Πόσοι αντισταθήκαμε στη φαιά προπαγάνδα των καιρών, πόσοι στυλώσαμε τα πόδια και είπαμε στον ανίκανο κομματικό διευθυντή, στον αγράμματο κομματικό σύμβουλο, Όχι; Πόσοι ζητήσαμε από τους αργόσχολους συνδικαλιστές μας να μη μας ντροπιάζουν; Λίγοι. Ας το παραδεχτούμε επιτέλους. Ίσως τότε γεννηθεί ελπίδα για τους νεώτερους. Οι νεώτεροι δεν συγκρίνουν, αφού δεν γνωρίζουν πόσα δεν γνωρίζουν, πνίγονται σε ιδεολογικές αναθυμιάσεις. Το ίχνος που αφήσαμε οι μεγαλύτεροι καλύτερα να σβήσει. Γιατί ανάμεσά μας έζησαν οι ανήθικοι που εξέθρεψαν ιδεολογία σαν αυτή που αναδεικνύεται μέσα από σχολικά βιβλία, όπως αυτό που ακολουθεί. (Σημ. Δεν γνωρίζω, δυστυχώς τα βιβλία του δημοτικού. Χαίρομαι, όμως που ένας τίμιος δάσκαλος καταγράφει και συγκρίνει και ενημερώνει μεθοδικά και ευσύνοπτα)
Δημήτρης Νατσιός, Σχολικά εγχειρίδια (α΄μέρος)
«Ένα βράδυ η γιαγιά μου κάπνιζε το μαύρο της πούρο, ενώ εγώ μισοκοιμόμουν μακάρια στη ζεστή αγκαλιά της». (Ανθολόγιο Ε’-Στ’ Δημοτικού, σελ. 85).
Βεβαίως, όσοι τουλάχιστον είμαστε πάνω από τα σαράντα και «προλάβαμε» εκείνες τις ολοζωής μαυροντυμένες γριούλες, τις μανάδες ή τις κυρούλες των περισσοτέρων από μας, που ανάβανε-ακούραστες-τα καντήλια στα ταπεινά ξωκλήσια και στα ερημομονάστηρα της Ελλάδας, αυτήν την εικόνα φυλάξαμε στην μνήμη μας:
Να μας νανουρίζουν, καπνίζοντας μαύρα πούρα, από την Κούβα, γιατί δεν καταδέχονταν τα παρακατιανά…
«-Μπορεί η γερόντισσα που πέθανε να πήγε στην Κόλαση.
-Λες; Η Κλάρα έγνεψε με το κεφάλι της.
-Το δίχως άλλο θα πήγε στην Κόλαση, γιατί μάλωνε όλα τα παιδιά της πολυκατοικίας. Κι επειδή πρέπει να πάει στην Κόλαση, κλαίνε όλες οι φίλες της. Έτσι θα είναι. Κι εγώ αυτό το νομίζω πολύ σωστό.
Και όταν έκανα να ρωτήσω, αν οι διάβολοι θα ψήσουν στην Κόλαση τη γριά, μας είπε χαμηλόφωνα ο πατέρας:
-Σιωπή! Πολλά λέτε!»
(Ανθολόγιο, Ε’-Στ’ Δημοτικού, σελ. 134).
Ούτε το «φοβερόν μυστήριον» του θανάτου δεν σέβονται οι «καντιποτένιοι», που αποφασίζουν το τι θα διδάσκονται τα παιδιά του προδομένου λαού μας. Και υποτίθεται ότι στο «Ανθολόγιο», το λέει και η λέξη, βάζεις τα άνθη της λογοτεχνίας, ό,τι καλύτερο ιστόρησε ο κάλαμος των μαϊστόρων του λόγου, το ακροθίνιον.
Γιαγιάδες με πούρα, που ψήνονται στην κόλαση, «διαβόλια και τριβόλια», μαγαρισιές και δαιμονολογίες, τι δουλειά έχουν με 11χρονα παιδιά;
Στο παλιό «Ανθολόγιο-προ του 2006-εξαιρετικό και όντως ανθο-λογία (η λέξη «λογία», στην εκκλησιαστική γλώσσα σημαίνει συλλογή, έρανο…
«περί δε της λογίας…», γράφει ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους, Α’ επ., στο 16,1), διδάσκαμε κείμενα με ιθαγένεια και οσμήν ευωδίας πνευματική.
Κόντογλου (Βασίλειος ο Μακεδών), Ναταλία Μελά (για τον αετό της Μακεδονίας, Παύλο), Βενέζης, Πετσάλης (για τον Ρήγα), Βαλαωρίτης, Μόντης, Πηνελόπη Δέλτα («τα μυστικά του Βάλτου), Ελύτης, Μυριβήλης, Ψαθάς, «του νεκρού αδελφού», «ο Διγενής», «της Άρτας το γιοφύρι».
Όλα τα πέταξαν, διότι τα κρυμμένα στα κελάρια του πατρογονικού μας σπιτιού, καλούδια της ρωμαίικης παράδοσης, εξαίσια και άφθονα, οι ιθύνοντες τα βλέπουν με φθόνο και όχι «α-φθόνως». (Να προσεχθεί η στάση του πατέρα στο προαναφερθέν κείμενο).
«Τα μάτια του Χριστού ήταν γλυκά. Τα μάτια του γατιού ήταν γλυκά. Ο Χριστός και ο δράκος». (σελ. 166).
Ένα Κινεζάκι, ο Τα Κι Κο, «γιορτάζει» τα Χριστούγεννα στην Ευρώπη (μάλλον στην Ελλάδα). Την ημέρα της γιορτής, επειδή «ο αξιότιμος κύριος Χριστός δεν φαινόταν πουθενά», του έδωσαν μία εικόνα του Χριστού. Την πήρε στο δωμάτιό του, ζωγράφισε έναν κινέζικο δράκο, μάζεψε κι ένα γατί, που ήταν στο παράθυρό του και ξεκινά η βλάσφημη σύγκριση.
Τα μάτια «του αξιότιμου κυρίου Χριστού» με «τα μάτια του γατιού». (τέλος α΄μέρους)


Δεν υπάρχουν σχόλια μέχρι τώρα ↓
Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμη.