«

»

Ιούλ 10 2011

Εκτύπωσέ το Άρθρο

ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

άγαµαι =θαυµάζω

1) άγαµαι τίνα ή τι (αιτ)  (σπν. άγαµαι τινι)

αγανακτέω (-ώ)

1) αγανακτώ τινι (δοτ)

2)αγανακτώ + εµπροθ. προσδ. (δοτ.)

αγαπάω (-ώ ) =αγαπώ, αρκούµαι

1) αγαπώ τι (αιτ.)

2) αγαπώ τινί (=αρκούµαι σε κάτι )  (δοτ.)

3) αγαπώ + απαρµφ. (αγαπώ έχειν τι = συνηθίζω να έχω κάτι )

αγγέλλω

1)αγγέλλω τι  (αιτ.)

2) αγγέλλω τινί τι (αιτ. – δοτ. )

3) αγγέλλω τινά + κατηγρ. µτχ. (αγγέλλω τινά ποιούντα τι )

4) αγγέλλω τι + εµπρ. προσδ. (αγγέλλω τι προς τινα )

5) αγγέλλω + ειδική πρόταση

αγείρω = συναθροίζω

1) αγείρω τινά ή τι ( αιτ.)

αγνοέω (-ώ ) = δε γνωρίζω , απατώµαι

1) αγνοώ τινά  ή τί ( αιτ.)

2) αγνοώ + ειδική πρόταση ( αγνοώ ότι ….)

3) αγνοώ + κατηγρ. µτχ.

αγορεύω

Συνήθως αµετάβατο

αγω = οδηγώ, φέρω

1)άγω τινα  (αιτ)

αγωνίζοµαι = κοπιάζω, πολεµώ

1) αγωνίζοµαι τινί  (δοτ )

2) αγωνίζοµαι + εµπροθ. προσδιορισµό ( αγωνίζοµαι περί τινός….)

3) αγωνίζοµαι + συστοιχο αντικείµενο.

αδικέω(-ώ)

1) αδικώ τινά (αιτ.)

2) αδικώ + κατηγρ. µτχ. ( στη δικαστική γλώσσα)

3) άδικώ τινά τά µέγιστα ( 2 αιτ.) [σπν]

αθροίζω = συναθροίζω , συλλέγω

1) αθροίζω τινά (αιτ.)

αινέω (-ώ) = επαινώ

1) αινώ τινά (αιτ.)

αιρέω (-ώ) = λαµβάνω, συλλαµβάνω, κυριεύω αιρούµαι = εκλέγοµαι ( παθητικό)

1) αιρώ τινά (αιτ.)

µεσο   2) αιρούµαι τινά  (αιτ.)

2) αιρούµαι + 2 αιτιατικές ( µία κατηγρ. στην άλλη).

αίρω = σηκώνω

1) αίρω τινά ή τι (αιτ.).

αισθάνοµαι =


1) αισθάνοµαι τι (αιτ.)

2) αισθάνοµαι τινός (γεν.) άµεση αίσθηση

3) αισθάνοµαι + ειδική πρόταση

4) αισθάνοµαι + κατηγορ. µετοχή (στο υποκείµενο ή το αντικείµενο)

αιτέω (-ώ) = ζητώ να πάρω

1) αιτώ τινά ή τι (αιτ.)

2) αιτώ τινα τι (2 αιτ.)

3) αιτώ τινα + απαρεµφατο

αιτιάοµαι (-ώµαι) = κατηγορώ

1) αιτιώµαι τινά ή τι ( αιτ.)

2) αιτιώµαι τινά τι (2 αιτ.)

3) αιτιώµαι τινά τινός ( αιτιατική + γενική )

ακολουθέω (-ώ) =

1) ακολουθώ τινί (δοτ)


ακούω


1) ακούω τινός ( γεν )  αυτηκοϊα

2) ακούω τινά ή τι ( αιτ.)

3)ακούω τινός τι ( γεν. + αιτ )

4)ακούω + ειδική πρόταση

5) ακούω + κατηγ. µετοχή στο αντικείµενο

6) ακούω τινα + απαρέµφατο


ακροάσµαι (-ώµαι) = ακούω, υπακούω, υποτάσσοµαι

1) ακροώµαι τινός ( γεν.)

2) ακροώµαι τι τινός ( αιτ + γεν.)

αµαρτάνω = αποτυγχάνω, αστοχώ

1) αµαρτάνω τινός (γεν.)= αποτυγχάνω σε κάτι

2)αµαρτάνω τι (αιτ.) = σφάλλω σε κάτι

αµελέω (-ώ)

1) αµελώ τινός (γεν)

2) αµελώ + απαρέµφατο

αµύνω = αποµακρύνω, υπερασπίζοµαι , εκδικούµαι

1) αµυνώ τινά τινι ( αιτ. + δοτ.)

2) αµυνώ τινί  (δοτ)

3) αµυνώ τινά  (αιτ.)

µέσο   4) αµύνοµαι τινά  (αιτ.)

αµφισβητέω (-ώ) = φιλονικώ , διαφωνώ

1) αµφισβητώ τινί + εµπρ. προσδ, (δοτ)

2) αµφισβητώ τι (αιτ.)

3)αµφισβητώ + ειδ. απαρέµφατο ή ειδική πρόταση.

αναγκάζω

1) αναγκάζω τινά + απαρέµφατο (αιτ.)

αναλίσκω = δαπανώ , ξοδεύω

1)αναλίσκω τι (αιτ.)

ανέχοµαι = υποφέρω , επιτρέπω

1) ανέχοµαι τινός (γεν.)

2) ανέχοµαι τινά (αιτ.)

3) ανέχοµαι + κατηγορ. µετοχή ( στο υποκ. ή το αντικ.)

ανοίγω


1) ανοίγω τι  (αιτ.)

αξιόω (-ώ) = θεωρώ άξιο, απατώ.

1) αξιώ τινά τινός ( αιτ + γεν.)

2) αξιώ τινά + τελικό απαρέµφατο

3) αξιώ + τελικό απαρέµφατο

απαντάω (-ώ) = συναντώ, αντιµετωπίζω , συµβαίνω

1)απαντώ τινί ( δοτ ) =  συναντώ

2) απαντώ + εµπρ. προσδιόρ.

απαταώ (-ώ)

1) απατώ τινά ( αιτ.)

απειλέω (-ώ)

1) απειλώ τινά τι (2 αιτ.)

2) απειλώ τινί τι ( δοτ. + αιτ.)

3) απειλώ + απαρέµφ. µέλλοντα

απιστέω (-ώ)= δυσπιστώ, αµφιβάλλω

1) απιστώ τινί (δοτ.)

αποκρίνοµαι = µεσο    αποκρίνοµαι /// παθ= αποχωρίζοµαι

1)αποκρίνοµαι τινί τι ( δοτ.+ αιτ.)

2)αποκρίνοµαι + σύστοιχο (αιτ.)

3)αποκρίνοµαι + εµπροθ. προσδιορισµός

απορέω(-ώ) = βρίσκοµαι σε αµηχανία. υποφέρω από έλλειψη χρηµάτων

1)απορώ τινός (γεν.) = στερούµαι

2)απορώ + εµπροθ. προσδιορισµός = βρίσκοµαι σε αµηχανία.

3)απορώ + πλάγια ερώτηση

άπτω = αγγίζω , συνάπτω

1)άπτω τι (αιτ.)

µέσο   2)άπτοµαι τινός (γεν.)

αρέσκω

1) αρέσκω τινί (δοτ.)

2) αρέσκω τι (αιτ.)

3) αρέσκοµαι τινί (δοτ)

αρµόττω (-ζω) = εφαρµόζω, τακτοποιώ, προσαρµόζω

1)αρµόττω τινί τι (δοτ + αιτ.)

µέσο   2)αρµόττοµαι τι (αιτ.)

αρνέοµαι (-ούυµαι )

1)αρνούµαι τι ή τινά (αιτ.)

2)αρνούµαι + τελικό απαρέµφατο

3)αρνούµαι + ειδική πρόταση

αρπάζω

1)αρπάζω τι  ή τινά (αιτ.)

άρχω = κάνω αρχή, κυβερνώ

1) άρχω τινός (γεν.) = αρχίζω – εξουσιάζω

µέσο    2) άρχοµαι τινός (γεν.) = αρχίζω κάτι που θα τελείωσω ο ίδιος

3) άρχοµαι + κατηγορηµ. µετοχή = βρίσκοµαι στην αρχή

4) άρχοµαι + απαρέµφατο = καταπιάνοµαι µε κάτι για πρώτη φορά

ατιµάζω = δε τιµώ, θεωρώ ανάξιο, καταφρονώ

1) ατιµάζω + τινά ( αιτ.)

2) ατιµάζω τινά τινός  (αιτ.+ γεν.)


ατυχέω (-ώ) = δυστυχώ, αποτυγχάνω

1)ατυχώ τινός (γεν.)

αυξάνω

1) αυξάνω +τινά ή τι (αιτ .)

2) αυξάνω τινά + προληπτικό κατηγορούµενο παθ.  3) αυξανοµαι + προληπτικό κατηγοτούµενο αφανίζω

1)αφανίζω τινά (αιτ.)

άχθοµαι (= στεναχωρούµαι , αγανακτώ, φορτώνοµαι

1)άχθοµαι τινί (δοτ.) = στεναχωρούµαι

2)άχθοµαι τι  (αιτ.) = στεναχωρούµαι

3)άχθοµαι + κατηγορηµατική µετοχή


Βάλλω


1) βάλλω τινά ή τι (αιτ.)

2)βάλλω τινά τινί (αιτ.+ δοτική  οργανική )


βλάπτω

1)βλάπτω τινά ή τι (αιτ.)

βοηθέω (-ώ)

1)βοηθώ τινί (δοτ.)

βουλεύω

1)βουλεύω + εµπρ. προσδιορ.

2)βουλεύω τι (αιτ.)

3)βουλεύω + τελικό απαρέµφατο

4)βουλεύω + πλάγια ερώτηση

βούλοµαι

1)βούλοµαι + τελικό απαρέµφατο

γίγνοµαι

1)γίγνοµαι + κατηγορούµενο ή γενική κατηγορηµατική

2)γίγνοµαι τινός (γεν.)

3) γίγνοµαι τί τινί (αιτ. + δοτ.)

γιγνώσκω

1)γιγνώσκω τι ή τινά (αιτ.)

2)γιγνώσκω + ειδική πρόταση

3)γιγνώσκω + τελικό απαρέµφατο

4)γιγνώσκω + κατηγορηµατική µετοχή

γνωρίζω

1)γνωρίζω τινά ή τι (αιτ.)

2)γνωρίζω τινά + κατηγορηµατική µετοχή


γράφω


1)γράφω τινά ή τι (αιτ.)

2)γράφω τινά τινός (αιτ.+ γενική της αιτίας)

3)γράφω τινά + απαρέµφατο


δείδω(δέδοικα) = φοβούµαι

1)δείδω + ενδοιαστική πρόταση

2)δείδω + αιτιατική                     [σπν]

3)δείδω + τελ. απαρέµφατο     [σπν]

δείκνυµι

1)δείκνυµι τινά ή τι (αιτ.)


2)δεικνυµι + κατηγορ. µετοχή στο υποκ. ή στο αντικείµενο

δέχοµαι

1)δέχοµαι τινά ή τι (αιτ )

2)δέχοµαι τινά   (2 αιτ, – η µια κατηγ. στην άλλη)

3)δέχοµαι + τελικό απαρέµφατο

δέω= έχω ανάγκη (δέοµαι)

1)δέω τινός (γεν.)

2)δεί µοι τινός (γεν.)      [απρόσωπο]

3)δεί τινά + απαρέµφατο (αιτ.)  ,  [απρόσωπο]

µέσο   4)δέοµαι τινός (γεν.)

5)δέοµαι τινός τι (γεν.+ αιτ.)

6)δέοµαι + τελικό απαρέµφατο

δέω = δένω

1)δέω τινά ή τι (αιτ.)

διδάσκω

1)διδάσκω τινά τι (2 αιτ.)


δίδωµι


1)δίδωµι τινί τι (δοτ. + αιτ.)

2)δίδωµι τινί + απαρέµφατο


δικάζω

1)δικάζω τινά ή τι (αιτ.)

2)δικάζω τινά + γενική της αιτίας


διώκω


1)διώκω τινά ή τι (αιτ.)

2)διώκω τινά + γενική της αιτίας (δικαστικός όρος)


δοκέω (-ώ)

1)δοκώ + δοτ. προσωπικη + απαρέµφατο ( και ως προσωπικό και ως απρόσωπο).Το απαρέµφατο είναι ΤΕΛΙΚΟ όταν το ρήµα σηµαίνει φαίνεται καλό και ειδικό όταν το ρήµα σηµαίνει νοµιζω. θεωρώ

δουλόω (-ώ)

1)δουλώ τινά (αιτ.)

δράω (-ώ)

1)δρώ τι (αιτ,)

2)δρώ τινά τι (2 αιτ.)

3)δρώ τι τινί (αιτ.+ δοτ.)

δύναµαι

1)δύναµαι + τελικό απαρέµφατο

εάω (-ώ)

1)εώ + τι (αιτ.)

2)εώ τινά + απαρέµφατο

3)εώ + απαρέµφατο

εγείρω = ξυπνώ ,ξεσηκώνω

1)εγείρω   τινά (αιτ.)


εθέλω


1)εθέλω + τελικό απαρέµφατο


εθίζω = συνηθίζω

1)εθίζω   τινά + απαρέµφατο

2)εθίζω τινά ταύτα (2 αιτ. – η µια σύστοιχο αντικείµενο )


ειµί


1)ειµί + κατηγοτούµενο

2) ειµί (  ουδέτερης διάθεσης )= υπάρχω


ελαύνω =πηγαίνω έφιππος , καταδιώκω

1)αµετάβατο ( αρχικά µεταβατικό µε αιτιατική)


ελέγχω


1)ελέγχω τινά (αιτ, )

2)ελέγχω τινά + κατηγοτηµατική µετοχή (στο αντικ.)


παθ.     3)ελέγχοµαι  + κατηγορηµατική µετοχή (στο υποκ.)

ελπίζω = ελπίζω, περιµένω

1)ελπίζω τι (αιτ.)

2)ελπίζω τινί (δοτ.)

3)ελπίζω  + απαρέµφατο

εµποδίζω

1)εµποδίζω τινά ή τι (αιτ.)

2) εµποδίζω τινί ( δοτ.) = γίνοµαι

εναντιοόµαι(-ουµαι)

1)εναντιουµαι τινι (δοτ)

2)εναντιουµαι τινι + απαρέµφατο

ενθυµεοµαι(-ουµαι)

1)ενθυµουµαι τι (αιτ.)

2)ενθυµουµαι τινός (γεν.)

3)ενθυµουµαι + ονοµατικη δευτερεύουσα πρόταση

εννοεω(-ω) = σκέπτοµαι, έχω στο νου, διανοούµαι

1)εννοω τι (αιτ.) = συλλογίζοµαι

2)εννοω τινός (γεν.) = έχω ιδέα…

3)εννοω + κατηγορηµατική µετοχή

4)εννοω + απαρέµφατο

5)εννοω + δευτερεύουσα πρόταση

ενοχλέω(-ω)

1)ενοχλω τινί (δοτ.)

2)ενοχλω τινά (αιτ.)

εξεστι = επιτρέπται, είναι δυνατόν (απρόσωπο)

1)εξεστι + δοτική προσωπική

εξετάζω

1)εξετάζω τινά ή τι (αιτ.)

µέσο   2)εξετάζοµαι + κατηγορηµατική µετοχή

επιθυµέω(-ω)

1)επιθυµω τινός (γεν.)

2)επιθυµω + τελικό απαρέµφατο

3)επιθυµω τινά (αιτ.) [σπν]

επιµελέοµαι(-ουµαι) = φροντίζω για κάποιον, ασχολούµαι µε κάτι

1)επιµελουµαι τινός (γεν.)

2)επιµελούµαι τινός + απαρέµφατο

3)επιµελουµαι + πλάγια ερώτηση

επίσταµαι = γνωρίζω καλά

1)επίσταµαι τι (αιτ.,)

2)επίσταµαι + τελικό απαρέµφατο


3)επίσταµαι + κατηγορηµατική µετοχή

4)επίσταµαι + ειδική πρόταση

επιχειρέω(-ω) = προσπαθώ, επιτίθεµαι

1)επιχειρω τινί (δοτ.)

2)επιχειρω τι (αιτ.)

3)επιχειρω + τελικό απαρέµφατο

έποµαι = ακολουθώ

1)έποµαι τινί (δοτ.)

εράω(-ω) = αγαπώ µε πάθος

1)ερω τινός (γεν.)

εργάζοµαι

1)εργάζοµαι τι (αιτ.)

2)εργάζοµαι τι τινά (2 αιτ.)

3)εργάζοµαι + εµπρόθετος προσδιορισµός

έρχοµαι

1)συνήθως αµτβ(ως κινήσεως συντάσσεται µε τελική µετοχή

ερωτάω(-ω)

1)ερωτω τινά ή τι (αιτ.)

2)ερωτω τινα τι (2 αιτ.)

3)ερωτω τινά + εµπρόθετος προσδιορισµός

4)ερωτω τινά + πλάγια ερώτηση

5)ερωτω + πλάγια ερώτηση

ευρίσκω

1)ευρίσκω τινά ή τι (αιτ.)

2)ευρίσκω + κατηγορηµατική µετοχή (στο υποκ. ή στο αντικ.)

3)ευρίσκω + τι + εµπρόθετο προσδιορισµό

εύχοµαι

1)εύχοµαι τινί (δοτ.)

2)εύχοµαι + εµπρόθετος προσδιορισµός

3)εύχοµαι τινά + εµπρόθετο προσδιορισµό

4)εύχοµαι + απαρέµφατο


έχω


1)έχω τινά ή τι (αιτ.)

2)έχω + απαρέµφατο (=µπορώ)

3)έχω + πλάγια ερώτηση (συνοδεύεται από άρνηση)

4)έχω + επίρρηµα (=επίρρηµα)


µέσο   5)έχοµαι τινός (γεν.) = κρατώ κάτι

ζηµιόω(-ω)

1)ζηµιώ τινά (αιτ.)

2)ζηµιω τινά + δοτική οργανική

παθ.     3)ζηµιούµαι + σύστοιχο αντικείµενο ή δοτική οργανική

ζητέω(-ω)

1)ζητω τινά ή τι (αιτ.)

2)ζητω + απαρέµφατο

ηγέοµαι(-ουµαι)=είµαι αρχηγός, προπορεύοµαι, οδηγώ//νοµίζω

1)ηγούµαι τινός (γεν.)= είµαι αρχηγός

2)ηγουµαι τινί (δοτ.)= οδηγω

3)ηγουµαι + ειδικό απαρέµφατο = νοµίζω


4)ηγουµαι τινα τι (2 αιτ.-η µία κατηγ. στην άλλη) = θεωρώ κάποιον κάτι

ήδοµαι = ευχαριστιέµαι

1)ήδοµαι τινί (δοτ.)

2)ήδοµαι + εµπρόθετος προσδιορισµός

3)ήδοµαι + κατηγορηµατική µετοχή

ηττάοµαι(-ωµαι) = είµαι κατώτερος από κάποιον, νικιέµαι

1)ηττωµαι τινός (γεν.) = είµαι κατώτερος

2)ηττωµαι τινός τινί (γεν.-δοτ.) = είµαι κατώτερος από κάποιον

3)ηττωµαι + κατηγορηµατική µετοχή


θάπτω


1)θάπτω τινά ή τι (αιτ.)


θαυµάζω = εκπλήττοµαι, θαυµάζω, τιµώ

1)θαυµάζω τινά ή τι (αιτ.)

2)θαυµάζω τινός (γεν.) = εκπλήττοµαι, απορώ για κάτι

3)θαυµάζω τινά + γενική της αιτίας

4)θαυµάζω τινός + κατηγορηµατική µετοχή

5)θαυµάζω + πλάγια ερώτηση

6)θαυµάζω + αιτιολογική πρόταση (µε το ότι ή το ει)

θνήσκω

αµετάβατο

θύω = θυσιάζω

1)θύω τινί (δοτ.)

2)θύω τινί τι (δοτ. – αιτ.)

3)θύω + σύστοιχο αντικείµενο


ιδρύω


1)ιδρύω τι (αιτ.)


ίηµι = ρίχνω, χτυπω, στέλνω, προσφέρω, σπεύδω

1)ίηµι τι (αιτ.)

ικνέοµαι(-ουµαι) = έρχοµαι, φθάνω

1)ικνούµαι + εµπρόθετος προσδιορισµός

ίστηµι = στήνω

1)ίστηµι τινά ή τι (αιτ.)

µέσο   2)ίσταµαι ==αµτβ.

ισχυρίζοµαι = µεταχειρίζοµαι όλες τις δυνάµεις µου, επιµένω

1)ισχυρίζοµαι τι (αιτ.)

2)ισχυρίζοµαι τι + απαρέµφατο

3)ισχυρίζοµαι + ειδική πρόταση

4)ισχυρίζοµαι τινί (δοτ.) = εµπιστεύοµαι σε κάτι

καλέω(-ω) = ονοµάζω, προσκαλώ, συγκαλώ

1)καλω τινά (αιτ.)

2)καλω τινά τι (2 αιτ.- η µία κατηγ. στην άλλη)

κατηγορέω(-ω) = µιλώ εναντίον κάποιου, κατηγορώ, αποδεικνύω

1)κατηγορώ τινός (γεν.)

2)κατηγορω τινός τι (γεν. – αιτ.)

3)κατηγορω τινός + ειδική πρόταση

4)κατηγορω τι (αιτ.) = αποδεικνύω

5)κατηγορω + απαρέµφατο

κελεύω = διατάσσω, παραγγέλλω, συµβουλεύω, παρακαλώ


1)κελεύω τινά + τελικό απαρέµφατο

2)κελεύω τινά τι (2 αιτ.)

3)κελεύω τινά ή τι (αιτ.)

4)κελεύω + τελικό απαρέµφατο

κήδοµαι = φροντίζω

1)κήδοµαι τινός (γεν.)

κηρύττω

1)κηρύττω τινί τι (δοτ. – αιτ.)

2)κηρύττω τινά (αιτ.)

3)κηρύττω τινί + τελικό απαρέµφατο

κινδυνεύω

1)κινδυνεύω + εµπρόθετος προσδιορισµός

2)κινδυνεύω + σύστοιχο αντικέιµενο

3)κινδυνεύω + τελικό απαρέµφατο

κοινωνέω(-ω) = µετέχω

1)κοινωνω τινός (γεν.)

2)κοινωνω τινός τινί (γεν.-δοτ.)

κοµίζω = φέρνω

1)κοµίζω τι (αιτ.)

2)κοµίζω τι τινί (αιτ. – δοτ.)

3)κοµίζω τι + εµπρόθετος προσδιορισµός

µέσο   4)κοµίζω τινά (αιτ.)

κρατέω(-ω) = υπερισχύω, εξουσιάζω

1)κρατω τινός (γεν.)=εξουσιάζω

2)κρατω τινά (αιτ.) = νικώ κάποιον

κρίνω = διαχωρίζω, αποφασίζω, εξετάζω, δικάζω

1)κρίνω τινά (αιτ.)

2)κρίνω τινά τι (2 αιτ. – η µία κατηγ. στην άλλη)

3)κρίνω τινά τινός (αιτ. – γεν.)

κτάοµαι(-ωµαι) = αποκτώ, προµηθεύοµαι, κερδίζω

1)κτωµαι τι (αιτ.)

2)κτωµαι τινά τι (2 αιτ. ή µία κατηγ. στην άλλη)

κτείνω = φονεύω

1)αποκτείνω τινα (αιτ.)

κυριεύω

1)κυριεύω τινός (γεν.)

λαγχάνω = παίρνω µε κλήρο, µετέχω, κατηγορώ σε δίκη

1)λάγχάνω τι (αιτ.)

2)λαγχάνω τινά τι (2 αιτ. – η µία κατηγ. στην άλλη)

3)λαγχάνω τινός (γεν.) = τυχαίνω κάτι

4)λαγχάνω + απαρέµφατο

5)λαγχάνω + κατηγορούµενο

λαµβάνω

1)λαµβάνω τινά ή τι (αιτ.)

2)λαµβάνω τινά τι (2 αιτ. – η µία κατηγ,. στην  αλλη)

3)λαµβάνω τινός (γεν.)

4)λαµβάνω τινά + κατηγορηµατική µετοχή

µέσο    5)λαµβάνοµαι τινός (γεν.) = πιάνοµαι από κάτι


λανθάνω = ξεφεύγω την προσοχή, µένω άγνωστος

1)λανθάνω τινά (αιτ.)

20λανθάνω τινά + κατηγορηµατική µετοχή

3)λανθάνω + κατηγορηµατική µετοχή

µέσο   4)επιλανθάνοµαι τινός (γεν.)

5)επιλανθάνοµαι + τελικό απαρέµφατο

6)επιλανθάνοµαι + κατηγορηµατική µετοχή

λέγω = συλλέγω, συνάγω

1)συλλέγω τι (αιτ.)

λέγω = µιλώ, λέω

1)λέγω τι (αιτ.)

2)λέγω τινί τι (δοτ. – αιτ.)

3)λέγω τινά τι (2 αιτ.)

4)λέγω + ειδικό απαρέµφατο

5)λέγω + ειδική πρόταση

6)λέγω + εµπρόθετος προσδιορισµός

λείπω = αφήνω

1)λείπω τινά ή τι (αιτ.)

µέσο   2)λείποµαι τινός (γεν.) = είµαι κατώτερος από κάποιον

3)εκλείπω === αµτβ.

λοιδορέω(-ω) = κακολογώ, υβρίζω

1)λοιδορω τινά (αιτ.)

µέσο   2)λοιδορουµαι τινί (δοτ.) = κατηγορώ, επιπλήττω κάποιον

λυµαίνοµαι = βλάπτω

1)λυµαίνοµαι τί (αιτ.)

2)λυµαίνοµαι τινί (δοτ.)

λυπέω(-ω) = προξενώ λύπη, ενοχλώ

1)λυπω τινά (αιτ.)

2)λυπω τινα τι (2 αιτ. – η µία σύστοιχο αντικείµενο)

3)λυπω + κατηγορηµατική µετοχή

µέσο   4)λυπουµαι + κατηγορηµατική µετοχή

5)λυπουµαι + εµπρόθετος προσδιορισµός

µανθάνω

1)µανθάνω τινά ή τι (αιτ.)

2)µανθάνω τινός (γεν.) = ακούω

3)µανθάνω τινά + εµπρόθετος προσδιορσιµός

4)µανθάνω + τελικό απαρέµφατο

5)µανθάνω + κατηγορηµατική µετοχή

µάχοµαι

1)µάχοµαι τινί (δοτ.)

2)µάχοµαι + εµπρόθετος προσδιορισµός

µείγνυµι = αναµειγνύω

1)µείγνυµι τινί τι (δοτ. – αιτ.)

µέλει = υπάρχει φροντίδα (απρόσωπο)

1)µέλει + δοτ. προσωπική + γενική (µέλει µοι τινός)

2)µέλει + δοτ. προσωπική + τελικό απαρέµφατο [σπν]

µέλλω = σκοπεύω, αναβάλλω, καθυστερώ

1)αµτβ.


2)µέλλω + τελικό απαρέµφατο

µέµφοµαι = µαλώνω, κατηγορώ

1)µέµφοµαι τινά ή τι (αιτ.)

2)µέµφοµαι τινί (δοτ.)

3)µέµφοµαι τινά + γενική της αιτίας

4)µέµφοµαι τινί τινά (δοτ. – αιτ.)

µένω = µένω, περιµένω

1)αµτβ.

2)µένω τινά ή τι (αιτ.) [σπν]

µιµνήσκω = θυµίζω

1)µιµνήσκω τινί τι (δοτ. – αιτ.)

µέσο   2)µιµνήσκοµαι τινός (γεν.)

3)µιµνήσκοµαι + κατηγορηµατική µετοχή

4)µιµνήσκοµαι + απαρέµφατο

συνθ.   5)αναµιµνήσκω, υποµιµνήσκω + 2 αιτ.

µνηµονεύω = θυµούµαι, αναφέρω

1)µνηµονεύω τινός (γεν.)

2)µνηµονεύω τινά ή τι (αιτ.)

3)µνηµονεύω + ειδική πρόταση

νέµω= µοιράζω, απονέµω, κατοικώ, διοικώ, βόσκω

1)νέµω τι (αιτ.)

2)νέµω τινί τι (δοτ. – αιτ.)

µέσο   3)νέµοµαι τι (αιτ.)

νέω = πλέω, κολυµπώ

1)αµτβ.

νεωτερίζω = κάνω µεταρρυθµίσεις, καινοτοµώ, στασιάζω

1)νεωτερίζω τι (αιτ.)

2)νεωτερίζω + σύστοιχο αντικείµενο

νικάω(-ω)

1)αµτβ.

2)νικω τινά (αιτ.) + σύστοιχο αντικείµενο [σπν]

3)νικω τινί (δοτ. του τρόπου)

νοέω(-ω) = σκέπτοµαι, εννοώ

1)νοω τι (αιτ.)

2)νοω + απαρέµφατο

νοµίζω = παραδέχοµαι, ακολουθώ συνήθεια, θεωρώ, πιστεύω, φρονώ

1)νοµίζω τινά ή τι (αιτ.)

2)νοµίζω τινά τι (2 αιτ. – η µία κατηγ. στην άλλη)= θεωρώ…

3)νοµίζω + ειδικό απαρέµφατο

νοµοθετέω(-ω)

1)νοµοθετω τινί (δοτ.)

2)νοµοθετω + εµπρόθετος προσδιορισµός

οιδα = γνωρίζω

1)οιδα τι (αιτ.)

2)οιδα τινός (γεν.) [σπν] = γνωρίζω για κάποιον

3)οιδα + τελικό απαρέµφατο

4)οιδα + κατηγορηµατική µετοχή (στο υποκ. ή το αντικ.)

5)οιδα + ειδική πρόταση


6)οιδα + πλάγια ερώτηση

οικέω(-ω) = κατοικώ, κυβερνώ // αµτβ. για πόλεις = κατοικούµαι, κυβερνιέµαι

1)οικω τι (αιτ.)

οίοµαι(οιµαι) = νοµίζω, υποθέτω

1)οίοµαι + ειδικό απαρέµφατο

οίχοµαι = έχω φύγει, έχω πεθάνει, χάνοµαι

1)οίχοµαι + κατηγορηµατική µετοχή (η µτχ. µεταφράζεται ως ρήµα και το ρήµα ως

επίρρ.)

ολιγορέω(-ω) = δε φροντίζω, δεν προσέχω

1)ολιγορω τινός (γεν.)

όλλυµι (ολλύω) = αφανίζω, καταστρέφω

1)όλλυµι τινά ή τι (αιτ.)

οµιλέω(-ω) = συνανστρέφοµαι, πλησιάζω

1)οµιλω τινί (δοτ.)

2)οµιλω + επιρρηµα ή εµπρόθετος προσδιορισµός

οµνυµι (οµνύω) = ορκίζοµαι

1)όµνυµι τινά (αιτ.)

2)όµνυµι τινί (δοτ.) [σπν]

3)όµνυµι τινι τινά (δοτ. + συστοιχο αντικείµενο)

4)όµνυµι + απαρέµφατο µέλλοντα

οµολογέω(-ω) = συµφωνω, παραδέχοµαι

1)οµολογω τινί τι (δοτ. – αιτ.)

2)οµολογω τινί (δοτ.)

3)οµολογω + ειδικό απαρέµφατο

4)οµολογειται===> απόλυτο

ονειδίζω = ελέγχω, επιτιµώ, υβρίζω

1)ονειδίζω τινί τι (δοτ. – αιτ.)

2)ονειδίζω τινί + εµπρόθετος προσδιορισµός

3)ονειδίζω τινά (αιτ.)

οράω(-ω) = βλέπω

1)ορω τινά ή τι (αιτ.)

2)ορω + κατηγορηµατική µετοχή

3)ορω + ειδική πρόταση

4)ορω + ενδοιαστική πρόταση

5)ορω + πλάγια ερώτηση


οργίζω


1)οργίζω τινά (αιτ.)


µέσο   2)οργίζοµαι τινί (δοτ.) ή εµπρόθετος προσδιορισµός

ορίζω = θέτω όρια, προσδιορίζω, τάσσω, χωρίζω

1)ορίζω τινά ή τι (αιτ.)

2)ορίζω τινά τι (2 αιτ. – η µία κατηγ. στην άλλη)

µέσο    3)ορίζοµαι τινά (αιτ.)

ορµά(-ω)= µτβ παρορµώ, παρακινώ /// αµτβ= ορµώ, ξεκινώ

1)ορµω τινά + εµπρόθετο προσδιορισµό

2)ορµω + απαρέµφατο

ορµέω(-ω) = είµαι αραγµένος

1)αµτβ.

ορµίζω = µτβ οδηγώ πλοίο στο λιµάνι


1)ορµίζω τινά + εµπρόθετο προσδιορισµό

οφείλω

1)οφείλω τινί (δοτ.)

2)οφείλω + τελικό απαρέµφατο

οφλισκάνω = χρωστώ στο δηµόσιο, καταδικάζοµαι, οφείλω

1)οφλισκάνω τινά (αιτ.)

2)οφλισκάνω τινά + γεν. της αιτίας ή της ποινής

3)οφλισκάνω + γεν. της αιτίας

παιδεύω = εκπαιδεύω, διδάσκω, µορφώνω, ανατρέφω

1)παιδεύω τινά (αιτ.)

2)παιδεύω τινά τι (2 αιτ.)

3)παιδεύω τινά + απαρέµφατο

4)παιδεύω τινά + δοτ. του µέσου

5)παιδεύω + εµπρόθετος προσδιορισµός

παραιτέοµαι(ουµαι)= παρακαλώ, ζητώ κάτι από κάποιον, ικετεύω

1)παραιτουµαι τινά (αιτ.) = παρακάλω κάποιον

2)παραιτουµαι τινά τι (2 αιτ.) = ζητώ µε παρακλήσεις κάτι

3)παραιτουµαι τινά + απαρέµφατο = παρακαλώ

παρασκευάζω

1)παρασκευάζω τι (αιτ.)

2)παρασκευάζω τινί τι (δοτ. – αιτ.)

3)παρασκευάζω + πλάγια ερώτηση

µέσο   4)παρασκευάζοµαι τι (αιτ.)

5)παρασκευάζοµαι + τελική µετοχή

πάσχω = υποφέρω, παθαίνω κάτι

1)πάσχω τι (αιτ.)

παύω = κάνω κάποιον να σταµατήσει, αποτρέπω, εµποδίζω

1)πάυω τινά (αιτ.)

2)παύω τινά τινός (αιτ. – γεν.)

3)παύω + κατηγορηµατική µετοχή

µέσο    4)παύοµαι τινός (γεν.)

5)παύοµαι + κατηγορηµατική µετοχή στο υποκ.


πείθω


1)πείθω τινά (αιτ.)

2)πείθω τινά + τελικό απαρέµφατο

3)πείθω τινά τι (2 αιτ.)

4)πείθω + συµπερασµατική πρόταση


µέσο    5)πείθοµαι τινί (δοτ.)

6)πείθοµαι τινί τι (δοτ. – αιτ.)

7)πείθοµαι τινί + τελικό απαρέµφατο

πειράω(-ω) = αποκτώ πείρα, πειράζω, δοκιµάζω, προσπαθώ

1)πειρω τινά (αιτ.)

2)πειρω τινός (γεν.)

3)πειρω + τελικό απαρέµφατο

4)πειρω + πλάγια ερώτηση


πέµπω


1)πέµπω τινά ή τι (αιτ.)

2)πέµπω τινί τι (δοτ. -αιτ.)


3)πέµπω τινί + εµπρόθετος προσδιορισµός

4)πέµπω + απαρέµφατο

µέσο   5)πέµποµαι τινά (αιτ.) = στέλνω κάποιον εκ µέρους µου

πίµπληµι = γεµίζω

1)πίµπληµι τινά τινός (αιτ. – γεν.)

πίµπρηµι = καίω

1)πίµπρηµι τι (αιτ.)

πιστεύω

1)πιστεύω τινί (δοτ.)

2)πιστεύω + ειδικό απαρέµφατο

3)πιστεύω + ειδική πορόταση

ποιέω(-ω)

1)ποιω τι (αιτ.)

2)ποιω τινά τινι (αιτ. – δοτ.)

3)ποιω τινά τι (2 αιτ. – η µιά κατηγ. στην άλλη)

4)ποιω τινά + απαρέµφατο

µέσο   5)ποιουµαι τι (αιτ.)

6)ποιουµαι τινά τι (2 αιτ. – η µία κατηγ. στην άλλη)

πολεµέω(-ω)

1)πολεµω τινί (δοτ.)

2)πολεµω + εµπρόθετος προσδιορισµός

3)πολέµω τινά [σπν]

πορεύω = µεταφέρω, διαβιβάζω // µέσο = βαδίζω, οδοιπορώ

1)πορεύω τινά ή τι (αιτ.)

πράττω = κάνω, ενεργώ, κατορθώνω

1)πράττω τι (αιτ.)

2)πράττω τινά τι (2 αιτ.)

3)πράττω τινά τινί (αιτ. – δοτ. ) ή εµπρόθετο προσδιορισµό

4)πράττω + εµπρόθετο προσδιορισµό

5)πράττω + επίρρηµα

µέσο    6)πράττοµαι τι (αιτ.)

7)πράττοµαι τινα τι (2 αιτ.)

πρεσβεύω = είµαι µεγαλύτερος σε ηλικία, είµαι πρεσβευτής, κυβερνώ, εξουσιάζω, τιµώ, παραδέχοµαι /// µέσο = διαπραγµατεύοµαι µέσω πρεσβευτών /// παθ.=στέλνοµαι πρέσβευτής

1)πρεσβεύω τινός (γεν.) = είµαι µεγαλύτερος σε ηλικία

2)πρεσβεύω τι (αιτ.) = παραδέχοµαι, τιµώ

3)αµτβ= είµαι πρεσβευτής

πυνθάνοµαι = πληροφορούµαι, εξετάζω, ζητώ να µάθω, ακούω

1)πυνθάνοµαι τινά τινός (αιτ. – γεν.) = ρωτώ να µάθω

2)πυνθάνοµαι τινός (γεν.) = µαθαίνω για κάτι

3)πυνθάνοµαι τι (αιτ.) = πληροφορούµαι

4)πυνθάνοµαι τι + εµπρόθετος προσδιορισµός

5)πυνθάνοµαι + απαρέµφατο

6)πυνθάνοµαι + πλάγια ερώτηση

7)πυνθάνοµαι + κατηγορηµατική µετοχή στο αντικ.

σηµαίνω = δίνω σηµείο, φανερώνω, γνωστοποιώ, υποδεικνύω, σφραγίζω, διατάσσω

1)σηµαίνω τι (αιτ.)


2)σηµαίνω τινί τι (δοτ. – αιτ.)

3)σηµαίνω τινί + εµπρόθετος προσδιορισµός= φανερώνω

4)σηµαίνω τινί + απαρέµφατο =αναγγέλλω µε σηµάδι να κάνει κάτι

5)σηµαίνω τινί + πλάγια ερώτηση = φανερώνω

6)σηµαίνω + κατηγορηµατική µετοχή = φανερώνω

σκοπέω(-ω)= παρατηρώ, εξετάζω, σκέφτοµαι

1)σκοπω τινά (αιτ.)

2)σκοπω + πλάγια ερώτηση

3)σκοπω + εµπρόθετος προσδιορισµός

σπένδω = κάνω σπονδή ///µέσο = κάνω συνθήκη, συµφωνία, ειρήνη

1)σπένδω τινί (δοτ.)

2)σπένδω τι (αιτ.) = η αιτ. δηλώνει το υγρό της σπονδής

3)σπένδω + δοτ. του οργάνου

µέσο   4)σπένδοµαι τινί (δοτ.)

5)σπένδοµαι τινί + απαρέµφατο

6)σπένδοµαι τινί τι (δοτ. – αιτ.)

σπουδάζω = ασχολούµαι σοβαρά µε κάτι

1)σπουδάζω + εµπρόθετος προσδιορισµός

2)σπουδάζω + απαρέµφατο

3)σπουδάζω τι (αιτ.)

στασιάζω = αµτβ. επαναστατώ, φιλονικώ // µτβ= παρακινώ σε στάση

1)στασιάζω τινά (αιτ.)

2)στασιάζω τινι (δοτ.) = επαναστατώ εναντίον κάποιου

στέλλω = ετοιµάζω, τεκτοποιώ, ντύνω, αποστέλλω

1)στέλλω τινά ή τι (αιτ.)

στρατεύω

1)στρατεύω + εµπρόθετος προσδιορισµός

2)στρατεύω + σύστοιχο αντικείµενο

στρατηγέω(-ω) = είµαι στρατηγός

1)αµτβ.

2)στρατηγω τινός (γεν.) = είµαι αρχηγός κάποιου

3)στρατηγω τινί (δοτ.) = είµαι αρχηγός κάποιου [σπν]

4)στρατηγω + σύστοιχο αντικείµενο

συµµαχέω(-ω)

1)συµµαχω τινί (δοτ.)

σφάλλω=κάνω κάποιον να παραπατήσει, βλάπτω, νικώ, καταρρίπτω

1)σφάλλω τινά (αιτ.) = κάνω κάποιον να παραπατήσει

µέσο    2)σφάλλοµαι τινός (γεν.)= απατώµαι, κάνω λάθος

σωζω = σωζω, ελευθερώνω, διατηρώ, διαφυλλάσσω

1)σωζω τινά (αιτ.)

2)σωζω τινά τινός (αιτ. – γεν.) ή εµπρόθετο προσδιορισµό

τάττω(τάσσω) = τακτοποιώ, διατάσσω, προπσδιορίζω

1)τάττω τινά ή τι (αιτ.)

2)τάττω τινά + απαρέµφατο

3)τάττω τινί τινά (δοτ. – αιτ.)

4)τάττω + εµπρόθετος προσδιορισµός ή επιρρηµατικός προσδιορισµός

τελευτάω(-ω) = τελειώνω κάτι, πεθαίνω

1)τελευτω τι (αιτ.)


2)τελευτω τινός (γεν.)

3)αµτβ.

τέµνω = κόβω, σκίζω, διαχωρίζω, σφάζω

1)τέµνω τι (αιτ.)

2)τέµνω + γενική διαιρετική

τίθηµι = θέτω, τοποθετώ

1)τίθηµι τινά ή τι (αιτ.)

2)τίθηµι τινά τι (2 αιτ. – η µία κατηγ. στην άλλη)

3)τίθηµι τι τινός (αιτ. – γεν.)

4)τίθηµι τινά + απαρέµφατο

µέσο    5)τίθεµαι τι (αιτ.)

6)τίθεµαι τι + εµπρόθετος προσδιορισµός

7)τίθεµαι τινά τι (2 αιτ. – η µία κατηγ, στην άλλη)

τιµάω(-ω)

1)τιµω τινά ή τι (αιτ.)

2)τιµω τινά + γενική της αξίας

3)τιµω τινί + γενική της ποινής (ως δικαστικός όρος)

τυγχάνω = συναντώ, χτυπώ µε επιτυχία, αποκτώ, βρίσκω τυχαία, επιτυγχάνω

1)τυγχάνω + κατηγορούµενο

2)τυγχάνω τινός (γεν.) = πετυχαίνω κάτι (µπορεί να έχει και κατηγ, στο αντικ.)

3)τυγχάνω τι (αιτ.)

4)τυγχάνω τι τινός (αιτ. – γεν.)

5)τυγχάνω + κατηγορηµατική µετοχή στο υποκ.

6)ετύγχανε ===>απρόσωπο

7)τυχόν ==> το ουδ. µτχ τίθεται απόλυτα και θεωρείται επίρρηµα

υβρίζω = αµτβ, συµπεριφέροµαι µε αυθάδεια // µτβ = περιφρονώ, ατιµάζω, προσβάλλω

1)υβρίζω τινά (αιτ.)

υπισχνέοµαι(-ουµαι) = υπόσχοµαι, διαβεβαιώνω

1)υπισχνουµαι τινί τι (δοτ. – αιτ.)

2)υπισχνούµαι + απαρέµφατο

υποκρίνοµαι =αποκρίνοµαι, εξηγώ, ερµηνεύω, παριστάνω κάτι, προσποιούµαι

1)υποκρίνοµαι τινί τι (δοτ. – αιτ.) = απαντώ

2)υποκρίνοµαι τι (αιτ.) = παριστάνω

3)υποκρίνοµαι + απαρέµφατο = παριστάνω

φαίνω = φέγγω, φανερώνω, γνωστοποιώ, καταγγέλλω

1)φαίνω τινά ή τι (αιτ.) = φανερώνω

2)φαίνω τινά τινί (αιτ. – δοτ.) = φανερώνω

µέσο    3)φαίνοµαι + απαρέµφατο

4)φαίνοµαι + κατηγορηµατική µετοχή

5)φαίνοµαι + κατηγορούµενο (ως δοξαστικό) = νοµίζοµαι, θεωρούµαι παθ.           6)φαίνοµαι υπό τινός = ελέγχοµαι, φανερώνοµαι, καταγγέλλοµαι

φέρω = φέρω, υποφέρω, φορώ, βαστάζω, παράγω, προξενώ, πληρώνω, κατορθώνω,

οδηγώ

1)φέρω τινά ή τι (αιτ.)

2)φέρω τινά τινί (αιτ. – δοτ.)

3)φέρω + επιρρηµατικό ή εµπρόθετο προσδιορισµό

µέσο    4)φέροµαι τι (αιτ.)

5)φέροµαι + εµπρόθετος προσδιορισµός


παθ.     6)φέροµαι υπό τινός

φεύγω = τρέποµαι σε φυγή, αποφεύγω, εξορίζοµαι, κατηγορούµαι

1)φεύγω τινά ή τι (αιτ.) = αποφεύγω, διαφεύγω

2)φεύγω + τελικό απαρέµφατο = αποφεύγω

3)φεύγω + επιρρηµατικός ή εµπρόθετος προσδιορισµός

φηµί = λέγω, ισχυρίζοµαι, διακηρύσσω, φανερώνω, εκθέτω, βεβαιώνω

1)φηµί + ειδικό απαρέµφατο

φθάνω = φτάνω, προφτάνω, κάνω κάτι πρώτος, έρχοµαι πρώτος

1)φθάνω τινά ή τι (αιτ.) = προφτάνω

2)φθάνω + επιρρηµατικός ή εµπρόθετος προσδιορισµός

3)φθάνω + κατηγορηµατική µετοχή (=επίρρηµα χρόνου)

φθείρω = καταστρέφω, αρπάζω, φονεύω

1)φθείρω τινά ή τι (αιτ.)

φθονέω(-ω)

1)φθονώ τινί (δοτ.)

2)φθονω τινί + γενική της αιτίας

3)φθονω + απαρέµφατο = αρνούµαι, αποφεύγω απο φθόνο να κάνω κάτι

φιλέω(-ω) = αγαπώ, επιδοκιµάζω, συνηθίζω

1)φιλω τινά (αιτ.) = αγαπώ, προτιµώ,

2)φιλω + απαρέµφατο = συνηθίζω

φιλονικέω(-ω) = αγαπώ τη νίκη, προσπαθώ να φαίνοµαι πρώτος, µαλώνω

1)φιλονικω τινί (δοτ.)

2)φιλονικω +εµπρόθετος προσδιορισµός

φοβέω(-ω) = φοβίζω, τρέπω σε φυγή, προξενώ φόβο

1)φοβω τινά (αιτ.)

µέσο    2)φοβουµαι τινά ή τι (αιτ.)

3)φοβουµαι + εµπρόθετος προσδιορισµός

4)φοβουµαι + απαρέµφατο

5)φοβουµαι + ενδοιαστική πρόταση

φράζω =λέγω, εκφράζω, φανερώνω, εξηγώ, υποδεικνύω, παραγγέλλω ///

µέσο=σκέφτοµαι, συλλογίζοµαι /// παθ. εκφράζοµαι

1)φράζω τι (αιτ.)

2)φράζω τινί τι (δοτ. – αιτ.)

3)φράζω τινά τι (2 αιτ.)

4)φράζω τινί + ειδικό απαρέµφατο

5)φράζω + ειδική πρόταση

φρονέω(-ω) = σκέφτοµαι. συλλογίζοµαι, νοµίζω, έχω φρόνηµα, αισθάνοµαι

1)φρονω + απαρέµφατο = σκέφτοµαι

2)φρονω + ειδική πρόταση

3)φρονω + επιρρηµατικός προσδιορισµός

φροντίζω = σκέφτοµαι, µελετώ, προσέχω, έχω φροντίδα /// µέσο = φροντίζοµαι

1)φροντίζω τινός (γεν.) ή εµπρόθετος προσδιορισµός

2)φροντίζω τι (αιτ.) = σκέφτοµαι

3)φροντίζω + πλάγια ερώτηση ή ενδοιαστική ή τελική πρόταση

φυλάττω(φυλάσσω)=φυλασσω, αγρυπνώ, προσέχω, υπερασπίζοµαι, παραµονεύω

1)φυλάττω τινά ή τι (αιτ.)

2)φυλάττω τινί (δοτ.) = αγρυπνώ για κάποιον

3)φυλάττω τινά + τελικό απαρέµφατο = προσέχω


4)φυλάττω + πλάγια ερώτηση ή τελική ή ενδοιαστική πρόταση

µέσο    5)φυλάττοµαι τινά ή τι (αιτ.) = προσέχω, φροντίζω

6)φυλάττοµαι τινός = τσιγγουνευοµαι σε κάτι

7)φυλάττοµαι + πλάγια ερώτηση ή τελική ή ενδοιαστική πρόταση

χαίρω = χαίροµαι, ευχαριστιέµαι

1)χαίρω τινί (δοτ.) ή εµπρόθετο µε δοτική

2)χαίρω τινά (αιτ.) [σπν]

3)χαίρω + κατηγορηµατική µετοχή

χαλεπαίνω = οργίζοµαι, αγανακτώ

1)χαλεπαίνω τινί (δοτ.)

2)χαλεπαίνω + εµπρόθετος προσδιορισµός

χρή, χρέων εστι = πρέπει, είναι ανάγκη (απρόσωπο)

1)χρή + τελικό απαρέµφατο ως υποκείµενο

χρήοµαι(-ωµαι) = µεταχειρίζοµαι

1)χρωµαι τινί (δοτ.)

2)χρωµαι τινί τινί (2 δοτ.- η µία κατηγ. στην άλλη)

χωρίζω = αποχωρίζω, ξεχωρίζω, διακρίνω

1)χωρίζω τι τινός (αιτ. – γεν.)

µέσο    2)χωρίζοµαι τινός (γεν.) = αποχωρίζοµαι από κάποιον

ψεύδω = διαψεύδω /// µέσο = λέω ψέµµατα

1)ψεύδω τι τινός (αιτ. – γεν.)

µέσο    2)ψεύδοµαι τινός (γεν.)

3)ψεύδοµαι τινά (αιτ.)

ψηφίζω = ψηφίζω, αποφασίζω /// µέσο=ρίχνω ψήφο, αποφασίζω

1)ψηφίζω τινά (αιτ.)

µέσο    2)ψηφίζοµαι τινά (αιτ.)

3)ψηφίζοµαι + απαρέµφατο

4)ψηφίζοµαι τινά + απαρέµφατο

5)ψηφίζοµαι τινά τινί (αιτ. – δοτ.)

ωφελέω(-ω)=ωφελώ, υποστηρίζω, βοηθώ

1)ωφελω τινά (αιτ.)

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1248

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων