν ότι όπου υφίσταντο δύο μερίδες είς ένα κράτος, η μειοψηφία ώφειλε να υποτάσσεται είς την πλειοψηφίαν. Είς ένα χαρακτηριστικώς ρωμαιοκαθολικόν πριγκιπάτον, οι προτεστάνται θα έπρεπε να υποχωρήσουν και να μεταναστεύσουν. Είς μίαν χαρακτηριστικώς προστεσταντικήν  επαρχίαν οι ρωμαιοκαθολικοί ώφειλον να ενδώσουν και να αναχωρήσουν˙ εάν ανθίσταντο, τότε θα έπρεπε να τιμωρηθούν αποτελεσματικώς.
Αι προτεσταντικαί αρχαί, ακολουθούσα ρωμαιοκαθολικά προήγουμενα, παρεδέχθησαν την υποχρέωσιν να τηρούν την θρησκευτικήν συμμόρφωσιν. Είς το Άουγκσμπουργκ (18 Ιανουαρίου 1537) το δημοτικόν συμβούλιον εξέδωσε διάταγμα, διά του οποίου απηγόρευε την ρωμαιοκαθολικήν λατρείαν και εξώριζε μετά οκταήμερον, όλους όσοι δεν θα απεδέχοντο την νέαν πίστιν. Μετά την εκπνοήν της προθεσμίας,το συμβούλιον απέστειλε στρατιώτας να καταλάβουν όλας τάς εκκλησίας και τα μοναστήρια˙ θυσιαστήρια και αγάλματα αφηρέθησαν, ιερείς,μοναχοί και μοναχαί εξωρίσθησαν. Η Φραγκγούρτη επί του Μάιν εξέδωσε παρόμοιον διάταγμα η δέ κατάσχεσις των περιουσιών των ρωμαιοκαθολικών εκκλησιών και η κατάργησις της ρωμαιοκαθολικής λειτουργίας επεξετάθησαν είς όλα τα κράτη τα οποία ηλέγχοντο απο προστεστάντας. Η λογοκρισία του τύπου, η οποία είχεν ήδη καθιερωθή είς τάς ρωμαιοκαθολικάς περιοχάς, έγινε δεκτή και απο τους προτεστάντας˙ τοιουτοτρόπως ο εκλέκτωρ της Σαξονίας Ιωάννης,κατόπιν αιτήσεως του Λουθήρου και του Μελάγχθονος, εξέδωσε (1528) ένα διάταγμα, διά του οποίου απηγόρευε την δημοσίευσιν,την πώλησιν και την ανάγνωσιν της ζβιγγλιανής ή της αναβαπτιστικής φιλολογίας καθώς και το κήρυγμα ή την διδασκαλίαν των θεωριών των, «και οιοσδήποτε πληροφορηθή ότι τούτο γίνεται απο οποιονδήποτε,είτε ξένον είτε γνώριμον του, πρέπει να πληροφορή τους άρχοντας του τόπου ίνα ο δράστης συλληφθή εγκαίρως και τιμωρηθή… Όσοι πληροφορηθούν τοιαύτας παραβάσεις των διαταγών… και δεν παράσχουν τάς δεούσας πληροφορίας θα τιμωρούνται με την απώλειαν της ζωής ή της περιουσίας των».

Ο αφορισμός, όπως η λογοκρισία, υιοθετήθη εκ μέρους των προτεστάντων από τους ρωμαιοκαθολικούς. Η ομολογία του Άουγκσμπουργκ* του 1530 διεκήρυξε το δικαίωμα της Λουθηρανής Εκκλησίας να αφορίζη πάν μέλος αυτής το οποίον θα απέρριπτεν ένα βασικόν λουθηρανικόν δόγμα.Ο Λούθηρος εξήγησεν ότι
«παρ΄ όλον ότι ο αφορισμός είς την παπωσύνην χρησιμοποιείται και υφίσταται απαίσχυντον κατάχρησιν και έχει γίνει ένα απλούν βασανιστήριον, εν τούτοις δεν πρέπει να τον καταργήσωμεν αλλά να κάμνωμεν ορθήν χρήσιν αυτού, όπως διέταξεν ο Χριστός». 

ΙΙ.     ΑΙ ΔΙΑΙΤΑΙ ΔΙΑΦΩΝΟΥΝ   1521 – 41
Όπως η εσωτερική ελευθερία ποικίλει (όταν οι άλλοι παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι) αναλόγως της εξωτερικής ασφαλείας, τοιουτοτρόπως ο προτεσταντισμός, κατά την περίοδο της ασφαλείας του, περιέπεσεν εις την κατάτμησιν εις φατρίας, πράγμα το οποίον εφαίνετο συναφές με τας αρχάς της ατομικής κρίσεως και της υπεροχής της συνειδήσεως. Ήδη το 1525 ο Λούθηρος έγραφεν: «Υπάρχουν σήμερον σχεδόν τόσαι φατρίαι και πίστεις όσαι και κεφαλαί»[12]

Ο Μελάγχθων ήτο απησχολημένος με το να κατευνάζη τον αρχηγόν του και να επινοή διφορούμενας διατυπώσεις διά να συμβιβάζη αντιτιθεμένας βεβαιότητας. Οι ρωμαιοκαθολικοί έχαιρον καταδεικνύοντες τας φιλονεικούσας μεταξύ των προτεσταντικάς φατρίας και προέλεγον ότι η ελευθερία της ερμηνείας και της πίστεως θα ωδήγει εις θρησκευτικήν αναρχίαν, ηθικήν αποσύνθεσιν και ένα σκεπτικισμόν εξ ίσου απεχθή   διά τους προτεστάντας όπως και διά τους καθολικούς. [13] Το 1525, τρεις καλλιτέχναι εξωρίσθησαν από την προτεσταντικήν Νυρεμβέργην διότι ημφεσβήτησαν την θείαν έμπνευσιν της Βίβλου, την πραγματικήν παρουσίαν  κατά την Ευχαριστίαν και την θεότητα  του Χριστού.
Καθ’ ον χρόνον ο Σουλεϊμάν παρεσκεύαζε την εκστρατείαν, η οποία περιέκοψε την Ουγγαρίαν κατά το ήμισυ, μία δίαιτα Γερμανών ηγεμόνων, ιεραρχών και αστών συνήλθεν εις την Σπέγιερ (Ιούνιος 1526) διά να εξετάση το αίτημα των καθολικών όπως το διάταγμα της Βορμς επιβληθή διά καταναγκασμού και την αντιπρότασιν των προτεσταντών ότι η θρησκεία πρέπει  να αφεθή ελευθέρα μέχρις ότου μία σύνοδος υπό γερμανικήν προστασίαν τακτοποιήση τας διαφοράς. Οι προτεστάνται επεκράτησαν και το τελικόν ψήφισμα της διαίτης αυτής καθώρισεν ότι – μέχρις ότου συνέλθη το ως άνω συμβούλιον – έκαστον γερμανικόν κράτος, εις ό,τι αφορά την θρησκείαν, (οφείλει να ζη, να κυβερνά και να συμπεριφέρεται κατά τρόπον, καθ’ ον θα νομίζη ότι ανταποκρίνεται εις την θέλησιν του Θεού και του αυτοκράτορος). Ότι κανείς δεν πρέπει να τιμωρηθή διά προηγούμενα αδικήματα παραβάσεων του διατάγματος της Βορμς. Και ότι ο Λόγος του Θεού θα έπρεπε να κηρύσσσεται από όλα τα μέρη χωρίς το ένα να επεμβαίνη εις τας ενεργείας των άλλων. Οι προτεστάνται ηρμήνευσαν την «προσωρινήν απόφασιν της Σπέγιερ» ως επικυρούσαν την ίδρυσιν λουθηρανικών εκκλησιών, την θρησκευτικήν αυτονομίαν εκάστου τοπικού ηγεμόνος και την απαγόρευσιν της θείας λειτουργίας εις τας λουθηρανικάς περιοχάς. Οι ρωμαιοκαθολικοί απέρριψαν αυτάς τας ερμηνείας αλλά ο αυτοκράτωρ, ευρισκόμενος εις διάστασιν με τον πάπαν, τας απεδέχθη επί του παρόντος ο δε Φερδινάνδος ευρέθη εντός ολίγου εις τοιούτον βαθμόν απησχολημένος με τα ζητήματα της Ουγγαρίας ώστε να μη δύναται να προβάλη αποτελεσματικήν αντίστασιν.

Όταν αποκατέστησεν ειρηνικάς σχέσεις με τον Κλήμεντα, ο Κάρολος επανήλθεν εις την φυσικήν δι’ ένα βασιλέα συντηρητικότητα  και έδωσεν εντολήν εις την δίαιταν της Σπέγιερ να συνέλθη εκ νέου την 1ην Φεβρουαρίου 1529. Υπό την επιρροήν του προεδρεύοντος αρχιδουκός και του απόντος αυτοκράτορος, η νέα συνέλευσις ανεκάλεσε το διάταγμα του 1526 και εξέδωσε ψήφισμα το οποίον επέτρεπε τας λουθηρανικάς ιεροτελεστίας, απήτει όμως την ανοχήν των ρωμαιοκαθολικών ιεροτελεστιών, εις τα λουθηρανικά κράτη, απηγόρευεν απολύτως το λουθηρανικόν κήρυγμα ή λειτουργικόν τυπικόν εις τα ρωμαιοκαθολικά κράτη, επέβαλλε το διάταγμα της Βορμς και έθετεν εκτός νόμου τας αιρέσεις των Ζβιγγλιανών και των Αναβαπτιστών παντού. Την 25ην Απριλίου 1529 η λουθηρανική μειονότης εδημοσίευσε μίαν «διαμαρτυρίαν» διακηρύσσουσα ότι η συνείδησις απηγόρευε την εκ μέρους των αποδοχήν του διατάγματος αυτού. Απηυθύνθησαν προς τον αυτοκράτορα ζητούντες την σύγκλησιν γενικής συνόδου. Εν τω μεταξύ εδήλωσαν ότι θα παραμείνουν πιστοί εις το ψήφισμα της Σπέγιερ αντί οιασδήποτε θυσίας. Ο όρος προτεστάνται απεδόθη υπό των ρωμαιοκαθολικών εις τους υπογράψαντας αυτήν την διαμαρτυρίαν και βαθμηδόν κατέστη συνήθεια να καθορίζωνται δι’ αυτού οι Γερμανοί αποστάται από την Ρώμην.

Εξακολουθών να έχη ανάγκην της γερμανικής ενότητος εναντίον των Τούρκων, ο Κάρολος συνεκάλεσε μίαν άλλην δίαιταν, η οποία συνήλθεν εις το Άουγκσμπουργκ (20 Ιουνίου 1530) υπό την προεδρίαν του. Κατά την διάσκεψιν αυτήν παρέμεινεν εις την κατοικίαν του Αντωνίου Φούγκερ, όστις ήτο τώρα αρχηγός του οίκου ο οποίος τον είχε κάμει αυτοκράτορα. Συμφώνως προς μίαν παλαιάν ιστορίαν, ο τραπεζίτης ηυχαρίστησε τον ηγεμόνα ανάψας πυράν με ένα χρεόγραφον του αυτοκράτορος. [14]  Επειδή οι Φούγκερ ήσαν οικονομικώς σύμμαχοι με τους πάπας, η χειρονομία αυτή πιθανόν να έφερε τον Κάρολον ένα βήμα πλησιέστερα προς τον παπισμόν. Ο Λούθηρος δεν παρέστη διότι εξηκολούθει να διατελή υπό αυτοκρατορικήν απαγόρευσιν και ήτο δυνατόν να συλληφθή ανά πάσαν στιγμήν. Μετέβη όμως εις το Κοβούργον, επί των σαξονικών συνόρων και ευρίσκετο εις επαφήν με την προτεσταντικήν αντιπροσωπείαν δι’ αγγελιοφόρων. Παρωμοίαζε την συνέλευσιν με ένα σμήνος από κάργιες αι οποίαι εφλυάρουν και επτερύγιζον προ των παραθύρων του και παρεπονείτο ότι  «έκαστος επίσκοπος έφερε μαζί του τόσους διαβόλους» ή ψηφοφόρους εις την δίαιταν «όσοι ψύλλοι ευρίσκονται εις ένα σκύλον την ημέραν του Αγίου Ιωάννου».[15]  Προφανώς αυτήν την εποχήν συνέθεσε τον σπουδαιότερον από τους ύμνους του – «Ein feste Burg ist unser Gott» – «ένα δυνατό φρούριο είναι ο Θεός μας».

Την 24ην Ιουνίου ο καρδινάλιος Καμπέτζιο απήτησεν από την δίαιταν την ολοσχερή εξάλειψιν των προτεσταντικών αιρέσεων. Την 25ην ο Χριστιανός Μπάγιερ ανέγνωσεν εις τον αυτοκράτορα και εις μίαν μερίδα της συνελεύσεως την περίφημον Ομολογίαν του Άουγκσμπουργκ, την οποίαν είχε συντάξει ο Μελάγχθων, και η οποία, με μερικάς τροποποιήσεις, επρόκειτο να γίνη η επίσημος ομολογία πίστεως των λουθηρανικών εκκλησιών. Εν μέρει επειδή εφοβείτο πόλεμον εκ μέρους των συνδυασμένων δυνάμεων του αυτοκράτορος και του πάπα εναντίον των διηρημένων προτεσταντών, εν μέρει διότι εξ ιδιοσυγκρασίας έκλινε προς τον συμβιβασμόν και την ειρήνην, ο Μελάγχθων διετύπωσε το έγγραφον (όπως λέγει ένας ρωμαιοκαθολικός λόγιος) εις ένα «αξιοπρεπή, μετριοπαθή και ειρηνικόν τόνον», [16] και προσεπάθησε να μειώση τας διαφοράς μεταξύ των λουθηρανικών και των καθολικών απόψεων. Επεξετάθη επί των αιρέσεων, τας οποίας οι ευαγγελικοί (όπως αυτοαπεκαλούντο οι λουθηρανοί εκ του ότι εστηρίζοντο μόνον εις τα ευαγγέλια και την λοιπήν Κ.Διαθήκην) και οι ρωμαιοκαθολικοί κατεδίκαζον κατά τον ίδιον τρόπον, διεχώρισε την λουθηρανικήν από την ζβιγγλιανικήν μεταρρύθμισιν και άφησε την τελευταίαν να φροντίση μόνη της διά τον εαυτό της. Εμετρίασε τα δόγματα περί προορισμού, «μετουσιώσεως» και δικαιώσεως διά της πίστεως, ωμίλησε μετριοπαθώς περί των εκκλησιαστικών καταχρήσεων, τας οποίας είχε περιορίσει ο προτεσταντισμός. Υπερήσπισε με ευγένειαν την παροχήν της Ευχαριστίας υπό τας δύο μορφάς, την κατάργησιν των μοναστικών όρκων, τον γάμο του κλήρου, και έκαμεν έκκλησιν προς τον καρδινάλιον Καμπέτζιο να δεχθή την Ομολογίαν αυτήν με το ίδιον διαλλακτικόν πνεύμα, με το οποίον είχε συνταχθή.

Ο Λούθηρος εστενοχωρήθη διά μερικάς εκ των παραχωρήσεων άλλ’ έδωσεν εις το έγγραφον την απαραίτητον έγκρισίν του. Ο Ζβίγγλιος απέστειλεν εις τον αυτοκράτορα την ιδικήν του Ratio fidei, διατυπώσας απροκαλύπτως, ότι δεν επίστευσεν εις την πραγματικήν παρουσίαν. Το Στρασβούργον, το Λιντάου, η Κωνσταντία και το Μέμμιγκεν, παρουσίασαν μίαν ιδιαιτέραν ομολογίαν, την Tetrapolitana, εις την οποίαν ο Καπίτο και ο Μπούσερ ηγωνίσθησαν να γεφυρώσουν τα χάσματα μεταξύ της λουθηρανικής, της ζβιγγλιανικής και της ρωμαιοκαθολικής πίστεως.

Η μερίς των άκρων ρωμαιοκαθολικών, υπό την ηγεσίαν του Εκ, απήντησε με μίαν «Διάψευσιν» τόσον αδιάλλακτον, ώστε η συνέλευσις ηρνήθη να την υποβάλη εις τον αυτοκράτορα μέχρις ότου  εχαμήλωσε δύο φοράς τον τόνον της. Μετά την αναθεώρησιν της αυτήν επέμενεν επί της μετουσιώσεως των επτά μυστηρίων, της επικλήσεως των αγίων της αγαμίας του κλήρου, της κοινωνίας με μόνον άρτον και της τελέσεως της λειτουργίας λατινιστί. Ο Κάρολος ενέκρινεν αυτήν την «Διάψευσιν» και διεκήρυξεν, ότι οι προτεστάνται έπρεπε είτε να την αποδεχθούν είτε να αντιμετωπίσουν πόλεμον. Μια ηπιωτέρα μερίς ρωμαιοκαθολικών ήρχισε διαπραγματεύσεις με τον Μελάγχθονα και προσεφέρθη να επιτρέψη την κοινωνίαν εις άρτον και οίνον. Εις αντάλλαγμα, ο Μελάγχθων συνεφώνησεν να δεχθή την εξομολόγηση, τας νηστείας, την επισκοπικήν δικαιοδοσίαν, ακόμη και την παπικήν εξουσίαν, με μερικάς προυποθέσεις. Άλλοι όμως προτεστάνται ηρνήθησαν να προχωρήσουν τόσο πολύ. Ο Λούθηρος διεμαρτυρήθη ότι η παλινόρθωσις της επισκοπικής δικαιοδοσίας θα υπέτασσε τους νέους ιερείς υπό την ρωμαϊκήν ιεραρχίαν και συντόμως θα εξήλειφε την Μεταρρύθμισιν. Βλέποντες, ότι η συμφωνία ήτο αδύνατος, πολλοί προτεστάνται ηγέται ανεχώρησαν διά τας εστίας των.

Την 19ην Νοεμβρίου, η διασπασθείσα δίαιτα εξέδωσε το τελικό της διάταγμα. Όλαι αι φάσεις του προτεσταντισμού κατεδικάζοντο. Το διάταγμα της Βορμς έπρεπε να επιβληθή. Το αυτοκρατορικόν δικαστήριο [ Reichskammergericht ] θα ήρχιζε την λήψιν νομίμων μέτρων εναντίον εκείνων οι οποίοι ιδιοποιήθησαν εκκλησιαστικήν περιουσίαν. Οι προτεστάνται θα έπρεπε να αποδεχθούν την «Διάψευσιν» ειρηνικώς μέχρι τις 15 Απριλίου 1531. Η υπογραφή του Καρόλου έκαμε το «ψήφισμα αυτό του Άουγκσμπουργκ», αυτοκρατορικόν διάταγμα. Πρέπει να είχε φανή εις τον αυτοκράτορα, ότι ήτο το άκρον άωτον της λογικής το να παραχωρήση εις τους αντάρτας έξ μήνας  διά να προσαρμοστούν προς την θέλησιν της διαίτης. Κατά την διάρκειαν της περιόδου αυτής τους παρέσχεν ασυλίαν από το διάταγμα της Βορμς. Κατόπιν, εάν άλλα καθήκοντα θα το επέτρεπον θα ηδύνατο να υποβάλη τας αντιπάλους θεολογίας υπό το υπέρτερον δικαστήριον του πολέμου.

Καθ’ ον χρόνον η δίαιτα συνεδρίαζε πολλά κράτη εσχημάτισαν μία Καθολικήν Ομοσπονδίαν διά την άμυναν και την αποκατάστασιν  της πατροπαραδότου πίστεως. Ερμηνεύοντες τούτο ως πολεμικήν χειρονομίαν, μερικοί προτεστάνται ηγεμόνες και προτεσταντικαί πόλεις, ωργάνωσαν (Μάρτιος 1531) την Σμαλκαλδικήν Ομοσπονδίαν, η οποία έλαβε το όνομά της από την γενέτειρα της θέσιν παρά την Ερφούρτην. Όταν εξέπνευσε η δοθείσα προθεσμία ο Φερδινάνδος, ‘ Βασιλεύς των Ρωμαίων ‘ τώρα, επρότεινεν εις τον Κάρολον να αρχίση πόλεμον. Αλλά ο Κάρολος δεν ήτο ακόμη έτοιμος. Ο Σουλεϊμάν εσχεδίαζεν νέαν επίθεσιν κατά της Βιέννης. Ο σύμμαχος και ομόσπονδος του Σουλειμάν Βαρβαρόσσας, ενήργει επιδρομάς εις την Μεσόγειον, λυμαινόμενος το χριστιανικόν εμπόριον. Ο σύμμαχος του Σουλειμάν Φραγκίσκος της Γαλλίας, ανέμενε να επιτεθή εναντίον του Μιλάνου την στιγμήν κατά την οποίαν ο Κάρολος θα περιεπλέκετο εις έναν γερμανικόν εμφύλιον πόλεμον. Τον Απρίλιον του 1531 αντί να επιβάλη το διάταγμα του Άουγκσμπουργκ, το ανέστειλε και εζήτησε προτεσταντικήν βοήθειαν κατά των Τούρκων. Ο Λούθηρος και οι ηγεμόνες ανταπεκρίθησαν νομιμοφρόνως. Λουθηρανοί και καθολικοί υπέγραψαν την Ειρήνην της Νυρεμβέργης (23 Ιουλίου 1532) υποσχεθέντες ηνωμένην βοήθειαν προς τον Φερδινάνδον και αμοιβαίαν θρησκευτικήν ανοχήν μέχρις ότου θα συνήρχετο μία γενική σύνοδος. Ένας τόσο πολυάριθμος στρατός από προτεστάντας και ρωμαιοκαθολικούς Γερμανούς, από Ισπανούς και Ιταλούς ρωμαιοκαθολικούς συνεκεντρώθη υπό την σημαίαν του αυτοκράτορος εις την Βιέννην, ώστε ο Σουλεϊμάν εύρε τους οιωνούς δυσμενείς και επέστρεψεν εις την Κωνσταντινούπολιν ενώ ο χριστιανικός στρατός, μεθυσμένος από την αναίμακτον νίκην του ελεηλάτει χριστιανικάς πόλεις και οικίας «σκορπίζων μεγαλυτέραν καταστροφίν», έλεγεν ο αυτόπτης Θωμάς Κράνμερ εξ Αγγλίας «από τους Τούρκους». [17]
Ο πατριωτισμός των προτεσταντών έδωσεν εις το κίνημά των νέαν αξιοπρέπειαν και ορμήν. Όταν ο Αλεάντερ, απεσταλμένος και πάλι του πάπα, προσέφερεν εις τους προτεστάντας ηγέτας ακρόασιν εις μίαν γενικήν σύνοδον εάν θα υπέσχοντο υποταγήν εις τας τελικάς αποφάσεις της συνόδου, αυτοί απέρριψαν τας προτάσεις του. Μετά έν έτος (1534) ο Φίλιππος της Έσσης μη λαβών υπ’όψιν την υπό του Λουθήρου καταδίκην πάσης επιθετικής πολιτικής, εδέχθη γαλλικήν βοήθειαν κατά την παλινόρθωσιν του προτεστάντος δουκός Ούλριχ εις την εξουσίαν εις την Βυρτεμβέργην. Η κυριαρχία του Φερδινάνδου ετελείωσεν εκεί. Αι εκκλησίαι ελεηλατήθησαν, τα μοναστήρια εκλείσθησαν και η περιουσία των κατεσχέθη υπό του κράτους. [18] Αι περιστάσεις ηυνόησαν και πάλι τους προτεστάντας – ο Φερδινάνδος ήτο απερροφημένος προς ανατολάς, ο Κάρολος προς δυσμάς. Οι Αναβαπτισταί εσταθεροποίουν προφανώς μίαν κομμουνιστικήν επανάστασιν εις το Μύνστερ. Οι ριζοσπάσται του Γυργκενβουλλενβέφερ κατέλαβον την Λυμπέκ (1535). Οι καθολικοί ηγεμόνες εχρειάσθησαν τώρα προτεσταντικήν βοήθειαν αφ’ενός μεν εναντίον εσωτερικών εξεγέρσεων αφετέρου δε εναντίον των Οθωμανών. Επιπλέον η Σκανδιναβία και η Αγγλία είχον ήδη απαρνηθή την Ρώμην και η ρωμαιοκαθολική Γαλλία επεζήτει την συμμαχίαν της λουθηρανικής Γερμανίας εναντίον του Καρόλου Ε΄.

Ενθαρρυνθείσα από την αυξανομένην αυτήν δύναμιν, η Σμαλκαλδική Ομοσπονδία εψήφισε την συγκρότησιν ενός στρατού εκ 12.000 ανδρών. Όταν ο νεός πάπας Παύλος Γ΄, ηρώτησεν υπό ποίους όρους η Ομοσπονδία θα εδέχετο μίαν γενικήν σύνοδον, απήντησεν ότι θα ανεγνώριζεν μόνον μία σύνοδον η οποία θα συνήρχετο ανεξαρτήτως από τον πάπα και θ απετελείτο από τους εκκλησιαστικούς και τους κοσμικούς ηγέτας της Γερμανίας και θα εδέχετο τους προτεστάντας όχι ως αιρετικούς αλλά ως ομοτίμους συμμετέχοντας. [19]  Απέκλεισεν το αυτοκρατορικόν δικαστήριον και εγνωστοποίησε εις τον καγκελλάριον του αυτοκράτορος ότι δεν θα παρεδέχετο το δικαίωμα των ρωμαιοκαθολικών να διατηρούν εκκλησιαστικάς περιουσίας ή να συνεχίζουν την λατρείαν των εις τα εδάφη των προτεσταντών ηγεμόνων. [20] Τα ρωμαιοκαθολικά κράτη ανεσυγκρότησαν την ομοσπονδία των και απήτησαν από τον Κάρολον πλήρη επιβολή των εξουσιών, αι οποίαι είχον παραχωρηθή εις το Reichskammergericht. Αυτός απήντησε με ευγενείς λόγους αλλά ο φόβος του Φραγκίσκου Α΄εις τα νώτα του τον εκράτησεν επιφυλακτικόν.
Η προτεσταντική πλημμύρα εξηκολούθει να ογκούται. Ένας ρωμαιοκαθολικός ιστορικός λέγει:

Την 9ην Σεπτεμβρίου 1538, ο Αλεάντερ έγραψεν εις τον πάπαν από το Λιντς, ότι η θρησκευτική κατάστασις εις την Γερμανίαν ευρίσκετο σχεδόν εις κατάρρευσιν. Η θεία λατρεία και η παροχή των μυστηρίων είχε κατά το πλείστον σταματήση. Οι κοσμικοί ηγεμόνες, εξαιρουμένου του Φερδινάνδου, ήσαν είτε εντελώς λουθηρανοί ή εμίσουν ασπόνδως τους ιερείς και επωφθαλμίων τας εκκλησιαστικάς περιουσίας. Οι ιεράρχαι εξηκολούθουν να διάγουν την ιδίαν σπάταλον ζωήν όπως και πριν… Τα θρησκευτικά τάγματα έχουν περιορισθή εις το ελάχιστον. Ο κοσμικός κλήρος δεν ήτο πολύ περισσότερος και τόσο ανήθικος και αμαθής ώστε οι ολίγοι καθολικοί τους απέφευγον. [21]

Όταν απέθανε ο καθολικός δουξ της Αλβερτίνης Σαξονίας Γεώργιος, τον διεδέχθη ο λουθηρανός αδελφός του Ερρίκος. Τούτον με τη σειράν του διεδέχθη ο Μαυρίκιος, ο οποίος επρόκειτο να είναι ο στρατιωτικός σωτήρ του προτεσταντισμού εις την Γερμανίαν. Το 1539, ο εκλέκτωρ του Βραδιμβούργου Ιωακείμ Β΄ ίδρυσεν εις την πρωτεύουσαν του, το Βερολίνον, μίαν προτεσταντικήν εκκλησίαν υπερηφάνως ανεξάρτητον και από την Ρώμην και από την Βυττενβέργην. Το 1542, το δουκάτον της Κλέβης, η επισκοπή του Ναουμβούργου, ακόμη και η έδρα του Άλμπρεχτ εις την Χάλλην, προσετέθησαν εις τον προτεσταντικόν κατάλογον με επίκαιρον ανάμειξιν πολιτικής και πολέμου. Το 1543 ο κόμης Έρμαν φον Βηντ,  αρχιεπίσκοπος – εκλέκτωρ της Κολωνίας, εσκανδάλισεν την Ρώμην, μετατραπείς εις λουθηρανόν. Οι προτεστάνται ηγέται είχον τοιαύτην  πεποίθησιν ώστε τον Ιανουάριον του 1540, ο Λούθηρος, ο Μελάγχθων και άλλοι, εξέδωσαν μίαν προκήρυξιν δηλούντες ότι ειρήνη ήτο δυνατό να υπάρξη μόνον εάν ο αυτοκράτωρ και ο καθολικός κλήρος θα απηρνούντο την «ειδωλολατρείαν και την πλάνην» των και θα απεδέχοντο το «καθαρόν δόγμα» της ομολογίας του Άουγκσμπουργκ. Και το έγγραφο εξηκολούθει περαιτέρω: « και αν ακόμη ο πάπας επρόκειτο να μας αναγνωρίση τα δόγματα και τας ιεροτελεστίας μας, ημείς θα εξακολουθήσομεν να είμεθα υποχρεωμένοι να τον μεταχειριζώμεθα ως διώκτην και απόβλητον εφ’ όσον εις τα βασίλειά μας δεν θα απηρνήτο τας πλάνας του».

«Όλα ετελείωσαν με τον πάπαν», είπεν ο Λούθηρος,  «όπως έγινε και με τον θεόν του τον διάβολον» [22]

Ο Κάρολος σχεδόν συνεφώνησε, διότι τον Απρίλιον του 1540, ανέλαβεν την θρησκευτικήν πρωτοβουλίαν από τον πάπαν και προσεκάλεσεν τους καθολικούς και προτεστάντας ηγέτας της Γερμανίας να συγκεντρωθούν εις «χριστιανικήν συγκέντρωσιν» διά να επιδιώξουν και πάλιν μίαν ειρηνικήν τακτοποίησιν των διαφορών των. «Εάν ο πάπας δεν επέμβη αποφασιστικώς», έγραφεν ένας παπικός νούντσιος, « ολόκληρος η Γερμανία θα γίνη λεία του προτεσταντισμού». Εις μίαν προκαταρκτικήν σύσκεψιν εις την Βορμς, μία μακρά συζήτησις μεταξύ του Εκ και του Μελάγχθονος κατέληξεν εις την προσωρινήν παραδοχήν εκ μέρους του προηγουμένως αδιαλλάκτου καθολικού, των ηπίων προτάσεων, αι οποίαι είχον διατυπωθή εις την Ομολογίαν του Άουγκσμπουργκ. [23]

Ενθαρρυνθείς ο Κάρολος, εκάλεσε τας δύο ομάδας εις την Ρατισβόνην [ Regensburg]. Εκεί, υπό την ηγεσίαν του (5 Απριλίου – 22 Μαίου 1541) εσημείωσαν την μεγαλυτέραν των προσέγγισιν προς μίαν διευθέτησιν.

Ο Παύλος Γ΄ είχε ειρηνικάς διαθέσεις και ο κύριος αντιπρόσωπός του, καρδινάλιος Γκάσπαρο Κονταρίνι, ήτο άνθρωπος καλής θελήσεως και πολύ ηθικού χαρακτήρος. Ο αυτοκράτωρ, καταπονούμενος από τας απειλάς εκ μέρους της Γαλλίας και από τας  εκκλήσεις εκ μέρους του Φερδινάνδου διά βοήθειαν εναντίον των επανερχομένων Τούρκων, επεθύμει τόσον εναγωνίως μίαν συμφωνίαν, ώστε πολλοί καθολικοί ηγέται τον υπωπτεύοντο διά προτεσταντικάς τάσεις. Η σύσκεψις συνεφώνησε να επιτραπή ο γάμος εις τους κληρικούς και η θεία κοινωνία εις τα δύο είδη. Αλλά κανένα πνευματικόν τέχνασμα δεν κατόρθωσε να εύρη μίαν διατύπωσιν, η οποία συγχρόνως να επιβεβαιώνη και να αρνήται την θρησκευτικήν υπεροχήν των παπών και την μετουσίωσιν εις την ευχαριστίαν, ο δε Κονταρίνι δεν διασκέδασε καθόλου όταν του ετέθη μία προτεσταντική ερώτησις, εάν ένας ποντικός ο οποίος θα έτρωγε μίαν όστιαν η οποία είχε πέσει κάτω, θα έτρωγεν άρτον ή Θεόν;[24] Η συνέλευσις απέτυχε αλλά ο Κάρολος, σπεύδων προς τον πόλεμον, παρεχώρησε μίαν προσωπικήν υπόσχεσιν προς τους προτεστάντας, ότι δεν θα εδιώκοντο διά την τήρησιν των δογμάτων της Ομολογίας του Άουγκσμπουργκ ή διά την διατήρησιν των κατασχεθεισών εκκλησιαστικών περιουσιών.

Κατά την διάρκειαν των ετών αυτών της έριδος και της αναπτύξεως, η νέα πίστις είχε δημιουργήσει μίαν νέαν εκκλησίαν. Καθ’ υπόδειξιν  του Λουθήρου είχεν αυτοονομασθή ευαγγελική. Είχεν αρχικώς υποστηρίξει μίαν εκκλησιαστικήν δημοκρατίαν, εις την οποίαν έκαστη ενορία θα εξέλεγε τον ιερέα της και θα καθώριζε το τυπικόν και την πίστιν της. Αλλά η αύξουσα εξάρτησίς του από τους ηγεμόνας, τον ηνάγκασε να παραχωρήση τα προνόμια αυτά εις επιτροπάς διοριζομένας από το κράτος και υπευθύνους έναντι αυτού. Το 1525, ο εκλέκτωρ Ιωάννης της Σαξονίας διέταξεν όλας τας εκκλησίας του δουκάτου του να υιοθετήσουν την ευαγγελικήν λειτουργίαν όπως την είχε διατυπώσει ο Μελάγχθων με την έγκρισιν του Λουθήρου. Ιερείς, οι οποίοι ηρνούντο να τπακούσουν, έχανον τας αποδοχάς των, οι δε ισχυρογνώμονες λαικοί, μετά μίαν περίοδον χάριτος, εξωρίζοντο. [25] Και άλλοι λουθηρανοί πρίγκηπες ηκολούθησαν παρομοίας μεθόδους. Ως δογματικόν οδηγόν διά τας νέας εκκλησίας, ο Λούθηρος συνέταξεν ένα πεντασέλιδον «Kleiner Katechismus» [1529], συνιστάμενον από τας δέκα εντολάς, το «σύμβολον» των αποστόλων και βραχείαν ερμηνείαν εκάστου άρθρου. Η κατήχησις αυτή θα εθεωρείτο πολύ ορθόδοξος κατά τους τέσσαρας πρώτους αιώνας του χριστιανισμού.

Οι νέοι ιερείς ήσαν γενικώς άνθρωποι με χρηστά ήθη, γνωρίζοντες καλώς τας Γραφάς, αδιάφοροι διά την ουμανιστικήν μάθησιν και αφοσιωμένοι εις τα καθήκοντά των. Η Κυριακή ετηρείτο ως το «Σάββατον». Εδώ ο Λούθηρος εδέχθη μάλλον την παράδοσιν παρά την Βίβλον. Η «θεία λειτουργία» διετήρησε πολλά από το καθολικόν τυπικόν…θυσιαστήριον, σταυρόν, λαμπάδας, άμφια και τμήματα της λειτουργίας εις την γερμανικήν. Εδόθη όμως μεγαλύτερος ρόλος εις το κήρυγμα και δεν υπήρχον προσευχαί προς την Παρθένον ή προς τους αγίους. Θρησκευτικαί εικόνες και αγάλματα είχον αφαιρεθή. Η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική είχε τροποποιηθή εις τρόπον ώστε να φέρη τους πιστούς πλησιέστερον προς τον ιεροκήρυκα διά να τον ακούουν ευκολώτερα. Διά τον λόγον τούτον, αι στοαί έγιναν σύνηθες χαρακτηριστικόν των προτεσταντικών εκκλησιών. Η πλέον ευχάριστος καινοτομία, ήτο η ενεργός συμμετοχή του εκκλησιάσματος εις την μουσικήν της ιεροτελεστίας. Και οι άμουσοι ακόμη αρέσκονται να ψάλλουν και τώρα έκαστος ηδύνατο να ακούη με ευχαρίστησιν την φωνήν του μέσα εις την προστατευτικήν ανωνυμίαν του πλήθους. Ο Λούθηρος έγινε από της μιάς ημέρας εις την άλλην ποιητής και έγραφε διδακτικούς, πολεμικούς και εμπνευσμένους ύμνους μιάς τραχείας και ανδροπρεπούς δυνάμεως, προσαρμοζομένης προς τον χαρακτήρα του. Δεν έψαλλον μόνον εκκλησιαζόμενοι αυτούς και άλλους θρησκευτικούς ύμνους, αλλά και συνήρχοντο κατά την διάρκειαν της εβδομάδος διά να ασκούνται εις δοκιμάς. Πολλαί οικογένειαι τούς έψαλλον κατ’ οίκον. Ένας Ιησουίτης, ο οποίος είχε στενοχωρηθή δι’ αυτό, υπελόγιζεν, ότι «οι ύμνοι του Λουθήρου εφόνευσαν (προσηλύτισαν) περισσοτέρας ψυχάς παρά τα κηρύγματά του». [26]  Η προτεσταντική μουσική της Μεταρρυθμίσεως υψώθη διά να ανταγωνισθή την καθολικήν ζωγραφικήν της Αναγεννήσεως.

ΙΙΙ. Ο ΛΕΩΝ ΤΗΣ ΒΙΤΤΕΝΒΕΡΓΗΣ   1536 – 46
Ο Λούθηρος δεν έλαβεν απ’ ευθείας μέρος εις τας ειρηνιστικάς αυτάς  συσκέψεις των τελευταίων αυτών ετών της ζωής του. Τώρα πλέον ήσαν ηγέται των προτεσταντών οι ηγεμόνες μάλλον παρά οι θεολόγοι, διότι τα ζητήματα αφεώρων πολύ περισσότερον την ιδιοκτησίαν και την εξουσίαν παρά το δόγμα και το τυπικόν. Ο Λούθηρος δεν ήτο κατάλληλος διά διαπραγματεύσεις και είχεν ήδη πολύ γηράσει ώστε να δύναται να πολεμήση με άλλα όπλα εκτός του καλάμου. Ένας παπικός απεσταλμένος τον περιέγραφε το 1535 ως εξακολουθούντα να είναι ρωμαλέος και με εγκάρδιο χιούμορ («η πρώτη ερώτησις την οποίαν μου απηύθυνεν ήτο εάν είχον ακούσει την φήμην, η οποία διεδίδετο εις την Ιταλίαν, ότι ήτο ένας Γερμανός μεθύστακας» [27]). Αλλά το εκτεινόμενον εις όγκον σώμα του εφιλοξένει πολλάς ασθενείας…κακήν χώνευσιν, αυπνίαν, ιλίγγους, κολικούς, λίθους εις τους νεφρούς, εξανθήματα εις τα αυτιά, έλκη, αρθρίτιδα, ρευματισμούς, ισχυαλγίαν και παλμούς της καρδίας. Εχρησιμοποίει αλκοολικά ποτά διά να κατευνάζη τους πόνους του και διά να του φέρουν ύπνον. Εδοκίμαζεν απλώς τα φάρμακα, τα οποία του έδιδον οι ιατροί και επεχείρησε να θεραπευθή με προσευχάς πλήρεις ανυπομονησίας. Αι ασθένειαι επροχώρουν. Το 1537, ενόμισεν, ότι θα απέθνησκεν από τον λίθον και εξέδωσεν ένα τελεσίγραφον προς τον Θεόν:

«Εάν εξακολουθήση αυτός ο πόνος, εγώ θα τρελλαθώ και δεν θα δύναμαι να αναγνωρίσω την καλωσύνην σου». [28]

Η οξυθυμία του ήτο εν μέρει μία έκφρασις των πόνων από τους οποίους υπέφερεν. Οι φίλοι του τον απέφευγον διαρκώς περισσότερον, διότι «κανείς από ημάς», έλεγε με θλίψιν ένας ιερωμένος, «δεν δύναται να αποφύγη την οργήν του και την δημοσίαν μαστίγωσιν», ο δε υπομονητικός Μελάγχθων έκυπτεν υπό τας συνεχείς ταπεινώσεις εκ μέρους του χονδροκομμένου ειδώλου του. Όσον αφορά «τον Οικολαμπάδιον, τον Καλβίνον…και τους άλλους αιρετικούς», έλεγεν ο Λούθηρος, «έχουν τον διάβολον μέσα των, ο διάβολος τους διεπέρασεν, έχουν υπερδιαβολοποιηθή, διεφθαρμέναι καρδίαι και ψευδόμενα στόματα». [29]

Κατέβαλεν έντονον προσπάθειαν να είναι λογικός εις την πραγματείαν του «Περί των συνόδων και των Εκκλησιών» [1539]. Συνέκρινε τας ποικίλας παπικάς υποσχέσεις και αναβολάς μίας γενικής συνόδου με τον ερεθισμόν ενός πεινώντος ζώου, εις το οποίον προσφέρει κανείς τροφήν και του την αρπάζει από το στόμα του. Με αξιόλογον μάθησιν, έκαμε μίαν ανασκόπησιν της ιστορίας των συνόδων και εσημείωσεν, ότι πολλαί εκκλησιαστικαί σύνοδοι συνεκλήθησαν και προηδρεύθησαν από αυτοκράτορας, ένας υπαινιγμός διά τον Κάρολον. Αμφέβαλλεν αν οιαδήποτε σύνοδος, συγκαλουμένη από έναν πάπαν, θα ανεμόρφωνε την κουρίαν. Πριν επικυρώσωμεν την προτεσταντικήν συμμετοχήν εις μίαν εκκλησιαστικήν σύνοδον, «πρέπει πρώτον να καταδικάσωμεν τον επίσκοπον Ρώμης ως τύραννον και να καύσωμεν όλας τας βουλάς και τα διατάγματά του». [30]

Αι πολιτικαί του γνώμαι κατά τα τελευταία του έτη αποδεικνύουν, ότι η σιωπή είναι τρεις φοράς χρυσός μετά το εξηκοστόν. Υπήρξε πάντοτε πολιτικώς συντηρητικός και όταν ακόμη εφαίνετο, ότι ενθάρρυνε την κοινωνικήν επανάστασιν. Η θρησκευτική του ανταρσία εστρέφετο μάλλον κατά της εφαρμογής παρά κατά της θεωρίας. Αντετίθετο προς το υψηλόν τίμημα των συγχωρήσεων και βραδύτερον προς την παπικήν κυριαρχίαν αλλά παρεδέχετο μέχρι τέλους της ζωής του τας δυσκολωτέρας θεωρίας του ορθοδόξου χριστιανισμού -την Τριάδα, την εκ Παρθένου γέννησιν, τον εξιλασμόν, την πραγματικήν παρουσίαν, την κόλασιν– και κατέστησε μερικάς εξ αυτών περισσότερον ακαταλήπτους από πριν. Εθεώρει ότι ο Herr Omnes -ο κ. πλήθος- έχει ανάγκην ισχυράς κυβερνήσεως «ίνα μη ο κόσμος εξαγριωθή, η ειρήνη εξαφανισθή και το εμπόριον…καταστραφή… Ο κόσμος δεν είναι δυνατόν να κυβερνηθή με το κομβολόγιον».[31]

Αλλά όταν η κυβέρνησις διά των κομβολογίων χάση την δύναμιν της, πρέπει να την αντικαταστήση η κυβέρνησις διά του ξίφους. Τοιουτοτρόπως ο Λούθηρος ηναγκάσθη να διαβιβάση εις το κράτος το πλείστον της εξουσίας το οποίον διέθετεν η Εκκλησία. Διά τούτο υπερήσπιζε το θείον δικαίωμα των βασιλέων.

«Η χείρ η οποία κραδαίνει το κοσμικόν ξίφος δεν είναι ανθρώπινη χείρ αλλά η χείρ του Θεού. Είναι Θεός και όχι άνθρωπος, εκείνος ο οποίος απαγχονίζει και συντρίβει επί του τροχού και αποκεφαλίζει και μαστιγώνει. Είναι ο Θεός εκείνος ο οποίος διεξάγει τους πολέμους». [32]

Εις την έξαρσιν αυτή του κράτους ως της μόνης τώρα πηγής τάξεως, ευρίσκονται τα σπέρματα της απολυταρχικής φιλοσοφίας του Χόμπς και του Εγέλου και μία προειδοποίησις περί της αυτοκρατορικής Γερμανίας. Εις τον Λούθηρον, ο Ερρίκος Δ΄ έφερεν τον Ιλδεβράνδην εις την Κανόσσαν.

Καθ’ όσον εγήρασκεν, ο Λούθηρος γινόταν συντηρητικώτερος από τους ηγεμόνας.Ενέκρινεν την επιβολήν καταναγκαστικής εργασίας και βαρέων φεουδαρχικών υποχρεώσεων εις τους χωρικούς, εάν δε κανείς βαρώνος είχε τύψεις συνειδήσεως, ο Λούθηρος τον καθησύχαζε με την δικαιολογίαν ότι εάν δεν επεβάλλοντο τοιαύτα βάρη επί των κοινών ανθρώπων, αυτοί θα κατήντων ανυπόφοροι.[33] Ανέφερεν την Παλαιάν Διαθήκην ως δικαιολογούσαν την δουλείαν.

«Πρόβατα, βόες, δούλοι και δούλαι ήσαν όλοι κτήματα προς πώλησιν εις την διάθεσιν των κυρίων των. Θα ήτο καλόν εάν εξηκολούθουν ακόμη να είναι κατ’ αυτόν τον τρόπον. Διότι άλλως, κανείς δεν δύναται να εξαναγκάση ούτε να δαμάση το δουλικόν πλήθος»[34] 

Ο καθείς έπρεπε να ίσταται με υπομονήν εις την αποστολήν και εις τον δρόμον της ζωής, τον οποίον του επεδίκασεν ο Θεός·

«να υπηρετής τον Θεόν είναι να παραμένης εις την θέσιν όπου εκλήθης, έστω κι αν αυτή είναι τόσον απλή και ευτελής».

Η αντίληψις αυτή περί της κλήσεως έγινε το στήριγμα του συντηρητισμού εις τας προτεσταντικάς χώρας.
Ένας ηγεμών ο οποίος υπήρξε νομιμόφρων υποστηρικτής της προτεσταντικής υποθέσεως, εδημιούργησεν ένα δυσάρεστον πρόβλημα διά τον Λούθηρον το 1539. Ο Φίλιππος της Έσσης ήτο συγχρόνως πολεμοχαρής, ερωτόληπτος και ευσυνείδητος. Η σύζυγός του Χριστίνα της Σαβοίας, ήτο πιστή και γόνιμος αλλά έπασχεν από οφθαλμίαν. Ο Φίλιππος εδίσταζεν να διαζευχθή μίαν τόσον αξίαν σύζυγον αλλά επόθει σφοδρώς την Μαργαρίτα του Σάαλε, την οποίαν είχε συναντήσει ενώ εθεραπεύετο από σύφιλην. [35] Αφού διέπραξεν μοιχείαν δι’ ένα διάστημα, εσκέφθη ότι ευρίσκετο εις κατάστασιν αμαρτίας και πρέπει να απέχη από την θείαν κοινωνίαν. Επειδή τούτο ήτο δυσχερές, συνέστησεν εις τον Λούθηρον ότι η νέα θρησκεία, η οποία τόσα ώφειλεν εις την Παλαιάν Διαθήκην, θα έπρεπε, όπως εκείνη, να επιτρέπη την διγαμίαν, διά την οποίαν, εν τούτοις, η επικρατούσα εκ του νόμου ποινή ήτο ο θάνατος. Μήπως, αυτό δεν ήτο ευπρεπέστερον από τας αλληλοδιαδόχους ερωμένας του Φραγκίσκου Α΄ και φιλανθρωπότερον από την θανατικήν εκτέλεσιν των συζύγων του Ερρίκου Η΄; Ο Φίλιππος κατείχετο υπό τοιαύτης αγωνίας διά την βιβλικήν του λύσιν, ώστε ενεπιστεύθη την παρεκτροπήν του εις το αυτοκρατορικόν, ακόμη και εις το παπικόν στρατόπεδον, εάν οι θεολόγοι της Βιττενβέργης δεν θα ηδύναντο να ίδουν το βιβλικόν φως. Ο Λούθηρος ήτο έτοιμος. Πράγματι, εις την «Βαβυλώνιον Αιχμαλωσίαν» είχε προτιμήσει την διγαμίαν από το διαζύγιον. Είχε συστήσει την διγαμίαν ως την καλυτέραν λύσιν διά τον Ερρίκον Η΄.[ 36] Επίσης πολλοί θεολόγοι του δεκάτου έκτος αιώνος είχον ευρείαν αντίληψιν επί του θέματος.[37] Ο Μελάγχθων δεν συνεφώνει. Εν τέλει συνεφώνησε με τον Λούθηρον ότι έπρεπε να δοθή η συγκατάθεσίς των, αλλ’ ότι έπρεπε να τηρηθή μυστικήν από το κοινόν. Η Χριστίνα συγκατατέθη επίσης υπό τον όρον ότι ο Φίλιππος «ώφειλε να εκπληρώνη τα συζυγικά του καθήκοντα προς αυτήν περισσότερον από πριν». [38] Την 4ην Μαρτίου 1540, ενυμφεύθη την Μαργαρίταν ως πρόσθετον σύζυγον καθ’ όλους μεν τους τύπους αλλά κρυφίως, επί παρουσία του Μελάγχθονος και του Μπούσερ. Ο ευγνώμων λαντγκράβος απέστειλεν εις τον Λούθηρον μίαν άμαξαν φορτωμένην με οίνον ως φιλοδώρημα. [39]  Όταν εκυκλοφόρησεν η είδησις περί του γάμου, ο Λούθηρος διέψευσεν ότι είχε δώσει την συγκατάθεσίν του. «Το κρυφίον ναι», έγραψε, «πρέπει,  χάριν της Εκκλησίας του Χριστού, να παραμείνη ένα φανερόν όχι»[ 40]   Ο Μελάγχθων ησθένησε σοβαρώς, προφανώς από τύψεις και εντροπήν και ηρνείτο να φάγη μέχρις ότου ο Λούθηρος ηπείλησεν ότι θα τον αφορίση. [41] Ο Μελάγχθων, έγραφεν ο Λούθηρος,

«ελυπήθη φοβερά δι’ αυτό το σκάνδαλον αλλά εγώ είμαι τραχύς Σάξων και γέρος χωρικός και το δέρμα μου έχει χονδρύνει αρκετά ώστε να ανέχεται παρόμοια πράγματα». [42]

Εν τούτοις, οι πλείστοι των ευαγγελικών εσκανδαλίσθησαν. Οι καθολικοί διασκέδασαν και εχάρησαν, μη γνωρίζοντες ότι ο ίδιος ο πάπας Κλήμης Ζ΄είχε σκεφθή να επιτρέψη την διγαμίαν εις τον Ερρίκον Η΄. [43] Ο Φερδινάνδος της Αυστρίας εδήλωσεν ότι αν και είχε κάποιαν κλίσιν προς την νέαν θρησκείαν, τώρα την απηχθάνετο. Ο Κάρολος Ε΄, ως αντίτιμον της μη καταδιώξεώς του, απέσπασεν από τον Φίλιππον την υπόσχεσιν να τον υποστηρίξη εις όλας τας μελλοντικάς πολιτικάς διαμάχας.

Ο θυμός του Λουθήρου έγινε φλεγομένη λάβα εφ’ όσον επλησίαζε προς τον τάφον. Το 1545 επετέθη κατά των ζβιγγλιανών ‘ μυστηριακών ‘ με τοιαύτην βεβαιότητα ώστε ο Μελάγχθων εθλίβη διά το διευρυνόμενον χάσμα μεταξύ των προτεσταντών του νότου και του βορρά. Όταν ο εκλέκτωρ Ιωάννης του εζήτησε να τονίση και πάλιν το ζήτημα κατά της συμμετοχής εις σύνοδον, διευθυνομένην από τον πάπαν, ο Λούθηρος εξέπεμψεν ένα λίβελλον «Εναντίον του παπισμού εις την Ρώμην ο οποίος ιδρύθη από τον διάβολον».(1545) εις τον οποίον η εριστική του διάθεσις υπερέβη παν όριον. Όλοι οι φίλοι του εσκανδαλίσθησαν εκτός του ζωγράφου Λουκά Κράναχ, ο οποίος εικονογράφησε το βιβλίον με ξυλογραφίας ασυγκρατήτου σατίρας. Μία εικών παρίστανεν τον πάπαν εποχούμενον χοίρου και ευλογούντα ένα σωρόν κόπρου. Μία άλλη τον είχε αλυσόδετον με τρεις καρδιναλίους επί ικριωμάτων το δε εξώφυλλον παρουσίαζε τον ποντίφηκα επί του θρόνου του περιστοιχιζόμενον από διαβόλους και φέροντα αντί τιάρας, κάλαθον οδοκαθαριστού. Η λέξις «διάβολος» εκαρύκευε το κείμενον. Ο πάπας ήτο

«ο διαβολικώτερος πατήρ»,  «ο Ρωμαίος αυτός ερμαφρόδιτος» και «σοδομίτης πάπας». Οι καρδινάλιοι ήσαν «τα ανεπανορθότως αποπωλότα τέκνα του διαβόλου… αμαθείς γάιδαροι…Θα ήθελε κανείς να τους καταρασθή  ώστε κεραυνός και αστραπή να τους συντρίψουν, το πυρ της κολάσεως να τους κατακαύση, να τους προσβάλουν η πανώλης, η σύφιλις, η επιληψία, το σκορβούτον, η λέπρα, οι δοθιήνες και όλαι αι ασθένειαι»[44]

Απέκρουσεν και πάλιν την έννοιαν ότι η αγία ρωμαική αυτοκρατορία ήτο δώρον των παπών. Αντιθέτως, εθεώρει ότι είχεν έλθει ο καιρός διά την αυτοκρατορίαν να προσαρτήση τα παπικά κράτη.

«Επιπέσατε τώρα, αυτοκράτορ, βασιλεύ, πρίγκηπες, άρχοντες και όλοι όσοι θέλουν να επιπέσουν μαζί σας. Ο Θεός δεν δίδει ευτυχίαν εις οκνηράς χείρας. Και προ παντός αποσπάσατε από τον πάπαν την Ρώμην, την Ρωμανία, το Ουρμπίνο, την Βολωνίαν και όλα οσα έχει ως πάπας, διότι τα απέκτησε με ψεύδη και με τεχνάσματα. Με βλασφημίας και με ειδωλολατρείαν αφήρεσεν και έκλεψεν αυτά επαισχύντως από την αυτοκρατορίαν, τα κατεπάτησε επί τους πόδας του και διά τούτο ωδήγησεν αναρριθμήτους ψυχάς εις την ανταμοιβήν των εις το αιώνιον πυρ της κολάσεως… Διά τούτο θα έπρεπε να συλλάβουν αυτόν τον πάπαν, τους καρδιναλίους του και όλον τον συρφετόν της ειδωλολατρικής και παπικής αγιότητος του, ως βλασφήμους να τους αποσπάσουν την γλώσσαν από το όπισθεν μέρος του λαιμού των και να τους καρφώσουν με την σειράν επί ικριωμάτων». [45]

Ίσως το πνεύμα του να είχεν αρχίσει να εξασθενή όταν έγραψεν αυτό το σάλπισμα προς βιαιότητας. Η βαθμιαία δηλητηρίασις των εσωτερικών οργάνων από τον καιρόν και το φαγητόν και το ποτόν πιθανόν να έφτασε και να προσέβαλε τον εγκέφαλον. Κατά τα τελευταία του έτη ο Λούθηρος είχε χονδρύνει υπερβολικώς, αι παρειαί του εκρέμοντο και η σιαγών του ήτο πολλαπλή. Ήτο ένα ηφαίστειο ενεργητικότητος, ένας ακαταπόνητος Λεβιάθαν, λέγων

«Rast ich, so rost ich». «Εάν αναπαυθώ θα σκουριάσω». [46]

Αλλά τώρα εφαίνοντο επ’ αυτού σημεία κοπώσεως. Περιέγραψε τον εαυτό του (17 Ιανουαρίου 1546) ως «γέροντα, καταρρέοντα, δυσκίνητον, κουρασμένον, ψυχρόν, με ένα μόνον καλόν οφθαλμόν». [47] «Εβαρύνθην τον κόσμον και αυτός εβαρύνθη εμέ» , έγραφεν, [48] όταν δε η βασιλομήτωρ εκλέκτειρα της Σαξονίας του ηυχήθη να ζήση ακόμη 40 έτη, απήντησεν, «Κυρία, προτιμώ να δώσω την πιθανότητα την οποία έχω να υπάγω εις τον παράδεισον, παρά να ζήσω ακόμη 40 έτη». [49]  «Παρακαλώ τον Κύριον να έλθη ταχέως και να με πάρη από εδώ. Ας έλθη, προ πάντων, με την τελευταίαν κρίσιν του. Θα τείνω τον λαιμόν μου, ο κεραυνός θα εκσπάση και θα ησυχάσω» .[50]

Μέχρι τέλους εξηκολούθει να έχη οπτασίας του διαβόλου και από καιρού εις καιρόν αμφιβολίας διά την αποστολήν του.

«Ο διάβολος με πειράζει αρνούμενος ότι από το στόμα μου προέκυψαν μεγάλα αδικήματα και πολλά δεινά. Και με αυτό πολλάκις με φέρει εις αμηχανίαν».[51]

Κάποτε απηλπίζετο διά το μέλλον του προτεσταντισμού: «ευλαβείς δούλοι του Υψίστου γίνονται διαρκώς σπανιώτεροι».[52] Αιρέσεις και φατρίαι αυξάνουν εις αριθμόν και εχθρότητα.

Και «μετά τον θάνατον του Μελάγχθονος θα επακολουθήση θλιβερά κατάπτωσις» εις την νέαν θρησκείαν. [53]

Αλλά κατόπιν το θάρρος του επανήρχετο.
«Έκαμα τον Χριστόν και τον πάπαν να συμπλακούν, και τοιουτοτρόπως δεν ανησυχώ πλέον. Αν και εμπλέκομαι μεταξύ της θύρας και των στροφίγγων και θα συνθλιβώ, το πράγμα δεν έχει σημασίαν. Ο Χριστός θα επικρατήση». [54]

Η διαθήκη του ήρχιζε με χαρακτηριστικάς εκφράσεις:

«Είμαι γνωστός εις τον ουρανόν, εις την γην και εις την κόλασιν».

Έλεγε πως αυτός, ένας «ανάξιος και άθλιος αμαρτωλός», έλαβεν από τον Θεόν την χάριν να διαδώση το Ευαγγέλιον του Υιού Του και πως είχεν επιτύχει να αναγνωρισθή ως «διδάκτωρ της αληθείας, προκαλέσας την απαγόρευσιν του πάπα, του αυτοκράτορος, βασιλέων, πριγκήπων και ιερέων και το μίσος όλων των δαιμόνων». Και κατέληγε:

«Διά τούτο, ως προς την διάθεσιν της πενιχράς μου περιουσίας ας αρκέση η παρούσα μαρτυρία της χειρός μου. Και ας λεχθή: ο δόκτωρ Μαρτίνος Λούθηρος, συμβολαιογράφος του Θεού και μάρτυς του Ευαγγελίου Του, έγραψε τούτο». [55] Δεν αμφέβαλλεν ότι ο Θεός ανέμενε να τον υποδεχθή.

Τον Ιανουάριον του 1546 μετέβη με ψυχρόν καιρόν και άνεμον εις το Άισλεμπεν, την γενέτειράν του, διά να διευθετήση ως διαιτητής μίαν φιλονεικίαν. Κατά την απουσίαν του έστειλε χαριτωμένας επιστολάς εις την σύζυγον του, όπως την 1ην Φεβρουαρίου:

«Σου εύχομαι ειρήνην και χάριν εν Χριστώ και σου στέλνω την πτωχήν, γηραιάν και ανάπηρον αγάπην μου. Αγαπητή Κάτη, ήμουν ασθενής καθ’ οδόν προς το Άισλεμπεν, αλλά αυτό ήτο από ιδικόν μου λάθος…Τόσον ψυχρός άνεμος εφύσα εκ των όπισθεν διά μέσου του πίλου μου επί της κεφαλής μου ώστε ήτο ωσάν να επρόκειτο να παγώση ο εγκέφαλος μου. Αυτό πιθανώς να ενίσχυε τους ιλίγγους μου, αλλά τώρα, δόξα τω Θεώ, είμαι τόσον καλά ώστε αισθάνομαι ισχυρόν πειρασμόν από τας ωραίας γυναίκας και δεν λογαριάζω πόσον αντέχουν αι δυνάμεις μου… Ο Θεός να σε ευλογήση». [56]

Την 17ην φεβρουαρίου εδείπνησεν ευθύμως. Ενωρίς την επομένην πρωίαν ησθένησε με σφοδρούς πόνους εις τον στόμαχον. Εξησθένησε ταχεώς και οι φίλοι οι οποίοι συνεκεντρώθησαν περί την κλίνην του είδον σαφώς ότι ήτο ετοιμοθάνατος.
Ένας από αυτούς τον ηρώτησε,

«Σεβάσμιε πάτερ, θα μείνης σταθερός εις τον Χριστόν και εις την θρησκείαν την οποίαν εκήρυξες;» Απήντησε, «Ναι.»

Κατόπιν μία προσβολή αποπληξίας τον εστέρησε της ομιλίας και κατά την διάρκεια αυτής απέθανε (18 Φεβρουαρίου 1546). Το σώμα του μεταφέρθη εις την Βιττενβέργην και ετάφη εις την Εκκλησίαν του Πύργου, επί της θύρας της οποίας είχεν επικολλήσει τας θέσεις του προ είκοσι εννέα ετών.

Τα έτη εκείνα υπήρξαν από τα κρισιμώτερα της ιστορίας και ο Λούθηρος υπήρξεν η διαπεραστική και κυριαρχούσα φωνή των. Τα ελαττώματά του υπήρξαν πολλά. Του έλειπεν η εκτίμησις του ιστορικού ρόλου, το οποίον είχε παίξει η Εκκλησία εις τον εκπολιτισμόν της βορείου Ευρώπης, εστερείτο κατανοήσεως της δίψης της ανθρωπότητος διά συμβολικούς και παρηγόρους μύθους, του έλειπεν η φιλανθρωπία να ενεργή δικαίως με τους καθολικούς και προτεστάντας αντιπάλους του. Απηλευθέρωσε τους οπαδούς του από ένα αλάνθαστον πάπαν αλλά τους έκαμεν υποτελείς σε ένα αλάνθαστον βιβλίον. Διετήρησε τα πλέον ακατανόητα δόγματα της μεσαιωνικής θρησκείας, ενώ επέτρεψε να καταπατηθή και να σβεστή όλη η ωραιότης της, η οποία υπήρχεν εις τους θρύλους και την τέχνην της και εκληροδότησεν εις την Γερμανίαν ένα χριστιανισμόν όχι αληθέστερον από τον παλαιόν, πολύ ολιγώτερον χαρούμενον και παρήγορον, μόνον τιμιώτερον εις την διδασκαλίαν του και εις το προσωπικόν του. Έγινε σχεδόν εξ ίσου αδιάλλακτος με την Ιεράν Εξέτασιν αλλά οι λόγοι του υπήρξαν τραχύτεροι από τα έργα του. Υπήρξεν ένοχος των πλέον υβριστικών συγγραμάτων εις την ιστορίαν της φιλολογίας. Εδίδαξεν εις την Γερμανίαν το θεολογικόν μίσος, το οποίον έβαψε με αίμα το έδαφος της μέχρι και εκατόν έτη μετά τον θάνατόν του.

Και όμως τα σφάλματά του υπήρξαν η επιτυχία του. Ήτο άνθρωπος του πολέμου διότι αι περιστάσεις φαίνεται ότι απήτουν πόλεμον, διότι τα προβλήματα εναντίον των οποίων επετέθη είχον αντισταθή επί αιώνας εις όλας τας ειρηνικάς μεθόδους. Ολόκληρος η ζωή του υπήρξε μία μάχη εναντίον της εννοίας της ενοχής, εναντίον του διαβόλου, του πάπα, του αυτοκράτορος, του Ζβιγγλίου, ακόμη και εναντίον των φίλων του οι οποίοι θα ήθελον να συμβιβάσουν την ανταρσίαν του και να την κάμουν μίαν αξιοπρεπή διαμαρτυρίαν η οποία θα ηκούετο με ευγένειαν και θα ελησμονείτο επιμελώς. Τί θα ηδύνατο ένας ηπιώτερος άνθρωπος να κάμη εναντίον τόσων εμποδίων και δυνάμεων; Κανείς άνθρωπος με φιλοσοφικόν πνεύμα, καμία επιστημονική διάνοια περιορίζουσα την πίστην εις την απόδειξιν καμία γενναιόψυχος φύσις, προβαίνουσα εις γενναίας παραχωρήσεις προς τον εχθρόν, δεν θα ηδύνατο να ρίψη μίαν τοιαύτην πρόκλησιν συγκλονίσασαν τον κόσμον ή θα ηδύνατο να βαδίση τόσον αποφασιστικώς, εώς εάν εφόρει παρωπίδας, προς τον σκοπόν του. Εάν η θεολογία του προορισμού ήτο εξ ίσου αποκρουστική εις την λογικήν και εις την ανθρωπίνην καλωσύνην όπως οιοσδήποτε μύθος ή θαύμα της μεσαιωνικής πίστεως, διά του πλήρους πάθους αυτού παραλογισμού συνεκίνει τας καρδίας των ανθρώπων. Είναι η ελπίς και ο τρόμος τα οποία κάμνουν τους ανθρώπους να προσεύχωνται και όχι η απόδειξις των πραγμάτων τα οποία είδον.

Είναι αληθές ότι με τα χτυπήματα του τραχέος γρόνθου του συνέτριψεν την δύναμιν της συνηθείας, το κέλυφος της εξουσίας, τα οποία είχον σταματήσει την κίνησιν του ευρωπαικού πνεύματος. Εάν κρίνωμεν το μεγαλείον με την επιρροήν – η οποία είναι η ολιγώτερον υποκειμενική δοκιμασία την οποίαν δυνάμεθα να μεταχειρισθώμεν – δυνάμεθα να κατατάξωμεν τον Λούθηρον, μαζί με τον Κοπέρνικον, τον Βολταίρον και τον Δαρβίνον, ως τας πλέον ισχυράς προσωπικότητας του νεωτέρου κόσμου. Έχουν γραφή περισσότερα δι’ αυτόν παρά δι’ οιονδήποτε άλλον νεώτερον άνθρωπον εκτός του Σαίξπηρ και του Ναπολέοντος. Η επίδρασις του επί της φιλοσοφίας υπήρξεν καθυστερημένη και έμμεσος. Παρεκίνησε τον φιντεισμόν του Καντ, τον εθνικισμόν του Φίχτε, τον θεληματισμόν του Σοπενχάουερ, την εγελειανήν παράδοσιν της ψυχής εις το κράτος. Η επιρροή του επί της γερμανικής φιλολογίας και ομιλίας υπήρξεν τόσον αποτελεσματική και εισδυτική όσον η της Βίβλου του βασιλέως Ιακώβου επί της γλώσσης και των γραμμάτων εις την Αγγλίαν. Κανείς άλλος Γερμανός δεν αναφέρεται εις παραπομπάς τόσον συχνά και με τόσην αγάπην. Με τον Κάρλστατ και άλλους, επέδρασεν επί του ηθικού βίου και των θεσμών του δυτικού ανθρώπου διά της αποσπάσεως από την αγαμίαν του κλήρου και εκχύσεως εις τον κοσμικόν βίον των ενεργητικοτήτων εκείνων αι οποίαι είχον εκτραπή προς τον μοναστικόν ασκητισμόν, την μοναστικήν οκνηρίαν και ευλάβειαν. Η επιρροή του εμειούτο εφ’ όσον επεξετείνετο. Υπήρξε τεραστία εις την Σκανδιναβίαν, προσωρινή εις την Γαλλίαν, εξετοπίσθη από την του Καλβίνου εις την Σκωτίαν, την Αγγλίαν και την Αμερικήν. Αλλά εις την Γερμανίαν υπήρξε κυρίαρχος. Κανείς άλλος διανοούμενος ή συγγραφεύς δεν απετύπωσε τόσον βαθέως την σφραγίδα του εις το γερμανικόν πνεύμα και τον γερμανικόν χαρακτήρα. Υπήρξεν η ισχυροτέρα μορφή εις την γερμανικήν ιστορίαν και οι συμπατριώται του τον αγαπούν περισσότερον διότι ήτο ο πλέον Γερμανός από αυτούς όλους.

(Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού Will Durant, τόμος ΣΤ΄ σελ. 395-443 & 514-527 εκδόσεις Αφοί Συρόπουλοι 1970 οι υπογραμμίσεις δικές μας)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Λούθηρος

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούλιος 14, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ

(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
Γ.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ  κζ 20-37 και κα 5-36
Υπόμνημα στο κατά Λουκάν, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 499-508 και 574-589 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας             Θφ = Θεοφύλακτος
Β = Βασίλειος ο Μέγας               Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας            Σγ = Σεβηριανός
Ζ = Ζιγαβηνός                          Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Η = Ησύχιος                             Ω = Ωριγένης

(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
F. Godet, Commentaire sur l’ Evangile de S. Luc 1888 (σημειώνεται με το g).
M.J. Lagrange.   Evangile selon s. Luc, Deuxieme edition      Paris 1921 (σημειώνεται με το L).
Alf. Plummer.   A critical and exegetical commentary on the Gospel according to S. Luc, Fifth edition (1928) (σημειώνεται με το p).
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by A. Fausset. Τόμ. II (σημειώνεται με το b)
J. Owen, A Commentary on the Gospel of Luc, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)
ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους
Λουκ. 17,20 Ἐπερωτηθεὶς δὲ ὑπὸ τῶν Φαρισαίων(1) πότε ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ(2), ἀπεκρίθη αὐτοῖς καὶ εἶπεν· οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μετὰ παρατηρήσεως(3),
Λουκ. 17,20 Οταν δε κάποιος από τους Φαρισαίους τον ηρώτησε, πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού, απεκρίθη εις αυτούς και είπεν• “η βασιλεία του Θεού δεν έρχεται με εξωτερικήν πομπήν και εντυπωσιακά γεγονότα, ώστε να προκαλή την προσοχήν και παρατήρησιν των ανθρώπων.
(1)   Είναι γνωστό με ποια ανυπομονησία ανέμεναν οι Φαρισαίοι την εμφάνιση της βασιλείας του Μεσσία. Φυσικό λοιπόν ήταν να θέλουν να μάθουν την γνώμη του Ιησού για αυτό. Αναμφίβολα θα δοκίμαζαν μεγάλη χαρά, εάν τον έφερναν σε δύσκολη θέση με το ερώτημά τους αυτό ή αν του αποσπούσαν πλανημένη ή οπωσδήποτε υποκείμενη σε επίκριση γνώμη (g).
(2)   Εφόσον καμία καθορισμένη χρονολογία δεν παρεχόταν στη Γραφή, έπρεπε λοιπόν να παρακολουθούν και να παρατηρούν τα σημεία των καιρών (L). Η ερώτηση που ήδη θέτουν φανερώνει, ότι η βασιλεία αυτή κατά τις ιδέες τους ήταν τελείως εξωτερική και ότι η έλευσή της θα σημειωνόταν με κάποιο μεγάλο και αιφνίδιο θεαματικό χτύπημα (g).
(3)   Παρόλο που το ρήμα παρατηρώ δεν είναι σπάνιο ούτε στην Κ.Δ. ούτε στους Ο΄(μετάφραση της Π.Δ. των 70 μεταφραστών), συναντιέται επιπλέον και στους ιατρούς συγγραφείς για παρατήρηση των συμπτωμάτων των νόσων, παρόλ’ αυτά το ουσιαστικό παρατήρηση είναι λέξη που συναντιέται μόνο μία φορά (p). Σημαίνει ή «με δόξα ανθρώπινη» (Ζ) ή ακριβέστερα, με κάποιο γεγονός που πέφτει στις αισθήσεις· με τρόπο ορατό και αισθητό (g), ώστε και με τα μάτια να μπορεί να παρατηρηθεί (Grimm)· με τέτοιο έκτακτο θέαμα, ώστε να μπορεί κάποιος σιγά σιγά και διαδοχικά να παρατηρήσει το πότε και το εδώ, τον χρόνο και τον τόπο (b).
Δεν έχει η βασιλεία του Θεού εξωτερικές επιδείξεις και εμφανίσεις, όπως τα γήινα κοσμικά βασίλεια, οι επεκτάσεις και επαναστάσεις των οποίων γίνονται αισθητές και οι ειδήσεις για αυτά γεμίζουν τις εφημερίδες. Η είσοδος της βασιλείας του Θεού θα είναι σιωπηλή και αθόρυβη και χωρίς κάποια πομπή. Είναι αξιοσημείωτο, ότι ενώ οι Φαρισαίοι ρωτούν: πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού, ο Κύριος δεν απαντά αμέσως στο ερώτημά τους αυτό, αλλά ζητά μάλλον να διορθώσει τις πλανημένες αντιλήψεις τους για την βασιλεία αυτή. Εξάλλου οι επισκέψεις του Θεού δια μέσου των αιώνων έγιναν μυστικά και αιφνίδια.
Οι άνθρωποι, οι απορροφημένοι από τις επιδιώξεις της παρούσας ζωής, δεν αντιλαμβάνονται τις προσεγγίσεις ή και τις ελεύσεις τους. Συγχέουν τα μεγάλα γεγονότα με τα μικρά και μετρούν την σοβαρότητά τους σύμφωνα με τα παχυλά ιδανικά τους. Ο Θεός φανερώθηκε με σάρκα. Γεγονός όμοιο του οποίου δεν είδε ποτέ άλλοτε ο κόσμος και το οποίο επισκίασε όλα τα γεγονότα της ιστορίας. Και όμως δεν επέσυρε την προσοχή του κοινού. Οι κάτοικοι της Βηθλεέμ δεν μπόρεσαν να βρουν τόπο για τον Θείο Επισκέπτη στο κατάλυμα, ο οποίος ξάπλωσε στη φάτνη μεταξύ των αλόγων ζώων. Πράγματι τότε η βασιλεία του Θεού είχε έλθει χωρίς παρατήρηση. Και όταν αυτός, ο οποίος είναι η Κεφαλή και ο Ήλιος της Εκκλησίας, σταυρώθηκε και αναστήθηκε και ίδρυσε την βασιλεία του ως δική του εκκλησία, για πολλά χρόνια παρέμενε άγνωστος ή και παραγνωρισμένος μεταξύ των ανθρώπων. Η βασιλεία του Θεού ήλθε ανάμεσά τους όχι με παρατήρηση.
Λουκ. 17,21 οὐδὲ ἐροῦσιν ἰδοὺ ὧδε ἢ ἰδοὺ ἐκεῖ(1)· ἰδοὺ γὰρ(2) ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν(3).
Λουκ. 17,21 Ούτε όταν έλθη θα είπουν οι άνθρωποι• Ιδού εδώ είναι η ιδού εκεί είναι. Διότι εις την πραγματικότητα η βασιλεία του Θεού ευρίσκεται μεταξύ σας.
(1)   Εξηγεί εδώ το όχι με παρατήρηση.=Δεν θα πουν οι άνθρωποι· να εδώ ή να εκεί η προσωποποίηση της βασιλείας αυτής, ο Μεσσίας (δ), «το οποίο κάνουν στους γήινους βασιλιάδες» (Ζ).
Όταν έλθει ο Μεσσίας για να θεμελιώσει την βασιλεία του, δεν θα πουν: Να εδώ είναι ο Μεσσίας ή να είναι εκεί, όπως γίνεται όταν κάποιος επίγειος βασιλιάς περιοδεύει για επίσκεψη των διαμερισμάτων της δικαιοδοσίας του, και σε όλων τα στόματα υπάρχουν οι λέξεις: Εκεί είναι ο βασιλιάς, αυτό το μέρος επισκέπτεται τώρα ο βασιλιάς. Διότι όπου είναι ο βασιλιάς, εκεί είναι και η αυλή του. Αλλά ο Χριστός δεν θα έλθει έτσι, ούτε οι λεγεώνες που αποτελούν την σωματοφυλακή αυτού του βασιλιά θα φανούν εδώ ή εκεί.
(2)   Το γαρ σημειώνει τον λόγο για τον οποίο το να εδώ ή να εκεί, δεν μπορεί να γίνει δεκτό (p).
(3)   Ή «βρίσκεται μέσα στις δικές σας προαιρέσεις, και είναι στην εξουσία σας να την λάβετε. Γιατί είναι δυνατόν στον κάθε άνθρωπο, που πέτυχε την εκ μέρους του Χριστού δικαίωση, δηλαδή αυτήν που έχει αποκτήσει σαν πλούτο με την πίστη και έχει καταστεί λαμπρός με κάθε αρετή, να επιτύχει τη βασιλεία των ουρανών» (Κ).
«Η βασιλεία των ουρανών είναι μέσα σας. Συνεπώς η αρετή έχει ανάγκη μόνον από τη θέλησή μας. Και αυτό βεβαίως, διότι βρίσκεται μέσα μας και από εμάς τους ίδιους αποκτιέται. Η αρετή δηλαδή αποκτιέται όταν η ψυχή επιθυμεί εκ φύσεως τα πνευματικά» (Α).
Ή, μέσα στις καρδιές σας. Μη θεωρείτε αυτήν ως κάτι εξωτερικό· η βασιλεία είναι στην ουσία πνευματική, είναι μέσα στις καρδιές σας, εάν πράγματι έχετε αυτήν (p). Η βασιλεία του Θεού δεν υπόσχεται κυρίως να μεταβάλλει τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής των ανθρώπων, αλλά να ανακαινίσει τις καρδιές τους και την διαγωγή τους. Τότε έρχεται στον καθένα μας, όταν από υπερήφανο και μάταιο, που ήταν στο παρελθόν, μεταβάλλει αυτόν σε ταπεινό, σοβαρό και σώφρονα· όταν αποσπάσει αυτόν από την προσκόλληση στον κόσμο και τις επιθυμίες της σάρκας και στρέψει ολόκληρο το ενδιαφέρον του προς τον ουρανό.
Ο ουρανός, τον οποίο περιμένουμε, είναι α) φως. Αλλά τι ακτινοβολείται από το φως αυτό; Αλήθεια, ειλικρίνεια, δικαιοσύνη. Και αυτό είναι ο ουρανός. Εάν είστε παιδιά του Θεού, θα βασιλεύει στις καρδιές σας ευθύτητα, ακριβής δικαιοσύνη, τέλεια φιλαλήθεια. Η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας. Ο ουρανός είναι β) Αρμονία. Εάν αγαπάτε την ενότητα, εάν μισείτε τις διαστάσεις και διχόνοιες, εάν συντελείτε στην εκκλησιαστική ενότητα, τότε η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας. Ο ουρανός είναι γ) Ταπεινοφροσύνη. Κάθε άγγελος εκεί καλύπτει το πρόσωπο και τα πόδια του με τις φτερούγες του. Όποτε βλέπουμε άνθρωπο να έχει ταπεινή ιδέα για τον εαυτό του, μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι η βασιλεία του Θεού είναι μέσα του. δ) σε όλο τον ουρανό είναι εκτάκτως αισθητή η παρουσία του Χριστού, ο οποίος είναι η χαρά και η ευφροσύνη όλων των καρδιών. Αναλόγως λοιπόν του τι είναι ο Χριστός για τον καθένα μας, μπορούμε να πούμε: Η βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας.
«Διότι τότε βεβαίως λέγεται ότι βασιλεύει στην πραγματικότητα ο Θεός, όταν δεν βιώνεται τίποτα κοσμικό στις ψυχές μας, αλλά σε όλα ζούμε κατά τρόπο υπερκόσμιο» (Θφ).
Πιο σωστή ερμηνεία: η βασιλεία του Θεού είναι ανάμεσά σας στο πρόσωπο εμού του Χριστού και των μαθητών μου. Και έρχεται τόσο λίγο με παρατήρηση, ώστε ενώ βρίσκεται ήδη ανάμεσά σας, εσείς δεν έχετε αντιληφθεί την έλευσή της (έτσι ερμηνεύουν οι L.δ και όλοι σχεδόν οι νεώτεροι ερμηνευτές).
Λουκ. 17,22 Εἶπε(1) δὲ πρὸς τοὺς μαθητάς(2)· ἐλεύσονται ἡμέραι(3) ὅτε ἐπιθυμήσετε μίαν τῶν ἡμερῶν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἰδεῖν(4), καὶ οὐκ ὄψεσθε(5).
Λουκ. 17,22 Είπε δε προς τους μαθητάς του• “θα έλθουν ημέραι, που θα επιθυμήσετε να ιδήτε, δια να πάρετε θάρρος και ενίσχυσιν στον αγώνα σας, μίαν από τας ημέρας του υιού του ανθρώπου, και δεν θα ίδετε.
(1)   Δες Ματθ. κδ 23,26 και Μάρκ. ιγ 21, με τα οποία είναι εν μέρει παράλληλο το παρόν τμήμα του Λουκά.
(2)   Στους Φαρισαίους ο Κύριος έπρεπε να υπενθυμίσει τον πνευματικό χαρακτήρα της βασιλείας. Παρόλ’ αυτά δεν αποσκοπούσε με όσα είπε να αρνηθεί την ένδοξη και εξωτερική εμφάνιση της βασιλείας αυτής κατά την συντέλεια του κόσμου. Για να αναπτύξει όμως την άλλη αυτή πλευρά της αλήθειας, στρέφεται τώρα προς τους μαθητές του. Η σειρά λοιπόν των ιδεών που αναπτύσσονται έχει ως εξής: Η βασιλεία, με την εξωτερική έννοια, με την οποία δέχονται αυτήν οι Φαρισαίοι, δεν θα έλθει τόσο προσεχώς (στιχ. 22)· και όταν θα έλθει, δεν θα προκληθεί κάποια αβεβαιότητα για την εμφάνισή της (στιχ. 23,24)(g).
(3)   «Προειδοποιεί λοιπόν ότι πριν από την άφιξή του από τους ουρανούς, η οποία θα γίνει κατά τη συντέλεια του κόσμου, θα έλθει θλίψη και διωγμός, ώστε θα επιθυμήσουμε να δούμε μία ημέρα αυτού» (Κ).
Στις αρχές βέβαια θα έχετε μεγάλες επιτυχίες. Αλλά μη νομίζετε, ότι πάντοτε θα γίνεται έτσι. Όχι. Αλλά πρόκειται να διωχτείτε και να διασκορπιστείτε, να φυλακιστείτε και να σας επιβάλλουν σιγή. Έτσι ώστε δεν θα έχετε πάντοτε ευκαιρίες να κηρύττετε το ευαγγέλιο άφοβα και χωρίς αντιδράσεις. Εξωτερικοί διωγμοί και εμπόδια θα περιορίζουν τη δράση σας και θα δυσχεραίνουν αυτήν. Μερικές φορές και η μέσα σας παρουσία του Πνεύματος θα γίνεται λιγότερο αισθητή και η από αυτήν παρηγοριά φειδωλή και λιγότερο πλούσια. Ο επουράνιος Πατέρας μάς καταρτίζει, για να μάθουμε στην πράξη, τι αξία έχουν τα ελέη του, πόσο ισχυρή και ανίκητη είναι η αόρατη δύναμή του, πόσο αδύνατοι είμαστε εμείς και πόσο πρέπει να ταπεινωνόμαστε για τις τυχόν επιτυχίες μας αποδίδοντας αυτές στο Θεό.
(4)   Ή, ημέρες του υιού του ανθρώπου εννοεί αυτές στη γη, «δηλαδή εκείνη κατά την οποία θα ζούμε ακόμη και θα συμβιώνουμε με το Χριστό» (Κ).
«Διότι παρόλο που ήταν μαζί του, δεν ζούσαν όμως τελείως άκοπα και ακίνδυνα… αλλά συγκρινόμενα με τους μελλοντικούς κινδύνους αυτά που τους συνέβαιναν πριν, θα φαίνονται σαν να ήταν πολύ ακίνδυνα» (Θφ)· «βάζοντας δηλαδή σε αντιπαράθεση τα μεγαλύτερα κακά, είναι οπωσδήποτε προτιμητέα τα μικρότερα» (Κ).
Ή, πιο σωστά· μία από τις ημέρες της ένδοξης φανέρωσης του Θεού και Σωτήρα μας (δ)· μία πρόγευση της μελλοντικής δόξας (p)· μία θεία επίσκεψη και εκδήλωση για ενίσχυση της διωκομένης και κουρασμένης εκκλησίας (g).
(5)   Ο στεναγμός και η ευχή: Ω! μία και μόνο ημέρα της δόξας του ουρανού κατά την ώρα αυτή της θλίψης· θα ακουστεί μάταια. Δεν θα δείτε την ημέρα αυτή όχι διότι δεν πρόκειται να έλθει ποτέ, αλλά διότι δεν θα είναι τότε, όταν θα ζητήσετε αυτήν, ο καιρός της έλευσής της (p).
Λουκ. 17,23 καὶ ἐροῦσιν ὑμῖν· ἰδοὺ ὧδε, ἰδοὺ ἐκεῖ(1)· μὴ ἀπέλθητε μηδὲ διώξητε(2).
Λουκ. 17,23 Και θα σας πουν τότε• Ιδού εδώ είναι ο Χριστός, ιδού εκεί είναι ο Χριστός. Μην πάτε και μην ακολουθήσετε αυτόν, που θα σας φέρη την ψευδή αυτήν πληροφορίαν.
(1)   Η ζωηρή αυτή προσδοκία των πιστών, θα προδιαθέσει τους απλούστερους από αυτούς σε ευπιστία (g). Και τότε στις ημέρες εκείνες των θλίψεων θα σας πουν· να εδώ είναι ο Χριστός, να εκεί ο Χριστός (δ).
Δεν υπάρχει κάποια αντίθεση μεταξύ του στίχου αυτού και του στίχου 21. Διότι ο τελευταίος αυτός στίχος αναφέρεται στα σημάδια της πρώτης έλευσης του Κυρίου. Ενώ ο παρών αναφέρεται στα ψευδή σημάδια της δεύτερης έλευσης και παρουσίας και περιλαμβάνει όλες τις άκαιρες και πρόωρες προαναγγελίες για τη δήθεν προσέγγιση της εσχάτης ημέρας= Κάθε προφητεία καθορισμένων χρονολογιών και κάθε βεβαίωση για τοπικές εμφανίσεις πρέπει με πολλή δυσπιστία να ακούγονται (p). «Κανείς, λέει, να μη σας πείσει, ότι ήλθα εδώ ή εκεί» (Θφ).
(2)   Μην πάτε προς αυτόν που λέει τον εαυτό του Μεσσία, ούτε να τον διώξετε, δηλαδή να τον ακολουθήσετε. Το διώκω με την έννοια του έπομαι, ακολουθώ και στους κλασικούς συγγραφείς (δ).
Λουκ. 17,24 ὥσπερ(1) γὰρ(2) ἡ ἀστραπὴ ἀστράπτουσα ἐκ τῆς ὑπ᾿ οὐρανὸν(3) εἰς τὴν ὑπ᾿ οὐρανὸν λάμπει, οὕτως ἔσται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου(4) ἐν τῇ ἡμέρᾳ αὐτοῦ(5).
Λουκ. 17,24 Ο υιός του ανθρώπου θα έλθη κατά την ημέραν της ενδόξου αυτού δευτέρας παρουσίας, θα έλθη όπως ακριβώς η αστραπή φαίνεται έξαφνα και αστράφτει από κάποιαν περιοχήν του ουρανού, λάμπει δε και φωτίζει όλην την έκτασιν κάτω από τον ουρανόν.
(1)   Δες Ματθ. κδ 27.
(2)   Μην πάτε και μην ακολουθήσετε, διότι η έλευση του υιού του ανθρώπου θα είναι όπως η αστραπή αιφνίδια και γενικώς ορατή (p).
«Δεν θα περιοριστεί σε τόπο η δευτέρα παρουσία μου, η λαμπρότερη και ενδοξότερη. Αλλά όπως η αστραπή δεν διαφεύγει την προσοχή, αλλά φαίνεται από το ένα άκρο της γης στο άλλο, έτσι και η δική μου παρουσία θα είναι λαμπρή και ένδοξη και σε κανέναν δεν θα μείνει κρυφή» (Θφ). Δεν τρέχει κανείς εδώ και εκεί για να δει την αστραπή. Η λάμψη της διαχύνεται παντού (g).
(3)   Εξυπακούεται η λέξη χώρας. Μπορεί να συνδεθεί ή με το αστράπτουσα (=αστράπτει κάτω από τον περιοχή του ουρανού δηλαδή από ένα οποιοδήποτε σημείο της ατμόσφαιρας και των νεφών και λάμπει σε όλη την περιοχή της γης και του ορίζοντα κάτω από τα νέφη)(δ) ή μπορεί να συνδεθεί με το λάμπει (p) δηλαδή από το ένα σημείο στο άλλο. Ο Λουκάς αποφεύγει να πει ότι η αστραπή λάμπει από την ανατολή μέχρι τη δύση διότι δεν είναι πάντοτε αυτή η κατεύθυνση της αστραπής (L).
(4)   «Έτσι θα είναι και αυτός φανερός σε όλη την οικουμένη» (Ζ).
(5)   «Ημέρα του λέει αυτήν της δευτέρας παρουσίας του» (Ζ).
Λουκ. 17,25 πρῶτον(1) δὲ(2) δεῖ αὐτὸν πολλὰ παθεῖν καὶ ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης(3).
Λουκ. 17,25 Πριν όμως έλθη με όλην του την δόξαν ως κριτής, πρέπει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού να πάθη πολλά και να αποδοκιμασθή από την γενεάν αυτήν.
(1)   Πριν ακόμη μπει σε εκείνη την δόξα με την οποία πρόκειται να έλθει (b). Νόμιζαν, ότι η βασιλεία του Μεσσία θα ερχόταν με εξωτερική λαμπρότητα. Όχι, λέει, ο Χριστός. Πρέπει μέσω του σταυρού να διαβούμε στον βασιλικό θρόνο.
(2)   Αλλά δεν πρέπει να τον περιμένετε τώρα με δόξα. Τα επικείμενα γεγονότα είναι τελείως διαφορετικά (p). Ο σύνδεσμος «δε» είναι αντιθετικός= πριν έλθει όμως αυτός ως Κριτής ένδοξος, είναι ανάγκη πρώτα κατά την ορισμένη βουλή του Θεού και πρόγνωση (δεῖ=πρέπει) να πάθει πολλά (δ). Πολλά· ονειδισμούς, ντροπή, θάνατο, αυτά είναι τα πολλά. Πρέπει να αποδοκιμαστεί από τη γενιά αυτή των απίστων Ιουδαίων, πριν τον εγκολπωθεί άλλη γενιά πιστών εθνικών. Το ευαγγέλιο πρέπει πρώτα να κατανικήσει μέγιστη αντίσταση και πρωτοφανή εμπόδια ώστε και με αυτό να καταφανεί, ότι η δύναμή του είναι από το Θεό και όχι από ανθρώπους.
«Μη λοιπόν θαυμάσετε, αν θα συμβούν σε σας τέτοια επίπονα, τα οποία να σας φέρουν επιθυμία να είστε μαζί μου. Διότι εγώ ο ίδιος, που πρόκειται να φανώ ως αστραπή, πρώτα πρόκειται να πάθω πολλά και να αποδοκιμαστώ και έτσι να έλθω σε αυτήν την δόξα» (Θφ).
(3)  «Των πονηρών Ιουδαίων» (Ζ), των συγχρόνων του Κυρίου.
Λουκ. 17,26 καὶ(1) καθὼς(2) ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Νῶε οὕτως ἔσται καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις(3) τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου·
Λουκ. 17,26 Και καθώς συνέβη κατά τας ημέρας του Νώε, έτσι θα είναι και κατά τας ημέρας που θα έλθη ο υιός του ανθρώπου.
(1)   Δες Ματθ. κδ 37-39 και τις εκεί σημειώσεις. Στους στίχους 26-30 περιγράφει την κατάσταση του κόσμου, πως θα είναι πριν την έλευσή του. Την ώρα που οι πιστοί θα ποθούν σφοδρά την επάνοδο του Κυρίου, αμεριμνησία και αίσθημα σαρκικής ασφάλειας θα καταπλημμυρίζει την ανθρωπότητα (g).
(2)   Το προηγούμενο «ώσπερ(=όπως ακριβώς)» σημαίνει κάτι το ανάλογο. Το «καθώς» όμως που μπαίνει εδώ δηλώνει ακριβώς το όμοιο (p). Όπως συνέβη στις ημέρες του Νώε, έτσι θα συμβεί και τότε (δ).
(3)   Εδώ σε πληθυντικό και όχι σε ενικό (όπως στο στίχο 24), διότι προηγήθηκε το «στις ημέρες του Νώε» (L).
Λουκ. 17,27 ἤσθιον(1), ἔπινον, ἐγάμουν, ἐξεγαμίζοντο(2), ἄχρι ἧς ἡμέρας εἰσῆλθε ὁ Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, καὶ ἦλθεν ὁ κατακλυσμὸς καὶ ἀπώλεσεν ἅπαντας(3).
Λουκ. 17,27 Οι άνθρωποι τότε έτρωγαν, έπιναν, διασκέδαζαν, ενυμφεύοντο, έδιδαν εις γάμον τα παιδιά των, μέχρι της ημέρας που εμπήκε ο Νώε εις την κιβωτόν και ήλθεν ο κατακλυσμός και εξωλόθρευσεν όλους.
(1)   Οι παρατατικοί που μπαίνουν χωρίς σύνδεση κάνουν εκτάκτως ζωηρό το λόγο (p).
(2)   Το εξεγαμίζοντο= δίνονταν σε γάμο από τους γονείς τους (g). Δεν τονίζει απλώς το ότι ζούσαν τη συνηθισμένη τους ζωή, αλλά το ότι ήταν εξολοκλήρου απορροφημένοι από τα εξωτερικά πράγματα (p).
Το να τρώμε και να πίνουμε είναι αναγκαίο για διατήρηση της ανθρώπινης ζωής και το κάνουμε γάμο και να δίνουμε σε γάμο απαραίτητο για πολλαπλασιασμό της. Τα νόμιμα και επιτρεπόμενα αυτά έγιναν ολέθρια σε εκείνους λόγω της διάθεσης, με την οποία γίνονταν. Ήταν αυτοί αμέριμνα παραδομένοι στην σαρκική ζωή, ενώ ο κίνδυνος ήταν επί θύραις και για την επικείμενη έλευση του ολέθρου ο Θεός μέσω του Νώε είχε ειδοποιήσει αυτούς. Έτρωγαν, έπιναν και παντρεύονταν, την ώρα που επείγουσα ανάγκη ήταν να νηστεύσουν, να πενθήσουν και να μετανοήσουν. Παρά τις προαναγγελίες του Νώε, παρά τις επανειλημμένες για μετάνοια προσκλήσεις, αυτοί θεωρούσαν τους εαυτούς τους ασφαλείς, διότι απιστούσαν και διότι θεωρούσαν γελοίο το κήρυγμα περί επικειμένης καταστροφής.
(3)   «Όπως στα χρόνια του Νώε ξαφνικά ήλθε ο κατακλυσμός και τους πήρε όλους, έτσι θα είναι και η παρουσία του» (Θφ).
Λουκ. 17,28        ὁμοίως(1) καὶ ὡς ἐγένετο(2) ἐν ταῖς ἡμέραις Λώτ· ἤσθιον(3), ἔπινον, ἠγόραζον, ἐπώλουν, ἐφύτευον, ᾠκοδόμουν(4)·
Λουκ. 17,28              Θα συμβή ο,τι έγινε και κατά τας ημέρας του Λωτ. Και τότε οι άνθρωποι έτρωγαν, έπιναν, ηγόραζαν, επωλούσαν, εφύτευαν, έκτιζαν χωρίς να σκέπτωνται καθόλου τον Θεόν.
(1)   Ομοίως εξυπακούεται το ρήμα έσται(=θα είναι)= Θα συμβεί στις ημέρες του υιού του ανθρώπου όμοια και όπως έγινε (δ).
(2)   Υπάρχει και η γραφή «καθώς εγένετο», η οποία φαίνεται απλούστερη και φυσικότερη (δ).
(3)   Το «ομοίως» εξηγείται με τα επόμενα, δηλαδή έτρωγαν, έπιναν κλπ. Ήταν δηλαδή απασχολημένοι με τα συνηθισμένα τους έργα (δ).
(4)   Έπρατταν όλα αυτά, διότι με ασφάλεια απέβλεπαν στο μέλλον (L), μολονότι και για αυτούς είχε σταλεί ο Λώτ, όπως πριν ο Νώε κήρυκας δικαιοσύνης σε αυτούς που εξολοθρεύτηκαν από τον κατακλυσμό. «Αλλά όπως ακριβώς αυτούς που στα χρόνια του Νώε και του Λωτ τρυφούσαν και αμεριμνούσαν, τους κατέστρεψε τους μεν ο κατακλυσμός, τους δε η φωτιά και το θειάφι, που κατέβηκαν αιφνίδια από τον ουρανό, έτσι και αυτούς που στη δευτέρα παρουσία θα τρυφούν και θα αμεριμνούν θα τους έλθει αιφνίδιος όλεθρος» (Ζ).
Λουκ. 17,29 ᾗ δὲ ἡμέρᾳ ἐξῆλθε Λὼτ ἀπὸ Σοδόμων(1), ἔβρεξε(2) πῦρ καὶ θεῖον ἀπ᾿ οὐρανοῦ καὶ ἀπώλεσεν ἅπαντας(3).
Λουκ. 17,29 Την ώρα όμως που έφυγεν ο Λωτ από τα Σοδομα, έβρεξε από τον ουρανόν φωτιά και θειάφι και κατέστρεψε όλους.
(1)   Η είσοδος του Νώε στην κιβωτό είναι παράλληλη με την έξοδο του Λωτ για σωτηρία του, η οποία εμπόδιζε την καταστροφή των Σοδόμων, ώστε να μην καταστραφεί μαζί και ο δίκαιος (δ).
(2)   Γενικώς θεωρείται ότι είναι σε ενεργητική φωνή= ο Κύριος ή ο Θεός έβρεξε. Δες Γενεσ. ιθ 24 και Ματθ. ε 45. Αλλά με την έννοια αυτή το ακόλουθο «απ’ ουρανού» θα φαινόταν πλεονασμός. Εφόσον λοιπόν το βρέχω στους μεταγενέστερους Έλληνες βρίσκεται και με ουδέτερη έννοια, πιο φυσικό είναι έτσι να πάρουμε αυτό και εδώ. Έτσι ενισχύεται και ο παραλληλισμός μεταξύ των δύο «απώλεσε» (στιχ. 27 και 29) και των δύο υποκειμένων των κατακλυσμός και πυρ και θείον (g).
Ήλθε ο κατακλυσμός και καταστράφηκε ολόκληρος ο παλαιός κόσμος. Έβρεξε φωτιά και θειάφι και κατέκαψε τους αμαρτωλούς των Σοδόμων. Ο Θεός έχει πολλά βέλη στη φαρέτρα του και χρησιμοποιεί από αυτά κατά βούληση και αρέσκεια, όταν πολεμά εναντίον των αποστατών υπηκόων του, κατά των οποίων πάντοτε ενεργεί δραστικά και αδυσώπητα. Εδώ όμως ειδικά αποσκοπείται να δειχτεί το τρομερό και εκπληκτικό της καταστροφής εκείνων, οι οποίοι απορροφημένοι από την σάρκα και ξένοι σε κάθε σκέψη μετανοίας θεωρούν τους εαυτούς τους σε ασφάλεια.
(3)   «Υπαινίσσεται λοιπόν με τα παραδείγματα αυτά, και με αυτό των ανθρώπων του κατακλυσμού και με αυτό των Σοδομιτών, ότι όταν έλθει ο αντίχριστος θα αυξηθούν στους ανθρώπους οι παράνομες ηδονές και θα είναι λάγνοι και παραδομένοι στις παράνομες ηδονές, το οποίο βεβαίως και ο απόστολος είπε, ότι στις έσχατες ημέρες θα είναι οι άνθρωποι φιλήδονοι μάλλον παρά φιλόθεοι» (Θφ).
Λουκ. 17,30 κατὰ τὰ αὐτὰ ἔσται(1) ᾗ ἡμέρᾳ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτεται(2).
Λουκ. 17,30 Όμοια με αυτά θα συμβούν και κατά την ημέραν της δευτέρας παρουσίας, που θα φανή με όλην του την δόξαν ο υιός του ανθρώπου.
(1)   Όμοια με αυτά θα συμβούν… Η ομοιότητα λοιπόν αναφέρεται στην έλλειψη φροντίδας των απίστων και στο αιφνίδιο και απροσδόκητο της φανέρωσης του Σωτήρα (δ).
(2)   Τεχνικός όρος που χρησιμοποιείται σε πολλά σημεία της Κ.Δ. για την αποκάλυψη του Κυρίου. Δες Α΄ Κορ. α 7,Β΄ Θεσ. α 7,Α΄ Πέτρ. α 7,13 δ 13 (p). Ο ενεστώτας σημαίνει την εμφάνιση και αποκάλυψη αυτή ως απολύτως βέβαιη και μεταφέρει τον ακροατή με ζωηρότητα στην μεγάλη εκείνη στιγμή. Η λέξη αποκαλύπτεται υπονοεί, ότι ο Ιησούς είναι εκεί, αν και αόρατος, και δεν χρειάζεται παρά να σηκωθεί το παραπέτασμα για να φανερωθεί (g). Μέχρι τη στιγμή εκείνη είναι σκεπασμένος από τα μάτια των ανθρώπων. Τότε όμως με τη μία θα αποκαλυφθεί (p).
Λουκ. 17,31 ἐν ἐκείνῃ(1) τῇ ἡμέρᾳ ὃς ἔσται ἐπὶ τοῦ δώματος καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἐν τῇ οἰκίᾳ, μὴ καταβάτω ἆραι αὐτά, καὶ ὁ ἐν τῷ ἀγρῷ ὁμοίως μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω(2).
Λουκ. 17,31 Κατά την άλλην δε ημέραν της οργής του Θεού, που δεν θα βραδύνη να έλθη εκείνος που θα ευρίσκεται εις την ταράτσαν και τα πράγματά του θα έχη μέσα στο σπίτι, ας μη κατεβή να τα πάρη. Και εκείνος επίσης που θα ευρίσκεται στο χωράφι, ας μη γυρίση εις την πόλιν.
(1)   Δες Ματθ. κδ 17,18 και Μάρκ. ιγ 15,16 και τις εκεί σημειώσεις. Στους δύο αυτούς συνοπτικούς οι λόγοι αυτοί του Κυρίου αναφέρονται σε σχέση με την φυγή στην καταστροφή των Ιεροσολύμων. Εδώ η φυγή αυτή ούτε ξεκάθαρα εκφράζεται, ούτε υπονοείται. Το κύριο νόημα των λόγων αυτών εδώ είναι, ότι πρέπει ο καθένας να είναι αδιάφορος προς όλα τα κοσμικά συμφέροντα, για να είναι έτοιμος για υποδοχή του υιού του ανθρώπου. Η προειδοποίηση για την φυγή από την Ιουδαία αναφέρεται από τον Λουκά αλλού (κα 21). Δεν υπάρχει λοιπόν ανάγκη να συζητήσουμε, εάν οι λόγοι αυτοί λέχθηκαν από τον Κύριο με γραμματική και κυριολεκτική έννοια, όπως βρίσκονται στους Ματθαίο και Μάρκο, ή με πνευματική έννοια, όπως υπάρχουν εδώ. Ο Κύριος είναι δυνατόν να είπε αυτούς και με τις δύο έννοιες (p).
(2)   Η δευτέρα παρουσία θα έλθει αιφνίδια. Εκείνος λοιπόν που βρίσκεται στο λιακωτό στη στέγη του σπιτιού του, ας μην κατέβει για να πάρει μαζί του και να σώσει από την καταστροφή τα έπιπλά του, αλλά ας εγκαταλείπει τα πάντα, για να ακολουθήσει αδίστακτα τον Κύριο. Και εκείνος που βρίσκεται στον αγρό, ας μην επιστρέψει πίσω (g), από επιθυμία να δει και να σώσει τα πράγματά του στην πόλη (δ). Ας αναμένει ο καθένας τον Κύριο, ελεύθερος από κάθε προσκόλληση στα γήινα (L).
Λουκ. 17,32 μνημονεύετε τῆς γυναικὸς Λώτ(1).
Λουκ. 17,32 Να ενθυμήσθε την γυναίκα του Λωτ.
(1)   «Δηλαδή το πάθημά της. Διότι ενώ ο Θεός μήνυσε στον Λωτ να φύγουν από τα Σόδομα με όλη την οικογένεια, λόγω του θεόσταλτου εμπρησμού που επρόκειτο να πέσει πάνω τους, και ενώ παρήγγειλε να βαδίζουν χωρίς να γυρίσουν πίσω, γύρισε και είδε η γυναίκα του πίσω, και έγινε στήλη άλατος» (Ζ).
Από πόθο των πραγμάτων, τα οποία άφησε στα Σόδομα, στράφηκε να δει τι θα γίνει και μεταβλήθηκε σε στήλη άλατος. Δες Γενεσ. ιθ 26 (δ). Έτσι και κάθε Χριστιανός, του οποίου πρώτη σκέψη κατά την δεύτερη έλευση του υιού του ανθρώπου θα είναι να εξασφαλίσει τα επίγεια αγαθά του, θα αποδειχτεί ανάξιος της βασιλείας του Θεού (p).
Δεν υπήρξε αρκετό για τη γυναίκα του Λωτ, το ότι έφυγε από τα Σόδομα. Ώφειλε να επιμείνει φεύγοντας και να μην στραφεί πίσω. Αυτοί που εγκαταλείπουν τα Σόδομα και τις παλιές συνήθειες, ας βλέπουν μόνο μπροστά και ας προχωρούν διαρκώς μπροστά. Ας μην στρέφονται πίσω, για να μην μπουν στον πειρασμό του να επιστρέψουν πίσω. Ό,τι έπαθε η σύζυγος του Λωτ απετέλεσε διαρκές μνημείο της αποδοκιμασίας του Θεού κατά των αποστατών, οι οποίοι ενώ άρχισαν πνευματικά καταλήγουν στο να εμπνέονται από την σάρκα. Η σύζυγος του Λωτ χάθηκε στην ίδια την οδό της ασφάλειας. «Αυτός που νομίζει ότι στέκεται, ας προσέχει μην πέσει».
Προσοχή από τις κακές αναμνήσεις του αμαρτωλού παρελθόντος, εφόσον επανέρχονται στη μνήμη, όχι για να προκαλέσουν αισθήματα μετανοίας, αλλά για να αναμοχλεύσουν παλαιές πληγές. Αυτά τα βλέμματα προς τα πίσω, τα οποία δεν προκαλούν ντροπή και συντριβή, είναι εξίσου επικίνδυνα με την ολέθρια στροφή της συζύγου του Λωτ. Προσοχή επίσης απέναντι στις δικαιολογίες και τις αμαρτωλές προφάσεις, τις οποίες συνήθως προβάλλουμε για σφάλματα ή παρεκτροπές του παρόντος και του χρόνου μετά την επιστροφή μας στο Χριστό, χωρίς να φροντίζουμε για επανόρθωσή τους. Τίποτα άλλο δεν αποδυναμώνει την φωνή της συνείδησης, όσο οι δικαιολογίες μας αυτές. Προσοχή και απέναντι στους πειρασμούς εκείνους, οι οποίοι μας κατακυρίευσαν κάποτε και οι οποίοι εκμηδένισαν έστω και πρόσκαιρα τις αγαθές αποφάσεις μας.
Λουκ. 17,33 ὃς ἐὰν ζητήσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι(1), ἀπολέσει αὐτήν(2), καὶ ὃς ἐὰν ἀπολέσῃ αὐτήν(3), ζωογονήσει(4) αὐτήν.
Λουκ. 17,33 Εκείνος που θα ζητήση με την προσκόλλησίν του εις τα υλικά αγαθά, να εξασφαλίση την ζωήν του, θα την χάση. Και εκείνος που θα χάση την ζωήν του, δια να μείνη πιστός στο καθήκον του, εις την πραγματικότητα θα την διατηρήση.
(1)   Υπάρχει και η γραφή περιποιήσασθαι= να διασώσει για τον εαυτό του (Πράξ. κ 28,Α΄Τιμοθ. γ 13)(p). Έχει την ίδια σημασία στο Πράξ. κ 28 με το κτήσασθαι=αποκτήσει, κερδίσει (δ).
(2)   «Όποιος τυχόν ζητήσει να ελευθερώσει την ψυχή του από τους κινδύνους που θα του έλθουν χάριν της ευσέβειας από τον αντίχριστο, θα παραδώσει αυτήν στην απώλεια της μελλοντικής κόλασης» (Ζ).
«Αυτοί που από άνανδρη ψυχή και θέληση αρνήθηκαν την πίστη και απέφυγαν τον άμεσο θάνατο της σάρκας, αυτοί έγιναν φονευτές της ψυχής τους· γιατί θα οδηγηθούν στον άδη» (Κ). Και ειδικότερα εδώ, αυτός που θέλει να σώσει την ψυχή του από το σωματικό θάνατο που προέρχεται από στέρηση και πείνα (διότι αυτό προφασίζεται η φιλοκτημοσύνη ( =η αγάπη του να μαζεύουμε αγαθά)(δ) και προσκολλάται στα υλικά αγαθά και από αυτά εξαρτά τη ζωή και την ευτυχία του, αυτός θα χάσει αυτήν.
(3)   «Αυτό έκαναν οι μακάριοι μάρτυρες, οι οποίοι υπέμειναν τους μέχρι ψυχής και αίματος αγώνες, και έθεσαν τη γνησιότητα της αγάπης τους στο Χριστό, σαν κάποιο στεφάνι πάνω στα κεφάλια τους» (Κ). Και ειδικότερα εδώ εκείνος χάνει τη ζωή του, ο οποίος με άγια αποφασιστικότητα στρέφει αδίστακτα και αυτοστιγμεί τα νώτα από κάθε άλλο, το οποίο δεν είναι ο Κύριος, για να παραδοθεί σε αυτόν ολοκληρωτικά (g).
(4)   Δηλαδή θα διατηρήσει στη ζωή αυτήν (δες Πράξ. ζ 19,Εξοδ. α 17). Χρησιμοποιείται από τους Ο΄ για τις μαίες στην Αίγυπτο, οι οποίες ζωογονούσαν δηλαδή διατηρούσαν στη ζωή τα γεννώμενα αρσενικά των Ιουδαίων (δ).
Λουκ. 17,34 λέγω ὑμῖν, ταύτῃ τῇ νυκτὶ(1) δύο ἔσονται ἐπὶ κλίνης μιᾶς(2), εἷς παραληφθήσεται καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται(3)·
Λουκ. 17,34 Σας λέγω δε ότι αυτήν την νύκτα, που θα προηγηθή από την μεγάλην καταστροφήν, δύο θα ευρίσκονται εις ένα κρεββάτι, ο ένας, ο πιστός, θα παραληφθή• και άλλος, ο άπιστος, θα αφεθεί.
(1)   Ή, δεν πρέπει να εκβιάσουμε την λέξη, ώστε από αυτήν να βγάλουμε τη σημασία του μεγάλου τρόμου ή της πραγματικής νύχτας, διότι ο Κύριος δεν θέλησε να σημάνει ότι η έλευσή του θα γίνει σε καιρό νύχτας. Η νύχτα εδώ είναι μέρος της εικόνας, την οποία μεταχειρίζεται ο Κύριος διότι κατά τη νύχτα, οι άνθρωποι βρίσκονται στο κρεβάτι (p).
Ή, «νύχτα ονομάζει τον καιρό της κρίσεως, επειδή, όπως εγώ νομίζω, είναι αφανής και απροσδόκητη η παρουσία του» (Κ).
(2)   Παίρνει δύο στενότατα συνδεδεμένους κατά σάρκα, είτε δηλαδή πατέρα και γιο, είτε συζύγους, είτε αδελφούς ή οικειότατους που κοιμούνται στο ίδιο κρεβάτι (δ). Όταν η κρίση του Θεού επέλθει καταστρεπτική ο Κύριος θα λάβει πρόνοια να προστατεύσει και να διαφυλάξει τους δικούς του, διαχωρίζοντας και διακρίνοντας αυτούς από άλλους, οι οποίοι θα βρίσκονται τότε πολύ κοντά σε αυτούς. Από το ίδιο κρεβάτι ο ένας θα αρπάζεται για να μεταφερθεί σε τόπο ασφαλή, ενώ ο άλλος θα εγκαταλείπεται για να εξαφανιστεί κάτω από τα ερείπια της κοινής καταστροφής.
(3)   Ένας θα παραληφθεί για προϋπάντησή μου, επειδή ανήκει σε μένα, και ο άλλος θα αφεθεί, θα εγκαταλειφθεί στην εξουσία των τιμωρών αγγέλων (δ). Τίποτα εξωτερικά δεν διακρίνει τα πρόσωπα αυτά. Οι εσωτερικές τους όμως διαθέσεις είναι διαφορετικές. Για αυτό και τύχη διαφορετική τους αναμένει. Ό,τι οι άνθρωποι δεν μπορούν να διακρίνουν, ο Θεός το κρίνει σε μια στιγμή. Παραλαμβάνει τον έναν και αποδοκιμάζει τον άλλον (L).
Έξυπνη και η επόμενη ερμηνεία: «με τους δύο πάλι που βρίσκονται πάνω σε ένα κρεβάτι φαίνεται ότι υπαινίσσεται εκείνους που βρίσκονται σε ανάπαυση και πλούτο και είναι ίσοι μεταξύ τους ως προς τις κοσμικές εννοώ απολαύσεις, γιατί το κρεβάτι είναι σύμβολο ανάπαυσης. Όμως ο ένας από αυτούς, λέει, θα παραληφθεί, και ο άλλος αφήνεται. Πώς ή με ποιο τρόπο; Όλοι δηλαδή όσοι έχουν πλούτο και ανάπαυση στην εδώ ζωή δεν έχουν γίνει κακοί και άσπλαχνοι… Εάν κάποιος είναι βέβαια πλούσιος, αλλά καλός και φιλεύσπλαχνος και ορθός στην πίστη, αυτός παραλαμβάνεται» (Κ).
Λουκ. 17,35 δύο ἔσονται(1) ἀλήθουσαι(2) ἐπὶ τὸ αὐτό(3), μία παραληφθήσεται καὶ ἡ ἑτέρα ἀφεθήσεται(4)·
Λουκ. 17,35  Δυο γυναίκες θα είναι που θα αλέθουν μαζί, η μία, η πιστή, θα παραληφθή και θα σωθή, η άλλη θα αφεθή, δια να τιμωρηθή.
(1)   Δες Ματθ. κδ 40,41 και τις εκεί σημειώσεις.
(2)   Η εικόνα αυτή προϋποθέτει ημέρα μάλλον παρά νύχτα και αναφέρεται σε γεγονός, το οποίο και σήμερα ακόμη λαμβάνει χώρα στην Ανατολή σχεδόν κάθε ημέρα (p). Παρόλ’ αυτά οι γυναίκες των Βεδουίνων συνηθίζουν να αλέθουν στη σκηνή και κατά τη διάρκεια της νύχτας (L). Γενικώς με την εικόνα διακηρύττεται, ότι, είτε κοιμούνται οι άνθρωποι, είτε εργάζονται, όταν ο Κύριος έλθει, όσοι βρεθούν προσκολλημένοι στα επίγεια και φθαρτά, θα εγκαταλειφθούν μη λαμβάνοντας μέρος στη χαρά του Μεσσία (p).
(3) =μαζί, στο ίδιο μέρος (δ). Υπήρχαν σε χρήση στους αρχαίους χειρόμυλοι για το στάρι. Όταν η μυλόπετρα ήταν μεγάλη, κινούσαν αυτήν δύο πρόσωπα μαζί (g). Θα διακριθούν και θα χωριστούν οι εκλεκτοί από αυτούς που ζουν πάρα πολύ κοντά τους. Ο Χριστός θα έλθει αιφνίδια και θα βρει το λαό του απασχολημένο με τα συνήθη του έργα στον αγρό και στον μύλο. Ο ένας ή η μία θα παραληφθεί για συνάντηση του Κυρίου στον αέρα· ο άλλος θα εγκαταλειφθεί στο σατανά και τους αγγέλους του, για να κριθεί μαζί τους. Αυτό θα επιβαρύνει την θέση των αμαρτωλών, διότι ενώ άλλοι από ανάμεσά τους θα παραληφθούν για να δοξαστούν, αυτοί που δεν τους μιμήθηκαν εγκαταλείπονται.
Οι εκλεκτοί είναι ίσως άσημοι και περιφρονημένοι στον κόσμο, ως αγρότες ή ως δούλες που αλέθουν στο μύλο. Παρόλ’ αυτά δεν θα λησμονηθούν κατά την ώρα εκείνη ούτε θα παραβλεφθούν. Οι φτωχοί στον κόσμο, εάν είναι πλούσιοι σε πίστη, είναι κληρονόμοι της βασιλείας. Οι εκλεκτοί ακόμη είναι διασκορπισμένοι σε τόπους, όπου δεν θα περίμενε κάποιος να βρει αυτούς, στον αγρό και στο μύλο. Και όμως οι άγγελοι θα τους βρουν. Είναι και αναμιγμένοι με άλλους, συνδεδεμένοι μαζί τους στα ίδια έργα, στην ίδια κοινωνία, στα ίδια σπίτια. Ο Θεός γνωρίζει να διαχωρίσει τον χρυσό από τη σκουριά, το σιτάρι από το άχυρο, το πολύτιμο από το ευτελές.
(4)   Τόσο στην προηγούμενη εικόνα αυτών που κοιμούνται μαζί στο ίδιο κρεβάτι, όσο και στην τωρινή αυτών που συνεργάζονται στον ίδιο χειρόμυλο, υποκρύπτεται η ιδέα, ότι «θα είναι σε αυτούς η εξέταση του τρόπου της ζωής τους πολύ μεγάλη και ακριβής» (Κ) και κανείς ούτε αδελφός, ούτε σύζυγος, ούτε συνεργάτης και φίλος θα μπορέσει να βοηθήσει τον οικείο και αγαπητό του.
Έξυπνη και η εκδοχή: «και με τις γυναίκες που αλέθουν φαίνεται ότι υποδηλώνει αυτούς που ζουν με φτώχεια και πόνους. Αλλά και σε αυτούς τους ίδιους, λέει, υπάρχει μεγάλη διαφορά. Γιατί άλλοι από αυτούς σηκώνοντας το βάρος της φτώχειας με γενναιότητα… αυτοί θα παραληφθούν, επειδή δηλαδή είναι δίκαιοι, ενώ εκείνοι που δεν είναι τέτοιοι, αλλά φοβεροί σε κακουργίες και έργο τους έχουν την κάθε είδους φαυλότητα, θα παραμείνουν για να υποστούν την καταδίκη με τη φωτιά» (Κ).
Λουκ. 17,36  δύο ἐν τῷ ἀγρῷ, εἷς παραληφθήσεται καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται(1).
Λουκ. 17,36  Δυο θα είναι στο χωράφι, ο ένας, ο πιστός, θα παραληφθή δια να σωθή, ο άλλος, ο άπιστος, θα αφεθή να τιμωρηθή”.
(1)   Τον στίχο αυτό παραλείπουν όχι μόνο οι αλεξανδρινοί κώδικες αλλά και πολλοί από τους υπόλοιπους μεγαλογράμματους και πολλοί από τους μικρούς και ο μέγας Βασίλειος, Οπτάτος και άλλοι και φαίνεται να μπήκε στο κείμενο ολόκληρος από το Ματθ. κδ 40 (δ). Δες τις εκεί σημειώσεις.
Λουκ. 17,37 καὶ ἀποκριθέντες λέγουσιν αὐτῷ· ποῦ, Κύριε(1); ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ὅπου τὸ σῶμα, ἐκεῖ ἐπισυναχθήσονται καὶ οἱ ἀετοί(2).
Λουκ. 17,37 Απεκρίθησαν δε οι μαθηταί και του είπαν• “που, Κυριε, θα γίνουν αυτά;” ο δε Κυριος τους είπε• “όπου είναι το νεκρόν σώμα, εκεί θα μαζευθούν από διάφορα σημεία του ορίζοντος τα όρνια δια να το καταβροχθίσουν”.
(1)   «Επειδή όμως είπε ότι θα παραληφθεί, χρήσιμα και κατ’ ανάγκη ρωτούν οι μαθητές· Πού, Κύριε;» (Κ) δηλαδή «πού παραλαμβάνονται;» (Ζ)·
Ή, οι μαθητές κατάλαβαν μεν το θα παραληφθεί ότι λέγεται για την παραλαβή των πιστών από τους αγγέλους για συνάντηση του Κυρίου, το «θα αφεθεί» όμως που λέγεται στο τέλος δεν το κατάλαβαν. Και για αυτό ρωτούν: Πού, Κύριε, θα αφεθεί; (δ).
(2)   Δες Ματθ. κδ 28 και τις εκεί σημειώσεις. Λιγότερο πιθανή η ερμηνεία: «όπως ακριβώς όταν βρίσκεται κάτω σώμα νεκρό, όλα τα σαρκοβόρα όρνεα έρχονται πάνω του, έτσι και στον υιό του ανθρώπου, που για μας νεκρώθηκε και έπεσε κάτω, όταν θα φανεί από τον ουρανό, όλοι οι άγιοι θα μαζευτούν» (Θφ)· «όλοι οι αετοί, δηλαδή αυτοί που πετούν ψηλά και βρίσκονται ψηλότερα από τα επίγεια και κοσμικά πράγματα, θα τρέξουν προς αυτόν» (Κ).
Ατυχής και η επόμενη ερμηνεία: Σώμα είναι το όλο ιουδαϊκό έθνος, συγκεντρωμένο στα Ιεροσόλυμα κατά το Πάσχα. Αετοί είναι οι Ρωμαίοι (στον b). Εδώ όμως πρόκειται όχι για την καταστροφή των Ιεροσολύμων, αλλά για την δευτέρα παρουσία.
Πιο σωστή ερμηνεία: Όπου είναι το νεκρό τμήμα των ανθρώπων του κόσμου που μυρίζει άσχημα, αυτών που προσκλίνουν στα φθαρτά και στα γήινα, εκεί και η κρίση του Θεού θα πέσει (p)· εκεί θα είναι και οι άγγελοι οι τιμωροί να παραλάβουν το σώμα που μυρίζει για τιμωρία (δ). Όταν ένας λαός κάνει τον εαυτό του με τις αμαρτίες του πτώμα που βρωμάει και σαπίζει, τίποτα άλλο δεν πρέπει να αναμένει κάποιος παρά να αποστείλει ο Θεός τους αετούς του ανάμεσα σε αυτό για τιμωρία και όλεθρό του. Οποτεδήποτε και οπουδήποτε και αν υπάρχουν οι πονηροί, οι καταδικασμένοι σε απώλεια, θα βρεθούν από την κρίση του Θεού ασφαλώς και ταχέως, όπως και οποιοδήποτε πτώμα οπουδήποτε και αν βρίσκεται πεταμένο ανακαλύπτεται από την όσφρηση των σαρκοφάγων πτηνών και γίνεται λεία τους.
Λουκ. 21,5   Και(1) τινων(2) λεγόντων(3) περὶ τοῦ ἱεροῦ ὅτι λίθοις καλοῖς(4) καὶ ἀναθήμασι(5) κεκόσμηται(6), εἶπε·
Λουκ. 21,5  Και όταν μερικοί από τους μαθητάς έλεγαν δια το ιερόν, ότι είναι στολισμένον με ωραίους λίθους και αφιερώματα, είπε•
(1)   Δες Ματθ. κδ 1-36 και Μάρκ. ιγ 1-32. Η περικοπή αυτή διαιρείται σε 3 μέρη: οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες λέχθηκε η προφητεία (στιχ. 5-7), η προφητεία (σ. 8-28), προτροπή για επαγρύπνηση μαζί με κάποιες χρονολογικές ενδείξεις (στιχ. 29-36).
(2)   Από τους μαθητές (L)
(3)   Ο λόγος σχετικά με τη συγκριτική αξία των προσφερομένων δώρων στο ναό εύκολα μπορούσε να οδηγήσει σε σκέψεις για τη μεγαλοπρέπεια του ναού και των αφιερωμάτων σε αυτό (p). Ήταν άλλωστε απόγευμα (στιχ. 37) και ο ήλιος που έδυε χρύσωνε με τις τελευταίες του ακτίνες τις ιερές οικοδομές (g).
(4)   Η φράση λίθους ωραίους δηλώνει τους λίθους από λευκό μάρμαρο, με τους οποίους, είχε οικοδομηθεί ο ναός (Ιωσήπου Αρχαιολ. XV 11,3)(δ). Κάποιοι από τους λίθους αυτούς ήταν υπερμεγέθεις. Οι στύλοι της στοάς ήταν μονόλιθοι από μάρμαρο ύψους 40 ποδιών. Δες Ιωσήπου Ιουδ. Πολ. V,5,2.
(5)   Τα αφιερώματα, τα δώρα του Ηρώδη και άλλων ηγεμόνων ή ιδιωτών (Β΄Μακκαβ. γ 2-7). Π.χ. η χρυσή άμπελος του Ηρώδη, η οποία είχε ύψος ενός άνδρα (Ιωσήπου Ιουδ. Πολ. 5,5,4. Αρχαιολ. 15,11,3). Για την λέξη ανάθημα δες Β΄Μακκαβ. θ 16,Γ΄Μακκαβ. γ 17. Μόνο εδώ λέγεται στην Κ.Δ. (p). Ο τύπος ανάθεμα μολονότι αρχικά είχε την ίδια σημασία με το ανάθημα κατάντησε σε κακή σημασία, με την οποία και συναντιέται σε πολλά σημεία των επιστολών του Παύλου.
(6)   Όταν μιλάμε για ναό, κυρίως πρέπει να προσελκύει την προσοχή μας η παρουσία του Θεού σε αυτόν και η τάξη και η ευλάβεια, η οποία πρέπει να επικρατεί κατά τις ακολουθίες που τελούνται σε αυτόν για λατρεία του Θεού, και η κοινωνία η οποία πρέπει να υπάρχει μεταξύ του Θεού και του λαού του. Είναι πολύ φτωχό, όταν μιλάμε για ναό η όλη προσοχή μας να ελκύεται από τον εξωτερικό στολισμό του και από την αφθονία των εισοδημάτων του ή τον πλούτο των αφιερωμάτων του. Τα τελευταία αυτά τότε παίρνουν αξία, όταν εμψυχώνονται από την ζωντανή ευλάβεια των λειτουργών και λάτρεων του Θεού στο ναό αυτό.
Λουκ. 21,6  ταῦτα ἃ θεωρεῖτε, ἐλεύσονται ἡμέραι ἐν αἷς οὐκ ἀφεθήσεται λίθος ἐπὶ λίθῳ ὃς οὐ καταλυθήσεται(1).
Λουκ. 21,6  “αυτά που βλέπετε, θα έλθουν ημέραι, κατά τας οποίας δεν θα μείνη πέτρα επάνω εις την πέτρα, που να μη κρημνισθή.
(1)   Προφητεία, η οποία θα φαινόταν παράδοξη σε εκείνους, οι οποίοι ανέμεναν, ότι η βασιλεία του Μεσσία επρόκειτο μετά από λίγο να αρχίσει και ότι η Ιερουσαλήμ θα ήταν το κέντρο της (p). Δες Μάρκ. ιγ 2. Όταν μέσω της πίστης προβλέπουμε, ότι όλη η εξωτερική δόξα και λαμπρότητα οποιουδήποτε είτε κτιρίου μεγαλοπρεπούς, είτε ηγεμόνος ισχυρού πρόκειται να παρέλθει ούτως ή άλλως, δεν θα κολλήσουν ποτέ οι καρδιές μας σε αυτήν, όπως κολλούν οι καρδιές εκείνων, οι οποίοι στερούμενοι του οφθαλμού της πίστης δεν μπορούν να δουν τόσο μακριά.
Λουκ. 21,7  ἐπηρώτησαν δὲ αὐτὸν(1) λέγοντες· διδάσκαλε, πότε(2) οὖν(3) ταῦτα(4) ἔσται καὶ τί τὸ σημεῖον(5) ὅταν μέλλῃ ταῦτα γίνεσθαι;
Λουκ. 21,7  Τον ηρώτησαν δε και είπαν• “διδάσκαλε, πότε λοιπόν θα συμβούν αυτά και ποιό θα είναι το σημείον, που θα φανή, όταν πρόκειται αυτά να πραγματοποιηθούν;”
(1)   Τίποτα δεν υπάρχει στο κείμενο που να μαρτυρεί, ότι το ακόλουθο ερώτημα τέθηκε στον Ιησού κατά την ίδια στιγμή, κατά την οποία ειπώθηκε η προφητεία για την επικείμενη καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Εφόσον όμως είναι αδύνατον να υποθέσουμε, ότι ο λόγος του Κυρίου που ακολουθεί λέχθηκε δημόσια, πρέπει να δεχτούμε, ότι ο Κύριος ήταν τώρα μόνος με τους μαθητές του, το οποίο και επιβεβαιώνεται από τους άλλους συνοπτικούς (g).
(2)   Δέχονται την προφητεία του διδασκάλου αναντίρρητα και ρωτούν ως προς τη χρονολογία, κατά την οποία αυτά θα συνέβαιναν και για την οποία ο διδάσκαλος τίποτα δεν είπε (p).
(3)   Μόριο που υποδηλώνει έκπληξη, συνδυασμένη με συμφωνία (b).
(4)   Αυτό κυρίως αναφέρεται στην καταστροφή του ναού (g). Ίσως οι μαθητές νόμισαν, ότι ο ναός αυτός επρόκειτο να καταρριφθεί, για να δοθεί χώρος για ανέγερση άλλου μεγαλοπρεπέστερου, αντάξιου της βασιλείας του Μεσσία (p).
(5)   Η δεύτερη αυτή ερώτηση δείχνει, ότι οι μαθητές ανέμεναν να βρίσκονται εν ζωή, ώστε θα έβλεπαν με τα ίδια τους τα μάτια την καταστροφή (p). Με εμφανή περιέργεια ρωτούν οι μαθητές για τον χρόνο, κατά τον οποίο πρόκειται να συμβεί η από τον Κύριο προφητευμένη ερήμωση και καταστροφή. Είναι βεβαίως φυσικό να επιθυμούμε να γνωρίσουμε τα μέλλοντα να συμβούν. Το ωφέλιμο όμως και το πράγματι σπουδαίο είναι να μάθουμε, ποιο είναι το καθήκον μας και πώς πρέπει να συμπεριφερθούμε σε σχέση με τα μέλλοντα αυτά. Για αυτό ο Κύριος απαντώντας στους μαθητές του σε αυτό κυρίως εμμένει, ζητώντας να διαφωτίσει αυτούς για τους κινδύνους, τους οποίους θα αντιμετωπίσουν και για τα μέτρα, τα οποία πρέπει να πάρουν για να ανταπεξέλθουν εναντίον τους.
Λουκ. 21,8  ὁ δὲ εἶπε(1)· βλέπετε μὴ πλανηθῆτε(2)· πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου(3) λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι καὶ ὁ καιρὸς ἤγγικε(4). μὴ οὖν πορευθῆτε ὀπίσω αὐτῶν.
Λουκ. 21,8  Αυτός δε είπε• “προσέχετε, μην εξαπατηθήτε από κανένα. Διότι πολλοί θα έλθουν, χρησιμοποιούντες ως ιδικόν των το όναμά μου και θα λέγουν, ότι εγώ είμαι ο Μεσσίας. Μη τους ακολουθήσετε.
(1)   Η προφητεία που εκτείνεται από το στιχ. 8-28 περιγράφει α) τις ταραχές, οι οποίες θα επακολουθήσουν μετά την αναχώρηση του Χριστού, τους ψευδομεσσίες, τους πολέμους, τους διωγμούς (στιχ. 8-19. Δες Μάρκ. ιγ 5-13 και Ματθ. κδ 4-14). β) την καταστροφή της Ιερουσαλήμ (στίχ. 20-24. Δες Μάρκ. στιχ. 14-23, και Ματθ. στίχ. 15-28) και γ) τα σημάδια της επανόδου του υιού του ανθρώπου (στιχ. 25-28. Δες Μάρκ. στίχ. 24-27 και Ματθ. στιχ. 29-31). Μολονότι και στις 3 συνοπτικές αφηγήσεις κατά την ίδια διάταξη προχωρά η προφητεία, δεν μπορούν όμως και στις αφηγήσεις αυτές οι γενικές γραμμές των δύο κύριων γεγονότων μαζί με τα σημάδια τους (η καταστροφή της Ιερουσαλήμ ή και η συντέλεια του κόσμου) πάντοτε να διαχωριστούν και να διακριθούν με σαφήνεια. Μερικοί από τους λόγους αναφέρονται σαφώς στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ· άλλοι πάλι εξίσου σαφώς στην Δευτέρα παρουσία του Κυρίου. Υπάρχουν όμως και μερικοί λόγοι που μπορούν να εφαρμοστούν και στα δύο αυτά γεγονότα (p).
(2)   Η ανυπομονησία κάνει εύκολα αυτόν που βρίσκεται κάτω από την εξουσία της εύπιστο (g). Οπότε ο Κύριος εφιστά την προσοχή των μαθητών του, για να μην πλανηθούν. Το ρήμα πλανιέμαι δεν χρησιμοποιείται πουθενά αλλού στο ευαγγέλιο του Λουκά. Αναφέρεται εδώ όχι σε κάποια απλή πλάνη, αλλά σε ουσιαστική απομάκρυνση από την αλήθεια. Δες Ιω. ζ 47, Α΄Ιω. α 8,β 26,γ 7,Αποκ. β 20,ιβ 9,κ 3-10 κλπ. (p).
Προσέχετε να μην φανταστείτε, ότι θα έλθω εγώ πάλι με εξωτερική δόξα για να καταλάβω θρόνο εγκόσμιου βασιλείου. Όχι· κάτι τέτοιο δεν πρέπει να περιμένετε, διότι η βασιλεία μου δεν είναι από τον κόσμο αυτόν. Είναι αξιοσημείωτο, ότι οι από σφοδρή περιέργεια κινούμενοι και αυτοί που ερευνούν τα του Θεού διατρέχουν τον κίνδυνο να πλανηθούν και πρέπει να προσέχουν. Πόσοι θέλοντας να καθορίσουν χρόνους και καιρούς με βάση τα προφητικά βιβλία εκτροχιάστηκαν σε πλάνες και σε υπολογισμούς γελοίους και ανόητους!
(3)   Το όνομα του Χριστού ή του Μεσσία θα είναι η βάση της αξίωσής τους (p). Γνωρίζετε ότι ο Μεσσίας ήλθε και δεν πρέπει να περιμένετε άλλον τέτοιον. Μην προσέχετε λοιπόν σε κανέναν από τους πλάνους αυτούς. Εάν είμαστε βέβαιοι, ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός και ότι η διδασκαλία του είναι του ευαγγελίου του Θεού, οφείλουμε να κλείνουμε τα αυτιά προς όλους τους άλλους ψευδομεσσίες και ψευδοσωτήρες, οι οποίοι με τις κενές θεωρίες τους υπόσχονται να εξασφαλίσουν την ειρήνη και την ευτυχία στον κόσμο. Σε κανένα άλλο όνομα δεν βρίσκεται η σωτηρία παρά μόνο στο όνομα του Ιησού Χριστού.
(4)   Αναμφίβολα η ιστορία αναφέρει ξεκάθαρα την μετά το θάνατο του Κυρίου εμφάνιση ψευδομεσσιών, οι οποίοι ισχυρίζονταν είτε ότι αυτοί οι ίδιοι ήταν οι Μεσσίες, ή ότι ήταν ο Ιησούς που επέστρεψε από τους ουρανούς. Το βλέμμα όμως του Ιησού περιλαμβάνει εδώ την κατάσταση του κόσμου σε όλο τον χρόνο, ο οποίος επρόκειτο να διαρρεύσει από την ανάληψή του μέχρι την δευτέρα παρουσία του. Είναι γνωστό ποιο πλήθος απατεώνων από τον Σίμωνα τον μάγο και τον Βαρκωχέβα μέχρι τους ψευδό
χριστους των ημερών μας ζήτησαν είτε στους κόλπους του Ιουδαϊσμού, είτε στην εκκλησία να κατευθύνουν στο πρόσωπό τους την μεσσιανική προσδοκία (g). Ο p. δεν βλέπει ψευδομμεσίες μεταξύ της ανάληψης και της καταστροφής της Ιερουσαλήμ. Αλλά εάν ο Ιώσηπος δεν αναφέρει το όνομα (Μεσσίας), δηλώνει όμως σαφέστατα το πράγμα (L).
Λουκ. 21,9  ὅταν δὲ ἀκούσητε πολέμους καὶ ἀκαταστασίας(1), μὴ πτοηθῆτε(2)· δεῖ(3) γὰρ ταῦτα γενέσθαι πρῶτον, ἀλλ᾿ οὐκ εὐθέως(4) τὸ τέλος(5).
Λουκ. 21,9  Οταν δε ακούσετε, ότι γίνονται πόλεμοι και αναταραχαί και διασάλευσις της τάξεως, μη ταραχθήτε. Διότι πρέπει, σύμφωνα με το θείον σχέδιον, να γίνουν αυτά πρώτον, αλλά δεν θα έλθη αμέσως το τέλος”.
(1)   =Στάσεις των κατωτέρων κατά των ανωτέρων και εσωτερικές διαιρέσεις, εξαιτίας των οποίων η κατάσταση, δηλαδή η καθεστηκυία τάξη θα διαταραχτεί και θα καταργηθεί (b).
(2)   Μόνο εδώ και στο κδ 37 υπάρχει το ρήμα, και πουθενά αλλού στην Κ.Δ.. Δηλώνει εσωτερική της ψυχής κατάσταση φόβου, ενώ το από τους άλλους δύο συνοπτικούς χρησιμοποιούμενο ρήμα θροείσθε αναφέρεται στην εξωτερική εκδήλωση του φόβου αυτού (L). Άλλοι θα δειλιάσουν και θα φοβηθούν, σεις όμως δεν πρέπει να φοβηθείτε. Ό,τι για τους άλλους θα είναι φόβητρα και σημάδια μεγάλα, αυτά ας μη φοβίζουν εσάς, οι οποίοι μέσω της πίστης βλέπετε ήδη όσα είναι πάνω από τον ουρανό και γνωρίζετε μέσω της πίστης τον θρόνο της κυβέρνησης του εν υψίστοις Θεού, ο οποίος σας προστάτευσε πάντοτε και επέδειξε την πατρική μέριμνα και προστασία του και στις πλέον ασήμαντες λεπτομέρειες της ζωής σας.
(3)   Είναι έτσι ορισμένο από το Θεό (p).
(4)   Μπαίνει μπροστά με έμφαση (p).
(5)   Δεν σημαίνεται το τέλος των ωδίνων που λέγεται στον Ματθαίο (κδ 8), αλλά το «τέλος όλων» (Α΄Πέτρ. δ 7), το τέλος του κόσμου και η έλευση του υιού του ανθρώπου (p).
«Κάποιοι δέχτηκαν ότι οι πείνες και οι μολυσματικές ασθένειες (για τα οποία λέει παρακάτω) και οι άλλες θλίψεις, δεν θα γίνουν μόνο στη συντέλεια, αλλά και στα χρόνια της άλωσης (των Ιεροσολύμων). Διότι και ο Ιώσηπος λέει ότι λόγω της πείνας έγιναν αφόρητες συμφορές… Γενικώς όμως αυτά μπορούμε να τα εννοήσουμε κοινά και για τον καιρό της συντέλειας και για την άλωση, εννοώ τα σχετικά με τις ακαταστασίες και τους πολέμους και τα υπόλοιπα» (Θφ).
Λουκ. 21,10 τότε ἔλεγεν αὐτοῖς(1)· ἐγερθήσεται(2) ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν(3),
Λουκ. 21,10 Και έλεγεν πάλιν εις αυτούς• “θα εξεγερθή και θα επιτεθή το ένα έθνος εναντίον του άλλου και το ένα βασίλειον εναντίον του άλλου βασιλείου.
(1)   Δηλώνεται με τη νέα αυτή εισαγωγή, ότι παρεμβλήθηκε μια μικρή διακοπή πριν ακόμη ο Κύριος ξαναπάρει τον λόγο (b). Και με αυτήν διεγείρει την προσοχή στα σημαντικά λόγια, τα οποία θα πει.
(2)   Τοποθετεί το εγερθήσεται χωρίς σύνδεση για μεγαλύτερη έμφαση (δ).
(3)   Ίσως υπαινίσσεται και τους ανταγωνισμούς του Γάλβα, του Όθωνα, του Βιτελλίου και τους Βεσπασιανού για την κατάληψη του θρόνου μετά το θάνατο του Νέρωνα, οι οποίοι παρέσυραν όλο τον ρωμαϊκό κόσμο σε εμφύλιο πόλεμο σκληρό (L).
Λουκ. 21,11 σεισμοί(1) τε μεγάλοι κατὰ τόπους καὶ(2) λιμοὶ καὶ λοιμοὶ(3) ἔσονται, φόβητρά(4) τε καὶ σημεῖα ἀπ᾿ οὐρανοῦ(5) μεγάλα ἔσται.
Λουκ. 21,11 Και θα γίνουν σεισμοί μεγάλοι εις διαφόρους τόπους και πείνα και επιδημίαι, σημεία που θα προκαλούν φόβον, και άλλα μεγάλα σημεία από τον ουρανόν.
(1)   Αφού περιέγραψε τις γενικές πολιτικές ακαταστασίες, οι οποίες θα προηγηθούν του τέλους, ο Κύριος αναφέρει 4 διαταραχές της φύσης, οι οποίες θα είναι και αυτές προοίμιο του τέλους: σεισμούς δηλαδή, πείνες, λοιμώδεις ασθένειες και τρομακτικά φαινόμενα στον ουρανό (p).
(2)   Υπάρχει και η γραφή «μεγάλοι κατά τόπους λιμοί». Η βυζαντινή γραφή στο κείμενο φαίνεται προτιμότερη, διότι χαρακτηρίζει καλά το συχνό φαινόμενο του πλήθους των σεισμών, που ξεσπά συγχρόνως σε διάφορα σημεία του πλανήτη (g).
(3)   Παρήχηση (L). Είναι αξιοσημείωτο, ότι κατά την εποχή, που επακολούθησε αμέσως μετά την εμφάνιση του Χριστιανισμού, συνέβησαν συμφορές έκτακτες και συσσωρευμένες. Τρομερή πείνα μάστιζε την Ανατολή στα χρόνια του Κλαυδίου. Ηφαίστεια από παλιά σβησμένα εκδήλωσαν νέα δράση. Σεισμός κατέστρεψε πολλές πόλεις της Μ. Ασίας, και ιδιαιτέρως την Λαοδίκεια και Ιεράπολη (g).
(4)   =σημάδια που δημιουργούν φόβο (δ). Είναι του ίδιου είδους με τα σημάδια του ουρανού, για τα οποία λέει αμέσως μετά (L).
(5)   Δεν πρέπει να συγχέονται αυτά με αυτά που αναφέρονται στο στίχο 25 (L). Είναι αυτά εκλείψεις, βόρεια σέλα, κομήτες, βροχές διαττόντων αστέρων, στα οποία τα πλήθη αποδίδουν σημασία απειλητική και προμηνυτική δεινών (g). Για τα καταπληκτικά σημάδια που προηγήθηκαν της άλωσης των Ιεροσολύμων δες Ιωσήπου Ιουδ. Πολ. VI,5,3 (p).
Λουκ. 21,12 πρὸ(1) δὲ τούτων πάντων ἐπιβαλοῦσιν ἐφ᾿ ὑμᾶς τὰς χεῖρας αὐτῶν καὶ διώξουσι(2), παραδιδόντες εἰς συναγωγὰς καὶ φυλακάς, ἀγομένους ἐπὶ βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνας(3) ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου(4)·
Λουκ. 21,12 Αλλά πριν γίνουν όλα αυτά, θα σας συλλάβουν και θα σας καταδιώξουν και θα σας παραδίδουν εις τας συναγωγάς, δια να δικασθήτε και εις τας φυλακάς και θα σας οδηγούν ως υποδίκους εμπρός εις βασιλείς και ηγεμόνας, μόνον και μόνον επειδή πιστεύετε στο όνομά μου.
(1)   Η πρόθεση «προ», βρίσκεται σε έννοια χρονική και όχι για να σημάνει υπεροχή μεγέθους (p).
(2)   Μεταξύ των πρώτων, τα οποία πρέπει να αναμένονται είναι οι διωγμοί (p), οι οποίοι χτύπησαν την εκκλησία από την κούνια της. Άρχισαν στην Ιερουσαλήμ από τις πρώτες ημέρες της ίδρυσης της εκκλησίας. Πρόκειται εδώ προ παντός για τους διωγμούς από το συνέδριο και τις ιουδαϊκές αρχές σε κάθε μέρος, και έπειτα και για όλους τους διωγμούς, οι οποίοι από τότε ακολούθησαν και συνεχίζονται (g).
«Συμπλέκει τους λόγους σχετικά με την συντέλεια με αυτούς για την άλωση» (Θφ).
«Πριν από τον καιρό της συντέλειας κυριεύτηκε η χώρα των Ιουδαίων… και παραδόθηκε ο ναός στη φωτιά, γκρεμίστηκαν τα βασιλικά ανάκτορά τους και έπαυσε η δύναμη της σύμφωνης με το νόμο λατρείας. Όμως πριν συμβούν αυτά, εκδιώχτηκαν από αυτούς οι μακάριοι μαθητές, κλείστηκαν στη φυλακή, οδηγήθηκαν σε άρχοντες, στάλθηκαν σε βασιλιάδες» (Κ).
(3)   «Πράγματι στάλθηκε ο Παύλος στη Ρώμη προς τον Καίσαρα, και παρουσιάστηκε στον Φήστο και στον Αγρίππα» (Κ).
(4)   Οι καταδιώξεις αυτές κατά των διακόνων του ευαγγελίου και των πιστών δεν πρέπει να θεωρούνται μόνο ως δεινά των άδικα καταδιωκομένων, αλλά και ως αμαρτία των διωκτών. Προτού να πέσει εναντίον των τελευταίων αυτών το κρίμα της θείας δικαιοσύνης, θα πληρώσουν αυτοί το μέτρο της αδικίας τους για τους διωγμούς τους κατά των εκλεκτών του Θεού. Αξιοσημείωτο, ότι η καταστροφή ενός έθνους προκαλείται πάντοτε από τις αμαρτίες του. Τίποτα άλλο λοιπόν δεν προκαλεί ασφαλέστερα την καταστροφή αυτή από την αμαρτία των διωγμών κατά του ευαγγελίου. Όταν λοιπόν ο διωγμός κατά του ευαγγελίου και των διακόνων του φθάσει στο μη περαιτέρω, τότε επίκειται και ο ερχομός της κρίσης και τιμωρίας στο έθνος, που έκανε τον διωγμό αυτόν. Περιμένετε την οργή του Θεού να ξεσπάσει σύντομα, όταν η κατά των διακόνων του Κυρίου οργή του κόσμου γίνει ασυγκράτητη.
Λουκ. 21,13  ἀποβήσεται(1) δὲ ὑμῖν εἰς μαρτύριον(2).
Λουκ. 21,13 Ολαι δε αυταί αι μεγάλαι ταλαιπωρίαι θα έχουν ως τελικόν αποτέλεσμα δια σας, να δώσετε την καλήν μαρτυρίαν δι’ εμέ.
(1)   Το αποτέλεσμα των διωγμών και παθημάτων αυτών για σας θα είναι… (p).
(2)   Ή «όλα αυτά που θα κάνουν σε σας θα αποβούν σε σας σε μαρτυρική δόξα» (Ζ)· «σε δόξα μαρτυρίου» (Κ).
Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, για μαρτυρία της αθωότητάς σας.
Ή, πιο πιθανή, για μαρτυρία της αλήθειας του ευαγγελίου (p). Πρόκειται για την μαρτυρία, την οποία οι μαθητές θα κάνουν για τον Ιησού ενώπιον των ιουδαϊκών ή ειδωλολατρικών δικαστηρίων, όπως υπήρξαν του Πέτρου στο ναό και ενώπιον του συνεδρίου, του Παύλου στις συναγωγές και ενώπιον των βασιλέων και αρχόντων (g), «για να μην μπορούν να λένε (αυτοί που δεν πίστεψαν) την ημέρα της κρίσης, ότι δεν ακούσαμε το κήρυγμα» (Ζ).
Έτσι αντί ο διωγμός να ανακόψει την πρόοδο του κηρύγματος, θα δώσει την ευκαιρία να ακουστεί αυτό και από τους άρχοντες του εθνισμού, αλλά και στις ίδιες τις επίσημες αίθουσες των δικαστηρίων του. Η έρευνα όμως και εξέταση του ευαγγελίου σε δικαστήριο, όπως και η ανάκριση για τη ζωή και διαγωγή σας, θα καταστούν μαρτυρία λαμπρή για την αλήθειά του και την άμεμπτη ζωή των εργατών του.
Λουκ. 21,14 θέσθε(1) οὖν(2) εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν(3) μὴ προμελετᾶν(4) ἀπολογηθῆναι·
Λουκ. 21,14 Βάλετε, λοιπόν, αυτά, μέσα εις την καρδιά σας, ότι εγώ τα επιτρέπω, ώστε να μη συλλογίζεσθε εκ των προτέρων τι θα απολογηθήτε.
(1)   «Βάλτε τις καρδιές σας, αντί να πει διατεθείτε, πείστε (τις καρδιές σας) ή βάλτε στις καρδιές σας» (Ζ). Όπως στο Πράξ. ε 4 λέγεται για απόφαση, την οποία πρέπει να πάρουν. Η φράση είναι εβραϊκή (Δανιήλ α 8 κλπ.), αλλά εξίσου και ελληνική («θέσθε επί φρεσί(=βάλτε στο νου σας) Όμηρος)(L).
(2)   «Επειδή ήταν απλοί άνθρωποι του λαού και αμαθείς, για να μην ταραχτούν από το ότι επρόκειτο να λογοδοτήσουν σε σοφούς άνδρες, καθόλου, λέει, μην σας νοιάζει για αυτό» (Θφ).
(3)   Κάντε μέριμνά σας το να μη μεριμνάτε· κάντε ιδιαίτερο μέλημα και κόπο σας να μην σας μέλει (b).
(4)   Λέξη που λέγεται μία φορά. Ο Θεός θα στέκεται στο πλευρό σας και θα σας προστατεύει κατά τη διάρκεια της δίκης σας. Είστε τη στιγμή εκείνη οι συνήγοροι του ευαγγελίου του. Συνεπώς αυτός θα σας παράσχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την διεξαγωγή της δίκης, η οποία αφορά στην αλήθειά του. Μην απασχολείστε λοιπόν, όπως θα φροντίζατε και θα θορυβούσασταν προκειμένου για δίκη αποκλειστικά δική σας, που θα απέβλεπε στα υλικά συμφέροντά σας και την οποία καλείστε να διεξάγετε με μόνο τα δικά σας μέσα.
Λουκ. 21,15  ἐγὼ(1) γὰρ(2) δώσω ὑμῖν στόμα καὶ σοφίαν(3), ᾗ οὐ δυνήσονται ἀντειπεῖν(4) οὐδὲ ἀντιστῆναι(5) πάντες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν.
Λουκ. 21,15  Διότι εγώ θα σας δώσω πνεύμα φωτεινόν και σοφίαν, δια να ευρίσκετε ακλόνητα νοήματα και επιχειρήματα, εις τα οποία δεν θα ημπορούν να αντείπουν η να αντισταθούν όλοι οι αντίπαλοί σας.
(1)   Στο Ματθ. ι 20 αυτό αποδίδεται στο Πνεύμα του Πατέρα, ενώ εδώ μιλά ο Κύριος σύμφωνα με την κατάσταση της δόξας του (b). Τότε ο Ιησούς δεν θα είναι στη γη, αλλά θα έχει αναληφθεί με δόξα (g). Μπαίνει μπροστά με έμφαση. Ολόκληρο αυτό θα είναι δική μου φροντίδα (p). Εσείς μεν θα προχωράτε στον αγώνα, αλλά εγώ θα μάχομαι. Εσείς θα ξεστομίζετε τα λόγια, αλλά εγώ θα είμαι αυτός που μιλά (Βέδας).
(2)   «Μη προμελετάτε… διότι θα πάρετε από εμένα σοφία και γλώσσα ακαταμάχητη και ακατανίκητη εναντίον των αντιπάλων σας» (Κ). Θα σας δώσω, αφού θα είμαι πάντοτε αμεσότατα παρών μαζί σας (b).
(3)   «Στόμα μεν λέει τα λόγια, ενώ σοφία τα νοήματα των λόγων» (Ζ).
«Θα πάρετε από εμένα ταυτόχρονα και ευφράδεια και σοφία» (Θφ). Με τη λέξη στόμα δηλώνεται η ικανότητα του να μιλούν (L), «το ανεμπόδιστο της γλώσσας» (Θφ), ενώ με τη λέξη σοφία η εκλογή της ύλης και της μορφής του λόγου (p), το περιεχόμενο του λόγου (δ), «η δύναμη των νοημάτων» (Θφ).
Δεν λέει, ότι θα στείλει άγγελο από τον ουρανό να απολογηθεί για χάρη τους. Θα μπορούσε να πράξει και αυτό. Προτιμά όμως να δώσει σε αυτούς τους ίδιους στόμα και σοφία. Με αυτό τούς τιμά, αφού καλούνται να χρησιμοποιήσουν τις χάριτες, τις οποίες ο Θεός τούς παρέχει, και να γίνονται όργανα, ώστε να δοξάζεται μέσω αυτών ο Θεός. Εγώ θα σας δώσω στόμα και σοφία. Το οποίο συνυπονοεί, ότι ο υποσχόμενος αυτό είναι Θεός, διότι του Θεού προνόμιο είναι να επεμβαίνει αόρατα στις διάφορες περιστάσεις και να δίνει στους δούλους του στόμα και σοφία.
(4)   Το ἀντειπεῖν αναφέρεται στην αδυναμία, στην οποία θα περιέλθουν οι αντίπαλοι, να αναιρέσουν τα λεγόμενα από αυτούς που διώκονται για τον Χριστό για υπεράσπιση των εαυτών τους (g).
(5)   Το ἀντιστῆναι αναφέρεται στην μετά την υπεράσπισή τους ανάληψη επίθεσης από αυτούς που ομολογούν το ευαγγέλιο, όταν με το μαχαίρι του ευαγγελίου θα προσβάλουν τις πλάνες των διωκτών τους (g). Η σοφία λοιπόν είναι δύναμη (b).
Λουκ. 21,16 παραδοθήσεσθε(1) δὲ καὶ(2) ὑπὸ γονέων καὶ συγγενῶν καὶ φίλων καὶ ἀδελφῶν, καὶ θανατώσουσιν ἐξ ὑμῶν(3),
Λουκ. 21,16 Θα παραδοθήτε δε στους διώκτας και εις τα δικαστήρια και από αυτούς ακόμη τους γονείς και συγγενείς και φίλους και αδελφούς και θα θανατώσουν μερικούς από σας.
(1)   «Αφού είπε αυτά και αφού εξασθένισε τον φόβο τους για την αμάθειά τους, προσθέτει και άλλο αναγκαίο και ικανό να τρομάξει τις ψυχές… και προλέγει και για αυτό, ώστε να μην τους έλθει απότομα και τους ταράξει. Διότι είναι φοβερό αυτό όταν αγγίζει την ψυχή, όπως και ο Δαβίδ λέει, ότι Αν ο εχθρός με κορόιδευε, θα το άντεχα· εσύ όμως άνθρωπε ισόψυχε» (Θφ).
(2)   Όχι μόνο από ξένους και μη συγγενείς σας, αλλά και από γονείς (b).
(3)   Τρεις τουλάχιστον από αυτούς που άκουσαν τα λόγια αυτά –ο Ιάκωβος, ο Πέτρος και ο Ανδρέας- υπέμειναν μαρτυρικό θάνατο (p).
Λουκ. 21,17 καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου(1)·
Λουκ. 21,17 Και θα μισήσθε από όλους, διότι θα πιστεύετε στο όνομά μου.
(1)   Ο λόγος αυτός του Κυρίου διατηρήθηκε ο ίδιος και στους τρεις συνοπτικούς (Ματθ. κδ 9,Μάρκ. ιγ 13), συναντιέται επίσης και στον Ιωάννη (ιε 20,21). Επειδή προκάλεσε εντύπωση στους μαθητές χαράχτηκε βαθύτατα στη μνήμη τους (g).
Λουκ. 21,18  καὶ(1) θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μὴ ἀπόληται(2)·
Λουκ. 21,18 Αλλά ούτε μία τρίχα από το κεφάλι σας δεν θα χαθή,
(1)   Παροιμιακή φράση (b).
(2)   «Ούτε το ελάχιστο από εσάς δεν θα καταστραφεί» (Θφ). Πώς θα συμβιβαστεί όμως, με το «θα θανατώσουν» του στίχου 16; Ή, δεν θα χαθεί χωρίς την ειδική πρόνοια του Θεού, χωρίς ανταμοιβή, πριν τον καιρό της (b)· «και αν σε κάποιον αφαιρέθηκε κάτι από το σώμα, οπωσδήποτε το υπέστη αυτό επειδή το επέτρεψε ο Θεός· διότι άλλοτε μεν έδειχνε τη δύναμή του, άλλοτε πάλι επέτρεπε στη σάρκα να πάσχει αυτά που είναι φυσικά» (Ζ).
Ή, πιο σωστή ερμηνεία «δεν θα καταστραφεί, αν και θα φανεί στους πολλούς ότι καταστράφηκε… Διότι πρόσεξε που λέει «θα θανατώσουν από εσάς»· θα καταλάβεις δηλαδή κάτι βαθύτερο· ότι δεν θα σας θανατώσουν ολόκληρους, αλλά επειδή είστε διπλοί, από ψυχή και σώμα, δεν θα θανατώσουν τα δύο αλλά από εσάς το ένα θα θανατώσουν, το σώμα εννοώ, ενώ τις ψυχές σας θα τις κερδίσετε με την υπομονή» (Θφ).
Οι ψυχές σας θα παραμείνουν απολύτως σώες· πνευματικά δεν θα υποστείτε τίποτα (p). Η αληθινή προσωπικότητά σας δεν θα βλαφτεί στο παραμικρό (L). Ό,τι και αν σας συμβεί θα βγείτε τελικά από τον αγώνα σώοι και ακέραιοι (g).
Αντιθέτως μάλιστα και οι στο σώμα ερχόμενες βλάβες, εφόσον θα σας συμβαίνουν, διότι ο Θεός, που πάντα προς το συμφέρον σας αποβλέπει, επιτρέπει αυτές, δεν θα είναι πραγματικές βλάβες, αλλά θα καταλήγουν σε ωφέλειά σας. Δεν υπολογίζονται ως ζημιές και ως απώλειες εκείνες, οι οποίες οδηγούν σε αγαθό τέλος και καταλήγουν σε κέρδος και ωφέλεια. Και αν ακόμη σας πάρουν το σώμα σας οι διώκτες σας και αφαιρέσουν ολοτελώς την ζωή σας, δεν χάνετε το σώμα σας, αλλά παραχωρείτε και προσφέρετε αυτό στο Θεό.
Λουκ. 21,19 ἐν τῇ ὑπομονῇ(1) ὑμῶν κτήσασθε(2) τὰς ψυχὰς ὑμῶν.
Λουκ. 21,19 Με την υπομονήν σας κερδίστε τας ψυχάς σας.
(1)   Υπομονή είναι η καρτερία στα παθήματα και τους διωγμούς, χωρίς να υποχωρεί κάποιος ή να χαλαρώνει, ενώ μακροθυμία είναι η ανοχή των ύβρεων και αδικιών, χωρίς να ανταποδίδει κάποιος κάτι για αυτές (p).
(2)   «Σώστε» (Ζ), κάντε κτήμα σας (δ), κερδίστε τις ψυχές σας (p). Η ζωή η αιώνια παριστάνεται εδώ με τις ψυχές (L). Κερδίστε την αιώνια σωτηρία (p). Υπάρχει και η γραφή κτήσεσθε, η οποία φαίνεται πιο αυθεντική.
Αξιόλογη και η επόμενη: Κτήσασθε τις ψυχές σας, τον αληθινό και κυρίως άνθρωπο· φυλάξτε την πάνω στον εαυτό σας εξουσία και κυριαρχία του λογικού· φυλάξτε το εσωτερικό σας από την εμπαθή ταραχή ώστε ούτε λύπη ούτε φόβος να σας τυραννά και να σας αφαιρεί την ειρήνη και την χαρά. Στους δύσκολους καιρούς, στους οποίους τίποτα άλλο δεν είναι εύκολο να διατηρήσουμε, ας φυλάξουμε και ας κρατήσουμε στην κατοχή μας το πολυτιμότερο από όλα, δηλαδή τις ψυχές μας. Με την υπομονή λοιπόν οι ψυχές σας θα διατηρηθούν σε καλή διάθεση και σε ειρηνική κατάσταση.
3) Η καταστροφή της Ιερουσαλήμ και του ιουδαϊκού λαού (κα 20-24)
Λουκ. 21,20 ὅταν(1) δὲ ἴδητε κυκλουμένην(2) ὑπὸ στρατοπέδων τὴν Ἱερουσαλήμ(3), τότε γνῶτε ὅτι ἤγγικεν ἡ ἐρήμωσις(4) αὐτῆς.
Λουκ. 21,20 Οταν δε θα ίδετε την Ιερουσαλήμ να περικυκλώνεται από στρατεύματα, τότε μάθετε ότι έφθασε πλέον ο καιρός της ερημώσεώς της.
(1)   Μέχρι τώρα ο Κύριος επέστησε την προσοχή των πιστών κατά των εσπευσμένων μέτρων. Τώρα αντιθέτως ειδοποιεί αυτούς να μην παρασυρθούν από τις φαντασιοπληξίες των φανατικών Ιουδαίων, οι οποίοι θα φανταστούν, ότι ο Θεός θα σώσει με θαύμα την Ιερουσαλήμ, αλλά να σπεύσουν να λάβουν μέτρα ασφαλείας (g).
(2)   Ο ενεστώτας δηλώνει την κύκλωση στην αρχή της και όχι ακόμη ολοκληρωμένη (g)· διότι όταν η κύκλωση αυτή θα έχει συντελεστεί, θα είναι πλέον πολύ αργά (p).
(3)   «Σαφέστατα τώρα αναφέρεται στην άλωση της Ιερουσαλήμ» (Θφ).
(4)   Η λέξη συχνά συναντιέται στους Ο΄, στην Κ.Δ. μόνο εδώ και στα παράλληλα χωρία. Οι μαθητές ανέμεναν την εντός ολίγου δόξα της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας, στην οποία θα εγκαθίστατο ο Μεσσίας και τώρα προλέγεται σε αυτούς η επικείμενη ερήμωσή της (p).
Λουκ. 21,21 τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη(1), καὶ οἱ ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκχωρείτωσαν(2), καὶ οἱ ἐν ταῖς χώραις(3) μὴ εἰσερχέσθωσαν εἰς αὐτήν(4),
Λουκ. 21,21 Τότε όσοι θα ευρίσκονται εις την Ιουδαίαν, ας φεύγουν εις τα βουνά, και όσοι θα είναι μέσα εις την πόλη, ας φεύγουν έξω και μακριά από αυτήν. Και όσοι θα ευρίσκονται εις την ύπαιθρο, να μη εισέλθουν εις την πόλη.
(1)   Αυτολεξεί επαναλαμβάνεται και από τους τρεις συνοπτικούς. Με τη φράση στα όρη εννοούνται οι ορεινές περιοχές της Ιουδαίας (p).
(2)   Και αυτοί που είναι μέσα στην πόλη ας βγουν στην ύπαιθρο, στους αγρούς (δ). Φεύγετε μακριά από την πόλη, από την οποία έφυγε ήδη ο Θεός και απέσυρε την προστασία του. Από εκεί, από όπου φεύγει ο Θεός, πρέπει χωρίς κάποια αναβολή να φεύγουμε και εμείς.
(3)   Αυτοί που ζουν στην ύπαιθρο, αυτοί που μένουν στους έξω αγρούς (δ)· αντιτίθεται στην πόλη (p).
(4)   «Ας μην προσδοκούν, ότι η πόλη επειδή έχει τείχη, θα τους φυλάξει, αλλά ας αναχωρήσουν και αυτοί που θα είναι μέσα στην πόλη» (Θφ).
Λουκ. 21,22 ὅτι ἡμέραι ἐκδικήσεως(1) αὗταί εἰσι τοῦ πληρωθῆναι(2) πάντα τὰ γεγραμμένα(3).
Λουκ. 21,22 Διότι αι ημέραι αυταί είναι ημέραι της δικαίας θείας τιμωρίας, ώστε να εκπληρωθούν έτσι όλα όσα έχουν γραφή δια την καταστροφή του Ισραηλιτικού λαού και της Ιερουσαλήμ.
(1)   Εκδίκηση «για το φόνο του δεσπότη (Χριστού)» (Ζ). Δες από τους Ο΄ τα Δευτερ. λβ 35,Ωσηέ θ 7,Σοφ. Σειρ. ε 7. Αξιοσημείωτο και το περίφημο χωρίο του Ευσεβίου (Εκκλησ. Ιστορ. ΙΙ 23,20), στο οποίο παραθέτει αυτός (όπως και προηγουμένως ο Ωριγένης) τους παρακάτω λόγους του Ιώσηπου που δεν υπάρχουν σε κανένα από τα χειρόγραφα που περισώθηκαν σε μας: «αυτά όμως συνέβησαν στους Ιουδαίους σαν εκδίκηση για τον Ιάκωβο τον δίκαιο, ο οποίος ήταν αδελφός του Ιησού του λεγομένου Χριστού, επειδή ακριβώς αν και ήταν αυτός δικαιότατος, οι Ιουδαίοι τον φόνευσαν» (p).
Τους χρόνους της μακροθυμίας και ανοχής του Θεού διαδέχονται χρόνοι οργής και εκδίκησης. Αυτοί που δεν συγκινούνται από την προς αυτούς ανοχή του Κυρίου και δεν οδηγούνται από την μακροθυμία του σε μετάνοια, αλλά παραμένουν σκληροί, οπωσδήποτε θα αντικρύσουν και την οργή του, η οποία όσο αργότερα έρχεται, τόσο αυστηρότερα και θα εκδηλωθεί.
(2)   Για να εκπληρωθούν.
(3)   «Όλα όσα γράφονται στα βιβλία του Δανιήλ και των άλλων προφητών» (Ζ). Αναφέρεται σε όλες τις περί καταστροφής απειλές που έγιναν στον Ισραήλ, από εκείνες, οι οποίες μέσω του Μωϋσή προκηρύχτηκαν (Λευϊτ. κστ 14 και εξής) μέχρι τις προφητείες του Ζαχαρίου (ια 1-17) και του Μαλαχίου (δ 6)(g).
Λουκ. 21,23  οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις(1)· ἔσται γὰρ τότε ἀνάγκη(2) μεγάλη ἐπὶ τῆς γῆς(3) καὶ ὀργὴ τῷ λαῷ τούτῳ(4),
Λουκ. 21,23  Αλλοίμονον δε εις τας εγκύους και εις αυτάς που θηλάζουν μικρά παιδιά κατά τας ημέρας εκείνας. Διότι θα είναι θλίψις και στέρησις μεγάλη εις την γην, και οργή του Θεού και των ανθρώπων εναντίον του λαού τούτου.
(1)   Από την αρχή του στίχου μέχρι τη λέξη αυτή συναντιέται η φράση αυτολεξεί και στους τρεις συνοπτικούς.
(2)   Ανάγκη=στενοχώρια, δυστυχία (δ). «Διότι πράγματι γυναίκες έτρωγαν τα παιδιά τους, και κοιλιές νεκρών ξέσχιζαν οι εχθροί, και φωτιά βαρβαρική παντού κατέκαιγε και όλα ήταν γεμάτα από αίμα, και νέες τραγωδίες συνέβαιναν, και όλη η οικουμένη γέμισε από τις συμφορές των Ιουδαίων» (Χ).
(3)   Πρέπει να το πάρουμε εδώ με περιορισμένη έννοια, όπως φαίνεται από την ακόλουθη φράση «στον λαό αυτόν» (g). Η φράση αυτή δηλώνει τους Ιουδαίους. Συνεπώς και η πριν από αυτήν («επί της γης») αναφέρεται σε μόνη την Παλαιστίνη και όχι σε ολόκληρη τη γη (p).
(4)   Ο οποίος περιφρόνησε τόσο μεγάλη χάρη ουράνια (b).
Λουκ. 21,24 καὶ πεσοῦνται στόματι μαχαίρας(1), καὶ αἰχμαλωτισθήσονται εἰς πάντα τὰ ἔθνη(2), καὶ Ἱερουσαλὴμ ἔσται πατουμένη(3) ὑπὸ ἐθνῶν(4) ἄχρι πληρωθῶσι καιροὶ ἐθνῶν(5).
Λουκ. 21,24 Και θα πέσουν σφαγμένοι από κοφτερά μαχαίρια, άλλοι δε αιχμάλωτοι και δούλοι θα μεταφερθούν προς πώλησιν εις όλα τα έθνη. Και η Ιερουσαλήμ θα καταπατήται από ξένα έθνη, έως ότου συμπληρωθή ο καιρός που ώρισε ο Θεός, δια την κυριαρχίαν των εθνών επί της Ιερουσαλήμ.
(1)   Στόμα μαχαίρας, είναι εβραϊκός τρόπος ομιλίας (Γενεσ. λδ 26,Δευτερ. ιγ 16 κλπ.). Ποιητικά δηλαδή παριστάνεται το μαχαίρι ως θηρίο που καταβροχθίζει με το στόμα του, την κόψη (για αυτό και δίστομο ονομάζεται το μαχαίρι που έχει δύο κόψεις) τους εχθρούς (δ).
(2)   Πάνω από ένα εκατομμύριο Ιουδαίοι χάθηκαν κατά τη διάρκεια του τρομερού αυτού αγώνα και ενενήντα εφτά χιλιάδες οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στην Αίγυπτο και τις άλλες επαρχίες του ρωμαϊκού κράτους κατά τον Ιώσηπο (Ιουδ. Πολιτ. VI,9.3)(g).
Οσοδήποτε πάντως και αν θεωρεί ο p υπερβολικούς τους αριθμούς αυτούς, πάντως αναγνωρίζεται από όλους το τρομακτικό μέγεθος της καταστροφής. Οι Ιουδαίοι πλέον δεν θα οδηγηθούν αιχμάλωτοι σε ένα έθνος, όπως άλλοτε, όταν κατακτήθηκαν από τους Χαλδαίους, αλλά σε όλα τα έθνη. Και αυτό θα κάνει τη θέση τους περισσότερο απελπιστική και την εθνική τους αποκατάσταση περισσότερο δύσκολη και απραγματοποίητη. Χωρίς να αφομοιώνονται μαζί με τα υπόλοιπα έθνη, θα παραμένουν ανάμεσα σε αυτά μάρτυρες της δίκαιης οργής του Θεού και της τιμωρίας, την οποία είλκυσαν μόνοι τους πάνω στα κεφάλια τους με τη φωνή των προγόνων τους: «Το αίμα αυτού να πέσει πάνω σε μας και στα παιδιά μας».
(3)   Είναι εντονότερη η περίφραση από το απλό πατηθήσεται (b). Το ρήμα λοιπόν σημαίνει κάτι περισσότερο από την κατοχή. Δηλώνει καταπίεση και συντριπτική κυριαρχία (g).
(4)   Η Ιερουσαλήμ μπήκε συχνότερα κάτω από τα πόδια των εθνών παρά στα χέρια των Χριστιανών. Ρωμαίοι, Σαρακηνοί, Πέρσες και Τούρκοι την ποδοπάτησαν αλληλοδιαδόχως (p).
(5)   Διάφοροι με διάφορους τρόπους ερμήνευσαν αυτό. Ή, οι καιροί οι ορισμένοι ώστε να άρχουν τα έθνη στην Ιερουσαλήμ, ή, οι καιροί, κατά τους οποίους τα έθνη θα παραμένουν στην ειδωλολατρεία, ή, οι καιροί της ανοχής του Θεού προς τα έθνη, οπότε όταν συμπληρωθούν αυτοί θα υπαχθούν και τα έθνη στην οργή του Θεού, ή, οι καιροί να επιστρέψουν τα έθνη στο Θεό, ή, οι καιροί, κατά τους οποίους τα έθνη θα κατέχουν τα προνόμια από τα οποία αποξένωσαν τους εαυτούς τους οι Ιουδαίοι.
Η πρώτη εκδοχή και οι δύο τελευταίες είναι οι καλύτερες και δεν αποκλείουν η μία τις άλλες (p). Με τη φράση καιροί εθνών σημαίνεται η περίοδος κατά την οποία όλα τα έθνη θα επιστρέψουν στο ευαγγέλιο, οπότε και οι Ιουδαίοι θα αποκατασταθούν στη χώρα τους συναποτελούντες μαζί με τους εθνικούς μία ποίμνη κάτω από έναν ποιμένα (ο). «Μέχρι το σημείο αυτό φτάνουν τα σχετικά με την άλωση. Έπειτα πάλι αναφέρει τα σχετικά με τη συντέλεια» (Θφ).
4) Η παρουσία (κα 25-27)
Λουκ. 21,25  Καὶ ἔσται σημεῖα ἐν ἡλίῳ καὶ σελήνῃ καὶ ἄστροις(1), καὶ ἐπὶ τῆς γῆς συνοχὴ(2) ἐθνῶν ἐν ἀπορίᾳ(3) ἠχούσης(4) θαλάσσης καὶ σάλου(5),
Λουκ. 21,25  Ως προς δε την δευτέραν παρουσίαν, θα γίνουν πρωτοφανή και καταπληκτικά φαινόμενα στον ήλιον και την σελήνην και τα αστέρια. Εις δε την γην θα καταλάβη τα έθνη μεγάλη στενοχωρία και φόβος και αμηχανία πολλή, καθώς τα τεράστια ορμητικά κύματα της θαλάσσης με θόρυβον πολύν και σάλον θα ορμούν να κατακλύσουν την γην.
(1)   «Διότι αφού η κτίση αλλοιώνεται, εύλογα τα στοιχεία της γίνονται καινούργια» (Θφ).
«Διότι όταν θα παρέλθει η μορφή αυτή του κόσμου, θα φύγουν μαζί του και ο ήλιος και η σελήνη και οι αστέρες… Θα σταματήσει λοιπόν τότε ο ήλιος και η σελήνη, αλλά ούτε τα άστρα θα χρειάζονται τότε, αφού δεν θα υπάρχει νύχτα… και έτσι ο νέος αιώνας θα είναι ανήλιος και ασέληνος και άναστρος, αφού ημέρα που θα καταυγάζει τις άγιες ψυχές θα είναι το δικό μας φως» (Ε).
Στο πνεύμα των μαθητών που συνομιλούν με τον Ιησού η καταστροφή της Ιερουσαλήμ και του ναού δεν ήταν δυνατόν παρά να είναι ένδειξη της επικείμενης συντέλειας του κόσμου. Έτσι ο Κύριος δεν μπορούσε να διαπραγματευτεί το γεγονός της καταστροφής της Ιερουσαλήμ, χωρίς να πει και κάποιους λόγους, με τους οποίους θα δηλωνόταν σε ποια σχέση βρίσκεται με αυτό και η συντέλεια του κόσμου. Προχωρά λοιπόν τώρα να μιλήσει και για αυτά που θα γίνουν κατά την συντέλεια. Η ενδιάμεση ιδέα, με την οποία συνδέονται οι στίχοι 24 και 25 είναι αυτή: Και όταν η περίοδος της τιμωρίας για τον Ισραήλ και τη σωτηρία των εθνών περάσει, τότε όμοια με πλοίο, που τρίζει από παντού, πριν ακόμη διαλυθεί σε συντρίμμια ο πλανήτης μας (η οικουμένη) και το ηλιακό μας σύστημα ολόκληρο, θα υποστούν ασυνήθιστους σεισμούς (g). Η λέξη ήλιος θα εκληφθεί κατά γράμμα και κυριολεκτικά, διότι ακολουθούν ξεχωριστά η σελήνη, τα άστρα και η γη (b).
(2)   Η λέξη συναντιέται μόνο εδώ και στο Β΄Κορ. β 4. «Συνοχή εθνών δηλαδή θλίψη» (Θφ). Η λέξη με έννοια φυσική= στενότητα, σύσφιγξη, ενώ με έννοια ηθική= αγωνία (L), στενοχώρια, αδημονία (δ).
(3)   Τα έθνη θα βρίσκονται σε απορία (p). Η αδημονία των εθνών θα συνίσταται στην απορία και αμηχανία και αγνωσία του τι να πράξουν για προφύλαξή τους (δ).
(4)   Υπάρχει και η γραφή ηχούς, οπότε το ηχούσης προήλθε από διόρθωση (δ)
(5)   Ή «νομίζω πως διδάσκει ότι η αρχή της μεταβολής του παντός που θα γίνει τότε, θα αρχίσει από το ότι θα χαθεί το υγρό στοιχείο. Διότι αφού αυτό πρώτα απορροφηθεί ή παγώσει, ώστε να μην ακούγεται πλέον ο ήχος της θάλασσας, ούτε να γίνεται ο σάλος από τα κύματά της λόγω υπερβολικής ξηρασίας, τα υπόλοιπα μέρη του κόσμου θα υποστούν αλλαγή και μεταβολή αφού δεν θα έχουν πλέον τους συνηθισμένους υδρατμούς (=υγρασία) που στέλνεται από το υγρό στοιχείο» (Ε).
Ή, πιο σωστά «η θάλασσα θα βουίζει με ήχους φρικιαστικούς και θα υπάρχει σάλος και ταραχή» (Θφ). Ηχώ είναι ο φοβερός ήχος και θόρυβος των κυμάτων που έρχονται προς την ξηρά εξαιτίας της επερχομένης καταστροφής του κόσμου· ο θόρυβος και ο σάλος της κίνησης της θάλασσας σε φοβερή τρικυμία, που απειλεί να κατακλύσει τη γη (δ)
Λουκ. 21,26 ἀποψυχόντων(1) ἀνθρώπων ἀπὸ φόβου καὶ προσδοκίας(2) τῶν ἐπερχομένων τῇ οἰκουμένῃ· αἱ γὰρ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν(3) σαλευθήσονται(4).
Λουκ. 21,26 Οι άνθρωποι θα παραλύουν και θα χάνουν τας αισθήσεις των και θα είναι σαν νεκροί από τον φόβον δι’ αυτά, που θα βλέπουν, και δια τα άλλα μεγάλα κακά, που θα περιμένουν να επιπέσουν εναντίον της οικουμένης. Διότι αι δυνάμεις, που κρατούν την αρμονίαν του σύμπαντος, θα σαλευθούν και θα κλονισθούν.
(1)   Το αποψυχώ= αποβάλω την ψυχή, πεθαίνω. Εδώ όμως εκφράζει την έννοια του χάνω τις αισθήσεις, λιποθυμώ (δ). Ο Hobart ισχυρίζεται ότι πρόκειται για ιατρικό όρο, αν και στους ιατρούς έχει την έννοια του ριγώ ή είναι κάποιος κατεψυγμένος  (p).
(2)   Από τον φόβο των παρόντων δεινών και από την προσδοκία των απειλούμενων να συμβούν στο μέλλον (b). Ο Ηοbart φέρνει πολλά παραδείγματα από τον Γαληνό, σύμφωνα με τα οποία η λέξη προσδοκία που συναντιέται εδώ μόνο και στο Πράξ. ιβ 11, σημαίνει την αναμονή κακού αποτελέσματος (p).
(3)   Ή, «και οι ίδιοι οι άγγελοι και οι πρώτιστες δυνάμεις θα ταραχτούν και θα εκπλαγούν με τις τόσο φρικιαστικές μεταβολές των πάντων» (Θφ).
Ή, «οι (ουράνιες) δυνάμεις που υπηρέτησαν τον προηγούμενο αιώνα (περίοδο)… και επιστάτησαν στα αισθητά μέρη του σύμπαντος, τότε λοιπόν θα σαλευτούν, μιας και θα τύχουν καλύτερης θέσης» (Ε)· οι αγγελικές δυνάμεις, που συντηρούν τον κόσμο, θα απαλλαχτούν από την φροντίδα αυτή (δ).
Ή, οι κοσμικές δυνάμεις που συγκρατούν το σύμπαν (Meyer,Oosterzee)· «οι δυνάμεις οι αφανείς, από τις οποίες διοικείται όλος ο ουρανός» (Ε).
Ή, τα ουράνια σώματα, οι αστέρες (p).
Η δεύτερη και η τρίτη εκδοχή πιο σοβαρές, χωρίς να αποκλείουν η μία την άλλη.
(4)   Οι ορθολογιστές ισχυρίστηκαν, ότι στην περιγραφή του αυτή ο Κύριος παρουσιάζεται να εξαρτιέται από τα πολυάριθμα αποκαλυπτικά συγγράμματα, που κυκλοφορούσαν την εποχή εκείνη μεταξύ του Ισραήλ και περιέγραφαν τις ωδίνες που θα προηγηθούν από την έλευση του Μεσσία! Αλλά όλα τα χαρακτηριστικά της εικόνας αυτής που παρέχει ο Κύριος συναντιούνται και στην Π.Δ. Δες Ιωήλ β 10,γ 3,4.Ησ. λδ 11,Σοφονίου α 15,Αγγαίου β 6. Οι προφητείες επομένως αυτές χρησίμευσαν ως πηγές και των αποκαλυπτικών συγγραφών, στις οποίες παρέπεμψαν οι ορθολογιστές (g).
Λουκ. 21,27  καὶ τότε ὄψονται(1) τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλῃ(2) μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς(3).
Λουκ. 21,27  Και τότε θα ιδούν τον υιόν του ανθρώπου να έρχεται επάνω εις ολόφωτον νεφέλην με δύναμιν και δόξαν πολλήν.
(1)   Δεν λέει πλέον θα δείτε, αλλά θα δουν. Υπαινίσσεται ίσως ότι αυτοί που άκουγαν την στιγμή εκείνη τους λόγους του Κυρίου δεν θα ζήσουν για να δουν τον Υιό του ανθρώπου (p).
(2)   «Γιατί όμως σε σύννεφο; Γιατί έτσι πάντα φαίνεται ο Θεός. Διότι λέει «σύννεφο και ομίχλη υπάρχει γύρω από αυτόν»… και ένα σύννεφο τον έκρυψε από τα μάτια τους. Και ως Υιός ανθρώπου έρχεται πάνω στα σύννεφα. Έτσι βέβαια τον βλέπει και ο Δανιήλ· έτσι και τότε θα έλθει, όχι κρυφά, αλλά ως Θεός και Κύριος με δόξα που πρέπει στο Θεό» (Κ).
(3)   «Γιατί δεν θα έρθει πια με ταπείνωση, ούτε με τη δική μας μικροπρέπεια, αλλά με δόξα και δύναμη θεότητας. Και στα δύο όμως θα ακούσεις το «πολλής(=με πολλή)· Διότι με πολλή δύναμη και δόξα πολλή θα κάνει τη δεύτερη παρουσία του» (Κ).
Και «θα ανοίξει ο ουρανός και οι πύλες του που είναι από αιώνες κλεισμένες θα ανοίξουν, ώστε να φανούν τα επουράνια και η αιώνια βασιλεία του Θεού να φανεί σε όλους», «όταν ο ίδιος ο υιός του ανθρώπου αφού λάμψει, θα φωτίσει τον νέο αιώνα, ενώ το προηγούμενο σχήμα του κόσμου θα περάσει» (Ε).
Λουκ. 21,28 ἀρχομένων(1) δὲ τούτων γίνεσθαι ἀνακύψατε καὶ ἐπάρατε τὰς κεφαλὰς ὑμῶν(2), διότι ἐγγίζει ἡ ἀπολύτρωσις(3) ὑμῶν.
Λουκ. 21,28 Όταν δε θα αρχίσουν αυτά να γίνωνται, σεις οι πιστοί οπαδοί μου, σηκωθήτε επάνω γεμάτοι ελπίδα και σηκώστε τα κεφάλια σας προς τον ουρανόν όχι με φόβον, αλλά με χαράν και ελπίδα, διότι πλησιάζει πλέον η απολύτρωσή σας.
(1)   «Λέει αυτά προς τους μαθητές όχι επειδή πρόκειται αυτοί να ζήσουν και να παραμείνουν στη ζωή μέχρι τη συντέλεια, αλλά επειδή είμαστε ένα σώμα αυτοί και εμείς, και όσοι μετά από αυτά θα πιστέψουν σε αυτόν μέχρι τη συντέλεια» (Ε).
(2)   «Τότε παίρνοντας τις υποσχέσεις, στις οποίες ελπίζαμε, θα πεταχτούμε όρθιοι αυτοί που ήμασταν σκυμμένοι και θα σηκώσουμε τα κεφάλια οι πριν ταπεινωμένοι» (Ε). Ανακύπτω με την έννοια εδώ του φρονηματίζομαι μετά από κάποια θλίψη (p).
(3)   Κατά την δευτέρα παρουσία. «Η απολύτρωση που προσδοκάμε είναι εκείνη, την οποία και όλη η κτίση προσδοκά σύμφωνα με την αποστολική διδασκαλία» (Ε), η τέλεια απαλλαγή από τα ηθικά και φυσικά κακά και η από τον θάνατο σωτηρία (δ).
«Η τέλεια ελευθερία και των δύο ενωμένων στοιχείων μας, της ψυχής εννοώ και του σώματος. Διότι η πρόθεση «από» αυτό φαίνεται να υπαινίσσεται, την πλήρη απαλλαγή από τη φθορά, την οποία και το σώμα τότε θα δεχτεί» (Θφ).
Λουκ. 21,29 Καὶ εἶπε(1) παραβολὴν αὐτοῖς· ἴδετε τὴν συκῆν καὶ πάντα τὰ δένδρα(2).
Λουκ. 21,29 Είπε δε εις αυτούς και μίαν παραβολήν• “παρατηρήστε την συκιά και όλα τα δένδρα.
(1)   Δες Ματθ. κδ 32-35 και Μάρκ. ιγ 28-32 και τις εκεί σημειώσεις. Το «και είπε» δηλώνει κάποια διακοπή που παρεμβλήθηκε, μετά από την οποία ο Κύριος ξαναπήρε το λόγο (p)
(2)   Μόνος ο Λουκάς προσθέτει τη φράση «και όλα τα δένδρα». Γράφοντας προς τους εθνικούς διατηρεί και λέξεις, οι οποίες είναι χρήσιμες για εκείνους, στους οποίους τα δένδρα της συκιάς είναι άγνωστα (p).
Λουκ. 21,30 ὅταν προβάλωσιν(1) ἤδη, βλέποντες ἀφ᾿ ἑαυτῶν(2) γινώσκετε ὅτι ἤδη ἐγγὺς τὸ θέρος ἐστίν.
Λουκ. 21,30  Όταν έχουν αρχίσει να βγάζουν φύλλα και άνθη, μόνοι σας καταλαβαίνετε και γνωρίζετε ότι το θέρος είναι πλέον κοντά.
(1)   Το ρήμα προβάλλω είναι γενικό και μπορεί να υπονοεί τους καρπούς· αλλά εδώ ο Λουκάς είχε πρόθεση να μιλήσει για τα φύλλα, διότι οι καρποί είναι ένδειξη αυτού του καλοκαιριού, αν όχι και του φθινοπώρου, αφού άλλωστε γίνεται λόγος και για όλα τα δέντρα (L).
«Όπως ακριβώς η συκιά προβάλλει τα φύλλα» (Θφ)· «όπως της συκιάς οι απαλοί κλάδοι και τα φύλλα…» (Ε).
(2)   Χωρίς κάποιος άλλος να σας πληροφορήσει για αυτό (b). Αναφέρεται στην ευκολία, με την οποία ο καθένας μπορεί να βγάλει το συμπέρασμα από την παρατήρηση (L).
Λουκ. 21,31 οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ἴδητε ταῦτα(1) γινόμενα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ(2).
Λουκ. 21,31 Ετσι και σεις, όταν ίδετε να γίνωνται αυτά, που σας είπα, να ξέρετε ότι είναι κοντά η βασιλεία του Θεού, η χαρά και η μακαριότης των δικαίων.
(1)   «Ποιά αυτά να γίνονται, αν όχι τα προλεχθέντα; Την Ιερουσαλήμ να πατιέται από τα έθνη, την συμπλήρωση των καιρών των εθνών, τα χρόνια της αποστασίας, τα σημάδια στους φωστήρες και τα άστρα, την συνοχή των εθνών στη γη, την… απορία του ήχου και του σάλου της θάλασσας» (Ε)· και με λίγα λόγια «τα τρομερά γεγονότα και την μεταμόρφωση των πάντων» (Θφ).
(2)   Δεν είναι εξ’ ολοκλήρου συνώνυμο με το προηγούμενο «η απολύτρωσή σας», αλλά εκφράζει την θετική πλευρά του μεγάλου γεγονότος, το οποίο θα απολαύσουν οι μαθητές με το που λυτρωθούν (L).
«Η βασιλεία του Θεού μετά το χειμώνα και τη ζάλη, έρχεται σαν καλοκαίρι για τους δίκαιους» (Θφ). Το είναι κοντά «διδάσκει ότι όταν γίνουν αυτά, δεν έφτασαν ακόμη τα πράγματα στο έσχατο τέλος, αλλά οδεύουν προς το τέλος ήδη, όπως ακριβώς στους καρπούς, οδεύει η συκιά όταν απαλαίνει τα κλαδιά και βγάζει τα φύλλα» (Σχ).
Λουκ. 21,32 ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη(1) ἕως ἂν πάντα γένηται.
Λουκ. 21,32 Σας διαβεβαιώνω δε, ότι όσα σας είπα δια την τρομεράν καταστροφήν της Ιερουσαλήμ, θα πραγματοποιηθούν όλα πριν περάση η γενεά αυτή.
(1)   Λιγότερο πιθανή ερμηνεία «γενιά είναι η καινούργια και νέα, την οποία αυτός σύστησε… Λέει δηλαδή ότι θα διαμείνει και θα διαρκέσει ο λαός του και η εκκλησία μέχρι εκείνο τον καιρό όταν θα είναι αυτόπτες σε όλα και θα δουν με τα μάτια τους τις εκπληρώσεις των προφητειών του Σωτήρα» (Ε).
«Επειδή δηλαδή είπε ότι θα γίνουν ταραχές και πόλεμοι και αλλοιώσεις και στοιχείων και πραγμάτων, για να μην θεωρήσει κάποιος, ότι μήπως και ο Χριστιανισμός καταργηθεί, Όχι, λέει· δεν θα περάσει η γενιά αυτή των Χριστιανών» (Θφ).
Πιο σωστά: η γενιά, που ζούσε τότε, όταν ο Κύριος είπε τα λόγια αυτά. Αναφέρεται λοιπόν ο στίχος στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ, που θεωρείται ως τύπος της συντέλειας του κόσμου (p).
Λουκ. 21,33 ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι(1).
Λουκ. 21,33 Ο ουρανός και η γη, που φαίνονται τόσον μόνιμα και ασάλευτα, θα περάσουν και θα λείψουν, οι λόγοι μου όμως δεν θα περάσουν.
(1)   «Ο ουρανός μεν και η γη θα αλλοιωθούν, οι λόγοι μου όμως και το ευαγγέλιό μου δεν θα καταργηθούν, αλλά θα μείνουν· και αν ακόμη όλα σαλεύονται, η πίστη σε μένα δεν θα εκλείψει» (Θφ). «Αυτό ήδη προφητεύει ταυτόχρονα και την συντέλεια των στοιχείων με το να λέει, ότι είναι αδύνατον τα λόγια μου να περάσουν, αν και τα στοιχεία θα περάσουν» (Σχ).
Λουκ. 21,34 Προσέχετε(1) δὲ ἑαυτοῖς μήποτε βαρηθῶσιν(2) ὑμῶν αἱ καρδίαι(3) ἐν κραιπάλῃ(4) καὶ μέθῃ καὶ μερίμναις βιοτικαῖς(5), καὶ αἰφνίδιος(6) ἐφ᾿ ὑμᾶς ἐπιστῇ(7) ἡ ἡμέρα ἐκείνη(8)·
Λουκ. 21,34  Προσέχετε δε τους εαυτούς σας, μήπως γίνουν βαρειές οι καρδιές σας από την κραιπάλην και από την μέθην και από τας βασανιστικάς φροντίδας της παρούσης ζωής. Να είσθε άγρυπνοι, μήπως τυχόν πέση επάνω σας άξαφνα η μεγάλη εκείνη ημέρα.
(1)   Στους στίχους 34-36 περιλαμβάνεται ως συμπέρασμα των λεχθέντων προτροπή για την ανάγκη της ακατάπαυστης προσοχής και εγρήγορσης. Δες Ματθ. κδ 42-45 και Μάρκ. ιγ 33-37. Η μορφή της προτροπής αυτής διαφέρει σημαντικά στους συνοπτικούς. Λίγες λέξεις είναι κοινές στους δύο από αυτούς και πολύ λίγες κοινές και στους τρεις (p).
(2)   Δες Λουκ. θ 32 «βεβαρυμένοι από ύπνο» που δηλώνει σαν να πιέζονται από κάποιο βάρος και είναι ανίκανοι να αγρυπνήσουν. Έτσι και εδώ το βαρηθῶσιν= να πιεστούν από την κραιπάλη και μέθη και να γίνουν ανίκανοι να επιτελούν την πνευματική τους λειτουργία, την οποία η ζωή μέσα στη μέθη τελείως παραλύει (δ).
(3)   Η καρδιά εδώ είναι η έδρα του πνεύματος, του προσώπου του ανθρώπου, που οφείλει πάντα πνευματικά να εργάζεται, δηλαδή να καταλαβαίνει το αληθινό, και να αγαπά και να κάνει το αγαθό (δ).
(4)   Δηλώνει «τον πονοκέφαλο από το χθεσινό μεθύσι» (Η)· «την ζαλάδα από τη χθεσινή οινοποσία» (Θωμάς Μάγιστρος). Λέξη που λέγεται μία φορά.
(5)   «Πρέπει να σημειώσουμε όμως, ότι όχι μόνο η μέθη, αλλά και οι μέριμνες του βίου βουλιάζουν την ψυχή και καταποντίζουν το νου» (Ζ) και «μας βάζουν στο να ξεχνάμε τα συμφέροντα» (Σχ.).
«Διεγείρει τους μαθητές ώστε να είναι πάντοτε έτοιμοι και προετοιμασμένοι για την παρουσία του, για την οποία προτρέποντάς μας, έκανε όλους τους λόγους της διδασκαλίας· και διατάζει να είμαστε προσεχτικοί και να γρηγορούμε και να αγρυπνούμε σε όλο το διάστημα της νύχτας της θνητής ζωής, επειδή κανείς δεν ξέρει τον καιρό της συντέλειας» (Ε).
(6) «Διότι δεν έρχεται με παρατήρηση η ημέρα εκείνη, αλλά απροσδόκητη» (Θφ).
(7)   Το ἐφ᾿ ὑμᾶς ἐπιστῇ= έλθει πάνω σας σαν κλέφτης που ενεδρεύει, ενώ η πρόθεση «επί» δηλώνει την εχθρική διεύθυνση, όπως στο Πράξ. δ 1,στ 12 (δ). Έχει μέσα του και την έννοια του αιφνίδιου. Πέσει αιφνίδια εναντίον σας όπως αρπακτικό πτηνό εναντίον άλλου πτηνού (ο).
(8)   «Ο κλέφτης είναι ο καιρός του θανάτου του καθενός» (Ε). Ο κίνδυνος, τον οποίο διατρέχουμε, είναι η ημέρα του θανάτου και της κρίσης να έλθει σε μας αιφνίδια, πιάνοντάς μας αμέριμνους και απροετοίμαστους. Το καθήκον μας απέναντι σε αυτόν τον κίνδυνο είναι να προσέχουμε τους εαυτούς μας, για να μην βαρυνθούν οι καρδιές μας και από φορτία βαριά να γίνουν ανίκανες και ακατάλληλες να ενεργούν ό,τι απαιτείται για προετοιμασία τους για τον θάνατο και την κρίση.
Δύο λοιπόν είναι εκείνα, από τα οποία οι ψυχές μας γίνονται δυσκίνητες και ρέπουν προς τα κάτω: αφ’ ενός η χωρίς μέτρο φροντίδα και ικανοποίηση των ορέξεων του σώματος και των επιθυμιών των αισθήσεων, η οποία αμβλύνει την συνείδηση και έλκει το ενδιαφέρον του έσω ανθρώπου προς τα υλικά και μάταια, αποσπώντας αυτόν από τα πνευματικά και ουράνια, προς τα οποία πρέπει να είναι στραμμένος και για τα οποία πρέπει προ παντός να ενδιαφέρεται· αφ’ ετέρου η ασυγκράτητη επιδίωξη της απόκτησης των αγαθών του κόσμου αυτού, η οποία γεμίζει την ψυχή με το φόρτο μεριμνών και φροντίδων που κρατούν αυτήν σε διαρκή αγωνία και σάλο.
Λουκ. 21,35 ὡς παγὶς(1) γὰρ ἐπελεύσεται ἐπὶ πάντας τοὺς καθημένους(2) ἐπὶ πρόσωπον πάσης(3) τῆς γῆς.
Λουκ. 21,35  Διότι πράγματι σαν παγίδα θα έλθη η ημέρα εκείνη και θα συλλάβη απροετοιμάστους όλους αυτούς, οι οποίοι κάθονται επάνω εις την γην.
(1)   Σύμφωνα με τα αλεξανδρινά χειρόγραφα η στίξη(η θέση της άνω τελείας) συνδέει την φράση «ως παγίς» με τον προηγούμενο στίχο, ενώ το γαρ ακολουθεί στο επελεύσεται ή επεισελεύσεται σύμφωνα με τη γραφή εκείνων των χειρογράφων. Δηλαδή «ἐπιστῇ ἡ ἡμέρα ἐκείνη ὡς παγὶς· ἐπεισελεύσεται γὰρ…».
Παρόλ’ αυτά και η συνηθισμένη στίξη αποδίδει λαμπρή έννοια, διότι η λέξη παγίδα συγκεντρώνει πάνω της όλη την έμφαση.
«Σαν παγίδα δηλαδή θα έλθει η παρουσία του Κυρίου σε όλους όσους είναι στη γη. Όσοι λοιπόν προσέχουν τους εαυτούς τους σώζονται, όπως το ζαρκάδι από το δίχτυ και όπως το πουλί από την παγίδα· όσοι όμως έχουν βαρυνθεί από τη μέθη και κοιμούνται σε θάνατο, πέφτουν σε απροσδόκητο κίνδυνο» (Ε).
(2)   Οι λόγοι αυτού υπενθυμίζουν τα λόγια στο Ησαΐου κδ 17 «φόβος και λάκκος και παγίδα σε εμάς που κατοικούμε στη γη». Πολύ αξιόλογη η παρατήρηση: «Εκείνους παγιδεύει η ημέρα εκείνη, αυτούς που είναι αμέριμνοι και δεν κάνουν τίποτα. Διότι αυτοί είναι που κάθονται και αυτοί παγιδεύονται» (Θφ).
(3)   Χρησιμοποιεί εντονότατες λέξεις «σε όλους… όλης». Δεν πρόκειται πλέον για γεγονός περιορισμένης έκτασης, όπως η καταστροφή των Ιεροσολύμων, αλλά για τη συντέλεια όλου του κόσμου (L).
Λουκ. 21,36 ἀγρυπνεῖτε(1) οὖν ἐν παντὶ καιρῷ(2) δεόμενοι(3) ἵνα καταξιωθῆτε(4) ἐκφυγεῖν(5) πάντα τὰ μέλλοντα γίνεσθαι καὶ σταθῆναι(6) ἔμπροσθεν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
Λουκ. 21,36  Να είσθε λοιπόν άγρυπνοι και να προσεύχεσθε κάθε ώραν και στιγμήν, να σας δώση ο Θεός χάριν και δύναμιν, δια να αποφύγετε όλα αυτά τα φοβερά, που πρόκειται να γίνουν και να σταθήτε με θάρρος και χαράν εμπρός στον υιόν του ανθρώπου”.
(1)   Το αγρυπνείτε είναι η εικόνα της διαρκούς αναμονής (g). Αγρυπνείτε κατά της αμαρτίας, αγρυπνείτε σε κάθε καθήκον, αγρυπνείτε να επωφελείστε κάθε ευκαιρία για εφαρμογή του αγαθού. Αγρυπνείτε εν αναμονή της έλευσης του Κυρίου, για να σας βρει στην πρέπουσα διάθεση και ώστε με τα πρέποντα συναισθήματα να τον υποδεχτείτε.
(2)   Τα Λουκά ιη 1 και Α΄ Θεσ. ε 17 συνηγορούν υπέρ του να συνδέσουμε το «σε κάθε καιρό» με το δεόμενοι (p).
(3)   Το δεόμενοι δηλώνει την πράξη, η οποία πρέπει να γίνεται κατά τη διάρκεια της αναμονής (g). Να βρίσκεστε σε διαρκή επικοινωνία με το Θεό μέσω της προσευχής. Αδιάλειπτα να προσεύχεστε· να βρίσκεστε πάντοτε σε έξη και διάθεση τού να επιτελείτε το καθήκον αυτό· να έχετε ορισμένες ώρες αφιερωμένες σε αυτό, να προσεύχεστε σε κάθε ευκαιρία και να πλεονάζετε στην προσευχή. Εκείνοι θα καταξιωθούν να ζουν ζωή ύμνων και δοξολογιών στον άλλο κόσμο, όσοι αξιωθούν να ζουν στον παρόντα κόσμο ζωή προσευχής.
(4)   Υπάρχει και η γραφή ίνα κατισχύσητε= για να γίνετε πολύ ισχυροί, για να λάβετε μεγάλη χάρη και δύναμη. Το καταξιωθείτε= για να γίνετε σε όλα άξιοι (δ). Μεγάλο μέρος της καταξιώσεώς μας αυτής εξαρτάται από την αναγνώριση της αναξιότητάς μας. Όσο περισσότερο συναισθανόμαστε, ότι δεν είμαστε άξιοι, τόσο περισσότερο προδιαθέτουμε και προετοιμάζουμε τους εαυτούς μας στο να γίνουμε άξιοι.
(5)   Να διαφύγετε. Το ρήμα αυτό θα μπορούσε να αναφέρεται στη νίκη, την εναντίον της παραπλάνησης από τον κόσμο που περιβάλλει τους πιστούς. Αλλά πρόκειται μάλλον για τη διαφυγή από την κατάκριση, η οποία θα πλήξει αυτούς που δίκαια θα κατακριθούν (g). Σοβαρή όμως και η εκδοχή, κατά την οποία, πάντα= τα ερχόμενα πριν την παρουσία κακά (δ) και μάλιστα ο κίνδυνος των ψυχών από τις παγίδες των έσχατων ημερών (L).
(6)   Ή «να σταθείτε μπροστά στο Χριστό μαζί με τους αγγέλους» (Ζ). Να σταθείτε όρθιοι σε θέση τιμητική (L).
Ή, το ρήμα σταθήναι (όρθιους) μας δίνει να προαισθανθούμε ό,τι καταπληκτικό και τρομακτικό θα προκαλεί η προαναγγελόμενη εμφάνιση του υιού του ανθρώπου. Πρέπει κάποιος να ενισχυθεί από δύναμη υπερφυσική για να μην παραλύσει στη θέα του Υιού του ανθρώπου στη δόξα του και να μην κράξει, Βουνά «πέστε πάνω μας και κρύψτε μας» (g).
Δεν είναι αρκετό να διαφύγουμε αυτά που πρόκειται να γίνουν, αλλά πρέπει και να σταθούμε ενώπιον του υιού του ανθρώπου. Να σταθούμε όχι μόνο δικαιωμένοι ενώπιον αυτού ως κριτού μας, έχοντας θάρρος σε αυτόν, αλλά και παραστάτες του ως Κυρίου μας και διδασκάλου μας, παριστάμενοι πάντοτε στο θρόνο του και υπηρετώντας αυτόν νύκτα και ημέρα στο ναό του (Αποκ. ζ 15), πάντοτε βλέποντας το πρόσωπό του, όπως οι άγγελοι (Ματθ. ιη 10).

ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ – ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούλιος 14, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ

(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα

Β.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ  ΙΓ 1 – 37
(Υπόμνημα στο κατά Μάρκον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 241-258 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας                   Θφ =Θεοφύλακτος Βουλγαρίας
Β = Βασίλειος ο Μέγας                     β = Βίκτωρ Αντιοχείας
Γν = Γρηγόριος Νύσσης                   Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας                  Σγ = Σεβηριανός Γαβάλων
Ζ = Ζιγαβηνός εις τον Μάρκον         Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζμ = Ζιγαβηνός εις τον Ματθαιον     Ω = Ωριγένης

(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible   St. Mark by S.D.F. Salmond, Edinburgh 1922 (σημειώνεται με το σ).
The International Critical Commentary, Ezra P. Gould, A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Mark, Edinburgh 1921 (σημειώνεται με το γ).
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm  Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ).
ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους
Μαρκ. 13,1 Καὶ ἐκπορευομένου αὐτοῦ ἐκ τοῦ ἱεροῦ(1) λέγει αὐτῷ εἷς τῶν μαθητῶν(2) αὐτοῦ· διδάσκαλε, ἴδε ποταποὶ(3) λίθοι καὶ ποταπαὶ οἰκοδομαί(4).
Μαρκ. 13,1  Και καθώς έβγαιναν από την αυλή του ναού, του ένας από τους μαθητάς του• “διδάσκαλε, κύτταξε, τι ωραία μάρμαρα και πόσον μεγαλοπρεπή κτίρια είναι αυτά”!
(1)   Με τη λέξη ιερό δηλώνει εδώ ολόκληρο τον περίκλειστο χώρο του ναού μαζί με τις αυλές του. Άφησε τις αυλές του ναού ώστε και πάλι, όπως φαίνεται, να επιστρέψει στη Βηθανία. Αυτή ήταν η τελευταία του δημόσια εμφάνιση και έκκληση προς την Ιερουσαλήμ, που έγινε στο θρησκευτικό κέντρο των Ιουδαίων, στο Ναό, γεγονός το οποίο παρουσίασε ζωηρά ο Ματθαίος με τη συγκινητική φράση προς την Ιερουσαλήμ («Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, εσύ που φονεύεις τους προφήτες…» Ματθ. κγ 37-39)(σ).
Όταν ο Χριστός εγκατέλειψε την Ιερουσαλήμ, όλα πλέον σε αυτήν έγιναν κοινά και ακάθαρτα. Αλλά ο Χριστός δεν εγκατέλειψε αυτήν παρά μόνο όταν εγκαταλείφθηκε από αυτήν. Δεν απέρριψε τους κατοίκους της παρά μόνο όταν αυτοί απέρριψαν αυτόν. Άφησε το ναό, αλλά δεν άφησε τους δώδεκα, οι οποίοι ήταν το νέο σπέρμα, από το οποίο θα προερχόταν η εκκλησία του. Αυτοί τον ακολούθησαν και έμειναν μαζί του. Είναι καλό να εγκαταλείπουμε ό,τι ο Χριστός εγκατέλειψε και να μένουμε εκεί, όπου ο Χριστός μένει.
(2)   Αγνοούμε το ποιος ήταν.
(3)   Με θαυμασμό= τι σπουδαίοι· πόσο λαμπροί και μεγάλοι λίθοι και οικοδομές (δ).
(4)   Παρατήρηση που δείχνει πόσο οι διάνοιές τους ήταν γεμάτες από σκέψεις εθνικών φιλοδοξιών σε σχέση και με τη βασιλεία του Μεσσία. Ο ναός είχε έκτακτη μεγαλοπρέπεια και αρχιτεκτονικό μεγαλείο (σ). Ο Ιώσηπος (Αρχαιολ. XV,11,3) μιλά για τις λευκές και μεγάλες πέτρες του ναού κάθε μία από τις οποίες «είχε μέγεθος 25 πήχεις μήκος, 8 ύψος και 12 πλάτος».
Ο Ferguson σύμφωνα με τον γ. δίνει τα ακόλουθα μέτρα: Ο κυρίως ναός εκτεινόταν σε πήχεις 100 επί 60, με εσωτερικό περίβολο έκτασης 120 πήχεων επί 240, και με άλλο εξωτερικό περίβολο έκτασης 400 τετραγωνικών πήχεων. Οι περίβολοι στολίζονταν με στοές και διόδους έκτακτης μεγαλοπρέπειας.
«Επειδή ο Κύριος έλεγε πολλά για την ερήμωση της Ιερουσαλήμ… οι μαθητές του θαυμάζοντας, πώς τέτοια μεγέθη και κάλλη οικοδομημάτων θα αφανιστούν, δείχνουν σε αυτόν αυτήν την τόση μεγαλοπρέπεια του ναού» (Θφ).
Μαρκ. 13,2  καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ· βλέπεις ταύτας τὰς μεγάλας οἰκοδομάς(1); οὐ μὴ ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον ὃς οὐ μὴ καταλυθῇ(2).
Μαρκ. 13,2  Και ο Ιησούς απήντησε και του είπε• “βλέπεις αυτάς τας μεγάλας οικοδομάς• δεν θα μείνη εδώ πέτρα επάνω εις την πέτραν, που να μη κρημνισθή”.
(1)   Πόσο διαφορετικό είναι το φως, με το οποίο ο Ιησούς βλέπει τα εξωτερικά αυτά σύμβολα της θρησκείας! (σ). Σε αυτόν που έδειξε «την τόση μεγαλοπρέπεια του ναού, ο Ιησούς προαναγγέλλει ότι θα χαθούν αυτά, και τόσο πολύ, ώστε να μην μείνει ούτε πέτρα πάνω στην πέτρα» (Θφ). Πόσο λίγο ο Χριστός εκτιμά την εξωτερική πομπή, όταν δεν υπάρχει σε αυτήν πραγματική καθαρότητα και λαμπρότητα. Ο ναός ήταν πράγματι μεγαλοπρεπής, αλλά η δόξα του είχε μολυνθεί από την αμαρτία των αρχιερέων και του λαού.
(2)   Ρητορική έκφραση και περιγραφή για την καταστροφή που θα συμβεί. Και αν ακόμη τυχόν απέμειναν κάποια ίχνη της αρχικής οικοδομής, ανεπαρκή να μαρτυρήσουν για την γκρεμισμένη και αφανισμένη οριστικά μεγαλοπρέπεια, δεν θα μπορούσαν να παρουσιαστούν για διάψευση της ολοκληρωτικής εκπλήρωσης της προφητείας αυτής του Κυρίου (γ).
Είναι λοιπόν ανάξιο προσοχής αυτό «που κάποιοι λένε ότι απέμειναν πολλά λείψανα από την Ιερουσαλήμ από την παλαιά πόλη» επιχειρώντας «να δείξουν ότι διαψεύστηκε ο Χριστός» (Θφ). Ο Ιώσηπος άλλωστε μαρτυρεί, ότι, όταν ο Τίτος κυρίευσε την Ιερουσαλήμ, όρισε το έργο της καταστροφής και του γκρεμίσματος να συντελεστεί πλήρως από δέκα λεγεώνες. Και ολοκληρώθηκε αυτό σε τέτοιο βαθμό ώστε κανείς επισκεπτόμενος την πόλη δεν θα πίστευε, ότι ο τόπος εκείνος είχε ποτέ κατοικηθεί (Ιουδ. Πολιτ. 7,1,1)(σ).
Επιπλέον «εξιστορείται ότι ο Αίλιος Αδριανός κατέσκαψε την πόλη και το ιερό από τα θεμέλιά τους, ώστε και αυτό στη δική του περίπτωση να εκπληρωθεί, το ότι δηλαδή δεν έμεινε ούτε πέτρα πάνω σε πέτρα» (Θφ).
Η στερεότητα και μεγαλοπρέπεια της κατασκευής του ναού δεν εξασφάλιζαν αυτόν από την καταστροφή, αλλά ούτε προκαλούσαν την συμπάθεια του Ιησού για την επικείμενη ερείπωσή του. Προβλέπει ο Ιησούς με οίκτο πολύ την κατάρρευση πολύτιμων ψυχών και θρηνεί για αυτές αλλά δεν τον βλέπουμε να ρίχνει βλέμμα οίκτου στα ερείπια μεγαλόπρεπης οικίας που μολύνθηκε από την αμαρτία, διότι η εξωτερική μεγαλοπρέπεια και ο πλούτος και η χλιδή καμία αξία δεν έχουν για αυτόν.
Η πρόβλεψη την οποία μας εμπνέει η πίστη, ότι θα εξαφανιστεί όλη η εγκόσμια δόξα, θα μας βοηθήσει στο να μην θαυμάζουμε και υπερτιμούμε αυτήν. Τα ωραιότερα σώματα μετά από λίγο θα μεταβληθούν σε τροφή των σκουληκιών και τα ωραιότερα οικοδομήματα αργά ή γρήγορα θα ερειπωθούν τελείως. Ας μην ελκύονται τα μάτια μας από εκείνα, τα οποία μετά από λίγο δεν θα υπάρχουν και ας μην εκπλησσόμαστε από εκείνα, τα οποία όχι μετά από πολύ με το να αποσυντεθούν ή ερειπωθούν θα προκαλούν την περιφρόνησή μας.
Μαρκ. 13,3  Καὶ καθημένου αὐτοῦ εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν κατέναντι τοῦ ἱεροῦ(1), ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν(2) Πέτρος καὶ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης καὶ Ἀνδρέας(3)·
Μαρκ. 13,3  Και ενώ εκάθητο στο όρος των Ελαιών απέναντι από τον ναόν, τον ηρώτησαν ιδιαιτέρως ο Πετρος, ο Ιάκωβος, ο Ιωάννης και ο Ανδρέας,
(1)   Τα τείχη του ναού ήταν πολύ κάτω σε σχέση με το όρος των Ελαιών. Συνεπώς το εσωτερικό του ναού έπεφτε ανεμπόδιστα στη θέα των ματιών (b).
(2)   «Ο Μάρκος είπε και τα ονόματα αυτών που ρώτησαν… Διότι πλησίασαν μεν για να μάθουν όλοι· ρώτησαν όμως οι τέσσερεις επειδή είχαν περισσότερο θάρρος. Ρωτούν όμως, ποθώντας να μάθουν όχι τόσο για τον αφανισμό του ναού, όσο για τον καιρό της δευτέρας παρουσίας του. Για αυτό και πλησίασαν ιδιαιτέρως, για να μην γίνει αυτό γνωστό στους Ιουδαίους» (Ζμ).
Ίσως οι μαθητές κατέχονταν από την ιδέα, ότι η καταστροφή του ναού θα ακολουθούνταν και από την καταστροφή του κόσμου. Διότι οι ραββίνοι συνήθιζαν να λένε, ότι ο ναός του θυσιαστηρίου ήταν ένα από τα επτά πράγματα, για τα οποία δημιουργήθηκε ο κόσμος· και συνεπώς νόμιζαν, ότι αν ο ναός καταστρεφόταν, ποιος λόγος πλέον θα υπήρχε για να εξακολουθεί να υφίσταται ο κόσμος;
(3)   Τηρείται και εδώ η ίδια σειρά των ονομάτων, η οποία είναι και στον κατάλογο της εκλογής των δώδεκα στο Μάρκ. γ 13-16 (γ).
Μαρκ. 13,4 εἰπὲ ἡμῖν πότε ταῦτα(1) ἔσται, καὶ τί τὸ σημεῖον(2) ὅταν μέλλῃ πάντα ταῦτα συντελεῖσθαι;
Μαρκ. 13,4 “Πες μας, πότε θα συμβούν αυτά και ποιό θα είναι το σημείον, όταν πρόκειται όλα αυτά να πραγματοποιηθούν;”
(1)   «Δηλαδή τα σχετικά με το ναό, την καταστροφή… Ο Μάρκος λέει ότι ένα είναι το ερώτημα, για το ναό μόνο… Παρόμοια λέει και ο Λουκάς. Τι μπορούμε να πούμε πάνω σε αυτό; Ότι μία μεν ήταν η ερώτηση, όπως έγραψαν ο Μάρκος και ο Λουκάς· σκοπός όμως των μαθητών ήταν να μάθουν και για τα δύο αυτά, και για την καταστροφή του ναού και για την δευτέρα παρουσία του Χριστού. Επειδή θεωρούσαν δηλαδή, ότι θα γίνουν και τα δύο μαζί ταυτόχρονα, έκαναν μία την ερώτηση και για τα δύο. Ο Ματθαίος όμως αποσαφηνίζοντας τον σκοπό τους, διαχώρισε την ερώτηση στα δύο μέρη» (Ζμ).
(2)   Ένα ορισμένο σημάδι, με το οποίο θα μπορούσαν οι μαθητές να γνωρίσουν ότι τα γεγονότα αυτά πλησιάζουν.
Μαρκ. 13,5 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς ἤρξατο λέγειν αὐτοῖς(1)· βλέπετε(2) μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ(3).
Μαρκ. 13,5  Ο δε Ιησούς απήντησε και ήρχισε να τους λέγη• προσέχετε, μήπως τυχόν κανείς σας παραπλανήση.
(1)   «Κάποιοι τα ερμήνευσαν αυτά με διαφορετικό τρόπο. Άλλοι μεν θεωρούν ότι αυτά ειπώθηκαν για την συντέλεια του αιώνα, άλλοι πάλι για την ερήμωση της Ιερουσαλήμ. Και την μεν πρώτη άποψη υποστηρίζουν ο Απολινάριος και ο Θεόδωρος Μοψουεστίας· ενώ την δεύτερη ο Τίτος και ο ανάμεσα στους αγίους Ιωάννης ο επίσκοπος της βασίλισσας των πόλεων (ο Χρυσόστομος). Επειδή λοιπόν ο Μάρκος λέει ότι για αυτήν μόνη έκαναν την ερώτηση οι μαθητές, αναγκαστικά και εμείς εδώ κυρίως θα ακολουθήσουμε τους δεύτερους» (β).
(2)   «Φυλάξτε τους εαυτούς σας από την τότε απάτη» (Ζ).
«Άλλο ρώτησαν και άλλο απαντά. Θέλησαν να μάθουν τον καιρό της απώλειας της Ιερουσαλήμ. Αυτός όμως πριν την απώλεια της Ιερουσαλήμ ασφαλίζει την διάνοια αυτών που ρώτησαν. Διότι τίποτα δεν τους ωφελούσε ο καιρός, αν δεν είναι ασφαλείς όσον αφορά την πίστη» (β).
Η απάντηση του Κυρίου δεν ικανοποιεί την περιέργεια των μαθητών, αλλά ζητά να διαφωτίσει τη συνείδησή τους και να προφυλάξει αυτούς από τους ηθικούς κινδύνους που κρεμιούνται από πάνω τους. Είναι σαν να τους έλεγε: Η γνώση των χρόνων και των καιρών δεν σας ωφελεί τίποτα. Ενδιαφερθείτε μάλλον να μάθετε, ποιο είναι το καθήκον σας και πώς πρέπει να προφυλαχτείτε. Και για αυτά σάς μιλώ (Henry).
Στρέφει λοιπόν ο Κύριος τις σκέψεις των μαθητών σε περισσότερο ωφέλιμη και καρποφόρα κατεύθυνση. Η πρώτη τους ανάγκη ήταν να προσέξουν τους εαυτούς τους και τους δικούς τους κινδύνους· τον κίνδυνο της ανυπομονησίας εν μέσω των διωγμών και της ευπιστίας απέναντι σε αγύρτες (σ).
(3)   Αρχικά σημάδια της καταστροφής των Ιεροσολύμων θα ήταν οι διάφοροι ψευδομεσσίες, οι οποίοι θα εμφανίζονταν, από την πλάνη των οποίων ζητά ο Κύριος να ασφαλίσει τους μαθητές (γ).
Μαρκ. 13,6 πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται(1) ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου(2) λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι(3), καὶ πολλοὺς πλανήσουσιν(4).
Μαρκ. 13,6  Διότι πολλοί θα έλθουν παίρνοντες ως ιδικόν των το όνομά μου και λέγοντες, ότι εγώ είμαι ο Μεσσίας, και πολλούς θα πλανήσουν.
(1)   Πράγματι ήλθαν, «όπως ήταν ο Ιούδας, όπως ο Θευδάς, οι οποίοι έλεγαν ότι στάλθηκαν από τον Θεό» (Θφ)· «εμφανίστηκαν τέτοιοι πλάνοι ο Σίμων και ο Μένανδρος, οι Σαμαρείτες και άλλοι» (Ζμ).
(2)   Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, θα ισχυρίζονται, ότι είναι ο από τη Ναζαρέτ προφήτης που αναστήθηκε από τους νεκρούς, όπως ο Ηρώδης και άλλοι νόμισαν για τον Ιησού ότι ήταν ο Ιωάννης ο Βαπτιστής που επανήλθε στη ζωή (σ).
Ή, πιο σωστά, διεκδικώντας όχι το προσωπικό μου όνομα (Ιησούς ο από Ναζαρέτ), αλλά τον επίσημο τίτλο μου ως Μεσσία. Δεν θα ισχυρίζονται ότι είναι ο Ιησούς που αναστήθηκε από τους νεκρούς, αλλά ο καθένας από αυτούς θα αξιώνει, ότι είναι ο Μεσσίας (γ).
«Επειδή λοιπόν αυτά επρόκειτο να γίνουν και πολλοί σφετερίζονταν το όνομα του Χριστού, λέει από τώρα σε αυτούς, προσέξτε μην πλανηθείτε, μήπως σφάλετε εξαιτίας του ίδιου ονόματος» (β).
(3)   Εξυπακούεται το κατηγορούμενο= Εγώ είμαι ο Χριστός (b).
(4)   Οι πλάνοι είναι πιο επικίνδυνοι εχθροί της εκκλησίας από όσο οι διώκτες της. Όταν λοιπόν βλέπουμε να πλανώνται πολλοί, πρέπει να γινόμαστε άγρυπνοι ώστε να προφυλάξουμε και τους εαυτούς μας από την πλάνη.
Μαρκ. 13,7 ὅταν δὲ ἀκούσητε πολέμους(1) καὶ ἀκοὰς πολέμων, μὴ θροεῖσθε(2)· δεῖ(3) γὰρ γενέσθαι, ἀλλ᾿ οὔπω τὸ τέλος(4).
Μαρκ. 13,7 Όταν δε ακούσετε πολέμους και ειδήσεις περί πολέμων, μη ταραχθήτε. Διότι σύμφωνα με το σχέδιον του Θεού πρέπει να γίνουν αυτά, αλλ’ ακόμη δεν θα έχη φθάσει το τέλος.
(1)   Ο Κύριος μίλησε πρώτα για τους ψευδομεσσίες. Τώρα έρχεται στις ταραχές εκείνες, οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν από τους ανθρώπους που ζουν σε κρίσιμους καιρούς ως προάγγελοι μεγάλων γεγονότων (γ).
«Θα ακούσετε πολέμους, λέει, τους οποίους και ο Ιώσηπος εξιστορεί ότι έγιναν πριν την άλωση. Διότι όντως επαναστάτησε μεν το έθνος και δεν έδινε τους φόρους στους Ρωμαίους. Αυτοί αφού οργίστηκαν ήλθαν εναντίον τους και έκαναν συνεχείς εφόδους, αλλά δεν έφτασε ακόμη το τέλος της Ιερουσαλήμ» (Θφ).
«Διότι πολλές φορές θα γίνει ανακωχή πολέμου… και πολλές φορές οι Ιουδαίοι θα δείξουν την αχαριστία τους» (β). Δες, τι επακολουθεί σε αυτούς που απορρίπτουν το ευαγγέλιο. Εκείνοι οι οποίοι δεν θέλουν να ακούσουν τους κήρυκες της ειρήνης, θα ακούσουν τους κήρυκες του πολέμου. Ο Θεός κρατά σπαθί έτοιμο να ζητήσει εκδίκηση από αυτούς που πολεμούν την διαθήκη του, την διαθήκη της πραγματικής ειρήνης.
(2)   Μην ταράζεστε εκλαμβάνοντας αυτά ως σημάδια που προαναγγέλλουν το επικείμενο τέλος. Είναι δυνατόν να ακούμε δυσάρεστες και τρομερές ειδήσεις και να μην ταραζόμαστε. Όταν οι καρδιές είναι προσκολλημένες με εμπιστοσύνη στο Θεό, φυλάγονται σε ειρήνη και δεν ταράζονται, ούτε από τις ειδήσεις για πολέμους ούτε από τις εκφοβιστικές διαδόσεις για πολεμικές καταστροφές των πανικόβλητων. Εκείνοι οι οποίοι περιφρονούν τα χαμόγελα και τα θέλγητρα του κόσμου δεν φοβούνται και τις συνοφρυώσεις και τα φόβητρά του.
(3)   Πρέπει αυτά να συμβούν. Όπως έχει σήμερα ο κόσμος, τέτοιες ταραχές και πόλεμοι αποτελούν φυσική και αναγκαία εκδήλωση και συνέπεια της όλης ηθικής κατάστασης του κόσμου. Περιλαμβάνονται όμως και αυτά στο θείο σχέδιο όσον αφορά την πρόγνωση του Θεού για αυτά. Η πίστη, ότι αυτά γίνονται σύμφωνα με την σοφά και καλά προδιατεταγμένη απόφαση του Θεού, που κυβερνά τα πάντα, θα διατηρεί σε ειρήνη τις καρδιές μας ο,τιδήποτε και αν συμβεί. Αυτά πρέπει να συμβούν για κάποιο αγαθό τέλος, το οποίο ο Θεός προέβλεψε. Η παλαιά οικία πρέπει να κατεδαφιστεί -και δεν γίνεται αυτό χωρίς θόρυβο και ανωμαλίες και κινδύνους- για να οικοδομηθεί το νέο μεγαλοπρεπές ανάκτορο. Τα σαλευόμενα πρέπει να μετακινηθούν για να μείνουν τα μη σαλευόμενα (Εβρ. ιβ 27).
(4)   Απαραιτήτως μεν θα συμβούν αυτά, αλλά δεν είναι σημάδια που προαναγγέλλουν το τέλος.
Μαρκ. 13,8 ἐγερθήσεται γὰρ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν, καὶ ἔσονται σεισμοὶ κατὰ τόπους, καὶ ἔσονται λιμοὶ καὶ ταραχαί(1). ἀρχαὶ ὠδίνων(2) ταῦτα.
Μαρκ. 13,8  Διότι θα εξεγερθή ένα έθνος εναντίου άλλου έθνους και ένα βασίλειον ενάντιον άλλου βασιλείου και θα γίνουν σεισμοί εις διαφόρους περιοχάς και θα συμβούν στερήσεις και πείνες και ταραχές.
(1)    «Δεν έγιναν μόνο πόλεμοι, αλλά και θεόσταλτες πληγές, πείνες και σεισμοί, όπου έδειχνε ολοφάνερα σε αυτούς ο Θεός, ότι αυτός τους πολεμάει» (Θφ).
(2)   Η λέξη ωδίνων ήταν σε κοινή χρήση για δήλωση των συμφορών, οι οποίες θα προηγούνταν της έλευσης του Μεσσία, και ο λόγος της χρήσης αυτού του όρου, που αναφέρεται κυριολεκτικά στον τοκετό, πρέπει να αναζητηθεί όχι μόνο στα δεινά, αλλά και στο περιχαρές γεγονός, το οποίο θα επακολουθούσε στα δεινά αυτά (γ). = Αρχή ωδίνων με τις οποίες η νέα τάξη πραγμάτων, η παλιγγενεσία (Ματθ. ιθ 28), θα γεννηθεί και θα έλθει στο φως (σ).
Αληθεύει όμως ο λόγος και για όλους που αρνούνται το Χριστό και το ευαγγέλιό του, που κατεξοχήν πλήττονται από τις πληγές αυτές της πείνας και των ταραχών και των πολέμων. Πράγματι όταν δούμε την αιώνια αθλιότητα, η οποία τους αναμένει, μπορούμε να πούμε, ότι όλα αυτά δεν είναι παρά αρχή ωδίνων. Αυτές οι εδώ θλίψεις τους, οσοδήποτε σκληρές και ανυπόφορες για αυτούς και αν είναι, είναι αρχή, η συνέχεια της οποίας θα είναι ασύγκριτα χειρότερη.
Μαρκ. 13,9 Βλέπετε δὲ ὑμεῖς ἑαυτούς(1). παραδώσουσι γὰρ ὑμᾶς εἰς συνέδρια(2) καὶ ἐν ταῖς συναγωγαῖς(3) αὐτῶν δαρήσεσθε, καὶ ἐπὶ ἡγεμόνων καὶ βασιλέων(4) σταθήσεσθε ἕνεκεν ἐμοῦ(5) εἰς μαρτύριον αὐτοῖς(6).
Μαρκ. 13,9 Αυτά όμως θα είναι η αρχή πόνων και δεινών. Αλλά σεις προσέχετε τους εαυτούς σας, διότι θα υποστήτε πολλάς δοκιμασίας• οι εχθροί του Ευαγγελίου θα σας παραδώσουν εις συνέδρια και δημοσία εις τας συναγωγάς των θα σας δείρουν και θα σταθήτε ως κατηγορούμενοι εμπρός εις άρχοντας και βασιλείς ένεκα της πίστεώς σας εις εμέ, δια να μαρτυρήσετε ενώπιον αυτών την αλήθεια του Ευαγγελίου.
(1)   Η φράση «Εσείς τους εαυτούς σας» έχει μέσα της πολλή έμφαση. Μην ενδιαφέρεστε και μην απασχολείστε με τίποτα άλλο. Μόνο προσέξτε τον εαυτό σας (b). «Πολύ κατάλληλα έφερε στη συζήτηση τα δικά τους κακά, που θα έχουν παρηγοριά σε σχέση με τα κοινά» (β).
Παρόλο που είναι δυνατόν να διαφύγετε εσείς τα δεινά αυτά ευκολότερα από όσο αυτοί που αγνοούν και απωθούν το ευαγγέλιο δίπλα σας, προσέξτε τους εαυτούς σας μήπως απομακρυνθείτε από εμένα και το ευαγγέλιο λόγω των διωγμών που θα αντιμετωπίσετε για αυτό. Εάν θα διαφύγετε το σπαθί του πολέμου, σας αναμένει όμως το σπαθί της μεροληπτικής δικαιοσύνης των ανθρώπων, η οποία θα συνενώσει εναντίον σας τις μερίδες του κόσμου που αντιμάχονται μεταξύ τους. Προσέξτε λοιπόν τους εαυτούς σας. Προσέχετε, τι λέτε και τι πράττετε, διότι πολλοί θα έχουν δυσμενή τα βλέμματά τους πάνω σας.
(2)   Δεν πρόκειται εδώ για το μεγάλο συνέδριο των Ιεροσολύμων, αλλά για συνέδρια που θα εδρεύουν κατά τόπους και πόλεις.
(3)   Οι συναγωγές ήταν τα εκκλησιαστικά δικαστήρια των πόλεων, όπως τα συνέδρια ήταν τα δικαστήρια των δήμων (γ).
(4)   Τα συνέδρια και οι συναγωγές ήταν ιουδαϊκά δικαστήρια, οι ηγεμόνες και βασιλιάδες ήταν εθνικοί άρχοντες. Οι μαθητές θα οδηγούνταν και σε εκείνα και σε αυτούς (γ). Έτσι ο Πέτρος οδηγήθηκε μπροστά στο βασιλιά Ηρώδη (Πράξ. ιβ 1) και ο Παύλος στάθηκε μπροστά στον Φήλικα και τον Φήστο, όπως και μπροστά στον βασιλιά Αγρίππα και τον αυτοκράτορα Νέρωνα (σ).
(5)   Για εμένα· διότι φέρετε το όνομά μου· διότι επικαλείστε αυτό· διότι το κηρύττετε και ενεργείτε θαύματα με αυτό. Ο κόσμος θα μισεί τους μαθητές, οι οποίοι θα τον αγαπούν και θα επιζητούν την ειρήνη του.
(6)   Αυτός θα ήταν ο σκοπός, προς τον οποίο θα απέβλεπε η εμφάνισή τους στα επίγεια δικαστήρια. Θα οδηγούνταν και θα στέκονταν εκεί για να δώσουν μαρτυρία για τον Ιησού και για να παράσχουν την ευκαιρία σε αυτούς που ήταν στα κριτήρια αυτά να μετανοήσουν και να πιστέψουν σε αυτόν (γ.σ).
«Για κατηγορία και έλεγχό τους, για να μην μπορούν να λένε στον καιρό της παγκόσμιας κρίσης, ότι δεν ακούσαμε το κήρυγμα. Διότι τόσο πολύ θα ακούσουν, ώστε και τους κήρυκές του να τους υποβάλλουν στις έσχατες τιμωρίες» (Ζ). Το ευαγγέλιο είναι μαρτυρία σε μας για τον Χριστό και την ουράνια βασιλεία του. Εάν δεχτούμε την μαρτυρία αυτή, θα είναι αυτή μαρτύριο υπέρ μας, διότι θα μας δικαιώσει και θα μας σώσει. Αλλά εάν την απορρίψουμε, θα αποβεί μαρτυρία κατηγορίας εναντίον μας κατά την μεγάλη ημέρα της κρίσης.
Μαρκ. 13,10 καὶ εἰς πάντα τὰ ἔθνη δεῖ(1) πρῶτον κηρυχθῆναι τὸ εὐαγγέλιον(2).
Μαρκ. 13,10 Σύμφωνα ακόμη με το θείον σχέδιον θα κηρυχθή το Ευαγγέλιον προηγουμένως εις όλα τα έθνη.
(1)   Αυτό αποτελεί μέρος του θείου σχεδίου: Πρέπει να γίνει. «Για να μη νομίσουν, ότι οι κίνδυνοι και οι θλίψεις εμποδίζουν το κήρυγμα, λέει ότι και σε όλα τα έθνη πρέπει να κηρυχτεί το ευαγγέλιο και τότε θα αλωθεί η Ιερουσαλήμ. Για το ότι πριν την άλωση κηρύχτηκε το ευαγγέλιο, άκουσε τον Παύλο· Σε όλη τη γη βγήκε η φωνή τους και στα πέρατα της οικουμένης τα λόγια τους. Και αυτό όμως έγινε για περισσότερη κατηγορία των Ιουδαίων, το ότι δηλαδή πριν την άλωση κηρύχτηκε παντού» (Θφ).
«Για το ότι παντού κηρύχτηκε τότε, άκουσε τι λέει ο Παύλος· το ευαγγέλιο κηρύχτηκε σε όλη την κτίση κάτω από τον ουρανό. Το οποίο ήταν και μέγιστο σημάδι της δύναμης του Χριστού, ότι σε είκοσι μόλις χρόνια ο λόγος έφτασε στα πέρατα της οικουμένης» (β). Σε αυτό περίπου το 55 μ.Χ., έτη ολόκληρα πριν την άλωση της Ιερουσαλήμ, ο Παύλος μπορούσε να πει, ότι «από την Ιερουσαλήμ και κυκλικά μέχρι το Ιλλυρικό» είχε κηρύξει πλήρως και τελείως το ευαγγέλιο του Χριστού (Ρωμ. ιε 19) και ότι σκόπευε να μεταβεί και στην Ισπανία (σ).
Αποτελεί μεγάλη ενίσχυση και παρηγοριά για αυτούς που πάσχουν και διώκονται υπέρ του ευαγγελίου η πληροφορία, ότι παρόλο που αυτοί φυλακίζονται και εξορίζονται και σφαγιάζονται, το ευαγγέλιο δεν παρεμποδίζεται στην θριαμβευτική πορεία του. Διατηρεί το έδαφός του, επεκτείνει ολοένα τις κατακτήσεις του και πάντοτε νικά, έως ότου διαλύσει οριστικά τα σκοτάδια του κόσμου και φέρει σε αυτόν ολόκληρο το φως της ουράνιας ημέρας. Τα παθήματα και οι θλίψεις των εργατών του ευαγγελίου, αντί να καταστρέφουν το έργο τους, το στερεώνουν και το προάγουν.
Μαρκ. 13,11 ὅταν δὲ ἀγάγωσιν(1) ὑμᾶς παραδιδόντες, μὴ προμεριμνᾶτε(2) τί λαλήσητε, μηδὲ μελετᾶτε(3), ἀλλ᾿ ὃ ἐὰν δοθῇ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ, τοῦτο λαλεῖτε· οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστε οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον(4).
Μαρκ. 13,11 Οταν δε σας οδηγήσουν και σας παραδώσουν εις δικαστήρια, μη πολυφροντίζετε και μη στενοχωρείσθε εκ των προτέρων τι θα απολογηθήτε, και μη προμελετάτε τίποτε. Αλλά εκείνο το οποίον θα σας δοθή από τον Θεό και θα έλθη στ νου σας κατά την ώρα εκείνην, αυτό να λέγετε. Διότι δεν θα είσθε σεις, εκείνοι που θα ομιλούν, αλλά το Αγιον Πνεύμα.
(1)   Υπάρχει και η γραφή άγωσι, η οποία φαίνεται και πιο σωστή.
(2)   Εκφραστική λέξη. Μην αφήνετε την προσοχή σας να διασκορπιστεί και να αποσπαστεί μακριά από τα σοβαρά ζητήματα που είναι μπροστά σας (γ). Δηλώνει η λέξη την ανησυχία, που προξενείται από την αγωνιώδη σκέψη για το τι μπορεί να συμβεί ή τι πρέπει να γίνει και να λεχθεί από τους μαθητές (σ).
(3)   Και όχι μόνο να μην κυριεύεστε από πριν από αγωνιώδη φροντίδα και σκέψη, αλλά ούτε ακόμη να προμελετάτε (b).
(4)   Όταν θα φτάσει η ώρα να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους, το Πνεύμα του Θεού θα τους φωτίσει και θα βάλει μέσα σε αυτούς τι πρέπει να πουν (σ). Εκείνοι, τους οποίους ο Θεός διάλεξε και αξίωσε για να γίνουν μάρτυρές του, θα λάβουν από αυτόν και τον αναγκαίο φωτισμό. Η επιτυχία τους δεν θα εξαρτηθεί από τη δική τους σοφία και μελέτη και σκέψη, αλλά από τον φωτισμό τον οποίο θα τους δώσει πλούσιο στην κρίσιμη ώρα το Άγιο Πνεύμα. Όσοι λοιπόν έχουν κληθεί στην διακονία του Κυρίου, ας εξαρτήσουν τους εαυτούς τους εξ’ ολοκλήρου από την βοήθεια του Παρακλήτου.
Μαρκ. 13,12 (1)παραδώσει δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ πατὴρ τέκνον, καὶ ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ θανατώσουσιν αὐτούς(2).
Μαρκ. 13,12  Θα παραδώση δε εις θάνατον ο αδελφός τον αδελφό και ο πατέρας το τέκνον και θα επαναστατήσουν τα άπιστα παιδιά εναντίον των ευσεβών γονέων και θα τους θανατώσουν.
(1)   Δες Ματθ. ι 21-35 και τις εκεί ερμηνευτικές σημειώσεις. «Έπειτα πάλι προλέγει σε αυτούς το χειρότερο από όλα, ότι δηλαδή δεν θα έχουν ούτε την από την αγάπη παρηγοριά, αφού θα συμβαίνει εμφύλιος πόλεμος, και θα καταπατούνται οι δεσμοί της οικειότητας και συγγένειας» (β).
(2)   Δεν θα συμπεριφερθούν προς αυτούς εχθρικά μόνο οι κυβερνήσεις των λαών, αλλά και θα γίνουν θύματα και ιδιωτικού διωγμού, ο οποίος θα εξαπολυθεί εναντίον τους και από μέλη των δικών τους οικογενειών (γ). «Λέει λοιπόν αυτό, έτσι ώστε αφού το ακούσουν από πριν να ετοιμαστούν και επομένως να υπομείνουν πιο ανάλαφρα το δεινό» (Θφ).
Μαρκ. 13,13 καὶ ἔσεσθε μισούμενοι(1) ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου(2)· ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος(3), οὗτος σωθήσεται.
Μαρκ. 13,13 Και θα είσθε οι μισούμενοι από όλους τους ασεβείς, επειδή θα πιστεύετε στο όνομά μου. Αλλά, εκείνος που θα υπομείνη έως το τέλος της ζωής του, αυτός θα σωθή.
(1)   Η περίφραση έσεσθε μισούμενοι σημαίνει ότι οι μαθητές όχι μόνο θα μισηθούν, αλλά το εναντίον τους μίσος θα είναι συνεχές, κλήρος της καθημερινής τους ζωής (σ).
(2)   Το πρώτο και τελευταίο τους έγκλημα θα είναι το γεγονός, ότι είναι Χριστιανοί. Δες Α΄Πέτρ. δ 16 (σ). «Τριπλός λοιπόν θα είναι ο πόλεμος, ο από τους δικούς τους, ο από τους πλάνους, ο από τους εχθρούς. Αλλά θα είναι μεγαλύτερη η παρηγοριά. Διότι για το όνομά του όλα αυτά θα συμβούν. Το οποίο ακριβώς από μόνο του, είναι ικανό να ανακουφίσει όλες τις συμφορές λόγω των μελλοντικών ελπίδων» (β).
(3)   Η φράση «εις τέλος» λιγότερο πιθανώς αναφέρεται στο τέλος των δοκιμασιών δηλαδή την καταστροφή των Ιεροσολύμων ή την συντέλεια του κόσμου, στο τέλος και την κατάπαυση των δεινών αυτών· πιο σωστό είναι να θεωρήσουμε αυτήν ότι σημαίνει το πλήρες της υπομονής, την υπομονή που δείχνει ο Χριστιανός μέχρι τέλους και όχι μέχρις ορισμένο μόνο χρόνο της ζωής του (σ).
Ακατάβλητη υπομονή κερδίζει το στεφάνι της δόξας, το οποίο θα αποζημιώσει και με το παραπάνω αυτούς που διώχτηκαν και έπαθαν για όλες τις θυσίες τους. Διότι η σωτηρία, την οποία υπόσχεται εδώ ο Χριστός είναι κάτι πολύ περισσότερο από την λύτρωση από τα δεινά και τις συμφορές. Είναι αιώνια ευλογία και χαρά, προς την οποία όσοι προσβλέπουν με βλέμμα πίστης και ελπίδας οπλίζονται στο να προτιμούν τους διωγμούς και τον ίδιο το θάνατο παρά να ζουν την πρόσκαιρη ζωή μέσα σε ανάκτορα μαζί με τους διώκτες τους.
Μαρκ. 13,14 Ὅταν δὲ ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως(1) τὸ ῥηθὲν ὑπὸ Δανιὴλ τοῦ προφήτου ἑστὼς ὅπου οὐ δεῖ(2) -ὁ ἀναγινώσκων νοείτω(3)- τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν(4) εἰς τὰ ὄρη,
Μαρκ. 13,14  Οταν δε θα ιδήτε το μισητόν και αηδές σίχαμα, που θα επιφέρη την καταστροφήν της Ιερουσαλήμ, όπως έχει προαναγγελθή από τον προφήτην Δανιήλ, να στέκεται εκεί που δεν πρέπει-κάθε ένας που θα διαβάζη αυτά τα λόγια, ας καταλάβη περί τίνος πρόκειται, τότε όσοι είναι εις την Ιουδαίαν, ας φεύγουν εις τα όρη, δια να κρυβούν.
(1)   Βδέλυγμα της ερημώσεως= Βδέλυγμα που προκαλεί την ερήμωση. Η εκφραστική λέξη βδέλυγμα συναντιέται με την ίδια περίπου έννοια και στο Αποκ. ιζ 4,5, κα 27. Στην Π.Δ. χρησιμοποιείται ειδικά για πράγματα που ανήκουν στην λατρεία των ειδώλων (Δευτερ. κθ 17,Ιεζεκ. ζ 20,Γ΄Βασ. ια 5,Δ΄Βασ. ιστ 3). Η φράση «βδέλυγμα της ερημώσεως» συναντιέται δύο φορές στον Δανιήλ (ια 31, ιβ 11, δες και θ 27).
Ότι τα χωρία αυτά του Δανιήλ είχε υπ’ όψη και ο Σωτήρας, φαίνεται από το Ματθ. κδ 15. Κάποιοι είπαν, ότι με αυτό σημαίνονται οι ρωμαϊκές σημαίες, οι οποίες επειδή έφεραν το ομοίωμα του αυτοκράτορα και για αυτό μιας και ήταν αντικείμενα λατρείας από τους Ρωμαίους στρατιώτες, ήταν βδέλυγμα για τους Ιουδαίους· η επέλαση λοιπόν στο ιερό έδαφος της Ιουδαίας των στρατευμάτων αυτών μαζί με τα εμβλήματά τους, που ερήμωνε την χώρα, αποτελούσε το βδέλυγμα της ερημώσεως. Αλλά οι σημαίες οι Ρωμαϊκές βλέπονταν ήδη προ πολλού όχι μόνο στην αγία Γη, αλλά και στην ίδια την Αγία Πόλη (σ).
Αλλά ούτε και η από τα στρατεύματα αυτά βεβήλωση του Ναού μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ μπορεί να σημαίνεται, αφού άλλωστε και ο Ναός καταστράφηκε κατά την άλωση, αλλά και η βεβήλωση του Ναού σε αυτήν δεν θα ήταν έγκαιρο σημάδι προειδοποίησης για αυτούς που θα βρίσκονταν στην Ιερουσαλήμ, ώστε να προφθάσουν αυτοί να φύγουν στα όρη. Για αυτό πιο σωστή είναι η ερμηνεία, κατά την οποία το βδέλυγμα της ερημώσεως άρχισε με την εγκατάσταση των σικαρίων (=Οι Σικάριοι είναι ένας όρος που εμφανίζεται, στην αμέσως προηγούμενη δεκαετία από την καταστροφή της Ιερουσαλήμ, στο 70 πΧ, με τούς εβραίους Ζηλωτές, που επιχείρησαν να εκδιώξουν τους Ρωμαίους και τους οπαδούς τους από την  Ιουδαία. Οι Ζηλωτές  κατέφευγαν ακόμα και στη δολοφονία να πετύχουν το στόχο τους.  Έκρυβαν sicae, δηλ.  μαχαίρια, από όπου έλαβαν και το όνομά τους «Σικάριοι». Σε λαϊκές συγκεντρώσεις, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του προσκυνήματος στον Ιερό Όρος, μαχαίρωναν τους εχθρούς τους (Ρωμαίους ή συμπαθούντες),  θρηνώντας επιδεικτικά μετά την πράξη τους για  να διαφεύγουν τον εντοπισμό) στο Ναό και της βεβήλωσής του από αυτούς, και είχε τη συνέχειά του στη προέλαση των ρωμαϊκών στρατευμάτων, την πολιορκία της Ιερουσαλήμ και την καταστροφή του ναού.
(2)   Δηλαδή σε τόπο ιερό, όπου το βέβηλο και μιαρό δεν έχει θέση (δ). Απέρριψαν οι Ιουδαίοι το Χριστό σταυρώνοντάς τον έξω από την πόλη σαν βδέλυγμα, αυτόν, ο οποίος θα γινόταν η σωτηρία τους. Και τώρα ο Θεός έφερε πάνω τους βδέλυγμα, το οποίο θα ήταν η καταστροφή και ερήμωσή τους. Όσο μεγαλύτερη είναι η προσφερόμενη σε εμάς από το Θεό σωτηρία, τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η καταδίκη μας εάν την απορρίψουμε. Και όσο περισσότερο την περιφρονήσουμε, τόσο περισσότερο θα καταπατηθούμε και θα εξουδενωθούμε.
(3)   Παρενθετική πρόταση του Μάρκου στα λόγια του Σωτήρα που αποσκοπεί να διεγείρει ειδικότερα την προσοχή του αναγνώστη στο σημείο αυτό της προφητείας του Κυρίου. Προφανώς βέβαια ο Μάρκος έβλεπε τότε ότι οι αναγνώστες βρίσκονταν κάτω από την σκιά την οποία έριχνε το γεγονός που πλησίαζε,το οποίο ο Κύριος με τα λόγια του αυτά προφήτευσε (γ). Από εδώ έχουμε και κάποια ένδειξη, ότι ο Μάρκος έγραψε το ευαγγέλιό του πριν το 70 μ.Χ., όταν συντελέστηκε η καταστροφή της Ιερουσαλήμ, και μάλιστα πριν ακόμη αρχίσει η πολιορκία της (σ).
Οι προφητείες δεν είναι εξολοκλήρου σαφείς, είναι όμως κατανοητές σε εκείνους, οι οποίοι μελετούν αυτές με προσοχή και ερευνητικό ενδιαφέρον. Κατανοούνται μάλιστα καλύτερα, όταν κατ’ αρχάς συγκρίνονται μεταξύ τους, και τελικά συγκρίνονται με την έκβασή τους. Όσοι διαβάζουν τη Γραφή, ας προσπαθούν να κατανοούν αυτήν. Ανάγνωση της Γραφής χωρίς κατανόησή της, ελάχιστα ωφελεί. Διότι δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ό,τι δεν κατανοούμε.
(4)   «Φεύγετε. Διότι δεν υπάρχει καμία λοιπόν ελπίδα σωτηρίας για σας. Ούτε μπορείτε να σκεφτείτε ότι θα γίνει κάποια μεταβολή τέτοια, όπως έγινε και προηγουμένως στους πολέμους» (β).
Σε καιρούς εσχάτου κινδύνου δεν είναι μόνο επιτρεπτό, αλλά και επιβεβλημένο καθήκον μας να ζητούμε τη διάσωσή μας με όλα τα αγαθά και τίμια μέσα. Και αν ο Θεός ανοίγει πόρτα διαφυγής, πρέπει να διαφύγουμε, διαφορετικά δεν εμπιστευόμαστε τους εαυτούς μας στην πρόνοια του Θεού αλλά εκπειράζουμε το Θεό. Είναι δυνατόν να υπάρξει καιρός, στον οποίο και εκείνοι, οι οποίοι βρίσκονται στην Ιουδαία, όπου ο Θεός είναι γνωστός και είναι μέγα το όνομά του, οφείλουν να φύγουν στα όρη. Και μόνο όταν φεύγουμε τον κίνδυνο, όσο εξαρτάται από εμάς, χωρίς όμως και να παραβιάζουμε οποιοδήποτε καθήκον, μόνο τότε μπορούμε να έχουμε την πεποίθηση, ότι ο Θεός θα προμηθεύσει σε μας καταφυγή και πύργο σωτηρίας.
Μαρκ. 13,15 ὁ δὲ ἐπὶ τοῦ δώματος μὴ καταβάτω εἰς τὴν οἰκίαν μηδὲ εἰσελθέτω ἆραί τι ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ(1),
Μαρκ. 13,15 Όποιος ευρίσκεται εις την ταράτσα του σπιτιού του, ας μη κατεβή στο σπίτι και ας μη εισέλθη μέσα εις αυτό, δια να πάρη κάτι.
(1)   «Αυτοί λοιπόν που βρέθηκαν στην Ιουδαία ας φεύγουν και αυτός που είναι στο δώμα ας μην επιστρέψει για τίποτα από αυτά που είναι στο σπίτι. Διότι είναι καλό, αν και με γυμνό το σώμα θα μπορούσε να διασωθεί κάποιος» (Θφ).
Στο δώμα του σπιτιού ανέβαιναν με εξωτερική σκάλα. Κατά τις στιγμές λοιπόν του εσχάτου αυτού κινδύνου κατά την κατάβαση από το δώμα με τη σκάλα αυτή δεν δινόταν καιρός σε αυτόν που έφευγε να μπει στο σπίτι για να πάρει από αυτό κάτι χρήσιμο ή αναγκαίο μαζί του (σ).
Μαρκ. 13,16  καὶ ὁ εἰς τὸν ἀγρὸν ὢν μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω ἆραι τὸ ἱμάτιον(1) αὐτοῦ.
Μαρκ. 13,16 Και εκείνος που εργάζεται στο χωράφι, ας μη γυρίση πίσω, να πάρη το εξωτερικό του ένδυμα.
(1)   Το ιμάτιο σε ενικό, δηλαδή το ένα και απαραίτητο εξωτερικό ένδυμα για την διανυκτέρευση στο ύπαιθρο και για τη διαμονή στα βουνά.
Μαρκ. 13,17 οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις(1) ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις.
Μαρκ. 13,17 Αλλοίμονον δε εις τας εγκύους και εις αυτάς που θα θηλάζουν κατά τας ημέρας εκείνας. Θα τους είναι πολύ δύσκολον να τρέξουν και να σωθούν.
(1)   «Γιατί; Διότι αυτές μεν που έχουν παιδιά, κυριευμένες από τη στοργή προς αυτά, δεν θα μπορέσουν να φύγουν, ενώ οι έγκυες, λόγω του βάρους της κυοφορίας, ούτε αυτές θα διαφύγουν εύκολα» (Θφ). Τέτοια είναι η ματαιότητα των ανθρωπίνων πλασμάτων. Είναι δυνατόν να έλθει καιρός, κατά τον οποίο ό,τι ελκύει περισσότερο την στοργή της ανθρώπινης καρδιάς και αναπαύει περισσότερο από καθετί άλλο τα μητρικά σπλάχνα, να γίνεται βάρος δυσβάστακτο και επικίνδυνο.
Μαρκ. 13,18 προσεύχεσθε δὲ ἵνα μὴ γένηται ἡ φυγὴ ὑμῶν(1) χειμῶνος(2).
Μαρκ. 13,18 Προσεύχεσθε δε να μη γίνη η φυγή σας εις κακοκαιρίαν του χειμώνος.
(1)   Αρκετά από τα μεγαλογράμματα χειρόγραφα παραλείπουν το «ἡ φυγὴ ὑμῶν». Σύμφωνα με την γραφή αυτή είναι σοβαρή και η ερμηνεία: Προσεύχεστε να μη γίνει η καταστροφή σε χειμώνα και όχι η φυγή τους. Ο λόγος που δίνεται στον επόμενο στίχο («…θλίψη τέτοια που δεν έγινε παρόμοια…») δείχνει αυτό (γ).
(2)   «Αν η φυγή γίνει σε χειμώνα, από την δυσκολία του καιρού θα εμποδιστούν αυτοί που θέλουν να φύγουν» (Θφ). Οι ημέρες κατά τον χειμώνα είναι σύντομες και οι δρόμοι κατεστραμμένοι και λασπώδεις, οπότε και η πορεία γίνεται δύσκολη, ιδιαίτερα για ολόκληρες οικογένειες.
Μαρκ. 13,19 ἔσονται(1) γὰρ αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι θλῖψις(2), οἵα οὐ γέγονε τοιαύτη ἀπ᾿ ἀρχῆς κτίσεως ἧς ἔκτισεν ὁ Θεὸς ἕως τοῦ νῦν καὶ οὐ μὴ γένηται(3).
Μαρκ. 13,19 Διότι όλες οι ημέρες εκείνες θα είναι θλίψις βαρεία και μεγάλη, ομοία προς την οποίαν δεν έχει γίνει από τότε που έκτισε ο Θεός τον κόσμον έως τώρα και ούτε θα γίνη ποτέ.
(1)   Ο στίχος αποτελεί ελεύθερη παράθεση από το Δανιήλ ιβ 1 (σ)
(2)   Αξιόλογη και η απόδοση της λέξης: παρατεταμένη συμφορά (γ)
(3)   Καθόλου παράδοξο, εάν η καταστροφή των Ιεροσολύμων δεν έχει άλλη όμοιά της στην ιστορία. Η αμαρτία τους υπήρξε η μεγαλύτερη από όσες είδε ποτέ ο κόσμος. Κανένα άλλο έγκλημα δεν φθάνει σε ενοχή και βάρος την σταύρωση του Σωτήρα. Και η ποινή λοιπόν που επιβλήθηκε για αυτό δεν ήταν δυνατόν παρά να είναι χωρίς κάποιο άλλο παράλληλο στην ιστορία. Όσο πλησιέστερα είναι προς το Θεό κάποιος λαός σε προστασία και χάριτες και προνόμια, τόσο μεγαλύτερη και βαρύτερη θα πέσει πάνω του η κατάκριση και καταδίκη, εάν καταχραστεί τα προνόμια και τις δωρεές αυτές.
Μαρκ. 13,20 καὶ εἰ μὴ ἐκολόβωσε(1) Κύριος τὰς ἡμέρας(2), οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ(3)· ἀλλὰ(4) διὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς(5) οὓς ἐξελέξατο ἐκολόβωσε(6) τὰς ἡμέρας.
Μαρκ. 13,20 Και εάν ο Κύριος δεν περιώριζε τον αριθμόν των ημερών εκείνων, δεν θα ήτο δυνατόν να σωθή κανένας άνθρωπος. Αλλά προς χάριν των εκλεκτών, που αυτός εξέλεξε και δεν θέλει να ταλαιπωρηθούν πολύ, περιώρισε τας ημέρας εκείνας.
(1)   Το ρήμα χρησιμοποιείται για φυσικό ακρωτηριασμό. Στην Κ.Δ. γίνεται χρήση αυτού μόνο εδώ και στο παράλληλο χωρίο του Ματθαίου με την έννοια του συντομεύω τον χρόνο. Το ρήμα μπήκε σε αόριστο= Η κολόβωση προϋπήρχε στη θεία βουλή (γ). Πριν ακόμη η περίοδος της δοκιμασίας αρχίσει στο σχέδιο του Θεού είχε κολοβωθεί αυτή. «Διότι ο Θεός προγνωρίζοντας ότι από τους Εβραίους πολλοί θα πιστέψουν μετά την άλωση, για αυτό δεν επέτρεψε να αφανιστεί εντελώς το γένος» (Θφ).
(2)   Την περίοδο της δοκιμασίας (σ). Ο αριθμός των ημερών και όχι το μήκος τους κολοβώθηκε (γ). Έκανε τον αριθμό των ημερών λιγότερο, από όσο θα ήταν αυτός εάν καθοριζόταν σύμφωνα με τις αμαρτίες τους· λιγότερο, από όσο σχεδίαζαν οι εχθροί τους, οι οποίοι ήθελαν να τους εξοντώσουν ολοτελώς, εάν ο Θεός, ο οποίος χρησιμοποίησε τους εχθρούς αυτούς για να υπηρετήσουν στη βουλή του, δεν έθετε φραγμούς και όρια στην ορμή τους· λιγότερο από όσο θα φανταζόταν κάποιος, ο οποίος θα έκρινε με βάση ανθρώπινες πιθανότητες.
(3)   «Και αν δεν περιόριζε ο Θεός, δηλαδή αν δεν σταματούσε σύντομα τον πόλεμο των Ρωμαίων, δεν θα σωζόταν καμία σάρκα, δηλαδή δεν θα απέμενε κανείς Ιουδαίος» (Θφ).
(4)   Επαναλαμβάνει τη φράση. Εβραϊκός πλεονασμός, που προσδίδει μεγαλύτερη έμφαση στην ιδέα (σ).
(5)   «Δηλαδή αυτούς από τους Εβραίους που πίστεψαν ή και επρόκειτο ύστερα να πιστεύουν» (Θφ). Στην Π.Δ. η λέξη σημαίνει εκείνους, τους οποίους ο Θεός έθεσε σε ιδιαίτερη σχέση με τον εαυτό του, τον λαό της διαθήκης γενικώς ή τον αληθινό Ισραήλ, ο οποίος ανταποκρίνεται στο σχέδιό του (Ψαλμ. ρδ 6,Ησ. μβ 1,μγ 20,ξε 9).
Εδώ σημαίνει όσους εκλέχτηκαν μέσω της υπακοής του ευαγγελίου ανάμεσα από τον κατά σάρκα Ισραήλ (σ), για να συγκαταριθμηθούν στον νέο Ισραήλ της χάριτος. Σε χρόνους κοινής συμφοράς και ολέθρου ο Θεός φανερώνει την εύνοιά του και την προστασία του στο εκλεκτό κατάλειμμα (υπόλειμμα), που παραμένει πιστό σε αυτόν. Είναι ο πολύτιμος στολισμός του, τον οποίο δεν θα θίξει κανείς· ο ιδιαίτερος θησαυρός του, τον οποίο θα εξασφαλίσει, την ώρα που ο βόρβορος του κόσμου θα εγκαταλειφθεί για λεία και αρπαγή στους λαφυραγωγούς.
(6)   Σε κάθε περίοδο ο Θεός έχει τους εκλεκτούς του, και σε κάθε εποχή για αυτούς κολοβώνει τις ημέρες των δεινών και της δοκιμασίας. Αντί λοιπόν να παραπονιόμαστε ότι τα δεινά μας είναι πολλά και διαρκούν πολύ, ας ευλογούμε το Θεό, διότι για τους εκλεκτούς του δεν άφησε να μας βρουν χειρότερα. Όταν επίσης ο καθένας αποβλέπει στην ενοχή και τις ελλείψεις του, μέσα σε τέτοιες συμφορές θα έχει λόγους και να ευγνωμονεί το Θεό, διότι δεν επιτρέπει η μάστιγα των δεινών να είναι διαρκής, αφού διαρκής είναι και η δυσπείθειά μας. Για τα ελέη και τους οικτιρμούς του Θεού υπάρχουμε ακόμη και δεν έχουμε καταφαγωθεί.
Μαρκ. 13,21 καὶ τότε(1) ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ, ἰδοὺ ὧδε ὁ Χριστός, ἰδοὺ ἐκεῖ, μὴ πιστεύετε.
Μαρκ. 13,21 Και τότε εάν κανείς σας πη• να, εδώ είναι ο Χριστός, η ιδού, εκεί είναι, μη το πιστεύσετε.
(1)   Προστίθεται στην στο στίχο 6 προειδοποίηση για την εμφάνιση ψευδομεσσιών κατά την περίοδο που θα προηγηθεί της καταστροφής. Πρόκειται λοιπόν για νέα εμφάνιση ψευδομεσσιών, που συνοδεύεται τη φορά αυτή με σημεία και τέρατα, για αυτό και ο κίνδυνος από αυτούς για αποπλάνηση παρουσιάζεται μεγάλος (γ).
Όσοι δέχτηκαν το Χριστό δεν παρασύρονται από τις παγίδες οποιουδήποτε αντιχρίστου. Αλλά όσοι τον αρνήθηκαν δίκαια εγκαταλείπονται, για να γίνουν λεία και θύματα ασυνείδητων απατεώνων και ψευδοχρίστων.
Μαρκ. 13,22 ἐγερθήσονται γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται(1) καὶ δώσουσι σημεῖα(2) καὶ τέρατα πρὸς τὸ ἀποπλανᾶν(3), εἰ δυνατόν(4), καὶ τοὺς ἐκλεκτούς.
Μαρκ. 13,22 Διότι θα αναπηδήσουν ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και θα κάμουν εμπρός στους ανθρώπους σημεία και τέρατα, σημαδιακά και καταπληκτικά έργα, δια να παρασύρουν εις τας πλάνας των, αν είναι δυνατόν, και αυτούς ακόμη τους εκλεκτούς.
(1)   Όταν το ευαγγέλιο της βασιλείας άρχισε να διαδίδεται, ο σατανάς επιστράτευσε όλες του τις δυνάμεις για να το εξαλείψει, νοθεύσει και πλαστογραφήσει. Και ρίχνει στο μέσο ψευδόχριστους και ψευδοπροφήτες που μιμούνται αγύρτικα τις δυνάμεις και τα θαύματα του αληθινού Χριστού και προφήτου. Ο Θεός όμως επέτρεψε και επιτρέπει αυτό για να δοκιμάσει την ειλικρίνεια των μεν, να αποκαλύψει την υποκρισία των δε, και να προκαλέσει σύγχυση σε εκείνους, οι οποίοι απέρριψαν το Χριστό όταν τους προσφέρθηκε.
(2)   Το σημάδι είναι κάτι που δίνεται για απόδειξη κάποιας αξίωσης που προβάλλεται από αυτόν που δίνει το σημάδι.
(3)   Μπορεί να σημαίνει και το αποτέλεσμα και τον σκοπό, αλλά το ακόλουθο «ει δυνατόν» συνηγορεί μάλλον, ότι πρόκειται για τον σκοπό (γ). Ο Ιώσηπος αναφέρει πόσοι ψευδοπροφήτες φάνηκαν, οι οποίοι έπεισαν τα πλήθη να τους ακολουθήσουν στην έρημο, για να δουν εκεί αυτούς να κάνουν σημεία και τέρατα (σ).
(4)   Αλλά δεν θα είναι δυνατόν να τους αποπλανήσουν. Διότι γνωρίζει ο Κύρος τους δικούς του (Β΄Τιμ. β 19), οι οποίοι θα διατηρήσουν την προς αυτόν πίστη, την ώρα που η πίστη κάποιων άλλων θα χάνεται.
Μαρκ. 13,23 ὑμεῖς δὲ βλέπετε(1)· ἰδοὺ προείρηκα ὑμῖν ἅπαντα(2).
Μαρκ. 13,23 Σεις όμως προσέχετε• ιδού, σας τα προείπα όλα.
(1)   Ο σκοπός των ψευδοπροφητών και ψευδομεσσιών θα είναι να αποπλανήσουν από τον ευθύ δρόμο και αυτούς ακόμη τους εκλεκτούς. Αλλά εσείς που είστε εκλεκτοί προσέχετε. Δεν συγκαταριθμείστε στον απροετοίμαστο όχλο, αλλά έχετε προετοιμαστεί και παιδαγωγηθεί από τον διδάσκαλό σας (γ). Βλέπετε, προσέχετε. Γνώριζε ο Χριστός ότι οι μαθητές του ήταν από τους εκλεκτούς, και όμως λέει σε αυτούς: Βλέπετε. Τον εκλεκτό τον κάνει εκλεκτό η προσοχή και εγρήγορση στις διάφορες περιστάσεις και στους διάφορους κινδύνους. Ο Θεός φυλάσσει τους εκλεκτούς, αλλά εκείνοι είναι εκλεκτοί, οι οποίοι προφυλάσσουν και αυτοί τους εαυτούς τους.
(2)   «Κανείς ας μην προφασίζεται άγνοια, αλλά να ασφαλίζεται από την απάτη αυτών» (β). Σας τα είπα από πριν, ώστε και από πριν να οπλιστείτε. Σας είπα όλα όσα υπήρχε ανάγκη να σας προλεχθούν. Και συνεπώς μη δίνετε προσοχή στους ψευδοπροφήτες, οι οποίοι θα παρουσιάζονται με την αξίωση, ότι είναι σε θέση αυτοί να σας προείπουν περισσότερα από εμένα.
Μαρκ. 13,24 Ἀλλ᾿ ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις(1), μετὰ τὴν θλῖψιν ἐκείνην ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται(2), καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς(3),
Μαρκ. 13,24 Αλλά κατά τας ημέρας εκείνας, ύστερα από την θλίψιν εκείνην, ο ήλιος θα σκοτισθή και η σελήνη δεν θα δώση το φως της.
(1)   «Αφού ολοκλήρωσε τα σχετικά με τα Ιεροσόλυμα, μεταβαίνει λοιπόν στη δική του παρουσία και λέει σε αυτούς τα σημάδια που δεν είναι χρήσιμα σε εκείνους μόνο, αλλά και σε εμάς και τους μετά από εμάς» (β). Μετά τη θλίψη εκείνη θα έλθουν εκείνες οι ημέρες. Συνεπώς το «εκείνην» αναφέρεται σε διαφορετικό γεγονός από εκείνο, στο οποίο αναφέρονται το «εκείναις». Το «εκείνην» αναφέρεται στα γεγονότα, για τα οποία προηγουμένως μίλησε· ενώ το «εκείναις» αναφέρεται στα γεγονότα του εσχάτου καιρού, τα τελευταία από όλα, όπως και στο στίχο 32. Διότι το ερώτημα των μαθητών, στο οποίο ο Κύριος απαντά, συνυπονοεί και το τέλος του κόσμου (b).
Οι μαθητές στην ερώτησή τους που έθεσαν στην αρχή του κεφαλαίου μπέρδεψαν την καταστροφή της Ιερουσαλήμ και το τέλος του κόσμου, παρασυρόμενοι από την πλάνη, κατά την οποία ο ναός θα παρέμενε χωρίς να καταστραφεί για όσο θα υπήρχε κόσμος. Ο Χριστός διορθώνει την πλάνη αυτή και δείχνει ότι το σε εκείνες τις ημέρες τέλος του κόσμου θα συμβεί μετά τη θλίψη εκείνη και δεν θα συμπέσει με αυτήν. Είναι συνηθισμένο στην προφητική γλώσσα να παρουσιάζονται γεγονότα μεγάλα και βέβαια ως κοντινά και στην πόρτα, όχι μόνο για να τονιστεί το μεγαλείο και η βεβαιότητά τους, αλλά και διότι χίλια έτη στα μάτια του Κυρίου είναι σαν την ημέρα τη χθεσινή.
Ο γ. φρονεί, ότι η από τον στίχο αυτόν προφητεία αναφέρεται στην μετά την πτώση της Ιερουσαλήμ έλευση του υιού του ανθρώπου και την παρέμβασή του στην ιστορία των εθνών· στην εγκαθίδρυση της βασιλείας του Θεού μέσω της Εκκλησίας και την από τον ουράνιο θρόνο άσκηση της δύναμης του Μεσσία για περισυλλογή των εκλεκτών, οι οποίοι στις εκάστοτε γενεές θα περιλαμβάνονται. Με άλλα λόγια πρόκειται για γεγονότα, τα οποία θα συντελεστούν κατά την περίοδο, η οποία άρχισε με την αναχώρηση του Ιησού από τον κόσμο και με την ανάληψη στους ουρανούς, όπου ανέλαβε τις εξουσίες και δυνάμεις του αρχιερατικού και βασιλικού του αξιώματος και από όπου παρεμβαίνει κατ’ επανάληψιν στις κρίσεις της ιστορίας του κόσμου, από τις οποίες κρίσεις η καταστροφή της Ιερουσαλήμ είναι η πρώτη.
Τα σχετικά με τον σκοτισμό του ήλιου και την σάλευση των δυνάμεων του ουρανού δέχεται (ο γ.) ως εκφράσεις δανεισμένες από την αποκαλυπτική γλώσσα και αλληγορία, που χρησιμοποιείται συνήθως στα προφητικά βιβλία της Π.Δ. για δήλωση απλώς μεγάλων μεταβολών και κρίσεων στην ιστορία των εθνών ή στο θείο σχέδιο της σωτηρίας, που δεν έχουν σχέση με την καταστροφή του σύμπαντος και την συντέλεια του κόσμου. Δες Ησ. ιγ 10,Ιεζεκ. λβ 7,8, Αμώς η 9,Ιωήλ β 30,31,γ 15. Αλληγορικά επίσης και όχι κατά γράμμα σύμφωνα με αυτόν, πρέπει να εννοηθούν και τα περί ελεύσεως του Υιού του ανθρώπου σε σύννεφα, όπως νοούνται αντίστοιχες εικόνες και φράσεις και στα χωρία Ψαλμ. 96 1-5,Ησ. ιθ 1, Ψαλμ. ιζ 5-16, Δαν. ζ 13. Τα δε σχετικά με την συγκέντρωση των εκλεκτών από τους αγγέλους, τά αναφέρει στα μέσα και τις μεθόδους με τα οποία ο Μεσσίας στους ουρανούς, χρησιμοποιώντας ως λειτουργικά πνεύματα και τους αγγέλους, οδηγεί τους ανθρώπους στην πίστη και την υπακοή του ευαγγελίου.
Εναντίον των εκδοχών αυτών, που έχουν και κάποιες αξιόλογες πλευρές, θα μπορούσε να αντιταχτεί, ότι για την ανύψωση του Χριστού στο θρόνο του και την εγκαθίδρυση της αιώνιας βασιλείας του και την έναρξη της περισυλλογής των εκλεκτών, για τα οποία μιλά ο γ. δεν χρειάστηκε να αναμείνει ο Χριστός την πτώση της Ιερουσαλήμ. Όταν έπεσε η Ιερουσαλήμ η εκκλησία είχε εγκαθιδρυθεί προ πολλού και το ευαγγέλιο είχε κηρυχτεί σε όλο τον κόσμο.
(2)   Κυριολεκτικά αυτά αναφέρονται στις μεγάλες αναστατώσεις και μεταβολές στο σύμπαν που θα συμβούν πριν την δευτέρα παρουσία, από τις οποίες «προσδοκούμε σύμφωνα με το ευαγγέλιό του» να προέλθουν οι καινούργιοι ουρανοί και η καινούργια γη. Προμηνύματα όμως και προτυπώσεις της μεγάλης εκείνης καταστροφής είναι οι κατά τις διάφορες κρίσεις της ιστορίας σημειούμενες μερικότερες ή γενικότερες καταστροφές, που συνοδεύουν την αόρατη επέμβαση της θείας δικαιοσύνης για τιμωρία του κακού και παιδαγωγία της ανθρωπότητας, μία από τις οποίες καταστροφές και μερικές κρίσεις, εξέχουσα και αρκετά διδακτική και παραδειγματική υπήρξε και η καταστροφή του εθνικού και θρησκευτικού κέντρου του Ισραήλ.
(3)   Η σελήνη έχει το φως της από τον ήλιο, εφόσον αυτός θα σκοτιστεί, και η σελήνη θα παύσει να δίνει το φέγγος της.
Μαρκ. 13,25  καὶ οἱ ἀστέρες ἔσονται ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πίπτοντες(1), καὶ αἱ δυνάμεις αἱ ἐν τοῖς οὐρανοῖς(2) σαλευθήσονται(3).
Μαρκ. 13,25  Και τα αστέρια θα ξεφεύγουν από τας τροχιάς των και θα πίπτουν από τον ουρανό και αι δυνάμεις που συγκρατούν την αρμονίαν των ουρανών θα σαλευθούν.
(1)   Και οι αστέρες θα χάσουν το φως τους και θα εξαφανιστούν σαν να έπεσαν από τη θέση τους στο στερέωμα, και θα κλονιστεί και θα καταστραφεί ριζικά η ήδη κανονική τροχιά και κίνησή τους.
(2)   Ή, «θα σαλευτούν οι αγγελικές δυνάμεις, δηλαδή θα εκπλαγούν βλέποντας να γίνεται τόσο μεγάλη μεταβολή και τους συνδούλους τους να κρίνονται» (Θφ), «και την οικουμένη όλη να στέκεται σε φοβερό κριτήριο» (β).
Ή, δυνάμεις στους ουρανούς είναι τα ίδια τα ουράνια σώματα γενικώς επειδή βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο αγγελικών δυνάμεων (σ).
(3)   Ή «θα εκπλαγούν» (Θφ), ή θα μετακινηθούν, θα απαλλαχτούν από τη θέση τους οι αγγελικές δυνάμεις, που παραμένουν στα ουράνια σώματα (δ).
Μαρκ. 13,26 καὶ τότε ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου(1) ἐρχόμενον ἐν νεφέλαις(2) μετὰ δυνάμεως πολλῆς καὶ δόξης(3).
Μαρκ. 13,26 Και τότε θα ιδούν τον υιόν του ανθρώπου να έρχεται μέσα εις ολόφωτα νέφη με δύναμιν και δόξαν πολλήν.
(1)   «Και τότε θα δουν τον Κύριο, ως υιό ανθρώπου, δηλαδή με σώμα» (Θφ), «με σώμα να έρχεται, όπως ακριβώς και αναλήφθηκε» (β). «Διότι αυτό που βλέπεται, είναι οπωσδήποτε σώμα. Αλλά παρόλο που έρχεται ενσώματος ως άνθρωπος, αλλά όμως με δύναμη και δόξα πολλή» (Θφ).
(2)   Η κρίση κατά την μεγάλη εκείνη ημέρα θα ανατεθεί στον υιό του ανθρώπου τόσο για τερματισμό και τελείωση, όσο και για ανταμοιβή του έργου του ως Μεσσία και Λυτρωτή που ανέλαβε για χάρη μας. Θα έλθει λοιπόν τότε σε σύννεφα. Σύννεφο πήρε αυτόν, όταν αναλαμβανόταν στον ουρανό και «έτσι θα έλθει με τον ίδιο τρόπο που τον είδαν οι απόστολοι να πορεύεται στον ουρανό» (Πράξ. α 11). «Να έρχεται μαζί με τα σύννεφα» (Αποκ. α 7), «αυτός που επιβαίνει πάνω στα νέφη» (Ψαλμ. ργ 3) και «κάθεται σε σύννεφο λευκό» (Αποκ. ιδ 14). Όταν ο κόσμος καταστράφηκε με νερό, η κρίση ήλθε με τα σύννεφα του ουρανού, διότι άνοιξαν οι πύλες του ουρανού και η γη κατακλύστηκε. Έτσι θα συμβεί και όταν ο κόσμος καταστραφεί με φωτιά. Ο Χριστός προπορευόταν του Ισραήλ με σύννεφο, το οποίο ήταν φωτεινό ταυτόχρονα και σκοτεινό. Τέτοιο θα είναι και το σύννεφο με το οποίο θα έλθει ο Χριστός κατά την μεγάλη ημέρα. Θα διαχύνει φως και χαρά, αλλά και σκοτάδι και τρόμο.
(3)   Θα έλθει με δύναμη και δόξα αντάξια τόσο του μεγαλείου του προσώπου του, όσο και των σκοπών της έλευσής του. Ότι η Παρουσία και η δεύτερη έλευση παρουσιάζεται στην Κ.Δ. ως αντικειμενικό και πραγματικό γεγονός, που θα συμβεί στο μέλλον, φαίνεται σαφώς και ξεχωριστά από διάφορα χωρία της. Δες Ματθ. κδ 3,37,39, Α Θεσ. γ 13,δ 15,ε 23,Β΄Θεσ. β 1,Ιακ. ε 7 και λοιπά (σ).
Μαρκ. 13,27  καὶ τότε ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ(1) καὶ ἐπισυνάξει τοὺς ἐκλεκτοὺς(2) αὐτοῦ(3) ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων, ἀπ᾿ ἄκρου τῆς γῆς ἕως ἄκρου(4) τοῦ οὐρανοῦ.
Μαρκ. 13,27 Και τότε θα στείλη τους αγγέλους του και θα περιμαζεύση τους εκλεκτούς του από τα τέσσαρα σημεία του ορίζοντος, από το ένα άκρον της γης έως το άλλο άκρον του ουρανού.
(1)   «Βλέπεις ότι και ο Υιός στέλνει τους αγγέλους, όπως ακριβώς και ο Πατέρας; Πού είναι λοιπόν αυτοί που λένε ότι δεν είναι ίσος με τον Θεό και Πατέρα;» (Θφ).
«Διότι λέγοντας ότι θα στείλει τους αγγέλους του ο υιός του ανθρώπου, έδειξε ότι είναι Θεός ο υιός του ανθρώπου. Διότι είναι του Θεού οι άγγελοι και το να τους στέλνει είναι γνώρισμα του Θεού» (β).
(2)   «Θα έλθουν οι άγγελοι μαζεύοντας τους εκλεκτούς, έτσι ώστε αφού αρπαχτούν με τα σύννεφα, να συναντήσουν τον Κύριο» (Θφ).
(3)   Οι εκλεκτοί ήδη παρουσιάζονται ως εκλεκτοί δικοί του, εκλεκτοί του υιού του ανθρώπου. Η ημέρα της επανόδου θα είναι και ημέρα συγκέντρωσης όλων των δικών του και ημέρα φανερώσεως της βασιλείας του. Δες Β΄Θεσ. β 1(σ).
(4)   Με πιο ποιητικό τρόπο εικονίζονται οι εσχατιές της γης ως άκρο γης και συγχρόνως ως άκρο ουρανού, διότι φαίνεται, ότι εφάπτεται σε αυτές η γη με τον ουρανό. Επομένως το απ’ άκρου γης πρέπει να εξηγηθεί: από κάποιο οποιοδήποτε άκρο της γης μέχρι άλλο αντίθετο άκρο του ουρανού, δηλαδή θα μαζέψει όλους ανεξαιρέτως (δ).
Οι εκλεκτοί του Θεού είναι διασκορπισμένοι (Ιω. ια 52). Υπάρχουν πολλοί ή λίγοι σε όλα τα μέρη, σε όλα τα έθνη ως τμήματα σωτήριας ζύμης σε όλο το φύραμα του κόσμου. Αλλά όταν η ημέρα εκείνη της συγκέντρωσης έλθει, δεν θα λείψει ούτε ένας από αυτούς. Η απόσταση του τόπου δεν θα αφήσει κανέναν έξω από τον ουρανό, αφού και τώρα η αγάπη εξουδετερώνει τις αποστάσεις του τόπου και του χρόνου που τους χωρίζουν. Θα μαζευτούν από όλα τα μέρη τα πιο απομακρυσμένα από τον τόπο, όπου το βήμα του Χριστού θα στηθεί. Τόσο εύκολα, τόσο γρήγορα, τόσο άνετα η μεταφορά τους και το μάζεμά τους θα γίνει, ώστε κανείς από αυτούς δεν θα είναι δύσκολο να μεταφερθεί.

Μαρκ. 13,28  Ἀπὸ δὲ τῆς συκῆς μάθετε τὴν παραβολήν(1). ὅταν αὐτῆς ὁ κλάδος ἤδη γένηται ἁπαλὸς(2) καὶ ἐκφύῃ τὰ φύλλα, γινώσκετε ὅτι ἐγγὺς τὸ θέρος ἐστίν·
Μαρκ. 13,28 Από δε την συκιά μάθετε την παρωμοίωσιν, που θα σας πω. Οταν το κλωνάρι της γίνη απαλό και βγουν τα φύλλα, γνωρίζετε ότι πλησιάζει το θέρος.
(1)   Η παραβολή εδώ είναι μία από τις μερικές παραβολές κατώτερης τάξης, οι οποίες προβάλλονται ως διευκρίνιση ή ως αναλογίες (σ)·= την διευκρίνιση ή αναλογία, η οποία πρέπει να βγει ως συμπέρασμα από το δένδρο της συκιάς (γ).
(2)   Όταν ο χυμός που χύνεται μέσα στο κλαδί κάνει αυτό μαλακό. Η απαλότητα και μαλακότητα αυτή είναι εμφανέστερη στο νέο τμήμα κάθε κλαδιού που παράγεται την άνοιξη από την εισροή του χυμού, από το οποίο και φυτρώνουν τα νέα φύλλα. Δες Ματθ. κδ 32-35, με τους οποίους ταυτίζονται πλήρως οι στίχοι 28-31.
Μαρκ. 13,29 οὕτω καὶ ὑμεῖς(1), ὅταν ἴδητε ταῦτα γινόμενα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ θύραις(2).
Μαρκ. 13,29 Ετσι και σεις, όταν θα ιδήτε όλα αυτά να πραγματοποιούνται, εννοήσατε ότι είναι κοντά, ότι έφθασε πλέον εις την θύραν και θα πραγματοποιηθή η κρίσις του Θεού.
(1)   Με έμφαση που διακρίνει τον περιορισμένο κύκλο των μαθητών, που υπονοείται από το ὑμεῖς(=εσείς), από τους υπόλοιπους.
(2)   Συνηθισμένη εικονική έκφραση που σημαίνει την άμεση εγγύτητα.
Μαρκ. 13,30 ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ(1) αὕτη μέχρις οὗ πάντα ταῦτα(2) γένηται(3).
Μαρκ. 13,30 Σας βεβαιώνω, ότι δεν θα περάση η γενεά αυτή, μέχρις ότου έλθουν όλα όσα σας προείπα.
(1)   Η λέξη χρησιμοποιείται από τον Ιησού πάντοτε για δήλωση ανθρώπων συγχρόνων· για το σύνολο των τότε ζωντανών ανθρώπων.
(2)   «Τα σχετικά με τα Ιεροσόλυμα, με τους πολέμους, τα όσα ειπώθηκαν προηγουμένως, τα οποία είπε ότι θα συμβούν μέχρι την παρουσία του» (β)· για τα οποία στο στίχο 4 από τους μαθητές με την ερώτησή τους ζητήθηκε απάντηση. Όχι όλα όσα περιέλαβε ο Κύριος στην απάντησή του αυτή, αλλά όλα όσα είπε για την καταστροφή του ναού και της Ιερουσαλήμ (σ).
(3)   Αυτά ειπώθηκαν γύρω στο 30 μ.Χ. και πραγματοποιήθηκαν το 70 μ.Χ.
Μαρκ. 13,31 ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται(1), οἱ δὲ ἐμοὶ λόγοι(2) οὐ μὴ παρελεύσονται(3).
Μαρκ. 13,31 Ο ουρανός και η γη θα περάσουν, οι λόγοι μου όμως δεν θα περάσουν.
(1)   «Πιο πριν δηλαδή τα ακίνητα αυτά στοιχεία, ο ουρανός και η γη θα εκλείψουν, παρά τα δικά μου λόγια θα ξεπέσουν σε κάτι. Διότι όλα όσα είπα θα γίνουν» (Θφ).
«Από εδώ δείχνει έμμεσα ότι είναι ταυτόχρονα και ο δημιουργός του παντός. Επειδή δηλαδή μίλησε για τη συντέλεια… για αυτό έφερε στη μέση τον ουρανό και τη γη, δείχνοντας με πολλή εξουσία για τον εαυτό του ότι είναι ο δεσπότης του παντός» (β).
(2)   Εδώ εννοούνται τα λόγια που ειπώθηκαν για την καταστροφή του Ναού και της Ιερουσαλήμ και το τέλος του κόσμου, και ιδιαίτερα η στον προηγούμενο στίχο διαβεβαίωση, σύμφωνα με την οποία δεν θα περάσει η γενιά αυτή μέχρις ότου γίνουν όλα.
(3)   Μπορούμε να οικοδομούμε με μεγαλύτερη πεποίθηση πάνω στο λόγο του Θεού παρά στους στύλους του ουρανού ή στα ισχυρά θεμέλια της γης. Διότι όταν αυτά θα σείονται και θα καταρρέουν, ο λόγος του Χριστού θα παραμένει ισχυρός και απαρασάλευτος. Η εκπλήρωση των προφητειών αυτών είναι δυνατόν να φανεί ότι αργεί, και να παρεμβάλλονται επίσης και γεγονότα που εκ πρώτης όψεως δεν συμφωνούν με αυτήν. Κανείς όμως για αυτό ας μη σκεφτεί, ότι ο λόγος του Χριστού εξέπεσε και διαψεύστηκε.
Παρόλο που δεν εκπληρώθηκε είτε κατά τον χρόνο είτε κατά τον τρόπο, τον οποίο εμείς καθορίζουμε, όμως κατά τον από τον Θεό ορισμένο χρόνο, ο οποίος είναι ο καλύτερος καιρός, και κατά τον από τον Θεό εκλεγμένο τρόπο, ο οποίος είναι και ο άριστος, οπωσδήποτε θα εκπληρωθούν και θα πραγματοποιηθούν. «Στον αιώνα, Κύριε, ο λόγος σου διαμένει, σε γενεά και γενεά η αλήθειά σου» (Ψαλμ. ριη 89).
Μαρκ. 13,32 Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἢ τῆς ὥρας οὐδεὶς οἶδεν(1), οὐδὲ οἱ ἄγγελοι(2) ἐν οὐρανῷ, οὐδὲ ὁ υἱός(3), εἰ μὴ ὁ πατήρ.
Μαρκ. 13,32 Ως προς δε την ημέραν εκείνην η την ώραν, κανείς δεν γνωρίζει ακριβώς ούτε οι άγγελοι που είναι στον ουρανόν ούτε ο Υιός, ειμή μόνον ο Πατήρ.
(1)   Τον ακριβή χρόνο, κατά τον οποίο θα συμβεί η συντέλεια του κόσμου, κανείς δεν τον γνωρίζει. Φυλάχτηκε αυτός κρυμμένος από τον Πατέρα, διότι αυτό είναι ένα από εκείνα, τα οποία ο Πατέρας «έβαλε στη δική του εξουσία» (Πραξ. α 7).
(2)   Η γνώση των αγγέλων αν και ευρεία, δεν είναι απεριόριστη (Εφεσ. γ 10,Α΄Πέτρ. α 12)(σ). «Με το να πει μεν ότι ούτε οι άγγελοι, τους έκλεισε το στόμα, ώστε να μη ζητούν να μάθουν, αυτό το οποίο εκείνοι δεν ξέρουν· με το να πει από την άλλη ούτε ο Υιός, εμποδίζει όχι μόνο να μάθουν αλλά και να ζητήσουν» (β).
(3)   Πολλές προτάθηκαν ερμηνείες: Η πιο σοβαρή: Λέχθηκε αυτό όχι απόλυτα, αλλά αναφορικά με την ανθρώπινη φύση του Χριστού, τόσο μάλλον όσο και στο χωρίο αυτό, βάζει τον εαυτό του ως άνθρωπο πάνω από τους αγγέλους (b).
Με άλλα λόγια «Ως μεν Λόγος γνωρίζει, ως άνθρωπος όμως αγνοεί· διότι του ανθρώπου είναι χαρακτηριστικό το να αγνοεί… Δεν είπε «Ούτε ο Υιός του Θεού γνωρίζει», για να μην φαίνεται η θεότητα ότι αγνοεί, αλλά απλώς είπε «Ούτε ο Υιός», ώστε η άγνοια να είναι στον Υιό που γεννήθηκε από ανθρώπους. Για αυτό και μιλώντας για τους αγγέλους, δεν είπε συνεχίζοντας, ότι ούτε το Άγιο Πνεύμα γνωρίζει, αλλά σιώπησε, δείχνοντας και τα δύο αυτά, ότι δηλαδή εάν το Πνεύμα γνωρίζει, πολύ περισσότερο ο Λόγος, εφ’ όσον είναι Λόγος, γνωρίζει, από τον οποίο (Λόγο) λαμβάνει και το Πνεύμα, και ότι με το να μη μιλήσει για το Άγιο Πνεύμα, φανέρωσε ότι όσον αφορά την ανθρώπινη φύση του έλεγε, ούτε ο Υιός» (Α).
Ως Λόγος όμως γνωρίζει. «Διότι πώς θα αγνοούσε την ημέρα, αν όλα έγιναν από αυτόν και χωρίς αυτόν δεν έγινε τίποτα (Ιω. α 3); Διότι αυτός που δημιούργησε τους αιώνες είναι προφανές ότι δημιούργησε και τους χρόνους· αν όμως τους χρόνους, και την ημέρα. Πώς λοιπόν αγνοεί αυτήν που δημιούργησε;» (β).
«Διότι καθ’ όσον μεν θεωρείται άνθρωπος όπως εμείς, δεν θα μπορούσε να ξέρει αυτά που είναι στον Πατέρα· καθ’ όσον όμως είναι από τη φύση του Θεός και προέρχεται από αυτόν, γνωρίζει οπωσδήποτε και την έσχατη ημέρα, έστω και αν λέει ότι δεν γνωρίζει λόγω της ανθρώπινης φύσης του» (Κ).
«Δεν είναι άρα του Θεού Λόγου η άγνοια, αλλά της μορφής του δούλου, η οποία εκείνο τον καιρό τόσα ήξερε, όσα του αποκάλυψε η θεότητα που κατοικούσε μέσα του» (Κ).
Αξιοσημείωτη και η εκδοχή σε σχέση με τη θεία φύση του Κυρίου που εκφράστηκε ως ακολούθως. «Ούτε ο Υιός θα γνώριζε εάν δεν είχε γνωρίσει ο Πατέρας· δηλαδή η αιτία του ότι ο Υιός γνωρίζει προέρχεται από τον Πατέρα…Η έννοια λοιπόν του χωρίου του Μάρκου είναι η εξής· Για την ημέρα εκείνη ή ώρα κανείς δεν γνωρίζει, ούτε οι άγγελοι του Θεού, αλλά ούτε και ο Υιός θα γνώριζε, εάν δεν γνώριζε ο Πατέρας· διότι από τον Πατέρα είχε δοθεί σε αυτόν η γνώση ήδη εξ’ αρχής». «Ούτε ο υιός γνωρίζει, αν δεν γνωρίζει ο πατέρας. Επειδή όμως γνωρίζει ο Πατέρας, γνωρίζει άρα και ο υιός. Διότι εγώ, λέει, και ο Πατέρας είμαστε ένα» (Ζμ).
«Επειδή γνωρίζει ο Πατέρας, και ο Υιός εννοείται ότι γνωρίζει, η σοφία του Πατέρα, η οποία έχει όλα τα του Πατέρα εκτός από το να είναι αυτό το ίδιο, δηλαδή Πατέρας» (β).
Αρκετά έξυπνη και η επόμενη: «Θέλοντας ο Κύριος να εμποδίσει τους μαθητές από το να ρωτάνε για την ημέρα εκείνη και την ώρα, λέει, ότι ούτε οι άγγελοι, ούτε ο υιός γνωρίζει. Διότι αν έλεγε ότι Γνωρίζω μεν, αλλά δεν θέλω να σας αποκαλύψω, θα τους λυπούσε. Τώρα όμως ενεργεί σοφότερα και εμποδίζει αυτούς τελείως από το να ζητούν να μάθουν και να τον ενοχλούν, με το να πει ότι Ούτε οι άγγελοι, ούτε εγώ γνωρίζω. Από ένα παράδειγμα λοιπόν θα κατανοήσεις το λεγόμενο. Πολλές φορές μικρά παιδιά βλέπουν τους πατέρες τους να κρατούν κάτι στα χέρια, και ζητούν αυτό. Οι πατέρες όμως δεν θέλουν να το δώσουν. Επειδή όμως τα παιδιά κλαίνε μιας και δεν παίρνουν, στο τέλος λοιπόν οι πατέρες κρύβουν εκείνο που κρατούν, και δείχνοντας τα χέρια άδεια στα παιδιά, τα σταματούν από το κλάμα. Έτσι και ο Κύριος, συμπεριφερόμενος σαν σε παιδιά στους Αποστόλους, απέκρυψε την ημέρα. Διότι αν έλεγε ότι γνωρίζω μεν, αλλά δεν λέω, θα λυπούνταν, επειδή δεν θα μάθαιναν από αυτόν» (Θφ).
Η ερμηνεία αυτή συγκρούεται κάπως με την απόλυτη ειλικρίνεια και φιλαλήθεια του Κυρίου. Υπέρ της πρώτης ερμηνείας συνηγορεί και το ότι ιδιαίτερα στο ευαγγέλιο αυτό παρουσιάζεται η όλη θρησκευτική και ηθική ζωή του Ιησού κάτω από τους ανθρώπινους όρους εξάρτησης από τον Θεό ως Πατέρα του. Ο περιορισμός λοιπόν στη γνώση ήταν μόνο ένα μέρος του μεγαλύτερου περιορισμού και της κένωσης, τα οποία υπονοεί η ενανθρώπηση του Λόγου. Εξαιτίας αυτού λοιπόν υποτάχτηκε ο Κύριος και στους συνηθισμένους νόμους της αύξησης -της φυσικής, διανοητικής και ηθικής- για την οποία μιλά η Κ.Δ. (Λουκ β 40,52,Εβρ. ε 8).
Σε αυτού του είδους λοιπόν την άγνοια, που αποδίδεται στον Κύριο, δεν υπάρχει τίποτα το ασυμβίβαστο με την απόλυτη αναμαρτησία του. Υπάρχει πλήθος πραγμάτων αδιάφορων ηθικά, η γνώση ή η άγνοια των οποίων ούτε καλύτερους ούτε χειρότερους μας κάνει από ηθική άποψη. Το να υποκείμεθα λοιπόν σε μια τέτοια άγνοια, είναι όρος φύσης πλήρως ανθρώπινης (σ).
Μαρκ. 13,33 Βλέπετε(1), ἀγρυπνεῖτε(2) καὶ προσεύχεσθε· οὐκ οἴδατε(3) γὰρ πότε ὁ καιρός ἐστιν(4).
Μαρκ. 13,33 Προσέχετε, αγρυπνείτε και προσεύχεσθε• διότι δεν γνωρίζετε πότε είναι καιρός της παρουσίας του Κυρίου.
(1)   Οι μαθητές αγνοούν την ημέρα και την ώρα. Η άγνοια όμως αυτή έχει πνευματική χρησιμότητα. Θα έπρεπε να είναι κεντρί για άγρυπνη προσοχή και για φιλόπονη άσκηση και καλλιέργεια της διάνοιας, για να γίνει αυτή έτοιμη για υποδοχή του Κυρίου, οποτεδήποτε έλθει (σ).
«Με τρόπο που μας συμφέρει πολύ απέκρυψε ο Θεός την συντέλεια της ζωής είτε την καθολική είτε του καθενός μας, έτσι ώστε, μιας και είναι άδηλο το τέλος, να αγωνιζόμαστε πάντοτε, προσδοκώντας αυτό και φοβούμενοι μήπως έλθει ενώ είμαστε ανέτοιμοι» (Θφ).
(2)   «Εγρήγορση και αγρύπνια να εννοήσεις όχι μόνο την εγκράτεια του ύπνου, αλλά και την κάθε είδους προσοχή και επαγρύπνηση» (Ζμ). Η λέξη αγρυπνώ χρησιμοποιείται αναφορικά τόσο με την εργασία όσο και με την προσευχή. Δες Εβρ. ιγ 17,Εφες. στ 18 (σ)
(3)   «Δεν είπε δεν γνωρίζω, αλλά δεν γνωρίζετε» (β).
(4)   Αγνοούμε την ώρα του θανάτου μας. Μπορούμε να γνωρίζουμε, ότι λίγος ακόμη χρόνος ζωής μάς απομένει, ότι ο καιρός της αναλύσεώς μας έφτασε (Β΄Τιμ. δ 6). Δεν μπορούμε όμως να γνωρίζουμε, πόσο λίγο χρόνο θα ζήσουμε ακόμη, διότι μπορεί να είναι και λιγότερος από όσο φανταζόμαστε. Πολύ δε περισσότερο αγνοούμε τον χρόνο τον ορισμένο για την καθολική κρίση. Και για τα δύο κρατούμαστε σε αβεβαιότητα, ώστε κάθε ημέρα να περιμένουμε αυτόν.
Μαρκ. 13,34 ὡς ἄνθρωπος(1) ἀπόδημος(2), ἀφεὶς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, καὶ δοὺς τοῖς δούλοις(3) αὐτοῦ τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἑκάστῳ τὸ ἔργον αὐτοῦ, καὶ τῷ θυρωρῷ(4) ἐνετείλατο ἵνα γρηγορῇ.
Μαρκ. 13,34 Και δια να ενοήσετε καλύτερον, θα συμβή κάτι ανάλογον με ένα ξενητεμένον άνθρωπον, ο οποίος αφήκε το σπίτι του, εξουσιοδότησε τους δούλους του να το χρησιμοποιούν και στον θυρωρόν έδωσε την εντολήν να είναι άγρυπνος και να περιμένη. 
(1)   «Η πρόταση είναι ελλειπτική. Διότι λείπει το «θα είναι». Λέει λοιπόν ότι θα είναι σαν άνθρωπος που ξενιτεύεται» (Ζ).
(2)   =έκδημος, δηλαδή το αντίθετο του ένδημος· αυτός που είναι μακριά από το σπίτι του (δ). Έχουμε εδώ παραβολή μερική, όπως και αυτή στο στίχο 28 από το δέντρο της συκιάς, και με αυτήν παρουσιάζεται πιο ζωηρά η ανάγκη της εγρήγορσης και προσοχής (σ).
«Αυτό εδώ το παράδειγμα αναφέρεται στο Χριστό και τους Χριστιανούς… όπου άνθρωπο μεν υποδηλώνει τον εαυτό του, όπως ειπώθηκε σε πολλές παραβολές, και αποδημία εννοεί την ανάληψη στους ουρανούς· σπίτι του τον παρόντα κόσμο και δούλους του τους Χριστιανούς και το έργο του καθενός είναι η φύλαξη των εντολών του και η εργασία των αρετών» (Ζ).
Στον οικοδεσπότη πρέπει να δούμε τον ίδιο τον Ιησού, που εγκαταλείπει την επίγεια σκηνή της δράσης του και επανέρχεται αργότερα στη γη μετά από ακαθόριστο διάστημα χρόνου (σ).
(3)   Όχι σε έναν αλλά σε όλους τους δούλους μαζί, όπως φαίνεται και από την αντίθεση που υπάρχει στην ακόλουθη λέξη ἑκάστῳ (=στον καθένα)(b).
(4)   Ως προς την ειδική έμφαση στο έργο του θυρωρού ως φύλακα του όλου σπιτιού, αυτή δεν μπορεί να σημαίνει κάτι άλλο παρά τις διάφορες διακονίες και έργα, που έχουν εμπιστευτεί στους δούλους ή μαθητές του καθενός, κάποιοι από τους οποίους πήραν την εντολή και το έργο του φύλακα και φρουρού (σ).
Μαρκ. 13,35 γρηγορεῖτε οὖν(1)· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ κύριος τῆς οἰκίας ἔρχεται, ὀψὲ ἢ μεσονυκτίου ἢ ἀλεκτοροφωνίας ἢ πρωΐ(2)·
Μαρκ. 13,35 Αγρυπνείτε λοιπόν και προσέχετε, διότι δεν γνωρίζετε πότε ο κύριος του σπιτιού έρχεται, αργά το βραδύ η το μεσονύκτιον η τα χαράματα, όταν θα λαλούν οι πετεινοί η το πρωϊ.
(1)   Η εγρήγορση, το θεμέλιο όλων των καθηκόντων, επιβάλλεται όχι μόνο στον θυρωρό, αλλά και σε όλους τους δούλους (b). Ο πληθυντικός αυτό δηλώνει. Το γρηγορώ υπονοεί όχι μόνο το πιστεύω ότι ο Κύριός μας θα έλθει, αλλά και το ποθώ να έλθει ο Κύριος. Υπονοεί το να σκεφτόμαστε συχνά την έλευσή του και να έχουμε τα βλέμματά μας στραμμένα σε αυτήν σαν να πρόκειται να πραγματοποιηθεί από στιγμή σε στιγμή. Γρηγορώ για την έλευση του Χριστού σημαίνει να διατηρούμε πάντοτε τη διάθεση εκείνη της χάριτος και την ετοιμότητα της διάνοιας, στην οποία θα θέλαμε, όταν ο Κύριος έλθει, να μας βρει.
(2)   Σημαίνονται οι 4 φυλακές της νύχτας (από τις 6 μ.μ.-6 π.μ.) κατά την ρωμαϊκή διαίρεσή της (γ). Δηλαδή το βράδυ, που σημαίνει νωρίς το βράδυ  ή τα μεσάνυχτα ή την ώρα που λαλούν οι πετεινοί δηλαδή σε όρθρο βαθύ (δηλ. στις 3 π.μ.) ή το πρωί αμέσως με την ανατολή του ηλίου (δ).
Αυτό εφαρμόζεται κατά την έλευση του Κυρίου σε μας ιδιαίτερα μεν κατά το θάνατό μας, και έπειτα και κατά τη γενική κρίση. Ο παρών καιρός της ζωής μας είναι σκοτεινή νύχτα συγκρινόμενος με το φως και την λαμπρότητα της άλλης ζωής. Δεν γνωρίζουμε σε ποια φυλακή της νύχτας ο Κύριος θα έλθει σε μας. Θα έλθει όταν θα είμαστε ακόμη νέοι ή κατά την μέση ηλικία ή όταν θα είμαστε γέροντες; Αμέσως με το που γεννιόμαστε, αρχίζουμε να βαδίζουμε προς τον τάφο και τίποτα άλλο δεν μπορούμε να αναμένουμε βεβαιότερο από το θάνατό μας.
Μαρκ. 13,36 μὴ ἐλθὼν ἐξαίφνης εὕρῃ(1) ὑμᾶς καθεύδοντας(2).
Μαρκ. 13,36 Αγρυπνείτε, μήπως τυχόν έλθη αιφνιδίως και σας εύρη να κοιμάσθε.
(1)   Η πρόταση εξαρτάται από το γρηγορείτε που εξυπακούεται από τον προηγούμενο στίχο.
(2)   Το «καθεύδοντας» εδώ= να αμελείτε τα αγαθά έργα (δ). Η μεγάλη μας φροντίδα πρέπει να είναι, μήπως, όταν ο Κύριος έλθει, μας βρει κοιμισμένους, επαναπαυόμενους στους εαυτούς μας, απρόσεκτους και ράθυμους στην εργασία των καθηκόντων, να δουλεύουμε στη σωματική άνεση και να μην σκεφτόμαστε την έλευσή του. Η έλευσή του τότε θα είναι αιφνίδια και απροσδόκητη για μας. Θα είναι τρομερή έκπληξη για τους αμέριμνους και κοιμισμένους, διότι θα έλθει για αυτούς σαν κλέπτης τη νύχτα.
Μαρκ. 13,37 ἃ δὲ ὑμῖν λέγω, πᾶσι(1) λέγω· γρηγορεῖτε(2).
Μαρκ. 13,37 Αυτά δε που λέγω εις σας, τα λέγω εις όλους. Γρηγορείτε.
(1)   «Σε όλους τους Χριστιανούς μέχρι την παγκόσμια συντέλεια» (Ζ). Ό,τι ο Ιησούς είπε προηγουμένως, εφαρμοζόταν ειδικότερα στους Αποστόλους, των οποίων τα καθήκοντα, όπως το του θυρωρού, απαιτούσαν ειδική επαγρύπνηση. Αλλά στη βασιλεία του Θεού η επαγρύπνηση και εγρήγορση αυτή επιβάλλεται σε όλους, παρόλο που ζητείται αυτή ειδικότερα από αυτούς που τους έχουν εμπιστευτεί ιδιαίτερα έργα (γ).
(2)   «Το φώναξε ξανά αυτό δίνοντας έντονη μαρτυρία» (Ζ).

ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ – ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η επί του Όρους Ομιλία του Χριστού (Κατά Ματθαίον κεφάλαια ε-ζ).

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούλιος 14, 2018

Η επί του Όρους Ομιλία του Χριστού (Κατά Ματθαίον κεφάλαια ε-ζ). Αναλυτική ερμηνεία

(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον,Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 79-145 εκδόσεις «ο Σωτήρ», μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ. (Πατέρες Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας         Ζ = Ζιγαβηνός Ευθύμιος
Απ = Απολλινάριος               φ = Θεοφύλακτος Βουλγαρίας
Αυ = Αυγουστίνος                Ιε = Ιερώνυμος
Β = Βασίλειος ο Μέγας          Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός    Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Γν = Γρηγόριος Νύσσης         Ω = Ωριγένης
Δ = Δαμασκηνός Ιωάννης      DB=Dict. Of the Bible,Hastings
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας
(Σύγχρονοι Θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible, St Matthew Edited by G.H. Box on the basis of the earlier edition by Prof  W.F. Slater, Edirburgh 1922 (σηειώνεται με το S)
M.J. Lagrange.   Evangile selon s. Matthieu, Deuxieme edition      Paris 1923 (σημειώνεται με το L.)
Alf. Plummer.   An exegetical commentary on the Gospel according to S. Matthew, London 1911 (σημειωνεται με το p.)
W. Allen    A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Matthew Third edition 1922 (σημειώνεται με το a).
A. Commentary critical, expository and practical κ.λ.π by I. Owen, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
L. Cl. Fillion    La sainte Bible commentee VII (σημειώνεται με το F).
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm  Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)

ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ. (Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
Ματθ. 5,1 Ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους(1) ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος(2), καὶ καθίσαντος(3) αὐτοῦ προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ(4) αὐτοῦ,
Ματθ. 5,1 Οταν δε είδεν ο Ιησούς τα πλήθη, που είχαν έλθει να τον ακούσουν, ανέβη ολίγον εις την πλαγιάν του όρους και αφού εκάθισεν, ήλθαν πλησίον οι μαθηταί του.(μετάφραση Ι.Κολιτσάρα)
(1)   O τελευταίος σ. του προηγουμένου κεφαλαίου αποτελεί το τέλος μεν της περίληψης της δημόσιας δράσης του Κυρίου στη Γαλιλαία και εισαγωγή στην επακολουθούσα επί του όρους ομιλία. Μία συνέπεια της δράσης του Κυρίου ήταν, ότι όχλοι πολλοί ακολούθησαν αυτόν από διάφορα μέρη. Οι όχλοι αυτοί αποτελούσαν ευρύ ακροατήριο για διδασκαλία. Για αυτό ο ευαγγελιστής παρέχει πλούσιο δείγμα του ποια ήταν η διδασκαλία αυτή (p).
(2)   «Ανέβηκε στο όρος το κοντινό» (Ζ). Δεν αναφέρεται το όρος. Όπως και στο ιδ 23 και ιε 29 σημαίνει κάποιο ύψωμα δίπλα στη λίμνη της Γαλιλαίας. Η συρροή ήταν τέτοια ώστε η ακτή της λίμνης δεν ήταν πλέον κατάλληλος τόπος, για να γίνει η διδασκαλία, και ο Κύριος ανέβηκε σε κάποιο οροπέδιο από αυτά που υψώνονταν πάνω από τη λίμνη. Είναι δυνατόν να ήταν αυτό τόπος, στον οποίο ο Κύριος συχνά ανέβηκε κατόπιν μαζί με τους μαθητές του, για αυτό και αυτοί μιλούν για αυτό ως τ ο όρος. Δες και Μάρκ. γ 13,στ 46,Λουκ. στ 12,Ιω. στ 3,15.
(3)   Δείγμα οικειότητας (L), αλλά αυτή ήταν και η συνηθισμένη στάση προκειμένου να εκφωνηθεί μακρός λόγος. Δες Ματθ. ιγ 2,κδ 3,κστ 55 και Λουκ. δ 20 (S).
(4)   Μαθητές εδώ δεν είναι μόνο οι 4 που κλήθηκαν (δ 18-22), ούτε μπορεί να γίνει ακόμη λόγος για τους 12, αλλά η λέξη έχει γενικότερη έννοια (L) δηλώνοντας αυτούς που ακολούθησαν από την αρχή της περιοδείας αυτής, για να διδαχτούν από αυτόν (δ).
«Είδες την πρόοδο της αρετής τους και πόσο βελτιώθηκαν όλοι μαζί; Διότι οι μεν πολλοί έβλεπαν τα θαύματα, αυτοί όμως επιθυμούσαν επί πλέον να ακούσουν κάτι το μεγάλο και υψηλό» (Χ).
Ο Ματθαίος αποσιωπά κάθε ένδειξη για το χρόνο, κατά τον οποίο εκφωνήθηκε η επί του όρους ομιλία. Αλλά είναι προφανώς εσφαλμένο να πει κάποιος, ότι τοποθετεί την ομιλία στην αρχή της δημόσιας δράσης του Κυρίου. Σχετικά με αυτό υπάρχουν δύο αποδείξεις. Πρώτον οι όχλοι, οι οποίοι δεν ήταν δυνατόν να μαζευτούν πριν ακόμη ο Κύριος δράσει για κάποιο χρόνο και πριν ακόμη η φήμη του διαδοθεί σε όλη την Συρία, Περαία, Ιουδαία κλπ. Δεύτερον η διδασκαλία στην επί του όρους ομιλία δεν είναι κάποια στοιχειώδης, αλλά αφορά σε μαθητές προοδευμένους ήδη οι οποίοι έτυχαν προηγουμένως αρκετής διδασκαλίας (p).

Ματθ. 5,2 καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα(1) αὐτοῦ ἐδίδασκεν(2) αὐτοὺς λέγων(3)·
Ματθ. 5,2 Και ανοίξας το στόμα αυτού εδίδασκεν τους μαθητάς και τα πλήθη και έλεγε•
(1)   Η έκφραση «ανοίγω το στόμα» βρίσκεται και στους εθνικούς (μη Ιουδαίους) συγγραφείς, όπως και στην Π.Δ. (Ιώβ γ 1,Ψαλμ. οζ 2,Δαν. ι 16 κλπ) και δηλώνει το άνοιγμα του στόματος για να μιλήσει κάποιος, το οποίο είναι η εξωτερική ένδειξη της απόφασης, την οποία έχει κάποιος για να μιλήσει· ώστε καταντά εδώ στην σημασία: αποφάσισα να σας μιλήσω και επικαλούμαι την προσοχή σας (δ).
(2)   Ο ευαγγελιστής θεωρεί τη διδασκαλία όχι λιγότερο σπουδαία από τις θεραπείες. Για αυτό και στην περίληψη που προηγήθηκε, αναφέρει πρώτα τη διδασκαλία. Και εδώ λοιπόν πρώτα παρέχει λεπτομέρειες για αυτήν και έπειτα μιλά λεπτομερώς για τα θαύματα. «Διότι δεν θεράπευε σώματα μόνο, αλλά διόρθωνε και ψυχές» (Χ).
Και εδώ «μεταφέρθηκε από τη θεραπεία των σωμάτων», την οποία ανέφερε στο προηγούμενο κεφάλαιο «στη θεραπεία των ψυχών. Διότι πάντοτε έτσι έκανε, μεταβαίνοντας από εκείνην σε αυτήν, και πάλι από αυτήν σε εκείνην και παρείχε ποικίλη την ωφέλεια» (Ζ).
Δεν αποτελεί μεγάλης σπουδαιότητας ζήτημα να καθορίσουμε, εάν ο Ματθαίος και ο Λουκάς παρέχουν σε μας διαφορετικές εκθέσεις μίας και της ίδιας ομιλίας, όπως είναι η γνώμη που υποστηρίζεται από πολλούς· ή εκθέτουν δύο όμοιες μεν, αλλά διαφορετικές ομιλίες, που απευθύνθηκαν σε δύο διαφορετικά ακροατήρια σε δύο διαφορετικές περιστάσεις, το οποίο αποτελεί βάσιμη άποψη, που υποστηρίζεται ακόμη.
Το σπουδαίο είναι ότι ομιλία, σαν αυτή που αναφέρεται από τον Ματθαίο και τον Λουκά, δεν χωρά ούτε για μια στιγμή κάποια αμφιβολία, ότι εκφωνήθηκε από τον Κύριο. Το περιεχόμενό της υπερβαίνει τελείως την δύναμη οποιουδήποτε ευαγγελιστή, να επινοήσει αυτήν. Είναι επίσης εξ’ ολοκλήρου δυνατόν ο Κύριος να περιέλαβε σε κάποιο λόγο του ό,τι είχε πει σε άλλη ειδική περίπτωση ή και να επανέλαβε σε ειδική περίπτωση ό,τι είχε πει σε λόγο του παλαιότερο (p).

1) Οι μακαρισμοί (ε 3-12)
Ματθ. 5,3  (1)μακάριοι(2) οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι(3), ὅτι αὐτῶν ἐστιν(4) ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν(5).
Ματθ. 5,3  Μακάριοι και τρισευτιχισμένοι είναι εκείνοι, που συναισθάνονται την πνευματικήν πτωχείαν των, διότι ιδική των είναι η βασιλεία των ουρανών.
(1)   Σημειώθηκαν διάφορες γνώμες ως προς τον ακριβή αριθμό των μακαρισμών. Έχουν αριθμηθεί διαφορετικά από διαφόρους, ως 7 ή 8 ή 9 ή 10 στον αριθμό. Στον Λουκά δεν προκύπτει τέτοιο ζήτημα, διότι έχουμε εκεί 4 μακαρισμούς και 4 ουαί. Όλοι οι υπομνηματιστές συμφωνούν, ότι στους σ. 3-9 έχουμε 7 μακαρισμούς, που παρουσιάζουν περιληπτικά το ιδανικό χριστιανικού χαρακτήρα. Μετά από αυτό επακολουθεί διακήρυξη, ότι οι δεδιωγμένοι επειδή κατέχουν αυτόν τον χαρακτήρα, είναι μακάριοι. Και είναι πθανόν, ότι αποτελεί αυτή ξεχωριστό μακαρισμό. Είναι πολύ μακάριο το να κατέχει κάποιος τον ιδανικό χαρακτήρα. Αλλά είναι μακαριότερο το να διωχτεί κάποιος για τον χαρακτήρα του αυτόν. Ότι όμως αυτός αποτελεί όγδοο μακαρισμό, επειβεβαιώνεται και από το γεγονός, ότι περιλαμβάνεται αυτός στους 4 του Λουκά.
Ως προς τον στίχο 11 «μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι…», επαναλαμβάνεται μεν σε αυτόν η λέξη μακάριοι, αλλά αυτά που ακολουθούν αποτελούν εφαρμογή του προηγούμενου μακαρισμού στους παρόντες μαθητές. Ομοίως δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ξεχωριστός μακαρισμός το Χαίρετε και αγαλλιάσθε…, εφ’ όσον άλλωστε στον σ. αυτόν  δεν χρησιμοποιείται η λέξη μακάριοι, και ο όλος σ. αποτελεί συμπλήρωμα του προηγούμενου σ.. Πάντως οι 8 μακαρισμοί δεν περιγράφουν 8 διαφορετικές κλάσεις ανθρώπων, αλλά 8 διαφορετικά στοιχεία υπεροχής, τα οποία πρέπει να συνδυάζονται σε ένα και το ίδιο άτομο (p).
(2)   Από το μάκος, μάκαρ=μακρός, το οποίο ηλώνει τον μεγάλο και πολύ. Το μεγάλος, όταν λεγόταν ιδίως για θεούς, δήλωνε τον ισχυρό, ο οποίος έχει κατά τρόπο φυσικό όλα τα αγαθά δικά του. Οπότε το μάκαρ κατέληξε ίσο με το ευδαίμων, ευτυχής, το οποίο οι αρχαιότατοι ποιητές πρώτα και κύρια το απέδωσαν στους θεούς τους (δ).
«Μακαριότητα εἶναι… μία περίληψη ὅλων ἐκείνων ποὺ ἐννοοῦμε σχετικὰ μὲ τὸ ἀγαθό. Ἀπ’ αὐτὴ δὲν λείπει τίποτε ἀπ’ ὅσα ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἀγαθὴ ἐπιθυμία… Ἀληθινὰ δὲ μακαριστὴ ὕπαρξη εἶναι τὸ Θεῖο… Μακαριότητα εἶναι ἐκείνη ἡ καθαρὴ ζωή, τὸ ἀνεκδιήγητο καὶ ἀκατάληπτο ἀγαθό, τὸ ἀνέκφραστο κάλλος, αὐτὸ ποὺ εἶναι αυτό το ίδιο ὅλο χάρη καὶ σοφία καὶ δύναμη, τὸ ἀληθινὸ φῶς, ἡ πηγὴ κάθε ἀγαθότητας, ἡ ἀνώτερη ἐξουσία ὅλων, τὸ μόνο ποθητό, αὐτὸ ποὺ πάντα εἶναι τὸ ἴδιο, ἡ παντοτινὴ ἀγαλλίαση, ἡ αἰώνια εὐφροσύνη, γιὰ τὴν ὁποία θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ πολλά, κι ὅμως νὰ μὴν ἔχει πεῖ τίποτε τὸ ἰσάξιο» (Γν).
(3)   «Δεν είπε οι φτωχοί στα χρήματα, αλλά οι φτωχοί στο πνεύμα. Διότι δεν είναι μακαριστός αυτός που είναι ταπεινός εξ’ αιτίας κάποιας περίστασης· διότι τίποτα δεν είναι άξιο μακαρισμού από αυτά που δεν τα επέλεξε ελεύθερα κάποιος. Διότι κάθε αρετή χαρακτηρίζεται από την ελεύθερη βούληση» (Ζ).
Φτωχός στο πνεύμα είναι ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, «οι ταπεινοί και συντετριμμένοι στη διάνοια. Διότι πνεύμα εδώ, ονόμασε την ψυχή και την ελεύθερη βούληση» (Χ)·
Ή, πιο σωστά, φτωχοί στο πνεύμα σημαίνει τον χαρακτήρα εκείνων, οι οποίοι αισθάνονται τις μεγάλες τους ανάγκες και την από το Θεό εξάρτησή τους, ο οποίος είναι ο μόνος ικανός να εκπληρώσει ό,τι αυτοί ζητούν (p).
Η φράση «στο πνεύμα» χρησιμοποιείται, για να καταστήσει πνευματική την έννοια του φτωχός και να δώσει έμφαση μάλλον στη θρησκευτική και ηθική παρά στην κοινωνική κατάσταση αυτών που αναφέρονται εδώ. Το πνεύμα τους είναι φτωχό διότι αισθάνονται την ανάγκη της από το Θεό βοήθειας. Στην εσωτερικότερη πνευματική τους ζωή αισθάνονται, ότι έχουν ανάγκη το Θεό (a). Φτωχός και ευσεβής ταυτίζονται στο Ψαλτήρι (S).
Δες και Ησ. ξα 1. Φτωχοί σύμφωνα με τους Ψαλμούς, δεν είναι οι στερούμενοι χρημάτων, αλλά οι ευσεβείς που αισθάνονται τον εαυτό τους να καταπιέζεται στον κόσμο αυτόν, οι οποίοι συναισθανόμενοι την αδυναμία τους αναμένουν το παν από το Θεό (L).
Έτσι ή αλλιώς «φτωχό εδώ ονόμασε τον ταπεινό… Διότι ο ταπεινόφρων πάντοτε φοβάται το Θεό» (Ζ), «εννοεί αυτούς που διδάχτηκαν την επαινετή ταπεινοφροσύνη και ανέλαβαν την πτωχεία στο φρόνημα, σύμφωνα με την εξομοίωση με αυτόν (το Χριστό), που πτώχευσε για εμάς» (Β). «Την εκούσια (=θεληματική) ταπεινοφροσύνη ονομάζει ο Λόγος» (Γν), αυτούς που συναισθάνονται την πνευματική τους φτώχεια και γύμνωση και για αυτό αναζητούν και πρόθυμα τρέχουν προς τον ιατρό Σωτήρα (δ).
(4)   Ενώ στους άλλους μακαρισμούς όλα τα ρήματα είναι σε χρόνο μέλλοντα, στον πρώτο το ρήμα είναι σε ενεστώτα, διότι η βασιλεία, στην οποία θα μπουν οι φτωχοί, υφίσταται ήδη για αυτούς (L).
(5)   Η φράση έχει εδώ την ευρύτατη έννοιά της· δηλαδή, τις ευλογίες και τα προνόμια της βασιλείας αυτής πάνω στη γη και την αιώνια μακαριότητα στη μέλλουσα ζωή (ο).

Ματθ. 5,4  (1)μακάριοι οἱ πενθοῦντες(2), ὅτι αὐτοὶ παρακλήθησονται(3).
Ματθ. 5,4   Μακάριοι είναι όσοι πενθούν διότι αυτοί θα παρηγορηθούν.
(1)   Σε κάποιους απο τους κώδικες προηγείται ο τρίτος μακαρισμός και ακολουθεί ως τρίτος ο δεύτερος. Η μεταβολή φαίνεται να προήλθε από τη σχέση του πρώτου και του τρίτου μακαρισμού σύμφωνα με τον Γρηγόριο Νύσσης «διότι φαίνεται ότι ακολουθεί το ένα το άλλο» δηλαδή η πραότητα την ταπεινοφροσύνη (δ).
(2)   Παράδοξο= «Επειδή όλοι θεωρούσαν μακάριους μεν αυτούς που βρίσκονται στη χαρά, ενώ άθλιους όσους είναι στη θλίψη, κόβει από τη ρίζα της αυτή την αντίληψη, υποδεικνύοντας το αντίθετο» (Ζ).
«Μακάριοι αυτοί που πενθούν, παρόλο βεβαίως που όλοι τους ελεεινολογούν» (Χ).
Ο,τιδήποτε εμποδίζει την πραγματοποίηση της Βασιλείας και συγκρούεται με την πλήρη κυριαρχία του Θεού στη γη, πρέπει να είναι αιτία πένθους σε καθέναν που επιθυμεί να είναι πολίτης νομιμόφρων αυτής της Βασιλείας (p). Έτσι λοιπόν συνδέονται ο πρώτος και ο δεύτερος μακαρισμός.
Ειδικότερα «πενθούντες λέει όχι αυτούς που απλώς πενθούν, αλλά αυτούς που πενθούν για τα αμαρτήματα» (Ζ), «διότι το άλλο εμποδίζεται και πάρα πολύ, το να θρηνούμε δηλαδή για κάτι από τα βιοτικά. Το οποίο ακριβώς λοιπόν και ο Παύλος δήλωνε λέγοντας, ότι «η μεν του κόσμου λύπη έχει ως αποτέλεσμα το θάνατο, ενώ η κατά Θεόν λύπη έχει ως αποτέλεσμα μετάνοια, η οποία οδηγεί σε σωτηρία και για την οποία δεν μετανιώνει αυτός που την έχει (Β Κορ. ζ 10)». Αυτούς λοιπόν, που πενθούν για τα αμαρτήματά τους, μακαρίζει εδώ και δεν ανέφερε απλώς αυτούς που λυπούνται, αλλά αυτούς που λυπούνται πάρα πολύ. Για αυτό ακριβώς δεν είπε, Αυτοί που λυπούνται, αλλά που πενθούν» (Χ).
«Είπε επίσης «που πενθούν», δηλαδή παντοτινά και όχι μία φορά» (Θφ).
«Και πώς ο Παύλος πάλι είπε «Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε;»… Έχει (το πένθος) αυτό συμμέτοχη τη χαρά. Διότι όπως ακριβώς όταν πέσει σφοδρή βροχή συνηθίζεται μετά να γίνεται ηρεμία, έτσι και όταν πέσουν δάκρυα, δημιουργείται γαλήνη και χαρά στην ψυχή» (Ζ).
(3)   «Πού θα παρηγορηθούν; Και εδώ και εκεί» (Χ).
«Εδώ μεν, με την ελπίδα της λύτρωσής τους» (Ζ), αλλά και με εσωτερική παρηγοριά από τον Παράκλητο, «ενώ εκεί, όχι μόνο με την άφεση αυτών, αλλά και με τη μακαριότητα» (Ζ).«Επομένως αν θέλεις να παρηγορείσαι, να πενθείς. Και μη νομίσεις ότι είναι αίνιγμα το λεγόμενο. Διότι όταν ο Θεός παρηγορεί, ακόμη και αν πέσουν πάνω σου βροχή τα λυπηρά, θα είσαι ανώτερος από όλα» (Χ)

Ματθ. 5,5 μακάριοι οἱ πραεῖς(1), ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι(2) τὴν γῆν(3).
Ματθ. 5,5 Μακάριοι είναι οι πράοι και ειρηνικοί, διότι αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη .
(1)   Αυτοί που φέρονται με επιείκεια και ημερότητα προς τους πλησίον και ανέχονται με υπομονή τις ύβρεις και προσβολές των πλησίων, οι ήσυχοι, οι υπομονητικοί (δ). «Αυτοί που έχουν συγκρατημένα τα ήθη τους και είναι απαλλαγμένοι από κάθε πάθος, αυτοί ονομάζονται πράοι επειδή δεν έχουν καμία ταραχή να κατοικεί μέσα στις ψυχές τους» (Β).
«Ο μακαρισμός επιβάλλει τη μετριοφροσύνη και την πραότητα, όχι την πλήρη απάθεια… Μακάριοι, λοιπόν, όσοι δεν είναι ευερέθιστοι από τα εμπαθή σκιρτήματα της ψυχής, αλλά είναι ήρεμοι με τη λογική. Σ’ αυτούς ο λογισμός, σαν άλλο χαλινάρι, ανακόπτει τις ορμές και δεν αφήνει την ψυχή να εκτρέπεται προς την αταξία» (Γν).
Το πράοι δηλώνει γλυκύτητα· είναι η στάση των πτωχών στο πνεύμα απέναντι στους άλλους· είναι αυτοί αγαθοί, επιεικείς, εύκολοι (L).
«Πράοι λέγονται όχι αυτοί που δεν οργίζονται καθόλου· διότι αυτοί είναι αναίσθητοι· αλλά αυτοί που έχουν μεν θυμό, αλλά τον συγκρατούν και οργίζονται όταν πρέπει, όπως είπε και ο Δαβίδ, οργίζεσθε και μη αμαρτάνετε» (Θφ).
(2)  «Επειδή νομίζεται ο πράος ότι χάνει όλα τα δικά του, το αντίθετο υπόσχεται, λέγοντας ότι αυτός μεν είναι που με ασφάλεια κατέχει τα αγαθά του, αυτός δηλαδή που δεν είναι θρασύς ούτε αλαζόνας· ενώ ο τέτοιος [ο θρασύς και αλαζών] θα χάσει πολλές φορές και όσα κληρονόμησε από τον πατέρα του και την ίδια την ψυχή του» (Χ).
Οι πράοι παρουσιάζονται παντού να υποχωρούν στην φορτικότητα των κατοίκων της γης· και όμως αυτοί θα πετύχουν την κατάκτηση της γης, όχι με το δικό τους χέρι, αλλά μέσω κληρονομίας, με τη βοήθεια του Πατέρα. Δες Αποκ. ε 10 (b).
(3)   «Ποιά γη; Κάποιοι μιλούν για νοητή (=πνευματική) γη. Αλλά δεν είναι αυτό· διότι πουθενά δεν βρίσκουμε στη Γραφή γη νοητή. Αλλά… ορίζει αισθητό έπαθλο… και ανέμιξε τα αισθητά με τα πνευματικά… Εξάλλου και επειδή στην Παλαιά Διαθήκη συνεχώς ο προφήτης έλεγε «οι πράοι θα κληρονομήσουν τη γη» (Ψαλμ. λστ 11), πλέκει τον λόγο με συγγενικές με αυτές λέξεις… Τα λέει όμως αυτά, όχι σταματώντας τις αμοιβές μέχρι τα παρόντα, αλλά παρέχοντας μαζί με αυτά (τα παρόντα) και εκείνα (τα μέλλοντα). Διότι και αν πει κάτι πνευματικό, δεν αφαιρεί τα της παρούσας ζωής· και αν πάλι υπόσχεται κάτι από τα της παρούσας ζωής, δεν σταματά την υπόσχεση μέχρι σε αυτήν τη ζωή» (Χ).
Σε όλους αυτούς τους μακαρισμούς οι ουράνιες ευλογίες συνυπονοούν αμοιβαία και τις επίγειες (b). Ο Ψαλμωδός (λστ 11) λέγοντας «οι πράοι θα κληρονομήσουν τη γη» εννοεί τη γη του Ισραήλ, αλλά στο λόγο του Ιησού η γη αποτελεί σύμβολο (L). Οπότε είναι σοβαρή και η εκδοχή, κατά την οποία γη εδώ είναι εκείνη, της οποίας την κληρονομία ο Θεός υποσχέθηκε στους πατέρες (Γεν. ιβ 7,ιγ 15 κλπ.)· και η υπόσχεση όμως αυτή, όπως και ο ίδιος ο Αβραάμ κατάλαβε αυτήν (Εβρ. ια 9,10) δεν αναφερόταν στην Παλαιστίνη, η οποία ήταν τύπος και αρραβώνας της αληθινής, αλλά στην επουράνια Ιερουσαλήμ, την καινούργια γη, στην οποία και μόνη αναφέρεται και η εδώ φράση του Σωτήρα (δ).
«Εμείς όμως κληρονομούμε την άνω (=ουράνια) πόλη, την επουράνια Ιερουσαλήμ, την εκκλησία των πρωτοτόκων και αυτή λέει ο Σωτήρας ότι είναι η γη, την οποία υποσχέθηκε στους πράους» (Κ).
«Διότι εκείνη η γη, η επουράνια Ιερουσαλήμ, δεν γίνεται λάφυρο αυτών που μάχονται, αλλά προβάλλεται ως κληρονομία μακρόθυμων και πράων ανδρών» (Β).

Ματθ. 5,6  μακάριοι(1) οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες(2) τὴν δικαιοσύνην(3), ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται(4).
Ματθ. 5,6  Μακάριοι όσοι πεινούν και διψούν δια να αποκτήσουν οι ίδιοι, να επικρατήση δε και στον κόσμον η δικαιοσύνη και η αρετή, διότι αυτοί θα χορτάσουν.
(1)   Ο τέταρτος μακαρισμός είναι πολύ λιγότερο παράδοξος στη μορφή από τους τρεις πρώτους (p).
(2)   «Πρόσεξε με πόση υπερβολή αναφέρει αυτό. Διότι δεν είπε Μακάριοι αυτοί που προσηλώνονται στη δικαιοσύνη, αλλά μακάριοι αυτοί που πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη, έτσι ώστε να την εξασκούμε όχι έτσι απλά, αλλά με κάθε επιθυμία» (Χ).
Είναι αξιοσημείωτο ότι μακαρίζεται η πείνα και η δίψα της δικαιοσύνης και όχι η κατοχή της. Το να πιστεύει κάποιος, ότι κατέκτησε τη δικαιοσύνη, όπως και ο Φαρισαίος της παραβολής, είναι απαίσιο. Αλλά και το να γνωρίζει κάποιος ότι στερείται αυτής, δεν είναι αρκετό. Πρέπει να αισθάνεται, ότι δεν έχει αυτήν και να κατέχεται από σφοδρή και επίμονη επιθυμία να την αποκτήσει, για να είναι μακάριος από τον Κύριο. Διότι όταν έχει τέτοια επιθυμία, τότε ασφαλώς θα καταβάλλει κάθε προσπάθεια για επίτευξή της (p).
(3)   «Ποιά δικαιοσύνη; Ή την αρετή συνολικά (γενικά), ή αυτήν με τη στενότερη έννοια, που είναι αντίθετη από την πλεονεξία» (Χ). Η πρώτη εκδοχή πιθανότερη.
Δικαιοσύνη εδώ δεν είναι ούτε η δικαιοσύνη του Θεού, της οποίας τον θρίαμβο θα εύχονταν οι μακαριζόμενοι, ούτε η δικαιοσύνη την οποία θα ήταν αυτοί διατεθειμένοι να αποδίδουν στους άλλους, αλλά η τελειότητα την οποία ο Θεός δίνει σε όλους εκείνους, οι οποίοι επιθυμούν αυτοί με όλη τους την ψυχή (L).
Αξιόλογη όμως και η εκδοχή σύμφωνα με την οποία δικαιοσύνη= το να απονέμει κανείς στον καθένα ό,τι ανήκει σε αυτόν. Αυτοί λοιπόν που πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη είναι όσοι σε καμιά περίπτωση δεν ανέχονται την καταπάτηση και παραβίαση του δικαίου, αλλά εξεγείρονται εναντίον κάθε αδικίας χωρίς να φοβούνται κανέναν προκειμένου να υποστηρίξουν με έργα το δίκαιο (δ).
(4)   Από δικαιοσύνη. Δες Ρωμ. ιδ 17. Αυτή ήταν και η τροφή του Ιησού (Ιω. δ 34 δες και Ματθ. γ 15)(b). Ο χορτασμός αναφέρεται στο μέλλον. Διότι ο πόθος της δικαιοσύνης και τελειότητας είναι πόθος του Θεού και η πείνα λοιπόν και δίψα της δικαιοσύνης θα χορταστεί με την κατοχή του Θεού (L). Σύμφωνα με την δεύτερη εκδοχή, θα χορτάσουν δικαιοσύνη, διότι θα δουν τέτοια άκρα δικαιοσύνη να απονέμεται στον καθένα στη βασιλεία του Θεού, ώστε το ζωηρότατο μέσα τους αίσθημα του δικαίου θα ικανοποιηθεί πληρέστατα (δ).

Ματθ. 5,7  μακάριοι οἱ ἐλεήμονες(1), ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται(2).
Ματθ. 5,7  Μακάριοι οι ευσπλαγχνικοί και ελεήμονες, διότι αυτοί θα ελεηθούν.
(1)   «Εδώ μου φαίνεται ότι εννοεί όχι μόνο αυτούς που ελεούν με χρήματα, αλλά και με πράγματα. Διότι είναι ποικίλος ο τρόπος της ελεημοσύνης και πλατιά αυτή η εντολή» (Χ).
Η λέξη ελεήμων συχνά αποδίδεται στην Π.Δ. στο Θεό, συνδυασμένη μάλιστα με τη λέξη οικτίρμων, ιδιαίτερα στους ψαλμούς (πε 15,ρβ 8,ρι 4,ρια 4,ριδ 5,ρμδ 8). Στην Κ.Δ. βρίσκεται μόνο εδώ και στο Εβρ. β 17, όπου αναφέρεται στο Χριστό που έγινε ελεήμων και πιστός αρχιερέας. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο μακαρισμός για την ελεημοσύνη ακολουθεί τον μακαρισμό για τη δικαιοσύνη. Οσοδήποτε μεγάλος και αν είναι ο ζήλος μας για τη δικαιοσύνη, δεν πρέπει να στερείται του στοιχείου του ελέους.
Εάν η δικαιοσύνη είναι ιδίωμα του Θεού, επίσης ιδίωμά του είναι και το έλεος. Και εκείνοι, οι οποίοι έχουν θέσει ενώπιόν τους τη θεία εξοχότητα ως ιδανικό, προς το οποίο τείνουν με διακαή πόθο, δεν πρέπει να λησμονούν, ότι ο Θεός είναι συγχρόνως δίκαιος και ελεήμων. Ο ψαλμωδός περιγράφοντας τον τέλειο άνθρωπο αποδίδει σε αυτόν ακριβώς τον συνδυασμό του ελέους και της δικαιοσύνης (Ψαλμ. ρια 5). Περιορίζουμε όμως το έλεος πολύ, όταν θεωρήσουμε αυτό ως συνώνυμο της συγχώρησης των πταισμάτων των άλλων σε μας (p).
Ο άνθρωπος έχει ανάγκη του θείου ελέους. Οφείλει λοιπόν να συγχωρεί και γενικώς να δείχνει συμπάθεια στις δυστυχίες και τα δεινά των άλλων. Δες Παροιμ. ιζ 5 («αυτός που σπλαγχνίζεται, θα ελεηθεί) και Ιακ. β 13 και προ παντός τον αγαθό Σαμαρείτη (L).
(2)   Θα τύχουν ελέους την ημέρα της κρίσης (S) ιδιαίτερα, αλλά και εδώ.
«Φαίνεται μεν σαν ίση ανταμοιβή, αλλά είναι πολύ μεγαλύτερη από το κατόρθωμα. Διότι αυτοί μεν ελεούν ως άνθρωποι, ελεούνται όμως από το Θεό των όλων. Δεν είναι όμως ίσο το ανθρώπινο έλεος και το θείο, αλλά όση είναι η απόσταση μεταξύ πονηρίας και αγαθότητας, τόσο διαφέρει αυτό από εκείνο» (Χ).

Ματθ. 5,8  μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ(1), ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται(2).
Ματθ. 5,8  Μακάριοι όσοι έχουν καθαράν την καρδίαν, διότι αυτοί θα ίδουν τον Θεόν.
(1)   «Καθαρούς εδώ ονομάζει ή εκείνους που έχουν την συνολική αρετή και η συνείδησή τους δεν τους ελέγχει για κανένα πονηρό ή αυτούς που ζουν με αγνότητα» (Χ),
«αυτοί που με την ένωσή τους με το Θεό που γίνεται μέσω του Υιού με το Πνεύμα, έφυγαν από κάθε αγάπη για τη σάρκα, και απομάκρυναν τελείως την κοσμική ηδονή, και κατά κάποιο τρόπο αρνήθηκαν τη ίδια τους τη ζωή και την αφιέρωσαν μόνο στο να θέλουν το Πνεύμα και έζησαν για το Χριστό καθαρά και ολοτελώς» (Κ).
Υπάρχει και εδώ ο κίνδυνος να περιορίσουμε  την έννοια του έκτου μακαρισμού. Συχνά θεωρήθηκε απλώς και πνευματικό αντίστοιχο και διεύρυνση της εβδόμης εντολής. Η καθαρότητα της καρδιάς με τη στενή αυτή έννοια αποτελεί αναμφιβόλως μέρος της έννοιας αυτού του μακαρισμού, αλλά δεν είναι και το σύνολό του. Ο «άνθρωπος που είναι αθώος στα χέρια και καθαρός στην καρδιά, ο οποίος δεν πήρε στα μάταια την ψυχή του και δεν ορκίστηκε με δόλο στον πλησίον του» (Ψαλμ. κγ 4) είναι ο χαρακτήρας που εννοείται εδώ.
Αυτός είναι αθώος από κάθε κακό, όχι μόνο στα έργα, αλλά και στην πρόθεση. Το μάτι του είναι απλό (Ματθ. στ 22) και δεν εισχωρεί σε αυτόν κάποια επιθυμία να προσβάλλει το Θεό ή τον πλησίον. Καθαρότητα διάνοιας και ειλικρίνεια προθέσεων είναι τα χαρακτηριστικά του (p). Καθαροί στην καρδιά είναι εκείνοι, τους οποίους δεν τύπτει η συνείδηση για κανένα αμάρτημα (Ιε).
(2)   «Αυτός που καθάρισε τελείως την καρδιά του από κάθε εμπαθή διάθεση, μέσα στη δική του ομορφιά βλέπει την εικόνα της θείας φύσης. Διότι είναι ικανή η καθαρότητα της ψυχής να καθρεπτίζει τον Θεό μέσα από τον εαυτό της» (Α).
«Διότι όπως ακριβώς ο καθρέπτης, εάν είναι καθαρός, τότε δέχεται τις αντανακλάσεις, έτσι και η καθαρή ψυχή δέχεται την όψη του Θεού» (Θφ).
«Θα δουν όμως το Θεό, όσο είναι δυνατόν στην ανθρώπινη φύση» (Ζ). «Διότι η θεότητα είναι καθαρότητα και απάθεια και αποξένωση από κάθε κακό… Όταν λοιπόν η σκέψη μέσα σου είναι ανόθευτη από κάθε κακία, ελέυθερη από πάθη και χωρισμένη από κάθε μπολυσμό, είσαι μακάριος, επειδή είσαι καθαρός και με την οξύτητα της όρασης βλέπεις το αθέατο για τους ακάθαρτους. Και επειδή έχει αφαιρεθεί από τα μάτια της ψυχής η υλική λάσπη, μέσα στον καθαρό ουρανό της καρδιάς βλέπεις καθαρά το μακάριο θέαμα» (Γν).
Σαφής γνώση του Θεού θα ακολουθήσει και τώρα σε αυτήν τη ζωή, αλλά θα ολοκληρωθεί στη μέλλουσα ζωή. Δες Α΄Ιω. γ 2,3,6 (b).

Ματθ. 5,9  μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί(1), ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ(2) κληθήσονται(3).
Ματθ. 5,9  Μακάριοι όσοι έχουν ειρήνην μέσα των και προσπαθούν να ειρηνεύουν τους ανθρώπους μεταξύ των, διότι αυτοί θα ανακηρυχθούν υιοί του Θεού.
(1)   «Εδώ σκοπό έχει όχι μόνο να εξαφανίσει τις μεταξύ τους έριδες και τα μίση, αλλά επιδιώκει και κάτι περισσότερο, να συμφιλιώνουν και τους άλλους που φιλονεικούν» (Χ).
Για να ειρηνεύει όμως κάποιος τους άλλους, πρέπει προηγουμένως να «έχει ειρηνεύσει το θέλημα της σάρκας του με το θέλημα της ψυχής του και να έχει υποτάξει το χειρότερο στο καλύτερο» (Ζ).
«Ειρηνοποιός είναι αυτός που δίνει την ειρήνη σε άλλον· δεν θα μπορούσε όμως κάποιος να δώσει σε άλλον, αυτό που δεν έχει ο ίδιος» (Γν).
Ως προς τη σχέση του έκτου και έβδομου μακαρισμού είναι αξιοσημείωτο, ότι έχουμε την ουσία τους σε στενή σύνδεση, αλλά με αντίστροφη σειρά στο Εβρ. ιβ 14. «Να επιδιώκετε την ειρήνη με όλους και τον αγιασμό, χωρίς τον οποίο κανείς δεν θα δει τον Κύριο». Η σειρά στον μακαρισμό είναι πιο φυσική. Ο αγιασμός έρχεται πρώτος για δύο λόγους. Δεν μπορεί κάποιος δηλαδή να είναι ειρηνοποιός, εάν ο βίος του δεν είναι από πριν καθαρός και τα ελατήριά του αγνά. Επιπλέον ο αγιασμός δεν πρέπει να θυσιάζεται, ακόμη και όταν πρόκειται να επιτευχθεί η ειρήνη (p).
(2)   «Διότι αυτό έγινε έργο και του Μονογενούς (Υιού), το να ενώσει δηλαδή αυτά που ήταν χωρισμένα και να συμφιλιώσει αυτά που είχαν πόλεμο μεταξύ τους» (Χ).
«Ειρηνοποιοί είναι οι μιμητές της θείας φιλανθρωπίας, αυτοί που δείχνουν στο δικό τους βίο το ιδιαίτερο γνώρισμα της θεϊκής ενέργειας» (Γν).
Ο Μεσσίας είναι ο άρχοντας της ειρήνης και το βασίλειο, το οποίο ήλθε να ιδρύσει είναι βασίλειο ειρήνης. Ο ειδικός αυτός τίτλος «υιοί Θεού» δείχνει ένα από τα μέσα, με τα οποία οι ειρηνοποιοί οφείλουν να ενεργούν· να προσπαθούν δηλαδή να ειρηνεύσουν το καθένα από τα αντιμαχόμενα  μέρη προς τον Θεό, πριν αποπειραθούν να ειρηνεύσουν αυτά μεταξύ τους (p).
Ο μακαρισμός αυτός αντιτίθεται και στην περί Μεσσίου αντίληψη των Ιουδαίων, που φρονούσαν ότι με σειρά επιτυχών πολέμων θα οδηγούνταν από αυτόν στη νίκη και την κυριαρχία (ο).
(3)   Θα είναι υιοί Θεού όνομα και πράγμα (b). Θα ονομαστούν όχι από τον κόσμο, αλλά από τον ίδιο το Θεό και από τον Μονογενή Του. Ο Μεσσίας θα δώσει σε αυτούς «εξουσία να γίνουν παιδιά του Θεού» (Ιω. α 12) και ο Πατέρας θα αναγνωρίσει αυτούς ως τέτοιους, διότι προσπάθησαν να κάνουν τα χωρισμένα μέλη της οικογένειάς του ενωμένα μεταξύ τους (p).
«Για να μη νομίσουν όμως ότι παντού η ειρήνη είναι καλό, πρόσθεσε: Μακάριοι οι δεδιωγμένοι, και τα υπόλοιπα» (Χ).

Ματθ. 5,10  μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι(1) ἕνεκεν δικαιοσύνης(2), ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν(3).
Ματθ. 5,10  Μακάριοι όσοι έχουν διωχθή ένεκα της αρετής και της πίστεώς των, διότι εις αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών.
(1)   Οι επτά πρώτοι μακαρισμοί εκθέτουν τα κύρια χαρακτηριστικά του ιδεώδους χριστιανικού χαρακτήρα και αυτά τα χαρακτηριστικά διαγράφουν σε ευρείες γραμμές τη συμπεριφορά του Χριστιανού απέναντι στο Θεό και τους ανθρώπους. Ο όγδοος μακαρισμός αφορά στη συμπεριφορά των ανθρώπων προς τον Χριστιανό. Η συμπεριφορά και στάση αυτή θα είναι στάση εχθρότητας. Ο αληθινός Χριστιανός είναι βέβαιο, ότι θα διωχτεί και θα επιδειχτεί σε αυτόν ψυχρότητα, περιφρόνηση και χλεύη, εάν όχι και κακομεταχείριση (p).
(2)  «Δηλαδή λόγω της αρετής, της προστασίας τους για τους άλλους, της ευσέβειας» (Χ). «Δικαιοσύνη λοιπόν τώρα ονόμασε κάθε αρετή συνολικά» (Ζ).
(3)   Οι οκτώ μακαρισμοί παρουσιάζονται να αποτελούν  πλήρη παράγραφο που αρχίζει και τελειώνει με την ίδια υπόσχεση «ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Είναι σαφές, ότι η τελευταία αυτή φράση, εμπεριέχει μέσα της όλες τις ευλογίες, τις οποίες υπόσχονται οι 6 ενδιάμεσοι μακαρισμοί (a).
«Εσύ όμως, ακόμη και αν δεν ακούς ότι σε καθέναν από τους μακαρισμούς δίνεται η βασιλεία, μη λυπάσαι· διότι αν και ονομάζει με διαφορετικό τρόπο τις αμοιβές, όμως όλους τους βάζει στη βασιλεία» (Χ).
«Διότι αν και φαίνεται ότι είναι διαφορετικές οι αναφερόμενες αμοιβές λόγω της διαφοράς των ονομασιών, αλλά όμως όλες υπαινίσσονται τη βασιλεία των ουρανών. Διότι όλοι όσοι αξιωθούν αυτών των αμοιβών, θα απολαύσουν και τη βασιλεία των ουρανών» (Ζ).
«Μη νομίζεις λοιπόν ότι το έπαθλο είναι μόνο των φτωχών στο πνεύμα, αλλά και αυτών που πεινούν τη δικαιοσύνη και των πράων και όλων των άλλων γενικώς. Διότι για αυτό χρησιμοποίησε για όλους την λέξη μακάριοι» (Χ).

Ματθ. 5,11  μακάριοί ἐστε(1) ὅταν ὀνειδίσωσιν(2) ὑμᾶς καὶ διώξωσι(3) καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν(4) ῥῆμα(5) καθ᾿ ὑμῶν ψευδόμενοι(6) ἕνεκεν ἐμοῦ(7).
Ματθ. 5,11  Μακάριοι είσθε, όταν σας εμπαίξουν και σας υβρίσουν οι άνθρωποι, και σας διώξουν και, ψευδόμενοι, είπουν παντός είδους κακολογίας και κατηγορίας ενάντιον σας, επειδή πιστεύετε εις εμέ.
(1)   Εδώ ο Κύριος εφαρμόζει τον όγδοο μακαρισμό στους μαθητές εξηγώντας τον πληρέστερα (p). Θα είστε εσείς οι μαθητές που είστε γύρω μου (δ).
(2)   Με λόγο (b).
(3)   Με πράξη (b).
(4)   «Δηλαδή είτε αγύρτες, είτε πλάνους, είτε διαφθορείς και οτιδήποτε άλλο σας ονομάσουν» (Χ).
(5)   Αυθεντική γραφή χωρίς αυτήν την λέξη.
(6)   «Για να μη νομίσεις, ότι είναι μακάριο απλώς το να δεχεται επίθεση κάποιος με πονηρά λόγια, πρόσθεσε δύο όρους, το να είναι ψευδή τα λεγόμενα και το να λέγονται αυτά εξ’ αιτίας του Χριστού. Διότι αν δεν είναι έτσι αυτά, μάλλον είναι άθλιος αυτός που ακούει κακά λόγια» (Ζ), «επειδή σκανδαλίζει πολλούς» (Θφ).
(7)   Είναι ισοδύναμο με το ένεκεν δικαιοσύνης του όγδοου μακαρισμού (p).
«Τι πιο καινοτόμο θα μπορούσε να υπάρξει από αυτές τις εντολές, όταν αυτά που για τους άλλους είναι αποφευκτέα, αυτά λέει ότι είναι ποθητά, το να πτωχεύει κάποιος, εννοώ, και να πενθεί και να διώκεται και να ακούει κακά;» (Χ).
«Αυτός όμως που έθεσε ως δόγματα πράγματα και φορτικά και αντίθετα στη μέχρι τότε συνήθεια των ανθρώπων, όμως και έπεισε και πείθει σχεδόν όλη την οικουμένη» (Ζ).

Ματθ. 5,12  χαίρετε(1) καὶ ἀγαλλιᾶσθε(2), ὅτι(3) ὁ μισθὸς ὑμῶν(4) πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς(5)· οὕτω(6) γὰρ ἐδίωξαν(7) τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑμῶν(8).
Ματθ. 5,12  Χαίρετε και γεμίστε από αγαλλίασιν, διότι η ανταμοιβή σας στους ουρανούς θα είναι μεγάλη και ανυπολόγιστος• έτσι κατεδίωξαν και τους προφήτας τους οποίους ο Θεός είχε στείλει ενωρίτερα από σας.
(1)   Τα ρήματα είναι χωρίς σύνδεση για μεγαλύτερη έμφαση (δ). Η χαρά δεν είναι μόνο συναίσθημα αλλά και καθήκον του Χριστιανού. Δες Φιλιπ. δ 4. Και στις αντιξοότητες είναι η χαρά ο ύψιστος βαθμός και το ισχυρό νεύρο της υπομονής (b).
(2)   Το αγαλλιάω είναι ρήμα της ελληνιστικής από το αγάλλομαι, που συναντιέται συχνά στους Ο΄ (μετάφραση των 70)=σκιρτώ, χαίρομαι πολύ (g). Στους Ο΄ λέγεται αντί για ένα από τα πολυάριθμα εβραϊκά ρήματα, τα οποία εκφράζουν τις εξωτερικές εκδηλώσεις της χαράς (L). Υπερβολικά να χαίρεστε, ώστε και οι άλλοι να αντιλαμβάνονται τη χαρά σας (b).
(3)   Πρέπει να χαίρεστε λόγω της ανταμοιβής, την οποία θα λάβετε (b).
(4)   Η αμοιβή την οποία για τους διωγμούς αυτούς επιφυλάσσει σε σας ο Θεός (δ).
(5)   Δεν αποτελεί ένδειξη τοπογραφική, αλλά καθιερωμένο τρόπο έκφρασης της μακαριότητας κοντά στο Θεό (L).
(6)   «Πώς έτσι; Κοροϊδεύοντας δηλαδή και διώκοντας και λέγοντας κάθε πονηρό λόγο εναντίον τους ψευδόμενοι εξ’ αιτίας του Θεού» (Ζ).
(7)   «Αφού είπε ότι ο μισθός σας θα είναι πολύς, πρόσθεσε και άλλη παρηγοριά λέγοντας, Έτσι καταδίωξαν τους προφήτες τους πριν από εσάς… Μη δηλαδή νομίσετε, λέει, ότι πάσχετε αυτά διότι λέτε και νομοθετείτε κάποια αντίθετα πράγματα… Διότι οι επιβουλές και οι κίνδυνοι δεν οφείλονται στην πονηρία των λεγομένων, αλλά στην κακία των ακροατών… Και μαρτυρεί αυτό όλος ο προηγούμενος χρόνος. Διότι και τους προφήτες άλλους μεν τους λιθοβολούσαν, άλλους δε τους καταδίωκαν και τους προξενούσαν μύρια άλλα κακά, όχι βεβαίως επειδή τους κατηγορούσαν για παρανομία και αντίθεο φρόνημα» (Χ).
(8)   «‘Όταν όμως λέει τους προφήτες τους πριν από εσάς, δείχνει ότι και αυτοί έγιναν ήδη προφήτες» (Χ). «Έτσι εξισώνοντας αυτούς με τους προφήτες, ανόρθωσε το φρόνημά τους» (Ζ).

2) Η χριστιανική ζωή ως αλάτι και φως (ε 13-16)    
Ματθ. 5,13  (1)Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας(2) τῆς γῆς(3)· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ(4), ἐν τίνι ἁλισθήσεται(5); εἰς οὐδὲν ἰσχύει(6) ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω(7) καὶ(8) καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων(9).
Ματθ. 5,13   Σεις οι μαθηταί μου είσθε το άλατι της γης. Αλλά εάν το άλατι χάση αυτήν την ιδιότητά του, με τι άλλο θα αλατισθή; Δεν έχει πλέον καμμίαν αξίαν και εις τίποτε άλλο δεν χρειάζεται, παρά να πεταχθή στον δρόμον και να καταπατήται από τους ανθρώπους.
(1)   Οι 4 στίχοι που ακολουθούν εδώ μπορούν να συνδεθούν ή με τα προηγούμενα, ως συνέχεια των προσόντων, τα οποία πρέπει να έχουν, όσοι θέλουν να μπουν στη βασιλεία των ουρανών, ή με τα επόμενα ως εισαγωγή στα καθήκοντα, τα οποία έχουν αυτοί. Η πρώτη σύνδεση είναι η καλύτερη = Μεγάλη αληθινά είναι η μακαριότητά σας, εάν διωχτείτε για το όνομά μου, αλλά μεγάλη είναι και η ευθύνη σας. Μπορείτε να γίνετε πρόξενοι μεγάλης ωφέλειας στους άλλους, αλλά μπορείτε να αποβείτε και αίτιοι μεγάλης ζημιάς σε αυτούς.
«Αναλαμβάνετε μεγάλα πράγματα» για αυτό «θα χρειαστείτε και μεγαλύτερη προσοχή… Διότι δεν πρέπει να σας φοβίζει το ότι θα ακούτε κακά, αλλά η υποκριτική συμμόρφωσή σας με τις απόψεις των άλλων· διότι τότε θα χάσετε τη δύναμή σας και θα καταπατηθείτε… Αν επειδή φοβηθείτε την κακολογία, προδόσετε τον ζήλο που πρέπει να έχετε, θα πάθετε πολύ χειρότερα και θα σας κακολογούν και θα σας περιφρονούν όλοι» (Χ).
(2)   Υπάρχει και η γραφή «άλα» σύμφωνα με το γάλα.
«Θα είστε το αλάτι των ανθρώπων, παίρνοντας από εμένα δύναμη λογική ώστε να τους συμμαζεύετε και να τους δένετε σφιχτά… και να τους απαλλάσσετε από τη δυσωδία των αμαρτημάτων» (Ζ).
«Διότι το αλάτι έχει αυτήν την ιδιότητα, να προξενεί πόνο και λύπη στους αποχαυνωμένους» (Χ) «με τη διδασκαλία και τους ελέγχους» (Θφ). Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή η ιδέα που εκφράζεται εδώ σχετίζεται με τη χρήση του αλατιού ως προφυλακτικού από τη σήψη. Οι μαθητές είναι στον κόσμο το στοιχείο, το οποίο τον διατηρεί σε υγεία (a) προλαβαίνοντας σε αυτόν την ηθική σήψη.
«Με το να πει δηλαδή: Εσείς είστε το αλάτι της γης, έδειξε… ότι όλη η ανθρώπινη φύση έπαθε σήψη από τα αμαρτήματα… και το να απαλλαχτούν μεν από τη σήψη των αμαρτημάτων, είναι κατόρθωμα του Χριστού· η αποφυγή όμως της επανόδου στην κατάσταση εκείνη, ήταν έργο της φροντίδας και του επίπονου αγώνα εκείνων» (Χ).
Άλλη εκδοχή. Το αλάτι διατηρεί, αλλά προ παντός νοστιμίζει. Κάνει τα εδέσματα ευχάριστα και έτσι ευνοεί τη θρέψη. Έτσι οι μαθητές είναι για την ανθρωπότητα ό,τι και το αλάτι για τις τροφές, το άρτυμα δηλαδή που κάνει αυτά εύγεστα και νόστιμα· δηλαδή οι μαθητές είναι η αρχή της ηθικής ζωής, η οποία μέλλει να εξυψώσει την ανθρωπότητα στην τελειότητα, στην οποία ευαρεστείται ο Θεός (L).
Άλλη εκδοχή που συνδυάζει και τις δύο: Το αλάτι κάνει εύγευστες τις τροφές και προφυλάσσει αυτές από τη σήψη. Κάνει την τροφή νοστιμότερη και υγιεινότερη. Ο μαθητής, του οποίου η ζωή συμμορφώθηκε με τους μακαρισμούς, θα κάνει το ευαγγέλιο πιο ευπρόσδεκτο και ωφέλιμο. Αλλά ο ιδιοτελής και αποστάτης γίνεται κάτι περισσότερο από άχρηστος. Πολλές ουσίες, όταν σαπίσουν είναι χρήσιμες ως λίπασμα. Το αλάτι που έχασε τη δύναμή του ούτε ως λίπασμα χρησιμεύει (p).
Άλλη εκδοχή: Αλάτι της γης= εκείνα τα είδη των αλατούχων υλών, τα οποία ριχνόμενα στη γη ως λίπασμα κάνουν αυτήν γόνιμη και όχι το μαγειρικό αλάτι, το οποίο ριχνόμενο στη γη στερεί αυτήν από την γονιμοποιό της δύναμη (g).
Πιο σωστή η πρώτη ή η τρίτη εκδοχή.
(3)   «Γη εδώ ονόμασε τους ανθρώπους» (Ζ). Κατ’ επέκτασιν αυτό που περιέχει αντί για το περιεχόμενο. «Διότι δεν θα είναι, λέει, διδάσκαλοι της Παλαιστίνης, αλλά όλης της γης» (Χ).
(4)   Μωραίνεται κάποιος = γίνεται μωρός, ανόητος, άχρηστος με πνευματική σημασία· με υλική σημασία = στέρηση της ιδιαίτερης δύναμης που έχει το κάθε πράγμα· και εδώ σημαίνει, όταν το αλάτι χάσει τη στυπτική του δύναμη. Μωραίνεται το αλάτι;
Ή, κάνει αυτήν την υπόθεση ο Σωτήρας όχι ως πραγματική, αλλά ως δυνατή χάριν της συνέπειας· διότι καμία άλλη ουσία δεν υπάρχει που να στύφει το αλάτι· εάν λοιπόν αυτό χάσει την δύναμή του, χάθηκε αυτή για πάντα (δ).
Ή, το αλάτι μπορεί να μολυνθεί και αναμιχτεί με ακάθαρτες και άλλες ξένες ουσίες ώστε να γίνει άχρηστο (a). Πράγματι, είδαν κάποιοι μεγάλες ποσότητες αλατιού που κατά γράμμα πετάχτηκαν στο δρόμο και καταπατούνταν από τους ανθρώπους και τα κτήνη (Thomson, Land and Book σ. 381). Εάν το αλάτι μαζευτεί αμέσως μόλις κρυσταλλοποιηθεί με την εξάτμιση του νερού, είναι καλό και χρήσιμο, αλλά εάν εγκαταλειφθεί εκτεθειμένο στον ήλιο για πολύ, χάνει τη δύναμή του και γίνεται άγευστο (ο).
(5)   Πώς θα αποκατασταθεί σε αυτό η δύναμή του να αλατίζει; (g).
«Δηλαδή, εάν εσείς αποχαυνωθείτε ή χάσετε την ωφέλιμη ποιότητά σας, με ποιό άλλο αλάτι θα αλατιστείτε, δηλαδή θα καρυκευθείτε;» (Ζ).
«Διότι οι μεν άλλοι μύριες φορές αν πέσουν, μπορούν να τύχουν συγγνώμης, ο διδάσκαλος όμως, εάν πάθει αυτό, έχει στερηθεί κάθε απολογίας» (Χ).
(6)   «Σε τίποτα πλέον δε χρησιμεύει» (Ζ). Ισχύω σε κάτι= είμαι ωφέλιμος σε κάτι (g)· καμία δύναμη δεν έχει (δ).
(7)   Μακριά από κάθε οικιακή χρήση (b)· έξω από το σπίτι (δ).
(8)   Και κατά συνέπεια (b).
(9)   «Το οποίο σημαίνει να καταφρονείται από τους ανθρώπους» (Ζ).

Ματθ. 5,14  Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς(1) τοῦ κόσμου(2). οὐ δύναται πόλις(3) κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη(4)·
Ματθ. 5,14  Εσείς είστε το φως του κόσμου. Μία πόλις που είναι κτισμένη επάνω στο όρος, δεν ημπορεί να κρυφθή.
(1)   «Έπειτα τους φέρνει σε άλλο υψηλότερο παράδειγμα. Εσείς είστε το φως του κόσμου… Πρώτα αλάτι και τότε φως» (Χ).
«Φως των ανθρώπων, ώστε να φωτίζετε τα μάτια των ψυχών τους και με το φως της διδασκαλίας και το φως της γνώσεως, να τους καθοδηγείτε στο σωστό δρόμο της ευσέβειας. Δύο λοιπόν υπηρεσίες ανέλαβαν, το να αλατίζουν και το να φωτίζουν. Διότι πρέπει πρώτα κάποιος να απαλλαχτεί από τη σαπίλα και έπειτα να συνετιστεί» (Ζ).
Φως όμως του κόσμου με την κύρια και απόλυτη σημασία είναι ο Σωτήρας (Ιω. η 12) ενώ με σχετική σημασία οι μαθητές (Εφεσ. γ 9), καθώς και όλοι οι πιστοί (Εφεσ. ε 8,Φιλιπ. β 15)(δ). Είναι ηθικά φώτα, διότι μεταδίδουν στους ανθρώπους την ηθική αλήθεια όπως αυτή φανερώθηκε στο Λόγο του Θεού (ο).
«Διότι εγώ μεν άναψα το φως, το να μείνει όμως αναμμένο ας γίνει έργο της δικής σας φροντίδας» (Χ), «έτσι ώστε και στους άλλους να λάμπει η λαμπρότητα της δικής σας ζωής» (Θφ).
(2)   «Πάλι λέει του κόσμου, όχι ενός έθνους, ούτε είκοσι πόλεων, αλλά όλης της οικουμένης» (Χ). Εάν ο Χριστιανός οφείλει να ζει στον κόσμο για να σώζει αυτόν από την ηθική σήψη και κατάπτωση, πρέπει επίσης να ζει και πάνω από τον κόσμο και σε απόσταση από τον κόσμο σαν φως σε υψηλό τόπο που φωτίζει μακριά και ευρέως. Με τη ζωή του θα δείξει ποια είναι η αληθινή ζωή. Ο άνθρωπος του οποίου ο χαρακτήρας αντικατοπτρίζει τους μακαρισμούς, δεν μπορεί να μην ασκήσει εξυγιαντική και φωτιστική επιρροή (p).
(3)   Τρίτη μεταφορά, η οποία όμως δεν είναι παράλληλη με τις άλλες δύο, διότι δεν προαβάλλει κάποιο καθήκον, αλλά εκθέτει γεγονός. Είναι καθήκον των μαθητών να είναι αλάτι και φως· αλλά δεν μπορούν να αποφύγουν το να είναι σαν πόλη που βρίσκεται πάνω σε όρος (p).
«Με αυτά τα λόγια πάλι τους οδηγεί σε ακρίβεια (τελειότητα) ζωής, διδάσκοντάς τους να εχουν την αγωνία ότι θα τους βλέπουν όλοι… Διότι μη δείτε αυτό, λεεει, ότι καθόμαστε εδώ τώρα και είμαστε σε μια μικρή γωνιά· διότι τόσο ολοφάνεροι θα είστε σε όλους σαν πόλη που βρίσκεται πάνω στην κορυφή του βουνού» (Χ).
(4)   Δες και το Λόγιον του Ιησού (Πάπυρος Οξυρύγχου 7) «πόλη που έχει οικοδομηθεί σε κορυφή όρους υψηλού και είναι στηριγμένη, ούτε να πέσει μπορεί ούτε να κρυφτεί». Η εικόνα έρχεται κατά τρόπο φυσικό στη σκέψη σε χώρα όπου τα χωριά βρίσκονται συνήθως σε υψηλές κορυφές. Αυτό ισχύει περισσότερο για την Ιουδαία παρά για τη Γαλιλαία (L). Ίσως από τη θέση, από την οποία εκφωνούσε την επί τους όρους ομιλία ο Κύριος, υπήρχε απέναντι κάποια κωμόπολη, που βρισκόταν μπροστά στη θέα και των ακροατών του (ο).
«Θα είστε περίβλεπτοι, επομένως προσέχετε πώς να ζείτε άμεμπτα για να μην σκανδαλίζετε και άλλους» (Θφ).

Ματθ. 5,15  οὐδὲ καίουσι λύχνον(1) καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον(2), ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν(3), καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ(4).
Ματθ. 5,15  Και όταν ανάπτουν λύχνον οι άνθρωποι, δεν τον θέτουν κάτω από τον κάδον, αλλά επάνω στον λυχνοστάτην, ώστε να φωτίζη όλους εκείνους που ευρίσκονται μέσα στο σπίτι.
(1)   Τεκμήριο από το ισχυρότερο: Εάν οι άνθρωποι δεν βάζουν ποτέ το λυχνάρι κάτω από τον κάδο, πολύ περισσότερο τα ηθικά φώτα που είναι προορισμένα να φωτίζουν όχι ένα σπίτι αλλά τον κόσμο ολόκληρο, δεν επιτρέπεται να κρύβονται (ο). Λύχνος είναι το πήλινο ή γυάλινο αγγείο που έχει μέσα του λάδι και φιτίλι (δ), το οποίο όταν ανάβει φωτίζεται το σπίτι.
(2)   Ρωμαϊκό μέτρο των υλικών, το ένα έκτο του ελληνικού μεδίμνου (δ).
(3)   Είναι νεώτερη ελληνική λέξη αντί για την παλαιότερη λυχνίον= ο λυχνοστάτης (g).
(4)   «Ούτε εγώ αφού άναψα σε σας φως θεογνωσίας, θέλω εσείς να κρύβεστε· αλλά να, σας βάζω στο λυχνοστάτη, εννοώ δηλαδή πάνω στον υψηλό τόπο τη διδασκαλίας, ώστε να φωτίζετε όλους όσους είναι στην οικουμένη» (Ζ).
Κανόνας γενικός: το λυχνάρι έχει λόγο υπάρξεως το να φωτίζει· αυτός είναι και ο προορισμός των μαθητών, εκτός και αν παραλείπουν το καθήκον τους και παύουν να είναι λυχνάρι, οπότε το φως τους δεν ωφελεί κανέναν (L).

Ματθ. 5,16  οὕτω(1) λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν(2) ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων(3), ὅπως(4) ἴδωσιν ὑμῶν(5) τὰ καλὰ ἔργα(6) καὶ δοξάσωσι(7) τὸν πατέρα(8) ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς(9).
Ματθ. 5,16  Το φως λοιπόν έτσι ας λάμψη εμπρός στους ανθρώπους, δια να ίδουν τα καλά σας έργα και δοξάσουν τον Πατέρα σας τον ουράνιον.
(1)   Όπως σε πολλά άλλα χωρία του Ματθαίου (γ 15,ε 12,στ 30,ζ 12,17 κλπ.) το «ούτως» αναφέρεται μάλλον στα προηγούμενα παρά στα επόμενα. Η έννοια είναι: Όπως ένα καλά τοποθετημένο λυχνάρι φωτίζει όλους στο σπίτι, έτσι ας λάμψει… (p).
(2)    «Η καθαρότητα του βίου και του λόγου σας». «Όταν θα εργάζεστε τα καλά, ας λάμψει το από αυτά φως σας» (Ζ). Αναμφίβολα στην ακόλουθη φράση «τα καλά σας έργα» περιλαμβάνεται και το κήρυγμα (Ιω. ι 32) αλλά ο βίος μάλλον παρά τα λόγια που κηρύττονται τονίζεται τώρα από το Χριστό (p).
«Δεν θα μπορέσουν οι κατηγορίες να συσκιάσουν τη λάμψη σας, εάν εσείς ζείτε με ακρίβεια, και έτσι, σαν να πρόκειται να επιστρέψετε όλη την οικουμένη… Να είναι πολλή η αρετή και πλούσια η φωτιά… διότι όταν είναι τόση η αρετή, είναι αδύνατον να κρυφτεί, έστω και αν μύριες φορές προσπαθεί να την κρύψει αυτός που την ασκεί. Η ζωή σας να είναι αδιάβλητη και μην τους δίνετε καμία αφορμή να σας κακολογούν και… κανείς δεν θα μπορέσει να σας επισκιάσει. Και καλά είπε το φως. Διότι τίποτα δεν κάνει τόσο επίσημο τον άνθρωπο όσο η άσκηση της αρετής, έστω και αν μύριες φορές θέλει αυτός να κρύβεται» (Χ).
(3)   Το φως πρέπει να λάμπει μπροστά στους ανθρώπους, το οποίο δεν είναι το ίδιο με το  «θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις (να φαίνεστε στους ανθρώπους)» (p). «Να λάμψει μπροστά στους ανθρώπους όχι λόγω ανθρωπαρέσκειας» (Ζ).
«Τι λοιπόν; Μας διατάζεις να ζούμε για επίδειξη και για να αποκτούμε τιμές; Μακριά από μας! Δεν εννοώ αυτό. Διότι δεν είπα· Προσπαθείστε να κάνετε γνωστά τα κατορθώματά σας, ούτε είπα· Δείξτε αυτά, αλλά ας λάμψει το φως σας» (Χ).
(4)   Ο τόνος του μορίου αυτού δεν αναφέρεται τόσο στο να δουν, όσο στο να δοξάσουν (b).
(5)   Όχι εσάς, αλλά τα έργα σας. Το φως, όχι το λυχνάρι (b).
(6)   «Τα έργα τα με πράξεις και λόγους» (Ζ). Η ζωή η χριστιανική είναι συχνά για τον κόσμο η καλύτερη απόδειξη υπέρ της χριστιανικής διδασκαλίας (L).
(7)   Το να πράττουμε για τη δόξα του Πατέρα, ως χορηγού κάθε αγαθού, είναι το τελειότερο ελατήριο (L).
(8)   «Δηλαδή τον Θεό, του οποίου γίνατε γιοι μέσω της πίστης» (Ζ). «Δεν είπε τον Θεό, αλλά τον Πατέρα, διότι ήθελε να ρίξει από τώρα τα σπέρματα της υψηλής καταγωγής που επρόκειτο να τους δοθεί» (Χ).
(9)   Δείχνει ο προσδιορισμός αυτός τον τόπο, στον οποίο ο Θεός με εξαίρετο τρόπο θεωρείται παρών, διότι εκεί εκπληρώνεται το θέλημά του το άγιο. Επειδή λοιπόν εκεί ο Πατέρας μένει, εκεί οφείλουν να έχουν στραμμένα τα μάτια και τα παιδιά (δ).

Το γενικό αντικείμενο του τμήματος αυτού είναι ότι το χριστιανικό ιδεώδες είναι αμέτρητα υψηλότερο από το αντίστοιχο ιουδαϊκό. Αποκλείει κάθε βαθμό αμαρτήματος, ακόμη και στη σκέψη και το συναίσθημα, ενώ το παλαιό ιδεώδες απέκλειε μόνο τις πράξεις και από αυτές εκείνες μόνο, οι οποίες απαγορεύονταν από το νόμο. Η αλήθεια αυτή αποδεικνύεται σε σχέση με το φόνο (21-26), τη μοιχεία (27-30), το διαζύγιο (31-32), τον όρκο (33-37), την εκδίκηση (38-42), την προς τους άλλους αγάπη (43-47)(p).

Ματθ. 5,17  Μὴ νομίσητε(1) ὅτι ἦλθον(2) καταλῦσαι(3) τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας(4)· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι(5), ἀλλὰ πληρῶσαι(6).
Ματθ. 5,17  Μη νομίσετε ότι ήλθα να καταλύσω τον νόμον του Μωϋσέως η την διδασκαλίαν των προφητών. Δεν ήλθα να καταλύσω αυτά, αλλά να τα τηρήσω, να τα εκπληρώσω και να τα ολοκληρώσω εις ένα τέλειον νόμον.
(1)   «Για ποιό λόγο είπε αυτό; Όχι άσκοπα, ούτε μάταια, αλλά επειδή επρόκειτο να νομοθετήσει ανώτερα από τα παλαιά παραγγέλματα… και να χαράξει δρόμο ενός θείου και ουράνιου τρόπου ζωής, για να μην ταράξει το καινούργιο τις ψυχές των ακροατών… χρησιμοποιεί αυτήν την προδιόρθωση. Διότι αν και δεν εκπλήρωναν οι Ιουδαίοι το νόμο, αλλά όμως… ήθελαν τα γράμματα να μένουν ακίνητα και κανείς να μην προσθέτει παραπάνω σε αυτά, ή μάλλον όταν προστίθενταν ανέχονταν τους άρχοντες, αλλά οι προσθέσεις δεν γίνονταν προς το καλύτερο, αλλά προς το χειρότερο» (Χ).
Αξιόλογη και η εκδοχή: Η έκφραση αυτή υπονοεί, ότι ο Κύριος αντιλήφθηκε, ότι υπήρχε κίνδυνος να θεωρήσουν για αυτόν, ότι καταργεί το νόμο και ίσως μερικοί είχαν ήδη πει αυτό, (το οποίο αποτελεί απόδειξη ότι η επί του όρους ομιλία δεν εκφωνήθηκε στην αρχή της δημόσιας δράσης του Κυρίου). Οι Φαρισαίοι ασφαλώς θα έλεγαν αυτό. Διότι ο Κύριος παραθεωρούσε την προφορική παράδοση, την οποία εκείνοι θεωρούσαν ισόκυρη με το νόμο.
Επίσης ερμήνευε το νόμο κατά το πνεύμα του και όχι κατά το νεκρό γράμμα όπως εκείνοι. Περισσότερο από κάθε άλλο όμως, μιλούσε σαν κάποιος που έχει κύρος και εξουσία, ανεξάρτητη από το νόμο. Αλλά ο Κύριος δεν ήταν ένας φανατικός επαναστάτης, αλλά θείος ανορθωτής και μεταρρυθμιστής (p).
(2)   Υπονοεί ευθύς εξ’ αρχής ότι αυτός είναι ο ερχόμενος, ο Μεσσίας (p). Ο Κύριός μας λοιπόν υπήρχε πριν ακόμη έλθει στη γη (b).
(3)   =Αθετώ, ακυρώνω, κηρύττω ότι δεν ισχύει πλέον (δ).
(4)   Τον ηθικό νόμο, που δόθηκε στον Μωϋσή και την ηθική διδασκαλία των προφητών (δ).
(5)   «Δεν το ‘πε μία φορά, ότι δεν καταργώ το νόμο, αλλά και δεύτερη φορά πάλι το ανέφερε και πρόσθεσε και άλλο πιο σπουδαίο· διότι αφού είπε, μη νομίσετε ότι ήλθα να καταργήσω το νόμο, πρόσθεσε, δεν ήλθα να καταργήσω αλλά να συμπληρώσω» (Χ). Η αρνητική και η θετική μορφή της βεβαίωσης προσδίδει έμφαση στη διακήρυξη (ο).
(6)   «Αλλά πώς συμπλήρωσε το νόμο και τους προφήτες, ας το δούμε. Τους προφήτες μεν τους συμπλήρωσε, εκπληρώνοντας με πράξεις όλα όσα προφήτευσαν για αυτόν… ενώ τον νόμο τον συμπλήρωσε με ένα μεν τρόπο, με το να μην παραβεί τίποτα το νόμιμο… και με άλλο τρόπο, με το να προσθέσει σε αυτόν αυτά που του έλειπαν· το οποίο και περισσότερο αρμόζει να εννοήσουμε εδώ. Διότι ενώ ο νόμος εμπόδιζε τα τέλη των αμαρτημάτων, ο Χριστός εμπόδισε και τις αρχές.
Διότι ο φόνος μεν είναι καρπός αμαρτίας, ρίζα όμως αυτής είναι η οργή· και αν κάποιος δεν κόψει τη ρίζα, κάποτε θα καρποφορήσει. Αποδείχτηκε λοιπόν, ότι ήταν ελλιπής η εντολή του να μη φονεύουν· συμπλήρωσε λοιπόν αυτήν ο Χριστός διατάζοντας να μην οργίζονται. Αυτό λοιπόν προχωρώντας θα το βρεις και στις άλλες εντολές» (Ζ).
«Όσα δηλαδή ο νόμος σκιαγράφησε, αυτά ο Κύριος κατά τρόπο τέλειο τα ζωγράφισε. Όπως ακριβώς και ο ζωγράφος δεν καταργεί το σκιαγράφημα, αλλά μάλλον το συμπληρώνει» (Θφ). «Όπως ακριβώς δηλαδή στα σκιαγραφήματα (σκίτσα) που έχουν προσχεδιαστεί στους πίνακες, όταν έρθει η ώρα να μπουν τα κάθε είδους χρώματα, (αυτά τα χρώματα) καθόλου δεν καταστρέφουν τα σκίτσα, αλλά μάλλον τα μετατρέπουν να φαίνονται πιο λαμπρά, κατά τον ίδιο αυτόν τρόπο, λέμε ότι δεν ανατράπηκαν οι σκιές (σκιαγραφήματα) του νόμου, αλλά μάλλον συμπληρώθηκαν κατά τρόπο προοδευτικό που οδήγησε στην αλήθεια» (Κ).
«Αυτό όμως δεν εξουδετερώνει μόνο την αναίδεια των Ιουδαίων, αλλά ράβει και τα στόματα των αιρετικών εκείνων που λένε ότι η Παλαιά Διαθήκη είναι από τον διάβολο» (Χ).

Ματθ. 5,18  ἀμὴν(1) γὰρ λέγω ὑμῖν(2), ἕως ἂν παρέλθῃ(3) ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ(4), ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία(5) οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου(6) ἕως ἂν πάντα γένηται(7).
Ματθ. 5,18  Διότι σας διαβεβαιώ με πάσαν επισημότητα, ότι έως ότου υπάρχη ο ουρανός και η γη, ούτε ένα γιώτα η ένα κόμμα, δεν θα παραπέση από τον νόμον, μέχρι την στιγμήν που όλα θα επαληθεύσουν και θα πραγματοποιηθούν.
(1)   «Το αμήν είναι επίρρημα βεβαιωτικό που λέγεται αντί για το «αληθινά»»(Ζ). Χαρακτηριστικός τρόπος ομιλίας, ιδιαίτερος του Χριστού, που διατηρήθηκε πιστά από τη χριστιανική παράδοση. Εισάγει έκφραση με ειδική έμφαση και σοβαρότητα (S).
Ισοδυναμεί με το επίσημα σας βεβαιώνω (ο). Ο Ιησούς μόνος χρησιμοποιούσε τη λέξη αυτή στην αρχή των προσφωνήσεών του. Κανείς από τους αποστόλους δεν έπραξε έτσι. Στην Κ.Δ. δεν είναι, για να μιλήσουμε με ακρίβεια, όρκος, όπως μερικές φορές στους Ιουδαίους. Διότι είναι συνώνυμο με το ναι και αληθινά. Δες Λουκ. ια 51,κα 3,Ματθ. κγ 36 και Μάρκ. ιβ 43.
Πάντως όμως αποτελεί εντονότατη διαβεβαίωση που αποκλειστικά αρμόζει σε εκείνον, ο οποίος από μόνος του και από την δική του αλήθεια διαβεβαιώνει και λόγω του αξιώματος αυτού που μιλά ισοδυναμεί με όρκο, ιδιαίτερα όταν λέγεται δύο φορές, δηλαδή Αμήν αμήν (b). Εδώ για πρώτη φορά συναντιέται στον Ματθαίο, βρίσκεται όμως σε αυτόν 30 φορές, 13 στον Μάρκο και 6 στον Λουκά (p).
(2)   Η φράση λέγω υμιν, που συχνά χρησιμοποιείται από τον Κύριο και είναι χρακτηριστική σε αυτόν εγκλείει ύψιστο κύρος και δηλώνει συχνά αλήθεια που διακηρύσσεται από αυτόν, η οποία ούτε από την Π.Δ. ούτε από κάποια άλλη πηγή μπορεί σαφώς να αποδειχτεί, αλλά για πρώτη φορά λέγεται από αυτόν από τους απόκρυφους θησαυρούς της σοφίας και γνώσης έτσι ώστε η συμφωνία των ακροατών να μπορεί να βασιστεί σε μόνη τη διαβεβαίωσή του. Οι προφήτες αρκούνταν να λένε: λέει ο Κύριος, οι απόστολοι, έχει γραφτεί, αλλά ο Χριστός σε πρώτο πρόσωπο, εγώ σας λέω (b).
(3)   Το ρήμα παρέλθη αφήνει ακαθόριστο τον τρόπο του τέλους του κόσμου (b). «Η έννοια των επόμενων λόγων είναι η εξής, ότι έως ότου ο κόσμος παραμένει· διότι αυτό δηλώνει το έως ότου παρέλθει ο ουρανός και η γη, δεν θα παρέλθει απραγματοποίητο ούτε το πιο ασήμαντο παράγγελμα του νόμου» (Ζ).
(4)   Ο ουρανός και η γη, το όλο σύστημα της φύσης (b).
(5)   «Με το γιώτα και το κόμμα δήλωσε και το πιο ασήμαντο» (Ζ). Ιώτα είναι το γιώδ το μικρότατο και στοιχειοδέστατο γράμμα του εβραϊκού αλφαβήτου. Αλλά και οι Έλληνες γράφουν από κάτω το ιώτα ή και παραλείπουν το υπογεγραμμένο ιώτα εντελώς (b). Η κεραία είναι ένα σημάδι, σαν απόστροφος, το οποίο έβαζαν οι Εβραίοι πάνω σε κάποια γράμματα για διάκριση από άλλα όμοια. Και στην ελληνική γλώσσα κεραία σημαίνει τόνος (δ). Και τα δύο μοιάζουν με το ελληνικό κόμμα ή την ψιλή.
(6)   Κανένα από τα γράμματα του νόμου δεν θα καταργηθεί πριν το έργο του Θεού φθάσει στο τέρμα του (L).
(7)   Έως ότου το σύνολο του θείου σχεδίου εκπληρωθεί (p).
Ή, έως ότου όλα τα σχετικά με το νόμο πραγματοποιηθούν (a). Εκπληρώθηκαν και θα εκπληρωθούν από τον Ιησού Χριστό, όχι μόνο σε αυτόν αλλά και στους Χριστιανούς (b). Θα επληρωθούν, θα ικανοποιηθούν είτε με την εκπλήρωση από τον Σωτήρα και τους γνήσιους μαθητές του, είτε με την τιμωρία των παραβατών (δ).

Ματθ. 5,19  ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ(1) μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων(2) τῶν ἐλαχίστων(3) καὶ διδάξῃ(4) οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος(5) κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν(6)· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ(7), οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.
Ματθ. 5,19  Εκείνος λοιπόν, που θα παραβή μίαν από τας εντολάς αυτάς, που φαίνονται μικραί και ασήμαντοι, και διδάξη έτσι τους ανθρώπους, θα ονoμασθή ελάχιστος εις την βασιλείαν των ουρανών. Εκείνος όμως που θα αγωνισθή να τηρήση όλας τας εντολάς και διδάξη την τήρησιν αυτών και στους ανθρώπους, αυτός θα ανακηρυχθή μέγας εις την βασιλείαν των ουρανών.
(1)   Η αντίθετη λέξη είναι το ποιήση, το οποίο λέγεται μετά από λίγο στον σ. αυτόν (b).
(2)   «Δεν το είπε για τους παλαιούς νόμους, αλλά για αυτούς που ο ίδιος επρόκειτο να νομοθετήσει» (Χ).
(3)   Αυτοί δεν αντιτίθενται συστηματικά προς το νόμο, αλλά παραγνωρίζουν τη σπουδαιότητα των μικρότερων παραγγελμάτων (L). Τηρώντας τις μεγάλες εντολές νίκησαν το κακό στην εξωτερική του εμφάνιση ως πράξη πονηρή, δεν νίκησαν όμως την κακία και την αμαρτία και στην εσωτερική της εμφάνιση ως κακό πάθος και επιθυμία (δ).
(4)   Δεν πρόκειται λοιπόν για αθέτηση από αδυναμία ή επειδή παρασύρθηκε, αλλά για πλήρη παραγνώριση.
(5)   Όπως μεταχειριζόμαστε το λόγο του Θεού, έτσι και ο Θεός θα μας μεταχειριστεί (b). Το ελάχιστος ή σημαίνει «τελευταίος όλων, πάρα πολύ κακός, αυτός που έχει απορριφθεί, το οποίο σημαίνει ότι θα μπει στην κόλαση» (Ζ).
«Το είπε αυτό κατά τρόπο άνετο» (Σχ.π). Ή, δεν θα διωχτεί από τη βασιλεία, αλλά η θέση του σε αυτήν θα είναι λιγότερο ένδοξη (p)· θα αξιωθεί της τελευταίας βαθμίδας της μακαριότητας (δ). Έτσι ερμηνεύουν και ο L, και ο a.
(6)   Η οποία θα ακολουθήσει μετά τη μέλλουσα κρίση.
(7)   «Πρόσεξε πώς είπε, ότι πρέπει πρώτα να πράττει και μετά να διδάσκει και όχι μόνο να πράττει, αλλά και να διδάσκει» (Ζ).
«Διότι πώς θα οδηγήσω άλλον σε δρόμο, που εγώ δεν περπάτησα;» (Θφ).
«Διότι δεν πρέπει να είμαστε χρήσιμοι μόνο στους εαυτούς μας, αλλά και στους άλλους. Διότι δεν είναι ίσος ο μισθός για αυτόν που κατορθώνει κάτι για τον εαυτό του και για αυτόν που προσθέτει και άλλον μαζί του. Όπως ακριβώς δηλαδή το να διδάσκει χωρίς να πράττει καταδικάζει τον διδάσκοντα, «διότι εσύ που διδάσκεις, λέει, άλλον, τον εαυτό σου δεν τον διδάσκεις;», έτσι και το να πράττει μεν, αλλά να μην καθοδηγεί και άλλους ελαττώνει τον μισθό» (Χ).

Ματθ. 5,20  λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι ἐὰν μὴ περισσεύσῃ(1) ἡ δικαιοσύνη(2) ὑμῶν πλεῖον τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων(3), οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.
Ματθ. 5,20  Διότι σας λέγω και τούτο• εάν η αρετή σας δεν ξεπεράση πολύ την επιφανειακήν και τυπικήν αρετήν των Γραμματέων και Φαρισαίων, δεν θα εισέλθετε εις την βασιλείαν των ουρανών.
(1)   Η δικαιοσύνη μας ουδέποτε μπορεί να περισσεύσει, ξεπερνώντας τις απαιτήσεις του νόμου. Αλλά οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι νόμιζαν, ότι η δικαιουσύνη τους περίσσευε από τα παραγγέλματα του νόμου. Είμαστε υποχρεωμένοι να ξεπεράσουμε τη δικαιοσύνη τους (b). Το περισσεύω εδώ είναι αμετάβατο= να περισσεύει, ξεπερνώντας ένα γνωστό όριο, εδώ εννοεί αυτό των γραμματέων και Φαρισαίων (δ).
«Ποιό ήταν το παραπάνω που περισσεύει; Το να μην οργιστεί κάποιος, το να μη δει γυναίκα ακόλαστα» (Χ).
(2)   «Εδώ δικαιοσύνη λέει την αρετή συνολικά» (Χ).
(3)   Δηλαδή περισσότερο από αυτήν των γραμματέων και Φαρισαίων (b).
Ή, «δεν είπε απλώς αυτών που παραβαίνουν, αλλά αυτών που κατορθώνουν· διότι αν δεν κατόρθωναν, δεν θα έλεγε ότι έχουν δικαιοσύνη, ούτε θα σύγκρινε τη αρετή που δεν υπάρχει με αυτήν που υπάρχει» (Χ).
Αλλά «εκείνοι μεν τα τέλη των αμαρτημάτων φυλάσσουν· εσείς όμως και τις αρχές οφείλετε να φυλάσσσετε» (Ζ).
Ή, οι Φαρισαίοι ήταν διδάσκαλοι της ακριβής τήρησης ελαχίστων (L). Παρέβλεπαν τα βαρύτερα του νόμου, δίνοντας το ένα δέκατο και από τον δυόσμο ακόμη και από το άνηθο (Ματθ. κγ 23). Βρίσκονταν σε πλάνη παραγνωρίζοντας και παρερμηνεύοντας την αληθινή φύση της δικαιοσύνης. Αυτή όμως ήταν πλάνη απαίσια, που απέκλειε από τη βασιλεία (p). Τηρούσαν την τελετουργική και τη νομική, αλλά όχι και την ηθική δικαιοσύνη. Οι Φαρισαίοι επέμεναν στις παραδόσεις, ενώ οι γραμματείς ήταν προσκολλημένοι στο γράμμα του νόμου (b).
Η δεύτερη ερμηνεία πιο σοβαρή.

Ματθ. 5,21  (1)Ἠκούσατε(2) ὅτι ἐῤῥέθη(3) τοῖς ἀρχαίοις(4), οὐ φονεύσεις(5)· ὃς δ᾿ ἂν φονεύσῃ, ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει(6).
Ματθ. 5,21  Ηκούσατε ότι ελέχθη από τον Θεόν στους αρχαίους, στους προγόνους σας• Δεν θα φονεύσης• εκείνος που θα φονεύση, θα είναι ένοχος και θα παραπεμθή στο μικρόν επταμελές συνέδριον, που λέγεται κρίσις.
(1)   «Αφού απείλησε λοιπόν αυτούς που παραβαίνουν και υποσχόμενος μεγάλα έπαθλα σε αυτούς που κατορθώνουν και αφού έδειξε ότι δίκαια απαιτεί από εμάς περισσότερο από τα παλαιά μέτρα, αρχίζει τη νομοθεσία λοιπόν όχι κατά τρόπο απόλυτο αλλά με σύγκριση με τις παλαιές εντολές, θέλοντας να αποδείξει δύο πράγματα, ότι και δεν μάχεται τα προηγούμενα (την Π.Δ.) αλλά αντιθέτως νομοθετεί συμφωνόντας και πάρα πολύ με αυτά και ότι σωστά και σε πολύ κατάλληλο χρόνο προσθέτει τα δεύτερα σε εκείνα» (Χ).
(2)   Ακούσατε ότι ειπώθηκε (σ. 21,27,33,38,43) όχι ξέρετε ότι γράφτηκε. Ο Χριστός απευθύνεται σε αγράμματα πλήθη, πολλοί από τους οποίους δεν μπορούσαν ούτε να διαβάσουν ούτε να γράψουν. Συνεπώς η γνώση τους για το νόμο προερχόταν από την δημόσια διδασκαλία στις συναγωγές, όπου το γράμμα του νόμου διαβαζόταν πιστά, αλλά το πνεύμα του ή έλειπε ή συσκοτιζόταν.
(3)   Απρόσωπη μορφή λόγου, στην οποία μεγαλοπρεπώς αντιτίθεται το «εγώ όμως σας λέω» (b).
(4)   «Ειπώθηκε από τον νομοθέτη προς τους αρχαίους Εβραίους» (Ζ). «Δείχνει, ότι έγινε παλαιός ο νόμος» (Θφ).
(5)   Παρατίθεται από το Εξοδ. κ 15,Δευτερ. ε 17, ενώ τα λόγια που ακολουθούν δεν είναι άμεση παράθεση, αλλά περίληψη της διδασκαλίας του νόμου. Δες Εξόδ. κα 12 (a).
«Είναι πολύ καλό που δεν αλλάζει τη σειρά των εντολών, αλλά άρχισε από την πρώτη, από την οποία και ο νόμος άρχισε. Διότι και αυτό δείχνει τη συμφωνία (με την Π.Δ.)» (Χ).
(6)   Σημαίνει και κριτήριο δικαστών, όπως εδώ· αποτελούνταν από 7 άνδρες ανά τις πόλεις της Παλαιστίνης και αντιτίθεται η λέξη κρίση με τη λέξη συνέδριο, το οποίο είχε την έδρα του στα Ιεροσόλυμα (g).

Ματθ. 5,22  Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν(1) ὅτι πᾶς ὁ ὀργιζόμενος(2) τῷ ἀδελφῷ(3) αὐτοῦ εἰκῆ(4) ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει(5)· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ῥακά(6), ἔνοχος ἔσται τῷ συνεδρίῳ· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ μωρέ(7), ἔνοχος ἔσται εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός(8).
Ματθ. 5,22   Εγώ όμως σας λέγω ότι καθένας που οργίζεται αδίκως και χωρίς σοβαρόν πνευματικόν λόγον ενάντιον του αδελφού του, έχει την ιδίαν ενόχην, όπως εκείνος που δικάζεται δια φόνον στο επταμελές συνέδριον. Εκείνος δε που θα υβρίση τον αδελφόν του και θα του είπη με περιφρόνησιν “ανόητε, τιποτένιε”, είναι ένοχος εγκλήματος βαρυτέρου, από εκείνά που δικάζει το μεγάλο συνέδριον. Εκείνος δε που θα είπη με μίσος στον αδελφόν του “αμυαλε, τρελλέ”, είναι βαρύτατα ένοχος και άξιος να τιμωρηθή με την στον Αδην γέενναν του πυρός.
(1)   «Είδες εξουσία απόλυτη; Διότι ποιος από τους προφήτες μίλησε ποτέ έτσι; Ποιος από τους δίκαιους; Ποιος από τους πατριάρχες; Κανείς, αλλά λένε, αυτά λέει ο Κύριος. Αλλά δεν μιλά έτσι ο Υιός. Διότι εκείνοι ανακοίνωναν τα λόγια του Δεσπότη, ενώ αυτός τα λόγια του Πατέρα» (Χ). «Εγώ λέω· δείχνοντας  το εξουσιαστικό της θεότητας» (Θφ).
(2)   Ο Χριστός δεν καταρρίπτει την παλαιά εντολή αλλά με τη δική του εξουσία προσθέτει ό,τι είναι εξίσου υποχρεωτικό με αυτήν και πρέπει να θεωρείται ότι εμπεριέχεται στο πνεύμα αυτής. «Ρίζα του φόνου είναι ο θυμός. Αυτός λοιπόν που κόβει τη ρίζα, πολύ περισσότερο θα καταστρέψει και τα κλαδιά· ή μάλλον δεν θα τα αφήσει ούτε καν να ξεφυτρώσουν από την αρχή. Δεν νομοθετούσε επομένως αυτά για να καταργήσει το νόμο, αλλά για να τον φυλάξει περισσότερο» (Χ).
(3)   Η ονομασία αυτή δείχνει το απρεπές και το άτοπο του θυμού (b). Αδελφός σύμφωνα με την επικρατούσα στους Ιουδαίους εκδοχή ήταν ο Ισραηλίτης. Αλλά στο σ. 47 ο Κύριος αν και χρησιμοποιεί τη λέξη όπως οι Ιουδαίοι, προσβλέπει σε ευρύτερο ορίζοντα. Ο σ. 47 λοιπόν οδήγησε τους Χριστιανούς να θεωρούν αδελφούς όλους τους ανθρώπους (L).
(4)   Παραλείπεται η λέξη στον βατικανό και σιναϊτικό κώδικα και σε λίγα άλλα χειρόγραφα. Εἰκῆ= παράλογα, χωρίς δίκαιη αιτία (g).
«Προσθέτοντας όμως το «εἰκῆ» δεν απέκλεισε τελείως την οργή, αλλά μόνο την άκαιρη απομάκρυνε, διότι η σε κατάλληλο χρόνο (οργή) είναι ωφέλιμη. Και οργή σε κατάλληλο χρόνο είναι αυτή που γίνεται εναντίον αυτών που ζουν αντίθετα με τις εντολές του Θεού, όταν δηλαδή όχι για εκδίκηση δική μας, αλλά για ωφέλεια αυτών που ζουν με κακό τρόπο, από αγάπη και φιλαδελφία οργιζόμαστε, με την αρμόζουσα ευπρέπεια. Διότι όργίζεσθε, λέει ο Ψαλμός, και μην αμαρτάνετε, δηλαδή να μην φταίτε με το να οργίζεστε, χρησιμοποιώντας με κακό τρόπο την οργή» (Ζ).
«Αλλά οι πολλοί κάνουν το αντίθετο, και γίνονται θηρία κάθε φορά που τυχόν αδικούνται, ενώ παραμένουν χαλαροί και μαλθακοί όταν βλέπουν να ενοχλείται άλλος» (Χ).
(5)   Ο σ. αυτός δεν δείχνει τρεις βαθμούς τιμωρίας πρόσκαιρης ή που επιβάλλεται από ανθρώπους· διότι ούτε η δικαιοδοσία του επαρχιακού δικαστηρίου και του συνεδρίου εκτεινόταν και στην τιμωρία της οργής ούτε η γέεννα, (κοιλάδα κοντά στα Ιεροσόλυμα), ήταν τόπος στον οποίο εκτελούνταν οι ποινές. Η κρίση λοιπόν και το συνέδριο καθορίζονται ως αρμόδια για την οργή και τον λόγο Ρακά, για να δηλωθεί, ότι αυτά αποτελούν τον πρώτο και δεύτερο βαθμό του φόνου και ότι επιφυλάσσεται για αυτά ο πρώτος και ο δεύτερος βαθμός της τιμωρίας στον Άδη· η γέενα όμως του πυρός επιφυλάσσεται για τον τρίτο βαθμό του φόνου, δηλαδή την ύβρη Μωρέ (b).
Η οργή, εφόσον περιορίζεται στο εσωτερικό του ανθρώπου ξεφεύγει από τη δικαιοδοσία κάθε επίγειου δικαστηρίου. Πρέπει λοιπόν η κρίση για την οποία γίνεται εδώ λόγος, να είναι πνευματικό δικαστήριο, όπου ο Θεός θα φανερώσει κάθε μυστικό της καρδιάς (ο). Ο Ιησούς μεταχειρίζεται τους δικαστικούς αυτούς όρους για να σημάνει τιμωρία όλο και πιο αυστηρή στη θεία τάξη. Εκείνος, ο οποίος οργίζεται είναι ήδη ένοχος στην πνευματική τάξη εγκλήματος εξίσου βαριού όπως εκείνο το οποίο θα δίκαζε το τοπικό δικαστήριο της κρίσεως επιβάλλοντας σε αυτό θάνατο κλπ (L).
Εφόσον ο φονιάς ήταν ένοχος στη κρίση, της ποινής που επιβάλλεται στον φονιά, ένοχος κηρύσσεται από τον Σωτήρα και ο οργιζόμενος, ως ένοχος και αυτός στην κρίση.
(6)   Λέξη αραμαϊκή= κενός, δηλαδή άνθρωπος κενός, ανόητος. Αυτή τη λέξη χρησιμοποιούσαν οι Ιουδαίοι στα χρόνια του Χριστού για να περιφρονήσουν κάποιον (g). Αλλά η ακόλουθη ύβρη μωρέ δεν είναι βέβαιο, ότι αποτελεί βαρύτερη ύβρη του ρακά (p).
Για αυτό προβλήθηκε η εκδοχή, κατά την οποία από το «όποιος όμως πει… ρακά», αρχίζει δεύτερη αντίθεση.= Επιπλέον ειπώθηκε στους αρχαίους, όποιος πει στον αδελφό του ρακά θα είναι ένοχος στο συνέδριο. Εγώ όμως σας λέω ότι οποιος πει μωρέ θα είναι ένοχος στη γέενα του πυρός (S). Εναντίον αυτής της εκδοχής αντιτίθεται ότι στο στίχο έχουμε κλίμακα ποινών, κρίση, συνέδριο, γέενα. Επιπλέον είναι αμφίβολο, εάν το συνέδριο θεωρούσε την ύβρη ρακά ως αξιόποινη (p).
Πιο σωστή λοιπόν η εκδοχή: «Είναι μέτριος υβριστικός τοπικός λόγος» (Β).
«Αυτή η λέξη ρακά, δεν είναι σπουδαία ύβρις, αλλά μάλλον δείχνει περιφρόνηση και έλλειψη εκτίμησης εκ μέρους εκείνου που τη λέει» (Χ).
«Κάποιοι λένε ότι το ρακά στη συριακή γλώσσα σημαίνει κατάπτυστος» (Θφ).
(7)   Εδώ δεν υβρίζεται πλέον από περιφρόνηση ο αδύνατος στο νου, αλλά ο νοήμων αδελφός από μίσος και κακία χαρακτηρίζεται μωρός, βλάκας (δ).
Ή, μωρός= ασεβής, διότι ο ασεβής περιφρονεί και παραμελεί αυτά που οδηγούν στη σωτηρία (g). «Αν όμως ο πιστός αδελφός είναι ανόητος, είναι ανόητη και η πίστη του» (Ζ).
(8)   Λέξη που σχηματίστηκε κατά το εβραϊκό γκε-χιννόμ= κοιλάδα του Χιννόμ (F) ή Εννόμ σύμφωνα με τους Ο΄. Ονομαζόταν έτσι μια κοιλάδα νοτιοανατολικά της Ιερουσαλήμ, η οποία ονομάστηκε και κοιλάδα θρήνου, από το θρήνο των μικρών παιδιών, τα οποία ως θυσία ρίχνονταν στους βραχίονες του ειδώλου του Μολόχ, το οποίο προηγουμένως θερμαινόταν έως ότου γινόταν πυρακτωμένο.
Τον τόπο αυτόν ο Ιωσίας τον κήρυξε βέβηλο και μολυσμένο (Δ Βασ. κγ 10) και έριχναν σε αυτόν όχι μόνο όλα τα ακάθαρτα, αλλά και τα πτώματα των ζώων, όπως και τους άταφους που υποβλήθηκαν στην εσχάτη των ποινών εκεί τους έριχναν. Και επειδή για καταστροφή των πτωμάτων, για να μη μολύνεται ο αέρας από τη σήψη του, διαρκώς εκεί χρησιμοποιούνταν φωτιές, συνέβη ώστε ο τόπος αυτός, να ονομαστεί γέενα του πυρός, και έπειτα το όνομα του τόπου αυτού μεταφέρθηκε και στον τόπο εκείνο του άδη, όπου οι ασεβείς πρόκειται να κολαστούν (g).

Ματθ.5,23   (1)Ἐὰν οὖν(2) προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου(3) ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον(4) κἀκεῖ μνησθῇς(5) ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τι κατὰ σοῦ(6),
Ματθ. 5,23  Εάν λοιπόν προσφέρης το δώρον σου στο θυσιαστήριον και εκεί ενθυμηθής ότι ο αδελφός σου έχει κάτι ενάντιόν σου,
(1)   Στους σ. 23,24 έχουμε την πρώτη εφαρμογή των προηγουμένων, ενώ στους σ. 25,26 την δεύτερη εφαρμογή τους (a).
«Όλα όσα είπε παραπάνω και όσα λέει τώρα και όσα θα πει μετά από αυτό, είναι για την αγάπη, την οποία κατεξοχήν θεωρεί πολύ σπουδαία… Για αυτό και αποκόβωντας πρώτα τα νεύρα της διαμάχης, απομάκρυνε αυτά που καταστρέφουν την αγάπη» (Ζ).
«Ας διακοπεί, λέει, η δική μου λατρεία, για να παραμένει η δική σου αγάπη· διότι και αυτό είναι θυσία, η συμφιλίωση με τον αδελφό» (Χ).
(2)   Επειδή κάθε εναντίον του αδελφού προσβολή είναι άτοπη και αξιοτιμώρητη, για αυτό, εάν προσφέρεις το δώρο σου κλπ.
(3)   Η έννοια είναι, ότι οτιδήποτε και αν πράττετε, έστω και αν επιχειρείτε το καλύτερο και αγιότερο και αναγκαιότερο έργο, αφήστε οτιδήποτε μέχρις ότου συμφιλιωθείτε (b).
(4)   Το θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων που βρισκόταν στην εσωτερική αυλή του ναού (F). Ο λαϊκός Ισραηλίτης δεν μπορούσε να βάλει το δώρο του πάνω στο θυσιαστήριο, αλλά μόνο να προσφέρει αυτό στους λευΐτες ή στους ιερείς. Αλλά αυτός που προσφέρει είναι ήδη κοντά στο θυσιαστήριο (L).
Έφερνε αυτό στην εσωτερική αυλή του ναού, αλλά στην αυλή αυτή μπορούσε να μπει μετά την εκπλήρωση ορισμένων διατυπώσεων, δηλαδή πλύσεων και αλλαγής ενδυμάτων (S).
«Δεν είπε, μετά αφού το προσφέρεις ή πριν ακόμη το προσφέρεις, αλλά ενώ το δώρο είναι μπροστά στο θυσιαστήριο και έχει αρχίσει η θυσία… στέλνει να συμφιλιωθεί με τον αδελφό… θέλοντας να δείξει ότι πολύ τιμά την αγάπη και αυτήν θεωρεί ότι είναι η μέγιστη θυσία… και για να κάνει την συμφιλίωση ανάγκη απαραίτητη» (Χ).
(5)   Στην διαξαγωγή κάποιας ιερής τελετής η ανάμνηση διαπραχθέντος αδικήματος προκαλείται φυσικότερα παρά στο θόρυβο των ανθρωπίνων υποθέσεων (b).
(6)   Έχει κάτι εναντίον σου, δηλαδή κάποια δίκαιη και εύλογη κατηγορία και μομφή (δ).
«Ο λόγος λέγεται χωρίς να γίνεται καθορισμός και προς αυτόν που αδίκησε και προς αυτόν που έπαθε κακά. Και αν μεν έπαθες κακώς, συγχώρεσε σε αυτόν την αδικία και συμφιλιώσου· εάν όμως αδίκησες, θεράπευσε την αδικία και μην παραλείψεις τίποτα από όσα οδηγούν στη συμφιλίωση» (Ζ). «Φρόντισε να συμφιλιωθεί αυτός μαζί σου» (Θφ).

Ματθ. 5,24  ἄφες ἐκεῖ τὸ δῶρόν σου ἔμπροσθεν τοῦ θυσιαστηρίου(1), καὶ ὕπαγε πρῶτον(2) διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου(3), καὶ τότε ἐλθὼν(4) πρόσφερε τὸ δῶρόν σου.
Ματθ. 5,24  άφησε εκεί το δώρον σου εμπρός στο θυσιαστήριον και πήγαινε πρώτον συμφιλιώσου με τον αδελφόν σου και έπειτα έλα να προσφέρης το δώρον σου στον Θεόν.
(1)   «Τα είπε όλα με πολλή έμφαση για να τον φοβίσει και να τον κινητοποιήσει. Διότι αφού είπε, άφησε το δώρο σου, δεν σταμάτησε σε αυτό, αλλά πρόσθεσε, μπροστά στο θυσιαστήριο, προκαλώντας του φρίκη (ρίγος) και από τον τόπο ακόμη» (Χ).
(2)   Μπήκε αντιθετικά με το ακόλουθο «τότε έλα» (b).
(3)   Για να μπορέσεις να συμφιλιωθείς με το Θεό (b).
(4)   Δεν λέει ξαναέλα, διότι η πρώτη έλευση ήταν μάταιη και δεν υπολογίζεται (b).

Ματθ. 5,25  (1)Ἴσθι εὐνοῶν(2) τῷ ἀντιδίκῳ(3) σου ταχὺ(4) ἕως ὅτου εἶ ἐν τῇ ὁδῷ(5) μετ᾿ αὐτοῦ, μήποτέ σε παραδῷ ὁ ἀντίδικος τῷ κριτῇ καὶ ὁ κριτής σε παραδῷ τῷ ὑπηρέτη(6), καὶ εἰς φυλακὴν βληθήσῃ(7)·
Ματθ. 5,25  Συμβιβάσου και συμφιλιώσου γρήγορα με τον αντίδικόν σου, εφ’ όσον ευρίσκεσαι μάζή του στον δρόμον, που οδηγεί στο δικαστήριον. Πρόλαβε, μήπως σε παραδώση ο αντίδικος στον δικαστήν, και ο δικαστής σε παραδώση ως ένοχον στον εκτελεστήν των ποινών και ριφθής έτσι εις την φυλακήν.
(1)   Ο Σωτήρας εκθέτει το λόγο και δείχνει την αναγκαιότητα της συμφιλίωσης με τον αδικημένο αδελφό με εικόνα έξυπνη παρμένη από την καθημερινή ζωή (δ). Το θέμα είναι το ίδιο όπως και στους σ. 23-24. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για τη συμφιλίωση, αλλά στην πρώτη περίπτωση η συμφιλίωση παρουσιάζεται να επιβάλλεται από την αγάπη, ενώ στη δεύτερη ως λόγος της συμφιλίωσης προβάλλεται η αποφυγή βαριάς δυστυχίας. Η σύγκριση υπονοείται= Όπως σπεύδει κάποιος να συμβιβαστεί με κάποιον δανειστή, έτσι συμφέρει και να συμφιλιώνεται κάποιος (L).
Ο συνεκτικός κρίκος μεταξύ των δύο περιπτώσεων είναι το «ταχύ». Η έχθρα είναι μισητή στο Θεό. Βάλτε λοιπόν τέλος σε αυτήν χωρίς αναβολή (p).
(2)   Ευνοώ=Επιθυμώ καλά για κάποιον, είμαι ευνοϊκά διατεθειμένος (g). «Να καταδέχεσαι μάλλον να αδικείσαι· αυτό σημαίνει το να ευνοείς» (Σχ.π).
(3)   Ο αντίπαλος σε δίκη και δικαστήριο (g). Εδώ εννοείται ο δανειστής με τον οποίο ήλθε κάποιος σε διαμάχη.
(4)   «Δες και εδώ πώς τον πιέζει… πρόσθεσε «γρήγορα» και δεν αρκέστηκε σε αυτό, αλλά και αυτής της ταχύτητας ζήτησε αύξηση λέγοντας, έως ότου είσαι στο δρόμο μαζί του, και με τα λόγια αυτά τον παροτρύνει και του ζητά να βιαστεί πάρα πολύ» (Χ).
(5)   «Το δρόμο που φέρνει προς τον δικαστή» (Ζ).
«Πριν ακόμη φτάσεις στην πόρτα του δικαστηρίου, προτού να σταθείς μπροστά από την έδρα του δικαστή και να βρεθείς πλέον κάτω από την εξουσία του δικαστή» (Χ).
(6)   Λέγεται στην Κ.Δ. και για τους συνοδούς και ακολούθους των αρχόντων ή για τους εκτελεστές των ποινών όπως εδώ (g). Στον κλητήρα που επιβάλλει τις τιμωρίες (δ).
(7)   «Μπορείς τότε να συμφιλιωθείς έστω και πληρώνοντας χρήματα… Διότι είναι καλύτερο να ζημιωθείς παρά να δικαστείς. Διότι αν ζημιωθείς για την αγάπη κερδίζεις τρία κάλλιστα πράγματα, το να μην μπεις στη φυλακή, το να μη ζημιωθείς σε έσχατο βαθμό και το να συμφιλιωθείς με τον εχθρό· αν όμως δικαστείς θα υποστείς τρία αντίθετα κακά, το να μπεις στη φυλακή, το να ξεπληρώσεις και το τελευταίο δίλεπτο και το ότι ούτε έτσι θα συμφιλιωθείς» (Ζ). Αυτή είναι η γενική έννοια της παραβολής στους σ. 25-26.

Ματθ. 5,26  ἀμὴν λέγω σοι, οὐ μὴ ἐξέλθῃς ἐκεῖθεν(1) ἕως οὗ ἀποδῷς(2) τὸν ἔσχατον κοδράντην(3).
Ματθ. 5,26  Σε διαβεβαιώνω ότι δεν θα βγης από εκεί, έως ότου εξοφλήσης και το τελευταίον δίλεπτον.
(1)   «Είναι κάποιοι που ερμηνεύουν τα λόγια με τρόπο αναγωγικό (=ότι αναφέρεται συμβολικά στη μέλλουσα ζωή), το οποίο ο Χρυσόστομος εδώ δεν το δέχτηκε» (Ζ).
«Αυτός που ευνοεί τον αντίδικο πολύ περισσότερο θα ωφελήσει τον εαυτό του, αφού θα απαλλαχτεί από δικαστήρια και δεσμωτήρια και την εκεί ταλαιπωρία» (Χ).
Οι σ. 25-26 αποτελούν σαφώς προειδοποίηση κατά του κινδύνου του να εμφανιστούμε ενώπιον του Θεού κατά την ημέρα της κρίσης χωρίς να έχουμε συμφιλιωθεί (a).
(2)   Το χωρίο πρέπει να ερμηνευτεί μεταφορικά αλλά οι μεταφορές δεν πρέπει να συμπιέζονται (p). Η φράση δείχνει, ότι πρόκειται για χρέος, το οποίο δεν εξοφλήθηκε (S), ενώ τίποτα δε λέγεται για το αν είναι ή δεν είναι δυνατή η πληρωμή του στη φυλακή (p).
(3)   «Κοδράντης είναι δύο λεπτά» (Θφ), το ένα τέταρτο του ασσαρίου, ρωμαϊκό νόμισμα.

Ματθ. 5,27  Ἠκούσατε ὅτι ἐῤῥέθη τοῖς ἀρχαίοις(1), οὐ μοιχεύσεις(2).
Ματθ. 5,27  Ηκούσατε ότι ελέχθη στους αρχαίους• να μη μοιχεύσης.
(1)   Αυθεντική γραφή χωρίς το τοῖς ἀρχαίοις.
(2)   «Και στο νόμο, μετά του ου φονεύσεις βρισκεται το ου μοιχεύσεις. Αφού λοιπόν ολοκλήρωσε την προηγούμενη εντολή προχωρά και στην επόμενη από εκείνην και αφού ρύθμισε το θυμό, μετριάζει και την επιθυμία» (Ζ).
Δες Εξόδ. κ 13,Δευτερ. ε 17. Παρόλο που ο Κύριος δεν προσθέτει μαζί με την εντολή και κάποια περίληψη της ερμηνείας που δινόταν από τους γραμματείς, υπονοείται αυτή. Διότι οι γραμματείς ερμήνευαν αυτήν ότι αναφερόταν μόνο στη μοιχεία με παντρεμένη γυναίκα (S).

Ματθ.5,28   Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων(1) γυναῖκα(2) πρὸς τὸν ἐπιθυμῆσαι(3) αὐτὴν ἤδη(4) ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ(5) αὐτοῦ(6).
Ματθ. 5,28  Εγώ όμως σας λέγω ότι καθένας, ο οποίος βλέπει γυναίκα με την πονηράν επιθυμίαν προς αμαρτίαν, ήδη με την εμπαθή αυτήν ματιάν διέπραξε την αμαρτίαν της μοιχείας μέσα εις την ακάθαρτον καρδίαν του.
(1)   «Δεν είπε ότι τιμωρείται μόνο ο μοιχός, αλλά αυτό που έκανε στην περίπτωση του φονιά, αυτό κάνει και εδώ τιμωρώντας και το ακόλαστο κοίταγμα, για να μάθεις που βρίσκεται η ανωτερότητα σε σχέση με τους γραμματείς» (Χ).
(2)   «Γυναίκα λέει τώρα και την παντρεμένη με άνδρα και τη χωρισμένη και την παρθένα» (Ζ).
(3)   «Όπως ακριβώς στην προηγούμενη εντολή προσθέτωντας το «χωρίς λόγο» διαχώρισε την σε κατάλληλο καιρό οργή από την άκαιρη, έτσι λοιπόν και στην παρούσα εντολή, προσθέτοντας τη φράση «για να την επιθυμήσει» διαχώρισε το χωρίς πάθος κοίταγμα από το εμπαθές. Διότι δεν είπε αυτός που βλέπει απλώς, αλλά αυτός που βλέπει για να επιθυμήσει, δηλαδή αυτός που βλέπει περίεργα, αυτός που βλέπει με εμπάθεια ώστε να επιθυμήσει συνουσία (σεξουαλική ένωση)… Ή, αυτός που βλέπει με αυτόν τον σκοπό, για να επιθυμήσει δηλαδή… Ενώ αυτός που βλέπει περνώντας απλώς ή για κάποια άλλη ανάγκη, είναι ανένοχος» (Ζ).
«Δεν θα επιθυμήσεις, ανάβοντας το πάθος με περίεργο και πονηρό βλέμμα» (Γ).
Αυτός που βλέπει για να επιθυμήσει· δηλαδή «αυτός που κάνει έργο του το να περιεργάζεται τα λαμπρά σώματα και να κυνηγά τα όμορφα πρόσωπα και να τρέφει με τα θεάματα αυτά την ψυχή του και να καρφώνει τα βλέμματά του στα ωραία πρόσωπα… Διότι αυτός που προσπαθεί να βλέπει τα όμορφα πρόσωπα, αυτός κατεξοχήν ανάβει το καμίνι του πάθους και κάνει αιχμάλωτη την ψυχή και γρήγορα έρχεται και στην πράξη… Και απαγορεύει και το ακόλαστο βλέμμα και πριν την πράξη… Διότι αυτός που άναψε μία φορά τη φλόγα, ακόμη και όταν απουσιάζει η γυναίκα που είδε, πλάθει συνεχώς με τη φαντασία του είδωλα αισχρών πραγμάτων και από αυτά προχωρεί πολλές φορές και στην πράξη» (Χ).
«Αυτός αυτομόλησε (=πήγε με το μέρος, συμμάχησε) προς την επιθυμία και πρόδωσε τον εαυτό του στο πάθος, και αν δεν άγγιξε τη γυναίκα με το σώμα, το κανε όμως με την προαίρεση» (Ζ).
«Διότι αν και δεν την άγγιξες με το χέρι, αλλά την ψηλάφισες με τα μάτια» (Χ).
«Μοιχεύει με γυναίκα μέσα στην καρδιά εκείνος, που συμφώνησε με την πράξη, αλλά τον εμπόδισε αυτόν ή ο τόπος ή ο χρόνος ή ο φόβος των ρωμαϊκών νόμων. Ότι όμως πολλοί που δεν διέπραξαν την ασέβεια τιμωρήθηκαν ως μοιχοί εύκολα μπορούν οι πάντες να το πληροφορηθούν από τον Ολοφέρνη (=στρατηγός του Ναβουχοδονόσορα (4ος αιών π.Χ. που επιθύμησε την Ιουδίθ και αποκεφαλίστηκε από αυτήν. Η ιστορία περιγράφεται στο βιβλίο της Π.Δ. Ιουδίθ)… Ομοίως και οι δύο πρεσβύτεροι που είπαν στη Σωσάννα, να! σε επιθυμούμε, παρόλο που δεν έπραξαν αυτό, τιμωρήθηκαν ως μοιχοί» (Α).
«Δεν είναι ένοχος αυτός που επιθύμησε κατά τύχη, αλλά αυτός που από πονηρία προσέλκυσε το πάθος. Διότι το να δημιουργηθεί μεν μέσα μας κάποτε μία τέτοια ορμή αυτό το προκαλεί πολλές φορές και χωρίς να το θέλουμε η ασθένεια που έχει αναμιχτεί με τη φύση μας· το να μην παρασυρθεί όμως κάποιος σαν σε χείμαρρο από την ορμή του πάθους, αλλά κατά τρόπο ανδρείο να αντισταθεί σε αυτή τη διάθεση και να διώξει το πάθος με τους λογισμούς, αυτό είναι έργο της αρετής» (Γν).
«Δεν απαγορεύει απλώς την επιθυμία, αλλά την επιθυμία που δημιουργείται από το βλέμμα… Διότι δεν είπε απλώς όποιος επιθυμήσει. Διότι είναι δυνατόν και σε βουνό να κάθεται κάποιος και να επιθυμεί, αλλά είπε, όποιος βλέπει για να επιθυμήσει, δηλαδή αυτός που μαζεύει μέσα του την επιθυμία» (Χ).
(4)   Με αυτήν ακριβώς την ενέργεια (b).
(5)   «Αυτός ήδη γέμισε την καρδιά του με το πάθος και επομένως με την προαίρεσή του μοίχευσε» (Ζ).
«Διότι οι μεν πράξεις του σώματος από πολλά διακόπτονται, αυτός όμως που αμαρτάνει με την πρόθεση, μαζί με την ταχύτητα των σκέψεων έχει ολοκληρωμένη και την αμαρτία» (Β)
(6)   «Πρέπει να ξέρουμε ότι αυτού του είδους οι εντολές, αν και φαίνονται ότι απευθύνονται σε άνδρες, αλλά βεβαίως αφορούν και τις γυναίκες» (Ζ).
«Διότι παντού βάζει κοινούς τους νόμους» (Χ). «Και η γυναίκα που καλλωπίζεται με σκοπό να παρακινήσει τις επιθυμίες των ακολάστων σε αυτήν, ήδη έχει μοιχευτεί μέσα στην καρδιά της» (Β).
«Και εάν καλλωπίζονται για να αρέσουν σε κάποιους, έστω και αν δεν αρέσουν, όμως εκείνες κέρασαν το φαρμάκι, έστω και αν δεν πίνει κανείς» (Θφ).

Ματθ. 5,29  εἰ δὲ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς(1) σκανδαλίζει(2) σε, ἔξελε αὐτὸν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ(3)· συμφέρει(4) γάρ σοι ἵνα ἀπόληται(5) ἓν τῶν μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμα σου(6) βληθῇ εἰς γέενναν.
Ματθ. 5,29  Εάν δε ο δεξιός σου οφθαλμός νοσή και σε ενοχλή και υπάρχη φόβος να βλάψη όλον το σώμα, βγάλε τον και πέταξέ τον μακρυά από σε. Διότι συμφέρει εις σε να χαθή ένα μέλος του σώματος, παρά να ριφθής μαζή με όλον το σώμα εις την γέενναν του πυρός.
(1)   Το δεξί, κυρίως στην περίπτωση του χεριού είναι κατεξοχήν χρήσιμο και πολύτιμο. Για αυτό και μνημονεύεται και για το μάτι και για το πόδι. Δες Ζαχ. ια 17,Εξόδ. κθ 20 (b). «Είναι από τη φύση του καλύτερο το δεξί από το αριστερό και ξεχωριστό» (Αριστοτ. Περί πορείας των ζώων  4).
«Δεν μιλά για τα μέλη του σώματος· διότι είναι αθώα τα μέλη του σώματος· διότι από την ψυχή οδηγούνται και κινούνται όπου αυτή διατάξει· αλλά οφθαλμό δεξιό ονομάζει κατά κάποιο τρόπο τον δεξιό φίλο που τον αγαπούμε σαν το δεξί μας μάτι· ενώ χέρι δεξί ονομάζει τον δεξιό υπηρέτη που είναι χρήσιμος όπως το δεξί χέρι, και είτε άνδρες είναι είτε γυναίκες» (Ζ).
«Διότι αν μιλούσε για μέλη σωματικά, δεν θα έλεγε για ένα μάτι, ούτε για το δεξί μόνο, αλλά και για τα δύο. Διότι αυτός που σκανδαλίζεται από το δεξί είναι προφανές ότι το ίδιο θα πάθει και από το αριστερό. Για ποιο λόγο λοιπόν είπε το δεξί μάτι και πρόσθεσε και το χέρι; Για να μάθεις ότι δεν μιλά για μέλη σωματικά αλλά για αυτούς που έχουν σχέση μαζί μας. Αν δηλαδή, λέει, αγαπάς κάποιον τόσο πολύ ώστε να τον βάζεις στην ίδια μοίρα με το δεξί μάτι ή νομίσεις για κάποιον ότι είναι τόσο χρήσιμος, ώστε να τον βάζεις στην τάξη του χεριού, και αυτός βλάπτει την ψυχή σου, απόκοψέ τους και αυτούς» (Χ).
Αξιοσημείωτη και η επόμενη ερμηνεία: «Καθώς βαδίζουμε τον δρόμο που είναι χωρίς πλάνη και παρέχει ζωή, ας κόψουμε το μάτι που σκανδαλίζει όχι το αισθητό αλλά το νοητό. Για παράδειγμα, εάν ο επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος, που είναι οφθαλμοί της εκκλησίας, ζουν με κακό τρόπο και σκανδαλίζουν το λαό, πρέπει να τους διώχνουμε. Διότι συμφέρει καλύτερα να μαζευόμαστε χωρίς αυτούς σε οίκο προσευχής, παρά μαζί με αυτούς να μπούμε σαν μαζί με τον Άννα και τον Καϊάφα στη γέενα του πυρός» (Α).
(2)   «Σε σκανδαλίζουν ώστε να σου προκαλούν εμπάθεια» (Ζ). Το ρήμα προέρχεται από τη λέξη σκάνδαλον και σκανδάληθρον, που δηλώνουν το κυρτωμένο ξύλο της παγίδας, πάνω στο οποίο μπαίνει το δόλωμα, όπως επίσης σημαίνει και την ίδια την παγίδα και την πτώση και σύλληψη σε αυτήν… και κάθε εμπόδιο. Στην αλεξανδρινή μόνο γλώσσα και σε αυτήν της Κ.Δ. σημαίνει δίνω αφορμή για πτώση και σύλληψη στην παγίδα της αμαρτίας (δ).
«Με το σκανδαλίζει εννοεί το να ερεθίζει για αμαρτία» (Σχ.π).
(3)   «Και πρόσεξε την έμφαση. Διότι δεν είπε απομακρύνσου, αλλά φανερώνοντας τον έντονο χωρισμό, λέει «βγάλε και πέταξέ το μακριά σου»» (Χ), «ώστε μη τυχόν με το να είναι κοντά σου, σου γίνει πάλι οικείος» (Ζ).
(4)   «Επειδή διέταξε με απότομο τρόπο, δείχνει και το κέρδος που προέρχεται και από τα δύο, και από τα καλά και από τα κακά» (Χ).
(5)   «Διότι αν αυτός που σε βλάπτει με τη φιλία μένει αθεράπευτος, με το να αποκοπεί έτσι και εσένα σε απαλάσσει από την ζημιά και ο ίδιος θα απαλλαχτεί από μεγαλύτερες κατηγορίες, αφού δεν θα τον βαρύνει μαζί με τα δικά του κακά και η ευθύνη της δικής σου απώλειας» (Χ).
(6)   «Αν σου δινόταν η δυνατότητα να διαλέξεις και ήταν ανάγκη ή έχοντας το μάτι σου να ριχτείς μέσα σε ένα χαντάκι και να χαθείς ή να το βγάλεις και να σώσεις το υπόλοιπο σώμα σου, δεν θα δεχόσουν άραγε το δεύτερο;» (Χ).
Η έννοια της όλης μεταφοράς= Το κακό από τον χωρισμό πάρα πολύ αγαπητού και χρήσιμου προσώπου είναι μικρότερο, το κακό όμως από τη συμβίωση μαζί του μέσα σε αμαρτία, είναι αιώνιο και ανεπανόρθωτο. Για αυτό πρέπει να προτιμούμε το πρώτο (δ).

Ματθ. 5,30  καὶ εἰ ἡ δεξιά σου χεὶρ σκανδαλίζει σε, ἔκκοψον(1) αὐτὴν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμά σου βληθῇ εἰς γέενναν.
Ματθ. 5,30  Και εάν πρόσωπον χρήσιμον εις σε, όπως το δέξι σου χέρι, γίνεται πειρασμός να πέσης εις την αμαρτίαν, κόψε κάθε σχέσιν μαζή του και χωρίσου απ’ αυτό• διότι σε συμφέρει να χαθή ένα από τα μέλη σου και να μη ριφθής μαζή με εκείνον στο πυρ της κολάσεως.
(1)   «Και δεν είπε κόψε, αλλά κόψε τελείως, φανερώνοντας τον πλήρη διαχωρισμό» (Ζ).

Ματθ.5,31  Ἐῤῥέθη δε(1)· ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ(2), δότω αὐτῇ ἀποστάσιον(3).
Ματθ.5,31  Ακόμη ελέχθη, όποιος χωρίση την γυναίκα του, ας της δώση γραπτόν διαζύγιον.
(1)   Αξιοσημείωτη η αλλαγή της φράσης (S).
(2)   Η φράση που ακολουθεί μετά το «ερρέθη δε», αποτελεί πιθανώς περίληψη της επικρατούσας στους γραμματείς ερμηνείας, που βασιζόταν στο Δευτερ. κδ 1-3. Η διάταξη του Δευτερονομίου δεν εγκαθιδρύει διαζύγιο, αλλά διαπραγματεύεται τα σχετικά με αυτό, σύμφωνα με την ισχύουσα ήδη συνήθεια και προβαίνει σε καθορισμούς που τείνουν να περιορίσουν και να αποκλείσουν την κατάχρησή του (S).
«Υπήρχε νόμος παλαιός, αυτός που μισούσε τη γυναίκα του για οποιαδήποτε αιτία, να μην εμποδίζεται να την διώχνει και να βάζει στο σπίτι άλλη αντί για αυτήν» (Χ).
Στο Δευτερονόμιο ως λόγος διαζυγίου αναφέρεται «εάν η γυναίκα του δεν του αρέσει, επειδή βρήκε σε αυτήν άσχημο πράγμα». Επαφιόταν λοιπόν στην εκτίμηση του άνδρα να ορίσει το άσχημο. Από αυτό, διάφορες εκδοχές επικράτησαν στους ραββίνους ως προς το λόγο του διαζυγίου.
Έτσι η μεν σχολή του Σαμμαΐ, με αυστηρότερη εκδοχή ως μόνο λόγο διαζυγίου δεχόταν την πορνεία, ενώ η σχολή του Χιλλέλ ως λόγο διαζυγίου δεχόταν και το ότι η σύζυγος χαλούσε το γεύμα· τέλος ο ραββίνος Άκιβα θεωρούσε ότι επιτρέπεται ο χωρισμός και στην περίπτωση που άλλη ωραιότερη γυναίκα άρεσε σε αυτόν περισσότερο (L).
(3)   «Το οποίο σημαίνει έγγραφο απολύσεως» (Ζ)· «έγγραφο χωρισμού» (Χ). Το αποστάσιο αυτό εκδιδόταν για το συμφέρον της γυναίκας και για πρόληψη συγχύσεων και εγκλημάτων. «Έτσι ώστε μετά από αυτό, αν αυτή παντρευτεί με άλλον άνδρα να μην μπορέσει ο πρώτος να την πάρει πάλι σαν δική του γυναίκα» (Ζ).
«Διότι αν δεν διέταζε αυτό ο νόμος, αλλά επιτρεπόταν να διώξει αυτήν και να φέρει άλλη, έπειτα να φέρει πίσω την προηγούμενη, θα γινόταν πολλή σύγχυση, αφού συνεχώς όλοι θα έπαιρναν ο ένας τη γυναίκα του άλλου… Για αυτό δεν επινόησε μικρή βοήθεια το έγγραφο του χωρισμού. Έγιναν όμως αυτά και για άλλη πολύ μεγαλύτερη κακία. Διότι αν υποχρέωνε κάποιον να κρατά στο σπίτι γυναίκα που την μισούσε, θα την έσφαζε αυτός που τη μισούσε» (Χ)·
«Διότι ήταν πολύ δύσκολοι στη συμφιλίωση οι Ιουδαίοι όχι μόνο προς τις συζύγους, αλλά και προς τα παιδιά» (Ζ). Επιπλέον αν δεν είχε η γυναίκα το έγγραφο χωρισμού κανείς δεν θα τολμούσε να την παντρευτεί φοβούμενος αντεκδίκηση από τον πρώην σύζυγο (L).

Ματθ. 5,32  Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν ἀπολύσῃ(1) τὴν γυναῖκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου(2) πορνείας(3), ποιεῖ αὐτὴν μοιχᾶσθαι, καὶ ὃς ἐὰν ἀπολελυμένην γαμήσει(4), μοιχᾶται(5).
Ματθ. 5,32  Εγώ όμως σας λέγω ότι όποιος χωρίσει την γυναίκα του χωρίς την αιτίαν της μοιχείας, την σπρώχνει εις την μοιχείαν. Και εκείνος που θα λάβη ως σύζυγον διεζευγμένην γυναίκα, διαπράττει μοιχείαν.
(1)   «Αυτός που διώχνει τη γυναίκα του και αν ακόμη δεν πάρει άλλη, αυτή η ίδια η πράξη του τον κατέστησε υπεύθυνο εγκλήματος, αφού έκανε εκείνην μοιχαλίδα» (Χ), αφού ενώ ζει ο άνδρας της παίρνει αυτή άλλον (δ).
(2)   Το παρεκτός έχει τη σημασία του, παρά μόνο για… (δ). Και η λέξη «λόγου» με την έννοια της αιτίας= παρά μόνο για πορνεία. «Χωρίς την αιτία της πορνείας» (Ζ).
(3)   «Πορνεία εδώ ονόμασε την μοιχεία» (Ζ). Η λέξη ερμηνεύτηκε διαφορετικά, από άλλους μεν ότι σημαίνει την προ του γάμου αμαρτία ή πορνεία, από άλλους δε ότι δηλώνει την μετά το γάμο μοιχεία. Η δεύτερη εκδοχή είναι αυτή που υποστηρίζεται ευρύτερα (S).
Η πράξη των εκκλησιών στη Δύση σε αυτήν την περίπτωση, διαμορφώθηκε σύμφωνα με τη γνώμη του Αυγουστίνου, κατά την οποία «μόνο λόγω μοιχείας επιτρέπεται κάποιος να χωρίζει την μοιχαλίδα σύζυγο, αλλά εφόσον αυτή ζει δεν επιτρέπεται αυτός να πάρει άλλην. Αυτό βρίσκεται με ασάφεια στον Ματθαίο, εκτίθεται όμως από τους άλλους, όπως διαβάζουμε στο Μάρκο και τον Λουκά».
Υπέρ αυτής της εκδοχής τάσσεται σαφώς και ο Τερτυλλιανός (Adv. Marc. IV,34). Επηρεαζόμενος ίσως από την πράξη αυτή της Δυτικής εκκλησίας και ο Βάκων την φράση «παρεκτός λόγου πορνείας» την χαρακτήρισε με βεβαιότητα ως γλώσσα (φράση) που μπήκε κατόπιν στο κείμενο. Αλλά η φράση μαρτυρείται από όλους ανεξαιρέτως τους κώδικες. Για αυτό, πολλοί από τους νεώτερους ερμηνευτές, ιδιαίτερα διαμαρτυρόμενοι, αναγνωρίζουν μεν το αυθεντικό της φράσης αλλά ισχυρίζονται ότι «είναι τελείως απίθανο ο Χριστός να δίδαξε αυτό. Η αληθινή διδασκαλία του Χριστού βρίσκεται στους Μάρκο και Λουκά, κατά τους οποίους ο Κύριος κήρυξε αδιάλυτο το δεσμό του γάμου» (p).
«Η χριστιανική όμως εκκλησία με την εξουσία της να δένει και να λύνει (Ματθ. ιστ 19,ιη 18), πολύ νωρίς έκανε την εξαίρεση ανταποκρινόμενη σε επείγουσα ηθική ανάγκη» (Mc Neile). Δεν θα μπορούσαμε όμως να αποδεχτούμε τις παραπάνω επινοήσεις χωρίς να προσβάλουμε το δόγμα της θεοπνευστίας, και από την άλλη επίσης θα ήταν ελάχιστα σύμφωνο με την επιστήμη της κριτικής των κειμένων να απορρίπτουμε φράση επειδή δήθεν παρεμβλήθηκε, η οποία μαρτυρείται ισχυρότατα (L).
Την σοβαρότητα της τελευταίας αυτής παρατηρήσεως καταλαβαίνει κάποιος, να λάβει υπ’ όψιν ότι προέρχεται από καθολικό, ο οποίος αρνείται το στήριγμα το οποίο οι αναφερόμενες επινοήσεις παρέχουν στην πράξη της εκκλησίας του.
(4)   «Αυτός που παντρεύεται χωρισμένη, με το να πάρει την ξένη έγινε πάλι μοιχός. Διότι μη μου πεις αυτό, ότι δηλαδή την έδιωξε εκείνος· διότι ακόμη και αν διώχτηκε παραμένει να είναι γυναίκα αυτού που την έδιωξε» (Χ).
«Νομοθετώντας όμως αυτά έκανε σώφρονα και τη γυναίκα. Διότι ακούγοντας ότι αν χωρίσει κανείς δεν θα την παντρευτεί, θα αγαπήσει τον άνδρα της και θα τον φροντίσει. Έτσι με το να καταστήσει ενόχους μοιχείας και αυτόν που παράλογα έδιωξε τη γυναίκα του και αυτόν που παντρεύεται την χωρισμένη από άλλον, έδεσε πιο σφιχτά την ειρήνη των συζύγων και αύξησε περισσότερο το να μη μοιχεύουν» (Ζ).

Ματθ.5,33  Πάλιν ἠκούσατε ὅτι ἐῤῥέθη τοῖς ἀρχαίοις(1), οὐκ ἐπιορκήσεις(2), ἀποδώσεις(3) δὲ τῷ Κυρίῳ τοὺς ὅρκους σου(4).
Ματθ. 5,33 Παλιν έχετε ακούσει ότι ελέχθη στους προγόνους σας• δεν θα καταπατήσης τον όρκον σου, αλλά ως καθήκον ιερόν προς τον Κυριον θα τηρήσης τας υποσχέσεις και τας μαρτυρίας, που με όρκον ανέλαβες.
(1)   «Για ποιό λόγο δεν ήλθε αμέσως στην κλοπή, αλλά στην ψευδομαρτυρία, προσπερνώντας εκείνην την εντολή; Διότι αυτός μεν που κλέβει κάποτε συμβαίνει και να ορκίζεται, αυτός όμως που δεν ξέρει ούτε να ορκίζεται ούτε να ψεύδεται, πολύ περισσότερο δεν θα προτιμήσει να κλέψει. Επομένως μέσω αυτής, ανέτρεψε και εκείνη την αμαρτία· διότι το ψεύδος προέρχεται από την κλεψιά» (Χ).
Από την άλλη η τέταρτη αυτή διευκρίνιση για τους όρκους μοιάζει περισσότερο με το χωρίο περί διαζυγίου παρά με τα χωρία για το φόνο και τη μοιχεία. Στις περιπτώσεις του φόνου και της μοιχείας ο Κύριος ερμηνεύει το νόμο και δείχνει πόσο αυτός είναι ευρύτερος από όσο οι ραββίνοι υπέθεταν. Στις περιπτώσεις όμως του διαζυγίου και των όρκων ο Χριστός αντιτίθεται προς την ιουδαϊκή παράδοση.
(2)   Το τμήμα του σ. που ακολουθεί αποτελεί πιθανώς περίληψη της επικρατούσας ερμηνείας των γραμματέων χωρίων της Βίβλου όπως τα Εξόδ. κ 7,Λευϊτ. ιθ 12, Αριθμ. λ 3,Δευτερ. κγ 22-24. Επιορκία σημαίνει αθέτηση του όρκου. Και ο ιουδαϊκός νόμος απέβλεπε στο να προασπίσει την ιερότητα του όρκου εναντίον της συχνά μάταιης και αδιάκριτης χρήσης του, η οποία επικρατούσε στους Ιουδαίους (S). Για το ουκ επιορκήσεις δες Λευϊτ. ιθ 12.
(3)   Σαν κάτι που οφείλεται (δ).
(4)   Για το αποδώσεις… τους όρκους σου δες Δευτερ. κγ 21,Ψαλμ. μθ 14,Αριθμ λ 3 (a). «Δηλαδή όταν ορκίζεσαι, να λες αλήθεια» (Θφ).

Ματθ.5,34  Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν(1) μὴ ὀμόσαι ὅλως(2)· μήτε ἐν τῷ οὐρανῷ(3), ὅτι θρόνος ἐστὶ τοῦ Θεοῦ(4).
Ματθ. 5,34 Εγώ όμως σας λέγω, να μην ορκισθήτε καθόλου, ούτε στον ουρανόν, διότι είναι θρόνος του Θεού,
(1)   Οι Ιουδαίοι νόμιζαν, ότι μόνο όρκοι πρέπει να τηρούνται και ότι δεν ήταν δεσμευτικές όλες οι μορφές του όρκου. Ο Χριστός λέει ότι τέτοιες διακρίσεις είναι παράνομες και ότι όλοι οι όρκοι είναι δεσμευτικοί. Επιπλέον ορίζει ότι δεν πρέπει να γίνονται όρκοι, διότι πρέπει να είναι αρκετός ο λόγος του ανθρώπου. Οι όρκοι μπήκαν σε χρήση, διότι συχνά οι άνθρωποι ψεύδονται. Αλλά είναι πλάνη να νομίζει κάποιος ότι το ψεύδος δεν είναι αμαρτία παρά μόνο όταν συνοδεύεται και από όρκο. Οι Ιουδαίοι προχωρούσαν και πέρα από αυτό νομίζοντας, ότι και η ψευδορκία δεν ήταν αμαρτία εκτός εάν ο όρκος δινόταν υπό ειδική μορφή. Δες Ματθ. κγ 16-22.
(2)   Θεωρήθηκε από επίσημους εξηγητές (Ειρηναίο, Ωριγένη, Χρυσόστομο, Ιερώνυμο και μεταγενέστερους ερμηνευτές) ότι με την εντολή του αυτή ο Κύριος απαγορεύει κάθε όρκο στους Χριστιανούς. Αλλά ο Παύλος δεν είναι δυνατόν να θεώρησε τους όρκους ως αμαρτία (Δες Α Θεσ. ε 27), και αληθεύει αυτό και για άλλους συγραφείς της Κ.Δ. (δες Εβρ. στ 13,17,Αποκ. ι 6)(S). Στη βασιλεία των ουρανών κυριαρχεί το κράτος του Θεού και όλοι λένε την αλήθεια.
Οι όρκοι λοιπόν θα αποτελούσαν ανόητη βεβήλωση. Στον κόσμο αυτόν, εφόσον το ψεύδος εξακολουθεί να χρησιμοποιείται τόσο συχνά, γίνεται μερικές φορές αναγκαία και η χρήση του όρκου, και για αυτό και επιτρέπεται αυτή. Ο Θεός ο ίδιος είχε κατά καιρούς αναγνωρίσει την ανάγκη αυτή (Λουκ. α 73,Πράξ. β 30,Εβρ. γ 11,18,δ 3,στ 13-18,ζ 20,21) και έτσι έπραξε και ο Ιησούς, όταν απάντησε στον όρκο που επιβλήθηκε από τον αρχιερέα (Ματθ. κστ 63). Επιπλέον προσέδιδε συχνά μεγαλύτερη δύναμη στα λόγια του με το «αμην αμην λέγω υμιν» και ο Ωριγένης σημειώνει, ότι το αμήν του Χριστού ήταν όρκος (p).
Ο Χριστιανός οφείλει να θεωρεί τον όρκο ως την σπανιότατη και δικαιολογημένη εξαίρεση του αρχικού και αιώνιου κανόνα, και δικαιολογημένη τότε μόνο, όταν υπάρχει πνευματική ανάγκη της πεποίθησης των αδελφών σε κάποια αλήθεια σωτήρια. Η χρήση όμως του όρκου για σαρκικό σκοπό είναι αξιοκατάκριτη (δ).
«Παντού ο Κύριος ακολουθεί τον ίδιο σκοπό προλαβαίνοντας τα αποτελέσματα και κόβοντας την πονηρία από την πρώτη της αρχή. Όπως δηλαδή ο μεν παλαιός νόμος έλεγε ου μοιχεύεσεις, ενώ ο Κύριος λέει ούτε να επιθυμήσεις… έτσι λοιπόν και εδώ, ο μεν νόμος αρκείται στην πιστή τήρηση των όρκων, αυτός όμως διακόπτει την αφορμή της καταπάτησης των όρκων. Διότι αυτός μεν που τηρεί τους όρκους ίσως κάποτε και να σφάλλει χωρίς να το θέλει, αυτός όμως που δεν ορκίζεται έχει ξεφύγει από τον κίνδυνο της επιορκίας (μη τήρησης των όρκων)» (Β).
(3)   «Για να μη νομίσουν, ότι εμπόδισε μόνο το να ορκίζονται κατά του Θεού, εννοώ δηλαδή τη φράση «μα το Θεό», προσθέτει λοιπόν και τα άλλα είδη των όρκων, με τα οποία οι Ιουδαίοι τότε ορκίζονταν. Διότι αυτός που ορκίζεται σε αυτά, ορκίζεται πάλι στο Θεό που γεμίζει αυτά και δεσπόζει σε αυτά» (Ζ).
(4)   «Εσύ όμως πρόσεξε, σε παρακαλώ, πώς τονίζει την αξία των στοιχείων· όχι από την ιδιαίτερη φύση του καθενός, αλλά από τη σχέση τους με το Θεό, σχέση που λέγεται με συγκατάβαση. Επειδή δηλαδή ήταν πολλή η τυραννία της ειδωλολατρείας, για να μην νομιστεί ότι τα στοιχεία είναι τίμια από τον εαυτό τους, ανέφερε αυτήν την αιτία, που μετέβαινε πάλι προς τη δόξα του Θεού. Διότι δεν είπε· «Επειδή είναι καλός και μεγάλος ο ουρανός», ούτε «επειδή είναι χρήσιμη η γη» αλλά «επειδή ο μεν είναι θρόνος του Θεού, ενώ η γη υποπόδιό του» ωθώντας αυτούς από παντού προς τον Δεσπότη» (Χ).

Ματθ.5,35  μήτε ἐν τῇ γῇ, ὅτι ὑποπόδιόν ἐστι τῶν ποδῶν αὐτοῦ(1)· μήτε εἰς Ἱεροσόλυμα, ὅτι πόλις ἐστὶ τοῦ μεγάλου βασιλέως(2)·
Ματθ. 5,35 ούτε εις την γην, διότι είναι σαν άλλο υποπόδιον εις τα πόδια αυτού, ούτε εις τα Ιεροσόλυμα, διότι είναι πόλις του μεγάλου βασιλέως Θεού•
(1)   «Είναι προφητικός ο λόγος, ο ουρανός είναι θρόνος μου, ενώ η γη υποπόδιο των ποδιών μου (Ησ. ξστ 1) που δηλώνει ότι ο Θεός γεμίζει τα πάντα. Διότι λέει, δεν γεμίζω εγώ τον ουρανό και τη γη;» (Ιερεμ. κγ 24)(Ζ).
(2)   «Είναι του Δαβίδ η φράση, η πόλη του βασιλιά του μεγάλου (Ψαλμ. μζ 3)» (Ζ). Τα Ιεροσόλυμα ονομάζονται έτσι λόγω του ναού του κτισμένου σε αυτά, στα οποία έχει την έδρα του ο μεγάλος βασιλιάς των Ισραηλιτών δηλαδή ο Ιεχωβά (g).
Οι Ιουδαίοι ηθικολόγοι μερικές φορές δίδασκαν ότι μόνο οι όρκοι, στους οποίους αναφερόταν το όνομα του Θεού ή κάποιο μέρος αυτού, ήταν δεσμευτικοί· οι όρκοι όμως τους οποίους εδώ ο Χριστός παίρνει ως παράδειγμα δεν αναφέρουν το όνομα του Θεού. Αυτοί λοιπόν, εξ’ αιτίας αυτού, ήταν εκείνοι, τους οποίους πολλοί Ιουδαίοι χρησιμοποιούσαν και τους αθετούσαν χωρίς κάποια τύψη. Αυτούς τους όρκους που γίνονταν με επιπολαιότητα, ακόμη και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν επρόκειτο για ψευδορκία, ο Χριστός απαγορεύει απολύτως (p).

Ματθ. 5,36  μήτε ἐν τῇ κεφαλῇ σου(1) ὀμόσῃς, ὅτι οὐ δύνασαι μίαν τρίχα(2) λευκὴν ἢ μέλαιναν(3) ποιῆσαι.
Ματθ. 5,36 ούτε εις την κεφαλήν σου να ορκισθής, που είναι δημιούργημα του Θεού, διότι συ δεν μπορείς ούτε μίαν τρίχα να την κάμης μαύρην η άσπρη.
(1)   «Να μην ορκιστείς ούτε τον πιο ασήμαντο και για αυτό και πολύ εύκολο όρκο, εννοώ δηλαδή τον όρκο στο ίδιο σου το κεφάλι» (Ζ). Βαρύτερη λοιπόν είναι η αμαρτία αυτού που ορκίζεται στη ζωή του ή στην ψυχή του (b).
(2)   «Και εδώ πάλι δεν απομακρύνει τον όρκο από το κεφάλι, επειδή θαυμάζει τον άνθρωπο (διότι τότε θα λατρευόταν και ο άνθρωπος), αλλά αναφέρει την δόξα στο Θεό και δείχνει ότι ούτε του εαυτού σου δεν είσαι κύριος και επομένως ούτε των όρκων κατά του κεφαλιού σου… Διότι αν και είναι δικό σου το κεφάλι, η κτίση του ανήκει σε άλλον και τόσο πολύ απέχεις από το να είσαι κύριός του, αφού ούτε το τελευταίο από όλα δεν μπορείς να του κάνεις» (Χ).
(3)   «Δεν είπε, δεν μπορείς να αφαιρέσεις μία τρίχα, αλλά ούτε να αλλάξεις το χρώμα της» (Χ). Σύμφωνα με αυτά θα ερμηνεύσουμε όχι: δεν μπορείς να φτιάξεις μία λευκή τρίχα ή μία μαύρη τρίχα, αλλά: δεν μπορείς να κάνεις μία τρίχα μαύρη από λευκή ή λευκή από μαύρη (δ)· δεν μπορείς να μεταβάλλεις το χρώμα μιας τρίχας.

Ματθ. 5,37  ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ(1)· τὸ δὲ περισσὸν(2) τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ(3) ἐστιν.
Ματθ. 5,37  Ας είναι δε ο λόγος σας αληθινός πάντοτε, ώστε το ναι να είναι ναι και το όχι να είναι όχι. Διότι το παραπάνω από αυτά είναι από τον πονηρόν.
(1)   «Ας είναι ο λόγος σας ο βεβαιωτικός, όταν μεν συμφωνείτε, ναι, όταν πάλι αρνείστε, όχι· και αυτές τις λέξεις μόνο να χρησιμοποιείτε για βεβαίωση αντί για όρκους και τίποτα παραπάνω από το ναι και το όχι» (Ζ). «Όταν διαβεβαιώνεις για τέτοια πράγματα να συμφωνείς και για όσα δεν ισχύουν, ακόμη και αν όλοι οι άνθρωποι σε παρακαλούν, να μην πειστείς ποτέ μαζί τους να δώσεις διαβεβαίωση αντίθετη με την φύση της αλήθειας» (Β).
Υπάρχει μια λεπτή διαφορά ανάμεσα στη φράση του Ματθαίου και αυτήν του Ιακώβου αν και στην ουσία η έννοια είναι η ίδια. Θα ερμηνεύσουμε εδώ, ας είναι ο λόγος σας ναι, το οποίο να ανταποκρίνεται και στο ναι του νου σας, και όχι που να ανταποκρίνεται και στο εσωτερικό σας όχι (δ).
(2)   «Το παραπάνω και αυτό που πλεονάζει, το οποίο είναι ο όρκος» (Χ)= Ό,τι είναι περισσότερο από την απλή άρνηση και αποδοχή, η ένορκη δηλαδή βεβαίωση (δ).
(3)   Η λέξη εδώ είναι γένους ουδετέρου και σημαίνει το πονηρό αφηρημένα (b). Δεν φαίνεται πράγματι εδώ με την λέξη πονηρό να σημαίνεται ο διάβολος (Ιω. η 44), αλλά η πονηρή κατάσταση του κόσμου (L).
Σοβαρή όμως και η ερμηνεία= από τον διάβολο, τον πατέρα του ψεύδους, το οποίο είναι αιτία και αφορμή της δημιουργίας του όρκου (δ). «Και αν ο όρκος είναι από τον διάβολο, πώς ο παλαιός νόμος τον επέτρεψε;» (Ζ).
«Διότι αυτά που λέγονταν τότε ανταποκρίνονταν στην ασθένεια αυτών που δέχονταν τους νόμους» (Χ). «Διότι και ο θηλασμός στα μεν παιδιά αρμόζει, αλλά για τους άνδρες είναι ντροπή» (Θφ).

Ματθ. 5,38  Ἠκούσατε ὅτι ἐῤῥέθη(1), ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ(2) καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος(3)·
Ματθ. 5,38  Ηκούσατε ότι ελέχθη, οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος.
(1)   Η πέμπτη περίπτωση της υπεροχής του χριστιανικού ιδεώδους έχει παρθεί από το νόμο της ταυτοπάθειας, ο οποίος επιβεβαιώθηκε στο Εξόδ. κα 23-25,Λευϊτ. κδ 20,Δευτερ. ιθ 18-21. Εξίσου όμως το πνεύμα της εκδίκησης απαγορευόταν και στην Π.Δ. (Λευϊτ. ιθ 18,Παροιμ. κ 22,κδ 29), όπου η εκδίκηση επιφυλασσόταν στο Θεό (Δευτερ. λβ 35,Ψαλμ. 93 1). Αλλά οι Ιουδαίοι συχνότατα θυμούνταν το γράμμα του νόμου και λίγο σκέφτονταν τους περιορισμούς που επέβαλλε ο νόμος (p).
Αναμφίβολα η εντολή αυτή της ταυτοπάθειας, σύμφωνα με τον αρχικό σκοπό της, ήταν όπως και ο νόμος που αφορούσε στο διαζύγιο περιοριστική μάλλον παρά  για να επιτρέπει (S). Η πρώτη κίνηση αυτού που υβρίστηκε ή αδικήθηκε είναι να ανταποδώσει πολύ περισσότερα. Η εντολή λοιπόν αυτή περιορίζει την εκδίκηση στην ταυτοπάθεια (=παθαίνω τα ίδια). Και ενώ μας φαίνεται σκληρή, στις αρχές συντελούσε σε καταπράϋνση, διότι αυτός που επιτέθηκε άδικα μπορούσε να τύχει χειρότερης μεταχείρισης από όσο το θύμα του (L).
Επιπλέον «είναι κατεξοχήν φιλάνθρωπος αυτός ο νόμος· διότι αυτό το διέταξε, ώστε εξαιτίας του φόβου ότι θα πάθουν τα ίδια, να μη βγάζουν τα μάτια και τα δόντια ο ένας του άλλου οι τότε άνθρωποι, δείχνοντας πολύ μεγάλη λύσσα στο να πληγώνουν ο ένας τον άλλον» (Ζ).
(2)   Θα συμπληρώσουμε με το ρήμα «δώσει», το οποίο υπάρχει στους Ο΄ (δ).
(3)   Εάν ο καθένας οφείλει να θυσιάζει το δίκιο του, η εξουσία όμως δεν έχει το δικαίωμα να παραμελεί κάθετί που συντελεί στη διατήρηση της τάξης και αυτό απαιτεί την τιμωρία αυτών που κάνουν αδικίες (L).
Δεν πρέπει να υποθέσουμε ότι ο Κύριος καταδίκασε τους νόμους οι οποίοι είναι αναγκαίοι για τη διατήρηση της κοινωνίας. Καταδίκασε ο Κύριος όχι την ποινική καταδίωξη των ενόχων αρπαγής και βίας, αλλά το πνεύμα της εκδίκησης. Ο νόμος της βασιλείας των ουρανών δεν είναι φιλαυτία, αλλά αγάπη. Συνεπώς όταν οδηγούν στο δικαστήριο τους παραβάτες για να τιμωρηθούν, εκείνοι οι οποίοι αδικήθηκαν από αυτούς, δεν πρέπει να κυριεύονται από αίσθημα εκδίκησης, αλλά οφείλουν να εκπληρώνουν θλιβερό καθήκον και όχι να ικανοποιούν κάποιο αίσθημα οργής.

Ματθ.5,39  Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ(1)· ἀλλ᾿ ὅστις(2) σε ῥαπίσει(3) ἐπὶ τὴν δεξιὰν(4) σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην(5)·
Ματθ. 5,39  Εγώ όμως σας λέγω να μη καταληφθήτε από οργήν και εχθρότητα και να μη αντισταθήτε στον πονηρόν άνθρωπον, αλλά αν κανείς σε ραπίση στο δεξιόν μέρος του πρωσώπου σας, γύρισε και το άλλο μέρος του προσώπου.
(1)   «Πονηρό εδώ κάποιοι μεν λένε αυτόν που χτύπησε, ενώ ο Χρυσόστομος είπε τον διάβολο» (Ζ). Εναντίον της εκδοχής ότι πονηρός εδώ είναι ο διάβολος, προβλήθηκε ότι οφείλουμε να αντιστεκόμαστε εναντίον του διαβόλου σύμφωνα με το Ιακ. δ 7 (L).
Αλλά στην ένσταση αυτή δίνεται η απάντηση: «Τι λοιπόν; Δεν πρέπει να αντιστεκόμαστε στον πονηρό; Πρέπει μεν, αλλά όχι με αυτόν τον τρόπο» (Χ)· «όχι με το να επιτίθεσαι στον αδελφό· διότι αυτή την αντίσταση την εμπόδισε· αλλά με το να μακροθυμείς και να υπομένεις. Διότι ο θυμός δεν σβήνει με το θυμό, όπως ούτε η φωτιά με τη φωτιά» (Ζ).
Σοβαρή και η ερμηνεία, κατά την οποία το «τῷ πονηρῷ» είναι γένους ουδετέρου= το πονηρό και αμαρτωλό στοιχείο στη ζωή που γίνεται πράξη από κάποιο άτομο (a). Παντως εάν πάρουμε αυτό ως αρσενικό θα σήμαινε τον σατανά μάλλον παρά τον πονηρό άνθρωπο (p). Αντιστέκεται λοιπόν κάποιος στον πονηρό, όταν ανταποδίδει βρισιά στη βρισιά (b).
(2)   Η παρούσα πρόταση και οι ακόλουθες σχηματίζουν αντικλίμακα (από τα ισχυρότερα στα ασθενέστερα)= Πράξεις βιαιότητας (39 β), νομικές διαδικασίες (40), επίσημες αξιώσεις (41), απλές αιτήσεις (42)(S).
«Ο Χριστός και για αυτά νομοθέτησε αρχίζοντας μεν από το βαρύτερο και καταλήγοντας στο ελαφρότερο. Διότι βαρύτερο μεν από τα άλλα… είναι η ύβρις εναντίον του σαγονιού επειδή είναι πολύ ντροπιαστική· έπειτα έρχεται η αφαίρεση του χιτώνα και ελαφρότερο από αυτά είναι η αγγαρεία» (Ζ).
Ο Κύριος παρέχει εδώ 5 παραδείγματα. Όλα είναι μεταφορικά. Δεν παρέχουν κανόνες για το πώς να ενεργήσουμε, αλλά δείχνουν, ποια πρέπει να είναι η εσωτερική διάθεση. Για αυτό δεν πρέπει να θεωρήσουμε αυτούς ως κανόνες, οι οποίοι πρέπει να τηρούνται κ α τ ά  γ ρ ά μ μ α (p).
(3)   «Όπως ακριβώς όταν λέει ότι αυτός που αποκαλεί τον αδελφό του ανόητο θα είναι ένοχος στη γέεννα, δεν το λέει μόνο για αυτήν την λέξη, αλλά και για κάθε κοροϊδία, έτσι λοιπόν και εδώ, δεν νομοθετεί αν μας ραπίζουν να το υποφέρουμε με γενναιότητα, αλλά και οτιδήποτε τυχόν πάσχουμε, να μην αναστατωνόμαστε. Για αυτό και εκεί επέλεξε την χειρότερη βρισιά, και εδώ το πιο ατιμωτικό θεωρούμενο χτύπημα, το χτύπημα στο σαγόνι, που είναι και το πιο υβριστικό» (Χ).
(4)   Ή, το δεξί σαγόνι αναφέρεται ως πιο ευγενές μέλος, παρόλο που πιο φυσικό είναι να χτυπηθεί από το δεξί χέρι αυτού που χτυπά το αριστερό μάγουλο αυτού που χτυπιέται (L).
Ή, εννοείται εδώ το δεξί χέρι που χτυπά με το εξωτερικό χέρι το δεξί μάγουλο και έπειτα το αριστερό μάγουλο με την παλάμη (δ). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
(5)   «Διατάζει όχι μόνο να μην αμυνόμαστε, αλλά και περισσότερο να παραδίδουμε τον εαυτό μας σε αυτόν που χτυπά και να τον συγκρατούμε με την ανεξικακία και μεγαλοψυχία μας» (Ζ). Πρέπει αυτός που χαστουκίζεται να είναι διατεθειμένος να υπομείνει και άλλες ύβρεις, χωρίς να εκδικηθεί (L).
Καθόλου όμως αποκλείει και τη χρήση του λόγου προς αυτόν που φέρεται έτσι άτοπα, αλλά μάλιστα προϋποθέτει ότι αυτή ακολουθεί μαζί με την μη αντίσταση και εξηγεί τους λόγους και τα αίτια της υποχώρησης, ότι δηλαδή αυτή δεν γίνεται από φόβο, αλλά από αγάπη. Για αυτό και ο Σωτήρας τον δούλο του αρχιερέα που τον χαστούκισε από τυφλό ζήλο, αμέσως τον νουθέτησε (δ).

Ματθ. 5,40  καὶ(1) τῷ θέλοντί σοι κριθῆναι(2) καὶ τὸν χιτῶνά(3) σου λαβεῖν, ἄφες αὐτῷ καὶ τὸ ἱμάτιον(3)·
Ματθ. 5,40  Και εις εκείνον που θέλει να σε οδηγήση εις τα δικαστήρια, δια να σου πάρη το υποκάμισον, άφησέ του και το επανωφόρι σου.
(1)   «Θέλει να δείχνουμε αυτήν την ανεξικακία όχι μόνο στα χτυπήματα, αλλά και στα χρήματα. Για αυτό πάλι αναφέρει την ίδια υπερβολή. Διότι όπως ακριβώς εκεί διατάζει να νικάμε με το να πάσχουμε, έτσι και εδώ με το να αφαιρούμαστε περισσότερα από όσα περίμενε αυτός που απαιτεί» (Χ).
(2)   «Δηλαδή εάν κάποιος σε σέρνει σε δικαστήριο και σου δημιουργεί ζητήματα» (Χ).
(3)   «Ιμάτιο λέγεται αυτό που εμείς λέμε πανωφόρι, ενώ χιτώνας είναι το εσωτερικό» (Ζ).
«Αυτό που εμείς λέμε πουκάμισο» (Θφ). Κατά τον δικό μας τρόπο ομιλίας ο χιτώνας ή το πουκάμισο είναι το τελευταίο, από το οποίο θα σκεφτόταν κάποιος να γδύσει κάποιον και να αφαιρέσει από αυτόν. Αλλά για τον φτωχό αγρότη της Παλαιστίνης ο χιτώνας ήταν λιγότερο απαραίτητος από το ιμάτιο, το οποίο μπορούσε και μόνο να φορά, χωρίς να φαίνεται ότι ήταν γυμνός» (L).
Το ιμάτιο ήταν πολυτιμότερο από τον χιτώνα (b), διότι χρησίμευε και ως σκέπασμα τη νύχτα και ως πανωφόρι που κάλυπτε το σώμα την ημέρα. Για αυτό και ο παλαιός νόμος δεν επέτρεπε στον δανειστή να έχει αυτό παρά μόνο την ημέρα. Δες Εξόδ. κβ 26,Δευτερ. κδ 13 (δ). Το τελευταίο αυτό προσδίδει πολύ μεγαλύτερη έμφαση στην προτροπή αυτή του Σωτήρα (ο). Ακόμη και το ιμάτιο, για το οποίο σε προστατεύει ο νόμος, δώσε το.

Ματθ. 5,41 καὶ ὅστις σε ἀγγαρεύσει(1) μίλιον(2) ἕν, ὕπαγε μετ᾿ αὐτοῦ δύο(3)·
Ματθ. 5,41 Και αν κανείς σε αγγαρεύση ένα μίλι πήγαινε μαζή του δύο.
(1)   Το αγγαρεύω βγαίνει από το άγγαρος, η οποία είναι περσική λέξη που δηλώνει τους από τον Κύρο εγκαταστημένους ταχυδρόμους, οι οποίοι μετέβαιναν από την πρωτεύουσα στις επαρχίες και το αντίστροφο για εκτέλεση εντολών του βασιλιά και του κράτους· αυτοί λοιπόν είχαν το δικαίωμα να παίρνουν και με τη βία στους σταθμούς στους οποίους κατέλυαν, κάθετί που ήταν αναγκαίο σε αυτούς για την οδοιπορία αυτή, όπως ζώα, οδηγούς κλπ. Αγγαρεύω λοιπόν= αναγκάζω κάποιον με τη βία σε οποιαδήποτε εργασία ή υπηρεσία. Δες και Ματθ. κζ 32 (δ).
(2)   Πρόκειται για το λατινικό μίλι που ισούνταν με 8 στάδια ή 1478 μέτρα (L) ή γύρω στις 1600 γιάρδες (S).
(3)   «Το να σε αγγαρεύσει σημαίνει το εξής, να σε σύρει άδικα και χωρίς κανένα λόγο και να σε κακοποιεί. Αλλά να είσαι έτοιμος και για αυτό, ώστε να πάθεις και περισσότερα από όσα εκείνος θέλει να κάνει» (Χ).

Ματθ. 5,42  τῷ αἰτοῦντί σε(1) δίδου(2) καὶ τὸν θέλοντα ἀπὸ σοῦ δανείσασθαι(3) μὴ ἀποστραφῇς.
Ματθ. 5,42  Εις εκείνον που έχει πράγματι ανάγκην και σου ζητεί ελεημοσύνην, δίδε με ειλικρινή αγάπην, και μη περιφρονήσης αυτόν, που θέλει να δανεισθή από σε χωρίς τόκον.
(1)   «Προστάζει να μην ξεχωρίζουμε τον άξιο από τον ανάξιο. Διότι από τη στιγμή που ζητά, έχει ανάγκη, όποιος και αν είναι. Επειδή και ο Θεός όλα τα απαραίτητα για τη ζωή σε όλους τους ανθρώπους ομοίως τα πρόσφερε, και σε αγαθούς και σε πονηρούς και σε πιστούς και σε απίστους» (Ζ).
«Ο λόγος μάς προσκαλεί στην κοινωνικότητα και φιλαλληλία και στη φυσική οικειότητα. Διότι ο άνθρωπος είναι πολιτικό (=κοινωνικό) ζώο και συναναστρέφεται με άλλους. Στην κοινή όμως πολιτεία και στην μεταξύ μας συναναστροφή είναι αναγκαίο το να προσφέρουμε εύκολα για επανόρθωση αυτού που έχει ανάγκη» (Β).
Όπως ο Αυγουστίνος απέδειξε, δεν μας παραγγέλλει να δίνουμε ό,τι μας ζητείται, αλλά σε καθέναν ο οποίος μάς ζητά. Μπορούμε να δώσουμε κάποιο σωτήριο λόγο ή να προσευχηθούμε για αυτόν. Ο Χριστός δεν συμφώνησε όταν του ζητήθηκε να παρέμβει στο μοίρασμα κληρονομιάς, αλλά προέβη σε σωτήριο έλεγχο και απειλή (Λουκ. ιβ 13-15).
(2)   Αυθεντική γραφή «δος» που συμφωνεί με το ακόλουθο «μη αποστραφείς». Για τη φράση «σε αυτόν που σου ζητά δίνε» δες Σοφ. Σειρ. δ 4,5 και κθ 2 («Μη απωθείς άνθρωπο, που θλίβεται και ο οποίος σε παρακαλεί. Και μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από πτωχό άνθρωπο. Μη απρστρέψης τα μάτια σου από άνθρωπον, που ευρίσκεται εις ανάγκην, και μη δίδης εις κανένα αφορμήν, να σε καταρασθή»).
(3)   «Τώρα διέταξε να δανείζουμε χωρίς τόκο» (Ζ).
«Αλλού όμως (Λουκ. στ 34) προχωράει το πράγμα ακόμη περισσότερο λέγοντας να δίνουμε σε εκείνους από τους οποίους δεν προσδοκούμε να πάρουμε πίσω» (Χ)

Ματθ. 5,43   Ἠκούσατε ὅτι ἐῤῥέθη, ἀγαπήσεις(1) τὸν πλησίον σου(2) καὶ μισήσεις(3) τὸν ἐχθρόν σου.
Ματθ. 5,43  Ηκούσατε ότι ελέχθη• θα αγαπήσης τον πλησίον σου και θα μισήσης τον εχθρόν σου.
(1)   «Δες πώς έβαλε τελευταίο το αποκορύφωμα των αγαθών. Διότι για αυτό διδάσκει όχι μόνο να δεχόμαστε τα ραπίσματα αλλά να παρέχουμε και το δεξί σαγόνι, επίσης όχι μόνο να δίνουμε μαζί με τον χιτώνα και το ιμάτιο, αλλά και να ακολουθούμε δύο μίλια όποιον μας αγγαρεύει για ένα, για να δεχτούμε το πολύ περισσότερο από αυτά με όλη την ευκολία» (Χ).
(2)   Η φράση αγαπήσεις τον πλησίον σου βρίσκεται στο Λευϊτ. ιθ 18, όπου πλησίον σημαίνει τον ομοεθνή Ισραηλίτη. Η όλη φράση αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρόν σου σαφώς αναφέρεται σε κάποια επικρατούσα ερμηνεία των γραμματέων. Οι λέξεις «και μισήσεις τον εχθρόν σου» δεν συναντιούνται έτσι ξεκάθαρα στο νόμο (S).
Το πνεύμα όμως των λέξεων αυτών μπορεί να βγει από άλλες διατάξεις της Π.Δ. Έτσι το Λευϊτ. ιθ 18 μπορεί εύκολα να θεωρηθεί ότι υπονοεί, ότι η εκδίκηση των αλλοεθνών ήταν επιτρεπόμενη. Ομοίως και τα Δευτερ. κγ 3,κε 19,Β Έσδρ. θ 1,12, τα αναφερόμενα στη συμπεριφορά απέναντι στους Αμμωνίτες, Μωαβίτες, Αμαληκίτες, θα ενθάρρυναν την αντίληψη αυτή. Ο αυστηρός χωρισμός μεταξύ του Ισραήλ και όλων των ειδωλολατρικών εθνών, ο οποίος καθίστατο αναγκαίος για αποφυγή του μολυσμού της ειδωλολατρικής ανηθικότητας, επόμενο ήταν να επιβεβαιώσει την πίστη, ότι ο νομιμόφρων δούλος του Ιεχωβά ήταν υποχρεωμένος να μισεί όλους όσοι ήταν εχθροί και του Θεού και δικοί του.
Και εύκολα μπορούσε να  οδηγηθεί στο φρόνημα, ότι οι δικοί του εχθροί ήταν και του Θεού εχθροί. Παρά ταύτα και αυτοί οι Ιουδαίοι μερικές φορές ξεπέρασαν το αίσθημα αυτό του μίσους προς τους εχθρούς. Δες Ιώβ λα 29,Παροιμ. ιζ 5,κδ 29,Ψαλμ. ζ 4-5,λδ 12-14. Το ζώο του εχθρού επιβαλλόταν να τύχει βοήθειας (Εξόδ. κγ 4,5) και υπήρξαν αυτοί που δίδαξαν, ότι, εάν κάποιος εχθρός και κάποιος φίλος βρίσκονταν σε ανάγκη, ο εχθρός έπρεπε να βοηθηθεί πρώτος, για να νικηθεί το κακό συναίσθημα.
Ο Κύριος διηύρυνε την έννοια του πλησίον. Και έτσι δεν ορίζει νέα εντολή σε αντίθεση με την παλαιά, αλλά το εμφανιζόμενο ως νέο παράγγελμα στην πραγματικότητα περιεχόταν στο παλαιό, αν κάποιος το κατανοούσε σωστά. Το «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» καλύπτει τα πάντα, όταν η έννοια του πλησίον ερμηνευτεί σωστά. Διότι ένας άνθρωπος δεν παύει να είναι πλησίον ή αδελφός, επειδή έχει δυσμενείς διαθέσεις προς εμάς.
(3)   Έχει βεβαίως έννοια προστακτικής, αλλά ως παράλληλο του αγαπήσεις, πρέπει όμως να εννοήσουμε αυτό με την έννοια του επιτρέπεται να μισείς. Κανείς συνετός νομοθέτης ή ηθικολόγος δεν είναι δυνατόν να παραγγείλει το μίσος ως εντολή (L).

Ματθ. 5,44  Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς(1) ὑμῶν, εὐλογεῖτε(2) τοὺς καταρωμένους(3) ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε(2) τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε(4) ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων(5) ὑμᾶς καὶ διωκόντων(4) ὑμᾶς.
Ματθ. 5,44  Εγώ όμως σας λέγω, αγαπάτε τους εχθρούς σας, ευλογείτε αυτούς, οι οποίοι σας καταρώνται, ευεργετείτε αυτούς, οι οποίοι σας μισούν, και προσεύχεσθε δι’ εκείνους, οι οποίοι σας υβρίζουν και σας συκοφαντούν και σας καταδιώκουν αδίκως,
(1)   Το εχθρούς μπορούμε να το πάρουμε ότι περιλαμβάνει όλες τις κατηγορίες αυτών που εχουν κακή διάθεση, δηλαδή τον ιδιωτικό, τον εθνικό, τον θρησκευτικό εχθρό (S).
(2)   Το μεν «αγαπώ» αναφέρεται στην εσωτερική αγαθή διάθεση προς τους εχθρούς, ενώ το να ευλογούν αυτούς που τους καταριούνται λέγεται για να εύχονται στο Θεό αγαθά υπέρ αυτών, ενώ το καλώς ποιείτε λέγεται για να δείχνουν με καλά έργα αυτή τη διάθεση (δ). Αγαπάτε, ευλογείτε, καλώς ποιείτε, προσεύχεσθε. Τέσσερεις προτάσεις, οι οποίες πρέπει να διαβαστούν με χιαστό σχήμα, αν και η τρίτη περιλαμβάνεται σχεδόν στην πρώτη ενώ η δεύτερη στην τέταρτη (b).
Η φράση «εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς» όπως καὶ η «τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς» δεν μαρτυρούνται από τον σιναϊτικό κώδικα, τον βατικανό και κάποιους μικρογράμματους, και για αυτό θεωρήθηκαν ότι μπήκαν εδώ από το παράληλο χωρίο του Λουκά.
(3)   Καταριέμαι=επικαλούμαι κακά για κάποιον (g).
(4)   Διώκοντες, δηλαδή θρησκευτικοί διώκτες (S). Όταν οι εχθροί είναι διώκτες, το οποίο αναμφίβολα πρέπει να εννοηθεί για θρησκευτικό διωγμό (δες ε 10-12), εύκολα μπορεί κάποιος να νομίσει, ότι είναι επιτρεπόμενο να τους μισεί ως εχθρούς του Θεού, αφού το θέλημα του Θεού υπερασπίζεται ο διωκόμενος. Και βεβαίως οφείλει κάποιος να εύχεται να παύσουν να διώκουν την αλήθεια, δεν δικαιολογείται όμως να εμφιλοχωρεί κάποιο προσωπικό μίσος, αλλά εφόσον ο διωκόμενος έχει συνείδηση ότι βρίσκεται σε φιλία με το Θεό, να δέεται για χάρη τους. Το παράγγελμα αυτό είναι τόσο σπουδαίο και πρέπει να το παίρνουμε τόσο ακριβώς κατά γράμμα, όσο ο Κύριος έδωσε για αυτό το παράδειγμα (Λουκ. κγ 34), μιμούμενος από τον Στέφανο (Πράξ. ζ 60) (L)
(5)   Επηρεάζω= υβρίζω, προπηλακίζω, συκοφαντώ (g). Να προσεύχεστε για τέτοια πρόσωπα· και με τις προσευχές σας φέρτε ευλογίες για εκείνους, οι οποίοι αφαιρούν από σας τις ευλογίες (b).

Ματθ. 5,45  ὅπως γένησθε υἱοὶ(1) τοῦ πατρὸς ὑμῶν(2) τοῦ ἐν οὐρανοῖς(3), ὅτι(4) τὸν ἥλιον(5) αὐτοῦ(6) ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς(7) καὶ βρέχει(5) ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους.
Ματθ. 5,45  δια να αναδειχθήτε έτσι τέκνα του ουρανίου Πατρός σας. Διότι και αυτός τον ζωογόνον ήλιόν του ανατέλλει εις πονηρούς και αγαθούς και στέλνει την βροχήν στους δικαίους και στους αδίκους.
(1)   «Επειδή ήταν μεγάλη η εντολή και απαιτούσε γενναία ψυχή και πολύ ζήλο, βάζει και μισθό τέτοιο, όσο για κανένα από τα προηγούμενα. Διότι εδώ δεν ανέφερε τη γη, όπως στους πράους, ούτε την παρηγοριά και το έλεος, όπως στους πενθούντες και ελεήμονες, ούτε τη βασιλεία των ουρανών, αλλά αυτό που ήταν πιο φρικτό από όλα αυτά, το να γίνουν όμοιοι με το Θεό, στο βαθμό βεβαίως που είναι λογικό να γίνουν οι άνθρωποι» (Χ).
(2)   «Ο Θεός είναι πατέρας μεν των ανθρώπων, επειδή τους έπλασε… αλλά επίσης και επειδή φροντίζει και προνοεί για αυτούς· διότι είναι ιδιαίτερο γνώρισμα του πατέρα το να φροντίζει και να προνοεί για το παιδί του· υιοί του Θεού γίνονται αυτοί που εξομοιώνονται με αυτόν μέσω της αρετής, όσο είναι δυνατόν σε άνθρωπο· διότι είναι γνώρισμα του γιου να εξομοιώνεται με τον πατέρα του. Για να γίνετε, λέει, υιοί του Θεού όχι ως προς τη φύση, αλλά μέσω της ομοίωσης, με το να αγαπάτε τους εχθρούς σας» (Ζ).
Η αγάπη είναι η ουσία του Θεού· η αγάπη που επεκτείνεται προς τους εχθρούς, κάνει περισσότερο από κάθετί άλλο αυτόν που αγαπά όμοιο με το Θεό· και αφού ο γιος είναι η εικόνα του πατέρα, κάνει η αγάπη αυτή τον άνθρωπο γιο του Θεού (L).
(3)   «Διασκορπίζει πολύ παντού το όνομα των ουρανών, υψώνοντας το φρόνημά τους και από τον τόπο» (Χ).
(4)   «Έπειτα αναφέροντας την ομοιότητα λέει, ότι ανατέλλει τον ήλιο του σε πονηρούς και αγαθούς και βρέχει σε δικαίους και αδίκους. Διότι αυτός, λέει, όχι μόνο δεν μισεί, αλλά και ευργετεί αυτούς που υβρίζουν. Παρόλο που αυτό που γίνεται δεν είναι καθόλου ίσο, όχι μόνο λόγω της υπερβολής της ευεργεσίας αλλά και λόγω της υπεροχής της αξίας. Διότι εσύ μεν καταφρονείσαι από τον ομόδουλό σου, ενώ εκείνος (ο Θεός) από τον δούλο και αυτόν που ευεργετήθηκε μύριες φορές· και εσύ μεν του χαρίζεις μόνο λόγια, προσευχόμενος για αυτόν, ενώ αυτός πράγματα πολύ μεγάλα και θαυμαστά, ανάβοντας τον ήλιο και δίνοντας τις ετήσιες βροχές» (Χ).
(5)   «Με τον ήλιο και τη βροχή δήλωσε όλα τα απαραίτητα για τη ζωή. Διότι από αυτά τα δύο όλα τα προερχόμενα από τη γη γεννιούνται και τρέφονται και αυξάνονται και τελειοποιούνται» (Ζ).
(6)   Αυτός και δημιούργησε και κυβερνά τον ήλιο και έχει αυτόν αποκλειστικά στη δική του δύναμη (b).
(7)   Πονηρούς και αγαθούς-δικαίους και αδίκους, χιαστό σχήμα.

Ματθ. 5,46   ἐὰν γὰρ(1) ἀγαπήσητε τοὺς ἀγαπῶντας(2) ὑμᾶς, τίνα μισθὸν ἔχετε(3); οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι(4) τὸ αὐτὸ ποιοῦσι;
Ματθ. 5,46   Διότι, εάν αγαπήσετε εκείνους μόνον που σας αγαπούν, ποίαν ανταμοιβήν έχετε να περιμένετε από τον Θεόν; Μηπως και οι τελώναι δεν κάμνουν το ίδιο;
(1)   «Οδηγεί σε αυτό όχι μόνο από το παράδειγμα το σχετικό με το Θεό, αλλά και από το αντίθετο=Αν μεν λοιπόν κάνεις αυτά, στέκεσαι με το μέρος του Θεού, αν όμως εγκαταλείπεις αυτά, με τους τελώνες» (Χ).
(2)   «Δεν είναι αρετή το να αγαπάς αυτόν που σε αγαπά, αλλά φυσική συνέπεια. Διότι και οι τελώνες κάνουν αυτό, στους οποίους δεν υπάρχει ούτε ίχνος αρετής» (Ζ).
(3)   Η φράση «έχουν μισθό» λέγεται για εκείνους, στους οποίους βραβείο επιφυλάσσεται από το Θεό· τους οποίους αναμένει θεία αμοιβή (g). Ποιά ανταμοιβή έχετε από το Θεό; (δ).
(4)   «Τελώνες είναι οι φορολόγοι… Αυτά τα επαγγέλματα κατηγορούνταν πάρα πολύ, ως άδικα και πλεονεκτικά και ασυμπαθή» (Ζ). Οι εισπράκτορες των φόρων, όχι οι αξιωματούχοι οι αποκαλούμενοι στους Ρωμαίους publicani (S).
Στην υπηρεσία των αξιωματούχων αυτών βρίσκονταν οι εισπράκτορες των φόρων, οι οποίοι για τη φιλαργυρία, την σκληρότητα, την δολιότητα περιφρονούνταν όχι μόνο στους Ιουδαίους αλλά και στα άλλα έθνη. Έτσι ο Αρτεμίδωρος (1,23. 4,57) τοποθετεί αυτούς μαζί με τους «κάπηλους και αυτούς που ζουν με αναίδεια και τους ληστές και με ανθρώπους που έκλεβαν στο ζύγι και εξαπατούσαν στους λογαριασμούς», ενώ στον Λουκιανό (νεκυομ. 11) αναφέρονται μαζί στη σειρά «μοιχοί, πορνοβοσκοί (=μαστρωποί, προαγωγοί, κάτοχοι πορνείου) και τελώνες και κόλακες». Στους συνοπτικούς ευαγγελιστές συχνά η ονομασία τελώνες συνδέεται με το αμαρτωλοί (Ματθ. θ 10,Μάρκ. β 15,Λουκ. ε 30,ζ 34,ιε 1) και με τη λέξη πόρνες (Ματθ. κα 31). Δες και τη φράση όπως ο εθνικός και ο τελώνης (Ματθ. ιη 17)(g).

Ματθ. 5,47  καὶ ἐὰν ἀσπάσησθε(1) τοὺς αδελφούς(2) ὑμῶν μόνον, τί περισσὸν(3) ποιεῖτε; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι(4) οὕτω ποιοῦσιν;
Ματθ. 5,47  Και εάν χαιρετίσετε με εγκαρδιότητα τους φίλους σας τους Ιουδαίους, τι περισσότερον κάμνετε από τους άλλους; Το ίδιο δεν κάμνουν και οι τελώναι;
(1)   Ένδειξη ψυχρότητας είναι και η αποφυγή του χαιρετισμού. Το να χαιρετά λοιπόν κάποιος κάποιον εχθρό, και μάλιστα με τις τρυφερές εκδηλώσεις του ανατολικού χαιρετισμού, ισοδυναμεί με το να συγχωρεί αυτόν από καρδιάς (L). Ασπασμό λοιπόν ονομάζει εδώ τον κατά τη συνάντηση χαιρετισμό, που δείχνει την αμοιβαία των συναντωμένων αγάπη και φιλική διάθεση (δ).
(2)   Αδελφοί εδώ σε αντίθεση με τους εθνικούς ονομάζονται οι ομοεθνείς και ομογενείς, οι Ιουδαίοι όπως και στην Π.Δ. Δες Λευϊτ. κε 35,Αριθμ. κζ 3,Δευτερ. ιε 2,3 (δ)
(3)   Τέτοιο, όπως αρμόζει στους υιούς του Θεού (b). Παραπανω, εξαιρετικό, εξέχον (g).
(4)   Αυθεντική γραφή εθνικοί. Οι εθνικοί αναφέρονται διότι περιφρονούνταν και αυτοί από τους Ιουδαίους ως αμαρτωλοί και μολυσμένοι (δ). Και οι ίδιοι οι εθνικοί χαιρετούν εγκάρδια τους αδελφούς τους, δηλαδή αυτούς που ανήκουν στον ίδιο εθνικό ή θρησκευτικό όμιλο (L).

Ματθ. 5,48  (1)Ἔσεσθε(2) οὖν ὑμεῖς(3) τέλειοι(4), ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν(5) ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν(6).
Ματθ. 5,48   Αγωνισθήτε λοιπόν να γίνετε σεις τέλειοι με την αγάπην προς όλους, όπως τέλειος είναι και ο ουράνιος Πατέρας σας.
(1)   Ο σ. αυτός μπορεί να θεωρηθεί ή ως συμπέρασμα του όλου τμήματος της επι του όρους ομιλίας, που αφορά στη νέα τελειότητα, δηλαδή των σ. 17-47 (L).=Τηρώντας το νόμο όπως συμπλήρωσα αυτόν, ας γίνεστε τέλειοι·
ή, τα συμφραζόμενα φαίνεται να δείχνουν, ότι σημαίνεται εδώ ειδικά η τελειότητα στην αγάπη. Το να αποδίδει κάποιος κακό αντί καλού είναι διαβολικό· το να αποδίδει καλό αντί καλού είναι ανθρώπινο· το να αποδίδει καλό αντί κακού είναι θείο. Το να αγαπάμε όπως ο Θεός αγαπά είναι ηθική τελειότητα και προς την τελειότητα αυτή λέει σε μας ο Χριστός να αποβλέπουμε (p).
Η δεύτερη εκδοχή πιο σωστή.
(2)   Μέλλοντας χρόνος με σημασία προστακτική όπως και στις εντολές (ου φονεύσεις, ου μοιχεύσεις…). Εδώ όμως ο μέλλοντας εκφράζει την σχετικά με τους μαθητές προσδοκία του Σωτήρα = να είστε, όπως προσδοκώ και αναμένω από εσάς (δ).
(3)   Εσείς σε τιμητική αντίθεση με εκείνους (b).
(4)   Το τέλειος εδώ έχει βαθύτερη έννοια από εκείνη την οποία η ίδια λέξη έχει στην Π.Δ. Εκεί σημαίνει βίο δίκαιο, ελεύθερο από ηθικό ολίσθημα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον δίκαιο άνδρα όπως ήταν ο Νώε (Γεν. στ 9) ή ο Ιώβ (Ιώβ α 1)(S). Εδώ τα συμφραζόμενα καθορίζουν την έννοια της λέξης ως τελειότητα στην αγάπη, η οποία ζητά το καλό για όλους τους ανθρώπους (a).
«Αυτοί μεν που αγαπούν όσους τους αγαπούν, είναι ατελείς στην αγάπη· αυτοί όμως που αγαπούν τους εχθρούς, αυτοί είναι τέλειοι» (Ζ). Αλλά οι στην αγάπη τέλειοι, είναι τέλειοι και σε κάθε αρετή, αφού «η αγάπη είναι πλήρωμα του νόμου».
(5)   Η ομοιότητα αυτή του ανθρώπου με το Θεό πρέπει να θεωρείται με σχετική πάντοτε έννοια. «Διότι και εμείς, αν και δεν μπορούμε να γίνουμε όμοιοι με το Θεό κατά την ουσία του, όμως αν βελτιωνόμαστε με την αρετή, μιμούμαστε το Θεό… Το ότι όλα όσα γεννήθηκαν είναι τρεπτά (=μεταβάλλονται), κανείς δεν θα το αρνιόταν, αφού οι μεν άγγελοι έκαναν παράβαση, ο δε Αδάμ παράκουσε και όλοι χρειάζονται τη χάρη του Θεού. Ένα πλάσμα όμως τρεπτό δεν θα μπορούσε να είναι όμοιο με τον άτρεπτο Θεό, όπως ακριβώς ούτε το κτίσμα με τον κτίστη» (Α).
«Και πώς θα μπορούσε να γίνει η μακαριότητα που βλέπουμε στο Θεό να επεκταθεί και στην ανθρώπινη ταπεινότητα… και να μοιάσει ο γήινος με τον ουράνιο, αφού αυτή η φυσική διαφορά δείχνει ότι είναι αδύνατη η μίμηση;… Αλλά είναι σαφής ο λόγος για αυτό. Ότι δηλαδή, το ευαγγέλιο δεν διατάζει να συγκρίνουμε τη θεία με την ανθρώπινη φύση, αλλά να μιμηθούμε στη ζωή τις αγαθές ενέργειες του Θεού όσο είναι δυνατόν. Το να αποξενωθούμε από κάθε κακία, όσο είναι δυνατόν, και να είμαστε καθαροί από τους μολυσμούς της με έργα και λόγια και με τη διάννοια, αυτό είναι πραγματική μίμηση της θείας τελειότητας» (Γν).
(6)   Ο Θεός είναι τέλειος, διότι παρέχει τις εύνοιές του εξίσου σε όλους (a), είναι τέλειος διότι είναι αγάπη.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ 6
Ματθ. 6,1 (1)Προσέχετε(2) τὴν ἐλεημοσύνην(3) ὑμῶν μὴ ποιεῖν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ θεαθῆναι(4) αὐτοῖς· εἰ δὲ μήγε(5), μισθὸν οὐκ ἔχετε παρὰ τῷ πατρὶ ὑμῶν τῷ ἐν τοῖς οὐρανοῖς(6).
Ματθ. 6,1   Προσέχετε να μην κάνετε την ελεημοσύνην σας εμπρός εις τα μάτια των ανθρώπων, δια να σας ίδουν και σας θαυμάσουν και να σας επαινέσουν• διότι έτσι δεν έχετε κανένα μισθόν από τον Πατέρα σας τον επουράνιον.
(1)   Ο πρώτος σ.  είναι εισαγωγή στην τριάδα που ακολουθεί (ελεημοσύνη, προσευχή, νηστεία) και δεν πρέπει να περιοριστεί σε μόνη την ελεημοσύνη, για την οποία γίνεται λόγος στους σ. 2-4 (p). Αρχή γενική που διακηρύσσεται εδώ είναι η: Η άσκηση της αρετής δεν πρέπει να είναι πράξη επίδειξης (F).
«Εξορίζει το πάθος το πιο τυραννικό από όλα, την λύσσα και την μανία που γίνεται για την κενή δόξα σε αυτούς που κατορθώνουν κάτι. Διότι από την αρχή μεν δεν μίλησε για αυτό… Διότι δεν γεννιέται αυτόματα αυτή η ασθένεια, αλλά όταν κατορθώσουμε πολλά από τα προστάγματα. Έπρεπε λοιπόν πρώτα να φυτεύσει την αρετή, και τότε να ξεριζώσει το πάθος που επηρεάζει τον καρπό της. Και δες από πού αρχίζει· από τη νηστεία και την προσευχή και την ελεημοσύνη. Διότι σε αυτά κατεξοχήν τα κατορθώματα συνηθίζει να εισέρχεται» (Χ).
(2)   Το «προσέχετε», μπαίνοντας μπροστά δείχνει, πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος. Τα ελατήρια και για τις καλύτερές μας πράξεις μπορούν να νοθευτούν και η σκέψη του να θαυμαστούμε από τους ανθρώπους είναι συχνότατη.
«Και πρόσεξε πώς άρχισε, μιλά σαν να πρόκειται για κάποιο θηρίο που δύσκολα γίνεται αντιληπτό και είναι φοβερό στο να εξαπατήσει όποιον δεν βρίσκεται σε άκρα εγρήγορση… Διότι το θηρίο τρυπώνει κρυφά και σκορπίζει χωρις θόρυβο τα πάντα και χωρίς να το καταλάβουμε όλα όσα έχουμε μέσα στο σπίτι τα πετά έξω» (Χ).
(3)   Αυθεντική και πιο σωστή γραφή: την δικαιοσύνην, η οποία αποτελεί το όλο, του οποίου τρεις διαιρέσεις ακολουθούν αμέσως, δηλαδή η ελεημοσύνη, ως καθήκον ειδικό προς τον πλησίον, η προσευχή ως καθήκον ειδικό προς τον Θεό, και η νηστεία που κατέχει την ίδια θέση αναφορικά με τον εαυτό μας. Οι τρεις αυτές σχέσεις, με το Θεό, με τον πλησίον και με τον εαυτό μας απαριθμούνται συχνά στις Γραφές (b).
Η δικαιοσύνη μας πρέπει να περισσεύει από αυτήν των γραμματέων και Φαρισαίων με την έννοια που εξηγήθηκε στο ε 21-48. Αλλά πρέπει επίσης να διαφέρει και στο είδος από αυτήν των γραμματέων και Φαρισαίων με την αποφυγή της επίδειξης. Η γραφή ελεημοσύνη, οφείλεται στο ότι οι αντίστοιχες εβραϊκές και αραμαϊκές λέξεις απέκτησαν και την έννοια της ελεημοσύνης οπότε το κάνω δικαιοσύνη σύμφωνα με τον εβραϊκό τρόπο ομιλίας μπορεί να σημαίνει και κάνω ελεημοσύνη, εφόσον τα συμφραζόμενα ζητούν μια τέτοια έννοια (a).
Υπάρχει και η γραφή δόσιν. Ο Zahn εισηγείται, ότι οι 3 γραφές είναι διαφορετικές προφορικές μεταφράσεις της ίδιας αραμαϊκής λέξης (p).
(4)   «Αφού είπε να μην κάνουν μπροστά στους ανθρώπους, πρόσθεσε, για να σας δουν» (Χ), «εννοώντας με αυτό· Προσέχτε, να μην κάνετε αυτήν για αυτόν το λόγο μπροστά στους ανθρώπους, για να σας δουν. Διότι αν δεν κάνετε αυτήν για αυτόν τον λόγο, τίποτα δεν εμποδίζει και μπροστά τους να την κάνετε. Διότι ο σκοπός της εξετάζεται, όχι ο τρόπος. Διότι είναι δυνατόν και μπροστά στους ανθρώπους να κάνει κάποιος και να μην το κάνει για επίδειξη, όταν κάποιος δηλαδή το κάνει μόνο λόγω της συμπάθειας για τον άλλον» (Ζ)·
«και είναι επίσης δυνατόν πάλι να μην το κάνει μπροστά στους ανθρώπους, και να το κάνει για να τον δουν. Για αυτό όχι απλώς την πράξη, αλλά τη διάθεση και τιμωρεί και στεφανώνει… Διότι θέλει να διαπλάσει την ψυχή και να την απαλλάξει από κάθε νόσημα» (Χ).
(5)   Αν όμως δεν κάνετε αυτό προσέχτε (δ). Ειδάλλως.
(6)   «Πάλι εξυψώνει το φρόνημά τους, θυμίζοντάς τους τον Πατέρα και τον ουρανό, για να μην τους ελέγξει μόνο με τη ζημιά [δεν έχετε μισθό], αλλά να τους κάνει να ντραπούν και με τη μνήμη αυτού που τους γέννησε» (Χ)· «κάνοντάς τους να ντραπούν διότι ενώ έχουν πατέρα ουράνιο, φρονούν γήινα και συγχρόνως παρακινώντας τους στο να ζουν αντάξια τέτοιου πατέρα» (Ζ).

Ματθ. 6,2  Ὅταν οὖν ποιῇς ἐλεημοσύνην, μὴ σαλπίσῃς(1) ἔμπροσθέν σου, ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ(2) ποιοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς ῥύμαις(3), ὅπως δοξασθῶσιν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων· ἀμὴν(4) λέγω ὑμῖν, ἀπέχουσι(5) τὸν μισθὸν αὐτῶν.
Ματθ.6,2  Όταν λοιπόν συ κάμνης ελεημοσύνην, μη την διαλαλής παντού διασαλπίζοντάς της, όπως κάμνουν οι υποκριταί εις τας συναγωγάς και τους πλατείς δρόμους, δια να δοξασθούν από τους ανθρώπους. Αληθινά σας λέγω ότι παίρνουν αυτοί ολόκληρον τον μισθόν των.
(1)   «Όχι ότι είχαν σάλπιγγες εκείνοι, αλλά το λέει θέλοντας να δείξει την πολλή τους μανία με την μεταφορά αυτή, διακωμωδώντας και διαπομπεύοντας αυτούς με αυτήν» (Χ).
«Μη σαλπίσεις λέει, αντί να πει μην δημοσιεύσεις ώστε να γίνεις γνωστός στους ανθρώπους. Διότι αυτοί που σαλπίζουν, σαλπίζουν για να ακουστούν από το πλήθος» (Ζ). Το σαλπίζω λοιπόν λέγεται μεταφορικά (p)=κάνω θόρυβο για να ελκύσω την προσοχή (F).
(2)   «Όπως ακριβώς παραπάνω ανέφερε τελώνες και εθνικούς, ντροπιάζοντας με την ποιότητα των προσώπων αυτούς που έπρεπε να τους μιμηθούν, έτσι και εδώ αναφέρει τους υποκριτές… και σωστά είπε υποκριτές· διότι το μεν προσωπείο ήταν ελεημοσύνη, η διάνοιά τους όμως είχε ωμότητα και απανθρωπιά. Διότι δεν ελεούν για τους πλησίον, αλλά για να απολαύσουν αυτοί δόξα· το οποίο ήταν δείγμα έσχατης ωμότητας, ενώ ο άλλος πεθαίνει από την πείνα, αυτοί να ζητούν δόξα και να μη σταματούν τη συμφορά» (Χ).
«Υποκριτές είναι αυτοί που άλλο μεν είναι, άλλο όμως φαίνονται· και αυτοί λοιπόν φαίνονται μεν ελεήμονες, είναι όμως άλλοι» (Θφ).
Ο Κύριος έχει υπ’ όψη τους Φαρισαίους, οι οποίοι αξίωναν ότι ήταν και θεωρούνταν κοινώς υποδείγματα για καθέναν που επιθυμούσε να είναι ακριβής τηρητής του νόμου. Και δεν αναφέρει μεν αυτούς ονομαστικά, αλλά από το κεφ. κγ γίνεται φανερό, ότι αυτοί υπονοούνται και εδώ. Αλλά και χωρίς το κεφ. αυτό, δεν χωρά αμφιβολία, ότι για τους Φαρισαίους πρόκειται. Δες Ματθ. ιε 7,κβ 18 (p).
(3)   Ρύμη είναι επέκταση δρόμου σε πόλη που είναι περιφραγμένη και από τις δύο πλευρές με οικοδομήματα (g). Στο Λουκ. ιδ 21 μπαίνει σε αντίθεση με τις πλατείες. Εδώ όμως φαίνεται να σημαίνει μάλλον πλατιούς δρόμους (ο).
(4)   Ο Κύριος γνωρίζει τα μυστικά των θείων βουλών (b).
(5)   Η πρόθεση «από» στο ρήμα απέχουσι δηλώνει το τελείως, ολοτελώς (δ). Παίρνουν πλήρως την αμοιβή τους και ο Θεός δεν οφείλει σε αυτούς τίποτα (p). «Με το να επαινούνται δηλαδή, πήραν το παν από τους ανθρώπους» (Θφ).

Ματθ. 6,3  σοῦ δὲ ποιοῦντος(1) ἐλεημοσύνην μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου(2),
Ματθ. 6,3  Συ δε, όταν κάνης ελεημοσύνην, να την προσφέρης με τόσην μυστικότητα, ώστε το αριστερό σου χέρι να μη μάθη το καλό που κάνει το δεξί σου.
(1)   «Αφού είπε πώς δεν πρέπει να κάνουν, δείχνει πάλι πώς πρέπει να κάνουν» (Χ).
(2)   «Πάλι εδώ δεν υπαινίσσεται χέρια, αλλά το είπε αυτό υπερβολικά. Αν είναι δυνατόν, λέει, να αγνοήσεις τον εαυτό σου, φρόντισέ το αυτό με κάθε τρόπο, ακόμη και αν είναι δυνατόν να κρυφτούν τα χέρια που διακονούν» (Χ).
Συνήθως την ελεημοσύνη τη δίνουμε με το δεξί. Χρησιμοποιεί λοιπόν ο Σωτήρας πολύ έξυπνη εικόνα, κατά την οποία μόνο το απαραίτητο της ελεημοσύνης όργανο, όπως είναι το δεξί χέρι, οφείλει να ξέρει μαζί μας ό,τι πράξαμε· ούτε το ίδιο το άλλο χέρι ας μην ξέρει τι κάνει το δεξί (δ). «Αυτός που κάνει κρυφά το καλό και δεν δημοσιεύει αυτό, αλλά ζητά να διαφύγει την προσοχή και του ίδιου του ευεργετουμένου, αυτός είναι για τον οποίο λέει ο Κύριος, να μη γνωρίζει το αριστερό σου τι κάνει το δεξί σου» (Σευήρου).
Σοβαρή και η ερμηνεία: «Με το αριστερό χέρι υπαινίχτηκε αυτούς που μας είναι πολύ κοντινοί και οικείοι. Διότι τίποτα δεν είναι πιο κοντινό και οικείο σε σένα από το χέρι σου. Ούτε αυτοί, λέει, να γνωρίζουν την ελεημοσύνη του δεξιού σου χεριού» (Ζ).
Αξιοσημείωτη και η: «το αριστερό χέρι γνωρίζει το δεξιό και καθήκον έργο, όταν μολύνεται από φιλοδοξία» (Ω).

Ματθ. 6,4  ὅπως ᾖ σου ἡ ἐλεημοσύνη ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου(1) ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ(2).
Ματθ. 6,4  Δια να μείνη έτσι η ελεημοσύνη σου μυστική και άγνωστος• και ο Πατήρ σου, που βλέπει και τα πλέον απόκρυφα έργα, θα σου δώση την αμοιβήν ενώπιον όλου του κόσμου.
(1)   «Ετοιμάζει σε αυτόν μεγάλο και σεμνό θέατρο και δίνει σε αυτόν άφθονα ό,τι ακριβώς επιθυμεί. Διότι, τι θες, λέει. Δες θες να έχεις κάποιους θεατές των πράξεων; Ορίστε λοιπόν, έχεις όχι αγγέλους και αρχαγγέλους αλλά το Θεό των όλων… Αν είναι ανάγκη να κάνεις επίδειξη, πρέπει να επιδεικνύεσαι στον Πατέρα προ πάντων· και μάλιστα πολύ περισσότερο όταν κύριος και του στεφανώματος και της τιμωρίας είναι ο Πατέρας» (Χ).
(2)   «Αν όμως επιθυμείς να έχεις και ανθρώπους θεατές, ούτε αυτής της επιθυμίας σε αποστερεί, αλλά στον κατάλληλο καιρό, αλλά και σου παρέχει αυτό και με μεγαλύτερη υπερβολή. Διότι τώρα μεν αν κάνεις επίδειξη, θα μπορέσεις να επιδειχτείς μόνο σε δέκα και είκοσι ή και εκατό ανθρώπους· αν όμως επιδιώκεις να κρυφτείς τώρα, τότε ο ίδιος ο Θεός θα σε ανακηρύξει, όταν θα είναι παρούσα όλη η οικουμένη… Και τώρα μεν θα σε κατηγορήσουν οι θεατές ως κενόδοξο· όταν όμως σε δουν να στεφανώνεσαι, όχι μόνο δεν θα κατηγορήσουν, αλλά και θα θαυμάσουν όλοι» (Χ).

Ματθ. 6,5  Καὶ ὅταν προσεύχῃ(1), οὐκ ἔσῃ(2) ὥσπερ οἱ ὑποκριταί(3), ὅτι φιλοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς(4) καὶ ἐν ταῖς γωνίαις τῶν πλατειῶν(5) ἑστῶτες(6) προσεύχεσθαι, ὅπως ἂν φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν(7).
Ματθ. 6,5  Και όταν προσεύχεσαι, δεν πρέπει να μιμήσαι τους υποκριτάς. Διότι αυτοί ευχαριστούνται και επιδιώκουν να στέκουν όρθιοι και να προσεύχωνται εις τας συναγωγάς και εις τας γωνίας των πλατειών,δια να επιδειχθούν. Αληθινά σας λέγω, ότι παίρνουν έτσι την ανταμοιβήν των.
(1)   Αυθεντική γραφή: όταν προσεύχησθε ουκ έσεσθε ως οι…
(2)   Ο μέλλοντας εδώ όπως και στο ε 48= δεν πρέπει να είσαι τέτοιος (δ).
(3)   «Πάλι και αυτούς τους ονομάζει υποκριτές και πολύ λογικά· διότι προσποιούνται ότι προσεύχονται στο Θεό αλλά κοιτάζουν γύρω τους ανθρώπους και δεν στέκονται όπως οι ικέτες αλλά όπως άνθρωποι καταγέλαστοι. Διότι αυτός που πρόκειται να ικετέψει, αφού τους αφήσει όλους, προς εκείνον μόνο βλέπει, αυτόν που είναι κύριος να δώσει το αίτημα» (Χ).
(4)  Στα χρόνια του Κυρίου δεν υπήρχε εξ’ επαγγέλματος αρχηγός στην προσευχή στις προσευχές στις τελετές των συναγωγών, αλλά το καθήκον αυτό αναλαμβανόταν από κάποιο μέλος της συναγωγής, ο οποίος στεκόταν μπροστά στο κιβώριο (=κουβούκλιο) που περιείχε τα ειλητάρια (παπύρους) του νόμου (S). Οι Φαρισαίοι λοιπόν επεδίωκαν να προΐστανται στην προσευχή στις συναγωγές.
(5)   Πλατεία με την ίδια έννοια όπως και σε μας, οπότε η φράση στις γωνίες των πλατειών= στα άκρα των πλατειών, για να μην ενοχλούνται από τα αχθοφόρα ζώα που περνούσαν από τη μέση τους (L).
Ή, πλατεία εννοείται η οδός, οπότε γωνίες των πλατειών, εκεί όπου οι δρόμοι συναντιούνται (b), τα σταυροδρόμια. Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
Δεν είναι ανάγκη να υποθέσουμε, ότι οι Φαρισαίοι έβγαιναν στις οδούς για να προσευχηθούν, αλλά ότι, όταν σε ώρα προσευχής βρίσκονταν σε κάποια πλατεία, επιδεικτικά εκδήλωναν την αφοσίωσή τους (p). Οι Μωαμεθανοί διατήρησαν στο σημείο αυτό, όπως και σε άλλα, την παλαιά παράδοση της Ανατολής. Όταν σημαίνει ώρα προσευχής, ο μουσουλμάνος, εφόσον βρίσκεται έξω από το σπίτι του, ζητά χαλί και παίρνει τη στάση της προσευχής στραμμένος προς την Μέκκα (L).
(6)   Μάλλον με την έννοια του δικού μας ποζάρω. Δηλώνει την επιτηδευμένη στάση, που αποσκοπεί στο να γίνουν ορατοί (L).
(7)   «Δεν είπε, ότι δεν θα πάρουν μισθό αυτοί, αλλά ότι παίρνουν, δηλαδή ότι θα πάρουν μεν, από αυτούς όμως που επιθυμούν αυτοί… Εφόσον ζητούν την από τους ανθρώπους αμοιβή, δεν θα ήταν δίκαιοι να πάρουν από το Θεό, για τον οποίο δεν έκαναν τίποτα» (Χ).

Ματθ. 6,6  σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ(1), εἴσελθε εἰς τὸν ταμιεῖόν(2) σου, καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ(3), καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει(4) σοι ἐν τῷ φανερῷ.
Ματθ. 6,6  Συ όμως, όταν θέλης να προσευχηθής, προτίμα το ιδιαίτερον δωμάτιόν σου, κλείσε την θύραν και κάμε την προσευχήν σου στον Πατέρα σου, που είναι αόρατος και σαν κρυμμένος. Και ο Πατήρ σου, που βλέπει και τα πλέον απόκρυφα, θα σου αποδώση εις τα φανερά την αμοιβήν σου.
(1)   =Όταν έχεις κατά νου να προσευχηθείς (δ) «Ομοίως και εδώ, αφού είπε πώς δεν πρέπει να κάνουμε, λέει και πώς πρέπει να κάνουμε» (Ζ).
(2)   Δηλώνει στους αρχαίους η λέξη την αποθήκη, το κελλάρι της οικίας και έπειτα το θησαυροφυλάκιο· στους Ο΄και την Κ.Δ. δηλώνει το εσωτερικότερο δωμάτιο του σπιτιού, το ιδιαίτερο δωμάτιο του ύπνου (δ).
«Τι λοιπόν; Σε εκκλησία δεν πρέπει να προσευχόμαστε; Και πάρα πολύ βέβαια, αλλά με τέτοια διάθεση… Διότι και αν ακόμη μπεις στο δωμάτιο και κλείσεις την πόρτα, αλλά το κάνεις αυτό για επίδειξη, τίποτα δεν σε ωφελούν οι πόρτες… Επομένως, και αν ακόμη κλείσεις τις πόρτες, αυτό θέλει να κατορθώσεις πριν το κλείσιμο των πορτών, το να κλείσεις δηλαδή και τις πόρτες του νου. Διότι παντού μεν είναι καλό να απαλλαχτεί κάποιος από την κενοδοξία, κατεξοχήν όμως στην προσευχή» (Χ).
Ο Κύριος δεν καταδικάζει εδώ τη δημόσια λατρεία, αλλά τις ιδιωτικές προσευχές, στις οποίες χωρίς ανάγκη δίνεται δημοσιότητα με σκοπό να επιτευχθεί φήμη για ειδική αγιότητα.
(3)   Ο Θεός και είναι και βλέπει στα κρυφά (b). «Λέει στον Πατέρα σου στα κρυφά, αντί να πει στον αόρατο» (Ζ).
«Επειδή λοιπόν αυτός είναι αόρατος, τέτοια θέλει να είναι και η προσευχή σου» (Χ).
(4)   «Δεν είπε θα σου χαρίσει, αλλά θα αποδώσει. Διότι έκανε τον εαυτό του χρεώστη σε εσένα και με αυτό σου έκανε μεγάλη τιμή» (Χ). Εδώ η έμφαση δεν είναι στο άκουσμα της προσευχής, αλλά στην αμοιβή για την αποφυγή της επίδειξης (a).

Ματθ.6,7  Προσευχόμενοι δὲ μὴ βαττολογήσητε(1) ὥσπερ οἱ ἐθνικοί(2)· δοκοῦσι(3) γὰρ ὅτι ἐν τῇ πολυλογίᾳ(4) αὐτῶν εἰσακουσθήσονται.
Ματθ. 6,7  Οταν δε προσεύχεσθε, μη πολυλογείτε και φλυαρείτε όπως κάνουν οι εθνικοί• διότι αυτοί φαντάζονται ότι θα εισακουσθούν χάρις εις την πολυλογίαν των.
(1)   Βαττολογέω και σύμφωνα με αυθεντική γραφή: βατταλογέω α) τραυλίζω, και επειδή αυτοί που τραυλίζουν συνηθίζουν να επαναλαμβάνουν τους ίδιους φθόγγους, σημαίνει β) μιλώντας επαναλαμβάνω τα ίδια, λέω πολλά και μάταια λόγια, φλυαρώ, πολυλογώ. Για αυτό και εδώ εξηγείται με τη λέξη πολυλογία. Το ρήμα αυτό άλλοι μεν το ετυμολογούν από τον Βάττο, βασιλιά της Κυρήνης, ο οποίος λέγεται ότι ήταν τραυλός (Ηροδότ. 4,155), άλλοι από κάποιον Βάττο συγγραφέα μακρών και πολυλόγων ποιημάτων.
Αλλά εάν συγκρίνει κάποιος αυτό με το βατταρίζω, το οποίο έχει την ίδια έννοια, και με το βάρβαρος, θα βρει πολύ πιθανότερο, ότι η λέξη είναι του γένους των ονοματοποιημένων (g), δηλαδή ετυμολογείται από το βατ, ήχο αυτών που ψελλίζουν και τραυλίζουν (δ). Η σιναϊτική συριακή μετάφραση αποδίδει τη λέξη «μη λέτε μπαττάλάθά» δηλαδή ανωφελή, ανόητα (a).
Μη βαττολογήσετε λοιπόν σημαίνει ή μη φλυαρήσετε «βαττολογία εδώ λέει τη φλυαρία, όπως όταν ζητάμε από το Θεό αυτά που δεν ταιριάζουν, δυναστείες και δόξες και το να νικάμε τους εχθρούς και περιουσίες χρημάτων» (Χ) «και τα παρόμοια όσα ούτε την ψυχή ωφελούν, ούτε για τη συντήρηση του σώματος είναι αναγκαία» (Ζ).
Ή, εδώ κυρίως καταδικάζεται η ιδέα ότι ο Θεός για να εισακούσει τις προσευχές μας, είναι ανάγκη να ενοχληθεί και είναι δυνατόν να ενοχληθεί και ότι οι αιτήσεις, εάν επαναληφθούν πολλές φορές, είναι πιθανότερο να εισακουστούν παρά εάν απευθυνθούν μόνο μία φορά. Δες την αντίθεση ανάμεσα στη σύντομη προσευχή του Ηλία (Γ΄Βασ. ιη 36,37) και σε αυτήν των ψευδοπροφητών του Βάαλ, οι οποίοι από το πρωί μέχρι το μεσημέρι επαναλάμβαναν στερεότυπα: Ω Βάαλ άκουσέ μας. Δεν πρέπει να νομίζουμε, ότι οι προσευχές είναι μαγικές επωδοί και ότι μπορεί να επιδράσουν στο Θεό σαν κάποια μαγεία που τον εξαναγκάζει να πράξει ό,τι δεν θέλει να πράξει.
Ο Κύριος δεν καταδικάζει εδώ κάθε επανάληψη στην προσευχή, διότι και ο ίδιος χρησιμοποίησε τα ίδια λόγια πάλι και πάλι στη Γεθσημανή (Ματθ, κστ 44,Μάρκ. ιδ 39), αλλά την δεισιδαιμονική και βέβηλη επανάληψη. Επαναλαμβάνουμε τις ικεσίες μας, όχι για να εξασφαλίσουμε την προσοχή του Θεού, σαν να είναι δυνατόν να μας χορηγήσει στην τρίτη επανάληψη ό,τι αρνήθηκε να μας παράσχει στην πρώτη, αλλά μόνο και μόνο για να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας. Ο Θεός είναι πάντοτε έτοιμος να ακούσει τις ανάγκες των παιδιών του, αλλά τα παιδιά του δεν προσέχουν πάντοτε σε ό,τι λένε, όταν αναφέρουν τις ανάγκες τους μπροστά του (p).
Αξιόλογη η ερμηνεία που συνδυάζει και τις δύο =βαττολογώ σημαίνει φλυαρώ για ασήμαντα και γελοία πράγματα και επαναλαμβάνω τα ίδια (δ).
(2)   «Εδώ γελοιοποιεί τους εθνικούς, κάνοντας σε κάθε περίπτωση τον ακροατή να ντραπεί από την μηδαμινότητα των προσώπων» (Χ). Και οι δικοί τους συγγραφείς, τούς κατηγορούσαν διότι κούραζαν τους θεούς τους (F).
(3)   «Νομίζουν μεν, αλλά όχι σωστά» (Ζ).
(4)   Οι εθνικοί «όχι μόνο ζητούν πράγματα αταίριαστα, αλλά κάνοντας και μακρές τις αιτήσεις για αυτά, νομίζουν ότι πείθουν με το να  μακρολογούν» (Ζ). Ο Αυγουστίνος λέει, ότι η παραγγελία του Κυρίου μας καταφέρεται εναντίον του να λέμε πολλά, όχι εναντίον του να προσευχόμαστε πολύ (ο).

Ματθ. 6,8  μὴ οὖν ὁμοιωθῆτε αὐτοῖς· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρὸ τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι αὐτόν(1).
Ματθ. 6,8  Μη ομοιάσετε λοιπόν με αυτούς• διότι ο Πατήρ σας γνωρίζει από ποιά πράγματα έχετε ανάγκην, πριν του τα ζητήσετε.
(1)   «Και αν ξέρει αυτά που χρειαζόμαστε, για ποιό λόγο πρέπει να προσευχόμαστε; Όχι για να διδάξεις αλλά για να τον λυγίσεις, για να γίνεις οικείος του με τη συνέχεια της προσευχής, για να ταπεινωθείς, για να θυμηθείς τα αμαρτήματά σου» (Χ).
«Έτσι ώστε αφού απομακρυνθούμε από τα βιοτικά να ωφεληθούμε μιλώντας σε αυτόν» (Θφ). «Η προσευχή γαληνεύει και καθαρίζει την καρδιά και κάνει αυτήν ικανότερη να δεχτεί τα θεία δώρα. Ο Θεός είναι πάντοτε έτοιμος να δώσει σε μας το φως του, αλλά δεν είμαστε και εμείς πάντοτε έτοιμοι να το δεχτούμε» (Αυγ. De Serm. Dom ΙΙ,ΙΙΙ 14).
Με την προσευχή ανοίγουμε τους αγωγούς, μέσω των οποίων ευλογίες, οι οποίες είναι πάντοτε έτοιμες, μπορούν να ξεχυθούν (p). Η προσευχή είναι αναγκαία για τον άνθρωπο, όχι για το Θεό. Ο Θεός δεν παρέχει αναγκαστικά τις δωρεές του στα παιδιά του που δεν θέλουν. Εάν τα παιδιά του επιθυμούν αυτά, θα τα ζητήσουν με προσευχή (S)

Ματθ. 6,9  οὕτως(1) οὖν προσεύχεσθε ὑμεῖς(2)· Πάτερ(3) ἡμῶν(4) ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς(5)· ἁγιασθήτω(6) τὸ ὄνομά σου(7)·
Ματθ. 6,9  Σεις λοιπόν έτσι να προσεύχεσθε• Πατερ ημών, που είσαι πανταχού παρών, αλλά εξαιρετικά στους ουρανούς κάνεις αισθητήν την παρουσίαν σου, ας αναγνωρισθή η αγιότης σου και ας δοξασθή και ας λατρευθή άξίως το όνομά σου απ’ όλα τα λογικά όντα του ουρανού και της γης.
(1)   Κατά τον τρόπο αυτόν, όχι με τις λέξεις αυτές (a). Ο Κύριος παρέχει εδώ περίληψη όλων των προσευχών, η οποία δεν θέτει σε αχρηστία κάθε άλλη προσευχή, που καλύπτει όμως όλες τις επίγειες και πνευματικές ανάγκες του ανθρώπου και εκφράζει όλους τους ουράνιους πόθους της φιλόθεης ψυχής. Παρέχει επίσης υπόδειγμα και πρότυπο για όλες τις προσευχές, που δείχνει τι είδους προσευχές και με ποιο πνεύμα πρέπει να γίνονται. Η έμφαση στο τμήμα αυτό του σ. πέφτει στο ούτως (έτσι) και στο υμεις (εσείς)= Εσείς τα παιδιά του αληθινού Θεού πρέπει να προσεύχεστε έτσι (p).
(2)   Ο Λουκάς (ια 1-4) παραθέτει αυτήν με άλλα περιστατικά και με συντομευμένη μορφή, πιθανώς διότι ο θείος Διδάσκαλος επανέλαβε αυτήν δύο φορές (F). Στην προσευχή αυτή ο Μεσσίας αποδίδει σε ανθρώπινη γλώσσα τους ανέκφραστους στεναγμούς, με τους οποίους το Πνεύμα προσεύχεται για χάρη μας. Και αν ήταν αλήθεια, ότι για το καθένα από τα αιτήματα της προσευχής μπορούν να βρεθούν παράλληλα στις ιουδαϊκές προσευχές, η προσευχή ως σύνολο θα παρέμενε και πάλι απαράμιλλη. Αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Πραγματικών παράλληλων του «Γενηθήτω το θέλημά σου» και του «τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον» αναζητείται ακόμη η εύρεση.
Κάποια επίσης από τα παράλληλα, τα οποία παρουσιάστηκαν για τα άλλα αιτήματα είναι ίσως νεώτερα της Προσευχής και είναι δυνατόν να πάρθηκαν από αυτήν. Θα ήταν παρόλ’ αυτά εκπληκτικό, εάν όλα τα αιτήματα της Κυριακής προσευχής ήταν νέα και εάν στις προσευχές, οι οποίες χρησιμοποιούνταν από το λαό του Θεού, δεν υπήρχε τίποτα το οποίο ο Υιός του Θεού να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει και για την οικοδομή της εκκλησίας του. Η Κυριακή προσευχή είναι ο καρπός της θρησκευτικής πείρας της ανθρωπότητας, η οποία υψώθηκε στο μεσουράνημά της στην πείρα του Υιού του ανθρώπου. Τέτοια λοιπόν προσευχή επόμενο είναι να περιέχει καινούργια και παλαιά.
Ως προς τον αριθμό των αιτημάτων της δεν επιτεύχθηκε συμφωνία, όπως και προκειμένου για τον αριθμό των μακαρισμών. Άλλοι μεν καθορίζουν αυτά σε 5, άλλοι σε 6 και άλλοι σε 7. Ο 7 είναι ελκυστικός αριθμός και επιτυγχάνεται με τον υπολογισμό του αιτήματος «καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν», «ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ» ως δύο αιτημάτων. Τα 6 αιτήματα μειώνονται σε 5, εάν θεωρηθεί το αίτημα «αγιασθήτω το όνομά σου» ως έκφραση ύμνου μάλλον παρά ως αίτημα, σύμφωνα με τον ύμνο Ευλογητός ο Θεός του Ισραήλ. Αλλά η Κυριακή προσευχή άριστα θεωρείται ότι συνίσταται από δύο ίσα μέρη, το καθένα από τα οποία περιλαμβάνει 3 αιτήματα. Και όπως στις 10 εντολές το πρώτο μέρος αναφέρεται στο Θεό και το δεύτερο στον άνθρωπο, έτσι και στην Κυριακή προσευχή με τα πρώτα 3 αιτήματα ζητούμε τη δόξα του ουράνιου Πατέρα μας, ενώ με τα 3 τελευταία ζητούμε τα ωφέλιμα για μας και τους πλησίον μας.
Σε κάθε μία από τις δύο αυτές τριάδες υπάρχει πρόοδος. Στην πρώτη, ο αγιασμός του θείου ονόματος οδηγεί στην έλευση της βασιλείας του Θεού και αυτή πάλι οδηγεί στην τέλεια εκπλήρωση του θείου θελήματος. Στη δεύτερη τριάδα η επίτευξη των αγαθών ακολουθείται από την απομάκρυνση του κακού, του περασμένου, του τωρινού και του μελλοντικού. Η θαυμάσια αυτή αναλογία και ανάπτυξη δεν μπορεί να είναι τυχαία· και σε οποιαδήποτε έκταση και αν χρησιμοποιήθηκε παλαιό υλικό στην προσευχή, συντέθηκε αυτή στο πνεύμα εκείνου, ο οποίος είπε: «Να, κάνω τα πάντα καινούργια» (Αποκ. κα 5)(p).
(3)   Στην Π.Δ. ο Θεός είναι Πατέρας του ιουδαϊκού έθνους (Δευτ. λβ 6,Ησ. ξγ 16,Ιερεμ. γ 4,19,λα 9,Μαλαχ. α 6,β 10). Στα Δευτεροκανονικά βιβλία της Π.Δ. (Σοφ. Σολ. β 16,ιδ 3,Σοφ. Σειρ. κγ 1,4,να 10,Τωβ. ιγ 4) ονομάζεται και Πατέρας επί μέρους ατόμων. Είναι γεννήματά του, που δημιουργήθηκαν κατ’ εικόνα του και αντικείμενα της στοργικής φροντίδας του. Αλλά η Κ.Δ. προχωρεί πολύ πέρα από αυτό, σε πατρότητα δηλαδή η οποία δεν έγινε ακόμη καθολική, διότι μόνο «όσοι δέχτηκαν αυτόν έδωσε σε αυτούς εξουσία να γίνουν παιδιά του Θεού, όσοι πίστεψαν στο όνομά του» (Ιω. α 12).
«Λέγοντας «Πατέρα» δείχνει σε σένα ποίων αγαθών αξιώθηκες με το να γίνεις υιός Θεού» (Θφ). «Διότι αυτός που είπε Πατέρα το Θεό, με αυτήν τη μία ονομασία, ομολόγησε και άφεση αμαρτημάτων… και δικαιοσύνη και αγιασμό και απολύτρωση και υιοθεσία και κληρονομία και αδελφότητα με τον Μονογενή και του Πνεύματος τη χορηγία» (Χ).
Από αυτό γεννιέται και η υποχρέωση, «ώστε να ζούμε αντάξια ενός τέτοιου πατέρα· διότι αυτός που ζει κακά μεν, αλλά ονομάζει το Θεό πατέρα του, ψεύδεται εναντίον και του Θεού και του εαυτού του» (Ζ).
(4)   «Διδάσκει επίσης να κάνουμε την προσευχή και κοινή χάριν των αδελφών. Διότι δεν λέει ο Πατέρας μου… αλλά ο Πατέρας μας, αναπέμποντας τις προσευχές χάριν του κοινού σώματος και να μην αποβλέπει πουθενά στο δικό του συμφέρον, αλλά παντού στο του πλησίον. Από αυτό επίσης και την έχθρα καταστρέφει και την απελπισία ελαττώνει και τον φθόνο ξεριζώνει και την… αγάπη εισάγει και την ανωμαλία των ανθρωπίνων πραγμάτων εξορίζει… Διότι χάρισε σε όλους μία ευγενική καταγωγή, θεωρώντας άξιο να ονομαστεί ομοίως Πατέρας όλων» (Χ). Ανήκουμε σε μεγάλη οικογένεια και δεν πρέπει να είμαστε ιδιοτελείς στις προσευχές μας.
(5)   «Όταν λέει στους ουρανούς, δεν το λέει για να περικλείσει εκεί τον Θεό, αλλά για να απομακρύνει από τη γη τον προσευχόμενο και να τον κάνει να προσηλωθεί στους υψηλούς τόπους και στις άνω κατοικίες» (Χ).
«Με το να πει στους ουρανούς, σού έδειξε την πατρίδα σου και το σπίτι το πατρικό» (Θφ), «για να καταφρονούμε τα γήινα, σπεύδοντας να ανεβούμε με τη σκάλα των αρετών εκεί, όπου είναι ο πατέρας μας… και ο Θεός λέγεται μεν ότι είναι παντού, κατεξοχήν όμως σε τόπους άξιους, διότι αυτοί οι τόποι είναι περισσότερο δεκτικοί αυτού. Για αυτό λοιπόν λέμε ότι είναι στον ουρανό ο Θεός· διότι είναι καθαρότατος ο τόπος εκείνος, και διότι σε αυτόν βρίσκονται οι άϋλες δυνάμεις (άγγελοι) και τα πλήθη των αγίων, στους οποίους επαναπαύεται» (Ζ).
Αντιτίθεται και με την περί Θεού ιδέα των εθνικών, σύμφωνα με την οποία οι θεοί είχαν την κατοικία τους σε κορυφές γήινων βουνών, όπως ο Όλυμπος. Τη φράση πρέπει να την πάρουμε και ότι συμβολίζει την απανταχού παρουσία του Θεού και την υπερβατικότητά του πάνω από το χώρο και τον τόπο (ο).
(6)   Αγιάζω=κάνω άγιο, καθιστώ ή κηρύττω ιερό ή άγιο, καθιερώνω. Σημαίνει λοιπόν εδώ, κάνω αξιοσέβαστο ή αναγνωρίζω, με ευσέβεια λατρεύω (g).
«Το αγιασθήτω αυτό σημαίνει να δοξαστεί. Διότι την μεν δική του δόξα την έχει ολοκληρωμένη και αναλλοίωτη πάντα. Προστάζει όμως τον προσευχόμενο να θεωρεί άξιο να δοξάζεται ο Θεός και από τη δική μας ζωή… Καταξίωσέ μας, λέει, να ζούμε τόσο καθαρά, ώστε μέσω ημών να σε δοξάζουν όλοι» (Χ).
«Αυτό να κάνουμε βασικό αίτημα της προσευχής, το να μην βλασφημείται δηλαδή με τη δική μου ζωή το όνομα του Θεού, αλλά να δοξάζεται και να αγιάζεται. Μέσα από μένα λοιπόν, λέει, να αγιαστεί το όνομα της δικής σου κυριαρχίας που επικαλέστηκα» (Γν).
«Ας δοξαστεί με τη δική μας ζωή, έτσι ώστε όλοι, βλέποντάς μας, να σε δοξάσουν» (Σχ.π). Η εφαρμογή όμως περιορίζει την έννοια να είναι πιο στενή. Μάλλον με ευρύτερη έννοια πρέπει να το πάρουμε ως εξής: Κάνε (το όνομά σου) γνωστό ως άγιο και δώσε ώστε να σεβαστούμε και εμείς αυτό ως άγιο. Παρακαλάμε, ώστε ο Θεός να αποκαλύψει όλο και πιο πολύ  την αγιότητα του χαρακτήρα του σε μας και να μας κάνει ικανούς να αναγνωρίσουμε την αγιότητά του και να αποδώσουμε σε αυτήν ευλαβή λατρεία και συνειδητή και ταπεινή μίμηση (p).
(7)   Το όνομα του Θεού είναι ακριβώς εκείνος ο τρόπος όρασης, με τον οποίο το απρόσιτο ον φανερώνεται σε μας και με τον οποίο, μάς επιτρέπει να έλθουμε σε σχέσεις μαζί του (L). Το όνομά του εκπροσωπεί τη φύση του, τον χαρακτήρα του, το είναι του, όσο μπορούν αυτά να γίνουν γνωστά (p).

Ματθ. 6,10 ἐλθέτω(1) ἡ βασιλεία σου(2)· γενηθήτω(1) τὸ θέλημά σου(3), ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς(4)·
Ματθ. 6,10  Ας έλθη η βασιλεία σου. Δώσε να εκτελήται το θέλημά σου και εις την γην, με όσην προθυμίαν και ακρίβειαν εκτελείται τούτο στον ουρανόν.
(1)   «Μη μας παραξενεύει το ότι λέγονται τα λόγια αυτά σαν να προστάζουν… λόγω της συνήθειας της Γραφής που έτσι πάντα σχηματίζει τις ευχές. Το γενηθήτω δηλαδή το θέλημά σου το λέει αντί για το· είθε (=μακάρι) να γίνει. Και ελθέτω η βασιλεία σου αντί για το· είθε να έλθει» (Β),
(2)   Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία: «βασιλεία εδώ λέει τη δευτέρα του παρουσία επειδή θα γίνει αυτή με πολλή δόξα» (Ζ).
Ή, η αιώνια βασιλεία του Θεού, η μέλλουσα μακαριότατη ζωή, η οποία προκαλεί την υψίστη ευχή των πιστών που ποθούν να σωθούν από την πονηρία του παρόντος βίου σε ζωή άπειρα μακάρια (δ). «Αυτή η λέξη πάλι φανερώνει παιδί με ευγνωμοσύνη, το να μην προσηλώνεται δηλαδή στα βλεπόμενα, ούτε να θεωρεί τα παρόντα σαν κάτι μεγάλο, αλλά να σπεύδει προς τον Πατέρα και να επιθυμεί τα μελλοντικά» (Χ).
Ή, πιο σωστή ερμηνεία, και οι τρεις ευχές που εκφράζονται στα τρία πρώτα αιτήματα, έχουν χαρακτήρα εσχατολογικό, αλλά δεν αποκλείει αυτός κάποιο ενδιάμεσο χρόνο, προετοιμασία πριν τη συντέλεια (L). Η βασιλεία του Θεού ιδρύθηκε από τον Κύριο και από τότε αναπτύσσεται και εξαπλώνεται. Το αίτημα αυτό ζητά ώστε η πρόοδός της να επισπευτεί με την αύξηση της γνώσης των εντολών του Θεού και της υπακοής σε αυτές. Ζητά ώστε οι αρχές της κυβέρνησης του Θεού να νικήσουν τις αρχές του κόσμου και του πονηρού, κυριαρχώντας πάνω στις καρδιές των ατόμων και των κοινωνιών (p).
«Ας έλθει σε μας η βασιλεία σου, δηλαδή είθε να βασιλευτούμε από εσένα και όχι από το διάβολο, και είθε εσύ να μας πείσεις και υποτάξεις στα δικά σου προστάγματα και όχι εκείνος» (Ζ).
«Ας μη με κατεξουσιάζει ο εχθρός και ούτε να με σύρει αιχμάλωτο με την αμαρτία· αλλά ας έλθει σε μένα η βασιλεία σου, για να φύγει από εμένα… Να διαλυθεί η εχθρική παράταξη… να σταματήσει ο πόλεμος της σάρκας κατά του πνεύματος· να μην είναι το σώμα ορμητήριο του εχθρού της ψυχής· ας κάνει την εμφάνισή της σε μένα η βασιλική δύναμη, το αγελικό χέρι» (Γν).
(3)   «Ας γίνει το θέλημά σου και πάνω στη γη από τους ανθρώπους, όπως γίνεται στον ουρανό από τους αγγέλους, για τους οποίους είπε ο Δαβίδ· «είναι λειτουργοί του, οι οποίοι κάνουν το θέλημά του» (Ψαλμ 102,21)· και θέλημα Θεού είναι οι εντολές του» (Ζ).
Ευχόμαστε «όχι ο Θεός να κάνει ό,τι θέλει, αλλά εμείς να μπορέσουμε να κάνουμε ό,τι ο Θεός θέλει… παρακαλούμε και ζητούμε, να γίνεται σε μας το θέλημα του Θεού» (Κυπριανός).
«Με τη δική σου δύναμη ας κατορθώσω αυτό το αγαθό θέλημα· ομοίως και τη δικαιοσύνη, την ευσέβεια, την αποξένωση από τα πάθη» (Γν).
Πρέπει να γνωρίσουμε το χαρακτήρα του Θεού προτού γνωρίσουμε τι θέλει. Για αυτό το αίτημα αγιασθήτω το όνομά σου προηγείται από το γενηθήτω το θέλημά σου. Δεν μπορούμε να ευχόμαστε, να γίνει το θέλημα κάποιου, όταν αγνοούμε, ποιο είναι το θέλημα αυτό. Η θέληση του Θεού δεν είναι η μόνη στο σύμπαν. Ο Θεός δημιούργησε και άλλες θελήσεις και άφησε αυτές ελεύθερες ακόμη και να αποστατούν από αυτόν.Το όνομα του Θεού δεν θα αγιαστεί γενικώς, ούτε η βασιλεία του θα έλθει πλήρως, εάν οι θελήσεις όλες δεν ενωθούν μαζί του σε ολοκληρωτική συμπάθεια (p).
(4)   «Και πάλι πρόσταξε καθένας από μας που προσευχόμαστε να λαμβάνει πρόνοια για την οικουμένη. Διότι δεν είπε, ας γίνει το θέλημά σου σε μένα ή σε μας, αλλά παντού στη γη, ώστε να καταργηθεί η πλάνη και να φυτευτεί η αλήθεια και να διωχτεί κάθε κακία και να επανέλθει η αρετή και να μην διαφέρει ως προς αυτήν καθόλου ο ουρανός από τη γη» (Χ).
«Όπως ακριβώς γίνεται το θέλημά σου στους θρόνους και τις αρχές και τις εξουσίες και τις κυριότητες (αγγελικά τάγματα) και σε όλες τις υπερκόσμιες δυνάμεις, χωρίς πουθενά η κακία να εμποδίζει την ενέργεια του αγαθού, έτσι και σε μας το αγαθό ας γίνει τέλειο, έτσι ώστε αφού απομακρυνθεί κάθε κακία, να ευοδώνεται εξ ολοκλήρου το θέλημά σου στις ψυχές μας» (Γν).
Οι λόγοι «ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς» μπορούν να αναφερθούν στο καθένα από τα τρία πρώτα αιτήματα, όπως αγιασθητω το όνομά σου ως εν ουρανω και επί της γης, ελθέτω η βασιλεία σου ως εν ουρανώ και επί της γης και γενηθήτω το θέλημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης (Catechismus Romanus). Αυτή η σύνδεση αποδίδει εξαιρετική έννοια (p).

Ματθ. 6,11 (1)τὸν ἄρτον(2) ἡμῶν(3) τὸν ἐπιούσιον(4) δὸς ἡμῖν(5) σήμερον·
Ματθ. 6,11  Δώσε μας σήμερα τον άρτον τον καθημερινόν και απαραίτητον δια την συντήρησίν μας.
(1)   «Γνωρίζοντας ότι η μεν αγγελική φύση δεν χρειάζεται τροφή, η ανθρώπινη όμως χρειάζεται αυτήν, διέταξε να ζητάμε το αναγκαίο της φύσης» (Ζ).
«Και τις μεν εντολές ομοίως διατάζει να εκτελούνται και από εμάς, όπως ακριβώς και οι άγγελοι εκπληρώνουν αυτά· συγκαταβαίνει όμως και στην ασθένεια της φύσης μας. Διότι, λέει, απαιτώ τόση ακρίβεια ζωής, όχι όμως απάθεια, διότι δεν το επιτρέπει αυτό η τυραννία της φύσης· διότι χρειάζεται την αναγκαία τροφή» (Χ).
«Διότι δεν ζητά από το Θεό ο άγγελος στις προσευχές τη χορήγηση του άρτου, επειδή έχει τη φύση του ελεύθερη από τέτοιες ανάγκες» (Γν).
(2)   «Πρόσεξε πώς και στα σωματικά υπάρχει πολύ το πνευματικό. Διότι διέταξε να κάνουμε την προσευχή όχι για χρήματα, ούτε για απόλαυση, ούτε για πολυτέλεια ρούχων, ούτε για τίποτα άλλο από τα παρόμοια, αλλά μόνο για ψωμί» (Χ).
Η λέξη άρτος λέγεται γενικά για να δηλώσει κάθε αναγκαίο για τη συντήρηση της ζωής μας. «Τον άρτο δώσε, όχι απόλαυση ούτε πλούτο, ούτε τα στολισμένα με άνθη φορέματα, ούτε χρυσαφικά στολίδια… ούτε ιδιοκτησία χωραφιών… όχι κοπάδια από άλογα και βόδια… αλλά τον άρτο» (Γν).
(3)   «Άρτο «μας», είπε, αντί να πει αυτόν που γίνεται για μας» (Ζ).
(4)   «Η λέξη επιούσιος δεν αναφέρεται από κανέναν από τους Έλληνες ούτε από τους σοφούς, ούτε συνηθίζεται να χρησιμοποιείται από τους απλούς ανθρώπους, αλλά φαίνεται ότι φτιάχτηκε (ως λέξη) από τους ευαγγελιστές» (Ω). Από πού παράγεται η λέξη;
Ή, «επιούσιον ονόμασε τον κατάλληλο για την ο υ σ ί α και ύπαρξη και σύσταση του σώματος» (Ζ). Έτσι ερμηνεύουν και οι Ω, Ιε., Θφ και Γν και πολλοί από τους νεώτερους. Έτσι η ετυμολογία της λέξης είναι από το επί και ουσία=τον άρτο που παίρνουμε για την ύπαρξη, για τη ζωή μας, δηλαδή τον απαραίτητο για την ύπαρξη και ζωή μας (δ). Σπανίως όμως και μάλιστα μόνο στο φιλοσοφικό λόγο η λέξη ουσία έχει την ίδια σημασία με τη λέξη ύπαρξη και ως επί το πλείστον σημαίνει ή την φύση ή τα πλούτη, τα οικεία πράγματα (g).
Ή, επιούσιον σημαίνει «αυτόν που δίνεται για την αυριανή ημέρα» (Σχ.π) από το επιούσα (ημέρα) δεδομένου, ότι η επιούσα ημέρα δεν σημαίνει αναγκαστικά την επομένη ημέρα(=το υπόλοιπο της ημέρας που ακολουθεί), αλλά αυτήν που έρχεται, την ημέρα που ανατέλλει (δες Πλάτ.Κρίτων 44α, Αριστοφ. Εκκλησ. 105 και Λυσ. Κατά Ερατοσθ. 17 όπου επιούσα νυξ=η νύχτα που ήλθε). Αρκεί λοιπόν να υποθέσουμε ότι η προσευχή απευθύνεται το πρωί για το διάστημα της ημέρας που ακολουθεί (L).
Και εάν όμως το επιούσα=η αυριανή, καμία ασυμφωνία δεν επέρχεται με το Ματθ. στ 34 («μη λοιπόν μεριμνήσετε για την αύριο»), ενώ άριστα ανταποκρίνονται μεταξύ τους το επιούσιον και σήμερον, διότι με το αίτημα εκείνη η διάθεση της ψυχής δηλώνεται, η οποία ευλαβικά αρκείται στην τροφή που αρκεί από τη μία στη άλλη ημέρα και όταν ζητά από το Θεό τα αναγκαία δεν ξεπερνά το μέτρο που θεραπεύει την εσχάτη ανάγκη του άμεσου μέλλοντος (g).
Σχετικό και το χωρίο Εξόδου ιστ 4, όπου προκειμένου για το μάννα ορίζεται ώστε ο λαός να μαζεύει μόνο αυτό που αρκεί για τη συντήρηση μίας ημέρας (S). Αλλά και η πληροφορία του Ιερωνύμου, ότι στο ευαγγέλιο το καθ’ Εβραίους χρησιμοποιείται η λέξη μαχάρ= για την επιούσα ημέρα, επιβεβαιώνει την παραπάνω εκδοχή (p). Σύμφωνη με αυτήν και η ερμηνεία «τον επιούσιον δηλαδή τον άρτο της μίας ημέρας» (Χ).
(5)   Το «Δώσε μου» θα αποτελούσε προσευχή, η οποία εύκολα θα μπορούσε να καταλήξει σε ιδιοτέλεια· το δώσε μας, όταν αισθάνεται κάποιος αυτό αποτελεί εγγύηση κατά της φιλαυτίας. «Είναι δημόσια και κοινή σε μας η προσευχή και όταν παρακαλούμε, παρακαλούμε όχι για έναν, αλλά για όλο το λαό, επειδή όλος ο λαός είμαστε ένα» (Κυπριανός De Dom. Orat. 7)

Ματθ. 6,12  καὶ(1) ἄφες ἡμῖν(2) τὰ ὀφειλήματα(3) ἡμῶν, ὡς(4) καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν(5) τοῖς ὀφειλέταις(6) ἡμῶν·
Ματθ. 6,12   Και συγχώρησε τα βαρύτατα χρέη μας, δηλαδή τας αναριθμήτους αμαρτίας μας, όπως και ημείς συγχωρούμεν εκείνους, οι οποίοι είναι οφειλέται απέναντί μας εξ αιτίας των αδικημάτων που μας έκαμαν.
(1)   Τα αιτήματα που απομένουν αναφέρονται στην αρχή, πρόοδο και τελείωση της πνευματικής μας ζωής σε αυτόν τον κόσμο· και αυτοί που απευθύνουν αυτά ομολογούν όχι μόνο την ανάγκη τους, αλλά και την ενοχή τους, τον κίνδυνό τους και τις δυσκολίες τους (b).
(2)   «Επειδή ξέρει καλά το πόσο εύκολα γλιστρά η φύση μας στην αμαρτία και προγνωρίζοντας, ότι και μετά το λουτρό της αναγέννησης (βάπτισμα) θα αμαρτήσουμε, διατάζει να παρακαλούμε για τα αμαρτήματα, τα οποία ονόμασε οφειλήματα» (Ζ).
«Ότι αυτή η προσευχή ταιριάζει σε πιστούς, και οι νόμοι της εκκλησίας το διδάσκουν και το προοίμιο της προσευχής· διότι όποιος δεν έχει μυηθεί στα μυστήρια δεν θα μπορούσε να αποκαλέσει το Θεό Πατέρα. Αν λοιπόν η προσευχή αρμόζει σε πιστούς… είναι φανερό ότι ούτε μετά το λουτρό (βάπτισμα) δεν αχρηστεύεται το κέρδος της μετανοίας» (Χ).
(3)   «Διότι είναι οφειλή και το αμάρτημα, διότι και αυτό κάνει υπεύθυνο τον άνθρωπο, όπως ακριβώς και το χρέος» (Ζ). Στα Ταργούμ η αραμαϊκή λέξη χομπά=χρέος, χρησιμοποιείται συχνά για δήλωση της αμαρτίας (S). Όλες οι παραβάσεις του καθήκοντος είναι χρέη προς το Θεό (p)· το οφείλημα δηλώνει την στον Θεό οφειλόμενη ικανοποίηση για την παράβαση οποιασδήποτε εντολής του (δ).
(4)   Το «ως» δείχνει σύγκριση, αλλά όχι και ακριβή αναλογία (L). «Δεν είναι ίσο αυτό με εκείνο· διότι εσύ μεν έχοντας ανάγκη συγχωρείς, ενώ ο Θεός μη έχοντας ανάγκη κανενός· εσύ συγχωρείς τον ομόδουλο, ενώ ο Θεός τον δούλο· εσύ όντας υπεύθυνος για αμέτρητα κακά, ενώ ο Θεός όντας αναμάρτητος» (Χ).
(5)   Αυθεντική γραφή αφήκαμεν. Παρουσιάζει την άφεση ως τετελεσμένο γεγονός. Η γραφή αφίεμεν δηλώνει αυτό που γίνεται πάντοτε, τον κανόνα τον οποίο στην πράξη πάντοτε τηρούμε (δ).
(6)   «Διδάσκει και εμάς να συγχωρούμε αυτούς που αμαρτάνουν σε μας, διότι αυτούς ονόμασε οφειλέτες» (Ζ). Συγχωρώ και τα οφειλήματα αυτού=συγχωρώ την ποινή για τα αμαρτήματα ή παρέχω συγγνώμη των αμαρτημάτων (g).
«Αυτό που κατεξοχήν πρέπει να παρατηρήσουμε, είναι το εξής, ότι σε καθένα από τα λεγόμενα [στην Κυριακή προσευχή] αφού ανέφερε ολόκληρη την αρετή, και σε αυτήν περιέλαβε και το να μη μνησικακούμε… δεν αρκέστηκε σε αυτά, αλλά θέλοντας να δείξει πόσο πολύ φροντίζει για αυτό το πράγμα, το βάζει και ιδιαιτέρως, και μετά την προσευχή δεν αναφέρει καμμία άλλη εντολή παρά μόνο αυτήν, λέγοντας το εξής, εάν συγχωρέσετε στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, θα τα συγχωρέσει και σε σας ο πατέρας σας ο ουράνιος» (Χ).

Ματθ. 6,13 καὶ μὴ εἰσενέγκῃς(1) ἡμᾶς εἰς πειρασμόν(2), ἀλλὰ ῥῦσαι(3) ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ(4). ὅτι(5) σοῦ(6) ἐστιν ἡ βασιλεία(7) καὶ ἡ δύναμις(8) καὶ ἡ δόξα(9) εἰς τοὺς αἰῶνας(10)· ἀμήν.
Ματθ. 6,13 Και μη επιτρέψεις να περιπέσωμεν εις πειρασμόν, αλλά γλύτωσέ μας από τον πονηρόν. Ζητούμεν δε αυτά από Σε, διότι ιδική σου είναι η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα στους ατελείωτους αιώνας. Αμήν.
(1)   Η κατά γράμμα μετάφραση του αραμαϊκού πρωτοτύπου είναι πιθανώς «και μη ποιήσεις ημάς εισελθείν», όπου το ποιήσεις έχει την έννοια του επιτρέψεις· μην επιτρέψεις να μπούμε· δες Ματθ. κστ 41, Μάρκ. ιδ 38,Λουκ. κβ 40,46. Ο Θεός δεν πειράζει τον άνθρωπο στο κακό (Ιακ. α 13), αλλά η πρόνοιά του επιτρέπει δοκιμασίες σε όλους (Εβρ. δ 15)(S).
Η ζωή είναι γεμάτη δοκιμασίες, από τις οποίες όχι όλες είναι πειρασμοί που ωθούν να πράξουμε ό,τι ο Θεός απαγορεύει. Όλες οι δοκιμασίες όμως είναι ευκαιρίες να πράξουμε το κακό, διότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτές με πνεύμα αποστασίας. Παρόλ’ αυτά κάθε είδος δοκιμασίας πρέπει να γίνεται δεκτό ως αναγκαίο μέσο για ενδυνάμωση των χαρακτήρων μας, διότι δεν μπορεί να υπάρξει αρετή χωρίς πειρασμούς προς το κακό (p).
«Παραχωρεί λοιπόν (ο Θεός) πολλές φορές να μας έρθουν οι πειρασμοί ή για κάθαρση των αμαρτιών μας ή για φανέρωσης της ψυχικής μας ανδρείας, όπως δίδαξε η ιστορία του Ιώβ» (Ζ).
(2)   «Και ο πειρασμός είναι δύο ειδών, ο μεν έχει ηδονή, ο άλλος οδύνη· και ο μεν πρώτος είναι εκούσιος και γεννά τα πάθη, ενώ ο άλλος ακούσιος και εξοντώνει τα πάθη. Τον μεν εκούσιο λοιπόν πρέπει να τον αποφεύγουμε· τον δε ακούσιο να τον απευχόμαστε μεν λόγω της ασθένειάς μας, όταν όμως έλθει να τον υπομένουμε γενναία, σαν καθαρτήριο» (Μάξιμος). Πειρασμός δεν είναι μόνο «κάθε αγώνας που γίνεται από επίδραση του δαίμονα, που έρχεται σε μας με οποιονδήποτε τρόπο, με τον οποίο δοκιμάζεται η ανδρεία της ψυχής μας» (Ζ), αλλά η λέξη περιλαμβάνει και τις δοκιμασίες με την έννοια που χρησιμοποιείται αυτή στα Ιακ. α 2 και Λουκ. κβ 28. Δες και Α΄ Πέτρ. δ 12.
Επειδή όμως η έκβαση κάθε δοκιμασίας είναι αμφίβολη, για αυτό είναι φυσικό να δειλιάζει κάποιος μπροστά σε αυτήν, έστω και αν γνωρίζει ότι από αυτήν μπορεί να προέλθει ως αγαθό αποτέλεσμα η στήριξη στην πίστη και αρετή. Μακάριοι βεβαίως είναι όσοι υπομένουν τις δοκιμασίες (Ματθ. ε 10), αλλά και ο Κύριος ο ίδιος αναγνώρισε ότι η σάρκα είναι ασθενής (Ματθ. κστ 41)(S).
«Εδώ μάς διδάσκει με σαφήνεια την ασημαντότητά μας και περιορίζει την έπαρσή μας, διδάσκοντας να αποφεύγουμε τους αγώνες και να μην ορμούμε σε αυτούς… Διότι αν μεν συρθούμε σε αυτούς πρέπει να σταθούμε γενναία, αν όμως δεν καλούμαστε σε αυτούς, να ησυχάζουμε και να αναμένουμε τον καιρό των αγώνων, για να δείξουμε και την έλλειψη κενοδοξίας και τη γενναιότητα» (Χ).
«Διατάζει λοιπόν να προσευχόμαστε μεν να μην μπούμε σε πειρασμό, αυτός όμως που φροντίζει τις ψυχές μας, άλλοτε μεν παραχωρεί, άλλοτε πάλι εμποδίζει, και τα δύο για το συμφέρον. Για αυτό, αν δεν έρχονται μεν οι πειρασμοί, πρέπει να τους αποφεύγουμε, όταν όμως έρχονται πρέπει να μαστε ανδρείοι, για να δείξουμε και τη μετριοφροσύνη μας και τη γενναιότητά μας» (Ζ).
(3)   Το ρήμα ρύομαι μπορεί να σημαίνει και το διαφυλάσσω, αλλά συνήθως έχει μάλλον την έννοια του απελευθερώνω από κίνδυνο πολύ απειλητικό, αν όχι και από κακό, το οποίο προσέβαλλε ήδη το θύμα του (L).
(4)   «Πονηρό εδώ αποκαλεί τον διάβολο, ορίζοντάς μας να έχουμε με αυτόν ανειρήνευτο πόλεμο και δείχνοντας ότι δεν είναι τέτοιος (πονηρός) από τη φύση του. Διότι η πονηρία δεν είναι συστατικό της φύσης αλλά αποτέλεσμα της προαίρεσης. Κατεξοχήν λοιπόν έτσι ονομάζεται εκείνος λόγω της υπερβολικής κακίας και επειδή έχει ανειρήνευτο πόλεμο με μας, παρόλο που δεν τον έχουμε αδικήσει σε τίποτα. Για αυτό δεν είπε· Σώσε μας από τους πονηρούς, αλλά από τον πονηρό, διδάσκοντάς μας να μην δυσαρεστούμαστε καθόλου με τους πλησίον μας για ό,τι κακό μας κάνουν, αλλά από αυτούς να μεταφέρουμε σε εκείνον την έχθρα, επειδή αυτός είναι αίτιος όλων των κακών» (Χ).
«Διότι δεν μας αδικούν εκείνοι, αλλά ο πονηρός» (Θφ).
Το πονηρού είναι αρσενικό ή ουδέτερο; Στην ελληνική μπορούμε να το πάρουμε είτε ως αρσενικό είτε ως ουδέτερο. Έτσι με έννοια ουδετέρου συναντιέται στα Λουκ. στ 45,Ρωμ. ιβ 9· σημαίνει όμως από την άλλη και το σατανά στα Ματθ. ιγ 19,38,Α Ιω. β 13,14,γ 12,ε 18. Εδώ το «α λ λ ά» ρυσαι…, υπονοεί, ότι το πονηρού είναι αρσενικό. Εάν γενικώς σημαινόταν το πονηρό, θα ανέμενε κάποιος αντί για το αλλά το «και». Οι γνώμες των Ελλήνων Πατέρων, οι οποίες για τέτοιο ζήτημα έχουν μεγάλη βαρύτητα, και των παλαιοτέρων λατίνων Πατέρων καθώς και οι μαρτυρίες των διαφόρων λειτουργιών, ευνοούν ισχυρά, ότι το πονηρού είναι αρσενικό (p).
(5)   Η δοξολογία δεν υπάρχει στυς κώδικες σιναϊτικό, βατικανό, τον κώδικα του Βέζα και τον κώδικα Ζ που χρονολογείται από τον Ε΄ αιώνα, καθώς και σε κάποιους από τους μικρογράμματους, ενώ σε κάποια αντίγραφα βρίσκεται το σχόλιο «το ότι σου εστί κλπ. δεν βρίσκεται σε κάποια (αντίγραφα) μέχρι το αμήν». Ομοίως δεν αναφέρουν αυτήν οι Ωριγένης, Κύριλλος Ιεροσολύμων, Γρηγόριος Νύσσης και κάποιοι άλλοι, ενώ ο Ζιγαβηνός στον θριαμβευτικό κατά Μασσαλιανών αναθεματισμό 7 λέει «το επιφώνημα που προστέθηκε στο τέλος από τους θείους φωστήρες και καθηγητές της εκκλησίας για δόξα της ομοούσιας Τριάδας, το ότι σου εστί κλπ., ούτε να το ακούσουν δεν ανέχονται (οι Μασσαλιανοί)»· από τους λατίνους δεν αναφέρουν αυτήν οι Τερτυλλιανός, Κυπριανός, Ιερώνυμος, Αυγουστίνος.
Από αυτά γεννήθηκαν εύλογες υπόνοιες, ότι ε