kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Αντιμετώπιση της δοκιμασίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Ιανουαρίου, 2024

Αντιμετώπιση της δοκιμασίας

Η Εκκλησία επιθυμεί όλοι οι άνθρωποι να ζουν ειρηνικά, να είναι υγιείς και να μακροημερεύουν. 

Αυτή δεν ενθαρρύνει τη δοκιμασία, αλλά μας διδάσκει να την υπομένουμε, να αποδεχόμαστε το δικό μας κομμάτι της δοκιμασίας και να το δεχόμαστε για το καλό μας. Να μην επιθυμούμε τη δοκιμασία, αλλά να την αποδεχόμαστε ,όταν έρχεται. Μερικοί απαλλάσσονται ,άλλοι μπορούν να την αποδεχτούν εύκολα, ενώ για άλλους είναι αληθινό βασανιστήριο.
Λέγοντας αυτά, αναλογιζόμαστε τη φυσική, εκ γενετής δοκιμασία. Γνωρίζω κάποια πρόσωπα που υπομένουν μία μεγάλη δοκιμασία , που δεν μπορούν μετακινηθούν από το κρεβάτι της αρρώστιας και τα οποία , παρά ταύτα, ακτινοβολούν από χαρά.
Μία χαρά την οποία οι άλλοι, παρότι υγιείς εκ φύσεως, δεν την έχουν . Μερικοί επαναστατούν μπροστά στην δοκιμασία, ενώ άλλοι την αγνοούν.
Σε καθεμία από αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν την ένταση της δοκιμασίας και τούτο, γιατί υπάρχουν δοκιμασίες που μπορούν ν’ αφανίσουν έναν άνθρωπο.
Υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουμε ότι υποφέρουν, αλλά αυτοί ξέρουν πώς ν’ αντιμετωπίζουν τη δοκιμασία μέχρι του σημείου να την εκμηδενίζουν.
Ένας Ρουμάνος γιατρός που πιστεύει στο Θεό έλεγε ότι υπάρχουν δύο πράγματα τα οποία δεν μπορεί να κάνει ο άνθρωπος χωρίς πίστη στον Θεό: ν’ αναθρέψει καλά παιδιά και να υπομείνει μία μεγάλη δοκιμασία.
Εγώ επίσης πιστεύω ότι αυτοί που καλούνται να σηκώσουν ένα βαρύ σταυρό έχουν και μία δύναμη να τον σηκώσουν με κάποια ευκολία , επειδή είναι πρόσωπα που πιστεύουν στο Θεό. Αυτοί δέχονται ότι ένα κομμάτι του σταυρού τους προέρχεται από το Θεό και ξέρουν ότι , αφού το επέτρεψε ο Θεός, δεν είναι κάτι ανώφελο.
Ο άγιος Μάρκος ο ασκητής έλεγε ότι δεν είναι σημαντικό να γνωρίζουμε από πού προέρχεται η δοκιμασία , αλλά να ξέρουμε πώς θα τη δεχτούμε χωρίς να επαναστατήσουμε. Ο π. Αρσένιος Μπόκα έλεγε: «Αν ωστόσο είναι απαραίτητο να υποφέρουμε, τουλάχιστο να μην υποφέρουμε μάταια».
Προκειμένου ο άνθρωπος να μπορέσει να θεωρήσει ότι η δοκιμασία είναι για το καλό του, πρέπει να πιστέψει ότι η δοκιμασία έχει ένα νόημα γι’ αυτόν, έστω και αν προς στιγμήν δεν το καταλαβαίνει. Πραγματικά, όποιος κατανοεί τη δοκιμασία και ξέρει πώς να την αντιμετωπίζει, τελικά δεν υποφέρει πλέον.

Πηγή: «Ο Γέροντας Θεόφιλος Παραϊάν Χωρίς φως, φωτισμένος»

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ἄνθρωπος ποὺ δὲν συμβουλεύεται ἄλλον

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Ιανουαρίου, 2024

Ἄνθρωπος ποὺ δὲν συμβουλεύεται ἄλλον

«Ἄνθρωπος ποὺ δὲν συμβουλεύεται ἄλλον, μοιάζει μὲ ἀκυβέρνητο πλοῖο, ποὺ ἔχει παραδοθεῖ στὴ δύναμη τῶν ἀνέμων».

Μέγας Βασίλειος

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πόσα στόματα μένουν σιωπηλά, όταν είναι ανάγκη να υπερασπισθούν την δόξα του Θεού..

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Ιανουαρίου, 2024

Πόσα στόματα μένουν σιωπηλά…

Πόσοι Xριστιανοί λένε ότι πιστεύουν στον Θεό χωρίς πραγματικά να πιστεύουν! 

Πόσα στόματα μένουν σιωπηλά, όταν είναι ανάγκη να υπερασπισθούν την δόξα του Θεού και των Αγίων Του ενώπιον ”τῶν υἱῶν τοῦ αἰῶνος τούτου” που την βλασφημούν!

Πολλοί λένε ότι πιστεύουν στον Θεό, αλλά όταν έρχεται ο πειρασμός, η πίστη τους εξανεμίζεται!Η πίστη αυτή λοιπόν ήταν μόνο λόγια. Η ώρα του πειρασμού είναι ακριβώς η ώρα να δείξει κανείς την υπακοή του στις βουλές του Κυρίου και να του πει “Γεννηθήτω τό Θέλημά Σου”. Ή να αναφωνήσει : ”εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τούς αἰῶνας” (Ιώβ α’ 21).

Εάν δεν γίνεται έτσι τότε πρόκειται για πίστη που ανθεί στον καιρό των ανέσεων, αλλά απαρνείται τον Κύριο στον καιρό της δοκιμασίας.

Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης, “Η εν Χριστώ ζωή μου”.

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Οι προσευχές αρχίζουν να απαντώνται όταν η φωνή που τις εκφέρει έχει χάσει τη δύναμη να πληγώνει…»

Συγγραφέας: kantonopou στις 30 Δεκεμβρίου, 2023

«Οι προσευχές αρχίζουν να απαντώνται όταν η φωνή που τις εκφέρει έχει χάσει τη δύναμη να πληγώνει…»

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Συμβουλές για την αντιμετώπιση των θλίψεων. (Οσίου Μαξίμου Ομολογητού)

Συγγραφέας: kantonopou στις 30 Δεκεμβρίου, 2023

Συλλογή κειμένων π. Νικόλαος Πουλάδας. 

«Ερώτηση: Η θλίψη στους πολλούς δεν επιβάλλεται για χάρη δοκιμής;

ΜΑΞΙΜΟΣ: Η δοκιμασία των αγίων γίνεται για να φανερωθούν στη ζωή των ανθρώπων, μέσω της θλίψης, οι διαθέσεις τους ως προς το φύσει καλό, κάνοντας φανερές μαζί μ’ εκείνες και τις αρετές που αγνοούν όλοι, όπως στην περίπτωση του Ιώβ και του Ιωσήφ. Γιατί ο ένας δεχόταν τους πειρασμούς για νά φανερωθεί η κρυμμένη ανδρεία του, ενώ ο άλλος δοκιμαζόταν για να διαλαληθεί η σωφροσύνη που αγιάζει. Και ο καθένας από τους αγίους που δοκίμασε θλίψεις στη ζωή αυτή χωρίς να το θέλει, δοκίμασε τις θλίψεις για κάποια ανάλογη με αυτές οικονομία, ώστε με την ασθένεια που παραχωρούνταν να περάσουν, να καταπατήσουν τον υπερήφανο και αποστάτη δράκοντα, δηλαδή τον διάβολο. Γιατί η υπομονή είναι έργο δοκιμασίας για τον καθένα άγιο» (Φιλοκαλία εκδ. ΕΠΕ,τόμ.15Γ,σ.17)

«Κι αν ακόμα δοκιμάσει όλα μαζί τα οδυνηρά για το σώμα [ο πιστός], δεν αφήνει να χαραχθεί ίχνος λύπης στην ψυχή του, ώστε ν’ αλλάζει η χαρούμενη διάθεσή της. Γιατί δεν θεωρεί ότι είναι στέρηση ηδονής ο πόνος των αισθήσεων. Καθόσον μία ηδονή μόνο γνωρίζει, τη συμβίωση της ψυχής με το λόγο, η στέρηση της οποίας είναι ατέλειωτη τιμωρία, περικλείοντας όλους τους αιώνες. Και γι’ αυτό, αφήνοντας και το σώμα και όλα τα σωματικά, βαδίζει με όλες του τις δυνάμεις προς τη θεία συμβίωση, θεωρώντας μία ζημία, κι αν ακόμη είναι κύριος όλης της γης, το να αποτύχει στην κατά χάρη θέωση που προσδοκά» (15Γ,249)

«Ο τρόπος των πειρασμών σύμφωνα με τη Γραφή είναι διπλός· ηδονικός ο ένας, οδυνηρός ο άλλος· και ο ένας προαιρετικός, ενώ ο άλλος απροαίρετος. Και ο ένας είναι αυτός που γεννά την αμαρτία και σε αυτόν σύμφωνα με τη διδασκαλία του Κυρίου έχουμε λάβει εντολή να απευχόμαστε να εισέλθουμε… Ο άλλος είναι τιμωρός της αμαρτίας που κολάζει τη φιλαμαρτήμονα διάθεση, με τις επιθέσεις ακούσιων πόνων… Και τους δύο πειρασμούς, και τον εκούσιο και τον ακούσιο, τους φροντίζει ύπουλα ο πονηρός· τον ένα σπέρνοντας στην ψυχή κι ερεθίζοντάς τον με σωματικές ηδονές, μηχανευόμενος τρόπους να την απομακρύνει από την επιθυμία της θείας αγάπης· από τον άλλο ζητεί με επιμονή σοφιστική, θέλοντας να φθείρει τη φύση με την οδύνη, για να υποχρεώσει την ψυχή με τη βία, έχοντας καταβληθεί από τους πόνους από την έλλειψη δύναμης, να στρέψει τους λογισμούς προς την κατηγορία του δημιουργού. Εμείς όμως έχοντας επίγνωση των σκοπών του πονηρού, ας ευχηθούμε ν’ αποφύγουμε τον εκούσιο πειρασμό, για να μην απομακρυνθεί ο πόθος μας από τη θεία αγάπη. Τον ακούσιο όμως πειρασμό που έρχεται με παραχώρηση του Θεού ας τον υποφέρομε με γενναιότητα, για να αποδειχθούμε ότι προτιμούμε από τη φύση τον δημιουργό της φύσης» (15Γ,267-9)

«Γι’ αυτά [τις κατηγορίες εναντίον του] στενάζοντας [ο Μάξιμος κατά την δίκη του] εντονότερα ο άγιος είπε: Ευχαριστώ το Θεό μου που έχω παραδοθεί στα χέρια σας και με κατηγορείτε με τέτοιες κατηγορίες, ώστε μ’ αυτά τα ακούσια ν’ απαληφθούν όσα εκούσια έχω διαπράξει και να καθαρθώ από τις κηλίδες της ζωής» (15Γ,307)

«Αυτήν [την κατά Θεόν λύπη, της μετάνοιας] την δημιουργεί το άγιο Πνεύμα, επιφοιτώντας στις καρδιές των άξιων. Αυτή γνωρίζω εγώ πώς είναι η μόνη που γεννά τη χαρά της βασιλείας των ουρανών. Γιατί είναι σαφώς θείο σπέρμα η κατά Θεόν λύπη, που δίνει ώριμο καρπό την ευφροσύνη των αιώνιων αγαθών» (15Β,85)

«Βαδίζοντας ο Κύριος προς το πάθος, μάς άφησε ειρήνη, και πάλι, όταν αναστήθηκε από τους νεκρούς, μας έδωσε ειρήνη. Τι υπαινίσσεται μ’ αυτά; Ότι πρέπει ν’ αντιμετωπίζουμε με απάθεια τις αντιξοότητες των καιρών, και ούτε όταν πέφτομε σε περιστάσεις λυπηρές να είμαστε χωρίς ελπίδα για το καλύτερο, ούτε όταν μας τυχαίνουν περιπτώσεις χαράς ν’ αποδιώκουμε τον λογισμό που παιδαγωγεί, αλλά να είμαστε πάντοτε οι ίδιοι και στα δυσάρεστα και στα ευχάριστα» (15Β,415)

«Όταν σου έρθει πειρασμός απροσδόκητος, μην κατηγορείς εκείνον από τον οποίο προήλθε, αλλά προσπάθησε να μάθεις το λόγο για τον οποίο ήρθε, και τότε θα επιτύχεις τη διόρθωσή του. Διότι, είτε με εκείνον, είτε με άλλον θα έπινες οπωσδήποτε το πικρό ποτήρι της αποφάσεως του Θεού…. Όταν είσαι κακότροπος, μην αρνείσαι τα κακοπαθήματα, ώστε, αφού με τον τρόπο αυτό ταπεινωθείς, ν’ αποβάλεις την υπερηφάνειά σου» (14,233)

«Οι πειρασμοί στέλνονται από το Θεό με σκοπό, σ’ άλλους να εξαλείψουν τα αμαρτήματα που ήδη έχουν διαπράξει, σ’ άλλους να εμποδίσουν εκείνα που διαπράττονται τώρα, και σ’ άλλους να προλάβουν τη μελλοντική διάπραξη αυτών. Κοντά σ’ αυτούς υπάρχουν και οι πειρασμοί εκείνοι που στέλνονται για δοκιμή, όπως στην περίπτωση του Ιώβ…. Ο σώφρονας άνθρωπος, σκεπτόμενος τη θεραπευτική δύναμη των θείων τιμωριών, υπομένει με ευχαρίστηση τις συμφορές που συμβαίνουν σ’ αυτόν, και δεν θεωρεί κανένα άλλο αίτιο γι’ αυτές παρά μόνο τις αμαρτίες του. Αντίθετα ο άφρονας, αγνοώντας τη σοφότατη πρόνοια του Θεού, όταν αμαρτάνει και τιμωρείται, θεωρεί αίτιους των κακών που του συμβαίνουν ή το Θεό, ή τους ανθρώπους» (14,235)

«Των πραγμάτων που βρίσκονται έξω από το σώμα, [μερικά] είναι η απόκτηση καλών και πολλών τέκνων και η ατεκνία, ο πλούτος και η φτώχεια, η δόξα και η ατιμία και τα εξής. Από αυτά άλλα θεωρούνται καλά από τους ανθρώπους, και άλλα κακά, κανένα όμως απ’ αυτά δεν είναι από τη φύση του κακό, αλλ’ ανάλογα με τη χρήση τους καθίστανται γενικά είτε κακά, είτε καλά. Η γνώση είναι καλή από τη φύση της, όπως επίσης και η υγεία, αλλ’ όμως τους πολλούς τα αντίθετα απ’ αυτά τους ωφελούν. Διότι στους κακούς η γνώση, αν και είναι, όπως έχει λεχθεί, καλή από τη φύση της, καταντά βλαβερή, όπως επίσης και η υγεία, και ο πλούτος και η χαρά. Διότι δεν τα χρησιμοποιούν αυτά προς το συμφέρον τους. Άρα λοιπόν σ’ αυτούς συμφέρουν τα αντίθετα. Βέβαια ούτε εκείνα σύμφωνα με την ίδια λογική είναι κακά, αν και θεωρούνται ότι είναι κακά» (14,249)

«Τα κατορθώματα των κοσμικών είναι αιτίες πτώσεως των μοναχών, ενώ τα κατορθώματα μοναχών είναι αιτίες πτώσεως των κοσμικών. Για παράδειγμα, τα κατορθώματα των κοσμικών είναι ο πλούτος, η δόξα, η εξουσία, η υλική απόλαυση, η ευσαρκία, η απόκτηση πολλών και καλών τέκνων, και τα σχετικά μ’ αυτά, στα οποία εάν φθάσει ο μοναχός καταστρέφεται. Τα κατορθώματα πάλι του μοναχού είναι η ακτημοσύνη, η περιφρόνηση της δόξας, η αποφυγή της κοσμικής δύναμης, η εγκράτεια, η κακοπάθεια, και τα σχετικά μ’ αυτά, στα οποία αν φθάσει ο φιλόκοσμος χωρίς τη θέλησή του, τα θεωρεί μεγάλη δυστυχία του, και κινδυνεύει πολλές φορές να κάνει χρήση και της αγχόνης, μερικοί μάλιστα και χρησιμοποίησαν αυτήν» (14,303)

«Αυτός ακριβώς είναι εκείνος που θέλει να σωθεί, αυτός που δεν προβάλλει άρνηση στα ιατρικά φάρμακα. Τα φάρμακα αυτά είναι οι μεγάλες θλίψεις και λύπες που παραχωρούνται με τις διάφορες δοκιμασίες. Εκείνος που αρνείται αυτά δεν γνωρίζει τι κερδίζει απ’ αυτά, ούτε ποια ωφέλεια θ’ αποκτήσει απ’ αυτά όταν φύγει για την άλλη ζωή» (14,301)

«Εκείνος, που κατά τον καιρό της δοκιμασίας δεν δείχνει μακροθυμία για τα λυπηρά που του συμβαίνουν, δεν έχει ακόμη τέλεια αγάπη, ούτε γνώρισε κατά βάθος την πρόνοια του Θεού, με αποτέλεσμα να αποκόπτει τον εαυτό του από την αγάπη των πνευματικών αδελφών» (14,317)

«Όποιος ξέρει πώς μπορούν και οι σάρκες του φιδιού με τέχνη να θεραπεύουν τους αρρώστους, θα δεχθεί με πίστη και τη μέθοδο της θείας πρόνοιας» (15Β,395)

https://www.sostis.gr/blog/item/5377-thlipseis-maksimos

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Χριστιανοί ἤ ἀχρίστιανοι;

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Αυγούστου, 2023

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Χριστιανοί ἤ ἀχρίστιανοι;

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όπου υπάρχει ένα κερί, η πίστη είναι ακόμα ζωντανή.

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Αυγούστου, 2023

ΕΊΠΕ ΓΈΡΩΝ Όπου υπάρχει ένα κερί, η πίστη είναι ακόμα ζωντανή.

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Αυγούστου, 2023

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ & ΣΧΟΛΙΑ

(επιμέλεια αρχιμ. Νικόλαος Πουλάδας)

1) Τα νούμερα παραπέμπουν στο τέλος σε σύντομο σχολιασμό της Λειτουργίας από τον αείμνηστο καθηγητή Λειτουργιολόγο Π.Ν. Τρεμπέλα

2) Με ΜΠΛΕ χρώμα η μετάφραση. Με ΠΡΑΣΙΝΟ χρώμα ο σχολιασμός από Πατέρες κλπ. κάποιων σημείων.

3) Στο τέλος παρατίθεται σχεδιάγραμμα της ιστορικής εξέλιξης της Θ. Λειτουργίας ανά τους αιώνες

ΕΝΑΡΞΗ ( 1 )

[ «Μέχρι τον 5ο αιώνα η είσοδος του κλήρου και του λαού ήταν απλή και η λειτουργία άρχιζε με τη σύντομη ευλογία του ιερέα «Εἰρήνη πᾶσι» και ακολουθούσαν τα αναγνώσματα» (Η Θεία Λειτουργία, Κογκούλη, Οικονόμου, Σκαλτσή,εκδ. «Λυδία») «Όταν μπει ο προεστώς της Εκκλησίας, αμέσως λέει: Ειρήνη σε όλους» (ΧρυσόστομοςΕΠΕ22.145) ]

Διάκονος· Εὐλόγησον, Δέσποτα. Ευλόγησε (=δοξολόγησε), δέσποτα.

Ἱερέας·    Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Ιερ·         Ας είναι ευλογημένη (=δοξασμένη) η βασιλεία του Πατέρα και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.

[ «Τι είναι η βασιλεία; Η παρουσία η δική μου [λέει ο Χριστός]. – Η Εκκλησία είναι ουράνια και τίποτα άλλο δεν είναι παρά ουρανός. – Η εκκλησία είναι τόπος αγγέλων, αρχαγγέλων, βασιλεία Θεού, ο ίδιος ο ουρανός… Πράγματι και εδώ ουρανός είναι. Εάν αμφιβάλλεις κοίταζε προς την αγία τράπεζα, θυμήσου εξαιτίας ποιου στήθηκε και για ποιο λόγο· σκέψου ποιος εξουσιάζει εδώ. – Όταν μπαίνουμε στην Εκκλησία, να μπαίνουμε όπως πρέπει στο Θεό. – Εδώ πρέπει να είμαστε χοροί αγγέλων και να κάνουμε την εκκλησία ουρανό… Η εκκλησία δεν είναι χώρος συνομιλίας, αλλά διδασκαλίας» (ΧρυσόστομοςΕΠΕ10.680·24.546·18Α.517·30.317· 12.365·16Α.519) «Παρίστανται οι άγιοι άγγελοι οι οποίοι καταγράφουν τα λόγια· είναι παρών ο Κύριος ο οποίος εξετάζει τις διαθέσεις των εισερχομένων…ποιος με ειλικρινή διάθεση, ποιος με πόθο ζητά να γνωρίσει τα επουράνια· ποιος με πλαστή αφοσίωση προφέρει λόγια μόνο με τα άκρα των χειλιών του, ενώ η καρδιά του βρίσκεται μακριά από το Θεό» (ΒασίλειοςΜέγας, ΕΠΕ5.129) «Πήγαινε στη σύναξη και στάσου στον ναό γεμάτος τρόμο, σαν να βρίσκεσαι στον ουρανό μαζί με τους αγγέλους, θεωρώντας τον εαυτό σου ανάξιο να παραβρίσκεται ακόμα κι εκεί μαζί με τους αδελφούς. Κι ενώ στέκεσαι, πρόσεχε τον εαυτό σου, ώστε να μη κοιτάζεις εδώ κι εκεί και περιεργάζεσαι τους αδελφούς, πώς δηλαδή στέκεται ο καθένας ή πώς ψάλλει, αλλά πρόσεχε μόνον τον εαυτό σου, την ψαλμωδία και τις αμαρτίες σου» (ΣυμεώνΝέουΘεολ. ΕΠΕτ.19Δ, σ. 427)]

Λαός· Ἀμήν ( 2 ) (=Αληθινά· πράγματι· μακάρι να γίνει έτσι)

[ «Με το «Αμήν», που λέγεται στο τέλος από το λαό, ολόκληρο το εκκλησιαστικό πλήρωμα επιβεβαιώνει και αποδέχεται ως δική του φωνή τα όσα εκφώνησε ο λειτουργός» (Τρεμπέλας, Λειτουργικόν) «Ο αγ. Ιερώνυμος περιγράφοντας τα αμήν των εκκλησιαστικών συνάξεων της εποχής του, λέει ότι ήταν τόσο δυνατά και πολύστομα, ώστε σαν ουράνιες βροντές και κεραυνοί αντηχούσαν κάτω από τις υψηλές στέγες της εκκλησίας» (Κ.Καλλινίκου,Ο Ναός…318)]

ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΑΠΤΗ ή ΕΙΡΗΝΙΚΑ

[ «Ονομάζονται «ειρηνικά» επειδή στις τρείς πρώτες αιτήσεις επαναλαμβάνεται η λέξη «ειρήνη» (Τρεμπέλας). «Ειρήνης είναι μυστήριο αυτό το μυστήριο. – Τίποτα εντελώς δεν μπορούμε χωρίς αυτήν ούτε να πούμε, ούτε να πράξουμε. Αυτή είναι η τροφός μας και μητέρα, που μας θάλπει με πολλή φροντίδα. Ως ειρήνη εννοώ…την κατά Θεόν ειρήνη, που προέρχεται από πνευματική ομόνοια. – Αυτής της ειρήνης το μεν όνομα είναι πολύ, ενώ αυτή η ίδια δεν υπάρχει πουθενά» (Χρυσόστομος PG58,508·ΕΠΕ34.186·18Α514) «(Ειρήνη) το παρά πάντων μεν επαινούμενον αγαθόν, υπ’ ολίγων δε φυλασσόμενον» (Γρηγ.ΘεολΕΠΕ1,326) «Αυτός που ζητά ειρήνη, το Χριστό αναζητά, διότι αυτός είναι η ειρήνη» (Μ.ΒασίλειοςPG29,376) ]

Ο Λαὸς ψάλλει τό· Κύριε, ἐλέησον ( 3 ), εἰς τὸ τέλος ἑκάστου αἰτήματος.

Ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Με ειρήνη ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

Ὑπὲρ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης καὶ τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν ἡμῶν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Για την ειρήνη από τον ουρανό (από το Θεό) και για τη σωτηρία των ψυχών μας, ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

Ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν καὶ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Για την ειρήνη όλου του κόσμου, τη σταθερότητα των αγίων του Θεού Εκκλησιών και για την ένωση όλων των ανθρώπων ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

[ «Όπως δεν μπορεί να κουνήσει κανείς ένα βουνό, έτσι ούτε την Εκκλησία. – Η Εκκλησία κλυδωνίζεται, αλλά δεν καταποντίζεται· βασανίζεται από τρικυμίες, αλλά δεν ναυαγεί· παλεύει, αλλά μένει αήττητη. – Είναι ευκολότερο να σβήσει ο ήλιος, παρά να αφανισθεί η Εκκλησία. – Το όνομα της Εκκλησίας σημαίνει ένωση και συμφωνία, όχι χωρισμό» (Χρυσ. ΕΠΕ 5.477· 33.110· 8Α.386·18.22) ]

Ὑπὲρ τοῦ ἁγίου οἴκου τούτου καὶ τῶν μετὰ πίστεως, εὐλαβείας καὶ φόβου Θεοῦ εἰσιόντων ἐν αὐτῷ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Γι’ αυτόν τον άγιο ναό και όσους μπαίνουν σ’ αυτόν με πίστη, ευλάβεια και φόβο Θεού ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

[ «Η Εκκλησία είναι το κοινό σπίτι όλων. – Εκκλησία δεν είναι τοίχοι και στέγη, αλλά πίστη και τρόπος ζωής. – Εδώ είναι ιατρείο και όχι δικαστήριο που απαιτεί ευθύνες αμαρτιών, αλλά παρέχει συγχώρηση. – Όπως ακριβώς είναι τα λιμάνια στο πέλαγος, έτσι ο Θεός εγκατέστησε τις εκκλησίες μέσα στις πόλεις… Είναι (ο ναός) πνευματικό λιμάνι των ψυχών. – Όπως ένα λιμάνι χωρίς ανέμους και κύματα παρέχει μεγάλη ασφάλεια στα πλοία πού αγκυροβολούν εκεί, έτσι ακριβώς και ο οίκος του Θεού, σαν από κάποια θύελλα εξαρπάζει από τα κοσμικά πράγματα όσους μπαίνουν σ’ αυτόν… Αυτός ο χώρος είναι θεμέλιο αρετής, διδασκαλείο φιλο­σοφίας…Πάτησε στα πρό­θυρα μόνο και αμέσως θ’ αποβάλεις τις βιοτικές φροντίδες. Πέ­ρασε μέσα στο προαύλιο και σαν κάποια αύρα πνευματική θα περιστοιχίσει την ψυχή σου… Αν όμως χωρίς σύναξη είναι τόσο μεγάλο το κέρδος από την εδώ παρουσία…όταν ο Χριστός στέκεται στη μέση…με πόση ωφέλεια πλημμυρισμένοι φεύγουν από εδώ οι παρόντες; πόση πάλι ζημιά παθαίνουν οι απόντες;» (Χρυσ.ΕΠΕ10.400·33.108·30.154·35.493·26.449) ]

Ὑπὲρ τῶν εὐσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων χριστιανῶν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Για τους ευσεβείς και ορθοδόξους χριστιανούς ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

Ὑπὲρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (δεῖνος), τοῦ τιμίου πρεσβυτερίου, τῆς ἐν Χριστῷ διακονίας, παντὸς τοῦ κλήρου καὶ τοῦ Λαοῦ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Για τον αρχιεπίσκοπό μας (τάδε), τους τίμιους πρεσβυτέρους, τους διακόνους του Χριστού, για όλο τον κλήρο και το λαό ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

[ «Τον επίσκοπο είναι φανερό ότι πρέπει να τον βλέπουμε σαν τον ίδιο τον Κύριο. – Έγκυρη να θεωρείται η Ευχαριστία εκείνη που τελείται από τον Επίσκοπο, ή από εκείνον στον οποίο θα δώσει την άδεια αυτός. – Προΐσταται ο επίσκοπος συμβολίζοντας το Θεό και οι πρεσβύτεροι συμβολίζοντας το συνέδριο των αποστόλων και οι διάκονοι, οι γλυκύτατοί μου, οι επιφορτισμένοι με τη διακονία του Ιησού Χριστού. – Το αξιόλογο πρεσβυτέριο… είναι έτσι συνδεδεμένο με τον επίσκοπο, όπως οι χορδές στην κιθάρα» (Ιγνάτιος Θεοφόρος γράφει γύρω στο 110 μ.Χ.ΕΠΕ,σ.81,139,95,79). «Δίκαια οι ιερείς πρέπει αν θεωρούνται όχι μόνο ισχυρότεροι από τους άρχοντες και τους βασιλιάδες, αλλά και πολυτιμότεροι από τους πατέρες. Γιατί οι μεν πατέρες μας γέννησαν σωματικά, ενώ οι ιερείς είναι αίτιοι της από το Θεό γέννησής μας» (Χρυσ.ΕΠΕ28.127). «Αν τύχει ένας παπάς και ένας βασιλιάς, τον παπά σου να βάλεις επάνω από το βασιλιά να καθίσει. Και αν σου τύχει ένας παπάς και ένας άγγελος, τον παπά σου να πρωτοχαιρετίσεις πρωτύτερα και από τον άγγελο, διότι ο παπάς είναι ανώτερος και από τους αγγέλους στο αξίωμα» (αγ.Κοσμάς ΑιτωλόςΔιδ.Ε,Μεν.279)]

Ὑπὲρ τοῦ εὐσεβοῦς ἡμῶν ἔθνους, πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας ἐν αὐτῷ και τοῦ φιλοχρίστου στρατοῦ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Για το ευσεβές έθνος μας, για όλους όσους κατέχουν αξιώματα και εξουσίες και για το φιλόχριστο στρατό ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

Ὑπὲρ τῆς πόλεως ταύτης, πάσης πόλεως καὶ χώρας, καὶ τῶν πίστει οἰκούντων ἐν αὐταῖς τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Γι’ αυτήν εδώ την πόλη, για κάθε πόλη και χώρα και για όσους με πίστη κατοικούν σ’ αυτές, ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

[ «Τίποτα δεν είναι γλυκύτερο από την πατρίδα. – Είναι μακάρια η πόλη, όχι για τους κίονες και τη χρυσή οροφή των κτιρίων της, αλλά για τη δική σας αρετή. – Ο στολισμός και η ασφάλεια μιας πόλης δεν είναι το μέγεθός της, αλλά η αρετή της ψυχής των κατοίκων της» (Χρυσ.ΕΠΕ31.632·33.426·32.534). «Να τιμούμε τη μητέρα μας, είναι χρέος ιερό. Η μητέρα καθενός είναι διαφορετική, κοινή μητέρα όλων είναι η πατρίδα. – Τίμησε την πατρίδα και με την αρετή βοήθησέ την» (Γρηγ.Θεολ.ΕΠΕ7.75·7.53). «Οι Χριστιανοί πιο πολύ ευεργετούν τις πατρίδες από όσο οι υπόλοιποι άνθρωποι, διότι εκπαιδεύουν τους πολίτες και τους διδάσκουν να δείχνουν ευσέβεια στο Θεό των όλων» (ΩριγένηςPG11,1629) ]

Ὑπὲρ εὐκρασίας ἀέρων, εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς καὶ καιρῶν εἰρηνικῶν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Για ανέμους καλούς (=υγιεινούς, καλό κλίμα), για καλή καρποφορία της γης και καιρούς ειρηνικούς, ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

Ὑπὲρ πλεόντων, ὁδοιπορούντων, νοσούντων, καμνόντων, αἰχμαλώτων καὶ τῆς σωτηρίας αὐτῶν τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Γι’ αυτούς που ταξιδεύουν στη θάλασσα και στη στεριά, για τους αρρώστους, γι΄ αυτούς που κοπιάζουν, για τους αιχμαλώτους και για τη σωτηρία τους ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

Ὑπὲρ τοῦ ρυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καὶ ἀνάγκης τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Για να απαλλαγούμε από κάθε θλίψη, οργή, κίνδυνο και ανάγκη ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.

Βοήθησε, σώσε, ελέησε και φύλαξέ μας, Θεέ μας, με τη χάρη σου.

Τῆς παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, δεσποίνης ἡμῶν, Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, μετὰ πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.

Αφού θυμηθούμε την πανάγια, την πάναγνη, υπερευλογημένη, ένδοξη δέσποινά μας, Θεοτόκο και αειπάρθενη Μαρία, μαζί με όλους τους αγίους, τους εαυτούς μας και τους άλλους και όλη τη ζωή μας ας αφήσουμε με εμπιστοσύνη στο Χριστό τον Θεό μας.

[ «Αφού πήρε σάρκα από την Παρθένο, τη ΘΕΟΤΟΚΟ Μαρία, έγινε άνθρωπος. – Πήρε αληθινή σάρκα ανθρώπινη από τη Μαρία την ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΗ. – Η Κυριότοκος Μαρία και αειπάρθενος» (ΑθανασίουΜ.ΕΠΕ3.95·2.413,PG27,1393). «Όποιος δεν θεωρεί Θεοτόκο την αγία Μαρία, είναι χωρισμένος από τη θεότητα» (Γρηγ.Θεολ.ΕΠΕ7.179). «Το όνομα Θεοτόκος συνδέει όλο το μυστήριο της οικονομίας» (Ιω.ΔαμασκηνόςΕΠΕ1.335). «Μπορεί, πράγματι μπορεί πολλές φορές ένας άνθρωπος μόνος να αξίζει όσο χίλιοι, αλλά μπορεί να είναι και από όλη την οικουμένη αναγκαιότερος και πολυτιμότερος» (Χρυσ.ΕΠΕ26.201). «Αυτή μόνη είναι το σύνορο (μεθόριο) της κτιστής και άκτιστης φύσης… είναι χώρα του αχωρήτου και αυτήν θα υμνήσουν μετά το Θεό όσοι υμνούν το Θεό. Αυτή είναι και αιτία των πριν από αυτήν και προστάτης των μετά από αυτήν. – Έκανες τον Θεό υιό ανθρώπου και τον άνθρωπο υιό Θεού» (Γρηγ.Παλαμάς ΕΠΕ 9.395· 11.343). «Χαίροις, μετά Θεόν η Θεός, τα δευτερεῖα τῆς Τριάδος η ἔχουσα»(Θεοτοκάριο Αγ.Νικοδήμου) ]

Λαός· Σοί, Κύριε. Σε σένα, Κύριε [αφήνουμε αυτά]

ΕΥΧΗ ΠΡΩΤΟΥ ΑΝΤΙΦΩΝΟΥ ( 4 )

Ἱερ·Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, οὗ τὸ κράτος ἀνείκαστον καὶ ἡ δόξα ἀκατάληπτος, οὗ τὸ ἔλεος ἀμέτρητον καὶ ἡ φιλανθρωπία ἄφατος· αὐτός, Δέσποτα, κατὰ τὴν εὐσπλαγχνίαν σου, ἐπίβλεψον ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὸν ἅγιον οἶκον τοῦτον, καὶ ποίησον μεθ’ ἡμῶν καὶ τῶν συνευχομένων ἡμῖν πλούσια τὰ ἐλέη σου καὶ τοὺς οἰκτιρμούς σου.

Κύριε και Θεέ μας, που η δύναμή σου είναι ανυπολόγιστη και η δόξα σου ακατανόητη, το έλεός σου αμέτρητο και η φιλανθρωπία σου ανέκφραστη· συ, Κύριε, σύμφωνα με την ευσπλαχνία σου ρίξε το βλέμμα σου επάνω μας και σ’ αυτόν τον άγιο ναό και χάρισε σε μας και σ’ αυτούς που προσεύχονται μαζί μας, πλούσια τα ελέη σου και την ευσπλαχνία σου.

Καὶ ἐκφωνεῖ·

Ὅτι πρέπει σοι πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Γιατί σε σένα πρέπει κάθε δόξα τιμή και προσκύνηση, στον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.

Α΄ ΑΝΤΙΦΩΝΟ

[ «Σε μας ο λαός ξυπνά νύχτα ακόμα για να μεταβεί στον οίκο της προσευχής· εκεί εξομολογούμενοι με πόνο και θλίψη και συνεχή δάκρυα, στο τέλος σηκώνονται από τις προσευχές για να αρχίσουν την ψαλμωδία. Και κατ’ αρχάς μεν αφού μοιραστούν σε δύο ομάδες, ψάλλουν αντιφωνικά μεταξύ τους…Έπειτα πάλι αφού αναθέσουν σε έναν να αρχίζει την μελωδία, οι άλλοι υποψάλλουν τα εφύμνια» (Βασίλειος Μέγας,ΕΠΕ2.109. «Οι θείες μελωδίες των ύμνων δηλώνουν τη θεία ηδονή και ευχαρίστηση που δημιουργείται στις ψυχές όλων. Τονωμένες μυστικά από αυτήν λησμονούν τους περασμένους μόχθους της αρετής» (Μάξιμος Ομολογ. ΕΠΕ14.145)]

Λαός·    Ἀμήν.

Στίχος: Εὐλόγει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ πάντα τὰ ἐντός μου τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ.

Δοξολόγησε, ψυχή μου, τον Κύριο, κι όλη μου η ύπαρξη το άγιο όνομά του.

Λαός· Ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, Σῶτερ, σῶσον ἡμᾶς

           Με τις μεσιτείες (προσευχές) της Θεοτόκου, Σωτήρα, σώσε μας.

Στίχος:Εὐλόγει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον καὶ μὴ ἐπιλανθάνου πάσας τὰς ἀνταποδόσεις αὐτοῦ.

Δοξολόγησε, ψυχή μου, τον Κύριο, και μην ξεχνάς όλες τις ευεργεσίες του.

Ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, Σῶτερ, σῶσον ἡμᾶς

Με τις μεσιτείες της Θεοτόκου, Σωτήρα, σώσε μας.

Στίχος: Κύριος ἐν τῷ οὐρανῷ ἡτοίμασε τὸν θρόνον αὐτοῦ καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ πάντων δεσπόζει.

Ο Κύριος ετοίμασε το θρόνο του στον ουρανό και η βασιλεία του κυριαρχεί παντού.

Ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, Σῶτερ, σῶσον ἡμᾶς

Με τις μεσιτείες της Θεοτόκου, Σωτήρα, σώσε μας

ΜΙΚΡΑ ΣΥΝΑΠΤΗ

Διακ· Ἔτι καὶ ἔτι ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

          Πάλι και πάλι με ειρήνη ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

Λαός· Κύριε, ἐλέησον.

[ «Πες με το νου σου «Ελέησέ με, Θεέ μου» και έχει ολοκληρωθεί η προσευχή σου. Γιατί εκείνος που είπε «Ελέησέ με» έδειξε τη μετάνοιά του» (Χρυσ.ΕΠΕ8Α.109). «Αυτό είναι αίτημα καταδικασμένων, οι οποίοι αφού στερηθούν από κάθε απολογία και μη έχοντας να παρουσιάσουν την παραμικρή δικαιολογία, αφήνουν αυτή την έσχατη φωνή στο δικαστή. – Το να ζητά κανείς από το Θεό το έλεος σημαίνει να ζητά τη βασιλεία Του… Γι’ αυτό οι πιστοί αρκούνται στη δέηση αυτή, γιατί αυτή ισχύει για όλα μαζί» (Νικόλαος Καβάσιλας ΕΠΕ,79,87). «Τι σημαίνει «ελέησον»; «Θεράπευσε την αμαρτία μου, κάνε με ικανό να δεχθώ το θέλημά σου». Αυτό σημαίνει «ελέησον»! Χρησιμοποιείται η λέξη «ελέησον», γιατί παρακαλώ το Θεό για έλεος, για συγκατάβαση σε μένα» (αγ.ΣωφρόνιοςΈσσεξ,Οικοδομώντας…Β,96). «Τη μετάνοια να ζητάμε συνέχεια από το Θεό και τίποτα άλλο εκτός από αυτή» (αγ.ΠαΐσιοςΟ ασκητής της Παναγούδας89) ]

Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.

Βοήθησε, σώσε, ελέησε και φύλαξέ μας, Θεέ μας, με τη χάρη σου.

Λαός· Κύριε, ἐλέησον.

Διακ·Τῆς παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, δεσποίνης ἡμῶν, Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, μετὰ πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.

           Αφού θυμηθούμε την πανάγια, την πάναγνη, υπερευλογημένη, ένδοξη δέσποινά μας, Θεοτόκο και αειπάρθενη Μαρία, μαζί με όλους τους αγίους, τους εαυτούς μας και τους άλλους και όλη μας τη ζωή ας αφήσουμε με εμπιστοσύνη στον Χριστό και Θεό.

[ «Όταν προσφέρουμε ό,τι εξαρτάται από μας, τότε και η προσευχή και η πρεσβεία των αγίων και των δικαίων μάς ωφελεί πάρα πολύ» (Χρυσ.ΕΠΕ4.96) ]

Λαός·Σοί, Κύριε. Σε σένα, Κύριε [αφήνουμε αυτά]

ΕΥΧΗ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΑΝΤΙΦΩΝΟΥ

Ἱερ· Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, σῶσον τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου· τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας σου φύλαξον· ἁγίασον τοὺς ἀγαπῶντας τὴν εὐπρέπειαν τοῦ οἴκου σου· σὺ αὐτοὺς ἀντιδόξασον τῇ θεϊκῇ σου δυνάμει καὶ μὴ ἐγκαταλίπῃς ἡμᾶς τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ σέ.

Κύριε και Θεέ μας, σώσε το λαό σου και ευλόγησε τους κληρονόμους της βασιλείας σου˙ όλα τα μέλη της Εκκλησίας σου φύλαξε˙ αγίασε αυτούς που αγαπούν την ευπρέπεια (ομορφιά) του ναού σου˙ συ ανταπόδωσέ τους τη δόξα με τη θεϊκή σου δύναμη και μην εγκαταλείψεις εμάς που ελπίζουμε σε σένα.

[ «Δεν είναι δυνατόν να δούμε εδώ δούλο ούτε ελεύθερο, ούτε πλούσιο και φτωχό, ούτε άρχοντα και απλό πολίτη, αλλά έχει απομακρυνθεί πάρα πολύ ολόκληρη αυτή η ανισότητα της ζωής και έχει συγκροτηθεί ένας χορός απ’ όλους και υπάρχει ισότητα πολλή και η γη μιμείται τον ουρανό. Τόσο μεγάλη είναι η ευγένεια της Εκκλησίας… όλοι μαζί απολαμβάνοντας την ίδια ισότητα προσφέρουμε όλοι μαζί τη θυσία, όλοι μαζί την προσφορά. Ούτε έχει κάτι περισσότερο αυτός από εκείνον ούτε εκείνος από αυτόν, αλλά όλοι έχουμε την ίδια τιμή και μία φωνή από διάφορες γλώσσες υψώνεται» (Χρυσ.ΕΠΕ33.259-261)]

Καὶ ἐκφωνεῖ·

Ὅτι σὸν τὸ κράτος καὶ σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Γιατί εσύ έχεις την εξουσία και δική σου είναι η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα, του Πατέρα και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.

Λαός·Ἀμήν.

Β΄ ΑΝΤΙΦΩΝΟ

Στίχος: Αἴνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον· αἰνέσω Κύριον ἐν τῇ ζωῇ μου, ψαλῶ τῷ Θεῷ μου ἕως ὑπάρχω.

Ύμνησε, ψυχή μου, τον Κύριο· θα υμνώ τον Κύριο σ’ όλη μου τη ζωή, θα ψάλλω στο Θεό μου όσο θα ζω.

[ «Ας μη νομίσουμε ότι θέλει απλώς αυτόν τον ύμνο, αλλά πριν από το στόμα μας ας αναπέμπει τον ύμνο ο βίος μας και πριν από τη γλώσσα ας τον φωνάζει ο τρόπος της ζωής μας. Έτσι και σιωπώντας μπορούμε να υμνούμε το Θεό· έτσι και μιλώτας θα κάνουμε τη μελωδία σύμφωνη με τη ζωή μας» (Χρυσ.ΕΠΕ6.465). «Η με μέλος απαγγελία των ψαλμών δεν αποτελεί επιδίωξη καλλιφωνίας, αλλά απόδειξη της αρμονίας των λογισμών της ψυχής. Ομοίως η με μέλος ανάγνωση είναι σύμβολο της αρμονικής και ήρεμης διάνοιας… Αποκτώντας ηρεμία (η ψυχή) με τη μελωδία των ψαλμικών λόγων, λησμονεί τα πάθη και βλέπει με χαρά στο εν Χριστώ φρόνημα, έχοντας τις άριστες σκέψεις» (ΑθανάσιοςΜέγαςΕΠΕ5.65). «Το Άγιο Πνεύμα…ανέμιξε με τις αλήθειες της πίστης την τέρψη της μελωδίας, ώστε να δεχόμαστε χωρίς αντίδραση την ωφέλεια των λόγων που θα ακούγονται γλυκά και απαλά. Έτσι και οι σοφοί γιατροί προσφέρουν και τα πικρότερα φάρμακα να τα πιουν δύσκολοι ασθενείς αλείφοντας πολλές φορές το ποτήρι ολόγυρα με μέλι…Αν κανείς αρχίσει να λέει τους ψαλμούς… αμέσως φεύγει η αγριότητα από την ψυχή του, διότι την αποκοίμισε με τη μελωδία. – Ας ψάλλει η γλώσσα και ας ερευνά ο νους το νόημα, ώστε να ψάλλεις και με το πνεύμα και με το νου σου. – Δεν ψάλλει τον Κύριο εκείνος που προφέρει με το στόμα του τα λόγια του ψαλμού, αλλά όσοι αναπέμπουν ψαλμωδίες από καθαρή καρδιά και όσοι είναι όσιοι, δηλαδή διατηρούν την πίστη στο Θεό, αυτοί μπορούν να ψάλλουν το Θεό… (οι άλλοι) νομίζουν ότι ψάλλουν, στην πραγματικότητα όμως δεν ψάλλουν» (ΒασίλειοςΜέγας, ΕΠΕ5.15,129,143)]

Σῶσον ἡμᾶς, Υἱὲ Θεοῦ, ὁ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν [ή, ο εν αγίοις θαυμαστός], ψάλλοντάς σοι ἀλληλούϊα.

Σώσε μας, Υιέ του Θεού, που αναστήθηκες από τους νεκρούς, εμάς που σου ψάλλουμε· Αλληλούια (=υμνείτε τον Κύριο)

Στίχος: Μακάριος οὗ ὁ Θεὸς Ἰακὼβ βοηθὸς αὐτοῦ, ἡ ἐλπὶς αὐτοῦ ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτοῦ.

Ευτυχισμένος είναι εκείνος που έχει βοηθό του τον Θεό του Ιακώβ και έχει την ελπίδα στον Κύριο και Θεό του.

Σῶσον ἡμᾶς, Υἱὲ Θεοῦ, ὁ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν, ψάλλοντάς σοι ἀλληλούϊα.

Σώσε μας, Υιέ του Θεού, που αναστήθηκες από τους νεκρούς, εμάς που σου ψάλλουμε· Αλληλούια

Στίχος: Βασιλεύσει Κύριος εἰς τὸν αἰῶνα, ὁ Θεός σου, Σιών, εἰς γενεὰν καὶ γενεάν

           Ο Κύριος θα βασιλεύσει αιώνια, ο Θεός σου, Σιών [=Ιερουσαλήμ], (θα είναι Θεός) σ΄ όλες τις γενιές.

Σῶσον ἡμᾶς, Υἱὲ Θεοῦ, ὁ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν, ψάλλοντάς σοι ἀλληλούϊα.

Σώσε μας, Υιέ του Θεού, που αναστήθηκες από τους νεκρούς, εμάς που σου ψάλλουμε· Αλληλούια

Δόξα Πατρί καί Υἱῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι· καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Δόξα στον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα. Και τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες˙ αμήν.

[«Ο ύμνος «Ο Μονογενής…» δημιούργημα πιθανό του αυτοκράτορα Ιουστινιανού [το 528 μ.Χ Κ.Καλλίνικος, Ο Χριστιανικός Ναός…] από τον 6ο αιώνα» (Κογκούλη…)]

Ο λαός: Ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀθάνατος ὑπάρχων, καὶ καταδεξάμενος διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν σαρκωθῆναι ἐκ τῆς ἁγίας Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, άτρέπτως ἐνανθρωπήσας· σταυρωθείς τε, Χριστὲ ὁ Θεός, θανάτω θάνατον πατήσας· εἷς ὤν τῆς Ἁγίας Τρίαδος, συνδοξαζόμενος τῷ Πατρὶ καὶ τω Ἁγιῳ Πνεύματι, σῶσον ἡμᾶς.

Εσύ ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, που είσαι αθάνατος και καταδέχτηκες για τη δική μας σωτηρία να ενσαρκωθείς από την αγία Θεοτόκο και αειπάρθενη Μαρία και έγινες άνθρωπος χωρίς μετατροπή της θείας σου φύσης˙ και σταυρώθηκες, Χριστέ και Θεέ μας, και πάτησες με το θάνατό σου το θάνατο˙ συ που είσαι ένας από την αγία Τριάδα, και δοξάζεσαι μαζί με τον Πατέρα και το άγιο Πνεύμα, σώσε μας.

[ «Ένας γιατρός υπάρχει σαρκικός και πνευματικός, γεννημένος και αγέννητος, ο οποίος έγινε Θεός σαρκωμένος, ζωή αληθινή που θανατώθηκε, και από την Μαρία και από τον Θεό, πρώτα παθητός και συγχρόνως απαθής, ο Ιησούς Χριστός ο Κύριος μας» (ΙγνάτιοςΠρος Εφεσίους7,2)]

Διακ· Ἔτι καὶ ἔτι ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

          Πάλι και πάλι με ειρήνη ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

[ «Είναι μεγάλο όπλο η προσευχή, αν γίνεται με τη διάθεση που αρμόζει. – Η προσευχή δεν είναι τίποτα άλλο παρά διάλογος με το Θεό. – Τίποτα δεν είναι ισάξιο με την προσευχή – Όπως ακριβώς ποτέ δεν είναι άκαιρο να αναπνέει κάποιος, έτσι ούτε το να ζητάει, αλλά άκαιρο είναι το να μη ζητάει. Γιατί όπως ακριβώς έχουμε ανάγκη από την αναπνοή, έτσι έχουμε ανάγκη και τη βοήθειά του. – Είναι ανάγκη να προσεύχεται κανείς πάντοτε και ασταμάτητα. – Όπως για το σώμα φως είναι ο ήλιος, έτσι για την ψυχή η προσευχή. – Αν στερήσεις τον εαυτό σου από την προσευχή, είναι σαν να βγάζεις από τη θάλασσα το ψάρι» (Χρυσ.ΕΠΕ25.230 ·30.490·8Α40·10.58·27.448·31.180,190) ]

Λαός· Κύριε, ἐλέησον.

Διακ· Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.

         Βοήθησε, σώσε, ελέησε και φύλαξέ μας, Θεέ μας, με τη χάρη σου.

Λαός·Κύριε, ἐλέησον.

[ «Ελέησέ με, Θεέ μου, λες και δείχνεις συμπεριφορά αντίθετη με το έλεος που ζητάς» (Χρυσ.ΕΠΕ8Α.326) ]

Διακ· Τῆς παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, δεσποίνης ἡμῶν, Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, μετὰ πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.

        Αφού θυμηθούμε την πανάγια, την πάναγνη, υπερευλογημένη, ένδοξη δέσποινά μας, Θεοτόκο και αειπάρθενη Μαρία, μαζί με όλους τους αγίους, τους εαυτούς μας και τους άλλους και όλη μας τη ζωή ας αφήσουμε με εμπιστοσύνη στον Χριστό και Θεό.

Λαός· Σοί, Κύριε. Σε σένα, Κύριε

ΕΥΧΗ ΤΡΙΤΟΥ ΑΝΤΙΦΩΝΟΥ

Ἰερ·Ὁ τὰς κοινὰς ταύτας καὶ συμφώνους ἡμῖν χαρισάμενος προσευχάς, ὁ καὶ δυσὶ καὶ τρισὶ συμφωνοῦσιν ἐπὶ τῷ ὀνόματί σου τὰς αἰτήσεις παρέχειν ἐπαγγειλάμενος [«αν δύο από σας συμφωνήσουν στη γη για ένα πράγμα που θα ζητήσουν, ο ουράνιος Πατέρας μου θα τους το κάνει. Διότι όπου είναι συναγμένοι δύο ή τρεις στο όνομά μου, εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσά τους (Ματθ.18,19-20]· Αὐτὸς καὶ νῦν τῶν δούλων σου τὰ αἰτήματα πρὸς τὸ συμφέρον πλήρωσον, χορηγῶν ἡμῖν ἐν τῷ παρόντι αἰῶνι τὴν ἐπίγνωσιν τῆς σῆς ἀληθείας καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ζωὴν αἰώνιον χαριζόμενος.

Εσύ που μας χάρισες τις κοινές και ομόφωνες αυτές προσευχές, που υποσχέθηκες να εκπληρώνεις αυτά που ζητούν μονιασμένοι δύο και τρεις που συμφωνούν στο όνομά σου, εσύ ο ίδιος και τώρα εκπλήρωσε για το πνευματικό συμφέρον τα αιτήματα των δούλων σου, δίνοντάς μας στην παρούσα ζωή να καταλάβουμε την αλήθειά σου και χαρίζοντάς μας στο μέλλον αιώνια ζωή.

[ «Κανένας να μην πλανάται· εάν κάποιος δεν βρίσκεται μέσα στο θυσιαστήριο, στερείται τον άρτο του Θεού. Διότι εάν η προσευχή ενός και δύο έχει τόση δύναμη, πόσο μάλλον η προσευχή του επισκόπου και ολόκληρης της Εκκλησίας. Εκείνος λοιπόν που δεν έρχεται στη συνάθροιση, αυτός ήδη δείχνει υπερηφάνεια και ξεχωρίζει τον εαυτό του» (ΙγνάτιοςΕΠΕ81). «Αυτό που δεν κατορθώνει κανείς μόνος προσευχόμενος, αυτό θα το πάρει προσευχόμενος μαζί με το πλήθος. Γιατί; Διότι αν η προσωπική αρετή δεν έχει μεγάλη ισχύ, έχει όμως η ομοφωνία. – Είναι δυνατόν να προσευχηθείς και στο σπίτι σου, είναι αδύνατο όμως να προσευχηθείς έτσι, όπως προσεύχεσαι στην εκκλησία, όπου υπάρχει τόσο πλήθος πατέρων, όπου αναπέμπεται από όλους μαζί κοινή βοή προς το Θεό. Δεν εισακούεσαι τόσο πολύ παρακαλώντας μόνος σου τον Δεσπότη, όσο όταν μαζί με τους αδελφούς σου. Διότι εδώ υπάρχει κάτι το επιπλέον, όπως, δηλαδή, η ομόνοια, η συμφωνία, ο σύνδεσμος της αγάπης και οι ευχές των ιερέων… Άκουσε το Θεό που λέει ότι συγχωρεί το πλήθος όταν τον παρακαλεί με όλη την αγαθή διάθεση. Είναι μεγάλη η δύναμη της ομαδικής προσευχής» (Χρυσ.ΕΠΕ23.85·35.105,107). «Να γίνονται οι προσευχές με την ίδια φωνή και με συμφωνία των πιστών…με ομόφωνη συμφωνία του πλήθους. Έτσι ο Θεός εισακούει αμέσως τη δέηση. Διότι εάν κατά την υπόσχεση του Σωτήρος «αν δύο από σας συμφωνήσουν στη γη για ένα πράγμα που θα ζητήσουν, ο ουράνιος Πατέρας μου θα τους το κάνει» (Ματθ.18,19), τι θα συμβεί αν τόσοι πολλοί λαοί συνέλθουν μαζί και γίνει μία φωνή που θα απευθύνουν προς το Θεό το Αμήν;» (Αθανάσιος ΜέγαςΕΠΕ8.291).  «Συναθροιζόμαστε και σχηματίζουμε ένα στρατό, για να πολιορκήσουμε το Θεό με τις προσευχές μας» (Τερτυλλιανός, Η Εκκλ.των Μαρτύρων, εκδ.Ζωή88) «UnusChristianusnullusChristianus (ένας χριστιανός-κανένας χριστιανός) (Φλωρόφσκυ, Αγ.Γραφ.Εκκλ. Παραδ.81)]

Ὅτι ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς ὑπάρχεις καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Γιατί είσαι αγαθός και φιλάνθρωπος Θεός και σε σένα τη δοξολογία στέλνουμε, στον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.

Λαός· Ἀμήν.

Η ΜΙΚΡΗ ΕΙΣΟΔΟΣ Ή ΕΙΣΟΔΟΣ ΜΕ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

[ «Πρίν από τον 5ο αιώνα η έναρξη της θείας Λειτουργίας γινόταν με τη Μικρή Είσοδο. Τότε ο λειτουργός, ντυμένος με τα άμφια του και κρατώντας το ιερό Ευαγγέλιο, ξεκινούσε από το Σκευοφυλάκιο… και κατευθυνόταν πρός το ιερό Βήμα, όπου εισερχόταν για πρώτη φορά μετά την Έναρξη. Γι’ αυτό ο λειτουργός εύχεται ώστε μαζί με την είσοδό του σ’ αυτό να γίνει και είσοδος αγίων Αγγέλων» (Τρεμπέλας). «Οι όροι «μικρά» και «μεγάλη» είσοδος εμφανίζονται από τον 14ο αιώνα, γιατί η μεν πρώτη είσοδος του κλήρου και του λαού στο ναό έχασε σιγά-σιγά την αρχική λαμπρότητα της και το πρακτικό της νόημα και εξελίχθηκε σε απλή είσοδο του Ευαγγελίου, σ’ αντίθεση με την είσοδο των δώρων που ξεκίνησε με μια απλοϊκή μορφή… και στη συνέχεια απόκτησε τη μεγαλοπρέπεια και λαμπρότητα που έχει σήμερα… Προπορεύεται αναμμένη λαμπάδα, που συμβολίζει το «θείο φως», κατά τον Σωφρόνιο Ιεροσολ… «Η είσοδος του Ευαγγελίου φανερώνει την παρουσία και την είσοδο του Υιού του Θεού σ’ αυτόν τον κόσμο» (Γερμανός Κων/πόλεως)» (Κογκούλη…) ]

Διακ· Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Κύριε, ἐλέησον.

          Ας παρακαλέσουμε τον Κύριο. Κύριε, ελέησέ μας.

ΕΥΧΗ ΤΗΣ ΕΙΣΟΔΟΥ ( 5 )

Ἰερ· Δέσποτα Κύριε, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ καταστήσας ἐν οὐρανοῖς τάγματα καὶ στρατιὰς ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων εἰς λειτουργίαν τῆς σῆς δόξης, ποίησον σὺν τῇ εἰσόδῳ ἡμῶν εἴσοδον ἁγίων ἀγγέλων γενέσθαι, συλλειτουργούντων ἡμῖν καὶ συνδοξολογούντων τὴν σὴν ἀγαθότητα. Ὅτι πρέπει σοι πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Δέσποτα Κύριε και Θεέ μας, Εσύ που εγκατέστησες στους ουρανούς τάγματα και στρατιές αγγέλων και αρχαγγέλων για να υπηρετούν τη δόξα σου, κάνε τώρα, ώστε μαζί με την είσοδό μας [στο άγιό Σου θυσιαστήριο], να γίνει και είσοδος αγίων αγγέλων, οι οποίοι να λειτουργούν μαζί μας και να δοξάζουν μαζί μας την αγαθότητά σου. Γιατί αξίζει σε σένα κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, στον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες˙ αμήν.

[ «Διηγήθηκε ο αββάς Λεόντιος…Πήγα στην εκκλησία να μεταλάβω· μπαίνοντας μέσα είδα άγγελο να κάθεται στο δεξιό μέρος του θυσιαστηρίου και αφού μετάλαβα έφυγα για το κελλί μου. Άκουσα τότε μία φωνή να μου λέει. Από τότε που καθαγιάστηκε το θυσιαστήριο αυτό εγώ ανέλαβα να παραμένω σε αυτό» (ΛειμωνάριοΕΠΕ,σελ.27). «Πιστεύω ότι σε κάθε εκκλησία είναι άγγελοι προστάτες» (Γρηγ.ΘεολΕΠΕ2.259) ]

Διάκονος: Εὐλόγησον, Δέσποτα, τὴν ἁγίαν εἴσοδον. Ευλόγησε, δέσποτα, την αγία είσοδο [στο θυσιαστήριο].

Ἰερ· Εὐλογημένη ἡ εἴσοδος τῶν ἁγίων σου· πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν

Ευλογημένη να είναι η είσοδός μας [στα άγιά σου], τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες˙ αμήν.

O διάκονος υψώνοντας ( 6 ) το Ευαγγέλιο

[ «Ο άγιος Νικ. Καβάσιλας ερμηνεύει αλληγορικά την ύψωση αυτή του Ευαγγελίου λέγοντας ότι «ο ιερεύς… υψώνει το Ευαγγέλιο, συμβολίζοντας την ανάδειξη του Κυρίου, όταν άρχισε να παρουσιάζεται στον κόσμο» (Τρεμπέλας) ]

Διακ· Σοφία· ὀρθοί. Αυτή είναι η Σοφία του Θεού [το Ευαγγέλιο που υψώνεται]˙ όρθιοι [υποδεχτείτε την].

Εἶτα (=Έπειτα) ψάλλεται ὑπὸ πάντων τὸ Εἰσοδικόν ( 7 ).

Δεῦτε, προσκυνήσωμεν, καὶ προσπέσωμεν Χριστῷ. Σῶσον ἡμᾶς, Υἱέ Θεοῦ, ὁ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν (ἤ ὁ ἐν ἁγίοις θαυμαστὸς), ψάλλοντάς σοι· Ἀλληλούϊα.

Ελάτε να προσκυνήσουμε και να πέσουμε μπροστά στο Χριστό. Σώσε μας, Υιέ του Θεού, που αναστήθηκες από τους νεκρούς, εμάς που σου ψάλλουμε˙ Αλληλούια (=Αινείτε το Θεό).

ΜΕΤΑ ΨΑΛΛΟΝΤΑΙ ΤΑ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΝΤΑΚΙΟ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

Διακ· Tοῦ Κυρίου δεηθῶμεν. Ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

Λαός· Κύριε, ἐλέησον.

ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΡΙΣΑΓΙΟΥ ΥΜΝΟΥ

     Ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος, ὁ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος, ὁ τρισαγίῳ φωνῇ ὑπὸ τῶν Σεραφὶμ ἀνυμνούμενος καὶ ὑπὸ τῶν Χερουβὶμ δοξολογούμενος καὶ ὑπὸ πάσης ἐπουρανίου δυνάμεως προσκυνούμενος·

    Συ ο Θεός, ο άγιος, που αναπαύεσαι στους αγίους, που με τρισάγια φωνή σε υμνούν τα Σεραφίμ, σε δοξολογούν τα Χερουβίμ και σε προσκυνά κάθε επουράνια δύναμη˙

ὁ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παραγαγὼν τὰ σύμπαντα· ὁ κτίσας τὸν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα σὴν καὶ ὁμοίωσιν καὶ παντί σου χαρίσματι κατακοσμήσας· ὁ διδοὺς αἰτοῦντι σοφίαν καὶ σύνεσιν καὶ μὴ παρορῶν ἁμαρτάνοντα, ἀλλὰ θέμενος ἐπὶ σωτηρίᾳ μετάνοιαν·

που από το μηδέν (την ανυπαρξία) έφερες στην ύπαρξη τα σύμπαντα˙ συ που έπλασες τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή σου και τον στόλισες μ’ όλα τα χαρίσματά Σου˙ που δίνεις, σ’ όποιον σου ζητάει, σοφία και σύνεση και δεν παραβλέπεις όποιον αμαρτάνει, αλλά έδωσες τη δυνατότητα της μετάνοιας για τη σωτηρία˙

ὁ καταξιώσας ἡμᾶς τοὺς ταπεινοὺς καὶ ἀναξίους δούλους σου καὶ ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ στῆναι κατενώπιον τῆς δόξης τοῦ ἁγίου σου θυσιαστηρίου καὶ τὴν ὀφειλομένην σοι προσκύνησιν καὶ δοξολογίαν προσάγειν· Αὐτός, Δέσποτα, πρόσδεξαι καὶ ἐκ στόματος ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν τὸν τρισάγιον ὕμνον καὶ ἐπίσκεψαι ἡμᾶς ἐν τῇ χρηστότητί σου.

εσύ που αξίωσες εμάς τους ταπεινούς και ανάξιους δούλους σου να σταθούμε και τούτη εδώ την ώρα μπροστά στην δόξα του αγίου σου θυσιαστηρίου και να προσφέρουμε την προσκύνηση και δοξολογία που σου οφείλουμε˙ Εσύ ο ίδιος, Δέσποτα, δέξου και από το δικό μας στόμα, από εμάς τους αμαρτωλούς, τον τρισάγιο ύμνο και επίσκεψέ μας με την αγαθότητά σου.

Συγχώρησον ἡμῖν πᾶν πλημμέλημα ἑκούσιόν τε καὶ ἀκούσιον· ἁγίασον ἡμῶν τὰς ψυχὰς καὶ τὰ σώματα· καὶ δὸς ἡμῖν ἐν ὁσιότητι λατρεύειν σοι πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς ἡμῶν· πρεσβείαις τῆς ἁγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων τῶν ἀπ’ αἰῶνός σοι εὐαρεστησάντων.

Συγχώρεσέ μας κάθε σφάλμα θελημένο και αθέλητο. Αγίασε τις ψυχές και τα σώματά μας και δώσε μας με ευσέβεια να σε λατρεύουμε όλες τις ημέρες της ζωής μας˙ με τις μεσιτείες της αγίας Θεοτόκου και όλων των αγίων που, από τότε που υπάρχει ο χρόνος, Σε ευχαρίστησαν με τη ζωή τους.

[ «Πώς αισθάνεται ο ορθόδοξος ενώπιον του Προσώπου του Θεανθρώπου Χριστού; Όλος παναμαρτωλός: αυτό είναι το αίσθημά του, η στάση του, ο τρόπος του, ο νους του, ο λόγος του, η συνείδησή του, η εξομολόγησή του, αυτός ο ίδιος ολόκληρος. Αυτό το αίσθημα της προσωπικής παναμαρτωλότητος ενώπιον του Γλυκυτάτου Κυρίου είναι η ψυχή της ψυχής του και η καρδιά της καρδιάς του» (αγ.ΙουστίνοςΠόποβιτς, Άνθρωπος&Θεάνθρωπος, 160) ]

Καὶ ἐκφωνεῖ·

Ὅτι ἅγιος εἶ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεί,

Γιατί είσαι άγιος, Θεέ μας και απευθύνουμε δοξολογία σε σένα, τον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε,

Ὁ Διάκονος στραφεὶς πρὸς τὸν Λαόν·

Καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Και στους ατέλειωτους αιώνες.

[ «Κάποτε, (διηγείται ο όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ (1759-1833)) λειτουργούσα τη Μ. Πέμπτη. Μετά τη μικρή είσοδο και τα αναγνώσματα, είπα…πλάι στο άγιο θυσιαστήριο την εκφώνηση: «Κύριε, σώσον τους ευσεβείς και επάκουσον ημών». Ύστερα βγήκα στην ωραία πύλη και υψώνοντας το οράριο προς το εκκλησίασμα, συμπλήρωσα την ευχή του Τρισαγίου ύμνου: «Και εις τους αιώνας των αιώνων». Τη στιγμή αυτή έλαμψε μπροστά μου ένα φως. Κοιτάζω προς τα εκεί και βλέπω τον Κύριο μας Ιησού Χριστό με τη μορφή του Υιού του ανθρώπου ν’ αστράφτει πιο πολύ κι απ’ τον ήλιο μέσα σε άπλετο φως. Τον τριγύριζαν σαν σμήνος από μέλισσες οι ουράνιες δυνάμεις των αγγέλων, αρχαγγέλων, χερουβείμ και σεραφείμ. Είχε μπει από τη δυτική πύλη και βαδίζοντας ανάερα στάθηκε απέναντι από τον άμβωνα. Υψώνοντας μάλιστα το χέρι Του ευλόγησε τους λειτουργούς και τους προσευχόμενους. Τέλος, μπήκε στη θέση που βρίσκεται η εικόνα Του, πλάι στην ωραία πύλη» (Ι.Μ.Παρακλήτου.53) ]

Λαός· Ἀμήν.

Έπειτα ψάλλει ὁ Λαὸς τὸν Τρισάγιον ὕμνον ( 8 )

[ «Ο ύμνος αυτός ονομάζεται Τρισάγιος εξαιτίας της τριπλής επαναλήψεως της λέξεως «άγιος», η οποία αναφέρεται προς τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Στα τρία αυτά πρόσωπα αναφέρονται και τα Σεραφείμ που στέκονται δίπλα στον ουράνιο θρόνο του Θεού και αναβοούν ασίγητα «άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ» (Ησαΐου 6, 2-3). Ο ύμνος αυτός εισήχθη στη λειτουργία με αφορμή κάποιον ισχυρό σεισμό στα χρόνια που αυτοκράτωρ ήταν ο Θεοδόσιος ο Μικρός (408-450μ.Χ.) και πατριάρχης ο Πρόκλος (434)» (Τρεμπέλας). «Ο ύμνος εμπνέεται και από τη φράση του ψαλμωδού, «ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν Θεόν, τὸν ἰσχυρόν, τὸν ζῶντα (Ψαλμ.41,3)» (Κογκούλη…). «Ο ύμνος υπήρξε, λέει η παράδοση, έμπνευση ενός παιδιού του λαού, το οποίο κατά την απειλή του σεισμού, κατά τη λιτανεία, αφού φωτίστηκε από ουράνιο άγγελο, μετέδωσε τον ύμνο στον άγ. Πρόκλο» (Κ.Καλλινίκου.σ.324) ]

Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς (3 φορές).

Άγιος είσαι Θεέ (Πατέρα), Άγιος είσαι (Υιέ) Δυνατέ, Άγιο είσαι Αθάνατο (Πνεύμα)· (Αγία Τριάδα) ελέησέ μας (3 φορές).

Δόξα Πατρί καί Υἱῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι· καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Δόξα στον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα· και τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες˙ αμήν.

[ «το «Δόξα Πατρί καί Υἱῷ καί Ἁγίῳ Πνεύματι» πρώτος ο Αντιοχείας Φλαβιανός (381-404 μ.Χ) καθόρισε να αναμέλπεται εναντίον των αιρετικών» (Κ.Καλλίνικου Ο Χριστιανικός Ναός…,) «Αν πεις, στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, με πίστη, τα φέρνεις όλα εις πέρας»(Χρυσ.ΕΠΕ22.273) ]

Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. Άγιε Αθάνατε, ελέησέ μας.

Διακ· Δύναμις. Με δύναμη [ας το πούμε]

Λαός· Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς.

Άγιος είσαι Θεέ (Πατέρα), Άγιος είσαι (Υιέ) Δυνατέ, Άγιο είσαι Αθάνατο (Πνεύμα)· (Αγία Τριάδα) ελέησέ μας (γ’).

ΤΑ ΙΕΡΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

[ «Και κατά την ημέρα που λέγεται «του ηλίου» (=Κυριακή) γίνεται συνάθροιση … και διαβάζονται τα απομνημονεύματα των αποστόλων ή τα συγγράμματα των προφητών, όσο επιτρέπει ο χρόνος. Έπειτα, αφού παύσει ο αναγνώστης, ο προεστώς νουθετεί με λόγο» (ΙουστίνοςΕΠΕσ.193). «Ο απόστολος και αυτόπτης και υπουργός του Χριστού βοά κηρύσσων την βασιλείαν του Χριστού…· (το Ευαγγέλιο) είναι η παρουσία του Θεού ανάμεσά μας ως ανθρώπου αληθινού. Ο Θεός έρχεται και μιλά στη γλώσσα μας. Κι εμείς αυτόν που ακούμε και βλέπουμε τον αναγνωρίζουμε ως Σοφία και Λόγο του Θεού» (Γερμανός Κων/πολεως). «Οι Γραφές μας προετοιμάζουν και μας προκαθαρίζουν πριν από τον μεγάλο αγιασμό των μυστηρίων» (Νικ.Καβάσιλας)(Κογκούλη…). «Παρατηρεί πολύ σωστά ο ιερός Αυγουστίνος: Όποιες προφυλάξεις παίρνουμε κατά τη θεία μετάληψη προκειμένου να μην πέσει ποτέ από τα χείλη μας κάποιος μαργαρίτης, έστω και ελάχιστος, από το άχραντο Σώμα του Κυρίου, τέτοια προσοχή πρέπει να δείχνουμε ώστε να μην εκπέσει από τις καρδιές μας ούτε μια «κεραία» από τα θεία ρήματα» (Τρεμπέλας)]

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

Μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ Τρισαγίου, ὁ Ἀναγνώστης ἐκφωνεῖ τὸ Προκείμενον τοῦ Ἀποστόλου.

Διακ·Πρόσχωμεν. Ας προσέξουμε.

Ὁ Ἀναγνώστης τὸν στίχον τοῦ Προκειμένου ( 9 )

Διακ·Σοφία. Σοφία [είναι του Θεού όσα θα διαβαστούν]

Ὁ Ἀναγνώστης τὴν ἐπιγραφὴν τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος.

Διακ· Πρόσχωμεν. Ας προσέξουμε.

Ὁ Ἀναγνώστης διαβάζει τόν ἀποστολικόν ἀνάγνωσμα.

[ «Διαβάζονται επιστολές που έχουν έλθει από τον ουρανό… Αν έμπαινε κάποιος και έλεγε ότι είναι απεσταλμένος του επίγειου βασιλιά και ότι φέρνει επιστολή προς όλη την πόλη για μερικά πράγματα αναγκαία, άραγε δεν θα στρέφατε όλοι την προσοχή σας προς αυτόν; Άραγε δεν θα κάνατε πολλή ησυχία;… Ώστε τώρα που ήρθε από το Θεό και μιλά από τον ουρανό ο προφήτης κανείς δεν τον προσέχει; Ή μήπως δεν πιστεύετε ότι είναι από το Θεό αυτά που λέγονται; Αυτές είναι επιστολές που στάλθηκαν από το Θεό» (Χρυσ.ΕΠΕ23.63) ]

ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

Ἰερ· Ἔλλαμψον ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, φιλάνθρωπε Δέσποτα, τὸ τῆς σῆς θεογνωσίας ἀκήρατον φῶς καὶ τοὺς τῆς διανοίας ἡμῶν ὀφθαλμοὺς διάνοιξον εἰς τὴν τῶν εὐαγγελικῶν σου κηρυγμάτων κατανόησιν.

       Λάμψε μέσα στις καρδιές μας, φιλάνθρωπε Δέσποτα, της θεογνωσίας σου το καθαρό φως, και άνοιξε τα μάτια του νου μας, για να κατανοήσουμε τα ευαγγελικά σου διδάγματα.

Ἔνθες ἡμῖν καὶ τὸν τῶν μακαρίων σου ἐντολῶν φόβον, ἵνα τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας πάσας καταπατήσαντες πνευματικὴν πολιτείαν μετέλθωμεν, πάντα τὰ πρὸς εὐαρέστησιν τὴν σὴν καὶ φρονοῦντες καὶ πράττοντες.

Βάλε μέσα μας και των αγίων σου εντολών το σεβασμό, ώστε, αφού κατανικήσουμε όλες τις σαρκικές επιθυμίες, να ζήσουμε πνευματική ζωή, σκεπτόμενοι και κάνοντας όλα όσα ευχαριστούν εσένα.

Σὺ γὰρ εἶ ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Γιατί εσύ είσαι ο φωτισμός των ψυχών και των σωμάτων μας, Χριστέ και Θεέ μας, και σε σένα τη δοξολογία απευθύνουμε, μαζί με τον άναρχο Πατέρα σου και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό σου Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες˙ Αμήν.

[ «Χρειάζεται και συνεχής προσευχή, ώστε να μπορέσουμε, έστω και λίγο, να εισδύσουμε στα θεία λόγια» (Χρυσ.ΕΠΕ13.28). «Πάντοτε να προσεύχεσαι στο Θεό για να φωτίσει το νου σου και να φανερώσει σε εσένα το νόημα των λόγων του, διότι πολλοί οδηγήθηκαν σε πλάνη επειδή εμπιστεύτηκαν στη σύνεσή τους, και ενώ ισχυρίζονταν ότι είναι σοφοί, κατάντησαν ανόητοι επειδή δεν καταλάβαιναν αυτά που είναι γραμμένα και έπεσαν σε βλασφημίες και οδηγήθηκαν στην απώλεια. Αν λοιπόν καθώς διαβάζεις συναντήσεις κάποια φράση δυσκολονόητη, πρόσεχε μήπως σε διδάξει ο Πονηρός να λες μέσα σου ότι «άλλο σημαίνει αυτή η φράση· διότι πώς μπορεί να σημαίνει αυτό;»· και τα παρόμοια… Και να λες στον Πονηρό: Φύγε από μπροστά μου σατανά» (ΕφραίμΣύρος,Δ173-5). «Η Αγ. Γραφή δε βρίσκεται στην ανάγνωση, αλλά στην κατανόηση» (αγ.Ιλαρίων). «Δεν θα πίστευα το Ευαγγέλιο, εάν δεν με παρακινούσε η αυθεντία της Εκκλησίας… Πίστεψα το Ευαγγέλιο καθ’ αυτό, επειδή καθοδηγήθηκα από κήρυκες της Εκκλησίας» (Αυγουστίνος) (Φλωρόφσκυ, Αγ.Γραφή, Εκκλ.9,126)]

Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ Ἀποστόλου, λέγει ὁ Ἱερεὺς εὐλογῶν τὸν Ἀναγνώστην·

Εἰρήνη σοιΝα έχεις ειρήνη.

Και ψάλλεται το Αλληλουάριο ( 10 ) με τους στίχους του

Λαός· Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα, Ἀλληλούϊα.

Την ώρα αυτή γίνεται η ΘΥΜΙΑΣΗ με το θυμίαμα από την Ωραία Πύλη

[ «Λόγοι βεβαίως υγιεινοί προ πάντων υπήρξαν αυτοί που ώθησαν [την Έκκλησία να χρησιμοποιήσει το ΘΥΜΙΑΜΑ]. Οι κατακόμβες είχαν τις από τους τάφους αναθυμιάσεις, οι τοίχοι των υπογείων κρυπτών έσταζαν από υγρασίες. Και υπήρχε εδώ ανάγκη για κάποιο αντισηπτικό, ώστε να μετριάζεται ο μολυσμός του αέρα… Μυστικές εμηνείες του θυμιάματος: Ή από όλες βεβαίως προτιμότερη είναι η ανάταση του νου προς τα υψηλά… τον καιρό της προσευχής [όπως ανεβαίνει δηλ. το λιβάνι]. …Συμβολίζει επίσης «την χάρη του αγ. Πνεύματος» (Θεόδωρος Ανδίδων)… Θυμίζει τον αρωματισμό του Κυριακού σώματος και το λιβάνι των μάγων και τους λόγους του απ. Παύλου ότι αυτοί που πιστεύουν στο Χριστό είναι ευωδία Χριστού… «το θυμιατήρι δείχνει την ανθρωπότητα του Χριστού· η φωτιά τη θεότητα, ο ευώδης καπνός μηνύει την ευωδία του αγ. Πνεύματος που προπορεύεται» (Γερμανού Κων/πόλεως) (Κ.Καλλινίκου,147-149). «Τώρα όμως σκορπίζουμε στην εκκλησία θυμιάματα αισθητά, ενώ δεν ενδιαφερόμαστε και πολύ να καθαρίσουμε και να απομακρύνουμε τη νοητή ακαθαρσία» (Χρυσ.ΕΠΕ12.365)]

ΤΟ ΙΕΡΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

[«Στέλνουμε πριν από αυτό λαμπάδες εις ένδειξιν χαράς και ευφροσύνης» (άγ. Ιερώνυμος) «ώστε με τον τύπο του υλικού φωτός εκείνο το φως να υποδειχτεί, για το οποίο διαβάζουμε στο ψαλτήρι: λυχνάρι στα πόδια μου ο νόμος σου και φως στους δρόμους μου (Ψαλμ.118.105)»(ο.π.) (Κ.Καλλινίκου,152)]

Ἰερ· Σοφία. Ὀρθοί. Ἀκούσωμεν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου. Εἰρήνη πᾶσι.

Αυτή είναι η Σοφία του Θεού [το Ευαγγέλιο]˙ όρθιοι ας ακούσουμε το άγιο Ευαγγέλιο. Να έχετε όλοι ειρήνη.

[ «Αυτή είναι η στάση [η όρθια] αυτών που ικετεύουν. Αυτή είναι η στάση των δούλων, οι οποίοι ολόκληρο το νου τους έχουν προσηλωμένο στο νεύμα των κυρίων, για να είναι έτοιμοι να τρέξουν να τους υπηρετήσουν» (Νικ.ΚαβάσιλαςΕΠΕ,121)

Λαός·Καὶ τῷ πνεύματί σου. (Να έχει ειρήνη) Και το δικό σου πνεύμα.

Διακ· Ἐκ τοῦ κατὰ (Ματθαίον ἢ Μάρκον ἢ Λουκᾶν ἢ Ἰωάννην) ἁγίου Εὐαγγελίου τὸ ἀνάγνωσμα.

         Από το (τάδε…) άγιο Ευαγγέλιο το ανάγνωσμα.

[ «Επειδή είναι τέσσερα τα σημεία του κόσμου…και τέσσερις οι διευθύνσεις των ανέμων και ακόμα η Εκκλησία έχει διασπαρεί σε όλη τη γη και στύλος της και στήριγμά της είναι το Ευαγγέλιο και το Πνεύμα, είναι φυσικό αυτή να έχει τέσσερεις στύλους… Ο Λόγος…μας έδωσε τετράμορφο το Ευαγγέλιο, που διέπεται από ένα Πνεύμα» (Ειρηναίος Λυών, Έλεγχος Γ11,8)]

Ἱερ·    Πρόσχωμεν. Ας προσέξουμε.

Λαός· Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι ( 11 ). Δόξα σε σένα, Κύριε, δόξα σε σένα.

[ «Επειδή εσείς δεν ακούσατε τότε (που ο Χριστός ήταν στη γη), ακούτε τώρα όχι λιγότερο από τότε» (Χρυσ.PG56,273). «Μπήκε στην εκκλησία [ο αγ. Αντώνιος] και συνέπεσε τη στιγμή εκείνη να διαβάζεται το ευαγγέλιο· άκουσε τότε τον Κύριο να λέει στον πλούσιο: «αν θες να είσαι τέλειος πήγαινε πούλησε…». Ο δε Αντώνιος σαν να διαβάστηκε για αυτόν και μόνο το ευαγγελικό ανάγνωσμα, βγήκε αμέσως…και τα κτήματα που είχε τα χάρισε» (Αθανάσιος ΜέγαςΕΠΕ11.19) ]

Καὶ ἀναγινώσκει ὁ Διάκονος τὴν τεταγμένην περικοπὴν τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Ἱερεὺς εὐλογῶν τὸν Διάκονον λέγει·

Ιερ·    Εἰρήνη σοι. Ειρήνη σε σένα.

Λαός·Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι. Δόξα σε σένα, Κύριε, δόξα σε σένα.

ΙΕΡΟ ΚΗΡΥΓΜΑ

Η θέση του κηρύγματος κανονικά είναι μετά τα Αναγνώσματα.

[ «Αν δεν ανεχόμαστε να ακούμε τους λόγους για την αρετή, ποιος θα μπορέσει να μας πιστέψει ότι θα υπομείνουμε τους κόπους υπέρ της αρετής; Αν είμαστε τόσο βάναυσοι για την ακρόαση, από που θα γίνει φανερό ότι είμαστε διεγερμένοι για την πράξη; Αν το πιο εύκολο περιφρονήσουμε, πώς θα υποφέρουμε το πιο δύσκολο; – Ό,τι ακριβώς είναι η τροφή για το σώμα, αυτό είναι για την ψυχή η διδασκαλία των θείων λόγων. – Και αν ακόμη είσαι γεμάτος από κακά και αν ακόμα είσαι ακάθαρτος στην ψυχή, μην αποφύγεις να συχνάζεις εδώ. Ποιο το κέρδος, θα ρωτήσεις, αν δεν κάνω αυτά που ακούω; Δεν είναι μικρό το κέρδος εάν αναγνωρίζεις την αθλιότητά σου. Δεν είναι άχρηστος αυτός ο φόβος… Εάν αναστενάξεις μόνο, διότι δεν έκανες όσα άκουσες, θα φθάσεις κάποτε στην απόφαση να τα κάνεις» (Χρυσ. ΕΠΕ 26,371·35.373·13Α.479)

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΚΤΕΝΗΣ ΙΚΕΣΙΑ ( 12 )

Εἶτα ὁ Διάκονος λέγει τὴν Μεγάλην Ἐκτενῆ, τοῦ Λαοῦ ἐπιλέγοντος εἰς ἑκάστην δέησιν τό· Κύριε, ἐλέησον (3).

Εἴπωμεν πάντες ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας ἡμῶν εἴπωμεν.

Ας πούμε όλοι, με όλη μας την ψυχή και μ’ όλο μας το νου, ας πούμε.

[ «Μπαίνουν πολλοί στην Εκκλησία, απευθύνουν στο Θεό άπειρους στίχους προσευχής, ύστερα βγαίνουν από το ναό και δεν ξέρουν τι είπαν. Τα χείλη κινούνται και η ακοή δεν ακούει. Εσύ δεν ακούς την προσευχή σου και θες να την ακούσει ο Θεός; Γονάτισα, λες· αλλά ο νους σου πετούσε έξω. Το σώμα σου ήταν μέσα στην Εκκλησία και η ψυχή σου έξω» (Χρυσ.ΕΠΕ33.468). «Αν κανείς βρίσκεται στην Ομόνοια κι έχει περιμαζωμένο το νου του, είναι σαν να βρίσκεται στον Άθωνα· κι αν κανείς βρίσκεται στον Άθωνα και δεν έχει περιμαζωμένο το νου του, είναι σαν να βρίσκεται στην Ομόνοια» (αγ. ΠορφύριοςΑνθολόγιο271). «Κάποτε σε μία γυναίκα που καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας ο νους της ήταν στις δουλειές του σπιτιού της, ο γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης από τη Δράμα της είπε: «Στην Εκκλησία τα ρούχα σου τα έβλεπα, μα εσένα δεν σε έβλεπα…» (Διονυς.ΤάτσηΝεονΓεροντικόν.σ.56ιστ»). «Είπε ο αββάς Θεόδωρος, ότι αν μας λογαριάσει ο Θεός τις αμέλειες κατά τις προσευχές και τις αφηρημάδες κατά τις ψαλμωδίες, δεν μπορούμε να σωθούμε» (ΕίπεΓέρων99γ) ]

Κύριε παντοκράτορ, ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ἡμῶν, δεόμεθά σου, ἐπάκουσον καὶ ἐλέησον.

Κύριε παντοκράτορα (Εξουσιαστή των πάντων), Θεέ των πατέρων μας, σε παρακαλούμε, άκουσέ μας με προσοχή και ελέησέ μας.

Ἐλέησον ἡμᾶς, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, δεόμεθά σου, ἐπάκουσον καὶ ἐλέησον.

Ελέησέ μας, Θεέ μας, με τη μεγάλη σου ευσπλαχνία, σε παρακαλούμε, άκουσέ μας με προσοχή και ελέησέ μας.

[ «Σκέψου μία σπίθα που έπεσε στο πέλαγος· μήπως μπορεί να σταθεί ή να φανεί; Όσο αδύναμη είναι μία σπίθα μπροστά στο πέλαγος, τόσο είναι και η αμαρτία μπροστά στη φιλανθρωπία του Θεού· ή καλύτερα ούτε τόσο, αλλά πολύ περισσότερο, γιατί το πέλαγος έχει όρια, ενώ η φιλανθρωπία του Θεού είναι απεριόριστη» (Χρυσ.ΕΠΕ30.289) ]

Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (τοῦ δεῖνος).

Ακόμα παρακαλούμε για τον αρχιεπίσκοπό μας (τάδε).

Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, τῶν ἱερέων, ἱερομονάχων, ἱεροδιακόνων καὶ μοναχῶν, καὶ πάσης τῆς ἐν Χριστῷ ἡμῶν ἀδελφότητος.

Ακόμα παρακαλούμε για τους αδελφούς μας, τους ιερείς, ιερομόναχους, διακόνους και μοναχούς και για όλη τη χριστιανική μας αδελφότητα.

[ ««Σας μνημονεύω συνεχώς στις προσευχές μου (Ρωμ.1,9)». Αυτό είναι γνώρισμα της γνήσιας αγάπης. – [Λέει ο Χρυσόστομος στους πιστούς]. Πάρα πολύ πιστεύουμε, ότι όλα θα τα κατορθώσουμε, αν εσείς θελήσετε όλοι με μια ψυχή να υψώσετε τα χέρια σας προς το Θεό και να τον παρακαλέσετε για τη μικρότητά μας» (Χρυσ.ΕΠΕ16Β.350·23.79) ]

Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ ἐλέους, ζωῆς, εἰρήνης, ὑγείας, σωτηρίας, ἐπισκέψεως, συγχωρήσεως καὶ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τῶν δούλων τοῦ Θεοῦ πάντων τῶν εὐσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων χριστιανῶν, τῶν κατοικούντων καὶ παρεπιδημούντων ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, τῶν ἐνοριτῶν, ἐπιτρόπων, συνδρομητῶν καὶ ἀφιερωτῶν τοῦ ἁγίου ναοῦ τούτου.

Ακόμα παρακαλούμε να χαρίζεις έλεος, ζωή, ειρήνη, υγεία, σωτηρία, φροντίδα, συγχώρεση και άφεση των αμαρτιών των δούλων του Θεού, όλων των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών που κατοικούν και παραμένουν σ’ αυτήν εδώ την πόλη, των ενοριτών, των επιτρόπων, όσων κάνουν προσφορές και αφιερώματα σε αυτόν τον άγιο ναό.

[ «Ο Θεός δεν έχει ανάγκη από χρυσά σκεύη, αλλά από ψυχές χρυσές. Δεν τα λέω αυτά για να σας εμποδίσω να κατασκευάζετε αφιερώματα στο Θεό, αλλά επειδή έχω την αξίωση μαζί με αυτά, και μάλιστα πριν από αυτά, να κάνετε ελεημοσύνη…Διότι ποια η ωφέλεια, όταν η τράπεζά του είναι γεμάτη από χρυσά ποτήρια, ενώ ο ίδιος πεθαίνει από την πείνα; Πρώτα δώσε να φάει και να χορτάσει αυτός που πεινά, και ύστερα στόλισε με αφθονία και την τράπεζά του. Κατασκευάζεις χρυσό ποτήριο και δεν προσφέρεις ένα ποτήρι κρύο νερό;…Μη παραβλέπεις τον αδελφό σου που υποφέρει, ενώ διακοσμείς τον οίκο του Θεού, διότι αυτός είναι ναός πιο σπουδαίος από αυτόν» (Χρυσ.ΕΠΕ11.65-67) ]

Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ τῶν μακαρίων καὶ ἀοιδίμων κτιτόρων τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας ταύτης, καὶ ὑπὲρ πάντων τῶν προαναπαυσαμένων πατέρων καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν, τῶν ἐνθάδε εὐσεβῶς κειμένων καὶ ἁπανταχοῦ ὀρθοδόξων.

Ακόμα παρακαλούμε για τους μακαριστούς και αλησμόνητους κτίτορες [όσους έκτισαν τον ναό] αυτής εδώ της εκκλησίας και για όλους τους πατέρες και αδελφούς μας, που έχουν πριν από μας αναπαυθεί και ταφεί εδώ με ευσέβεια και για τους ορθοδόξους οπουδήποτε και αν είναι θαμμένοι.

Ἔτι δεόμεθα ὑπὲρ τῶν καρποφορούντων καὶ καλλιεργούντων ἐν τῷ ἁγίῳ καὶ πανσέπτῳ ναῷ τούτῳ, κοπιώντων, ψαλλόντων καὶ ὑπὲρ τοῦ περιεστῶτος λαοῦ, τοῦ ἀπεκδεχομένου τὸ παρὰ σοῦ μέγα καὶ πλούσιον ἔλεος.

Ακόμα παρακαλούμε για εκείνους που προσφέρουν καρποφόρες υπηρεσίες στον ιερό και σεβαστό αυτό ναό, για κείνους που κοπιάζουν και για κείνους που ψέλνουν, και για όλο το λαό, που παρευρίσκεται και προσδοκά από σένα το μέγα και πλούσιο έλεος.

[«Η οικοδομή της εκκλησίας είναι ανάκτορα του Χριστού. – Τι είναι πιο ευχάριστο, πες μου, από την εδώ παραμονή; Αν λοιπόν έπρεπε να περνάμε όλη την ημέρα εδώ, τι πιο σεμνό, τι πιο ασφαλές, όπου υπάρχουν τόσοι αδελφοί, όπου το Άγιο Πνεύμα, όπου βρίσκεται στη μέση ο Ιησούς και ο Πατέρας; Ποια άλλη τέτοια συγκέντρωση ζητάς; – Η Εκκλησία είναι ανώτερη από την κιβωτό. Διότι η κιβωτός δεχόταν ζώα και τα διατηρούσε ζώα, ενώ η Εκκλησία παίρνει τα ζώα και τα μεταβάλλει… Μπήκε κάποιος εδώ μέσα γεράκι και βγαίνει περιστέρι· μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο, μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί, χωρίς να αλλάζει η φύση του, αλλά απομακρύνοντας από μέσα του την κακία» (Χρυσ.ΕΠΕ15.529·26.209·30.287)]

EYXH ΤΗΣ ΕΚΤΕΝΟΥΣ ΙΚΕΣΙΑΣ

Ἰερ· Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, τὴν ἐκτενῆ ταύτην ἱκεσίαν πρόσδεξαι παρὰ τῶν σῶν δούλων καὶ ἐλέησον ἡμᾶς κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους σου· καὶ τοὺς οἰκτιρμούς σου κατάπεμψον ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ πάντα τὸν λαόν σου, τὸν ἀπεκδεχόμενον τὸ παρὰ σοῦ μέγα καὶ πλούσιον ἔλεος.

       Κύριε και Θεέ μας, αυτήν τη μεγάλη και θερμή ικεσία δέξου από τους δούλους σου και ελέησέ μας σύμφωνα με το αμέτρητο έλεός σου και στείλε την ευσπλαχνία σου σε εμάς και σε όλο το λαό σου, που προσδοκά από σένα το μεγάλο και πλούσιο έλεος.

Καὶ ἐκφωνεῖ·

Ὅτι ἐλεήμων καὶ φιλάνθρωπος Θεὸς ὑπάρχεις, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Γιατί είσαι εύσπλαχνος και φιλάνθρωπος Θεός και τη δοξολογία απευθύνουμε σε σένα, τον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες,

Λαός· Ἀμήν.

Καὶ ἄρχεται ὁ Διάκονος τῆς δεήσεως ὑπὲρ τῶν Κατηχουμένων τοῦ Λαοῦ λέγοντος τὸ Κύριε, ἐλέησον.

ΔΕΗΣΕΙΣ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΚΑΤΗΧΟΥΜΕΝΩΝ [ Κατηχούμενοι: όσοι ετοιμάζονταν για την Βάπτιση]

Εὔξασθε οἱ κατηχούμενοι τῷ Κυρίῳ. Προσευχηθείτε οι κατηχούμενοι στον Κύριο.

Οἱ πιστοί, ὑπὲρ τῶν κατηχουμένων δεηθῶμεν.

Οι πιστοί, ας παρακαλέσουμε για τους κατηχούμενους.

Ἵνα ὁ Κύριος αὐτοὺς ἐλεήσῃ· Για να τους ελεήσει ο Κύριος.

Κατηχήσῃ αὐτοὺς τὸν λόγον τῆς ἀληθείας· Να τους κατηχήσει τον λόγο της αληθείας.

Ἀποκαλύψῃ αὐτοῖς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς δικαιοσύνης·

Να τους φανερώσει το ευαγγέλιο της δικαιοσύνης.

Ἑνώσῃ αὐτοὺς τῇ ἁγίᾳ αὐτοῦ Καθολικῇ καὶ Ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ·

Να τους ενώσει με την αγία του καθολική και αποστολική Εκκλησία.

Σῶσον, ἐλέησον, ἀντιλαβοῦ, καὶ διαφύλαξον αὐτούς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.

Σώσε, ελέησε. βοήθησε και προστάτευέ τους, Θεέ μας, με τη χάρη σου.

Οἱ κατηχούμενοι τὰς κεφαλὰς ὑμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνατε.

Οι κατηχούμενοι, σκύψτε τα κεφάλια σας στον Κύριο.

ΕΥΧΗ ΤΩΝ ΚΑΤΗΧΟΥΜΕΝΩΝ

Ἱερ· Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἐν ὑψηλοῖς κατοικῶν καὶ τὰ ταπεινὰ ἐφορῶν, ὁ τὴν σωτηρίαν τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων ἐξαποστείλας, τὸν μονογενῆ σου Υἱὸν καὶ Θεόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ἐπίβλεψον ἐπὶ τοὺς δούλους σου τοὺς κατηχουμένους, τοὺς ὑποκεκλικότας σοι τὸν ἑαυτῶν αὐχένα·

     Κύριε και Θεέ μας, που κατοικείς στα ψηλά και επιβλέπεις τα ταπεινά, που τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους έστειλες, δηλαδή το μονογενή σου Υιό και Θεό, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, ρίξε τη ματιά σου στα παιδιά σου, τους κατηχούμενους, που έχουν υποκλίνει (σκύψει) το κεφάλι τους σε σένα

καὶ καταξίωσον αὐτοὺς ἐν καιρῷ εὐθέτῳ τοῦ λουτροῦ τῆς παλιγγενεσίας, τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τοῦ ἐνδύματος τῆς ἀφθαρσίας· ἕνωσον αὐτοὺς τῇ Ἁγίᾳ σου Καθολικῇ καὶ Ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ· καὶ συγκαταρίθμησον αὐτοὺς τῇ ἐκλεκτῇ σου ποίμνῃ.

Και αξίωσέ τους, στον κατάλληλο καιρό να πάρουν το λουτρό της αναγέννησής τους [το Βάπτισμα], την άφεση των αμαρτιών τους και τη στολή της άφθαρτης ζωής˙ ένωσέ τους με την αγία σου καθολική και αποστολική Εκκλησία και συναρίθμησέ τους στο διαλεχτό σου ποίμνιο.

[ «Ουδεμία σωτηρία υπάρχει εκτός της Εκκλησίας… Αυτός που δεν έχει την Εκκλησία ως Μητέρα του, ούτε τον Θεό μπορεί να έχει ως Πατέρα του. Όσο μπόρεσε να σωθεί από τον κατακλυσμό όποιος ήταν έξω από την κιβωτό, άλλο τόσο μπορεί να σωθεί όποιος είναι έξω από την Εκκλησία» (ΚυπριανόςΚαρχηδόνος,επιστ.73,21, Περί της ενότητος,κεφ.6). «Εκτός της Εκκλησίας είναι δυνατόν να έχει κάποιος τα πάντα πλην της σωτηρίας» (αγ.Αυγουστίνος,PL 43,695). «Τίποτα δεν είναι ισχυρότερο από την Εκκλησία. Η ελπίδα σου είναι η Εκκλησία, η σωτηρία σου είναι η Εκκλησία, το καταφύγιό σου είναι η Εκκλησία» (Χρυσ.ΕΠΕ33,124). «Η Εκκλησία είναι σαν ένα καράβι. Όταν μπεις στο καράβι, και να ξεχαστείς, και να νυστάξεις, και να κοιμηθείς, αυτό σε πάει. Θα σε βγάλει απέναντι. Αρκεί να μπεις μέσα» (οσ. Παΐσιος,Χαριτωμένες Διδ.40)]

Καὶ ἐκφωνεῖ·

Ἵνα καὶ αὐτοὶ σὺν ἡμῖν δοξάζωσι τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομά σου, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Για να δοξάζουν κι αυτοί μαζί μας το τιμημένο και μεγαλόπρεπο όνομά σου, του Πατέρα και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.

Λαός·Ἀμήν.

Διακ· Ὅσοι κατηχούμενοι προέλθετε· οἱ κατηχούμενοι προέλθετε. Ὅσοι κατηχούμενοι προέλθετε· μή τις τῶν κατηχουμένων.

           Όσοι είστε κατηχούμενοι να βγείτε από το ναό˙ οι κατηχούμενοι να βγείτε.

Όσοι είστε κατηχούμενοι να αναχωρήσετε˙ κανένας να μη μείνει πλέον εδώ από τους κατηχούμενους.

ΔΕΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ

Διακ· Ὅσοι πιστοί ( 13 ), ἔτι καὶ ἔτι ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

         Όσοι είμαστε πιστοί, πάλι και πάλι με ειρήνη ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

ΛαόςΚύριε, ελέησον.

Διακ·  Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.

Βοήθησε, σώσε, ελέησε και προστάτεψέ μας, Θεέ μας, με τη χάρη σου.

Λαός· Κύριε, ἐλέησον.

Διακ· Σοφία. (Σε επικαλούμαστε, Θεέ μας, εσένα που είσαι η Σοφία).

ΠΡΩΤΗ ΕΥΧΗ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ

Ἱερ· Εὐχαριστοῦμέν σοι, Κύριε ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, τῷ καταξιώσαντι ἡμᾶς παραστῆναι καὶ νῦν τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ καὶ προσπεσεῖν τοῖς οἰκτιρμοῖς σου ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων.

Σε ευχαριστούμε, Κύριε και Θεέ των δυνάμεων [των αγγελικών], που μας καταξίωσες να σταθούμε και τώρα μπροστά στο άγιο θυσιαστήριό σου και να προσπέσουμε ταπεινά στην ευσπλαχνία σου, για τα δικά μας αμαρτήματα [των ιερέων] και για όσες παραβάσεις ο λαός έκανε από άγνοια.

Πρόσδεξαι, ὁ Θεός, τὴν δέησιν ἡμῶν· ποίησον ἡμᾶς ἀξίους γενέσθαι τοῦ προσφέρειν σοι δεήσεις καὶ ἱκεσίας καὶ θυσίας ἀναιμάκτους ὑπὲρ παντὸς τοῦ λαοῦ σου· καὶ ἱκάνωσον ἡμᾶς, οὓς ἔθου εἰς τὴν διακονίαν σου ταύτην, ἐν τῇ δυνάμει τοῦ Πνεύματός σου τοῦ Ἁγίου,

Δέξου, Θεέ, τη δέησή μας· κάνε μας να γίνουμε άξιοι να σου προσφέρουμε δεήσεις και ικεσίες και αναίμακτες θυσίες, για όλο το λαό σου· και κάνε μας ικανούς, εμάς που έβαλες σ’ αυτήν εδώ τη διακονία σου, με τη δύναμη του αγίου σου Πνεύματος,

ἀκαταγνώστως καὶ ἀπροσκόπτως, ἐν καθαρῷ τῷ μαρτυρίῳ τῆς συνειδήσεως ἡμῶν, ἐπικαλεῖσθαί σε ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ, ἵνα, εἰσακούων ἡμῶν, ἵλεως ἡμῖν εἴης ἐν τῷ πλήθει τῆς σῆς ἀγαθότητος.

ακατάκριτα και ανεμπόδιστα, με καθαρή τη μαρτυρία της συνείδησής μας να σε επικαλούμαστε σε κάθε στιγμή και τόπο, ώστε, εισακούοντάς μας, να είσαι σπλαχνικός με εμάς, σύμφωνα με τη μεγάλη σου αγαθότητα.

[«Με τον τρόπο της ζωής σου ανέβα· μέσω της κάθαρσης απόκτησε το καθαρό. Θέλεις κάποτε να γίνεις θεολόγος και άξιος της θεότητας; Φύλαγε τις εντολές· με τα προστάγματα του Θεού βάδισε το δρόμο· διότι η πράξη είναι το υπόβαθρο της θεωρίας» (Γρηγ.Θεολ.PG35,1080). «Έλεγαν για τον αββά Ποιμένα, ότι, όταν επρόκειτο να έλθει σε σύναξη, καθόταν μόνος του, εξετάζοντας τους λογισμούς του, κάπου μία ώρα. Και κατόπιν έβγαινε» (Είπε Γέρων,199)]

Καὶ ἐκφωνεῖ·

Ὅτι πρέπει σοι πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Γιατί σε σένα πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, στον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.

Λαός· Ἀμήν.

Διακ· Ἔτι καὶ ἔτι ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Πάλι και πάλι με ειρήνη ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

[ «Πολλές φορές ο Θεός παρέχει την ευσπλαχνία του σε πλήθος ανθρώπων που τον ικετεύουν με ομόνοια και ομόφωνη προσευχή» (Χρυσ.ΕΠΕ19.56) ]

Λαός· Κύριε, ἐλέησον.

Διακ· Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.

Βοήθησε, σώσε, ελέησε, και προστάτεψε μας, Θεέ μας, με τη χάρη σου.

Λαός· Κύριε, ἐλέησον.

Διακ· Σοφία. (Σε επικαλούμαστε, Θεέ μας, εσένα που είσαι η Σοφία).

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΥΧΗ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ

Ἱερ·Πάλιν καὶ πολλάκις σοὶ προσπίπτομεν καὶ σοῦ δεόμεθα, ἀγαθὲ καὶ φιλάνθρωπε, ὅπως, ἐπιβλέψας ἐπὶ τὴν δέησιν ἡμῶν, καθαρίσῃς ἡμῶν τὰς ψυχὰς καὶ τὰ σώματα ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος· (Β Κορινθ.7,1:καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος)

Πάλι και πολλές φορές πέφτουμε μπροστά σου και σε παρακαλούμε, αγαθέ και φιλάνθρωπε, αφού προσέξεις την προσευχή μας, να καθαρίσεις τις ψυχές μας και τα σώματα από κάθε μολυσμό σαρκικό και πνευματικό,

καὶ δῴης ἡμῖν ἀνένοχον καὶ ἀκατάκριτον τὴν παράστασιν τοῦ ἁγίου σου θυσιαστηρίου. Χάρισαι δέ, ὁ Θεός, καὶ τοῖς συνευχομένοις ἡμῖν προκοπὴν βίου καὶ πίστεως καὶ συνέσεως πνευματικῆς·

και να μας αξιώσεις χωρίς ενοχή και χωρίς κατάκριση να σταθούμε μπροστά στο άγιο θυσιαστήριό σου. Χάρισε ακόμα, Θεέ μας, και σ’ αυτούς που προσεύχονται μαζί μας προκοπή στη ζωή και στην πίστη και σύνεση πνευματική.

δὸς αὐτοῖς πάντοτε, μετὰ φόβου καὶ ἀγάπης λατρεύειν σοι, ἀνενόχως καὶ ἀκατακρίτως μετέχειν τῶν ἁγίων σου μυστηρίων καὶ τῆς ἐπουρανίου σου βασιλείας ἀξιωθῆναι.

Δώσε σε αυτούς να σε λατρεύουν πάντοτε με σεβασμό και αγάπη, να κοινωνούν τα άγια μυστήριά σου χωρίς ενοχή και χωρίς κατάκριση και να αξιωθούν την ουράνιά σου βασιλεία.

[ «Φρικτά όντως τα μυστήρια της Εκκλησίας, φρικτό όντως το θυσιαστήριο… Από την τράπεζα αυτή αναβλύζει πηγή, που χύνει πνευματικούς ποταμούς» (Χρυσ.ΕΠΕ13.583) ]

Καὶ ἐκφωνεῖ·

Ὅπως ὑπὸ τοῦ κράτους σου πάντοτε φυλαττόμενοι σοὶ δόξαν ἀναπέμπωμεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Για να φυλαγόμαστε πάντοτε κάτω από την προστασία της δύναμής σου, και να δοξολογούμε εσένα, τον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΙΣΟΔΟΣ Ή ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΙΜΙΩΝ ΔΩΡΩΝ ( 14 )

[ «Η είσοδος εδώ δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μεταφορά των δώρων από την πρόθεση στο θυσιαστήριο, την Αγία Τράπεζα. Η πράξη αυτή αρχικά ήταν απλή. Γινόταν μόνο από τους διακόνους, τους οποίους περίμενε στο θυσιαστήριο ο επίσκοπος. Από τον 6ο αιώνα η μεταφορά έγινε επισημότερη και μεγαλοπρεπέστερη, αφού συμμετείχαν οι ιερείς ακόμη και ο αυτοκράτορας. Η επισημότητα αυτή έδωσε το χαρακτηρισμό «μεγάλη»… Η μεταφορά των δώρων από την αγία πρόθεση «και η τούτων προς το θυσιαστήριον είσοδος, κατά τον χερουβικόν, την από Βηθανίας προς την Ιερουσαλήμ δηλοί του Κυρίου εισέλευσιν», λέει ο Θεόδωρος Ανδίδων. Και ο Σωφρόνιος Ιεροσολύμων υπογραμμίζει πώς «τα άγια από της προθέσεως έως του θυσιαστηρίου προέρχονται, εις τύπον της του κόσμου διαγωγής του Χριστού έως της ταφής αυτού»… Η μεγάλη είσοδος είναι τύπος, σύμβολο της πορείας του Χριστού προς το πάθος» (Κογκούλη…), «συμβολίζει «τη συντελεσμένη αναπαράσταση του σταυρικού πάθους του Κυρίου, έτσι ώστε να μπορούμε να αντιληφθούμε τον Κύριο σαν να κείτεται μέσα στον τάφο μετά από το πάθος Του. Γι αυτό και οι λειτουργοί που απλώνουν τα ιερά υφάσματα πάνω στο Θυσιαστήριο αναπαριστούν συμβολικά την σινδόνα της ταφής του Κυρίου» (Θεόδωρος Μοψουεστίας)» (Τρεμπέλας) ]

Λαός· Ἀμήν.

Ο ΧΕΡΟΥΒΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ

[ «Ο χερουβικός ύμνος μπήκε στη θεία λειτουργία τον 6ο αιώνα (573-4 [επί Ιουστίνου του Β΄]), για να καλύψει το χρόνο προετοιμασίας του ιερέα για την είσοδο… Ο ύμνος αρχικά ψαλλόταν τρεις φορές και είναι εμπνευσμένος από τον 23ο ψαλμό «Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής…), στον οποίο υπάρχει ο στίχος «Άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών, και επάρθητε, πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης» (στιχ. 7). Ο ψαλμός αυτός είναι το πιο παλιό χερουβικό» (Κογκούλη…) ]

     Οἱ τὰ Χερουβὶμ μυστικῶς εἰκονίζοντες καὶ τῇ ζωοποιῷ Τριάδι τὸν τρισάγιον ὕμνον προσᾴδοντες, πᾶσαν νῦν (η γραφή: «την», δεν είναι η πιο σωστή) βιοτικὴν ἀποθώμεθα μέριμναν. Ὡς τὸν Βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι …

Εμείς που εικονίζουμε τα Χερουβίμ με τρόπο μυστικό [αόρατο] και στην Τριάδα, που δίνει ζωή στα πάντα, ψάλλουμε τον τρισάγιο ύμνο, ας αφήσουμε τώρα κατά μέρος κάθε φροντίδα (έγνοια) της καθημερινής ζωής, για να υποδεχτούμε τον Βασιλιά των όλων…

[«Παλαιότερα τα σπίτια ήταν εκκλησίες, σήμερα όμως η εκκλησία κατάντησε σπίτι. Και τότε δεν ήταν δυνατόν να αναφέρει κανείς μέσα στο σπίτι τίποτα το υλικό, σήμερα όμως δεν υπάρχει τίποτα το πνευματικό που να μπορεί να το αναφέρει μέσα στην εκκλησία, αλλά και εδώ μέσα έχετε εισαγάγει τις συζητήσεις της αγοράς. – Εισερχόμενοι εδώ εισερχόμαστε στον ουρανό. Δεν εννοώ τον τόπο, αλλά την διάθεση, διότι είναι δυνατόν και ενώ βρίσκεσαι στη γη, να στέκεσαι στον ουρανό και να φαντάζεσαι όσα υπάρχουν εκεί και να ακούς όσα προέρχονται από εκεί. Ας μην αφήνει λοιπόν κανείς να παρεισφρύουν στον ουρανό τα επίγεια. Κανείς ας μη φροντίζει για τα οικιακά του, ενώ βρίσκεται εδώ» (Χρυσ.ΕΠΕ10.407·12.463). «Βλέποντας κάποιον να παρακολουθεί την ψαλμωδία με συναίσθηση της καρδιάς…και που έδειχνε…με το ύφος του σαν να συζητούσε με κάποιον, τον ρώτησα…Συνηθίζω (απάντησε), πάτερ Ιωάννη, να συγκεντρώνω από την αρχή της ακολουθίας τους λογισμούς και το νου μαζί με όλη την ψυχή μου, και αφού τους συγκεντρώσω, φωνάζω δυνατά προς αυτούς· Ελάτε να προσκυνήσουμε και να παρακαλέσουμε γονατιστοί το Χριστό, το βασιλιά και Θεό μας» (Κλίμαξ.ΕΠΕ,111-113)]

[[[  ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΧΕΡΟΥΒΙΚΟΥ ΥΜΝΟΥ [«Αφορά μόνο τον ιερέα…Προήλθε από την αλεξανδρινή λειτουργία του αγ. Γρηγορίου (γύρω στον 8ο αιώνα)» (Κογκούλη…)]

Ἱερ·Οὐδεὶς ἄξιος τῶν συνδεδεμένων ταῖς σαρκικαῖς ἐπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς προσέρχεσθαι ἢ προσεγγίζειν ἢ λειτουργεῖν σοι, Βασιλεῦ τῆς δόξης· τὸ γὰρ διακονεῖν σοι μέγα καὶ φοβερὸν καὶ αὐταῖς ταῖς ἐπουρανίαις δυνάμεσιν. Ἀλλ’ ὅμως, διὰ τὴν ἄφατον καὶ ἀμέτρητόν σου φιλανθρωπίαν, ἀτρέπτως καὶ ἀναλλοιώτως γέγονας ἄνθρωπος καὶ ἀρχιερεὺς ἡμῶν ἐχρημάτισας καὶ τῆς λειτουργικῆς ταύτης καὶ ἀναιμάκτου θυσίας τὴν ἱερουργίαν παρέδωκας ἡμῖν, ὡς Δεσπότης τῶν ἁπάντων.

Κανένας από τους συνδεδεμένους με τις σαρκικές επιθυμίες και ηδονές δεν είναι άξιος να έρχεται μπροστά σου ή να σε πλησιάζει ή να σε υπηρετεί, Βασιλιά της δόξας. Γιατί το να σε υπηρετεί κανείς, είναι μεγάλο και φοβερό και σ’ αυτές ακόμα τις επουράνιες δυνάμεις. Αλλ’ όμως, από την ανέκφραστη και αμέτρητη φιλανθρωπία σου, έγινες άνθρωπος χωρίς μεταβληθεί και να αλλοιωθεί η θεία σου φύση, και έγινες αρχιερέας μας, και αυτήν εδώ τη λειτουργία και ιερουργία της χωρίς αίμα θυσίας, παρέδωσες σε μας ως Κύριος των όλων.

         Σὺ γὰρ μόνος, Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, δεσπόζεις τῶν ἐπουρανίων καὶ τῶν ἐπιγείων, ὁ ἐπὶ θρόνου Χερουβικοῦ ἐποχούμενος, ὁ τῶν Σεραφὶμ Κύριος καὶ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ὁ μόνος ἅγιος καὶ ἐν ἁγίοις ἀναπαυόμενος. Σὲ τοίνυν δυσωπῶ τὸν μόνον ἀγαθὸν καὶ εὐήκοον· ἐπίβλεψον ἐπ’ ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ ἀχρεῖον δοῦλόν σου καὶ καθάρισόν μου τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν ἀπὸ συνειδήσεως πονηρᾶς καὶ ἱκάνωσόν με τῇ δυνάμει τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, ἐνδεδυμένον τὴν τῆς ἱερατείας χάριν, παραστῆναι τῇ ἁγίᾳ σου ταύτῃ τραπέζῃ καὶ ἱερουργῆσαι τὸ ἅγιον καὶ ἄχραντόν σου σῶμα καὶ τὸ τίμιον αἷμα.

Γιατί εσύ μόνος, Κύριε και Θεέ μας, εξουσιάζεις τα επουράνια και τα επίγεια, εσύ που κάθεσαι πάνω σε θρόνο χερουβικό, ο Κύριος των Σεραφίμ και βασιλιάς του Ισραήλ [της Εκκλησίας], ο μόνος άγιος που βρίσκεις ανάπαυση στους αγίους. Εσένα λοιπόν θερμά παρακαλώ τον μόνο αγαθό και πρόθυμο να ακούσει. Ρίξε το βλέμμα σου επάνω σ’ εμένα τον αμαρτωλό και τιποτένιο δούλο σου, και καθάρισε την ψυχή και την καρδιά μου από κάθε τι πονηρό στη συνείδησή μου· και με τη δύναμη του Αγίου σου Πνεύματος κάνε με ικανό, εμένα που έχω ντυθεί τη χάρη της ιερωσύνης, να σταθώ μπροστά σ’ αυτήν εδώ την αγία σου Τράπεζα και να ιερουργήσω το άγιο και άχραντο σώμα σου και το τίμιο αίμα σου.

         Σοὶ γὰρ προσέρχομαι, κλίνας τὸν ἐμαυτοῦ αὐχένα, καὶ δέομαί σου· Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ’ ἐμοῦ, μηδὲ ἀποδοκιμάσῃς με ἐκ παίδων σου, ἀλλ’ ἀξίωσον προσενεχθῆναί σοι ὑπ’ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ ἀναξίου δούλου σου τὰ δῶρα ταῦτα. Σὺ γὰρ εἶ ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος καὶ διαδιδόμενος, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Γιατί σε σένα έρχομαι, σκύβοντας το κεφάλι μου και σε παρακαλώ· μη μου γυρίσεις το πρόσωπό σου και μη με αποδοκιμάσεις από τα παιδιά σου, αλλά αξίωσέ με να σου προσφέρω εγώ ο αμαρτωλός και ανάξιος δούλος σου τα δώρα αυτά. Γιατί εσύ είσαι εκείνος που προσφέρεις και προσφέρεσαι, που δέχεσαι τα δώρα και που ο ίδιος μοιράζεσαι, Χριστέ και Θεέ μας, κι εμείς εσένα δοξάζουμε μαζί με τον άναρχο Πατέρα σου και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό σου Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.Αμήν [ «Η χάρη είναι που ενεργεί τα πάντα…Ο ιερέας δανείζει τη γλώσσα του και προσφέρει το χέρι του. – Όλους μεν (τους ιερείς) δεν τους εκλέγει ο Θεός. Όλους όμως τους χειροτονεί και μέσω όλων ενεργεί, παρόλο που οι ίδιοι είναι ανάξιοι. Και το κάνει αυτό για να σωθεί ο λαός» (Χρυσ.ΕΠΕ14,716·23,492). «Μόνο να είναι (ο ιερέας) ένας από τους αναγνωρισμένους και όχι από τους επισήμως καταδικασμένους μήτε ξένος με την Εκκλησία… Μην κρίνεις τους κριτές συ που έχεις ανάγκη θεραπείας…Τι σημασία έχει αν η σφραγίδα είναι από σίδερο ή χρυσό, αφού είναι το ίδιο; Η διαφορά υπάρχει στο υλικό και όχι στο αποτύπωμα. Έτσι να βλέπεις τον κάθε ιερέα» (Γρηγ.Θεολ.ΕΠΕ4.333,335). «Εάν έβλεπαν οι άνθρωποι με ποια δόξα λειτουργεί ο ιερέας, θα έπεφταν καταγής μπροστά στο όραμα αυτό. Και αν ο ίδιος ο ιερέας έβλεπε τον εαυτό του, σε ποια ουράνια δόξα βρίσκεται κατά την τέλεση του λειτουργήματός του, τότε θα γινόταν μεγάλος ασκητής και θα αγωνιζόταν να μην θλίψει με τίποτα τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που ζει μέσα του» (Αγ Σιλουανός,507] ]]]

Ὅταν δὲ ὁ Λαὸς εἴπῃ τὰς λέξεις Ὡς τὸν Βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι, ἐξέρχονται διὰ τῆς βορείου Πύλης

[ «Η πομπή παλιά γινόταν σιωπηλά. Αργότερα οι λειτουργοί έλεγαν διάφορα τροπάρια και ψαλμούς (τον 50ο και τον 23ο) και από τον 12ο αιώνα μπήκε η φράση που ακούγεται και σήμερα «Πάντων υμών μνησθείη Κύριος ο Θεός…». Λεγόταν μεγαλόφωνα από τον ιερέα και από τον διάκονο και μάλιστα πολλές φορές και όχι μία» (Κογκούλη…) ]

Διακ· Πάντων ἡμῶν μνησθείη Κύριος ὁ Θεὸς ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ, πάντοτε· νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

         Όλους εμάς μακάρι να μας θυμηθεί ο Κύριος και Θεός μας στη βασίλεία του, τώρα και πάντοτε και στους ατελείωτους αιώνες.

Λαός· Ἀμήν.

Μετά μνημονεύει ο ιερέας από την Ωραία Πύλη και μετά

ψάλλεται τὸ

ΤΕΛΟΣ ΧΕΡΟΥΒΙΚΟΥ ΥΜΝΟΥ

Ταῖς ἀγγελικαῖς ἀοράτως δορυφορούμενον τάξεσιν. Ἀλληλούϊα. Ἀλληλούϊα. Ἀλληλούϊα.

[να υποδεχτούμε τον Βασιλιά των όλων] Ο οποίος αόρατα συνοδεύεται από τα αγγελικά τάγματα. Αλληλούϊα…

[ «Η απόθεση των αγίων στην αγία Τράπεζα αποτελεί μίμηση τη στιγμή εκείνη του στρωμένου ανωγείου, μετά από λίγο και της υψώσεως πάνω στο σταυρό, και στο τέλος εικονίζει την ταφή και την ανάσταση και την ανάληψη του Κυρίου (Θεοδώρου Ανδίδων)»(Κογκούλη…). «Όταν δεις τις θύρες του ιερού να σύρονται επάνω, τότε να θεωρήσεις ότι ανοίγει ο ουρανός και κατεβαίνουν οι άγγελοι» (Χρυσ.ΕΠΕ20,489). «Η Εκκλησία είναι τύπος και του νοητού και του αισθητού κόσμου· σύμβολο του νοητού κόσμου έχει το Ιερό, και του αισθητού το ναό» (Μάξιμος Ομολογ.ΕΠΕ14.143) ]

ΟΙ ΑΙΤΗΣΕΙΣ – ΤΑ ΠΛΗΡΩΤΙΚΑ

Διακ· Πληρώσωμεν τὴν δέησιν ἡμῶν τῷ Κυρίῳ.

         Ας ολοκληρώσουμε την προσευχή μας προς τον Κύριο.

Ὑπὲρ τῶν προτεθέντων τιμίων δώρων τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Για τα τίμια δώρα, που τοποθετήθηκαν μπροστά μας [στην Αγία Τράπεζα], ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

[ «Όπως ακριβώς το ψωμί γίνεται με την ένωση πολλών κόκκων, έτσι ώστε πουθενά να μην φαίνονται οι κόκκοι, αλλά, ενώ υπάρχουν οι ίδιοι, να μη φαίνεται ότι είναι ξεχωριστοί λόγω της σύνδεσης· έτσι και εμείς ενωνόμαστε μεταξύ μας και με το Χριστό. Γιατί δεν τρέφεσαι εσύ από άλλο σώμα και ο άλλος από άλλο, αλλά από το ίδιο όλοι»(Χρυσ.ΕΠΕ18Α.87). «Όπως αυτό το κομμάτι του άρτου ήταν σκορπισμένο πάνω στα βουνά και αφού συγκεντρώθηκε έγινε ένα, έτσι να συγκεντρωθεί η Εκκλησία σου από τα πέρατα της γης στη βασιλεία σου» (Διδαχή12 Απ.ΕΠΕ1,21). «Όταν μιλώ για Χριστιανούς σε πληθυντικό, εννοώ έναν στον ένα Χριστό. Είστε επομένως πολλοί και παρ’ όλα αυτά ένας» (Αυγουστίνος,Φλωρόφσκυ,Αγ.Γραφή…89). «Φανερώνεται η Εκκλησία στα μυστήρια, όχι σαν σε σύμβολα, αλλά σαν τα μέλη που συνδέονται με την καρδιά» (Νικολ.ΚαβάσιλαςΕΠΕ190) ]

Ὑπὲρ τοῦ ἁγίου οἴκου τούτου καὶ τῶν μετὰ πίστεως, εὐλαβείας καὶ φόβου Θεοῦ εἰσιόντων ἐν αὐτῷ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Για τον άγιο αυτό ναό και για εκείνους που μπαίνουν σε αυτόν με πίστη, ευλάβεια και φόβο Θεού, ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

[«Ποιο λιμάνι είναι τέτοιο σαν την εκκλησία; Ποιος παράδεισος είναι τέτοιος όπως η δική μας η συγκέντρωση; Δεν υπάρχει εδώ το επίβουλο φίδι, αλλά ο Χριστός που μυσταγωγεί. – Λουτρό πνευματικό είναι τα εδώ, που με τη θερμότητα του Πνεύματος καθαρίζει κάθε βρωμιά. – Εκείνοι [που συνήθως απουσιάζουν] κι αν ακόμη παραβρεθούν κάποτε εδώ, ούτε και τότε είναι παρόντες, αλλά το μεν σώμα τους είναι στημένο εδώ, η σκέψη τους όμως περιπλανιέται έξω, ενώ εσείς και αν ακόμη κάποτε απουσιάσετε από εδώ και τότε είστε παρόντες· διότι το μεν σώμα σας βρίσκεται έξω, η σκέψη σας όμως είναι εδώ. – Τέτοια είναι η αγάπη. Εκείνος που αγαπάει δεν επιθυμεί να δει μόνο αυτόν που αγαπάει, αλλά και το σπίτι εκείνου μόνο, ή και την εξώπορτά του και όχι την εξώπορτα του σπιτιού μόνο αλλά και αυτό το στενό δρομάκι και τη συνοικία» (Χρυσ.30,285·26,451·35.221·26.447)]

Ὑπὲρ τοῦ ρυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καὶ ἀνάγκης τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Για να σωθούμε από κάθε θλίψη, οργή, κίνδυνο και ανάγκη ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.

Βοήθησε, σώσε, ελέησε και φύλαξέ μας, Θεέ μας, με τη χάρη σου.

Ὁ Λαὸς μετά από κάθε αίτημα· Παράσχου, Κύριε. (=Δώσε μας. Χάρισέ μας, Κύριε)

Τὴν ἡμέραν πᾶσαν, τελείαν, ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ ἀναμάρτητον παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα.

Όλη η ημέρα να είναι τέλεια, αγία, ειρηνική και αναμάρτητη ας ζητήσουμε από τον Κύριο.

[«Αυτή είναι η αληθινή και πραγματικά θεάρεστη λατρεία, η αυστηρή επιμέλεια της ψυχής με τις αρετές» (Μάξιμος Ομολογ.ΕΠΕ14Β.49)]

Ἄγγελον εἰρήνης, πιστὸν ὁδηγόν, φύλακα τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα.

Άγγελο ειρήνης, πιστό οδηγό, φύλακα των ψυχών και των σωμάτων μας, ας ζητήσουμε από τον Κύριο.

[«Γνωρίζω ότι δεν βλέπεις, άκου όμως ότι παντού παραβρίσκονται άγγελοι και μάλιστα στον οίκο του Θεού στέκονται δίπλα στο Βασιλιά και όλα είναι γεμάτα από τις ασώματες εκείνες δυνάμεις» (Χρυσ.ΕΠΕ24,581). «Προσφέροντας κάποτε θυσία στο Θεό [ο αββάς Αμμωνάς], είδε έναν άγγελο να κάθεται στα δεξιά του θυσιαστηρίου, που σημείωνε τους αδελφούς που έρχονταν στο Μυστήριο και έγραφε τα ονόματά τους σε βιβλίο. Επειδή κάποιοι από τους αδελφούς δεν πήγαν στη σύναξη, είδε τα ονόματά τους να σβήνονται» (Λαυσαϊκή Ιστ.ΕΠΕ,345). «Είδε ένας γέροντας έναν λαμπροφόρο να βγαίνει από το ιερό, κρατώντας ένα είδος κυπέλλου που περιείχε αγίασμα και μία λαβίδα· και βύθιζε τη λαβίδα στο κύπελλο και πέρναγε από όλους τους αδελφούς σφραγίζοντας τον καθένα τους…Τον ρώτησε μια μέρα ο γέρων… Εγώ είμαι άγγελος και διατάχθηκα να προσφέρω αυτή τη σφραγίδα στους ευρισκόμενους στην εκκλησία» (αββά Δωροθέου,ΕΠΕ12.481)]

Συγγνώμην καὶ ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τῶν πλημμελημάτων ἡμῶν παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα.

Συγγνώμη και άφεση των αμαρτιών και των σφαλμάτων μας ας ζητήσουμε από τον Κύριο.

[ «Την Κυριακή του Κυρίου αφού συγκεντρωθείτε, να προσφέρετε άρτο και να ευχαριστήσετε αφού προηγουμένως εξομολογηθείτε τα παραπτώματά σας, για να είναι η θυσία (προσφορά) σας καθαρή» (Διδαχή12ΑποστόλωνΕΠΕ27-29)]

Τὰ καλὰ καὶ συμφέροντα ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, καὶ εἰρήνην τῷ κόσμῳ παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα.

Όσα είναι καλά και συμφέρουν τις ψυχές μας και ειρήνη στον κόσμο ας ζητήσουμε από τον Κύριο.

[ «Για μας άλλη είναι η φύση των συμφερόντων, όχι αυτή που νομίζουν οι πολλοί… Πολλά από αυτά που μας συμφέρουν δεν τα ξέρουμε και ζητάμε όσα δεν μας συμφέρουν… Επειδή ζητάς πέτρα (αντί άρτου), δεν παίρνεις… μη ζητήσεις λοιπόν τίποτα κοσμικό, αλλά όλα πνευματικά και θα πάρεις σίγουρα» (Χρυσ.ΕΠΕ19,77·17,219·10,284). «Να συναθροίζεστε συχνά επιζητώντας αυτά που ανήκουν στις ψυχές σας» (Διδαχή 12 Απ.ΕΠΕ29) ]

Τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἡμῶν ἐν εἰρήνῃ καὶ μετανοίᾳ ἐκτελέσαι παρὰ τοῦ Κυρίου αἰτησώμεθα.

Τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής μας να περάσουμε με ειρήνη και μετάνοια ας ζητήσουμε από τον Κύριο.

Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικά, καὶ καλὴν ἀπολογίαν τὴν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, αἰτησώμεθα.

Χριστιανικά να είναι τα τέλη της ζωής μας, χωρίς πόνους, χωρίς ντροπή, ειρηνικά και καλή απολογία μπροστά στο φοβερό βήμα (=δικαστικό θρόνο) του Χριστού ας ζητήσουμε από τον Κύριο.

[ «Κάποιος μου διηγήθηκε…ο ίδιος αξιώθηκε και το άκουσε ότι όσοι πρόκειται να φύγουν απ’ αυτόν τον κόσμο, αν αξιωθούν με καθαρή συνείδηση να μεταλάβουν τα μυστήρια, όταν πρόκειται να εκπνεύσουν την τελευταία τους πνοή, συνοδεύονται και μεταφέρονται από εδώ από αγγέλους, χάριν της θ. αυτής Κοινωνίας» (Χρυσ.ΕΠΕ28.269)]

Τῆς παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου δεσποίνης ἡμῶν, Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, μετὰ πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.

Αφού θυμηθούμε την πανάγια, την πάναγνη, υπερευλογημένη, ένδοξη δέσποινά μας, Θεοτόκο και αειπάρθενη Μαρία, μαζί με όλους τους αγίους, τους εαυτούς μας και τους άλλους και όλη μας τη ζωή ας αφήσουμε με εμπιστοσύνη στον Χριστό και Θεό.

Λαός· Σοί, Κύριε. Σε σένα Κύριε.

ΕΥΧΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗΣ( 15 )

Ἱερ· Κύριε ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ, ὁ μόνος ἅγιος, ὁ δεχόμενος θυσίαν αἰνέσεως παρὰ τῶν ἐπικαλουμένων σε ἐν ὅλῃ καρδίᾳ, πρόσδεξαι καὶ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν τὴν δέησιν καὶ προσάγαγε τῷ ἁγίῳ σου θυσιαστηρίῳ·

Κύριε, Θεέ παντοκράτορα [=που εξουσιάζεις τα πάντα], εσύ που είσαι ο μόνος άγιος και δέχεσαι θυσία δοξολογίας απ’ όσους σε επικαλούνται με όλη τους την καρδιά, δέξου και από μας τους αμαρτωλούς τη δέηση και φέρε την στο ουράνιο και άγιο θυσιαστήριό σου˙

καὶ ἱκάνωσον ἡμᾶς προσενεγκεῖν σοι δῶρά τε καὶ θυσίας πνευματικὰς ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων.

και κάνε μας ικανούς να σου προσφέρουμε δώρα και θυσίες πνευματικές, για τα δικά μας αμαρτήματα και για του λαού τις παραβάσεις που έγιναν από άγνοια.

Καὶ καταξίωσον ἡμᾶς εὑρεῖν χάριν ἐνώπιόν σου, τοῦ γενέσθαι σοι εὐπρόσδεκτον τὴν θυσίαν ἡμῶν καὶ ἐπισκηνῶσαι τὸ Πνεῦμα τῆς χάριτός σου τὸ ἀγαθὸν ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα δῶρα ταῦτα καὶ ἐπὶ πάντα τὸν λαόν σου.

Και καταξίωσέ μας να βρούμε χάρη (εύνοια) ενώπιόν σου, ώστε να γίνει ευπρόσδεκτη σε σένα η θυσία μας και να έλθει και να μείνει παντοτινά το άγιο Πνεύμα της χάρης σου το αγαθό σε εμάς και σε αυτά τα τίμια δώρα που είναι εδώ μπροστά μας και σε όλο το λαό σου.

[ ««Δεν έχω παρρησία (θάρρος); Είμαι γεμάτος ντροπή, πώς μπορώ να παρουσιαστώ για να…παρακαλέσω;» λένε πολλοί αμαρτωλοί…άρρωστοι από διαβολική ευλάβεια. Δεν έχεις παρρησία; Γι’ αυτό πλησίασε, για να αποκτήσεις πολλή παρρησία…Ο Θεός είναι εκείνος που περισσότερο από σένα θέλει να σε απαλλάξει από τα λάθη…Δεν έχεις παρρησία; Γι’ αυτό θα μπορέσεις να αποκτήσεις παρρησία, επειδή είσαι σε αυτή την κατάσταση. Γιατί μέγιστη παρρησία είναι, το να μη νομίζει κανείς πως έχει παρρησία. Όπως ακριβώς μέγιστη ντροπή είναι, το να δικαιώνει κανείς τον εαυτό του· εκείνος είναι ακάθαρτος έστω και αν είναι άγιος πιο πολύ από όλους τους ανθρώπους. Όπως ακριβώς γίνεται δίκαιος εκείνος που έπεισε τον εαυτό του πως είναι ο τελευταίος όλων» (Χρυσ.ΕΠΕ26.53)]

Καὶ ἐκφωνεῖ·

Διὰ τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, μεθ’ οὗ εὐλογητὸς εἶ, σὺν τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

(Ζητάμε να γίνουν αυτά)· Με την ευσπλαχνία του μονογενούς σου Υιού, μαζί με τον οποίο είσαι ευλογημένος εσύ και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό σου Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.

Λαός·Ἀμήν.

Ἱερ·    Εἰρήνη πᾶσι. Ειρήνη σε όλους.

Λαός· Καὶ τῷ πνεύματί σου. (προς τον ιερέα) Και στο δικό σου πνεύμα.

Διακ· Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους ( 16 ), ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν.

         Ας αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον, για να ομολογήσουμε με ομόνοια.

[ Το φίλημα αναφέρεται πρώτα από τον Ιουστίνο (γύρω στο 150 μ.Χ.) «Όταν τελειώσουμε τις ευχές ασπαζόμαστε ο ένας τον άλλον με φίλημα» (Απολ. Α,65,ΕΠΕ,191). «Το φίλημα της ειρήνης ή ασπασμός της αγάπης είναι πανάρχαιη λειτουργική πράξη και εμπειρία. Στην πρώτη Εκκλησία το παράγγελμα δινόταν με την φράση του Απ. Παύλου· «Ασπάσασθε αλλήλους εν φιλήματι αγίω» (Α΄Κορ. 16,20). Τότε οι κληρικοί ασπάζονταν τον επίσκοπο και τους άλλους κληρικούς. Κατόπιν ο ασπασμός γινόταν από τον λαό. Οι άνδρες ασπάζονταν τους άνδρες και οι γυναίκες τις γυναίκες. Η κάθε γυναίκα και ο κάθε άνδρας ασπάζονταν τον διπλανό τους. Σήμερα αυτό γίνεται μόνο μεταξύ των ιερέων, όταν φυσικά γίνεται συλλείτουργο. Στηρίζεται στα λόγια του Χριστού, σύμφωνα με τα οποία δεν είναι δυνατόν να προσφέρει κανείς το δώρο του στο θυσιαστήριο, εάν προηγουμένως δεν έχει συγχωρεθεί με τον αδελφό του» (Ματθ. 5,23-24) (Κογκούλη…) «Ας θυμόμαστε… τον φρικωδέστατο ασπασμό μεταξύ μας. Διότι αυτό συνδέει τις σκέψεις μας και κάνει όλους μας να γίνουμε ένα σώμα, επειδή όλοι συμμετέχουμε στην κοινωνία ενός σώματος. Ας ενωθούμε λοιπόν σε ένα σώμα, όχι συνενώνοντας τα σώματά μας, αλλά συνενώνοντας αναμεταξύ τους τις ψυχές μας με τον σύνδεσμο της αγάπης» (Χρυσ.ΕΠΕ 35,587). «Να ασπάζονται… μεταξύ τους το φιλί του Κυρίου, κανένας όμως δόλια, όπως ο Ιούδας» (Αποστ. Διαταγες ΕΠΕ, 165) ]

Λαός· Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιον καὶ ἀχώριστον.

(ομολογούμε) Τον Πατέρα, τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, που είναι Τριάδα με την ίδια ουσία και αχώριστη

Διακ·Τὰς θύρας, τὰς θύρας· ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν ( 17 ).

Τις πόρτες [του ναού], τις πόρτες [ας προσέξουν οι θυρωροί μην μπει κάποιος άπιστος]. Εμείς οι πιστοί με σοφία ας προσέξουμε.

[ «Η προτροπή αυτή του διακόνου απευθύνεται πρωτίστως στους υποδιακόνους ή πυλωρούς που στέκονται δίπλα στις θύρες του ναού, και τους εφιστά την προσοχή ώστε να μην επιτρέψουν την είσοδο σε κάποιον αβάπτιστο και αμύητο. Κι αυτό προκειμένου να απαγγελθεί το «Σύμβολο της πίστεως», το οποίο κρατούνταν μυστικό για αρκετό χρόνο ακόμη και από τους κατηχούμενους» (Τρεμπέλας)]

ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟΝ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

     [ Πρώτος το εισήγαγε Πέτρος ο Γναφεύς για την Εκκλησία Αντιοχείας γύρω στο 471 μ.Χ. (Κ.Καλλίνικος). «Η απαγγελία γινόταν από όλο το λαό «Η του θείου συμβόλου της πίστεως ομολογία που γίνεται από όλους»                   (Μάξιμος,PG 91,696).

«Την ώρα (αυτή) γινόταν η αποκάλυψη και ο «ριπισμός των τιμίων δώρων». Πάνω δηλαδή από τα δώρα κουνούσαν οι διάκονοι τα ριπίδια, ειδικά αντικείμενα σαν εξαπτέρυγα, από φτερά παγωνιού ή και μεταλλικά, για πρακτικούς σκοπούς· «Για να απομακρύνονται δηλαδή από τα ιερά σκεύη τα διάφορα έντομα που κατά τους θερινούς ιδίως μήνες αφθονούσαν στις χώρες της Ανατολής, δεν λείπουν δε και μέχρι σήμερα από τους ναούς μας» (Ι.Μ.Φουντούλη). Αυτό γινόταν μέχρι τον 14ο αιώνα. Σήμερα βλέπουμε τον ιερέα να κουνάει τον «αέρα» την ώρα του συμβόλου της πίστεως και λίγοι ξέρουν πως αυτό είναι ο παλιός «ριπισμός». Λόγοι πρακτικοί μια και δεν ήταν πάντοτε δυνατή η παρουσία διακόνων, ανάγκασαν τους ιερείς να ριπίζουν με τον «αέρα». Τα εξαπτέρυγα που βρίσκονται πίσω από την αγία Τράπεζα είναι ακριβώς τα παλιά ριπίδια» (Κογκούλη…)]

   Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα, ποιητὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς, ὁρατῶν τε πάντων καὶ ἀοράτων. Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων· φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι’ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο.

Πιστεύω εις ένα Θεό, Πατέρα παντοκράτορα, δημιουργό του ουρανού και της γης και όλων των ορατών και αοράτων. Και σ΄ έναν Κύριο, Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού το μονογενή, που από τον Πατέρα γεννήθηκε πριν απ΄ όλους τους αιώνες˙ είναι φως που προήλθε από το φως, Θεός αληθινός από Θεό αληθινό, που γεννήθηκε και δεν δημιουργήθηκε, είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, μέσω αυτού έγιναν όλα.

Τὸν δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου καὶ παθόντα καὶ ταφέντα. Καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, κατὰ τὰς Γραφάς. Καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός. Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρίναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος.

(Πιστεύω) Σ΄ Αυτόν που για μας τους ανθρώπους και για τη σωτηρία μας κατέβηκε από τους ουρανούς και πήρε σάρκα από το άγιο Πνεύμα και από την Παρθένο Μαρία κι έγινε άνθρωπος. Και σταυρώθηκε για μας την εποχή του Ποντίου Πιλάτου και υπέφερε και τάφηκε. Και αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, σύμφωνα με τις Γραφές. Και ανέβηκε στους ουρανούς και κάθισε στα δεξιά του Πατέρα. Και θα ξαναρθεί με δόξα για να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς, και του οποίου η βασιλεία δε θα έχει τέλος.

Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ κύριον, τὸ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν. Εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικὴν καὶ ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν. Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν, καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.

Και στο Πνεύμα το Άγιο, το Κύριο, το ζωοποιό, που εκπορεύεται από τον Πατέρα και μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό συμπροσκυνείται και συνδοξάζεται, σ΄ αυτό που μίλησε μέσω των προφητών. Σε μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία. Ομολογώ ένα βάπτισμα για συγχωρηση των αμαρτιών. Προσδοκώ την ανάσταση των νεκρών και τη μελλοντική αιώνια ζωή˙ αμήν.

Η ΑΓΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ

[ «H αγία αναφορά είναι το ουσιαστικότερο τμήμα της θεία Λειτουργίας. Όλα όσα προηγήθηκαν δεν είναι παρά στάδια προετοιμασίας για την αναφορά. Λέγεται έτσι γιατί η θυσία αναφέρεται [ανεβαίνει] προς το Θεό [προς Εβραίους 7,27 «αναφέρειν θυσίας»]. Τα τίμια δώρα δεν προσκομίζονται μόνο στο επίγειο θυσιαστήριο για καθαγιασμό, αλλά αναφέρονται, ανυψώνονται στο ουράνιο θυσιαστήριο» (Κογκούλη…) ]

Στῶμεν καλῶς· στῶμεν μετὰ φόβου· πρόσχωμεν τὴν ἁγίαν ἀναφορὰν ( 18 ) ἐν εἰρήνῃ προσφέρειν.

Ας σταθούμε καλά (με ευλάβεια)˙ ας σταθούμε με φόβο [Θεού]˙ ας προσέξουμε να προσφέρουμε με ειρήνη την αγία αναφορά [=τη θυσία που αναφέρεται (=ανεβαίνει) στο Θεό].

[«Να ανορθώσουμε τους λογισμούς μας που σύρονται στη γη… να παρουσιάσουμε όρθια την ψυχή μας μπροστά στο Θεό, απομακρύνοντας την πνευματική χαράλωση που δημιουργούν οι βιοτικές υποθέσεις… Προσπάθησε να καταλάβεις κοντά σε ποιον στέκεσαι. Μαζί με ποιους πρόκειται να επικαλεσθείς το Θεό· μαζί με τα χερουβίμ…Κανένας λοιπόν δεν πρέπει να μετέχει στους ιερούς και μυστικούς τούτους ύμνους με χαλαρωμένη την προθυμία…αλλά αφού απομακρύνει όλες τις γήινες σκέψεις από το νου του και μεταφέρει τον εαυτό του ολόκληρο στον ουρανό, σαν να στέκεται κοντά στον ίδιο το θρόνο της δόξας και να πετά μαζί με τα σεραφείμ, τότε ας προσφέρει τον πανάγιο ύμνο στο Θεό… Γι’ αυτό μάς προτρέπει ο διάκονος να στεκόμαστε καλά την ώρα αυτή. Και αυτό δεν σημαίνει τίποτα άλλο, παρά να στεκόμαστε όπως ταιριάζει στον άνθρωπο όταν βρίσκεται μπροστά στο Θεό, δηλαδή με φρίκη και τρόμο, με άγρυπνη και γρηγορούσα ψυχή» (Χρυσ.ΕΠΕ35.139-141) ]

Λαός·Ἔλεον εἰρήνης, θυσίαν αἰνέσεως. Προσφέρουμε συγχώρεση με ευσπλαχνία και ειρήνη, προσφέρουμε θυσία δοξολογίας.

Ἱερ·   Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἴη μετὰ πάντων ὑμῶν [φράση Απ. Παύλου, Β΄Κορ. ιγ,13]

         Η χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατέρα και η κοινωνία [συμμετοχή στις δωρεές] του αγίου Πνεύματος, ας είναι με όλους σας.

Λαός·Καὶ μετὰ τοῦ πνεύματός σου. (Ας είναι αυτά) Και με το δικό σου πνεύμα.

Ἱερ·   Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας ( 19 ). Ας υψώσουμε τις καρδιές μας προς τα πάνω (στο Θεό).

[«τὰ ἄνω ζητεῖτε, οὗ ὁ Χριστός ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος» (Κολασ. 3,1). «Αφού γίνουμε αετοί, έτσι να πετάμε προς αυτόν τον ίδιο τον ουρανό… Πρέπει να βρίσκεται ψηλά όποιος πλησιάζει αυτό το σώμα…Αυτή η τράπεζα είναι για αετούς, όχι για καρακάξες. – Ρίξε το βλέμμα στον ουρανό και αναλογίσου με ποιον συνομιλείς» (Χρυσ.ΕΠΕ 18Α,97) ]

Λαός·Ἔχομεν πρὸς τὸν Κύριον.Έχουμε υψωμένες τις καρδιές μας προς τον Κύριο.

Ἱερ·  Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ. Ας ευχαριστήσουμε τον Κύριο.

Λαός·Ἄξιον καὶ δίκαιον. (Το να ευχαριστήσουμε) Είναι άξιο και δίκαιο.

[ «Για την ευχαριστήρια παρακάτω ευχή έχουμε πρωϊμώτατες μαρτυρίες [Ιουστίνος:«ο ιερέας επί μακρόν προσφέρει ευχαριστία… Η τροφή αυτή ονομάζεται σε μας ευχαριστία» (ΕΠΕ,191-3)] από όπου και το όνομα της Ευχαριστίας αποδόθηκε στο μυστήριο (Τρεμπέλας). Και ο Χρυσ. «Και η ευχαριστία είναι κοινή, γιατί δεν ευχαριστεί μόνο ο ιερέας, αλλά και όλος ο λαός. Διότι αφού πάρει το λόγο εκείνος πριν από αυτούς, έπειτα συμφωνούν όλοι ότι αυτό γίνεται άξια και δίκαια, τότε αρχίζει την ευχαριστία» (ΕΠΕ19,487). «Πριν την ευχαριστία και μετά από αυτήν λέμε και άλλα, διότι διδαχτήκαμε από την άγραφη διδασκαλία ότι έχουν μεγάλη δύναμη στην επιτέλεση του Μυστηρίου» (ΒασίλειοςΜέγας,ΕΠΕ10.459)]

Ἱερ· Ἄξιον καὶ δίκαιον σὲ ὑμνεῖν, σὲ εὐλογεῖν, σὲ αἰνεῖν, σοὶ εὐχαριστεῖν, σὲ προσκυνεῖν ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας σου. Σὺ γὰρ εἶ Θεὸς ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀόρατος, ἀκατάληπτος, ἀεὶ ὤν, ὡσαύτως ὤν·

Είναι άξιο και δίκαιο να σε υμνούμε, να σε ευλογούμε, να σε δοξολογούμε, να σε ευχαριστούμε και να σε προσκυνούμε σε κάθε τόπο της κυριαρχίας σου. Γιατί εσύ είσαι Θεός που δεν μπορούμε να εκφράσουμε με λόγο, ούτε να σε καταλάβουμε με το νου μας, είσαι αόρατος, ακατανόητος στη λογική μας, Εσύ πάντοτε υπάρχεις, μένοντας ο ίδιος χωρίς μεταβολή.

σὺ καὶ ὁ μονογενής σου Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον. Σὺ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγες καὶ παραπεσόντας ἀνέστησας πάλιν καὶ οὐκ ἀπέστης πάντα ποιῶν, ἕως ἡμᾶς εἰς τὸν οὐρανὸν ἀνήγαγες καὶ τὴν βασιλείαν σου ἐχαρίσω τὴν μέλλουσαν.

Εσύ και ο μονογενής σου Υιός και το Πνεύμα σου το άγιο. Εσύ, από την ανυπαρξία, μας έφερες στη ζωή και όταν ξεπέσαμε, μας σήκωσες πάλι, και δεν σταμάτησες να κάνεις τα πάντα για εμάς, μέχρι που μας ανέβασες στον ουρανό και μας χάρισες τη μελλοντική βασιλεία σου.

Ὑπὲρ τούτων ἁπάντων εὐχαριστοῦμέν σοι καὶ τῷ μονογενεῖ σου Υἱῷ καὶ τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ, ὑπὲρ πάντων, ὧν ἴσμεν καὶ ὧν οὐκ ἴσμεν, τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν εὐεργεσιῶν τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων.

Για όλα αυτά ευχαριστούμε εσένα και το μονογενή σου Υιό και το Πνεύμα σου το άγιο, για όλα όσα γνωρίζουμε και για όσα δεν γνωρίζουμε, για τις φανερές και για τις αφανείς ευεργεσίες σου που έγιναν σε μας.

Εὐχαριστοῦμέν σοι καὶ ὑπὲρ τῆς λειτουργίας ταύτης, ἣν ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν δέξασθαι κατηξίωσας, καίτοι σοι παρεστήκασι χιλιάδες ἀρχαγγέλων καὶ μυριάδες ἀγγέλων, τὰ Χερουβὶμ καὶ τὰ Σεραφίμ, ἑξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια, πτερωτά.

Σ’ ευχαριστούμε και για τη λειτουργία αυτή, που καταδέχτηκες να δεχθείς από τα δικά μας χέρια, αν και σου παραστέκονται χιλιάδες αρχάγγελοι και μυριάδες άγγελοι, τα Χερουβίμ και τα Σεραφίμ, με έξι φτερούγες, με πολλά μάτια, που αιωρούνται στον αέρα και πετούν με τις φτερούγες τους.

Καὶ ἐκφωνεῖ·

Τὸν ἐπινίκιον ὕμνον ᾄδοντα, βοῶντα, κεκραγότα καὶ λέγοντα.

Τον νικητήριο ύμνο ψάλλουν, φωνάζουν δυνατά, κραυγάζουν και λένε

[ «Επάνω τα Σεραφείμ ψάλλουν δυνατά τον τρισάγιο ύμνο, κάτω το πλήθος των ανθρώπων αναπέμπει τον ίδιο ύμνο· σχηματίζεται κοινός πανηγυρισμός, των επουρανίων και των επιγείων· μία ευχαριστία, ένα αγαλλίαμα, μία χαρούμενη τελετουργία. – Οι άγγελοι τότε δείχνουν το ίδιο το δεσποτικό σώμα και παρακαλούν τον Κύριο για την ανθρώπινη φύση και είναι σαν να λένε: Για αυτούς παρακαλούμε, τους οποίους συ έφτασες να αγαπήσεις τόσο πολύ ώστε και τη ζωή σου να θυσιάσεις για αυτούς. – Σκέψου ποια μυσταγωγία απολαμβάνεις… με ποιους αναπέμπεις τη μυστική εκείνη μελωδία, με ποιους εκφωνείς τον τρισάγιο ύμνο. Δίδαξε τους έξω ότι έψαλες μαζί με τα Σεραφείμ, ότι ανήκεις στην ουράνια πολιτεία, ότι γράφτηκες στο χορό των αγγέλων, ότι μίλησες με τον Κύριο, ότι βρέθηκες μαζί με το Χριστό» (Χρυσ. ΕΠΕ 8Α.323·35.109·26.569)]

Ὁ Λαός ( 20 )· Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος Σαβαώθ· πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης σου. Ὡσαννά, ἐν τοῖς ὑψίστοις· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Ὡσαννά, ὁ ἐν τοῖς ὑψίστοις.

Άγιος, άγιος, άγιος είσαι, Κύριε των Αγγελικών Δυνάμεων· γεμάτος είναι ο ουρανός και η γη από τη δόξα σου. Δόξα σ’ Εσένα, Θεέ, που κατοικείς στα ουράνια ύψη. Ευλογημένος είσαι Εσύ (Χριστέ) που έρχεσαι στο όνομα του Κυρίου. Δόξα σ’ Εσένα, ύψιστε Θεέ.

Ἱερ· Μετὰ τούτων καὶ ἡμεῖς τῶν μακαρίων δυνάμεων, Δέσποτα φιλάνθρωπε, βοῶμεν καὶ λέγομεν· Ἅγιος εἶ καὶ πανάγιος, σὺ καὶ ὁ μονογενής σου Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον.

Μαζί μ’ αυτές τις ευτυχισμένες αγγελικές δυνάμεις και μεις, Δέσποτα φιλάνθρωπε, βροντοφωνάζουμε και λέμε˙ Άγιος είσαι και πανάγιος, εσύ και ο μονογενής σου Υιός και το Πνεύμα σου το άγιο.

Ἅγιος εἶ καὶ πανάγιος καὶ μεγαλοπρεπὴς ἡ δόξα σου· ὃς τὸν κόσμον σου οὕτως ἠγάπησας, ὥστε τὸν Υἱόν σου τὸν μονογενῆ δοῦναι, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.

Άγιος είσαι και πανάγιος και μεγαλοπρεπής είναι η δόξα σου· εσύ που τόσο αγάπησες τον κόσμο σου, ώστε να παραδώσεις (σε θάνατο) τον Υιό σου τον μονογενή, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ΄αυτόν, αλλά να έχει αιώνια ζωή.

Ὃς ἐλθὼν καὶ πᾶσαν τὴν ὑπὲρ ἡμῶν οἰκονομίαν πληρώσας, τῇ νυκτὶ ᾗ παρεδίδοτο, μᾶλλον δὲ ἑαυτὸν παρεδίδου ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς, λαβὼν ἄρτον ἐν ταῖς ἁγίαις αὐτοῦ καὶ ἀχράντοις καὶ ἀμωμήτοις χερσίν,

Αυτός λοιπόν [ο Υιός σου], αφού ήλθε και εκπλήρωσε το σχέδιο της σωτηρίας μας, τη νύχτα που παραδινόταν ή καλύτερα που ο ίδιος παρέδινε τον εαυτό του για να ζήσει ο κόσμος, αφού πήρε ψωμί στα άγια και αγνά και αμόλυντά του χέρια,

εὐχαριστήσας καὶ εὐλογήσας, ἁγιάσας, κλάσας, ἔδωκε τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ μαθηταῖς καὶ ἀποστόλοις, εἰπών ( 21 )·

ευχαρίστησε και το ευλόγησε, το αγίασε, το έκοψε σε κομμάτια, το έδωσε στους αγίους μαθητές του και αποστόλους και είπε

Ἱερ· Λάβετε, φάγετε, τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.

       Πάρετε και φάτε, αυτό είναι το σώμα μου, που για χάρη σας κόβεται σε τεμάχια, για την άφεση των αμαρτιών σας.

[ «Απέχουν (οι αιρετικοί) από την Ευχαριστία επειδή δεν ομολογούν ότι η Ευχαριστία είναι σώμα του Σωτήρα μας» (ΙγνάτιοςΕΠΕ137). «Δεν παίρνουμε αυτά σαν κοινό άρτο… αλλά διδαχτήκαμε ότι είναι σάρκα και αίμα εκείνου του Ιησού που σαρκοποιήθηκε» (Ιουστίνος ΕΠΕ193). «Ο άρτος αγιάζεται με το λόγο του Θεού και την προσευχή και δεν προχωρά στο σώμα του Λόγου (δεν πάει να γίνει σώμα) την ώρα που το τρώμε και το πίνουμε αλλά αμέσως μεταβάλλεται σε σώμα του Λόγου» (Γρηγ.ΝύσσηςΕΠΕ1.529). «Με τύπο άρτου σου δίνεται το Σώμα» (Κύριλλος Ιεροσ. Μυστ.Κατ.Δ,3). «Διότι δεν είπε, αυτό είναι αντίτυπο (τύπος), αλλά αυτό είναι το σώμα μου· διότι με κάποια απερίγραπτη ενέργεια μεταβάλλεται, έστω και αν φαίνεται σε μας άρτος. Επειδή δηλαδή είμαστε αδύναμοι και δεν θα δεχόμασταν να τρώμε κρέας ωμό και σάρκα ανθρώπου, για αυτό φαίνεται μεν σε μας άρτος, στην πραγματικότητα όμως είναι σάρκα» (ΘεοφύλακτοςPG123,414) ]

Λαός·Ἀμήν.

Ἱερ·  Ὁμοίως καὶ τὸ Ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι, λέγων·

Παρόμοια έκανε και με το ποτήριο μετά το δείπνο, λέγοντας·

Ἱερ·  Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου, τὸ τῆς καινῆς διαθήκης, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν καὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.

         Πιείτε απ’ αυτό όλοι, αυτό είναι το αίμα μου, που επικυρώνει την καινούργια διαθήκη (συμφωνία μου μαζί σας), το οποίο χύνεται για σας και για πολλούς άλλους, για άφεση των αμαρτιών.

Λαός· Ἀμήν.

Η ΑΝΑΜΝΗΣΗ ( 22 )

[ Το μικρό αυτό τμήμα της Αναφοράς ονομάζεται «Ανάμνησις», διότι είναι συντεταγμένο σύμφωνα με τα λόγια που είπε ο Κύριος στους μαθητές αμέσως μόλις παρέδωσε το μυστήριο: «Τούτο ποιείτε είς την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. κβ’ 19, Α΄ Κορ. ια’ 24-25) (Τρεμπέλας). «Διότι πάντοτε προσφέρουμε τον ίδιο Χριστό…επομένως μία είναι η θυσία…Εκείνην προσφέρουμε και τώρα, εκείνη που προσφέρθηκε τότε, την αναλλοίωτη. Όχι άλλη θυσία, αλλά την ίδια πάντοτε επιτελούμε· ή καλύτερα κάνουμε ανάμνηση της θυσίας. – Πιστέψτε ότι και τώρα εκείνο το δείπνο είναι, στο οποίο και Αυτός κάθισε. Διότι εκείνο σε τίποτα δεν διαφέρει από αυτό… – Σε τίποτα δεν είναι αυτή [η θυσία] κατώτερη από εκείνη, διότι και αυτήν δεν την αγιάζουν άνθρωποι, αλλά αυτός που και εκείνην αγίασε. – Σταυρώνεται ο Χριστός κατά τον τύπο, σφαζόμενος με το μαχαίρι της ιερατικής ευχής. – Δεν είναι έργα ανθρώπινης δύναμης αυτά εδώ. Αυτός που έκανε αυτά τότε σε εκείνο το δείπνο, αυτός τελεί και τώρα αυτά. Εμείς επέχουμε θέση υπηρετών· ενώ εκείνος που τα αγιάζει και τα μεταβάλλει είναι αυτός… Η τράπεζα αυτή είναι η ίδια εκείνη και δεν έχει τίποτα το υποδεέστερο. Διότι δεν την δημιουργεί εκείνη μεν ο Χριστός, ενώ αυτήν άνθρωπος, αλλά και αυτήν ο Ίδιος. Αυτό είναι εκείνο το υπερώο, όπου ήταν τότε συγκεντρωμένοι»  (Χρυσ. ΕΠΕ25.39·11.59·23.501·ΕΠΕ26.613·12.217). «Ο ίδιος είναι προσφέρων και προσφερόμενος» (Αυγουστίνος PL41,284). «Με το λόγο σου [ιερέα] τραβάς προς τα κάτω το Λόγο τέμνοντας με αναίμακτη τομή το Δεσποτικό σώμα και αίμα, έχοντας ξίφος τη φωνή σου» (Γρηγ.Θεολ.ΕΠΕ7.289). «Στάσου γεμάτος τρόμο, σαν να βλέπεις τον Υιό του Θεού να θυσιάζεται για σένα» (Συμεών Ν.Θεολ. ΕΠΕ19Δ.321). «Δεν έπαυσε την ιερωσύνη Του (ο Χριστός), αλλά λειτουργεί παντοτεινά αυτή τη λειτουργία για μας… Δεν σφάζεται αυτή την ώρα ο Αμνός, αλλά ο άρτος μεταβάλλεται στο σφαγμένο Αμνό…Η μεν μεταβολή γίνεται, η δε σφαγή δεν γίνεται» (Νικ.Καβ.ΕΠΕ,145,169)]

Ιερ· Μεμνημένοι τοίνυν τῆς σωτηρίου ταύτης ἐντολῆς καὶ πάντων τῶν ὑπὲρ ἡμῶν γεγενημένων,

       Ενθυμούμενοι λοιπόν τη σωτήρια αυτή εντολή και όλα όσα έγιναν για χάρη μας,

τοῦ Σταυροῦ, τοῦ τάφου, τῆς τριημέρου ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀναβάσεως, τῆς ἐκ δεξιῶν καθέδρας, τῆς δευτέρας καὶ ἐνδόξου πάλιν παρουσίας,

το Σταυρό, τον τάφο, την τριήμερη ανάσταση, την ανάβαση (=Ανάληψη) στους ουρανούς, την ενθρόνισή του στα δεξιά του Πατέρα, τη δεύτερη και ένδοξη πάλι παρουσία του,

[ «[Η Λειτουργία] είναι συγκεφαλαίωση της όλης οικονομίας»  (Θεοδ.ΣτουδίτηςPG99,340). «Είναι όλη η μυσταγωγία σαν ακριβώς μία εικόνα ενός σώματος της ζωής του Χριστού» (Νικ.ΚαβάσιλαςΕΠΕ37). «Μυστήριο απόρρητο τελούνταν (στο Σταυρό). Βγήκε νερό και αίμα. Αυτές οι πηγές δεν βγήκαν από το σώμα του απλώς και ως έτυχε, αλλά επειδή από αυτά τα δύο συστάθηκε η Εκκλησία. Και το γνωρίζουν αυτοί που μυούνται στα μυστήρια, που αναγεννιούνται μεν με νερό, τρέφονται δε με αίμα και σάρκα. Από εδώ λαμβάνουν αρχή τα μυστήρια» (Χρυσ.ΕΠΕ14.677)]

Καὶ ἐκφωνεῖ·

Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέρομεν (πιο σωστή γραφή είναι: προσφέροντεςκατὰ πάντα ( 23 ) καὶ διὰ πάντα.

Τα δικά σου από τα δικά σου προσφέρουμε σε σένα σε κάθε καιρό [ή τόπο] και για όλες τις ευεργεσίες σου. [ «δικά Του» δώρα το ψωμί και το κρασί επειδή αφιερώθηκαν σε Αυτόν στην τελετή της Προσκομιδής, «από τα δικά Του» επειδή προέρχονται από τα δικά Του δημιουργήματα ]

Λαός·Σὲ ὑμνοῦμεν, σὲ εὐλογοῦμεν, σοὶ εὐχαριστοῦμεν, Κύριε, καὶ δεόμεθά σου, ὁ Θεὸς ἡμῶν ( 24 ).  Σε υμνούμε, σε ευλογούμε, σε ευχαριστούμε, Κύριε, και σε παρακαλούμε, Θεέ μας.

Η ΕΠΙΚΛΗΣΗ – Ο ΚΑΘΑΓΙΑΣΜΟΣ

[ «Στέκεται ο ιερέας σηκώνοντας τα χέρια στον ουρανό, καλώντας το Πνεύμα το Άγιο να έλθει και να αγγίξει τα προκείμενα (δώρα)…και όταν δώσει την χάρη το Πνεύμα, όταν κατέβει, όταν αγγίξει τα προκείμενα, όταν δεις το πρόβατο σφαγμένο και ολοκληρωμένο… – Η χάρη του Πνεύματος που είναι παρούσα και πετά επάνω από όλους, ετοιμάζει τη μυστική εκείνη θυσία. – Μπορούμε να εορτάζουμε πάντοτε Πεντηκοστή. – Πνευματικό πυρ αναβλύζει από την άχραντη τράπεζα…το πνευματικό πυρ κατεβαίνει και το αίμα χύνεται στο ποτήρι από την άχραντη πλευρά για κάθαρση δική σου» (Χρυσ.ΕΠΕ35.653·36.313·36.299·30.315). «Οπωσδήποτε ό,τι αγγίξει το άγιο Πνεύμα, αυτό αγιάζεται και μεταβάλλεται» (Κύριλλος Ιεροσ. Μυστ.Κατηχ.Ε,7). «Η ώρα αυτή σημαίνει την ώρα εκείνη (της Πεντηκοστής)… αυτό είναι έργο εκείνης της καθόδου [του Πνεύματος στην Πεντηκοστή]» (Νικ.ΚαβάσιλαςΕΠΕ 22,188,144). «Ποτέ δε λειτούργησα χωρίς να δω το Άγιο Πνεύμα, όπως το είδα όταν χειροτονήθηκα…Το είδα απλό, χωρίς μορφή, αλλά σαν φως» (Συμεών Νέος Θεολ.PG120,688]

Ἱερ· Ἔτι προσφέρομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτην καὶ ἀναίμακτον λατρείαν καὶ παρακαλοῦμέν σε καὶ δεόμεθα καὶ ἱκετεύομεν· κατάπεμψον τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς, καὶ ἐπὶ τὰ προκείμενα δῶρα ταῦτα.

Ακόμα σου προσφέρουμε αυτή τη λογική και χωρίς αίμα λατρεία, και σε παρακαλούμε και δεόμαστε και ικετεύουμε˙ στείλε από ψηλά το Πνεύμα σου το άγιο σ’ εμάς και σ’ αυτά εδώ τα δώρα.

Ὁ Διάκονος δεικνύων διὰ τοῦ ὀραρίου τὸν ἅγιον Ἄρτον λέγει·

Εὐλόγησον, Δέσποτα, τὸν ἅγιον Ἄρτον. Ευλόγησε, Δέσποτα, τον άγιο άρτο.

Καὶ ὁ Ἱερεὺς ἐπάνω τοῦ ἁγίου Ἄρτου εὐλογῶν λέγει·

Καὶ ποίησον ( 25 ) τὸν μὲν Ἄρτον τοῦτον τίμιον σῶμα τοῦ Χριστοῦ σου.

Και κάνε αυτόν τον άρτο τίμιο σώμα του Χριστού σου,

Ὁ Διάκονος· Ἀμήν. Εὐλόγησον, Δέσποτα, τὸ ἅγιον Ποτήριον. Αμήν. Ευλόγησε, δέσποτα, το άγιο ποτήριο.

Ὁ Ἱερεὺς εὐλογῶν ἐπάνω τοῦ ἁγίου Ποτηρίου λέγει·

Τὸ δὲ ἐν τῷ Ποτηρίῳ τούτῳ, τίμιον αἷμα τοῦ Χριστοῦ σου.

Και το περιεχόμενο αυτού του ποτηρίου (το κρασί), κάνε το τίμιο αίμα του Χριστού σου,

Ὁ Διάκονος δεικνύων διὰ τοῦ ὀραρίου ἀμφότερα τὰ Ἅγια λέγει·

Ἀμήν. Εὐλόγησον, Δέσποτα, ἀμφότερα τὰ Ἅγια. Αμήν. Ευλόγησε, Δέσποτα, και τα δύο Άγια.

Ὁ δὲ Ἱερεὺς εὐλογῶν τόν τε ἅγιον Ἄρτον καὶ τὸ ἅγιον Ποτήριον λέγει·

Μεταβαλὼν τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ. Μεταβάλλοντας αυτά με το Πνεύμα σου το Άγιο.

Διακ· Ἀμήν. Ἀμήν. Ἀμήν.

[ «Προσφέρεται άρτος και οίνος και νερό, ενώ ο προεστώς αναπέμπει, ανάλογα με τη δύναμή του, ομοίως ευχές και ευχαριστίες και ο λαός επευφημεί λέγοντας το «αμήν»» (Ιουστίνος Α΄ Απολ,67) ]

Ἰερ· Ὥστε γενέσθαι τοῖς μεταλαμβάνουσιν εἰς νῆψιν ψυχῆς, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, εἰς βασιλείας οὐρανῶν πλήρωμα, εἰς παρρησίαν τὴν πρὸς σέ, μὴ εἰς κρῖμα ἢ εἰς κατάκριμα.

       Κάνε ώστε, όσοι κοινωνούν, να έχουν άγρυπνη την ψυχή, να συγχωρεθούν οι αμαρτίες τους, να συμμετέχουν στις δωρεές του Αγίου σου Πνεύματος, να πάρουν θέση στην ολότητα της βασιλείας των ουρανών, να έχουν θάρρος ενώπιόν Σου, να μην κατακριθούν και καταδικαστούν.

Ἔτι προσφέρομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν ὑπὲρ τῶν ἐν πίστει ἀναπαυσαμένων προπατόρων, πατέρων, πατριαρχῶν, προφητῶν, ἀποστόλων, κηρύκων, εὐαγγελιστῶν, μαρτύρων, ὁμολογητῶν, ἐγκρατευτῶν καὶ παντὸς πνεύματος δικαίου ἐν πίστει τετελειωμένου ( 26 ).

Ακόμα σου προσφέρουμε τη λογική αυτή λατρεία για εκείνους που με πίστη αναπαύτηκαν, προπάτορες, πατέρες, πατριάρχες, προφήτες, αποστόλους, κήρυκες, ευαγγελιστές, μάρτυρες, ομολογητές, εγκρατευτές (ασκητές, οσίους, που ασκούν εγκράτεια), και για κάθε ψυχή δικαίου που πέθανε με πίστη. [ή και: που τελειοποιήθηκε με την πίστη]

[ «Μετά από αυτές τις ευχές και αυτούς τους λόγους, το όλο της ιερουργίας έχει επιτευχθεί και έχει τελειώσει, τα δώρα αγιάστηκαν και η θυσία ολοκληρώθηκε, το μέγα θύμα και ιερό σφάγιο που σφάχτηκε για χάρη του κόσμου φαίνεται ξαπλωμένο πάνω στην αγία τράπεζα» (Νικ. Καβάσιλας). «Τη γη ουρανό κάνει για σένα αυτό το μυστήριο… Διότι αυτό που τιμάται περισσότερο από όλα εκεί, αυτό θα σου δείξω ότι βρίσκεται πάνω στη γη… το πολυτιμότερο από όλα και στους ουρανούς είναι το σώμα του βασιλιά… Όχι αγγέλους ούτε αρχαγγέλους, ούτε ουρανούς και ουρανούς ουρανών, αλλά αυτόν τον ίδιο τον δεσπότη όλων αυτών, σού δείχνω… και όχι μόνο βλέπεις αλλά και αγγίζεις και δεν αγγίζεις μόνο, αλλά τρως» (Χρυσ.ΕΠΕ 18Α105). «Άγγελοι παρίστανται γύρω από τον ιερέα και κάθε ουράνιο τάγμα βοά και ο τόπος γύρω από το θυσιαστήριο γεμίζει προς τιμήν του κειμένου πάνω σ’ αυτό…Ένας πρεσβύτερος, θαυμαστός άνδρας, ο οποίος συνήθιζε να βλέπη αποκαλύψεις,… αξιώθηκε να δει ένα τέτοιο θέαμα. Κατά τη στιγμή δηλαδή της τελέσεως του μυστηρίου, τού παραχωρήθηκε, κατά τη δύναμή του, να δει ξαφνικά πλήθος αγγέλων, στολισμένων με λαμπρές στολές, οι οποίοι είχαν κυκλώσει το θυσιαστήριο και είχαν στρέψει το βλέμμα τους προς τα κάτω, σαν να έβλεπε κάποιος στρατιώτες να παρίστανται ενώπιον βασιλέα» (ο.π.28,268). «Έρχεσαι σε θυσία φρικτή και άγια…Σφαγμένος βρίσκεται μπροστά σου ο Χριστός» (ο.π.35,585). «Όταν ο Δεσπότης είναι παρών, όταν επιτελείται ο θάνατος Εκείνου, η φρικτή θυσία» (ο.π.15,623)]

Καὶ ἐκφωνεῖ· Ἐξαιρέτως τῆς παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας.

Ιδιαίτερα για την Παναγία, την άχραντη (αγνή), υπερευλογημένη, ένδοξη, δέσποινά μας Θεοτόκο και αειπάρθενη Μαρία.

Λαός·ξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς μακαρίζειν σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.

Αξίζει αληθινά να μακαρίζουμε εσένα τη Θεοτόκο, που πάντοτε σε μακαρίζουν και είσαι πάναγνη και μητέρα του Θεού μας˙

Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβὶμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ· τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον, σὲ μεγαλύνομεν.

Εσένα, που είσαι πιο τιμημένη από τα Χερουβίμ και ασύγκριτα πιο ένδοξη από τα Σεραφίμ· εσένα που, χωρίς φθορά της παρθενίας σου, γέννησες το Θεό Λόγο, που πραγματικά είσαι Μητέρα του Θεού, σε δοξάζουμε με ύμνους.

[ Η Ιστορία του «Άξιον εστί». Κοντά στις Καρυές, ασκήτευε ένας ενάρετος Ιερομόναχος με τον υποτακτικό του. Σάββατο βράδυ της 11ης Ιουνίου του 980 μ.Χ., ο Γέροντας ξεκίνησε να πάει σε αγρυπνία στο Ναό του Πρωτάτου αφήνοντας πίσω στο κελί τον υποτακτικό. Ο υποτακτικός δέχτηκε την επίσκεψη ενός αγνώστου μοναχού. Όταν ήρθε η ώρα να τελέσουν τα μοναχικά τους καθήκοντα και αφού άρχισαν να ψάλλουν τον Όρθρο, φθάνοντας στην θ΄ωδή, ενώ ο υποτακτικός επρόκειτο να ψάλλει τον αρχαίο ύμνο του αγ. Κοσμά του μελωδού “Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ…” ενώπιον της εικόνας της Θεοτόκου, όμως ο φιλοξενούμενος παρενέβαλε τον άγνωστο μέχρι τότε ύμνο “Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς…” και μετά επισύναψε και το “Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ…” έως τέλους. Ακούγοντας για πρώτη φορά αυτόν τον ύμνο ο υποτακτικός, ένιωσε δέος και ζήτησε από τον μοναχό να τον γράψει κάπου για να τον θυμάται. Καθώς όμως δεν υπήρχε χαρτί και μελάνι, ο μοναχός χάραξε με το δάχτυλό του τα ιερά αυτά λόγια σε μια πέτρινη πλάκα, προσθέτοντας: από της σήμερον και εις το εξής, ούτω να ψάλλετε και εσείς και όλοι οι Ορθόδοξοι. Λέγοντας αυτά έγινε άφαντος. Επιστρέφοντας ο Γέροντας άκουσε τη διήγηση από τον μαθητή του και είδε την χαραγμένη πλάκα. Αμέσως έσπευσαν να ανακοινώσουν το θαύμα στους άλλους μοναχούς. Αυτοί έστειλαν την πλάκα που χαράχτηκε ο ύμνος αυτός στον Πατριάρχη, έτσι ώστε ο ύμνος να διαδοθεί σε όλη την Εκκλησία.

       «(Ο Χριστός) Από την φύση και την ουσία όμως εκείνης που τον εγέννησε κυρίως και αληθώς μεταδίδει την σάρκα την οποία ανέλαβε από αυτήν. Κι όπως ακριβώς όλοι εμείς ελάβαμε από το πλήρωμά του, έτσι όλοι μεταλαμβάνουμε από την αμώμητη σάρκα της παναγίας Μητέρας του, την οποία ανέλαβε από αυτήν· κι όπως ο Χριστός και Θεός μας έγινε Υιός της και Θεός, ενώ διετέλεσε αδελφός μας, έτσι κι εμείς -πω πω ανέκφραστη φιλανθρωπία!- θα γίνομε υιοί της Θεοτόκου μητέρας του και αδελφοί του ίδιου του Χριστού» (ΣυμεώνΝ.Θεολ19Β,σ.183)

Ἱερ· Τοῦ ἁγίου Ἰωάννου, προφήτου, προδρόμου καὶ βαπτιστοῦ· τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων· τοῦ ἁγίου (τοῦ δεῖνος), οὗ καὶ τὴν μνήμην ἐπιτελοῦμεν, καὶ πάντων σου τῶν ἁγίων, ὧν ταῖς ἱκεσίαις ἐπίσκεψαι ἡμᾶς, ὁ Θεός.

Ας μνημονεύσουμε τον άγιο Ιωάννη, τον προφήτη, πρόδρομο και βαπτιστή, τους αγίους ενδόξους και τιμημένους σ΄ όλο τον κόσμο αποστόλους˙ τον άγιο (τάδε) που τη μνήμη του γιορτάζουμε και όλους τους αγίους σου, με τις παρακλήσεις των οποίων επισκέψου μας, Θεέ μας.

Καὶ μνήσθητι πάντων τῶν κεκοιμημένων ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου

(μνημονεύει νταθα εδώ τα ονόματα των νεκρών, ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ!)

καὶ ἀνάπαυσον αὐτούς, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὅπου ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου ( 27 ).

Και θυμήσου όλους που κοιμήθηκαν με την ελπίδα της ανάστασης σε μία ζωή αιώνια (και μνημονεύει εδώ τα ονόματα των νεκρών που θέλει) και ανάπαυσέ τους, Θεέ μας, όπου λάμπει το φως του προσώπου σου.

[ «Δεν θεσπίστηκαν αυτά τυχαία από τους αποστόλους, το να θυμόμαστε δηλαδή αυτούς… κατά τη διάρκεια των φρικτών μυστηρίων· γνωρίζουν ότι γίνεται για αυτούς πολύ κέρδος, πολλή ωφέλεια. Διότι όταν στέκεται ολόκληρος λαός με τα χέρια υψωμένα, το ιερατικό πλήρωμα και τελείται η φοβερή θυσία, πώς δεν θα ελκύσουμε το έλεος του Θεού προσευχόμενοι για χάρη τους;» (Χρυσ.ΕΠΕ21,441), «για να έλθει σε αυτούς από αυτό [το μνημόσυνο] κάποια παρηγοριά…Γίνονται αυτά με την εντολή του αγίου Πνεύματος… και είναι δυνατόν από παντού να κερδήσουμε για αυτούς συγγνώμη, από τις προσευχές, από τα δώρα που κάνουμε για χάρη τους» (ο.π.18Α.693), «πιστεύοντας ότι μεγίστη ωφέλεια θα επέλθει στις ψυχές, για τις οποίες αναπέμπεται η δέηση της αγίας και πιο φρικτής θυσίας που έχουμε μπροστά μας» (Κύριλλος Ιεροσ.PG 33,1116) ]

Ἔτι παρακαλοῦμέν σε· μνήσθητι, Κύριε, πάσης ἐπισκοπῆς ὀρθοδόξων, τῶν ὀρθοτομούντων τὸν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας, παντὸς τοῦ πρεσβυτερίου, τῆς ἐν Χριστῷ διακονίας καὶ παντὸς ἱερατικοῦ καὶ μοναχικοῦ τάγματος.

Ακόμα σε παρακαλούμε· θυμήσου, Κύριε, όλους τους ορθόδοξους επισκόπους, που διδάσκουν ορθά το λόγο της αλήθειάς σου, όλους τους πρεσβυτέρους, τους διακόνους του Χριστού και κάθε ιερατικό και μοναχικό τάγμα.

Ἔτι προσφέρομέν σοι τὴν λογικὴν ταύτην λατρείαν ὑπὲρ τῆς οἰκουμένης· ὑπὲρ τῆς ἁγίας καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας· ὑπὲρ τῶν ἐν ἁγνείᾳ καὶ σεμνῇ πολιτείᾳ διαγόντων· ὑπὲρ τῶν ἀρχόντων καὶ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Δὸς αὐτοῖς, Κύριε, εἰρηνικὸν τὸ πολίτευμα, ἵνα καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ γαλήνῃ αὐτῶν ἤρεμον καὶ ἡσύχιον βίον διάγωμεν ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι.

Ακόμα σου προσφέρουμε τη λογική αυτή λατρεία για την οικουμένη, για την αγία σου καθολική και αποστολική Εκκλησία, για εκείνους που ζουν με αγνότητα και σεμνότητα, για τους άρχοντές μας και για τον στρατό μας. Χάρισέ τους, Κύριε, ειρηνική την εξουσία, ώστε και εμείς μέσα σ’ αυτήν τη γαλήνη να ζούμε ήρεμη και ήσυχη ζωή, με κάθε ευσέβεια και σεμνότητα.

Καὶ ἐκφωνεῖ·

Ἐν πρώτοις μνήσθητι, Κύριε, τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν (δεῖνος), ὃν χάρισαι ταῖς ἁγίαις σου Ἐκκλησίαις ἐν εἰρήνῃ, σῷον, ἔντιμον, ὑγιᾶ, μακροημερεύοντα καὶ ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς σῆς ἀληθείας.

Πρώτα θυμήσου, Κύριε, τον αρχιεπίσκοπό μας (τάδε) και χάρισέ τον στις άγιες Εκκλησίες σου ειρηνικό, σώο από κάθε κακό, τίμιο, υγιή, πολύχρονο και να διδάσκει ορθά το λόγο της αλήθειάς σου.

[«Βρισκόμαστε στο σημείο όπου έχουν αρχίσει να διαβάζονται τα λεγόμενα ΄΄δίπτυχα΄΄. Η λέξη δίπτυχα σημαίνει πίνακα, κατάλογο με δυο πτυχές, δυο πλευρές, όπου έγραφαν κι από εκεί διάβαζαν τα ονόματα των ζωντανών και των κεκοιμημένων. Η συνήθεια αυτή υπήρχε στη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας από τους πρώτους αιώνες και σιγά σιγά εξελίχθηκε» (Κογκούλη…). Από τα Δίπτυχα ζωντανών και νεκρών διαγράφονταν οι αιρετικοί και αποκομμένοι από την Εκκλησία. «Πες μου, είναι μικρό πράγμα, να περιλαμβάνεται και το όνομά σου πάντα στις άγιες αναφορές και κάθε μέρα να αναπέμπονται ευχές προς το Θεό για το χωριό;» (Χρυσ. ΕΠΕ 15,533), «[η αγ.Μόνικα] Θάψτε το κορμί μου όπου θέλετε. Αυτό το ζήτημα να μη σας απασχολεί! Το μόνο που σας ζητώ είναι να με μνημονεύετε μπροστά στο βωμό του Κυρίου, όπου και αν βρίσκεστε» (Αυγουστίνου, Εξομολ.Β,73) ]

Διάκ·Καὶ ὧν ἕκαστος κατὰ διάνοιαν ἔχει καὶ πάντων καὶ πασῶν.

Θυμήσου, Κύριε, και όποιους ο καθένας έχει στη σκέψη του, όλους και όλες.

Λαός· Καὶ πάντων καὶ πασῶν ( 28 ). (Θυμήσου, Κύριε,) Και όλους και όλες.

[ «Η επίκληση λοιπόν του θείου ελέους τη στιγμή αυτή από κάθε πιστό που παρευρίσκεται στη θεία Λειτουργία για τους προσφιλείς του ζωντανούς και κεκοιμημένους ισοδυναμεί με το να μνημονεύονται τα ονόματά τους μπροστά στο Θυσιαστήριο και απο τον διάκονο» (Τρεμπέλας)]

Ἱερ· Μνήσθητι, Κύριε, τῆς πόλεως ταύτης, ἐν ᾗ παροικοῦμεν καὶ πάσης πόλεως καὶ χώρας καὶ τῶν πίστει οἰκούντων ἐν αὐταῖς. Μνήσθητι, Κύριε, πλεόντων, ὁδοιπορούντων, νοσούντων, καμνόντων, αἰχμαλώτων καὶ τῆς σωτηρίας αὐτῶν. Μνήσθητι, Κύριε, τῶν καρποφορούντων καὶ καλλιεργούντων ἐν ταῖς ἁγίαις σου Ἐκκλησίαις καὶ μεμνημένων τῶν πενήτων, καὶ ἐπὶ πάντας ἡμᾶς τὰ ἐλέη σου ἐξαπόστειλον.

Θυμήσου, Κύριε, την πόλη αυτήν στην οποία κατοικούμε προσωρινά και κάθε πόλη και χώρα και τους πιστούς που κατοικούν σ’ αυτές. Θυμήσου, Κύριε, τους ταξιδιώτες της θάλασσας και της στεριάς, τους αρρώστους, τους ταλαιπωρημένους, τους αιχμαλώτους και χάρισέ τους τη σωτηρία τους. Θυμήσου, Κύριε, εκείνους που προσφέρουν καρποφόρες υπηρεσίες στις άγιες Εκκλησίες Σου, και θυμούνται τους φτωχούς και στείλε σ’ όλους μας τα ελέη σου.

[ «Μπαίνεις για να ελεηθείς. Προηγουμένως να ελεήσεις…Αν παρακαλάς μαζί με την ελεημοσύνη, τότε θα πάρεις τη χάρη…Δεν σε ακούει ο Θεός, όταν απλώς σηκώνεις τα χέρια σου στην προσευχή. Άπλωσε τα χέρια όχι μόνο στον ουρανό, αλλά και στα χέρια των φτωχών. – Όπως έχει καθιερωθεί να υπάρχουν βρύσες στις αυλές των ναών, ώστε όσοι πρόκειται να προσευχηθούν στο Θεό πρώτα να πλένουν τα χέρια τους και ύστερα να τα σηκώνουν για προσευχή, έτσι και τους φτωχούς τούς έστησαν οι πατέρες μπροστά από τις πόρτες αντί για πηγές και βρύσες, για να καθαρίζουμε πρώτα την ψυχή μας με τη φιλανθρωπία, όπως πλένουμε τα χέρια μας με το νερό, και ύστερα να προσευχόμαστε» (Χρυσ. ΕΠΕ23.476·27.385)]

Καὶ ἐκφωνεῖ·

Καὶ δὸς ἡμῖν ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ δοξάζειν καὶ ἀνυμνεῖν τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομά σου, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Και δώσε μας μ’ ένα στόμα και με μία καρδιά να δοξάζουμε και να υμνούμε το τιμημένο και μεγαλόπρεπο όνομά σου, του Πατέρα και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.

[ «Γι’ αυτό με την ομόνοια σας και τη ομόφωνη αγάπη υμνείται ο Ιησούς Χριστός… να συναθροίζεσθε, ώστε από συμφώνου και με ομόνοια, έχοντας δεχθεί τον χαρακτήρα του Θεού, να υμνείτε ενωμένοι με μια φωνή, δια του Ιησού Χριστού, τον Πατέρα, για να σας ακούσει και να σας γνωρίσει, μέσω αυτών που κάνετε, όντας μέλη του Υιού του. Είναι λοιπόν χρήσιμο να βρίσκεσθε σε άψογη ενότητα, για να είστε και πάντοτε μέτοχοι του Θεού» (Ιγνάτιος ΕΠΕ,79). «Όπως σε λύρα παναρμόνια…δημιουργείται μία αρμονική συμφωνία από την κατάλληλη ρύθμιση όλων των χορδών… έτσι και εδώ έπρεπε να επικρατεί από όλους μία αρμονική συμφωνία· διότι μία εκκλησία έχουμε γίνει… Την ευταξία των πολλών την καταστρέφει η αταξία του ενός» (Χρυσ.ΕΠΕ16Α.39). «Η Λειτουργία είναι ένα θαυμάσιο εκπαιδευτήριο, αλλά αρκεί η παρουσία ενός μόνο προσώπου που αμφιβάλλει, για να μη συνεχισθεί όπως συνήθως. Να γιατί, κατά βάθος, θα έπρεπε να δεχόμαστε μόνο τους πιστούς…κατά τη διάρκεια αυτού του Μυστηρίου…Κανείς να μην εισέρχεται έχοντας αμφιβολίες, αρνητικές σκέψεις. – Οποιαδήποτε αρνητική σκέψη που έχετε μέσα σας, ακόμη και όταν είστε μόνοι…ή όταν είστε όλοι μαζί με τους άλλους, κάθε αρνητική κριτική προκαλεί μια ρωγμή στον τοίχο του πνευματικού οχυρού μας…Δεν υπάρχουν λογισμοί που περνούν αδιάφορα…Αν σκέφτεσθε αρνητικά για κάποιον, το πρόσωπό σας, η ψυχική οσμή σας θα μολύνουν την ατμόσφαιρα και όλα θα άλλάξουν» (αγ.Σωφρόνιος Έσσεξ.ΟικοδομώνταςΑ61·Β151) ]

Λαός·Ἀμήν.

Ἱερ·  Καὶ ἔσται τὰ ἐλέη τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ πάντων ὑμῶν ( 29 ).

Ας είναι οι δωρεές της ευσπλαχνίας του μεγάλου Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού μαζί με όλους σας.

Λαός·Καὶ μετὰ τοῦ πνεύματός σου. Και με το δικό σου πνεύμα.

Διακ· Πάντων τῶν ἁγίων μνημονεύσαντες, ἔτι καὶ ἔτι ἐν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Αφού θυμηθήκαμε όλους τους αγίους, πάλι και πάλι με ειρήνη ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

Ὑπὲρ τῶν προσκομισθέντων καὶ ἁγιασθέντων τιμίων Δώρων τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Για τα τίμια Δώρα που προσφέρθηκαν [ως θυσία] και αγιάσθηκαν ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

[ «Μη βλέπεις ότι είναι άρτος…· γιατί δεν αποβάλλονται από το σώμα όπως οι υπόλοιπες τροφές, μακριά το στόμα από κάτι τέτοιο και μη το σκεφτείς αυτό. Αλλά όπως το κερί ερχόμενο σε επαφή με τη φωτιά δεν μειώνεται καθόλου και δεν περισσεύει, έτσι να πιστεύεις και εδώ ότι αναμιγνύονται τα μυστήρια με την ουσία του σώματος» (Χρυσ.ΕΠΕ30.317)]

Ὅπως ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ἡμῶν, ὁ προσδεξάμενος αὐτὰ εἰς τὸ ἅγιον καὶ ὑπερουράνιον καὶ νοερὸν αὐτοῦ θυσιαστήριον (3), εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς, ἀντικαταπέμψῃ ἡμῖν τὴν θείαν χάριν καὶ τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δεηθῶμεν.

Ας παρακαλέσουμε, ώστε ο φιλάνθρωπος Θεός, που δέχτηκε αυτά τα δώρα στο άγιο και υπερουράνιο και πνευματικό θυσιαστήριό Του, σαν άρωμα ευωδίας πνευματικής, να μας στείλει σ’ ανταπόδοση τη θεία χάρη και την δωρεά του αγίου Πνεύματος.

Ὑπὲρ τοῦ ρυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καὶ ἀνάγκης τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Για να σωθούμε από κάθε θλίψη, οργή, κίνδυνο και ανάγκη ας παρακαλέσουμε τον Κύριο.

Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.

Βοήθησε, σώσε, ελέησε και φύλαξέ μας, Θεέ μας, με τη χάρη Σου.

Τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τὴν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος αἰτησάμενοι, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.

Αφού ζητήσαμε την ενότητα της πίστης και την κοινωνία (συμμετοχή στις δωρεές) του αγίου Πνεύματος, τους εαυτούς μας και τους άλλους και όλη μας τη ζωή ας αφήσουμε με εμπιστοσύνη στον Χριστό και Θεό μας.

[«Ας αποστρεφόμαστε τις συνά­ξεις των αιρετικών. – Κανένα νόθο δόγμα να μην παραδεχτείτε με το πρόσχημα της αγάπης. – Όταν όλοι πιστεύουμε όμοια, τότε υπάρχει ενότητα… Διότι αυτό είναι ενότητα, όταν όλοι είμαστε ένα… όταν αποδειχτούμε όλοι ότι έχουμε μία πίστη. – Λέγοντας Εκκλησία, δεν εννοώ μόνο τον τόπο, αλλά και τον τρόπο, όχι τους τοίχους της Εκκλησίας, αλλά τους νόμους της Εκκλησίας. Όταν καταφεύγεις στην Εκκλησία, να μην καταφεύγεις στον τόπο, αλλά στο φρόνημα» (Χρυσ.ΕΠΕ27.605·21,391-393·20,699·33.109). «Στους αιρετικούς εκείνους που αποκαλούν τους εαυτούς τους Χριστιανούς, ο Χριστός είναι παρών με το όνομα μόνο, στην πραγματικότητα όμως και αληθινά δεν είναι ανάμεσά τους» (ΑυγουστίνοςPL 40,233). «Οι αιρετικοί ποια μυσταγωγία μπορούν να τελέσουν; Ή ποιο Πνεύμα επιφοιτά σε όσα αυτοί επιτελούν;» (ΜάξιμοςΟμολ.ΕΠΕ15Γ91). «Με όλη τη δύναμή μας ας προσέξουμε να μην παίρνουμε μετάληψη αιρετικών, ούτε να δίνουμε «Διότι μη δίνετε τα άγια στα σκυλιά» λέει ο Κύριος… για να μην γίνουμε συμμέτοχοι στην κακοδοξία τους και την καταδίκη τους» (Ιω.Δαμασκηνός, Έκδοσις…ΕΠΕ,1,475). «Οι αιρετικοί ιερωσύνην δεν έχουν, άρα και τα παρ αυτών ιερουργούμενα κοινά εισι και χάριτος και αγιασμού άμοιρα» (ΝικόδημοςΑγιορ. Πηδάλιον.σ.91)]

Λαός·Σοί, Κύριε. Σε σένα, Κύριε.

Ἱερ· Σοὶ παρακατατιθέμεθα τὴν ζωὴν ἡμῶν ἅπασαν καὶ τὴν ἐλπίδα, Δέσποτα φιλάνθρωπε, καὶ παρακαλοῦμέν σε καὶ δεόμεθα καὶ ἱκετεύομεν·

Σε σένα παραδίνουμε με εμπιστοσύνη τη ζωή μας όλη και την ελπίδα, Δέσποτα φιλάνθρωπε, και σε παρακαλούμε και δεόμαστε και ικετεύουμε,

καταξίωσον ἡμᾶς μεταλαβεῖν τῶν ἐπουρανίων σου καὶ φρικτῶν μυστηρίων ταύτης τῆς ἱερᾶς καὶ πνευματικῆς τραπέζης μετὰ καθαροῦ συνειδότος, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς συγχώρησιν πλημμελημάτων,

αξίωσέ μας να μεταλάβουμε τα επουράνια και φρικτά σου μυστήρια αυτής της ιερής και πνευματικής τράπεζας με καθαρή συνείδηση, για να εξαλειφθούν οι αμαρτίες, να συγχωρεθούν τα παραπτώματά μας,

εἰς Πνεύματος Ἁγίου κοινωνίαν, εἰς βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν, εἰς παρρησίαν τὴν πρὸς σέ, μὴ εἰς κρῖμα ἢ εἰς κατάκριμα.

ώστε να έχουμε κοινωνία (συμμετοχή στις δωρεές) του αγίου Πνεύματος, να κληρονομήσουμε τη βασιλεία των ουρανών, να έχουμε θάρρος απέναντί σου και να μην κατακριθούμε ή καταδικαστούμε.

[«Θα αποδεχτούμε ούτε αυτούς που κοινωνούν μία φορά, ούτε όσους πολλές, ούτε όσους λίγες, αλλά όσους με καθαρή συνείδηση, με καθαρή καρδιά, με βίο ανεπίληπτο. Αυτοί ας πλησιάζουν πάντα. Όσοι δεν είναι τέτοιοι, ούτε μία φορά. – Καιρός για να προσέλθεις [στη Θ.Κοιν.] είναι… η ειλικρίνεια και η καθαρότητα της ψυχής. Με τέτοια ψυχή να προσέρχεσαι πάντα, χωρίς αυτήν ουδέποτε. – Χρόνος προσέλευσης ας είναι για μας η καθαρή συνείδηση. – Αν με καθαρότητα προσέλθεις, σε σωτηρία προσήλθες. – Ενώ είναι γεμάτοι από αμέτρητα κακά, όταν δουν ότι έφθασε η γιορτή, σαν να σπρώχνονται από την ημέρα αυτή, πλησιάζουν τη θ.Ευχαριστία, την οποία δεν επιτρέπεται ούτε και να δουν εκείνοι που ζουν με αυτόν τον τρόπο. Αυτούς που είναι γνωστοί οπωσδήποτε εγώ ο ίδιος θα τους εμποδίσω, ενώ εκείνους που μου είναι άγνωστοι θα τους αφήσω στην κρίση του Θεού. – Η ανάξια προσέλευση, κι αν γίνει μία φορά το χρόνο, σε κηλίδωσε, ενώ η άξια, κι αν πολλές φορές, σε έσωσε. Δεν είναι τόλμη το να προσέρχεσαι πολλές φορές, αλλά το να προσέρχεσαι ανάξια, κι αν ακόμη προσέλθει κάποιος μία φορά σ’ όλο το χρόνο» (Χρυσ. ΕΠΕ25,38·20,484, PG62,530·59,262·ΕΠΕ35.515·23.209)]

Καὶ ἐκφωνεῖ·

Καὶ καταξίωσον ἡμᾶς, Δέσποτα, μετὰ παρρησίας, ἀκατακρίτως, τολμᾶν ἐπικαλεῖσθαι σὲ τὸν ἐπουράνιον Θεὸν Πατέρα ( 31 ) καὶ λέγειν·

Και αξίωσέ μας, Δέσποτα, με θάρρος, χωρίς να κατακριθούμε, να τολμάμε να ονομάζουμε Πατέρα εσένα τον επουράνιο Θεό, και να λέμε:

[ «Προβάλλονται τα αγνά παιδιά του λαού να ζητούν το έλεος του Θεού. Επειδή δηλαδή οι ίδιοι συναισθανόμαστε τα αμαρτήματά μας…για μας τους ίδιους παρακαλούν τα παιδιά, την απλότητα των οποίων όσοι μιμηθούν με ζήλο, τούς αναμένει η βασιλεία των ουρανών. – Για ποιο λόγο προσκαλεί την ανώριμη ηλικία να ικετέψει το Θεό;. Επειδή, λέει ο προφήτης (Ιωήλ2,16) όλοι οι άνδρες ερέθισαν και εξόργισαν το Θεό, ας παρακαλούν τον οργισμένο Θεό τα νήπια, που δεν έχουν πείρα αμαρτημάτων» (Χρυσ.ΕΠΕ11Α481·32.30)]

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ( 32 )

Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου, γενηθήτω τὸ θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν, καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.

Πατέρα μας που είσαι στους ουρανούς, ας είναι άγιο το όνομά σου, ας έλθει η βασιλεία σου, ας γίνει το θέλημα σου όπως στον ουρανό και πάνω στη γη. Το απαραίτητο για τη συντήρησή μας ψωμί δώσε μας σήμερα και συγχώρεσέ μας τα σφάλματά μας, όπως και εμείς συγχωρούμε όσους μας αδικούν και μην επιτρέψεις να μπούμε σε πειρασμό, αλλά γλίτωσέ μας από τον πονηρό.

[ «Φροντίστε λοιπόν να συναθροίζεστε συχνότερα για να ευχαριστείτε και να δοξάζετε τον Θεό. Διότι, όταν συγκεντρώνεστε μαζί συχνά, καταργούνται οι δυνάμεις του σατανά και διαλύεται ο όλεθρός του με την ομόνοια της πίστης σας»(Ιγνάτιος ΕΠΕ,85) «Φρούριο…εναντίον του διαβόλου. Αυτό είναι η Εκκλησία. – Έξω από την Εκκλησία στέκεται ο διάβολος, γιατί δεν τολμά να μπει μέσα σε αυτήν την ιερή μάνδρα. Όπου είναι το ποίμνιο του Χριστού, λύκος δε φαίνεται, αλλά στέκεται έξω επειδή φοβάται τον Ποιμένα» (Χρυσ.ΕΠΕ15,534·36.597) ]

Ἱερ· Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

       Γιατί δική σου είναι η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα, του Πατέρα και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.

Λαός· Ἀμήν.

Ἱερ·    Εἰρήνη πᾶσι. Ειρήνη σ’ όλους.

Λαός Καὶ τῷ πνεύματί σου. Και στο δικό σου πνεύμα.

Διακ· Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν. Τα κεφάλια μας ας σκύψουμε στον Κύριο.

Λαός·Σοί, Κύριε. Σε σένα, Κύριε.

Ἱερ·  Eὐχαριστοῦμέν σοι, βασιλεῦ ἀόρατε, ὁ τῇ ἀμετρήτῳ σου δυνάμει τὰ πάντα δημιουργήσας καὶ τῷ πλήθει τοῦ ἐλέους σου ἐξ οὐκ ὄντων εἰς τὸ εἶναι τὰ πάντα παραγαγών.

Σ’ ευχαριστούμε, βασιλιά αόρατε, που με την αμέτρητη δύναμή σου δημιούργησες τα πάντα και με το πλήθος της ευσπλαχνίας σου τα έφερες όλα από την ανυπαρξία στην ύπαρξη.

Αὐτός, Δέσποτα, οὐρανόθεν ἔπιδε ἐπὶ τοὺς ὑποκεκλικότας σοι τὰς ἑαυτῶν κεφαλάς· οὐ γὰρ ἔκλιναν σαρκὶ καὶ αἵματι, ἀλλὰ σοὶ τῶ φοβερῷ Θεῷ. Σὺ οὖν, Δέσποτα, τὰ προκείμενα πᾶσιν ἡμῖν εἰς ἀγαθὸν ἐξομάλισον κατὰ τὴν ἑκάστου ἰδίαν χρείαν·

Εσύ λοιπόν, Δέσποτα, ρίξε από τον ουρανό το σπλαχνικό σου βλέμμα σ’ αυτούς που έχουν σκύψει σε σένα τα κεφάλια τους, γιατί δεν έσκυψαν σε άνθρωπο με σάρκα και αίμα, αλλά σε σένα τον φοβερό Θεό. Εσύ λοιπόν, δέσποτα, αυτά τα τίμια δώρα (=«τα προκείμενα»), σε όλους μας κάνε να γίνουν ωφέλιμα, [άλλη ερμηνεία: τα «προκείμενα»= τα καθημερινά προβλήματα προς το συμφέρον απάλυνε (ή δώσε αίσιο τέλος)] ανάλογα με την ανάγκη που έχει ο καθένας,

τοῖς πλέουσι σύμπλευσον, τοῖς ὁδοιποροῦσι συνόδευσον, τοὺς νοσοῦντας ἴασαι, ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν.

ταξίδεψε μαζί μ’ εκείνους που ταξιδεύουν στη θάλασσα, συνόδεψε εκείνους που περπατάνε στη στεριά, τους αρρώστους γιάτρεψε, εσύ που είσαι ο γιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας.

Καὶ ἐκφωνεῖ·

Χάριτι καὶ οἰκτιρμοῖς καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, μεθ’ οὗ εὐλογητὸς εἶ, σὺν τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Με τη χάρη και την ευσπλαχνία και τη φιλανθρωπία του μονογενούς σου Υιού, με τον οποίο είσαι δοξασμένος μαζί με το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό σου Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.

Λαός·Ἀμήν.

Ἱερ· Πρόσχες, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐξ ἁγίου κατοικητηρίου σου καὶ ἀπὸ θρόνου δόξης τῆς βασιλείας σου καὶ ἐλθὲ εἰς τὸ ἁγιάσαι ἡμᾶς,

Πρόσεξέ μας, Κύριε Ιησού Χριστέ και Θεέ μας, από το άγιο κατοικητήριό σου και από τον ένδοξο θρόνο της βασιλείας σου και έλα να μας αγιάσεις,

ὁ ἄνω τῷ Πατρὶ συγκαθήμενος καὶ ὧδε ἡμῖν ἀοράτως συνών· καὶ καταξίωσον τῇ κραταιᾷ σου χειρὶ μεταδοῦναι ἡμῖν τοῦ ἀχράντου σώματός σου καὶ τοῦ τιμίου αἵματος καὶ δι’ ἡμῶν παντὶ τῷ λαῷ.

εσύ που στον ουρανό κάθεσαι μαζί με τον Πατέρα και αόρατα είσαι εδώ μαζί μας· και αξίωσέ μας με το παντοδύναμό σου χέρι να μεταδώσεις σε μας [τους ιερείς] το πανάγιο και αμόλυντο σώμα σου και το τίμιο αίμα, και από εμάς σε όλο το λαό.

[«Σκέψου με ποια τιμή τιμήθηκες, ποια τράπεζα απολαμβάνεις! Αυτό [το Σώμα] το οποίο οι άγγελοι όταν το βλέπουν φρίττουν και δεν τολμούν να το ατενίσουν χωρίς δέος, εξαιτίας της αστραπής η οποία εκπέμπεται από εκεί, με αυτό εμείς τρεφόμαστε, με αυτό αναμιγνυόμαστε και έχουμε γίνει εμείς ένα σώμα Χριστού και μία σάρκα. – Αν το να γεννηθεί από Παρθένο είναι θαύμα μέγα…το ότι σταυρώθηκε και το ότι έχυσε το αίμα και έδωσε σε μας τον εαυτό του για πνευματική εσττίαση και ευωχία, πώς θα μπορούσε να ονομαστεί; – Πόσοι τώρα λένε· ήθελα να δω τη μορφή Του…Να, τον βλέπεις, τον αγγίζεις, τον τρως… Πολλές μάνες μετά τη γέννα έδωσαν τα παιδιά να τα τρέφουν παραμάνες, ενώ Αυτός δεν το ανέχεται αυτό, αλλά μας τρέφει ο ίδιος με το δικό του αίμα…Αυτούς που γέννησε (με το Βάπτισμα), τους τρέφει με τον εαυτό του και δεν τους δίνει σε άλλον…Δεν βλέπετε τα βρέφη με πόση προθυμία αρπάζουν το μαστό; Με τόση ας προσερχόμαστε και εμείς…ας ελκύσουμε σαν νήπια που θηλάζουν τη χάρη» (Χρυσ.ΕΠΕ12.215·10.161·12.213-217)]

Η ΥΨΩΣΗ

Ο ιερέας υψώνει τον άγιο άρτο ( 33 )

[ Η ύψωση του αγίου άρτου συμβολίζει σύμφωνα με τον ιερό Δαμασκηνό την ύψωση του Κυρίου επί του Σταυρού» (Τρεμπέλας) ]

Διακ· Πρόσχωμεν. Ας προσέξουμε.

Ἱερ·  Τὰ Ἅγια τοῖς ἁγίοις. Τα άγια αυτά [η Θ.Κοινωνία] είναι για τους αγίους.

[ «Όποιος είναι άγιος ας έλθει· όποιος δεν είναι, ας μετανοήσει» (Διδαχή12 Απ.ΕΠΕ23). «Ο ιερέας… με φρικτή βοή, σηκώνει ψηλά το χέρι σαν ένας κήρυκας… άλλους τους καλεί και άλλους τους αποκλείει. Και δεν το κάνει αυτό με το χέρι, αλλά με τη γλώσσα… Διότι αυτό εννοεί: Εάν κανείς δεν είναι άγιος να μην προσέλθει. Και δεν λέει να είναι απλά και μόνο καθαρός από αμαρτήματα, αλλά άγιος»(Χρυσ.ΕΠΕ 25,43). «Αγίους ονομάζει εδώ τους τέλειους στην αρετή, αλλά και όσους βιάζονται να φθάσουν την τελειότητα αυτή, αλλά δεν την έφθασαν ακόμη. Γιατί και τούτους τίποτα δεν εμποδίζει να αγιάζονται με την συμμετοχή τους στα άγια μυστήρια» (Νικ. Καβάσιλας ΕΠΕ Φιλ.22,185). «Αμαρτία προς θάνατον είναι όταν κάποιοι αμαρτάνοντας μένουν αδιόρθωτοι» (5ος Ζ Οικ.Συνοδ). «Δεν υπάρχει αμαρτία ασυγχώρητη, παρά η αμετανόητη» (Ισαάκ Σύρος,Απαντα 127,1). «Εάν είσαι άξιος και πάρεις άδεια γι’ αυτό, πήγαινε με φόβο και χαρά να κοινωνήσεις τα απόρρητα αγαθά» (Συμεών Ν.Θεολ.ΕΠΕ19Δ.321). «Θα τιμωρηθεί το ίδιο, με όση τιμωρία θα υποστούν αυτοί που σταύρωσαν το Χριστό. Όπως ακριβώς εκείνοι οι σφαγείς έγιναν ένοχοι για το αίμα, έτσι και αυτοί που ανάξια κοινωνούν. – Όπως τότε οι στρατιώτες δεν κέντησαν την πλευρά, για να πιουν (το Αίμα), αλλά για να το χύσουν, έτσι και αυτός που ανάξια προσέρχεται και δεν καρπώνεται τίποτα από το Ποτήριο. – Αν βαστούσες κοπριά στα χέρια σου, θα τολμούσες να αγγίξεις την άκρη του ενδύματος του επίγειου βασιλιά; Καθόλου» (Χρυσ. ΕΠΕ31.137·18Α.202·30.315)]

Λαός·Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός. Ἀμήν.

Ένας είναι άγιος, ένας είναι Κύριος, ο Ιησούς Χριστός, για τη δόξα του Θεού Πατέρα· αμήν.

Εἶτα ψάλλει τὸ Κοινωνικόν ( 36 ).

[ Το «Κοινωνικό» άλλοτε παρατεινόταν μέχρι το τέλος της θείας κοινωνίας και από τους λαϊκούς. Γι’ αυτό λέγεται και Κοινωνικό, διότι όταν ψαλλόταν αυτό, διεξαγόταν η θεία κοινωνία και του κλήρου και του λαού. Αποτελούνταν λοιπόν παλαιότερα όχι μόνον από ένα στίχο, αλλά από ολόκληρο ψαλμό. Τέτοιοι ψαλμοί ήταν συνήθως ο 22ος («Κύριος ποιμαίνει με…»), ο 33ος («Ευλογήσω τον Κύριον εν παντί καιρώ…»), ο 144ος («Υψώσω σε, ο Θεός μου, ο βασιλεύς μου…») και ο 116ος («Αινείται τον Κύριον πάντα τα έθνη…» (Τρεμπέλας) ].

Τις Κυριακές το:

Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν. Ἀλληλούϊα.

Υμνείτε τον Κύριο από τους ουρανούς. Αλληλούια.

Η ΚΛΑΣΗ (=ΤΕΜΑΧΙΣΜΟΣ) ( 34 )

[ «Ο μελισμός του αγίου άρτου γίνεται κατά μίμησην του τεμαχισμού που έκανε ο Κύριος όταν παρέδιδε το μυστήριο, κόβοντας τον έναν άρτο και διανέμοντάς τον στους μαθητές. Ο μελισμός λοιπόν αυτός του αγίου άρτου είχε αρχικά ως κύριο σκοπό τον τεμαχισμό του σε κομμάτια για τη μετάδοση από αυτά στους πιστούς. Παράλληλα υπενθύμιζε σε όλους όσους κοινωνούσαν «ότι εις άρτος, εν σώμα οι πολλοί έσμεν, οι γαρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν» (Α’ Κορ. ι’ 17). Αργότερα όμως ο τεμαχισμός αυτός του άρτου έγινε σύμβολο της κακώσεως που υπέστη το σώμα του Χριστού κατά το πάθος του επάνω στο σταυρό»(Τρεμπέλας) ] «Εκείνο που δεν έπαθε πάνω στο Σταυρό, το υφίσταται στην προσφορά για σένα και ανέχεται να κατατεμαχίζεται για να χορτάσει τους πάντες. – Σε ένωσα και σε σύνδεσα με τον εαυτό μου. Φάε με, είπα, πιες με… Όχι απλώς συνδέομαι μαζί σου, αλλά συμπλέκομαι, τρώγομαι, λεπτύνομαι λίγο λίγο, για να γίνει μεγαλύτερη η ανάμιξη, η συμπλοκή και η ένωση. Γιατί εκείνα που ενώνονται διατηρούν τα όριά τους, εγώ όμως συνυφαίνομαι μαζί σου. Δεν θέλω δηλαδή να υπάρχει κάτι ενδιάμεσο· θέλω τα δύο να είναι ένα» (Χρυσ.ΕΠΕ18Α,87·23.405). «Υψώνεται στα χέρια του ιερέα το Σώμα, όπως έγινε πάνω στο Σταυρό και μεταδίδεται τεμαχισμένο και με αυτόν τον τρόπο θάβεται μέσα μας ο Χριστός και μαζί του μας καθιστά άφθαρτους. Αυτό είναι το πέρας (ολοκλήρωση) της θείας οικονομίας» (Ιω.Δαμασκηνός,PG 95,409)]

Διακ·Μέλισον, Δέσποτα, τὸν ἅγιον Ἄρτον. Τεμάχισε, δέσποτα τον άγιο άρτο.

Ἱερ· Μελίζεται καὶ διαμερίζεται ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ μελιζόμενος καὶ μὴ διαιρούμενος, ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος, ἀλλὰ τοὺς μετέχοντας ἁγιάζων.

       Τεμαχίζεται και μοιράζεται ο αμνός του Θεού, εκείνος που τεμαχίζεται και δεν διαιρείται, που πάντοτε τρώγεται και ποτέ δεν τελειώνει (ξοδεύεται), αλλά αγιάζει εκείνους που τον κοινωνούν.

[ «Με το μελισμό ο Χριστός τεμαχίζεται… χωρίς αυτό να σημαίνει πως σε κάθε μερίδα έχουμε ένα κομμάτι του Χριστού: «καν μερίζεται, αμέριστος διαμένει και άτμητος, έφ’ ένι εκάστω μέρει των τεμνομένων ο αυτός όλος θεάνθρωπος μεριζόμενος τε και ευρισκόμενος» (Θεοδώρου Ανδίδων). Σε κάθε κομμάτι είναι ολόκληρος ο Χριστός» (Κογκούλη…) «Ώστε να μπορούν… να είναι και να καλούνται κατά χάριν θεοί, εξαιτίας του ολόκληρου Θεού, που τους γέμισε εξ’ ολοκλήρου και κανένα κομμάτι τους δεν άφησε άδειο από την παρουσία Του»(Μάξιμος Ομολ.)]

Ευχές Θείας Μεταλήψεως.Πιστεύω, Κύριε, καὶ ὁμολογῶ ὅτι σὺ εἶ ἀληθῶς ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ ἐλθὼν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ. Ἔτι πιστεύω ὅτι τοῦτο αὐτό ἐστι τὸ ἄχραντον σῶμά σου καὶ τοῦτο αὐτό ἐστι τὸ τίμιον αἷμά σου. Δέομαι οὖν σου· ἐλέησόν με καὶ συγχώρησόν μοι τὰ παραπτώματά μου, τὰ ἑκούσια καὶ τὰ ἀκούσια, τὰ ἐν λόγῳ, τὰ ἐν ἔργῳ, τὰ ἐν γνώσει καὶ ἀγνοίᾳ· καὶ ἀξίωσόν με ἀκατακρίτως μετασχεῖν τῶν ἀχράντων σου μυστηρίων, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον. Ἀμήν.

   Ἰδοὺ βαδίζω πρὸς θείαν κοινωνίαν.Πλαστουργέ, μὴ φλέξῃς με τῇ μετουσίᾳ.

Πῦρ γὰρ ὑπάρχεις τοὺς ἀναξίους φλέγον.Ἀλλ’ οὖν κάθαρον ἐκ πάσης με κηλίδος.

   Τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν με παράλαβε· οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ μυστήριον εἴπω· οὐ φίλημά σοι δώσω, καθάπερ ὁ Ἰούδας· ἀλλ’ ὡς ὁ λῃστὴς ὁμολογῶ σοι· Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.

[«Ο [όσιος] π.Ιάκωβος (Τσαλίκης) το 1987 δεν επέτρεψε σε μία κοπέλα να κοινωνήσει. Εκείνη επισκέφτηκε κάποιο επίσκοπο, που της είπε να κοινωνήσει. Δύο φορές όμως που η κοπέλα προσήλθε στη θ.Ευχαριστία, διαπίστωσε κάτι περίεργο: στο στόμα της, με τη λαβίδα, δεν έμπαινε τίποτα. Τρόμαξε, μετανόησε κι έσπευσε να εξομολογηθεί πάλι στον. π.Ιάκωβο…Διηγήθηκε για ένα δημοσιογράφο που θέλησε να κοινωνήσει χωρίς να πρέπει: – Την ώρα που πήγα να τον κοινωνήσω δίστασα… και περνά από την αγία λαβίδα μια χρυσή λάμψη πάνω από το κεφάλι μου και πάει στην αγία Τράπεζα…Η λάμψη αυτή σήμαινε ότι το άγιο Πνεύμα δεν άφησε το σώμα και το αίμα του Κυρίου να πάει σε ακάθαρτο άνθρωπο» (ΙάκωβοςΤσαλίκης, Στυλ.Παπαδόπουλου118)]

   Θεουργὸν αἷμα φρῖξον, ἄνθρωπε, βλέπων·Ἄνθραξ γάρ ἐστι τοὺς ἀναξίους φλέγων·

Θεοῦ τὸ σῶμα καὶ θεοῖ με καὶ τρέφει·Θεοῖ τὸ πνεῦμα, τὸν δὲ νοῦν τρέφει ξένως.

   Ἔθελξας πόθῳ με, Χριστέ, καὶ ἠλλοίωσας τῷ θείῳ σου ἔρωτι· ἀλλὰ κατάφλεξον πυρὶ ἀΰλῳ τὰς ἁμαρτίας μου, καὶ ἐμπλησθῆναι τῆς ἐν σοὶ τρυφῆς καταξίωσον, ἵνα τὰς δύο σκιρτῶν μεγαλύνω, Ἀγαθέ, παρουσίας σου.

   Ἐν ταῖς λαμπρότησι τῶν Ἁγίων σου πῶς εἰσελεύσομαι ὁ ἀνάξιος; Ἐὰν γὰρ τολμήσω συνεισελθεῖν εἰς τὸν νυμφῶνα, ὁ χιτών με ἐλέγχει ὅτι οὐκ ἔστι τοῦ γάμου, καὶ δέσμιος ἐκβαλοῦμαι ὑπὸ τῶν ἀγγέλων. Καθάρισον, Κύριε, τὸν ρύπον τῆς ψυχῆς μου καὶ σῶσόν με ὡς φιλάνθρωπος.

   Δέσποτα φιλάνθρωπε, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός μου, μὴ εἰς κρῖμά μοι γένοιτο τὰ Ἅγια ταῦτα, διὰ τὸ ἀνάξιον εἶναί με, ἀλλ’ εἰς κάθαρσιν καὶ ἁγιασμὸν ψυχῆς τε καὶ σώματος, καὶ εἰς ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης ζωῆς καὶ βασιλείας. Ἐμοὶ δὲ τὸ προσκολλᾶσθαι τῷ Θεῷ ἀγαθόν ἐστι, τίθεσθαι ἐν τῷ Κυρίῳ τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μου.

     Τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνόν με παράλαβε· οὐ μὴ γὰρ τοῖς ἐχθροῖς σου τὸ μυστήριον εἴπω· οὐ φίλημά σοι δώσω, καθάπερ ὁ Ἰούδας· ἀλλ’ ὡς ὁ λῃστὴς ὁμολογῶ σοι· Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.]

Μετὰ τὸ «Κοινωνικόν» ὁ Διάκονος ἐκφωνεῖ·

Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε.

Με φόβο Θεού, με πίστη και αγάπη ελάτε (να κοινωνήσετε).

[ «Όταν θα δεις τον ιερέα να σου προσφέρει (τα Μυστήρια), να μη νομίζεις ότι ο ιερέας το κάνει αυτό, αλλά πίστευε ότι το χέρι που απλώνεται είναι του Χριστού. – όταν προσέρχεσαι στο φρικτό ποτήριο, να προσέρχεσαι έτσι, σαν να πίνεις από αυτήν την πλευρά …Σαν να αγγίζουν τα χείλη μας τη θεία και άχραντη πλευρά, έτσι να μεταλαβαίνουμε το σωτήριο Αίμα. – Μυστήρια και λέγονται και είναι· όπου τελούνται μυστήρια, επικρατεί μεγάλη ησυχία. Με μεγάλη λοιπόν ησυχία, με πολλή ευταξία και με την ευλάβεια που ταιριάζει ας πλησιάζουμε» (Χρυσ. ΕΠΕ 11.59·14.677·30.236·35,519). «Λέγεται μετάληψη επειδή με αυτήν μεταλαμβάνουμε από την θεότητα του Ιησού» (Ιω.Δαμασκηνός PG 96,1409). «Ο δικός μου έρωτας [ο Χριστός], σταυρώθηκε και δεν υπάρχει μέσα μου φωτιά σαρκική, αλλά νερό «ζωντανό», που μιλάει σε μένα από μέσα μου και λέει· έλα στον Πατέρα. Δεν ευχαριστιέμαι με τροφή θανάτου, ούτε με τις ηδονές της ζωής αυτής. Θέλω τον άρτο του Θεού, δηλαδή το σώμα το Ιησού Χριστού… και πιοτό θέλω το αίμα του, που είναι αγάπη αθάνατη» (Ιγνάτιος ΕΠΕ,119) «προσφέροντας έναν άρτο, που είναι φάρμακο αθανασίας, αντίδοτο για να μη πεθάνετε, αλλά να ζείτε με τον Χριστό για πάντα»(ο.π.91). «Να γίνεις σύσσωμος και σύναιμος Χριστού. Διότι έτσι γινόμαστε και χριστοφόροι, με το να διαδίδεται στα μέλη μας το σώμα του και το αίμα και κοινωνοί θείας φύσης κατά τον μακάριο Πέτρο (Β Πετρ.1,4)»(Κύριλλος Ιεροσ. Μυστ.Κατ.Δ,3). «Μέλη Χριστού γινόμαστε, μέλη ο Χριστός δικά μας· και χέρι ο Χριστός και πόδι ο Χριστός του πανάθλιου εμένα, κι ο άθλιος εγώ χέρι Χριστού και Χριστού πόδι πάλι· κινώ το χέρι και ο Χριστός όλος είναι το χέρι μου…Κινώ το πόδι και να! αστράπτει όπως εκείνος· μην πεις ότι βλασφημώ, αλλά αποδέξου αυτά» (ΣυμεώνΝ.Θεολ.ΕΠΕ19Ε.157) ]

Καὶ γίνεται ἡ μετάληψις τοῦ Λαοῦ. Μετά την Μετάληψη, ο ιερέας λέει:

Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου.

Σώσε, Θεέ μας, το λαό σου και ευλόγησε τους κληρονόμους της βασιλείας σου.

Λαὸς· Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες, αὕτη γὰρ ἡμᾶς ἔσωσεν.

Είδαμε το φως το αληθινό, πήραμε το επουράνιο άγιο Πνεύμα, βρήκαμε πίστη αληθινή, προσκυνώντας την αδιαίρετη Τριάδα, γιατί αυτή μας έσωσε.

[ «Όπου η Εκκλησία, εκεί και το Πνεύμα του Θεού και η πληρότητα της χάριτος» (Ειρηναίος,Κατά Αιρέσ.3,24,1) «(Χωρίς το Πνεύμα) δεν θα απολαμβάναμε τα μυστήρια. Γιατί χωρίς τη χάρη του Αγ.Πνεύματος δεν θα γινόταν ποτέ το μυστικό σώμα και αίμα. – Αν δεν ήταν παρόν το Πνεύμα, δεν θα ιδρυόταν η Εκκλησία· αφού όμως υπάρχει η Εκκλησία, είναι ολοφάνερο ότι είναι παρόν το Πνεύμα» (Χρυσ.ΕΠΕ36.141,313) «Δεν μετέχουμε σε κάτι από τα δικά Του, αλλα σε Αυτόν τον ίδιο. Δεν δεχόμαστε στις ψυχές μας κάποια ακτίνα και κάποιο φως, αλλά τον ίδιο τον δίσκο(του Ηλίου)» (Νικ.Καβασ.ΕΠΕ,415). «Να γίνουμε όχι μόνο Χριστιανοί, αλλά και Χριστός» (Αυγουστίνος, Φλωρόφσκυ,ΑγΓραφή…88)]

Ιερ·    Πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

(Ας είναι ευλογημένος ο Θεός μας) Πάντοτε, τώρα και πάντα και στους ατέλειωτους αιώνες.

Λαός· Ἀμήν.

Διακ· Ὀρθοί· μεταλαβόντες τῶν θείων, ἁγίων, ἀχράντων, ἀθανάτων, ἐπουρανίων καὶ ζωοποιῶν, φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ μυστηρίων, ἀξίως εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ.

Όρθιοι [σηκωθείτε]. Αφού μεταλάβαμε τα θεία, άγια, άχραντα (πάναγνα), αθάνατα, επουράνια και ζωοποιά, φρικτά μυστήρια του Χριστού, ας ευχαριστήσουμε άξια τον Κύριο.

[ «Πάντοτε έχουμε γιορτή… πάντοτε μπορούμε να γιορτάζουμε το Πάσχα. – Αν προσέλθει κάποιος με καθαρή συνείδηση, επιτελεί Πάσχα, είτε σήμερα, είτε αύριο, είτε οποτεδήποτε μετάσχει στην Κοινωνία» (Χρυσ.ΕΠΕ36,297·34,180) «το δικό μας Πάσχα τελείται σε κάθε σύναξη»(PG 48,864). «Δεν έχει τίποτα παραπάνω το μυστήριο που γίνεται το Πάσχα από αυτό που γίνεται τώρα· είναι ένα και το αυτό· πάντοτε Πάσχα είναι»(PG 62,530), «το Πάσχα…είναι η προσφορά και η θυσία που επιτελείται σε κάθε σύναξη…Κάθε φορά που προσέρχεσαι με καθαρή συνείδηση… επιτελείς το Πάσχα, όχι όταν νηστεύεις, αλλά όταν μετέχεις στη θυσία εκείνη»(PG 48,867). «Ιερουργώντας…διάλυε το πλήθος των αμαρτημάτων μου, αγγίζοντας την αναστάσιμη θυσία» (Γρηγ.Θεολ.ΕΠΕ7.289). «Ο άρτος που κατεβαίνει από τον ουρανό (η Θ.Κοινωνία) και δίνει ζωή στον κόσμο, τον οποίο όσοι τον τρώγουν όχι μόνο τρέφονται, αλλά και ζωοποιούνται και ζώντας ανασταίνονται ως εκ νεκρών… Εάν λοιπόν εορτάζεις έτσι και έτσι μεταλαμβάνεις τα θεία μυστήρια, όλη σου η ζωή θα είναι μία εορτή, και ούτε εορτή, αλλά αφορμή εορτής και ένα Πάσχα, η μετάβαση και αναχώρηση από τα ορατά προς τα νοητά» (Συμεών Ν.Θεολ.19Γ, 279,283) ]

Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι.

Βοήθησε, σώσε, ελέησε και διαφύλαξέ μας Θεέ μας, με τη χάρη σου.

Λαός·Κύριε, ἐλέησον.

Διακ· Τὴν ἡμέραν πᾶσαν, τελείαν, ἁγίαν, εἰρηνικὴν καὶ ἀναμάρτητον αἰτησάμενοι, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.

Αφού ζητήσαμε όλη η ημέρα να είναι τέλεια, αγία, ειρηνική και αναμάρτητη, τους εαυτούς μας και τους άλλους και όλη μας τη ζωή ας αφήσουμε με εμπιστοσύνη στον Χριστό και Θεό μας.

Λαός· Σοί, Κύριε. Σε σένα, Κύριε [εμπιστευόμαστε τη ζωή μας]

Ἱερ·   Εὐχαριστοῦμέν σοι, Δέσποτα φιλάνθρωπε, εὐεργέτα τῶν ψυχῶν ἡμῶν, ὅτι καὶ τῇ παρούσῃ ἡμέρᾳ κατηξίωσας ἡμᾶς τῶν ἐπουρανίων σου καὶ ἀθανάτων Μυστηρίων. Ὀρθοτόμησον ἡμῶν τὴν ὁδόν, στήριξον ἡμᾶς ἐν τῷ φόβῳ σου τοὺς πάντας, φρούρησον ἡμῶν τὴν ζωήν, ἀσφάλισαι ἡμῶν τὰ διαβήματα· εὐχαῖς καὶ ἱκεσίαις τῆς ἐνδόξου Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας καὶ πάντων τῶν ἁγίων σου.

Σ’ ευχαριστούμε, Δέσποτα φιλάνθρωπε, ευεργέτη των ψυχών μας, γιατί και τη σημερινή ημέρα, μας αξίωσες να μεταλάβουμε τα επουράνια και αθάνατα μυστήριά σου. Κάνε σωστό και ίσιο το δρόμο της ζωής μας, στήριξε όλους μας στο φόβο σου, φρούρησε τη ζωή μας, ασφάλισε τα βήματά μας, με τις ευχές και τις παρακλήσεις της ένδοξης Θεοτόκου και παντοτεινά παρθένου Μαρίας και όλων των αγίων σου.

[««Και αφού ύμνησαν βγήκαν στο όρος των Ελαιών» (Ματθ.26,30)…Ακούστε όλοι όσοι δεν περιμένετε την τελευταία ευχή των μυστηρίων· διότι αυτή η ευχή είναι σύμβολο της προσευχής εκείνης. Ο Κύριος ευχαρίστησε πριν δώσει στους μαθητές το άγιο σώμα Του, για να ευχαριστούμε και εμείς. Και αφού τους το έδωσε, πάλι ευχαρίστησε και ύμνησε, για να κάνουμε και εμείς το ίδιο… – Εκείνον (τον Ιούδα που έφυγε) μιμούνται και αυτοί που αναχωρούν πριν από το τέλος της ευχαριστίας» (Χρυσ.ΕΠΕ 12,199·35,517)]

Καὶ ἐκφωνεῖ·

Ὅτι σὺ εἶ ὁ ἁγιασμὸς ἡμῶν καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Γιατί εσύ είσαι ο αγιασμός μας και σε σένα τη δοξολογία στέλνουμε, τον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.

Λαός·  Ἀμήν.

Ἱερ· Ἐν εἰρήνῃ προέλθωμεν. Με ειρήνη ας αποχωρήσουμε.

[ «Αρχικά η απόλυση γινόταν με μία απλή προτροπή. Στη βυζαντινή λειτουργία ήταν το «Ἐν εἰρήνῃ προέλθωμεν» (Κογκούλη…). «Σαν λιοντάρια λοιπόν που βγάζουν φωτιά, έτσι αναχωρούμε από εκείνη την τράπεζα, αφού γινόμαστε φοβεροί στο διάβολο…Αυτό το Αίμα, αν το πάρουμε άξια διώχνει τους δαίμονες και τους κρατά μακριά μας…Διότι όπου δουν το αίμα το Δεσποτικό, οι μεν δαίμονες τρέπονται σε φυγή, προσέρχονται όμως οι άγγελοι…Όσοι μετέχουν σε αυτό το αίμα, στέκονται μαζί με τους αγγέλους και αρχαγγέλους…φορούν τη βασιλική στολή του Χριστού – Έτσι πρέπει να βγαίνουμε από εδώ, σαν μέσα από ιερά άδυτα, σαν να έχουμε κατέβει από τους ίδιους τους ουρανούς…Δεν θα χρειασθούμε να πούμε τίποτα στους απόντες όταν βγούμε από εδώ. Αλλά από τη δική μας ωφέλεια θα αισθανθούν τη δική τους ζημιά και θα τρέξουν γρήγορα για να απολαύσουν τα ίδια. – Εάν πάει κανείς και καθίσει σε αρωματοπωλείο και χωρίς να θέλει απορροφά κάποια ευωδία, πολύ περισσότερο συμβαίνει αυτό σε εκείνον που εκκλησιάζεται. – Ή νομίζετε ότι αυτό είναι ευλάβεια, το να παραβρίσκεστε πάντοτε στη σύναξη; Αυτό δεν είναι τίποτα αν δεν αποκομίσουμε κάποια ωφέλεια· αν δεν αποκομίζουμε κάτι, είναι προτιμότερο να μένουμε σπίτι· διότι οι πρόγονοί μας έχτισαν τις εκκλησίες όχι για να βλεπόμαστε… αλλά για να γίνουμε καλύτεροι. Κατάντησε το πράγμα απλώς νόμος και υποχρέωση και συνήθεια… Βαφείο είναι η εκκλησία· αν πάντοτε βγαίνετε άχρωμοι, τότε τι το όφελος που συνεχώς έρχεστε εδώ;… Προσευχόμαστε, θα πει κάποιος. Και τι σημασία έχει αυτό εφόσον η προσευχή μένει χωρίς έργα; – Σου έγινε ανώφελη η μετάληψη χωρίς το κατόρθωμα της ειρήνης. – Γίναμε κοινωνοί της πνευματικής τράπεζας· ας γίνουμε κοινωνοί και της πνευματικής αγάπης. – Πρέπει και στα δύο να σωφρονούμε (πριν και μετά τη Μετάληψη)· και μάλιστα μετά, όταν έχουμε δεχτεί το νυμφίο. Πριν μεν, για να γίνεις άξιος να Τον πάρεις, ενώ μετά για να μη φανείς ανάξιος όσων έλαβες» (Χρυσ.ΕΠΕ13Α.333,337· 26.567,569·16Α.169,171· 13Α.479· 35,621· 10.409·18Α.206). «Είναι ανάγκη να κοινωνήσουμε τη γνώμη Αυτού του οποίου κοινωνούμε τα αίματα και όχι να είμαστε σε άλλα ενωμένοι μαζί Του και σε άλλα χωρισμένοι» (Νικ.Καβασ. ΕΠΕ22.513) ]

Διακ· Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Λαός·Κύριε, ἐλέησον.

Η ΟΠΙΣΘΑΜΒΩΝΟΣ ΕΥΧΗ [διαβαζόταν πίσω από τον άμβωνα, που παλιά ήταν στο μέσο του ναού. (Κογκούλη…)]

Ἱερ· Ὁ εὐλογῶν τοὺς εὐλογοῦντάς σε, Κύριε, καὶ ἁγιάζων τοὺς ἐπὶ σοὶ πεποιθότας, σῶσον τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου. Τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας σου φύλαξον·

Εσύ, Κύριε, που ευλογείς εκείνους που σε ευλογούν και αγιάζεις αυτούς που έχουν την εμπιστοσύνη τους σε σένα, σώσε το λαό σου και ευλόγησε τους κληρονόμους της βασιλείας σου. Όλα τα μέλη της Εκκλησίας σου φύλαξε,

ἁγίασον τοὺς ἀγαπῶντας τὴν εὐπρέπειαν τοῦ οἴκου σου· σὺ αὐτοὺς ἀντιδόξασον τῇ θεϊκῇ σου δυνάμει καὶ μὴ ἐγκαταλίπῃς ἡμᾶς τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ σέ. Εἰρήνην τῷ κόσμῳ σου δώρησαι, ταῖς Ἐκκλησίαις σου, τοῖς ἱερεῦσι, τοῖς ἄρχουσιν ἡμῶν, τῷ στρατῷ καὶ παντὶ τῷ λαῷ σου·

αγίασε αυτούς που αγαπούν την ευπρέπεια (ομορφιά) του ναού σου˙ συ ανταπόδωσέ τους δόξα με τη θεϊκή σου δύναμη και μην εγκαταλείψεις εμάς που ελπίζουμε σε σένα. Ειρήνη στον κόσμο σου δώρησε, στις Εκκλησίες σου, στους ιερείς, στους άρχοντές μας, στο στρατό και σ’ όλον το λαό σου,

ὅτι πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι, καταβαῖνον ἐκ σοῦ τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων· καὶ σοὶ τὴν δόξαν καὶ εὐχαριστίαν καὶ προσκύνησιν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

γιατί κάθε χάρισμα καλό και κάθε δώρο τέλειο είναι από ψηλά και κατεβαίνει από σένα τον Πατέρα των φώτων· γι’ αυτό απευθύνουμε τη δοξολογία, την ευχαριστία και την προσκύνηση σε σένα, τον Πατέρα και τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.

Λαός· Ἀμήν. Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος [στίχ. 2 του 112 Ψαλμού] (3 φορές).

Ας είναι το όνομα του Κυρίου ευλογημένο από τώρα και για πάντα (γ’)

[ «Τίποτα δεν κάνει τόσο χαρούμενη τη ζωή μας, όσο η χαρά της Εκκλησίας. Στην εκκλησία συντηρείται η χαρά εκείνων που χαίρονται, στην εκκλησία υπάρχει η ψυχική ευφορία εκείνων που στενοχωρούνται»(Χρυσ.ΕΠΕ8Α.323) «Δικά σου πλάσματα είμαστε και η καρδιά μας δεν ησυχάζει όσο δεν αναπαύεται μέσα σου»(αγ.ΑυγουστίνοςΕξομολ.Α.εκδ.Πατάκη.σ.117) «Ζω ήδη μέσα στο ράσο εξήντα επτά χρόνια, και κάθε φορά η Λειτουργία είναι για μένα κάτι νέο, μοναδικό! Είναι αδύνατον να την συνηθίσουμε!»(αγ.ΣωφρόνιοςΈσσεξ,Οικοδομώντας…Γ,229)]

[ [ [ ο Ἱερεὺς λέει την ευχή στην Πρόθεση·Τὸ πλήρωμα τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν, αὐτὸς ὑπάρχων, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πληρώσας πᾶσαν τὴν πατρικὴν οἰκονομίαν, πλήρωσον χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης τὰς καρδίας ἡμῶν πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Χριστὲ και Θεέ μας, εσύ που είσαι η εκπλήρωση του νόμου και των προφητών και που πραγματοποίησες όλη την οικονομία [=το σχέδιο της σωτηρίας] του Πατέρα, γέμισε με χαρά και ευφροσύνη τις καρδιές μας, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν. ] ] ]

Διακ· Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.

Λαός·Κύριε, ἐλέησον.

Ἱερ·  Εὐλογία Κυρίου καὶ ἔλεος αὐτοῦ ἔλθοι ἐφ’ ὑμᾶς, τῇ αὐτοῦ θείᾳ χάριτι καὶ φιλανθρωπίᾳ, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Η ευλογία και το έλεος του Κυρίου ας έλθει σε σας, με τη θεία χάρη και τη φιλανθρωπία του, τώρα και πάντοτε και στους ατέλειωτους αιώνες.

Λαός· Ἀμήν.

Ἱερ·  Δόξα σοι, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι. Δόξα σε σένα, Θεέ, δόξα σε σένα.

         Ὁ ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν, ταῖς πρεσβείαις τῆς παναχράντου καὶ παναμώμου ἁγίας αὐτοῦ Μητρός· δυνάμει τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ· προστασίαις τῶν τιμίων, ἐπουρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων· ἱκεσίαις τοῦ τιμίου, ἐνδόξου, προφήτου, Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου· τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων· τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ καλλινίκων Μαρτύρων· τῶν ὁσίων καὶ θεοφόρων πατέρων ἡμῶν (τοῦ ἁγίου τοῦ ναοῦ)· τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Χρυσοστόμου· τῶν ἁγίων καὶ δικαίων Θεοπατόρων Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννης, (τοῦ ἁγίου τῆς ἡμέρας) οὗ καὶ τὴν μνήμην ἐπιτελοῦμεν, καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, ἐλεήσαι καὶ σώσαι ἡμᾶς, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος.

Λαὸς· Τὸν εὐλογοῦντα καὶ ἁγιάζοντα ἡμᾶς, Κύριε, φύλαττε εἰς πολλὰ ἔτη.

Ἱερ·    Δι’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.

Με τις ευχές των αγίων πατέρων μας, Κύριε Ιησού Χριστέ και Θεέ μας, ελέησέ μας.

[ «Η φράση έχει προέλθει από τα μοναστήρια και αναφέρεται στους παρόντες πατέρες, δηλ. στους μοναχούς» (Κογκούλη…) «Και για ένα βήμα, θα πάρει μισθό καθένας που τρέχει στο καλό…Τρέχε στην ακολουθία…Και αν ακόμη προλάβεις μόνο την τελευταία ευχή, μη δείξεις οκνηρία, αλλά σήκω επάνω» (Εφραίμ Σύρου,ΈργαΓ,86) ]

Λαός·Ἀμήν.

«[Το Μυστήριο αυτό] είναι το τελείωμα της ζωής, όπου, όταν φθάσουμε, δεν θα χρειάζεται πλέον τίποτα άλλο για την επιζητούμενη ευδαιμονία… (Αυτό) οδηγεί στην κορυφή των αγαθών. Γι’ αυτό εδώ είναι το έσχατο τέλος κάθε ανθρώπινης προσπάθειας… Δεν είναι δυνατόν να πάμε παρά πέρα, ούτε να προσθέσουμε τίποτα…Μετά από την Ευχαριστία δεν υπάρχει τίποτα προς το οποίο να τείνουμε, αλλά πρέπει να σταθούμε εδώ και να στοχεύουμε στο πώς θα κρατήσουμε μέχρι τέλους το θησαυρό που έχουμε» (Νικ. Καβάσιλας ΕΠΕ,Φιλ.22,411,416). «Ω μυστήριο ευσέβειας και θέωσης! Ω δεσμός ενότητας και αγάπης! Όποιος θα ήθελε να ζει, έχει την πηγή της ζωής» (Αυγουστίνος,Ο υιός των δακρύων,150). «Αν είστε αμελείς για τη σωτηρία σας, και ο Θεός «θα είναι αμελής». Διατηρείστε λοιπόν…τις λειτουργικές ακολουθίες. Αλλά μήπως υπάρχει και τίποτα που να μην είναι λειτουργική πράξη; Όλα στη ζωή μας είναι μία αδιάκοπη Λειτουργία. Φυλάξτε λοιπόν αυτή τη Λειτουργία» (αγ.ΣωφρόνιοςΈσσεξ.Οικοδομώντας…Β,112)]

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΥ

   «Κανένας να μην πλανάται· εάν κάποιος δεν βρίσκεται μέσα στο θυσιαστήριο, στερείται τον άρτο του Θεού. Διότι εάν η προσευχή ενός και δύο έχει τόση δύναμη, πόσο μάλλον η προσευχή του επισκόπου και ολόκληρης της Εκκλησίας. Εκείνος λοιπόν που δεν έρχεται στη συνάθροιση, αυτός ήδη δείχνει υπερηφάνεια και ξεχωρίζει τον εαυτό του» (Ιγνάτιος ΕΠΕ81)

«Διότι ποια απολογία θα έχουμε, ποια συγγνώμη, όταν αυτός μεν από τους ουρανούς κατεβαίνει για μας, ενώ εμείς ούτε από το σπίτι δεν ερχόμαστε σε αυτόν;» (Χρυσ.PG48,753)

«Θα ήταν η μεγαλύτερη αχαριστία, ενώ διαθέτουμε πέντε ή έξι ημέρες για τις βιοτικές μας ανάγκες, να μην διαθέτουμε ούτε μία ή μάλλον ούτε μικρό μέρος της ημέρας για τις πνευματικές. – Αυτό που κάνουν εκείνοι που κλέβουν ιερά πράγματα, αυτό τολμάς να κάνεις και συ την ημέρα αυτή, που ενώ είναι ιερή…την αρπάζεις και τη χρησιμοποιείς για κοσμικές φροντίδες…Και γιατί λέω για ολόκληρη την ημέρα;…Δάνεισε δύο ώρες στο Θεό και θα προσφέρεις στην οικία σου κέρδος αμέτρητων ημερών. Εάν όμως δεν δέχεσαι, σκέψου μήπως με το να μη θες να απομακρύνεις τον εαυτό σου για μικρό μόνο διάστημα της ημέρας…χάσεις τους κόπους ολόκληρων ετών. Διότι ο Θεός όταν περιφρονείται, γνωρίζει να εξαφανίζει τα χρήματα που συγκέντρωσες. – Ενώ εκατόν εξήντα οχτώ ώρες έχει η βδομάδα, μία και μόνη ώρα ξεχώρισε για τον εαυτό του ο Θεός· και αυτήν την ξοδεύεις σε πράγματα βιωτικά και σε γελοία και σε συναντήσεις;

– Τα θέατρα καλούν κάθε ημέρα και κανείς δεν διστάζει, κανείς δεν αρνείται, κανείς δεν προβάλλει κάποια ασχολία του, αλλά σαν να είναι ζωσμένοι για πορεία και απαλλαγμένοι από κάθε φροντίδα, έτσι τρέχουν όλοι… Αλλά αν πρέπει να έρθει κάποιος στην Εκκλησία, σα να κατεβαίνει από κάποια ανώτερη θέση και αξίωμα, έτσι είναι νωθρός και διστάζει… (λέει ο Θεός) Δάνεισέ μου δύο ώρες της ημέρας και τις υπόλοιπες κράτησέ τες εσύ. Και ούτε αυτό το λίγο μου δίνεις. Ή, καλύτερα, μη δανείσεις σε μένα τις δύο ώρες, αλλά στον εαυτό σου για να αναχωρήσεις γεμάτος ευλογίες.

– Και αν ακόμη πρέπει να λάβουν θησαυρό [οι Ιουδαίοι], θα προτιμούσαν να χάσουν το κέρδος παρά να καταπατήσουν το νόμο (της αργίας του Σαββάτου)· εσύ…που είσαι ανώτερος από τη σκιά του νόμου… ενώ καλείσαι εδώ για μικρό διάστημα της ημέρας, ούτε αυτό δέχεσαι να καταναλώσεις;

– Ακόμη και αν έβρισκες ολόκληρο θησαυροφυλάκιο γεμάτο χρυσάφι και απουσιάζες εξαιτίας αυτού, θα ήταν πολύ μεγαλύτερη η ζημιά σου.

– Δεν γνωρίζεις πως, αν έλθεις και προσκυνήσεις το Θεό και λάβεις μέρος στην εδώ σύναξη, οι υποθέσεις που έχεις στα χέρια σου, θα γίνουν πιο εύκολες; Έχεις βιοτικές φροντίδες; Γι’ αυτές λοιπόν έλα εδώ, ώστε, αφού προσελκύσεις την εύνοια του Θεού με την εδώ παραμονή σου, να φύγεις έτσι εξασφαλισμένος. Για να έχεις αυτόν σύμμαχο…Γι’ αυτό και στα κοινά και στα ιδιωτικά πράγματα, μας τυχαίνουν πολλά αντίθετα από την επιθυμία μας, γιατί δε φροντίσαμε πρώτα για τα πνευματικά και ύστερα για τα βιοτικά, αλλά αντιστρέψαμε τη σειρά. Γι αυτό έχει αντιστραφεί και η αλληλουχία και η ευθεία διάταξη των πραγμάτων και όλα σε μας είναι γεμάτα από πολλή σύγχυση… Τι τόσο πολύ κερδίζεις από τα κοσμικά πράγματα, όσο ζημιώνεις τον εαυτό σου; Δεν είναι δυνατόν από άλλη σύναξη ή συγκέντρωση να φύγετε παίρνοντας τόσο πολύ κέρδος, όσο από την εδώ παραμονή σας, είτε δικαστήριο είναι, είτε βουλευτήριο, είτε τα ίδια τα ανάκτορα… Για αυτό έλεγα ότι εκείνοι που στερούν στον εαυτό τους αυτή τη φροντίδα, δέχονται καίριο χτύπημα, αφού παθαίνουν ζημιά όση από πουθενά αλλού· επίσης και κέρδη κερδίζουν, όταν έρχονται εδώ, όσα από πουθενά αλλού δεν θα μπορούσαν να κεδίσουν.

– Οι αιτίες βέβαια απορρέουν από την ανάγκη, αλλά όταν ο Θεός καλεί δεν έχουν δικαιολογία οι άνθρωποι. Γιατί μετά από το Θεό είναι αναγκαία όλα τα άλλα σε μας. Μετά από την τιμή Εκείνου, τότε ας απολαμβάνουν τη φροντίδα μας τα άλλα.

– Μπαίνοντας κάποιος στον ιερό αυτό χώρο, αν δει λίγους, σβήνει και η προθυμία που έχει, αλλά και πιο ράθυμος γίνεται και φεύγει… Αν όμως δει όλους να μαζεύονται και από παντού να συρρέουν, η προθυμία των άλλων γίνεται αφορμή για παρακίνηση και για αυτόν ακόμη που είναι πολύ νωθρός. Αν μία πέτρα, όταν τρίβεται πάνω σε άλλη πέτρα, παράγει σπινθήρες, πολύ περισσότερο συμβαίνει αυτό στις ψυχές που προστρίβονται μεταξύ τους και θερμαίνονται με τη φωτιά του Αγίου Πνεύματος»

(Χρυσ.ΕΠΕ9.165·35.493-5·30.104·26.203,209,557·35.373·26.559,561,563·26.449·35.375)

«Αν στην Εκκλησία μοίραζαν χρυσό, δεν θα μου έλεγες, θα έρθω αύριο και αύριο θα δώσεις, αλλά θα ζητούσες να γίνει η διανομή τάχιστα και θα δυσανασχετούσες για την αναβολή. Επειδή όμως δεν σου προσφέρει ο μεγάλος δωρητής χρωματιστή ύλη, αλλά καθαρότητα ψυχής, πλάθεις προφάσεις και αραδιάζεις δικαιολογίες, ενώ πρέπει να προστρέξεις στο δώρο. – Το μέρος του χρόνου που δανείζουμε στο Θεό, δεν πηγαίνει χαμένο, αλλά πληρώνεται από αυτόν με μαγάλο επιτόκιο. Γιατί τις περιπτώσεις αυτές που μας απασχολούν από την εργασία μας, θα τις αναπληρώσει ο Κύριος, δίνοντας σ’ εκείνους που προτιμούν τα πνευματικά, δύναμη στο σώμα, προθυμία στην ψυχή, αφθονία εσόδων στις συναλλαγές και κατευόδωση και επιτυχία σ’ όλη τους τη ζωή» (Μ.Βασίλειος, ΕΠΕ6.257 4.100-102)

«Προσφέροντας κάποτε θυσία στο Θεό [ο αββάς Αμμωνάς], είδε έναν άγγελο να κάθεται στα δεξιά του θυσιαστηρίου, που σημείωνε τους αδελφούς που έρχονταν στο Μυστήριο και έγραφε τα ονόματά τους σε βιβλίο. Επειδή κάποιοι από τους αδελφούς δεν πήγαν στη σύναξη, είδε τα ονόματά τους να σβήνονται» (Λαυσαϊκή Ιστ.ΕΠΕ,345)

«Είδε ένας γέροντας έναν λαμπροφόρο να βγαίνει από το ιερό, κρατώντας ένα είδος κυπέλλου που περιείχε αγίασμα και μία λαβίδα· και βύθιζε τη λαβίδα στο κύπελλο και πέρναγε από όλους τους αδελφούς σφραγίζοντας τον καθένα τους…Τον ρώτησε μια μέρα ο γέρων…Εγώ είμαι άγγελος και διατάχθηκα να προσφέρω αυτή τη σφραγίδα στους ευρισκόμενους στην εκκλησία»(αββά Δωροθέου,ΕΠΕ12.481)]

«Αυτός που αγανακτεί για την συνήθη σύναξη και στενοχωρείται και παραλύουν τα μέλη του για το μάκρος των ψαλλομένων ύμνων, αυτός στ’ αλήθεια δεν γνώρισε πόσο γλυκά είναι τα λόγια του Θεού στον λάρυγγα αυτών που τον αγαπούν, και ανώτερα από μελισσόκερο στο στόμα αυτών που τον αναγνωρίζουν. Αλλ’ επειδή είναι όλος σάρκα και έχει σαρκικό φρόνημα και ακόμη πιο σάρκινη την αίσθηση, δεν μπορεί κατά πνευματικό τρόπο να γεύεται αυτά που για δική μας ευεργεσία μας δόθηκαν από τον Θεό, αλλ’ όλα όσα είναι σύμφωνα με το θέλημα του Θεού του φαίνονται πικρά και δεν γνωρίζει το, “γευθείτε και δείτε ότι είναι αγαθός ο Κύριος”» (ΣυμεώνΝέουΘεολ.ΕΠΕτ.19Γ, σελ. 341-3)]

«Ουδεμία σωτηρία υπάρχει εκτός της Εκκλησίας… Αυτός που δεν έχει την Εκκλησία ως Μητέρα του, ούτε τον Θεό μπορεί να έχει ως Πατέρα του. Όσο μπόρεσε να σωθεί από τον κατακλυσμό όποιος ήταν έξω από την κιβωτό, άλλο τόσο μπορεί να σωθεί όποιος είναι έξω από την Εκκλησία» (Κυπριανός Καρχηδόνος,επιστ.73,21,Περί της ενότητος,κεφ. 6) «Εκτός της Εκκλησίας είναι δυνατόν να έχει κάποιος τα πάντα πλην της σωτηρίας» (αγ.Αυγουστίνος,PL 43,695) «Η Εκκλησία είναι σαν ένα καράβι. Όταν μπεις στο καράβι, και να ξεχαστείς, και να νυστάξεις, και να κοιμηθείς, αυτό σε πάει. Θα σε βγάλει απέναντι. Αρκεί να μπεις μέσα» (οσ. Παΐσιος,Χαριτωμένες Διδ.40)

«Ρώτησαν ένα δικαστή, γιατί υπάρχουν περισσότεροι άνδρες στις φυλακές, παρά γυναίκες; – Γιατί, απάντησε, υπάρχουν περισσότερες γυναίκες στην εκκλησία παρά άνδρες» (Θησαυρός γνώσεων.Νο859)

ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΣΗΜΕΙΩΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

Υπό Π.Ν Τρεμπέλα – Λειτουργικόν εκδ. Σωτήρ

(1)   Έναρξη

Αποτελείται από τρεις «συναπτές» και τα «αντίφωνα» που παρεμβάλλονται ανάμεσα σ’ αυτές. Το σύνολο όλων αυτών αποτελεί «λιτή» (λιτανεία), όπως φαίνεται και από την πυκνή επανάληψη του «Κύριε, ελέησον». Γι’ αυτό, όταν μετά την ακολουθία του Όρθρου ακολουθούσε παλαιότερα λιτανεία με περιφορά έξω από το ναό, κατά την επάνοδο στο ναό συνεχιζόταν η θεία Λειτουργία από την Μικρή Είσοδο. Υπάρχει χειρόγραφο σύμφωνα με το οποίο η λιτή αυτή ψαλλόταν, ενώ οι λειτουργοί στέκονταν έξω από το ιερό Βήμα. Μετά το τέλος της λιτής έμπαιναν μέσα, αφού προηγουμένως ύψωναν, όπως και σήμερα, το ιερό Ευαγγέλιο, το οποίο μετέφεραν από το Σκευοφυλάκιο, όπου φυλασσόταν Και μέχρι σήμερα, όταν γίνετε αρχιερατική λειτουργία, ο επίσκοπος που ιερουργεί στέκεται έξω από τον ιερό Βήμα κατά τη διάρκεια της Ενάρξεως και εισέρχεται σ’ αυτό κατά τη Μικρή Είσοδο.

Εφόσον μάλιστα με την τέλεση της θείας Ευχαριστίας διακηρύττουμε τον θάνατο, την Ανάσταση και την Ανάληψη του Κυρίου στους ουρανούς, το πρώτο μέρος της θείας Λειτουργίας, που συνήθως ονομάζετε Λειτουργία των κατηχουμένων, προσέλαβε αργότερα και αλληγορική σημασία, και συμβολίζει σύμφωνα με τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα τα γεγονότα «που προηγήθηκαν από τον θάνατο του Κυρίου», δηλαδή «την παρουσία, την ανάδειξη και την τέλεια φανέρωσή του». Δεδομένου μάλιστα ότι τα αντίφωνα άλλοτε ήταν ολόκληροι ψαλμοί, παρατηρείται (στο λόγο που φέρει το όνομα του Σωφρονίου Ιεροσολύμων) ότι μετά την πρώτη αίτηση ψάλλονται τα προφητικά και επειδή προανακηρύττουν τον αναφανέντα Κύριο και συγχρόνως επειδή προηγήθηκε η Παλαιά Διαθήκη.

Έτσι κατά την Έναρξη ο Κύριος προβάλλεται προκηρυττόμενος και προαναγγελλόμενος, και με την ύψωση του Ευαγγελίου φανερούμενος. Διότι το ιερό Ευαγγέλιο συμβολίζει τον ίδιο τον Κύριο που μιλάει μέσα σ’ αυτό και μέσα απ’ αυτό. Και εμφανίζεται ο Κύριος να κηρύττεται από τους Αποστόλους με το αποστολικό ανάγνωσμα, αλλά να μιλάει και ο Ίδιος άμεσα πρός τα πρόβατά του με το ευαγγελικό ανάγνωσμα.

(2)   «Αμήν»

Με το «Αμήν», που λέγεται στο τέλος από το λαό, ολόκληρο το εκκλησιαστικό πλήρωμα επιβεβαιώνει και αποδέχεται ως δική του φωνή τα όσα εκφώνησε ο λειτουργός.

(3)   «Κύριε, ελέησον»

Και τη μικρή αυτή επίκληση, που έχει όμως μεγάλη σημασία και εμπνέει διάθεση συντριβής και ταπεινώσεως, την αναφωνούσε όλος μαζί ο λαός τα παλαιότερα χρόνια.

(4)   «Αντίφωνα»

Μετά τις αιτήσεις του διακόνου, οι οποίες ονομάζονται «ειρηνικά» επειδή στις τρείς πρώτες αιτήσεις επαναλαμβάνεται η λέξη «ειρήνη», ο ιερεύς απαγγέλει την ευχή του α’ αντιφώνου. Παλαιότερα και αυτή και οι άλλες ευχές της θείας Λειτουργίας απαγγέλλονταν με έντονη φωνή, για να τις παρακολουθεί και το εκκλησίασμα.

Τα «αντίφωνα» ονομάζονται έτσι διότι ψάλλονται διαδοχικά από δυο χορούς, καθώς ο ένας ανταποκρίνεται στον άλλο και επαναλαμβάνει με μορφή επωδού το ίδιο εφύμνιο, το οποίο για το πρώτο αντίφωνο είναι το «Ταίς πρεσβείαις της Θεοτόκου…». Στα παλαιότερα χρόνια το αντίφωνο ήταν ολόκληρος ψαλμός. Ο αναγνώστης απο τον άμβωνα απήγγειλε ένα-ένα στίχο και μαζί μ’ αυτόν όλος ο λαός επαναλάμβανε ως επωδό το εφύμνιο ή την «υπακοή», η οποία ήταν κάποιος ψαλμικός στίχος.

(5)   Μικρή Είσοδος

Όπως είπαμε και προηγουμένως, πρίν από τον 5ο αιώνα η έναρξη της θείας Λειτουργίας γινόταν με τη Μικρή Είσοδο. Τότε ο λειτουργός, ντυμένος με τα άμφια του και κρατώντας το ιερό Ευαγγέλιο, ξεκινούσε από το Σκευοφυλάκιο, το οποίο στις Εκκλησίες της Συρίας αποτελούσε ανεξάρτητο κτίσμα κοντά στο ναό, και κατευθυνόταν πρός το ιερό Βήμα, όπου εισερχόταν για πρώτη φορά μετά την Έναρξη. Γι’ αυτό ο λειτουργός εύχεται ώστε μαζί με την είσοδό του σ’ αυτό να γίνει και είσοδος αγίων Αγγέλων. Και ο διάκονος, όταν φθάσουν μπροστά από τις πύλες του Βήματος, λέει στον ιερέα: «Ευλόγησον, δέσποτα, την αγίαν είσοδον», ενώ ο ιερέας ευλογώντας λέει: «Ευλογημένη η είσοδος των αγίων σου πάντοτε, νύν και αεί και είς τους αιώνας των αιώνων».

Αυτά τα λόγια τα κατανοούμε καλύτερα, όταν έχουμε υπόψη ότι ορίσθηκαν να λέγονται σε εποχή που κατά τη Μικρή Είσοδο οι λειτουργοί για πρώτη φορά εισέρχονταν στο ιερό Βήμα, το οποίο ονομαζόταν «άγια» και «άγια αγίων» κατά μίμηση του Ναού της Ιερουσαλήμ στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης.

(6)   Ύψωση Ευαγγελίου

Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας ερμηνεύει αλληγορικά την ύψωση αυτή του Ευαγγελίου λέγοντας ότι «ο ιερεύς στέκεται στην μέση του ναού μπροστά από το θυσιαστήριο και υψώνει το Ευαγγέλιο, συμβολίζοντας την ανάδειξη του Κυρίου, όταν άρχισε να παρουσιάζεται στον κόσμο».

(7)   Εισοδικό

Ονομάζεται έτσι, διότι ψαλλόταν, ιδιαιτέρως στη Δύση και στην Αίγυπτο, την ώρα που ο λειτουργός, ντυμένος τα άμφια του, ξεκινούσε από το Σκευοφυλάκιο και προχωρώντας εισόδευε στο ιερό Βήμα.

(8)   Τρισάγιος ύμνος

Ο ύμνος αυτός ονομάζεται Τρισάγιος εξαιτίας της τριπλής επαναλήψεως της λέξεως «άγιος», η οποία αναφέρεται πρός τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Στα τρία αυτά πρόσωπα αναφέρονται και τα Σεραφείμ που στέκονται δίπλα στον ουράνιο θρόνο του Θεού και αναβοούν ασίγητα «άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ» (Ησ. 6, 2-3). Ο ύμνος αυτός εισήχθη στη λειτουργία με αφορμή κάποιον ισχυρό σεισμό στα χρόνια που αυτοκράτωρ ήταν ο Θεοδόσιος ο Μικρός (408-450) και πατριάρχης ο Πρόκλος (434).

Ο Τρισάγιος ύμνος αντικαθίσταται με τον ύμνο «Όσοι είς Χριστόν εβαπτίθητε…» στις εορτές των Χριστουγέννων, των Θεοφανίων, του Σαββάτου του Λαζάρου, του Μεγάλου Σαββάτου και του Πάσχα, διότι παλαιότερα κατά τις εορτές αυτές βαπτίζονταν ομαδικά πολλοί Κατηχούμενοι. Παρόμοια, στις εορτές της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και της Σταυροπροσκυνήσεως ψάλλεται για ευνόητους λόγους το «Τον Σταυρόν σου προσκυνούμεν, Δέσποτα, και την Αγίαν σου Ανάστασιν δοξάζομεν».

(9)   Προκείμενο

Μόνο δύο στίχοι απέμειναν πλέον από αυτό. Παλαιότερα όμως αποτελούνταν από ολόκληρο ψαλμό. Ο αναγνώστης απήγγειλε από τον άμβωνα εμμελώς ανά ένα στίχο, μετά από τον οποίο ο λαός επαναλάμβανε ως επωδό τον στίχο που μέχρι και σήμερα απαγγέλλεται πρώτος από τον αναγνώστη. Λέγετε «προκείμενον», ως ο ψαλμός που προτάσσεται από το κείμενο της περικοπής του Αποστόλου.

(10)   Αλληλουάριο

Αυτό αποτελείται πλέον μόνο από το «Αλληλούια», που ψάλλλεται τρείς φορές από τον ψάλτη. Παλαιότερα ήταν κι αυτό ολόκληρος ψαλμός, που μετά απο κάθε στίχο του επαναλαμβανόταν από το λαό ώς επωδός το Αλληλούια. Τότε, κατά τη διάρκεια του Αλληλουαρίου, θυμίαζε ο διάκονος, ενώ ο ιερέας διάβαζε την ευχή του Ευαγγελίου. Αυτά τώρα γίνονται κατά τη διάρκεια του αποστολικού αναγνώσματος. Το θυμίαμα μάλιστα που προσφέρεται τη στιγμή αυτή θεωρήθηκε σύμβολο ευλαβείας που αναφέρεται στην ευωδία που εξαγγέλλει το Ευαγγέλιο, την ευωδία της γνώσεως του Ιησού Χριστού. Αυτή την ευωδία καλούμαστε και μείς να φανερώνουμε με ζωή ευωδιαστή και ευαγγελική ( Β΄Κορ. β’ 14-15)

(11)   «Δόξα σοι, Κύριε, δόξα σοι»

Οφείλουμε να δοξολογούμε και να ευχαριστούμε τον Κύριο, ο οποίος ετοιμάζει για μάς δύο τράπεζες που τρέφουν υπερφυσικά τις ψυχές μας: την τράπεζα της θείας Ευχαριστίας, στην οποία προτίθεται το Σώμα και το Αίμα Του ως μυστηριώδης τροφή, αλλά και ως ατίμητος θυσία. Και την τράπεζα του λόγου Του και των ρημάτων, τα οποία όπως ο Ίδιος μας βεβαίωσε, «πνεύμα εστί και ζωή εστί» (Ιωάν. ς΄ 63). Σχετικά με το θέμα αυτό παρατηρεί πολύ σωστά ο ιερός Αυγουστίνος: Όποιες προφυλάξεις παίρνουμε κατά τη θεία μετάληψη προκειμένου να μην πέσει ποτέ από τα χείλη μας κάποιος μαργαρίτης, έστω και ελάχιστος, από το άχραντο Σώμα του Κυρίου, τέτοια προσοχή πρέπει να δείχνουμε ώστε να μην εκπέσει από τις καρδιές μας ούτε μια «κεραία» από τα θεία ρήματα.

(12)   Εκτενής ικεσία

Λέγεται «εκτενής», διότι παρά το γεγονός ότι σήμερα παραλείπεται εντελώς από πολλούς λειτουργούς, κάποτε ήταν πραγματικά πολύ μεγάλη και εκτεταμένη. Διότι την ώρα αυτή απευθύνονταν πολλές ικεσίες: «υπέρ πασών των αγίων του Θεού Εκκλησιών, υπέρ του επισκόπου και παντός του κλήρου», υπέρ όλων των εκκλησιαστικών και κοινωνικών τάξεων, «υπέρ ζώντων και τεθνεώτων, υπέρ ασθενούντων και ενεργουμένων (=κατεχομένων υπό του διαβόλου), υπέρ των κατηχουμένων» ιδιαιτέρως, και ξεχωριστά «υπέρ των μετανοούντων». Μετά από κάθε αίτηση ο λαός «και προ πάντων τα παιδία» έλεγαν το «Κύριε, ελέησον».

Αυτό συνέβαινε κυρίως μετά την αποχώρηση όσων δεν ήταν άξιοι να προσέλθουν στην θεία Κοινωνία. Τότε οι πιστοί που είχαν απομείνει, καθώς προετοιμάζονταν για τη θεία μετάληψη -γονατιστοί μάλιστα, επειδή συναισθάνονταν ότι ήταν ένοχοι και ανάξιοι να κοινωνήσουν- οι ίδιοι σιωπούσαν, και αντί γι’ αυτούς η Εκκλησία έβαζε μπροστά τα «παιδία τα άμωμα του δήμου», για να παρακαλούν τον Θεό και να ζητούν το έλεος Του. (Χρυσόστομος)

(13)   «’Οσοι πιστοί…»

Αποχώρησαν πλέον οι κατηχούμενοι κι έπειτα και οι φωτιζόμενοι (όσοι δηλαδή βρίσκονταν λίγο πριν το Βάπτισμα) και όλοι γενικά οι αμύητοι. Οι ευχές για τους κατηχουμένους συνήθως λέγονται ανελλιπώς μόνο στη λειτουργία των Προηγιασμένων.

Σε κάποιο λειτουργικό κείμενο, που έχει την επιγραφή «Διαθήκη του Κυρίου Ιησού Χριστού», είναι αξιοσημείωτη και η πρόσκληση του διακόνου στο σημείο αυτό, που έχει ως εξής: «Οι κατηχούμενοι απελθέτωσαν. Οράτε, μη τις ακάθαρτος. Άνω τα όμματα των καρδιών ημών. Άγγελοι επισκοπούσιν. Οράτε. Ει τις ούκ έχει παρρησίαν απελθέτω.. ομονοούση διανοία δεηθώμεν. Μη τις μοιχός. Μη τις παρωργισμένος. Ει τις της αμαρτίας δούλος απελθέτω. Ως υιοί φωτός δεηθώμεν».

(14)   Μεγάλη Είσοδος

Παλαιότερα στο σημείο αυτό της θείας Λειτουργίας, όταν πλέον είχαν αποχωρήσει οι κατηχούμενοι και οι μετανοούντες, οι οποίοι δεν δικαιούνταν να προσάγουν προσφορές για την τέλεση της θείας Ευχαριστίας, προσφέρονταν από τους πιστούς προσφορές άρτου και οίνου. Από αυτές οι διάκονοι ξεχώριζαν τις αναγκαίες ποσότητες για την κοινωνία των πιστών, και αφού τις προσκόμιζαν στο άγιο Θυσιαστήριο, τις απέθεταν πάνω σ’ αυτό.

Έτσι διαμορφώθηκε πολύ νωρίς η Μεγάλη Είσοδος, η οποία συνίσταται στη μεταφορά με πομπή και ευλάβεια των τιμίων δώρων από το Σκευοφυλάκιο στην αγία Τράπεζα και συμβολίζει «τη συντελεσμένη αναπαράσταση του σταυρικού πάθους του Κυρίου, έτσι ώστε να μπορούμε να αντιληφθούμε τον Κύριο σαν να κείτεται μέσα στον τάφο μετά από το πάθος Του. Γι αυτό και οι λειτουργοί που απλώνουν τα ιερά υφάσματα πάνω στο Θυσιαστήριο αναπαριστούν συμβολικά την σινδόνα της ταφής του Κυρίου» (Θεόδωρος Μοψουεστίας).

Είναι φανερό ότι από τη Μεγάλη Είσοδο αρχίζει το κυριότερο και σπουδαιότερο τμήμα της λατρείας. Επειδή μάλιστα μ’ αυτήν αναπέμπουμε και μείς από τη γη την ίδια λατρεία που προσφέρουν και οι άγγελοι στον ουρανό, ενωνόμαστε μαζί τους σε κοινή δοξολογία και ευχαριστία και προσκύνηση του Υψίστου Θεού. Γι’ αυτό ο ύμνος που ψάλλεται πρίν τη Μεγάλη Είσοδο λέγετε «Χερουβικός», καθώς αναπέμπεται από τους πιστούς που βρίσκονται στη γη, οι οποίοι εικονίζουν τα Χερουβίμ και συμψάλουν μαζί τους τον Τρισάγιο ύμνο.

(15)   Ευχή της προσκομιδής

Λέγεται έτσι, διότι τα τίμια δώρα προσκομίσθηκαν και αποτέθηκαν στο άγιο Θυσιαστήριο. Ξεχωρίσθηκαν πλέον από κάθε κοινή χρήση και αφιερώθηκαν ειδικότερα τώρα στο Θεό.

(16)   Ασπασμός

Στο σημείο αυτό στην αρχαία Εκκλησία και μάλιστα στις Εκκλησίες της Ανατολής και Αιγύπτου δινόταν μεταξύ των Χριστιανών το φίλημα της ειρήνης. Οι κληρικοί ασπάζονταν τον επίσκοπο και τους συλλειτουργούς τους, και από τους λαϊκούς οι άνδρες τους άνδρες και οι γυναίκες τις γυναίκες. Σήμερα ο ασπασμός γίνεται μεταξύ των συλλειτουργούντων ιερέων και με τον επίσκοπο, εάν συμβεί να συλλειτουργεί μαζί τους. Από τον τρόπο μάλιστα που γίνεται ο ασπασμός αυτός βγάζουμε το συμπέρασμα ότι στην αρχαία Εκκλησία καθένας από τους άνδρες ασπαζόταν όλους τους άνδρες του εκκλησιάσματος, και καθεμιά γυναίκα όλες τις γυναίκες.

(17)   «Τας θύρας, τας θύρας…»

Η προτροπή αυτή του διακόνου απευθύνεται πρωτίστως στους υποδιακόνους ή πυλωρούς που στέκονται δίπλα στις θύρες του ναού, και τους εφιστά την προσοχή ώστε να μην επιτρέψουν την είσοδο σε κάποιον αβάπτιστο και αμύητο. Κι αυτό προκειμένου να απαγγελθεί το «Σύμβολο της πίστεως», το οποίο κρατούνταν μυστικό για αρκετό χρόνο ακόμη και από τους κατηχούμενους. Και έπειτα να ακολουθήσει η τέλεση της αγίας Αναφοράς, δηλαδή του υψίστου των μυστηρίων.

Το «εν σοφία πρόσχωμεν» συνδέεται άραγε άμεσα με το «τάς θύρας, τας θύρας» ή με το Σύμβολο της πίστεως που ακολουθεί; Απευθύνεται δηλαδή στους υποδιακόνους ή σε όλους τους πιστούς, για να διεγερθεί η προσοχή τους ώστε να προσέξουν την ομολογία του Συμβόλου που ακολουθεί; Ο κώδικας του Πυρομάλη συνηγορεί υπέρ του δευτέρου, διότι γράφει τα εξής: «Ο διάκονος. Τας θύρας, τας θύρας. Και κατακλείονται αι θύραι. Ο διάκονος. Πρόσχωμεν. και το σύμβολον ψάλλωμεν». Άλλοτε το Σύμβολο απαγγελλόταν εμμελώς από όλο το λαό.

(18)   Αγία Αναφορά

Πρόκειται να αρχίσει η αγία Αναφορά. Δηλαδή η θυσία που αναπέμπεται από το επίγειο Θυσιαστήριο στο νοερό και υπερουράνιο Θυσιαστήριο. Ο Κύριος είχε πει ότι καθένας που προσφέρει κάποιο δώρο στο Θυσιαστήριο οφείλει προηγουμένως να συνδιαλλάσσεται με κάθε αδερφό του, ο οποίος έχει κάτι εναντίον του (Ματθ. ε΄23-24). Σύμφωνα λοιπόν με τα λόγια αυτά του Κυρίου, ο διάκονος μας προτρέπει να προσέξουμε ώστε να προσφέρουμε την αγία Αναφορά έχοντας ειρήνη με όλους. Ακριβώς γι’ αυτό και λίγο πριν γινόταν παλαιότερα ο ασπασμός της ειρήνης.

(19)   «Άνω σχώμεν τάς καρδίας»

Λέει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων: «Αληθινά, εκείνη την πιο φρικτή ώρα πρέπει να έχουμε στραμμένη προς τα άνω την καρδιά μας, προς τον Θεό, και όχι κάτω προς τη γη και τα γήινα πράγματα». Οφείλουμε όλοι «να αφήσουμε τις βιοτικές φροντίδες και οικογενειακές μέριμνες και να έχουμε την καρδιά μας στον ουρανό, στο φιλάνθρωπο Θεό».

(20)   Ο Επινίκιος Ύμνος

Ο Επινίκιος Ύμνος είναι συνέχεια της ευχής της Αναφοράς, η οποία διακόπτεται για λίγο, ώστε ο λειτουργός και ο λαός με μια ψυχή να αναπέμψουν τον ύμνο αυτό. Ο θείος Χρυσόστομος σημειώνει τα εξής: «Προσπάθησε να καταλάβεις μαζί με ποιούς στέκεσαι την ώρα των μυστηρίων. Μαζί με τα Χερουβείμ, μαζί με τα Σεραφείμ. Πως λοιπόν θα μπορέσεις και συ μαζί μ’ εκείνους τους αγγέλους να λές Άγιος, άγιος, άγιος;» «Επάνω στον ουρανό οι στρατιές των αγγέλων δοξολογούν. Κάτω στις εκκλησίες χοροστατούν άνθρωποι και μιμούνται την ίδια μ ‘ εκείνους δοξολογία. Άνω τα Σεραφείμ αναβοούν τον τρισάγιο ύμνο, κάτω τα πλήθη των ανθρώπων αναπέμπουν τον ίδιο ύμνο». Και ο Θεόδωρος Μοψουεστίας μαρτυρεί ότι, προκειμένου να ψαλλεί ο επινίκιος ύμνος, ενώ οι πιστοί στρέφουν ταπεινά τα βλέμματά τους προς τα κάτω, ο διάκονος εκφωνεί: «Στώμεν πάντες μετά μεγάλου φόβου και τρόμου».

(21)   Οι λόγοι της συστάσεως

Αναφέρονται τα λόγια που είπε ο Κύριος όταν συνέστησε το μυστήριο και παρέδωσε το Σώμα του πρώτα και το Αίμα του έπειτα στους Αποστόλους για να τα κοινωνήσουν. Και πρέπει να ακούγονται τα λόγια αυτά, ώστε να συνδέεται αυτό που σήμερα τελεσιουργείται από μας με εκείνο που συστάθηκε και παραδόθηκε τότε από τον Κύριο. Ό,τι δηλαδή τελούμε εμείς προσφέροντας τη θεία Ευχαριστία είναι ακριβώς το ίδιο που συνέστησε ο Κύριος το απόγευμα της Μεγάλης Πέμπτης.

(22)   Ανάμνηση

Το μικρό αυτό τμήμα της Αναφοράς ονομάζεται «Ανάμνησις», διότι είναι συντεταγμένο σύμφωνα με τα λόγια που είπε ο Κύριος στους μαθητές αμέσως μόλις παρέδωσε το μυστήριο: «Τούτο ποιείτε είς την εμήν ανάμνησιν» (Λουκ. κβ’ 19, Α΄ Κορ. ια’ 24-25). Με την «Ανάμνηση» λοιπόν δηλώνεται και διακηρύττεται ότι το μυστήριο που τελείται από μας γίνεται με εντολή του Κυρίου, προκειμένου να έχουμε την ανάμνησή του, και ταυτίζεται ακριβώς με το μυστήριο «τούτο» που παρέδωσε ο Κύριος στους Αποστόλους προσθέτοντας και την εντολή αυτή.

(23)   «Τα σα εκ των σών»

Το «σοί προσφέρομεν κατά πάντα» μάλλον αναφέρεται στα Θυσιαστήρια που βρίσκονται σ’ όλα τα μέρη του κόσμου, στα οποία προσφέρεται από τους πιστούς η θεία Ευχαριστία, σε αντίθεση με τις θυσίες της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίες μόνο σ’ έναν τόπο, το Ναό των Ιεροσολύμων, προσφέρονταν. Στην Καινή Διαθήκη η θυσία της θείας Ευχαριστίας προσφέρεται σε κάθε («κατά πάντα») τόπο. Παρά το γεγονός αυτό όμως, η θυσία αυτή παραμένει πάντοτε μία και η ίδια. Διότι απο τα οσαδήποτε Θυσιαστήρια στα οποία τελείται, αναφέρεται στη μια θυσία, την οποία προσφέρει στο υπερουράνιο Θυσιαστήριο ο μέγας αρχιερεύς Ιησούς Χριστός, ο οποίος δέεται θερμά για μας. Έτσι η θυσία της θείας Ευχαριστίας που τελείται στη γη συνενώνεται μ’ αυτή που προσφέρει ο Χριστός στο υπερουράνιο Θυσιαστήριο, καθώς ταυτίζεται πλήρως με αυτήν.

(24)   «Σε υμνούμεν…»

Ο πολύ παλαιός αυτός ύμνος αποτελεί συνέχεια της Αναφοράς. Αυτό το αντιλαμβάνεται κανείς ευκολότερα, όταν λάβει υπόψη του ότι στην εκφώνηση που προηγήθηκε τα παλαιά χειρόγραφα έχουν «Τα σα εκ των σών σοί προσφέροντες…». Έτσι η απόδοση και το κύριο ρήμα βρίσκονται στον ύμνο που ψάλλεται από το λαό. Παρεμβαίνει λοιπόν και στο κρίσιμο αυτό σημείο ο λαός. Και αυτό εξηγείται, όταν έχει κανείς υπόψη του ότι η θυσία προσφέρεται απ’ όλη την Εκκλησία, όπως φαίνεται και από το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο του ρήματος, το οποίο ακολουθεί: «Έτι προσφέρομέν σοι…». Ο ιερεύς είναι απαραίτητος για τον καθαγιασμό, ο οποίος δεν είναι δυνατόν να συντελεσθεί χωρίς αυτόν. Από τη στιγμή όμως που θα καθαγιασθούν τα δώρα, αποτελούν κτήμα όλης της Εκκλησίας και προσφέρονται θυσία στο Θεό από όλους τους πιστούς, οι οποίοι έχουν επικεφαλής τους τον ιερέα.

(25)   Επίκληση – Καθαγιασμός

Ο λειτουργός παρακαλεί τον Θεό και Πατέρα να μεταβάλλει τον άρτο σε Σώμα Χριστού. Διότι τα μυστήρια τα τελεσιουργεί αοράτως ο μέγας αρχιερεύς Χριστός, ενώ ο λειτουργός είναι το απαραίτητο όργανό του για την τελεσιουργία αυτή, που δανείζει σ’ Αυτόν το χέρι του και τη γλώσσα του. Γι’ αυτό ακριβώς, οσοδήποτε ανάξιος κι αν είναι ο λειτουργός, η τελείωση του μυστηρίου δεν βλάπτεται σε τίποτε, αφού πραγματικός λειτουργός του είναι ο Κύριος.

(26) Ικετευτικές μνημονεύσεις

Αρχίζουν ήδη οι ικετευτικές δεήσεις και η ανάγνωση των Διπτύχων, στα οποία αναγράφονται ονόματα κεκοιμημένων. Η θυσία που έχει ήδη συντελεσθεί προσφέρεται «υπέρ των κεκοιμημένων αγίων Πατέρων και επισκόπων και πάντων των εν ημίν προκεκοιμημένων» και πιστεύουμε ότι «μεγίστη όνησις» και ωφέλεια θα επέλθει στις ψυχές, «για τις οποίες αναπέμπεται η δέηση της αγίας και πιο φρικτής θυσίας που έχουμε μπροστά μας». Διότι «τον Χριστό προσφέρουμε σφαγιασμένο και ζητούμε από τον φιλάνθρωπο Θεό τη δική τους εξιλέωση και τη δική μας» (Κύριλλος Ιεροσολύμων).

Διότι όταν στέκεται «ολόκληρος ο λαός ανυψώνοντας τα χέρια του, το ιερατικό πλήρωμα, και τελείται μπροστά μας η φρικτή θυσία, πώς δεν θα ελκύσουμε το έλεος του Θεού παρακαλώντας τον για τους κεκοιμημένους;» (Χρυσόστομος).

(27)   Ικετευτικές δεήσεις – Δίπτυχα

Άριστα ο θείος Χρυσόστομος αποσαφηνίζει με ποιό πνεύμα μνημονεύουμε τους αγίους και τους μάρτυρες στη θεία Λειτουργία και πόσο διαφορετικά τους υπόλοιπους κεκοιμημένους, «μάλιστα αν αυτοί ήταν αμαρτωλοί». Λέει λοιπόν τα εξής: «Κι αν είναι μάρτυρες, είναι μεγάλη τιμή να αναφέρουμε τα ονόματα τους τώρα που είναι παρών ο Δεσπότης». Αυτό συμβαίνει «όπως όταν γιορτάζονται τα επινίκια των βασιλέων. Τότε επευφημούνται και όσοι πήραν μέρος στη νίκη, ενώ όσοι είναι φυλακισμένοι ελευθερώνονται λόγω της εορτής». Μνημονεύουμε λοιπόν τους αγίους θριαμβευτικά και η Εκκλησία τους προβάλλει στο Θεό ως νικηφόρα στρατιά, αποδεικνύοντας έτσι ότι ο Υιός του Θεού δεν θυσίασε μάταια τον εαυτό του. Ενώ τους υπόλοιπους και μάλιστα τους αμαρτωλούς η Εκκλησία τους μνημονεύει ικετευτικά, εκζητώντας γι’ αυτούς το θείο έλεος.

(28)   «Και ων έκαστος κατά διάνοιαν έχει…»

Παρόλο που ο ιερεύς μνημονεύει μπροστά στο Θυσιαστήριο γενικώς «πάντας τους κεκοιμημένους επ’ ελπίδα αναστάσεως ζωής αιωνίου» και «πάντας τους εν πίστει οικούντας εν πάση πόλει», ο διάκονος με την προσφώνηση του αυτή αναφέρεται και σε όσους ονομαστικά έχει στη σκέψη του καθένας από τους εκκλησιαζομένους. Η επίκληση λοιπόν του θείου ελέους τη στιγμή αυτή από κάθε πιστό που παρευρίσκεται στη θεία Λειτουργία για τους προσφιλείς του ζωντανούς και κεκοιμημένους ισοδυναμεί με το να μνημονεύονται τα ονόματά τους μπροστά στο Θυσιαστήριο και απο τον διάκονο.

(29)   «Και έσται τα ελέη»

Με τον ασπασμό αυτόν επισφραγίζεται η μεγάλη ευχή της Αναφοράς, που τελειώνει εδώ. Αυτή άρχισε με ασπασμό: «Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού…» και με ασπασμό τελειώνει. Το τμήμα που ακολουθεί μέχρι την εκφώνηση «τα άγια τοις αγίοις» αποτελεί προπαρασκευαστική δέηση για την άξια μετάληψη του θείου μυστηρίου.

(30)   Υπερουράνιο θυσιαστήριο

Στην Αποκάλυψη του Ιωάννη (η’ 3-4) παρουσιάζεται ένας άγγελος Κυρίου που στέκεται στο υπερουράνιο Θυσιαστήριο και κρατά χρυσό θυμιατήριο. Σε αυτόν δόθηκαν θυμιάματα πολλά για να τα προσφέρει στο χρυσό Θυσιαστήριο, που είναι μπροστά στον ουράνιο θρόνο του Θεού. Και όπως εξηγεί ο θείος Ιωάννης, τα θυμιάματα αυτά είναι οι προσευχές και οι πρεσβείες της θριαμβεύουσας Εκκλησίας του ουρανού, με τις οποίες ενώνονται και οι προσευχές των πιστών που αγωνίζονται στη γη, ώστε ενισχυμένες να προσφερθούν στον Θεό. Γι΄αυτό ακριβώς εδώ λέγετε ότι τη θυσία της Ευχαριστίας, από την οποία δεν υπάρχει άλλη πιο ευώδης και θεάρεστη, τη δέχθηκε ο φιλάνθρωπος Θεός στο υπερουράνιο του Θυσιαστήριο.

Εμείς βέβαια την προσφέρουμε στη γη, αλλά, όπως είπαμε και πιο πριν, ενώνεται αυτή με τη θυσία που προσφέρει στους ουρανούς ο μέγας Αρχιερεύς Χριστός. Και συνεπώς από το επίγειο Θυσιαστήριο ανεβαίνει αυτή συγχρόνως και στο υπερουράνιο.

(31)   Η Κυριακή προσευχή

Η Κυριακή προσευχή θεωρήθηκε από πολύ παλαιά ότι μας προετοιμάζει για την άξια μετάληψη, για δύο λόγους:

Πρώτον για το αίτημα που περιέχει «τον άρτον ημων τον επισούσιον δος ημίν σήμερον», το οποίο ερμηνεύθηκε ότι αναφέρεται στον άρτο που είναι αναγκαίος για τη συντήρηση της ουσίας μας. Και όπως λέει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, ο άρτος αυτός «αναφέρεται στην ουσία της ψυχής μας». Κύρια ουσία μας δηλαδή πολύ σωστά θεωρήθηκε η ψυχή μας. Γι΄αυτό ιδιαιτέρως οι Αφρικανοί Πατέρες θεώρησαν ως «άρτο επιούσιο» τη θεία Ευχαριστία. Το ότι μάλιστα ζητούμε τον άρτο αυτό να μας δίνεται κάθε μέρα –και γι αυτό ονομάζεται και άρτος καθημερινός– δίνει αφορμή στο θείο Αμβρόσιο να θέσει το ερώτημα: «Αν ο άρτος αυτός είναι καθημερινός, γιατί εσύ τον μεταλαμβάνεις μετά από ένα ολόκληρο έτος; Οφείλεις να ζεις έτσι, ώστε να είσαι άξιος κάθε μέρα να κοινωνείς».

Επιπλέον, η Κυριακή προσευχή ορίσθηκε να λέγεται τη στιγμή αυτή και για το άλλο αίτημά της: «άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Διότι έτσι δίνουμε με τα λόγια αυτά τη βεβαίωση ότι συγχωρούμε όσους μας έφταιξαν με οποιονδήποτε τρόπο. Ο Λεόντιος Νεαπόλεως στο βίο του αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος εξιστορεί γι’ αυτόν ότι κάποτε που λειτουργούσε, όταν με τον διάκονο που συλλειτουργούσε απήγγειλαν την Κυριακή προσευχή και έφθασαν στο αίτημα αυτό, ο άγιος τού ζήτησε να σταματήσει και επανέλαβε μόνος πάλι το αίτημα, προσθέτοντας με ήρεμη φωνή: «Κοίτα σε τι φοβερή ώρα λες στο Θεό.. όπως εγώ συγχωρώ, έτσι και συ συγχώρεσε με».

(32)   «τολμάν επικαλείσθαι σε…»

Για τον άνθρωπο, που είναι ένα σκουλήκι και μολύνει τα χείλη του και τη γλώσσα του πάρα πολύ συχνά με αργολογίες και ρυπαρά και πολλαπλώς εφάμαρτα λόγια, αποτελεί πραγματικά απερίγραπτη τόλμη να πλησιάζει τον άπειρο Θεό όπως ένα παιδί τον πατέρα του, και με ακάθαρτο το στόμα του να τον ονομάζει «Πατέρα».

(33)   «Τα άγια τοις αγίοις» (Ύψωση)

Είναι αξιοσημείωτα τα όσα παρατηρεί ο θείος Χρυσόστομος: «Ο ιερεύς με τη φωνή του αυτή εμποδίζει τα τραυματισμένα και παραμορφωμένα πρόβατα να προσέλθουν στο μυστήριο. Και με φρικτή βοή, όπως κραυγάζει ο κήρυκας σηκώνοντας το χέρι του ψηλά, μέσα σ’ εκείνη τη φρικτή ησυχία κραυγάζει δυνατά: Όποιος δεν είναι άγιος να μην προσέλθει». Η ύψωση του αγίου άρτου συμβολίζει σύμφωνα με τον ιερό Δαμασκηνό την ύψωση του Κυρίου επί του Σταυρού.

(34)   Κλάση

Ο μελισμός του αγίου άρτου γίνεται κατά μίμησην του τεμαχισμού που έκανε ο Κύριος όταν παρέδιδε το μυστήριο, κόβοντας τον έναν άρτο και διανέμοντάς τον στους μαθητές. Ο μελισμός λοιπόν αυτός του αγίου άρτου είχε αρχικά ως κύριο σκοπό τον τεμαχισμό του σε κομμάτια για τη μετάδοση από αυτά στους πιστούς. Παράλληλα υπενθύμιζε σε όλους όσους κοινωνούσαν «ότι εις άρτος, εν σώμα οι πολλοί έσμεν, οι γαρ πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν». (Α’ Κορ. ι’ 17). Αργότερα όμως ο τεμαχισμός αυτός του άρτου έγινε σύμβολο της κακώσεως που υπέστη το σώμα του Χριστού κατά το πάθος του επάνω στο σταυρό.

(35)   Ένωση

Η ένωση αυτή του τιμίου Σώματος με το άχραντο Αίμα γίνεται, έτσι ώστε, όπως παρατηρεί ο Θεόδωρος Μοψουεστίας, «να καταδεικνύεται ότι αυτά είναι αχώριστα και ενιαία, και μια δύναμη και χάρη προσφέρουν σ’ αυτούς που τα μεταλαμβάνουν». Μεταγενέστερα η ένωση αυτή θεωρήθηκε σύμβολο της Αναστάσεως του Κυρίου. Κι αυτό διότι ο χωρισμός του τιμίου αίματος από την αγία σάρκα του Κυρίου συμβολίζει σαφώς τη σφαγή και τη θυσία Του. Η ένωσή τους λοιπόν και πάλι υπενθυμίζει την εκ νεκρών Ανάσταση.

(36)   Κοινωνικό

Το «Κοινωνικό» άλλοτε παρατεινόταν μέχρι το τέλος της θείας κοινωνίας και από τους λαϊκούς. Γι’ αυτό λέγεται και Κοινωνικό, διότι όταν ψαλλόταν αυτό, διεξαγόταν η θεία κοινωνία και του κλήρου και του λαού. Αποτελούνταν λοιπόν παλαιότερα όχι μόνον από ένα στίχο, αλλά από ολόκληρο ψαλμό. Τέτοιοι ψαλμοί ήταν συνήθως ο 22ος («Κύριος ποιμαίνει με…»), ο 33ος («Ευλογήσω τον Κύριον εν παντί καιρώ…»), ο 144ος («Υψώσω σε, ο Θεός μου, ο βασιλεύς μου…») και ο 116ος («Αινείται τον Κύριον πάντα τα έθνη…»).

(37)   «Υψώθητι επί τους ουρανούς, ο Θεός …»

Η προσφώνηση αυτή που λέγεται σιωπηλά από τον ιερέα, εισήχθη αργότερα. Η τοποθέτησή της στο σημείο αυτό εξηγείται, όταν ληφθεί υπόψη ότι την ώρα της «Ανάμνησης» της αγίας Αναφοράς προσφέρουμε τη θεία Ευχαριστία «μεμνημένοι» όχι μόνο «του σταυρού, του τάφου», αλλά και «της τριημέρου αναστάσεως» και της «εις ουρανούς αναβάσεως», δηλαδή της Αναλήψεως και της «εκ της δεξιών καθέδρας».

(εγκόλπιο: Η Θεία Λειτουργία Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, εκδόσεις Ο Σωτήρ)

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

Σχεδιάγραμμα ιστορικής εξέλιξης των διαφόρων στοιχείων της λειτουργίας ως και τη μικρή είσοδο (κατά προσέγγιση)

1) 4ο-5ο αιώνα: Απλή είσοδος κλήρου και λαού στο ναό (με το Ευαγγέλιο)

– Ευλογία του λαού από το λειτουργό με το «Ειρήνη πάσι»

– Αναγνώσματα (από το κέντρο του ναού, γιατί εκεί ήταν αρχικά ο άμβωνας)

– Κήρυγμα κλπ

2) 5ο -6ο αιώνα:- To τρισάγιο ως εφύμνιο ενός ψαλμού (79ου ), αντιφωνικά ψαλλομένου από όλους κατά την είσοδο.

– Ευλογία του λαού κλπ.

3) 6ο -7ο αιώνα:- Στην είσοδο, αντιφωνικός ψαλμός, με εφύμνιο-εισοδικό τροπάριο το «Ο μονογενής» τις ημέρες που δεν υπήρχε γιορτή.

-Ευχή τρισάγιου, τρισάγιος ύμνος (χωρίς ψαλμό)

4) 7ο -10ο αιώνα:- Η είσοδος κλήρου και λαού γίνεται χωριστά στο ναό.

– Τα αντίφωνα γίνονται τρία με την προσθήκη άλλων δύο, αναγκαίων για την κάλυψη του χρόνου τέλεσης της προσκομιδής. Τα αντίφωνα συνοδεύονται από τις αντίστοιχες συναπτές και ευχές

– Κατά την διάρκεια του τρίτου αντιφώνου γίνεται η είσοδος του Ευαγγελίου («μικρά είσοδος»)και αρχίζει να διαβάζεται η σημερινή ευχή της εισόδου. (Την εποχή δηλαδή αυτή χάνει η είσοδος το αρχικό της νόημα και σκοπό και διαμορφώνεται η νέα της μορφή)

– Μεγάλη συναπτή («ειρηνικά»)

– Ευχή και τρισάγιος ύμνος.

– Μετάβαση των λειτουργών στο σύνθρονο (πίσω δηλαδή από την αγία Τράπεζα) και ευλογία της «άνω καθέδρας» (του κεντρικού επισκοπικού θρόνου)

– Ευλογία του λαού κ.λ.π.

– Τον 9 αιώνα τα τυπικά εντάσσονται στην αρχή της λειτουργίας .

5) 10ο-11ο αιώνα:- Εισάγεται στη θεία λειτουργία η αρχική τριαδική ευλογία «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός….»

-Το τροπάριο «Ο μονογενής» μετατίθεται ως «περισσή» στο 2ο αντίφωνο.

– Η συναπτή από το τρισάγιο μετατίθεται στην αρχή της λειτουργίας, μετά δηλαδή το «Ευλογημένη…», όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.

6) 12 αιώνα: – Αυξάνονται τα τροπάρια του τρίτου αντιφώνου, κυρίως στα μοναστήρια.

Σχεδιάγραμμα ιστορικής εξέλιξης και διαμόρφωσης των στοιχείων της λειτουργίας από τη μεγάλη είσοδοως την αγία αναφορά. (το + δηλώνει το καινούργιο στοιχείο που μπήκε στη Θ. Λειτουργία)

1) 4ο -5ο αιώνα: – μεταφορά και απόθεση δώρων στην αγία Τράπεζα

– «Ειρήνη πάσι»

– ασπασμός της αγάπης

2) 5ο -7ο αιώνα: + ύμνος της μεγάλης εισόδου (573-4: χειρουβικός ύμνος)

–   μεταφορά, απόθεση και αποκάλυψη δώρων

+ πλύσιμο χεριών (χερνιψία)

+ ευχή της προσκομιδής

– «Ειρήνη πάσι»

– ασπασμός αγάπης

+ «πιστεύω»

3) 8ο -10ο αιώνα: – χειρουβικό

+ευχή χειρουβικού «Ουδείς άξιος»

+ θυμίαση των δώρων στο σκευοφυλάκιο

– Μεταφορά των δώρων κ.λ.π.

+ θυμίαση της αγίας Τράπεζας και των δώρων

– Πλύσιμο χερών (χερνιψία)

+ διάλογος μεταξύ ιερέα και διακόνου μετά την μεγάλη είσοδο.

+ συναπτή με αιτήσεις (πληρωτικά)

– Ευχή προσκομιδής

– «Ειρήνη πάσι»

– Ασπασμός αγάπης

– «πιστεύω»

4) Διάφορα στοιχεία που μπήκαν μετά το 12ο αιώνα:

α) θυμίαση της αγίας Τράπεζας, του βήματος και του εικονοστασίου

β) μνημόνευση κατά την μεγάλη είσοδο «Πάντων υμών μνησθείη Κύριος ο Θεός»

γ) τα διάφορα τροπάρια τη στιγμή της απόθεσης των δώρων στην αγία Τράπεζα.

δ) ο διάλογος ιερέα- διακόνου αναπτύσσεται

ε) τριαδική ομολογία πριν από τον ασπασμό της αγάπης «Πατέρα, Υιόν και άγιον Πνεύμα»

στ) ο ασπασμός περιορίζεται μόνο μεταξύ των ιερέων

ζ) το «ρίπισμα» του «αέρα» πάνω από τα δώρα την ώρα του «πιστεύω».

(“Η Θεία Λειτουργία”, Ιωάννη Κογκούλη, Χρήστου Οικονόμου, Παναγιώτης Σκαλτσή , εκδ. Ο.Χ.Α «Λυδία» σ. 144-145 και 164-165)  

https://www.sostis.gr/blog/item/5320-metafrash-theias-leitourgias

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γνωστικισμός. Η αίρεση που δεν σταμάτησε ποτέ!

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Αυγούστου, 2023

Γνωστικισμός. Η αίρεση που δεν σταμάτησε ποτέ!

ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΣ (Πατρολογία Στυλ. Παπαδόπουλου).
O γνωστικισμός ανήκει στα μεγάλα πνευματικά κινήματα της ιστορίας. Αποτελεί μία από τις συγκλονιστικότερες στιγμές ζητήσεως και νοσταλγίας, πάθους και ειλικρινείας για την υπέρβαση των ορίων του ανθρώπου. Τα αγωνιώδη προβλήματα που πιέζουν το ανθρώπινο στήθος (τί είμεθα, πόθεν ερχόμεθα, που πηγαίνομε, τί είναι και πώς πετυχαίνεται η λύτρωση) ήσαν τα προβλήματα του γνωστικισμού. Στους κόλπους του όμως ήταν εύκολη η συνύπαρξη του πάθους και της αφελότητος, της βαθειάς θρησκευτικής νοσταλγίας και της επιφανειακής αισιοδοξίας. Έχομε δηλαδή ενώπιόν μας ένα κράμα μεγαλείου και μικρότητος, αγωνιώδους ζητήσεως και αφελούς ικανοποιήσεως, υψηλών φιλοσοφικοθρησκευτικών αντιλήψεων και λαϊκής δεισιδαιμονίας ή πίστεως. Τις τελευταίες δεκαετίες καταβάλλεται τεράστια προσπάθεια για την ιστορική και φιλοσοφική κατανόηση κι ερμηνεία του γνωστικισμού. Εν τούτοις αδυνατούμε να παρακολουθήσουμε την ιστορική αρχή του φαινομένου τούτου. Αναμφιβόλως άρχισε να μορφοποιείται και να ωριμάζη κυρίως από τα μέσα του Α’ μ.Χ. αιώνα παράλληλα προς την Εκκλησία μα και πολλές φορές με την επίδρασή της. Οι ρίζες του όμως ξεκινούν από τους ελληνιστικούς χρόνους, εποχή που είναι γι’ αυτόν προϊστορική. Οι Μανδαίοι στις όχθες του Ιορδάνη και ίσως ο γνωστός Σιμών ο Μάγος (μέσα Α’ μ.Χ. αι.) αποτελούν τα αρχαιότερα ιστορικά δείγματα γνωστικισμού. Δυστυχώς η απώλεια των περισσότερων σχετικών πηγών εμποδίζει την καλή ιστορική του γνώση και την τελική φιλοσοφικοθρησκευτική ερμηνεία του.
Το μέγα τούτο φαινόμενο γεννήθηκε στο κλίμα του συγκρητισμού. Η Μ. Ανατολή, αλλά και ο ελληνορωμαϊκός χώρος, αποτελούσαν στον πρώτο χριστιανικό αιώνα μία τεράστια χοάνη, στο εύρος της οποίας γνώρισαν τον εναγκαλισμό τέσσερις μεγάλοι πολιτισμοί: ο ελληνικός, ο αιγυπτιακός, ο βαβυλωνοπερσικός (ακόμη και ο ινδικός) και ο Ιουδαϊκός. Τα πνευματικά αυτά μεγέθη δεν εξέφραζαν μόνο φιλοσοφικές και κοσμολογικές αντιλήψεις αλλά και μεταφυσικά βιώματα, βαθειές θρησκευτικές εμπειρίες και πεποιθήσεις. Στην πολυσήμαντη όμως αυτή συνάντηση ή Ανατολή προσφέρει κυρίως το θρησκευτικό της πάθος και η Ελλάδα το φιλοσοφικό της λόγο. Η Ανατολή τη χωρίς όρια και μορφή νοσταλγία του θείου και η Ελλάδα τη μορφοποιητική δύναμη της φιλοσοφίας. Εγγύτεροι προσδιορισμοί είναι πολύ δύσκολοι. Σημασία έχει ότι από τη συνάντηση αυτή δημιουργήθηκε ο γνωστικισμός. Το πάθος για τη λύτρωση, η νοσταλγία του ανωτέρου, η απελπισία, η ελπίδα, η λαϊκή πίστη και αισιοδοξία υποτάχθηκαν, μορφοποιήθηκαν, έγιναν διδασκαλίες και τις περισσότερες φορές συστήματα θρησκευτικοφιλοσοφικά ή φιλοσοφικοθρησκευτικά. Η γνώση είναι το θεμέλιο του γνωστικισμού. Αλλά η γνώση αυτή, που είχε σταδιοδρομήσει ως φιλοσοφικό επίτευγμα, παίρνει τώρα και θρησκευτικό περιεχόμενο, γίνεται προϋπόθεση λυτρώσεως ή μάλλον ταυτίζεται προς τη θρησκευτική λύτρωση και αποβαίνει έτσι Γνώση.
Η θρησκευτικότης της γνώσεως στα συστήματα αυτά συνδέεται με αυτοφανέρωση ή Αποκάλυψη του θεού, που ερμηνεύεται βάσει των πλατωνικών ιδεών, του ορφισμού, των Ανατολικών κοσμολογικών αντιλήψεων κ.α. προϋποθέσεων. Παρατηρούμε δηλαδή ότι η φιλοσοφία αναζητεί την εγκυρότητα της γνώσεως στην αποκάλυψη, κάτι που φανερώνει την κόπωση και την απογοήτευση της ίδιας της φιλοσοφίας από τα επιτεύγματά της. Παράλληλα παρατηρούμε, ότι η θρησκεία ζητά να στηρίξη τη μυθολογική της γνώση, στο φιλοσοφικό λόγο, κάτι που προδίδει την αμφιβολία των θρησκειών προς την κηρυττόμενη αλήθειά τους. Και η φιλοσοφία και η θρησκεία αναζητούν νέα σταθερά ερείσματα για να πείσουν και νέους τρόπους για να βοηθήσουν τον άνθρωπο, που ερριμένος στον άπειρο κόσμο αγωνιά και σπαράσσει. Με το κίνημα του γνωστικισμού η ανθρωπότης έγινε θεατής για πρώτη φορά του απρόσμενου φαινομένου: ο φιλοσοφικός λόγος καταφάσκει και υιοθετεί την ‘αποκάλυψη’ – η θρησκευτική αλήθεια εμπλουτίζεται με φιλοσοφικές αντιλήψεις. Βασικό πρίσμα στο γνωστικισμό θεωρήσεως του θεού, του κόσμου και του κακού, είναι η διαρχία ή δυαλισμός. Διακρίνει ριζικά ύψιστη αρχή και θεότητα, τον αγαθό θεό αφ’ ενός, και τη δημιουργική δύναμη και θεότητα του κακού, τον κακό ή δημιουργό θεό αφ’ ετέρου. Ο αγαθός θεός παραμένει έξω του κόσμου, είναι απρόσιτος και αμέτοχος του κόσμου και του κακού. Ο δημιουργός θεός φέρει την ευθύνη για το φυσικό και ηθικό κακό στον κόσμο. Η άρση του κακού και η λύτρωση του ανθρώπου απαιτεί την ήττα του δημιουργού θεού και τη γεφύρωση της αβύσσου μεταξύ υψίστου θεού και ανθρώπου. Η γεφύρωση επιτυγχάνεται με σειρά όντων, τους αιώνες, που δια της απορροής προβάλλονται — γεννώνται από τον ύψιστο θεό και φθάνουν μέχρι τον άνθρωπο. Πολλές φορές στο χριστιανίζοντα γνωστικισμό ο Λόγος ή ο Χριστός ή ο Ιησούς ή και η Εκκλησία αποτελούν αιώνες στην πάντα ανομοιόμορφη σειρά των ενδιάμεσων αυτών όντων. Αποτέλεσμα της ριζικής διαρχίας είναι η περιφρόνησή της ύλης και του ανθρώπινου σώματος, που συνιστά φυλακή της ψυχής (Πλάτων) και γι’ αυτό πρέπει να κατανικηθούν οι δυνάμεις του. Έτσι κατανοούνται οι ισχυρές ασκητικές τάσεις του γνωστικισμού, από τον οποίο πάντως δεν έλειψαν και οι ακριβώς αντίθετες. Ο υιός και μαθητής του Βασιλείδη Ισίδωρος π.χ. δίδασκε ότι ο τέλειος γνωστικός δικαιούται να πράττη κάθε είδους αμαρτία, διότι είναι ελευθερωμένος από όλα. Η άσκηση των γνωστικών με την τιμωρία και την υποταγή του σώματος απέβλεπε στην απελευθέρωση του θείου ή φωτεινού στοιχείου, που ενυπάρχει μεν στον άνθρωπο άλλα μένει δέσμιο του κυρίαρχου υλικού στοιχείου.
Ο γνωστικισμός, ακριβώς διότι υπήρξε δυναμικό πνευματικό φαινόμενο και αποτέλεσμα συγκρητισμού, δεν οργανώθηκε σε σύστημα ε ν ι α ί ο και σ τ α θ ε ρ ό. Τουναντίον μάλιστα, παρουσιάσθηκε με ποικίλες μορφές και τάσεις, όσοι ακριβώς ήσαν και οι μεγάλοι γνωστικοί διδάσκαλοι. Η εμφάνιση ισχυρής φιλοσοφικοθρησκευτικής προσωπικότητος στους κόλπους του γνωστικισμού σήμαινε και νέο γνωστικό σύστημα ή τουλάχιστο νέα παραλλαγή ενός εκ των παλαιών συστημάτων. Τόσο δε τα συστήματα αυτά διαφέρουν μεταξύ τους, ώστε είναι συμβατική η ανεύρεση και υπογράμμιση γενικών κοινών χαρακτηριστικών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θα παραμένει αναπάντητο και το πρόβλημα περί του εάν ο γνωστικισμός είναι πρώτιστα θρησκεία ή φιλοσοφία. Σε άλλα συστήματα επικρατεί το θρησκευτικό στοιχείο και σε άλλα το φιλοσοφικό, χωρίς όμως να αποσυνδέεται η γνώση από τη λύτρωση. Το κίνημα του γνωστικισμού δεν ήταν απλώς ισχυρό στοιχείο του πνευματικού κλίματος της εποχής, κατά την οποία αναπτύχθηκε ο χριστιανισμός· ήταν και πνευματικό μέγεθος επικίνδυνο για την Εκκλησία, διότι έλαβε σε μερικές περιπτώσεις και σε μερικές χώρες (Αίγυπτο, Συρία) τόσα πολλά χριστιανικά στοιχεία, ώστε να εμφανίζεται ως αντίποδας της Εκκλησίας ή ως χριστιανικός (ή ορθότερα: χριστιανίζων) γνωστικισμός. Οι οπαδοί του χριστιανίζοντος γνωστικισμού παρουσιάζονταν έναντι των μελών της Εκκλησίας ως οι εκλεκτοί και οι καθαροί (elite), διότι δήθεν είχαν εξαιρετικά ανώτερη γνώση και καθαρότητα, πού τους εξασφάλιζε η διδασκαλία και η εγκράτειά τους. Τούτο δημιούργησε μεγάλη σύγχυση στους κόλπους της Εκκλησίας, διότι τα μέλη της δεν ήταν δυνατό να είναι όλα σπουδαίοι θεολόγοι και διότι η θεολογία της δεν είχε προλάβει να αντιμετωπίσει τα σχετικά προβλήματα. Έτσι πλήθος χριστιανών δεν μπορούσε να διακρίνη μεταξύ Εκκλησίας και χριστιανίζοντος γνωστικισμού, με αποτέλεσμα να προσχωρή εύκολα στις τάξεις του τελευταίου.
Η παραπάνω σύγχυση, την οποία έφερε ό γνωστικισμός, μεγάλωνε με την εκτεταμένη γνωστική φιλολογία, η οποία στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες ήταν σαφώς ευρύτερη και πολυπληθέστερη από τη χριστιανική. Και η επίδραση σε βάρος της γνησιότητος της Εκκλησίας γινόταν ευκολώτερη, επειδή οι γνωστικοί χρησιμοποιούσαν στο λόγο τους και ποιητικές μορφές, μέσω των οποίων συγκινούσαν ασφαλέστερα τους ακροατές. Η Εκκλησία έζησε έντονη αγωνία ενώπιον των κινδύνων αυτών και αγωνίσθηκε επί δύο και πλέον αιώνες για να δείξη με σαφήνεια και θεολογική πειθώ την ψευδοχριστιανικότητα του γνωστικισμού. Τούτο μάλιστα είναι κατά κύριο λόγο έργο κι επίτευγμα της θεολογίας του αγίου Ειρηναίου κατά τις τελευταίες δεκαετίες του Β’ αιώνα. Πρέπει δε να σημειώσουμε ότι μέσω του Ειρηναίου κυρίως και του Ιππολύτου, αλλά και άλλων εκκλησιαστικών συγγραφέων, όπως ο Κλήμης Αλεξανδρέας, σώθηκαν τα περισσότερα και αξιολογώτερα γνωστικά κείμενα που γνωρίζαμε παλαιότερα. Οι εκκλησιαστικοί δηλαδή συγγραφείς προκειμένου να αναιρέσουν το γνωστικισμό παρέθεταν σύντομα ή μακρά αποσπάσματα γνωστικών κειμένων στα δικά τους έργα κι έτσι σώθηκε μικρό μέρος της μεγάλης γνωστικής φιλολογίας. Οι γνώσεις μας όμως για το γνωστικισμό εμπλουτίσθηκαν σοβαρά με την ανακάλυψη στο Nag Hammadi ( Άνω Αίγυπτος) κατά το 1945 σημαντικού αριθμού γνωστικών κειμένων. Οι επιφανέστεροι δάσκαλοι του γνωστικισμού υπήρξαν ο Ουαλεντίνος, ο Βασιλείδης, ο Ισίδωρος και ο Βαρδεσάνης. Οι τρεις πρώτοι έδρασαν το Β’ και ο τέταρτος τον Γ’ αιώνα.
Η ποικιλία των γνωστικών συστημάτων καθιστά δύσκολη τη σαφή διάκριση των σταθερών κοινών χαρακτηριστικών του γνωστικισμού. Έτσι αυτό που επιχειρούμε παρακάτω, την καταγραφή των χαρακτηριστικών αυτών, έχει μέσα του το στοιχείο της συμβατικότατος, την οποία βλέπομε, αλλά προχωρούμε χάριν του κατατοπισμού του αναγνώστη. Τα χαρακτηριστικά μάλιστα παραθέτομε βάσει της σχετικής προτάσεως του Th. Ρ. Baaren σε ειδικό για το γνωστικισμό συνέδριο (Le origini dello Gnosticismo. Colloquio di Messina 13-18 Aprile 1966, Leiden 1970, σσ. 174-180: Towars a definition of Gnosticism):

Τα βασικά στοιχεία του Γνωστικισμού.
Α) Η Γνώση δεν είναι πρώτιστα υπόθεση διανοητική, διότι βασίζεται σε «αποκάλυψη».
Β) Ο γνωστικισμός ισχυρίζεται πως κατέχει δική του αποκάλυψη, η οποία μάλιστα είναι μυστική, όπως μυστικά (απόκρυφα) κρατούσε πολλές φορές τα σχετικά με αυτή κείμενά του.
Γ) Απορρίπτει συνήθως την Παλαιά Διαθήκη ή την ερμηνεύει αλληγορικά, μολονότι δεν λείπουν ιουδαϊκά στοιχεία από το γνωστικισμό.
Δ) Ο ύψιστος θεός, η Μονάς, είναι υπερβατικό ον, απρόσιτο, αμέτοχο της δημιουργίας και ξένο προς τον άνθρωπο. Για αυτό προβάλλονται τα ενδιάμεσα όντα, οι «αιώνες», για να γεφυρώσουν την μεταξύ θεού και κόσμου άβυσσο.
Ε) Ο κόσμος αποτελεί απόλυτη απαξία, αφού δημιουργήθηκε από το δημιουργό θεό.
ΣΤ) Στον άνθρωπο συνυπάρχει το πνευματικό και το υλικό στοιχείο.
Ζ) Οι άνθρωποι γενικά είναι πνευματικοί (όσοι έχουν την πλήρη γνώση), ψυχικοί (όσοι έχουν μόνο πίστη) και σωματικοί (όσοι είναι στραμμένοι μόνο στην ύλη και για αυτό δεν μπορούν να ελπίζουν σε καμμία σωτηρία).
Η) Η γνώση είναι πολύ ανώτερη από την πίστη.
Θ) Η ριζική διαρχία οδηγεί στον αυστηρό ασκητισμό (χωρίς να λείπει και η ακριβώς αντίθετη τάση), που προϋποθέτει τέλεια περιφρόνηση του σώματος.
Ι) Ο γνωστικισμός αποτελεί είδος διαμαρτυρίας.
ΙΑ) Ο γνωστικισμός είναι θρησκευτικοφιλοσοφικό σύστημα που απευθύνεται στους εκλεκτούς.
ΙΒ) Ο γνωστικισμός βλέπει (όταν βλέπει) δοκητικά το έργο του Ιησού στον κόσμο (έπαθε φαινομενικά κλπ.).
(Στυλιανού Παπαδόπουλου, Πατρολογία Α, σελ. 148-149)

https://www.sostis.gr/blog/item/5327-gnwstikismos-i-airesi

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πώς λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Μαρτίου, 2023

Γνώμες του Αγίου Παϊσίου, για τις εκλογές

Πώς λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι

-Γέροντα, ποιοί νόμοι λέγονται πνευματικοί;

-Θα σου εξηγήσω: Όπως στην φύση υπάρχουν οι φυσικοί νόμοι, έτσι και στην πνευματική ζωή υπάρχουν οι πνευματικοί νόμοι. Ας πούμε, όταν πετάη κανείς ένα βαρύ αντικείμενο ψηλά, με όσο περισσότερη ορμή και όσο πιο ψηλά το πετάξη, με τόσο μεγαλύτερη δύναμη  θα πέση κάτω και θα συντριβή. Αυτός είναι φυσικός νόμος. Στην πνευματική ζωή, όσο περισσότερο υψώνεται κανείς με την υπερηφάνειά του, τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η πνευματική του πτώση και ανάλογα με το ύψος της υπερηφανείας του θα συντριβή. Γιατί ο υπερήφανος ανεβαίνει, φθάνει σε ένα σημείο και μετά πέφτει και σπάζει τα μούτρα του – «ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται». Αυτός είναι πνευματικός νόμος.

Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στους φυσικούς και στους πνευματικούς νόμους:

Ενώ οι φυσικοί νόμοι δεν έχουν σπλάχνα και ο άνθρωπος δεν μπορεί να τους αλλάξη,
οι πνευματικοί νόμοι έχουν σπλάχνα και ο άνθρωπος μπορεί να τους αλλάξη, γιατί έχει να κάνη με τον Δημιουργό και Πλάστη του, τον Πολυεύσπλαχνο Θεό.

Αν δηλαδή καταλάβη αμέσως το ανέβασμα της υπερηφανείας του και πή:

«Θεέ μου, εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου και υπερηφανεύομαι• συγχώρεσέ με!»,  αμέσως τα σπλαχνικά χέρια του Θεού τον αρπάζουν και τον κατεβάζουν απαλά κάτω, χωρίς να γίνη αντιληπτή η πτώση του.

Έτσι δεν συντρίβεται, αφού προηγήθηκε η καρδιακή συντριβή με την μετάνοια που έδειξε.

Το ίδιο ισχύει και για το «μάχαιραν έδωκας, μάχαιραν θα λάβης», που λέει το Ευαγγέλιο.

Αν δηλαδή «έδωσα μάχαιρα», κανονικά πρέπει να ξοφλήσω με μάχαιρα. Όταν όμως συναισθάνωμαι το σφάλμα μου, με μαχαιρώνη η συνείδησή μου και ζητάω συγχώρηση από τον Θεό, τότε πλέον παύουν να λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι και δέχομαι από τον Θεό την αγάπη Του σαν βάλσαμο.

Μέσα δηλαδή στα κρίματα του Θεού, που είναι άβυσσος, βλέπουμε να αλλάζη ο Θεός, όταν αλλάζουν οι άνθρωποι.

Όταν το άτακτο παιδί συνέρχεται, μετανοή και δέρνεται από την συνείδησή του,
τότε ο Πατέρας του το χαϊδεύει με αγάπη και το παρηγορεί. Δεν είναι μικρό πράγμα να μπορή ο άνθρωπος να αλλάξη την απόφαση του Θεού! Κάνεις κακό; Ο Θεός σού δίνει σκαμπιλάκι. Λές «ήμαρτον»; Σου δίνει ευλογίες.

(Λόγοι Παϊσίου, τόμος Δ΄, Οικογενειακή Ζωή, Εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου “Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος”, σελ. 234-235)

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΥΤΉ ΕΊΝΑΙ Η ΑΛΉΘΕΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Ιουνίου, 2022

ΑΥΤΉ ΕΊΝΑΙ Η ΑΛΉΘΕΙΑ

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Για όσους πενθούν…

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Ιουνίου, 2022

Για όσους πενθούν…

Σου λένε “συλλυπητήρια” αλλά δεν ξέρουν ότι κανείς δεν μπορεί να νιώσει την ολοκληρωτική σου συντριβή…

Σου λένε “να φανείς δυνατή” αλλά δεν ξέρουν ότι την τελευταία ικμάδα δύναμης την ξόδεψες στο φευγιό της τελευταίας του ανάσας…

Σου λένε “να σταθείς στα πόδια σου” αλλά δεν ξέρουν ότι αυτά σου έχουν ήδη κοπεί κι ότι εκείνος ήταν και πόδια και χέρια και τα πάντα σου…

Σου λένε “να μαζέψεις τα κομμάτια σου” αλλά δεν ξέρουν ότι αυτά σκόρπισαν στους πέντε ανέμους κι είναι αδύνατον πια να τα βρεις…

Σου λένε “να κάνεις κουράγιο” αλλά δεν ξέρουν ότι κι εκείνο θάφτηκε μαζί με τη μνήμη της ύστερης εικόνας του προσώπου του…

Σου λένε “ο χρόνος θα γιατρέψει τις πληγές” αλλά δεν ξέρουν ότι απλά θα τις ναρκώσει κι ότι αυτές θα’ναι για πάντα αιμοραγούσες βρύσες πόνου και οδύνης…

Σου λένε “να συνεχίσεις τη ζωή σου” αλλά δεν ξέρουν ότι τίποτε δεν μπορεί να είναι ίδιο όπως πριν αφού εκείνος ήταν όλη σου η ζωή…

Σου λένε “να διαχειριστείς την απώλεια” αλλά δεν ξέρουν ότι η απώλεια είναι αυτή που κυβερνά το νου και την ψυχή σου…

Μόνο η αναστάσιμη ελπίδα κι η προοπτική αιωνιότητας είναι αυτές που σε κρατούν στη ζωή…

ΜΟΝΟΝ ΑΥΤΕΣ

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Έτσι είναι και με την ευτυχία..

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Δεκεμβρίου, 2021

Σε ένα χωράφι γεμάτο πολύχρωμα λουλούδια, ο καθένας διαλέγει το δικό του λουλούδι. Έτσι είναι και με την ευτυχία.. έχει διαφορετικό χρώμα για τον καθένα μας.. π. Χρυσόστομος Φιλιπέσκου

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η πραγματική ελευθερία

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Δεκεμβρίου, 2021

ΤΗΙΝΚ ΤΑΝΚ: Η ανθρώπινη ελευθερία φθίνει σε πολλές χώρες | Liberal.gr

δεν υποκύπτει σε βλάβη

Ονομάζει (ο Παύλος) ελευθερία το να μη υπόκηται κανείς σε περιορισμούς, να είναι ανεμπόδιστος. Ο Θεός με έπλασε ελεύθερο και ανώτερο από οποιαδήποτε βλάβη.

Ε.Π.Ε. 18α,112

παράβασις και υπέρβασις

Μας απάλλαξε ο Κύριος Ιησούς Χριστός από το ζυγό της δουλείας. Μας άφησε κυρίαρχους να ενεργούμε ό,τι θέλουμε. Όχι βέβαια για να γίνεται παράνομη η ζωή μας, αλλά για να επιλέγουμε την υπέρ τον νόμο ευσέβεια. Διότι και ο πορνεύων και ο παρθενεύων, και οι δυο ξεπερνούν τα όρια του νόμου. Ο ένας προς το χειρότερο, ο άλλος προς το καλύτερο. Ο ένας υπερβαίνει το νόμο, ο άλλος παραβαίνει το νόμο.

Ε.Π.Ε. 20,366-368

της ψυχής

Το ανώτερο, δηλαδή, η ψυχή σου, έχει ελευθερωθή. Επομένως προσωρινή είναι η δουλεία.

Ε.Π.Ε. 22,280

και δουλεία

Μη νομίσης, πως επειδή είσαι πιστός, είσαι και ελεύθερος. Ελευθερία αυτό στην πραγματικότητα είναι, το να γίνεσαι υπηρέτης και διάκονος.

Ε.Π.Ε. 23,410-412

από τα πάθη

Ελεύθερος αληθινά είναι μόνο εκείνος, που έχει από μέσα του την ελευθερία, όπως δούλος είναι εκείνος, που υποτάσσεται στα άλογα πάθη.

Ε.Π.Ε. 23,450

όποιος δίνει τα χρήματά του

Έτοιμοι να είμαστε στο να ευεργετούμε. Και αυτό θα γίνη, αν περιφρονήσουμε τα χρήματα και τη δόξα. Όποιος απαλλάχτηκε από αυτά τα πάθη, είναι πιο ελεύθερος από όλους τους ανθρώπους, πλουσιώτερος και από εκείνον, που φοράει πορφύρα.

Ε.Π.Ε. 25,86

στολίδι

Σας παρακαλώ, να αφήσουμε τα χρυσά για τις κοσμικές πομπές, για τα θέατρα, για τις βιτρίνες των εργαστηρίων. Την εικόνα του Θεού να μη την καλλωπίζουμε με τέτοια στολίδια. Η ελεύθερη γυναίκα να στολίζεται με την ελευθερία. Και ελευθερία είναι η ταπεινοφροσύνη.

Ε.Π.Ε. 25,266

και δουλεία

Το μόνο που ζητάμε, είναι να απαλλαγής από την καταραμένη δουλεία της αμαρτίας και να επανέλθης στην προηγούμενη ελευθερία σου, αφού καταλάβης πρώτα την τιμωρία που προέρχεται από την ακολασία, αλλά και την τιμή που επιφυλάσσει ο προηγούμενος καλός βίος.

Ε.Π.Ε. 27,822

και δουλεία

Τα ονόματα δούλος και ελεύθερος είναι απλά ονόματα, χωρίς να φανερώνουν κάτι ξεχωριστό. Η δουλεία όμως είναι καθωρισμένη· είναι η αμαρτία. Η ελευθερία είναι η αρετή.

Ε.Π.Ε. 33,242

επιλογή ή αναγκασμός;

Ο Θεός λέει: «Μπροστά σου έβαλα τη φωτιά και το νερό, τη ζωή και το θάνατο. Όπου θέλεις άπλωσε το χέρι σου». Ο δαίμονας λέει: «Δεν μπορείς να απλώσης το χέρι σου ελεύθερα, αλλά σύρεσαι από κάποια αναγκαιότητα και βία.

Ε.Π.Ε. 34,564

(Χρυσοστομικό Λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη, τόμος Β, σελ. 192-194)

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

“Προς έναν απλό άνθρωπο για την ομολογία της πίστης”, Αγ. Ν. Βελιμίροβιτς

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Σεπτεμβρίου, 2021

"Προς έναν απλό άνθρωπο για την ομολογία της πίστης", Αγ. Ν. Βελιμίροβιτς

Επιστολή Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Καθόσουν στο τρένο και σώπαινες. Δίπλα σου κάθονταν κάποιοι κύριοι και συζητούσαν για τους μεγάλους ανθρώπους. Ένας απ’ αυτούς απαριθμούσε ονόματα μεγάλων προσωπικοτήτων που εκτιμά και μεταξύ άλλων ανέφερε και το όνομα του Ιησού Χριστού. Κάποιος άλλος είπε ότι αυτός δεν θεωρεί τον Χριστό μεγάλο άνθρωπο. Και άρχισαν να φιλονικούν γύρω από τον Κύριό μας, κατά την προφητεία του Αγίου Συμεών ότι Αυτός θα είναι «εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον» ( Λουκ. 2,34 ). Τότε εκείνοι οι άνθρωποι απευθύνθηκαν σ’ εσένα και ρώτησαν, εάν εσύ θεωρείς τον Χριστό μεγάλη προσωπικότητα. Εσύ απάντησες όχι. Ο Χριστός δεν είναι για σύγκριση. Ο Χριστός δεν είναι μεγάλος άνθρωπος. Είναι Θεός. Ακούγοντας τα λόγια σου όλοι γέλασαν και άρχισαν να χλευάζουν την πεποίθησή σου περί του Υιού του Θεού. Μέχρι πριν λίγο διαχωρισμένοι μεταξύ τους, όπως τότε που ο Πιλάτος και ο Ηρώδης συμφιλιώθηκαν όταν ήθελαν να καταδικάσουν τον Χριστό. Κι έτσι εσύ υπό την μάστιγα των κοροϊδιών και χλευασμών ταξίδευες έως τον τόπο σου.

Μακάρια η ψυχή σου! Έτσι υπέμεναν τους χλευασμούς για τον Χριστό οι κάλλιστοι των καλλίστων, οι μάρτυρες και οι αρεστοί στον Θεό. Τον Καισάριο, τον αδελφό του Μεγάλου Βασιλείου τον θεωρούσαν φιλόσοφο με υπόληψη. Και ο βασιλιάς Ιουλιανός, κολασμένος παραβάτης της χριστιανικής πίστης, ήθελε να κερδίσει τον Καισάριο στη δική του πλευρά ενάντια στους χριστιανούς. Τον κάλεσε στο παλάτι του και άρχισε να τον συμβουλεύει, να εγκαταλείψει τον Χριστιανισμό και να επιστρέψει στην ειδωλολατρία. Τελικά, μετά από μακρά φιλονικία ο Καισάριος δήλωσε στον βασιλιά αποφασιστικά: «Είμαι Χριστιανός, και παραμένω Χριστιανός».

Πρόσφατα μου έλεγε ένας νέος Μαυροβούνιος: «Ήμουν στον στρατό και δεν ντρεπόμουν για την πίστη μου. Όμως γι αυτό υπέμεινα πολλές πικρίες. Έβαλε ο δεκανέας τη δεκάδα μας στη σειρά και μου φώναξε: “Ιβάν, ποιος είναι ο Θεός σου;”. “Κι εγώ του απάντησα αμέσως: “Ο Θεός μου είναι ο Ύψιστος στα ουράνια”. Αυτός λοιπόν με χαστούκισε στο μάγουλο και μου είπε: “Εγώ είμαι ο Θεός σου”. “Όχι, δεν είσαι”, του απάντησα εγώ, “εσύ είσαι ο δεκανέας μου ενώ ο Θεός μου είναι στα ουράνια”. Πάλι χαστούκι στο άλλο μάγουλο. Εμένα δεν με πονά το χαστούκι, αλλά η καρδιά μου αγαλλιάζει από κάποια ευχαρίστηση που κάτι λίγα υποφέρω κι εγώ για τον Κύριο και Δημιουργό μου».

Μακάριος είσαι, Ιβάν, λέω εγώ, που σε χλεύασαν και σε χτύπησαν για χάρη του Θεού.

Ενώ τώρα και σ’ εσένα και στον Ιβάν λέω: «Χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς·» ( Ματθ. 5, 12 ) .

(«Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Δεν φτάνει μόνο η πίστη… Ιεραποστολικὲς επιστολὲς Β΄», Εκδόσεις «εν πλώ», σ. 275-277)

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εκκλησιαστική Ιστορία, Φειδά Β.

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Σεπτεμβρίου, 2021

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (ΔΙΤΟΜΟ-ΧΑΡΤΟΔΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ) (ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΜΕΝΑ) / ΦΕΙΔΑΣ ΒΛΑΣΙΟΣ

Εκκλησιαστική Ιστορία Α, Φειδά Β. (60MB)

Εκκλησιαστική Ιστορία Β - Βλάσιος Φειδάς - 9789609639064 | Protoporia.gr

Εκκλησιαστική Ιστορία Β , Φειδά Β. (40MB)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Διαδυκτιακή Σύναξη «ΚΟΙΝΩΝΙΑ» της ΠΕΘ με ομιλητή τον Γέροντα Εφραίμ της Ι. Μονής Βατοπαιδίου

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Μαΐου, 2021

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ EΝΩΣΗ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

H Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων σε συνεργασία με την Πεμπτουσία σας προσκαλούν στη Διαδυκτιακή Σύναξη «ΚΟΙΝΩΝΙΑ»

Θέμα:

Η εμπειρική βίωση της χάριτος

Ομιλητής:

Γέροντας Εφραίμ,

Καθηγούμενος της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου

 Σάββατο 15 Μαΐου 2021

Ώρα 19:30

 Για να παρακολουθήσετε την εκδήλωση παρακαλούμε να εγγραφείτε κάνοντας τις δύο παρακάτω ενέργειες:

1) Κατεβάσετε στον υπολογιστή σας το πρόγραμμα ΖΟΟΜ και

2) Κάντε κλικ εδώ:

https://zoom.us/meeting/register/tJwvd-muqz4rE9JQNKQ2pEryKAYPmgnZ1T5V

Αφού εγγραφείτε θα δεχθείτε μήνυμα επιβεβαίωσης με τον προσωπικό σας σύνδεσμο συμμετοχής στην εκδήλωση, με τον οποίο θα μπορείτε να λάβετε μέρος στη Σύναξη.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Δέν θα ἀργήσει να παρουσιασθεῖ στον καθένα μας κάποια «παιδίσκη ! »

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Μαΐου, 2021

«Μέσα στόν αὐλόγυρο τῆς σύγχρονης ζωῆς, μέ τά ποικίλα ρεύματά της, δέν θά ἀργήσει νά παρουσιασθεῖ στόν καθένα μας κάποια «παιδίσκη», πού θά ὑψώσει τό δάκτυλο γιά νά μᾶς δείξει καί νά φωνάξει: «Καί σύ μετά τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου ἦσθα».

   Πρόκειται γιά τήν ἀνα-πότρεπτη στιγμή τῆς δοκιμασίας· γιά τήν κρίσιμη ὥρα «πρίν ἀλέκτορα φωνῆσαι»· γιά τήν ὥρα, κατά τήν ὁποία ὁ Ἰησοῦς θά κρίνεται μπροστά μας, ἐνῶ θά ἐξετάζεται καί θά ἐλέγχεται συγχρόνως ἡ ἀντοχή τῆς πίστεώς μας. Ἀλήθεια! Πόσοι δέν τρομοκρατοῦνται μπροστά σ’ αὐτήν τήν «παιδίσκη» καί ὑποστέλλουν τή σημαία τους; Καί ἀρνοῦνται «μεθ’ ὅρκου» τούς δεσμούς τους μέ τόν Κύριο; Καί ἑνώνουν τήν προδοσία τους μέ τούς ἁμαρτωλούς χλευασμούς τοῦ περιβάλλοντος; Θά βρεθοῦν, ἄραγε, γι’ αὐτούς δάκρυα συντριβῆς, ὅταν «ἀλέκτωρ φωνήσῃ»; »

Κωνσταντίνου Κούρκουλα,από τό βιβλίο του «Σκηνές ἀπ’ τό Θεῖον Πάθος»,

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΕΘ: Διαδικτυακή σύναξη “Κοινωνία” προς τιμήν των Τριών Ιεραρχών (30 Ιανουαρίου 2021 Ώρα 20:00)

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Ιανουαρίου, 2021

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΣΥΝΑΞΗ «ΚΟΙΝΩΝΙΑ»

(ΠΡΟΣ ΤΙΜΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ)

Θέμα:

Θεία Ευχαριστία και κορωνοϊός

στο πλαίσιο των σχέσεων Θεολογίας και Επιστήμης

 Ομιλητές:

Σπυρίδων Τσιτσίγκος, Καθηγητής Ψυχολογίας της Θρησκείας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

&

π. Στυλιανός Καρπαθίου, Θεολόγος – Ψυχίατρος, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2021

Ώρα 20:00

Πατήστε για να συνδεθείτε,

στον Ηλεκτρονικό Σύνδεσμο :

http://meet.google.com/pja-fjrp-kci

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Ειρηναίος. Ο αποστολικός Πατέρας της Παράδοσης (Πατρολογία Στυλιανού Παπαδόπουλου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιουνίου, 2020

ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΛΥΩΝ. Ο θεολόγος της παραδόσεως.

ΓΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ
Ο δεύτερος χριστιανικός αιώνας ανοίγει με τη μεγάλη αποστολική και πατερική μορφή του Ιγνατίου και κλείνει με το μεγάλο θεολόγο της Παραδόσεως Ειρηναίο. Και οι δύο αυτοί Πατέρες και Διδάσκαλοι αποτελούν τους γνησιότερους και σημαντικότερους θεολογικούς σταθμούς στην πορεία της Παραδόσεως τον δύο πρώτων μεταποστολικών αιώνων. Η σχέση μεταξύ τον δύο ανδρών είναι βαθειά. Ο Ειρηναίος κατανοείται σαν συνέχεια κι επέκταση του Ιγνατίου. Τη θεολογία του ο Ειρηναίος ασκεί με τις θεολογικές προϋποθέσεις της Ανατολής και την εμπειρία της Δύσεως. Φέρνει την παράδοση της μικρασιατικής Ανατολής και γνωρίζει τα προβλήματα της Δύσεως.
Νέο κλίμα. Η παρουσία του Ειρηναίου στο χώρο της Εκκλησίας και της θεολογίας στο τέλος του Β’ αι. σημαίνει τη δημιουργία νέου κλίματος: τη στέρεη επανασύνδεση της θεολογικής σκέψεως με την αποστολική και ιγνατιανή Παράδοση και τη γνήσια προέκτασή της, ώστε να καταστή επαρκής προς αντιμετώπιση τον προβλημάτων της εποχής.
Υπέρβαση τον κλίματος των απολογητών. Από το 140 μέχρι το 185 περίπου κυριάρχησε σχεδόν η απολογητική θεολογία με κάποιες εξαιρέσεις, η σπουδαιότερη των οποίων ήταν του Διονυσίου Κορίνθου ( + 180;). Η τακτική της απολογίας φαίνεται να κούρασε, αν δεν απογοήτευσε την Εκκλησία. Έτσι τώρα στο πρόσωπο του Ειρηναίου η Εκκλησία δοκιμάζει να ξεπεράση το κλίμα των απολογητών, διότι ούτε οι θεολογικοφιλοσοφικές τους προϋποθέσεις ούτε η τακτική τους φαίνονται πρόσφορες για την αντιμετώπιση της συγκλονιστικής κρίσεως, την οποία προκάλεσε ο γνωστικισμός, ο μοντανισμός και η εξασθένηση της Παραδόσεως με τους απολογητές. Βέβαια το φαινόμενο του γνωστικισμού είναι πολύ παλαιότερο. Στην εποχή όμως του Ειρηναίου η Εκκλησία δοκίμασε στο μέγιστο βαθμό τις συνέπειες και την επίδρασή του στους κόλπους της. Πόσο μεγάλος και πραγματικός υπήρξε ο κίνδυνος από την παρουσία και τη δράση του γνωστικισμού φανερώνουν αφ’ ενός μεν η ευρεία χρήση βιβλικών στοιχείων από τα ποικίλα γνωστικά συστήματα, αφ’ ετέρου δε ο ισχυρισμός τους ότι κατέχουν απόκρυφε ς παραδόσεις (Έλεγχος A 25, 5), που έρχονται απ’ ευθείας από τον Κύριο και που είναι ανώτερες από αυτές που διέσωσε η Εκκλησία. Έτσι το πρόβλημα της αντικρούσεως του γνωστικισμού έγινε πρόβλημα ερμηνευτικό και ιστορικό. Οι γνωστικοί, παρερμηνεύοντας τη Γραφή (Α 8,1• 9,1• 19,1• 20,2), διέστρεφαν τη θεία αποκάλυψη και κατέληγαν στη διαρχία και την απαισιοδοξία. Ο Ειρηναίος, ερμηνεύοντας για να τους αντικρούση, δημιούργησε την περίφημη θεολογία της ανακεφαλαιώσεως, τονίζοντας την ενότητα του κόσμου και δίνοντας ελπίδα στον άνθρωπο. Προσπαθώντας δε να δείξη ανυπόστατες ιστορικά τις δήθεν γνήσιες παραδόσεις τους, ωδηγήθηκε στη θεολογία της Παραδόσεως και αποκάλυψε τελεσίδικα για την Εκκλησία την ψευδοχριστιανικότητα του γνωστικισμού. Αυτή υπήρξε η εσωτερική τακτική της θεολογίας του Ειρηναίου, στον οποίο μάλιστα θετικό και αρνητικό στοιχείο αποτελούν ενιαίο πνευματικό αγώνισμα με δύο όψεις. Υπήρξε από τους πρώτους χριστιανούς συγγραφείς που κατανόησε ότι, εκθέτοντας και αναλύοντας το μη αληθές (=το γνωστικισμό), προσεγγίζομε και ψαύομε το αληθές (=το χριστιανισμό). Ερευνώντας και συνειδητοποιώντας το αληθές, διακρίνομε και δείχνομε εύκολα τι δεν είναι αληθές. Από τους απολογητές διέφερε βασικά στο εξής: οι απολογητές απολογούνται και υπερασπίζουν το χριστιανισμό με τη βοήθεια φιλοσοφικών και παλαιοδιαθηκικών όπλων περισσότερο. Ο Ειρηναίος καταπολεμεί κυρίως (δεν απολογείται) τους εχθρούς της Εκκλησίας με όπλα της Εκκλησίας περισσότερο. Έτσι γίνεται και ο κύριος εισηγητής της πολεμικής λεγομένης θεολογίας, η οποία στην πορεία του χριστιανισμού έδωσε τα σπουδαιότερα θεολογικά έργα και η οποία στη βάση της είναι πρώτιστα έργο κι επίτευγμα θετικό, παρά τον εξωτερικά αρνητικό της χαρακτήρα. Οι απολογητές προσέφευγαν στη βοήθεια της φιλοσοφικής σκέψεως, διότι πίστευαν στη δυνατότητά της να φθάση στην αλήθεια έστω και μερικώς (Ιουστίνος: σπερματικός λόγος, Αθηναγόρας: συμπάθεια και θεία πνοή κλπ.). Ο Ειρηναίος βασίσθηκε αποκλειστικά στη θεολογική σκέψη, διότι πίστευε ότι η αλήθεια που υπάρχει μόνο στην Εκκλησία είναι το μόνο αληθινό και αποτελεσματικό όπλο. Όπως και οι άλλοι μεγάλοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας έτσι και ο Ειρηναίος δημιούργησε στο πλαίσιο της Παραδόσεως, την οποία αύξησε, υιοθετώντας την και εκκινώντας από αυτή. Χρησιμοποίησε τους προγενέστερούς του εκκλησιαστικούς συγγραφείς (από Κλήμεντα Ρώμης και Ιγνάτιο μέχρι Μελίτωνα), χωρίς τούτο να σημαίνη ότι αγνοούσε και αδιαφορούσε τελείως για τους θύραθεν (Spanneut, Schoedel), όπως υπέθεσαν πολλοί. Η διάκριση π.χ. στον άνθρωπο σώματος, ψυχής και πνεύματος απηχεί την πλατωνική φιλοσοφία. Τέλος, ο Ειρηναίος έγινε δημιουργός στο χώρο της Παραδόσεως, διότι ήθελε πάντοτε να είναι μάρτυς της Παραδόσεως.
Ανακεφαλαίωση. Έτσι ωνομάσθηκε από τον Ειρηναίο η όλη θεία οικονομία και η δια του Χριστού σωτηρία του ανθρώπου. Ο Ιερός αυτός άνδρας έφθασε πρώτος σε τόσο πλήρη θεώρηση της ιστορίας και της θείας οικονομίας, ερμηνεύοντας ορθά τα βιβλικά δεδομένα και την Παράδοση της Εκκλησίας. Ο Χριστός, που γεννάται αχρόνως—ανάρχως (Β 30,9) και όχι εν χρόνω, όπως φρονούσαν γενικά οι απολογητές, ανακεφαλαιώνει την πλάση όλη στο θεανθρώπινο πρόσωπό του. Δηλαδή αναδημιουργεί τον πεσόντα κόσμο και ανακαινίζει αυτόν βάσει του εαυτού του, παρέχοντας τον εαυτό του προς μετοχή και ως πρότυπο. Ο άνθρωπος μόνο στο Χριστό συνειδητοποιεί το που έγκειται το «κατ’ εικόνα» του και μόνο δια του έργου του Χριστού επιτυγχάνει το «καθ’ ομοίωσιν». Και τούτο διότι ο Λόγος προ της ενανθρωπήσεως του ήταν αόρατος, δεν ήταν προσιτός εις τον άνθρωπο (Ε 16,2). Το έργο του Χριστού αποτελεί απάντηση στην ατυχή προσπάθεια του Αδάμ. Όπου απέτυχε ο πρώτος Αδάμ, έπρεπε να πετύχη ο νέος Αδάμ χάριν της σωτηρίας των επιγόνων του πρώτου Αδάμ και της αποκαταλλαγής τους προς το Θεό (Ε 16, 3). Ο άνθρωπος εν Χριστώ επιστρέφει στην προπτωτική μακαρία κατάσταση, πορεύεται προς τον τελικό του σκοπό, η φύση αποκαθίσταται (Α. Θεοδώρου) και επαναλαμβάνεται η διακοπείσα πορεία προς την τελείωση με νέες προϋποθέσεις. Η τελική όμως φάση της ανακεφαλαιώσεως θα πραγματοποιηθή στα έσχατα, μεταϊστορικά.
Το μέγα θεολογικό θεμέλιο της ανακεφαλαιώσεως είναι ο ρεαλισμός, βιβλικός και ιγνατιανός. Αφορμή της οι γνωστικοί που δεν είχαν ρεαλισμό κι έτσι έβλεπαν στα γεγονότα της ΚΔ σχήματα και ανυπόστατα φαινόμενα, που γι’ αυτό δεν εξηγούσαν το μυστήριο του κόσμου και δεν έσωζαν τον άνθρωπο. Ο Ειρηναίος αναγνώρισε την πραγματικότητα στο πρόσωπο και το έργο του Χριστού κι έτσι μόνο συνειδητοποίησε την «τραγωδία» (Α 4,3) του κόσμου και προχώρησε στην υπέρβασή της: συνέλαβε την ενότητα της αρχής του κόσμου, όταν οι γνωστικοί διασπούσαν την αρχή αυτή σε δύο (θεός πατήρ—δημιουργός)• αναγνώρισε γενικά το ενιαίο στην πορεία της Ιστορίας• τόνισε την ταυτότητα του Μονογενούς με το Σωτήρα, του Λόγου με το Χριστό, που οι γνωστικοί τα ήθελαν διαφορετικά πρόσωπα. Η διάσπαση και η διαπίστωση της τραγωδίας του κόσμου ωδηγούσε στην απαισιοδοξία, διότι αντιμετωπιζόταν με σχηματικούς αφορισμούς και όχι με το ρεαλισμό του προσώπου του Χριστού, που δημιουργεί την αισιοδοξία: «ει μη συνηνώθη ο άνθρωπος τω Θεώ, ουκ αν ηδυνήθη μετασχείν της αφθαρσίας» (Γ 18,7). Τούτο δε ήταν δυνατό μόνο και μόνο, διότι πραγματικά «ο Θεός άνθρωπος εγένετο» (Γ 21,1). Την παραπάνω ενότητα και το λυτρωτικό έργο του Χριστού αναγνώριζαν βέβαια και οι απολογητές, αλλά εκπροσωπούσαν γενικά μία υπεραισιοδοξία για τον κόσμο, που βασιζόταν στη μη ορθή εκτίμηση της τραγωδίας του κόσμου. Έτσι το έργο του Χριστού φαινόταν κάπως συμπληρωματικό, διορθωτικό, βελτιωτικό μόνο, ενώ η ανακεφαλαίωση του Ειρηναίου σημαίνει ριζική, συγκλονιστική, εξ υπαρχής νέα δημιουργία, νέα πλάση, όπως ο Χριστός είναι νέος Αδάμ. Για πρώτη φορά δηλ. το μυστήριο της ενανθρωπήσεως παίρνει στη θεολογία της Εκκλησίας τόσο ορθές και βαθειές διαστάσεις. Και για πρώτη φορά με τη θεολογία της ανακεφαλαιώσεως γινόταν φανερό πως ο γνωστικισμός δεν είχε— δε μπορούσε να έχη—σχέση με την Εκκλησία. Επομένως ο χριστιανικός γνωστικισμός ήταν απατηλό σχήμα, μέσο συγχύσεως και κίνδυνος για τη γνησιότητα της Εκκλησίας.
Στο έργο της ανακεφαλαιώσεως έχει σπουδαία θέση και η Θεοτόκος. Ο ρόλος της είναι «σωτηριώδης», καθόσον συμβάλλει στην πνευματική αναμόρφωση του πιστού. Η Εύα παρακούσασα έγινε αρχή της πτώσεως, ενώ η Μαρία «υπακούσασα» έγινε «αίτια σωτηρίας» για ολόκληρη την ανθρωπότητα (Γ 22,4). Η προσφορά της Θεοτόκου είναι λοιπόν πολύ περισσότερο από παραδειγματική.
Ο ρεαλισμός του Ειρηναίου εκτείνεται σε όλα τα θέματα που αφορούν τη σωτηρία, ακριβώς διότι βασίζεται στο πρόσωπο του Χριστού. Έτσι π.χ. η θεία Ευχαριστία συνιστά γεγονός απόλυτα ρεαλιστικό, γι’ αυτό και καθιστά δυνατή την ανάσταση των νεκρών. Διότι δηλαδή γίνεται πραγματική μεταβολή του άρτου και του οίνου σε σώμα και αίμα Χριστού κατά την Ευχαριστία και διότι ο άνθρωπος κοινωνεί και μετέχει του πραγματικού Χριστού, είναι αληθινή η ανάσταση των νεκρών. Οι προγενέστεροί του εκκλησιαστικοί συγγραφείς, που ασχολήθηκαν με το θέμα της αναστάσεως, δε βασίσθηκαν για τη δικαίωσή της στον ευχαριστιακό ρεαλισμό, όπως έκαμε ο Ειρηναίος, αλλά οι περισσότεροι ζητούσαν επιχειρήματα από τον κόσμο της λογικής και της φυσικής πραγματικότητος.
Τέλος, ο Ειρηναίος έχει τόσο βαθειά συνείδηση της σημασίας της εν Χριστώ και δια Χριστού ανακεφαλαιώσεως, ώστε εισάγει αυτήν ρητώς εις το βαπτιστήριο Σύμβολο, όπως χαρακτηρίζεται σύντομη και τυποποιημένη ομολογία πίστεως, την οποία παραθέτει στο έργο του: «Εις ένα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα… και εις ένα Χριστόν Ιησούν… επί το “ανακεφαλαιώσασθαι τα πάντα”» (Α 10, 1).
Η θεολογία της Παραδόσεως. Η άλλη σπουδαία και δημιουργική όψη της ειρηναιϊκής σκέψεως είναι η θεολογία της Παραδόσεως, που συνδέεται τόσο οργανικά με τη θεολογία της ανακεφαλαιώσεως, ώστε να μη διακρίνη κανείς ποιά προηγείται της άλλης και να μη νοούνται η μία χωρίς την άλλη. Η θεολογία της Παραδόσεως είχε αφορμή τη διάθεση (και πράξη) των γνωστικών και των αιρετικών να υποτιμούν και να αγνοούν την ιστορικότητα του Χριστού και της αποστολικής παραδόσεως, κάτι που τους παρείχε την άνεση να δημιουργούν δικές τους παραδόσεις. Ήταν επικίνδυνα συχνός ο ισχυρισμός τους, ότι κατείχαν παραδόσεις που ο Χριστός εμπιστεύτηκε μυστικά στους αποστόλους, από τους οποίους πάλι τις έλαβαν γνωστικοί (Α 25, 5) και τις παρέδιδαν μόνο στους μυημένους, διότι ήσαν ανώτερες από αυτές που διατήρησε η Εκκλησία. Η πρώτη αντίδραση του Ειρηναίου ήταν να δείξη, ότι ο Ουαλεντίνος και οι άλλοι επιφανείς γνωστικοί δε γνώρισαν το Χριστό και δεν άκουσαν τι είπε στους αποστόλους κατά την ανάληψή του, ώστε να διασώσουν λόγους του και διδασκαλίες του. Τουναντίον πλησίον του Κυρίου ήσαν οι της «Καινής διαθήκης πολίται»,οι οποίοι μόνοι άκουσαν και διέσωσαν διδασκαλίες του Κυρίου (Γ 12, 5). Υπογραμμίζοντας το τελευταίο τούτο, έχει ο Ειρηναίος τον ιστορικό κρίκο μεταξύ Χριστού και μεταποστολικής εκκλησιαστικής Παραδόσεως. Έχει δηλαδή τη δυνατότητα να υποδείξη τις πηγές της παραδόσεως και τη γνησιότητά της δια της κατονομάσεως των προσώπων, που διαδοχικά παραλάμβαναν και παρέδιδαν τη διδασκαλία του Κυρίου και των αποστόλων. Έτσι δημιουργείται το επιχείρημα της ιστορικής παραδόσεως, την οποία μπορεί κανείς να ελέγξη και να αποδείξη ιστορικά. Η σκέψη αυτή σε γενικές γραμμές μας είναι γνωστή από τον Ηγήσιππο, αλλά στον Ειρηναίο βρίσκει την ανάπτυξή της και την αναγωγή της σε θεολογία, ώστε να πεισθούν οι ενδιαφερόμενοι ότι μόνο η Εκκλησία είχε τη γνήσια Παράδοση και μόνο αυτή μπορούσε να την αποδείξη, διότι μόνο η Εκκλησία μπορούσε να απαριθμήση σε κάθε τοπική Εκκλησία τους επισκόπους—πρεσβυτέρους, που έγιναν κατά σειρά διάδοχοι των αποστόλων και παραλήπτες της Παραδόσεώς τους. Έχομε λοιπόν τις μαρτυρημένες ιστορικά αποστολικές διαδοχές ως εγγύηση γνησιότητος στην Εκκλησία. Με τον τρόπο αυτό η Παράδοση, παίρνοντας τις ορθές διαστάσεις της, αποβαίνει στον Ειρηναίο το γενικώτατο και ευρύτατο πλαίσιο, εντός του οποίου υπάρχει παν ό,τι είναι και έχει η Εκκλησία και άρα και η Γραφή, που αποτελεί το πρώτο γραπτό στοιχείο της Παραδόσεως. Ο Ειρηναίος δε θεωρεί τη Γραφή κάτι ξεχωριστό από την Παράδοση, δεν είναι μέγεθος ιδιαίτερο, αλλά όψη, στοιχείο, πλευρά διακεκριμένη (όχι χωρισμένη) στο πλαίσιο της όλης Παραδόσεως, την οποία μάλιστα χαρακτηρίζει στο σύνολό της «κανόνα της αληθείας» (Α 9, 4) και θεωρεί «ακλινή» και «βεβαία» (Α 9, 5), όρο, κριτήριο και πλαίσιο ζωής του πιστού. Οι ζωντανοί φορείς της Παραδόσεως έχουν στον Ειρηναίο μεγαλύτερη σημασία από τα κείμενα της ΚΔ, κάτι που ισχύει απόλυτα και για τον Ιγνάτιο. Οι φορείς αυτοί ονομάζονται επίσκοποι ή πρεσβύτεροι. Ο όρος πρεσβύτεροι σημαίνει πρώτιστα τους εγγυητές της γνήσιας Παραδόσεως.
Η Παράδοση παρά την κοινωνική, πολιτιστική και γεωγραφική διαφορά των τοπικών Εκκλησιών είναι η αυτή παντού (Α 10, 2). Πρόκειται για φαινόμενο εσωτερικής πνευματικής ζωής, που δεν εμποδίζεται από τον ποικίλο εξωτερικό τρόπο ζωής και το είδος της γλώσσας, μέσω της οποίας εκφράζεται. Η διαφύλαξη της εσωτερικής ταυτότητος και γνησιότητος της Παραδόσεως οφείλεται στο ότι διαθέτει «δύναμη»: «η δύναμις της Παραδόσεως» (αυτόθι). Είναι λοιπόν η Παράδοση δυναμικό γεγονός και γι’ αυτό ζη τη διαδικασία της αυξήσεως, χωρίς κατ’ ουσίαν να μεταβάλλεται. Και τούτο διότι αύξησή της δε σημαίνει αλλαγή και επινόηση άλλης αληθείας, δε σημαίνει την κήρυξη άλλου Χριστού και άλλου δημιουργού Θεού (Α 10, 3), αλλά την είσοδο βαθύτερα στην ίδια αλήθεια, με σκοπό την αναγωγή σε περισσότερες όψεις της ίδιας αληθείας, στην περαιτέρω διείσδυση στο θέλημα του Θεού, στην ευρύτερη κατανόηση της θείας οικονομίας (αυτόθι). Τη διαδικασία αυτή, που στην ιστορία δε μπορεί να έχη τέλος, θεμελιώνει ο Ειρηναίος στους παυλείους λόγους περί του βάθους του πλούτου του Θεού, της σοφίας και της θείας γνώσεως και περί του ότι τα κρίματα, το θέλημα του Θεού, η αλήθεια, είναι ανεξερεύνητα (αυτόθι). Ένεκα του άπειρου της αληθείας ο Θεός θα διδάσκη πάντοτε τον άνθρωπο και ο άνθρωπος θα μαθαίνη συνεχώς από το Θεό περί του Θεού (Β 28, 3). Είναι προφανές ότι η αύξηση της Παραδόσεως συνδέεται άρρηκτα με την αύξηση του ανθρώπου γενικά.
Η αύξηση του ανθρώπου. Η έννοια και η πραγματικότης της αυξήσεως είναι συνέπεια των θεολογικών προϋποθέσεων του Ειρηναίου. Είναι η τακτική, η «τάξις» και «ο ρυθμός» της θείας οικονομίας (Δ 38, 3). Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε νήπιος, έγινε για να αυξηθή και να προκόψη εν Θεώ (Β 22, 4). Ο Θεός «έπλασεν αυτόν εις αυξησίν τε και ακμήν» (Δ 11, 1). Η «προκοπή» του σε μία εποχή αποτελεί εκάστοτε το «πλείον» (Δ 11, 2-3) εν σχέσει με ό,τι είχε στο παρελθόν. Η προκοπή είναι συνεχής και αφορά στη γνώση της αληθείας και την ηθική βελτίωση (Δ 11, 3• Δ 9, 2-3• Δ 38, 1-3) με τη βοήθεια του αγ. Πνεύματος. Την αύξηση του ανθρώπου σε θεογνωσία διαπιστώνει ο Ειρηναίος όχι μόνο σχετικά με την παλαιοδιαθηκική εποχή (Δ 38, 2), αλλά και στην εποχή της Εκκλησίας. Πρόκειται για διαδικασία που αφορά στην πορεία του ενωμένου με το Θεό ανθρώπου, του χριστιανισμού γενικά, που θα προοδεύη χωρίς να αλλάζη κάτι από την ήδη παραδοθείσα θεογνωσία. Έτσι λοιπόν η δημιουργία, η ανακεφαλαίωση, η Παράδοση και η αύξηση αποτελούν όψεις του μυστηρίου της θείας οικονομίας, ο χαρακτήρας του οποίου είναι σαφώς δυναμικός, για να γίνεται ο άνθρωπος θεός. Η γνώση του Θεού, για την οποία ενδιαφέρεται ο Ειρηναίος, δεν είναι θεωρητική αναγωγή, αλλά έκφραση εμπειρίας την οποία έχει ο άνθρωπος καθόσον μετέχει στον ίδιο το Θεό: «μετοχή δε Θεού εστί το γινώσκειν τον Θεόν» (Δ 20, 5). Στην ίδια συνάφεια εξηγεί ο Ειρηναίος ότι ο άνθρωπος γνωρίζει την αλήθεια, καθόσο εισέρχεται σ’ αυτήν και ζη εν αυτή, όπως για να ίδη κανείς το φως πρέπει να εισέλθη σ’ αυτό: «ώσπερ οι βλέποντες το φως εντός εισί του φωτός και της λαμπρότητος αυτού μετέχουσιν, ούτω και οι βλέποντες τον Θεόν εντός εισί του Θεού, μετέχοντες αυτού της λαμπρότητος» (αυτόθι). Η μετοχή ή κοινωνία ή θέα του Θεού έχει σαν αποτέλεσμα «ζωήν και φως» (Ε 24, 2 και ο 20, 5), δηλαδή πνευματική απόλαυση και γνώση, ικανοποίηση του όλου πνευματικού ανθρώπου. Και στο σημείο τούτο διαπιστώνομε ότι ο Ειρηναίος με τον έντονο ρεαλισμό του είναι ο συνεχιστής της ιγνατιανής θεολογίας, την οποία σαφώς αυξάνει, και όχι της θεολογίας των απολογητών.
Ο ιερός άνδρας υιοθέτησε τη λαϊκή αντίληψη των χρόνων του περί της χιλιετούς βασιλείας του Χριστού και των εκλεκτών του επί της γης και την ενσωμάτωσε στη θεολογία της ανακεφαλαιώσεως και αυξήσεως.
Το πρωτείο αληθείας. Η περίπτωση του Διονυσίου Κορίνθου, που έδρασε περί το 160-180 και έγινε φορέας του πρωτείου αληθείας, επαναλαμβάνεται στον Ειρηναίο. Ο τελευταίος, μολονότι επισκοπεύει στην άσημη και μακρυνή επισκοπή της Λυών, συμβουλεύει, επιπλήττει και επιβάλλει τις απόψεις του στην πρώτη, την ένδοξη και πανίσχυρη επισκοπή της Ρώμης. Αυτό συνέβη, διότι ο Ειρηναίος εξέφραζε την αλήθεια, την ορθή απάντηση στη μεγάλη κρίση της εποχής του και μάλιστα στο πρόβλημα της επιεικείας (έναντι μετανοούντων) και της ενότητος της Εκκλησίας (παρά τις υφιστάμενες ριζικές διαφωνίες για τον εορτασμό του Πάσχα στη Ρώμη και τη Μικρασία). Η αλήθειά του, που στο μεταξύ αναγνωρίσθηκε, του έδινε το προβάδισμα, το πρωτείο έναντι άλλων να συμβουλεύη. Η αναφορά του Ειρηναίου (Γ 3, 2) στην Εκκλησία της Ρώμης με τρόπο ιδιαίτερα τιμητικό για τη γνησιότητα της παραδόσεώς της δεν αλλάζει την ιστορική πραγματικότητα, κατά την οποία πρωτείο = αλήθεια εξέφρασε ο Ειρηναίος και όχι ο ισχυρός επίσκοπος Ρώμης. Η στάση λοιπόν του Ειρηναίου πρέπει να γίνη ερμηνευτικός όρος του κειμένου του, που θέλει τις Εκκλησίες ή τους πιστούς να «συμφωνούν με την Εκκλησία της Ρώμης ή να προσέρχωνται σ’ αυτή». Είναι γνωστό πως ο Ειρηναίος στην πράξη δε ζητεί από την Εκκλησία της Εφέσου να συμφωνήση με την Εκκλησία της Ρώμης, δηλ. δεν καταφάσκει το χωρίο του, όπως είναι στη λατινική. Επομένως ή το πρωτότυπο ελληνικό κείμενο του Ειρηναίου ήταν διαφορετικό ή το χωρίο, όπως έχει, δεν αποδίδει πράγματι πρωτείο εξουσίας στην Εκκλησία της Ρώμης, αλλά είδος τιμητικής διακρίσεως μόνο ένεκα της ιστορίας της και της προελεύσεώς της από τους δύο κορυφαίους αποστόλους. Πιθανόν ακόμη να αφορά η σχετική φράση στις πολλές σχισματικές χριστιανικές ομάδες, που συχνά σχηματίζονταν στη Ρώμη με αποτέλεσμα να δημιουργούν σύγχυση στους απλούς πιστούς και τους νεήλυδες χριστιανούς (Π. Χρήστου). Στην αρχαία Εκκλησία κατά συνέπεια δεν εμφανίζεται το πρωτείο εξουσίας, αλλά το πρωτείο αληθείας, αφού και όταν ο επίσκοπος Ρώμης απειλούσε τις μικρασιατικές Εκκλησίες πρόβαλλε συνήθως την ορθότητα και την παραδοσιακότητα της θέσεώς του και όχι κάποια εξουσία.
Ο Ειρηναίος στη θεολογία και τη μνήμη της Εκκλησίας. Η θεολογική σκέψη του Αθανασίου και των άλλων μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας είναι αδιανόητη χωρίς την προσφορά του Ειρηναίου. Η θεολογία του περί ανακεφαλαιώσεως, Παραδόσεως και αυξήσεως έγιναν ζωή, φρόνημα και Παράδοση της Εκκλησίας. Εν τούτοις το συγγραφικό έργο του Ειρηναίου σχεδόν λησμονήθηκε στη Δύση και την Ανατολή. Ίσως διότι έλειψε ο κίνδυνος του γνωστικισμού, με αφορμή του οποίου θεολόγησε ο Ειρηναίος. Ίσως διότι τελείως νέα προβληματολογία κυριάρχησε από τον Δ’ αιώνα και εξής: Τριαδολογία, Χριστολογία, Πνευματολογία. Και στο χώρο αυτό η Εκκλησία ζητούσε κάτι πέρα της προσφοράς του Ειρηναίου.
ΒΙΟΣ
Ο Ειρηναίος μνημονεύεται από πολλούς μεταγενέστερούς του (Τερτυλλιανός, Κλήμης Αλεξ., Βασίλειος, Γρηγόριος Νύσσης, Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Επιφάνιος Κύπρου, Θεοδώρητος, Μάξιμος Ομολογητής, Αυγουστίνος, Φώτιος κ.ά.), αλλά όλοι γνωρίζουν περί του βίου του ό,τι διέσωσε ο Ευσέβιος (Εκκλησ. ιστ. Ε 3-8). Και αυτός όμως κυρία πηγή είχε μόνο τα έργα του Ειρηναίου, που δυστυχώς δεν είναι πλούσια σε αυτοβιογραφικά στοιχεία. Η γέννηση του Ειρηναίου τοποθετείται μεταξύ 130 και 140. Στην εφηβική του ηλικία γνώρισε και άκουσε τον Πολύκαρπο Σμύρνης. Πλησίον αυτού έζησε φαίνεται μερικά έτη, όσα ήσαν αναγκαία για τη μύησή του στην αποστολική Παράδοση, όπως την παρέδιδε ο ακουστής του Ευαγγελιστού (ή του Πρεσβυτέρου) Ιωάννου Πολύκαρπος, και για τη θεολογική του κατάρτιση που συμπληρώθηκε αλλού και ίσως και στη Ρώμη, όπου ήταν δυνατό να γνωρίση καλά τα γνωστικά συστήματα.
Αίφνης το 177 πληροφορούμεθα ότι βρίσκεται στη Λυών ως πρεσβύτερος. Την εποχή αυτή ήταν πολύ σύνηθες το να μεταναστεύουν μικρασιάτες στη Γαλλία. Φαίνεται μάλιστα ότι πολλοί πιστοί της Λυών προέρχονταν από την Ανατολή, με αποτέλεσμα ο κοσμοπολιτισμός να χαρακτηρίζη το περιβάλλον, όπου έδρασε ο Ειρηναίος. Από τη Λυών μεταβαίνει το ίδιο έτος στη Ρώμη, απεσταλμένος των χριστιανών της πόλεως αυτής, που πολλοί και οι σημαντικώτεροι των οποίων είχαν φυλακισθή στη διάρκεια του φοβερού διωγμού του Μάρκου Αυρηλίου. Ίσως μάλιστα οι χριστιανοί της Λυών να είχαν ήδη εγκρίνει τον Ειρηναίο ως επικεφαλής και υπεύθυνο της Εκκλησίας τους, αφού ο επίσκοπός τους Ποθεινός και πολύ γέρων και φυλακισμένος ήταν. Αυτό όμως δε νομίζομε ότι σημαίνει και την επισκοποποίηση του Ειρηναίου, όπως υπέθεσαν πολλοί. Στη Ρώμη ήρθε με συστατική επιστολή, εξαιρετικά επαινετική για το πρόσωπό του, και με σκοπό να πείση τον Ελεύθερο (174-189) περί του ότι δεν πρέπει να εναντιωθή στον επίσκοπο Εφέσου, ο οποίος αντιμετώπιζε με επιείκεια τους μετανοούντες (Nautin).
Όταν επέστρεψε στη Λυών, πολλοί χριστιανοί είχαν μαρτυρήσει και μαζύ τους ο επίσκοπος Ποθεινός, τον οποίο διαδέχθηκε αμέσως ο Ειρηναίος το 177 ή 178. Κατά τον Nautin τα γεγονότα αυτά έλαβαν χώρα το 175 και ο Ειρηναίος έγινε επίσκοπος και της Βιέννης. Έτσι εξηγεί και ότι την περίφημη Επιστολή (=Μαρτύριο) περί των μαρτύρων της Λυών προς τις Εκκλησίες Ασίας και Φρυγίας έγραψε ο ίδιος ο Ειρηναίος εκ μέρους των δύο αυτών Εκκλησιών. Ως επίσκοπος εργάσθηκε για την καταπολέμηση των γνωστικών και τη διάδοση του χριστιανισμού μεταξύ των Κελτών, χρησιμοποιώντας κατά πάσα πιθανότητα τη γλώσσα τους. Η γνήσια παράδοσή του και η αλήθεια που εξέφραζε του έδωσαν τη δυνατότητα να παίξη ρόλο σημαντικό χάριν της ενότητος της όλης Εκκλησίας. Στη μεγάλη διένεξη των χρόνων του, εξ αφορμής του χρόνου εορτασμού του Πάσχα (η Μικρασία το εώρταζε τη 14η του μηνός Νισάν, η Ρώμη την πρώτη Κυριακή μετά την ημερομηνία αυτή), αναμίχθηκε έντονα με αποτέλεσμα να υποχωρήση ο Ρώμης Βίκτωρ (189-198), που ήθελε να απόσχιση τις μικρασιατικές Εκκλησίες. Στην Επιστολή του προς Βίκτωρα συναντάμε για πρώτη φορά τη θεολογία της ενότητος και της ποικιλίας εθών μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών. Η επέμβαση αυτή είναι το τελευταίο γνωστό στοιχείο της ζωής του Ειρηναίου και συνέβη μάλλον περί το 192-195. Ο Γρηγόριος Τουρώνης στο τέλος του ΣΤ’ αιώνα πληροφορεί ότι ο Ειρηναίος μαρτύρησε το 202 επί Σεπτιμίου Σεβήρου (Historia Francorum 127), κάτι που δεν απορρίπτεται, αλλά και δεν επιβεβαιώνεται από τις αρχαίες πηγές. Η Ανατολική Εκκλησία, υιοθετώντας την παράδοση ότι ο Ειρηναίος μαρτύρησε, τιμά τη μνήμη του στις 23 Αύγουστου και η Δυτική στις 28 Ιουνίου.
ΕΡΓΑ
Ο Ειρηναίος υπήρξε πολυγράφος. Δυστυχώς όμως τα περισσότερα έργα του χάθηκαν. Και όσα διασώθηκαν υπάρχουν σε λατινική και αρμενική μετάφραση. Στην ελληνική διασώθηκαν μόνο αποσπάσματα και μάλιστα μέγα τμήμα του Α’ μέρους του σπουδαιότερου έργου του Έλεγχος. Τα έργα του είναι βασικά πολεμικά και εκκλησιολογικά, σε τύπο διατριβής και επιστολής.
Ο Ειρηναίος δεν είναι ταλαντούχος συγγραφέας, αλλά διαθέτει αξιόλογη κλασσική φιλολογική και φιλοσοφική κατάρτιση και αρκετή γνώση των προ αυτού εκκλησιαστικών και γνωστικών συγγραφέων, τους οποίους και χρησιμοποιεί. Καταφανώς υστερεί στη σύνθεση, στην οικονομία της όλης του, αλλά έχει συχνές εξάρσεις, οι οποίες εκπλήσσουν τον αναγνώστη, που ενίοτε διαπιστώνει ρυθμικό πεζό λόγο, κάτι που προϋποθέτει αναπτυγμένο γλωσσικό αισθητήριο.

(Πατρολογία τόμος Α,Αθήνα 1991, σελ. 294-305) – Ι.Ν. Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Μέγας Αθανάσιος. Ο βίος & η διδασκαλία του (Πατρολογία Στυλιανού Παπαδόπουλου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιουνίου, 2020

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ (+ 373) ο Μέγας

ΓΕΝΙΚΑ
Ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας υπήρξε η μεγαλύτερη φυσιογνωμία της αρχαίας Εκκλησίας. Σήκωσε το βάρος πολλαπλής και βαθιάς κρίσεως και θεμελίωσε θεολογικά και οριστικά την ορθόδοξη τριαδολογία. Μετέβαλε κυριολεκτικά την πορεία της θεολογίας, που είχε στρεβλωθεί με την Αλεξανδρινή σχολή, την ανασυνέδεσε με την θεολογία του Ιγνατίου, του Ειρηναίου, του Διονυσίου Αλεξανδρείας και του Θεογνώστου, και την έθεσε στην διακονία της Εκκλησίας και της σωτηρίας. Έσπασε το φράγμα των λεγόμενων θεολογικών σχολών. Φωτίστηκε κατ’ εξοχήν, ώστε αυτός κυρίως να κατανοήσει το μυστήριο της Τριάδας και αυτός να το εκφράσει. Και υπέστη τις περισσότερες διώξεις για την υπεράσπιση της αληθείας από τους αιρετικούς και τους Καίσαρες της εποχής. Για τέσσερες δεκαετίες και πλέον (328-373) απέβη το σύμβολο και η κεφαλή, προς την οποία με αγωνία είχαν στραμμένα τα βλέμματα οι πάντες, ορθόδοξοι και κακόδοξοι. Οι λίγοι ορθόδοξοι, όσο έβλεπαν τον ιερό αετό όρθιο στο θρόνο του ή ανυποχώρητο στις εξορίες του, ήταν βέβαιοι πως η Ορθοδοξία ζει και αναθαρρούσαν. Οι πολλοί κακόδοξοι, όσο έβλεπαν όρθιο τον ανυπότακτο άνδρα, ήξεραν ότι παρά τους διωγμούς η Ορθοδοξία επιζεί και γι’ αυτό θηριώνονταν.
Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ
Ο Μέγας Αθανάσιος έζησε στην κρισιμότερη εποχή της αρχαίας Εκκλησίας, τότε που αυτή κινδύνευε, ανθρώπινα, να χάσει την ταυτότητα της. Η παιδεία του και η αυτοσυνειδητοποίηση του τοποθετούνται στις δύο πρώτες δεκαετίες του Δ’ αιώνα. Από το 313 και δη με την μονοκρατορία (324) του Μ. Κωνσταντίνου, οι χριστιανοί έβγαιναν από τα γκέττο κι έκλειναν οριστικά τις κατακόμβες. Αποκτούσαν για πρώτη φορά κοινωνικό πρόσωπο και την αναγκαία ελευθερία για ευρύτατη μελέτη των προβλημάτων που δημιουργούσε η βίωση της αλήθειας. Παράλληλα όφειλαν να εργάζονται και να ζουν για δύο κυρίους, τον καίσαρα και τον Χριστό. Τα γεγονότα προκάλεσαν αρχικά στους χριστιανούς απέραντο ενθουσιασμό, που γρήγορα μεταβλήθηκε σε δραματικούς αγώνες για την γνησιότητα της διδασκαλίας και την φανέρωση της αλήθειας στα θέματα που ανέκυπταν. Η Εκκλησία γνώρισε τότε ολέθριο συγκλονισμό, δεδομένου μάλιστα ότι από τις τρεις τελευταίες δεκαετίες του Γ’ αιώνα, δηλ. μετά το σπουδαίο έργο του Διονυσίου Αλεξανδρείας και την αξιόλογη σκέψη του Θεογνώστου, η θεολογία έχανε ολοένα και κάτι από την ρώμη της, από την εμμονή στην «ανακεφαλαίωση» του Ειρηναίου. Η κάμψη αυτή της θεολογίας, με την επήρεια των διωγμών, των κακοδοξιών, των μικρών θεολόγων και δη της ηθικιστικής φιλοσοφικής σκέψεως, οδηγούσε στην αποδυνάμωση της Παραδόσεως και την ηθικολογική θεώρηση της Εκκλησίας, όπως δείχνουν οι σπουδαιότεροι εκκλησιαστικοί συγγράφεις των ετών 300-320, δηλ. Μεθόδιος Ολύμπου και Ευσέβιος Καισαρείας στην Ανατολή, Αρνόβιος de Sicca και Λακτάντιος στην Δύση.
Η κατάσταση αυτή, τονισμένη ιδιαίτερα στο αδιαφιλονίκητο πνευματικό κέντρο της εποχής, δηλ. στον αλεξανδρινό χώρο, παρήγαγε μεταξύ άλλων τα εξής φαινόμενα:
α) Υποβάθμιση της απόλυτης σημασίας της ενανθρωπήσεως του Λόγου, αναζωπύρωση των συζητήσεων περί αρχής του κακού και υπερτονισμό της αξίας της φιλοσοφικής σκέψεως (αλεξανδρινή παράδοση, αλληγορική ερμηνεία). Στο φαινόμενο τούτο, που είχε βαθύτατα διαβρώσει την επιφανειακή θεολογία της εποχής και συνιστούσε τον πρωταρχικό και γενεσιουργό κίνδυνο στην Εκκλησία, απάντησε ο Αθανάσιος με τους δύο πρώτους Λόγους του «Κατά Ελλήνων» και Περί ενανθρωπήσεως».
β) Επειδή επικρατούσε τέτοιο κλίμα, όταν ανέκυψε συζήτηση και αμφισβήτηση για το πώς της δημιουργίας, της προελεύσεως του Υιού του Θεού από τον Πατέρα και της σωτηρίας, επόμενο ήταν ο Άρειος και οι πολλοί οπαδοί του να λύνουν (περί το 318) τα προβλήματα, στηριζόμενοι στις κοσμολογικές και φιλοσοφικές (οντολογικές) αρχές, διατηρώντας όμως τα βιβλικά σχήματα. Έτσι ο Άρειος ούτε την σχέση Υιού και Πατέρα μπορούσε να καταλάβει ούτε την σωτηρία να εξασφαλίσει, εφόσον ο Υιός ήταν γι’ αυτόν κτίσμα, που σαν τέτοιο δεν μπορούσε να «συνάψη» τον άνθρωπο με τον Θεό. Λίγο αργότερα (μετά το 355) εμφανίστηκαν κακοδοξίες που στρέφονταν κατά της θεότητας του αγίου Πνεύματος και των δύο φύσεων του Χριστού. Και αυτές άμεσα κι έμμεσα συνδέονταν με τον Άρειο. Είναι φανερό πως έτσι έχανε η Εκκλησία το έρεισμά της, την δύναμή της, εκείνο για το οποίο υπήρχε, δηλ. την σωτηρία. Επομένως μεταστοιχειωνόταν σε ηθικολογικό σύστημα, άλλαζε ριζικά το είναι της. Στην φοβερή αυτή κρίση απάντησε ο Αθανάσιος με τους τρεις Λόγους του «Κατά Αρειανών», τους οποίους επεξεργάστηκε επανειλημμένα, και με πλήθος μεταγενέστερων έργων του.
γ) Και πάλι ένεκα του κλίματος αυτού, όταν ο αυτοκράτορας, ορθόδοξος ή κακόδοξος, επενέβαινε στα θέματα της Εκκλησίας, οι αρειανοί κακόδοξοι, που εξέφραζαν το κλίμα τούτο, θεωρούσαν αυτονόητη την επέμβαση του καίσαρα, τον οποίο μάλιστα προκαλούσαν σ’ αυτήν για την ανατροπή της διδασκαλίας, που συνοδικώς (Νίκαια 325) η Εκκλησία κύρωσε ως γνήσια και αληθή. Απαντώντας ο Αθανάσιος στην πρόκληση αυτή, που όντως έθετε στην κρίση του εκάστοτε καίσαρα την αλήθεια της Εκκλησίας, μίλησε για την σχέση Εκκλησίας και κοσμικής εξουσίας και θεμελίωσε την θεολογία της Οικουμενικής γενικά Συνόδου.
Παρατηρούμε ότι ο Αθανάσιος αναγκάστηκε ν’ απαντήσει και απάντησε ορθά σε πολλά και θεμελιώδη προβλήματα, διότι η κρίση ήταν πολλαπλή και τόσο ριζική, που αναμόχλευε τα σπουδαιότερα θέματα της Εκκλησίας: Θεός – κόσμος – άνθρωπος – δημιουργία – τριαδολογία – ενανθρώπηση του Υιού – σωτηρία – χριστολογία – οικουμενική σύνοδος – πνευματολογία. Κανείς άλλος Πατέρας και Διδάσκαλος της Εκκλησίας δεν αντιμετώπισε τόσο ριζική και τόσο πολλαπλή εκκλησιαστικοθεολογική κρίση. Ο Αθανάσιος διατηρεί και αυτό το πρωτείο.
ΤΟ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟ ΚΑΚΟ ΚΑΙ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΗ
α. Ο άνθρωπος «γέγονεν εις το οράν τον Θεόν»
Η θεολογία του Παύλου και του Ειρηναίου περί ανακεφαλαιώσεως και αναδημιουργίας των πάντων στο πρόσωπο του Χριστού φαινόταν άτονη και λησμονημένη στις αρχές του Δ’ αιώνα. Ο Αθανάσιος διέβλεπε καθαρά τις φοβερές συνέπειες και, απαντώντας σε εθνικούς και κακοδόξους, υπογράμμισε ότι το κακό δεν έχει «υπόσταση» δική του, καθώς πίστευαν πολλοί Έλληνες (Κατά ελλήνων 6):
«το κακόν ου παρά Θεού ουδέ εν Θεώ ούτε εξ αρχής γέγονεν, ούτε ουσία τις εστίν αυτού. Αλλ’ άνθρωποι κατά στέρησιν της του καλού φαντασίας εαυτοίς επινοείν ήρξαντο και αναπλάττειν τα μη όντα… (= όπως ενώπιον του ηλίου) καμμύων τους οφθαλμούς, σκότος εαυτώ επινοεί ουκ όντος σκότους… και εν σκότει πλανώμενος περιπατεί» (Αυτόθι 7).
Το κακό επινοήθηκε από τον άνθρωπο, ο οποίος δημιουργήθηκε από το μηδέν από τον παμβασιλέα Θεό διά του Λόγου του «κατ’ εικόνα». Η ανυπαρξία του κακού και η δημιουργία από το μηδέν τόνιζαν ότι αυθυπαρξία έχει μόνο «η πηγή της αγαθότητος» αγέννητη Τριάδα. Έδειχναν ότι μόνο ότι συνδέεται με αυτόν που έχει αυθεντική ζωή (τον Θεό) αποκτά ύπαρξη, ότι ουδεμία αναλογία υπάρχει μεταξύ Θεού και κτισμάτων (Κατά αρειανών Α’ 57). Απέκλειαν την φιλοσοφική ιεραρχία των όντων (από τον ένα Θεό μέχρι τον άνθρωπο) και διέκριναν σαφώς δύο μόνο πραγματικότητες, τελείως διάφορες μεταξύ τους, την αγέννητη αρχή, δηλ. τον Θεό, και τον κτιστό κόσμο:
Ο Λόγος, «ώσπερ εν πάση τη κτίσει ων, έκτος μεν εστί του παντός κατ’ ουσίαν, εν πάσι δε εστί ταις εαυτού δυνάμεσι τα πάντα διακοσμών» (Περί ενανθρωπήσεως 17).
Το πολυσήμαντο στον άνθρωπο ήταν ότι ο Λόγος είχε εντυπώσει σ’ αυτόν την εικόνα του Θεού, με την οποία ο άνθρωπος «γέγονεν εις το οράν τον Θεόν και υπ’ αυτού φωτίζεσθαι» (Κατά ελλήνων 7), έγινε θεωρητής του Θεού και των όντων, είχε «έννοιαν και γνώσιν» της «αϊδιότητός» του, δηλ. της θειότητας και ομοιώσεως του προς τον Θεό. Όσο θα διατηρούσε την «ταυτότητά» του, δηλ. καθαρή μέσα του την θεία εικόνα, όσο θα έμενε όπως δημιουργήθηκε («εαυτώ συνών, ως γέγονεν εξ αρχής») (Κατά ελλήνων 2 και 3), θα είχε κάποια θέα του Θεού, θα επικοινωνούσε και θ’ αγαλλόταν με τον Θεό, θα συναπτόταν με τα θεία.
β. Επιστροφή τον ανθρώπου στο μη όν, στο μηδέν (πτώση)
Παρά ταύτα ο άνθρωπος από την θέα του Θεού στράφηκε στην θέα, δηλ. την αποκλειστική εκτίμηση, του εαυτού του και του κόσμου:
ο άνθρωπος, «έως μεν τον νουν είχε προς τον Θεόν και την τούτου θεωρίαν, απεστρέφετο την προς το σώμα θεωρίαν. Ότε δε …απέστη μεν της προς τον Θεόν διανοίας, εαυτόν δε κατανοείν ήρξατο… εις επιθυμίαν του σώματος έπεσεν» (Κατά ελλήνων 3).
Την κατάσταση αυτή χαρακτηρίζει ο Αθανάσιος επιστροφή στο «κατά φύσιν», το οποίο ταυτίζει με το «ουκ ον», δηλ. με το μηδέν, από το οποίο προήλθαν οι άνθρωποι. Έτσι αμαρτία, πτώση, θάνατος, κακό, ειδωλολατρία, ταυτίζονται
«η γαρ παράβασις της εντολής εις το κατά φύσιν αυτούς επέστρεφεν, ίνα, ώσπερ ουκ όντες γεγόνασιν, ούτω και την εις το είναι φθοράν υπομείνωσι τω χρόνω εικότως. Ει γαρ, φύσιν έχοντες το μη είναι ποτέ, τη του Λόγου παρουσία και φιλανθρωπία εις το είναι εκλήθησαν, ακόλουθον ην, κενωθέντας τους ανθρώπους της περί Θεού εννοίας και εις τα ουκ όντα αποστραφέντας (ουκ όντα γαρ εστί τα κακά, όντα δε τα καλά, επειδήπερ από του όντος Θεού γενόνασι), κενωθήναι και του είναι αεί… Έστι μεν κατά φύσιν άνθρωπος θνητός, άτε δη εξ ουκ όντων γεγονώς» (Περί ενανθρωπήσεως 4)
με την ανυπαρξία, αφού ο άνθρωπος υπάρχει μόνο καθόσον βλέπει στο κάτοπτρο της ψυχής του την εικόνα του Πατέρα, δηλ. καθόσον μπορεί να έχει σχέση με τον Θεό. Ο άνθρωπος αμαυρώνει το κάτοπτρο κι έτσι, μη έχοντας θεωρία του Θεού και συνεπώς και μη ορθή θεωρία του κόσμου, τοποθετεί στην θέση του φανταστικά πράγματα, δηλ. μη όντα (Κατά ελλήνων 8). Αυτό ακριβώς είναι η ειδωλολατρία και αυτό υπογραμμίζει την «κατά φύσιν» ζωή της ανυπαρξίας. Με αυτά κατανοεί κανείς γιατί επιμένει ο Αθανάσιος να υποστηρίζει ότι ο Άρειος είναι άθεος: διότι, θεωρώντας τον Υιό κτίσμα, κατατάσσει αυτόν στα κτιστά όντα, που έχουν ύπαρξη μόνο εφόσον κοινωνούν με τον Θεόν, δεν έχουν δική τους ύπαρξη, δεν είναι θεοί. Η δυσκολία του Αθανασίου να εξηγήσει το κακό είναι εμφανής. Χρησιμοποιεί πέρα από τους πλατωνικούς όρους «ον», «μη ον», παραστατικά το σχήμα της ψυχής ως κάτοπτρο, το οποίο όταν επικαλύπτεται δεν λειτουργεί, δεν δίνει εικόνα, δηλ. δεν κατοπτρίζει τον Θεό και αυτό είναι η κακία. Το σχήμα τούτο θα αναπτύξουν πολύ ο Μ. Βασίλειος και ο Γρηγόριος Νύσσης. Επίσης, για να δείξει ο Αθανάσιος την ανυπαρξία του κακού, περιγράφει τον σκοτισμό που προκαλεί η θέα του ήλιου με γυμνό μάτι. Εκεί δεν υπάρχει σκοτάδι, αλλά, μη έχοντας δυνατότητα για απευθείας θέα του ήλιου, νομίζουμε ότι επέρχεται σκοτάδι, που δεν υπάρχει καθεαυτό, αφού εκεί είμαστε μέσα στο φώς. Ο Αθανάσιος, παρακολουθώντας προσεκτικά την πορεία του ανθρώπου, διαπιστώνει ότι αυτός αδυνατεί από μόνος του να επαναποκτήσει την κοινωνία και την γνώση του Θεού, άρα την ύπαρξη. Η αδυναμία αυτή του ανθρώπου είναι η τραγωδία του, η αυτοαπόρριψή του σ’ έναν κόσμο αντιφάσεων, όπου δεν γνωρίζει ούτε τον εαυτό του, ούτε τον Θεό, ούτε τον κόσμο• δεν αναγνωρίζει ούτε καν ότι ο Θεός είναι αγένητος και ο άνθρωπος κτιστός:
«ο Θεός… κατιδών πάλιν την ασθένειαν της φύσεως αυτών ( = των ανθρώπων), ως ουχ ικανή είη εξ εαυτής γνώναι τον δημιουργόν, ουδόλως έννοιαν λαβείν Θεού τω τον μεν είναι αγένητον, τα δε εξ ουκ όντων γεγενήσθαι« (Περί ενανθρωπήσεως 1).
γ. Ο Λόγος «ενηνθρώπησεν ίνα ημείς θεοποιηθώ μεν»
Αυτή ακριβώς η μηδενική πτωτική κατάσταση κάνει τον Αθανάσιο να αγωνιά. Θέλει να υψώσει τον άνθρωπο από την ανυπαρξία του, πασχίζει να δείξει πώς ο Θεός επεμβαίνει αποφασιστικά στην ιστορία της ανθρωπότητας, ποιά είναι η διαδικασία της θείας οικονομίας, δηλαδή της θείας επεμβάσεως. Προϋποθέσεις είναι η αγαθότητα του Θεού, που θέλει να δει τον άνθρωπο πάλι ευτυχή, δηλαδή υπάρχοντα, και η θεία εικόνα, την οποία ο Λόγος εγχάραξε στον άνθρωπο κατά την δημιουργία του. Η αγαθότητα δεν μεταβάλλεται, αλλά και η θεία εικόνα στον άνθρωπο δεν χάνεται• επικαλύπτεται, σκοτίζεται, δεν λειτουργεί, αλλά υπάρχει. Σ’ αυτήν ακριβώς επεμβαίνει ο Θεός από «φιλανθρωπία» και αυτήν θεραπεύει, ανανεώνει. Η εικόνα στον άνθρωπο γίνεται ο τόπος υποδοχής της επεμβάσεως του Θεού, μολονότι αυτή δεν έχει καμμία σχέση με τον σπερματικό λόγο των στωικών και του Ιουστίνου, τον οποίο ξεπέρασε ο Ειρηναίος και τώρα ο Αθανάσιος (Κατά ελλήνων 40). Την επέμβαση συνιστά η ενανθρώπηση του ίδιου του θείου Λόγου, του Υιού του Πατέρα:
Ο Θεός «ελεήσας πάλιν το γένος το ανθρώπινον, άτε δη αγαθός ων, ουκ αφήκεν αυτούς ερήμους της εαυτού γνώσεως, ίνα μη ανόνητον έχωσι και το είναι» (αυτόθι).
«τι έδει γενέσθαι, αλλ’ η το κατ’ εικόνα πάλιν ανανεώσαι, ίνα δι’ αυτού πάλιν αυτόν (= τον Θεόν) γνώναι δυνηθώσιν οι άνθρωποι; Τούτο δε πως αν εγεγόνει, ει μη αυτής της του Θεού εικόνος παραγενομένης του Σωτήρος υμών;» (αυτόθι 13).
Πρώτος ο Μ. Αθανάσιος επιμένει τόσο έντονα στην ψηλάφηση του τρόπου, με τον οποίο επεμβαίνει ο Θεός στην ανακαίνιση του ανθρώπου, στην σωτηρία του. Προσπαθεί να παρακολουθήσει βήμα προς βήμα την κίνηση του Θεού, κυριολεκτικά ζητάει την «λογική» του μυστηρίου. Γι’ αυτό, εξειδικεύοντας θεολογικά, δεν μιλάει πλέον γενικά για τον δημιουργό Θεό, αλλά για τον δημιουργό Λόγο, που ανακαινίζει την δική του εικόνα στον άνθρωπο, αφού ο ίδιος είναι (άλλου είδους βέβαια, δηλαδή απαράλλακτος) εικόνα του Πατέρα. «Ανατυπώνει» τώρα ο Λόγος στο ίδιο ον την «μορφή» (την εικόνα) που δημιούργησε, αλλά η οποία σχεδόν έσβησε (αυτόθι 14). Και το κάνει ο Λόγος αυτό, διότι αλλιώς, αν ο άνθρωπος δεν ιδεί την εικόνα του Πατέρα μέσα του, πως θα γνωρίσει και θα κηρύξει τον Πατέρα; Άλλος τρόπος θεογνωσίας, άλλο «σύστημα» γνωσιολογίας, δεν υπάρχει από την ενανθρώπηση και εντεύθεν (αυτόθι). Ο Θεός πλέον δεν διδάσκει με κραυγές και νεφέλες, όπως στην ΠΔ, αλλά φανερώνει την αλήθεια γινόμενος άνθρωπος, προσλαμβάνοντας το φθαρτό κτίσμα, ανακαινίζοντας και ενώνοντας την θεία εικόνα στον άνθρωπο με την ίδια την αλήθεια, δηλαδή θεώνοντας ολόκληρο τον άνθρωπο, ο Λόγος του Θεού «ενηνθρώπησεν ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (αυτόθι 54).
Η ΚΑΚΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΚΑΙ «Η ΦΥΣΕΙ ΓΕΝΝΗΣΙΣ» ΤΟΥ ΥΙΟΥ
α. Ο Άρειος εισάγει την αρχή τον χρόνου στην ζωή της αγίας Τριάδας
Από τις δύο Επιστολές (320/4;) του Αλεξάνδρου Αλεξανδρείας κατά του αρειανισμού συνάγεται ότι ο Άρειος, προκειμένου να μιλήσει για την προέλευση του Υιού, εκκινούσε από την κοινή αντίληψη ότι το αγένητο και άτρεπτο είναι ένα. Κοινή όμως ήταν και η πλατωνική θέση, ότι μόνο «το εν» δεν «μετέχει χρόνου, ούτε ποτέ γέγονεν, ούτε εγίγνετο» (Παρμενίδης 14/e). Επίσης μόνο «το εν» τούτο είναι το «έχον ακινήτως» (Τίμαιος 37e-38a) και ως ακίνητο είναι και άτρεπτο. Συνεπώς, υποστήριζε ο Άρειος, αγένητος είναι μόνο ένας, ο Θεός, και οτιδήποτε ακολουθεί, ακόμη και ο Υιός, «ην ποτέ ότε ουκ ην», είναι «εξ ουκ όντων», δημιούργημα εν χρόνω και μάλιστα με την βούληση του Θεού, όπως δίδασκε ο Ωριγένης. Η άποψη αυτή για τον Υιό γινόταν εύκολα δεκτή, διότι ήταν διάχυτη η αντίληψη της κατωτερότητας (υποταγής) του Υιού στον Πατέρα, διότι επικρατούσε παντού η πλατωνική και νεοπλατωνική ιεράρχηση των όντων (από το εν ή την ενάδα μέχρι τον άνθρωπο) και τέλος διότι ο Άρειος είχε το χάρισμα της πειστικότητας.
Έτσι ο Άρειος εισάγει στην θεολογία την φιλοσοφική θεώρηση του «αγενήτου» και ειδικά στην ζωή της Τριάδας την αρχή του χρόνου, δηλαδή χρονικοποιεί, τοποθετεί στον χρόνο ότι γίνεται στους κόλπους της Τριάδας, στην φύση της. Οι ορθόδοξοι αντέδρασαν στην θεολογική αυτή νοθεία, κυρίως διότι κατέληγε στον Υιό κτίσμα, που σαν τέτοιο ήταν άγνωστο στην Παράδοση και που δεν μπορούσε να προσφέρει σωτηρία. Συγκεκριμένα ο Αθανάσιος, ήδη από την εποχή της Β’ Επιστολής του Αλεξάνδρου, αντέταξε την αρχή του Αριστοτέλη ότι στην θεότητα δεν ισχύει «πρότερον και ύστερον» (Φυσικά 4, 219β και Κατά αρειανών Β’ 33), δεν υπάρχει «διάστημα» μεταξύ Πατέρα και Υιού. Δεν αρκούσε όμως αυτό για να στηρίξει την αλήθεια της θεότητας και αϊδιότητας του Υιού, όπως ήταν γνωστή και από τον Ωριγένη, τον Διονύσιο Αλεξανδρείας, τον Θεόγνωστο κ.ά. Έπρεπε να υποδειχτεί, όσο ήταν εφικτό, και ο πειστικός τρόπος της προελεύσεως του Υιού έξω από τον χρόνο, να παρασταθεί η διαδικασία με την οποία προήλθε ο Υιός.
β. Φύσει γέννησις-φύσει Υιός
Και αυτό προσπάθησε μ’ επιτυχία ο Αθανάσιος. Οδηγήθηκε λοιπόν στην θεολογία της «φύσει γεννήσεως», την οποία διέκρινε ριζικά από την «εν χρόνω δημιουργίαν». Όταν δηλαδή οι φιλόσοφοι και μαζί τους οι Ωριγένης και Άρειος κατανοούν την δημιουργία ως γένεση με βούληση του Θεού, ο Αθανάσιος αντιπροβάλλει την αλήθεια ότι η φυσική γέννηση στην θεότητα, ακριβώς ως φυσική, είναι ξένη και προς τον χρόνο και προς την θεία θέληση. Έχει απόλυτη συνείδηση ότι βρίσκεται σε αντίθεση προς το φιλοσοφικό αρειανικό κλίμα και, για να γίνει σαφέστερος, χρησιμοποιεί για τον Υιό και τις εκφράσεις:
«γέννημα της ουσίας» (Κατά αρειανών Β’ 34), «Υιός φύσει μονογενής» (Β’ 9), «φύσει και αληθινός Υιός» (Β’ 59), «αΐδιος και γνήσια γέννησις» (Β’ 45), «Λόγος εστίν αΐδιος φύσει της ουσίας του Θεού ο Υιός» (Β’ 31).
Το γεγονός της φυσικής γεννήσεως προϋποθέτει ταυτότητα φύσεως γεννώντος και γεννωμένου (ομοιότητα «απαράλλακτον» αυτών)• άρα ο Υιός έχει την φύση του Πατέρα, είναι ομοούσιος όπως ο άνθρωπος-υιός έχει την φύση, την ουσία, του πατέρα του. Ταυτόχρονα αποκλείει, ως φυσική, την έννοια της βουλήσεως στον γεννώντα, διότι η βούληση εκδηλώνεται εν χρόνω. Επομένως ο φυσικός Υιός είναι πέρα της βουλήσεως, πέρα του χρόνου, είναι δηλαδή αΐδιος, καθώς και ο φυσικός Πατέρας του. Όπως ο ήλιος συνυπάρχει πάντα, «αεί», με το απαύγασμα, με το φώς, έτσι και ο Πατέρας, όντας αΐδιος και προαιώνιος, έχει «αεί» τον Υιό, αΐδιο και προαιώνιο (βλ. και Κατά αρ. Α’ 27). Ήλιος χωρίς το σύγχρονό του φώς δεν υπάρχει και πηγή χωρίς σύγχρονο νερό δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχει και Θεός Πατέρας χωρίς αΐδιο Υιό (Δ’ 27 και 29). Αλλιώς, πρέπει να ζητήσουμε διάστημα, οπόταν ο Θεός δεν ήταν Πατέρας κι έγινε μετά. Αλλ’ αυτό θα σήμαινε ότι μεσολάβησε τροπή, που είναι αδιανόητη στον Θεό:
«αεί Πατήρ και ουκ επιγέγονε τω Θεω το Πατήρ, ίνα μη και τρεπτός είναι νομισθή» (Κατά αρ. Α’ 28).
Αντίθετα, ότι δεν προέρχεται με φυσική γέννηση, είναι «έξωθεν», δημιουργείται από το μηδέν εν χρόνω, δηλαδή έχει φύση διαφορετική από το δημιουργό, είναι κτίσμα:
«Το ποίημα έξωθεν ( = ad extra) του ποιούντος εστίν… ο δε Υιός ίδιον ( = ad intra) της ουσίας γέννημα εστί. Διό και το μεν ποίημα ουκ ανάγκη αεί είναι• ότε γαρ βούλεται ο δημιουργός εργάζεται. Το δε γέννημα ου βουλήσει υπόκειται, αλλά της ουσίας εστίν ιδιότης. Και ποιητής μεν αν είη και λέγοιτο καν μήπω η τα έργα• Πατήρ δε ουκ αν λεχθείη ουδ’ αν είη, μη υπάρχοντος υιού» (Κατά αρ. Α’ 29). «…ο Υιός μη έξωθεν, αλλά εκ του Πατρός είναι φύσει γέννημα … δήλον ότι και εξ αυτού και αεί εστί συνυπάρχων ο Λόγος τω Πατρί» (Α’ 27).
Η αρχή που θέτει ο Αθανάσιος είναι απλή, πειστική και αποφασιστική: Αυτό που είναι η φύση του γεννώντος, αυτό είναι και η φύση του γεννωμένου. Και η διαφορά των ρημάτων, τα οποία η Γραφή χρησιμοποιεί, αυτό θέλει να δείξει• όπως το «γεννάν σημαντικόν εστίν Υιού», έτσι το «ποιείν δηλωτικόν εστί των έργων» (Κατά αρ. Β’ 59). Έτσι ότι είναι ο Πατέρας είναι, κατά την φύση, και ο Υιός του. Αυτά ισχύουν και στον άνθρωπο γονέα, μόνο που αυτός, δημιουργημένος από το μηδέν, έχει αρχή και γι’ αυτό έχει αρχή και ο υιός του. Αντίθετα, ο Λόγος του Θεού δεν έχει αρχή, διότι και ο Θεός Πατέρας δεν έχει αρχή. Επίσης, διευκρινίζει, ο λόγος του ανθρώπου διαφέρει από τον Λόγο του Πατέρα, διότι ο πρώτος είναι απλός λόγος προφορικός, δεν έχει υπόσταση κι εξαντλείται, ενώ ο θείος Λόγος είναι φυσικός Υιός, υπόσταση και ύπαρξη δηλαδή δρώσα και ενεργούσα και γι’ αυτό είναι «αεί» με τον πατέρα «ως απαύγασμα φωτός»:
«οποίος γαρ αν η ο γεννών, τοιούτον ανάγκη και το γέννημα είναι. Και οποίος αν η ο του Λόγου Πατήρ, τοιούτος αν είη και ο Λόγος αυτού. Ο μεν ουν άνθρωπος εν χρόνω γεννώμενος, εν χρόνω και αυτός γεννά το τέκνον. Και επειδή εκ του μη όντος γέγονε, διά τούτο και ο λόγος αυτού πέπαυται και ου μένει. Ο δε Θεός ουχ ως ανθρωπός εστί… διά τούτο και ο Λόγος αυτού ων εστί και αϊδίως εστί μετά του Πατρός ως απαύγασμα φωτός» (Κατά αρ. Β’ 35).
Εξηγεί ακόμα ότι η φυσική γέννηση δεν συνεπάγεται «πάθος» ή τροπή στον Θεό, ούτε το γεννώμενο συνιστά «μέρος» του Θεού (Κατά αρ. Α’ 29). Το γεννάν είναι ιδιότητα του Πατέρα τόσο φυσική, ώστε αν έλειπε θα σήμαινε ελάττωμα της ουσίας του Θεού (Α’ 29).
Είναι προφανές ότι ο Αθανάσιος αναζητεί τρόπους και εικόνες της φυσικής πραγματικότητας, για να εξηγήσει όσο ακριβέστερα μπορεί την ζωή της αγ. Τριάδας. Τελικά όμως επισημαίνει γεγονότα, υποδεικνύει όψεις της αλήθειας, χωρίς να νομίζει ότι εισέρχεται στην εσώτερη διαδικασία, χωρίς πράγματι να εξηγεί δηλαδή το πώς της αλήθειας και ειδικά εδώ το «πώς γεννά ο Θεός». Η εξήγηση του, η θεολογία του, έγκειται στην επισήμανση του «γεννάν», στην υπογράμμιση της σημασίας του «γεννάν» και των συνεπειών αυτού για την σωτηρία του ανθρώπου. Περισσότερο δεν επιτρέπεται ούτε μπορεί ο άνθρωπος να προχωρήσει (Κατά αρ. Β΄36). Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε ότι η επισήμανση του «φύσει» γεννάν είναι ήδη κάθοδος, είσοδος στην αλήθεια κι εξήγηση μερική της ζωής της Τριάδας. Επομένως η προτροπή του να μη ζητάμε να μάθουμε περισσότερα, να μη ζητάμε το «πώς γεννά ο Θεός», έχει σχετική σημασία, που ορίζεται από την δική του αίσθηση επάρκεια της γνωσθείσης αλήθειας και άρα – εφόσον ο Αθανάσιος είναι μέτρο – από τις ανάγκες της εποχής του.
Η εισαγωγή και θεμελίωση της θεολογίας της «φυσικής γεννήσεως», ότι ο Υιός είναι φυσικός Υιός, είναι απόλυτης σημασίας. Παρά τις εξηγήσεις του Αθανασίου οι αντίπαλοι παρεξηγούσαν την χρήση στην Γραφή των ρημάτων γεννώ και ποιώ για τον Υιό. Και μόνο με την βαθιά και αποφασιστική τομή της «κατά φύσιν» γεννήσεων, μόνο με την χαρισματική είδοδο στην αλήθεια ότι ο Υιός είναι του Πατέρα «φυσικός» Υιός, το θέμα λυνόταν οριστικά. Γι’ αυτό και προέτρεπε να μην πολυπραγμονούν για την έννοια των ρημάτων, αρκεί να ομολογούν «το κατά φύσιν» (Κατά αρ. Β’ 3).
Για την αλήθεια της «φύσει» γεννήσεως έχει ο Αθανάσιος ένα σημαντικό έρεισμα στην ιστορία της θεολογίας. Ο Θεόγνωστος, διευθυντής της αλεξανδρινής κατηχητικής σχολής μεταξύ 264 και 281, έγραψε το εξής πολυσήμαντο: «ουκ έξωθεν τις εστίν… η του Υιού ουσία ουδέ εκ μη όντων επεισήχθη, αλλά εκ της του Πατρός ουσίας έφυ, ως του φωτός το απαύγασμα» (Περί Νικαίας 25,2). Το «έφυ» τούτο του Θεογνώστου ταυτίζεται με το «φύσει γέννησις» του Αθανασίου, αλλά σε σημεία, τα οποία γνώριζε ο Φώτιος (Μυριόβιβλον 106), ο Θεόγνωστος κατανοεί τον Υιό σαν δημιούργημα και οπωσδήποτε δεν διανοείται ταυτότητα φύσεως στα δύο θεία πρόσωπα, όπως πρώτος στην ιστορία της θεολογίας κάνει ο θεόπνευστος Αθανάσιος, που γι’ αυτό είναι και Μέγας και στύλος της Ορθοδοξίας.
γ. Η φυσική γέννηση του Υιού προηγείται της θείας βουλήσεως
Στην προσπάθειά του ο Αθανάσιος να αποχωρίσει την εν χρόνω δημιουργία από την φυσική γέννηση, διακρίνει δύο αρχές: την αρχή του «διαστήματος» (όπου έχουμε κίνηση κι έκταση χρονική στο διάστημα), κατά την οποία τα όντα κτίζονται από το μηδέν, αρχίζουν• και την αρχή της κατ’ εξοχήν «οικονομίας», κατά την οποία εν χρόνω εξανθρωπίζει ο Υιός και αρχίζει η καινή κτίση.
Οι δύο αυτές αρχές είναι αποτέλεσμα της θείας βουλήσεως και προϋποθέτουν χρόνο:
«ταυτόν εστίν ειπείν ‘βουλήσει’ και ‘ην ποτέ ότε ουκ ην’ … βουλήσει λέγοντες χρόνους προ Υιού σημαίνουσι• των γαρ ποτέ μη όντων προηγείται το βουλεύεσθαι… ει προηγείται η βουλή, πώς δι’ αυτού τα πάντα;» (Κατά αρ. Β’ 61). «η μεν βουλή και η πρόθεσις (= του μυστηρίου της ενανθρωπήσεως) προ του αιώνος ητοιμάσθη, το δε έργον γέγονεν ότε η χρεία απήτησε και επεδήμησεν ο Σωτήρ» (Κατά αρ. Β’ 77).
Το πρώτο χωρίο δείχνει αβάσιμον τον περίφημο ελιγμό των αρειανών, που, αντί του «ην ποτέ ότε ουκ ην» ο Υιός, πρόβαλαν το σχήμα: «θελήματι του Θεού προ χρόνων και προ αιώνων κτισθέντα» τον Υιόν (Αρείου, Έκθεσις πίστεως… προς Αλέξανδρον). Δεν δίστασε μάλιστα ο Άρειος να γράψει και την φράση «ο Υιός αχρόνως γεννηθείς» (αυτόθι). Ο Αθανάσιος κατάλαβε τον ελιγμό και σπεύδει να καταδείξει ότι η βούληση (θέληση) συνεπάγεται χρόνο και ο χρόνος βούληση. Είτε την αρχή του χρόνου θέσει κανείς είτε την αρχή της θείας βουλήσεως, καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στα κτιστά όντα ή στην θεία οικονομία. Έτσι το τελευταίο βήμα στην θεολογία αυτή του Αθανασίου είναι ότι η «φύσει» γέννηση προηγείται της βουλήσεως:
«υπεραναβέβηκε δε της βουλήσεως το πεφυκέναι» (Κατά αρ. Β’ 2). «υπέρκειται και προηγείται του βουλεύεσθαι το κατά φύσιν» (Κατά αρ. Γ’ 62).
Άλλωστε η βουλή του Θεού Πατέρα είναι ο ίδιος ο Υιός, που γεννάται «φύσει», δηλαδή στην ίδια την θεία φύση και από αυτήν και άρα έξω από κάθε είδους προσδιοριστική αρχή:
ο Υιός «έστιν η του Πατρός βουλή και ενούσιος ενέργεια … δεύτερον έστιν… το δημιουργείν του γεννάν τον Θεόν. Το μεν γαρ Υιός ίδιον και αληθώς εκ της μακαρίας εκείνης και αεί ούσης ουσίας εστί• τα δε εκ βουλήσεως αυτής έξωθεν συνιστάμενα γίνεται και δημιουργείται διά του ιδίου και εξ αυτής γεννήματος» (Β’ 2). «τον δε ίδιον Λόγον εξ αυτού φύσει γεννώμενον ου προβουλεύεται» (Γ’ 61).
Η θεία βούληση δεν μπορεί να προηγείται της γεννήσεως του Λόγου, διότι τότε πώς θα έλεγε ο ευαγγελιστής Ιωάννης ότι «πάντα δι’ αυτού εγένετο» (1,3); Αν δεχτούμε ότι «βουλήσει» γεννήθηκε ο Λόγος, τότε θα πρέπει να ζητήσουμε και άλλον Λόγο, από τον οποίο προήλθε και αυτός, με τον οποίο δημιούργησε ο Θεός τον κόσμο (Γ’ 60). Την διαφορά μεταξύ γεννήσεως του Υιού και της δημιουργίας του κόσμου παριστάνει ο Αθανάσιος με την διαφορά μεταξύ του υιού που ο άνθρωπος γεννά φυσικώς έσωθεν, από την ουσία του, και της οικίας, που ο ίδιος κατασκευάζει με υλικά έξωθεν της ουσίας του και με την βούλησή του, που εκδηλώνεται εν χρόνω (Γ’ 62). Κάνει μάλιστα ο Αθανάσιος μία λεπτότατη και αποκαλυπτική ερμηνευτική παρατήρηση στα βιβλικά κείμενα, που αναφέρονται στον Λόγο του Θεού. Αυτά, όταν πρόκειται για την οικονομία της ενανθρωπήσεως του Λόγου, προσθέτουν φράση ενδεικτική της κινήσεως, του σκοπού, της αιτίας, του χώρου, όπως: «ο Λόγος σαρξ εγένετο» και «εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιω. 1,14). Εδώ έχουμε «διαστηματικήν αρχήν»: κάτι κάπου κάποτε αρχίζει να γίνεται. Όταν πρόκειται να δηλωθεί μόνο η Θεότητα του Λόγου, τότε λέγεται απλώς: «εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος» (Ιω. 1,1), χωρίς τα στοιχεία του χρόνου (διαστήματος) ή της αιτίας. Έτσι μόνο κατανοεί και το περίφημο χωρίο «Κύριος έκτισέ με αρχήν οδών αυτού εις έργα αυτού» (Παροιμ. 8,22), που έγινε το μέγα έρεισμα των αρειανών, για να στηρίξουν την ιδέα ότι ο Υιός είναι κτίσμα. Εδώ το «έκτισε» δεν σημαίνει «την αρχήν του είναι, αλλά την ενανθρώπησιν», την «οικονομίαν» προς «ανανέωσιν» των έργων, τα οποία προστίθενται στο χωρίο ως αιτία της οικονομίας. Έχουμε, λοιπόν, την αρχή της θείας οικονομίας, που συνδέεται με τον χρόνο, και όχι την γέννηση του Υιού, στην οποία όταν αναφέρονται τα βιβλικά κείμενα δεν προσθέτουν αιτία, όπως π.χ. στα χωρία: «εγώ ειμί η αλήθεια» (Ιω. 8,12) και «εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν» (Ιω. 10,30). (Βλ. Κατά αρ. Β’ 53-54, 57-58).
Με την θεολογία της «φυσικής γεννήσεως» ο Αθανάσιος θεμελιώνει για πρώτη φορά στην Εκκλησία α) την αϊδιότητα του Υιού και Λόγου του Θεού, β) την ταυτότητα φύσεως Πατέρα και Υιού και γ) την απόλυτη διαφορά μεταξύ άτρεπτης φύσεως Υιού και τρεπτής φύσεως των δημιουργημάτων. Αυτονόητο ότι ξεπερνά οριστικά την ωριγενιστική θεολογία, που κατανοούσε την αϊδιότητα του Λόγου κυρίως με την αντίληψη ότι ο Πατέρας γεννά – δημιουργεί αιωνίως – διαρκώς, και με τον επικίνδυνο συνδυασμό (ή ταύτιση) γεννήσεως του Υιού και δημιουργίας του κόσμου. Ο συνδυασμός αυτός ήταν ακόμη πιο επικίνδυνος, διότι ο Ωριγένης, για ν’ αποφύγει τον γνωστικισμό, δεν ήθελε τον Υιό γεννώμενο από την ουσία του Πατέρα. Ένα βήμα περισσότερο και φθάσαμε στον Άρειο, που δίδαξε ότι ο Υιός «αρχήν του κτίζεσθαι» είχε (Κατά αρ. A’ 5), γιατί έτσι διαφύλαττε στον Θεό το αγέννητο (Γραφή) και το πρώτο κινούν άναρχο (Αριστοτέλης). Στην Παράδοση φυσικά, την κοινή πίστη, υπήρχε, υπογραμμίζει ο Αθανάσιος, το ότι «εξ αρχής… ο Θεός Υιόν τον Λόγον, την σοφίαν… έχει• και ταύτα εστίν αυτού εικών και απαύγασμα» (Κατά αρ. Β’ 34). Γιατί όμως το «εξ αρχής» σημαίνει αεί, γιατί ο Υιός είναι αεί και όμοιος στην ουσία με τον Πατέρα και γιατί δεν είναι κτίσμα αποτελούν το έργο της αθανασιανής θεολογίας.
δ. Το ομοούσιον
Ο Μ. Αθανάσιος άργησε να χρησιμοποιήσει τον όρο ομοούσιος, που έγινε θεμέλιος λίθος της τριαδολογίας και κριτήριο της ορθοδοξίας. Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι δεν χρησιμοποίησε μέχρι το 350 περίπου την ορολογία της Α’ Οίκουμ. Συνόδου της Νίκαιας (325). Αλλά η Νίκαια πρόβαλε για την ουσιαστική σχέση Υιού και Πατέρα τους εξής δύο ταυτόσημους όρους: «εκ της ουσίας του Πατρός» και «ομοούσιος». Ο Αθανάσιος αναφέρει τον πρώτο πολύ συχνά και τον δεύτερο άπαξ (Κατά αρ. Α’ 9). Επομένως ακλουθεί την αποφασιστική ορολογία της Νίκαιας, μόνο που προτιμά τον περιφραστικό όρο. Και αυτό γιατί ο όρος «εκ της ουσίας του Πατρός» συνδέεται άμεσα με το κλίμα της εποχής, με την διαμάχη γύρω από τον αρειανισμό και τον προσωπικό του αγώνα. Το «ομοούσιος» προ- τάθηκε ορθά στην Νίκαια (κι έγινε δεκτό από τον Κωνσταντίνο, με την προτροπή ίσως του Οσίου Κορδούης) κι επεκράτησε οριστικά (ως μονολεκτικός και ακριβέστερος όρος), αλλά δεν ήταν θεολογικό κλειδί στις αρχικές συζητήσεις των ορθοδόξων και των αρειανών, οι οποίοι μάλιστα τον απέρριπταν και ως μη βιβλικό.
Οι αρχικές απαντήσεις (και φράσεις) που οι ορθόδοξοι έδιναν στους αρειανούς καταχωρίζονται στις δύο Επιστολές, που κυκλοφόρησαν με το όνομα του Αλεξάνδρου Αλεξανδρείας, ως προτάσεις απορριπτόμενες από τους αρειανούς. Οι ορθόδοξες θέσεις που μας ενδιαφέρουν είναι κυρίως ότι ο Λόγος ή ο Υιός είναι «όμοιος κατ’ ουσίαν τω Πατρί», ότι είναι «αληθινός και φύσει του Πατρός Λόγος» (και Υιός), ότι έχει «φυσικήν υιότητα», ότι είναι «γνήσιος» (αληθινός) Υιός, ότι είναι απαράλλακτη εικόνα της ουσίας ή φύσεως του Πατέρα, ότι είναι άτρεπτος κ.α. Πρόκειται για θεματική και ορολογία που συνεχίζεται και μάλιστα αναπτύσσεται θεολογικά για πρώτη φορά στα έργα του Αθανασίου. Αυτός είναι ο λόγος που μας κάνει να πιστεύουμε ότι ο Αθανάσιος αναμίχτηκε γρήγορα στις θεολογικές συζητήσεις που προκάλεσε ο Άρειος και ότι η Β’ Επιστολή του Αλεξάνδρου συντάχτηκε κυρίως από τον Αθανάσιο. Ο μόνος κρίσιμος όρος των έργων του Αθανασίου, που δεν βρίσκουμε αυτούσιο στην Επιστολή, είναι το «ίδιον», ότι ο Υιός δηλαδή είναι της φύσεως του Πατέρα, είναι από την ίδια φύση, ανήκει στην ίδια φύση («ίδιος της ουσίας του Πατρός») (Κατά αρ. Α’ 9). Στην Επιστολή χρησιμοποιείται η πολύ γνωστή στους λόγους Κατά αρειανών λέξη «ιδιότητα» και «ιδιότροπος» για να δηλώσει το ίδιο θέμα. Στους λόγους του Κατά ελλήνων (π.χ. 40) και Περί ενανθρωπήσεως (π.χ. 20 και 55), της εποχής προ του 325, χρησιμοποιεί επίσης ως όρους κλειδιά για την θεότητα του Υιού τα επίθετα «μονογενής», «αληθινός» και «ίδιος». Είναι χαρακτηριστικό ότι το «μονογενής αληθινός» της Επιστολής και του Περί ενανθρωπήσεως γίνεται στους Κατά αρειανών «Υιός αληθινός φύσει» (Α’ 9) ή «φύσει μονογενής» (Β’ 9). Έχουμε δηλαδή εξέλιξη και ανάπτυξη της ορολογίας, ιδιαίτερα εδώ που θέλει να δείξει την «κατά φύσιν» ενότητα Υιού και Πατέρα.
Οι παραπάνω λέξεις-κλειδιά «ίδιος», «αληθινός», «εκ της ουσίας του Πατρός», «φύσει Υιός» ή «φύσει γέννημα» αποτελούν θετική έκφραση, δηλώνουν αυτό που είναι ο Υιός προς τον Πατέρα. Ο όρος ομοούσιος είναι η συνέπεια των παραπάνω, προκύπτει αβίαστα από αυτό που δηλώνουν οι παραπάνω λέξεις. Και ήταν πολύ φυσικό για τον Αθανάσιο να χρησιμοποιήσει μετά το 341 το ομοούσιος ως αποκλειστικό όρο, διότι τότε παρουσιάστηκαν επίσημα (π.χ. στην σύνοδο των Εγκαινίων) ημιαρειανοί ή μετριοπαθείς αρειανοί (οι όμοιοι και δη οι ομοιουσιανοί). Αυτοί υιοθετούσαν πολλούς κρίσιμους αθανασιανούς όρους – μαζί και τον «εκ της ουσίας του Πατρός» – με δική τους κατανόηση, γεγονός που δημιουργούσε σύγχυση, την οποία ο Αθανάσιος ήθελε να αποφύγει.
ε. Διάκριση αλήθειας και ορολογίας
Από το 355 και μετά, όταν πολλοί μετριοπαθείς αρειανοί πλησίαζαν με ειλικρίνεια τους ορθοδόξους, το ομοούσιος γινόταν εμπόδιο για την τελική τους ενσωμάτωση στην Εκκλησία. Αυτοί έζησαν ολόκληρες δεκαετίες στο αντιομοουσιανικό κλίμα και υποπτεύονταν ή αποστρέφονταν ακόμα και συναισθηματικά τον όρο τούτο. Το πρόβλημα αντιμετώπισε ο Αθανάσιος με συνετή συγκατάβαση, προτείνοντας, από το 362 και μετά, την χρήση των όρων «φύσει γέννημα», «αληθώς φύσει Υιός» και «εκ της ουσίας του Πατρός» (βλ. Περί των εν Αριμίνω και Σελεύκεια συνόδων [41] και προς τους εν Αφρική [9]) αντί του ομοούσιος. Το γεγονός είναι πολυσήμαντο, διότι εμφανίζει τον Αθανάσιο αναπτυσσόμενο θεολογικά και μετά τα 65 του χρόνια και τον αποδεικνύει ικανό να διακρίνει με σαφήνεια ορολογία και αλήθεια, αφού ήδη από παλαιότερα δίδασκε ότι τις λέξεις- όρους ορίζουν τα πράγματα και όχι το αντίθετο:
«ου γαρ αι λέξεις την φύσιν παραιρούνται, αλλά μάλλον η φύσις τας λέξεις εις εαυτήν έλκουσα μεταβάλλει. Και γαρ ου πρότεραι των ουσιών αι λέξεις, αλλ’ αι ουσίαι πρώται και δεύτεραι τούτων αι λέξεις» (Κατά αρ. Β’ 3).
Στην περίπτωση αυτή δεν υποδουλώνεται ο θεολόγος στους όρους, αλλά, όπως κατά τον Γρηγόριο Θεολόγο έκανε ο Αθανάσιος, προχωρεί σε άλλες εκφράσεις, όταν έχει ασφαλή την αλήθεια (το πράγμα). Τότε ο Αθανάσιος μπόρεσε να χρησιμοποιήσει για την αλήθεια και άλλους όρους:
«προσκαλεσάμενος αμφότερα τα μέρη… και τον νουν των λεγομένων εξετάσας, επειδή συμφωνούντας εύρε και ουδέν διεστώτας κατά τον λόγον, τα ονόματα συγχωρήσας συνδεί τοις πράγμασι»
(Γρηγορίου Θεολόγου, Εις Αθανάσιον, Λόγος ΚΑ’ 25: PG 35, 1125Β).
Πρέπει ακόμη να σημειώσουμε ότι οι αρχικοί θεολογικοί όροι του Αθανασίου, όπως «φύσει Υιός», «αληθινός Υιός», τους οποίους ορθά είχε αφήσει χάριν του ομοούσιος, έρχονταν τώρα στην επικαιρότητα και λειτουργούσαν ως γέφυρες ενσωματώσεως των ημιαρειανών στην Εκκλησία. Η τακτική βέβαια του Αθανασίου δεν αποτελούσε εγκατάλειψη του ομοουσίου, αλλά μόνο παραχώρηση και μόνο για όσους είχαν επιφανειακούς ενδοιασμούς για την αποδοχή του όρου αυτού.
ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΚΗ
α. Σύναψη Θεού και ανθρώπου
Η χριστολογία του Αθανασίου και της Εκκλησίας είναι απόλυτα σωτηριολογική. Δεν θα έκανε χριστολογία, εάν δεν έπρεπε να δείξει, όσο γινόταν ακριβέστερα, πως με το μυστήριο του Χριστού σώζεται πράγματι ο άνθρωπος. Το ίδιο, δεν θα έκανε τριαδολογία, εάν δεν έπρεπε να δείξει ότι μόνο ως αληθινός Θεός ο Υιός μπορούσε να αναλάβει το έργο της σωτηρίας. Στην σωτηριολογική του χριστολογία ο Αθανάσιος αποδεικνύει θαυμαστό και στέρεο ρεαλισμό. Η σκέψη του εδώ έχει τον χαρακτήρα συνεπούς καταγραφής και αποκρυπτογραφήσεως του σωτηριώδους έργου του Χριστού. Καταγράφει ότι βιώνει στην Παράδοση και αποκρυπτογραφεί όσο τον φωτίζει το άγιο Πνεύμα.
Η σωτηρία ή θέωση του ανθρώπου πραγματώνεται μόνο εφόσον υπάρξει «σύναψις» ή «συγγένεια» του Υιού του Θεού και του κτιστού. Ο Υιός αν ήταν κτιστός, ομότιμος δηλαδή του κτιστού, δεν θα μπορούσε να θεώσει το κτιστό, να του προσφέρει κάτι που δεν έχει, να το «συνάψει» με τον Θεό. Γι’ αυτό και μόνο ο φυσικός (Θεός) Υιός του Θεού μπορεί να συνάψει στον εαυτό του τον φυσικό (κτιστό) άνθρωπο:
«ει κτίσμα ην ο Υιός, έμενεν ο άνθρωπος ουδέν ήττον θνητός, μη συναπτόμενος τω Θεώ. Ου γαρ κτίσμα συνήπτε τα κτίσματα τω Θεώ, ζητούν και αυτό τον συνάπτοντα• ουδέ το μέρος της κτίσεως σωτηρία της κτίσεως αν είη, δεόμενον και αυτό σωτηρίας… κατά την συγγένειαν της σαρκός ηλευθερώθημεν και λοιπόν συνήφθημεν και ημείς τω Λόγω» (Κατά αρ. Β’ 69).
«ουκ αν εθεοποιήθη ο άνθρωπος, ει μη φύσει εκ του Πατρός και αληθινός και ίδιος αυτού ην ο Λόγος ο γενόμενος σαρξ. Διά τούτο γαρ τοιαύτη γέγονεν η συναφή, ίνα τω κατά φύσιν της θεότητος συνάψη τον φύσει άνθρωπον και βεβαία γένηται η σωτηρία και η θεοποίησις αυτού» (Β’ 70).
β. Έπρεπε να πεθάνει ο θάνατος. Αφθαρτοποίηση του σώματος
Για να επιτευχτεί σύναψη Θεού και ανθρώπου, έπρεπε η ενανθρώπηση να είναι πραγματική, όχι δοκητική ή φανταστική. Αλλιώς και η σωτηρία θα ήταν μη πραγματική, απλή φαντασία:
«ει γαρ θέσει ην εν τω σώματι ο Λόγος, κατ’ εκείνους, το δε θέσει λεγόμενον φαντασία εστί, δοκήσει ευρίσκεται και η σωτηρία και η ανάστασης» (Προς Επίκτητον 7).
Το γεγονός της σωτηρίας όμως προϋποθέτει τον θάνατο, την αναίρεση, το τέλος της μεταπτωτικής θνησιμότητας, δηλ. το τέλος του θανάτου στον άνθρωπο. Αυτό μπορούσε να γίνει μόνο στο πρόσωπο του Υιού και Λόγου του Θεού. Αλλ’ επειδή ο Λόγος ως αθάνατος δεν μπορούσε να πεθάνει, προσέλαβε κάτι, δηλ. τον άνθρωπο, στο σώμα του οποίου -ως ανθρώπινο σώμα- θα πέθαινε.
Για να επιτευχτεί ο θάνατος της φθοράς και να μη στρέφεται ο άνθρωπος στα μη όντα, όπως με φιλοσοφική γλώσσα εξηγούσε ο Αθανάσιος τον πνευματικό θάνατο, το σώμα που ο Λόγος θα δεχόταν έπρεπε να ήταν πραγματικό, για να είναι σ’ αυτό πραγματικός και ο θάνατος όλων των θνητών. Και παράλληλα έπρεπε το σώμα να αναδεικνυόταν, να απέβαινε, πραγματικά άφθαρτο ως προϋπόθεση και απόδειξη της αφθαρσίας ή αθανασίας ή θεώσεως των ανθρώπων. Η αφθαρσία του ανθρώπινου σώματος επιτεύχτηκε με την κατοίκηση σ’ αυτό του Λόγου ή αλλιώς με την πρόσληψη ή αφθαρτοποίηση του σώματος από τον Λόγο. Το γεγονός εξασφάλισε την δυνατότητα αφθαρτοποιήσεως όλων των ανθρώπινων σωμάτων, εφόσον μετέχουμε στο σώμα του Λόγου και όχι σε κάποιο κοινό ανθρώπινο σώμα (Προς Μάξιμον 2 και Κατά αρ. Γ’ 34):
«Συνιδών γαρ ο Λόγος, ότι άλλως ουκ αν λυθείη των ανθρώπων η φθορά, ει μη διά του πάντως αποθανείν (ουχ οιόν τε δε ην τον Λόγον αποθανείν, αθάνατον όντα και του Πατρός Υιόν), τούτου ένεκεν το δυνάμενον αποθανείν εαυτώ λαμβάνει σώμα, ίνα τούτο του επί πάντων Λόγου μεταλαβόν, αντί πάντων ικανόν γένηται τω θανάτω και διά τον ενοικήσαντα Λόγον άφθαρτον διαμείνη και λοιπόν από πάντων η φθορά παύσηται τη της αναστάσεως χάριτι» (Περί ενανθρωπήσεως 9. Βλ. και 20).
«Το μεν ουν σώμα ( = του Λόγου), ως και αυτό κοινήν έχον τοις πάσι την ουσίαν (σώμα γαρ ην ανθρώπινον, ει και καινοτέρω θαύματι συνέστη εκ Παρθένου μόνης), όμως θνητόν όν, κατά ακολουθίαν των ομοίων και απέθνησκε. Τη δε του Λόγου εις αυτό επιβάσει ουκέτι κατά την ιδίαν φύσιν εφθείρετο, αλλά διά τον ενοικήσαντα του Θεού Λόγον εκτός εγίνετο φθοράς. Και συνέβαινεν αμφότερα εν ταύτω γενέσθαι παραδόξως• ότι τε ο πάντων θάνατος εν τω κυριακώ σώματι επληρούτο και ο θάνατος και η φθορά διά τον συνάντα Λόγον εξηφανίζετο. Θανάτου γαρ ην χρεία και θάνατον υπέρ πάντων έδει γενέσθαι, ίνα το παρά πάντων οφειλόμενον γένηται» (αυτόθι 20).
«ει και απέθανε ( = το σώμα του Χριστού) διά το υπέρ πάντων λύτρον, αλλ’ ουκ οίδε φθοράν. Ολόκληρον γαρ ανέστη, επεί μηδέ άλλου τινός αλλ’ αυτής της ζωής ην το σώμα» (αυτόθι 21).
γ. Το θεολογείν
Οι αρειανοί επέμεναν στην αρχή ότι δεν μπορεί να υπάρχουν δύο αγένητα και άρα δύο αΐδια (Πατήρ και Υιός), διότι λογικά το τέκνο δεν υπάρχει πριν γεννηθεί και διότι ο Θεός δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει τον κόσμο χωρίς ενδιάμεσο όν, χωρίς «υποκείμενη ύλη», δηλ. χωρίς τον Υιό (Κατά αρ. Α’ 22-23). Πρόκειται για λαϊκοφιλοσοφική θεώρηση με τις εξής επιπτώσεις στην μέθοδο του θεολογείν: α) Απομονώνει από το μυστήριο της Τριάδας τον αγένητο Πατέρα, που μένει μόνος αληθινός Θεός, μόνος ακατάληπτος, μόνος άτρεπτος, μόνος ακίνητος. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ θείου και κτιστού σύρεται μεταξύ Θεού Πατέρα και όλων των άλλων, δηλαδή Υιού, Πνεύματος, κόσμου• και όχι μεταξύ Τριάδας (Πατήρ, Υιός, Πνεύμα) και δημιουργίας της. β) Μεθοδολογικά την απομόνωση του Θεού Πατέρα επιτυγχάνει εισάγοντας την κατηγορία του χρόνου στην γέννηση του Υιού. Ο χρόνος είναι το αποφασιστικό σημείο, αφού ότι είναι πάνω από αυτόν είναι άναρχο και άγνωστο• ότι αρχίζει με αυτόν είναι κτιστό και γνωστό, γ) ο μόνος αληθινός και άναρχος Θεός τελικά μένει στον κόσμο άγνωστος, αφού και ο Λόγος, όντας κτίσμα, δεν τον γνωρίζει τέλεια (Κατά αρ. Α’ 6). Επομένως ο αρειανισμός είχε είδος αγνωστικισμού, που κρατούσε τον κυρίως Θεό σε απόσταση από την δημιουργία του. Δεν ήταν ο ίδιος που επικοινωνούσε με τον κόσμο, αλλά ένα ενδιάμεσο ον, ο Υιός του, που όμως ήταν το πρώτο κτίσμα του, με το οποίο έκτισε τον λοιπό κόσμο. Αντίθετα πάλι, ο νεοαρειανισμός με τον Ευνόμιο ισχυριζόταν ότι γνώριζε απόλυτα και αυτήν την ουσία του Θεού, επειδή ταύτιζε τα γνωστά θεία ιδιώματα με την άγνωστη θεία ουσία.
Ο Αθανάσιος κατάλαβε ότι ο αρειανισμός αποτελούσε το όλως άλλο από την αλήθεια της Εκκλησίας και το φρόνημά της και ότι οι εσφαλμένες ριζικές του τομές στην αλήθεια συνιστούσαν πρόκληση. Θα έμπαινε στην δοκιμασία ο Αθανάσιος; Θα απαντούσε στον αγνωστικισμό με γνώση, δηλ. με την εμπειρία της αλήθειας; Αυτό ήταν το πρόβλημα του Αθανασίου, που προχώρησε θετικά, διότι οι συνέπειες ήταν σωτηριολογικές. Προσπάθησε, λοιπόν, να γνωρίσει και να εκφράσει την αλήθεια, που αγνοούσε και παρεξηγούσε ο Άρειος. Αρχίζοντας το συγγραφικό του έργο, θέλει ν’ αποδείξει ότι το μυστήριο του Χριστού δεν είναι «άλογον» (Κατά ελλήνων 1), έχει ακολουθία λογική, την οποία μπορούμε και οφείλουμε να γνωρίσουμε. Για τον σκοπό του χρησιμοποίησε κάθε δυνατό μέσο, την Παράδοση της Εκκλησίας, την Γραφή και την θύραθεν παιδεία. Στην τελευταία δεν φαίνεται να είχε κάνει σπουδές ειδικές, αλλά την γνώριζε καλά τουλάχιστον στο έργο του Πλάτωνα, τον οποίο τιμά ιδιαίτερα και του οποίου στοιχεία χρησιμοποιεί, όταν π.χ. προσπαθεί να δείξει την σχέση Πατέρα και Υιού ή όταν μιλάει για τον Θεό γενικά, τον κόσμο και τον άνθρωπο. Αλλά και την ειδωλολατρικότητα της φιλοσοφίας και δη της πλατωνικής την δείχνει με όρους πλατωνικούς. Παρά ταύτα δεν οργανώνει με φιλοσοφική μεθολογία την επιχειρηματολογία του, δεν έχει αφηρημένη (speculative) συλλογιστική. Η σκέψη του αντίθετα είναι κυρίως βιβλική, εντυπωσιακά απλή και βαθύτατα θεολογική. Έχει συνείδηση ότι, για να φθάσει στην ζητούμενη όψη της αλήθειας, χρειάζεται το όλο φρόνημα της Εκκλησίας (Γραφή και Παράδοση) και τον φωτισμό του Πνεύματος. Εκεί δεν τον οδηγεί σε καμμία περίπτωση η φιλοσοφούσα σκέψη, που δεν μπόρεσε ούτε «έννοιαν λαβείν Θεού» (Περί ενανθρωπήσεως 11. Βλ. και Κατά ελλήνων 47). Η Γραφή είναι στον Αθανάσιο «αυτάρκης» για να δείξει την αλήθεια. Όταν όμως εμφανίζονται κακοδοξίες που προσβάλλουν την ίδια την αλήθεια, γίνεται αναγκαίος ο φωτισμός του Πνεύματος, μολονότι φυσικά η Γραφή διατηρεί τον καθοριστικό ρόλο πυξίδας, όπως άλλωστε και οι «θεόπνευστοι» διδάσκαλοι της Εκκλησίας, η Παράδοση. Ο φωτισμός είναι απόλυτη συνάρτηση της μετοχής του ανθρώπου στον Χριστό και στο Πνεύμα και βασίζεται στην ανανέωση της θείας εικόνας μέσα στον άνθρωπο. Η εμπειρία της αλήθειας είναι ο κατοπτρισμός της εικόνας του Λόγου στο αναζωογονημένο κατ’ εικόνα που υπάρχει στον άνθρωπο. Επειδή όμως ο Λόγος είναι «εικών απαράλλακτος» του Πατέρα, θεωρώντας εντός του ο άνθρωπος την εικόνα του Λόγου, θεωρεί και τον Πατέρα. Γι αυτό κι επιμένει ο Αθανάσιος ότι τον Πατέρα «εδώρησε», δίδαξε, τελικά στον άνθρωπο ο Υιός• δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τον Πατέρα μέσω της φύσεως ή της φιλοσοφίας. Ότι αφορά στην θεολογία, στην ζωή της Τριάδας και το έργο της θείας οικονομίας, το γνωρίζουμε μόνο καθόσον η Τριάδα μας παρέχεται η ίδια να μετάσχουμε εις αυτήν, όσο οι ενέργειες της εκτείνονται σε μας, όσο δηλ, αποκαλύπτεται σε μας. Το γεγονός, λοιπόν, ότι ο Θεός είναι Πατέρας που έχει ομοούσιο Υιό, το γεγονός ότι ο Υιός γεννάται φύσει (γι’ αυτό και ομοούσιος) και όχι ως δημιούργημα εν χρόνω, το γεγονός ότι ο Υιός ενανθρωπίζοντας προσλαμβάνει ολόκληρο τον άνθρωπο και ανανεώνει το κατ’ εικόνα σ’ αυτόν, αποτελούν χώρο απροσπέλαστο για τον ανθρώπινο νου, είναι η θεία αλήθεια καθεαυτή. Και δεν μπορεί κανείς αφ’ εαυτού, με τις ανθρώπινες δυνάμεις του, να εισέλθει στην θεία αλήθεια, εάν δεν τον βοηθήσει ο ίδιος ο Θεός, αν δεν του αποκαλυφτεί, αν ο Θεός δεν φωτίσει τον θεολόγο να βιώσει κι έτσι να καταλάβει την διαδικασία του μυστηρίου. Με τα ολίγα αυτά γίνεται φανερό ότι ο Αθανάσιος πέτυχε να δείξει την ενότητα φύσεως Πατέρα, Υιού και Πνεύματος που διασπούσε ο Άρειος, να αποκλείσει τον χρόνο από ότι συμβαίνει στην ζωή της Τριάδας και να καταρρίψει τον αγνωστικισμό με την γνώση της αλήθειας, που είναι αποτέλεσμα εμπειρίας και θείου φωτισμού.
«Αυτάρκεις μεν γαρ εισίν αι άγιαι και θεόπνευστοι Γραφαί προς την της αληθείας απαγγελίαν… αναγκαίον εστί, α παρ’ εκείνων ( = των διδασκάλων της Εκκλησίας) εμάθομεν ταύτα και απαγγέλλειν και γράφειν σοι… ίνα μήτε ευτελή τις την του καθ’ ημάς λόγου διδασκαλίαν ηγήσηται, μήτε άλογον την εις Χριστόν πίστιν υπολάβη» (Κατά ελλήνων 1).
Οι Γραφές «διά θεολόγων ανδρών παρά Θεού ελαλήθησαν και εγράφησαν• ημείς δε παρά των αυταίς εντυγχανόντων θεοπνεύστων διδασκάλων, οι και μάρτυρες της Χριστού θεότητος γεγόνασι, μαθόντες μεταδίδομεν» (Περί ενανθρωπήσεως 56).
Όταν «το κατ’ εικόνα καθαρόν ( = ο άνθρωπος) φυλάττη, εικότως, διαλαμπρυνθέντος τούτου, ως εν κατόπτρω θεωρεί την εικόνα του Πατρός, τον Λόγον, και εν αυτώ τον Πατέρα, ου και εστίν εικών ο Σωτήρ, λογίζεται» (Κατά ελλήνων 34).
«το Πατήρ παρά του Κυρίου ημών εγνώσθη και κεχάρισται» (Κατά αρ. Α’ 34).
«χάρισμα δέδωκεν ημίν ο Λόγος, ώστε μη εκ των φαινομένων απατάσθαι, αλλά και μάλλον, καν ταύτα κεκαλυμμένα τυγχάνη ( = όψεις ή ζητήματα της αλήθειας) διακρίνειν τη του Πνεύματος χάριτι» (Προς επισκόπους Αίγυπτου και Λιβύης 1).
«α γαρ αγνοούμεν εν τοις λογίοις ουκ εκβάλλομεν, αλλά ζητούμεν ους απεκάλυψεν ο Κύριος και παρ’αυτών μανθάνειν αξιούμεν» (Περί συνόδων 40,3).
«ουκούν αποκαλύπτειν χρη τον νουν του ρητού ως κεκρυμμένον τε τούτον ζητείν και μη εν παρρησία ειρημένων απλώς εκλαμβάνειν» (Κατά αρ. Β’ 44) ( = ο νους του ρητού-χωρίου αφορά σε όψη της αλήθειας).
Ο Γρηγόριος Θεολόγος βεβαιώνει ότι ο Αθανάσιος έγινε κατ’ εξοχή ο δέκτης του φωτισμού που μνημονεύει, έφθασε το ύψος βιβλικών προσώπων και μάλιστα υπερέβαλε κάποια από αυτά, διότι κυριολεκτικά εκράθη με το θείο φως (Λόγος ΚΑ’: PG 35, 1085Β). Έτσι μόνο κατόρθωσε να «στήση» το «κακόν» της εποχής του, δηλαδή τον αρειανισμό.
δ. Οι χριστολογικές δυσκολίες των αρειανών
Το μυστήριο της ενανθρωπήσεως, στο οποίο προσπάθησε να εισέλθει τόσο βαθιά ο Αθανάσιος, έχει ως πρώτο μέγα σκόπελο τα ερωτήματα των αρειανών: πώς μπορούσε ο Υιός να είναι Θεός και να γίνει άνθρωπος, πώς μπορούσε αυτός που έχει ανθρώπινο σώμα να έχει και την ουσία του Θεού Πατέρα (Κατά αρ. Γ’ 27); Και αυτά διότι κίνηση-μετάβαση από την μίαν κατάσταση στην άλλη, από την θεία στην ανθρώπινη, σημαίνει για την φιλοσοφία και τους αρειανούς μεταβολή, τροπή, κάτι που είναι αδιανόητο στο θείο «πρώτον κινούν ακίνητον». Από άλλους κακοδόξους υποστηριζόταν ότι, αφού η θεία ουσία του Υιού δεν μεταβάλλεται, ο Λόγος απλώς «ήλθε» σε άνθρωπο, δηλ. μόνο επιφοίτησε, όπως και στην ΠΔ φανερωνόταν ο λόγος Κυρίου κι επιφοιτούσε στους Προφήτες (Γ΄ 30• Προς Αντιοχείς 7). Άλλοι πάλι δίδασκαν ότι ο θείος Λόγος μετέβαλε την φύση του και πλέον το σώμα του ήταν αυτός ο ίδιος ο Λόγος, δηλ. έλαβε σώμα «φύσει» και όχι «θέσει» ή ότι το σώμα του Λόγου είναι εκ της θείας ουσίας, οπότε μιλούσαν για τετράδα και όχι για θεία Τριάδα (Προς Επίκτητων 2). Ολ’ αυτά, βεβαιώνει ο Αθανάσιος, δεν αποτελούν Παράδοση της Εκκλησίας και απορρίπτονται. Αλλά, για να ζουν εν αληθεία οι πιστοί, επιχειρεί να εξηγήσει θετικά τί προσέλαβε ο Λόγος και πώς έγινε άνθρωπος, εισερχόμενος βαθύτερα στην θεία οικονομία, που είναι μυστήριο, δηλαδή αλήθεια και θεία βουλή, αλλ’ όχι αίνιγμα, το οποίο μπορεί κανείς να ερμηνεύσει όπως επιθυμεί (Κατά αρ. Α’ 41).
ε. «Ο Λόγος σαρξ εγένετο » χωρίς να μεταβάλει την θεία φύση του
Κατ’ αρχήν οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι από τον ΙΘ’ αι. επικρατεί η αντίληψη ότι ο Αθανάσιος κατανοεί την χριστολογία με το αλεξανδρινό σχήμα Λόγος – σαρξ («ο Λόγος σαρξ εγένετο»), που οδηγεί στον απολιναρισμό (στην αντίληψη ότι ο Λόγος ανέλαβε άνθρωπο χωρίς νου ή ψυχή, δηλαδή την σάρκα), σε αντίθεση με το αντιοχειανό σχήμα Λόγος – άνθρωπος (ενανθρώπησε), που οδηγεί ενίοτε στον νεστοριανισμό. Το σχήμα Λόγος-άνθρωπος υπεράσπιζαν κυρίως οι ορθόδοξοι ευσταθιανοί. Το σχήμα Λόγος-σαρξ πρόβαλλαν επίσης ορθόδοξοι, νομίζοντας ότι έτσι αποφεύγουν τις χριστολογικές συνέπειες του αρειανισμού. Ο Αθανάσιος, προσπαθώντας να ερμηνεύσει την ενανθρώπηση, χρησιμοποιεί τις εκφράσεις:
ο Λόγος επεφάνη άνθρωπος —ο Λόγος εγένετο άνθρωπος
ο Λόγος εγένετο σαρξ-ο Λόγος λαβών (ή φορών) σάρκα
ο Λόγος λαβών (ή φορέσας ή έσχε) σώμα.
Η λέξη άνθρωπος (εγένετο ) είναι επικρατέστερη, όπως έδειξε με στατιστική ανάλυση η έρευνα, ενώ η συχνότητα της λέξεως σαρξ είναι μικρότερη. Άλλωστε για τον Αθανάσιο ο όρος σαρξ είναι, όπως και στην Γραφή άλλωστε, ταυτόσημος με τον όρο άνθρωπος:
«της Γραφής έθος εχούσης λέγειν σάρκα τον άνθρωπον» (Κατά αρ. 30). Και «ο Λόγος σαρξ εγένετο ίσον πάλιν εστίν ειπείν ο Λόγος άνθρωπος γέγονε» (Προς Επίκτητον 8).
Οι κακόδοξοι τον ανάγκασαν να γίνει πολύ σαφέστερος στο θέμα τούτο και να ταυτίσει την «ένσαρκον παρουσίαν» με το «άνθρωπος γέγονε». Γι’ αυτό και, προσκυνώντας τον «Κύριον εν σαρκί, ου κτίσματι προσκυνούμεν, άλλα τον κτίστην ενδυσάμενον το κτιστόν σώμα» (Προς Αδέλφιον 6 και 1). Σε λίγες περιπτώσεις όμως το σαρξ ταυτίζεται με το σώμα. Έτσι έχουμε δύο ταυτόχρονες θεολογικές θέσεις. Η μία είναι ότι ο Λόγος έγινε άνθρωπος (ή σαρξ), η άλλη ότι ο Λόγος έλαβε σώμα (ή σάρκα). Και οι δύο ανταποκρίνονται στην Παράδοση, όπως μάλιστα διατυπώθηκε στο Σύμβολο Νικαίας με τις μετοχές «σαρκωθέντα» και «ενανθρωπήσαντα».
Τα χρησιμοποιούμενα ρήματα «εγένετο » και «έλαβε» προϋποθέτουν χρόνο και θεία βούληση. Σημαίνουν κάτι που έγινε στον Λόγο και διά του Λόγου στην διάρκεια της ιστορίας. Το γεγονός ανήκει στην θεία οικονομία και όχι στην αϊδιότητα , επομένως όχι στην φύση του Λόγου. Πρόκειται για ενέργεια του Θεού προς τα έξω (ad extra), όχι για διαδικασία στην ζωή και την φύση της θεότητας (ad intra). Γι’ αυτό η ενέργεια αυτή, το ότι ο Λόγος έγινε άνθρωπος, δεν επηρεάζει την θεία ουσία του, που μένει άτρεπτη. Δεν γίνεται η ουσία του Λόγου άνθρωπος:
«ουκ επί της ουσίας του Λόγου έλεγε το “γενόμενος”, αλλ’ επί της δι’ αυτού γενομένης διακονίας» ( = οικονομίας) (Κατά αρ. Α’ 62). «Πάντα γαρ ταύτα τα λεξείδια της ανθρώπου συστάσεως ίδια τυγχάνει όντα. Και τα τοιαύτα ου την ουσίαν του Λόγου, αλλά τον άνθρωπον αυτόν γεγένησθαι σημαίνει» (Β’ 11).
«Ου δει τας τοιαύτας λέξεις εις την θεότητα αυτού λαμβάνειν, αλλ’ ερευνάν διατί και πώς ταύτα γέγραπται• και πάντως απαντήσει τοις ζητούσιν η ανθρωπίνη οικονομία, ην δι’ ημάς ανεδέξατο» (Β’ 12).
Το γεγονός ότι ο Λόγος έγινε άνθρωπος δεν σημαίνει ότι «ετράπη» (Α’ 48), έγινε, η φύση του Λόγου κάτι άλλο. Αντίθετα, ο Λόγος ήταν πάντα Θεός, είναι πάντα Υιός του Πατέρα και σε ορισμένο χρόνο γίνεται άνθρωπος, άνθρωπος επίσης απόλυτα πραγματικός:
«αεί Θεός ην και Υιός εστί, Λόγος ων και απαύγασμα και σοφία του Πατρός• και ότι ύστερον, δι’ ημάς σάρκα λαβών εκ Παρθένου της Θεοτόκου Μαρίας, άνθρωπος γέγονε» (Γ’ 29).
«ουδέ γαρ, επειδή γέγονεν άνθρωπος, πέπαυται του είναι Θεός. Ουδέ, επειδή Θεός εστί, φεύγει το ανθρώπινον» (Γ’ 38). «ο εκ Μαρίας προελθών Κύριος, Υιός μεν τη ουσία και φύσει του Θεού εστί• το δε κατά σάρκα εκ σπέρματός εστί Δαυίδ, σαρκός δε της αγίας Μαρίας» (Προς Επίκτητον 2).
Με την ευκαιρία όσων υπογραμμίσαμε για την χρήση των όρων άνθρωπος-σαρξ-σώμα, είναι ανάγκη να σημειώσουμε ότι εναλλαγή κι ελευθερία θέλει επίσης ο Αθανάσιος με τους ορούς Λόγος και Υιός (Κύριος, Χριστός). Αναμφίβολα και ρητά ταυτίζει τον Λόγο με τον Υιό, αλλά παρατηρούμε ότι το Υιός αποβαίνει ο θεολογικός του όρος κλειδί (technicus terminus), με τον οποίο επιχειρεί την θεολογία της σχέσεως του Υιού προς τον Πατέρα (αντιαρειανική και τριαδολογική θεολογία)• ενώ ο όρος Λόγος επικρατεί στην θεολογία της ενανθρωπήσεως και της χριστολογίας.
στ. Η γένεση του ανθρώπου στον Λόγο κατά την ενανθρώπηση
Ο Λόγος, μένοντας φύσει Θεός, έλαβε σώμα κι έγινε άνθρωπος. Τα “έλαβε σώμα κι έγινε άνθρωπος” εισάγουν σε δύο όψεις του μυστηρίου. Η πρώτη: ο Λόγος λαμβάνει με θεία θέληση το κτιστό σώμα, που γνωρίζει τον θάνατο και που είναι ανυπόστατο. Τα μεταβατικά ρήματα «έλαβε» ή «εφόρεσε» η «έσχε» σώμα δεν σημαίνουν ποτέ «έγινε» (αμετάβατο) ή «ετράπη» σε σώμα ο Λόγος, μολονότι το σώμα του είναι «αληθινόν» και «ταυτόν» και «ομοταγές» με το δικό μας (Προς Επίκτητον 7. Περί Διονυσίου 10,5). Η πρόσληψη όμως του σώματος από τον ενανθρωπήσαντα Λόγο είχε αποτέλεσμα να μην ενεργεί το σώμα τις αμαρτίες. Συνέβη δηλαδή «λόγωσις» της σάρκας-σώματος, εφόσον ενώθηκε στον Λόγο, και γι’ αυτό οι άνθρωποι μπορούμε με την δύναμη του Λόγου να ξεπεράσουμε τα πάθη και να γίνουμε άφθαρτοι και αθάνατοι:
«Νυν δε του Λόγου γενομένου ανθρώπου και ιδιοποιουμένου τα της σαρκός, ουκέτι ταύτα του σώματος άπτεται διά τον εν αυτώ γενόμενον Λόγον… λοιπόν λογωθείσης της σαρκός διά τον του Θεού Λόγον, ος δι’ ημάς εγένετο σαρξ» (Κατά αρ. Γ’ 33).
Η δεύτερη: η φράση ‘ο Λόγος γίνεται άνθρωπος’ κατανοείται, ως προς το τί γίνεται, από τις θεανθρωπολογικές αναλύσεις, που είδαμε σε προηγούμενες παραγράφους. Ο άνθρωπος, δημιουργημένος ως εικόνα του Λόγου, όταν απομακρύνθηκε από τον Θεό, στράφηκε στο μη όν, στο μη είναι, ενώ ήταν προορισμένος σε κοινωνία με τον Θεό, το μόνο αυθύπαρκτο και αυθεντικό είναι. Η κοινωνία του εξασφάλιζε το είναι, την υπόσταση του. Όσο είχε την κοινωνία ήταν όντως, υπήρχε όντως. Ο ενανθρωπήσας Λόγος ήρθε να ανανεώσει την εικόνα του στον άνθρωπο κι έτσι γίνεται άνθρωπος. Γίνεται η χαρισματική πραγματικότητα της εικόνας, που είχε αδρανήσει, αλλά δεν είχε χαθεί. Γίνεται η ανανεωμένη εικόνα του εαυτού του στον άνθρωπο κι έτσι, ενώ είναι Υιός του Θεού, γίνεται και υιός του ανθρώπου. Όντας Μονογενής του Θεού, γίνεται και πρωτότοκος (ως καινός άνθρωπος) μεταξύ των ανθρώπων (Προς Αντιοχείς 7).
Η ένωση-σύναψη του Λόγου και του ανθρώπου αποτελεί τελικά επανακοινωνία, πράξη επαναποκτήσεως του είναι του ανθρώπου, αφού αποκτά είναι μόνο στην σχέση του με τον Θεό. Ο άνθρωπος γνωρίζει τρόπον τινά αναγένεση υποστατική στον Λόγο, γίνεται αυθεντικός μόνο ως ενωμένος με τον Λόγο, διότι μόνο ο Λόγος είναι αυθυπόστατος. Το ιδιαίτερο χαρισματικό και αυθεντικό υποστατικό στοιχείο του ανθρώπου είναι η χάρη του κατ’ εικόνα, το οποίο όμως είναι του δημιουργού Λόγου, έχει αδρανήσει και από άρρωστο γίνεται υγιές και αυθεντικό μόνο ενωμένο στο πρωτότυπό του. Το όλως άλλο που ενώνεται με τον Λόγο είναι το σώμα, το οποίο όμως ως υλική πραγματικότητα δεν έχει υπόσταση κι έτσι δεν μπορεί να γίνει συζήτηση για δεύτερη υπόσταση στον Λόγο, αφού μάλιστα ο Λόγος λαμβάνει, αλλά δεν γίνεται σώμα, όπως γίνεται άνθρωπος. Από την άποψη της υποστάσεως ο άνθρωπος εγκεντρίζεται στον Λόγο, ενυπάρχει σ’ αυτόν και αποκτά ενυπόσταση. Κάθε τι το πνευματικό του ανθρώπου και το ίδιο το υλικό του σώμα ενώνονται στον Λόγο και έχουμε τον Χριστό, τον Θεάνθρωπο. Βέβαια, εάν ο άνθρωπος θεωρηθεί φιλοσοφικά και δη αριστοτελικά ως αυθύπαρκτη και αυτόνομη υπόσταση, χωρίς να κατανοείται η εξάρτηση της υποστάσεως αυτής από το είναι του Θεού και χωρίς να εκτιμάται η σχέση του Λόγου με το κατ’ εικόνα του ανθρώπου πριν και μετά την πτώση, τότε γίνεται προβληματική η ανθρώπινη υπόσταση, η οποία στην ενανθρώπηση ή πρέπει να κολοβωθεί (απολιναρισμός) ή να διατηρηθεί χωρίς πραγματική ένωση με την θεία φύση (νεστοριανισμός) ή να απορροφηθεί από την φύση του Λόγου (μονοφυσιτισμός).
Είναι πολύ χαρακτηριστική η σχετική έκφραση του Αθανασίου, που αποθέτει την «γένεσή» μας στον Λόγο χωρίς να αφήνει περιθώριο ανθρώπινης υποστάσεως στον Λόγο, ένεκα της σχέσεως Λόγου και εικόνας του στον άνθρωπο:
«της γενέσεως ημών και πόσης της σαρκικής ασθενείας μετατεθέντων εις τον Λόγον, εγειρόμεθα από της γης, λυθείσης της δι’ αμαρτίαν κατάρας διά τον εν ημίν υπέρ ημών γενόμενον κατάρα» (Κατά αρ. Γ’ 33).
ζ. Στον Λόγο ενώνεται ολόκληρος ο άνθρωπος. Απάντηση στον πρώιμο απολιναρισμό
Το ριζικό σφάλμα του Αρείου επηρέασε και την χριστολογία. Όταν η θεολογία του Αθανασίου επικρατούσε σιγά-σιγά και τα επιχειρήματα των αρειανών εξαντλούνταν, οξύνθηκε ιδιαίτερα το πρόβλημα του τί ενώθηκε με τον Λόγο κατά την ενανθρώπηση. Ο Απολινάριος και κάποιοι που είχαν ανάλογες τάσεις υποστήριζαν ότι ο Λόγος προσέλαβε μόνο την σάρκα («σαρξ εγένετο ») του ανθρώπου και την θέση του νου ή της ψυχής κατέλαβε ο ίδιος ο Λόγος. Έτσι μόνο μπορούμε να έχουμε εν, μία υπόσταση του Λόγου.
Στην εκτίμηση αυτή κατέληξαν για δύο λόγους: α) κατά την αριστοτελική λογική «δύο τέλεια εν γενέσθαι ου δύναται» και β) αν ο Λόγος προσελάμβανε τέλειο άνθρωπο, θα έπρεπε να προσλάβει και τις αμαρτίες του, αφού ουδείς αναμάρτητος.
Η απάντηση του Αθανασίου έχει δύο τελείως διαφορετικές προϋποθέσεις: α) Λέγοντας ότι ο Λόγος προσλαμβάνει τον άνθρωπο, εννοούμε ότι ανακαινίζει την δική του εικόνα στον άνθρωπο και λαμβάνει το υλικό σώμα που δεν έχει υπόσταση. Η πράξη της ανανεώσεως ή ανακαινίσεως του κατ’ εικόνα δεν συνεπάγεται λήψη αμαρτίας από τον Λόγο, διότι καθεαυτό το κατ’ εικόνα είναι «χάρις» του Θεού, ενέργεια και δώρο, με το οποίο σχετίζεται άμεσα ο Λόγος και το οποίο παρά την πτώση δεν χάθηκε. Έτσι, λοιπόν, ο Αθανάσιος διδάσκει χωρίς δισταγμό ότι ο Λόγος προσέλαβε τον άνθρωπο ολόκληρο, με νου και ψυχή, αφού μάλιστα σ’ αυτά εντοπίζεται το κατ’ εικόνα, β) Εφ’ όσον πίστη της Εκκλησίας είναι η σωτηρία ολόκληρου του ανθρώπου, έπεται κατ’ ανάγκην ότι ο Σωτήρας είχε στον εαυτό του ολόκληρο τον άνθρωπο, νου και σάρκα. Και απόκειται στον φωτισμένο θεολόγο να εξηγήσει το πώς της ενώσεως αυτής. Ο Αθανάσιος θέτει την πρώτη στέρεη βάση για την θεολογία της ολοκληρωτικής ενώσεως του ανθρώπου με τον Λόγο, αλλά δεν προχωρεί περισσότερο, ούτε εξηγεί το πώς της ενώσεως αυτής. Το έργο του θα συνεχίσουν οι Καππαδόκες και μάλιστα ο Γρηγόριος Θεολόγος θα θεμελιώσει το πώς της ενώσεως, η οποία θα εξηγηθεί οριστικά στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο (451).
Είναι αλήθεια ότι ο Αθανάσιος μόνο στον Τόμο προς Αντιοχείς (7) μιλάει ρητά για ανθρώπινο νου ή ψυχή στον Χριστό. Το γεγονός έδωσε αφορμή για πολλές συζητήσεις, που οδήγησαν στην άποψη ότι ο Αθανάσιος, ακολουθώντας το σχήμα Λόγος-σαρξ, είχε τάσεις απολιναριστικές. Αλλά το ενδιαφέρον και το κριτήριο του Αθανασίου ήταν άλλο, ήταν η σωτηρία ολόκληρου του ανθρώπου. Εφ’ όσον αυτός έδειχνε την σωτηρία ολόκληρου του ανθρώπου με την πρόσληψη από τον Λόγο ολόκληρου του ανθρώπου, περίττευε συζήτηση για ύπαρξη ή μη ανθρώπινης ψυχής στον Κύριο:
«ου σώμα άψυχον, ουδ’ αναίσθητον, ουδ’ ανόητον είχεν ο Σωτήρ. Ουδέ γαρ οιόν τε ην, του Κυρίου δι’ ημάς ανθρώπου γενομένου, ανόητον είναι το σώμα αυτού• ουδέ σώματος μόνον αλλά και ψυχής εν αυτώ τω Λόγω σωτηρία γέγονεν. Υιός τε ων αληθώς του Θεού, γέγονε και υιός του ανθρώπου• και μονογενής ων Υιός του Θεού, γέγονε ο αυτός πρωτότοκος εν πολλοίς αδελφοίς» (Προς Αντιοχείς 7).
«ου φαντασία η σωτηρία ημών, ουδέ σώματος μόνου, αλλ’ όλου του ανθρώπου, ψυχής και σώματος αληθώς, η σωτηρία γέγονεν εν αυτώ τω Λόγο. Ανθρώπινον άρα φύσει το εκ της Μαρίας κατά τας Γραφάς και αληθινόν ην το σώμα του Κυρίου. Αληθινόν δε ην επεί ταυτόν ην τω ημετέρω» (Προς Επίκτητον 7).
η. Τα ιδιώματα της θείας και της ανθρώπινης φύσεως διασώζονται
Είναι απόλυτα σαφές στον Αθανάσιο ότι, για να σωθεί ο άνθρωπος, έπρεπε ο Χριστός να είναι συγχρόνως και αληθινός Θεός (γι’ αυτό και ονόμαζε Θεοτόκο την Παρθένο Μαρία: Κατά αρ. Β’ 14 και 29• Γ’33) και αληθινός-ολόκληρος άνθρωπος. Ενεργούσε και ως φύσει Θεός και ως φύσει άνθρωπος. Ένδειξη της πραγματικής ενώσεως θεότητας και ανθρωπότητας στον Χριστό και συγχρόνως προϋπόθεση της σωτηρίας του ανθρώπου είναι ότι ενεργούσε ως Θεός με το σώμα:
«ει γαρ τα της θεότητος του Λόγου έργα μη διά του σώματος εγένετο, ουκ αν εθεοποιήθη άνθρωπος. Και πάλιν• ει τα ίδια της σαρκός ουκ ελέγετο του Λόγου, ουκ αν ηλευθερώθη παντελώς από τούτων ο άνθρωπος» {Κατά αρ. Γ’ 33).
Επομένως η διάσωση των ιδιωμάτων της θείας και της ανθρώπινης φύσεως στον Χριστό ήταν απόλυτη. Αλλά και η ένωση ήταν τόσο πραγματική, ώστε, όταν ο Χριστός ενεργούσε θαύμα, το εκτελούσε με τα ιδιώματα της ανθρώπινης φύσεώς του• όταν έπασχε ως άνθρωπος από πείνα, δίψα, πόνο κ.λπ., ήταν εκεί και ο Λόγος. Ανέλαβε την ανθρώπινη φύση με όλα τα πάθη της, εκτός της αμαρτίας, και γι’ αυτό τα σωματικά πάθη της σάρκας του είναι δικά του, όπως γι’ αυτό δικά του είναι και τα πνευματικά κατορθώματα. Και αυτός που θαυματοποιούσε και αυτός που έπασχε ήταν «ο αυτός» (το αυτό πρόσωπο, δηλαδή ο Χριστός):
«ο αυτός δε ην σωματικώς μεν ως άνθρωπος πτύων, θεϊκώς δε ως Υιός του Θεού ανοίγων τους οφθαλμούς του εκ γενετής τυφλού• και σαρκί μεν πάσχων… θεϊκώς δε ανοίγων τα μνήματα» (Προς Αντιοχείς 7).
«της σαρκός πασχούσης, ουκ ην εκτός ταύτης ο Λόγος. Διά τούτο γαρ αυτού λέγεται το πάθος. Και θεϊκώς δε ποιούντος αυτού τα έργα του Πατρός, ουκ ην έξωθεν αυτού η σαρξ, αλλ’ εν αυτώ τω σώματι ταύτα πάλιν ο Κύριος εποίει… ενδεδυμένος ανθρωπίνην σάρκα, ταύτην μετά των ιδίων παθών αυτής όλην ενδύσασθαι, ίνα, ώσπερ ίδιον αυτού λέγομεν είναι το σώμα, ούτω και τα του σώματος πάθη ίδια μόνον αυτού λέγηται, ει και μη ήπτετο κατά την θεότητα αυτού» (Κατά αρ. Γ’ 32).
Στην ιστορία της θεολογίας τα ανθρώπινα πάθη του Κυρίου ονομάστηκαν αδιάβλητα πάθη και αποτελούν τις φυσικές ανθρώπινες αδυναμίες, χωρίς να ταυτίζονται με την αμαρτία, διότι, αφότου ιδιοποιήθηκαν από τον Λόγο, δεν ρέπουν στην αμαρτία:
«του Λόγου γενομένου ανθρώπου και ιδιοποιούμενου τα της σαρκός, ουκέτι ταύτα (= τα πάθη) του σώματος (= της ροπής του στην αμαρτία) άπτεται διά τον εν αυτώ γενόμενον Λόγον» (Γ’ 33).
Βέβαια, λέγοντας ότι τα πάθη είναι του Κυρίου, του Χριστού ή του Λόγου, δεν εννοεί ότι είναι του Λόγου του Θεού, αλλ’ ότι είναι της σάρκας του Κυρίου, μολονότι λέει ότι η σάρκα «θεοφορείται» στον Λόγο: η χάρη, η θεία δύναμη, είναι του Λόγου και όχι της σάρκας: «ει γαρ και ο Λόγος σαρξ εγένετο , αλλά της σαρκός ίδια τα πάθη. Και ει η σαρξ θεοφορείται εν τω Λόγω, αλλ’ η χάρις και η δύναμις εστί του Λόγου. Τα γουν έργα του Πατρός διά της σαρκός εποίει» (Γ’ 41).
Τα ιδιώματα δηλαδή της κάθε φύσεως ανήκουν και μένουν σε κάθε μία από τις δύο φύσεις, αλλά και οι δύο φύσεις είναι απόλυτα ενωμένες στο πρόσωπο του Χριστού, που είναι και θειος Λόγος και άνθρωπος. Η θεολογία αυτή των ιδιωμάτων, αναπτυγμένη περισσότερο, κυρώθηκε το 451 από την Δ’ Οικουμ. Σύνοδο.
θ. Η προκοπή του Ιησού και η προσκύνηση τον Κυρίου
Η θεολογία της ενώσεως των δύο φύσεων στον Χριστό και της διασώσεως των ιδιωμάτων αυτών διευκόλυνε την απάντηση στα ερωτήματα: τί σημαίνει το ευαγγελικό «και Ιησούς γαρ προέκοπτε σοφία και χάριτι» (Λουκ. 2, 52) και τί προσκυνούμε στο πρόσωπο του Χριστού;
Το πρόβλημα της προκοπής ή αυξήσεως του Ιησού συζητήθηκε πολύ και συζητείται. Εφόσον διασώζονται τα ιδιώματα των φύσεων, η προκοπή εδώ αφορά στην ανθρώπινη φύση και συνιστά το γεγονός της αναπτύξεως ή αυξήσεως του Ιησού ως ανθρώπου και ποτέ ως Λόγου, ο οποίος ως άτρεπτος Θεός δεν είχε τέτοιο ιδίωμα. Ανθρωπίνως, λοιπόν, ο Ιησούς προκόπτοντας και ωριμάζοντας αυξανόταν και μεγάλωνε η φανέρωση της θεότητας του Λόγου μέσω του Ιησού ως οργάνου. Δηλ. όσο προέκοπτε ο άνθρωπος Ιησούς τόσο φανερωνόταν δι’ αυτού η θεότητα στους γύρω ανθρώπους, οι οποίοι θαύμαζαν έστω και αν δεν κατανοούσαν ακριβώς:
«ώσπερ είπομεν ότι σαρκί πέπονθε και σαρκί επείνα … εΙκότως αν λέγοιτο ότι σαρκί προέκοπτεν… ουτ’ ουν του Λόγου η προκοπή, ούτε η σαρξ ην η Σοφία, αλλά της σοφίας σώμα γέγονεν η σαρξ… το ανθρώπινον εν τη Σοφία προέκοπτεν, υπεραναβαίνον κατ’ ολίγον την ανθρωπίνην φύσιν και θεοποιούμενον και όργανον αυτής προς την ενέργειαν της θεότητος και την έκλαμψιν αυτής γινόμενον και φαινόμενον πάσι. Διο ουδέ είπεν• ο Λόγος προέκοπτεν, αλλ’ ο Ιησούς όπερ όνομα γενόμενος άνθρωπος ο Κύριος εκλήθη, ως είναι της ανθρωπίνης φύσεως την προκοπήν» (Γ’ 53).
«του σώματος άρα εστίν η προκοπή. Αυτού γαρ προκόπτοντος, προέκοπτεν εν αυτώ και η φανέρωσις της θεότητος τοις ορώσιν. Όσω δε η θεότης απεκαλύπτετο, τοσούτο πλείον η χάρις ηύξανεν ως ανθρώπου παρά πάσιν ανθρώποις» (Γ’ 52).
Στην ενότητα των δύο φύσεων του Χριστού και στην αφθαρτοποίηση και θέωση της ανθρώπινης φύσεως θεμελιώνει ο Αθανάσιος και την απάντηση του στο πρόβλημα του τί προσκυνούμε στον Χριστό. Δεν μπορούμε να χωρίσουμε τις φύσεις του και να προσκυνήσουμε μόνο τον θείο Λόγο, γιατί το σώμα είναι σώμα του. Και δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε από την θεία την κτιστή φύση του (που από μόνη της βέβαια δεν είναι προσκυνητή), γιατί αυτή θεώθηκε, αφθαρτοποιήθηκε στην συνάφειά της με την θεία, ώστε να μη μπορεί να πει κανείς ότι προσκυνώντας τον Κύριο προσκυνεί το κτιστό:
«ου γαρ κτίσματι η κτίσις προσκυνεί» (Προς Αδέλφιον 4). «Τον Κύριον εν σαρκί προσκυνούντες ου κτίσματι προσκυνούμεν, αλλά τον κτίστην ενδυσάμενον το κτιστόν σώμα» (αυτόθι 6).

ΠΝΕΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΚΗ
α. Μετέχουμε του Θεού διά του αγ. Πνεύματος
Όπως στην χριστολογία έτσι και στην πνευματολογία ο Αθανάσιος ξεκινάει από την βεβαιότητα της σωτηρίας, η οποία πραγματώνεται, καθόσον οι άνθρωποι μετέχουμε στο άγιο Πνεύμα. Η μετοχή μας αυτή, που είναι γεγονός εμπειρικό, λειτουργεί αποδεικτικά και για την σωτηρία μας και για την θέση του άγιου Πνεύματος στην αγ. Τριάδα, επομένως για το ότι δεν είναι κτίσμα, αλλά της φύσεως του Θεού. Η θέωση αποτελεί έργο και του Πνεύματος, που «συνάπτει» τον άνθρωπο με τον Υιό και τον Πατέρα, κάτι που δεν θα μπορούσε να κάνει, αν δεν είχε την φύση του Υιού και του Πατέρα.
«διά του Πνεύματος λεγόμεθα πάντες μέτοχοι του Θεού … ει κτίσμα δε ην το Πνεύμα το άγιον, ουκ αν τις εν αυτώ μετουσία του Θεού γένοιτο ημίν, …αλλότριοι δε της θείας φύσεως εγενόμεθα, ως κατά μηδέν αυτής μετέχοντες. Νυν δε, ότε λεγόμεθα μέτοχοι Χριστού και μέτοχοι Θεού, δείκνυται το εν ημίν χρίσμα και η σφραγίς μη ούσα της των γενητών φύσεως, αλλά της του Υιού διά του εν αυτώ Πνεύματος συνάπτοντος ημάς τω Πατρί. Διά τούτο και εν οις γίνεται ( = η μετουσία του αγ. Πνεύματος) ούτοι θεοποιούνται. Ει δε θεοποιεί ( = το Πνεύμα), ουκ αμφίβολον ότι η τούτου φύσις Θεού εστί» (Προς Σεραπίωνα Α’ 24).
Η ρεαλιστική αυτή πνευματολογία διατυπωνόταν ως απάντηση στην ηθικιστική θεώρηση της σωτηρίας από τους αρειανούς και τους ημιαρειανούς. Οι πρώτοι, ισχυριζόμενοι ότι ο Υιός (και το Πνεύμα) είναι κτίσμα, αρνούνταν την πραγματική ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Οι δεύτεροι, δέχονταν την ομοουσιότητα του Υιού προς τον Πατέρα, αλλά δίδασκαν ότι το Πνεύμα είναι «ετερούσιον» της Τριάδας, είναι κτίσμα, σύμφωνα δήθεν με το Αμώς 4,13: «Ιδού εγώ στερεών βροντήν και κτίζων πνεύμα και απαγγέλλων εις ανθρώπους τον Χριστόν αυτού». Εφ΄όσον όμως το Πνεύμα ως κτίσμα δεν μπορεί να συνάψει-ενώσει τον κτιστό άνθρωπο με τον άκτιστο Θεό, η σωτηρία μένει στο επίπεδο της ηθικολογίας.
β. Η τελεία Τριάδα
Οι ημιαρειανοί αυτοί, που χαρακτηρίζονται «πνευματομαχούντες» και άγνωστο γιατί «τροπικοί», εμφανίστηκαν στην περιοχή της Θμούεως της Αιγύπτου, λίγο μετά το 355. Ισχυρίζονταν ότι δέχονταν την Τριάδα, την οποία όμως κατέλυαν, αφού άλλης φύσεως ήθελαν τον Πατέρα και τον Υιό και άλλης το αγ. Πνεύμα (Προς Σεραπίωνα A’ 2).
Έθεταν λοιπόν και πρόβλημα ενότητας ή αδιαιρέτου της Τριάδας. Το πρόβλημα προσεγγίζει ο Αθανάσιος από την θεία οικονομία, την οποία ορθά θεωρεί κοινό έργο του Πατέρα, του Υιού και του αγ. Πνεύματος:
«ένα είναι τον αγιασμόν, τον εκ Πατρός δι’ Υιού εν Πνεύματι αγίω γινόμενον» (Προς Σεραπίωνα Α’ 20).
Έτσι, μολονότι υιοποιούμεθα, επειδή ο Υιός είναι φυσικός Υιός, υιοποιούμεθα διά του Πνεύματος και ζωοποιούμεθα διά του Πνεύματος, αλλ’ αποκτούμε την ζωή του Χριστού. Φωτιζόμεθα διά του Πνεύματος, αλλά φωτίζων είναι ο Χριστός (αυτόθι 19).
Οτιδήποτε λοιπόν το αγ. Πνεύμα ενεργεί στην πορεία της θείας οικονομίας για τον άνθρωπο συνιστά ενέργεια όλης της Τριάδας. Κάποτε αφήνει την υπόνοια ότι ταυτίζει την θεία ενέργεια με το ίδιο το αγ. Πνεύμα:
«Ενός γαρ όντως του Υιού…μίαν είναι δει τελείαν και πλήρη την αγιαστικήν και φωτιστικήν ζώσαν ενέργειαν αυτού και δωρεάν, ήτις εκ Πατρός λέγεται εκπορεύεσθαι, επειδή παρά του Λόγου του εκ Πατρός ομολογουμένου εκλάμπει και αποστέλλεται και δίδοται» (αυτόθι 20).
γ. Το Πνεύμα εκ της ουσίας του Θεού
Το γεγονός ότι το Πνεύμα είναι εκ του Θεού και θεώνει τον άνθρωπο δείχνει ότι είναι της ουσίας και της φύσεως του Θεού Πατέρα, όπως και ο Υιός. Χρησιμοποιεί μάλιστα, για να δηλώσει αυτό, κυρίως την αρνητική έκφραση «ου ξένον» ή «ουκ αλλότριον» και τον θετικό προσδιορισμό «ίδιον» (του Θεού), όπως έκανε και προκειμένου να εξηγήσει ότι ο Υιός είναι της φύσεως του Πατέρα:
«ώσπερ ο Υιός, ο εν τω Πατρί ων, εν ω και ο Πατήρ έστιν, ουκ έστι κτίσμα, αλλ\ ίδιος της του Πατρός ουσίας… ούτω και το Πνεύμα το εν τω Υιώ, εν ω και ο Υιός εστί…ίδιον δε και εν της εν Τριάδι θεότητος» (Προς Σεραπίωνα Α’ 21).
«είδέναι αγίαν μεν Τριάδα, μίαν δε θεότητα και μιαν αρχήν και Υιόν μεν ομοούσιον τω Πατρί, ως είπον οι Πατέρες, το δε άγιον Πνεύμα ου κτίσμα, ουδέ ξένον, αλλ’ ίδιον και αδιαίρετον της ουσίας του Υιού και του Πατρός» (Προς Αντιοχείς 5).
«το Πνεύμα δέδεικται μάλλον ίδιον είναι του Υιού και ου ξένον του Θεού. Ει δε ο Υιός, επειδή εκ του Πατρός εστίν, ίδιος της ουσίας αυτού εστίν, ανάγκη και το Πνεύμα, εκ του Θεού λεγόμενον, ίδιον είναι κατ’ ουσίαν του Υιού. Ουκ άρα των γενητών εστί το Πνεύμα, αλλ’ ίδιον της του Πατρός θεότητος, εν ω και τα γενητά ο Λόγος θεοποιεί. Εν ω δε θεοποιείται η κτίσις, ουκ αν είη εκτός αυτός της του Πατρός θεότητος» (Προς Σεραπίωνα Α’ 25).
Μολονότι ο Αθανάσιος, όταν ερωτήθηκε (περί το 358-360) για τις πνευματομαχικές αντιλήψεις, χρησιμοποιούσε για τον Υιό ευρύτατα τον όρο ομοούσιος, τον αποφεύγει προκειμένου περί του Πνεύματος. Τον χρησιμοποιεί μία μόνο φορά λίγο έμμεσα («ουκ εστί των πολλών το Πνεύμα, αλλ’ ουδέ άγγελος, αλλ’ εν ον, μάλλον δε του Λόγου ενός όντος ίδιον, και του Θεού ενός όντος και ομοούσιόν εστίν») (αυτόθι 27), κάτι που ίσως υποσημαίνει δισταγμό, αφού μάλιστα δεν χρησιμοποιεί για το Πνεύμα και τον όρο «ταυτόν», με τον οποίο διασαφηνίζει την ταυτότητα ουσίας του Πατέρα και του Υιού. Παράλληλα όμως δεν διστάζει να υπογραμμίσει ότι η σχέση («ιδιότητα»), που υπάρχει μεταξύ Πατέρα και Υιού, υπάρχει και μεταξύ Πνεύματος και Υιού. Προφανώς δεν εξειδικεύει την σχέση αυτή στον τρόπο υπάρξεως του Υιού (γέννηση) και του Πνεύματος (εκπόρευση)• επισημαίνει μόνο την σχέση φύσεως:
«οίαν γαρ έγνωμεν ιδιότητα του Υιού προς τον Πατέρα, ταύτην έχειν το Πνεύμα προς τον Υιόν ευρήσομεν» (Προς Σεραπίωνα Γ’ 1). Γενικά όμως η ενέργεια εμφανίζεται ως κίνηση της όλης Τριάδας: «μία άρα… η της Τριάδος ενέργεια δείκνυται» (Προς Σεραπίωνα Α’ 31).
Μίλησε με σαφήνεια για την αναγκαιότητα της ενότητας της Τριάδας. Επισήμανε τον ρόλο του Πατέρα ως αρχής και πηγής, τον ρόλο του Υιού ως δημιουργού και τον ρόλο του Πνεύματος που ενεργεί στα πάντα. Τόνισε την υπαρκτικότητα και των τριών προσώπων, χωρίς να τα ονομάζει πρόσωπα ή υποστάσεις. Επίσης εξήγησε επιγραμματικά ότι «αρχή και πηγή» είναι ο Πατέρας (αυτόθι 28) και ότι το Πνεύμα «εκπορεύεται» από τον Πατέρα, ενώ «αποστέλλεται και δίδοται» από τον Υιό (αυτόθι Α’ 20). Στην Α’ Επιστολή του προς Σεραπίωνα έχουμε την πρώτη τόσο έξοχη διατύπωση της τριαδολογίας:
«Τριάς τοίνυν αγία και τελεία εστίν. εν Πάτρι και Υιώ και αγίω Πνεύματι θεολογουμένη, ουδέν αλλότριον ή έξωθεν επιμιγνύμενον έχουσα … ομοία δε εαυτή και αδιαίρετος εστί τη φύσει και μία ταύτης η ενέργεια. Ο γαρ Πατήρ διά του Λόγου εν Πνεύματι αγίω τα πάντα ποιεί και ούτως η ενότης της Αγίας Τριάδος σώζεται και ούτως εις Θεός εν τη Εκκλησία κηρύττεται… “επί πάντων” ο μεν ως Πατήρ, ως αρχή και πηγή• “δια πάντων” δε διά του Λόγου• “εν πάσι” δε εν τω Πνεύματι τω αγίω. Τριάς δε εστίν ουχ έως ονόματος μόνον και φαντασίας λέξεως, αλλά αληθεία και υπάρξει Τριάς. Ώσπερ γαρ ο ων εστίν ο Πατήρ, ούτως ο ων εστί και ο επί πάντων Θεός ο τούτου Λόγος. Και το Πνεύμα το άγιον ουκ ανύπαρκτον εστί, αλλ’ υπάρχει και υφέστηκεν αληθώς» (28).
δ. Η υπόσταση ταυτίζεται με την ουσία. Αλλά όσοι την διακρίνουν δεν είναι αναγκαστικά αιρετικοί.
Είναι γνωστό ότι από τα πρώτα έτη οι αρειανοί άνετα πρόβαλλαν τον όρο δύο ή τρεις υποστάσεις, για να τονίσουν την διαφορά φύσεως μεταξύ του Πατέρα και των δύο άλλων προσώπων της Τριάδας. Το γεγονός ανάγκαζε τον Αθανάσιο να μιλάει απολογητικά για την ενότητα υποστάσεως στην Τριάδα, ταυτίζοντας βέβαια την υπόσταση με την θεία ουσία ή φύση, για να δείξει ότι ο Υιός έχει την ίδια φύση με τον Πατέρα:
«αλλ’ υπόστασιν μεν λέγομεν, ηγούμενοι ταυτόν είναι ειπείν υπόστασιν και ουσίαν. Μίαν δε φρονούμεν… διά την ταυτότητα της φύσεως» (Προς Αντιοχείς 6).
«ομοούσιον είναι τον Υιόν τω Πατρί και ανεθεμάτισαν τους λέγοντας εξ ετέρας υποστάσεως είναι τον Υιόν» (Προς τους εν Αφρική 9).
Γνώριζε παρά ταύτα την συζήτηση που άρχισε λίγο πριν από το 360 για τον όρο «τρεις υποστάσεις», τον οποίο τώρα πρόβαλλαν ορθόδοξοι (αυτόθι 11) με ορθόδοξο περιεχόμενο. Άκουσε με προσοχή τους υποστηρικτές του όρου αυτού. Και αφού τον βεβαίωσαν ότι δεν εννοούν τον Υιό «αλλοτριούσιον» και ότι προβάλλουν τον όρο για να τονίσουν την πραγματικότητα των τριών θείων προσώπων, δέχτηκε ότι δεν είναι κακόδοξοι όσοι τον χρησιμοποιούν (Προς Αντιοχείς 5). Ο ίδιος δεν μπόρεσε να εισέλθει στην θεολογική προβληματική της διακρίσεως των όρων υπόσταση και ουσία. Το άγιο Πνεύμα θα οδηγούσε άλλους στην διάκριση αυτή, τους Καππαδόκες και δη τον Μ. Βασίλειο, λίγα μόλις χρόνια μετά.
Η απολογητική αυτή προοπτική εγκλωβίζει μάλιστα τον Αθανάσιο στην φιλοσοφική αντίληψη, ότι με τις λέξεις Θεός και Πατέρας σημαίνεται η θεία ουσία και όχι κάτι «περί την» ουσία. Έτσι έφθανε στην ομοουσιότητα του Υιού, αφού οι εκφράσεις «εκ του Θεού» (Γραφή) και «εκ της ουσίας του Πατρός» (Νίκαια) αναγκαστικά σημαίνουν ότι ο Υιός ήταν από αυτό που μόνο είναι ο Θεός, δηλαδή από την ουσία του. Την άποψη αυτή, που εμφαντικά δίδαξε ο Ευνόμιος, αντέκρουσε ο Μ. Βασίλειος και οι άλλοι καππαδόκες, που έδειξαν ότι το «Πατέρας», το «Υιός» και το «Πνεύμα» δηλώνουν το είναι κάθε προσώπου, την υπόστασή τους. Αλλά και ο Αθανάσιος, διατυπώνοντας αυτή την άποψη, είχε ριζικά διαφορετικές προϋποθέσεις και γι’ αυτό συγχρόνως τόνιζε ότι η θεία ουσία είναι ακατάληπτη, ενώ για τον Ευνόμιο είναι καταληπτή:
«λέγοντες τον Θεόν και ονομάζοντες τον Πατέρα ουδέν τι ως περί αυτόν ονομάζομεν, αλλ’ αυτήν την ουσίαν αυτού σημαίνομεν• καν γαρ καταλαβείν ότι ποτέ εστίν η του Θεού ουσία μη η δυνατόν, αλλά μόνον νοούντες είναι τον Θεόν… όπου ποτέ λέγει η Γραφή “ο Θεός” ημείς αναγιγνώσκοντες ουδέν έτερον ή αυτήν την ακατάληπτον αυτού ουσίαν σημαινομένην νοούμεν» (Περί Νικαίας 22,3. Βλ. και Περί συνόδων 35,2).
Είναι σαφές ότι όσο απουσίαζε από την θεολογική του σκέψη η διάκριση είναι και ουσίας, τόσο αδυνατούσε να διακρίνει με συνέπεια την προβληματική των υποστάσεων των θείων προσώπων (το ιδιαίτερο είναι τους) και την κοινή τους φύση.
ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
Ο Αθανάσιος με το έργο του απέβη και ο πρώτος θεολόγος της Οικουμενικής Συνόδου. Δημιούργησε θεολογικά το πορτραίτο της. Οι σχετικές απόψεις του έγιναν απόλυτος οδηγός στην μετέπειτα συνοδική ζωή της Εκκλησίας. Αφορμή να θεολογήσει για την σύνοδο υπήρξε η άρνηση των αρειανών να υιοθετήσουν την σύνοδο της Νικαίας (325) με ποικίλες προφάσεις. Για ν’ αφοπλίσει τους αρειανούς, εξήγησε τις προϋποθέσεις, την διαδικασία, τα κριτήρια και την αυτάρκεια της Οικουμενικής Συνόδου (Βλ. ειδική μελέτη μας, Αθανάσιος ο Μέγας και η θεολογία της Οικουμενικής Συνόδου, Αθήνα 1980).
Η σύγκληση Συνόδου γίνεται από ανάγκη επείγουσα, όταν εμφανίζεται νέα κακοδοξία, που παρεξηγεί την αλήθεια και ταράσσει γι’ αυτό και διαιρεί το σώμα της Εκκλησίας• όταν δεν έχει εκφραστεί οριστικά στην Παράδοση το σημείο εκείνο της αλήθειας, στο οποίο αφορά η νέα κακοδοξία. Αν η κακοδοξία δεν είναι νέα, τότε η Εκκλησία καταφεύγει σε ότι έχει διατυπωθεί ήδη στην Γραφή και την Παράδοση. Μέλη της Συνόδου είναι μόνο όσοι έχουν την ορθή πίστη, αυτοί που φρονούν ότι και η Εκκλησία. Κανένα θέμα στην Σύνοδο δεν συζητείται, αν γενικά δεν έχει εξασφαλιστεί συμφωνία στην πίστη.
«η μεν γαρ εν Νικαία σύνοδος ουχ απλώς γέγονεν, αλλ’ είχε την χρείαν κατεπείγουσαν και την αιτίαν εύλογον» (Περί συνόδων 5,1). «Αι δε νυν κινούμεναι παρ’ αυτών σύνοδοι (= των αρειανών) ποίαν έχουσιν εύλογον αιτίαν; ει μεν γαρ καινότερα τις άλλη γέγονεν αίρεσις μετά την αρειανήν, ειπάτωσαν τα της επινοίας αυτής ρήματα και τίνες οι ταύτην εφευρόντες εισίν… ει δε μηδέν τι τοιούτον γέγονε, μηδέ δύνανται δείξαι τις η χρεία των (= αρειανικών) συνόδων, αρκούσης της εν Νικαία γενομένης προς τε την αρειανήν και τας άλλας αιρέσεις, ας κατέκρινε πάσας δια της υγιαινούσης πίστεως» (αυτόθι 6,1).
«Διά τούτο και οικουμενική γέγονεν η εν Νικαία σύνοδος, τριακοσίων δέκα και οκτώ συνελθόντων επισκόπων περί της πίστεως δια την αρειανήν ασέβειαν. Τί γαρ εκείνη λείπει, ίνα καινότερα ζητήση τις»; (Προς τους εν Αφρική επισκόπους 2).
«ου γαρ οιόν τε συνόδω συναριθμηθήναι τους περί πίστιν ασεβούντας, ουδέ πρέπει προκρίνεσθαι πράγματος εξέτασιν της περί πίστεως εξετάσεως. Χρή γαρ πρώτον πάσαν περί πίστεως διαφωνίαν εκκόπτεσθαι…» (Περί των γεγενημένων παρ’ αρειανών 36, 3-4).
Τα μέλη της Συνόδου, όπως άλλωστε οι Πατέρες της Εκκλησίας γενικά, επιτελούν το έργο τους με τον φωτισμό και την αποκάλυψη του αγ. Πνεύματος, εφόσον μετέχουν στην αλήθεια, όπως είδαμε σε άλλη παράγραφο. Αποτέλεσμα της αποκαλύψεως και της «θεοφανείας», κατά την εκάστου «χρεία», είναι ότι η απόφαση της Νικαίας είναι «θείον» «ρήμα Κυρίου», που μόνο γι’ αυτό έχει απόλυτη ισχύ και «μένει» στους αιώνες (Προς τους εν Αφρική 2• Κατά αρ. A’ 63). Ο φωτισμός των Πατέρων είναι συγχρόνως και ο λόγος για τον οποίο η απόφαση της Συνόδου είναι σύμφωνη με ότι δηλώνεται στην Γραφή. Οι συνοδικοί όροι δηλαδή αποτελούν αποκάλυψη του «νου», του βαθύτερου πνεύματος, βιβλικών χωρίων, είναι συναγωγή της «διάνοιας» της Γραφής, είναι ανάπτυξη εκείνου που απλώς σημειώνει η Γραφή, είναι η αναζήτηση του πνεύματος κάτω από το γράμμα της Γραφής. Ότι νέο εκφράζεται με τον τρόπο τούτο και με μη βιβλικούς όρους δεν πρέπει ποτέ να αντιτίθεται σε ότι είναι ήδη διατυπωμένο στην Γραφή και την Παράδοση. Το νικαϊκό π.χ. «εκ της ουσίας του Πατρός» δεν είναι αντίθετο προς το βιβλικό «εκ του Πατρός», αλλά το βαθύτερο πνεύμα του, η ευρύτερη φανέρωση της ίδιας αλήθειας. Βέβαια η Εκκλησία θα μπορούσε να μένει μόνο με τους απλούς όρους της Γραφής, αν δεν την ανάγκαζαν οι κακόδοξοι να προχωρήσει στην θεολογία των όρων τούτων , δηλαδή στην ευρύτερη εκκάλυψη της αλήθειας που δηλώνουν. Θα προτιμούσε ακόμη να μη χρησιμοποιεί «αγράφους», μη βιβλικούς, όρους στην διατύπωση της πίστεως. Αναγκάζεται όμως να το πράξει, διότι άγραφα χρησιμοποιούν οι κακόδοξοι. Οι τελευταίοι όμως με τα άγραφα προβάλλουν απόψεις άγνωστες στην Γραφή, ενώ οι ορθόδοξοι με αυτά και πιστοί στην Γραφή μένουν και το βαθύτερο πνεύμα της φανερώνουν:
«αποκαλύπτειν χρη τον νουν του ( = βιβλικού) ρητού, ως κεκρυμμένον τούτον ζητείν» (Κατά αρ. Β’ 44).
«α γαρ αγνοούμεν εν τοις λογίοις ( = της Γραφής) ουκ εκβάλλομεν, αλλά ζητούμεν ους απεκάλυψεν ο Κύριος και παρ’ αυτών μανθάνειν αξιούμεν» (Περί συνόδων 40, 2-3).
«τω δε πνεύματι φωτιζομένων ημών» (Προς Σεραπίωνα Α’ 19). «έδει και περί του Κυρίου εκ των Γραφών τα περί αυτού γεγραμμένα λέγεσθαι και μη αγράφους επεισάγεσθαι λέξεις… Ναι έδει, φαίην αν και έγωγε… αλλ’… η ασέβεια … ηνάγκασε τους επισκόπους λευκότερον εκθέσθαι τα την ασέβειαν αυτών ανατρέποντα ρήματα» (Περί Νικαίας 32,1).
«οι πατέρες, θεωρήσαντες εκείνων (= των αρειανών) την πανουργίαν, λευκότερον ειπείν το ‘εκ του Θεού’ και γράψαι ‘εκ της ουσίας της Θεού’ είναι τον Υιόν» (αυτόθι 19,2).
«οι επίσκοποι… ηναγκάσθησαν … συναγαγείν εκ των Γραφών την διάνοιαν και άπερ πρότερον έλεγον, ταύτα πάλιν λευκότερον ειπείν και γράψαι ‘ομοούσιον’ είναι τω Πατρί τον Υιόν, ίνα μη μόνον όμοιον τον Υιόν, αλλά ταυτόν τη ομοιώσει εκ του Πατρός είναι σημαίνωσιν» (αυτόθι 20,3).
«ίνα… μάθωσιν από του γράμματος επιστρέφειν εις το πνεύμα» (Περί συνόδων 45,3).
Ο χαρακτήρας της αποφάσεως της Οικουμ. Συνόδου είναι κυρίως θετικός και δευτερευόντως αρνητικός. Η διατύπωση της αλήθειας γίνεται με τρόπο θετικό (π.χ. «ομοούσιος»), διότι μόνο με την θέση, δηλαδή την φανέρωση της αλήθειας, καταρρίπτεται αυτό, που δεν είναι αλήθεια, η κακοδοξία. Κρίση, κατάκριση και καταδίκη της κακοδοξίας αποβαίνει αφ’ εαυτής η αλήθεια. Την συνοδική απόφαση (τον «όρο») ακολουθεί αναθεματισμός των κακοδόξων, ώστε οι αθεολόγητοι πιστοί να ακούουν με έμφαση ποιούς πρέπει να αποφεύγουν.
η Νίκαια «κατέκρινε ( = τις αιρέσεις) διά της υγιαινούσης πίστεως» (Περί συνόδων 6).
Οι πατέρες της συνόδου «εδήλωσαν φανερώς ότι το ‘εκ της ουσίας’ και το ‘ομοούσιον’ αναιρετικά των της ασεβείας λογαρίων εισίν, άπερ εστίν ‘κτίσμα’ και ‘ποίημα’ και ‘ουκ ην πριν γεννηθή’» (Περί Νικαίας 20,6).
«ούτω νοήσαντες οι πατέρες, έγραψαν (= θετικός χαρακτήρας) ομοούσιον είναι τον Υιόν τω Πατρί και ανεθεμάτισαν (= αρνητικός χαρακτήρας) τους λέγοντας εξ ετέρας υποστάσεως είναι τον Υιόν» (αυτόθι 20,3).
Η απόφαση της Συνόδου χαρακτηρίζεται συνήθως «αυτάρκης». Η Σύνοδος «αρκεί» για να ορθοδοξούν οι πιστοί και να κατακρίνονται οι κακόδοξοι. Ο Αθανάσιος δεν χρησιμοποιεί για την Σύνοδο όρους όπως «αυθεντία» ή «αλάθητος». Το γεγονός έχει μεγάλη σημασία. Η απόφαση, ο όρος ή η «πίστη» της Συνόδου, δεν είναι αφ’ εαυτής η αλήθεια και δη όλη η αλήθεια. Αποτελεί απλώς δήλωση- επισήμανση εκείνου του μέρους της αλήθειας, το οποίο παρεξήγησε κάποιος κακόδοξος. Η απόφαση της Νίκαιας είναι «αυτάρκης» «ως προς» την αρειανική αίρεση κυρίως. Το αυτάρκης εδώ είναι ταυτόσημο προς τα: «θεόπνευστος», «αποστολική», σύμφωνα με την Γραφή, η οποία και αυτή χαρακτηρίζεται «αυτάρκης». Η «αυτάρκεια» «ως προς τι» αφήνει τον δρόμο ανοικτό για νέα Σύνοδο, αν παραστεί ανάγκη, όπως και παρέστη.
«η γαρ εν αυτή ( = τη συνόδω της Νικαίας)… ομολογηθείσα πίστις αυτάρκης εστί» (Προς τους εν Αφρική 1).
«αρκούσης της εν Νικαία γενομένης ( = συνόδου) προς τε την αρειανικήν και τας άλλας αιρέσεις, ας κατέκρινεν» ( = όσες με τα άρθρα του Συμβόλου καταδίκασε) (Περί συνόδων 6,1).
Η απόφαση της Συνόδου ως «αυτάρκης» και θεόπνευστη είναι ορθή και αμετάβλητη. Ως έκφραση όμως της αλήθειας, ως μορφή δηλαδή, αντιμετωπίστηκε ρεαλιστικά. Ο Αθανάσιος είχε συνειδητοποιήσει ότι απόλυτη και αμετάβλητη είναι μόνο η αλήθεια. Η γλωσσική μορφή που την εκφράζει μπορεί να μεταβληθεί:
«ου γαρ αι λέξεις την φύσιν παραιρούνται, αλλά η φύσις (η αλήθεια, το πράγμα) τας λέξεις εις εαυτήν έλκουσα μεταβάλλει. Αι ουσίαι πρώται και δεύτεραι τούτων αι λέξεις» (Κατά αρ. Β’ 3).
Στην θεολογία προσδιοριστική αρχή αποτελεί τελικά η αλήθεια. Η έκφραση είναι το προσδιοριζόμενο, το μεταβαλλόμενο με κριτήριο την αλήθεια. Όταν οι ομοιουσιανοί έδειχναν ότι πιστεύουν ορθόδοξα και επιθυμούν να ενσωματωθούν στην Εκκλησία, αλλά υποπτεύονταν τον όρο «ομοούσιος», ο Αθανάσιος έκανε την υποχώρηση να δεχτεί από αυτούς την χρήση άλλου όρου (μορφή γλωσσική), που θα εξέφραζε όμως την ίδια αλήθεια. Έτσι ο κατ’ εξοχήν εμπνευστής και υπερασπιστής της θεολογίας (και των όρων) της Νίκαιας είχε την τόλμη να προτείνει για τους ορθοδοξούντες ομοιουσιανούς τον όρο «φύσει Υιός»:
«ει δε… προσποιούνται… την λέξιν φοβείσθαι του ομοουσίου, ειπάτωσαν και φρονείτωσαν απλούστερον ,..( = ας χρησιμοποιούν δηλ. την διατύπωση) αληθώς τον Υιόν φύσει Υιόν» (Προς τους εν Αφρική 9).
ΒΑΣΙΛΕΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
α. Το πρόβλημα
Ο Αθανάσιος υπήρξε ο πρώτος μεγάλος θεολόγος, αφότου η Εκκλησία απέκτησε «καλές σχέσεις» με την πολιτεία, αφότου βγήκε από τις κατακόμβες και δέχτηκε την προστασία της κοσμικής εξουσίας. Το γεγονός της «προστασίας» αυτής δημιούργησε τεράστια προβλήματα στην Εκκλησία, όχι μικρότερα ίσως από αυτά που της προκάλεσαν οι διωγμοί. Και πρωταρχικό πρόβλημα έγινε η ανάμιξη του χριστιανού αυτοκράτορα στα πράγματα της Εκκλησίας, άλλοτε αυτοβούλως και άλλοτε με πρόσκληση εκκλησιαστικών ανδρών. Η πρόσκληση αυτή και η χρήση της αυτοκρατορικής εξουσίας έγινε πληθωρική από τους αρειανόφρονες, πρώτον για την ανατροπή της αποφάσεως της Νίκαιας και της θεολογίας του Αθανασίου και δεύτερον για την προσωπική καταδίκη του ίδιου του Αθανασίου και των ομοφρόνων του επισκόπων. Για την επίτευξη του διπλού αυτού σκοπού συγκλήθηκε μεγάλος αριθμός συνόδων με την εκβιαστική παρουσία αυτοκρατόρων ή αντιπροσώπων τους. Η αντίδραση του Αθανασίου, που γνώρισε διάφορες φάσεις, εκδηλώθηκε έντονα και απέβλεπε στην στερέωση του κύρους της Συνόδου της Νίκαιας και στην αθώωση του εαυτού του, που τον συκοφαντούσαν για εκκλησιαστικά αδικήματα και συνήθως για κοινά ποινικά εγκλήματα.
Η διπλή αυτή επιδίωξη του επέβαλλε μια θεολογική θεώρηση του προβλήματος και μια ρεαλιστική τακτική.
β. Θεολογική θεώρηση
Με την θεολογική θεώρηση διέκρινε σαφώς μεταξύ επισκόπων και βασιλέα, μεταξύ της φύσεως των εκκλησιαστικοθεολογικών θεμάτων και των αντικειμένων της βασιλικής φροντίδας. Άλλο είναι η εκκλησιαστική απόφαση και άλλο η «ρωμαϊκή αρχή». Ο βασιλέας δεν έχει καμμία θέση στην απόφαση («κρίσιν») των επισκόπων. Το γεγονός ότι ο αυτοκράτορας είχε την βασιλεία (από τον Θεό) δεν του εξασφάλιζε το δικαίωμα να αποφασίζει για τα εκκλησιαστικοθεολογικά, όπως δίδαξε ο Ευσέβιος Καισαρείας, θεμελιώνοντας τον καισαροπαπισμό. Ο Αθανάσιος απέρριψε έντονα την υπερφίαλη απαίτηση του Κωνσταντίου (361): «όπερ εγώ βούλομαι τούτο κανών (= εκκλησιαστικός) νομιζέσθω» (Περί των γεγενημένων παρ’ αρειανών 33,7). Η απόφαση των επισκόπων δεν αποκτά «κύρος» από τον βασιλέα, μολονότι αποφάσεις συνόδων και επισκόπων συνοδεύονταν από βασιλικά διατάγματα. Οι επίσκοποι είναι οι μόνοι εγγυητές της ορθότητας των αποφάσεων τους. Αυτοί κρίνουν εάν ο βασιλέας πιστεύει ή όχι ορθόδοξα. Αυτοί μπορούν να τον συμβουλεύσουν σχετικά, ακόμη και να τον απειλήσουν με θεία τιμωρία. Την τακτική προκλήσεως του κοσμικού άρχοντα να αναμιχτεί στα εκκλησιαστικά εγκαινίασαν οι αρειανοί μετά την Σύνοδο της Νίκαιας. Έτσι, ενώ στην Σύνοδο της Νίκαιας ο Κωνσταντίνος απλώς παρακολούθησε με ενδιαφέρον τις εργασίες της, δεχόμενος τις ορθόδοξες θέσεις, στις μετέπειτα φιλοαρειανικές συνόδους ο αυτοκράτορας ή ο αντιπρόσωπος του πίεζε κι εξεβίαζε τους επισκόπους και συχνά κατηύθυνε τις εργασίες της συνόδου, οι αποφάσεις της οποίας γι’ αυτό δεν είχαν κύρος. Ο Αθανάσιος βεβαιώνει ότι πριν από τις συνόδους αυτές ποτέ ο κοσμικός άρχοντας δεν επενέβαινε στα εκκλησιαστικά. Τουλάχιστον αποκρουόταν η επέμβαση του, όπως συνέβη στην περίπτωση του Μ. Κωνσταντίνου, που μάταια ζητούσε από τους Αλέξανδρο και Αθανάσιο Αλεξανδρείας να δεχτούν στην Εκκλησία τον Άρειο:
«Ει γαρ επισκόπων εστί κρίσις, τί κοινόν έχει προς ταύτην ο βασιλεύς; Ει δε βασιλέως εστίν απειλή, τις ενταύθα χρεία των λεγομένων επισκόπων; Πότε γαρ εκ του αιώνος ηκούσθη τοιαύτα; Πότε κρίσις Εκκλησίας παρά βασιλέως έσχε το κύρος ή όλως εγνώσθη τούτο το κρίμα; … Παύλος απόστολος είχε φίλους τους της Καίσαρος οικίας… αλλ’ ουκ εις κρίματα ( = αποφασείς, κρίσεις) του τους κοινωνούς παρελάμβανε. Νυν δε θέαμα καινόν και του της αρειανής αιρέσεως εστίν εύρημα• συνήλθον γαρ αιρετικοί και βασιλεύς Κωνστάντιος, ίνα… καθ’ ων αν εθέλοι πράττη … και ούτοι δε (= οι αρειανοί), την βασιλέως έχοντες δυναστείαν, επιβουλεύωσιν οις αν εθέλωσι, θέλουσι δε τοις μη ασεβούσιν ως αυτοί» (Περί των γεγενημένων παρ’ αρειανών 52, 3-5).
«οι επίσκοποι… μετά λόγων εχρήσαντο διδάσκοντες μη είναι την βασιλείαν αυτού ( = του Κωνσταντίου), άλλα του δεδωκότος Θεού, ον και φοβείσθαι αυτόν ηξίουν, μη εξαίφνης αυτήν αφέληται. Ηπείλουν τε την ημέραν της κρίσεως και συνεβούλευον αυτώ μη διαφθείρειν τα εκκλησιαστικά μηδέ εγκαταμίσγει την ρωμαϊκήν αρχήν τη της Εκκλησίας διαταγή, μηδέ την αρειανήν αίρεσιν εισάγειν εις την εκκλησίαν του Θεού» (αυτόθι 34,1).
«Δέσποτα παντοκράτορ, βασιλεύ των ουρανών… λάμψον εις την καρδίαν αυτού (= του Κωνσταντίου), ίνα, γνους την καθ’ ημών συκοφαντίαν, ευμενώς μεν αυτός δέξηται την απολογίαν, πάντας δε ποιήση γνώναι ότι αι ακοαί αυτού ησφαλίσθησαν εν αληθεία» (Απολογία προς Κωνστάντιον 12).
Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο Αθανάσιος υιοθετεί και προβάλλει εμφαντικά τις ανάλογες απόψεις του γηραιού και πανσέβαστου Οσίου Κορδούης, που απέτρεπε τον βασιλέα Κωνστάντιο να αναμιγνύεται στα εκκλησιαστικά, γιατί σ’ αυτόν ο Θεός εμπιστεύτηκε μόνο την κοσμική εξουσία:
«μη τίθει σεαυτόν εις τα εκκλησιαστικά, μηδέ συ περί τούτων ημίν παρακελεύου, άλλα μάλλον παρ’ ημών συ μάνθανε ταύτα. Σοι βασιλείαν ο Θεός ενεχείρισεν, ημίν τα της Εκκλησίας επίστευσε. Και ώσπερ ο την σήν αρχήν υποκλέπτων αντιλέγει τω διαταξαμένω Θεω, ούτω φοβήθητι, μη και συ τα της εκκλησίας εις εαυτόν έλκων υπεύθυνος εγκλήματι μεγάλω γένη. ”Απόδοτε”, “γέγραπται, τα καίσαρος καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ”. Ούτε τοίνυν ημίν άρχειν επί της γής έξεστιν ούτε συ του θυμιάν εξουσίαν έχεις, βασιλεύ!» (Περί των γεγενημένων παρ’ αρειανών 44,7).
γ. Ρεαλιστική τακτική έναντι του βασιλέα
Η ρεαλιστική τακτική του Αθανασίου είχε αφορμή τον “εναγκαλισμό” Εκκλησίας και βασιλέα και την επιτυχία των αρειανών να συγκαλούν αυτοβούλως οι βασιλείς συνόδους. Και ο ίδιος ο Αθανάσιος προκάλεσε επέμβαση των αυτοκρατόρων, όχι όμως για να κρίνουν την ορθότητα των αποφάσεων της Νίκαιας, άλλα για να ακυρώσουν όσα έγιναν προς ανατροπή των αποφάσεων αυτών και όσα βάσει ψευδών κατηγοριών αποφασίστηκαν κατά του Αθανασίου σε συνόδους, που εργάστηκαν με την βία των αυλικών και των αρειανών. Ακόμα δέχτηκε να ζητήσει άδεια βασιλική για εγκαίνια ναού, κάτι όμως που σχετιζόταν με τον δημόσιο βίο. Επιδίωξε λοιπόν με την επέμβαση του βασιλέα να αρθεί ότι κακό είχε γίνει με βασιλική ευθύνη:
«ωκεανοί μεν ουν ούτως ετύρευον και τας συσκευάς έπλαττον (= εις την σύνοδον της Τύρου το 335), ημείς δε ανελθόντες εδείξαμεν βασιλεί τας αδικίας των περί Ευσέβιον, επεί και αυτός ην ο την σύνοδον γενέσθαι κελεύσας και κόμης αυτού καθηγείτο ταύτης» (Απολογητικός Β’ 86,1).
Παρά ταύτα η παρουσία του βασιλέα στα εκκλησιαστικά πράγματα και στις Συνόδους ακόμη δεν αποκλείεται• αντίθετα, είναι επιθυμητή και τουλάχιστον δεν ενοχλεί, αλλά με τον όρο ότι ο βασιλέας ορθοδοξεί ή τουλάχιστον δέχεται την «κρίσιν» των επισκόπων, όπως έκανε ο Μ. Κωνσταντίνος στην Νίκαια. Όταν όμως ο βασιλέας γίνεται όργανο των κακοδόξων, η παρουσία του στην σύνοδο είναι ανεπιθύμητη, όπως και οι πρωτοβουλίες του σ’ αυτήν. Τελικά, το ορθοδοξείν και η ειλικρίνεια του βασιλέα είναι το κριτήριο της σχέσεως Εκκλησίας και κοσμικού άρχοντα, που μάλιστα είναι και μέλος της. Γι’ αυτό και ο Αθανάσιος, όσο ήλπιζε ότι θα κατανοούσε την απόφαση της Νικαίας και την τοποθέτησή του ο Κωνστάντιος, τον αποκαλούσε «θεοφιλέστατον Αύγουστον», «φιλανθρωπότατον» και «πλήρη θεοσεβείας και ευλαβείας» (Απολογία προς Κωνστάντιον 1). Όταν όμως πείστηκε απόλυτα για την κακή διάθεση του ίδιου βασιλέα, τον χαρακτήρισε «ωμόν», «μη κατά φύσιν έχοντα τας φρένας» και «διώκτην θηριώδη», ενώ του υπενθύμισε τα φοβερά εγκλήματα του κατά των συγγενών του (Περί των γεγενημένων παρ’ αρειανών 69, 1-2).
Το πρόβλημα επομένως της σχέσεως Εκκλησίας και κοσμικού άρχοντα τίθεται από τον Αθανάσιο σε προσωπική βάση. Κανένα πάγιο θεωρητικό σύστημα δεν διανοήθηκε να προβάλει. Όλα εξαρτώνται από την ορθοδοξία ή την κακοδοξία των συγκεκριμένων κοσμικών αρχόντων ή γενικότερα από τις εποχές, κατά τις οποίες οι κοσμικοί άρχοντες εμφορούνται από φιλορθόδοξη ή αντορθόδοξη νοοτροπία.
ΒΙΟΣ
Ο Μέγας Αθανάσιος γεννήθηκε κατά πάσαν πιθανότητα το 295 στην Αλεξάνδρεια. Ειδήσεις για την παιδική και την εφηβική του ηλικία έχουμε λίγες και αυτές όχι ασφαλείς. Οι γονείς του ήταν Έλληνες και μάλλον εθνικοί. Απέκτησε ικανοποιητική θύραθεν παιδεία (Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΚΑ’ 6) στις εκεί εθνικές σχολές. Από έφηβος βρέθηκε στο στενό περιβάλλον του Αλεξάνδρου Αλεξανδρείας, από τον οποίο έγινε αναγνώστης, γραμματέας και διάκονος (319). Έτσι γνώρισε άριστα την εκκλησιαστικοθεολογική κατάσταση της εποχής, όπως και τον ασκητικό βίο. Ζώντας πλησίον του Αλεξάνδρου, τον επηρέαζε ποικιλοτρόπως ήδη από την εποχή της εμφανίσεως του αρειανισμού (περίπου το 318). Ήταν τόσο γνωστή η επιρροή του Αθανασίου στον Αλέξανδρο, ώστε, όταν ο δεύτερος αρνιόταν να δεχτεί στην Εκκλησία τον Άρειο μετά την καταδίκη του από αλεξανδρινές συνόδους (320-322/3), οι αρειανόφρονες θεωρούσαν υπαίτιο τον Αθανάσιο, όπως ο ίδιος πληροφορεί (Απολογητικός Β’ 6,2). Την ίδια εποχή βοήθησε τον Αλέξανδρο να αναιρέσει τις απόψεις του Αρείου (με την Επιστολή προς Αλέξανδρον Θεσσαλονίκης) και να υποστηρίξει την ορθόδοξη άποψη στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 325: «Αρείου… της Εκκλησίας εκβληθέντος… οι περί Ευσέβιον… έγραφον πολλά παρακαλούντες Αλέξανδρον τον επίσκοπον μη αφείναι τον αιρετικόν Άρειον έξω της Εκκλησίας. Αλεξάνδρου δε, διά την εις Χριστόν ευσέβειαν μη δεχομένου τον ασεβή (= Άρειον), εις Αθανάσιον, τότε διάκονον όντα ελυπούντο, επειδή τα πλείστα συνάντα Αλεξάνδρω τω επισκόπω πολυπραγμονούντες αυτόν ήκουον και τιμώμενον παρ’ αυτού. Πείραν δε αυτού ( = του Αθανασίου) και της ευσεβείας της εις Χριστόν λαβόντες εκ της συνόδου της κατά Νίκαιαν συγκροτηθείσης, εν οις επαρρησιάζετο κατά της ασεβείας των αρειομανιτών μειζόνως το μίσος ηύξανον» (Απο-λογητικός Β’ 6,2). Επομένως από το 320 τουλάχιστον σήκωνε το θεολογικό βάρος του αντιαρειανικού αγώνα, που δικαιώθηκε στην Νίκαια (325). Εκεί έγινε καθολικά γνωστός διότι πρωτοστάτησε στις παρασκηνιακές θεολογικές συζητήσεις, που οδήγησαν στην διατύπωση της αλήθειας ότι ο Υιός είναι «Θεός Αληθινός», «εκ της ουσίας του Πατρός» και «ομοούσιος», με την οποία ανατράπηκε ο αρειανισμός. Την εποχή αυτή, και ασφαλώς μετά την εμφάνιση του Αρειανισμού, άρχισε την συγγραφική θεολογική του δραστηριότητα. Οι δύο πολυσήμαντοι λόγοι του «Κατά ελλήνων» και «Περί ενανθρωπήσεως» γράφηκαν τότε, όπως τότε πρέπει να συντάχτηκαν σε μία πρώτη μορφή οι «Κατά αρειανών» λόγοι του, με τους οποίους θεμελίωσε την θεολογία του και τους οποίους ασφαλώς επεξεργάστηκε και μετά την επισκοποποίησή του.
Λίγο πριν πεθάνει ο επίσκοπος Αλέξανδρος (+ 17.4.328) υπέδειξε για διάδοχο του τον Αθανάσιο, γεγονός που δημιούργησε μεγάλη αντίδραση. Αναζωπυρώθηκε το καταδικασμένο και στην Νίκαια μελιτιανό σχίσμα και προβλήθηκε μελιτιανός για τον θρόνο Αλεξανδρείας. Ομάδα ορθοδόξων επισκόπων, ενθαρρυνόμενη και πιεζόμενη έντονα από το ορθόδοξο πλήρωμα, προχώρησε (8.6.328) στην εκλογή και την χειροτονία του Αθανασίου ως επισκόπου Αλεξανδρείας, τον οποίο αναγνώρισαν αργότερα και οι λοιποί επίσκοποι Αίγυπτου και Λιβύης. Η αντίδραση κατά του Αθανασίου συνεχίστηκε με την συνεργασία τώρα φίλων του Ευσεβίου Νικομήδειας και μελιτιανών, οι οποίοι είχαν δικό τους κλήρο. Σκοπός τους ήταν η ακύρωση της εκλογής του Αθανασίου, ενώ τον συκοφαντούσαν στον αυτοκράτορα ότι π.χ. επέβαλε φόρο παράνομο στους Αλεξανδρινούς, ότι ενίσχυσε με άφθονο χρυσό τον επικίνδυνο ανώτερο κρατικό υπάλληλο Φιλούμενο και ότι φόνευσε τον επίσκοπο Αρσένιο. Αποδείχτηκε τελικά ότι τον τελευταίο τον έκρυβαν οι μελιτιανοί. Το κλίμα γινόταν ακόμη δυσμενέστερο από την άρνηση του Αθανασίου να υποκύψει στις υποδείξεις του αυτοκράτορα και να δεχτεί σε κοινωνία τον Άρειο, καταδικασμένο στην Νίκαια οριστικά. Την κατάσταση αυτή ο Αθανάσιος αντιμετώπισε με διαφωτιστικές εγκύκλιες Επιστολές και δη με συχνές επισκέψεις στις επισκοπές της Αιγύπτου και τα μοναστικά κέντρα, όπως του Παχωμίου, με αποτέλεσμα να ενισχύσει την ενότητα και το ορθόδοξο φρόνημα των πιστών.
Παράλληλα προσπαθούσε ν’ αποδεικνύει αβάσιμες τις εναντίον του κατηγορίες στον αυτοκράτορα. Αυτές αυξάνονταν και το 334 ο Μ. Κωνσταντίνος δέχτηκε την απόδειξη των μελιτιανών για σύγκληση συνόδου, που θα έκρινε συνολικά το πρόβλημα Αθανάσιος. Ήδη όμως ο Κωνσταντίνος είχε απόλυτα πειστεί ότι η εμμονή του Αθανασίου στην ορθοδοξία και η πολεμική κατά του αρειανισμού, ο οποίος απλωνόταν ολοένα και περισσότερο, αντιστρατευόταν τη δική του πολιτική. Την τελευταία του είχαν εμπνεύσει οι αρειανόφρονες και μάλιστα ο Ευσέβιος Νικομήδειας, με τον οποίο είχε μακρινή συγγένεια. Σύμφωνα με την πολιτική αυτή θα πετύχαινε στέρεη ενότητα του απέραντου ρωμαϊκού κράτους με βάση την εκκλησιαστική ενότητα ορθοδόξων και αρειανών, υποτιμώντας βέβαια αφελώς τις θεολογικές και δογματικές διαφορές. Είχε λοιπόν και ο Κωνσταντίνος ισχυρό λόγο να λησμονήσει τον θαυμασμό, που όντως είχε για το πρόσωπο του Αθανασίου.
Έτσι οι μελιτιανοί και οι αρειανοί, με τον Ευσέβιο Νικομήδειας επικεφαλής, οργάνωσαν ευρύ κατηγορητήριο για δήθεν εκκλησιαστικοκοινωνικά και ποινικά παραπτώματα του Αθανασίου και ο Κωνσταντίνος κάλεσε το 335 σύνοδο στην Καισάρεια της Παλαιστίνης με σκοπό την εξέταση των κατηγοριών. Ο Αθανάσιος όμως αρνήθηκε να προσέλθει, επειδή ο επίσκοπος της πόλεως Ευσέβιος ήταν φίλος και όργανο των αρειανοφρόνων και η απόφαση της συνόδου προδικασμένη. Τότε οι επίσκοποι κλήθηκαν στην Τύρο της Φοινίκης, άλλα οι αρειανόφρονες ήταν 60 και οι ορθόδοξοι με τον Αθανάσιο, που με την βία τον ανάγκασαν να προσέλθει, 49, όλοι από την Αίγυπτο.
Στην σύνοδο ανέτρεψε με άνεση τις κατηγορίες: ότι ο αποσταλμένος του Μακάριος φέρθηκε βάναυσα στο ιερό που λειτουργούσε ο Ισχύρας, τον οποίο δήθεν κακοποίησε (αποδείχτηκε ότι ο Ισχύρας ήταν αυτοχειροτονημένος πρεσβύτερος και την ημέρα που τάχα συνέβησαν αυτά ήταν κλινήρης, απών από τον ναό)• ότι φόνευσε τον μελιτιανό επίσκοπο στην Θηβαΐδα Αρσένιο, του οποίου μάλιστα το δεξί χέρι χρησιμοποιούσε για μαγεία (ο Αρσένιος βρέθηκε στο κρησφύγετό του και μάλιστα με τα δύο του χέρια στην θέση τους)• ότι παρέσυρε στην ακολασία γυναίκα (η ψευδομάρτυς, που πληρώθηκε για να παραστήσει το θύμα και που δεν γνώριζε προσωπικά τον Αθανάσιο, εξέλαβε για Αθανάσιο κάποιον Τιμόθεο, τον οποίο και κατηγόρησε ως εκπαρθενευτή της). Τέτοιου είδους κακοήθειες, ενώ απορρίπτονταν εύκολα, έπεισαν απόλυτα τον Αθανάσιο για τον σκοπό των αρειανών, που πλειοψηφούσαν στην Σύνοδο. Γι’ αυτό και, μετά από πληροφορίες ότι οργάνωναν εναντίον του δολοφονική απόπειρα, έφυγε κρυφά για να συναντήσει προσωπικά τον Κωνσταντίνο στην Κωνσταντινούπολη, όπου έφτασε, αλλά χωρίς να πετύχει την επιθυμητή ακρόαση.
Απογοητευμένος από τα συμβαίνοντα στην αυλή του αυτοκράτορα, μα και αποφασισμένος να του εξηγήσει την κατάσταση, τον περίμενε σε κάποιο μέρος, την ώρα που θα επέστρεφε από περίπατο. Εμφανίστηκε απρόοπτα στον έφιππο βασιλιά, τον σταμάτησε, του ζήτησε να τον ακούσει, αλλά ο βασιλιάς, αν κι εντυπωσιάστηκε βαθιά, δεν είχε την δύναμη να ξεπεράσει τον κλοιό, που είχαν σχηματίσει γύρω του οι αρειανοί. Το μόνο που τότε αποφάσισε ήταν να καλέσει ολόκληρη την σύνοδο (που είχε ήδη καθαιρέσει τον Αθανάσιο βάσει πορίσματος εξεταστικής επιτροπής από αρειανούς) στην Κωνσταντινούπολη προς επανεξέταση των πραγμάτων. Πέτυχαν όμως οι περί τον Ευσέβιο Νικομήδειας να μη μεταβούν στην πρωτεύουσα παρά μόνο μερικοί από τους φανατικούς αρειανούς επισκόπους, οι οποίοι συνάντησαν τόσες δυσκολίες στην εξουθένωση του Αθανασίου, ώστε να καταφύγουν σε δραστική συκοφαντία. Ο Αθανάσιος δήθεν είπε ότι θα εμποδίσει την αποστολή σίτου από την Αλεξάνδρεια στην Κωνσταντινούπολη. Ο βασιλέας τότε θύμωσε -ή έδειξε ότι θύμωσε- και, δεχόμενος την συνοδική καθαίρεση, εξόρισε τον Αθανάσιο (τον Ιούλιο του 335) στα Τρέβιρα (Γερμανία), όπου είχε την αυλή του ο ομώνυμος νεώτερος γιός του και όπου επισκόπευε ο Μαξιμίνος. Και οι δύο άντρες δέχτηκαν και τίμησαν πολύ τον Αθανάσιο, που στα 40 του χρόνια είχε γίνει ο κατ’ εξοχήν εκφραστής και υπερασπιστής της Ορθοδοξίας και ήρωας της Εκκλησίας. Στις παρακλήσεις αλεξανδρινών και μάλιστα του Μ. Αντωνίου για ανάκληση της αποφάσεως δεν υποχώρησε ο Κωνσταντίνος. Η μόνη χειρονομία του, που δείχνει ότι παρά ταύτα εκτιμούσε τον Αθανάσιο, ήταν ότι δεν επέτρεψε να χειροτονηθεί άλλος επίσκοπος Αλεξανδρείας και δεν εμπόδισε τον Αθανάσιο να επικοινωνεί με το ποίμνιό του. Συγχρόνως οι διωγμοί και οι καταπιέσεις εις βάρος των ορθοδόξων αυξάνονταν επικίνδυνα στην Ανατολή.
Ο Μ. Κωνσταντίνος πέθανε το 337 και ο γιος του Κωνσταντίνος έδωσε αμνηστία (που την αναγνώρισε και ο Κωνστάντιος) και υπέγραψε διάταγμα επανόδου όλων των εξόριστων ορθοδόξων και του Αθανασίου, ο οποίος επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια (23. 11.337) κι έγινε δεκτός με πολύ ενθουσιασμό από τον λαό.
Εντός του 338 ο Αθανάσιος κάλεσε σύνοδο 100 περίπου επισκόπων της Αίγυπτου, της Λιβύης και της Πενταπόλεως. Στην σύνοδο καταδικάστηκαν οι μέχρι τότε ενέργειες των αρειανών και τονίστηκε η εγκυρότητα των αποφάσεων της Νίκαιας και η κανονικότητα της θέσεως του Αθανασίου.
Οι αρειανοί όμως, στηριζόμενοι και στην βοήθεια του νέου αυτοκράτορα Κωνσταντίου, τον οποίο είχαν κάνει αρειανόφρονα, χάλκευσαν πολλές νέες κατηγορίες εναντίον του Αθανασίου και το 339 πέτυχαν σύγκληση συνόδου στην Αντιόχεια, όπου τον καθαίρεσαν (Απρίλιος), αφού είχαν αποτύχει να πείσουν την Ρώμη να στραφεί άμεσα κατά του Αθανασίου.
Με πολλές δυσκολίες βρήκαν και όρισαν αντικαταστάτη του τον καππαδόκη Γρηγόριο, που ήρθε στην Αλεξάνδρεια παρά την λαϊκή αντίδραση, αποτέλεσμα της οποίας ήταν βιαιότητες και διωγμοί σε βάρος ορθόδοξων κληρικών και λαϊκών. Ο Αθανάσιος, όταν είδε να εκτραχύνονται τα πράγματα σε βάρος των ορθοδόξων πήρε μόνος τον δρόμο της εξορίας.
Αυτή την φορά πήγε στην Ρώμη (340), όπου τον δέχτηκαν με σεβασμό και πολλές τιμές. Συνοδευόταν από δύο μοναχούς, με τους οποίους συνέβαλε στην γνωστοποίηση του μοναχισμού στην Δύση. Η παρουσία του Αθανασίου στην Ρώμη απέβη πολυσήμαντη, γιατί έγινε η αιτία ευρύτερου θεολογικού κατατοπισμού των δυτικών, οι οποίοι για πρώτη φορά, μετά έναν αιώνα, ευτύχησαν να ακούσουν μεγάλο θεολόγο της Ανατολής. Δεν είναι υπερβολή αυτό που ειπώθηκε, ότι (από μία άποψη) η Δύση έγινε από την εποχή αυτή αθανασιανή. Τότε κατάλαβε ορθά τα μεγάλα θεολογικά προβλήματα και το πνεύμα του Αθανασίου, που έγινε πίστη και Παράδοση στην Εκκλησία.
Από την Ρώμη και με πρωτοβουλία του επισκόπου της Ιουλίου Α’ έγιναν προσπάθειες για δικαίωση και επιστροφή του Αθανασίου, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Επίσης έγινε και προσπάθεια καθολικής συνεννοήσεως Δύσεως και Ανατολής, πάλι χωρίς αποτέλεσμα, διότι τελικά οι δυτικοί επίσκοποι συνάχτηκαν στην Ρώμη (341), για να δικαιώσουν τον Αθανάσιο και να αθωώσουν τον Μάρκελλο Αγκύρας, ενώ οι ανατολικοί συνάχτηκαν στην Αντιόχεια (341), όπου καταδίκασαν τους παραπάνω δύο επισκόπους και διατύπωσαν 4 σύμβολα συμβιβαστικά, σ’ ένα των οποίων ο Υιός χαρακτηρίζεται «απαράλλακτος» εικόνα της ουσίας του Πατέρα. Για την λύση του σχίσματος οργανώθηκε νέα σύνοδος για τα Μεδιόλανα, που τελικά έγινε το 343 στην Σαρδική (σημ. Σόφια). Εκεί έλαβαν μέρος πολλοί ορθόδοξοι δυτικοί, ενώ αργότερα ήρθαν και οι ανατολικοί αρειανόφρονες. Οι τελευταίοι, μόλις διαπίστωσαν ότι ο βασιλέας δεν ασκεί πίεση, ότι πρόεδρος της συνόδου ήταν ο φίλος του Αθανασίου Όσιος Κορδούης και ότι οι ορθόδοξοι πλειοψηφούσαν, βρήκαν μια πρόφαση και άφησαν την Σαρδική• ήρθαν στην Φιλιππούπολη και σχημάτισαν σύνοδο, η οποία ανανέωσε την καθαίρεση του Αθανασίου και καταδίκασε σημαίνοντες ορθοδόξους της Δύσεως.
Παράλληλα στην Σαρδική ο Αθανάσιος απολογήθηκε, αθωώθηκε και αποκαταστάθηκε, άλλα ο Κωνστάντιος απείλησε ότι θα τον θανάτωνε, αν επιχειρούσε να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια. Οι συνεχείς όμως πιέσεις του αυτοκράτορα της Δύσεως Κώνστα, η βαρβαρική απειλή και ο θάνατος του επιβήτορα Γρηγορίου έκαναν τον Κωνστάντιο να συναινέσει στην αποκατάσταση του Αθανασίου. Τον προσκάλεσε (345) λοιπόν επίμονα και, με έγγραφες διαβεβαιώσεις για την ασφάλεια της ζωής του, τον προέτρεψε να επανέλθει στην Αλεξάνδρεια. Ο ιεράρχης ταξίδεψε στην Ρώμη και στα Τρέβιρα, για να ευχαριστήσει και να αποχαιρετήσει τους φίλους και ευεργέτες του. Από εκεί ήρθε στην Ανατολή, πέρασε από την Αντιόχεια, την Λαοδίκεια και τα Ιεροσόλυμα και στις 21.10.346 έφτασε στην Αλεξάνδρεια, όπου το πλήθος τον υποδέχτηκε ως ομολογητή και σύμβολο της Ορθοδοξίας με συγκινητικές εκδηλώσεις.
Στα χρόνια που ακολούθησαν εργάστηκε έντονα για την θεραπεία των ποιμαντικών αναγκών της περιοχής, για την θεολογική διαφώτιση όσων «καλή τη πίστει» παρασύρθηκαν στον αρειανισμό και για την υποστήριξη της Ορθοδοξίας σε όλες κατά το δυνατόν τις τοπικές Εκκλησίες.
Η δράση του έφερε σε δύσκολη θέση τους αρειανούς, που έβλεπαν να χάνεται η κυριαρχία τους στην Ανατολή. Κίνησαν λοιπόν πάλι γη και ουρανό για την εξόντωση του Αθανασίου. Στην αρχή ο Κωνστάντιος δεν συναινούσε. Ύστερα όμως, από το 353, οπότε εξουδετέρωσε τον Μαξέντιο, φονέα του αδελφού του Κώνστα, άλλαξε στάση• παρασύρθηκε στα σχέδιά τους, διότι έβλεπε και την τεράστια σημασία που είχε γι’ αυτόν μια υποχείρια εκκλησιαστικοπολιτική κατάσταση στην Αίγυπτο. Πρώτα φρόντισαν να απομακρύνουν τον Αθανάσιο από την Αλεξάνδρεια με τέχνασμα, το οποίο εκείνος κατάλαβε και στο οποίο αντέδρασε (ο Κωνστάντιος τον κάλεσε τον Μάιο του 353 για να τον δεχτεί σε ακρόαση, την οποία δεν είχε ποτέ ζητήσει ο Αθανάσιος).
Στο πλαίσιο της προσπάθειας προς διάλυση της ορθόδοξης Εκκλησίας και εξόντωση προσωπική του Αθανασίου έγιναν δύο σύνοδοι: η μία στην Αρελάτη (Arles) το 353 και η άλλη στα Μεδιόλανα (Μιλάνο) το 355, με τετρακόσιους περίπου επισκόπους, κυρίως από την Δύση. Οι τελευταίοι καταδίκασαν τον Αθανάσιο και μάλιστα ως αιρετικό μαζί με τον Φωτεινό και τον Μάρκελλο Αγκύρας. Ελάχιστοι, που αντιστάθηκαν στην θέληση του Κωνσταντίου, (ο οποίος παρευρέθηκε προσωπικά στην σύνοδο), εξορίστηκαν. . .
Ο Ρώμης Λιβέριος στην αρχή έμεινε πιστός στις αποφάσεις της Νικαίας και στον Αθανάσιο. Δυστυχώς όμως κάμφθηκε αργότερα (357) και υπέγραψε ημιαρειανικό σύμβολο πίστεως και καταδίκη του Αθανασίου. Το λυπηρό είναι ότι το ίδιο έκανε και η μεγαλύτερη φυσιογνωμία τότε στην Δύση, ο Όσιος Κορδούης, που, παρά τους μέχρι τότε αγώνες του, υπέκυψε στις πιέσεις και υπέγραψε και αυτός ημιαρειανικό σύμβολο. Τα γεγονότα αυτά, που συνέβησαν όλα στην Δύση, σήμαιναν κυριολεκτικά ότι και η δυτική Εκκλησία παραδόθηκε ολόκληρη στον αρειανισμό, μολονότι από φόβο, ενίοτε και άγνοια.
Τις αποφάσεις των συνόδων Αρελάτης και Μεδιολάνων στάλθηκαν να εφαρμόσουν με κάθε μέσο στην Αλεξάνδρεια ο νοτάριος Διογένης (355) και μάλιστα ο στρατηγός Συριανός (Ιανουάριος 356), που χρησιμοποίησε βίαια μέτρα. Επειδή ο λαός της πόλεως έμενε πιστός στον επίσκοπο του κι επέμενε στην μη εκτέλεση των ληστρικών συνοδικών αποφάσεων, ο Αθανάσιος έμεινε στην Αλεξάνδρεια μέχρι και την 8η Φεβρουάριου. Την νύχτα όμως της 8ης Φεβρουάριου κι ενώ πλήθος πιστών με τον Αθανάσιο μαζί παρακολουθούσαν Αγρυπνία στον ναό του Αγίου Θεωνά, ο Συριανός, με πέντε χιλιάδες στρατιώτες, κύκλωσε τον ναό για να συλλάβει τον ιεράρχη. Αυτός αρνήθηκε να φυγαδευτεί, πριν απομακρυνθούν οι πιστοί και ασφαλιστεί η ζωή τους. Πολλοί υπάκουσαν και απομακρύνθηκαν. Άλλοι έμειναν κοντά του. Σε κάποια στιγμή συγχύσεως οι στρατιώτες εισέβαλαν στον ναό, αλλά μερικοί κληρικοί και μοναχοί, με κάλυψη πολλών πιστών, άρπαξαν τον Αθανάσιο και τον οδήγησαν σε ασφαλές μέρος. Έτσι άρχισε η τρίτη εξορία του Αγίου, κοντά στους μοναχούς τώρα, οι οποίοι του παραστάθηκαν αφάνταστα και για την θεολογική ενημέρωση των οποίων έγραψε σπουδαία έργα. Το 354 μάλιστα, πρώτος ο Αθανάσιος, καθόσον γνωρίζουμε, χειροτόνησε μοναχούς σε επισκόπους. Την φυγή του Αθανασίου ακολούθησαν βιαιότητες και διωγμοί των ορθοδόξων. Με την προστασία μοναχών της Άνω Αιγύπτου άλλαζε συνεχώς στην έρημο κρησφύγετο, γιατί οι αρειανοί κοσμικοί άρχοντες, με προσωπική εντολή του Κωνσταντίου, τον καταδίωκαν και τον αναζητούσαν παντού.
Πολλοί μοναχοί διώχτηκαν και υπέστησαν πολλά μαρτύρια, για να φανερώσουν την καλύβη ή το σπήλαιο του Αθανασίου. Άντεξαν όμως όλοι και δεν πρόδωσαν τον προστατευόμενο τους. Αντίθετα, έκαναν το παν για να ευκολύνουν την δράση του, την σύνταξη απολογητικών και πολεμικο- ιστορικών έργων και την από τα κρησφύγετά του διαποίμανση των ορθοδόξων της Αλεξάνδρειας και της Αιγύπτου γενικά, που βέβαια στέναζαν υπό τους αυλικοαρειανούς κοσμικούς και εκκλησιαστικούς άρχοντες. Οι αρειανοί στο μεταξύ εγκατέστησαν (24.2.357) στον θρόνο της Αλεξάνδρειας τον αγροίκο Γεώργιο, τον οποίο εκδίωξε ο λαός (2.10.358) με εξέγερση. Αυτός όμως επανήλθε σε τρία χρόνια με υψηλή προστασία, για να δολοφονηθεί αργότερα (24.12.361) από εξαγριωμένα πλήθη εθνικών.
Παρά τις κακουχίες και τους κατατρεγμούς, η εποχή αυτή, μέχρι το 361, ήταν εξαιρετικώς καρποφόρα για τον Αθανάσιο. Τότε έγραψε μερικά από τα καλύτερα έργα του. Παρακολουθούσε άγρυπνα και κατηύθυνε το ποίμνιό του, το οποίο μάλιστα επισκεπτόταν κάποτε κάποτε κρυφά, με την βοήθεια των πιστών. Την εποχή αυτή αρχίζει και νέα φάση της θεολογικής προσφοράς του Αθανασίου. Αυτής που αφορά στην θεολογία και την προβολή του μοναχισμού και της ασκήσεως γενικά με την σύνταξη του Βίου του Μ. Αντωνίου (356). Αυτής που αφορά στην πνευματολογία (Επιστολές προς Σεραπίωνα το 359), με την οποία ερμήνευε, επεξέτεινε, εμπλούτιζε, αλλά και στερέωνε περισσότερο την θεολογία της Νίκαιας. Και αυτής που θεμελίωνε την στάση του επισκόπου (Εκκλησίας) έναντι του κοσμικού άρχοντα (πολιτείας), είτε αυτός είναι χριστιανός, είτε είναι εθνικός.
Η άνοδος στον θρόνο του Ιουλιανού (Νοέμβριος 361) σήμανε το τέλος των μακρών εξοριών του Αθανασίου. Ο νέος παγανιστής αυτοκράτορας έδωσε αμνηστία στους ορθοδόξους, που είχε εξορίσει ο Κωνστάντιος. Έτσι ο Αθανάσιος επανέρχεται στην Αλεξάνδρεια (21.2.362), για να εγκαινιάσει πολυσήμαντη τακτική με την περίφημη «Σύνοδο των ομολογητών» του ίδιου έτους. Με το αυξημένο κύρος του σε Ανατολή και Δύση, αλλά και με το κύρος των συνοδικών μελών, που και αυτοί είχαν πολλά υποστεί για την ορθοδοξία, προσπάθησε: α) να δημιουργήσει γέφυρα επανόδου όσων πίστευαν ορθά, αλλά δίσταζαν στην χρήση του όρου «ομοούσιος»• β) να επαναβεβαιώσει την «αυτάρκεια» της συνόδου της Νικαίας, από το σύμβολο της οποίας προκύπτει έμμεσα και ότι το άγιο Πνεύμα δεν είναι κτίσμα• γ) να αποτρέψει περαιτέρω συζήτηση για τον όρο υπόσταση, χωρίς να εμποδίζει την χρήση του όρου «τρεις υποστάσεις» και χωρίς να εγκαταλείπει την αρχική του θέση ότι η υπόσταση ταυτίζεται με την ουσία, θέση που θεολογικά θα ξεπεραστεί με τον Μ. Βασίλειο• δ) να προβάλει ορθόδοξη χριστολογία με βάση τους όρους της Νίκαιας «σαρκωθέντα» και «εναν- θρωπήσαντα», αντιμετωπίζοντας έτσι την πρώτη φάση του απολιναρισμού• και ε) να δείξει τις αναγκαίες εκκλησιαστικοθεολογικές προϋποθέσεις, με τις οποίες θα μπορούσαν τότε να ενωθούν οι ανατολικοί (προπαντός οι αντιοχειανοί) και οι δυτικοί που ασπάζονταν το σύμβολο της Νίκαιας (Βλ. σχετικά στον Τόμον προς Αντιοχείς). Βέβαια, η συζήτηση για τις υποστάσεις (τριαδολογία) δεν σταμάτησε. Την σχετική ορθόδοξη θεολογία θα την πραγματώσει ο Μ. Βασίλειος δύο χρόνια μετά στο Κατά Ευνομίου έργο του. Επίσης η χριστολογική διαμάχη θα συνεχιστεί με τους Καππαδόκες και θα λυθεί συνοδικά τον επόμενο αιώνα.
Αλλά και στον ποιμαντικό και κατηχητικό τομέα το έργο του Αθανασίου υπήρξε εντυπωσιακό. Ολ’ αυτά και το γεγονός ότι ο ιερός άνδρας κατήχησε γυναίκες της αλεξανδρινής αριστοκρατίας εξόργισαν τον Ιουλιανό, που έδειξε πόσο επιφανειακά και σκόπιμα είχε σκεφτεί την αμνηστία των ορθοδόξων. Με αστείες λοιπόν προφάσεις διέταξε όχι μόνο να εκδιωχτεί ο Αθανάσιος από την επισκοπή του, «αλλά και αναιρεθήναι», να φονευτεί.
Έτσι στις 24.10.362 πήρε για τέταρτη φορά τον δρόμο της εξορίας. Μπήκε σ’ ένα πλοίο με κατεύθυνση, μέσω Νείλου, την Θηβαΐδα. Τον ακολούθησε όμως πλοίο με στρατιωτικό απόσπασμα με σκοπό να τον βρει και να τον φονεύσει. Όταν ο Αθανάσιος αντιλήφτηκε το πλοίο, άλλαξε πορεία. Σε μια καμπή του ποταμού πήρε το δρόμο της επιστροφής και πέρασε εμπρός από το πλοίο του στρατιωτικού αποσπάσματος. Οι συνοδοί του στην ερώτηση των διωκτών, αν είδαν τον Αθανάσιο, απάντησαν ότι προχωρώντας θα τον προλάβουν. Επέστρεψε λοιπόν στην Αλεξάνδρεια κι έμεινε για λίγο έξω από την πόλη. Αλλά κάτι τέτοιο ήταν πολύ επικίνδυνο κι έφυγε για την Θηβαΐδα, όπου γνώρισε τους Ταβεννησιώτες μοναχούς, οι οποίοι με τον ηγούμενο τους Θεόδωρο τον φιλοξένησαν δείχνοντας του σεβασμό και αγάπη.
Κοντά στους μοναχούς έμεινε περίπου 10 μήνες. Ο Ιουλιανός φονεύτηκε (26.6.363) και αντικαταστάθηκε από τον αγαθό και φιλορθόδοξο Ιοβιανό. Η Εκκλησία δέχτηκε ως δώρο Θεού σε καταιγίδα την άνοδο του νέου αυτοκράτορα, τον οποίο αμέσως επισκέφτηκε ο Αθανάσιος στην έδρα του (Αντιόχεια). Εκεί, σε διαδοχικές συναντήσεις του εξήγησε την εκκλησιαστικοθεολογική κατάσταση (χωρίς να έρθει σ’ επαφή με την κοινότητα του Μελετίου). Ο Ιοβιανός περιέβαλε με τιμή και σεβασμό τον Αθανάσιο για τους αγώνες του, ενέκρινε την τακτική του και τον εφοδίασε με επίσημα έγγραφα για την επιστροφή του στην Αλεξάνδρεια (Φεβρουάριος 364). Δυστυχώς όμως την ίδια εποχή πέθανε ο Ιοβιανός και ο αυτοκράτορας Ουαλεντινιανός ονόμασε συνάρχοντα για την Ανατολή τον Ουάλη, με τον οποίο το σκηνικό άλλαξε ριζικά.
Οι ορθόδοξοι γνώρισαν τόσους απηνείς διωγμούς, που η Εκκλησία δεν έζησε ούτε στην εποχή των κατακομβών. Η αρειανική του τοποθέτηση ήταν γνωστή από το 360 (σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως). Υποστήριξε με κάθε μέσο τους αρειανούς όμοιους και τώρα (5.5.365) δημοσίευσε διάταγμα, βάσει του οποίου εξορίζονταν όλοι όσους είχε εξορίσει ο Κωνστάντιος και φυσικά και ο Αθανάσιος, που ήταν πλέον εβδομήντα ετών, κουρασμένος, αλλά με ακτινοβολία εντονότερη από άλλοτε. Το ποίμνιό του όμως φαινόταν τώρα αποφασισμένο για όλα. Την λαϊκή αναταραχή την γνώριζε ο έπαρχος της Αιγύπτου και άφηνε να νοηθεί ότι δεν θα εκτελέσει το διάταγμα στην περίπτωση του Αθανασίου. Υποκρινόταν όμως. Γι’ αυτό και ο Αθανάσιος, αναμετρώντας τις συνέπειες μιας εξεγέρσεως, εγκατέλειψε απροειδοποίητα την Αλεξάνδρεια στις 5.10.365, την νύχτα μάλιστα που είχε αποφασίσει ο έπαρχος να τον συλλάβει, κυκλώνοντας τον ναό του αγίου Διονυσίου, στον οποίο ο Αθανάσιος θα τελούσε αγρυπνία με πολλούς πιστούς. Έτσι, άδικα το στρατιωτικό απόσπασμα εισόρμησε την νύχτα εκείνη στον ναό. Ο Αθανάσιος κρυβόταν ήδη κάπου κοντά στην Αλεξάνδρεια, ίσως και μέσα σ’ αυτήν, «εν πατρώω μνήματι», λέει ο ιστορικός Σωκράτης (Εκκλ. ιστορία Δ’ 13).
Η κατάσταση αυτή κράτησε μόνο τέσσερες μήνες. Ο Ουάλης διακρινόταν τουλάχιστον για την πολιτική του σύνεση. Συνέχιζε την αφόρητη καταπίεση των ορθοδόξων, αλλά, προκειμένου να επαναστατήσει ο λαός της Αλεξάνδρειας, που πράγματι βρισκόταν σε μεγάλο αναβρασμό, προτίμησε να αμνηστεύσει τον Αθανάσιο, που όπως είπαμε ήταν για όλη την Εκκλησία σύμβολο της ορθοδοξίας. Το ίδιο μάλιστα έκανε αργότερα με τον Μ. Βασίλειο. Μπορούσε να τον εξορίσει και αυτόν, αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν έσχατη πρόκληση. Τον άφησε λοιπόν με πολλές πιέσεις στην Καισάρεια, γιατί, μετά τον Αθανάσιο, σύμβολο της Ορθοδοξίας έγινε ο Βασίλειος. Ο Αθανάσιος επέστρεψε από την τελευταία του εξορία την 1η Φεβρουάριου του 366 και δεν απομακρύνθηκε πια από το ποίμνιό του, παρά για λίγες ημέρες, τον Σεπτέμβριο του 367, όταν ο Λουκιανός, ένας αρειανός επίσκοπος, αποπειράθηκε να τον εκθρονίσει.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του και δη από το 370, ενδιαφέρθηκε για την λύση του αντιοχειανού σχίσματος, διατηρώντας έντονη συμπάθεια προς τους ευσταθιανούς, που τους εκπροσωπούσε τώρα ως επίσκοπός τους ο Παυλίνος. Στο μεταξύ, ο νέος αστέρας της Εκκλησίας, ο Βασίλειος Καισαρείας της Καππαδοκίας, καλούσε τον Αθανάσιο, τον μόνο στην Εκκλησία που διέθετε τόσο κύρος και τόσο φωτισμό, να επέμβει στην Αντιόχεια, για δικαίωση του παρεξηγημένου, ακόμη και από τον Αθανάσιο, κανονικού επισκόπου Μελετίου και την καταδίκη ως κακοδόξου του Μαρκέλλου Αγκύρας, ο οποίος παλαιά είχε καταπολεμήσει τους αρειανούς, ήταν συμπαθής στον Αθανάσιο κι έδειχνε εμμονή στην πίστη της Νίκαιας. Από το πλέγμα τούτο δεν εξήλθε ο Αθανάσιος. Κατά τα άλλα συνέχισε το ανορθωτικό έργο της ορθόδοξης πίστεως, μολονότι με τους διωγμούς του Ουάλη μόνο νησίδες ορθοδοξίας έμεναν στο ανατολικό κράτος. Στις 2 (ή 3) Μαΐου του 373 παρέδωσε το πνεύμα, χωρίς να δει τη νίκη της ορθοδοξίας. Την προετοίμασε όμως τόσο καλά, ώστε ήρθε οκτώ χρόνια μετά την κοίμησή του με την Β’ Οικουμενική Σύνοδο (381).
Η Εκκλησία τιμά την μνήμη του στις 18 Ιανουαρίου και στις 2 Μαΐου.
Πηγές
Πολλά στοιχεία για τον βίο και την δράση του Αθανασίου βρίσκουμε στα έργα του: Προς τον βασιλέα Κωνστάντιον Απολογία, Περί των διαβαλλόντων την εν τω διωγμώ φυγήν, Απολογητικός δεύτερος, Προς τους Απανταχού μοναχούς περί των γεγενημένων παρά των Αρειανών επί Κωνσταντίου, Βίος του Μ. Αντωνίου και σποραδικά σε άλλα. Πολύ χρήσιμος είναι ο Λόγος ΚΑ’ (στον Αθανάσιο) του Γρηγορίου Θεολόγου (PG 35, 1081-1128), ο ελλιπής στην λατινική βίος του Αθανασίου (Historia acephala: PG 26, 1443-1450), οι αναφορές των Ευσεβίου, Επιφανίου, Ρουφίνου, Σωζομενού και Σωκράτη, και νέα κοπτικά κείμενα, όπως επίσης επιστολικά κείμενα της εποχής (π.χ. Μ. Βασιλείου). Τα πολλά σχετικά αγιολογικά έργα (Βίος και Εγκώμια του Αθανασίου) έχουν καθαρά οικοδομητικούς σκοπούς και γι’ αυτό μικρή ιστορική αξία.

(Πατρολογία τόμος Β. εκδ. Γρηγόρη Αθήνα 2012, σελ. 263-308)

Ι.Ν. Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα Θεία Πάθη στο κατά Ιωάννην

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Απριλίου, 2020

Το μυστήριο του θείου Πάθους | Πεμπτουσία

ΤΑ ΠΑΘΗ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)

Δ.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ  ΙΗ 28 – ΙΘ 42
(Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην, Π.Ν.Τρεμπέλα  σελ. 639-687 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!)

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας                 Θφ = Θεοφύλακτος
αμ = Αμμώνιος                             Ι = Ισιδωρος πρεσβύτερος
Αυ = Αυγουστίνος                        Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Β = Βασίλειος ο Μέγας                  Κλ = Κλήμης Αλεξανδρεύς
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός            Σβ = Σευήρος Αντιοχείας
Γν = Γρηγοριος Νύσσης                Σχ. = Σχολιαστής ανώνυμος
Ε = Ευσέβιος Καισαρειας               Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζ = Ζιγαβηνός                             Ω = Ωριγένης
Θη = Θεόδωρος Ηρακλείας
Θμ = Θεόδωρος Μοψουεστίας

(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
b = Bengel                                     κ = Κομνηνός Π.,
β = Bernard. J.H, Edinburg 1928      χ = Hoskyns Edwyn Gl. London 1947
C = Cremer                                   μ. = Macgregor G.H. London 1928
DB = Dict. Of the Bible,Hastings       τ = Temple William, London 1945
F = Fillion L. Cl. Paris 1928              σ. = στίχος
G = Crimm                                    g = Godet F. 1885
o = Owen John,  New York 1861      δ = Δαμαλάς Ν, Αθήναι 1940

ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους

Η δίκη ενώπιον του Πιλάτου

Ιω. 18,28    Ἄγουσιν οὖν τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ τοῦ Καϊάφα(1) εἰς τὸ πραιτώριον(2)· ἦν δὲ πρωΐ(3)· καὶ αὐτοὶ οὐκ εἰσῆλθον(4) εἰς τὸ πραιτώριον, ἵνα μὴ μιανθῶσιν(5), ἀλλ᾿ ἵνα φάγωσι τὸ πάσχα(6).
Ιω. 18,28     Αφού, λοιπόν, οι αρχιερείς κατεδίκασαν τον Χριστόν εις θάνατον, τον έφεραν δεμένον στο πραιτώριον. Ήτο δε πρωϊ. Και αυτοί δεν εμπήκαν στο πραιτώριον δια να μη μολυνθούν, ώστε να φάγουν κατά το βράδυ αυτό της Παρασκευής το πασχάλιον δείπνον.
(1)    Της προσαγωγής του Ιησού στον Πιλάτο, προηγήθηκε η δεύτερη η κύρια δίκη του ενώπιον του συνεδρίου, για την οποία δες Ματθ. κζ 1 και Μάρκ. ιε 1. Για αυτήν ο Ιωάννης δεν αναφέρει τίποτα (β), επιβεβαιώνοντας σιωπηρά την αφήγηση των συνοπτικών. Εκθέτει όμως πληρέστερα την ενώπιον του Πιλάτου δίκη, προσθέτοντας στην αφήγηση των συνοπτικών νέες λεπτομέρειες, οι οποίες φωτίζουν πολύ τα σχετικά με τη διαγωγή του Πιλάτου (F).
(2)     Ονομαζόταν έτσι στα μεν Ρωμαϊκά στρατόπεδα η σκηνή του ανωτάτου στρατηγού, στις δε ρωμαϊκές επαρχίες το ανάκτορο στο οποίο ο προστάτης ή ο επίτροπος της επαρχίας διέμενε (G).
Στη Ρώμη ονομαζόταν έτσι ο τόπος, όπου έδρευε ο πραίτωρ όταν δίκαζε. Οι περισσότεροι από τους ερμηνευτές φρονούν, ότι εδώ πρόκειται για το ανάκτορο των Ηρωδών, το οποίο βρισκόταν στο δυτικό μέρος της άνω πόλης παραπέμποντας στο Ιωσήπου περί Ιουδ. Πολέμ. ΙΙ 14,8 όπου μαρτυρείται ότι εκεί κατοικούσε ο Φλώρος. Είναι παρόλ’ αυτά πιθανότερο ότι ο Πιλάτος διέμενε σε κάποιο ανάκτορο στο φρούριο Αντωνία, όπου σταύθμευε η ρωμαϊκή φρουρά, στη βορειοδυτική γωνία του ναού. Εκεί η παράδοση τοποθετεί την αφετηρία της Via dolorosae (=δρόμος του μαρτυρίου του Ιησού) (g).
Η προσαγωγή του Ιησού στον Πιλάτο έγινε, διότι οι Ρωμαίοι κάνοντας την Ιουδαία επαρχία Ρωμαϊκή επεφύλαξαν στους εαυτούς τους το δικαίωμα των θανατικών εκτελέσεων. «Και για ποιο λόγο δεν τον φόνευσαν, αλλά τον οδήγησαν στον Πιλάτο; Και βέβαια το μεγαλύτερο μέρος της αρχής και της εξουσίας τους, τούς είχε αφαιρεθεί πλέον, αφού τα πράγματά τους βρίσκονταν υπό την κυριαρχία των Ρωμαίων» (Χ).
Αυτό μαρτυρείται ξεκάθαρα στο στίχο 31. Και έφεραν μεν για αναίρεση αυτού το παράδειγμα του λιθοβολισμού του Στεφάνου (Πράξ. ζ 57), αλλά η περίπτωση αυτή οφειλομένη σε παραφορά του λαού δεν αποτελεί ασφαλή μαρτυρία. Το ίδιο μπορεί να παρατηρηθεί και για την έκτακτη περίπτωση που μαρτυρείται στο Ιωσήπου Αρχαιολογ. VI, 2,4 σύμφωνα με την οποία ο Τίτος παρέσχε στους Ιουδαίους το δικαίωμα να θανατώνουν τους ξένους που προχωρούσαν πέρα από τον περίβολο προς το ίδιο το ιερό, ακόμη και αν ήταν Ρωμαίοι. Επιζητούν να θανατωθεί με όλους τους νόμιμους τύπους και να μην λιθοβοληθεί όπως ο Στέφανος. Έτσι μεταχειρίζονταν αυτόν ως κακοποιό «που έγινε αμαρτία» για χάρη μας.
Επιπλέον η παρέμβαση της ρωμαϊκής εξουσίας, την οποία ο λαός φοβόταν, εξασφάλιζε το εναντίον του Ιησού εγχείρημά τους από κάθε λαϊκή εξέγερση. Ακόμη επίσης ο Χριστός θα θανατωνόταν με τον ατιμωτικό θάνατο του σταυρού, τον οποίο οι Ρωμαίοι συνήθιζαν να επιβάλλουν κατά των κακούργων. Επιζητούσαν δηλαδή να τον θάψουν στον ωκεανό της ατιμίας και να εξαλείψουν τη φήμη του για πάντα.
Τέλος, με τη συμμετοχή του ρωμαϊκού επιτρόπου και με την εκτέλεση της απόφασης από τους ρωμαίους στρατιώτες απάλλασσαν εν μέρει τους εαυτούς τους από τη βαριά μομφή για το θάνατο του Ιησού, ο οποίος «περιόδευε ευεργετώντας» Αλλοίμονο! Πολλοί φοβούνται περισσότερο το σκάνδαλο το οποίο μπορεί να προκληθεί στο λαό από την πονηρή τους πράξη παρά την ενοχή τους μπροστά στο Θεό για την αμαρτία που τολμούν και την παράβαση του θείου νόμου.
(3)    Περιλαμβάνει το χρονικό διάστημα από τις 3-6 π.μ. (g). Νωρίς κατά το πρωί της Παρασκευής 14 του Νισάν. Ο Πιλάτος θα γνώριζε ότι οι Ρωμαίοι στρατιώτες είχαν σταλθεί για σύλληψη του Ιησού κατά την προηγούμενη νύχτα και είχε ίσως ειδοποιηθεί να είναι έτοιμος πάρα πολύ νωρίς (β).
Επέσπευδαν οι Ιουδαίοι τα προκαταρκτικά της θανατικής εκτέλεσης του Ιησού, έτσι ώστε ο λαός, του οποίου η αφοσίωση στον Ιησού ήταν γνωστή να μην πληροφορηθεί έγκαιρα τα τελούμενα (ο). Τώρα, που τον είχαν στα χέρια τους, δεν θα ήθελαν ούτε στιγμή χρόνου να χαθεί, έως ότου θα κάρφωναν αυτόν στο σταυρό, και για αυτό στερούνται και αυτήν τη φυσική ανάπαυση του ύπνου αγρυπνώντας και πολύ πρωί επισπεύδοντας τα όσα έπρεπε να προηγηθούν της σταύρωσης.
(4)    «Και πρόσεξε τους Ιουδαίους που είναι άξιοι για γέλια. Αφού συνέλαβαν τον αθώο, φέροντας μαζί τους όπλα, δεν μπαίνουν στο πραιτώριο για να μη μιανθούν· και όμως ποιος μολυσμός είναι, πες μου, το να μπει κανείς στο δικαστήριο, όπου τιμωρούνται αυτοί που αδίκησαν; Εκείνοι που δίνουν το δέκατο από τον ηδύοσμο και τον άνηθο, δεν νόμιζαν ότι μολύνονται διαπράττοντας άδικο φόνο, ενώ νόμιζαν ότι μολύνονται εισερχόμενοι στο δικαστήριο» (Χ).
(5)    Επειδή του Πιλάτου ο οίκος δεν είχε καθαριστεί από ζύμη σύμφωνα με το Δευτερ. ιστ 4 (b). Ο τελετουργικός μολυσμός σε πολλές περιπτώσεις διαρκούσε μέχρι τη δύση του ηλίου μόνο (Λευϊτ. ια 24,Αριθμ. ιθ 7,Δευτερ. κγ 11 κλπ), αλλά στην περίπτωση του Πάσχα όποιος ήταν ακάθαρτος, έπρεπε να αναβάλει τον εορτασμό του Πάσχα για μήνα ολόκληρο σύμφωνα με τα Αριθμ. θ 6-11 και Β΄ Παραλλ. λ 2-3 (β). Οι αλεξανδρινοί μεγαλογράμματοι κώδικες παραλείπουν το ἵνα.
(6)    Κάποιοι ισχυριζόμενοι είτε ότι κατά το Ταλμούδ ο μολυσμός, με τον οποίο θα μολύνονταν οι Ιουδαίοι με την είσοδό τους στο πραιτώριο, θα διαρκούσε μέχρι το απόγευμα μόνο, οπότε θα μπορούσαν να φάνε το Πάσχα, είτε υποστηρίζοντας ότι οι Ιουδαίοι είχαν γιορτάσει ήδη το Πάσχα από το προηγούμενο απόγευμα, δέχονται τη λέξη Πάσχα με γενικότερη έννοια αναφέροντας αυτήν όχι στο πασχάλιο δείπνο αλλά γενικά στα εδέσματα της εορτής δηλαδή τα άζυμα και τα κρέατα των θυσιών, οι οποίες γίνονταν κατά τις επτά ημέρες της εορτής.
Και επικαλούνται υπέρ αυτής της εκδοχής τα χωρία Δευτερ. ιστ 2,3,Β΄ Παραλλ. λ 22,λε 7-9. Και αν υποθέσουμε όμως ότι στα αμφιβόλου έννοιας χωρία αυτά η λέξη Πάσχα βρίσκεται με ευρύτερη έννοια παρουσιάζεται απίθανο η φράση τρώω το Πάσχα η τόσο συνηθισμένη στην Κ.Δ. τον Ιώσηπο και το Ταλμούδ να δηλώνει κάτι άλλο από το Πασχάλιο δείπνο. Άλλωστε εάν επρόκειτο για οποιοδήποτε άλλο δείπνο των επτά ημερών, δεν θα πρόσεχαν τόσο πολύ οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι, διότι και εάν μολύνονταν, δεν θα δυσκολεύονταν να απέχουν από αυτό (g).
Οι παράλληλες φράσεις ετοιμάζειν το πάσχα, θύειν το πάσχα (Μάρκ. ιδ 12-16 και Α΄ Κορ. ε 7) δείχνουν ότι και η φράση τρώγειν το πάσχα πρέπει να σημαίνει τρώω τον πασχάλιο αμνό (χ).
Η ερμηνεία λοιπόν «δηλαδή, λοιπόν, με τη λέξη Πάσχα εννοεί όλη τη γιορτή» (Χ), και «τις επτά ημέρες» δηλαδή (Θφ), είναι λιγότερο πιθανή και πιθανότερη παρουσιάζεται «ή ότι τότε γιόρταζαν το Πάσχα» (Χ), «και αυτοί τότε επρόκειτο να το φάνε, το απόγευμα της Παρασκευής» (Θφ), «αυτός όμως (ο Ιησούς) μία ημέρα πριν παρέδωσε αυτό (το Μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας), φυλάγοντας τη σφαγή του για την Παρασκευή» (Χ), «όταν και το παλαιό Πάσχα γινόταν» (Θφ).

Ιω. 18,29     ἐξῆλθεν(1) οὖν(2) ὁ Πιλᾶτος πρὸς αὐτοὺς καὶ εἶπε· τίνα κατηγορίαν φέρετε(3) κατὰ τοῦ ἀνθρώπου(4) τούτου;
Ιω. 18,29     Συγκαταβαίνων, λοιπόν, εις τας προλήψεις των ο Πιλάτος, εβγήκε προς αυτούς και τους είπε• “ποίαν κατηγορίαν φέρνετε εναντίον αυτού του ανθρώπου;”
(1)     Αυτό υπονοεί σαφώς, ότι ο Ιησούς είχε ήδη οδηγηθεί μέσα στο Πραιτώριο (ο). Ο Πιλάτος βγήκε από το πραιτώριο συμμορφούμενος με τις θρησκευτικές ιδέες των από αυτόν κυβερνωμένων σε συμφωνία με τις συστάσεις, τις οποίες η Ρώμη έδινε στους αξιωματούχους της στις επαρχίες (F).
(2)    Ως συνέπεια του ότι οι Ιουδαίοι δεν ήθελαν να μπουν προς αυτόν, επήλθε το ότι εκείνος βγήκε προς αυτούς.
(3)    Ο Πιλάτος είχε μεν κάποια ιδέα για την υπόθεση, αλλά το Ρωμαϊκό δίκαιο απαιτούσε σε παρόμοιες περιπτώσεις συγκεκριμένη και διατυπωμένη κατηγορία. Δες Πράξ. ιζ 6,κε 7 και εξής,κστ 31 (F). Είχε παραχωρήσει σε αυτούς στρατιώτες για σύλληψη του Ιησού και είναι προετοιμασμένος κατά την ώρα αυτή του πρωινού να ακούσει την υπόθεση. Ήδη λοιπόν ενεργεί ως δικαστής και θα έπρεπε να ακούσει και την κατηγορία και την υπεράσπιση (τ).
Η ερώτηση υποδηλώνει με πόσο θόρυβο και με παραμέληση όλων των δικαστικών τύπων σύρθηκε ο Ιησούς στο βήμα του Πιλάτου (ο). «Όταν τον είδε δηλαδή δεμένο (ο Πιλάτος) και από τόσους οδηγούμενο, δεν νόμισε ότι έχουν αναμφισβήτητη απόδειξη κατηγορίας, αλλά ρωτά, λέγοντας, ότι είναι παράλογο αυτοί μεν να κρίνουν αυτόν αυθαίρετα, την δε τιμωρία χωρίς κρίση να την αναθέσουν σε εκείνον» (Χ).
(4)    Με αδιαφορία χρησιμοποιεί την μέση αυτή λέξη με την οποία τίποτα ούτε καλό ούτε κακό εκφράζει προδικάζοντας (δ). Η λέξη άνθρωπος στο στόμα του Πιλάτου δεν φαίνεται να ηχεί περιφρονητικά αλλά ορίζει μάλλον με αδιαφορία το πρόσωπο για το οποίο γίνεται λόγος (κ).

Ιω. 18,30      ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· εἰ μὴ ἦν οὗτος κακοποιός(1), οὐκ ἄν σοι παρεδώκαμεν αὐτόν.
Ιω. 18,30      Απήντησαν εκείνοι αορίστως και είπαν• “εάν αυτός δεν ήτο κακοποιός, δεν θα σου τον είχαμε παραδώσει”.
(1)     Επιβλαβής στην κοινωνία (C). H απάντηση φανερώνει εν μέρει αλαζονεία και εγωισμό, εν μέρει απορία (F). «Δεν έχουν να πουν εύλογη κατηγορία» (Κ). «Ω μέγεθος ανοησίας! Γιατί δε λέτε το κακό που έκανε, αλλά επισκιάζετε αυτό; Γιατί δεν φανερώνετε το κακό; Βλέπεις παντού που αποφεύγουν την απευθείας κατηγορία και δεν μπορούν τίποτα να πουν;» (Χ).
Η απάντηση υπαγορεύτηκε από δύο αιτίες. Από τη μία επιζητούν να διατηρήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο την παλαιά τους αυτονομία, μένοντας αυτοί κατ’ ουσίαν οι δικαστές και αφήνοντας στον Πιλάτο το ρόλο του δημίου. Από την άλλη φοβούνται, μήπως δεν θα επιτύχουν την επικύρωση της καταδικαστικής απόφασης (g). Εάν τον κατηγορούσαν για βλασφημία, γνώριζαν καλά, ότι ο Πιλάτος δεν θα αναγνώριζε την κατηγορία αυτή, όπως έγινε έπειτα και από τον Γαλλίωνα στο Πράξ. ιη 16 (ο).
Ο σιναϊτικός κώδικας γράφει κακόν ποιήσας, ο βατικανός και άλλος μεγαλογράμματος κακόν ποιών.
Δεν μπορούν να πουν, ότι είναι προδότης ή φονιάς ή εγκληματίας, ή ταραχοποιός. Αλλά λένε· Είναι κακοποιός. Ποιός; Αυτός ο οποίος «περιόδευε ευεργετώντας». Ας κληθούν εκείνοι, τους οποίους είχε θεραπεύσει και διδάξει και διαθρέψει· εκείνοι τους οποίους είχε απαλλάξει από τα δαιμόνια και είχε αναστήσει από τους νεκρούς. Και ας ερωτηθούν αυτοί, εάν πράγματι ήταν κακοποιός. Δεν είναι όμως κάτι νέο οι μεγαλύτεροι ευεργέτες να παραγνωρίζονται χαρακτηριζόμενοι ως χειρότεροι κακοποιοί.

Ιω. 18,31     εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς(1) καὶ κατὰ τὸν νόμον ὑμῶν κρίνατε αὐτόν(2). εἶπον οὖν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι· ἡμῖν οὐκ ἔξεστιν ἀποκτεῖναι οὐδένα(3)·
Ιω. 18,31    Είπε τότε εις αυτούς ο Πιλάτος• “πάρετέ τον σεις και σύμφωνα με τον νόμον σας δικάστε τον”. Του είπαν τότε οι Ιουδαίοι• “ημείς δεν έχομεν το δικαίωμα να θανατώσωμεν δια σταυρού κανένα”.
(1)    Η απάντηση του Πιλάτου ή είναι ειρωνική: Εάν νομίζετε ότι έτσι έχει το πράγμα, δικάστε τον εσείς. Ο Πιλάτος γνώριζε, ότι ο Ιησούς είχε ήδη καταδικαστεί και ότι οι Ιουδαίοι δεν μπορούσαν να εκτελέσουν την απόφαση χωρίς τη συγκατάθεσή του (F). Είμαι λοιπόν εκτελεστής της απόφασής σας; Εάν εξετάζετε την κατηγορία μόνοι, μόνοι και καταδικάστε τον, εάν μπορείτε! (Stier).
Ή ο Πιλάτος καταλαβαίνοντας τα σχέδιά τους, ενθουσιασμένος διότι παρεχόταν σε αυτόν μέσο να απαλλαγεί από αυτήν την υπόθεση, απαντά σε αυτούς χωρίς δισταγμό: Πολύ καλά! Αφού θέλετε να είστε μόνοι δικαστές στην υπόθεση, δέχομαι αυτό! Δικάστε τον κατηγορούμενο και τιμωρήστε τον, εννοείται εντός των ορίων της δικαιοδοσίας σας (g).
«Αν μεν επιφυλάσσετε για τους εαυτούς σας την κρίση, οι ίδιοι κάντε και την εξέταση όπως θέλετε· αν όμως θέλετε να κρίνω εγώ τον άνδρα, είναι αναγκαίο να πείτε την κατηγορία» (Θμ). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
(2)   Το Συνέδριο είχε κάποια δικαιώματα πειθαρχικά, όπως το να αφορίζει από τη συναγωγή, το να ραβδίζει κλπ. (g).
(3)   Αναφέρονται στο jus gladii, το οποίο η Ρώμη στις κατακτώμενες χώρες επεφύλασσε στον επίτροπό της (Ιωσήπου περί Ιουδ. Πολέμ. ΙΙ, VIII, 1). Είναι απίθανο, ότι οι αλαζόνες Ιουδαίοι θα ομολογούσαν τόσο σαφώς το δικαίωμα αυτό του επιτρόπου της Ρώμης, εάν δεν εξαναγκάζονταν σε αυτό από την επιθυμία τους να πετύχουν από αυτόν την επικύρωση της θανατικής εκτέλεσης του Ιησού (ο).

Ιω. 18,32    ἵνα ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ πληρωθῇ(1) ὃν εἶπε(2) σημαίνων ποίῳ(3) θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνήσκειν.
Ιω. 18,32   Τα είπαν δε αυτά, δια να επαληθεύση πλήρως ο λόγος, τον οποίον ο Ιησούς είχεν είπει, φανερώνων εκ των προτέρων με ποίον είδος θανάτου έμελλε να αποθάνη.
(1)    Δες το στίχο 9, όπου και πάλι με την ίδια φράση εισάγεται λόγος του Ιησού.
(2)    «Όταν έλεγε ότι «Εάν υψωθώ από τη γη, όλους θα τους ελκύσω προς εμένα (Ιω. ιβ 32,33)», όπως και εκεί ο ευαγγελιστής σημείωσε για αυτό προσθέτοντας ότι: «Αυτό το έλεγε, φανερώνοντας με ποιο θάνατο επρόκειτο να πεθάνει»· δηλαδή υπαινισσόμενος το σταυρό» (Ζ). Η ποινή που επέβαλλε ο μωσαϊκός νόμος σε κάθε βλασφημία καθώς και στην αθέτηση της εντολής του Σαββάτου, ήταν αυτή του λιθοβολισμού. Δες Εξόδου λα 14,λε 2,Λευϊτ. κδ 10-23,Δευτερ. ιγ 5-10,Ιω. η 5-7,ι 31,Λουκ. κ 6, Πράξ. ζ 58,ιδ 5 (χ).
Εάν οι Ιουδαίοι εκτελούσαν τη θανατική ποινή του Ιησού, θα λιθοβολούσαν αυτόν, διότι λιθοβολισμός κατά το νόμο ήταν η ποινή κατά της βλασφημίας. Ο σταυρικός θάνατος ήταν συνηθισμένη ποινή στους Ρωμαίους.
Ο σιναϊτικός κώδικας αποσιωπά τις λέξεις: ὃν εἶπε. Και εκείνοι ακόμη, οι οποίοι ήθελαν να διαψεύσουν τα λόγια του Ιησού, παρά τη διάθεση και την πονηρή πρόθεσή τους, χρησιμοποιήθηκαν ως όργανα για επαλήθευση αυτών από το θείο χέρι που κυβερνά τα πάντα.
Οι λόγοι του Χριστού δεν θα περάσουν. Ο Κύριος ούτε να απατήσει ούτε να απατηθεί είναι ποτέ δυνατόν. Και οι ίδιοι οι αρχιερείς, που τον καταδιώκουν ως πλάνο, κατευθύνθηκαν αόρατα και ασυναίσθητα στο να αποδείξουν τον Κύριο αληθινό σε όλα, και όταν ακόμη θα σκεπτόταν κάποιος, ότι με τα μέτρα, τα οποία έπαιρναν, θα διέψευδαν τις προφητείες του.
(3)    Δηλαδή με τέτοιο θάνατο, τον οποίο οι Ρωμαίοι επέβαλλαν. Οι Ιουδαίοι θα λιθοβολούσαν αυτόν (b). Όπως η ρωμαϊκή εξουσία οδήγησε τη μητέρα του στη Βηθλεέμ, προκειμένου εκεί κατά την προφητεία να γεννηθεί ο Κύριος, έτσι και τώρα για εκπλήρωση των Γραφών οδηγούν αυτόν στο Σταυρό.

Ιω. 18,33    Εἰσῆλθεν οὖν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν ὁ Πιλᾶτος καὶ ἐφώνησε(1) τὸν Ἰησοῦν καὶ εἶπεν αὐτῷ(2)· σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων(3);
Ιω. 18,33    Εισήλθεν πάλιν στο πραιτώριον ο Πιλάτος και εκάλεσεν ιδιαιτέρως τον Ιησούν και του είπε• “συ είσαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων;”
(1)    Κάλεσε τον Ιησού κατ’ ιδίαν στο πραιτώριο, σε μέρος όπου μπορούσε να μιλήσει μόνος μαζί του (g). Ο μαθητής, ο οποίος φαίνεται να ήταν παρών κατά την ανάκριση του Ιησού στον Άννα, ίσως ήταν και τώρα μάρτυρας της σκηνής στο πραιτώριο, την οποία διηγείται εδώ τόσο ζωηρά. Οι ιερωμένοι κατήγοροι του Ιησού δεν μπορούσαν να μπουν στο πραιτώριο, για να μη μιανθούν, δεν είναι όμως πιθανόν, ότι στο πραιτώριο ήταν απαγορευμένο να μπουν όσοι επιθυμούσαν να ακούσουν τα γινόμενα (β).
(2)    Η αφήγηση του Ιωάννου παρουσιάζει προφανώς εδώ κάποιο κενό. Τίποτα από τα προηγούμενα δεν δικαιολογεί την ερώτηση που προβάλλει ο Πιλάτος στον Ιησού. Αυτή υποδηλώνει κάποιο λόγο ο οποίος ειπώθηκε από τους κατήγορους. Πράγματι εάν συγκρίνουμε την αφήγηση του Ιωάννου με αυτήν των συνοπτικών και ιδιαίτερα με αυτήν του Λουκά (κγ 2) πληροφορούμαστε, ότι οι Ιουδαίοι είχαν διατυπώσει σχετική κατηγορία κατά του Ιησού (g).
(3)     Η μορφή της ερώτησης είναι τέτοια όπως όταν προσδοκάται απάντηση αρνητική. Προφανώς ο Πιλάτος δεν πίστευε, ότι ο Ιησούς ήταν επαναστάτης αρχηγός, διότι δεν υπήρχε τίποτα στην εμφάνιση ή στη στάση του που να παρουσιάζει την κατηγορία αυτή ως εύλογη (β). Η πρόταξη της αντωνυμίας είναι εξόχως εμφαντική και δείχνει, ότι ο Πιλάτος είναι ήδη πεπεισμένος, ότι δεν έχει μπροστά του επαναστάτη, επίφοβο στη Ρώμη (τ). Στην ερώτηση αυτή του Πιλάτου ο οίκτος είναι ανάμικτος με περιφρόνηση (μ).

Ιω. 18,34    ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀφ᾿ ἑαυτοῦ σὺ τοῦτο λέγεις(1) ἢ ἄλλοι σοι εἶπον περὶ ἐμοῦ(2);
Ιω. 18,34    Του απήντησεν ο Ιησούς• “Από τον εαυτόν σου, από ιδικήν σου διαπίστωσιν το λέγεις αυτό η άλλοι σου το είπαν, ως κατηγορίαν εναντίον μου;”
(1)    Ο σιναϊτικός αντί για το λέγεις γράφει είπας. Τρεις άλλοι μεγαλογράμματοι, ανάμεσα στους οποίους και ο βατικανός κώδικας, γράφουν από σεαυτού αντί για αφ’ εαυτού.
(2)    Ή «ρωτά ο Χριστός, θέλοντας να φανερώσει την πονηρή πρόθεση των Ιουδαίων… Δεν ρωτά βεβαίως ο Χριστός από άγνοια, αλλά, θέλοντας και από αυτόν να κατηγορηθούν οι Ιουδαίοι, λέει· «άλλοι σου τα είπαν;»» (Χ). Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή ο Ιησούς απευθύνεται στην προσωπική αντίληψη του Πιλάτου. Και αποβλέπει στο να διεγείρει την συνείδηση του Πιλάτου έτσι ώστε να μην πιστεύει χωρίς λόγο τους Ιουδαίους (b).
Ή, πιο σωστά. Η θέση του ερωτήματος δεν ήταν τόσο απλή, όπως φαινόταν στον Πιλάτο. Έπρεπε προηγουμένως να γίνει κάποια διάκριση. Με έννοια πολιτική, μόνη γνωστή στον Πιλάτο, ο Ιησούς μπορούσε να αποποιηθεί τον τίτλο του βασιλιά των Ιουδαίων· αλλά με έννοια θρησκευτική, στην οποία ήταν ταυτόσημος με τον τίτλο του Μεσσία, ο Ιησούς όφειλε να τον δεχτεί (g).
Εάν ο Πιλάτος ρωτούσε από τον εαυτό του, η έννοια της λέξης βασιλιάς θα εφαρμοζόταν εσφαλμένα στον Ιησού· εάν ο Πιλάτος ρωτούσε από πληροφορίες που προέρχονταν από τους Ιουδαίους, τότε ο τίτλος βασιλιάς είχε μέσα του και αληθινή έννοια, με την οποία πράγματι ο Ιησούς ήταν βασιλιάς των Ιουδαίων (Alford).
Εάν ο Πιλάτος ερευνούσε ακριβώς τα πράγματα, όπως είχε καθήκον, θα ανακάλυπτε, ότι η αληθινή αιτία, για την οποία οι αρχιερείς είχαν εξεγερθεί κατά του Ιησού ήταν ακριβώς, διότι δεν επιζήτησε ο Κύριος να ιδρύσει κοσμική βασιλεία αντιτιθέμενη προς την ρωμαϊκή δύναμη. Εάν επιζητούσε κάτι τέτοιο και ενεργούσε θαύματα για να ελευθερώσει τους Ιουδαίους από το ζυγό της Ρώμης, όπως άλλοτε ο Μωϋσής ενήργησε τέτοια για απελευθέρωση των Ισραηλιτών από τη δουλεία των Αιγυπτίων, τότε θα τάσσονταν όλοι κάτω από τις διαταγές του και ανακηρύσσοντας αυτόν βασιλιά θα αγωνίζονταν υπό την αρχηγία του εναντίον της Ρώμης. Αλλά τώρα επιρρίπτουν εναντίον του κατηγορία, της οποίας αυτοί ήταν οι κυρίως και οι μόνοι ένοχοι, διότι αυτοί ποθούσαν την ανατροπή της Ρώμης.

Ιω. 18,35    ἀπεκρίθη ὁ Πιλᾶτος· μήτι ἐγὼ Ἰουδαῖός εἰμι(1); τὸ ἔθνος τὸ σὸν(2) καὶ οἱ ἀρχιερεῖς παρέδωκάν σε ἐμοί· τί ἐποίησας(3);
Ιω. 18,35    Απήντησεν ο Πιλάτος• “μήπως εγώ είμαι Ιουδαίος, δια να ανακατεύωμαι εις τα ζητήματα των Εβραίων; Το έθνος σου και οι αρχιερείς σε παρέδωκαν εις εμέ ως ένοχον. Τι έκαμες;”
(1)    «Δεν ταιριάζει σε μένα κυρίως το να γνωρίζω τα δικά σου, διότι δεν είμαι Ιουδαίος. Αυτό αρμόζει κατεξοχήν στους ομοεθνείς σου και με τους οποίους ανατράφηκες μαζί, οι οποίοι παρόλο που ομοίως ξέρουν αυτά, σε φέρνουν για να πεθάνεις» (Κ). Δηλαδή· βεβαίως δεν λέω αυτό από τον εαυτό μου· οι Ιουδαίοι είπαν αυτό σε μένα (b). Μήπως είμαι Ιουδαίος για να ταράσσομαι με τις ιδιορρυθμίες σας και με τις μυστικές ιδέες σας; Έπρεπε να είμαι Ιουδαίος και όχι Ρωμαίος, για να έχω μάθει από προσωπική παρατήρηση την αλήθεια των εναντίον σου ισχυρισμών των Ιουδαίων (ο).
Υπάρχει περιφρόνηση βαθειά στην αντίθεση «εγώ Ιουδαίος» (g). Πάλι η αντωνυμία «Εγώ» μπαίνει με έμφαση (τ). Ποτέ δεν θα συμφωνούσε ο αλαζόνας Ρωμαίος να είναι Ιουδαίος μισητός και περιφρονημένος (F). Οι Ιουδαίοι από πολλές απόψεις υπήρξαν ένδοξος λαός. Επειδή αθέτησε όμως την διαθήκη του Θεού, έκανε τον εαυτό του άξιο περιφρόνησης στους λαούς (Μαλαχία β 8,9). Έτσι καλά και τιμημένα ονόματα ατιμάζονται και εξευτελίζονται εξ’ αιτίας εκείνων, οι οποίοι ανάξια φέρουν αυτά. Είναι θλιβερό ένας αλλόθρησκος, εναντίον του οποίου διατυπώνεται η υπόνοια, ότι δεν είναι έντιμος, να απαντά επειδή έχει σκανδαλιστεί από την αξιοκατάκριτη συμπεριφορά μερικών Χριστιανών: Μήπως εγώ είμαι Χριστιανός;
(2)    Που αντιπροσωπεύεται από τα μέλη του που διαθέτουν τη μεγαλύτερη επιρροή (F)· το έθνος «του οποίου ονομάστηκες ο βασιλιάς» (b). Όχι κάποιοι ιδιώτες, αλλά το έθνος αντιπροσωπευόμενο από τους αρχηγούς του (τ). Πρέπει να είχε φανεί παράδοξο στον Πιλάτο, ότι στην τότε δύσκολα πειθομένη και επαναστατική κατάσταση των Ιουδαίων, οι άρχοντες του έθνους παρουσιάζονταν να κατηγορούν ένα πρόσωπο σε αυτόν ότι επιδιώκει να απαλλάξει τη χώρα από τη Ρωμαϊκή εξουσία (ο).
(3)    Αυτό ήταν το σημείο το οποίο ενδιέφερε τον Πιλάτο. Ποια πράξη του Ιησού είχε προκαλέσει την εναντίον του εχθρότητα των Ιουδαίων; (β).

Ιω. 18,36   ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ(1) οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου(2)· εἰ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἦν ἡ βασιλεία ἡ ἐμή(3), οἱ ὑπηρέται(4) ἂν οἱ ἐμοὶ ἠγωνίζοντο(3), ἵνα μὴ παραδοθῶ τοῖς Ἰουδαίοις· νῦν(5) δὲ ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐντεῦθεν.
Ιω. 18,36    Απήντησεν ο Ιησούς• “η βασιλεία μου δεν προέρχεται από τον κόσμον αυτόν. Εάν ήτο από τον κόσμον τούτον η βασιλεία μου, οι στρατιώται μου θα ανελάμβαναν αγώνα, δια να μη παραδοδώ στους Ιουδαίους. Αλλά η ιδική μου βασιλική εξουσία δεν προέρχεται από τούτον εδώ τον κόσμον”.
(1)    Επειδή ο Πιλάτος προηγουμένως «είπε· Τι έκανες; Για αυτό μεν δεν απάντησε τίποτα, για αυτό όμως για το οποίο κατεξοχήν ο Πιλάτος ποθούσε να ακούσει, για τη βασιλεία του, για αυτήν απαντά λέγοντας· Η βασιλεία η δική μου…» (Χ).
Απαντά στο ερώτημα που έθεσε ο Πιλάτος στο σ. 33. Έχω βασιλεία, την οποία ήλθα να εγκαθιδρύσω. Οι Ιουδαίοι έχουν δίκιο λέγοντας ότι αξιώνω ότι είμαι ο Χριστός βασιλιάς (ο).
(2)    «Όχι ότι δεν εξουσιάζει και εδώ, αλλά εννοεί ότι η βασιλεία του έχει την αρχή της από τον ουρανό και δεν είναι ανθρώπινη» (Χ). «Διότι δεν είπε· Δεν είναι στον κόσμο, ούτε είναι εδώ. Διότι βασιλεύει μεν στον κόσμο και προνοεί για αυτόν» και όπως θέλει, περιφέρει τα πάντα. Δεν είναι όμως από εδώ, εννοώ δηλαδή δεν ιδρύθηκε εδώ κάτω· αλλά εδώ μεν εξουσιάζει και διοικεί· δεν είναι όμως από εδώ, ούτε έχει τη δημιουργία της από εδώ κάτω, ούτε είναι φθαρτή» (Θφ).
«Δεν λέει, Η βασιλεία μου δεν είναι στον κόσμο αυτόν… Διότι η βασιλεία του είναι εδώ μέχρι τέλους του κόσμου, έχοντας ζιζάνια αναμιγμένα μέχρι το θερισμό· διότι ο θερισμός θα γίνει στο τέλος του κόσμου» (Αυ).
Η έκφραση από (εκ) τον κόσμο δεν είναι ταυτόσημη με την έκφραση στον (εν) κόσμο. Διότι η βασιλεία του Ιησού πραγματοποιείται και αναπτύσσεται στον κόσμο· αλλά δεν προέρχεται και δεν έχει την καταγωγή της από τον κόσμο, από την ανθρώπινη θέληση και τη γήινη δύναμη (g). «Η πρόθεση «εκ» σημαίνει την καταγωγή όπως και το ακόλουθο «Εντεύθεν». Ο Ιησούς λέει απλώς από πού δεν είναι η βασιλεία του· δεν είναι από τον κόσμο αυτόν· αλλά δεν λέει και από πού είναι, δηλαδή από τους ουρανούς. Οπωσδήποτε υπονοεί αυτό, όταν λέει στο στίχο 37, ότι «ήλθα στον κόσμο αυτόν» (b).
Η βασιλεία του Χριστού δεν είναι από τον κόσμο αυτόν. Οι βασιλείες των ανθρώπων ανεβαίνουν από τη θάλασσα και από τη γη (Δανιήλ ζ 3, Αποκάλ. ιγ 1,11), ενώ η αγία πόλη κατεβαίνει «από τον ουρανό από το Θεό» (Αποκάλ. κα 2).
Η βασιλεία του Χριστού δεν είναι από διαδοχή ή εκλογή ή κατάκτηση βίαιη, αλλά από άμεση και ειδική ανάδειξη της θείας θέλησης και βουλής. Αλλά και η φύση της δεν είναι κοσμική. Είναι βασιλεία εντός των καρδιών και των συνειδήσεων των ανθρώπων και τα πλούτη της είναι πνευματικά, οι δυνάμεις της πνευματικές και όλη η δόξα τους ομοίως.
Αλλά και τα όπλα της είναι πνευματικά και ουδέποτε χρησιμοποιεί κοσμική δύναμη για υπεράσπιση και για στερέωσή της, ούτε διεξάγεται κατά τρόπο επιβλαβή στους ηγεμόνες και τις βασιλείες του κόσμου. Αλλά ούτε ενδιαφέρεται για τα προνόμια των ηγεμόνων ή για τις κτήσεις και περιουσίες των υπηκόων τους. Ούτε αντιτίθεται σε κάποιο βασίλειο του κόσμου παρά μόνο στο βασίλειο του Σατανά. Και οι σκοποί της επίσης και οι τάσεις της δεν είναι κοσμικές.
Ο Χριστός δεν αποσκοπούσε, αλλά ούτε στους μαθητές του θα επέτρεπε να θέσουν ως σκοπό την πομπή και δύναμη των μεγιστάνων της γης. Αλλά και οι υπήκοοι της βασιλείας αυτής αν και ζουν στον κόσμο αυτόν, δεν είναι από τον κόσμο. Κλήθηκαν και εκλέχτηκαν μέσα από τον κόσμο και ξεχωρίστηκαν από αυτόν. Και γεννήθηκαν από άλλον κόσμο προς τον οποίο είναι συνδεδεμένοι. Δεν είναι ούτε μαθητές του κόσμου, ούτε αγαπητοί σε αυτόν, ούτε κυβερνιούνται από τη σοφία του κόσμου, ούτε πλουτίζονται από τα πλούτη του. Πολεμούνται από τον κόσμο και μισούνται από τον κόσμο, «διότι δεν είναι από τον κόσμο».
Παρόλο όμως που ζουν στον κόσμο «σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους», νικούν τον κόσμο χωρίς να χρησιμοποιούν τις ραδιουργίες και τις απάτες και την υποκρισία του κόσμου, αλλά με τη δύναμη της αγάπης, με την πραότητα και μειλιχιότητα, με τη μακροθυμία και ανεξικακία.
Οι σκληρότητες και παραφορές του κόσμου είναι ξένες προς αυτούς, διότι έχουν διδαχτεί ότι «η οργή του άνδρα δεν φέρνει τη δικαιοσύνη του Θεού». Και αντιμετωπίζουν την αλαζονεία του κοσμικού βίου και την υπερηφάνεια της καρδιάς των κοσμικών ανθρώπων με την αφάνεια της ταπεινοφροσύνης, την οποία εμπνέονται από τον βασιλιά τους, ο οποίος σε όλη την επίγεια ζωή του υπήρξε «πράος και ταπεινός στην καρδιά».
(3)    «Αυτό ακριβώς που φοβόταν προηγουμένως ο Πιλάτος, το διέλυσε, δηλαδή την υποψία για σύσταση τυραννικής εξουσίας» (Χ). Ο κόσμος υπερασπίζεται τις βασιλείες του με τη δύναμη των όπλων (b).
Εάν ήταν πρόσκαιρος βασιλιάς ή επεδίωκε να γίνει τέτοιος, θα σημειωνόταν αντίσταση και αιματοχυσία, πριν ακόμη νικηθεί και οδηγηθεί αναγκαστικά μπροστά στον Πιλάτο. Αλλά τώρα στεκόταν άοπλος και μόνος μπροστά του και κανένα όπλο δεν προβλήθηκε για υπεράσπισή του, ούτε κάποιες στασιαστικές ομάδες διέτρεχαν την πόλη ή την χώρα αξιώνοντας την απελευθέρωσή του και απειλώντας εκδίκηση (ο).
(4)     Ή, γενικά και υποθετικά= οι υπηρέτες τους οποίους στην περίπτωση αυτή θα είχα (Luthardt=Λούθηρος).
Ή, οι υπηρέτες για τους οποίους δες στο Ματθ. κστ 53, δηλαδή οι άγγελοι (b,β).
Ή, πιο σωστά, οι οπαδοί μου, όπως είναι το πλήθος, το οποίο είχε κυκλώσει αυτόν κατά την ημέρα της εισόδου του στα Ιεροσόλυμα (g). Ο Ιησούς δεν αρνείται ότι έχει υπηρέτες, αλλά αρνείται ότι αυτοί αγωνίζονται για την απελευθέρωσή του (ο).
«Εδώ όμως φανερώνει και την αδυναμία της δικής μας (επίγειας) βασιλείας, αφού έχει τη δύναμή της στους υπηρέτες· η ουράνια όμως είναι αυτάρκης και δεν χρειάζεται τίποτα» (Θφ).
(5)    Το μόριο είναι αντιθετικό και όχι χρονικό (b). Πρέπει να εννοηθεί με λογική έννοια (g). Για τη φράση νῦν δὲ, δες η 40,θ 41,ιε 22.

Ιω. 18,37     εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· οὐκοῦν(1) βασιλεὺς εἶ σύ(2); ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· σὺ λέγεις ὅτι βασιλεύς εἰμι ἐγώ(3). ἐγὼ εἰς τοῦτο(4) γεγέννημαι(5) καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον(6), ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ(7). πᾶς(8) ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας(9) ἀκούει μου τῆς φωνῆς(10).
Ιω. 18,37    Είπε τότε εις αυτόν ο Πιλάτος• “λοιπόν είσαι βασιλεύς;” Απήντησεν ο Ιησούς• “όπως και συ το λέγεις, είμαι βασιλεύς”. Εγώ δι’ αυτό εγεννήθηκα και δι’ αυτό έχω έλθει στον κόσμον να κηρύξω την αλήθειαν. Και κάθε ένας ο οποίος αισθάνεται μέσα του διάθεσιν και πόθον δια την αλήθειαν, ακούει, δέχεται και εφαρμόζει την διδασκαλίαν μου”.
(1)    Ο Πιλάτος ανέμενε αρνητική απάντηση, γι’ αυτό η ερώτησή του εκφράζει έκπληξη (g). Το οὐκοῦν λέγεται μοναδική φορά.
(2)    Η αντωνυμία μπαίνει στο τέλος με έμφαση= Εσύ ο οποίος στέκεσαι μπροστά στο βήμα μας και ο οποίος έχεις στο πρόσωπό σου τέτοια σημάδια του σφοδρότερου μίσους των Ιουδαίων και του οποίου ζητείται ο θάνατος, είσαι πράγματι βασιλιάς; (ο). Εσύ ο πτωχός δεσμώτης; (β).
(3)    «Δεν αρνείται την δόξα της βασιλείας του, ούτε όμως παρέχει την διαβεβαίωση για αυτό μόνο από τα λόγια του Πιλάτου» (Κ).
«Ο Ιησούς απάντησε έτσι όχι γιατί φοβόταν να ομολογήσει τον εαυτό του βασιλιά, αλλά το Εσύ λέγεις, ισοσταθμίστηκε έτσι ώστε με αυτό ο Ιησούς ούτε αρνείται ότι είναι βασιλιάς (διότι είναι βασιλιάς, του οποίου η βασιλεία δεν είναι από τον κόσμο αυτόν), ούτε ομολογεί ότι είναι τέτοιος βασιλιάς, ώστε να δικαιολογείται η υπόθεση ότι η βασιλεία του είναι από τον κόσμο αυτόν… Λέγοντας το Συ λέγεις… είναι σαν να είπε· Σαρκικός καθώς είσαι, λες αυτό σαρκικά» (Αυ).
Η απάντηση αυτή δεν είναι ούτε σαφής βεβαίωση ούτε άρνηση, αλλά συγκατάθεση που δίνεται σαν ένα είδος παραχώρησης (β). Η φράση Συ λέγεις… ως τύπος βεβαίωσης είναι άγνωστος τόσο στους κλασσικούς όσο και στην Π.Δ., ήταν όμως σε πυκνή χρήση στους ραββίνους (g). Η καλή ομολογία, την οποία ο Κύριος ομολόγησε ενώπιον του Πιλάτου σύμφωνα με το Α΄ Τιμ. στ 13 είναι αυτή.
(4)    Με αυτά ο Ιησούς έρχεται να εξηγήσει με ποια έννοια είναι βασιλιάς. Έρχεται να κατακτήσει τον κόσμο και ως μόνο όπλο για αυτό χρησιμοποιεί το να μαρτυρεί για την αλήθεια (g).
(5)   «Εδώ αναφέρεται στην σε συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο γέννησή του, όταν αφού σαρκώθηκε ήλθε στον κόσμο και όχι στην άναρχη γέννησή του» (Αυ).
Ο Πιλάτος δεν μπορούσε να κατανοήσει την θεία του υιότητα. Παρόλ’ αυτά και αυτή διακηρύσσεται εδώ, όταν επισυνάπτεται το «για αυτό ήλθα στον κόσμο» (b).
(6)    Η φράση αναφέρεται στη δημόσια εμφάνιση και δράση του Ιησού (F). Δηλώνεται με αυτήν η ειδική αποστολή, για την οποία εμφανίστηκε ο Ιησούς στον κόσμο (g). Ήλθα από ψηλά στον κόσμο. Με τις φράσεις λοιπόν «για αυτό γεννήθηκα» και «για αυτό ήλθα» και η ανθρώπινη και η θεία φύση του διακηρύσσονται στον Πιλάτο (ο).
(7)    Ο σιναϊτικός γράφει περί της αληθείας αντί για τῇ ἀληθείᾳ. «Δηλαδή, με σκοπό, αφού αφαιρέσει το ψεύδος από τον κόσμο και αφού καταστρέψει τον δαίμονα που με απάτη τυράννησε τους ανθρώπους, να παρουσιάσει την αλήθεια να βασιλεύει πάνω σε όλα» (Κ). Η βασιλεία της αλήθειας αντιτίθεται προς τις βασιλείες αυτού του κόσμου (b). Το έργο του ως προφήτη είναι το θεμέλιο της βασιλείας του (g).
«Μαρτυρήσω» δηλαδή να αποκαλύψω, να κάνω γνωστή, να διακηρύξω την αλήθεια. Το άρθρο προδίδει την ύψιστη αντικειμενικότητα (ο). Η μαρτυρία του για την αλήθεια δεν περιορίστηκε σε αυτήν την καλή ομολογία ενώπιον του Πιλάτου (Α΄ Τιμ. στ 13) αλλά υπήρξε συνεχής σε όλη τη δημόσια δράση του. Δες Ιω. γ 11,32,ζ 7,η 14 (β).
Η φύση της βασιλείας του ανταποκρίνεται προς τη φύση της αποστολής του. Είναι ο βασιλιάς της Αλήθειας και φανερώνει την βασιλική του δύναμη όχι με βία, αλλά με τη μαρτυρία, την οποία δίνει για την αλήθεια. Για αυτό γεννήθηκε σε χρόνο και για αυτό ήλθε στον κόσμο. Και υπήκοοί του είναι εκείνοι, οι οποίοι δεν αγωνίζονται με όπλα υλικά, αλλά επειδή είναι από την αλήθεια υπακούουν στο βασιλιά τους (χ).
Ήλθε ο Κύριος να μαρτυρήσει για το Θεό, ότι δημιούργησε τον κόσμο, να μαρτυρήσει επίσης και κατά της αμαρτίας, η οποία οδηγεί στον όλεθρο τον κόσμο και με το λόγο αυτόν της αλήθειας ιδρύει και διατηρεί το βασίλειό του. Η βασιλεία του Χριστού δεν είναι από τον κόσμο αυτόν, όπου κυριαρχεί το ψεύδος, αλλά από τον κόσμο εκείνο, όπου η αλήθεια βασιλεύει αιώνια.
Το θεμέλιο και η δύναμη της πάνω στη γη βασιλείας του και το πνεύμα που κυριαρχεί σε αυτήν είναι η αλήθεια, η θεία αλήθεια. Και όταν είπε Εγώ είμαι η αλήθεια, κατ’ ουσίαν είπε Εγώ είμαι βασιλιάς. Κατακτά τις καρδιές πείθοντας με το φως της αλήθειας· κυβερνά και κυριαρχεί με τη δύναμη της αλήθειας, και βασιλεύει κατευοδούμενος «εξ’ αιτίας της αλήθειας» (Ψαλμ. μδ 5), και «θα κρίνει την οικουμένη με δικαιοσύνη και τους λαούς με την αλήθειά του» (Ψαλμ. 95, 13).
Για να είμαστε λοιπόν και εμείς υπήκοοι στη βασιλεία πρέπει να γίνουμε τέκνα της αλήθειας, αναγεννημένα από αυτήν και πάντοτε λέγοντας αυτήν. Ειδικό καθήκον που απορρέει για μας από τη διακήρυξη αυτή του Χριστού είναι και το να λέμε ο καθένας την αλήθεια στον πλησίον του. Ο συνεκτικός δεσμός κάθε κοινωνίας είναι η αμοιβαία εμπιστοσύνη των μελών της. Απατεώνες και ψεύτες φαίνονται μερικές φορές να ευδοκιμούν και να ευτυχούν στον κόσμο. Εάν όμως πετυχαίνουν, αυτό οφείλεται στο ότι νομίζονται τίμιοι και φιλαλήθεις και πρόσωπα άξια εμπιστοσύνης από εκείνους τους οποίους εξαπατούν.
Εάν η μεταξύ των ανθρώπων εμπιστοσύνη και τιμιότητα φυγαδευόταν από την ανθρωπότητα, η γη θα γινόταν ακατοίκητη και οι δεσμοί της κοινωνίας θα διασπώνταν. Είναι λοιπόν σπουδαίο καθήκον του καθενός από εμάς να είναι φιλαλήθης και να γίνεται μεταξύ των ομοίων του πρόσωπο άξιο κάθε εμπιστοσύνης, διότι μόνο έτσι είναι δυνατόν να σταθούν και να προαχθούν οι κοινωνίες.
(8)    Χωρίς κάποια εξαίρεση (ο). Απευθύνεται όχι μόνο στη συνείδηση αυτού ως δικαστή αλλά και στη συνείδησή του ως ανθρώπου (g). «Επομένως και συ, Πιλάτε, αν είσαι παιδί της αλήθειας, και ποθείς αυτήν, θα ακούσεις τη φωνή μου και θα πιστέψεις ότι είμαι βασιλιάς όχι τέτοιος» (Θφ).
(9)    «Αυτός που αγαπά την αλήθεια» (Ζ). Η φράση υπενθυμίζει τα Ιω. γ 21,ζ 17,η 47, κλπ. Σημαίνει την ηθική διάθεση στο να δεχτεί κάποιος την αλήθεια και να μπει κάτω από την αγία δύναμή της όταν παρουσιάζεται αυτή ζωντανή στο πρόσωπο του Ιησού (g). Δηλώνει εκείνον, του οποίου χαρακτηριστικό είναι το να αφήνει τον εαυτό του, να κυβερνιέται από την αλήθεια (C).
Εκείνοι οι οποίοι με τη χάρη του Θεού λυτρώνονται από τη δύναμη του πατέρα του ψεύδους και είναι διατεθειμένοι να δεχτούν την αλήθεια και υποτάσσονται στη δύναμη και επίδρασή της, θα ακούσουν τη φωνή του Χριστού και θα γίνουν υπήκοοί του επιδεικνύοντας πίστη και αληθινή αφοσίωση σε αυτόν.
(10)    «Πείθεται στο λόγο μου, πιστεύει τη διδασκαλία μου» (Ζ). «Ακούει με τα αυτιά του εσωτερικού ανθρώπου ή με άλλα λόγια υπακούει στη φωνή μου, το οποίο είναι ισοδύναμο με το: Πιστεύει σε εμένα» (Αυ).
Ακούει με ευχαρίστηση και κατανόηση. Και αυτοί είναι οι πολίτες της βασιλείας του Χριστού (b). «Διότι είναι εύκολα παραδεκτός ο λόγος της αλήθειας σε αυτούς που ήδη την έμαθαν και την αγαπούν, ενώ σε αυτούς που δεν είναι τέτοιοι, δεν είναι… διότι σε αυτούς που έχουν ανάπηρο το νου η αλήθεια φαίνεται να είναι χωρίς κάλλος και άσχημη, παρόλο που αυτή βάζει μέσα στις ψυχές αυτών που την βλέπουν μία νοερή και θεία λάμψη» (Κ).
Όλοι όσοι αγαπούν την αλήθεια θα ακούνε ευχάριστα και πρόθυμα τη φωνή του Χριστού, διότι μεγαλύτερες, καλύτερες, γλυκύτερες, βεβαιότερες αλήθειες δεν είναι δυνατόν να βρεθούν παρά μόνο στο Χριστό, από τον οποίο «έγινε η χάρη και η αλήθεια» (Ιω. α 17).

Ιω. 18,38     λέγει αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· τί ἐστιν ἀλήθεια(1); καὶ τοῦτο εἰπὼν πάλιν ἐξῆλθε πρὸς τοὺς Ἰουδαίους καὶ λέγει αὐτοῖς(2)· ἐγὼ(3) οὐδεμίαν αἰτίαν(4) εὑρίσκω ἐν αὐτῷ(5)·
Ιω. 18,38    Λέγει εις αυτόν ο Πιλάτος. “Τι είναι αλήθεια;” Και αφού είπεν αυτό, εβγήκε πάλιν από το πραιτώριον προς τους Εβραίους και τους είπε• “εγώ δεν ευρίσκω καμίαν ενοχή εις αυτόν’’.
(1)    Η ερώτηση αυτή του Πιλάτου δεν αποτελεί ούτε έκφραση ψυχής που ποθεί την αλήθεια ούτε εκδήλωση καρδιάς απελπισμένης η οποία για πολύ χρόνο μάταια αναζήτησε να βρει την αλήθεια. Εκφράζει κούφο σκεπτικισμό, ο οποίος συχνά συναντιέται στους ανθρώπους του κόσμου και ιδιαίτερα στους πολιτικούς άνδρες, οι οποίοι συνήθως είναι αδιάφοροι στα τέτοιου είδους ζητήματα (g). Είναι αναφώνηση γεμάτη σκεπτικισμό, που φανερώνει την έσχατη περιφρόνηση του Πιλάτου για κάθε τέτοια θεωρία. Το ερώτημα δεν είναι σαρκαστικό, αλλά εκφράζει μέχρις αηδίας αδιαφορία για οποιαδήποτε απόπειρα ορισμού της αλήθειας (ο).
Ο όρος αλήθεια στην ερώτηση αυτή σημαίνει ό,τι πράγματι υπάρχει και μένει· ό,τι έχει αξία αντικειμενική και όχι απλώς κάποιο εξωτερικό φαινόμενο και σχήμα ύπαρξης (C).
Τι είναι αλήθεια; Ασφαλώς πρόκειται για σπουδαίο ερώτημα και κανείς άλλος δεν ήταν σε θέση να δώσει απάντηση πλήρη και ορθή σε αυτό παρά εκείνος, προς τον οποίο προβλήθηκε. Η αλήθεια είναι το πολύτιμο μαργαριτάρι, το οποίο ποθεί διακαώς η ανθρώπινη διάνοια και το οποίο αναζητεί, διότι δεν μπορεί να βρει ανάπαυση, εάν δεν γνωρίσει αυτήν. Όταν ερευνούμε τις Γραφές, πρέπει πάντοτε να ρωτάμε Τι είναι αλήθεια; Και πάντοτε στις προσευχές μας πρέπει να λέμε: Οδήγησέ μας στην αλήθειά σου· σε όλη την αλήθεια.
Αλλά πολλοί θέτουν το ερώτημα αυτό χωρίς να έχουν υπομονή και αρκετή σταθερότητα, ώστε να επιμείνουν στην εύρεση της αλήθειας· ούτε έχουν αρκετή ταπείνωση και ειλικρίνεια να την δεχτούν, όταν τη βρουν. Έτσι πολλοί ρωτούν τις συνειδήσεις τους: Ποιος είμαι; Τι έπραξα; Πού κατευθύνομαι;
Αλλά δεν έχουν το ενδιαφέρον και τον καιρό για να βρουν την απάντηση. Έτσι και ο Πιλάτος, μιλά σαν ένας άνθρωπος που ευχαριστιέται στη γελοιοποίηση κάθε θρησκείας. Για αυτό και ο Χριστός δεν του απαντά, αποφεύγοντας να βάλει «τα μαργαριτάρια μπροστά στα γουρούνια».
(2)    Ο Πιλάτος είναι ήδη πεπεισμένος, ότι ο Ιησούς ήταν μεν ένας ονειροπόλος ή σοφός, όχι όμως και επαναστάτης. «Θέλει λοιπόν να τον αποσπάσει από την ορμή των Ιουδαίων. Για αυτό και βγήκε» (Χ).
(3)    «Εγώ» αντιτίθεται στο υπονοούμενο Εσείς= Δεν ξέρω, τι λέτε εσείς. Εγώ… Η συνομιλία αυτή του Πιλάτου με τους Ιουδαίους γίνεται με πολλή ικανότητα. Πράγματι· προκειμένου να ζητήσει από αυτούς την απόλυση του Ιησού για τη γιορτή σύμφωνα με το έθος που επικρατούσε,
«δες, πώς συνετά ενεργεί. Διότι δεν είπε ότι, Επειδή αμάρτησε και είναι άξιος θανάτου, χαρίστε του τη ζωή λόγω της γιορτής· αλλά πρώτα αφού απάλλαξε αυτόν από κάθε κατηγορία, τότε με δύναμη διατυπώνει την αξίωση, και αν ακόμη δεν ήθελαν να τον αφήσουν ως αθώο, τουλάχιστον να του χαρίσουν τη ζωή, αν και είναι ένοχος, λόγω της γιορτής» (Χ).
(4)    Αιτία, για την οποία κάποιος είναι άξιος ποινής· το έγκλημα, για το οποίο κάποιος κατηγορείται (G). Δες Ματθ. κζ 37,Μάρκ. ιε 26 και Γεν. δ 13,Παροιμ. κη 17.
(5)    Το καθήκον λοιπόν του Πιλάτου ήταν να απολύσει τον Ιησού. Φοβούμενος όμως μήπως δυσαρεστήσει τους Ιουδαίους, οι οποίοι είχαν λόγους βάσιμους να κατηγορήσουν αυτόν στους προϊσταμένους του, αποφεύγει να προβεί σε μέτρα, τα οποία θα έκαναν τους εχθρούς του αδιάλλακτους. Το πρώτο από τα μέτρα αυτά δεν αφηγείται ο Ιωάννης. Και είναι αυτό η παραπομπή της υπόθεσης στον Ηρώδη, που εξιστορείται από το Λουκά (κγ 6-12) (g). Ο Πιλάτος διακηρύττει δημόσια και επισήμως την αθωότητα του Χριστού.
Έτσι διαπιστώνεται από τον ίδιο το δικαστή του, ότι μολονότι το συνέδριο των Ιουδαίων τον μεταχειρίστηκε ως κακοποιό, δεν ήταν για κανένα λόγο άξιος τέτοιας μεταχείρισης. Φαίνεται καθαρά ακόμη και ο λόγος του θανάτου του. Δεν θα πέθαινε για τις δικές του αμαρτίες όπως και ο ίδιος ο εκπρόσωπος της Ρώμης αναγνώριζε. Θα πέθαινε λοιπόν ως θυσία για τις δικές μας αμαρτίες και όπως και ο ίδιος ο αρχιερέας διακήρυξε, πέθαινε για χάρη όλου του λαού (Ιω. ια 50).
Αυτός «αμαρτία δεν έκανε, ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του». Αλλά αυτό επιβαρύνει πολύ την ευθύνη των Ιουδαίων, οι οποίοι με τόση βιαιότητα τον καταδίωξαν. Δεν διέπραξε ποτέ αμαρτία, ούτε βρέθηκε ποτέ υπεύθυνος και της ελάχιστης ενοχής. Και όμως αυτοί τον καταδίωξαν ως κακοποιό και με λύσσα δίψασαν το αίμα του.

Ιω. 18,39   ἔστι δὲ συνήθεια ὑμῖν(1) ἵνα ἕνα ὑμῖν ἀπολύσω ἐν τῷ πάσχα· βούλεσθε(2) οὖν ὑμῖν ἀπολύσω τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων(3);
Ιω. 18,39   Υπάρχει όμως ένα έθιμον εις σας, να απολύω κάθε πάσχα ένα κατάδικον προς χάριν σας. Θέλετε, λοιπόν, εφέτος να απολύσω προς χάριν σας τον βασιλέα των Ιουδαίων;”
(1)    Για την αρχή της συνήθειας αυτής, στην οποία αναφέρεται η εξιστορούμενη εδώ σκηνή, τίποτα άλλο δεν γνωρίζουμε παρά μόνο όσα οι ευαγγελιστές σημειώνουν για αυτήν. Δες Ματθ. κζ 15, Μάρκ. ιε 6,Λουκ. κγ 17. Φαίνεται, ότι πρόκειται για παλαιό προνόμιο, το οποίο ασκούσε ο ίδιος ο λαός κατά την εποχή της εθνικής του ανεξαρτησίας (g,β).
(2)    Η διάκριση μεταξύ του βούλομαι και του θέλω συνίσταται ότι εκείνο μεν δηλώνει θέληση από ελεύθερη απόφαση, ενώ αυτό θέληση από διάθεση. Δες Ματθ. α 19 (G).
(3)    «Ονομάζοντας τον Ιησού βασιλιά των Ιουδαίων, τους πειράζει αστειευόμενος και μαζί χαλαρώνει κάπως με το αστείο την οργή των λυσσασμένων, ταυτόχρονα όμως δείχνει και με μεγάλη μάλιστα σαφήνεια, ότι για αυτό βεβαίως ακριβώς το πράγμα κατηγορείται μάταια» (Κ).
«Και εμπαίζει τους Ιουδαίους, σαν να λέει τα εξής. Αυτόν που εσείς… λέτε αντάρτη και στασιαστή, αυτόν εγώ έχω την αξίωση να ελευθερωθεί, αφού είναι φανερό ότι δεν είναι τέτοιος» (Θφ).
Στην ονομασία αυτή κρύβεται όπως και στο στίχο 14 ειρωνεία. Αλλά ο σαρκασμός δεν απευθύνεται εναντίον του Ιησού, για τον οποίο ο Πιλάτος δοκιμάζει αίσθημα ενδιαφέροντος και σεβασμού, αλλά εναντίον των Ιουδαίων. Ο βασιλιάς τους! Να ο μόνος αντίπαλος, τον οποίον θα έχουν ποτέ να αντιτάξουν κατά του Καίσαρα! (g).
Εάν ο Πιλάτος είχε την εντιμότητα και το θάρρος, τα οποία αρμόζουν σε δικαστή, δεν θα εξίσωνε ποτέ αθώο πρόσωπο σαν τον Ιησού, με σεσημασμένο κακούργο. Εφόσον δεν βρήκε αιτία στον Ιησού, όφειλε να τον απολύσει. Αλλά ήθελε να εξοικονομήσει τα πράγματα ζητώντας να αρέσει και στις δύο πλευρές. Και διευθυνόταν από την κοσμική και ιδιοτελή φρόνηση μάλλον παρά από τη δικαιοσύνη και την ιδέα του καθήκοντος.

Ιω. 18,40   ἐκραύγασαν(1) οὖν πάλιν(2) πάντες λέγοντες· μὴ τοῦτον, ἀλλὰ τὸν Βαραββᾶν(3). ἦν δὲ ὁ Βαραββᾶς λῃστής(4).
Ιω. 18,40    Εκραύγασαν τότε όλοι λέγοντες• “μην απολύσης αυτόν, αλλά τον Βαραββάν”. Ήταν δε ο Βαραββάς, ληστής.
(1)    Έβγαλαν φωνές δυνατές και άγριες (F). Οι Ματθαίος (κζ 20) και Μάρκος (ιε 11) μαρτυρούν ότι με υποκίνηση των ιερέων ο όχλος με κραυγή ζήτησε την απόλυση του Βαραββά. Ο Βαραββάς ήταν καταφρονητής της Ρώμης και ήταν για αυτό εύκολο στους αρχιερείς να πείσουν τον όχλο, να ζητήσει την απόλυση ενός ληστή πατριώτη και όχι του Ιησού ο οποίος είχε διαψεύσει τις εθνικιστικές βλέψεις των Ιουδαίων (τ).
(2)    Μέχρι τώρα ο Ιωάννης δεν είπε κάτι για ανάμιξη του όχλου. Το «πάλιν» λοιπόν προκαλεί κάποια έκπληξη. Στις αφηγήσεις όμως των συνοπτικών (Μάρκ. ιε 8,Λουκ. κγ 5,10) γίνεται αναφορά τέτοιων φωνών. Και εδώ λοιπόν η αφήγηση του Ιωάννου εναρμονίζεται τελείως με αυτήν των προηγούμενών του ευαγγελιστών (g).
(3)    Η λέξη έχει δύο ετυμολογίες, ή Βαρ-αββά (=Υιός του πατέρα) ή Βαρ-ραββάν (=Υιός του ραββίνου). Κατά την πρώτη ετυμολογία σημαίνει ή Υιός του πατέρα δηλαδή του Θεού ή πιθανότερο Υιός του πατέρα δηλαδή του ραββίνου. Με άρθρο= τον γνωστό Βαραββά. Ο Ωριγένης διαβλέπει μυστήριο στο γεγονός, ότι το όνομα και των δύο δέσμιων είναι ο υιός του Πατέρα (μ).
(4)    Η λέξη ληστής σημαίνει γενικότερα «τον σκληρό και άγριο και ο οποίος δεν ήταν άμοιρος των εγκλημάτων του φόνου. Αποσαφηνίζει λοιπόν αυτό ο θεσπέσιος Πέτρος, λέγοντας στα πλήθη των Ιουδαίων: Εσείς όμως τον άγιο και δίκαιο τον αρνηθήκατε και ζητήσατε να σας χαριστεί άνδρας φονιάς» (Κ).
Δες Πράξ. γ 14. Η περιγραφή του Ιωάννη για τον Βαραββά, δυνατή στη συντομία της, παρέχει λαμπρό παράδειγμα της ειρωνείας του (β).
«Πω, πω, μιαρή γνώμη! Αυτούς μεν με τους οποίους έχουν τους ίδιους τρόπους, τούς ζητούν και τους υπεύθυνους τους αφήνουν ελεύθερους· ενώ τον ανεύθυνο τον προτρέπουν να τον τιμωρήσει· διότι αυτό το νόμο είχαν από την αρχή» (Χ).
Ο Βαραββάς ήταν παραβάτης του νόμου του Θεού. Και όμως προτίμησε αυτόν ο όχλος παρά εκείνον, ο οποίος ήλεγχε την υπερηφάνεια, την φιλαργυρία και την τυραννία των αρχιερέων και των πρεσβυτέρων. Αλλά ο Βαραββάς, παρόλο που ήταν ληστής, δεν επιζητούσε να αρπάξει την καθέδρα του Μωϋσή και για αυτό δεν ήταν μισητός στους αρχιερείς και τους Φαρισαίους.

Ο Ιησούς μαστιγώνεται & εμπαίζεται από τους στρατιώτες  

Ιω. 19,1    Τότε οὖν(1) ἔλαβεν ὁ Πιλᾶτος(2) τὸν Ἰησοῦν καὶ ἐμαστίγωσε(3).
Ιω. 19,1     Τότε, λοιπόν, ο Πιλάτος επήρε τον Ιησούν, και διέταξε και τον εμαστίγωσαν.
(1)    Ο Πιλάτος επανήλθε ήδη στο βήμα του, για να απαγγείλει την απόλυση του Βαραββά. Τότε όμως έλαβε και το μήνυμα από τη γυναίκα του για το οποίο δες το Ματθ. κζ 19. Σύμφωνα με τους συνοπτικούς (Ματθ. κζ 26 και Μάρκ. ιε 15) η φραγγέλωση και ο εμπαιγμός συνδέεται με την απόφαση του θανάτου. Και κατά τον Ρωμαϊκό ποινικό κώδικα η φραγγέλωση προηγούνταν αναγκαστικά από την τιμωρία της σταύρωσης. Αυτό επίσης μαρτυρείται και από πλήθος χωρίων του Ιωσήπου και των παλαιών ιστορικών.
Αλλά εδώ τώρα γίνεται κάτι το παράδοξο. Ο Πιλάτος διατάσσει την φραγγέλωση, χωρίς να απαγγείλει την καταδικαστική απόφαση. «Τον μαστίγωσε ο Πιλάτος, θέλοντας ίσως να χαλαρώσει και να καταπραΰνει τον ιουδαϊκό ζήλο· επειδή δηλαδή με όλα τα προηγούμενα δεν κατόρθωσε να τον ελευθερώσει από αυτούς, θέλοντας να σταματήσει το κακό μέχρι εδώ, και τον μαστίγωσε και επέτρεψε να συμβούν τα όσα συνέβησαν… ώστε να καταπραΰνει την οργή τους. Για αυτό και οδήγησε αυτόν προς αυτούς φορώντας το στεφάνι, ώστε, βλέποντας την προσβολή που συνέβη σε αυτόν, να συνέλθουν λίγο από το πάθος τους και να αποβάλουν το δηλητήριο» (Χ).
Ελπίζει ο Πιλάτος με την ικανοποίηση αυτή, την οποία παρέχει στους εχθρούς του Ιησού, να κινήσει τον οίκτο των μετριότερων από αυτούς καθώς και τη συμπάθεια του όχλου ώστε να προλάβει την εσχάτη των ποινών (g).
(2)    Υπάρχει και η γραφή λαβών… εμαστίγωσε. «Και αυτά τα αναφέρει με συντομία ο Ιωάννης επειδή εξιστορήθηκαν από τους άλλους, σπεύδοντας να αναγγείλει και εδώ αυτά που έχουν παραληφθεί» (Ζ). Παρόλο που συντομεύει αυτά που αναφέρουν οι άλλοι ευαγγελιστές, όμως συνδέει όλα τα ουσιώδη συμβάντα (ο).
(3)    Πρόκειται για τη φραγγέλωση, η οποία, όπως γινόταν στους Ρωμαίους, ήταν ποινή τόσο σκληρή, ώστε συχνά ο κατάδικος πέθαινε σε αυτήν. Το μαστίγιο γινόταν από λεπτές ράβδους ή από δερμάτινα λουριά, στα άκρα των οποίων ήταν δεμένα τεμάχια οστού ή μολύβδου. Ο κατάδικος δεχόταν τα πλήγματα δεμένος σε μικρό πάσσαλο έτσι, ώστε να έχει σκυμμένο τον κορμό και τεντωμένο το δέρμα. Με τα πρώτα χτυπήματα το αίμα άρχιζε να ρέει, και μερικές φορές ακολουθούσε αμέσως και ο θάνατος (g).
Έτσι οι προφητείες των Γραφών εκπληρώθηκαν, που έλεγαν: «Παιδευτική τιμωρία έπεσε πάνω του για τη δική μας ειρήνη» (Ησ. νγ 5)· και έδωσε «την πλάτη του σε μαστίγωση» (Ησ. ν 6) και «στην πλάτη μου σφοροκοπούσαν οι αμαρτωλοί» (Ψαλμ. ρκη 3) και όσα αυτός ο ίδιος προείπε για το ότι επρόκειτο να παραδοθεί «στα έθνη για να τον εμπαίξουν και τον μαστιγώσουν» (Ματθ. κ 19,Μάρκ. ι 34,Λουκ. ιη 33). Μαστιγώθηκε σκληρά και «με την πληγή του θεραπευτήκαμε» (Α΄ Πέτρ. β 24).
Έτσι οι για το καθήκον μαστιγώσεις καθαγιάστηκαν και έγιναν με χαρά ευπρόσδεκτες στους ακόλουθους και μαθητές του, έτσι ώστε αυτοί χαίρονταν για αυτές. Δες Πράξ. ε 41 και ιστ 22,25. Έτσι και ο Παύλος χαιρόταν «με τις πληγές υπερβολικά» και «όταν μαστιγώθηκε πέντε φορές από τους Ιουδαίους με σαράντα παρά μία μαστιγώσεις» και «όταν ραβδίστηκε τρεις φορές» (Β΄ Κορ. ια 32-34).

Ιω. 19,2    καὶ οἱ στρατιῶται(1) πλέξαντες στέφανον ἐξ ἀκανθῶν(2) ἐπέθηκαν αὐτοῦ τῇ κεφαλῇ, καὶ ἱμάτιον πορφυροῦν(3) περιέβαλον αὐτὸν(4)
Ιω. 19,2     Και οι στρατιώτες, έπλεξαν από αγκάθια στεφάνι και το έβαλαν στο κεφάλι του, και του φόρεσαν ένα κόκκινο μανδύαν.
(1)    «Επειδή είπε ο Πιλάτος· Τον βασιλιά των Ιουδαίων, τον ντύνουν στη συνέχεια με ενδυμασία χλευασμού» (Χ). «Και τον εμπαίζουν λοιπόν ως βασιλιά» (Θφ). Οι στρατιώτες γελοιοποιούν τις Ιουδαϊκές μεσσιανικές αξιώσεις στο πρόσωπο εκείνου, ο οποίος παρουσιάζεται, ότι θέλησε να πραγματοποιήσει αυτές (g). Παίζουν με την ιδέα ότι ο ταλαίπωρος εκείνος δέσμιος αξίωνε ότι είναι βασιλιάς και οι σκληρές τους αστειότητες διευθύνονται μάλλον εναντίον των Ιουδαίων παρά εναντίον του Ιησού προσωπικά (β).
(2)    Το ακανθώδες φυτό είναι πιθανώς το Lycium spinosum, το οποίο αυξάνει άφθονα γύρω από τα Ιεροσόλυμα και του οποίου το ευλύγιστο στέλεχος μπορεί εύκολα να πλεχθεί (g).
(3)    Το εξωτερικό ένδυμα, το οποίο ρίχνεται πάνω στο χιτώνα· δες Ματθ. θ 20,Μάρκ. ε 27 Λουκ. η 44 (G). Ήταν ένας κοινός στρατιωτικός μανδύας, τον οποίο πήραν για να εξεικονίσει τώρα την βασιλική πορφύρα. Το αγκάθινο στεφάνι, το πορφυρό ιμάτιο, ο χαιρετισμός, όλη γενικά η διαπόμπευση αποτελούσαν παρωδία της Ιουδαϊκής βασιλείας (g).
(4)   Αρκετοί μεγαλογράμματοι ανάμεσα στους οποίους και οι σιναϊτικός και βατικανός και 20 μικρογράμματοι κώδικες προσθέτουν εδώ τη φράση «Και ήρχοντο προς αυτόν»= Τον πλησίαζαν.

Ιω. 19,3     καὶ ἔλεγον(1)· χαῖρε(2) ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων· καὶ ἐδίδουν αὐτῷ ῥαπίσματα.
Ιω. 19,3    Και έλεγαν ειρωνικώς• “χαίρε, ο βασιλεύς των Ιουδαίων”. Και του κατέφεραν ραπίσματα.
(1)    Αυθεντική γραφή: και ήρχοντο προς αυτόν και έλεγον. Περιγράφεται με αυτήν το προς τον Ιησού πλησίασμα των στρατιωτών με χλευαστικό σχήμα σεβασμού.
(2)    Οι στρατιώτες έλεγαν Χαίρε, όπως θα έλεγαν και στον Καίσαρα (β). Ο Κύριος όμως «αν και γίνονταν τόσα πολλά και τέτοια στεκόταν σιωπώντας. Εσύ όμως όχι μόνο να ακούς αυτά, αλλά να τα έχεις συνεχώς και στη διάνοια και βλέποντας τον βασιλιά της οικουμένης και των αγγέλων όλων να χλευάζεται από τους στρατιώτες με λόγια, με πράξεις, και όλα να τα υπομένει με σιγή, να μιμείσαι αυτόν με τα έργα σου» (Χ).
Ο Κύριος σιωπά παρέχοντας σε μας παράδειγμα αήττητης υπομονής και θάρρους ανάμεσα στις μεγαλύτερες ταλαιπωρίες, τις οποίες θα συναντήσουμε στη ζωή μας, αλλά και παράδειγμα αγάπης Σωτήρα, ο οποίος όχι μόνο αποφασιστικά υφίσταται όλα αυτά, αλλά και εκούσια αναδέχεται αυτά χάριν της σωτηρίας μας.
Εκείνοι οι οποίοι υφίστανται ονειδισμούς και μάστιγες για την εμμονή τους στην πίστη και για την αγάπη τους προς το Χριστό, ας μην ντρέπονται και ας μην στενοχωρούνται, αλλά μάλλον ας δοξάζουν το Θεό, διότι έκανε αυτούς συμμέτοχους και κοινωνούς των παθημάτων του Χριστού. Ο Κύριος περιφρονώντας την ντροπή δοξάστηκε από τον Πατέρα του παίρνοντας όνομα το ανώτερο από κάθε όνομα. Έτσι και εμείς, εάν υφιστάμεθα ντροπή και ονειδισμούς για αυτόν.

Ιω. 19,4    ἐξῆλθεν(1) οὖν πάλιν(2) ἔξω(1) ὁ Πιλᾶτος καὶ λέγει αὐτοῖς· ἴδε ἄγω ὑμῖν αὐτὸν ἔξω, ἵνα γνῶτε ὅτι ἐν αὐτῷ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω(3).
Ιω. 19,4    εβγήκεν πάλιν έξω ο Πιλάτος από το πραιτώριον και λέγει στους Εβραίους• “ιδού, σας τον φέρνω έξω, δια να πεισθήτε και σεις, ότι εγώ δεν ευρίσκω εις αυτόν κανένα έγκλημα”.
(1)    «Βγήκε από το πραιτώριο» (Ζ). Η φραγγέλωση είχε γίνει στην αυλή του πραιτωρίου. Πριν από αυτήν λοιπόν ο Πιλάτος είχε μπει στο πραιτώριο, για να διατάξει αυτήν. Όταν η φραγγέλωση τελείωσε, ο Πιλάτος βγαίνει με τον Ιησού, για να κάνει έκκληση στον οίκτο των Ιουδαίων.
(2)    Πολλές φορές κατά τη διάρκεια αυτής της δίκης βγήκε για να συζητήσει με τους Ιουδαίους υπέρ του Ιησού. Δες Ιω. ιη 29,38,Λουκά κγ 13 (ο).
(3)    «Είπε ότι τον μαστίγωσε άσκοπα, και υπόσχεται ότι θα τον παρουσιάσει και σε αυτούς, εικάζοντας ότι θα χορτάσει τελείως κατά κάποιο τρόπο την ατίθαση οργή τους με αυτό το τόσο ελεεινό θέαμα» (Κ). Ο Πιλάτος με αυτά θέλει να πει: Ε λοιπόν, πρέπει να το καταλάβετε· αρκετά τον τιμωρήσαμε. Συμφώνησα σε αυτό από συγκατάβαση προς εσάς. Δεν θα προβώ παραπέρα (g). Ο σιναϊτικός έχει τη γραφή: ίνα γνώτε, ότι αιτίαν ουχ ευρίσκω.

Ιω. 19,5    ἐξῆλθεν οὖν ὁ Ἰησοῦς ἔξω φορῶν τὸν ἀκάνθινον στέφανον καὶ τὸ πορφυροῦν ἱμάτιον(1), καὶ λέγει αὐτοῖς· ἴδε ὁ ἄνθρωπος(2)
Ιω. 19,5    Εβγήκε, λοιπόν, ο Ιησούς έξω, φορών τον ακάνθινον στέφανον και τον κόκκινον μανδύαν. Και λέγει εις αυτούς ο Πιλάτος• ιδού, ο άνθρωπος.
(1)    «Έβγαλε αυτόν ντυμένο με τη στολή του χλευασμού, έτσι ώστε, αφού τον δουν μέσα σε τόση ατιμία, να χορτάσουν και να ντραπούν» (Ζ). «Παρουσίασε σε αυτούς τον Κύριο των πάντων καταβασανισμένο με ασέβεια και αφόρητα εξυβρισμένο από τους εμπαιγμούς των στρατιωτών, πιστεύοντας ότι θα χορταστεί κάπως και θα σταματήσει πλέον ο ασυγκράτητος θυμός των Ιουδαίων και από μόνο το τόσο οικτρότατο και ατιμότατο θέαμα» (Κ).
Ο Ιησούς βγήκε έξω αναμφίβολα ασθενής και ωχρός μετά τη φραγγέλωση, φορώντας τα εμπαικτικά εμβλήματα του βασιλιά, τα οποία εξακολουθούσε πιθανώς να φέρει μέχρι τη στιγμή κατά την οποία ο Πιλάτος τον παρέδωσε να σταυρωθεί. Δες σ. 15 και Μάτθ. κζ 31 (β).
(2)    «Ο άνθρωπος, είπε, από συμπάθεια, ώστε και αυτοί να δείξουν συμπάθεια» (Ζ). Στην έκφραση: Ίδε ο άνθρωπος κρύβεται ένα μίγμα σεβασμού και οίκτου για τον Ιησού και κάποιος πικρός σαρκασμός για τον παράλογο ρόλο, τον οποίο οι Ιουδαίοι τού απέδωσαν: Ιδού το άθλιο ον εναντίον του οποίου πέσατε με μανία (g).
Δες πώς το σώμα του καταπληγώθηκε από τη φραγγέλωση και τα πλήγματα των στρατιωτών. Δεν είναι αρκετή τιμωρία αυτή; Φοβάστε ακόμη την επιρροή του στο λαό μετά τον τέτοιο δημόσιο εξευτελισμό του; (ο).
Ίδε ο άνθρωπος. Στα χείλη του Πιλάτου οι λέξεις σημαίνουν: Δες το πτωχό πλάσμα. Και έτσι οι Ιουδαίοι αντιλήφθηκαν την έννοιά τους. Αλλά για μας ακούγοντας αυτές διαμέσου των αιώνων, παίρνουν άλλη σημασία. Δείτε στη ζωή του την τέλεια υπακοή και αγάπη που έχει μέσα του, δείτε το θάρρος με το οποίο υπομένει ό,τι χείριστο το μίσος μπορεί να διαπράξει εναντίον ασθενούς και ανυπεράσπιστου ανθρώπου. Δείτε με ποια αναμαρτησία δείχνεται ήρεμος. Σε αυτόν δείτε την αγάπη την αμείωτη από την εγκατάλειψη των φίλων και από την περιφρόνηση και τους κολαφισμούς των εχθρών. Δείτε τον άνθρωπο που εκπληρώνει τον αληθινό προορισμό του και που δείχνεται αήττητος ανάμεσα σε όλες τις δυσμενείς περιστάσεις, οι οποίες τον περικυκλώνουν.
Δείτε τον Ιησού που είναι λίγο κατώτερος από τους αγγέλους λόγω του παθήματος του θανάτου, να είναι στεφανωμένος με δόξα και τιμή. Όπως άλλοτε τα ζώα που οδηγούνταν προς τη θυσία στεφανώνονταν, έτσι και ο Ιησούς οδηγούμενος στο Σταυρό έχει στεφανωθεί με τα αγκάθια της δόξας και της τιμής (τ).

Ιω. 19,6    ὅτε οὖν εἶδον(1) αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ὑπηρέται(2), ἐκραύγασαν λέγοντες· σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν. λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος(3)· λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς(4) καὶ σταυρώσατε(5)· ἐγὼ γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν αὐτῷ αἰτίαν(6).
Ιω. 19,6    Όταν όμως τον είδαν οι αρχιερείς και οι υπηρέται του συνεδρίου, εφώναξαν δυνατά με μανίαν λέγοντες• “σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον”. Τους απήντησε ο Πιλάτος• “πάρτε τον σεις και σταυρώστε τον, διότι εγώ δεν ευρίσκω καμίαν ενοχή”.
(1)    «Σαν ανήμερα σκυλιά και μόνο που τον είδαν με μανία γαύγισαν εναντίον του· σαν άγρια θηρία σαρκοφάγα, όταν αισθάνθηκαν το θήραμα, έτρεξαν αμέσως πάνω του» (Ζ).
Ο Πιλάτος επιθυμούσε να κινήσει τη συμπάθειά τους, αλλά αντί για αυτό αυξάνει τη σκληρότητά τους (b).
(2)    Δεν αναφέρεται εδώ ο λαός, αλλά της κατακραυγής είναι αρχηγοί οι αρχιερείς και οι υπηρέτες.
«Όταν το πλήθος που έμοιαζε με αγέλη έστω λοιπόν και μέτρια κοκκίνισε από ντροπή για αυτά που έγιναν εναντίον του Χριστού… αυτοί (οι αρχιερείς) και πρώτοι αρχίζουν την κατηγορία με φωνές και διεγείρουν ξανά το θυμό του λαού που διοικούσαν σε ασυνήθιστες αγριότητες» (Κ).
Με βιαιότητα και μανία κράζουν αυτοί Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν. Δεν οφείλουμε άραγε αντίθετα και εμείς με ζήλο και αφοσίωση στο όνομά του ακολουθώντας σταθερά αυτόν να φωνάζουμε Στεφάνωσον, στεφάνωσον αυτόν; Αύξησαν εκείνοι αδιάλλακτο το μίσος τους εναντίον του. Δεν πρέπει και εμείς να θερμαίνουμε ολοένα την αγάπη μας προς αυτόν και προς την βασιλεία του;
(3)    Μετά την ειδοποίηση της γυναίκας του στο Μάτθ. κζ 19, και μετά τις άλλες παρατηρήσεις, στις οποίες οδήγησε αυτόν η διεξαγωγή της δίκης, ο Πιλάτος επιθυμούσε να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη ή συμμετοχή στην υπόθεση αυτή (ο).
(4)   «Εσείς, λέει, οι άδικοι» (Ζ). Η έννοια των λόγων αυτών: Σταυρώστε τον, αφού το θέλετε. Σας αφήνω ελεύθερους. Εγώ όμως δεν μπορώ να συμμετέχω σε μία τέτοια θανατική εκτέλεση (g). Παραπάνω (ιη 31) λέγοντας σχεδόν τα ίδια αντέταξε ο Πιλάτος άρνηση αρκετά έντονη να επικυρώσει την απόφαση του Ιουδαϊκού συνεδρίου. Τώρα τα λόγια του έχουν μέσα τους μία ασθενή διαμαρτυρία. Πάντως δεν παραλείπει να μαρτυρήσει για την αθωότητα του Ιησού (F).
«Είναι μεν μαλθακός ο Πιλάτος, όχι όμως κακοήθης όπως οι Ιουδαίοι» (Θφ).
(5)    «Παραχωρεί σε αυτούς την εξουσία, δυσανασχετώντας για τη βία και αναισχυντία τους» (Ζ). Παρόλο όμως που ο Πιλάτος τους άφησε ελεύθερους να τον σταυρώσουν, οι Ιουδαίοι δεν ήταν δυνατόν ούτε καν να σκεφτούν να χρησιμοποιήσουν αυτήν την ελευθερία. Διότι αν ο λαός απαλλασσόταν από το φόβο τον οποίο ενέπνεε σε αυτόν η Ρωμαϊκή εξουσία, ήταν επόμενο αιφνίδια να κινηθεί σε αντίδραση και οι οπαδοί του Ιησού να στραφούν βίαια εναντίον τους συμπαρασύροντας και τις μάζες του λαού (g).
(6)    Η ίδια φράση και στο ιη 38 όπως και στο ιθ 4 με ελαφρές διαφορές. Ο Ιωάννης, όπως και ο Λουκάς (κγ 4,14,22) ιδιαιτέρως προσέχει, να αναφέρει, ότι ο Πιλάτος τρεις φορές διακήρυξε την πεποίθησή του για την αθωότητα του Ιησού (β).
«Δες όμως και τη θεία οικονομία, πώς εκείνοι μεν σε περισσότερα δικαστήρια παρέδιδαν τον Κύριο, ώστε να σπιλώσουν αυτόν και να καταστρέψουν τη δόξα του, η ύβρη όμως επιστρέφει στα κεφάλια τους. Διότι από εδώ αποδεικνύεται περισσότερο ακατηγόρητος, αφού εξεταζόταν το πράγμα ακριβέστερα. Πόσες φορές λοιπόν ο Πιλάτος ομολόγησε ότι δεν βρίσκει σε αυτόν τίποτα άξιο θανάτου!» (Θφ).
Ο Πιλάτος όμως όφειλε να προστατεύσει τον δέσμιο από τις ύβρεις και επιθέσεις τους. Για ποιον άλλο λόγο περιστοιχιζόταν από οπλισμένους στρατιώτες παρά για να προστατεύσει τον αδικούμενο; Οι φύλακες και φρουροί των κυβερνητών πρέπει να είναι φρουροί και φύλακες της δικαιοσύνης. Αλλά ο Πιλάτος δεν είχε το θάρρος να ενεργήσει σύμφωνα με τη συνείδησή του. Και η ανανδρία του τον έμπλεξε σε παγίδα.

Ιω. 19,7    ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι(1)· ἡμεῖς νόμον ἔχομεν(2), καὶ κατὰ τὸν νόμον ἡμῶν ὀφείλει ἀποθανεῖν(3), ὅτι ἑαυτὸν Θεοῦ(4) υἱὸν ἐποίησεν(5).
Ιω. 19,7    Του απήντησαν οι Ιουδαίοι• “ημείς έχομεν νόμον, και σύμφωνα με τον νόμο μας πρέπει αυτός να πεθάνη, διότι έκαμε τον εαυτόν του Υιόν Θεού”.
(1)    Παίρνοντας θάρρος από την υποχωρητικότητα του Πιλάτου αντιτάσσουν στο δικό του «Εγώ» το «εμείς» (F).
«Επειδή αποδείχτηκε μη ισχύουσα η συκοφαντία που έφτιαξαν αυτοί στην αρχή και… αφού δεν αποδείχτηκε ουδεμία ανταρσία εναντίον της εξουσίας του Καίσαρα… και επειδή ο Πιλάτος ως προς αυτά δίκαζε με τρόπο κατάλληλο και αδέκαστο και έλεγε ξεκάθαρα ότι δεν βρίσκει καμία αιτία κατηγορίας σε αυτόν, μετακινούνται τελείως σε κάτι άλλο αυτοί που τα τολμούν όλα» (Κ), και «πήδηξαν σε άλλη κατηγορία από αδιέξοδο» (Ζ).
(2)     Οι κατήγοροι του Ιησού υπενθυμίζουν στον Πιλάτο την πράξη της Ρώμης του να σέβεται τους νόμους και τις συνήθειες των λαών που κατακτά.
(3)    «Και ποιός είναι ο νόμος; Αυτός που απείλησε τιμωρία σε αυτούς που βλασφημούν… όπου λέει ο Θεός καθαρά [στο Λευϊτ. κδ 15,16]. Άνθρωπος…  που ονομάζει το όνομα του Κυρίου θα θανατώνεται» (Κ).
Η πρώτη κατηγορία είχε προσλάβει μορφή πολιτική, η δεύτερη αυτή έχει παρθεί από το θρησκευτικό πεδίο (F).
«Πιο πάνω τον κατηγορούσαν ότι έκανε τον εαυτό του βασιλιά· τώρα επειδή εκείνο ελέγχθηκε ως ψευδές, τον κατηγορούν ότι κάνει τον εαυτό του Υιό του Θεού» (Θφ).
Πάντως όμως σύμφωνα με το νόμο οι μάρτυρες όφειλαν να ρίξουν την πρώτη πέτρα (Δευτερ. ιζ 7), αυτοί όμως που μαρτύρησαν για τη βλασφημία του Ιησού δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους (Μάρκ. ιδ 56). Γι αυτό το Συνέδριο στην εδώ ειδική περίπτωση επιζητούσε να έχει συνυπεύθυνο και τον Πιλάτο (β).
Επιμένουν ότι πρέπει να θανατωθεί με θάνατο σταυρικό και όχι με λιθοβολισμό, ο οποίος ήταν η από το νόμο επιβαλλόμενη ποινή κατά της βλασφημίας. Εφόσον όμως δεν επιτρεπόταν από το νόμο τους να επαγάγουν ως ποινή τη σταύρωση και εφόσον ο Πιλάτος δεν επέτρεπε να επιβάλουν την από το νόμο οριζόμενη ποινή, επιμένουν στην αίτησή τους, ο Πιλάτος να διατάξει και να εκτελέσει τον θάνατο του κατηγορουμένου (χ).
(4)    «Υιό Θεού γνήσιο» (Ζ). Ο τίτλος αυτός πρέπει να θεωρηθεί με την κύρια έννοιά του. Δες Ιω. ε 18,ι 33,36 (F).
(5)    Έδωσε αυτός στον εαυτό του τον τίτλο αυτόν· αξίωσε ότι είναι Υιός του Θεού (ο). Ήταν ψευδές ότι έκανε τον εαυτό του Υιό του Θεού, διότι πραγματικά και αληθινά ήταν Υιός του Θεού. Όφειλαν λοιπόν αυτοί να εξετάσουν τις αποδείξεις που έφερνε ο Ιησούς και να καταλήξουν σε αμερόληπτο συμπέρασμα. Εάν έλεγε, ότι είναι Υιός του Θεού και αποσκοπούσε να μην απομακρύνει το λαό από τον αληθινό Θεό, αλλά να οδηγήσει αυτόν σε αυτόν· και εάν βεβαίωνε την αποστολή του και τη διδασκαλία του με θαύματα αναντίλεκτα και αδιαμφισβήτητα, ήταν υποχρεωμένοι από το νόμο τους να υπακούσουν σε αυτόν κατά την ξεκάθαρη παραγγελία του Μωϋσή (Δευτερ. ιη 18,19).
Ό,τι θα ήταν για αυτούς τιμή και καύχημα και μπορούσε να συντελέσει στην ευτυχία τους, εάν αυτοί δεν ενέμεναν στο σκοτισμό τους, το θεωρούν ως έγκλημα, για το οποίο πρέπει να επιβληθεί θάνατος. Παρόλ’ αυτά εάν όφειλε να πεθάνει κατά το νόμο, δεν έπρεπε να σταυρωθεί, διότι ο σταυρικός θάνατος δεν επιβαλλόταν από το νόμο τους.

Ιω. 19,8    Ὅτε οὖν ἤκουσεν ὁ Πιλᾶτος τοῦτον τὸν λόγον(1), μᾶλλον(2) ἐφοβήθη(3),
Ιω. 19,8     Ο Πιλάτος, όταν ήκουσε τα λόγια αυτά των Εβραίων, εφοβήθη ακόμη περισσότερον.
(1)    Δηλαδή ότι έκανε τον εαυτό του Υιό του Θεού.
«Επειδή δεν του φάνηκε απίστευτο… ότι ενώ είναι άνθρωπος, μπορεί να είναι γιος Θεού, δέχεται… την σχετικά με αυτό αντίληψη και πίστη όχι από τα ιερά γράμματα, αλλά από πλάνη Ελληνική. Διότι οι μύθοι των Ελλήνων αποκαλούν ημίθεους και παιδιά θεών πολλούς. Αλλά και οι Ρωμαίοι πάλι δείχνοντας πάντα μεγαλύτερη δεισιδαιμονία ως προς αυτά, χάριζαν την ονομασία του θεού στους πιο ένδοξους από τους βασιλιάδες τους» (Κ).
Ο Πιλάτος λίγο ή καθόλου σεβόταν τον Ιουδαϊκό νόμο, τον οποίο αναμφίβολα θεωρούσε, ως βάρβαρο κώδικα αξιοκαταφρόνητου έθνους. Αλλά όπως οι περισσότεροι από τους ειδωλολάτρες είχε δεισιδαίμονα φόβο του υπερφυσικού. Ο δέσμιος αυτός με την αδιατάρακτη γαλήνη του και τους λόγους του για βασιλεία της αλήθειας δεν μπορεί να είναι κάποιος φανατικός. Είναι όμως δυνατόν κάτι το υπερφυσικό και μυστηριώδες να τον περιβάλλει. Είναι δυνατόν να είναι υιός κάποιου θεού. Και ο Πιλάτος δεν είχε ανάγκη να κινήσει εναντίον του την εχθρότητα κάποιου τοπικού θεού (τ).
Οι εθνικοί είχαν κάποιες μυθικές παραδόσεις για ενσαρκώσεις θεοτήτων που εμφανίζονταν κάποιες φορές σε κοινά και συνηθισμένα περιστατικά, και έφερναν συμφορές σε μερικούς, οι οποίοι δεν απέδιδαν σε αυτές τον οφειλόμενο σεβασμό. Ο Πιλάτος λοιπόν φοβάται, μήπως βρίσκεται ήδη μπροστά σε κάποια τέτοια περίπτωση.
(2)    Περισσότερο από όσο είχε φοβηθεί πριν (β). Ο Πιλάτος είχε ακούσει να γίνεται λόγος για τα θαύματα του Ιησού, για τον ανώτερο και μυστηριώδη χαρακτήρα του, για τη διδασκαλία του και τη διαγωγή του. Πριν λίγο είχε πάρει και το παράδοξο μήνυμα της συζύγου του. Αλλά και ο Ιησούς ο ίδιος προκαλούσε σε αυτόν εντύπωση, την οποία ουδέποτε άλλοτε από κάποιον άλλον είχε αποκομίσει ο Πιλάτος. Ακούγοντας λοιπόν τώρα ότι έκανε τον εαυτό του Υιό του Θεού, διερωτάται μήπως όλα αυτά εξηγούνται από τον τίτλο αυτόν (g).
«Φοβάται ακούγοντας ότι έκανε τον εαυτό του Υιό του Θεού και φοβάται μήπως είναι αλήθεια το λεγόμενο» (Χ), «μήπως αληθινά είναι Θεός και τον εξολοθρεύσει αφού υβρίζεται έτσι από αυτόν» (Ζ). «Ο Πιλάτος ακούγοντας έναν απλό λόγο μόνο, ότι είναι Υιός του Θεού, φοβάται. Αυτοί όμως αν και είδαν θεία έργα» (Θφ), «δεν έφριξαν, αλλά τον φονεύουν, για αυτά για τα οποία έπρεπε να τον προσκυνούν» (Χ).

Ιω. 19,9    καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν καὶ λέγει τῷ Ἰησοῦ· πόθεν εἶ σύ(1); ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπόκρισιν οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ(2).
Ιω. 19,9    Και εισήλθεν πάλιν στο πραιτώριον και λέγει στον Ιησούν• “από που είσαι συ;” Ο Ιησούς όμως δεν του έδωσε απάντησιν.
(1)    «Ρωτά αυτόν, όχι έτσι, όπως πριν· Τι έκανες, αλλά Ποιος είσαι εσύ; Διότι τότε μεν, επειδή κατηγορούνταν ότι κυνηγά τη βασιλεία, εύλογα ρωτά· Τι έκανες; Τώρα όμως επειδή τον συκοφαντούν ότι κάνει τον εαυτό του Υιό του Θεού, ρωτά από πού είσαι εσύ;» (Θφ). «Ταρασσόμενος από το φόβο, κάνει την εξέταση» (Χ).
Η ερώτηση δεν μπορεί να αναφέρεται στην επίγεια καταγωγή του Ιησού. Ο Πιλάτος γνωρίζει καλά ότι ο Ιησούς είναι Γαλιλαίος (Λουκ. κγ 6,7). Η έννοια είναι βεβαίως: Είσαι από τη γη ή από τον ουρανό; (g).
(2)    «Διότι, αυτό που ζητούσε να μάθει, το έμαθε, όταν άκουσε ότι η βασιλεία η δική μου δεν είναι από αυτόν τον κόσμο. Και όπως ακριβώς τότε αφού έδειξε την εξουσία του με μαλακό τρόπο, τίποτα δεν ωφέλησε, έτσι ούτε τώρα επρόκειτο να ωφελήσει, αφού ήταν άνανδρος και φοβητσιάρης» (Ζ).
«Διότι αυτός που άκουσε ότι για αυτό γεννήθηκα και για αυτό ήλθα και ότι η βασιλεία μου δεν είναι από εδώ, και ενώ όφειλε να αντισταθεί και να τον ελευθερώσει, αυτό μεν δεν το έκανε, αλλά ακολούθησε την Ιουδαϊκή ορμή» (Χ).
«Φαίνεται τελείως ο Πιλάτος ότι δεν είναι κάποιος σταθερός, αλλά και πάρα πολύ ταράσσεται από τα τυχόντα φόβητρα. Διότι πράγματι και τους Ιουδαίους φοβόταν, και τον Ιησού ως Υιό του Θεού έφριττε» (Θφ).
Ο Πιλάτος γνώριζε ήδη αρκετά για τον Ιησού ώστε να απολύσει αυτόν. Τον είχε κηρύξει επανειλημμένως αθώο. Αυτό θα έπρεπε να είναι αρκετό για τον Πιλάτο. Ό,τι περισσότερο ήθελε να μάθει δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του. Εάν δεν τον απελευθέρωνε ως άνθρωπο αθώο, άξιζε να τον σταυρώσει ως Υιό του Θεού. Άλλωστε η σιωπή του Ιησού ήταν απάντηση. Εάν η αξίωση, για την οποία οι Ιουδαίοι κατηγορούσαν τον Ιησού δεν ήταν βάσιμη, δεν θα παρέλειπε να διαψεύσει αυτήν (g).
«Συγκρίνοντας τις αφηγήσεις όλων των ευαγγελιστών βρίσκουμε, ότι η σιωπή αυτή εκ μέρους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού σημειώθηκε περισσότερες από μία φορές τόσο ενώπιον των αρχιερέων, όσο και ενώπιον του Ηρώδη, στον οποίο κατά τον Λουκά ο Πιλάτος έστειλε αυτόν, όσο και ενώπιον του ίδιου του Πιλάτου [Ματθ. κστ 63,κζ 14,Μάρκ. ιδ 61,ιε 5, Λουκ. κγ 7-9,Ιω. ιθ 9]. Έτσι όχι μάταια προηγήθηκε από αυτόν η προφητεία: Σαν αμνός άφωνος εναντίον αυτού που τον κουρεύει, έτσι δεν ανοίγει το στόμα του [Ησ. νγ 7]… Δεν άνοιγε το στόμα του σαν αμνός… δηλαδή όχι σαν κάποιος που έχει συνείδηση που τον κατηγορεί, πεπεισμένος για τις αμαρτίες του, αλλά σαν κάποιος, ο οποίος μέσα στην πραότητά του θυσιάστηκε για τις αμαρτίες των άλλων» (Αυ).
Η σιωπή του Κυρίου δεν ήταν σιωπή περιφρόνησης προς το δικαστήριό του ούτε ήταν σιωπή από ανάγκη, επειδή ο Κύριος δεν είχε τι να πει. Ήταν σιωπή υπομονής, ώστε η Γραφή να εκπληρωθεί, που έλεγε «σαν αμνός ακηλίδωτος απέναντι σε αυτόν που τον κουρεύει άφωνος, έτσι δεν ανοίγει το στόμα του» (Ησ. νγ 7). Η σιωπή μιλούσε μεγαλόφωνα για την υποταγή του Κυρίου στον Πατέρα του, του οποίου η θέληση ήταν να υποστεί τον θάνατο που ερχόταν σε αυτόν.
Σιωπά διότι δεν ήθελε να αποτρέψει το πάθημά του. Εάν τώρα ομολογούσε ότι είναι Θεός, όπως ομολόγησε τον εαυτό του βασιλιά, ήταν πιθανόν ο Πιλάτος να αποτρέψει την καταδίκη του. Διότι οι Ρωμαίοι, παρόλο που έσυραν στους θριάμβους τους τούς βασιλιάδες των εθνών που κατακτούσαν, στέκονταν έντρομοι μπροστά στους θεούς τους. Όπως λέει και ο θείος Παύλος: «Διότι αν ήξεραν, δεν θα σταύρωναν τον Κύριο της δόξας» (Α΄ Κορ. β 8). Και τότε πώς θα σωζόταν η ανθρωπότητα;
Αλλά ήταν και σιωπή φρόνησης και σύνεσης. Όταν ο αρχιερέας τον ρώτησε: Είσαι γιος του Ευλογητού; Απάντησε: Εσύ το είπες, διότι αυτός και το συνέδριο κατείχαν τις Γραφές, οι οποίες μιλούσαν για τον Μεσσία. Αλλά όταν ο Πιλάτος απηύθυνε προς αυτόν το ίδιο ερώτημα, επειδή αυτός δεν είχε καμία ιδέα περί Μεσσίου και για το ποια θα ήταν η αληθινή έννοια της απάντησης στο ερώτημα, αποφεύγει να απαντήσει, αφού το κεφάλι του Πιλάτου ήταν γεμάτο από την ειδωλολατρική θεογονία και από τους μύθους για θεούς που παντρεύονται με γυναίκες. Πώς θα μπορούσε αυτός να καταλάβει τη σχέση του Ιησού με τον ουράνιο Πατέρα του;

Ιω. 19,10  λέγει οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· ἐμοὶ οὐ λαλεῖς(1); οὐκ οἶδας ὅτι ἐξουσίαν ἔχω(2) σταυρῶσαί σε καὶ ἐξουσίαν ἔχω(2) ἀπολῦσαί σε(3);
Ιω. 19,10  Λέγει τότε εις αυτόν ο Πιλάτος• “εις εμέ δεν ομιλείς; Δεν ξέρεις ότι έχω εξουσία να σε σταυρώσω και εξουσία έχω να σε αφήσω ελεύθερον;”
(1)    Η αντωνυμία μπαίνει μπροστά με έμφαση. Αυτό ειπώθηκε με αυστηρότητα (b). «Νόμισε ο Πιλάτος ότι η σιωπή ήταν έργο αναίδειας… Τον κατηγορεί λοιπόν ως προσβεβλημένος με σιωπή ακατάλληλη» (Κ).
(2)    Με έμφαση και η επανάληψη της φράσης. «Επειδή θύμωσε διότι ούτε σε αυτόν… απάντησε, απείλησε λοιπόν με την εξουσία του» (Ζ) και «σαν ακριβώς ένα ραβδί, σηκώνει απειλητικά εναντίον του την εξουσία από το αξίωμα» (Κ).
Το ότι ο Πιλάτος μιλά για εξουσία και όχι για δικαιοσύνη, υπονοεί, ότι θεωρούσε τον Ιησού αθώο (μ). Ο Πιλάτος ξεχωρίζει τον εαυτό του και καυχιέται για την εξουσία του. Αυτοί που διαχειρίζονται εξουσία υπόκεινται σε υπερηφάνεια και αλαζονεία, τόσο μεγαλύτερη, όσο περισσότερο ανεξέλεγκτη και αυθαίρετη μπορεί να είναι η χρήση της.
Ο Πιλάτος εδώ παρασυρόμενος από την υπερηφάνεια του αυτή καταντά σε παράλογη αδικία φρονώντας, ότι είχε εξουσία να σταυρώσει εκείνον, τον οποίο είχε κηρύξει δημόσια αθώο. Κανείς ηγεμόνας ή άρχοντας δεν έχει εξουσία να διαπράττει αδικίες χρησιμοποιώντας την δύναμη, την οποία το αξίωμά του παρέχει σε αυτόν. Εκείνο μόνο δικαιούμαστε να πράττουμε, το οποίο με δικαιοσύνη μπορούμε να πράττουμε.
(3)    «Βλέπεις πώς προκαταδίκασε τον εαυτό του; Διότι, εάν από σένα [Πιλάτε] εξαρτάται το παν, για ποιο λόγο δεν τον ελευθερώνεις αφού δεν βρήκες καμία κατηγορία;» (Χ).
Αρκετοί κώδικες γράφουν πρώτα το ἀπολῦσαί σε και έπειτα το σταυρῶσαί σε.

Ιω. 19,11  ἀπεκρίθη Ἰησοῦς(1)· οὐκ εἶχες ἐξουσίαν(2) οὐδεμίαν κατ᾿ ἐμοῦ, εἰ μὴ ἦν σοι δεδομένον ἄνωθεν(3)· διὰ τοῦτο(4) ὁ παραδιδούς μέ σοι(5) μείζονα ἁμαρτίαν ἔχει(6).
Ιω. 19,11  Απήντησεν ο Ιησούς• “Δεν θα είχες καμίαν εξουσίαν εναντίον μου, εάν το δικαστικόν αξίωμα που κατέχεις σήμερα, δεν σου ήτο δοσμένο από τον Θεόν. Δι’ αυτό ο Καϊάφας και το συνέδριον των Εβραίων, που από φθόνον με παρέδωκαν εις τα χέρια σου, έχουν μεγαλυτέραν ενοχήν από σε”.
(1)    «Εδώ, βλέπετε, απάντησε. Αλλά και οπουδήποτε δεν απάντησε, έπραξε αυτό όχι ως ένοχος, αλλά ως αμνός δηλαδή με απλότητα και αθωότητα δεν άνοιγε το στόμα του. Όπου λοιπόν δεν έδινε απόκριση, ήταν σιωπηλός σαν πρόβατο· όπου όμως απαντούσε, δίδασκε ως Ποιμένας» (Αυ).
(2)    Υπάρχει και η γραφή Ουκ έχεις. «Χαμηλώνοντας το φρόνημά του και την αλαζονεία, λέει· Δεν θα είχες εξουσία…» (Χ). Ορθώνει ήδη το ανάστημά του και ο Ιησούς και βάζει τον εαυτό του κριτή του κριτή του ή μάλλον όλων των κριτών του και σαν να καθόταν ήδη και αυτός πάνω στο δικαστικό του βήμα ζυγίζει στην αλάνθαστη ζυγαριά του και τον Πιλάτο και το συνέδριο (g).
(3)    Ή λέγεται γενικά και εκφράζεται και εδώ ή ίδια αλήθεια, η οποία με άλλες λέξεις ειπώθηκε και από τον Παύλο στο Ρωμ. ιγ 1-2 (β)· η μετοχή (δεδομένον) εκφέρεται σε ουδέτερο γένος για να δηλώσει γενικώς κάθε είδος δύναμης και εξουσίας (ο). Ήταν δοσμένο στον Πιλάτο να έχει εξουσία (b).
Ή, λέγεται ειδικά για την περίπτωση της καταδίκης και σταύρωσης του Κυρίου και δηλώνει ότι «πάσχει σύμφωνα με κάποιο πιο θεϊκό σχέδιο» (Ζ), «διότι το «δεδομένον» εδώ σημαίνει ότι έχει επιτραπεί» (Χ).
«Λέει ότι η εξουσία δόθηκε στον Πιλάτο από τον ουρανό, εννοώντας όχι ότι ο Θεός και Πατέρας προξένησε το σταυρικό πάθος στον υιό του χωρίς αυτός να το θέλει, αλλά εννοεί ότι ο ίδιος ο Μονογενής από τη μία παρέδωσε τον εαυτό του στο να πάθει για χάρη μας, ο Πατέρας από την άλλη άφησε να εκπληρωθεί το μυστήριο σχετικά με αυτόν. Επομένως λοιπόν δόσιμο σε αυτά τα λόγια σαφώς εννοείται και λέγεται η συμφωνία από τον Πατέρα και ότι αυτός το επέτρεψε, αλλά και η ίδια η θέληση του Υιού» (Κ). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
Όταν ο Πιλάτος χρησιμοποιούσε την εξουσία του, ο Κύριος σιωπηλά υποτασσόταν σε αυτήν. Αλλά όταν ορθώθηκε υπερήφανος πάνω σε αυτήν, ο Κύριος τον ανακαλεί στην τάξη υπενθυμίζοντας σε αυτόν, ότι η εξουσία του έχει δοθεί σε αυτόν από ψηλά. Είναι λοιπόν και αυτού και κάθε άρχοντα η εξουσία περιορισμένη, διότι δεν μπορεί αυτός να χρησιμοποιεί αυτήν παρά μόνο σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.
Δεν μπορεί αυτός που έχει την εξουσία να προχωρεί πέρα από εκείνο, το οποίο ορίζεται από το νόμο του Θεού. Οι τύραννοι και οι εξουσιαστές ας μη λησμονούν, ότι υπάρχει άλλος υψηλότερος και δυνατότερος από αυτούς, προς τον οποίο πρόκειται να λογοδοτήσουν. Και οι καταπιεζόμενοι ας κατασιγάζουν τους γογγυσμούς τους μη λησμονώντας ότι υπάρχει Θεός· και ας παρηγορούνται σκεπτόμενοι, ότι οι διώκτες τους δεν μπορούν να πράξουν εναντίον τους παρά μόνο ό,τι η θεία Πρόνοια τούς επιτρέψει.
(4)    Δηλαδή, επειδή η εξουσία σου πάνω μου είναι δοσμένη σε σένα από ψηλά, για αυτό…
(5)    Δηλαδή τα μέλη του συνεδρίου (ιη 30,35, δες Ματθ. κζ 2, Πράξ. γ 13) μαζί με τον Καϊάφα ως αρχηγό τους (β). Υπάρχει και η γραφή παραδούς αντί για παραδιδούς.
(6)    «Για να μη νομίσει, ακούγοντας, «Εάν δεν ήταν δοσμένο σε σένα», ότι απαλλάχτηκε από κάθε κατηγορία, για αυτό είπε· Μεγαλύτερη αμαρτία έχει αυτός που με παρέδωσε σε σένα» (Χ). «Δεν είσαι ελεύθερος από αμαρτία, αν και είναι μικρότερη η δική σου από αυτήν εκείνων που με παρέδωσαν σε σένα» (Ζ). Γιατί;
Ή «για αυτό» δηλαδή αυτός που με παρέδωσε σε σένα είναι περισσότερο ένοχος από τους δύο, διότι μεταχειρίζεται εγκληματικά και εκβιάζει την νόμιμή σου εξουσία (Καλβίνος).
Επειδή λοιπόν ο Πιλάτος έχει την εξουσία και δεν μπορεί να αποφύγει το να τον δικάσει, αυτό ακριβώς το οποίο τελείως επιθυμούσε να απομακρύνει από τον εαυτό του, ο όχλος των αρχιερέων και λοιπών Ιουδαίων που παρέδωσε τον Σωτήρα σε αυτόν για να τον θανατώσει… έχει μεγαλύτερη αμαρτία από αυτήν του Πιλάτου… Διότι η αμαρτία των κακούργων που διαστρέφουν και εκβιάζουν τους άρχοντες αυξάνει ανάλογα με την αδύναμή τους γνώμη και θέληση, ή μάλλον στη διανομή της κοινής αμαρτίας το μεγαλύτερο μερίδιο έχει ο ισχυρότερος στο νου και τη θέληση (δ).
Σχετική και η:
Η εξουσία δόθηκε σε σένα από το Θεό· «για αυτό» ο Καϊάφας είναι περισσότερο ένοχος από ό,τι θα ήταν εάν ήταν ανεύθυνος εκτελεστής, επειδή ήδη καταχράται την από το Θεό δοσμένη σε σένα εξουσία για τα πονηρά σχέδιά του (Wetstein). Οι ερμηνείες αυτές επειδή λαμβάνουν υπ’ όψη το «διὰ τοῦτο» που προηγήθηκε είναι πάρα πολύ σοβαρές.
Ή είναι μεγαλύτερη η αμαρτία αυτού που παραδίδει τον Κύριο, «διότι αυτός μεν (ο Καϊάφας) έγινε κατά κάποιο τρόπο αρχή και θύρα της ασέβειας προς αυτόν, ενώ ο δικαστής αναδεικνυόταν από άκαιρη δειλία υπηρέτης ξένων τολμημάτων και μοιράστηκε την ανοσιότητα των Ιουδαίων» (Κ).
«Αυτός πράγματι με παρέδωσε στην εξουσία σου από φθόνο, ενώ εσύ ασκείς την εξουσία σου πάνω μου υπό το κράτος του φόβου. Και παρόλο που δεν πρέπει κάποιος να φονεύει τον άλλον, και μάλιστα τον αθώο, υπό το κράτος του φόβου, όχι λιγότερο το να πράττει κάποιος αυτό με ολοφάνερο φθόνο είναι πολύ βαρύτερο παρά εάν το πράττει υπό το κράτος του φόβου» (Αυ).
Ο Πιλάτος όταν άκουσε να γίνεται οπωσδήποτε αναφορά περί Υιού του Θεού φοβήθηκε· ο Καϊάφας όταν άκουσε από τον ίδιο τον Κύριο, ότι ήταν Υιός του Θεού, αποκάλεσε αυτόν βλάσφημο και δικαστικά κήρυξε αυτόν ένοχο θανάτου (b).
Αξιοσημείωτη και η επόμενη: Ο Πιλάτος είχε εξουσία από το Θεό πάνω στους Ιουδαίους και πάνω στον Ιησού ως Ιουδαίο. Διαχειρίζεται αυτήν, για να αποδίδει δικαιοσύνη. Εάν χρησιμοποιεί αυτήν για αδικία, γίνεται ένοχος αμαρτίας. Η αμαρτία όμως του Καϊάφα είναι μεγαλύτερη διότι η εξουσία του Πιλάτου είναι από το Θεό. Και ήταν καθήκον του Καϊάφα να γνωρίζει και να διδάσκει αλλά και να πράττει το θέλημα του Θεού.
Αλλά ο Καϊάφας, ο επίσημος αντιπρόσωπος του λαού του Θεού, προσέφυγε σε έναν εθνικό, που έχει την εξουσία από Θεού, έτσι ώστε η εξουσία αυτή η οποία δόθηκε στον Πιλάτο για υποστήριξη και απόδοση της δικαιοσύνης, χρησιμοποιηθεί για διάπραξη της αδικίας. Είναι σαν να έλεγε ο Καϊάφας: Παρόλο που βρίσκεις αθώο τον κατηγορούμενο, πρέπει να τον καταδικάσεις σε θάνατο. Η πράξη αυτή του Καϊάφα είναι πολύ χειρότερη από αυτήν του ειδωλολάτρη Πιλάτου, ο οποίος για να αποφύγει στάση του λαού αποφάσιζε να παραδώσει σε θάνατο έναν φανατικό πλανεμένο (τ).
Είχε λοιπόν και ο Πιλάτος ενοχή και διέπραττε αμαρτία, και μεγάλη αμαρτία, παραδίνοντας τον Ιησού, και η πίεση που ασκούνταν σε αυτόν από τους Ιουδαίους δεν τον δικαιολογούσε. Ο Χριστός με τα όσα είπε προς αυτόν ζήτησε να αφυπνίσει τη συνείδησή του. Αλλά ο Πιλάτος μάλλον από φόβο ήταν κυριευμένος και όχι από τον πόθο της δικαιοσύνης. Κατά την ημέρα της κρίσης η ενοχή των άλλων δεν θα αμνηστεύσει εμάς, ούτε εάν οι άλλοι είναι χειρότεροί μας θα χρησιμεύσει αυτό σε δικαιολογία μας. «Διότι ο καθένας θα βαστάσει το δικό του φορτίο».

Ιω. 19,12  ἐκ τούτου(1) ἐζήτει(2) ὁ Πιλᾶτος ἀπολῦσαι(3) αὐτόν· οἱ δὲ Ἰουδαῖοι ἔκραζον λέγοντες(4)· ἐὰν τοῦτον ἀπολύσῃς, οὐκ εἶ φίλος τοῦ Καίσαρος(5). πᾶς ὁ βασιλέα ἑαυτὸν ποιῶν(6) ἀντιλέγει(7) τῷ Καίσαρι.
Ιω. 19,12   Εκ της απαντήσεως αυτής εταράχθη ο Πιλάτος και εζητούσε να τον απολύση. Οι Ιουδαίοι όμως εφώναζαν δυνατά λέγοντες• “εάν απολύσης αυτόν, δεν είσαι φίλος του Καίσαρος. Κάθε ένας που κάνει τον εαυτόν του βασιλέα αντιτίθεται κατά του Καίσαρος”.
(1)    Ή, από τη στιγμή αυτή (έτσι λέει η Βουλγάτα (=λατινική μετάφραση)).
Ή, εξαιτίας αυτού «επειδή ένιωσε κατάπληξη από τα λόγια του» (Ζ). «Εάν διαβάσουμε τα προηγούμενα θα βρούμε, ότι είχε ζητήσει και προηγουμένως να απολύσει αυτόν. Με τη φράση λοιπόν που είναι στο πρωτότυπο κείμενο πρέπει να εννοήσουμε «λόγω αυτού» δηλαδή για τον λόγο αυτόν, για να μην διαπράξει μία τέτοια αμαρτία» (Αυ).
«Τον κατέπληξε με τα λόγια, και έδωσε σαφή την απολογία· γι αυτό και ζητούσε να τον ελευθερώσει εκείνος» (Χ).
Πιθανώς διότι αναφερόμενος ο Ιησούς σε πνευματικά («αν δεν σου ήταν δοσμένο από ψηλά») ενίσχυσε την πεποίθηση του Πιλάτου, ότι ήταν όχι κάποιος επαναστάτης, αλλά ακίνδυνος οπτασιαστής (μ). Άνθρωπος, ο οποίος αναγνώριζε ότι η ρωμαϊκή κυβέρνηση είχε την εξουσία από ψηλά, δεν ήταν δυνατόν να αναμιχθεί σε επανάσταση εναντίον της.
(2)  Ο παρατατικός σημαίνει σειρά προσπαθειών και νέων αποπειρών στους Ιουδαίους (g). Το ζητούσε εκφράζει επιμονότερη προσπάθεια του ηγεμόνα από αυτήν που έως τώρα επέδειξε αυτός. Πώς εκδηλώθηκε η προσπάθεια αυτή αποσιωπά ο ιερός ευαγγελιστής και δεν μπορεί με κάποια πιθανότητα να προσδιοριστεί. Το βέβαιο πάντως είναι ότι αντιλήφθηκαν αυτήν σαφώς οι αρχιερείς μπροστά στο πραιτώριο και επειδή φοβήθηκαν… άρχισαν να κραυγάζουν (κ).
Προσπαθούσε να απολύσει τον Ιησού, χωρίς όμως και να προσκρούσει στους αρχιερείς. Αλλά όταν οι αποφάσεις μας να πράξουμε το καθήκον μας συνδυάζονται με σχέδια που τείνουν να επιτελέσουμε αυτό ακίνδυνα και με επιδοκιμασίες από όλους, είναι αδύνατο να ενεργήσουμε καλά και να μην αθετήσουμε αυτό.
(3)    Απολύω= απαλλάσσω κάποιον από το έγκλημα, για το οποίο κατηγορείται και τον αφήνω ελεύθερο (G).
(4)    «Επειδή δηλαδή δεν ωφελήθηκαν καθόλου με τις κατηγορίες που επινόησαν από το νόμο, με κακούργο τρόπο προσφεύγουν στους εκτός αυτών νόμους λέγοντας· όποιος κάνει τον εαυτό του βασιλιά…» (Χ).
(5)    Φίλος του Καίσαρα= αυτός που ανήκει στη μερίδα του Καίσαρα και φροντίζει για τη σωτηρία του (G). Συγκεκαλυμμένη απειλή. Εάν ο Πιλάτος καταγγελλόταν στη Ρώμη, ότι είχε απολύσει άνθρωπο που διεκδίκησε τον τίτλο του βασιλιά των Ιουδαίων, ήταν επόμενο να εμπλακεί σε μεγάλο κίνδυνο (β).
Ο αυτοκράτορας του θρόνου Τιβέριος ήταν ο πιο καχύποπτος από τους δεσπότες. Η κατηγορία για εσχάτη προδοσία γινόταν πάντοτε με ευκολία δεκτή από τον τύραννο, ο οποίος σύμφωνα με τον Σουετώνιο atrocissime exercebat leges majestatis(=με σκληρότητα απεργαζόταν νόμους για εγκλήματα προδοσίας (καθοσιώσεως)) (g).
«Μόλις είδαν τον Πιλάτο να προσέχει μην αμαρτήσει καταδικάζοντας τον Ιησού ενώ ήταν Υιός Θεού, τον απειλούν με το φόβο του Καίσαρα και συκοφαντώντας τον Κύριο για τυραννία φοβίζουν τον Πιλάτο ότι πρόκειται να προσκρούσει στον Καίσαρα» (Θφ).
(6)      «Πάλι μεταπηδούν στην κατηγορία της τυραννίας μιας και δεν θα την παρέβλεπε ο Πιλάτος αυτήν λόγω του φόβου από τον Καίσαρα» (Ζ).
Ο ύποπτης έννοιας τίτλος βασιλιάς των Ιουδαίων μαζί με τον πολιτικό χρωματισμό, τον οποίο θα έπαιρνε μπροστά στα μάτια του Τιβερίου, θα παρουσίαζε τον Πιλάτο ως μη πιστό επίτροπο, που επιχείρησε να γλυτώσει από την τιμωρία κατηγορούμενο που σφετερίστηκε την αυτοκρατορική εξουσία. Είναι αλήθεια, ότι καταφεύγοντας στο επιχείρημα αυτό οι Ιουδαίοι, αρνούνταν την ίδια ώρα τα εθνικά ιδανικά τους και αυτήν ακόμη την ιδέα και ελπίδα για το Μεσσία και ενσωματώνονταν στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Μία τέτοια νίκη ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Ακριβώς για αυτό κατέφυγαν στο επιχείρημα αυτό, φυλάγοντάς το τελευταίο ως χτύπημα απόγνωσης (g).
Πάντοτε υπήρχε τέχνασμα των εχθρών της θρησκείας να παρουσιάζουν αυτήν ως επιβλαβή στις επίγειες βασιλείες και αρχές, ενώ στην πραγματικότητα αυτή είναι τα μέγιστα ευεργετική και εξυπηρετική σε αυτές.
(7)    «Δηλαδή αντιστέκεται» (Ζ). Αντιτίθεται (β). Επαναστατεί κατά του Καίσαρα και εκστομίζει λόγια προδοτικά εναντίον του (ο).
«Και πού φάνηκε αυτός ως τύραννος; Από πού μπορείτε να το αποδείξετε αυτό; Από την αλουργίδα (=πορφυρό ένδυμα βασιλικό); Από το στέμμα; Από την περιβολή; Από τους στρατιώτες; Δεν βάδισε μόνος πάντα μαζί με τους δώδεκα μαθητές του, χρησιμοποιώντας όλα με λιτότητα, και τροφή και στολή και κατοικία;» (Χ).

Ιω. 19,13  ὁ οὖν Πιλᾶτος ἀκούσας τοῦτον τὸν λόγον(1) ἤγαγεν(2) ἔξω(3) τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ βήματος(4) εἰς τόπον(5) λεγόμενον Λιθόστρωτον(6), ἑβραϊστὶ δὲ Γαββαθᾶ(7)·
Ιω. 19,13  Ο Πιλάτος τότε, όταν ήκουσε τα λόγια αυτά των Ιουδαίων, έφερε πάλιν έξω τον Ιησούν και αυτός εκάθισεν εις την δικαστικήν έδραν, που είχε τοποθετηθή την ώραν εκείνην εις τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον και εις την εβραϊκήν γλώσσαν Γαββαθά, δηλαδή ύψωμα.
(1)      Δηλαδή το «δεν είσαι φίλος του Καίσαρα».
«Ω, πόση ανανδρία και άκαιρη δειλία! Διότι ο Πιλάτος, νομίζοντας ότι κινδυνεύει πλέον, εάν παραβλέψει αυτά τα λόγια, βγαίνει για να εξετάσει το πράγμα» (Χ).
Υπάρχει και η γραφή «τούτων των λόγων» που μαρτυρείται σοβαρά= ο μεν πληθυντικός δηλώνει ότι ο στίχος 12 μόνο σε περίληψη αναφέρει αυτά που ειπώθηκαν από τους Ιουδαίους (g), ενώ η γενική πτώση σημαίνει, ότι ο Πιλάτος όχι μόνο άκουσε, αλλά και κατανόησε τη σημασία και δύναμη των λεχθέντων (β).
(2)    Χωρίς πλέον να πει κάτι άλλο, «χωρίς να κάνει επίσης καμία εξέταση» (Χ) υποχωρεί στην απειλή. Πάντως όσοι εξαρτούν την ευτυχία τους από τις εύνοιες των ανθρώπων, κάνουν τους εαυτούς τους εύκολη λεία στους πειρασμούς του σατανά.
(3)    Έξω δηλαδή από το Πραιτώριο, όπου ήταν κατά τη διάρκεια της ανάκρισης. Δες στον στίχο 9 (β). Μέχρι τη στιγμή αυτή τα πάντα ήταν προκαταρκτικά. Τώρα ο Πιλάτος ανεβαίνει στο δικαστικό βήμα (τ).
(4)    «Ανεβαίνει στο συνηθισμένο βήμα, έτσι ώστε να βγάλει φονική πλέον την απόφαση εναντίον του Χριστού» (Κ). Πήρε τη θέση του ως δικαστής που πρόκειται να εκφέρει τελική απόφαση (ο). Αυτό συμφωνεί και με το Ματθ. κζ 19 («καθημένου δε αυτού επί του βήματος»). Υποκείμενο λοιπόν του εκάθισεν είναι ο Πιλάτος, αν και το ρήμα καθίζω έχει μάλλον μεταβατική έννοια (δες Α΄ Κορ. στ 4,Εφεσ. α 20). Είναι αξιοσημείωτο ότι κατά τον β΄ αιώνα, υπήρξε παράδοση, κατά την οποία οι Ιουδαίοι κάθισαν τον Ιησού σε βήμα (Ευαγγέλιο του Πέτρου 3, Ιουστίνου Απολογία Α 35). Ίσως προήλθε αυτή από παρανόηση αυτού εδώ του χωρίου (β).
(5)    Πρόχειρα πιθανότατα τοποθετήθηκε εκεί το βήμα, αφού οι Ιουδαίοι δεν ήθελαν να μπουν στο Πραιτώριο και η δίκη έπρεπε να γίνει δημόσια.
(6)    Η λέξη λιθόστρωτο λέγεται μοναδική φορά= έδαφος στρωμένο με λίθινες πλάκες· έτσι λεγόταν κάποιος τόπος δίπλα στο πραιτώριο στα Ιεροσόλυμα (G). Μπροστά από το πραιτώριο υπήρχε ένας χώρος από εκείνους, οι οποίοι ήταν στρωμένοι με μωσαϊκά και πάνω στα οποία οι Ρωμαίοι άρχοντες συνήθιζαν να τοποθετούν τις δικαστικές τους έδρες (g).
(7)    Λέξη Αραμαϊκή. Δεν είναι μετάφραση της λέξης λιθόστρωτο. Σημαίνει: ύψωμα, λόφος (g). Αναμφίβολα η μεν Αραμαϊκή ονομασία δόθηκε στον τόπο από το σχήμα του, ενώ η ελληνική από τη φύση του δαπέδου (G).

Ιω. 19,14  ἦν δὲ(1) παρασκευὴ τοῦ πάσχα(2), ὥρα δὲ ὡσεὶ ἕκτη(3)· καὶ λέγει τοῖς Ἰουδαίοις· ἴδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν(4).
Ιω. 19,14  Η ημέρα δε εκείνη ήτο παραμονή δια την προπαρασκευήν και προετοιμασίαν του πάσχα. Η ώρα ήτο εξ περίπου από την ανατολήν του ηλίου, δηλαδή μεσημέρι. Και λέγει ο Πιλάτος στους Ιουδαίους• “ιδού, πως κατήντησεν ο βασιλεύς σας”.
(1)    Ο Ιωάννης παρεμβάλλει ένδειξη για την ημέρα και ώρα, κατά την οποία η απόφαση εκφωνήθηκε. Ή, λόγω της σπουδαιότητας την οποία η κρίσιμη αυτή στιγμή είχε για την τύχη της ανθρωπότητας ή διότι θέλει να εξηγήσει τη βιασύνη των Ιουδαίων που ανυπομονούσαν για το τέλος της δίκης και την εκτέλεση της ποινής πριν το τέλος της ημέρας (g).
(2)    Ή, ημέρα Παρασκευή της εβδομάδας του Πάσχα (β, F), όπως ερμηνεύουν αυτοί που ισχυρίζονται, ότι το Πάσχα ήδη είχε εορταστεί και ο Κύριος κατά το απόγευμα της Πέμπτης έφαγε αυτό με τους μαθητές του,
ή, πιο σωστά, όπως στο σ. 31, όπου ολοφάνερα βρίσκεται με την έννοια της προετοιμασίας. Εάν επρόκειτο με τη λέξη αυτή να δηλωθεί όχι η παραμονή του Πάσχα, αλλά απλώς και μόνο η ημέρα Παρασκευή, γιατί να προστεθεί η λέξη του Πάσχα (με την έννοια της εβδομάδας του Πάσχα), αφού σύμφωνα με το Ιω. ιγ 1 ιη 28 κλπ. κανείς δεν αγνοούσε ότι κατά τη στιγμή αυτή δεν ήταν στη βδομάδα του Πάσχα; (g).
Το ότι η ημέρα ήταν αυτή της προετοιμασίας του Πάσχα επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την ενοχή των Ιουδαίων. Σε αυτήν όφειλαν να εξαγνιστούν, να απομακρύνουν την παλαιά ζύμη και να ετοιμαστούν για το Πάσχα. Αλλά αντί για αυτό κατά την ημέρα αυτή διέπραξαν αυτοί την χειρότερη πράξη.
(3)    Υπάρχουν και οι γραφές: Ώρα δε ην ωσεί έκτη· ώρα ην ωσεί έκτη· ώρα δε ως έκτη. Επιπλέον για συμβιβασμό με το Μάρκου ιε 25, όπου ως ώρα της σταύρωσης καθορίζεται η τρίτη «ο Ευσέβιος Καισαρείας… λέει ότι αυτό είναι αντιγραφικό σφάλμα… αφού το μεν γράμμα γάμμα (το κεφαλαίο Γ) σημαίνει την τρίτη ώρα» (Σβ). «Ο καλλιγράφος αντί για το γράμμα Γάμμα… έγραψε το επίσημο, αυτό που ονομάζουν οι Αλεξανδρινοί Γαβέξ, το οποίο δηλώνει την έκτη ώρα» (αμ), και έτσι το «γράμμα που δηλώνει την τρίτη ώρα, επειδή κυρτώθηκε η απλωμένη σε μήκος ευθεία, μεταβλήθηκε στη σημασία του επισήμου, το οποίο δηλώνει την έκτη ώρα» (Σβ).
Με άλλα λόγια ο αντιγραφέας εξέλαβε το Γ΄(=τρίτη ώρα) που υπήρχε αρχικά αντί για ς΄ (= έκτη ώρα). Αλλά η γραφή έκτη μαρτυρείται αυθεντικότατα.
Κάποιοι από τους νεώτερους (ανάμεσα στους οποίους και οι Tholuck, Wieseler, Keil, Westcott) υπέθεσαν ότι ο ευαγγελιστής αριθμεί εδώ από τα μεσάνυχτα και συνεπώς πρόκειται για τη δική μας έκτη πρωινή. Είναι απίθανο όμως η διαδικασία ενώπιον του Πιλάτου, η παραπομπή του Ιησού στον Ηρώδη η φραγγέλωση και η έκδοση της απόφασης να σημειώθηκαν σε όρθρο βαθύ και σε τόσο σύντομο χρόνο ώστε πριν την ανατολή του ηλίου να έχουν συντελεστεί τα πάντα.
Πιο σωστό είναι ότι διαιρούσαν χονδρικά την ημέρα και τη νύχτα, σε 4 τμήματα, από τρεις ώρες το καθένα, το οποίο εξηγεί, γιατί σχεδόν πάντοτε στην Κ.Δ. γίνεται αναφορά των ωρών τρίτης, έκτης και ενάτης, (Δες Ματθ. κ 1-5) και γιατί οι λέξεις «ωσεί (=περίπου)», «περί» συναντιούνται συχνά στον καθορισμό των ωρών (Ματθ. κζ 46,Λουκ. κγ 44,Ιω. δ 6,Πράξ. ι 3,9). Και εδώ ο Ιωάννης προσθέτει το «ωσεί».
Ενδείκνυται λοιπόν να πάρουμε κάποιο μέσο όρο τόσο για την αφήγηση του Μάρκου, όσο και για αυτήν του Ιωάννου, και τόσο περισσότερο όσο οι απόστολοι δεν είχαν το ρολόι στα χέρια. Και όπως η τρίτη ώρα του Μάρκου, η δική μας ενάτη πρωινή, μπορεί να συμπεριλάβει όλο το χρόνο από την ογδόη μέχρι τη δεκάτη πρωινή, έτσι και η έκτη του Ιωάννη μπορεί να συμπεριλάβει τον χρόνο από την ενδεκάτη μέχρι τη δωδεκάτη μεσημβρινή. Επιπλέον πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη και μια σπουδαία λεπτομέρεια, δηλαδή ότι ο Μάρκος, και κατά δεύτερο λόγο και ο Ματθαίος, προσέδωσαν στη φραγγέλωση την έννοια, την οποία σε παρόμοια περίπτωση είχε, θεωρώντας αυτήν ως την έναρξη της τιμωρίας (g).
Σχετική και η:
«Ο μεν Μάρκος εκθέτει σαφώς και αναμφίβολα την ώρα της απόφασης τού να σταυρωθεί ο Κύριος… Ενώ ο Ιωάννης μιας και είπε ο Μάρκος τον καιρό της απόφασης, αυτός λέει την ώρα, στην οποία σταύρωσε τον Κύριο· διότι πρόσεξε, πόσα έγιναν στο μεταξύ μέχρι αυτήν την ώρα, κατά την οποία ανέβηκε ο Κύριος στο σταυρό. Αφού ελευθέρωσε τον Βαραββά φραγγέλωσε τον Ιησού και τον παρέδωσε οπωσδήποτε στο να σταυρωθεί… όλα αυτά ήταν ικανά να καταναλώσουν το χρόνο από την τρίτη ώρα μέχρι την έκτη… Μαζί όμως με όλα αυτά, πρόσεξε και τον Ιωάννη πώς είπε Ήταν ώρα περίπου έκτη… σαν να διστάζει και να αμφιταλαντεύεται» (Θφ).
(4)    Ή, δεν λέει πλέον Ίδε ο άνθρωπος, όπως όταν ήθελε να διεγείρει τη συμπάθειά τους και να επιτύχει την απόλυσή του. Κάθε τρυφερή συγκίνηση, κάθε αρχή έντιμη και δίκαιη υποχώρησε μπροστά στον πόθο τού να δηλωθεί η νομιμοφροσύνη στον Καίσαρα. Ιδού ο βασιλιάς σας. Να η άθλια τύχη κάθε σφετεριστή της βασιλικής εξουσίας από τη διοίκηση της Ρώμης. Έτσι αποδεικνύω την πίστη μου προς τον Καίσαρα (ο).
Ο σαρκασμός του Πιλάτου απευθύνεται προς τους Ιουδαίους, όχι προς τον Ιησού (β). Ο Πιλάτος έχει ήδη λάβει απόφαση να επικυρώσει τη θανατική απόφαση και θέλει να εκδικηθεί του Ιουδαίους σαρκάζοντας αυτούς.
Ή, λιγότερο σωστά. «Πάλι άλλαξε με σκοπό να τους κάνει να ντραπούν» (Ζ). Επιχειρεί για τελευταία φορά να κινήσει αυτούς σε οίκτο.

Ιω. 19,15  οἱ δὲ ἐκραύγασαν· ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν(1). λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τὸν βασιλέα ὑμῶν σταυρώσω(2); ἀπεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς(3)· οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα(4).
Ιω. 19,15  Αυτοί δε, εκραύγασαν• “πάρε τον από εδώ! Πάρε τον από τα μάτια μας, να μην τον βλέπουμε, σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον”. Λέγει εις αυτούς ο Πιλάτος• “τον βασιλέα σας να σταυρώσω;” Απήντησαν οι αρχιερείς• δεν έχουμε άλλον βασιλέα, παρά μόνον τον Καίσαρα”.
(1)    «Ω, τι αξεπέραστη μανία» (Ζ). Οι τρεις προστακτικές σε αόριστο εκφράζουν την ανυπομονησία τους (g). «Λαός άτακτος, διεφθαρμένος από τους άρχοντες» (Χ). Πάρε τον, δεν είναι δικός μας. Αποκηρύττουμε αυτόν ως πολίτη μας, πολύ περισσότερο ως βασιλιά μας. Δεν τρέφουμε κανένα σεβασμό αλλά ούτε και συμπάθεια προς αυτόν. Υπάρχουν και οι γραφές: Οι δε εκραύγαζον· οι δε έλεγον· εκραύγασαν ουν εκείνοι.
(2)    Ο Πιλάτος έχει ήδη την απόφαση να ενδώσει. Αλλά πρώτα θέλει να δώσει στον εαυτό του την ευχαρίστηση τού να μπήξει και πάλι το μαχαίρι στην πληγή: Τον βασιλιά σας να σταυρώσω; Εκδικείται έτσι για την πράξη της μικρότητας και δειλίας, στην οποία τον εξαναγκάζουν (g).
«Συγκεκαλυμμένα τους ειρωνεύεται και λέει· Δείτε ποιον άνθρωπο λέτε, ότι επιχειρούσε να βασιλεύσει σε σας, ασήμαντο δηλαδή και που δεν θα επιχειρούσε τέτοια πράγματα. Διότι ποιό γνώρισμα τυράννου έχει αυτός; Στρατιώτες; Πλούτο; Ευγένεια; Να ο βασιλιάς σας. Τι κέρδος θα έχετε εάν σκοτώσετε αυτόν, άνθρωπο που δεν μπορεί ούτε τα ελάχιστα να βλάψει;» (Θφ).
(3)    «Δεν λέει ότι ο λαός άρχισε αυτόν τον τόσο δυσσεβέστατο λόγο, αλλά πάλι αυτοί που τους έλαχε να είναι αρχηγοί. Διότι κραύγασαν, λέει, οι αρχιερείς… Ευθύνονται λοιπόν οι αρχιερείς, επειδή καταστρέφουν όχι μόνο τις δικές τους ψυχές, αλλά έγιναν αυτοί αρχηγοί και στρατηγοί αυτού του καταστροφικού φόνου και στους λαούς που είχαν κάτω από την εξουσία τους» (Κ).
Οι αρχιερείς υπήρξαν οι πρώτοι υποκινητές της σύλληψης και καταδίκης του Ιησού δες σ. 6,21 και ιβ 10 (β).
(4)    Και όμως θα παραμέριζαν τον Καίσαρα, εάν μπορούσαν. Αρνούνται τον Ιησού σε τέτοιο βαθμό ώστε να αρνηθούν εξ’ ολοκλήρου και το Χριστό (b). «Αποσκίρτησε ο Ισραήλ, αφιερώνοντας τον εαυτό του στην εξουσία του Καίσαρα και απέβαλλε την βασιλεία του Θεού» (Κ).
«Διότι αρνούμενοι τη βασιλεία του Χριστού, καλούσαν πάνω τους τη βασιλεία του Καίσαρα» (Χ). «Αφού λοιπόν απογυμνώθηκαν από τη θεία επίβλεψη, παραδόθηκαν στους Ρωμαίους για πανωλεθρία» (Ζ). Οι Ιουδαίοι με την ερώτηση του Πιλάτου εξωθούνται στην αξιομνημόνευτη διακήρυξη, με την οποία αυτοί οι ίδιοι διακήρυξαν την κατάργηση της θεοκρατίας και την απορρόφηση του Ισραήλ στον κόσμο των εθνών. Ενώ αυτοί τρέφονται με τη σκέψη του να ανατρέψουν το θρόνο του Καίσαρα με τον Μεσσία, αφήνουν τους εαυτούς τους να παρασυρθούν από το προς τον Ιησού μίσος μέχρι τού να κραυγάσουν μπροστά στον αντιπρόσωπο του αυτοκράτορα: Δεν έχουμε βασιλιά παρά μόνο τον Καίσαρα (g).
Αρνούνται έτσι την πρώτη αρχή της Ιουδαϊκής θεοκρατίας ότι ο Ιεχωβά ήταν βασιλιάς τους (Α΄ Βασ. ιβ 12) και εμμέσως αρνούνται το ιδανικό του Μεσσία βασιλιά και εγκαταλείπουν ό,τι υπήρξε κατεξοχήν το χαρακτηριστικό της Ιουδαϊκής θρησκείας (β).
Από το να αναγνωρίσουν τον Ιησού ως Μεσσία τους προτιμούν να αρνηθούν την ιστορία τους και όλες τις ιδιαίτερες σχέσεις του Ιεχωβά με το έθνος τους (F).
Αυτός, τον οποίο αναγνωρίζουν ήδη ως Καίσαρά τους, πρόκειται μετά από κάποια έτη να τους εξολοθρεύσει. Με δικαιοσύνη ο Θεός χρησιμοποιεί τιμωρό και εξολοθρευτή για αυτούς, αλλά και για εμάς εκείνον, τον οποίο προτιμούμε από το Χριστό. Και στο εξής οι Ιουδαίοι δεν θα έχουν πλέον δικό τους βασιλιά, αλλά οι βασιλιάδες των εθνών θα κυριαρχούν σε αυτούς. Αφού δεν θέλουν να έχουν βασιλιά παρά μόνο τον Καίσαρα, αυτό και θα επιβληθεί σε αυτούς από τη θεία Πρόνοια. Μόνοι τους αποφάσισαν αυτό.

Ιω. 19,16  τότε οὖν(1) παρέδωκεν(2) αὐτὸν αὐτοῖς(3) ἵνα σταυρωθῇ(4).
Ιω. 19,16  Τότε ο Πιλάτος παρέδωκεν εις αυτούς τον Ιησούν, δια να σταυρωθή.
(1)     Όταν δόθηκε η απάντηση αυτή από τους αρχιερείς ο Πιλάτος αισθάνθηκε ότι αφ’ ενός η ταπείνωση των Ιουδαίων, με την οποία ήθελε να τους εκδικηθεί, ήταν ήδη πλήρης, και αφ’ ετέρου ότι καμία δικαιολογία δεν έμεινε σε αυτόν, για να απολύσει τον Ιησού εκτός εάν εμφανιζόταν λιγότερο ζηλωτής υπέρ του αυτοκράτορα από όσο οι Ιουδαίοι (ο), για αυτό λοιπόν τότε παρέδωσε αυτόν σε αυτούς. Όταν λέχθηκαν αυτά, λέχθηκε το παν. Αρνούμενος την προσδοκία του Μεσσία ο Ισραήλ αρνήθηκε τον εαυτό του. Με το τίμημα αυτό πέτυχε, ώστε ο Ιησούς να παραδοθεί σε αυτόν (g).
Επιπλέον «θα παρείχε ο Πιλάτος όλα τα φαινόμενα ότι ενεργούσε εναντίον του Καίσαρα, εάν στη διακήρυξή τους, ότι δεν είχαν άλλο βασιλιά παρά μόνο τον Καίσαρα, επιθυμούσε αυτός να επιβάλλει σε αυτούς άλλο βασιλιά απολύοντας χωρίς ποινή έναν, τον οποίον για κάποιες τέτοιες απόπειρες παρέδωσαν σε αυτόν για να θανατωθεί» (Αυ).
(2)    «Αυτός όμως αφού παρέδωσε όλο τον εαυτό του στα παρόντα πράγματα, δεν θέλησε να φιλοσοφήσει τίποτα το ανώτερο· αν και βέβαια το όνειρο της γυναίκας του ήταν ικανό να τον εκπλήξει. Αλλά με τίποτα από αυτά δεν έγινε καλύτερος, ούτε είδε προς τον ουρανό, αλλά τον παρέδωσε» (Χ), «χρησιμοποιώντας την κρίση άτολμα και άνανδρα» (Θφ).
Στην ασημαντότητα των Ιουδαίων ανταποκρίνεται η ασημαντότητα του Πιλάτου. Υποχώρησε από δειλία όπως και εκείνοι άφησαν τους εαυτούς τους να σέρνονται από το άγριο μίσος τους (F).
(3)    «Νομίζω ότι εύλογα και σωστά θα μπορούσε κάποιος να αποδώσει λοιπόν στους Ιουδαίους το σύνολο του τολμήματος και να τους αφιερώσει την κατηγορία της αρχικής ενέργειας. Διότι αυτοί έγιναν η αρχή της ασέβειας εναντίον του Χριστού» (Κ).
Οι στρατιώτες θα εκτελούσαν τη σταύρωση, αλλά αυτοί δεν ήταν παρά τυφλά όργανα εκτέλεσης θανάτου, για τον οποίο κύριοι υπεύθυνοι ήταν οι Ιουδαίοι. Τον παρέδωσε σε αυτούς, όχι στους αξιωματικούς του, όπως γινόταν συνήθως. Έτσι δικαιολογούσε κακώς στη συνείδησή του την συντελούμενη αδικία, μην παίρνοντας αυτός την πρωτοβουλία της σταύρωσης, αλλά παραχωρώντας τον Ιησού σε αυτούς, οι οποίοι επέμεναν να τον σταυρώσουν.
Αλλά εκείνοι, οι οποίοι ωθούν και μας αναγκάζουν στο να αμαρτήσουμε και αποκλείουν από εμάς να πράξουμε ό,τι η συνείδησή μας μαρτυρεί ως δίκαιο, είναι οι χειρότεροι εχθροί των ψυχών μας. Και στα δίκτυα τέτοιων εχθρών έμπλεξε ο Πιλάτος.
(4)    Σύμφωνα με τους συνοπτικούς ευαγγελιστές της σταύρωσης προηγήθηκε αμέσως η φραγγέλωση. Από αυτό υπέθεσαν κάποιοι από τους νεώτερους (Alford), ότι και για δεύτερη φορά ο Κύριος φραγγελώθηκε.
Αλλά όπως φαίνεται και από κάποια φράση του Λουκά («παιδεύσας ουν αυτόν απολύσω» Λουκ. κγ 22) ο Πιλάτος αναβάλλοντας για κάποιες στιγμές την έκδοση της απόφασης διέταξε να φραγγελωθεί, ελπίζοντας ότι έτσι θα ικανοποιούσε τους Ιουδαίους και θα πετύχαινε την απόλυση του Ιησού. Έτσι ο Κύριος φραγγελώθηκε μία φορά και ο Ιωάννης καθορίζει το χρόνο της φραγγέλωσης ακριβέστερα (ο,β).

Η σταύρωση και ο τίτλος του σταυρού

Ιω. 19,17  Παρέλαβον δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἤγαγον(1)· καὶ βαστάζων τὸν σταυρὸν αὐτοῦ(2) ἐξῆλθεν(3) εἰς τὸν λεγόμενον κρανίου τόπον(4), ὃς λέγεται ἑβραϊστὶ(5) Γολγοθᾶ,
Ιω. 19,17  Επήραν οι στρατιώται τον Ιησούν και τον ωδήγησαν στον τόπον της σταυρώσεως• και αυτός βαστάζων στον ώμον του τον σταυρόν του εβγήκεν έξω από την πόλιν και ήλθε στην τοποθεσία, που λέγεται Κρανίου τόπος, Εβραϊκά δε Γολγοθά.
(1)    Υπάρχει και η γραφή· απήγαγον.
«Οι λέξεις αυτές μπορούν να αναφέρονται στους στρατιώτες, τους παραστάτες του Ρωμαίου επιτρόπου. Διότι παρακάτω σαφέστερα αναφέρεται «οι στρατιώτες λοιπόν όταν σταύρωσαν τον Ιησού», αν και ο ευαγγελιστής σωστά αποδίδει το παν στους Ιουδαίους, διότι αυτοί είχαν ήδη ό,τι ζήτησαν επίμονα και αυτοί έπραξαν το παν εξαναγκάζοντας να γίνει αυτό» (Αυ).
Υποκείμενο του παρέλαβον είναι οι Ιουδαίοι, διότι αυτοί εκτελούσαν την απόφαση με τα χέρια των στρατιωτών. Εάν όμως το ήγαγον θεωρηθεί ως αυθεντικό, τότε το υποκείμενο είναι οι στρατιώτες (g).
(2)    Σύμφωνα με την επικρατούσα στους Ρωμαίους συνήθεια, κατά την οποία «Ο καθένας από τους κακούργους μεταφέρει τον δικό του σταυρό» (Πλούταρχος Περί των βραδέως υπό του θείου τιμωρουμένων 9) και «αυτός που πρόκειται να καρφωθεί σε σταυρό, προηγουμένως τον βαστάζει» (Αρτεμίδωρος, Όνειρο. ΙΙ 56).
Δεν αντιλέγουν σε αυτό οι συνοπτικοί, οι οποίοι αφηγούνται, ότι αγγαρεύτηκε ο Σίμωνας ο Κυρηναίος για να επιτελέσει το έργο αυτό. Διότι η μετοχή βαστάζων συνδέεται στενά με το ρήμα εξήλθε (=βγήκε). Κατά τη στιγμή της αναχώρησης ο Ιησούς υποβλήθηκε στην επικρατούσα συνήθεια. Αργότερα φοβήθηκαν βλέποντάς τον να υποκύπτει και επωφελήθηκαν από τη συνάντηση με το Σίμωνα, για να απαλλάξουν αυτόν από το φορτίο (g).
Ο Κύριος κουβαλά μόνος τον σταυρό και αυτό αποτελεί μέρος του παθήματός του. Ο σταυρός ήταν αρκετά βαρύς και το σώμα του Κυρίου ήταν λεπτό και τρυφερό, ασυνήθιστο σε τέτοια φορτία και βάρη. Επιπλέον πριν από λίγο είχε μαστιγωθεί. Οι ώμοι του πονούσαν ακόμη λόγω των πληγών της φραγγέλωσης και κάθε κίνηση του σταυρού διεύρυνε τις πληγές και έκανε οξύτερο τον πόνο. Και ο Κύριος κατέβαλλε μέχρι εξάντλησης όλες του τις δυνάμεις μεταφέροντας με υπομονή πολλή το όργανο του μαρτυρίου του στον τόπο της εκτέλεσης.
Άφησε έτσι παράδειγμα διδακτικό στους μαθητές και οπαδούς του να σηκώνουν και αυτοί το σταυρό τους και να ακολουθούν αυτόν. Οποιονδήποτε σταυρό και να μας καλεί κάθε φορά να σηκώσουμε, δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε, ότι πρώτος αυτός σήκωσε στον ώμο βαρύτατο σταυρό όχι για τον εαυτό του αλλά για μας. Και η ανάμνηση αυτή θα καθιστά σε εμάς ελαφρό τον σταυρό μας.
Ο Χριστός βαστάζει τον σταυρό του!
«Μέγα θέαμα! Αλλά εάν η ασέβεια βλέπει αυτό, μέγας περίγελως· εάν η ευσέβεια, μέγα μυστήριο. Εάν η ασέβεια είναι θεατής αυτού, μεγάλη επίδειξη ατιμίας· εάν η ευσέβεια ογκώδες έργο πίστεως. Η ασέβεια περιγελά τον βασιλιά που κουβαλά αντί για το βασιλικό του σκήπτρο το ξύλο της τιμωρίας του· η ευσέβεια βλέπει τον βασιλιά να κουβαλά το ξύλο για την σταύρωσή του, το οποίο όμως πρόκειται να τοποθετηθεί στα μέτωπα των βασιλιάδων· βλέπει αυτόν εκτεθειμένο στα βλέμματα των ασεβών μαζί με το ξύλο για το οποίο οι καρδιές των αγίων πρόκειται έπειτα να τον δοξάσουν» (Αυ).
«Πρόσεξε όμως που αυτό τελείται και σύμφωνα με την παλαιά προτύπωση. Διότι και εκεί ο Ισαάκ βαστάζοντας τα ξύλα πήγαινε να σφαχτεί· έτσι και εδώ ο Κύριος έχοντας το σταυρό πορεύεται, και σαν ακριβώς κάποιος στρατιώτης, κουβαλά το όπλο, με το οποίο νικά τον αντίπαλο» (Θφ).
«Αλλά τότε μεν (στον Ισαάκ) το πράγμα έφτασε μέχρι την απόφαση του πατέρα του. Διότι ήταν προτύπωση. Τώρα όμως προχώρησε το πράγμα και στην πράξη· διότι ήταν αλήθεια» (Χ).
Υπάρχει και η γραφή τον σταυρόν ἑαυτοῦ.
(3)    Βγήκε δηλαδή έξω από τα τείχη της πόλης. Ο Μωϋσής είχε απαγορεύσει τις θανατικές εκτελέσεις μέσα στο στρατόπεδο (Λευϊτικ. κδ 14,Αριθμ. ιε 35), για αυτό και οι κατάδικοι εκτελούνταν έξω από τις πόλεις (Γ΄ Βασ. κ (κα) 13,Πράξ. ζ 58), και πάνω σε αυτό στηρίζεται και η προτροπή του χωρίου Εβρ. ιγ 12. Ο άγιος Τάφος βρίσκεται σήμερα σε αρκετή απόσταση στο εσωτερικό της Ιερουσαλήμ. Αλλά τα τείχη του περιβόλου είναι δυνατόν αργότερα να μετατέθηκαν. Ο γυμνός βράχος στο μέρος αυτό φαίνεται να αποδεικνύει ακόμη και σήμερα, ότι το μέρος αυτό της πόλης δεν κατοικούνταν άλλοτε (g).
(4)    Η ονομασία αυτή δεν προέρχεται από τις εκτελέσεις, οι οποίες γίνονταν στο μέρος αυτό. Θα έπρεπε σε αυτήν την περίπτωση να είναι πληθυντικός: κρανίων τόπος. Άλλωστε στους Ιουδαίους τέτοια λείψανα δεν έμεναν ακάλυπτα. Η ονομασία προέρχεται από το στρογγυλό σχήμα και την αποψιλωμένη μορφή του λόφου (g). Εναντίον αυτού αντιλέγει το ότι δεν υπάρχει κάποια οποιαδήποτε παράδοση που να ευνοεί αυτήν την εκδοχή, ούτε υπάρχει στα ευαγγέλια κάποια ένδειξη για το ότι ο Γολγοθάς ήταν λόφος ή ύψωμα.
Για αυτό ο β βρίσκει πιθανή και την εκδοχή, σύμφωνα με την οποία, η παράδοση που για πρώτη φορά συναντιέται στον Ωριγένη (Υπόμνημα Ματθ. κζ 33), κατά την οποία «κάποιοι λένε ότι εκεί πέθανε και είναι θαμμένος ο Αδάμ, και ο Ιησούς, στον τόπο, όπου ο θάνατος βασίλεψε, εκεί έστησε και το τρόπαιο. Διότι πράγματι έβγαινε βαστάζοντας ως τρόπαιο τον σταυρό κατά της τυραννίας του θανάτου» (Χ), ενδέχεται να είναι προχριστιανική και από αυτήν να προήλθε η ονομασία.
(5)    Η λέξη αυτή, η οποία συναντιέται 4 φορές στο κατά Ιωάννην, βρίσκεται και δύο φορές στην Αποκάλυψη, πουθενά όμως αλλού στην Κ.Δ. (g).

Ιω. 19,18  ὅπου αὐτὸν ἐσταύρωσαν(1), καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἄλλους δύο(2) ἐντεῦθεν καὶ ἐντεῦθεν(3), μέσον δὲ τὸν Ἰησοῦν(4).
Ιω. 19,18  Εκεί σταύρωσαν αυτόν και μαζί του σταύρωσαν δύο άλλους, ένα από το ένα μέρος και τον άλλον από το άλλο, στο μέσον δε των δύο κακούργων έβαλαν τον Ιησού.
(1)     Ο σταυρός είχε το σχήμα Τ. Ήταν λίγο υψωμένος (δες στιχ. 29). Μερικές φορές τον έριχναν κατά γης και αφού κάρφωναν πάνω του τον κατάδικο τον ανύψωναν πάλι. Συχνότερα όμως ήταν στηριγμένος στη γη και ο κατάδικος ανεβαζόταν σε αυτόν με σχοινιά, και μετά από αυτό τα χέρια του καρφώνονταν στο οριζόντιο ξύλο. Για να μην κατασχίζονται όμως αυτά από το βάρος του σώματος, στήριζαν αυτό σε χοντρό ξύλινο στέλεχος στηριγμένο στο κάθετο ξύλο του σταυρού και πάνω στο οποίο ο κατάδικος βρισκόταν σαν πάνω σε άλογο. Οι σταυρούμενοι ζούσαν συνήθως πάνω στο σταυρό γύρω στις δώδεκα ώρες, μερικές φορές όμως παρατεινόταν η ζωή τους και μέχρι την τρίτη ημέρα. Το είδος του θανάτου συνένωνε στον ύψιστο βαθμό τις οδύνες και την ατιμία όλων των άλλων τιμωριών.
Η αυξανόμενη φλόγωση των πληγών, η αφύσικη τοποθέτηση του σώματος, η από αυτό αναγκαστική ακινησία και ακαμψία των μελών, οι τοπικές συμφορήσεις, προ παντός μάλιστα στο κεφάλι, η ανείπωτη αγωνία, που προερχόταν από την διαταραχή της κυκλοφορίας, φλογερός πυρετός και δίψα βασάνιζαν τον κατάδικο χωρίς να τον φονεύουν (g).
(2)    Ο Ματθαίος και ο Μάρκος ονομάζουν αυτούς ληστές, ο Λουκάς κακούργους. Οι Ιουδαίοι ζήτησαν την εκτέλεση των άλλων δύο καταδίκων, για να καταστήσουν πληρέστερο τον εξευτελισμό του Ιησού ή ο Πιλάτος για να επιρρίψει ύβρη κατά του ιουδαϊκού λαού με τους δύο αυτούς συντρόφους του βασιλιά τους; Είναι δύσκολο να πούμε (g).
Τρεις σταυροί στήθηκαν εκείνη την ημέρα, και μεταξύ δύο από αυτούς πρέπει και εμείς να διαλέξουμε τον δικό μας. Ο ένας είναι ο σταυρός του αναμάρτητου Λυτρωτή, και συνεπώς δεν μπορεί να είναι δικός μας. Οι άλλοι δύο σταυροί είναι της αμετανοησίας και της μετάνοιας. Μεταξύ αυτών των δύο μπορούμε και πρέπει αναγκαστικά να κάνουμε την εκλογή μας (τ).
Ο Κύριος δεν πεθαίνει πάνω στο θυσιαστήριο μεταξύ των θυμάτων, ούτε αναμιγνύεται το αίμα του με το αίμα ταύρων και τράγων· αλλά πέθανε μεταξύ των εγκληματιών και ανέμιξε το αίμα του μαζί με το αίμα εκείνων, οι οποίοι σφαγιάζονταν για ικανοποίηση της ανθρώπινης δικαιοσύνης.
(3)     «Ένα από τα δεξιά και έναν από τα αριστερά του» σύμφωνα με τους συνοπτικούς.
«Και σταυρώνουν αυτόν μαζί με ληστές, εκπληρώνοντας και με τον τρόπο αυτόν χωρίς να το θέλουν την προφητεία. Διότι εκείνα που αυτοί έπρατταν υβρίζοντας, αυτά απέβαιναν υπέρ της αλήθειας, για να μάθεις πόση είναι η δύναμη αυτής· διότι και αυτό το προείπε αφού φωτίστηκε από τον ουρανό και ο προφήτης, ότι «ελογίσθη μετά των ανόμων» (Ησαΐου νγ 12). Ήθελε βέβαια ο δαίμονας να επισκιάσει αυτό που γινόταν, αλλά δεν μπόρεσε. Διότι σταυρώθηκαν μεν οι τρεις, έλαμψε όμως μόνος ο Ιησούς» (Χ).
«Δες όμως τη σοφία του Θεού, πώς και αυτό, το οποίο αυτοί έκαναν για να υβρίσουν τον Κύριο, απέβη σε δόξα του. Διότι και σε αυτόν τον ίδιο το σταυρό έσωσε τον ληστή, το οποίο είναι θαύμα από κανένα άλλο θαύμα μικρότερο» (Θφ).
(4)    Για κοροϊδία μπήκε ο Ιησούς στη θέση της τιμής λόγω των βασιλικών του αξιώσεων (F). Υπήρξε καταφρόνηση και θλίψη άλλη όμοια με αυτήν του Ιησού; Αυτός, του οποίου ένδυμα υπήρξε η δόξα, αποστερήθηκε αυτήν ολοτελώς και ντύθηκε την αισχύνη. Αυτός ο οποίος υπήρξε ο αίνος των αγγέλων, κατέστη όνειδος και χλεύη των ανθρώπων. Αυτός ο οποίος υπήρξε η αιώνια χαρά και μακαριότητα στον κόλπο του Πατέρα του, ήδη βρίσκεται στον έσχατο βαθμό του πόνου και της αγωνίας. Δείτε αυτόν ματωμένο· δείτε τον να αγωνίζεται, δείτε τον να πεθαίνει και αγαπήστε τον και ζήστε για αυτόν και φροντίστε, τι θα ανταποδώσετε σε αυτόν.

Ιω. 19,19  ἔγραψε δὲ καὶ τίτλον(1) ὁ Πιλᾶτος καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ(2)· ἦν δὲ γεγραμμένον· Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων(3).
Ιω. 19,19  Έγραψε δε ο Πιλάτος και επιγραφή και την έβαλε στο επάνω μέρος του σταυρού. Ήταν δε γραμμένο εις αυτήν• “Ιησούς ο Ναζωραίος, ο βασιλεύς των Ιουδαίων”.
(1)     = Επιγραφή με την οποία δηλωνόταν το έγκλημα και η αιτία της ποινής (G). «Δηλαδή αιτία και επιγραφή και δήλωση» (Θφ). Όρος τεχνικός titulus, τίτλος, επιγραφή, σανίδα, αιτία. Κατά τη Ρωμαϊκή συνήθεια ο οδηγούμενος να σταυρωθεί κουβαλούσε αυτός ο ίδιος ή άλλοι κουβαλούσαν μπροστά από αυτόν επιγραφή, στην οποία παρέχονταν ενδείξεις για το έγκλημά του, και η οποία αναρτιόταν πάνω στο σταυρό. Ο Πιλάτος επωφελήθηκε από αυτήν τη συνήθεια για να στιγματίσει τους Ιουδαίους εξαγγέλλοντας ακόμη μία φορά ότι ο εγκληματίας αυτός ήταν βασιλιάς τους (g).
(2)     Υπάρχει και η γραφή· επέθηκεν επί του σταυρού. Στο Ματθ. κζ 37 αναγράφεται: Τοποθέτησαν πάνω από το κεφάλι του, το οποίο υπαινίσσεται, ότι ο σταυρός είχε σχήμα που ονομαζόταν Crux immissa με ένα δεύτερο οριζόντιο ξύλο πάνω στο οποίο στήριζαν τους βραχίονες και το οποίο ήταν παράλληλο προς το άλλο στο οποίο καρφώνονταν τα χέρια (β).
(3)   Περιλαμβάνει μέσα του ο τίτλος το όνομα (Ιησούς ο Ναζωραίος) και ένδειξη του εγκλήματος με λέξεις σαρκασμού (ο βασιλιάς των Ιουδαίων) (β).
Η προσθήκη της λέξης ο Ναζωραίος στη φράση ο βασιλιάς των Ιουδαίων κάνουν τον σαρκασμό οξύτερο και υβριστικότερο, εφ’ όσον στην ατίμωση του σταυρού προσθέτονταν και η ταπεινή καταγωγή του βασιλιά αυτού των Ιουδαίων (ο).
«Επειδή δηλαδή τον παρέδωσαν ως φαύλο και την απόφαση αυτή επιχειρούσαν να την επιβεβαιώσουν με την σταύρωσή του μαζί με τους ληστές, για να μην μπορεί λοιπόν κανείς να διατυπώσει πονηρές κατηγορίες και να τον κατηγορεί σαν κάποιο φαύλο και πονηρό, φράσσοντας ο Πιλάτος τα στόματα αυτών… και για να δείξει ότι επαναστάτησαν κατά του δικού τους βασιλιά, σαν ακριβώς σε κάποιο τρόπαιο, έτσι έθεσε την επιγραφή, που άφηνε περίλαμπρη φωνή και δήλωνε την νίκη και διακήρυττε την βασιλεία, αν και όχι ολόκληρη» (Χ).
Διότι η επιγραφή αυτή επιβεβαίωνε την αθωότητα του Κυρίου, διότι ανέγραφε κατηγορία, η οποία όπως ήταν διατυπωμένη, δεν εξέφραζε κάποιο έγκλημα. Εάν η όλη κατηγορία, την οποία του απέδιδαν ήταν αυτή, ασφαλώς δεν είχε πράξει τίποτα άξιο θανάτου ή φυλάκισης. Ήταν ο Ιησούς ο Ναζωραίος, ο ευλογημένος Ναζωραίος, ο αφιερωμένος εξ’ ολοκλήρου στο Θεό.
Ήταν ο βασιλιάς των Ιουδαίων, ο Μεσσίας, το άστρο και το σκήπτρο, το οποίο επρόκειτο να ανατείλει από το Ισραήλ, όπως ο Βαλαάμ είχε προείπε. Και πέθαινε για το καλό του λαού, όπως ο Καϊάφας είχε προφητεύσει. Έτσι και οι τρεις αυτοί πονηροί άνδρες ο Βαλαάμ, ο Καϊάφας, ο Πιλάτος, μαρτυρούσαν υπέρ του Χριστού, παρόλο που η πρόθεσή τους δεν ήταν τέτοια.

Ιω. 19,20  τοῦτον οὖν τὸν τίτλον(1) πολλοὶ ἀνέγνωσαν τῶν Ἰουδαίων, ὅτι(2) ἐγγὺς ἦν τῆς πόλεως ὁ τόπος(3) ὅπου ἐσταυρώθη ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἦν γεγραμμένον ἑβραϊστί, ἑλληνιστί, ῥωμαϊστί(4).
Ιω. 19,20  Αυτήν, λοιπόν, την επιγραφή πολλοί από τους Εβραίους την διάβασαν, διότι ήτο κοντά εις την πόλη ο τόπος όπου εσταυρώθη ο Ιησούς. Και ήτο γραμμένη εβραϊκά, ελληνικά και ρωμαϊκά.
(1)     «Ήταν δηλαδή τοποθετημένη μπροστά σε όλους, ομολογώντας ολοφάνερα τη βασιλεία του Σωτήρα μας με τρεις γλώσσες που ήταν οι πιο διάσημες από όλες έως τότε και προσφέροντας στον σταυρωμένο την έναρξη κατά κάποιο τρόπο της προφητείας που ειπώθηκε για αυτόν. Διότι είπε σε κάποιο σημείο ο Δανιήλ ο σοφότατος, ότι σε Αυτόν δόθηκε η τιμή και η βασιλεία και σε αυτόν θα δουλεύσουν όλες οι φυλές και οι γλώσσες» (Κ).
Έτσι ο Κύριος υψώθηκε (Ιω. ιβ 32) και άρχισε να ελκύει τα έθνη προς τον εαυτό του. Η βασιλεία του εγκαθιδρύθηκε. Ανεβάστηκε στο θρόνο του, θρόνο αισχύνης αλλά και δύναμης· το στέμμα της δόξας και των αγκαθιών είναι στο μέτωπό του. Και πάνω από το κεφάλι του είναι ο τίτλος του: ο βασιλιάς του Ισραήλ, ο βασιλιάς στη βασιλεία του Θεού. Διότι έτσι ήταν αναγκαίο να ιδρυθεί και πάνω στη γη η βασιλεία του Θεού, αφού αυτή πρέπει να κυριαρχεί στις καρδιές και τις θελήσεις των ανθρώπων. Ο υιός του ανθρώπου έπρεπε να πάθει. Και βασιλεύει από το Ξύλο (τ).
Διάβασαν τον τίτλο αυτόν πολλοί από τους Ιουδαίους, όχι μόνο από τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, αλλά και από την υπόλοιπη χώρα της Παλαιστίνης, ξένοι και προσήλυτοι οι οποίοι είχαν έλθει στα Ιεροσόλυμα για τη γιορτή του Πάσχα. Πλήθη πολλά τη διάβασαν και έδωσε η επιγραφή αφορμή σε ποικίλες σκέψεις και θεωρίες, αναλόγως των διαθέσεων αυτών που την διάβαζαν.
(2)     Ο λόγος για τον οποίο πολλοί από τους Ιουδαίους διάβασαν τον τίτλο.
(3)    Το «τῆς» να το συντάξεις με το ἐγγὺς (b). Όχι ο τόπος της πόλης ήταν κοντά, αλλά ο τόπος, όπου σταυρώθηκε ο Ιησούς ήταν κοντά στην πόλη. Η πρώτη σύνταξη προϋποθέτει ότι ο Ιησούς σταυρώθηκε σε τόπο που βρισκόταν μέσα στην πόλη. Αλλά ο Ιησούς έπαθε έξω από την πύλη σύμφωνα με το Εβρ. ιγ 12, δες Ματθ. κζ 32, Πράξ. ζ 58 (β).
(4)    «Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι πολύ έξυπνα βεβαίως και με ένα θεϊκό και ανέκφραστο σχέδιο τοποθετήθηκε ο τίτλος να έχει τριπλή την γραφή, στα Εβραϊκά, τα Ρωμαϊκά, τα Ελληνικά» (Κ). Με τις τρεις γλώσσες της επιγραφής δόθηκε στο περιεχόμενό της η μεγαλύτερη δυνατή δημοσιότητα. Ο Ιησούς στην κατώτατη βαθμίδα της ταπείνωσής του διακηρύχτηκε Βασιλιάς-Μεσσίας στις τρεις κυριότερες γλώσσες του τότε κόσμου (g).
«Διότι οι τρεις αυτές γλώσσες ήταν διαδεδομένες περισσότερο από τις άλλες στον τόπο εκείνο· η Εβραϊκή εξαιτίας των Ιουδαίων, οι οποίοι καυχιόντουσαν για το νόμο του Θεού· η Ελληνική εξαιτίας των σοφών μεταξύ των εθνών και η Λατινική εξαιτίας των Ρωμαίων, οι οποίοι τότε ασκούσαν κυριαρχική εξουσία σε πολλές και σχεδόν σε όλες τις χώρες» (Αυ).
Η Εβραϊκή ήταν η εθνική γλώσσα, η Ελληνική κατανοούνταν καθολικά σαν ένα είδος διεθνούς γλώσσας και η Ρωμαϊκή ήταν η επίσημη γλώσσα. Σε κάθε μία από τις γλώσσες αυτές ο Χριστός διακηρύχτηκε βασιλιάς, στον οποίο όλοι οι θησαυροί της αποκάλυψης, της σοφίας και της δύναμης είναι απόκρυφοι. Και με την αναγραφή της επιγραφής στις τρεις γλώσσες υποδηλωνόταν ότι ο Ιησούς Χριστός θα ήταν ο Σωτήρας όλων των εθνών και όχι μόνο των Ιουδαίων και ότι όλα τα έθνη θα άκουγαν στη δική τους διάλεκτο τα μεγαλεία του Λυτρωτή.

Ιω. 19,21  ἔλεγον οὖν τῷ Πιλάτῳ οἱ ἀρχιερεῖς τῶν Ἰουδαίων(1)· μὴ γράφε(2), ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, ἀλλ᾿ ὅτι ἐκεῖνος(3) εἶπε, βασιλεύς εἰμι τῶν Ἰουδαίων(4).
Ιω. 19,21  Οι αρχιερείς είπαν στον Πιλάτο• “μη γράφεις ο βασιλεύς των Ιουδαίων, αλλ’ ότι εκείνος είπεν, βασιλεύς είμαι των Ιουδαίων”.
(1)    Η φράση αυτή που δεν συναντιέται κάπου αλλού είναι αξιοσημείωτη. Σημαίνει, ότι αυτοί ενεργούσαν εδώ ως υπερασπιστές των συμφερόντων του θεοκρατικού λαού (g).
(2)     «Δεν αντέχουν τα γραφόμενα στην επιγραφή οι διδάσκαλοι των Ιουδαίων και εισέβαλλε μέσα τους δριμύς φθόνος και αρνούνται πάλι την βασιλεία του Χριστού και λένε ότι αυτός μεν δεν εξουσίασε αληθινά, ούτε βεβαίως τον παραδέχτηκαν ποτέ ως τώρα ως βασιλιά, αλλά λένε ότι αυτός χρησιμοποίησε έναν τέτοιο λόγο» (Κ).
Όπως ήταν η επιγραφή, δήλωνε, ότι «είναι απόφαση και κοινή γνώμη» των Ιουδαίων που τον ανακήρυξε βασιλιά, «αν όμως προστεθεί ότι «εκείνος είπε», αποδεικνύεται ότι η κατηγορία ήταν αποτέλεσμα της δικής του αυθάδειας και αλαζονείας» (Χ).
Ο σιναϊτικός κώδικας αποσιωπά τους στίχους 20 και 21 μέχρι το «ἀλλ᾿ ὅτι ἐκεῖνος» που δεν συμπεριλαμβάνεται.
(3)    Χρησιμοποιούν ήδη ονομασία για αυτόν τέτοια, σαν για έναν, τον οποίον απομάκρυναν από αυτούς (b). Εκείνος είπε. Ελέγχονται και πάλι να είναι γεμάτοι από πείσμα και κακία εναντίον του Χριστού. Δεν ήταν αρκετό ότι είχαν σταυρώσει αυτόν, αλλά ήθελαν να συσταυρώσουν και το όνομά του. Ζητούν να αποδώσουν σε αυτόν κακό χαρακτηρισμό και να τον παρουσιάσουν ως σφετεριστή τιμών και εξουσιών, οι οποίες δεν του ανήκαν.
Αλλά ο Χριστός ούτε διεκδίκησε ποτέ βασιλικό στέμμα επίγειο, ούτε είχε πει ότι είμαι βασιλιάς των Ιουδαίων, με την έννοια που το εννοούσαν αυτό οι αρχιερείς. Λένε, ότι εκείνος είπε Είμαι Βασιλιάς των Ιουδαίων, χωρίς να αποδεικνύουν εάν και πού και πότε είπε αυτό.
(4)    Αγνοούν «και αυτό, ότι δηλαδή δεν θα μπορούσε ποτέ να πει ψέματα η φύση της αλήθειας· και αλήθεια είναι ο Χριστός. Επομένως λοιπόν είναι βασιλιάς των Ιουδαίων, αφού αποδεικνύεται ότι έτσι αποκάλεσε τον εαυτό του, όπως και αυτοί οι ίδιοι το ενισχύουν αυτό με τα δικά τους λόγια» (Κ).
«Ο Χριστός λοιπόν είναι ο βασιλιάς των Ιουδαίων, αλλά εκείνων οι οποίοι είναι Ιουδαίοι με περιτομή καρδιάς, στο πνεύμα και όχι στο γράμμα· των οποίων ο έπαινος είναι όχι από τους ανθρώπους, αλλά από το Θεό· οι οποίοι ανήκουν στην ελεύθερη Ιερουσαλήμ, την στους ουρανούς αιώνια μητέρα μας, την πνευματική Σάρρα, η οποία έβγαλε την δούλη και τα τέκνα της από το σπίτι της ελευθερίας» (Αυ).

Ιω. 19,22  ἀπεκρίθη ὁ Πιλᾶτος(1)· ὃ γέγραφα, γέγραφα(2).
Ιω. 19,22  Ο Πιλάτος απεκρίθη• “ό,τι έγραψα, έγραψα”.
(1)    Η απάντηση του Πιλάτου είναι απάντηση εξοργισμένου άντρα, που έχει την απόφαση να μην υποχωρήσει πλέον σε κάτι στους πανούργους και μοχθηρούς εχθρούς του Ιησού (ο).
(2)  Ο παρακείμενος δηλώνει το συντελεσμένο ήδη γεγονός. Βρίσκουμε εδώ τον Πιλάτο, τέτοιον όπως ο Φίλων τον χαρακτηρίζει, δηλαδή με πεισματικό και άκαμπτο χαρακτήρα (g).
«Τους ξεφορτώνεται ο Πιλάτος που θέλουν να ζητήσουν να αλλάξει η επιγραφή και δεν επιτρέπει να αδικήσουν μέχρι τέλους την δόξα του Σωτήρα μας, και αυτό το έκανε εννοείται με ένα θείο και ανέκφραστο νεύμα (παρακίνηση). Διότι είναι μπηγμένη και ασυκοφάντητη η βασιλεία του Χριστού, έστω και αν δεν το θέλουν οι Ιουδαίοι, οι οποίοι επιχειρούν να παραχαράξουν την ομολογία της δόξας σε αυτόν» (Κ).
Είναι αξιοσημείωτο, ότι όταν οι Ιουδαίοι απορρίπτουν το Χριστό, και δεν θέλουν να έχουν αυτόν βασιλιά, ο Πιλάτος μολονότι εθνικός, επιμένει να μην διαγραφεί, ότι είναι βασιλιάς. Αυτό αποτελεί ένα προοίμιο εκείνου, το οποίο επρόκειτο να συμβεί μετά από λίγο, όταν τα έθνη θα υποτάσσονταν στη βασιλεία του Μεσσία, εναντίον της οποίας οι Ιουδαίοι που απίστησαν είχαν αποστατήσει.

Η διανομή των ιματίων

Ιω. 19,23   Οἱ οὖν στρατιῶται ὅτε ἐσταύρωσαν τὸν Ἰησοῦν(1), ἔλαβον τὰ ἱμάτια αὐτοῦ(2) καὶ ἐποίησαν τέσσαρα μέρη(3), ἑκάστῳ στρατιώτῃ μέρος, καὶ τὸν χιτῶνα(4)· ἦν δὲ ὁ χιτὼν ἄῤῥαφος(5), ἐκ τῶν ἄνωθεν(6) ὑφαντὸς δι᾿ ὅλου(7).
Ιω. 19,23  Οι στρατιώται, λοιπόν, αφού εσταύρωσαν τον Ιησούν επήραν τα ενδύματα του και τα έκαμαν τέσσαρα μερίδια, ένα μερίδιον δια κάθε στρατιώτην, και το εσωτερικόν του ένδυμα, το έκαμαν ιδιαίτερον μερίδιον. Ήτο δε ο χιτών αυτός χωρίς καμίαν ραφή, υφαντός ολόκληρος από επάνω έως κάτω.
(1)    Δηλαδή κάρφωσαν αυτόν πάνω στο ξύλο και έστησαν το σταυρό στη θέση του (ο). Ο σιναϊτικός κώδικας γράφει: Οἱ οὖν στρατιῶται οι σταυρώσαντες τὸν Ἰησοῦν.
(2)      Ο Ρωμαϊκός νόμος De bonis damnatorum (=περί των αγαθών ή της περιουσίας των καταδίκων) απέδιδε στους εκτελεστές τα ενδύματα των εκτελουμένων (g).
«Παρόλο που και οι τέσσερεις ευαγγελιστές αναφέρον αυτό, οι άλλοι όμως κάνουν αυτό συντομότερα από τον Ιωάννη και η σημείωσή τους για αυτό είναι ασαφής, ενώ του Ιωάννη γίνεται με τον σαφέστερο δυνατό τρόπο» (Αυ).
Ο Ιησούς λοιπόν πάνω στο σταυρό γυμνός. Τι ντροπή! Η ντροπή της γυμνότητας ήλθε μαζί με την αμαρτία. Εκείνος λοιπόν ο οποίος έγινε αμαρτία για μας, υπέστη και την αισχύνη αυτή, για να απαλλάξει εμάς από αυτήν. Γυμνώθηκε, για να ντυθούμε εμείς με ενδύματα λευκά (Αποκ. γ 18) και έτσι ώστε αφού γδυθούμε να μην βρεθούμε γυμνοί.
(3)    «Ο Ιωάννης αφηγείται και πόσα μέρη έκαναν από τα ιμάτιά του, δηλαδή τέσσερα, για να μπορεί κάθε στρατιώτης να πάρει από ένα. Από αυτό φαίνεται, ότι ήταν τέσσερεις στρατιώτες, οι οποίοι εκτέλεσαν τις σχετικά με την σταύρωση διαταγές του επιτρόπου της Ρώμης» (Αυ).
Σύμφωνα με το Πράξ. ιβ 4 τα στρατιωτικά αποσπάσματα αποτελούνταν από τετράδες στρατιωτών.
(4)    Το εσωτερικό ένδυμα, που κάλυπτε συνήθως το γυμνό σώμα (G) και αντιστοιχεί με το δικό μας πουκάμισο.
(5)    Χωρίς κάποια ραφή, όπως ήταν το εφώδ ή ο ποδήρης (μέχρι τα πόδια) υποδύτης (ένδυμα κάτω από το θώρακα) του αρχιερέα των Ιουδαίων (Εξοδ. κη 27 και εξής, Ιωσήπου Ιουδ. Αρχαιολ. ΙΙΙ,VII 4), τον οποίο ο Ιώσηπος ονομάζει χιτώνα, μολονότι δεν μπορεί να ταυτιστεί με τον καθ’ αυτό χιτώνα, ο οποίος ήταν εσωτερικό ένδυμα (β). Ο χιτώνας αποτελούνταν συνήθως από δύο τεμάχια, τα οποία συρράπτονταν μεταξύ τους στους ώμους και στις πλευρές (ο).
(6)     Με έννοια τοπική όπως στο Ματθ. κζ 51, Μάρκ. ιε 38 (C).
(7)     Ήταν υφασμένος σε όλη την έκτασή του (g). Το ένδυμα άρχιζε από το ανώτερο μέρος και ήταν υφασμένο έως κάτω. Η λεπτομέρεια αυτή για την κατασκευή του δείχνει, ότι είχε υφανθεί με πολλή δεξιότητα. Ήταν πιθανώς αυτός δώρο κάποιου ή κάποιων από τις γυναίκες που τον ακολουθούσαν από τη Γαλιλαία και τον διακονούσαν σύμφωνα με το Λουκά η 3 (ο).
Λιγότερο πιθανώς: «Κάποιοι λένε ότι με αυτό δηλώνεται μία αλληγορία, ότι δεν ήταν απλώς άνθρωπος ο σταυρωμένος, αλλά και από πάνω (από τον ουρανό) είχε τη θεότητα» (Χ).
Ή «Αν κάποιος βεβαίως θα προτιμούσε, τον χιτώνα τον υφαντό από πάνω έως κάτω να του αλλάξει το νόημα, ώστε να δηλώνει το άγιο σώμα του Χριστού, επειδή έγινε αυτό χωρίς σαρκική μείξη και κάποια κατά κάποιο τρόπο ένωση άνδρα και γυναίκας, αλλά υφάνθηκε στη μορφή που του έπρεπε με την ενέργεια του Πνεύματος και την δύναμη από ψηλά, και αυτή η άποψη είναι αποδεχτή» (Κ).
Ο Κυπριανός χρησιμοποιεί τον χιτώνα ως σύμβολο της αδιαίρετης εκκλησίας. Άλλη αλληγορία· το εφώδ του αρχιερέα των Ιουδαίων ήταν υφαντό. Ο Χριστός λοιπόν πάνω στο Σταυρό είναι ο αρχιερέας του κόσμου (Εβρ. γ 1 και εξής) (μ).
Αξιόλογη και η επόμενη παρατήρηση: Όπως ο χιτώνας, τον οποίο ο Χριστός φορούσε κατευθείαν στο σώμα του ήταν άρραφος υφασμένος ολόκληρος από το επάνω μέρος, έτσι και ό,τι ο Ιησούς άφησε είναι μοναδικό, ενιαίο και αρμονικό.
Είτε κρίνουμε αυτόν κατά το θρησκευτικό σύστημα, το οποίο μας κληροδότησε· είτε τον κρίνουμε κατά τον κώδικα της ηθικής, τον οποίο μας παρέδωσε· είτε τον κρίνουμε κατά τον άσπιλο και απολύτως αναμάρτητο χαρακτήρα, τον οποίο μας άφησε ως ύψιστο πρότυπο και ιδεώδες, θα τον βρούμε μοναδικό, εκπληκτικό, ένα στην ιστορία του κόσμου όμοιο του οποίου σε όλα δεν παρουσίασαν αλλά ούτε θα παρουσιάσουν οι αιώνες.

Ιω. 19,24  εἶπον οὖν πρὸς ἀλλήλους· μὴ σχίσωμεν αὐτόν(1), ἀλλὰ λάχωμεν περὶ αὐτοῦ(2) τίνος ἔσται· ἵνα ἡ γραφὴ(3) πληρωθῇ ἡ λέγουσα· διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς, καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον(4).
Ιω. 19,24  Είπαν, λοιπόν, μεταξύ τους• “ας μη τον σχίσωμεν, αλλά ας βάλωμεν δι’ αυτόν κλήρον εις ποιόν θα πέση”. Και έγιναν έτσι τα γεγονότα αυτά, δια να εκπληρωθή η προφητεία της Γραφής που λέγει• Εμοιράσθησαν μεταξύ των τα ενδύματά μου και δια το εσωτερικόν μου ένδυμα, τον χιτώνα, έβαλαν κλήρον.
(1)    «Μιλά έτσι, για να αντιληφθούμε, ότι δεν μπήκε λαχνός για τα άλλα ρούχα του· αλλά ο χιτώνας του, τον οποίον πήραν μαζί με τα άλλα ρούχα, δεν διαμοιράστηκε όπως εκείνα… Δεν μπορούσαν οι στρατιώτες να πάρουν μέρος από αυτόν χωρίς να τον σχίσουν, οπότε θα αποκτούσε ο καθένας από αυτούς άχρηστα τεμάχια αυτού. Για να προλάβουν λοιπόν αυτό προτίμησαν να πάει αυτός σε έναν με κλήρο» (Αυ).
(2)    Ο Field επιμένει, ότι το ρήμα λαγχάνω με την έννοια του ρίχνω κλήρους είναι χωρίς προηγούμενο, αφού η συνηθισμένη του έννοια είναι επιτυγχάνω με κλήρο ή λαχνό. Ο Σύμμαχος όμως μεταφράζει το Ψαλμ. κα 19 με το ελάγχανον (β).
Υπάρχει και αλληγορική ερμηνεία: «Αφού μοίρασαν σε τέσσερα μέρη τα ρούχα του Σωτήρα, φυλάνε τον ένα αχώριστο… Διότι τα τέσσερα μέρη της οικουμένης μοιράστηκαν κατά κάποιο τρόπο αλλά έχουν και αχώριστο το άγιο όντως ένδυμα του Λόγου, δηλαδή το σώμα του. Διότι αν και κατακόβεται σε κομμάτια στον καθένα και αγιάζει την ψυχή του καθενός μαζί με το σώμα του, με τη δική του σάρκα ο Μονογενής, είναι ολόκληρος και αχώριστος σε όλους και είναι ένας παντού» (Κ).
Ή «τα ιμάτια του Κυρίου Ιησού Χριστού διανεμήθηκαν σε τέσσερα μέρη, που συμβολίζουν την τετραμερή του Εκκλησία, που διαδόθηκε σε όλο τον κόσμο, ο οποίος αποτελείται από τέσσερα μέρη… Αλλά ο χιτώνας, για τον οποίο ρίχτηκαν λαχνοί, σημαίνει την ενότητα των μερών αυτών που επιτυγχάνεται με τους δεσμούς της αγάπης» (Αυ).
(3)    Στον Ψαλμό κα 19. Η παράθεση σύμφωνα με τους Ο΄.
(4)    «Με αυτά με τα οποία ο διάβολος ενεργεί με πονηρία, με αυτά οι προφητείες εκπληρώνονται. Και δες την αλήθεια: Τρεις ήταν οι σταυρωμένοι. Και όμως, σε αυτόν μόνο εκπληρώνονται τα λόγια των προφητών. Και πρόσεξε την ακρίβεια της προφητείας» (Θφ).
«Ο προφήτης δεν λέει έβαλαν κλήρο αλλά διαμοίρασαν τα ιμάτιά μου. Ούτε λέει αφού έβαλαν κλήρο διαμοίρασαν, αλλά ενώ καμία αναφορά δεν κάνει για κλήρο ως προς τα υπόλοιπα ιμάτια, έπειτα λέει: και για τον ιματισμό μου έβαλαν κλήρο, αναφερόμενος μόνο στο χιτώνα» (Αυ).
«Διότι όχι μόνο ό,τι μοιράστηκαν, αλλά και ό,τι δεν μοιράστηκαν είπε ο προφήτης· διότι τα μεν τα μοίρασαν, τον χιτώνα όμως δεν τον μοίρασαν, αλλά το πράγμα το τακτοποίησαν με κλήρο» (Χ).
Η αχαλίνωτη κριτική ισχυρίζεται, ότι τα δύο μέλη του στίχου που παρατίθεται από τον ευαγγελιστή είναι εξ’ ολοκλήρου ταυτόσημα και ότι ο Ιωάννης παρασύρεται από τη φαντασία του, όταν θέλει να διακρίνει ανάμεσα στην έννοια του «διεμερίσαντο» και του «έβαλαν κλήρο» ή και μεταξύ των λέξεων «ιμάτια» και «ιματισμός».
Αλλά βαθύτερη μελέτη του παραλληλισμού στην εβραϊκή ποίηση δείχνει, ότι το δεύτερο μέλος προσθέτει πάντοτε υπαινιγμό ή ιδέα νέα στην ιδέα του πρώτου. Αλλιώς το δεύτερο μέλος θα ήταν ταυτολογία ανόητη. Δεν είναι επανάληψη, αλλά πρόοδος. Η πρώτη λέξη «ιμάτια» σημαίνει τα διάφορα τεμάχια της ενδυμασίας της εσωτερικής, η δεύτερη «ιματισμός», το καθ’ αυτό ένδυμα, το οποίο αφαιρούμενο αφήνει γυμνό το σώμα (g).

Ο Ιησούς αναθέτει τη μητέρα του στον αγαπημένο μαθητή

Ιω. 19,25  Οἱ μὲν οὖν στρατιῶται(1) ταῦτα ἐποίησαν(2). εἱστήκεισαν(3) δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ(4) τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ(5), Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ(6) καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή.
Ιω. 19,25  Οι μεν στρατιώται αυτά έκαμαν. Εστάθηκαν δε πλησίον στον σταυρόν του Ιησού η μητέρα του και η αδελφή της μητέρας του, η Μαρία η γυναίκα του Κλωπά και η Μαρία η Μαγδαληνή.
(1)    Το «μεν» αντιτίθεται στο ακόλουθο «δε». Η άσπλαχνη και ιδιοτελής συμπεριφορά των στρατιωτών αντιτίθεται με την παρουσία των γυναικών από βαθειά συμπάθεια κοντά στο σταυρό (ο). Πολλοί από τους νεώτερους ερμηνευτές συνενώνουν την πρόταση αυτή με τον προηγούμενο στίχο (Webster και Wilkinson, Owen, Fillion, Godet, Bernard, Nestle).
(2)    Οι Ρωμαίοι στρατιώτες χωρίς να το καταλαβαίνουν συντέλεσαν στην εκπλήρωση της προφητείας και κάνοντας αυτά σήμαναν την αληθινή έννοια των λόγων του Δαβίδ (g).
(3)    «Και το ασθενέστερο φύλο, φάνηκε ανδρειότερο τότε· τόσο πολύ πλέον άλλαζαν τα πάντα» (Χ). «Τι ήταν λοιπόν αυτό που έπεισε τον μακάριο ευαγγελιστή να λεπτολογήσει εδώ ώστε να αναφέρει και την παραμονή των γυναικών στο σταυρό;» (Κ).
Ή, πιο σωστά, διότι ο ευαγγελιστής θέλει να εξιστορήσει επεισόδιο, στο οποίο ο Ιησούς «σταυρωμένος αναθέτει την μητέρα του στον μαθητή, διδάσκοντάς μας μέχρι την τελευταία μας αναπνοή να δείχνουμε κάθε φροντίδα για τους γονείς» (Χ) και στο οποίο η μητέρα του Ιησού θλιμμένη αλλά καρτερική και ανδρεία συμμετέχει στις οδύνες του Υιού της (F).
Ή, ελάχιστα πιθανώς «σκοπός του ευαγγελιστή ήταν να διδάξει και εκείνο, ότι δηλαδή και αυτήν… την μητέρα του Κυρίου την σκανδάλισε αυτό που έγινε τόσο απροσδόκητα… Αφού λοιπόν η μητέρα του έπεσε σε σκάνδαλο και αναμίχτηκε σε αταξία λογισμών, πώς δεν έπρεπε να προνοήσει ο Κύριος;… Γνωρίζοντας λοιπόν τους διαλογισμούς που είχε μέσα της, την παρέδωσε στο μαθητή σαν σε άριστο μυσταγωγό (=αυτός που μυεί και οδηγεί στα μυστήρια), ο οποίος μπορούσε καλά και με ικανότητα να διηγηθεί λεπτομερώς το βάθος του μυστηρίου» (Κ).
Δίκαια θαυμάζει κανείς την δύναμη της θείας χάρης, που ενισχύει τις γυναίκες αυτές και ιδιαίτερα την Παρθένο Μαρία κατά την δεινή αυτή δοκιμασία. Δεν βλέπουμε την μητέρα του Μονογενούς να χτυπά το στήθος της ή να ξεριζώνει τις τρίχες του κεφαλιού της ή να ξεσχίζει τα ρούχα της ή να βγάζει κραυγές γοερές. Αλλά την βλέπουμε με καρτερία να στέκεται κοντά στο σταυρό και τις φίλες της μαζί της. Ασφαλώς και αυτή και εκείνες ενδυναμώνονταν από θεία δύναμη για να δείχνουν τέτοια υπομονή.
(4)    Η πρόθεση «παρά» δεν σημαίνει στα πόδια του σταυρού αλλά κοντά σε αυτόν (g).
(5)    Διχάστηκαν εδώ οι γνώμες των ερμηνευτών.
Οι μεν υποστήριξαν, ότι πρόκειται εδώ για τρεις μόνο γυναίκες όπου ο Ιωάννης από μετριοφροσύνη δεν αναφέρει την μητέρα του Σαλώμη, η οποία επίσης στεκόταν κοντά στο σταυρό (b).
Συνεπώς εδώ αδελφή της μητέρας του Κυρίου είναι η Μαρία η του Κλωπά. «Και όμως η Θεοτόκος ήταν μονογενής· αλλά επειδή ο Ιωσήφ και ο Κλωπάς ήταν αδελφοί, και είναι συνήθεια στους Εβραίους να ονομάζονται αδελφές και οι γυναίκες των αδελφών… έτσι λοιπόν τη συννυφάδα της, τήν ονόμασε αδελφή. Αλλά ο Ιωσήφ μεν και ο Κλωπάς, οι άνδρες τους, ήταν φυσικοί αδελφοί· αυτές όμως, οι γυναίκες τους, εξ’ αγχιστείας αδελφές» (Ζ).
Άλλοι όμως από τους νεώτερους (Wieseler, Meyer, Luthardt, Weiss, Westcott, Owen, Bernard κλπ.), ενισχυόμενοι και από την διαφορετική γραφή της Πεσσιτώ και της Περσικής και Αιθιοπικής μετάφρασης, ( της μητρός αυτού «και» Μαρία η του Κλωπά) υποστήριξαν, ότι πρόκειται για τέσσερεις γυναίκες και ότι η αδελφή της Θεοτόκου ήταν η Σαλώμη, η μητέρα του ευαγγελιστή.
Έτσι απέφυγαν μεν τη δυσκολία, κατά την οποία δύο αδελφές είχαν το ίδιο όνομα Μαρία, (η οποία όμως και πάλι αποφεύγεται όταν δεχτούμε ότι η σύζυγος του Κλωπά ήταν συννυφάδα της Θεοτόκου), και βρήκαν περισσότερο καλή εξήγηση, το ότι ο Ιησούς εμπιστεύτηκε τη μητέρα του στον Ιωάννη, τον πρώτο ξάδερφό του, και όχι στους λεγόμενους αδελφούς του.
Αλλά εάν τόσο στενή συγγένεια συνέδεε τους γιους του Ζεβεδαίου με τον Ιησού, ρωτά ο g, πώς δεν βρίσκουμε κάποιο ίχνος αυτής στην ευαγγελική ιστορία;
(6)    Ο Ηγήσιππος αναφέρει πρώτος, ότι ο αδελφός του μνήστορος Ιωσήφ τον οποίο και αποκαλεί θείο του Ιησού (ή του Ιακώβου) ονομαζόταν Κλωπάς (g).
Σύζυγος αυτού ήταν η Μαρία, η οποία είναι το ίδιο πρόσωπο με την Μαρία την μητέρα του Ιακώβου του μικρού και Ιωσή (Ματθ. κζ 56,Μάρκ. ιε 40,47,ιστ 1,Λουκ. κδ 10). Το όνομα Κλωπάς επίσης είναι Εβραϊκό και δεν πρέπει να συγχέεται με το όνομα Κλεόπας το οποίο προήλθε από συγκοπή από το ελληνικό Κλεόπατρος. Αυτοί που ταυτίζουν τον απόστολο Ιάκωβο του Αλφαίου με τον Ιάκωβο τον αδελφόθεο διακρίνουν τον Κλωπά από τον Αλφαίο (Δες και Plummer στο δικό μας Υπόμνημα στον Ματθαίο σελ. 515).
Ότι όμως ο Ιάκωβος του Αλφαίου πρέπει να διακρίνεται από τον Ιάκωβο τον αδελφόθεο δες στο δικό μας Υπόμνημα στον Μάρκο σελ. 62 και Υπόμνημα στην  προς Εβραίους και τις επτά Καθολικές σελ. 171-172.

Ιω. 19,26  Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν(1) τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα(2), λέγει(1) τῇ μητρὶ αὐτοῦ· γύναι(3), ἴδε ὁ υἱός σου(4).
Ιω. 19,26   Ο Ιησούς τότε, όταν είδε την μητέρα του και τον μαθητή, τον οποίον ιδιαιτέρως αγαπούσε, να στέκη εκεί κοντά, είπεν εις την μητέρα του• “γύναι, αυτός θα είναι ο υιός σου”.
(1)    «Προνόησε για τη μητέρα του αδιαφορώντας κατά κάποιο τρόπο για την κορύφωση του δικού του παθήματος. Διότι ήταν χωρίς πάθος ακόμη και την ώρα που έπασχε» (Κ).
«Πρόσεχε σε παρακαλώ πώς, και ενώ ήταν σταυρωμένος, όλα τα έκανε ατάραχος, συνομιλώντας με τον μαθητή για την μητέρα του, εκπληρώνοντας προφητείες, και δίνοντας καλές ελπίδες στο ληστή· αν και βέβαια πριν σταυρωθεί φαίνεται να ιδρώνει, να αγωνιά, να φοβάται… Ας μην τρέμουμε λοιπόν τον θάνατο· βέβαια η ψυχή αγαπά μεν εκ φύσεως την ζωή, αλλά από εμάς εξαρτάται πλέον ή να απαλλαγούμε από τους δεσμούς της και να κάνουμε ανίσχυρη την επιθυμία, ή να δεθούμε στενότερα με αυτούς τους δεσμούς και να κάνουμε πιο τυραννική την επιθυμία.
Διότι όπως ακριβώς έχουμε την επιθυμία της σαρκικής μίξης, όταν όμως φιλοσοφούμε, κάνουμε ανίσχυρη αυτήν την τυραννία, έτσι συμβαίνει και με τη ζωή· όπως δηλαδή έβαλε μέσα μας την σαρκική επιθυμία χάριν της τεκνοποιίας, εξασφαλίζοντας έτσι ο Θεός την διαδοχή μας με τα τέκνα, χωρίς να εμποδίζει να βαδίζουμε την ανώτερη οδό της εγκράτειας, έτσι και έσπειρε μέσα μας τον πόθο της ζωής, εμποδίζοντάς μας να αφαιρούμε τη ζωή μας, μη εμποδίζοντας όμως να περιφρονούμε την παρούσα ζωή.
Και πρέπει γνωρίζοντας αυτά, να διατηρούμε το μέτρο, και ούτε ποτέ με τη θέλησή μας να καταφεύγουμε στο θάνατο, και αν ακόμη υποφέρουμε από αμέτρητα δεινά, ούτε συρόμενοι (στο μαρτύριο) χάριν εκείνων που αρέσουν στο Θεό να φοβόμαστε και να διστάζουμε, αλλά να αναλαμβάνουμε με θάρρος τον αγώνα, προτιμώντας την μέλλουσα ζωή από την παρούσα» (Χ).
Η θλίψη και ο πόνος του Κυρίου ήταν τόσο βαθύς και δριμύς, αλλά και τόσο καθαγιασμένος, ώστε οι ασθενείς μας καρδιές δεν μπορούν να τον κατανοήσουν. Οι εχθροί του τον περιγελούσαν και τον εξευτέλιζαν. Μερικοί μόνο από τους φίλους του στέκονταν κάτω από το Σταυρό του ανίκανοι να προσφέρουν σε αυτόν κάτι περισσότερο από τον φόρο της σιωπηλής τους συμπάθειας. Και ο Πατέρας φαινόταν να τον εγκαταλείπει.
Ήταν πάνω στο σταυρό μόνος, χωρίς κανείς να αντιλαμβάνεται τι αισθανόταν, χωρίς κανείς να μπορεί να τον βοηθήσει. Στη μόνωση του παθήματός του εκείνου λησμονεί και αυτός τον εαυτό του και στρέφει τις σκέψεις του υπέρ των άλλων, όχι υπέρ του εαυτού του. Όταν τον σταύρωσαν, μεσίτευε υπέρ των σταυρωτών· όταν τον περιγελούσαν, έδινε υπόσχεση στον ευγνώμονα ληστή· και ήδη όταν πρόκειται να παραδώσει το πνεύμα, λαμβάνει πρόνοια για τη μητέρα του. Λησμόνησε τη δική του οδύνη η οποία υπήρξε μεγαλύτερη από όσες ποτέ έθιξαν ανθρώπινες καρδιές, για να μπορέσει να ανακουφίσει την οδύνη των άλλων.
(2)    «Πάλι κρύβει τον εαυτό του ο Ιωάννης από μετριοφροσύνη· διότι αν ήθελε να καυχηθεί, θα ανέφερε και την αιτία για την οποία αγαπιόταν· διότι φυσικό ήταν να είναι αυτή κάποια μεγάλη και θαυμαστή αιτία» (Χ).
(3)    Δεν αποκαλεί αυτήν μητέρα και όταν ακόμη δείχνει τρυφερή μέριμνα για το μέλλον της. Το μητέρα ως τίτλος προσφώνησης από τον Ιησού είχε εγκαταλειφθεί προ πολλού και αντί για αυτόν υποκαταστάθηκε ως συνήθης τίτλος σεβασμού το Γυναίκα (β).
Ίσως απέφυγε το Μητέρα ο Ιησούς και για να μην τυχόν κατά τις σκληρές αυτές στιγμές με την τρυφερή προσφώνηση πληγώσει βαθύτερα την καρδιά της μητέρας, όπως άλλοτε ο Ισαάκ πλήγωσε την καρδιά του Αβραάμ με το Πατέρα μου. Μιλά σαν ένας, ο οποίος δεν θα υπήρχε πλέον σωματικά στον κόσμο αυτόν, όπως μέχρι τώρα, αλλά θα ήταν μετά από λίγο νεκρός για τους αγαπημένους του. Ασήμι και χρυσάφι, ούτε άλλα υπάρχοντα είχε για να αφήσει στη μητέρα του.
Και αυτά τα ρούχα του, τα οποία φορούσε μέχρι πριν λίγο, τα μοιράστηκαν οι σταυρωτές του. Δεν είχε λοιπόν κάποιον άλλον, για να προνοήσει για τη μητέρα του, παρά μόνο τον αγαπημένο του μαθητή, στον οποίο την εμπιστεύεται. Και μας παρέχει έτσι παράδειγμα στοργής γιου προς μάνα. Δίδαξε κατά τις τελευταίες του στιγμές τα παιδιά να προνοούν για τη συντήρηση και υποστήριξη των ηλικιωμένων γονέων τους.
(4)     «Δηλαδή αυτός θα είναι για σένα αντί για εμένα» (Ζ).
«Πω, πω, μέγεθος τιμής! Με πόση τιμή τίμησε τον μαθητή! Επειδή δηλαδή αυτός έφευγε πλέον από αυτόν τον κόσμο, παρέδωσε τη φροντίδα της στο μαθητή του διότι, επειδή ήταν φυσικό, σαν μητέρα του που ήταν, να λυπάται και να ζητά την προστασία, πολύ εύλογα εμπιστεύεται αυτήν σε εκείνον που αγαπούσε» (Χ)· «την μητέρα στον μαθητή, την αγαπημένη στον αγαπημένο, την παρθένα στον παρθένο» (Ζ).

Ιω. 19,27  εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου(1). καὶ ἀπ᾿ ἐκείνης τῆς ὥρας(2) ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια(3).
Ιω. 19,27  Έπειτα λέγει στον μαθητή• “ιδού η μητέρα σου”. Και από εκείνην την ώρα πήρε αυτήν ο μαθητής στο σπίτι του.
(1)    «Δηλαδή εσύ θα είσαι για αυτήν αντί για εμένα· οφείλεις να την φροντίζεις ως μητέρα σου» (Ζ).
«Αυτά τα έλεγε με σκοπό να τους ενώσει με την αγάπη» (Χ).
Ο Χριστός στο σταυρό του με την παραγγελία αυτή προς την μητέρα του και τον μαθητή του εγκαθιδρύει νέους δεσμούς, νέες συγγενικές σχέσεις. Δεσμοί οι οποίοι πριν δεν υπήρχαν, σφυρηλατούνται τώρα στο θάνατό του και όπου πριν υπήρχαν δεσμοί απλής συμπάθειας γίνονται στο σταυρό θερμότεροι και ισχυρότεροι.
Αυτοί που ελκύονται από το Χριστό που υψώθηκε στο σταυρό, άγνωστοι έως τώρα οι περισσότεροι από αυτούς, απλώς γνώριμοι μεταξύ τους μερικοί από αυτούς, συνδέονται στο σταυρό και μέσω του σταυρού με δεσμούς οικειότητας και αδελφοσύνης τόσο στενούς και αδιάσπαστους, όσο δεν είναι ούτε αυτοί οι δεσμοί του αίματος και οι δεσμοί από τη συμβίωση και γνωριμία από τη νηπιακή ηλικία.
(2)    Μεγάλη ήταν η πίστη της Μαρίας για να στέκεται κοντά στο σταυρό του γιου της (b).
Κάποιοι σκέφτηκαν, ότι αμέσως από τη στιγμή εκείνη ο Ιωάννης απέσυρε την μητέρα του Ιησού από τη σκηνή του πάθους, για να μην παραστεί μάρτυρας και της έσχατής του αγωνίας. Αλλά το κείμενο δεν υπονοεί αυτό αναγκαστικά (ο).
Παρόλ’ αυτά ο g (ομοίως και ο τ) παρατηρεί ότι η Μαρία μη μπορώντας να υποφέρει πλέον το θέαμα αυτό, άφησε αναμφίβολα κατά τη στιγμή εκείνη τον τόπο αυτόν της θλίψης, και το ότι οι συνοπτικοί ευαγγελιστές δεν αναφέρουν ανάμεσα στις γυναίκες που ήταν κοντά στο Σταυρό και την μητέρα του Κυρίου οφείλεται πιθανότατα στο ότι αυτή έφυγε ήδη, και οι συνοπτικοί αναφέρουν τους παρόντες κοντά στο Σταυρό στο τέλος της όλης αφήγησης. Αντιθέτως ο χ., το «από εκείνη την ώρα» το ερμηνεύει από την ώρα, κατά την οποία η θυσία του Χριστού συντελέστηκε. Από αρκετό αριθμό χειρογράφων υποστηρίζεται και η γραφή: απ’ εκείνης της ημέρας.
(3)    Αυτό δεν προϋποθέτει ότι ο Ιωάννης είχε και στα Ιεροσόλυμα κάποιο σπίτι, αλλά μόνο κάποιο κατάλυμα. Από τη στιγμή αυτή η Μαρία έμεινε μαζί με τη Σαλώμη.
Κατά τον Νικηφόρο Κάλλιστο (+1350) έζησε η Μαρία κοντά στον Ιωάννη στα Ιεροσόλυμα μέχρι το θάνατό της που συνέβη στο 59ο έτος της ηλικίας της. Δείχνεται ο τάφος της σε κάποιο σπήλαιο, που απέχει κάποια βήματα από τον κήπο της Γεθσημανή (g).
Ο Ιωάννης πρόθυμα παρέλαβε υπό τη φροντίδα του την μητέρα του Ιησού. Όσοι αληθινά αγαπούν το Χριστό και αγαπιούνται από αυτόν, θα σκιρτούν σε κάθε ευκαιρία, η οποία θα τους παρέχεται για να υπηρετήσουν αυτόν ή τους δικούς του.

Ο θάνατος του Ιησού  

Ιω. 19,28   Μετὰ τοῦτο(1) εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς(2) ὅτι πάντα ἤδη τετέλεσται(3), ἵνα(4) τελειωθῇ(5) ἡ γραφή, λέγει(6)· διψῶ(7).
Ιω. 19,28  Έπειτα από το συμβάν αυτό ο Ιησούς, αφού εγνώρισε καθαρότατα ότι όλα εκπληρώθηκαν τελείως, δια να επαληθεύση η Γραφή εξ ολοκλήρου, είπε• “διψώ”.
(1)    Η φράση αυτή δεν δηλώνει ότι το γεγονός στο στίχο 28-30 ακολούθησε αμέσως μετά από αυτό που εξιστορείται στους στίχους 25-27. Διότι στο μεταξύ παρεμβλήθηκε το σκοτάδι και το τρίωρο χρονικό διάστημα για το οποίο μιλούν οι Συνοπτικοί (Ματθ. κζ 45,Μάρκ. ιε 33,Λουκ. κγ 44). Αλλά σημαίνει, ότι το δεύτερο γεγονός συνέβη μετά το πρώτο.
(2)      Υπάρχει και η γραφή: ιδών ο Ιησούς. Ο Ιωάννης δεν αφήνει ποτέ τους αναγνώστες του να λησμονήσουν ότι τα γεγονότα τα οποία αφηγείται, υπήρξαν αιωνίως προκαθορισμένα και ότι ο Ιησούς είχε συνείδηση αυτού (β).
(3)    «Δηλαδή ότι τίποτα δεν λείπει από το σχέδιο της θείας οικονομίας… Γνωρίζοντας λοιπόν ότι όλα είχαν εκπληρωθεί» (Χ). Ήλθε σε πέρας ό,τι από απόφαση του πατέρα δηλωνόταν σαφώς στα ιερά βιβλία, ότι έπρεπε να γίνει και να υποφέρει αυτό ο Κύριος (G). Το τετέλεσται λοιπόν, όντας εντονότερη λέξη από τη λέξη εκπληρωθεί, που συνήθως χρησιμοποιείται με αυτήν την έννοια (ο) αναφέρεται στο έργο του Λυτρωτή, το οποίο μπορούσε αυτός να εκπληρώσει αυτό κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του, ταυτόχρονα όμως και στην προφητική εικόνα, στην οποία το έργο αυτό είχε από πριν γραφτεί (g).
Οπότε σημαίνει και την τέλεια εκπλήρωση από τον Ιησού όλων των προφητειών, οι οποίες αναφέρονταν στη ζωή και στο πάθημά του (F). Σημαίνει την ολοκλήρωση του έργου εκείνου με το οποίο η Γραφή εκπληρώθηκε (C).
«Πάντα ήδη τετέλεσται». Όπως η αναμάρτητη ζωή του Κυρίου υπήρξε εξ’ ολοκλήρου ανόμοια με αυτήν των άλλων αμαρτωλών ανθρώπων, έτσι και ο θάνατός του. Δεν έζησε ο Κύριος για τον εαυτό του, όπως οποιοσδήποτε από τους πολλούς ανθρώπους. Αλλά ούτε και πέθανε, όπως πεθαίνουμε εμείς. Πέθανε, όπως και έζησε, εξ’ ολοκλήρου για την ανθρωπότητα, σύμφωνα με προκαθορισμένη βουλή του Πατέρα του. Εμείς πεθαίνουμε από φυσική ανάγκη. Αλλά ο Κύριος παρέδωσε τη ζωή του εκούσια για χάρη μας και δέχτηκε τον θάνατο, ο οποίος δεν είχε κανένα δικαίωμα πάνω του, για να ζήσουμε εμείς. Όταν λοιπόν λέει Τετέλεσται, αναφέρεται στο υπέρ της ανθρωπότητας έργο, το οποίο από αυτόν και μέσω αυτού έπρεπε να φθάσει σε αίσιο πέρας.
Ο μέγας αγώνας, τον οποίο ήλθε να διεξαγάγει υπέρ της ανθρωπότητας, συντελέστηκε· η αμαρτία του κόσμου συγχωρέθηκε ή τουλάχιστον η πύλη της άφεσης ανοίχτηκε ελεύθερη σε όλους που με πίστη μετανοούν. Και όπως η ανάπαυση του Θεού από τα έργα της δημιουργίας, ήταν κατάπαυση στην οποία ο Θεός δεν έπαυσε να εργάζεται αλλά εξακολουθεί να προνοεί και να κυβερνά τον κόσμο, έτσι τώρα και ο Χριστός θέτοντας τη ζωή του και τον εαυτό του θεμέλιο της καινής κτίσης και γενόμενος ακρογωνιαίος λίθος της εκκλησίας του από τον ουρανό πλέον θα εξακολουθεί να κυβερνά και να κατευθύνει στον ουρανό την επί γης στρατευομένη εκκλησία του.
(4)    Το ἵνα εξαρτάται όχι από το τετέλεσται, όπως φρονεί ο b, και κάποιοι άλλοι από τους νεώτερους, αλλά από το λέγει. «Πάλι εδώ εκπληρώνοντας προφητεία, λέει Διψώ» (Χ).
Τι σεβασμό έδειχνε ο Χριστός στην Γραφή! Όταν τον μαστίγωναν και του έβαζαν αγκάθινο στεφάνι στο κεφάλι δεν φώναξε: Ω! το κεφάλι μου! Ω! η πλάτη μου! Αλλά τώρα λησμονώντας τους πόνους του και ενθυμούμενος, ότι και κατά το σημείο αυτό έπρεπε να εκπληρωθεί η Γραφή, φωνάζει: Διψώ.
Έτσι αποδεικνύεται μία ακόμη φορά ως ο αληθινός Μεσσίας, στον οποίο αφ’ ενός εκπληρωνόταν επακριβώς η Γραφή και επαληθεύονταν στο πρόσωπό του οι προφητείες· αφ’ ετέρου απέβλεπε αυτός με πολλή ακρίβεια στην εκπλήρωση της Γραφής. Πράγματι. Δεν ήρθε για να καταργήσει το νόμο ή τους προφήτες, αλλά για να συμπληρώσει.
(5)    Σημαίνει ολόκληρη και τέλεια εκπλήρωση (ο). Δεν πρόκειται για την εκπλήρωση της ειδικής αυτής προφητείας μόνο, αλλά για εκπλήρωση λεπτομέρειας, με την οποία θα παρουσιάζονταν όλες οι προφητείες της Γραφής να εκπληρώνονται σε όλες τις λεπτομέρειές τους. Υπάρχει και η γραφή του σιναϊτικού και πολλών χειρογράφων πληρωθῇ αντί για τελειωθῇ.
(6)    Λέγοντας ο Ιησούς Διψώ ήθελε πράγματι να προκαλέσει την εκπλήρωση της προφητείας στο Ψαλμ. ξη 22 «και εις την δίψαν μου επότισάν με όξος». Ο Ιησούς από πολλή ώρα βασανιζόταν από τη δίψα και θα μπορούσε μέχρι τέλους να αντισταθεί στο αίσθημα αυτό το βασανιστικό, όπως είχε πράξει μέχρι τη στιγμή αυτή. Δεν πράττει όμως αυτό, διότι γνώριζε, ότι απέμενε ακόμη για εκπλήρωση και η προφητεία αυτή, για την οποία ήθελε να εκπληρωθεί χωρίς κάποια αργοπορία (g).
Το πρώτο λοιπόν ελατήριο, που τον παρακίνησε στο να κράξει το Διψώ, ήταν η δίψα, από την οποία υπέφερε· το δεύτερο ήταν η υπακοή στις Γραφές και η επιθυμία του να εκπληρωθούν αυτές σε όλες τις λεπτομέρειές τους (ο).
(7)    «Στις τελευταίες στιγμές παθαίνει πάλι η σάρκα κάτι δικό της και φυσικό. Δέχεται δηλαδή μέσα της το αίσθημα της δίψας επειδή είχε ξηραθεί από τις πολλών ειδών κακώσεις. Διότι ήταν φοβεροί οι πόνοι, ώστε να τον αναγκάσουν να διψάσει, πόνοι οι οποίοι με μία εσωτερική και ανέκφραστη θερμότητα δαπανούσαν την φυσική υγρασία που υπάρχει στο βάθος του σώματος και οι οποίοι με κάποιες καυτερές προσβολές έκαιγαν τελείως τα σπλάχνα αυτού που έπασχε. Δεν ήταν βεβαίως δύσκολο στον Θεό Λόγο που μπορεί τα πάντα, να απομακρύνει και αυτό (=τη δίψα) από τη σάρκα του. Αλλά όπως ακριβώς εκούσια (=με τη θέλησή του) άφησε να πάθει και τα άλλα, πάσχει και αυτό με εκούσια βούληση. Για αυτό λοιπόν ζητούσε να πιει» (Κ).
Αισθάνεται στο σταυρό την μέγιστη και φλογερότερη δίψα μετά τον ιδρώτα του, τις μεταβάσεις και επανόδους του μεταξύ Καϊάφα, Ηρώδου, Πιλάτου, τα λόγια του, την φραγγέλωσή του και τα καρφιά (b).
Η δίψα ήταν ένα από τα σκληρότερα μαρτύρια των σταυρωμένων, οι οποίοι κατακαίγονταν από σφοδρό πυρετό, που προξενούνταν από τα τραύματα σε χέρια και πόδια και από το αναγκαστικό τέντωμα του σώματος για ώρες ολόκληρες (F).
Οι τιμωρίες του Άδη παριστάνονται ως ανυπόφορη δίψα στο παράπονο του πλουσίου, ο οποίο ζητούσε σταγόνα ύδατος, για να δροσίσει τη γλώσσα του. Για απαλλαγή μας από την αιώνια αυτή δίψα, στην οποία είχαμε καταδικαστεί, υποφέρει τώρα ο Χριστός από δίψα, από την οποία φλογίζονται τα χείλη του.

Ιω. 19,29  σκεῦος οὖν ἔκειτο ὄξους μεστόν(1)· οἱ δὲ πλήσαντες σπόγγον ὄξους καὶ ὑσσώπῳ περιθέντες(2) προσήνεγκαν αὐτοῦ τῷ στόματι.
Ιω. 19,29  Ευρίσκετο κάτω εκεί ένα δοχείον γεμάτο ξύδι. Αυτοί δε που ήκουσαν τον λόγον του Ιησού, εβούτηξαν ένα σφουγγάρι στο δοχείον αυτό, το εγέμισαν ξύδι και αφού το έβαλαν ανάμεσα εις ένα κλωνάρι υσσώπου, το έφεραν κοντά στο στόμα του.
(1)    Το ποτό που προσφέρθηκε ήδη στον Ιησού δεν είναι το ναρκωτικό, το οποίο αρνήθηκε αυτός να πιει κατά τη στιγμή της σταύρωσης και το οποίο ήταν κρασί εσμυρνισμένο (Μάρκ. ιε 23) ή κρασί αναμιγμένο με χολή (Ματθ. κζ 34). Ο Ιησούς το απέκρουσε, διότι ήθελε να διατηρήσει την τέλεια διαύγεια του πνεύματός του μέχρι τέλους (g).
Το ξύδι αυτό ή ήταν το ποτό posca, μίγμα νερού και ξυδιού, το οποίο συνήθιζαν να πίνουν οι Ρωμαίοι στρατιώτες (F,G), ή ήταν ξύδι ετοιμασμένο ειδικά για τους καταδίκους, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από το ότι εκτός από το σκεύος, το οποίο περιείχε αυτό, υπήρχε εκεί και σπόγγος και στέλεχος υσσώπου (g).
(2)    Ο ύσσωπος είναι θαμνοειδές φυτό, που χρησιμοποιούνταν στους Εβραίους σε λειτουργικούς ραντισμούς (όπως σε μας ο βασιλικός) και ταυτίζεται σήμερα από κάποιους μεν με το origanum Maru, από άλλους πάλι λιγότερο πιθανώς με την copparis pinosa  ή με την thymbra spicata (κ).
Ο θάμνος αυτός είναι ύψους ενός μέχρι ενάμιση πόδι. Οπότε πρέπει να δεχτούμε ή ότι ο σταυρός δεν ήταν τόσο ψηλός όσο συνήθως παρουσιάζουν αυτόν αλλά ήταν δυνατόν με τη βοήθεια στελέχους υσσώπου να πλησιάσουν αυτοί που στέκονταν στο έδαφος στα χείλη αυτού που ήταν καρφωμένος σε αυτόν (g) ή ότι, αφού άλλωστε η δέσμη από ύσσωπο χρησιμοποιούνταν για ραντισμό (Εξόδου ιβ 22,Εβρ. θ 19), ο σπόγγος προσαρμόστηκε σε δέσμη από ύσσωπο, και χρειάστηκε και κάποιο ραβδί ή καλάμι για να ανεβαστεί αυτός μέχρι το ύψος του σταυρού. Οι συνοπτικοί δεν μιλούν για ύσσωπο αλλά και στους δύο (Ματθ. κζ 48 και Μάρκ. ιε 36) διαβάζουμε «σπόγγον όξους περιθείς καλάμω» (β).
Την περίπτωση όμως αυτήν ο g διακρίνει ως διαφορετική από αυτήν που αναφέρει ο Ιωάννης. Στα δύο πρώτα ευαγγέλια η κραυγή του Ιησού Ηλεί Ηλεί λιμά σαβαχθανεί προκάλεσε εκ μέρους κάποιου στρατιώτη πράξη ανάλογη, αλλά από αυτήν πέρασαν τρεις ολόκληρες ώρες (g).
Υπάρχει και η γραφή υσσώ περιθέντες= το στήριξαν σε ακόντιο, αλλά αυτή μαρτυρείται μόνο από έναν μικρογράμματο κώδικα του ια αιώνα. Ο σιναϊτικός, βατικανός και κάποια άλλα χειρόγραφα γράφουν: Σπόγγον ουν μεστόν όξους υσσώπω περιθέντες. Ο ύσσωπος χρησιμοποιούνταν για ραντισμό κατά τις εβραϊκές τελετουργικές καθάρσεις (Λευϊτ. ιδ 4,6, Αριθμ. ιθ 18, Ψαλμ. ν 7). Σπουδαιότερη ήταν η χρήση του υσσώπου για τον ραντισμό των θυρών των σπιτιών των Ιουδαίων κατά την περίοδο του Πάσχα σε ανάμνηση του Εξόδου ιβ 22.
Εφ’ όσον όμως ο Ιησούς κατά το τέταρτο ευαγγέλιο είναι ο αμνός του Θεού και η θύρα (Ιω. ι 7) η ενέργεια των στρατιωτών είναι ιδιαίτερα σημαντική υπενθυμίζοντας στον αναγνώστη ότι το ιουδαϊκό Πάσχα εκπληρώθηκε με τη θυσία του αληθινού πασχάλιου αμνού (χ).

Ιω. 19,30  ὅτε οὖν ἔλαβε τὸ ὄξος ὁ Ἰησοῦς εἶπε, τετέλεσται(1), καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν(2) παρέδωκε τὸ πνεῦμα(3).
Ιω. 19,30  Όταν, λοιπόν, ο Ιησούς επήρε το ξύδι, είπε• “όλα έχουν πλέον τελειώσει•”. Και αφού έκλινε την κεφαλήν, παρέδωσε το πνεύμα.
(1)    Ο λόγος αυτός ήταν στην καρδιά του Ιησού σύμφωνα με τον στίχο 28 και τώρα βγήκε με λόγο από το στόμα του (b). «Τελείωσαν, ολοκληρώθηκαν, δεν λείπει τίποτα» (Ζ). Αυτό αποτελεί κραυγή νίκης. Η αποστολή του Λυτρωτή έχει ήδη συντελεστεί. Σύμφωνα με τους συνοπτικούς ο Ιησούς λίγο πριν το τέλος του έκραξε με φωνή μεγάλη. Η λέξη αυτή εκφωνήθηκε με κραυγή μεγάλη (β). Το διψώ υπήρξε ο πέμπτος λόγος του Κυρίου πάνω στο σταυρό και το Τετέλεσται ο έκτος.
Οι τρεις πρώτοι μεταξύ των επτά αναφέρονται στις προσωπικές σχέσεις· ήταν η προσευχή υπέρ των δημίων του («ἄφες αὐτοῖς…» Λουκάς), η υπόσχεση που δόθηκε στο ληστή («σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ» Λουκάς), οι λόγοι προς την μητέρα και τον μαθητή (Ιωάννης).
Οι τρεις επόμενοι αναφέρονται στο σωτηριώδες έργο του· η κραυγή «Θεέ μου, Θεέ μου…» (Ματθ. Μάρκος) στις ηθικές θλίψεις της εξιλαστήριας θυσίας· ο στεναγμός Διψώ (Ιωάννης) στα φυσικά του παθήματα· ο θριαμβευτικός λόγος Τετέλεσται στην ολοκλήρωση αυτών και εκείνων.
Και ο έβδομος και τελευταίος λόγος, που ξεκάθαρα μεν αναφέρεται από τον Λουκά· Πατέρα, στα χέρια σου θα παραδώσω το πνεύμα μου, υποδηλώνεται όμως από τον Ιωάννη με τη φράση «παρέδωσε το πνεύμα» αναφέρεται στον εαυτό του, στο τέλος της επίγειας ζωής του (g).
Τετέλεσται· καθετί που οι προφήτες προείπαν· καθετί που ο Πατέρας ανέθεσε σε αυτόν να φέρει σε πέρας· η δύναμη της αμαρτίας συντρίφτηκε, ο κόσμος νικήθηκε τελείως (τ).
Τετέλεσται. Η κακία και η εχθρότητα των διωκτών του ολοκλήρωσε ό,τι χειρότερο είχε να πράξει εναντίον του. Το ξύδι ήταν το τελευταίο. Η βουλή και η εντολή του Πατέρα του σχετικά με το πάθος του συντελέστηκε. Είχε πει στην αρχή του παθήματός του· Πατέρα, ας γίνει το θέλημά σου. Και τώρα λέει με ικανοποίηση· Έγινε. Τροφή δική του ήταν να τελειώσει το έργο του Πατέρα (Ιω. δ 34).
Και όταν έδωσαν σε αυτόν το ξύδι, η τροφή αυτή χόρτασε αυτόν. Όλοι οι τύποι και οι προφητείες της Π.Δ., οι οποίες αναφέρονταν στο πάθημα του Μεσσία επαληθεύτηκαν και πραγματοποιήθηκαν. Τετέλεσται. Ο τελετουργικός νόμος καταργήθηκε και οι σκιές έφυγαν. Η αλήθεια των πραγμάτων ήλθε ήδη. Την μωσαϊκή οικονομία διαδέχτηκε η χάρη και καλύτερη ελπίδα. Τελείωσε και το πάθημά του, τόσο το της ψυχής του, όσο και το του σώματός του. Όλες οι αγωνίες του και όλοι οι πόνοι του πέρασαν.
Και η ζωή του τελείωσε, διότι ήδη ήλθε η στιγμή να παραδώσει το πνεύμα. Τελείωσε και το έργο της λύτρωσης του ανθρώπου και της σωτηρίας του. Πλήρης ικανοποίηση δόθηκε στη θεία δικαιοσύνη και θανάσιμο χτύπημα στο κράτος του σατανά, και άνοιξε πηγή χάρης, η οποία διαρκώς και ανεξάντλητα θα ρέει, πηγή ειρήνης και μακαριότητας.
(2)     Αυτό υποδηλώνει ότι μέχρι τη στιγμή εκείνη είχε το κεφάλι όρθιο (g). «Αλλά τώρα, επειδή τίποτα πλέον δεν απέμενε να επιτελέσει προτού πεθάνει» (Αυ), «όταν όλα συντελέστηκαν, τότε παρέδωσε το πνεύμα» (Ζ).
(3)     «Αν και βέβαια η τελευταία εκπνοή δεν συμβαίνει μετά την κλίση του κεφαλιού, εδώ όμως συνέβη το αντίθετο· διότι δεν έγυρε το κεφάλι επειδή εξέπνευσε, πράγμα που συμβαίνει με εμάς. Αλλά εξέπνευσε όταν έγυρε το κεφάλι» (Χ), «για να μάθουμε, ότι, όταν θέλησε, τότε πέθανε» (Ζ).
Το παραδίνω σημαίνει πράξη που έγινε εκούσια και το ρήμα διαλέχτηκε επίτηδες για να τονίσει τον μοναδικό τρόπο του θανάτου του Κυρίου που έγινε σύμφωνα με το Ιω. ι 18 «εξουσία έχω να θυσιάσω αυτήν και εξουσία έχω πάλι να πάρω αυτήν» (β).
Δεν ήταν μόνο το θύμα, αλλά και ο θύτης. Και οι διανοητικές του δυνάμεις ως θύτη ήταν όλες σε αυτόν σε όλη τη θυσία. Η ζωή του δεν πάρθηκε από αυτόν βίαια, αλλά δόθηκε αυτοπροαίρετα. Όσοι σταυρώνονταν σήκωναν μέχρι την τελευταία τους πνοή το κεφάλι για να πάρουν αναπνοή. Αλλά ο Χριστός δείχνοντας, ότι όταν θέλησε, τότε και πέθανε, έγυρε το κεφάλι πρώτα, ετοιμάζοντας τον εαυτό του σαν σε ύπνο. Έγυρε το κεφάλι με υπακοή προς το θέλημα του Πατέρα του.

Η σύντριψη των σκελών και η νύξη της πλευράς

Ιω. 19,31  Οἱ οὖν Ἰουδαῖοι(1), ἵνα μὴ μείνῃ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τὰ σώματα ἐν τῷ σαββάτῳ(2), ἐπεὶ παρασκευὴ(3) ἦν· ἦν γὰρ μεγάλη(4) ἡ ἡμέρα ἐκείνη τοῦ σαββάτου· ἠρώτησαν(5) τὸν Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν τὰ σκέλη(6), καὶ ἀρθῶσιν(7).
Ιω. 19,31  Οι Ιουδαίοι, εφρόντισαν εν τω μεταξύ να μη μείνουν επάνω στον σταυρόν τα σώματα των κρεμασθέντων κατά την διάρκειαν του Σαββάτου. Διότι η ημέρα αυτή ήτο ημέρα προπαρασκευής δια το αυριανόν Πασχα. Ήταν δε μεγάλη και επίσημος η ημέρα εκείνη του Σαββάτου. Παρεκάλεσαν, λοιπόν, τον Πιλάτο να σπάσουν οι στρατιώται τα σκέλη των σταυρωθέντων, και να τους πάρουν απ’ εκεί.
(1)    «Οι Ιουδαίοι πάλι, που καταπίνουν την κάμηλο και διυλίζουν τον κώνωπα, ενώ διέπραξαν τόσο μεγάλο τόλμημα, εξετάζουν με λεπτομέρεια την ημέρα» (Χ).
«Διότι να, να! ενώ φόνευσαν το Χριστό φροντίζουν πολύ για το σεβασμό του σαββάτου, και ενώ εξύβρισαν το νομοθέτη με τα τολμήματα που ξεπερνούν κάθε λόγο, προσποιούνται την ευλάβεια προς τον νόμο» (Κ).
(2)    Το Δευτερονόμιο (κα 23) θέσπιζε για τον σταυρωμένο ότι δεν θα μείνει νεκρό το σώμα του πάνω στο ξύλο, αλλά με ταφή θα θάψετε αυτόν εκείνη την ημέρα» (Ζ).
Δες και Ιησού Ναυή η 29,ι 26,Ιωσήπου Περί Ιουδ. Πολ. ΙV,5,2. Οι Ρωμαίοι συνήθως άφηναν τα σώματα των καταδίκων πάνω στο σταυρό και γίνονταν λεία των σαρκοφάγων πετεινών ή θηρίων ή και αποσυντίθενταν εκεί (g).
Δεν υπήρχε όμως και νόμος που να απαγορεύει την ταφή. Δες Quintiliani, Declam VI  και Φίλωνος προς Φλάκκ. 10, όπου μαρτυρείται η παράδοση στους συγγενείς πτωμάτων που κατεβάστηκαν από το σταυρό και θάφτηκαν.
Για αυτό παρόλο που ο Πιλάτος μπορούσε σε συνηθισμένες περιστάσεις να αρνηθεί στα μέλη του συνεδρίου ό,τι ζητούσαν από αυτόν, δεν εμποδιζόταν όμως και από κάποιο νόμο να ενδώσει στην επιθυμία τους. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία η Ιερουσαλήμ πλημμυριζόταν από πλήθος προσκυνητών που ήλθαν για το Πάσχα, ήταν επιθυμητό να αποφευχθεί κάθε σύγκρουση μεταξύ Ιουδαίων και της Ρωμαϊκής εξουσίας (β).
(3)   Αυτοί που υποστηρίζουν ότι και κατά τον Ιωάννη ο ιουδαϊκός λαός είχε ήδη γιορτάσει το Πάσχα κατά το προηγούμενο απόγευμα, δίνουν στη λέξη παρασκευή την σημασία που και σε μας επικρατεί, κατά την οποία δηλώνει την έκτη ημέρα της εβδομάδας Παρασκευή, και εξηγούν την ιδιαίτερη ιερότητα του Σαββάτου που ακολουθούσε με το γεγονός ότι το Σάββατο αυτό ανήκε στην πασχάλια εβδομάδα. Υπενθυμίζουν επίσης ότι στις 16 Νισάν γιορταζόταν η προσφορά του ιερού δράγματος, πράξη λατρείας γνωστότατη, με την οποία κάθε έτος άρχιζε ο θερισμός.
Αλλά η 16 του Νισάν ήταν τόσο λίγο ημέρα αργίας, ώστε το απόγευμα της 15 προς την 16 μετά την δύση του ηλίου γινόταν η κοπή των στάχυων. Επιπλέον η 16 του Νισάν στο Λευϊτικό κγ 11-14 ονομάζεται επαύριον της πρώτης και επαύριον των σαββάτων. Πώς ήταν λοιπόν δυνατόν αυτή να είναι επισημότερη από την 15 Νισάν; Όσον αφορά τώρα στη σημερινή έννοια της λέξης παρασκευή (=έκτη της εβδομάδας) αποκλείεται αυτή και από την έλλειψη του άρθρου.
Τέλος το «γαρ» που ακολουθεί («ἦν γὰρ μεγάλη…») θέτει σαφώς την ιδέα της προπαρασκευής σε λογική σχέση με αυτήν της έκτακτης αγιότητας του Σαββάτου, το οποίο επρόκειτο να αρχίσει από την 6η εσπερινή ώρα. Από αυτό έπεται ότι η στιγμή του θανάτου του Ιησού ήταν η εσπέρα της 14 και όχι αυτή της 15 Νισάν, διότι η ημέρα της αργίας επρόκειτο να αρχίσει και όχι να λήξει. Οι λέξεις «ἐπεὶ παρασκευὴ ἦν» σημαίνουν συγχρόνως προπαρασκευή του Σαββάτου (ως Παρασκευή) και προπαρασκευή της μεγάλης ημέρας του Πάσχα (ως παραμονή της 15 Νισάν).
Υπήρχε λοιπόν διπλή προπαρασκευή κατά την ημέρα εκείνη, διότι η επομένη ήταν συγχρόνως σάββατο εβδομάδας και μέγα Σάββατο δηλαδή η πρώτη ημέρα της γιορτής. Με τις λέξεις «ἐπεὶ παρασκευὴ ἦν» ο ευαγγελιστής υπενθυμίζει, ότι η ουσιώδης πράξη της προπαρασκευής δηλαδή ο σφαγιασμός του αμνού είχε γίνει στο ναό κατά τη στιγμή εκείνη και μετά από κάποιες ώρες άρχισε το πασχάλιο δείπνο (g).
(4)     «Λέει μεγάλη την ημέρα εκείνου του σαββάτου, διότι δεν είχε την ιερότητα μόνο ως σάββατο, αλλά επειδή σε αυτό έλαχε και η γιορτή των αζύμων· ήταν δηλαδή διπλή γιορτή. Αυτού του είδους τα σάββατα λοιπόν τα ονόμαζαν σάββατα σαββάτων, σαν να λέμε τίμια τιμίων, γιορτές γιορτών, για το διπλό της γιορτής» (Ζ).
(5)    «Παρακάλεσαν, ζήτησαν» (Ζ).
(6)    «Να συντριβούν τα σκέλη τους για να πεθάνουν γρηγορότερα» (Ζ). Υπήρχε στους Ρωμαίους η συνήθεια της σκελοκοπίας (crucifragium), με την οποία «προκαλούσαν, μέσω της αφόρητης πλέον κάκωσης, θερμότερη την έφοδο του θανάτου σε αυτούς που ήταν ήδη κουρασμένοι» (Κ).
Το μοιραίο ερχόταν πιθανώς με την αιφνίδια ένταση και υπερβολή του πόνου, τη στιγμή που ο πάσχων ήταν ήδη σε κατάσταση έσχατης εξάντλησης (ο). Οσοδήποτε όμως σκληρά και αν ήταν τα πλήγματα όταν δίνονταν σε υγιή και ισχυρό άνδρα, ήταν παρόλ’ αυτά ευεργετικά εάν συντελούσαν στο να επέλθει γρήγορα το τέλος του μαρτυρίου, το οποίο υφίστατο αυτός που αργά πέθαινε στο σταυρό (β).
(7)    Ίσως δεν σημαίνει μόνο την απόσπαση από το σταυρό, αλλά και τον εξαφανισμό. Για τον τελευταίο αυτόν ενδιαφέρονταν κυρίως οι Ιουδαίοι (g).

Ιω. 19,32  ἦλθον(1) οὖν(2) οἱ στρατιῶται(1), καὶ τοῦ μὲν πρώτου κατέαξαν τὰ σκέλη καὶ τοῦ ἄλλου(3) τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ(4)·
Ιω. 19,32  Ήλθαν πράγματι οι στρατιώται στον Γολγοθάν κατά διαταγήν του Πιλάτου και του μεν πρώτου ληστού έσπασαν τα σκέλη, όπως επίσης και του άλλου, που είχε σταυρωθή μαζί με τον Ιησού.
(1)    «Οι στρατιώτες που διατάχτηκαν αυτό από τον Πιλάτο» (Ζ). Η λέξη «ήλθαν» ερμηνεύεται φυσικότερα, εάν δεχτούμε ότι ανατέθηκε σε άλλους στρατιώτες το έργο της συντριβής των σκελών και όχι στους ίδιους, οι οποίοι είχαν διενεργήσει τη σταύρωση (g).
(2)    Ως συνέπεια των διαταγών του Πιλάτου που εκδόθηκαν από την προς αυτόν παράκληση των Ιουδαίων (ο)· «εκπληρώνοντας το αίτημα των Ιουδαίων» (Κ).
(3)    Άρα και του μετανοημένου ληστή. Πόνους συχνά δοκιμάζουν και αυτοί που επέστρεψαν και ίσο ποσό εξωτερικών σωματικών δεινών με τους κακούς (b).
Ο ένας από αυτούς τους ληστές είχε μετανοήσει και είχε λάβει από τον Χριστό βεβαίωση ότι μετά από λίγο θα ήταν μαζί του στον Παράδεισο. Και όμως πέθανε με τους ίδιους πόνους και με τον ίδιο οικτρό τρόπο, με τον οποίο και ο μη μετανοημένος ληστής. Πολλοί πηγαίνουν στον ουρανό, μολονότι έχουν αλυσίδες στα χέρια και πεθαίνουν με πίκρα και θλίψη. Οι σκληρές αγωνίες του θανάτου δεν εμποδίζουν τις ανείπωτες ανέσεις, οι οποίες αναμένουν τις άγιες ψυχές μετά θάνατον.
(4)    «Με τον