Εγκόλπιο Ορθής Γραφής : Στίξη

ΣΤΙΞΗ

ΚΟΜΜΑ

Το κόμμα, ως σημείο στίξεως, είναι το συνηθέστερο μαζί με την κάτω τελεία και χρησιμοποιείται:

1. Για να διακρίνει όμοιους, ασύνδετους μεταξύ τους όρους (ονοματικούς, ρηματικούς, επιρρηματικούς) στο εσωτερικό μιας πρότασης. Γράφουμε:

– έφτασαν ο Γιάννης, ο Κώστας, ο Παύλος με τα καλά τους· τον είδε, τον προσπέρασε, τον περιφρόνησε και δεν τον χαιρέτησε· τον χτύπησε με βιαιότητα, με πάθος, με εκδικητική μανία· περπατούσε γρήγορα, ασθμαίνοντας, δίχως σταματημό.

2. Για να διακρίνει την επεξήγηση από τον προσδιοριζόμενο όρο ή την προσδιοριζόμενη πρόταση. Γράφουμε:

– ο κύριος Καραμανλής, Πρόεδρος της Δημοκρατίας, έφτασε χθες το απόγευμα στην Αθήνα από τη Χαλκιδική· το εβδομαδιαίο περιοδικό, ο «Ταχυδρόμος», κυκλοφορεί στην Αθήνα κάθε Τετάρτη, στην επαρχία κάθε Τρίτη.

3. Για να διακρίνει όμοιες, ασύνδετες μεταξύ τους προτάσεις στο εσωτερικό μιας περιόδου. Γράφουμε:

– το κοινό αντέδρασε με ενθουσιασμό, χειροκροτούσε ακατάπαυστα, απαιτούσε από τον τραγουδιστή να μπιζάρει, αλλά εκείνος δεν ανταποκρίθηκε.

4. Για να διακρίνει τις δευτερεύουσες εξαρτημένες προτάσεις (ονοματικές ή επιρρηματικές) από τις κύριες, από τις οποίες αυτές εξαρτώνται, εφόσον δεν αποτελούν αντικείμενο του προηγουμένου ρήματος. Γράφουμε:

– δεν μπόρεσα να φτάσω στην ώρα μου, επειδή υπήρχε κυκλοφοριακή συμφόρηση· τα Ομηρικά Έπη, τα οποία είναι τα αρχαιότερα σωζόμενα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, αποτελούσαν στην αρχαιότητα το αλφαβητάρι, για να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα· αν είμαι καλά, θα έλθω οπωσδήποτε το βράδυ.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Δεν στίζονται με κόμμα δευτερεύουσες προτάσεις που εισάγονται με το να, ότι, που και με ερωτηματικά μόρια (αντωνυμίες, επιρρήματα και το ερωτηματικό αν), γιατί οι προτάσεις αυτές επέχουν θέση αντικειμένου. Γράφουμε:

– του έδωσε εντολή να φύγει· θεωρούσε ότι δεν ήταν σωστό να εγκαταλείψει τη θέση του· ρωτούσε αν έχω ώρα για να συζητήσουμε το πράγμα αναλυτικά· δεν ήξερε πού παν τα τέσσερα· δεν θα σου πω εγώ πώς να γράφεις σωστά· απέρριπτε οτιδήποτε του έλεγα· απορούσε αν έπρεπε να μείνει ή να φύγει.

Οι πολύ συνοπτικές αναφορικές προτάσεις, οι οποίες συνήθως εισάγονται με το που, κατά κανόνα δεν στίζονται με κόμμα. Γράφουμε:

ο άνθρωπος που βάδιζε στον δρόμο μου φάνηκε γνωστός· τα λόγια που είπα δεν τα ξαναλέω.

Κατά κανόνα πριν από το και δεν χρησιμοποιείται το κόμμα. Παρά τον κανόνα στίζουμε με κόμμα πριν από το και, όταν υπάρχει προηγουμένως αλυσίδα όρων που συνδυάζονται μεταξύ τους με και, αλλά το τελευταίο και εισάγει νέα πρόταση και όχι έναν επιπλέον όρο. Γράφουμε:

– αγόρασε δώρα για τους γονείς του, τα παιδιά του και τους φίλους του, και ξόδεψε έτσι όλα του τα χρήματα.

ΑΝΩ ΣΤΙΓΜΗ

Η άνω στιγμή χρησιμοποιείται, για να σημειώνουμε μικρότερη διακοπή παρά με την τελεία και μεγαλύτερη παρά με το κόμμα. Ειδικότερα η άνω στιγμή χρησιμοποιείται στο εσωτερικό μιας περιόδου στις εξής περιπτώσεις:

Για να διακρίνει στο εσωτερικό της περιόδου μια πρόταση, η οποία αποτελεί επεξήγηση των προηγουμένων ή αντίθεση προς τα προηγούμενα (στις περιπτώσεις αυτές συνήθως λείπει ο επεξηγηματικός ή αντιθετικός σύνδεσμος).
Μετά από δύο τελείες, για να χωρίσει μεταξύ τους ημιπεριόδους, οι οποίες αποτελούν επιμερισμένες επεξηγήσεις των προηγουμένων. Γράφουμε:

– αυτός δεν ήταν άνθρωπος· ήταν θεριό.
– Μάνα ανθρώπου δεν τον έκαμε· τον ξετίναξε ατόφιο η γη,
– Με τί καρδιά, με τί πνοή, τί πόθους και τί πάθος πήραμε τη ζωή μας· λάθος! Κι αλλάξαμε ζωή.
– Πολλά δράματα της κλασικής εποχής αναφέρονται στον τρωικό μύθο: η «Ορέστεια» του Αισχύλου λ.χ. και οι αποσπασματικοί «Μυρμιδόνες» του· ο «Αίας», η «Ηλέκτρα», ο «Φιλοκτήτης» του Σοφοκλή· οι «Τρωάδες», η «Εκάβη», η «Ανδρομάχη», η «Ελένη» του Ευριπίδη.

ΑΝΩ ΚΑΤΩ ΣΤΙΓΜΗ

Η άνω κάτω στιγμή χρησιμοποιείται στις εξής περιπτώσεις:
Μπροστά από τα λόγια κάποιου προσώπου, τα οποία αναφέρονται κατά λέξη και κλείνονται σε εισαγωγικά.

Μπροστά από απαρίθμηση όρων, οι οποίοι ερμηνεύουν τα προηγούμενα ή θεωρούνται παρεπόμενα των προηγουμένων (στην περίπτωση αυτή μπορούμε να εναλλάσσουμε την άνω κάτω στιγμή με την άνω στιγμή).

Έπειτα από πρόταση που προαναγγέλλει γνωμικό ή παροιμία. Στο εσωτερικό μιας μακράς περιόδου, εφόσον ακολουθεί σειρά από επιμερισμένες επεξηγήσεις των προηγουμένων, οι οποίες διακρίνονται μεταξύ τους με άνω στιγμή. Γράφουμε:

– είπε με θυμό: «δεν πρόκειται να με ξαναδείς στα μάτια σου»· τα μεγαλύτερα ελληνικά νησιά είναι: η Κύπρος, η Κρήτη, η Εύβοια· και το αποτέλεσμα ήταν αυτό: να καταλήξουμε στον χωρισμό· η παροιμία λέει: άκουε πολλά και λέγε λίγα· μην κάνετε λάθος στο γνωστό γνωμικό: μέτρον άριστον (όχι: παν μέτρον άριστον).

ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ

Η παρένθεση χρησιμοποιείται στις εξής περιπτώσεις:
Για να απομονώσει επεξηγηματικά στοιχεία της προηγούμενης πρότασης, τα οποία θα μπορούσαν και να παραλειφθούν δίχως να παραβλάπτεται το συνολικό νόημα της περιόδου. Για να περιλάβει τα στοιχεία παραπομπής ενός προηγουμένου παραθέματος. Γράφουμε:

– δυστυχώς τόσο η μεταδικτατορική Αριστερά (παραδοσιακή και ανανεωτική, διχασμένη και συνασπισμένη), όσο και προπαντός το ΠαΣοΚ (στην προεξουσιαστική, εξουσιαστική και μετεξουσιαστική φάση του) σκοπίμως περιθωριοποίησαν τους, ούτως ή άλλως ελάχιστους, διανοούμενους.

ΜΟΝΗ ΠΑΥΛΑ

Η μονή παύλα χρησιμοποιείται στις εξής περιπτώσεις:
Στον γραπτό λόγο, για να δείξει την αλλαγή του προσώπου που μιλά.,
Στο εσωτερικό μιας πρότασης, για να φανεί η απότομη διακοπή μιας φράσης, και η απροσδόκητη ή και συντακτικώς ανακόλουθη συνέχεια της.
Ύστερα από τελεία, για να καταδειχθεί με έμφαση, όπου χρειάζεται, το οριστικό τέλος ενός κειμένου – από εδώ βγήκε και η φράση: τελεία και παύλα. Γράφουμε:

όπως κι αν έχει το πράγμα, με το πες πες πέρασαν κιόλας χρόνια είκοσι τέσσερα -πλησιάζουμε το τέταρτο αιώνος, όπως θα έλεγαν και οι καθαρεύοντες φιλοχουντικοί· γιατί, πέρα από τον δίκαιο έπαινο, που ανήκει σε όλους τους συντελεστές της εκπομπής, εύκολα αναγνωρίζονται και κάποια ενοχλητικά ελαττώματα – άλλα εκ γενετής και άλλα επίκτητα· θέλουν – μα δε βολεί να λησμονήσουν.

ΔΙΠΛΗ ΠΑΥΛΑ

Η διπλή παύλα, (σε διάκριση προς την παρένθεση, και αντ’ αυτής) χρησιμοποιείται όταν θέλουμε να δηλώσουμε ότι μια ενδιάμεση, παρενθετικού νοήματος, πρόταση πρέπει να διαβαστεί σε χαμηλότερο τόνο. Γράφουμε:

ο πατέρας μου μύρο το κύμα που τον ετύλιξε δεν είχε σκοπό να με κάμει ναυτικό· τα βιβλία μου  – επήγαινα στο σχολαρχείο, θυμούμαι – τα έκλεισα για πάντα.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Τα εισαγωγικά χρησιμοποιούνται, όπου στο γραπτό κείμενο φιλοξενείται αυτολεξεί μακρότερος ή και σύντομος ευθύς λόγος πρώτου, δευτέρου ή τρίτου προσώπου. Γράφουμε:

– είπε «ελάτε μαζί μου» και ξεκίνησε· του αποκρίθηκα «δεν έχω καιρό» και τον αποχαιρέτησα.

ΠΡΟΣΟΧΗ: Στον μακροσκελή ευθύ λόγο, ο οποίος περνά από τη μία στην άλλη παράγραφο, χρησιμοποιούμε ανοικτά εισαγωγικά [»] στην αρχή της παραγράφου.
Σε περίπτωση που χρειάζονται εισαγωγικά εντός εισαγωγικών, χρησιμοποιούμε ευθύγραμμα εισαγωγικά και όχι γωνιώδη: «“…” ».

Περιέχονται σε εισαγωγικά λέξεις, οι οποίες δηλώνουν όρο ή επωνυμία στο εσωτερικό μιας πρότασης. Γράφουμε:

– η λέξη «άνθρωπος» είναι αρχαιοελληνική· η λέξη «διάγγελμα» παράγεται από το ρήμα «διαγγελλομαι»· η ταινία του Αιζενστάιν «Το θωρηκτό Ποτεμκιν» θεωρείται δικαίως κινηματογραφικό αριστούργημα· «Το Βήμα της Κυριακής» υπήρξε στο παρελθόν καθημερινή εφημερίδα· ο γενέθλιος τίτλος της ήταν «Ελεύθερο Βήμα».
Κατ’ εξαίρεση περιέχονται σε εισαγωγικά και κοινόχρηστες λέξεις, όταν θέλουμε να τους προσδώσουμε ειδικό νόημα· Γράφουμε:

– υπήρξε «ιδιώτης» με την αρνητική σημασία του όρου (δηλαδή βλαξ).

ΘΑΥΜΑΣΤΙΚΟ

Το θαυμαστικό ως σημείο στίξης είναι απλό και δεν πολλαπλασιάζεται σε καμμία περίπτωση. Η χρήση του θαυμαστικού στον δημοσιογραφικό λόγο είναι θεμιτή, αλλά δεν πρέπει να οδηγεί σε κατάχρηση. Χρησιμοποιούμε θαυμαστικό στις επιφωνηματικες λέξεις, φράσεις και προτάσεις, μόνον όταν θέλουμε να υπογραμμίσουμε τον επιφωνηματικό χαρακτήρα της λέξης, της πρότασης ή της έκφρασης. Γράφουμε:

– ωραίος καιρός! Αλίμονο! Θαυμάσια! Τι νέα κι αυτά!

ΠΡΟΣΟΧΗ: Όταν θέλουμε να δηλώσουμε θετικόν θαυμασμό ή αρνητική έκπληξη για τα λεγόμενα ή τα γραφόμενα ενός άλλου προσώπου, συνοδεύουμε την οικεία λέξη ή φράση με θαυμαστικό, το οποίο τότε κλείνεται σε παρένθεση.

Σε περίπτωση προφανούς γραμματικού ή συντακτικού λάθους η αρνητική έκπληξη δηλώνεται και με τη λατινική λέξη SIC (=έτσι), η οποία κλείνεται επίσης σε παρένθεση. Γράφουμε:

– ο κ. Χ διατείνεται ότι υπάρχουν πολλοί (SIC) περισσότεροι τρόποι για την αντιμετώπιση της οικονομικής χρίσης.
– Το επίθετο «ευάριθμος» δεν σημαίνει όπως νομίζουν πολλοί «πολυάριθμος» (!) αλλά ολιγάριθμος.

Ο ίδιος κανόνας ισχύει και για την περάτωση που κάποιος θέλει να δηλώσει θετικό θαυμασμό ή αρνητική έκπληξη για ορισμένη απροσδόκητη πληροφορία που καταχωρίζει στο κείμενο του. Γράφουμε:

για να αποδείξει στο ευρύ κοινό ότι έπαψε πλέον να είναι σύμβολο του ελεύθερου σεξ, ο τραγουδιστής παντρεύτηκε και έκανε με την ίδια γυναίκα μέσα σε επτά χρόνια επτά παιδιά (!).

ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ

Τα αποσιωπητικά χρησιμοποιούνται για να δηλωθεί οποιαδήποτε παράλειψη λόγου, γραπτού ή προφορικού.
ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα αποσιωπητικά ως σημείο στίξης περιορίζονται απαγορευτικούς στις τρεις τελείες.

Σε περίπτωση μακρού παραθέματος γραπτού λόγου οι παραλείψεις δηλώνονται με αποσιωπητικά κλεισμένα σε ορθογώνιες αγκύλες […].

Δεν χρησιμοποιούνται τα αποσιωπητικά στη θέση του θαυμαστικού.

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ

Στον γραπτό λόγο η πληροφοριακή και λογική συνοχή αφενός, η συλλογιστική αφετέρου πορεία ενός κειμένου αποτυπώνονται με παραγράφους. Μολονότι δεν υπάρχουν αυστηροί και απαράβατοι κανόνες για την έκταση της παραγράφου (σε συνοπτικότερα λ.χ. κείμενα δικαιολογούνται μικρότερης έκτασης παράγραφοι, ενώ σε συνθετότερα – επιστημονικά μελετήματα, αναλυτικά δοκίμια κτλ. – εκτενέστερες) πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ορισμένες υποδείξεις συστατικού ή απαγορευτικού χαρακτήρα. Σ’ αυτόν τον σκοπό αποβλέπουν οι επόμενοι κανόνες:

1. Εφόσον δεν πρόκειται για διαλογικό κείμενο, απαγορεύεται να συμπίπτει η παράγραφος με τα όρια μιας μόνον πρότασης ή και απλής περιόδου. Αντιθέτως η σύνθετη περίοδος ορίζεται με παράγραφο, όταν ολοκληρώνει ένα μεριδιακό νόημα του κειμένου.

2. Σε συνοπτικότερα, δημοσιογραφικά κείμενα, πρέπει να αποφεύγονται αδικαιολόγητα μακροσκελείς παράγραφοι, που καταλαμβάνουν κάποτε ολόκληρη στήλη ή και σελίδα.

3.Ο αριθμός και η έκταση των παραγράφων ενός κειμένου θα πρέπει να αντιστοιχούν κατά κάποιον τρόπο στον προσχεδιασμό του, όπως τον συλλαμβάνει και τον αποτυπώνει σε πρόχειρο μνημόνιο ο συντάκτης του.

4. Θα πρέπει να αποφεύγεται σε ένα κείμενο η ασύνδετη παράταξη παραγράφων, με τις οποίες συστήνονται διαδοχικά νοήματα, συνδεόμενα μεταξύ τους με προφανή λογική σχέση: αντιθετική, αιτιολογική, συμπερασματική κτλ. Ο σύνδεσμος, που δηλώνει κάθε φορά τη λογική σχέση, προωθείται στην αρχή της παραγράφου, για να προϊδεάζει τον αναγνώστη ως προς τη νοηματική εξέλιξη ενός κειμένου.

5. Η ορθή ταξινόμηση ενός κειμένου σε παραγράφους εξασφαλίζει συγχρόνως οπτική ενάργεια αλλά και ρυθμική άνεση: ο αναγνώστης μπορεί αμέσως, βάσει της οπτικής εικόνας, να συλλάβει τη σύνταξη του κειμένου, ενώ συγχρόνως υποβοηθείται και στην ανάγνωση του, καθώς οι παράγραφοι ορίζουν τον ρυθμό του κειμένου, δηλώνοντας την αυξομείωση του αλλά και τις ενδιάμεσες ανάπαυλες του.

Το κείμενο του Δ. Ν. Μαρωνίτη, Το Εγκόλπιο της ορθής γραφής, δημοσιεύτηκε στον Ταχυδρόμο το 1998.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2016

Υπάρχει λύση…

http://topontiki.gr/skitsografies/907

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2014

ΤΑ ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ : Χρήση και σημασία τους

ΓΕΝΙΚΑ : Τα σημεία στίξης επιτελούν δυο κύριεςλειτουργίες:α)δηλώνουν διάφορες σημασιοσυντακτικές σχέσεις και β) σχολιάζουν τα γραφόμενα.
Η τελεία, η άνω τελεία και το κόμμα είναι κατ᾿ εξοχήν «παυστικά» σημεία στίξης· αποδίδουν δηλαδή τις παύσεις του προφορικού λόγου.
Το θαυμαστικό, το ερωτηματικό και τα αποσιωπητικά αποδίδουν τον επιτονισμό, την διακύμανση της φωνής, και έχουν κυρίως εκφραστική λειτουργία.
Πολλές σημασιοσυντακτικές σχέσεις του κειμένου, όπως η παράθεση, η επεξήγηση, η παράθεση επιθέτων, η διάκριση δευτερευουσών προτάσεων από τις κύριες, τα όρια των προτάσεων, ορισμένα είδη προτάσεων (καταφατικές, ερωτηματικές), η μορφή του λόγου (ευθύς, πλάγιος), η υπόταξη και η παράταξη, η παράθεση ομοίων όρων δηλώνονται με την στίξη.
Τα εισαγωγικά και η παύλα του διαλόγου (μονή παύλα), βοηθούν τον αναγνώστη να παρακολουθήσει την εναλλαγή των προσώπων στον διάλογο, καθώς και να διακρίνει τα λόγια των προσώπων, εντός εισαγωγικών, από το υπόλοιπο κείμενο.
Με τα εκφραστικά σημεία στίξης υποδηλώνεται η προσωπική στάση του γράφοντος απέναντι στο κείμενό του.
Η απορία, η επιφύλαξη, ο θαυμασμός, η ειρωνεία, ο δισταγμός, η αποσιώπηση, που δηλώνονται με το ερωτηματικό, τα εισαγωγικά, το θαυμαστικό, τα αποσιωπητικά δεν είναι παρά ένα είδος σχολιασμού του κειμένου από τον ίδιο τον δημιουργό του που εκφράζεται με τρόπο έμμεσο και οικονομικό μέσω της στίξης.

ΓΙΑ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΙΔΗΣΗ
•Άνω τελεία (·):
χωρίζει δυο μέρη μιας φράσης που σχετίζονται μεταξύ τους αντιθετικά, ιδίωςόταν το δεύτερο μέρος συμπληρώνει ή επεξηγεί το νόημα του πρώτου [αυτός δεν είναι άνθρωπος· είναι θηρίο ανήμερο]
•Κόμμα (,):
εφιστά την προσοχή του αναγνώστη σε μια λέξη ή φράση [γι᾿ αυτό, είναιεπιτακτική ανάγκη να συνηθίσουμε, από την παιδική μας ηλικία μάλιστα, στην ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων]
•Διπλή τελεία (:)
: πριν από αυτούσια παράθεση λόγων άλλου, που κλείνονται σε εισαγωγικά /πριν από απαρίθμηση, ερμηνεία, επακόλουθο
•Ερωτηματικό (;):
σε παρένθεση, δείχνει ειρωνεία, αμφιβολία
•Θαυμαστικό (!):
υπογραμμίζει την εντύπωση από κάτι απίστευτο ή ανόητο / μέσα σεπαρένθεση δηλώνει απορία / [αποδοχή (επιδοκιμασία, συμφωνία, ενθάρρυνση, ευχάριστηέκπληξη) – απόρριψη (αποδοκιμασία, αποστροφή, αγανάκτηση, αποκλεισμό, αποθάρρυνση, κατάπληξη) – αμφιβολία (απορία, δισταγμό, αμηχανία, αμφισβήτηση)]
•Αποσιωπητικά (…):
όταν υποδηλώνεται συγκίνηση ή μένει ατελείωτη μια φράση. Όταν όμως προηγούνται μιας λέξης ή φράσης, υποδηλώνουν ειρωνεία ή προαναγγέλλουναστεϊσμό/ παραδοξολογία
•Διπλή παύλα (— —):
απομονώνει μέρος του κειμένου. Ό,τι περικλείεται σε διπλή παύλα είναι συνήθως απαραίτητη παρεμβολή στην συνέχεια του λόγου
•Παρένθεση ():
κλείνει μια λέξη ή φράση που εξηγεί ή συμπληρώνει τα λεγόμενα· πρόκειται για μια μικρή παρέκβαση
•Εισαγωγικά (« »):
κλείνουν τα λόγια κάποιου, όπως ακριβώς τα είπε /ρητά, παροιμίες / λέξεις ή φράσεις που δεν χρησιμοποιούνται με το συνηθισμένο τους νόημα ή χρησιμοποιούνται ειρωνικά / τίτλοι βιβλίων – περιοδικών, ονόματα εφημερίδων (πλοίων, επιγραφές), όταν δεν τυπώνονται με πλάγια στοιχεία [εφημερίδα «Το Βήμα» /Το Βήμα]

Πηγή : http://www.scribd.com/%CE%94%CE%92%CE%BB%CE%B1%CF%87%CE%BF%CE%B4%CE%AE%CE%BC%CE%BF%CF%82/d/48282446-%CE%A3%CE%97%CE%9C%CE%95%CE%99%CE%91-%CE%A3%CE%A4%CE%99%CE%9E%CE%97%CE%A3

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2011

Πολιτικά : Ενότητες 15η-16η

ΕΝΟΤΗΤΑ 15η
“Ο ΠΟΛΙΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΥΣΤΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ.” – ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Εξέταση της φύσης των πολιτευμάτων και των χαρακτηριστικών τους     Τῷ περὶ πολιτείας ἐπισκοποῦντι, καὶ τίς ἑκάστη καὶ ποία τις, σχεδὸν πρώτη σκέψις περὶ πόλεως ἰδεῖν, τί ποτέ ἐστιν ἡ πόλις.
Προέχει η διερεύνηση της έννοιας «πόλις» – Λόγοι διερεύνησής της:
Ύπαρξη διχογνωμίας για τη φύση της έννοιας «πόλις»     Νῦν γὰρ ἀμφισβητοῦσιν, οἱ μὲν φάσκοντες τὴν πόλιν πεπραχέναι τὴν πρᾶξιν, οἱ δ’ οὐ τὴν πόλιν ἀλλὰ τὴν ὀλιγαρχίαν ἢ τὸν τύραννον˙
Για την κατανόηση του τρόπου δράσης του πολιτικού και του νομοθέτη     τοῦ δὲ πολιτικοῦ καὶ τοῦ νομοθέτου πᾶσαν ὁρῶμεν τὴν πραγματείαν οὖσαν περὶ πόλιν,
Για την κατανόηση της οργάνωσης της πόλης σε σχέση με το πολίτευμα     ἡ δὲ πολιτεία τῶν τὴν πόλιν οἰκούντων ἐστὶ τάξις τις.
[Δες ερμηνευτικό σχόλιο 2: «Τῷ περὶ πολιτείας ἐπισκοποῦντι … τάξις τις»]

Για την κατανόηση της πόλης πρέπει να προηγηθεί η διερεύνηση της έννοιας «πολίτης» – Λόγοι διερεύνησης της έννοιας «πολίτης»:
Ο πολίτης είναι μέρος της πόλης, που αποτελεί το όλον     Ἐπεὶ δ’ ἡ πόλις τῶν συγκειμένων, καθάπερ ἄλλο τι τῶν ὅλων μὲν συνεστώτων δ’ ἐκ πολλῶν μορίων, δῆλον ὅτι πρότερον ὁ πολίτης ζητητέος˙ ἡ γὰρ πόλις πολιτῶν τι πλῆθός ἐστιν.
Δεν υπάρχει ομοφωνία για τον ορισμό της έννοιας «πολίτης»     Ὥστε τίνα χρη καλεῖν πολίτην καὶ τίς ὁ πολίτης ἐστὶ σκεπτέον. Καὶ γὰρ ὁ πολίτης ἀμφισβητεῖται πολλάκις˙ οὐ γὰρ τὸν αὐτὸν ὁμολογοῦσι πάντες εἶναι πολίτην• ἔστι γάρ τις ὃς ἐν δημοκρατίᾳ πολίτης ὢν ἐν ὀλιγαρχίᾳ πολλάκις οὐκ ἔστι πολίτης.
[Δες ερμηνευτικό σχόλιο 3: «Ἐπεὶ δ’ ἡ πόλις … οὐκ ἔστι πολίτης»]

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Για όποιον εξετάζει τον τρόπο διακυβέρνησης (μιας πόλης) και ποια είναι η φύση και ποια τα χαρακτηριστικά της κάθε επιμέρους πολιτείας (ή: του κάθε τρόπου διακυβέρνησης), το πρώτο σχεδόν θέμα για διερεύνηση είναι να δει τι είναι άραγε η πόλη. Γιατί σήμερα υπάρχουν διαφορετικές γνώμες πάνω σ’ αυτό το θέμα, άλλοι που λένε πως την τάδε συγκεκριμένη πράξη την έχει κάνει η πόλη, ενώ άλλοι (που λένε) ότι δεν την έχει κάνει η πόλη, αλλά μια συγκεκριμένη ολιγαρχική κυβέρνηση ή ένας συγκεκριμένος τύραννος˙ εξάλλου, βλέπουμε ότι όλη η δραστηριότητα του πολιτικού και του νομοθέτη έχει να κάνει (ή: σχετίζεται) με την πόλη, ενώ το πολίτευμα είναι ένας τρόπος οργάνωσης αυτών που ζουν στη συγκεκριμένη πόλη. Επειδή όμως η πόλη ανήκει στην κατηγορία των σύνθετων πραγμάτων, όπως όλα εκείνα τα πράγματα που το καθένα τους είναι ένα όλον, αποτελούμενο όμως από πολλά μέρη, είναι φανερό ότι πρώτα πρέπει να ψάξουμε να βρούμε τι είναι ο πολίτης˙ γιατί η πόλη είναι ένα σύνολο από πολίτες. Επομένως, πρέπει να εξετάσουμε ποιον πρέπει να ονομάζουμε πολίτη και ποιος είναι ο πολίτης. Γιατί για το περιεχόμενο της λέξης πολίτης διατυπώνονται πολλές φορές διαφορετικές μεταξύ τους γνώμες˙ δεν υπάρχει δηλαδή μια γενική συμφωνία για το περιεχόμενο της λέξης πολίτης˙ γιατί κάποιος, ενώ είναι πολίτης σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, συχνά δεν είναι πολίτης σε ένα ολιγαρχικό πολίτευμα.


ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
(Εκτός από το λεξιλόγιο του σχολικού βιβλίου στη σελίδα 193-194)
πόλις = πόλη, πόλη-κράτος
ζητητέος, σκεπτέον = πρέπει να ψάξουμε να βρούμε, πρέπει να εξετάσουμε (ρηματικά
επίθετα σε –τέος = πρέπει να …)
ὥστε = επομένως (μετά από ισχυρό σημείο στίξης, δηλαδή τελεία ή άνω τελεία, εισάγει κύρια –και όχι δευτερεύουσα συμπερασματική– πρόταση και μεταφράζεται με το
«επομένως»)
πολλάκις = πολλές φορές, συχνά
ἔστιν τις ὃς = κάποιος, όποιος (ελλειπτική αναφορική έκφραση)
ὢν = ενώ είναι (εναντιωματική μετοχή)

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΡΙΖΑ ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
Ἐπισκοποῦντι, σκέψις, σκεπτέον < σκοπέω -ῶ: σκοπός, σκοπιά, σκόπιμος, σκόπελος, σκέψη, σκεπτικός, σκεπτικισμός, απερίσκεπτος, αυτοσκοπός, κερδοσκόπος, οιωνοσκόπος, καιροσκόπος, ωροσκόπος, άσκοπος, επίσκοπος, κατάσκοπος, πρόσκοπος, ανασκόπηση, βιντεοσκόπηση, επισκόπηση, προεπισκόπηση, δημοσκόπηση, βυθοσκόπηση, ακτινοσκόπηση, βολιδοσκόπηση, κερδοσκοπία, κατασκοπία, τηλεσκόπιο, περισκόπιο, στηθοσκόπιο, μικροσκόπιο, ωροσκόπιο, σκοποβολή, σύσκεψη, συνδιάσκεψη, περίσκεψη, επίσκεψη, επισκέψιμος
πόλις: πόλη, κωμόπολη, πολιτεία, κοινοπολιτεία, πολίτης, συμπολίτης, πολιτικός, πολιτειακός, πολιτικάντης, πολιούχος, πολιτευτής, πολιτικοποίηση, πολιτικολογία, αντιπολίτευση, μεταπολίτευση, πολιτισμός, πολιτισμικός, απολίτιστος, διαπολιτισμικός
ἰδεῖν, ὁρῶμεν < ὁράω -ῶ: όραση, όραμα, ορατός, παρόραμα, πανόραμα, ενόραση, τηλεόραση, αόρατος, αδιόρατος, θεόρατος, διορατικός, οφθαλμός, οπή, όψη, οπτικός, συνοπτικός, εποπτικός, κάτοπτρο, αντικατοπτρισμός, ύποπτος, υποψία, αυτόπτης, αυτοψία, μέτωπο, πρόσωπο, προσωπίδα, παρωπίδα, ιδέα, ιδεατός, ιδεώδης, ιδεολόγος, ιδεολογία, ιδανικός, είδωλο, ειδύλλιο, θυρωρός
ἀμφισβητοῦσιν < ἀμφὶ + βαίνω: αμφισβήτηση, αμφισβητίας, αναμφισβήτητος, αδιαμφισβήτητος, αμφισβητήσιμος, βάση, ανάβαση, κατάβαση, πρόσβαση, διάβαση, έμβασμα, βήμα, βηματοδότης, βάθρο, βωμός, βατός, δύσβατος, βάδην, βαθμός, βατήρας, αναβάτης, διαβάτης, επιβάτης, παραβάτης, ακροβάτης
φάσκοντες < φημί : φήμη, φημολογία, προφήτης, προφητεία, διαφήμιση, δυσφήμιση, διαφημιστικός, δυσφημιστικός, άφατος, πρόσφατος, αντίφαση, αντιφατικός, κατάφαση, καταφατικός, απόφαση, έμφαση, εμφατικός, πρόφαση, επίφαση
πεπραχέναι, πρᾶξιν, πραγματείαν < πράττω: πράγμα, πραγματεία, πραγματικός, πραγματικότητα, πραγματισμός, πράγματι, πραγματοποίηση, πραγματογνώμων, πραμάτεια, πράξη, πρακτικός, πράκτορας, πρακτορείο, σύμπραξη, διάπραξη, αντίπραξη, είσπραξη, εισπράκτορας, απραξία, εχθροπραξία, κοινοπραξία, έμπρακτος, άπρακτος, πραξικόπημα, πραξικοπηματίας, διαπραγμάτευση, αδιαπραγμάτευτος
ὀλιγαρχία < ὀλίγος + ἄρχω: αρχή, αρχικός, αρχάριος, αρχείο, αρχαίος, αρχαιότητα, αρχαϊκός, άρχοντας, αρχοντικός, αρχονταρίκι, έναρξη, εναρκτήριος, αρχηγός, αρχηγία, αρχηγείο, υπαρχηγός, στρατάρχης, εργοστασιάρχης, σταθμάρχης, μεραρχία, ταξιαρχία, πειθαρχία, επαρχία, αναρχία, αναρχικός, φεουδαρχία, φεουδαρχικός, δυαρχία, ληξίαρχος, πλοίαρχος, έπαρχος, μοίραρχος, λήσταρχος, αρχιτέκτονας, αρχίατρος, αρχιμάγειρας, αρχομανία, αρχομανής, αρχέγονος, αρχέτυπος, υπαρκτός, ύπαρξη, ανυπαρξία, νομάρχης, πατριάρχης, πατριαρχείο, δασάρχης, δασαρχείο, γυμνασιάρχης, λυκειάρχης
νομοθέτου < νόμος + τίθημι
α) νόμος < νέμω: νομός, νόμος, νομικός, νομική, νομαδικός, νέμεση, νόμισμα, νομισματικός, διανομέας, διανομή, κατανομή, απονομή, αστυνομία, αστυνομικός, αστυνόμος, τροχονόμος, αγορανομία, παρανομία, παράνομος, υπόνομος, ανομία, δασονομία, δασονόμος, οικονομία, οικονόμος, χειρονομία, αυτονομία, αυτόνομος, ταξινόμηση, εξοικονόμηση, νομοθέτης, νομοθεσία, νομοσχέδιο, νομοταγής, νομομαθής
β) τίθημι: θεσμός, θέση, διάθεση, παράθεση, έκθεση, επίθεση, σύνθεση, θέμα, απόθεμα, παράθεμα, έκθεμα, θετός, πρόσθετος, εμπρόθετος, σύνθετος, έκθετος, αντίθετος, εκθέτης, καταθέτης, υιοθεσία, αδιαθεσία, τοποθεσία, νουθεσία, θήκη, διαθήκη, παρακαταθήκη, συνθήκη, αποθήκη, αποθηκάριος, υποθετικός, επιθετικός, συνθετικός, υπερθετικός, θεμέλιο, θεμελιώδης
οἰκούντων < οἰκέω -ῶ: οίκος, οίκημα, οίκηση, ιδιοκατοίκηση, διοίκηση, διοικητής, διοικητήριο, συγκατοίκηση, μετοίκηση, οικία, κατοικία, μονοκατοικία, πολυκατοικία, συνοικία, αποικία, παροικία, ένοικος, περίοικος, κάτοικος, συγκάτοικος, άποικος, μέτοικος, οικισμός, οικιστικός, αποικισμός, αποικιστικός, οικοδεσπότης, οικογένεια, οικότροφος, οικόπεδο, οικοσκευή, οικόσημο, οικονομία, οικόσιτος, οικουμένη, οικολογία
συγκειμένων < σὺν + κεῖμαι: (παρακείμενος με σημασία ενεστώτα του «τίθεμαι»): κείμενο, κειμενικός, αντικείμενο, αντικειμενικός, αντικειμενικότητα, υποκείμενο, υποκειμενικός, υποκειμενικότητα, επικείμενος, προκείμενος, προσκείμενος, παρακείμενος, κειμήλιο, κοίτη, κοιτίδα, κοίτασμα, κοιτώνας, κώμα, κωματώδης, κωμόπολη
συνεστώτων < σὺν + ἵσταμαι: στάση, στάσιμος, στασιμότητα, στασίδι, στατικός, σταθερός, σταθερότητα, αστάθεια, ασταθής, στάθμη, σταθμός, στάθμευση, στάδιο, σταυρός, σταύρωση, στήθος, επιστήθιος, στήλη, στηλιτεύω, στήσιμο, στητός, επιστητός, ιστός, στύλος, ανάσταση, ανάστημα, αντίσταση, απόσταση, απόστημα, διάσταση, διάστημα, έκσταση, ένσταση, κατάσταση, παράσταση, παράστημα, συμπαράσταση, υπόσταση, σύσταση, αποστασία, ακαταστασία, επιστασία, ορθοστασία, ορθοστατικός, προστασία, προστατευτικός, συστατικός, ηλιοστάσιο, μηχανοστάσιο, αμαξοστάσιο, προστάτης, παραστάτης, αποστάτης, επιστάτης, επαναστάτης, συμπαραστάτης, ανάστατος, ακατάστατος, καταστατικό, σταθεροποίηση, αντιστάθμιση
μορίων < μείρομαι: μοίρα, μοιραίος, μοίραρχος, μοιρασιά, μοίρασμα, μοιρογνωμόνιο, μοιρολατρία, μοιρολόγι, άμοιρος, κακόμοιρος, δύσμοιρος, μεμψίμοιρος, συμμορία, μέρος, μερίδα, μερίδιο, μερικός, μερτικό, μέρισμα, καταμερισμός, επιμερισμός, παράμερος, ανωμερίτης, κατωμερίτης
ὁμολογοῦσι < ὁμο- + λέγω: λέξη, διάλεξη, συνδιάλεξη, λεξικό, λεξιλόγιο, λεξιπενία, λεξικογράφος, λεκτικός, κυριολεξία, κυριολεκτικός, δυσλεξία, δυσλεκτικός, ιδιόλεκτος, διάλεκτος, μονολεκτικός, επίλεκτος, επιλεκτικός, λόγος, μονόλογος, διάλογος, διαλογικός, υπόλογος, παράλογος, έλλογος, πρόλογος, επίλογος, σύλλογος, συλλογικός, ομολογία, αναλογία, αναλογικός, απολογία, απολογητικός, συλλογή, διαλογή, επιλογή, λογική, λογικός, ρήμα, επίρρημα, (το) ρητό, ρητός, απόρρητος, ρήση, παρρησία, ρήτορας, ρητορικός, ρήτρα, έπος, επικός, ανείπωτος
δημοκρατίᾳ < δῆμος + κρατέω -ῶ
α) δῆμος: δήμος, δημότης, συνδημότης, δημοτικός, δημοτικότητα, δημοτικισμός, αντιδημοτικός, δημοτολόγιο, δημοσκόπηση, δημόσιος, δημοσιονομικός, δημοσίευση, δημοσίευμα, αναδημοσίευση, αδημοσίευτος, δημοφιλής, δημοψήφισμα, επιδημία, πανδημία, δημαγωγός, δήμαρχος, δημαρχείο, δημιουργός, δημιουργία, δημοσιογράφος, δημοσιογραφία, δημοπρασία, δημοπράτηση
β) κρατέω -ῶ: κράτος, κρατικός, κράτηση, κράτημα, κρατητήριο, ακράτητος, ασυγκράτητος, ακράτεια, εγκράτεια, εγκρατής, επικράτεια, επικράτηση, συγκράτηση, κατακράτηση, παρακράτηση, αυτοκράτορας, αυτοκρατορικός, κλειδοκράτορας, κοσμοκράτορας

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ
Στην προσπάθειά του ο Αριστοτέλης να διερευνήσει την έννοια του πολιτεύματος, του τρόπου δηλαδή διακυβέρνησης της πόλεως, θεωρεί απαραίτητο να προηγηθεί η διερεύνηση των εννοιών «πόλις» και «πολίτης». Όσον αφορά, λοιπόν, την έννοια «πόλις», διευκρινίζει ότι αυτή πρέπει να διερευνηθεί για τους εξής λόγους:
α) διότι υπάρχει διχογνωμία για τη φύση της πόλης και για το ποιος έχει την ευθύνη μιας πολιτικής πράξης, ιδιαίτερα σε μη δημοκρατικά πολιτεύματα: το κράτος, δηλαδή το σύνολο των πολιτών, ή οι εκάστοτε φορείς της εξουσίας;
β) για να κατανοήσουμε τον τρόπο δράσης του πολιτικού και του νομοθέτη, ο οποίος σχετίζεται με την πόλη
γ) για να κατανοήσουμε τον τρόπο οργάνωσης αυτών που ζουν σε μια πόλη, ο οποίος σχετίζεται με το πολίτευμα.
Έπειτα, όσον αφορά την έννοια «πολίτης», διευκρινίζει ότι αυτή πρέπει να διερευνηθεί για τους ακόλουθους λόγους:
α) διότι ο πολίτης αποτελεί μέρος ενός όλου, της πόλης. Για να κατανοήσουμε, λοιπόν, το όλον, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε το μέρος
β) δεν υπάρχει ομοφωνία για το περιεχόμενο της έννοιας «πολίτης». Διαφορετικά νοείται ο πολίτης σε ένα δημοκρατικό και διαφορετικά σε ένα ολιγαρχικό πολίτευμα.

1. ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ Γ΄ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΩΝ «Πολιτικών»
Στο Γ’ βιβλίο των «Πολιτικών» ο Αριστοτέλης θα ασχοληθεί και με τη διερεύνηση της έννοιας «πολιτεία», δηλαδή με το πολίτευμα, τον τρόπο διακυβέρνησης της πόλης. Συγκεκριμένα, θα εξετάσει την ουσία κάθε είδους πολιτεύματος και τα χαρακτηριστικά του. Το θέμα αυτό είναι τόσο θεωρητικού όσο και πρακτικού ενδιαφέροντος, γιατί αφορά όλες τις πτυχές του βίου του ανθρώπου είτε ως μέλους της κοινωνίας είτε ως πολίτη. Ανάλογα, δηλαδή, με το είδος του πολιτεύματος ρυθμίζονται ο ιδιωτικός και δημόσιος βίος των ανθρώπων, όπως για παράδειγμα ο τρόπος άσκησης της εξουσίας, τα δικαιώματα που παρέχονται στους πολίτες, η κοινωνική πρόνοια, η παιδεία, ο πολιτισμός κτλ.
•    2. ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΚΑΘΙΣΤΟΥΝ ΑΠAΡΑΙΤΗΤΗ ΤΗ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ «πόλις»: «Τῷ περὶ πολιτείας ἐπισκοποῦντι … τάξις τις»
Ο Αριστοτέλης, προκειμένου να διερευνήσει την έννοια της «πολιτείας», κρίνει απαραίτητο να εξετάσει προηγουμένως την έννοια της πόλης και, για να γίνει κατανοητή η έννοια της πόλης και να μπορέσει να την ορίσει, κρίνει απαραίτητο πρώτα να διερευνήσει την έννοια του πολίτη.
Αρχικά, λοιπόν, διευκρινίζει για ποιους λόγους κρίνεται απαραίτητη η διερεύνηση της πόλεως (οι λόγοι αυτοί προκύπτουν από την εμπειρία):
α) Η διχογνωμία ως προς τη φύση της πόλεως («Νῦν γὰρ ἀμφισβητοῦσιν … τὸν τύραννον»): πρέπει να εξετάσουμε την έννοια «πόλη», διδάσκει ο φιλόσοφος, γιατί διατυπώνονται διαφορετικές και αντικρουόμενες απόψεις αφενός για τη φύση της, δηλαδή το πραγματικό περιεχόμενο της έννοιας «πόλις» και τα πρόσωπα που εκείνη αντιπροσωπεύει, και αφετέρου για το ποιος έχει την ευθύνη για τη λήψη και την τέλεση μιας πολιτικής πράξης, ιδιαίτερα σε μη δημοκρατικά πολιτεύματα, στα οποία οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται από το σύνολο των πολιτών ή την πλειοψηφία.
Έτσι, άλλοι υποστηρίζουν ότι την ευθύνη την έχει το κράτος, δηλαδή όλοι οι πολίτες, ενώ άλλοι ότι υπεύθυνοι για τις αποφάσεις αυτές είναι οι εκάστοτε φορείς εξουσίας, οι ολιγαρχικές κυβερνήσεις ή ένας τύραννος. Με άλλα λόγια ότι η πόλη, το κράτος φέρει ακέραια την ευθύνη των ενεργειών της και ότι ταυτίζεται με τους συγκεκριμένους και μόνο κάθε φορά φορείς εξουσίας. Υπό αυτή την έννοια και κάθε νέα κυβέρνηση μιας πόλης προσπαθεί να αρνηθεί οποιαδήποτε ευθύνη για τις πράξεις της προηγούμενης υποστηρίζοντας ότι δεν πρόκειται για ενέργειες της πόλης-κράτους, αλλά για ενέργειες του ολιγαρχικού ή τυραννικού καθεστώτος.
Ο Αριστοτέλης εκφράζοντας αυτές τις απόψεις φαίνεται να έχει υπόψη του το ιστορικό παράδειγμα της διένεξης των Πλαταιέων και των Θηβαίων που καταγράφεται στο τρίτο βιβλίο (ΙΙΙ 62) των «Ιστοριών» του Θουκυδίδη. Εκεί αναφέρεται ότι οι Πλαταιείς κατηγόρησαν τους Θηβαίους για τον «μηδισμό» της πόλης τους κατά τους Περσικούς πολέμους και ότι οι Θηβαίοι απάντησαν στη βαριά αυτή κατηγορία με την εξής φράση: «δεν ήταν η ξύμπασα πόλις που έπραξε τούτο, αλλά η δυναστεία ὀλίγων ἀνδρῶν που τότε εἶχε τὰ πράγματα», που τότε είχε, δηλαδή, την εξουσία στην πόλη. Η «αμφισβήτηση» γίνεται πιο φανερή και πιο απτή, όταν κάποια στιγμή αλλάζει σε έναν τόπο το καθεστώς. Σε τέτοιες περιστάσεις δεν είναι καθόλου σπάνιο το νέο καθεστώς να μην αναγνωρίζει ούτε τις συμφωνίες που είχε συνάψει το προηγούμενο καθεστώς. Η δικαιολογία – εξήγηση που προβάλλεται τότε είναι ότι «τις συμφωνίες δεν τις έκανε η πόλις –εμείς θα λέγαμε: το κράτος– αλλά ο συγκεκριμένος, κατά τη συγκεκριμένη εκείνη εποχή, φορέας της εξουσίας».
Με τα παραπάνω προβάλλεται η διαχρονική νοοτροπία των πολιτών να επιρρίπτουν ευθύνες σ’ αυτούς που κατέχουν ή κατείχαν προηγουμένως την εξουσία για πράξεις, για τις οποίες και οι ίδιοι οι πολίτες ευθύνονται. Πρόκειται, φυσικά, για μια νοοτροπία που δεν προωθεί, αλλά αντίθετα παρακωλύει τη διευθέτηση των προβλημάτων και προξενεί τριβές και συγκρούσεις.

β) Η κατανόηση του τρόπου δράσης του πολιτικού και του νομοθέτη («τοῦ δὲ πολιτικοῦ … περὶ πόλιν»): είμαστε υποχρεωμένοι να καταλάβουμε τι είναι πόλη, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε και τον τρόπο δράσης των πολιτικών και των νομοθετών, που σχετίζεται με την πόλη. Ας σημειωθεί ότι συχνά στα «Πολιτικά» ο Αριστοτέλης αναφέρει μαζί τους πολιτικούς και τους νομοθέτες και έτσι συσχετίζει το έργο τους, ενώ στην 3η ενότητα των «Ηθικών Νικομαχείων» είδαμε ότι επιδίωξη των νομοθετών είναι να κάνουν τους πολίτες ενάρετους («ἀγαθοὺς») μέσω του εθισμού σε ηθικές πράξεις.
Γενικεύοντας, μπορούμε να πούμε ότι στόχος των πολιτικών και των νομοθετών είναι ή πρέπει να είναι:
i.    να ενεργούν με γνώμονα το κοινό συμφέρον και όχι το συμφέρον μιας μόνο μερίδας πολιτών. Αυτό, άλλωστε, υποδεικνύεται και με την αριστοτελική φράση: «τοῦ δὲ πολιτικοῦ … περὶ πόλιν»,
ii.    να ενεργούν για λογαριασμό του λαού και να εκφράζουν τη βούλησή του. Ο λαός είναι, εξάλλου, αυτός που τους εκλέγει και η δραστηριότητά τους αποτελεί ένα είδος ανταπόδοσης προς αυτόν.
γ) Η κατανόηση της οργάνωσης της πόλης σε σχέση με το πολίτευμα («ἡ δὲ πολιτεία … τάξις τις»): πρέπει να καταλάβουμε τι είναι η πόλη, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε την οργάνωση της πόλης σε σχέση με τον τρόπο διακυβέρνησής της (το πολίτευμα). Εφόσον το πολίτευμα δεν είναι παρά ένα σύστημα οργάνωσης το οποίο ρυθμίζει τις σχέσεις όλων όσων ζουν σε μία πόλη, αλλά και την κατανομή της πολιτικής δύναμης μεταξύ τους, θα πρέπει να οριστεί, να διευκρινιστεί, πρώτα η έννοια, το περιεχόμενο της πόλης, προκειμένου να καθοριστεί η έννοια του πολιτεύματος.

3. ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΚΑΘΙΣΤΟΥΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ ΤΗ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ «πολίτης»: «Ἐπεὶ δ’ ἡ πόλις … οὐκ ἔστι πολίτης»

Στη συνέχεια του κειμένου ο Αριστοτέλης διευκρινίζει για ποιους λόγους κρίνεται απαραίτητη πρώτα η διερεύνηση της έννοιας «πολίτης», για να είναι δυνατός ο ορισμός της έννοιας «πόλις»:
α) Ο πολίτης είναι μέρος της πόλης («Ἐπεὶ δ’ ἡ πόλις … πλῆθός ἐστιν»): η πόλη ανήκει στην κατηγορία των σύνθετων πραγμάτων («τῶν συγκειμένων»), είναι δηλαδή ένα όλον («τι τῶν ὅλων») που αποτελείται από μέρη («ἐκ πολλῶν μορίων»), τους πολίτες. Επομένως, για να κατανοήσουμε το όλον, δηλαδή την πόλη, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε το μέρος, δηλαδή τον πολίτη και τα χαρακτηριστικά του, αφού ο ρόλος του στην πολιτική τάξη είναι καθοριστικός.
Έτσι, προκειμένου ο Αριστοτέλης να φτάσει στον ορισμό της έννοιας «πόλις», ακολουθεί την αναλυτική μέθοδο. Αναλύει δηλαδή, μια γενική, σύνθετη έννοια –στην προκειμένη περίπτωση την έννοια «πόλη»– στα συστατικά της, τα επιμέρους στοιχεία της, τον πολίτη, και εντοπίζει, προσδιορίζει τα χαρακτηριστικά τους. Αντίθετα, στις ενότητες 11-14, στην προσπάθειά του να εξηγήσει πώς γεννήθηκε η πόλη, ακολούθησε τη γενετική μέθοδο.
β) Έλλειψη ομοφωνίας για τον ορισμό της έννοιας «πολίτης» («Ὥστε … οὐκ ἔστι πολίτης»): πρέπει να διερευνηθεί η έννοια «πολίτης», όχι μόνο για να γίνει κατανοητή η έννοια της πόλεως, αλλά και για να διασαφηνιστεί το περιεχόμενο της έννοιας «πολίτης», για το οποίο δεν υπάρχει ομοφωνία. Έτσι, διαπιστώνουμε ότι διαφορετικά νοείται ο πολίτης σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα και διαφορετικά σε ένα ολιγαρχικό. Σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα ο πολίτης είναι ενεργό μέλος της πολιτικής ζωής, έχει δικαιώματα (παρρησία, ισηγορία, ισονομία, το δικαίωμα του «ἐκλέγειν» και «ἐκλέγεσθαι») και συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων. Αντίθετα, σε ένα ολιγαρχικό πολίτευμα η εξουσία είναι στα χέρια των λίγων, των πλούσιων και ισχυρών, και σε ένα τυραννικό πολίτευμα στα χέρια όσων σφετερίζονται την εξουσία. Και τα δύο αυτά πολιτεύματα αφαιρούν από τον πολίτη το δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά ή διώκουν όσους είναι επικίνδυνοι για το καθεστώς (τυραννία). Σε αυτές τις περιπτώσεις ο πολίτης πρέπει να υπακούει στις εντολές αυτών των λίγων και του δίνεται η δυνατότητα συμμετοχής στα δημόσια αξιώματα μόνο αν του το επιτρέπει η καταγωγή, το επάγγελμα, το εισόδημά του κτλ.

4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΠΟΛΗΣ-ΠΟΛΙΤΗ
Λαμβάνοντας υπόψη όσα αναλύσαμε παραπάνω, αξίζει να σημειώσουμε τη διαπίστωση ότι η σχέση πόλης-πολίτη ως προς το περιεχόμενό της είναι μια σχέση που κινείται αμφίδρομα. Ο φιλόσοφος υποστηρίζει ότι η πόλη είναι μια ενιαία οντότητα, το σύνολο των πολιτών που την απαρτίζουν. Η σχέση λοιπόν πόλης-πολίτη ορίζεται και καθορίζεται από τη σχέση του όλου προς το μέρος, είναι σχέση ουσιαστική, αλλά και σχέση αμοιβαίας εξάρτησης. Κι αυτό αφενός επειδή η φύση της πόλης καθορίζει τα χαρακτηριστικά του πολίτη και αντίστροφα και αφετέρου επειδή ούτε η πόλη είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς πολίτες ούτε ο πολίτης νοείται έξω από την πόλη, καθώς δεν έχει σκοπό ύπαρξης έξω από αυτή.
Όσον αφορά όμως την πορεία που πρέπει να ακολουθηθεί για την εξαγωγή του ορισμού της πόλης και του πολίτη, παρατηρούμε ότι αυτή η πορεία δεν είναι αμφίδρομη. Κι αυτό, γιατί, για να εξετάσουμε την έννοια της πόλης χρειάζεται πρώτα να διερευνήσουμε την έννοια του πολίτη˙ για να εξετάσουμε, όμως, την έννοια του πολίτη, δεν χρειάζεται να διερευνήσουμε την έννοια της πόλης, αλλά την έννοια του πολιτεύματος.

ΕΝΟΤΗΤΑ 16η

“Ο ΠΟΛΙΤΗΣ ΟΡΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ.” – ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

[ΕΝΟΤΗΤΑ 16η (Γ 1,3-4/6/12), σελ. 186 του σχολικού βιβλίου]

Μη ασφαλή κριτήρια για τον προσδιορισμό της έννοιας «πολίτης»

Ο τόπος κατοικίας     Ὁ πολίτης οὐ τῷ οἰκεῖν που πολίτης ἐστίν (καὶ γὰρ μέτοικοι καὶ δοῦλοι κοινωνοῦσι τῆς οἰκήσεως),
Το δικαίωμα συμμετοχής σε δίκες     οὐδ’ οἱ τῶν δικαίων μετέχοντες οὕτως ὥστε καὶ δίκην ὑπέχειν καὶ δικάζεσθαι (τοῦτο γὰρ ὑπάρχει καὶ τοῖς ἀπὸ συμβόλων κοινωνοῦσιν)˙..
[Δες ερμηνευτικό σχόλιο 1]

Το ασφαλές κριτήριο για τον προσδιορισμό της έννοιας «πολίτης»

Η συμμετοχή στην πολιτική και δικαστική εξουσία     … πολίτης δ’ ἁπλῶς οὐδενὶ τῶν ἄλλων ὁρίζεται μᾶλλον ἢ τῷ μετέχειν κρίσεως καὶ ἀρχῆς. … Τίς μὲν οὖν ἐστιν ὁ πολίτης, ἐκ τούτων φανερόν˙ ᾧ γὰρ ἐξουσία κοινωνεῖν ἀρχῆς βουλευτικῆς καὶ κριτικῆς, πολίτην ἤδη λέγομεν εἶναι ταύτης τῆς πόλεως,
Ο ορισμός της πόλης     πόλιν δὲ τὸ τῶν τοιούτων πλῆθος ἱκανὸν πρὸς αὐτάρκειαν ζωῆς, ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Ο πολίτης δεν είναι πολίτης με κριτήριο το ότι είναι εγκατεστημένος σε ένα συγκεκριμένο τόπο (γιατί και μέτοικοι και δούλοι μοιράζονται (με τους πολίτες) έναν κοινό τόπο), ούτε (είναι πολίτες) αυτοί που (από όλα τα πολιτικά δικαιώματα) έχουν μόνο το δικαίωμα να εμφανίζονται στο δικαστήριο και ως εναγόμενοι και ως ενάγοντες (γιατί το δικαίωμα αυτό το έχουν και όσοι μοιράζονται (έναν τόπο) χάρη σε ειδικές συμφωνίες)˙ … Με την ακριβέστερη σημασία της λέξης με τίποτε άλλο δεν ορίζεται τόσο ο πολίτης παρά με τη συμμετοχή του στις δικαστικές λειτουργίες και στα αξιώματα. … Τι είναι λοιπόν ο πολίτης, από αυτά γίνεται φανερό˙ σε όποιον δηλαδή υπάρχει η δυνατότητα να μετέχει στην πολιτική και δικαστική εξουσία λέμε ότι είναι πια πολίτης της συγκεκριμένης πόλης και πόλη από την άλλη είναι, για να το πούμε με γενικό τρόπο, το σύνολο από τέτοια άτομα, που είναι αρκετό για την εξασφάλιση της αυτάρκειας στη ζωή τους.

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

(Εκτός από το λεξιλόγιο του σχολικού βιβλίου στη σελίδα 193 -196)

τῷ οἰκεῖν που = με κριτήριο το ότι ζει, το ότι είναι εγκατεστημένος σε έναν συγκεκριμένο τόπο (έναρθρο απαρέμφατο ως δοτική της αιτίας)

ἀρχῆς = αξιώματα

ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν = για να το πούμε με τον πιο γενικό τρόπο (απόλυτο απαρέμφατο ως προσδιορισμός του σκοπού)

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΡΙΖΑ ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

οἰκεῖν, μέτοικοι, οἰκήσεως < οἰκέω -ῶ: οίκος, οίκημα, οίκηση, ιδιοκατοίκηση, διοίκηση, συγκατοίκηση, μετοίκηση, οικία, κατοικία, μονοκατοικία, πολυκατοικία, συνοικία, αποικία, παροικία, ένοικος, περίοικος, κάτοικος, συγκάτοικος, μέτοικος, οικισμός, οικιστικός, αποικισμός, αποικιστικός, οικοδεσπότης, οικογένεια, οικότροφος, οικόπεδο, οικοσκευή, οικόσημο, οικονομία, οικόσιτος, οικουμένη, οικολογία
δοῦλοι < δοῦλος (ὁ): δουλεία, δουλικός, δουλικότητα, δουλοπρέπεια, δουλοπρεπής, ἀδούλωτος, ἐθελοδουλεία, εκδούλευση, υπόδουλος, υποδούλωση, δουλεμπορία, δουλεμπόριο, δουλέμπορας, δουλοκτήμονας, δουλοκτητικός, δουλοπαροικία, δουλοπάροικος, δουλοφροσύνη, δουλειά, δουλευτής, ἀδούλευτος
κοινωνοῦσι, κοινωνεῖν < κοινωνέω -ῶ < κοινός: κοινό (το), κοινότητα, κοινοτικός, κοινόβιο, κοινοποίηση, κοινοπραξία, κοινόχρηστος, κοινοτοπία, κοινοβούλιο, κοινοκτημοσύνη, κοινοπολιτεία, κοινωνός, κοινωνικός, κοινωνικότητα, κοινωνιολογία, συγκοινωνία, επικοινωνία, κοινωφελής, ακοινώνητος
δικαίων, δίκην, δικάζεσθαι < δίκη: δίκη, δίκαιος, δικαιοσύνη, δικαστής, δικαστικός, δικαστήριο, δικανικός, δικάσιμος, (το) δίκαιο, δικαίωση, δικαίωμα, δικαιωματικός, δικαιοδοσία, δικαιολογία, δικηγόρος, δικηγορία, δικηγορικός, καταδίκη, κατάδικος, αντίδικος, αντιδικία, άδικος, αδικία, διάδικος, διαδικασία, διεκδίκηση, διεκδικητικός, δικογραφία, δικόγραφο, δικολάβος, δικονομία, εκδίκαση, εκδίκηση, εκδικητικός, στρεψόδικος, στρεψοδικία, συνδικαλιστής, υπόδικος, φυγόδικος, φυγοδικία, φιλόδικος, φιλοδικία, τελεσίδικος, χειροδικία
ὑπάρχει < ὑπὸ + ἄρχω: ύπαρξη, υπαρκτός, ανυπαρξία, ανύπαρκτος, αυθυπαρξία, αυθύπαρκτος, συνύπαρξη, αρχή, αρχικός, αρχάριος, αρχείο, αρχαίος, αρχαιότητα, αρχαϊκός, άρχοντας, αρχοντικός, αρχονταρίκι, έναρξη, εναρκτήριος, αρχηγός, αρχηγία, αρχηγείο, υπαρχηγός, στρατάρχης, εργοστασιάρχης, σταθμάρχης, μεραρχία, ταξιαρχία, πειθαρχία, επαρχία, αναρχία, αναρχικός, φεουδαρχία, φεουδαρχικός, δυαρχία, ληξίαρχος, πλοίαρχος, έπαρχος, ύπαρχος, μοίραρχος, λήσταρχος, αρχιτέκτονας, αρχίατρος, αρχιμάγειρας, αρχομανία, αρχομανής, αρχέγονος, αρχέτυπος, νομάρχης, πατριάρχης, πατριαρχείο, δασάρχης, δασαρχείο, γυμνασιάρχης, λυκειάρχης
μετέχοντες, ὑπέχειν < ἔχω: εχεμύθεια, εχέμυθος, έξη, εξής, ανέχεια, συνέχεια, ανεκτικός, περιεκτικός, περιέκτης, προσεκτικός, πλεονεξία, πλεονεκτικός, πλεονέκτημα, μειονεξία, μειονεκτικός, μειονέκτημα, καχεξία, καχεκτικός, ευεξία, ακάθεκτος, σχήμα, σχέση, σχεδόν, άσχετος, σχετικός, σχέδιο, σχεδία, σχεδιαστής, σχεδιαστήριο, σχολείο, σχολαστικός, ανοχή, συνοχή, αποχή, κατοχή, εποχή, εξοχή, εσοχή, παροχή, πάροχος, περιοχή, προεξοχή, ηνίοχος, οχυρός, οχύρωση, τροπαιούχος, διπλωματούχος, συμβασιούχος, δικαιούχος, συνταξιούχος, προνομιούχος, πτυχιούχος, ζαχαρούχος, σοκολατούχος, αλληλουχία, κληρουχία, ευωχία, ανακωχή
συμβόλων < σὺν + βάλλω: βαλτός, βαλβίδα, βαλλιστικός, περιβάλλον, βέλος, βελόνα, βεληνεκές, βλήμα, έμβλημα, πρόβλημα, απόβλητος, διαβλητός, αδιάβλητος, αναβλητικός, ανυπέρβλητος, απρόσβλητος, προσβλητικός, υποβλητικός, επιβλητικός, βόλος, βολίδα, βολή, αναβολή, διαβολή, καταβολή, προβολή, προσβολή, υπερβολή, συμβολή, ευμετάβολος, κεραυνοβόλος, σύμβολο, παράβολο, έμβολο, αμφιβολία, σφαιροβολία, λιθοβολισμός, πυροβολισμός
ἁπλῶς < ἁπλοῦς: απλός, απλοϊκός, απλοϊκότητα, απλούστευση, απλουστευτικός,απλοποίηση
ὁρίζεται < ὁρίζομαι: ορισμός, οριστικός, αόριστος, αοριστία, αοριστολογία,
αοριστολογικός, όριο, οριακός, ορίζοντας, οριζόντιος, οριζοντίωση, αφορισμός, αφοριστικός, καθοριστικός, προκαθορισμός, διορισμός, προσδιορισμός, προσδιοριστικός, περιορισμός, περιοριστικός, εξορία, εξόριστος, προορισμός, οριοθέτηση, μεθόριος, παραμεθόριος, σύνορο, συνοριακός
κρίσεως, κριτικῆς < κρίνω: κρίνω, κρίμα (το), κρίση, κριτήριο, κριτική, κριτικός, κριτής, κρίσιμος, κρισιμότητα, ανάκριση, ανακριτικός, απόκριση, αποκριτικός, ανταπόκριση, ανταποκριτής, διάκριση, διακριτικός, διακριτικότητα, αδιακρισία, διευκρίνιση, αδιευκρίνιστος, σύγκριση, συγκριτικός, έγκριση, έγκριτος, έκκριση, επίκριση, επικριτικός, ευκρίνεια, ευκρινής, πρόκριση, πρόκριτος, προκριματικός, υποκριτής, υποκριτικός, υποκρισία
ἐστίν, ἐξουσία, εἶναι < εἰμί: ον, (το) παρόν, όντως, οντολογικός, οντολογία, ουσία, απουσία, παρουσία, περιουσία, περιουσιακός, πεμπτουσία, ουσιαστικός, ουσιώδης, επουσιώδης, ανούσιος, ομοούσιος, περιούσιος
φανερὸν < φαίνομαι: φάσμα, φαινόμενο, φαινομενικός, φανάρι, φανός, φανερός, φάντασμα, φαντασία, φανταστικός, φαντασίωση, φαντασμαγορικός, άφαντος, αφάνεια, διαφάνεια, έμφαση, εμφανής, επίφαση, επιφάνεια, επιφανής, διαφανής, αφανής, περιφανής, καταφανής, συκοφάντης, συκοφαντικός, φως, φαεινός, υπερήφανος, υπερηφάνεια.
λέγομεν, εἰπεῖν < λέγω: λέξη, διάλεξη, συνδιάλεξη, λεξικό, λεξιλόγιο, λεξιπενία, λεξικογράφος, λεκτικός, κυριολεξία, κυριολεκτικός, δυσλεξία, δυσλεκτικός, ιδιόλεκτος, διάλεκτος, μονολεκτικός, επίλεκτος, επιλεκτικός, λόγος, μονόλογος, διάλογος, διαλογικός, υπόλογος, παράλογος, έλλογος, πρόλογος, επίλογος, σύλλογος, συλλογικός, ομολογία, αναλογία, αναλογικός, απολογία, απολογητικός, συλλογή, διαλογή, επιλογή, λογική, λογικός, ρήμα, επίρρημα, (το) ρητό, ρητός, απόρρητος, ρήση, παρρησία, ρήτορας, ρητορικός, ρήτρα, έπος, επικός, ανείπωτος
ἱκανὸν < ἱκνέομαι -οῦμαι: ικανός, ικανότητα, ικανοποιητικός, ικανοποίηση, ικέτης, ικεσία, ικετευτικός, εφικτός, ανέφικτος, άφιξη, ίχνος, ιχνηλάτης, ανίχνευση, εξιχνίαση, καθήκον, προίκα
αὐτάρκειαν < αὐτὸς + ἀρκέω -ῶ: αρκετός, αυτάρκεια, αυτάρκης, ολιγάρκεια, ολιγαρκής, ανεπάρκεια, ανεπαρκής, διάρκεια, διαρκής, επάρκεια, επαρκής
ζωῆς < ζήω -ῶ: ζωή, ζωικός, ζωτικός, ζωτικότητα, ζώο, ζωύφιο, ζωώδης, ζωηρός, ζωηρότητα, ζωηράδα, ζήση, ζωολογία, ζωολογικός, ζωντανός, ζωντάνια, ζωοποιός, ζωογόνος, αναζωογονητικός, ζωοδότης, ζωγράφος, ζωγραφιά, ζωγραφική, ζωγραφιστός, ζώδιο, ζωδιακός, ευζωία, αναζωογόνηση, φιλόζωος

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Ο Αριστοτέλης δίνει τον ορισμό της έννοιας «πολίτης» χρησιμοποιώντας το σχήμα «άρσης-θέσης». Εξηγεί, λοιπόν, ότι δεν είναι ασφαλές να χαρακτηρίσουμε κάποιον πολίτη με κριτήριο τον τόπο κατοικίας του ούτε με βάση το δικαίωμά του να εμφανίζεται στο δικαστήριο ως ενάγων ή ως εναγόμενος. Γιατί αυτό το δικαίωμα μπορεί να εξασφαλίζεται χάρη σε ειδικές συμφωνίες. Ασφαλές κριτήριο για τον προσδιορισμό της έννοιας είναι, κατά τη γνώμη του, η συμμετοχή κάποιου στην πολιτική και δικαστική εξουσία. Η ενότητα κλείνει με τον ορισμό της πόλης ως ενός τέτοιου συνόλου πολιτών ικανών να εξασφαλίσουν αυτάρκεια στη ζωή τους.


1. ΜΗ ΑΣΦΑΛΗ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ «πολίτης»: «Ὁ πολίτης … κοινωνοῦσιν»

Ο Αριστοτέλης συνεχίζοντας τη διερεύνηση της έννοιας «πολίτης», που είχε ξεκινήσει στην προηγούμενη ενότητα, προχωρά στον ορισμό της με τη χρήση του σχήματος «άρσης – θέσης». Έτσι, πρώτα θα μας δώσει τα στοιχεία εκείνα που δεν αποδεικνύουν με ασφάλεια ότι κάποιος είναι πολίτης και στη συνέχεια θα παρουσιάσει το ασφαλές στοιχείο για τον προσδιορισμό του.
Τα στοιχεία, λοιπόν, που δεν κρίνονται ασφαλή για τον χαρακτηρισμό κάποιου ως πολίτη είναι:
α) Ο τόπος κατοικίας («οὐ τῷ οἰκεῖν που πολίτης ἐστίν»): δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κάποιος πολίτης ανάλογα με το πού κατοικεί, γιατί στον ίδιο τόπο –εν προκειμένω, στην Αθήνα– μπορούσαν να κατοικούν και μέτοικοι και δούλοι, οι οποίοι όμως δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα και συνεπώς, δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν πολίτες.
Οι μέτοικοι ήταν ξένοι που είχαν εγκατασταθεί στην Αθήνα και αποτελούσαν σημαντικό μέρος του αθηναϊκού πληθυσμού. Ήταν καταγεγραμμένοι σε ειδικό κατάλογο και πλήρωναν ετησίως έναν φόρο (12 δραχμές οι άνδρες και 6 οι γυναίκες), το «μετοίκιον». Δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα, δεν μπορούσαν να συμμετέχουν στη διοίκηση του κράτους, ούτε να έχουν στην κατοχή τους κτήματα. Ασχολούνταν με το εμπόριο και τη βιοτεχνία και επομένως, κατά ένα μεγάλο μέρος, στήριζαν την οικονομία της Αθήνας. Οι Αθηναίοι τους χρησιμοποιούσαν στον στρατό και στον στόλο, καθώς και στις θρησκευτικές τελετές και στις «λειτουργίες». Κάθε μέτοικος ήταν υποχρεωμένος να ορίσει έναν γνήσιο Αθηναίο πολίτη ως εγγυητή ή προστάτη του, ο οποίος συναλλασσόταν για λογαριασμό του με το κράτος και εγγυόταν για τη διαγωγή του. Για τις υπηρεσίες του προς το κράτος ο μέτοικος μπορούσε να γίνει «ισοτελής», δηλαδή ίσος με τους γνήσιους Αθηναίους πολίτες σε ό,τι αφορούσε τους φόρους, σπάνια όμως μπορούσε να γίνει πολίτης και σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να αναλάβει δημόσια αξιώματα.
Οι δούλοι θεωρούνταν μορφή ιδιοκτησίας («res») και, φυσικά, δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα. Όπως αναφέρει σε άλλο σημείο των «Πολιτικών» ο Αριστοτέλης, ο δούλος ήταν ένα «ἔμψυχον κτῆμα», αναγκαίο για να τεθούν σε ενέργεια τα άψυχα εργαλεία και, όπως κάθε «κτήμα», ο δούλος ήταν όργανο προορισμένο να υπηρετεί τη γενική διαχείριση της ζωής (Πολιτικά, 1253b 32). Κατά τον φιλόσοφο, ο δούλος διαθέτει εκ φύσεως φρόνημα ανελεύθερο που δεν μπορεί να το χρησιμοποιεί συνειδητά, «ὁ δοῦλος ὅλως οὐκ ἔχει τὸ βουλευτικὸν» (Πολιτικά, 1059b 22) και επομένως δεν είναι δυνατό να αποτελεί μέλος μιας ελεύθερης κοινωνίας, μιας πόλης κράτους.
β) Το δικαίωμα εμφάνισης κάποιου στο δικαστήριο ως ενάγοντος ή ως εναγόμενου («οὐδ’ οἱ τῶν δικαίων μετέχοντες … καὶ δικάζεσθαι»): δεν μπορεί να θεωρηθεί κάποιος πολίτης, μόνο επειδή έχει το δικαίωμα να εμφανίζεται στο δικαστήριο ως ενάγων ή ως εναγόμενος. Κι αυτό, γιατί πολίτες άλλων πόλεων μπορούν να έχουν αυτό το δικαίωμα χάρη σε ειδικές συμφωνίες, γραπτές δηλαδή διατάξεις που ορίζουν πρωτίστως τις εμπορικές συμφωνίες ανάμεσα στους πολίτες διαφορετικών πόλεων. Σύμφωνα με αυτές έχουν το δικαίωμα να μεταβαίνουν στην άλλη πόλη, να παραμένουν εκεί και να διεκδικούν από τα δικαστήρια την απονομή δικαίου.
«ἀπὸ συμβόλων»: τα «σύμβολα» ήταν ειδικές συμφωνίες, κυρίως εμπορικές. Σε άλλο σημείο του τρίτου βιβλίου των «Πολιτικών» (1280a 35) ο Αριστοτέλης κάνοντας πάλι αναφορά στα «σύμβολα» φέρνει ως παράδειγμα τους Τυρρηνούς και τους Καρχηδονίους, οι οποίοι ενώνονταν με εμπορικές και στρατιωτικές συμφωνίες. Αυτές όμως δεν ήταν αρκετές για να θεωρηθούν ότι ανήκουν στην ίδια πολιτική κοινωνία.
Επίσης, σύμφωνα με τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο των «Πολιτικών» (Πολιτικά, 1275a 15), δεν έπρεπε να ορίζονται πολίτες τα παιδιά και όσοι νέοι δεν είχαν ακόμη εγγραφεί στα μητρώα των πολιτών («ἀτελεῖς»), όσοι γέροντες δεν εκπλήρωναν πια τα πολιτικά τους δικαιώματα και τους οποίους χαρακτήριζε παρηκμασμένους («παρηκμακότας») και τέλος, όσοι με δικαστική απόφαση είχαν χάσει τα δικαιώματα του πολίτη («περὶ τῶν ἀτίμων»), καθώς και οι εξόριστοι («καὶ φυγάδων»). Για τις απόψεις αυτές του φιλοσόφου μας προϊδεάζει η χρήση του επιθέτου «ἱκανὸν» στο τέλος της ενότητας.

2. ΑΣΦΑΛΗ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ «πολίτης»: «πολίτης δ’ ἁπλῶς … ταύτης τῆς πόλεως»

Μετά την αναφορά στα κριτήρια που δεν αποδεικνύουν με ασφάλεια ότι κάποιος είναι πολίτης, ο Αριστοτέλης περνά στα δύο ασφαλή γνωρίσματα προσδιορισμού της έννοιας. Πολίτης είναι:
α) αυτός που συμμετέχει στη δικαστική εξουσία, που μπορεί δηλαδή να δικάζει ως μέλος δικαστηρίου και ειδικότερα του λαϊκού δικαστηρίου της Ηλιαίας («μετέχειν κρίσεως») και
β) αυτός που συμμετέχει στην πολιτική εξουσία, αφενός δηλαδή στη διοίκηση του κράτους εκλέγοντας τους ηγέτες της πόλης του και αφετέρου μετέχοντας στα όργανα που λαμβάνουν τις πολιτικές αποφάσεις και νομοθετούν (βουλή, εκκλησία του δήμου) («μετέχειν ἀρχῆς»). Εν ολίγοις, ο «αριστοτελικός» πολίτης είναι αυτός που συμμετέχει άμεσα στη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική αρχή. Αυτή η συμμετοχή παρουσιάζεται από τον φιλόσοφο ως το σπουδαιότερο δικαίωμά του, διότι εξαιτίας αυτού ο πολίτης είναι το κύτταρο της πόλης-κράτους που επηρεάζει ή καθορίζει τα πολιτικά πράγματα. Ισοδυναμεί με τη συμμετοχή στο σύνολο σχεδόν των λειτουργιών της πόλης – κράτους.
Φυσικά, ο φιλόσοφος αναφέρεται στην πόλη της δημοκρατικής Αθήνας, την πόλη της άμεσης δημοκρατίας, αλλά και σε όσες πόλεις-κράτη είχαν παρόμοια πολιτεύματα, γιατί σε πολιτεύματα ολιγαρχικά ή τυραννικά, όπως αυτά της Σπάρτης και της Κρήτης δεν είχαν όλοι οι πολίτες το δικαίωμα να συμμετέχουν στις λειτουργίες του κράτους.

3. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΤΙΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ

Η συμμετοχή στις δικαστικές λειτουργίες είναι, κατά τον Αριστοτέλη, απολύτως σημαντική για τον ορισμό της έννοιας «πολίτης». Και ο ίδιος ο Πλάτωνας, άλλωστε, τόνιζε στους «Νόμους» ότι η μη συμμετοχή σε αυτές ισοδυναμούσε με μη συμμετοχή στο σύνολο των λειτουργιών της πόλης («ὁ γὰρ ἀκοινώνητος ὢν ἐξουσίας τοῦ συνδικάζειν ἡγεῖται τὸ παράπαν τῆς πόλεως οὐ μέτοχος εἶναι» 768b 2). Μια πόλη με σωστό σύστημα απονομής δικαιοσύνης, που λειτουργεί με ορθούς νόμους, αμεροληψία και ελευθερία, διαφυλάσσει τα δικαιώματα των πολιτών (την ισονομία, την ισηγορία και την παρρησία), συμβάλλει στην αποφυγή κοινωνικών συγκρούσεων και αναταραχών, και εξασφαλίζει ηρεμία, γαλήνη, ασφάλεια και κατ’ επέκταση την ευδαιμονία, που είναι και ο ύψιστος στόχος της πόλης. Όλα αυτά όμως μπορούν να επιτευχθούν μόνο με τη συμμετοχή όλων των πολιτών στις δικαστικές λειτουργίες. Τα παραπάνω αποδεικνύουν, βέβαια, την ύπαρξη ενός υψηλού επιπέδου πολιτισμού, καθώς η έννοια της δικαιοσύνης προϋποθέτει ανθρώπους ενάρετους, ηθικούς και καλλιεργημένους

4. Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Στην προηγούμενη ενότητα ο Αριστοτέλης δήλωσε πως, για να προχωρήσει στον ορισμό της «πολιτείας», πρέπει πρώτα να ορίσει την έννοια «πόλις», που είναι το «ὅλον»˙ και για να γίνει αυτό, πρέπει να προηγηθεί η έννοια του «πολίτη», που είναι το «μέρος» του «ὅλου». Αφού, λοιπόν, έδωσε τον ορισμό του πολίτη, έρχεται τώρα στα γνωρίσματα και στον ορισμό της πόλης. Η πόλη, επομένως, είναι:
α) το σύνολο των πολιτών που μπορούν να συμμετέχουν στην πολιτική και δικαστική εξουσία και
β) το σύνολο των πολιτών που είναι αρκετοί στον αριθμό και ικανοί στην αξιοσύνη, την αρετή (διανοητική και ηθική), όχι τυχαίοι και ανάξιοι, ικανοί να εξασφαλίζουν αυτάρκεια στην πόλη.
Σε άλλο σημείο των «Πολιτικῶν» (1328b 16) ο Αριστοτέλης διδάσκει ότι: «ἡ … πόλις πλῆθός ἐστιν οὐ τὸ τυχὸν ἀλλὰ πρὸς ζωὴν αὔταρκες, … ἐὰν δέ τι τυγχάνῃ τούτων ἐκλεῖπον, ἀδύνατον ἁπλῶς αὐτάρκη τὴν κοινωνίαν εἶναι ταύτην», και, όπως ήδη έχει αναφέρει στη 12η ενότητα, η αυτάρκεια της πόλης συνδέεται με το «εὖ ζῆν», την ευδαιμονία των πολιτών, και δεν αφορά απλά τα υλικά αγαθά και την εμπορική της ανάπτυξη, αλλά και την ύπαρξη αμυντικών δυνατοτήτων, συστήματος χρηστής διοίκησης και απονομής δικαιοσύνης. Έτσι, η πόλη καθίσταται ανεξάρτητη σε όλους τους τομείς.

Πηγή : www.study4exams.gr

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2008

Ο πιο καλός ο δάσκαλος φέρνει… ευτυχία στους μαθητές

Μ’ όποιον δάσκαλο καθήσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις, λέει η παροιμία. Νέα έρευνα έρχεται να αποδείξει ότι ένας καλός δάσκαλος δεν μεταδίδει στους μαθητές του μόνο γνώσεις, αλλά συμβάλλει καταλυτικά στη μελλοντική ποιότητα της ζωής τους…

ΤΑ ΝΕΑ/ ΤΗΕ ΝΕW YORK TIMES Της Annie Lowrey

Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Δάσκαλοι και καθηγητές δημοτικών, γυμνασίων και λυκείων που συμβάλλουν στη βελτίωση της απόδοσης των μαθητών τους στις εξετάσεις φαίνεται ότι επιφέρουν γενικότερες και μακροπρόθεσμες θετικές συνέπειες στη ζωή των μαθητών αυτών, πέραν της ακαδημαϊκής τους ζωής – μεταξύ άλλων, σε δείκτες που αφορούν χαμηλότερα ποσοστά σε εγκυμοσύνες εφήβων, περισσότερες εγγραφές σε πανεπιστήμια και μεγαλύτερους μισθούς, σύμφωνα με νέα έρευνα που παρακολούθησε τη ζωή 2,5 εκατομμυρίων μαθητών σε διάστημα 20 ετών.

Η έρευνα, την οποία πραγματοποίησαν οι οικονομολόγοι Ρατζ Τσέτι και Τζον Φρίντμαν του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και ο Τζόνα Ροκόφ του Πανεπιστημίου Κολούμπια, εξέτασε με λεπτομέρειες την επίδραση των καθηγητών στη ζωή των μαθητών τους. «Το ότι η απόδοση στις εξετάσεις σε βοηθά να μορφωθείς καλύτερα και η καλύτερη μόρφωση συμβάλλει στο να έχεις μεγαλύτερες απολαβές, αυτό είναι κατανοητό από όλους», λέει ο Ρόμπερτ Μέγερ, διευθυντής του ερευνητικού κέντρου στο Πανεπιστήμιο του Γουισκόνσιν. «Ωστόσο αυτή η μελέτη ξεπερνά αυτά τα στάδια και δείχνει πολύ περισσότερα».

Η μελέτη αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά και πολλές σχολικές επιτροπές, που έχουν αρχίσει να συμπεριλαμβάνουν στοιχεία «πρόσθετης αξίας», όπως λέγονται, προκειμένου να προσλάβουν, να απολύσουν καθηγητές ή ακόμη και να αυξομειώσουν τους μισθούς τους. Βέβαια ο εκπαιδευτικός κόσμος είναι διχασμένος. Κάποιοι θεωρούν ότι τέτοιου είδους μετρήσεις κάνουν τους καθηγητές πιο υπεύθυνους, γεγονός που συμβάλλει στη μόρφωση εκατομμυρίων μαθητών. Οι επικριτές, κυρίως οι συνδικαλιστικές οργανώσεις των καθηγητών, υποστηρίζουν ότι είναι δύσκολο να απομονώσεις τις συνέπειες που μπορεί να έχει καθένας καθηγητής, με αποτέλεσμα το έργο κάποιων να υποτιμηθεί. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι αυτό μπορεί να συμβεί μόνο αν κρίνεις κάποιους καθηγητές μεμονωμένα για έναν χρόνο – η μελέτη της αποδοτικότητάς τους επί πολλά χρόνια δείχνει ότι κάποιοι απλώς είναι καλύτεροι από άλλους.


ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ. Ο μέσος όρος της επιρροής ενός καθηγητή σε έναν μαθητή είναι μέτριος. Αν όλα τα άλλα είναι ίδια, ένας μαθητής που έχει έναν καταπληκτικό καθηγητή για μια χρονιά μεταξύ Δ’ Δημοτικού και Β’ Γυμνασίου θα κερδίσει σε όλη του τη ζωή 4.600 δολάρια περισσότερα από έναν μαθητή με παρόμοια προέλευση που έχει έναν μέτριο καθηγητή. Ο μαθητής με τον εξαιρετικό καθηγητή θα έχει 0,5% περισσότερες πιθανότητες να σπουδάσει σε πανεπιστήμιο. Εξάλλου και τα κορίτσια με καλούς εκπαιδευτικούς έχουν πολύ λιγότερες πιθανότητες εγκυμοσύνης κατά τη διάρκεια της εφηβείας τους.

Ισως εξίσου σημαντικό, δεδομένης της δυσκολίας εύρεσης και επιμόρφωσης καταπληκτικών καθηγητών, είναι το ότι η εισοδηματική διαφορά μακροπρόθεσμα μεταξύ μαθητών με μέτριους καθηγητές και εκείνων με χαμηλού επιπέδου καθηγητές είναι το ίδιο σημαντική όσο η διαφορά μεταξύ των μαθητών που είχαν πολύ καλούς καθηγητές και όσων είχαν μέτριους, σύμφωνα με την έρευνα. Αθροιστικά, αυτές οι διαφορές είναι πιθανόν τεράστιες. Πάντως η νέα έρευνα δεν βρήκε αποδείξεις για μια παλαιά πεποίθηση: ότι το να έχεις καλό δάσκαλο στις πρώτες τάξεις του δημοτικού είναι πιο σημαντικό από το να έχεις καλό δάσκαλο αργότερα.

Η αντικατάσταση ενός εκπαιδευτικού που δεν τα καταφέρνει καλά με έναν μέτριο μπορεί να αυξήσει τις αποδοχές των παιδιών μιας τάξης για όλη τους τη ζωή κατά 266.000 δολάρια, εκτιμούν οι οικονομολόγοι. Μόνο μιας τάξης. «Εάν αφήσεις έναν κακό καθηγητή στο σχολείο σου για 10 χρόνια, αντί να τον αντικαταστήσεις έστω με έναν μέτριο, φθάνουμε να μιλάμε για απώλεια εισοδήματος ύψους 2,5 εκατ. δολαρίων», παρατηρεί ο καθηγητής Φρίντμαν, εκ των συγγραφέων της έκθεσης.


ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ. Μετά την έρευνα αυτή, θεωρείται πιθανό να τροποποιηθεί η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών σε πολλά αμερικανικά σχολεία και εκτός της ακαδημαϊκής τους παρουσίας να δίνεται σημασία και στα εξωσχολικά θέματα τα οποία συζητούν με τους μαθητές τους, καθώς και στη γενικότερη συμπεριφορά τους. «Ολα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών», παρατηρεί ο δρ Χάνουσεκ, «διότι παίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο».

Πηγή : http://www.tanea.gr/ellada/article/?aid=4690029&fb_source=message

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2007

Τι σημαίνει αναγνώριση στον Όμηρο

Η αναγνώριση ή αναγνωρισμός είναι θεματικός τύπος. Αυτό σημαίνει πως ακολουθείται μία συγκεκριμένη διαδικασία πραγματοποίησής του, η οποία έχει τα ακόλουθα στάδια:

1. Αποκρύπτεται η ταυτότητα κάποιου προσώπου με μεταμόρφωση/παραμόρφωση ή με μία ψεύτικη ιστορία.
2. Απομονώνονται τα δύο πρόσωπα που μετέχουν στον αναγνωρισμό.
3. Αποκαλύπτεται η ταυτότητα του προσώπου που πρόκειται να αναγνωρισθεί.
4. Το πρόσωπο, που αναγνωρίζει, εκφράζει τη δυσπιστία του, δεν δέχεται την ταυτότητα του άλλου και ζητεί αποδεικτικά στοιχεία.
5. Τα πρόσωπο, που αναγνωρίζεται, παρουσιάζει αποδεικτικά στοιχεία.
6. Ακολουθεί ο αναγνωρισμός με την έκφραση των ανάλογων συναισθημάτων.

Συχνά, δε, η ομηρική αναγνώριση αποκτά δραματικό χαρακτήρα καθώς εμπλέκεται με το παιχνίδι της ειρωνείας. Πρόκειται για τεχνική στην πλοκή του μύθου, που παρουσιάζει τους ήρωες να αγνοούν την αλήθεια, τους θεατές, ακροατές ή αναγνώστες όμως να την γνωρίζουν και να αγωνιούν για την πλάνη των ηρώων (Λήμμα από το Λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη).


http://digitalschool.minedu.gov.gr/modules/document/file.php/DSGYM-A115/HTML/anagnorisi/main.html

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2006

Τα χαρακτηριστικά της ομηρικής παρομοίωσης

Ένα από τα κυριότερα εκφραστικά μέσα των Ομηρικών επών είναι η παρομοίωση.

Τα δομικά στοιχεία της ομηρικής παρομοίωσης είναι τα εξής:

α) Αποτελείται από δύο μέρη: το αναφορικό, το οποίο εισάγεται κυρίως με τις λέξεις «πως», «όπως» και το δεικτικό, το οποίο εισάγεται με τις λέξεις «έτσι», «παρόμοια». Συνήθως το αναφορικό μέρος της παρομοίωσης προηγείται και είναι μεγαλύτερο σε έκταση από το δεικτικό. Αυτό γίνεται γιατί ο σκοπός του αναφορικού μέρους είναι να προσδιορίσει και να κάνει σαφές το δεικτικό μέρος, το οποίο είναι και το ζητούμενο.
β) Συνήθως η παρομοίωση έχει δύο κύριους όρους, έναν στο αναφορικό μέρος και έναν στο δεικτικό, οι οποίοι έχουν ένα κοινό σημείο και γι’ αυτό παραλληλίζονται μεταξύ τους.

Ο ρόλος της παρομοίωσης στα ομηρικά έπη είναι πολλαπλός:

α) Χρησιμοποιείται για να ζωντανέψει μια εικόνα ή/ και να τονίσει μια ψυχική κατάσταση, κυρίως κατά τη διάρκεια κάποιας περιγραφικής αφήγησης,
β) Εισάγει στοιχεία της καθημερινότητας στην επική αφήγηση, βοηθώντας έτσι τον αναγνώστη αφενός να ενημερωθεί γι’ αυτά, εάν τα αγνοεί, και αφετέρου να κατανοήσει καλύτερα μέσω αυτών, εάν τα γνωρίζει, τα άγνωστα στοιχεία, που θέλει να παρουσιάσει ο ποιητής,
γ) Ανακόπτει μεν τη δράση και εξέλιξη του έπους, αλλά εντείνει το συναίσθημα,
δ) Ποικίλλει την αφήγηση.

Η μελέτη της ομηρικής παρομοίωσης πρέπει να ακολουθεί τα εξής στάδια:
α) Τη διάκριση των δύο μερών της, αναφορικού και δεικτικού,
β) Τον εντοπισμό των δύο κυρίων όρων, οι οποίοι συγκρίνονται,
γ) Την επισήμανση του κοινού σημείου των δύο συγκρινόμενων όρων,
δ) Τον προσδιορισμό του χώρου, από τον οποίο αντλείται το υλικό της

.http://digitalschool.minedu.gov.gr/

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2005

Πολιτικά : Ενότητες 13η-14η

ΕΝΟΤΗΤΑ 13η
Ο ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ Η ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΟΤΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ «ζῷον πολιτικὸν» –
ΔΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Ο λόγος αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο ότι ο άνθρωπος είναι «φύσει ζῷον πολιτικὸν»

Είναι, νομίζω, φανερό γιατί ο άνθρωπος είναι πολιτικὸν ζῷον περισσότερο απ’ ό,τι οι μέλισσες ή τα άλλα αγελαία ζώα: Όπως έχουμε ήδη πει πολλές φορές, η φύση δεν κάνει τίποτα δίχως λόγο και χωρίς αιτία. Ας προσέξουμε ύστερ’ απ’ αυτό ότι ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που είναι εφοδιασμένο με την ικανότητα του λόγου.
Ο λόγος ως γνώρισμα των ζώων     Η απλή φωνή δεν εκφράζει, ὼς γνωστόν, παρά μόνο τη λύπη και την ευχαρίστηση· γι’ αυτό και υπάρχει σε όλα τα ζώα· η φύση τους έδωσε, πράγματι, όλη κι όλη αυτή την ικανότητα, να αντιλαμβάνονται το δυσάρεστο και το ευχάριστο και αυτά να τα κάνουν φανερά το ένα στο άλλο·
Ο λόγος ως γνώρισμα του ανθρώπου και η συμβολή του στη δημιουργία κοινωνιών     του λόγου όμως ο προορισμός είναι να κάνει φανερό τι είναι ωφέλιμο και τι βλαβερό και, άρα, τι είναι δίκαιο και τι άδικο· αυτό είναι, πράγματι, που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα άλλα ζώα: μονάχα αυτός αντιλαμβάνεται το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο και όλα τα άλλα παρόμοια πράγματα· και, φυσικά, η συμμετοχή σε όλα αυτά είναι που κάνει την οικογένεια και την πόλη.

Η πόλη αποτελεί την προϋπόθεση για την ύπαρξη των μελών της

Ώρα όμως να προσθέσουμε και κάτι άλλο στο λόγο μας: Στην τάξη της φύσης η πόλη προηγείται από την οικογένεια και απ’ τον καθένα μας ὼς άτομο· ο λόγος είναι ότι το όλον αναγκαστικά προηγείται του μέρους·

Το παράδειγμα του σώματος και των μελών του     πραγματικά, ὰν πάψει να υπάρχει το σώμα ὼς σύνολο, δεν θα υπάρχει πια ούτε πόδι ούτε χέρι παρά μόνο ως (ίδια) λέξη, όπως, ας πούμε, ὰν μιλούμε για πέτρινο χέρι (θα είναι, πράγματι, κάτι σαν αυτό, αν μια φορά πεθάνει): όλα τα πράγματα είναι αυτό που λέμε ότι είναι, αν τα κρίνουμε με κριτήριο τη λειτουργία και τις ιδιότητές τους· από τη στιγμή, επομένως, που θα πάψουν να έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά, δεν θα πρέπει πια να λέμε ότι είναι ό,τι ήταν πριν, αλλ’ ότι απλώς εξακολουθούν να λέγονται ακόμη με την ίδια λέξη.

Εξαγωγή δύο συμπερασμάτων     Είναι φανερό λοιπόν α) ότι η πόλη ήρθε στην ύπαρξη εκ φύσεως, β) ότι προηγείται από το κάθε επιμέρους άτομο.

Ένα πρόσθετο επιχείρημα: Ο άνθρωπος νιώθει αυτάρκης μόνο μέσα στα πλαίσια της πόλης. Άρα είναι «φύσει ζῷον πολιτικὸν»     Γιατί αν είναι αλήθεια ότι ο καθένας μας χωριστά δεν είναι αυτάρκης, γίνεται λογικά φανερό ότι το κάθε μεμονωμένο άτομο θα βρεθεί στην ίδια ακριβώς κατάσταση που βρίσκονται, γενικά, τα μέρη προς το όλον· από την άλλη μεριά, ο άνθρωπος που δεν μπορεί να ζει μαζί με άλλους σε κοινότητα, ο άνθρωπος που λόγω αυτάρκειας αισθάνεται πως δεν του λείπει τίποτε, αυτός ο άνθρωπος δεν αποτελεί με κανέναν τρόπο μέρος της πόλης· ένας τέτοιος όμως άνθρωπος είναι, τότε, ή ζώο ή θεός.

ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Στο πρώτο μέρος του κειμένου ο Αριστοτέλης δίνει ένα ακόμα επιχείρημα, για να αποδείξει ότι ο άνθρωπος είναι «φύσει ζῷον πολιτικόν». Σύμφωνα με αυτό, η φύση, εφοδίασε τα ζώα με απλή φωνή, ώστε όσα αντιλαμβάνονται με τις αισθήσεις, το ευχάριστο και το δυσάρεστο, να τα μεταδίδουν το ένα στο άλλο. Αντιθέτως εφοδίασε τον άνθρωπο με το λόγο (έναρθρο και ενδιάθετο), που ξεπερνά τα όρια του αισθητού, ώστε να μπορεί να αντιλαμβάνεται και να κάνει φανερές σύνθετες ηθικές έννοιες («καλό-κακό», «ωφέλιμο-βλαβερό», «δίκαιο-άδικο»), οι οποίες οδηγούν στη συγκρότηση κοινωνιών.
Στο δεύτερο μέρος του κειμένου θα αποδείξει ότι στην τάξη της φύσης η πόλη είναι ένα όλον που προηγείται από την οικογένεια και από τον άνθρωπο, δηλαδή τα μέρη της, και αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξη αυτών. Για να ενισχύσει τις θέσεις του αυτές θα χρησιμοποιήσει το παράδειγμα του σώματος και των μελών του. Σύμφωνα με αυτό, το σώμα αποτελεί ένα όλον χωρίς το οποίο δεν μπορούν να υπάρξουν ούτε τα μέλη του. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η πόλη υπάρχει εκ φύσεως και ότι μόνο αυτή μπορεί να εξασφαλίσει την αυτάρκεια στον άνθρωπο.

1. Ο ΛΟΓΟΣ ΩΣ ΓΝΩΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ: «Είναι, νομίζω, φανερό … την οικογένεια και την πόλη»
Ο Αριστοτέλης διακρίνει δύο ειδών κοινωνίες: την κοινωνία των ζώων και την πολιτική κοινωνία των ανθρώπων. Καθεμία από αυτές είναι εφοδιασμένη από τη φύση, η οποία δεν κάνει τίποτα δίχως λόγο και αιτία (τελεολογική αντίληψη), με τα εργαλεία εκείνα που της είναι απαραίτητα για να φτάσει στον τελικό της στόχο και προορισμό.
Έτσι λοιπόν η φύση εφοδίασε τα ζώα με το λόγο, με τη μορφή της φωνής, των άναρθρων κραυγών. Μ’ αυτές τα ζώα μπορούν απλώς μέσω των αισθήσεων να αντιλαμβάνονται και να μεταδίδουν το ένα στο άλλο το συναίσθημα του ευχάριστου και του δυσάρεστου, γιατί μόνο αυτό τους είναι απαραίτητο για να επιβιώνουν και να εκπληρώνουν το σκοπό της ύπαρξής τους.
Από την άλλη, η φύση εφοδίασε τον άνθρωπο με το λόγο, με τη μορφή τόσο του έναρθρου λόγου όσο και της λογικής σκέψης, επειδή τον προόριζε να ζήσει μέσα σε πολιτική κοινωνία. Πρόκειται για μια σύνθετη και ανώτερη ικανότητα που ξεπερνά τα όρια του αισθητού κόσμου, και αποτελεί την ειδοποιό διαφορά του ανθρώπου από τα άλλα ζώα. Τον βοηθά όχι μόνο να εκφράζει τα συναισθήματά του αλλά και να αντιλαμβάνεται και να κάνει φανερές σύνθετες αφηρημένες έννοιες και αξίες, όπως είναι το καλό και το κακό, το ωφέλιμο και το βλαβερό, το δίκαιο και το άδικο και άλλες παρόμοιες, όπως είναι το όμορφο και το άσχημο, το όσιο και το ανόσιο. Χάρη σ’ αυτές ο άνθρωπος δεν καταφέρνει μόνο να επιβιώσει αλλά και να επιτύχει ανώτερους στόχους, όπως να συγκροτήσει κοινωνίες (οικογένεια και πόλη) και να δημιουργήσει πολιτισμό (να αναπτύξει τα γράμματα, τις τέχνες, να θεσπίσει νόμους κ.λπ). Οι έννοιες αυτές, που μας θυμίζουν την «αἰδῶ» και τη «δίκη» του Πρωταγόρα («ἵν’ εἶεν πόλεων κόσμοι τε καὶ δεσμοὶ φιλίας συναγωγοί»), αποτελούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να μπορεί ο άνθρωπος να συμβιώνει αρμονικά με άλλους ανθρώπους και να διατηρεί την ισορροπία στις μεταξύ τους σχέσεις.
Βέβαια πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει την ιδιότητα του «πολιτικού» και σε κάποια αγελαία ζώα, με την έννοια ότι αναλαμβάνουν και διεκπεραιώνουν όλα μαζί μια κοινή δραστηριότητα, χωρίς όμως να διαθέτουν έναρθρο λόγο και λογική σκέψη, όπως ο άνθρωπος. Έτσι στο έργο του «Περὶ τὰ ζῷα ἱστορίαι» (488 a 7) μνημονεύει ως «πολιτικά» ζώα, εκτός από τον άνθρωπο, τη μέλισσα, τη σφήκα, το μυρμήγκι και το γερανό. Στην περίπτωση αυτών των ζώων, το επίθετο «πολιτικός» χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια απλούστερη διαδικασία συμμετοχής σε κοινές δραστηριότητες, ενώ όταν αναφέρεται στον άνθρωπο, το σημασιολογικό περιεχόμενο του επιθέτου «πολιτικός» διευρύνεται και δηλώνει πιο πολύπλοκες κοινωνικές διαδικασίες. Αυτό εκφράζεται κι από το ποσοτικό επίρρημα συγκριτικού βαθμού «περισσότερο», στην πρώτη πρόταση της ενότητας, όπου γίνεται η σύγκριση του ανθρώπου και των αγελαίων ζώων.
Στο πρώτο μέρος του κειμένου («Είναι, νομίζω, φανερό … την οικογένεια και την πόλη») ο Αριστοτέλης παραθέτει μερικά αντιθετικά ζεύγη εννοιών από τις οποίες κάποιες αφορούν τις συμπεριφορές των ζώων και άλλες γίνονται αντιληπτές από τον άνθρωπο χάρη στην ικανότητα του λόγου. Έτσι στα ζώα αναφέρονται τα αντιθετικά ζεύγη «λύπη ≠ ευχαρίστηση», «δυσάρεστο ≠ ευχάριστο», ενώ στον άνθρωπο τα ζεύγη «ωφέλιμο ≠ βλαβερό», «καλό ≠ κακό», «δίκαιο ≠ άδικο». Διαπιστώνουμε λοιπόν μια κλιμάκωση από ένα κατώτερο, βιολογικό, επίπεδο προς ένα επίπεδο ανώτερο, ηθικό. Τα ζώα, δηλαδή, καταφέρνουν με τις άναρθρες κραυγές να επιβιώνουν, ενώ ο άνθρωπος με τον έναρθρο λόγο και τη λογική σκέψη έχει την ικανότητα να συγκροτεί κοινωνίες και να δημιουργεί πολιτισμό.

2. Ο ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ ΠΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ΟΤΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ «φύσει ζῷον πολιτικὸν»

Στο πρώτο μέρος του κειμένου ο Αριστοτέλης αναπτύσσει την επιχειρηματολογία του μέσω ενός παραγωγικού συλλογισμού αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος είναι «φύσει ζῷον πολιτικόν». Ο συλλογισμός αυτός έχει ως εξής:
1η προκείμενη: η φύση δεν κάνει τίποτε δίχως λόγο και αιτία.
2η προκείμενη: η φύση έδωσε στον άνθρωπο ως εργαλείο το λόγο (εργαλείο ανώτερο από την απλή φωνή που έδωσε στα ζώα), για να μπορεί να αντιλαμβάνεται και να κάνει φανερό το ωφέλιμο και το βλαβερό, το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο, βασικά στοιχεία για τη συγκρότηση πολιτικής κοινωνίας.
Συμπέρασμα: συνεπώς, αφού η φύση έδωσε, όχι τυχαία, στον άνθρωπο το λόγο, δηλαδή το εργαλείο με το οποίο μπορεί να ζει σε πολιτικές κοινωνίες, συνάγεται ότι ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως «ζῷον πολιτικόν».

3. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΟΤΙ ΤΟ ΟΛΟΝ ΠΡΟΗΓΕΙΤΑΙ ΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ ΚΑΙ ΟΤΙ Η ΠΟΛΗ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΚ ΦΥΣΕΩΣ : «Ώρα όμως … ή ζώο ή θεός»

Στο δεύτερο μέρος του κειμένου ο Αριστοτέλης θα προχωρήσει περαιτέρω τη σκέψη του αξιολογώντας ως οντότητα την πόλη, την οποία αποκαλεί «όλον». Θα αποδείξει λογικά ότι το όλον προηγείται του μέρους και ότι η πόλη υπάρχει εκ φύσεως. Με αυτόν τον τρόπο θα καταλήξει και πάλι στη γενική θέση ότι η φύση του ανθρώπου τον οδηγεί να ζει μέσα στην πόλη, αφού εκτός πόλης είναι ή θηρίο ή θεός.
Ξεκινά λοιπόν με τη διατύπωση της θέσης ότι στην τάξη της φύσης το όλον προηγείται του μέρους. Το ρήμα «προηγείται» δεν έχει εδώ χρονική σημασία αλλά:
α) οντολογική: απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρξει το μέρος είναι να υπάρχει το όλον, δηλαδή η πόλις, γιατί μόνο μέσα σε αυτή τα μέρη (η οικογένεια, το χωριό και το κάθε επιμέρους άτομο) πραγματώνουν το σκοπό της ύπαρξής τους, το «τέλος» τους, ενώ έξω απ’ αυτήν τα μέρη μένουν ανολοκλήρωτα και
β) αξιολογική: ιεραρχικά, το όλον, δηλαδή η πόλη, ως ολοκληρωμένο σύνολο, βρίσκεται πιο ψηλά από το μέρος, δηλαδή την οικογένεια, το χωριό και το κάθε επιμέρους άτομο. Άλλωστε, όπως είδαμε και στην προηγούμενη ενότητα, η πόλη αποτελεί εξέλιξη, ολοκλήρωση της οικογένειας και του χωριού και επομένως, τελειότερη μορφή κοινωνίας.

Για να στηρίξει τη θέση αυτή θα παραθέσει ένα παράδειγμα που προέρχεται από εμπειρική παρατήρηση: το παράδειγμα με το σώμα και τα μέλη του. Σύμφωνα με αυτό, αν πεθάνει το σώμα, που αποτελεί το όλον, δε θα υπάρχουν ούτε τα μέλη του παρά μόνο το όνομά τους. Κι αυτό γιατί κάθε μέλος, όπως για παράδειγμα το χέρι, είναι λειτουργικό μόνο όσο υπάρχει το σώμα. Διαφορετικά θα πάψει να επιτελεί τις λειτουργίες που επιτελούσε και δε θα είναι πια χέρι αλλά θα του έχει μείνει μόνο το όνομα «χέρι». Επομένως το σώμα είναι η προϋπόθεση για να υπάρχουν τα μέλη, ή διαφορετικά, το σώμα ως όλον προηγείται του μέρους.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την πόλη, που αποτελεί το όλον, και τους πολίτες, που αποτελούν τα μέρη της. Αν χαθεί η πόλη, τότε θα είναι λειτουργικά ανύπαρκτοι και οι πολίτες, γιατί αποτελούν οργανικό και αναπόσπαστο μέρος της, καθώς μόνο η πόλη μπορεί να τους προσφέρει την ύψιστη αυτάρκεια. Αν ο άνθρωπος ήταν αυτάρκης από μόνος του και δε χρειαζόταν την πόλη, τότε δε θα ήταν προορισμένος από τη φύση να ζει σε πόλεις. Ένας τέτοιος άνθρωπος όμως δεν μπορεί παρά να είναι ή ζώο ή θεός. Έτσι εξάγεται το συμπέρασμα ότι η πόλη ήρθε στην ύπαρξη εκ φύσεως και ότι προηγείται από το κάθε επιμέρους άτομο. Αν συσχετιστούν τα δύο αυτά συμπεράσματα, τότε οδηγούμαστε στην πίστη του Αριστοτέλη ότι η πόλη είναι το όλον προς το οποίο τείνουν τα άτομα για να πραγματώσουν το σκοπό της ύπαρξής τους και ότι η αυτάρκεια της πόλης μπορεί να διασφαλίσει την αυτάρκεια των μερών.
Τα παραπάνω μπορούν να διατυπωθούν συνοπτικά με τον εξής παραγωγικό συλλογισμό:
1η προκείμενη: στην τάξη της φύσης το όλον προηγείται του μέρους.
2η προκείμενη: η πόλη, βαθμίδα ιεραρχικά ανώτερη στην τάξη της φύσης, είναι ένα όλον και τα μέρη της είναι η οικογένεια, το χωριό και το κάθε επιμέρους άτομο.
Συμπέρασμα: στην τάξη της φύσης η πόλη προηγείται από τα μέρη της, την οικογένεια, το χωριό και το κάθε επιμέρους άτομο.

14η ΕΝΟΤΗΤΑ

1. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΡΑΣΗΣ: «Είναι φυσική λοιπόν η τάση του ανθρώπου να συνυπάρχει μαζί με άλλους σε μια τέτοια κοινωνία»

Σε προηγούμενες ενότητες ο Αριστοτέλης εξήγησε τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι επιθυμούν να συνυπάρχουν μαζί με άλλους ανθρώπους σε μια τέτοια κοινωνία, όπως είναι η πόλη. Απέδειξε λοιπόν ότι η πόλη – κράτος είναι ολοκληρωμένη, τέλεια μορφή κοινωνίας, που έχει ως στόχο την καλή ζωή και την αυτάρκεια, χάρη στην οποία κατακτάται η ευδαιμονία. Άποψή του ωστόσο είναι ότι η κοινωνία των ανθρώπων υφίσταται όχι μόνο λόγω της χρησιμότητάς της αλλά και λόγω της έμφυτης επιθυμίας των ανθρώπων να συνυπάρχουν με άλλους ανθρώπους. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στα «Πολιτικά» του (Πολιτικά 1278 b 21): «φίλοι κοινωνοῦσι καὶ μηδὲν δεόμενοι τῆς παρ’ ἀλλήλων βοηθείας οὐκ ἔλαττον ὀρέγονται τοῦ συζῆν»˙ δηλαδή, ακόμα κι αν δε χρειάζονται ο ένας τη βοήθεια του άλλου, δε μειώνεται καθόλου η επιθυμία τους να συμβιώνουν με άλλους ανθρώπους.

2. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΡΑΣΗΣ: «Κι εκείνος όμως που πρώτος τη συγκρότησε»

Με τη φράση «εκείνος που πρώτος συγκρότησε την πόλη» ο Αριστοτέλης εννοεί ότι για την σύσταση της πόλης είναι απαραίτητη η σύμπραξη του ανθρώπου. Η ερμηνεία αυτή δεν αναιρεί την αριστοτελική θέση ότι η πόλη υπάρχει εκ φύσεως. Είναι προφανές ότι η φύση έδωσε στον άνθρωπο την τάση να συμβιώσει με άλλους ανθρώπους και να οργανώσει κοινωνίες, όμως ο άνθρωπος ήταν αυτός που πρώτος έκανε πραγματικότητα αυτή την τάση. Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι η πρόταση συμπληρώνει τις απόψεις του φιλοσόφου για τη φυσική προέλευση της πόλης. Η οργάνωση, η συγκρότηση της πόλης δεν έγινε λοιπόν αυτόματα, αλλά προαπαιτούσε την ενέργεια ανθρώπου ευεργέτου, προικισμένου με λόγο (ενδιάθετο και έναρθρο). Είναι λοιπόν κατανοητό ότι για την συγκρότηση της πόλης είναι απαραίτητη η συνεργασία της φύσης και της τέχνης των ανθρώπων.

3. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΡΑΣΗΣ: «Γιατί όπως ο άνθρωπος … το χειρότερο από όλα»

Η λέξη «γιατί» με την οποία εισάγεται η περίοδος αυτή αιτιολογεί την προηγούμενη φράση, ότι εκείνος που πρώτος συγκρότησε την πόλη, υπήρξε ένας από τους πιο μεγάλους ευεργέτες του ανθρώπου. Το νόημα λοιπόν που θέλει να μεταδώσει ο Αριστοτέλης είναι ότι αυτός που πρώτος συγκρότησε την πόλη υπήρξε μεγάλος ευεργέτης, επειδή θέσπισε νόμους και επέβαλε τη δικαιοσύνη απομακρύνοντας τις βλαβερές συνέπειες της αδικίας, που προκύπτει από την κακή χρήση των εφοδίων (λόγος ενδιάθετος και έναρθρος και τα πάθη ως βιολογικές ιδιότητες) που δόθηκαν στον άνθρωπο από τη φύση.
Πιο αναλυτικά, ο φιλόσοφος θεωρεί ότι, όταν ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τη λογική («φτάνει στην τελειότητά του») και ζει σύμφωνα με τους νόμους και τη δικαιοσύνη, είναι το ανώτερο από όλα τα όντα. Ο νόμος και η δικαιοσύνη τον βοηθούν να τηρεί το μέτρο και τη σωστή στάση απέναντι στα πάθη, και συνεπώς εξασφαλίζουν την τάξη, την αλληλεγγύη και τον αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ των μελών της κοινωνίας. Επομένως, η τήρηση των νόμων και η εφαρμογή της δικαιοσύνης αποτελούν, για τον Αριστοτέλη, τον αναγκαίο περιορισμό για να τελειωθεί ο άνθρωπος, να ολοκληρώσει τον φυσικό του προορισμό. Η ορθότητα αυτού του περιορισμού αποδεικνύεται παρακάτω με την εξέταση των βλαβερών συνεπειών της αδικίας, που προκύπτουν αν ο άνθρωπος δε χρησιμοποιήσει σωστά, υπηρετώντας δηλαδή τη φρόνηση και την αρετή, τα όπλα που του χάρισε η φύση. Τα επιχειρήματά του θα τα αναπτύξει με τη μέθοδο «ἐκ τοῦ ἀντιθέτου»: θα μιλήσει δηλαδή πρώτα για τις επιπτώσεις της αδικίας, για να καταλήξει στο ζητούμενο, στη μεγάλη δηλαδή σημασία που έχει η δικαιοσύνη για τη συγκρότηση της πολιτικής κοινωνίας.

4. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΡΑΣΗΣ: «Δεν υπάρχει πιο ανυπόφορο … διαθέτει όπλα»

Με τη λέξη «όπλα» αναφέρεται ο Αριστοτέλης στις ικανότητες με τις οποίες εφοδίασε η φύση τον άνθρωπο. Αυτά τα όπλα είναι τα φυσικά του πάθη και ο λόγος (νους) και η γλώσσα. Αν ο άνθρωπος τα χρησιμοποιήσει για να διαπράττει αδικίες, αυτό γίνεται ανυπόφορο, αφού αυτά του δόθηκαν για να υπηρετήσει τη φρόνηση και την αρετή. Παράλληλα όμως γίνεται και ολέθριο, γιατί όπως γράφει ο Αριστοτέλης στα «Ηθικά Νικομάχεια», ένας κακός άνθρωπος μπορεί να κάνει απείρως περισσότερα κακά από ένα θηρίο ( Ηθικά Νικομάχεια 1150 a: «μυριοπλάσια γὰρ ἂν κακὰ ποιήσειεν ἄνθρωπος κακὸς θηρίου»). Την ίδια θέση διατυπώνει και ο Πλάτωνας στους «Νόμους» του λέγοντας ότι ο άνθρωπος γίνεται το πιο άγριο από όλα τα ζώα της πλάσης, αν δεν πάρει σωστή αγωγή (Νόμοι 766 a 1: «ἄνθρωπος δέ, ὥς φαμεν, ἥμερον, ὅμως μὴν παιδείας μὲν ὀρθῆς τυχὸν καὶ φύσεως εὐτυχοῦς, θειότατον ἡμερώτατόν τε ζῷον γίγνεσθαι φιλεῖ, μὴ ἱκανῶς δὲ ἢ μὴ καλῶς τραφὲν ἀγριώτατον, ὁπόσα φύει γῆ»).

5. ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΡΑΣΗΣ: «Ο άνθρωπος … για αντίθετους σκοπούς»

Η φύση εφοδίασε τον άνθρωπο με όπλα. Αυτά είναι τα φυσικά του πάθη, ο λόγος, η γλώσσα, τα οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει είτε με στόχο να υπηρετήσει τη φρόνηση και την αρετή είτε παρακάμπτοντας την φρόνηση και την αρετή με στόχο να διαπράξει κακές ή άδικες πράξεις. Ας διευκρινιστεί εδώ ότι η φρόνηση είναι η σωστή σκέψη στη λήψη αποφάσεων, η οποία οδηγεί στην πραγμάτωση της αρετής. Συνεπώς ο φυσικός προορισμός του ανθρώπου δεν είναι αποτέλεσμα μιας αυτόματης αναγκαστικής διαδικασίας, αλλά εξαρτάται από τις ενέργειες και την προαίρεση του ανθρώπου που τον οδηγούν στους προσωπικούς του στόχους.

6. ΟΙ ΒΛΑΒΕΡΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΔΙΚΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΔΙΚΟΥ Η ΔΙΧΩΣ ΑΡΕΤΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ: «Δεν υπάρχει … απολαύσεις του φαγητού»

Ο Αριστοτέλης δίνει με σαφήνεια και έμφαση τις βλαβερές επιπτώσεις της αδικίας. Έτσι με μια σειρά αρνητικών προσδιορισμών χαρακτηρίζει την αδικία ως «το πιο ανυπόφορο και πιο ολέθριο πράγμα», ενώ τον άνθρωπο που δε διαθέτει αρετή, δηλαδή τον άδικο, ως:
α) «το πιο ανόσιο ον» στις σχέσεις του με το θείο. Με το επίθετο «ανόσιος» ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που δε ζει σύμφωνα με τη λογική αλλά κυριαρχείται από τα πάθη και τις επιθυμίες. Ξεφεύγει από τα όρια του μέτρου, επιδίδεται σε ακολασίες και δεν έχει κανέναν ηθικό φραγμό,
β) «το πιο άγριο» στις σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους,
γ) «το χειρότερο από όλα τα όντα» στις ερωτικές απολαύσεις και στις απολαύσεις του φαγητού.

7. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ: «Η δικαιοσύνη είναι … στην πολιτική κοινωνία»

Η ενότητα κλείνει με την αναφορά του Αριστοτέλη στη μεγάλη σημασία που έχει η δικαιοσύνη για τη συγκρότηση πολιτικής κοινωνίας. Αποτελεί κατά τη γνώμη του, συστατικό στοιχείο της πόλης, επειδή είναι σε θέση να εξασφαλίσει την τάξη και την οργάνωση μέσα στην πολιτική κοινωνία. Έτσι λοιπόν η δικαιοσύνη νοείται ως:
α) αρετή: είναι η ιδιότητα του ανθρώπου να πράττει με γνώμονα τους γραπτούς νόμους της πολιτείας και δείχνοντας τον απαιτούμενο σεβασμό στους άγραφους νόμους,
β) θεσμός της πολιτείας: είναι το σύνολο των κανόνων που εξασφαλίζουν την τάξη και την αρμονική συμβίωση μέσα στην πόλη,
γ) κοινωνική αρετή: η ιδιότητα του ατόμου να ζει σύμφωνα με την κοινωνική ηθική της πόλης. Η ύπαρξη της δικαιοσύνης αποτελεί την προϋπόθεση για την ύπαρξη και όλων των άλλων αρετών.
Η δικαιοσύνη ως θεσμός της πολιτείας και ως κοινωνική αρετή έχει σαφή πολιτική διάσταση, αφού αυτός που την ασκεί δεν την επιδιώκει μόνο για τον εαυτό του αλλά για το σύνολο της κοινωνίας. Στο σημείο αυτό ο Αριστοτέλης συσχετίζοντας την δικαιοσύνη με την πολιτική κοινωνία, καταξιώνει το πνεύμα του αλτρουισμού και της κοινωνικής αλληλεγγύης, αλλά και θεσμικά κατοχυρώνει την τήρηση και την απόδοση του Δικαίου, ως θεμέλιο συνοχής της πολιτικής κοινωνίας.

Πηγή : www.study4exams.gr

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2004

Διευκρινίσεις σχετικά με την εγκύκλιο των μεταθέσεων για τους διορισθέντες το σχολικό έτος 2010-11, του αιρετού Δημήτρη Μπράτη

Διευκρινίσεις σχετικά με την εγκύκλιο των μεταθέσεων για τους διορισθέντες το σχολικό έτος 2010-11, του αιρετού Δημήτρη Μπράτη.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2003

Γραπτές εξετάσεις για 750.000 δημοσίους υπαλλήλους – NEWS247

Γραπτές εξετάσεις για 750.000 δημοσίους υπαλλήλους – NEWS247.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2002

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση