Δημήτρης Νατσιός, Σχολικά εγχειρίδια (μέρος β)
«Συνθέστε και σεις ένα νανούρισμα για χταπόδια» (Ανθολόγιο Γ’-Δ’ Δημοτικού, σελ. 22). Εδώ ξεπερνάμε την ανοησία και αγγίζουμε τα όρια της σχιζοφρένειας. Στην παγκόσμιο λογοτεχνία ουδείς νανούρισε χταπόδια, σουπιές, καλαμαράκια και λοιπά μαλάκια.
Ερώτηση: Γιατί δεν ζήτησαν, από τους εμβρόντητους μαθητές, να βρουν ένα παραδοσιακό νανούρισμα, από τα εξοχότερα δείγματα της δημοτικής μας ποίησης-«το τελεσφορώτατον όργανον της Εθνικής αγωγής, η εκτρέφουσα και συντηρούσα το εθνικόν φρόνημα», όπως γράφει ο μεγάλος μας λαογράφος Νικόλαος Πολίτης στον πρόλογο του βιβλίου του «Δημοτικά Τραγούδια»;
Η απάντηση είναι απλή: αν κόψεις τις ρίζες (την Παράδοση) τα κλαδιά ξεραίνονται και οι καρποί σαπίζουν και γίνονται «οι πολιτείες λημέρια των ακαθάρτων και ταμπούρια των κιοτήδων». (Παλαμάς).
Στα παλιά Ανθολόγια υπήρχε ένα νανούρισμα, που έλεγαν οι γιαγιάδες μας, οι παλιές, «οι καθυστερημένες» και όχι οι ψιμυθιωμένες, οι προοοδευμένες «εσχατόγριες» των ημερών μας, που θέλουν να τις προσφωνούν με τα «μικρά» τους ονόματα-μην τις θυμηθεί ο Χάρος-και «νανουρίζονται» με τον Σουλεϊμάν…
«Κοιμήσου συ, μωράκι μου,
σε κούνια καρυδένια
Σε ρουχαλάκια κεντητά και μαργαριταρένια
Έλα, Χριστέ και Παναγιά,
και παρ’ το στους μπαξέδες
Και γέμισε τους κόρφους του λουλούδια μενεξέδες.
Κοιμήσου συ, παιδάκι μου,
κι η μοίρα σου δουλεύει
Και το καλό σου ριζικό,
σου κουβαλεί και φέρνει
Κοιμάται νιο, κοιμάται νιο,
κοιμάται νιο φεγγάρι
Κοιμάται το παιδάκι μου στ’ άσπρο το μαξιλάρι.
Ο ύπνος τρέφει τα παιδιά κι η γεια τα μεγαλώνει
Και η Κυρά η Παναγιά τα καλοξημερώνει».
Θα άφηναν οι «γραικύλοι της σήμερον» τραγούδι-νανούρισμα που μιλά για τον Χριστό και την Παναγιά; Πλήττεται η πολυπολιτισμικότητά τους και δεν προσιδιάζει με τις αρχές του Ολυμπισμού, για να θυμηθούμε και την αβάσταχτη θερινή ελαφρότητα.
Τέλος πάντων.
Να μην συνεχίσω, γιατί μαυρίζει η ψυχή μας.
Το ερώτημα που συνεχώς εγείρεται είναι «τι κάνετε εσείς οι δάσκαλοι;». Σωστό. Δάσκαλος με στοιχειώδη πνευματική εντιμότητα δεν διδάσκει τέτοια ρυπαρογραφήματα. Φοβάμαι όμως, τώρα που έρχεται η αξιολόγηση από διευθυντή και σχολικό σύμβουλο-πλην λαμπρών εξαιρέσεων, οι περισσότεροι είναι φερέφωνα της κυρίαρχης, νεοταξικής ιδεολογίας-οι δάσκαλοι θα συμμορφώνονται με τις άνωθεν οδηγίες και υποδείξεις, θα αυτολογοκρίνονται ή θα σιωπούν.
Θα δεχόμουν ευχαρίστως την αξιολόγηση, αλλά πρέπει πρώτα να αξιολογηθεί και να κατεδαφιστεί το κράτος της ανομίας και της αναξιοκρατίας που μολύνει και την Παιδεία. Δεν δέχομαι καμμιά αξιολόγηση, γιατί τώρα αξιολογώ εγώ- ο λαός- το υπουργείο και εισηγούμαι την απόλυση όλων των ανίκανων που διέλυσαν τα σχολεία.
Και για να κατανοήσουμε και εμείς οι δάσκαλοι του καινού (ή κενού) σχολείου, που ευαγγελιζόταν η πρώην «δελφίνα» του ΠΑΣΟΚ, τι σημαίνει δάσκαλος, με τόλμη και αρετή, που θυσίαζε, όχι μισθούς και δώρα, αλλά την ίδια του τη ζωή για την πατρίδα, παραπέμπω σε μια «δασκαλίτσα» του Μακεδονικού Αγώνα: την Αγγελική Φιλιππίδου.
Το 1906 οι Κομιτατζήδες επιτίθενται στο χωριό Κλεπούσνα των Σερρών, στο οποίο υπηρετεί η Αγγελική και ο σύζυγός της, ως δάσκαλοι. Πολιορκούν και το σπίτι τους. Οι δύο σύζυγοι αμύνονται. Η Αγγελική τραυματίζεται στο γόνατο.
Αφήνω τον λόγο στην Αθηνά Τζινίκου-Κακούλη, στο βιβλίο της «Η Μακεδόνισσα στο θρύλο και την ιστορία» (σελ. 336).
«Έδωσε ο Θεός τη μέρα κι οι Βούλγαροι εγκατέλειψαν την Κλεπούσνα. Όταν έφτασε ο Πρόξενος Σερρών Σαχτούρης, η Αγγελική παρά τους πόνους παρακάλεσε να μη μεταφερθεί απ’ ευθείας στο νοσοκομείο Σερρών, αλλά να την τοποθετήσουν σε φορείο και να σταματούν στην πλατεία κάθε χωριού, να συγκεντρώνονται οι κάτοικοι και να τους μιλά. Οι χωρικοί τη φορτώθηκαν και κίνησαν να τη σώσουν.
Το αίμα της στην τραγική εκείνη πορεία σταγόνα σταγόνα έβαφε την μακεδονική γη και γίνονταν αρραβώνας με τη λευτεριά…
Πέρασαν έτσι πολλά χωριά. Οι άνθρωποι ξεμύτιζαν τρομαγμένοι από τα σπίτια τους να δούνε τι συμβαίνει.
Κι άκουγαν από το στόμα της ηρωίδας να τους λέει με όση δύναμη της έμενε, πως αισθάνεται ευτυχής, που προσφέρει το αίμα της για την πατρίδα και να τους καλεί όλους, άντρες, γυναίκες, γέρους και παιδιά, να πάρουν όπλα, τσεκούρια και πέτρες και να εγερθούν κατά των Κομιτατζήδων.
Στις Σέρρες τα πλήθη συνέρρεαν στο νοσοκομείο και μ’ ευλάβεια της ασπάζονταν το χέρι, που όλο και πάγωνε, καθώς ο Αρχάγγελος κοντοζύγωνε. Έπειτα τη μετέφεραν στο νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Οι προσπάθειες των γιατρών δεν μπόρεσαν ν’ αποτρέψουν το μοιραίο. Εκεί η ηρωίδα άφησε την τελευταία της πνοή με το όραμα της λευτεριάς στα βασιλεμένα της μάτια».


Δεν υπάρχουν σχόλια μέχρι τώρα ↓
Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμη.