kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ΛΟΥΚΑ- ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙ, ΤΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙ, ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Ιανουαρίου, 2014

 Στην πνευματική ζωή υπάρχει ένα τρίπτυχο το οποίο αποτελεί πολύτιμο οδοδείκτη στην πορεία μας προς τον ουρανό. Είναι η ανάγνωση, είναι η συμβουλή, είναι η διδασκαλία. Και τα τρία περιλαμβάνονται στις πνευματικές υποθήκες που ο απόστολος Παύλος απευθύνει στον μαθητή του Τιμόθεο, επίσκοπο Εφέσου, και κατ’ επέκτασιν προς όλους τους χριστιανούς. «Ἐως έρχομαι πρόσεχε τη αναγνώσει, τη παρακλήσει, τη διδασκαλία» (Α’ Τιμ. 4, 13). Ίσως κάποιος να ισχυριζόταν ότι αυτά αναφέρονται στους ποιμένες, στους πνευματικούς μας καθοδηγητές. Όμως οι ποιμένες δεν υπάρχουν μόνο για τον εαυτό τους. Ό,τι ισχύει για εκείνους ισχύει και για εμάς. Επομένως, αν θέλουμε να προκόψουμε αληθινά, χρειάζεται αυτό το τρίπτυχο να το εφαρμόζουμε στη ζωή μας. Και μάλιστα, η εφαρμογή του χρειάζεται να γίνεται με «προσοχή», δηλαδή με αφιέρωση του νου και της καρδιάς μας στην πνευματική εργασία.
Η ανάγνωση των Γραφών και των πνευματικών λόγων αποτελεί στοιχείο το οποίο μας οδηγεί στην πνευματική και εκκλησιαστική αυτοσυνειδησία. Διαβάζοντας το Ευαγγέλιο γνωρίζουμε ποιοι είμαστε. Ποιος είναι ο Θεός στον Οποίο πιστεύουμε και τι θέλει από εμάς. Ερευνούμε τα κρύφια της καρδιάς μας, διότι κάθε λόγος Θεού αποκαλύπτει το βάθος της ψυχής μας. Και την ίδια στιγμή μας δείχνει την συνέχεια της ζωής της Εκκλησίας. Πού ανήκουμε. Δεν είναι τυχαίο ότι η Αγία Γραφή αποτελεί ιερό βιβλίο, όχι γιατί μπορεί να υποκαταστήσει την Εκκλησία, αλλά γιατί η Εκκλησία μας δείχνει δι’ αυτής ότι «Χριστός χθες και σήμερον ο αυτός και εις τους αιώνας» (Εβρ. 13,8). Η προσοχή κατά την ανάγνωση λοιπόν δεν έχει να κάνει μόνο με το τεταμένο του νου και τη συγκέντρωση όταν διαβάζουμε. Έχει να κάνει με την ανάγκη του φωτισμού μας από τον Θεό, ώστε να μπορούμε να κατανοούμε όσα διαβάζουμε, να μη μένουμε μόνο στο γράμμα τους, αλλά να προσπαθούμε να οικειωθούμε το πνεύμα τους. Ο λόγος του Θεού θέλει αφιέρωση. Θέλει συν-κίνηση των εσωτερικών μας δυνάμεων. Και την ίδια στιγμή, θέλει αγάπη, ώστε να του δίδεται η πρέπουσα σημασία και να γίνεται αφετηρία εφαρμογής του στη ζωή μας.
Η παράκληση έχει να κάνει με τις συμβουλές που απορρέουν από την πνευματική ζωή. Και έχουμε όλοι ανάγκη από αυτές, οι οποίες να γίνονται σημείο αναφοράς προς την Αλήθεια, δηλαδή τον Χριστό. Συμβουλές στην Εκκλησία μπορούν να δώσουν οι πάντες. Πόσο όμως αισθανόμαστε ότι είμαστε δυνατοί και ικανοί «ετέρους διδάξαι» (Β’ Τιμ. 2,2); Συνήθως οι άνθρωποι υποφέρουμε από μία δοκησισοφία. Νομίζουμε ότι γνωρίζουμε και μάλιστα όταν έχει εκλείψει το πνεύμα της μαθητείας από την πορεία μας. Αντί να έχουμε ταπείνωση και διάθεση να ακούμε, είμαστε έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να διατρανώσουμε τις απόψεις μας, να προτείνουμε τις λύσεις μας και να απαιτήσουμε από τους άλλους να κάνουν αυτό που τους λέμε. Στην Εκκλησία όμως υπάρχει η παράκληση δια της προσευχής στο Θεό και την ίδια στιγμή όσοι έχουν λάβει την ιδιαίτερη ευλογία να εργάζονται προς αυτή την κατεύθυνση, καλούνται να μην απεμπολούν το χάρισμά τους. Αυτοί είναι οι ποιμένες, οι παιδαγωγοί εν Χριστώ. Είναι εκείνοι στους οποίους η Εκκλησία εμπιστεύθηκε την δυνατότητα να συμβουλεύουν, να ενισχύουν, να παρακαλούν το λαό του Θεού. Να τον στηρίζουν στις δυσκολίες του. Κι εδώ η προσοχή είναι απαραίτητη. Τόσο από την μεριά του ποιμένα, ο οποίος καλείται με αγάπη, ειλικρίνεια και προσευχή να αφήνει το περίσσευμα της καρδιάς του να μιλεί στους ανθρώπους, αλλά και από εμάς, που καλούμαστε με επίγνωση της θέσεώς μας να μάθουμε να ακούμε τα όσα μας λέγουν και να μην επιτρέπουμε στον εγωισμό μας να απορρίπτει όχι μόνο τον λέγοντα αλλά και λεγόμενά του. Γιατί τότε περιπίπτουμε είτε στην εσωστρέφεια και την λύπη της μοναξιάς είτε γινόμαστε οδηγοί του εαυτού μας, με αποτέλεσμα την ανυπακοή και την πτώση.
Η διδασκαλία έχει να κάνει με την αυθεντικότητα του βιώματος της Εκκλησίας, το οποίο παρατίθεται τόσο δια του λόγου όσο και δια των έργων. Διδασκαλία είναι η αγιότητα και ο τρόπος της. Διδασκαλία είναι ο συνδυασμός θεωρίας και πράξης. Διδασκαλία είναι η ερμηνεία της αλήθειας. Διδασκαλία είναι και η αξιολόγηση των έργων και της ζωής μας, όχι από τους ανθρώπους, αλλά από τα όσα ο Θεός ζητά. Διδασκαλία είναι η ανάπτυξη σχέσης με αυτόν που διδάσκει, γιατί τίποτε στην Εκκλησία δεν είναι απρόσωπο. Διδασκαλία είναι η συγκρότηση σε κοινότητα, στο σώμα του Χριστού, γιατί τα πάντα γίνονται φανερά και απευθύνονται σε όλους όταν μπορούμε να συναντιόμαστε. Διδασκαλία είναι η επισήμανση του ψεύδους, της αίρεσης, της απομάκρυνσης από την γνησιότητα. Όχι με κραυγές, αλλά με νηφαλιότητα. Και με εμπιστοσύνη τελικά στην ίδια την Εκκλησία, η οποία μπορεί να αποδεχτεί ή και να απορρίψει κάθε διδασκαλία, ακόμη κι αν φαίνεται ευφυής και ορθή. Γιατί γνώμονας της Εκκλησίας δεν είναι να ευχαριστήσει ή να επαινέσει, αλλά να σώσει.
Το τρίπτυχο αυτό δεν είναι εύκολο να βρει εφαρμογή στη ζωή μας. Από την μία η έλλειψη χρόνου και η πρόταξη άλλων προτεραιοτήτων δεν μας αφήνει να μελετήσουμε. Ο εγωισμός δεν μας αφήνει να ακούσουμε τις συμβουλές των πνευματικών μας πατέρων. Η αίσθηση ότι κατέχουμε την αλήθεια δεν μας αφήνει να διδαχθούμε. Την ίδια στιγμή η κατά κόσμον σοφία έρχεται να μας συναντήσει και να μας εμβάλλει τον πειρασμό της ζωής χωρίς τον Θεό. Της υιοθέτησης άλλων γραφών ως αφετηρίας για τη ζωή μας. Της άρνησης ένταξης στην Εκκλησία. Της αίσθησης ότι η σοφία και η επιστήμη του κόσμου αρκούν. Έχουμε όμως ευθύνη έναντι του Θεού να καλλιεργούμαστε και έναντι του εαυτού μας και των άλλων να ανήκουμε στο σώμα του Χριστού, να διδασκόμαστε και να παρακαλούμαστε, ξαναβρίσκοντας πορεία ζωής και ελπίδας. Ας προσέξουμε λοιπόν τον λόγο του Αποστόλου. Και ας αλλάξουμε όσο είναι εφικτός τις προτεραιότητές μας λαμβάνοντας την χάρη και την ευλογία και την ομορφιά που ο λόγος του Θεού μας δίδει για κάθε περίσταση της ζωής μας και για κάθε πτυχή του εαυτού μας.
Κέρκυρα, 26 Ιανουαρίου 2014
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Παιδεία και εκπαίδευση κατά τους Τρεις Ιεράρχες

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Ιανουαρίου, 2014

Η σημερινή ομιλία, σεβαστοί πατέρες, αξιότιμοι εκπρόσωποι των πολιτικών, στρατιωτικών και εκπαιδευτικών άρχων, αγαπητοί συνάδελφοι, αγαπητοί μαθητές, αγαπητοί αδελφοί, θα είναι αφιερωμένη όχι στη ζωή και στη δράση των προστατών της ελληνικής παιδείας Τριών Ιεραρχών, αλλά σε ένα θέμα επίκαιρο και σπουδαίο, όπως το είδαν οι τρεις μέγιστοι φωστήρες πού γιορτάζουμε σήμερα, στο θέμα της παιδείας. Επειδή όμως το θέμα είναι τεράστιο, θα περιοριστώ στη διάκριση μεταξύ παιδείας και εκπαίδευσης, έννοιες πού πολλές φορές ταυτίζονται ή συγχέονται από ορισμένους. Διαφέρουν ωστόσο μεταξύ τους όχι μόνο εννοιολογικά, αλλά και ουσιαστικά. Ευρύτερη είναι η έννοια της παιδείας, περιορισμένου εύρους και βάθους η έννοια της εκπαίδευσης. Η παιδεία εμπεριέχει την εκπαίδευση. Η εκπαίδευση είναι μέρος μόνο της παιδείας. Υπερέχει δε ποιοτικά και ηθικά η παιδεία απέναντι στην εκπαίδευση. Ο ι. Χρυσόστομος την εγκωμιάζει ως «τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών», απείρως σπουδαιότερη από το έργο ενός αγαλματοποιού. Ο Μ. Βασίλειος την ορίζει «ως αγωγή ωφέλιμη στην ψυχή, πού έχει τη δύναμη να την καθαρίσει από τις κηλίδες της κακίας» και ως «τιμιότερη πολλών χρημάτων» (1). Ο δε Γρηγόριος ο Θεολόγος την χαρακτηρίζει ως «πρώτο και μέγιστο καλό για τους ανθρώπους» (2). «Η παιδεία εμπνέει αξίες και ιδανικά, στρέφει το βλέμμα του νέου σε υψηλά οράματα» (3).

Την αξία της Παιδείας είχαν εκτιμήσει δεόντως οι αρχαίοι Έλληνες, τους οποίους σπούδασαν οι Τρεις Ιεράρχες, πού μέσω του φιλοσόφου Αρίστιππου διεκήρυξαν πώς είναι προτιμότερο να είσαι ζητιάνος παρά απαίδευτος: «άμεινον επαίτην ή απαίδευτον είναι». Τί είναι όμως η παιδεία κατά τους Τρεις Ιεράρχες;

Παιδεία είναι η διαδικασία ανάπτυξης του ανθρώπου σε πρόσωπο, σε ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Είναι η σκόπιμη και συνειδητή προσπάθεια για πνευματική καλλιέργεια και τελείωση και κοινωνική ένταξη του άνθρωπου. Δεν είναι συσσώρευση εγκυκλοπαιδικών γνώσεων. Δεν είναι πολυμάθεια κατά τον ί. Χρυσόστομο. Δεν είναι γυμναστική της διάνοιας, αλλά του συνόλου των ψυχικών και πνευματικών δυνάμεων του ανθρώπου. Η παιδεία δεν σταματά στην απόκτηση ενός ή περισσοτέρων πτυχίων, αλλά παρουσιάζει δυναμική πορεία εξέλιξης και ανάπτυξης σε ολόκληρη τη ζωή του ανθρώπου. Κατά τον Μ. Βασίλειο μάλιστα είναι το μόνο αγαθό πού παραμένει αναφαίρετο και μετά τον θάνατο του άνθρωπου. «Παιδεία μόνη των κτημάτων αναφαίρετον και ζώντι και τελευτήσαντι παραμένουσα».

Η παιδεία των Τριών Ιεραρχών είναι θεοκεντρική και αποβλέπει στην εν Χριστώ τελείωση του ανθρώπου. Κατά τον Μ. Βασίλειο σκοπός της παιδείας είναι: «ομοιωθήναι Θεώ κατά το δυνατόν ανθρώπου φύσει» (4). Ο δε ί. Χρυσόστομος γράφει «θα ονομάσω άνθρωπο εκείνον πού διασώζει την εικόνα του Θεού. Άνθρωπος είναι όποιος ακολουθεί τις εντολές του Θεού (5). Κάθε άνθρωπος είναι κατά τον Μ. Βασίλειο «Θεός κεκελευσμένος», έχει δηλαδή την εντολή μέσα του να γίνει κατά χάρη Θεός. Η αξία ή η απαξία του ανθρώπου ορίζεται από τη σχέση του με τον Θεό. Αντίθετα η αποξένωση και η εναντίωση του στο Θεό τον μετατρέπει σε αθεόφοβο ή θεομπαίχτη. Πόσες συμφορές θα μπορούσαν να είχαν αποτραπεί, εάν η αθεοφοβία μετατρεπόταν σε θεοφιλία. «Ει τους παίδας επαιδεύομεν φίλους είναι τω Θεώ πάντα αν ανεπήδησε τα λυπηρά και μυρίων απηλλάγη κακών ο βίος ο παρών» (6), γράφει ο ι. Χρυσόστομος (θα απαλλασσόταν ο βίος μας από μύρια κακά, αν παιδεύαμε τα παιδιά μας να γίνουν φίλοι με τον Θεό). Η αθεοφοβία και η θεομπαιξία στοίχισαν ήδη αφάνταστα στην κοινωνία μας και η κρίση πού διέρχεται η χώρα μας δεν είναι άσχετη από αυτές. Ο αθεόφοβος και θεομπαίχτης δεν έχει ηθικές αναστολές στις εγωιστικές του επιδιώξεις. Θα είχε δε μεγάλο όφελος η πολιτεία, εάν μπορούσε να καλλιεργήσει θεοφιλώς τους νεαρούς πολίτες της μέσω της παιδείας της. Δεν είναι αδικαιολόγητη μια γερμανική παροιμία πού ταυτίζει τον καλό χριστιανό με τον καλό πολίτη.

Η παιδεία πού θέλουν οι Τρεις Ιεράρχες είναι παιδεία με υγιή πρότυπα. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδουν στο πρόσωπο, στο ήθος και στο παράδειγμα του δασκάλου. Η σχέση δασκάλου και μαθητή παραλληλίζεται με τη σχέση πνευματικού πατέρα και πνευματικού τέκνου. Στο σημείο αυτό ταυτίζονται παιδαγωγία και ποιμαντική. Σχολείο και Ναός στον πολιτισμό μας βρίσκονται σε σχέση αμοιβαιότητας και συμπληρωματικότητας, ως χώροι διαμόρφωσης και διαποίμανσης του ανθρώπου. Ο Μ. Βασίλειος παραπονείται ότι άκουσε από πολλούς δασκάλους λόγια ψυχωφελή, δε βρήκε όμως σε όλους την αρετή πού θα ήταν αντάξια των λόγων (7). «Ο γαρ μη ποιών και διδάσκων αναξιόπιστος εστίν εις ώφέλειαν» (8). Ως υγιές και αιώνιο πρότυπο προβάλλουν στα έργα τους το πρόσωπο του Χριστού. Και ως τέτοιο πρότυπο αναρτούμε και εμείς στις αίθουσες των σχολείων μας την εικόνα του Χριστού, της Παναγίας και τις εικόνες των Τριών Ιεραρχών. Δεν αποτελούν λατρευτικά αντικείμενα. Δεν ανάβουμε κεριά και καντήλια μπροστά τους. Δεν τις θυμιατίζουμε, όπως στην Εκκλησία. Δεν τελούμε ενώπιον τους θρησκευτικές τελετές. Τις τοποθετούμε στις αίθουσες των σχολείων για να προβάλλουμε πρότυπα στους μαθητές μας. Για να υπενθυμίζουμε την παράδοση και τον πολιτισμό μας. Επομένως ή απαίτηση υστέρα από απόφαση δικαστηρίου της μεταχριστιανικής Ευρώπης, την οποία έσπευσαν να υιοθετήσουν ορισμένοι, η απαίτηση αποκαθήλωσης και απομάκρυνσης των εικόνων από τις σχολικές αίθουσες με το έωλο επιχείρημα της προσβολής της θρησκευτικής συνείδησης ετερόδοξων και ετερόθρησκων μαθητών προσκρούει όχι μόνο στις αρχές της ορθόδοξης θεολογίας μας, αλλά και της ίδιας της Παιδαγωγικής Επιστήμης. Οι νέοι χρειάζονται πρότυπα, ορατά πρότυπα. Πρότυπα πού δεν θα τους απογοητεύουν. Και καλύτερα πρότυπα από το πρότυπο του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων μας δεν υπάρχουν.

Η παιδεία των Τριών Ιεραρχών βοηθεί στην ιεράρχηση των ανθρωπίνων και στη δημιουργία ρεαλιστικής βιοθεωρίας. Έχει μεγάλη σημασία να μπορούν να ιεραρχούν οι νέοι και να βάζουν προτεραιότητες στη ζωή τους, να έχουν αυτογνωσία. «Μικρός ειμί και μέγας», γράφει ό Θεολόγος Γρηγόριος, «ταπεινός και υψηλός, θνητός και αθάνατος, επίγειος και ουράνιος» (9). Η ιεράρχηση των ανθρωπίνων οδηγεί, κατά τον Μ. Βασίλειο, στο: «Υπεροράν μεν σαρκός, παρέρχεται γαρ, επιμελείσθαι δε ψυχής πράγματος αθανάτου» (10). Ο δε ί. Χρυσόστομος επαναλαμβάνει: «Αποδημία ό παρών βίος …οδίτης ει …πανδοχείον εστίν ο παρών βίος» (11). Πόσο ρεαλιστική αντιμετώπιση της προσωρινότητας των ανθρωπίνων πραγμάτων, πού συμβάλλει τα μέγιστα στην ομαλή συμβίωση των ανθρώπων και αποτρέπει φαινόμενα αλαζονείας και εγωκεντρισμού πού θηριοποιούν τον άνθρωπο και τον μετατρέπουν σε λύκο για τον συνάνθρωπο του! Ηοmο homini lupus.

Η παιδεία των Τριών Ιεραρχών είναι ζήτηση της αλήθειας και μύηση σ’ αυτή. Αυτό σημαίνει ο ελληνικός ορός φιλοσοφία. Η ζητούμενη δε σοφία είναι κατ’ αυτούς ο Ιησούς Χριστός ως ένσαρκη Αλήθεια. «Εγώ ειμί, η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωή». Απώτερος όμως σκοπός της παιδείας είναι η ολοτελής ένταξη του νέου άνθρωπου στο κοινωνικό σύνολο, η κοινωνικοποίηση του. Είναι επομένως παιδεία κοινωνική πού αποτρέπει κάθε σύγκρουση, πραγματική η υποθετική προσώπου και κοινωνίας. Ο Μ. Βασίλειος είναι εκείνος πού οργάνωσε το κοινόβιο, ως συνέχεια των αρχαίων ελληνικών «κοινών», τα οποία θαύμαζε. «Αιδεσθώμεν», έλεγε, «τα των Ελλήνων κοινά». Ας έρθουμε όμως και στην εκπαίδευση. Τί είναι εκπαίδευση;

Η εκπαίδευση είναι το σύστημα, η μέθοδος, το μέσο απόκτησης και βίωσης της γνώσης. Είναι η υπηρέτρια της παιδείας. Είναι τα εκπαιδευτικά προγράμματα πού εκπονούνται για την καλύτερη προσφορά της παιδείας. Είναι ακόμη η υλικοτεχνική υποδομή και η κατάρτιση του εμψύχου υλικού. Είναι εκείνη πού παρέχει γνωστικά εφόδια και τεχνικές δεξιότητες πού θα βοηθήσουν τον νέο πρωτίστως στην επαγγελματική του αποκατάσταση. Είναι εκείνη πού ολοένα και περισσότερο στις ήμερες μας συνδέεται με την αγορά εργασίας, την επιχειρηματικότητα, την παραγωγή, την ανταγωνιστικότητα. Η λεγόμενη «Διακήρυξη της Μπολόνια» του 1998, και ή «Διακήρυξη της Πράγας» του 2001 έχουν ως στόχο να πετύχουν σύγκλιση των συστημάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης των ευρωπαϊκών χωρών σε ενιαίο σύστημα, ώστε να είναι ανταγωνιστικό προς αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, ώστε να εναρμονιστεί πλήρως με τις ανάγκες των επιχειρήσεων. Αυτό σημαίνει: γρήγορη παραγωγή με μικρό κόστος. Και οι μεν διακηρύξεις αυτές αφορούν σε πρώτη φάση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Είναι όμως περισσότερο από βέβαιο ότι επηρεάζουν και τα προγράμματα τόσο της Πρωτοβάθμιας όσο -πολύ περισσότερο- και της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Προγράμματα επιχειρηματικότητας έχουν εισαχθεί ήδη στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Επειδή δε δεν μπορεί να γιγαντώνεται επ’ άπειρο το ωρολόγιο πρόγραμμα του σχολείου από την συνεχή προσθήκη νέων μαθημάτων και προγραμμάτων (ήδη κατά απάνθρωπο τρόπο γίνονται οχτάωρα μαθήματα σε Γυμνάσια) τίθεται ζήτημα αφαίρεσης, μείωσης η προαιρετικοποίησης -δηλαδή υποβάθμισης-άλλων μαθημάτων. Αυτά δε πού είναι στο στόχαστρο υποβάθμισης δεν είναι τα μαθήματα εκπαίδευσης η κατάρτισης, αλλά τα μαθήματα πού παρέχουν παιδεία. Έτσι εξηγείται και η προσπάθεια προαιρετικοποίησης του μαθήματος των θρησκευτικών, εκείνου του μαθήματος δηλαδή πού κατ’ εξοχήν συμφωνεί με τις παιδαγωγικές αρχές των Τριών Ιεραρχών. Το μάθημα θρησκευτικών είναι μάθημα παιδείας. Παρατηρείται δηλαδή μια διαδικασία ριζικής υποχώρησης της παιδείας και επικυριαρχίας της εκπαίδευσης και κατάρτισης, μια διαδικασία εκπαιδευτικοποίησης της παιδείας, η οποία από διαδικασία ανάπτυξης της προσωπικότητας του άνθρωπου, όπως τη θέλουν οι σήμερα εορταζόμενοι άγιοι, μεταβάλλεται σε «διαδικασία δημιουργίας εμψύχων ηλεκτρονικών υπολογιστών».

Φτάσαμε όμως στο σημείο, ενώ διαθέτουμε στην εποχή μας τεχνολογικές, επιστημονικές, οικονομικές και εκπαιδευτικές προϋποθέσεις ασύγκριτα καλύτερες από παλιότερες εποχές, η ποιότητα της ζωής να μη καλυτερεύει ή η καλυτέρευση της, στους τομείς πού αυτό επιτυγχάνεται να είναι δυσανάλογα χαμηλότερη. Στους κύκλους της διανόησης είναι πλέον διάχυτη η άποψη ότι η ανάπτυξη της τεχνολογίας συνεπάγεται την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής, την κρίση των ανθρωπιστικών άξιων, τον απάνθρωπο εξορθολογισμό των διανθρώπινων σχέσεων και της κοινωνικής ζωής γενικά, τον υποβιβασμό του άνθρωπου σε μηχανή και των προϊόντων της τέχνης, του πολιτισμού σε εμπόρευμα. Γίνεται λόγος για «τεχνολογική απανθρωπιά», εναντίον της οποίας μόνο μια Παιδεία πού δικαιώνει το όνομα της, μια παιδεία όπως την οραματίζονταν οι Τρεις Ιεράρχες και έχει ως επίκεντρο την ποιότητα του ανθρώπου πού πλάθει μπορεί να δράσει Είπαν για τη σημερινή εκπαίδευση ότι τη διακρίνει «μια διανοητική αλαζονεία και ιδεολογική, επιστημονική μεγαλαυχία» (13), ότι «ανασυντάσσεται πάνω στο διευρυμένο πεδίο των Φυσικών Επιστημών και της Υψηλής Τεχνολογίας.,. μέσα σ’ ένα πυκνότατο δίκτυο Πληροφοριών», πού αποτελούν «τροφή του νου», αλλά «ατροφία της ψυχής», εκείνης πού γεννά το ήθος του άνθρωπου, πού πλάθει χαρακτήρες και ανεβάζει το πρόσωπο του σε προσωπικότητα» (14).

Μια εκπαίδευση όμως χωρίς παιδεία, πού παράγει ενδεχομένως «ιδιοφυείς επιστήμονες» και άριστα καταρτισμένους τεχνοκράτες, οι όποιοι όμως έχουν «νεκρωμένη συνείδηση και νεκρωμένη βούληση», «μπορεί να αποτελέσει απειλή πολλαπλή και κίνδυνο φοβερών διαστάσεων» (15). Τέτοιοι ιδιοφυείς επιστήμονες και τεχνοκράτες υπηρέτησαν ήδη «εξωανθρώπινους σκοπούς και «χάρισαν» στην ανθρωπότητα πυρηνικά μανιτάρια και θαλάμους αερίων θαυμαστής πράγματι τελειότητας…» (16). Επαληθεύθηκε έτσι ο λόγος του Πλάτωνα: «Πασά επιστήμη χωριζόμενη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής, πανουργία, ου σοφία φαίνεται».

Τίθεται όμως το ερώτημα: Τί μέλλει γενέσθαι; Θα παραμείνουμε στον 21ο αι. στις παιδαγωγικές αρχές των Τριών Ιεραρχών; Δεν είναι απαραίτητη και η εκπαίδευση και κατάρτιση των νέων, πού θα τους καταστήσει ικανούς να αντιμετωπίσουν και τις απαιτήσεις της παρούσας ζωής; Οι Τρεις Ιεράρχες είναι αρκετά ρεαλιστικοί στην εκτίμηση των πραγμάτων. Θέτουν μεν ως ύψιστο στόχο την εν Χριστώ μόρφωση και τελείωση των νεαρών υπάρξεων, αξιολογούν όμως πολύ θετικά και την τεχνική εκπαίδευση. Σε μια εποχή πού οι χειρωνακτικές τέχνες χαρακτηρίζονταν βάναυσες θα πει ο ι. Χρυσόστομος: «Ας μη περιφρονούμε τους χειρώνακτες, αλλά μάλλον να τους μακαρίσουμε» (17). Προτρέπει μάλιστα να θαυμάζουμε τον λασπωμένο και μουντζουρωμένο εργάτη (18), ενώ ντροπή θα πρέπει να αισθάνονται, «όσοι παραμένουν άεργοι και όσοι ζουν από τους κόπους άλλων» (19). Το ζητούμενο επομένως και σύμφωνα με τη διδασκαλία των Τριών Ιεραρχών είναι να υπάρχει ένας άριστος συνδυασμός παιδείας και εκπαίδευσης.

Ούτε παιδαγωγικό ποίηση της εκπαίδευσης είναι νοητή, από την οποία θα λείπουν τα προγράμματα κατάρτισης για την αντιμετώπιση των αναγκών αυτής της ζωής, ούτε όμως και εκπαιδευτικοποίηση της παιδείας, από την οποία θα απουσιάζουν οι στόχοι καλλιέργειας της πνευματικότητας και της ανάδειξης των νεαρών υπάρξεων σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες.

Τον συνδυασμό παιδείας και εκπαίδευσης διαβάζει κανείς στον Άγιο Ιωάννη της Κρωστάνδης, μ’ ένα σύντομο κείμενο του οποίου κλείνω την ομιλία μου: «Αν διδάσκεις παιδιά, είτε δικά σου είτε ξένα, προσπάθησε να σκεφτείς ότι κάνεις έργο Θεού. Να τα διδάσκεις με ζήλο, να χρησιμοποιείς τα καλλίτερα μέσα για να κάνεις τη διδασκαλία σαφή, κατανοητή, πλήρη κι όσο το δυνατό πιο αποδοτική» (20). Αμήν.

Υποσημειώσεις

1. Ρ. Ο. 31, 396Α

2. Π.Γ. 37, 682

3. Καργάκος Σ., Προβληματισμοί, ένας διάλογος με τους νέους, τ. Γ, Αθήνα 1989, σ. 190

4. Ρ. Ο. 32, 69

5 Ρ. Ο. 53, 201

6. Ρ. Θ. 51, 327

7. Ρ. Ο. 32, 358

8. Ρ. Ο. 30, 497

9. Ρ. Ο 35, 785

10. Ρ. Ο. 31, 204

11. Ρ. Ο. 52, 401

12. Σύγκρ. Τσιρόπουλος Κ., Ή υπόθεση του ανθρώπου. Αποτίμηση του Εικοστού Αιώνα, Αθήνα 1995, σ.129

13. Όπ. π. 132

14. Όπ. π.

15. Σύγκρ. Καργάκος Σ., Προβληματισμοί, 186 εξ.

16. Σύγκρ. οπ. παρ. 186

17. Ρ. Ο. 51,193

18. Σύγκρ. Ρ. Ο. 61,1017

19. Σύγκρ. Ρ.Ο. 61, 47

20. Αγ. Ιωάννη της Κρωστάνδης, Η εν Χριστώ ζωή μου, μετάφραση Μπότση Π., Αθήνα 2003, σ. 293.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Ιανουαρίου, 2014

Σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί συνάδελφοι, αγαπητοί γονείς, καλά μας παιδιά,
Γιορτάζουμε σήμερα και τιμούμε τους 3 Ιεράρχες ως Χριστιανοί, ως Έλληνες, ως δάσκαλοι και ως γονείς μαθητών.
Ως Χριστιανοί, γιατί καθάρισαν και στερέωσαν τη Χριστιανική ορθόδοξη πίστη. Ως Έλληνες, γιατί διέγνωσαν τη μεγάλη πολιτιστική αξία του κλασσικού αρχαιοελληνικού μας πολιτισμού και διέδωσαν τα ελληνικά γράμματα. Τιμούμε ακόμα τους 3 Ιεράρχες εμείς οι δάσκαλοι ως λαμπρούς παιδαγωγούς. Η διδασκαλία τους και τα συγγράμματά τους για την ορθή αγωγή και ανατροφή των νέων ούτε σήμερα, αλλά ούτε και στο μέλλον θα πάψουν να έχουν μεγάλη παιδαγωγική αξία. Αλλά περισσότερο από τα λόγια και τα γραπτά τους στέκουν ανάμεσά μας παιδαγωγοί άφταστοι με το παράδειγμα της πράξης και της ζωής τους. Μιας ζωής γεμάτης αγώνες για το καλό, για το υψηλό, για το σεβασμό προς το υπέρτατο Ον. Αλλά ας γνωρίσουμε καλύτερα αυτές τις θεϊκές και σπάνιες μορφές που μπόρεσαν να δώσουν τόσα πολλά, αυτούς τους φωτισμένους, θεόπνευστους άνδρες.

Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε περίπου το 330 στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Η γιαγιά του και η μητέρα του ανέλαβαν να πλάσουν την ψυχή του μικρού Βασιλείου. Του έδωσαν λοιπόν την αγάπη για το Θεό και τους ανθρώπους. Έτσι ριζώθηκαν βαθιά στην ψυχή του τα ανώτερα και αγνά ιδανικά. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχτηκε από τον πατέρα του. Συνέχισε τις σπουδές του στην Καισάρεια, στο Βυζάντιο και στη συνέχεια στην Αθήνα. Όταν γύρισε στον Πόντο διακρίθηκε ως ρήτορας. Έκανε μεγάλη εντύπωση τους ακροατές του η μεγάλη του μόρφωση, η πλούσια πείρα του και η θεία πνοή των λόγων του. Την τεράστια περιουσία του τη μοίρασε στους φτωχούς και ίδρυσε τη Βασιλειάδα, μια μεγάλη έκταση με πτωχοκομεία, γηροκομεία, νοσοκομεία και πολλά άλλα. Τα πάντα τα έδινε στους άλλους, ενώ για τον εαυτό του αρκούσε μόνο ένα απλό ράσο και ένα ζευγάρι παπούτσια, πράγματα που μαζί με λίγα βιβλία αποτελούσαν όλη την περιουσία του. Το σθένος του και η τόλμη του μπροστά στους ισχυρούς, υπήρξαν υποδειγματικά. Δε δίστασε ούτε μπροστά στο Μόδεστο, τον απεσταλμένο του αυτοκράτορα, όταν τον απείλησε με δήμευση της περιουσίας του, εξορία και θάνατο, γιατί δεν ασπάστηκε τον αρειανισμό, να του πει ότι δε φοβάται τίποτε απ’ αυτά, γιατί δεν έχει παρά λίγα παλιά ενδύματα, ενώ οι κακουχίες κει ο θάνατος θα τον φέρουν πιο γρήγορα κοντά στο Θεό, πράγμα που επιθυμεί τόσο πολύ. Πέθανε την 1η Ιανουαρίου του 379, σε ηλικία 49 χρονών. Ο θάνατός του λύπησε χιλιάδες λαού, γιατί είχε χάσει τον προστάτη του, το βοηθό, το συμπαραστάτη του.
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε το 329 στην Αριανζό, κοντά στη Ναζιανζό της Καππαδοκίας. Ανατράφηκε με μεγάλη θρησκευτικότητα και γι’ αυτό αγάπησε πολύ την πίστη του και θέλησε να τη βοηθήσεις μ’ όλες του τις δυνάμεις. Σκέφτηκε όμως ότι για να τη βοηιήσει αποτελεσματικά πρέπει να μορφωθεί. Πήγε λοιπόν να πραγματοποιήσει το σκοπό του στην Καισάρεια, στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα. Όταν γύρισε, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στη Ναζιανζό. Το 378 τον κάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη, γιατί είχε επικρατήσει ο Αρειανισμός και η ορθόδοξη πίστη κινδύνευε να καταποντιστεί. Ελάχιστους ορθοδόξους βρήκε ο Γρηγόριος στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά η ευγλωττία του και δύναμη του λόγου του βοήθησαν και ενθουσίασαν τους ακροατές του, που κάθε μέρα γίνονταν και περισσότεροι. Η μεγάλη σοφία, η σύνεση και η θεία πνοή που χαρακτήρισαν του λόγους του έγιναν αιτία να ονομαστούν θεολογικοί, γι’ αυτό ακριβώς και ο ίδιος ονομάστηκε Θεολόγος. Έγινε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και έλαβε μέρος στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, όπου το σοφό και διαυγές πνεύμα του έδωσε σπουδαίες συμβουλές και κατευθύνσεις. Αργότερα αποσύρθηκε στην Αριανζό σε μόνωση και ησυχία, όπου και πέθανε σε ηλικία 90 χρονών.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος γεννήθηκε το 345 στην Αντιόχεια. Η μητέρα του τον ανέθρεψε με ευσέβεια και φύτεψε στην ψυχή του το σεβασμό και την αγάπη στα διδάγματα του Σωτήρα μας. Προοριζόταν για το νομικό στάδιο και διδάχτηκε ρητορική και φιλοσοφία. Λίγο καιρό ήταν δικηγόρος ο Ιωάννης, αν και ήταν πράγματι φοβερός στο λόγο. Γρήγορα άφησε το επάγγελμα αυτό για να ζήσει τη ζωή του ασκητή για κάποια χρόνια. Επιστρέφοντας στην Αντιόχεια χειροτονείται διάκονος και πρεσβύτερος. Εκεί διακρίθηκε για την ευσέβεια, τη φιλανθρωπία, το πνεύμα, αλλά περισσότερο για την εξαιρετική ευγλωττία του, που γινόταν ακόμη πιο αξιοθαύμαστη αφού τη σφράγιζε και της έδινε πνοή ο Λόγος του Θεού, που τόσο πιστά υπηρετούσε. Οι λόγοι του προκαλούσαν ρίγη ενθουσιασμού. Από το στόμα του έρρεαν ποταμοί μέλιτος. Θεωρείται ο μεγαλύτερος εκκλησιαστικός ρήτορας της ορθοδοξίας, γι’ αυτό ακριβώς και ονομάστηκε Χρυστόστομος. Σε λίγο η φήμη του είχε φτάσει πολύ μακριά. Γρήγορα τον κάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος. Ως αρχιεπίσκοπος έδειξε αγάπη και τόλμη εξαιρετική. Οργάνωσε συσσίτια, στα οποία κάθε μέρα μοιραζόταν φαγητό σε 7000 φτωχούς. Προσπάθησε επίσης να σταματήσει τα έργα του σκότους που συνέβαιναν στους κόλπους της Εκκλησίας και του κράτους. Με την ευφράδεια του λόγου του καυτηρίαζε το ίδιο κληρικούς και πολίτες και δε δίστασε να ελέγξει και την ίδια την αυτοκράτειρα Ευδοξία για την παράνομη ζωή που ζούσε. Οργίστηκε λοιπόν η Ευδοξία και έπεισε τον αυτοκράτορα να εξορίσουν τον Ιωάννη. Φοβήθηκαν όμως την οργή του λαού, που υπεραγαπούσε τον Ποιμένα του και ανακάλεσε τη διαταγή. Ωστόσο ο Ιωάννης με θάρρος και παρρησία δεν έπαψε να στρέφεται εναντίον κάθε παραβάτη και έτσι δημιούργησε εχθρούς ισχυρούς, που αυτή τη φορά κατάφεραν να τον εξορίσουν. Από τις πολλές ταλαιπωρίες όμως και κακουχίες πέθανε στο δρόμο για την εξορία το 407.
Αυτοί υπήρξαν οι μεγάλοι της Εκκλησίας μας διδάσκαλοι, που με τα φωτισμένα τους πνεύματα είχαν πολύ σωστά αντιληφθεί ότι για να αλλάξει η ανθρωπότητα πρέπει να δοθεί έμφαση στην παιδεία. Αυτή ήταν η αρχή και η βάση μιας φωτισμένης κοινωνίας, όπως την οραματίστηκαν και όπως θέλησαν να την πλάσουν. Αυτοί οι φωστήρες του Πνεύματος τιμούνται σήμερα απ’ όλο το χριστιανικό κόσμο για την όντως τόσο πολύτιμη προσφορά τους.
Η Εκκλησία μας όρισε να τους τιμάει και τους 3 μαζί έπειτα από ένα παράδοξο γεγονός που συνέβη στην Κωνσταντινούπολη τον 11ο αιώνα. Οι Χριστιανοί είχαν χωριστεί σε τρεις ομάδες, οι οποίες φιλονικούσαν και μάλωναν μεταξύ τους. Η μια μερίδα ήταν οι Βασιλίτες, αυτοί δηλαδή που θαύμαζαν το Βασίλειο και έλεγαν ότι αυτός υπήρξε ο σπουδαιότερος άγιος. Η άλλη μερίδα ήταν οι Γρηγορίτες, που θεωρούσαν το Γρηγόριο τον πιο μεγάλο πατέρα της Εκκλησίας και η τρίτη μερίδα ήταν οι Ιωαννίτες, που θαύμαζαν και θεωρούσαν σπουδαιότερο πατέρα το Χρυσόστομο, γιατί υπήρξε γλυκύτατος και φωτισμένος στο λόγο. Πολλές φορές αγρίευαν οι Χριστιανοί των διαφόρων μερίδων και δημιουργούσαν δυσάρεστες καταστάσεις. Την εποχή εκείνη ζούσε κάποιος άγιος επίσκοπος, ο Ιωάννης, ο οποίος θλιβόταν πολύ βλέποντας αυτή την κατάσταση των Χριστιανών, γιατί δεν ήθελε να είναι οι Χριστιανοί χωρισμένοι και μαλωμένοι. Μια νύχτα είδε ένα παράξενο όραμα: Είδε να κατεβαίνουν από τον ουρανό οι 3 Ιεράρχες ενωμένοι και αγαπημένοι. Είπαν λοιπόν στον έκθαμβο επίσκοπο: «Όπως βλέπεις, είμαστε και οι 3 μαζί ενωμένοι στον ουρανό και δοξασμένοι κοντά στο Θεό. Τίποτε δε μας χωρίζει. Έτσι θέλουμε να είμαστε και στη γη. Να βρεις λοιπόν τους Χριστιανούς και να τους πεις να μονοιάσουν. Να σταματήσουν οι φιλονικίες και οι τσακωμοί, που φέρνουν μεγάλο κακό στις ψυχές και στην κοινωνία και να είναι αγαπημένοι. Εμείς όσο ζούσαμε διδάσκαμε την αγάπη, γιατί μόνο αυτή κάνει όμορφη τη ζωή». Αυτά είπαν και εξαφανίστηκαν. Ο επίσκοπος Ιωάννης την άλλη μέρα έκανε ακριβώς όπως του είπαν. Κάλεσε τους χριστιανούς, τους είπε την επιθυμία των αγίων και όρισε την 30η Ιανουαρίου να τιμούνται μαζί, αφού και οι τρεις γιορτάζουν και μεμονωμένα μέσα στον Ιανουάριο. Έτσι ο μήνας θα σφραγίζεται με την κοινή γιορτή των 3 Ιεραρχών, που δεν υπήρξαν απλώς 3 άνθρωποι με αίγλη και δόξα, αλλά 3 ήλιοι, 3 φωστήρες που φωτίζουν ολόκληρη την οικουμένη. Χίλια πεντακόσια χρόνια και περισσότερο πέρασαν από τότε που έφυγαν από τον κόσμο αυτό, κι όμως τα άστρα τους δεν έδυσαν, το φως τους δεν εξαφανίστηκε. Τα ονόματά τους είναι πασίγνωστα.
Αυτούς λοιπόν αξίζει να μιμούμαστε και να έχουμε όλοι και ιδιαίτερα οι νέοι προστάτες στη ζωή, αυτούς και όχι τα ψευτοαστέρια της τηλεόρασης και της μπάλας, που βαδίζουν προς τη δύση, καθώς ύστερα από λίγο καιρό θα εξαφανιστούν από το στερέωμα της επικαιρότητας και το όνομά τους θα λησμονηθεί.
Ας βάλουμε λοιπόν τους αγίους μας οδοδείχτες στη ζωή μας, γιατί από τότε μέχρι σήμερα μας δείχνουν το σωστό δρόμο προς τον ουρανό, και ας γίνουμε όχι μόνο των λόγων τους εραστές, αλλά και προπάντων των έργων τους μιμητές. Γιατί γιορτή αγίου σημαίνει μίμηση αγίου.
Σας ευχαριστώ.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μην προσπεράσετε σήμερα τους Τρεις Ιεράρχες..

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Ιανουαρίου, 2014

Κάσδαγλης Νίκος:

 Αγαπητοί συνάδελφοι, αγαπητά μας παιδιά των σχολείων της Άγρας Λέσβου…
 
Λέμε ότι σήμερα ήρθαμε να γιορτάσουμε τους 3 Ιεράρχες και στο τέλος του εκκλησιασμού να υπάρξει η σχετική ομιλία. Έτσι είναι; ΟΧΙ!.Τ’ ότι ήρθαμε εδώ έγινε γιατί μας το επιβάλλει ο κανονισμός. Μπορεί να φαίνεται και είναι ως μια ευκαιρία να χάσουμε μάθημα. Και μάλιστα αν χανόταν όλη η μέρα θα φαινόταν καλύτερα η αργία.
Γι’ αυτό θα σας μιλήσω ξεκάθαρα και θα εκφράσω μερικές σκέψεις.
Ξέρω (και σε συζητήσεις μαζί σας επιβεβαιώνομαι) πως ο σημερινός εκκλησιασμός αλλά και κάθε άλλη αργία δεν είναι για εσάς τίποτε άλλο παρά μια ευκαιρία για καφέ, παραπάνω ύπνο ή κάθε τι άσχετο με τη γιορτή. ΚΑΙ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ!!
Ποια Εκκλησία λέτε; Ποιοι 3 ιεράρχες; Τι μας ενδιαφέρουν άνθρωποι οι οποίοι έζησαν πριν από 1700 χρόνια περίπου;; ήρθαμε εδώ και άντε να τελειώνουμε …τι έχουν να μας που σήμερα οι παπάδες (όπως λέτε),οι θεολόγοι κ.ο.κ;;
Η απάντηση είναι απλή και ξεκάθαρη: Τίποτα. Το ημερολόγιο αύριο γράφει για τη γιορτή και αναφέρει 3 ονόματα: Βασίλειος-Χρυσόστομος-Γρηγόριος.(ίσως κάποιοι γνωρίζετε πως έδωσαν ό,τι λεφτά είχαν –ίσως γνωρίζετε ότι ήταν προστάτες των γραμμάτων …..) πολλοί όπως είπατε δεν ξέρετε ποιοι είναι και δεν σας ενδιαφέρει.
Από αυτά τα 3 ονόματα μόνο το ένα– Βασίλειος – ίσως σας λέει κάτι και αυτό γιατί σας έρχεται στο μυαλό ο χοντρούλης, ασπρογένης γεράκος…. «SantaClaus»,όπως συνηθίζετε να λέτε!
Τα υπόλοιπα; Χρυσόστομος; Γρηγόριος; Δεν ξέρω αν ας λένε κάτι και δεν φταίτε εσείς γι’ αυτό. δεν είναι δική σας ευθύνη.
Βαριέστε την παραμονή στο σχολείο και χάνεται η ευκαιρία να μάθετε πράγματα τα οποία στην πραγματικότητα αναζητάτε.
Και αναζητάτε την αλήθεια! Και να το παράδειγμα των 3 αγίων, των 3 αναρχικών!
Σας κάνει εντύπωση η λέξη; Άγιοι ονομάζονται. Και όποιος έχει μέσα του τον άγιο έχει και αντίσταση!
Και οι 3 αυτοί Άγιοι είχαν τσαγανό, μπέσα,ήτανε αληθινοί,δεν είχαν υποκρισία, δεν «έπαιζαν» κανένα ρόλο σαν τους ηθοποιούς όπως λέτε για τους ανθρώπους της εκκλησίας.
«σπάσανε» με την ίδια τους τη ζωή κάθε ψεύτικο θεσμό και «γκρεμίσανε» τις καταπιεστικές αρχές της εποχής τους και όλα αυτά: διότι μέσα τους είχανε μία και μοναδική αρχή: το Χριστό.
Αναζητάτε την ειλικρίνεια,λέτε και βαρεθήκατε τα λόγια: σκεφτείτε αυτούς τους 3: κουράστηκαν ώστε να μορφωθούν (και ήταν από τους καλύτερα μορφωμένους της εποχής τους) αλλά με τη βοήθεια της μόρφωσης όταν οι εξουσίες της εποχής τους απείλησαν να σωπάσουν και ο ταλαιπωρημένος (όπως σήμερα) ψυχικά & οικονομικά κόσμος κρεμάστηκε πάνω τους,ε,τότε:αντιστάθηκαν!
Θρύλος και θαρραλέα η στάση του μεγάλου βασιλείου μπροστά στον τότε αυτοκράτορα διότι του ζήτησε ν’ αφήσει την ορθοδοξία και να αποδεχτεί την αίρεση του αρειανισμού (η οποία έλεγε-όπως σήμερα οι ιεχωβάδες- πως ο Χριστός δεν ήταν θεός αλλά ένας καλός άνθρωπος) αλλιώς σ’ αντίθετη περίπτωση θα του έπαιρνε την όποια περιουσία είχε, θα τον εξόριζε και θα τον οδηγούσε στο θάνατο με βασανιστήρια
«αρπαγή περιουσίας δε φοβάμαι, γιατί δεν έχω τίποτα άλλο εκτός από λίγα τριμμένα ράσα και λίγα βιβλία. εξορία δε γνωρίζω γιατί οι τόποι δε με εμποδίζουν να προσεύχομαι…» απάντησε στον αυτοκράτορα, ο οποίος απόρησε:
«ποτέ κάνεις δε μίλησε με τέτοιο θάρρος μπροστά μου» και ο Άγιος δε διστάζει να πει (γιατί το απαιτεί και η στιγμή) «διότι δε συνάντησες ποτέ σου αληθινό επίσκοπο, αλλιώς θα σου μιλούσε με τον ίδιο τρόπο (αφού θα αγωνιζόταν για τόσο υψηλά πράγματα)(ήταν και αυτός ο άγιος ό οποίος έδωσε όλη του την περιουσία στους φτωχούς)
Θέλετε να σας ακούν και να σέβονται τη γνώμη σας και μιλάτε προκλητικά και πολλές φορές αληθινά
για σκεφτείτε το παράδειγμα των αγίων. Νοέμβριος μήνας του 378 και φθάνει στην Κων.πολη ο Γρηγόριος ο θεολόγος. πάλι η αίρεση του αρειανισμού κυριαρχούσε. Τρέχουν όλοι να δουν ποιος είναι αυτός ο ονομαστός θεολόγος της εποχής. Και όταν βλέπουν ένα ανθρωπάκι,οι αιρετικοί,άρχισαν να τον πετροβολούν και οι ορθόδοξοι έχασαν το κουράγιο τους .. «μα καλά αυτός είναι που έστειλαν να βοηθήσει την ορθοδοξία;» αφού έφαγε μερικές πέτρες τον γλυτώνουν…. αλλά μόλις άνοιξε το στόμα του και άρχισε να μιλάει…τότε όλα άλλαξαν….2 ναοί ήταν ορθόδοξοι όταν ο Άγιος έφθασε στην Κων.πολη και όταν έφυγε 2 ναοί ήταν στα χέρια των αιρετικών.
Ακολουθώντας το παράδειγμα του Χριστού προσπαθούσε συνεχώς να «σπάσει» τις λάθος αντιλήψεις,για τους φτωχούς,για τους δούλους,για την απαξίωση των γυναικών και των παιδιών.
Όταν κάποτε υπήρξε νόμος ο οποίος αδικούσε τις γυναίκες αντέδρασε (ήταν πατριάρχη Κων.πολης, σκεφτείτε το αξίωμα ) και βγήκε και είπε: γιατί αδικείται συνεχώς η γυναίκα και «πέφτει» στα μαλακά ο άντρας;; γιατί άνδρες είναι αυτοί που φτιάχνουν τους νόμους γι’αυτό και είναι η νομοθεσία κατά των γυναικών.
Αναζητάτε να βγείτε πρώτοι, θέλετε να πετύχετε…. σωστά
Οι άγιοι δεν άνθρωποι που δεν ήξεραν τι θα πει εξουσία – τιμή – επιτυχία.
Ήταν στην πρώτη γραμμή διότι και οι 3 ήταν επίσκοποι,αυτό που λέμε δεσποτάδες (και πολύ και καλά μορφωμένοι)..δεν κόλλησαν όμως στην εξουσία….
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος,έγινε ύστερα από πιέσεις πατριάρχης στη πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας την Κων/πολη. Όμως συγκάλεσε σύνοδο η οποία καθαίρεσε (έδιωξε) μέσα σε μια ημέρα 49 επισκόπους με την κατηγορία του χρηματισμού, διότι είχαν δώσει χρήματα για να χειροτονηθούν.
Ήρθε σε σύγκρουση με την βασίλισσα και τους πλούσιους της Κων/πολης. «αν ο θεός σου έδωσε σκήπτρο,στο έδωσε για να απονείμεις δικαιοσύνη,της είπε»
αποτέλεσμα; Πεθαίνει στην εξορία.
Τους απείλησαν λοιπόν τους 3 ιεράρχες πως για να μείνουν στις θέσεις τους έπρεπε να σωπάσουν. Και εκείνοι πιο πολύ μιλούσαν γιατί πάνω από όλα αγαπούσαν το χριστό και τους ανθρώπους,γνώριζαν πως αυτούς υπηρετούν. Ο Βασίλειος με τη Βασιλειάδα του,την πόλη με τα ιδρύματα και τις επαγγελματικές σχολές για όλους όσους είχαν ανάγκη. Ο Γρηγόριος και ο Χρυσόστομος μοιράζοντας χρήματα, τρέφοντας καθημερινά φτωχούς, υπερασπιζόμενος τους αδικημένους….
Οι άγιοι δεν κοιτούσαν την εξωτερική εμφάνιση,τη θρησκεία ή τη χώρα καταγωγής όσο βοηθούσαν. Πόνεσαν βαθιά το συνάνθρωπο γιατί πίστευαν πραγματικά στο Θεό.
Αγαπητοί μαθητές: εκκλησία δεν είναι μόνο οι ιερείς- οι επίσκοποι-οι ψάλτες-οι θεολόγοι και μερικοί άλλοι…..ΕΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ. Δε σας λέω ότι είναι εύκολη η ηλικία σας και οι καταστάσεις γύρω σας. Όμως είστε ικανοί για τα δύσκολα,(είστε ικανοί να μας διδάξετε….οι σημερινές σκέψεις δε θα υπήρχαν χωρίς εσάς…)
Και όπως δε θέλετε ν’ αποφασίζουν «χωρίς εσάς για εσάς», να σας βάζουν ταμπέλες, να σας απορρίπτουν χωρίς να σας γνωρίσουν πρώτα…. έτσι και εγώ δε σας λέω να πιστέψτε στους αγίους. Απλά γνωρίστε τους….
Μην τους προσπεράσετε σήμερα τους αγίους,όπου και αν πάτε…..
Και (όπως λέμε και στο ίντερνετ..) «προσθέστε τους» στις «επαφές» σας και να ξέρετε πως θα παραμείνουν εκεί για πάντα εκεί…..

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΗ ΩΣ ΔΡΟΜΟΙ ΕΝΩΣΕΩΣ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Ιανουαρίου, 2014

Στο ερώτημα το οποίο ως ποιμένες καλούμαστε να απαντήσουμε είναι «γιατί δεν βλέπουμε το Θεό;». Γιατί αφηνόμαστε σε μία σχέση με το Θεό η οποία πηγάζει μόνο από την πίστη, την μελέτη και την σπουδή της Γραφής και της παράδοσής μας, έχει ως αποτυπώσεις της την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας και την ηθική διάσταση- πράξη της ζωής μας, αλλά το αποτέλεσμα αυτής της σχέσης δεν είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού; Πόσο αμαρτωλό και εγωκεντρικό είναι να ζητούμε να συμμετέχουν στην σχέση αυτή και οι αισθήσεις μας, το να θέλουμε την ίδια στιγμή να ενωθούμε με το Θεό και να το καταλαβαίνουμε όχι μόνο με την πίστη, αλλά και με την πράξη; Γιατί ο Θεός δεν εμφανίζεται στους δρόμους της ζωής μας, αλλά λειτουργεί μυστικά, αόρατα, «δια των αφανών ευεργεσιών των εις ημάς γεγενημένων»; Το αρχικό ερώτημα αποτελεί και για τους περισσότερους ανθρώπους που απορρίπτουν ή αδιαφορούν για τη ζωή της Εκκλησίας, την αιτία για τη στάση τους αυτή. Και είναι ζήτημα ποιμαντικής από την μία αλλά και ουσιαστικής προσέγγισης του μυστηρίου της πίστης από την άλλη η απάντηση.
Το ερώτημα στην ουσία έχει να κάνει με το ποια είναι η αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο. Είναι να λειτουργεί ως ο φύλακας της ανθρώπινης ανάγκης για ηθική, για κανόνες, για το «δέον γενέσθαι» το οποίο θα προφυλάξει την κοινωνία από την σήψη και τη διαφθορά, αλλά και θα οδηγεί τους ανθρώπους στο να είναι εξαρτημένοι από την Εκκλησία, καθώς θα αντιλαμβάνονται την ανάγκη της τάξης και όχι του χάους στη ζωή; Είναι να υπόσχεται μία μεταφυσική ένωση με το Θεό, τύπος της οποίας και σύμβολο είναι η μετοχή στα μυστήρια σ’ αυτήν τη ζωή, η οποία καθιστά τους πιστούς εκλεκτούς, καθαρούς, διαφορετικούς από τον υπόλοιπο κόσμο, έτοιμους να απολαύσουν, όταν θα έρθει η ώρα του θανάτου, την δίκαιη ανταμοιβή τους από τον Θεό; Είναι να λειτουργεί ως θρησκεία, με πίστη, λατρεία και ηθική, δηλαδή ως ένα σύστημα το οποίο θα δίνει σιγουριά στους ανθρώπους, επικαλούμενο αρχαίες αυθεντίες, πρόσωπα τα οποία έζησαν στο παρελθόν και που άνοιξαν το δρόμο τηρώντας τα πατροπαράδοτα, καθιερώνοντας διδασκαλίες και δοξαζόμενα στο διάβα των αιώνων από τα μέλη της θρησκείας, τα οποία έχουν ως κέντρο τους την μνήμη, πάνω στην οποία χτίζουν το παρόν τους με την αίσθηση ότι κατέχουν την αλήθεια για το νόημα και το σκοπό της ζωής; Είναι να γίνεται χρήσιμη σε κοινωνικό επίπεδο, διότι εμπνέει τους ανθρώπους να αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους έναντι του Θεού και της θρησκείας και να γίνονται ελεήμονες, να προσφέρουν από το περίσσευμα ή το υστέρημά τους, για να ανακουφίσουν την πίεση από τα  διάφορα κοινωνικά προβλήματα που έχουν να κάνουν με την φτώχεια και την πείνα, αποτρέποντας κοινωνικές εκρήξεις, χωρίς όμως να γίνονται επικίνδυνα για την σταθερότητα του συστήματος το οποίο επικρατεί, εφόσον δεν κηρύσσουν αντίσταση με κάθε τρόπο προς το πνεύμα και το ήθος του, αλλά προσπαθούν να λυτρώσουν από τις συνέπειες της λειτουργίας του;
Η μελέτη της παράδοσης της Εκκλησίας δίνει απαντήσεις που, αν μη τι άλλο, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και μπορούν να συμβάλουν στην πνευματική μας αυτοσυνειδησία. Και οι απαντήσεις αυτές κατεξοχήν πηγάζουν από την επίλυση του Χριστολογικού προβλήματος, η οποία πραγματοποιήθηκε με τις συζητήσεις και τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Γιατί αν κατανοήσουμε τι αληθινά είναι ο Χριστός στον Οποίο πιστεύουμε, τότε έχουμε την κατεξοχήν βάση για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στα παραπάνω ερωτήματα.Κλειδί για την απάντηση είναι η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος και οι αποφάσεις της,με τις οποίες τονίστηκε ότι ο Χριστός δεν είναι ο άνθρωπος, τον οποίο προσέλαβε ο Θεός για να δώσει το μήνυμα της αιώνιας ζωής στον κόσμο, ούτε ο Θεός ο οποίος παρέμεινε ανέγγιχτος από την ανθρώπινη υπόσταση, μολονότι φάνηκε ότι έγινε άνθρωπος, αλλά ο τέλειος Θεός που προσέλαβε την ανθρώπινη φύση σε όλες της τις πτυχές, «δίχα αμαρτίας», δηλαδή ο Λόγος του Θεού, στην μία φύση Του Οποίου αλληλοπεριχωρήθηκαν η θεότητα και η ανθρωπότητα και παρέμεινε «ομοούσιος τω Πατρί» και την ίδια στιγμή «ομοούσιος τη μητρί», κατά την διδασκαλία του κορυφαίου Πατέρα της Εκκλησίας και πρωταγωνιστή της Συνόδου Αγίου Κυρίλλου, Πατριάρχου Αλεξανδρείας.    
Ο Άγιος Κύριλλος υπήρξε ο συνεχιστής της Θεολογίας του προκατόχου του Μεγάλου Αθανασίου, επίσης Πατριάρχου Αλεξανδρείας. Εκείνος διδάσκει ότι  θέωση σημαίνει την υιοθεσία μας από τον Θεό, το να γίνουν οι υιοί των ανθρώπων υιοί του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε προσληφθεί από το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, τον Μονογενή Υιό και Λόγο του Θεού, δια της σαρκός Του, δια της ενανθρωπήσεώς Του, ως το σύνολο ανθρώπινο γένος το οποίο μπορεί να ενωθεί με τον Θεό, να θεωθεί δηλαδή. Σαρκωθείς εκ της Παρθένου ο Λόγος δεν ενώθηκε με έναν μόνο άνθρωπο, αλλά με όλη την ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό και κάθε τι που επιτεύχθηκε στην ανθρώπινη φύση του Χριστού, επεκτείνεται αμέσως σε όλους τους ανθρώπους, γιατί πλέον όλοι έχουμε κοινό σώμα με Αυτόν. Το σώμα του Χριστού γίνεται η ρίζα της ανάστασης και της σωτηρίας μας. Καθένας από εμάς ανανεώνεται, χρίεται, θεραπεύεται και εξυψώνεται εν Χριστώ, γιατί Αυτός έχει αναλάβει στον εαυτό Του τον καθέναν μας ανοίγοντας τον δρόμο για την πραγματική ενότητα όλων μας μαζί Του. Όλη η ανθρωπότητα χρίεται από το Άγιο Πνεύμα στον Ιορδάνη, πεθαίνει στον Σταυρό, ανασταίνεται και αθανατίζει εν Χριστώ, καθώς Αυτός φέρει το σώμα μας (π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Οι Βυζαντινοί Πατέρες του 5ου αιώνα, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 299).
Ο Άγιος Κύριλλος θα συνεχίσει την θεολογία του Μεγάλου Αθανασίου, στην προσπάθειά του να απαντήσει στις δοξασίες του Νεστορίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος, θέλοντας να νικήσει τον πειρασμό της ελαχιστοποίησης της ανθρώπινης φύσης στο πρόσωπο του Χριστού, της εξαφάνισης δηλαδή του ανθρώπου μέσα στην θεότητα, ένας πειρασμός ο οποίος πηγάζει και από την σύγκρουση των δύο μεγάλων θεολογικών ρευμάτων, της Αλεξανδρινής και της Αντιοχειανής-Ανατολικής Σχολής θέασης της θεολογίας. Ο Νεστόριος διατυπώνει την διδασκαλία ότι στον Χριστό συναντούμε δύο φύσεις και την ίδια στιγμή δύο πρόσωπα. Η ανθρώπινη φύση στο Χριστό είναι τόσο πλήρης, ώστε να μπορεί να ζει και να αναπτύσσεται αφ’ εαυτής. Ο Χριστός είναι άνθρωπος. Νίκησε τα πάθη και τελειώθηκε προσωπικά και κατόπιν έλαβε ως ανταμοιβή για τη νίκη του τη δύναμη να κηρύττει το Ευαγγέλιο της Βασιλείας. Γι’ αυτό και κατά τον Νεστόριο η Παναγία είναι «Χριστοτόκος» και «Ανθρωποτόκος» και όχι «Θεοτόκος». Για τον Νεστόριο, επομένως, η σωτηρία είναι γεγονός ηθικό και βουλητικό και όχι οντολογική ένωση της ανθρωπότητας με το Θεό, είναι μία ιδιαίτερη ηθική συμφωνία του ανθρώπου με το Θεό (Φλωρόφσκυ, ό.π., σελ. 451). Αυτό συνεπάγεται ότι για τον άνθρωπο τα πάντα εξαρτώνται από την ηθική καθαρότητα και από την επιθυμία του να σωθεί.
Ο Κύριλλος εξεγείρεται εναντίον του Νεστορίου διότι βλέπει την άρνηση της οντολογικής ένωσης της θείας και της ανθρώπινης φύσης στο Χριστό, με την άρνηση ενός και μοναδικού Χριστού και με την διάσπασή Του σε δύο Υιούς. Επισημαίνει ουσιαστικά την δοκητικής προέλευσης διδασκαλία του Νεστορίου και τονίζει ότι δεν είναι ο άνθρωπος που ανέβηκε στο θρόνο του Θεού, αλλά ο Θεός που εμφανίστηκε εν ταπεινότητι. Ο Θεός έγινε άνθρωπος, δεν προσέλαβε τον άνθρωπο. «Ο Λόγος σαρξ εγένετο»  (Ιωάν. 1,14) και γι’ αυτό ο Χριστός είναι Ένας. Με την ευδοκία του Θεού ο Λόγος δέχτηκε τον θάνατο για όλους, δίνοντας το δικό Του σώμα, αν και είναι κατά φύσιν Ζωή και Ανάσταση. Αυτό το έκανε ώστε γευόμενος τον θάνατο μέσα στην δική Του σάρκα, Αυτός, λόγω της ανεκφράστου δυνάμεώς Του, να γίνει ο πρωτότοκος εκ των νεκρών και ο πρώτος καρπός από εκείνους που πέθαναν και να ανοίξει την οδό για τη απόκτηση της αφθαρσίας στο σύνολο των ανθρώπων, για σύμπασα την ανθρώπινη φύση (πρβλ. Φλωρόφσκυ, σελ. 503-506).
Ο Άγιος Κύριλλος θα επισημάνει ότι στο πρόσωπο του Χριστού η ανθρώπινη φύση δεν υφίσταται πλέον καθ’ εαυτήν, αλλά ανήκει στον Λόγο. Στην ενσάρκωση ο αναλλοίωτος Λόγος παραμένει ό,τι ήταν και θα είναι για πάντα, δηλαδή δεν παύει να είναι Θεός. Το σώμα του Χριστού είναι όμοιο με μας τους ανθρώπους, γι’ αυτό και υφίσταται τα λεγόμενα «αδιάβλητα πάθη» (τις ανάγκες της ανθρώπινης φύσης). Δεν υπόκειται όμως στην αμαρτία. Προσλαμβάνει την φύση μας και την ιδιοποιείται. «Επεί ουν τα παιδία κεκοινώνηκε σαρκός και αίματος και αυτός παραπλησίως μετέσχεν των αυτών ίνα δια του θανάτου καταργήσει τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τουτέστι τον διάβολον, και απαλλάξη τούτους, όσοι φόβω θανάτου δια παντός του ζην ένοχοι ήσαν δουλείας» (Εβρ. 2, 14). Δεν θα ήταν αρκετή η ενσάρκωση αν ο Χριστός ήταν άνθρωπος ξεχωριστός του Θεού. Θα περιοριζόταν τότε στο να είναι δάσκαλος ή υπόδειγμα για την ζωή μας.  Όμως η ανθρώπινη φύση δεν θα σωζόταν.
Με την Ενσάρκωση, κατά τον Άγιο Κύριλλο, αρχίζει η ιστορική θεμελίωση της «οικονομίας της πίστεως», η οποία ολοκληρώνεται στον θάνατο του Χριστού στον σταυρό. Για τον άγιο ο Χριστός είναι ο Σωτήρας. Μία από τις ιδιότητες του Χριστού είναι και η Αρχιερωσύνη. Η Αρχιερωσύνη όμως δεν είναι ίδιον του Θεού, αλλά του ανθρώπου. Ο ίδιος ο Λόγος τελεί τις ιερουργίες της Αρχιερωσύνης, δια της ανθρωπίνης φύσεως, την οποία έχει προσλάβει. Γι’ αυτό και ο Παύλος, συγκρίνοντας τον αρχιερέα της Παλαιάς Διαθήκης που πρόσφερε θυσίες ζώων για τον εξιλασμό των ανθρώπων, με τον Χριστό, τον Αρχιερέα της Καινής Διαθήκης, επισημαίνει ότι ο Χριστός «δια του ιδίου αίματος εισήλθεν εφάπαξ εις τα Άγια, αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος» (Εβρ. 9, 12). Όμως ένας ανθρώπινος θάνατος από μόνος του δεν μπορεί να λυτρώσει.Αν ο Χριστός ήταν μόνο άνθρωπος τότε η σωτηρία θα ήταν οντολογικά αδύνατη, δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η κάθαρση της όλης ανθρώπινης φύσης και η άνοδός της στο Θεό. Ο Θεός βεβαίως δεν μπορεί να πάθει με την ίδια Του την φύση. Γι’ αυτό και προσλαμβάνει το σώμα που υπόκειται στο πάθος. Έτσι η σάρκα του Χριστού είναι «πάσχουσα σάρκα». Δεν βαπτιζόμαστε, επομένως στον θάνατο ενός ανθρώπου, αλλά διακηρύττουμε τον θάνατο του Σαρκωθέντος Θεού. Αποκαλύπτεται σε μας η κάθοδος του Θεού και όχι ο ηρωισμός της αυτο-ανυψώσεως ενός ανθρώπου σε Θεό.
Την ίδια στιγμή με την ενσάρκωση δεν μειώνεται η θεότητα. Η σάρκα όμως υπάρχει αχώριστος της θεότητος. Το πάθος επιτελείται δια μέσου της ανθρωπότητας και της ανθρώπινης φύσης, αλλά δεν είναι το πάθος ενός ανεξάρτητου προσώπου. «Δεν απορρίπτουμε», διδάσκει ο άγιος Κύριλλος, «τις διαφορές ανάμεσα στις φύσεις, αλλά ούτε και τις μοιράζουμε σε δύο πρόσωπα». Ο Λόγος, παρότι «σαρξ εγένετο», παραμένει Θεός Ονομάζεται Χριστός (δηλαδή κεχρισμένος) στο βαθμό και δυνάμει της ενώσεώς Του με την κεχρισμένη ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό και η Παναγία ονομάζεται και είναι Θεοτόκος γιατί γέννησε τον Ενανθρωπήσαντα εν σαρκί Λόγο «όχι για να δώσει αρχή στην ύπαρξη του Λόγου, αλλά ούτως ώστε Αυτός έχοντας γίνει άνθρωπος, όπως εμείς, να μπορούσε να μας λυτρώσει από τη φθορά και τον θάνατο. Ο Λόγος γεννήθηκε όχι με μεταβολή της Ουσίας Του, αλλά δια της ενώσεως με την ορατή σάρκα. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να μιλά κανείς για συμ-προσκύνηση της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού, αλλά μάλλον για μία και μοναδική προσκύνηση του προσώπου του ενανθρωπήσαντος Λόγου». Και, τέλος, η σάρκα του Χριστού γίνεται ζωοδότρια σάρκα. Αυτό το βιώνουμε στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστία, όπου η σάρκα και το αίμα του Λόγου μας δίνουν ζωή. Ενωνόμαστε με τον Θεό Λόγο, ο Οποίος ενεργοποιείται για χάρη μας ως ο Υιός του ανθρώπου (Φλωρόφσκυ, σελ. 516).
Στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας ενωνόμαστε με τον Χριστό σαν ρευστοποιημένα κομμάτια λιωμένου κεριού. Δεν ενωνόμαστε μαζί Του από βούληση ή από αγάπη, με βάση δηλαδή τη δική μας δύναμη, αλλά επειδή ο Ίδιος προσφέρεται σε μας. Τον προσλαμβάνουμε δεχόμενοι το Αναστημένο Σώμα Του, το οποίο πληροί όλη μας την ύπαρξη και μας κάνει να ενωνόμαστε σωματικώς μαζί Του, όπως τα κλαδιά αποτελούν αδιάσπαστο τμήμα του ζωηφόρου κλήματος. Όπως ακριβώς λίγο προζύμι ζυμώνει όλο το φύραμα, η Θεία Ευχαριστία ζυμώνει όλο το σώμα μας. Το ζυμώνει μέσα της και το γεμίζει με τη δύναμή της «έτσι ώστε ο Χριστός να κατοικεί μέσα μας και εμείς μέσα Του, γιατί υπάρχει κάθε λόγος να πούμε ότι το προζύμι βρίσκεται σε όλο το φύραμα και το φύραμα βρίσκεται σε όλο το προζύμι κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Δια της Αγίας Σαρκός του Χριστού, η ιδιότητα του Μονογενούς, δηλαδή η Ζωή, μάς διαπερνά και κάθε ζώσα ανθρώπινη ύπαρξη μεταμορφώνεται σε αιώνια ζωή και μια ανθρωπότητα δημιουργημένη για αιώνια ζωή είναι υπεράνω του θανάτου και ελευθερώνεται από την θνητότητα που εισήλθε δια της αμαρτίας στη φύση μας» (βλ. Φλωρόφσκυ, σελ. 503).
Έτσι όλοι μας αποτελούμε μία οντότητα και μεταξύ μας και εν Χριστώ στην Εκκλησία. Σύσ-σωμοι μεταξύ μας και σύσ-σωμοι με τον Χριστό. Η Εκκλησία, έστω κι αν είμαστε όσοι την απαρτίζουμε ατελείς, «μας δείχνει την ενότητα της ομοθυμίας και της ειρήνης, ως εικόνα της θείας ενότητας» (Φλωρόφσκυ, σελ. 490). Ο ένας και μοναδικός Χριστός, στο πρόσωπο του Οποίου υπάρχει η Ενότητα της θείας και της ανθρώπινης φύσης, γίνεται για μας ενότητα Ζωής, καθώς μας μεταδίδεται από την Εκκλησία δια του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Η ενότητα όμως με τον Θεό και μεταξύ μας δεν είναι για μας έμφυτη, αλλά καρπός της μυστικής-μυστηριακής μας ένωσης με τον Χριστό. Μόνο έτσι γνωρίζουμε Ποιος αληθινά είναι ο Θεός. Και η πλήρης γνώση του Θεού συνίσταται από την γνώση του ότι ο Θεός υπάρχει, όπως επίσης και από την γνώση ότι Αυτός είναι ο Πατέρας και είναι ο Πατέρας του Υιού και την ίδια στιγμή Αυτός από τον Οποίο το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται. Ο Χριστός, εκτός από την Ζωή, μας αποκαλύπτει και το μυστήριο του Θεού, δηλαδή ότι είναι Πατέρας, καθώς γεννά τον Υιό,  και την ίδια στιγμή υπάρχει ως Εκείνος δια του Οποίου εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα (πρβλ. Φλωρόφσκυ, σελ. 486).
Πενιχρή η σκέψη μας για τον Θεό. Μέσα σε μυστήριο και σκιά προσιτή η γνώση Του. Και είναι ανέφικτη η κατανόηση και βίωση του μυστηρίου χωρίς άφθονη βοήθεια και φωτισμό από το Άγιο Πνεύμα. Όλα αποκαλύπτονται στο φως και την εμπειρία της πίστεως. Η πίστη προηγείται της έρευνας. Το ωραίο όμως είναι ότι ακόμη και στην ελάχιστη γνώση για το Θεό λάμπει η ομορφιά της Αλήθειας αδιάσπαστη και στην ολότητά της. Στην μέλλουσα ζωή θα εξαφανιστεί η ατέλεια και η μερικότητα. Θα δούμε καθαρά και πλήρως την δόξα του Θεού «ανακεκαλυμμένω προσώπω» (Β’ Κορ. 3, 18), με ανεμπόδιστο νου. Γι’ αυτό και ο άγιος Κύριλλος προτιμά την εμπειρική από την ερευνητική και διανοητική γνώση.  Και όλα αυτά μέσα σε ένα ήθος ελευθερίας, το οποίο εκφράζεται με την συνειδητή μετοχή στον τρόπο της Εκκλησίας. Δεν μπορούμε, λέει ο άγιος, να λειτουργούμε με «διψυχία». Δεν μπορούμε να μετέχουμε στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας και την ίδια στιγμή να συμμετέχουμε στην ειδωλολατρία του κόσμου. Η νηστεία, η εγκράτεια, η προσευχή, η ελεημοσύνη, τα έργα γενικότερα της ευσπλαχνίας και της φιλανθρωπίας αποτελούν τον τρόπο με τον οποίο αρνούμαστε στην πράξη την «διψυχία», την οποία ο χριστιανός βιώνει εν τω κόσμω (Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Πασχάλιες επιστολές 12 και 14).
Όλα τα παραπάνω μας βοηθούν στο να επανέλθουμε στα επιμέρους αρχικά ερωτήματα για το ποια είναι η αποστολή της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία δεν υπόσχεται μία μεταφυσική ένωση με τον Θεό, διότι η μετοχή του πιστού στα μυστήρια σ’ αυτή την ζωή δεν είναι τύπος και σύμβολο, αλλά οντολογική βίωση του Θεού εν Χριστώ, από τον παρόντα κόσμο και χρόνο. Αν πιστεύουμε στον Λόγο, ο Οποίος «σαρξ εγένετο», τότε Τον κοινωνούμε οντολογικά στην Θεία Ευχαριστία. Αναλόγως του φωτισμού μας μετέχουμε στην Ζωή που Εκείνος μας δίνει. Γιατί οι πάντες, ανεκφράστως και πέρα από την λογική μας,    μπορούμε δια της δυνάμεώς Του να αναγεννηθούμε εφόσον κατανοήσουμε ότι χρειαζόμαστε την Ζωή. Με την Θεία Κοινωνία διώχνεται η σήψη από την φύση μας και αποβάλλεται ο θάνατος, ο οποίος συνοδεύει την αμαρτία. Ο Χριστός δια της σαρκός και του αίματός Του κρύβει ζωή μέσα μας και παρεμβάλλει αθανασία, καταστρέφοντας την σήψη.  Χρειάζεται όμως πίστη για να βιώσουμε το μυστήριο. Κάθε φορά που κοινωνούμε, επανεβεβαιώνουμε την ζωή που ο Χριστός μας δίδει. Μπολιάζουμε την ύπαρξή μας, σώμα και ψυχή, με σπέρματα αθανασίας.  Αρκεί να πιστεύουμε και να αγωνιζόμαστε. Υφιστάμεθα μία οντολογική αλλαγή και δεν είναι τύπος της αιώνιας ζωής η κοινωνία με τον Χριστό, αλλά βίωσή της και ξεκίνημά της από το σήμερα. Δεν περιμένουμε τον θάνατο για να ζήσουμε την αιωνιότητα, αλλά ήδη την καθιστούμε οικεία μας μέσα από τον Χριστό.
Ο δρόμος αυτός γίνεται αρχή και επαναβίωση ενός συνολικού τρόπου ζωής που μεταμορφώνει και ηθικά την ύπαρξή μας. Μόνο που δεν λειτουργούμε υπακούοντας σε νόμους και κανόνες, επιλέγοντας να είμαστε οι φύλακες της ηθικής μιας κοινωνίας, αυτοί που ζητούμε την τάξη και το δέον για να προχωρήσει η κοινωνία σε μία ηθικοποίησή της, στο να γίνουν δηλαδή οι άνθρωποι «καλοί». Η ηθική έρχεται ως απότοκος της πίστης και της αγάπης προς τον Χριστό που μας λυτρώνει από την σήψη του θανάτου. Δεν προηγείται της πίστης, αλλά έπεται. Δεν είναι προϋπόθεση ανάγκης η ηθική, αλλά καρπός της αγάπης μας προς τον Θεό. Δεν αμαρτάνουμε επειδή θέλουμε να  πάμε στον Παράδεισο, αλλά έχοντας λάβει τον Παράδεισο, υπερβαίνουμε την αμαρτία. Γι’ αυτό και η σχέση με τον Χριστό είναι χαρά, όχι «δέον».  Γι’ αυτό και αναγνωρίζουμε ότι οι πιστοί δεν είμαστε καθαροί αφ’ εαυτού μας, εκ των κατορθωμάτων μας, ότι τελειοποιούμαστε νεστοριανικά και δικαιούμαστε την Βασιλεία των ουρανών, αλλά επειδή ο Χριστός ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση και ενώνεται μαζί μας, μπορούμε να προσπαθούμε κατά πάντα. Παραμένουμε λοιπόν εν ταπεινώσει. Δεν κρίνουμε τους άλλους για την αδυναμία και την διψυχία τους, γιατί βλέπουμε ότι κι εμείς, χωρίς την παρουσία του Χριστού, το ίδιο δίψυχοι είμαστε, στους λογισμούς, τις επιθυμίες, στις πράξεις, στα συναισθήματα. Και δεν αυτοδικαιωνόμαστε, διότι γνωρίζουμε ότι «χωρίς Αυτού ου δυνάμεθα ποιείν ουδέν» (Ιωάν. 15, 5).
Σ’ αυτό το σημείο ίσως υπάρχει η ένσταση ότι το αποτέλεσμα και στις δύο προοπτικές βίωσης της πίστης είναι το ίδιο: το να γίνεται το θέλημα του Θεού. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι. Η μετοχή στην Εκκλησία δεν φέρνει την έπαρση της δικαιοσύνης, αλλά την ταπεινοσύνη της αγάπης. Ο κόσμος ζητά την δικαιοσύνη, επιδιώκοντας την τιμωρία των αμαρτωλών. Η πίστη ζητά την αγάπη, επιδιώκοντας την μετάνοια του κάθε αμαρτωλού. Η ηθική από την πλευρά του κόσμου έχει να κάνει με την προτυποποίηση των ανθρώπων, όχι όμως επειδή αποδέχονται το καλό και η συνείδησή τους τούς ωθεί σ’ αυτό, αλλά επειδή δεν πρέπει να υπάρχει χάος και αταξία. Για την πίστη όμως οι νόμοι είναι περιττοί. Ο χριστιανός δεν ηθικοποιείται απλώς, αλλά ζει την χάρη και την ευλογία της κοινωνίας με τον Θεό. Γνωρίζει το θέλημά Του και γνωρίζει την ίδια στιγμή την προσωπική διψυχία του. Δεν περιμένει από τον νόμο να του επιβάλλει τα όρια, αλλά έχει ήδη αυτοτοποθετηθεί στο σώμα του Χριστού, έχει λάβει τον νόμο της αγάπης και έχει επιλέξει την οδό του αγώνα κατά της αμαρτίας, η οποία καθιστά την ηθική απλώς τύπο του εν τω κόσμω ζην. Γι’ αυτό και η πνευματική ζωή, παρά την σύγκρουση με το κοσμικό φρόνημα, δίνει στον χριστιανό χαρά, σε αντίθεση με τα «πρέπει» της ηθικής.
Έτσι η Εκκλησία δεν είναι απλώς χρήσιμη σε κοινωνικό επίπεδο.  Δεν απορρίπτει βεβαίως την κοινωνική διακονία, η οποία έρχεται ως απότοκος της αγάπης, αλλά και της ιστορικότητας της παρουσίας της Εκκλησίας στον κόσμο, γιατί η Εκκλησία δεν είναι μόνο για το «αεί και εις τους αιώνας των αιώνων», για την εσχατολογική προοπτική, αλλά ξεκινά από το «νυν» της Ιστορίας, μη παραβλέποντας τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Ωστόσο, η Εκκλησία προτάσσει το «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» (Ματθ. 4,4). Πρώτιστος σκοπός του έργου της Εκκλησίας είναι η ένωση με τον Θεό δια του Λόγου, του Κυρίου μας. Και η ένωση αυτή δεν μπορεί να επέλθει χωρίς την κάθαρση του ανθρώπου, ο οποίος υπάρχει «συμφυής», ψυχή τε και σώματι. Η κάθαρση έρχεται δια της κοινωνίας του Λόγου, αλλά και της πνευματικής μας προσπάθειας, η οποία αγκαλιάζει και το σώμα και την ψυχή. Ο όποιος πνευματικός αγώνας μας, χωρίς να λειτουργεί στην προοπτική της προσωπικής μας αυτάρκειας και του «εξαναγκασμού» του Θεού να μας δώσει την χάρη Του, εντούτοις είναι το σημείο το οποίο μαρτυρεί την διάθεση της ελεύθερης ύπαρξής μας να κοινωνήσει τον Θεό. Και Θεός και άνθρωπος συνεργούν στο μυστήριο της σωτηρίας. Γι’ αυτό και ο Χριστός δεν είναι ένας προφήτης ή ένας κοινωνικός διδάσκαλος, όπως θα συνέβαινε εάν ίσχυε η διδασκαλία του Νεστορίου. Τότε η Εκκλησία θα ήταν ένας οργανισμός ανθρώπινος, ιδεολογικός, ακτιβιστικός. Θα ζητούσε από τους ανθρώπους καλές πράξεις για να μπορεί η κοινωνία να θεραπεύει αδικίες. Η Εκκλησία όμως ζητά την σωτηρία του όλου ανθρώπου, ο οποίος καλείται να ενωθεί  με τον Θεό. Η ένωση όμως δεν είναι αποτέλεσμα ηθικής καθαρότητας, αλλά ανταπόκρισης στην κλήση του Θεού εν Χριστώ. Η πνευματική ζωή, η προσευχή, η άσκηση, πρωτίστως η μετάνοια,  τρόποι οι οποίοι λειτουργούνται ταυτόχρονα και σωματικά και ψυχικά, δηλαδή βλέπουν τον άνθρωπο ενιαία, δείχνουν την οδό της θεολογίας μας, ότι δηλαδή ο άνθρωπος βάζει ό,τι μπορεί από την δύναμη ή μετανοεί για την αδυναμία του και ο Χριστός κατερχόμενος συμπληρώνει και τελειοποιεί δια της χάριτός Του τα  ελλείποντα.
Αυτή η στάση καλό είναι να μας δίνει αφορμές για προβληματισμούς στην εποχή μας. Ο κόσμος περιμένει από εμάς να δικαιολογήσουμε την χρησιμότητα της ύπαρξής μας και της παρουσίας μας μέσα στην κοινωνία, την παραγωγικότητά μας. Και αποδέχεται το δικαίωμα μας να λειτουργούμε σε κοινωνικό επίπεδο, είτε  με την μορφή της συναλληλίας με το κράτος, είτε με το δικαίωμα της παράδοσης, που πηγάζει από την ιστορική μας προσφορά, αδιαφορώντας για την ουσία της πνευματικής μας αποστολής. Αυτή σκοντάφτει στο δικαίωμα στην ιδιωτικότητα.Έτσι υπάρχουν στην ουσία δύο Εκκλησίες για τον κόσμο. Η μία, ανθρώπινη, η οποία έχει να κάνει με την χρησιμότητα και ενδιαφέρει όλους, ακόμη και τους μη πιστεύοντες. Η άλλη, θεϊκή, η οποία έχει να κάνει με την σωτηρία της ψυχής, την αιώνια ζωή, την σχέση με το Θεό. Μόνο που αυτή δεν ενδιαφέρει τους πολλούς. Είναι ιδιωτικό γεγονός, κατά τη γνώμη τους. Ανέχονται την παρουσία αυτής της Εκκλησίας μόνο εφόσον υπάρχει η πρώτη. Ο νεστοριανισμός από την αντίθετη όψη, όχι της θεολογίας, αλλά του κόσμου. Η Εκκλησία όμως είναι μία και ενιαία. Και είναι χρέος μας να επιμείνουμε στην προσφορά και την διακονία του ανθρώπου στην ακέραιη διάστασή του.
Εδώ είναι και η πρόκληση της αποστολής μας σήμερα. Να προσπαθήσουμε να δώσουμε στους ανθρώπους την Θεανθρωποκεντρική διάσταση της πνευματικής μας παράδοσης. Δεν δίνουμε τροφή στους πεινώντας γιατί θέλουμε να είμαστε χρήσιμοι. «Τον φυλάσσοντα αλήθειαν εις τον αιώνα, ποιούντα κρίμα τοις αδικουμένοις, διδόντα τροφήν τοις πεινώσι», ψάλλουμε στην Θεία Λειτουργία  (Ψαλμ. 145). Ο Χριστός είναι Αυτός ο Οποίος διαφυλάττει την αλήθεια της ζωής στον αιώνα, δικαιώνει αυτούς που αδικούνται και δίδει τροφή σ’ αυτούς που πεινούνε, όχι εμείς. Ό,τι κάνουμε είναι γέννημα αυτής της πίστης μας. Αν δεν μιλούμε για τον Θεό μέσα από τα έργα της αγάπης, αν δεν ευαγγελίζουμε τους ανθρώπους, αλλά αποσκοπούμε μόνο στο να αποδείξουμε την χρησιμότητά μας, να προβληθούμε, να μην απορριφθούμε από μία κοινωνία η οποία έχει αλλοτριωθεί στην προοπτική του οικονομοκεντρισμού, όπου δεν υπάρχουν άνθρωποι, αλλά μόνο αριθμοί και ο άρτος είναι το παν, τότε έχουμε παγιδευθεί στην αλλοτρίωση του κόσμου. Εάν δεν διακηρύττουμε την ανάσταση του σώματος, εάν δεν καταδεικνύουμε τι σημαίνει να ενωνόμαστε με τον Θεό και όχι απλώς να είμαστε καλοί και χρήσιμοι άνθρωποι, τότε μετατρέπουμε την πίστη σε ηθικό σύστημα, αντί για τον Θεάνθρωπο παραμένουμε στον άνθρωπο. Και ο άνθρωπος ούτε σώζει, ούτε σώζεται αφ’ εαυτού του.
Άλλωστε, η όποια χρησιμότητά μας στην ουσία δεν ανατρέπει τις αδικίες της κοινωνίας, απλώς τις συντηρεί. Διότι το ήθος και ο τρόπος του κόσμου  δεν αλλάζει με το φιλανθρωπικό έργο, καθώς το σύστημα που προκαλεί την αδικία παραμένει ανέπαφο. Μόνο η μετάνοια από τους έχοντες και κατέχοντες,  και η απόρριψη του πλούτου και της αυτάρκειας ως του κυρίως στόχου της ζωής, που θα οδηγήσει σε μέριμνα για όλους, υπάρχει περίπτωση να οδηγήσει σε ριζικότερες αλλαγές. Και αυτή η στάση έχει να κάνει με την πολιτική η οποία θα αφορμάται από την σχέση με τον Θεό, δηλαδή από την θέαση του ανθρώπου με βάση την θεανθρωποκεντρική προοπτική, κάτι που σήμερα, περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν φαίνεται ουτοπία.
  Την ίδια στιγμή καλούμαστε συνεχώς να παλεύουμε έναντι της αντίληψης ότι ανήκουμε στο παρελθόν και κέντρο της ζωής μας είναι η μνήμη και όχι η εργασία ως της μικράς ζύμης που «ζυμοί όλον το φύραμα»  (Γαλ. 5,9). Είναι αυτονόητο ότι η παράδοση  και το παρελθόν αποτελούν πυλώνες για την πορεία μας. Δεν υπάρχουμε όμως μόνο για να συντηρούμε ό,τι έχουμε παραλάβει. Καλούμαστε συνεχώς να έχουμε την αυτοσυνειδησία της ζύμης. Οι άγιοί μας δεν μας οδηγούν προς τα πίσω, σε μία φαντασιακή ιδανική κατάσταση μιας κοινωνίας άσπιλης και αναμάρτητης, στην οποία θριάμβευαν οι πνευματικές αξίες και όλα τα ανθρώπινα προβλήματα ήταν λυμένα. Και μόνο ο αγώνας των Πατέρων να αποφύγουν την διάσπαση ανάμεσα στον λαό και η αδυναμία  τους, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, να πείσουν με τους λόγους τους ένα μεγάλο τμήμα της τότε χριστιανικής αυτοκρατορίας να παραμείνει στην όντως Αλήθεια της πίστης, μαρτυρεί ότι το παρελθόν δεν ήταν τόσο τέλειο, όσο πολλές φορές θέλουμε να πιστεύουμε. «Πειρασμοί πάντοθεν κυκλούσι» την ζωή μας.  Ο αγώνας μας είναι να μιμηθούμε τους Πατέρες των Συνόδων όχι μόνο γνωρίζοντας και υιοθετώντας την διδασκαλία τους και δίδοντας μαρτυρία γι’ αυτήν στο λαό μας, αλλά και επιζητώντας την ένωση με τον Θεό, που οι ίδιοι βίωναν.  Δεν αρκεί να γνωρίζουμε ποιο είναι το νόημα και ο σκοπός της ζωής δια της διανοίας και της βουλήσεως. Με το σύνολο της ζωής μας «σήμερον» να αγωνιζόμαστε εναντίον της αμαρτίας, ζώντας όχι για τους εαυτούς μας, αλλά για Εκείνον που απέθανε και αναστήθηκε για μας. «Υπέρ πάντων  απέθανε ο Χριστός ίνα οι ζώντες μηκέτι εαυτοίς ζώσιν, αλλά τω υπέρ αυτών αποθανόντι και εγερθέντι» (Β’ Κορ. 5, 15).
Υπάρχοντας μέσα στο δημιούργημα δια της κοινωνίας -«δια μετοχής»- και δίνοντάς του ζωή, ο Λόγος  υπερβαίνει την αδυναμία των κτιστών όντων που έχουν έρθει στην ύπαρξη και υπόκεινται στην φθορά και το τέλος τόσο εξαιτίας της κτιστότητας όσο και εξ αιτίας της αμαρτίας και δημιουργεί αιωνιότητα γι’ αυτά. Ο Λόγος είναι η εκ φύσεως Ζωή. Η Αυτο-Ζωή. Γι’ αυτό είναι Ζωή για όλη τη δημιουργία.  Δια του φωτός του Λόγου τα όντα έρχονται στην ύπαρξη από το σκότος της ανυπαρξίας. Η κτιστή ύπαρξη έρχεται στο είναι «και το Φως εν τη σκοτία φαίνει» (Ιωάν. 1, 18). Η παρουσία του Λόγου στη δημιουργία δεν εξαφανίζει το όριο μεταξύ Αυτού και των δημιουργημάτων. Αντίθετα, αυτό το όριο γίνεται όλο και περισσότερο σαφές σε μας όταν γίνεται φανερό ότι η κτίση, αλλά και εμείς υπάρχουμε και ζούμε μόνο δια της κοινωνίας με κάτι διαφορετικό από την κτίση, και την ίδια στιγμή με Εκείνον που έγινε ένας με μας, μόνο δια της κοινωνίας με την Αυθύπαρκτη Ζωή (βλ. Φλωρόφσκυ, ό.π. σελ. 494).
Αυτή την κοινωνία την βιώνουμε στη ζωή της Εκκλησίας. Και μόνο σ’ αυτή τη ζωή μπορούμε να δούμε το Θεό. Μέσα από τα μυστήρια και ιδίως από την Θεία Ευχαριστία ο Λόγος κατοικεί εν ημίν. Όσο ζούμε όμως η αμαρτία πάντοτε θα αποτελεί όριο στην πληρότητα της οντολογικής μας αλλαγής. Το ζήτημα δεν είναι εάν οι αισθήσεις μας, οι οποίες πάντοτε καλύπτονται από μία παχύτητα πνευματική, μπορούν να δούνε τον Θεό, αλλά κατά πόσον ζούμε την μεταβολή μας σε ναούς του Θεού και θεούς δια της χάριτος, η οποία εισέρχεται εντός μας. Και σημεία αυτής της οντολογικής μας μεταμόρφωσης είναι η αλήθεια, η ζωή, η σοφία, η δύναμη σε κάθε περίσταση και μπροστά σε κάθε εμπαθή και αμαρτωλή κατάσταση. Αυτή η μεταβολή περιλαμβάνει και τις αισθήσεις μας, γιατί κι αυτές προσελήφθησαν από τον Χριστό για να θεραπευθούν, μαζί με τον όλο άνθρωπο. Ο λογικοκρατούμενος άνθρωπος ζητεί απτές αποδείξεις της παρουσίας του Θεού, λησμονώντας ότι και πρέπει να καταβάλει αγώνα για να συμπεριληφθεί στους «καθαρούς τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5,8), όπως επίσης και ότι «πίστις εστί ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Εβρ. 11, 1), αλλά και ότι κάθε φορά που κοινωνεί τον Χριστό επαναβεβαιώνει την παρουσία Του εντός του. Το θέμα είναι πόσο ο ίδιος αφήνει την παρουσία του Χριστού να καθίσταται ενεργή, να αλλάζει τη ζωή του, να του δίδει χαρά και πληρότητα. Κι εδώ έγκειται ο πνευματικός αγώνας του καθενός μας, για να έρθει η βίωση της ένωσης, η οποία υφίσταται εκ του Βαπτίσματος, εκ της Ευχαριστίας και εκ της ζωής της πίστεως εν Εκκλησία. 
Η θεολογία του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, η οποία αποτέλεσε την βάση της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου, μας υπενθυμίζει την αποστολή της Εκκλησίας και την θέση μας τόσο στο σώμα του Χριστού, όσο και στον κόσμο. Και αυτή η θέση πηγάζει από την εν Αγίω Πνεύματι ενότητα με τον Χριστό και γίνεται αγώνας για ενότητα με σύμπασα την ανθρωπότητα. Αυτός είναι ο αγώνας μας. Το πρόσωπό μας να υπερνικήσει την διψυχία τόσο εντός μας όσο και στον κόσμο. Εν Χριστώ υπάρχω εγώ ως ξεχωριστό πρόσωπο και την ίδια στιγμή όλος ο ανακαινισμένος, θεούμενος και θεωμένος άνθρωπος υπάρχει εντός μου. Ο καθένας μας ας υπενθυμίζει στον εαυτό του ότι η αποστολή μας έγκειται στο να βιώνουμε οντολογικά, να δείχνουμε «παντί τω αιτούντι» (Α’ Πέτρ. 3, 11και να υπερασπιζόμαστε την ενότητα με τον Θεό και τον άνθρωπο στο πρόσωπο του Χριστού. Αυτού που απουσιάζει από την ζωή των πολλών, ως αποτέλεσμα ενίοτε και του ελλείμματος θεολογίας, τόσο στην διδαχή όσο και στην ζωή μας. 
Ομιλία σε ιερατική σύναξη
Της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος και Αλμυρού
Βόλος, 20 Ιανουαρίου 2014- π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γέροντας Παΐσιος: Η ιστορία και η σημασία του κομποσχοινιού.

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Ιανουαρίου, 2014

Γέροντα, ποιά σημασία έχει το κομποσχοίνι;
– Το κομποσχοίνι είναι μια κληρονομιά, μια ευλογία, που μας έχουν αφήσει οι Άγιοι Πατέρες μας. Και μόνο γι’ αυτό έχει μεγάλη αξία. Βλέπεις, σε κάποιον αφήνει ο παππούς του μια κληρονομιά ένα ασήμαντο πράγμα και το έχει μετά σαν φυλαχτό, πόσο μάλλον το κομποσχοίνι που μας το άφησαν κληρονομιά οι Άγιοι Πατέρες!
Παλιά, που δεν υπήρχαν ρολόγια, οι μοναχοί μετρούσαν την ώρα της προσευχής με το κομποσχοίνι, αλλά οι κόμποι του κομποσχοινιού ήταν απλοί. Κάποτε ένας ασκητής έκανε πολύ αγώνα, πολλές μετάνοιες κ.λπ., και ο διάβολος πήγαινε και έλυνε τους κόμπους του κομποσχοινιού του. Έκανε – έκανε μετάνοιες ο καημένος και απέκαμε, γιατί δεν μπορούσε να τις μετρά, αφού ο διάβολος του έλυνε συνέχεια τους κόμπους. Τότε παρουσιάσθηκε Άγγελος Κυρίου και του δίδαξε πώς να πλέκη τους κόμπους, ώστε σε κάθε κόμπο να σχηματίζωνται εννέα σταυροί. Ο διάβολος μετά, ο οποίος τρέμει τον σταυρό, δεν μπορούσε να τους λύση. Έτσι κάθε κόμπος του κομποσχοινιού έχει εννέα σταυρούς, που συμβολίζουν τα εννέα τάγματα των Αγγέλων.
– Γέροντα, τι σημαίνουν οι τριάντα τρεις, οι πενήντα, οι εκατό και οι τριακόσιοι κόμποι που έχουν τα κομποσχοίνια;
– Μόνον ο αριθμός τριάντα τρία είναι συμβολικός συμβολίζει τα τριάντα τρία χρόνια που έζησε ο Χριστός επάνω στην γη. Οι άλλοι αριθμοί απλώς μας βοηθούν να μετράμε τις μετάνοιες που κάνουμε ή πόσες φορές θα πούμε την ευχή.
Μερικές μηχανές έχουν ένα σχοινί με μια χειρολαβή στην άκρη και, όταν θέλης να τις βάλης μπρος, τραβάς μερικές φορές το σχοινί με δύναμη, μέχρι να ξεπαγώσουν τα πνευματικά λάδια. Έτσι και το κομποσχοίνι είναι το σχοινί το οποίο τραβάμε μία – δύο – πέντε – δέκα φορές και ξεπαγώνουν τα πνευματικά λάδια και παίρνει μπρος η πνευματική μηχανή της αδιάλειπτου προσευχής, οπότε δουλεύει μετά μόνη της η καρδιά στην ευχή. Αλλά, και όταν η καρδιά πάρη μπρος στην ευχή, και πάλι δεν πρέπει να καταργήσουμε το κομποσχοίνι, για να μην παρακινηθούν και άλλοι να το καταργήσουν, ενώ δεν πήρε ακόμη μπρος η καρδιά τους στην ευχή.
– Όταν, Γέροντα, κρατώ το κομποσχοίνι μου και λέω την ευχή μηχανικά, μήπως υπάρχει κίνδυνος ανθρωπαρέσκειας;
– Αν κάνης κομποσχοίνι εξωτερικά από ανθρωπαρέσκεια, ακόμη και τα χέρια σου να ξεφλουδίσης, σε τίποτε δεν θα σε ωφελήση. Μόνον κούραση θα σου φέρη και την ψευδαίσθηση ότι δήθεν ασχολείσαι με την νοερά προσευχή.
– Γέροντα, εγώ δεν έχω συνηθίσει να κρατώ κομποσχοίνι.
– Το κομποσχοίνι να το κρατάς, για να μην ξεχνάς την ευχή, την οποία πρέπει να εργάζεσαι εσωτερικά, στην καρδιά. Όταν μάλιστα βγαίνης από το κελλί σου, να θυμάσαι ότι ο εχθρός είναι έτοιμος για επίθεση. Γι’ αυτό, να μιμήσαι τον καλό στρατιώτη που βγαίνοντας από το πολυβολείο έχει πάντοτε «ανά χείρας» το αυτόματο όπλο. Το κομποσχοίνι έχει μεγάλη δύναμη είναι το όπλο του μοναχού και οι κόμποι είναι σφαίρες, που θερίζουν τα ταγκαλάκια.
«Περί Προσευχής» Λόγοι ζ’
πηγή:εδώ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πώς “μετριέται” ο Θεός!

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Ιανουαρίου, 2014

  • http://static.freepik.com/free-photo/yellow--coiled-measuring-tape--object--white-background_3121994.jpg
  • Ἄλλοι μετρᾶνε χρήματα στά πορτοφόλια καί στούς λογαριασμούς τους,
  • ἄλλοι μετρᾶνε ροῦχα, παπούτσια καί κοσμήματα στίς ντουλάπες  καί στά συρτάρια τους,
  • ἄλλοι μετρᾶνε πτυχία,
  • ἄλλοι μετρᾶνε τρόπους καί χρόνο διασκέδασης,
  • ἄλλοι μετρᾶνε ἀκίνητα, κότερα, ἀμάξια,
  • ἄλλοι μετρᾶνε χιλιόμετρα καί τόπους σέ ταξίδια,
  • ἄλλοι μετρᾶνε φίλους,
  • ἄλλοι μετρᾶνε σχέσεις,
  • Μετρᾶνε, μετρᾶνε, μετρᾶνε,…

κάθε λογῆς κοσμικές «ἐπιτυχίες» καί “συμφέροντα”, μέ ἡμερομηνία λήξης στήν καλύτερη περίπτωση καί ἐπιζήμιες καί ψυχολέθριες στήν χειρότερη! 

Κι ὅλα αὐτά γιατί; Στήν αἰωνιότητα, τίποτε ἀπό αὐτά δέν θά ὐπάρχει! 

Ἄδικα τόσο μέτρημα! Ματαιότης, ματαιοτήτων…
http://3.bp.blogspot.com/-rHpFMK2ZSVY/T8C9Yl5iAKI/AAAAAAAAACc/5q2An4x42A8/s758/381101-02.jpg
-Τότε, τί συμφέρει κι ἀξίζει πραγματικά νά μετρήσουμε; ρωτᾶς… 
-Μέτρησε τόν Θεό, γιατί μονάχα Αύτός εἶναι αἰώνιος! Ποτέ δέν θά τελειώσει, ὅπως ὅλα τά ὑπόλοιπα
-Καί πῶς νά τόν μετρήσεις; πάλι ρωτᾶς… (εἶναι καί Ἄπειρος θά πεῖς μέ ἀπορία…)! 
-Κι ὅμως μετριέται!!!…
Ἄν θέλεις
Τόν ἔχεις μέσα στά χέρια σου,
Τόν ἔχεις μέσα στό νοῦ σου,
Τόν ἔχεις μέσα στήν καρδιά σου!
Σέ ἕνα κομποσχοίνι
καί σέ κάθε σκέψη,
σέ κάθε χτύπο τῆς καρδιᾶς,
σέ κάθε ἀνάσα,
πού κι αὐτά μπορεῖς νά τά κάνεις
κόμπους ἑνός νοεροῦ κομποσχοινιοῦ!
Ὁ Θεός μετριέται μέ εὐχές καί προσευχές!
Γιά σένα, γιά τούς ἄλλους καί γιά ὅλον τόν κόσμο…ὅποτε θέλεις, ὄπου θέλεις, ὅσες φορές θέλεις!
Τοῦ δίνεις τίς δεήσεις σου
καί σοῦ δίνει αἰωνιότητα!
Βάλε τόν Θεό στήν ζωή σου,
βάλε τόν Θεό καί στό νοῦ σου
καί στήν σκέψη σου
καί στήν καρδιά σου…παντοῦ καί πάντοτε!
Καί λᾶβε αἰωνιότητα, μἐ αὐτά μόνο τά λίγα πού θά δώσεις σέ μιά τόση δά μικρή καί πρόσκαιρη ζωή! Δέν ἀξίζει αὐτό πραγματικά;
Μ.Σ. ἐκπ/κός 
http://1.bp.blogspot.com/-KGzdSAm3CzM/T64JkbM0HvI/AAAAAAAAEcE/b0wOVpK9ZoA/s400/kyrie-cf84cebf-cf80ceb5cf81ceb9ceb5cf87cf8ccebcceb5cebdcebf.jpg

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, ο εξ Άρτης

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Ιανουαρίου, 2014

Αγιορείτης Άγιος
Μνήμη 21 Ιανουαρίου

..…….Ο κατά κόσμον Μιχαήλ Τριβώλης, υιός των επιφανών, πλουσίων και ευσεβών γονέων Μανουήλ και Ειρήνης, κατήγετο από την Λακεδαίμονα της Πελοποννήσου, αλλά γεννήθηκε στην Άρτα της Ηπείρου το 1470. Έλαβε καλή μόρφωση, στην αρχή από τον πατέρα του και στην συνέχεια από τον ιερέα Ιωάννη Μόσχο. Έφηβος φοίτησε στο περίφημο ελληνικό σχολείο της Άρτας.
………Αρκετά νέος μετέβη για σπουδές στην Ιταλία. Στην αρχή φοίτησε στην ελληνική σχολή της Βενετίας, όπου δίδασκε ο Ιωάννης Λάσκαρις και άλλοι Έλληνες δάσκαλοι, εργαζόμενος συγχρόνως και ως γραφέας στα έργα του Λάσκαρη, που τον μύησε στην πλατωνική φιλοσοφία. Κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας, όπου μεταξύ άλλων Ελλήνων δίδασκε και ο Λαόνικος Ταμαίος. Στη συνέχεια μετέβη στη Φερράρα και τη Φλωρεντία, όπου ανθούσαν οι κλασικές σπουδές. Στη Φλωρεντία γνωρίσθηκε με τον καταδικασθέντα σε θάνατο Σαβοναρόλα και άκουσε τα αντιπαπικά του κηρύγματα, τα όποια τον επηρέασαν βαθύτατα. Ακολούθως μετέβη στο Μιλάνο, για να παρακολουθήσει τους σπουδαίους δασκάλους Λαόνικο Χαλκοκονδύλη και Κωνσταντίνο Λάσκαρη. Στην Βενετία παρακολούθησε φιλολογικά μαθήματα στον υπό τον Άλδο Μανούτιο κύκλο λογίων, μεταξύ των οποίων διαπρέπουν οι Μάρκος Μουσούρος, Σκιπίωνας Καρτερομάχος και ο φίλος του Ιωάννης Γρηγορόπουλος. Συγχρόνως εργάζεται στον εκδότη Άλδο Μανούτιο και στους τυπογράφους Ζαχαρία Καλλιέργη και Νικόλαο Βλαστό. Όλο αυτό το διάστημα γνωρίζεται και συσχετίζεται με επιφανή πρόσωπα που υπήρξαν ονομαστοί παράγοντες της Αναγεννήσεως, αλλά και βοηθοί και χορηγοί του, όπως ο ελληνιστής Urceo Cordo στη Βολώνια, ο Niccolo Lelio Cosmico στη Φερράρα, ο Agostino Nifo στην Πάδοβα, ο Ambrogio Varese de Rosate στο Μιλάνο, και με τους τυπογράφους Giovanni Bissoli και Ben Mansi, Nicola Taresco και Loduico Ticionum και τον ηγεμόνα Giovanni Francesco Pico della Mirantola.
………Μετά από εννεάμηνη παραμονή στην Άρτα μετέβη στην Μιραντούλη, όπου επιδόθηκε στην πιστή μετάφραση των αγιοπατερικών έργων στη λατινική γλώσσα. Λόγω ταραχών και κινδύνων που επικροτούσαν κατά την περίοδο αυτή αναγκάζεται να προσφύγει στον Δομινικανό Καρδινάλιο Oliviero Carafa. Αυτός τον έστειλε στον βιβλιοθηκάριο και μεταφραστή έργων των Ελλήνων Πατέρων της μονης του Άγιου Μάρκου Renobius Acciqinoli, κοντά στον όποιο συνέχισε να εργάζεται και αυτός μεταφραστικά κι όχι φορώντας το ράσο του Δομινικανού μοναχού, όπως κακώς του αποδόθηκε.
………Ο σοφός Μιχαήλ Τριβώλης, «επειδή το καθολικόν περιβάλλον του έσφιγγε κυριολεκτικώς την καρδίαν, δεδομένου ότι ήτο πιστός ορθόδοξος χριστιανός, έφυγεν άπό την παποκρατούμενην ταύτην μονήν προφασιζόμενος ασθένειαν και έλλειψιν ηρεμίας του, ψυχικής και πνευματικής, όπως ακριβώς έγραφεν αργότερον εις τον φίλον του Ιωάννην Γρηγορόπουλον». Κουρασμένος πολύ άπό τις συνεχείς μελέτες, τις πολλές συγγραφές και μεταφράσεις, θλιμμένος άπό τον θάνατο των γονέων του, ταλαιπωρημένος άπό τις μετακινήσεις, επηρεασμένος άπό τις πατερικές μελέτες, στενοχωρημένος άπό την υποδούλωση της πατρίδος του στους Τούρκους, αποφασίζει τη μοναχική του αφιέρωση. Δεν θέλησε να παραμείνει στη Δύση, όπου μάλλον θα είχε μία λαμπρή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία και θα συνέχιζε το πλούσιο και σπουδαίο μεταφραστικό του έργο. Επιστρέφει άπό εκεί έχοντας διδαχθεί θεολογία, φιλοσοφία, φιλολογία, ιστορία και τις γλώσσες αρχαία ελληνική, λατινική, γαλλική και ιταλική.
………Ήλθε στο Άγιον Όρος και επέλεξε τη μεγάλη μονή του Βατοπαιδίου, πιθανόν για τους σοφούς και ενάρετους μοναχούς της και την πλούσια βιβλιοθήκη της. Ο πολύσοφος Αρτηνός Μιχαήλ Τριβώλης με τις υψηλές σπουδές στην Ιταλία φθάνει ως απλός προσκυνητής στο αρχαίο αυτό εργαστήρι της αγιότητος και της σοφίας. Ο αναφερθείς διδάσκαλος του Ιωάννης Λάσκαρης είχε αποσταλεί στο Αγιον Όρος από τον Λουδοβίκο τον ΙΒ’ για την παραλαβή χειρογράφων. Άπό αυτόν είχε πληροφορηθεί για τους θησαυρούς των αγιορειτικών βιβλιοθηκών και ιδιαίτερα της μονής Βατοπαιδίου.
………Στη μονή Βατοπαιδίου μετέβη στα τέλη του 1505 ή αρχές του 1506. Μετά δοκιμή εκάρη μοναχός με το όνομα Μάξιμος και εντρυφούσε «εις αδιάκοπους μελέτας».
………Στη μονή συναντήθηκε με τον άγιο Νήφωνα τον Β’ και με άλλους λογίους και αγίους μοναχούς. «Αυτοεταπεινώθη, καίτοι ευγενής και σοφός διαβιώνων ομοίως μετ’ απλοϊκών μοναχών και ησθάνετο τον εαυτόν του πνευματικώς πτωχόν ως αισθάνεται ακριβώς ο γνήσιος Αγιορείτης μοναχός. Η ταπείνωσίς του αποδεικνύεται άλλωστε από την συνήθη επίκλησιν των Αγίων Πατέρων, αποστρεφόμενος πάντοτε τον θησαυρόν των γνώσεων του εις όλα τα θεολογικά συγγράματά του. Εξ αυτών των ιδίων συγγραμμάτων του αποδεικνύονται και αι ορθαί αυτού απόψεις περί μοναχισμού, αποπνέοντας αγιορειτικήν ευωδίαν. Υπήρξεν ένας ησυχαστής και νηπτικός μοναχός».
………Κατά τη βιογραφία του ο όσιος αναπαυόμενος ψυχικά «έχει στην μόνωσι, μακρυά από τον θόρυβο των κυμάτων των διαφόρων σφαλερών βιοτικών λογισμών, ανάμεσα σε έμπειρους και ομοτρόπους γέροντες άρχισε να ζή σύμφωνα με τους κανόνες της Μονής Βατοπεδίου. Εκτελούσε επιμελώς τις μοναχικές υποσχέσεις της ακτημοσύνης και της εκκοπής του ιδίου θελήματος».
………Πράγματι ο θείος Μάξιμος «επιδόθηκε με ζήλο στη μελέτη και στην άσκηση της πνευματικής ζωής. Έμεινε στη Μονή δέκα ολόκληρα χρόνια ως απλός μοναχός, αποφεύγοντας τα μοναχικά αξιώματα και μετέχοντας μόνο σε διάφορες αποστολές εκ μέρους της Μονής στη Μακεδονία και στα νησιά, όπου κήρυττε τον θείο λόγο». Οι έξοδοι του Μαξίμου από τη μονή του συνεδύαζαν συνήθως τρεις σημαντικές εργασίες: «α) την συγκέντρωσιν χρημάτων διά τας ανάγκας της Μονής Βατοπαιδίου, β) εθναποστολικόν έργον, το οποίον απέβλεπεν εις την αφύπνισιν της εθνικής συνειδήσεως των Ελλήνων και εις την ανάληψιν δράσεως εναντίον της τουρκικής τυραννίας και γ) ιεραποστολικόν έργον, κατά την διάρκειαν του οποίου δεν εφοβείτο να ομιλή κατά του Καθολικισμού, ότε ευρίσκετο εις ελληνικάς ενετοκρατουμένας νήσους και κατά του Μωαμεθανισμού ότε ευρίσκετο εις τουρκοκρατουμένας ελληνικάς περιοχάς».
………Οι συχνές αποστολές του στο έργο αυτό των εράνων και των κατηχήσεων φανέρωνε την εμπιστοσύνη, την εκτίμηση και τον σεβασμό που έτρεφαν οι Βατοπαιδινοί πα τέρες στο πρόσωπο του συμμοναστή τους. Ο νέος μοναχός, μολονότι επεδίωκε διακαώς τη μόνωση για μελέτη και προσευχή, έκανε υπακοή και άφηνε το αγαπητό του μοναστήρι για να περιέρχεται τον κόσμο. Ταξίδευε από υπακοή και αισθανόταν ασφαλισμένος, παρά τις πολλές και μεγάλες δυσκολίες των καιρών και των υποδούλων τόπων. Αυτό το έκανε γιατί αγαπούσε τους αδελφούς του στη μονή και τον κόσμο. Περιδιαβαίνοντας πόλεις και χωριά της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδος συγκέντρωνε ελεημοσύνες, ξεπληρώνοντας την αγαθοδοσία τους με λόγους διδακτικούς, ευαγγελικούς κι αγιοπατερικούς, για ακριβή τήρηση των ορθοδόξων δογμάτων και των ηθών.
………Το έργο του αυτό στις αρχές της τουρκοκρατίας είχε μεγάλη σημασία και αξία. Δίκαια αναφέρεται ότι «ηγωνίσθη εθνοθρησκευτικώς. Ωμίλει και ηγωνίζετο όπου τα Πατριαρχεία τον εκάλουν και όπου το Άγιον Όρος τον έστελνε, δια την διατήρησιν της ορθοδόξου πίστεως και της ελληνικής συνειδήσεως άλλα και διά την ενίσχυσιν της πίστεως των Ελλήνων ραγιάδων προς την ελευθερίαν. Υπήρξεν ο προπομπός του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού και του εθνεγέρτου Ρήγα Φερραίου». Ο άγιος Μάξιμος με οπλισμό τη θερμή πίστη, την πλούσια γνώση, το θάρρος και τη δύναμη δεν φοβήθηκε να εναντιωθεί κατά δύο ξένων ρευμάτων του μουσουλμανισμού από την Ανατολή και του καθολικισμού από τη Δύση. Οι μακρές περιοδείες του στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου και από τη Βλαχία ως την Αίγυπτο είχαν βαθειά επίδραση στις ψυχές των Ορθοδόξων.
………Οι πληροφορίες του πάντοτε φιλομαθούς Μαξίμου, «ότι η Μονή Βατοπαιδίου περιελάμβανε μέγαν πλούτον εκ φιλολογικών και πατρολογικών χειρογράφων και αφ΄ ετέρου ότι υπήρχον εκεί και άλλοι λόγοι, μετά των οποίων θα διελέγετο θεολογικώς και θα εξεπαίδευον όλοι ομού τους άλλους μοναχούς, ευχαρίστως τον έκανε να επιλέξη μεταξύ πολλών περιφήμων Μονών του Αγίου Όρους το Βατοπαίδιον, διά να εγκαταβιώση εκεί μετά ταπεινότητος» τον διαβεβαίωσαν ότι έπραξε άριστα.
………Κατά τη δεκαετία (1506-1516) που παρέμεινε στη μονή Βατοπαιδίου, στο εργαστήρι αυτό της αγιότητος και της σοφίας, ο πολυτάλαντος Μάξιμος ασχολήθηκε και με τη συγγραφή. Συγκεκριμένα με την υμνογραφία και τη σύνθεση ενός Παρακλητικού Κανόνος στον Τίμιο Πρόδρομο, τον προστάτη των μοναχών και πέντε επιγραμμάτων: Ένα στον πατριάρχη Ιωακείμ, δύο στον άγιο Νήφωνα Β΄, ένα στον μεγάλο ρήτορα και φιλόσοφο Μανουήλ και ένα στον ηγεμόνα της Βλαχίας Νεάγκο. Κατά τον καθηγητή Π. Χρήστου ο όσιος Μάξιμος αποτελεί «μία από τις μεγαλύτερες θεολογικές προσωπικότητες της μεταβυζαντινής εποχής», ενώ κατά την εκεί παραμονή του, όπως ο ίδιος μας πληροφορεί, «ή μονή ήταν πλέον λαύρα, σκήτη, και ακολουθούσε το σύστημα τής ημικοινοβιακής ζωής».
………Η φήμη του αγίου Μαξίμου έφθασε πέρα από το Αγιον Όρος. Ο σλαβικός κόσμος, που έτρεφε από παλαιά μεγάλη ευλάβεια για τον ιερό Αθωνα και είχε πνευματικούς δεσμούς ιδιαίτερα με τη μονή Βατοπαιδίου, βρισκόμενος σε μεγάλη ανάγκη ζητούσε εσπευσμένα πνευματική βοήθεια. Ο πρεσβευτής της Μόσχας στην Κωνσταντινούπολη Αντρέγιεφ Βασίλειος Καρόμπωφ με τη διαμεσολάβηση του Οικουμενικού Πατριάρχου Θεολήπτου Α΄ (1513-1522) σε έκθεση του προς τον μεγάλο Ρώσο ηγεμόνα Βασίλειο Ιβάνοβιτς έγραφε: «Τότε, (μετά δηλαδή την αδυναμία του Βατοπαιδινού μοναχού Σάββα λόγω γήρατος και ασθενείας να μεταβεί στη Ρωσία) ο ηγούμενος της μονής Βατοπεδίου Άνθιμος και η Ιερά Επιστασία, προέκριναν τον μοναχόν Μάξιμον, μόνον κατάλληλον, ως η Υμετέρα Αυτοκρατορική Μεγαλειότης θα αντελήφθη, μετά τον Σάββαν να φέρη εις πέρας το έργον σας. Είναι βαθύς μελετητής των Γραφών και ικανότατος μεταφραστής τόσον των θύραθεν, όσον και των Ιερών βιβλίων. Εσπούδασεν εις την Εσπερίαν πολλά έτη, και ως με διαβεβαίωσεν η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότης Θεόληπτος ο Α΄, κάτοχος μεγάλης μορφώσεως και γνώστης των διεθνών πνευματικών ρευμάτων, αλλά και των προβλημάτων της κατ’ Ανατολάς Εκκλησίας. Ο Παναγιώτατος επέδειξεν Ιερόν ζήλον και η Μήτηρ Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως έλαβε σοβαρώς υπ΄ όψιν το γεγονός της αποστολής εις την Μοσχοβίαν τοιούτου ανδρός, δια την εφαρμογήν των σχεδίων Σας».
………Ο φιλόθεος και φιλομαθής ηγεμόνας Βασίλειος Ιβάνοβιτς ήθελε κάποιον πολυμαθή άνδρα, για να προβεί στη διόρθωση των εκκλησιαστικών βιβλίων, που είχαν με τον καιρό αλλοιωθεί η είχαν λανθασμένα αντιγραφεί η μεταφρασθεί. Επρόκειτο μάλιστα για τα απαραίτητα λειτουργικά βιβλία, όπως το ψαλτήρι, το ευαγγέλιο και η θεία λειτουργία. Για το μεγάλο και σπουδαίο αυτό έργο επελέγη ο Μάξιμος. Συνοδευόμενος από τους Βατοπαιδινούς πατέρες ιερομόναχο Νεόφυτο και μοναχό Λαυρέντιο, που γνώριζαν τα ρωσικά, έφθασαν στις αρχές του 1518 στη Μόσχα μέσω Κριμαίας. Εκεί τον υποδέχθηκε ο ηγεμόνας με τιμές και όρισε να μένει στη μονή των Θαυμάτων, συντηρούμενος από τα ανάκτορα. Η πλούσια αυτοκρατορική βιβλιοθήκη εξέπληξε τον σοφό Μάξιμο. Αμέσως άρχισε το ερμηνευτικό του έργο με τη μετάφραση του ψαλτηρίου και την παράθεση αγιοπατερικών σχολίων. Μετά ενάμισυ χρόνο παρέδωσε ολοκληρωμένη τη σπουδαία αυτή εργασία του, γράφοντας στον ηγεμόνα: «Λύτρωσε μας, από τη θλίψι του πολυχρόνιου αποχωρισμού, επίστρεφε μας με ασφάλεια στο τίμιο μοναστήρι του Βατοπεδίου, που ήδη από καιρό μας περιμένει με πόθο. Δώρισε μας, ώστε να εκπληρώσουμε τις μοναχικές μας υποσχέσεις εκεί όπου τις δώσαμε μπροστά στο Χριστό και στους φοβερούς του Αγγέλους κατά την ημέρα της κουράς. Απόλυσε μας γρηγορώτερα εν ειρήνη για να διακηρύξουμε και στους εκεί ευρισκομένους ορθοδόξους τους βασιλικούς σου άθλους …».
………Ο ηγεμόνας δεν επέτρεψε στον Μάξιμο να αναχωρήσει, αλλά θαυμάζοντας την εξαιρετική ερμηνευτική του εργασία, του έδωσε άφθονη ύλη από την Αγία Γραφή, τους Λόγους των Αγίων Πατέρων και τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας, για να συνεχίσει το έργο του, μαζί με την αποκάθαρση των λειτουργικών βιβλίων. Παραμένοντας ο θείος Μάξιμος επί πολύ στη Ρωσία μάθαινε εκτός της γλώσσης τα ήθη κι έθιμα του τόπου. Παρατηρούσε πως η πίστη των χριστιανών δεν ήταν βαθειά και δεν υπήρχε σαφής γνώση ούτε των βασικών δογμάτων της πίστεως. Δεισιδαιμονίες, παγανιστικές δοξασίες και διάφορες μορφές μαγείας επηρέαζαν τους πιστούς. Αναγκάσθηκε να γράψει και να μιλήσει αυστηρά για όλα αυτά τα παράτυπα και παράδοξα, ώστε ορισμένοι να τον συκοφαντήσουν και να τον αντιπαθήσουν πολύ. Δημιουργήθηκε ένας ισχυρός εχθρικός κύκλος εναντίον του, που δεν ανεχόταν επ΄ ουδενί τις δίκαιες παρατηρήσεις του για παρατυπίες, παρανομίες, υποκρισίες και δολιότητες που έπρατταν. Η εναντίον του ένταση μεγάλωσε, όταν υποστήριξε επίμονα την ακτημοσύνη των ιερών μονών και την αμεριμνία των μοναχών από την τεράστια περιουσία τους, όπου σε αυτή υπήγονταν ολόκληρα χωριά, που δημιουργούσαν προβλήματα και ταραχές και απομάκρυναν τους μοναχούς από την προσευχή και ησυχία. Επίσης δεν δίστασε να ελέγξει και αυτόν τον ηγεμόνα για λάθη του. Έτσι οι εχθροί του συσπειρώθηκαν και τον κατηγόρησαν βάναυσα στον ηγεμόνα ότι εργάζεται εναντίον του. Τέλος τον οδήγησαν σε σκηνοθετημένη δίκη, όπου τον καταδίκασαν ως αιρετικό, για ηθελημένα λάθη του στις μεταφράσεις των εκκλησιαστικών βιβλίων. Παρότι ζήτησε συγχώρεση γονυπετής και μετά δακρύων για τα τυχόν λάθη του, δεν του δόθηκε. Κλείσθηκε σε κελλί παρακείμενης μονής ως φυλακισμένος. Του απαγορεύθηκε η μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων, ο εκκλησιασμός, η μελέτη, οι επισκέψεις και οι έξοδοι. Έγκλειστος επί μία εξαετία υπέμεινε στερήσεις από την πείνα, το ψύχος, την υγρασία, τη μόνωση, την έλλειψη βιβλίων και γραφίδος. Τον παραμυθούσε μόνο η προσευχή. Εκεί δέχθηκε την επίσκεψη ουράνιου αγγέλου. Γεμάτος χαρά συνέθεσε κανόνα στο Άγιον Πνεύμα, που έγραψε με κάρβουνο στον τοίχο της φυλακής του.
………Οι συνεχείς και δίκαιες διαμαρτυρίες του αγίου Μαξίμου για την άδικη καταδίκη του στη μονή Βολοκολάμσκ ανάγκασαν τον μητροπολίτη Μόσχας Δανιήλ να συγκαλέσει σύνοδο το 1531, η οποία τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη στη μονή Ότροτς της πόλης Τβέρης και σε συνεχή στέρηση της θείας μεταλήψεως. Ο άγιος έμεινε τιμωρημένος επί εικοσαετία. Κατά τη διάρκεια της φυλακίσεως του συνέταξε ομολογία ορθοδόξου πίστεως και δύο απολογητικούς λόγους για τις διορθώσεις των ρωσικών εκκλησιαστικών βιβλίων. Μετά τον θάνατο του ηγεμόνος Βασιλείου και ο νέος Ιβάν Βασίλεβιτς συνέχιζε να επιμένει και να μη του επιτρέπει την ποθητή επιστροφή του στη μονή της μετανοίας του, τη μονή Βατοπαιδίου. Παρά τη μεσολάβηση των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Διονυσίου και Αλεξανδρείας Ιωακείμ ο νέος ηγεμόνας δεν επέτρεψε την επιστροφή του Μαξίμου στο εράσμιο Άγιον Όρος. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να βελτιώσουν κάπως τις άθλιες συνθήκες διαβιώσεως του στην ειρκτή και να του επιτραπεί η μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων.
………Τις θλίψεις και δοκιμασίες του θεωρούσε παραχωρήσεις παιδαγωγικές του Θεού προς ανάνηψη, μετάνοια και σωτηρία. Έτσι δεν επέτρεψε στον εαυτό του να απογοητευθεί από την αγνωμοσύνη και την κακεντρέχεια ορισμένων και υπέμεινε την αδικία ελπιδοφόρα. Τον παρηγορούσε η καθαρή του συνείδηση, η θερμή πίστη και η αγάπη των φίλων της αρετής. Μετά από 25 χρόνια σκληρής κάθειρξης ο όσιος Μάξιμος απελευθερώθηκε το 1551 με τις ενέργειες του ηγουμένου της μονής του Αγίου Σεργίου Αρτεμίου και ορισμένων ενάρετων βογιάρων. Ο διώκτης του ηγεμόνας έφθασε να τον τιμά, να τον συμβουλεύεται και να νουθετείται από τον ταπεινό ομολογητή και πολύσοφο οσιομάρτυρα. Τα τέλη του ήταν ειρηνικά και τιμημένα.
………Εκοιμήθη στη Λαύρα του Άγιου Σεργίου στις 21 Ιανουαρίου 1556 σε ηλικία 86 ετών. Τα 38 έτη τα διήλθε στερημένος της ελευθερίας του, μέσα σε σκληρές κακουχίες, απάνθρωπες συνθήκες, βασικές στερήσεις και δυνατούς πόνους. Εντούτοις δεν κάμφθηκε, αλλά συνέχιζε, όσο μπορούσε, αναλώνοντας όλες του τις δυνάμεις υπέρ της αναμορφώσεως της Ρωσικής Εκκλησίας και του παρασυρμένου σε πάθη ρωσικού λαού. Όταν του επιτρεπόταν και μέσα στη φυλακή, δεν έπαυε να γράφει, να μεταφράζει και να επιστολογραφεί προς φωτισμό κλήρου και λαού.
………Το συγγραφικό, μεταφραστικό και επιστολογραφικό του έργο είναι αρκετά πλούσιο και ποικίλο. Αναφέρεται σε δογματικά, απολογητικά, ερμηνευτικά, ηθικά και κοινωνικά θέματα και είχε μεγάλη απήχηση στον λαό. Νωρίς τιμήθηκε ως άγιος. Πολλοί τον ονόμαζαν «μέγα διδάσκαλο», «προφήτη», «άγιο», «όσιο», «φωτιστή των Ρώσων» και «θαυματουργό». Ο μητροπολίτης Μόσχας Πλάτων (+1812) κατεσκεύασε περίτεχνη λάρνακα και κουβούκλιο για το τίμιο λείψανο του αγίου. Ο αρχιμανδρίτης Αντώνιος της Λαύρας του Αγίου Σεργίου το 1833 έκτισε παρεκκλήσιο επί του τάφου του αγίου.
………Στον πρόλογο των έργων του οσίου Μαξίμου, που εκδόθηκαν το 1859 από την Ακαδημία του Καζάν στη σλαβονική γλώσσα, αναφέρεται: «Η εποχή με την όποια σχετίζεται η διαφωτιστική δράσις στην Ρωσία του οσίου Μαξίμου του Γραικού, ήταν εποχή διαφόρων θλιβερών συγχύσεων, που εν μέρει μεν προήλθαν από ξένες επιδράσεις, εν μέρει δε από εσωτερικές αιτίες. Σε μία τέτοια δύσκολη εποχή μας ήλθε από την Ελλάδα αυτός ο επιφανής και μορφωμένος άνδρας. Η ορθόδοξη Ελλάδα στο πρόσωπο του έδωσε την πλέον «εύκαιρον βοήθειαν» στην Εκκλησία μας για την προστασία της πίστεως, την οποία αυτή της παρέδωσε και η οποία εκείνη την εποχή άρχισε να απειλείται από τέτοιους κινδύνους. Έμαθε την ρωσική και την σλαβονική γλώσσα. Γνώρισε την θρησκευτική και ηθική κατάστασι της Ρωσίας, τις ανάγκες και τις ελλείψεις της. Παρακολουθούσε προσεκτικά όλα όσα συνέβαιναν σ΄ αυτήν και αποφαινόταν για κάθε ιδιαίτερο γεγονός με τους φωτισμένους λόγους του.
………»Προστάτευσε την Ρωσική Εκκλησία από τις αξιώσεις της Εκκλησίας της Ρώμης. Έγραψε εναντίον των ορθολογιστικών διδασκαλιών της δυτικής μεταρρυθμίσεως, εναντίον των Ιουδαίων, των παγανιστών και των μωαμεθανών.
………»Διόρθωσε τα λειτουργικά εκκλησιαστικά βιβλία. Ερμήνευσε τις εκκλησιαστικές τελετές. Αναίρεσε τις διάφορες ψευδείς και δεισιδαίμμονες διηγήσεις που κυκλοφορούσαν στον λαό. Νουθετούσε τις αλήθειες της πίστεως και της ηθικής καθένα που προσέτρεχε κοντά του για συμβουλή. Μετέφρασε μερικά πατερικά έργα. Γενικά ενεργούσε με τέτοιο τρόπο ώστε εμόρφωσε πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι μπορούσαν να συνεχίσουν μετά τον θάνατό του το μεγάλο έργο της πνευματικής διαφωτίσεως της Ρωσίας που άρχισε αυτός.
………»Οι σύγχρονοί του δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν την αξία του Μαξίμου. Για τα σκοτισμένα από την αμάθεια μάτια τους ήταν πολύ απρόσιτο αυτό το φως της αληθείας, με το οποίο απεκάλυπτε μπροστά τους τις πλάνες και τα ελαττώματα τους Για τους μεγάλους κόπους του του ανταπέδωσαν σκληρούς διωγμούς και μακροχρόνιες φυλακίσεις σε μοναστήρια. Για μας όμως είναι ανεκτίμητα τα έργα του, στα οποία αντανακλά πλήρως η υψηλή και φωτεινή του προσωπικότης και τα σκοτεινά γνωρίσματα της εποχής του».
………Ο βαθύς μελετητής του βίου και του έργου του καθηγητής Γρηγόριος Παπαμιχαήλ γράφει περί αυτού: «Εκ των συγγραφών του Μαξίμου συνάγεται ότι διά των ενδελεχών αυτού μελετών απεκρυστάλλωσεν οριστικώς εν Άθω την θεολογικήν και φιλοσοφικήν αυτού κοσμοθεωρίαν, τας κυρίας γραμμάς της οποίας ορίζει εν οις έγραψε κατά τας διαφόρους περιστάσεις και αφορμάς. Κύριον αυτού χειραγωγόν έχων την θεολογίαν, ύπατον αυτής μύστην εδέχετο τον Ιωάννην Δαμασκηνόν, ον έτασσεν «υπέρ την φιλοσοφίαν», διότι ήτο, κατ΄ αυτόν, σοφώτατος και μέγας θεολόγος».
………Κατά τον καθηγητή Βλάσιο Φειδά ο θείος Μάξιμος υπήρξε «κληρονόμος του ελληνικού πνεύματος, κάτοχος υψηλής ελληνολατινικής παιδείας, δημιουργός ενός χριστιανικού ανθρωπισμού, κατέστη εν Ρωσία ο κήρυξ του αληθούς χριστιανισμού. Η ρωσική παράδοσις παρέστησε τον Μάξιμον ως κήρυκα της ακραιφνούς θεολογίας, ως διδάσκαλον της ιεράς φιλοσοφίας, ως μάρτυρα εις Ρωσίαν, ως θαυματουργός Μάξιμος ο Γραικός εμφανίζεται εν Ρωσία, διά του έργου του, ως εν φαινόμενον άνευ προηγουμένου, φιλόλογος και ιστορικός, θεολόγος και φιλόσοφος, ποιητής και ρήτωρ, άμα δε και διαπρεπής κριτικός, εγένετο φορεύς των νέων δεών εν Ρωσία εις εποχήν συνεχών πνευματικών ζυμώσεων, αμφιρρόπων τάσεων και αγώνος νέων θρησκευτικών και εκκλησιαστικών ιδεών. Διά του αγώνος του θαρραλέως υπέδειξε πόσον η Ρωσία τότε απείχε του αληθούς χριστιανικού ιδεώδους».
………Ο σοφός καθηγούμενος της ιεράς μονής Οσίου Γρηγορίου αρχιμανδρίτης Γεώργιος γράφει χαρακτηριστικά και χαριτωμένα: «Ο ταπεινός και σοφός Μάξιμος ο Γραικός ήλθε το 1506 στο Άγιον Όρος για να γίνει γνήσιος αγιορείτης μοναχός. Έγινε αγιορείτης. Ως αγιορείτης μετέβη στην Ρωσία. Έμεινε αγιορείτης. Υπέμεινε ως αγιορείτης. Εδίδαξε και έδρασε ως αγιορείτης. Η εντύπωσίς μου είναι ότι πέρασε από τον ουμανισμό, αλλά ποτέ δεν έγινε κατά βάθος ουμανιστής. Μέσα στην ορθόδοξο πατερική και αγιορειτική παράδοση υπήρχαν όλα τα στοιχεία που μπορούσαν να αναδείξουν τον άγιο Μάξιμο σε πρώτου μεγέθους πνευματικό διδάσκαλο και αναμορφωτή της Ρωσικής Εκκλησίας και κοινωνίας. Βλέπω έτσι τον άγιο Μάξιμο να έχη πολλά κοινά στοιχεία με τον φωτιστή των Ελλήνων άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, τον ισαπόστολο, και να είναι πρόδρομός του. Και οι δύο έτυχαν θύραθεν μορφώσεως _αν και ο άγιος Κοσμάς όχι τόσο μακράς και λιπαράς όσο ο άγιος Μάξιμος. Και οι δύο αναπαύθηκαν όχι στην αυτονομημένη ανθρώπινη σοφία και γνώση, αλλά στην θεία σοφία του Ευαγγελίου του Χριστού. Και οι δύο δέχθηκαν και αφομοίωσαν την ορθόδοξο αγιορειτική και πατερική παράδοσι. Έμειναν πάντα αγιορείται και έδωσαν και μέσα στον κόσμο την μαρτυρία τους ως αγιορείται. Ο άγιος Μάξιμος είναι καύχημα της ορθοδόξου Εκκλησίας μας, του ελληνορθοδόξου γένους μας, του Αγίου Όρους. Νομίζω ότι οι κατωτέρω λέξεις του Ρώσου Βασσιανού περικλείουν την ουσιαστική προσφορά του αγίου Μαξίμου στον Ρωσικό λαό: «μόνον τώρα διά του Μαξίμου εγνωρίσαμεν τον Θεόν». Ο βαθύς σεβασμός που τρέφει μέχρι σήμερα ο ευσεβής ρωσικός λαός στο Άγιον Όρος οφείλεται ασφαλώς και στην προς αυτόν προσφορά του Αγίου Μαξίμου του Γραικού και αγιορείτου».
………Τα συγγράμματα του αγίου Μαξίμου αντιγράφηκαν και διαδόθηκαν ταχύτατα. Εμφανίσθηκαν βίοι και εικόνες του σε μονές και ναούς σχεδόν αμέσως μετά την κοίμησή του. Εγράφησαν περιγραφές θαυμάτων του και ιερές ακολουθίες προς τιμή του. Ο τάφος του στη μονή Ζαγκόρσκ έγινε σύντομα λαϊκό προσκύνημα. «Η πίστη κι η αναγνώριση του λαού προηγείται κάθε άλλης διάταξης. Η επίσημη ανακήρυξη έχει το χαρακτήρα της επικύρωσης της υπάρχουσας παράδοσης και της γενικότερης προβολής και τιμής του Αγίου. Γι΄ αυτό και αρχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, σ’ αντίθεση μ΄ ό,τι συμβαίνει στην Καθολική, είναι ότι με την επίσημη αναγνώριση δεν αγιοποιεί, αλλά απλά αναγνωρίζει την υπάρχουσα και από το εκκλησιαστικό πλήρωμα μαρτυρούμενη αγιότητα. Ως τέτοια πρέπει να θεωρηθεί η επίσημη αναγνώριση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (έπειτα από πρόταση της Εκκλησίας της Ελλάδος)” η δεύτερη από τη Ρωσική Εκκλησία».
………Έτσι ο μητροπολίτης Άρτης κυρός Ιγνάτιος, κατόπιν εγγράφου αιτήματος του κ. Κωνσταντίνου Τσιλιγιάννη της 20 Δεκεμβρίου 1985, απέστειλε έγγραφο προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος στις 10 Ιανουαρίου 1986, διά του οποίου ζητούσε την αγιοκατάταξή του Αρτηνού Μαξίμου. Η Ιερά Σύνοδος ανέθεσε στον πρωτοπρεσβύτερο Ευάγγελο Μαντζουνέα τη μελέτη και την υποβολή εκθέσεως σχετικής προς Αυτήν, και αφού έκανε δεκτή την πρόταση απέστειλε τα στοιχεία προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο διά της από 1 Φεβρουαρίου 1988 επιστολής της. Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αναγνώρισε την αγιότητα του ιερού Μαξίμου στις 31 Μαΐου 1988 και το γνώρισε στην Εκκλησία της Ελλάδος διά επισήμου πατριαρχικού γράμματος.
………Αμέσως μετά αναγνωρίσθηκε και από την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Μόσχας και πάσης Ρωσίας, παρότι ετιμάτο ως άγιος στη Ρωσία ένα αιώνα μετά την κοίμηση του. Από τις 6 μέχρι τις 9 Ιουνίου 1988, έγιναν επίσημες τελετές στη Λαύρα του Αγίου Σεργίου του Ζαγκόρσκ προς τιμήν του αγίου.
………Ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης καθώς και ο Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός συνέθεσαν πλήρη ασματική ιερά ακολουθία προς τιμήν του αγίου.
………Η μνήμη του τιμάται στις 21 Ιανουαρίου ενώ η ανακομιδή και μετακομιδή των τιμίων λειψάνων του στις 12 Ιουλίου.
Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι,
έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007

vatopaidi 

agioritikesmnimes

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Διάψευση Προτεσταντικών θέσεων από πρωτοχριστιανικό σύγγραμμα του 150 μ Χ.

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Ιανουαρίου, 2014

Ο άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής, διαψεύδει την Προτεσταντική θεώρηση περί αναγέννησης και Θείας Ευχαριστίας.
Είναι γνωστό ότι οι θρησκευτικές ομάδες που έχουν Προτεσταντική καταβολή, όπως οι διάφορες «Ευαγγελικές» θρησκευτικές ομάδες, οι διάφορες «Πεντηκοστιανές ομάδες» κτλ, δέχονται ότι πρέπει ο άνθρωπος πρώτα να «αναγεννηθεί», και στην συνέχεια να βαπτιστεί στο νερό. Επίσης, δεν δέχονται ότι ο άρτος και ο οίνος της Θείας Ευχαριστίας, είναι πραγματικά Σώμα και Αίμα Χριστού, αλλά απλά σύμβολα, ή στην καλύτερη των περιπτώσεων, ότι είναι «δια της πίστεως» Σώμα και Αίμα Κυρίου, χωρίς να είναι στην πραγματικότητα. Οι ισχυρισμοί τους βασίζονται σε αυθαίρετες ερμηνείες αγιογραφικών χωρίων, και όχι όπως διαχρονικά αυτά ερμηνεύονται θεοπνεύστως από την Ορθόδοξη Εκκλησία του Ιησού Χριστού, που είναι ο στύλος και η βάση της αλήθειας, κατά τον απόστολο Παύλο (Ά Τιμοθέου, 3:15). Πάνω σε αυτά τα θέματα, έχουν γραφτεί αρκετά, που δείχνουν καθαρά με βάση τιςαρχέγονες πηγές, τόσο από θεολογικής πλευράς όσο και ιστορικής, ότι η αρχαία Εκκλησία πίστευε Ορθόδοξα, όπως πιστεύουμε και σήμερα, αλλά και σε όλους τους αιώνες. Δεν θα θέλαμε όμως να επαναλάβουμε τα ίδια. Όποιος επιθυμεί, μπορεί να μελετήσει τα στοιχεία που παρατίθενται εδώ (όσον αφορά την αναγέννηση), εδώ (όσον αφορά το βάπτισμα), και εδώ(όσον αφορά την Θεία Ευχαριστία). Στο σημερινό, θα δείξουμε πως ο διαψεύδονται οι ισχυρισμοί των αιρετικών, από την πρώτη Απολογία του αγίου Ιουστίνου του Μάρτυρα, που είναι γραμμένη περίπου το 150 μ Χ. Πάρα πολύ κοντά στα χρόνια των αγίων Αποστόλων.
Περί της πρώτης Απολογίας του Ιουστίνου του Μάρτυρα.
Η «Απολογία» ως φιλολογικό είδος, συναντάται κυρίως στον Β’ αιώνα. Το περιεχόμενο είναι «απολογητικό» όπως μαρτυρά και η ίδια η ονομασία, και ο σκοπός της είναι η κατάρριψη των άδικων κατηγοριών που διατύπωναν οι εκτός Εκκλησίας εναντίων των Χριστιανών, και από την άλλη η προσπάθεια διαφωτισμού περί της Χριστιανικής πίστης. Πέρα από αυτά, οι «Απολογίες» ήταν παράλληλα βοήθημα για τους ίδιους τους πιστούς, προκειμένου να καταρτιστούν, ώστε να είναι «πάντοτε έτοιμοι εις απολογίαν μετά πραότητος και φόβου προς πάντα τον ζητούντα από σας λόγον περί της ελπίδος της εν υμίν» (Ά Πέτρου, 3:15). 
Έτσι, σύμφωνα με τον καθηγητή πατρολογίας, Στ. Παπαδόπουλο,  «[..] ήσαν κυρίως απολογητικά εγχειρίδια στα χέρια των ιδίων των πιστών, απευθύνονταν πρώτα στους πιστούς και ύστερα στους απίστους» (Ά Τόμος Πατρολογίας, σελ. 115).
Βάση ιστορικών δεδομένων, κατά τον καθηγητή Π. Χρήστου, το έργο τοποθετείται μεταξύ του 148- 154 , με πιθανότερη την εκδοχή να γράφτηκε το 150. Όπως και αν έχει, είναι έργο που ανήκει στον δεύτερο μεταποστολικό αιώνα, το οποίο μας παρέχει πολύτιμα στοιχεία από ιστορικής πλευράς. Απευθύνεται στον Αντωνίνο τον Ευσεβή (138-161), «[..] υπέρ των εκ παντός γένους ανθρώπων αδίκως μισουμένων [..]», όπως αναφέρεται στο πρώτο κεφάλαιο της Απολογίας.
Κυρίως, στο παρόν, μας ενδιαφέρουν τα τελευταία κεφάλαια του έργου, όπου ο άγιος Ιουστίνος εκθέτει την πίστη των Χριστιανών περί του βαπτίσματος και της Θείας Ευχαριστίας. Συγκεκριμένα, αναφέρει περί του βαπτίσματος ότι είναι «φωτισμός», ότι τελείται κατά τον Τριαδικό τύπο, και ότι είναι αρχή της αναγέννησης. Για την Θεία Ευχαριστία, αναφέρει ότι έχουμε προσφορά άρτου, νερού, και κράματος, αναφέρει ότι έχουμε ευχές και ευχαριστία προς τον Θεό εκ μέρους της Εκκλησίας διά του προεστώτος, και αναφέρεται ότι μετέχουν οι Χριστιανοί πραγματικού Σώματος και Αίματος Χριστού. Επειδή πρόκειται περί ιερών Μυστηρίων, ο Απολογητής δεν εισέρχεται σε λεπτομέρειες, δεδομένου ότι απευθύνεται σε μη Χριστιανούς, δηλαδή σε αμύητους. Αναφέρεται σε όσα έπρεπε να αναφερθεί.
Περί βαπτίσματος στο νερό- αναγέννησης (Κεφάλαια 61, 65).
«Όσοι αν πεισθώσι και πιστεύωσιν αληθή ταύτα τα υφ’ ημών διδασκόμενα και λεγόμενα είναι, και βιούν ούτω δύνασθαι υπισχνώνται, εύχεσθαί τε και αιτείν νηστεύοντες παρά του Θεού των προημαρτημένων άφεσιν διδάσκονται, ημών συνευχομένων και συνηστευόντων αυτοίς. Έπειτα άγονται υφ’ ημών ένθα ύδωρ εστί, και τρόπον αναγεννήσεως, ον και ημείς αυτοί ανεγεννήθημεν, αναγεννώνται· επ’ ονόματος γαρ του Πατρός των όλων και Δεσπότου Θεού και του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και Πνεύματος αγίου, το εν τω ύδατι τότε λουτρόν ποιούνται». (ΕΠΕ 1, Αγίου Ιουστίνου έργα, σελ. 180).
Το οποίο σε μετάφραση, είναι:
«Όσοι πεισθούν και πιστεύουν ότι είναι αληθινά αυτά τα οποία διδάσκομεν και λέγομεν, και υποσχεθούν ότι δύνανται να ζήσουν ούτως, διδάσκονται να εύχονται και να ζητούν νηστεύοντες άφεσιν των αμαρτιών των από τον Θεόν, ενώ ημείς συμπροσευχόμεθα και συννηστεύομεν με αυτούς. Έπειτα οδηγούνται από ημάς εκεί όπου είναι ύδωρ και αναγεννώνται καθ’ ον τρόπον αναγεννήθημεν και ημείς· διότι τότε λαμβάνουν το εις το ύδωρ λουτρόν εις το όνομα του Πατρός του σύμπαντος και Δεσπότου Θεού και του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και του αγίου Πνεύματος».
Ο άγιος Ιουστίνος αναφέρεται στο Μυστήριο του Βαπτίσματος. Αν και δεν αναφέρει άμεσα την λέξη «μυστήριο», εν τούτοις, υπάρχουν έμμεσες αναφορές. Το ίδιο ισχύει και για την Θεία Ευχαριστία, όπως θα δούμε παρακάτω. Ο ιερός Χρυσόστομος θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε τι εννοούμε όταν λέμε «μυστήριο». Στην έβδομη ομιλία του, στην «Πρώτη προς Κορινθίους επιστολή» του αποστόλου Παύλου, γράφει: 
«Μυστήριον καλείται, ότι ουχ άπερ ορώμεν πιστεύομεν, αλλ’ ετέρα ορώμεν και ετέρα πιστεύομεν». 
Δηλαδή, άλλο φαίνεται και άλλο είναι. Έχει, λοιπόν, δύο διαστάσεις. Η μία είναι μία πράξη που γίνεται κατά ορατό τρόπο και την βλέπουμε, και η άλλη πράξη επιτελείται από την χάρη του Αγίου Πνεύματος, την οποία δεν την βλέπουμε, και όμως ενεργείται. Στην προκειμένη περίπτωση, το βάπτισμα στο νερό είναι η εξωτερική πράξη που φαίνεται, ενώ η αναγέννηση που ξεκινάει στην ψυχή του βαπτιζόμενου, δεν φαίνεται με τα φυσικά μας μάτια. Διότι, εάν το βάπτισμα στο νερό επρόκειτο απλά και μόνο για μια «τελετή», τότε δεν θα είχε την δύναμη να εισάγει τον άνθρωπο στην αναγέννηση. Επίσης, το ότι δεν πρόκειται για μια απλή τελετή, φαίνεται και από το γεγονός ότι όλο το εκκλησίασμα συμμετέχει με προσευχές και με νηστείες. 
Τα στοιχεία της προσευχής και της νηστείας, «[..] είχαν και τον χαρακτήρα της αποτάξεως του σατανά, μέσα στα πλαίσια της γενικότερης θεολογίας του βαπτίσματος» (Ά Τόμος Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Βλ. Φειδά, σελ. 257).
Και ακόμα ένα στοιχείο, είναι ότι οι Χριστιανοί βαπτίζονται στο όνομα της Αγίας Τριάδας. Συνεπώς, από αυτό το πρώτο απόσπασμα, βλέπουμε ότι για τους Χριστιανούς, το βάπτισμα στο νερό είναι Μυστήριο, καθώς επενεργεί η χάρη του Αγίου Πνεύματος, κάτι που δεν δέχονται οι Προτεστάντες. Επίσης, με το άγιο βάπτισμα, ο άνθρωπος εισάγεται στην πορεία της αναγέννησης, και δεν βαπτίζεται επειδή είναι ήδη «αναγεννημένος». Αναγέννηση χωρίς βάπτισμα στο νερό δεν υπάρχει. Και αυτό τελείται στο όνομα της Αγίας Τριάδας, κάτι που αντικρούει τους ισχυρισμούς των Αντιτριαδικών ομάδων.
Στο ίδιο κεφάλαιο, το βάπτισμα καλείται επίσης και «φωτισμός». Είναι στοιχείο που αποδεικνύει ότι δεν είναι απλές καταδύσεις σε νερό.
«Καλείται δε τούτο το λουτρόν φωτισμός, ως φωτιζομένων την διάνοιαν των ταύτα μανθανόντων» (ΕΠΕ 1, σελ. 182).
Δηλαδή: «Καλείται δε τούτο το λουτρόν φωτισμός, διότι οι δοκιμάζοντες ταύτα φωτίζονται εις την διάνοιαν».
Μία ακόμη σχετική αναφορά, βρίσκεται στο κεφάλαιο 65, όπου γράφει ο άγιος:
«Ημείς δε μετά το ούτως λούσαι τον πεπεισμένον και συγκατεθειμένον επί τους λεγομένους αδελφούς άγομεν, ένθα συνηγμένοι εισί, κοινάς ευχάς ποιησόμενοι υπέρ τε εαυτών και του φωτισθέντος και άλλων πανταχού πάντων ευτόνως, όπως καταξιωθώμεν τα αληθή μαθόντες και δι’ έργων αγαθοί πολιτευταί και φύλακες των εντεταλμένων ευρεθήναι, όπως την αιώνιον σωτηρίαν σωθώμεν» 
(ΕΠΕ 1, σελ. 190).
Που σημαίνει: « Ημείς δε, αφού λούομεν ούτως εκείνον ο οποίος έχει πεισθεί και συγκατατεθεί, τον οδηγούμεν εις τους λεγόμενους αδελφούς, όπου είναι συνηθροισμένοι , δια να απευθύνομεν ευλαβώς κοινάς ευχάς υπέρ εαυτών, υπέρ του φωτισθέντος και υπέρ των άλλων όλων πανταχού, δια να καταξιωθώμεν, μαθόντες τα αληθινά, να ευρεθώμεν δια των έργων καλοί πολίται και φύλακες των εντολών, δια να σωθώμεν με την αιώνιον σωτηρίαν».
Οι ευχές που αναπέμπει η Εκκλησία υπέρ του βαπτισθέντα, μαρτυρούν ότι το βάπτισμα ως Μυστήριο, είναι τελετουργικό. Η Εκκλησία εύχεται υπέρ του νεοφώτιστου, υπέρ των υπολοίπων, και υπέρ όλων γενικώς, ώστε να βρεθούν όλοι φύλακες των εντολών του Θεού, για την αιώνια σωτηρία. 
 Περί της Θείας Ευχαριστίας 
(Κεφάλαια 65,66,67)
Αναφέρεται στο πρώτο σχετικό απόσπασμα:
«Έπειτα προσφέρεται τω προεστώτι των αδελφών άρτος και ποτήριον ύδατος και κράματος, και ούτος λαβών αίνον και δόξαν τω Πατρί των όλων δια του ονόματος του Υιού και του Πνεύματος του αγίου αναπέμπει και ευχαριστίαν υπέρ του κατηξιώσθαι τούτων παρ’ αυτού επί πολύ ποιείται· ου συντελέσαντος τας ευχάς και την ευχαριστίαν πας ο παρών λαός επευφημεί λέγων Αμήν. Το δε Αμήν τη Εβραίδι φωνή το γένοιτο σημαίνει». 
(ΕΠΕ, 1, σελ. 190).
Δηλαδή: «Έπειτα προσφέρεται εις τον προεστώτα των αδελφών άρτος και ποτήριον ύδατος και κράματος οίνου, ούτος δε λαβών αναπέμπει αίνον και δόξαν εις τον Πατέρα του σύμπαντος δια του ονόματος του Υιού και του αγίου Πνεύματος και επί μακρόν προσφέρει ευχαριστίαν δια να αξιωθώμεν να λάβωμεν ταύτα από αυτόν· όταν δε αυτός τελειώσει τας ευχάς και την ευχαριστίαν, όλος ο παρών λαός επευφημεί λέγων, Αμήν. Το δε Αμήν εις την Εβραικήν γλώσσαν σημαίνει γένοιτο».
Βλέπουμε ότι ο Απολογητής, μιλάει για «προσφορά» άρτου, νερού, και κράματος (ανάμιξη οίνου με ύδωρ), που δίδεται από τον λαό στον προεστώτα, προκειμένου ο προεστώς, αφού ευχαριστήσει τον Θεό και αναπέμψει ευχές, να προσφέρει εκ μέρους του λαού στον Θεό, και να προχωρήσει στην ιερουργία της Θείας Μετάληψης, που θα δούμε παρακάτω. Επίσης, παρατηρούμε ότι πάντα γίνεται επίκληση στην Αγία Τριάδα, και μάλιστα «επί πολύ», που δείχνει την τάξη, την υπευθυνότητα, και την σειρά, που τελείται η Θεία Λατρεία. Και αφού τελειώσει, ο λαός αναφωνεί το Αμήν. Σε αυτήν την πρώιμη φάση της λατρείας, δεν υπάρχουν ακόμα οι ψάλτες. Λίγο αργότερα, και για λόγους τάξης, μιας και ο αριθμός των μελών πληθύνεται, ο ψάλτης αναλαμβάνει να εκπροσωπήσει τον λαό. Επίσης, το Σώμα και το Αίμα, δίδονται ξεχωριστά. Αργότερα, δίδονται μαζί και γίνεται και η χρήση της αγίας λαβίδας, πάλι για πρακτικούς λόγους. Στην Θεία Λειτουργία του Ιακώβου, διατηρείται η παλαιοχριστιανική παράδοση, να δίδεται στον κάθε πιστό, χωριστά ο μεταβληθείς άρτος και χωριστά ο μεταβληθείς οίνος. Αυτά, δεν έχουν μεγάλη σημασία. Η σημασία έγκειται στην ουσία του ιερού Μυστηρίου.
Αλλά και το παρακάτω απόσπασμα, από το κεφάλαιο 66 της Απολογίας, είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό.
«Και η τροφή αύτη καλείται παρ’ ημίν ευχαριστία, ης ουδενί άλλω μετασχείν έξον εστίν ή τω πιστεύοντι αληθή είναι τα δεδιδαγμένα υφ’ ημών, και λουσαμένω το υπέρ αφέσεως αμαρτιών και εις αναγέννησιν λουτρόν, και βιούτι ως ο Χριστός παρέδωκεν. Ου γαρ ως κοινόν άρτον ουδέ κοινόν πόμα ταύτα λαμβάνομεν· αλλ’ ον τρόπον δια λόγου Θεού σαρκοποιηθείς Ιησούς Χριστός ο Σωτήρ ημών σάρκα και αίμα υπέρ σωτηρίας ημών έσχεν, ούτω και την δι’ ευχής λόγου του παρ’ αυτού ευχαριστηθείσα τροφήν, εξ ης αίμα και σάρκες κατά μεταβολήν τρέφονται ημών, εκείνου του σαρκοποιηθέντος Ιησού και σάρκα και αίμα εδιδάχθημεν είναι. Οι γαρ Απόστολοι εν τοις γενομένοις υπ’ αυτών απομνημονεύμασιν, α καλείται ευαγγέλια, ούτως παρέδωκαν εντετάλθαι αυτοίς· τον Ιησούν λαβόντα άρτον ευχαριστήσαντα ειπείν· ‘’Τούτο ποιείτε εις την ανάμνησίν μου, τουτ’ εστίν το σώμα μου· και το ποτήριον ομοίως λαβόντα και ευχαριστήσαντα ειπείν· τούτο εστί το αίμα μου’’, και μόνοις αυτοίς μεταδούναι».
 (ΕΠΕ, 1, σελ. 192).
Που σημαίνει:
«Η τροφή αυτή καλείται εις ημάς Ευχαριστία, της οποίας δεν επιτρέπεται να μετάσχει κανείς άλλος εκτός παντός όστις πιστεύει ότι τα διδάγματα ημών είναι αληθή, υπεβλήθη εις το υπέρ της αφέσεως αμαρτιών και αναγεννήσεως λουτρόν και διάγει όπως εδίδαξεν ο Χριστός. Διότι δεν λαμβάνομεν ταύτα ως κοινόν άρτον και ως κοινόν ποτόν· αλλά καθ’ ον τρόπον ο Ιησούς Χριστός ο Σωτήρ ημών σαρκοποιηθείς δια λόγου του Θεού έλαβε και σάρκα και αίμα υπέρ της σωτηρίας ημών, ούτως εδιδάχθημεν ότι και η τροφή η αγιασθείσα δια της ευχής του παρ’ αυτού προερχομένου λόγου, εκ της οποίας το αίμα και αι σάρκες ημών τρέφονται κατά μεταβολήν, είναι σάρξ και αίμα εκείνου του σαρκοποιηθέντος Ιησού. Διότι οι απόστολοι εις τα συνταχθέντα υπ’ αυτών απομνημονεύματα, τα οποία καλούνται Ευαγγέλια, παρέδωσαν ότι ούτω διετάχθη εις αυτούς· ‘’Ο Ιησούς, λαβών άρτον και ευχαριστήσας είπεν, Τούτο να πράττετε εις την ανάμνησίν μου, τούτο είναι το σώμα μου· ομοίως λαβών το ποτήριον και ευχαριστήσας είπεν· τούτο είναι το αίμα μου’’. Και μόνον εις αυτούς μετέδωσεν».
 
Δικαίωμα μετοχής στην Θεία Ευχαριστία έχουν μόνο οι βαπτισμένοι πιστοί. Ο άρτος και ο οίνος, δεν είναι κοινό ψωμί και κρασί, αλλά καθαγιασμένα από το Άγιο Πνεύμα, με τις ευχές του προεστώταΕίναι πραγματικό Σώμα και Αίμα Χριστού, μάλιστα το ίδιο που έπαθε, πέθανε, και αναστήθηκε. Εξυπακούεται, ότι κοινωνά ο πιστός το Αναστημένο Σώμα του Κυρίου, κατά την πίστη της Εκκλησίας. Όλα αυτά, δείχνουν ότι η Θεία Ευχαριστία, είναι Μυστήριο, στο οποίο επενεργεί η άκτιστη Χάρη του Αγίου Πνεύματος. 
Ο Βλάσιος Φειδάς, σχολιάζοντας αυτά τα αποσπάσματα του Ιουστίνου του Μάρτυρα, αναφέρει: «Ο Μυστηριακός χαρακτήρας της Θ. Ευχαριστίας παρέμεινε αναλλοίωτος στην εκκλησιαστική συνείδηση και πράξη. Ο άρτος και ο οίνος με την ευλογία τους κατά την τέλεση του μυστηρίου της Θ. Ευχαριστίας μετεβάλλοντο σε σώμα και αίμα Κυρίου [..]» (Εκκλησιαστική Ιστορία, Ά τόμος, σελ. 265).
Και ο άγιος, το αιτιολογεί, από τα λόγια του ίδιου του Σωτήρα, όταν παρέδωσε στους αποστόλους το Μυστήριο. Γίνεται επίσης ξεκάθαρη αναφορά στην ύπαρξη των Ευαγγελίων, τα οποία γράφτηκαν όντως από τους ευαγγελιστές.
Στο κεφάλαιο 67, αφού αναφέρει ότι στην λειτουργία της Εκκλησίας διαβάζονται τα συγγράμματα των Αποστόλων και των Προφητών και δίδεται λόγος νουθεσίας από τον υπεύθυνο, γράφει: 
«[..] άρτος προσφέρεται και οίνος και ύδωρ, και ο προεστώς ευχάς ομοίως και ευχαριστίας, όση δύναμις αυτώ, αναπέμπει, και ο λαός επευφημεί λέγων το Αμήν, και η διάδοσις και η μετάληψις από των ευχαριστηθέντων εκάστω γίνεται, και τοις ου παρούσι δια των διακόνων πέμπεται» 
(ΕΠΕ 1, σελ. 194).
Δηλαδή: «[..] προσφέρεται άρτος και οίνος και ύδωρ, ο δε προεστώς αναπέμπει κατά δύναμιν ομοίας ευχάς και ευχαριστίας και ο λαός επευφημεί λέγων το Αμήν, και γίνεται εις έκαστον η διάδοσις και μετάληψις των καθαγιασθέντων, και στέλλονται εις τους απόντας».
Βλέπουμε πάλι, τον λειτουργικό χαρακτήρα της Χριστιανικής λατρείας, με ευχές, ευχαριστίες, με το «Αμήν» του λαού, και με την προσφορά. Άξιο παρατηρήσεως, είναι η διάκριση «προεστώτος» και «λαού». Και ενώ όλοι είμαστε σώμα Χριστού (κλήρος και λαός), ο καθένας είναι διαφορετικό μέλος του αυτού σώματος της Εκκλησίας, με διαφορετικές λειτουργίες. Συνεπώς, η διάκριση αναφέρεται μόνο στην διαφορετική λειτουργικότητα του κάθε μέλους.
Αν θα θέλαμε να σημειώσουμε το σχήμα της Χριστιανικής λατρείας, με βάση τα λόγια του αγίου Ιουστίνου, έχει ως εξής:
* Λειτουργικές ευχές και ευχαριστία.
* Αναγνώσεις από τα Ευαγγέλια και τους Προφήτες.
* Προτροπές.
* Ευχές για την Θεία Ευχαριστία (από άλλες πηγές, μαθαίνουμε ότι οι μη βαπτισμένοι αποχωρούσαν).
* Προσφορά άρτου και οίνου.
* Καθαγιασμός των τιμίων δώρων.
* Κοινωνία.
* Προσφορά.
* Ευλογία.

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιανουαρίου, 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

«Ο όσιος Μάξιμος έζησε κατά τους χρόνους του δυσσεβή Κώνστα, απόγονου του αυτοκράτορα Ηρακλείου. Δέχτηκε τις μέγιστες τιμές από τους πρώην βασιλείς, και επειδή ήταν ικανός, με τους λόγους, τους τρόπους του και τη σύνεση λόγω της μακροχρόνιας θητείας του, να προτείνει τι πρέπει να πράττουν αυτοί στα πολιτικά διοικητικά θέματα, προβιβάστηκε στο αξίωμα του πρωτοασηκρήτη  και έγινε κοινωνός της σκέψης των βασιλέων. Όταν όμως η πονηρή και έκφυλη γνώμη των μονοθελητών ως προς τον ενανθρωπήσαντα Θεό μας, δηλαδή ότι ο Χριστός έχει μία μόνο θεϊκή θέληση,  άρχισε να επικρατεί κατά ανόητο και δυσσεβή τρόπο, και οι μονοθελητές, όσον εξηρτάτο από αυτούς, διέγραφαν τη μία από τις δύο φύσεις του Χριστού, και μάλιστα όταν άρχισαν να γίνονται γνωστά  στον κόσμο διατάγματα, που ενίσχυαν την κακοδοξία και προβάλλονταν στη Μεγάλη Εκκλησία, δεν άντεξε ο όσιος να ασεβεί κι αυτός με τους ασεβείς έχοντας κοινωνία μαζί τους, γι’ αυτό και άφησε τις κοσμικές εξουσίες και προτίμησε να βρίσκεται μάλλον στον οίκο του Θεού παρά να κατοικεί στα σκηνώματα των αμαρτωλών. Πήγε λοιπόν και έμεινε στο Μοναστήρι της Χρυσούπολης και έγινε μοναχός, οπότε εκεί έγινε ύστερα και καθηγητής. Αργότερα, σαν να άναψε από θείο ζήλο, πήγε στην πρεσβυτέρα Ρώμη και έπεισε τον μακαριότατο πάπα Μαρτίνο να συγκαλέσει τοπική Σύνοδο και να αναθεματίσει τους αρχηγούς του δυσσεβούς δόγματος αυτών που είχαν παραφρονήσει πάνω στη μία θέληση του Χριστού. Έγραψε όμως και λόγους και συνέθεσε επιστολές που βεβαίωναν την ακρίβεια της ορθόδοξης πίστης με λογικές και από την αγία Γραφή αποδείξεις, προς έλεγχο αυτών που φρονούσαν αιρετικά, οπότε και τις απέστειλε παντού σε όλη την οικουμένη.
Όταν γύρισε από τη Ρώμη με τους δύο Αναστασίους τους μαθητές του, η Σύγκλητος που ομοδοξούσε με την αίρεση του βασιλιά, του ανέθεσε ευθύνες. Κι ενώ όλοι υπάκουαν στον βασιλιά, αυτός μόνος αντιστέκεται και κινεί σε αποστασία και τους άλλους, πείθοντάς τους με τις επιστολές του να φρονούν αντίθετα προς την αίρεση. Γι’ αυτόν τον λόγο στέλνεται με φρουρά κατά τη Θράκη. Και επειδή επέμενε στην ορθόδοξη πίστη, του έκοψαν το χέρι και τη γλώσσα. Και από εκεί στέλνεται σε εξορία κατά τη Λαζική. Εκεί έζησε επί τρία χρόνια, φροντίζοντας ο ίδιος τα αναγκαία για τη ζωή του, οπότε πλήρης ημερών κι αφού ασθένησε λίγο, αναπαύτηκε εν Κυρίω. Το σώμα του κατατέθηκε στη Μονή του αγίου Αρσενίου, στη χώρα εκείνη των Λαζών, επιτελώντας καθημερινά πολλά θαύματα. Λέγεται μάλιστα ότι μετά την εκτομή της γλώσσας του αποκαταστάθηκε αυτή κατά παράδοξο τρόπο από τον Θεό και ότι διακήρυσσε πάλι την πίστη του, όσο βρισκόταν εν ζωή. Από τους δύο μαθητές του, ο μεν πρεσβύτερος Αναστάσιος, αφού του έκοψαν το χέρι ίδια με τον δάσκαλό του, τον εξόρισαν μακριά, ενώ ο νεώτερος Αναστάσιος, αφού στάλθηκε σε κάποιο από τα φρούρια της Θράκης, πέθανε εκεί».
Η μνήμη του οσίου Μαξίμου του ομολογητού, του «παμμάκαρος και παμμεγίστου»,  αποτελεί για την Εκκλησία μας το αιώνιο κήρυγμα και του αίματός του που χύθηκε για χάρη της πίστεως, και των θεοπνεύστων διδασκαλιών του. Η Εκκλησία μας δηλαδή έχει τον εορταζόμενο όσιο όχι ως ένα παρελθόν, έστω και δοξασμένο – κάτι ανάλογο ίσως με τις διάφορες επετείους των εθνικών εορτών – αλλά ως ένα διαρκές παρόν της, αφού και το αίμα του (όπως και των άλλων μαρτύρων βεβαίως και διδασκάλων της Εκκλησίας) έθρεψε την Εκκλησία και οι διδασκαλίες του κράτησαν ανόθευτα την αποκάλυψη του Χριστού και το κήρυγμα των αγίων Αποστόλων και των μετέπειτα Πατέρων. Και μάλιστα τα δύο αυτά: το αίμα του και οι διδασκαλίες του ήταν άρρηκτα δεμένα μεταξύ τους, δηλαδή το αίμα του ήταν η επιβεβαίωση των ορθών διδαγμάτων του. Δεν είναι μία δική μας απλώς γνώμη για τον όσιο Μάξιμο. Είναι η κοινή πίστη της Εκκλησίας μας, εκφρασμένη διά στόματος του επίσης μεγάλου, όπως έχουμε ξανατονίσει, Πατέρα και ποιητή αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Στον κανόνα του για τον όσιο, για παράδειγμα, ο άγιος υμνογράφος σημειώνει μεταξύ άλλων: «Μέχρι σήμερα και σε όλες τους αιώνες, παμμακάριστε και παμμέγιστε Μάξιμε, το σαν του Άβελ χυμένο αίμα σου κηρύσσει στην Εκκλησία του Χριστού, με κραυγαλέα φωνή, τις θεόπνευστες διδασκαλίες σου» («Έτι σου ως Άβελ το αίμα και εις αιώνας, τα θεόπνευστα δόγματα, φωνή διαπρυσίω, τη Χριστού Εκκλησία κηρύττει, Μάξιμε παμμάκαρ και παμμέγιστε»).
Δεν έχει σημασία που ο άγιος Μάξιμος δεν έφυγε από τη ζωή αυτή μέσα από το μαρτύριο του αίματος. Έπαθε, βασανίστηκε, πληγώθηκε για την πίστη του, εξ ου και ομολογητής χαρακτηρίζεται, αλλά για την Εκκλησία μας δεν παύει να είναι και μάρτυρας όχι μόνο της συνειδήσεως αλλά και του αίματος. Όχι μόνον ο προαναφερθείς ύμνος, αλλά πολύ πιο καθαρά άλλοι ύμνοι τονίζουν τη διάσταση αυτή: «Ο μέγιστος Μάξιμος αναδείχθηκε εντελώς αληθινά και κήρυκας και μάρτυρας δι’ αίματος της ευσεβούς πίστεως του Χριστού» («Μέγιστος ο Μάξιμος, της ευσεβούς Χριστού πίστεως, παναληθώς, κήρυξ τε και μάρτυς αναδείχθη δι’ αίματος»). Και δεν πρέπει να μας παραξενεύει η παραπάνω θέση, ότι δηλαδή και το δικό του αίμα έθρεψε την Εκκλησία, διότι είναι γνωστό ότι η Εκκλησία μας, ιδρυμένη από τον Χριστό, τον πρώτο μάρτυρα, τράφηκε και τρέφεται από το αίμα πρωτίστως Εκείνου, αλλά και από τα αίματα των αγίων και εξαιρέτων μελών Του, των αγίων μαρτύρων Του. Ας δούμε πόσο ωραία, με τη λιτή και θεόπνευστη γραφίδα του, μας το τονίζει το άγιος Δαμασκηνός στον κανόνα του: «Με τη ροή του αίματός σου ποτίστηκε η Εκκλησία του Χριστού» («Τη ροή σου του αίματος καταρδευομένη η Εκκλησία Χριστού»). Για να συνεχίσει: «Γι’ αυτό και άνθισε το παραδεδομένο από τους Πατέρες δόγμα του θείου σπόρου σου, όσιε» («εξανθεί πατροπαράδοτον σου του θείου σπόρου δόγμα, όσιε»). Αν η γη που ποτίστηκε από τα αίματα ηρώων προκειμένου να διαφυλάξουν την πατρίδα τους απαιτεί την ελευθερία της και δεν ησυχάζει μέχρι να εκπληρωθεί τούτο – που σημαίνει ότι είναι θέμα χρόνου τέτοια ματωμένα χώματα να βρουν τη λευτεριά τους («την οργή των νεκρών να φοβάστε» λέει ένα ρητό) – πόσο περισσότερο τούτο ισχύει για την ίδια την Εκκλησία μας, το ζωντανό σώμα του Χριστού, που κυριολεκτικά ζει και τρέφεται από το αίμα του αρχηγού της, όπως είπαμε,  και των πιστών της; «Πύλαι γαρ Άδου ου κατισχύσουσιν Αυτής»!

Εκείνο όμως που καταιγιστικά προβάλλει η υμνολογία του οσίου σήμερα είναι όντως οι θεόπνευστες διδασκαλίες του οσίου. Αντιμετώπισε την αίρεση των μονοθελητών, των αρνουμένων δηλαδή τη διπλή θέληση του Κυρίου, ως Θεού και ανθρώπου, άρα των προεκτεινόντων τη χριστολογική αίρεση των μονοφυσιτών. Στην πραγματικότητα ο αρνούμενος ότι ο Κύριος έχει θεία και ανθρώπινη θέληση, όπως θεία και ανθρώπινη ενέργεια, αρνείται την πραγματικότητα της ενανθρώπησής Του. Και ποιος είναι ο αρνούμενος την εν σαρκί φανέρωση του Θεού, ει μη «ο μη έχων τον Πατέρα ουδέ τον Υιόν;» Γι’ αυτό και ο άγιος Δαμασκηνός επανειλημμένως και με πλήρη γνώση αναφέρεται σ’ αυτήν τη διδασκαλία του: «Μίαν φύσιν Τριάδος, μίαν θέλησιν, έφης, μίαν ενέργειαν· Θεού δε σαρκωθέντος δύο φύσεις θελήσεις, ενεργείας, εκήρυξας» (Είπες ότι είναι μία η φύση της αγίας Τριάδος, μία η θέλησή Της, μία η ενέργειά Της. Αλλά κήρυξες τις δύο φύσεις, τη θεϊκή και την ανθρώπινη δηλαδή, του σαρκωθέντος Θεού, του Χριστού, τις δύο θελήσεις και ενέργειές Του). «Κατέχοντας, Πάτερ, τους θεϊκούς λόγους σου σαν στήλη ορθοδοξίας, σεβόμαστε τον Έναν της Τριάδος, τον Χριστό, με δύο τις ουσίες και τις θελήσεις» («Στήλην ορθοδοξίας τους ενθέους σου λόγους, Πάτερ, κατέχοντες, τον ένα της Τριάδος εν δυσί ταις ουσίαις και θελήσεσι σέβομεν»).

Και γιατί τόσο αγώνας, αιματηρός μάλιστα, για κάποιους φθόγγους; Γιατί το δύο αντί το μία; Διότι, όπως είπαμε, και μία λέξη ή ένας φθόγγος μπορεί να σημάνει πλήρη αλλοίωση της αλήθειας περί Θεού και Χριστού. Ο αγώνας της Εκκλησίας δεν έγκειται στις λέξεις αλλά στα πράγματα, στην αλήθεια. Και η αλήθεια δηλώνεται με λέξεις. Δεν είμαστε οπαδοί λέξεων οι χριστιανοί επομένως, αλλά «ερασταί της αληθείας», δηλαδή «ερασταί του Χριστού». Αυτόν θέλουμε, Αυτόν επιζητούμε, συνεπώς μία αλλοιωμένη διά λέξεων εικόνα Του μας κάνει να χάνουμε την κοινωνία μαζί Του, που είναι και το διαρκώς ζητούμενο. Με άλλα λόγια δεν μπορούμε με αλλοιωμένη πίστη να δοξάζουμε ορθά τον Χριστό και Θεό μας. Αυτό έχει υπόψη του και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Μας καλεί στο κοντάκιό του ιδιαιτέρως «να εγκωμιάσουμε,  φωνάζοντας: χαίρε κήρυκα της πίστεως, τον εραστή της αγίας Τριάδος και Μέγα Μάξιμο, γιατί αυτός μας δίδαξε με τρανό τρόπο  την ένθεη πίστη, προκειμένου να δοξάζουμε τον Χριστό με δύο φύσεις και δύο ενέργειες και θελήσεις», δηλαδή δεν θα είχαμε ορθή δοξολογία του Χριστού, αν δεν είχαμε αυτήν τη συγκεκριμένη πίστη. Θα επρόκειτο για κάποιο είδωλο του νου μας, με το όνομα απλώς του Χριστού – ό,τι προσφέρουν τελικώς οι αιρετικοί. «Τον της Τριάδος εραστήν και Μέγαν Μάξιμον, τον εκδιδάξαντα τρανώς πίστιν την ένθεον, του δοξάζειν τον Χριστόν, φύσεσιν εν δύω, ενεργείαις τε διτταίς ως και θελήσεσιν, επαξίως οι πιστοί ανευφημήσωμεν, ανακράζοντες: Χαίρε κήρυξ της πίστεως».
Και ως εκ περισσού ας σημειώσουμε και το αυτονόητο, που επισημαίνει όμως και πάλι ο άγιος υμνογράφος: ο όσιος Μάξιμος δεν δίδαξε «το πατροπαράδοτον θείον δόγμα» στηριγμένος στις νοητικές του δυνάμεις ή σε περισπούδαστες ίσως μελέτες του. Χωρίς να αποκλείονται και αυτές, εκείνο που αποτέλεσε πρωτίστως στήριγμα και δύναμή του ήταν η καθαρή από τα πάθη καρδιά του. Πάλεψε να κρατήσει μακριά από την ψυχή του ό,τι εμπαθές την βρώμιζε, οπότε σαν καθαρό κάτοπτρο η ψυχή του αντιφέγγισε τις ακτίνες της Θεότητας, τις οποίες και εξέφρασε ως φως, όταν δημιουργήθηκε η κρίση στην Εκκλησία από τους δαιμονοκίνητους αιρετικούς.  Μόνον όποιος έχει καθαρή την καρδιά, μπορεί και να δει τον Θεό σωστά, κατά τον λόγο του Κυρίου: «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται», αυτό συνέβη και με τον όσιο Μάξιμο. «Ξενωθείς απάσης ηδονής, μακάριε, θανατηφόρου, σεαυτόν ειργάσω όλον ακηλίδωτον έσοπτρον θείον» (Αποξενώθηκες από κάθε θανατηφόρα ηδονή, μακάριε, και έκανες ολόκληρο τον εαυτό σου καθαρό θεϊκό καθρέπτη).
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ ΚΑΙ Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΕΛΕΣΗΣ ΝΕΚΡΩΣΙΜΗΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιανουαρίου, 2014

Του Γεωργίου Φωτ. Παπαδόπουλου- Κήρυκα θείου λόγου

Επειδή εδώ και καιρό υπάρχει μια έντονη επιθυμία αρκετού κόσμου να πληροφορηθεί τα της πίστεώς μας, περί των αυτοχείρων- αυτοκτονούντων, και τη στάση που η Αγία μας, Ορθόδοξη, Εκκλησία τηρεί έναντι τούτων, θεώρησα υποχρέωσή μου, να παρουσιάσω -με δυο λόγια- όσα πρεσβεύει, στηριζόμενος στον λόγο της Αγίας Γραφής, όπως τούτος έχει ήδη επισημανθεί από κείμενα Πατέρων αλλά και χριστιανικών εντύπων της εποχής.
Προκειμένου να μην κεντρίσουμε το ενδιαφέρον σε συγκεκριμένα πρόσωπα, ή γεγονότα τοπικού ενδιαφέροντος, θα εξετάσουμε το όλο ζήτημα, έχοντας υπόψη μας το περιστατικό της αυτοκτονίας 15χρονου μαθητή, πριν από 10 περίπου χρόνια, σε πόλη της Ελληνικής επικράτειας, με τη δικαιολογία ότι, ο καθηγητής του τον απέβαλε από το σχολείο, θέτοντας, με τον τρόπο αυτό, ο ίδιος (ο μαθητής) τέρμα στην πρόσκαιρη ζωή του. Ακολούθησε, τότε, έντονη αντιπαράθεση μικρής μερίδας πολιτών με τον Εφημέριο της ενορίας του μαθητή ο οποίος αρνήθηκε να τελέσει την Εξόδιο (νεκρώσιμη) Ακολουθία. 
Έτσι, με αφορμή την αυτοκτονία ενός 15χρονου μαθητή –λόγω άδικης αποβολής από το σχολείο του– και την άρνηση του Ιερέα της ενορίας του να τελέσει την Ακολουθία της κηδείας, γράφτηκαν πολλά και διάφορα από πολλούς. Το ίδιο συμβαίνει όποτε έχουμε αυτοχειρία (αυτοκτονία) και άρνηση των εκκλησιαστικών Αρχών να τελέσουν τη νεκρώσιμη Ακολουθία. Πρέπει να τελέσει την Ακολουθία της κηδείας ο Ιερέας ή όχι ? Με βάση τον λόγο της Αγίας Γραφής δεν πρέπει. Και ιδού το γιατί:
1. Καταρχήν είναι επιταγή των ιερών Κανόνων της Εκκλησίας η μη μνημόνευση του αυτόχειρα. Ο ΙΔ΄ Κανόνας του Τιμοθέου Αλεξανδρείας απαγορεύει την εκκλησιαστική μνημόνευση του αυτόχειρα, εκτός βεβαίως εάν είναι ψυχοπαθής. Τον ιερό αυτό Κανόνα επικύρωσε και του έδωσε οικουμενικό κύρος ο Β΄ Κανόνας της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Μάλιστα ο Κανόνας μνημονεύει, ότι στην απαγόρευση εμπίπτουν και οι αυτόχειρες που αυτοκτονούν από <<επήρειαν>> ανθρώπων ή <<άλλως πως από ολογωρίας>> (Πηδάλιον, εκδ. <<Αστέρος>>, Αθήνα 1976, σελ. 673). Δηλαδή, ακόμη και όταν η αυτοκτονία γίνεται από σκληρή και απάνθρωπη μεταχείριση του αυτόχειρα, και πάλι δεν συγχωρείται να μνημονευθεί. Συνεπώς, γιατί κατηγορούμε τους Κληρικούς όταν αυτοί εφαρμόζουν τους Κανόνες της Εκκλησίας ? Μπορούμε να κατηγορήσουμε έναν αστυνομικό ή δικαστικό ή εν γένει δημόσιο υπάλληλο διότι εφαρμόζει τους νόμους της πολιτείας ? Μα, αυτό ακριβώς, δεν τους ζητάμε όλοι ? Και όταν οι νόμοι δεν εφαρμόζονται δεν επικρίνουμε την παρανομία ?
2. Λένε μερικοί: <<Και που ξέρουμε εάν ένα δευτερόλεπτο πριν ξεψυχήσει μετανόησε ?>>. Εάν μετανόησε, ο παντογνώστης και εύσπλαχνος και ελεήμων Κύριος δύναται να του παράσχει τη σωτηρία. Δεν δεσμεύεται ο Θεός εάν η Εκκλησία Του, κρίνουσα κατά άνθρωπον και μη έχουσα άλλη πληροφορία, αρνηθεί να μνημονεύσει τον νεκρό. 
3. Γιατί να αυτοκτονήσει, ένας νεαρός 15 ετών, από μια ασήμαντη αιτία, από μια άδικη αποβολή από το σχολείο ? Η ζωή είναι γεμάτη πιέσεις, διώξεις, βία, συκοφαντίες, κατατρεγμούς, προπηλακισμούς, χλευασμούς, ειρωνείες. Δεν δικαιολογούμε, βέβαια, τις καταστάσεις αυτές, ούτε συμφωνούμε η κοινωνία μας να είναι απάνθρωπη, να είναι <<έρημος και χέρσος από ευγενή και φιλάνθρωπα αισθήματα>>, όπως θα έλεγε και ο Παπαδιαμάντης, δηλαδή μια κοινωνία <<έρημος και καταπεσούσα>>. Απεναντίας, πρέπει κανείς να εμμένει στον αγώνα για την ανατροπή της κατάντιας αυτής στην κοινωνία μας. Αλλά σε έναν κόσμο που έφθασε να λατρεύει τον διάβολο και τα πάθη του, είναι αναπόφευκτο να έλθουμε αντιμέτωποι με τη σκληρότητα, και επιβάλλεται –με τη βοήθεια του Θεού, την προσωπική άσκηση και την κατάλληλη αγωγή– να χαλυβδώσουμε τον χαρακτήρα μας, ώστε να αντέχει σε όλες αυτές τις δοκιμασίες. Συνεπώς, η αυτοκτονία του νεαρού, αντί να προκαλέσει την επίθεση εναντίον του Ιερέα που αρνήθηκε να τον κηδεύσει (ή -εξ αντιδιαστολής- το να επαινούμε μια εκκλησιαστική Αρχή, που επέτρεψε την κηδεία κάποιου αυτόχειρα, ενώ δεν θα έπρεπε), θα έπρεπε μάλλον να οδηγήσει σε εργώδη αναζήτηση των αιτίων που η σημερινή οικογένεια, το σχολείο και η όλη κοινωνική αγωγή δημιουργεί λαπάδες, πλαδαρούς, μαλθακούς, κυριολεκτικά ετοιμόρροπους και αναμένοντες την πρώτη ελαφρά ώθηση για να πέσουν, νέους. Παλαιότερα οι καθηγητές ήταν αυστηροί, άτεγκτοι, είρωνες, προσβλητικοί στο έπακρο, αυθάδεις και ενίοτε απάνθρωποι και -δόξα τω Θεώ- δεν είχαμε αυτοκτονίες. Σήμερα, το σύστημα εκτρέφει <<μπούληδες>>. Και αντί να ανησυχούμε γι΄ αυτό, τα βάζουμε με τους Ιερείς. Θέλουμε να τηρούν οι Ιερείς τους Ιερούς Κανόνες για τον εαυτό τους (και εάν δεν το κάνουν, πέφτουμε σαν τα όρνια να τους φάμε), αλλά δεν θέλουμε να τους τηρούν όσον αφορά εμάς !!! Όπως τα βάζουμε και με τους τροχονόμους, όταν παραβαίνουμε τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας.
4. Λέχθηκε, ότι η Ακολουθία της κηδείας δεν είναι μυστήριο, αλλά μια απλή προσευχή για καλή αποδοχή και ανάπαυση μετά των Αγίων, του αποβιώσαντος. Και συνεπώς δεν είναι σοβαρή παράβαση το να τελεσθεί και σε έναν αυτόχειρα. Και όμως η κηδεία είναι Μυστήριο και κανονικά τελείται μετά της Θείας Λειτουργίας. Και αυτό διασώζεται και σήμερα ακόμη στις κηδείες κληρικών και μοναχών, οι οποίες γίνονται μετά Θείας Λειτουργίας. Το ίδιο συνέβαινε και με τον Γάμο, αλλά και με το Βάπτισμα και Χρίσμα. Τελούνταν μαζί με τη Θεία Λειτουργία, μέσα στη Θεία Λειτουργία. Δυστυχώς, όμως, η φοβερή εκκοσμίκευση και η απομάκρυνση των χριστιανών από την Εκκλησία κατάντησαν τον Γάμο, το Βάπτισμα και την κηδεία απλές κοινωνικές κοσμικές τελετές, με ένα ελαφρό επίχρισμα χριστιανικής προσευχής. Βεβαίως, τα Μυστήρια παραμένουν Μυστήρια (και ο αριθμός τους ως προς το ότι είναι 7 είναι συμβολικός – ασφαλώς και είναι περισσότερα, πλείστα όσα τελούμενα συνιστούν Μυστήριο, όμως τα βασικά είναι 7), αλλά ο κόσμος δεν ωφελείται καθόλου από την παρουσία του σε αυτά ή όχι, εφόσον ευρίσκεται μεν εκεί σωματικώς, όμως ψυχικά και πνευματικά βρίσκεται πολύ μακριά από τα τελούμενα και δεν συμμετέχει ενσυνείδητα. Κάποτε πρέπει τα Μυστήρια αυτά να ξαναμπούν ουσιαστικά στη ζωή των χριστιανών, οι οποίοι οφείλουν να συμμετέχουν σ΄ αυτά με πλήρη συναίσθηση των τελουμένων. Επίσης, μετά την κηδεία ακολουθούν, ως γνωστόν, τα μνημόσυνα, που συνδέονται με τη Θεία Λειτουργία. Εάν κηδευτεί κάποιος που αυτοκτόνησε, έπεται ότι θα γίνει και μνημόσυνο, δηλαδή Θεία Λειτουργία υπέρ αυτού, πράγμα που απαγορεύει ο ΙΔ΄ Κανόνας του Τιμοθεόυ Αλεξανδρείας. 
5. Συνεχώς αυξάνονται οι φωνές εκείνων που εξανίστανται και εξοργίζονται διότι η Εκκλησία προσπαθεί να οδηγήσει τους νέους και τα σχολεία σε εκκλησιασμό, εξομολόγηση, Θεία Κοινωνία, Ορθόδοξη κατήχηση. Φωνάζουν διαρκώς οι δαίμονες επιδιώκοντας την κατάργηση του μαθήματος των θρησκευτικών, τη μεταβολή του σε μάθημα θρησκειολογικό, ιστορικό, χωρίς κατηχητικό χαρακτήρα. Συνεχώς προτείνουν τη διάρρηξη των σχέσεων Εκκλησίας και κράτους (πολιτείας), κ.τ.λ. Ποιος, όμως, αντιδρά σε αυτές τις φασιστικές μεθοδεύσεις, που αφήνουν τη νεολαία μας ακαθοδήγητη και ανερμάτιστη, πλαδαρή και νωχελική, ετοιμόρροπη και ευάλωτη ? Λείπει, λοιπόν, πλέον η σωστή, ρωμαλέα, ασκητική και νηπτική, εκκλησιαστική αγωγή. Οδηγούμε τους νέους μας σε μόνιμη ακηδία, σε ψυχική αποχαύνωση, σε επικίνδυνη χαλάρωση και έλλειψη κάθε ηθικής αντίστασης. Δηλαδή στην πνευματική νέκρωση. Μετά ας μην διαμαρτυρόμαστε όταν οι νέοι, μη έχοντας κάπου αλλού να στηριχτούν και να αντισταθούν στα όσα συμβαίνουν στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία –και όχι μόνον– καταλήγουν στα φασιστικά τάγματα των χρυσαυγιτών και στις κτηνώδεις και εξτρεμιστικές αντιδράσεις, που θυμίζουν το φανατικό Ισλάμ. Συμβαίνει διότι έβγαλαν από τη ζωή τους τον Χριστό, που είναι η ειρήνη και έλυσε τον φραγμό, το μεσότοιχο, της έχθρας που μας κατέτρεχε επί μακρόν -από καταβολής κόσμου- μέχρι την ενανθρώπισή Του. <<Ο Χριστός εστίν η ειρήνη ημών, ο ποιήσας τα αμφότερα έν και το μεσότοιχον του φραγμού λύσας, την έχθραν, εν τη σαρκί αυτού τον νόμον των εντολών εν δόγμασι καταργήσας>>(Εφεσ. Β΄, 14-15). Και μετά απορούμε γιατί η Εκκλησία, με την άρνηση ταφής των -προ πολλού- πνευματικά νεκρών, μας υπενθυμίζει την ευθύνη και την ενοχή μας για το κατάντημά τους.
Τούτη είναι, τελικά, η αιτία των αντιδράσεων αυτών. Και γι΄αυτό ζητούν όλοι εκείνοι τις Κηδείες. Να καθησυχάσουμε τη συνείδησή μας και να αποσείσουμε την ενοχή για την ευθύνη που μας αναλογεί, μέσα στις ψαλμωδίες της εκκλησιαστικής κηδείας. Νομίζοντας έτσι ότι ο νεκρός αναπαύεται, ένας νεκρός σωματικά που, όμως, προ πολλού νέκρωσε το πνεύμα και την ψυχή του, ενδεχομένως εξαιτίας των δικών μας παραλείψεων ή λαθών. Στο σημείο αυτό ταιριάζει απόλυτα η φράση του Κυρίου, προς εκείνο τον νέο, που ζήτησε από τον Κύριο να του επιτρέψει να πάει να θάψει τον νεκρό πατέρα του και στη συνέχεια να επιστρέψει για να Τον ακολουθήσει, ότι <<άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς>>(Ματθ. Η΄, 22). <<Άσε τους πνευματικά νεκρούς να θάψουν αυτούς που έχουν πεθάνει>>. 
6. Σε όλα τούτα να προσθέσουμε ότι, μοναδική εξαίρεση για να κηδευτεί κάποιος αυτόχειρας κατά το εκκλησιαστικό Τυπικό υπάρχει μόνον εάν ήταν ψυχοπαθής ή φρενοβλαβής. Εάν, λοιπόν, η Εκκλησία επιτρέπει σε κάποιους αυτόχειρες την κηδεία, τούτο συμβαίνει έχοντας εχέγγυα ότι ο θανών ανήκε, έστω περιστασιακά, σε μια από τις δύο τούτες καταστάσεις. Και το να δηλώνει κάποιος τρίτος (συγγενής ή και ΜΜΕ) ότι συνειδητά προέβη στο απονενοημένο βήμα, αποτελεί όνειδος για τη μνήμη του, αλλά και υποδηλώνει ότι εξαπατήθηκε η Αρχή, που επέτρεψε την τέλεση της κηδείας, εφόσον ο συνειδητά πράττων την αυτοχειρία επ΄ ουδενί δικαιολογείται να τύχει κηδείας στην Εκκλησία. Διαφορετικά, ποιος θα ήταν ο παιδευτικός (εκπαιδευτικός) αλλά και σωτηριολογικός σκοπός της Εκκλησίας, εάν και εφόσον δεν κανόνιζε (λάμβανε μέτρα, κατά τους ιερούς Κανόνες) όλους εκείνους που βλασφημούν τον Θεό και δε σέβονται τη ζωή, αφαιρώντας ανθρώπινες ζωές από την επίγειο βιοτή που, εξάλλου, δεν έφεραν εκείνοι στο φώς της υπάρξεως ? Μακροθυμία και ανοχή δείχνει η Εκκλησία για τη σωτηρία της ψυχής. Όλα έχουν σκοπό τη σωτηρία μέσω της μετάνοιας. Αλλά σε αυτόν που, πλέον, δεν μπορεί να μετανοήσει διότι <<εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια>>(Ι. Χρυσόστομος) -δηλαδή <<μετά θάνατον δεν μπορείς πια να μετανοήσεις>> αλλά και <<Ο αποθανών δεδικαίωται από της αμαρτίας>>(Ρωμ. ΣΤ΄, 7), δηλαδή <<ο πεθαμένος δεν μπορεί πια να αμαρτήσει>>, αυτό σημαίνει η φράση αυτή – όχι εκείνο που εσφαλμένα ισχυρίζονται οι ανίδεοι περί την Αγία Γραφή και επικαλούνται ότι <<ο νεκρός συγχωρείται>>. Διαφορετικά όλοι θα συγχωρούνταν και όλοι θα σώζονταν (τότε γιατί κάποιος να είναι δίκαιος στη ζωή του αφού θα συγχωρεθεί)- τι είδους μακροθυμία μπορείς να δείξεις ? <<Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος>>(Εβρ. Ι΄, 31). Είναι φοβερό να πέσεις στα χέρια του Θεού, που είναι-όντως- ολοζώντανος !-
Πηγές- Βοηθήματα- Κείμενα:
  • Αγία Γραφή 
  • Ιερό Πηδάλιο, εκδ. <<Αστέρος>>, Αθήνα 1976 
  • Περιοδικό <<Σπίθα>>, Ι. Μονή Λογγοβάρδας Πάρου, τεύχος Ιουνίου 2005
  • http://syndesmosklchi.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΜΕΝΗ «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» ΤΩΝ ΒΑΠΤΙΣΤΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιανουαρίου, 2014

Ονομασία
Πριν από μερικά χρόνια ένας αριθμός ομολογιών άρχισαν να εμφανίζονται με το όνομα «Reformed Baptist». Είναι Βαπτιστές που πιστεύουν στη  σωτηριολογία του Καλβίνου. Η πρώτη  εκκλησία  από τους μεταρρυθμισμένους Βαπτιστές ιδρύθηκε το 1630.  Από τότε αυτή η έννοια της Μεταρρύθμισης και της Βάπτισης προκάλεσε σε πολλά μέλη της έντονα ερωτήματα, σχετικά με ποιο είδος μεταρρύθμισης σε σχέση με το βάπτισμα ακολουθεί η εκκλησία αυτή. Βεβαίως δεν πρόκειται μόνο για μια αποχώρηση ορισμένων μελών από μια άλλη Εκκλησία, αλλά περιέχει και ορισμένα άλλα πράγματα.
 Τι είναι η Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία των βαπτιστών;
Η απάντηση φαίνεται να είναι λίγο δύσκολη, διότι όροι «Μεταρρυθμιστές»και «Βαπτιστές» συχνά καταλήγουν στο να μη συμφωνούν μεταξύ τους. Ίσως ο τίτλος Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία των Βαπτιστών αποτελεί ένα ψευδεπίγραφο τίτλο. Περισσότερο γιατί οι Βαπτιστές προέρχονται από το κίνημα του Καλβίνου. Ένα άλλο σημαντικό σημείο είναι η ύπαρξη ενός συνεχούς χάσματος μεταξύ των εκκλησιών αυτών που καλούνται «Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία των Βαπτιστών». Ο όρος αυτός δεν έχει κάποια πνευματικά χαρακτηριστικά για να μπορεί κάποιος να διεκδικήσει τον τίτλο. Είναι σύνηθες φαινόμενο στις διάφορες προτεσταντικές ομολογίες και στις συνεχείς διασπάσεις να οικειοποιούνται τίτλους παλαιούς με μια νέα έκφραση. Αποτέλεσμα να δημιουργείται μια μεγάλη αναταραχή όσον αφορά την ονομασία.
Υπάρχουν μερικές «Εκκλησίες» που φέρνουν την ονομασία «Μεταρρυθμισμένοι Βαπτιστές». Με αυτό θέλουν να δηλώσουν ότι κατέχουν τα λεγόμενα «Πέντε Σημεία του Καλβινισμού». Άλλοι επίσης με την ίδια ονομασία«Μεταρρυθμισμένοι Βαπτιστές» κατέχουν την Δεύτερη ομολογία Πίστεως του 1689 στο Λονδίνο. Μια άλλη ομάδα με την ίδια ονομασία διατηρούν μόνο μερικές από τις βασικές θέσεις των «Πέντε Σημείων του Καλβινισμού» και της «Ομολογίας Πίστεως του 1689». Κοινό βέβαια στοιχείο όλων των«Μεταρρυθμισμένων Βαπτιστών» είναι η πουριτανική μεθοδολογία στη θεολογία, η Ημέρα Κυρίου είναι το Σάββατο. Αν και ορισμένες ομάδες θεωρούν την Ημέρα του Κυρίου αυτή ως καθαρά μια νομικίστικη πρακτική.
Στις «Μεταρρυθμισμένες Εκκλησίες των Βαπτιστών» ο μελετητής συναντά ορισμένες βασικές διαφορές. Μια πρώτη διαφορά αφορά την ακριβή εφαρμογή των κανόνων για την Λατρεία. Η πίστη ότι η Αγία Γραφή αποτελεί το θεμέλιο της λατρείας και της ζωής της Εκκλησίας. Αυτό αναφέρεται σε όλα τα στοιχεία λατρείας, προσευχής, δέησης, Τράπεζας Κυρίου, μουσικής, ποιμαντικής… κ.λ.π. Επομένως ο όρος «Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία των Βαπτιστών» αναφέρεται στις εκκλησίες που επικεντρώνονται γύρω από την Ομολογία Πίστεως του 1689, μαζί με ορισμένα ζητήματα που έχουν σχέση με τον Νόμο και την Χάρη, το Σάββατο ως Ημέρα Κυρίου.
Η ονομασία «Μεταρρυθμισμένη»
 
Η ονομασία δόθηκε για να εξηγήσει τις διάφορες  ιστορικές και θεολογικές ρίζες της εκκλησίας αυτής. Υπάρχει όμως ένα κομμάτι θεολογικών προϋποθέσεων που μνημονεύονται ως«Μεταρρυθμισμένη πίστη». Οι αναφορές της Βίβλου, όπως Sola Fide (μόνο πίστη), Sola Gratia (μόνο χάρη), solo Scripture ( μόνο Γραφή), Solus Christus(εν Χριστώ σωτηρία μόνο), και soli deo gloria (το γεγονός ότι ο Θεός είναι  ο μόνος σωτήρας), αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Προτεσταντικού κόσμου και της εκκλησίας των Μεταρρυθμισμένων Βαπτιστών. ΟιΜεταρρυθμισμένοι, κατανοούν πως ο Θεός είναι ο μόνος κυρίαρχος στο θέμα της ανθρώπινης σωτηρίας, Δηλαδή, ότι ο Θεός πριν την δημιουργία του κόσμου επέλεξε για την σωτηρία ορισμένους ανθρώπους. Η έλευση του Χριστού με όλο το επί γης έργο Του, σημαίνει ότι πέθανε για τους εκλεκτούς, γι’ αυτούς που έχουν επιλεγεί από τον Θεό για την σωτηρία. Επομένως όταν λέμε «Μεταρρυθμισμένη»εννοούμε την σχέση μεταξύ του σωτηριώδους έργου του Χριστού και του δόγματος της χάριτος.
Το δόγμα της χάριτος περιλαμβάνει μια σειρά δογματικών αληθειών που παρουσιάζουν την πτώση και την αμαρτία του ανθρώπου ως συνολική διαφθορά σε κάθε πρόσωπο που αναφέρεται στην Βίβλο. Γνωστές βέβαια όλες αυτές οι προτεσταντικές θέσεις που στην έννοια «Μεταρυθμισμένη» τις προσλαμβάνει όχι μόνο για τους πιστούς αλλά και για την ίδια την εκκλησία. Μεγάλα ονόματα προτεσταντών έχουν ιδιαίτερη θέση, όπως και η Σύνοδος της Dort, η Δήλωση της Savoy, η Ομολογία Πίστεως της Westminster και η Κατήχηση της Χαϊδελβέργης. Η ομολογία Πίστεως που έγινε από την «Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία των Βαπτιστών» προέρχεται από αυτές τις ομολογίες, περισσότερο είναι και αντιγραφή ορισμένων σημείων των κειμένων της Westminster και της Savoy. Αυτός είναι και ο λόγος της χρήσεως του όρου «Μεταρρυθμισμένη».
Η ονομασία «Μεταρρυθμισμένη» περιλαμβάνει και μια άλλη σημασία, βασική και εξ απόψεως ορθοδόξου. Επιδιώκει να μεταρρυθμίσει τις εκκλησίες, κυρίως αυτές που ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία των Βαπτιστών και να τις επιστρέψει πίσω στην αρχική τους βάση που είναι η Βίβλος. Η συντριπτική πλειοψηφία όλων των δηλώσεων αναφέρονται και έχουν  σχέση με την αναμόρφωση των Εκκλησιών και των στοιχείων εκείνων που απομάκρυναν αυτές από τις βιβλικές και ιστορικές ρίζες. Αυτή η μεταρρύθμιση αποτελεί μια προσπάθεια αλλαγής της φύσεως της Εκκλησίας του Οίκου του Θεού και της Λατρείας. Οι αμαρτωλοί πρέπει να μετανοήσουν και όχι να καταδικαστούν, όπως οι ίδιοι κηρύττουν.
Τι σημαίνει η έννοια «Βαπτιστές»
Η ονομασία «Βαπτιστές» αποτελεί για τους ίδιους μια μορφή λεκτικής συντομογραφίας για ορισμένα πράγματα. Πρώτα από όλα δηλώνει τα θέματα της τελετουργίας του Βαπτίσματος. Το Βάπτισμα είναι μόνο για τους πιστούς και πρέπει να γίνεται με κατάδυση. Η Αβραμική  Συμφωνία, που είναι ένα δικό τους προγενέστερο κείμενο,  αποδεικνύει την απόρριψη του νηπιοβαπτισμού. Για τους ίδιους πάλι δεν υπάρχει πουθενά στην Βίβλο αναφορά για το βάπτισμα των νηπίων. Ίσως όμως δημιουργηθεί το ερώτημα γιατί λέγεται «Μεταρρυθμισμένη Εκκλησία των Βαπτιστών»; Τι σχέση έχει το βάπτισμα; Σύμφωνα με τις απόψεις τους  η αναφορά «Βαπτιστών» έρχεται να διορθώσει πολλές πρακτικές προτεσταντικών εκκλησιών που διαφοροποιούνται στην θεολογία και την τέλεση του βαπτίσματος. Ο λόγος του Θεού, όπως είπαμε ως μοναδική πηγή εξουσίας αναδιαμορφώνει αυτές τις πρακτικές. Πρέπει να συμβαδίζουν με τον Λόγο του Θεού.
Οι «Μεταρρυθμισμένες Εκκλησίες των Βαπτιστών» πιστεύουν ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι Μία. Μόνο η Αγία Γραφή καθορίζει την ιεροσύνη. Γι’ αυτούς υπάρχει ο βαθμός του Πρεσβυτέρου και του Διακόνου, ο τύπος της λατρείας προέρχονται μόνο από την Βίβλο. Αναγνωρίζουν δηλαδή αποτυχίες στις άλλες εκκλησίες και προσπαθούν να αναμορφώσουν την κάθε μια στην βιβλική της κατάσταση, όπως οι ίδιοι αναφέρουν. Η Μεγάλη Επιτροπή του Ναού είναι εκείνη που αποφασίζει για το βάπτισμα και την αναμόρφωση σε κάθε τοπική κοινότητα των βαπτιστών.
του Αρχιμανδρίτου Γρηγορίου Κωνσταντίνου, Διδάκτορος Θεολογίας

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΣΙΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιανουαρίου, 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

«Ο όσιος Πατέρας μας και μέγας Ευθύμιος ζούσε επί της βασιλείας του Γρατιανού, στη Μελιτηνή τη Μητρόπολη της Αρμενίας και γεννήθηκε από κάποιους ευγενείς ανθρώπους, τον Παύλο και τη Διονυσία, όπως και ο μέγας Ιωάννης Πρόδρομος, δηλαδή από στείρα και άκαρπη γαστέρα. Γι’ αυτό και πήρε την ονομασία του «Ευθύμιος» κατά την υπόσχεση του Θεού, όταν ακούστηκε φωνή από τον Ουρανό, που έλεγε να ευθυμούν οι γονείς του, οι οποίοι παρακαλούσαν να δώσει ο Θεός να κάνουν παιδί. Αυτός, μετά τον θάνατο του πατέρα του, οδηγείται από τη μητέρα του στον Ευτρώιο, τον μεγάλο επίσκοπο της Μελιτηνής, και συγκαταλέγεται από αυτόν στην τάξη των κληρικών. Επειδή έδειξε μεγάλη πρόοδο στα ιερά γράμματα και ξεπέρασε όλους τους ομοίους του κατά την άσκηση και τις επιδόσεις στην αρετή, αναγκάζεται να λάβει τη χειροτονία του πρεσβυτέρου και να δεχτεί τη φροντίδα των ιερών ασκητηρίων και μοναστηρίων.
Κατά το εικοστό ένατο έτος της ηλικίας του, φτάνει στα Ιεροσόλυμα και πηγαίνει να ζήσει μαζί με τον όσιο Θεόκτιστο σε κάποιο από τα σπήλαια ενός όρους, όπου απάλλαξε πολλούς από βαριές αρρώστιες. Λέγεται μάλιστα ότι και αυτός, εν ονόματι του Κυρίου, από πολύ λίγους και μικρούς άρτους, έθρεψε τετρακόσιους ανθρώπους, οι οποίοι βρέθηκαν καθ’ οδόν προς τη μονή για να τον συναντήσουν. Όχι μόνο δε ο ίδιος γεννήθηκε με τη δύναμη του Θεού κι έλυσε τη στείρωση της μητέρας του, αλλά και άλλες άτεκνες γυναίκες, με την προσευχή του τις έκανε εύτεκνες και γόνιμες. Και όπως ο μέγας προφήτης Ηλίας, και αυτός άνοιξε τις θύρες του ουρανού και θεράπευσε τη γη, που νοσούσε από την ακαρπία. Φανέρωσε δε την εσωτερική λαμπρότητα του οσίου και ο στύλος του πυρός, τον οποίο αυτοί που παρευρίσκονταν είδαν ότι κατήλθε από τον ουρανό, όταν αυτός ιερουργούσε την αναίμακτη θυσία, και βρισκόταν μαζί με τον όσιο, μέχρι ότου τελείωσε ο καιρός της θυσίας. Σημάδι μάλιστα  της τέλειας ασφαλώς καθαρότητας της καρδιάς του και της αγνότητάς του είναι το γεγονός ότι έβλεπε ο όσιος νοερά τις διαθέσεις εκείνων που προσέρχονταν να μετάσχουν στη θεία κοινωνία, ποιος δηλαδή από αυτούς προσέρχεται με καθαρή συνείδηση και ποιος με βρώμικη. Ο μακάριος αυτός όταν έγινε ενενήντα επτά ετών, εξεδήμησε προς τον Κύριο, επί της βασιλείας Λέοντος του Μεγάλου.
Ο όσιος Ευθύμιος ήταν ευπρεπής στην όψη, απλός στους τρόπους του, λευκός στο χρώμα, ευσταλής και σεμνός στο μέγεθος, με άσπρες τρίχες, με γενειάδα που έφτανε μέχρι τους μηρούς. Λέγεται ακόμη περί αυτού ότι όταν επρόκειτο κάποιος μοναχός να φύγει από τη ζωή, ο οποίος νομιζόταν από τους πολλούς σώφρων και εγκρατής, αλλά δεν ήταν, αντιθέτως μάλιστα: ήταν ακόλαστος, ο μακάριος Ευθύμιος έβλεπε άγγελο να αποσπά την ψυχή του με τρίαινα, κι ότι άκουσε φωνή, η οποία φανέρωνε τις κρυφές ντροπές του μοναχού.  Τελείται δε η σύναξή του στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».
Το πρώτο που προβάλλει η υμνογραφία του οσίου Ευθυμίου του μεγάλου – συντεθειμένη από δύο μεγίστους υμνογράφους: τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό και τον όσιο Θεοφάνη – είναι  ο παραλληλισμός του με τους προφήτες Ιερεμία, Σαμουήλ και άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Και τούτο διότι και αυτοί, όπως και ο όσιος, υπήρξαν καρποί προσευχής και ηγιασμένοι εκ κοιλίας μητρός τους. Κι αυτό σημαίνει ότι ο Θεός θέλησε να φανερωθεί με τον τρόπο αυτό η ιδιαίτερη χάρη που είχαν όλοι τους και η σωτήρια για πολλούς ανθρώπους παρουσία τους, με την καθοδήγηση που παρείχαν προς εύρεση του Θεού. Όπως σημειώνει κι ένας ύμνος του οσίου:  «καρπός στειρώσεως ο ίδιος, φάνηκες πολύγονος, διότι από το πνευματικό σου σπέρμα γέμισε από μοναχούς  η πριν αδιάβατη έρημος» («καρπός έφυς μεν στειρώσεως, αλλ’ ώφθης όντως πολύγονος, εκ γαρ του σπέρματος του πνευματικού σου μοναστών πεπλήρωται η έρημος η πριν αδιόδευτος»). «Εκ μήτρας καθηγίασε Θεός σε, πάτερ όσιε, Ιερεμίαν ως πάλαι, και Σαμουήλ, θεοφόρε» (Από τη μήτρα της μητέρας σου σε καθαγίασε ο Θεός, πάτερ όσιε, όπως παλιά τον Ιερεμία και τον Σαμουήλ, θεοφόρε). «Ως πάλαι του βλαστήσαντος Προδρόμου θείος άγγελος εκ στειρευούσης νηδύος, τον σον κατήγγειλε τόκον» (Όπως παλιά για τον Πρόδρομο που γεννήθηκε από στείρα γυναίκα, έτσι και θείος άγγελος ανάγγειλε και τη δική σου γέννα, από στείρα μήτρα).

Οι ύμνοι της Εκκλησίας ιδιαιτέρως επικεντρώνουν την προσοχή τους στον μέγιστο Ιωάννη Πρόδρομο, του οποίου τον βίο προσπάθησε να μιμηθεί ο όσιος Ευθύμιος. Και η μίμηση από αυτόν του Προδρόμου έγκειτο αφενός στον αγιασμένο τρόπο ζωής του, τόσο που τον χαρακτηρίζουν «εκμαγείον», αποτύπωμα  αυτού («τούτου γέγονας εκμαγείον, Ευθύμιε, βαπτιστής ορεσίτροφος, ακτήμων, άοικος, πάσι χαρίσμασι διαλάμπων», δηλαδή: έγινες αποτύπωμα και εικόνα του Προδρόμου, Ευθύμιε, ευρισκόμενος στα όρη βαπτιστής, ακτήμονας, χωρίς σπίτι, λάμποντας σε όλα τα χαρίσματα), αφετέρου στο ότι και ο ίδιος υπήρξε άλλους είδους Βαπτιστής, αναγεννώντας τους ανθρώπους με την ορθόδοξη διδασκαλία του στο πνευματικό βάπτισμα της Εκκλησίας, το βάπτισμα της υιοθεσίας («υιούς Θεού τούτους αναπλάσας υιοθεσίας βαπτίσματι∙ του θείου γαρ Προδρόμου μιμησάμενος βίον, Βαπτιστής ανεδείχθης, Ευθύμιε», δηλαδή: ανέπλασας αυτούς, τους ανθρώπους, με το βάπτισμα της υιοθεσίας. Διότι αφού μιμήθηκες τον βίο του Προδρόμου, αναδείχτηκες Βαπτιστής, Ευθύμιε).

Αν θέλει κανείς με μία φράση να χαρακτηρίσει τη ζωή του αγίου Ευθυμίου, θα έλεγε αυτό που ο άγιος υμνογράφος επισημαίνει: «Πάτερ Ευθύμιε, ο σος βίος ανυπέρβλητος, η πίστις όντως ορθόδοξος» (Πάτερ Ευθύμιε, η ζωή σου αξεπέραστη, η πίστη σου αληθινά ορθόδοξη). Ορθόδοξη πίστη, αγιασμένη στο έπακρο ζωή, ορθοδοξία και ορθοπραξία: να ο κανόνας ζωής για κάθε πιστό, για κάθε, καλύτερα, άνθρωπο που αποφάσισε να λατρεύει τον Θεό κατά τρόπο τέλειο. «Ο ισάγγελος βίος σου έγινε κανόνας αρετής και ακριβέστατος χαρακτήρας για εκείνους που διάλεξαν να λατρεύουν τον Θεό με τελειότητα» («ο μεν ισάγγελος βίος κανών αρετής και χαρακτήρ ακριβέστατος των αιρουμένων Θεώ λατρεύειν εν τελειότητι»). Δεν είναι τυχαίο, γι’ αυτό, που ο υμνογράφος μας άγιος Θεοφάνης τον παραλληλίζει μεταξύ άλλων και με τον προφήτη Μωυσή: όπως εκείνος με τη ράβδο την εκ Θεού έσχισε την ερυθρά θάλασσα προκειμένου να διέλθουν οι Ισραηλίτες προς τη γη της επαγγελίας, το ίδιο και ο όσιος: έγινε μιμητής της αρετής εκείνου και προκάλεσε ρήγμα στη θάλασσα των παθών, οπότε και διάβηκε χωρίς εμπόδια στη γη της επαγγελίας, τη βασιλεία του Θεού («ώσπερ Μωσεί πάλαι τω θεόπτη∙ ου μιμητής δι’  αρετής γενόμενος, ρήξας συ την θάλασσαν των παθών, διέβης ακωλύτως προς γην επαγγελίας»).

Κι οι υμνογράφοι μάς βοηθούν περαιτέρω: ποιες οι αρετές που άσκησε ο όσιος Ευθύμιος και υπερέβη τα πάθη και κέρδισε με τη χάρη του Θεού τη βασιλεία Του; Πρώτα από όλα πόθησε τη βασιλεία του Θεού, ντύθηκε έπειτα την ταπείνωση, ακολούθησε την εγκράτεια, επιδίωξε τη δικαιοσύνη. Συνεπώς μπόρεσε να απεμπλακεί από τη γοητεία της παρούσας ζωής, διότι μετέθεσε το κέντρο βάρους της ζωής του στα μένοντα και αιώνια, λόγω αγάπης προς τον Κύριο. Άλλος δρόμος για κάθε άνθρωπο από αυτόν δεν υπάρχει. Όσο θεωρούμε ότι η ζωή βρίσκεται στον παρόντα κόσμο, τόσο δεν υπάρχει περίπτωση να ζήσουμε αληθινά την όντως ζωή, τον Κύριο και τη χάρη Του. «Των εν βίω πραγμάτων κατεφρόνησας, Πάτερ Ευθύμιε, ότι την άνω πολιτείαν επεπόθησας∙ πλούτον εβδελύξω, ενδυσάμενος ταπείνωσιν∙τρυφήν εμίσησας, και επεσπάσω την εγκράτειαν∙ αδικίαν απεβάλου και εδίωξας δικαιοσύνην» (Καταφρόνησες, Πάτερ Ευθύμιε, τα γήινα πράγματα, διότι πόθησες βαθιά την ουράνια βασιλεία: Θεώρησες βδέλυγμα τα πλούτη, με το ντυθείς την ταπείνωση,  μίσησες τις ηδονές του βίου και έκανες δικιά σου την εγκράτεια, έδιωξες την αδικία και επιδίωξες τη δικαιοσύνη).

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όταν συμπέσει κηδεία μέσα στο σπίτι που ετοιμάζεται για γάμο, τί γίνεται;

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιανουαρίου, 2014

Και το ερώτημα αυτό πολλές φορές το αντιμετωπίζει η Εκκλησία μας. Οι άνθρωποι χωρίς να γνωρίζουν τι γίνεται και σ’ αυτήν την περίπτωση, αντί να ρωτήσουν τους πνευματικούς ταγούς, που είναι οι ιερείς μας και κυρίως οι πνευματικοί εξομολόγοι, δέχονται τέτοιου είδους συμβουλές από προληπτικές και δεισιδαίμονες γυναίκες, που ποτέ δεν ομιλούν με πνεύμα Θεού, γιατί δεν κατέχουν τη θεολογία της Εκκλησίας μας, με αποτέλεσμα να δημιουργούν περισσότερα προβλήματα μέσα στα σπίτια, παρά να δίνουν λύσεις.
Εν προκειμένω θα ήθελα να σημειώσω, ότι όλα όσα συμβαίνουν μέσα στη ζωή μας είναι καλοδεχούμενα. Οι πιστοί μας δεν πρέπει να θεωρούν τον θάνατο ως κάτι κακό.
Ο θάνατος σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία θεωρείται κοίμηση. Κάνεις από τούς τεθνεώτες που φεύγει απ’ αυτή τη ζωή δεν χάνεται, δεν εξαφανίζεται, αλλά ζει μέσα στην ουράνια κατοικία του Θεού. Για τον λόγο αυτό μέσα στον ορθόδοξο ναό τελούνται συνεχώς και αδιαλείπτως όλα τα μυστήρια και οι ακολουθίες, χωρίς να ειδικεύεται κάποιος ναός σε ναό γάμων ή βαπτίσεων ή κηδειών ή μνημοσυνών.
Όλα τελούνται μέσα στο ναό και με εναλλαγές και την ίδια ήμερα, που ο κληρικός τελεί μια κηδεία, την ίδια ήμερα τελεί γάμο, ακολούθως τελεί βάπτιση, μετά κάτι άλλο. Αυτό δείχνει και μόνο με μια απλή σκέψη, το πως η Ορθόδοξη Εκκλησία μας αντιμετωπίζει όλες τις περιπτώσεις της ζωής των πιστών της. Για το λόγο αυτό σε σπίτι που ετοιμάζεται να τελέσει γάμο, εάν συμπέσει κηδεία, λόγο του αιφνίδιου και ξαφνικού της περιστάσεως, το ένα δεν αναιρεί το άλλο.Θα έλεγα μάλιστα ότι σε σπίτι που έχει κάνει τόσες και τόσες προετοιμασίες για το γάμο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, είναι κρίμα να αναβληθεί το μυστήριο του γάμου λόγω πένθους. Το πένθος δεν πρέπει να το αντιμετωπίζουμε ως κάτι που φέρνει το σταμάτημα της ζωής.
Η πίστη μας, μας διδάσκει πως του θανάτου ακολουθεί ή Ανάσταση, που είναι η χαρά, η ζωή και η ευτυχία. Για τον λόγο αυτό σε περιπτώσεις που συμβαίνει κατά την ώρα της προετοιμασίας του γάμου να επέρχεται ξαφνικά ένας θάνατος, να μην μπαίνουν στον πειρασμό οι μελλόνυμφοι και αναβάλλουν το γάμο τους. Στο επιχείρημα, που θα το χαρακτήριζα «γαιώδες», ότι πολλοί εκ των γειτόνων ή της ευρύτερης κοινωνίας που ζείτε θα σας κακοχαρακτηρίσουν γι’ αυτό που θα κάνετε, δηλ. το να τελέσετε γάμο μετά την κηδεία, θα έλεγα ως επιχείρημα να σκέπτεσθαι μάλλον ποιο είναι το θέλημα του Θεού και όχι ποιες είναι οι διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις και κανόνες των ανθρώπων.
Πάνω από το θέλημα των ανθρώπων είναι η φοβερά κρίση του Θεού, που είναι πάντα προς το συμφέρον του ανθρώπου. Δυστυχώς, κάποιοι χριστιανοί μας δεν σκέπτονται το Θεό και σ’ αυτήν την όντως δύσκολη περίσταση της ζωής τους και καταφεύγουν στο τί θα πουν οι συνάνθρωποι τους, γι’ αυτό που πρέπει και ορίζει η αγία μας Εκκλησία να πράξουν.
Τελειώνω με μια πνευματική σύσταση, αγαπητά μου παιδιά, σε όποια περίσταση της ζωής σας αντιμετωπίσετε κάποιο πρόβλημα, κάτι παρόμοιο με το συγκεκριμένο ερώτημα που ασχολούμαστε, να μην απευθύνεστε σε ανθρώπους που δεν έχουν πνεύμα Θεού ούτε γνωρίζουν καλά τα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.
Μην εμπιστεύεσθε ανθρώπους πού τους βλέπετε έστω τακτικά να εκκλησιάζονται στην Εκκλησία μας και τούς ζητάτε τη γνώμη τους για θέματα πνευματικά.
Όσο πνευματικός και να ‘ναι ο συνάνθρωπος μας, θα πρέπει τα ερωτήματα και τις τυχόν απορίες σας να τις θέτετε υπόψιν των πνευματικών πατέρων της Εκκλησίας μας, δηλ. στους ιερείς μας, οι όποιοι και θα λογοδοτήσουν εν ήμερα Κρίσεως, για κάθε ψυχή πού αναλαμβάνουν στο πετραχήλι τους.
πηγή:εδώ

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ΛΟΥΚΑ – ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιανουαρίου, 2014

      Η Εκκλησία πάντοτε διακρινόταν από την προσδοκία της επανόδου του Χριστού στον κόσμο μας, έβλεπε προς το τέλος της Ιστορίας, για την οποία θεωρεί ότι κινείται ευθύγραμμα και όχι κυκλικά. Δεν πιστεύει ότι η Ιστορία επανα-λαμβάνεται και ότι ο άνθρωπος καθηλώνεται στο σήμερα, όντας ο ίδιος, χωρίς να μπορεί να αλλάξει. Δεν πιστεύει ότι ο άνθρωπος επαναλαμβάνει συμπεριφορές, παραμένει προσκολλημένος σε δομές, όντας δέσμιος του χρόνου, χωρίς να μπορεί να υπερβεί τα πάθη και τις αδυναμίες του. Γι’ αυτό και ζει την ιστορική πορεία ως μία συνεχή ευκαιρία μετάνοιας, πρόσκτησης του Πνεύματος του Θεού, επιθυμίας για θέωση. Στον αγώνα αυτό που είναι συνεχής και την ίδια στιγμή ανεπανάληπτος, διότι τίποτε δεν επιστρέφει όπως ήταν, ούτε καν οι επιθυμίες μας, καλούμαστε από την πίστη να βλέπουμε όχι μόνο τον εκτός μας κόσμο, αλλά και τον εντός μας. Να βάζουμε αρχή, ώστε να μετανοούμε για τα πάθη και τα λάθη μας, και να προσπαθούμε να δεχθούμε το Χριστό στις καρδιές μας. Καμία πνευματική εμπειρία, καμία γιορτή, καμία μετοχή στα μυστήρια της πίστης δεν μας βρίσκει στην ίδια ακριβώς κατάσταση με την προηγούμενη. Αυτή η συνεχής διαφορετικότητα γίνεται κίνητρο όχι για στασιμότητα, αλλά για πνευματική εργασία, για να μην αφήσουμε τα μέλη τα επί της γης να μας κρατούν καθηλωμένους στην αμαρτία και στο παρελθόν  (Κολ. 3, 5), να κάνουμε ό,τι εξαρτάται από εμάς και να αφήσουμε τον Χριστό να προσθέσει σ’ αυτά που μας λείπουν.
                Τι είναι όμως «τα μέλη τα επί της γης», την νέκρωση των οποίων ζητά   ο απόστολος Παύλος στην προς Κολοσσαείς επιστολή του;
                Είναι το θέλημα του ανθρώπου το οποίο δεν έχει να κάνει με το θέλημα του Χριστού, είναι αντίθετο ή αδιάφορο προς Εκείνον. Είναι ό,τι επιθυμούμε και έχει άρνηση σε σχέση με την οδό του Ευαγγελίου. Είναι  το πνεύμα της θεοποίησης του εαυτού μας. Η αίσθηση πως αν ικανοποιήσουμε ό,τι μας κρατά προσκολλημένους στο σήμερα, ακόμη κι αν δεν έχει αγάπη, θα είμαστε ευτυχισμένοι. Αυτό το θέλημα έχει να κάνει τόσο με το σώμα, όσο και με την ψυχή. Γι’ αυτό και ο Παύλος περιγράφει τις μορφές με τις οποίες φανερώνεται. Είναι η πορνεία, δηλαδή η χρήση του άλλου ως σώματος προς ηδονήν και όχι η κοινωνία της αγάπης και της χαράς στην προοπτική της ένταξης στο σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία. Είναι η ακαθαρσία, κάθε λογισμός και κάθε πράξη που ρυπαίνει την ψυχή και το σώμα μας, διότι μας κλείνει στον εαυτό μας και μας κάνει να νομίζουμε ότι μέσα από την διαφθορά που η απόλαυση φέρνει θα είμαστε ευτυχισμένοι. Είναι το πάθος, κάθε δηλαδή εξάρτηση του σώματός μας όχι από το Θεό και την αγάπη, αλλά από την αμαρτία. Είναι κάθε κακή επιθυμία, όλα εκείνα τα μικρά και φαινομενικά ασήμαντα, τα οποία όμως μας βγάζουν από την πνευματική μας πορεία, διότι πετυχαίνουν να μας πείσουν ότι είναι σημαντικά για μας, καταναλώνοντας τον χρόνο μας μάταια. Είναι, τέλος, η πλεονεξία, η οποία γίνεται ειδωλολατρία, γιατί μας κάνει να πιστεύουμε πως η ευτυχία βρίσκεται σε ό,τι και όποιον αποκτήσουμε και εκείνο ή εκείνος γίνεται το αντικείμενο της λατρείας μας, παρά τον Θεόν.
                Οι εμπαθείς αυτές καταστάσεις δεν είναι μόνο σωματικές, αλλά έχουν να κάνουν και με την ψυχή, με τον όλο άνθρωπο. Γιατί ο ρύπος ξεκινά από την καρδιά. Από την απουσία δυνατής αγάπης προς το Θεό και τον συνάνθρωπο. Από την έλλειψη διάθεσης για πνευματικό αγώνα. Από την πώρωση της συνείδησης. Από την εκδίωξη της χάριτος του Πνεύματος. Από την απουσία εκκλησιαστικού φρονήματος και την άρνηση μετοχής στο σώμα του Χριστού, είτε γιατί κανείς δεν μπορεί να μας καταλάβει είτε γιατί υπάρχουν άλλες προτεραιότητες στην καρδιά μας. Κι έτσι, εκτός από τις σαρκικές ηδονές, ο Παύλος επισημαίνει ότι η ψυχή και το σώμα μας γίνονται δέσμια και άλλων παθών.
                Είναι η οργή, η στιγμιαία έκρηξη της καρδιάς μας, διότι ο άλλος δεν είναι όπως τον θέλουμε ή δεν κάνει αυτό που θέλουμε. Είναι ο θυμός, μία μόνιμη κατάσταση της καρδιάς μας, η οποία μας συνοδεύει συνεχώς και μας κάνει να μην λησμονούμε τι είναι και τι κάνει ο άλλος. Είναι η κακία, δηλαδή η συνολική κατάσταση της ύπαρξής μας, η οποία εμφανίζεται όταν απουσιάζει η καλοσύνη, όταν δηλαδή βλέπουμε όλους τους άλλους ως εχθρούς. Είναι η αισχρολογία, δηλαδή η βλασφημία κατά του Θεού και την ίδια στιγμή η υποτίμηση και ο εξευτελισμός των άλλων ανθρώπων, με σκοπό να επιδείξουμε την δική μας ανωτερότητα. Είναι, τέλος, το ψεύδος, το οποίο εύκολα λέμε ο ένας στον άλλο, είτε για να επιδειχθούμε, είτε για να κρύψουμε την αλήθεια, είτε γιατί προσποιούμαστε ότι είμαστε άλλοι από αυτούς που είμαστε.
                Τα πρώτα μέλη έχουν να κάνουν με την κίνηση του σώματος και της ψυχής έναντι του άλλου στο επίπεδο της σάρκας. Τα δεύτερα έχουν να κάνουν με την αντίστοιχη κίνηση στο επίπεδο του λόγου. Σάρκα και λόγος συνδυάζονται  σε μία λογική επανάληψης, κατατρώγουν το χρόνο μας και μας υποτάσσουν στην δύναμη της αμαρτίας. Για την Εκκλησία όμως, επειδή ακριβώς ο χρόνος και η ιστορία λειτουργούν ευθύγραμμα, υπάρχει η έννοια της νέκρωσης. Αγωνιζόμενοι να νεκρώσουμε την κυριαρχίας της σάρκας και του λόγου, αφηνόμαστε στην αγάπη του Πνεύματος και την δύναμη του Θεού Λόγου, του ενανθρωπήσαντος Χριστού που μας αγαπά και κατοικεί εντός μας, για να μας οδηγήσει στον καινούριο άνθρωπο. Αρκεί να «ενδυθούμε τον νέον, τον ανακαινούμενον κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν» (Κολοσ. 3, 10). Να μην φοβηθούμε να δούμε κατά πρόσωπο τον εαυτό μας. Να αγωνιστούμε πνευματικά. Να αντισταθούμε στο πνεύμα της εποχής μας, το οποίο ταυτίζει την ευτυχία με την ικανοποίηση της σάρκας και με την δύναμη του λόγου, όταν και τα δύο υποτάσσουν τους άλλους χωρίς να ενδιαφέρεται αν αγαπούμε.
                Η εσχατολογική προοπτική  της Εκκλησίας δεν είναι μία μετάθεση της ευτυχίας στο απώτατο μέλλον, στην μεταθανάτια πραγματικότητα, στο τέλος του κόσμου, αλλά μία εδώ και τώρα απόφαση μετάνοιας, νέκρωσης και πορείας ανακαίνισης του εαυτού μας. Και έτσι αλλάζει και η πορεία του κόσμου. Μέσα από την δική μας αλλαγή. Αν αλλάξουμε, τότε η υπομονή μας έχει νόημα. Αν όχι, τότε θα παραμένουμε παρατηρητές και κατήγοροι μιας κοινωνίας που ζητά την ικανοποίηση του σαρκικού φρονήματος και που στρέφεται με τον λόγο εναντίον των πάντων, χωρίς όμως να αποδέχεται τον τρόπο της αλλαγής τόσο εν τω νυν όσο και εν τω μέλλοντι αιώνι, που είναι η σχέση με το Χριστό.
Κέρκυρα, 19 Ιανουαρίου 2014 
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ημερίδα στη Λάρισα: “Η θρησκευτική αγωγή στην Ελλάδα. Προβλήματα – Προοπτικές”

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Ιανουαρίου, 2014

Πρόσκληση

Σας προσκαλούμε να τιμήσετε με την παρουσία σας τις εργασίες της Ημερίδας, που θα γίνει το Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014 στην αίθουσα της Χριστιανικής Εστίας Λαρίσης «Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ» (Ανθίμου Γαζή 35) και με ώρα έναρξης 10 π.μ. στα πλαίσια του εορτασμού των Τριών Ιεραρχών, προστατών των Γραμμάτων καί της Παιδείας του Γένους μας, με γενικό θέμα:

Η θρησκευτική αγωγή στην Ελλάδα.

Προβλήματα – Προοπτικές

Η παρουσία σας θα μας δώσει ιδιαίτερη χαρά.

Με τιμή

Για τους διοργανωτές

Ηλίας Μπάκος, Πρόεδρος Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων

Ηρακλής Ρεράκης, Δντής Εργαστηρίου Χριστ. Παιδαγωγικής του Τμήματος Ποιμ. & Κοιν. Θεολογίας

Ιωάννης Καραμήτρος, Πρόεδρος Θεολόγων Ν. Λαρίσης

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΗΜΕΡΙΔΑΣ

ΣΑΒΒΑΤΟ   25  ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ  2014

08.00 – 09.30 π.μ.       Θεία Λειτουργία στον Άγιο Νικόλαο

09.30 – 10.00   Προσέλευση συνέδρων στη Χριστιανική Εστία

10.00 – 10.20   Προσφωνήσεις – Χαιρετισμοί

            Εισηγήσεις:

10.20 – 10.40  Μιχαήλ Τρίτος, Κοσμήτορας Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης: «Η μαρτυρία του Θεολόγου στο σύγχρονο ελληνικό Σχολείο».

10.40 – 11.00   Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής Παν/μίου Θεσσαλονίκης: «Θρησκευτικά: Μάθημα πνευματικής προόδου ή οπισθοδρόμησης;».

11.00 – 11.20   π. Γεώργιος Ευθυμίου, Επίκ. Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών: «Το Ορθόδοξο Θεολογικό Μάθημα, ο διδάσκων και το Πιλοτικό Πρόγραμμα»

11.20 – 11.30   Κοπή Βασιλόπιτας – Διάλειμμα

11.30 – 12.30   Συζήτηση

12.30   Λήξη εργασιών. Κλείσιμο από τον Πρόεδρο της Π.Ε.Θ. κ. Ηλία Μπάκο.

 Σημ. Στους συμμετέχοντες θα δοθεί Βεβαίωση Παρακολούθησης της Ημερίδας.

Δείτε αναλυτικά το Πρόγραμμα της Ημερίδας και ΕΔΩ.

petheol.gr

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Αντώνιος : Η ψυχή μετά το θάνατο

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Ιανουαρίου, 2014

st-antonios

Ερωτήματα του Αγίου Αντωνίου προς τον άγγελο για την πορεία της ψυχής μετά το θάνατο

Ούτος ο Μακάριος και Πανθαύμαστος Αββάς και Πατήρ ημών Αντώνιος ο μέγας, εις καιρόν όπου ευρίσκετο εις την έρημον και ασκήτευεν, εφάνη προς αυτόν Άγγελος Κυρίου εις σχήμα Καλογήρου, και ως τον είδεν ο όσιος, έκαμε προς αυτόν μετάνοιαν.

Ο δε άγγελος είπε πρός αυτόν Ευλόγησον πάτερ άγιε.

Ο δε Άγιος νομίζοντας ότι είναι καλόγηρος από τους εκείσε ερημήτας, λέγει προς αυτόν ο Θεός συγχωρήσοι σε τέκνον μου και πλησιάσας προς τον Άγγελον είπεν εις αυτόν ας περιπατήσωμεν μαζύ ολίγον δρόμον και περιπατώντας είπεν ο Όσιος• θαυμάζω, αδελφέ εις την θεωρίαν σου και εις την νεότητα και εις την ευμορφίαν όπου έχεις και εκπλήττομαι, διότι τοσούτον κάλλος δεν είδον εις άλλον άνθρωπον και διά τούτο στοχάζομαι πως δεν είσαι άνθρωπος.

Λοιπόν ορκίζω σε εις τον Θεόν του ουρανού και της γης να μου είπης την αλήθειαν• ο δε Άγγελος ποιήσας μετάνοιαν, λέγει προς τον άγιον.

Πάτερ άγιε, με βλέπεις, εγώ άνθρωπος δέν είμαι, άλλα, Άγγελος του Θεού, και ήλθα να σε διδάξω μυστήρια του Θεού εκείνα οπού δεν ηξεύρεις, και τα οποία επιθυμείς να μάθης• λοιπόν ερώτα με ότι θέλεις να σου ειπώ. Τότε έπεσεν ο άγιος και έκανε μετάνοιαν του Αγγέλου λέγοντας. «Ευχαριστώ σοι Κύριε ο Θεός μου, ότι μου έπεμψας οδηγόν διά να μου φανέρωση εκρυμμένα μυστήρια, τα οποία επιθυμούσα να μάθω.» Ο δε Άγγελος είπε πρός τον άγιον, ερώτα με λοιπόν.

Ο δε άγιος αποκριθείς, είπεν εις τον αιώνιον εκείνον κόσμον, γνωρίζονται οι αποθαμμένοι άνθρωποι ένας τον άλλον;

Ο δε Άγγελος αποκριθείς, είπε προς τον Όσιον• βλέπεις εις τούτον τον κόσμον. όπου αφ΄ εσπέρας κοιμούνται οι άνθρωποι, και το πρωί όταν ξημερώση απαντώνται ένας τον άλλον και χαιρετούνται και συνομιλούν ως φίλοι, αναφέροντες τα όσα είχον προμελετήσει, τοιουτοτρόπως γίνεται και εις εκείνον τον Κόσμον, και ένας τον άλλον γνωρίζεται και συνομιλεί και καθώς ένας άνθρωπος δεν γνωρίζει άλλον εδώ και ερωτώντας μανθάνει ποίος είναι, ούτω γίνεται και εκεί• πλήν οι δίκαιοι μόνον γνωρίζονται, οι αμαρτωλοί όμως διόλου.

Λέγει του ο άγιος – ειπέ μοι και τούτο παρακαλώ σε, όταν ευγαίνει η ψυχή από το κορμί του ανθρώπου, τι γίνεται; Και τα μνημόσυνα διατί τα κάμνουσι; και τι όφελος δίδουσιν εις τους αποθαμένους;

Λέγει του ο Άγγελος “άκουσον, πάτερ άγιε” η ψυχή αφού εύγει από το κορμί, την λαμβάνουν οι άγγελοι και την υπάγουν εις τον ουρανόν -δια να προσκύνηση• τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν γίνεται όμως και τούτο• ότι από τον ουρανόν έως την γην είναι τάγματα δαιμόνων, τα οποία λέγονται εναέρια Τελώνια των ψυχών, και απαιτούσιν εκείνα τα πονηρά πνεύματα την ψυχήν και φέρουσιν τα κατάστιχα των εις τα οποία είναι γραμμέναι οι αμαρτίαι των ανθρώπων, και τα δείχνουν εις τους αγγέλους, λέγοντες εις αυτούς, ότι την δείνα ημέραν εις τας τόσας του μηνός εποίησε την δύνα αμαρτίαν, δηλαδή εδώ έκλεψεν, εκεί επόρνευσεν, εδώ εμοίχευσεν, εκεί εμαλακίσθη, εις τον δείνα τόπον είπε ψεύματα• εις άλλον έκαμεν άλλην αμαρτίαν και πάλιν αν εκείνος άνθρωπος έκαμε καλοσύνην ξέρουν και οι Άγγελοι τα εδικά των κατάστιχα με τα όποια δείχνουσι και αυτοί πόσας καλοσύνας έκαμεν εις την ζωήν του, δηλαδή ελεημοσύνην ή λειτουργίαν, ή νηστείαν, ή προσευχήν, ή σαρανταλείτουργον, ή άλλας καλάς αρετάς, και αν ευρεθώσιν περισσότεραι αι καλοσύναι αρπάζουν οι άγγελοι την ψυχήν και την αναβιβάζουν ες το δεύτερον σκαλούνι. και εκεί ευρίσκουν άλλο τάγμα δαιμόνων δυνατώτερον τρίζοντες τα οδόντιά των, ωσάν αγριότατα θηρία, και υβρίζουν την ψυχήν και πάσχουν να την αρπάξουν από τας χείρας των Άγγέλων, γίνεται μία μεγάλη διάλεξις και μέγας θόρυβος διά να δυνηθούν οι άγγελοι να ελευθερώσουν την ψυχήν εκείνην από τας χείρας των δαιμόνων, και αν ελευθερωθή αναβαίνει εις το τρίτον σκαλούνι και εκεί είναι άλλο τάγμα δαιμόνων δυνατώτερον και αγριότερον και γίνεται μέγας αγών, πολύ σύγχυσις και ταραχή εις αυτούς πως να κερδίσωσι την ελλεεινήν εκείνην ψυχήν οι άγγελοι από τας χείρας των μιαρών δαιμόνων και αν λυτρωθη και από αυτούς, υπάγουν και εις το παραπάνω σκαλούνιον έως ου να φθάση εις το έβδομον, και εκεί είναι άλλο τάγμα δαιμόνων όπου λέγεται της πορνείας, και τις διηγήσεται πάτερ άγιε, την τοσαύτην ταραχήν και τον θόρυβον όπου κάμνουσι και φοβερίζουν την ταλαίπωρον εκείνην ψυχήν, και άν τύχη καλόγηρος, τότε γίνεται ακόμα σφοδρότερος θόρυβος• λέγοντες εις εκείνην την ελεεινήν ψυχήν που υπάγεις, όπου εσύ επόρνευσες και εμόλυνες το αγγελικόν σχήμα• αποστρέφου εις τα οπίσω και πήγαινε εις το σκότος και τον βρομερόν τόπον του άδου. Αλλοίμονον λοιπόν εις αυτήν και ποία γλώσσα δύναται να διηγηθή την τοιαύτην τιμωρίαν οπού κάμνουν οι δαίμονες εις την κατάδικον εκείνην ψυχήν! εγώ τίμιε πάτερ, είμαι άγγελος, και πάλιν φρίττω, πόσον μάλλον να μη τρέμει εκείνη η ψυχή την τοιαύτην παίδευσιν όπου λαμβάνει. Έάν όμως εξ’ εναντίας ευρεθή η ψυχή καθαρά από αμαρτίαις την αρπάζουν οι άγγελοι και αναβαίνει χαίρουσα εις τον Χριστόν, τότε βλέπει τους χορούς των αγγέλων των άγιων Αποστόλων, την λαμπρότητα εκείνην την άριστον, και ακούει των αγγέλων την μελωδίαν και το κάλλος εκείνο το αμήχανον.

Ερώτησε δε ο Όσιος, και τα μνημόσυνα διατί τα κάμνουν.

Απέκριθη ο άγγελος, αι τρεις γίνονται, επειδή είπα ου εις τας τρείς ημέρας έρχεται η ψυχή και προσκυνά τον Κύριον ημών Ίησούν Χριστόν, και διά τούτο φαίνεται πως πέμπονται ώσπερ κανίσκιον εις τον Κύριον υπέρ της ψυχής ταύτης• και μετά την προσκύνησην την περνούν πάλιν οι άγγελοι και δείχνουν εις αυτήν τους τόπους όπου επερπάτησε με το σώμα και της ενθυμίζουν τας πράξεις, όπου εις αυτούς έκαμε, λέγοντες εις αυτήν, εδώ έκλεψες, εκεί επόρνευσες, αλλού εφόνευσες, εκεί – εβλασφήμησες και ακολούθως της ενθυμίζουν όλας τας αμαρτίας όπου εις όλην την ζωήν έκαμε, και πάλιν της δείχνουν όσα καλά έπραξε• δηλαδή εδώ έκανες ελεειμοσύνην, εκεί νηστείαν, εδώ λειτουργίαν, εκεί μετάνοιαν, εδώ παράκλησιν, εκεί αγρυπνίαν, εδώ προσευχήν, εκεί γονυκλισίαν και όσα άλλα αγαθά έπραξεν εις τας ήμερας όλας της ζωής της• και την εννάτην ημέραν πάλιν έρχεται εις προσκύνησιν και διά τούτο κάμνουν τα μνημόσυνα και τας λειτουργίας προς όφελος τής ψυχής και διά τούτο είναι ανάγκη να γίνωνται τα μνημόσυνα. Πέρνουσιν αυτήν πάλιν οι άγγελοι και την υπάγουν εις τον Παράδεισον και της δείχνουν τους κόλπους του Αβραάμ, και Ισαάκ και Ιακώβ, τας αναπαύσεις των δικαιων, και ωσάν ιδή τας κατοικίας εκείνας τάς ωραίας και θαυμαστάς, παρακαλεί τους αγγέλους διά να σταθή εκεί και αυτή εις εκείνα τα αγαθά των δικαίων• πέρνοντας την δε πάλιν από έκει, την υπάγουν εις την κόλασιν και της δείχνουν πως κολάζονται οι αμαρτωλοί, λέγοντες εις αυτήν, ούτος εστίν ο πύρινος ποταμός (δείχνοντες τους τόπους), ο σκώληξ ο ακοίμητος, τούτος εστίν ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων, και καθεξής της δείχνουν όλας τας κολάσεις των αμαρτωλών, και ωσάν τελειώσουν αι τεσσαράκοντα ήμέραι, υπάγουν πάλιν την ψυχήν και προσκυνά τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, διά τούτο πάλιν γίνονται τα μνημόσυνα, επειδή μέλλει η ψυχή να λάβη την απόφασιν όθεν μέλλει να την διατάξη ο φιλάνθρωπος Θεός, να κατοίκηση έως την ημέραν της κρίσεως, διά να απόλαυση με το ίδιόν της κορμί κατά τα έργα της.

Τότε στενάξας ο άγιος εκ καρδίας και δακρύσας πικρώς, είπεν αλλοίμονον εις τον άνθρωπον τον αμαρτωλόν, οπού εγεννήθη, καλλήτερα ήτον εις αυτόν να μην γεννηθή, και μακάριος εκείνος ο δίκαιος άνθρωπος όταν εγεννήθη και ακολούθως λέγει ο άγιος πρός τον άγγελον• παρακαλώ σε είπε μοι και τούτο, η κόλασις των αμαρτωλών έχει τέλος;

O δε άγγελος είπεν ούτε η βασιλεία των ουρανών έχει τέλος, άλλ’ ούτε και η κόλασις εις τούς αμαρτωλούς έχει τέλος, και άν επερνέ τις άνθρωπος κάθε χίλιους χρόνους ένα κόκκον από την άμμον της θαλάσσης ή μίαν σταλαγματιάν νερόν από την θάλασσαν ήθελεν ελπίσει τινάς να σωθή κανένα καιρόν, αμή η κόλασις είναι διά τους αμαρτωλούς, και η αιώνιος βασιλεία διά τους δικαίους, και δεν έχουν τέλος.

Λέγει πάλιν ο άγιος προς τον άγγελον, είπέ μοι παρακαλώ σε και τούτο• ποίος άγγελος είναι ευσπλαγχνικώτερος εις το να παρακαλή τον Θεόν διά τους ανθρώπους και να πρεσβεύη δι΄αυτούς;

Και ο άγγελος αποκριθείς είπεν όλοι οι άγγελοι και οι άγιοι έχουν πολλήν ευσπλαγχνίαν εις τους ανθρώπους και ποθούσι την σωτηρίαν των, πλέον δε πάντων τούτων η Κυρία ημών Δέσποινα Θεοτόκος έχει περισσοτέραν την ευσπλαγχνίαν εις το γένος των χριστιανών και ακαταπαύστως δέηται εις τον μονογενή της Υιόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν δι’ αυτούς, και διά την παράκλησίν της στέκεται ο κόσμος έως την σήμερον, όπου έμελλε ν’ απωλεσθή διά τας αμαρτίας, και διά την καταφρόνησιν όπου κάμουν οι άνθρωποι προς τον Θεόν και εις τους άγιους.

Λέγει δε ο άγιος προς τον άγγελον• ποίαν αμαρτίαν μισείν ο Θεός περισσότερον από τας άλλας;

Αποκριθείς δε ο άγγελος είπε• την μιαράν υπερηφάνειαν, διατί αυτή έκαμε τον πρώτον άγγελον και φωτεινόν εωσφόρον διάβολον, ρίπτοντας τον από τον ουρανόν εις τήν άβυσσον της κολάσεως• ομοίως από αυτήν την υπερηφάνειαν και παρακοήν εξέπεσεν ο Αδάμ από τον Παράδεισον, και ο Φαρισσαίος ως διαλαμβάνει το ιερόν Ευαγγέλιον, κατεκρίθη. Και όστις πέσει εις τούτο το πάθος, δυσκόλως είναι να συκωθή και να εύγη από την αμαρτίαν, εάν δεν επιστρέψη εις ταπείνωσιν. Ρωτώ σε και τούτο άγιε άγγελε, εόπεν ο όσιος• ποίοι άνθρωποι κολάζονται περισσότερον από τους άλλους ; Λέγει δε ο άγγελος πρός, τον άγιον• οι πόρνοι και οι βλάσφημοι άνθρωποι έχουν δυνατωτέραν κόλασιν, ομοίως και οι φονείς, οι μοιχοί, οι αρσενοκοίται, οι κλέπται, οι προδόται, και οι ιερείς οι πορνεύσαντες και ύστερον λειτουργούσιν, ομοίως και οι μοναχοί, και αι μοναχαί, οι διάκονοι και αι διακόνισαι, οπού μιαίνουν το αγγελιχόν σχήμα, και εκείνοι όπου μεθούν. Επειδή, τίμιε πάτερ, το πεσόν τάγμα των αγγέλων μέλλει ν΄ αποκαιασταθή από τους καθαρούς ιερείς και μοναχούς, διά τούτο όσοι από αυτούς απαραιτούν την ακολουθίαν τους διά τα κοσμικά έργα, αλλοίμονον εις αυτούς, διότι μίαν ημέραν να αφήσουν την ακολουθίαν και τον κανόνα τον εκκλησιαστικόν, θέλλουν δώσει δι’ αυτόν λόγον εις την ήμέραν της κρίσεως, πόσω μάλλον εκείνοι όπου απαραιτούν όλως διόλου την ιεράν ακολουθίαν. Λέγει δε πάλιν ο όσιος οι καταφρονηταί της άγιας Κυριακής, δηλαδή εκείνοι όπου δουλεύουν την Κυριακήν, έχουν καμμίαν άνεσιν; Και αποκριθείς ο άγγελος, είπεν• Ουαί! αλλοίμονον εις αυτούς, διότι καταφρονούν την αγίαν Κυριακήν και τας Δεσποτικάς και Θεομητορικάς εορτάς και των άγιων τας μνήμας καταφρονούν, αυτοί καταφρονούν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, την Μητέρα του, και τους αγίους, και όστις τιμά και εορτάζει τας εορτάς της Κυρίας ημών και Δεσποίνης Θεοτόκου, και τας μνήμας των αγίων, τον βοηθούν και αυτοί, επειδή έχουν μεγάλην παρρησίαν εις τον Θεόν, και ό,τι ζητήσουν του Θεού διά την σωτηρίαν των, τα λαμβάνουν αναμφιβόλως. Ει δέ και οι άνθρωποι αποδιώξουν τον φόβον του Θεού από λόγου τους, ούτε τον Θεόν έχουν φίλον, ούτε τους άγιους του, επειδή ακολουΟούν τας κοσμικάς επιθυμίας, πράγματα πλαστά και φθαρτά, και αλλοίμονον εις αυτούς, διότι άνθρωπος, ή ιερεύς, ή μοναχός, ή κοσμικός όστις δεν τιμά την Κυριώνυμον ημέραν Θεού, πρόσωπον δεν βλέπει, αλλ΄ ούτε έχει ελπίδα σωτηρίας.

Και ό,τι άλλο θέλεις να μάθης, είπεν εις τον όσιον ο άγγελος, ερώτησόν με, διότι είναι ώρα και βιάζομαι διά να υπάγω εις τον ούρανόν, διά να παρασταθώ εις τον Κύριόν μου.

Τότε στενάξας ο άγιος, και δαχρύσας πικρώς. είπεν• Ούαί εις εμέ! διότι ο άγγελος του Κυρίου μου με βίαν υπάγει ασώματος, αν και αναμάρτητος, με φόβον εις τους ουρανούς διά ν’ άποδώση δοξολογίαν εις τον Παντοδύναμον Θεόν, ημείς δε όπου έχομεν σώμα γεμάτον από αμαρτίας, και δεν βάνομεν ποσώς εις τον νουν μας τον φόβον του Θεού, αλλά καταφρονούμεν τα προστάγματά του, και δεν επιμελούμεθα την σωτηρίαν μας, τι θέλομεν πάθει;

Τότε λέγει πάλιν ο άγιος προς τον άγγελον παρακαλώ σε είπε μοι, ποία προσευχή αρμόζει εις τον Μοναχόν;

Ο δε άγγελος είπε προς τον άγιον, εί μέν έστιν άνθρωπος γραμματισμένος, τον ψαλμόν του προφήτου Δαβίδ, τουτέστιν τό, “Ελεησόν με ο Θεός κτλ.” εί δε εστίν αγράμματος, το “Κύριε ημών Ίησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος, διά της Θεοτόκου, ελέησόν με τον αμαρτωλόν”. Αυτή η προσευχή είναι δυνατωτέρα, υπάρχει και ευκολωτέρα πάντων των προσευχών, μάλιστα και πολλοί κατέλειπον άλλας προσευχάς και μόνον αυτήν εκράτησαν, νέοι και γέροντες, αμαθείς και πεπαιδευμένοι, και όσοι εβουλήθησαν διά να σωθούν, αυτήν αναφέρουν εις τον Θεόν νύκτα και ημέραν, εις τον δρόμον και εις τα κελλία τους, αυτήν να λέγουν ιστάμενοι και οδοιπορούντες, και εργαζόμενοι μετά πάσης ευλάβειας και πόθου, αχανή γάρ υπάρχει η τοιαύτη προσευχή εις βουλέμενον σωθήναι.

Και πάλιν ό όσιος είπεν “επειδή ήλθες, δέομαι σου δίδαξόν με τον αμαρτωλόν και φανέρωσε μου και τούτο• εάν εύρεθη τις άνθρωπος και διδάξη έτερον και τον ελευθέρωση από την αμαρτίαν, έχει τίποτε μισθόν;

Και ο άγγελος είπεν όστις άνθρωπος διδάξει άλλον και τον ελευθερώσει από την αμαρτίαν και σώσει την ψυχήν του, έχει διπλόν τον μισθόν από τον Θεόν.

Ταύτα είπε ο άγγελος προς τον όσιον, και ευλογήσας αυτόν, είπεν Ευλόγησον πάτερ και εμέ. Τότε ο όσιος προσκυνήσας αυτόν λέγει “Πορεύου εις ειρήνην και εις τα αμάραντα κάλλη του Παραδείσου, και παράστηθι της Άγιας και Ομοουσίου Τριάδος, και πρέσβευεν εις αυτήν υπέρ ημών των αμαρτωλών. Και αναχωρήσας ο Άγγελος ανήλθεν εις τον ουρανόν”.

Ο δε όσιος αββάς μακάριος Αντώνιος απελθών εις το κελλίον του, εδιηγήθη πάντα εις τους μοναχούς αδελφούς του και συνασκητάς του, δοξάζων και εύλογων τον Θεόν, ου η δόξα, το κράτος και η προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Πηγή: users.sch.gr 

diakonima

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ (ἀγῶνες καὶ περιπέτειες γιὰ τὴν ἀκρίβεια τῆς Ὀρθοδοξίας)

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Ιανουαρίου, 2014

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

(ἀγῶνες καὶ περιπέτειες γιὰ τὴν ἀκρίβεια τῆς Ὀρθοδοξίας)

ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ

Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣΝΑ τοῦ πλέξουμε ἐγκώμια; Εἴμεθα πολὺ μικροί. Ἐκεῖνος εἶνε γίγαντας καὶ τὸ ὕψος του προκαλεῖ δέος. Ὅποιος διαβάζει τὸ βίο του αἰσθάνεται ρῖγος και ἴλιγγο μπροστὰ στὴ φυσιογνωμία του. Ἐν τούτοις θὰ ψελλίσουμε κ᾿ ἐμεῖς λίγες λέξεις πρὸς τιμήν του.

ΓΙΑΤΙ ΟΝΟΜΑΣΘΗ ΜΕΓΑΣ;

Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὠνομάσθη μέγας ὄχι για τοὺς ἴδιους λόγους ποὺ ὀνομάζονται τὰ κοσμικὰ πρόσωπα. Ὁ τίτλος αὐτὸς ἀπεδόθη καὶ σ᾿ ἄλλα πρόσωπα στὴν παγκόσμιον ἱστορίαν. Ὅπως ἐπὶ παραδείγματι μέγας ὠνομάσθη ὁ Ἀλέξανδρος ὁ βασιλεὺς τῆς Μακεδονίας, ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ ᾿δῶ ἀπὸ τὴ Μακεδονία, πέρασε τὸν Ἑλλήσποντο, ἔφτασε μέχρι τὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ τὸν Γάγγη ποταμό, καὶ συνέτριψε στὸ πέρασμά του λαοὺς καὶ ἔθνη καὶ ἵδρυσε τὴν αὐτοκρατορία του. Μεγάλοι ἐπίσης ὠνομάζονται καὶ ἄλλοι; ὁ Μέγας Ναπολέων, ὁ Μέγας…, στρατηγοὶ ἔνδοξοι καὶ αὐτοκράτορες. Αὐτοὶ ὅλοι εἶχαν στὴν διάθεσίν τους λεγεῶνας καὶ φάλαγγας, εἶχαν στρατούς, καὶ διὰ τῆς βίας ὑπέταξαν τὰ ἔθνη. Τοὺς ὠνόμασε μεγάλους ἡ ἱστορία. Ἀλλ᾿ ἂν ἀφαιρέσῃς τὰ στέμματα καὶ τὶς κορῶνες ποὺ φορᾶνε, ἂν ἀφαιρέσῃς τὰ σπαθιὰ καὶ τὰ στρατεύματα ποὺ εἶχαν, τί μένει ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς μεγάλους; Θὰ μείνουν σὰν κοκόρια ποὺ τὰ μάδησες.  Ἔξω ἀπὸ τ᾿ ἀξιώματα, ἔξω ἀπὸ τὰ σπαθιά, ἔξω ἀπὸ τὴν βία, δὲν μένει τίποτε ἄλλο… Ἂν διαβάσῃς τὸν βίο τους, θὰ δῇς, ὅτι ἔχουν σκιὰς καὶ ἐλαττώματα καὶ πάθη φοβερά. Εἶνε μεγάλοι λόγῳ δυνάμεως καὶ ἰσχύος, ἀλλ᾿ ὄχι λόγῳ ἀρετῆς καὶ ἀξίας πνευματικῆς.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γιατί ὠνομάσθη μέγας; Ὠνομάσθη μέγας ὄχι στὴν γλῶσσα τὴν κοσμική, ἀλλὰ στὴν γλῶσσα τὴν θρησκευτικὴ καὶ ἠθικήν.
Ἔχει καὶ ἡ Ἐκκλησία τοὺς μεγάλους της, ὅπως εἶνε ἐπὶ παραδείγματι ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ὁ Μέγας Γρηγόριος ὁ θαυματουργός. Οἱ ἅγιοι αὐτοὶ διακρίθηκαν, ὁ ἕνας ἐξ αὐτῶν γιὰ τὴν μεγάλη του φιλανθρωπικὴ δρᾶσι, ὁ ἄλλος διὰ τοὺς σκληροὺς ἀγῶνας του ἐναντίον τοῦ δαίμονος εἰς τὴν ἔρημον, καὶ ὁ τρίτος γιὰ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δὲν ἔκτισε γηροκομειὰ καὶ φιλανθρωπικὰ ἰδρύματα. Δὲν τοῦ ἔμεινε καιρός. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δὲν ἔμεινε στὴν ἔρημο, ὅπως ὁ Μέγας Ἀντώνιος. Ὅλα τὰ χρόνια τῆς ζωῆς του τὰ ἔζησε μέσα στὴν κοινωνία· μέσα στὸν κόσμο ἔζησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Συνεπῶς δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε, ὅτι ἔχει ἀγῶνας, ὅπως ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ἐναντίον τοῦ δαίμονος ποὺ ἦταν στὴν ἔρημο. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δὲν ἔκανε θαύματα. Δὲν βλέπουμε οὔτε ἕνα θαῦμα στὸν βίον του.
Ἑπομένως ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δὲν ἔκτισε γηροκομειά, δὲν ἔκτισε φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα, δὲν πάλεψε στὰς ἐρήμους μὲ τὸν δαίμονα, δὲν ἔκανε θαύματα· ἦταν ὅμως ἅγιος μεγάλης ὁλκῆς. Ἔκανε ἕνα θαῦμα, τὸ μεγαλύτερο θαῦμα, πάνω στὸ ὁποῖο στηρίζεται ὁλόκληρος ἡ Ἐκκλησία.
Ὅλα τὰ θαύματα ποὺ κάνουν οἱ ἅγιοι, τὰ κάνουν ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, τοῦ Σωτῆρος καὶ Θεοῦ ἡμῶν. Καὶ ὁ Μέγας Ἁθανάσιος ἐπολέμησε γιὰ τὴν ὀρθόδοξον πίστι. Καὶ συνεπῶς, τὸ θαῦμα ποὺ βλέπουμε στὸν βίο τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὅταν ἕνας καὶ μόνος ἠγωνίσθη γιὰ νὰ κρατήσῃ τὴν ὀρθόδοξον πίστιν, εἶνε τὸ ἀνώτερο ὅλων τῶν θαυμάτων, καὶ ἀξίζει γι᾿ αὐτὸ νὰ ὀνομασθῇ μέγας ἐν ἐννοίᾳ θρησκευτικῇ καὶ πνευματικῇ.

ΣΚΛΗΡΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ

«Νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων»

Στὴν ἐποχή του ἐκινδύνευσε ἡ πίστις ἡ ὀρθόδοξος. Παρουσιάσθηκε, ὅπως ξέρετε ὅλοι, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη μία αἵρεσις, ἡ αἴρεσις τοῦ Αρείου.

Τί θὰ πῆ αἵρεσις; Θὰ πῇ· μία διδασκαλία ποὺ εἶνε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας καὶ δὲν τὴν παραδέχεται ἡ Ἐκκλησία μας. Τί ἔλεγε ἡ αἵρεσις αὐτή; Ἔλεγε τὸ ἑξῆς (Προσέξετε ἀπόψε, θὰ σᾶς ὁμιλήσω λίγο δογματικά. Θὰ σᾶς κουράσω λίγο, ἀλλὰ προσέξετε· εἶνε καὶ αὐτὰ ἐνδιαφέροντα θέματα. Δὲν εἶνε μόνο τὰ κοινωνικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα σᾶς συγκινοῦν, ἀλλὰ εἶνε καὶ τὰ θρησκευτικὰ θέματα ἄξια λόγου, καὶ πρέπει νὰ τὰ προσέχουμε). Λέει λοιπὸν ἡ αἵρεσις μία πρότασι γιὰ τὸ Χριστό· ὅτι «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν»· ὑπῆρχε, λέει, κάποτε ἐποχὴ ποὺ δὲν ἤτανε. Ποιό εἶνε ἀληθές. Αὐτὸ τὸ «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν», ὅτι ὑπῆρχε ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε, εἶνε ἀληθὲς καὶ μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε διὰ ὅλους, διὰ ὅλες καὶ διὰ ὅλα. Σεῖς ἐδῶ πέρα, ποὺ εἶστε ὄρθιοι ἐδῶ μέσα ποὺ εὑρίσκεσθε, «ἦν ποτε» ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπήρχατε. Πρὸ ἑκατὸ ἐτῶν ποιός ἀπὸ ἐμᾶς ὑπῆρχε; Κανένας. Θὰ ζήσουμε σὲ μία μικρὰν χρονικὴν περίοδο. Ὑπῆρχε ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἥλιος. Γεγονὸς αὐτό. Ξαφνικὰ παρουσιάζεται τὸ φοβερὸ θέαμα. Λοιπὸν «ἦν» ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε φεγγάρι, «ἦν» ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ἄστρα, ὁλόκληρο αὐτὸ τὸ σύμπαν, τὰ ἑκατομμύρια, τὰ δισεκατομμύρια τῶν ἀστέρων, δὲν ὑπῆρχαν. Εἶνε καὶ ἐπιστημονικῶς ἀποδεδειγμένο· δὲν ὑπῆρχε τίποτε, παρὰ μία νύχτα, μία σκιὰ, ἕνα χάος. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε Γῆ, τίποτα δὲν ὑπῆρχε. Ἤτανε ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε θάλασσα. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν δένδρα. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπήρχανε πτηνά, πουλιά. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπήρχανε ζῷα. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε αἰώνιος. Ὁ ἄνθρωπος κάποτε παρουσιάστηκε.
Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ἄγγελοι, ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ἀρχάγγελοι, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε ποτέ ποτέ ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ Χριστός. Ἄναρχος, αἰώνιος, ὑπεραιώνιος. Θάλασσα, πέλαγος, ὠκεανός!
Ἐμεῖς τί εἴμεθα; Σὰν νὰ πάρῃ ἕνα πουλάκι ἐπάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα μία σταγόνα. Ἐμεῖς εἴμεθα μία σταγόνα, εἴμεθα τὸ «νῦν», αὐτὸ ποὺ λένε οἱ παπᾶδες «Καὶ νῦν καὶ ἀεί…». 
Βρέ, ποῦ κατάντησε ἡ ἐκκλησία! Αὐτὸ τὸ «νῦν καὶ ἀεὶ» ἂν καταλάβετε, θὰ σᾶς πιάσῃ ῥῖγος. Εἶνε μία σταγόνα ἀπὸ τὸν ὠκεανό. Ἔτσι εἴμεθα, μία σταγόνα ἀπὸ τὴ θάλασσα. Εἴμεθα τὸ «νῦν». Τώρα τὸ «ἀεί»;  Κάποιος ποιητής, γιὰ νὰ δώσῃ αὐτὴ τὴν ἰδέα τοῦ αἰωνίου Θεοῦ, τοῦ αἰωνίου Χριστοῦ, εἶπε τὸ ἑξῆς. Φανταστῆτε μία θάλασσα ἀπέραντο, καὶ ἕνα πουλάκι νὰ ἔρχεται, ὄχι κάθε χρόνο ἀλλὰ κάθε χίλια χρόνια, καὶ νὰ παίρνῃ μία σταγόνα·  νὰ πετάῃ ἐπάνω στὰ πελάγη καὶ νὰ παίρνῃ μία σταγόνα μὲ τὸ ῥάμφος του. Ἔ λοιπόν, θὰ ᾿ρθῇ ἐποχὴ ποὺ τὸ πουλὶ αὐτό, σὲ ἐκατομμύρια – δισεκατομμύρια χρόνια ὑπελόγισαν, θὰ πάρῃ τὴν τελευταία σταγόνα. Ἐνῷ ὁ Θεὸς εἶνε ἀτελεύτητος. Ἄρα ποτέ δὲν ὑπάρχει ἐποχὴ ποὺ θὰ σταματήσῃ… Αἰώνιος, αἰώνιος! Τὸ «νῦν» θὰ σταματήσῃ· τὸ ἄλλο, τὸ «ἀεί» («Νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων»), δὲν θὰ σταματήσῃ. Μέσα εἰς τὰ βάθη τῶν αἰώνων, ὑπάρχει ὁ Χριστός.
Λοιπὸν ποτέ ποτέ δὲν ὑπῆρξε χρόνος ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ Χριστός. Ἐνῷ ὁ Ἄρειος τί ἔλεγε; Αὐτὴ ἦταν ἡ βλάσφημος θεωρία του· ὅτι ἦταν ἑποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ Χριστός. Αὐτὴ ἦταν βλάσφημος ἰδέα ἐναντίον τῆς θεότητος τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς αἰωνιότητος τοῦ Θεοῦ. Διότι γιὰ ὅλους ἐμᾶς ἐπάνω στὸν τάφο μας θὰ γράψουν· Ἔζησε, ἔζησε, ἔζησε. Γιὰ τὸ Χριστὸ δὲν μποροῦν νὰ γράψουν αὐτό. Διότι ὁ Χριστὸς ζῇ, ζῇ. Στὶς κατακόμβες, ποὺ εἶνε κάτω ἀπὸ τὴ Ῥώμη, ποὺ εἶνε μεγάλοι λαβύρινθοι μὲ τοὺς τάφους τῶν μαρτύρων, ἐπάνω στὰ μνήματα τῶν ἡρώων τῆς πίστεως οἱ μάρτυρες, μὲ τὸ δάκτυλό τους καὶ μὲ τὸ αἷμα τους, γράψανε, ὅτι ὁ Χριστὸς ζῇ, ζῇ, ζῇ. Δὲν πέθανε, ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Θὰ πεθάνουν οἱ βασιλιᾶδες, οἱ αὐτοκράτορες, θὰ πεθάνουν οἱ πάντες, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Ὡς ἄνθρωπος ἐσταυρώθη στὸ Γολγοθᾶ καὶ ἐθανατώθη, ἀλλ᾿ ὡς Θεάνθρωπος ἀνεστήθη, ἐφανερώθη καὶ ζῇ εἰς αἰῶνας αἰώνων. Εἶνε τὸ «Νῦν καὶ ἀεὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».

Νίκησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, λόγῳ τῆς πίστεώς του καὶ τῆς βαθειᾶς γνώσεως τῆς ἑρμηνείας τῆς ἁγίας Γραφῆς

Αὐτὴ λοιπὸν τὴν αἰωνιότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἠρνεῖτο ὁ Ἄρειος. Ἦτο βλασφημία κατὰ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἐναντίον τοῦ Ἀρείου ἠγωνίσθη ὁ Μέγας Ἀθανάσιος μαζὶ μὲ ἄλλους ἐκλεκτοὺς ἱεράρχας, πατέρας καὶ ὁσίους, ὅπως γνωρίζετε, εἰς τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, καὶ διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων του ἀπὸ τὴ Γραφὴ τὸν κατετρόπωσε. Διότι τὴ Γραφὴ τὴν ἤξερε ἀπ᾿ ἔξω. Εἶχε διαβάσει πολλὰ βιβλία ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἀλλὰ ἕνα βιβλίο τὸ διάβασε καὶ τὸ ἤξερε ἀπ᾿ ἔξω, τὸ εἶχε ἀποστηθίσει· τὴν ἁγία Γραφή, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη. Ἦταν δυνατὸν ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ νὰ εἰσέρχεται εἰς τὸ ὁπλοστάσιο τῆς ἁγίας Γραφῆς καὶ νὰ ἁρπάζει ὅπλα καὶ νὰ πολεμῇ καὶ νὰ συντρίβῃ τὰς αἱρέσεις. 
Σήμερα; Ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ. Βάζω στοίχημα· ἂν παρουσιαστῇ ἕνας χιλιαστὴς καὶ μαζέψῃ 8.000 παπᾶδες, θὰ τοὺς βάλῃ κάτω. Καὶ τοὺς δεσποτάδες ἀκόμα θὰ νικήσῃ. Διότι δὲν διαβάζουν. Οἱ χιλιασταὶ διαβάζουν μέρα – νύχτα· διαβάζουν τὸν Ἰερεμία, τὸν Ἠσαΐα…. Οἱ δὲ Χριστιανοί, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, δὲν διαβάζουμε, ὅπως ἐδιάβαζε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος.
Ἐὰν λοιπὸν ἐνίκησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἐνίκησε καὶ λόγῳ τῆς πίστεώς του, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῆς βαθειᾶς γνώσεως τῆς ἑρμηνείας τῆς ἁγίας Γραφῆς, τὴν ὁποία κατεῖχε ὅσον οὐδεὶς ἄλλος πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἠγωνίσθη ἐναντίον τοῦ Ἀρείου εἰς τὴν Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἀλλὰ ἠγωνίσθη ὄχι μόνο ἐναντίον τῶν ἀρειανῶν, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον κάποιων ἄλλων, μιᾶς ἄλλης παρατάξεως. Ποιᾶς παρατάξεως;

ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ ΣΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Ἐξ αἰτίας τοῦ Ἀρείου ἡ Ἐκκλησία ἐδιχάσθη. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάῃ τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ διαίρεσι, ἀπὸ σχίσμα. Ὁλος ὁ λαὸς τῆς Ἀλεξανδρείας ἦταν ἑνωμένος. Ἀλλὰ ξαφνικὰ ὁ λαὸς αὐτὸς ἐχωρίσθη εἰς τρεῖς παρατάξεις. Ἡ μία παράταξις ἦταν οἱ ὀρθόδοξοι, μαζὶ μὲ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο. Αὐτοὶ ἦταν λίγοι. Ἡ ἄλλη παράταξις, μὲ βασιλιᾶδες καὶ αὐτοκράτορες, ἦταν οἱ ἀρειανοί. Κόμμα μεῖζον. Αὐτὴ ἡ παράταξις ἔφερε διαίρεσι μέσα στὴν Ἐκκλησία. Καὶ ἡ ἄλλη παράταξις, τὸ τρίτο κόμμα, ἦταν οἱ ἡμιαρειανοί. Τί λέγανε αὐτοί; Αὐτοὶ ἤτανε οἱ συμβιβαστικοί. Λέγανε γιὰ τὸν Ἀθανάσιο· Ἀδιάλλακτος εἶνε, πώ πώ πώ, τῶν ἄκρων, τῶν ἄκρων! δὲν ὑποφέρεται· αὐτὸς διαίρεσε τὴν Ἐκκλησία… Καὶ αὐτοὶ τί ἔλεγαν. Νά ἐμεῖς οἱ ἡμιαρειανοὶ λέμε τρόπον τινὰ τὸ μέσον. Ἡ μὲν παράταξις τῶν ὀρθοδόξων ἦταν τὸ ἕνα ἄκρο, τὸ ἄλλο ἄκρο ἦταν οἱ ἀρειανοί, καὶ αὐτοὶ ἦταν στὸ μέσον· ἦταν μὲ τὸν Δάντη. Ἐμεῖς, ἔλεγαν, θὰ τοὺς συμβιβάσουμε· ἀδέλφια εἶνε καὶ οἱ μέν, ἀδέλφια εἶνε καὶ οἱ δέ. Τρόπον τινὰ τὸ Κέντρο, γιὰ νὰ ὁμιλήσουμε στὴν σύγχρονη γλῶσσα. Θὰ τὰ συμβιβάσουμε· θὰ πάρουμε αὐτούς, θὰ πάρουμε ἐκείνους, θὰ συμβιβασθοῦμε. Νὰ τοὺς φέρουμε σὲ ἕνα συμβιβασμὸ μὲ εἰρήνη καὶ ὁμόνοια. Καὶ ἔλεγαν στὸν Ἀθανάσιο·
―Σὲ παρακαλοῦμε· ἀναγνωρίζουμε τὴ σοφία, τὴν ἀρετή, τὰ πάντα· ἀλλὰ πῆρες τὰ ἄκρα.… Νά, σὲ παρακαλοῦμε πολὺ νὰ ὑποχωρήσῃς κ᾿ ἐσύ, νὰ ὑποχωρήσουν κι αὐτοί.
―Καὶ τί ζητᾶτε; ἐρώτησε τὸ κόμμα αὐτό, τῶν ἡμιαρειανῶν ὁ Μέγας Ἀθανάσιος.
―Ἄ, ἐμεῖς δὲν ζητοῦμε πολλὰ πράγματα…
Σὰν τὴν ἀλεποῦ, ποὺ θέλει νὰ μπῇ μιὰ φορὰ στὸ κοττέτσι. Καὶ αὐτοὶ δὲν ζητοῦσαν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ κάνουμε μία μικρὰ ὑποχώρησι οἱ ὀρθόδοξοι. Τί ὑποχώρησι;
―Τίποτε δὲν ζητοῦμε, ἔλεγαν, τίποτε. Νά, στὸ «Πιστεύω» νὰ προστεθῇ ἕνα γράμμα, μόνο ἕνα μικρὸ γράμμα. Ποῖο γράμμα; Ἐκεῖ ποὺ λέει στὸ «Πιστεύω» γιὰ τὸ Χριστὸ «ὁμοούσιον τῷ Πατρί», νὰ προσθέσουμε τὸ «ι» καὶ ἀντὶ «ὁμοούσιον» νὰ γίνῃ «ὁμοιούσιον».
―Ὄχι, ὄχι, ἀπήντησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Διότι ὅποιος ἀφαιρέσῃ ἢ προσθέσῃ ἕνα γράμμα, θὰ εἶνε ἔνοχος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
 Ὅπως ὁ Παρθενώνας εἶνε ἕνα τέλειο πρᾶγμα καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ χαράξῃς τίποτα ἐπάνω, ἔτσι καὶ τὸ «Πιστεύω» εἶνε παρθενών τοῦ πνεύματος, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται σ᾿ αὐτὸ καμμιά παραχάραξις. 
Λοιπὸν αὐτοὶ τί ζητοῦσαν; «ὁμοιούσιον», νὰ βάλουν το «ι» στὸ «ὁμοούσιον». Τὸ «ὁμοούσιον» εἶνε Θεός, τὸ «ὁμοιούσιον» εἶνε ἄνθρωπος· διότι ὁ ἄνθρωπος ἐδημιουργήθη «κατ᾿ εἰκόνα» καὶ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ (Γέν.). Μὲ τὸ «ὁμοιούσιον» ὁ Χριστὸς εἶνε ἄνθρωπος πλέον. Καὶ γι᾿ αὐτό, γιὰ μιὰ λέξι, γιὰ ἕνα γράμμα, ἐταράχθη ὁλόκληρο τὸ σύμπαν. Δὲν ὑποχώρησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στὴ συμβιβαστικὴ αὐτὴ προσπάθεια, τὴν ὁποία ἔκανε τὸ κόμμα τῶν ἡμιαρειανῶν στὴν Ἐκκλησία. Ἠγωνίσθη ἐναντίον τῶν ἀρειανῶν προσωπικῶς, ἐναντίον τῶν ὀπαδῶν τοῦ Ἀρείου, ἠγωνίσθη ἐναντίον ἡμιαρειανῶν, ἐναντίον βασιλέων καὶ αὐτοκρατόρων, ἠγωνίσθη ἐναντίον κόσμου ὁλοκλήρου.

ΛΥΣΣΑΛΕΩΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ 

Γι᾿ αὐτὸ ὅμως καὶ τὸν πολέμησαν λυσσωδῶς. Διότι ὅπως τὰ ἀλητόπαιδα δὲν πετᾶνε πέτρες ἐπάνω στὰ ἄκαρπα δένδρα, ἀλλὰ ἐπάνω στὰ καρποφόρα, ἔτσι καὶ ἐναντίον τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου ῥίξανε ὅλες τὶς πέτρες μὲ λύσσα οἱ ἐχθροί του.
Καὶ τί δὲν τὸν κατηγόρησαν. Τὸν κατηγόρησαν, ὅτι εἶνε ἄδικος στοὺς παπᾶδες· ὅτι μέσα στὴν αὐλή του ἄλλους ἔχει εὐνοημένους καὶ ἄλλους δὲν τοὺς ἔχει εὐνοημένους· ὅτι ἄλλον τὸν ἔχει κοντά του καὶ ἄλλον τὸν ἔχει μακριά του. Ὅτι εἶνε ἄδικος, ὅτι εἶνε σκληρός, ὅτι χτυπᾷ τοὺς παπᾶδες – ποιός; ὁ Μέγας Ἀθανάσιος! Ὅτι πίνει(;). Ὅτι κάποιον παπᾶ τὸν ἔδειρε, καὶ τοῦ ἔκοψε τὸ χέρι του, καὶ τὸ πῆρε τὸ χέρι καὶ κάνει μάγια – φρικτὰ πράγματα. Ὅτι ἄλλον παπᾶ τὸν σκότωσε, τὸν ἔρριξε μέσα στὴν λάρη(;). Ὅτι ἀτίμασε μία κοπέλλα, ποὺ πῆγε νὰ ἐξομολογηθῇ. Ὅτι ἔκλεψε χρήματα ἀπὸ ᾿δῶ κι ἀπὸ ᾿κεῖ. Ὅτι εἶχε ἕνα πιθάρι χρήματα καὶ τὰ ἔδωσε γιὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὸ καθεστώς, τὸ καθεστὼς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὅτι ἐμπόδισε τὰ καράβια νὰ ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὸ λιμάνι τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ νὰ φθάσουν στὴν Κωνσταντινούπολι γιὰ νὰ μεταφέρουν τρόφιμα, νὰ μεταφέρουν σιτάρι. Ὅτι… Ὅτι… Ὅτι… ὁλόκληρη ἱστορία.
Τὸν πολέμησαν. Δικάστηκε, καταδικάστηκε. Δικαιώθηκε ὅμως ἀπὸ τὴ Σύνοδο. Μεγάλα γεγονότα. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀντιμετώπισε καὶ ἐνίκησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ. 
Μόνο δύο περιστατικὰ θὰ σᾶς πῶ, γιὰ νὰ δῆτε πῶς ἐνίκησε μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ.

Τὸν κατηγόρησαν ὅτι ἔκοψε τὸ χέρι ἑνὸς παπᾶ. Τὸν παπᾶ τὸν εἶχαν κρύψει. Λέει στὰ παιδιά του ὁ Μέγας Ἀθανάσιος· Γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ τρέξτε νὰ τὸν βρῆτε, ζῇ. Ψάξανε ψάξανε, τὸν βρήκανε καὶ τὸν φέρανε στὸ δικαστήριο, στὴν Σύνοδο.
―Ἔκοψες, λέει, τὸ χέρι τοῦ παπᾶ, καὶ μὲ τὸ χέρι τοῦ παπᾶ κάνεις μάγια.
Πόσα χέρια, τοὺς λέει, ἔχει ὁ κάθε ἄνθρωπος;
―Δύο.
―Ὑπάρχει ἄνθρωπος μὲ τρία χέρια;
―Ὄχι.
Τότε λέει· Φέρτε ἐδῶ τον παπά.
Ὅταν παρουσιάστηκε, τοὺς ἐρωτᾷ πάλι·
―Εἶνε αὐτός, γιὰ τὸν ὁποῖο μὲ κατηγορεῖτε;
―Αὐτός εἶνε.
―Δεῖξε τὰ χέρια σου, τοῦ λέει (εἶχε δύο χέρια). Ἐὰν εἶχε καὶ τρίτο χέρι, λέει στοὺς κριτάς, τότε τοῦ ἔκοψα τὸ χέρι καὶ εἶμαι ἔνοχος τοῦ ἐγκλήματος.
Ἀπεδείχθη ἡ συκοφαντία!
Ἄλλη συκοφαντία ἦταν, ὅτι ἀτίμασε κοπέλλα. Ποῖος; Ὁ ἅγιος ἄνθρωπος, ὁ ἁγνὸς ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἐγνώρισε γυναῖκα, καὶ ἔζη ὡς ἄγγελος καὶ ἀρχάγγελος μέσα εἰς τὸν κόσμο. Καὶ βρῆκαν μιὰ γυναῖκα, ἕνα πορνικὸν γύναιον, τὴν πλήρωσαν, τῆς ἔδωσαν χρήματα καὶ τῆς εἶπαν· Ἐσὺ θὰ τὸν κατηγορήσῃς τὸν Ἀθανάσιο.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἦταν κοντός, καὶ γι᾿ αὐτὸ οἱ ἐχθροί του τὸν λέγανε ἀνθρωπάκι. Ἦταν μικρὸς στὸ ἀνάστημα, ἀλλὰ ὑψηλὸς στὸ φρόνημα μέχρι τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νὰ τὸν δικάσουν, πῆρε κοντὰ τὸ διᾶκο του. Ὁ διᾶκος ἦταν πελώριος, ἦταν ψηλός, εἶχε ἀνάστημα· ἦταν διάκος καὶ φαινόταν σὰν δεσπότης, ἐνῷ ὁ δεσπότης φαινόταν σὰν διακάκι. Λοιπὸν τοῦ λέει· Στὸ δικαστήριο, νὰ παρουσιαστῇς ἐσὺ καὶ νὰ ἀπολογηθῇς γιὰ μένα.
Ἄρχισε λοιπὸν νὰ κλαίῃ τὸ γύναιον, ὅτι Μιὰ νύχτα μὲ ἀτίμησε ὁ Ἀθανάσιος, καὶ λοιπά. Ἔλεγε ἡμερομηνίες, ἔλεγε χρονολογίες. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ συκοφαντίας γυναικός. Φοβερὸ πρᾶγμα. Ἡ γυναίκα μπορεῖ νὰ πλάσῃ μὲ τὸ μυαλό της τὰ μεγαλύτερα ψέματα, ἀφάνταστα τερατουργήματα. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ συκοφαντίας ἀνθρώπων, καὶ μάλιστα γυναικῶν. Φώναζε λοιπὸν αὐτή, καὶ ὅλοι πιστεύανε, ὅτι ὁ Ἀθανάσιος ἔκανε τὴν ἁμαρτία αὐτή.
Ξαφνικὰ παρουσιάζεται ὁ διᾶκος.
―Πρόσεξε, τῆς λέει, κοίταξέ με καλά· ἐγὼ σὲ ἀτίμασα; Ἐγώ;
―Ἐσύ μὲ ἀτίμασες.
―Ἐγώ, λέει, δὲν εἶμαι ὁ Ἀθανάσιος· ἐγὼ εἶμαι ὁ διᾶκος.
Πάλι ἀπεδείχθη ἡ συκοφαντία. Αὐτὴ οὔτε τὸν ἤξερε τὸν Ἀθανάσιο, οὔτε τὸν εἶχε δεῖ ποτὲ ποιός εἶνε.
Ἔτσι κατέρριψε τόσο τὴν κατηγορία ὅτι ἀπέκοψε τὸ χέρι τοῦ κληρικοῦ γιὰ νὰ κάνῃ μάγια, ὅσο καὶ τὴν κατηγορία ὅτι ἀτίμασε γυναῖκα.

ΑΝΥΠΟΧΩΡΗΤΟΣ & ΑΔΙΑΛΛΑΚΤΟΣ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΟΥΣ

Ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἔμεινε μέχρι τέλους ἀδιάλλακτος. Τὸ κύριο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου ἦταν, ὅτι ὑπῆρξε ἀδιάλλακτος. Δὲν ὑποχωροῦσε ποτέ. Θὰ σᾶς δώσω ἕνα παράδειγμα τοῦ ἀδιαλλάκτου πνεύματος ποὺ εἶχε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος.
Μία μέρα στὴν ἀρχιεπισκοπή του χτύπησε τὴν πόρτα ἕνας στρατηγός.
―Ἔχεις γράμμα ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα καὶ ἐπιμένει νὰ ἐκτελέσῃς ἀμέσως τὴ διαταγή. Ἔγραφε λοιπὸν ὁ αὐτοκράτορας ἀπὸ κάτω, ὅτι· Ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν θ᾿ ἀνοίξῃς τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας καὶ θὰ βάλῃς μέσα τὸν Ἄρειο.
Τοῦ λέει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος·
―Ὕπαγε, στρατηγέ, καὶ ἀναπαύου…· θὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκον μου.
Περάσανε τρεῖς μέρες, δὲν ἤνοιξε τὶς πόρτες· τὶς ἔκλεισε, ἄφησε τὸν Ἄρειο ἀπ᾿ ἔξω, δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ μπῇ.
Ἀπὸ ἐκεῖ ἄρχισε ἡ μεγάλη περιπέτεια καὶ ἡ ἐξορία του. Δὲν ἐπέτρεπε νὰ μποῦν στὴν ἐκκλησία αἱρετικοί, καὶ ἠγωνίσθη γι᾿ αὐτό.
Καὶ ὄχι μόνο ἦτο ἀδιάλλακτος, ἀλλὰ καὶ θαρραλέος καὶ ἀτάραχος.
Τὸν περικύκλωσαν στὴ μητρόπολί του τάγματα ὅλη νύχτα. Ἀλλὰ αὐτὸς ἀτάραχος, εἰρηνικός. Τὸ πρωῒ – πρωΐ, ὅταν ἔφευγε στὴν ἐξορία, ἦταν ὁ οὐρανὸς σκοτεινιασμένος. Σύννεφα εἶχε στὸν οὐρανό. Κλαίγανε τὰ πνευματικά του τέκνα, ὅλη ἡ Ἀλεξάνδρεια ποὺ τοῦ ἦταν ἀφωσιωμένη. Καὶ τότε σὲ μιὰ στιγμὴ κοιτάζει τὰ σύννεφα καὶ λέει·
―Βλέπετε τὰ σύννεφα; ἔτσι καὶ τὰ γεγονότα αὐτά· «νεφύδριόν ἐστι καὶ θᾶττον παρελεύσεται»· συννεφάκι εἶνε αὐτὸ ποὺ συμβαίνει. Ὁ ἥλιος θὰ νικήσῃ τὰ σύννεφα, ὅσο σκοτεινὴ κι ἂν εἶνε ἡ μέρα, ὅσο μαύρη κι ἂν εἶνε ἡ μέρα. Τὰ σύννεφα θὰ φύγουν, θὰ ᾿ρθῇ ἡ ἄνοιξι, θὰ ᾿ρθῇ ὁ λαμπρὸς ὁ ἥλιος. Δὲν νικᾶνε τὰ σύννεφα τὸν ἥλιο, ἀλλὰ ὁ ἥλιος νικάει τὰ σύννεφα. «Νεφύδριόν ἐστι καὶ θᾶττον παρελεύσεται».
Καὶ ἦρθαν στιγμὲς ποὺ ἔμεινε μόνος. Πέντε φορὲς ἐξωρίστηκε. Μέσα σὲ σπηλιές, σὲ χαράδρες καὶ τάφους ἔζησε (σὲ ἕνα τάφο κρυβόταν), γιὰ νὰ μὴ συλληφθῇ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του. Καὶ ἔμεινε μόνος, καὶ μόνος του σήκωσε πάνω στοὺς ὤμους του τὴν Ὀρθοδοξία. Λέγουν στὴ μυθολογία, ὅτι τὴ Γῆ τὴν σήκωνε στοὺς ὤμους του ἕνας ἥρωας λεγόμενος Ἄτλας. Ἀλλ᾿ αὐτὸ εἶνε μῦθος. Ἐδῶ εἶνε πραγματικότητα· ὅτι ὁ Ἀθανάσιος κράτησε μόνος ἐπάνω στοὺς ὤμους του τὴν ὀρθοδοξία ὁλόκληρη. Ἦταν ἀδιάλλακτος, ἦταν θαρραλέος, ἦταν ἐπίμονος, ἦταν πιστὸς καὶ ἀφωσιωμένος εἰς τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδοξίας μας. Ἐὰν ἐρωτήσετε, Μετὰ τὸ Χριστὸ ποιός ἔρχεται; ἡ ἀπάντησις εἶνε· Ὑπάρχουν ἄστρα, ἑκατομμύρια ἄστρα, ἀλλὰ μετὰ τὸν ἥλιο δευτέρα σὲ λάμψι ἔρχεται ἡ σελήνη, καὶ ἔπειτα ἀκολουθοῦν τὰ ἄλλα ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Ἐὰν ἐρωτήσετε, Μετὰ τὸν ἥλιο – Χριστὸ ποιός ἔρχεται; ἔρχεται ἡ Παναγία ὡς γυναίκα. Ἀλλ᾿ ἐὰν ἐρωτήσετε, Ποιός ἔρχεται ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἄνδρες; ἔρχεται ὁ Παῦλος ὁ ἀπόστολος. Καὶ ἐὰν ῥωτήσετε, Ποιός ἔρχεται μετὰ τὸν Παῦλο; ἔρχεται ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Εἶνε ὁ πατὴρ πατέρων. Βέβαια. Ἠγωνίσθη γιὰ τὴν ὀρθόδοξο πίστι.

 

Τώρα ἐμεῖς τί ἔχουμε νὰ κερδίσουμε ἀπὸ αὐτὰ τὰ λίγα ἄνθη, τὰ ὁποῖα σκορπίσαμε ἀπὸ τὸν βίο τοῦ ἁγίου; Μεγάλοι Ἀθανάσιοι νὰ γίνουμε, δὲν μποροῦμε. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀνήκει στὰ ἐξαιρετικὰ ἐκεῖνα πνεύματα, τὰ ὁποῖα ἐγείρει ὁ Θεὸς εἰς τὰς δυσκόλους περιόδους τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ ὑπερασπίσουν τὰ ὀρθόδοξα δόγματα. Ἐμεῖς ὅλοι, ἑβδομήντα δεσποτάδες δὲν εἴμεθα; Νὰ πιάσῃς τοὺς ἑβδομήντα δεσποτάδες ποὺ εἴμεθα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, νὰ πιάσῃς τοὺς δεσποτάδες ποὺ ἔχει ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Σερβία καὶ ἡ Ῥουμανία καὶ ἡ Ῥωσία κ.λπ. καὶ τὰ πατριαρχεῖα τὰ ἔνδοξα, τὸ νυχάκι τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου δὲν κάνουμε.

ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΣ Ο ΚΟΛΑΚΑΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

Πόσο λυπημένος εἶμαι αὐτὲς τὶς μέρες! Ἂς μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ πῶ κάτι. Ἐμεῖς δὲν είμεθα ὑπουργοί, ὑπουργοὶ τῶν ἐξωτερικῶν· είμεθα Ἕλληνες ἱεράρχαι, είμεθα καὶ Χριστιανοί. Πόσο στενοχωρήθηκα. Πέταξα ἀπὸ τὰ χέρια τὴν ἐφημερίδα. Ὁ πατριάρχης νὰ κρατάῃ θυμιατὸ καὶ νὰ θυμιάζῃ τὸν Ἰνονοῦ; Βρέ, τὸν Ἰνονοῦ, ποὺ ἦταν ὁ μεγαλύτερος μισέλλην, ὁ ὁποῖος σὰν νέος Ἡρῴδης διέταξε καὶ ἐσφάγησαν χιλιάδες Πόντιοι, Μικρασιάτες; Νὰ τὰ λὲς ἐσύ, τὸ Πατριαρχεῖο; ψευτιές, ὅτι ὑπῆρξε μεγάλος ἄνθρωπος στὴν ἱστορία, καὶ αἰωνία του ἡ μνήμη κ.λπ. κ.λπ.; Λυπᾶμαι, λυπᾶμαι. Ῥὲ πατριαρχεῖο, ποῦ πᾷς; Τοὐλάχιστον κλεῖσε τὸ στοματάκι σου· ἢ πὲς ἄλλα λόγια, ἀλλὰ μὴν ἐγκωμιάσῃς. Γιατὶ φωνάζουν οἱ παράγκες (τῶν προσφύγων) τοῦ Πόντου, τῆς Μικρᾶς Ἀσίας… Νὰ λὲς ψευτιές, γιὰ νὰ μείνῃς ἐκεῖ πέρα στὸ θρόνο; Ἀπαράδεκτο! Εἶμαι Ἕλληνας ἱεράρχης καὶ εἶμαι Χριστιανός· τὰ ἔθνη δὲν πλάθονται μὲ τοιαῦτες κολακεῖες καὶ μὲ τοιαῦτα ψεύδη. Ἂς τὸν τιμήσουνε οἱ Τοῦρκοι ὡς ἄνδρα ἰσχυρὸ καὶ μεγάλο. Ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ τιμήσουμε ἕναν ὁ ὁποῖος κατέσφαξε χιλιάδες Ἕλληνες. Ποτάμι ὁλόκληρο τὸ αἷμα, ἀγανακτεῖ ἡ ψυχή. Καὶ εἶνε μία δικαία διαμαρτυρία ἐκ μέρους ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τοῦ ὁποίου τμῆμα κατέσφαξε ὁ νέος αὐτὸς Ἡρώδης, νά ᾿ρχεσαι ἐσὺ τὸ Πατριαρχεῖο καὶ νὰ τοῦ ψάλλῃς τὸ ἐγκώμιο. Ξέρετε πῶς μοιάζει; Νὰ κλαῖνε ἐδῶ ἕναν σκοτωμένο, καὶ μετὰ νὰ βγῶ ἐγὼ καὶ νὰ πῶ· Αὐτὸς ποὺ τὸν σκότωσε εἶνε ἕνας μεγάλος ἄνδρας, ποὺ θὰ μείνῃ στὴν ἱστορία… Τί θὰ λέγατε ἐσεῖς; Ἀλλὰ ἐδῶ δὲν εἶνε ἕνας μόνο σκοτωμένος· εἶνε χιλιάδες, ἑκατομμύρια σκοτωμένοι, καὶ τὰ χέρια τῶν φονέων τους στάζουν.
―Εἶσαι ἐναντίον τῆς Τουρκίας;
Ὄχι, ὄχι. Τοιαῦτα αἰσθήματα δὲν ἔχω ὡς ἱεράρχης, τοιαῦτα αἰσθήματα δὲν ἔχω ὡς ἐπίσκοπος. Κ᾿ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἐσεῖς, τὰ ἐγγόνια σας, τὰ δισέγγονα, τὰ τρισέγγονά σας, θὰ δῆτε τὸ θαῦμα. Γράψατέ το, σημειῶστε το, σημειῶστε το τὸ θαῦμα, ὅτι καὶ ἡ Τουρκία μιὰ μέρα θὰ γίνῃ ἕνα μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ὄχι μὲ διπλωματίες, ὄχι μὲ ψευτιές, ὄχι μὲ ὑποκρισίες, ὄχι μὲ τέτοια πράγματα, ὄχι μὲ ὅπλα· ἀλλὰ μιὰ μέρα, σύμφωνα μὲ τὰ βιβλία μας, καὶ οἱ Τοῦρκοι θὰ πιστέψουν στὸ Χριστό, θὰ πιστέψουν στὸ Χριστό. Θὰ γίνουμε μιὰ φυλὴ καὶ ἕνα ἔθνος, ἔτσι, ἀλλὰ ὄχι ὅμως νὰ καταντήσουμε νὰ κολακεύουμε κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο.

ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΜΙΚΡΟΙ ΑΘΑΝΑΣΙΟΙ

Ἔφυγα ἀπὸ τὸ θέμα; Δὲν ἔφυγα ἀπὸ τὸ θέμα. Λέω λοιπόν, ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος σήκωσε τὸ ἀνάστημά του μπροστὰ σὲ ἕναν Μέγα Κωνσταντῖνο καὶ τοῦ λέει· Ἐσὺ στὰ παλάτια σου, ἐσὺ στὸ θρόνο σου, ἐγὼ στὴν Ἐκκλησία (φαντάσου νά ᾿ταν τώρα στὰ Πατριαρχεῖα ἕνας τέτοιος μεγάλος ἀνήρ, ὄχι κόλακας, ἀλλὰ ἕτοιμος νὰ θυσιάσῃ τὰ πάντα γιὰ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὴν Ἐκκλησία). Μαζέψτε λοιπὸν τοὺς δεσποτάδες τῆς Ἑλλάδος, τῆς Βουλγαρίας, τῆς Σερβίας κ.λπ.· ἐὰν μαζέψῃς τοὺς παπᾶδες, τοὺς 8.000 παπᾶδες ποὺ ἔχει ἡ Ἑλλάδα, ἂν τοὺς στύψῃς ὅλους, ἂν μᾶς στύψῃς ὅλους, τὸ νυχάκι τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου δὲν τὸ κάνουμε. Είμεθα πολὺ μακριά. Δὲν είμεθα εἰς τοιοῦτον ὕψος ἀρετῆς καὶ ἱκανότητος.
Ἂς παρακαλέσουμε τὸ Θεὸ μέσ᾿ στὸ ἔθνος μας νὰ ἀναδείξῃ νέα ἀναστήματα πνευματικῆς φύσεως, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπερασπίσουν τὴν ὀρθόδοξο πίστι μας. Ἐὰν δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε Μεγάλοι Ἀθανάσιοι, μποροῦμε νὰ γίνουμε μικροὶ Ἀθανάσιοι. Μικροὶ Ἀθανάσιοι ὅλοι ἐσεῖς ποὺ εἶσθε ἐδῶ. Ἐὰν δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε ἥλιος, νὰ γίνουμε ἕνα κεράκι. Καὶ τὸ κεράκι εἶνε χρήσιμο. Δὲν ἔχω καιρὸ νὰ σᾶς διηγηθῶ τὴν ἱστορία ἑνὸς κεριοῦ, πῶς μὲ ἕνα κεράκι σώθηκε ὁλόκληρο τάγμα, πῶς πέρασε ὁλόκληρα βουνὰ μὲ ἕνα κεράκι μέσα στὸ σκοτάδι. Λοιπόν, μέσα στὸ σκοτάδι ποὺ είμεθα, ἂν δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε ἀστέρες φωτεινοὶ καὶ πολύφωτοι καὶ ἂν δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε ἥλιοι, νὰ γίνουμε ἕνα κεράκι στὸ σκοτάδι αὐτὸ  που βρισκόμεθα. Ἐλᾶτε ὅλοι! Μποροῦμε νὰ γίνουμε μικροὶ Ἀθανάσιοι. Καὶ τὸ μικρὸ παιδάκι, καὶ ὁ γέρος ὁ ἀσπρομάλλης, καὶ ἡ γυναίκα, καὶ ὁ ἀγράμματος, καὶ ὁ διᾶκος, καὶ ὁ ἐπίσκοπος, καὶ ὁ πατριάρχης, μποροῦμε στὰ δύσκολα αὐτὰ χρόνια νὰ γίνουμε μικροὶ Ἀθανάσιοι. Πολλὰ μικρὰ κεριά, ὅταν ἑνωθοῦν, κάνουν μία μεγάλη λάμπα· καὶ πολλὰ μικρὰ ῥυάκια, ὅταν ἑνωθοῦν, κάνουν τὸ Δούναβι ποταμό· καὶ πολλοὶ μικροὶ Ἀθανάσιοι, ἑνούμενοι, μπορεῖ νὰ φτάσουν τὸ Μέγα Ἀθανάσιο, τὴν ἐνσάρκωσι τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ἀντιστάσεως ὑπὲρ τῆς πίστεώς μας.

ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΜΕ ΝΑ ΧΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΣΗΜΕΡΑ

―Μά, θὰ πῆτε, κινδυνεύουμε;
Μπορῶ νὰ σᾶς πῶ, ὅτι ὡς Ὀρθόδοξοι κινδυνεύουμε περισσότερο σήμερον ἀπὸ ὅ,τι κινδυνεύανε στὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου. Γιατὶ σήμερα τὰ ἐγγόνια τοῦ διά᾿ολου, τοῦ Ἀρείου, δὲν ἀπέθαναν, ὅπως σᾶς εἶπα. Καὶ σήμερα ὁ Ἄρειος ὑπάρχει. Καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου ἀναστήθηκε στὰ πρόσωπα τῶν χιλιαστῶν. Οἱ χιλιασταὶ δὲν λένε τίποτε ἄλλο παρὰ αὐτὰ ποὺ λέει ὁ Ἄρειος. Ἂν ῥωτήσῃς χιλιαστή, ἕναν ἅγιο μισοῦν· τὸν Μέγα Ἀθανάσιο. Ἀφρίζουνε καὶ τὸν ὑβρίζουν. Γιατὶ αὐτὸς ἦταν πολέμιος τῶν ἰδεῶν τῆς αἱρέσεώς τους. Καὶ ἂν ῥωτήσῃς, ποιόν ἀγαποῦν περισσότερο, ποιόν ἔχουν σὲ εἰκόνα; Τὸν Ἄρειο! Τὸν Ἄρειο, ποὺ ἀφώρισε ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, αὐτοὶ τὸν ἔχουν ὡς σπουδαιότατο πρόσωπο τῆς θρησκείας καὶ τῆς ἱστορίας τους. Οἱ χιλιασταὶ εἶνε τὰ παιδιά, τὰ ἐγγόνια, τὰ δισέγγονα τοῦ διαβόλου, οἱ ὀχιὲς αὐτὲς ποὺ σκορποῦν τὸ δηλητήριο μέσα στὶς ψυχές. Χθὲς, ἔλαβα ἕνα γράμμα κάτω ἀπὸ τὸ Μοριᾶ. Μοῦ ἐξομολογεῖται ἕνας οἰκογενειάρχης.
―Ἄχ, λέει, τί ἔπαθα. Τὴ νύχτα τῶν Χριστουγέννων ἀνοίξαμε τὸ ῥαδιόφωνο, γιὰ νὰ πιάσουμε ἕνα σταθμό και ἀντὶ ν᾿ ἀκούσουμε ἕνα χριστουγεννιάτικο τραγούδι, βγῆκε ἕνας ἐκφωνητὴς στὸ ῥαδιοφωνικὸ σταθμὸ, ξένου κράτους, καὶ τὸ τί εἶπε ἑναντίον τοῦ Χριστοῦ δὲν λέγεται!…
Λυσσομανοῦν οἱ σταθμοὶ ἑναντίον τοῦ Χριστοῦ.
Ὅταν ἤμουν νέος στὴ Φλώρινα συνέβη τὸ ἑξῆς. Ἀπὸ τὸ Μοναστήρι κατεβαίνουν στὴ Φλώρινα καὶ πᾶνε στὰ ἐμπορικὰ καταστήματα καὶ ζητοῦν εἰκόνες. Πόσο πιστεύουν κάτι χωριάτες, γυναῖκες καὶ ἄνδρες, ἀπὸ τὸ Μοναστήρι! Μπαίνουν μέσα καὶ παίρνουν εἰκόνες τοῦ ἁγίου Νικολάου, τοῦ ἁγίου Δημητρίου…. Τὸ πῆρε μυρωδιὰ τὸ Τελωνεῖο τοῦ Τίτου καὶ τὸ ἀπηγόρευσε. Δὲν δέχεται νὰ περάσουν εἰκόνες. Κάνει ἔλεγχο καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχουν εἰκόνες τῶν ἁγίων. Ὅποιος ἔχει εἰκόνες, θεωρεῖται ὅτι ἔχει ἐπικίνδυνα πράγματα, ὅπως λ.χ. ἐκρηκτικὲς ὕλες, καὶ τὸν σημειώνουν. Καὶ οἱ εἰκόνες γυρίζουν πίσω στὰ καταστήματα· δὲν μποροῦν νὰ περάσουν οἱ εἰκόνες…

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΤΑΘΟΥΜΕ ΦΡΟΥΡΟΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Βάλλεται λοιπὸν καὶ κινδυνεύει ἡ Ὀρθοδοξία ἀπὸ πολλὲς πλευρές. Γίνεται μεγάλος πόλεμος ἐναντίον τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ πρέπει νὰ σταθοῦμε φρουροί. Ὅπως οἱ στρατιῶτες ἐπάνω στὰ σύνορα φυλάγουν καὶ μόλις δοῦν κάτι φωνάζουν Ἄλτ!, ―ἔχουμε στρατιῶτες γενναίους ἐπάνω στὰ χιονισμένα βουνά, στὸ Καϊμακτσαλάν, στὸ Βίτσι κ.λπ., ποὺ μέσα στὴν ἄγρια νύχτα τουρτουρίζουν ἐκεῖ πάνω στὰ βουνὰ καὶ δὲν ἐπιτρέπουν σὲ ἐχθρὸ οὔτε ἕνα βῆμα νὰ προχωρήσῃ, ἀλλὰ φωνάζουν Ἄλτ! καὶ τὸν σταματᾶνε, καὶ εἶνε ἕτοιμοι νὰ πέσουν εἰς τὰ σύνορα ὑπερασπίζοντες τὴν ἀκεραιότητα τῆς πατρίδος μας― ὅπως αὐτοὶ φυλᾶνε τὰ σύνορα, νὰ φυλάξουμε κ᾿ ἐμεῖς τὰ πνευματικὰ σύνορα. Τὰ δὲ πνευματικὰ σύνορα, ποὺ ἔχουν ἀξία μεγαλύτερη ἀπὸ τὰ ἄλλα σύνορα, εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία. Νὰ τὴν φυλάξουμε. Νὰ γίνουμε, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἕνας βράχος, ἕνας γαλάζιος βράχος, καὶ νὰ ποῦμε στὰ ἄγρια κύματα τῆς Δύσεως καὶ τῆς Ἀνατολῆς, νὰ ποῦμε σὲ ὅλους· Ἄλτ, δὲν θὰ περάσετε! Είμεθα Πόντιοι, είμεθα Μικρασιάται, είμεθα Ἕλληνες, είμεθα Χριστιανοί, δὲν θὰ περάσετε. Μασόνοι δὲν θὰ περάσετε, ἄθεοι κομμουνισταὶ δὲν θὰ περάσετε, χιλιασταὶ ἰεχωβῖτες δὲν θὰ περάσετε, φράγκοι δὲν θὰ περάσετε, προτεστάντες δὲν θὰ περάσετε. Ὄχι. Θὰ μείνουμε ἐδῶ φρουροὶ στὸ φρούριο, μικροὶ καὶ μεγάλοι, μία ψυχή, ἕνας λαός. Καὶ ἐλπίζω ὁ Θεός, ποὺ βοήθησε τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, τοὺς μεγάλους πατέρας, θὰ βοηθήσῃ κ᾿ ἐμᾶς νὰ μείνουμε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς μας πιστοὶ εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστόν· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Απομαγνητοφωνημένη ἐσπερινή ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στὸν ἱερό ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος Πτολεμαΐδος 30-12-1973

http://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=39104

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΗΘΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΣΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Ιανουαρίου, 2014

ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ
ΠΕΡΙ ΗΘΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΣΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

1. Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΟΣΕΒΕΙΑΣ

Οι άνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί. Δεν είναι λογικοί όσοι έμαθαν απλώς τα λόγια και τα βιβλία των αρχαίων σοφών, αλλ’ όσοι έχουν τη λογική ψυχή και μπορούν να διακρίνουν ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό και αποφεύγουν τα πονηρά και βλαβερά στην ψυχή, τα δε αγαθά και ψυχωφελή, τα αποκτούν πρόθυμα με τη μελέτη και τα εφαρμόζουν με πολλή ευχαριστία προς τον Θεό. Αυτοί μόνοι πρέπει να λέγονται αληθινά λογικοί άνθρωποι.

2. Ο ΑΛΗΘΙΝΑ ΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Ο αληθινά λογικός άνθρωπος ένα μόνο ζήλο έχει: να πείθεται και να αρέσει στο Θεό των όλων.
Σ’ αυτό και μόνον πρέπει να εκπαιδεύει την ψυχή του, ώστε ν’ αρέσει στο Θεό, ευχαριστώντας για την τόσο μεγάλη Του πρόνοια και ρύθμιση των όλων, οτιδήποτε κι’ αν του τύχη στη ζωή του.
Γιατί είναι άτοπο, τους μεν Ιατρούς, που μας δίδουν και πικρά και δυσάρεστα φάρμακα, να τους ευχαριστούμε για την υγεία του σώματός μας, προς τον Θεόν δε να είμαστε αχάριστοι, για τα πράγματα που μας φαίνονται δυσάρεστα και δύσκολα και να μην ξέρομαι ότι όλα γίνονται όπως πρέπει και προς το συμφέρον μας κατά την Πρόνοιά Του.
Η γνώσης (του θελήματος του Θεού) και η πίστη στο Θεό, είναι η σωτηρία και η τελειότης της ψυχής.

3. ΟΙ ΜΕΓΙΣΤΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΜΑΣ
Την εγκράτεια, την ανεξικακία, την σωφροσύνη, την καρτερία, την υπομονή και τα όμοιά τους, τις έχουμε πάρει σαν μέγιστες και ενάρετες δυνάμεις από το Θεό. Αυτές αντιπαρατάσσονται και αντιστέκονται και βοηθούν σε όλες εκείνες τις δυσκολίες που προέρχονται εκείθεν (από τον αντικείμενων εχθρό — τον διάβολο).
Εάν τις γυμνάζομαι και τις έχομε πρόχειρες τις δυνάμεις αυτές, τότε πια τίποτε δεν φαίνεται να μας γίνεται δύσκολο ή οδυνηρό ή αφόρητο, γιατί αναλογιζόμαστε πως όλα είναι ανθρώπινα και νικώνται από τις (παραπάνω) αρετές που έχομε μέσα μας.
Αυτό δεν το σκέπτονται οι ψυχικά ανόητοι. Διότι ούτε καν λογαριάζουν πως όλα γίνονται καλά και όπως πρέπει προς το συμφέρον μας, για να λάμψουν τελείως οι αρετές και να στεφανωθούμε (βραβευθούμε) από το Θεό.

4. Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ
(Θα είσαι πνευματικός άνθρωπος), όταν λογαριάζεις για φαντασία και μόνον και μάλιστα ολιγοχρόνια την απόκτηση χρημάτων και την άφθονη χρησιμοποίησή τους και όταν γνωρίζεις ότι η ενάρετη και αρεστή στο Θεό πολιτεία διαφέρει πολύ από τον πλούτο.
Όταν το μελετάς αυτό, ασφαλώς και το διατηρείς στη μνήμη σου, δεν θα στενάξεις, δεν θα θρηνήσεις και δεν θα κατηγορήσεις κανέναν, αλλά για όλα θα ευχαριστήσεις το Θεό, βλέποντας τους χειρότερους από σένα να στηρίζονται στα λόγια και στα χρήματα.
(Έχε υπ’ όψη σου, ότι τα χρήματα) είναι το χειρότερο πάθος της ψυχής, καθώς και η επιθυμία, η δόξα και η άγνοια.

5. ΤΙ ΚΑΝΕΙ Ο ΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Ο λογικός άνθρωπος εξετάζοντας τον εαυτό του, δοκιμάζει ποια πράγματα του πρέπουν και τον συμφέρουν, ποια είναι ζητήματα της ψυχής και ωφέλιμα και ποια ξένα προς την ψυχή. Έτσι αποφεύγει όσα βλάπτουν την ψυχή, διότι του είναι ξένα και τον χωρίζουν από την αθανασία.

6. ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ Η ΜΕΤΡΙΑ ΖΩΗ
Όσον μετριότερα ζει κανείς, τόσο ευτυχέστερος είναι (ευδαίμων), γιατί δεν φροντίζει για πολλά, για δούλους, γεωργούς και ν’ αποκτήσει ζώα.
Διότι όταν προσηλωνόμαστε σ’ αυτά και περιπέσομε αργότερα στις δυσχέρειες που τα επακολουθούν, κατηγορούμε το Θεό (ως αίτιον).
Από την αυθαίρετη αυτή επιθυμία μας (τον πλούτο), ποτίζεται ο θάνατος και έτσι πλανημένοι μένομε στο σκοτάδι της αμαρτωλής ζωής, χωρίς να μπορούμε να αναγνωρίσουμε τους εαυτούς μας.

7. ΔΥΣΚΟΛΗ ΑΛΛΑ ΚΑΤΟΡΘΩΤΗ Η ΑΡΕΤΗ
Πρέπει να μη λέμε ότι δεν είναι δυνατόν στον άνθρωπο να επιτύχει ενάρετο βίο, αλλά μόνον ότι δεν είναι εύκολο. Ούτε είναι εύκολο να το αντιληφθούν αυτό οι τυχόντες άνθρωποι. Συμμετέχουν σε ενάρετη ζωή όσοι είναι ευσεβείς και έχουν νουν θεοφιλή (που σκέπτονται όπως αρέσει στο Θεό). Γιατί ο κοινός νους, είναι κοσμικός (σκέπτεται κατά το θέλημα του ανθρώπου) και ευμετάβολος, που παρέχει νοήματα αγαθά και κακά, αφού επηρεάζεται από τα φυσικά πράγματα και ρέπει προς την ύλη.
Ενώ ο θεοφιλής νους, τιμωρεί την κακία την οποία ενσωματώνονται αυτοπροαίρετα οι άνθρωποι από ραθυμία.

8. ΟΙ ΑΠΑΙΔΕΥΤΟΙ
Οι αγράμματοι και ακαλλιέργητοι άνθρωποι, θεωρούν τα λόγια γελοίο πράγμα και δεν θέλουν να τ’ ακούνε, επειδή ελέγχεται η αγραμματοσύνη τους και θέλουν να είναι όλοι όμοιοί τους.
Κατά τον ίδιο τρόπο και όσοι ζουν και συμπεριφέρονται ακόλαστα, φροντίζουν (να αποδείξουν) ότι όλοι είναι χειρότεροί τους, νομίζοντας πως από το πλήθος των κακών θα επιτύχουν το ακατηγόρητο για τους εαυτούς των.
Η άτονη (χαλαρή και νωθρή) ψυχή (τους) θολώνει από την κακία που περιλαμβάνει ασωτία, υπερηφάνεια, απληστία, οργή, προπέτεια, λύσσα, φόνο, οδυρμό, φθόνο, πλεονεξία, αρπαγή, πόνο, ψευδός, ηδονή, οκνηρία, λύπη, δειλία, αρρώστια, μίσος, κατηγορία, αδυναμία, πλάνη, άγνοια, απάτη, λήθη Θεού.
Με τέτοια και παρόμοια (κακίες) τιμωρείται η άθλια ψυχή που χωρίζει τον εαυτό της από το Θεό.

9. ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΡΕΤΗΣ
Αυτοί που λένε πως θέλουν να ζήσουν την ενάρετη και ευλαβή και ένδοξη ζωή, δεν πρέπει να κρίνονται από το πλαστό ήθος (εξωτερική συμπεριφορά), ούτε από την ψεύτικη πολιτεία, αλλά να κρίνονται από τα ίδια τα έργα τους, όπως οι τεχνίτες, ζωγράφοι και ανδριαντοπλάστες, διότι αυτά δείχνουν θετικά την ενάρετη και θεοφιλή πολιτεία τους και από το εάν αποστρέφονται σαν παγίδες όλες τις πονηρές ηδονές (πράγμα που δείχνει αρνητικά την ενάρετη πολιτεία τους).

10. Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ ΕΥΓΕΝΗΣ
Απ’ αυτούς που σκέπτονται σωστά, θεωρείται κακότυχος ο πλούσιος και ευγενής, όταν δεν έχει καλλιέργεια ψυχική και όλες του βίου τις αρετές.
Όπως (αντίθετα) ο φτωχός και τυχόν δούλος θεωρείται ευτυχής, αν είναι στολισμένος με παίδευση (της ψυχής) και με αρετή του (βίου.)
Όπως περιπλανώνται οι ξένοι στους δρόμους, έτσι καταστρέφονται και χάνονται, πλανεμένοι από τις επιθυμίες και όσοι δεν δείχνουν επιμέλεια για ενάρετη ζωή.

http://www.pigizois.net/vivlia/antonios/01_10.htm

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πόσα λεπτά έχουμε στη διάθεση μας μέσα στον καινούριο χρόνο;

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Ιανουαρίου, 2014

525.600 πρώτα λεπτά
8760 ώρες
365 μέρες
52 εβδομάδες
Αυτόν τον χρόνο, αδελφοί μου, να τον χρησιμοποιήσουμε για τον καταρτισμό, για τον αγιασμό της ψυχής μας, για το καλό των συνανθρώπων μας. Έτσι μόνο θα κάνουμε καλή χρήση του χρόνου και ο αγώνας μας θα τελεσφορεί και θα επιβραβεύεται με το στεφάνι του νικητή.
(π. Θεόφιλος Ζησόπουλος)

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς:Ο άδικος θα τρώει και δεν θα χορταίνει, θα αρπάζει και δεν θα του φτάνουν…

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Ιανουαρίου, 2014

Γιατί οι άδικοι προοδεύουν;
Μέχρι πότε προοδεύουν; Και τί συμβαίνει στο τέλος σ΄ αυτούς και στους απογόνους τους; Αναρωτήθηκες ποτέ; Να μη σκοντάφτουν οι σκέψεις σου όταν βλέπεις ότι κάποιος καυχιέται με τη δύναμη και ξεχνά το Δωρητή της δύναμης. Θυμήσου πως ο υπερήφανος και καυχόμενος Γολιάθ σκοτώθηκε από τη σφεντόνα ενός αγοριού, του Δαβίδ.
Να μη συγχύζεται η καρδιά σου όταν βλέπεις πως κάποιος πλουτίζει με άδικο τρόπο. Θα τρώει και δεν θα χορταίνει, θα αρπάζει και δεν θα του φτάνουν.
Θυμήσου τους πλούσιους πολίτες στα Σόδομα, πως σε μία στιγμή ρίχτηκε πάνω τους φωτιά και έγιναν στάχτη μ’ όλο τους τον πλούτο. Εσύ είσαι χριστιανός, και ο χριστιανός παρατηρεί τα γεγονότα στην άλλη γραμμή, στην ολότητα, και όχι επί μέρους. Την πρόοδο του αδίκου ο χριστιανός δεν εκτιμά σαν κάποιο τετελεσμένο γεγονός αλλά περιμένει να δει τι ακολουθεί. Αυτός ξέρει πως ο άδικος δεν προοδεύει ούτε με τη δική του δύναμη ούτε με το δικό του μυαλό αλλά μόνο επειδή ο Θεός του επιτρέπει να προοδεύει, μπας και κάποια στιγμή θυμηθεί το Θεό.
Αφού είναι ανείπωτα ελεήμων ο Θεός μας, και επιτρέπει στους αδίκους εκείνο που αυτοί επιθυμούν, μπας και κάποια στιγμή σκεφθούν, ότι αυτό είναι από το Θεό και ντραπούν για την αδικία τους και διορθωθούν. Στο Θεό είναι αγαπητοί οι μετανοούντες… είναι πολύ αγαπητοί σ’ Αυτόν όσοι μετανοούν ταπεινά για τις άδικες πράξεις τους. Ο Δημιουργός δεν θέλει πάντα να τιμωρήσει αμέσως μόλις κάποιος ξεκινήσει σε λάθος δρόμο. Εκείνος περιμένει τον πλανημένο να γυρίσει μόνος του στον σωστό δρόμο.
Εκείνος βλέπει και σιωπά. Περιμένει και δεν αργεί. Είναι θαυμαστός στη σοφία, πανθαύμαστος στο έλεός Του. Γι’ αυτό ο προορατικός Ψαλμωδός ενθουσιασμένα λέει στον Κύριο: «Τα κρίματά σου ωσεί άβυσσος πολλή» (Ψαλμ. 35,7). Ποιός θα ερευνήσει όλο το βάθος της πρόνοιας του Θεού;
Οι ανόητοι θυμώνουν επειδή ο Θεός δεν διοικεί τον κόσμο κατά τη δική τους λογική, και οι λογικοί κοπιάζουν ασταμάτητα να μπουν στη λογική του Θεού. Είναι δύσκολο καμιά φορά και στο λογικότατο να κατανοήσει το γιατί σ’ έναν άνθρωπο συμβαίνει έτσι, ενώ στον άλλον αλλιώς· γιατί ο νέος που επιθυμεί τη ζωή πεθαίνει, ενώ ο γέρος που επιθυμεί τον θάνατο ζει – γιατί ο ευσεβής βασανίζεται, ενώ ο άθεος καλοπερνά. Και οι αγιότατες ψυχές καμιά φορά βρίσκονται σε αμηχανία μπροστά στο αίνιγμα των γεγονότων.
Στην Ιερά παράδοση υπάρχει γραμμένη η εξής περίπτωση: πέθανε κάποιος αμαρτωλός πλούσιος, του οποίου οι αμαρτίες ήταν γνωστές σε όλους, και ο ενταφιασμός του ήταν πανηγυρικός, με τον επίσκοπο και πολλούς Ιερείς. Λίγο μετά απ’ αυτό επιτέθηκε ύαινα σ’ έναν ασκητή στην έρημο και τον κατασπάραξε. Κάποιος μοναχός, ο όποιος είχε δει εκείνη την πανηγυρική νεκρώσιμη πομπή του αμαρτωλού και τα ματωμένα υπολείμματα του δίκαιου, στη σύγχυση του άρχισε να κλαίει και φώναξε: «Κύριε, πώς έγινε αυτό και γιατί; Πώς εκείνος ο αμαρτωλός είχε και απαλή ζωή και απαλό θάνατο, ενώ αυτός ο δίκαιος πικρή ζωή και πικρό θάνατο;».
Σ’ αυτό του εμφανίστηκε άγγελος του Θεού και εξήγησε: «Εκείνος ο κακός πλούσιος είχε στη ζωή του μόνο μία καλή πράξη, ενώ αυτός ο ασκητής είχε στη ζωή του μόνο μία πιο βαριά αμαρτία. Με την εορταστική και τιμητική νεκρώσιμη πομπή ο Ύψιστος ήθελε στον κακό πλούσιο να ξεπληρώσει εκείνο το καλό έργο, ώστε να μην περιμένει τίποτα άλλο σ’ εκείνον τον κόσμο, ενώ με τον φρικτό θάνατο του ασκητή ήθελε να τον απαλλάξει από εκείνη τη μία αμαρτία, ώστε να του δώσει πλήρες βραβείο στους ουρανούς».
Γι’ αυτό εσύ να σκέπτεσαι περί των κρίσεων του Θεού και τοποθέτησε όλη την ελπίδα στον Δημιουργό σου. «Μη φθονείς την ευτυχία εκείνων που σκέφτονται το πονηρό και μη ζηλεύεις εκείνους που κάνουν το κακό» (Ψαλμ. 36,1). Έτσι γράφει ο δίκαιος βασιλιάς Δαβίδ, τον οποίον για πολύ καιρό βασάνιζε εκείνο που βασανίζει και σένα, ώσπου ο Κύριος του αποκάλυψε το λόγο για να καταλάβει.
Ο ίδιος λέει και αυτή την παρήγορη εμπειρία του: «Ήμουν νέος και τώρα γέρασα και δεν είδα δίκαιο να εγκαταλείπεται από το Θεό, ούτε τα παιδιά του να ζητιανεύουν ψωμί» (Ψαλμ. 36,25). Διάβαζε συχνά το Ψαλτήρι, και θα καταλάβεις και θα παρηγορηθείς.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ´ ΛΟΥΚΑ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Ιανουαρίου, 2014

Νυνί δέ ἀπόθεσθε καί ὑμεῖς τά πάντα, ὀργήν, θυμόν…᾽
(Κολ. 3, 8)
α. Μία σειρά προτροπῶν γιά τό τί δέν πρέπει νά κάνει ὁ χριστιανός ἀκοῦμε στό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν πρός Κολασσαεῖς ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Μία σειρά ἀπό ῾μή᾽ καί ῾δέν πρέπει᾽, πού ἄν δέν τά δεῖ κανείς μέσα στό πλαίσιο πού τά θέτει ὁ ἀπόστολος, ἀσφαλῶς καί μπορεῖ νά τά παρεξηγήσει. Γιατί συχνά ἀκοῦμε καί διαβάζουμε ὅτι ἡ χριστιανική πίστη δέν ἔχει ῾μή᾽. Δέν εἶναι πορεία ἄρνησης. Εἶναι πολύ περισσότερο θέση, δηλαδή πορεία πρός τά ἐμπρός πάνω στά ἴχνη τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ. Καί πράγματι ἔτσι εἶναι: τά ῾μή᾽ καί τά ῾δέν πρέπει᾽ θεωροῦνται ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἀκολουθίας τοῦ Χριστοῦ.  Ὅταν πορεύομαι μαζί μέ τόν Χριστό πάνω στόν δρόμο πού εἶναι ἡ ζωή Του, κατ᾽ ἀνάγκην θά ἀπαμακρυνθῶ ἀπό ὅ,τι εἶναι ἀλλότριο τῆς ζωῆς αὐτῆς. ῾Οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν᾽. Λοιπόν, βγάλτε καί πετάξτε ἀπό πάνω σας κι ἐσεῖς, σάν ἀκάθαρτο ἔνδυμα, ὅλα τά κακά: τήν ὀργή, τόν θυμό… ῾Νυνί δέ ἀπόθεσθε καί ὑμεῖς τά πάντα, ὀργήν, θυμόν…᾽.
β. 1. Ποιό εἶναι τό πλαίσιο τῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ, μέσα στό ὁποῖο, κατά τόν ἀπόστολο, δέν μπορεῖ νά χωράει ὁποιαδήποτε κακία, μέ πρῶτα τήν ὀργή καί τόν θυμό; Μᾶς τό λέει ὁ ἀπόστολος καί στή συγκεκριμένη ἐπιστολή του ἀλλά καί στίς ἄλλες, δείγμα τοῦ πόσο θεμελιακό θεωρεῖται τοῦτο γιά τόν πιστό: ὁ ἄνθρωπος ἀφότου ἔγινε χριστιανός διά τοῦ βαπτίσματος, ντύθηκε τόν Χριστό – ῾ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽ – ἔγινε δηλαδή Χριστός καί ὁ ἴδιος , ῾ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ᾽ μία ἄλλη δική Του παρουσία στόν κόσμο· συνεπῶς ἐνσωματωμένος στόν Χριστό καλεῖται νά ἐπιβεβαιώνει κάθε στιγμή τή ζωή ᾽Εκείνου. ῾᾽Απεθάνετε γάρ᾽, εἶπε στούς Κολασσαεῖς μόλις πρίν τούς δώσει τίς ῾κανονιστικές᾽ ἀρνητικές ἐντολές, ῾καί ἡ ζωή ὑμῶν κέκρυπται σύν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ᾽. Δηλαδή: Μέ τό ἅγιο βάπτισμα πεθάνατε μυστηριακά μαζί μέ τά παλαιά καί γήινα φρονήματά σας. Καί ἡ θεία χάρη σᾶς ἔδωσε νέα ζωή, ἡ ὁποία εἶναι κρυμμένη μαζί μέ τόν Χριστό μέσα στούς κόλπους τοῦ Θεοῦ. Καί παρακάτω: τούς τονίζει νά μή λένε ψέματα μεταξύ τους, γιατί ξεντύθηκαν τόν παλαιό ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας καί ντύθηκαν τόν καινούργιο πού συνεχῶς ἀνανεώνεται κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Δημιουργοῦ Χριστοῦ. ῾Μή ψεύδεσθε εἰς ἀλλήλους, ἀπεκδυσάμενοι τόν παλαιόν ἄνθρωπον σύν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ καί ἐνδυσάμενοι τόν νέον τόν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ᾽ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν᾽. ῾Ως ῾ἄλλος Χριστός᾽ λοιπόν ὁ χριστιανός μετά τό βάπτισμά του δέν μπορεῖ νά ἐπανέρχεται στήν προ-χριστιανική ἐποχή του, νά ζεῖ δηλαδή μέ κακία, μέ ὀργή καί θυμό.
2. Ἡ χαρισματική αὐτή πραγματικότητα: νά εἶναι κανείς μέλος Χριστοῦ, ἡ ὁποία συνιστᾶ ὅ,τι πιό καίριο καί οὐσιαστικό στήν πίστη μας, εἶναι κρυμμένη ἀπό τούς σωματικούς ὀφθαλμούς, μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος. Βιώνεται ἐσωτερικά στό βάθος τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου – ῾ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστι᾽ λέει ὁ Κύριος – γι᾽ αὐτό καί ὁ ἐν αἰσθήσει χριστιανός ἀφενός εἶναι στραμμένος πρός τόν ἐσωτερικό του κόσμο γιά τήν εὕρεση καί τή βίωση τοῦ θησαυροῦ αὐτοῦ,  ἀφετέρου προσδοκᾶ  τήν ἔλευση τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ στή Δευτέρα Του Παρουσία προκειμένου τότε μαζί μέ ᾽Εκεῖνον νά φανερωθεῖ καί ὁ ἴδιος ὡς μέλος Του  ἐν δόξῃ. ῾῞Οταν ὁ Χριστός φανερωθῇ, ἡ ζωή ὑμῶν, τότε καί ὑμεῖς σύν αὐτῷ φανερωθήσεσθε ἐν δόξῃ᾽.
Μέχρι τότε ὅμως, παρ᾽ ὅλη τήν κεκρυμμένη δόξα τῆς χάρης ἀπό τόν ἐνδεδυμένο ἀπό αὐτόν Χριστό, βρίσκεται ὁ πιστός στόν κόσμο τοῦτο  ὅπως ὁ Κύριος στήν πρώτη Του παρουσία: ταπεινός καί ἄδοξος ἐξωτερικά,  μέ θλίψεις καί δοκιμασίες, ἀλλά καί μέ ἀγώνα νά ἐνεργοποιεῖ τή δοσμένη σ᾽ αὐτόν χάρη τοῦ βαπτίσματος, ἡ ὁποία κινδυνεύει ἀνά πᾶσα στιγμή νά ἀπολεσθεῖ, ἄν δέν προσέξει καί χαλαρώσει τόν πνευματικό του ἀγώνα. ῾Ο πονηρός καιροφυλακτεῖ, ὡς γνωστόν, ῾ὡς λέων ὠρυόμενος᾽, νά διαρπάσει αὐτό πού ἀνήκει στόν Κύριο, τόν ἄνθρωπο, γι᾽ αὐτό καί δέν χωρεῖ στήν πορεία τοῦ χριστιανοῦ χαλάρωση καί λησμοσύνη.
3. Μακριά λοιπόν – φωνάζει ὁ ἀπόστολος – ἀπό κάθε κακία, καί μάλιστα τήν ὀργή καί τόν θυμό. Εἴμαστε ντυμένοι τόν Χριστό, συνιστοῦμε μέλη Του, εἴμαστε προορισμένοι νά μετάσχουμε στήν πληρότητα τῆς δόξας τῆς Βασιλείας Του, γι᾽ αὐτό δέν πρέπει νά ἐπανερχόμαστε στά πρό Χριστοῦ πάθη μας. ᾽Επικεντρώνει μάλιστα ὁ ἅγιος Παῦλος πρῶτα ἀπό ὅλα στήν ὀργή καί τόν θυμό, διότι γνωρίζει ὅτι ἡ ἔξαψη τοῦ θυμικοῦ στόν ἄνθρωπο ταράζει καί τό λογιστικό του – ὁ ταραγμένος συναισθηματικά ἄνθρωπος δέν σκέφτεται καί σωστά: γίνεται ῾ἔξω φρενῶν᾽ – ἐνῶ ἡ ἔξαψη αὐτή τῆς ὀργῆς προϋποθέτει συνήθως ἐπιθυμίες μή σύμφωνες πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ἐμπαθής ἁμαρτωλή ἐπιθυμία: γιά ἱκανοποίηση τῆς φιληδονίας ἤ τῆς φιλαργυρίας ἤ τῆς φιλοδοξίας, προκαλεῖ ταραχή τῶν συναισθημάτων καί θόλωση τῆς διανοίας. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι δεδομένο: ὁ ἡγεμών νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ἔστω καί βαπτισμένου,  χάνει τήν ἐνέργεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ λόγω τοῦ ἐγωιστικοῦ φρονήματός του, μένει μόνος καί μετέωρος μέσα στά πάθη του, ἕρμαιο κυριολεκτικά τοῦ ἀνθρωποκτόνου διαβόλου.  ῾᾽Ανήρ θυμώδης οὐκ εὐσχήμων᾽, σημειώνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ταυτοχρόνως βεβαιώνει ὅτι ὁ Κύριος ἐπιβλέπει ῾ἐπί τόν πρᾶον καί ἡσύχιον, καί τρέμοντα τούς λόγους αὐτοῦ᾽.
4. Πῶς μπορεῖ λοιπόν κανείς νά ξεπεράσει τά πάθη αὐτά, τήν ὀργή καί τόν θυμό; Πῶς μπορεῖ νά διακρατηθεῖ στή χάρη τοῦ ἁγίου βαπτίσματός του; ῎Οχι βεβαίως ῾νεκρώνοντας᾽ τόν θυμό ὡς δύναμη τῆς καρδιᾶς – ὁ θυμός κατά τήν πίστη μας ἀποτελεῖ τήν κινητήρια δύναμη γιά νά πορευτεῖ ὁ ἄνθρωπος στόν δρόμο τῆς ἁγιότητας: πρόκειται γιά τήν ἀρετή τῆς ἀνδρείας πού λένε οἱ ἅγιοί μας – ἀλλά στρέφοντάς τον ἐκεῖ πού εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, στήν ταπεινή ἀγάπη.  ῞Οσο κανείς θά ὑπενθυμίζει στόν ἑαυτό του ὅτι ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο εἶναι ἡ προτεραιότητα τοῦ χριστιανοῦ, ὅσο θά κινητοποιεῖ τή βούλησή του σέ ἔμπονη προσευχή καί σέ διακονία τοῦ πλησίον του, τόσο καί θά βλέπει ὅτι τό πάθος τῆς ὀργῆς θά μειώνεται καί θά μορφοποιεῖται σέ ὀργή μόνον κατά τῆς κακίας καί κατά τοῦ ἀρχεκάκου δαίμονος.
5. ῾Η πορεία μάλιστα αὐτή τῆς ἀοργησίας ὡς πορεία τῆς ἀγάπης περνᾶ καί ἀπό ὁρισμένα στάδια πού μᾶς τά ἔχουν ἐπισημάνει οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, σάν τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη τῆς Κλίμακος. Τί μᾶς διδάσκει ὁ μεγάλος αὐτός ἀσκητικός διδάσκαλος ἐπί τοῦ θέματος; Πρῶτο στάδιο τῆς ἀοργησίας, μᾶς λέει, εἶναι νά σιωποῦν τά χείλη μας, ὅταν ἡ καρδιά μας εἶναι πολύ ταραγμένη. Μπορεῖ δηλαδή κανείς νά σκέφτεται ἄσχημα γιά τόν ἄλλον, παλεύει ὅμως νά μή βγεῖ κακός καί ὑβριστικός λόγος γι᾽ αὐτόν. Τότε ἔρχεται στό δεύτερο στάδιο: νά σιωποῦν οἱ λογισμοί του, ἔστω κι ἄν ἀκόμη εἶναι ἐλαφρῶς ταραγμένη ἡ διάνοια. ᾽Ελέγχει τούς λογισμούς του καί δέν σκέπτεται κάτι ἄσχημο γιά τόν συνάνθρωπό του, ὁ ὁποῖος γιά διαφόρους λόγους τόν ἐξόργισε. Κι ὅταν κι αὐτό μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τό κατορθώσει, τότε φθάνει καί στήν τελειότητα: ὅ,τι κι ἄν συμβαίνει κι ὅ,τι ταραχή μπορεῖ νά ὑπάρχει, ὁ πιστός εἶναι μέσα του γαληνεμένος κρατώντας τήν ἀληθινή ἀγάπη.
Μέ τά ἴδια τά λόγια τοῦ ὁσίου: ῾᾽Αρχή ἀοργησίας, σιωπή χειλέων ἐν σφοδρᾷ ταραχῇ καρδίας· μεσότης, σιωπή λογισμῶν ἐν ψιλῇ ταραχῇ διανοίας· τέλος δέ, πεπηγμένη γαλήνη ἐν πνοῇ ἀνέμων ἀκαθάρτων᾽.
γ. Μακάρι νά ἀποδυόμαστε πάντοτε στόν ἀγώνα αὐτόν τῆς ἀοργησίας καί τοῦ ἐλέγχου τοῦ ἐμπαθοῦς θυμοῦ. Μέσα σ᾽ ἕναν κόσμο πού ἔχουν περισσέψει δυστυχῶς τά νεῦρα καί ἡ ὀργή – δείγμα τῆς μεγάλης ἐπήρειας σ᾽ αὐτόν τοῦ πονηροῦ – ἕνας τέτοιος ἀγώνας θά φανέρωνε πολύ ἁπτά καί ἄμεσα ὅτι ζοῦμε τό ἔνδυμα τοῦ βαπτίσματός μας, τόν ἴδιο τόν Χριστό, καί φανερώνουμε Αὐτόν μέ τόν πυρήνα τῆς ζωῆς καί τῆς διδασκαλίας Του, τήν ἀγάπη. Αὐτό θά συνιστοῦσε καί τή μεγαλύτερη κοινωνική προσφορά μας.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »