Από το Δημοτικό στα… βάσανα του Ιντερνετ

Δίνοντας ψευδή στοιχεία, όλο και περισσότεροι μαθητές Δημοτικού δημιουργούν προφίλ στα social media
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  www.tovima.gr
Από το Δημοτικό στα… βάσανα του Ιντερνετ

Η διαδικτυακή αυτοδιάθεση της νέας γενιάς Ελλήνων προχωρά με ρυθμούς τόσο ταχείς που οι γονείς αδυνατούν να τους παρακολουθήσουν. Αποτέλεσμα; Στις (μέχρι πρότινος) αθώες ηλικίες του Δημοτικού τα παιδιά χρησιμοποιούν πλέον μαζικά το διαδίκτυο, συχνά χωρίς την έγκριση των γονέων τους ή ακόμα και από ίντερνετ καφέ. Ενα σημαντικό ποσοστό εξ αυτών μάλιστα δημιουργούν προφίλ σε ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης δίνοντας ψεύτικα στοιχεία για την ηλικία τους!


Ταυτόχρονα πολλοί γονείς αδυνατούν να θέσουν επαρκή όρια στη διαδικτυακή δραστηριότητα των παιδιών τους, καθώς οι ίδιοι δεν έχουν επαρκή εξοικείωση με τις νέες τεχνολογίες και συνεπώς δεν μπορούν να αξιολογήσουν με ψυχραιμία και αντικειμενικότητα τους κινδύνους αλλά και τα πλεονεκτήματα τους.


Σύμφωνα με στοιχεία του ελληνικού Κέντρου Ασφαλούς Διαδικτύου, τα οποία παρουσιάστηκαν στην ημερίδα «Γονέας στον 21ο αιώνα» που διοργάνωσαν τα εκπαιδευτήρια Δούκα, η χρήση του διαδικτύου – με τους κινδύνους αλλά και τα πλεονεκτήματα που αυτή συνεπάγεται – διαδίδεται σε ολοένα και μικρότερες ηλικίες.


Ειδικότερα, στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, το 88% των μαθητών χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο εκτός σχολείου, το 80% χρησιμοποιούν το κινητό, ενώ το 60% δημιουργούν προφίλ σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ας σημειωθεί ότι για τη χρήση των social media απαιτείται – τυπικώς τουλάχιστον – το άτομο να είναι ενήλικο.


Κατά συνέπεια, όσοι μαθητές δημιουργούν προφίλ στο Facebook, στο YouTube, στο Twitter και σε σειρά άλλων δημοφιλών ιστοσελίδων δίνουν ψευδή στοιχεία για την ηλικία τους, παραβιάζοντας τους όρους χρήσης των εν λόγω ιστοσελίδων.


Μαθητές Δημοτικού στο Facebook
Σε ηλικίες κάτω των δεκατριών ετών, όπου υποτίθεται ότι η πρόσβαση πρέπει να είναι τουλάχιστον ελεγχόμενη – ή και κλειστή σε ορισμένες δραστηριότητες – η διαδικτυακή αυτονομία έχει αυξηθεί σημαντικά την τελευταία πενταετία.


Ειδικότερα, σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποίησε η Μονάδα Εφηβικής Υγείας της Β’ Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών σε συνεργασία με το Γραφείο Αγωγής Υγείας Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Α’ Αθηνών και το ελληνικό Κέντρο Ασφαλούς Διαδικτύου σε 28 Δημοτικά σχολεία της Αττικής, το 46% των μαθητών Δημοτικού χρησιμοποιούν το διαδίκτυο εκτός σχολείου, το 36% χρησιμοποιούν κινητό τηλέφωνο, ενώ το 15% έχουν προφίλ σε ιστοσελίδα social media.


Τα εν λόγω στοιχεία φανερώνουν το κενό ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης, που υπάρχει στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και αφορά όχι μόνο τους ίδιους τους μαθητές, αλλά και τους δασκάλους τους. Μάλιστα, παρά το γεγονός ότι εκ πρώτης όψεως τα παιδιά φαίνεται να αντιδρούν στη γονική επίβλεψη, στην πραγματικότητα αποζητούν την καθοδήγηση μπροστά στο αχανές τοπίο του Διαδικτύου.


Ειδικότερα, το 17% των μαθητών δήλωσαν ότι θα ήθελαν οι γονείς τους να ασχολούνται περισσότερο με τις διαδικτυακές τους δραστηριότητες. Ταυτόχρονα, επτά στους δέκα εκπαιδευτικούς δήλωσαν ότι η εκπαίδευση γύρω από την ασφαλή χρήση του Διαδικτύου θα έπρεπε να ξεκινά από το Δημοτικό, ενώ μόλις το 5% εξ αυτών θεωρούν ότι η εν λόγω εκπαίδευση πρέπει να ξεκινά στο γυμνάσιο. Μάλιστα, το 25% υποστήριξαν ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, η εκπαίδευση στη διαδικτυακή ασφάλεια θα έπρεπε να ξεκινά… στο νηπιαγωγείο.


Δάσκαλοι, μόνοι, ψάχνουν
Ο ρόλος των εκπαιδευτικών σε αυτό το περιβάλλον είναι κάθε άλλο παρά απλός. Επωμίζονται το έργο να καθοδηγήσουν και να ενημερώσουν τα παιδιά, τη στιγμή που οι ίδιοι συχνά δεν αντιλαμβάνονται τις λεπτές ισορροπίες της διαδικτυακής δραστηριότητας. Η φοβική προσέγγιση απέναντι στο ίντερνετ δεν βοηθά τους μαθητές να αναπτύξουν το σύνολο των δυνατοτήτων τους, ενώ μία υπερβολικά φιλελεύθερη αντιμετώπιση μπορεί να εκθέσει τους μαθητές σε κινδύνους όπως ο εκφοβισμός και η αποπλάνηση ανηλίκου.


Το 70% των μαθητών παραδέχτηκαν ότι οι δάσκαλοι τους έχουν χρησιμοποιήσει κάποιον τρόπο «διαμεσολάβησης», με στόχο να τους καθοδηγήσουν στη χρήση των νέων τεχνολογιών. Ωστόσο, οι ίδιοι οι δάσκαλοι φαίνονται προβληματισμένοι αναφορικά με το (ολοένα πιο διαδεδομένο) φαινόμενο να δημιουργούν οι μαθητές Δημοτικού προφίλ σε social media. Στο ερώτημα «γιατί όλο και περισσότερα παιδιά κάτω των δεκατριών ετών δημιουργούν προφίλ στο Facebook δίνοντας ψευδή στοιχεία για την ηλικία τους, παραβιάζοντας έτσι τους όρους του Facebook;» οι δάσκαλοι εμφανίστηκαν διχασμένοι.


«Επειδή έχουν και οι φίλοι τους προφίλ», ήταν η απάντηση που επέλεξαν το 82% των εκπαιδευτικών. Το 72% έριξαν το φταίξιμο στους γονείς, απαντώντας ότι αιτία του φαινομένου είναι ότι «οι γονείς δεν ελέγχουν τι κάνει το παιδί τους στο διαδίκτυο». Για το 52% των ερωτηθέντων ευθύνεται το Facebook «γιατί δεν ελέγχει επαρκώς» την τήρηση των όρων χρήσης, ενώ το 42% απάντησαν ότι «οι γονείς δεν διαβάζουν τους όρους χρήσης πριν επιτρέψουν στα παιδιά τους να επισκεφτούν κάποιον ιστοχώρο».


Ο ρόλος των γονέων οφείλει, σύμφωνα με τους ειδικούς, να εξελίσσεται σε «συμπαραστάτη» στο διαδικτυακό ταξίδι, αντί για αστυνόμο ή τιμωρό σε περίπτωση παραπτώματος. Υπό αυτή την οπτική, το ποσοστό των μαθητών Δημοτικού που σερφάρουν στο διαδίκτυο μαζί με τους γονείς τους (35%) θα όφειλε να αυξηθεί, ενώ θα ήταν σκόπιμο να μειωθεί το ποσοστό των μαθητών που δήλωσαν ότι χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο πάντα μόνοι τους, χωρίς την παρουσία των γονέων (38%). Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το 13% των μαθητών Δημοτικού δήλωσαν ότι σερφάρουν από… ίντερνετ καφέ.


Απόρροια της έλλειψης γονικής καθοδήγησης είναι και η συμπεριφορά των παιδιών σε περίπτωση που συναντήσουν κινδύνους ή προβλήματα. Αντί να στραφούν στους γονείς τους, το 71% των μαθητών δήλωσαν ότι συμβουλεύονται τους συνομήλικους τους. Σε ό,τι αφορά, τέλος, την «κοινωνική» ζωή των μαθητών στο ίντερνετ, το 39% εξ αυτών δήλωσαν ότι χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο για να συνομιλήσουν με άλλα παιδιά, ενώ μόλις το 9% παραδέχθηκαν ότι αποκαλύπτουν προσωπικές τους πληροφορίες στο Διαδίκτυο.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2063

Οι συγχωνεύσεις σχολείων ολοκληρώθηκαν, οι εκπαιδευτικοί επαρκούν | κοινωνια | ethnos.gr

Οι συγχωνεύσεις σχολείων ολοκληρώθηκαν, οι εκπαιδευτικοί επαρκούν | κοινωνια | ethnos.gr.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2062

Το υπουργείο Παιδείας, για την αποκάλυψη του Τύπου της Κυριακής, ότι το Μνημόνιο κλείνει σχολεία – Η απάντηση της εφημερίδας

Το υπουργείο Παιδείας, για την αποκάλυψη του Τύπου της Κυριακής, ότι το Μνημόνιο κλείνει σχολεία – Η απάντηση της εφημερίδας

μέσω Ελεύθερος Τύπος.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2060

Αποκριάτικα ήθη και έθιμα αναβιώνουν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας

(Φωτογραφία:  ΑΠΕ )
Αθήνα
Οι Απόκριες είναι γιορτή με μεγάλη ιστορία. Έχοντας τις ρίζες τους στην Αρχαία Ελλάδα και τη λατρεία του Διονύσου, διαδόθηκε και σήμερα αποτελεί ένα πραγματικό ψηφιδωτό ιστορίας και λαογραφίας του παρελθόντος. Τα ήθη και τα έθιμα σε κάθε γωνιά της Ελλάδας το μαρτυρούν.

Αποκριά (αποκρεά) σημαίνει αποχή από το κρέας. Επίσης, κατά μία εκδοχή, η λατινογενής λέξη «Καρναβάλι» αποτελείται από τις λέξεις carne = κρέας και vale = χαιρετώ.

Την έννοια της αποκριάς την συναντάμε για πρώτη φορά στην Αρχαία Ελλάδα, στις πομπές που γίνονταν κατά τη διάρκεια των Ελευσινίων Μυστηρίων, που μαζί με τα Διονύσια είναι οι πρόγονοι του σημερινού καρναβαλιού.

Τις ημέρες των τελετουργιών οι παρευρισκόμενοι μεταμφιέζονταν σε σάτυρους ή κάλυπταν το πρόσωπό τους, προκειμένου να παραμείνει άγνωστη η ταυτότητά τους και επιδίδονταν στον χορό και στο ποτό με προκλητικές πράξεις και έντονη βωμολοχία.

Οι Ρωμαίοι στη συνέχεια ευτέλισαν την ουσία των τελετών αυτών και τις διέδωσαν στις χώρες της αυτοκρατορίας τους.

Σήμερα οι Απόκριες ονομάζονται «Τριώδιο». Η ονομασία αυτή προέρχεται από τις «τρεις ωδές» του Ευαγγελίου της Ορθοδοξίας.

Το «Τριώδιο» αρχίζει την Κυριακή του «Τελώνη και Φαρισαίου», συνεχίζει με την Κυριακή του «Ασώτου Υιού», την Κυριακή της «Απόκρεω» και ολοκληρώνεται την Κυριακή της «Τυρινής» ή «Τυροφάγου».

Η επόμενη είναι η πρώτη μέρα της Σαρακοστής και ξεκινάει η νηστεία, η οποία διαρκεί 40 ημέρες. Οι χριστιανοί ονόμασαν την μέρα αυτή «Καθαρά Δευτέρα», γιατί με την έναρξη της νηστείας θεωρούσαν ότι ξεκίναγε η «κάθαρση» του σώματος και του πνεύματος.

Η πιο λαμπρή περίοδος της αθηναϊκής Αποκριάς συμπίπτει με την belle epoque στην εποχή του Τρικούπη. Τότε είναι που επικρατεί στα αστικά κέντρα το καρναβάλι δυτικού τύπου, με σερπαντίνες, παλιάτσους, τυποποιημένες μεταμφιέσεις, χορούς, πομπές με άρματα, κομιτάτα και άλλες πολυδάπανες παραστάσεις.

Ακόμη και στα τουρκοκρατούμενα Γιάννενα ή στην Κόνιτσα γινόταν η γνωστή παρέλαση των αρμάτων με συμβολικές και σατιρικές παραστάσεις.

Τα τελευταία χρόνια γίνονται προσπάθειες να αναβιώσουν τα παραδοσιακά αποκριάτικα έθιμα σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Ένα πραγματικό ψηφιδωτό ιστορίας και λαογραφίας του παρελθόντος ζωντανεύει ξανά. Οι μύθοι και οι θρύλοι της χώρας μας, αυτές τις μέρες, έρχονται στο προσκήνιο και μέσα από τον χορό, το γλέντι και το τραγούδι γίνονται πραγματικότητα.

Καρναβάλι στη Στερεά Ελλάδα

Άμφισσα

Το τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς αναβιώνει στην Άμφισσα ο θρύλος του «στοιχειού». Από τη συνοικία Χάρμαινα, όπου βρίσκονται τα παλιά Ταμπάκικα, και τα σκαλιά του Άι Νικόλα κατεβαίνει το «στοιχειό» και μαζί ακολουθούν εκατοντάδες μεταμφιεσμένοι.

Οι θρύλοι για τα «στοιχειά» είχαν μεγάλη διάδοση στην περιοχή. Λέγεται πως αποτελούν ψυχές σκοτωμένων ανθρώπων ή ζώων που τριγυρίζουν στην περιοχή.

Το σπουδαιότερο στοιχειό που είναι συνδεδεμένο με την παράδοση είναι το στοιχειό της «Χάρμαινας». Αυτό αγαπούσε και προστάτευε τους Ταμπάκηδες (βυρσοδέψες), τους οποίους η δουλειά τους ανάγκαζε να βρίσκονται στη Βρύση νύχτα – μέρα.

Πολλοί ορκίστηκαν πως είδαν το στοιχειό να τριγυρίζει τη νύχτα σ’ όλη τη συνοικία, να καταλήγει στην πηγή του νερού και να χάνεται. Ακόμη διηγούνται οι πιο παλαιοί πως το στοιχειό της Χάρμαινας έβγαινε κάθε Σάββατο βράδυ, κατέβαινε από της «Κολοκυθούς το Ρέμα» και γύριζε στους δρόμους μουγκρίζοντας και σέρνοντας αλυσίδες.

Γαλαξίδι

Όταν ανοίξει το Τριώδιο, όλοι σχεδόν οι κάτοικοι του Γαλαξιδίου κυκλοφορούν μεταμφιεσμένοι με αποκριάτικα κοστούμια στους δρόμους και στα καταστήματα.

Ένα από τα καθιερωμένα έθιμα της πόλης, το έθιμο της Καθαράς Δευτέρας, είναι αυτό του «αλευροπόλεμου».

Αυτό το έθιμο διατηρείται από το 1801. Εκείνα τα χρόνια, παρόλο που το Γαλαξίδι τελούσε υπό την τουρκική κατοχή, όλοι οι κάτοικοι περίμεναν τις Αποκριές για να διασκεδάσουν και να χορέψουν σε κύκλους. Ένας κύκλος για τις γυναίκες, ένας για τους άντρες. Φορούσαν μάσκες ή απλώς έβαφαν τα πρόσωπά τους με κάρβουνο. Στη συνέχεια προστέθηκε το αλεύρι, το λουλάκι, το βερνίκι των παπουτσιών και η ώχρα.

Θήβα

Γίνεται αναπαράσταση του Βλάχικου Γάμου, κάθε Καθαρή Δευτέρα.

Είναι ένα έθιμο που φθάνει στις ημέρες μας περίπου από το 1830, μετά την απελευθέρωση των ορεινών περιοχών. Οι Βλάχοι, δηλ. οι τσοπάνηδες από τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Ρούμελη, εγκατέλειψαν τότε την άγονη γη τους και βρήκαν γόνιμο έδαφος νοτιότερα.

Το θέαμα είναι έξοχο, η γαμήλια πομπή πολύχρωμη, η μουσική που τη συνοδεύει (πίπιζες, νταούλια κ.ά.) εξαιρετικά ζωντανή.

Οι εορτασμοί -που ξεκινούν την Τσικνοπέμπτη- κορυφώνονται το τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς.

Λιβαδειά

Το Γαϊτανάκι αποτελεί παράδοση για την πόλη της Λιβαδειάς και γιορτάζεται την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς. Οι κάτοικοι της πόλης προετοιμάζουν το γαϊτανάκι, φτιάχνοντας άρματα.

Την Κυριακή της Αποκριάς, μασκαράδες παρελαύνουν προς την κεντρική πλατεία όπου πλέκονται τα γαϊτανάκια, και παρουσιάζονται αποκριάτικες σκετς, τραγούδια και παντομίμες από τους μασκαράδες. Στην συνέχεια ακολουθεί γλέντι με λαϊκά τραγούδια και χορούς.

Καρναβάλι στα Δωδεκάνησα

Κάρπαθος

Την Καθαρά Δευτέρα λειτουργεί το Λαϊκό Δικαστήριο Ανήθικων Πράξεων. Κάποιοι κάνουν άσχημες χειρονομίες σε κάποιους άλλους και συλλαμβάνονται από τους Τζαφιέδες (χωροφύλακες) για να οδηγηθούν στο Δικαστήριο, που το αποτελούν οι σεβάσμιοι του νησιού. Μετά τα αυτοσχέδια αστεία και τα γέλια, ακολουθεί τρικούβερτο γλέντι.

Κως

Την Κυριακή της Αποκριάς στην περιοχή γύρω από τον Κέφαλο και την Αντιμάχεια αναβιώνει το έθιμο με τις “καμουζέλες”, που κρατάει εδώ και μισό αιώνα στο νησί της Κω. Οι «καμουζέλες» ή ελαφάκια, στα παλιά τα χρόνια, ήταν μασκαράδες βαμμένοι με κάρβουνα, σκεπασμένοι με «χράμια» (πολύχρωμες υφαντές κουβέρτες) και κραδαίνοντας την «κοκάλα» γύρναγαν στους δρόμους του χωριού πειράζοντας και διασκεδάζοντας τους κατοίκους.

Το έθιμο περιλαμβάνει πλούσια παραδοσιακή μουσική, ευτράπελα, άφθονο ούζο, κρασί και παραδοσιακούς μεζέδες, ενώ αργά το βράδυ γίνεται το κάψιμο του στοιχειού.

Λέρος

Οι Αποκριές γιορτάζονται με τις «καμουζέλες», μασκαράτες, και τους αυτοσχέδιους ποιητές που σκαρώνουν περιπαικτικά στιχάκια τα οποία απαγγέλλουν παιδιά ντυμένα καλογεράκια πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι. Το ίδιο έθιμο έχουν επίσης και στη Σύμη.

Καρναβάλι στη Χίο

Στα Θυμιανά της Χίου αναβιώνει το έθιμο της «Μόστρας», που διαρκεί δύο ημέρες από το βράδυ της Παρασκευής της Τυροφάγου μέχρι και το πρωί της Κυριακής.

Σύμφωνα με τους ντόπιους από εκεί βγήκε και η έκφραση «την Παρασκευή την ανεβάζουμε και την Κυριακή την κατεβάζουμε».

Οι ρίζες του εθίμου βρίσκονται στην εποχή του Μεσαίωνα, με τους νεαρούς, το βράδυ της Παρασκευής, να φοράνε παλιά ρούχα, γυναικεία ή αντρικά, να καλύπτουν το πρόσωπό τους με αυτοσχέδιες μάσκες (μουτσουναριές)και να κάνουν διάφορα σκετς σκορπώντας το γέλιο στους δρόμους του νησιού.

Την Κυριακή πηγαίνουν όλοι στα ξωκλήσια του Αγίου Ιωάννη και του Αγίου Δημητρίου και εκκλησιάζονται και στην συνέχεια κατευθύνονται στο νεκροταφείο του χωριού με την συνοδεία οργάνων.

Τελικός προορισμός είναι η κεντρική πλατεία του χωριού, όπου χορεύουν το ταλίμι, που είναι χορός που αναπαριστά τις μάχες των Χιωτών με τους πειρατές.

Το έθιμο κορυφώνεται στην εκκλησία του Αγίου Ευστρατίου, όπου κρεμούν στα κάγκελα του ναού χιώτικα λάβαρα και σημαίες.

Καρναβάλι στις Κυκλάδες

Νάξος

Στη γενέτειρα του Διονύσου ο εορτασμός ξεκινά το πρώτο Σάββατο της Αποκριάς με το σφάξιμο των χοίρων.

Το μεσημέρι της τελευταίας Κυριακής, στην Απείρανθο εμφανίζονται οι «κουδουνάτοι». Αυτοί φορούν κάπα και κουκούλα, γυρνούν το χωριό και προκαλούν με άσεμνες εκφράσεις. Οι ίδιοι κρατούν «σόμπα», ξύλο που παραλληλίζεται με τον διονυσιακό φαλλό.

Μαζί τους μπλέκονται ο «Γέρος», η «Γριά» και η «Αρκούδα». Στις αποκριάτικες εκδηλώσεις των «Κουδουνάτων» μπορεί κανείς να δει τον «γάμο της νύφης», τον «θάνατο», την «ανάσταση του νεκρού» και το «όργωμα».

Την Καθαρά Δευτέρα στις κοινότητες Ποταμιά, Καλόξιδο και Λιβάδια οι κάτοικοι ντύνονται «Κορδελάτοι» ή «Λεβέντες». Οι Κορδελάτοι είναι φουστανελοφόροι και η δεύτερη ονομασία τους «Λεβέντες» αποδίδεται στους πειρατές.

Από κοντά τους ακολουθούν και οι ληστές, οι «Σπαραρατόροι», που αρπάζουν τις κοπέλες για να τις βάλουν με το ζόρι στο χορό και στο γλέντι, που κρατάει ως το πρωί.

Καρναβάλι στην Κρήτη

Ρέθυμνο

Κανταδόροι με κιθάρες, μαντολίνα και παλιές μελωδίες. Οι μασκαράδες θα περάσουν από τη Μεγάλη Πόρτα και θα χορέψουν στους δρόμους της «Μικρής» και της «Μεγάλης» αγοράς, με τους ρυθμούς της φιλαρμονικής.

Οι καρναβαλικές εκδηλώσεις κορυφώνονται με τη μεγάλη παρέλαση στην παραλιακή λεωφόρο Σ. Βενιζέλου με κατάληξη την Πλατεία Αγνώστου Στρατιώτη, για γλέντι, χορό και αποχαιρετισμό του καρναβαλιού.

Την Καθαρά Δευτέρα στα χωριά Μέρωνα και Μελιδόνια αναβιώνουν έθιμα όπως το κλέψιμο της νύφης, ο «Καντής», το μουντζούρωμα, τα οποία, σε συνδυασμό με το καλό κρασί και τους ήχους της λύρας, αποτελούν μια μοναδική εμπειρία.

Καρναβάλι στην Πελοπόννησο

Καλαμάτα

Το Σώμα Ελληνίδων Οδηγών, με τη συμπαράσταση του Δήμου Καλαμάτας, οργανώνει το καθιερωμένο γαϊτανάκι στην κεντρική πλατεία.

Γίνεται αναπαράσταση του Βλάχικου Γάμου και η γαμήλια πομπή θα ξεκινάει από τα γραφεία του συλλόγου με παραδοσιακή μουσική. Όσοι συμμετέχουν είναι μεταμφιεσμένοι και όλοι συναντώνται στην πλατεία Ανατολικού Κέντρου, όπου ακολουθεί λαϊκό γλέντι με χορό, τραγούδι και φαγητό.

Μεθώνη

Εδώ αναβιώνει «του Κουτρούλη ο γάμος», καρναβάλι – γάμος που κρατάει από τον 14ο αιώνα. Στις μέρες μας, το ζευγάρι των νεονύμφων είναι δύο άντρες, που μαζί με τους συγγενείς πηγαίνουν στην πλατεία, όπου γίνεται ο γάμος με παπά και με κουμπάρο. Διαβάζεται το προικοσύμφωνο και ακολουθεί τρικούβερτο γλέντι.

Μεσσήνη

Κάθε χρόνο γίνονται στη Μεσσήνη εορταστικές καρναβαλικές εκδηλώσεις οι οποίες κορυφώνονται το διήμερο της Κυριακής της Τυροφάγου και της Καθαρής Δευτέρας.

Οι εκδηλώσεις αυτές χρονολογούνται, σύμφωνα με την παράδοση, από τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης από τον τουρκικό ζυγό. Το βράδυ της Κυριακής της Τυροφάγου αναβιώνει το έθιμο της «φωτιάς», μοναδικό στην Ελλάδα. Οι κάτοικοι ανάβουν φωτιές σε διάφορες γειτονιές της πόλης, γύρω από τις οποίες κυριαρχεί το γλέντι και ο χορός μέχρι το πρωί, γίνεται αναπαράσταση παλαιών εθίμων και ιστοριών από τους ντόπιους.

Την Καθαρά Δευτέρα στη θέση «Κρεμάλα», γίνεται η αναπαράσταση της εκτέλεσης μιας γερόντισσας της Μεσσήνης, της γριάς Συκούς, που κατά την παράδοση, κρεμάστηκε στη συγκεκριμένη τοποθεσία της πόλης με εντολή του Ιμπραήμ Πασά, επειδή είχε το θάρρος, εξηγώντας του ένα όνειρο που είχε δει, να του πει ότι η εκστρατεία του και ο ίδιος θα είχαν οικτρό τέλος από την αντίδραση και το σθένος των επαναστατημένων Ελλήνων.

Μετά την αναπαράσταση, μπορεί κάθε επισκέπτης να «κρεμαστεί» από τους ψευτοδήμιους της κρεμάλας. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας γίνεται η παρέλαση με μαζορέτες, άρματα, μεταμφιεσμένους μικρούς και μεγάλους και χορευτικά συγκροτήματα.

Πάτρα

Το Καρναβάλι της Πάτρας αποτελεί τη σημαντικότερη εκδήλωση της περιοχής και μία από τις κορυφαίες της χώρας.

Περιλαμβάνει πάρα πολλές εκδηλώσεις όπως: Ειδώματα, Baby rally, Μπουρμπούλια, Φεγγάρια, ποδαράτη νυχτερινή παρέλαση την παραμονή της τελευταίας Κυριακής.

Οι δύο παρελάσεις γίνονται η μία το Σάββατο και είναι νυκτερινή, η άλλη την Κυριακή το μεσημέρι. Σε αυτές παίρνουν μέρος πάνω από τριάντα χιλιάδες άτομα, τα περισσότερα από τα οποία είναι μέλη των Γκρουπ του Κρυμμένου Θησαυρού.

Την παρέλαση παρακολουθούν περισσότερα από 300.000 άτομα, ενώ για περίπου 48 ώρες η πρωτεύουσα της Αχαΐας μετατρέπεται σε κέντρο του κεφιού.

Καρναβάλι στα Ιόνια Νησιά

Ζάκυνθος

Παραδοσιακός ντελάλης γυρίζει το νησί και διαλαλεί το πρόγραμμα του καρναβαλιού. Σε όλη τη διάρκεια της Αποκριάς διοργανώνονται χοροί, παρελάσεις, μασκαράτες, ενώ θεατρικές ομάδες παίζουν στις πλατείες και στους δρόμους.

Τις Κυριακές των Απόκρεω και της Τυρινής γίνεται η περιφορά του Καρνάβαλου με τη συνοδεία αρμάτων από όλες τις περιοχές του νησιού.

Οι εκδηλώσεις κλείνουν με την πολύ διασκεδαστική «Κηδεία της Μάσκας». Μια αναπαράσταση – παρωδία κηδείας με πολύ γέλιο, όπου τη θέση του νεκρού παίρνει ο Καρνάβαλος, ενώ ακολουθούν οι θλιμμένοι συγγενείς, με απερίγραπτη εξέλιξη. Το καρναβάλι δεν περιορίζεται μόνο στην πόλη, αλλά μεταφέρεται και σ’ όλα τα χωριά του νησιού.

Κέρκυρα

Ο Ντελάλης το πρωί, με σαλπιγκτές και τυμπανιστές, διαβαίνει τους δρόμους της πόλης για να αναγγείλει τον ερχομό του Σιόρ Καρνάβαλου. Η μεγάλη πομπή, με άρματα, φιλαρμονικές και μασκαρεμένες συντροφιές, κατευθύνεται στην Κάτω Πλατεία για το καθιερωμένο γλέντι.

Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς η παρέλαση του Σιόρ Καρνάβαλου, αφού διαβεί το Σαρρόκο, την οδό Γ. Θεοτόκη, τις Κάρντε Λάκουες, θα τερματίσει στην Κάτω Πλατεία όπου θα γίνει το κάψιμό του.

Καρναβάλι στις Σποράδες

Σκύρος

Με την αρχή του Τριωδίου και κάθε Σαββατοκύριακο των ημερών της Αποκριάς, το έθιμο του νησιού θέλει τον «γέρο» και την «κορέλα» να βγαίνουν στους δρόμους και να δίνουν μια ξεχωριστή εικόνα των ημερών.

Ο «γέρος» φοράει χοντρή μαύρη κάπα, άσπρη υφαντή βράκα και έχει στη μέση του 2 – 3 σειρές κουδούνια, το βάρος των οποίων μπορεί να φτάσει και τα 50 κιλά. Το πρόσωπό του καλύπτεται από προβιά μικρού κατσικιού και περπατώντας με χορευτικό ρυθμό, καταφέρνει να ηχούν μελωδικά τα κουδούνια που φοράει.

Η «κορέλα», η ντάμα του γέρου, είναι ντυμένη με παραδοσιακά σκυριανά ρούχα, με κυρίαρχο χρώμα το άσπρο σε πλήρη αντίθεση με το μαύρο χρώμα του γέρου, έχοντας και αυτή καλυμμένο το πρόσωπό της.

Το δίδυμο αυτής της σκυριανής Αποκριάς συνοδεύει πολλές φορές και ο «φράγκος». Αυτός ο μασκαράς, ντυμένος με παραδοσιακά ρούχα του νησιού, σατιρίζει εκείνους τους Σκυριανούς που έβγαλαν τις βράκες και φόρεσαν παντελόνια (φράγκικα).

Μια άλλη εκδήλωση της σκυριανής Αποκριάς είναι η «τράτα», αναπαράσταση της ναυτικής ζωής, όπου ψαράδες στην πλειονότητά τους σατιρίζουν έμμετρα καταστάσεις και γεγονότα που αφορούν στην ελληνική καθημερινότητα.

Την Καθαρά Δευτέρα, σχεδόν όλοι οι Σκυριανοί με παραδοσιακές τοπικές στολές κατεβαίνουν στην πλατεία του χωριού και χορεύουν και τραγουδούν σκυριανά τραγούδια.

Καρναβάλι στη Θεσσαλία

Τύρναβος

Πιστοί στην παράδοση οι κάτοικοι του Τυρνάβου, την Τρίτη, πριν από την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, ξεκινούν τις εκδηλώσεις προς τιμήν του Διονύσου, που κορυφώνονται την Καθαρή Δευτέρα με το Μπουρανί (χορτόσουπα χωρίς λάδι).

«Μπουρανί» για τους ντόπιους και «γιορτή του Φαλλού» για τους επισκέπτες είναι το έθιμο που έχει καθιερωθεί στον Τύρναβο, ένα έθιμο που έχει τις ρίζες του στη διονυσιακή λατρεία και γι’ αυτό η ιστορία του χάνεται στα βάθη των αιώνων.

Ελασσόνα

Εδώ και 12 χρόνια, στην Ελασσόνα πραγματοποιείται ένα ξεχωριστό καρναβάλι.

Πρόκειται για το Ιπτάμενο Καρναβάλι, στο οποίο παίρνουν μέρος αιωροπτεριστές- καρνιβαλιστές, προσελκύοντας το ενδιαφέρον των φίλων των σπορ- και όχι μόνο.

Η αφετηρία της ξεχωριστής… ιπτάμενης αποκριάτικης «παρέλασης» της Ελασσόνας βρίσκεται στην κορυφογραμμή λίγο έξω από την πόλη της Ελασσόνας, δίπλα στο δημοτικό διαμέρισμα του Δρυμού.

Από εκεί πετούν οι μεταμφιεσμένοι αιωροπτεριστές μέχρι να προσγειωθούν στις υπώρειες του βουνού, όπου τους υποδέχονται πλήθος κόσμου.

Καρναβάλι στην Ήπειρο

Άρτα

Κάθε χρόνο γίνεται το Καρναβάλι Γυναικών. Είναι μια εκδήλωση που οργανώνεται από ομάδες γυναικών (αποκλειστικά).

Κάθε Τετάρτη πριν από τις Απόκριες κάνουν παρέλαση στον κεντρικό δρόμο της πόλης, ντυμένες με αποκριάτικες στολές, για να καταλήξουν σε κάποιο από τα κέντρα της πόλης για ξεφάντωμα.

Ιωάννινα

Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς γιορτάζονται οι «Τζαμάλες», δηλαδή μεγάλες φωτιές, όπου οι μεταμφιεσμένοι χορεύουν σε διπλές και τριπλές σειρές γύρω τους.

Οι εκδηλώσεις του Καρναβαλιού κορυφώνονται στην κεντρική πλατεία των Ιωαννίνων, όπου στήνεται και το περίφημο γαϊτανάκι.

Πρέβεζα

Κι εδώ κάθε χρόνο πραγματοποιείται το Καρναβάλι των Γυναικών. Είναι ένα έθιμο πολλών δεκαετιών, που απαιτεί συμμετοχή μόνο γυναικών. Την Τσικνοπέμπτη γίνεται παρέλαση των γυναικών που συμμετέχουν, καθώς και αρμάτων.

Επίσης ο Δήμος Πρέβεζας γιορτάζει τα Κούλουμα την Καθαρή Δευτέρα με εκδηλώσεις που περιλαμβάνουν μουσική, χορό και σαρακοστιανά εδέσματα στην περιοχή του Αγίου Γεωργίου.

Καρναβάλι σε Μακεδονία-Θράκη

Καλόγερος

Θρακιώτικο έθιμο με έντονο θεατρικό στοιχείο. Μεταφέρθηκε και σε άλλες περιοχές (Δράμα, Πιερία) στις οποίες μετοίκησαν Θρακιώτες. Τα πρόσωπα είναι δύο καλόγεροι, η «Μπάμπω» με το εφταμηνίτικο παιδί της, δύο νύφες (τις υποδύονται νεαροί άντρες), δύο κατσίβελοι και δύο χωροφύλακες. Η δράση είναι καταιγιστική. Ο ένας Καλόγερος ξαφνικά θέλει να νυμφευθεί και βρίσκει τη νύφη. Ο άλλος Καλόγερος – κουμπάρος τον σκοτώνει και η νύφη θρηνεί. Κάποια στιγμή ο Καλόγερος ανασταίνεται. Ο δαίμων της φύσεως φονεύεται σε ακμαία ηλικία για να μη πεθάνει από γεροντικό μαρασμό και ανασταίνεται. «Το τελευταίο μέρος είναι τελετουργική εικονική άροση – όργωμα μπροστά στην εκκλησία με καινούργιο αλέτρι και ζυγό καθώς και σπορά, πράξη ομοιοπαθητικής μαγείας, που μας μεταφέρει ακόμη και σε προ διονυσιακές τελετές» επισημαίνει η Αικατερίνη Πολυμέρου – Καμηλάκη, διευθύντρια του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών.

Καστοριά

Ο Χάσκαρης και οι Μπουμπούνες

Την Κυριακή της Αποκριάς η Καστοριά τυλίγεται στις… φλόγες, αφού γίνονται οι Μπουμπούνες. Έθιμο που από τη λατρεία της φωτιάς, στην οποία αναφέρεται, «προδίδει την προχριστιανική καταγωγή του». Ένα ακόμη έθιμο, είναι ο «Χασκάρης». Κάποιος δένει στην άκρη ενός πλάστη ένας αυγό και το γυρίζει από στόμα σε στόμα. Όποιος καταφέρει να αρπάξει πρώτος το αυγό κερδίζει.

Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2059

«Μπουράνι», αλευροπόλεμος, βλάχικοι γάμοι και άλλα αποκριάτικα έθιμα της Ελλάδας

«Μπουράνι», αλευροπόλεμος, βλάχικοι γάμοι και άλλα αποκριάτικα έθιμα της Ελλάδας

Πάτρα, Ξάνθη, Ρέθυμνο, Τύρναβος και άλλες πόλεις της χώρας, γνωστές για τις ξεχωριστές αποκριάτικες εκδηλώσεις, φορούν τα γιορτινά τους και υποδέχονται χιλιάδες καρναβαλιστές από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Γλέντι, διασκέδαση και ποτο περιμένουν όσους επιλέξουν να ξεχάσουν για λίγο την σκληρή καθημερινότητα της λιτότητας και να αφεθούν στο γιορτινό κλίμα των ημερών.

Πάτρα, η βασίλισσα του καρναβαλιού

Ρέθυμνο

Oι Κρητικοί ξέρουν από πρώτο χέρι τι σημαίνει γλέντι και ξεφάντωμα και το αποδεικνύουν έμπρακτα και τις Απόκριες. Η καρδιά του καρναβαλιού στο πανέμορφο νησί της Κρήτης «χτυπά» στο Ρέθυμνο με περισσότερους από 15.000 καρναβαλιστές και πάνω από 30 άρματα να συμμετέχουν κάθε χρόνο στην καθιερωμένη παρέλαση.

Μια πρώτη γεύση από Ρεθεμνιώτικο Καρναβάλι παίρνουν όλοι από τη νυχτερινή παρέλαση την Παρασκευή. Χιλιάδες μασκαράδες που εργάζονται πυρετωδώς τους τελευταίους μήνες για το γεγονός αυτός, παρουσιάζουν για πρώτη φορά στους θεατές τις στολές και τα άρματα τους και ξεχύνονται στους δρόμους της πόλης.

Το ξεφάντωμα και οι εορταστικές εκδηλώσεις κορυφώνονται την Κυριακή, ημέρα της μεγάλης παρέλασης,όταν χιλιάδες επισκέπτες «συγχρονίζονται» με τους καρναβαλιστές των ομάδων, παρελαύνουν στους κεντρικούς δρόμους του Ρεθύμνου και καταλήγουν στην παραλία, όπου καίγεται ο βασιλιάς Καρνάβαλος, εν μέσω πυροτεχνημάτων.

Την Καθαρά Δευτέρα η αναβίωση μοναδικών εθίμων σε γραφικά Ρεθεμνιώτικα χωριά προκαλεί και προσκαλεί όλους να ζήσουν μια αξέχαστη εμπειρία.

Έθιμα όπως το κλέψιμο της νύφης, ο «Καντής», το μουτζούρωμα σε συνδυασμό με το καλό κρασί και τους ήχους της λύρας αποτελούν την πιο επιτυχημένη συνταγή για ένα μοναδικό τριήμερο για τους λάτρεις της παράδοσης.

Ξάνθη

Το πιο δημοφιλές και εντυπωσιακό καρναβάλι στη βόρεια Ελλάδα πραγματοποιείται κάθε χρόνο στη πόλη της Ξάνθης. Διοργανώθηκε για πρώτη φορά το 1966 και σήμερα έχει χαράξει τη δική του πορεία στο χρόνο αποκτώντας φανατικούς φίλους που κάθε χρόνο φορούν τη καινούρια τους στολή και παρελαύνουν μαζί με τον βασιλιά καρνάβαλο στους δρόμους της όμορφης πόλης της Θράκης.

Οι Ξανθιώτες έχουν επανειλημμένως αποδείξει ότι δεν έχουν να ζηλέψουν σε διασκέδαση και ευρηματικότητα τον φημισμένο «αντίζηλό» τους, την Πάτρα και έχουν κάνει θεσμό το διάσημο, πλέον, καρναβάλι τους.

Η κορύφωση των καρναβαλικών εκδηλώσεων είναι το τελευταίο σαββατοκύριακο με τις δύο μεγάλες παρελάσεις, την νυχτερινή του Σαββάτου με επίκεντρο την κεντρική πλατεία, την οποία ακολουθούν παραδοσιακοί χοροί και τραγούδια και την μεγάλη παρέλαση της Κυριακής, όπου και φέτος, χιλιάδες μεταμφιεσμένοι, άρματα με φαντασμαγορικά και σατιρικά θέματα θα δημιουργήσουν μια πανδαισία χρωμάτων και ήχων.

Την παρέλαση θα ανοίξει ο «Βασιλιάς Καρνάβαλος» και θα ακολουθήσουν οι καρναβαλιστές που με την εμφάνιση και τα άρματά τους θα σατιρίσουν και θα σχολιάσουν την επικαιρότητα με καυστικότητα όπως ορίζει η παράδοση. Η καρναβαλική πομπή θα καταλήξει στο γήπεδο της πόλης, όπου και θα επακολουθήσει το μεγάλο γλέντι των συλλόγων. Μετά το τέλος της παρέλασης θα αναβιώσει το έθιμο «Τζαρούς», στη γέφυρα του ποταμού Κόσυνθου, μέσα σε μια φαντασμαγορική ατμόσφαιρα με πυροτεχνήματα.

Το γλέντι συνεχίζεται την πρώτη ημέρα της Σαρακοστής με εκδηλώσεις στο κέντρο και τις γύρω περιοχές. Στην πλατεία των Αβδήρων σας περιμένει η «Μεγαλύτερη Φασολάδα», λαγάνα, νηστίσιμοι μεζέδες, άφθονο κρασί, γλέντι με παραδοσιακή μουσική και διαγωνισμός χαρταετού. Στο Μυρωδάτο θα αναβιώσει ο Θρακιώτικος Γάμος. Στον Πολύσιτο του Δήμου Βιστονίδας, κατά την διάρκεια της παρέλασης, θα ζωντανέψουν παραδοσιακά έθιμα «γάμοι» και οι γνωστοί«μουτζούρηδες».

Τύρναβος

Καθαρή Δευτέρα στον Τύρναβο με το «Μπουρανί» (χορτόσουπα χωρίς λάδι).  Γύρω από την προετοιμασία του στήνεται ολόκληρο το σκηνικό του παιχνιδιού με φαλλικά σύμβολα και τολμηρά πειράγματα από τους «μπουρανίδες». Τον φαλλό,  στη διάρκεια των εορταστικών εκδηλώσεων βλέπει κανείς στην πόλη σε διάφορα μεγέθη και χρώματα.

Φεύγοντας, άλλωστε, από τον Τύρναβο, εκτός από το ονομαστό τσίπουρο, θα πάρετε ως σουβενίρ έναν πήλινο φαλλό. Παλιά η εκδήλωση του Μπουρανιού ήταν πιο γνήσια, πιο περιεκτική και φυσικά πιο ξεδιάντροπη. Γύρω από την φωτιά για την προετοιμασία του εδέσματος, οι καρναβαλιστές χόρευαν αλληλοπειράζονταν, τραγουδούσαν άσεμνα τραγούδια, πετούσαν βωμολοχίες και έκαναν πρόστυχα πειράγματα προς τους άντρες περαστικούς.

Άμφισσα

Διασκέδαση, φαγητό, ποτό και χορός μέχρι τελικής πτώσεως περιμένει όσους επιλέξουν την Άμφισσα για να περάσουν το τριήμερο των Αποκριών με την όμορφη πόλη της Κεντρικής Ελλάδας έχει καταφέρει να αποκτήσει πλέον το δικό της ξεχωριστό στίγμα στο καρναβαλικο χάρτη της Ελλάδας.

Το βράδυ του Σαββάτου, γιορτάζεται η νύχτα των στοιχειών της Χάρμαινας, με τα στοιχειά (ξωτικά, νεράιδες, ξυλένιοι, αχυρένιοι, αράπηδες κ.α.) να κατεβαίνουν μέσα στις μαύρες φορεσιές τους σέρνοντας βαριές αλυσίδες και κρατώντας αναμμένες δάδες, και να περιηγούνται στους δρόμους, βυθίζοντας την πόλη σε μια μυστηριακή και υποβλητική ατμόσφαιρα που ζωντανεύει τους θρύλους για τα “στοιχειά” που στην περιοχή είχαν πάντα μεγάλη διάδοση.

Το σπουδαιότερο στοιχειό που είναι συνδεδεμένο με την παράδοση της περιοχής είναι το στοιχειό της Χάρμαινας, το οποίο ξυπνάει κάθε χρόνο τέτοια μέρα, αρχίζει από την συνοικία Χάρμαινα, και με συνοδεία εκατοντάδων μεταμφιεσμένων φτάνει στο κέντρο της Άμφισσας όπου συναντά και αναμετράται με τα δύο άλλα μεγάλα στοιχειά της πόλης, αυτά της Τέχολης και του Γκιριζιού, ενώ σε διάφορα σημεία της πόλης μέσα σε μεγάλα καζάνια βράζει ο πατσάς που σερβίρεται στους επισκέπτες με την συνοδεία άφθονου ντόπιου κρασιού.

Την τελευταία Κυριακή της αποκριάς πραγματοποιείται το περίφημο “Καρναβάλι της Άμφισσας”, με παρέλαση αρμάτων και το κάψιμο του καρνάβαλου στην πλατεία, οι εορταστικές εκδηλώσεις ολοκληρώνονται με λαϊκό γλέντι, χορούς και τραγούδια μέχρι το πρωί.

Μεσσήνη

Κάθε χρόνο γίνονται στη Μεσσήνη εορταστικές καρναβαλικές εκδηλώσεις οι οποίες κορυφώνονται το διήμερο της Κυριακής της Τυροφάγου και της Καθαρής Δευτέρας. Οι εκδηλώσεις αυτές χρονολογούνται, σύμφωνα με την παράδοση, από τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης από τον τουρκικό ζυγό. Το βράδυ της Κυριακής της Τυροφάγου αναβιώνει το έθιμο της «φωτιάς», μοναδικό στην Ελλάδα. Οι κάτοικοι ανάβουν φωτιές σε διάφορες γειτονιές της πόλης, γύρω από τις οποίες κυριαρχεί το γλέντι και ο χορός μέχρι το πρωί, γίνεται αναπαράσταση παλαιών εθίμων και ιστοριών από τους ντόπιους.

Την Καθαρή Δευτέρα στη θέση «Κρεμάλα», γίνεται η αναπαράσταση της εκτέλεσης μιας γερόντισσας της Μεσσήνης, της γριάς Συκούς, που κατά την παράδοση, κρεμάστηκε στη συγκεκριμένη τοποθεσία της πόλης με εντολή του Ιμπραήμ Πασά, επειδή είχε το θάρρος, εξηγώντας του ένα όνειρο που είχε δει, να του πει ότι η εκστρατεία του και ο ίδιος θα είχαν οικτρό τέλος από την αντίδραση και το σθένος των επαναστατημένων Ελλήνων. Μετά την αναπαράσταση, μπορεί κάθε επισκέπτης να “κρεμαστεί” από τους ψευτοδήμιους της κρεμάλας. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας γίνεται η παρέλαση με μαζορέτες, άρματα, μεταμφιεσμένους μικρούς και μεγάλους και χορευτικά συγκροτήματα.

Νάξος

Στη γενέτειρα του Διονύσου ο εορτασμός αρχίζει το πρώτο Σάββατο της Αποκριάς με το σφάξιμο των χοίρων. Το μεσημέρι της τελευταίας Κυριακής, στην Απείρανθο εμφανίζονται οι «κουδουνάτοι». Αυτοί φορούν κάπα και κουκούλα, γυρνούν το χωριό και προκαλούν με άσεμνες εκφράσεις. Οι ίδιοι κρατούν «σόμπα», ξύλο που παραλληλίζεται με τον διονυσιακό φαλλό. Μαζί τους μπλέκονται ο «Γέρος», η «Γριά» και η «Αρκούδα».

Στις αποκριάτικες εκδηλώσεις των «Κουδουνάτων» μπορεί κανείς να δει το «γάμο της νύφης», το «θάνατο», την «ανάσταση του νεκρού» και το «όργωμα». Την Καθαρή Δευτέρα στις κοινότητες Ποταμιά, Καλόξιδο και Λιβάδια οι κάτοικοι ντύνονται «Κορδελάτοι» ή «Λεβέντες». Οι Κορδελάτοι είναι φουστανελοφόροι και η δεύτερη ονομασία τους «Λεβέντες» αποδίδεται στους πειρατές. Από κοντά τους ακολουθούν και οι ληστές, οι “Σπαραρατόροι”, που αρπάζουν τις κοπέλες για να τις βάλουν με το ζόρι στο χορό και στο γλέντι, που κρατάει ως το πρωί.

Γαλαξίδι

Το Γαλαξίδι τιμά το Τριώδιο με ξέφρενο χωρό μα παραμένοντας πιστό στην παράδοση. Η Καθαρή Δευτέρα όμως είναι η αποκορύφωση των εκδηλώσεων. Οι κάτοικοι ανάβουν φωτιές σε πλατείες και δρόμους και γλεντάνε με φαγητό, χορό και τραγούδι. Αντί για χαρτοπόλεμο και κομφετί πετούν αλευρί και ένας πόλεμος ξεκινά σε ολόκληρη την πόλη.  Αυτό το έθιμο διατηρείται από το 1801. Εκείνα τα χρόνια, παρόλο που το Γαλαξίδι τελούσε υπό την τουρκική κατοχή, όλοι οι κάτοικοι περίμεναν τις Αποκριές για να διασκεδάσουν και να χορέψουν σε κύκλους. Ενας κύκλος για τις γυναίκες, ένας για τους άντρες. Φορούσαν μάσκες ή απλώς έβαφαν τα πρόσωπά τους με κάρβουνο. Στη συνέχεια προστέθηκε το αλεύρι, το λουλάκι, το βερνίκι των παπουτσιών και η ώχρα. Στο μουντζούρωμα συμμετέχουν όλοι, ανεξαιρέτως ηλικίας.

Θήβα

Κάθε Καθαρή Δευτέρα στη Θήβα ένα έθιμο από το 1830 αναβιώνει μέχρι και σήμερα.Πρόκειται για τον βλάχικο γάμο. Οι Βλάχοι, δηλαδή οι τσοπάνηδες από τη Μακεδονία, την Ηπείρο, τη Θεσσαλία κατέβηκαν νοτιότερα και βρήκαν πιο γόνιμο έδαφος. Το θέαμα είναι μοναδικό και η μουσική που το ζωντανεύει ζωντανή.

Σοχός

Η φύση αναστατώνεται όταν ομάδες μεταμφιεσμένων με μαύρες γιδοπροβιές, φορώντας τέσσερα κουδούνια κυκλοφορούν χοροπηδώντας και τραγουδώντας δυνατά. Οι «Κουδουνοφόροι Τράγοι», από αιώνες πριν μέχρι και σήμερα, την περίοδο της Αποκριάς γεμίζουν τους δρόμους του Σοχούυποδεχόμνεοι την άνοιξη.

Κάρπαθος

Την Καθαρή Δευτέρα λειτουργεί το Λαϊκό Δικαστήριο Ανήθικων Πράξεων. Κάποιοι κάνουν άσχημες χειρονομίες σε κάποιους άλλους και συλλαμβάνονται από τους Τζαφιέδες (χωροφύλακες) για να οδηγηθούν στο Δικαστήριο, που το αποτελούν οι σεβάσμιοι του νησιού. Τα αυτοσχέδια αστεία και τα γέλια ακολουθεί τρικούβερτο γλέντι.

Πηγή: Newpost.gr/kathimerini.gr

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2058

Ζωγραφική : Έλληνες και Ξένοι Ζωγράφοι

Στη σελίδα “Εκπαιδευτικά Υλικό” / “Ζωγραφική” μπορείτε να βρείτε πίνακες ζωγράφων από την Αναγέννηση ως τον 20ο αιώνα, Ελλήνων και Ξένων. Μπορείτε επίσης, να “κατεβάσετε” τα αρχεία με ένα απλό πάτημα στο συμπιεσμένο φάκελο.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2057

«Κυβέρνηση και Παιδείας μάς κήρυξαν τον πόλεμο» λένε οι εκπαιδευτικοί – κοινωνία

ΤΟ ΒΗΜΑ – «Κυβέρνηση και Παιδείας μάς κήρυξαν τον πόλεμο» λένε οι εκπαιδευτικοί – κοινωνία.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2050

Πολιτικά : Ενότητες 19η-20η

ΕΝΟΤΗΤΑ 19η

ΕΙΔΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ – ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Τα είδη της δημοκρατίας


1ο είδος: Η δημοκρατία με κριτήριο την ελευθερία και την ισότητα των πολιτών Πρώτο είδος δημοκρατίας είναι αυτή που παίρνει το όνομά της από την όσο γίνεται πιο πιστή εφαρμογή της αρχής της ισότητας. Η ισότητα, σύμφωνα με τον νόμο αυτής της δημοκρατίας, συνίσταται στο ότι οι φτωχοί δεν έχουν περισσότερα δικαιώματα και προνόμια από τους πλούσιους· σε καμιά περίπτωση οι δύο αυτές ομάδες δεν είναι κυρίαρχες η μια της άλλης: και οι δύο είναι όμοιες. Γιατί αν είναι αλήθεια αυτό που υποστηρίζουν μερικοί, πως η ελευθερία και η ισότητα υπάρχουν κατά κύριο λόγο στη δημοκρατία, αυτό θα ήταν έτσι στον μέγιστο δυνατό βαθμό εκεί όπου οι πολίτες –δίχως καμιά εξαίρεση– συμμετέχουν με τον ίδιο τρόπο στη διακυβέρνηση. Από τη στιγμή που ο λαός (ο δήμος) είναι η πλειοψηφία και οι αποφάσεις της πλειοψηφίας είναι αυτό που τελικά επικρατεί, το πολίτευμα αυτό δεν μπορεί παρά να είναι δημοκρατία. Αυτό λοιπόν είναι το πρώτο είδος δημοκρατίας.
2ο είδος: Η δημοκρατία με κριτήριο την κατοχή μικρής περιουσίας Ένα δεύτερο είδος είναι αυτό στο οποίο οι πολίτες καταλαμβάνουν τα αξιώματα με κριτήριο την περιουσία τους, εν πάση περιπτώσει χαμηλή· ο κανόνας είναι: όποιος αποκτά τα προβλεπόμενα οικονομικά μέσα, αποκτά το δικαίωμα να καταλαμβάνει αξιώματα· αν τα χάσει, χάνει αυτό το δικαίωμα.


3ο είδος: Η δημοκρατία με κριτήριο την απουσία νομικού κωλύματος και με υπέρτατη αρχή τον νόμο Μια τρίτη μορφή δημοκρατίας είναι αυτή στην οποία μπορούν να καταλαμβάνουν αξιώματα όλοι οι πολίτες που δεν έχουν κάποιο κώλυμα (αν είναι, λ.χ., υπόλογοι για κάτι), η υπέρτατη όμως αρχή είναι ο νόμος·


4ο είδος: Η δημοκρατία με κριτήριο την αναγνώριση της ιδιότητας του πολίτη και με υπέρτατη αρχή τον νόμο μια άλλη μορφή είναι αυτή στην οποία μπορούν όλοι να καταλαμβάνουν αξιώματα αρκεί να είναι πολίτες, η υπέρτατη όμως αρχή είναι ο νόμος.


5ο είδος: Η δημοκρατία με κριτήριο όλα τα προηγούμενα και με υπέρτατη αρχή τον λαό. Ο κυρίαρχος ρόλος των ψηφισμάτων και των δημαγωγών Μια άλλη μορφή δημοκρατίας είναι αυτή στην οποία ισχύουν όλα τα προηγούμενα, η υπέρτατη όμως αρχή είναι τώρα ο λαός, όχι ο νόμος· είναι η περίπτωση κατά την οποία τα ψηφίσματα έχουν μεγαλύτερη ισχύ από τον νόμο· αυτό συμβαίνει όταν στην πόλη υπάρχουν και δρουν δημαγωγοί. Στις δημοκρατικές πόλεις που κυβερνιούνται κατά τον νόμο, δεν κάνει ποτέ την εμφάνισή του δημαγωγός, αλλ’ είναι οι άριστοι πολίτες που έχουν την πρωτοκαθεδρία. Οι δημαγωγοί κάνουν την εμφάνισή τους εκεί όπου οι νόμοι δεν αποτελούν την υπέρτατη αρχή.

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Ο Αριστοτέλης απαριθμεί πέντε τύπους δημοκρατίας, ξεκινώντας από την καλύτερη μορφή της και καταλήγοντας στη χειρότερη. Το πρώτο είδος δημοκρατίας είναι αυτό που λειτουργεί με βάση την αρχή της ισότητας, και έχει ως χαρακτηριστικά την αρχή της ελευθερίας και την με όμοιο τρόπο συμμετοχή όλων, πλούσιων και φτωχών, στη διακυβέρνηση. Στο δεύτερο είδος δημοκρατίας οι πολίτες αναλαμβάνουν αξιώματα με βάση την περιουσία τους, η οποία όμως ορίζεται ως χαμηλή. Στο τρίτο είδος δημοκρατίας το δικαίωμα ανάληψης αξιωμάτων δίνεται σε όσους δεν έχουν κάποιο νομικό κώλυμα και υπέρτατη αρχή είναι ο νόμος. Το τέταρτο είδος δημοκρατίας είναι αυτό στο οποίο αξιώματα μπορούν να αναλάβουν όλοι, αρκεί να είναι πολίτες και υπέρτατη αρχή είναι και πάλι ο νόμος. Στο τελευταίο είδος δημοκρατίας ισχύουν όλα τα προηγούμενα, υπέρτατη αρχή όμως δεν είναι ο νόμος, αλλά ο λαός, ο οποίος κυβερνά με τα ψηφίσματα, που έχουν περιστασιακό χαρακτήρα, και με την καθοδήγηση των δημαγωγών.

1. ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΙΔΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ: «Πρώτο είδος … το πρώτο είδος δημοκρατίας»

Κύρια χαρακτηριστικά του πρώτου είδους δημοκρατίας είναι η ελευθερία και η ισότητα. Η φράση «υποστηρίζουν μερικοί» υποδηλώνει ότι αυτή η άποψη δεν είναι του ίδιου του Αριστοτέλη, αλλά των υποστηρικτών της δημοκρατίας. Ιδιαίτερα κατατοπιστική πάνω σε αυτό το θέμα είναι κι εκείνη η ενότητα των «Πολιτικών» (Πολιτικά 1317 a40 – b17) στην οποία αναφέρονται τα εξής:

α) Δύο είναι οι μορφές ελευθερίας που χαρακτηρίζουν τα δημοκρατικά πολιτεύματα, η ατομική και η πολιτική ελευθερία. Ατομική ελευθερία είναι να μπορεί να ζει ο κάθε πολίτης όπως ο ίδιος θέλει («ὡς βούλεται») σε αντίθεση με τον δούλο, ο οποίος δεν είναι ελεύθερος και ζει αντίθετα με τη θέλησή του («ὡς μὴ βούλεται»). Πολιτική ελευθερία είναι να μπορούν όλοι οι πολίτες με τη σειρά («ἐν μέρει») να άρχουν και να άρχονται, να εναλλάσσονται δηλαδή όλοι στα πολιτικά αξιώματα.

β) Βασική αρχή της δημοκρατίας είναι η ισότητα. Σύμφωνα με αυτή όλοι οι πολίτες, και οι πλούσιοι και οι φτωχοί, έχουν ίσα δικαιώματα και προνόμια, δεν κυριαρχούν ο ένας στον άλλο και συμμετέχουν εξίσου («ὁμοίως») στη διακυβέρνηση του κράτους.

γ) Η ισότητα, δηλαδή η απαίτηση να θεωρούνται όλοι οι πολίτες ίσοι μεταξύ τους, στη δημοκρατία συνιστά δικαιοσύνη που βασίζεται στον αριθμό και όχι στην αξία. Στα δημοκρατικά όμως πολιτεύματα οι φτωχοί είναι περισσότεροι, συνεπώς έχουν μεγαλύτερη δύναμη από τους πλούσιους, και έτσι δικαιοσύνη τελικά καταλήγει να θεωρείται η θέληση της πλειοψηφίας.

2. ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΕΙΔΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ: «Ένα δεύτερο είδος … αυτό το δικαίωμα»

Στο δεύτερο είδος δημοκρατίας το δικαίωμα ανάληψης αξιωμάτων έχουν όσοι διαθέτουν έστω και μια μικρή περιουσία, διότι έχοντας εξασφαλίσει χάρη σε αυτή τα «πρὸς τὸ ζῆν», τις προσωπικές τους ανάγκες, μπορούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και στην πόλη για την εξυπηρέτηση του κοινού συμφέροντος. Καθορίζεται ένα χαμηλό όριο περιουσίας, το οποίο, αν δεν υπάρχει, αφαιρείται το δικαίωμα ανάληψης αξιωμάτων (Πολιτικά 1291b 39-41, «ἄλλο δὲ τὸ τὰς ἀρχὰς ἀπὸ τιμημάτων εἶναι, βραχέων δὲ τούτων ὄντων• δεῖ δὲ τῷ κτωμένῳ ἐξουσίαν εἶναι μετέχειν καὶ τὸν ἀποβάλλοντα μὴ μετέχειν»). «Τούτο ως εσωτερικός λόγος διατήρησης του πολιτεύματος, επιτρέπει με το οριζόμενο μικρό όριο περιουσίας, να φέρει το πολίτευμα τον τύπο της δημοκρατίας. Διότι αν καθένας, ο οποίος αποκτούσε το οριζόμενο ποσό, δεν αποκτούσε συγχρόνως και τα πολιτικά δικαιώματα – και αν, αντίθετα, μαζί με την απώλεια του εισοδήματος δεν έχανε και τα πολιτικά του δικαιώματα, τότε θα χανόταν η βάση που εδραιώνει τα δικαιώματα του κυρίαρχου πλήθους. Και τούτο, γιατί αυτό το πλήθος θα κυριαρχούσε μόνον επειδή απέκτησε κάποτε τα πολιτικά δικαιώματα με βάση το συγκεκριμένο εισόδημα, σε βάρος του πλήθους που αν και έχει την οικονομική βάση, δεν έχει και το πολιτικό δικαίωμα, και άρα η δημοκρατία θα μετέπιπτε σε ολιγαρχία.» (Παναγής Γ. Λεκατσάς). Σε άλλο χωρίο των «Πολιτικών» (.Πολιτικά 1294 b 10) ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει το κριτήριο της περιουσίας ολιγαρχικό, αφού μόνο οι «ὀλίγοι» διέθεταν μεγάλες περιουσίες και επεδίωκαν τιμές και αξιώματα. Εφόσον όμως το προβλεπόμενο όριο περιουσίας είναι χαμηλό δεn θεωρείται αντιδημοκρατικό.

3. ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΕΙΔΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ: «Μια τρίτη μορφή … είναι ο νόμος»

Στο τρίτο είδος δημοκρατίας αξιώματα μπορούν να αναλάβουν όσοι δεν έχουν κάποιο νομικό κώλυμα, δεν είναι υπόλογοι για κάτι. Υπέρτατη όμως αρχή είναι ο νόμος, ο οποίος καθορίζει τη λειτουργία του πολιτεύματος και τη δικαιοδοσία πολιτικής αρχής. Συνεπώς, ο νόμος δεν επιτρέπεται να τροποποιείται από την εκάστοτε πολιτική εξουσία που υπόκειται σε αυτόν.

4. ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΕΙΔΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ: «μια άλλη μορφή είναι αυτή … είναι ο νόμος»

Το τέταρτο είδος δημοκρατίας αποτελεί παραλλαγή του προηγούμενου. Προϋπόθεση για την ανάληψη των αξιωμάτων αποτελεί να έχει κανείς την ιδιότητα του πολίτη, χωρίς να ελέγχονται νομικά κωλύματα. Και σε αυτή την περίπτωση όμως κυρίαρχος είναι ο νόμος. Για την Αθήνα εν προκειμένω, η ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη δινόταν σε όσους κατάγονταν από γνήσιους Αθηναίους γονείς. Αυτό μπορούσε να αποδειχθεί με τη νόμιμη ή μη εγγραφή του πολίτη στο ληξιαρχικό γραμματείο των πολιτών. Πάντως κατά τον I. Düring, στο τέταρτο είδος δημοκρατίας δεν λαμβάνεται υπόψη η καταγωγή, αλλά όλοι όσοι έχουν πολιτογραφηθεί ως πολίτες έχουν μερίδιο στις υπηρεσίες, ενώ ο νόμος είναι κυρίαρχος. Κατά τον ίδιο μελετητή, «για την κλασική Ελλάδα αυτή είναι μία αδιανόητη εναλλακτική πρόταση. Η εμμονή στη διάταξη ότι πρέπει κανείς να κατάγεται από γνήσιους Αθηναίους γονείς, για να μπορεί να αποκτήσει τα δικαιώματα του πολίτη, οδήγησε στη στασιμότητα και στην πολιτική παρακμή της Αθήνας».

5. «Η υπέρτατη αρχή είναι ο νόμος»

Οι αρχαίοι Έλληνες αναγνώριζαν ότι ο νόμος είναι ανώτερος από τη βούληση ενός βασιλιά ή ενός τυράννου. Αυτό φαίνεται καθαρά στη γνωστή διήγηση του Ηροδότου (7,104) για την απάντηση που έδωσε ο Δημάρατος, εξόριστος βασιλιάς της Σπάρτης, στον Ξέρξη, που του είχε προσφέρει άσυλο. Εκεί ο νόμος φαίνεται ότι καθορίζει τη συμπεριφορά των στρατιωτών, οδηγώντας τους στην ανάπτυξη ελεύθερου ήθους. Σαν δείγμα έκφρασης αθηναϊκής υπερηφάνειας για τον νόμο, μπορεί κανείς να παραθέσει τα λόγια του Θησέα στον Ευριπίδη (Ἱκέτιδες, 429 κ.ε.) όπου ο ήρωας αναφέρει ότι, όταν ισχύουν οι γραπτοί νόμοι, η δικαιοσύνη απονέμεται αμερόληπτα στους φτωχούς και τους πλούσιους, και ο αδύνατος νικά τον ισχυρό αν έχει το δίκιο με το μέρος του. Παρόμοιο εγκώμιο πλέκει για τον νόμο στον «Επιτάφιο» ο Θουκυδίδης (ΙΙ 37), όπου βλέπουμε ότι η δημοκρατία συσχετίζεται με το κύρος των νόμων. Και ο Λυσίας στους λόγους του και ο Ισοκράτης στον «Πανηγυρικό» (18-19) αναφέρεται στον σεβασμό των αρχαίων Αθηναίων στους νόμους. Κατά τον Πίνδαρο, τον ποιητή που ύμνησε τους νικητές στους μεγάλους πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες (το πρώτο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα), ο νόμος ήταν «ὁ πάντων βασιλεύς». Διατυπώσεις όπως αυτές ήθελαν βέβαια να πουν ότι η δημοκρατία είναι πιο δυνατή εκεί όπου οι πολίτες φοβούνται τον νόμο σαν «αφέντη τους και βασιλιά τους».

Η σημασία πάντως της διερεύνησης την έννοιας του νόμου για την αρχαιοελληνική σκέψη και ζωή φαίνεται καθαρά από τη θέση που είχε στην φιλοσοφική διαμάχη που αναπτύχθηκε κατά τον 4ο και 5ο αιώνα π.Χ. Οι όροι «Νόμος-Φύση» έγιναν λέξεις-κλειδιά για την αρχαιοελληνική φιλοσοφία και η εξέταση της αντίθεσης αυτής, γέννησε γόνιμες φιλοσοφικές αντιπαραθέσεις για την ηθική και την πολιτική ζωή. Ο σοφιστής Ιππίας, που φιλοσοφικά ανήκε στο ρεύμα των υποστηρικτών της φύσης, στον διάλογο «Πρωταγόρας» του Πλάτωνα επαινεί τη φύση, γιατί καταρρίπτει τους φραγμούς με τους οποίους ο νόμος έχει χωρίσει τον έναν άνθρωπο από τον άλλον, και αλλού καταλήγει στη διατύπωση ότι ο νόμος (το θετό δίκαιο, όχι οι άγραφοι νόμοι) είναι «τύραννος τῶν ἀνθρώπων».

6. ΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΕΙΔΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ: «Μια άλλη μορφή δημοκρατίας … την υπέρτατη αρχή»

Στο πέμπτο είδος δημοκρατίας, που αποτελεί τη χειρότερη μορφή, ισχύουν όλα τα παραπάνω, υπέρτατη αρχή όμως δεν είναι ο νόμος, αλλά ο λαός που κυβερνά με τα ψηφίσματα.

Τα ψηφίσματα ήταν αποφάσεις που λαμβάνονταν στην Εκκλησία του Δήμου έπειτα από προτάσεις. Ωστόσο, έρχονταν στιγμές που η Εκκλησία υιοθετούσε διαδοχικά τμήματα εισηγήσεων από διαφορετικά προγράμματα που είχαν υποβληθεί από εισηγητές, επομένως τα ψηφίσματα ήταν αντιφατικά. Σε αντίθεση με τον νόμο, που είχε καθολική και μόνιμη ισχύ, το ψήφισμα είχε χαρακτήρα περιστασιακό και επομένως διατηρούσε την ισχύ του μόνο ως τη στιγμή που ένα άλλο ψήφισμα, αποτέλεσμα νέων περιστάσεων, ερχόταν να το αντικαταστήσει. Όχι σπάνια τα ψηφίσματα ήταν αντίθετα με τους νόμους της πόλης και είχαν τη δύναμη ακόμα και να εκτοπίζουν συντακτικούς θεσμούς. Σε αυτές τις περιπτώσεις η Εκκλησία του Δήμου λειτουργούσε ως μονάρχης που δεν υπόκειται σε κανένα νομικό περιορισμό και σε περίπτωση οποιασδήποτε αυθαιρεσίας η δικαιολογία που προβαλλόταν ήταν ότι τα ψηφίσματα αυτά ήταν αποφάσεις της λαϊκής πλειοψηφίας. Εγκεκριμένα ψηφίσματα, βέβαια, μπορούσαν να προσβληθούν στα δικαστήρια και με χρονοβόρες διαδικασίες να απορριφθούν απ’ αυτά, εφόσον η διαδικασία που προηγήθηκε δεν ήταν σύμφωνη με τους νόμους. Έτσι, πολύ συχνά μάλιστα, ένα ψήφισμα ήταν δυνατόν να αναιρεθεί από ένα άλλο, με συνέπεια να δημιουργείται στους πολίτες σύγχυση, αβεβαιότητα και ανασφάλεια.

Μέσα σ’ ένα τέτοιο πολιτικό κλίμα έκαναν την εμφάνισή τους οι δημαγωγοί. Αυτοί εμφανίστηκαν στην αθηναϊκή πολιτική σκηνή μετά τον θάνατο του Περικλή (429 π.Χ.). Ήταν γέννημα της νέας αστικής τάξης που δημιουργήθηκε τότε στην Αθήνα με την ανάπτυξη του εμπορίου και της «βιομηχανίας». Έχοντας συχνά το χάρισμα του λόγου και πάντως δίχως επίσημες θέσεις στην πολιτεία και άρα δίχως συγκεκριμένες υποχρεώσεις, ασκούσαν μεγάλη επιρροή στον λαό προτείνοντας ευχάριστες στον πολύ κόσμο πολιτικές δίχως να έχουν την ευθύνη της υλοποίησής τους. Σχηματισμένη από το ουσιαστικό «δῆμος» (= λαός) και από το θέμα του ρήματος «ἄγω» (= οδηγώ) η λέξη είχε σε αρκετούς συγγραφείς τη σημασία του οδηγητή, του ηγέτη του λαού˙ γρήγορα όμως (ασφαλώς στην εποχή του Αριστοτέλη) πήρε αρνητικό περιεχόμενο, επειδή οι δημαγωγοί κατάντησαν απλώς να παρασέρνουν τον λαό σε ψηφίσματα για την εξυπηρέτηση των προσωπικών τους φιλοδοξιών και συμφερόντων. Ο Αριστοτέλης σε άλλο σημείο των «Πολιτικών» του αναφέρει ότι ο δημαγωγός είναι του «δήμου κόλαξ» και κάνει λόγο για την «ἀσέλγειαν» των δημαγωγών. Αυτό σημαίνει ότι η εμφάνιση των δημαγωγών προϋποθέτει και φανερώνει τον πολιτικό εκφυλισμό του κράτους (πβλ. Πολιτικά 1304b 20). Επίσης με αρνητική σημασία αναφέρεται η λέξη δημαγωγός στον Αριστοφάνη, στον Θουκυδίδη (Ιστορία 4,21,3 «Κλέων ὁ Κλεαινέτου, ἀνὴρ δημαγωγὸς») στον Αντιφώντα, στον Ισοκράτη, και τον Δημοσθένη. Μία χαρακτηριστική εικόνα της πολιτικής την εποχή του Κλέωνα, του δημαγωγού, στην Αθήνα, μετά τον θάνατο του Περικλή, μας δίνει ο Αριστοφάνης στους «Ιππείς». Εκεί, δίνονται και κάποια χαρακτηριστικά της δημαγωγίας και καταδικάζεται ο τύπος του πολιτικού ηγέτη που α) υπέρμετρα κολακεύει, υπερβολικά διαβεβαιώνει για την νομιμοφροσύνη του και διώκει πρόσωπα που θα μπορούσαν να κατηγορηθούν για αντιπατριωτική διαγωγή, β) προωθεί μέτρα που προσφέρουν βραχυπρόθεσμα οικονομικά οφέλη σε πολλούς παραβλέποντας τη μακροπρόθεσμη οικονομική εξασφάλιση και γ) προέρχεται από τις τάξεις των βιοτεχνών και εμπόρων και όχι από τις οικογένειες των γαιοκτημόνων που είχαν παράδοση στις πατριωτικές υπηρεσίες.

Τόσο το πρόβλημα της ασάφειας των ψηφισμάτων, όσο και το πρόβλημα της εμφάνισης των δημαγωγών απορρέει κυρίως από τον άμεσο χαρακτήρα της αθηναϊκής δημοκρατίας που, λόγω της συμμετοχής χιλιάδων πολιτών με διαφορές στην καλλιέργεια, στις ικανότητες, στην πολιτική ωριμότητα κατά την άσκηση της εξουσίας, επέτρεπε με την ελάχιστη χαλάρωση των πολιτικών ηθών, την εμφάνιση πολιτικών δυσλειτουργιών.

Έτσι, λοιπόν, καταλήγει ο φιλόσοφος ότι, για να μπορέσει να λειτουργήσει σωστά ένα δημοκρατικό πολίτευμα, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να κυριαρχούν οι νόμοι. Αν οι νόμοι έχουν θεσπιστεί με σωστές διαδικασίες, που απαιτούν τη συμμετοχή του συνόλου των πολιτών, αν εφαρμόζονται από όλους τους πολίτες και δεν αλλάζουν σύμφωνα με τις περιστάσεις ή τα συμφέροντα κάποιων ισχυρών ή της πλειοψηφίας, η οποία μπορεί να παραπλανηθεί από επιτήδειους πολιτικούς, τότε διασφαλίζεται η δημοκρατία, κατοχυρώνονται τα δικαιώματα του πολίτη, οριοθετούνται οι υποχρεώσεις του και κατά συνέπεια επικρατεί η δικαιοσύνη που προστατεύει το σύνολο των πολιτών. Μέσα σε τέτοιες επομένως συνθήκες δεν υπάρχουν περιθώρια να κάνουν την εμφάνισή τους οι δημαγωγοί. Αντιθέτως, θα είναι κι αυτοί υποχρεωμένοι να τηρούν τον νόμο και να προσαρμόζονται στις επιταγές του.

ΕΝΟΤΗΤΑ 20η

ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ – ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ


Το αίτημα για νομοθέτηση κοινής παιδείας Ὅτι μὲν οὖν νομοθετητέον περὶ παιδείας καὶ ταύτην κοινὴν ποιητέον, φανερόν· τίς δ’ ἔσται ἡ παιδεία καὶ πῶς χρὴ παιδεύεσθαι, δεῖ μὴ λανθάνειν.
Κριτική στην παιδευτική πραγματικότητα της εποχής του. Τύποι παιδείας. Νῦν γὰρ ἀμφισβητεῖται περὶ τῶν ἔργων. Οὐ γὰρ ταὐτὰ πάντες ὑπολαμβάνουσι δεῖν μανθάνειν τοὺς νέους οὔτε πρὸς ἀρετὴν οὔτε πρὸς τὸν βίον τὸν ἄριστον, οὐδὲ φανερὸν πότερον πρὸς τὴν διάνοιαν πρέπει μᾶλλον ἢ πρὸς τὸ τῆς ψυχῆς ἦθος· ἔκ τε τῆς ἐμποδὼν παιδείας ταραχώδης ἡ σκέψις καὶ δῆλον οὐδὲν πότερον ἀσκεῖν δεῖ τὰ χρήσιμα πρὸς τὸν βίον ἢ τὰ τείνοντα πρὸς ἀρετὴν ἢ τὰ περιττά (πάντα γὰρ εἴληφε ταῦτα κριτάς τινας)· περί τε τῶν πρὸς ἀρετὴν οὐθέν ἐστιν ὁμολογούμενον (καὶ γὰρ τὴν ἀρετὴν οὐ τὴν αὐτὴν εὐθὺς πάντες τιμῶσιν, ὥστ’ εὐλόγως διαφέρονται καὶ πρὸς τὴν ἄσκησιν αὐτῆς).


Κυρίαρχος ο ηθοπλαστικός χαρακτήρας της παιδείας Ὅτι μὲν οὖν τὰ ἀναγκαῖα δεῖ διδάσκεσθαι τῶν χρησίμων, οὐκ ἄδηλον˙ ὅτι δὲ οὐ πάντα, διῃρημένων τῶν τε ἐλευθερίων ἔργων καὶ τῶν ἀνελευθερίων φανερόν, καὶ ὅτι τῶν τοιούτων δεῖ μετέχειν ὅσα τῶν χρησίμων ποιήσει τὸν μετέχοντα μὴ βάναυσον. Βάναυσον δ’ ἔργον εἶναι δεῖ τοῦτο νομίζειν καὶ τέχνην ταύτην καὶ μάθησιν, ὅσαι πρὸς τὰς χρήσεις καὶ τὰς πράξεις τὰς τῆς ἀρετῆς ἄχρηστον ἀπεργάζονται τὸ σῶμα τῶν ἐλευθέρων ἢ τὴν διάνοιαν.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Ότι πρέπει, λοιπόν, να θεσπίσουμε νόμους για την παιδεία και ότι αυτήν πρέπει να (την) κάνουμε ίδια για όλους (ή: να έχει δημόσιο χαρακτήρα), είναι φανερό· ποιος λοιπόν θα πρέπει να είναι ο χαρακτήρας αυτής της παιδείας και με ποιον τρόπο πρέπει αυτή να παρέχεται, (αυτά) είναι ανάγκη να μη διαφύγουν της προσοχής μας. Γιατί σήμερα υπάρχουν διαφορετικές απόψεις ως προς το εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Πράγματι, δεν έχουν όλοι τη γνώμη ότι πρέπει να μαθαίνουν οι νέοι τα ίδια, ούτε με στόχο την αρετή ούτε με στόχο την άριστη ζωή ούτε είναι φανερό αν (η παιδεία) πρέπει να έχει στόχο της περισσότερο την άσκηση και την καλλιέργεια του νου ή τη διαμόρφωση ηθικού χαρακτήρα· αν ξεκινήσουμε από την εκπαίδευση που παρέχεται σήμερα, η έρευνά μας θα βρεθεί αντιμέτωπη με μεγάλη σύγχυση και δεν είναι καθόλου φανερό αν (η παιδεία) οφείλει να επιδιώκει αυτά που είναι χρήσιμα για τη ζωή ή αυτά που οδηγούν στην αρετή ή αυτά που απλώς προάγουν τη γνώση (γιατί όλες αυτές οι απόψεις έχουν βρει κάποιους υποστηρικτές)· και σχετικά με αυτά που οδηγούν στην αρετή δεν υπάρχει καμιά απολύτως συμφωνία (εξάλλου καταρχήν δεν έχουν όλοι την ίδια ιδέα για την αρετή που τιμούν· επομένως, είναι φυσικό να υποστηρίζουν διαφορετικές γνώμες και ως προς την άσκησή της). Είναι λοιπόν φανερό ότι (οι νέοι) πρέπει να διδάσκονται από τα χρήσιμα τα πιο απαραίτητα· όμως είναι φανερό ότι όχι όλα, δεδομένου ότι οι ασχολίες διακρίνονται σε αυτές που ταιριάζουν σε ελεύθερους ανθρώπους και σε αυτές που δεν ταιριάζουν σε ελεύθερους ανθρώπους και ότι από τα χρήσιμα πράγματα πρέπει να μαθαίνουν όσα δεν θα κάνουν αυτόν που τα μαθαίνει βάναυσο. Και πρέπει να θεωρούμε ότι είναι βάναυση αυτή η ασχολία και αυτή η τέχνη και η μάθηση, που κάνει το σώμα ή το μυαλό των ελεύθερων ανθρώπων ακατάλληλο για την άσκηση και τα έργα της αρετής.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

(Εκτός από το λεξιλόγιο του σχολικού βιβλίου στη σελίδα 207-208)
νομοθετητέον, ποιητέον
= πρέπει να θεσπίσουμε νόμους, πρέπει να κάνουμε (ρηματικά επίθετα σε -τέος = πρέπει να …)

οὐκ ἄδηλον (ἐστὶ) = είναι φανερό (σχήμα λιτότητας).

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΡΙΖΑ ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
νομοθετητέον < νόμος + τίθημι:
νομοθεσία, νομοθέτημα, νομοθετημένος, νομοθέτης, νομοθετικός.

παιδείας, παιδεύεσθαι < παιδεύω < παῖς (θ. παιδ- + -εύω): απαίδευτος, απαίδευτος, διαπαιδαγώγηση, εκπαίδευση, εκπαιδευτήριο, εκπαιδευτής, εκπαιδευτικός, κολεγιόπαιδο, μοναχοπαίδι, ομορφόπαιδο, παιδαγώγηση, παιδαγωγικός, παιδαγωγός, παιδαριώδης, παιδεία, παίδεμα, παιδεμός, παίδευση, παιδευτικός, παιδί, παιδιάστικος, παιδικός, παιδικότητα, παιδιόθεν, παιδίσκη, παιδοκτόνος, παιδομάζωμα, παιδονόμος, παιδότοπος, παιδοχειρουργική, παίκτης, παιχνίδι, παλιμπαιδισμός, παλιόπαιδο, παραπαιδεία, στερνοπαίδι, ψυχοπαίδι.

ποιητέον < ποιέ-ω > ποιῶ: αντιποίηση, αρτοποιείο, αχειροποίητος, θεοποίητος, μεταποιητικός, περιποιητικός, ποίημα, ποίηση, ποιητής, ποιητικός, προσποιητός.

ἔσται < εἰμὶ (ρ. ἐσ-, μι-κατάληξη· με αφομοίωση > ἐμ-μὶ· με απλοποίηση και αντέκταση > εἰμί): εξουσιαστικός, εσθλός, ετυμολογία, ετυμολογικός, έτυμον, οντολογία, όντως, ουσία, ουσιαστικός, ουσιώδης, παρόν, παροντικός, παρουσιαστικό, πεμπτουσία.

χρὴ < χρή, ἡ (= ανάγκη, άκλιτο): άχρηστος, δύσχρηστος, εύχρηστος, χρεία, χρειώδης, χρεόγραφο, χρεολύσιο, χρήστης, χρηστικός.

δεῖ: αδέητος, δέηση, δεητικός ενδεής, ένδεια

λανθάνειν < λανθάνω (θ. ληθ-, λᾰθ-. Ο ενεστώτας προήλθε από: θ. λαθ-+ πρόσφυμα ν πριν τον χαρακτήρα θ και αν μετά τον χαρακτήρα > λανθάνω. Ο μέλλοντες προήλθε από: θ. ληθ-σ-ω· με αποβολή του οδοντικού θ πριν από το σ > λήσω): αλάθητος, αλήθεια, αληθής, αληθινός, άληστος, επιλήσμων, λάθος, λάθρα, λαθραίος, λαθρεμπόριο, λαθρέμπορος, λαθρεπιβάτης, λαθροθηρία, λαθροκυνηγός, λαθρομετανάστης, λήθαργος, λήθη, λησμονιά, λησμοσύνη.

ἀμφισβητεῖται < ἀμφισβητέω-ῶ (< ἀμφὶς + θ. βη + προσφύματα τ και ε > ἀμφισβητέω-ῶ με αύξηση εσωτερική και εξωτερική: ἠμφεσβήτουν): αμφισβήτηση, αμφισβητήσιμος, αμφισβητίας, αναμφισβήτητα, αναμφισβητήτως.

ὑπολαμβάνουσι, εἴληφε < ὑπὸ + λαμβάνω (θ. σλαβ-, σληβ-, λαβ- + πρόσφυμα ν πριν από τον χαρακτήρα β και αν μετά τον χαρακτήρα > λα-ν-β-άν -ω· με τροπή του ένρινου σε μ πριν από το χειλικό β > λαμβάνω. θ. ληβ-σ-ομαι > λήψομαι. Ο παρακείμενος προέκυψε από: σε-σλα-φα > σε-σλη-φα· με αφομοίωση > σε-λλη-φα· με απλοποίηση > σε-λη-φα· με αποβολή του σ > ἔ-λη-φα· με αντέκταση > εἴληφα): ακατάληπτος, αμεροληψία, αμφιλαφής, ανεπανάληπτος, αντιλαβή, αντιληπτός, αντίληψη, απολαβή, ασύλληπτος, δικολάβος, εικονολήπτης, επανάληψη, επιληψία, εργολάβος, εύληπτος, ευυπόληπτος, ηχολήπτης, ηχοληψία, θρησκόληπτος, θρησκοληψία, κατάληψη, λαβή, λάφυρα, λήμμα, λήπτης, λήψη, μεροληψία, μετάληψη, παραλαβή, παραλήπτης, περιληπτικός, περίληψη, προκατάληψη, προληπτικός, πρόσληψη, συλλαβή, σύλληψη, υπόληψη, υπολήψιμος, χειρολαβή.

μανθάνειν, μάθησιν < μανθάνω (θ. μαθ- + πρόσφυμα ν πριν από τον χαρακτήρα θ + πρόσφυμα αν μετά τον χαρακτήρα > μανθ –άν –ω· ο μέλλοντας προκύπτει από: θ. μαθ-+πρόσφυμα ε > μαθ-έ-σμαι· με έκταση του ε σε η > μαθήσομαι): αμαθής, άμαθος, αυτόματος, καλομαθημένος, μάθημα, μαθηματικός, μάθηση, μαθησιακός, μαθητεία, μαθητεύω, μαθητής, μαθητικός, οψιμαθής.

νέους < νέος: νεανίας, νεανικός, νεανίσκος, νεαρός, νεογέννητος, νεογνό, νεόδμητος, νεοελληνικός, νεόκοπος, νεολαία, νεόνυμφος, νεόπλουτος, νεοσσός, νεοσύλλεκτος, νεοσύστατος, νεότατος, νεότερος, νεότητα, νερό (< νηρός < νεαρός = φρέσκος, νωπός: νεαρὸν ὕδωρ > νερό, ουσιαστικοποιήθηκε ο επιθετικός προσδιορισμός και υπερίσχυσε έναντι του ουσιαστικού στην καθημερινή ομιλία), νιότη.

διάνοιαν < διὰ + νοῦς: ανοησία, ανόητος, διανόηση, διανοητικός, διάνοια, διχόνοια, δυσνόητος, έννοια, εννοιολογικός, επινόηση, επινοητικός, εύνοια, ευνοϊκός, κατανόηση, μετάνοια, νοερός, νόημα, νοηματικός, νόηση, νοητικός, νοητός, νουθεσία, νουνεχής, ομόνοια, παρανόηση, παράνοια, παρανοϊκός, προνοητικός, πρόνοια, συνεννόηση, υπόνοια, υπονοούμενο.

πρέπει < πρέπω: απρέπεια, απρεπής, άπρεπος, διαπρεπής, ευπρεπής, μεγαλοπρεπής, πρέπον, πρεπόντως, πρεπώδης.

ἀσκεῖν < ἀσκέω-ῶ (θ. ἀσκ- + προσφύματα j και ε > ἀσκέjω· με αποβολή του j > ἀσκέω· με συναίρεση > ἀσκῶ): ανάσκητος, άσκημα, άσκηση, ασκηταριό, ασκητήριο, ασκητής, ασκητικός, ενάσκηση, εξάσκηση, ξιφασκία, σωμασκία.

χρήσιμα, χρήσεις, ἄχρηστον < χρήομαι -ῶμαι: αχρησιμοποίητος, άχρηστος, δύσχρηστος, εύχρηστος, ιδιοχρησία, χρήμα, χρηματικός, χρήση, χρησιμοθήρας, χρησιμοποίηση, χρήσιμος, χρησιμότητα, χρησμός, χρήστης, χρηστικός, χρηστός.

τείνοντα < τείνω (θ. τεν- + πρόσφυμα j > τενjω· με αφομοίωση > τέννω· με απλοποίηση > τένω· με αναπληρωματική έκταση > τείνω. θ. ταν-, τᾰ και με ποιοτική μεταβολή στο θέμα τεν- > το-. Ο αόριστος σχηματίστηκε από: ἔ – τεν- σ- α· με αφομοίωση > ἔτεννα· με απλοποίηση > ἔτενα· με αντέκταση > ἔτεινα): ανάταση, αντέκταση, ατενής, ατενώς, ατονία, άτονος, βαρύτονος, διάταση, έκταση, ένταση, εντατικός, έντονος, επέκταση, επεκτατικός, επίταση, επιτατικός, ισότονος, μονοτονία, μονότονος, οξύτονος, παράταση, παρατεταμένος, παράτονος, παροξύτονος, προέκταση, προπαροξύτονος, πρόταση, προτασιακός, ταινία, τάση, τένοντας, τέτανος, τονικός, τονικότητα, τονισμός, τόνος, υπέρταση, υπερτασικός, υπόταση, υποτασικός, υποτείνουσα.

ὁμολογούμενον < ὁμολογέομαι-οῦμαι < ὁμόλογος < ὁμοῦ + λέγω: εξομολόγος, ομολόγημα, ομολογητής, ομολογία, ομολογιακός, ομολογιούχος, ομόλογος, ομολογουμένως.

τιμῶσιν < τιμάω -ῶ < τιμὴ (θ. τιμᾰ- + πρόσφυμα j + κατάληξη –ω > τιμάjω > τιμάω > τιμῶ): ανεκτίμητος, ανέντιμος, αντίτιμο, αποτίμηση, ατίμητος, ατιμία, άτιμος, ατιμωρησία, ατιμώρητος, ατιμωτικός, διατίμηση, εκτίμηση, εκτιμητής, έντιμος, εντιμότητα, επιτιμητικός, επίτιμος, πολυτίμητος, πρόστιμο, προτίμηση, τιμαλφή (τα), τιμάριθμος, τιμή, τίμημα, τιμημένος, τίμηση, τιμητής, τιμητικός, τίμιος, έντιμος, τιμοκατάλογος, τιμοκρατία, τιμολόγιο, τιμωρία, υποτίμηση, υποτιμητικός.

διαφέρονται < διὰ + φέρω (θ. φέρ-, φορ-, φαρ-, φωρ-, φρ-, οἰ-, ἐνεκ-): αμφορέας, αντιπροσφορά, διαφορά, διαφορετικός, διαφορικό, διάφορος, διένεξη, διηνεκής, εισφορά, εκφορά, πολύφερνος, πρόσφορο, προφορικός, συμπεριφορά, σύμφορος, φαρέτρα, φερέγγυος, φερνή, φερτός, φερώνυμος, φορά, φόρος, φωριαμός.

διδάσκεσθαι < διδάσκω (θ. δα-, δακ- + πρόσφυμα σκ- + ενεστωτικός αναδιπλασιασμός δι + κατάληξη –ω > δι-δά-σκ-ω): αδίδακτος, δίδαγμα, διδακτήριο, διδακτισμός, διδακτός, δίδακτρα, διδασκαλείο, διδασκαλία, διδάσκαλος, διδαχή, διδάχος.

διῃρημένων < διὰ + αἱρέω-ῶ (ρ. Fαρ- + πρόσφυμα j· με επένθεση > Fαιρ-· με δάσυνση > αἱρ- · με πρόσληψη του προσφύματος ε < αἱρ-έ· με κατάληξη ω και συναίρεση > αἱρέω-ῶ. ρ. Fελ- και Fαλ- · με συλλαβική αύξηση ο αόριστος β΄: ἐFελ-ον >· με αποβολή του F > ἔελον· με συναίρεση > εἷλον· η δασεία προέκυψε από αναλογία προς τον ενεστώτα): αιρετικός, αιρετός, αναίρεση, αναιρετικός, αναφαίρετος, αρχαιρεσίες, αφαιρετικός, αφηρημάδα, αφηρημένος, διαίρεση, διαιρετέος, διαιρέτης, εξαιρετικός, προαίρεση.

ἐλευθερίων, ἀνελευθερίων, ἐλευθέρων < ἐλεύσομαι (μέλλ. του ἔρχομαι): διέλευση, ελευθερία, ελευθέριος, ελευθεριότητα, ελευθεροστομία, ελευθεροτυπία, ελευθέρωση, ελευθερωτής, Ελευσίνα, παρέλευση, προσέλευση, συνέλευση.

μετέχειν < μετὰ + ἔχω (θ. σεχ-, σχ-, σχ + πρόσφυμα ε > σχε-, > σχη-, ἑχ-): αμέτοχος, ανακωχή, ανεκτικός, ανοχή, άσχημος, έξη, εξοχικός, έξοχος, κληρουχία, κληρούχος, μέθεξη, μετοχή, μετοχικός, μέτοχος, περιοχή, ραβδούχος, σκηπτούχος, σχεδόν, σχέση, σχήμα, σχηματικός, σχολείο, σχολή, σχόλη.

νομίζειν < νομίζω < νόμος < νέμω (θ. νομίδ- + πρόσφυμα j + κατάληξη –ω > νομίδjω > νομίζω): νόμισμα, νομισματικός, νομισματοκοπείο, νομισματοκόπτης, νόμος.

ἀπεργάζονται, (ρ. Fεργ-, θ. εργάδ- + πρόσφυμα j + κατάληξη –ομαι > ἐργάδjομαι > ἐργάζομαι. Ο παρατατικός προέκυψε από το θέμα Fεργ- με χρονική αύξηση > ἐ-Fεργαζ- όμην· με αποβολή του F > ἐεργαζόμην· με συναίρεση > εἰργαζόμην): αεργία, άεργος, ακατέργαστος, ανενεργός, ανεργία, άνεργος, απεργία, απεργός, δημιούργημα, δημιουργός, διεργασία, ενέργεια, επεξεργασία, εργαλείο, εργασία, εργάσιμος, εργασιοθεραπεία, εργασιομανής, εργαστήριο, εργάτης, εργατικός, εργατικότητα, εργατοπατέρας, εργατοϋπάλληλος, εργατοώρα, έργο, εργοδηγός, εργολαβικός, εργολάβος, εργολήπτης, εργόχειρο, εργώδης, κακούργημα, κακούργος, καλλιέργεια, κατεργασμένος, κωλυσιεργία, μεταλλουργία, μεταξουργία, μουσουργός, ξυλουργός, όργανο, όργιο, πανούργος, πάρεργο, περιέργεια, περίεργος, προεργασία, ραδιενεργός, ραδιούργος, στιχουργός, συνεργατικός, συνεργός, υφαντουργία, χειρουργός.

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Ο Αριστοτέλης αρχικά διατυπώνει τη θέση ότι πρέπει να θεσπιστούν νόμοι για την παιδεία και ότι αυτή πρέπει να είναι κοινή για όλους. Στη συνέχεια, παρουσιάζει τα θέματα που θα τον απασχολήσουν, τα οποία είναι ο χαρακτήρας, το περιεχόμενο και οι στόχοι της παιδείας. Έτσι αρχίζει τη διερεύνηση του θέματος με τους προβληματισμούς της εποχής του πάνω σε αυτά τα ζητήματα. Δηλώνει, λοιπόν, ότι δεν είναι σαφές αν η παιδεία πρέπει να στοχεύει στην αρετή ή την άριστη ζωή, την άσκηση του νου ή τη διαμόρφωση ηθικού χαρακτήρα. Είναι επίσης ασαφές αν πρέπει να επιδιώκει τα χρήσιμα προς τη ζωή ή αυτά που τείνουν προς την αρετή ή αυτά που απλώς προάγουν τη γνώση. Η σύγχυση αυτή οφείλεται στο ότι δεν έχουν όλοι την ίδια άποψη για την έννοια της αρετής και συνεπώς, για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ασκείται. Έτσι έπειτα από όλους αυτούς τους προβληματισμούς, ο φιλόσοφος καταλήγει στη διατύπωση των δικών του θέσεων, σύμφωνα με τις οποίες οι νέοι πρέπει να διδάσκονται τις αναγκαίες από τις χρήσιμες γνώσεις και συγκεκριμένα, όσες ταιριάζουν σε ελεύθερους ανθρώπους, δεν αδρανοποιούν το σώμα ή το μυαλό τους και οδηγούν στην αρετή.

Θεματική οργάνωση της ενότητας

Α) «Ὅτι μὲν οὖν…, δεῖ μὴ λανθάνειν» Το αίτημα για νομοθέτηση κοινής παιδείας

Β) «Νῦν γὰρ ἀμφισβητεῖται… πρὸς τὴν ἄσκησιν αὐτῆς)» Κριτική στην παιδευτική πραγματικότητα της εποχής του. Τύποι παιδείας.

Γ) «Ὅτι μὲν οὖν… ἢ τὴν διάνοιαν» Κυρίαρχος ο ηθοπλαστικός χαρακτήρας της παιδείας.

Το όγδοο βιβλίο των Πολιτικών οργανώνεται στη βάση τριών σημαντικών ερωτημάτων, με τα οποία κλείνει το έβδομο βιβλίο και είναι τα εξής: 1ο Πρέπει να υπάρχει σύστημα αγωγής για τα παιδιά ή όχι; 2ο Η εκπαίδευση πρέπει να είναι δημόσια ή ιδιωτική; 3ο Ποια τα γνωρίσματα της εκπαίδευσης αυτής; Αρχίζει το όγδοο βιβλίο με την απόδειξη της θέσης ότι πρέπει να υπάρχει σύστημα αγωγής, το οποίο μάλιστα είναι χρέος του νομοθέτη να φροντίσει. Η ύπαρξη συστήματος αγωγής των νέων υπαγορεύεται από την ανάγκη εξασφάλισης σταθερότητας του πολιτεύματος (1337a8-21). Συνεχίζει με την απόδειξη της θέσης του υπέρ της ενιαίας δημόσιας εκπαίδευσης. Επιδοκιμάζει τη σπαρτιατική τακτική να υπάρχει ενιαία και δημόσια εκπαίδευση νομικά κατοχυρωμένη, όχι όμως και το περιεχόμενο της προσφερόμενης από τους Σπαρτιάτες εκπαίδευσης. Τάσσεται υπέρ της ενιαίας δημόσιας εκπαίδευσης στη βάση της ισότητας των πολιτών και του τελικού σκοπού της πόλης, δηλαδή της ευδαιμονίας. Ακολουθεί στο όγδοο βιβλίο (το οποίο δεν σώζεται ολόκληρο) η παρουσίαση των γνωρισμάτων της εκπαίδευσης.

Α) «Ὅτι μὲν οὖν… δεῖ μὴ λανθάνειν.» ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΓΙΑ ΝΟΜΟΘΕΤΗΣΗ ΚΟΙΝΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

  1. «Ὅτι μὲν οὖν νομοθετητέον … ποιητέον, φανερόν·»

Ήδη από την πρώτη φράση της ενότητας διαπιστώνεται ότι ο Αριστοτέλης συνδέει την παιδεία με τη διακυβέρνηση της πολιτείας. Η παιδεία είναι λοιπόν πολιτικό θέμα που πρέπει να απασχολεί και τους πολιτικούς και τους νομοθέτες, γιατί επηρεάζει τη συνολική ζωή του κράτους, αλλά και του κάθε πολίτη ξεχωριστά, αφού καθορίζει το παρόν του και προδιαγράφει το μέλλον του.

«νομοθετητέον»: Ο Αριστοτέλης είναι θιασώτης της νομοθετικά κατοχυρωμένης παιδείας. Επικρίνει την απουσία νομοθετικής εκπαιδευτικής μέριμνας και τη δυνατότητα αυτοσχεδιασμού του δασκάλου ή του κηδεμόνα που αναπληρώνουν το κενό της πολιτείας και διδάσκουν ό,τι οι ίδιοι θέλουν στα παιδιά. Και στα Ηθικά Νικομάχεια (1180 a) αποδοκιμάζει τις ελληνικές πόλεις, εκτός από τη Σπάρτη, οι οποίες δεν μεριμνούν για την παιδεία των νέων και επιτρέπουν την άσκηση «κυκλωπικής εξουσίας», δηλαδή πατριαρχικής, στα παιδιά, καθώς επιτρέπουν στον πατέρα να επιλέξει το πρόγραμμα σπουδών και τον σκοπό της εκπαίδευσης των παιδιών του. Η παιδεία για τον Αριστοτέλη πρέπει να είναι με νόμο κοινή για όλους, γιατί έτσι υπηρετούνται η ευδαιμονία και η ενότητα της πόλης, και να μην παρέχεται ιδιωτικά με πρόγραμμα διδασκαλίας που επιλέγουν οι γονείς. Όπως λοιπόν αναφέρει και στο προηγούμενο απόσπασμα (Πολιτικά, 1337a 11-32) με το οποίο ξεκινά το VIII βιβλίο των Πολιτικών, που παρατίθεται μεταφρασμένο στο σχολικό εγχειρίδιο (σελ. 208), η παιδεία είναι υπόθεση του κράτους, αφού και κάθε πολίτης ανήκει στο κράτος, και πρέπει να θεσπιστούν νόμοι σχετικά με αυτή.

«κοινὴν ποιητέον»: Η κοινή παιδεία είναι αίτημα της κοινωνικής και πολιτικής ισότητας των πολιτών, κατά τον Αριστοτέλη. Η κοινή παιδεία είναι αναγκαία για την ενότητα της πόλης και την ευδαιμονία του συνόλου. Υπερασπίζεται τον δημόσιο χαρακτήρα της παιδείας με τα επιχειρήματα του «τέλους» και του «όλου» της πόλης. Με το πρώτο επιχείρημα επικαλείται τον τελικό σκοπό της πόλης, την ευδαιμονία, καθώς μάλιστα ο άνθρωπος ως φύσει πολιτική οντότητα πραγματώνεται στην πόλη. Η επίτευξη της κοινής ευδαιμονίας προϋποθέτει κοινό τρόπο για όλους τους πολίτες, δηλαδή μία και κοινή παιδεία για όλους τους πολίτες. Οι νέοι πρέπει να λαμβάνουν μόρφωση ταιριαστή με το πολίτευμα της πόλης τους, έτσι ώστε να φτάσουν στον επιδιωκόμενο σκοπό, που είναι η ευδαιμονία του συνόλου των πολιτών. Εφόσον λοιπόν ο σκοπός της πόλης είναι κοινός, κοινή πρέπει να είναι και η παιδεία που προσφέρεται και να μην αφήνεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία.

Με το δεύτερο επιχείρημα ο Αριστοτέλης προβάλλει την πόλη ως όλον, μόριο του οποίου είναι ο κάθε πολίτης. Το μόριο δεν είναι δυνατόν να αποφασίζει για το όλον, αλλά το όλον για το μέρος. Η στόχευση μιας τέτοιας πρότασης δεν είναι η ισοπεδωτική ομοιομορφία των πολιτών, αλλά η πολιτική ενότητα της πόλης χωρίς να αποκλείεται η ατομική διαφορά και η ποικιλία των κοινωνικών και ψυχολογικών τύπων.

Συνεπώς, αν στόχος της πολιτείας είναι να οδηγήσει τους πολίτες στην αρετή και κατ’ επέκταση στην ευδαιμονία, που είναι ο ύψιστος σκοπός, ο σκοπός αυτός θα επιτευχθεί, μόνο αν παρέχεται κοινό περιεχόμενο μόρφωσης σε όλους τους πολίτες.
Συμπερασματικά, στην αρχή της 20ής ενότητας προβάλλονται δύο θέσεις: η παιδεία να είναι αντικείμενο κρατικής μέριμνας και να ρυθμίζεται νομοθετικά («νομοθετητέον») και να έχει ενιαίο για όλους χαρακτήρα («κοινὴν ποιητέον»). Στη συνέχεια, όπως συνηθίζει ο Αριστοτέλης, διατυπώνει τον προβληματισμό της εποχής του που, βέβαια, παραμένει και σήμερα επίκαιρος για τα εκπαιδευτικά ζητήματα.

  1. «τίς δ’ ἔσται ἡ παιδεία καὶ πῶς χρὴ παιδεύεσθαι, δεῖ μὴ λανθάνειν.

Προβάλλει ο Αριστοτέλης την υπόθεση εργασίας που θα τον απασχολήσει με δύο ερωτήματα: 1. Ποιος είναι ο ενδεδειγμένος τύπος παιδείας «τίς δ’ ἔσται ἡ παιδεία»; 2. Πώς πρέπει να διαπαιδαγωγούνται τα παιδιά «πῶς χρὴ παιδεύεσθαι»; Κατά την προσφιλή του μέθοδο εξετάζει πρώτα την κατάσταση που διαπιστώνει ότι κυριαρχεί στην εποχή του, και στη συνέχεια οδηγείται σε αυτό που υπαγορεύει η λογική και επαληθεύει η εμπειρία.

Β) «Νῦν γὰρ ἀμφισβητεῖται… πρὸς τὴν ἄσκησιν αὐτῆς)» ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ. ΤΥΠΟΙ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

  1. «Νῦν γὰρ ἀμφισβητεῖται περὶ τῶν ἔργων… τῆς ψυχῆς ἦθος»

Ο Αριστοτέλης, για να δικαιολογήσει γιατί χρειάζεται να καθοριστούν τα γνωρίσματα της παιδείας και ο τρόπος με τον οποίο οι νέοι εκπαιδεύονται, αναφέρεται σε διαπιστώσεις για τον χαρακτήρα της παιδείας και το εκπαιδευτικό πρόγραμμα στην εποχή του. Επισημαίνει τη διαφωνία για τον σκοπό και το περιεχόμενο της παρεχόμενης παιδείας. Οι άνθρωποι διαφωνούν για το αν οι νέοι είναι καλό να εκπαιδεύονται με σκοπό την κατάκτηση της αρετής και του άριστου βίου και αν πρέπει να αποβλέπουν με την παιδεία στην πνευματική καλλιέργεια ή στη διάπλαση ήθους. Έτσι, άλλοι υποστηρίζουν ότι η παιδεία πρέπει να στοχεύει:

    • «πρὸς ἀρετήν»: Η αρετή αναφέρεται και στο καθαρά λογικό μέρος της ψυχής (διανοητικές αρετές) και σε ενέργειες της βούλησης, που ελέγχονται όμως από τη λογική, αλλά γεννιούνται με τον εθισμό (ηθικές αρετές). Η αρετή αποτελεί τη βάση του «αἱρετώτερου βίου».
    • «πρὸς τὸν βίον τὸν ἄριστον»: Ο άριστος βίος απασχόλησε τον Αριστοτέλη στα τρία πρώτα κεφάλαια του έβδομου βιβλίου των Πολιτικών και οπωσδήποτε στα Ηθικά Νικομάχεια. Εννοεί μάλλον τον άριστο βίο που προβάλλει κάθε πολιτική κοινωνία στα μέλη της ως «αἱρετώτερον βίον» (=προτιμότερο βίο). Στο σύνολο των αριστοτελικών αναφορών η αρετή αποτελεί την προϋπόθεση του «αἱρετώτερου βίου», όπως φαίνεται και στα Ηθικά Νικομάχεια (1172a24). Επιπλέον, χρειάζεται να αναγνωρίσουμε ένα πλάτος στην έννοια της αρετής, σύμφωνα με το οποίο π.χ. οι Σπαρτιάτες ταύτιζαν το περιεχόμενο της αρετής με την πολεμική ανδρεία και κατά συνέπεια ο βίος που θεμελιώνεται στην πολεμική ανδρεία ήταν ο άριστος γι’ αυτούς. Γίνεται σαφές ότι ο άριστος βίος συνδέεται με το άριστο πολίτευμα. Άριστη πολιτεία είναι εκείνη που εξασφαλίζει τον «αἱρετώτατον βίον», την άριστη ζωή για το άτομο και το σύνολο συγχρόνως. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένας και μοναδικός άριστος βίος, αλλά τόσοι όσα και τα πολιτεύματα.
    • Σύμφωνα πάλι με μελετητές, ο άριστος βίος ανήκει στο «λόγον ἔχον», το θεωρητικό και ανώτερο μέρος της ψυχής. Μάλιστα, σε παρακάτω απόσπασμα των Πολιτικών (Πολιτικά 1340 a 5 κ.ε.) ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι ένα παιδευτικό αγαθό όχι μόνον ευχάριστο και διασκεδαστικό, αλλά χρήσιμο και για ηθικούς σκοπούς και για τη διαμόρφωση του άριστου βίου είναι η μουσική. Συγκεκριμένα αναφέρει: «… πρέπει να θεωρούμε ότι η μουσική ασκεί πάνω μας κάποια επίδραση προς την κατεύθυνση της αρετής, καθώς έχει τη δύναμη … να δίνει μια ορισμένη ποιότητα στον χαρακτήρα μας, δεδομένου ότι μας ασκεί στο να αισθανόμαστε ευχαρίστηση με τον σωστό τρόπο· με έναν άλλο τρόπο μπορούμε να πούμε ότι η μουσική συμβάλλει στο να καθορίσουμε την πορεία του βίου μας και να καλλιεργήσουμε τον νου μας». Ως παραδείγματα αναφέρει τη χρήση των λατρευτικών ασμάτων στις γιορτές, όπου οι συμμετέχοντες αρχικά διεγείρονται στο άκουσμα της γεμάτης πάθος μουσικής και στη συνέχεια πάλι ηρεμούν με τα ιερά τραγούδια που ακολουθούν σαν να βρήκαν ίαση και καθαρμό, δηλαδή ψυχική ανακούφιση, η οποία συνδέεται με απόλαυση.


Επίσης, άλλοι υποστηρίζουν ότι η παιδεία πρέπει να στοχεύει:

    • «πρὸς τὴν διάνοιαν»: Ορισμένοι θεωρούν ότι η παιδεία έχει νόημα ως άσκηση του νου, ως μαθητεία μόνο του πνεύματος.
    • «πρὸς τὸ τῆς ψυχῆς ἦθος»: Από την άλλη η διαμόρφωση ηθικού χαρακτήρα αποτελεί και αυτή κύριο διακύβευμα της παιδείας, το οποίο έχει υποστηρικτές, αλλά και αρνητές.
  1. «ἔκ τε τῆς ἐμποδὼν… ἄσκησιν αὐτῆς»

Τύποι παιδείας

Ο ρεαλιστικός και εμπειρικός χαρακτήρας της αριστοτελικής σκέψης φαίνεται και στη διαπίστωση ότι η έρευνα για την παιδεία δεν διευκολύνεται από την παρατήρηση της τότε παρεχόμενης εκπαίδευσης. Κρίνει, λοιπόν, ο Αριστοτέλης ότι η απουσία νομικού πλαισίου για την εκπαίδευση και ο ιδιωτικός της χαρακτήρας προσανατολίζουν τους ανθρώπους σε ανόμοιες επιλογές παιδείας με πολιτικές βέβαια επιπτώσεις στην ενότητα και στην ευδαιμονία της πόλης. Διακρίνει στην εποχή του και μας παραδίδει τρεις τύπους παιδείας:

α) την ωφελιμιστική παιδεία, με την οποία επιδιώκεται το πρακτικό και το ωφέλιμο, τα χρήσιμα για τη ζωή («τὰ χρήσιμα πρὸς τὸν βίον»)

β) τη «γνωσιοκεντρική / νοησιαρχική, η οποία δίνει προτεραιότητα στην καλλιέργεια του νου, σε αυτά που απλώς προάγουν τη γνώση («τὰ περιττά»).

γ) την ηθοπλαστική η οποία προτάσσει τη διάπλαση του ήθους των παιδιών, αυτά που τείνουν προς την αρετή («τὰ τείνοντα πρὸς ἀρετήν»).

Κανένας τύπος παιδείας από αυτούς δεν ικανοποιεί απόλυτα τον Αριστοτέλη, γιατί ο κάθε τύπος από μόνος του δεν είναι σε θέση να προσφέρει όλα εκείνα τα γνωρίσματα που απαιτούνται για τη συγκρότηση της προσωπικότητας του σπουδαίου πολίτη και πολιτικού. Μας παραδίδει ο Αριστοτέλης τον προβληματισμό που είχε ανακύψει για τις τρεις κατευθύνσεις της παιδείας: κατάρτιση για βιοπορισμό, ή διάπλαση ενάρετου χαρακτήρα, ή καθαρή μόρφωση. Όπως θα διευκρινίσει στη συνέχεια του βιβλίου αυτού, η παιδεία που υπηρετεί πραγματικά τις αρχές της πόλης και διαπλάθει τον σπουδαίο πολίτη και πολιτικό χρειάζεται να διέπεται από τρεις αρχές: α) τη μεσότητα, β) το δυνατό που αφορά το ανθρωπίνως εφικτό και γ) το πρέπον. Η τριπλή αυτή βάση παιδείας υπαγορεύει ένα διαφορετικό πρόγραμμα σπουδών από αυτό που παρεχόταν τότε και το οποίο ο Αριστοτέλης το κρίνει ως συγκεχυμένο και ανεπαρκές.

Όλοι αυτοί οι προβληματισμοί οφείλονται στο ότι όλοι τιμούν την αρετή, ο καθένας όμως δίνει διαφορετικό περιεχόμενο σε αυτή και επομένως, διαφοροποιείται και ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να ασκείται. Παρόμοιο προβληματισμό είχε διατυπώσει και ο Πλάτωνας στον διάλογο Λάχης (Λάχης 190 b 7), όπου αναφέρει: «Αν δεν ξέρουμε καν τι είναι η αρετή, με ποιον τρόπο θα συμβουλέψουμε κάποιον πώς να την κατακτήσει πιο εύκολα;».

  1. «ἔκ τε τῆς ἐμποδὼν παιδείας»Η παιδεία στη εποχή του Αριστοτέλη

Με τη φράση «ἐμποδὼν παιδείας» ο Αριστοτέλης εννοεί την παιδεία με την οποία είμαστε καθημερινά σε επαφή, την παιδεία που ισχύει στην κοινωνία μας. Σε ένα παρακάτω χωρίο των Πολιτικών (Πολιτικά 1337 b 23) αναφέρει τι αποτελούσε συνήθως την παιδεία του καιρού του. Τα μαθήματα, λοιπόν, που διδάσκονταν εκείνη την εποχή, τα διακρίνει σε τέσσερεις κλάδους και ήταν:

α) ανάγνωση και γραφή, αντικείμενα τα οποία θεωρούνταν χρήσιμα για τη ζωή («χρήσιμα πρὸς τὸν βίο»),

β) γυμναστική, η οποία συντελούσε στην καλλιέργεια της ανδρείας,

γ) μουσική, η οποία θεωρούνταν και χρήσιμη για τη ζωή και ασκούσε ηθική επίδραση στον άνθρωπο,

δ) μερικές φορές σχέδιο και ζωγραφική, δεξιότητες που θεωρούνταν κι αυτές χρήσιμες για τη ζωή.

Η αριθμητική δεν αναφέρεται, επειδή ίσως στην Αθήνα αυτή διδασκόταν στο σπίτι και όχι στο σχολείο. Κατά τον Παναγή Γ. Λεκατσά με τον όρο «γράμματα» που αναφέρεται στο κείμενο εννοείται όχι μόνον ανάγνωση, γραφή, αλλά και στοιχεία γραμματικής και μαθηματικά.

Γ) «Ὅτι μὲν οὖν… ἢ τὴν διάνοιαν» ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ Ο ΗΘΟΠΛΑΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Έπειτα από την παρουσίαση των προβληματισμών σχετικά με τον χαρακτήρα, το περιεχόμενο και τους στόχους της παρεχόμενης στην εποχή του παιδείας, η ενότητα κλείνει με τη διατύπωση των προσωπικών θέσεων του Αριστοτέλη πάνω σε αυτά τα ζητήματα. Ο φιλόσοφος, λοιπόν, ακολουθεί τη μέση οδό και υποστηρίζει ότι οι νέοι πρέπει ασφαλώς να μαθαίνουν γνώσεις χρήσιμες για τη ζωή, όπως η ανάγνωση, η γραφή, η αριθμητική και το σχέδιο, αλλά από αυτές όχι όλες, παρά μόνο τις αναγκαίες. Κι από τις αναγκαίες, όμως, πρέπει να μαθαίνουν όσες ταιριάζουν σε ελεύθερους ανθρώπους και όχι τις ευτελείς που ασκούν οι δούλοι, οι οποίες αδρανοποιούν το σώμα και τον νου του ανθρώπου, τον καθιστούν αγροίκο, άξεστο («βάναυσον») και τον απομακρύνουν από την κατάκτηση της αρετής. Δεν αρμόζει στους ελεύθερους ανθρώπους να αναζητούν σε κάθε γνώση τη χρησιμότητα, γιατί αυτή μπορεί να τους οδηγήσει στη μονομέρεια.

Από τα παραπάνω, λοιπόν, προκύπτει ότι οι χρήσιμες γνώσεις είναι απαραίτητες, αλλά δεν πρέπει να αποτελούν αυτοσκοπό. Ο χαρακτήρας της παιδείας, κατά τον Αριστοτέλη, πρέπει να είναι κυρίως ηθοπλαστικός και να στοχεύει τόσο στη διαμόρφωση του σώματος όσο και του πνεύματος του ελεύθερου ανθρώπου.

Ειδικότερα:

  1. Ο Αριστοτέλης στην ενότητα αυτή δίνει τα όρια ανάμεσα στη γνώση που προάγει συνολικά τον άνθρωπο και σε εκείνη που τον «υποδουλώνει» από μία άποψη. Φαίνεται ότι δεν αποδοκιμάζει απολύτως καμιά διάσταση γνώσης (χρήσιμη, αναγκαία, επιστημονική και ηθοπλαστική), απορρίπτει όμως τη μονοδιαστατικότητα της παρεχόμενης γνώσης και μάλιστα της πρακτικά / επαγγελματικά προσανατολισμένης. Προβάλλει ένα πρότυπο γνώσης που συνθέτει τη χρησιμότητα, την αναγκαιότητα, την επιστημονική αλήθεια με κυρίαρχο τον ηθοπλαστικό προσανατολισμό. Στο παιδευτικό πρόγραμμα του Αριστοτέλη έχει θέση και το χρήσιμο και η ελεύθερη απασχόληση και η επιστημοσύνη, αποκλείεται όμως ό,τι θα έθιζε τον νέο στην ευτέλεια και την ποταπότητα (βάναυσον ἔργον).
  2. «Βάναυσον δ’ ἔργον» (< βαύναυσος από το βαῦνος < αὔω: η λέξη σήμαινε τον τεχνίτη, τον σιδηρουργό, που έμενε μόνιμα στην πόλη και εργαζόταν εκεί. Οι τεχνίτες ήταν απαραίτητοι και πολύτιμοι για την πολιτεία, αλλά οι νομαδικοί και φιλοπόλεμοι λαοί τους περιφρονούσαν. Οι βάναυσοι ή το βάναυσον αναφέρονται στην τάξη των εργατών που ασκούν μηχανική και ταπεινή τέχνη).

Τα έργα που δεν ταιριάζουν στους ελεύθερους ανθρώπους είναι αυτά που καθιστούν τον άνθρωπο που τα επιτελεί βάναυσο, δηλαδή ανίκανο να κατακτήσει την αρετή και να πράξει σύμφωνα με αυτή. Έτσι η επαγγελματική εκπαίδευση συνδέεται με τους «βαναύσους», δηλαδή με τους ανθρώπους που διαθέτουν τη γνώση και την κατασκευαστική τους ικανότητα στην υπηρεσία των άλλων με αμοιβή, αλλά αυτό είναι στοιχείο δουλικότητας. Φαίνεται ότι ο Αριστοτέλης διακρίνει τη γνώση από την κοινωνική λειτουργία της, από την άποψη ότι η γνώση που οδηγεί σε επαγγελματική εξειδίκευση στο πλαίσιο του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας δεν αναιρεί τον αλλοτριωτικό χαρακτήρα της μισθωτής εργασίας, γιατί ο άνθρωπος «εμπορευματοποιεί» την επαγγελματική γνώση του, δηλαδή ένα ποιοτικό γνώρισμα της ύπαρξής του, και το υποτάσσει στη βούληση του άλλου. Αυτό δεν μπορεί όμως να είναι έργο παιδείας που ταιριάζει σε πολίτη, δηλαδή σε άνθρωπο ελεύθερο και αγαθό που υπηρετεί συνειδητά την πόλη.

Πηγή : www.study4exams.gr

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2049

Πολιτικά : Ενότητες 17η-18η

ΕΝΟΤΗΤΑ 17η

“ΤΑ ΟΡΘΑ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ ΑΠΟ ΑΥΤΑ” – ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

[ΕΝΟΤΗΤΑ 17η (Γ 7, 1-3/ 5), σελ. 199 του σχολικού βιβλίου]

Εξαγγελία του θέματος της ενότητας: τα είδη των πολιτευμάτων και τα γνωρίσματά τους Ύστερα από όσα είπαμε δίνοντας όλες τις απαραίτητες εξηγήσεις για τα θέματα που μας απασχόλησαν, σειρά στη διερεύνησή μας έχει τώρα το θέμα των πολιτευμάτων, να δούμε πόσα είναι και ποια η φύση του καθενός τους. Και πρώτα, βέβαια, τα ορθά˙ γιατί οι παρεκκλίσεις και οι διαστρεβλώσεις θα γίνουν φανερές μόλις θα έχουν καθοριστεί τα ορθά πολιτεύματα.

Σύνδεση της έννοιας «πολίτευμα» με την «κυβέρνηση» Επειδή όταν λέμε “πολίτευμα” εννοούμε “αρχή, το σώμα δηλαδή που ασκεί τη διακυβέρνηση στην πόλη”, και η “κυβέρνηση” είναι η ύψιστη αρχή στις πόλεις, αναγκαστικά η ύψιστη αρχή θα είναι ή ένα μόνο άτομο ή λίγα άτομα ή το σύνολο των πολιτών.

Διάκριση των πολιτευμάτων σε ορθά και παρεκκλίσεις ανάλογα με τον στόχο που εξυπηρετούν Όταν λοιπόν ο ένας ή οι λίγοι ή το πλήθος ολόκληρο ασκούν την εξουσία για την εξυπηρέτηση του κοινού συμφέροντος, αυτά τα πολιτεύματα δεν μπορεί παρά να είναι ορθά˙ όταν, αντίθετα, η εξουσία ασκείται για την εξυπηρέτηση του ιδιαίτερου συμφέροντος είτε του ενός είτε των λίγων είτε του πλήθους, τα πολιτεύματα αυτά είναι παρεκκλίσεις και διαστρεβλώσεις των ορθών. Γιατί ή το όνομα του πολίτη δεν πρέπει να δίνεται σε ανθρώπους που είναι κατά το πολίτευμα μέλη της πόλης (ενν. μια και δεν λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματά τους), ή (ενν. αν τους δίνεται το όνομα του πολίτη) πρέπει να έχουν το μερτικό τους στα πλεονεκτήματα που ανήκουν στα μέλη της πόλης.

Τα ορθά πολιτεύματα (μοναρχία, αριστοκρατία, «πολιτεία») και ο στόχος τους Συνηθίζουμε λοιπόν να ονομάζουμε: “βασιλεία” τη μοναρχία που αποβλέπει στο κοινό συμφέρον και “αριστοκρατία” το πολίτευμα στο οποίο τη διακυβέρνηση ασκούν λίγα (περισσότερα του ενός) άτομα (το όνομα οφείλεται είτε στο ότι κυβερνούν οι άριστοι είτε στο ότι ασκούν την εξουσία αποβλέποντας σε ό,τι είναι άριστο για την πόλη και για τα μέλη της)˙ όταν, τέλος, κυβερνά ο λαός αποβλέποντας στο κοινό συμφέρον, αυτό το πολίτευμα (στα αρχαία ελληνικά: αυτή η πολιτεία) πήρε το όνομα “πολιτεία” , μια λέξη που είναι κοινή για όλα τα πολιτεύματα (στα αρχαία ελληνικά: για όλες τις πολιτείες). …


Οι παρεκκλίσεις των ορθών πολιτευμάτων (τυραννία, ολιγαρχία, «δημοκρατία») και οι στόχοι τους Παρεκκλίσεις και διαστρεβλώσεις των πολιτευμάτων που αναφέραμε είναι: της βασιλείας η “τυρρανία”, της αριστοκρατίας η “ολιγαρχία”, της πολιτείας η “δημοκρατία”. Η τυραννία είναι, πράγματι, μια μοναρχία που υπηρετεί το συμφέρον του μονάρχη, η ολιγαρχία υπηρετεί το συμφέρον των πλουσίων και η δημοκρατία το συμφέρον των απόρων, κανένα όμως από τα πολιτεύματα αυτά δεν υπηρετεί το συμφέρον του συνόλου των πολιτών.

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Ο Αριστοτέλης εξαγγέλλει ότι το θέμα που θα τον απασχολήσει σε αυτή την ενότητα είναι τα είδη των πολιτευμάτων και τα γνωρίσματά τους. Τα είδη τους διακρίνονται ανάλογα με το πόσοι ασκούν την εξουσία (ένας, λίγοι ή πολλοί) και τον στόχο που εξυπηρετούν. Έτσι, τα πολιτεύματα που εξυπηρετούν το κοινό συμφέρον ονομάζονται ορθά, ενώ τα πολιτεύματα που στοχεύουν στο συμφέρον του ενός, των λίγων ή των πολλών αποτελούν τις παρεκκλίσεις των ορθών. Πιο συγκεκριμένα, ορθά πολιτεύματα είναι η βασιλεία, η αριστοκρατία και η «πολιτεία» (με τον ίδιο όρο, «πολιτεία», αποδίδεται και η έννοια πολίτευμα). Και τα τρία στοχεύουν στο συμφέρον του συνόλου των πολιτών. Παρεκκλίσεις των ορθών είναι:
α) η τυραννία, που υπηρετεί το συμφέρον του ενός, του μονάρχη,

β) η ολιγαρχία, που υπηρετεί το συμφέρον των ολίγων, των πλουσίων και

γ) η «δημοκρατία», που υπηρετεί το συμφέρον των πολλών, των απόρων.

1. Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΚΑΙ Η ΤΑΥΤΙΣΗ ΤΩΝ ΟΡΩΝ «πολιτεία» ΚΑΙ «πολίτευμα»

Στην ενότητα 15 ο Αριστοτέλης δήλωσε ότι θα τον απασχολήσει η διερεύνηση των εννοιών «πολιτεία», «πόλις» και «πολίτης», στην εξέταση των οποίων πρέπει να ακολουθηθεί, κατά τη γνώμη του, η εξής σειρά: πρώτα πρέπει να δοθεί ο ορισμός του πολίτη, έπειτα της πόλης και τελευταία στη σειρά να εξεταστεί η έννοια «πολιτεία». Έτσι, στις προηγούμενες ενότητες έκανε λόγο για τα γνωρίσματα του πολίτη (ενότητα 15), έδωσε τον ορισμό του πολίτη αναφερόμενος αρχικά στα κριτήρια που δεν τον προσδιορίζουν με ασφάλεια και έπειτα σε εκείνα που θεωρεί ασφαλή (ενότητα 16), έδωσε επίσης τον ορισμό της πόλης χρησιμοποιώντας την αναλυτική μέθοδο (ενότητα 15 – 16), για να καταλήξει πλέον στο τελευταίο προς διερεύνηση θέμα, την «πολιτεία», δηλαδή το πολίτευμα και τα είδη του.

Στην παρούσα ενότητα ταυτίζει τους όρους «πολιτεία» και «πολίτευμα», καθώς η μορφή της «πολιτείας» προσδιορίζεται από το περιεχόμενο, την οργάνωση και τη λειτουργία του πολιτεύματος. «Πολίτευμα», από την άλλη, είναι το σώμα που ασκεί την εξουσία στην πόλη, η ύψιστη αρχή, η οποία μπορεί να είναι είτε ένα άτομο είτε λίγα είτε το σύνολο των πολιτών.

2. ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΟΥΣ

Τα πολιτεύματα διακρίνονται, κατά τον Αριστοτέλη, σε ορθά και στις παρεκκλίσεις τους από τα ορθά. Έτσι:

ΟΡΘΑ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΑ ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΘΑ
1) Βασιλεία

κυβερνά ένας

στόχος: το κοινό συμφέρον

1) Τυραννία

κυβερνάει ένας

στόχος: το συμφέρον του μονάρχη

2) Αριστοκρατία

κυβερνούν λίγοι (οι άριστοι)

στόχος: το κοινό συμφέρον

2) Ολιγαρχία

κυβερνούν λίγοι (οι πλούσιοι)

στόχος: το συμφέρον των λίγων (των πλουσίων)

3) «Πολιτεία»

κυβερνά ο λαός

στόχος: το κοινό συμφέρον

3) «Δημοκρατία»

κυβερνά ο λαός (οι άποροι)

στόχος: το συμφέρον των πολλών (των απόρων)

3. ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΔΙΑΚΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΩΝ

Κατά τον Αριστοτέλη, τα πολιτεύματα διακρίνονται με βάση τα εξής κριτήρια:

α) Αριθμητικό κριτήριο: τα πολιτεύματα διακρίνονται ανάλογα με τον αριθμό των προσώπων που ασκούν την εξουσία. Έτσι, η εξουσία μπορεί να ασκείται είτε από ένα πρόσωπο –βασιλιάς, τύραννος– είτε από λίγους –αριστοκράτες, ολιγαρχικούς– είτε από τον λαό –πολιτεία, δημοκρατία.

β) Ποιοτικό κριτήριο: το κριτήριο που διαφοροποιεί αξιολογικά τα πολιτεύματα και τα διακρίνει σε ορθά και σε παρεκκλίσεις («παρεκβάσεις») από τα ορθά είναι ο στόχος, το συμφέρον το οποίο υπηρετούν. Έτσι, βλέπουμε ότι στα ορθά πολιτεύματα –βασιλεία, αριστοκρατία, πολιτεία– οι φορείς της εξουσίας αποβλέπουν στο συμφέρον του συνόλου των πολιτών, την ευδαιμονία και, συνεπώς, στην ύψιστη αυτάρκεια. Αντιθέτως, στις παρεκκλίσεις αυτών οι φορείς της εξουσίας αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση του δικού τους συμφέροντος. Πιο συγκεκριμένα, ο τύραννος επιδιώκει να διατηρήσει την εξουσία με άνομο τρόπο και να αποκομίσει τα μεγαλύτερα οφέλη από αυτή. Η ολιγαρχία αποβλέπει στο πολιτικό και οικονομικό συμφέρον των λίγων, των πλουσίων, οι οποίοι ελέγχουν την εξουσία ακυρώνοντας το συμφέρον των πολιτών, και η «δημοκρατία», στην οποία την εξουσία ασκεί με ιδιοτέλεια το πλήθος των απόρων, επιδιώκει να εξυπηρετεί το συμφέρον των πολλών αδιαφορώντας όμως για το κοινό καλό, το συμφέρον όλων ανεξαιρέτως των πολιτών.

Βέβαια, παρατηρούμε ότι στην περίπτωση της ολιγαρχίας και της «δημοκρατίας» το κριτήριο διάκρισής τους δεν είναι μόνο ποιοτικό, αλλά και οικονομικό-ταξικό, καθώς δεν υπηρετείται το συμφέρον των λίγων και των πολλών (του πλήθους) αντίστοιχα, αλλά το συμφέρον των πλουσίων και των απόρων.

Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι η διάκριση των πολιτευμάτων σε τρία ορθά και τρεις αντίστοιχες παρεκκλίσεις είναι πλατωνική (Πολιτικός, 291d). Η διαφορά με τον Αριστοτέλη έγκειται στο κριτήριο διάκρισής τους, το οποίο, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, είναι ο νόμος, τον οποίο άλλα από τα πολιτεύματα ακολουθούν και άλλα όχι.

4. Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η βασιλεία, το πρώτο ορθό πολίτευμα, είναι η μοναρχία, η εξουσία του ενός, που έχει ως στόχο της την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του λαού, σε αντίθεση με την τυραννία που είναι μοναρχία που αποβλέπει στο συμφέρον του τυράννου. Στη βασιλεία η εξουσία βρίσκεται στα χέρια ενός άνδρα που ξεχωρίζει σε αρετή από όλους τους άλλους και το ορθό είναι να αναγνωριστεί απ’ όλους τους πολίτες ως μόνιμος φορέας της πολιτικής εξουσίας (Κ. Τσάτσος).

5. Η ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ

Στην αριστοκρατία, το δεύτερο ορθό πολίτευμα, τη διοίκηση της πολιτείας την ασκούν οι «ἄριστοι». Κατά τον Αριστοτέλη, οι άριστοι ορίζονται με βάση την παιδεία, τη μόρφωση που έχουν, η οποία είναι σύμφωνη με τον νόμο («ὑπὸ τοῦ νόμου κειμένη»). Επομένως, η αριστοκρατία στηρίζεται στην «κατ’ ἀρετὴν» υπεροχή όχι του ενός, όπως στη βασιλεία, αλλά περισσοτέρων. Σύμφωνα με την πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη η αριστοκρατία περιλαμβάνει τρεις κατηγορίες πολιτών: τους εύπορους, τους άπορους και τους «κατ’ ἀρετὴν διαφέροντες». Όταν υπερέχει το τελευταίο στοιχείο, τότε η αριστοκρατία πλησιάζει στην ιδανική πολιτεία και στόχος της είναι το κοινό καλό (Πολιτικά 1293b και 1307a 9).

Σκόπιμο κρίνεται να αναφερθεί σε αυτό το σημείο ότι τα χαρακτηριστικά της αριστοκρατίας που αναφέρονται στο χωρίο «το όνομα αριστοκρατία οφείλεται είτε στο ότι κυβερνούν οι άριστοι είτε στο ότι ασκούν την εξουσία αποβλέποντας σε ό,τι είναι άριστο για την πόλη και για τα μέλη της» θα έπρεπε να αναφέρονται σε όλα τα ορθά πολιτεύματα, όμως προβάλλονται στην αριστοκρατία τονίζοντας έτσι την αξία της για τον φιλόσοφο.

6. Η «πολιτεία»

Τον όρο «πολιτεία» τον συναντάμε τον 4ο π.Χ. αιώνα να χρησιμοποιείται κι από άλλους, πέραν του Αριστοτέλη, συγγραφείς, ιδίως ρήτορες. Δηλώνονταν μ’ αυτόν είτε τα μη μοναρχικά πολιτεύματα είτε η θετική εκδοχή της δημοκρατίας. Εκτροπή αυτού του πολιτεύματος ήταν η εκδοχή της «δημοκρατίας» που απέβλεπε στην εξυπηρέτηση του συμφέροντος μόνο των απόρων, την οποία κατατάσσει ο φιλόσοφος στα παρεκκλίνοντα πολιτεύματα.

Για τον Αριστοτέλη λοιπόν, η «πολιτεία» είναι το τρίτο αξιολογικά ορθό πολίτευμα, ένα πολίτευμα-μεσότητα, το οποίο αποβλέπει στο συμφέρον του συνόλου των πολιτών και όχι μονομερώς στο συμφέρον μιας τάξης. Στο πολίτευμα αυτό κυβερνούν, κατά τον φιλόσοφο, οι πολίτες της μέσης κοινωνικά και οικονομικά τάξης, οι οποίοι υπακούουν εύκολα στη λογική, γι’ αυτό δεν είναι ούτε δεσποτικοί ούτε ιδιοτελείς στην άσκηση της εξουσίας. Ο φιλόσοφος αποδίδει στο πολίτευμα αυτό το όνομα «πολιτεία», ένα όνομα κοινό για όλες τις μορφές πολιτευμάτων. Έτσι, και ιδιαίτερα με τις φράσεις «συνηθίζουμε να ονομάζουμε» και «πήρε το όνομα πολιτεία», το πολίτευμα αυτό εξαίρεται ως το «κατεξοχήν» πολίτευμα (σχήμα «κατεξοχήν»), το πολίτευμα δηλαδή που κατά την κοινή αντίληψη είναι το καλύτερο από τα άλλα.

Όμως η χρήση του τρίτου προσώπου («πήρε»), όταν αναφέρεται στην «πολιτεία», αντί του αντικειμενικού «ονομάζεται» από τον φιλόσοφο, καταδεικνύει ότι ο ίδιος δεν συμμερίζεται την άποψη αυτή. Αντίθετα, η χρήση πρώτου πληθυντικού προσώπου («συνηθίζουμε να ονομάζουμε»,) όταν αναφέρεται στα πολιτεύματα της βασιλείας και της αριστοκρατίας, δείχνει ότι τα θεωρεί καλύτερα.

7. Η ΤΥΡΑΝΝΙΑ

Η τυραννία, παρέκκλιση της βασιλείας, είναι το πολίτευμα στο οποίο την εξουσία ασκεί ο τύραννος, είναι η μοναρχική ισχύς του ενός, ο οποίος αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του προσωπικού του συμφέροντος καταπατώντας κάθε έννοια δικαίου. Στο πολίτευμα της τυραννίας η εξουσία ασκείται δεσποτικά, αυθαίρετα και αθέμιτα, καταλύεται η αρχή της νομιμότητας και το δημόσιο συμφέρον παραβλέπεται. Κατά τον Αριστοτέλη, η τυραννία είναι το χειρότερο πολίτευμα (Ηθικά Νικομάχεια, 1160a 41-1160b 11). Την ίδια άποψη διατυπώνει και ο Πλάτωνας στο έργο του «Πολιτεία» για την τυραννία, την οποία κατατάσσει στα «φαῦλα» πολιτεύματα, ενώ θεωρεί τους τυράννους τους πιο άδικους και άνομους.

Σχετικά με τη λέξη «τύραννος» διαπιστώνεται σημασιολογική απόκλιση στο πέρασμα των χρόνων. Αρχικά, ιδιαίτερα στα χρόνια πριν από τον Τρωικό πόλεμο, η λέξη δεν είχε αρνητική σημασία και δήλωνε αυτόν που με τη βοήθεια του δήμου καταλάμβανε την εξουσία. Με αυτή τη σημασία χρησιμοποιείται ο όρος και στον τίτλο της τραγωδίας του Σοφοκλή «Οιδίπους τύραννος» και στον Αισχύλο (Προμηθέας Δεσμώτης, στίχος 736), όπου ο Δίας αποκαλείται «τῶν θεῶν τύραννος». Επειδή όμως η απόλυτη και ανεξέλεγκτη εξουσία διαφθείρει, τελικά ο όρος κατέληξε να δηλώνει αυτόν που καταπιέζει τους υπηκόους του (βλέπε σχολικό εγχειρίδιο, σελ. 128). Βέβαια, δεν έλειψαν και οι τύραννοι που άσκησαν την εξουσία με σωστό τρόπο.

8. Η ΟΛΙΓΑΡΧΙΑ

Η ολιγαρχία είναι η παρέκκλιση της αριστοκρατίας. Είναι η κυριαρχία μιας μειοψηφίας που αποτελείται από πλουσίους και αποβλέπει στην εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων. Το πολίτευμα της ολιγαρχίας αδιαφορεί για το γενικό συμφέρον, επομένως και για την ευδαιμονία των πολιτών. Ασφαλώς δεν μπορεί να υπηρετήσει την αυτάρκεια της πόλης ούτε να θέσει και να επιτύχει τον ύψιστο στόχο, το «εὖ ζῆν». Και ο Πλάτωνας, άλλωστε, στην «Πολιτεία» του κατατάσσει την ολιγαρχία στα φαύλα πολιτεύματα, καθώς οι εκπρόσωποί της λατρεύουν το χρήμα, περιφρονούν την παιδεία και αδιαφορούν για την τιμή και την υπεράσπιση της πατρίδας τους.

9. Η «δημοκρατία»

Η «δημοκρατία» αποτελεί, κατά τον φιλόσοφο, παρέκκλιση της «πολιτείας» και εξυπηρετεί τα συμφέροντα όχι όλων ανεξαιρέτως των πολιτών, αλλά μιας τάξης, μιας πλειοψηφίας που την αποτελούν οι άποροι. Έτσι, ούτε αυτό το πολίτευμα μπορεί να εξασφαλίσει την ευημερία της πόλης, εφόσον επιφέρει κοινωνικές αδικίες και συγκρούσεις. Σε άλλο σημείο των «Πολιτικών» ο Αριστοτέλης τονίζει ότι οι άρχοντες του δημοκρατικού πολιτεύματος διακρίνονται για την ταπεινή τους καταγωγή («ἀγένειαν»), τη φτώχεια («πενίαν») και τις κατώτερες ενασχολήσεις τους («βαναυσίαν»). Αυτή, λοιπόν, η μορφή πολιτεύματος ενδιαφέρεται για τα συμφέροντα φτωχότερων τάξεων. Και ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία» του θεωρεί τη δημοκρατία ανάπηρο πολίτευμα, όπου όλα επιτρέπονται και ο καθένας μιλά, πράττει και ζει ανεξέλεγκτα.

10. ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ «πολιτεία» ΚΑΙ «δημοκρατία» ΜΕ ΣΗΜΕΡΙΝΟΥΣ ΟΡΟΥΣ

Αν προσπαθούσαμε να συσχετίσουμε τους όρους «πολιτεία» και «δημοκρατία» με σημερινούς, αυτό θα ήταν ομολογουμένως ένα πολύ δύσκολο έργο. Παρ’ όλα αυτά πολλοί μελετητές θεωρούν ότι αντίστοιχη με τη λέξη «πολιτεία» θα ήταν ίσως, στις μέρες μας, η έκφραση «συνταγματική δημοκρατία». Από την άλλη, για τον αριστοτελικό όρο «δημοκρατία» πολλοί χρησιμοποίησαν εκφράσεις όπως «αχαλίνωτη δημοκρατία», «οχλοκρατία», «ανεξέλεγκτη δημοκρατία».

11. ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

Ο Αριστοτέλης διακρίνει τα πολιτεύματα σε ορθά και στις παρεκκλίσεις από τα ορθά με κριτήριο το αν υπηρετείται το κοινό συμφέρον. Η διάκριση αυτή κινείται, κατά τον Ι. Αναστασίου, σε θεωρητική βάση. Ο φιλόσοφος δηλαδή προσπαθεί να εξετάσει τα είδη των πολιτευμάτων και τα γνωρίσματά τους, δεν εξετάζει όμως αν όλες του αυτές οι διαπιστώσεις μπορούν να γίνουν πράξη. Εν ολίγοις, δεν εξετάζει αν υπάρχει στην πραγματικότητα πολίτευμα που να αποβλέπει στο συμφέρον του συνόλου των πολιτών και αν αυτός ο στόχος είναι εφικτός. Ωστόσο, κατά τον Κ. Τσάτσο, η «πολιτεία», όπως ο Αριστοτέλης την προσδιορίζει, είναι μια πολιτεία πραγματοποιήσιμη, διάφορη προς την ιδεατή πολιτεία, αλλά πολύ κοντά σε αυτήν.

12. Η ΙΔΑΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ.

Σ’ αυτό το σημείο κρίνεται ενδιαφέρον να σχολιάσουμε να σχολιάσουμε ποια θεωρείται ιδανική πολιτεία κατά την άποψη του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα. Ο Αριστοτέλης, λοιπόν, αναζητώντας το ιδανικό πολίτευμα ξεκινά από τα υπάρχοντα πολιτεύματα της εποχής του. Ιδανικό πολίτευμα, ορθό κατά την πολιτική του θεωρία, είναι αυτό που ανταποκρίνεται στο ποιοτικό κριτήριο, αυτό που επιδιώκει το κοινό συμφέρον, την ευδαιμονία του συνόλου των πολιτών, ανεξάρτητα από τον αριθμό αυτών που ασκούν την εξουσία και το όνομα του πολιτεύματος. Έτσι, στα ορθά πολιτεύματα ανήκουν, κατά σειρά προτεραιότητας, η βασιλεία, η αριστοκρατία και η «πολιτεία».

Αντίθετα, ο Πλάτωνας ορίζει την ιδανική πολιτεία του ως άριστο πολίτευμα και σύμφωνα με αυτή ελέγχει και χαρακτηρίζει τα άλλα πολιτεύματα φαύλα, ελαττωματικά. Εξετάζοντας λοιπόν το κάθε φαύλο πολίτευμα μέχρι το χειρότερο απ’ όλα, την τυραννία ,επισημαίνει ότι η αρετή και η δικαιοσύνη μειώνονται στο καθένα από αυτά για χάρη του ατομικού συμφέροντος. Ιδανικό πολίτευμα είναι για τον Πλάτωνα αυτό που επιδιώκει και διασφαλίζει τη δικαιοσύνη σε ολόκληρη την πόλη. Στο πολίτευμα αυτό, όπως γνωρίζουμε, η εξουσία ασκείται από τους πεπαιδευμένους, οι οποίοι μέσω της παιδείας που έχουν λάβει έχουν φτάσει στη θέαση του αγαθού.

Κοινή είναι η αντίληψη των δύο φιλοσόφων για την παιδεία που την θεωρούν βασικό σκοπό της πολιτείας. Η πολιτεία μεριμνά για την ηθικοποίηση κατά τον Πλάτωνα και την αγωγή στην αρετή κατά τον Αριστοτέλη.

ΕΝΟΤΗΤΑ 18η

ΠΡΕΠΕΙ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΝΑ ΑΣΚΕΙ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ; – ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ


Διατύπωση του θέματος με σχετική επιφύλαξη: την πολιτική εξουσία πρέπει μάλλον να την ασκεί το πλήθος των πολιτών παρά οι λίγοι και άριστοι Η άποψη ότι την εξουσία στην πόλη πρέπει μάλλον να την ασκεί το πλήθος παρά οι άριστοι που είναι λίγοι, νομίζω ότι μπορεί να συζητηθεί –με το νόημα ότι είναι μια άποψη που παρουσιάζει, βέβαια, κάποιες δυσκολίες, που περιέχει όμως ίσως και κάποια αλήθεια.
Πρώτη θέση προς διερεύνηση: η άσκηση της εξουσίας από το πλήθος· ενίσχυση πλεονεκτημάτων με τη χρήση παραδείγματος, παρομοίωσης και μεταφοράς Για το πλήθος μπορεί κανείς να πει τούτο: το κάθε επιμέρους άτομο μπορεί να μην είναι τίποτε το αξιόλογο, ενωμένοι όμως όλοι μαζί είναι ενδεχόμενο να είναι, όχι σαν άτομα αλλά σαν σύνολο, καλύτεροι από εκείνους [Δες ερμηνευτικό σχόλιο 1] – όπως ακριβώς τα δείπνα που γίνονται με τη συνεισφορά πολλών είναι καλύτερα από εκείνα που γίνονται με έξοδα ενός μόνο ανθρώπου. Πολλοί καθώς είναι, ο καθένας διαθέτει ένα μόριο αρετής και φρόνησης, και έτσι, ενωμένοι οι πολλοί γίνονται, κατά κάποιο τρόπο, ένας άνθρωπος με πολλά πόδια, με πολλά χέρια και με πολλές αισθήσεις –και με ανάλογη, βέβαια, αρετή και εξυπνάδα. Γι’ αυτό και οι πολλοί είναι σε θέση να κρίνουν καλύτερα τα έργα της μουσικής και των ποιητών: ο ένας κρίνει ένα μέρος, ο άλλος ένα άλλο, και όλοι μαζί το σύνολο.


Δεύτερη θέση προς διερεύνηση: η άσκηση της εξουσίας από τους αξιόλογους ανθρώπους· ενίσχυση πλεονεκτημάτων με τη χρήση αναλογικών παραδειγμάτων Από την άλλη όμως μεριά, οι αξιόλογοι άνθρωποι είναι ανώτεροι από το κάθε επιμέρους άτομο ενός πλήθους, ακριβώς γιατί στο πρόσωπό τους συνενώνονται στοιχεία που εκεί είναι διάσπαρτα και χωριστά [Δες ερμηνευτικό σχόλιο 4] – έτσι δεν λέμε ότι συμβαίνει και στην περίπτωση των ωραίων και μη ωραίων ανθρώπων, των ζωγραφισμένων και αληθινών μορφών; Αν τα στοιχεία αυτά τα πάρουμε χωριστά, μπορούμε, βέβαια, τότε να πούμε ότι το τάδε συγκεκριμένο άτομο έχει πιο όμορφο μάτι από το μάτι του ανθρώπου της ζωγραφιάς, ή ότι ένα άλλο άτομο έχει πιο όμορφο κάποιο άλλο μέλος του σώματός του

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Ο Αριστοτέλης στην αρχή της ενότητας διατυπώνει με κάποια επιφυλακτικότητα στο ύφος του, την άποψη ότι την πολιτική εξουσία πρέπει μάλλον να την ασκεί το πλήθος των πολιτών παρά οι λίγοι και άριστοι.

Προχωρά στη διερεύνηση της θέσης αυτής διατυπώνοντας την αθροιστική θεωρία, σύμφωνα με την οποία το πλήθος υπερέχει του ενός ή των λίγων, γιατί διαθέτει συνολικά πολλαπλάσια δύναμη, αρετή και εξυπνάδα. Ο Αριστοτέλης φαίνεται να πιστεύει ότι η φρόνηση και η αρετή είναι αθροίσιμα μεγέθη και αυτό το συμπεραίνει από άλλους τομείς της ζωής. Η θεωρία επιβεβαιώνεται με ένα παράδειγμα από την καθημερινή ζωή, που αφορά την οργάνωση ενός δείπνου, μια παρομοίωση από τη μυθολογία και μια μεταφορά που αφορά την κριτική μουσικών και ποιητικών έργων.

Στη συνέχεια του κειμένου ο φιλόσοφος θα παρουσιάσει, χωρίς επιφυλάξεις αυτή την φορά, τα πλεονεκτήματα της άποψης ότι την εξουσία πρέπει να την ασκούν οι άριστοι – αξιόλογοι άνθρωποι. Για να την ενισχύσει χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα από τη ζωή και ένα από την τέχνη. Έτσι καταλήγει στη θέση ότι στο πρόσωπο των άριστων, όπως και στα ζωγραφικά έργα, συγκεντρώνονται χαρακτηριστικά που μέσα στο πλήθος βρίσκονται διάσπαρτα και χάνονται, χωρίς όμως να αποκλείει και την περίπτωση η μειοψηφία των αξιόλογων ανθρώπων ως σύνολο, να συγκεντρώνει συνολικά λιγότερες θετικές ιδιότητες από αυτές του ενωμένου πλήθους.

Έτσι, δημιουργώντας μία αναλογία μεταξύ πολιτικής θεωρίας και αισθητικής, διατυπώνει την πρωτότυπη άποψη ότι σε πολιτικά και αισθητικά ζητήματα η ενωμένη κριτική δύναμη ενός ανώνυμου πλήθους είναι μεγαλύτερη από την κριτική δύναμη ενός ειδικού, με την προϋπόθεση ότι το πλήθος διαθέτει ένα ορισμένο πολιτιστικό επίπεδο. (Πολιτικά 1281b 20).

1. Η ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΤΗΣ «αθροιστικής θεωρίας»

Στο πρώτο μέρος της ενότητας ο Αριστοτέλης διερευνά με επιφύλαξη και διστακτικότητα στο ύφος το θέμα της άσκησης της εξουσίας από το πλήθος.

Για το θέμα αυτό διαπιστώνει αρνητικά και θετικά στοιχεία:

α) Το αρνητικό στοιχείο είναι ότι το κάθε επιμέρους άτομο μπορεί να μην είναι αξιόλογος άνθρωπος.
β) Το θετικό στοιχείο είναι ότι ενωμένα όλα αυτά τα επιμέρους άτομα μπορούν να αποτελέσουν μια δύναμη ανώτερη από εκείνη των λίγων και άριστων. Το πλήθος, λοιπόν, υπερέχει του ενός ή των λίγων, γιατί μπορεί να διαθέτει συνολικά περισσότερη αρετή και φρόνηση από αυτούς («ενωμένοι … καλύτεροι από εκείνους»). Η άποψη αυτή είναι η λεγόμενη «αθροιστική θεωρία», η οποία αποτελεί ως σήμερα βασικό επιχείρημα υπέρ της δημοκρατίας ή της «πολιτείας», όπως την ονομάζει ο Αριστοτέλης, ενός πολιτεύματος που περικλείει τα πλεονεκτήματα όλων των άλλων πολιτευμάτων και αποτελεί σύνθεση δημοκρατικών στοιχείων.

Η αξία της συνεισφοράς των πολλών και συνεπώς η ιδέα της αθροιστικής θεωρίας είναι γνωστή ήδη από τα χρόνια του Ομήρου. Στη ραψωδία Ν της Ιλιάδας ο ποιητής περιγράφει μια φοβερή μάχη μεταξύ των Αχαιών και των Τρώων δίπλα στα καράβια και βάζει κάποια στιγμή στο στόμα του Ποσειδώνα την ακόλουθη φράση, με την οποία ο θεός θέλει να εμψυχώσει τον ήρωα Ιδομενέα (στ. 237): «κι οι πιο αχαμνοί, σαν πουν να σμίξουνε, κάτι θα κάνουν πάντα» («συμφερτὴ δ’ ἀρετὴ πέλει ἀνδρῶν καὶ μάλα λυγρῶν»).

2. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ

Ο Αριστοτέλης, προκειμένου να αποδείξει τη μεγάλη αξία της συνεισφοράς του πλήθους έναντι της συνεισφοράς των ολίγων και αρίστων, χρησιμοποιεί ως τεκμήρια τα εξής παραδείγματα:
α) Η οργάνωση ενός δείπνου («όπως ακριβώς τα δείπνα … ενός μόνο ανθρώπου»): πρόκειται για ένα παράδειγμα, αντλημένο από την καθημερινή ζωή. Ένα δείπνο είναι καλύτερο και πλουσιότερο, αν συνεισφέρουν οικονομικά πολλοί στην προετοιμασία του. Με ανάλογο τρόπο και η πόλη διοικείται καλύτερα, αν συμμετέχουν πολλοί στην άσκηση της εξουσίας.

Ιδιαίτερα η φράση «όχι σαν άτομα, αλλά σαν σύνολο» μας παραπέμπει στον ορισμό του πολίτη που έδωσε ο Αριστοτέλης στην τελευταία παράγραφο της 16ης ενότητας. Η συμμετοχή των πολιτών στην εκκλησία του δήμου και ο μεγάλος αριθμός των πολιτών – δικαστών έδειχνε καθαρά πως το σώμα των πολιτών θεωρούνταν στην Αθήνα ικανό να παίρνει αποφάσεις χάρη στην «αθροιστικά» συσσωρευόμενη αρετή και φρόνηση.

β) Ο άνθρωπος με τα πολλά χέρια και πόδια («Πολλοί καθώς είναι … αρετή και εξυπνάδα»): η παρομοίωση αντλείται από τον χώρο της μυθολογίας, όπου συναντάμε τα τερατόμορφα πλάσματα με τα πολλά χέρια και πόδια. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι Ερινύες, οι Εκατόγχειρες κτλ. Κατ’ αναλογία λοιπόν με αυτά τα πλάσματα, και το πλήθος μοιάζει με έναν άνθρωπο με πολλά χέρια και πόδια, με πολλαπλάσια επομένως δύναμη και με συσσωρευμένη αρετή και εξυπνάδα.

γ) Η κριτική μουσικών και ποιητικών έργων («Γι’ αυτό και οι πολλοί … και όλοι μαζί το σύνολο»): η μεταφορά μας παραπέμπει στην κρίση των μουσικών και ποιητικών έργων στους δραματικούς αγώνες στην αρχαία Αθήνα. Οι κριτές αυτών των αγώνων, οι οποίοι ήταν δέκα στον αριθμό διέθεταν την θεατρική παιδεία των Αθηναίων της εποχής τους και εκλέγονταν με κλήρωση από το σύνολο των πολιτών. Ο καθένας τους έγραφε την κρίση του πάνω σε μια πινακίδα. Το αποτέλεσμα προέκυπτε από τις κρίσεις που αναγράφονταν στις πέντε από τις δέκα πινακίδες κι έτσι, εκφραζόταν η γνώμη όλων των Αθηναίων πολιτών.

Αντίστοιχα και ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι το κάθε άτομο, έστω κι αν δεν διαθέτει εξειδικευμένες γνώσεις, αλλά διαθέτει καλλιέργεια (Πολιτικά 1282a 15: «ἂν ᾖ τὸ πλῆθος μὴ λίαν ἀνδραποδῶδες, ἔσται γὰρ ἕκαστος μὲν χείρων κριτὴς τῶν εἰδότων, ἅπαντες δὲ συνελθόντες ἢ βελτίους ἢ οὐ χείρους»), μπορεί να κρίνει κάποιες λεπτομέρειες του έργου. Ο Αριστοτέλης λοιπόν διακρίνει από τη μία μεριά την κριτική ικανότητα του ειδικού στο αντικείμενό του, κι από την άλλη την κριτική ικανότητα του μορφωμένου ανθρώπου. Αν αθροίσουμε τις κρίσεις του κάθε ατόμου, θα προκύψει μια πιο ολοκληρωμένη αξιολόγηση και πιο αντικειμενική κριτική. Επομένως και πάλι αποδεικνύεται η υπεροχή της συλλογικής κρίσης του πλήθους.

Αντίθετοι με την άποψη του Αριστοτέλη, ότι κριτική μπορεί να ασκεί κάθε επιμέρους άτομο, ήταν ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας. Ο Σωκράτης σύμφωνα με όσα μας διηγείται ο βιογράφος των αρχαίων φιλοσόφων Διογένης ο Λαέρτιος στις αρχές του 3ου μ.Χ. αιώνα (Βίοι φιλοσόφων ΙΙ 42), έλεγε πως η γνώμη μας για την αρετή δεν μπορεί τελικά να διαμορφώνεται με τον τρόπο με τον οποίο καταλήγουν στις αποφάσεις τους οι δικαστές˙ ήθελε δηλαδή να πει πως τέτοια θέματα είναι θέματα των ειδικών και όχι του πλήθους. Άλλωστε κι ο ίδιος υπήρξε θύμα της «γνώμης» των πολλών. Ο Πλάτωνας από την άλλη, μίλησε στους «Νόμους» του (Νόμοι 700a – 701b, και στο 670b) για «ἀμούσους βοὰς πλήθους», ή «γελοῖος γὰρ ὅ γε πολὺς ὄχλος ἡγούμενος ἱκανῶς γιγνώσκειν τό τε εὐάρμοστον καὶ εὔρυθμον καὶ μη» και παραπονέθηκε στο τέλος, ότι «τὰ θέατρα ἐξ ἀφώνων φωνήεντ’ ἐγένοντο» (= «το κοινό του θεάτρου απέκτησε [δυστυχώς] φωνή, από άφωνο που ήταν πρώτα») και «ἀντὶ ἀριστοκρατίας ἐν αὐτῇ θεατροκρατία τις πονηρὰ γέγονεν». Στη συνέχεια μία και μοναδική φορά και σε σχέση μόνο με τη γνώση των ανθρώπων, στους «Νόμους» 950b, o Πλάτων θα υποστηρίξει: «Υπάρχει κάτι θεϊκό και εύστοχο ακόμα και στους μειονεκτικούς ανθρώπους, με αποτέλεσμα πολλοί, ακόμα κι από αυτούς που είναι εντελώς μειονεκτικοί, να γνωρίζουν στα λόγια και τις πράξεις τους, να διακρίνουν έναν καλύτερο από έναν χειρότερο άνθρωπο. Για τούτο οι κυβερνώντες πρέπει να λαμβάνουν πολύ υπόψη τους την καλή κριτική αξιολόγησης εκ μέρους των πολλών».

3. Η ΔΙΣΤΑΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΥΦΟΥΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

Όπως αναφέρθηκε και σε προηγούμενο σχόλιο, ο Αριστοτέλης διερευνά με επιφύλαξη και διστακτικότητα στο ύφος το θέμα της άσκησης της εξουσίας από το πλήθος. Η επιφύλαξή του αυτή διαφαίνεται στην πρώτη κιόλας περίοδο του κειμένου στις εξής φράσεις: «πρέπει μάλλον να την ασκεί το πλήθος», «νομίζω ότι μπορεί να συζητηθεί», «παρουσιάζει, βέβαια, κάποιες δυσκολίες», «περιέχει όμως ίσως και κάποια αλήθεια», καθώς και στη συνέχεια με τα: «μπορεί κανείς να πει τούτο», «το κάθε επιμέρους άτομο μπορεί να μην είναι τίποτε το αξιόλογο», «ενωμένοι όμως όλοι μαζί είναι ενδεχόμενο να είναι». Το ύφος αυτό είναι απόλυτα δικαιολογημένο, αν λάβουμε υπόψη την επιθυμία και επιδίωξη του Αριστοτέλη να διερευνήσει όλα τα θέματα που αφορούν τα πολιτεύματα και τα χαρακτηριστικά τους, χωρίς να παραλείψει καμία πτυχή του θέματος. Το διαλλακτικό ύφος του κειμένου δίνει την διάσταση της αντικειμενικότητας στην διερεύνηση των ενδεχόμενων που βρίσκεται σε εξέλιξη.

4. Η ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΙΓΟΥΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΟΥΣ

Στο δεύτερο μέρος της ενότητας ο Αριστοτέλης διερευνά το θέμα της άσκησης της εξουσίας από τους λίγους και άριστους. Για το θέμα αυτό διαπιστώνει τα αρνητικά και θετικά στοιχεία:

α) Το θετικό στοιχείο είναι ότι οι λίγοι, αλλά αξιόλογοι αυτοί άνθρωποι, είναι ανώτεροι από τους πολλούς, γιατί στην προσωπικότητα του καθενός συγκεντρώνονται ιδιότητες που στους πολλούς εμφανίζονται διάσπαρτες.

β) Το αρνητικό στοιχείο είναι ότι συνολικά οι ιδιότητες αυτών των λίγων μπορεί να είναι λιγότερες από τις θετικές ιδιότητες των πολλών ως συνόλου.

5. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΚΑΤΑΝΟΗΤΗ ΤΗ ΔΙΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΘΕ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΑΤΟΜΟ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ: «έτσι δε λέμε … του σώματός του»

Ο Αριστοτέλης κάνοντας χρήση της επαγωγικής μεθόδου δίνει δύο παραδείγματα για να κάνει κατανοητή τη διαφορά των αξιόλογων ανθρώπων από το κάθε επιμέρους άτομο του πλήθους:

α) Παραλληλισμός των αξιόλογων ανθρώπων με τους ωραίους ανθρώπους: οι αξιόλογοι άνθρωποι μοιάζουν με τους ωραίους ανθρώπους, γιατί έχουν συγκεντρωμένα στο πρόσωπό τους όλα τα όμορφα χαρακτηριστικά. Ωστόσο, ένας συνηθισμένος άνθρωπος που ανήκει μέσα στο πλήθος και δεν θεωρείται συνολικά ωραίος, μπορεί να διαθέτει ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά ωραιότερα από τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά του ωραίου.

β) Παραλληλισμός των αξιόλογων ανθρώπων με τις ζωγραφισμένες μορφές: οι αξιόλογοι άνθρωποι μοιάζουν με τις μορφές που φιλοτεχνεί ένας ζωγράφος. Ένας ζωγράφος δηλαδή, προκειμένου να δημιουργήσει μια όμορφη μορφή, θα δανειστεί όμορφα χαρακτηριστικά που υπάρχουν διάσπαρτα στους πραγματικούς ανθρώπους. Έτσι και οι αξιόλογοι άνθρωποι έχουν συγκεντρωμένες πάνω τους όλες τις θετικές ιδιότητες που υπάρχουν διάσπαρτες στους πραγματικούς ανθρώπους. Ενδέχεται, όμως, ένας πραγματικός άνθρωπος να έχει ένα χαρακτηριστικό ωραιότερο από αυτό της ζωγραφισμένης μορφής (ή του αξιόλογου ανθρώπου).

Στην τακτική του ζωγράφου αναφέρεται και το απόσπασμα από τα «Απομνημονεύματα» του Ξενοφώντα (Απομνημονεύματα ΙΙΙ 10, 2). Εκεί ο Σωκράτης συζητώντας με το ζωγράφο Παρράσιο τον υποχρέωσε να παραδεχτεί ότι «δεν είναι και τόσο εύκολο να συναντήσεις άνθρωπο αψεγάδιαστο σε όλα˙ γι’ αυτό και οι ζωγράφοι παίρνουν από πολλούς ό,τι πιο όμορφο έχει ο καθένας τους, και έτσι κάνουν στις ζωγραφιές τους τα σώματα να φαίνονται όμορφα στο σύνολό τους». Είναι, μάλιστα, γνωστό για το σπουδαίο ζωγράφο του 5ου π.Χ. αιώνα Ζεύξη ότι απέδωσε την ομορφιά της Ελένης με αυτό τον τρόπο.

6. ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

Πρόθεση του Αριστοτέλη στο σημείο αυτό δεν είναι να παρουσιάσει κάποιες αισθητικές του αντιλήψεις, αλλά χρησιμοποιώντας την επαγωγική μέθοδο, να δημιουργήσει μία αναλογία μεταξύ αισθητικής και πολιτικής θεωρίας, ώστε να παρουσιάσει με μεγαλύτερη ευκολία και σαφήνεια τα δύσκολα πολιτικά θέματα που πραγματεύεται. Έτσι, από τα παραδείγματα αυτά προκύπτουν τα εξής: όπως στη ζωγραφική μια ωραία προσωπογραφία είναι αποτέλεσμα της συνένωσης πολλών επιμέρους ωραίων στοιχείων που υπάρχουν στον κόσμο της πραγματικότητας διάσπαρτα σε πολλά επιμέρους άτομα, έτσι και στην πόλη μπορεί το κάθε επιμέρους άτομο να μην είναι από μόνο του τίποτε το αξιόλογο, ενωμένοι όμως όλοι μαζί αυτοί οι πολίτες μπορούν να είναι καλύτεροι και αποτελεσματικότεροι από τους λίγους και αρίστους. Αν δηλαδή στη διοίκηση της πόλης και στις συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου εκμεταλλευτούμε τις θετικές ιδιότητες του καθενός, τότε η εξουσία θα ασκείται με σωστότερο, αντικειμενικότερο και συνεπώς αποτελεσματικότερο τρόπο.

Τα παραπάνω μας βοηθούν να καταλάβουμε ποιο πολίτευμα κρίνεται σωστότερο, κατά τη γνώμη του Αριστοτέλη. Αυτό είναι η «πολιτεία», ή υγιής δημοκρατία, όπου κυβερνά το πλήθος με αρετή και φρόνηση και η οποία αποβλέπει στην τέλεια και αυτάρκη ζωή.

Είναι σαφές ότι ο φιλόσοφος αναγνωρίζει ότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι αξιόλογοι, οι οποίοι είναι ανώτεροι από το κάθε επιμέρους άτομο του πλήθους, επειδή συγκεντρώνουν στο πρόσωπό τους όλες εκείνες τις θετικές ιδιότητες που στο πλήθος είναι διάσπαρτες. Μάλιστα, λίγο μετά στο κείμενο, σε σημείο που δεν περιλαμβάνεται στις ενότητες που εξετάζουμε, αναφέρεται ο φιλόσοφος στο ιστορικό παράδειγμα, του Σόλωνα και άλλων νομοθετών, οι οποίοι με τις μεταρρυθμίσεις τους επεξέτειναν το δικαίωμα εκλογής δημοσίων υπαλλήλων και ελέγχου τους στους απλούς πολίτες, οι οποίοι ως άτομα δεν επιτρεπόταν να αναλαμβάνουν αξιώματα (Πολιτικά 1281b 30-31: «διόπερ καὶ Σόλων καὶ τῶν ἄλλων τινὲς νομοθετῶν τάττουσιν ἐπί τε τὰς ἀρχαιρεσίας καὶ τὰς εὐθύνας τῶν ἀρχόντων, ἄρχειν δὲ κατὰ μόνας οὐκ ἐῶσιν»). Επίσης, από την «Αθηναίων Πολιτεία» (28,5 και 33,2) μαθαίνουμε ότι ο Αριστοτέλης θεωρούσε τον Θηραμένη, τον Νικία και τον Θουκυδίδη σημαντικούς δημόσιους άνδρες της Αθήνας.

Βέβαια και η διαλλακτικότητα του χαρακτήρα του και η επιστημονική του σκέψη τον οδηγούν στο να μη διατυπώσει με ενάργεια και σαφήνεια την προτίμησή του αυτή. Αυτό συμβαίνει γιατί ο Αριστοτέλης βρίσκεται ακόμα στην αναζήτηση του ιδανικού κράτους, συζητώντας σε επίπεδο αρχών πώς κυβερνάται ένα κράτος, πώς μπορεί και πώς πρέπει να κυβερνάται.

7. Ο ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΣΚΕΨΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

Μελετώντας συνολικά την ενότητα παρατηρούμε τον αναλογικό τρόπο σκέψης του Αριστοτέλη, με τον οποίο στηρίζει την «αθροιστική αρχή» και ο οποίος γίνεται φανερός με τη χρήση παραδειγμάτων. Έτσι, όπως συμβαίνει με τους συνδαιτυμόνες στα δείπνα και με τους κριτές μουσικών και ποιητικών έργων, το ίδιο συμβαίνει και με την άσκηση της εξουσίας από τους πολλούς· η συνεισφορά δηλαδή των πολλών οδηγεί σε καλύτερα αποτελέσματα. Φαίνεται λοιπόν ότι στα πρακτικά ζητήματα «αθροιστική αρχή» είναι σωστή.

Επίσης όπως συμβαίνει με τις ζωγραφισμένες μορφές και τους ωραίους ανθρώπους, το ίδιο συμβαίνει και με την άσκηση της εξουσίας από τους άριστους· οι άριστοι δηλαδή συγκεντρώνουν στο πρόσωπό τους θετικές ιδιότητες που στο πλήθος είναι διάσπαρτες και χάνονται.

Η διατύπωση της «αθροιστικής αρχής» αποτελεί ένα από τα τέσσερα επιχειρήματα που αναπτύσσει ο Αριστοτέλης υπέρ της απαίτησης των πολλών να κυβερνούν.

Πηγή : www.study4exams.gr

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2048

Εγκόλπιο Ορθής Γραφής : Αρχαίες Ελληνικές και Λατινικές Εκφράσεις

ΑΡΧΑΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΑΤΙΝΙΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ

ΕΝ ΠΑΣΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙ

Η λόγια έκφραση εν πάση περιπτώσει, η οποία πέρασε στον καθημερινό προφορικό και γραπτό λόγο, συχνά χρησιμοποιείται με ανορθόγραφο τρόπο, ως προς την κατάληξη του πάση, που εμφανίζεται ως «πάσει».

Είναι προφανές πως πρόκειται για δοτική του θηλυκού πάσα, και δεν πρέπει να εξομοιώνεται αναλογικώς με τη δοτική περιπτώσει.

Η δημώδης μετάφραση της λόγιας έκφρασης σε κάθε περίπτωση δεν είναι άστοχη και μπορεί κατά περίπτωση να αντικαθιστά το εν πάση περιπτώσει.

ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΟΓΙΕΣ ΠΑΡΟΙΜΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΓΝΩΜΙΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ

Εξ απαλών ονύχων = από τη βρεφική ηλικία ή την πρώιμη ηλικία· η έκφραση χρησιμοποιείται για να δηλωθεί κάποια εκ γενετής ή πρώιμη, θετική ή αρνητική, ιδιότητα ενός προσώπου. Γράφουμε και λέμε:
υπήρξε πλούσιος εξ απαλών ονύχων· η δεσποινίς Καίτη είχε την τύχη να μάθει γαλλικά και πιάνο εξ απαλών ονύχων.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η έκφραση δεν έχει καμία σημασιολογική σχέση με τη λόγια επίσης φράση  αβρόχοις ποσί, η οποία σημαίνει δίχως να διακινδυνεύσει κάποιος καθόλου. Γράφουμε και λέμε:

πέρασε την εποχή της δικτατορίας αβρόχοις ποσί.

Εξ όνυχος τον λέοντα = από το νύχι καταλαβαίνει κάποιος το λιοντάρι. Ή έκφραση χρησιμοποιείται για τη διάγνωση του συνόλου από μία χαρακτηριστική λεπτομέρεια. Γράφουμε και λέμε:

κάποτε και μόνον ο τόνος της φωνής προδίδει τον χαρακτήρα του ανθρώπου – εξ όνυχος τον λέοντα.

Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση (-σιν) = η έκφραση προέρχεται από την Παλαιά Διαθήκη, (αναφέρεται στην πανομοιότυπη δημιουργία του ανθρώπου από τον Θεό), και κακοποιείται συνήθως ποικιλοτρόπως:

ή εναλλάσσεται η ψίλωση και η δάσυνση των δύο ουσιαστικών (καθ’ εικόνα και κατ’ ομοίωση)· ή προστίθεται -ν- στην τριτόκλιτη αιτιατική εικόνα.

Μέτρον άριστον: το παν, που συνήθως προτάσσεται, περιττεύει και πάντως δεν ανήκει στην πρωτότυπη γνωμική πρόταση.

Παραπέμπω στις ελληνικές καλλένδες [sic]: αυτή είναι η σωστή διατύπωση της παροιμιακής έκφρασης, η οποία σημαίνει: αναβάλλω μια απόφαση σε αόριστο και ανύπαρκτο χρόνο (ελληνικές καλλένδες  [sic] δεν υπάρχουν· υπάρχουν μόνον ρωμαϊκές καλλένδες  [sic]).

ΛΑΤΙΝΙΚΕΣ ΠΑΡΟΙΜΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΓΝΩΜΙΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ

hic et nunc: η λατινική έκφραση σημαίνει εδώ και τώρα· χρησιμοποιείται ή για να δηλώσει την επιτακτική ανάγκη ενός μέτρου στον συγκεκριμένο χώρο και στον παρόντα χρόνο, ή για να υπογραμμίσει τα διακριτικά χαρακτηριστικά της λυρικής ποίησης έναντι της επικής. Λέμε και γράφουμε:

η εφαρμογή των οικονομικών μέτρων επιβάλλεται να γίνει hic et nunc· αναβάλλεται συνεχώς η αλλαγή του θεσμικού πλαισίου των κρατικών θεάτρων της χώρας, ενώ θα έπρεπε να γίνει hic et nunc· σε αντίθεση προς την επική ποίηση, η οποία είναι εξ ορισμού διηγητική και αναφέρεται στο παρελθόν, η λυρική ποίηση σηματοδοτεί το hic et nunc, το «εδώ και τώρα» τόσο του λυρικού ποιητή, όσο και των ακροατών – αναγνωστών.

grosso modo: χονδρικώς, πάνω κάτω· η έκφραση χρησιμοποιείται για να δηλωθεί η μερική ευστοχία μιας εκτίμησης. Λέμε και γράφουμε:

ο ιταλικός νότος και ο ελληνικός βορράς παρουσιάζουν grosso modo τους ίδιους δείκτες ανάπτυξης· ο Μέγας Ανατολικός του Ανδρέα Εμπειρίκου grosso modo μπορεί να χαρακτηρισθεί πορνογράφημα.

per terram per mare: στην ξηρά και στη θάλασσα, πανταχού. Η έκφραση χρησιμοποιείται για να δηλωθεί η ευρύτατη διάδοση ενός προσώπου, έργου ή πράγματος. Λέμε και γράφουμε:

η είδηση του αδιεξόδου των συνομιλιών στη Γενεύη διαδόθηκε αμέσως per terram per mare.

sine qua non: εκ των ων ουκ άνευ· η έκφραση χρησιμοποιείται προς δήλωση απαράβατου όρου. Λέμε και γράφουμε:

η αντικειμενική πληροφόρηση είναι sine qua non όρος της δημοσιογραφικής δεοντολογίας.

mea culpa: από δικό μου σφάλμα· η έκφραση χρησιμοποιείται για ομολογία προσωπικής ενοχής. Λέμε και γράφουμε:

«τα γεγονότα της Πάτρας έγιναν mea culpa» δήλωσε ο Υπουργός Παιδείας και υπέβαλε την παραίτηση του.

pro domo sua: η έκφραση αντιστοιχεί κατά περίπτωση στις ομόλογες ελληνικές λόγιας εκφράσεις: υπέρ βωμών και εστιών ή υπέρ πίστεως και πατρίδος, και χρησιμοποιείται για να δηλωθεί ο υπέρ πάντων αγών. Λέμε και γράφουμε:

οι μαθητές ισχυρίζονται ότι αγωνίζονται pro domo sua.

sic: ούτως πως, κάπως έτσι· η λέξη χρησιμοποιείται εντός παρενθέσεως για ειρωνική υπόδειξη ενός γραμματικού, συντακτικού, νοηματικού ή πραγματικού σφάλματος στον προφορικό ή γραπτό λόγο κάποιου άλλου:

σε άρθρο έγκριτης εφημερίδας υπήρχε η πρόταση: «πολλοί (sic) περισσότεροι άνθρωποι»· για να επιδείξει τη λατινομάθειά της γνωστή κριτικός έγραφε προχθές: per terra (sic) per marem (sic).

terminus ante quem: χρονικό όριο, πριν από το οποίο έχει συμβεί κάτι· terminus post quem: χρονικό όριο, μετά το οποίο συνέβη κάτι. Λέμε και γράφουμε:

το 1974 αποτελεί terminus ante quem ως προς την παρανομία του Κ.Κ.Ε.- το 1821 αποτελεί εξ ορισμού terminus ante quem για τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν» του Διονυσίου Σολωμού.

mutatis mutandis: με την μεταβολή των μεταβλητέων όρων η έκφραση χρησιμοποιείται, όπως περίπου και η λόγια διατύπωση «τηρουμένων των αναλογιών», για να δηλωθεί ότι η σύγκριση δύο προσώπων, έργων ή πραγμάτων νομιμοποιείται μέχρι ενός ορισμένου σημείου. Λέμε και, γράφουμε:

η σημερινή εκπαιδευτική κρίση θυμίζει mutatis mutandis το κίνημα του 1-14· ο Γεώργιος Χορτάτσης mutatis mutandis είναι ο Σαίξπηρ του νεοελληνικού θεάτρου.

tabula rasa: άγραφο χαρτί· η έκφραση χρησιμοποιείται για να δηλωθεί η πλήρης άγνοια κάποιου επί συγκεκριμένου θέματος. Λέμε και γράφουμε:

το νήπιο, σε ό,τι αφορά τις κοινωνικές συμβάσεις, θεωρείται tabula rasa· σε ό,τι αφορά το ξένο θέατρο, οι περισσότεροι μαθητές του Λυκείου είναι tabula rasa.

scripta manent, verba volant: τα γραπτά μένουν, τα λόγια πετούν η παροιμιακή έκφραση χρησιμοποιείται για να διακριθεί ο οριστικός χαρακτήρας της γραφής σε αντίθεση προς τον προσωρινό του προφορικού λόγου.

urbi et orbi: στην πόλη (στη Ρώμη) και στην οικουμένη, σ’ όλο τον κόσμο. Η έκφραση έχει περίπου το ίδιο νόημα με το per terram per mare. Λέμε και γράφουμε:

ο Όμηρος είναι γνωστός ποιητής urbi et orbi· το CNN μετέδωσε urbi et orbi εικόνες από τον πόλεμο στον Περσικό Κόλπο.

ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΟΙ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΟΙ ΟΡΟΙ

Αποφεύγουμε ξενόγλωσσους όρους, εφόσον υπάρχουν αντίστοιχοι δόκιμοι ελληνικοί. Λέμε και γράφουμε:

μορφή, τύπος – όχι: φόρμα·
υλικό –
όχι: ματιέρα·
ύφος, τρόπος, ρυθμός – όχι: στυλ·

γνώμονες, δείχτες, κανόνες
– όχι: νόρμες·
πεζός λόγος
– όχι: πρόζα·
ομοιοκαταληξία
– όχι: ρίμα·
κεφαλαιοκρατία, κεφαλαιοκράτης
– όχι: καπιταλισμός, καπιταλιστής·
απαισιοδοξία, απαισιόδοξος
– όχι· πεσσιμισμός – πεσσιμιστής·
αισιοδοξία, αισιόδοξος –
όχι: οπτιμισμός, οπτιμιστής·
μοιρολατρεία, μοιρολάτρης-
όχι: φαταλισμός, φαταλιστής-
πλέγμα,
σύμπλεγμα – όχι: κόμπλεξ·
καλλιέργεια, πολιτισμός, παιδεία
– όχι: κουλτούρα·
παράγων, πορεία, διαδικασία
-όχι: προτσές- process
διαμαρτυρόμενος
– οχι: προτεστάντης (αλλά προτεσταντισμός)·
φύλο, ερωτική πράξη
– όχι: σεξ (αλλά σεξουαλική ζωή)·
ανθρωπισμός, ανθρωπιστικές σπουδές
– όχι: ουμανισμός, ουμανιστικές σπουδές (αλλά οι ουμανιστές της Αναγέννησης)·
υπερρεαλισμός
– όχι: σουρρεαλισμός (αλλά: αυτά είναι σουρρεαλιστικά, δηλαδή ακαταλαβίστικα).

ΠΡΟΣΟΧΗ: Ορισμένοι ξενόγλωσσοι όροι είναι υποχρεωτικοί, εφόσον χρησιμοποιούνται για να εκφράσουν το συγκεκριμένο ιστορικό τους νόημα, που δεν το καλύπτει η ελληνική τους απόδοση, όπως:

οπορτουνισμός, οπορτουνιστής – για να ορίσουμε συγκεκριμένη πολιτική στάση στο πλαίσιο της Ρωσικής Επανάστασης, ή της μαρξιστικής πρακτικής· διαφορετικά: καιροσκοπία, καιροσκοπισμός.
ουμανισμός, ουμανιστής
για το ομώνυμο ιδεολογικό κίνημα της Αναγέννησης· διαφορετικά: ανθρωπισμός, ανθρωπιστής.
ιντελιγκέντσια
– για τους ρώσους διανοούμενους της προεπαναστατικής και επαναστατικής περιόδου – διαφορετικά: διανόηση, διανοούμενοι.
νατουραλισμός
– για το ομώνυμο λογοτεχνικό και ιδεολογικό κίνημα στα τέλη του περασμένου αιώνα, διαφορετικά: φυσιοκρατία.
Γενικά χρησιμοποιούμε τους ξενόγλωσσους όρους, όπου είναι απαραίτητοι και αναντικατάστατοι, με οικονομία και καλαισθησία.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2047

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση