daskalosΕπαναλαμβάνοντας το περιεχόμενο προγενέστερης ανακοίνωσής μας, πληροφορούμε τους γονείς/ κηδεμόνες των μαθητών μας πως η βαθμολογία του Α’ τριμήνου θα δοθεί την Τρίτη 23 Δεκεμβρίου από τις 12.15 και μετά και σύμφωνα με τη διαθεσιμότητα των εκπαιδευτικών των τμημάτων. Κατά τις ίδιες ώρες μπορούν να προσέρχονται και οι γονείς/κηδεμόνες των τάξεων Α’ & Β’, για τις οποίες δεν προβλέπεται βαθμολογική αξιολόγηση των μαθητών, προκειμένου να ενημερωθούν περιγραφικά για την επίδοση των παιδιών/κηδεμονευομένων τους. Την ημέρα αυτή το ωρολόγιο πρόγραμμα του σχολείου θα τηρηθεί ως έχει, οι μετακινούμενοι μαθητές με το λεωφορείο θα αναχωρήσουν την καθορισμένη ώρα ενώ το ολοήμερο τμήμα  θα λειτουργήσει κανονικά.

Θεωρούμε χρήσιμο να παραθέσουμε ορισμένες επισημάνσεις από μια έρευνα που αφορά τη βαθμολογία στο δημοτικό σχολείο, ως ένα πρώτο υλικό μιας εκτενέστερης συζήτησης που επιδώκουμε να κάνουμε σε σχετική ενημερωτική συνάντηση κατά τη διάρκεια του Β΄ τριμήνου των μαθημάτων. Σύμφωνα, λοιπόν,  με τα συμπεράσματα της έρευνας:

Πολύ συχνά στη βιβλιογραφία οι βαθμοί του σχολείου χρησιμοποιούνται ως μεταβλητή που απεικονίζει αριθμητικά την ακαδημαϊκή επίδοση των μαθητών Επίσης, η πληροφόρηση των γονιών ή των άλλων δασκάλων ενός σχολείου σχετικά με την ακαδημαϊκή επίδοση των μαθητών έχει εμφανιστεί ως ένας από τους κύριους ρόλους της βαθμολόγησης.  Είναι όμως ο σχολικός βαθμός και μάλιστα στο Δημοτικό Σχολείο αποτύπωση μόνο της ακαδημαϊκής επίδοσης του μαθητή;

Το συμπέρασμα που συνάγεται από τη διεθνή και την περιορισμένη ελληνική βιβλιογραφία  σχετικά με το παραπάνω ερώτημα, δείχνει ότι ο βαθμός του μαθητή δεν αποτυπώνει μόνο την ακαδημαϊκή επίδοση του, αλλά επηρεάζεται και από μια σειρά άλλους παράγοντες που οι δάσκαλοι κρίνουν σημαντικούς.  Είναι χαρακτηριστικό ότι οι διεθνείς έρευνες καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα από τις αρχές του περασμένου αιώνα μέχρι σήμερα, παρόλη την αλλαγή των εκπαιδευτικών διαδικασιών και συστημάτων.

Η πρώτη ανάλυση των βαθμών του δείγματος δείχνει ότι ο γενικός μέσος όρος των βαθμολογιών όλων των τριμήνων των μαθητών του δείγματος είναι  πολύ ψηλός

H φυσική  αγωγή και η αισθητική αγωγή βαθμολογούνται με γενικά μεγαλύτερους βαθμούς με αποτέλεσμα να αυξάνουν τον μέσο όρο των βαθμολογιών. Αλλά και η βαθμολογία στα «ακαδημαϊκά» γνωστικά αντικείμενα διαφέρει και μάλιστα αρκετά.

Οι διαφορές των μέσων όρων των βαθμολογιών των διαφόρων μαθημάτων διαφέρουν μεταξύ τους στατιστικά σημαντικά.  Μετά την Αισθητική και τη Φυσική Αγωγή, τα μαθήματα με τους μεγαλύτερους βαθμούς, φαίνεται να ακολουθούν τα λεγόμενα «δευτερεύοντα» μαθήματα δηλ. τα Θρησκευτικά, η Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή, και η Ιστορία. Ακολουθούν τα γλωσσικά μαθήματα (ελληνικά και αγγλικά), και οι χαμηλότεροι βαθμοί φαίνεται να δίνονται στα λεγόμενα «θετικά» μαθήματα δηλαδή τη Γεωγραφία, τη Φυσική και τα Μαθηματικά. 

Ένα άλλο χαρακτηριστικό των βαθμών των δύο τελευταίων τάξεων του Δημοτικού σχολείου είναι η άνοδος της βαθμολογίας των μαθητών από τρίμηνο σε τρίμηνο.

 

Η βαθμολογία των μαθητών των δύο τελευταίων τάξεων του Δημοτικού αυξάνεται στατιστικά σημαντικά από τρίμηνο σε τρίμηνο. Αυτό που δεν είναι εμφανές είναι το γιατί συμβαίνει αυτό: Οφείλεται στην άνοδο της  επίδοσης του μαθητή, ή σε μια παράδοση που θέλει τους εκπαιδευτικούς να ανεβάζουν τους βαθμούς από τρίμηνο σε τρίμηνο ανεξάρτητα από την επίδοσή τους;

 Η τάση προς επιείκεια των δασκάλων έχει καταδειχθεί σε σειρά διεθνών ερευνών. Οι Έλληνες δάσκαλοι έχουν εμφανιστεί να δηλώνουν πρόθυμοι να βάλουν μεγαλύτερους βαθμούς από την επίδοση των μαθητών επηρεαζόμενοι από μια σειρά από χαρακτηριστικά των μαθητών που ποικίλουν από την εμφάνιση και τη συμπεριφορά τους μέχρι τα κίνητρα και τη νοημοσύνη τους  Αυτό που φάνηκε στην παρούσα μελέτη είναι ότι, εξαιτίας των παραπάνω λόγων, οι βαθμοί που δίνονται στο Δημοτικό Σχολείο είναι σχεδόν ισοπεδωτικά ψηλοί. Τόσο ψηλοί που τίθεται σε αμφισβήτηση η σκοπιμότητα ύπαρξής τους. Το να μπαίνουν τόσο ψηλοί βαθμοί σε σχεδόν όλους τους μαθητές, είναι αντίστοιχο του να μη μπαίνουν καθόλου βαθμοί, διότι ούτε τους γονείς πληροφορούν για τις ακαδημαϊκές ανάγκες και επιδόσεις των μαθητών τους, ούτε ως κίνητρο για τους μαθητές μπορεί να λειτουργήσουν, εφόσον εμφανίζονται σχεδόν άριστοι όλοι σε όλα.

Τα παραπάνω ισχύουν υποθέτοντας ότι οι βαθμολογίες είναι πλασματικές και δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική επίδοση των μαθητών.  Εάν οι βαθμολογίες είναι έστω και σε ένα βαθμό αντικειμενικές και οι επιδόσεις των μαθητών αντικειμενικά τόσο ψηλές, τότε τίθεται επιτακτικά θέμα αλλαγής των αναλυτικών προγραμμάτων προς το δυσκολότερο.

Τα παραπάνω αποτελούν τμήμα της έρευνας του Δ. Ζμπάινου με τίτλο «Βαθμολόγηση στο Δημοτικό Σχολείο: Τι μας δείχνουν οι Βαθμοί; Η περίπτωση της Δυτικής Αθήνας» που παρουσιάστηκε στο 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Παιδαγωγικής Εταιρείας Ελλάδος το 2002 με τίτλο «Ελληνική Παιδαγωγική και Εκπαιδευτική Έρευνα».