kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Φοβάσαι τον Θάνατο; ( Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Συγγραφέας: kantonopou στις Σεπτέμβριος 15, 2018

sv nikolaj velimirovic

Έχεις ακούσει για τον μακάριο διάκο Αββακούμ; Όταν τον οδηγούσαν οι Τούρκοι μέσω του Βελιγραδίου, στα δεσμά, για να τον καρφώσουν στον πάσσαλο, αυτός ο ιπποτικός Βόσνιος τραγουδούσε: «Ο Σέρβος είναι του Χριστού, χαίρεται, τον θάνατο»! Αυτά τα λόγια ακούγονται εντελώς σύμφωνα με το πνεύμα του απόστολου Παύλου ο όποιος γράφει στους Φιλιππησίους: «Συνέχομαι δε εκ των δύο, την επιθυμίαν έχων εις το αναλύσαι και συν Χριστώ είναι· πολλώ γαρ μάλλον κρείσσον· το δε επιμένειν εν τη σαρκί αναγκαιότερον δι’ υμάς» (Φιλιπ, 1,23-24). Ο απόστολος δεν μιλά καν περί του θανάτου αλλά μόνο περί της μετάβασης απ΄ αυτή τη ζωή στην άλλη ζωή. Και χαίρεται περισσότερο εκείνη τη ζωή παρά αυτήν.

Ρώτησα πρόσφατα έναν υγιή γέρο: «Τι θα επιθυμούσες από τον Θεό να σου δώσει περισσότερο στον κόσμο;» Έβαλε το χέρι στην καρδιά και απάντησε: «Τον θάνατο και μόνο τον θάνατο»! «Πιστεύεις στη ζωή μετά από τον θάνατο;» «Ακριβώς λόγω αυτής της πίστης επιθυμώ όσο πιο γρήγορα τον θάνατο», είπε ο γέρος.Οι άπιστοι φοβούνται τον θάνατο, αφού θεωρούν ότι ο θάνατος είναι εξ ολοκλήρου καταστροφή της ζωής. Πολλοί άνθρωποι που πιστεύουν πάλι φοβούνται τον θάνατο επειδή νομίζουν, ότι δεν ολοκλήρωσαν το καθήκον τους σ’ αυτόν τον κόσμο: Δεν έβαλαν τα παιδιά στον ορθό δρόμο ακόμα, ή δεν ολοκλήρωσαν ό,τι άρχισαν. Ακόμα και κάποιοι άγιοι άνθρωποι είχαν φόβο την ώρα του θανάτου. Όταν κατέβηκαν οι άγγελοι να πάρουν τη ψυχή του αγίου Σίσογιε, αυτός ο αγγελικός άνθρωπος προσευχόταν, να τον αφήσουν ακόμα λίγο στη ζωή ένεκεν μετάνοιας και προετοιμασίας για την άλλη ζωή. Οι άγιοι, λοιπόν, δεν φοβόντουσαν τον θάνατο αλλά την κρίση του Θεού μετά τον θάνατο. Και αυτός είναι ο μόνος δικαιολογημένος φόβος του χριστιανού, ο οποίος πιστεύει σταθερά στην άλλη ζωή και στην κρίση του Θεού.

Ενώ χωρίς την πίστη στην άλλη, την ουράνια ζωή, ο φόβος είναι το σχοινί γύρω από τον λαιμό, με το οποίο ο θάνατος τραβά τους καταδικασμένους στα έγκατά του. Η ζωή για τον άπιστο δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο άνεμος του θανάτου, ο άνεμος που σηκώνει και ρίχνει τη νεκρή στάχτη του ανακατεύει αυτή τη στάχτη και την ηρεμεί. Εάν ο άπιστος έως το τέλος σκεφτόταν λογικά, θα έπρεπε να πει ότι η ζωή στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Γι’ αυτόν η μόνη του πίστη είναι ο θάνατος, μόνη αιώνια δύναμη ο θάνατος, μοναδικός Θεός, ο θάνατος. Για μας τους χριστιανούς, όμως, ο θάνατος είναι ολοκλήρωση ενός σχολείου, το σήμα για το τέλος της υπηρεσίας στον στρατό, και γέφυρα για την επιστροφή στην πατρίδα. Στην πραγματικότητα ο θάνατος δεν υπάρχει καθαυτός για εκείνους οι οποίοι πιστεύουν στον Χριστό. Αυτός είπε στη Μάρθα -και τούτο το λέει και σε μας σήμερα- «εγώ είμι η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται- και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιωάν. 11,25-26), Σε ποιον θα πιστεύουμε, εάν όχι στον Χριστό, αδελφέ Σταύρο; Στους ανθρώπους δεν μπορείς να πιστεύεις ούτε όταν λένε το όνομά τους, ακόμα λιγότερο όταν λένε: «Θα σε πληρώσω αύριο», και ελάχιστα όταν μιλούν για βαθιά και υψηλά πράγματα. Εκτός του Υιού του Θεού κανείς δεν ξέρει τίποτα ούτε περί του θανάτου ούτε περί εκείνου που μας περιμένει μετά τον θάνατο. Αλλά Αυτός ήξερε και φανερώθηκε και έδειξε. «Κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος» (Α΄Κορ. 15,54), κατά τα λόγια του αποστόλου. Τότε τι έχουμε να φοβόμαστε απ΄ εκείνο που κατεπόθη με την ανάσταση του Χριστού; Δεν συμβαδίζει ο φόβος του θανάτου για τους προσκολλημένους στον Χριστό, τον νικητή του θανάτου και Ζωοδόχο.

Όμως, ένας φόβος παραμένει, εντελώς αμετακίνητος και δικαιολογημένος. Είναι εκείνος ο φόβος, που τον αισθάνονταν και οι άγιες ψυχές στην όψη του θανάτου. Τούτος είναι φόβος όχι από τον θάνατο αλλά από την ανετοιμότητα για εκείνη την αθάνατη ζωή. Ο φόβος από την ακαθαρσία της ψυχής μας. Αφού οι ακάθαρτοι δεν θα δουν τον Θεό, ούτε την πραγματική ζωή στους άγιους ουρανούς.
Ο Κύριος να είναι το θάρρος και η παρηγοριά σου.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΟΓΓΥΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις Σεπτέμβριος 15, 2018

agios loukas

Την προηγούμενη Κυριακή προσπάθησα να αποκαλύψω το μεγαλείο και το βάθος του λόγου του αποστόλου Παύλου που τον εαυτό του ονομάζει σπονδή στη Θυσία. Σας έλεγα για τις αμέτρητες συμφορές και τα βάσανα που υπόφερε σ’ όλη τη ζωή του για τον Κύριο Ιησού Χριστό, ο οποίος προσφέρθηκε Θυσία για τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Συμπληρώνοντας αυτά που σας έλεγα τότε, για τα παθήματα του μεγάλου αυτού αποστόλου, θα σας πω τώρα και τι υπέφερε σε μία πόλη της Μακεδονίας, στους Φιλίππους, για το κήρυγμά του. Με την καταγγελία κάποιων, που δεν τους άρεσε το κήρυγμά του, οι άρχοντες της πόλης έδωσαν διαταγή να τον ραβδίσουν και μετά τον έριξαν στη φυλακή και έσφιξαν τα πόδια του στο τιμωρητικό ξύλο. Έχασε τότε το θάρρος του ο απόστολος; Άρχισε να κλαίει; Ασφαλώς όχι. Κατά τα μεσάνυχτα ο Παύλος μαζί με το συνεργάτη του, το Σίλα, έψαλαν ψαλμούς, δοξολογώντας το Θεό. Θα μπορούσε ο Παύλος με μία μόνο λέξη να αποφύγει τους ραβδισμούς, να βγει από τη φυλακή και ακόμα και να τρομάξει τους άρχοντες, αρκεί να τους έλεγε ότι είναι Ρωμαίος πολίτης. Όμως δεν το έκανε. Προτίμησε τον εξευτελισμό για το όνομα του Χριστού και χαιρόταν με όλη την καρδιά του για τις μαστιγώσεις και τις πληγές, διότι αυτά συνέβαλαν στην επιστροφή του δεσμοφύλακα και της οικογένειάς του στην πίστη στο Χριστό. Να θυμόμαστε πάντα πόσο εμείς φοβόμαστε τις μαστιγώσεις και τις πληγές ενώ, αντίθετα, πόσο ο μεγάλος αυτός διάκονος του Θεού χαιρόταν γι’ αυτά. Χαιρόταν κάθε φορά που μπορούσε να γίνει σπονδή στη Θυσία.

Και στη σημερινή αποστολική περικοπή διαβάζουμε ακόμα πιο παράξενο λόγο του αποστόλου Παύλου από την επιστολή του Προς Κολοσσαείς; «Νυν χαίρω εν τοις παθήμασί μου υπέρ υμών και ανταναπληρώ τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί μου υπέρ του σώματος αυτού, ο έστιν η εκκλησία» (Κολ. 1, 24).

Ακούτε πώς χτυπά ή καρδιά του μεγάλου αποστόλου; Ακούτε πώς αυτός θεωρεί ότι υστερεί σε παθήματα που υπομένει για την Εκκλησία του Χριστού, που είναι το Σώμα Του. Όχι μόνο χωρίς καθόλου να γογγύζει, υπομένει όλα τα αμέτρητα παθήματα αλλά διψά και για περισσότερα. Ω, Κύριε! Και εμείς, οι αδύνατοι χριστιανοί, πόσο φοβόμαστε τους ονειδισμούς, τις θλίψεις και τα παθήματα! Είναι δυνατόν να βρεθεί έστω και ένας μεταξύ μας που θα ζητούσε να πληθυνθούν αυτά; Εκείνος, όμως, διψούσε γι’ αυτά τα παθήματα, για να μορφωθεί ο Χριστός στις καρδιές των εθνικών, στους οποίους κήρυττε ακούραστα το Ευαγγέλιο.

Ας θυμηθούμε και έναν άλλο λόγο του μεγάλου Παύλου: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού» (Α’ Κορ. 11, 1). Να μιμηθούν τον απόστολο Παύλο στη δίψα του για τα παθήματα του Χριστού μπορούν, βέβαια, πολύ λίγοι άνθρωποι, αυτοί που έλαβαν τα πλούσια χαρίσματα του αγίου Πνεύματος. Οι απλοί όμως χριστιανοί μπορούν να ευαρεστήσουν και αυτοί το Θεό και να έχουν μισθό απ’ Αυτόν αλλά μόνο με την αγόγγυστη υπομονή των θλίψεων που τους στέλνονται από το Θεό. Να θυμόμαστε όλοι μας τα λόγια του μεγάλου αποστόλου Παύλου από την επιστολή του προς Εβραίους: «Υιέ μου, μη ολιγώρει παιδείας Κυρίου, μηδέ εκλύου υπ΄ αυτού ελεγχόμενος, ον γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται, ει παιδείαν υπομένετε, ως υιοίς υμίν προσφέρεται ο Θεός· τις γαρ εστίν υιός ον ου παιδεύει πατήρ; ει δε χωρίς εστε παιδείας, ης μέτοχοι γεγόνασι πάντες, άρα νόθοι εστέ και ουχ υιοί.» (Έβρ. 12, 5-8).

Συχνά ρωτούν οι άνθρωποι γιατί, για ποιο λόγο, Κύριος ο Θεός τους στέλνει θλίψεις και πολλές φορές και πολύ σοβαρές δοκιμασίες; Είναι πολύ σημαντικό για τον κάθε χριστιανό να καταλάβει ότι οι θλίψεις μάς αποστέλλονται κατά το θέλημα του Θεού, το πάντοτε αγαθό και σωτήριο. Τις περισσότερες φορές μάλιστα στέλνονται όχι σαν τιμωρίες, για τις αμαρτίες μας, αλλά για να επαναπροσδιορίσουμε τους δρόμους μας και τις καρδιές μας ή σαν απάντηση στα αιτήματα που απευθύνουμε στο Θεό. Οι άνθρωποι πολλές φορές περιμένουν από το Θεό να πραγματοποιήσει αυτά που ζητούν στις προσευχές τους με ένα τρόπο που οι ίδιοι θεωρούν ότι είναι ο καλύτερος. Ο Θεός, όμως, συχνά άπαντα στις δεήσεις τους με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο και όχι μ’ αυτόν που θα ήθελαν ή θα φαντάζονταν.

Αν ζητάνε, για παράδειγμα, να τους χαρίσει ο Θεός ταπείνωση, φαντάζονται ότι σιγά-σιγά μέρα με τη μέρα η ταπείνωση υπό την ευεργετική επίδραση του Θεού θα μεγαλώνει στις καρδιές τους. Ο Κύριος όμως συχνά το κάνει με έναν διαφορετικό τρόπο• τους στέλνει ένα απροσδόκητο σκληρό χτύπημα το οποίο πληγώνει την υπερηφάνεια και τον εγωισμό τους και τους ταπεινώνει. Συχνά ο Θεός μάς στέλνει κάποια ασθένεια και εμείς παραπονιόμαστε και καθόλου δεν σκεφτόμαστε ότι τις περισσότερες φορές αυτή είναι μια μεγάλη ευεργεσία του Θεού, είναι ίσως η απάντηση του Θεού στις προσευχές μας, με τις οποίες τον παρακαλούμε να δυναμώσει την πίστη μας.

Δεν γνωρίζετε ότι πολλές φορές ο Κύριος μάς στέλνει φοβερές σωματικές ασθένειες και πληγώνει το σώμα μας για να μας δυναμώσει πνευματικά; Αυτό έγινε και με τον όσιο Ποιμένα τον Πολύαθλο, ο οποίος ασκήτευε στη μονή των Σπηλαίων και όλη τη ζωή του βρισκόταν στο κρεββάτι του πόνου υποφέροντας από μία αθεράπευτη ασθένεια και μ’ αυτό τον τρόπο έφτασε στην αγιότητα. Άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι δίνουν μεγάλη σημασία στα γήινα αγαθά, ζητάνε από τον Κύριο να αυξηθούν τα πλούτη τους. Και ο Κύριος τους απαντά με την καταστροφή των κτημάτων τους ή με πυρκαγιές και μ’ αυτόν τον τρόπο τους αποστρέφει από την προσκόλληση στα γήινα και από τη φιλαργυρία και έτσι διορθώνει τις αποκλίσεις τους από τη σωστή οδό, την οποία μας διδάσκουν οι μακαρισμοί.

Ο Θεός φέρεται σε μας σαν σε πραγματικούς υιούς Του, τους οποίους τιμωρεί για το καλό τους. Τις θλίψεις που μας στέλνει ο Κύριος εμείς πρέπει να τις υποδεχόμαστε έτσι όπως μας το λέει ο άγιος απόστολος Πέτρος: «Ταπεινώθητε ουν υπό την κραταιάν χείρα του Θεού, ίνα υμάς υψώση εν καιρώ.» (Α’ Πετρ. 5, 6). Αν δεν μπορούμε, παρ’ όλες τις προσπάθειές μας, να κατανοήσουμε για ποιο λόγο μάς στέλνονται από το Θεό οι θλίψεις, τότε ας ταπεινωθούμε κάτω από το δυνατό χέρι του Θεού και θα μας ανυψώσει στον κατάλληλο καιρό, για να καταλάβουμε τους δρόμους Του με τους οποίους μας οδηγεί σ’ αυτόν το σκοπό. Πρέπει με πολλή ταπείνωση και χωρίς τον παραμικρό γογγυσμό να δεχόμαστε όλες τις δοκιμασίες και τις θλίψεις, που μας στέλνονται από το Θεό, έχοντας την ταπεινή πεποίθηση ότι μ’ αυτά ο Θεός μας κατευθύνει και όχι ότι ξεσπά επάνω μας την οργή Του. Διότι ο ίδιος διά του στόματος του προφήτη Ησαΐα είπε: «Δεν είμαι πια μ’ αυτό οργισμένος» (Ήσ. 27, 4). Ενώ εμείς, συνήθως, νομίζουμε ότι ο Κύριος είναι οργισμένος μαζί μας και γι’ αυτό μας στέλνει τις θλίψεις. Όχι. Πάντοτε να θυμάστε ότι στο Θεό δεν υπάρχει οργή. «Ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ίω. 4, 8). Και η τέλεια αγάπη είναι ξένη προς την οποιαδήποτε αδικία.

Αλλά πολλές φορές, όταν ο Θεός μάς δίνει ένα σοβαρό χτύπημα, διά του οποίου μάς ταπεινώνει για να μάς υψώσει αργότερα, εμείς γογγύζουμε κατά του Θεού. Καταλαβαίνετε, όμως, πόσο βαριά αμαρτία είναι ο γογγυσμός κατά του Θεού; Όταν γογγύζουμε κατά του Θεού, αυτό σημαίνει ότι Τον θεωρούμε άδικο, θεωρούμε ότι Αυτός δεν μάς φέρεται σωστά και θα έπρεπε να μάς φερθεί κατά έναν διαφορετικό τρόπο. Όμως δεν είναι βαριά αμαρτία να κατηγορούμε το Θεό για αδικία και να Τον συκοφαντούμε; Βλέπετε, λοιπόν, πόσο βαριά αμαρτία είναι ο γογγυσμός κατά του Θεού. Γι’ αυτό «εν φόβω τον της παροικίας υμών χρόνον αναστράφητε» (Α’ Πέτρ. 1, 17). Πρέπει να προσέχουμε πολύ τα λάθη και τα εμπόδια στην πορεία μας προς τη Βασιλεία των Ουρανών. Αλλά περισσότερο απ’ όλα τα άλλα πρέπει να φοβόμαστε να μην παραβαίνουμε τη μεγάλη εντολή του Χριστού: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε» (Μτ. 7, 1). Και γογγυσμός κατά του Θεού δεν είναι μόνο κρίση του Θεού αλλά και κατάκρισή Του.

Ας αφήσουμε την κρίση αυτή σ’ εκείνους τους δυστυχείς ανθρώπους που εκούσια καταστρέφουν τον εαυτό τους. Τους οποίους ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός δεν τους διορθώνει ούτε τους τιμωρεί, επειδή είναι αδιόρθωτοι και αθεράπευτοι. Εμείς μόνο να ζητάμε την βοήθειά Του για το δρόμο της σωτηρίας μας, να Τον δοξολογούμε και να Τον τιμούμε πάντοτε μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το Άγιο Πνεύμα. Αμήν.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιατί ο Θεός μιλάει σε πληθυντικό δημιουργώντας τον άνθρωπο; (ερμηνεία του Βιβλίου της Γένεσης)

Συγγραφέας: kantonopou στις Σεπτέμβριος 15, 2018

Γιατί ο Θεός μιλάει σε πληθυντικό δημιουργώντας τον άνθρωπο; (ερμηνεία του Βιβλίου της Γένεσης)

«Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν». Η παράθεση εν προκειμένω της προσταγής του Θεού σε α΄ πρόσωπο πληθυντικού αριθμού «ποιήσωμεν» αντί του α΄ προσ. ενικού ποιήσω -όπως απαιτεί η συντακτική της εξάρτηση από το ρ. ενικού «είπεν»- ή της προστακτικής ποιησάτω, κατά τα ισχύοντα στις προηγούμενες δημιουργικές πράξεις, απετέλεσε κατά καιρούς αντικείμενο μακράς συζήτησης μεταξύ των βιβλικών ερμηνευτών316. Σύμφωνα με τις ερμηνείες που δόθηκαν και τις οποίες συνοψίζουμε κατωτέρω, η χρήση του πληθ. «ποιήσωμεν» δηλώνει ότι:

α. Ο Θεός προτρέπει τον Εαυτό του να προχωρήσει στη δημιουργία της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως συνηθίζει συχνά να κάνει και ο άνθρωπος στον καθημερινό του λόγο, όταν αυτοπροτρέπεται να προβεί σε μια πράξη χρησιμοποιώντας ομοίως πληθυντικό, όπως λ.χ. «ας αρχίσουμε», «ας περιμένουμε», και εννοεί, «ας αρχίσω», «ας περιμένω». Είναι ο πληθυντικός της προτροπής (plural of exhortation).

β. Ο Θεός συσκέπτεται ή διαλέγεται με τον Εαυτό του, κάνει δηλ. ένα συλλογισμό ή εσωτερικό διάλογο, προκειμένου ν΄αποφασίσει περί του πρακτέου. Είναι ο πληθυντικός της αυτοσύσκεψης ή απλής σύσκεψης317 (plural of self-deliberation ή deliberation).

γ. Ο Θεός απευθύνεται στο ουράνιο συμβούλιό του, δηλ. στις αγγελικές υπάρξεις ή στις δυνάμεις του ουρανού, τις οποίες η Π. Διαθήκη αποκαλεί ενίοτε «υιούς του Θεού», ή γενικά «θεούς» και οι οποίες αποτελούν το αυλικό του περιβάλλον318. Με αυτές επικοινωνεί και συνεννοείται για τη δημιουργία του ανθρώπου. Είναι ο πληθυντικός της συνεννόησης ή επικοινωνίας319 (plural of consultation ή consultation)(Την ερμηνεία αυτή εισηγείται ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς· «κάνει διάλογο ο πατέρας των όλων με τις δυνάμεις του (=αγγέλους)» Περί φυγής και ευρέσεως 69,Περί συγχύσεως των γλωσσών, 169). Η ραββινική εξήγηση320, ότι ο Θεός συμβουλεύεται κάποιον ή κάτι άνευ συγκεκριμένου προσδιορισμού, αντικρούεται, γιατί αντιβαίνει στο πνεύμα της βιβλικής διήγησης, σύμφωνα με το οποίο ο Θεός μόνος δημιούργησε τον άνθρωπο, και γιατί η έκφραση «ποιήσωμεν άνθρωπον» δεν συνιστά συμβουλή, αλλά προτροπή.

δ. Ο Θεός συσκέπτεται με άλλους θεούς κατά τα μυθολογικά παγανιστικά πρότυπα, όπου η απόφαση περί της δημιουργίας του ανθρώπου λαμβάνεται στη συνέλευση των θεών.

ε. Ο Θεός χρησιμοποιεί, ως άλλος βασιλιάς, τη γλώσσα των μοναρχών της αρχαίας Εγγύς Ανατολής και ιδίως των Περσών, οι οποίοι συνηθίζουν να προσφωνούν εαυτούς στον πληθυντικό και να διατυπώνουν τα βασιλικά τους θεσπίσματα ομοίως σ΄αυτόν321.

στ. Ο Θεός απευθύνεται προφανώς στη γη, που προσφάτως δημιούργησε, επειδή ο άνθρωπος θα προέλθει απ΄αυτήν κατά την υλική του σύσταση.
Προσέτι στη χρήση του πληθ. «ποιήσωμεν» η βιβλική έρευνα αναγνωρίζει μεταξύ άλλων:

ζ. Έναν πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας (plural of majesty), ο οποίος αποτελεί απλό γραμματικό φαινόμενο, που εναρμονίζεται με το όνομα Elohim του Θεού, το οποίο, ως εκ της παραθέσεώς του σε πληθυντικό στην Π. Διαθήκη, χαρακτηρίζεται επίσης πληθυντικός της μεγαλοπρεπείας.

η. Μια ασαφώς διατυπωμένη λεκτική έκφραση, η οποία διαφοροποιεί το θείο από το ανθρώπινο έργο και αποκλείει κάθε σκέψη ή εντύπωση ομοιότητας του Θεού με τους ανθρώπους, που αναπόφευκτά θα δημιουργούσε η αυστηρά υλιστική για την αρχαία εποχή χρήση του α΄ προσ. ενικού ποιήσω.

θ. Ένα φιλολογικό τέχνασμα, που σχεδιάσθηκε για να δώσει έμφαση στη σπουδαιότητα και επισημότητα του γεγονότος που περιγράφεται322.
Σε αντίθεση με τις ανωτέρω ερμηνείες, η αρχαία χριστιανική Εκκλησία ερμηνεύει το «ποιήσωμεν άνθρωπον» εν αναφορά προς την τριαδικότητα του Θεού. Η ερμηνεία της προκύπτει από το γεγονός ότι ο Θεός ομιλεί εκ μέρους του Εαυτού του και με τον Εαυτό του στον πληθυντικό αριθμό όχι χάριν ευπρεπούς προσηγορίας (reverentiae causa), δηλ. προσφωνώντας τον ευγενικά, αλλά αναφερόμενος στην πληρότητα των θείων δυνάμεων, που αυτός κατέχει. Οι δυνάμεις αυτές, που εμπεριέχονται στην απόλυτη ύπαρξη του Θεού, είναι ασφαλώς κάτι περισσότερο από απλές δυνάμεις. είναι υποστάσεις, οι οποίες νοούνται ως ασυγχύτως ενωμένες κατά την ουσία και αυτοτελώς υφιστάμενες κατά τις ενέργειες εντός της Θεότητας. Πρόκειται άλλως πως περί των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος, τα οποία αμυδρώς διακρινόμενα στην Π. Διαθήκη θα διαφανούν, με την πρόοδο της θείας Αποκαλύψεως, ευκρινώς στην Κ. Διαθήκη. Επομένως στο «ποιήσωμεν» έχουμε έναν πληθυντικό, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως πληθυντικός της πληρότητας (plural of fullness)323. Η ερμηνεία αυτή δεν απέχει αισθητά από την ερμηνεία του πληθυντικού της αυτοσύσκεψης. Απλώς εδώ γίνεται πιο συγκεκριμένη, καθώς ο διάλογος του Θεού με τον Εαυτό του είναι ουσιαστικά διάλογος με τα άλλα δύο πρόσωπα της Αγ. Τριάδος και όχι αποκλειστικά με το πρόσωπό του, δίκην ευγενούς προσφώνησης.
Συνεπώς, κατά τους πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς, στην έκφραση «ποιήσωμεν άνθρωπον» του στίχου υποφώσκει το δόγμα της Αγίας Τριάδος.

Σ΄αυτή διακρίνουν από κοινού έναν άμεσο υπαινιγμό των θείων προσώπων της. Έτσι με το «ποιήσωμεν» ο Θεός Πατήρ απευθύνεται, κατ΄άλλους μεν, στον Υιό και το Άγιο Πνεύμα324, οπότε και τα τρία πρόσωπα συνεργούν στη δημιουργία του ανθρώπου, κατ΄άλλους δε, μόνο στον Υιό, ο οποίος ως ο «Εαυτού Λόγος» και η «Εαυτού Σοφία», πραγματοποιεί το θέλημα του Πατρός325.

Πρέπει πάντως να διευκρινισθεί ότι η διδασκαλία του δόγματος αυτού ήταν άγνωστη στην Π. Διαθήκη και ξένη προς τη θεολογική της σκέψη. Μόνο δε ως υπαινιγμός μπορεί να εκληφθεί, ο οποίος υπό το φως της Κ. Διαθήκης κατανοείται πλήρως (Γαλ. 4,4)

(Σταύρου Καλαντζάκη, Εν αρχή εποίησεν ο Θεός… σελ. 235-240, εκδ. Πουρναρά, οι παραπομπές δεν παρατίθενται)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η δημιουργία της γυναίκας. Ισότιμη με τον άνδρα.

Συγγραφέας: kantonopou στις Σεπτέμβριος 15, 2018

Η προέλευση της γυναίκας από τη πλευρά του άνδρα και όχι από οποιοσδήποτε άλλο μέρος του ανθρωπινού σώματος είναι σημαντική. Διότι δείχνει ότι δημιουργήθηκε για να δοθεί στο πλευρό του άνδρα της ως βοηθός και συνεργός του. Παράλληλα την αναδεικνύει σε ον ομοούσιο, ισότιμο και ομότιμο μ΄ αυτόν και αποκλείει κάθε δικαίωμα περί πρωτείου έναντι αυτής. Η πατερική άποψη , η όποια στην προέλευση αυτή διακρίνει όχι την υποτίμηση αλλά την αναγνώριση της ισότητας της γυναίκας με τον άνδρα, εκφράζεται εναργώς από τον Βασίλειο Σελευκείας· «ισότιμον διαπλάσωμεν άνθρωπον, ίσην αυτω κατά την δοξαν συζεύξωμεν, μη λειπέσθω κατά την ομοτιμίαν το γύναιον». Περαιτέρω υποδηλώνει την ηθική και κοινωνική σχέση των δυο φύλων, την εξάρτηση της γυναίκας από τον άνδρα και τη στενή και αδιάσπαστη σχέση μεταξύ τους¹⁷⁰.

Υπάρχει ωστόσο και η βαθύτερη θεολογική σημασία της προέλευσης της γυναίκας, η οποία έγκειται όχι τόσο στην ένωση ανδρός και γυναικός και τη γαμική τους κοινωνία όσο στο γεγονός της προέλευσης ολόκληρου του ανθρώπινου γένους από μία και την αυτή ρίζα, από ένα και μόνον άνθρωπο, τον Αδάμ, και όχι από δυο χωριστά πλασμένους ανθρώπους και απ΄ αλλήλων διακρινομένους. Πρόκειται για τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησιάς μας περί της κοινής καταγωγής και της ενότητας του ανθρώπινου γένους –«εποίησεν εξ ενός παν έθνος ανθρώπων» (Πραξ. 17,26) -και της απορρέουσας απ΄ αυτήν ισότητας και αδελφότητας όλων των ανθρώπων, πάνω στις οποίες βασίζονται η μετάδοση και η καθολικότητα της αμαρτίας, που κατέστησαν αναγκαίο το απολυτρωτικό έργο του Χριστου¹⁷¹.
Η αναφορά στη πλευρά του άνδρα, απ όπου διαπλάσσεται η γυναίκα έχει για ορισμένους ερμηνευτές αλληγορική σημασία. Τη σημασία αυτή, κατ΄ αυτούς, αποδίδει εύστοχα ένα ομιλητικό midrash, σημειώνοντας ότι «όπως ακριβώς το πλευρό του άνδρα οργανικό του μέλος βρίσκεται πλάι του και συνάπτεται στο σώμα του, έτσι και η καλή γυναίκα στέκεται στο πλευρό του συζύγου της για να είναι βοηθός -σύντροφός του και η ψυχή της είναι προδεδομένη στη δική του»¹⁷²…..

Οι πατέρες και εκκλησιαστικοί συγγραφείς είδαν στο γεγονός της δημιουργίας της γυναίκας από την πλευρά του άνδρα να προεικονίζεται η ίδρυση της Εκκλησίας από την πλευρά του νέου Αδάμ, του Χριστού . Γι΄ αυτούς, ο τρόπος αυτής της δημιουργίας από το πλευρό του ανδρικού σώματος και όχι από άλλο μέρος του είναι ενδεικτική ισοτιμίας, υποταγής και φιλοστοργίας. Ο πατριάρχης Γεννάδιος αναφέρει σχετικώς· «ούτε εκ τινός μέρους των έμπροσθεν, ίνα μη δόξη προς αντίστασιν αυτω διαπλάττειν αυτήν· ͘ουτ’ αυ πάλιν εκ των όπισθεν, ινα μη ατιμωτέρα λογίζοιτο, αλλά εκ της πλευράς της μεταξύ πως εχούσης… το μέσον ισοτιμίας και υποταγής». Ομοίως ο Θεοδώρητος Κύρου παρατηρεί· «τι δήποτε από της πλευράς του Αδάμ την γυναίκα διέπλασε; ίνα….φυσικήν τίνα φιλοστοργίαν αυτοίς περί αλλήλους εμφυσήση»¹⁷⁶. Αναλόγως εκφράζεται και ο ι. Αυγουστίνος «ούτε εκ των οστών της κεφαλής του ανδρός, ούτε εκ των οστών των ποδών έπλασε την γυναίκα, ίνα ούτε άρχουσα, ούτε δούλη είναι του ανδρός».

Στην Κ. Διαθήκη έξαλλου ο τρόπος δημιουργίας της γυναίκας, πέρα από τον πλούσιο συμβολικό του χαρακτήρα, εκτίθεται και ως γεγονός, που φανερώνει την παντοδυναμία του Θεού, την ενότητα του ανθρωπίνου γένους και τα καθήκοντα της αγάπης και της αμοιβαιότητας των συζύγων μεταξύ τους, τα οποία απορρέουν απ’ αυτή την ενότητα και στηρίζονται στον ηθικό νόμο της ισότητας και της αδελφότητας. Επ’ αυτών είναι σαφής η αναφορά της «πλην ούτε γυνή χωρίς ανδρός, ούτε ανήρ χωρίς γυναικός εν Κυρίω· ͘ώσπερ γαρ η γυνή εκ του ανδρός, ούτως και ο ανήρ δια της γυναικός τα δε πάντα εκ του Θεού» (Α΄Κορ.11,12).

Παραλλάσσοντας ελαφρώς τις πατερικές ερμηνείες εν προκειμένω ο Μ. Henry σημειώνει συναφώς· «Δεν έπλασε ο Θεός τη γυναίκα από το κεφάλι του άνδρα, για να υπερισχύει αυτού, ούτε από τα πόδια του, για να είναι υποδεέστερη του, αλλά από την πλευρά του, για να είναι ίση μ’ αυτόν, κάτω από το βραχίονά του, για να την προστατεύει και κοντά στη καρδιά του για να την αγαπά».¹⁷⁷
(Σταύρου Καλαντζάκη, Εν αρχή εποίησεν ο Θεός… σελ.440-442,444-445 εκδ. Πουρναρά)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όταν φεύγει από τη ζωή ο/η σύζυγος.Επιστολές παρηγορητικές (οσίου Θεοδώρου Στουδίτου)

Συγγραφέας: kantonopou στις Σεπτέμβριος 15, 2018

Σχετική εικόνα

Επιστολή 144. Στον πατρίκιο Θεόδωρο. 
Άργησα να στείλω το γράμμα, άλλα αυτό οφείλεται στο ότι αργήσαμε να ακούσουμε την απευκταία είδηση της συμφοράς που συνέβη στον δεσπότη μας.

Τί στενόχωρη αλήθεια αγγελία! Μας εγκατέλειψε η αγαπητή κυρία, αποχωρίστηκες από την καλή σύζυγο, αποκόπηκες από την επαινούμενη σάρκα, για την οποία η αγία Γραφή λέγει• «θα γίνουν οι δύο ένα σώμα».

Εφόσον λοιπόν η σάρκα είναι ομολογουμένως μία, είναι φανερό ότι ο διαχωρισμός προκαλεί τέτοια πληγή σ’ αυτούς που χωρίστηκαν, σαν αυτήν που κάνει το μαχαίρι κόβοντας τον ένα άνθρωπο σε δύο. Το κόψιμο είναι πραγματικά οδυνηρό, και το αίμα τρέχει κατά κάποιον τρόπο μπροστά στα μάτια σας, και δεν είναι δυνατόν να βάλει κανείς κατάπλασμα, ούτε επιδέσμους, όσον αφορά την ανθρώπινη βοήθεια.

Εξάλλου αυτή που έφυγε δεν ήταν τυχαία σύζυγος, αλλά πολύ αξιέπαινη και θαυμάσια. Πρώτον βέβαια ότι είχε την ευσέβεια της πίστεως σταθερή, την αγάπη προς τον άνδρα της. περισσότερο από κάθε άλλη, την οποία απαιτεί ο ιερός Απόστολος πριν από όλα στους συζύγους. Γι’ αυτό και έκανε δεήσεις για την κεφαλή της, και προσευχές και επικλήσεις και έμενε ώρες προσηλωμένη στον Θεό, βαδίζοντας ξυπόλητη η μακαρία στις νυχτερινές πορείες, μήπως και με αυτές κάμψει την ευσπλαγχνία του Θεού.

Τί πάλι η φροντίδα της για το σπίτι, η ανατροφή των παιδιών, η περιποίηση των δούλων, το απλό της ήθος, το ανοιχτόκαρδο στους φίλους, το ενωτικό του γένους, η έλλειψη φθόνου προς τις ισότιμες, και η προς όλα σεμνοπρέπεια και κοσμιότητα, τα οποία έκανε αντί για χρυσά εμπλόκια και στολίσματα με μαργαριτάρια, και όταν έκανε εξόδους και όταν εμφανιζόταν στις βασιλικές αυλές;

Αλλ’ όμως όλα αυτά έφυγαν, και γίναμε, για να μιλήσω με πάθος, μισοπεθαμένοι και τσακισμένοι, ή καλύτερα, για να μιλήσω ψαλμικά, «σαν νυχτοπούλι που θρηνεί σε έρημο σπίτι, και σπουργίτι που έχασε τον σύντροφό του και μένει μόνο του στη στέγη», βλέποντας το σπίτι άδειο από εκείνην που το φρόντιζε, τα παιδιά μπορστά στα μάτια σας να σας περικυκλώνουν και να περικυκλώνονται, μη έχοντας που να στηρίξουν τα χέρια, από όπου θα πάρουν μητρικό χάδι, γαλουχική εμψύχωση•

το σπίτι σκοτεινό, σαν να το εγκατέλειψε ο ήλιος, κανένας δεν κελαηδεί και στα αυτιά τα δικά σου και των παιδιών και όλων των υποτακτικών, αφού είναι απούσα εκείνη, η πραγματικά καλλίφωνη, που ευχαριστούσε όσους την επισκέπτονταν με την πραγματικά μελωδική συζήτηση και υποδοχή. Όλα αυτά είναι πραγματικά θλιβερά και προκαλούν αναστεναγμούς, και όταν περιγράφονται και όταν τα σκέπτεται κανείς.
Όμως τί να κάνουμε, δέσποτα; Είναι διαταγή του Θεού, ή καλύτερα απόφαση, που μέσω του Δαβίδ ψάλλουμε. «Δεν υπάρχει άνθρωπος ο οποίος θα ζήσει πάνω στη γη και δεν θα πεθάνει». Έτσι, καθένας, από τον προπάτορά μας Αδάμ μέχρι τώρα, που ήρθε στον κόσμο με γέννηση, θα φύγει πάλι με τη διάλυση στον κόσμο εκείνον τον υψηλότερο και θεομορφώτερο. Γιατί λέγει. «Σπείρεται φθαρτό, ανασταίνεται άφθαρτο. Σπείρεται άδοξο, ανασταίνεται ένδοξο. Σπείρεται σώμα ψυχικό, ανασταίνεται σώμα πνευματικό». Γιατί θα γίνουμε ίσοι με τους αγγέλους και υιοί της ανάστασης, αφού το θνητό καταπωθεί από τη ζωή.

Βλέπεις, δέσποτα, ότι, αν και η κυρία μας εγκατέλειψε, όμως μετέβει από το σκοτάδι στο φως, και από τη φθαρτή ζωή, σε αθάνατη κατάληξη; Εκεί θα την δεις ύστερα από λίγο, πηγαίνοντας και συ εκεί. «Ώστε να μη λυπούμαστε, όπως κάνουν οι άλλοι που δεν έχουν ελπίδα», ελπίζοντας ότι με την ανάσταση θα βελτιωθούμε σε μια μακάρια ζωή.

Σας υπενθυμίζω ότι πρέπει μάλλον να συνελθουμε και να προσηλωθούμε στο σπίτι, να φροντίσουμε τα παιδιά, και πριν από όλα φυσικά την πολύτιμη ψυχή μας, κοσμούμενοι, όπως εκείνη η μακάρια με αρετές, και να χαιρόμαστε γι’ αυτό, ότι προπέμψαμε σύζυγο, η οποία θα ικετεύει τον Θεό για μας, και η οποία άφησε σε μας και σε όλους τους γνωστούς υπόδειγμα καλού βίου.

Επιστολή 149. Στον ύπατο Λύκαστον.
Ο ίδιος ο γραμματοκομιστής που φέρνει στην τιμιότητά σου το γράμμα, μας ανήγγειλε τη συμφορά που σε βρήκε, και πραγματικά η λύπη σου με άγγιξε και εμένα. Γιατί ο ίδιος είμαι και στενός συγγενής σου, και συγχρόνως παλιός φίλος και συνομήλικος, και δεν είναι δυνατόν ο γνήσιος φίλος να μη συμπάσχει μαζί με αυτόν που αγαπά όπως και αντίθετα στη χαρά.

Αλλά η αγγελία που δεν την εύχεται κανείς! Μας εγκατέλειψε η κυρία υπάτισσα, όπως λέγεται, γυναίκα από τις παινεμένες, όπως ακούσαμε και από άλλους, και εγώ ο ίδιος με τα μάτια μου απόλαυσα. Πρώτον βέβαια, ότι αγαπούσε τον άνδρα της, πράγμα που από τον Απόστολο χαρακτηρίζεται ως το καλύτερο στον γάμο. Φρόνιμη, οικοδέσποινα ευπλησίαστη, ευπροσήγορη, ευσεβής, φίλη των πτχών, και το μεγαλύτερο, στολισμένη με σωφροσύνη και επαργυρωμένη με ορθοδοξία, οι καρποί της οποίας, τα παιδιά αποτελούν απόδειξη της καλής ζωής και των δυο σας. Γιατί, όπως το δένδρο αναγνωρίζεται από τον καρπό του, έτσι και από τα παιδιά φαίνονται ποιοί και πόσο σπουδαίοι είναι οι γονείς τους.

Και επειδή δεν έχω βαθειά γνώση εκείνης της μακαρίτισσας, πώς θα μπορούσα να εκθειάσω τις αρετές της; Αν και μόνο δύο φορές συναντήθηκα και μίλησα μαζί της, κατάλαβα ότι ο Θεός σου χάρισε γυναίκα πραγματικά βοηθόν, όχι σαν την παλιά προμήτορα, αιτία απάτης, αλλά γυναίκα που έγινε για σένα αιτία και στήριγμα σωτηρίας για όλη τη ζωή σου.
Ω, τί συμφορά! Αυτή έφυγε, πέταξε από το μάτια σας, σάς εγκατέλειψε μισοπεθαμένους, αποκομμένους από την καλή σύζυγό σου. Δεν μπορούμε με τα μάτια να βλέπουμε την παρηγοριά που ξεπερνά κάθε παροδική χαρά, ούτε την ενίσχυση στις θλίψεις, ούτε την παρηγοριά στις συμφορές, ούτε την υπόμνηση και βοηθό και σύμπραξη σε όλα τα απαιτούμενα.

Ο ήλιος του σπιτιού έδυσε. Ποιός θα μας προϋπαντήσει, ποιός θα της χαριστεί, ποιός θα μας παρηγορήσει; Ήδη γίναμε σαν πόλη που σκότωσε όλον της τον κόσμο. «Σαν σπουργίτι μόνο πάνω στη στέγη», για να μιλήσω σαν τον Δαβίδ.

Τί λοιπόν; Θα λυπηθούμε πάνω από το μέτρο και θα περιβληθούμε απαρηγόρητο πένθος; Καθόλου βέβαια, καθόλου. ναι καθόλου, πολυπόθητε, αλλά, γνωρίζοντας ότι ο Θεός που μας έδωσε αυτήν από την αρχή να είναι κοινωνός στη ζωή, αυτός τώρα είναι που την παίρνει, ας υπομείνουμε αυτό που συνέβη με ευχαρίστηση, μιμούμενοι εκείνα τα μακάρια λόγια που είπε εκείνος, όχι για την απώλεια γυναίκας, αλλά για τον θάνατο συγχρόνως των δέκα παιδιών του, μαζί με την απώλεια τις προηγούμενες μέρες όλων των υπαρχόντων του, και εκείνη την τελευταία πληγή του σώματος, κατά την οποία ο πρώην βασιλιάς, καθισμένος πάνω στην κοπριά και ξύνοντας το πύο των πληγών του σώματός του με σβώλους από χώμα, είπε τα εξής. «Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος τα αφήρεσε. Όπως φάνηκε καλό στον Κύριο, έτσι και έγινε».
Εάν λοιπόν, φίλε, τα εφαρμόσουμε αυτά στον εαυτό μας και τα πούμε, δεν θα βρεθούμε μακριά από τη μερίδα εκείνων, αλλά και στη μακάρια εκείνη θα το κάνουμε αυτό καλό επιτάφιο, και σ’ αυτά τα βλαστάρια που μας δόθηκαν από τον Θεό θα αποτυπώσουμε μέσω του εαυτού μας εικόνα ζωής τέτοιας που ευχαριστεί τον Θεό.

Γιατί αυτά που ο αιώνιος Θεός, ο Δεσπότης των όλων, κάμνει σε μας, αν δει ότι τα δεχόμαστε με ευχαρίστηση, πώς δεν θα ρυθμίσει και τα παρόντα σε μας καλώς με την παράκληση του αγίου Πνεύματος, και δεν θα κάνει απολαυστικά τα μελλοντικά στους άπειρους αιώνες; Αυτά εγώ, αν και με συντομία, όμως, σαν δικός σου, τα έγραψα με αγάπη και σε παρηγόρησα. Και συ, δέσποτα, δέξου να χαιρετήσεις εκ μέρους μου τα εξαίρετα τέκνα σου.

(οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου Έργα, εκδ. ΕΠΕ, Φιλοκαλία τόμος 18Δ σελ. 243-245 και 259-263)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Θλίψεις-Στενοχώριες-Άγχος. (Οσίου Γέροντος Πορφυρίου)

Συγγραφέας: kantonopou στις Αύγουστος 30, 2018

Σχετική εικόνα

Κάθε άνθρωπος που σε βλάπτει είναι θύμα του διαβόλου

‘Αν κάποια μέρα’, άρχισε να μου λέει ο Παππούλης, ‘ περπατάς ήσυχος στο δρόμο σου και δεις τον αδελφό σου να προπορεύεται κι αυτός ήσυχα, αλλά σε μια στιγμή αντικρίσεις έναν κακοποιό άνθρωπο, να πετάγεται ξαφνικά από μία πάροδο και με ένα μαχαίρι να ορμά καταπάνω στον αδελφό σου, να τον κτυπά, να του τραβά τα μαλλιά, να τον πληγώνει και να τον ρίχνει κάτω ματωμένο, εσύ, μπροστά σ’ αυτό το θέαμα, θα οργισθείς εναντίον του αδελφού σου ή θα τον λυπηθείς;’

Παραξενεύτηκα με την ερώτηση του Γέροντα και τον ρώτησα κι εγώ με τη σειρά μου

– Πώς είναι δυνατόν να οργισθώ εναντίον του πληγωμένου αδελφού μου, που έπεσε θύμα του κακοποιού; Ούτε καν πέρασε από το νου μου τέτοια σκέψη. Ασφαλώς και θα λυπηθώ και θα προσπαθήσω να τον βοηθήσω όσο μπορώ.

– ‘Ε, λοιπόν ‘, συνέχισε ο Γέροντας, ‘ κάθε άνθρωπος, που σε προσβάλλει, που σε βλάπτει, που σε συκοφαντεί, που σε αδικεί με οποιοδήποτε τρόπο, είναι ένας αδελφός σου, που έπεσε στα χέρια του κακοποιού διαβόλου. Εσύ, όταν αντικρίσεις τον αδελφό σου να σε αδικεί, τί πρέπει να κάνεις; Πρέπει να τον λυπηθείς πολύ, να τον συμπονέσεις και να παρακαλέσεις θερμά και σιωπηλά το Θεό, να στηρίξει εσένα, στη δύσκολη αυτή ώρα της δοκιμασίας σου και να ελεήσει και τον αδελφό σου, που έπεσε θύμα του ληστού διαβόλου, κι ο Θεός θα βοηθήσει κι εσένα και τον αδελφό σου. Διότι, αν δεν το κάνεις αυτό, αν, αντιθέτως, οργισθείς εναντίον του αδελφού σου, αντιτάσσοντας στην επίθεσή του την αντεπίθεση σου, τότε ο διάβολος, που βρίσκεται στο σβέρκο του αδελφού σου, πηδάει και στο δικό σου σβέρκο και σας χορεύει και τους δύο.

Να αγαπάς τους πειρασμούς

Μόνο ένα να προσέξεις, με συμβούλεψε ο Παππούλης. Να ξεκαθαρίζεις τις σκέψεις σου, που από την πολλή σου ευαισθησία πιέζεσαι και θλίβεσαι. Να τις διώχνεις, να μην παραμένουν. Να αγαπάς τους πειρασμούς που έρχονται και δε θα ταράζεσαι, ούτε θα θλίβεσαι. Να αγαπάς πολύ όλους τους αδελφούς το ίδιο. Να αγαπάς πολύ το Γέροντα. Ένας Γέροντας, ένας Χριστός.

–  Πώς θα αγαπήσω τους πειρασμούς και τις δυσκολίες;

–  Είναι μεγάλη ιστορία αυτή. Έχει τους τρόπους της. Άμα μπει ο Χριστός στην καρδιά, τη γεμίζει με την αγάπή Του. Τότε δεν υπάρχει μη τούτο, μη εκείνο, μη, μη…Μόνο αγάπη…Πάνω απ’όλα η Αγάπη. Τα μη ήσαν προ Χριστού. Τα κατήργησε ο Χριστός. Έφερε την Αγάπη. Παράδεισος είναι η ζωή του Χριστού, η υπακοή, η ταπείνωση.

Να ευχαριστείς το Θεό για τον πειρασμό σου 

Και κάποιος άλλος που είχε πρόβλημα αρκετά σοβαρό και πήγε και κλαιγότανε στο γέροντα και ξανακλαιγόταν, του λέει, αφού ήταν ανθρωπίνως άλυτο. ‘ Άκου, παιδί μου, σου εμπιστεύθηκε ο Θεός ένα μικρό πειρασμό, μία μικρή δυσκολία, ένα προβληματάκι…Κι εσύ αντί να χαρείς γι’αυτό που σου εμπιστεύθηκε, κάθεσαι και στενοχωριέσαι; Πες, Χριστέ μου, να είναι ευλογημένο! Αφού εσύ επέλεξες αυτό, ή η αδυναμία μου όρισε αυτό κι εσύ το ανέχεσαι, να είνια ευλογημένο…Και ευχαριστώ Θεέ μου. Ξεχνάμε να λέμε ευχαριστώ και στην θλίψη και στον πόνο. Κάποτε ήταν ένα παιδάκι που το πείραζαν τα άλλα παιδιά, γιατί ήταν λίγο αδύνατο, λίγο ντροπαλό κ.λ.π. Και στενοχωριότανε και πονούσε. Πήγαινε στο σπίτι κι έκλαιγε. Παραπονιότανε στη γιαγιά – η μητέρα του είχε πεθάνει. Η γιαγιά ήταν πιστή. Μη στενοχωριέσαι ,παιδί μου, του έλεγε, να ευχαριστείς το Θεό και γι’αυτό και για όλα. Πέρασε καιρός , κατάλαβε. Τα καλά λογάκια όταν πέφτουν στην ψυχή, μένουν, να ξέρετε. Σιγά σιγά καλλιεργούνται, καρποφορούν και βγαίνουν’.

Ζω με το φόβο των  ‘ παρατηρήσεων ‘ 

Ήμουν στενοχωρημένος για μερικές παρατηρήσεις και επιπλήξεις που μου έκαναν, ενώ μέσα μου δεν καταλάβαινα ότι έφταιγα.

– Μα γιατί, Γέροντα, συνέχεια με μαλώνουν; Με το παραμικρό ο Γέροντας στο Μοναστήρι, αυτές τις μέρες μου κάνει παρατηρήσεις. Μου έρχονται ουρανοκατέβατες ξαφνικά, ενώ εγώ νόμιζα ότι έκανα καλά. Μέσα μου λυπούμαι πολύ και νιώθω ένα πλάκωμα και φόβο, ότι κάθε στιγμή θα με ξαναπαρατηρήσει.

– Βρε, αυτός πάει να σε αγιάσει κι εσύ κλωτσάς; Τί είναι αυτό που σου λέει ο Γέροντάς σου; Έπρεπε να ήσουν εκεί στα Καυσοκαλύβια. Που λες, μια φορά με συνείχε ο λογισμός για τους γονείς μου. Τους πόνεσα και το εξομολογήθηκα στους Γεροντάδες μου. Πρώτη φορά με ρωτούσαν…

– Πώς αισθάνεσαι, παιδί μου;

– Καλά, είμαι πολύ στενοχωρημένος.

– Ναι, αλλά δε ρώτησες και μας, αν είμαστε στενοχωρημένοι.

– Με συγχωρείτε. Πάντως εγώ νιώθω πολύ ευχαριστημένος. Εύχομαι στο Χριστό μας να γίνω καλός, να είστε κι εσείς ευχαριστημένοι μαζί μου. Στο δρόμο δεν είχα ευλογία να μιλώ με κανένα. – Ευλογείτε – ευλόγησον, και δρόμο… Αργότερα έμαθα ότι ήταν πολύ αυστηροί και κανένας δεν έκανε μαζί τους. Όλοι έφευγαν. Εμένα μου φαίνονταν καλοί. Και στενοχωριόμουν που δεν είχα δυσκολίες.

Η μεγάλη μου στενοχώρια μετετράπη σε απέραντη χαρά
Όταν πλησιάζαμε προς το τέλος της παραμονής μας, φόρεσε ο Γέροντας το πετραχήλι και αφού μας σκέπασε με αυτό, μας διάβασε τη θεόπνευστη ευχή, μας ευχήθηκε Χαρούμενη και Ευλογημένη Ανάσταση, Χρόνια πολλά και χριστιανικά και μας έδωσε την ευχή του. Μετά απ’όλα αυτά, η σύζυγος μου και το παιδί μου, πήγαν να ευχηθούν στο προσωπικό του Ησυχαστηρίου, ενώ εγώ παρέμεινα μόνος μου με τον Παππούλη, ο οποίος τώρα, δεν ήταν μόνο περισσότερο καταλυτικός, αλλά και περισσότερο αποκαλυπτικός! Μου είπε τόσα παλλά και μου έκανε τέτοιες αποκαλύψεις, ιδίως γύρω από το υπηρεσιακό μου πρόβλημα που, ομολογώ, με άφησε άναυδο! Νόμιζε κανείς, πως διάβαζε από χειρογράφου όλα όσα μου είχαν συμβεί. – ‘ Όσον αφορά για σένα, μου είπε, όσο περισσότερο σε ταλαιπωρούν, τόσους περισσότερους στεφάνους δόξης σου προσθέτουν! Και να έχεις υπόψη σου, ότι όλα αυτά γίνονται ύστερα από θεία παραχώρηση και για το συμφέρον της ψυχής σου! Όλες οι διώξεις σε βάρος σου, εκεί αποβλέπουν. Δηλαδή στο συμφέρον της ψυχής σου, που είναι το παν! Εξάλλου, οι διώξεις εναντίον των χριστιανών είναι μέσα στο πρόγραμμα! Ξεχνάς τί είπε ο Ιησούς μας; Εάν το ξεχνάς, σου το υπενθυμίζω εγώ… ‘ Ει εμέ εδίωξαν, και υμάς διώξουσιν!’
Εάν αυτό το θυμάσαι μια φορά την ημέρα, θα πάψεις να ασχολείσαι στο μέλλον με το πρόβλημά σου. Γιατί θα το θεωρησεις κάτι το φυσικό, το αναμενόμενο. Και τώρα, ήλθε η ώρα, να σου κάνω την τελευταία αποκάλυψη…’ Έχεις πολύ καλή ψυχή! Γι’αυτό ο Θεός σε αγαπάει πάρα πολύ! Τ’άκουσες; Αυτό τα λέει όλα! Άντε! Πήγαινε στην ευχή του Χριστού και Καλή Ανάσταση!’
Η αποκάλυψη του Παππούλη δημιούργησε στην ψυχή μου  σεισμό μεγάλο. Η ψυχοσύνθεση μου άλλαξε ριζικά! Η μεγάλη μου στενοχώρια μετετράπη σε απέραντη χαρά! Η θλίψη μου, μεταβλήθηκε σε αγαλλίαση! Η απογοήτευση, σε ασπίδα! Και όλα αυτά δικαιολογημένα! Είναι λίγο πράγμα να γνωρίζεις, και μάλιστα από επίσημα χείλη, από τα άγια χείλη του π. Πορφυρίου, ότι σε αγαπά ο Θεός; Και μάλιστα πολύ; Εδώ, πληροφορείται κανείς, ότι κάποιος ‘ ισχυρός’ του κόσμου τούτου τον αγαπά, και όχι μόνο χαίρεται, αλλά αισθάνεται και ‘ σιγουριά’, γιατί ελπίζει στη βοήθειά του! Σκεφθείτε, λοιπόν, πόση σιγουριά πρέπει να αισθάνεται κανείς, όταν αυτός που τον αγαπά, είναι ο ίδιος ο Θεός! Ο Θεός, που μόνο η επίκληση του ονόματός του συντρίβει τα έθνη, με το ‘ Πάντα τα έθνη εκύκλωσάν με και τω ονόματι Κυρίου ημυνάμην αυτούς!’
Ο άνθρωπος που δίνεται στο Χριστό ξεπερνάει τις δυσκολίες χωρίς να φθείρεται
Μου είπε ακόμη ο Παππούλης…
‘Ο άνθρωπος, που δίνει την καρδιά του στο Χριστό, όπως ο Μοναχός, αυτός γίνεται άλλος άνθρωπος. Ανοίγει ο νους του, γίνεται άλλος άνθρωπος. Ανοίγει ο νους του, γεμίζει με το Χριστό. Ακούεις; Με καταλαβαίνεις; Με το Χριστό. Και όταν ο νους και η καρδιά είναι γεμάτη από το Χριστό, τότε αυτός ο άνθρωπος είναι σοφός, είναι έξυπνος, του τα διδάσκει όλα το Πνεύμα του Θεού.
‘ Η λέξη έξυπνος, όχι με το νόημα που την εννοεί ο κόσμος, δηλαδή να απαντά καθηλώνοντας τους άλλους, ή να κάνει μια δουλειά καλύτερα από τους άλλους, αλλά να! Πώς να σου το πω;
Σε κάθε δυσκολία που του παρουσιάζεται, δεν τα χάνει, δεν απελπίζεται, αλλά προσφεύγοντας στο Χριστό, που είναι μέσα του, βρίσκει ωραίους και εύκολους τρόπους να τις ξεπερνάει, χωρίς να του στοιχίζει, χωρίς να φθείρεται εσωτερικά. Με κατάλαβες Γεώργιε; ‘ [ Είπε το όνομά μου χωρίς να με έχει ρωτήσει. Ούτε χθες, όταν με σύστησαν, του το είπαν. Με εντυπωσίασε].
– Κατάλαβα Γέροντα.
‘ Ο άνθρωπος που έχει δώσει την καρδιά του στο Χριστό, δεν υποφέρει, όσες δυσκολίες και να του συμβούν. Χαίρεται, είναι γεμάτος εσωτερική χαρά. Είναι δραστήριος, προσεκτικός. Δεν κάνει λάθη, ζημιές. Το μυαλό, τα χέρια, τα πόδια, όλα κινούνται από τη χάρη του Θεού. Πώς είναι δυνατόν να είναι κουτός;
Βέβαια, υπάρχουν και περιπτώσεις που πρέπει να κάνει τον κουτό, για χάρη του Χριστού.’
– Δηλαδή, πώς θα κάνει τον κουτό;
‘ Όταν σιωπήσει εν γνώσει, με κάποιο εσωτερικό σκοπό, κάνει πως δεν κατάλαβε, κάνει πως δεν ξέρει, διότι έχει ένα καλό σκοπό. Αυτά θα του τα διδάξει σιγά σιγά το Άγιο Πνεύμα. Διότι όταν έχουμε μέσα μας το Χριστό, δε ζούμε κανονίζοντας εμείς τον εαυτό μας. Ζει εν ημιν Χριστός, και κανονίζει αυτός τη ζωή μας’.
Η μεγάλη στενοχώρια είναι παγίδα του διαβόλου
Ο Γέροντας μου είπε…’ Οι δικαστές όταν κουράζονται, διακόπτουν το μεσημέρι την εργασία τους. Βέβαια, ήταν κι απ’την υπερκόπωση αυτό που έπαθα, αλλά λυπόμουν τον κόσμο, που περίμενε έξω τόσες ώρες’.
Με το έμφραγμα που έπαθε ο Γέροντας, στην κυριολεξία έπεσε πάνω στο καθήκον της αγάπης. Με είδε πολύ λυπημένο και πιεζόμενο από αισθήματα ενοχής και βάλθηκε να με παρηγορεί λέγοντας…’ Μη στενοχωριέσαι. Ήταν να γίνει αυτό. Πρόσεξε. Η μεγάλη λύπη και η στενοχώρια δεν είναι από το Θεό, είναι παγίδα του διαβόλου’.
Μην ποτίζεις τα αγκάθια

Ο Γέροντας μας παρουσίαζε με απλό, παραστατικό και κατανοητό τρόπο, τα μυστικά του πνευματικού αγώνος. Μας έλεγε…’ Τί είναι χριστιανικός αγώνας; Να, η ψυχή είναι ένας κήπος χωρισμένος σε δύο μέρη. Στον μισό φυτρώνουν αγκάθια, στον άλλο μισό λουλούδια. Και έχουμε μια δεξαμενή νερού [ τις δυνάμεις της ψυχής] με δύο βρύσες και δύο αυλάκια. Η μια κατευθύνει το νερό στα αγκάθια και η άλλη στα λουλούδια. Κάθε φορά μόνο μια βρύση μπορώ να ανοίξω. Αφήνω απότιστα τα αγκάθια και μαραίνονται, ποτίζω τα λουλούδια και ανθίζουν ‘. Ο Γέροντας δε μιλούσε για μονομερή δαιμονισμό ή αγγελισμό της ψυχής. Την έβλεπε, όπως πράγματι είναι, επηρεασμένη και από δαίμονες και από αγγέλους. Δεν ήθελε να βλέπει το Χριστιανό να αγωνίζεται αρνητικά, ασχολούμενον με το ξερίζωμα των αγκαθιών. Ήθελε να τον βλέπει να αγωνίζεται θετικά, ασχολούμενον με το πότισμα των λουλουδιών, αφού αυτός ο αγώνας, έχει σαν αποτέλεσμα την άνθιση των λουλουδιών – αγγελικών αρετών και ταυτόχρονα τον μαρασμό των αγκαθιών –  δαιμονικών παθών.
Η ήρεμη ψυχή φωτίζει το λογικό
Ο Γέροντας μου διηγήθηκε σε μια επίσκεψη μου…
‘ Ήμουν στη σκήτη μας στο Άγιον Όρος. Εκεί μια μέρα, οι υποτακτικοί μου βρίσκονταν σε εκνευρισμό, διότι ένας μάνταλος σφηνώθηκε στην πόρτα και δεν μπορούσαν να τον απελευθερώσουν. Προσπαθούσαν, τον χτυπούσαν, τον τραβούσαν, θύμωναν, τίποτα ο μάνταλος, εκεί σφηνωμένος. Τότε σηκώθηκα και τους είπα να τον αφφήσουν σε μένα. Τον πρόσεξα καλά, έκανα μια απλή κίνηση και τον απελευθέρωσα. Οι μοναχοί με κοίταζαν με θαυμασμό. Τους λέω… Τί με κοιτάτε έτσι, βρε ευλογημένοι; Δεν έκαμα τίποτα σπουδαίο, μια κίνηση έκαμα, αλλά την έκαμα με προσευχή και ηρεμία. Εσείς, έτσι που είχατε νευριάσει, δε θα ελευθερώνατε τον μάνταλο ούτε μέχρι αύριο. Όταν η ψυχή είναι ταραγμένη, θολώνει το λογικό και δε βλέπει καθαρά. Μόνον όταν η ψυχή είναι ήρεμη, φωτίζει το λογικό, για να βλέπει καθαρά την αιτία κάθε πράγματος’.
Πόσο θα μπορούσε το περιστατικό αυτό να μας βοηθήσει στις καθημερινές μας σχέσεις με πρόσωπα και πράγματα! Πόσο θα μπορούσε να μας βοηθήσει η ψυχική μας ηρεμία, που δεν αποκτάται με ψυχολογικές οδηγίες και ψυχοφάρμακα, αλλά με την αγιότητα!
Όταν κατοικήσει ο Χριστός σ’όλο το χώρο της ψυχής μας, τότε φεύγουν όλα τα λυπηρά
Μου έλεγε ο Γέροντας μια μέρα…’ Όταν έρθει και κατοικήσει σε όλο το χώρο της ψυχής μας ο Χριστός, τότε φεύγουν όλα τα προβλήματα, όλες οι πλάνες, όλες οι στενοχώριες. Τότε φεύγει και η αμαρτία’. Τον ρώτησα με απορία…Πώς φεύγει η αμαρτία, Γέροντα, αφού η Γραφή λέει, ότι και μια μόνο ημέρα εάν ζήσουμε στη γη, θα αμαρτήσουμε; Ο Γέροντας με κοίταξε λυπημένα και μου είπε…’ Τί να σου πω, αφού δε με καταλαβαίνεις;’ Προσπάθησα να τον καταλάβω. Όταν έφθασα στο σπίτι, μελέτησα σχετικά με το θέμα, μέσα στην Αγία Γραφή. Βρήκα την ερώτηση μου να δικαιώνεται στην Παλαιά Διαθήκη, στα λόγια του Ιώβ – ‘ Τίς γαρ καθαρός έσται από ρύπου; αλλ’ ουδείς, εάν και μία ημέρα ο βίος αυτού επί της γης’. Αλλά βρήκα και την απάντηση του Γέροντα, να θεμελιώνεται στην πρώτη επιστολή του αγαπημένου του Ευαγγελιστού Ιωάννου – ‘ Και οίδατε, ότι εκείνος εφανερώθη, ίνα τας αμαρτίας ημών άρη, και αμαρτία εν αυτώ ουκ έστι. Πας ο εν αυτώ μένων ουχ αμαρτάνει, πας ο αμαρτάνων ουχ εώρακεν αυτόν, ουδέ έγνωκεν αυτόν ‘. Έτσι, μετέθεσα την ερώτηση μου από τον π.Πορφύριο, προς τον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Ήταν φανερό ότι ματαιοπονούσα, διότι προσπαθούσα να συλλάβω διανοητικά, αλήθειες που μόνο βιωματικά κατανοούνται. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης και ο π. Πορφύριος, με την αγιοπνευματική εμπειρία τους, μιλούσαν με την ίδια γλώσσα.

Όταν βλέπεις κάτι και αντιδράς μέσα σου, και σφίγγεσαι να μη μιλήσεις, ήδη δεν είσαι εντάξει με αυτό το σφίξιμο
Ήμουν στενοχωρημένος και με συμβούλευσε…
‘Δεν σου είπα κα άλλη φορά, όταν ανοίξεις τελείως την καρδιά σου στον Κύριο, χωρίς σφίξιμο, μπαίνει ο Κύριος μέσα, και την καθιστά ανίκανη να αμαρτήσει; Κατάλαβες; Ανίκανους στο κακό.

Ο Κύριος μέσα στην καρδιά μάς αγαπάει,φέρνει πραότητα, καλοσύνη.
Και να θέλουμε να θυμώσουμε, να κάνουμε στον άλλο κακό, δεν μπορούμε.
Τότε ισχύει ‘ Ζω δε ουκέτι εγώ’

Το ζεις και το φωνάζεις μέσα σου.
Ο Παύλος πια τρελάθηκε από τη χαρά του και το διαλαλούσε.
Μα αλλάζει ο Χριστός; Όπως ήταν τότε είναι και τώρα…
Γιατί μωρέ, αφού τα λέμε και τα αποφασίζουμε, ύστερα τί παθαίνουμε και γυρίζουμε στα ίδια και πρέπει να ξαναλέμε τα ίδια;
Πάρ’το εγωιστικά και μην αφήνεις τον εαυτό σου να δίνει ικανοποίηση στο διάβολο.
Δώσου εξ ολοκλήρου στο Χριστό, με ένθερμο έρωτα, με λαχτάρα.
Όταν βλέπεις κάτι και αντιδράς μέσα σου και σφίγγεσαι να μη μιλήσεις, ήδη δεν είσαι εν τάξει με αυτό το σφίξιμο’.

Ο Χριστός αναστήθηκε για να μας δώσει χαρά
Ο Γέροντας μου τόνιζε…’ Να μη στενοχωριέσαι, μωρέ, ποτέ. Ο Χριστός αναστήθηκε για να μας δώσει πολλή αγάπη και χαρά, από τώρα. Από τώρα να αρχίσουμε να συμμετέχουμε, όλο και πιο αισθητά, στη φωτεινή ημέρα της βασιλείας της αγάπης του Χριστού, όπου δε βραδιάζει ποτέ’.
Συχνά με πιάνει μελαγχολία
Συχνά με πιάνει μελαγχολία, Γέροντα.
–  Γιατί μένεις όλη την ώρα κλεισμένη στο σπίτι σου;
–  Πού να πάω;
–  Να πηγαίνεις εκδρομές, να πηγαίνεις στο βουνό. Αυτά κάμνουν πολύ καλό.
Όταν σε πιάνει κατάθλιψη
Σ’εσάς την ίδια, κυρία Χ., τί έλεγε ο Γέροντας τις ώρες της μοναξιάς και του πόνου σας, που ο άνδρας σας πέθανε τόσο πρόωρα και τόσο νέος;

–  Με βοήθησε πάρα πολύ ο Γέροντας  τις στιγμές εκείνες, που είναι φυσικό να σε πιάνει η κατάθλιψη κι αρχίζουν να σε βασανίζουν τα ερωτηματικά…’ Γιατί Θεέ μου, γιατί τόσο νωρίς;’ Ένιωθα τότε μιά ακηδία κι ένα βούλιαγμα στο κάθισμα και δεν μπορούσα να σηκωθώ.
Με συμβούλευσε τότε… ‘ Μόλις αισθάνεσαι αυτό το πράγμα, να πετάγεσαι όρθια, και να πηγαίνεις μιά βόλτα στο βουνό ‘. Κι όταν τον ρώτησα πώς να έβγαινα έξω άμα ήταν βράδυ, μου απάντησε…’ Άμα δεν μπορείς να βγεις, να φέρνεις στο νου σου όλο ωραίες εικόνες, όπως, ας πούμε, εκείνο το πάρκο, που είχατε επισκεφθεί με τον άνδρα σου και τα παιδιά σου, ή εκείνο το ωραίο ηλιοβασίλεμα, που απολαύσατε στη θάλασσα. Θα διώχνεις τους άσχημους λογισμούς και θα λες… ‘ Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε τον άνδρα μου, ελέησε κι εμάς ‘.
Μου εμφύσησε, ακριβώς, αυτήν την πεποίθηση ότι υπάρχει επικοινωνία μεταξύ της ζώσας και της θριαμβεύουσας Εκκλησίας.
Με την κατάθλιψη σου δημιούργησες προβλήματα και στα παιδιά σου
Βυθισμένη στην κατάθλιψη, για το θάνατο του συζύγου της, μία κυρία, μπήκε δειλά στο κελί του Γέροντα. Τα πρώτα λόγια της ήταν… Γέροντα, έχασα τον άνδρα μου, και είμαι απελπισμένη. Ο Γέροντας τής απάντησε… ‘ Τον εαυτό σου έχασες γιατί έχασες την πίστη σου. Δεν έχασες τον άνδρα σου. Του Θεού ήταν και τον πήρε, όπως θα πάρει κι εμάς. Βλέπω, ότι από την πολλή στενοχώρια έπεσες σε μελαγχολία και δημιούργησες προβλήματα, όχι μόνο για σένα, αλλά και για τα παιδιά σου, που καθώς σε βλέπουν κάθε μέρα να κλαίς απαρηγόρητα, πληγώθηκαν ‘.
Την παρηγόρησε με πρακτικές οδηγίες για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της και της μετέδωσε την πίστη στο Θεό και την ελπίδα της συνάντησης με τον σύζυγό της στον ουρανό.
(Ανθολόγιο Συμβουλών,Γέροντος Πορφυρίου σελ. 206-219)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Αποκάλυψη, ο Αντίχριστος, το χάραγμα, το 666, οι έσχατοι καιροί. Ερμηνεία των αγίων (μέρος Β΄, Αποκάλυψη κεφ. ΙΓ στίχοι 1-10)

Συγγραφέας: kantonopou στις Αύγουστος 27, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

(Πηγή: Η Αποκάλυψις του Ιωάννου, Νικολάου Βασιλειάδη, εκδόσεις «ο Σωτήρ» σελ. 420-437, οι υπογραμμίσεις δικές μας)
Συντομογραφίες
Ανδρ.Κ = Ανδρέου Καισαρείας,Ερμηνεία εις την Αποκάλυψιν
Άνθιμος = Ανθίμου Πατριάρχου Ιεροσολύμων,Ερμηνεία εις την Ιεράν Αποκάλυψιν
Αρ. = Αρέθα Καισαρείας, Εις την Ιωάννου… Αποκάλυψιν
ΓΒΜ = Γεωργίου Β. Μαυρομάτη,Η Αποκάλυψη του Ιωάννου
ΕΒ = Ιερομ. Ευσεβίου Βίττη, Ομιλίες στην Αποκάλυψη
Η = Matthew Henry’ s Commentary on the whole Bible
ΙΓ = Αρχιμ. Ιηήλ Γιαννακοπούλου,Ερμηνεία της Αποκαλύψεως
Οικ. = Οικουμενίου Ερμηνεία της Αποκαλύψεως
ΠΙΜ = Παναγι. Ι. Μπρατσιώτου, Η Αποκάλυψις του Ιωάννου
WGH = William G. Heidt,The book of the Apocalypse

ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ & ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΥΠΟ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΟΛΙΤΣΑΡΑ

Αποκ. 13,11    Καὶ εἶδον ἄλλο θηρίον ἀναβαῖνον ἐκ τῆς γῆς, καὶ εἶχε κέρατα δύο ὅμοια ἀρνίῳ, καὶ ἐλάλει ὡς δράκων.
Αποκ. 13,11    Και είδα άλλο θηρίον να ανεβαίνη από την γην• και είχε δύο κέρατα, που εμοιαζαν σαν κέρατα αρνίου• ωμιλούσε όμως σαν δράκων.
Αποκ. 13,12     καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ πρώτου θηρίου πᾶσαν ποιεῖ ἐνώπιον αὐτοῦ. καὶ ποιεῖ τὴν γῆν καὶ τοὺς ἐν αὐτῇ κατοικοῦντας ἵνα προσκυνήσωσι τὸ θηρίον τὸ πρῶτον, οὗ ἐθεραπεύθη ἡ πληγὴ τοῦ θανάτου αὐτοῦ.
Αποκ. 13,12     Υποτάσσεται δε και εκτελεί όλην την εξουσίαν του πρώτου θηρίου, πειθαρχικόν σαν εκτελεστικόν όργανον εμπρός εις αυτό. Παρασύρει δε και κάμνει την γην και εκείνους που κατοικούν εις αυτήν να προσκυνούν το πρώτον θηρίον, του οποίου η θανάσιμος πληγή έχει θεραπευθή.
Αποκ. 13,13   καὶ ποιεῖ σημεῖα μεγάλα, καὶ πῦρ ἵνα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβαίνῃ εἰς τὴν γῆν ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων.
Αποκ. 13,13    Και κάμνει, το προβατόσχημον αυτό θηρίον (με την δύναμιν του διαβόλου) μεγάλα και τερατώδη σημεία, ώστε και από τον ουρανόν να κατεβαίνη εις την γην εμπρός εις τα μάτια των ανθρώπων φωτιά (κατά μίμησιν του προφήτου Ηλιού).
Αποκ. 13,14    καὶ πλανᾷ τοὺς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς διὰ τὰ σημεῖα ἃ ἐδόθη αὐτῷ ποιῆσαι ἐνώπιον τοῦ θηρίου, λέγων τοῖς κατοικοῦσιν ἐπὶ τῆς γῆς ποιῆσαι εἰκόνα τῷ θηρίῳ, ὃς εἶχε τὴν πληγὴν τῆς μαχαίρας καὶ ἔζησε.
Αποκ. 13,14     Και παρασύρει εις την πλάνην τους κατοίκους της γης με τα αγυρτικά αυτά θαύματα, δια τα οποία του εδόθη άδεια εκ μέρους του Θεού να τα κάμη, λέγων και προτρέπων τους κατοίκους της γης να κάμουν είδωλον και να θεοποιήσουν το θηρίον, τον Αντίχριστον, το οποίον καίτοι είχε λάβει την πληγήν της μαχαίρας, εν τούτοις έζησε.
Αποκ. 13,15    καὶ ἐδόθη αὐτῷ πνεῦμα δοῦναι τῇ εἰκόνι τοῦ θηρίου, ἵνα καὶ λαλήσῃ ἡ εἰκὼν τοῦ θηρίου καὶ ποιήσῃ, ὅσοι ἐὰν μὴ προσκυνήσωσι τῇ εἰκόνι τοῦ θηρίου, ἵνα ἀποκτανθῶσι.
Αποκ. 13,15     Και του παρεχωρήθη άδεια να δώση ζωήν στο είδωλον του θηρίου, ώστε να ομιλήση το είδωλον του θηρίου. Ακόμη δε του επετράπη να ενεργήση, ώστε να φονευθούν όσοι δεν θα ήθελαν να προσκυνήσουν το είδωλον του θηρίου.
Αποκ. 13,16     καὶ ποιεῖ πάντας, τοὺς μικροὺς καὶ τοὺς μεγάλους, καὶ τοὺς πλουσίους καὶ τοὺς πτωχούς, καὶ τοὺς ἐλευθέρους καὶ τοὺς δούλους, ἵνα δώσωσιν αὐτοῖς χάραγμα ἐπὶ τῆς χειρὸς αὐτῶν τῆς δεξιᾶς ἢ ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν,
Αποκ. 13,16      Παρασύρει δε και πείθει όλους, τους μικρούς και τους μεγάλους, τους πλουσίους και τους πτωχούς, τους ελευθέρους και τους δούλους, να προσκυνήσουν το είδωλον και να υποταχθούν στο θηρίον και να τους δώσουν ανεξάλειπτον χαραγμένην σφραγίδα στο δέξι των χέρι και εις τα μέτωπά των, όπως γίνεται με τους δούλους.
Αποκ. 13,17     καὶ ἵνα μή τις δύνηται ἀγοράσαι ἢ πωλῆσαι εἰ μὴ ὁ ἔχων τὸ χάραγμα, τὸ ὄνομα τοῦ θηρίου ἢ τὸν ἀριθμὸν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ.
Αποκ. 13,17     Και δια να θλίψη και ταλαιπωρήση τους Χριστιανούς, πειθαναγκάζει, κανείς να μη ημπορή να αγοράση η να πωλήση, εκτός εκείνων που έχουν το χάραγμα και την σφραγίδα του θηρίου, η οποία σφραγίς είναι το όνομα του θηρίου η ο αριθμός, που συμβολίζουν τα γράμματα του ονόματός του.
Αποκ. 13,18    Ὧδε ἡ σοφία ἐστίν· ὁ ἔχων νοῦν ψηφισάτω τὸν ἀριθμὸν τοῦ θηρίου· ἀριθμὸς γὰρ ἀνθρώπου ἐστί· καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτοῦ χξς.
Αποκ. 13,18     Εδώ είναι η θεία σοφία• εκείνος που έχει φωτισμένον και καθαρόν νουν ας υπολογίση το σύνολον των αριθμών, που συμβολίζουν τα γράμματα του ονόματός του. Διότι είναι αριθμός ονόματος ανθρώπου. Και ο αριθμός αυτός, που βγαίνει, από την άθροισιν των γραμμάτων λαμβανομένων ως αριθμών, κατά το ελληνικόν σύστημα, είναι εξακόσια εξήκοντα εξ η χξστ’. Είναι δε το όνομα του Αντιχρίστου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (από το βιβλίο του κ. Βασιλειάδη)

  Στους στίχους 11-18 έχουμε την περιγραφή και το έργο του δεύτερου θηρίου, για το οποίο υπάρχει ποικιλία γνωμών. Η ποικιλία αυτή επιτείνεται από το μυστηριώδη αριθμό χξς΄ (στίχ. 18) του ονόματος του πρώτου θηρίου.

   Έτσι άλλοι αναζήτησαν στο θηρίο αυτό διάφορα ιστορικά πρόσωπα, όπως π.χ Σίμωνα το μάγο, τον Απολλώνιο Τυανέα, την ανώτατη ρωμαϊκή επαρχιακή διοίκηση, όλο το ειδωλολατρικό ιερατείο και ιδιαίτερα της Μ. Ασίας, όπου υπήρχε έντονη λατρεία του Καίσαρος [π.χ στην κατείδωλη Πέργαμο] και της θεάς Ρώμης, ή, και ίσως το ορθότερο, όλα τα πνευματικά μέσα των διά μέσου των αιώνων αντιθέων δυνάμεων και αντιχριστιανικών ομολογιών [ΠΙΜ]. Άλλωστε οι ειδωλολάτρες ιερείς ασκούσαν σε ορισμένους ναούς, όπως π.χ στους ναούς του Ασκληπιού, «θεουργική» δράση, σατανική.

   Άλλοι, οι οποίοι θεωρούν ότι το πρώτο θηρίο προτυπώνει το ειδωλολατρικό Ρωμαϊκό κράτος, εκλαμβάνουν το δεύτερο θηρίο ως τον Παπισμό, ο οποίος προάγει τη εκκοσμίκευση και δι’ αυτής την ειδωλολατρία και την καταπίεση, αλλά με απαλότερο τρόπο, υπό το πρόσχημα του άκακου αμνού. Και ενώ το πολιτικό κράτος της Ρώμης χρησιμοποιούσε κοσμική δύναμη, ο Παπισμός χρησιμοποιεί πνευματική και εκκλησιαστική δύναμη και επιρροή στους ανθρώπους με το μανδύα της θρησκείας, της φιλανθρωπίας και της αγαθοεργίας [Η]. Ήδη όμως, από τότε που οργανώθηκε και ως κράτος, ασκεί και κοσμική εξουσία με τους κατά τόπους διπλωματικούς εκπροσώπους του [τους νουντσίους]. Η άποψη αυτή έρχεται να συμφωνήσει με όσους υποστηρίζουν ότι το δεύτερο θηρίο θα είναι κάποιος θρησκευτικός [εκκλησιαστικός] ηγέτης, που θα παρακινήσει τους Χριστιανούς να δεχτούν τον Αντίχριστο ως Χριστόν.

   Ενώ το πρώτο θηρίο αναδύθηκε από τη θάλασσα, το δεύτερο βγήκε από τη γη (στίχ. 11), «υπό την οποίαν νοείται πιθανώτατα η μικρασιατική, ως αποτελούσα την εστίαν της καισαρολατρείας» [ΠΙΜ], της οποίας κυριότερη εστία ήταν η Μ. Ασία. Αναδύθηκε «εκ της γης, δηλαδή της γήινης και χαμερπούς πολιτείας» [Ανδρ.Κ.], από εκεί που βασιλεύει η υλοφροσύνη, το γήινο και σαρκικό φρόνημα, το όλως αντίθετο προς το θέλημα του παναγίου Τριαδικού Θεού. «Εκ της γης» από όπου είναι «η γένεσις» όλων των ανθρώπων. Διότι είναι και αυτός άνθρωπος «κατ’ενέργειαν του Σατανά» (Β΄ Θεσ. β΄ 3, 9) [Αρ.]. Η σοφία του θα είναι γήινη, η φιλοσοφία του υλιστική, το ήθος του ήθος άθεου, η προπαγάνδα του αντιχριστιανική, η συμπεριφορά του συμπεριφορά αγύρτου και απατεώνος. Είναι δηλαδή άριστο όργανο του Αντιχρίστου.

   Ενώ ήταν «θηρίον», ονομαζόμενο έτσι «διά το άγριον, θηρευτικόν, ορμητικόν τε και σπαρακτικόν αυτού» [Άνθιμος], είχε δύο ουσιώδη γνωρίσματα: «Είχε κέρατα δύο όμοια αρνίω», αλλά «ελάλει ως δράκων», η φωνή και η γλώσσα του ήταν φωνή και γλώσσα δράκοντος, θηρίου κακεντρεχούς και αιμοβόρου! Η εμφάνισή του ήταν ό,τι άκακο και αθώο υπάρχει, ενώ η λαλιά του ήταν γεμάτη μίσος και πονηρία. Είχε δύο κέρατα «ουκ αρνίου, αλλ’όμοια αρνίω». Υπό το αρνίον αυτό «δεν νοείται το εν κεφ. ε΄ θείον Αρνίον, το παριστάνον τον Χριστόν, αλλά το άκακον ζώον» [ΠΙΜ].

   Το δεύτερο θηρίο «ελάλει ως δράκων». Δεν είναι δηλαδή ο δράκων, ο ίδιος ο σατανάς, αλλά εξουσιάζεται από αυτόν, «διάδοχος γίνεται της εξουσίας του διαβόλου» [Αρ.] Ο άγιος Ειρηναίος, επίσκοπος Λυώνος, ονομάζει το θηρίο αυτό, «υπασπιστήν» του Αντιχρίστου. [8]

[8]. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, επισκόπου Λουγδούνου και μάρτυρος, Έλεγχος και ανατροπή της Ψευδωνύμου γνώσεως [ή Κατά αιρέσεων], Βιβλ.V κεφ. 28 PG 7, 1199D: «Περί του υπασπιστού, ον και ψευδοπροφήτην καλεί. Ελάλει, φησίν, ως δράκων». Τούτω δε έλεγεν εξουσίαν δεδόσθαι σημείων και τεράτων, ίνα ποιή έμπροσθεν του Αντιχρίστου, προοδοποιών αυτώ την της απωλείας οδόν».

   Όσοι υποστηρίζουν ότι το δικέρατο αυτό θηρίο είναι ο Πάπας παρατηρούν ότι τα δύο κέρατα συμβολίζουν την πολιτική και τη θρησκευτική [εκκλησιαστική] εξουσία του Πάπα. Ωστόσο η διδασκαλία του είναι ψευδής και αιρετική και τα κατά καιρούς διατάγματά του τον αποδεικνύουν «θηρίον» και όχι «Αρνίον» [Η]. Πολύ ορθά ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ονομάζει τον Πάπα Ρώμης «Δίκερων Γίγαντα», ο οποίος «κοντά όπου είναι εσωτερικός και κατά πνεύμα Αρχιερεύς, θέλει να είναι εξωτερικός, και κατά σώμα βασιλεύς. Να ευλογή και να θανατοί, να κρατή την πνευματικήν βακτηρίαν και μάχαιραν την φονεύτριαν. Μίξις άμικτος, και τέρας αλλόκοτον». [9]

[9]. ΑΓΑΠΙΟΥ Ιερομονάχου και ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ Μοναχού [Αγιορείτου], Πηδάλιον της νοητής νηός  της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής  των Ορθοδόξων Εκκλησίας, εκδ. «Αστήρ», Αθήναι 1970, σελ. 109.

   Τα δύο θηρία του κεφαλαίου αυτού είναι ο Αντίχριστος και ο Ψευδοπροφήτης.

   Έργο του δεύτερου θηρίου είναι να κάνει το θέλημα του πρώτου θηρίου, δηλαδή του Αντιχρίστου [στίχ.12]. Ο σατανάς δίνει δύναμη στον Αντίχριστο και ο Αντίχριστος δίνει εξουσία για κακοποιό δράση στο δεύτερο θηρίο, τον ψευδοπροφήτη ή τον υπασπιστή του, όπως τον αποκάλεσε ο άγιος Ειρηναίος. Υπενθυμίζουμε ότι η εξουσία του σατανά βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο και την παρακολούθηση του Τρισαγίου Θεού. Ο σατανάς ενεργεί κατά παραχώρηση Θεού. Όλα θα τα κάνει «διά γοητείας ο του αποστάτου ψευδοχρίστου πρόδρομος, προς απάτην ανθρώπων» με σκοπό να νομισθεί θεός ο Αντίχριστος. Με τις γοητείες, τα εντυπωσιακά σημεία και τέρατα λαμβάνει «αναμφισβήτητον την δόξαν κατά μίμησιν του Βαπτιστού» Ιωάννου, ο οποίος με τη διδασκαλία του έπειθε τους ανθρώπους να ακολουθήσουν τον Σωτήρα Χριστό. Διότι το ψέμα μιμείται την αλήθεια με σκοπό την απάτη των ανθρώπων [Ανδρ. Κ.]

   Η φράση «ενώπιον αυτού» εννοεί την υποτέλεια και απόλυτη υπακοή του δεύτερου θηρίου στο πρώτο και την προστασία που δέχεται από το πρώτο, θυμίζει όμως και ανάλογες εκφράσεις και εικόνες από τη ζωή των προφητών της Π. Διαθήκης. Θυμίζει π.χ τον πυρφόρο προφήτη Ηλία, ο οποίος είπε στο βασιλιά Αχαάβ- «Ζη Κύριος ο Θεός των δυνάμεων, ο Θεός Ισραήλ, ω παρέστην ενώπιον αυτού», τον Οποίον υπηρετώ και μαζί με τον Οποίον είναι σε συνεχή επικοινωνία [Γ΄ Βασ. ιζ΄ [17] 1, ιη΄[18] 15]. Όπως οι άγιοι Προφήτες ήταν θεοκίνητοι διάκονοι του λόγου, και απευθύνονταν στο λαό υπηρετούντες τη σωτήρια βουλή του Θεού, έτσι και ο ψευδοπροφήτης είναι σατανοκίνητος υπηρετώντας πιστά τα καταχθόνια, ψυχόλεθρα και εγκληματικά σχέδια του παγκάκου διαβόλου.

   Ο ψευδοπροφήτης κάνει θαύματα αγυρτικά  και, εκτός των άλλων, κατεβάζει φωτιά από τον ουρανό μπροστά στα μάτια των κατάπληκτων ανθρώπων (στίχ.13). Προσπαθεί δηλαδή να μιμηθεί και στο σημείο αυτό τον προφήτη Ηλία (βλ. Γ΄  Βασ. ιη΄[18] 24, Δ΄Βασ. α΄ 10) και τους δύο μάρτυρες του Θεού (βλ. Αποκ. ια΄[11] 5, πρβλ. και Λουκ. θ΄ 54). Ενώ όμως οι Προφήτες θαυματουργούσαν με τη βοήθεια του Θεού, ο ψευδοπροφήτης θαυματουργεί «κατ’ενέργειαν του διαβόλου» [Αρ.]. Άλλωστε το ίδιο συνέβη και στην περίπτωση του Ιώβ, όταν κατέβηκε φωτιά «εκ του ουρανού και κατέκαυσε τα πρόβατα και τους ποιμένας κατέφαγεν» [Ιώβ α΄ 16]. Αυτό έγινε «κατά θείαν συγχώρησιν και σατανικήν ενέργειαν» [Ανδρ. Κ.]. Ο ψευδοπροφήτης κάνει τις αγυρτείες του «ενώπιον των ανθρώπων» κλέβοντας τρόπον τινά «τους οφθαλμούς των ορώντων» [Αρ.], αποπροσανατολίζοντάς τους και προσπαθώντας να τους πείσει να θεωρήσουν «τον Αντίχριστον Χριστόν». [Αρ.].

   Όλα αυτά υπενθυμίζουν τους λόγους του Κυρίου «εγερθήσονται ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και δώσουσι σημεία μεγάλα και τέρατα, ώστε πλανήσαι, ει δυνατόν,και τους εκλεκτούς» (Ματθ. κδ΄ [24] 24, πρβλ. και Β΄ Θεσ. β΄3-9).

   Τέτοια ψευτοθαύματα και εντυπωσιακές αγυρτείες εργάζονταν και στις ημέρες του ευαγγελιστού Ιωάννου – οι ειδωλολάτρες ιερείς στα Ασκληπιεία, ο Απολλώνιος ο Τυανεύς, ο Σίμων ο Μάγος– αλλά και στους μετέπειτα χρόνους μέχρι των ημερών μας πολυποίκιλοι μάγοι και γενικώς τα όργανα του διαβόλου. Σκοπός δε όλων αυτών είναι ο εντυπωσιασμός και η δημιουργία οπαδών. Ο Κύριος και οι Μαθητές Του, θαυματουργώντας, απέβλεπαν μόνο στην ψυχική ωφέλεια των ανθρώπων και τη δόξα του ονόματος του Θεού. Ενώ ο Αντίχριστος προσπαθεί να αποκτήσει δόξα μεταξύ των ανθρώπων και να θεμελιώσει την τυραννική εξουσία του.

   Στους στίχους 14-15 έχουμε προσπάθεια του ψευδοπροφήτη να αποπλανήσει τους κατοίκους της γης, δηλαδή αυτούς που έχουν φρόνημα «γήινον», αυτούς που η καρδιά τους είναι μόνιμα κολλημένη στη γη [Αρ., Ανδρ. Κ.]. Διότι αυτούς, των οποίων η καρδιά είναι προσκολλημένη στον ουρανό, των οποίων πατρίδα και πολιτεία και τα πολιτικά δικαιώματα είναι στους ουρανούς και με πολύ πόθο περιμένουν τον Σωτήρα μας, τον Κύριον Ιησού Χριστό (βλ. Φιλιπ. γ΄ 20), δεν τους «απατά η αίσθησις» [Ανδρ. Κ.]. Ο ψευδοπροφήτης ζητεί να θεοποιήσει το θηρίο, τον Αντίχριστο, καλώντας  «τους κατοικούντας επί της γης» να κατασκευάσουν «εικόνα τω θηρίω». Εδώ έχουμε σαφή υπαινιγμό της Καισαρολατρίας, αλλά και μεταγενέστερων θεομάχων, όπως π.χ του Στάλιν στον 20ο αιώνα. Η θεοποίηση του Αντιχρίστου θα κορυφωθεί στους έσχατους καιρούς.

   Αφού στήθηκε η εικόνα, το άγαλμα του θηρίου, επετράπη στον ψευδοπροφήτη να δώσει στο άγαλμα ζωή, «ίνα δήθεν λαλήση η εικών» [Αρ.]. Αυτό βέβαια έγινε με ενέργεια καθαρά διαβολική. Πρόκειται περί πλαστού θαύματος,  «περί φενάκης (απάτης), ήτοι περί ανθρώπου κρυπτομένου εντός του αγάλματος και λαλούντος» [ΠΙΜ].

   Γράφει ο άγιος Ανδρέας Καισαρείας: Ιστορείται ότι πολλές φορές μίλησαν οι δαίμονες διά μέσου αγαλμάτων και ξοάνων και δένδρων και νερών με ενέργειες του γνωστού στην αρχαιότητα μάγου Απολλωνίου του Τυανέως και άλλων. Νομίζω δε ότι μιλούσαν και διά μέσου νεκρών σωμάτων, όπως έδειξε στους Ρωμαίους και ο Σίμων ο Μάγος, που έκανε νεκρό να κινηθεί μπροστά στον απόστολο Πέτρο. Αν και ο Απόστολος ξεσκέπασε την πλάνη, δείχνοντας πώς ανασταίνονται πραγματικά οι νεκροί με αυτούς που ο ίδιος ανέστησε. Έτσι λοιπόν, σαν τον Σίμωνα, θα κάνει και ο υπασπιστής του Αντιχρίστου, παρουσιάζοντας το άγαλμά του ως ζωντανό. [Τα ίδια περίπου γράφει και ο Αρέθας].  Σημειώνουμε ότι το πλαστό αυτό θαύμα, η φαινομενική αυτή ζωοποίηση είναι γελοία απομίμηση της αληθινής ζωοποιήσεως των δύο προφητών, στους οποίους έδωσε ζωή και δύναμη ο μόνος αληθινός, ο ζων και παντοκράτωρ Θεός [βλέπε Αποκ. ια΄ [11] 7-11].

   Όσοι δεν θα πείθονται να προσκυνήσουν την εικόνα του θηρίου, δηλαδή να θεοποιήσουν τον Αντίχριστο, θα δεχθούν πιέσεις και βία, και αν συνεχίσουν να αντιστέκονται θα θανατωθούν! Έτσι άλλοι μεν φιλόζωοι και αδιάφοροι θα υποκύπτουν, άλλοι δε, οι πιστοί Χριστιανοί, θα οδηγούνται σε μαρτυρικό θάνατο! Θα γίνεται όπως γινόταν στα χρόνια της Καισαρολατρίας ή και σ’ αυτόν τον 20ο αιώνα στις χώρες όπου είχε θεοποιηθεί ο Στάλιν. Αυτά υπενθυμίζουν τα όσα έγιναν κατά τη βασιλεία του Ναβουχοδονόσορος με τους τρεις ευσεβείς νέους Ανανία, Μισαήλ και Αζαρία [Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ], τους οποίους ο βασιλιάς της Βαβυλώνος έριξε στην κάμινο του πυρός την καιομένη, επειδή αρνήθηκαν να προσκυνήσουν την εικόνα του [βλ. Δαν. γ΄].

   Μετά την άμεση απειλή και την απάτη με το ψευτοθαύμα ο ψευδοπροφήτης χρησιμοποιεί ως μέσο καταναγκασμού των ανθρώπων να προσκυνήσουν τον Αντίχριστο, τον οικονομικό αποκλεισμό. Προς το σκοπό αυτό υποχρεώνει όλους μικρούς, μεγάλους, πλούσιους, φτωχούς, ελεύθερους, δούλους να δεχθούν «χάραγμα», σφραγίδα στο δεξί τους χέρι ή στα μέτωπά τους. Θα ενεργήσει δε έτσι, ασφαλώς με νόμο του κράτους, αφού θα έχει απόλυτη κοσμική εξουσία, ώστε να μην μπορεί κανείς να αγοράσει ή να πωλήσει, εκτός εκείνων που θα έχουν «το χάραγμα», τη σφραγίδα αυτή, η οποία είναι το όνομα του θηρίου ή «ο αριθμός του ονόματος αυτού» (στίχ. 16, 17), δηλαδή το άθροισμα της αριθμητικής αξίας του κάθε γράμματος του ονόματος του.

   Όταν ο ευαγγελιστής Ιωάννης έγραφε την Αποκάλυψη «το χάραγμα» ή το σημάδεμα ήταν σε ευρύτατη εφαρμογή. Σημάδευαν με το χάραγμα ή τη σφραγίδα, που την απέθεταν με καμένο σίδερο, με πυρακτωμένο όργανο, στο χέρι ή στο μέτωπο, δούλους, δραπέτες, Ρωμαίους στρατιώτες με το σήμα της μονάδας τους.

   Στην προκειμένη περίπτωση το χάραγμα θα είναι «η εγχάραξις του ολεθρίου ονόματος» [Ανδρ.Κ., Αρ.], «του ονόματος του αποστάτου και πλάνου» [Ανδρ. Κ.]. Θα βάλει τη σφραγίδα στο δεξί τους χέρι, για να τους εμποδίζει από του να πράττουν και καλά και αγαθά έργα [Ανδρ.Κ.]. Θα τη βάζει και στα μέτωπά τους, για να φέρει σ’αυτούς που απατά το σκοτείνιασμα όχι μόνο στα μάτια, αλλά και στο νου, στο λογικό και έτσι να τους διδάξει να κινούνται και να ενεργούν με θάρρος μέσα στο σκοτάδι της αμαρτίας, τη θολούρα και την πλάνη. Έτσι δεν θα ζουν πια μέσα στην ευσέβεια, δε θα πορεύονται με σεμνότητα, κοσμιότητα και σωφροσύνη και επομένως θα παύσουν να είναι υιοί φωτός και ημέρας [Αρ., Ανδρ. Κ.].

   Όμως όσοι έχουν τα πρόσωπά τους σφραγισμένα με το «θείον φως» δεν θα δεχθούν το χάραγμα [Ανδρ.Κ.,Αρ.]. Συνεπώς αυτοί θα στερηθούν τα αναγκαία για την συντήρησή τους, οπότε σ’αυτούς «βίαιος επαχθή θάνατος» [Ανδρ. Κ.]. Ο ψευδοπροφήτης θα σφραγίζει με το χάραγμα «επί το μέτωπον, ίνα πάντες ώσιν εστεφανωμένοι πύρινον και ου ζωής αλλά θανάτου στέφανον μεθ’εαυτών περιφέροντες», ώστε με τον τρόπο αυτό να κουβαλούνε πάνω τους στεφάνι πύρινον, στεφάνι θανάτου, γράφει ο άγιος μάρτυρας Ιππόλυτος (β΄ αι. αρχές γ΄αι.). Αναφέρει δε και το παράδειγμα του ειδωλολάτρη βασιλιά της Συρίας Αντιόχου Δ΄ του Επιφανούς (επιγόνου του Μ.Αλεξάνδρου), ο οποίος διέταξε τους Ιουδαίους να στήσουν μπροστά στις πόρτες των σπιτιών τους βωμούς και να θυσιάζουν όλοι στους βωμούς αυτούς, στεφανωμένοι δε με κισσούς να κάνουν πομπές στο θεό Διόνυσο. Όσους όμως δεν υποτάσσονταν τους δίκαζαν και τους σκότωναν βασανίζοντάς τους. [10].

[10]. ΙΠΠΟΛΥΤΟΥ, Απόδειξις περί Χριστού και περί Αντιχρίστου, XLIX BEΠΕΣ 6, 214 [15-23].

   Παρόμοια θα συμβαίνουν και στις μέρες του Αντιχρίστου. Γράφει πάλι ο άγιος μάρτυρας Ιππόλυτος: Τότε θα είναι θλίψη μεγάλη, τέτοια που δεν έχει γίνει από την αρχή του κόσμου ως τώρα (βλ. Ματθ. κδ΄ [24] 21) και θα αποστέλλονται σε κάθε πόλη και σε κάθε χώρα, για να φονεύσουν τους πιστούς. Και οι μεν Ιουδαίοι για την απώλεια αυτή των πιστών θα ευφραίνονται και οι ειδωλολάτρες θα επιχαίρουν και στο διωγμό αυτό θα βοηθούν οι άπιστοι. Οι δε Χριστιανοί θα πορεύονται από τη δύση στην ανατολή και άλλοι θα διώκονται από την ανατολή στο νότο, άλλοι δε θα κρύβονται στα όρη και στα σπήλαια. Το «βδέλυγμα», το μισητό και βέβηλο σίχαμα, θα τους πολεμεί παντού «και διά θαλάσσης και διά ξηράς», θα τους φονεύει δε σύμφωνα με το διάταγμα και θα τους καταθλίβει με κάθε τρόπο. Επίσης οι Χριστιανοί δεν θα μπορούν μήτε να πωλήσουν κάτι από τα δικά τους μήτε να αγοράσουν από τους ξένους, εκτός κι αν έχουν χαραγμένο το όνομα του θηρίου στο χέρι ή στο μέτωπο. Διότι τότε οι πιστοί θα εκδιωχθούν από κάθε τόπο και θα απομακρυνθούν συρόμενοι έξω από τα σπίτια τους και θα διωχθούν από τις πόλεις και θα διασυρθούν δημόσια και θα τιμωρηθούν με κάθε είδους τιμωρία και θα διωχθούν και θα εξορισθούν από τον κόσμο. [11].

[11]. ΙΠΠΟΛΥΤΟΥ, Εις τον Δανιήλ, Λόγ. Δ΄ Περί οράσεως του προφήτου Δανιήλ, L, ΒΕΠΕΣ 6, 105 [ 24-39]

          Σήμερα δεν είναι λίγοι εκείνοι, οι οποίοι επισημαίνουν όχι ανεπιτυχώς και όχι χωρίς βάση, ότι υπάρχουν και στις μέρες μας άνθρωποι που δέχονται με τη θέλησή τους αντίχριστα χαράγματα από προδρόμους του Αντιχρίστου, όπως ο μασονισμός, ο οικουμενισμός και παρόμοιοι διεθνείς οργανισμοί, προκειμένου να μην εξοντωθούν, όπως λέγουν, κοινωνικά ή να μην απομονωθούν και αποκλεισθούν, και χάσουν ευκαιρίες προβολής ή επιβολής. Όπως υπάρχουν και εκείνοι που αντιστέκονται και δεν δέχονται τέτοια χαράγματα. Άλλωστε ο Αντίχριστος δεν έχει ακόμη κάνει ολοφάνερη την παρουσία του.

   Σημειώνουμε επίσης και τούτο: Σήμερα είναι έντονες οι διαμαρτυρίες για τις σχεδιαζόμενες ηλεκτρονικές κάρτες με τον δυσώνυμο αριθμό 666, που θα διευκολύνουν, όπως υποστηρίζουν οι εισηγητές τους, τις οικονομικές συναλλαγές. Αυτός όμως ο ισχυρισμός  παραπέμπει άμεσα στο λόγο της Αποκαλύψεως «ίνα μη τις δύνηται αγοράσαι ή πωλήσαι» παρά μόνον εκείνος που έχει τη σφραγίδα του θηρίου και το χάραγμά του [στίχ. 17]. Είναι επομένως δικαιολογημένοι οι φόβοι, οι αντιδράσεις και οι διαμαρτυρίες, διότι γίνεται σκόπιμα ευρύτατη, και προκλητική θα έλεγε κανείς, χρήση του 666, ενώ δεν είναι απαραίτητη η χρήση του συγκεκριμένου αριθμού. Από όλη αυτή τη δραστήρια και άνωθεν επιβαλλόμενη νομικώς κίνηση φαίνεται ότι «το μυστήριο ήδη ενεργείται της ανομίας» [Β΄ Θεσ. β΄ 7]. Τώρα είναι σε ενέργεια η δύναμη του κακού και της ανομίας, που σε μεγάλο βαθμό παραμένει κρυμμένη και δεν φανερώθηκε ακόμη ολόκληρο. «Τώρα ενεργεί όσο ποτέ άλλοτε [και] προετοιμάζει την υποδοχή του Αντιχρίστου. Εξοικειώνει την παγκόσμια κοινή γνώμη με το βδελυρό αριθμό σύμβολό του, ώστε όταν έλθη η ώρα να αποτυπωθεί το σύμβολο αυτό [εμφανώς ή αφανώς, κρυπτογραφημένο ή όχι] πάνω σε ανθρώπινα σώματα, οι αντιστάσεις να έχουν αμβλυνθή και εξουδετερωθή!…» [12].

[12]. Βλ. ΙΕΡΟΝ ΚΕΛΛΙΟΝ αγίου ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΠΟΥΡΑΖΕΡΗ. Η ευθύνη της επιλογής μας, Αγ. Όρος, εκδ. «Ενωμένη Ρωμηοσύνη», Θεσσαλονίκη 2010, σελ. 165.

   Για το «χάραγμα» υπάρχει και η άποψη ότι αυτό δε θα είναι μάλλον κάποιο εξωτερικό (υλικό) χάραγμα. Κατά την άποψη αυτή οι λέξεις «μέτωπο και χέρι» είναι συμβολικές. Το μέτωπο, λέγουν, συμβολίζει τον νου και άρα το «χάραγμα» θα έχει ως αποτέλεσμα τη διαστροφή, τη νόθευση ή την άρνηση της ορθής πίστεως. Και το χέρι συμβολίζει τις πράξεις και άρα το χάραγμα θα έχει ως αποτελέσματα την τέλεση αμαρτωλών πράξεων. Οι υποστηρικτές της απόψεως αυτής φέρουν ως ενίσχυση της θέσεως τους τα χωρία του Δευτερονομίου κεφ. ια΄ [11] 18, και κεφ. 18 [13] 1-6.

   Ωστόσο η ερμηνεία των χωρίων αυτών δεν φαίνεται να ευνοεί την άποψή τους.

   Το θεόπνευστο βιβλίο της Αποκαλύψεως μας λέγει ότι το «χάραγμα», η σφραγίδα αυτή, είναι «το όνομα του θηρίου ή ο αριθμός του ονόματος αυτού». Στην προκειμένη περίπτωση ο αριθμός του θηρίου, που είναι αριθμός ονόματος ανθρώπου, δηλαδή αριθμός που βγαίνει από το άθροισμα της αριθμητικής αξίας ενός εκάστου γράμματος του ονόματος είναι χξς΄, δηλαδή 666. Και προσθέτει: Εδώ είναι η θεία σοφία η κρυμμένη από τους μακράν του Θεού ανθρώπους. Όποιος έχει νου φωτισμένο ας αριθμήσει τους αριθμούς, που σημαίνει κάθε γράμμα του ονόματος του Αντιχρίστου, και ας αθροίσει τον αριθμό του θηρίου [στίχ. 17-18].

   Οι αρχαίοι Έλληνες έγραφαν τους αριθμούς με αραβικά ψηφία. Για την αρίθμηση δεν έγραφαν 1,2,3 κ.λ.π. αλλά χρησιμοποιούσαν τα γράμματα του αλφαβήτου με ένα τόνο επάνω δεξιά. Έτσι, αντί 1 έγραφαν α΄, αντί 3 γ΄, αντί 11 ια΄, αντί 12 ιβ΄, αντί 100 ρ΄, αντί 800 ω΄. Όταν ο τόνος έμπαινε κάτω αριστερά από το γράμμα σήμαινε χιλιάδα. Έτσι ,α = 1000,  ,β = 2000 κ.λ.π. Όπως και στο ελληνικό αλφάβητο έτσι και στο εβραϊκό το κάθε γράμμα, εκτός από την άμεσα γραμματική σημασία, είχε και την αντίστοιχη αριθμητική του αξία. Η αριθμητική αξία π.χ του ονόματος Πέτρος μπορούσε να διατυπωθεί ως 755 διότι π΄ =80, ε΄=5, τ΄=300, ρ΄=100, ο΄=70, ς΄ =200, σύνολο 755. Του ονόματος Ελένη μπορούσε να διατυπωθεί αριθμητικά ως 98, διότι ε΄=5, λ΄=30, ε΄=5, ν΄=50, η΄=8, σύνολο 98.

   Αλλά είναι εμφανές ότι μόνο ο αριθμός δεν μπορεί να φανερώσει το όνομα, διότι είναι δυνατόν το σύνολο των γραμμάτων και άλλου ή άλλων ονομάτων να είχε τον ίδιο αριθμό. Χρειαζόμαστε επομένως και άλλο στοιχείο, για να αποκρυπτογραφήσουμε το όνομα του θηρίου. Αλλ’ ο ευαγγελιστής Ιωάννης δεν μας δίνει κανένα άλλο στοιχείο εκτός από τον αριθμό. Έτσι η έννοια του αριθμού του θηρίου παραμένει για τον αναγνώστη μυστηριώδης και απόκρυφη και απαιτεί, όπως γράφει ο άγιος απόστολος Ιωάννης, «σοφίαν» και «νουν» για την κατανόηση του μυστηρίου που κρύβει το χξς΄.

   Απαιτεί «σοφίαν» όχι κοσμική, ανθρώπινη, αλλά θεία. Απαιτεί «νουν», «νουν Χριστού» [Α΄ Κορ. β΄ 16 ], δηλαδή χάρισμα θείο, πνευματικό, με το οποίο και μόνο θα μπορέσει να γνωρίσει κανείς το όνομα του θηρίου. Για τη σοφία αυτή κάνει λόγο στην Επιστολή του ο αδελφόθεος Ιάκωβος [Ιακ. α΄ 5-6 και γ΄ 15] και ο απόστολος Παύλος την πρώτη προς Κορινθίους Επιστολή του [Α΄ Κορ. β΄ 6-14]. Στα μεγάλα και καίρια ζητήματα της ζωής μας και του αιωνίου μέλλοντός μας έχουμε ανάγκη της θεοειδούς μορφώσεως και της θείας σοφίας.

   Στην ερώτηση γιατί η Αποκάλυψις δε αναφέρει καθαρά το όνομα του Αντιχρίστου, η απάντηση είναι ότι «ίσως διά το μη λυσιτελείν τους ακούοντας την εκείνων γνώσιν»  [Άνθιμος]. Ίσως διότι δεν ωφελεί η γνώση του όσους την πληροφορούνται. Ή ίσως σιωπά για λόγους συνέσεως, ώστε να μην ξεσηκώσει την οργή των Ρωμαίων διωκτών κατά των Χριστιανών. Κατά τον Αρέθα Καισαρείας, δεν το αναφέρει σαφώς, διότι δεν είναι καν «άξιον της εν βιβλίω γραφής». Το βδελυρό όνομα του Αντίχριστου δεν είναι καν άξιο να γράφεται μέσα στην Αγία Γραφή. Αν έπρεπε να γίνει γνωστό τέτοιο όνομα, παρατηρούν οι Ανδρέας και Αρέθας, ο ευαγγελιστής Ιωάννης που έβλεπε τα οράματα, θα το απεκάλυπτε. Αλλά δεν ευδόκησε «η θεία Χάρις εν θείω βίβλω το του λυμεώνος ταγήναι όνομα», να καταγραφεί σε θείο βιβλίο το όνομα του φθορέως και αφανιστού.

   Παρόλα αυτά η ανθρώπινη περιέργεια δεν αναχαιτίστηκε. Έγιναν και γίνονται πολλές προσπάθειες για να εντοπιστεί το διαβόητο όνομα του Αντιχρίστου. Κανένα κείμενο της Αγίας Γραφής δεν προκάλεσε τόσο πολύ την περιέργεια και τη σκέψη των ανθρώπων, όσο ο αριθμός χξς΄. Και τούτο, διότι ο αριθμός αυτός δεν είναι απλός και συνηθισμένος αριθμός στη σειρά των αριθμών, αλλά εκφράζει ή κρύβει κάποιο νόημα, που όχι απλώς μας ενδιαφέρει, αλλά έχει σοβαρότατες συνέπειες στην παρούσα και στη μέλλουσα ζωή μας. Ο αριθμός 666 μόνος του είναι ουδέτερος, λέγει και ό,τι ένας άλλος οποιοσδήποτε αριθμός, π.χ. 555, 482, 338 κ.ά. στη σελίδα ενός βιβλίου ή ως αύξων αριθμός μιας παρτίδας ενός εμπορεύματος ή ενός αυτοκινήτου…όταν όμως αυτός είναι το ψευδώνυμο και το σύμβολο του Αντιχρίστου, τότε μας ενδιαφέρει άμεσα, και μάλιστα όχι μόνο μια ομάδα ανθρώπων, αλλά όλη την ανθρωπότητα. Γι’ αυτό και η αγωνία όλων να μάθουν τι ακριβώς σημαίνει.

   Ας δούμε με κάθε συντομία τι απέδωσαν και σε ποιες ερμηνείες κατέληξαν οι μέχρι σήμερα προσπάθειες.

1. Το  χξς΄ [ 666] έχει ως ακραία γράμματα το Χ και το ς που είναι σύντμηση του ονόματος Χριστός. Μεταξύ των δύο αυτών γραμμάτων παρεμβάλλεται το γράμμα ξ, ένα γράμμα με μορφή οφιοειδή. Έτσι στο όνομα Χριστός έχουμε κρυμμένο τον όφι, το φίδι. Ώστε, είπαν, στο όνομα Χριστός είναι καμουφλαρισμένος ο «όφις ο αρχαίος», ο Αντίχριστος! Εξωτερικά παρουσιάζεται ως Χριστός, στο βάθος όμως είναι Αντίχριστος! Η ερμηνεία αυτή είναι έξυπνη. Ωστόσο δεν μας λέγει ποιο είναι το όνομα του Αντιχρίστου.

   Ο Παν.Ν. Τρεμπέλας παρατηρεί – «αξιόλογος η εκδοχή» κατά την οποία ο αριθμός αυτός, «γραφόμενος εν τω βατικανώ κώδικι διά των τριών μεγάλων γραμμάτων ΧΞS΄ υπενθυμίζει το αρχικόν και τα τελευταία γράμματα της λέξεως Χριστός διαχωριζόμενα, παραποιούμενα, και ούτως ειπείν διαλυόμενα διά της παρεμβολής του οφιοειδούς γράμματος Ξ», το οποίον υπενθυμίζει «τους συγχρόνους τότε Γνωστικούς οφίτας», οι οποίοι λάτρευαν τον όφι.

2. Ορισμένοι φρονούν ότι ο Ιωάννης, ο αρχηγός της θεολογίας, με τον αριθμό 666 παρουσίασε τον άνθρωπο-θηρίο, που πίσω του κρύβεται ο διάβολος, ως τον κατεξοχήν ανάξιο και τιποτένιο άνθρωπο. Το 666 είναι τριπλή επανάληψη του 6. Ο αριθμός  αυτός αναφέρεται στον άνθρωπο, που δημιουργήθηκε την έκτη ημέρα ακόμα και στα ανθρώπινα. Επειδή δε το 7 όπως ήδη γράψαμε, είναι το σύμβολο της πληρότητος, το 6 είναι το σύμβολο της ατέλειας, της ελλείψεως. Το 7 αναφέρεται συνήθως στο Θεό, ο Οποίος αφού δημιούργησε τον κόσμο σε έξι μέρες, την έβδομη ημέρα «κατέπαυσεν από πάντων των έργων αυτού, ων ήρξατο ποιήσαι» και μάλιστα «ηυλόγησε την ημέραν την εβδόμην και ηγίασεν αυτήν» [Γεν. β΄ 3]. Έστι η έβδομη μέρα, και κατά συνέπεια ο αριθμός 7 είναι σύμβολο τελειότητος και αναφέρεται σε κάτι το ιερό και το άγιο. Επομένως το θηρίο – άνθρωπος και πίσω του ο σατανάς που καταβάλλει εναγώνιες προσπάθειες επαναλαμβάνοντας το 6 δύο ή τρεις φορές, κάνοντάς το 66 ή 666, είναι ουσιαστικά ο άνθρωπος τρεις φορές τίποτε! Αλλά και τέσσερις ή πέντε ή έξι ή επτά φορές επαναλαμβάνοντας το 6, κάνοντάς το δηλαδή 6.666 ή 66.666 ή 6.666.666 ή πολλαπλασιάζοντάς το επ’ άπειρον και πάλι θεοί δεν πρόκειται να γίνουν ποτέ οι άνθρωποι! Ωστόσο και η ερμηνεία αυτή είναι μεν ευφυής, δεν μας βοηθεί όμως στην αποκρυπτογράφηση του ονόματος του Αντιχρίστου.

3.   Για το 666 και τον υπονοούμενο άνθρωπο, άξιες προσοχής  ερμηνείες εκ μέρους εκείνων που εφαρμόζουν το ελληνικό αλφάβητο είναι το όνομα Ευάνθας, ή Τειτάν (με αυτό εννοούν  τον Απόλλωνα) ή Λατείνος [13]. Το Λατείνος [και όχι Λατίνος] διότι λ = 30, α = 1, τ  = 300,  ε = 5, ι = 10, ν = 50, ο = 70, σ΄ =200, Σύνολο 666. Για την ερμηνεία αυτή ο Ιππόλυτος ακολουθεί το διδάσκαλό του άγιο Ειρηναίο, επίσκοπο Λυώνος. Το «Λατείνος» θεωρείται συμβολικό όνομα του Αντιχρίστου, της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Δεν έχουμε βέβαια όνομα συγκεκριμένου ανθρώπου, μόνο σύμβολο και τύπο του Αντιχρίστου και ειδικότερα της Χριστιανομάχου Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, που είχε κηρύξει σφοδρούς διωγμούς κατά των Χριστιανών και είχε θεοποιήσει τον αυτοκράτορα – το θηρίο.

   Δεν είναι δε λίγοι εκείνοι που προσθέτουν στην ερμηνεία αυτή ότι ο «Λατείνος» με το νεότερο πρόσωπο του Παπισμού διώκει τους Ορθοδόξους, οι οποίοι μένουν αμετακίνητοι στην «άπαξ παραδοθείσαν [Ορθόδοξη] πίστιν» [Ιούδα 3], στα δόγματα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, των αγίων επτά Οικουμενικών Συνόδων και τη διδασκαλία των Πατέρων.

 [13]. ΙΠΠΟΛΥΤΟΥ, Απόδειξις περί Χριστού και περί Αντιχρίστου, κεφ. 1 ΒΕΠΕΣ 6, 214 [35] – 215 [3]. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, Έλεγχος και Ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως [ ή Κατά αιρέσεων], βιβλ. V, κεφ. 30, 1 PG 7, 1203 – 1205.

   Όσοι εφαρμόζουν το εβραϊκό αλφάβητο, και αυτοί είναι οι περισσότεροι, χρησιμοποιώντας τα εβραϊκά σύμφωνα της λέξεως Nero Caesar, με την αντίστοιχη παραδοσιακή αρίθμηση, μετρούν N = 50, R = 200, W = 6, N = 50, Q = 100, S = 60, R = 200, Σύνολο 666 [WGH κα ΠΙΜ].

   Όσοι πάλι εφαρμόζουν το λατινικό αλφάβητο θεωρούν ότι το 666 αποδίδει το όνομα «Διοκλητιανός» ή «Τίτος» [ΠΙΜ]. Κατ’ άλλους, οι οποίοι δέχονται τη λανθασμένη γραφή 616 [αντί 666], που υπάρχει σε χειρόγραφα των χρόνων του Ειρηναίου [14], και η οποία γραφή «φαίνεται ως προϊόν μάλλον ερμηνευτικής αμηχανίας και αποδίδει το όνομα Γάιος Καίσαρ», θεωρείται ότι υπό το όνομα αυτό νοείται ο αυτοκράτωρ Καλιγούλας [ΠΙΜ].

[14]. Βλ. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, ο. π., PG 7, 1203 – 1205

4.   Ο Ιππόλυτος, επίσκοπος Ρώμης, γράφει – «Η μιαρή σφραγίδα του Αντιχρίστου στο μέτωπο και στο δεξί χέρι των ανθρώπων θα είναι το 666. Δεν γνωρίζω «ακριβώς» τη σημασία του, αφού πολλά ονόματα μπορούν να βρεθούν πίσω από τον αριθμό αυτό, «αλλά λέγομεν ίσως γράφειν την αυτήν σφραγίδα ΑΡΝΟΥΜΕ»» (με Ε και όχι ΑΙ, διότι δεν ετηρείτο πάντοτε η γραμματική ορθογραφία στον αριθμητικό υπολογισμό των λέξεων). Κατά συνέπεια Α = 1, Ρ = 100, Ν = 50, Ο = 70, Υ = 400, Μ = 40, Ε = 5, Σύνολο 666.  «Λέγομεν ίσως», δηλαδή «το υποθέτουμε αυτό», συνεχίζει, «επειδή και προηγουμένως (στους διωγμούς) «ο αντίδικος εχθρός, διά των υπηρετών αυτού, ήγουν των ειδωλολατρών» απηύθυνε στους Χριστιανούς μάρτυρες την προτροπή, «άρνησαι τον θεόν σου τον εσταυρωμένον». Τέτοιο πράγμα θα είναι και η σφραγίδα του μισόκαλου. Θα σημαίνει «ΑΡΝΟΥΜΑΙ τον ποιητήν ουρανού τε και γης, αρνούμαι το βάπτισμα, αρνούμαι την λατρείαν μου» και γίνομαι οπαδός σου «και σε πιστεύω»» [15].

[15]. ΙΠΠΟΛΥΤΟΥ, Λόγ. Περί της συντελείας του κόσμου και περί του Αντιχρίστου και εις την Β΄ Παρουσίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, κεφ. XXVIII και XXIX ΒΕΠΕΣ 6, 287 [ 18-27].

5. Μεταγενέστεροι εκκλησιαστικοί συγγραφείς απέδωσαν τον αριθμό 666 στις φράσεις «ΟΔΗΓΟΣ ΚΑΚΟΣ», «ΠΑΛΑΙ ΒΑΣΚΑΝΟΣ», «ΑΜΝΟΣ ΑΔΙΚΟΣ» κ,α. και στο λατινικό όνομα ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ [benedictus]. Το ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ, του οποίου τα γράμματα δίνουν τον αριθμό 666, σημαίνει «ευλογημένος». Συνεπώς, παρατηρούν, ο Αντίχριστος ενώ είναι καταραμένος, θα παρουσιαστεί ως ευλογημένος, μιμούμενος τον Χριστό, με σκοπό να εξαπατήσει τους Χριστιανούς.

   Εξαφορμής της ανωτέρω ερμηνείας του «Βενεδίκτου» και διότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης αναφέρεται σε πρόσωπο των εσχάτων χρόνων κατεξοχήν εχθρικό προς την Εκκλησία του Χριστού, υπέδειξαν ως Αντίχριστο τον πάπα Βενέδικτο Η΄ (1012 – 1024). Ο πάπας αυτός ήταν ο πρώτος που επανέφερε τη δεινή αίρεση του Filioque, δηλαδή την αιρετική προσθήκη «και εκ του Υιού», στο Σύμβολο της Πίστεως, την οποία προσθήκη είχε αποδοκιμάσει ο Λέων Γ΄ [ + 816]. Ο Βενέδικτος  Η΄ όχι μόνο επανέφερε την αιρετική αυτή προσθήκη, αλλά και την υποστήριξε επίσημα με όλη τη δύναμη του και την επέβαλε.

   Ο Λούθηρος και άλλοι Προτεστάντες υποστήριξαν σταθερά ότι ο Αντίχριστος είναι ο Πάπας, αποδίδοντας το όνομα του Αντιχρίστου με το όνομα «Παπίσκος» (παρόλο ότι τα γράμματα της λέξεως αυτής δίνουν άθροισμα 661). Και τούτο, διότι έκριναν ότι το 666 «εκφράζει τον αριθμό των πλανών και των αιρέσεων που περιέχονται στον παπισμό ή κατ’άλλους, τον αριθμό των ετών από την άνοδο μέχρι την πτώση του» [Η].

   Από το άλλο μέρος οι Παπικοί, ανταποδίδοντας τα ίσα στους Προτεστάντες…απέδειξαν ως Αντίχριστο τον Λούθηρο ή τον John Knox, αρχηγό των Σκώτων πρεσβυτεριανών.

6.   Τον περασμένο αιώνα [20ο], κατά τον οποίο παρουσιάστηκαν πολλά θηρία – Αντίχριστοι (Χίτλερ, Στάλιν και συνεργάτες τους) έκανε εντύπωση η ταύτιση του Χίτλερ με τον Αντίχριστο. Έτσι, ο Dr. Kepler, βάσει της λατινικής γραφής του ονόματος HITLER και υπολογίζοντας το Α ως 100, το Β ως 101, το C ως 102, το D ως 103, το Ε ως 104, το F ως 105 κ.ο.κ. ταύτισε το 666 με τον HITLER [H = 107, I = 108, T= 119, L  =111, E = 104, R = 117, Σύνολο 666] [WGH]. Η ερμηνεία αυτή είχε εντυπωσιάσει τότε, δεδομένης της αντιχριστιανικής μανίας του ναζισμού.

7.   Τέλος αναφέρουμε ότι στην προσπάθεια ανευρέσεως του Αντιχρίστου, η προσοχή κάποιων επικεντρώθηκε και στα πρόσωπα του Μωάμεθ, του Μ. Ναπολέοντος, του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄ και του Λένιν. Ο άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος έγραψε ότι το θηρίο που έβγαινε από τη γη είναι ο Μωάμεθ, «ο των διαβόλου και του αντιχρίστου απόστολος και προφήτης, ο διδάξας τους υιούς Άγαρ όσα μισεί ο Θεός και φιλεί  (αγαπά) ο Σατανάς».

   Από τα ανωτέρω γίνεται αντιληπτό ότι όλες αυτές οι προσπάθειες και αρκετές άλλες για την εύρεση του ονόματος του Αντιχρίστου υπήρξαν ουσιαστικά μάταιες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο προφήτης Ιωάννης παίζει ή αερολογεί, όπως θέλουν να κάποιοι ορθολογιστές, αλλά έχει στο νου του «ωρισμένον πρόσωπον, του οποίου την απομάντευσιν θεωρεί ως δυνατήν εις τους πιστούς, τουλάχιστον τους πνευματοφόρους εξ αυτών» [ΠΙΜ].

   Επομένως οι Χριστιανοί δεν πρέπει να επηρεαζόμαστε και να παρασυρόμαστε από τα κατά καιρούς γραφόμενα γύρω από το όνομα του Αντιχρίστου. Έστω και αν αυτοί που τα γράφουν ή τα διακηρύσσουν είναι δήθεν μεγάλα ονόματα, σοφοί κατά κόσμο… ο ευαγγελιστής Ιωάννης για τις περιπτώσεις αυτές μας συμβουλεύει – μη δίνετε εμπιστοσύνη στον καθένα που σας λέγει ότι εμπνέεται από το Πνεύμα του Θεού και ότι έχει πνευματικό χάρισμα. Αλλά να εξετάζετε και να διακρίνετε τους ανθρώπους που παρουσιάζονται ότι εμπνέονται από το Πνεύμα, αν πράγματι αυτοί προέρχονται από το Θεό. Διότι πολλοί ψευδοπροφήτες βγήκαν στον κόσμο [βλ. Α΄ Ιω. δ΄ 1].

   Εφόσον η αρχαιότατη Εκκλησία από την οποία δεν έλειπαν ούτε οι Προφήτες ούτε άλλοι Χριστιανοί με πλούσια πνευματικά χαρίσματα δεν μας διασώζει κάποια ακριβή παράδοση περί του προσώπου του Αντιχρίστου, τουλάχιστον ο Ειρηναίος που είχε ασχοληθεί με το ζήτημα τούτο [16], «νομίζομεν ότι το εν λόγω πρόσωπον θα είναι ο «Αντίχριστος» (Β΄ Ιω. 7), «ο άνθρωπος της ανομίας» [Β΄ Θεσ . β΄ 3], «ο άνομος» [Β΄Θεσ. β΄8], η ανεύρεσις του οποίου, επί τη βάσει του παρόντος ελληνικού αριθμού [666], επαφίεται εις τους πιστούς της εποχής», κατά την οποία «μέλλει ούτος να εμφανισθή προσωπικώς» [ΠΙΜ].

 [16]Βλ. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, Έλεγχος και Ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως [ ή Κατά αιρέσεων], κεφ. XXIX, PG 7, 1202C – Όλη η εικόνα του Ναβουχοδονόσορος «προτύπωσις ην της του αντιχρίστου παρουσίας».

 Γι’αυτό ο άγιος Ειρηναίος μας συμβουλεύει: Είναι «ασφαλέστερον και ακινδυνότερον» να περιμένουμε «την έκβασιν της προφητείας» από του να στοχαζόμαστε κάνοντας υποθέσεις και να προμαντεύουμε σχετικά με το όνομα, τυχόντα ονόματα. Εμείς λοιπόν, συνεχίζει, δεν ριψοκινδυνεύουμε για το όνομα του Αντιχρίστου αποφαινόμενοι με βεβαιότητα. Διότι, αν έπρεπε στον τωρινό καιρό να κηρυχθεί φανερά το όνομα του, θα ανακοινωνόταν από εκείνον που είδε και τα οράματα της Αποκαλύψεως. Διότι την Αποκάλυψη δεν την είδε «προ πολλού χρόνου, αλλά σχεδόν επί της ημετέρας γενεάς» προς το τέλος της βασιλείας του Δομετιανού [17]. Άλλωστε ο ίδιος εκκλησιαστικός Πατέρας γράφει: Κάθε προφητεία πριν από την έκβαση της είναι αίνιγμα και προκαλεί αντιλογία μεταξύ των ανθρώπων. Όταν όμως έρθει ο καιρός και πραγματοποιηθεί αυτό που έχει προφητευθεί, τότε θα δοθεί η ακριβέστατη εξήγησή της [18]. Οι γνώμες του αγίου Ειρηναίου έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Διότι αυτός εγνώρισε ως νέος τον γέροντα επίσκοπο Πολύκαρπο Σμύρνης, ο οποίος είχε γνωρίσει προσωπικά τον ευαγγελιστή Ιωάννη, συγγραφέα της Αποκαλύψεως.

[17]. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, ο.π., PG 7, 1205 BC – 1207 AB.

[18]. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, ο.π., PG 7, 1052C- 1053A.

   Ο άγιος Ανδρέας Καισαρείας γράφει: Την μεν ακριβή έννοια του αθροίσματος που συνιστά τον αριθμό [666] «και τα λοιπά περί αυτού γεγραμμένα» θα τα αποκαλύψει ο χρόνος και η πείρα σ’ αυτούς που θα είναι άγρυπνοι, προσεκτικοί. Διότι, αν έπρεπε, όπως λένε κάποιοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας, να γίνει φανερό καθαρά το όνομα αυτό [του Αντιχρίστου], θα το φανέρωνε αυτός που το είδε. Όμως η θεία χάρις δεν θέλησε να καταχωρηθεί το όνομα του φθορέα και αφανιστή (δηλαδή του Αντιχρίστου) στην Αγία Γραφή. Μπορεί κανείς, έτσι για λόγους ασκήσεως, να βρει, όπως λένε ο μακάριος Ιππόλυτος και άλλοι, ονόματα που περιέχουν «τον αριθμό τούτον». Ονόματα «προσηγορικά και κύρια».

   Τέλος, ο ιερομάρτυς Ιππόλυτος (β΄ αι.) διδάσκει: «Αυτά που έχουν σχέση με τον Αντίχριστο τα μεταδίδουμε με φόβο Θεού παρακινούμενοι από την «υπερβάλλουσαν (του) Χριστού αγάπην». Διότι αν οι προγενέστεροι μας μακάριοι άνδρες που αξιώθηκαν προφητικού χαρίσματος και εγνώρισαν αυτά δεν θέλησαν να κηρύξουν ανοιχτά για να μην προξενήσουν ταραχή στις ψυχές των ανθρώπων αλλά τα διηγήθηκαν «μυστικώς διά παραβολών και αινιγμάτων», λέγοντες «ώδε ο νους ο έχων σοφίαν», πόσο μάλλον εμείς θα κινδυνεύσουμε αν τολμήσουμε να φανερώσουμε πλήρως, όσα εκείνοι είπαν με τρόπο απόκρυφο;». Και λίγο παρακάτω προσθέτει: για το όνομα του θηρίου δεν μπορούμε εμείς να μιλήσουμε με ακρίβεια, όσο το κατενόησε και διδάχτηκε γι’ αυτό ο μακάριος Ιωάννης, παρά μόνο να το υποθέσουμε. Όταν θα εμφανιστεί ο καιρός θα δείξει «το ζητούμενον» [ 19].

[ 19]. ΙΠΠΟΛΥΤΟΥ, Περί Χριστού και περί του Αντιχρίστου, XXIX και XLIX ΒΕΠΕΣ 6, 206 [ 23-29] και 214 [ 34-35].

   Είναι άξια και η παρατήρηση που λέγει ότι στα κεφάλαια της Αποκαλύψεως 12 και 13 έχουμε «σατανική τριάδα» κατ’ απομίμηση της Αγίας Τριάδος. Έχουμε α] τον δράκοντα-διάβολο, β] το θηρίο–Αντίχριστο , που ανεβαίνει από τη θάλασσα και γ] το θηρίο–ψευδοπροφήτη, «υπασπιστή» του Αντιχρίστου, που ανεβαίνει από τη γη!

   Σήμερα ορισμένοι θεωρούν ή βλέπουν στην εισαγωγή του 666 στη ζωή μας με διάφορες μορφές και υπό διάφορα προσχήματα, ΕΚΑΜ, ΑΜΚΑ, πιστωτικές κάρτες κ.α΄. Ενώ παράλληλα παρατηρείται μία σύγχυση, αδιαφορία, χαύνωση, έλλειψη πνευματικότητος και ένας αόρατος φόβος. Για όλα αυτά αναφερθήκαμε ήδη πιο πάνω. Όμως είναι πολύ καλύτερα να ζητούμε σοφία και σύνεση από τον Τριαδικό Θεό και «νουν Χριστού» [Α΄ Κορ. β΄16], ώστε να αναστρεφόμαστε και να συμπεριφερόμαστε στην κάθε περίπτωση έτσι, ώστε να δοξάζεται ο Θεός. Παράλληλα να μελετούμε την Αγία Γραφή, να ζούμε εν προσευχή και να συμμετέχουμε συνειδητά και τακτικά στα Ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας μας, στηρίζοντας τους αδελφούς μας και παρηγορώντας τους με το λόγο και το χριστιανικό παράδειγμα μας [πρβλ. Λουκ. κβ΄ [22]32]. Διότι δεν μπορούμε να ζούμε με χλιαρότητα, πολύ περισσότερο μέσα στην αμαρτία, ακολουθώντας το δρόμο του σατανά, τον οποίο αποκηρύξαμε και απαρνηθήκαμε επίσημα κατά την ώρα του αγίου Βαπτίσματος μας. Ας μη λησμονούμε δε ότι δεν υπάρχει καμία συμφωνία μεταξύ του Χριστού και του σατανά [βλ. Β΄Κορ. στ΄ 14-18]. Οι δε τυχόν ωφέλειες από την εκούσια αποδοχή του χαράγματος – οικονομικές, θέσεις, αξιώματα κ.τ.ο΄ – θα αποβούν προς αιώνια ζημία της ψυχής μας διότι θα προκαλέσουν τη δίκαιη οργή  του Τρισαγίου Θεού [ βλ. Αποκ. ιστ΄ [16] 2].

Οι Χριστιανοί έχοντας απόλυτη βεβαιότητα ότι η δική μας πατρίδα και πολιτεία και τα δικά μας πολιτικά δικαιώματα είναι στους ουρανούς από τους οποίους με πολύ πόθο περιμένουμε και τον Σωτήρα μας, τον Κύριο Ιησού Χριστό [Φιλιπ. γ΄ 20], και ακόμη ότι, εάν ο Θεός είναι μαζί μας, κανείς δεν μπορεί να είναι εναντίον μας, ας πορευόμαστε με ελπίδα, ειρήνη και χαρά εν Χριστώ. Ο ερμηνευτής των άνω μυστηρίων του Θεού, μας έχει βεβαιώσει: Αυτή είναι η νίκη, που νίκησε οριστικά τον κόσμο, η πίστη μας (Α΄ Ιω. ε΄ 4), η οποία είναι φως που διαλύει την πλάνη, η οποία υπάρχει στον κόσμο. Και ταυτόχρονα δύναμη νέας πνευματικής και αγίας ζωής αντίθετης προς την φαυλότητα του κόσμου που καλλιεργεί ο Αντίχριστος και τα όργανά του.

(Πηγή: Η Αποκάλυψις του Ιωάννου, Νικολάου Βασιλειάδη, εκδόσεις «ο Σωτήρ» σελ. 437-455, οι υπογραμμίσεις δικές μας)

Η Αποκάλυψη, ο Αντίχριστος, το χάραγμα, το 666, οι έσχατοι καιροί. Ερμηνεία των αγίων (μέρος Α΄, Αποκάλυψη κεφ. ΙΓ στίχοι 1-10)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Αποκάλυψη, ο Αντίχριστος, το χάραγμα, το 666, οι έσχατοι καιροί. Ερμηνεία των αγίων (μέρος Α΄, Αποκάλυψη κεφ. ΙΓ στίχοι 1-10)

Συγγραφέας: kantonopou στις Αύγουστος 27, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

(Πηγή: Η Αποκάλυψις του Ιωάννου, Νικολάου Βασιλειάδη, εκδόσεις «ο Σωτήρ» σελ. 420-437, οι υπογραμμίσεις δικές μας)
Συντομογραφίες
Ανδρ.Κ = Ανδρέου Καισαρείας,Ερμηνεία εις την Αποκάλυψιν
Άνθιμος = Ανθίμου Πατριάρχου Ιεροσολύμων,Ερμηνεία εις την Ιεράν Αποκάλυψιν
Αρ. = Αρέθα Καισαρείας, Εις την Ιωάννου… Αποκάλυψιν
ΓΒΜ = Γεωργίου Β. Μαυρομάτη,Η Αποκάλυψη του Ιωάννου
ΕΒ = Ιερομ. Ευσεβίου Βίττη, Ομιλίες στην Αποκάλυψη
Η = Matthew Henry’ s Commentary on the whole Bible
ΙΓ = Αρχιμ. Ιηήλ Γιαννακοπούλου,Ερμηνεία της Αποκαλύψεως
Οικ. = Οικουμενίου Ερμηνεία της Αποκαλύψεως
ΠΙΜ = Παναγι. Ι. Μπρατσιώτου, Η Αποκάλυψις του Ιωάννου
WGH = William G. Heidt,The book of the Apocalypse

ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ & ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΥΠΟ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΟΛΙΤΣΑΡΑ

Αποκ. 13,1 Καὶ ἐστάθην ἐπὶ τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης· καὶ εἶδον ἐκ τῆς θαλάσσης θηρίον ἀναβαῖνον, ἔχον κέρατα δέκα καὶ κεφαλὰς ἑπτά, καὶ ἐπὶ τῶν κεράτων αὐτοῦ δέκα διαδήματα, καὶ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτοῦ ὀνόματα βλασφημίας.
Αποκ. 13,1 Και εστάθηκα εις την αμμουδιά της θαλάσσης και είδα να ανεβαίνη από την θάλασσαν θηρίον, το οποίον είχε δέκα κέρατα και επτά κεφαλάς και επάνω εις τα κέρατα δέκα διαδήματα, και εις τας κεφαλάς αυτού ήσαν γραμμένα ονόματα βλασφημίας.
Αποκ. 13,2 καὶ τὸ θηρίον ὃ εἶδον ἦν ὅμοιον παρδάλει, καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὡς ἄρκου, καὶ τὸ στόμα αὐτοῦ ὡς στόμα λέοντος. καὶ ἔδωκεν αὐτῷ ὁ δράκων τὴν δύναμιν αὐτοῦ καὶ τὸν θρόνον αὐτοῦ καὶ ἐξουσίαν μεγάλην· –
Αποκ. 13,2 Και το θηρίον, το οποίον είδα ήτο όμοιον με πάνθηρα και τα πόδια του σαν της αρκούδας και το στόμα του σαν στόμα λέοντος. Και ο δράκων έδωκε εις αυτό το θηρίον, που συμβόλιζε τον θηριώδη αντίχριστον, την δύναμιν του και τον θρόνον του και την μεγάλην εξουσίαν του.
Αποκ. 13,3 καὶ μίαν ἐκ τῶν κεφαλῶν αὐτοῦ ὡς ἐσφαγμένην εἰς θάνατον. καὶ ἡ πληγὴ τοῦ θανάτου αὐτοῦ ἐθεραπεύθη, καὶ ἐθαύμασεν ὅλη ἡ γῆ ὀπίσω τοῦ θηρίου.
Αποκ. 13,3 Και είδα μίαν από τας κεφαλάς του σαν σφαγμένην κατά ένα τρόπον θανατηφόρον. Αλλ’ η θανάσιμος αυτού πληγή εθεραπεύθη και εθαύμασεν όλη η οικουμένη και ηκολούθησεν οπίσω από το θηρίον.
Αποκ. 13,4 καὶ προσεκύνησαν τῷ δράκοντι τῷ δεδωκότι τὴν ἐξουσίαν τῷ θηρίῳ, καὶ προσεκύνησαν τῷ θηρίῳ λέγοντες· τίς ὅμοιος τῷ θηρίῳ; τίς δύναται πολεμῆσαι μετ᾿ αὐτοῦ;
Αποκ. 13,4 Και επροσκύνησαν τον δράκοντα, τον σατανά, ο οποίος έδωκε αυτήν την εξουσίαν στο θηρίον, στον αντίχριστον. Και επροσκύνησαν ακόμη το θηρίον, λέγοντες· “ποιός είναι όμοιος με το θηρίον και ποιός ημπορεί να πολεμήση εναντίον του;”
Αποκ. 13,5 καὶ ἐδόθη αὐτῷ στόμα λαλοῦν μεγάλα καὶ βλασφημίαν· καὶ ἐδόθη αὐτῷ ἐξουσία πόλεμον ποιῆσαι μῆνας τεσσαράκοντα δύο.
Αποκ. 13,5 Και εδόθη εις αυτό από τον σατανάν βέβηλον στόμα, το οποίον λαλεί αλαζονικάς καυχησιολογίας και βλασφημίας εναντίον του Θεού. Και εδόθη εις αυτό (κατά παραχώρησιν Θεού) η άδεια και η εξουσία να κάμη πόλεμον επί τρία έτη και μισό.
Αποκ. 13,6 καὶ ἤνοιξε τὸ στόμα αὐτοῦ εἰς βλασφημίαν πρὸς τὸν Θεόν, βλασφημῆσαι τὸ ὄνομα αὐτοῦ καὶ τὴν σκηνὴν αὐτοῦ, τοὺς ἐν τῷ οὐρανῷ σκηνοῦντας.
Αποκ. 13,6 Και ήνοιξε το στόμα του εις βλασφημίας εναντίον του Θεού, δια να βλασφημήση το άγιον όνομα του Θεού και την ουράνιον κατοικίαν του και όλους τους αγγέλους και τους αγίους, που κατοικούν μαζή του στον ουρανόν.
Αποκ. 13,7 καὶ ἐδόθη αὐτῷ πόλεμον ποιῆσαι μετὰ τῶν ἁγίων καὶ νικῆσαι αὐτούς, καὶ ἐδόθη αὐτῷ ἐξουσία ἐπὶ πᾶσαν φυλὴν καὶ λαὸν καὶ γλῶσσαν καὶ ἔθνος.
Αποκ. 13,7 Και εδόθη στο θηρίον αυτό, κατά παραχώρησιν Θεού, η άδεια να κάμη πόλεμον εναντίον των Χριστιανών και να τους νικήση· και του εδόθη ακόμη η εξουσία να κυριαρχήση εις κάθε φυλήν και λαόν και γλώσσαν και έθνος .
Αποκ. 13,8 καὶ προσκυνήσουσιν αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς, ὧν οὐ γέγραπται τὸ ὄνομα ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς ζωῆς τοῦ ἀρνίου τοῦ ἐσφαγμένου ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.
Αποκ. 13,8 Και θα προσκυνήσουν αυτόν, που αλαζονικώς θα παριστάνη τον ευατόν του Θεόν, όλοι οι κάτοικοι της γης, εκείνοι δηλαδή, των οποίων το όνομα από καταβολής κόσμου δεν έχει γραφή στο βιβλίον της ζωής του σφαγμένου Αρνίου.
Αποκ. 13,9 Εἴ τις ἔχει οὖς, ἀκουσάτω.
Αποκ. 13,9 Οποίος έχει ανοικτά τα αυτιά της ψυχής του, ας ακούση.
Αποκ. 13,10 εἴ τις εἰς αἰχμαλωσίαν ἀπάγει, εἰς αἰχμαλωσίαν ὑπάγει· εἴ τις ἐν μαχαίρᾳ ἀποκτέννει, δεῖ αὐτὸν ἐν μαχαίρᾳ ἀποκτανθῆναι. ὧδέ ἐστιν ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ πίστις τῶν ἁγίων.
Αποκ. 13,10 Οποιος σύρει άλλους εις αιχμαλωσίαν, βαδίζει και ο ίδιος εις αιχμαλωσίαν. Οποιος φονεύσει με μαχαίρι, πρέπει και αυτός σύμφωνα με την δικαιοσύνην του Θεού, με μαχαίρι να φονευθή. Εδώ φαίνεται η υπομονή και η πίστις των Χριστιανών.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (από το βιβλίο του κ. Βασιλειάδη)
Ο θεσπέσιος ευαγγελιστής Ιωάννης είδε συνολικά τρία θηρία. Το πρώτο ήταν «ο δράκων ο πυρρός ο μέγας» ο επτακέφαλος και δεκακέρατος, που έκανε την παρουσία του στον ουρανό, όπως μας τον περιέγραψε στο προηγούμενο κεφάλαιο [ιβ΄[12],3-4]. Στο κεφάλαιο αυτό περιγράφει την εμφάνιση δεύτερου θηρίου, που «αναβαίνει εκ της γης» [στιχ.11]. Για το δεύτερο θηρίο «το αναβαίνον εκ της αβύσσου» έγινε υπαινιγμός και στο κεφ. ια΄ [11] 7.
Το κεφάλαιο αυτό είναι από τα δυσκολότερα τμήματα του ιερού βιβλίου της Αποκαλύψεως. Μας αποκαλύπτει δε τις λυσσαλέες και απέλπιδες προσπάθειες των αντιθέων δυνάμεων κατά των μελών της Εκκλησίας του Χριστού. Οι δυνάμεις αυτές προβάλλουν με τη μορφή των δύο θηρίων, τα οποία περιγράφονται εδώ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι κανένα άλλο τμήμα της Αποκαλύψεως δεν απασχόλησε τη σκέψη και τη φαντασία των χριστιανών όλων των αιώνων τόσο, όσο το μυστηριώδες περιεχόμενο του κεφαλαίου αυτού. Από τις πρώτες ημέρες που είδε το φως της δημοσιότητος το κείμενο αυτό του θεοπνεύστου Ιωάννου μέχρι σήμερα «δεν υπήρξαν κοσμοϊστορικά γεγονότα και προσωπικότητες» που συνετάραξαν «την Εκκλησίαν και την ανθρωπότητα», οι οποίες «δια μέσου των αιώνων να μην ανεζητήθησαν» στο κεφάλαιο αυτό [ΠΙΜ]. Γι’αυτό στην έντονη και αγωνιώδη προσπάθεια όλων αυτών των ερμηνευτών παρουσιάστηκαν παρερμηνείες και έγιναν πολλά και σοβαρά λάθη. Ιδιαίτερα στις προσπάθειες ανευρέσεως του Αντιχρίστου, τον οποίο η Αποκάλυψη ονομάζει μόνο με το μυστηριώδη και γεμάτο αίνιγμα αριθμό χξς΄ [666], χωρίς να μας δίνει κανένα άλλο στοιχείο ταυτότητος!
Άξιο προσοχής είναι ότι ο θεατής των αρρήτων αποκαλύψεων Ιωάννης εκθέτοντας την ολομέτωπη επίθεση των αντιθέων δυνάμεων κατά των μελών της Εκκλησίας χρησιμοποιεί εικόνες, χρώματα, ακόμη και θέματα από το προφητικό βιβλίο του Δανιήλ και συγκεκριμένα από το 7ο κεφάλαιο. Γι’ αυτό παραπέμπουμε όσους θέλουν να έχουν μια πλήρη εικόνα και να βοηθηθούν περισσότερο, στα όσα εκτενή γράφουμε στην ερμηνεία του βιβλίου του Δανιήλ και ιδιαίτερα στην εισαγωγή του ως άνω κεφαλαίου, μάλιστα δε στις σελίδες 213-221 [1]. Η περιγραφή της εκθέσεως του πολέμου των αντιθέων δυνάμεων κατά των μελών της Εκκλησίας με όσα στοιχεία αναφέρει ο Ιωάνννης από τον Δανιήλ και γενικά από την ιστορία «προσαρμόζεται προς την σύγχρονον με την Αποκάλυψιν κατάστασιν της χριστιανοσύνης, η ιστορία όμως αύτη χρησιμεύει εις τον προφήτην [Ιωάννην] ως μέσο διεισδύσεως εις τα βάθη και εις αυτά τα τέλη των αιώνων, διά μέσου των οποίων», μαζί με την ιστορία, «συνεξελίσσεται επαναλαμβανομένη πολλάκις η πάλη», που αποτελεί «το μνημονευθέν θέμα, κατά τρόπον», που καθιστά «πάντοτε επίκαιρον την μελέτην και του κεφαλαίου τούτου» [ΠΙΜ].
[1]. ΝΙΚ.Π. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ, Η Παλαιά Διαθήκη – Κείμενο, Σύντομος ερμηνεία, εκτενείς σχολιασμοί, πατερικαί γνώμαι, Πρακτικά διδάγματα – Τόμ. Κ΄ [20], Δανιήλ [Παράρτημα Μακκαβαίων Δ΄] εκδ. ‘Ο Σωτήρ’,Αθήναι 2003, σ.212 -233.
Για το θηρίο που αναδύεται από τη θάλασσα [στιχ.1] υπάρχουν οι ακόλουθες ερμηνείες …
α] Κατά τους Ειρηναίο, Ιππόλυτο, Βικτωρίνο, Μεθόδιο, Ανδρέα Καισαρείας κ.ά, που είναι μεν οι αρχαιότερες μαρτυρίες, [ωστόσο η άποψη αυτή επικρατούσε «και μέχρι προ ολίγων ετών»] πρόκειται απλώς για προσωποποίηση του Ρωμαϊκού κράτους, το οποίο καταπολεμεί το Χριστιανισμό και κατά κάποιον τρόπο ενσαρκώνει την αντίθεη δύναμη [ΠΙΜ].
β] Κατ’ άλλους, ξένους ερμηνευτές, όσα λέγονται εδώ δεν έχουν σχέση με το αντίθεο Ρωμαϊκό κράτος. Πρόκειται, παρατηρούν αυτοί, για «ενσάρκωση» κάποιου Δαίμονος στους έσχατους καιρούς, ή για τον Αντίχριστο, όπως τον ονόμασε πρώτος ο ίδιος ο ευαγγελιστής Ιωάννης [βλ. Α΄ Ιω. β΄ 18-22 και δ΄3], και ο οποίος Αντίχριστος θα κάνει την εμφάνιση του στους έσχατους καιρούς. Η κατά τους ξένους ερμηνευτές «ενσάρκωση» [ο όρος αυτός είναι σαφώς αδόκιμος] δεν σημαίνει βεβαίως ότι ο διάβολος θα ενσαρκωθεί όπως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Δηλαδή ότι ο διάβολος, που είναι πνευματική ύπαρξη, θα αποκτήσει σαρκική υπόσταση. Το θέμα αυτό το ξεκαθαρίζουν άριστα δύο μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Πρώτος ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, ο οποίος γράφει: «Είναι ανόητο να πιστεύεται ότι οι ασώματοι δαίμονες μπορούν να ενεργούν πράξεις σωματικές και να επιτελούν έργο παρά τη φύση τους, έξω από τη φύση τους. Διότι κανένα από τα όντα δεν μπορεί να πράττει έξω από τη δική του φύση, αλλά καθένα όπως δημιουργήθηκε, έτσι και μένει, στην τάξη που όρισε για το καθένα ο Θεός» [2].
Ο δε άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει: «Δεν γίνεται ο ίδιος ο Διάβολος άνθρωπος, όπως έγινε με την ενανθρώπηση του Κυρίου, μη γένοιτο! Αλλά άνθρωπος γεννιέται από την πορνεία και αυτός [ο νόθος] υποδέχεται όλη την ενέργεια του Σατανά. Δηλαδή ο Θεός, προβλέποντας τη μελλοντική διεστραμμένη προαίρεσή του παραχωρεί να εγκατασταθεί, να κατοικήσει, μέσα σ’ αυτόν ο Διάβολος»[ 3 ].
[2]. ΚΥΡΙΛΛΟΥ Αλεξανδρείας, Κατά ανθρωπομορφιτών κεφ. 17, PG 76, 1108 AB.
[3]. ΙΩ. ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, Βιβλ. 4, κεφ. 26 [99] Περί του Αντιχρίστου, PG 94, 1217 AB.
γ] Όμως, κατά τον Παν. Ι. Μπρατσιώτη, πιθανότερη είναι η γνώμη που συνδυάζει τις δύο προηγούμενες. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή ο Ιωάννης προσωποποιεί εδώ την αντίθεη δύναμη ή τον Αντίχριστο, η οποία θα εκδηλωθεί με όλη την ενέργειά της στα τέλη των αιώνων. Αλλά για το σκοπό αυτό «χρησιμοποιεί σημεία και χρώματα όχι μόνον από την δανιήλειον προφητείαν [ζ΄ 1 εξ.]» συμπτύσσοντας σε μιά μορφή όσα λέγονται εκεί περί τεσσάρων θηρίων, «αλλά και από την εικόνα του συγχρόνου με αυτόν ρωμαϊκού κράτους», στο οποίο διαβλέπει να συμβολίζεται η αντίχριστη και αντίθεη εκείνη δύναμη. Πάντως, συνεχίζει ο Παν. Ι. Μπρατσιώτης, το «θηρίον» που «αναβαίνει εκ της θαλάσσης» και το οποίο «υπό του ιερού Αυγουστίνου εχαρακτηρίσθη ως «ο πίθηκος του Χριστού», έχει προς τον Σατανάν σχέσιν ανάλογον προς την σχέσιν του Χριστού προς τον Θεόν και κατά την επικρατούσαν εκδοχήν αποτελεί προσωποποίησιν του Αντιχρίστου», ο οποίος και εδώ, όπως επίσης και στα ευαγγέλια [βλ. Ματθ. κδ΄[24] 24 –Μάρκ. ιγ ΄[13] 21-23, Λουκ. ιζ΄[17] 21-23] και στον απ. Παύλο [Β΄Θεσσ. β΄ 3 εξ.] «αναμένεται ως μέλλων να προηγηθεί της Β΄ του Χριστού Παρουσίας» [ΠΙΜ].
Πριν προχωρήσουμε στην προσπάθεια κατανοήσεως του παρόντος κεφαλαίου επισημαίνουμε την σατανικότητα του αναδυομένου από την άβυσσο θηρίου, που είναι όργανο και τυφλό κατευθυνόμενο του σατανά, από τον οποίο αντλεί την τιμή και τη δόξα του. Ως όργανο του μισόθεου, μισάνθρωπου και μισόκαλου διαβόλου πολεμεί με μανία και λύσσα τον Τριαδικό Θεό και όσους αγωνίζονται «τον καλόν αγώνα της πίστεως» [Α΄ Τιμ. στ΄ 12].
Ο σατανάς γεμάτος μίσος κατά του Κυρίου Ιησού και της Εκκλησίας Του, ιδιαίτερα μετά την έξωσή του από τον ουρανό, όπως την είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, φαίνεται να επικρατεί μεταξύ των ανθρώπων. Όμως στο κεφάλαιο αυτό η θεολόγος γλώσσα έρχεται να μας βεβαιώσει ότι η τελική νίκη ανήκει στον παντοδύναμο Θεό. Όσο κι αν ο σατανάς κρύβεται πίσω από τα συστήματα – όχι μόνο τα κοινωνικοπολιτικά, αλλά και τα θρησκευτικοπολιτικά – όσο και αν ο λαός του Θεού πολεμείται ποικιλοτρόπως, όσο κι αν πολλοί παρεξηγούν και παρερμηνεύουν τη σιωπή και την ανοχή του Θεού, όσο και αν φαίνεται ότι ο σατανάς αλωνίζει παντού και παρουσιάζεται ως κοσμοκράτορας, ο Χριστός τον έχει αφοπλίσει, διαπομπεύσει και καταντροπιάσει φανερά μπροστά σε όλο τον πνευματικό κόσμο σέρνοντας τον νικημένο με όλες τις δαιμονικές του δυνάμεις σε θριαμβευτική πομπή. Ο Χριστός πέτυχε τον άθλον αυτό διά του Σταυρού, ο οποίος έγινε για το Χριστό θριαμβευτικό άρμα νικητού [βλ. Κολασ. β΄ 15]. Τέλος, κατά τη Β΄ Παρουσία θα τον εκμηδενίσει ολοκληρωτικά και αμετάκλητα.
Στάθηκα, γράφει ο ερμηνευτής των άνω μυστηρίων του Θεού, «επί την άμμον της θαλάσσης», δηλαδή στην αμμουδερή παραλία και είδα να προβάλει από τη θάλασσα ένα θηρίο [στίχ. 1]. Το θηρίο αυτό είναι ο Αντίχριστος. Εξέρχεται «εκ της πολυταράχου του βίου τούτου θαλάσσης και πολυκύμονος» (πολυκύμαντης) [Ανδρ.Κ.], διότι η θάλασσα σημαίνει «τον άστατον τούτον και ταραχώδη βίον» [Αρ.]. Η θάλασσα συγγενεύει προς την «άβυσσον» [βλ. Αποκ. ια΄ 7, ιζ΄ 8], που είναι τα κατασκότεινα βάθη του άδη και της κολάσεως, όπου κατοικεί και βασιλεύει ο διάβολος [βλ. Λουκ. η΄, Αποκ. θ΄ 11,ια΄ 7,ιζ΄ 8,κ΄ 3]. Η άβυσσος είναι ο αντίποδας του ουρανού, στον οποίο βρίσκεται ο θρόνος του παντοκράτορος Θεού [βλ. Αποκ. δ΄]. Επίσης θεωρείται και ως σύμβολο του ανήσυχου, ταραγμένου και θυελλώδους ειδωλολατρικού κόσμου [πρβλ. Ψαλ. ξδ΄ [64] 8, Ιερ. κζ΄ [27] 42, Αποκ. ιζ΄ [17] 1,15], υπαινίσσεται δε και το χαρακτήρα του ρωμαϊκού κράτους, που είναι θαλάσσιο, ως μεσογειακό. Ακόμη η θάλασσα «σημαίνει και την ασέβειαν διά το αλίπικρον (το αλμυρό και πικρό) και καταποντιστικόν» (το στοιχείο που έχει τη δύναμη και τη συνήθεια να καταποντίζει) [Άνθιμος].
Από τη θάλασσα λοιπόν, που έχει όλες τις πιο πάνω σημασίες και όλους τους πιο πάνω συμβολισμούς, αναδύθηκε το «θηρίον», λέξη που δηλώνει τα θηριώδη ένστικτά του. Η απανθρωπία και η αγριότητά του περιγράφεται λεπτομερώς στο στίχο 2.
Ιδού και τα χαρακτηριστικά του θηρίου, τα οποία ο Ιωάννης περιγράφει, καθώς αυτό αναδύεται από τη θάλασσα. Είναι εικόνα και ομοίωμα του μεγάλου δράκοντος, ο οποίος είχε φανεί προηγουμένως στον ουρανό [Αποκ. ιβ΄ [12] 3]. Όπως εκείνος είχε «κεφαλάς επτά και κέρατα δέκα» έτσι και αυτό [πρβλ. και Αποκ. ιζ΄ [17] 3]. «Τα δέκα κέρατα», που υποδηλώνουν τη μεγάλη πολιτική εξουσία και δύναμή του, μαζί με τα «διαδήματα», και αι «επτά κεφαλαί» σημαίνουν «την του Διαβόλου προς τον Αντίχριστον ένωσιν», διότι τα ίδια προσόντα αναφέρθηκαν ανωτέρω και για το διάβολο [Ανδρ. Κ.]. Επειδή δε ο αριθμός «δέκα» σημαίνει πληρότητα, τα δέκα κέρατα υπανίσσονται την πληρότητα της πολιτικής και κρατικής δυνάμεως που διαθέτει, με την οποία πολεμεί τους ευσεβείς Χριστιανούς. «Το δεκαδικόν του αριθμού αυτών δηλοί» ακόμη «το πλήρες και εντελές της εν αυτοίς κακίας» [Άνθιμος]. Αυτή η τελειότητα στο κακό τού προσπορίζει δόξα μεταξύ των ανθρώπων, «διότι το κέρας την δόξαν έθος σημαίνειν» [Αρ.]. Τα δέκα κέρατα σημαίνουν και ότι η γήινη εξουσία θα διαιρεθεί σε δέκα βασιλείες [Ανδρ. Κ.,Αρ.].
Τα επτά κεφάλια του θηρίου σημαίνουν το εβδομαδικό σύστημα, στο οποίο λειτουργεί ο παρών κόσμος. Γι’ αυτό και ο σατανάς, που ενεργεί στον κόσμο αυτό, ονομάζεται «άρχων του αιώνος τούτου» (πρβλ. Ιω. ιβ΄ [12] 31,ιδ΄[14] 30,ιστ΄[16]11) [Ανδρ.Κ.]. Ταυτόχρονα σημαίνουν ότι το θηρίο έχει την πονηρία και πανουργία στην πληρότητα τους, σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε να μπορεί να δελεάσει και να εξαπατήσει τους ανθρώπους. Εξάλλου το πολυκέφαλο του θηρίου δηλώνει ότι δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με ένα συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο, «αλλά περί πολλών διαχειριστών μιάς και της αυτής εξουσίας», δηλαδή της ρωμαϊκής, η οποία συμβολίζει και ενσαρκώνει κατά κάποιον τρόπο, με τη μισοχριστιανική της πολιτική την αντίθεη δύναμη [ΠΙΜ], όπως θα δούμε στη συνέχεια [βλ. ιδιαίτερα το 17ο κεφάλαιο]. Στους έσχατους όμως καιρούς το θηρίο δε θα αποτελεί συλλογική απρόσωπη δύναμη, όπως στα χρόνια του αγίου Ιωάννου η ρωμαϊκή αυτοκρατορία, αλλά θα κάνει την εμφάνιση του ως συγκεκριμένο πρόσωπο, που θα θελήσει να υποταγεί στο διάβολο πλήρως και τελείως και θα γίνει εκούσια τυφλό και πειθήνιο όργανό του.
Τα δέκα διαδήματα δηλώνουν την πολυπρόσωπη βασιλική ειδωλολατρική του εξουσία, με την οποία κατατυραννεί και εξοντώνει τα μέλη της Εκκλησίας του Χριστού. Υπενθυμίζουμε ότι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες εκτός του ότι υπήρξαν άγριοι διώκτες των Χριστιανών, είχαν αυτοανακηρυχθεί και…θεοί! Αυτό υπαινίσσεται και η φράση ότι το θηρίο είχε «επί τας κεφαλάς αυτού ονόματα βλασφημίας». Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες «υπήρξαν βλασφημούντες τον αληθινόν Θεόν, και αρνούμενοι την του Μονογενούς Θεότητα» [Άνθιμος]. Βλ. και Δαν. ζ΄8 και Β΄ Θεσσ. β΄ 4. Τέτοιες θείες προσωνυμίες Ρωμαίων αυτοκρατόρων ήσαν Deus = θεός, Divus= θείος, Augustus = Αύγουστος, δηλ. σεβαστός, Deus ac dominus noster =Θεός και δεσπότης ημέτερος. Επίσης, Dea Roma = θεά Ρώμη. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι οι Αντίχριστοι Ρωμαίοι αυτοκράτορες ήταν προτυπώσεις του Αντιχρίστου.
Η ομοιότητα του θηρίου προς τα πλέον άγρια και σαρκοβόρα θηρία, λεοπάρδαλη, αρκούδα και λιοντάρι (στιχ.2) δηλώνει την αγριότητα και τα θηριώδη ένστικτά του κατά των Χριστιανών της ρωμαϊκής εποχής και ιδιαιτέρως των εσχάτων ημερών. Οι ιδιότητες των θηρίων αυτών, η αγριότητα της λεοπάρδαλης, η κτηνωδία της αρκούδας και το μεγαλείο αλλά και θηριώδες του λιονταριού, τα οποία αναφέρει χωριστά ο προφήτης Δανιήλ (κεφ. ζ΄3-6), συγκεντρώνονται εδώ εις ένα και το ίδιο πρόσωπο! Κι ενώ στον προφήτη Δανιήλ υπήρχαν επτά κεφάλια σε τέσσερα θηρία, εδώ υπάρχουν επτά κεφάλια στο ένα και το ίδιο θηρίο!…
Ο άγιος Ανδρέας Καισαρείας διδάσκει ότι «δια της παρδάλεως σημαίνεται η βασιλεία των Ελλήνων» (του Μ. Αλεξάνδρου), «διά της άρκτου η των Περσών, διά δε του Λέοντος η Βαβυλωνίων βασιλεία». Τις βασιλείες αυτές θα τις καθαιρέσει και θα τις κυριεύσει «ο Αντίχριστος», που θα έρθει «ως Ρωμαίων βασιλεύς».
Ο Αρέθας Καισαρείας διδάσκει ότι η «πάρδαλις» σημαίνει «την Ρωμαίων αρχή», που είναι ταχύτατη και δραστήρια κατά των αντιπάλων της, ανένδοτη δε, ανυποχώρητη και υπομονετική μέχρις ότου επιτύχει το σκοπό της. Αυτό δηλώνει και το ότι έχει πόδια αρκούδας. «Αναφέρονται» δε αυτά «και εις την Περσών βασιλείαν». Διά του «στόματος λέοντος» σημαίνεται η βασιλεία των Βαβυλωνίων (την οποία μπορεί κανείς να την εκλάβει χωρίς αμφιβολία ως «την των Σαρακηνών» βασιλεία, καθότι και στη Βαβυλώνα είναι τώρα η αρχή τους) (έτσι ήταν όταν έγραφε ο Αρέθας), των οποίων τη βασιλεία θα καταλύσει και θα κυριεύσει «ο Αντίχριστος ως Ρωμαίων βασιλεύς».
Κατ’ άλλους «η πάρδαλις» συμβολίζει το ορμητικό, το ευκίνητο και ευερέθιστο προκειμένου να επιτεθεί και να βλάψει το θύμα της. Τα πόδια του θηρίου έμοιαζαν με εκείνα της αρκούδας, δηλαδή εύρωστα και υπομονετικά. Το στόμα του ήταν «ως στόμα λέοντος», διότι «ο αντίδικος ημών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίει» (Α΄ Πέτρ. ε΄ 8) [ Οικ.].
Ενώ άλλος παρατηρεί ότι η πάρδαλις συμβολίζει «την ποικίλην δολιότητα και κακοτροπίαν», οι «πόδες ως άρκτου» σημαίνουν «το ταχύδρομον προς τε την πράξιν του κακού, και προς επικράτησιν και άλωσιν πόλεων» , το δε στόμα, που ήταν όπως εκείνο του λιονταριού, «σημαίνει το σπαρακτικόν [την επιτηδειότητα του να σπαράσσει και να καταξεσκίζει] και ανθρωποκτόνον» [Άνθιμος].
Ο δράκων έδωσε στο θηρίο «την δύναμιν αυτού και τον θρόνον αυτού και εξουσίαν μεγάλην».
Ο σατανάς, «ο νοητός δράκων», θα δώσει στον Αντίχριστο κάθε είδους εξουσία με θαύματα και καταπληκτικά έργα, αλλά ψεύτικα «προς εξαπάτην όμως των αστηρίκτων» , «προς την των αστηρίκτων απώλειαν» [Αρ.,Ανδρ. Κ.]. Διότι η δύναμη του αποστάτου δράκοντος βρίσκεται στις απάτες και στους δόλους του [Οικ.]. «Θρόνον» πρέπει να εννοήσουμε «την εξουσίαν του αέρος του σκότους τούτου», την οποία και αυτός κάποτε είχε, τώρα όμως έχει πλέον εκπέσει από την ουράνια δόξα [Αρ.].
Όλη λοιπόν η κακοποιός εξουσία και δύναμη του Αντιχρίστου προέρχεται από την αόρατη πηγή της εξουσίας και της δυνάμεως του νοητού δράκοντος, του σατανά. Από την ίδια πηγή θα προέρχεται και η δύναμη του Αντιχρίστου των εσχάτων ημερών. Ο δράκων – σατανάς είναι ο πρόσκαιρος «άρχων του κόσμου τούτου» [πρβλ. Ματθ. δ΄ 9 εξ. κλπ.]. Η δε παρουσία του Αντιχρίστου θα γίνει με πάσαν δύναμιν και με σημεία και τέρατα αγυρτικά, που θα τα ενεργεί ο σατανάς [Β΄ Θεσσ. β΄ 9]. Βεβαίως μόνο η κακοποιός εξουσία προέρχεται από το σατανά και αυτό πάλι κατά παραχώρηση Θεού.
Ο σατανάς λοιπόν δεν είναι ανεξέλεγκτος και ασύδοτος. Κινείται και δρα εναντίον των αγίων μέσα στα όρια που του επιτρέπει η πανσοφία και η παντοδυναμία του Θεού. Άλλωστε «τη δύναμή του ο Σατανάς την αντλεί από την παρακοή των ανθρώπων στο νόμο του Θεού και μάλιστα από την ενεργό αντίθεση τους στο θέλημα Του» [ΕΒ].
Άξια προσοχής και η παρατήρηση του Άνθιμου, πατριάρχου Ιεροσολύμων: Στον Αντίχριστο και τα όργανά του «την δύναμιν έδωκεν ο αρχέκακος δράκων» κατά παραχώρηση Θεού, για να γίνει ολοφάνερη σε όλους τόσο η διά των θαυμάτων ανίκητη δύναμη του Θεού, όσο «και η θερμότης του ζήλου της πίστεως των εκλεκτών αυτού». Διότι αυτοί, επειδή αγάπησαν το Θεό, υπέφεραν με γενναίο φρόνημα τα βασανιστήρια και κάνοντας καταπληκτικά θαύματα με τη δύναμη του Θεού, έφεραν πολλούς στην αληθινή πίστη αρπάζοντας τους από την ασέβεια.
Ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει ότι είδε μία από τις κεφαλές του επτακέφαλου θηρίου «ως εσφαγμένην εις θάνατον», σαν να ήταν εσφαγμένη θανάσιμα. Ωστόσο η πληγή αυτή θεραπεύτηκε με αποτέλεσμα να γεμίσει από θαυμασμό όλη η οικουμένη και να ακολουθήσει το θηρίο! (στίχ. 3). Βέβαια το «όλη η γη» είναι σχήμα υπερβολής. «Το δε όλη η γη, αντί του πας άνθρωπος», λέγεται κατά τρόπο μετωνυμικό, «από του περιέχοντος το περιεχόμενον» [Αρ.]. Στο στίχο αυτό βρίσκεται το κεντρικό δίδαγμα της διηγήσεως όλου του 13ου κεφαλαίου.
Ας αναλύσουμε όμως πρώτα το στίχο αυτό, ο οποίος υπενθυμίζει το Αποκ. ε΄ 6, όπου παρίσταται το Αρνίον – Χριστός «ως εσφαγμένον». Οι ιεροί ερμηνευτές δίνουν τρεις ερμηνείες στο στίχο αυτό:
α] «Κεφάλαιον του Σατανά», πλούτος και καύχημα του είναι τα έθνη που έχουν πλανηθεί από αυτόν. Η επιστροφή λοιπόν των εθνών αυτών «προς ευσέβειαν» – στην πίστη στον μόνο αληθινό Θεό – «σφαγή εις θάνατον ελογίσθη», λογαριάστηκε, θεωρήθηκε ως σφαγή που φέρνει θάνατο. Ωστόσο το ρητό λέγει «ου κυρίως σφαγήν, άλλ’ ως σφαγήν», κάνει λόγο για «ουκ εσφαγμένην (κεφαλή), άλλ’ ως εσφαγμένην», χρησιμοποιώντας το ομοιωματικό μόριο «ως». Η δε επιστροφή πάλι προς το σατανά, δηλαδή «η προς τον εξ αρχής προς ασέβειαν επαναδρομή, θεραπεία ωνόμασται πληγής» [Αρ.].
β] Με τη φράση «μίαν εκ των κεφαλών αυτού ως εσφαγμένην εις θάνατον» μπορούμε να εννοήσουμε ότι κάποιος από τους άρχοντές του, τα τυφλά όργανά του, έχει θανατωθεί «και υπ’ αυτού του Αντιχρίστου διά γοητείας (με μαγική ενέργεια) απατηλόν ανίστασθαι φαινόμενον φησίν» [Ανδρ. Κ. Αρ.]. Έκανε δηλαδή ότι και ο Σίμων ο μάγος στη Σαμάρεια, ο οποίος και ελέγχθηκε από τον απόστολο Πέτρο (Πραξ΄. η΄ 9 -24) [ Ανδρ.Κ.].
γ] Με τη φράση «μία εκ των κεφαλών» του θηρίου «ως εσφαγμένην εις θάνατον», μπορούμε να θεωρήσουμε τη διαίρεση της βασιλείας των Ρωμαίων, η οποία διαιρέθηκε σε δέκα μέρη και υπέστη «τρόπον τινά σφαγήν», θεωρήθηκε δε ότι θεραπεύτηκε με «την μοναρχίαν», όπως συνέβη επί της εποχής της μοναρχίας του Αυγούστου Καίσαρος [Ανδρ.Κ.].
Άλλοι παρατηρούν, αρκετά εύστοχα, ότι ο σατανάς δέχτηκε θανάσιμη πληγή με τη σταυρική θυσία του Σωτήρος Χριστού. Φάνηκε δε ότι θεραπεύτηκε η πληγή, διότι το όργανο του σατανά, η ειδωλολατρική Ρώμη, κήρυξε εξοντωτικούς διωγμούς κατά της Εκκλησίας. Όμως τόσο ο Μ. Κωνσταντίνος, όσο και οι Πατέρες και οι ομολογητές της πίστεως κατάφεραν θανάσιμα πλήγματα κατά του σατανά και των οργάνων του. Ωστόσο φαίνεται πως η πληγή του θηρίου θεραπεύτηκε πάλι, αφού οι «ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται» (βλ. Ματθ. κδ΄ [24] 24) συνεχίζουν να οργιάζουν με το σατανισμό, τις μεγάλες αιρέσεις του Παπισμού και των Προτεσταντών, το αντίχριστο Ισλάμ, το μασονισμό, το σατανισμό, το νεοπαγανισμό, τις ανατολικές θρησκείες κ.α. Κατά κάποιον τρόπο οι άνθρωποι ακολουθούν – αυτή δε η στάση θα κορυφωθεί στους έσχατους καιρούς – το δόλιο, απατεώνα, ψυχοκτόνο και πάγκακο διάβολο.
Κατόπιν αυτών ας δούμε πού βρίσκεται το κεντρικό δίδαγμα και το σπουδαίο μήνυμα, που μας στέλλει το όργανο της Χάριτος, το θεόπνευστο στόμα, ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Στον πόλεμο που ο σατανάς κήρυξε εναντίον του Θεού και του θεόπλαστου ανθρώπου, ειδικότερα δε κατά της αγίας Εκκλησίας του Χριστού, χρησιμοποιεί, εκτός των άλλων, και την απάτη, την πλάνη και το ψεύδος. Και πρώτον μεν θα έλθει χρησιμοποιώντας επιείκεια και σαν κάποιος λόγιος και συνετός, θα υποκρίνεται σωφροσύνη και φιλανθρωπία, όπως διδάσκει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων [4].
Κατά δε τον όσιο Εφραίμ το Σύρο θα έλθει «ο αχρειότατος με τέτοια μορφή σαν κλέφτης, για να εξαπατήσει όλο τον κόσμο: ταπεινός, ήσυχος, μισώντας, λέει, την αδικία, αποστρεφόμενος τα είδωλα, προτιμώντας την ευσέβεια, αγαθός, φιλόπτωχος, υπερβολικά όμορφος, ατάραχος, χαρούμενος προς όλους [ …]. Θα πραγματοποιεί θαύματα […] δεν θα παίρνει δώρα, δεν θα μιλά με οργή [ …], με το πρόσχημα της καλής του διαγωγής θα εξαπατά τον κόσμο, ωσότου να βασιλεύσει». [ 5]
[4]. ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Κατήχ. Φωτιζομένων 137.ΙΕ΄, 12, ΕΠΕ 2, 137.
[5]. ΕΦΡΑΙΜ του ΣΥΡΟΥ, Λόγ. Εις την παρουσίαν του Κυρίου […] και εις την παρουσίαν του Αντιχρίστου, Έργα, Τόμ., Δ΄, σ. 119-120.
Έτσι στην περίπτωση του επτακέφαλου και δεκακέρατου θηρίου, του Αντιχρίστου, έχουμε μία προσπάθεια σατανικής απομιμήσεως, ένα κακέκτυπο, ένα φαινομενικό πάθος, παράλληλο προς το εκούσιο, άγιο και κοσμοσωτήριο πάθος του Σωτήρος Χριστού! Είναι μία καθαυτό σατανικής εμπνεύσεως απίθανη πλαστογραφία του θανάτου και της Αναστάσεως του Κυρίου. Διότι αυτή θέλει να μιμηθεί η διά σατανικής αγυρτείας θεραπεία. Και η δαιμονική αυτή αγυρτεία παρουσιάζεται ως… καταπληκτικό θαύμα, που εντυπωσιάζει την οικουμένη! Έτσι απέναντι στο Χριστό τολμά να στέκεται ο Αντίχριστος, δηλαδή ο διάβολος, και να προβάλλει αυτός ως… παντοδύναμος!…
Όμως η σπουδαία και ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στο ακόλουθο γεγονός: «Το μεν Αρνίον (Χριστός) θανατωθέν ανεζωογονήθη διά παντός, και δη (μάλιστα) κατόπιν οριστικής νίκης κατά του θανάτου. Μας το βεβαιώνει ο απόστολος Παύλος: ο Χριστός, αφού αναστήθηκε εκ νεκρών δεν πεθαίνει πλέον, ο θάνατος δεν έχει πλέον εξουσία επάνω του και δεν μπορεί να τον κυριεύσει [βλ. Ρωμ. στ΄ 9]. «Ενώ η αναζωογόνησις του Αντιχρίστου είναι παροδική (τούτο υπεμφαίνει [=υπαινίσσεται] και το «εθεραπεύθη») και αποτελεί φενάκην (= απάτη, δόλο) προς εξαπάτησιν των μικροψύχων (= δειλών, ολιγόψυχων), ως βλέπομεν» στο στίχο 3β και 4, και όπως «είχε προαναγγείλει αυτός ο Κύριος [Ματθ. κδ΄[24] 24, πρβλ. Β΄ Θεσσ . β΄ 9]. Άρα η μεταξύ Χριστού και Αντιχρίστου ομοιότης είναι όλως φαινομενική» [ΠΙΜ], είναι καθαρή σατανική απάτη, η δε πληγή του θηρίου θεραπεύτηκε προσωρινά με δαιμονική απάτη, κάτι το οποίο οι λαοί θεώρησαν ως…θαύμα!
Το αγυρτικό θαύμα της προσωρινής αναζωογονήσεως του θηρίου προκάλεσε το θαυμασμό των ανθρώπων των σκοτισμένων κατά τη διάνοια και αποξενωμένων από τη ζωή, που ζει και μεταδίδει στους δικούς του ο Θεός (Εφεσ. δ΄ 18). Όλοι αυτοί προσκύνησαν το δράκοντα – σατανά, που έδωσε την εξουσία στο θηρίο. Προσκύνησαν δε το θηρίο –τον Αντίχριστο λέγοντας: Ποιος είναι όμοιος με αυτό και ποιος μπορεί να πολεμήσει μαζί του; (στίχ.4).
«Το εις τον Αντίχριστον φαινόμενον εν πλάνη θαύμα, εις τον ενεργούντα εν αυτώ Διάβολον», θα έχει την αναφορά. Διότι δι’ εκείνου θα προσκυνηθεί ο δράκων. Και διά του Αντίχριστου ο διάβολος θα φανεί στους τυφλούς κατά τη διάνοια ότι και νεκρούς ανασταίνει και θαύματα επιτελεί [Ανδρ.Κ., Αρ.].
Η αναφώνηση «τις όμοιος τω θηρίω;» αποτελεί θλιβερή παρωδία ανάλογων αναφωνήσεων προς τον μόνον αληθινό Θεό, τις οποίες συναντούμε στην Π.Διαθήκη: «τις όμοιος συ εν θεοίς, Κύριε; τις όμοιος συ, δεδοξασμένος εν αγίοις, θαυμαστός εν δόξαις, ποιών τέρατα» [Εξ. ιε΄[ 15] 11]. «Τις εν νεφέλαις ισωθήσεται τω Κυρίω; Και τις ομοιωθήσεται τω Κυρίω εν υιοίς Θεού;» [Ψαλ. πη΄ [88] 7]. «Τις ως Κύριος ο Θεός ημών;» [Ψαλ. ριβ΄[112] 5]. «Ούτως λέγει ο Θεός ο βασιλεύς του Ισραήλ […]· εγώ πρώτος και εγώ μετά ταύτα -πλην εμού ουκ έστι Θεός» [Ησ . μδ΄ [44] 6]. Βλ. και Ιώβ μα΄ [41] 25.
Τα ίδια περίπου θα συμβούν και κατά την περίοδο του Αντιχρίστου όταν ο Θεός θα παραχωρήσει, ώστε όσοι δε θα θελήσουν να Τον αγαπήσουν και να ζήσουν μέσα στην αγία Του Εκκλησία, να πλανηθούν από το σατανά και να προσκυνήσουν τον Αντίχριστο. Το γράφει ο απόστολος Παύλος: Όταν θα γίνει η παρουσία του Αντιχρίστου με σημεία και τέρατα αγυρτικά, που θα τα ενεργεί ο σατανάς, η απάτη του Αντιχρίστου θα επικρατήσει μόνο μεταξύ εκείνων, που θα απολεσθούν, επειδή δε δέχτηκαν να αγαπήσουν και να εγκολπωθούν την αλήθεια και να σωθούν. Γι’ αυτό θα παραχωρήσει ο Θεός να έρθει σε όλους αυτούς ενέργεια πονηρή, που θα τους σπρώχνει στην πλάνη, ώστε να πιστέψουν στο ψέμα. Και έτσι να κατακριθούν όλοι όσοι δεν πίστεψαν στην αλήθεια, αλλά ασπάστηκαν με ευχαρίστηση την αδικία (Β΄ Θεσσ. β΄ 9- 11).
Βεβαίως ο γεμάτος έπαρση και οίηση ενθουσιασμός των απατημένων ανθρώπων για το θηρίο θα μεταβληθεί σε κλαυθμούς, οδυρμούς, απαρηγόρητο πένθος και θρήνος, όταν ο Αντίχριστος και τα όργανά του θα κατατροπωθούν και θα καταστραφούν, όπως θα δούμε στο 18ο κεφάλαιο.
Όπως παλαιά, πριν από τη δημιουργία, ο εγωισμός και η αλαζονεία οδήγησαν το σατανά να επαναστατήσει κατά του Παναγίου Θεού, ανακηρύσσοντας τον εαυτό του θεό, έτσι και τώρα η αλαζονεία και η έπαρση, λόγω των επαίνων των απατημένων ανθρώπων, οδηγούν το όργανό του, τον Αντίχριστο, να βλασφημεί το πανάγιον όνομα του Τριαδικού Θεού. Δόθηκε στο θηρίο –Αντίχριστος στόμα καυχησιολόγο και βλάσφημο. Κατά παραχώρηση Θεού δόθηκε σ’ αυτό άδεια να κάνει πόλεμο προς τα μέλη της στρατευόμενης Εκκλησίας του Χριστού. Ωστόσο του επιτρέπεται να δράσει μόνο μέσα σε περιορισμένο χρόνο, τον οποίο η Αποκάλυψη ορίζει σε σαράντα δύο μήνες (3 ½ έτη) (στίχ. 5-7). Η θεία αυτή παραχώρηση δόθηκε στον Αντίχριστο, για να φανεί η γενναιότητα και να γυμνασθεί η πίστη των μελών της Εκκλησίας του Χριστού, αλλά και για να φανεί η αποδοχή της απάτης, από εκείνους που επαινούν, θαυμάζουν και προσκυνούν το θηρίο – Αντίχριστο.
Για την παραχώρηση αυτή, την αλαζονική καυχησιολογία και τη βλασφημία («λαλούν μεγάλα και βλασφημίαν») βλέπε και Δανιήλ ζ΄ 8, 25 ή 10. Ας προσέξουμε τούτο: Η οποιαδήποτε βλασφημία κατά του Τριαδικού Θεού, της Παναγίας Μητέρας του Σωτήρος Χριστού και των αγίων της Εκκλησίας Του είναι καθαρά έμπνευση και υποβολή του παμπόνηρου, παγκάκου διαβόλου. Η βλασφημία υπονοεί ενέργεια καθαρά σατανική και επομένως δεν υπάρχει καμία απολύτως δικαιολογία για τον βλάσφημο άνθρωπο! Είναι αμάρτημα βαρύτατο.
Κατά τον άγιο Ανδρέα Καισαρείας η φράση «την σκηνήν αυτού (του Θεού), τους εν τω ουρανώ σκηνούντας» [στίχ. 6] σημαίνει α] «Την εν σαρκί του Θεού Λόγου σκήνωσιν», δηλαδή την ενανθρώπηση και β] «Την εν τοις αγίοις ανάπαυσιν», το να αναπαυθεί ο Χριστός στους αγίους του, εναντίον των οποίων θα βλασφημήσει ο Αντίχριστος, όπως θα βλασφημήσει και εναντίον των αγίων αγγέλων.
Ο Ευσέβιος Καισαρείας σχολιάζοντας το στίχο 5 γράφει ότι και τα δύο μέρη του στίχου αυτού εφαρμόστηκαν στο πρόσωπο του αυτοκράτορα Ουαλεριανού (Βαλεριανού). Αυτός στην αρχή ήταν «ήπιος και φιλόφρων προς τους ανθρώπους του Θεού», τόσο όσο κανένας από τους προκατόχους του και από αυτούς ακόμη που λέγονταν φανερά ότι ήταν Χριστιανοί. Όλος δε ο οίκος του ήταν γεμάτος θεοσεβείς, και ήταν «Εκκλησία Θεού»! Ωστόσο κάποιος Αιγύπτιος «διδάσκαλος των μάγων αρχισυναγωγός» τον μετέπεισε, και του άλλαξε τη θεοσεβή γνώμη τόσο, ώστε να φονεύσει «τους καθαρούς και οσίους άνδρας», επειδή ήταν «αντίπαλοι και κωλυταί [εμποδιστές] των παμμιάρων και βδελυκτών επαοιδών» [αυτών που χρησιμοποιούσαν μαγικές ωδές]. Ο «αρχισυναγωγός μάγων» -πρόκειται για τον Μαρκιανό- συνεβούλευσε ακόμη να επιτελούν «τελετάς ανάγνους [βέβηλες] και μαγγανείας εξαγίστους [αποτρόπαιες] και ιερουργίας ακαλλιερήτους [ανίερες]» [ 6].
[6]. ΕΥΣΕΒΙΟΥ [Παμφίλου] Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία, Βιβλ. VII, κεφ. 10 PG 20, 657Β – 660Α.
Ακόμη παραχωρήθηκε στον Αντίχριστο να πολεμήσει εναντίον των μελών της στρατευομένης Εκκλησίας και να εξουσιάσει κάθε φυλή και λαό και γλώσσα και έθνος [στίχ. 7], δηλαδή να γίνει κοσμοκράτορας, τοποτηρητής του σατανά! Ωστόσο θα γίνει κύριος και εξουσιαστής μόνον εκείνων, των οποίων δεν έχει γραφεί «το όνομα εν τω βιβλίω της ζωής» [Ανδρ.Κ.]. Αλλά, μας το επαναλαμβάνει και πάλι ο ουράνιος νους, η τυραννική και εντυπωσιακή αυτή κοσμοκρατορία και καταστρεπτική δράση του παγκάκου διαβόλου, θα είναι περιορισμένη… μόνο σαράντα δύο μήνες [στίχ. 5]. Βλ. και Δαν. ζ΄ 25. Και τούτο, διότι, αν δεν ολιγόστευε ο αριθμός των ημερών εκείνων, δεν θα σωζόταν κανένας άνθρωπος! [Ματθ. κδ΄ [24] 22]. Η τελική νίκη ανήκει στον Κύριον Ιησού στον οποίο έχει δοθεί «πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» [Ματθ. κη΄[28] 18], και ο οποίος μας βεβαίωσε – «Νυν ο άρχων του κόσμου τούτου εκβληθήσεται έξω» [Ιω. ιβ΄[12] 31].
Στο στίχο 8 ο θεόπνευστος Απόστολος επαναλαμβάνει ό,τι μας είπε και στο στίχο 4. Ότι δηλαδή ως αποτέλεσμα και κορύφωμα της πρόσκαιρης κοσμοκρατορίας του θηρίου θα είναι η «απονομή εις αυτό θείων τιμών». Προσθέτει όμως και κάτι πολύ σημαντικό. Η απονομή θα είναι εκ μέρους «πάντων των άλλων, πλην των πιστών», οι οποίοι «εμφανίζονται και εδώ ως εκείνοι», των οποίων τα ονόματα έχουν γραφεί σύμφωνα με την προαιώνια πρόγνωση του παντογνώστου Θεού στο βιβλίο της ζωής του σφαγμένου Αρνίου [βλ. ΠΙΜ]. Αυτό το βιβλίο ανέφερε και ο Κύριος όταν είπε: «Χαίρετε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς» (Λουκ. ι΄[ 10] 20).
Η αναγραφή όμως αυτή δεν σημαίνει απόλυτο προορισμό! Σημαίνει ότι ο Κύριος ως παντογνώστης και προγνώστης ξέρει για τον καθένα μας τι θα ενεργήσουμε εντελώς ελεύθερα, χωρίς κανένας να μας αναγκάζει να το κάνουμε. Επειδή λοιπόν προγνωρίζει «τί θα κάνουμε, καλό ή κακό, υποταγή στο άγιο θέλημά Του ή ανυπακοή, γι’αυτό γράφει ή δε γράφει το όνομα του καθενός στο βιβλίο της ζωής. Επομένως ο καθένας μας είναι ο δημιουργός της καταστάσεώς του, όταν κριθούμε» [ΕΒ]. Είναι λοιπόν σαφές ότι όσοι πιστοί αντιμετωπίσουν τον Αντίχριστο με σταθερότητα, αφοσίωση και πίστη στον Τριαδικό Θεό και υπομονή στους πειρασμούς και τους διωγμούς του και των οργάνων του, θα προχωρήσουν θριαμβευτές με τις ολόλευκες στολές τους στον πάμφωτο Παράδεισο, όπως μας βεβαίωσε ο θεοδίδακτος θεολόγος Ιωάννης [βλ. Αποκ. γ΄5].
Ο Αρέθας λέγει ότι το «γέγραπται» πρέπει να συνδεθεί με τη φράση «από καταβολής κόσμου» και όχι με τη φράση «το Αρνίον το εσφαγμένον από καταβολής κόσμου», «ότι [διότι] μηδέ από καταβολής κόσμου η του Αρνίου σφαγή». Ωστόσο, παρατηρούν άλλοι πολύ ορθώς, ναι μεν η θυσία του Αρνίου–Χριστού δεν έγινε «από καταβολής κόσμου», αλλά «επί Ποντίου Πιλάτου», δηλαδή σε συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο, όμως η θυσία αυτή του Υιού και Λόγου Του, η θυσία του Αρνίου, ήταν στην προαιώνια βουλή του Θεού. Ήταν στο πάνσοφο και σωτήριο σχέδιο της θείας οικονομίας, το κρυμμένο απ’ αρχής του χρόνου, καθ’ όλους τους αιώνες και τις γενεές [Κολασ. α΄ 26, πρβλ. και Εφ. γ΄9]. Το Αρνίον–Χριστός εσφάγη μεν από καταβολής κόσμου εν τη αποφάσει του Θεού, εν χρόνω δε επί Ποντίου Πιλάτου, εν τη πράξει.
Αυτό διδάσκει και ο απόστολος Πέτρος, όταν γράφει: Εξαγοραστήκατε με το πολύτιμο αίμα του Χριστού, το οποίο προσφέρθηκε θυσία ως αίμα μικρού αρνιού τελείως αμόλυντου και καθαρού από κάθε υλική κηλίδα. Ο Χριστός δε ως λυτρωτής και ως αμνός θυσιαζόμενος υπέρ των ανθρώπων ήταν γνωστός στο Θεό προ πάντων των αιώνων. Και είχε μεν προγνωστεί από τον Θεό από τότε, φανερώθηκε δε διά της ενανθρωπήσεως και αναστάσεως Του κατά τον τελευταίο καιρό για σας, οι οποίοι διά μέσου Αυτού πιστεύετε στο Θεό (Α΄ Πέτρ. α΄19-21).
Σχολιάζει ο Παν. Ν.Τρεμπέλας: «Ο Χριστός ως λυτρωτής ήτο γνωστός τω Θεώ προ πάντων των αιώνων. Δεν κατελήφθη ο Θεός εξ απροόπτου τινός φθείροντος την δημιουργίαν αυτού, ώστε εξ υστέρου να σκεφθή πώς θα επανώρθωνε το απροσδόκητον συμβάν. Ούτε διεψεύσθη ο Θεός εις τα εξ αρχής τεθέντα σχέδια του, ώστε να αναζητήση μέτρα οικονομίας, διά των οποίων θα συνεπλήρωνε τας ελλέιψεις της δημιουργίας του […]. Ο Θεός εξ αρχής είχε προίδει τα πάντα. Και πριν ή [πριν ακόμη] δημιουργηθή ο άνθρωπος, προτού δημιουργηθεί η γη και ολόκληρος ο αόρατος κόσμος, προ της δημιουργίας ακόμη και των αγγέλων, προ πάντων των αιώνων ο Θεός είχε προείδει την αταξίαν, την οποίαν θα επέφερεν ο άνθρωπος εις τον κόσμον και είχεν αποφασίσει την αποστολήν του Υιού του […]. Εντεύθεν εις την Αποκ. γ΄ 8 το Αρνίον παρουσιάζεται «εσφαγμένον από καταβολής κόσμου» [Α΄ Πέτρ. α΄ 20], δηλαδή «προ καταβολής κόσμου εγνωσμένον Θεώ, νυν εφανερώθη ήτοι επετελέσθη, διηνύσθη» (Οικουμένιος). «Εφανερώθη διά της ενανθρωπήσεως, αναστάσεως και αναλήψεως» [7]. Το λατινικό κείμενο της Βουλγάτας συμφωνεί απόλυτα με την ως άνω ερμηνεία – «Et adorabunt eum [ άλλη γραφή – adoraverunt eam] omnes qui inhabitant terram, quorum non sunt scripta nomina in libro vitae Agni qui occisus est ab origine mundi» [Αποκ. γ΄ 8].
[7]. ΠΑΝ.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Υπόμνημα εις τας Επιστολάς της Κ.Διαθήκης, τόμ. Γ΄, Η προς Εβραίους και οι Επτά Καθολικαί, εκδ. ‘ Ο Σωτήρ’, Αθήναι 1996, σελ.324, σχόλια στο στίχ.20.
Άλλωστε ο Θεός δεν κάνει τίποτα εκ των υστέρων, αλλ’ όλα γίνονται κατά την τέλεια προαιώνια πρόγνωση και πάνσοφη πρόνοια Του. Ο Θεός προλέγει τα προεγνωσμένα σ’ Αυτόν έργα, τα οποία στη συνέχεια γίνονται το καθένα σύμφωνα με την τάξη και το χρόνο του. Ο δε διάβολος και τα όργανά του με το να αντιδρούν στα σχέδια της πάνσοφης και προαιώνιας βουλής του Θεού, ματαιοπονούν. Διότι, όχι μόνο δε ματαιώνουν το σωτήριο έργο του Θεού, αλλά και συντελούν, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, στην πραγματοποίησή του!…
Στους στίχους 9-10 ο Ιωάννης γράφοντας «όποιος έχει ενδιαφέρον και αυτί πνευματικό ας ακούσει», επικαλείται την προσοχή των κατά Θεό φρονίμων ανθρώπων, διότι φανερώνει το νόμο της θείας δικαιοσύνης σύμφωνα με τον οποίο το θηρίο–Αντίχριστος θα απολεσθεί. Ο θείος νόμος ορίζει: Όποιος αιχμαλωτίζει άλλους, σύρεται και αυτός στην αιχμαλωσία από άλλους, όποιος φονεύει με μαχαίρι, θα φονευθεί και αυτός με μαχαίρι. Ο πόλεμος είναι η ζωή και η χαρά του Αντιχρίστου. Ο πόλεμος όμως θα φέρει την καταστροφή του! [πρβλ. και Ματθ. κστ΄ [26] 52]. Ο καθένας λοιπόν θα δεχθεί άξια αυτών που έπραξε. Όσοι είναι έτοιμοι να κακοποιούν «τους πλησίον», αυτοί «υπό του διαβόλου αιχμαλωτευθήσονται» και με τη σατανική μάχαιρα θα υποστούν «τον ψυχικόν θάνατον» [Ανδρ. Κ.]. Αυτοί δεν θα βοηθηθούν από τον Θεό, ώστε να μην υποδουλωθούν από το θηρίο–Αντίχριστο [Αρ.]. Στις τραγικές και αντίξοες καταστάσεις, στη θύελλα του χριστιανομάχου διωγμού του διαβόλου, οι πιστοί καλούνται να καλλιεργήσουν και να δείξουν δύο σπουδαίες και άγιες αρετές: Υπομονή και πίστη. Θα υπομένουν με πίστη και απόλυτη εμπιστοσύνη στο Θεό την αιχμαλωσία ή και αυτόν τον θάνατο, μέχρις ότου να έρθει ο καιρός που το θηρίο θα υποστεί τα κακά, στα οποία τους υπέβαλε.
Είθε «ο παντελεήμων Θεός» να μας αξιώσει να φανούμε τότε γενναίοι, λογαριάζοντας «ανάξια τα παθήματα του νυν καιρού» προς τη δόξα που μέλει να αποκαλυφθεί στους αγίους [πρβλ. Ρωμ. η΄ 18]. Βαδίζοντες δε «την στενήν οδόν ανδρείως» να απολαύσουμε «την εν τω μέλλοντι δόξαν και ανάπαυσιν και ευρυχωρίαν» και να συμβασιλεύσουμε με τον Χριστό [Ανδρ.Κ.].
(Πηγή: Η Αποκάλυψις του Ιωάννου, Νικολάου Βασιλειάδη, εκδόσεις «ο Σωτήρ» σελ. 420-437, οι υπογραμμίσεις δικές μας)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι είναι η ιερά Παράδοση της Εκκλησίας; Ποιο είναι το κριτήριο γνησιότητας της ιεράς Παραδόσεως; Τι φρονούν περί παραδόσεως οι ετερόδοξοι χριστιανοί;

Συγγραφέας: kantonopou στις Αύγουστος 25, 2018

Σχετική εικόνα

Τι είναι η ιερά Παράδοση της Εκκλησίας;

    Όπως προειπώθηκε η Παράδοση είναι η δεύτερη πηγή της θείας αποκαλύψεως, ισότιμη και ισόκυρη προς την αγία Γραφή. Είναι δε η Παράδοση η δια ζώσης διδασκαλία του Κυρίου και των Αποστόλων, η κυκλοφορούσα και φυλασσόμενη στη ζωή και τη συνείδηση της Εκκλησίας. Ως γνωστόν ο Κύριος, ως ο μέγιστος των προφητών και διδάσκαλος, τίποτε το γραπτό δεν παρέδωσε στους Αποστόλους και την Εκκλησία, κηρύσσοντας προφορικά το περιεχόμενο της θείας του αποκαλύψεως. Το αυτό έκαναν στην αρχή και οι Απόστολοι ακολουθώντας το παράδειγμα του Διδασκάλου, κηρύσσοντας το λόγο του Θεού στο πλήρωμα της Εκκλησίας. Με το πέρασμα όμως του χρόνου και προς αντιμετώπιση των αυξανόμενων ποιμαντικών αναγκών του κηρύγματος, άρχισαν να καταγράφουν το λόγο του Θεού στα γνωστά κείμενα της αγίας Γραφής.
Το ίδιο έκανε στη συνέχεια και η Εκκλησία και με τον τρόπο αυτό διαμορφώθηκε σιγά σιγά και γραπτώς η ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας. Αυτή μπορούμε να δούμε στα πολυειδή γραπτά μνημεία τα εκφράζοντα την πίστη της Εκκλησίας, όπως είναι οι δογματικοί όροι των οικουμενικών Συνόδων, οι αποφάσεις των τοπικών που κυρώθηκαν από σύνοδο οικουμενική, οι ιεροί Κανόνες, τα συγγράμματα των Πατέρων, τα κείμενα της θείας λατρείας και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι, το κήρυγμα του θείου λόγου κ.α.
Την ανάγκη της ζωντανής παραδόσεως σε παράλληλη βάση προς το γραπτό λόγο εξαίρει ο απόστολος Παύλος, παραινών τους πιστούς: «Άρα ουν, αδελφοί, στήκετε, και κρατείτε τας παραδόσεις ας εδιδάχθητε είτε δια λόγου είτε δι’ επιστολής ημών»(Β΄Θεσ. 2,15).

(Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 17-18)

Ποιο είναι το κριτήριο γνησιότητας της ιεράς Παραδόσεως;

    Το κριτήριο που διακρίνει τη γνήσια Παράδοση από κάθε άλλη ψευδή και κίβδηλη είναι η αποστολικότητα. Η Παράδοση για να είναι γνήσια και αληθινή πρέπει ν’ ανάγεται στην αποστολική εποχή, σε χρόνους δηλαδή που φανερώθηκε αγνή και ανόθευτη η λυτρωτική αλήθεια του ευαγγελίου. Με άλλα λόγια πρέπει να ανάγεται στους ίδιους τους Αποστόλους. Παράλληλα, άλλο κριτήριο γνησιότητας είναι και το κριτήριο της ομοφωνίας, ό,τι δηλαδή πιστεύει και παραδέχεται ομόφωνα το πλήρωμα της Εκκλησίας και διδάσκουν οι ιεροί Πατέρες και οι ποιμένες της. Την αλήθεια αυτή τονίζει χαρακτηριστικά ο Βιγκέντιος ο εκ Λειρίνου σε όσα σχετικά γράφει: «Quod ubique quod semper quod ab omnibus creditum est» (= Ό,τι πανταχού, πάντοτε και υπό πάντων επιστεύθη).
Είναι φανερό ότι φορείς της αποστολικής παραδόσεως δεν μπορούν να είναι εκείνοι που αποκόπηκαν από το σώμα της Εκκλησίας, αιρετικοί και σχισματικοί. Περιττό δε να σημειωθεί, ότι γνήσιος φορέας της αποστολικής παραδόσεως είναι μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία παρέλαβε και διατήρησε ανόθευτη την διδασκαλία των Αποστόλων, όπως αυτή φέρεται αποθησαυρισμένη στα μνημεία τα εκφράζοντα τη ζωή της Εκκλησίας των οκτώ πρώτων χριστιανικών αιώνων.
Τέλος, λέγοντας αποστολική παράδοση δεν εννοούμε αδιάκριτα κάθε παράδοση, αλλά εκείνη που αναφέρεται στη δογματική διδασκαλία και το ήθος της Εκκλησίας και όχι σε ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας.

(Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 18-19)

Τι φρονούν περί παραδόσεως οι ετερόδοξοι χριστιανοί;

Η Ρωμαϊκή Εκκλησία δέχεται, όπως και η Ορθόδοξη, την ιερά Παράδοση ως πηγή της θείας αποκαλύψεως, ισότιμη και ισόκυρη προς την αγία Γραφή. Εντούτοις στην πράξη δε συμφωνεί με την ορθόδοξη αντίληψη, αλλά εκλαμβάνει την παράδοση με έννοια ελαστική, ως ταμείο πίστεως, στο οποίο μπορεί να προσφεύγει όταν θέλει να διατυπώσει κάποιο νέο δόγμα ή να ανυψώσει σε δόγματα μεταγενέστερες θεολογικές γνώμες και δοξασίες.

Τέτοια δόγματα υπάρχουν πολλά (άσπιλος σύλληψις κ.α.), ως και διάφορες άλλες καινοτομίες, κυρίως στην τέλεση και μετάδοση των μυστηρίων (στέρηση του λαού εκ του ποτηρίου της ευχαριστίας, απαγόρευση κοινωνίας των νηπίων κ.τ.ο.). Αν θέλαμε να κάνουμε συσχετισμό, θα λέγαμε ότι κατά την ορθόδοξη πίστη η Εκκλησία είναι ο πιστός τηρητής και φύλακας της παραδόσεως, ενώ κατά τη ρωμαιοκαθολική αυτή παρουσιάζεται μάλλον ως κυρίαρχος, μεταποιώντας αυτή κατά βούληση και προσπαθώντας να συμβιβάσει τα παλαιά με τα εκάστοτε νέα.
Παράλληλα, οι Διαμαρτυρόμενοι δεν αναγνωρίζουν την παράδοση ως πηγή της θείας αποκαλύψεως. Οι λόγοι είναι προφανείς. Κατ’ αυτούς η αγία Γραφή είναι η μόνη πηγή του λόγου του Θεού, ο πλήρης και αυτάρκης κώδικας της χριστιανικής πίστεως, ο περιέχων όλες τις αναγκαίες αλήθειες προς σωτηρία. Την παράδοση την απορρίπτουν ως αυθεντική πηγή της πίστεως, ανεχόμενοι αυτή στο μέτρο που δεν αντιφάσκει προς τη Γραφή, και ως ωφέλιμο πλην όχι και αλάθητο χειραγωγό στην ερμηνεία της αγίας Γραφής.

Εντούτοις παρά τη βασική τους αυτή τοποθέτηση, δε φαίνεται ν’ απομακρύνονται ολοσχερώς από το πνεύμα της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Ασχέτως προς τα πολλά που παρέλαβαν από την εκκλησιαστική παράδοση, ο Λούθηρος, τον οποίο αποκαλούν θείον (divinus) και τρίτον Ηλία, και τα συγγράμματα του οποίου μεγάλως εκτιμώνται στη συνείδηση των Διαμαρτυρομένων, ως αντικαταστήσαντα τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας, έχει μεγάλο κύρος γι’ αυτούς, ενώ παράλληλα τα συμβολικά τους βιβλία έχουν αποκτήσει ένα είδος «κανόνος πίστεως» (regula fidei), ο οποίος αποτελεί συνεκτικό δεσμό της εκκλησιαστικής τους ταυτότητος και βάση του εκκλησιαστικού κηρύγματος και της ερμηνείας της αγίας Γραφής. Με άλλα λόγια ένα είδος εκκλησιαστικής παραδόσεως.

(Ανδρέα Θεοδώρου, Απαντήσεις σε ερωτήματα Συμβολικά, σελ. 19-20)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι είναι ο Αντίχριστος; Ποια θα είναι η φύση του Αντίχριστου; Ποιο θα είναι το έργο του Αντίχριστου; Ποιο θα είναι το τέλος του Αντίχριστου;

Συγγραφέας: kantonopou στις Αύγουστος 25, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ

Τι είναι ο Αντίχριστος;
Αντίχριστος είναι κάθε ένας που μάχεται το Χριστό· που αρνείται τη σάρκωση και το λυτρωτικό έργο του. Ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής αναφέρει, ότι στις ημέρες του, την αποστολική δηλαδή εποχή, «αντίχριστοι πολλοί γεγόνασιν». Έκαναν την εμφάνιση τους πολλοί αντίχριστοι. Παράλληλα κάνει λόγο και για τον Αντίχριστο, ειδικά ανθρώπινο πρόσωπο, του οποίου η έλευση ήταν πολύ κοντά: «Και καθώς ηκούσατε ότι ο αντίχριστος έρχεται». Από ό,τι μαρτυρεί ο Άγιος, η έλευση του Αντιχρίστου αποτελούσε αρχαιότατη παράδοση στους κόλπους της χριστιανικής κοινότητος της αποστολικής εποχής (Και καθώς ηκούσατε ότι έρχεται»), η οποία (έλευση) ήταν σημάδι «ότι έσχατη ώρα εστίν», δηλαδή το τέλος του κόσμου, και η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού ήσαν πλησίον.
Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο άγιος Ευαγγελιστής, μιλώντας για τον Αντίχριστο, κάνει διαστολή μεταξύ της αντίχριστης ιδέας γενικά, του πνεύματος της αποστασίας που μάχεται το Χριστό και την Εκκλησία του και ενσαρκώνεται σε πολλούς επί μέρους αντίχριστους, και του κυρίως Αντίχριστου, ιστορικής μορφής της περιόδου των εσχάτων, της οποίας οι πρώτοι αποτελούν ιστορικά πρότυπα και ιστορικούς πρόδρομους.
Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ. 196
Ποια θα είναι η φύση του Αντίχριστου;
Ο Αντίχριστος θα είναι άνθρωπος. Θα έχει σάρκα και οστά όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι. Θα έχει φυσικούς γονείς, πατέρα και μητέρα. Θα γεννηθεί από γαμικό δεσμό. Θα ζήσει και θα εξελιχθεί στην ιστορία. Θα είναι και αυτός πλάσμα Θεού. Μέχρι που όμως βαθμού θα φέρει μέσα του την «εικόνα» του Θεού; Και ποια θα είναι η «ψυχή» που θα του δώσει ο Θεός;
Με αυτά που λέμε, δεν πρέπει να στραφεί αλλού η σκέψη μας. Ειπώθηκε ότι ο Αντίχριστος θα είναι η προσωπική ενσάρκωση του Σατανά επί της γης και μάλιστα κατά το πρότυπο της θείας σαρκώσεως του Λόγου. Όπως δηλαδή ο Λόγος δεν κατοίκησε απλώς σε ανθρώπινη φύση, αλλά έγινε πραγματικός άνθρωπος, έτσι και ο Σατανάς θα ενανθρωπήσει με μια βαθιά προσωπική ένωση του με άνθρωπο. Μερικοί μάλιστα περίεργοι λέγουν, ότι ο φυσικός πατέρας του Αντίχριστου θα είναι ο ίδιος ο διάβολος, περιγράφοντας μάλιστα και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει το αποτρόπαιο γεγονός!
Αυτά τα πράγματα δεν είναι σωστά. Και πιθανόν μεν ο διάβολος, στην επιθυμία του να μιμηθεί σε όλα το Χριστό, να θέλει το είδος αυτό της προσωπικής σαρκώσεως του· ο Θεός όμως σε καμιά περίπτωση δε θα επιτρέψει στο αποστατικό πνεύμα να προβεί σ’ ένα τόσο φοβερό και αποτρόπαιο ανοσιούργημα, αφού, όπως είπαμε, ο Αντίχριστος θα είναι και αυτός έτσι και αλλιώς πλάσμα Θεού.
Ο Αντίχριστος θα είναι άνθρωπος στον οποίο θα κατοικήσει ηθικά ο Σατανάς και στο πιο τέλειο μέτρο που είναι δυνατό να συμβεί αυτό. Θα είναι ο πληρέστερος και τελειότερος εκπρόσωπος του στη γη. Σ’ αυτόν ο Σατανάς θα χορηγήσει όλη τη δύναμη και την εξουσία του και στο πρόσωπο του θα εκδηλώσει όλη τη δαιμονική κακουργία του. Θα είναι ο τελειότερος εντολοδόχος, η ηθική ενσωμάτωση του διαβόλου πάνω στη γη.
Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ. 197
Ποιο θα είναι το έργο του Αντίχριστου;
Μα φυσικά να πολεμήσει το Χριστό. Θα του παραχωρηθεί λίγο πριν από την τελική του συντριβή η ευκαιρία να πολεμήσει με όλο το πάθος και τη δαιμονική μανία της σατανικής του ενέργειας και για μια ύστατη φορά τις δυνάμεις της Βασιλείας του Θεού, που ενεργούν στην ιστορική Εκκλησία του Χριστού, ώστε να μην έχει καμιά αφορμή αιτιάσεως το κακό πριν από την τελειωτική συντριβή του από το Θεό. Το κακό φυσικά είναι πάντοτε παρόν και δρα στην ιστορία. Στους έσχατους όμως καιρούς θα αποκορυφωθεί η ενέργεια του στο πρόσωπο του Σατανά – Αντίχριστου. Θα γίνει υπερβολικά κακό το κακό, ώστε να είναι δίκαιη η άμεση παρέμβαση και πάταξη του από το Θεό. Άρα ανεβαίνοντας προς τα έσχατα το κακό θα αυξάνει και θα γιγαντώνεται. Μήπως η σημερινή υπερβολικότητα της αμαρτίας να είναι απαρχή και σημείο της υπερβολικής κακότητας των εσχάτων; Ποιος ξέρει…
Ο Αντίχριστος θα έχει διπλό έργο να επιτελέσει, θρησκευτικό και πολιτικό. Θα φανεί ως θρησκευτικό πρόσωπο, διεκδικώντας για τον εαυτό του το έργο του Θεού. Θα φανεί ως μεσσίας του κόσμου. Κατά μια άποψη θα τον αποδεχθούν οι Εβραίοι. Θα μιμηθεί το πρόσωπο και το λυτρωτικό έργο του Χριστού. Φυσικά το έργο του θα είναι τραγική απομίμηση και ειδεχθές κακέκτυπο του λυτρωτικού έργου του Χριστού. Στην αρχή θα υποδυθεί υποκριτικά προσωπείο καλό. Θα κάνει έργα καλά και ευεργεσίες. Φέροντας όμως μέσα του και ευεργούμενος από τη δύναμη του Σατανά, θα κάνει ψευτοθαύματα, σημεία και τέρατα εκπληκτικά, ώστε να κινεί το θαυμασμό και να κερδίζει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων. Αφού το επιτύχει, θα αποβάλει το καλό προσωπείο και θα δείξει το αληθινό του πρόσωπο. Θα βασανίσει αφόρητα αυτούς που θα τον αποδεχθούν. Κυρίως όμως θα πολεμήσει την Εκκλησία των εσχάτων. Θα ερημώσει τις Εκκλησίες (με την εγκατάλειψη τους από τους πιστούς) και θα βεβηλώσει τα ιερά και τα όσια της πίστεως. Με ιδιαίτερη μανία θα διώξει και θα θανατώσει τους πιστούς, οι οποίοι θα απορρίψουν το έργο του. Η Εκκλησία των εσχάτων θα αναδείξει τους λαμπρότερους της μάρτυρες. Θα θανατώσει ομοίως τον Ενώχ και τον Ηλία, μάρτυρες του Θεού, τους οποίους θα στείλει ο Κύριος στον κόσμο, για να ετοιμάσουν τους ανθρώπους να μη δεχθούν το πρόσωπο και το έργο του Αντιχρίστου. Τα πτώματα τους θα διαπομπεύσει επί τρείς ημέρες στην αγία Πόλη. Την τρίτη ημέρα θα τους αναστήσει πανηγυρικά ο Θεός εκ νεκρών.
Παράλληλα όμως ο Αντίχριστος θα φανεί και ως πολιτικό πρόσωπο. Θα συγκεντρώσει στα χέρια του πολιτική δύναμη και εξουσία μεγάλη. Θα γίνει πολιτικός ηγέτης σε παγκόσμια κλίμακα ενός κόσμου ιδεολογικά, πολιτικά και εμπορικά ενωμένου και πνευματικά διεφθαρμένου. Θα είναι αμείλικτος δυνάστης. Θα χαράσσει τους υπηκόους του με το στίγμα του ονόματος και της δυνάμεως του. Ο αριθμός του με τον οποίο θα σφραγίζει το μέτωπο και τα χέρια των υπηκόντων του, θα είναι χξς΄(666). Τι σημαίνει ο αριθμός αυτός δε γνωρίζουμε, και είναι επικίνδυνο να προσπαθούμε να τον αποκρυπτογραφήσουμε. Η πολιτική οικονομική και ιδεολογική συνένωση των ανθρώπων που άρχισε να συντελείται στους καιρούς μας, είναι άραγε προοίμιο των γεγονότων των εσχάτων;
Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ. 198
Ποιο θα είναι το τέλος του Αντίχριστου;
Ο Θεός θα επιτρέψει την εμφάνιση του Αντίχριστου, μεταξύ των άλλων, και για δύο ακόμη λόγους, να τιμωρήσει τους αποστάτες από το νόμο του, τους κακούς και δόλιους και διεφθαρμένους μέσω του αρχιαποστάτη, ο οποίος, αφού τους κάνει δικούς του, θα τους βασανίσει αφάνταστα, τρώγοντας τις σάρκες τις δικής του σκοτεινής επικράτειας· και να δοκιμάσει την πίστη των δικαίων και των αγίων του, οι οποίοι θα αρνηθούν τον Αντίχριστο και θα μαρτυρήσουν για την πίστη τους, αναδεικνυόμενοι οι ευκλεέστεροι μάρτυρες από καταβολής Εκκλησίας.
Κατά τον απόστολο Παύλο, αφού αποκαλυφθεί ο άνθρωπος της αμαρτίας (ο Αντίχριστος), ο υιός της απώλειας, ο αντικείμενος και υπεραιρόμενος επί πάντα λεγόμενο Θεό ή σέβασμα, έτσι που να καθίσει στο ναό του Θεού σαν θεός, αποδεικνύοντας τον εαυτό του ότι είναι θεός· και αφού παραπλανήσει τους ανθρώπους με ενέργεια του Σατανά, κάνοντας ψεύτικα σημεία και τέρατα και γινόμενος δεκτός από τους απολλυμένους, οι οποίοι αρνήθηκαν την αλήθεια ώστε να σωθούν, ευδοκήσαντες στην αδικία· αφού γίνουν όλα αυτά, θα έλθει ο Κύριος, ο οποίος με ένα του φύσημα θα καταργήσει τον άνομον «τη επιφάνεια της παρουσίας αυτού».
Η αναίρεση του ανόμου από το Χριστό θα είναι ανηλεής και πομπώδης. Σε μάχη των στρατευμάτων του ουρανού με επικεφαλής τον Κύριο εναντίων των σκοτεινών δυνάμεων του Αντιχρίστου, ο δόλιος θα συντριβεί και, αφού αιχμαλωτισθεί, θα ριφθεί ζων στη λίμνη του πυρός την καιόμενη. Η εκδίκηση του Θεού θα είναι τελειωτική και οριστική. Μετά τα γεγονότα αυτά, θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία και η κρίση. Η παρένθεση του κακού θα κλείσει οριστικά για τον κόσμο. Η κάθαρση της ιστορίας θα είναι γεγονός εσχατολογικό. Μαζί της θα καταργηθεί και η ίδια η ιστορία. Για τους ανθρώπους θα αρχίσει μια άλλη «μυστηριακή» ιστορία στον άφθαρτο αιώνα του Θεού, που θα εγκαινιασθεί για τα πλάσματα μετά την κρίση και την ανταπόδοση.
Πηγή: «Απαντήσεις σε ερωτήματα Δογματικά», Ανδρέα Θεοδώρου, σελ. 200

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πώς θα είναι τα αναστημένα σώματα στη Δευτέρα Παρουσία;

Συγγραφέας: kantonopou στις Αύγουστος 25, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ

(αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Η Δευτέρα Παρουσία, Σταμάτα 2016, σελ. 213-214 όπου και οι παραπομπές)

Γράφει ο οσ. Νίκων Μπελιάεφ: «Κάποια μέρα ο π. Βαρσανούφιος μου διηγήθηκε το εξής:
Θα σου μιλήσω για έναν Άγγλο. Δεν ξέρω αν οι σύγχρονοι Άγγλοι ασχολούνται με τέτοια θέματα. Αυτός, όμως, ο συγκεκριμμένος τύπος, καθόταν συνεχώς και χάζευε εξω απ’ το παράθυρο του σπιτιού. Και ήλθε σε εκστασι˙ και σαν βγήκε απ’ την εκστασί του, ψιθύρισε μονολογώντας: Τώρα το κατάλαβα.
— Και τί κατάλαβες:, τον ρώτησε η γυναίκα του.
— Κατάλαβα, πώς θα είναι τα σώματά μας μετά τη γενική ανάστασι.
— Και πώς το κατάλαβες αυτό:
— Να. Κυττούσα το παράθυρο και σκεπτόμουν, πώς το τζάμι είναι διαφανές. Και μετά, ότι τα υλικά απ’ τα οποία αποτελείται: χώμα, άνθρακας… δεν είναι καθόλου διαφανή. Έτσι λοιπόν, και το σώμα του ανθρώπου μετά το θάνατο, ενώ θα έχη γίνει χώμα και στάκτη, με προσταγή του Θεού θ’ αναστηθή σε μια διαφορετική, άφθαρτη μορφή. Πιο φωτεινό. Πιο καθαρό. Πιο ελαφρό »(ΡΖ, 38).
• Ο Επίσκ. Διοκλείας Κάλλιστος γράφει: «Μας το λέει ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος (+373): «Σκέψου τον άνθρωπο μέσα στον οποίο κατοικούσε η λεγεώνα από κάθε είδους δαίμονες (Μρ 5, 9)˙ βρίσκονταν εκεί, αν και δεν ήταν αναγνωρίσιμοι, επειδή ο στρατός τους ήταν από υλικό λεπτότερο και αιθεριότερο απ’ ό,τι η ίδια η ψυχή.

Ολόκληρος αυτός ο στρατός κατοικούσε σ’ ένα σώμα.
Εκατό φορές λεπτότερα και αιθεριότερα θα είναι τα σώματα των δικαίων όταν εγερθούν κατά την ανάστασι: θα μοιάζουν με μια σκέψι που είναι ικανή, αν θέλη, να απλωθή και να διασταλή, ή απεναντίας, αν επιθυμή, να συσταλή και να μαζευθή: αν συσταλή, βρίσκεται κάπου˙ αν διασταλή βρίσκεται παντού «(Sebastian Brock, The Harp of the Spirit: Eighteen Poems of Saint Ephrem (Studies Supplementary to Sobornst No. 4: 2nd ed., London 1983), σελ. 23-24).
Αυτή ίσως να είναι η καλύτερη περιγραφή της δόξας της αναστάσεως την οποία μπορούμε να βρούμε. «Ας αφήσουμε τα υπόλοιπα στη σιωπή. “Ούπω εφανερώθη τί έσόμεθα» (Α’ Ίω 3, 2)»(Συ, τεύχ. 49, 32).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Δεν θέλουν όλοι τον Παράδεισο! Και τώρα και τότε…

Συγγραφέας: kantonopou στις Αύγουστος 25, 2018

Δεν θέλουν όλοι τον Παράδεισο! Και τώρα και τότε...

(στο: αρχιμ Ιωάννου Κωστώφ,Η Δευτέρα Παρουσία, Σταμάτα 2016, σελ. 84-85)

Ο π. Βασίλειος Γοντικάκης έπισημαίνει: «Ο πατέρας μειλίχια προσκαλεί τον πρεσβύτερο υιό, της Παραβολής του Άσωτου, στη χαρά, στο ευχαριστιακό τραπέζι.

Και είναι σαν να του ζητά να μπή στην κόλασι. Φουντώνει μέσα του το μίσος˙ και ακούει τη στοργική πρόσκλησι του πατέρα σαν οργισμένη αποπομπή.
Μήπως όλα αυτά λένε κάτι για το πώς θα γίνη η τελική κρίσι στη Β’ Παρουσία;
Μήπως η οργή («ώργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν») κάνει τη μοχθηρή καρδιά να βλέπη οργισμένο και βλοσυρό το ιλαρό πρόσωπο του ελεήμονος Θεού;

Και το μίσος, που δεν αφήνει τον άνθρωπο που το έχει, να μπή στο κοινό πανηγύρι της χαράς, παραποιεί γι’ αυτό τον ίδιο την πρόσκλησι για τον παράδεισο σε αποπομπή προς το πυρ το εξώτερο;

Μήπως το μίσος είναι κόλασι που κατατρώει τα σωθικά μας; Και η θεία αγάπη παράδεισος που μας αναζωογονεί;

Μήπως η ίδια η αγάπη του Θεού είναι παράδεισος για τους σωσμένους υγιείς, που αγαπούν, που μετανοούν κι έχουν νου Χριστού;

Και η ίδια η αγάπη είναι κόλασι για τους αρρώστους, δηλ. για κείνους που δεν αγαπούν, δεν μετανοούν, δεν έχουν νου Χριστού;
Μήπως η μία κλήσι της αγάπης του Θεού, ο οποίος “θέλει πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν», θ’ ακουσθή απ όσους δεν αγαπούν, λόγω της διαστροφής και της αμετανοησίας τους. “Πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον»˙ και απ’ αυτούς που αγαπούν: “Δεύτε οι ευλογημένοι τού Πατρός μου…”;
Μήπως από σήμερα δεν κρινόμασθε; Μήπως από σήμερα δεν ετοιμαζόμασθε για το ποιά θέσι θα πάρουμε τότε μόνοι μας;

Δεν ετοιμαζόμασθε για την κρίσι της αγάπης; Δήλ. για το αν δεχώμασθε, αν ζούμε την αγάπη ως παράδεισο η ως κόλασι;»(ΑΒ, 27).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πώς να είναι άραγε ο Παράδεισος;

Συγγραφέας: kantonopou στις Αύγουστος 25, 2018

Σχετική εικόνα

Totaliter aliter. 
«Δυο καλόγηροι τον μεσαίωνα —υποστηρίζει ένας μύθος— διερωτώντο σαν τι πράγμα να ‘ταν ο ουρανός.

Ο πρώτος υποστήριζε ότι ήταν taliter, δηλ. όμοιος με αυτό τον κόσμο.

Ο δεύτερος επέμενε ότι είναι aliter, δηλ. διαφορετικός απ’ αυτό τον κόσμο.

Στο τέλος, μη βρίσκοντας κάποια λύσι, αποφάσισαν να περιμένουν, ώσπου κάποιος από τούς δύο να πεθάνη, οπότε και θα έλεγε στον άλλο τι θα έβλεπε.
Μετά καιρό πέθανε ο ένας και τάφηκε.
Συνεπής στην υπόσχεσί του επισκέφθηκε τον άλλο στον ύπνο του και του είπε τα έξης, για το θέμα που τους απασχολούσε:

Nec taliter,

nec aliter,

sed

totaliter aliter.

Δηλαδή, ούτε όπως το σκεφτόσουν, ούτε όπως το σκεφτόμουν, αλλά τελείως διαφορετικά.
Πράγματι ο Ουρανός, η σφαίρα, δηλαδή, στην οποία η παρουσία του Θεού σ’ όλη της τη μεγαλοπρέπεια αποκαλύπτεται, δεν είναι κάτι που μοιάζει ή που δεν μοιάζει με τον κόσμο τον όποιο βλέπουμε.

Η ακτινοβολία της αγιότητος του Θεού κυριαρχεί εκεί και πράγματα «που ανθρώπινο μάτι δεν είδε κι αυτί δεν άκουσε και σε καρδιά δεν ανέβηκαν» για να τα επιθυμήση, έχει εκεί ετοιμασμένα ο Θεός για εκείνους ττου σ’ αυτή τη ζωή Τον αγάπησαν και τον υπηρέτησαν (Α’ Κορ 2, 9).
Εκεί είναι “η σκηνή του Θεού, μετά των ανθρώπων», των λυτρωμένων του Χριστού (Απκ 22, 3)»(Β2, 200).

(Στο: αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Η Δευτέρα παρουσία, σελ.230-231)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Παραβολή του αμπελώνος (Ματθ. 21,33-42) (Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom (†))

Συγγραφέας: kantonopou στις Αύγουστος 25, 2018

Εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

Το σημερινό Ευαγγέλιο, μετά από μια σειρά από ευχάριστα αναγνώσματα, είναι, να το πω έτσι, τρομαχτικό: είναι η ιστορία των εργατών του αμπελώνος που γίνονται προδότες. Και πράγματι τούτη η παραβολή αντικατοπτρίζει όλη την ιστορία του ανθρώπινου γένους, αλλά στο πλαίσιο όλων των κειμένων που προηγήθηκαν, μας μιλάει επίσης για την τρομερή, με όλη τη σημασία του όρου, αγνωμοσύνη της ανθρωπότητας προς τον Θεό. Απέναντι στην αγάπη Του, τα θαύματα Του, σε όλα όσα έκανε για εμάς, παραμένουμε ασυγκίνητοι και εγωκεντρικοί· σκεφτόμαστε τον εαυτό μας, δεν σκεφτόμαστε τον πλησίον μας, ακόμα λιγότερο σκεφτόμαστε τον Θεό· αχαριστία, αγάπη προς τον εαυτό μας, εγωκεντρισμός, συγκέντρωση σε αυτό που θέλουμε, που μας γοητεύει, σ’ ο,τι μας φαίνεται απαραίτητο.

Το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα μας λέει ότι ο Θεός δημιούργησε έναν όμορφο, υπέροχο κόσμο, τον περιέβαλλε με την δύναμη και την πρόνοια Του, προετοίμασε τα πάντα ώστε να γίνουν τόπος της Βασιλείας Του, του Βασιλείου της αμοιβαίας αγάπης, της χαράς. Αλλά γνωρίζουμε τι κάναμε σ’ αυτόν τον κόσμο· φτιάξαμε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι φοβούνται να ζήσουν, όπου υπάρχει αιματοχυσία, όπου διαπράττονται απάνθρωπες, σκληρές πράξεις όχι μόνο σε σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά σε επίπεδο οικογενειακό, ενοριακό, και μεταξύ των πιο κοντινών φίλων.

Από γενιά σε γενιά ο Κύριος έστελνε τους απεσταλμένους Του: πατριάρχες, προφήτες, αγγέλους, κήρυκες, τον Πρόδρομο και στο τέλος ήλθε ο ίδιος να μας θυμίσει ότι ο κόσμος πλάστηκε για την αγάπη. Και όπως στην παραβολή οδήγησαν τον υιό έξω από τον αμπελώνα και τον σκότωσαν, έτσι το ανθρώπινο γένος φέρθηκε στον Υιό του Θεού. Και όταν μιλώ για «ανθρωπότητα», δεν αναφέρομαι στους άλλους, αλλά σ’ εμάς, επειδή ο Κύριος μας εμπιστεύτηκε την ζωή για να την κάνουμε θρίαμβο της αγάπης, της αδελφοσύνης, της αρμονίας, της πίστης και της χαράς, και δεν το κάνουμε επειδή σκεφτόμαστε τους εαυτούς μας. Σε ανταπόδοση όσων έκανε για μας, που μας δημιούργησε, που μας αποκάλυψε τον εαυτό Του, που μας πρόσφερε όλη Του την αγάπη και στο τέλος την ζωή και τον θάνατο του Υιού Του, μόλις και μετά βίας προφέρουμε ένα «Ευχαριστώ» και την ίδια στιγμή ξεχνάμε.

Στραφήτε πίσω σε ο,τι ακούσατε στη διάρκεια της Τεσσαρακοστής, σε ο,τι είδατε το βράδυ της Ανάστασης, σε ο,τι ειπώθηκε από τους αγίους τις μετέπειτα εβδομάδες, τους αγίους της Ρωσίας, τους αγίους αυτών των νησιών, από το Ευαγγέλιο της αγάπης και της ανθρωπιάς. Μελετήστε τα όλα αυτά και αναρωτηθήτε: «Είμαι εργάτης του αμπελώνος, και είμαι από εκείνους που απωθεί μακρυά τον Χριστό κάθε φορά που έρχεται στην ζωή μου; Δεν Του λέω: Βγες από τον δρόμο μου, βγες από την ζωή μου – θέλω να είμαι ο Θεός, ο αφέντης, θέλω να διαχειρίζομαι τα πάντα.» Έτσι μιλάει ο καθένας μας, ίσως όχι με τέτοια αγένεια, τόσο βλάσφημα, αλλά με τα έργα μας, με κούφιες λέξεις.

Πρέπει να συνέλθουμε. Έχω πεί τόσες φορές ότι σωζόμαστε επειδή μας αγαπάει ο Θεός, αλλά όχι μόνο από την αγάπη Του, αλλά άπό την ανταπόκριση μας σ’ αυτήν. Αν επιθυμία μας είναι απλώς να καρπωθούμε τους καρπούς του Σταυρού, της σταύρωσης, των ημερών του πάθους, και να μην επιστρέψουμε κάτι στον Θεό, και να μην προσφέρουμε κάτι στον πλησίον μας για τον οποίο πέθανε ο Θεός, παρά μόνο μια στιγμιαία σκέψη, είμαστε εχθρικοί προς κάθε τι που έκανε για μας.

Ας πάρουμε θέση ενώπιον αυτής της προειδοποίησης, της υπενθύμισης του σημερινού Ευαγγελίου και ας σκεφτούμε: «που είναι η ευγνωμοσύνη μου, ευγνωμοσύνη όχι μόνο στα λόγια, αλλά στην πράξη;» Ας κρίνουμε τους εαυτούς μας και ας ξεκινήσουμε μια νέα ζωή. Ευγνωμοσύνη προς τον Θεό σημαίνει να είμαστε η χαρά Του, και στήριγμα, σωτηρία και χαρά προς τον πλησίον μας. Ας ξεκινήσουμε σήμερα να φέρουμε καρπούς απ’ ο,τι μόλις μάθαμε από τον Θεό μέσα άπό την ζωή του Χριστού.
Αμήν.

agiazoni.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

“ὅστις σε ῥαπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην” Γύρνα και το άλλο μάγουλο! Δηλαδή καρπαζοεισπράκτορας…; (ανέκδοτο & ερμηνεία)

Συγγραφέας: kantonopou στις Αύγουστος 24, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για σφαλιαρα

Το ανέκδοτο.

Κάποιος βρήκε ένα Χριστιανό και του λέει: «Είσαι καλός Χριστιανός;». Λέει, «προσπαθώ». Του αστράφτει ένα χαστούκι.

Λέει: «Αν είσαι καλός Χριστιανός, στρέψε και το άλλο μάγουλο». Του έστρεψε και το άλλο. Του έδωσε άλλο χαστούκι. «Στρέψε πάλι». Του έδωσε άλλο. Έφαγε καμιά δεκαριά χαστούκια και μάλιστα δυνατά. Του λέει τότε. «Τώρα παραδέχομαι ότι είσαι καλός Χριστιανός».

«Όχι», του λέει, «ακόμη είμαι μισός Χριστιανός. Τώρα θα γίνω ολόκληρος». Τον παίρνει, του δίνει ένα γερό ξύλο και του λέει˙ «“Δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε” (Μθ 10, 8), λέει το Ευαγγέλιο. Τώρα», του λέει, «το τήρησα και στις δυο πλευρές το Ευαγγέλιο. Μέχρι πριν ήμουνα μισός, τώρα είμαι ολόκληρος».

Διότι εκεί πράγματι του χρειαζότανε και είχε αποτελέσματα˙ πολύ καλά του έκανε. (π. Επιφάνιος Θειδωρόπουλος)

Η σοβαρή ερμηνεία
Ματθαίου 5,39 Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ(1)· ἀλλ᾿ ὅστις(2) σε ῥαπίσει(3) ἐπὶ τὴν δεξιὰν(4) σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην(5)·
(3) «Όπως ακριβώς όταν λέει ότι αυτός που αποκαλεί τον αδελφό του ανόητο θα είναι ένοχος στη γέεννα, δεν το λέει μόνο για αυτήν την λέξη, αλλά και για κάθε κοροϊδία, έτσι λοιπόν και εδώ, δεν νομοθετεί αν μας ραπίζουν να το υποφέρουμε με γενναιότητα, αλλά και οτιδήποτε τυχόν πάσχουμε, να μην αναστατωνόμαστε. Για αυτό και εκεί επέλεξε την χειρότερη βρισιά, και εδώ το πιο ατιμωτικό θεωρούμενο χτύπημα, το χτύπημα στο σαγόνι, που είναι και το πιο υβριστικό» (Χρυσόστομος).
(4) Ή, το δεξί σαγόνι αναφέρεται ως πιο ευγενές μέλος, παρόλο που πιο φυσικό είναι να χτυπηθεί από το δεξί χέρι αυτού που χτυπά το αριστερό μάγουλο αυτού που χτυπιέται (L).
Ή, εννοείται εδώ το δεξί χέρι που χτυπά με το εξωτερικό χέρι το δεξί μάγουλο και έπειτα το αριστερό μάγουλο με την παλάμη (δ). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
(5) «Διατάζει όχι μόνο να μην αμυνόμαστε, αλλά και περισσότερο να παραδίδουμε τον εαυτό μας σε αυτόν που χτυπά και να τον συγκρατούμε με την ανεξικακία και μεγαλοψυχία μας» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος). Πρέπει αυτός που χαστουκίζεται να είναι διατεθειμένος να υπομείνει και άλλες ύβρεις, χωρίς να εκδικηθεί (L).
Καθόλου όμως δεν αποκλείει και τη χρήση του λόγου προς αυτόν που φέρεται έτσι άτοπα, αλλά μάλιστα προϋποθέτει ότι αυτή ακολουθεί μαζί με την μη αντίσταση και εξηγεί τους λόγους και τα αίτια της υποχώρησης, ότι δηλαδή αυτή δεν γίνεται από φόβο, αλλά από αγάπη. Για αυτό και ο Σωτήρας τον δούλο του αρχιερέα που τον χαστούκισε από τυφλό ζήλο, αμέσως τον νουθέτησε (δ).

Ιωάννου 18,22 ταῦτα δὲ αὐτοῦ εἰπόντος εἷς τῶν ὑπηρετῶν παρεστηκὼς ἔδωκε ῥάπισμα τῷ Ἰησοῦ εἰπών· οὕτως ἀποκρίνῃ τῷ ἀρχιερεῖ;
Ιωάννου 18,23 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς(1)· εἰ(2) κακῶς ἐλάλησα(3), μαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ(4)· εἰ δὲ καλῶς, τί με δέρεις(5);
(1) «Ρωτάνε λοιπόν κάποιοι, πώς δεν γύρισε και το άλλο μάγουλο ο Χριστός σε αυτόν που τον χαστούκισε…; Λέμε λοιπόν εμείς, ότι και η εντολή εκείνη εισηγήθηκε το να μην αμυνόμαστε, λόγω των ερίδων που προκαλούνται από αυτό. Και τώρα λοιπόν ο Χριστός δεν αμύνθηκε εναντίον αυτού που τον ράπισε· αλλά μάλλον χωρίς να τον σπρώξει ούτε να φύγει από αυτόν, ήταν έτοιμος και για άλλες πληγές· δικαιολογήθηκε όμως, για να μην δώσει την εντύπωση με τη σιωπή του ότι είναι αυθάδης, πράγμα για το οποίο και κατηγορήθηκε πριν» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος).
«Δεν απαντά αληθινά και με πραότητα και δίκαια και ταυτόχρονα δεν προσφέρει όχι μόνο και το άλλο μάγουλο σε αυτόν που τον ράπισε, αλλά όλο το σώμα του να καρφωθεί στο ξύλο; Από εδώ έδειξε μάλλον, ό,τι χρειαζόταν να δειχτεί, δηλαδή ότι τα μεγάλα εκείνα παραγγέλματά του πρέπει να εκπληρώνονται όχι με σωματική επίδειξη, αλλά με προετοιμασία της καρδιάς. Διότι είναι δυνατόν και οργισμένος κάποιος ορατά να προβάλλει και το άλλο του μάγουλο. Αλλά πόσο καλύτερο είναι, όταν κάποιος εσωτερικά όντας ειρηνικός δίνει αληθινή απάντηση και με ήρεμη διάνοια φυλάει τον εαυτό του έτοιμο, για να υπομείνει επερχόμενα βαρύτερα παθήματα;» (Αυγουστίνος).
Ο Κύριος αποκρίνεται με πραότητα και ειρηνικά, ανακαλώντας τον υπηρέτη, όπως προηγουμένως και τον αρχιερέα στον τρόπο και την μέθοδο που άρμοζε στη νόμιμη έρευνα (τ)…
(Υπομνήματα Π.Ν. Τρεμπέλα στο κατά Ματθαίον & κατά Ιωάννην,μετάφραση π. Νικόλαος Πουλάδας)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ομιλία του Χριστού για το τέλος του κόσμου στο κατά Μάρκον. (Ερμηνεία-ανάλυση)

Συγγραφέας: kantonopou στις Αύγουστος 24, 2018

Η ομιλία του Χριστού για το τέλος του κόσμου στο κατά Μάρκον. (Ερμηνεία-ανάλυση)

(Ιωάννου Καραβιδόπουλου, Το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, εκδόσεις Π.Πουρναρά, σελ. 398-417, οι παραπομπές παρατίθενται στο τέλος)

Αρχαίο κείμενο:

1 Καὶ ἐκπορευομένου αὐτοῦ ἐκ τοῦ ἱεροῦ λέγει αὐτῷ εἷς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ· διδάσκαλε, ἴδε ποταποὶ λίθοι καὶ ποταπαὶ οἰκοδομαί. 2 Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ· βλέπεις ταύτας τὰς μεγάλας οἰκοδομάς; Οὐ ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον ὃς οὐ μὴ καταλυθῇ. 3 Καὶ καθημένου αὐτοῦ εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν κατέναντι τοῦ ἱεροῦ, ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν Πέτρος καὶ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης καὶ Ἀνδρέας· 4 εἰπὲ ἡμῖν πότε ταῦτα ἔσται, καὶ τί τὸ σημεῖον ὅταν μέλλῃ πάντα ταῦτα συντελεῖσθαι; 5 Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς ἤρξατο λέγειν αὐτοῖς· βλέπετε μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ. 6 Πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι, καὶ πολλοὺς πλανήσουσιν.7 Ὅταν δὲ ἀκούσητε πολέμους καὶ ἀκοὰς πολέμων, μὴ θροεῖσθε· δεῖ γὰρ γενέσθαι, ἀλλ᾿ οὔπω τὸ τέλος. 8 Ἐγερθήσεται γὰρ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν, καὶ ἔσονται σεισμοὶ κατὰ τόπους, καὶ ἔσονται λιμοὶ καὶ ταραχαί. 9 Ἀρχαὶ ὠδίνων ταῦτα. Βλέπετε δὲ ὑμεῖς ἑαυτούς. Παραδώσουσι γὰρ ὑμᾶς εἰς συνέδρια καὶ ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν δαρήσεσθε, καὶ ἐπὶ ἡγεμόνων καὶ βασιλέων σταθήσεσθε ἕνεκεν ἐμοῦ εἰς μαρτύριον αὐτοῖς. 10Καὶ εἰς πάντα τὰ ἔθνη δεῖ πρῶτον κηρυχθῆναι τὸ εὐαγγέλιον. 11 Ὅταν δὲ ἀγάγωσιν ὑμᾶς παραδιδόντες, μὴ προμεριμνᾶτε τί λαλήσητε, μηδὲ μελετᾶτε, ἀλλ᾿ ὃ ἐὰν δοθῇ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ, τοῦτο λαλεῖτε· οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστε οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον. 12 Παραδώσει δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ πατὴρ τέκνον, καὶ ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ θανατώσουσιν αὐτούς. 13 Καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου· ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται. 14 Ὅταν δὲ ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως τὸ ρηθὲν ὑπὸ Δανιὴλ τοῦ προφήτου ἑστὼς ὅπου οὐ δεῖ – ὁ ἀναγινώσκων νοείτω – τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη, 15 ὁ δὲ ἐπὶ τοῦ δώματος μὴ καταβάτω εἰς τὴν οἰκίαν μηδὲ εἰσελθέτω ἆραί τι ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ, 16 καὶ ὁ εἰς τὸν ἀγρὸν ὢν μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω ἆραι τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ. 17 Οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις. 18 Προσεύχεσθε δὲ ἵνα μὴ γένηται ἡ φυγὴ ὑμῶν χειμῶνος. 19 Ἔσονται γὰρ αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι θλῖψις, οἵα οὐ γέγονε τοιαύτη ἀπ᾿ ἀρχῆς κτίσεως ἧς ἔκτισεν ὁ Θεὸς ἕως τοῦ νῦν καὶ οὐ μὴ γένηται. 20 Καὶ εἰ μὴ ἐκολόβωσε Κύριος τὰς ἡμέρας, οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ· ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς οὓς ἐξελέξατο ἐκολόβωσε τὰς ἡμέρας. 21 Καὶ τότε ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ, ἰδοὺ ὧδε ὁ Χριστός, ἰδοὺ ἐκεῖ, μὴ πιστεύετε. 22 Ἐγερθήσονται γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ δώσουσι σημεῖα καὶ τέρατα πρὸς τὸ ἀποπλανᾶν, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς. 23 Ὑμεῖς δὲ βλέπετε· ἰδοὺ προείρηκα ὑμῖν ἅπαντα. 24 Ἀλλ᾿ ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις, μετὰ τὴν θλῖψιν ἐκείνην ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται, καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς, 25 καὶ οἱ ἀστέρες ἔσονται ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πίπτοντες, καὶ αἱ δυνάμεις αἱ ἐν τοῖς οὐρανοῖς σαλευθήσονται. 26 Καὶ τότε ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλαις μετὰ δυνάμεως πολλῆς καὶ δόξης. 27Καὶ τότε ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ καὶ ἐπισυνάξει τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων, ἀπ’ ἄκρου τῆς γῆς ἕως ἄκρου τοῦ οὐρανοῦ. 28 ᾿Απὸ δὲ τῆς συκῆς μάθετε τὴν παραβολήν. Ὅταν αὐτῆς ὁ κλάδος ἤδη γένηται ἁπαλὸς καὶ ἐκφύῃ τὰ φύλλα, γινώσκετε ὅτι ἐγγὺς τὸ θέρος ἐστίν· 29 οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ἴδητε ταῦτα γινόμενα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ θύραις. 30 Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη μέχρις οὗ πάντα ταῦτα γένηται. 31 Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ ἐμοὶ λόγοι οὐ μὴ παρελεύσονται. 32 Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἢ τῆς ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι ἐν οὐρανῷ, οὐδὲ ὁ υἱός, εἰ μὴ ὁ πατήρ. 33 Βλέπετε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ καιρός ἐστιν. 34 Ὡς ἄνθρωπος ἀπόδημος, ἀφεὶς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, καὶ δοὺς τοῖς δούλοις αὐτοῦ τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἑκάστῳ τὸ ἔργον αὐτοῦ, καὶ τῷ θυρωρῷ ἐνετείλατο ἵνα γρηγορῇ. 35 Γρηγορεῖτε οὖν· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ κύριος τῆς οἰκίας ἔρχεται, ὀψὲ ἢ μεσονυκτίου ἢ ἀλεκτοροφωνίας ἢ πρωΐ· 36μὴ ἐλθὼν ἐξαίφνης εὕρῃ ὑμᾶς καθεύδοντας. 37 Ἅ δὲ ὑμῖν λέγω, πᾶσι λέγω· γρηγορεῖτε.

Ερμηνεία-ανάλυση

Το κεφ. 13 του ευαγγελίου μας περιέχει λόγια του Ιησού σχετικά με την επικείμενη καταστροφή της Ιερουσαλήμ, καταστροφή που προσφέρεται ως προεικόνιση του τέλους του κόσμου. Συνήθως ονομάζεται το κεφ. αυτό από τους ερμηνευτές « Εσχατολογικός λόγος» ή «Αποκαλυπτικός λόγος» ή «Συνοπτική αποκάλυψη» ή «Μικρή αποκάλυψη» και γίνεται πολλή συζήτηση στα υπομνήματα και στις ειδικές μονογραφίες (33 βλέπε υποσημειώσεις στο τέλος) για το χαρακτήρα, το στόχο, το αποκαλυπτικό υπόβαθρο, τη γνησιότητα και την ενότητα του λόγου αυτού του Ιησού που είναι ο μακροσκελέστερος σε όλο το ευαγγέλιο του Μάρκου.
Ότι οι χρησιμοποιούμενες εικόνες και παραστάσεις είναι γνωστές από τα ιουδαϊκά αποκαλυπτικά κείμενα είναι αναντίρρητο και θα φανεί ακόμη σαφέστερα κατά την ερμηνεία των επιμέρους στίχων με την προσαγωγή των αποκαλυπτικών παραλλήλων˙ τούτο όμως δεν σημαίνει ότι η εκκλησία αναπαράγει ιουδαϊκά κείμενα προσαρμόζοντάς τα στο παρόν που ζει, ή ότι η ιουδαϊκή αποκαλυπτική είναι η μήτρα της χριστιανικής θεολογίας. Οι γνωστές στους αναγνώστες εικόνες βοηθούν στην κατανόηση του μηνύματος που απευθύνει ο Ιησούς και καταγράφει ο ευαγγελιστής. Από την ερμηνεία των επιμέρους θα γίνει φανερό ότι δεν πρόκειται για vaticinia ex eventu αλλά για προρρήσεις του Ιησού. Στην παράδοση αυτή των λόγων του Ιησού θα αναφερθεί δύο δεκαετίες αργότερα ο Απ. Παύλος (βλ. Α’ Θεσ. 2, 3 ε.) πολύ πριν ακόμη αυτοί καταγραφούν τελικά από τον ευαγγελιστή.
Ορθώς παρατηρήθηκε από τον Lohmeyer ότι στο Μρ 13 απουσιάζουν τα βασικά ιουδαϊκά αποκαλυπτικά θέματα, όπως π.χ. ο χρονικός προσδιορισμός του τέλους του κόσμου, η εθνική μεσσιανική ιδέα, η ιουδαϊκή κυριαρχία επί των εθνών, εκφράσεις εκδίκασης κατά των άλλων λαών κλπ.˙ το στοιχείο που κυριαρχεί είναι η παραίνεση (ο Lane μάλιστα επισημαίνει την ύπαρξη 19 προστακτικών στο κεφ.) και η στήριξη των μαθητών και φυσικά όλης της εκκλησίας, ώστε να μη κλονιστούν από τα δεινά, γιατί κύριος της κατάστασης θα είναι ο ίδιος ο Χριστός που προλέγει τα «πάντα» (στίχ. 23), ώστε να μη «θροούνται», να μη «προμεριμνούν», να «υπομείνουν εις τέλος», και κυρίως να «γρηγορούν»˙ ο ίδιος ο Χριστός θα «επισυνάξει τους εκλεκτούς αυτού εκ των τεσσάρων άνεμων απ’ άκρου γης έως άκρου ουρανού» και το Άγιον Πνεύμα θα φωτίσει τους μαθητές να μιλήσουν με θάρρος όταν οδηγηθούν σε δικαστήρια. Παρόν και μέλλον, επικείμενη καταστροφή της Ιερουσαλήμ και προανάκρουσμα του τέλους του κόσμου συμπλέκονται σε μια γενική θεώρηση της ιστορίας, της οποίας ρυθμιστής είναι ο Θεός, όσο κι αν οι αντίθεες δυνάμεις δείχνουν να θριαμβεύουν προσωρινά.
Το επικείμενο τέλος, που αποτελεί θέμα και της ιουδαϊκής αποκαλυπτικής, απαμβλύνεται με την επισήμανση της ιστορικής προοπτικής της ευαγγελιστικής δραστηριότητας της εκκλησίας (βλ. στίχ. 7 «δει γενέσθαι αλλ’ ούπω το τέλος» στίχ. 10˙ «και εις πάντα τα έθνη πρώτον δει κηρυχθήναι το ευαγγέλιον»˙ στίχ. 13 «ο δε υπομείνας εις τέλος…»). Αυτή όμως η προοπτική ιστορικής διάρκειας δεν αίρει την εντολή: «βλέπετε αγρυπνείτε, ουκ οίδατε γαρ πότε ο καιρός έσται» (στίχ. 33) και «γρηγορείτε» (στίχ. 36).
Στο ερώτημα, εάν στο κεφ. 13 έχουμε μια συνεχή ομιλία του Ιησού ή συγκέντρωση λόγων του Ιησού που προέρχονται από διάφορες άλλες περιστάσεις της δραστηριότητας που αναφέρονται στο θέμα των εσχάτων, οι σύγχρονοι ερμηνευτές απαντούν αποδεχόμενοι το δεύτερο – άποψη που ενισχύεται και από το γεγονός ότι διάφορα λόγια του κεφ. 13 απαντούν και μεμονωμένα σε άλλες συνάφειες των Συνοπτικών ευαγγελίων.

Εκείνο που μας ενδιαφέρει εδώ για την ερμηνεία που θα ακολουθήσει είναι ότι ο ευαγγελιστής Μάρκος, όπως άλλωστε και οι άλλοι Συνοπτικοί, αποδίδει την παράδοση, κατά την οποία προ του πάθους του ο Ιησούς απηύθυνε προς τους μαθητές λόγους παραινετικούς (πρβλ. Μθ 24 και Λκ 21), αναφερόμενους στα έσχατα αλλά με έμφαση στο καθήκον που απορρέει γι’ αυτούς στο παρόν μέσα στο οποίον ζει η εκκλησία. Αυτή η στενή σύνδεση αναμονής των εσχάτων και δραστηριότητας μέσα στο ιστορικό παρόν διαπνέει τη λειτουργική ζωή, την ενεργητικότητα και τη ζωή γενικότερα της Ορθόδοξης εκκλησίας.
Τελικά παρατηρούμε ότι, όσο κι αν οι αποκαλυπτικές παραστάσεις που χρησιμοποιούνται εδώ είναι ξένες προς την εποχή μας — παρόλο που ορισμένα σημαδιακά σημερινά γεγονότα τις κάνουν εξαιρετικά επίκαιρες, εκείνο που προέχει για τον αναγνώστη του ευαγγελίου, και στην περίπτωση αυτή, του κεφ. 13, είναι το ενθαρρυντικό μήνυμα που αναδύεται από αυτό: Οι τύχες και το τέλος του κόσμου, παρά τα δεινά και τις καταστροφές, τις προσωρινές νίκες των πλάνων και αντιχρίστων, βρίσκεται στα χέρια του Θεού˙ όποιος ξεχνά αυτήν την αλήθεια, αιφνιδιάζεται από τα γεγονότα και «θροείται», ενώ όποιος ζει αυτήν την αλήθεια μέσα στο σώμα της εκκλησίας αισθάνεται χαρά για τον ερχόμενο Κύριο˙ και καθώς αναμένει, δραστηριοποιείται άγρυπνα για το κήρυγμα του ευαγγελίου «εις πάντα τα έθνη» (στίχ. 10).
Τα θέματα που θίγονται στο κεφ. 13 είναι: α) Πρόρρηση της καταστροφής της Ιερουσαλήμ (στίχ. 1—2 και 4 —20)˙ β) Κίνδυνοι των εσχάτων ημερών από πλάνους και αντίχριστους (στίχ. 36 και 2123)˙ γ) Ερχομός του Κυρίου (στίχ. 7—8 κσί 24—27)˙ δ) Διωγμοί και θλίψεις των μαθητών (στίχ. 9—13)˙ ε) Σημεία που προαναγγέλλουν το τέλος (στίχ. 28—31)˙ στ) Εγρήγορση εν όψει του τέλους (στίχ. 32—36). Από τη διαπίστωση ότι τα περισσότερα θέματα θίγονται σε δύο παράλληλες ενότητες είναι δυνατό να οδηγηθεί κανείς στο συμπέρασμα ότι συνενώνονται βασικά δύο ομάδες λόγων του Ιησού; Ανεξάρτητα από την απάντηση στο ερώτημα αυτό, η παρούσα μορφή του Εσχατολογικού λόγου του Ιησού παρουσιάζει, όπως ήδη σημειώσαμε, στενή αλληλουχία μεταξύ παρόντος και μέλλοντος, μεταξύ καταστροφής της Ιερουσαλήμ και τέλους του κόσμου.
Την αφορμή για τον Εσχατολογικό λόγο προσφέρει ο θαυμασμός ενός από τους μαθητές του Ιησού για τους τεράστιους λίθους και τα λαμπρά οικοδομήματα του Ναού (στίχ. 1), από τον οποίο εξέρχεται πλέον ο Ιησούς, αφού δίδαξε μέσα σ’ αυτόν και προέβη σε πράξεις μεσσιανικής εξουσίας. Ενώ οι μαθητές εντυπωσιάζονται από τη λαμπρότητα του παρόντος, ο Ιησούς πίσω από τους μεγαλοπρεπείς λίθους βλέπει και προλέγει το οδυνηρό επικείμενο μέλλον, κατά το οποίο ο Ναός θα καταστραφεί μέχρι σημείου που να μη μείνει όρθιος ούτε ένας λίθος (στίχ. 2). Δεν πρόκειται βέβαια για vaticinium ex eventu, για προφητεία δηλ. που εκ των υστέρων αποδόθηκε στον Ιησού, γιατί, όπως σωστά παρατηρεί ο Schweizer, στην περίπτωση αυτή θα έπρεπε στα λόγια του Ιησού να υπάρχει περιγραφή της καταστροφής του Ναού με εμπρησμό, πράγμα που συνέβη το 70 μ.Χ. από τα ρωμαϊκά στρατεύματα, σύμφωνα με την περιγραφή του ιστορικού Ιωσήπου (34).
Η μεγαλοπρέπεια του Ναού υπήρξε τέτοια, ώστε να λέγεται σε κάποιο ραββινικό κείμενο: «Όποιος δεν είδε την Ιερουσαλήμ στο μεγαλείο της, δεν είδε ποτέ στη ζωή του μια αξιέραστη πόλη˙ κι όποιος δεν είδε ποτέ το Ναό με όλες τις οικοδομές του, δεν είδε ποτέ στη ζωή του ένα λαμπρό οικοδόμημα» (35) . Ας ληφθεί υπόψη ότι ο Ναός με όλες τις σχετικές οικοδομές του κατείχε το 1/6 της Ιερουσαλήμ.
Τα κατά του Ναού λόγια του Ιησού βρίσκονται στη συνέχεια των απειλητικών κηρυγμάτων των προφητών της Π.Δ. (βλ. Μιχ 3,12. Ιερ 7,14. 26, 6∙18), τα υπερβαίνουν όμως με την εξαγγελία ενός ναού «αχειροποιήτου» και μιας νέας λατρείας στη θέση της παλαιάς. Αναφορά σε τέτοια λόγια του Ιησού γίνεται στη διήγηση του πάθους με το λόγιο των στίχ. 14, 58. 15, 29, που μπορεί να ανάγεται, τουλάχιστο ως προς το πρώτο μέρος του, σ’ αυτό του ερμηνευόμενου στίχ. 2.
Καθώς ο Ιησούς κάθεται στο όρος των Ελαιών, απέναντι από το Ναό, ερωτάται από τους τέσσερες πρωτόκλητους μαθητές του Πέτρο, Ιάκωβο, Ιωάννη και Ανδρέα για το χρόνο («πότε») που θα συμβούν τα διαλαμβανόμενα στο στίχ. 2 και για το «σημείο» που θα προηγηθεί και θα τα αναγγέλλει (στίχ. 34). Έτσι οι πρώτοι κληθέντες στο αποστολικό αξίωμα μαθητές γίνονται οι αποδέκτες της τελευταίας αποκάλυψης του Ιησού (Grundmann). Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ιησούς δεν απαντά στο «πότε» των μαθητών, οι οποίοι με το ερώτημα αυτό θυμίζουν τους ιουδαίους αποκαλυπτικούς συγγραφείς που προσπαθούν να υπολογίσουν και να προσδιορίσουν το χρόνο των εσχάτων, αλλά με όσα λέγει στους στίχ. 5 ε. μεταφέρει τη σκέψη των μαθητών από την καταστροφή του Ναού στα «σημεία» που θα προηγηθούν του τέλους του κόσμου, αρχίζοντας με το αίτημα της εγρήγορσης («βλέπετε»), το οποίο θα επαναληφθεί και στους στίχ. 23,33,36.

Τέτοια σημεία είναι: Η εμφάνιση ψευδομεσσιών, οι οποίοι θα πλανήσουν τους ανθρώπους (36), οι πόλεμοι και οι φήμες για πολέμους, οι εξεγέρσεις εθνών εναντίον άλλων εθνών, οι σεισμοί και η πείνα. Κι όλα αυτά είναι «αρχή ωδίνων». Πρέπει οπωσδήποτε («δει») να συμβούν, «αλλ’ ούπω) το τέλος» (στίχ. 5—8). Οι «ωδίνες» (ή «ωδίνες του Μεσσία») είναι τεχνικός όρος που στον ιουδαϊσμό δηλώνει τα δεινά πριν από τη μεσσιανική εποχή, δεινά και πόνοι που οδηγούν στον τοκετό, στον ερχομό του Μεσσία (37). Εδώ με τον όρο αυτό δηλώνονται οι θλίψεις των εσχάτων για τις οποίες γίνεται λόγος και στη συνέχεια του κεφ. 13 αλλά και σε άλλα χωρία της Κ.Δ.(38). Ορθώς ερμηνευόμενα τα λόγια του Ιησού, που θυμίζουν και πάλι το προφητικό κήρυγμα της Π.Δ.(39), προϋποθέτουν όχι αμέσως επικείμενο τέλος της ιστορίας αλλά προοπτική ιστορικής διάρκειας και δραστηριότητας της εκκλησίας προ του τέλους, το οποίον όμως βιώνει έντονα η εκκλησία ως ένα διαρκές παρόν.
Στους στίχ. 9-10 προλέγει ο Ιησούς τις θλίψεις των μαθητών του που θα οδηγηθούν, κατά το παράδειγμα του ιδίου (βλ. 8, 34), σε δικαστήρια, σε ηγεμόνες και βασιλείς για να δώσουν τη μαρτυρία για την πίστη τους. Οι στίχ. 11 — 13 παρουσιάζουν, κατά το γνωστό σύστημα του παραλληλισμού των μελών που συνηθίζει ο Ιησούς στη διδασκαλία του (40) , το ίδιο θέμα αλλά με προσθήκη νέων στοιχείων, όπως είναι ο φωτισμός τους από το άγιο Πνεύμα για το τι πρέπει να πουν και το μίσος του κόσμου προς αυτούς εξαιτίας του ονόματος του Χριστού (πρβλ. Ιω 15, 18˙ 19. 17,14). «Τριπλούς ουν έσται ο πόλεμος, σημειώνει ο Βίκτωρ Αντιοχέας, ο από των οικείων, ο από των πλάνων, ο από των πολεμίων. Αλλά μείζων η παράκλησις».

Και οι δύο ενότητες στίχων τελειώνουν με το ιεραποστολικό καθήκον των μαθητών και φυσικά της εκκλησίας παρά τα εμπόδια και τις θλίψεις: Η πρώτη ενότητα κατακλείεται με το «εις πάντα τα έθνη πρώτον δει κηρυχθήναι το ευαγγέλιον» (για το «δει» πρβλ. στίχ. 7 «δει γενέσθαι») και η δεύτερη με το «ο υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται». Άλλωστε το ιεραποστολικό καθήκον της εκκλησίας παρουσιάζεται ως βασική εντολή του Αναστάντος Χριστού στο τέλος του ευαγγελίου (16, 15˙ και Μθ 28, 19). Οι δυσμενείς εξωτερικές συνθήκες δεν σημαίνουν για την εκκλησία υποχώρηση προ του καθήκοντος αλλ’ εντατική δραστηριότητα για την προώθηση του χριστιανικού μηνύματος.

Η άποψη ορισμένων συγχρόνων προτεσταντών ερμηνευτών ότι ο Ιησούς ανέμενε ως επικείμενο το τέλος της Ιστορίας (βλ. σχόλια 9,1) είναι μονόπλευρη και παραθεωρεί σημαντικά χωρία της Κ. Δ. Βρίσκεται μάλιστα σε πλήρη αντίθεση με τα ερμηνευόμενα εδώ λόγια. Για να απαλλαγούν από το αδιέξοδο οι ερμηνευτές αυτοί αποδίδουν τα λόγια των στίχ. 13,7˙ 10∙13 στον ευαγγελιστή (τα θεωρούν δηλ. μεταγενέστερη προσθήκη της εκκλησίας) και όχι στον Ιησού. Είναι βέβαια αναμφισβήτητα γεγονός ότι ο Ιησούς κάνει λόγο συχνά για επικείμενη κρίση με στόχο την προτροπή σε συνεχή εγρήγορση (βλ. άλλωστε τους στίχ. 29, 33, 36 του κεφ.), παράλληλα όμως εντέλλεται και πριν και μετά από την Ανάσταση το κήρυγμα του ευαγγελίου «εις πάντα τα έθνη» («πάση τη κτίσει»), πράγμα για το οποίο απαιτούνται ευρέα χρονικά πλαίσια. Βλ. τις παραβολές του κεφ. 4. όπου οι εικόνες της σποράς, βλάστησης, αύξησης και καρποφορίας προϋποθέτουν ζωή, πρόοδο, πορεία˙ δεν εκφράζουν στατική σχέση μεταξύ παρούσας σποράς και μελλοντικής καρποφορίας αλλά δυναμική πορεία ζωής μέσα στην ιστορία.
Η πρόρρηση της καταστροφής του Ναού (στίχ. 1-2) συνεχίζεται στους στίχ. 14-20 με την πρόρρηση της μεγάλης δοκιμασίας που συνδέεται με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ. Η φράση «βδέλυγμα της ερημώσεως» (στιχ. 14) με την οποία εισάγεται η δραματική περιγραφή προέρχεται από το βιβλίο του Δανιήλ (9, 27. 11, 31. 12,11), όπου αναφέρεται στη βεβήλωση του Ναού που έκανε το 168 π.Χ. ο Αντίοχος Δ’ ο Επιφανής με το να τοποθετήσει μέσα σ’ αυτόν άγαλμα του Δία και να θυσιάσει χοίρο (βλ. και Α’ Μακ 1, 54 έ.). Με βεβήλωση Ναού θα αρχίσει και η προαγγελόμενη καταστροφή.

Στο ερώτημα, τι εννοεί ο Ιησούς με την αινιγματική για μας φράση, δόθηκαν διάφορες απαντήσεις από τους ερμηνευτές. Προκαταβολικά πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ιησούς θεωρεί το γεγονός επικείμενο, γι αυτό και συνιστά την άμεση φυγή από την πόλη, και ότι για τον ευαγγελιστή που παραδίδει τους λόγους του Ιησού το γεγονός είναι ήδη γνωστό. Το τελευταίο αυτό ενισχύεται από την άποψη ότι το «ο αναγινώσκων νοείτω» αποτελεί σημείωση του ευαγγελιστή, ο οποίος συνηθίζει τέτοιες παρενθετικές ή επεξηγηματικές προτάσεις στο ευαγγέλιό του (βλ. 2, 10˙ 28. 3, 30. 7,3-4˙ 11β˙ 19β. 16, 4β κ.ά.).
Ως προς το γεγονός που υπαινίσσεται ο Ιησούς δεν επικρατεί ομόφωνη άποψη μεταξύ των ερμηνευτών. Ήδη ο Θεοδώρητος Κύρου με τη σημείωσή του ότι «το ρητόν τούτο πολλαχώς εννοείται παρά τοις θείοις πατράσιν» μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι υπήρχε ποικιλία απόψεων˙ ο ίδιος αφού πρώτα αναφέρεται στη βεβήλωση του Ναού από τον Αντίοχο και κατόπιν από τον Πιλάτο ερμηνεύει το λόγιο του Ιησού ως αναφερόμενο στον Αντίχριστο, στηριζόμενος και στα περί «ανθρώπου της ανομίας» του Β’ Θεσ 2,3 έ. Ο Βίκτωρ πρεσβύτερος Αντιοχείας αναφέρει απόψεις άλλων, ίσως αρχαιοτέρων του, από τους οποίους οι μεν εννοούν με το βδέλυγμα τους στρατιώτες που μπήκαν στο Ναό (τους ρωμαίους μάλλον) και οι δε «τον αδριάντα του τότε την πόλιν ελόντος» (προφανώς του Τίτου)˙ ο ίδιος δέχεται το δεύτερο («ο και μάλιστα μοι δοκεί λόγον έχειν»). Την άποψη ότι με το «βδέλυγμα της ερημώσεως» νοείται όχι ο αδριάντας του αλλά ο ίδιος ο ρωμαίος στρατηγός Τίτος (άλλωστε το «εστηκότα» είναι αρσενικό — constuctio ad sensum)(41) δέχονται αρχαιότεροι και νεώτεροι ερμηνευτές (42) .

Από τους δεύτερους ο Haenchen ομιλεί για τις ρωμαϊκές δυνάμεις γενικώς που επιβάλλουν με τη βία τη λατρεία του αυτοκράτορα. Την άποψη περί ρωμαϊκών στρατευμάτων απηχεί και η παράλληλη διήγηση του Λουκά (21,20 «όταν δε ίδητε κυκλουμένην υπό στρατοπέδων την Ιερουσαλήμ, τότε γνώτε ότι ήγγικεν η ερήμωσις αυτής»).
Την πρόρρηση του Ιησού βλέπουν άλλοι ερμηνευτές να πραγματοποιείται με την εγκατάσταση των ιουδαίων Ζηλωτών μέσα στο Ναό κατά την εξέγερση τους εναντίον των Ρωμαίων (43). Οι ερμηνευτές αυτοί επικαλούνται τη μαρτυρία του Iώσηπου, ο οποίος περιγράφει τη βεβήλωση του Ναού από τους Ζηλωτές (44). Πολλοί, επικαλούμενοι το αρσενικό γένος του «εστηκότα», εννοούν τον Αντίχριστο για τον οποίο ομιλεί και ο Απ. Παύλος στη Β’ Θεσ 2,3 έ. (45). Βέβαια μερικοί εκ των ερμηνευτών της ομάδας αυτής πιστεύουν ότι οι λόγοι των στίχ. 14-20 αναφέρονται όχι στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ αλλά στη δοκιμασία των εσχάτων ημερών.

Αλλά και όσοι αναφέρονται σε κάποιο ιστορικό πρόσωπο ή γεγονός δεν παραλείπουν να σημειώσουν ότι γίνεται παράλληλα και κάποιος υπαινιγμός στην πρόθεση του Καλιγούλα το 40 μ.Χ. να εγκαταστήσει το άγαλμά του μέσα στο Ναό του Σολομώντα, πράγμα που τελικά ματαίωσε ο θάνατός του το 41 μ.Χ. Άλλοι, τέλος, από τους αρχαίους ιδίως ερμηνευτές, αναγνωρίζοντας την ερμηνευτική δυσχέρεια, καταφεύγουν στην αλληγορική ερμηνεία˙ γράφει π.χ. ο Θεοφύλακτος: «Βδέλυγμα της ερημώσεως εστιν παν νόημα σατανικόν, εστώς εν τόπω αγίω τω ημετέρω νοΐ. Τότε… ο εξομολογησάμενος ανατρεχέτω εις τα όρη των αρετών» (46).
Η παρενθετική πρόταση «ο αναγινώσκων νοείτω» δηλώνει ότι για τον αναγνώστη της εποχής του ευαγγελίου η έννοια της έκφρασης «το βδέλυγμα της ερημώσεως» ήταν σαφέστερη απ’ ό,τι για το σημερινό αναγνώστη. Πάντως όποιο πρόσωπο κι αν εννοείται στο στίχο αυτό, που σχετίζεται βέβαια με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ από τα ρωμαϊκά στρατεύματα, το πρόσωπο αυτό είναι προάγγελος του Αντιχρίστου και ενσάρκωση της δύναμης του κακού που αρχίζει το καταστροφικό της έργο από το Ναό του Θεού.

Η ζωηρότητα των εκφράσεων και η αμεσότητα των προτροπών (φυγή εσπευσμένη στα όρη, ευχή να μη συμβεί αυτό κατά το χειμώνα κλπ.) καθιστούν σαφές ότι πρόκειται για την επικείμενη καταστροφή της άγιας πόλης˙ για το ότι η προλεγόμενη εδώ καταστροφή δεν έχει στοιχεία υπερβολής πείθεται κανείς διαβάζοντας την περιγραφή της πολιορκίας και καταστροφής της Ιερουσαλήμ που δίνει ο Ιώσηπος (47). Θα είναι τόσο τρομακτική η καταστροφή, ώστε να προσφέρεται ως εικόνα και προανάκρουσμα της συντέλειας του κόσμου.

Οι δύο πραγματικότητες συμπλέκονται στα λόγια του Ιησού και στον κάλαμο του Μάρκου, ώστε από τη μια να πηγαίνει η σκέψη του αναγνώστη στην άλλη. Γι’ αυτό, νομίζουμε πως όποιο πρόσωπο κι αν είναι αυτό που αποτελεί το βδέλυγμα στα μάτια Θεού και ανθρώπων, το πρόσωπο αυτό προανακρούστηκε με τον Αντίοχο τον Επιφανή και προανακρούει με τη σειρά του αυτόν ο οποίος είναι «ο άνθρωπος της ανομίας, ο υιός της απωλείας, ο αντικείμενος και υπεραιρόμενος επί πάντα λεγόμενον Θεόν ή σέβασμα, ώστε αυτόν εις τον ναόν του Θεού καθίσαι, αποδεικνύντα εαυτόν ότι εστίν Θεός» (Β’ Θεσ 2, 3—4).
Η προτροπή του Ιησού «οι εν τη Ιουδαία φευγέτωσαν εις τα όρη» ακολουθήθηκε από τους χριστιανούς της μητέρας των εκκλησιών που, όπως διηγείται ο Ευσέβιος (48), εγκατέλειψαν την Ιερουσαλήμ κατά την έναρξη του Ιουδαϊκού πολέμου και κατέφυγαν στην Πέλλα της Δεκάπολης.
Η κρισιμότητα των ημερών της φυγής δηλώνεται και με τις προτροπές των στίχ. 15 έ.: Αυτός που βρίσκεται στο «δώμα» (49) να σπεύσει να φύγει χωρίς να μπει μέσα στο σπίτι για να πάρει κάτι μαζί του˙ όποιος εργάζεται στο χωράφι να μη γυρίσει πίσω στο σπίτι του για να πάρει το πανωφόρι του˙ ιδιαίτερα οδυνηρή θα είναι η φυγή για τις έγκυες και θηλάζουσες γυναίκες˙ γι’ αυτό και η προσευχή όλων προς το Θεό πρέπει να συνίστασται στο να μη λάβει χώρα το γεγονός κατά το χειμώνα˙ τέτοια «θλίψις» δεν συνέβη από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος, ούτε θα συμβεί στο μέλλον. Η φροντίδα του Θεού όμως για τους «εκλεκτούς» θα έχει ως συνέπεια τη συντόμευση του χρόνου της δοκιμασίας. Οι λόγοι του Ιησού για την κρισιμότητα της κατάστασης θυμίζουν ανάλογες φράσεις των προφητών της Π.Δ. (50). Όσο κι αν παρέχουν την εντύπωση «σημιτικής υπερβολής» (Lane), καθόλου δεν αφίστανται της πραγματικότητας που περιγράφει ο Ιώσηπος σχετικά με την καταστροφή της Ιερουσαλήμ.
Στους στίχ. 21—23 επανέρχεται ο Ιησούς στο θέμα της πλάνης των ανθρώπων από ψευδοχρίστους και ψευδοπροφήτες (βλ. ήδη στίχ. 3—6), αλλά τώρα το θέμα τοποθετείται στη συνάφεια της σύγχυσης που επικρατεί σε δυσχερείς ιστορικές καταστάσεις όπως αυτή του στίχ. 14 έ. Το βάρος της προτροπής βρίσκεται στη φροντίδα του Θεού για τους «εκλεκτούς», οι οποίοι δεν πρέπει να αιφνιδιαστούν, εφόσον ο Ιησούς «προείρηκε πάντα».
Ότι η ερήμωση της Ιερουσαλήμ αποτελεί εικόνα και προανάκρουσμα της τελικής κρίσης τονίσθηκε ήδη προηγουμένως˙ εδώ φαίνεται σαφέστερα και με όσα ακολουθούν στους στίχ. 24—27 για την έλευση του Υιού του ανθρώπου, η οποία περιγράφεται με γνωστές από την Π.Δ. προφητικές παραστάσεις (51). Τρία είναι τα βασικά σημεία της περιγραφής: Η μεταβολή του τωρινού σχήματος του κόσμου (πρβλ και στίχ. 31), η ένδοξη και δυναμική παρουσία του Υιού του ανθρώπου και η επισύναξη των «εκλεκτών» από τα πέρατα της γης. Το τρίτο στοιχείο πρέπει να συμπληρωθεί με όσα λέγονται σε άλλα κείμενα της Κ.Δ. για τη γενική ανάσταση και κρίση (π.χ. Μθ 25, 31-46. Α’ Κορ 15. Α’ Θεσ 4. 13-18 κ.ά.)˙ εδώ, καθώς και στο κεφ. 13 γενικότερα, κυριαρχεί το θέμα της φροντίδα του Θεού για τους «εκλεκτούς».
Στο «πότε ταύτα έσται» και «τί το σημείον» που ρωτούν οι μαθητές στο στίχ. 4 απαντά ο Ιησούς κοντά στα άλλα και με την παραβολή της συκιάς (στίχ. 28-31)(52): Όπως από τα κλαδιά της, που κατά την άνοιξη γίνονται απαλά και αρχίζουν να εκφύουν φύλλα, καταλαβαίνει κανείς ότι πλησιάζει το καλοκαίρι, έτσι έχει την αίσθηση του εγγίζοντος τέλους όταν βλέπει να πραγματοποιούνται αυτά που αναγγέλλονται στον εσχατολογικό λόγο του κεφ. 13. Η διαβεβαίωση του στίχ. 30 ότι θα υπάρχει ακόμη αυτή η γενεά «μέχρις ου ταύτα πάντα γένηται» εγείρει το ερώτημα, εάν το «ταύτα πάντα» αναφέρεται στην καταστροφή της Ιερουσαλήμ ή στα σημεία που προανακρούουν το τέλος.

Ο Θεοφύλακτος παραμερίζει τη δυσκολία, δεχόμενος ότι με το «η γενεά αύτη» νοείται το γένος των χριστιανών, το οποίο δεν πρόκειται να εκλείψει από την ιστορία μέχρι το τέλος του κόσμου. Σωστότερη είναι η ερμηνεία κατά την οποία, όπως ήδη σημειώσαμε, η εικόνα της καταστροφής ,της Ιερουσαλήμ και της τελικής κρίσης συνάπτονται σε μια ενότητα, ώστε να μεταβαίνει κανείς αμέσως από τη μια στην άλλη. Η επικείμενη ιστορική καταστροφή προανακρούει τα έσχατα, τα οποία βιώνει η εκκλησία ως παρούσα πραγματικότητα που η ολοκλήρωσή της είναι πάντα «επί θύρας». Η αυθεντία και το αναλλοίωτο των λόγων του Ιησού τονίζονται στο στίχ. 31 (πρβλ. Μθ 5, 18).
Ο Εσχατολογικός λόγος τελειώνει με τη διδασκαλία περί του αγνώστου της «ημέρας εκείνης ή της ώρας» (53) του αγνώστου χρόνου δηλ. της τελικής κρίσης (στίχ. 3 — 36). Έτσι στο «πότε» των μαθητών δίδεται οριστικά η απάντηση ότι «ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι εν ουρανώ ουδέ ο υιός, ει μη ο πατήρ» (στίχ. 32)(54). Το «ουδέ ο υιός», κατά την επικρατούσα στους πατέρες της εκκλησίας ερμηνεία, αναφέρεται στην ανθρώπινη φύση του Χριστού. Γράφει π.χ. ο Κύριλλος Αλεξανδρειάς: «Ουκ άρα του Θεού Λόγου η άγνοια, αλλά της του δούλου μορφής, της τοσαύτα κατ’ εκείνο καιρού γινωσκούσης όσα η ενοικούσα θεότης απεκάλυψε». Και ο Μ. Βασίλειος: «Έστιν ουν ο νους ο παρά Μάρκω τοιούτος˙ Περί δε της ημέρας εκείνης ή ώρας ουδείς οίδεν, ούτε οι άγγελοι του Θεού, αλλ’ ουδ’ αν ο Υιός έγνω, ει μη ο Πατήρ˙ εκ γάρ του Πατρός αυτώ υπήρχε δεδομένη η γνώσις». Ο Θεοφύλακτος, τέλος, σημειώνει ότι ο Ιησούς λέγει τη φράση αυτή για λόγους παιδαγωγικούς, για να αποφύγει δηλ. περισσότερες ερωτήσεις των μαθητών για την ημέρα εκείνη.
Οι νεώτεροι υπομνηματιστές, αποφεύγοντας Χριστολογικές διατυπώσεις, δέχονται ότι το βάρος της φράσης του Ιησού βρίσκεται στον τονισμό της ανάγκης για εγρήγορση της εκκλησίας εν όψει της ώρας της κρίσης, την οποία έκτος από τον Πατέρα «ουδείς οίδεν» (πρβλ. και στίχ. 33: «ουκ οίδατε γάρ πότε ο καιρός εστίν» και στίχ. 35: «ουκ οίδατε γαρ πότε ο κύριος της οικίας έρχεται»˙ βλ. και Πρ 1, 8). Άλλωστε στη συνέχεια του Εσχατολογικού λόγου προβάλλεται για άλλη μια φορά και μάλιστα με επαναλαμβανόμενες όμοιες εκφράσεις το αίτημα της εγρήγορσης με την παραβολή του θυρωρού (στίχ. 33-36), η οποία εισάγεται με το «βλέπετε αγρυπνείτε» που αποτελεί το Leitmotiv του κεφ. 13.

Ο άνθρωπος της παραβολής πριν από την αποδημία του, αναθέτει διάφορες εξουσίες στους δούλους, «εκάστω το έργον αυτού», και στο θυρωρό εντέλλεται να βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση, γιατί δεν είναι γνωστό πότε θα επιστρέψει: «ή οψέ ή μεσονύκτιον ή αλεκτοροφωνίας ή πρωί». Είναι πολύ ενδιαφέρουσα και αξιοπρόσεκτη η εξατομικευμένη και υπαρξιακή ερμηνεία του Θεοφυλάκτου, κατά την οποία «οψέ μεν εφίσταται το τέλος, όταν τις γηράσας αποθάνη. Μεσονύκτιον δε, όταν τις μέσης ηλικίας ειη. Αλεκτοροφωνίας δε, όταν ο λόγος εν ημίν συμπληρωθή. Πρωία δε η παντελώς παιδική ηλικία. Δει ουν πάντας προνοείσθαι του τέλους». Πρέπει τέλος να σημειωθεί ότι το αίτημα της εγρήγορσης απευθύνεται όχι μόνο στους μαθητές αλλά μέσω αυτών σε όλα τα μέλη της εκκλησίας: «ο δε υμίν λέγω, πάσιν λέγω, γρηγορείτε» (στίχ. 37).
**
Τα κεντρικά θεολογικά νοήματα του Εσχατολογικού λόγου μπορούν να συνοψισθούν ακολούθως:
α) Παρά τα δεινά, τους πολέμους και τις καταστροφές που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη ιστορία, «κύριος της οικίας» είναι ο Θεός, ο οποίος την κατευθύνει «εις τέλος».
β) Έργο των πιστών δεν είναι ο χρονικός υπολογισμός του τέλους («πότε») αλλ’ η συνεχής εγρήγορση εν όψει του τέλους, πράγμα που τονίζουν οι ύμνοι της εκκλησίας μας και ιδιαίτερα οι της Μ. Τεσσαρακοστής.
γ) Παρόν και μέλλον, δηλ. Εκκλησιολογία και Εσχατολογία, είναι τόσο συνυφασμένα στα λόγια του Ιησού που παραδίδει ο Μάρκος στο κεφ. 13, ώστε κάθε στιγμή της ιστορικής ζωής της εκκλησίας να είναι μεν κατάλληλη ευκαιρία ιεραποστολικής δραστηριότητας «εις πάντα τα έθνη», συγχρόνως όμως και «καιρός», κατά τον οποίο είναι δυνατή και πιθανή η αιφνίδια έλευση του Υιού του ανθρώπου για την κρίση του κόσμου.

Υποσημειώσεις

(33). Από την πλούσια σύγχρονη σχετική βιβλιογραφία βλ. G. R. Beaslay-Murray, Jesus and the Future. An Examination of the Criticism of the Eschatological Discourse, Mark 13 with special reference to the Little Apocalypse Theory, 1954∙ του ίδιου, A Commentary on Mark Thirteen. 1957, G. Conzelmann, «Geschichte und Eschaton nach Mc 13», ZNW 50(1959), 210-221 (= Theologie aIs Schriftauslegung, 1974, 62-73). Ch. Perrot, «Essais sur le discours eschatologique», RSR 47(1959), 481-514. L. Hartma,. Prophecy Interpreted. The Formulation of some jewish Apocalyptic Texts and the Eschatological Discourse Mark 13 Par, 1966. R. Pesch, Naherwartungen. Tradition und Redaktion in Mark 13, 1968. L. Gaston, No Stone on Another. Studies in the Significance of the Fall of Jerusalem in the Synoptic Gospels, 1970. F. Rousseau, «La structure de Marc 13», Biblica 56(1975), 157-172.
(34). Ιουδ. Πόλεμος 6, 250 ε.. Ιδιαίτερα βλ. 6, 271: «Καιομένου δε του ναού των μεν προσπιπτόντων ην αρπαγή, φόνος δε των καταλαμβανομένων μυρίος και ούτε ηλικίας ην έλεος ούτ’ εντροπή σεμνότητος, αλλά και παιδία και γέροντες και βέβηλοι και ιερείς ομοίως ανηρούντο…»˙ και 7, 3: « Τον δ’ άλλον άπαντα της πόλεως περίβολον ούτως εξωμάλισαν οι κατασκάπτοντες, ως μηδεπώποτ’ οικησθήναι πίστιν αν έτι παρασχείν τοις προσελθούσι».
(35). TB Sukka 41b. Baba Bathra 4a, παράθεση στου Lane. Πρβλ. και περιγραφή του Ναού από τον Ιώσηπο, Ιουδ. Αρχαιολογία 15, 11, 3.
(36). Ψευδομεσσίες εμφανίσθηκαν και στον ιουδαϊκό κόσμο (βλ. Πρ. 5, 36 ε. 21, 38. Ιωσήπου, Ιουδ. Αρχαιολογία 18, 1, 1. 3, 5) αλλ’ η σκέψη του Ιησού στρέφεται μάλλον στους αντίχριστους του χριστιανικού κόσμου (βλ. π.χ. Πρ 20, 29 ε. Α’ Ιω 2, 18) ή ακόμη και στον αντίχριστο (βλ. Β’ Θεσ 2, 3), για τον οποίον βλ. λ. «Αντίσχριστος», ΛΒΘ, 100-102.
(37). Billerbeck I, 905. 4, 977.
(38). Κολ. 1, 24. Μθ 24, 21∙ 29. Πρ 14, 22. Πρβλ. και Ησ 13, 8. 26, 17. Μιχ 4, 9ε. Ως 13, 13 κ.ά. π.
(39). Τα περί Ψευδομεσσιών φέρουν στη νου μας την περιγραφή των ψευδοπροφητών (βλ. Ιερ. 23. 13∙ 32. 29, 8έ.)˙ τα περί πολέμων και φημών για πολέμους μας θυμίζουν τα χωρία Ησ 13. 6 έ. 17, 14. Ιερ 4. 19 έ. 6, 29 έ. Ιωηλ 2, I έ. Ναούμ 2, 11 κ.α.
(40). Βλ. σχετικώς C. F. Burney, The Poetry of Our Lord, 1925, 16, 20 έ. M. Black, An Aramaic Approach to the Gospels and Acts, 105, 117.
(41). Blass-Debrunner, § 143, 3.
(42). Ζιγαβηνός, Pesch, Haenchen κ.ά.
(43). Τρεμπέλας. Lane, κ.α.
(44). Ιουδ. Πόλεμος 4, 162 έ. 388.
(45) Θεοδώρητος, Lohmeyer, Branscomb, Schniewind, Schmid, και W. Bauer στο λ. «βδέλυγμα».
(46). Βλ. και Θαλασσίου μοναχού: «Σαφώς αποδέδεικται, ότι τόπος άγιος και ναός υπάρχει ο νους του ανθρώπου, εν ω οι δαίμονες δια των εμπαθών λογισμών την ψυχήν ερημώσαντες, το είδωλον της αμαρτίας έστησαν» (Cramer, 1, 197).
(47). Ιουδ. Πόλεμος, βιβλ. 5.
(48). Εκκλ. Ιστορία Γ’ 5, 3. ΒΕΠ 19, 253˙ βλ. και Επιφανίου, Κατά αιρέσεων 29, 7. PG 41, 401.
(49). «Δώμα» είναι ο άνω όροφος του παλαιστινού σπιτιού, ένα είδος ταράτσας ή σοφίτας στην οποίαν ανέβαινε κανείς με εξωτερική σκάλα˙ ο χώρος αυτός προσφερόταν για ανάπαυση ή για προσευχή (βλ. Πρ 10, 9).
(50). Βλ. π.χ. Ιερ 30, 7. Ιωήλ 2, 2. Βαρ 2, 2 κ.ά.
(51) Βλ. Ιδιαιτέρως Δαν 7, 13 Ησ 13, 10. 34, 4. Ιεζ 32, 7∙8. Αμ 8, 9. Ιωήλ 2, 30. Ζαχ 2, 10. Δευτ 30, 4. Από την ιουδαϊκή αποκαλυπτική γραμματεία βλ. Δ ‘Έσδρας 9, 3. 13, 30. Συρ. Αποκάλυψις Βαρούχ 27. 2-13. 48, 32. 70. 8-9 κ.ά.
(52) Περισσότερα για την παραβολή βλ. στο άρθρο του J. Dupont, «La parabole du figuier qui bourgeonne», RB 75(1968), 526-48.
(53). Με την «ημέρα», ή «ημέρα του Κυρίου», νοείται τόσο στην Π.Δ. ( Αμ 8, 3. 9, 11. Μιχ. 4, 6. 5, 9. 7, 11. Ιωήλ 3, 18. Ζαχ 9, 16) όσο και στην Κ.Δ. (Φιλ 1, 6˙ 10. Α’ Κορ 1, 8. 5, 15. Α’ Θεσ 5, 2. Β Θεσ 2, 2 κ.ά.) η ήμερα της τελικής κρίσης. Βλ. Δ. Καϊμάκη, «Η ημέρα Κυρίου στους προφήτες της Π.Δ.», ΕΕΘΣΘ (1986).
(54). Για το πρόβλημα κριτικής του κειμένου που υπάρχει στο παράλληλο χωρίο Μθ 24, 36, στο οποίο πολλά χειρόγραφα παραλείπουν το «ουδέ ο υιός». βλ. Μ. Σιώτη, «Το απόρρητον της ημέρας και της ώρας της Δευτέρας Παρουσίας», Θεολογία 58(1987), 7-35.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα χρώματα των αμφίων του ιερέα

Συγγραφέας: kantonopou στις Αύγουστος 24, 2018

Του καθηγητή Ιωάννου Φουντούλη.

Ποίου χρώματος άμφια πρέπει να φέρη ο ιερεύς και με τί χρώματος καλύμματα θα έχουν επιστρωθή η αγία πρόθεσις και η αγία τράπεζα κατά την τέλεσιν των μυστηρίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ως και κατά την περίοδον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και τας λοιπάς εορτάς του έτους και κατά την τέλεσιν κηδείας ή μνημοσύνου;

Θα πρέπει κατ’ αρχήν να τονίσωμε ότι το χρώμα έχει τον λόγο του στην θεία λατρεία. Η αρμονία του βοηθεί αισθητικά τον παριστάμενο να συγκεντρωθή καλλίτερα και να αφοσιωθή στην τέλεσι του μυστηρίου, ενώ η έλλειψις αρμονίας διασπά την προσοχή και δεν γεννά στην ψυχή το αίσθημα της ουρανίου τάξεως που εικονίζεται στην θεία λατρεία. Είναι βεβαιωμένη από την ψυχολογία η επίδρασις που ασκούν ωρισμένα χρώματα στην ψυχική διάθεσι του ανθρώπου. Τα σεμνά και αισθητικώς ωραία χρώματα προκαλούν ανάλογα συναισθήματα. Έξ άλλου κάθε χρώμα κρύβει και ένα συμβολισμό, όχι μόνο στην θεία λατρεία, αλλά και στην καθημερινή ζωή. Το μαύρο δεν σημαίνει το πένθος και την συντριβή; Το λευκό την χαρά και την αγνότητα; Το κόκκινο δεν είναι το χρώμα που θυμίζει το αίμα και την θυσία; Όλα αυτά οφείλει να τα χρησιμοποιήση η Εκκλησία για να επιτύχη καλλίτερα ο σκοπός των ιερών ακολουθιών. Όλες οι αισθήσεις όρασις, ακοή, όσφρησις, αφή, ακόμη και η γεύσις συνεργάζονται στην δοξολογία του Θεού και στον εξαγνισμό του ανθρώπου.

Το ζήτημα του χρώματος των αμφίων δεν έχει ιστορικά μελετηθή και δεν γνωρίζομε αν υπήρχαν σχετικές παραδόσεις και ποιές ήσαν αυτές κατά την βυζαντινή έποχή. Ούτε πάλι αν υπήρχε ενιαία παράδοσις ή αν κατά τύπους επικρατούσαν διάφορα έθιμα.

Μόνο από σπάνιες μαρτυρίες εκκλησιαστικών συγγραφέων ή μαρτυρίες λειτουργικών χειρογράφων μπορούμε να βγάλωμε μερικά συμπεράσματα. Όσο όμως φαίνεται ότι δεν υπήρχαν αυστηροί κανόνες που να καθορίζουν το χρώμα των άμφιων, όπως μεταγενέστερα στην Δύσι, άλλο τόσο φαίνεται ότι υπήρχε μια σχετική παράδοσις χρωμάτων.

Έτσι κατά την τέλεσι του βαπτίσματος ο επίσκοπος ή οι ιερείς έφεραν λευκά άμφια. Κατά την περίοδο πάλι της Τεσσαρακοστής φορούσαν άμφια με σκούρα χρώματα. Ωρισμένα έξ άλλου άμφια είχαν ωρισμένο χρώμα, όπως το στιχάριο των διακόνων, που ήταν λευκό, το στιχάριο των επισκόπων, που ήταν κόκκινο ή λευκό με ερυθρούς ποταμούς κλπ.

Στην Δυτική Εκκλησία υπάρχουν τυπικές διατάξεις, που καθορίζουν επακριβώς το χρώμα των αμφίων του ιερέως ανάλογα με τον συμβολισμό του κάθε χρώματος, που συνδυάζεται με τον χαρακτήρα κάθε μιας εορτής. Έτσι λευκά άμφια φορούν στις εορτές του Χριστού, της Θεοτόκου και αγίων μη μαρτύρων, κόκκινα στις εορτές των παθών του Κυρίου, του αγίου Πνεύματος, των αποστόλων και των μαρτύρων, πράσινα στις Κυριακές προ των Χριστουγέννων και μετά τα Φώτα, μωβ κατά τις νηστείες και τις λιτανείες και μαύρα κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τις κηδείες και τα μνημόσυνα.

Στην δική μας Εκκλησία δεν υπάρχουν σήμερα ωρισμένοι κανόνες, που να καθορίζουν το χρώμα των αμφίων.

Στο σημείο αυτό μπορεί να ειπή κανείς πως μάλλον μας διακρίνει μία αναρχία, που επιτείνεται στα συλλείτουργα, κατά τα οποία κάθε ιερεύς φορεί ό,τι χρώμα του άρέσει. Έτσι γινόμαστε μάρτυρες των πιο απιθάνων πολλές φορές πολυχρωμιών, χωρίς κανένα συνδυασμό ή χωρίς ίχνος αρμονίας. Άλλο χρώμα έχουν τα άμφια της αγίας τραπέζης, αλλο της προθέσεως, άλλο τα καλύμματα των τιμίων δώρων, άλλο τα άμφια του αρχιερέως, άλλο τα άμφια καθ’ ένός από τους ιερείς και άλλο των διακόνων. Αφήνω πως πολλές φορές η ίδια η ιερατική στολή αποτελείται από ένα μωσαϊκό χρωμάτων και αποχρώσεων. Ασφαλώς θα προβληθούν λόγοι οικονομικοί, που εμποδίζουν τους ιερείς μας να έχουν πολλές στολές διαφόρων χρωμάτων, και τους αναγκάζουν να ντύνονται, στα φτωχά ιδίως μέρη, όπως – όπως. Χωρίς να θέλη κανείς να παραβλέψη την ορθότητα της αντιρρήσεως αυτής δεν μπορεί να μη παραδεχθή ότι τις περισσότερες φορές είμαστε ένοχοι αμελείας μάλλον και ελλείψεως προσοχής παρά θύματα τής φτώχειας μας. Μας βαρύνει και η κληρονομιά της δουλείας, που τα ίχνη της μένουν ακόμη σε πολλές εκδηλώσεις της θείας λατρείας μας.

Οφείλομε βέβαια να ομολογήσωμε ότι η κατάστασις έχει κάπως βελτιωθή. Στους μεγάλους ιδία ναούς γίνεται από πολλούς ιερείς προσπάθεια να υπάρχουν πολλές ομοιόμορφες ιερατικές και διακονικές στολές, που να βρίσκωνται σε αρμονία με τα καλύμματα της αγίας τραπέζης και οι νέοι ιερείς αποφεύγουν την πολυχρωμία και κατασκευάζουν τις στολές των με περισσότερο γούστο από τους παλαιοτέρους.

Παρ’ όλα αυτά υπάρχει και σήμερα μία σχετική παράδοσις, που καθορίζει το χρώμα των αμφίων και που, ως φαίνεται, έχει τις ρίζες της στην παλαιά πράξι της Εκκλησίας μας.

Κατά την τέλεσι, επί παραδείγματι, του βαπτίσματος διασώζεται κατά το πλείστον η παλαιά πράξις και πολλοί ιερείς ενδύονται λευκά άμφια.

Τα λευκά πάλι επικρατούν και κατά την περίοδο του Πάσχα, ενώ κατά τις καθημερινές τής Τεσσαρακοστής σ’ όλα τα μέρη χρησιμοποιούνται μαύρες στολές. Μαύρα επίσης ή λευκά έπιτραχήλια και φελώνια φέρουν οι ιερεις και κατά τις νεκρώσιμες ακολουθίες, ανάλογα με την τοπική παράδοσι ή την ηλικία των κηδευομένων. Στο Άγιον Όρος, που με μεγάλη ευλάβεια διαφυλάχθηκαν οι αρχαίες παραδόσεις, λευκά φορούν οι ιερείς κατά την ανάγνωσι του αναστασίμου εωθινού εύαγγελίου των Κυριακών και κόκκινα κατά τις θεομητορικές εορτές. Κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και του Πάσχα η ενδυτή της αγίας τραπέζης και τα καλύμματα της ιεράς προθέσεως ακολουθούν τα χρώματα των αμφίων των ιερέων, είναι δηλαδή μαύρα ή λευκά άντιστοίχως.

Για τας άλλας μεγάλας εορτάς και τας άλλας περιόδους του λειτουργικού έτους δεν υπάρχει παράδοσις, που να καθορίζη το χρώμα των αμφίων. Ούτε κατά την τέλεσι μυστηρίων ή άλλων άκολουθιών αλλάζει το χρώμα των αμφίων του θυσιαστηρίου. Μόνον οι ιερείς φέρουν ανάλογα με την περίστασι λαμπρά ή πένθιμα άμφια. Το ίδιο ισχύει και για την τέλεσι νεκρωσίμων ακολουθιών ή μνημοσυνών.

Ουδέποτε πρέπει να διακοσμήται με πένθιμα χρώματα ο ναός και το θυσιαστήριο, όσο σπουδαίος κατά κόσμον και αν ήτο ο αποθανών. Τέτοιες διακρίσεις δεν πρέπει να γίνωνται μέσα στον χριστιανικό ναό, όχι μόνο γιατί είναι αντίθετες προς το ευαγγελικό πνεύμα της ισότητος, αλλά και γιατί το υπερβολικό πένθος δεν είναι σύμφωνο προς το νόημα που δίνει ο χριστιανισνός στον θάνατο, που τον θεωρεί “κοίμησι”, “έξοδο” και “μετάστασιν εκ των λυπηροτέρων επί τα χρηστότερα και θυμηδέστερα και ανάπαυσιν και χαράν” (ευχή της γονυκλισίας της Πεντηκοστής). Από τον ναό οι πενθούντες έρχονται να αντλήσουν παρηγοριά και ελπίδα και όχι πένθος και απελπισία.

(Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας, τόμος Α, εκδ. Αποστολική Διακονία, 1991, σελ. 56-60)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ομιλία του Χριστού για τη σάρκα και το αίμα Του (ανάλυση-ερμηνεία περικοπής)

Συγγραφέας: kantonopou στις Αύγουστος 24, 2018

Η ομιλία του Χριστού για τη σάρκα και το αίμα Του (ανάλυση-ερμηνεία περικοπής)

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα ερμηνευτικο στο κατά Ιωάννην, Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)

Ιωάννου. 6,48 ἐγώ(1) εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς(2).
Ιω. 6,48 Εγώ είμαι ο άρτος, που δίδω την πραγματικήν, την αιωνίαν ζωήν (μετάφραση Κολιτσάρα Ι).
(1)   Επαναλαμβάνει με έμφαση την αλήθεια του σ. 35. Οι διακηρύξεις λέγονται χωρίς σύνδεση, σαν κάποιοι ουράνιοι χρησμοί, χωρίς όμως και να διασπάται το νόημα του λόγου. Έτσι ο παρών σ. αποτελεί αιτιολογία του αμέσως προηγούμενου. Αυτός που πιστεύει στο Χριστό θα έχει ζωή αιώνια, διότι ο Χριστός είναι ο άρτος της ζωής. Και όπως ακριβώς ο υλικός άρτος ενισχύει και παρατείνει τη σωματική μας ζωή, έτσι και η επικοινωνία με τον πνευματικό άρτο της ζωής, παρέχει την αιώνια ζωή (ο,g).
(2)   «Αποκαλεί λοιπόν τον εαυτό του άρτο ζωής, διότι συγκροτεί (συνθέτει) τη ζωή μας, και αυτήν και την μελλοντική» (Χ).
«Επειδή είναι τροφή που αρμόζει κατεξοχήν στα λογικά όντα, συγκρατεί την σύσταση της ψυχής, διαφυλάσσει τα γνωρίσματά της, αναπληρώνει πάντοτε προσθέτοντας από τον εαυτό του ό,τι της λείπει και με αυτόν τον τρόπο δεν αφήνει να πέσει στην ασθένεια που προκύπτει από την έλλειψη λογικής» (Β).
Με γενικότερη λοιπόν έννοια πρέπει να το πάρουμε αυτό και όχι για δήλωση μόνο της διδασκαλίας («Ο άρτος του Ιησού είναι ο λόγος με τον οποίο τρεφόμαστε» Ω), ή μόνο του σώματός του («λέει άρτο, δηλαδή εννοεί εδώ τα δόγματα τα σωτήρια και την πίστη σε αυτόν ή το σώμα του· διότι και τα δύο ενδυναμώνουν την ψυχή» Χ).
Ονομάζει τον εαυτό του άρτο της ζωής ως αρχή ζωτική που πηγάζει τη ζωή. Ο Χριστός είναι η ζωή μας. Αυτό είναι το σύνθημά μας και η πείρα μας. Όταν όμως λέμε, ότι ο Χριστός είναι η ζωή μας, πρέπει να εννοούμε, ότι από το Χριστό ξεχύνεται προς εμάς και στο εσωτερικό μας ρεύμα ουράνιας και θείας ζωής, την οποία καμία δύναμη θανάτου δεν μπορεί να θίξει, ούτε κάποια επίδραση ασθένειας να διαταράξει. Η ένωσή μας με το Χριστό μεταδίδει σε εμάς αυτήν τη ζωή. Αυτός είναι στον ουρανό και εμείς ζούμε πάνω στη γη. Η απόστασή μας αυτή είναι αδιάφορη αρκεί ο αγωγός που μας συνδέει μαζί του να διατηρείται στερεός. Και ο αγωγός αυτός είναι η πίστη. Η ζωντανή πίστη μόνη αυτή συνδέει την ψυχή με τον Χριστό και θέτει σε άμεση σχέση γη και ουρανό. Εφόσον διατηρούμε την σχέση και ένωσή μας με το Χριστό, το ρεύμα της ζωής που πηγάζει από αυτόν, θα διοχετεύεται και σε εμάς.
Δεν μοιάζει η ζωή αυτή απλώς και μόνο με θησαυρό χρυσού, τον οποίο μας παραδίδουν για φύλαξη. Δεν μοιάζει με λίμνη ή κάποια αποθήκη νερού που σχηματίστηκε στο εσωτερικό μας και διατηρείται σε αυτό, την ώρα που εμείς χωριζόμαστε από κάθε τι που είναι έξω από εμάς και περιοριζόμαστε στον εαυτό μας. Είναι κάτι που φυλάγεται στον ουρανό και από εκεί πηγάζει συνεχώς και το οποίο μεταδίδεται σε εμάς ανά πάσα στιγμή, όπως ακριβώς το φως εκπέμπεται από τον ήλιο συνεχώς και σε κάθε στιγμή διαδοχικά φθάνει σε εμάς. Η σχέση μας λοιπόν και ένωσή μας με το Χριστό πρέπει να διατηρείται αδιάσπαστη, διότι αλλιώς η ζωή χάνεται για εμάς.

Ιω. 6,49 οἱ πατέρες(1) ὑμῶν(2) ἔφαγον τὸ μάννα(3) ἐν τῇ ἐρήμῳ(4) καὶ ἀπέθανον(3)·
Ιω. 6,49 Οι πατέρες σας έφαγαν το μάννα εις την έρημον, τον θαυμαστόν πράγματι άρτον, και απέθανον, διότι επρόκειτο περί υλικής τροφής.
(1)   Για τους οποίους μιλήσατε στο σ. 31: Οι πατέρες μας έφαγαν το μάννα (b). «Επειδή προηγουμένως είπαν σε αυτόν ότι, Οι πατέρες μας… κάνει τώρα σύγκριση εκείνου του μάννα και αυτού του άρτου» (Ζ).
(2)   Δεν είπε ἡμῶν (μας)· δείχνει λοιπόν με αυτό, ότι έχει την καταγωγή υψηλότερη από όσο υπέθεταν (b). Ίσως λέγεται και σε σχέση με την απιστία που έδειξαν αυτοί οι πατέρες=Οι πατέρες σας που απίστησαν, των οποίων αντάξιοι απόγονοι είστε εσείς. Δηλαδή είναι ανάλογο με το Ματθ. Κγ 31,32 (ο).
«Υπήρξαν πατέρες σας, διότι είστε όμοιοι με αυτούς» (Αυ).
(3)   «Κέρδισαν με εκείνο (το μάννα) πρόσκαιρη τη ζωή, και πρόσφεραν με αυτό στο σώμα εφήμερη την τροφή» (Κ). Το μάννα ήταν μία φυσική ενίσχυση της σωματικής ζωής και δεν είχε τη δύναμη να ασφαλίσει τελικά αυτήν από το φυσικό θάνατο. Αντίθετα ο άρτος της ζωής είναι πνευματική τροφή, που παρέχεται συνεχώς από το Θεό και με την λήψη αυτού εξασφαλίζεται στον άνθρωπο ζωή αιώνια (τ).
(4)   Μάλλον αναφέρει αυτό, επειδή και οι συνομιλητές του καθορίζοντας τον τόπο της διατροφής με το μάννα, ανέφεραν αυτό. Αξιόλογη και η ερμηνεία:
«Και το «στην έρημο» δεν το έβαλε τυχαία, αλλά υπαινισσόμενος, ότι εκείνο δεν διήρκεσε πολύ, ούτε μπήκε μαζί τους στη γη της επαγγελίας» (Χ).

Ιω. 6,50 οὗτός ἐστιν(1) ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβαίνων(2), ἵνα(3) τις(4) ἐξ αὐτοῦ(5) φάγῃ(6) καὶ μὴ ἀποθάνῃ(7).
Ιω. 6,50 Αυτός όμως που σας λέγω εγώ τώρα είναι ο άρτος που κατεβαίνει από τον ουρανόν και έχει τέτοιαν ανυπολόγιστον δύναμιν, ώστε, εάν φάγη κανείς από αυτόν, να μη πεθάνη ποτέ.
(1)   Αυτός που αναφέρθηκε στο στ. 48 (β)= Αυτός ο άρτος είναι ο άρτος…
(2)   Σε χρόνο ενεστώτα για να δηλώσει ουσιώδη ιδιότητα αυτού του άρτου (δ).
(3)   Μπορεί να εξαρτηθεί από το «καταβαίνων». «Κατεβαίνει, για να θρέψει και να αθανατίσει» (Ζ). Μπορεί όμως και να αποδοθεί και στη φράση «που από τη φύση του είναι τέτοιος», η οποία υπονοείται εκτός κειμένου.
(4)   Οποιοσδήποτε θέλει (b). Χωρίς περιορισμό ποσότητας αυτών που τρώνε ή καταγωγής τους.
(5)   Σαν από ανεξάντλητη πηγή και απόθεμα (ο).
(6)   Λέγεται σύμφωνα με την εβραϊκή κατά παράταξη σύνταξη. Αντί να πει: ίνα, εάν τις φάγη εξ’ αυτού μη αποθάνη.
(7)   Δηλαδή με πνευματική έννοια, εφόσον η τροφή αυτή αναφέρεται σε πνευματική ζωή· υπάρχει όμως αναπόσπαστη και η ανάσταση του σώματος (b). Λέγεται μεν με ηθική και πνευματική έννοια, όχι όμως ασχέτως και με την κατάργηση του φυσικού θανάτου, η οποία θα συντελεστεί με την ανάσταση, διότι ο Κύριος για φυσικό θάνατο μίλησε σε σχέση με το μάννα. Συνεπώς και εδώ δεν είναι δυνατόν να μην συνυπονοεί και αυτόν (g).
«Αυτοί που εισάγουν μέσα τους τον άρτο της ζωής, θα έχουν ως βραβείο την αθανασία… θα ανεβούν σε αιώνιο και χωρίς τέλος μήκος ζωής, της κατά Χριστόν ζωής… και αν ακόμα ολισθαίνοντας σε αυτό το κοινό τέλος, πάθουν το ανθρώπινο, αλλά όπως λέει ο Παύλος, «ζουν για το Θεό» οι μέλλοντες να ζήσουν» (Κ).

Ιω. 6,51 (1) ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν(2) ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς(3)· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ(4) ὁ ἄρτος δὲ(4) ὃν ἐγὼ δώσω(5), ἡ σάρξ μού ἐστιν(6), ἣν ἐγὼ δώσω(7) ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς(8).
Ιω. 6,51 Εγώ είμαι ο άρτος ο ζων, που έχω κατεβή από τον ουρανόν• όποιος φάγη από τον άρτον τούτον, θα ζήση αιωνίως. Και ο άρτος, τον οποίον εγώ θα σας δώσω, είναι η σαρξ μου, η ανθρωπίνη μου υπόστασις την οποίαν θα προσφέρω θυσίαν δια την σωτηρίαν και ζωήν του κόσμου”.
(1)   Στο πρώτο τμήμα του σ. 51 περιλαμβάνει ό,τι είπε στο σ. 50 με τρόπο ακόμη περισσότερο εμφαντικό, επιβεβαιώνοντας έτσι εντονότερα αυτό και χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα για μετάβαση στο άλλο μισό («Και ο άρτος δε…»), με το οποίο εισάγει και νέα εξόχως σοβαρή ιδέα (g).
(2)   «Ο οποίος ζει πάντοτε και παρέχει ζωή» (Ζ). Αυτός που έχει μέσα του τη ζωή και ποτέ δεν πεθαίνει και για αυτό παρέχει και στους άλλους τη ζωή.
«Ακούσατε πια ολοκάθαρα και όχι πλέον καλυμμένα: Εγώ είμαι ο άρτος… Αυτοί που έφαγαν από εκείνο (το μάννα) πέθαναν· διότι δεν ήταν άρτος που έδινε ζωή· αυτός όμως που τρώει αυτόν τον άρτο, δηλαδή εμένα… θα ζήσει αιώνια» (Κ).
Ο Κύριος είναι ο άρτος ο ζωντανός, διότι έχει μέσα του αιώνιο και ανεξάντλητο απόθεμα ζωής. Έχει μέσα του την ίδια την αρχή της ζωής και για αυτό μπορεί να μεταδίδει ζωή αιώνια (μ).
(3)   Δες σ. 33. Ο αόριστος αναφέρεται στο γεγονός της σάρκωσης που πραγματοποιήθηκε σε συγκεκριμένο χρόνο (β).
«Για αυτό είμαι ο ζωντανός άρτος, διότι κατέβηκα από τον ουρανό. Και το μάννα κατέβηκε από τον ουρανό, αλλά το μάννα ήταν μόνο σκιά, ενώ αυτός ο άρτος είναι η αλήθεια» (Αυ).
(4)   Το δεύτερο αυτό τμήμα συνδέεται με το πρώτο με το «και» και το «δε». Νέο βήμα στο διάλογο. Το επιτακτικό «δε» και το ρήμα δώσω σε μέλλοντα χρόνο, συμφωνούν με αυτό· διότι άλλωστε μέχρι τώρα δεν έκανε λόγο για σάρκα, ούτε για το αίμα του σ. 53 (b).
Το μεν «και», σημαίνει ιδέα συγγενική, ενώ το «δε» δηλώνει πρόοδο. Θα αποδώσουμε τα δύο μόρια με το: επί πλέον (g). Το σύνολο αυτών των λόγων που αφορούν στη σάρκα του και το αίμα του αναφέρονται στο πάθος του Ιησού Χριστού και μαζί με αυτό στο Μυστικό Δείπνο (b).
(5)   «Βάζει τον εαυτό του να δίνει και όχι τον Πατέρα» (Χ).
«Δεν είπε όμως «αυτόν που δίνω», αλλά «αυτόν που θα δώσω». Διότι επρόκειτο να δώσει αυτόν στο τελευταίο δείπνο» (Ζ).
Το πρώτο αυτό «δώσω» αναφέρεται στην πράξη της διατροφής αυτών που πιστεύουν=θα δώσω για τροφή (g). Η σκέψη μεταπηδά από το τι είναι ο Χριστός στο τι δίνει ο Χριστός. Όπως ο Πατέρας έδωσε τον Υιό (Ιω. γ 16), έτσι τώρα ο Υιός δίνει τη σάρκα του (μ).
(6)   «Δεν είπε ότι ο άρτος τον οποίο εγώ θα δώσω είναι αντίτυπο (αντίγραφο, ομοίωμα) της σάρκας μου, αλλά είναι η σάρκα μου» (Θφ).
Ότι ο Λόγος έγινε σάρκα παίρνοντας την ανθρώπινη φύση είναι θεμελιώδες και κεντρικό γεγονός για το τέταρτο Ευαγγέλιο (Ιω. α 14,Α΄ Ιω. δ 2,Β΄Ιω. 7)(β). Ο όρος σάρκα και όχι ο όρος σώμα χρησιμοποιείται από τον Ιγνάτιο στην ορολογία της θ. Ευχαριστίας. Δες Ιγνατίου προς Ρωμ. ζ 3,Φιλαδελ. δ 1,ια 2,Σμυρν. στ 2 και Ιουστίνου Α΄Απολογ. 66 (χ).
(7)   «Θα δώσω σε θάνατο. Εδώ δηλαδή φανερώνει από πριν την σταύρωσή του. Και το «θα δώσω», φανερώνει το εκούσιο αυτού του πάθους» (Ζ).
«Δείχνει την εξουσία του, ότι δηλαδή δεν σταυρώθηκε ως δούλος και κατώτερος του Πατέρα του, αλλά με τη θέλησή του» (Θφ).
«Πεθαίνω, λέει, για χάρη όλων, για να δώσω ζωή σε όλους με τον εαυτό μου, και έκανα τη σάρκα μου αντίλυτρο της σάρκας όλων… προσφέροντας για χάρη σας τον εαυτό μου σαν άμεμπτο σφάγιο στο Θεό και Πατέρα» (Κ).
Από εδώ προβάλλει η ξεχωριστή αναφορά της σάρκας και του αίματος τόσο σταθερά· διότι στο πάθημά Του το αίμα του χύθηκε έξω από το σώμα του και ο αμνός έτσι σφάχτηκε (b).
(8)   Ο Ιησούς, όπως είπαμε παραπάνω, όταν μιλούσε προς τους Ιουδαίους, είχε στο νου και το Ιουδαϊκό Πάσχα. Το νέο Πάσχα, στο οποίο αμνός που θα θυσιαζόταν θα ήταν αυτός, θα εκτεινόταν πολύ ευρύτερα από το παλαιό Πάσχα. Ολόκληρη η ανθρωπότητα θα καλούνταν να μετάσχει στο Πάσχα αυτό και να κοινωνήσει την ζωή που αυτό παρέχει (g).
«Έχει δώσει λοιπόν για χάρη της ζωής όλων το ίδιο του το σώμα ο Χριστός» (Κ). Τα λόγια του Κυρίου για τη σάρκα του στο δεύτερο τμήμα του σ., εκφράζουν διπλή έννοια. Πρώτον αποδίδεται από αυτά απολυτρωτική έννοια στο θάνατο του υιού του Θεού, ο οποίος ήλθε για να δώσει την σάρκα του θυσία για τη ζωή του κόσμου. Έπειτα αποδίδεται από αυτά απολυτρωτική σημασία και στην Ευχαριστία, η οποία είναι ταυτόχρονα η συγκεκριμένη ανάμνηση της θυσίας που μία φορά προσφέρθηκε πάνω στο Σταυρό, τα αγαθά της οποίας μεταδίδονται μέσω της Ευχαριστίας σε καθέναν που κοινωνά αυτήν με πίστη (χ).
«Ω μυστήριο ευσέβειας! Ω σημάδι ενότητας! Ω δεσμός αγάπης! Όποιος θα ήθελε να ζει έχει από πού να ζει. Ας πλησιάσει, ας πιστέψει, ας ενσωματωθεί, για να ζήσει. Ας μην απομακρύνεται από το στενό σύνδεσμο των μελών· ας μην είναι σάπιο μέλος, το οποίο τελικά θα αποκοπεί· ας μην είναι παραμορφωμένο μέλος, οπότε λόγω αυτού θα ντροπιαστεί· ας είναι ωραίο, κατάλληλο και υγιές μέλος· ας είναι προσκολλημένο στο σώμα, ας ζει για το Θεό και μέσω του Θεού· ας μην εργάζεται στη γη, για να μπορέσει να βασιλέψει έπειτα στον ουρανό» (Αυ).
Οι λέξεις «ἣν ἐγὼ δώσω» αποσιωπούνται από τον βατικανό κωδικα, του Βέζα και κάποιους άλλους. Ο σιναϊτικός γράφει: Ο άρτος ον εγώ δώσω υπέρ της του κόσμου ζωής η σαρξ μου εστίν.

Ιω. 6,52 Ἐμάχοντο(1) οὖν πρὸς ἀλλήλους οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντες· πῶς δύναται(2) οὗτος(3) ἡμῖν δοῦναι τὴν σάρκα φαγεῖν;
Ιω. 6,52 Εφιλονεικούσαν, λοιπόν, μεταξύ των οι Ιουδαίοι και έλεγαν• “πως ημπορεί αυτός να μας δώση την σάρκα του να φάγωμεν;”
(1)   Δεν γόγγυζαν απλώς όπως στο σ. 41 (b), αλλά «ταράζονταν μη μπορώντας να πιστεύουν τον λόγο διότι φαινόταν αδύνατον» (Ζ). Φιλονικούσαν ως προς την έννοια και αξιοπιστία των λόγων του Ιησού και άλλοι μεν αποκήρυτταν αυτούς και θεωρούσαν αυτούς ως παράλογους, κάποιοι όμως λόγω του θαύματος της διατροφής των 5000 που προηγήθηκε, υποστήριζαν ίσως, ότι ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας (g).
(2)   Η ερώτηση είναι όμοια με αυτήν στο γ 4,9.
«Έτσι και ο Νικόδημος θορυβούνταν λέγοντας: Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να μπει στην κοιλιά της μητέρας του;» (Χ).
«Αποδεικνύονται ότι το λένε αυτό από απιστία. Διότι όταν μπει η αναζήτηση του «πώς», μπαίνει μαζί και η απιστία» (αμ).
Και «όταν λογισμοί απιστίας μπουν στην ψυχή, τότε μπαίνει μαζί το «πώς»» (Θφ). Επαναλαμβάνουν πάλι το Πώς, όπως στο σ. 42… Σε κανένα όμως από τα δύο αυτά «πώς», δεν απαντά ο Ιησούς, αλλά προχωρά στο διάλογό του λέγοντας· έτσι πρέπει να γίνει (b). Αξιόλογη και η ερμηνεία: Πώς μπορεί να μας δώσει τη σάρκα του, με την οποία παραμένει ζωντανός (δ).
(3)   «Και το «αυτός» το λένε με υπεροψία» (Κ). Με κάποια περιφρόνηση. Ποιος είναι αυτός για να μας δώσει τη σάρκα του;

Ιω. 6,53 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς(1)· ἀμὴν ἀμὴν(2) λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα(3) τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου(4) καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα(3), οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς(5).
Ιω. 6,53 Τους είπε τότε ο Ιησούς• “ειλικρινώς και αληθώς σας λέγω, εάν δεν φάγετε την σάρκα του υιού του ανθρώπου, δια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, και πίετε το αίμα αυτού, δεν έχετε μέσα σας ζωήν.
(1)   «Και με ποιο βέβαια τρόπο θα δώσει σε αυτούς να φάνε τη σάρκα του, δεν το διδάσκει ακόμα· διότι ήξερε… ότι δεν μπορούσαν να κατανοήσουν από πουθενά το απόρρητο· πόσο όμως αγαθό θα προκύψει για αυτούς από το να τη φάνε, το παρουσιάζει χρήσιμα… (και) τους καλεί πριν από την έρευνα να πιστέψουν» (Κ). Οι Ιουδαίοι ρωτούν για το δυνατόν, και ο Ιησούς απαντά για το αναγκαίο του πράγματος (b).
(2)   Βεβαιώνει με αυτό έντονα την εξόχως σοβαρή αλήθεια, η οποία φαινόταν σε εκείνους παράλογη= ό,τι και αν φρονείτε εσείς, σας βεβαιώνω ότι έτσι έχει το πράγμα (ο,g).
(3)   Ξεκάθαρα ο Κύριος εκφραζόμενος έτσι, δέχεται το αίμα χωριστό από τη σάρκα και υποδηλώνει αρκετά σαφώς τον θάνατό του (β). Αλλά σάρκα, από την οποία χωρίστηκε χυνόμενο το αίμα, είναι νεκρή. Παίρνουμε το τεμαχιζόμενο Σώμα και έτσι προσοικειωνόμαστε τον θάνατο του Ιησού και κάνουμε τον θάνατο αυτόν και δικό μας. Το αίμα από την άλλη, όταν χυθεί, είναι η ζωή που βγαίνει μέσω του θανάτου και επιστρέφει στο Θεό. Όπως κάνουμε δικό μας το θάνατο του Ιησού, έτσι προσοικειωνόμαστε και την καινούργια ζωή του Ιησού, ώστε να είμαστε «νεκροί μεν για την αμαρτία, αλλά ζωντανοί για το Θεό» (Ρωμ. στ 11)(τ).
Λέει βεβαίως αυτό όχι ασχέτως και με τον τύπο του Πασχαλινού αμνού. Το αίμα του αμνού αυτού όταν χύθηκε άλλοτε στις πόρτες των υιών Ισραήλ στην Αίγυπτο προστάτευσε τα πρωτότοκά τους από την τελευταία πληγή ενώ η σάρκα αυτού του αμνού αποτελούσε κύριο φαγητό στο πασχαλινό δείπνο. Το αίμα του Αμνού του Θεού χυνόμενο τώρα θα συντελούσε την εξιλέωση. Το να τρώει λοιπόν κάποιος την σάρκα και να πίνει το αίμα αυτού του Αμνού, προϋποθέτει πίστη στην απολυτρωτική αυτή θυσία και αποδοχή πλήρη της αποτελεσματικότητάς της, και ως συνέπεια έχει την απόκτηση των αγαθών που απέρρευσαν από αυτήν και την ενσωμάτωση στο Χριστό αυτών που μετέχουν σε αυτήν τη θυσία (g).
Από αυτό έπεται, ότι λέγοντας αυτά ο Κύριος αναφέρεται στην απολυτρωτική του θυσία και συνυπονοεί το αναπόσπαστα με αυτήν συνδεδεμένο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας «και φανερώνει από πριν σχετικά με τον άρτο και το ποτήριο, τα οποία επρόκειτο να δώσει στους μαθητές στο τελευταίο δείπνο» (Ζ).
Σχετική και η ερμηνεία: «Αυτό το φαγητό και ποτό θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι σημαίνει την κοινωνία με το σώμα του και τα μέλη, τα οποία είναι η Εκκλησία στα πρόσωπα των προορισμένων και κλητών και δικαιωμένων και δοξασμένων αγίων του και πιστών… Το μυστήριο της ενότητας του σώματος και αίματος του Χριστού προετοιμάζεται στο τραπέζι του Κυρίου… και από το τραπέζι του Κυρίου λαμβάνεται από κάποιους για ζωή και από κάποιους για όλεθρο» (Αυ).
Η χρήση των ρημάτων τρώω και πίνω υπονοεί φυσική βρώση και πόση, παρόλο που η Σάρκα και το Αίμα παρανοούνται εάν τα θεωρούσαμε, όπως οι Ιουδαίοι, άσχετα και χωριστά από τον απολυτρωτικό θάνατο του Κυρίου, ως απλά υλικά του σώματος του Κυρίου. Η τροφή της Ευχαριστίας αν την εξετάσουμε φυσικά είναι ψωμί και κρασί, πνευματικά όμως είναι η Σάρκα και το Αίμα του Υιού του ανθρώπου.
Όταν λαμβάνονται φυσικά και πνευματικά αποτελούν την αληθινή τροφή και ποτό του πιστού, διότι μέσω αυτών πραγματοποιείται η ιερή ένωση του Υιού του Θεού με αυτούς που πιστεύουν σε αυτόν, οι οποίοι έτσι κοινωνούν την αιώνια ζωή. Η ένωση του Πατέρα και του Υιού επεκτείνεται έτσι, για να περιλάβει και τους πιστούς. Όπως ο Πατέρας έδωσε ζωή και στον Υιό, έτσι και ο Υιός μεταδίδει ζωή σε αυτούς που τρέφονται από αυτόν (χ).
(4)   Μεταβάλλει τρόπο έκφρασης, με σχήμα λόγου συνηθισμένο στον Ιωάννη. Προηγουμένως δηλαδή είπε (στο στ 51) η σαρξ μου. Τώρα λέει την σάρκα του Υιού του ανθρώπου τονίζοντας το γεγονός της ενανθρώπησης του Λόγου, χάρις στην οποία έχει αυτός σάρκα και αίμα και παρέχει αυτά για διατροφή μας. Με τη νέα όμως αυτή έκφραση δεν προσθέτει κάποια νέα ιδέα, διότι ήδη στο σ. 27 μίλησε για τον υιό του ανθρώπου ως παροχέα της ουράνιας τροφής (β).
(5)   Το αποτέλεσμα αυτής της τροφής είναι ζωή τόσο εδώ, όσο και μετέπειτα, όπως ήδη στο σ. 51 διακήρυξε ο Κύριος.
«Είναι βέβαια ζωή από τη φύση του (ο Κύριος) , αφού γεννήθηκε και από ζωντανό Πατέρα, όμως ζωοποιό καθόλου λιγότερο είναι και το άγιο σώμα του… αφού ενώθηκε κατά τρόπο ανέκφραστο με τον Λόγο που ζωογονεί τα πάντα… Και επειδή ακριβώς η σάρκα του Σωτήρα έγινε ζωοποιός, εφόσον είναι ενωμένη κατά φύση με τη ζωή… όταν γευόμαστε αυτήν, τότε έχουμε τη ζωή μέσα μας συνενούμενοι και εμείς με αυτήν» (Κ).
«Διότι αυτή που τρώγεται δεν είναι σάρκα απλού ανθρώπου, αλλά Θεού και μπορεί να θεοποιήσει, επειδή αναμίχτηκε με τη θεότητα» (Θφ).
Είναι βέβαιο σημάδι, ότι δεν έχει κάποιος μέσα του πνευματική ζωή, εάν στερείται πόθου για το Χριστό και δεν αισθάνεται την ανάγκη να μετέχει στο ποτήριο της ζωής. Εάν η ψυχή δεν πεινά και δεν διψά, ασφαλώς είναι νεκρή. Είναι σύμπτωμα πραγματικής νέκρωσης, εάν παραμένουμε νεκροί απέναντι σε μία τέτοια βρώση και πόση. Το να τρώει κάποιος και να πίνει το σώμα και αίμα του Χριστού και να τρέφεται με τη διδασκαλία του και τις υπόλοιπες χάριτές του, προϋποθέτει όρεξη και επιθυμία για το Χριστό.
Η πνευματική βρώση και πόση αρχίζει από πείνα και δίψα (Ματθ. ε 6), από σφοδρό πόθο του Χριστού που εκδηλώνεται με την επίκληση: Δώσε μου το Χριστό, διότι αλλιώς πεθαίνω. Και ο χορτασμός με το Χριστό συντελείται με την προσοικείωσή του, ώστε ο Χριστός να γίνει δικός μας μέχρι σημείου ώστε να γίνουμε ένα μαζί του. Το να τρέφεται κάποιος με το Χριστό ισοδυναμεί με το να πράττει τα πάντα στο όνομά του, με ένωση μαζί του και με τις δυνάμεις, τις οποίες θα αντλούμε από αυτόν, ώστε να μπορούμε μαζί με τον Παύλο να πούμε: «Δεν ζω πλέον εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός».

Ιω. 6,54 ὁ τρώγων μου(1) τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει(2) ζωὴν αἰώνιον(3), καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ(4).
Ιω. 6,54 Εκείνος που τρώγει την σάρκα μου, δια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, και πίνει το αίμά μου, έχει ζωήν αιώνιον και εγώ θα τον αναστήσω ένδοξον κατά την μεγάλην ημέραν της κρίσεως.
(1)   «Συνεχώς φέρνει το λόγο στα μυστήρια, δείχνοντας το αναγκαίο του πράγματος και ότι αυτό οπωσδήποτε πρέπει να γίνει» (Χ).
Αξιοσημείωτη η χρήση του ενεστώτα= Εκείνος, ο οποίος συνεχώς και κατ’ εξακολούθηση τρώει, εκείνος ο οποίος διαρκώς τρέφεται και ο οποίος συνεχώς πίνει (β). Η χρήση της λέξης τρώω σε συνδυασμό με την ακόλουθη λέξη «την σάρκα», τονίζει την πραγματική λήψη τροφής από το στόμα. Δες και Ματθ. κδ 38. Κυριολεκτικά λοιπόν και χωρίς να μπορεί να παραγνωριστεί, αναφέρεται στη θεία Ευχαριστία (χ).
(2)   Έχει ήδη από την παρούσα ζωή. Με το μεν «έχει» αναφέρεται στον παρόντα χρόνο, από τον οποίο γίνεται η μετάδοση αυτής της ζωής, ενώ με το ακόλουθο «θα αναστήσω» υπόσχεται και τη ζωή στο μέλλον.
«Όπως δηλαδή παίρνοντας κάποιος έναν σπινθήρα τον καταχωνιάζει μέσα σε πολλά άχυρα για να διατηρεί το σπέρμα της φωτιάς, έτσι και ο Κύριος… κρύβει με τη σάρκα του τη ζωή μέσα μας, και σαν κάποιο σπέρμα εγκαθιστά μέσα μας την αθανασία, αφανίζοντας όλη τη φθορά που υπάρχει μέσα μας» (Κ).
Το σπέρμα αυτό της αθανασίας που ήδη από τώρα κρύβεται μέσα μας, θα λάμψει στην ένδοξη ανάσταση.
(3)   Το να ζω αιώνια δεν σημαίνει απλώς να υπάρχω αιώνια. Και οι κατάδικοι στον Άδη θα υπάρχουν αιώνια. Ζωή αιώνια εδώ σημαίνει ζωή μακάρια.
(4)   Για τη συνεχή επανάληψη (στους σ. 39,40,44) της φράσης, δες σ. 39 (β). «Συχνά πυκνά ξεδιπλώνει και τον λόγο για τη ζωή και την ανάσταση, επειδή θέλει να τον εντυπώσει στη διάνοια των ακροατών» (Ζ).
Στρέφει ο Κύριος την προσοχή κάθε πιστού στο ένδοξο τέρμα, στο οποίο θα οδηγήσει αυτόν η πνευματική αυτή τροφή. Συμμετοχή της ζωής του Χριστού και ένδοξη ανάσταση από τους νεκρούς συνδέονται μεταξύ τους αναπόσπαστα (δες και Ρωμ. η 10,11). Η ανάσταση αυτή θα αποτελέσει την πλήρη αποκατάσταση της πεσμένης ανθρώπινης φύσης και την ολοκληρωτική και οριστική κατανίκηση της αμαρτίας με τη θεία χάρη (g).

Ιω. 6,55 ἡ γὰρ(1) σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις(2), καὶ τὸ αἷμά μου ἀληθῶς ἐστι πόσις(3).
Ιω. 6,55 Διότι η σαρξ μου είναι πράγματι πνευματική τροφή και το αίμα μου είναι πράγματι πνευματικόν ποτόν. Και εκείνος που κοινωνεί από αυτά έχει ζωήν αιώνιον.
(1)   Αιτιολογεί την αλήθεια που εκτέθηκε στους σ. 53 και 54 αρνητικά και θετικά. Θα έχει ζωή αιώνια διότι η σάρκα μου…
(2)   Όχι η πράξη του να τρώει, αλλά το ίδιο το τρωγόμενο δηλαδή η τροφή. Δες δ 32 (β).
(3)   Ή, σύμφωνα με άλλη γραφή: αληθής εστί… Δύο ερμηνείες:
«Ή, αυτό θέλει να πει, ότι δηλαδή αληθινή τροφή είναι αυτή, η οποία σώζει την ψυχή» (Χ).
«Αληθινή τροφή είναι αυτή που δεν είναι βοηθός της πρόσκαιρης και χαμένης ζωής, αλλά που προετοιμάζει την αιώνια. Αυτό είναι και αληθινό ποτό, το οποίο δεν επαρκεί για λίγο στη δίψα, αλλά καθιστά παντοτινά χωρίς ανάγκη αυτόν που χόρτασε με αυτό» (Απ).
Και συνεπώς «η μεν τροφή του μάννα αφού για λίγο… ικανοποίησε την ανάγκη του σώματος… ασθένησε πάλι χωρίς να βάλει μέσα σε εκείνους που την είχαν φάει την αιώνια ζωή· άρα λοιπόν δεν ήταν τροφή αληθινή… ενώ το άγιο σώμα του Χριστού, παρέχοντας τροφή προς αθανασία και ζωή αιώνια, είναι πραγματικά τροφή αληθινή. Αλλά ήπιαν εκείνοι και νερό από το βράχο… Ποια όμως ήταν η ωφέλεια για αυτούς που ήπιαν; Διότι έχουν πεθάνει. Άρα λοιπόν ήταν και εκείνο όχι αληθινό ποτό, αλλά αληθινό πραγματικά ποτό είναι το τίμιο αίμα του Χριστού, το οποίο ξεριζώνει από τα θεμέλια όλη τη φθορά και ανατρέπει το θάνατο που κατοίκησε μέσα στην ανθρώπινη σάρκα» (Κ).
«Τα λέει αυτά, δείχνοντας, ότι δεν ήταν απλού ανθρώπου η σάρκα, αλλά του Υιού, γεμάτη από όλη τη θεότητα της Τριάδας» (αμ).
«Αν και βεβαίως δεν τρώμε τον Λόγο, έτσι όπως είναι από τη φύση του Λόγος, διότι πώς θα μπορούσαμε να φάμε αυτόν που δεν αγγίζεται και είναι ασώματος και δεν πιάνεται ούτε από τα μάτια ούτε από τα δόντια; Αλλά επειδή ενώθηκε με τη σάρκα με τέλεια ένωση, και αυτή η σάρκα είναι ζωοποιός, παρόλο που έχει μείνει αυτό που είναι και δεν μεταβλήθηκε στη φύση του ίδιου του Λόγου» (Σβ).
Για αυτό «αυτή είναι και αληθινή τροφή, διότι δεν διαρκεί για λίγο καιρό, ούτε φθείρεται, όπως ακριβώς η ρευστή τροφή, αλλά είναι βοηθός της αιώνιας ζωής» (Θφ).
Η ερμηνεία αυτή, με την οποία συμφωνεί περισσότερο η γραφή «αληθής εστί», είναι και η περισσότερο αρμόζουσα στη σειρά του λόγου.
Η άλλη ερμηνεία: «Ή, θέλει να τους βεβαιώσει για αυτά που ειπώθηκαν, ώστε να μη νομίζουν ότι ο λόγος αυτός είναι αίνιγμα και παραβολή, αλλά να καταλάβουν, ότι οπωσδήποτε πρέπει να φάνε το σώμα» (Χ).
Δηλαδή σύμφωνα με αυτήν, θα αποδώσουμε το σ. ως εξής: Το σώμα μου πραγματικά θα φαγωθεί γινόμενο πράγματι τροφή για τον καθένα από εσάς και το αίμα μου πραγματικά θα δοθεί για πιοτό. Και η ερμηνεία αυτή είναι αξιόλογη.

Ιω. 6,56 ὁ τρώγων μου(1) τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ(2).
Ιω. 6,56 Καθένας που τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου, ενώνεται μαζή μου στενότατα εις ένα πνευματικόν σώμα, ώστε αυτός να μένη μέσα εις εμέ και εγώ να μένω μέσα εις αυτόν και να τον μεταβάλλω εις κατοικητήριον της θεότητος.
(1)   «Με αυτά μας διδάσκει με πολλούς τρόπους και επειδή είναι κάπως δύσκολα κατανοητός ο λόγος από τους αμαθέστερους… τούς ανακουφίζει με ποικίλους τρόπους επαναλαμβάνοντας διαρκώς τα ίδια» (Κ).
(2)   «Το έλεγε αυτό δηλώνοντας, ότι αναμιγνύεται με αυτόν» (Χ).
«Ενώνεται με εμένα με τη μετάληψη και κοινωνία της σάρκας μου και του αίματός μου, και γίνεται σύσσωμος (=έχει το ίδιο σώμα) με εμένα» (Ζ),
«και κατά κάποιο τρόπο συνενώνεται και αναμιγνύεται με αυτόν… ώστε μέσα στο Χριστό να βρίσκεται αυτός, και ο Χριστός πάλι μέσα σε αυτόν» (Κ).
Η φράση «μένω μέσα στο Χριστό» ή «μέσα στο Θεό» δεν συναντιέται στους συνοπτικούς αλλά είναι αποκλειστική του Ιωάννη. Με γενική μυστική έννοια χρησιμοποιεί αυτήν ο Ιωάννης στην Α Καθολική επιστολή (β 6,γ 6,24,δ 12,16), στο ευαγγέλιο όμως χρησιμοποιείται 2 φορές, εδώ και στο ιε 4-7, με ειδικότερη έννοια, διότι λέγεται σε άμεση αναφορά με τη θεία Ευχαριστία. Για την έννοια που εκφράζεται με αυτήν δες Ιω. ιε 1 και εξής (β).
Μένω μέσα στο Χριστό σημαίνει ενσωματώνομαι στο Χριστό και γίνομαι σύσσωμος με το Χριστό· κατά κάποιο τρόπο μεταφυτεύομαι σε νέο πεδίο, όπου η πλήρης δικαίωση και η αγιότητα του Χριστού παρέχεται. Σημαίνει προσοικειώνομαι τη θυσία του Χριστού, πεθαίνω μαζί με το Χριστό και συνανασταίνομαι σε νέα εν Χριστώ ζωή (g). Μένουμε μέσα στο Χριστό διότι είμαστε μέλη του· μένει ο Χριστός μέσα μας, διότι είμαστε ναός του (Αυ).

Ιω. 6,57 καθὼς(1) ἀπέστειλέ με(2) ὁ ζῶν πατὴρ(3) κἀγὼ ζῶ διὰ τὸν πατέρα(4), καὶ ὁ τρώγων με κἀκεῖνος(5) ζήσεται(6) δι᾿ ἐμέ(7).
Ιω. 6,57 Καθώς με έστειλε ο Πατήρ, ο οποίος έχει από τον ευατόν του την ζωήν και είναι η πηγή της ζωής, και εγώ ως άνθρωπος έχω ζωήν αθάνατον από τον Πατέρα, και ζω δια τον Πατέρα, έτσι και εκείνος, ο οποίος δια της θείας Ευχαριστίας με μεταλαμβάνει, θα ζήση, διότι θα πάρη από εμέ την ζωήν.
(1)   Σύνθεση που συχνά συναντιέται στον Ιωάννη. Δεν μπορεί όμως σύμφωνα με τον β. να εξηγηθεί παντού στον Ιωάννη με τον ίδιο τρόπο. Έτσι στα ιε 9,ιζ 18 και κ 21 πρέπει να ερμηνεύσουμε: Όπως με αγάπησε (ή με απέστειλε) ο Πατέρας έτσι και εγώ αγάπησα (ή στέλνω) εσάς. Στο ιζ 21 το κἀγὼ έχει την έννοια του απλού «και εγώ», χωρίς την έννοια του «έτσι». Ομοίως και εδώ.
Όμως θα μπορούσε να σημειωθεί ότι εδώ η σύγκριση είναι μεταξύ της ζωής του σαρκωμένου Λόγου και της ζωής των πιστών όπως γίνεται αυτή και στα ιγ 15,33 και Α΄Ιω. β 6,δ 17. Συνεπώς η απόδοση του «καθώς» πρέπει να αναζητηθεί στην πρόταση «και ο τρώγων με…», όπου το «και» λέγεται αντί για το «έτσι», το οποίο αποφεύγει ο ευαγγελιστής να πει, διότι η αναλογία μεταξύ των δύο σχέσεων δεν είναι πλήρης. Διότι η πρώτη σχέση («ζω για τον πατέρα») εκφράζει όχι μόνο το πρότυπο αλλά και την αρχή και ηθική αιτία της δεύτερης («θα ζήσει για εμένα»). Και η δεύτερη αυτή, όσο και αν είναι ανάλογη με την πρώτη, έχει την ύπαρξή της και την αιτία της σε αυτήν (g),
(2)   «Όταν λέει ο Υιός για τον εαυτό του ότι έχει αποσταλεί, τότε δηλώνει το ότι έχει σαρκωθεί, και τίποτα άλλο, και όταν λέμε ότι έχει σαρκωθεί, εννοούμε ότι έγινε άνθρωπος ως προς όλα. Όπως ακριβώς, λέει, με έκανε ο Πατέρας άνθρωπο» (Κ). «Η αποστολή είναι το άδειασμα του εαυτού του και το ότι πήρε πάνω του τη μορφή δούλου· και αυτή είναι η σωστή έννοια, που διασώζει συγχρόνως και την ισότητα της φύσης του Υιού με τον Πατέρα… Είναι σαν να έλεγε: Η κένωσή μου (άδειασμα) έφερε ως αποτέλεσμα το ότι ζω για τον Πατέρα» (Αυ).
«Νομίζω ότι δεν αναφέρεται στην προαιώνια ζωή του (διότι κάθε τι που ζει για άλλον δεν μπορεί να είναι αυτοζωή…) αλλά ζωή εννοεί αυτήν που έζησε με σάρκα και που συνέβη σε αυτόν το χρόνο, την οποία έζησε για τον Πατέρα. Διότι με τη θέληση αυτού ήλθε στη ζωή των ανθρώπων και δεν είπε: Εγώ έζησα για τον Πατέρα μου, αλλά εγώ ζω για τον Πατέρα, δηλώνοντας σαφώς τον παρόντα χρόνο» (Β).
Σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή ο Χριστός ως Λυτρωτής και Σωτήρας και μεσίτης, που δημιουργήθηκε από την θεότητα που κατοικούσε μέσα του, αντλεί και την πνευματική και ηθική ζωή από τον Πατέρα, και έτσι ζώντας εξαιτίας του Πατέρα, γίνεται πηγή ζωής και για αυτούς που τον τρώνε, οι οποίοι έτσι ζουν εξαιτίας του (g).
Μπορεί όμως το χωρίο να αποδοθεί και στη θεία φύση του Κυρίου. Δηλαδή θα ερμηνεύσουμε: «Επειδή ακριβώς όντας Θεός Λόγος γεννήθηκα ζωή από την από τη φύση της ζωή… Επειδή ακριβώς γεννήθηκε από Πατέρα που δίνει ζωή, για αυτό και ισχυρίστηκε ότι ζει ο ίδιος. Γιατί δεν ήταν δυνατόν να μην ζει αυτός που προέρχεται από Πατέρα που είναι ζωή. Και όπως αν κάποιος από εμάς λέει, Είμαι άνθρωπος λογικός εξαιτίας του πατέρα μου, γιατί είμαι τέκνο λογικού ανθρώπου, έτσι να σκεφτείς και για τον ίδιο τον Μονογενή. «Ζω», λέει, «εξαιτίας του Πατέρα». Επειδή δηλαδή είναι ζωή από τη φύση του ο πατέρας που με γέννησε, και είμαι ευφυές και γνήσιο γέννημά του, φέρω αυτό που έχει αυτός από τη φύση του, δηλαδή το να είμαι ζωή» (Κ).
«Όχι ότι η ζωή του και το είναι του εξαρτώνται από εκεί, αλλά ότι από εκεί υπάρχει άχρονα και αναίτια» (Γ).
(3)   Η φράση υπάρχει μόνο εδώ. Σχετική και η φράση στο ε 26. Ο τίτλος όμως «ζωντανός Θεός» βρίσκεται και στην Π. και στην Κ.Δ. (Δευτ. ε 26,Ματθ. ιστ 16,Πράξ. ιδ 15,Β΄Κορ. στ 16)(β).
(4)   Όχι τον σκοπό, αλλά «την αιτία υπαινίσσεται εδώ μόνο» (Χ).
«Εάν ο Υιός ζει λόγω του Πατέρα, τότε ζει λόγω άλλου και όχι λόγω του εαυτού του. Αυτός όμως που ζει λόγω άλλου, δεν μπορεί να είναι αυτοζωή… Αυτό που ειπώθηκε λοιπόν πρέπει να το αποδώσουμε στην ενανθρώπηση και όχι στη θεία φύση (του Χριστού)» (Β).
Ο Ιησούς Χριστός ως μεσίτης ζει «εξαιτίας του Πατέρα». Έχει ζωή μέσα στον εαυτό του (Ιω. ε 26) αλλά έχει αυτήν από τον Πατέρα. Ο Πατέρας έστειλε αυτόν κάνοντάς τον και θησαυρό θείας ζωής για εμάς. Φύσηξε στο νέο Αδάμ την πνοή της πνευματικής ζωής, όπως και στον πρώτο Αδάμ την πνοή της φυσικής ζωής. Οι πραγματικοί πιστοί λαμβάνουν την θεία αυτή ζωή με την ένωσή τους με το Χριστό.
(5)   «Ποια σχέση υπάρχει μετά τα λόγια του «αυτός που τρώει τη σάρκα μου μένει μέσα μου», με τα λόγια που ακολουθούν «όπως με έστειλε ο ζωντανός Πατέρας και εγώ ζω λόγω του Πατέρα;». Έχει πολλή αρμονία αυτό που λέχθηκε. Επειδή δηλαδή μιλούσε παντού και πάντα για την αιώνια ζωή, για να επιβεβαιώσει αυτό, πρόσθεσε, «μένει μέσα μου». Διότι, αν μένει μέσα μου και εγώ ζω, είναι φανερό ότι θα ζήσει και εκείνος» (Χ).
Η σκέψη που εκφράζεται σε αυτήν την πρόταση είναι βαθύτατη. Ο Ιησούς μόνος αντλεί κατά άμεσο τρόπο από τον Πατέρα· τη ζωή λοιπόν, την οποία Αυτός μόνος αντλεί από τον Πατέρα, μεταδίδει στους ανθρώπους. Κατά κάποιο τρόπο στον Ιησού η ζωή αυτή παίρνει μορφή προσιτή και σε εμάς. Και όπως η απέραντη ζωή της φύσης δεν γίνεται προσιτή στον άνθρωπο παρά μόνο στο βαθμό που συγκεντρώνεται σε κάποιο καρπό ή σε κάποιο τεμάχιο άρτου έτσι και η θεία ζωή δεν γίνεται μερίδα δική μας παρά μόνο στο βαθμό που ενσαρκώνεται στον υιό του ανθρώπου, στον Ιησού. Έτσι λοιπόν ο Χριστός είναι για εμάς άρτος ζωής (g). «Διότι τρώμε τη σάρκα του και πίνουμε το αίμα του και γινόμαστε μέτοχοι, λόγω της ενανθρώπησής του, της αισθητής ζωής, του Λόγου και της σοφίας. Διότι σάρκα και αίμα ονόμασε όλη την μυστική του έλευση και με αυτές τις λέξεις δήλωσε την πρακτική και φυσική και θεολογική διδασκαλία, με την οποία τρέφεται η ψυχή και προετοιμάζεται στο να δει αυτά που υπάρχουν» (Β).
Τη ζωή του οι πιστοί την έχουν από το Χριστό (Ιω. α 16) και είναι κρυμμένη αυτή στο Χριστό (Κολ. γ 4). Ζούμε μέσω αυτού όπως τα μέλη από το κεφάλι, όπως τα κλαδιά από τη ρίζα. Ζούμε και θα ζήσουμε, επειδή ζει και αυτός.
(6)   «Ζωή εδώ δεν εννοεί την απλή ζωή, αλλά την ένδοξη… Διότι πράγματι, ζουν όλοι οι άπιστοι και οι αμύητοι, αν και δεν έφαγαν από τη σάρκα εκείνη» (Χ).
(7)   «Θα ζήσει εξαιτίας μου με το να αναμιχθεί κατά κάποιο τρόπο με μένα και να μεταβληθεί σε εμένα, ο οποίος μπορώ να ζωογονώ» (Θφ).

Ιω. 6,58 οὗτός(1) ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ πατέρες ὑμῶν τὸ μάννα(2) καὶ ἀπέθανον(3)· ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα(4).
Ιω. 6,58 Αυτός που σας είπα είναι ο άρτος που έχει κατεβή από τον ουρανόν. Δεν είναι σαν το μάννα που έφαγαν οι πατέρες σας εις την έρημον και έζησαν επί ολίγα έτη και στο τέλος απέθαναν• εκείνος που τρώγει αυτόν τον άρτον θα ζήση αιωνίως”.
(1)   «Συνεχώς επαναλαμβάνει το ίδιο, ώστε να το εντυπώσει στη διάνοια αυτών που ακούνε» (Χ).
Ο σ. αυτός αποτελεί περίληψη του όλου λόγου. Για αυτό επανέρχεται στα λεγόμενα στο σ. 33 για τον ουράνιο άρτο και καταλήγει στα λεγόμενα στο σ. 51. Η πρώτη φράση «οὗτός ἐστιν… καταβάς» είναι σχεδόν πιστή επανάληψη από το σ. 50, όπως και η δεύτερη φράση «καθώς έφαγον… απέθανον» επαναλαμβάνει τον σ. 49 (β).
(2)   Είναι ένα είδος ανακόλουθου σχήματος (β). Η σύνταξη θα ήταν ομαλή ως εξής: Ή «δεν θα πεθάνουν αυτοί που τον τρώνε, όπως έφαγαν οι πατέρες σας το μάννα και πέθαναν» (Ζ). Ή, όχι άρτος όπως εκείνος, τον οποίον έφαγαν… (ο).
(3)   «Πέθαναν στο σώμα τους» (Ζ). Και είναι μεν αλήθεια ότι και «αυτοί που τρώνε αυτόν τον άρτο» που κατέβηκε από τον ουρανό «πεθαίνουν στο σώμα, αλλά αυτοί» έχοντας μέσα τους την πνευματική ζωή και «πεθαίνοντας με ελπίδα αιώνιας ζωής, δεν φαίνονται ότι πέθαναν, αλλά ότι κοιμούνται» (Ζ). Όπως ήδη λέχθηκε, η ζωή που μεταδίδεται σε εμάς από τον ουράνιο άρτο θα εκδηλωθεί στην τέλεια έκφρασή της με την ένδοξη ανάσταση από τους νεκρούς αυτών που ζωοποιήθηκαν από το Χριστό.
(4)  Επαναλαμβάνεται και αυτό από το σ. 51 με την αντικατάσταση του «ἐάν τις φάγῃ ἐκ» με το «τρώγων τον».
«Παντού αναφέρει τη ζωή και συχνότατα φέρνει στο προσκήνιο αυτόν τον όρο, επειδή τίποτα δεν είναι τόσο γλυκό στους ανθρώπους, όσο αυτό το πράγμα» (Θφ).

Ιω. 6,59 Ταῦτα εἶπεν ἐν συναγωγῇ(1) διδάσκων ἐν Καπερναούμ(2).
Ιω. 6,59 Αυτά είπεν ο Ιησούς μέσα εις την συναγωγήν της Καπερναούμ, διδάσκων τα πλήθη.
(1)   Αυτού του σπουδαιότατου λόγου ο Ιωάννης βρίσκει αξιομνημόνευτο τον τόπο και την δημοσιότητα (g).
«Αφού ο σοφότατος ευαγγελιστής μας πρόσφερε εξήγηση θαυμαστών μυστηρίων, αναθέτει εύλογα στο Σωτήρα Χριστό την αρχή της διδασκαλίας για αυτά… Πάρα πολύ σωστά λοιπόν προσθέτει το «στη συναγωγή»» δηλώνοντας ότι «δεν τα άκουσαν αυτά να τα λέει ο Χριστός ένας τυχόν ή δύο άνθρωποι, αλλά παρουσιάζεται να τα έχει διδάξει ολοφάνερα μέσα στη συναγωγή παρουσία όλων… Και προσθέτει ότι «και στην Καπερναούμ»… για να φαίνεται ότι κάνει ακριβή αναφορά» (Κ).
Η έλλειψη του άρθρου («ἐν συναγωγῇ») προσδίδει την έννοια όχι μόνο του τόπου, αλλά και της συνάθροισης στη συναγωγή=σε πλήρη συναγωγή· σε πλήρη συνάθροιση στη συναγωγή (g).
«Διότι ήθελα ταυτόχρονα και το πλήθος να ελκύσει από τη μία, και να δείξει από την άλλη, ότι δεν είναι αντίθετος με το νόμο που διαβαζόταν στις συναγωγές» (Θφ).
(2)   «Στην Καπερναούμ, όπου είχαν γίνει τα περισσότερα θαύματα, ώστε έπρεπε κατεξοχήν εκεί να ακουστεί αυτός» (Χ).

Ιω. 6,60 Πολλοὶ(1) οὖν ἀκούσαντες ἐκ τῶν μαθητῶν(2) αὐτοῦ εἶπον· σκληρός(3) ἐστιν οὗτος ὁ λόγος(4)· τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν(5);
Ιω. 6,60 Πολλοί τότε από τους μαθητάς του, όταν ήκουσαν αυτά είπον• “είναι σκληρός αυτός ο λόγος• ποιός ημπορεί να τον ακούη και να τον πιστεύει; Πως είναι δυνατόν να φάγη κανείς σάρκα ανθρωπίνην;”
(1)   Ο παρών σ. και οι ακόλουθοί του (60-65) παρέχουν σε εμάς παράδειγμα της ιδιότητας, την οποία έχει η αλήθεια να διαχωρίζει μεταξύ τους τούς ανθρώπους, προκαλώντας αποστασία στους σαρκικούς ανθρώπους (ο). Όχι λίγοι αλλά πολλοί σκανδαλίστηκαν. Από τις διάφορες ποιότητες της γης, η οποία δέχτηκε τον σπόρο, μόνο ένα στα 4 έφερε καρπό.
(2)   Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία:
«Ήταν μεν μαθητές του, αλλά όχι από τους δώδεκα, αλλά από τους εβδομήντα», ή, πιο σωστά
«από αυτούς που είχαν μαθητεύσει σε αυτόν με άλλους τρόπους· διότι και πολλοί άλλοι τον ακολουθούσαν πολλές φορές» (Ζ).
«Διότι πράγματι στους μαθητές ήταν κάποιοι, οι οποίοι, ως προς μεν τον όχλο συγκρινόμενοι, λέγονταν μαθητές του· διότι παρέμεναν κοντά του περισσότερο καιρό από όσο οι όχλοι· συγκρινόμενοι όμως με τους αληθινούς μαθητές του, δεν ήταν καθόλου άξιοι, διότι πίστεψαν σε αυτόν για λίγο καιρό» (Θφ).
Αυτοί διαχωρίζονται σαφώς από τους 12 (σ. 66-67).
(3)   Στην κυριολεξία σημαίνει «τραχύς, επίπονος, κουραστικός» (Χ).
Εδώ θα ερμηνεύσουμε «δύσκολα παραδεκτός» (Ζ), όχι απλώς δυσνόητος, διότι τότε οι σκανδαλιζόμενοι δεν θα ήταν υπεύθυνοι.
«Ήταν πράγματι σκληρός ο λόγος που νομιζόταν ότι καθιστά τους ακροατές τίποτα σαρκοφάγους και αιμοβόρους» (Θμ).
«Θεωρούσαν ασύνετα το πνευματικό μυστήριο ως ανοησία… λέγοντας το μεν πονηρό καλό, το δε καλό πονηρό» (Κ).
(4)   Ποιός; Αφ’ ενός μεν το ότι «είναι αδύνατον να σωθεί αυτός που δεν έφαγε τη σάρκα του» (Χ), το οποίο προκάλεσε σε αυτούς την απορία που εκδηλώθηκε με την ερώτηση στο σ. 52 («Πώς μπορεί αυτός να μας δώσει να φάμε τη σάρκα του;»).
«Νόμιζαν δηλαδή ότι καλούνταν σε κάποια ωμότητα που ταιριάζει στα θηρία, ώστε να τρώνε κατά τρόπο απάνθρωπο σάρκες, και προστάζονταν να πίνουν αίμα» (Κ).
Οι Ιουδαίοι «κατάλαβαν σύμφωνα με τις επιθυμίες τους και ανθρώπινα, ότι ο Ιησούς ήταν αποφασισμένος να διαμοιράσει την σάρκα, την οποία ο Λόγος ντύθηκε, σε τεμάχια, όπως ήταν» (Αυ).
Από την άλλη πάλι το ότι «είπε ότι έχει κατέβει από τον ουρανό» και «υπόσχεται ζωή και ανάσταση» (Χ), όπως φαίνεται από τα λόγια του Κυρίου στο σ. 62 για την επιστροφή του στους ουρανούς και τα οποία αποτελούν απάντηση στους σκανδαλισμένους. Εάν, τη στιγμή που βρήκαν σκληρό το λόγο, ζητούσαν από τον Ιησού ταπεινά να εξηγήσει αυτόν σε αυτούς, ο Κύριος θα διασαφήνιζε αυτόν και θα φώτιζε τις διάνοιές τους σχετικά με αυτόν. Αλλά δεν ήθελαν ο λόγος αυτός να εξηγηθεί σε αυτούς, διότι είχαν πεποίθηση στη γνώμη τους και νόμιζαν ως αλάνθαστη την κρίση τους, ότι «είναι σκληρός αυτός ο λόγος».
(5)   Ποιός μπορεί ήσυχα να ακούει τέτοιο λόγο; «Ποιός μπορεί να παραδεχτεί αυτόν;» (Ζ).

Ιω. 6,61 εἰδὼς(1) δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐν ἑαυτῷ(1) ὅτι γογγύζουσι περὶ τούτου οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο ὑμᾶς σκανδαλίζει(2);
Ιω. 6,61 Ο Ιησούς αντελήφθη, με την θείαν του γνώσιν, ότι γογγύζουν δια το ζήτημα αυτό οι μαθηταί του και τους είπε• “αυτό σας σκανδαλίζει;
(1)   Ο σιναϊτικός έχει τη γραφή: Έγνω ουν… και είπε.
«Διότι και αυτό είναι απόδειξη της θεότητάς του, το να αποκαλύπτει τα απόρρητα» (Χ). Βεβαίως οι Ιουδαίοι είχαν εκδηλώσει εμφανώς τον σκανδαλισμό τους. Οι μαθητές όμως «μεταξύ τους κρυφά γόγγυζαν» (Ζ). Αλλά και εάν κάποιοι από αυτούς εκδήλωσαν κάποια σημάδια αυτού του σκανδαλισμού τους, την έκταση και το βάθος αυτού του σκανδαλισμού, μόνο το μάτι του Κυρίου, που γνωρίζει τους διαλογισμούς των καρδιών, μπορούσε να διακρίνει σαφώς, όπως υπονοεί το «εἰδὼς» (ο). Για αυτού του είδους τη γνώση του Ιησού δες και Ιω. β 25 (β).
(2)   Συναντιέται και στο ιστ 1, κυρίως όμως ανήκει στο λεξιλόγιο των συνοπτικών (β). Πρέπει να το πάρουμε εδώ με την έννοια του βαρύτερου των σκανδάλων, δηλαδή την αποτίναξη της πίστης (g)= Αυτό γίνεται εμπόδιο της πίστης σε εμένα; (δ). Δες πόσοι λόγω των θεληματικών πλανών τους δημιουργούν στους εαυτούς τους εμπόδια. Σκανδαλίζονται εκεί όπου δεν υπάρχει σκάνδαλο.

Ιω. 6,62 ἐὰν οὖν(1) θεωρῆτε(2) τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἀναβαίνοντα(3) ὅπου ἦν τὸ πρότερον(4);
Ιω. 6,62 Εάν λοιπόν, ίδετε τον υιόν του ανθρώπου να ανεβαίνη εκεί όπου ευρίσκετο πριν λάβη σάρκα ανθρωπίνην, θα πιστεύσετε τότε στο πρωτάκουστον αυτό γεγονός;
(1)   Υπάρχει αποσιώπηση, όπου η απόδοση της πρότασης εξυπακούεται έξω από το λόγο. «Λείπει το: τι θα πείτε;» (Ζ).
Ή, δεν θα σκανδαλιστείτε περισσότερο τότε; (g). Η έννοια είναι μάλλον: Πολύ μεγαλύτερα πράγματα θα ακολουθήσουν. Εάν δεν πιστεύετε αυτό, πώς θα πιστέψετε εκείνα; (b).
«Τι λοιπόν; Προσθέτει απορίες στις απορίες; Όχι. Αλλά θέλει να τους συνδέσει με το μέγεθος των δογμάτων… Κάνει και λέει τα πάντα, ώστε να τους αποτρέψει από το να νομίζουν ότι πατέρας του είναι ο Ιωσήφ. Δεν το έλεγε λοιπόν αυτό θέλοντας να αυξήσει το σκάνδαλο, αλλά μάλλον να το εξαφανίσει. Διότι αυτός μεν που θα νόμιζε ότι είναι από τον Ιωσήφ, δεν θα παραδεχόταν τα λεγόμενα, αυτός όμως που θα πειθόταν ότι έχει κατέβει από τον ουρανό και εκεί θα ανέβει, ευκολότερα θα πρόσεχε στα λεγόμενα» (Χ).
(2)   Δες β 23. Λέγεται με την έννοια της σωματικής θέας, με τα μάτια (β).= «Αλλά εάν το θέαμα στηθεί μπροστά στα μάτια σας… εάν λοιπόν δείτε» (Κ). Ο Ιησούς δεν βεβαιώνει, ότι όλοι αυτοί θα έβλεπαν την ανάληψή του, αλλά μιλά σαν για κάτι δυνατό ή κάποιο ενδεχόμενο= Εάν συνέβαινε να δείτε.
(3)   Ή, αναφέρεται στην ύψωση στο σταυρό, η οποία θα σκανδάλιζε τους Ιουδαίους για τους οποίους ο λόγος του Σταυρού υπήρξε σκάνδαλο και ανοησία (Lucke, de Wette, Meyer, Reuss, Weiss). Αλλά για αυτό το ανέβασμα ο ευαγγελιστής χρησιμοποιεί το ρήμα υψωθηναι (g).
Ή, πιο σωστά «αναφέρεται στην ανάληψή του στους ουρανούς που έγινε ύστερα» (Ζ). Με διάφορους τρόπους ερμηνεύθηκε το σκάνδαλο που θα προκαλούνταν από την ανάληψη.
Ή, εάν τώρα, που είμαι μπροστά σας και με έχετε ανάμεσά σας, σκανδαλίζεστε όταν σας λέω, ότι πρέπει να φάτε τη σάρκα μου και να πιείτε το αίμα μου, πολύ περισσότερο θα σκανδαλιστείτε και θα θεωρήσετε το λόγο μου απαράδεκτο, όταν με δείτε να αναλαμβάνομαι στους ουρανούς, άρα και την σάρκα μου και το αίμα μου να εξαφανίζονται από ανάμεσά σας (Godet, Keil και άλλοι).
Ή, «Με ποιο τρόπο θα συμπεριφερθείτε, λέει, όταν θα το δείτε αυτό και να ανεβαίνει στον ουρανό;… Γιατί, εάν σκέφτεστε ότι δεν μπορεί η δική μου σάρκα να εμφυτεύσει μέσα σας τη ζωή, πώς σαν πτηνό θα ανεβεί στον ουρανό; Γιατί, εάν δεν μπορεί να δίνει ζωή, επειδή δεν μπορεί από τη φύση της να δίνει ζωή, πώς θα βαδίσει στον αέρα…; Διότι και αυτό όμοια είναι αδύνατον στη σάρκα» (Κ).
Εάν σκανδαλίζεστε τώρα, που σας λέω ότι πρέπει να φάτε τη σάρκα μου και φαίνεται σε σας δυσπαράδεκτος ο λόγος αυτός, πώς θα σας φανεί και τι σκάνδαλο θα προκληθεί σε εσάς, εάν σας πω για την επάνοδό μου στους ουρανούς;
Αξιολογότατη και η επόμενη ερμηνεία: Ο Κύριος με την ερώτηση αυτή δεν έχει πρόθεση να παρουσιάσει μικρότερη την πρώτη δυσκολία προβάλλοντας στους σκανδαλισμένους άλλη δυσκολία μεγαλύτερη, σαν να λέει: Σκανδαλιστήκατε με αυτό που σας είπα. Πόσο μάλλον θα σκανδαλιστείτε, εάν με δείτε να αναλαμβάνομαι; Μάλλον υπαινίσσεται ο Κύριος, ότι το μέλλον θα λύσει το αίνιγμα, το οποίο προβάλλεται τώρα ως άλυτο και σκανδαλώδες σε αυτούς. Η έννοια λοιπόν της ερώτησής του είναι η εξής: Εάν με δείτε να αναλαμβάνομαι στους ουρανούς, θα εξακολουθείτε να σκανδαλίζεστε με αυτό που σας είπα, ότι δηλαδή είμαι ο άρτος ο ζωντανός που κατέβηκα από τον ουρανό, του οποίοι τη σάρκα και το αίμα πρέπει να φάτε και να πιείτε για να ζωοποιηθείτε; (μ). Η πρώτη εκδοχή και η τελευταία είναι πιο σοβαρές.
(4)   Σαφής μαρτυρία για την προΰπαρξη του Κυρίου και την ένωση του Ιησού Χριστού με τον Λόγο, δηλαδή την σάρκωση και ενανθρώπηση του Λόγου.
«Δεν ανέχεται να διαχωρίζεται σε δύο Χριστούς» και «παντού μετά την ενανθρώπηση διατηρεί αδιάσπαστο τον εαυτό του. Διότι λέει ότι ο Υιός του ανθρώπου ανεβαίνει όπου ήταν πρωτύτερα, μολονότι το προερχόμενο από τη γη σώμα δεν ήταν στον ουρανό πριν από το γεγονός αυτό… Γιατί ένας είναι ο Υιός, και πριν από τη σάρκωση και μετά τη σάρκωση, και δεν θα θεωρήσουμε ότι είναι ξένο του Λόγου το δικό του σώμα… Λέγοντας βέβαια ότι θα ανέβει εκεί που ήταν και πρωτύτερα, δίνει κατά κάποιο τρόπο στους ακροατές να σκεφτούν, ότι κατέβηκε από τον ουρανό» (Κ).

Ιω. 6,63 τὸ πνεῦμά(1) ἐστι τὸ ζωοποιοῦν, ἡ σὰρξ(2) οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν· τὰ ῥήματα(3) ἃ ἐγὼ λαλῶ(4) ὑμῖν, πνεῦμά ἐστι καὶ ζωή(3) ἐστιν.
Ιω. 6,63 Σας λέγω δε και τούτο• Το Αγιον Πνεύμα είναι εκείνο που ζωοποιεί. Η δε σαρξ μου δίδει ζωήν αιώνιον, διότι ακριβώς έχει συλληφθή από το Πνεύμα το Αγιον και κατοικεί εις αυτήν το Πνεύμα. Καθε άλλη σαρξ δεν ωφελεί τίποτε. Τα λόγια, τα οποία εγώ σας διδάσκω, είναι πνεύμα Θεού, δι’ αυτό δε έχουν και μεταδίδουν ζωήν.
(1)   Ή «Πνεύμα λέει τώρα, το να καταλαβαίνουν τα λεγόμενα με πνευματικό τρόπο και ομοίως σάρκα λέει, το να τα καταλαβαίνουν σαρκικά… Λέει λοιπόν, ότι το να τα καταλαβαίνουν μεν αυτά με πνευματικό τρόπο, παρέχει ζωή,… ενώ το να τα καταλαβαίνουν αυτά σαρκικά, δεν ωφελεί τίποτα» (Ζ).
«Τι όμως σημαίνει το να τα κατανοήσουν σαρκικά; Το να βλέπουν απλώς σε αυτά που φαίνοντα μπροστά τους και να μην φαντάζονται κάτι περισσότερο· διότι αυτό σημαίνει σαρκικά. Πρέπει όμως… όλα τα μυστήρια να τα βλέπουν με τα εσωτερικά μάτια· διότι αυτό σημαίνει πνευματικά» (Χ).
Πιο σωστή η ερμηνεία: το θείο Πνεύμα «μπορεί να δίνει ζωή», «αλλά όταν νοείται μόνη και καθ’ εαυτήν η φύση της σάρκας, είναι φανερό ότι δεν είναι ζωοποιός… αλλά έχει μάλλον αυτή ανάγκη εκείνου που μπορεί να της δίνει ζωή… επειδή όμως έχει ενωθεί με το Λόγο που δίνει ζωή, έγινε όλη ζωοποιός, μεταπηδώντας προς τη δύναμη του ανωτέρου, και όχι αποσπώντας αυτήν προς τη δική της φύση» (Κ).
«Πνεύμα δηλαδή ζωοποιό είναι η σάρκα του Κυρίου, διότι συλλήφθηκε από το ζωοποιό Πνεύμα. Διότι αυτό που έχει γεννηθεί από το Πνεύμα, είναι Πνεύμα» (Μ. Αθαν. Περί της ενσάρκου επιφανείας του Θεού Λόγου και κατά Αρειανών 16 Migne 26,1011).
(2)   Για αυτό και ο Κύριος δεν λέει ότι «η σάρκα μου», αλλά γενικά «η σάρκα» δεν ωφελεί τίποτα.
«Διότι αυτό δεν θα μας το πραγματοποιήσει μέσα μας η σάρκα τυχόν του Παύλου, αλλά ούτε του Πέτρου, ή κάποιου άλλου» και θα μας ζωοποιήσει, διότι «για μεν όλους τους άλλους θα είναι αληθινός ο λόγος ότι η σάρκα δεν ωφελεί τίποτα· δεν ισχύει όμως μόνο στην περίπτωση του Χριστού, επειδή σε αυτήν κατοίκησε η ζωή, δηλαδή ο Μονογενής» (Κ).
(3)   «Ή, τα λόγια μου πρέπει να τα πάρετε με πνευματικό τρόπο» (Αυ).
«Είναι πνευματικά και ζωντανά (τα λόγια μου), για αυτό δεν πρέπει να βλέπετε σε αυτά απλώς και ως έτυχε… αλλά… να τα καταλαβαίνετε πνευματικά» (Ζ), διότι «αφού δεν έχουν τίποτα το σαρκικό… είναι πάνω από τους νόμους οι οποίοι διέπουν αυτήν τη ζωή και έχουν διαφορετική έννοια» (Χ).
Σχετική και η: «είναι πνευματικά και με το Πνεύμα» ασχολούνται «και είναι ζωοποιά και μιλούν για την κατά φύσιν ζωή» (Κ).
Ή, πιο σωστά, τα λόγια μου είναι η ενσάρκωση και μετάδοση του Πνεύματος· το Πνεύμα κατοικεί μέσα σε αυτά και μεταδίδεται μέσω αυτών. Και για αυτό και μεταδίδουν ζωή (g).
Όπως ακριβώς ο Χριστός είναι η ενσάρκωση του Λόγου, έτσι και τα λόγια του Χριστού είναι κατά κάποιο τρόπο κάτι που ξεχύνεται από αυτόν μεταδίδοντας την ζωοποιό του δύναμη. Όπως στην Π.Δ. ο λόγος του Θεού είναι και περίβλημα δύναμης που μεταδίδει στον άνθρωπο προς τον οποίο απευθύνεται, κάποια ενέργεια του Πνεύματος του Θεού, έτσι και τα λόγια του Ιησού είναι όχι μόνο η έκφραση της σκέψης του, αλλά και εκπόρευση της ενεργού και ζωοποιού δύναμής του (μ). Οι λόγοι του σαρκωμένου Λόγου έχουν μέσα τους δημιουργική δύναμη και ενέργεια, με την οποία αυτοί που πιστεύουν και έχουν το λόγο του Θεού να μένει μέσα τους, αναγεννιούνται και γίνονται και αυτοί Πνεύμα (χ). Με αυτό λοιπόν γνωστοποιεί ο Κύριος σε αυτούς που σκανδαλίστηκαν και θεώρησαν σκληρό το λόγο του, ότι τελείως αντίθετα οι λόγοι του ήταν πηγή ζωής (ο).
(4)   Σύμφωνα με άλλη γραφή: λελάληκα υμιν. Οπότε πρέπει να εννοήσουμε τα λόγια που ειπώθηκαν ήδη για τη σάρκα του στη συναγωγή της Καπερναούμ. Πιο σωστή είναι η γραφή λαλώ, οπότε θα θεωρήσουμε αυτό ότι αναφέρεται γενικώς σε όλα τα λόγια του Κυρίου (g)= Και αυτοί, τους οποίους σας είπα και όλοι οι λόγοι μου, τους οποίους λέω.

(Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 233-245 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα. )

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας, Θφ = Θεοφύλακτος
Αμ = Αμμώνιος, Ι = Ισιδωρος πρεσβύτερος
Αυ = Αυγουστίνος, Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Β = Βασίλειος ο Μέγας, Κλ = Κλήμης Αλεξανδρεύς
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Σβ = Σευήρος Αντιοχείας
Γν = Γρηγοριος Νύσσης, Σχ. = Σχολιαστής ανώνυμος
Ε = Ευσέβιος Καισαρειας, Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζ = Ζιγαβηνός, Ω = Ωριγένης
Θη = Θεόδωρος Ηρακλείας
Θμ = Θεόδωρος Μοψουεστίας
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
b = Bengel κ = Κομνηνός Π.,
β = Bernard. J.H, Edinburg 1928 χ = Hoskyns Edwyn Gl. London 1947
C = Cremer μ. = Macgregor G.H. London 1928
DB = Dict. Of the Bible,Hastings τ = Temple William, London 1945
F = Fillion L. Cl. Paris 1928 σ. = στίχος
G = Crimm
g = Godet F. 1885
o = Owen John, New York 1861
δ = Δαμαλάς Ν, Αθήναι 1940

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα ερμηνευτικο στο κατά Ιωάννην, Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)

Ιωάννου. 6,48 ἐγώ(1) εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς(2).
Ιω. 6,48 Εγώ είμαι ο άρτος, που δίδω την πραγματικήν, την αιωνίαν ζωήν (μετάφραση Κολιτσάρα Ι).
(1)   Επαναλαμβάνει με έμφαση την αλήθεια του σ. 35. Οι διακηρύξεις λέγονται χωρίς σύνδεση, σαν κάποιοι ουράνιοι χρησμοί, χωρίς όμως και να διασπάται το νόημα του λόγου. Έτσι ο παρών σ. αποτελεί αιτιολογία του αμέσως προηγούμενου. Αυτός που πιστεύει στο Χριστό θα έχει ζωή αιώνια, διότι ο Χριστός είναι ο άρτος της ζωής. Και όπως ακριβώς ο υλικός άρτος ενισχύει και παρατείνει τη σωματική μας ζωή, έτσι και η επικοινωνία με τον πνευματικό άρτο της ζωής, παρέχει την αιώνια ζωή (ο,g).
(2)   «Αποκαλεί λοιπόν τον εαυτό του άρτο ζωής, διότι συγκροτεί (συνθέτει) τη ζωή μας, και αυτήν και την μελλοντική» (Χ).
«Επειδή είναι τροφή που αρμόζει κατεξοχήν στα λογικά όντα, συγκρατεί την σύσταση της ψυχής, διαφυλάσσει τα γνωρίσματά της, αναπληρώνει πάντοτε προσθέτοντας από τον εαυτό του ό,τι της λείπει και με αυτόν τον τρόπο δεν αφήνει να πέσει στην ασθένεια που προκύπτει από την έλλειψη λογικής» (Β).
Με γενικότερη λοιπόν έννοια πρέπει να το πάρουμε αυτό και όχι για δήλωση μόνο της διδασκαλίας («Ο άρτος του Ιησού είναι ο λόγος με τον οποίο τρεφόμαστε» Ω), ή μόνο του σώματός του («λέει άρτο, δηλαδή εννοεί εδώ τα δόγματα τα σωτήρια και την πίστη σε αυτόν ή το σώμα του· διότι και τα δύο ενδυναμώνουν την ψυχή» Χ).
Ονομάζει τον εαυτό του άρτο της ζωής ως αρχή ζωτική που πηγάζει τη ζωή. Ο Χριστός είναι η ζωή μας. Αυτό είναι το σύνθημά μας και η πείρα μας. Όταν όμως λέμε, ότι ο Χριστός είναι η ζωή μας, πρέπει να εννοούμε, ότι από το Χριστό ξεχύνεται προς εμάς και στο εσωτερικό μας ρεύμα ουράνιας και θείας ζωής, την οποία καμία δύναμη θανάτου δεν μπορεί να θίξει, ούτε κάποια επίδραση ασθένειας να διαταράξει. Η ένωσή μας με το Χριστό μεταδίδει σε εμάς αυτήν τη ζωή. Αυτός είναι στον ουρανό και εμείς ζούμε πάνω στη γη. Η απόστασή μας αυτή είναι αδιάφορη αρκεί ο αγωγός που μας συνδέει μαζί του να διατηρείται στερεός. Και ο αγωγός αυτός είναι η πίστη. Η ζωντανή πίστη μόνη αυτή συνδέει την ψυχή με τον Χριστό και θέτει σε άμεση σχέση γη και ουρανό. Εφόσον διατηρούμε την σχέση και ένωσή μας με το Χριστό, το ρεύμα της ζωής που πηγάζει από αυτόν, θα διοχετεύεται και σε εμάς.
Δεν μοιάζει η ζωή αυτή απλώς και μόνο με θησαυρό χρυσού, τον οποίο μας παραδίδουν για φύλαξη. Δεν μοιάζει με λίμνη ή κάποια αποθήκη νερού που σχηματίστηκε στο εσωτερικό μας και διατηρείται σε αυτό, την ώρα που εμείς χωριζόμαστε από κάθε τι που είναι έξω από εμάς και περιοριζόμαστε στον εαυτό μας. Είναι κάτι που φυλάγεται στον ουρανό και από εκεί πηγάζει συνεχώς και το οποίο μεταδίδεται σε εμάς ανά πάσα στιγμή, όπως ακριβώς το φως εκπέμπεται από τον ήλιο συνεχώς και σε κάθε στιγμή διαδοχικά φθάνει σε εμάς. Η σχέση μας λοιπόν και ένωσή μας με το Χριστό πρέπει να διατηρείται αδιάσπαστη, διότι αλλιώς η ζωή χάνεται για εμάς.

Ιω. 6,49 οἱ πατέρες(1) ὑμῶν(2) ἔφαγον τὸ μάννα(3) ἐν τῇ ἐρήμῳ(4) καὶ ἀπέθανον(3)·
Ιω. 6,49 Οι πατέρες σας έφαγαν το μάννα εις την έρημον, τον θαυμαστόν πράγματι άρτον, και απέθανον, διότι επρόκειτο περί υλικής τροφής.
(1)   Για τους οποίους μιλήσατε στο σ. 31: Οι πατέρες μας έφαγαν το μάννα (b). «Επειδή προηγουμένως είπαν σε αυτόν ότι, Οι πατέρες μας… κάνει τώρα σύγκριση εκείνου του μάννα και αυτού του άρτου» (Ζ).
(2)   Δεν είπε ἡμῶν (μας)· δείχνει λοιπόν με αυτό, ότι έχει την καταγωγή υψηλότερη από όσο υπέθεταν (b). Ίσως λέγεται και σε σχέση με την απιστία που έδειξαν αυτοί οι πατέρες=Οι πατέρες σας που απίστησαν, των οποίων αντάξιοι απόγονοι είστε εσείς. Δηλαδή είναι ανάλογο με το Ματθ. Κγ 31,32 (ο).
«Υπήρξαν πατέρες σας, διότι είστε όμοιοι με αυτούς» (Αυ).
(3)   «Κέρδισαν με εκείνο (το μάννα) πρόσκαιρη τη ζωή, και πρόσφεραν με αυτό στο σώμα εφήμερη την τροφή» (Κ). Το μάννα ήταν μία φυσική ενίσχυση της σωματικής ζωής και δεν είχε τη δύναμη να ασφαλίσει τελικά αυτήν από το φυσικό θάνατο. Αντίθετα ο άρτος της ζωής είναι πνευματική τροφή, που παρέχεται συνεχώς από το Θεό και με την λήψη αυτού εξασφαλίζεται στον άνθρωπο ζωή αιώνια (τ).
(4)   Μάλλον αναφέρει αυτό, επειδή και οι συνομιλητές του καθορίζοντας τον τόπο της διατροφής με το μάννα, ανέφεραν αυτό. Αξιόλογη και η ερμηνεία:
«Και το «στην έρημο» δεν το έβαλε τυχαία, αλλά υπαινισσόμενος, ότι εκείνο δεν διήρκεσε πολύ, ούτε μπήκε μαζί τους στη γη της επαγγελίας» (Χ).

Ιω. 6,50 οὗτός ἐστιν(1) ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβαίνων(2), ἵνα(3) τις(4) ἐξ αὐτοῦ(5) φάγῃ(6) καὶ μὴ ἀποθάνῃ(7).
Ιω. 6,50 Αυτός όμως που σας λέγω εγώ τώρα είναι ο άρτος που κατεβαίνει από τον ουρανόν και έχει τέτοιαν ανυπολόγιστον δύναμιν, ώστε, εάν φάγη κανείς από αυτόν, να μη πεθάνη ποτέ.
(1)   Αυτός που αναφέρθηκε στο στ. 48 (β)= Αυτός ο άρτος είναι ο άρτος…
(2)   Σε χρόνο ενεστώτα για να δηλώσει ουσιώδη ιδιότητα αυτού του άρτου (δ).
(3)   Μπορεί να εξαρτηθεί από το «καταβαίνων». «Κατεβαίνει, για να θρέψει και να αθανατίσει» (Ζ). Μπορεί όμως και να αποδοθεί και στη φράση «που από τη φύση του είναι τέτοιος», η οποία υπονοείται εκτός κειμένου.
(4)   Οποιοσδήποτε θέλει (b). Χωρίς περιορισμό ποσότητας αυτών που τρώνε ή καταγωγής τους.
(5)   Σαν από ανεξάντλητη πηγή και απόθεμα (ο).
(6)   Λέγεται σύμφωνα με την εβραϊκή κατά παράταξη σύνταξη. Αντί να πει: ίνα, εάν τις φάγη εξ’ αυτού μη αποθάνη.
(7)   Δηλαδή με πνευματική έννοια, εφόσον η τροφή αυτή αναφέρεται σε πνευματική ζωή· υπάρχει όμως αναπόσπαστη και η ανάσταση του σώματος (b). Λέγεται μεν με ηθική και πνευματική έννοια, όχι όμως ασχέτως και με την κατάργηση του φυσικού θανάτου, η οποία θα συντελεστεί με την ανάσταση, διότι ο Κύριος για φυσικό θάνατο μίλησε σε σχέση με το μάννα. Συνεπώς και εδώ δεν είναι δυνατόν να μην συνυπονοεί και αυτόν (g).
«Αυτοί που εισάγουν μέσα τους τον άρτο της ζωής, θα έχουν ως βραβείο την αθανασία… θα ανεβούν σε αιώνιο και χωρίς τέλος μήκος ζωής, της κατά Χριστόν ζωής… και αν ακόμα ολισθαίνοντας σε αυτό το κοινό τέλος, πάθουν το ανθρώπινο, αλλά όπως λέει ο Παύλος, «ζουν για το Θεό» οι μέλλοντες να ζήσουν» (Κ).

Ιω. 6,51 (1) ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν(2) ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς(3)· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ(4) ὁ ἄρτος δὲ(4) ὃν ἐγὼ δώσω(5), ἡ σάρξ μού ἐστιν(6), ἣν ἐγὼ δώσω(7) ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς(8).
Ιω. 6,51 Εγώ είμαι ο άρτος ο ζων, που έχω κατεβή από τον ουρανόν• όποιος φάγη από τον άρτον τούτον, θα ζήση αιωνίως. Και ο άρτος, τον οποίον εγώ θα σας δώσω, είναι η σαρξ μου, η ανθρωπίνη μου υπόστασις την οποίαν θα προσφέρω θυσίαν δια την σωτηρίαν και ζωήν του κόσμου”.
(1)   Στο πρώτο τμήμα του σ. 51 περιλαμβάνει ό,τι είπε στο σ. 50 με τρόπο ακόμη περισσότερο εμφαντικό, επιβεβαιώνοντας έτσι εντονότερα αυτό και χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα για μετάβαση στο άλλο μισό («Και ο άρτος δε…»), με το οποίο εισάγει και νέα εξόχως σοβαρή ιδέα (g).
(2)   «Ο οποίος ζει πάντοτε και παρέχει ζωή» (Ζ). Αυτός που έχει μέσα του τη ζωή και ποτέ δεν πεθαίνει και για αυτό παρέχει και στους άλλους τη ζωή.
«Ακούσατε πια ολοκάθαρα και όχι πλέον καλυμμένα: Εγώ είμαι ο άρτος… Αυτοί που έφαγαν από εκείνο (το μάννα) πέθαναν· διότι δεν ήταν άρτος που έδινε ζωή· αυτός όμως που τρώει αυτόν τον άρτο, δηλαδή εμένα… θα ζήσει αιώνια» (Κ).
Ο Κύριος είναι ο άρτος ο ζωντανός, διότι έχει μέσα του αιώνιο και ανεξάντλητο απόθεμα ζωής. Έχει μέσα του την ίδια την αρχή της ζωής και για αυτό μπορεί να μεταδίδει ζωή αιώνια (μ).
(3)   Δες σ. 33. Ο αόριστος αναφέρεται στο γεγονός της σάρκωσης που πραγματοποιήθηκε σε συγκεκριμένο χρόνο (β).
«Για αυτό είμαι ο ζωντανός άρτος, διότι κατέβηκα από τον ουρανό. Και το μάννα κατέβηκε από τον ουρανό, αλλά το μάννα ήταν μόνο σκιά, ενώ αυτός ο άρτος είναι η αλήθεια» (Αυ).
(4)   Το δεύτερο αυτό τμήμα συνδέεται με το πρώτο με το «και» και το «δε». Νέο βήμα στο διάλογο. Το επιτακτικό «δε» και το ρήμα δώσω σε μέλλοντα χρόνο, συμφωνούν με αυτό· διότι άλλωστε μέχρι τώρα δεν έκανε λόγο για σάρκα, ούτε για το αίμα του σ. 53 (b).
Το μεν «και», σημαίνει ιδέα συγγενική, ενώ το «δε» δηλώνει πρόοδο. Θα αποδώσουμε τα δύο μόρια με το: επί πλέον (g). Το σύνολο αυτών των λόγων που αφορούν στη σάρκα του και το αίμα του αναφέρονται στο πάθος του Ιησού Χριστού και μαζί με αυτό στο Μυστικό Δείπνο (b).
(5)   «Βάζει τον εαυτό του να δίνει και όχι τον Πατέρα» (Χ).
«Δεν είπε όμως «αυτόν που δίνω», αλλά «αυτόν που θα δώσω». Διότι επρόκειτο να δώσει αυτόν στο τελευταίο δείπνο» (Ζ).
Το πρώτο αυτό «δώσω» αναφέρεται στην πράξη της διατροφής αυτών που πιστεύουν=θα δώσω για τροφή (g). Η σκέψη μεταπηδά από το τι είναι ο Χριστός στο τι δίνει ο Χριστός. Όπως ο Πατέρας έδωσε τον Υιό (Ιω. γ 16), έτσι τώρα ο Υιός δίνει τη σάρκα του (μ).
(6)   «Δεν είπε ότι ο άρτος τον οποίο εγώ θα δώσω είναι αντίτυπο (αντίγραφο, ομοίωμα) της σάρκας μου, αλλά είναι η σάρκα μου» (Θφ).
Ότι ο Λόγος έγινε σάρκα παίρνοντας την ανθρώπινη φύση είναι θεμελιώδες και κεντρικό γεγονός για το τέταρτο Ευαγγέλιο (Ιω. α 14,Α΄ Ιω. δ 2,Β΄Ιω. 7)(β). Ο όρος σάρκα και όχι ο όρος σώμα χρησιμοποιείται από τον Ιγνάτιο στην ορολογία της θ. Ευχαριστίας. Δες Ιγνατίου προς Ρωμ. ζ 3,Φιλαδελ. δ 1,ια 2,Σμυρν. στ 2 και Ιουστίνου Α΄Απολογ. 66 (χ).
(7)   «Θα δώσω σε θάνατο. Εδώ δηλαδή φανερώνει από πριν την σταύρωσή του. Και το «θα δώσω», φανερώνει το εκούσιο αυτού του πάθους» (Ζ).
«Δείχνει την εξουσία του, ότι δηλαδή δεν σταυρώθηκε ως δούλος και κατώτερος του Πατέρα του, αλλά με τη θέλησή του» (Θφ).
«Πεθαίνω, λέει, για χάρη όλων, για να δώσω ζωή σε όλους με τον εαυτό μου, και έκανα τη σάρκα μου αντίλυτρο της σάρκας όλων… προσφέροντας για χάρη σας τον εαυτό μου σαν άμεμπτο σφάγιο στο Θεό και Πατέρα» (Κ).
Από εδώ προβάλλει η ξεχωριστή αναφορά της σάρκας και του αίματος τόσο σταθερά· διότι στο πάθημά Του το αίμα του χύθηκε έξω από το σώμα του και ο αμνός έτσι σφάχτηκε (b).
(8)   Ο Ιησούς, όπως είπαμε παραπάνω, όταν μιλούσε προς τους Ιουδαίους, είχε στο νου και το Ιουδαϊκό Πάσχα. Το νέο Πάσχα, στο οποίο αμνός που θα θυσιαζόταν θα ήταν αυτός, θα εκτεινόταν πολύ ευρύτερα από το παλαιό Πάσχα. Ολόκληρη η ανθρωπότητα θα καλούνταν να μετάσχει στο Πάσχα αυτό και να κοινωνήσει την ζωή που αυτό παρέχει (g).
«Έχει δώσει λοιπόν για χάρη της ζωής όλων το ίδιο του το σώμα ο Χριστός» (Κ). Τα λόγια του Κυρίου για τη σάρκα του στο δεύτερο τμήμα του σ., εκφράζουν διπλή έννοια. Πρώτον αποδίδεται από αυτά απολυτρωτική έννοια στο θάνατο του υιού του Θεού, ο οποίος ήλθε για να δώσει την σάρκα του θυσία για τη ζωή του κόσμου. Έπειτα αποδίδεται από αυτά απολυτρωτική σημασία και στην Ευχαριστία, η οποία είναι ταυτόχρονα η συγκεκριμένη ανάμνηση της θυσίας που μία φορά προσφέρθηκε πάνω στο Σταυρό, τα αγαθά της οποίας μεταδίδονται μέσω της Ευχαριστίας σε καθέναν που κοινωνά αυτήν με πίστη (χ).
«Ω μυστήριο ευσέβειας! Ω σημάδι ενότητας! Ω δεσμός αγάπης! Όποιος θα ήθελε να ζει έχει από πού να ζει. Ας πλησιάσει, ας πιστέψει, ας ενσωματωθεί, για να ζήσει. Ας μην απομακρύνεται από το στενό σύνδεσμο των μελών· ας μην είναι σάπιο μέλος, το οποίο τελικά θα αποκοπεί· ας μην είναι παραμορφωμένο μέλος, οπότε λόγω αυτού θα ντροπιαστεί· ας είναι ωραίο, κατάλληλο και υγιές μέλος· ας είναι προσκολλημένο στο σώμα, ας ζει για το Θεό και μέσω του Θεού· ας μην εργάζεται στη γη, για να μπορέσει να βασιλέψει έπειτα στον ουρανό» (Αυ).
Οι λέξεις «ἣν ἐγὼ δώσω» αποσιωπούνται από τον βατικανό κωδικα, του Βέζα και κάποιους άλλους. Ο σιναϊτικός γράφει: Ο άρτος ον εγώ δώσω υπέρ της του κόσμου ζωής η σαρξ μου εστίν.

Ιω. 6,52 Ἐμάχοντο(1) οὖν πρὸς ἀλλήλους οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντες· πῶς δύναται(2) οὗτος(3) ἡμῖν δοῦναι τὴν σάρκα φαγεῖν;
Ιω. 6,52 Εφιλονεικούσαν, λοιπόν, μεταξύ των οι Ιουδαίοι και έλεγαν• “πως ημπορεί αυτός να μας δώση την σάρκα του να φάγωμεν;”
(1)   Δεν γόγγυζαν απλώς όπως στο σ. 41 (b), αλλά «ταράζονταν μη μπορώντας να πιστεύουν τον λόγο διότι φαινόταν αδύνατον» (Ζ). Φιλονικούσαν ως προς την έννοια και αξιοπιστία των λόγων του Ιησού και άλλοι μεν αποκήρυτταν αυτούς και θεωρούσαν αυτούς ως παράλογους, κάποιοι όμως λόγω του θαύματος της διατροφής των 5000 που προηγήθηκε, υποστήριζαν ίσως, ότι ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας (g).
(2)   Η ερώτηση είναι όμοια με αυτήν στο γ 4,9.
«Έτσι και ο Νικόδημος θορυβούνταν λέγοντας: Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να μπει στην κοιλιά της μητέρας του;» (Χ).
«Αποδεικνύονται ότι το λένε αυτό από απιστία. Διότι όταν μπει η αναζήτηση του «πώς», μπαίνει μαζί και η απιστία» (αμ).
Και «όταν λογισμοί απιστίας μπουν στην ψυχή, τότε μπαίνει μαζί το «πώς»» (Θφ). Επαναλαμβάνουν πάλι το Πώς, όπως στο σ. 42… Σε κανένα όμως από τα δύο αυτά «πώς», δεν απαντά ο Ιησούς, αλλά προχωρά στο διάλογό του λέγοντας· έτσι πρέπει να γίνει (b). Αξιόλογη και η ερμηνεία: Πώς μπορεί να μας δώσει τη σάρκα του, με την οποία παραμένει ζωντανός (δ).
(3)   «Και το «αυτός» το λένε με υπεροψία» (Κ). Με κάποια περιφρόνηση. Ποιος είναι αυτός για να μας δώσει τη σάρκα του;

Ιω. 6,53 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς(1)· ἀμὴν ἀμὴν(2) λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα(3) τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου(4) καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα(3), οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς(5).
Ιω. 6,53 Τους είπε τότε ο Ιησούς• “ειλικρινώς και αληθώς σας λέγω, εάν δεν φάγετε την σάρκα του υιού του ανθρώπου, δια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, και πίετε το αίμα αυτού, δεν έχετε μέσα σας ζωήν.
(1)   «Και με ποιο βέβαια τρόπο θα δώσει σε αυτούς να φάνε τη σάρκα του, δεν το διδάσκει ακόμα· διότι ήξερε… ότι δεν μπορούσαν να κατανοήσουν από πουθενά το απόρρητο· πόσο όμως αγαθό θα προκύψει για αυτούς από το να τη φάνε, το παρουσιάζει χρήσιμα… (και) τους καλεί πριν από την έρευνα να πιστέψουν» (Κ). Οι Ιουδαίοι ρωτούν για το δυνατόν, και ο Ιησούς απαντά για το αναγκαίο του πράγματος (b).
(2)   Βεβαιώνει με αυτό έντονα την εξόχως σοβαρή αλήθεια, η οποία φαινόταν σε εκείνους παράλογη= ό,τι και αν φρονείτε εσείς, σας βεβαιώνω ότι έτσι έχει το πράγμα (ο,g).
(3)   Ξεκάθαρα ο Κύριος εκφραζόμενος έτσι, δέχεται το αίμα χωριστό από τη σάρκα και υποδηλώνει αρκετά σαφώς τον θάνατό του (β). Αλλά σάρκα, από την οποία χωρίστηκε χυνόμενο το αίμα, είναι νεκρή. Παίρνουμε το τεμαχιζόμενο Σώμα και έτσι προσοικειωνόμαστε τον θάνατο του Ιησού και κάνουμε τον θάνατο αυτόν και δικό μας. Το αίμα από την άλλη, όταν χυθεί, είναι η ζωή που βγαίνει μέσω του θανάτου και επιστρέφει στο Θεό. Όπως κάνουμε δικό μας το θάνατο του Ιησού, έτσι προσοικειωνόμαστε και την καινούργια ζωή του Ιησού, ώστε να είμαστε «νεκροί μεν για την αμαρτία, αλλά ζωντανοί για το Θεό» (Ρωμ. στ 11)(τ).
Λέει βεβαίως αυτό όχι ασχέτως και με τον τύπο του Πασχαλινού αμνού. Το αίμα του αμνού αυτού όταν χύθηκε άλλοτε στις πόρτες των υιών Ισραήλ στην Αίγυπτο προστάτευσε τα πρωτότοκά τους από την τελευταία πληγή ενώ η σάρκα αυτού του αμνού αποτελούσε κύριο φαγητό στο πασχαλινό δείπνο. Το αίμα του Αμνού του Θεού χυνόμενο τώρα θα συντελούσε την εξιλέωση. Το να τρώει λοιπόν κάποιος την σάρκα και να πίνει το αίμα αυτού του Αμνού, προϋποθέτει πίστη στην απολυτρωτική αυτή θυσία και αποδοχή πλήρη της αποτελεσματικότητάς της, και ως συνέπεια έχει την απόκτηση των αγαθών που απέρρευσαν από αυτήν και την ενσωμάτωση στο Χριστό αυτών που μετέχουν σε αυτήν τη θυσία (g).
Από αυτό έπεται, ότι λέγοντας αυτά ο Κύριος αναφέρεται στην απολυτρωτική του θυσία και συνυπονοεί το αναπόσπαστα με αυτήν συνδεδεμένο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας «και φανερώνει από πριν σχετικά με τον άρτο και το ποτήριο, τα οποία επρόκειτο να δώσει στους μαθητές στο τελευταίο δείπνο» (Ζ).
Σχετική και η ερμηνεία: «Αυτό το φαγητό και ποτό θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι σημαίνει την κοινωνία με το σώμα του και τα μέλη, τα οποία είναι η Εκκλησία στα πρόσωπα των προορισμένων και κλητών και δικαιωμένων και δοξασμένων αγίων του και πιστών… Το μυστήριο της ενότητας του σώματος και αίματος του Χριστού προετοιμάζεται στο τραπέζι του Κυρίου… και από το τραπέζι του Κυρίου λαμβάνεται από κάποιους για ζωή και από κάποιους για όλεθρο» (Αυ).
Η χρήση των ρημάτων τρώω και πίνω υπονοεί φυσική βρώση και πόση, παρόλο που η Σάρκα και το Αίμα παρανοούνται εάν τα θεωρούσαμε, όπως οι Ιουδαίοι, άσχετα και χωριστά από τον απολυτρωτικό θάνατο του Κυρίου, ως απλά υλικά του σώματος του Κυρίου. Η τροφή της Ευχαριστίας αν την εξετάσουμε φυσικά είναι ψωμί και κρασί, πνευματικά όμως είναι η Σάρκα και το Αίμα του Υιού του ανθρώπου.
Όταν λαμβάνονται φυσικά και πνευματικά αποτελούν την αληθινή τροφή και ποτό του πιστού, διότι μέσω αυτών πραγματοποιείται η ιερή ένωση του Υιού του Θεού με αυτούς που πιστεύουν σε αυτόν, οι οποίοι έτσι κοινωνούν την αιώνια ζωή. Η ένωση του Πατέρα και του Υιού επεκτείνεται έτσι, για να περιλάβει και τους πιστούς. Όπως ο Πατέρας έδωσε ζωή και στον Υιό, έτσι και ο Υιός μεταδίδει ζωή σε αυτούς που τρέφονται από αυτόν (χ).
(4)   Μεταβάλλει τρόπο έκφρασης, με σχήμα λόγου συνηθισμένο στον Ιωάννη. Προηγουμένως δηλαδή είπε (στο στ 51) η σαρξ μου. Τώρα λέει την σάρκα του Υιού του ανθρώπου τονίζοντας το γεγονός της ενανθρώπησης του Λόγου, χάρις στην οποία έχει αυτός σάρκα και αίμα και παρέχει αυτά για διατροφή μας. Με τη νέα όμως αυτή έκφραση δεν προσθέτει κάποια νέα ιδέα, διότι ήδη στο σ. 27 μίλησε για τον υιό του ανθρώπου ως παροχέα της ουράνιας τροφής (β).
(5)   Το αποτέλεσμα αυτής της τροφής είναι ζωή τόσο εδώ, όσο και μετέπειτα, όπως ήδη στο σ. 51 διακήρυξε ο Κύριος.
«Είναι βέβαια ζωή από τη φύση του (ο Κύριος) , αφού γεννήθηκε και από ζωντανό Πατέρα, όμως ζωοποιό καθόλου λιγότερο είναι και το άγιο σώμα του… αφού ενώθηκε κατά τρόπο ανέκφραστο με τον Λόγο που ζωογονεί τα πάντα… Και επειδή ακριβώς η σάρκα του Σωτήρα έγινε ζωοποιός, εφόσον είναι ενωμένη κατά φύση με τη ζωή… όταν γευόμαστε αυτήν, τότε έχουμε τη ζωή μέσα μας συνενούμενοι και εμείς με αυτήν» (Κ).
«Διότι αυτή που τρώγεται δεν είναι σάρκα απλού ανθρώπου, αλλά Θεού και μπορεί να θεοποιήσει, επειδή αναμίχτηκε με τη θεότητα» (Θφ).
Είναι βέβαιο σημάδι, ότι δεν έχει κάποιος μέσα του πνευματική ζωή, εάν στερείται πόθου για το Χριστό και δεν αισθάνεται την ανάγκη να μετέχει στο ποτήριο της ζωής. Εάν η ψυχή δεν πεινά και δεν διψά, ασφαλώς είναι νεκρή. Είναι σύμπτωμα πραγματικής νέκρωσης, εάν παραμένουμε νεκροί απέναντι σε μία τέτοια βρώση και πόση. Το να τρώει κάποιος και να πίνει το σώμα και αίμα του Χριστού και να τρέφεται με τη διδασκαλία του και τις υπόλοιπες χάριτές του, προϋποθέτει όρεξη και επιθυμία για το Χριστό.
Η πνευματική βρώση και πόση αρχίζει από πείνα και δίψα (Ματθ. ε 6), από σφοδρό πόθο του Χριστού που εκδηλώνεται με την επίκληση: Δώσε μου το Χριστό, διότι αλλιώς πεθαίνω. Και ο χορτασμός με το Χριστό συντελείται με την προσοικείωσή του, ώστε ο Χριστός να γίνει δικός μας μέχρι σημείου ώστε να γίνουμε ένα μαζί του. Το να τρέφεται κάποιος με το Χριστό ισοδυναμεί με το να πράττει τα πάντα στο όνομά του, με ένωση μαζί του και με τις δυνάμεις, τις οποίες θα αντλούμε από αυτόν, ώστε να μπορούμε μαζί με τον Παύλο να πούμε: «Δεν ζω πλέον εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός».

Ιω. 6,54 ὁ τρώγων μου(1) τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει(2) ζωὴν αἰώνιον(3), καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ(4).
Ιω. 6,54 Εκείνος που τρώγει την σάρκα μου, δια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, και πίνει το αίμά μου, έχει ζωήν αιώνιον και εγώ θα τον αναστήσω ένδοξον κατά την μεγάλην ημέραν της κρίσεως.
(1)   «Συνεχώς φέρνει το λόγο στα μυστήρια, δείχνοντας το αναγκαίο του πράγματος και ότι αυτό οπωσδήποτε πρέπει να γίνει» (Χ).
Αξιοσημείωτη η χρήση του ενεστώτα= Εκείνος, ο οποίος συνεχώς και κατ’ εξακολούθηση τρώει, εκείνος ο οποίος διαρκώς τρέφεται και ο οποίος συνεχώς πίνει (β). Η χρήση της λέξης τρώω σε συνδυασμό με την ακόλουθη λέξη «την σάρκα», τονίζει την πραγματική λήψη τροφής από το στόμα. Δες και Ματθ. κδ 38. Κυριολεκτικά λοιπόν και χωρίς να μπορεί να παραγνωριστεί, αναφέρεται στη θεία Ευχαριστία (χ).
(2)   Έχει ήδη από την παρούσα ζωή. Με το μεν «έχει» αναφέρεται στον παρόντα χρόνο, από τον οποίο γίνεται η μετάδοση αυτής της ζωής, ενώ με το ακόλουθο «θα αναστήσω» υπόσχεται και τη ζωή στο μέλλον.
«Όπως δηλαδή παίρνοντας κάποιος έναν σπινθήρα τον καταχωνιάζει μέσα σε πολλά άχυρα για να διατηρεί το σπέρμα της φωτιάς, έτσι και ο Κύριος… κρύβει με τη σάρκα του τη ζωή μέσα μας, και σαν κάποιο σπέρμα εγκαθιστά μέσα μας την αθανασία, αφανίζοντας όλη τη φθορά που υπάρχει μέσα μας» (Κ).
Το σπέρμα αυτό της αθανασίας που ήδη από τώρα κρύβεται μέσα μας, θα λάμψει στην ένδοξη ανάσταση.
(3)   Το να ζω αιώνια δεν σημαίνει απλώς να υπάρχω αιώνια. Και οι κατάδικοι στον Άδη θα υπάρχουν αιώνια. Ζωή αιώνια εδώ σημαίνει ζωή μακάρια.
(4)   Για τη συνεχή επανάληψη (στους σ. 39,40,44) της φράσης, δες σ. 39 (β). «Συχνά πυκνά ξεδιπλώνει και τον λόγο για τη ζωή και την ανάσταση, επειδή θέλει να τον εντυπώσει στη διάνοια των ακροατών» (Ζ).
Στρέφει ο Κύριος την προσοχή κάθε πιστού στο ένδοξο τέρμα, στο οποίο θα οδηγήσει αυτόν η πνευματική αυτή τροφή. Συμμετοχή της ζωής του Χριστού και ένδοξη ανάσταση από τους νεκρούς συνδέονται μεταξύ τους αναπόσπαστα (δες και Ρωμ. η 10,11). Η ανάσταση αυτή θα αποτελέσει την πλήρη αποκατάσταση της πεσμένης ανθρώπινης φύσης και την ολοκληρωτική και οριστική κατανίκηση της αμαρτίας με τη θεία χάρη (g).

Ιω. 6,55 ἡ γὰρ(1) σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις(2), καὶ τὸ αἷμά μου ἀληθῶς ἐστι πόσις(3).
Ιω. 6,55 Διότι η σαρξ μου είναι πράγματι πνευματική τροφή και το αίμα μου είναι πράγματι πνευματικόν ποτόν. Και εκείνος που κοινωνεί από αυτά έχει ζωήν αιώνιον.
(1)   Αιτιολογεί την αλήθεια που εκτέθηκε στους σ. 53 και 54 αρνητικά και θετικά. Θα έχει ζωή αιώνια διότι η σάρκα μου…
(2)   Όχι η πράξη του να τρώει, αλλά το ίδιο το τρωγόμενο δηλαδή η τροφή. Δες δ 32 (β).
(3)   Ή, σύμφωνα με άλλη γραφή: αληθής εστί… Δύο ερμηνείες:
«Ή, αυτό θέλει να πει, ότι δηλαδή αληθινή τροφή είναι αυτή, η οποία σώζει την ψυχή» (Χ).
«Αληθινή τροφή είναι αυτή που δεν είναι βοηθός της πρόσκαιρης και χαμένης ζωής, αλλά που προετοιμάζει την αιώνια. Αυτό είναι και αληθινό ποτό, το οποίο δεν επαρκεί για λίγο στη δίψα, αλλά καθιστά παντοτινά χωρίς ανάγκη αυτόν που χόρτασε με αυτό» (Απ).
Και συνεπώς «η μεν τροφή του μάννα αφού για λίγο… ικανοποίησε την ανάγκη του σώματος… ασθένησε πάλι χωρίς να βάλει μέσα σε εκείνους που την είχαν φάει την αιώνια ζωή· άρα λοιπόν δεν ήταν τροφή αληθινή… ενώ το άγιο σώμα του Χριστού, παρέχοντας τροφή προς αθανασία και ζωή αιώνια, είναι πραγματικά τροφή αληθινή. Αλλά ήπιαν εκείνοι και νερό από το βράχο… Ποια όμως ήταν η ωφέλεια για αυτούς που ήπιαν; Διότι έχουν πεθάνει. Άρα λοιπόν ήταν και εκείνο όχι αληθινό ποτό, αλλά αληθινό πραγματικά ποτό είναι το τίμιο αίμα του Χριστού, το οποίο ξεριζώνει από τα θεμέλια όλη τη φθορά και ανατρέπει το θάνατο που κατοίκησε μέσα στην ανθρώπινη σάρκα» (Κ).
«Τα λέει αυτά, δείχνοντας, ότι δεν ήταν απλού ανθρώπου η σάρκα, αλλά του Υιού, γεμάτη από όλη τη θεότητα της Τριάδας» (αμ).
«Αν και βεβαίως δεν τρώμε τον Λόγο, έτσι όπως είναι από τη φύση του Λόγος, διότι πώς θα μπορούσαμε να φάμε αυτόν που δεν αγγίζεται και είναι ασώματος και δεν πιάνεται ούτε από τα μάτια ούτε από τα δόντια; Αλλά επειδή ενώθηκε με τη σάρκα με τέλεια ένωση, και αυτή η σάρκα είναι ζωοποιός, παρόλο που έχει μείνει αυτό που είναι και δεν μεταβλήθηκε στη φύση του ίδιου του Λόγου» (Σβ).
Για αυτό «αυτή είναι και αληθινή τροφή, διότι δεν διαρκεί για λίγο καιρό, ούτε φθείρεται, όπως ακριβώς η ρευστή τροφή, αλλά είναι βοηθός της αιώνιας ζωής» (Θφ).
Η ερμηνεία αυτή, με την οποία συμφωνεί περισσότερο η γραφή «αληθής εστί», είναι και η περισσότερο αρμόζουσα στη σειρά του λόγου.
Η άλλη ερμηνεία: «Ή, θέλει να τους βεβαιώσει για αυτά που ειπώθηκαν, ώστε να μη νομίζουν ότι ο λόγος αυτός είναι αίνιγμα και παραβολή, αλλά να καταλάβουν, ότι οπωσδήποτε πρέπει να φάνε το σώμα» (Χ).
Δηλαδή σύμφωνα με αυτήν, θα αποδώσουμε το σ. ως εξής: Το σώμα μου πραγματικά θα φαγωθεί γινόμενο πράγματι τροφή για τον καθένα από εσάς και το αίμα μου πραγματικά θα δοθεί για πιοτό. Και η ερμηνεία αυτή είναι αξιόλογη.

Ιω. 6,56 ὁ τρώγων μου(1) τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ(2).
Ιω. 6,56 Καθένας που τρώγει την σάρκα μου και πίνει το αίμα μου, ενώνεται μαζή μου στενότατα εις ένα πνευματικόν σώμα, ώστε αυτός να μένη μέσα εις εμέ και εγώ να μένω μέσα εις αυτόν και να τον μεταβάλλω εις κατοικητήριον της θεότητος.
(1)   «Με αυτά μας διδάσκει με πολλούς τρόπους και επειδή είναι κάπως δύσκολα κατανοητός ο λόγος από τους αμαθέστερους… τούς ανακουφίζει με ποικίλους τρόπους επαναλαμβάνοντας διαρκώς τα ίδια» (Κ).
(2)   «Το έλεγε αυτό δηλώνοντας, ότι αναμιγνύεται με αυτόν» (Χ).
«Ενώνεται με εμένα με τη μετάληψη και κοινωνία της σάρκας μου και του αίματός μου, και γίνεται σύσσωμος (=έχει το ίδιο σώμα) με εμένα» (Ζ),
«και κατά κάποιο τρόπο συνενώνεται και αναμιγνύεται με αυτόν… ώστε μέσα στο Χριστό να βρίσκεται αυτός, και ο Χριστός πάλι μέσα σε αυτόν» (Κ).
Η φράση «μένω μέσα στο Χριστό» ή «μέσα στο Θεό» δεν συναντιέται στους συνοπτικούς αλλά είναι αποκλειστική του Ιωάννη. Με γενική μυστική έννοια χρησιμοποιεί αυτήν ο Ιωάννης στην Α Καθολική επιστολή (β 6,γ 6,24,δ 12,16), στο ευαγγέλιο όμως χρησιμοποιείται 2 φορές, εδώ και στο ιε 4-7, με ειδικότερη έννοια, διότι λέγεται σε άμεση αναφορά με τη θεία Ευχαριστία. Για την έννοια που εκφράζεται με αυτήν δες Ιω. ιε 1 και εξής (β).
Μένω μέσα στο Χριστό σημαίνει ενσωματώνομαι στο Χριστό και γίνομαι σύσσωμος με το Χριστό· κατά κάποιο τρόπο μεταφυτεύομαι σε νέο πεδίο, όπου η πλήρης δικαίωση και η αγιότητα του Χριστού παρέχεται. Σημαίνει προσοικειώνομαι τη θυσία του Χριστού, πεθαίνω μαζί με το Χριστό και συνανασταίνομαι σε νέα εν Χριστώ ζωή (g). Μένουμε μέσα στο Χριστό διότι είμαστε μέλη του· μένει ο Χριστός μέσα μας, διότι είμαστε ναός του (Αυ).

Ιω. 6,57 καθὼς(1) ἀπέστειλέ με(2) ὁ ζῶν πατὴρ(3) κἀγὼ ζῶ διὰ τὸν πατέρα(4), καὶ ὁ τρώγων με κἀκεῖνος(5) ζήσεται(6) δι᾿ ἐμέ(7).
Ιω. 6,57 Καθώς με έστειλε ο Πατήρ, ο οποίος έχει από τον ευατόν του την ζωήν και είναι η πηγή της ζωής, και εγώ ως άνθρωπος έχω ζωήν αθάνατον από τον Πατέρα, και ζω δια τον Πατέρα, έτσι και εκείνος, ο οποίος δια της θείας Ευχαριστίας με μεταλαμβάνει, θα ζήση, διότι θα πάρη από εμέ την ζωήν.
(1)   Σύνθεση που συχνά συναντιέται στον Ιωάννη. Δεν μπορεί όμως σύμφωνα με τον β. να εξηγηθεί παντού στον Ιωάννη με τον ίδιο τρόπο. Έτσι στα ιε 9,ιζ 18 και κ 21 πρέπει να ερμηνεύσουμε: Όπως με αγάπησε (ή με απέστειλε) ο Πατέρας έτσι και εγώ αγάπησα (ή στέλνω) εσάς. Στο ιζ 21 το κἀγὼ έχει την έννοια του απλού «και εγώ», χωρίς την έννοια του «έτσι». Ομοίως και εδώ.
Όμως θα μπορούσε να σημειωθεί ότι εδώ η σύγκριση είναι μεταξύ της ζωής του σαρκωμένου Λόγου και της ζωής των πιστών όπως γίνεται αυτή και στα ιγ 15,33 και Α΄Ιω. β 6,δ 17. Συνεπώς η απόδοση του «καθώς» πρέπει να αναζητηθεί στην πρόταση «και ο τρώγων με…», όπου το «και» λέγεται αντί για το «έτσι», το οποίο αποφεύγει ο ευαγγελιστής να πει, διότι η αναλογία μεταξύ των δύο σχέσεων δεν είναι πλήρης. Διότι η πρώτη σχέση («ζω για τον πατέρα») εκφράζει όχι μόνο το πρότυπο αλλά και την αρχή και ηθική αιτία της δεύτερης («θα ζήσει για εμένα»). Και η δεύτερη αυτή, όσο και αν είναι ανάλογη με την πρώτη, έχει την ύπαρξή της και την αιτία της σε αυτήν (g),
(2)   «Όταν λέει ο Υιός για τον εαυτό του ότι έχει αποσταλεί, τότε δηλώνει το ότι έχει σαρκωθεί, και τίποτα άλλο, και όταν λέμε ότι έχει σαρκωθεί, εννοούμε ότι έγινε άνθρωπος ως προς όλα. Όπως ακριβώς, λέει, με έκανε ο Πατέρας άνθρωπο» (Κ). «Η αποστολή είναι το άδειασμα του εαυτού του και το ότι πήρε πάνω του τη μορφή δούλου· και αυτή είναι η σωστή έννοια, που διασώζει συγχρόνως και την ισότητα της φύσης του Υιού με τον Πατέρα… Είναι σαν να έλεγε: Η κένωσή μου (άδειασμα) έφερε ως αποτέλεσμα το ότι ζω για τον Πατέρα» (Αυ).
«Νομίζω ότι δεν αναφέρεται στην προαιώνια ζωή του (διότι κάθε τι που ζει για άλλον δεν μπορεί να είναι αυτοζωή…) αλλά ζωή εννοεί αυτήν που έζησε με σάρκα και που συνέβη σε αυτόν το χρόνο, την οποία έζησε για τον Πατέρα. Διότι με τη θέληση αυτού ήλθε στη ζωή των ανθρώπων και δεν είπε: Εγώ έζησα για τον Πατέρα μου, αλλά εγώ ζω για τον Πατέρα, δηλώνοντας σαφώς τον παρόντα χρόνο» (Β).
Σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή ο Χριστός ως Λυτρωτής και Σωτήρας και μεσίτης, που δημιουργήθηκε από την θεότητα που κατοικούσε μέσα του, αντλεί και την πνευματική και ηθική ζωή από τον Πατέρα, και έτσι ζώντας εξαιτίας του Πατέρα, γίνεται πηγή ζωής και για αυτούς που τον τρώνε, οι οποίοι έτσι ζουν εξαιτίας του (g).
Μπορεί όμως το χωρίο να αποδοθεί και στη θεία φύση του Κυρίου. Δηλαδή θα ερμηνεύσουμε: «Επειδή ακριβώς όντας Θεός Λόγος γεννήθηκα ζωή από την από τη φύση της ζωή… Επειδή ακριβώς γεννήθηκε από Πατέρα που δίνει ζωή, για αυτό και ισχυρίστηκε ότι ζει ο ίδιος. Γιατί δεν ήταν δυνατόν να μην ζει αυτός που προέρχεται από Πατέρα που είναι ζωή. Και όπως αν κάποιος από εμάς λέει, Είμαι άνθρωπος λογικός εξαιτίας του πατέρα μου, γιατί είμαι τέκνο λογικού ανθρώπου, έτσι να σκεφτείς και για τον ίδιο τον Μονογενή. «Ζω», λέει, «εξαιτίας του Πατέρα». Επειδή δηλαδή είναι ζωή από τη φύση του ο πατέρας που με γέννησε, και είμαι ευφυές και γνήσιο γέννημά του, φέρω αυτό που έχει αυτός από τη φύση του, δηλαδή το να είμαι ζωή» (Κ).
«Όχι ότι η ζωή του και το είναι του εξαρτώνται από εκεί, αλλά ότι από εκεί υπάρχει άχρονα και αναίτια» (Γ).
(3)   Η φράση υπάρχει μόνο εδώ. Σχετική και η φράση στο ε 26. Ο τίτλος όμως «ζωντανός Θεός» βρίσκεται και στην Π. και στην Κ.Δ. (Δευτ. ε 26,Ματθ. ιστ 16,Πράξ. ιδ 15,Β΄Κορ. στ 16)(β).
(4)   Όχι τον σκοπό, αλλά «την αιτία υπαινίσσεται εδώ μόνο» (Χ).
«Εάν ο Υιός ζει λόγω του Πατέρα, τότε ζει λόγω άλλου και όχι λόγω του εαυτού του. Αυτός όμως που ζει λόγω άλλου, δεν μπορεί να είναι αυτοζωή… Αυτό που ειπώθηκε λοιπόν πρέπει να το αποδώσουμε στην ενανθρώπηση και όχι στη θεία φύση (του Χριστού)» (Β).
Ο Ιησούς Χριστός ως μεσίτης ζει «εξαιτίας του Πατέρα». Έχει ζωή μέσα στον εαυτό του (Ιω. ε 26) αλλά έχει αυτήν από τον Πατέρα. Ο Πατέρας έστειλε αυτόν κάνοντάς τον και θησαυρό θείας ζωής για εμάς. Φύσηξε στο νέο Αδάμ την πνοή της πνευματικής ζωής, όπως και στον πρώτο Αδάμ την πνοή της φυσικής ζωής. Οι πραγματικοί πιστοί λαμβάνουν την θεία αυτή ζωή με την ένωσή τους με το Χριστό.
(5)   «Ποια σχέση υπάρχει μετά τα λόγια του «αυτός που τρώει τη σάρκα μου μένει μέσα μου», με τα λόγια που ακολουθούν «όπως με έστειλε ο ζωντανός Πατέρας και εγώ ζω λόγω του Πατέρα;». Έχει πολλή αρμονία αυτό που λέχθηκε. Επειδή δηλαδή μιλούσε παντού και πάντα για την αιώνια ζωή, για να επιβεβαιώσει αυτό, πρόσθεσε, «μένει μέσα μου». Διότι, αν μένει μέσα μου και εγώ ζω, είναι φανερό ότι θα ζήσει και εκείνος» (Χ).
Η σκέψη που εκφράζεται σε αυτήν την πρόταση είναι βαθύτατη. Ο Ιησούς μόνος αντλεί κατά άμεσο τρόπο από τον Πατέρα· τη ζωή λοιπόν, την οποία Αυτός μόνος αντλεί από τον Πατέρα, μεταδίδει στους ανθρώπους. Κατά κάποιο τρόπο στον Ιησού η ζωή αυτή παίρνει μορφή προσιτή και σε εμάς. Και όπως η απέραντη ζωή της φύσης δεν γίνεται προσιτή στον άνθρωπο παρά μόνο στο βαθμό που συγκεντρώνεται σε κάποιο καρπό ή σε κάποιο τεμάχιο άρτου έτσι και η θεία ζωή δεν γίνεται μερίδα δική μας παρά μόνο στο βαθμό που ενσαρκώνεται στον υιό του ανθρώπου, στον Ιησού. Έτσι λοιπόν ο Χριστός είναι για εμάς άρτος ζωής (g). «Διότι τρώμε τη σάρκα του και πίνουμε το αίμα του και γινόμαστε μέτοχοι, λόγω της ενανθρώπησής του, της αισθητής ζωής, του Λόγου και της σοφίας. Διότι σάρκα και αίμα ονόμασε όλη την μυστική του έλευση και με αυτές τις λέξεις δήλωσε την πρακτική και φυσική και θεολογική διδασκαλία, με την οποία τρέφεται η ψυχή και προετοιμάζεται στο να δει αυτά που υπάρχουν» (Β).
Τη ζωή του οι πιστοί την έχουν από το Χριστό (Ιω. α 16) και είναι κρυμμένη αυτή στο Χριστό (Κολ. γ 4). Ζούμε μέσω αυτού όπως τα μέλη από το κεφάλι, όπως τα κλαδιά από τη ρίζα. Ζούμε και θα ζήσουμε, επειδή ζει και αυτός.
(6)   «Ζωή εδώ δεν εννοεί την απλή ζωή, αλλά την ένδοξη… Διότι πράγματι, ζουν όλοι οι άπιστοι και οι αμύητοι, αν και δεν έφαγαν από τη σάρκα εκείνη» (Χ).
(7)   «Θα ζήσει εξαιτίας μου με το να αναμιχθεί κατά κάποιο τρόπο με μένα και να μεταβληθεί σε εμένα, ο οποίος μπορώ να ζωογονώ» (Θφ).

Ιω. 6,58 οὗτός(1) ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ πατέρες ὑμῶν τὸ μάννα(2) καὶ ἀπέθανον(3)· ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα(4).
Ιω. 6,58 Αυτός που σας είπα είναι ο άρτος που έχει κατεβή από τον ουρανόν. Δεν είναι σαν το μάννα που έφαγαν οι πατέρες σας εις την έρημον και έζησαν επί ολίγα έτη και στο τέλος απέθαναν• εκείνος που τρώγει αυτόν τον άρτον θα ζήση αιωνίως”.
(1)   «Συνεχώς επαναλαμβάνει το ίδιο, ώστε να το εντυπώσει στη διάνοια αυτών που ακούνε» (Χ).
Ο σ. αυτός αποτελεί περίληψη του όλου λόγου. Για αυτό επανέρχεται στα λεγόμενα στο σ. 33 για τον ουράνιο άρτο και καταλήγει στα λεγόμενα στο σ. 51. Η πρώτη φράση «οὗτός ἐστιν… καταβάς» είναι σχεδόν πιστή επανάληψη από το σ. 50, όπως και η δεύτερη φράση «καθώς έφαγον… απέθανον» επαναλαμβάνει τον σ. 49 (β).
(2)   Είναι ένα είδος ανακόλουθου σχήματος (β). Η σύνταξη θα ήταν ομαλή ως εξής: Ή «δεν θα πεθάνουν αυτοί που τον τρώνε, όπως έφαγαν οι πατέρες σας το μάννα και πέθαναν» (Ζ). Ή, όχι άρτος όπως εκείνος, τον οποίον έφαγαν… (ο).
(3)   «Πέθαναν στο σώμα τους» (Ζ). Και είναι μεν αλήθεια ότι και «αυτοί που τρώνε αυτόν τον άρτο» που κατέβηκε από τον ουρανό «πεθαίνουν στο σώμα, αλλά αυτοί» έχοντας μέσα τους την πνευματική ζωή και «πεθαίνοντας με ελπίδα αιώνιας ζωής, δεν φαίνονται ότι πέθαναν, αλλά ότι κοιμούνται» (Ζ). Όπως ήδη λέχθηκε, η ζωή που μεταδίδεται σε εμάς από τον ουράνιο άρτο θα εκδηλωθεί στην τέλεια έκφρασή της με την ένδοξη ανάσταση από τους νεκρούς αυτών που ζωοποιήθηκαν από το Χριστό.
(4)  Επαναλαμβάνεται και αυτό από το σ. 51 με την αντικατάσταση του «ἐάν τις φάγῃ ἐκ» με το «τρώγων τον».
«Παντού αναφέρει τη ζωή και συχνότατα φέρνει στο προσκήνιο αυτόν τον όρο, επειδή τίποτα δεν είναι τόσο γλυκό στους ανθρώπους, όσο αυτό το πράγμα» (Θφ).

Ιω. 6,59 Ταῦτα εἶπεν ἐν συναγωγῇ(1) διδάσκων ἐν Καπερναούμ(2).
Ιω. 6,59 Αυτά είπεν ο Ιησούς μέσα εις την συναγωγήν της Καπερναούμ, διδάσκων τα πλήθη.
(1)   Αυτού του σπουδαιότατου λόγου ο Ιωάννης βρίσκει αξιομνημόνευτο τον τόπο και την δημοσιότητα (g).
«Αφού ο σοφότατος ευαγγελιστής μας πρόσφερε εξήγηση θαυμαστών μυστηρίων, αναθέτει εύλογα στο Σωτήρα Χριστό την αρχή της διδασκαλίας για αυτά… Πάρα πολύ σωστά λοιπόν προσθέτει το «στη συναγωγή»» δηλώνοντας ότι «δεν τα άκουσαν αυτά να τα λέει ο Χριστός ένας τυχόν ή δύο άνθρωποι, αλλά παρουσιάζεται να τα έχει διδάξει ολοφάνερα μέσα στη συναγωγή παρουσία όλων… Και προσθέτει ότι «και στην Καπερναούμ»… για να φαίνεται ότι κάνει ακριβή αναφορά» (Κ).
Η έλλειψη του άρθρου («ἐν συναγωγῇ») προσδίδει την έννοια όχι μόνο του τόπου, αλλά και της συνάθροισης στη συναγωγή=σε πλήρη συναγωγή· σε πλήρη συνάθροιση στη συναγωγή (g).
«Διότι ήθελα ταυτόχρονα και το πλήθος να ελκύσει από τη μία, και να δείξει από την άλλη, ότι δεν είναι αντίθετος με το νόμο που διαβαζόταν στις συναγωγές» (Θφ).
(2)   «Στην Καπερναούμ, όπου είχαν γίνει τα περισσότερα θαύματα, ώστε έπρεπε κατεξοχήν εκεί να ακουστεί αυτός» (Χ).

Ιω. 6,60 Πολλοὶ(1) οὖν ἀκούσαντες ἐκ τῶν μαθητῶν(2) αὐτοῦ εἶπον· σκληρός(3) ἐστιν οὗτος ὁ λόγος(4)· τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν(5);
Ιω. 6,60 Πολλοί τότε από τους μαθητάς του, όταν ήκουσαν αυτά είπον• “είναι σκληρός αυτός ο λόγος• ποιός ημπορεί να τον ακούη και να τον πιστεύει; Πως είναι δυνατόν να φάγη κανείς σάρκα ανθρωπίνην;”
(1)   Ο παρών σ. και οι ακόλουθοί του (60-65) παρέχουν σε εμάς παράδειγμα της ιδιότητας, την οποία έχει η αλήθεια να διαχωρίζει μεταξύ τους τούς ανθρώπους, προκαλώντας αποστασία στους σαρκικούς ανθρώπους (ο). Όχι λίγοι αλλά πολλοί σκανδαλίστηκαν. Από τις διάφορες ποιότητες της γης, η οποία δέχτηκε τον σπόρο, μόνο ένα στα 4 έφερε καρπό.
(2)   Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία:
«Ήταν μεν μαθητές του, αλλά όχι από τους δώδεκα, αλλά από τους εβδομήντα», ή, πιο σωστά
«από αυτούς που είχαν μαθητεύσει σε αυτόν με άλλους τρόπους· διότι και πολλοί άλλοι τον ακολουθούσαν πολλές φορές» (Ζ).
«Διότι πράγματι στους μαθητές ήταν κάποιοι, οι οποίοι, ως προς μεν τον όχλο συγκρινόμενοι, λέγονταν μαθητές του· διότι παρέμεναν κοντά του περισσότερο καιρό από όσο οι όχλοι· συγκρινόμενοι όμως με τους αληθινούς μαθητές του, δεν ήταν καθόλου άξιοι, διότι πίστεψαν σε αυτόν για λίγο καιρό» (Θφ).
Αυτοί διαχωρίζονται σαφώς από τους 12 (σ. 66-67).
(3)   Στην κυριολεξία σημαίνει «τραχύς, επίπονος, κουραστικός» (Χ).
Εδώ θα ερμηνεύσουμε «δύσκολα παραδεκτός» (Ζ), όχι απλώς δυσνόητος, διότι τότε οι σκανδαλιζόμενοι δεν θα ήταν υπεύθυνοι.
«Ήταν πράγματι σκληρός ο λόγος που νομιζόταν ότι καθιστά τους ακροατές τίποτα σαρκοφάγους και αιμοβόρους» (Θμ).
«Θεωρούσαν ασύνετα το πνευματικό μυστήριο ως ανοησία… λέγοντας το μεν πονηρό καλό, το δε καλό πονηρό» (Κ).
(4)   Ποιός; Αφ’ ενός μεν το ότι «είναι αδύνατον να σωθεί αυτός που δεν έφαγε τη σάρκα του» (Χ), το οποίο προκάλεσε σε αυτούς την απορία που εκδηλώθηκε με την ερώτηση στο σ. 52 («Πώς μπορεί αυτός να μας δώσει να φάμε τη σάρκα του;»).
«Νόμιζαν δηλαδή ότι καλούνταν σε κάποια ωμότητα που ταιριάζει στα θηρία, ώστε να τρώνε κατά τρόπο απάνθρωπο σάρκες, και προστάζονταν να πίνουν αίμα» (Κ).
Οι Ιουδαίοι «κατάλαβαν σύμφωνα με τις επιθυμίες τους και ανθρώπινα, ότι ο Ιησούς ήταν αποφασισμένος να διαμοιράσει την σάρκα, την οποία ο Λόγος ντύθηκε, σε τεμάχια, όπως ήταν» (Αυ).
Από την άλλη πάλι το ότι «είπε ότι έχει κατέβει από τον ουρανό» και «υπόσχεται ζωή και ανάσταση» (Χ), όπως φαίνεται από τα λόγια του Κυρίου στο σ. 62 για την επιστροφή του στους ουρανούς και τα οποία αποτελούν απάντηση στους σκανδαλισμένους. Εάν, τη στιγμή που βρήκαν σκληρό το λόγο, ζητούσαν από τον Ιησού ταπεινά να εξηγήσει αυτόν σε αυτούς, ο Κύριος θα διασαφήνιζε αυτόν και θα φώτιζε τις διάνοιές τους σχετικά με αυτόν. Αλλά δεν ήθελαν ο λόγος αυτός να εξηγηθεί σε αυτούς, διότι είχαν πεποίθηση στη γνώμη τους και νόμιζαν ως αλάνθαστη την κρίση τους, ότι «είναι σκληρός αυτός ο λόγος».
(5)   Ποιός μπορεί ήσυχα να ακούει τέτοιο λόγο; «Ποιός μπορεί να παραδεχτεί αυτόν;» (Ζ).

Ιω. 6,61 εἰδὼς(1) δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐν ἑαυτῷ(1) ὅτι γογγύζουσι περὶ τούτου οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο ὑμᾶς σκανδαλίζει(2);
Ιω. 6,61 Ο Ιησούς αντελήφθη, με την θείαν του γνώσιν, ότι γογγύζουν δια το ζήτημα αυτό οι μαθηταί του και τους είπε• “αυτό σας σκανδαλίζει;
(1)   Ο σιναϊτικός έχει τη γραφή: Έγνω ουν… και είπε.
«Διότι και αυτό είναι απόδειξη της θεότητάς του, το να αποκαλύπτει τα απόρρητα» (Χ). Βεβαίως οι Ιουδαίοι είχαν εκδηλώσει εμφανώς τον σκανδαλισμό τους. Οι μαθητές όμως «μεταξύ τους κρυφά γόγγυζαν» (Ζ). Αλλά και εάν κάποιοι από αυτούς εκδήλωσαν κάποια σημάδια αυτού του σκανδαλισμού τους, την έκταση και το βάθος αυτού του σκανδαλισμού, μόνο το μάτι του Κυρίου, που γνωρίζει τους διαλογισμούς των καρδιών, μπορούσε να διακρίνει σαφώς, όπως υπονοεί το «εἰδὼς» (ο). Για αυτού του είδους τη γνώση του Ιησού δες και Ιω. β 25 (β).
(2)   Συναντιέται και στο ιστ 1, κυρίως όμως ανήκει στο λεξιλόγιο των συνοπτικών (β). Πρέπει να το πάρουμε εδώ με την έννοια του βαρύτερου των σκανδάλων, δηλαδή την αποτίναξη της πίστης (g)= Αυτό γίνεται εμπόδιο της πίστης σε εμένα; (δ). Δες πόσοι λόγω των θεληματικών πλανών τους δημιουργούν στους εαυτούς τους εμπόδια. Σκανδαλίζονται εκεί όπου δεν υπάρχει σκάνδαλο.

Ιω. 6,62 ἐὰν οὖν(1) θεωρῆτε(2) τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἀναβαίνοντα(3) ὅπου ἦν τὸ πρότερον(4);
Ιω. 6,62 Εάν λοιπόν, ίδετε τον υιόν του ανθρώπου να ανεβαίνη εκεί όπου ευρίσκετο πριν λάβη σάρκα ανθρωπίνην, θα πιστεύσετε τότε στο πρωτάκουστον αυτό γεγονός;
(1)   Υπάρχει αποσιώπηση, όπου η απόδοση της πρότασης εξυπακούεται έξω από το λόγο. «Λείπει το: τι θα πείτε;» (Ζ).
Ή, δεν θα σκανδαλιστείτε περισσότερο τότε; (g). Η έννοια είναι μάλλον: Πολύ μεγαλύτερα πράγματα θα ακολουθήσουν. Εάν δεν πιστεύετε αυτό, πώς θα πιστέψετε εκείνα; (b).
«Τι λοιπόν; Προσθέτει απορίες στις απορίες; Όχι. Αλλά θέλει να τους συνδέσει με το μέγεθος των δογμάτων… Κάνει και λέει τα πάντα, ώστε να τους αποτρέψει από το να νομίζουν ότι πατέρας του είναι ο Ιωσήφ. Δεν το έλεγε λοιπόν αυτό θέλοντας να αυξήσει το σκάνδαλο, αλλά μάλλον να το εξαφανίσει. Διότι αυτός μεν που θα νόμιζε ότι είναι από τον Ιωσήφ, δεν θα παραδεχόταν τα λεγόμενα, αυτός όμως που θα πειθόταν ότι έχει κατέβει από τον ουρανό και εκεί θα ανέβει, ευκολότερα θα πρόσεχε στα λεγόμενα» (Χ).
(2)   Δες β 23. Λέγεται με την έννοια της σωματικής θέας, με τα μάτια (β).= «Αλλά εάν το θέαμα στηθεί μπροστά στα μάτια σας… εάν λοιπόν δείτε» (Κ). Ο Ιησούς δεν βεβαιώνει, ότι όλοι αυτοί θα έβλεπαν την ανάληψή του, αλλά μιλά σαν για κάτι δυνατό ή κάποιο ενδεχόμενο= Εάν συνέβαινε να δείτε.
(3)   Ή, αναφέρεται στην ύψωση στο σταυρό, η οποία θα σκανδάλιζε τους Ιουδαίους για τους οποίους ο λόγος του Σταυρού υπήρξε σκάνδαλο και ανοησία (Lucke, de Wette, Meyer, Reuss, Weiss). Αλλά για αυτό το ανέβασμα ο ευαγγελιστής χρησιμοποιεί το ρήμα υψωθηναι (g).
Ή, πιο σωστά «αναφέρεται στην ανάληψή του στους ουρανούς που έγινε ύστερα» (Ζ). Με διάφορους τρόπους ερμηνεύθηκε το σκάνδαλο που θα προκαλούνταν από την ανάληψη.
Ή, εάν τώρα, που είμαι μπροστά σας και με έχετε ανάμεσά σας, σκανδαλίζεστε όταν σας λέω, ότι πρέπει να φάτε τη σάρκα μου και να πιείτε το αίμα μου, πολύ περισσότερο θα σκανδαλιστείτε και θα θεωρήσετε το λόγο μου απαράδεκτο, όταν με δείτε να αναλαμβάνομαι στους ουρανούς, άρα και την σάρκα μου και το αίμα μου να εξαφανίζονται από ανάμεσά σας (Godet, Keil και άλλοι).
Ή, «Με ποιο τρόπο θα συμπεριφερθείτε, λέει, όταν θα το δείτε αυτό και να ανεβαίνει στον ουρανό;… Γιατί, εάν σκέφτεστε ότι δεν μπορεί η δική μου σάρκα να εμφυτεύσει μέσα σας τη ζωή, πώς σαν πτηνό θα ανεβεί στον ουρανό; Γιατί, εάν δεν μπορεί να δίνει ζωή, επειδή δεν μπορεί από τη φύση της να δίνει ζωή, πώς θα βαδίσει στον αέρα…; Διότι και αυτό όμοια είναι αδύνατον στη σάρκα» (Κ).
Εάν σκανδαλίζεστε τώρα, που σας λέω ότι πρέπει να φάτε τη σάρκα μου και φαίνεται σε σας δυσπαράδεκτος ο λόγος αυτός, πώς θα σας φανεί και τι σκάνδαλο θα προκληθεί σε εσάς, εάν σας πω για την επάνοδό μου στους ουρανούς;
Αξιολογότατη και η επόμενη ερμηνεία: Ο Κύριος με την ερώτηση αυτή δεν έχει πρόθεση να παρουσιάσει μικρότερη την πρώτη δυσκολία προβάλλοντας στους σκανδαλισμένους άλλη δυσκολία μεγαλύτερη, σαν να λέει: Σκανδαλιστήκατε με αυτό που σας είπα. Πόσο μάλλον θα σκανδαλιστείτε, εάν με δείτε να αναλαμβάνομαι; Μάλλον υπαινίσσεται ο Κύριος, ότι το μέλλον θα λύσει το αίνιγμα, το οποίο προβάλλεται τώρα ως άλυτο και σκανδαλώδες σε αυτούς. Η έννοια λοιπόν της ερώτησής του είναι η εξής: Εάν με δείτε να αναλαμβάνομαι στους ουρανούς, θα εξακολουθείτε να σκανδαλίζεστε με αυτό που σας είπα, ότι δηλαδή είμαι ο άρτος ο ζωντανός που κατέβηκα από τον ουρανό, του οποίοι τη σάρκα και το αίμα πρέπει να φάτε και να πιείτε για να ζωοποιηθείτε; (μ). Η πρώτη εκδοχή και η τελευταία είναι πιο σοβαρές.
(4)   Σαφής μαρτυρία για την προΰπαρξη του Κυρίου και την ένωση του Ιησού Χριστού με τον Λόγο, δηλαδή την σάρκωση και ενανθρώπηση του Λόγου.
«Δεν ανέχεται να διαχωρίζεται σε δύο Χριστούς» και «παντού μετά την ενανθρώπηση διατηρεί αδιάσπαστο τον εαυτό του. Διότι λέει ότι ο Υιός του ανθρώπου ανεβαίνει όπου ήταν πρωτύτερα, μολονότι το προερχόμενο από τη γη σώμα δεν ήταν στον ουρανό πριν από το γεγονός αυτό… Γιατί ένας είναι ο Υιός, και πριν από τη σάρκωση και μετά τη σάρκωση, και δεν θα θεωρήσουμε ότι είναι ξένο του Λόγου το δικό του σώμα… Λέγοντας βέβαια ότι θα ανέβει εκεί που ήταν και πρωτύτερα, δίνει κατά κάποιο τρόπο στους ακροατές να σκεφτούν, ότι κατέβηκε από τον ουρανό» (Κ).

Ιω. 6,63 τὸ πνεῦμά(1) ἐστι τὸ ζωοποιοῦν, ἡ σὰρξ(2) οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν· τὰ ῥήματα(3) ἃ ἐγὼ λαλῶ(4) ὑμῖν, πνεῦμά ἐστι καὶ ζωή(3) ἐστιν.
Ιω. 6,63 Σας λέγω δε και τούτο• Το Αγιον Πνεύμα είναι εκείνο που ζωοποιεί. Η δε σαρξ μου δίδει ζωήν αιώνιον, διότι ακριβώς έχει συλληφθή από το Πνεύμα το Αγιον και κατοικεί εις αυτήν το Πνεύμα. Καθε άλλη σαρξ δεν ωφελεί τίποτε. Τα λόγια, τα οποία εγώ σας διδάσκω, είναι πνεύμα Θεού, δι’ αυτό δε έχουν και μεταδίδουν ζωήν.
(1)   Ή «Πνεύμα λέει τώρα, το να καταλαβαίνουν τα λεγόμενα με πνευματικό τρόπο και ομοίως σάρκα λέει, το να τα καταλαβαίνουν σαρκικά… Λέει λοιπόν, ότι το να τα καταλαβαίνουν μεν αυτά με πνευματικό τρόπο, παρέχει ζωή,… ενώ το να τα καταλαβαίνουν αυτά σαρκικά, δεν ωφελεί τίποτα» (Ζ).
«Τι όμως σημαίνει το να τα κατανοήσουν σαρκικά; Το να βλέπουν απλώς σε αυτά που φαίνοντα μπροστά τους και να μην φαντάζονται κάτι περισσότερο· διότι αυτό σημαίνει σαρκικά. Πρέπει όμως… όλα τα μυστήρια να τα βλέπουν με τα εσωτερικά μάτια· διότι αυτό σημαίνει πνευματικά» (Χ).
Πιο σωστή η ερμηνεία: το θείο Πνεύμα «μπορεί να δίνει ζωή», «αλλά όταν νοείται μόνη και καθ’ εαυτήν η φύση της σάρκας, είναι φανερό ότι δεν είναι ζωοποιός… αλλά έχει μάλλον αυτή ανάγκη εκείνου που μπορεί να της δίνει ζωή… επειδή όμως έχει ενωθεί με το Λόγο που δίνει ζωή, έγινε όλη ζωοποιός, μεταπηδώντας προς τη δύναμη του ανωτέρου, και όχι αποσπώντας αυτήν προς τη δική της φύση» (Κ).
«Πνεύμα δηλαδή ζωοποιό είναι η σάρκα του Κυρίου, διότι συλλήφθηκε από το ζωοποιό Πνεύμα. Διότι αυτό που έχει γεννηθεί από το Πνεύμα, είναι Πνεύμα» (Μ. Αθαν. Περί της ενσάρκου επιφανείας του Θεού Λόγου και κατά Αρειανών 16 Migne 26,1011).
(2)   Για αυτό και ο Κύριος δεν λέει ότι «η σάρκα μου», αλλά γενικά «η σάρκα» δεν ωφελεί τίποτα.
«Διότι αυτό δεν θα μας το πραγματοποιήσει μέσα μας η σάρκα τυχόν του Παύλου, αλλά ούτε του Πέτρου, ή κάποιου άλλου» και θα μας ζωοποιήσει, διότι «για μεν όλους τους άλλους θα είναι αληθινός ο λόγος ότι η σάρκα δεν ωφελεί τίποτα· δεν ισχύει όμως μόνο στην περίπτωση του Χριστού, επειδή σε αυτήν κατοίκησε η ζωή, δηλαδή ο Μονογενής» (Κ).
(3)   «Ή, τα λόγια μου πρέπει να τα πάρετε με πνευματικό τρόπο» (Αυ).
«Είναι πνευματικά και ζωντανά (τα λόγια μου), για αυτό δεν πρέπει να βλέπετε σε αυτά απλώς και ως έτυχε… αλλά… να τα καταλαβαίνετε πνευματικά» (Ζ), διότι «αφού δεν έχουν τίποτα το σαρκικό… είναι πάνω από τους νόμους οι οποίοι διέπουν αυτήν τη ζωή και έχουν διαφορετική έννοια» (Χ).
Σχετική και η: «είναι πνευματικά και με το Πνεύμα» ασχολούνται «και είναι ζωοποιά και μιλούν για την κατά φύσιν ζωή» (Κ).
Ή, πιο σωστά, τα λόγια μου είναι η ενσάρκωση και μετάδοση του Πνεύματος· το Πνεύμα κατοικεί μέσα σε αυτά και μεταδίδεται μέσω αυτών. Και για αυτό και μεταδίδουν ζωή (g).
Όπως ακριβώς ο Χριστός είναι η ενσάρκωση του Λόγου, έτσι και τα λόγια του Χριστού είναι κατά κάποιο τρόπο κάτι που ξεχύνεται από αυτόν μεταδίδοντας την ζωοποιό του δύναμη. Όπως στην Π.Δ. ο λόγος του Θεού είναι και περίβλημα δύναμης που μεταδίδει στον άνθρωπο προς τον οποίο απευθύνεται, κάποια ενέργεια του Πνεύματος του Θεού, έτσι και τα λόγια του Ιησού είναι όχι μόνο η έκφραση της σκέψης του, αλλά και εκπόρευση της ενεργού και ζωοποιού δύναμής του (μ). Οι λόγοι του σαρκωμένου Λόγου έχουν μέσα τους δημιουργική δύναμη και ενέργεια, με την οποία αυτοί που πιστεύουν και έχουν το λόγο του Θεού να μένει μέσα τους, αναγεννιούνται και γίνονται και αυτοί Πνεύμα (χ). Με αυτό λοιπόν γνωστοποιεί ο Κύριος σε αυτούς που σκανδαλίστηκαν και θεώρησαν σκληρό το λόγο του, ότι τελείως αντίθετα οι λόγοι του ήταν πηγή ζωής (ο).
(4)   Σύμφωνα με άλλη γραφή: λελάληκα υμιν. Οπότε πρέπει να εννοήσουμε τα λόγια που ειπώθηκαν ήδη για τη σάρκα του στη συναγωγή της Καπερναούμ. Πιο σωστή είναι η γραφή λαλώ, οπότε θα θεωρήσουμε αυτό ότι αναφέρεται γενικώς σε όλα τα λόγια του Κυρίου (g)= Και αυτοί, τους οποίους σας είπα και όλοι οι λόγοι μου, τους οποίους λέω.

(Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 233-245 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα. )

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας, Θφ = Θεοφύλακτος
Αμ = Αμμώνιος, Ι = Ισιδωρος πρεσβύτερος
Αυ = Αυγουστίνος, Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Β = Βασίλειος ο Μέγας, Κλ = Κλήμης Αλεξανδρεύς
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Σβ = Σευήρος Αντιοχείας
Γν = Γρηγοριος Νύσσης, Σχ. = Σχολιαστής ανώνυμος
Ε = Ευσέβιος Καισαρειας, Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζ = Ζιγαβηνός, Ω = Ωριγένης
Θη = Θεόδωρος Ηρακλείας
Θμ = Θεόδωρος Μοψουεστίας
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
b = Bengel κ = Κομνηνός Π.,
β = Bernard. J.H, Edinburg 1928 χ = Hoskyns Edwyn Gl. London 1947
C = Cremer μ. = Macgregor G.H. London 1928
DB = Dict. Of the Bible,Hastings τ = Temple William, London 1945
F = Fillion L. Cl. Paris 1928 σ. = στίχος
G = Crimm
g = Godet F. 1885
o = Owen John, New York 1861
δ = Δαμαλάς Ν, Αθήναι 1940

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Χριστός είναι τα πάντα! (αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου)

Συγγραφέας: kantonopou στις Αύγουστος 24, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για ιησουσ χριστοσ

Ο Ιησούς ωνομάσθη άνθρωπος, ωνομάσθη υιός του ανθρώπου, ωνομάσθη οδός, ωνομάσθη θύρα καί πέτρα…
Διατί ωνομάσθη οδός;
Δια να μάθης ότι μέσω αυτού ανερχόμεθα προς τον Πατέρα του.
Διατί ωνομάσθη πέτρα;
Δια να διδαχθής την ωφελιμότητα και την στερεότητα της πίστεως.
Διατί ωνομάσθη θεμέλιος;
Διά να μάθης ότι βαστάζει όλα.
Διατί ωνομάσθη ρίζα;
Δια να μάθης ότι ανθούμεν εφ’ όσον μένομεν εις αυτόν.
Διατί ωνομάσθη ποιμήν;
Διότι μας ποιμαίνει και μας τρέφει.
Διατί ωνομάσθη πρόβατον;
Διότι προς χάριν μας εθυσιάσθη…
Διατί ωνομάσθη Ζωή;
Διότι μας ανέστησε ενώ ήμεθα νεκροί.
Διατί ωνομάσθη φως;
Διότι μας έβγαλε από το σκοτάδι.
Διατί ωνομάσθη βραχίων;
Διότι είναι ομοούσιος με τον Πατέρα του.
Διατί ωνομάσθη λόγος;
Διότι εγεννήθη από τον Πατέρα…
Διατί ωνομάσθη ιμάτιον;
Διότι με το βάπτισμα έχω ενδυθή αυτόν.
Διατί ωνομάσθη τράπεζα;
Διότι τρώγω αυτόν με το να λάβω μέρος εις τα μυστήρια.
Διατί ωνομάσθη οίκος;
Διότι κατοικώ εις αυτόν.
Διατί ένοικος;
Διότι γινόμεθα ναός του.
Διατί ωνομάσθη κεφαλή;
Διότι έγινα μέλος του σώματός του.
Διατί ώνομάσθη νυμφίος;
Διότι συνεδέθη μαζί μου ως να είμαι νύμφη του.
Διατί ώνομάσθη αγνός;
Διότι με επηρεν ως παρθένον».
(Ί. Χρυσόστομος, Άπαντα 10, 95)

“ΕΚΕΙΝΟΣ”, ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ Ευθυμίου Στυλίου, εκδόσεις Γρηγόρη, σελ. 69-70

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Εκκλησιαστική Παράδοση για την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούλιος 22, 2018

Του Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού Δανιήλ

Κατά τόν 4ο καί 5ο αἰῶνα μ.Χ. ἔχουν διαμορφωθεῖ δύο παραδόσεις περί τοῦ τόπου τοῦ θανάτου καί τῆς ταφῆς τῆς Θεοτόκου, ἡ ἱεροσολυμιτική (Dormitio hierosolymitiana) καί ἡ ἐφεσιανὴ (Dormitio ephesiana). Ἡ ἱεροσολυμιτική εἶναι ἡ ἀρχαιοτέρα καί ἡ ἱστορική παράδοση.

Ἡ ἐφεσιανή προέκυψε ἀπό τά ἀπόκρυφα πού μόνον αὐτὰ διϊσχυρίζονται, ὅτι ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὅταν μετέβη στήν Ἔφεσο ἔφερε μαζί του καί τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Κατά τήν ἱεροσολυμιτική παράδοση ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης μετέβη στήν Ἔφεσο μετά τόν θάνατο τῆς Θεοτόκου.

Κατά τήν ἱεροσολυμιτική παράδοση «ταύτην γάρ (δηλ. τήν Σιών) εἶχεν ἡ Θεομήτωρ ἐπί γῆς ἐνδιαίτημα» (Ἀνδρέου ἐπίσκοπου Κρήτης, Λόγος εἰς τήν Κοίμησιν Migne Ε.Π. 97, 1064).

Μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ Θεοτόκος ἔζησε ἀκόμη μερικά ἔτη πάντοτε στόν κύκλο τῶν μαθητῶν τοῦ Ἰησοῦ καί ὑπό τήν ἰδιαίτερη φροντίδα καί προστασία τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου. Πόσα ἀκριβῶς ἔτη ἔζησε μετά τήν Ἀνάληψη, δέν δύναται νά λεχθεῖ.

Κατά τινα τῶν ἀποκρύφων ἔζησε μόνον δύο ἔτη. Κατ’ ἄλλα πάλι 22. Ὁ χρονογράφος Ἱππόλυτος ὁ Θηβαῖος (7ος αἰώνας μ.Χ.) λέγει, ὅτι ἡ Θεοτόκος ἔζησε ἀκόμη 11 ἔτη καί ὅτι ἀπέθανε σέ ἡλικία 59 ἐτῶν. (Τεμάχια ἐκ τοῦ χρονολογικοῦ συντάγματος Ἰππολύτου τοῦ Θηβαίου περὶ τοῦ

Χριστοῦ, τῆς γεννήσεως τῆς Θεοτόκου, τῶν Ἀποστόλων κ.τ.λ. Migne Ε.Π. 117, 1029 καὶ ἑξῆς). Ἐξ ὅσων πάλι σχετικῶς λέγει ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης, ὅτι «πρός ἔσχατον καταντήσασαν γήρας, μεταστῆναι τῶν τῆδε» φαίνεται ὡς μᾶλλον ὀρθότερη ἡ γνώμη τοῦ Ἱππολύτου τοῦ Θηβαίου.

Κατά πληροφορία ἀπό τό Ἐγκώμιο στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου (Migne Ε.Π. 99, 742Β΄) τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου (826 μ.Χ.), πού προέρχεται ἀπὸ τήν ἴδια ὡς ἄνω παραδόση, ἡ Θεοτόκος προαισθάνθηκε τήν ὥρα τοῦ θανάτου Της καί προσευχήθηκε στόν Υἱό Της Ἰησοῦ καί παρακάλεσε Αὐτόν, νά παρευρεθοῦν κατά τήν ὥρα τοῦ θανάτου Της οἱ στό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου διασκορπισμένοι Μαθητές τοῦ Ἰησοῦ, «οἱ λειτουργήσοντες τά ἐντάφια» Αὐτῆς.

Δέν εἶχε τελειώσει ἀκόμη ἡ προσευχή καί ἰδού καταφθάνουν ὅλοι «οἱ θεμέλιοι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἄρχοντες τῆς οἰκουμένης, οἱ θαυμαστοί ὑπηρέται, τῆς ἐμῆς κηδείας ἐπιβαίνοντες νεφέλης».

Πρός τούς ἐκπλησσομένους γιά αὐτὰ λέγει ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης «καί θαυμαστόν οὐδέν, εἰ τό ἐξᾶραν Ἠλίαν πνεῦμα ποτέ καί διφρηλάτην οὐρανοῦ πυρφόρον ἀναλαβόν ἄρτι, τότε κἀκείνους ἐξαπίνης συνήγαγε διά νεφέλης ἐν πνεύματι. Ράστα γάρ τά πάντα τῷ Θεῷ καθώς ἐν τῷ Ἀββακούμ καί τῷ Δανιήλ ἔγνωμεν».

Κατά τόν ἴδιο Πατέρα ἅγιο Ἀνδρέα τόν Κρήτης «παρῆν ἅπας σχεδόν τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων ὁ θίασος», «τῶν θεοφόρων ὁ στόλος» καί ὡς ἀλλαχοῦ ὅτι, ἦτο μεταξύ αὐτῶν «…καί αὐτός ὁ Παῦλος σύν Τιμοθέῳ καί Ἱεροθέῳ».

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀναφέρει στίς τρεῖς ὁμιλίες του στήν Κοίμηση, ὅτι συμπαρέστησαν καί οἱ Πατριάρχαι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀκόμη δέ καί αὐτοί οἱ Πρωτόπλαστοι Ἀδάμ καί Εὔα.

Σ’ αὐτές ἐκθέτει τήν ἀρχαιοτέρα παράδοση τῆς Ἐκκλησίας σέ πληρέστατη μορφή (Migne Ε.Π. 96 700 καί ἑξῆς καί Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ «Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ», ἔκδοσις Εὐαγοῦς Ἱδρύματος «Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσσος», Ἀθῆναι 1970).

Τά κατά τόν θάνατο τῆς Θεοτόκου θαυμαστά συμβάντα εἶναι κατά τόν πρύτανι τῶν θεολόγων Πατέρων τά ἑξῆς : «Ἡ ἐπί τῶν νεφελῶν συνέλευση τῶν ἀποστόλων, ἡ ἐξύμνηση τῆς θνησκούσης, οἱ ἀποχαιρετιστήριοι λόγοι της, ἡ ὑποδοχή τῆς ψυχῆς Της ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ἐνταφιασμός τοῦ σώματος ἀπό τούς Ἀποστόλους, τό ἐπεισόδειο μετά τοῦ ἀσεβοῦς Ἰουδαίου πού ἐπιχείρησε νά ἀνατρέψει τό ἱερό σκῆνος, ἡ ἀπαγωγή τοῦ σώματος ἀπό τούς Ἀγγέλους μετά τήν τριήμερη παραμονή στόν τάφο, ἡ ὑποδοχή τοῦ σώματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πού ἐμφανίζεται ἀνάμεσα σέ νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ».

Ἡ Θεοτόκος, συνεχίζει ἡ παράδοση, ἑτοιμασθεῖσα καθ’ ὅλα «καί σχηματισθεῖσα ἐπί τῆς κλίνης παρέθετο τήν Ἁγίαν Αὐτῆς ψυχήν».

Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης περιγράφει μέ τά ἑξῆς τήν στιγμή τοῦ θανάτου τῆς Θεοτόκου· «προύκειτο γοῦν ἐν μέσῳ τό τρίπηχυ καί φωτοειδές ἐκεῖνο τῆς Θεοτόκου σῶμα, λάμπον εἰς κάλλος καί ὡραιότητα κύκλωθεν δέ ἅπας ὁ τῶν Ἀποστόλων χορός».

Ὁ συγγραφέας τῶν Ἀρεοπαγητικῶν ἔργων συνεχίζει τήν περιγραφή τῆς κηδείας τῆς Θεοτόκου (Περί τῶν θείων ὀνομάτων κεφ. 3 Migne E.Π. 3, 681) λέγοντας ὅτι «…Εἶτα ἐδόκει μετά τήν θέαν τοῦ ζωαρχικοῦ καί θεοδόχου σώματος ὑμνῆσαι τούς ἱεράρχας ἅπαντας ὡς ἱκανός ἦν ἕκαστος, τήν ἀπειροδύναμον ἀγαθότητα τῆς θεαρχικῆς ἀσθενείας» («τήν ἑκούσιον δηλονότι τοῦ Θεοῦ ἄχρι σαρκός χωρίς ἁμαρτίας συγκατάβασιν», ἑρμηνεύει ὁ Παχυμέρης).

Κατά τήν ὑμνωδία διεκρίθη ὁ «Μέγας Ἱερόθεος», ὅστις «ὤν ὥσπερ ἔκδημος ἐκ τοῦ σώματος, ὅλως ἐξιστάμενος ἑαυτοῦ ἐν τοῖς ὕμνοις, καί πάσχων τήν πρός τά ὑμνούμενα κοινωνίαν, παρά πάντων καί τῶν γνωρίμων καί τῶν μή γνωρίμων θεόληπτος ἐκρίνετο».

Ἐνῶ ἀκόμη ὁ χορός τῶν Ἀποστόλων ἔψαλε καί ὑμνοῦσε τήν Θεοτόκο «ἰδού παρεγένετο καί ὁ Κύριος μετά δόξης ἰσχύος αὐτοῦ καί πάσης στρατιᾶς οὐρανοῦ», λέγει ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης (Migne Ε.Π. 99, 728 Β΄), καί παραλαμβάνει τήν ψυχή τῆς Θεοτόκου, τήν ὁποία καί παραδίδει στόν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ.

Μέ τή παράδοση αὐτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου συνδέεται στενότατα καί ἀπό τῆς πρώτης ἐμφανίσεώς της καί ἡ περί μεταστάσεως τοῦ σώματος τῆς Θεοτόκου ἄλλη παράδοση, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ταφή τοῦ παναχράντου σώματος τῆς Θεοτόκου ἔγινε τήν ἑπομένη τοῦ θανάτου Της.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γνωρίζει τήν παράδοσι ἐκείνη, κατά τήν ὁποία τήν ὥρα τῆς ἐκφορᾶς ἕνας Ἰουδαῖος ἐπεχείρησε νά ἐπιτεθεῖ κατά τῆς σοροῦ, ἀλλ’ εὐθύς κόπηκαν καί τά δύο χέρια του.

Ἡ πληροφορία αὐτή ἴσως νά ἔχει καί μόνον συμβολικό χαρακτῆρα, θέλουσα νά δηλώσει τήν ἔναντι τοῦ χριστιανισμοῦ ἀσέβεια καί ἐχθρική στάση τῶν Ἰουδαίων καί τήν τιμωρία τους γι’ αὐτά. Τό πανάχραντο σῶμα τῆς Θεομήτορος, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἔμεινε ἐπί τριήμερο στόν τάφο, ἐκεῖ κατῆλθε καί τό παρέλαβε ὁ Ἰησοῦς ἐπί νεφέλης καί τό ἀνεβίβασε στούς οὐρανούς, γιά νά ἑνωθεῖ τοῦτο μέ τήν ψυχή τῆς Παρθένου Μαρίας.

Περί τοῦ τάφου τῆς Θεοτόκου γίνεται κατά τήν 5η μ.Χ. ἑκατονταετηρίδα εὐρύτατος λόγος στήν Παλαιστίνη καί στήν Συρία. Ἀπό ἐπιστολή ἀποδιδομένη στόν ἅγιο Ἱερώνυμο εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι κατά τόν 5ο αἰῶνα μ.Χ. ὁ τάφος αὐτός εἶχε γίνει ἀντικείμενο Προσκυνήματος ἀπό τούς Χριστιανούς.

Τά αὐτά μᾶς πληροφορεῖ καί ὁ ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων Μόδεστος σέ λόγο του.

Ἡ θέση τοῦ τάφου εὑρίσκεται στὴν Γεθσημανή ἐπάνω στόν ὁποῖο ἀνεγέρθηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως Μαυρίκιο (582 μ.Χ.) ὁ σωζόμενος μέχρι σήμερα ναός.

Ὁ ἴδιος αὐτοκράτορας μέ διάταγμα ἐπέβαλε σ’ ὁλόκληρη τήν αὐτοκρατορία τόν ὑποχρεωτικό ἑορτασμό τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τήν 15η Αὐγούστου (Νικηφόρου Καλλίστου, Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας ΙΗ’ 28).

Ἡ ἀνωτέρω περί τοῦ θανάτου τῆς Θεοτόκου ἱεροσολυμιτικὴ παράδοση πρέπει νά εἶναι ἀρχαιοτάτη· ἡ πρώτη διασωζόμενη γραπτή ἐμφάνιση της ἀναφέρεται ἀπό τόν ἅγιο Ἀνδρέα τόν Κρήτης (πού γεννήθηκε στήν Δαμασκό τό 660 μ. Χ.) στόν λόγο του στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου (Migne Ε.Π. 95, 805-1043).

Ἡ ἀρχαιοτάτη αὐτή ἐκκλησιαστική παράδοση ἐπηρέασε καί τούς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας καί διασώθηκε κυρίως στό ὀνομαζόμενο «Ἑλληνικόν Μηνολόγιον» τῆς 15ης Αὐγούστου, Βασιλείου τοῦ Πορφυρογέννητου, (976-1025μ.Χ.) τό ὁποῖο καί ἀξίζει νά παρατεθεῖ.

«Ὅτε ὁ Κύριος ἡμῶν καί Θεός προλαβεῖν εὐδόκησε τήν ἑαυτοῦ Μητέρα, δι’ ἀγγέλου αὐτῇ τήν αὐτῆς μετάστασιν κατεμήνυσεν. Ἡ δέ ἀκούσασα ἐχάρη καί ἀνελθοῦσα εἰς τό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, καί προσευξαμένη, ὑπέστρεψεν εἰς τόν οἶκον αὐτῆς. Καί εὐτρεπίσασα τά πρός τήν ταφήν ἅπαντα, ἐξεδέχετο τόν Υἱόν αὐτῆς. Καί γενομένης βροντῆς μεγάλης, παρεγένοντο οἱ Ἀπόστολοι πάντες ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς διά νεφελῶν πρός τό κηδεῦσαι τό ἄχραντον αὐτῆς σῶμα.

Καί σχηματισθεῖσα ἐπί τῆς κλίνης, παρέθετο τήν ἁγίαν αὐτῆς ψυχήν εἰς χεῖρας τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ αὐτῆς. Τό δέ πανάχραντον αὐτῆς λείψανον ταφέν ὑπό τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, μετά τρίτην ἡμέραν οὐχ εὑρέθη.

Ἀνοίξας γάρ ὁ Θωμᾶς τόν τάφον πρός τό προσκυνῆσαι τό λείψανον (ὕστερον γάρ ἦλθεν), οὐχ’ εὗρεν αὐτό. Μετέθηκε γάρ αὐτό ὁ Θεός ἐν τόπῳ, ᾧ οἶδεν αὐτός.

Εὑρέθησαν δέ μόναι αἱ σινδόνες». (Menologium Graecorum) 15 Αὐγούστου Ἡ κοίμησις τῆς ὑπερενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου· (Migne Ε.Π. 117, 585).

Ἡ σκέψη καί ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν μετάσταση δύναται νά διατυπωθεῖ μέ συντομία ὡς ἑξῆς.

Τό πανάχραντο σῶμα τῆς Θεοτόκου, τό ὁποῖο ἐπί ἐννέα μῆνας ἀξιώθηκε νά κρατήσει τόν δημιουργό τοῦ παντός, χωρίς νά ὑποστεῖ οὐδεμία φθορά καί τό ὁποῖο ἔμεινε σέ παρθενία καί τελεία ἁγνότητα, δέν ἦταν δυνατόν νά ὑποστεῖ οὔτε τήν φθορά τοῦ χρόνου.

Ὁ Δημιουργός τοῦ παντός καί Υἱός τῆς Παρθένου παρέλαβε τοῦτο στούς οὐρανούς.

Ἐάν στήν Π.Δ. ἔχουμε τήν μετάσταση τοῦ Ἐνώχ καί τοῦ Ἠλιοῦ, τοῦ Μωϋσέως καί πιθανῶς τοῦ Ἡσαΐου καί τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, κατά μείζονα λόγο ἦταν δυνατή καί ἐπιβεβλημένη ἡ μετάσταση τοῦ παναχράντου καί πανάγνου σώματος τῆς Θεομήτορος.

Ἐξ ἄλλου ὁ ὅρος αὐτός «μετάστασις» χρησιμοποιεῖται γιά νά δηλωθεῖ καί ὁ φυσικός θάνατος κάθε ἀνθρώπου, ὅπως ἀναφέρεται στήν 5η εὐχὴ τῆς γονυκλισίας τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς «ζωῆς τε καὶ τελευτῆς, τῆς ἐνταῦθα διαγωγῆς καὶ τῆς ἐκεῖθεν μεταστάσεως….» καί στήν 6η εὐχή τῆς ἴδιας Ἱερᾶς Ἀκολουθίας « οὐκ ἔστι……. τοῖς δούλοις σου θάνατος ἐκδημούντων ἡμῶν ἀπὸ τοῦ σώματος καὶ πρὸς σὲ τὸν Θεὸν ἐνδημούντων, ἀλλὰ μετάστασις….».

Οἱ τύποι τῆς μετοχῆς «μεταστάς» χρησιμοποιοῦνται στούς ὕμνους καί στίς εὐχές τῶν Ἀκολουθιῶν τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τούς κεκοιμημένους.

Συνηθίζεται ὁ κεκοιμημένος νά ἀποκαλεῖται «ὁ μεταστάς» ἐκφράζοντας τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας στήν μετά θάνατο ζωή.

Μερικοί μάλιστα τῶν Πατέρων ἐζήτησαν νά στηρίξουν τήν ἐνσώματη μετάσταση τῆς Θεοτόκου καί γραφικῶς στά χωρία τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Ἰωάννου (κεφάλαιο 12, στίχοι 6 καί 14).

Ἀλλ’ ὡς ὀρθότατα δεικνύεται καί ἀπό τόν ἀοίδιμο καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Παναγιώτη Μπρατσιώτη στό ἐκδοθέν ὑπόμνημά του στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου, ὅτι διά τῆς ἀναφερομένης στούς ὡς ἄνω στίχους γυναικός νοεῖται ἡ Ἐκκλησία καθόλου.

Ὁ ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σῦρος διδάσκει, ὅτι μέ τήν Ἀνάληψη τοῦ Ἰησοῦ καί τήν Μετάσταση τῆς Θεοτόκου εἰσῆλθαν πάλιν στόν παράδεισο τά σώματα δύο ἀνθρώπων σε ἀντικατάσταση τῶν Πρωτοπλάστων, Ἀδάμ καί Εὔας πού ἐκδιώχθηκαν ἀπό ἐκεῖ.

Ὅλη αὐτή τήν διδασκαλία περικλείει ἀριστοτεχνικώτατα τό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

« Ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας,
ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε.
Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν,
Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς,
καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη,
ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν»

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι θα πει ότι η Παναγία είναι αειπάρθενος;

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούλιος 22, 2018

008

Ο προφήτης Ησαΐας προφητεύει για τη μητέρα του Μεσσία και λέγει ότι θα είναι Παρθένος: «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί…» (7, 14). Στον προφήτη Ιεζεκιήλ (44, 1-2) προφητεύεται η αειπαρθενία της Παναγίας με την εικόνα της «κεκλεισμένης πύλης», από την οποία διέρχεται μόνον ο Κύριος, χωρίς αυτή να ανοιχθεί.
Για το αειπάρθενο της Παναγίας στις αγιογραφίες της οι ζωγράφοι ζωγραφίζουν τρία αστέρια. Στο μέτωπο και στις δύο πλάτες. Τα τρία αστέρια συμβολίζουν την αειπαρθενία της Μαριάμ πριν, κατά και μετά τη γέννηση του Χριστού.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύει ότι η Παρθένος Μαριάμ είναι αειπάρθενος. Ήταν δηλαδή παρθένος πριν, κατά και μετά τη γέννηση του Μεσσία. Το Χριστό Τον γέννησε παρθένος γυναίκα, για να φανερωθεί ότι ο Χριστός δε θα είναι συνηθισμένος άνθρωπος, γεννημένος από ανθρώπινη θέληση, αλλά γεννημένος από το θέλημα του Θεού. Στη γέννησή Του ο Χριστός γεννήθηκε με υπερφυσικό τρόπο, γιατί η Μαριάμ δεν πόνεσε, όπως η κάθε γυναίκα. Ο πόνος του τοκετού δεν υπήρχε στην Παναγία, γιατί η γέννηση του Χριστού ήταν εκτός της τιμωρίας των Πρωτοπλάστων. Μετά τη γέννηση του Χριστού η Παναγία αφιερώθηκε στο έργο της περίθαλψης του Χριστού και της προσευχής. Όλο το είναι της το κατέλαβε η αγάπη στον Υιό και Θεό της.
Από το βιβλίο «Νεανικές Αναζητήσεις – Α’ Τόμος: Ζητήματα πίστεως» (σελ.92), Αρχ. Μαξίμου Παναγιώτου, Ιερά Μονή Παναγίας Παραμυθίας Ρόδου

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το πρώτο θαύμα του Χριστού στο γάμο της Κανά. (ανάλυση-ερμηνεία της περικοπής)

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούλιος 22, 2018

(Π.Ν. Τρεμπέλα Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην). 

Ιωάννου 2,1 Καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ(1) γάμος(2) ἐγένετο(3) ἐν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας(4), καὶ ἦν ἡ μήτηρ τοῦ Ἰησοῦ(5) ἐκεῖ·
Ιω. 2,1 Και την τρίτην ημέραν, έπειτα από τα γεγονότα αυτά, έγινε γάμος εις την Κανά της Γαλιλαίας και ήτο εκεί και η μητέρα του Ιησού (μετάφραση Κολιτσάρα Ι.).
(1)   Περίπου 50 μίλια χώριζαν τη Βηθαβαρά ή Βηθανία από τη Ναζαρέτ, όπου ο Ιησούς μετέβαινε πιθανώς. Το ταξίδι αυτό απαιτούσε λοιπόν πορεία 3 ημερών (g). Η τρίτη αυτή ημέρα «είναι έκτη από αυτές που απαριθμήσαμε από την αρχή» (Ω). Έκτη, εάν υπολογίσουμε ως πρώτη εκείνη, κατά την οποία ο Ιωάννης έδωσε μαρτυρία στους απεσταλμένους του συνεδρίου. Δες α 19. Πρώτη πρέπει να υπολογίσουμε την ημέρα, κατά την οποία ο Ιησούς θέλησε να βγει στη Γαλιλαία (α 44)(g).

Γίνεται η ερώτηση ποια από τις ημέρες αυτές ήταν Σάββατο; Δεδομένου, ότι το Σάββατο δεν μπορούσε να είναι ημέρα πορείας, φαίνεται πιθανό, ότι το Σάββατο συνέπιπτε με την ημέρα της κλήσης του Ανδρέου και Ιωάννου, οι οποίοι «έμειναν σε αυτόν εκείνη την ημέρα» (α 40), το οποίο συμβιβάζεται πλήρως με την υποχρεωτική ανάπαυση της ημέρας του Σαββάτου. Κάποιοι από τους νεώτερους ερμηνευτές υπολογίζοντας ως πρώτη ημέρα του ταξιδιού όχι την ημέρα, κατά την οποία ο Ιησούς θέλησε και αποφάσισε τη μετάβαση στη Γαλιλαία, αλλά την επομένη, βρίσκουν, ότι η εδώ καθοριζομένη τρίτη ημέρα ήταν η τέταρτη της εβδομάδας, το οποίο παρουσιάζεται, σύμφωνα με αυτούς, να συμφωνεί με τη διάταξη στο Ταλμούδ, που λέει ο γάμος κάθε παρθένας να γίνεται κατά την τέταρτη ημέρα (β).
(2)   Ο Χριστός δεν καταργεί την ανθρώπινη κοινωνία, αλλά αγιάζει αυτήν (b). Λέγοντας γάμο ο ευαγγελιστής εννοεί το δείπνο για το γάμο.
(3)   Επειδή ο εορτασμός των γάμων παρατεινόταν στους Εβραίους για ολόκληρη εβδομάδα, υποτίθεται ότι με το «εγένετο» δηλώνεται η έναρξη του πανηγυρισμού του γάμου για τον οποίο γίνεται λόγος (κ).
(4)   Προστίθεται το Γαλιλαίας για διάκριση από την Κανά της κοίλης Συρίας, που βρισκόταν όχι μακριά από την Τύρο. Όμως και πάλι επικρατεί αβεβαιότητα για την τοποθεσία αυτής της πόλης. Δείχνονται σήμερα δύο Κανά. Μία 3,5 μίλια Β.Α. της Ναζαρέτ, η οποία ονομάζεται Κέφρ Κεννά, και άλλη 8 μίλια βόρεια της Ναζαρέτ, που ονομάζεται Khirbet Κεννά (g,β). Σύμφωνα με τους g, β η Κανά που τελέστηκε το θαύμα είναι η Κέφρ Κεννά, οι μ, χ όμως προτιμούν την άλλη. Ο Χριστός αρχίζει τα θαύματά του σε κάποια αφανή πόλη, μακριά από την Ιερουσαλήμ, δείχνοντας έτσι, ότι δεν ζήτησε δόξα από ανθρώπους (Ιω. ε 41), αλλά συγκατέβαινε προς τους ταπεινούς.
(5)   Ή, ο Ιωάννης ουδέποτε ονομάζει αυτήν με το όνομα Μαρία, αλλά θεωρεί το όνομα ως δεδομένο, επειδή είναι γνωστό από τους άλλους ευαγγελιστές (b). Ή, πιο σωστά, ο Ιωάννης εδώ τονίζει κυρίως το «μητέρα», διότι με την ιδιότητά της ως μητέρας του Ιησού πρόκειται να παίξει πρωτεύοντα ρόλο στα περιστατικά του θαύματος (g).

Ιω. 2,2 ἐκλήθη δὲ(1) καὶ ὁ Ἰησοῦς(2) καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ(3) εἰς τὸν γάμον.
Ιω. 2,2 Προσεκλήθη και ο Ιησούς και οι μαθηταί του στον γάμον.
(1)   Υπάρχει αντίθεση μεταξύ του ἦν… ἐκεῖ και του ἐκλήθη. Ο Ιησούς κλήθηκε με το που έφτασε από την έρημο του Ιορδάνη, ενώ η Μαρία βρισκόταν ήδη εκεί. Τόσο από τους υπαινιγμούς αυτούς, όσο και από τις διαταγές, τις οποίες δίνει μετά από λίγο η Μαρία στους υπηρέτες του γάμου, συμπεραίνουμε ότι αυτοί που ήταν στο σπίτι, όπου τελούνταν ο γάμος, συνδέονταν στενά με αυτήν, πιθανότατα μάλιστα και με δεσμούς συγγένειας (g).
(2)   Από τον ενικό «κλήθηκε» φαίνεται ότι κυρίως ο Ιησούς προσκλήθηκε, ενώ οι μαθητές κλήθηκαν προς τιμήν του (g). Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Ιησούς δεν αρνήθηκε.

«Αυτός που νομοθέτησε το γάμο, ήλθε για να τιμήσει το γάμο και να τον αγιάσει με την παρουσία του» (Ζ).

«Τίμησε με την παρουσία του το γάμο, αυτός που είναι η ευθυμία και η χαρά όλων» (Κ).

«Διότι πράγματι, αφού ο Ιησούς είναι ο δημιουργός του άνδρα και της γυναίκας, δεν αρνείται να κληθεί σε γάμο, αφού αυτός είναι εκείνος που αφού έπλασε την Εύα, την οδήγησε στον Αδάμ. Για αυτό και στο ευαγγέλιο για αυτήν τη σύνδεση λέει: «Αυτά που ο Θεός ένωσε, άνθρωπος να μην τα χωρίζει». Ας ντραπούν λοιπόν όσοι αιρετικοί απορρίπτουν το γάμο, τη στιγμή που ο Ιησούς καλείται σε γάμο και είναι και η μητέρα του εκεί» (Ω).
(3)   Οι γνωστοί από την προηγούμενη αφήγηση, έξι στον αριθμό. Σε όλα τα ευαγγέλια με τον όρο «οι μαθητές του», δηλώνονται άλλοτε μεν ο στενός κύκλος των 12, άλλοτε πάλι ο ευρύτερος κύκλος, που περιλάμβανε όλους όσους ακολουθούσαν τον Ιησού. Έτσι στα Ματθ. η 21, Μάρκ. β 15,γ 7,Λουκ. στ 13,Ιω. στ 60,61,66, η ονομασία μαθητές δεν περιορίζεται στους 12. Στον Ιωάννη ο όρος «οι μαθητές» χωρίς κάποια άλλη προσθήκη (το «αυτού» ή κάτι άλλο) μία μεν φορά αναφέρεται αποκλειστικά στους 12 (ιγ 5 και 22), ενώ συχνότατα αναφέρεται στους μαθητές που ήδη αναφέρθηκαν ή είναι παρόντες, όπως εδώ (δες και δ 31,33,ια 7,8,12,54,κ 4,10,18,19,20) και μία φορά (κ 30) με ευρύτερη έννοια (β).

Ιω. 2,3 καὶ(1) ὑστερήσαντος(2) οἴνου λέγει ἡ μήτηρ(3) τοῦ Ἰησοῦ πρὸς αὐτόν· οἶνον οὐκ ἔχουσι(4).
Ιω. 2,3 Επειδή δε έλειψεν ο οίνος, λέγει η μητέρα του Ιησού προς αυτόν• “οίνον δεν έχουν”.
(1)   Ο σιναϊτικός κώδικας έχει τη γραφή: Και οίνον ουκ είχον ότι συνετελέσθη ο οίνος του γάμου (=και δεν είχαν κρασί διότι τελείωσε το κρασί του γάμου).
(2)   Το ρήμα υστερώ, στη χρήση του από τους κλασσικούς συγγραφείς σημαίνει βραδύνω (=αργώ), ενώ στη μεταγενέστερη χρήση σημαίνει τελειώνω, εξαντλούμαι· κατέληξε στη χρήση αυτή από την πρώτη, επειδή σημαίνει «δεν έμεινε», δεν ήταν αρκετό για την ανάγκη αυτών που έτρωγαν (δ). «Υστέρησε, δηλαδή χρειάστηκε, έλλειψε» (Ζ). Ο γάμος, όπως ειπώθηκε, διαρκούσε μερικές φορές ολόκληρη εβδομάδα (Γεν. κθ 27,Τωβ. ια 18).

Πόσες ημέρες ο γάμος αυτός διήρκεσε και ποια ημέρα ο Κύριος ήλθε και το κρασί τελείωσε, δεν είναι γνωστό (b). Πάντως στην έλλειψη συντέλεσε και η απροσδόκητη έλευση του Ιησού με τους μαθητές του, οι οποίοι δεν είχαν προϋπολογιστεί στον αριθμό των καλεσμένων.
(3)   Όπως φαίνεται από την απάντηση του Ιησού «δεν έφτασε ακόμη η ώρα μου», η Μαρία ζητά την προμήθεια κρασιού με θαύμα. Αλλά γεννιέται το ερώτημα:

«Από πού ήλθε στη μητέρα το να φανταστεί κάτι τόσο μεγάλο για αυτόν; Άρχιζε να αποκαλύπτεται, και ο Ιωάννης τον είχε κάνει ολοφάνερο με όσα είχε πει στους μαθητές του· αλλά και πριν από όλα αυτά, η ίδια η σύλληψη και όσα έγιναν σχετικά με τη σύλληψη, δημιούργησαν μέσα της μεγάλη ιδέα για το παιδί, και λέει το ευαγγέλιο (Λουκ. 2,19) ότι τα σύγκρινε μέσα στην καρδιά της όλα αυτά. Όταν λοιπόν είδε ότι ο Ιωάννης ήλθε για αυτόν και έδινε μαρτυρία για αυτόν και ότι είχε μαθητές, τότε λοιπόν, παίρνοντας θάρρος, παρακαλούσε» (Θμ).

Πάντως η παρουσία των 6 μαθητών, από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν πρόσωπα άγνωστα στην Παρθένο, αποτελούσε γεγονός αξιοπερίεργο, του οποίου την εξήγηση θα ζήτησε αυτή και θα πληροφορήθηκε. Οι μαθητές λοιπόν θα ανακοίνωσαν τα σχετικά με τη μαρτυρία του Ιωάννη, αλλά επίσης και όσα συνέβησαν κατά την πρώτη συνάντηση του Ιησού με το Ναθαναήλ, ανάμεσα στα οποία ήταν και η υπόσχεση για το ανέβασμα και το κατέβασμα των αγγέλων (g).
(4)   «Ήθελε και σε εκείνους να δείξει ευγνωμοσύνη» (Χ), και πολύ περισσότερο, από τη στιγμή που ήταν δυνατόν να σκεφτεί, ότι την εξάντληση του κρασιού επιτάχυνε η ευγενική πρόσκληση του Ιησού και των 6 μαθητών του (κ). Λιγότερο πιθανή ερμηνεία:

Ήθελε η Παρθένος «και τον εαυτό της να παρουσιάσει λαμπρότερο μέσω του γιου της. Και ίσως είχε πάθει και κάτι ανθρώπινο, όπως ακριβώς και οι αδελφοί του όταν έλεγαν: Δείξε τον εαυτό σου στον κόσμο (Ιω. ζ 4), επειδή ήθελαν να καρπωθούν τη δόξα από τα θαύματα» (Χ). Ο σιναϊτικός γράφει: οίνος ουκ έστι.

Ιω. 2,4 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· τί ἐμοὶ καὶ σοί(1), γύναι(2); οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου(3).
Ιω. 2,4 Της λέγει δε ο Ιησούς• “τι κοινόν υπάρχει, ω γύναι, μεταξύ εμού του Μεσσίου και σου, που με εγέννησες ως άνθρωπον; Δεν ήλθεν ακόμη η ώρα μου να κάμω θαύματα εμπρός στους ανθρώπους”.
(1)   Φράση που συναντιέται και στην Π.Δ. (δες Κριτ. ια 12,Β΄Βασ. ιστ 10, Γ΄ Βασ. ιζ 18,Δ Βασ. γ 13), σημαίνει διαφορά στις γνώμες ή τα ενδιαφέροντα (β), και θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε αυτήν: «Τι κοινό υπάρχει σε μένα και σε σένα;» (Ζ). Τι λογαριασμούς έχουμε μαζί; Η απάντηση αυτή του Κυρίου εξηγείται, εάν λάβουμε υπ’ όψη, ότι «επειδή τον γέννησε, είχε την αξίωση σύμφωνα με τη συνήθεια των άλλων μητέρων, να προστάζει σε αυτόν τα πάντα, ενώ έπρεπε να τον σέβεται και να τον προσκυνά ως δεσπότη» (Χ).

Αξιοσημείωτη και η παρατήρηση: «Έπρεπε να τον παρακαλέσουν αυτοί που είχαν την ανάγκη και όχι η μητέρα του» (Χ). «Διότι εάν, λέει, δεν υπάρχει κρασί, έπρεπε οι ίδιοι εκείνοι που δεν έχουν να έλθουν και να ζητήσουν, και όχι εσύ η μητέρα» (Θφ).
(2)   Το «γυναίκα» με το οποίο ο Σωτήρας ονομάζει τη μητέρα του εδώ και στο ιθ 26 και τη Μαγδαληνή Μαρία (κ 15), είναι η συνηθισμένη ονομασία των γυναικών και των ίδιων των μητέρων στους Εβραίους, όπως και στους Έλληνες των γυναικών και των ίδιων των βασιλισσών (Ιλιάδ. Γ 204,Οδύσ. Ψ 221,Σοφοκλ. Οιδίπ. Τύραν. 189). Επομένως τίποτα το απότομο δεν έχει μέσα της η λέξη (δ). Η ονομασία «Γυναίκα» φανερώνει κάποιον που είτε αγανακτεί (Λουκ. κβ 57) είτε θαυμάζει (Ματθ. ιε 28) είτε τιμά (Λουκ. ιγ 12,Ιω. δ 21) είτε δείχνει σεβασμό (Ιω. β 4,ιθ 26)(G).

«Επομένως αυτά τα λόγια δεν σήμαιναν αυθάδεια προς τη μητέρα» (Χ).

Είναι μία ενδιάμεση ονομασία ανάμεσα στο «μητέρα», το οποίο θα δήλωνε άμεση εξάρτηση του Ιησού και ως Μεσσία από τη μητέρα του, και στο «Μαρία», το οποίο θα δήλωνε χαλάρωση του σεβασμού προς τη μητέρα. Με το «γυναίκα» δείχνει ο Χριστός ότι πέρασε πλέον ο καιρός του να ασκεί πάνω του η Μαρία οποιοδήποτε μητρικό κύρος.

«Δεν είπε λοιπόν «μητέρα», αλλά «γυναίκα», ως Θεός» (Ζ) ή μάλλον ως Μεσσίας.

«Ως Θεός δεν είχε μητέρα· ως άνθρωπος είχε. Ήταν λοιπόν η μητέρα της σάρκας του, της ανθρώπινης φύσης του… Αλλά το θαύμα το οποίο επρόκειτο να ενεργήσει, θα το ενεργούσε με τη θεία του φύση, όχι με την ασθένειά του ως άνθρωπος· επειδή ήταν Θεός και όχι επειδή είχε γεννηθεί ασθενής άνθρωπος» (Αυ).

«Η ενέργεια όμως του Υιού του Θεού εξαρτάται μόνο από τη θέληση του Πατέρα» (Ειρηναίου Κατά αιρέσ. ΙΙΙ,16.7).
(3)   Μπορούμε να πάρουμε τη φράση με στενή έννοια=«δεν είναι ο κατάλληλος καιρός» (Θφ), «δεν έχει έλθει ακόμα η ώρα μου, η ώρα να θαυματουργήσω, το οποίο ζητάς» (Ζ).

«Γιατί δεν έπρεπε να προχωρήσει στην πράξη τρέχοντας, ούτε να εμφανιστεί ότι από μόνος του προχωρεί στη θαυματουργία… αλλά να προσφέρει τη χάρη στην ανάγκη μάλλον, παρά σε εκείνους που τον βλέπουν» (Κ).

«Δεν είμαι ακόμα γνωστός στους παρόντες, ούτε ξέρουν ότι τελείωσε το κρασί· άφησέ τους να το αντιληφθούν πρώτα… έτσι ώστε να δεχτούν αυτοί το θαύμα με πολλή συμφωνία· διότι εκείνος μεν που γνωρίζει ότι έχει περιέλθει σε ανάγκη, όταν πετύχει αυτά που ζητά, έχει πολλή ευγνωμοσύνη. Εκείνος όμως που δεν έχει συναίσθηση της ανάγκης, δεν θα λάβει σαφή και μεγάλη αίσθηση της ευεργεσίας» (Χ).

Με άλλα λόγια· Δεν ήλθε ακόμη η κατάλληλη ώρα· όταν τελειώσει το κρασί και γίνει αισθητή η έλλειψή του, τότε θα φτάσει η κατάλληλη στιγμή για να πράξω ό,τι πρέπει. Κυρίως όμως στον Ιωάννη η φράση «η ώρα μου», αναφέρεται στην ώρα της Μεσσιανικής εμφάνισης του Κυρίου, και ειδικότερα στα ζ 30,η 20,ιβ 23,ιζ 1 στο θάνατό του και στη δόξα που ακολούθησε. Εδώ λοιπόν η φράση σημαίνει: Δεν είχε φτάσει ακόμη η στιγμή για τη δημόσια εμφάνιση του Ιησού ως Μεσσία, όπου το πρώτο σημάδι της εμφάνισης αυτής ήταν το θαύμα, στο οποίο το νερό μεταβλήθηκε σε κρασί (β)

Ιω. 2,5 λέγει ἡ μήτηρ αὐτοῦ(1) τοῖς διακόνοις· ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν(2), ποιήσατε.
Ιω. 2,5 Η μητέρα του από τον τόνον της φωνής του εκατάλαβε, ότι θα επραγματοποιούσε την παράκλησίν της και δι’ αυτό είπεν στους υπηρέτας• “ο,τι σας πη κάμετέ το”
(1)   Στον τόνο της φωνής και γενικά στην έκφραση της απάντησης κρυβόταν κάτι, το οποίο έδωσε στη Μαρία να αντιληφθεί, ότι ο γιος της θα άκουγε την αίτησή της. «Αφού κατάλαβε το σκοπό του λόγου… και ότι δεν θα παραβλέψει την παράκλησή της, κάνει τους υπηρέτες του τραπεζιού έτοιμους στην υπηρεσία του» (Ζ).
(2)   Διαισθάνεται ότι κάτι έκτακτο πρόκειται να συμβεί και με την παραγγελία της αυτή στους υπηρέτες θέτει αυτούς στη διάθεση του υιού της, επιζητώντας να εξασφαλίσει σε αυτόν πλήρη ελευθερία ενέργειας (β). Όσοι περιμένουν χάρες από το Χριστό, οφείλουν να είναι πρόθυμοι σε ανεπιφύλακτη υπακοή των διαταγών του. Η οδός του καθήκοντος είναι και οδός του ελέους. Να είστε στην οδό του καθήκοντος και ο Θεός θα είναι μαζί σας.

Ιω. 2,6 ἦσαν δὲ ἐκεῖ(1) ὑδρίαι λίθιναι ἓξ(2) κείμεναι κατὰ τὸν καθαρισμὸν(3) τῶν Ἰουδαίων(4), χωροῦσαι ἀνὰ μετρητὰς δύο ἢ τρεῖς(5).
Ιω. 2,6 Υπήρχαν δε εκεί εξ λίθινες στάμνες, που σκοπόν είχαν να χρησιμοποιούνται δια να πλύνωνται, κατά την συνήθειάν των, οι Ιουδαίοι πριν φάγουν. Καθε μία δε από αυτάς εχωρούσε από δύο η τρεις μετρητάς, δηλαδή 35 έως 54 περίπου κιλά εκάστη.
(1)   Είτε στην αυλή του σπιτιού, είτε στην είσοδο και το διάδρομό του. Ο σ. 9 άλλωστε μαρτυρεί σαφώς, ότι οι προετοιμασίες για το θαύμα, που αναφέρονται στο γέμισμα των σταμνών, έγιναν μακριά από τα μάτια και του αρχιτρικλίνου και του γαμπρού (g).
(2)   Ίσως ο αριθμός αναφέρεται επειδή ανταποκρίνεται ακριβώς στον αριθμό των μαθητών που συνόδευαν τον Ιησού. Το θαύμα κατά κάποιο τρόπο αναπλήρωνε το δώρο, το οποίο ο καθένας από αυτούς έπρεπε να προσφέρει, εκδηλώνοντας την ευγνωμοσύνη του προς τον γαμπρό που τους φιλοξενούσε (g).
(3)   Ή «εξυπηρετούσαν στον καθαρισμό» (Ζ). Ή, πιο σωστά, σύμφωνα με τη συνήθεια του καθαρισμού, που ήταν σε χρήση στους Ιουδαίους. Για τον καθαρισμό αυτό είτε των προσώπων, είτε των σκευών, ο οποίος ήταν σε χρήση στους ευσεβείς Ιουδαίους, προ παντός πριν ή μετά το φαγητό, δες Μάρκ. ζ 1-4 και Ματθ. ιε 2,Λουκ. ια 38 (g).

«Δεν είπε χωρίς λόγο «σύμφωνα με το έθιμο του καθαρισμού των Ιουδαίων», αλλά για να μην υποψιαστούν μερικοί από τους άπιστους, ότι, επειδή είχαν απομείνει μέσα στις στάμνες υπολείμματα κρασιού, μόλις ρίχτηκε το νερό και αναμίχτηκε, μεταβλήθηκε σε κρασί πολύ αραιό. Για αυτό λέει, σύμφωνα με τον καθαρισμό των Ιουδαίων, για να δείξει ότι εκείνες οι στάμνες ποτέ δεν υπήρξαν δοχεία και σκεύη κρασιού» (Χ).
(4)   Ο συγγραφέας γράφοντας σε εθνικούς, θεωρεί χρήσιμο να διασαφηνίσει σε αυτούς την αφήγηση, δίνοντας πληροφορίες για τα έθιμα των Ιουδαίων (β).
(5)   Ο Εβραϊκός μετρητής ήταν ίσος με τον αττικό (Ιησήπ. Ιουδ. Αρχ. 8,2,9) και περιείχε 12 χόες [=από του χους (=παλαιό αττικό μέτρο ρευστών ίσο με 3,28 λίτρα)] ή 144 κοτύλες δηλαδή 26 και 2/3 οκκάδες (δ). Μέτρο των υγρών που περιλάμβανε 72 ξέστους (=μονάδα μέτρησης υγρών)(G), ή 8,5 γαλλόνια, έτσι ώστε κάθε στάμνα της αφήγησής μας περιείχε γύρω στα 20 γαλλόνια (β). Ποσότητα σημαντική! Ο Ιησούς εφόσον υποχώρησε στην επιθυμία της μητέρας του, ενεργεί με τρόπο, ώστε και το θαύμα να γίνει αισθητότερο, εφόσον μάλιστα αυτό ήταν το πρώτο θαύμα του, αλλά και η αγαθή διάθεση, που πλεόναζε στην καρδιά του για τη μητέρα και τους καλεσμένους στο σπίτι, να ξεχυθεί πλούσια. Για αυτό, δίκαια το θαύμα αυτό του Ιησού χαρακτηρίστηκε ως θαύμα αγάπης. Ο Ιησούς με αυτό ξεπλήρωνε διπλό χρέος· προς τον γαμπρό, στον οποίο η απροσδόκητη άφιξη του Κυρίου προκάλεσε αυτήν τη δυσκολία, που προκλήθηκε από την έλλειψη του κρασιού, και προς την Μαρία, προς την οποία ο Ιησούς απέδιδε, πριν ακόμα εγκαταλείψει αυτήν επιδιδόμενος στο Μεσσιακό του έργο, τον φόρο της ευγνωμοσύνης του (g). Δεν μπορεί όμως κάποιος να κατηγορήσει βάσιμα τον Κύριο, ότι με την άφθονη προμήθεια κρασιού υπέθαλπε τους καλεσμένους σε μεθύσι, διότι από το ότι τόσο πολύ κρασί τέθηκε στη διάθεση του γαμπρού, δεν έπεται ότι ολόκληρη η ποσότητα αυτή εξαντλήθηκε εκείνο το απόγευμα (ο).

Η παρουσία άλλωστε του Ιησού υποβοηθούσε σε καλή χρήση του δώρου που πλούσια χορηγήθηκε. Εξάλλου από το ότι υπάρχουν μέθυσοι, ποιος θα κατηγορούσε το Θεό, όταν παρέχει την ευλογία του στα αμπέλια; Πάντως ο Κύριος εκδηλώνει με αυτό την αγαθή διάθεση και εύνοιά του προς τους νεονύμφους, όπως άλλοτε και με τον πολλαπλασιασμό του λαδιού έδειξε παρόμοια εύνοια στην πτωχή χήρα στην πόλη Σωμάν (Δ΄Βασ. δ 7). Ο Χριστός δίνει αντάξια του εαυτού του. Δίνει άφθονα σύμφωνα με τον πλούτο της δόξας του.

Ιω. 2,7 λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· γεμίσατε τὰς ὑδρίας ὕδατος(1). καὶ ἐγέμισαν αὐτὰς ἕως ἄνω(2).
Ιω. 2,7 Λεγει εις αυτούς ο Ιησούς• “γεμίσατε τις στάμνες με νερό”. Και τας εγέμισαν έως επάνω.
(1)   «Για ποιο λόγο δεν έφτιαξε αυτός το νερό… αλλά διέταξε τους υπηρέτες;… για να έχει μάρτυρες του γεγονότος αυτούς τους ίδιους που άντλησαν το νερό και για να μην θεωρηθεί ότι ήταν απάτη αυτό που συντελέστηκε. Διότι εάν επρόκειτο να αρνηθούν αυτό κάποιοι αναιδείς, μπορούσαν να πουν σε αυτούς οι υπηρέτες: «εμείς αντλήσαμε το νερό»» (Χ). Επιπλέον «σε πολλές περιπτώσεις περικόπτει το μέγεθος των θαυμάτων, για να γίνουν πιο εύκολα παραδεκτά» (Θφ).
(2)   Έτσι ώστε τίποτα δεν έμεινε κενό, ώστε να υποθέσει κάποιος, ότι στο νερό έγινε προσθήκη κάποιας άλλης ουσίας, που μπορούσε να προσδώσει στο νερό το χρωματισμό και τη γεύση του κρασιού (β). Οι λεπτομέρειες αυτές της αφήγησης αποτελούν ενδείξεις, ότι ο συγγραφέας είναι αυτόπτης (F).

Η έναρξη των θαυμάτων του Μωϋσή έγινε με τη μεταβολή του νερού σε αίμα (Εξ. δ 9). Η έναρξη των θαυμάτων του Χριστού έγινε με τη μεταβολή του νερού σε κρασί. Αυτό λοιπόν υποδηλώνει τη διαφορά μεταξύ του μωσαϊκού νόμου και του ευαγγελίου του Χριστού. Η κατάρα του νόμου μεταβάλλει το νερό σε αίμα· τις συνηθισμένες ενισχύσεις της ζωής σε πικρία και τρόμο. Η ευλογία του ευαγγελίου όμως μετατρέπει το νερό σε κρασί.

Ιω. 2,8 καὶ λέγει αὐτοῖς· ἀντλήσατε(1) νῦν(2) καὶ φέρετε τῷ ἀρχιτρικλίνῳ(3). καὶ ἤνεγκαν(4).
Ιω. 2,8 Και έπειτα τους είπε• “βγάλτε τώρα και φέρτε στον αρχιτρίκλινον, εις αυτόν που επιβλέπει τα του συμποσίου”. Και έφεραν.
(1)   Ρήμα που χρησιμοποιείται κυρίως για τη λήψη νερού από πηγάδι. Χρησιμοποιείται και εδώ για να δηλώσει τη λήψη από άφθονο απόθεμα. Μέχρι πριν λίγο οι υπηρέτες με στέρηση και φειδώ προμηθεύονταν το κρασί από την αποθήκη του κρασιού που ολοένα εξαντλούνταν και άδειαζε. Τώρα μπορούν να αντλούν (ο). Όπως άλλοτε ο Μωϋσής, ο δούλος του Κυρίου, όταν ο Θεός διέταξε αυτόν, πλησίασε στον ξερό βράχο και άντλησε από εκεί νερό, έτσι και τώρα οι υπηρέτες στη διαταγή του Χριστού αντλούν από νερό κρασί. Αφού καμία δυσκολία ή εμπόδιο δεν μπορεί να ορθωθεί μπροστά στο χέρι του Θεού, ποιος θα αμφέβαλλε για το ότι η προσταγή του και εδώ θα γινόταν αμέσως έργο;
(2)   Η στιγμή του θαύματος πρέπει να τοποθετηθεί ανάμεσα στους σ. 7 και 8. Το «τώρα», το οποίο λέει ο Ιησούς, υπαινίσσεται, ότι το θαύμα είχε ήδη συντελεστεί. Ο Κύριος κάθεται στη θέση του· δεν λέει κάποιο λόγο για να συντελεστεί με αυτόν το θαύμα. Απλώς και μόνο θ έ λ ε ι. Και με την απλή αυτή συγκατάθεσή του συντελείται το θαύμα. Ο Χριστός κάνει μεγάλα έργα αθόρυβα και με σιγή. Και εάν σε κάποιες περιστάσεις έκανε τα θαύματά του χρησιμοποιώντας και σημάδια και λόγια, έκανε αυτό για τους παρόντες και την ωφέλειά τους.
(3)   Τρικλίνιο, εστιατόριο, που έχει αντί για καθίσματα 3 ανάκλιντρα, πάνω στα οποία σύμφωνα με την παλαιά συνήθεια ξαπλωμένοι έτρωγαν (κ). «Αρχιτρίκλινο ονομάζει τον αρχηγό του συμποσίου, αυτόν που φρόντιζε για όλα στο συμπόσιο· διότι τρίκλινα ονομάζονταν τα σπίτια των συμποσίων» (Ζ). Ο αλλιώς ονομαζόμενος τραπεζοποιός. Του αρχιτρικλίνου έργο ήταν να τοποθετεί τα τραπέζια και τα ανάκλιντρα, να διαθέτει τα εδέσματα και να δοκιμάζει από πριν τις τροφές και τα κρασιά (G).

Ο Σβ. λέει στη Σειρά «Ο αρχιτρίκλινος δεν ήταν ένας από αυτούς που ξάπλωναν στα ανάκλιντρα, αλλά ο επικεφαλής του λεγόμενου «τρίκλινου», δηλαδή της αίθουσας του συμποσίου, ο οποίος είχε ένα έργο, το να πηγαινοέρχεται στην αίθουσα, να καθοδηγεί τους οινοχόους, να εποπτεύει το ψήσιμο των εδεσμάτων και να κάνει τα πάντα για την καλή εξυπηρέτηση και την ευχαρίστηση όσων παρευρίσκονται στα τραπέζια». Εδώ λοιπόν (αρχιτρίκλινος) είναι ο επικεφαλής των υπηρετών, αυτός που φροντίζει για ό,τι χρειάζεται στο συμπόσιο (δ). Σε αυτήν την περίπτωση όμως, όπως φαίνεται από τα λόγια του αρχιτρικλίνου στο γαμπρό στο σ. 10, είναι αυτός φίλος που μιλά με οικειότητα με το γαμπρό, αλλά αγνοεί τις προμήθειες στο σπίτι του γαμπρού. Είναι αξιοσημείωτο, ότι ο Κύριος εκδηλώνοντας απόλυτη βεβαιότητα, που αποκλείει κάθε δισταγμό ή αμφιβολία, δεν ζητά να δοκιμάσει αυτός πρώτος, για να πειστεί, εάν αυτό που έγινε συντελέστηκε σύμφωνα με τη θέλησή του, αλλά διατάζει να δοθεί κατ’ ευθείαν και αμέσως στον αρχιτρίκλινο.
(4)   Υπάρχει και η γραφή: Οι δε ήνεγκαν. Δηλαδή άντλησαν και έφεραν. Έδειξαν ωραία υπακοή (b). Έφεραν για άμεση δοκιμή και χρήση. Του Χριστού τα έργα είναι όλα για χρήση και ωφέλεια. Δίνει τα τάλαντά του όχι για να θάβονται, αλλά για να διατίθενται για ωφέλεια των άλλων.

Ιω. 2,9 ὡς δὲ ἐγεύσατο ὁ ἀρχιτρίκλινος(1) τὸ ὕδωρ οἶνον γεγενημένον(2) -καὶ οὐκ ᾔδει πόθεν ἐστίν· οἱ δὲ διάκονοι ᾔδεισαν οἱ ἠντληκότες τὸ ὕδωρ(3)- φωνεῖ τὸν νυμφίον ὁ ἀρχιτρίκλινος
Ιω. 2,9 Μολις δε εδοκίμασε ο αρχιτρίκλινος το νερό, που είχε γίνει κρασί-και δεν εγνώριζε αυτός από που προέρχεται• οι υπηρέται μόνον εγνώριζαν που είχαν βγάλει το νερό και γεμίσει τις στάμνες-φωνάζει τον γαμβρόν ο αρχιτρίκλινος
(1)   «Για το ότι λοιπόν ήταν μεν κρασί αυτό που έγινε και το καλύτερο κρασί, επρόκειτο να είναι μάρτυρες όχι μόνο οι υπηρέτες, αλλά και ο γαμπρός και ο αρχιτρίκλινος, για το ότι όμως έγινε αυτό από το Χριστό, μάρτυρες ήταν εκείνοι που άντλησαν το νερό. Επομένως, και αν τότε δεν αποκαλυπτόταν το θαύμα, όμως δεν μπορούσε να αποσιωπηθεί τελείως. Έτσι εξασφάλιζε για τον εαυτό του ο Χριστός πολλές και αναγκαίες μαρτυρίες για το μέλλον» (Χ).
(2)   Καμία άλλη εκδοχή δεν επιδέχεται η φράση παρά την μεταβολή με θαύμα (g).

«Αυτός που καλεί σε δημιουργία αυτά που δεν υπάρχουν, πώς θα δυσκολευόταν να μετατρέψει τα ήδη δημιουργημένα σε ό,τι τυχόν θα ήθελε» (Κ).

«Αυτός που μεταβάλλει στα αμπέλια το νερό και μετατρέπει τη βροχή σε κρασί μέσω της ρίζας, αυτό ακριβώς που στο φυτό γίνεται με την πάροδο πολλού χρόνου, το έκανε στο γάμο αυτοστιγμεί» (Χ).

«Αυτός που έκανε κρασί κατά την ημέρα του γαμήλιου συμποσίου… ο ίδιος κάνει αυτό κάθε χρόνο στα αμπέλια. Διότι όπως το από τους υπηρέτες τοποθετημένο στις στάμνες νερό μεταβλήθηκε, έτσι κατά παρόμοιο τρόπο το νερό που χύνεται από τα σύννεφα μεταβάλλεται σε κρασί με την ενέργεια του ιδίου Κυρίου. Αλλά για το τελευταίο αυτό δεν εκπλησσόμαστε, διότι γίνεται κάθε χρόνο. Και όμως εισηγείται μεγαλύτερη παρατήρηση από εκείνο, το οποίο έγινε στις στάμνες. Διότι ποιος παρατηρώντας τις ενέργειες του Θεού, με τις οποίες ολόκληρος ο κόσμος κυβερνιέται και ρυθμίζεται, δεν εκπλήσσεται εξαιτίας των θαυμάτων; Όταν παρατηρεί τη ζωτική δύναμη ενός απλού σπόρου οποιουδήποτε σπέρματος, διακρίνοντας, ότι είναι κάτι ισχυρό, εμπνέεται από φόβο. Αλλά από τη στιγμή που οι άνθρωποι παραμέλησαν τη θεωρία των έργων του Θεού, μέσω της οποίας κάθε ημέρα θα τον υμνούσαν ως δημιουργό, ο Θεός επιφύλαξε στον εαυτό του την εκδήλωση κάποιων έκτακτων ενεργειών, έτσι ώστε, προκαλώντας αυτές τον θαυμασμό των ανθρώπων να τους ξυπνούν σαν από ύπνο για λατρεία του. Ένας νεκρός ανασταίνεται· οι άνθρωποι θαυμάζουν· τόσοι γεννιούνται κάθε ημέρα και κανείς δεν θαυμάζει. Εάν σκεφτούμε βαθύτερα, αποτελεί υπόθεση μεγαλύτερου θαυμασμού το να έλθει κάποιος στην ύπαρξη από την ανυπαρξία, παρά το να επιστρέψει κάποιος στη ζωή» (Αυ).
(3)   Σε παρένθεση αυτά. Η σύνταξη είναι εξ’ ολοκλήρου ανάλογη με αυτήν στο α 10 και στ 21-23. Με την παρένθεση τονίζεται ιδιαιτέρως ότι πράγματι σημειώθηκε θαύμα (g).

Ιω. 2,10 καὶ λέγει αὐτῷ· πᾶς ἄνθρωπος(1) πρῶτον τὸν καλὸν οἶνον τίθησι(2), καὶ ὅταν μεθυσθῶσι(3), τότε τὸν ἐλάσσω· σὺ τετήρηκας τὸν καλὸν(4) οἶνον ἕως ἄρτι(5).
Ιω. 2,10 και λέγει εις αυτόν• “κάθε άνθρωπος που κάμνει τραπέζι βάζει, σύμφωνα με την συνήθειαν που υπάρχει, πρώτα το καλό κρασί και όταν οι άνθρωποι πιουν μέχρι μέθης, τότε προσφέρει το κατώτερον. Συ όμως εφύλαξες το εκλεκτό κρασί έως αυτήν την στιγμήν”.
(1)   Ο οποίος παραθέτει τραπέζι. Μιλά για γενική συνήθεια (ο).
(2)   Για χρήση των καλεσμένων (ο).
(3)   Μάλλον με την έννοια, όταν μπουν στο κέφι. Ο αρχιτρίκλινος που διευθύνει το τραπέζι δεν αναφέρεται τώρα στους προσκεκλημένους στο δείπνο, αλλά μιλά γενικά. Ο λόγος του έχει έννοια μάλλον αποφθέγματος και καθορίζει αυτό που συμβαίνει γενικά (ο). Όταν ο Χριστός προμήθευσε μεγάλη ποσότητα καλού κρασιού σε αυτούς οι οποίοι είχαν ήδη πιει αρκετό, απέβλεπε στο να διδαχτούν και να περισσεύουν και να υστερούνται. Αναγκαστική εγκράτεια είναι αρετή χωρίς κάποια αξία. Αλλά εάν η θεία Πρόνοια παρέχει σε εμάς σε αφθονία ό,τι ευφραίνει το σώμα, από την άλλη όμως και η θεία χάρη μας κάνει ικανούς να χρησιμοποιούμε αυτά με σωφροσύνη και εγκράτεια, τότε πετυχαίνουμε την αυταπάρνηση που είναι άξια κάθε επαίνου.
(4)   «Δεν έκανε απλώς κρασί, αλλά εξαιρετικό κρασί. Διότι τέτοια είναι τα θαύματα του Χριστού· γίνονται πολύ ωραιότερα και καλύτερα από αυτά που επιτελεί η φύση» (Χ).
(5)   Από την μεταγενέστερη χρήση των Ελλήνων το «άρτι» λέγεται γενικά αντί για το «νυν (=τώρα)», σε αυτόν το χρόνο, σε αντίθεση με τον περασμένο χρόνο (Ιω. θ 19,25,ιγ 33), ή με τον μελλοντικό χρόνο (Ιω. ιγ 37,ιστ 12,31). Λέγεται για τον παρόντα χρόνο που καθορίζεται ακριβέστατα=σε αυτόν εδώ το χρόνο, ακριβώς σε αυτόν το χρόνο (Ιω. ιγ 7). Έως άρτι=μέχρι αυτή τη στιγμή (G). Για τη φράση δες Ιω. ε 17,ιστ 24 και Α΄Ιω. β 9 (β). Στην παρατήρηση αυτή του αρχιτρικλίνου «είναι πολύ λογικό να απάντησε και να είπε κάτι για αυτά ο γαμπρός, αλλ’ όμως ο ευαγγελιστής επειδή βιαζόταν να πει τα πιο αναγκαία από τα γεγονότα, αφού έθιξε απλώς μόνο αυτό το σημείο, προσπέρασε τα υπόλοιπα· διότι το αναγκαίο ήταν να μάθουμε ότι έκανε το νερό κρασί, και κρασί καλό» (Χ).

Ιω. 2,11 Ταύτην ἐποίησε τὴν ἀρχὴν(1) τῶν σημείων(2) ὁ Ἰησοῦς ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας(3) καὶ ἐφανέρωσε τὴν δόξαν(4) αὐτοῦ(5), καὶ ἐπίστευσαν(6) εἰς αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ(7).
Ιω. 2,11 Αυτό το θαύμα έκαμε ως αρχήν των θαυμάτων του ο Ιησούς εις την Κανά της Γαλιλαίας και εφανέρωσε το μεγαλείον της θείας εξουσίας του και επίστευσαν εις αυτόν οι μαθηταί του.
(1)   Υπάρχει και η γραφή χωρίς άρθρο=Αυτό το θαύμα έκανε αρχή… από το θαύμα αυτό άρχισε. Πιο σωστή είναι η γραφή με το άρθρο, διότι με αυτό τονίζεται κυρίως η αρχή των θαυμάτων, ενώ χωρίς αυτό η φύση του θαύματος. Μαζί με το άρθρο θα ερμηνεύσουμε: Το γεγονός αυτό ήταν η πραγματική αρχή των θαυμάτων και κακώς νομίζεται, ότι προτήτερα είχε κάνει και άλλα θαύματα ο Ιησούς (g).

«Όχι μόνο κατέγραψε το θαύμα, αλλά και δίδαξε, ότι αυτό ήταν η αρχή των θαυμάτων… Εξιστόρησε αυτό το οποίο χρησίμευε στο να μη πιστεύουν στα λεγόμενα παιδικά θαύματα του Χριστού· διότι αυτό ήταν η αρχή των θαυμάτων» (Ζ).

Σωστά παρατηρήθηκε, ότι μέγιστο θαύμα υπήρξε το ότι ο Χριστός για 30 χρόνια, κατά τα οποία ασκούσε το επάγγελμα του μαραγκού, δεν έκανε κανένα θαύμα. Για 30 χρόνια δεν φανέρωσε τις δυνάμεις του ούτε στο στενότερο κύκλο των συγγενών του, αλλά αφανής, περιφρονημένος ασκούσε το ταπεινό του επάγγελμα σε απομακρυσμένο χωριό της Γαλιλαίας. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε με αφάνεια, πράγμα το οποίο κάθε φιλόδοξος θα αρνούνταν. Ήταν ζωή φαινομενικά αδρανής, την οποία κανείς άνθρωπος προικισμένος με χαρίσματα και ικανότητες δεν θα μπορούσε να ζει, εάν δεν βρισκόταν κάτω από την άμεση χάρη του Θεού. Έτσι ο Χριστός μάς διδάσκει με το παράδειγμά του, ότι η τελειοποίησή μας και το αληθινό μεγαλείο μας συνίσταται στο να συμμορφωνόμαστε με το θέλημα του Θεού, οποιοδήποτε και αν είναι αυτό, στη θέση και το επάγγελμα, στο οποίο αυτός με διάταξη της πρόνοιάς του, μάς τοποθετεί.
(2)   Ονομάζει έτσι τα θαύματα από το σκοπό, στον οποίο απέβλεπε ο Κύριος όταν τα έκανε. Ήταν αυτά τεκμήρια και αποδείξεις για τη θεία αποστολή του Ιησού (ο). Δεν ήταν αυτά απλά εντυπωσιακά υπερφυσικά συμβάντα, που προκαλούν την κατάπληξη, αλλά έδειχναν, ποιος ήταν ο Ιησούς (g).
(3)   Καθορίζει και πάλι τον τόπο, όπου έγινε το πρώτο αυτό θαύμα. Το κάνει αυτό, διότι ο Ιωάννης θέλει να ξεχωρίσει με σαφήνεια τις δύο επιστροφές του Ιησού στη Γαλιλαία (δες γ 24 και δ 54), για τις οποίες μιλά στο α 44 και δ 1-3, και τις οποίες η παράδοση είχε συνενώσει σε μία (g). Ο σιναϊτικός κώδικας μετά το «Γαλιλαίας» προσθέτει και το: πρώτην.
(4)   «Τη δύναμή του, το μεγαλείο της θεότητάς του» (Ζ). Ή, δόξα του Χριστού προ παντός είναι το αξίωμά του ως Υιού και η προς αυτόν αιώνια αγάπη του Πατέρα του, χάρις στα οποία «ο πατέρας αγαπά τον Υιό και όλα τα έδωσε στο χέρι του» (Ιω. γ 35) (g).
(5)   Αυτό ξεχωρίζει με εξαιρετικό τρόπο τον Ιησού από τους υπόλοιπους απεσταλμένους του Θεού, οι οποίοι ενεργούσαν θαύματα, για να κάνουν αισθητή στους άλλους όχι τη δόξα τη δική τους, αλλά τη δόξα του Κυρίου (Εξόδου ιστ 7)(g).
(6)   Δηλαδή «απέκτησαν πίστη σε αυτόν περισσότερη και σταθερότερη» (Θφ). Η μαρτυρία του Βαπτιστή, η συνομιλία με τον ίδιο τον Ιησού και η υπερφυσική όραση και η γνώση του είχαν ήδη διεγείρει την πίστη (α 51) των πρώτων μαθητών του Κυρίου προς τον Ιησού ως Μεσσία (α 42), ως υιό του Θεού και βασιλιά του Ισραήλ (α 50). Αλλά η πίστη δεν είναι κάτι ολοκληρωμένο ευθύς εξ’ αρχής, το οποίο δεν επιδέχεται αύξηση, εμβάθυνση (κ). Και η αληθινή και ορθή πίστη στις αρχές σε καθέναν που πιστεύει, είναι ασθενής. Όπως λοιπόν και οι πιο ρωμαλέοι μεταξύ των ανθρώπων υπήρξαν κάποτε μωρά, έτσι και οι ισχυρότατοι στην πίστη Χριστιανοί. Για αυτό και οι απόστολοι παρουσιάζονται στους συνοπτικούς να απευθύνουν προς τον Κύριο την επίκληση: «Κύριε, πρόσθεσέ μας πίστη».
(7)   «Και πριν από αυτό θαύμαζαν αυτόν» (Χ). Πράγμα το οποίο αποδεικνύει, ότι τα θαύματα απέβλεπαν προ παντός στο να στηρίξουν ακόμα περισσότερο στην πίστη τις καρδιές αυτών που ήδη πίστεψαν.

«Βλέπεις, ότι τότε ήταν πάρα πολύ αναγκαίο να κάνει τα θαύματα, όταν ήταν παρόντες άνθρωποι ευσεβείς και που πρόσεχαν καλά όσα γίνονταν; Διότι αυτοί επρόκειτο και να πιστέψουν ευκολότερα και να προσέξουν με ακρίβεια όσα γίνονταν» (Χ).

Για τους άλλους μάρτυρες του θαύματος, τον αρχιτρίκλινο δηλαδή, τους υπηρέτες και τους υπόλοιπους του σπιτιού και τους καλεσμένους, ο Ιωάννης δεν λέει τίποτα, διότι η εντύπωση που προκλήθηκε σε αυτούς υπήρξε παροδική (g).

(Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 86-93 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα. Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας Θφ = Θεοφύλακτος
Αμ = Αμμώνιος Ι = Ισιδωρος πρεσβύτερος
Αυ = Αυγουστίνος Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Β = Βασίλειος ο Μέγας Κλ = Κλήμης Αλεξανδρεύς
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός Σβ = Σευήρος Αντιοχείας
Γν = Γρηγοριος Νύσσης Σχ. = Σχολιαστής ανώνυμος
Ε = Ευσέβιος Καισαρειας Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζ = Ζιγαβηνός Ω = Ωριγένης
Θη = Θεόδωρος Ηρακλείας
Θμ = Θεόδωρος Μοψουεστίας
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
b = Bengel κ = Κομνηνός Π.,
β = Bernard. J.H, Edinburg 1928 χ = Hoskyns Edwyn Gl. London 1947
C = Cremer μ. = Macgregor G.H. London 1928
DB = Dict. Of the Bible,Hastings τ = Temple William, London 1945
F = Fillion L. Cl. Paris 1928 σ. = στίχος
G = Crimm
g = Godet F. 1885
o = Owen John, New York 1861
δ = Δαμαλάς Ν, Αθήναι 1940

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »