Vincent Van Gogh

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2986

Λατινικά Γ’ Λυκείου : Γερουνδιακή Έλξη

Γερουνδιακή έλξη ονομάζουμε τη μετατροπή της ενεργητικής σύνταξης (γερούνδιο +αντικείμενο σε αιτιατική ή utor+ αφαιρ.) σε παθητική σύνταξη (γερουνδιακό + υποκείμενο).

γερούνδιο + αντικείμενο (σε αιτιατική)

gerendi et administrandi rem publicam

υποκείμενο + γερουνδιακό

(στην πτώση του γερουνδίου) (που θα συμφωνεί σε γένος, αριθμό και πτώση με το υποκείμενο που βγάλαμε)

rei publicae gerendae et administrandae

 

Προϋποθέσεις για τη μετατροπή της σύνταξης είναι:

· Το γερούνδιο να προέρχεται από ρήμα ενεργητικό που να συντάσσεται με αιτιατική.

· Το γερούνδιο να ανήκει σ’ ένα από τα αποθετικά ρήματα utor, potior, fungor, fruor, vescor που συντάσσεται με αφαιρετική.

 

Tα είδη της γερουνδιακής έλξης:

1. υποχρεωτική:

α. όταν έχουμε εμπρόθετο γερούνδιο με αντικείμενο σε αιτιατική :

causa, gratia + γενική

ad, in + αιτιατική

Την γερουνδιακή έλξη σ΄αυτές τις περιπτώσεις την έχει κάνει ο ίδιος ο συγγραφέας. Αυτό που βλεπουμε εμείς είναι εμπρόθετο γερουνδιακό + υποκείμενο (βλέπε κείμενο 49).

β. όταν έχουμε δοτική γερουνδίου με αντικείμενο σε αιτιατική. Δεν τη συναντάμε στα κείμενα μας.

2. αδύνατη:

α. όταν το γερούνδιο δεν έχει αντικείμενο

β. όταν το αντικείμενο του γερουνδίου είναι ουδέτερο αντωνυμίας ή ουσιαστικοποιημένου επιθέτου.

3. προαιρετική:

όταν το γερούνδιο βρίσκεται σε απλή γενική ή απλή αφαιρετική (βλέπε κείμενο 32).

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

KEIMENO 32:

1. ad intuendum et ad imitandum: (αδύνατη η γερουνδιακή έλξη εφόσον δεν έχουμε αντικείμενο).

Ωστόσο αν μας δώσουν το imagines ως αντικείμενο των γερουνδίων η γερουνδιακή έλξη γίνεται υποχρεωτική.

· ad intuendas et ad imitandas imagines

2. gerendi et administrandi rem publicam (προαιρετικήγερουνδιακήέλξη)

· gerendae et administrandae rei publicae.

3. colendo et cogitando homines excellentes (προαιρετικήγερουνδιακήέλξη)

· colendis et cogitandis hominibus excellentibus.

4. laudem et honestatem expetendo (προαιρετικήγερουνδιακήέλξη)

· laude et honestate expetenda

· ή laude et honestate expetentis (πληθυντικόςεφόσονέχουμε 2 υποκείμενα)

 

KEIMENO 49:

Εδώ έχουμε τρία παραδείγματα υποχρεωτικής γερουνδιακής έλξης:

1. de interficiendo Caesare

2. unguium resecandorum causa

3. ad eam obiurgandam

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2985

Πανελλαδικές Εξετάσεις 2014 : Ν.Ε Λογοτεχνία Θ.Κ. (Θέματα και Απαντήσεις)

logotehnia 2014

Τις απαντήσεις επιμελήθηκε η φιλολογική ομάδα του Φροντιστηρίου «Ανατολικό», Κυριακίδου 1 & Κομνηνών, Καλαμαριά, Θεσσαλονίκη

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2971

“Ο Ελεγκτής”, Μ. Σαχτούρης,

ΜΙΛΤΟΣ   ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Η ζωή του
      Ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1919 και ήταν δισέγγονος του Υδραίου ναυάρχου του 1821 Γεωργίου Σαχτούρη. Πέρασε τα πέντε πρώτα χρόνια της ζωής του στη Θεσσαλονίκη και στο Ναύ¬πλιο, εξαιτίας του επαγγέλματος του πατέρα του, που ήταν δικαστι¬κός. Έπειτα εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του οριστικά στην Αθήνα. Αφού τελείωσε τη Μέση Εκπαίδευση, ο Σαχτούρης γράφτη¬κε στη Νομική, ενώ παράλληλα μελετούσε λογοτεχνία και δημοσίευε διηγήματα με το ψευδώνυμο Μίλτος Χρυσάνθης. Μετά το θάνατο του πατέρα του, το 1939, διέκοψε τις σπουδές του, για να αφοσιωθεί στην ποίηση. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία το 1949-1951, έπαθε όμως νευρικό κλονισμό, επειδή δεν μπορούσε να προσαρμο¬στεί στη στρατιωτική ζωή. Το 1987 τιμήθηκε με το Α’ Κρατικό Βρα¬βείο Ποίησης για την ποιητική του συλλογή Εκτοπλάσματα και το 1995 παρασημοφορήθηκε για το έργο του από τον Πρόεδρο της Ελ¬ληνικής Δημοκρατίας. Δεν παντρεύτηκε ποτέ, είχε όμως πάντα στο πλευρό του τη σύντροφο της ζωής του Γιάννα Περσάκη. «Mια δυο φορές που κινδύνευσα να παντρευτώ, ο πατέρας των κοριτσιών έλεγε “Όχι, γιατί ποιητής δεν είναι επάγγελμα” και χάλαγε ο γάμος. Eίχα σκοπό ότι δε θα κάμω τίποτ’ άλλο» είπε στην Eλένη Zιώγα στην Η Καθημερινή το 1990. Kαι πράγματι, δεν έκανε ποτέ κανένα βιοποριστικό επάγγελμα. Πέθανε στην Αθήνα στις 29Μαρτίου του 2005.

Το έργο του
      Το 1938 δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Mίλτος Xρυσάνθης ένα διήγημα στο περιοδικό Εβδομάδα. Το 1939 πέθανε ο πατέρας του και ο ίδιος έκαψε τα βιβλία της Νομικής αποφασισμένος να επιδοθεί αποκλειστικά στην ποίηση. Συνέχισε (πάντα με ψευδώνυμο) να δημοσιεύει διηγήματα και το 1941 εξέδωσε με δικά του χρήματα την πρώτη του ποιητική συλλογή H μουσική των νησιών μου, για την οποία αργότερα θα δηλώσει: «Πιστεύω ότι και στο πρωτόλειό μου, την πρώτη ποιητική συλλογή που εξέδωσα φοιτητής, είκοσι ενός ετών — και έκαψα τελικά — αν παραμερίσει κανείς τις πρόδηλες επιρροές από Kαβάφη και Kαρυωτάκη μπορεί να βρει το ποιητικό μου στίγμα». Tο 1943 γνωρίστηκε με τον Nίκο Eγγονόπουλο, μια συνάντηση που στάθηκε καθοριστική για τον Σαχτούρη. Tο 1945 εξέδωσε από τις εκδόσεις «Ίκαρος», με παρότρυνση του Eγγονόπουλου, την συλλογή H λησμονημένη και τρία χρόνια αργότερα, το 1948, τις Παραλογαίς, σε 250 αριθμημένα αντίτυπα. Tο 1952 κυκλοφόρησε η συλλογή Mε το πρόσωπο στον τοίχο «ένα από τα ωραιότερα βιβλία μου», όπως είπε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Η Kαθημερινή το 2000: «Πούλησε πέντε αντίτυπα. Έτρεχα στα βιβλιοπωλεία να δώσω βιβλία και τα πιο πολλά τα επέστρεφαν». Tότε είναι που άρχισε να συχνάζει στο «Mπραζίλιαν» της οδού Bουκουρεστίου, μαζί με τον Eλύτη, τον Σινόπουλο, την Bακαλό, τον Παπαδίτσα, τον Kαρούζο, κ.ά.
      Το 1955 πέθανε η μητέρα του και την ίδια χρονιά γνωρίστηκε με την ζωγράφο Γιάννα Περσάκη. Tο 1960, κι αφού είχαν προηγηθεί οι συλλογές Όταν σας μιλώ, Tα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο, και O περίπατος, η ποίηση του Mίλτου Σαχτούρη άρχισε να αναγνωρίζεται ευρύτερα. H Nόρα Aναγνωστάκη δημοσίευσε την πρώτη ολοκληρωμένη κριτική προσέγγιση, με τίτλο «Oι “δύσκολοι καιροί” μέσα από την ποίηση του Σαχτούρη» στο περιοδικό Kριτική. Δύο χρόνια αργότερα, το 1962, ο Σαχτούρης τιμήθηκε με το Δεύτερο Kρατικό Bραβείο Ποίησης για την συλλογή Tα στίγματα. Aκολούθησαν οι συλλογές Σφραγίδα ή η Όγδοη Σελήνη (1964) και Tο σκεύος (1971). Tα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν ολιγογράφος. Εξέδωσε τις συλλογές: Xρωμοτραύματα (1980), Eκτοπλάσματα (1986), Kαταβύθιση (1990), Έκτοτε (1996), Aνάποδα γυρίσαν τα ρολόγια (1998).  Το 1987 τιμήθηκε με το Α’ Κρατικό βραβείο ποίησης, το 1995 παρασημοφορήθηκε γα το έργο του από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας και το 2003 τιμήθηκε με το Mεγάλο Kρατικό Bραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Συνεργάστηκε με διάφορα περιοδικά, μετέφρασε Μπρεχτ, ενώ τα ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες.

Οι επιδράσεις στην ποίηση του Μ. Σαχτούρη
      Ο Μίλτος Σαχτούρης ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά ποιη¬τών, που απεικονίζουν στο έργο τους τις τραυματικές εμπειρίες του Β’ Παγκόσμιου πολέμου και των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Ο Λ. Πολίτης τον κατατάσσει στους ποιητές της μεταπολεμικής γενιάς που «δίνουν έκφραση στην αγωνία και το υπαρξιακό άγχος του ανθρώπου της εποχής μας» («υπαρξιστές»). Ωστόσο είναι δύσκολο να κατατάξουμε το Σαχτούρη σε μία μόνο κατηγορία, καθώς ακολούθησε διάφορες τάσεις. Οι περισσότεροι μελετητές τον εντάσσουν στους «νεοϋπερρεαλιστές», που έμειναν ανεπηρέαστοι από τις ιδεολογικές διαμάχες της εποχής τους. Οι νεοϋπερρεαλιστές αναζητούσαν την ανανέωση της ποιητικής μέσω μιας νέας εφαρμογής των αρχών του υπερρεαλισμού σε συνδυασμό με άλλα ανανεωτικά κινήματα (εξπρεσιονισμό, υπαρξισμό).
      Γενικά η ποίηση του Σαχτούρη δέχτηκε επιδράσεις από τρία ρεύματα: τον υπαρξισμό¹, τον εξπρεσιονισμό² και τον υπερρεαλισμό³. Οι στίχοι του αποκαλύπτουν την υπαρξιακή αγωνία του, που απορρέει από την προ¬σωπική του θέση στον κόσμο. Από τον εξπρεσιονισμό δανείζεται τον ελεύθερο από δεσμεύσεις στίχο, την εκτεταμένη χρήση της μεταφοράς και της εικόνας, την απεικόνιση του κόσμου, όπως τον συνέλαβε με τη φαντασία και τα προσωπικά βιώματα του. Αντλεί την έμπνευση του, όπως όλοι οι εξπρεσιονιστές, από το θέμα του πολέμου και την από¬γνωση του ανθρώπου από τις μηχανές. Από τον υπερρεαλισμό δανεί¬ζεται τον κατακερματισμό του στίχου, την απουσία στίξης, τη λιτότητα στα εκφραστικά μέσα, την εντυπωσιακή και τολμηρή εικονοπλασία και το παράλογο στοιχείο, που αποτελεί την ουσία της ποίησης του, καθώς και μια αλληγορική έκφραση της αλή¬θειας που βιώνει ο ποιητής. Η γραφή του είναι αντιλυρική και αποβλέ¬πει, κυρίως, στη διατύπωση κάποιου υπολανθάνοντος μηνύματος.

Τα βασικά γνωρίσματα της ποίησης του Μ. Σαχτούρη

  •  Η φανταστική εγγραφή του εμπράγματου κόσμου στην ποίησή του (τολμηρή φαντασία).
  • Η ποίηση του Σαχτούρη είναι υπαινικτική και αντικατοπτρίζει υποκειμενικά τον κόσμο
  • Τα «υλικά» του δεν είναι ακριβώς  σύμβολα που αισθητοποιούν καταστάσεις, αλλά απλά καθημερινά πράγματα, που αποκαλύπτουν την εφιαλτική πλευρά της ζωής.
  • Εκφράζει στην ποίησή του την υπαρξιακή του αγωνία: το προσωπικό του βίωμα μεταπλάθεται σε μια ποίηση όπου κυριαρχεί ο πόνος και η ανθρώπινη οδύνη ως βαθύτερη αξία της ανθρώπινης ύπαρξης.
  •  Τα θέματά του είναι εμπνευσμένα από την καθημερινή ζωή και από τα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου και της μετεμφυλιακής περιόδου.
  • Τα μοτίβα του (πουλιά, ζώα, ουρανός, ψωμί, ζητιάνα, άγγελοι) εμφανίζονται συνήθως ως η διπλή όψη του μοτίβου ζωή-θάνατος.
  • Η ιστορία-μήνυμα (συνήθως η ιστορία του ποιήματος είναι μονοσήμαντη και περιέχει ένα κρυμμένο μήνυμα)
  • Η εικονοπλασία: οι εικόνες του αποδίδουν την πραγματικότητα, όπου πρόσωπα, ζώα και πράγματα μεταπλάθονται με τη φαντασία και το παράλογο σε αρχετυπικές μορφές (αντιστροφή της πραγματικότητας). Επειδή η ποίηση του Σαχτούρη ενέχει δραματικότητα, οι εικόνες της συνήθως αποδίδονται με λέξεις που μεταδίδουν τη φρίκη, τον κομματιασμένο κόσμο και μια πληγωμένη συνείδηση. Τέλος, οι εικόνες του Σαχτούρη είναι φορείς μηνυμάτων και παραπέμπουν κατευθείαν στην ιδέα που θέλει να περάσει ο ποιητής (ιδεοπλαστική εικόνα → η εικόνα δηλαδή που περιέχει ένα μήνυμα, μια ιδέα)
  • Η χρήση συμβόλων και αλληγοριών (μέθοδος της παραποίησης)
  • Το παράλογο στοιχείο
  • Η λέξη ουρανός και άλλα συμπαντικά στοιχεία χρησιμοποιούνται συχνά (το γήινο με το ουράνιο στοιχείο αλληλοδιαπλέκονται).
  • Η σκηνική διάρθρωση (ή ποιητική σκηνοθεσία) των ποιημάτων του (τα ποιήματά του διαρθρώνονται σε ευδιάκριτες διαδοχικές σκηνές, μια τεχνική που θυμίζει κινηματογραφική λήψη).
  •  Η απλή γλώσσα
  • Η λιτότητα των εκφραστικών μέσων, καθώς αναδεικνύει χωρίς μεγαλοστομίες την ουσία των πραγμάτων
  • Ο ελεύθερος στίχος
  • Η εκτεταμμένη χρήση μεταφορών
  •  Η αντιλυρική γραφή (αντιλυρικό ύφος)

                                              
1.    Υπαρξισμός: ιδεολογικό ρεύμα που εκφράζει το άγχος του ανθρώπου απέναντι στο πρόβλημα της ζωής και του θανάτου.
2.    Εξπρεσιονισμός: κίνημα που ξεκίνησε στις αρχές του 20ού αιώ¬να και συνδέθηκε με την πρωτοπορία του μοντερνισμού. Χαρακτηριστικό του κινήματος αυτού είναι η επανάσταση και η προσπάθεια δημιουργίας ενός νέου κόσμου μέσα από μια ριζικά ανανεωμένη τέχνη. Στη λογοτεχνία, οι εξπρεσιο¬νιστές απελευθερώνουν το στίχο από κάθε παραδοσιακό στοιχείο και κάνουν εκτεταμένη χρήση της μεταφοράς και της εικόνας. Κυριαρχεί το άλογο, φαντασιακό στοιχείο, τα έντονα συναισθήματα, η συγκίνηση και το πάθος. Κεντρικό θέμα του εξπρεσιονισμού είναι ο πόλεμος και η βία, καθώς και η απόγνωση του ανθρώπου από τη μηχανή. Ο εξπρεσιονισμός θεωρείται προάγγελος του υπερρεαλισμού.
3.    Υπερρεαλισμός:  Σημαντικό επαναστατικό κίνημα που απέβλεπε στην ανανέω¬ση όλων των ηθικών αξιών. Διακήρυττε την απελευθέρωση της τέχνης από τα δεσμά της λογικής, καθώς και την παντοδυναμία του ονείρου. Σύμφωνα με τους υπερραλιστές ο καλιτέχνης –και ο άνθρωπος γενικότερα- δεν πρέπει να μένει εγκλωβισμένος στην πραγματικότητα της καθημερινής ζωής, αλλά να χρησιμοποιεί τη φαντασία, την τύχη, το όνειρο και το ασυνείδητο, σπάζοντας τα δεσμά του ρεαλισμού και της αληθοφάνειας. Μόνο έτσι θα μπορέσει να αντικρύσει νέους ορίζοντες και να φτάσει σε μια «υπερ-πραγματικότητα». Χρησιμοποίησε κυρίως την αυτόματη γραφή χωρίς τον έλεγχο της λογικής και την καταγραφή του ονείρου και του υποσεινηδήτου. Οι υπερρεαλιστές, επηρεασμένοι από τη ψυχανάλυση, έφεραν την επανάσταση τόσο στο περιεχόμενο όσο και στη μορφή της ποίησης: οι λέξεις αυτονομούνται, απουσιάζει η στίξη και οι στίχοι κατακερματίζονται.

                                                           Ο  ΕΛΕΓΚΤΗΣ

 Εισαγωγικά
      Το ποίημα «Ο Ελεγκτής» ανήκει στην ποιητική συλλογή Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο (1958), που εντάσσεται στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Σαχτούρη με τίτλο Ποιήματα (1945-1971). Η κεντρική λέξη του τίτλου της συλλογής («φάσματα») έχει τριπλή ση¬μασία: είδωλο, φάντασμα, φάσμα χρωμάτων (που έχουν ιδιαίτερη λειτουργία στην ποίηση του Σαχτούρη). Έτσι, ο τίτλος παραπέμπει στο εφιαλτικό είδωλο της πραγματικότητας και στο φασματικό εικονι¬σμό του κόσμου: ο ποιητής απομακρύνεται χρονικά από τις τραυματι¬κές εμπειρίες και τις καταγράφει σε μια φανταστική πραγματικότητα, από την οποία απουσιάζει η χαρά. Τα «φάσματα» (τα είδωλα, τα φα¬ντάσματα, ο φόβος, η φρίκη) είναι παρόντα, αλλά η «χαρά» βρίσκεται αλλού («στον άλλο δρόμο»).

Το θέμα
    Το ποίημα έχει ως θέμα του το χρέος του ποιητή να «πετάει» ψηλότε¬ρα από τους άλλους ανθρώπους και να φρουρεί ως πνευματικός τα¬γός τις πανανθρώπινες αξίες.

Πρόσωπα
    Το πρόσωπο του ποιήματος είναι ο «ελεγκτής», που προβάλλεται με το α’ ρηματικό πρόσωπο και έχει σημεία ταύτισης με τον ποιητή: εί¬ναι «κληρονόμος πουλιών» και έχει «φτερά», γνωρίσματα που παρα¬πέμπουν στην ποιητική ιδιότητα του Σαχτούρη. Επίσης, ο «ελεγκτής» ζει σε δύσκολα χρόνια, όπως υποδηλώνει ο ματωμένος ουρανός, το χιόνι και τα σπασμένα φτερά: είναι τα χρόνια τα μεταπολεμικά, τη φρίκη των οποίων έχει έντονα στη μνήμη του ο ποιητής.
    Ο «ελεγκτής» εύκολα ταυτίζεται με τον ποιητή λόγω των σχετικών βιωμάτων και αντιλήψεών του. Σ’ αυτήν την ταύτιση συντελεί και το «εγώ» του ποιήματος, που προβάλλεται αυτόνομο στο στίχο 7.

Δομή
o    Ο τίτλος: ο τίτλος του ποιήματος «Ο Ελεγκτής» ακολουθεί τη συνήθη τακτική του Σαχτούρη: ένα ουσιαστικό συνοδεύεται από ένα οριστικό άρθρο (π.χ. «Το Ψωμί», «Ο Συλλέκτης», «Η Αποκριά»). Αυτός είναι ένας τρόπος για να ορίσει ο ποιητής το χώρο του, ώστε να προετοιμαστεί ο αναγνώστης για την είσοδο στον μαγικό ποιητικό του κόσμο. Ο τίτλος έχει συμβολικό περιεχόμενο και αναφέρεται στη συνειδητή αποστολή του ποιητή να βρίσκεται σε εγρήγορση για να «ελέγχει τ’αστέρια» και «να πετάει».
o    Ο χώρος και ο χρόνος: στο ποίημα είναι ευδιάκριτα δύο επίπεδα χώρου: η ουράνια και η γήι¬νη πραγματικότητα, που καθορίζονται με τις λέξεις «αίμα» και «χιόνι». Ο ουρανός μοιάζει με κήπο αιματοβαμμένο και χιονισμένο και η γη φαίνεται κατερειπωμένη. Και οι δύο χώροι παραπέμπουν συμβολικά  στη ζοφερή μετεμφυλιακή περίοδο (δεκαετία του ’50).
o    Οι νοηματικές ενότητες:  Τα δομικά στοιχεία των ποιημάτων του Σαχτούρη, όπως ειπώθηκε παραπάνω, είναι συνήθως τα ακόλουθα: α) η ιστορία-μήνυμα, β) η σκηνική διάρθρωση και γ) η ιδεοπλαστική εικόνα. Κάθε σκηνή απο¬τελεί μια ενότητα και ταυτίζεται με μια εικόνα, ενώ το μήνυμα προ¬έρχεται από όλες τις σκηνές έμμεσα. Στο συγκεκριμένο ποίημα έχου¬με τις εξής σκηνές-εικόνες:
                       1)Στίχοι 1-3: Στην πρώτη ενότητα ο ουρανός παρομοιάζεται με μπα¬ξέ γεμάτο αίμα και χιόνι.
                       2) Στίχοι 4-6: Στη δεύτερη ενότητα παρουσιάζεται ο ποιητής-ελεγκτής.
                       3) Στίχοι 7-11: Στην τρίτη ενότητα τονίζεται η ευθύνη του ποιητή στον κόσμο

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ  ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

 Ενότητα Α: η εικόνα του «κακοποιημένου ουρανού»  
        Η εικόνα αυτή είναι ιδεοπλαστική, μεταφέρει δηλαδή ένα μύνημα. Επίσης είναι υπερρεαλιστική, γιατί προέρχεται από τον φανταστικό κόσμο της ποίησης. Οι τρεις πρώτοι στίχοι απεικονίζουν το σκηνικό: τον ουρανό που μοιά¬ζει με κήπο αιματοβαμμένο και χιονισμένο (μεταφορά). O ουρανός παραβάλλεται με μπαξέ, ο ο οποίος όμως δεν είναι γεμάτος από λουλούδια και δέντρα, αλλά από αίμα που έχει απομείνει πάνω στο λευκό χιόνι. Η λέξη «μπαξές» αισθητοποιεί τον ασαφή χώρο του ουρανού και τον κάνει πιο συγκεκριμένο και πιο οικείο στις αισθήσεις μας. Η εικόνα ανακαλεί στο μυαλό μνήμες του αλβανικού πολέμου: το αίμα των στρατιωτών, που βάφει κόκκινο το χιόνι,  το σκληρό χειμώνα του ’42, την Κατοχή, τον Εμφύλιο και όλες τις μεταπολεμικές αντιπαλότητες. Το άσπρο, που συμβολίζει την ηρεμία και την επικράτηση του πνέυματος επί της ύλης, έχει εξαλειφθεί από το κόκκινο του μίσους. Ο ποιητής παίζει με την αντίθεση των χρωμάτων: το λευκό του χιονιού και το κόκκινο του αίματος, που αποτελούν και τα αγαπημένα χρώμα¬τα της ποίησης του. Εδώ όμως βλέπουμε πως ακόμη και το χιόνι, που είναι στοιχείο αγνότητας και εσωτερικής καθαρότητας, είναι λίγο και με αλλαγμένο χρώμα (από άσπρο γίνεται και αυτό κόκκινο). Καταλαβαίνουμε, επομένως, πως η αισιοδοξία δεν κυριαρχεί σε αυτήν τη μακάβρια εικόνα. Ο ουρανός —πάγιο αίτημα στην ποίηση του Σαχτούρη— συμβολίζει τον πνευματικό χώρο στον οποίο κινείται ο ποιη¬τής, εκεί όπου η ελευθερία, η δικαιοσύνη και οι άλλες αξίες έχουν περίοπτη θέση. Στην ενότητα αυτή μπορεί να διακρίνει κανείς και το δεύ¬τερο επίπεδο χώρου, το γήινο, αφού το αίμα και το χιόνι θα πέσουν από τον ουρανό στη γη.
     Ο ουρανός είναι ο ποιητικός χώρος που καλύπτει τόσο τις πνευματικές όσο και τις συναισθηματικές ανάγκες του ανθρώπου, διότι εκεί βρίσκεται η  χαρά και η ελευθερία. Εξάλλου το γαλάγιο είναι το χρώμα της απόλυτης ελευθερίας, της ουράνιας αλήθειας και της αιωνιότητας. Όμως το χιόνι και το αίμα καθιστούν τον ουρανό πιο δυσπρόσιτο (το κακό έχει συμβάλλει στο χώρο των ιδεών και των αξιών). Ο ουρανός εδώ δεν είναι γαλανός, ούτε παρουσιάζει πληρότητα και ευτυχία, καθώς φράση “γεμάτος αίμα” αντιστρέφει αμέσως το κλίμα.  Τα είδωλα των αντιθέσεων, ο πόνος του πολέμου, τα φαντάσματα του παρελθόντος σκοτώνουν το όνειρο και εξορίζουν τη φαντασία. Το “λίγο χιόνι” του δεύτερου στίχου αφήνει βέβαια κάποια περιθώρια δράσης, εφόσον πραγματοποιηθούν αυτά που ο ποιητής αναφέρει παρακάτω ( σύνδεση με την επόμενη εικόνα).

Ενότητα Β: η εικόνα του «ουράνιου μηχανοδηγού»
     Στην πρώτη εικόνα είδαμε ότι στον ουρανό-μπαξέ υπάρχουν δυσκολίες. Γι’ αυτό ο ποιητής σφίγγει τα σκοινιά του, ώστε να βρίσκεται σε κατάσταση ετοιμότητας.  Η δεύτερη σκηνή, λοιπόν,  απεικονίζει το ποιητικό υποκείμενο στον ουρανό ως ελεγκτή «μηχανοδηγό», που  προσδένεται και σφίγγει τα σκοινιά του για να κρατη¬θεί ψηλά. Προσπαθεί να ενεργοποιήσει όλες του τις δυνάμεις και να αποκαταστήσει τη επικοινωνία με τον ουρανό, προκειμένου να ακολουθήσει τη δύσκολη αλλά και ανοδική πορεία προς την πνευματική ανάταση ( ο ποιητής μεταβαίνει από τον κόσμο της λογικής στον υπερβατικό κόσμο του ονείρου).Έχει ανάγκη από ασφάλεια, σταθερότητα και σιγουριά στο δύσκολο αυτό εγχείρημα.. Το ρήμα «έσφιξα», σε χρόνο αόριστο, υποδηλώνει τη δυ¬σκολία της αποστολής του, η οποία έχει εκτελεστεί και στο παρελθόν, δεν αποτελεί δηλαδή διαδικασία που γίνεται για πρώτη φορά.  Έχει προφανώς κληθεί να ξαναελέγξει το φως των αστεριών. Η συνύπαρξη του παρελθόντος με το παρόν (“έσφιξα” – “να ελέγξω”) παρουσιάζει τη δράση του ελεγκτή διαχρονικά παρούσα, σε κάθε δύσκολη στιγμή.  Ποιο είναι όμως το χρέος του; Έχει ευθύνη, σ’ αυτή την εφιαλτική επο¬χή, να ελέγχει το φως των αστεριών και να επικοινωνεί με τον ουρα¬νό, δηλαδή να διατηρεί την πνευματική του νηφαλιότητα και να τη μεταλαμπαδεύει στους άλλους. Η χρήση του «πρέπει» μεταθέτει το έργο του ποιητή στο χώρο της δεοντολογίας και υποδηλώνει την αγω¬νία και την αναγκαιότητα του να ανταποκριθεί στην αποστολή του, ενώ το επίρρημα «πάλι» δηλώνει την αναγκαιότητα της συνεχούς επαγρύπνησης, Για να κάνεις, λοιπόν, κανείς αυτό το παράτολμο εγχείρημα, χρειάζεται αποφασιστικότητα, ετοιμότητα και αυτοσυγκέντρωση.
    Ο ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να λειτουργήσει ως ελεγκτής, γιατί αυτό του επιτάσσει το χρέος του απέναντι στον εαυτό του, στην ποίηση και στους άλλους ανθρώπους. Επομένως  «Ελεγκτής» των αστεριών είναι ο ποιητής, ο οποίος ως πνευματικός οδηγός μας κατευθύνει από τον κόσμο της λογικής στον κόσμο του παράλογου.  Σε μια εποχή ισοπεδωτική για τις αξίες, όπου ο εφιάλτης του εμφυλίου και της μεταπολεμικής περιόδου ζωντανεύουν, ο ποιητής οφείλει να ελέγχει τα αστέρια, να φωτίζει το δρόμο προς τον ουρανό, να διαφυλάττει τα πνευματικά αγαθά και τα ιδανικά, κουβαλώντας μαζί του όσο περισσότερους απλούς ανθρώπους μπορεί.  Έχει υποχρέωση να μην  αφήσει τους ανθρώπους να σπαράσσονται, γιατί έτσι εγκαταλείπουν το πνεύμα τους και απορροφώνται από την ύλη. Αυτό το δύσκολο ταξίδι, το επικίνδυνο άλμα προς τον ουρανό, δεν είναι σε θέση να το πραγματοποιήσει ένας απλός άνθρωπος, γι’ αυτό ο ποιητής πρέπει να είναι σε εγρήγορση και συνεχή επαγρύπνηση, σαν ένας άγρυπνος φρουρός του ουρανού, που ελέγχει αν τα αστέρια εξακολουθούν να έχουν το ασημόχρυσο χρώμα τους. Τα στέρια δεν πρέπει να σβήσουν, γιατί τότε θα απλωθεί το απόλυτο σκοτάδι και στον ουρανό και στη γη. Ο ποιητής, χάρη στις ξεχωριστές του ικανότητες, μπορεί να πλησιάζει τον ουρανό και να οδηγεί τους υπόλοιπους ανθρώπους από την πεζή πραγματικότητα στον κόσμο του ονείρου και της φαντασίας (ποιητής →διαμεσολαβητής και καθοδηγητής, προκειμένου να απολαύσουν τα αγαθά του πνεύματος και οι απλοί άνθρωποι). Ευθύνη του ποιητή είναι να εκπληρώσει αυτό το διαρκές αίτημα για ουρανό. Η ανάληψή αυτής της ευθύνης προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη και δε χωρά αναβλητικότητα ή παθητικότητα.

Ενοτητα Γ: η εικόνα του ποιητή με τα σπασμένα φτερά
       Η τρίτη εικόνα παρουσιάζει τον ποιητή μεταμορφωμένο σε πουλί να εποπτεύει τον ουράνιο και το γήινο χώρο. Ο ποιητής δηλαδή μεταμορφώνεται σε πουλί που έχει κληρονομήσει την ευθύνη της διαφύλαξης της πνευματικής παράδοσης. Στο στίχο 7 το ποιητικό υποκείμενο αυτονομείται («εγώ») για να τονιστεί ακόμη περισσότερο η ατομική του ευθύνη.  Το ποιητικό υποκείμενο μπαίνει ανάμεσα στις δύο εικόνες, καθ΄ψς βρίσκεται στο μέσο της απτής πραγματικότητας και της φαντασίας. Με τη φράση «κληρονόμος πουλιών» καθορίζεται η αποστολή του ποιητή: η φύση του ποιητή, οι ξεχωριστές ιδιότητες με τις οποίες είναι προικισμένος, η δυνατότητά του να ίπταται ψηλότερα από άλλους ανθρώπους και να αιωρείται ανάμεσα στη γη κι στον ουρανό.  Η ιδιότητα αυτή των πουλιών συμβολίζει την απελευθέρωση. Κοινός, λοιπόν, χώρος του ποιητή και των πουλιών είναι ο ουρανός. Ως «κληρονόμος πουλιών», αγωνίζεται να είναι συνεπής στο χρέος του, «έστω και με σπασμένα φτερά». Η φράση αυτή απεικονίζει τα ψυχικά τραύματα και τις δυσάρεστες εμπειρίες του ποιητή από τη δύσκολη εκείνη εποχή. Είναι η κόλαση του πολέμου, του εμφυλίου και των μετεμφυλιακών χρόνων που σπάει τα φτερά του”Αυτή η πραγματικότητα που βιώνει του τσακίζει τα φτερά, τη δύναμη και την ελπίδα. Ωστόσο ο ποιητής δεν υποτάσσεται και δεν παραιτείται. Έστω και «τραυματισμένος» θα προσπαθήσει να εκπληρώσει το χρέος του, να απομακρυθεί από τη νοσηρή πραγματικότητα με σκοπό να επαναφέρει λίγο ουρανό στη γη. Νιώθει ότι πρέπει να παρουσιάσει στους ανθρώπους μια καλύτερη πραγματικότητα και τίποτα δεν τον αποτρέπει από αυτήν την αποστολή του.
    Το «εγώ» του ποιητή αυτονομείται και καταλαμβάνει ολόκλη¬ρο το στίχο, δείχνοντας την ιδιαιτερότητα της αποστολής του ως θέματοφύλακα των ηθικοπνευματικών αξιών μέσα σε δύσκολους καιρούς. Το ρήμα «πρέπει» τονίζει την αναγκαιότητα αυτού του ρόλου και τη συναίσθηση της ευθύνης του ποιητή. Η ενότητα αυτή προβάλλει το «μήνυμα» του ποιήματος: ο ποιητής πρέπει να βρίσκεται σε εγρήγορ¬ση, έστω και αν είναι ψυχικά τραυματισμένος από την εποχή του. Ακόμη δηλαδη και μπροστά σε ανυπέρβλητα εμπόδια και αντικειμενικές δυσκολίες, πρέπει με θέληση, δύναμη, υπομονή και αποφαστιστικότητα να συνεχίζει το έργο του.Ο «τραυματισμός» του ποιητή εκφράζεται με την εικόνα των «σπασμέ¬νων φτερών», φράση που συνδέει το ποίημα με το απαισιόδοξο κλίμα της ποίησης του Καρυωτάκη («Έχω κάτι σπασμένα φτερά»).

ΑΙΣΘΗΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

Εκφραστικοί τρόποι /μέσα
        Στοιχεία τεχνικής: Το ποίημα ανήκει στη νεοτερική ποίηση, στο νεοϋπερρεαλισμό: συν¬δυάζει στοιχεία του υπερρεαλισμού, του συμβολισμού και του εξπρε¬σιονισμού και κινείται σ’ έναν εξωλογικό χώρο, όπου κυριαρχεί η τολμηρή φαντασία: Το ποιητικό υποκείμενο πετά σαν πουλί με τραυ¬ματισμένες φτερούγες στον ουρανό και ελέγχει τα αστέρια. Τα γεγο¬νότα βιώνονται υποκειμενικά και με συναισθηματική φόρτιση. Το μήνυμα του ποιήματος στηρίζεται σε τρεις σκηνές-εικόνες, που συν¬δέονται μεταξύ τους με δύο βουλητικές προτάσεις, οι οποίες αποτε¬λούν τους βασικούς αρμούς (άξονες) του ποιήματος και καθορίζουν το ρόλο του ποιητή και την ευθύνη του απέναντι στους άλλους: «πρέπει και πάλι να ελέγξω / τ’ αστέρια», «πρέπει / έστω και με σπασμένα φτερά / να πετάω. Οι δύο αυτές βουλητικές προτάσεις έχουν συνδετικό ρόλο, ενώ συνδέουν τη δεύτερη με την τρίτη σκηνική ενότητα (από πλευράς περιεχομένου προσδιορίζουν το χρέος του ποιητή).
      Αξιοσημείωτο είναι το πώς χρησιμοποιούνται τα σύμβολα (ο ουρανός, το χιόνι, τα αστέρια, τα σπασμένα φτερά). Η προσπάθεια απόδοσης των ψυχικών καταστάσεων με τρόπο έμμεσο και συμβολικό οδηγεί σε μια υπαινικτική και υποβλητική χρήση της γλώσσας, σε συνδυασμό με μια αφθονία εικόνων και μεταφορών.  Ο ποιητής που εκφράζεται μέσα από σύμβολα δεν έχει ως στόχο τη μίμηση της φύσης, του εξωτερικού κόσμου ή της πραγματικότητας, αλλά τη δημιουργία ενός άλλος, διαφορετικού ποιητικού κόσμου.

     Η εικονοποιία του Σαχτούρη:  στο ποίημα κυριαρχούν οι εικόνες (ο ματωμένος ουρανός, ο ποιητής-ελεγκτής, ο ποιητής ως χτυπημένο πουλί). Κάθε εικόνα βασίζεται σε συνειρμούς, είναι σχετικά αυτόνομη και μοιάζει να συμπυκνώνει μια μικρή ιστορία. Η τελευταία εικόνα μάλιστα διευρύνεται, για να χωρέσει και τις άλλες: ο ποιητής πετάει με σπασμένα φτερά ως τον ουρανό, που κι αυτός όμως είναι ματωμένος. Η τολμηρή αυτή εικονοπλασία προδίδει την επιρροή που δέχτηκε ο ποιητής από τον Υπερρεαλισμό.
     Με την εικονοπλασία ο Σαχτούρης αποκαλύπτει τη διάθεσή και τη διάνοιά του, ενώ παραπέμπει κατευθείαν στην ιδέα που θέλει να περάσει (ιδεοπλαστικές εικόνες → φορείς μηνυμάτων). Οι εικόνες του συγκροτούν και στηρίζουν την ιδέα και τον τρόπο που αυτή εκφέρεται. Στον Ελεγκτή η εικόνα του κακοποιημένου ουρανού συγκροτεί την ιδέα μέσα από τη σκηνή ενός ουράνιου μηχανοδηγού (σκοινιά) και του ρόλου του, όπου ο ποιητής ως ιερό πουλί σακατεμένο από τους δύσκολους καιρούς πρέπει να κάνει τη διαδρομή του από τη γη στον ουρανό. Όλες οι γλωσσικές επιλογές του Σαχτούρη και τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιεί συντελούν στο να εικονογραφήσει καλύτερα τα θέματα που πραγματεύεται. Είναι επίσης χαρακτηριστική η έντονη αίσθηση των χρωμάτων στην ποίηση του Σαχτούρη (π.χ. στην πρώτη εικόνα του ουρανού). Οι περισσότερες βέβαια από τις εικόνες του Σαχτούρη ανήκουν σε έναν υπερλογικό χώρο, όπου κυριαρχεί η τολμηρή φαντασία (π.χ. η εικόνα του κακοποιημένου ουρανού που παρομοιάζεται με ένα μπαξέ γεμάτο αίμα και η εικόνα στην οποία ο ποιητής μεταμορφώνεται σε πουλί- ουράνιο μηχανοδηγό).

Ο τρόπος ανάπτυξης του θέματος – τεχνική
      Η τεχνική του Σαχτούρη είναι αφαιρετική, παρέχει μόνο τα απαραίτητα και από το συγκεκριμένο προχωρά στο συμβολισμό και στο μήνυμα που προσπαθεί να μεταδώσει. Σταθερά στοιχεία στην ποίηση του Σαχτούρη είναι μια ιστορία, οι ιδεοπλαστικές εικόνες και η σκηνική διάρθρωση. Έτσι, λοιπόν, κι εδώ έχουμε:
1.    την ιστορία του ποιήματος, που είναι ο ρόλος και η ευθύνη του ποιητή απέναντι στον ίδιο, στην ποίηση και στην κοινωνία,
2.    τρεις ιδεοπλαστικές εικόνες (βλ. σχόλια που προηγούνται για την εικονοποιία του Σαχτούρη) και
3.    σκηνές που διαρθρώνονται με βάση τις εικόνες και εναλλάσσονται γρήγορα με κινηματογραφική ταχύτητα. Οι βουλητικές προτάσεις, τα «πρέπει» (στ.5 και 9), συνδέουν τις σκηνικές εικόνες-ενότητες μεταξύ τους, ενώ ταυτόχρονα προσδίδουν την έννοια του ηθικού χρέους στην αποστολή του «ελεγκτή» (έχουν δηλαδή και δομικό και νοηματικό ρόλο).

Σκηνογραφία –Σκηνοθεσία του ποιήματος
      Α) Ο χώρος απλώνεται σε δύο περιοχές που αλληλοσυμπλέκονται: στη γη, στην πραγματική δηλαδή περιοχή από όπου ξεκινά ο «ελεγκτής» και στο ματωμένο ουρανό, τη μυθιστορηματική (φανταστική) δηλαδή προέκταση της πρώτης.
      Β) Ο χρόνος  είναι απροσδιόριστος, αλλά το επίρρημα «και πάλι» δίνει στο έργο του Ελεγκτή το στίγμα της επαναληπτικότητας
      Γ) Η δράση ορίζεται από την ευθύνη του ποιητή-ελεγκτή να συνεχίσει το δύσκολο εγχείρημα του («να πετάει έστω και με σπασμένα φτερά»), μέσω του οποίου 1)συνδέονται και επικοινωνούν η γη και ο ουρανός (δηλαδή ο πραγματικός κόσμος με το φανταστικό/υπερπραγματικό) και 2) δίνεται η δυνατότητα στους αναγνώστες της ποίησης να επιχειρήσουν και να πραγματοποιήσουν ένα ανάλογο «ταξίδι».

Γλώσσα- Στιχουργική – Ύφος
      Οι λέξεις του ποιήματος υπάγονται στον προσωπικό ποιητικό κώδικα του Σαχτούρη, ο οποίος τις αποσπά από τις συνήθεις σχέσεις τους και τις νόμιμες σημασίες τους, και στη συνέχεια τις επανασυναρμολογεί. Η γλώσσα του ποιήματος είναι απλή και το λεξιλόγιο λιτό. Ο ποιητι¬κός λόγος κυριαρχείται από ουσιαστικά και ρήματα, τα οποία προσ¬δίδουν στο ποίημα πυκνότητα και βάθος. Η διατύπωση – κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε ένα εξαιρετικά ολιγόστιχο ποίημα – είναι άλλοτε ελλεπτική («έσφιξα τα σχοινιά μου», «κληρονόμος πουλιών») και άλλοτε πληθωρική («ένας μπαξές γεμάτος αίμα είναι ο ουρανός»).
      Οι στίχοι είναι, σχεδόν, μο¬νολεκτικοί, αντιλυρικοί, και εκφράζουν την τραυματισμένη ψυχή του ποιητή (ύφος αντιλυρικό, λιτό, πυκνό και υπαινικτικό). Ο κατακερματισμός του στίχου, η απουσία στίξης, η λιτότητα στα εκφραστικά μέσα και η ελευθερία στην οργάνωση του λόγου (ελεύθερος στίχος) μαρτυρούν επιρροές από τον Υπερρεαλισμό.

Σχήματα λόγου
     -οι μεταφορές («Ένας μπαξές γεμάτος αίμα είν’ ο ουρανός», «πρέπει… να ελέγξω / τ’ αστέρια», «εγώ /κληρονόμος που¬λιών», «σπασμένα φτερά»).

                                                  ΣΥΝΟΛΙΚΗ  ΘΕΩΡΗΣΗ  ΤΟΥ  ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

Ψυχογραφία του ποιητικού υποκειμένου
     Το ποιητικό υποκείμενο έχει συναίσθηση της ευθύνης του ως κληρονό¬μου πουλιών, ως πνευματικού ανθρώπου, που πρέπει να φανεί αντά¬ξιος της παράδοσης που του κληροδότησαν. Η παράλογη εποχή όμως του έχει τσακίσει τα φτερά του και δεν μπορεί να πετάει ψηλά με έμπνευση, ώστε να δημιουργεί τέχνη και να έχει καθοδηγητικό ρόλο στη διαφύλαξη των αξιών.

Ένα ποίημα για την ποίηση
     Το ποίημα αυτό εντάσσεται στην ενότητα «Ποιήματα για την ποίη¬ση», γιατί έχει ως θέμα του το ρόλο του ποιητή σε δύσκολα χρόνια

Γενική αξιολόγηση
      Ο «Ελεγκτής» είναι ένα λιτό, σύντομο και πυκνό ποίημα, που πετυ¬χαίνει με νεοϋπερρεαλιστικό τρόπο να αποδώσει την οδυνηρή πραγ¬ματικότητα που βιώνει ο ποιητής, καθώς και το χρέος του απέναντι στην εποχή του. 
                                                          
**Ο ουρανός στην ποίηση του Σαχτούρη
        Ο ουρανός είναι ένα πάγιο αίτημα στην ποίηση του Σαχτούρη. Εικόνες που εστιάζουν στον ουράνιο κόσμο εντοπίζονται συχνά στη σαχτουρική ποίηση, είτε αυτόνομες, είτε διαπλεκόμενες με το γήινο επίπεδο (η λέξη ουρανός λ.χ. αναφέρεται πάνω από πενήντα φορές στην ποίησή του).  Οι ουράνιες αυτές εικόνες παρουσιάζονται με διάφορους τρόπους : ο ουρανός αποτελεί ένα χώρο ελπίδας και λύτρωσης ή συγκροτεί ένα χώρο δικαίωσης, άλλες φορές παραπέμπει στο θάνατο και άλλοτε εμφανίζεται ως ένας χώρος γεμάτος παγίδες. Στον Ελεγκτή ο ουρανός, μέσα από την ανθρώπινη παρέμβαση, μοιάζει με κήπο ματωμένο. Ωστόσο πέρα από τις αρνητικές ιδιότητες, ο ουρανός παρουσιάζεται ποιητικά ως χώρος επιθυμητού ταξιδιού. Γενικά η ποίηση του Σαχτούρη αγκαλιάζει τόσο το γήινο όσο και το ουράνιο επίπεδο.
      Ο συμβολισμός του ουρανού στο ποίημα: είναι ο χώρος όπου διαφυλάσσονται οι αξίες, τα ιδανικά και όλα τα πνευματικά αγαθά. Ένας χώρος έξω από τη λογική και τη σκληρή πραγματικότητα που σκοτώνει κάθε τι ανώτερο. Είναι ο «άλλος δρόμος»,ο ονειρικός, μακριά από τον πεζό, ωμό και ενίοτε κτηνώδη κόσμο. Είναι ο κόσμος της μαγείας της φαντασία και της ποίησης, όπου ο ποιητής ελέγχει και περιφρουρεί. Σ’ αυτόν τον χώρο της επαγγελίας οφείλει να μεταφέρει τους απλούς ανθρώπους, γι’ αυτό φροντίζει –ελέγχοντας τα αστέρια- να είναι φωτισμένος ο δρόμος.

Συσχετισμός τίτλου και περιεχομένου
     Ο τίτλος του ποιήματος ορίζει το χώρο του, ώστε να προϊδεάσει τον αναγνώστη για τη είσοδό του στο μαγικό κόσμο της φαντασία του ποιητή.
     Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ορίζει το χρέος του ποιητή με μία λέξη: ο ποιητης είναι αυτός που πρέπει να αποκαταστήσει την επικοινωνία των ανθρώπων με τον ουρανό, να ελέγχει τα αστέρια ώστε να φωτίζουν συνεχώς την πορεία προς τα πάνω, να ίπταται σαν πουλί και να περιφρουρεί τις υψηλές αξίες, τα ιδανικά, την παράδοση και όλες τις πνευματικές ιδέες που βρίσκονται στον υπεραισθητό χώρο του ουρανού.
   
**Τα «αντικείμενα» της σαχτουρικής ποίησης
         Στο Σαχτούρη τα αντικείμενα που χρησιμοποιεί είναι φάσματα που κινούνται από τον πραγματικό κόσμο στον ονειρικό, στον κόσμο του υποσυνειδήτου. Η ποιητική πραγματικότητα διαμορφώνεται μέσα από τη σκέψη του ποιητή, ο οποίος μεταφέρεται από τον κόσμο της λογικής στον κόσμο του παραλόγου. Μέσα σε αυτήν την «υπερ-πραγματικότητα», στον υπεραισθητό-υπερλογικό χώρο της ποίησης, τα αντικείμενα μετατρέπονται σε σύμβολα, χάνουν τις πραγματικές τους ιδιότητες και επιφορτίζονται τις ιδιότητες που τους προσδίδει η φαντασία του ποιητή. Συχνά βέβαια η πραγματικότητα του αισθητού κόσμου δε διακρίνεται εύκολα από την πραγματικότητα του ποιητικού κόσμου, γι’ αυτό και τα είδωλα των αντικειμένων δε ξεχωρίζουν από τα αισθητά αντικείμενα.

Ρεαλιστικά στοιχεία
     Ο Μ. Σαχτούρης αντλεί τα θέματά του από τις εμπειρίες του, τα προσωπικά του βιώματα και την εποχή του. Στην ποίησή του μεταφέρει το κλίμα από την μετά τον εμφύλιο εποχή. Αυτό συμβαίνει και στον Ελεγκτή, που δημοσιεύτηκε το 1958 και απεικονίζει τη ψυχική κατάσταση του ποιητή στα δύσκολα εκείνα χρόνια. Ενδείξεις για την περίοδο εκείνη στο ποίημα αποτελούν ο ματωμένος ουρανός, το χιόνι και τα σπασμένα φτερά. Όλα αυτά προδίδουν τις τραυματικές εμπειρίες των ζοφερών εκείνων χρόνων.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΕΣ ΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

 Σε συνέντευξή του στην Καθημερινή το 2000 είχε επίσης πει: «O ρόλος του ποιητή είναι ένας, και στους εύκολους και στους δύσκολους καιρούς: να είναι ο εαυτός του και να γράφει αυτό που λέει η καρδιά και το μυαλό του. Aπόδειξη ότι όσοι επηρεάστηκαν πολύ από τα γεγονότα, δηλαδή όσοι πήραν θέσεις πολύ επαναστατικές, χάθηκαν. Mόνο ένας ειλικρινής έμεινε: ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Ήταν ένα σωρό αριστεροί, οι οποίοι έσβησαν όλοι. Γιατί δεν είναι περιστασιακή η ποίηση, είναι αιώνια.»

 Στην ίδια συνέντευξη (Η Καθημερινή το 2000) είχε δηλώσει: «Oι εμπνεύσεις μου έρχονται σχεδόν ουρανοκατέβατες. Πολλές φορές με αγωνία. Kαμιά φορά έχω κάποιο πρόσωπο υπόψη μου ή κάποια κατάσταση. Tα περισσότερα όμως είναι ξεκρέμαστα. Eχω γράψει βέβαια μερικά ποιήματα που αναφέρονται σε πρόσωπα που αγαπώ, Έλληνες και ξένους. Oπως τον Γεράσιμο Σκλάβο, τον Nίκο Eγγονόπουλο, τον Διαμαντή Διαμαντόπουλο, έναν ζωγράφο που αδικήθηκε.»

Στο περιοδικό «Διαβάζω» (Iανουάριος 2003) είχε πει: «Aυτό που εξακολουθώ να πιστεύω είναι ότι δεν βοηθάει σε τίποτα η παρουσία του ποιητού σε συμπόσια και τέτοια, το έργο του είναι αυτό που θα μιλήσει, και δεν μετείχα ποτέ σε συμπόσια και σε συνέδρια».

ΚΡΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

  « Ως εκπρόσωπος του είδους του αναλαμβάνει να αποκαταστήσει τη διασαλεμένη τάξη των πραγμάτων και να δώσει το κύρος που αναλογεί στις αξίες της ζωής και να αποκτήσει εσωτερική πληρότητα» (Παπαντωνάκης, Γ., 2000).

  «…ένας κόσμος κλειστός και περιχαρακωμένος, με βασικό στόχο την πικρή αίσθηση της ζωής. Μια υπαρξιακή θλίψη που εκφράζεται κατά προτίμηση με παραβολές και μικρούς μύθους, ακόμη και με αινιγματικά σύμβολα και εικόνες, που φτάνουν το αλλόκοτο, το τρομαχτικό και το παραμορφωμένο. Έντονα επηρεασμένος από την υπερρεαλιστική γλώσσα και την τεχνική (του Εγγονόπουλου π.χ.) παρουσιάζει λιτότητα στα εκφραστικά μέσα και ευρηματικότητα στην εκλογή νέων λέξεων» (Λ. Πολίτης, 1978)

 «Ο Μίλτος Σαχτούρης δεν εντάχθηκε πολιτικά σε καμιά παράταξη. Γι’ αυτό η ποίησή του είναι απαλλαγμένη από κάθε ιδεολογική επικάλυψη. Μέσα στην ποίησή του είναι πάντοτε αισθητή η παρουσια της εφιαλτικής εποχής του. Ο φανταστικός κόσμος μέσα στον οποίο κινείται η ποίηση του έχει ως υπόστρωμα τον ταραγμένο κόσμο αυτής της εφιαλτικής εποχής Στην ποίησή του (από την Τρίτη κυρίως συλλογή) τα θέματά του κυμαίνονται ανάμεσα α)στις εμπειρίες του και τα βιώματά του και β) τα ποιητικά τους είδωλα […] Γενικά η ποίηση του Σαχτούρη είναι μια ποίηση που αμφισβήτησε το συνηθισμένο τρόπο της λυρικής γραφής, εισήγαγε την τεχνική της υπερρεαλιστικής κατασκευής και είναι προσγειωμένη μέσα στα ίδια τα πράγματα» (Καρβέλης, Τ. 1983).

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2969

Πανελλαδικές: Πόσα χρήματα παίρνουν επιτηρητές και βαθμολογητές

cleverclass – Πανελλαδικές: Πόσα χρήματα παίρνουν επιτηρητές και βαθμολογητές.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2966

“Το Αμάρτημα της Μητρός μου” , Γ. Βιζυηνός (Συνοπτική Ανάλυση)

Το Αμάρτημα Της Μητρός Μου

  Είναι ηθογραφικό διήγημα, δηλαδή θέμα είναι ο τρόπος ζωής των ανθρώπων της υπαίθρου, τα ήθη, τα έθιμα και οι παραδόσεις, οι προλήψεις και η διαγραφή των χαρακτηριστικών των ανθρώπινων τύπων, παρόλο που δεν διαφαίνεται ακριβώς ο χαρακτήρας τους, αλλά μας δίνεται η δυνατότητα να βγάλουμε συμπεράσματα γι’ αυτούς μέσα από τα έργα τους.

  Είναι αφηγηματικό διήγημα με μικρή σχετικά έκταση και ολοκληρωμένη υπό-θεση.

Αυτοβιογραφικά στοιχεία που εντοπίζουμε:

  •   Αναπλάθονται εντυπώσεις και προσωπικά βιώματα

 

  • Ο αριθμός μελών της οικογένειας

 

  •  Τα ονόματα

 

  •  Τα τραγικά γεγονότα ενδέχεται να είναι και πλαστά, όμως τα έντονα προσωπικά       βιώματα είναι αληθινά.

Α’ Ενότητα: Η ασθένεια και ο θάνατος της Αννιώς

  Κύρια Πρόσωπα

§Η Αννιώ, η μοναχοκόρη της οικογένειας, η οποία ασθενεί βαριά και τελικά πεθαίνει.

§Η Δεσποινιώ, η μητέρα, που είναι χήρα

§Ο Μιχαλιός, ο πατέρας, που έχει πεθάνει, αλλά η παρουσία και η απουσία του προβάλλονται έντονα.

§Τρία μικρά παιδιά: Ο αφηγητής, ο Γιωργής

                                Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Χρηστάκης

                                Ο βενιαμίν της οικογένειας, ο Μιχαλιός 

  Αξιοπρόσεχτο στοιχείο τεχνικής: Αναφέρεται το όνομα μόνο της Αννιώς, ενώ τα υπόλοιπα αποκαλύπτονται στη συνέχεια.

  Όπως αποκαλύπτεται αργότερα, ανάμεσα στον πρωτότοκο Χρηστάκη και στο Γιωργή, είχε γεννηθεί κι άλλη Αννιώ που θανατώθηκε ακούσια από τη μητέρα της.

  Ψυχογραφίες

  •  Η μητέρα δείχνει στην Αννιώ υπερβολική αγάπη, αδυναμία, προσκόλληση, ενώ η στάση της προς τους τρείς γιούς της θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αδιά-φορη. Η μεροληπτική αυτή στάση φτάνει στο αποκορύφωμα και γεννά προ-βληματισμούς όταν η μητέρα ζητά από το Θεό να ζήσει η Αννιώ με αντάλ-λαγμα τη ζωή ενός από τα αγόρια. Πιστή στο Θεό, όμως αδύναμη να εκ-λογικεύσει τα χτυπήματα της μοίρας, παρασύρεται από κάθε δολερό αγύρτη και κάνει κάθε τι για να σώσει τη μοναχοκόρη της.

 

  •  Η Αννιώ δεν δείχνει να επηρεάζεται από τις τόσες περιποιήσεις της μητέρας. Είναι καλοσυνάτη και τρυφερή απέναντι στ αγόρια, χωρίς διακρίσεις και προ-τιμήσεις. Ούτε τα χάδια της μητέρας ούτε η αρρώστια της δείχνουν να μετα-βάλλουν το χαρακτήρα της.

 

  •  Τα τρία αγόρια δε δείχνουν να προβληματίζονται με την υπερβολική αγάπη που δείχνει η μητέρα στην Αννιώ· τη θεωρούν φυσιολογική, μιας κι η Αννιώ εί-ναι η μόνη τους αδελφή και φιλάσθενη. Η ανατροπή αυτών των αισθημάτων ξε-κινά όταν ο αφηγητής ακούει την παράκληση της μητέρας προς το Θεό και τότε αρχίζει να αισθάνεται όχι απλά παραμελημένος, αλλά ανεπιθύμητος. 

Φράση-κλειδί της ενότητας:

Η Αννιώ ήτο κατά δυστυχίαν ανέκαθεν καχεκτική και φιλάσθενος.

Η παραπάνω φράση και οι παραλλαγές της βοηθούν τον αναγνώστη να παρακο-λουθήσει τις διαδοχικές φάσεις της πορείας της ασθένειας και υπηρετούν τη συνοχή του κειμένου. Επιπλέον η επανάληψη μας κάνει να συνειδητοποιούμε την επιδεί-νωση της ασθένειας. 

Στο πρώτο μέρος της ενότητας κυριαρχούν τρία βασικά μοτίβα:

    α) Η απόλυτη προσήλωση της μητέρας στην άρρωστη Αννιώ

    β) Η επιδείνωση της Αννιώς

    γ) Η αγάπη της Αννιώς για τα αδέλφια της

  Υπάρχει ένα κεντρικό τρίγωνο: Η μητέρα, η Αννιώ, εμείς· ο αφηγητής βρίσκεται κρυμμένος στο ‘‘εμείς’’.

  Πολύ έντονο σε όλο το α’ μέρος το λαογραφικό στοιχείο, συνυφασμένο με δεισι-δαιμονίες και θρησκευτική ευλάβεια. Υπερβατικές ερμηνείες για τα πάντα, κατάφυ-γή σε βοτάνια και γητείες, άρνηση εκλογίκευσης των καταστάσεων.

  Η σκηνή στην εκκλησία φέρνει την Αννιώ σε δεύτερη μοίρα και περνά σε πρώτο πλάνο το πρόσωπο του αφηγητή. Το όλο σκηνικό της εκκλησίας καθώς και το τραυ-ματικό για τον ίδιο περιεχόμενο της προσευχής της μητέρας του, κλονίζουν την προσωπικότητα και την ψυχική κατάσταση του Γιωργή. Έχουμε συσσώρευση έντον-ων συναισθημάτων, όπως φρίκη, πανικός, φόβος, παράπονο, πικρία.

  Ο αφηγητής εδώ είναι δραματοποιημένος (είναι παρών μέσα στην αφήγηση)· βλέ-πει από εσωτερική οπτική γωνία, συμμετέχει στα δρώμενα και διηγείται σε α’ πρό-σωπο. Μάλιστα στη συγκεκριμένη σκηνή γίνεται το κύριο πρόσωπο της ‘‘δράσης και βιώνει ένα φοβερό δράμα. 

  Σ’ αυτό το επεισόδιο συντελείται μια μικρή αναχρονία με τη μορφή αναδρομής, που αναφέρεται στη διαρκή αίσθηση του Γιωργή ότι η μητέρα του δεν τον αγαπά κι ανέκαθεν τον παραμελούσε· η αναδρομή αυτή και ο όλος προβληματισμός του ήρ-ωα θα απαντηθούν, όταν αποκαλυφθεί η αμαρτία.

  Επίσης παρατηρούνται αλλαγές στο χώρο και στο χρόνο: η υπόθεση μεταφέρεται από το σπίτι στην εκκλησία κι έπειτα πάλι στο σπίτι και ο χρόνος γίνεται πολύ πιο συγκεκριμένος, αφού λόγω των καιρικών συνθηκών καταλαβαίνουμε πως είναι πάλι χειμώνας. Ακόμη έχουμε μετάβαση από τον παρατατικό στον αόριστο. 

  Η σχέση μητέρας – αφηγητή περνάει πια σε άλλο επίπεδο. Η μητέρα, που μάλλον έχει καταλάβει τι έχει συμβεί, προσπαθεί να αποκατασταθεί στα μάτια του παιδιού και του δείχνει ιδιαίτερη τρυφερότητα· αντίθετα, οι φόβοι του Γιωργή ξυπνούν κι υπάρχει μια στάση εκδίκησης, που γίνεται φανερή με τη μορφή που δίνει στην προσευχή προς τον πατέρα ζητώντας του να πάρει εκείνος τη θέση της Αννιώς.

  Εντύπωση προκαλεί η αναδρομική αφήγηση που αναφέρεται στο γύφτο, αφού, παρότι παραμένει ανώνυμος, πρέπει να προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στην παιδική ψυχή, η οποία τον περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια. 

  Ο θάνατος της Αννιώς έρχεται ως κατάληξη ενός λαϊκού δρώμενου που ξετυλίγεται μέσα σε ατμόσφαιρα θρησκευτικής ευλάβειας, αλλά και με έντονο το στοιχείο των δοξασιών και των δεισιδαιμονιών. Τα πάντα απόκεινται πια στη θεοποίηση του νε-κρού πατέρα και στην υπερφυσική ικανότητα του να κατορθώνει τα ακατόρθωτα. Η όλη διαδικασία έχει καθορισμένο τελετουργικό. Η χρυσαλίδα είναι φορέας της ψυ-χής του νεκρού και το τέλος της Αννιώς έρχεται τη στιγμή που κορυφώνεται η ελ-πίδα. Ο συγγραφέας το παρουσιάζει με πικρή ειρωνεία, αλλά και με λυρισμό και τρυφερότητα· δεν αναφέρεται σε θρήνους και μελοδραματισμούς, αλλά διακριτικά προχωρεί σε μια πιο λιτή περιγραφή.

  Εντοπίζονται δύο αναδρομές, η αναφορά στη σύνθεση του μοιρολογιού από το γύ-φτο και η ανάκληση στη μνήμη του Γιωργή του εθίμου της πόσης του αγιασμού. Στόχος η έμφαση και η υπόδειξη της επανάληψης παρόμοιων καταστάσεων.

B’ Ενότητα: Η αντιμετώπιση της νέας κατάστασης – Οι υιοθεσίες 

  Παθητική πρώτη αντίδραση: Κατάρρευση της μητέρας, παραφροσύνη, πλήρης αδιαφορία, εγκατάλειψη των υπόλοιπων παιδιών. Κίνητρο για αφύπνιση η ανέχεια και οι τραγικές οικονομικές συνθήκες στις οποίες έχει περιέλθει η οικογένεια, πράγμα που αναγκάζει τη μητέρα να αναλάβει εκ νέου τα καθήκοντά της.

  Θαρραλέα αντιμετώπιση της νέας κατάστασης: Η δραστηριοποίηση της μητέρας δε θυμίζει σε τίποτα την προηγούμενη νωχελική στάση της, καθώς εργάζεται σαν άντ-ρας.

  Υιοθεσία: Καθορισμένο τελετουργικό με αναφορές σε θρησκευτικά και λαϊκά δρώμενα. Σε πρώτη φάση ο χαρακτήρας είναι καθαρά θρησκευτικός και συντελείται ενώπιον Θεού και ανθρώπων, ενώ ακολουθεί λαϊκό δρώμενο που κορυφώνεται με τη σκηνή του αποχαιρετισμού.

  Υπερβολική προσήλωση της μητέρας στη θετή κόρη: Νέα προβλήματα στην οικο-γένεια· η μητέρα και πάλι προσκολλάται στο κορίτσι και αδιαφορεί για τα υπόλοιπα παιδιά. Ο αφηγητής μέσα σε ελάχιστες γραμμές αναφέρει την πορεία της υιοθετη-μένης μέχρι το γάμο της και απαξιοί να αναφέρει μέχρι και το όνομα της.

  Νέα υιοθεσία: Δημιουργούνται έντονες αντιδράσεις πλέον, αφού τα αγόρια είναι μεγάλα πια σε ηλικία και μπορούν να πάρουν θέση. Η μητέρα για να στηρίξει ηθι-κά την ενέργειά της α) επικαλείται το γεγονός ότι το βρέφος είναι ορφανό και β) επι-καλείται την υπόσχεση του ξενιτεμένου Γιωργή ότι θα θρέψει το ψυχοπαίδι της. Αυ-τή της η αναφορά προοικονομεί και την επάνοδο του Γιωργή στο σπίτι. 

Μητέρα:

  •   Δυναμική και οργανωτική, ιεραρχεί σωστά τις αξίες

 

  • Εργατική, υπεύθυνη

 

  •  Επιμονή, επιβολή, κύρος και αυταρχισμός

 

  • Με αυξημένο το αίσθημα της τιμής για την οικογένεια

 

  •  Άδικη, τουλάχιστον επιφανειακά, προς την κατανομή της αγάπης.

  Μητέρα – Γιωργής: Υπάρχει ένα ιδιαίτερο δέσιμο· το ανάδρομο περιστατικό του πνιγμού αποκαθιστά τις σχέσεις δυσπιστίας ανάμεσά τους. Ο μεν Γιωργής αισθάν-εται και πάλι ισότιμο μέλος της οικογένειας, η δε μητέρα δεν κρύβει την αδυναμίας της προς τον ξενιτεμένο της γιό.

  Αφηγητής: Δραματοποιημένος, συμμετέχει στα δρώμενα και αφηγείται σε α’ πρό-σωπο. Αναφέρει για πρώτη φορά το όνομά του.

  Τα γεγονότα δεν παρουσιάζονται με τη φυσική τους σειρά, αλλά με αναχρονίες. Αρχικά δυο αναδρομικές αφηγήσεις αναφέρονται στο βουβό θρήνο της μητέρας για το θάνατο του πατέρα και στον τρόπο με τον οποίο ξοδεύτηκε η περιουσία. Επίσης μεγάλη αναδρομική αφήγηση έχουμε στο θέμα της διάσωσης του Γιωργή από τη μητέρα.

  Πρόδρομη αφήγηση έχουμε για τις μελλοντικές περιπέτειες του Γιωργή στην ξενι-τιά και προσήμανση, όταν προϊδεάζεται ο αναγνώστης για την επάνοδο του Γιωργή.

  Επίσης παρατηρείται συμπύκνωση του χρόνου όταν ο αφηγητής αναφέρεται στη ζωή της πρώτης του θετής αδελφής, ενώ η μακρά απουσία του Γιωργή σηματοδοτεί αφηγηματικό κενό.

Γ’ Ενότητα: Η επιστροφή του αφηγητή από τα ξένα – Η αποκάλυψη του μυστικού της μάνας

  Ο αφηγητής έχει επισημάνει ήδη επαναληπτικά ότι απουσίαζε στην ξενιτιά και στη συγκεκριμένη ενότητα επιστρέφει, ενώ όμως αναμενόταν με χαρά από τη μάνα του, έρχεται η σχέση τους σ’ ένα νέο κρίσιμο σημείο, γιατί δεν κρύβει την αντιπάθειά του για την καινούρια του αδερφή. Η αντίθεση αυτή, ως προς την οικονομία του έργου, λειτουργεί ως αφετηρία και αφορμή για να φτάσει η μάνα στην απογοήτευση και στην αποκάλυψη του μυστικού. Παράλληλα η αναφορά του Γιωργή στα χαρίσματα που θα ήθελε να έχει η αδελφή του αποτελεί επιβράδυνση. Η αποκάλυψη εν τέλει του μυστικού γίνεται με μια εκτενή αναδρομική αφήγηση. Η φράση ‘‘η αμαρτία μου βλέπεις δεν εσώθηκεν ακόμα’’ αποτελεί προσήμανση.

  Τονίζεται εκ των προτέρων η σοβαρότητα του μυστικού, αφού:

  •  Είναι βαρύ, πολύ βαρύ

 

  • Το γνωρίζουν μόνο ο Θεός και ο πνευματικός

  Η α’ κορύφωση συντελείται, όταν ο αφηγητής μαθαίνει ότι υπήρχε κι άλλο παιδί στην οικογένεια και η β’ με την αποκάλυψη του ακούσιου θανάτου της.

  Η αφήγηση της μητέρας γίνεται με αυστηρά χρονική σειρά (ομαλή – γραμμική σειρά) και δίνονται σ’ αυτήν λεπτομέρειες που είναι συνειρμικά δεμένες με το γεγο-νός. Όλες οι λεπτομέρειες που αναφέρονται αποτελούν επιβράδυνση που έχουν ως σκοπό την ένταση του ενδιαφέροντος του αναγνώστη και την επίταση της αγωνίας του για την τελική έκβαση.

  Προετοιμασία του συγγραφέα για την αποκάλυψη (προοικονομία) αποτελεί η υπό-σχεση που έχει δώσει κι η επιστροφή του από τα ξένα.

  Προετοιμασία του αναγνώστη για την αποκάλυψη του μυστικού (προσήμανση) αποτελεί η ομολογία της μητέρας ότι είχε διαπράξει κάποια αμαρτία.

  Αφορμή στάθηκε η αντιπάθεια του Γιωργή για το Κατερινιώ.

  Αίτιο της αποκάλυψης είναι η αδυναμία της μητέρας να πείσει το Γιωργή.

  Στόχος της μητέρας είναι η ανακούφιση της και η αποδοχή της Κατερινιώς από το Γιωργή, ενώ στόχος του συγγραφέα είναι να ενταθεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη και να επιταθεί η αγωνία του για την τελική έκβαση.

  Αποτέλεσμα για τη μητέρα είναι η επίτευξη του στόχου της, για το Γιωργή είναι η ερμηνεία της συμπεριφοράς της μητέρας στο παρελθόν και για τον αναγνώστη λύ-νεται η απορία του τίτλου.

  Τα πρόσωπα

  Οι σχέσεις μητέρας και Γιωργή περνούν ακόμα μια φορά από κρίση, όμως η απο-κάλυψη του μυστικού τους τονώνει και τους δένει· η μητέρα αποκαθίσταται στη συνείδηση του, ενώ το προσωπικό του ενδιαφέρον παγιώνει το ανέκαθεν υπάρχον δέσιμο τους.

  Ο πατέρας, όπως παρουσιάζεται από την ανάδρομη αφήγηση της μητέρας είναι ένας άνθρωπος δεμένος με τη γυναίκα του, ωστόσο οι αντιδράσεις του κατά το γεγο-νός είναι έντονες και φτάνει σε εξάρσεις. Ως πατέρας δείχνει ακριβοδίκαιος και ως άνθρωπος κοινωνικός μεν, αλλά ζώντας πάντα με τις επιφυλάξεις του και τους φό-βους του για το κοινωνικό του περιβάλλον και τις αντιδράσεις τους στον ακούσιο φόνο.

 

  Η γλώσσα της πεζογραφίας του Βιζυηνού είναι η καθαρεύουσα, όμως είναι μια καθαρεύουσα χαλαρή κι ανοιχτή σε πολλές λέξεις και τύπους της λαϊκής γλώσσας (‘‘εκλαϊκευμένη καθαρεύουσα’’). Όταν αφηγείται ο μορφωμένος αφηγητής της ώρι-μης ηλικίας χρησιμοποιεί λέξεις και τύπους αρχαιοπρεπείς, ενώ όταν μιλάνε τα πρόσωπα, ακόμα και ο ίδιος ο συγγραφέας, η γλώσσα είναι λαϊκή με παράλληλη χρήση ιδιωματικών λέξεων.

Δ’ Ενότητα: Η εξομολόγηση της μάνας από τον Πατριάρχη

  Ο αφηγητής, παρά το συναισθηματικό του δέσιμο με τη μητέρα, αντιμετωπίζει ως τρίτος το ‘‘δυστύχημα’’, όπως λέει, και διεισδύει στα βαθύτερα αίτια της στάσης, που συνιστούν και την τιμωρία της: η συναίσθησις του αμαρτήματος, η ηθική ανάγκη της εξαγνίσεως, το αδιέξοδο της εξαγνίσεως.

  Αφηγηματικό κενό θα μπορούσαμε να θεωρούσε την παράλειψη του αφηγητή για την παραπέρα τύχη της Κατερινιώς, όμως είναι αυτονόητη και δεν έχει καμία σημα-σία για την εξέλιξη της υπόθεσης.

  Ο Γιωργής διαβεβαιώνει τη μητέρα του ότι ο Θεός είναι επιεικής και σπλαχνικός, είναι δίκαιος και παίρνει υπόψη του τα ελαφρυντικά στοιχεία που υπάρχουν για ε-κείνη. Πείθει τη μητέρα να οδηγηθεί σε εξομολόγηση στον Πατριάρχη, ο οποίος τυγχάνει προσωπικός γνωστός του κι είναι ο πιο επίσημος κι έγκυρος αντιπρόσωπος του Θεού.

  Η ψυχική της ανάταση έχει άμεσο και προσωρινό αποτέλεσμα, όμως η πλήρης λύτρωση τελικά δεν έρχεται και η πληγή παραμένει μέσα της ανοιχτή.

  Το τέλος του διηγήματος είναι λιτό, χωρίς επίλογο, απότομο και απροσδόκητο. Δε δίνει λύση, δε φέρνει κάθαρση και είναι απαισιόδοξο. Το συναίσθημα της ενοχής και οι τύψεις για ένα αμάρτημα ή έγκλημα που έχει διαπράξει, έστω και ακούσια, ένας άνθρωπος και μάλιστα προς το ίδιο του το παιδί, δεν εξαλείφεται με κανέναν τρόπο.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2961

“Το Αμάρτημα της Μητρός μου” , Γ. Βιζυηνός (Σύντομη Ανάλυση)

1. Γέννηση – Καταγωγή

            Ο Γεώργιος Μ. Βιζυηνός (1849-1896), ποιητής και πεζογράφος, γεννήθηκε σε μια κωμόπολη της ανατολικής Θράκης, τη Βιζύη (ή Βιζώ ή Βίζα), μια όμορφη μικρή πόλη με ιστορικό παρελθόν. Η μητέρα του, η Δεσποινιώ, καταγόταν από μια πόλη στη Μαύρη Θάλασσα. Ο πατέρας του, ο Μιχαήλος, παντρεύτηκε τη Δεσποινιώ το 1844 και απέκτησε μαζί της πέντε παιδιά, το Χρηστάκη, την Άννα, τον Γιωργή (αργότερα Γεώργιο Βιζυηνό), την Αννιώ και τον Μιχαήλο που γεννήθηκε το 1854, λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα του.

2. Οι κυριότεροι σταθμοί της ζωής του

     Στο Δημοτικό της Βιζώς: όταν (δεν) μάθαινε να λέει τη μηλιά «μηλέα» à  Στην Πόλη σε ραφτάδικο à  Στην Κύπρο για κληρικός à Στο Φανάρι, ιεροσπουδαστής στη Θεολογική σχολή της Χάλκης – Γνωριμία με τον τυφλό Φαναριώτη ποιητή Ηλία Τανταλίδη και τον μελλοντικό ευεργέτη του Γεώργιο Ζαρίφη à Στην Αθήνα – Γυμνάσιο Πλάκας – Βραβεύσεις- Φιλοσοφική Σχολή à Σπουδές στη Γερμανία (Γκαίτινγκεν,  Λειψία) à  Στο Παρίσι  (1882) à Στο Λονδίνο (1883), όπου έγραψε τα περισσότερα διηγήματά του à  Στην Αθήνα – ψύχωση με ένα μεταλλείο στην Α. Θράκη  à Σφοδρός έρωτας για τη Μπετίνα Φραβασίλη à Εγκλεισμός στο Δρομοκαΐτειο Ψυχιατρείο à Θάνατος από «προϊούσα γενική παράλυση».

3. Τα διηγήματά του

            Έγραψε οκτώ διηγήματα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα: Το αμάρτημα της μητρός μου (1883), Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως (1883), Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου (1883), Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας (1884), Πρωτομαγιά (1884), Το μόνον της ζωής του ταξείδιον (1884), Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα (1885) και Ο Μοσκώβ-Σελήμ (μετά το 1886, ίσως το 1895). 

4. Το αυτοβιογραφικό υπόβαθρο

Τα περισσότερα διηγήματα του Βιζυηνού έχουν αυτοβιογραφικό υπόβαθρο, επιλογή η οποία δεν θεωρήθηκε «μυθοπλαστική αδυναμία», αλλά αποδόθηκε ψυχολογικά:

  • στην υπερβολική ευαισθησία του,

 

  • στην προσπάθειά του να «συντηρήσει» το παρελθόν αναζητώντας τον εαυτό του,

 

  • στην ενδόμυχη ευχαρίστησή του να μιλά για τον εαυτό του και στην ανάγκη του να δώσει πραγματολογική διάσταση και ρεαλισμό στη διήγησή του.

Σκοπός του «δεν είναι να αυτοβιογραφηθεί και ν’ αφηγηθεί τα ατομικά του παθήματα και τα παθήματα της οικογένειάς του, αλλά να συνθέσει έργα ικανά να δώσουν μια εικόνα του ανθρώπινου δράματος, όπου ο μύθος, η πλοκή και τα πρόσωπα να κινούνται και να συμπλέκονται με τη δύναμη του μοιραίου».

Το αμάρτημα της μητρός μου

 Βασικό θέμα ð ο θάνατος.

 Δομικός άξοναςð η ασθένεια της Αννιώς και οι μάταιες προσπάθειες της μητέρας να τη σώσει, για να εξιλεωθεί από μια κρυφή αμαρτία.

Θεματικός πυρήναςð το συναίσθημα ενοχής της μητέρας και η επίδραση που είχε στον ψυχισμό του αφηγητή.

Το βιωματικό υλικό ðΤα οικογενειακά ονόματα (Δεσποινιώ Μηχαλιέσα, Αννιώ, Γιωργής, Μιχαλιός, Χρηστάκης)

ðΟ θάνατος του πατέρα και της Αννιώς

ðΗ παραμονή του αφηγητή στην Πόλη

ðΤο ταξίδι του στην Κύπρο

ðΗ δεύτερη μετάβασή του στην Πόλη 

Η αφηγηματική προοπτική

Στο «Αμάρτημα της μητρός μου» η δομή είναι κυκλική, όπως και σε όλα τα διηγήματα του Βιζυηνού: αναπτύσσεται γύρω από ένα αίνιγμα που προτείνεται στον τίτλο και το οποίο λύνεται στο τέλος (π.χ. Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου) κρατώντας το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο μέχρι τέλους. 

Η ιδιοτυπία της αφήγησης

Σύμφωνα με την κλασική αφηγηματική πλοκή, ο μύθος ακολουθεί τρία στάδια: – τη δέση,  – την κορύφωση, – τη λύση.

Στο συγκεκριμένο διήγημα δεν έχουμε μονοκεντρισμό της πλοκής, αλλά έκταση της αφήγησης σε περισσότερα του ενός επεισόδια. Με την επιλογή της τεχνικής της απόκρυψης, η δέση-κορύφωση-λύση συμπυκνώνονται στην εξομολόγηση της μάνας. 

Η ιδιοτυπία της πλοκής

Συγκεκριμένα, η πλοκή του διηγήματος συνδυάζει τη μυστηριακή ατμόσφαιρα και τις μεταβλητές οπτικές γωνίες (του παιδιού-αφηγητή, του ενήλικου-αφηγητή και της μάνας) και θεμελιώνεται σε αντιθετικά μοτίβα:

-της πλάνης και αυταπάτης

-της διπλής αλήθειας

-της διπλής πραγματικότητας

-της αμφισημίας και της σχετικότητας 

Η ιδιότυπη εστίαση

Σ’ αυτήν την ιδιόρρυθμη πλοκή η εστίαση είναι αναγκαστικά εσωτερική. Η αφήγηση δίνεται από την οπτική γωνία ενός παιδιού που σταδιακά μεταβάλλεται (μεταβλητή εστίαση). Κάποιες στιγμές όμως ο αφηγητής-παιδί φαίνεται να γνωρίζει τα συναισθήματα και τα κίνητρα των υπολοίπων προσώπων. Κι ενώ η εσωτερική εστίαση επιβάλλει περιορισμένη γνώση, σε σχέση με το λαογραφικό υλικό ο αφηγητής έχει στάση παντογνώστη, αφού επεμβαίνει για να επεξηγήσει και να σχολιάσει έθιμα και λαϊκές δοξασίες, δηλώνοντας ότι γνωρίζει περισσότερα από κάθε άλλο αφηγηματικό πρόσωπο. Η εσωτερική οπτική γωνία του αφηγητή διευρύνεται επίσης με την αναφορά σε εξωτερικά συμβάντα, στα οποία ο αφηγητής δεν είχε προσωπική συμμετοχή, είχαν όμως άμεση σχέση με αυτόν. 

Η οπτική γωνία

Η οπτική γωνία του αφηγητή είναι περιορισμένη. Σ’ αντίθεση με της μητέρας του, που παραμένει αμετάβλητη, η δική του ωριμάζει. Ο αφηγητής και η μητέρα του είναι τα μόνα πρόσωπα με αφηγηματικές λειτουργίες στο κείμενο· τα υπόλοιπα αποτελούν απλά σημεία αναφοράς (δυαδική αφηγηματική δομή / δυαδική οπτική γωνία αφηγητή).

Συγκεκριμένα, ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας οργανώνει την πλοκή είναι πρωτότυπος. Παρουσιάζει στην ουσία μια ιστορία, της οποίας το νήμα ξετυλίγεται από δύο διαφορετικά χρονικά σημεία και από δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες, στο τέλος όμως τα δύο νήματα συνυφαίνονται. Είναι η ιστορία της οικογένειας του αφηγητή, που την παρακολουθούμε στο μεγαλύτερο μέρος του διηγήματος από την οπτική γωνία του Γιωργή, ενώ το τελευταίο τμήμα παρουσιάζεται από την οπτική γωνία της μητέρας. Οι δύο αφηγητές έχουν διαφορετική χρονική αφετηρία. Ο Γιωργής ξεκινά από την ασθένεια της αδελφής του και φτάνει στην εξομολόγηση της μητέρας και η μητέρα αρχίζει την ιστορία της λίγα χρόνια πριν από τη γέννηση του Γιωργή και καταλήγει στο ίδιο σημείο, παρακάμπτοντας όσα ήδη ειπώθηκαν. 

Ο χρόνος της αφήγησης

Το «Αμάρτημα της μητρός μου» αφηγείται ένα παλιό επεισόδιο (μακριά από τον ενεστώτα της γραφής). Το επεισόδιο εκτείνεται σε εικοσιοκτώ χρόνια, αλλά η αφήγηση δεν είναι ευθύγραμμη στο παρελθόν: στηρίζεται σε αναχρονίες (κυρίως αναδρομές ή αναλήψεις) και γι’ αυτό στο κείμενοπαρεμβάλλονται φράσεις που σχετίζονται με τη λειτουργία της μνήμης του αφηγητή (π.χ. ενθυμούμαι…).Με την τεχνική αυτή η πλοκή κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και διατηρεί παράλληλα και το μυστήριο στη στάση της μητέρας, που προσημαίνεται στον τίτλο του διηγήματος.  

Αφηγηματικά μοτίβα

Σημαντικοί συντελεστές πλοκής είναι και τα αφηγηματικά μοτίβα του διηγήματος:

-Η επιδείνωση της ασθένειας της Αννιώς

-Η αυξανόμενη αφοσίωση της μητέρας σ’ αυτήν

-Η κλιμακούμενη αδιαφορία της μητέρας προς τα αγόρια

-Το μοτίβο της στέρησης της μητρικής στοργής. 

Το μοτίβο της επιδείνωσης:

Η συνεχής επιδείνωση της ασθένειας της Αννιώς αποτελεί σταθερό αφηγηματικό μοτίβο μέσω του οποίου εξελίσσεται η πλοκή και περιγράφεται ο χαρακτήρας και η συμπεριφορά της μητέρας. Η φράση επαναλαμβάνεται με διάφορες παραλλαγές.

Το μοτίβο είναι σημαντικό: από άποψη τεχνικής γιατί συντελεί στη χρονική μετάβαση στην επόμενη φάση της ασθένειας. Από πλευράς περιεχομένου τονίζει την εντατικοποίηση των φροντίδων της μητέρας και την αυξανόμενη αδιαφορία της προς τα αγόρια.

Η αυξανόμενη αφοσίωση της μητέρας σ’ αυτήν:

Η τραγική και πονεμένη μητέρα, «που χτυπήθηκε άγρια από τη μοίρα», αφοσιώνεται απόλυτα στην ασθένεια της κόρης της αδιαφορώντας για οτιδήποτε άλλο. Είναι τόσο μεγάλο το ψυχικό της δράμα και το πάθος της να σώσει την Αννιώ, ώστε κλονίζει μέσα στην ψυχή του αφηγητή τη «βεβαιότητα» της ίσης προς όλα τα παιδιά μητρικής στοργής και τον κάνει ακούσια να υποφέρει από την αδιαφορία της απέναντί του. Η μητέρα αντιλαμβάνεται τον πόνο του αγοριού μόνο μετά την πανικόβλητη φυγή του από την εκκλησία, γι’ αυτό και του δείχνει τρυφερότητα στο σπίτι.

Η κλιμακούμενη αδιαφορία της μητέρας προς τα αγόρια:

Ο αφηγητής σημειώνει με πίκρα την κλιμακούμενη – με την ασθένεια της Αννιώς – «θλιβεράν» αδιαφορία της μητέρας του, όχι μόνο προς αυτόν αλλά και προς κάθε τι που δεν είχε σχέση με αυτήν. Το αποκορύφωμα ήταν όταν άκουσε τη μητέρα στην προσευχή της να κάνει μια πρώτη νύξη της αμαρτίας της, εξαιτίας της οποίας πίστευε ότι την τιμωρούσε ο Κύριος και με άφθονα δάκρυα και αναστεναγμούς να ξεστομίζει τον απελπισμένο λόγο: «-Σου έφερα δύο παιδιά μου στα πόδια σου … χάρισέ μου το κορίτσι!».

Το μοτίβο της στέρησης της μητρικής στοργής

Η ψυχολογία αναφέρει ότι είναι τραυματική  εμπειρία για ένα  παιδί ο πρόωρος ή απότομος απογαλακτισμός και μπορεί να δημιουργήσει στο παιδί σύνδρομο αποστέρησης. Ίσως, πράγματι, ο αφηγητής να μην μπόρεσε ποτέ να απαλλαγεί από το σύνδρομο αυτό, το οποίο, σε συσχετισμό με το οιδιπόδειο σύμπλεγμα που πιθανόν είχε, τον έκανε να υποφέρει βαθιά. Απόδειξη αυτού είναι το ότι δεν ένιωθε ζήλια για τη συμπεριφορά του πατέρα του προς την Αννιώ, παρόλο που και αυτός την είχε «μη στάξη και την βρέξη». Η αγάπη και των δύο γονέων ήταν βέβαια δεδομένη, άσχετα με το αν την ένιωθε ο Γιωργής ή όχι. Η ίδια η μητέρα τονίζει την αγάπη της στον Γιωργή (την απέδειξε άλλωστε και με την πράξη αυτοθυσίας της) και αναφέρει ότι ράγιζε η καρδιά της που τον έβλεπε να μαραίνεται από τη ζήλια. 

Αναδρομικές αφηγήσεις / Αναλήψεις

Η παρουσίαση της σύνθεσης του μοιρολογιού του πατέρα από ένα Γύφτο, που συνέθεσε το μοιρολόγι κατά παραγγελία της μητέρας και το συνόδεψε  με τη λύρα.

Η αυτοθυσία της μητέρας στο ποτάμι. Ο αφηγητής μας γυρίζει πίσω στον χρόνο, στον καιρό της πρώτης υιοθεσίας, όταν θέτοντας τη ζωή της η μητέρα σε κίνδυνο τον έσωσε από βέβαιο πνιγμό.

Η ιστορία του αμαρτήματος της μητέρας, η πιο εκτεταμένη αναδρομική αφήγηση με τον σημαντικότερο ρόλο στην πλοκή, γιατί αποκαθιστά την πραγματικότητα, ερμηνεύει τη συμπεριφορά της μητέρας και δικαιολογεί τη στάση της.

Η πρόδρομη αφήγηση / πρόληψη

 Στο διήγημα έχουμε μια χαρακτηριστική πρόδρομη αφήγηση όταν ο αφηγητής παρουσιάζει προκαταβολικά τις περιπέτειες που επρόκειτο να περάσει στην ξενιτιά και τους καημούς που θα πρόσφερε στη μητέρα του κατά την περίοδο της απουσίας του. Ο ώριμος αφηγητής, που είχε γνώση του τι επακολούθησε, τονίζει την ειρωνεία της υπόσχεσης ενός δεκάχρονου παιδιού στη μητέρα του, που σε εκείνη τη φάση όχι μόνο τον εαυτό του δεν μπορούσε να θρέψει αλλά και αγνοούσε πόσες πίκρες επρόκειτο να ποτίσει τη μητέρα του φεύγοντας, αντί να την ανακουφίσει. 

Τα αφηγηματικά επίπεδα

Η ιστορία της μητέρας έχει το ίδιο σημείο αφετηρίας όπως και το διήγημα, ξεκινάει δηλαδή με την Αννιώ. Η μητέρα αφηγείται τη δραματική της ιστορία, που αποτελεί μια μακροσκελή ανάληψη (αναδρομική αφήγηση) και μια αφήγηση μέσα στην αφήγηση (εγκιβωτισμένη αφήγηση), με χρονική αφετηρία την  περίοδο πριν από τη γέννηση της Αννιώς. Έτσι, μεταβαίνουμε σε ένα δεύτερο επίπεδο αφήγησης, το μεταδιηγητικό. 

Οι αφηγηματικοί τρόποι

Στο διήγημα ξεχωρίζει η απαράμιλλη αφηγηματική δύναμη, η περιγραφική δεξιοτεχνία και η ψυχογραφική δύναμη με την οποία ο συγγραφέας διεισδύει στην παιδική ψυχή.

Η αφήγηση εναλλάσσεται με τον διάλογο, ενώ οι περιγραφές είναι περιορισμένες και οργανικά ενταγμένες στην αφήγηση. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση σε κάποια σημεία μετατρέπεται σε εσωτερικό μονόλογο. Στην αφήγηση παρεμβάλλονται σχόλια για τα ήθη και έθιμα της εποχής και αποδίδονται σε ελεύθερο πλάγιο λόγο οι σκέψεις άλλων.

Το τέλος της αφήγησης

Με την εξομολόγηση της μητέρας, θεματικά, ολοκληρώνεται η ιστορία και λύνεται το αίνιγμα του τίτλου. Συναισθηματικά, η μητέρα εξιλεώνεται στην ψυχή του αναγνώστη τόσο ως προς τη στέρηση αγάπης προς τον γιο όσο και ως προς την αμαρτία της. Το αμάρτημά της μπορεί να ήταν μεγάλο, αφού κατέληξε σε παιδοκτονία, το πλήρωσε όμως ακριβά με την ηθική της δοκιμασία και με τη συναίσθηση της ενοχής της.

Η μυστηριώδης, αινιγματική πλοκή, η περίπλοκη αφηγηματική προοπτική, οι πολλαπλές αντιθέσεις (αλήθεια/πλάνη, άγνοια/γνώση, φως/σκότος κτλ.), η ρεαλιστική αφήγηση, οι ψυχογραφικές εμβαθύνσεις είναι μόνο μερικές από τις ιδιότυπες αφηγηματικές τεχνικές του Βιζυηνού που τον καθιστούν πρωτοποριακό διηγηματογράφο.

[Σεμινάριο Φιλολόγων, Πάτρα 2006]

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2960

Οι απόψεις των Φιλολόγων για τα θέματα των Αρχαίων Ελληνικών

Από την Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων

Οι απόψεις των Φιλολόγων για τα θέματα των Αρχαίων Ελληνικών | Esos.gr.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2957

Πανελλαδικές Εξετάσεις 2014 : Αρχαία Ελληνικά (Θέματα και Απαντήσεις)

arhaia ellinika 2014

Τις απαντήσεις επιμελήθηκε η φιλολογική ομάδα του Φροντιστηρίου «Ανατολικό», Κυριακίδου 1 & Κομνηνών, Καλαμαριά, Θεσσαλονίκη

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2955

Ασκήσεις Γραμματικής Αρχαίων Ελληνικών

askiseis grammatikis arhaion ellinikon

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/2915

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση