Κυριακή μεσημέρι και πρέπει να τελειώσω το κοκκινιστό (που ακόμη έχουμε, που ακόμη μυρίζουμε).
Καθώς σηκώνομαι από τον υπολογιστή, πέφτει στο πάτωμα το ορθογραφικό λεξικό του Μπαμπινιώτη και ανοίγει στη σελίδα 35. Τα μάτια μου πέφτουν στο λήμμα: αλιτήριος – αλήτης! Περίεργη σύμπτωση! Το θέμα αναπόφευκτα σχετίζεται με την προηγούμενη ανάρτηση αλλά και με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα κι έτσι ξανακάθομαι στον υπολογιστή, αντιγράφω και «το φχαριστιέμαι»:
αλιτήριος – αλήτης: Η λέξη αλιτήριος δεν προέρχεται από τη λέξη αλήτης, με την οποία συχνά συγχέεται, αλλά από το αρχ. αλιταίνω «βλάπτω» (<αρχ. αλείτης = φαύλος, αμαρτωλός»), ενώ το ουσιαστικό αλήτης προέρχετα από το αρχ. ρήμα αλώμαι «περιπλανώμαι».


Δεν υπάρχουν σχόλια μέχρι τώρα ↓
Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμη.