ΑΠΟΛΕΙΠΕΙΝ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΝ : Μια ερμηνευτική προσέγγιση στο ποίημα του Κ. Π. Καβάφη

του Φίλιππου Φιλιππίδη, φοιτητή του τμήματος Χρηματοοικονομικής και Τραπεζικής Διοικητικής

Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές –
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά πρός το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

Όσο περνάνε τα χρόνια, το έργο του Καβάφη αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο σε παγκόσμιο επίπεδο. Σήμερα θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ποιητές όλων των εποχών και μάλιστα το έργο του μελετείται και διδάσκεται σε πολλά κορυφαία αμερικάνικα πανεπιστήμια.

Το ποίημα γράφτηκε το 1910. Παρόλο που έχει την πηγή του σ’ ένα χωρίο από τους Βίους Παράλληλους του Πλούταρχου και στηρίζεται σε ένα ιστορικό γεγονός, την ήττα του Αντωνίου στο ‘Άκτιο το 31 π.Χ. και το τέλος του στην Αλεξάνδρεια, εντούτοις το ποίημα δεν είναι ιστορικό. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα που έχουν αναχθεί σε σύμβολα, καθώς και το έντονα προτρεπτικό – διδακτικό ύφος του ποιήματος, το κατατάσσουν στα φιλοσοφικά διδακτικά ποιήματα. Στο προηγούμενο τεύχος είχαμε παρουσιάσει την Σαλαμίνα της Κύπρος του Σεφέρη. Ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να παρατηρήσει πολλά κοινά στην τεχνοτροπία των δύο ποιημάτων. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι ο Σεφέρης θεωρούσε τον Καβάφη ένα μεγάλο δάσκαλο, μοναδικό στο είδος του.

Το ποίημα χωρίζεται σε δύο ενότητες. Η πρώτη (Σαν έξαφνα… φεύγει.) και η δεύτερη (Προ πάντων… χάνεις.). Χαρακτηριστικό και πολύ σημαντικό στοιχείο είναι ότι και οι δύο ενότητες τελειώνουν με τον ίδιο στίχο, μόνο που αλλάζει η τελευταία λέξη (φεύγει – χάνεις). Είναι πασιφανές ότι η λέξη “χάνεις” δίνει μεγαλύτερη έμφαση και τραγικότητα στην απώλεια την οποία πρέπει να υποστεί ο ήρωας του ποιήματος, ο Αντώνιος.

Βασικό για την κατανόηση του ποιήματος είναι να επεξηγηθούν κάποιες λέξεις – σύμβολα:

Αντώνιος: συμβολίζει τον άνθρωπο που αξιώθηκε δόξα και απολαύσεις, όμως καλείται στο αποκορύφωμα της δόξας του να τα εγκαταλείψει όλα και να θανατωθεί. Μια τραγική μορφή, από την οποία ο ποιητής απαιτεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να συμπεριφερθεί με αξιοπρέπεια, αυτοσεβασμό και μεγαλοπρέπεια. Η ιδανική συμπεριφορά για ένα άνθρωπο αντάξιο των μεγαλείων που γεύτηκε ο Αντώνιος είναι να χαρεί με ευγνωμοσύνη ακόμα και τις τελευταίες μαρτυρικές του στιγμές. Πολλοί μελετητές του Καβάφη έχουν παρατηρήσει ότι ίσως ο ποιητής να θέλει να παρομοιάσει τον Αντώνιο με την εικόνα του εσταυρωμένου Χριστού.

Θεός: ο ίδιος ο Αντώνιος παρομοίαζε τον εαυτό του με τον Θεό Διόνυσο. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι τη στιγμή της καταστροφής του Αντώνιου ακούστηκε μια θεϊκή μουσική. Ήταν ο θεός Διόνυσος και ο θίασός του, που εγκατέλειπαν τον Αντώνιο…

Θίασος: ο θίασος είναι μια συνοπτική αναδρομή στη ζωή του ήρωα. Αντιπροσωπεύει όλο το μεγαλείο, την τύχη, τα πλούτη, την εξουσία που γεύτηκε. Με την προσθήκη όμως των επιθέτων “αόρατος” και “μυστικός”, η σημασία του διευρύνεται. Αποκτά μια βαρύτητα καταλυτική καθώς η όμορφη ζωή του Αντώνιου απομακρύνεται. Ο θίασος τώρα είναι η οριακή στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με τον θάνατο και καλείται να αποχαιρετήσει με αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια την ζωή.

Αλεξάνδρεια: πολλοί συγγραφείς και ποιητές μυθοποιούν στο έργο τους κάποια πόλη ή ένα μέρος. Ο Παπαδιαμάντης την Σκιάθο, ο Μυριβήλης τη Μυτιλήνη, ο Joyce το Δουβλίνο, ο Elliot το Λονδίνο. Η “μούσα” του Καβάφη είναι η Αλεξάνδρεια. Στο ποίημα συμβολίζει την ανθρώπινη ζωή με ό,τι ωραίο μπορεί να δημιουργήσει. Περιλαμβάνει υλικές και πνευματικές απολαύσεις.

Σημαντική θέση στο ποίημα έχει η λέξη “έξαφνα” . Η καταστροφή έρχεται ξαφνικά, όταν είσαι στην κορυφή. Ο ήρωάς μας είναι ένας θεός που πέφτει από τον Όλυμπο. Έτσι η αξιοπρεπής στάση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη. Απαιτείται ψυχικό υπόβαθρο και γενναιότητα. Μόνο ένας άνθρωπος με βαθιά σοφία μπορεί να αντεπεξέλθει από μία τέτοια κατάσταση.

Η αναγνώριση της μικρότητας του ανθρώπου, ο δρόμος προς την ευτυχία.

Ο σοφός άνθρωπος, ο άνθρωπος τον οποίο υμνεί στο ποίημα του ο Καβάφης, έχει κατασταλαγμένες ιδέες και αυτογνωσία. Γνωρίζει πολύ καλά πως ο υπερβολικός ενθουσιασμός ή η υπερβολική χαρά δεν του αρμόζουν. Και αυτό γιατί ο πόνος, η χαρά, τα πλούτη, η φτώχεια, ο θάνατος, υπάρχουν στην ζωή και όσο εύκολα τα συναντάμε, τόσο εύκολα μπορεί να τα αποχαιρετίσουμε. Ειδικά ο θάνατος, είναι κάτι το αναπόφευκτο και δεν κάνει διακρίσεις. Μπροστά στο θάνατο όλοι είμαστε ίσοι.

Η αναγνώριση της μικρότητας του ανθρώπου μπροστά στον θάνατο και στο απρόβλεπτο της ζωής, μπορεί να οδηγήσουν στην ευτυχία και στην υψηλότερη μορφή μεγαλοπρέπειας. Η μεγαλοπρέπεια αυτή του ανθρώπου φανερώνεται σε οριακές στιγμές. Είναι η στάση που απαιτεί ο ποιητής λέγοντας: “άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα, ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους.”. Την βλέπουμε όταν οι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου στήνουν χορό μπροστά στο θάνατο, όταν ο Χριστός συγχωρεί τους σταυρωτές του και γαλήνια δέχεται τον θάνατό του, όταν η μονή του Αρκαδίου τινάζεται στον αέρα, όταν ο καπετάνιος αφήνει τελευταίος το πλοίο του που βυθίζεται. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ποντίκια φεύγουν πάντα πρώτα…

Η αποδοχή της μικρότητας είναι όμως κάτι παραπάνω, είναι στάση ζωής. Ο Επίκουρος δήλωνε ότι με ένα ξερό κομμάτι ψωμί την ημέρα, μπορεί να ζει ευτυχισμένος. Λίγο πριν πεθάνει, και με αφόρητους πόνους λόγω της βαριάς του αρρώστιας, έλεγε πόσο ευτυχισμένος είναι που στις τελευταίες του στιγμές βρίσκεται με τους φίλους του και χαίρεται την ζωή! Κάνοντας μια αναγκαία παρένθεση, θα έπρεπε να ειπωθεί πως ο Επίκουρος είναι ένας κορυφαίος φιλόσοφος που αξίζει περισσότερη προσοχή από τους σύγχρονους μελετητές. Μέσα από την κοσμοθεωρία του ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να βρει λύση στα προβλήματα που τον ταλανίζουν. Δυστυχώς ο Επίκουρος βρίσκεται στην αφάνεια γιατί διδάσκει την πίστη στην φιλία και την αυτάρκεια. Ο σύγχρονος “πολιτισμός” είναι βασισμένος στην υπερκατανάλωση και την ιδιοτέλεια.

Η ιδέα του Επίκουρου, η ιδέα που προβάλλει ο Καβάφης, έχει επιβιώσει μέσα στον χρόνο και έχει αποτυπωθεί ακόμα και μέσα στα λαϊκά τραγούδια, την ψυχή του λαού. Μήπως η ίδια κοσμοθεωρία δεν είναι όταν χαμογελάμε τραγουδώντας “όλα είναι ένα ψέμα, μια ανάσα μια πνοή, σα λουλούδι κάποιο χέρι θα μας κόψει μιαν αυγή”; Απόδειξη ότι οι ιδέες είναι πανανθρώπινες είναι ότι την ίδια αντίληψη συναντάμε στην ψυχή άλλων λαών, όπως ο ισπανικός. Χαρακτηρίζονται από βαθιά αγάπη και πάθος για την ζωή, αλλά ταυτόχρονα δηλώνουν “todo es nada”, “όλα είναι τίποτα”.

Να με συγχωρήσουν οι πιστοί όλων των θρησκειών που υπόσχονται παράδεισους και ανταλλάγματα στην πίστη του ανθρώπου, αλλά έχω την υποψία πως ο ίδιος φόβος λόγω της αδυναμίας του ανθρώπου και η δειλία μπροστά στον θάνατο είναι τα βαθύτερα αίτια της πίστης. Ο φοβισμένος άνθρωπος, αυτός που δεν διαθέτει την πνευματική ποιότητα να χαρεί την ζωή που έχει στα χέρια του, πλάθει ένα δικό του παραμύθι για να μην υποφέρει. Για να γίνω πιο ακριβής, πιστεύει στο παραμύθι που οι εξουσιαστές έπλασαν γι’ αυτόν έτσι ώστε να ζήσει σαν ένα χαρούμενο και σιωπηλό θύμα μέσα στην δυστυχία του. Περιττό βέβαια να πούμε πως οι κάθε λογής εκμεταλλευτές της θρησκευτικής εξουσίας, απολάμβαναν και απολαμβάνουν την παρούσα ζωή και όχι την μέλλουσα, εξουσιάζοντας το ποίμνιό τους. Ακόμα και στο φοιτητικό μας πάσο αναγράφεται πως ο κάτοχός του απαγορεύεται να κάθεται όταν είναι όρθιοι ιερωμένοι!!! Ευτυχώς που οι πολιτικοί και οι κάθε λογής εξουσιαστές δεν χρησιμοποιούν αστικές συγκοινωνίες…

Εν κατακλείδι, αυτό που πρέπει να ειπωθεί είναι πως η ποιότητα ενός ανθρώπου μπορεί να φανεί πολύ εύκολα και στην καθημερινότητά του. Οι διαφορές συμπεριφοράς είναι διαφορές ποιότητας χαρακτήρα. Ας κάνουμε αυτό που μας ζητάει ο Καβάφης, αυτό που προτείνει ο Επίκουρος. Ας χαρούμε το παιχνίδι ακόμα κι’ αν ξέρουμε πως θα χάσουμε. Είναι ο δρόμος της νίκης! Δυστυχώς είμαστε μικροί μπροστά στον θάνατο, δυστυχώς δεν ζούμε σε μια κοινωνία αγγέλων. Τουλάχιστον ας απολαύσουμε την μικρή μας ζωή με τα όπλα που διαθέτει ο καθένας και ας κρατήσουμε την αξιοπρέπεια τον αυτοσεβασμό και τις αξίες μας.

Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας!

http://www.topapi.gr/oldversion/920e.html

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/389

ΠΛΑΤΩΝΑ “ΠΟΛΙΤΕΙΑ” : Η ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΠΗΛΑΙΟΥ [ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ]

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/388

ΠΛΑΤΩΝΑ “ΠΟΛΙΤΕΙΑ” : ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

ΚΕΕ
3.1. Νεανικές φιλοδοξίες και απογοητεύσεις

1. Ο Πλάτων στην Ζ΄ Ἐπιστολή του ομολογεί (324 b) πώς νέος ἐγώ ποτε ὢν πολλοῖς δὴ ταὐτὸν ἔπαθον· ᾠήθην, εἰ θᾶτττον ἐμαυτοῦ γενοίμην κύ-ριος, ἐπὶ τὰ κοινὰ τῆς πόλεως εὐθὺς ἰέναι (: όταν μια φορά ήμουν νέος, μου συνέβη το ίδιο ακριβώς που συνέβη και σε άλλους πολλούς: αποφάσισα, αμέσως μόλις γίνω αυτεξούσιος, ν’ ακολουθήσω το πολιτικό στάδιο), αλλά διάφορα γεγονότα τον απογοήτευσαν και τον έκαναν να καταλάβει (326 a) περὶ πασῶν τῶν νῦν πόλεων ὅτι κακῶς ξύμπασαι πολιτεύονται.
α) Ποια ήταν τα γεγονότα που τον απογοήτευσαν;
β) Ποια πολιτεύματα αφορά η διαπίστωσή του στο χωρίο 326a;
2. α) Γιατί ο Πλάτων θεώρησε τα πολιτεύματα της εποχής του διεφθαρμένα;
β) Ποια λύση πρότεινε μέσα από το έργο του;

Στην Ζ΄ Ἐπιστολή ο Πλάτων, αφού εκθέτει τα γεγονότα που τον απογοήτευσαν από την πολιτική της εποχής του, γράφει (326 a): λέγειν τε ἠναγκάσθην, ἐπαινῶν τὴν ὀρθὴν φιλοσοφίαν, ὡς ἐκ ταύτης ἔστιν τά τε πολιτικὰ δίκαια καὶ τὰ τῶν ἰδιωτῶν πάντα κατιδεῖν· κακῶν οὖν οὐ πρὶν λήξειν τὰ ἀνθρώπινα γένη, πρὶν ἂν ἢ τὸ τῶν φιλοσοφούντων ὀρθῶς γε καὶ ἀληθῶς γένος εἰς ἀρχὰς ἔλθῃ τὰς πολιτικὰς ἢ τὸ τῶν δυναστευόντων ἐν ταῖς πόλεσιν ἔκ τινος μοίρας θείας ὄντως 79
φιλοσοφήσῃ. (κι’ έτσι αναγκάσθηκα να κάνω το εγκώμιο της αληθινής φιλοσοφίας και να λέω ότι μέσ’ απ’ αυτήν είναι δυνατόν να δει κανείς το δίκαιο παντού, και στης πολιτείας και στων ατόμων τη ζωή, και ότι επομένως οι γενεές των ανθρώπων δε θα πάψουν να υποφέρουν, παρά όταν, ή εκείνοι που σωστά και γνήσια φιλοσοφούν, πάρουν στα χέρια τους την πολιτική εξουσία, ή οι πολιτικοί ηγέτες, από μια θεία βουλή, φιλοσοφήσουν αληθινά.)
α) Ποιο πλεονέκτημα διαθέτουν, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, οι φιλόσο-φοι;
β) Νομίζετε ότι το πλεονέκτημα αυτό θα ήταν αρκετό για να υπάρξει υγιής πολιτική ζωή;
3.2. Η συγγραφή της Πολιτείας
1. Ποιος υπολογίζουμε ότι είναι ο χρόνος συγγραφής της Πολιτείας και ποιος ο δραματικός χρόνος του έργου; Ποια σημαντικά ιστορικά γεγο-νότα και ποια γεγονότα της προσωπικής ζωής του Πλάτωνα μεσολάβη-σαν ανάμεσα στις δύο αυτές χρονολογίες; (Στην απάντησή σας να στηριχτείτε στην ενότητα Ε΄ της Εισαγωγής στην αρχαία φιλοσοφία και στην 1η ενότητα της εισαγωγής στην Πολιτεία).
3.3. Η σκηνοθεσία και τα πρόσωπα του διαλόγου
1. Ποιος είναι ο τόπος, το θέμα και τα κύρια πρόσωπα του διαλόγου;
2. Ο τίτλος του διαλόγου είναι Πολιτεία ἢ περὶ δικαίου. Πώς συνδέεται το δίκαιον με την πολιτεία στο διάλογο;
3. Ποιο είναι το περιεχόμενο των όρων πόλις και πολιτεία στο κείμενο;
3.4. Η διάρθρωση της Πολιτείας
1. Ποιο πρόβλημα αποτελεί την αφετηρία της Πολιτείας και σε ποια θέματα επεκτείνεται ο διάλογος;
2. Αφού διαβάσετε προσεκτικά τη διάρθρωση1 της Πολιτείας (διδακτικό βιβλίο, σσ. 90-92), να σημειώσετε ποια προβλήματα σχετικά με τη δικαιοσύνη απασχολούν τους συνομιλητές.
1 Το αναλυτικό διάγραμμα του περιεχομένου της Πολιτείας που παραθέτει ο Κ. Γεωργού-λης (2), σσ. CXXXIX – CXLI) είναι χρήσιμο για την κατανόηση της διάρθρωσης των θεμάτων. Για την ανάλυση του περιεχομένου της Πολιτείας βλ. στο ίδιο σσ. XIV- LXXX.

3.5. Η γένεση της πόλης 2
1. Πώς εξηγείται, κατά τον Πλάτωνα, το γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει μόνος;
2. Γιατί, κατά τον Πλάτωνα, είναι αναγκαίος ο καταμερισμός της εργασίας;
3. Πότε μία πόλη έχει ανάγκη από φύλακες;
4. Ποια είναι η κυριότερη αιτία πολέμου κατά τον Πλάτωνα;
5. Γίγνεται τοίνυν, ἦν δ’ ἐγώ, πόλις, ὡς ἐγᾦμαι, ἐπειδὴ τυγχάνει ἡμῶν ἕκαστος οὐκ αὐτάρκης, ἀλλὰ πολλῶν [ὢν] ἐνδεὴς ἢ τίν’ οἴει ἀρχὴν ἄλλην πόλιν οἰκίζειν; Οὐδεμία, ἦ δ’ ὅς. Οὕτω δὴ ἄρα παραλαμβάνων ἄλλος ἄλλον, ἐπ’ ἄλλου, τὸν δ’ ἐπ’ ἄλλου χρείᾳ, πολλῶν δεόμενοι, πολλοὺς εἰς μίαν οἴκησιν ἀγείραντες κοινωνούς τε καὶ βοηθούς, ταύτῃ τῇ συνοικίᾳ ἐθέμεθα πόλιν ὄνομα (369b5-c). (Λοιπόν η γένεση της πόλης έχει υποθέτω την αιτία της στο ότι ο καθένας μας δεν είναι αυτάρκης, αλλά έχει πολλές ανάγκες μήπως ημπορείς να ευρής με τη σκέψη σου μιαν άλλη αφορμή για την ίδρυση της πόλης; Καμιάν άλλην, είπε αυτός. Έτσι λοιπόν παίρνοντας ο ένας έναν άλλον ως βοηθό του για την αντιμετώπιση άλλον αυτής και άλλον εκείνης της ανάγκης, επειδή έχομε πολλές ανάγκες, συναθροίζομε στον αυτό τόπο κατοίκησης πολλούς ως συντρόφους και βοηθούς και δίνομε σ’ αυτή την συνοίκηση το όνομα πόλη).
Αφού διαβάσετε το παραπάνω χωρίο από την Πολιτεία, να συγκρίνετε τις απόψεις που διατυπώνει ο Πλάτων για τη γένεση της πόλης με τις ανάλογες του σοφιστή Πρωταγόρα στον ομώνυμο διάλογο3. Ποια κοινά σημεία και ποιες διαφορές διαπιστώνετε;
3.6. Οι τρεις τάξεις 4
1. Ποιες τάξεις διακρίνει στην Πολιτεία ο Πλάτων και ποιο ρόλο αναθέτει σε καθεμία;
2. Γιατί, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, η διάκριση σε καθορισμένες τάξεις με συγκεκριμένο ρόλο δεν αποκλείει την κοινωνική κινητικότητα; Πώς κρίνετε εσείς τη λύση που δίνει;
2 Βλ. Κείμενα από τη βιβλιογραφία, αρ. 15.
3 Μπορεί να συγκριθούν και με τις απόψεις του Αριστοτέλη στα Πολιτικά, μετά βέβαια από τη διδασκαλία του Αριστοτέλη.
4 Βλ. Κείμενα από τη βιβλιογραφία, αρ. 16. 81


3.7. “Το γενναῖον ψεῦδος”
1. Ποιος μύθος χαρακτηρίζεται ως “γενναῖον ψεῦδος”5 και γιατί;
2. Γιατί θα έπρεπε οι κάτοικοι της πολιτείας να αισθάνονται αδέλφια;
3. Πώς κρίνετε την άποψη του Πλάτωνα να αποχωρίζονται οι γονείς από τα παιδιά τους;


3.8. Η αγωγή των φυλάκων
1. Με ποια κριτήρια επιλέγονταν οι φύλακες;
2. Τι περιελάμβανε η αγωγή των φυλάκων στο πρώτο και το δεύτερο στάδιο;
3. Ποια θέση είχε η φιλοσοφία στην αγωγή των φυλάκων και στην εξέλιξή τους;
4. Ποιες ήταν οι προϋποθέσεις προαγωγής των φυλάκων – ἐπικούρων σε φύλακες – παντελεῖς και ποιο έργο αναλάμβαναν οι τελευταίοι;
5. Ποιο ρόλο αναλαμβάνει ο νομοθέτης της Πολιτείας; Νομίζετε ότι ο ρό-λος αυτός ενέχει κάποιο κίνδυνο; Αν π.χ. ο νομοθέτης «επαγρυπνεί» για την ορθή αγωγή των φυλάκων κτλ., δεν θα χρειαστεί να «επαγρυπνεί» κάποιος και για το νομοθέτη; Ποιος θα είναι αυτός;


3.9. Τέχνη ελεγχόμενη
1. Γιατί ο Όμηρος και ο Ησίοδος αποκλείονται από τα σχολικά προγράμ-ματα της πλατωνικής Πολιτείας;
2. Γιατί η μιμητική τέχνη αποβάλλεται από την Πολιτεία;
3. Πώς εξηγεί ο Πλάτων την άποψή του ότι η «μιμητική» τέχνη απέχει πολύ (τρεις βαθμίδες) από την αλήθεια;
5 Ο χαρακτηρισμός «γενναῖον» (413e – 414c), ευγενικό, σε αντίθεση με το ευτελές, σχετίζε-ται με το σκοπό για τον οποίο λέγεται, να πειστούν οι πολίτες ότι πρέπει να αισθάνο-νται αδέλφια, για να εξασφαλιστεί η διατήρηση και η ευδαιμονία της πόλεως. Ο W. K. C. Guthrie (3), σ. 462, υποστηρίζει ότι για τον Πλάτωνα δεν έχει σημασία αν το ψέμα αυτό γίνεται πιστευτό. Το ψέμα αυτό χρησιμοποιούν οι φύλακες, άρχοντες (ευγενείς) όχι για ιδιοτελή και ευτελή σκοπό, αλλά για τη διάσωση της πόλεως. Για τον όρο βλ. Κ. Popper, τ. Ι, σσ. 442-443. Πρβλ. και Αριστοτέλους Πολιτικά, 1264b 11-17 και 1264b 27 για το μύθο των «μετάλλων» και την κοινωνική κινητικότητα. Ο Αριστοτέλης επικρίνει τη θεωρία αυτή (μύθο) και υποστηρίζει ότι θα προκαλεί στάσεις στην πόλη και δεν θα συμβάλλει στην ενότητά της. Βλ. και Κ. Γεωργούλης (2), σσ. ΧΧΧΙΙ-ΧΧΧΙΙΙ και Κείμενα από τη βιβλιογραφία, αρ. 17.

3.10. Γυναίκες και οικογένεια
1. Ποια είναι η θέση της γυναίκας στην Πολιτεία του Πλάτωνα; Νομίζετε ότι είναι καλύτερη ή χειρότερη από τη θέση της στην αρχαία Αθήνα και γιατί;
2. Να αξιολογήσετε τη θέση της γυναίκας στην πλατωνική Πολιτεία σε σχέση με τη θέση του άντρα σ’ αυτήν.
3. Ποια είναι η δική σας γνώμη για τις προτάσεις που διατυπώνει ο Πλάτων στην Πολιτεία όσον αφορά τις σχέσεις των δύο φύλων και την οικογένεια;


3.11. Διαβίωση
1. Ποια δίαιτα και διαβίωση γενικά υποχρεώνονται να ακολουθούν οι φύλακες;
2. Ποιος είναι ο σκοπός της πολιτείας και πώς συνδέεται με τη διαβίωση των φυλάκων;
3.12. Οι φιλόσοφοι – βασιλείς
1. Ποια χαρακτηριστικά της αθηναϊκής δημοκρατίας αποδίδει ο Πλάτων με την αλληγορία του ακυβέρνητου σκάφους (Πολιτεία 487c – 502c); Να συγκρίνετε την περιγραφή του «μεθυσμένου καραβιού» με όσα αναφέρει ο Σωκράτης στον Πρωταγόρα (ενότητα 1η) για την εκκλησία του δήμου6.
2. Γιατί ο φιλόσοφος θεωρείται από τον Πλάτωνα ο καταλληλότερος για τη διακυβέρνηση της πολιτείας;
3. Ποια χαρακτηριστικά των φιλοσόφων – βασιλέων εγγυώνται τη σωστή διακυβέρνηση της πόλης; Γιατί ο Πλάτων θεωρεί αναγκαίο να μην έχουν οι φιλόσοφοι – βασιλείς περιουσία ή οικογένεια;
6 Ο Πλάτων παρουσιάζει με πικρή ειρωνεία την αθηναϊκή κοινωνία· τη δυνατότητα όλων να έχουν γνώμη για τα πολιτικά πράγματα χωρίς να γνωρίζουν την πολιτική τέχνη, τον τρόπο με τον οποίο παίρνονται οι αποφάσεις, την κλήρωση ως μέσο ανάδειξης σε αξιώματα κ.τ.λ. Ο δήμος παρουσιάζεται μύωπας και κουφός, οι πολιτικοί αγνοούν την πολιτική τέχνη κ.τ.λ. Βλ. Κ. Γεωργούλης (2), σσ. XLIV – XLV και W. K. C. Guthrie, (3), σσ. 498-502. 83
4. Και αν δεχτούμε ότι οι φιλόσοφοι – βασιλείς είναι οι καταλληλότεροι για τη διακυβέρνηση της πόλης και ότι τους παραχωρείται η εξουσία, νομίζετε ότι θα είχαν ικανοποιητικά κίνητρα ή λόγους για να την αναλάβουν; Να αιτιολογήσετε την απάντησή σας.


3.13. Η δικαιοσύνη 7
1. Ποιες αρετές «ενσαρκώνει» η ιδεώδης πολιτεία κατά τον Πλάτωνα και πώς εξηγείται αυτή η «ενσάρκωση»;
2. Ποια είναι τα μέρη της ψυχής και σε ποια σχέση βρίσκονται με τις τάξεις της πολιτείας;
3. Πώς διασφαλίζεται η αρμονία της ατομικής ψυχής και της ψυχής της πολιτείας σύμφωνα με τον Πλάτωνα;
4. Ποιος άνθρωπος θεωρείται δίκαιος;
5. Πώς ορίζει τη δικαιοσύνη ο Κέφαλος, ο Πολέμαρχος, ο Θρασύμαχος και ο Γλαύκων; Ποια κοινωνική τάξη ή ομάδα εκπροσωπεί καθένας;
6. Πώς ορίζει τη δικαιοσύνη ο Σωκράτης και ποια προβλήματα δημιουρ-γεί ο ορισμός του;
7. Ποια σχέση έχει η αυτογνωσία με τη δικαιοσύνη;
8. Πώς εξηγεί ο Πλάτων την άποψή του ότι στη δικαιοσύνη εμπεριέχονται και οι τρεις άλλες αρετές;


3.14. Οι «φαύλες» πολιτείες
1. Ποιες πολιτείες χαρακτηρίζει ο Πλάτων «φαύλες»;
2. Πώς δημιουργείται καθεμία από τις «φαύλες» πολιτείες;
3. Ποια χαρακτηριστικά αποδίδει ο Πλάτων σε κάθε είδος πολιτείας και στους πολίτες καθεμιάς; Συμφωνείτε με αυτά; Να εξηγήσετε με λίγα λόγια την απάντησή σας.
4. Πώς ορίζει ο Πλάτων τη δημοκρατία; Ποια διαφορά παρατηρείτε από τον ορισμό που δίνει ο Περικλής στον Ἐπιτάφιο; (Θουκυδίδης, ΙΙ, 37).
5. Πιστεύετε ότι ο παραλληλισμός των πολιτών με κηφήνες δείχνει μειωμένη εκτίμηση του Πλάτωνα προς το πλήθος των πολιτών;
7 Βλ. Κείμενα από τη βιβλιογραφία, αρ. 18.
6. Ποια ιστορικά παραδείγματα είχε πιθανόν υπόψη του ο Πλάτων στην περιγραφή των «φαύλων» πολιτειών;
7. Πώς προκύπτει η τυραννία, σύμφωνα με τον Πλάτωνα;


Ερωτήσεις για συνολική θεώρηση της εισαγωγής στην Πολιτεία
1. «Πυρήνας της πολιτικής σκέψης του Πλάτωνα είναι η ιδέα της δικαιοσύνης, που σημαίνει: ο καθένας να πράττει αυτό για το οποίο είναι πλασμένος και καταλλήλως εκπαιδευμένος. Αν όλοι θέλουν να έχουν λόγο και να αποφασίζουν για όλα, τότε θα επικρατήσει το χάος» (σχολικό βιβλίο, σ. 92): Θα μπορούσε, κατά τη γνώμη σας, να θεωρηθεί η σκέψη αυτή αντιδημοκρατική; Να προσδιορίσετε τα κριτήρια με τα οποία θα την αξιολογήσετε9.
2. Το κράτος (πόλις) δεν είναι, κατά την άποψη του Πλάτωνα, μία σύμβαση, αλλά βασίζεται στη φύση του ανθρώπου. Να προσπαθήσετε να αναλύσετε την άποψη αυτή, παίρνοντας υπόψη σας άλλες γνωστές σας (από την αρχαία γραμματεία ή από την ιστορία) θεωρίες που συμφωνούν ή διαφωνούν με τον Πλάτωνα, π.χ. τη θεωρία του Πρωταγόρα.
3. «Έπειτα, επειδή οι νόμοι τους εμπόδιζαν να κάνουν φανερά βίαιες πράξεις, αλλά αυτοί συνέχιζαν να τις κάνουν κρυφά, πιστεύω ότι κάποιος άνθρωπος ευφυής και σοφός επινόησε για τους ανθρώπους το φόβο των θεών, για να υπάρχει κάτι να φοβίζει τους κακούς, κι αν ακόμη κάνουν, λένε ή σκέφτονται κάτι κρυφά. Με αυτό το κίνητρο
8 Οι ερωτήσεις έχουν ένα κοινό· ότι προϋποθέτουν την κατανόηση της έννοιας του κριτηρίου και την ικανότητα προσδιορισμού κριτηρίων. Θα μπορούσε σε μια τάξη με υψηλό επίπεδο να δοθεί μια τέτοια ερώτηση όπως η πρώτη. Διαφορετικά θα πρέπει να τροποποιηθεί.
9 Θα μπορούσαν να δοθούν μερικά κριτήρια: Πότε διατυπώνεται η άποψη, σε ποιες κοινωνικές συνθήκες, σε ποιες ιστορικές συγκυρίες; Μπορούμε να το θεωρήσουμε απλώς ως κριτική στη δημαγωγία των πολιτικών, την εποχή της παρακμής της Αθήνας; Πρόκειται για άμεση ή έμμεση δημοκρατία; Όσον αφορά το «πλασμένος» θα μπορούσε να υποβάλει κανείς την ερώτηση ποιος θα αποφασίσει και με ποια κριτήρια για τη εισήγαγε την έννοια της θεότητας. Υπάρχει, είπε, ένα πνεύμα με αιώνια ζωή, που ακούει και βλέπει με το νου, που είναι υπερβολικά σοφό και τα παρατηρεί όλα, και είναι φορέας θεϊκής φύσης. Θα ακούει καθετί που λέγεται ανάμεσα στους ανθρώπους και θα μπορεί να δει όλα όσα πράττονται. Εάν κανείς σχεδιάζει σιωπηλά κάτι κακό, δεν θα ξεφύγει την προσοχή των θεών, τόσο έξυπνοι είναι. Λέγοντας αυτούς τους λόγους παρουσίασε το πιο γοητευτικό δίδαγμα, καλύπτοντας την αλήθεια με ψέματα» (Κριτία, Σίσυφος).
Αφού διαβάσετε το παραπάνω κείμενο (από τον Σίσυφο του Κριτία10), να κρίνετε ποια διαφορά υπάρχει ανάμεσα στα ψέματα που αναφέρει και στο γενναῖον ψεῦδος του Πλάτωνα.
4. Τι μπορούμε να συμπεράνουμε, με βάση το γενναῖον ψεῦδος και τις απόψεις του Κριτία, για το ρόλο των μύθων, των θρύλων, των παραδό-σεων, της ιδεολογίας γενικά, για τη συνοχή μιας κοινωνίας;
5. Νομίζετε ότι η φροντίδα του νομοθέτη να προφυλάξει τα παιδιά από κάθε αρνητική, κατά τη γνώμη του, επιρροή από την τέχνη είναι δικαιολογημένη; Πώς θα κρίνατε κάτι ανάλογο σήμερα;
6. Συμφωνείτε ότι η πολυτέλεια θα οδηγούσε την άρχουσα τάξη να ζει σε βάρος των άλλων και να πλουτίζει παράνομα; Να συγκρίνετε την άποψη του Πλάτωνα με όσα σχετικά αναφέρει ο Περικλής στον Ἐπιτάφιο (Θουκυδίδης, ΙΙ, 39), παίρνοντας υπόψη σας τη διαφορά του χρόνου που χωρίζει τα δύο κείμενα.
7. Διατυπώνονται, κατά τη γνώμη σας, στην Πολιτεία απόψεις που ισχύουν και σήμερα; Ποιες είναι αυτές;
«φύση» του άλλου. Πρβλ. σχολ. βιβλίο, σ. 101 και Κείμενα από τη βιβλιογραφία, αρ. 16, 17 και 18. Για γενική κριτική της Πολιτείας βλ. Κείμενα από τη βιβλιογραφία, αρ. 19.
10 Πρόκειται για το γνωστό σοφιστή, ηγετικό μέλος των τριάντα τυράννων και θείο του Πλάτωνα.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/387

Εκπαιδευτικός και μαθητής: Οδηγίες «πλοήγησης» μέσα στην τάξη

22/11/2010 , www.alfavita.gr

10 ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΕΚΕΙΝΟΥΣ ΠΟΥ ΤΟΛΜΟΥΝ ΝΑ ΔΙΔΑΣΚΟΥΝ!

Εκπαιδευτικός και μαθητής: οδηγίες «πλοήγησης» μέσα στην τάξη, του Χρήστου Κάτσικα

Η «απομαγνητοφώνηση» των μαθητικών συνομιλιών θα έφερνε στο προσκήνιο τη «γραμματική και το συντακτικό» ενός αισθήματος δυσαρέσκειας και έλλειψης ικανοποίησης από τη συμμετοχή τους στη σχολική ζωή και τη μαθησιακή διαδικασία, σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα – κέντρο πιέσεων και αρένα ανελέητου ανταγωνισμού, στο οποίο τα περιθώρια για αυθορμητισμό, ανάληψη πρωτοβουλιών, άσκηση κριτικής, προώθηση διαλόγου -λειτουργίες που «δένονται» με ένα νήμα με τις ανάγκες και τις προδιαθέσεις της νέας γενιάς- «αραχνιάζουν» στα «πρακτικά» των διακηρύξεων της επίσημης εκπαιδευτικής πολιτικής.

Μέσα στο κύμα των μαθητικών επικρίσεων και της αμφισβήτησης της λογικής του υπαρκτού σχολείου ξεχωρίζει ένα πρόσωπο, ο εκπαιδευτικός. Είναι ο «σημαντικός άλλος», η μόνη εμφανής φιγούρα της «ανώνυμης» σχολικής μηχανής, που στα «επεισόδια» των μαθητικών συζητήσεων παρουσιάζεται, υπαινικτικά, με μια θαυματουργική δύναμη, άλλοτε θεία και άλλοτε διαβολική, άλλοτε σα φορέας σωτηρίας και άλλοτε σα φορέας απώλειας. Ο δάσκαλος που αγαπήθηκε και ο δάσκαλος που μισήθηκε, είναι προφανώς δύο διαφορετικά πρόσωπα, χαραγμένα βαθιά, στις εμπειρίες και στις αναπαραστάσεις όλων, μαθητών και αποφοίτων, μικρών και μεγάλων, γεγονός που υποδηλώνει τον κεντρικό ρόλο που πιστεύεται ότι διαδραματίζει ο εκπαιδευτικός στη σχολική «σταδιοδρομία» του μαθητή. Βέβαια, η σχέση εκπαιδευτικού – μαθητή είναι, στα βασικά και αποφασιστικά της σημεία, μια σχέση θεσμική, όσο κι αν πολλές φορές στα μάτια των μαθητών φαντάζει ως προσωπική. Αυτό σημαίνει ότι σε γενικές γραμμές προσδιορίζεται με νόμους και διατάξεις, ανεξάρτητα από τις προσωπικές διαθέσεις καθώς κάθε εκπαιδευτικός είναι «θεσμικά» υποχρεωμένος να χρησιμοποιήσει προς τους μαθητές του ένα minimum από την εξουσία που του παρέχει η θέση του στο σχολείο (διδασκαλία ορισμένης ύλης, εξέταση, βαθμολογία, απουσίες, ποινές, κ.λπ) πρακτική που δημιουργεί «αυτεπαγγέλτως» αντιθέσεις, σε κάποιες περιπτώσεις εκρηκτικές. Όμως, αν είναι δύσκολη με τη συγκεκριμένη δομή και λειτουργία του υπαρκτού εκπαιδευτικού συστήματος, η λύση βασικών αντιθέσεων μεταξύ εκπαιδευτικών και εκπαιδευομένων σε διαπροσωπική βάση, είναι σίγουρο ότι η ανίχνευση του «μαύρου κουτιού» της αίθουσας διδασκαλίας και των μαθητικών βιωμάτων, οριοθετούν τα χαρακτηριστικά του «δασκάλου που αγαπήσαμε».

1. Η ΤΑΞΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΙΑΙΑ!

«Δεν χρειάζεται να σαι μάντης για να καταλάβεις. Αρκεί να κοιτάξεις του γονείς συγκεντρωμένους κάθε μέρα στην είσοδο του σχολείου, τους χοντρούς και τους λεπτούς, τους καλοντυμένους και τους φτωχοντυμένους, τους εξαντλημένους και τους ακμαίους» (Dupasc)

Το μαθητικό σώμα είναι ανομοιογενές καθώς προέρχεται από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και διαπερνάται από τις υπάρχουσες κοινωνικές αντιθέσεις. Η σχολική τάξη δεν είναι ενιαία και αυτή η πραγματικότητα είναι τεκμηριωμένη από την έρευνα και την καθημερινή εμπειρία.

Κάθε μαθητής «κουβαλάει» μαζί του ένα ολόκληρο φορτίο προσωπικών, οικογενειακών και κοινωνικών «αποσκευών». Η γνώση που αποκτά ο καθηγητής για τους μαθητές του μοιάζει, πολλές φορές, με τη γνώση που αποκτά ο θεατής για τον ηθοποιό που παίζει κάποιο ρόλο στη θεατρική σκηνή. Η γνώση του δασκάλου για το μαθητή δεν μπορεί να «ρυμουλκείται» με το αυστηρό κριτήριο της επιτυχίας ή της αποτυχίας του στο σχολείο, αλλά πρέπει να περιλαμβάνει τα βασικά στοιχεία της ταυτότητας του παιδιού για την καλύτερη «χαρτογράφηση» της τάξης. Κι αυτό, βέβαια, όχι από την αίσθηση μιας αφηρημένης δικαιοκρισίας αλλά από τη βεβαιότητα ότι μόνο έτσι θα είναι σε θέση να προσεγγίσει τις στάσεις και τις πρακτικές των μαθητών.

2. ΔΙΔΑΞΕ ΜΕ!

Μια σύγχρονη μορφή διδασκαλίας κάνει το μαθητή παρατηρητή – δράστη, του διεγείρει την παρατηρητικότητα, τον αναγκάζει να πάρει αποφάσεις, του δίνει επιχειρήματα αντί να τον ταυτίζει με ιδέες, συναισθήματα ή πρόσωπα, τελικά ωθεί τα συναισθήματά του στη συνειδητοποίηση. Στο παραδοσιακό μάθημα η τάξη είναι τάξη και η κοινωνία είναι κοινωνία. Όμως οι τοίχοι της σχολικής αίθουσας δεν μπορεί να είναι τα όρια της επικοινωνίας και χρειάζεται η σχολική ομάδα να γίνει κοινωνός των προβλημάτων της τοπικής κοινωνίας, μάρτυρας, παρατηρητής και αναλυτής των κοινωνικών ζητημάτων. Ο εκπαιδευτικός απαιτείται να έχει τη γνώση και την ικανότητα να φέρει όλη την κοινωνία στην τάξη όχι με μια παραδοσιακή «επίσκεψη» αλλά αναλύοντας με κάθε ευκαιρία το σύνολο των αντιφάσεων και συγκρούσεών της. Στα πλαίσια αυτά, ο ολιγόλεπτος σχολιασμός πριν από κάθε μάθημα, με οξυδέρκεια και διεισδυτικότητα, των χτεσινών συμβάντων, δεν είναι καθόλου άσχημη ιδέα.

3. ΟΥΤΕ ΑΥΤΑΡΧΙΣΜΟΣ, ΟΥΤΕ ΑΝΤΙΑΥΤΑΡΧΙΣΜΟΣ!

Η συζήτηση που αφορά τις σχολικές ποινές συνήθως επικεντρώνεται στη χρησιμότητα ή όχι των κυρώσεων και ποτέ σχεδόν στο τι προκαλεί τις κυρώσεις. Εμφανίζονται έτσι στους σχολικούς χώρους οι «οπαδοί» των ποινών και οι «αρνητές» τους οι οποίοι δρομολογούν τις θεωρητικές τους αντιθέσεις στο αν πρέπει να επιβάλλονται ποινές, πότε και ποιες, χωρίς, όπως σημειώνει ο Θανάσης Γκότοβος, να αναφέρονται στη γέννηση και τη «βιογραφία» του μαθητικού παραπτώματος το οποίο «ελκύει» την ποινή.

Η παραπάνω λογική, ενώ για τους «οπαδούς» των ποινών παραπέμπει στην αυταρχικότητα, για τους «αρνητές» τους, κοντολογίς γι εκείνους που «καταργούν» τις ποινές, κλείνοντας τα μάτια στο πλαίσιο που λιπαίνει το έδαφος των μαθητικών παραπτωμάτων, γρήγορα οδηγείται σε αδιέξοδο και πολλές φορές στην «κάθετη» αναθεώρηση της προηγούμενης στάσης τους. Μια αντίπαλη πρόταση στη λειτουργία του σχολικού ποινολογίου δεν μπορεί να αντιπαραθέτει στον όποιο θεσμοθετημένο αυταρχισμό μια ηθικιστική λογική που μοιάζει με την «ελεημοσύνη στην επαιτεία που ησυχάζει την ψυχή χωρίς η ζητιανιά να εξαλείφεται». Ο μαθητής δεν έχει ανάγκη ούτε από την αυστηρότητα ούτε από την ανεκτικότητα του εκπαιδευτικού. Αυτό που χρειάζεται είναι η ουσιαστική συμμετοχή του σε μια διαδικασία που θα δρομολογεί τους όρους θέσπισης και τήρησης των κανόνων της σχολικής ζωής που θα εξασφαλίζουν δικαιώματα και καθήκοντα σε όλους. Η στάση του δασκάλου ορίζεται με το αν και κατά πόσο εξυπηρετεί μια ολόκληρη κίνηση προς τα μπρος, με άλλα λόγια αν διαπαιδαγωγεί και διαπαιδαγωγείται σωστά ολόκληρη η ομάδα.

4. ΟΧΙ ΣΤΗ ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΗ!

«Θυμάμαι ακόμη μια καθηγήτρια που δεν έχανε ευκαιρία να με ξεφτιλίζει μέσα στην τάξη. Είχε πάρει κάποτε μια έκθεσή μου και τη διάβαζε μεγαλόφωνα στην τάξη, με ειρωνευόταν συνέχεια προκαλώντας έντεχνα και τα γέλια των συμμαθητών μου» (Ε.Ν. 36 ετών σήμερα)

Η πρώτη εικόνα που ένα παιδί μπορεί να έχει για τον ίδιο του τον εαυτό είναι συχνά διαμορφωμένη από το σχολείο. Εκεί βρίσκεται για πρώτη φορά αντιμέτωπο με ομάδες παιδιών της ηλικίας του και συγκρίνει τον εαυτό του με τα άτομα που αποτελούν αυτές τις ομάδες. Περισσότερο όμως από τη συμπεριφορά των συμμαθητών του, οι εκτιμήσεις ου γίνονται από τους δασκάλους θα συντελέσουν στο να αναπτύξει το παιδί μέσα του διαθέσεις αυτοεκτίμησης ή αυτοϋποτίμησης. Η εξουσία του δασκάλου φανερώνεται με τη βαθμολογία, τον διαχωρισμό και την απροκάλυπτη εκτίμηση. Αυτά είναι τα λεγόμενα «αντικειμενικά μέσα» που έχει ο δάσκαλος στη διάθεσή του ώστε να εκφράσει την εκτίμησή του για την εργασία του παιδιού. Περισσότερο «ύπουλα» όμως είναι τα υποκειμενικά μέσα, που πολλές φορές ο δάσκαλος δεν συγκρατείται να μην χρησιμοποιήσει. Φανερώνονται μέσα στις κρίσεις, τους συλλογισμούς, τις υποτιμητικές μιμήσεις, την ειρωνεία. Φανερώνονται ακόμα μέσα στη λησμονιά, την εγκατάλειψη, την έλλειψη εκτίμησης, την αδιαφορία. Η φυσική ποινή έχει θεωρητικά αποδυναμωθεί, χωρίς να έχει εντελώς εξοβελιστεί και συνυπάρχει με τη μη λεκτική επίκριση (παιχνίδι βλεμμάτων, γκριμάτσες αποδοκιμασίας) και με τις πιο πολιτισμένες, όχι λιγότερο οδυνηρές μορφές επίπληξης (ειρωνεία, οίκτος, αδιαφορία). Μπορεί η υποτίμηση να συντελέσει στη σχολική αποτυχία και σε διαταραχές στη φοίτηση; Έχει αποδειχθεί ότι όχι δύσκολα μπορεί το υποτιμημένο παιδί να οδηγηθεί στην παθητικότητα, την αδιαφορία ή να περάσει στην αντεπίθεση…

5. ΝΑΙ ΣΤΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ – ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ !

Η σχολική ζωή έχει συρρικνωθεί, η σχολική μάθηση κυριαρχεί έναντι της κοινωνικής μάθησης και αξίες όπως δημοκρατία, συνεργασία, αλληλεγγύη έχουν «παραχωρήσει» τη θέση τους στον ανταγωνισμό, την αντιπαράθεση, τον ατομικισμό, το φθόνο, τη βαθμοθηρία, την υποτέλεια, την κυριαρχία. Η συλλογική προσπάθεια και ευθύνη, η ομαδικότητα -και μέσα σ΄ αυτήν η ανάπτυξη της ατομικότητας- δίνουν τη θέση τους στην παράλογη διάσπαση και σπατάλη δυνάμεων, σ΄ έναν αδιέξοδο ανταγωνισμό που βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με τις ανάγκες και τις προδιαθέσεις της νέας γενιάς που διψά για διανθρώπινη επαφή, ομαδικότητα και συναδελφικότητα. Πολύ σωστά επισημαίνεται από πλήθος ειδικών, εκπαιδευτικών, κοινωνιολόγων και ψυχολόγων ότι αυτό το κλίμα ευνοεί τη δημιουργία αντικοινωνικών συναισθημάτων και τάσεων, όπως η υπεροψία, ο φθόνος, η μνησικακία, η κακεντρέχεια, η υποκρισία και η παθολογική φιλοπρωτία. Στις απαντήσεις των πρώην μαθητών η συνεργασία και η ανάπτυξη φιλικών σχέσεων αποτελεί μια από τις θετικές εμπειρίες και τα ευχάριστα βιώματά τους. Ο δάσκαλος μπορεί να υπονομεύει την ανταγωνιστική σχολική ατμόσφαιρα, δημιουργώντας όρους συνεργασίας, επιβραβεύοντας τη συλλογικότητα και την αλληλεγγύη, επιχειρηματολογώντας υπέρ της θέσης, ότι «τα καλύτερα όνειρα στη ζωή μας είναι τα συλλογικά!»

6. ΔΙΔΑΞΕ ΜΑΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ! ΑΚΟΥΣΕ ΚΑΙ ΜΕΝΑ !

Ο δάσκαλος που βολεύεται στο «κοστούμι» – πανοπλία της αυθεντίας και την χρησιμοποιεί μάλιστα και ως εφαλτήριο για το κοινωνικό status του ακυρώνει γρήγορα την επικοινωνιακή σύμβαση, αποξηραίνει κάθε δυνατότητα δημιουργικής – ουσιαστικής σχέσης με τους μαθητές του. Διδάσκουμε μαθαίνοντας, σημαίνει όχι μόνο ότι διαλεκτικά προσεγγίζουμε τη γνώση, αλλά και ότι παίρνουμε από την τάξη καθετί το κοινωνικά χρήσιμο, το αξιοποιήσιμο. Ο καλός δάσκαλος δεν ξέρει μόνο να μιλάει και να μεταδίδει. ξέρει πρώτα να ακούει.

7. ΔΩΣΕ «ΧΡΩΜΑ» ΣΤΗΝ ΤΑΞΗ !

Διδασκαλία δεν μπορεί να αποτελέσει ο ξύλινος μονόλογος που μετατρέπει τη μαθησιακή διαδικασία σε μια από τις πιο «στημένες» και πιο ασφυκτικές επικοινωνίες στις οποίες συμμετέχει καθημερινά ο μαθητής. Παράλληλα ο σχολικός χώρος δεν είναι απλό θέμα γεωμετρίας ή απλής και ουδέτερης διευθέτησης για τη στέγαση της μαθησιακής διαδικασίας. Η διάταξη των πραγμάτων στην τάξη (θρανία, πίνακες, έδρα, κατά παράταξιν καθίσματα) έχει συγκεκριμένη εσωτερική συνοχή και λογική, το ίδιο και η αρχιτεκτονική των σχολικών χώρων. Η γλώσσα της κίνησης του σώματος μπορεί να αλλάξει. Δώστε στις τάξεις ένα άλλο χρώμα πιο ανθρώπινο, πιο ζωηρό, πιο κοινωνικό. Δώστε στους μαθητές τη δυνατότητα να διακοσμήσουν οι ίδιοι την τάξη τους, να φέρουν αφίσες, βιβλία, περιοδικά που αγαπούν και διαβάζουν σε αυτήν. Φτιάξτε μια μικρή βιβλιοθήκη, αν αυτό είναι δυνατόν, μέσα στην τάξη με αυτά που αγαπούν να διαβάζουν τα παιδιά. Αν δεν υπάρχει πρόβλημα με το μέγεθος της αίθουσας και τον αριθμό των μαθητών αλλάξτε τη διάταξη των θρανίων. Τοποθετείστε τα σε σχήμα Π και ζητήστε από τους μαθητές να εργάζονται ομαδικά προκειμένου να λύσουν μια άσκηση, να μεταφράσουν ένα κείμενο ή να διαμορφώσουν ένα επιχείρημα. Ανοίχτε δίαυλους επικοινωνίας ανάμεσα τους. Το ομαδικό πνεύμα δεν θα πέσει στα κεφάλια των μαθητών από τον ουρανό ούτε θα έρθει μέσα από τις ανταγωνιστικές εξετάσεις και τη βαθμοθηρία, όπου ο καθένας γράφει σκυφτός μπροστά στην κόλα του. Φυσικά, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να έχουμε την αυταπάτη ότι οι αναγκαίες διδακτικές μας παρεμβάσεις που κινούνται προς την κατεύθυνση ενός άλλου σχολείου αρκούν για να αλλάξουν το σχολείο. Δημιουργούν ρωγμές στο σύστημα και διαμορφώνουν τους όρους να σκεφθεί η νέα γενιά κριτικά προκειμένου να αποκτήσει τα όπλα για να αλλάξει τον κόσμο. Το σχολείο αλλάζει αλλάζοντας την κοινωνία!

8. ΑΣΕ ΜΕ ΝΑ ΚΑΝΩ ΛΑΘΟΣ !

Στη διάρκεια της μαθησιακής διαδικασίας, ο μαθητής, αρκετές φορές, είναι υποχρεωμένος να απαντήσει στις ερωτήσεις του εκπαιδευτικού που αφορούν κατά βάση το περιεχόμενο του μαθήματος. Η όχι εύστοχη απάντηση του μαθητή, γίνεται αρκετές φορές αντικείμενο επικρίσεων , γεγονός που προετοιμάζει το έδαφος για «αφοπλισμό» του μαθητή. Αντίθετα μια λειτουργική εκμετάλλευση του λάθους, μια δυναμική κατανόησή του μέσα από την οποία δε νοείται πλέον ως αποτυχία, η αναδόμηση του σωστού μέσα από την ευκαιρία του λάθους μπορεί όχι μόνο να μην απογοητεύσει το μαθητή αλλά και να ανοίξει το σύνθετο δρόμο της μάθησης. Η γνώση είναι και αποτέλεσμα σύγκρουσης του σωστού με το λαθεμένο και ακριβώς το λαθεμένο είναι απαραίτητο για τη διατύπωση του ορθού και του κοινωνικά αναγκαίου.

9. ΕΝΘΑΡΡΥΝΕ ΜΕ!

«Ο καλός δάσκαλος είναι αυτός που απλώνει το χέρι στην ψυχή του παιδιού και τονώνει αυτό που διαθέτει το καθένα» (Μίλτος Κουντουράς)

Το σχολικό σύστημα δεν έχει το δικαίωμα να δημιουργεί «παραμελημένα» παιδιά. Η ενθάρρυνση μπορεί να γίνει θετικό κίνητρο, ενώ η μείωση της αξίας πλήττει το μαθητή καίρια στην εικόνα που έχει για τον εαυτό του. Το πρώτο βήμα για μια επιτυχημένη επικοινωνιακή – μαθησιακή διαδικασία είναι η ενθάρρυνση.

10. ΓΝΩΡΙΣΕ ΜΕ! ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΜΟΥ!

«Τι ξέρουμε για τους μαθητές μας; επίδοση, διαγωγή, θέση στο θρανίο» (Γ.Κ., εκπαιδευτικός)

Έχει καθοριστική σημασία για την πορεία της διδασκαλίας και τις σχέσεις με τους μαθητές να τους γνωρίσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο, να συναντήσουμε τις ανάγκες τους. Και σε καμία περίπτωση γνωριμία με τους μαθητές δεν σημαίνει να πουν το όνομα τους, όπως γίνεται συνήθως στο πρώτο μάθημα. Γνωριμία με τους μαθητές σημαίνει να γνωρίσουμε την άποψη τους για τον κόσμο και τη ζωή τους, τις επιθυμίες τους, τις εργασίες που κάνουν οι γονείς τους, τις συνθήκες που επικρατούν στο σπίτι τους, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζουν και μελετούν, τη σχέση τους με το σχολείο, το πώς περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους, το πώς σκέφτονται. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να αποκωδικοποιήσουμε το λόγο και τη συμπεριφορά τους και να συναντήσουμε πραγματικά τις ανάγκες τους προσαρμόζοντας τη διδασκαλία στο πολιτιστικό τους κεφάλαιο και στα υλικά μέσα που έχουν διαθέσιμα.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/386

“Πολιτεία” του Πλάτωνα- Το Σπήλαιο

Απεικόνιση του Σπηλαίου στην "Πολιτεία" του Πλάτωνα

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/384

“Πολιτεία” του Πλάτωνα -Η Αλληγορία του Σπηλαίου

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/381

Πλάτωνα “Πολιτεία” : Γενικά Σχόλια Ενοτήτων 11,12,13

Ενότητα 11η
Ο μύθος του σπηλαίου είναι η πιο γνωστή ίσως αλληγορία μέσα στην Πολιτεία, ένα έργο το οποίο ο Πλάτων αφιερώνει στη διερεύνηση της έννοιας της δικαιοσύνης. Η αναφορά στους δεσμώτες και το σπήλαιο γίνεται στην αρχή του έβδομου βιβλίου, λίγο πριν ο Πλάτων προσδιορίσει τα χαρακτηριστικά του παντελοῦς φύλακος, αυτού δηλαδή που είναι έτοιμος να γίνει άρχοντας φιλόσοφος. Ο φιλόσοφος είναι ικανός να κυβερνήσει την πολιτεία και να την οδηγήσει στην ύψιστη ιδέα, αυτήν του ἀγαθοῦ. Στο τέλος του έκτου βιβλίου ο Σωκράτης και ο Γλαύκων έχουν συμφωνήσει ότι η διάνοια -βρίσκεται μεταξύ της δόξης και του νοῦ- επιτελεί σημαντικό ρόλο στην ενασχόληση της ψυχής με τη διαλεκτική επιστήμη, αυτήν που οδηγεί στην ἀνυπόθετον ἀρχήν, δηλαδή στην αλήθεια. Η διάνοια μαζί με την νόησιν, την πίστιν και την εἰκασίαν είναι παθήματα (=φαινόμενα) της ψυχής, τα οποία καλλιεργούνται σε κάθε άνθρωπο. Το έβδομο βιβλίο ξεκινά με την ανάλυση από τη μεριά του
Σωκράτη της σύστασης της ψυχής όσον αφορά την παιδεία της, τη μόρφωσή της. Βεβαίως η αναφορά στην πεπαιδευμένη και την αμόρφωτη ψυχή έχει ως σκοπό να τονίσει το έως τώρα εκπαιδευτικό πρόγραμμα που ακολουθούν οι φύλακες της Πολιτείας και μάλιστα να διακρίνει σαφέστερα τις ψυχικές ιδιότητες εκείνων που θα προκριθούν στη θέση των αρχόντων βασιλέων. Υπό αυτό το πρίσμα μπορούμε να προχωρήσουμε στην ερμηνεία της αλληγορίας. Στην προκείμενη ενότητα κυριαρχεί η περιγραφή του σπηλαίου και των δεσμωτών. Το ρήμα ἰδὲ οφείλουμε να το ερμηνεύσουμε όχι κυριολεκτικά. Η θέασις στον Πλάτωνα γίνεται κυρίως με τον νου όχι με τις αισθήσεις. Ασφαλώς πρόκειται για τη θέα ενός καινούργιου, για την ώρα ασύλληπτου, πράγματος. Στην περιγραφή της σπηλιάς δεδομένα είναι η είσοδός της που βρίσκεται σε βαθμίδα υψηλότερη αυτής των δεσμωτών, η φλόγα πυρός κάπου ψηλά και πίσω, η επιφάνεια της γης με τον δρόμο και το τειχίον και βεβαίως οι σχεδόν ακίνητοι δεσμώτες, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να βλέπουν (το ὁρᾶν εδώ λαμβάνεται
κυριολεκτικά) μόνον ευθεία και μπροστά. Η παρομοίωση του τείχους με παραπετάσματα θαυματοποιών δεν είναι τυχαία. Υποδηλώνει εξ αρχής το ψεύτικο, το απατηλό, όπως πράγματι είναι τα όσα βλέπουν από τη θέση που βρίσκονται οι δεσμώτες άνθρωποι. Ο Γλαύκων χαρακτηρίζει την όλη εικόνα παράξενη. Η λέξη αυτή (ἄτοπον) δίνει την αφορμή στον Σωκράτη να επιχειρήσει τη σύγκριση της εικόνας των δεσμωτών με τους ανθρώπους της εποχής του, αυτούς που βρίσκονται, χωρίς να το γνωρίζουν, σε δεσμά.

Ενότητα 12η
Μετά την περιγραφή του σπηλαίου ο Σωκράτης διευκρινίζει στον Γλαύκωνα τις συνθήκες ζωής αλλά και την πνευματική κατάσταση των δεσμωτών. Για την ερμηνεία της αλληγορίας ενδιαφέρον φυσικά έχει το δεύτερο. Οι αντιλήψεις αλλά και η γνώση των ανθρώπων αυτών βασίζονται στην απάτη, στο ψεύδος· ζουν κυριολεκτικά μέσα σε ἀφροσύνη. Υπάρχει όμως η δυνατότητα απελευθέρωσης, η οποία θα προέλθει μέσα από τους ίδιους τους δεσμώτες. Εφ’ όσον ένας από αυτούς ελευθερωθεί και σιγά σιγά εξοικειωθεί με το αληθινό φως έχοντας φθάσει στην άνω βαθμίδα (η θέαση του αληθινού φωτός, δηλαδή του ἀγαθοῦ, δεν πραγματοποιείται με τους σωματικούς οφθαλμούς), αυτός θα αναλάβει τη λύση του ζητήματος, της απελευθέρωσης των υπολοίπων. Η λύση βέβαια πρόκειται να είναι επώδυνη, αφού κανείς από τους συνδεσμώτες δεν θα τον πιστέψει ούτε και θα δείξει προθυμία να αρνηθεί ως ψεύτικη την έως τώρα ζωή του. Ενδέχεται μάλιστα να τον φονεύσουν. Στο σημείο αυτό ολοκληρώνεται ο μύθος και ο Σωκράτης προχωρεί στην εφαρμογή του μέσα στο πολιτειακό σύστημα που μαζί με τον Γλαύκωνα επεξεργάζεται. Δίνεται η εξήγηση· στη θέση των δεσμωτών βρίσκονται οι
σημερινοί άνθρωποι αφού οι νοητοί οφθαλμοί τους, οι οποίοι έχουν ως έδρα τους την ψυχή, δεν είναι ικανοί να στραφούν από το σκότος (τρέχουσες αντιλήψεις για το δίκαιο, την ισότητα κ.λ.π.) προς το αληθινό φως (το ἀγαθόν). Το μέσο, ο μοχλός που θα στρέψει το ανθρώπινο πνεύμα στην αλήθεια είναι η παιδεία. Ο Γλαύκων συμφωνεί. Ζητούμενο τώρα είναι η ποιότητα της παρεχόμενης παιδείας. Στο χωρίο δεν γίνεται εκτενής αναφορά σε αυτήν αλλά τονίζεται η θεμελιώδης συμβολή της στη διαμόρφωση μιας ικανής ψυχής να θεάται τα υψηλά και όχι τα πράγματα που την δένουν με τον κόσμο (ηδονή, φαγητό, ποτό). Ο Σωκράτης στη συνέχεια συσχετίζει την πεπαιδευμένη ψυχή με
τη διακυβέρνηση της πολιτείας. Η διακυβέρνηση λοιπόν οφείλει να ανατεθεί σε ψυχή ανθρώπου
πεπαιδευμένου (ας προσεχθεί ότι ένας τέτοιος θα προέλθει από το κοινωνικό σώμα, από το σύνολο των σημερινών πολιτών). Στην ενότητά μας γίνεται λόγος για έναν κίνδυνο που παραμονεύει στην περίπτωση λανθασμένης ανάθεσης. Προτείνονται δύο κατηγορίες πολιτών, οι αμόρφωτοι και ανίκανοι να δουν την αλήθεια πολίτες και αυτοί που έχουν μορφωθεί και συνεχίζουν την
εκπαίδευσή τους συνεχώς και αδιαλείπτως, σαν να κατοικούν σε έναν άλλον κόσμο, στις νήσους των μακάρων ηρώων. Ο Σωκράτης με σαφή τρόπο αποδεικνύει γιατί είναι ακατάλληλοι και οι πρώτοι και οι δεύτεροι για την ανάληψη της εξουσίας. Τότε τι θα γίνει; Η απάντηση: Η λύση θα προέλθει με τον εξαναγκασμό εκείνων των ανθρώπων που έχουν γνωρίσει το αγαθό (πρόκειται για τους φύλακες
παντελεῖς, των οποίων η εκπαίδευση έχει αναπτυχθεί στα προηγούμενα βιβλία της Πολιτείας) αλλά δεν είναι αποφασισμένοι να το μεταδώσουν και στους άλλους. Οι δύο οικιστές όμως, ο Σωκράτης και ο Γλαύκων, θα αναλάβουν να τους μεταπείσουν ώστε να αναλάβουν το δύσκολο έργο, την απελευθέρωση των υπολοίπων ανθρώπων από τα δεσμά τους, δηλαδή την εκπαίδευσή τους μέσα
στην αλήθεια και όχι το ψεύδος. Αυτές λοιπόν οι χαρισματικές προσωπικότητες οφείλουν να θέσουν τον εαυτό τους και πάλι στα δεσμά (στην απαιδευσία και το πνευματικό σκότος) αδιαφορώντας για τις απολαβές τους, αν δηλαδή θα αποκομίσουν τιμές ισάξιες ή κατώτερες προς την προσωπικότητά τους. Η ανιδιοτέλεια προβάλλει ως χαρακτηριστικό του άρχοντα φιλοσόφου.

Ενότητα 13η
Ο φιλόσοφος οφείλει να επιδοθεί στο έργο της αγωγής και της μύησης των δεσμωτών στην αληθινή παιδεία χωρίς να αισθάνεται αδικημένος, διότι τάχα στερείται τον ανώτερο φιλοσοφικό βίο. Η πρόσκαιρη ένσταση του Γλαύκωνα φαίνεται ότι δεν έχει ισχύ. Ο Σωκράτης υπενθυμίζει στον
συνομιλητή του κάτι που ήδη έχει συμφωνηθεί, έναν βασικό άξονα της νεότευκτης πολιτείας. Ο νόμος προνοεί για την ευημερία όλων των κοινωνικών τάξεων, όχι μιας συγκεκριμένης. Οι φιλόσοφοι επομένως δεν έχουν κάτι το ξεχωριστό σε σχέση με τις άλλες κοινωνικές τάξεις, βέβαια
όσον αφορά την ευπείθεια και την υπακοή στον νόμο. Στο χωρίο μάλιστα εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι στον νομοθέτη (λανθάνει πίσω από τη λέξη νόμος) επιτρέπεται η χρήση της πειθούς και του εξαναγκασμού (πρβλ. και το χωρίο των Νόμων, 722b), ώστε να επιτευχθεί η μεγίστη δυνατή κοινωνική ωφέλεια. Η ωφέλεια αυτή έγκειται στην προσφορά της μιας κοινωνικής τάξης στην άλλη. Η παρουσία και το έργο του κάθε πολίτη στο σώμα της πολιτείας δικαιώνεται όταν το ατομικό όφελος τεθεί κάτω από το συλλογικό. Ο Σωκράτης τονίζει ιδιαίτερα τη συμβολή του νόμου στη δημιουργία της κοινής ωφέλειας και τονίζει ότι «(ο νόμος) δεν αφήνει να τραβά ο καθένας όπου θέλει, αλλά χρησιμοποιεί ο ίδιος (τους πολίτες) και δένει σε μια ενότητα την πόλη». Η παρατήρησή του βέβαια αφορά πρωτίστως την κυρίαρχη τάξη της πολιτείας, τους φιλοσόφους. Η συνεισφορά τους προς τις άλλες τάξεις όχι μόνον δεν συνιστά αδικία, αλλά προβάλλει ως υποχρέωση. Στα καθήκοντά τους περιλαμβάνονται πλέον η εκπαίδευση και η διασφάλιση της ζωής των υπολοίπων.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/378

ΠΛΑΤΩΝΑ «ΠΟΛΙΤΕΙΑ» : Μετάφραση Ενοτήτων 11,12,13

Ενότητα 11η (514Α-515A)

Μετάφραση

Ύστερα από αυτά λοιπόν, είπα, παρομοίασε τη δική μας φύση σχετικά με την παιδεία και την απαιδευσία με την ακόλουθη περιπετειώδη εικόνα. Φαντάσου δηλαδή ανθρώπους δήθεν μέσα σε υπόγειο μέρος όμοιο με σπηλιά, που έχει την είσοδό του ανοικτή προς το φως, σε μάκρος, σε όλη την έκταση της σπηλιάς, να βρίσκονται μέσα σε αυτό, από παιδιά, στα δεσμά και από τα πόδια και από τον τράχηλο ώστε και να μένουν στην ίδια θέση αυτοί και να βλέπουν μόνο μπροστά τους, χωρίς να μπορούν να γυρίζουν κυκλικά τα κεφάλια τους εξ αιτίας των δεσμών. Γι’ αυτούς, λοιπόν, να φέγγει μια λάμψη από φωτιά από ψηλά και από μακριά που καίει πίσω τους, και ανάμεσα στη φωτιά και τους δεσμώτες επάνω στην επιφάνεια της γης να περνάει δρόμος κοντά στον οποίο, φαντάσου, να έχει κτισθεί ένα χαμηλό τείχος, όπως ακριβώς

στήνονται τα παραπετάσματα από τους θαυματοποιούς μπροστά από τους θεατές, πάνω από τα οποία παρουσιάζουν τα τεχνάσματά τους.

Τα φαντάζομαι, είπε.

Φαντάσου τώρα ανθρώπους κατά μήκος αυτού του τείχους να μεταφέρουν κάθε είδους κατασκευάσματα που εξέχουν από το τείχος και αγάλματα και άλλα ομοιώματα και πέτρινα και ξύλινα και κατασκευασμένα από κάθε είδους υλικό, και όπως είναι φυσικό από αυτούς που τα κρατούν και τα δείχνουν από μακριά άλλοι να μιλούν και άλλοι να σωπαίνουν.

Παράξενη εικόνα περιγράφεις, είπε, και παράξενους δεσμώτες.

Όμοιους με εμάς, είπα εγώ.

Ενότητα 12η (519B-D)

Μετάφραση

Τι λοιπόν; Αυτό εδώ δεν είναι φυσικό, είπα εγώ, και δεν προκύπτει

αναγκαστικά από τα προηγούμενα, δηλαδή ούτε οι απαίδευτοι και όσοι δεν έχουν γνωρίσει την αλήθεια θα μπορούσαν να διοικήσουν με ικανοποιητικό τρόπο την πόλη, ούτε όσοι αφήνονται να περνούν τη ζωή τους έως το τέλος μέσα στην εκπαίδευση· οι πρώτοι επειδή στη ζωή τους δεν έχουν κάποιον σκοπό, ο οποίος πρέπει να τους προσανατολίζει σε οποιαδήποτε πράξη τους είτε ιδιωτική είτε δημόσια, και οι δεύτεροι επειδή με τη θέλησή τους δεν θα προβούν σε καμία πρακτική ενασχόληση νομίζοντας ότι έχουν εγκατασταθεί στα νησιά των μακάρων, ενώ ακόμη ζουν;

Αλήθεια, είπε.

Δικό μας, λοιπόν, έργο είναι, είπα εγώ, εμείς οι ιδρυτές της πόλης να αναγκάσουμε και τις καλύτερες φύσεις να επιδοθούν στο μάθημα, το οποίο προηγουμένως ισχυρισθήκαμε ότι είναι το ανώτερο, και να δουν δηλαδή το αγαθό και να επιχειρήσουν εκείνη την ανάβαση, και αφού ανεβούν και χαρούν αρκετά το θέαμα, να μην τους επιτρέψουμε αυτό που τώρα τους επιτρέπεται.

Και ποιο είναι αυτό;

Το να μένουν συνεχώς στο ψηλό μέρος, είπα εγώ, και να μη θέλουν να κατεβούν πάλι κοντά σε εκείνους τους δεσμώτες ούτε να παίρνουν το μερίδιό τους από τους κόπους και τις τιμές που έχουν θεσπισθεί ανάμεσα σε εκείνους, είτε είναι ταπεινότερες είτε έχουν μεγαλύτερη αξία.

Ενότητα 13η (519D-520A)

Μετάφραση

Και λοιπόν, είπε, θα τους αδικήσουμε και θα τους κάνουμε να ζουν

χειρότερα, ενώ είναι δυνατόν να ζουν καλύτερα;

Λησμόνησες πάλι, είπα εγώ, φίλε μου, ότι αυτό δεν ενδιαφέρει τον νόμο, πώς δηλαδή μια κοινωνική τάξη στην πόλη θα ευτυχήσει υπερβολικά, αλλά αναζητά τρόπο να συμβεί το παρακάτω σε ολόκληρη την πόλη, ενώνοντας τους πολίτες με την πειθώ και τον εξαναγκασμό· τους κάνει να μοιράζονται μεταξύ τους την ωφέλεια που ο καθένας τους μπορεί να προσφέρει στο κοινό και ο ίδιος δημιουργεί τέτοιους πολίτες στην πόλη, όχι για να αφήνει να τραβά ο καθένας όπου θέλει, αλλά για να τους χρησιμοποιεί ο ίδιος και να δένει σε μια ενότητα την πόλη.

Πραγματικά, είπε· το είχα ξεχάσει.

Σκέψου λοιπόν, Γλαύκωνα, είπα, ότι δεν θα αδικήσουμε αυτούς που στην πόλη μας θα γίνονται φιλόσοφοι, αλλά με το δίκαιο μας θα ισχυρισθούμε ότι τους αναγκάζουμε και να φροντίζουν και να φυλάνε τους άλλους.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/376

Θουκυδίδη Μετάφραση : Ιστορία Βιβλίο Γ ,Κεφ. 70-81

Κεφ. 70

Μετάφραση

Οι Κερκυραίοι λοιπόν βρίσκονταν σε εμφύλια διαμάχη από τότε που ήρθαν σ’ αυτούς (στην Κέρκυρα) οι αιχμάλωτοι που προέρχονταν από τις ναυμαχίες για την Επίδαμνο, αφού τους ελευθέρωσαν οι Κορίνθιοι, φαινομενικά (απελευθερωμένοι) με εγγύηση των προξένων (τους) για οχτακόσια τάλαντα, στην πραγματικότητα όμως επειδή πείστηκαν και ανέλαβαν να φέρουν την Κέρκυρα με το μέρος των Κορινθίων. Και αυτοί πιάνοντας τον κάθε πολίτη χωριστά δούλευαν προδοτικά για να κάνουν την πόλη να αποστατήσει από τους Αθηναίους. Και αφού έφτασε ένα αθηναϊκό πλοίο και ένα κορινθιακό, που έφερναν πρέσβεις και αφού ήρθαν σε διαπραγματεύσεις αποφάσισαν οι Κερκυραίοι να είναι σύμμαχοι με τους Αθηναίους σύμφωνα με την ισχύουσα συνθήκη και φίλοι με τους Πελοποννησίους όπως ακριβώς και πρωτύτερα. Και αυτοί οι άντρες (δηλαδή οι Κερκυραίοι ολιγαρχικοί που επέστρεψαν από την Κόρινθο) (γιατί κάποιος Πειθίας ήταν με δική του πρωτοβουλία πρόξενος των Αθηναίων και ήταν αρχηγός του δημοκρατικού κόμματος) τον σύρουν στο δικαστήριο με την κατηγορία ότι προσπαθεί να υποδουλώσει την Κέρκυρα στους Αθηναίους. Αυτός τότε αφού αθωώθηκε καταγγέλλει κι αυτός με την σειρά του στους πέντε πιο πλούσιους άντρες απ’ αυτούς με τον ισχυρισμό ότι κόβουν τις βέργες που στηρίζουν τα κλήματα των αμπελιών από το ιερό άλσος του Δία και του Αλκίνου, και ως πρόστιμο (τιμωρία) για καθεμιά φούρκα είχε οριστεί ένας στατήρας. Και αφού αυτοί καταδικάστηκαν να πληρώσουν πρόστιμο και κατέφυγαν και κάθισαν ως ικέτες στους ναούς εξαιτίας της βαριάς χρηματικής ποινής, για να πληρώσουν πρόστιμο ύστερα από συμφωνία για το ύψος του ο Πειθίας (γιατί συνέβαινε να είναι και μέρος της βουλής) πείθει (τους Κερκυραίους) (ώστε) να κάμουν χρήση του νόμου. Αυτοί τότε επειδή και από το νόμο αποκλείονταν (από το πλεονέκτημα να ορίσουν με συμφωνία το ύψος του προστίμου) και συνάμα πληροφορούνταν για τον Πειθία ότι, όσο ακόμα είναι μέλος της βουλής, θα καταφέρει να μεταπείσει την πλειοψηφία να θεωρεί τους ίδιους με τους Αθηναίους φίλους και εχθρούς έκαμαν συνωμοσία  και αφού πήραν μαχαίρια μπαίνουν στη βουλή ξαφνικά (αιφνιδιαστικά) και (φονεύουν) και τον Πειθία και εξήντα περίπου άλλους (από τους) βουλευτές και ιδιώτες) (απλούς πολίτες) μερικοί όμως άλλοι της ίδιας ιδεολογίας με τον Πειθία (ομοϊδεάτες του) λίγοι στον αριθμό κατέφυγαν στην αθηναϊκή τριήρη που ακόμα ήταν εκεί (δηλαδή στην Κέρκυρα)

Κεφ. 71

Μετάφραση

Αφού λοιπόν έκαμαν αυτό και κάλεσαν σε συνέλευση τους Κερκυραίους, (τους) είπαν ότι αυτή η πράξη ήταν ό,τι καλύτερο και δε θα υποδουλώνονταν με κανέναν τρόπο πια από τους Αθηναίους, και στο εξής μένοντας ουδέτερου ούτε με τους δε να μην δέχονται παρά μόνο με ένα πλοίο, ενώ πλοία σε μεγαλύτερο αριθμό να τα θεωρούν εχθρικά.

Και αφού μίλησαν, ανάγκασαν (τους Κερκυραίους) να επικυρώσουν την πρότασή τους.

Στέλνουν επίσης και στην Αθήνα πρέσβεις αμέσως για να εξηγήσουν για όσα έγιναν πως ήταν συμφέροντα (για τους Αθηναίους) και να πείσουν αυτούς που είχαν καταφύγει εκεί να μην προβαίνουν σε καμία εχθρική ενέργεια, για να μην υπάρξει καμιά αντεκδίκηση.

Κεφ. 72

Μετάφραση

Όταν λοιπόν ήρθαν (οι πρέσβεις στην Αθήνα), αφού συνέλαβαν οι Αθηναίοι και τους πρέσβεις ως υποκινητές στάσης και όσους έπεισαν (οι πρέσβεις), τους συγκέντρωσαν για ασφάλεια στην Αίγινα.

Στο μεταξύ όμως, αφού ήρθε κορινθιακό πλοίο και Λακεδαιμόνιοι πρέσβεις, αυτοί από τους Κερκυραίους που ήταν κύριοι της πολιτικής κατάστασης κάνουν επίθεση κατά των δημοκρατικών και τους νίκησαν σε μάχη.

Και όταν ήρθε η νύχτα, οι δημοκρατικοί καταφεύγουν στην ακρόπολη και στα ψηλά και οχυρά μέρη της πόλης και αφού συγκεντρώθηκαν εκεί εγκαταστάθηκαν και κατείχαν επίσης και το Υλλαϊκό λιμάνι, οι άλλοι κατέλαβαν και την αγορά, όπου ακριβώς κατοικούσαν οι περισσότεροι απ΄ αυτούς, και το λιμάνι (του Αλκίνου) που ήταν κοντά σ΄αυτήν (την αγορά) και που βλέπει προς την (απέναντι) στεριά.

Κεφ. 73

Μετάφραση

Και την επόμενη μέρα είχαν μεταξύ τους λίγες μικροεπιθέσεις και έστελναν εδώ και κει (ανθρώπους) στα χωράφια και οι δύο (παρατάξεις), προσκαλώντας με το μέρος τους τους δούλους και υποσχόμενοι (σ΄αυτούς) ελευθερία. και οι περισσότεροι από τους δούλους πήγαν σύμμαχοι στο πλευρό των δημοκρατικών, ενώ οχτακόσιοι μισθοφόροι από τη στεριά (πήγαν) με το μέρος των άλλων (των αντιπάλων).

Κεφ. 74

Μετάφραση

Και αφού πέρασε μια μέρα γίνεται και πάλι (καινούρια) μάχη και νικούν οι δημοκρατικοί και εξαιτίας της ισχύς των θέσεων τους και επειδή είχαν αριθμητική υπεροχή και οι γυναίκες με τόλμη τους βοήθησαν χτυπώντας από τα σπίτια με κεραμίδια και υπομένοντας τη σύγχυση (ταραχή) σε αντίθεση προς τη (γυναικεία) φύση τους. Και όταν έγινε η υποχώρηση αργά το απόγευμα επειδή φοβήθηκαν οι ολιγαρχικοί μήπως οι δημοκρατικοί αφού κάμουν επίθεση καταλάβουν αμέσως με τον πρώτο αλαλαγμό το ναύσταθμο και τους σκοτώσουν, βάζουν φωτιά στα σπίτια που βρίσκονταν γύρω γύρω στη αγορά και στις πολυκατοικίες για να μην υπάρχει δρόμος προσέγγισης χωρίς να λογαριάζουν (λυπούνται) ούτε τα δικά τους ούτε τα ξένα σπίτια ώστε και πολλά πράγματα εμπόρων κάηκαν εντελώς και η πόλη κινδύνεψε να καταστραφεί στο σύνολο της, αν φυσούσε άνεμος τη φωτιά με κατεύθυνση προς αυτή (την πόλη). Και αυτοί αφού σταμάτησαν τη μάχη καθώς και τα δύο στρατόπεδα απείχαν από πολεμικές ενέργειες τη νύχτα βρίσκονταν σ’ επιφυλακή και το κορινθιακό πλοίο όταν είχαν επικρατήσει οι δημοκρατικοί ανοιγόταν με προφυλάξεις στο ανοιχτό πέλαγος και οι περισσότεροι από τους μισθοφόρους διαφεύγοντας την προσοχή (χωρίς να γίνουν αντιληπτοί) πέρασαν στην (απέναντι) στεριά.

Κεφ. 75

Μετάφραση

Και την επόμενη μέρα ο Νικόστρατος, ο γιος του Διειτρέφη, στρατηγός των Αθηναίων φθάνει από τη Ναύπακτο σε βοήθεια με δώδεκα πλοία και πεντακόσιους οπλίτες Μεσσηνίους και διαπραγματευόταν μια συμφωνία και (τελικά) τους πείθει (ώστε) να συμφωνήσουν μεταξύ τους να δικάσουν δέκα άντρες, τους υπαίτιους οι οποίοι εξάλλου δεν έμειναν πλέον εκεί να περιμένουν και οι υπόλοιποι να παραμείνουν εκεί (στο νησί τους), αφού κάνουν συμφωνία μεταξύ τους και με τους Αθηναίους υπό τον όρο να θεωρούν τους ίδιους εχθρούς και φίλους. Και εκείνος αφού πέτυχε αυτά ήταν έτοιμος να φύγει με τα πλοία (να αποπλεύσει) οι αρχηγοί τότε των δημοκρατικών τον πείθουν να αφήσει πίσω σ’ αυτούς πέντε πλοία απ’ τα δικά του ώστε να αποθαρρυνθούν οι αντίπαλοι τους να κάνουν κίνημα και (υπόσχονται) ότι οι ίδιοι θα του δώσουν μαζί του ισάριθμα πλοία (δηλαδή πέντε) αφού τα επανδρώσουν με δικά τους πληρώματα. Εκείνος τότε συμφώνησε αυτοί όμως κατέγραφαν για ναυτική υπηρεσία ως πληρώματα για τα πλοία τους εχθρούς τους. Επειδή όμως φοβήθηκαν εκείνοι μήπως τους στείλουν στην Αθήνα καταφεύγουν και κάθονται (ικέτες) στο ναό των Διοσκούρων. Και ο Νικόστρατος προσπαθούσε να τους σηκώσει (από κει) και να τους καθησυχάσει (να τους παρηγορήσει). Καθώς όμως δεν τους έπειθε, οι δημοκρατικοί, για το λόγο αυτό αφού οπλίστηκαν γιατί, καθώς πίστευαν (οι δημοκρατικοί) κανέναν καλό σκοπό δε φαίνονταν να έχουν αυτοί (οι ολιγαρχικοί) με τη δυσπιστία τους να μη θέλουν να αποπλεύσουν μαζί με το Νικόστρατο πήραν απ’ τα σπίτια (των εχθρών τους) τα όπλα τους και, αν δεν τους είχε εμποδίσει ο Νικόστρατος θα σκότωναν μερικούς απ’ αυτούς που κατά τύχη συνάντησαν. Καθώς λοιπόν έβλεπαν οι άλλοι αυτά που γίνονταν καταφεύγουν και κάθονται ικέτες στο ναό της Ήρας και μαζεύονται όχι λιγότεροι από τετρακόσιους. Οι δημοκρατικοί τότε επειδή φοβήθηκαν μήπως επιχειρήσουν κάποια πολιτική μεταβολή τους σηκώνουν από κει αφού τους έπεισαν και τους μεταφέρουν στο νησί απέναντι (μπροστά) από το ναό της Ήρας και εκεί (δηλαδή στο νησί) στέλνονταν σ’ αυτούς τα αναγκαία τρόφιμα.

Κεφ. 76.

Μετάφραση

Ενώ λοιπόν η διαμάχη (ταραχή) βρισκόταν σ’ αυτό το σημείο την τέταρτη ή πέμπτη μέρα ύστερα απ’ τη μεταφορά των αντρών στο νησί καταφθάνουν (στην Κέρκυρα) τα πλοία των Πελοποννησίων από την Κυλλήνη πενήντα τρία (στον αριθμό) που ήταν αγκυροβολημένα (εκεί) μετά το (θαλάσσιο ταξίδι) απ’ την Ιωνία, και ναύαρχος τους ήταν ο Αλκίδας, που ήταν βέβαια και πρωτύτερα, και ως σύμβουλος του επέβαινε (μαζί του) ο Βρασίδας. Και αφού αγκυροβόλησαν στα Σύβοτα, λιμάνι της ηπειρωτικής χώρας, μόλις ξημέρωσε έπλεαν εναντίον της Κέρκυρας

Κεφ. 77

Μετάφραση

Εκείνοι τότε, (οι δημοκρατικοί της Κέρκυρας) εξαιτίας της πολλής ταραχής και επειδή φοβούνταν και όσα συνέβαιναν στην πόλη και την ναυτική επίθεση του (εχθρικού) στόλου, άρχισαν να ετοιμάζουν αμέσως εξήντα πλοία και όσα πλοία κάθε φορά επανδρώνονταν τα έστελναν εναντίον (κατά) των εχθρών, αν και τους συμβούλευαν οι Αθηναίοι να τους αφήσουν αυτούς (τους Αθηναίους) να εκπλεύσουν πρώτοι και αργότερα να ακολουθήσουν εκείνοι (οι Κερκυραίοι) με όλα τα πλοία μαζί. Και όταν τα πλοία τους βρίσκονταν κοντά στους εχθρούς (σε επαφή με τον εχθρό) διασκορπισμένα εδώ και εκεί, δύο λιποτάκτησαν αμέσως, ενώ σε άλλα οι επιβάτες (μαχητές) που είχαν επιβιβαστεί συγκρούονταν μεταξύ τους, και καμιά τάξη δεν υπήρχε σ’ αυτά που γίνονταν. Οι Πελοποννήσιοι τότε όταν είδαν την αναταραχή, εναντίον των Κερκυραίων παρατάχτηκαν με είκοσι πλοία, ενώ με τα υπόλοιπα εναντίον των δώδεκα πλοίων των Αθηναίων, μεταξύ των οποίων τα δύο ήταν η Σαλαμινία και η Πάραλος.

Κεφ. 78

Μετάφραση

Και οι Κερκυραίοι επειδή έκαναν επιθέσεις χωρίς τάξη και με λίγα (κάθε φορά) πλοία δεινοπαθούσαν από την πλευρά τους οι Αθηναίοι άλλωστε, επειδή φοβούνταν το μεγαλύτερο αριθμό (των εχθρικών λπίων) και την (πιθανή) περικύκλωση, (από τους Πελοποννήσιους) δεν έκαναν επίθεση στα παραταγμένα εναντίον τους πλοία ούτε στο σύνολο τους ούτε στο μέσο τους, αλλά αφού επιτέθηκαν σε μια πτέρυγα καταβυθίζουν ένα πλοίο. Και ύστερα απ΄ αυτά, αφού οι εχθροί σχημάτισαν κυκλική παράταξη έπλεαν γύρω γύρω (οι Αθηναίοι) και προσπαθούσαν να προκαλέσουν σύγχυση. Καθώς όμως το κατάλαβαν (αντιλήφθηκαν) (αυτό) οι Πελοποννήσιοι που βρίσκονταν κοντά στους Κερκυραίους και επειδή φοβήθηκαν μήπως συμβεί ακριβώς αυτό που έγινε στη Ναύπακτο, σπεύδουν σε βοήθεια, και αφού μαζεύτηκαν όλα μαχί τα πλοία έκαναν την ίδια στιγμή την επίθεση εναντίον των Αθηναίων. Εκείνοι (οι Αθηναίοι) τότε άρχισαν πια να υποχωρούν, ανακρούοντας την πρύμνα (χωρίς το πλοίο να κάνει στροφή) και συνάμα ήθελαν τα κερκυραϊκά πλοία να προλάβουν να καταφύγουν (στο λιμάνι για ασφάλεια) όσο το δυνατό μεγαλύτερο αριθμό καθώς αυτοί θα υποχωρούσαν αργά (σιγά σιγά) και οι εχθροί θα είχαν ταχθεί εναντίον τους. Η ναυμαχία λοιπόν, αφού τέτοια εξέλιξη είχε, τελείωσε με τη δύση του ηλίου.

Κεφ. 79

Μετάφραση

Και οι Κερκυραίοι επειδή άρχισαν να φοβούνται μήπως, αφού πλεύσουν οι εχθροί εναντίον της πόλης τους, καθώς αισθάνονταν νικητές, (στη ναυμαχία) ή πάρουν πίσω από’ το νησί τους εκεί αιχμαλώτους ή και κάτι άλλο εχθρικό επιχειρήσουν, τους αιχμαλώτους από το νησί τους μετέφεραν πίσω στο ναό της Ήρας και φρουρούσαν την πόλη τους. Εκείνοι όμως (οι Πελεποννήσιοι), αν και ήταν νικητές στη ναυμαχία, δεν τόλμησαν να πλεύσουν εναντίον της πόλης, αλλά έχοντας (αιχμάλωτα) δεκατρία πλοία των Κερκυραίων αναχώρησαν προς την ηπειρώτικη χώρα (δηλ, στα Σύβοτα) απ’ όπου ακριβώς ξεκίνησαν. Και την επόμενη μέρα καθόλου περισσότερο δεν έπλεαν εναντίον της πόλης, αν και βρισκόταν σε μεγάλη σύγχυση και φόβο και, καθώς λέγεται αν και παρακινούσε (για επίθεση) τον Αλκίδα ο Βρασίδας, χωρίς να έχει όμως ίση ψήφο αφού αποβιβάστηκαν όμως στη Λευκίμη το γνωστό ακρωτήριο, λεηλατούσαν τα χωράφια.

Κεφ. 80

Μετάφραση

Και στο μεταξύ οι δημοκρατικοί Κερκυραίοι επειδή ήταν τρομοκρατημένοι μήπως (τους) επιτεθούν τα (εχθρικά) πλοία, άρχισαν διαπραγματεύσεις και με τους ικέτες και με τους άλλους (τους υπόλοιπους ολιγαρχικούς) για το πώς θα σωθεί η πόλη και έπεισαν μερικούς από αυτούς να μπουν στα πλοία πραγματικά κατάφεραν να εξοπλίσουν παρά τις δυσκολίες τριάντα πλοία μια και περίμεναν την επίθεση του στόλου. Οι Πελοποννήσιοι εξάλλου αφού λεηλάτησαν μέχρι το μεσημέρι τη χώρα απέπλευσαν και μέσα στη νύχτα αναγγέλθηκε σ’ αυτούς με πυρσούς ότι πλησίαζαν (προερχόμενα) από τη Λευκάδα εξήντα πλοία αθηναϊκά αυτά τα έστειλαν οι Αθηναίοι και (μαζί τους) διοικητή τον Ευρυμέδοντα το γιο του Θουκλή, όταν πληροφορήθηκαν την εσωτερική αναταραχή και ότι ο στόλος του Αλκίδα πρόκειται να πλεύσει προς την Κέρκυρα.

Κεφ. 81

Μετάφραση

Οι Πελοποννήσιοι λοιπόν αμέσως τη νύχτα, ταξίδεψαν γρήγορα γρήγορα πίσω προς την πατρίδα (τους) (πλέοντας) κοντά στην στεριά, και αφού μετέφεραν τα πλοία πάνω από τον ισθμό της Λευκάδας για να μη γίνουν αντιληπτοί πλέοντας γύρω γύρω (απ’  το νησί) (εν. από τους Αθηναίους) αποσύρονται (προς την Κυλλήνη ή το Γύθειο). Οι Κερκυραίοι εξάλλου όταν αντιλήφθηκαν ότι τα αθηναϊκά πλοία πλησίαζαν και ότι τα εχθρικά είχαν φύγει, αφού πήραν οδήγησαν στην πόλη τους Μεσσηνίους (δηλ. τους 500 του Νικόστρατου) που μέχρι τότε βρίσκονταν έξω (από την πόλη), και αφού έδωσαν εντολή στα πλοία που είχαν εξοπλίσει, να πλεύσουν γύρω γύρω (και να πάνε) στο Υλλαϊκό λιμάνι καθώς (τα πλοία) περιφέρονταν γύρω γύρω (από την πόλη), αν έπιαναν κάποιον αντίπαλο τους (δηλαδή των ολιγαρχικών που έμειναν στη πόλη) τον φόνευαν και αφού αποβίβαζαν από τα πλοία όσους είχαν πείσει να επιβιβαστούν (στα πλοία) τους σκότωναν, ακόμα αφού πήγαν στο Ηραίο έπεισαν πενήντα περίπου ικέτες να δεχτούν να δικαστούν και όλους τους καταδίκασαν σε θάνατο. Οι περισσότεροι ωστόσο από τους ικέτες, όσοι δεν είχαν πειστεί, καθώς έβλεπαν αυτά που γίνονταν, σκότωναν ο ένας τον άλλο εκεί μέσα στο ναό, και μερικοί απαγχονίζονταν από τα δέντρα, ενώ άλλοι έδιναν τέλος στη ζωή τους όπως ο καθένας μπορούσε, Και για εφτά μέρες όσο έμεινε ο Ευρυμέδοντας αφότου ήρθε με τα εξήντα πλοία, οι Κερκυραίοι σκότωναν αυτούς από τους συμπολίτες τους που θεωρούνταν ότι ήταν εχθροί τους (πολιτικοί αντίπαλοι), και παρ’ όλο που ισχυρίζονταν ότι τιμωρούσαν αυτούς που προσπαθούσαν να καταλύσουν τη δημοκρατία, (το δημοκρατικό πολίτευμα) όμως μερικοί βρήκαν το θάνατο και για προσωπικές έχθρες, και άλλοι (βρήκαν το θάνατο) από τους οφειλέτες τους για χρήματα που τους οφείλονταν και κάθε είδους φόνοι διεπράχθησαν και τίποτα δεν παραλείφτηκε που να μην έγινε, απ’ όσα συνηθίζεται  να γίνονται σε τέτοιες περιστάσεις και ακόμα περισσότερα. Και μάλιστα σκότωνε ο πατέρας το για και (μερικοί ικέτες) απομακρύνοντας από τα ιερά και σκοτώνονταν μπροστά σ’ αυτά, μερικοί άλλοι επίσης, αφού περικλείστηκαν από τείχος πέθαναν μέσα στο ναό τους Διονύσου.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/375

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ ΙΣΤΟΡΙΑ : ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΕΦ. 24–31,44

Κεφ. 24

Η Επίδαμνος είναι πόλη (που βρίσκεται) στα δεξιά, καθώς μπαίνει κανείς με πλοίο στον Ιόνιο κόλπο (Ανδριατική θάλασσα) και κοντά σ’ αυτήν κατοικούν οι βάρβαροι Ταυλάντιοι, (που είναι) ιλλυρική φυλή. Αυτήν την έκαναν αποικία τους οι Κερκυραίοι, ιδρυτής της όμως έγινε κάποιος Φάλιος, γιος ενός Ερατοκλείδη, Κορίνιθιος στην καταγωγή από τους απογόνους του Ηρακλή, ο οποίος προσκλήθηκε από τη μητρόπολη ακριβώς σύμφωνα με την αρχαία συνήθεια. Συμμετείχαν στον αποικισμό και μερικοί από τους Κορινθίους και (από) το άλλο Δωρικό γένος. Με το πέρασμα του χρόνου η δύναμη της Επιδάμνου (στρατιωτική) μεγάλωσε και αυξήθηκε ο πληθυσμός της, όταν όμως περιήλθαν σε εμφύλιο σπαραγμό για πολλά χρόνια όπως λέγεται, εξαιτίας κάποιου πολέμου με τους γείτονες βάρβαρους καταστράφηκαν και έχασαν την περισσότερη δύναμη τους. Τα τελευταία χρόνια πριν απ’ αυτόν εδώ τον πόλεμο οι δημοκρατικοί εξόρισαν τους ολιγαρχικούς κι αυτοί, αφού έκαναν επιθέσεις με τους βαρβάρους και έκαναν από κοινού επιδρομές, λήστευαν αυτούς που βρίσκονταν στην πόλη και από τη στεριά και από τη θάλασσα. Οι Επιδάμνιοι όμως που έμεναν στην πόλη επειδή υπέφεραν, έστειλαν πρέσβεις στην Κέρκυρα γιατί φρονούσαν ότι ήταν μητρόπολη τους, παρακαλώντας (τους Κερκυραίους) να μην ανέχονται να καταστρέφονται αυτοί, αλλά και τους εξόριστους να συμφιλιώσουν μαζί τους και να σταματήσουν τον πόλεμο με τους βάρβαρους. Αυτές λοιπόν τις παρακλήσεις υπέβαλλαν [οι πρέσβεις των Επιδαμνίων] καθισμένοι να ικέτες στο ναό της Ήρας. Οι Κερκυραίοι όμως δεν αποδέχτηκαν την ικεσία τους και τους έστειλαν πίσω άπρακτους.

Κεφ. 25

Όταν αντιλήφθηκαν οι Επιδάμνιοι πως καμιά βοήθεια δεν υπήρχε γι’ αυτούς από την Κέρκυρα είχαν βρεθεί σε αδιέξοδο να αντιμετωπίσουν την παρούσα κατάσταση, και, αφού έστειλαν [πρέσβεις] στους Δελφούς, ρώτησαν το θεό αν έπρεπε να παραδώσουν την πόλη στους Κορινθίους με το αιτιολογικό ότι ήταν ιδρυτές και να προσπαθήσουν να εξασφαλίσουν κάποια βοήθεια απ’ αυτούς. Και αυτός έδωσε χρησμό σ’ αυτούς να παραδώσουν [την πόλη στους Κορινθίους] και να τους κάνουν αρχηγούς τους. Και αφού ήρθαν οι Επιδάμνιοι στην Κόρινθο, σύμφωνα με το χρησμό παρέδωσαν της αποικία, αποδεικνύοντας ότι ο ιδρυτής τους ήταν από την Κόρινθο και εξηγώντας τους το χρησμό, και παρακαλούσαν να μην ανέχονται να καταστρέφονται αυτοί αλλά να τους βοηθήσουν. Και οι Κορίνθιοι υποσχέθηκαν τη βοήθεια και επειδή ήταν δίκαιο γιατί νόμισαν ότι η αποικία ήταν δική τους όχι λιγότερο απ΄ ότι των Κερκυραίων, και συγχρόνως εξαιτίας τους μίσους για τους Κερκυραίους γιατί [αυτοί] μολονότι ήταν άποικοι τους, τους περιφρονούσαν γιατί, καθώς [οι Κερκυραίοι] ούτε στις κοινές δημόσιες τελετές τους πρόσφεραν τις συνηθισμένες τιμές ούτε άρχιζαν τις θυσίες με τιμητική προσφορά σε άντρα Κορίνθιο όπως ακριβώς [έκαναν] οι άλλες αποικίες, αλλά τους περιφρονούσαν γιατί εκείνη τη εποχή ήταν ως προς τη δύναμη του πλούτου στην ίδια θέση με τους πιο πλούσιους [από τους] Έλληνες και ως προς τον πολεμικό εξοπλισμό πιο ισχυροί [από τους Κορινθίους], και (καθώς) μερικές φορές καυχιόνταν (και) ότι υπερέχουν πολύ στο ναυτικό (και) εξαιτίας του ότι παλιότερα είχαν εγκατασταθεί στην Κέρκυρα οι Φαίακες που ήταν ονομαστοί στα ναυτικά (γι΄αυτό ακόμη πιο πολύ οργάνωναν το ναυτικό και ήταν ισχυροί . γιατί όταν άρχισαν να πολεμούν υπήρχαν σ΄αυτούς εκατόν είκοσι τριήρεις).

Κεφ. 26

Οι Κορίνθιοι λοιπόν, (αιτίες δυσαρέσκειας) επειδή είχαν παράπονα για όλα αυτά, έστελναν τη βοήθεια στην Επίδαμνο με ευχαρίστηση, και ως άποικος, προτρέποντας να πάει όποιος ήθελε, και φρουρούς (από) Αμπρακιώτες και Λευκαδίτες και δικούς τους.

[Αυτοί] προεύτηκαν από τη στεριά στην Απολλωνία, που ήταν αποικία των Κορινθίων, από το φόβο των Κερκυραίων μήπως εμποδίζονται απ΄αυτούς αν έφταναν στον προορισμό τους από τη θάλασσα. Οι Κερκυραίοι από την άλλη, όταν έμαθαν ότι και οι άποικοι και οι φρουροί είχαν φτάσει στην Επίδαμνο και πως η αποικία είχε παραδοθεί στους Κορινθίους, οργίζονταν και αφού έπλευσαν [στην Επίδαμνο] αμέσως με εικοσιπέντε πλοία, και αργότερα με άλλο στόλο, διέταζαν με υβριστικό τρόπο αυτούς να δεχτούν πάλι τους εξορίστους (γιατί οι εξόριστοι Επιδάμνιοι πήγαν στην Κέρκυρα, δείχνοντας και τοςυ (πατρογονικούς) τάφους και τη (μεταξύ τους) συγγένεια, την οποία προβάλλοντας ως δικαιολογία παρακαλούσαν [αυτούς] να τους επαναφέρουν στην πατρίδα τους) και να διώξουν (από την Επίδαμνο) τους φρουρούς, που έστειλαν οι Κορίνθιοι, και τους αποίκους.

Οι Επιδάμνιοι όμως σε τίποτε από αυτά δεν υπάκουσαν και γι΄αυτό οι Κερκυραίοι, εκστρατεύουν εναντίον τους με σαράντα πλοία μαζί με τους εξορίστους για να τους επαναφέρουν στην πατρίδα, αφού πήραν ακόμη και τους Ιλλυριούς.

Και αφού (στρατοπέδευσαν) πολιόρκησαν την πόλη, διακήρυξαν εκ των προτέρων ενώπιον όλων των κατοίκων ότι όποιος από τους Επιδαμνίους θέλει (να φύγει) καθώς και οι ξένοι θα φύγουν χωρίς να πάθουν τίποτε. διαφορετικά, [διακήρυξαν ότι] θα μεταχειριστούν [αυτούς] ως εχθρούς.

Κεφ. 27

Επειδή όμως [οι Επιδάμνιοι] δεν πείθονταν, οι Κερκυραίοι πολιορκούσαν την πόλη (το σημείο είναι ισθμός), οι Κορίνθιοι από την άλλη όταν ήρθαν σ’ αυτούς αγγελιοφόροι από την Επίδαμνο [λέγοντας] ότι [οι Επιδάμνιοι] πολιορκούνται προετοίμαζαν εκστρατεία και συγχρόνως ανακοίνωναν την αποστολή αποίκων στην Επίδαμνο με ισότητα πολιτικών δικαιωμάτων για όποιον ήθελε να πάει  αν όμως κάποιος δε θέλει να πλεύσει αμέσως μαζί με τους άλλους θέλει όμως να πάρει μέρος στην αποικία [έλεγαν] να περιμένει (στην Κόρινθο) αφού καταβάλει πενήντα κορινθιακές δραχμές. Και ήταν πολλοί και εκείνοι που έπλεαν [προς την Επίδαμνο], και εκείνοι που κατέβαλλαν τα χρήματα. Και παρακάλεσαν και τους Μεγαρίτες να τους συνοδεύσουν με πλοία, την αποστολή αν τυχόν οι Κερκυραίοι τους εμποδίζουν να πλέουν (προς την Επίδαμνο) και αυτοί ετοιμάζονταν να πλεύσουν μαζί με εκείνους με οχτώ πλοία, και οι Παλείς από τους Κεφαλλονίτες με τέσσερα [πλοία]. Παρακάλεσαν ακόμη και τους Επιδαυρίους, οι οποίοι τους έδωσαν πέντε [πλοία], οι Ερμιόνιοι ένα και οι Τροιζήνιοι δύο, οι Λευκαδίτες δέκα και οι Αμπρακιώτες οχτώ. Από τους Θηβαίους και τους Φλιασίους ζήτησαν χρήματα και από τους Ηλείους και χωρίς πληρώματα και χρήματα. Ετοιμάζονταν επίσης τριάντα πλοία και τρεις χιλιάδες οπλίτες των ίδιων των Κορινθίων.

Κεφ. 28

Όταν όμως οι Κερκυραίοι πληροφορήθηκαν την προετοιμασία (των Κορινθίων), αφού πήγαν στην Κόρινθο μαζί με Λακεδαιμόνιους και Σικυώνιους πρέσβεις που πήραν μαζί τους, ζητούσαν από τους Κορινθίους να αποσύρουν και τους φρουρούς και τους αποίκους τους που βρίσκονταν στην Επίδαμνο. Γιατί κατά τη γνώμη τους αυτοί δεν είχαν κανένα δικαίωμα επέμβασης στην Επίδαμνο. Αν όμως διεκδικούν ήταν πρόθυμοι να παραπέμψουν το θέμα σε διαιτησία στην Πελοπόννησο σε πόλεις για τις ποίες και οι δύο θα συμφωνήσουν και σ’ όποιον από τους δύο επιδικαστεί να είναι η αποικία, [οι Κερκυραίοι παρήγγειλαν αυτός να την κατέχει]. Ήταν επίσης πρόθυμοι να αφήσουν την υπόθεση στην κρίση του μαντείου των Δελφών. Πόλεμο όμως δεν τους άφηναν να κάνουν σε αντίθετη περίπτωση, είπαν πως και οι ίδιοι θα αναγκαστούν επειδή εκείνοι μεταχειρίζονται βία, να κάνουν φίλους τους αυτούς που δε θέλουν [για φίλους] άλλους απ’ αυτούς που υπάρχουν τώρα περισσότερο για το συμφέρον τους. Οι Κορίνθιοι απάντησαν σ’ αυτούς ότι θα το σκεφτούν αν αποσύρουν από την Επίδαμνο και τα πλοία και τους βαρβάρους πριν απ’ αυτό όμως [απάντησαν πως] δεν είναι σωστό εκείνοι να πολιορκούνται και αυτοί να δικάζονται. Οι Κερκυραίοι αποκρίθηκαν πως θα κάνουν αυτά, αν και εκείνοι αποσύρουν όσους ήταν στην Επίδαμνο [έλεγαν] ακόμη [ότι] είναι πρόθυμοι και να δεχτούν διαιτησία ανακωχή να κάνουν με τον όρο να μένουν στις θέσεις τους και οι δύο που είχαν ως τότε μέχρι να γίνει η δίκη

Κεφ. 29

Οι Κορίνθιοι όμως σε τίποτε απ΄ αυτά δεν υπάκουαν αλλά, όταν τα πλοία τους ήταν έτοιμα και οι σύμμαχοι τους είχαν φτάσει αφού έστειλαν πρώτα κήρυκα για να κηρύξει τον πόλεμο στους Κερκυραίους απέπλευσαν με εβδομήντα πέντε πλοία και δύο χιλιάδες οπλίτες και έπλεαν προς την Επίδαμνο για να πολεμήσουν εναντίον των Κερκυραίων,  αρχηγοί των πλοίων ήταν ο Αριστέας, ο γιος του Πέλλιχου ο Καλλικράτης, ο γιος του Καλλία, και ο Τιμάνωρ, ο γιος του Τιμάνθη και [αρχηγοί] του πεζικού [ήταν] ο Αρχέτιμος, ο γιος του Ευρύτιμου, και ο Ισαρχίδας, ο γιος του Ίσαρχου. Όταν έφτασαν στο Άκτιο της Ανακροτίας γης όπου βρίσκεται το ιερό του Απόλλωνα στην είσοδο του Αμβρακικού κόλπου, οι Κερκυραίοι έστειλαν σ΄ αυτούς με μικρό πλοίο (λέμβο) κήρυκα, για να τους αποτρέψει από το να πλεύσουν εναντίον του, και συγχρόνως επάνδρωναν τα πλοία τους, αφού ενίσχυσαν με δοκάρια τα καταστρώματα ώστε να είναι κατάλληλα για θαλάσσιο ταξίδι και επισκεύασαν τα άλλα. Και όταν ο κήρυκας δεν του έφερε καμιά φιλειρηνική απάντηση εκ μέρους των Κορινθίων και τα καράβια τους, που ήταν ογδόντα, (γιατί σαράντα πολιορκούσαν την Επίδαμνο) είχαν ετοιμαστεί απ’ αυτούς, αφού και αυτοί ανοίχτηκαν στο πέλαγος και παρατάχτηκαν έκαναν ναυμαχία, και ήταν εμφανής η νίκη των Κερκυραίων και κατέστρεψαν δεκαπέντε πλοία των Κορινθίων. Και την ίδια μέρα συνέβη εκείνοι που πολιορκούσαν την Επίδαμνο να καταφέρουν να παραδοθεί σ΄αυτούς με συμφωνία, με τον όρο τους ξένους (μη αυτόχθνες) να πουλήσουν ως δούλους και τους Κορινθίους [φρουρούς] να τους κρατήσουν φυλακισμένους μέχρι να παρθεί κάποια άλλη απόφαση.

Κεφ. 30

Μετά τη ναυμαχία οι Κερκυραίοι αφού έστησαν τρόπαιο (σύμβολο νίκης) στην Λευκίμμη, ακρωτήριο της Κέρκυρας σκότωσαν τους άλλους που έπιασαν αιχμαλώτους, αλλά τους Κορινθίους τους κρατούσαν φυλακισμένους. Αργότερα, όταν οι Κορίνθιοι και οι σύμμαχοι, νικημένοι, αναχώρησαν με τα πλοία για την πατρίδα τους, οι Κερκυραίοι ήταν κύριοι σε όλη την θάλασσα σ’ εκείνη την περιοχή και αφού έπλευσαν στη Λευκάδα, την αποικία των Κορινθίων, έκοβαν δέντρα και πυρπόλησαν την Κυλλήνη, το επίνειο των Ηλείων, γιατί έδωσαν στους Κορινθίους πλοία και χρήματα. Και τον περισσότερο καιρό ύστερα από τη ναυμαχία [οι Κερκυραίοι] κυριαρχούσαν στην θάλασσα και κάνοντας επιθέσεις με πλοία έβλαπταν τους συμμάχουν των Κορινθίων μέχρις ότου οι Κορίνθιοι το επόμενο θέρος αφού έστειλαν πλοία και στρατό γιατί οι σύμμαχοι τους υπέφεραν στρατοπέδευσαν στο Άκτιο και γύρω από το Χειμέριο της Θεσπρωτίας και των άλλων πόλεων όσες ήταν φιλικές σ’ αυτούς. Απέναντι τους στρατοπέδευσαν και οι Κερκυραίοι στην Λευκίμμη με πλοία και στρατό. Κανείς όμως από τους δύο δεν έκανε επίθεση στον άλλο, αλλά, αφού στρατοπέδευσαν απέναντι στον αντίπαλο το καλοκαίρι αυτό, όταν ήρθε πια ο χειμώνας γύρισαν πίσω ο καθένας στην πατρίδα του.

Κεφ. 31

Ολόκληρο λοιπόν το χρόνο μετά τη ναυμαχία και τον επόμενο οι Κορίνθιοι, επειδή ήταν οργισμένοι με τον πόλεμο (εναντίον) των Κερκυραίων κατασκεύαζαν πλοία και ετοίμαζαν με όλες τους τις δυνάμεις ναυτική εκστρατεία (δύναμη) συγκεντρώνοντας κωπηλάτες και από την ίδια την Πελοπόννησο και από την άλλη Ελλάδα προσπαθώντας να τους πείσουν με μισθό. Και οι Κερκυραίοι καθώς πληροφορούνταν την προετοιμασία αυτών φοβούνταν και γι’ αυτό (γιατί με κανέναν από τους Έλληνες δεν ήταν σύμμαχοι και δεν είχαν γίνει μέλη ούτε στο συνασπισμό των Αθηναίων ούτε στη συμμαχία των Λακεδαιμονίων) φάνηκε καλό σ’ αυτούς (δηλ. στους Κερκυραίους) αφού πάνε στην Αθήνα, να γίνουν σύμμαχοι (των Αθηναίων) και να προσπαθούν να πετύχουν κάποια βοήθεια απ’ αυτούς. Οι Κορίνθιοι όμως, όταν πληροφορήθηκαν αυτά, ήρθαν και αυτοί στην Αθήνα με σκοπό να κάνουν με πρέσβεις διαπραγματεύσεις, (για να διαπραγματευτούν) για να μη τους γίνει εμπόδιο και το ναυτικό αυτών (των Αθηναίων) σε περίπτωση που προστεθεί στο ναυτικό των Κερκυραίων, να διεξαγάγουν τον πόλεμο όπως θέλουν. Και αφού κλήθηκε σε συνεδρίαση η εκκλησία του δήμου, μίλησαν ο ένας εναντίον του άλλου, και οι Κερκυραίοι είπαν περίπου τα ακόλουθα.

ΚΕΦ. 44

Αυτά λοιπόν είπαν και οι Κορίνθιοι. Οι Αθηναίοι, αφού άκουσαν και τους δύο, αφού συγκλήθηκε η εκκλησία του δήμου και μάλιστα δύο φορές, στην πρώτη σχεδόν δέχτηκαν τις απόψεις των Κορινθίων, αλλά στη δεύτερη, αφού άλλαξαν γνώμη αποφάσισαν να μην κάνουν βέβαια συμμαχία με τους Κερκυραίους με τον όρο να έχουν τους ίδιους εχθρούς και φίλους ( γιατί αν οι Κερκυραίοι τους παρακινούσαν να πλεύσουν μαζί τους εναντίον της Κορίνθου, θα λυνόταν η συμφωνία τους με του Πελοποννησίους), έκαναν όμως αμυντική συμμαχία να βοηθάει ο ένας τη χώρα του άλλου, αν κάποιος κάνει επίθεση εναντίον της Κέρκυρας ή εναντίον της Αθήνας ή εναντίον των συμμάχων τους.

Γιατί πίστευαν ότι ο πόλεμος εναντίον των Πελοποννησίων έτσι και αλλιώς θα γίνει, και γι΄αυτό ήθελαν να μην αφήσουν στους Κορινθίους την Κέρκυρα που είχε τόσο ισχυρή ναυτική δύναμη, αλλά να φέρουν αυτούς σε σύγκρουση μεταξύ τους όσο περισσότερο γίνεται, για να μπουν στον πόλεμο, αν παρουσιαζόταν κάποια ανάγκη, με τους Κορινθίους και τους άλλους που είχαν ναυτικό, όταν θα ήταν πιο αδύναμοι.

Και συγχρόνως το νησί τους φαινόταν πως βρίσκεται σε καλή θέση για την παράκτια ναυσιπλοία προς την Ιταλία και τη Σικελία.

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/374

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση