“Λύκε, λύκε είσαι εδώ;” “και βγάζω το καπέλο μου…”

Με αφορμή το παραμύθι  του Μάκη Τσίτα «και βγάζω το καπέλο μου…» από τις Εκδόσεις Κόκκινη Κλωστή Δεμένη ο Τσέστερ μας δίνει οδηγίες για νέα αποστολή. Αφού εντοπίσουμε τα 4 στοιχεία -πίνακες του Keith Haring- καλούνται να τους συνδέσουν σε μία δική τους ιστορία…

Αφού διαβάσουμε το παραμύθι φτιάχνουμε τους δικούς μας πίνακες…

Όταν την επομένη διαβάσαμε το “Λύκε, λύκε είσαι εδώ;” του Βασίλη Κουτσιαρή από τις εκδόσεις ΕΛΛΗΝΟΕΚΔΟΤΙΚΗ είχαμε τη διάθεση να διακωμωδήσουμε τους λύκους’ που μπορεί να συναντήσουμε στη ζωή μας…

…αλλά και τον φόβο που θα αισθανθούμε…

Αφού εκφράσουμε τους φόβους μας έτσι ώστε να μη γίνουν “Ένα πουλί στον ώμο μου” (της Σιμπίλ Ντελακρουά από τις εκδόσεις Κόκκινη Κλωστή Δεμένη)…

 

 

 

…σκεφτήκαμε πώς εμείς θα απαλύναμε τον φόβο κάποιου…

    

 

Η γη χορεύει…

…κι εμείς προετοιμαζόμαστε…

…παρατηρούμε ποια κτίρια μπορεί να κινδυνεύουν περισσότερο…

…πώς τα έπιπλα -εάν δεν λάβουμε τα μέτρα μας- μπορεί να μας τραυματίσουν…

…διαπιστώνουμε ποια είναι τα στρώματα της γης…

…τις πλάκες που κινούνται…

…το αποτυπώνουμε όπως μπορούμε…

…με τη βοήθεια του σεισμογράφου καταγράφουμε τις δονήσεις…

…και φυσικά έτοιμοι πλέον παίρνουμε μέρος στην άσκηση με επιτυχία – αυτή τη σκάλα για 1η φορά την κατεβήκαμε τελείως αθόρυβα … Για το λόγο αυτό λοιπόν έπρεπε να βραβευτούμε…

…και το αυγό δεν πήγε χαμένο. Ο Πίτσι και η Κι το ευχαριστήθηκαν!!!!!!!!

Όσο για τον Εγκέλαδο απομακρύνθηκε με την ουρά στα σκέλια…

 

 

 

 

Ο θυμωμένος Κνουτ

 

Ο Τσέστερ μας έφερε έναν φίλο του να γνωρίσουμε που λίγο μας προβλημάτισε, κάπως μας μπέρδεψε…

Είναι ένας άνθρωπος (Ι)

Είναι θυμωμένος, γιατί τα χέρια του είναι έτσι (Β)

Τα χέρια του είναι μπουνίτσες (Ι)

Είναι όπως όταν κάνουμε κακά (Β)  !!!!!

Το βρήκα, όπως όταν σφιγγόμαστε. Τι κάνει; Προσπαθεί να ρίξει μια μπουνιά;  (Χ)

Είναι κλόουν; (Ά)

Μήπως τον βλέπουμε από πίσω; … Μπορεί να έχει βάλει ανάποδα το παντελόνι του.(Ι)

Δεν έχει μάτια (Χ)

Έχει κοκκινίσει επειδή είναι θυμωμένος (Ι)

Διαπιστώνουμε πως η φιγούρα με το κόκκινο σύννεφο για κεφάλι είναι  “Ο θυμωμένος Κνουτ”της Έντιτ Σράιμπερ-Βίκε από τις εκδόσεις ΔΙΑΠΛΑΣΗ και σκεφτόμαστε πότε θυμώσαμε εμείς…

Αφού φουσκώσαμε μπαλόνια σαν να φουσκώνουμε από θυμό και ξεφουσκώσαμε αργά αργά παίρνοντας βαθιές ανάσες αλλά και γρήγορα με αποτέλεσμα τα μπαλόνια να εκτοξεύονται στην τάξη, είδαμε πως όταν μαζεύουμε το θυμό μέσα μας δε σκεφτόμαστε καθαρά, η σκέψη μας θολώνει και -όπως συνέβη με τον Κνουτ- πάνω στον θυμό μας μπορεί να πληγώσουμε κάποιον. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το ηφαίστειο που μπορεί να εντυπωσιάζει αλλά όταν εκρήγνυται οι συνέπειες είναι καταστροφικές…

 

Αποτυπώσαμε το πείραμα…

…κόψαμε για 1η φορά φέτος – και ναι! ξεπεράσαμε κάθε προσδοκία- και δημιουργήσαμε θυμωμένα πρόσωπα έτοιμα να εκραγούν…

…κι “Ο θυμωμένος Κνουτ” περιμένει να ακούσει προτάσεις για να ελέγχει τον θυμό του…

Σ’ ένα βάζο μέσα…

“Σ’ ένα βάζο μέσα” της Ντέμπορα Μαρσερό από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ – ένα βιβλίο για τη δύναμη των αναμνήσεων και τη μαγεία της φιλίας

Ο Λουέλιν και η Έβελιν μαζεύουν μέσα σε γυάλινα δοχεία εκπληκτικά πράγματα…«… πράγματα που είναι δύσκολο να τα κρατήσεις στα χέρια σου, όπως ουράνια τόξα, τον ήχο της θάλασσας, τον άνεμο ακριβώς πριν χιονίσει… » Εμείς…

Ο Τσέστερ στο βάζο της τάξης μας έφερε τη δική του ανάμνηση από το Σαββατοκύριακο επηρεασμένος από τον Λουέλιν.

«…Κι έτσι, όταν τα χρυσά φύλλα του φθινοπώρου άρχισαν ξανά να πέφτουν, ο Λουέλιν βάλθηκε να γεμίσει ένα βάζο για την Έβελιν…» 

Και με μερικά από τα φύλλα μας επέτρεψε να κάνουμε αποτυπώματα με τα χρώματα του Οκτώβρη…

Σε ένα μικρό βάζο αποφασίσαμε να πειραματιστούμε με λίγο λάδι, νερό, χρώμα ζαχαροπλαστικής (που μας θυμίζει τούρτα από τα γενέθλια της Κ) και μια …βιταμίνη(που τις έχουμε εύκαιρες για να μας θυμίζουν να προσέχουμε την υγεία μας μέρες που είναι)

Για να δούμε τι αναμνήσεις θα έρθουν την επόμενη εβδομάδα. Ο Τσέστερ περιμένει…

Τάτα;;

“Τάτα που είσαι; Έλα να παίξουμε!” Από το οπισθόφυλλο του … “Τάτα;;” (Ίρις Σαμαρτζή, εκδ. ΙΚΑΡΟΣ)

Η ηρωίδα, που την ονομάσαμε Ίριδα -όπως τη συγγραφέα- με τα κοντά κοτσιδάκια και τα μπλε λαστιχάκια, μας δείχνει το μικρό της σπίτι κι αμέσως μετά, στην απέναντι σελίδα, μας δείχνει το σπίτι όπου μένει η Τάτα, η καλύτερή της φίλη, κι αυτή με κοτσιδάκια δεμένα με λαστιχάκια κόκκινα. Η Ίριδα φαντάζεται έξω από το σπίτι της μία τραμπάλα, μία τσουλήθρα , ένα γύρω γύρω όλοι “μόνο για αυτήν και την Τάτα”. Και εμείς τα βάζουμε έξω από το σπίτι της. Φαντάζεται κι ένα δωμάτιο με τα αγαπημένα τους ζωάκια – και τα βάζουμε κι αυτά. Και όχι μόνο. Ό,τι φαντάζεται, το προσθέτουμε…

Κι όχι μόνο όσα φαντάζεται η Ίριδα αλλά κι αυτά που θα θέλαμε εμείς -δωμάτια με άλογα, μονόκερους  , ρούχα για μεταμφίεση, μπαλόνια, τραπεζάκια και μπαλκόνι για τον χυμό μας, στρατιωτάκια και δεινόσαυρους. Και κάθε φορά που συμπληρώνουμε ένα καινούριο φανταστικό δωμάτιο, το σπίτι της Τάτα όλο και το πάμε παραπέρα για να χωρέσουν αυτά που εμείς θέλουμε. Μέχρι που “Βγάλτο τελείως κυρία”(Αλ)

Και το βγάζουμε τελείως. Ώρα για παιχνίδι λοιπόν… με όλα αυτά τα εκπληκτικά δωμάτια με παιχνίδια που μάζεψε η Ίριδα θα περάσει τέλεια. Ή μήπως όχι; “Και τι να τα κάνει μόνη της; Αφού δεν έχει παρέα;”(Αρ)

Αφού προβληματιστήκαμε, αρχίσαμε να αφαιρούμε δωμάτια μέχρι που φτάσαμε στην αρχική εικόνα. Δύο σπίτια -αρκετά μακριά όμως το ένα από το άλλο. Πώς θα τα καταφέρουν οι δύο φίλες να παίξουν τώρα; Επιστρατεύσαμε σανίδες και τούβλα και φτιάξαμε μία γέφυρα ισορροπίας, την περπατήσαμε μέχρι που συναντηθήκαμε, σκορπίσαμε τα στεφάνια από την πόρτα του ενός σπιτιού στο άλλο και πηδήξαμε μέχρι να αγκαλιαστούμε. πήραμε και την σκάλα του Τσέστερ και την ‘ανεβήκαμε’ για να χαιρετηθούμε από ψηλά…

Σκεφτήκαμε σε ποιον θα θέλαμε να λέμε ‘καλημέρα’ όταν ανοίγουμε την πόρτα μας…

 

Και απαντήσαμε και στην ερώτηση -δοκιμασία του Τσέστερ για το τι μας κάνει τελικά δυνατούς…

 

Γιατί αυτό που έχει σημασία δεν είναι ένα συνεχές “θέλω”, μία διαρκής αναζήτηση του κάτι παραπάνω,  αλλά το μαζί, το ‘εμείς’, να περπατάμε δίπλα ο ένας στον άλλο, να μοιραζόμαστε… Για να μη φτάσουμε να φωνάξουμε “Τάτααα!Τάταααα! Πού είσαι; Πού πήγες;”

 

Εβδομάδα …γιγάντων

Ο Τσέστερ αυτή την εβδομάδα δε μας άφησε σε ησυχία. Μας έφερε έναν φίλο του από το Περαχώρι, εκεί κοντά στους Μελισσουργούς -το χωριό του παππού και της γιαγιάς της Ε.- τον γίγαντα να μας διηγηθεί την ιστορία του. Του συστηθήκαμε και μετά άρχισαν τα δύσκολα…

Μας έβαλε να γλιστρήσουμε πάνω σε φύλλα, αλλά και να περάσουμε ανάμεσα από …ηλεκτροφόρα καλώδια και να μαζέψουμε ο καθένας τη μπέρτα του που σκόρπισαν με τα φτερνίσματά του.

Ψαρέψαμε με τις μαγνητοπετονιές μας τις φωνούλες μας

Τηγανίσαμε καταπληκτικά αβγά μάτια με μπόλικο πιπέρι και τον ταΐσαμε με τη σπάτουλα προσέχοντας να μη γεμίσουμε λάδια την τάξη…

Κι εκεί που πιστεύαμε πως θα ξεκουραστούμε λίγο να σου μια μέρα με μια παλιά βαλίτσα με μπόλικη ιστορία…

Η βαλίτσα γεμάτη ταξιδιάρικους κύκλους μεγάλους και μικρούς όλων των χρωμάτων που ζητούν να μεταμορφωθούν…

 

 

 

«Ήταν ηλιοβασίλεμα, γύριζα στο σπίτι μου με το κουτί γεμάτο χρώματα αφού είχα καταπιαστεί με μια σπουδή, βυθισμένος ακόμη μέσα στα όνειρά μου και στην ανάμνηση της δουλειάς που είχα κάνει, όταν ξαφνικά είδα μια εικόνα εκπληκτικής ομορφιάς που έλαμπε ένα εσωτερικό φως. Έμεινα εμβρόντητος, κατόπιν πλησίασα την εικόνα – κρυπτογράφημα όπου δεν έβλεπα παρά σχήματα και χρώματα, και που το νόημά του έμενε ακατανόητο για μένα»…

 

Και ναι, τελικά χάρη στον Τσέστερ και τον γίγαντα μάθαμε για τον Wassily Kandinsky  και τους κύκλους του…

Ταξίδι ξεκινά…

Ανεβαίνουμε στα σύννεφα και το ταξίδι μας ξεκινά σε μέρη αγαπημένα.  Κι αν κάποια στιγμή μαυρίσει ο ο ουρανός και μυρίσει βροχούλα, γίνει μπόρα και εξελιχθεί σε καταιγίδα, φόβος δεν υπάρχει – θα βρέξει, η γη θα ξεδιψάσει, θα στεγνώσει  και τα συννεφάκια θα αρχίσουν πάλι να τρέχουν ελεύθερα, με χάρη σκορπίζοντας δροσιά…

Θα δούμε …

 

  

  

 

 

 

  

…και τη μαμά να κυνηγάει τη Μυρτώ

Moto μας για φέτος λοιπόν ο στίχος του Ελύτη “Θαυμάσια που τρέχει ο ουρανός αν κρίνεις απ’ τα σύννεφα…”

Γιώργος Σεφέρης, Μέρες (αποσπάσματα)

Αύγουστος [1936]. Αίγινα, οικία Φλώρου

[…]

Όσο προχωρεί ο καιρός και τα γεγονότα, ζω ολοένα με το εντονότερο συναίσθημα πως δεν είμαστε στην Ελλάδα, πως αυτό το κατασκεύασμα που τόσο σπουδαίοι και ποικίλοι απεικονίζουν καθημερινά δεν είναι ο τόπος μας αλλά ένας εφιάλτης με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα, γεμάτα μια πολύ βαριά νοσταλγία. Να νοσταλγείς τον τόπο σου, ζώντας στον τόπο σου, τίποτε δεν είναι πιο πικρό. Ωστόσο νομίζω πως αυτό το συναίσθημα, συνειδητό ή όχι — αδιάφορο, χαρακτηρίζει όσους από τους ανθρώπους μας των εκατό τόσων τελευταίων χρόνων αξίζει να τους λογαριάσει κανείς. Οι μεγάλοι κολυμπητάδες, που αγωνίστηκαν, όσο κρατούσαν τα μπράτσα τους, να φτάσουν και να ιδούνε από πιο κοντά αυτό το σκληρό νησί του Αιόλου, την άλλη Ελλάδα. [Όλοι τους βούλιαξαν…]

[πηγή: Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Γ΄. 16 Απρίλη 1934 – 14 Δεκέμβρη 1940, Ίκαρος, Αθήνα 1984, σ. 33]

 

Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου [1938]. Αθήνα

Ο τόπος αυτός που μας πληγώνει, που μας εξευτελίζει.

Η Ελλάδα γίνεται δευτερεύουσα υπόθεση, όταν συλλογίζεται κανείς τον Ελληνισμό. Ό,τι από την Ελλάδα μ’ εμποδίζει να σκεφτώ τον Ελληνισμό, ας καταστραφεί.

Αν ήταν δίκαιο να μεγαλώσει ο τόπος αυτός, δεν ήταν για να έχουμε περισσότερους βουλευτές, νομάρχες ή χωροφύλακες· ήταν για να μπορέσει ν’ αναπτυχθεί σε μια γωνιά της γης ο Ελληνισμός — αυτή η ιδέα της ανθρώπινης αξιοσύνης και της ελευθερίας, όχι αυτή η αρχαιολογική ιδέα.

Δεν πιστεύω σ’ αυτούς τους ανθρώπους που φλυαρούν, ή στους άλλους που δεν ξέρουν τί κάνουν· δεν εννοώ να βουλιάξω μέσα στην απερίγραπτη μιζέρια των χαρακτήρων — πιστεύω σε δυο-τρεις ιδέες που προχωρούν, και τώρα ακόμη, ύστερ’ από χιλιάδες χρόνια, σ’ αυτή τη γλώσσα.

Γι’ αυτές τις δυο-τρεις ιδέες που πρέπει να ζήσουν εδώ, και μονάχα εδώ θα μπορούσαν να ζήσουν καθώς τις σκέπτομαι, υπομένω αυτή την αθλιότητα.

[πηγή: Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Γ΄. 16 Απρίλη 1934 – 14 Δεκέμβρη 1940, Ίκαρος, Αθήνα 1984, σ. 95]

 

ΠΗΓΗ: http://photodentro.edu.gr/v/item/ds/8521/10061

‘An ode to living on Earth’ του Oliver Jeffers

Hello. I’m sure by the time I get to end of this sentence, given how I talk, you’ll all have figured out that I’m from a place called planet Earth. Earth is pretty great. It’s home to us. And germs. Those [blip] take a back seat for the time being, because believe it or not, they’re not the only thing going on.

This planet is also home to cars, brussels sprouts; those weird fish things that have their own headlights; art, fire, fire extinguishers, laws, pigeons, bottles of beer, lemons and light bulbs; Pinot noir and paracetamol; ghosts, mosquitoes, flamingos, flowers, the ukulele, elevators and cats, cat videos, the internet; iron beams, buildings and batteries, all ingenuity and bright ideas, all known life … and a whole bunch of other stuff. Pretty much everything we know and ever heard of. It’s my favorite place, actually. This small orb, floating in a cold and lonely part of the cosmos. Oh, the accent is from Belfast, by the way, which is … here. Roughly.

You may think you know this planet Earth, as you’re from here. But chances are, you probably haven’t thought about the basics in a while. I thought I knew it. Thought I was an expert, even. Until, that is, I had to explain the entire place, and how it’s supposed to work, to someone who had never been here before. Now what you might think, although my dad always did say the sure sign of intelligent life out there is that they haven’t bothered trying to contact us. It was actually my newborn son I was trying to explain things to. We’d never been parents before, my wife and I, and so treated him like most guests when he arrived home for the first time, by giving him the tour. This is where you live, son. This room is where we make food at. This is the room we keep our collection of chairs, and so on. It’s refreshing, explaining how our planet works to a zero-year-old. But after the laughs, and once the magnitude that new humans know absolutely nothing settles on you and how little you know either, explaining the whole planet becomes quite intimidating. But I tried anyway.

As I walked around those first few weeks, narrating the world as I saw it, I began to take notes of the ridiculous things I was saying. The notes slowly morphed into a letter intended for my son once he learned to read. And that letter became a book about the basic principles of what it is to be a human living on Earth in the 21st century. Some things are really obvious. Like, the planet is made of two parts: land and sea. Some less obvious until you think about them. Like, time. Things can sometimes move slowly here on Earth. But more often, they move quickly. So use your time well, it will be gone before you know it. Or people. People come in all different shapes, sizes and colors. We may all look different, act different and sound different, but don’t be fooled. We are all people.

It doesn’t skip me that of all the places in the universe, people only live on Earth, can only live on Earth. And even then, only on some of the dry bits. There’s only a very small part of the surface of our planet that is actually habitable to human life, and squeezed in here is where all of us live. It’s easy to forget when you’re up close to the dirt, the rocks, the foliage, the concrete of our lands, just how limited the room for maneuvering is. From a set of eyes close to the ground, the horizon feels like it goes forever. After all, it’s not an every-day ritual to consider where we are on the ball of our planet and where that ball is in space.

I didn’t want to tell my son the same story of countries that we were told where I was growing up in Northern Ireland. That we were from just a small parish, which ignores life outside its immediate concerns. I wanted to try to feel what it was like to see our planet as one system, as a single object, hanging in space. To do this, I would need to switch from flat drawings for books to 3D sculpture for the street, and I’d need almost 200 feet, a New York City block, to build a large-scale model of the moon, the Earth and us.

This project managed to take place on New York City’s High Line park last winter, on the 50th anniversary of Apollo 11’s mission around the Moon. After its installation, I was able to put on a space helmet with my son and launch, like Apollo 11 did half a century ago, towards the Moon. We circled around and looked back at us. What I felt was how lonely it was there in the dark. And I was just pretending. The Moon is the only object even remotely close to us. And at the scale of this project, where our planet was 10 feet in diameter, Mars, the next planet, will be the size of a yoga ball and a couple of miles away.

Although borders are not visible from space, on my sculpture, every single border was drawn in. But rather than writing the country names on the carved-up land, I wrote over and over again, “people live here, people live here.” “People live here.” And off on the Moon, it was written, “No one lives here.” Often, the obvious things aren’t all that obvious until you think about them.

Seeing anything from a vast enough distance changes everything, as many astronauts have experienced. And human eyes have only ever seen our Earth from as far as the Moon, really. It’s quite a ways further before we get to the edges of our own Solar System. And even out to other stars, to the constellations. There is actually only one point in the entire cosmos that is present in all constellations of stars, and that presence is here, planet Earth. Those pictures we have made up for the clusters of stars only make sense from this point of view down here. Their stories only make sense here on Earth. And only something to us. To people. We are creatures of stories. We are the stories we tell, we’re the stories we’re told.

Consider briefly the story of human civilization on Earth. It tells of the ingenuity, elegance, generous and nurturing nature of a species that is also self-focused, vulnerable and defiantly protective. We, the people, shield the flame of our existence from the raw, vast elements outside our control, the great beyond. Yet it is always to the flame we look. “For all we know,” when said as a statement, it means the sum total of all knowledge. But when said another way, “for all we know,” it means that we do not know at all. This is the beautiful, fragile drama of civilization. We are the actors and spectators of a cosmic play that means the world to us here, but means nothing anywhere else. Possibly not even that much down here, either.

If we truly thought about our relationship with our boat, with our Earth, it might be more of a story of ignorance and greed. As is the case with Fausto, a man who believed he owned everything and set out to survey what was his. He easily claims ownership of a flower, a sheep, a tree and a field. The lake and the mountain prove harder to conquer, but they, too, surrender. It is in trying to own the open sea where his greed proves his undoing, when, in a fit of arrogance, he climbs overboard to show that sea who is boss. But he does not understand, slips beneath the waves, sinks to the bottom. The sea was sad for him but carried on being the sea. As do all the other objects of his ownership, for the fate of Fausto does not matter to them.

For all the importance in the cosmos we believe we hold, we’d have nothing if not for this Earth. While it would keep happily spinning, obliviously without us.

On this planet, there are people. We have gone about our days, sometimes we look up and out, mostly we look down and in. Looking up and by drawing lines between the lights in the sky, we’ve attempted to make sense out of chaos. Looking down, we’ve drawn lines across the land to know where we belong and where we don’t. We do mostly forget that these lines that connect the stars and those lines that divide the land live only in our heads. They, too, are stories. We carry out our everyday routines and rituals according to the stories we most believe in, and these days, the story is changing as we write it.

There is a lot of fear in this current story, and until recently, the stories that seemed to have the most power are those of bitterness, of how it had all gone wrong for us individually and collectively. It has been inspiring to watch how the best comes from the worst. How people are waking up in this time of global reckoning to the realization that our connections with each other are some of the most important things we have.

But stepping back. For all we’ve had to lament, we spend very little time relishing the single biggest thing that has ever gone right for us. That we are here in the first place, that we are alive at all. That we are still alive. A million and a half years after finding a box of matches, we haven’t totally burned the house down. Yet. The chances of being here are infinitesimal. Yet here we are. Perils and all.

There have never been more people living on Earth. Using more stuff. And it’s become obvious that many of the old systems we invented for ourselves are obsolete. And we have to build new ones. If it wasn’t germs, our collective fire might suffocate us before long. As we watch the wheels of industry grind to a halt, the machinery of progress become silent, we have the wildest of opportunities to hit the reset button. To take a different path.

Here we are on Earth. And life on Earth is a wonderful thing. It looks big, this Earth, but there are lots of us on here. Seven and a half billion at last count, with more showing up every day. Even so, there is still enough for everyone, if we all share a little. So please, be kind.

When you think of it another way, if Earth is the only place where people live, it’s actually the least lonely place in the universe. There are plenty of people to be loved by and plenty of people to love. We need each other. We know that now, more than ever.

Good night.

ΠΗΓΗ: https://ted2srt.org/talks/oliver_jeffers_an_ode_to_living_on_earth

 

Ο Oliver Jeffers είναι ζωγράφος, σκηνοθέτης, εικαστικός, εικονογράφος και συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Είναι ο δημιουργός των, μεταξύ άλλων, παραμυθιών – έργων τέχνης  όπως: “Πιγκουίνος χάθηκε, πιγκουίνοςβρέθηκε ” εκδ. Ίκαρος -Αθήνα, 2014, “Πετάνε οι πιγκουίνοι;” εκδ. Ίκαρος- Αθήνα, 2015, “Η τύχη του Φάουστο” εκδ. Ίκαρος -Αθήνα, 2020, “Εσύ κι εγώ “εκδ. Ίκαρος – Αθήνα, 2021.

Ένα από τα σπουδαιότερα μηνύματα που επιδιώκει να περάσει είναι η σημασία που έχει η φροντίδα του πλανήτη μας. Πέρυσι με αφορμή τις καταστροφικές φωτιές στην Αυστραλία δημοσιοποίησε ένα κείμενο που συνοδευόταν από την ακόλουθη εικόνα…

“Australia is on fire. Along the south east coast, Queensland, South Australia, Kangaroo Island and Tasmania. Today in Melbourne it’s been raining and there is a smoke haze from the Tasmanian fires. We’re so fortunate so far In Melbourne, but it’s a daily reminder of what’s happening on this vast continent.

Every day since this tragedy began there is news of the wonderful and courageous first responders battling the blazes; of people helping in whatever way they can whether donations, evacuating wildlife, giving time and goods generously, offering homes to those now without one.

It’s a national emergency. But also, it’s a global emergency. And people around the world have recognised this and the response has been amazing. Disasters such as this don’t have boundaries. Ash and smoke is reaching New Zealand. Climate induced disasters are about the state of the planet, not simply one country. And it’s a horrific sign of what’s to come if this emergency isn’t addressed. … Peace and love to everyone.”

ΠΗΓΗ: https://www.angela-jooste.com/blog/2020/1/5/our-house-is-on-fire

There’s a Hole in My Sidewalk: The Romance of Self-Discovery

There’s a Hole in My Sidewalk: The Romance of Self-Discovery της Portia Nelson

Chapter I
I walk down the street.
There is a deep hole in the sidewalk.
I fall in.
I am lost … I am helpless.
It isn’t my fault.
It takes me forever to find a way out.

Chapter II
I walk down the same street.
There is a deep hole in the sidewalk.
I pretend I don’t see it.
I fall in again.
I can’t believe I am in the same place.
But it isn’t my fault.
It still takes a long time to get out.

Chapter III
I walk down the same street.
There is a deep hole in the sidewalk.
I see it is there.
I still fall in … it’s a habit.
My eyes are open.
I know where I am.
It is my fault.
I get out immediately.

Chapter IV
I walk down the same street.
There is a deep hole in the sidewalk.
I walk around it.

Chapter V
I walk down another street.

ΠΗΓΗ: https://www.goodreads.com/quotes/95085-i-walk-down-the-street-there-is-a-deep-hole

Στη ζωή μας θα πέσουμε σε αρκετές λακκούβες που θα μας δυσκολέψουν, θα μας καθυστερήσουν, θα μας απογοητεύσουν, θα μας θυμώσουν. Μαθαίνουμε όμως από τα λάθη μας και στην πορεία ή θα τις αποφύγουμε ή θα αλλάξουμε τελείως διαδρομή.

Βέβαια, κάποιοι άνθρωποι- λακκούβες θα επιμένουν να εμφανίζονται μπροστά μας. Δεν είναι απαραίτητα δικό μας λάθος-ίσως είναι η δική τους ανηθικότητα. Τότε απλά τους κοιτάζουμε κατάματα και συνεχίζουμε με το κεφάλι ψηλά. Σε μια τέτοια περίπτωση μου έρχεται στο νου και σιγοψιθυρίζω το γνωστό τραγούδι “Χαιρετίσματα λοιπόν στην εξουσία, εγώ κρατάω την ουσία κι ονειρεύομαι… “

“Μεγαλώνω τη γιαγιά μου”

“ΜΕΓΑΛΩΝΩ τη γιαγιά μου” του Βαγγέλη Ηλιόπουλου από τη ΝΟΜΙΚΗ ΠΑΙΔΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Η ιστορία αρχίζει με τον μικρό ήρωα -εμείς τον ονομάσαμε Αλέξανδρο- να είναι στο πάρκο με τη γιαγιά του – τη γιαγιά Μαρίνα. Οι γονείς του δουλεύουν για το λόγο αυτό τον προσέχει η γιαγιά…

Η ιστορία τελειώνει με τον “Αλέξανδρο” να είναι μεγάλος πια και να πηγαίνει αυτός στο πάρκο τη γιαγιά του…

Η γέφυρα στο πάρκο στην πρώτη σελίδα θα γίνει για εμάς η ίδια η ζωή…

 

 

Ένα βιβλίο για τον κύκλο της ζωής δοσμένο με τρυφερότητα και γλυκύτητα. Σε συνδυασμό και με το βιβλίο της Irena Trevisan “Η καρδιά του παππού” από τον εκδοτικό οίκο ΤΖΙΑΜΠΙΡΗΣ ΠΥΡΑΜΙΔΑ – που διαβάσαμε την επομένη- έγινε πολύ εύκολα και αβίαστα κατανοητό το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση μέχρι την απόκτηση ενός νέου εγγονού. Η εικονογράφηση βοήθησε να ‘στήσουν’ μόνα τους την ιστορία για να τελειώσει με τον Π…. να λέει “Την έζησε όλη τη ζωή του” και τον Γ… να προσθέτει “Ξεκίνησε παιδάκι κι έγινε παππούς να λέει ιστορίες στο δικό του εγγονό”

“Μια ξεχωριστή Κυριακή”

 

“Μια ξεχωριστή Κυριακή” της Έφης Λαδά από τις εκδόσεις Διόπτρα

Πριν την ανάγνωση, τα παιδιά παρατηρούν και σχολιάζουν 2 εικόνες. Βρίσκουν το κοινό στοιχείο που τις συνδέει, αναπαριστούν με το σώμα τους τη στάση της πρωταγωνίστριας και ‘μπαίνουν’ στη θέση της.Ποιες είναι οι σκέψεις της;

                          

 

 

 

 

 

 

 

 

Κατόπιν σκέφτονται -με τη βοήθεια όσων είχαμε συζητήσει- γιατί η Κυριακή που θα διαβάσουμε είναι ξεχωριστή…

Είναι ξεχωριστή, γιατί ενωνόμαστε με κάποιους που αγαπάμε. (Δ…)

Είναι ξεχωριστή, γιατί αν μια καρδιά ράγισε μπορεί να γίνει καλά (Γ….)

«…Την Κυριακή αργά το βράδυ… το σόι από τις σταγόνες της βροχής συνέχιζαν την τσουλήθρα στο παράθυρο της Σοφίας. Δεν μπορούσαν ποτέ να φανταστούν πόσο βοήθησαν τη Σοφία να καταλάβει πως οι άνθρωποι γίνονται χαρούμενοι, όταν με την αγάπη μας διακόπτουμε τη μοναξιά τους» 

Έτσι τελειώνει το βιβλίο. Ήταν τόσο εύκολο να βρουν πότε οι άνθρωποι γίνονται χαρούμενοι, που συμπλήρωσαν μόνα τους τα λόγια της ιστορίας. Και η Ε… πρόσθεσε πως κάθε μέρα κάνει τη γιαγιά της χαρούμενη -τώρα που πέθανε και ο παππούς- γιατί της διακόπτει συνέχεια τη μοναξιά της…

 

“Ο αόρατος Τονίνο”

“Ο αόρατος Τονίνο” του Τζάνι Ροντάρι από τις εκδόσεις ΚΑΛΕΝΤΗΣ

Διαβάζοντας τον τίτλο, αρχικά θυμήθηκα “Το αόρατο αγόρι”της Trudy Ludwig, στο οποίο ο Τομ – το αγόρι της ιστορίας- είναι διάφανος, σαν αόρατος, και σιγά σιγά, όταν γίνεται φίλος με τον Λιν, αλλάζει χρώμα, αφού σταμάτησε να βλέπει τον εαυτό του ως αόρατο κι απέκτησε αυτοπεποίθηση δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο πως τα πιο εσωστρεφή παιδιά μπορούν κι αυτά να ξεχωρίσουν, αρκεί ν’ αρχίσουμε ν’ αποδεχόμαστε όλες τις προσωπικότητες γύρω μας.

Όμως, η πρόθεση του Ροντάρι ήταν διαφορετική. Ο ήρωάς του, ο Τονίνο, πηγαίνει σχολείο αδιάβαστος. Φοβάται μήπως τον εξετάσει ο δάσκαλός του και μέσα του εύχεται να γίνει αόρατος. Ο δάσκαλος παίρνει παρουσίες και… ο Τονίνο ούτε φαίνεται, ούτε ακούγεται. Η πιο μεγάλη του επιθυμία γίνεται πραγματικότητα. Επιτέλους, γίνεται αόρατος!  Μπορεί να κάνει ό,τι θέλει και κανείς να μην τον καταλαβαίνει.
Κάνει βόλτες στην τάξη, αναποδογυρίζει τα μελανοδοχεία, τραβάει τα μαλλιά των συμμαθητών του που κατηγορούν ο ένας τον άλλο, κάνει σκανταλιές… χωρίς να υπάρχουν συνέπειες! Τέλεια…θα μπει στο τρόλεϊ -χωρίς να πληρώσει….εισιτήριο- σηκώνοντας στον αέρα την τσάντα της κυρίας που κάθισε ….επάνω του, θα φάει όσα γλυκά τραβάει η ψυχή του και θα απολαύσει τον καυγά ανάμεσα στην ιδιοκτήτρια και τον πελάτη που κατηγορείται πως έκλεψε τα γλυκά της. Ο ενθουσιασμός τον συνεπαίρνει – από όπου περνά, δημιουργεί αναστάτωση.
Φυσικά του δίνουμε και ιδέες, όπως…

…αλλά και να μπει στο ψυγείο και να φάει όλα τα γλυκά, να πάει στην παιδική χαρά και να σπρώχνει τα παιδιά, να παίζει τυφλόμυγα με τη μαμά και τον μπαμπά, να πάει  στο jumbo και να πάρει όλα τα παιχνίδια, να παρακολουθήσει τι γίνεται στη διπλανή τάξη, να βάψει τα νύχια της Έλενας χωρίς αυτή να το καταλάβει…

Κάποια στιγμή όμως θα συνειδητοποιήσει πως τώρα που κανείς δεν τον βλέπει, πώς είναι δυνατό να γελάει με τους φίλους του ή να χαίρεται τις αγκαλιές της μητέρας του ή ακόμη και το κατσάδιασμα του μπαμπά;

Ώσπου συναντά έναν ηλικιωμένο κύριο, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν τον είχε δει ποτέ- όχι γιατί ήταν αόρατος- ‘διάφανος’, ‘άχρωμος’, ‘σαν καθρέπτης’ – αλλά γιατί ίσως ‘δεν τον έβλεπαν με το καλό το μάτι’ (Θ…) …

Τι πιο ταιριαστό από την εισαγωγή του βιβλίου του Ralph Ellison “ΑΟΡΑΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ” (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ):

‘Είμαι ένας αόρατος άνθρωπος. Όχι δεν είναι ένας όπως όλοι εκείνοι που στοίχειωσαν το Εντγκαρ Αλλαν Πόε. Ούτε είμαι ένα από εκείνα αυτά Χολιγουντιανά εκτοπλάσματα. Είμαι ένας άνθρωπος με υπόσταση, με σάρκα και κόκαλα-και μπορώ να πω ότι έχω και μυαλό. Το καταλαβαίνεις; Είμαι αόρατος επειδή πολύ απλά κάποιοι άνθρωποι αρνούνται να με δουν.

“Μαμά” ΙΙ

Κάποιες  εικόνες του βιβλίου αποτέλεσαν αφορμή για να εκφράσουν τα παιδιά τις δικές τους σκέψεις και να τις συμπληρώσουν …

 

 

 

 

 

…ενώ το κείμενο στην αρχή του βιβλίου έγινε ο θησαυρός που θα ανακαλύψει η μαμά μόλις ανοίξει το τσαντάκι που της φτιάξαμε…

“Μαμά”

“Μαμά” των Ελέν Ντελφόρζ & Κεντέν Γκρεμπάν από τις εκδόσεις ΦΟΥΡΦΟΥΡΙ

«Μαμά.

Μια μοναδική λέξη, μια παγκόσμια λέξη.

Μια λέξη συνώνυμη με την αγάπη, την τρυφερότητα, την ανάγκη, την ελπίδα, αλλά και μερικές φορές με την έλλειψη και την απουσία.

Υπάρχουν στον κόσμο τόσο πολλές μητέρες, τόσο διαφορετικές, καθεμία για ένα παιδί που γεννιέται.

Όμως όταν μια μαμά κρατάει στην αγκαλιά της το μωρό της, η εικόνα είναι πάντα η ίδια.»

Ένα βιβλίο με στιγμιότυπα αυτού που αποκαλούμε μητρότητα.

Γυρίζεις σελίδα και κάθε φορά αντικρίζεις μία διαφορετική εικόνα που φωτίζει την έννοια της μητρότητας από μία άλλη πλευρά. Κάθε εικόνα ‘σκαρώνει’ ολόκληρη ιστορία στο μυαλό, κάτι θυμίζει, προκαλεί ένα σκίρτημα, ένα χαμόγελο. Ναι, κάποτε το έχεις ζήσει κι εσύ. Ναι κι εσύ ένιωσες έτσι κάποια φορά. Κι έρχεται το κείμενο που συμπληρώνει την εικόνα να στο επιβεβαιώσει.

Συγκρατώ δύο που εκφράζουν αυτό που κάθε μητέρα αισθάνεται…

«Η μαμά έλεγε:

“Όταν κρυώνεις, κρυώνω”.

Έτσι είναι.

Ή μάλλον όχι.

“Όταν κρυώνεις, ξεπαγιάζω.”

«Θησαυρέ μου,

ακριβέ μου,

πολύτιμε μικρέ μου.

Μείνε μέσα στα ζεστά τείχη των χεριών μου.

Άσε με να είμαι, λίγα χρόνια ακόμη,

τείχος στη σκληρότητα του κόσμου.»

Αλλά αυτή η εικόνα που ‘μίλησε’ κατευθείαν κι έκανε χιλιάδες στιγμιότυπα να περάσουν σαν ταινία από το μυαλό ήταν αυτή.

Πόσες ώρες την ημέρα, πόσες μέρες την εβδομάδα σε ένα αυτοκίνητο… Να κοιτάζω το πίσω κάθισμα μέσα από τον καθρέφτη και να τραγουδάω –έστω και παράφωνα, να γκρινιάζω γιατί πάλι θα αργήσουμε ή δε θα βρω να παρκάρω, να ‘παίζουμε’ τι αρχίζει από /κ/, /μ/…, να ακούω το μάθημα της ιστορίας, να λέμε την προπαίδεια, να θυμόμαστε τους χρόνους των ρημάτων και να υπενθυμίζω πώς να βρίσκει τι επίρρημα είναι κάθε φορά, να λέμε τι έγινε στο σχολείο, τι έκανε ο τάδε και η δείνα,  να ψάχνω να βρω που έβαλα την μπανάνα για μετά την προπόνηση, να κάνουμε το γύρο της λίμνης για να περάσει η κρίση πανικού…

Και τώρα που όλα αυτά έχουν περάσει, είναι ανακουφιστικό να συνειδητοποιώ πως ενώ τότε πολύ συχνά σκεφτόμουν «Μα τι κάνω; Πάλι θα χάσω τόση ώρα από το πλύσιμο, το μαγείρεμα, την ξεκούραση:» τελικά δεν την έχασα καθόλου …

 

“ΕΧΕΙΣ ΛΙΓΟ ΧΡΟΝΟ;”…

“ΕΧΕΙΣ ΛΙΓΟ ΧΡΟΝΟ;” της Σοφίας Δάρτζαλη από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

Μετά τον εμβολιασμό για την ανοσία αναζήτησα και το φάρμακο για την α-νοησία – τι άλλο από παιδική λογοτεχνία; Και νομίζω πως πριν ακόμη το ξεφυλλίσω -παρά μόνο από το οπισθόφυλλο- με είχε ήδη πείσει…

“Τα ρολόγια συνήθως μετρούν τον χρόνο. Αυτή είναι η δουλειά τους. Κάποια ρολόγια κάποτε είχαν μέσα κι έναν κούκο, ένα μηχανικό πουλί που ανακοίνωνε κάθε ώρα που άλλαζε. Ένα τέτοιο ρολόι-κούκο θα χαρίσει ο παππούς στον εγγονό του, κι ο κούκος θα γίνει ο καλύτερός του φίλος. Ο μικρός μεγαλώνει, κι ο κούκος τον παρατηρεί, τον επαινεί, τον συμβουλεύει. 
Μοιράζεται μαζί του τις χαρές, τις λύπες – τις στιγμές του όλες. 
Μέχρι που καταλαβαίνει τον πραγματικό του ρόλο: να μετρά τον χρόνο. Κι όταν θελήσει να σταματήσει να μετρά, άραγε ο χρόνος θα υπακούσει; Μια ιστορία γεμάτη στιγμές, λεπτά, ώρες και χρόνια, πολλά κούκου, αγάπη, τέλος και αρχή, αλλά κυρίως συνέχεια.”

Ένα ρολόι – κούκος δίνεται δώρο σε ένα νεογέννητο μωρό. Κι αυτό αρχίζει και μετράει τα δευτερόλεπτα, τα λεπτά, τις ώρες και τις μέρες, ενώ το μωρό γίνεται αγόρι και το αγόρι άντρας.  Ο κούκος είναι πάντα η συντροφιά του- περιμένει και νιώθει. Και γίνεται το “κούκου” άλλοτε τραγούδι κι άλλοτε παρηγοριά. “Κούκου. Είμαι εδώ”

Κάποια στιγμή όμως ο κούκος θα τρομάξει. “Γιατί όσο μετρούσε, τόσο ο φίλος του, ο δικός του άνθρωπος, μίκραινε. Όσο μετρούσε τον χρόνο του, εκείνος λιγόστευε”
Κι αποφασίζει να φύγει. Μήπως και καταφέρει να σταματήσει τον χρόνο για το αγαπημένο του αγόρι…
Μπορεί ο χρόνος να τελειώνει, υπάρχει όμως κάτι που που παραμένει κι επιστρέφει σε εκείνους που μένουν πίσω να θυμούνται – τι άλλο από την αγάπη…

Έτσι ο κούκος θα έχει πάλι δρόμο μπροστά του και ..πολύ χρόνο ακόμη…

Βαθιά συγκινησιακό μιλά για την αξία των πραγμάτων και στη δεδομένη χρονική στιγμή ‘απάντησε’ σε αυτό που με ταλάνιζε τις τελευταίες μέρες. Δεν μπορεί συνέχεια να λέμε ή να συμπεριφερόμαστε σα να υπάρχει χρόνος ή να περιμένουμε την επόμενη φορά, γιατί μπορεί να είναι αργά.

 

 

 

 

“Είσαι ένα θαύμα”

                                                             “Είσαι ένα θαύμα” της R.J. Palacio από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος

Ο μικρός Όγκι ακούει συνεχώς από τη μαμά του πως είναι ένα θαύμα. Ξέρει πως δεν είναι συνηθισμένος εξαιτίας της δυσμορφίας του. παρόλα αυτά δεν αισθάνεται πως αυτή τον εμποδίζει να ασχολείται με ό,τι και τα υπόλοιπα παιδιά. Άλλωστε η φωνή της μαμάς του τον ακολουθεί ακόμη κι όταν η λύπη τον βαραίνει. Σχόλια αγενή, πειράγματα, γελάκια, αποδοκιμαστικά βλέμματα τον κάνουν να αισθάνεται όλο και πιο πολύ την ανάγκη να ‘κρυφτεί’ μέσα στο κράνος του που τον βοηθά να ταξιδέψει μακριά και να βλέπει τη γη από ψηλά- αυτή τη γη με τα εκατομμύρια διαφορετικούς ανθρώπους, που όμως όλους τους χωρά.

Κι αφού δεν μπορεί να αλλάξει ο ίδιος, θα έπρεπε ίσως να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο οι άλλοι τον βλέπουν. Έστω κι ένας να καταφέρει   να δει πέρα από την εξωτερική εμφάνιση, θα είναι για αυτόν μία μεγάλη νίκη.

Ένα μικρό διαμάντι που υμνεί την αποδοχή με κείμενο απλό και σύντομο αλλά με μία εικονογράφηση που ‘φωνάζει’ …

Η σημερινή επιλογή του “Είσαι ένα θαύμα” ακολούθησε το χθεσινό “Μια λαμπρή ιδέα” (της MOHAMMADI NARJES  από τις εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ). Κι εδώ ο ήρωας θέλησε να κρυφτεί μέσα σε μία μάσκα που τον κάλυπτε σαν κράνος.

Νομίζω πως αυτές οι δύο επιλογές δεν είναι τυχαίες. Έπειτα από 13 αλλόκοτους μήνες – που νόμιζες πως σε όλους θα έβγαινε ο καλύτερος εαυτός- διαπιστώνεις πως το μόνο που αποκαλύπτεται συνεχώς είναι ο χειρότερος. Και θέλεις να κρυφτείς (???) από όλους αυτούς που έχουν άποψη για όλα κι όχι απλά την πιστεύουν αλλά επιθυμούν να την επιβάλλουν ακόμη κι αν χρειάζεται να σπιλώσουν. Ή θέλεις να κρύψεις (???) τον θυμό που πλέον σε κατακλύζει;

Σε μια περίοδο -που θέλοντας και μη- θα ανοίξεις την τηλεόραση και το μόνο που βλέπεις και  ακούς είναι ανθρώπους να επιτίθενται σε άλλους ανθρώπους με ιδιαίτερα προσβλητικό τρόπο και λέξεις που πραγματικά είναι άσχημες και πληγώνουν, αναρωτιέσαι αν πράγματι είναι αυτό η αντανάκλασή μας και η μικρογραφία μας. Και εάν ναι, τότε είναι …τρομακτικό. Για αυτό ας διαβάσουμε…παραμύθια μήπως και αφυπνιστούμε.