
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ΛΟΥΚΑ- ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙ, ΤΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙ, ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ
Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Ιανουαρίου, 2014

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Παιδεία και εκπαίδευση κατά τους Τρεις Ιεράρχες
Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Ιανουαρίου, 2014

Η σημερινή ομιλία, σεβαστοί πατέρες, αξιότιμοι εκπρόσωποι των πολιτικών, στρατιωτικών και εκπαιδευτικών άρχων, αγαπητοί συνάδελφοι, αγαπητοί μαθητές, αγαπητοί αδελφοί, θα είναι αφιερωμένη όχι στη ζωή και στη δράση των προστατών της ελληνικής παιδείας Τριών Ιεραρχών, αλλά σε ένα θέμα επίκαιρο και σπουδαίο, όπως το είδαν οι τρεις μέγιστοι φωστήρες πού γιορτάζουμε σήμερα, στο θέμα της παιδείας. Επειδή όμως το θέμα είναι τεράστιο, θα περιοριστώ στη διάκριση μεταξύ παιδείας και εκπαίδευσης, έννοιες πού πολλές φορές ταυτίζονται ή συγχέονται από ορισμένους. Διαφέρουν ωστόσο μεταξύ τους όχι μόνο εννοιολογικά, αλλά και ουσιαστικά. Ευρύτερη είναι η έννοια της παιδείας, περιορισμένου εύρους και βάθους η έννοια της εκπαίδευσης. Η παιδεία εμπεριέχει την εκπαίδευση. Η εκπαίδευση είναι μέρος μόνο της παιδείας. Υπερέχει δε ποιοτικά και ηθικά η παιδεία απέναντι στην εκπαίδευση. Ο ι. Χρυσόστομος την εγκωμιάζει ως «τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών», απείρως σπουδαιότερη από το έργο ενός αγαλματοποιού. Ο Μ. Βασίλειος την ορίζει «ως αγωγή ωφέλιμη στην ψυχή, πού έχει τη δύναμη να την καθαρίσει από τις κηλίδες της κακίας» και ως «τιμιότερη πολλών χρημάτων» (1). Ο δε Γρηγόριος ο Θεολόγος την χαρακτηρίζει ως «πρώτο και μέγιστο καλό για τους ανθρώπους» (2). «Η παιδεία εμπνέει αξίες και ιδανικά, στρέφει το βλέμμα του νέου σε υψηλά οράματα» (3).
Την αξία της Παιδείας είχαν εκτιμήσει δεόντως οι αρχαίοι Έλληνες, τους οποίους σπούδασαν οι Τρεις Ιεράρχες, πού μέσω του φιλοσόφου Αρίστιππου διεκήρυξαν πώς είναι προτιμότερο να είσαι ζητιάνος παρά απαίδευτος: «άμεινον επαίτην ή απαίδευτον είναι». Τί είναι όμως η παιδεία κατά τους Τρεις Ιεράρχες;
Παιδεία είναι η διαδικασία ανάπτυξης του ανθρώπου σε πρόσωπο, σε ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Είναι η σκόπιμη και συνειδητή προσπάθεια για πνευματική καλλιέργεια και τελείωση και κοινωνική ένταξη του άνθρωπου. Δεν είναι συσσώρευση εγκυκλοπαιδικών γνώσεων. Δεν είναι πολυμάθεια κατά τον ί. Χρυσόστομο. Δεν είναι γυμναστική της διάνοιας, αλλά του συνόλου των ψυχικών και πνευματικών δυνάμεων του ανθρώπου. Η παιδεία δεν σταματά στην απόκτηση ενός ή περισσοτέρων πτυχίων, αλλά παρουσιάζει δυναμική πορεία εξέλιξης και ανάπτυξης σε ολόκληρη τη ζωή του ανθρώπου. Κατά τον Μ. Βασίλειο μάλιστα είναι το μόνο αγαθό πού παραμένει αναφαίρετο και μετά τον θάνατο του άνθρωπου. «Παιδεία μόνη των κτημάτων αναφαίρετον και ζώντι και τελευτήσαντι παραμένουσα».
Η παιδεία των Τριών Ιεραρχών είναι θεοκεντρική και αποβλέπει στην εν Χριστώ τελείωση του ανθρώπου. Κατά τον Μ. Βασίλειο σκοπός της παιδείας είναι: «ομοιωθήναι Θεώ κατά το δυνατόν ανθρώπου φύσει» (4). Ο δε ί. Χρυσόστομος γράφει «θα ονομάσω άνθρωπο εκείνον πού διασώζει την εικόνα του Θεού. Άνθρωπος είναι όποιος ακολουθεί τις εντολές του Θεού (5). Κάθε άνθρωπος είναι κατά τον Μ. Βασίλειο «Θεός κεκελευσμένος», έχει δηλαδή την εντολή μέσα του να γίνει κατά χάρη Θεός. Η αξία ή η απαξία του ανθρώπου ορίζεται από τη σχέση του με τον Θεό. Αντίθετα η αποξένωση και η εναντίωση του στο Θεό τον μετατρέπει σε αθεόφοβο ή θεομπαίχτη. Πόσες συμφορές θα μπορούσαν να είχαν αποτραπεί, εάν η αθεοφοβία μετατρεπόταν σε θεοφιλία. «Ει τους παίδας επαιδεύομεν φίλους είναι τω Θεώ πάντα αν ανεπήδησε τα λυπηρά και μυρίων απηλλάγη κακών ο βίος ο παρών» (6), γράφει ο ι. Χρυσόστομος (θα απαλλασσόταν ο βίος μας από μύρια κακά, αν παιδεύαμε τα παιδιά μας να γίνουν φίλοι με τον Θεό). Η αθεοφοβία και η θεομπαιξία στοίχισαν ήδη αφάνταστα στην κοινωνία μας και η κρίση πού διέρχεται η χώρα μας δεν είναι άσχετη από αυτές. Ο αθεόφοβος και θεομπαίχτης δεν έχει ηθικές αναστολές στις εγωιστικές του επιδιώξεις. Θα είχε δε μεγάλο όφελος η πολιτεία, εάν μπορούσε να καλλιεργήσει θεοφιλώς τους νεαρούς πολίτες της μέσω της παιδείας της. Δεν είναι αδικαιολόγητη μια γερμανική παροιμία πού ταυτίζει τον καλό χριστιανό με τον καλό πολίτη.
Η παιδεία πού θέλουν οι Τρεις Ιεράρχες είναι παιδεία με υγιή πρότυπα. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδουν στο πρόσωπο, στο ήθος και στο παράδειγμα του δασκάλου. Η σχέση δασκάλου και μαθητή παραλληλίζεται με τη σχέση πνευματικού πατέρα και πνευματικού τέκνου. Στο σημείο αυτό ταυτίζονται παιδαγωγία και ποιμαντική. Σχολείο και Ναός στον πολιτισμό μας βρίσκονται σε σχέση αμοιβαιότητας και συμπληρωματικότητας, ως χώροι διαμόρφωσης και διαποίμανσης του ανθρώπου. Ο Μ. Βασίλειος παραπονείται ότι άκουσε από πολλούς δασκάλους λόγια ψυχωφελή, δε βρήκε όμως σε όλους την αρετή πού θα ήταν αντάξια των λόγων (7). «Ο γαρ μη ποιών και διδάσκων αναξιόπιστος εστίν εις ώφέλειαν» (8). Ως υγιές και αιώνιο πρότυπο προβάλλουν στα έργα τους το πρόσωπο του Χριστού. Και ως τέτοιο πρότυπο αναρτούμε και εμείς στις αίθουσες των σχολείων μας την εικόνα του Χριστού, της Παναγίας και τις εικόνες των Τριών Ιεραρχών. Δεν αποτελούν λατρευτικά αντικείμενα. Δεν ανάβουμε κεριά και καντήλια μπροστά τους. Δεν τις θυμιατίζουμε, όπως στην Εκκλησία. Δεν τελούμε ενώπιον τους θρησκευτικές τελετές. Τις τοποθετούμε στις αίθουσες των σχολείων για να προβάλλουμε πρότυπα στους μαθητές μας. Για να υπενθυμίζουμε την παράδοση και τον πολιτισμό μας. Επομένως ή απαίτηση υστέρα από απόφαση δικαστηρίου της μεταχριστιανικής Ευρώπης, την οποία έσπευσαν να υιοθετήσουν ορισμένοι, η απαίτηση αποκαθήλωσης και απομάκρυνσης των εικόνων από τις σχολικές αίθουσες με το έωλο επιχείρημα της προσβολής της θρησκευτικής συνείδησης ετερόδοξων και ετερόθρησκων μαθητών προσκρούει όχι μόνο στις αρχές της ορθόδοξης θεολογίας μας, αλλά και της ίδιας της Παιδαγωγικής Επιστήμης. Οι νέοι χρειάζονται πρότυπα, ορατά πρότυπα. Πρότυπα πού δεν θα τους απογοητεύουν. Και καλύτερα πρότυπα από το πρότυπο του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων μας δεν υπάρχουν.
Η παιδεία των Τριών Ιεραρχών βοηθεί στην ιεράρχηση των ανθρωπίνων και στη δημιουργία ρεαλιστικής βιοθεωρίας. Έχει μεγάλη σημασία να μπορούν να ιεραρχούν οι νέοι και να βάζουν προτεραιότητες στη ζωή τους, να έχουν αυτογνωσία. «Μικρός ειμί και μέγας», γράφει ό Θεολόγος Γρηγόριος, «ταπεινός και υψηλός, θνητός και αθάνατος, επίγειος και ουράνιος» (9). Η ιεράρχηση των ανθρωπίνων οδηγεί, κατά τον Μ. Βασίλειο, στο: «Υπεροράν μεν σαρκός, παρέρχεται γαρ, επιμελείσθαι δε ψυχής πράγματος αθανάτου» (10). Ο δε ί. Χρυσόστομος επαναλαμβάνει: «Αποδημία ό παρών βίος …οδίτης ει …πανδοχείον εστίν ο παρών βίος» (11). Πόσο ρεαλιστική αντιμετώπιση της προσωρινότητας των ανθρωπίνων πραγμάτων, πού συμβάλλει τα μέγιστα στην ομαλή συμβίωση των ανθρώπων και αποτρέπει φαινόμενα αλαζονείας και εγωκεντρισμού πού θηριοποιούν τον άνθρωπο και τον μετατρέπουν σε λύκο για τον συνάνθρωπο του! Ηοmο homini lupus.
Η παιδεία των Τριών Ιεραρχών είναι ζήτηση της αλήθειας και μύηση σ’ αυτή. Αυτό σημαίνει ο ελληνικός ορός φιλοσοφία. Η ζητούμενη δε σοφία είναι κατ’ αυτούς ο Ιησούς Χριστός ως ένσαρκη Αλήθεια. «Εγώ ειμί, η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωή». Απώτερος όμως σκοπός της παιδείας είναι η ολοτελής ένταξη του νέου άνθρωπου στο κοινωνικό σύνολο, η κοινωνικοποίηση του. Είναι επομένως παιδεία κοινωνική πού αποτρέπει κάθε σύγκρουση, πραγματική η υποθετική προσώπου και κοινωνίας. Ο Μ. Βασίλειος είναι εκείνος πού οργάνωσε το κοινόβιο, ως συνέχεια των αρχαίων ελληνικών «κοινών», τα οποία θαύμαζε. «Αιδεσθώμεν», έλεγε, «τα των Ελλήνων κοινά». Ας έρθουμε όμως και στην εκπαίδευση. Τί είναι εκπαίδευση;
Η εκπαίδευση είναι το σύστημα, η μέθοδος, το μέσο απόκτησης και βίωσης της γνώσης. Είναι η υπηρέτρια της παιδείας. Είναι τα εκπαιδευτικά προγράμματα πού εκπονούνται για την καλύτερη προσφορά της παιδείας. Είναι ακόμη η υλικοτεχνική υποδομή και η κατάρτιση του εμψύχου υλικού. Είναι εκείνη πού παρέχει γνωστικά εφόδια και τεχνικές δεξιότητες πού θα βοηθήσουν τον νέο πρωτίστως στην επαγγελματική του αποκατάσταση. Είναι εκείνη πού ολοένα και περισσότερο στις ήμερες μας συνδέεται με την αγορά εργασίας, την επιχειρηματικότητα, την παραγωγή, την ανταγωνιστικότητα. Η λεγόμενη «Διακήρυξη της Μπολόνια» του 1998, και ή «Διακήρυξη της Πράγας» του 2001 έχουν ως στόχο να πετύχουν σύγκλιση των συστημάτων Ανώτατης Εκπαίδευσης των ευρωπαϊκών χωρών σε ενιαίο σύστημα, ώστε να είναι ανταγωνιστικό προς αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, ώστε να εναρμονιστεί πλήρως με τις ανάγκες των επιχειρήσεων. Αυτό σημαίνει: γρήγορη παραγωγή με μικρό κόστος. Και οι μεν διακηρύξεις αυτές αφορούν σε πρώτη φάση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Είναι όμως περισσότερο από βέβαιο ότι επηρεάζουν και τα προγράμματα τόσο της Πρωτοβάθμιας όσο -πολύ περισσότερο- και της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Προγράμματα επιχειρηματικότητας έχουν εισαχθεί ήδη στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Επειδή δε δεν μπορεί να γιγαντώνεται επ’ άπειρο το ωρολόγιο πρόγραμμα του σχολείου από την συνεχή προσθήκη νέων μαθημάτων και προγραμμάτων (ήδη κατά απάνθρωπο τρόπο γίνονται οχτάωρα μαθήματα σε Γυμνάσια) τίθεται ζήτημα αφαίρεσης, μείωσης η προαιρετικοποίησης -δηλαδή υποβάθμισης-άλλων μαθημάτων. Αυτά δε πού είναι στο στόχαστρο υποβάθμισης δεν είναι τα μαθήματα εκπαίδευσης η κατάρτισης, αλλά τα μαθήματα πού παρέχουν παιδεία. Έτσι εξηγείται και η προσπάθεια προαιρετικοποίησης του μαθήματος των θρησκευτικών, εκείνου του μαθήματος δηλαδή πού κατ’ εξοχήν συμφωνεί με τις παιδαγωγικές αρχές των Τριών Ιεραρχών. Το μάθημα θρησκευτικών είναι μάθημα παιδείας. Παρατηρείται δηλαδή μια διαδικασία ριζικής υποχώρησης της παιδείας και επικυριαρχίας της εκπαίδευσης και κατάρτισης, μια διαδικασία εκπαιδευτικοποίησης της παιδείας, η οποία από διαδικασία ανάπτυξης της προσωπικότητας του άνθρωπου, όπως τη θέλουν οι σήμερα εορταζόμενοι άγιοι, μεταβάλλεται σε «διαδικασία δημιουργίας εμψύχων ηλεκτρονικών υπολογιστών».
Φτάσαμε όμως στο σημείο, ενώ διαθέτουμε στην εποχή μας τεχνολογικές, επιστημονικές, οικονομικές και εκπαιδευτικές προϋποθέσεις ασύγκριτα καλύτερες από παλιότερες εποχές, η ποιότητα της ζωής να μη καλυτερεύει ή η καλυτέρευση της, στους τομείς πού αυτό επιτυγχάνεται να είναι δυσανάλογα χαμηλότερη. Στους κύκλους της διανόησης είναι πλέον διάχυτη η άποψη ότι η ανάπτυξη της τεχνολογίας συνεπάγεται την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής, την κρίση των ανθρωπιστικών άξιων, τον απάνθρωπο εξορθολογισμό των διανθρώπινων σχέσεων και της κοινωνικής ζωής γενικά, τον υποβιβασμό του άνθρωπου σε μηχανή και των προϊόντων της τέχνης, του πολιτισμού σε εμπόρευμα. Γίνεται λόγος για «τεχνολογική απανθρωπιά», εναντίον της οποίας μόνο μια Παιδεία πού δικαιώνει το όνομα της, μια παιδεία όπως την οραματίζονταν οι Τρεις Ιεράρχες και έχει ως επίκεντρο την ποιότητα του ανθρώπου πού πλάθει μπορεί να δράσει Είπαν για τη σημερινή εκπαίδευση ότι τη διακρίνει «μια διανοητική αλαζονεία και ιδεολογική, επιστημονική μεγαλαυχία» (13), ότι «ανασυντάσσεται πάνω στο διευρυμένο πεδίο των Φυσικών Επιστημών και της Υψηλής Τεχνολογίας.,. μέσα σ’ ένα πυκνότατο δίκτυο Πληροφοριών», πού αποτελούν «τροφή του νου», αλλά «ατροφία της ψυχής», εκείνης πού γεννά το ήθος του άνθρωπου, πού πλάθει χαρακτήρες και ανεβάζει το πρόσωπο του σε προσωπικότητα» (14).
Μια εκπαίδευση όμως χωρίς παιδεία, πού παράγει ενδεχομένως «ιδιοφυείς επιστήμονες» και άριστα καταρτισμένους τεχνοκράτες, οι όποιοι όμως έχουν «νεκρωμένη συνείδηση και νεκρωμένη βούληση», «μπορεί να αποτελέσει απειλή πολλαπλή και κίνδυνο φοβερών διαστάσεων» (15). Τέτοιοι ιδιοφυείς επιστήμονες και τεχνοκράτες υπηρέτησαν ήδη «εξωανθρώπινους σκοπούς και «χάρισαν» στην ανθρωπότητα πυρηνικά μανιτάρια και θαλάμους αερίων θαυμαστής πράγματι τελειότητας…» (16). Επαληθεύθηκε έτσι ο λόγος του Πλάτωνα: «Πασά επιστήμη χωριζόμενη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής, πανουργία, ου σοφία φαίνεται».
Τίθεται όμως το ερώτημα: Τί μέλλει γενέσθαι; Θα παραμείνουμε στον 21ο αι. στις παιδαγωγικές αρχές των Τριών Ιεραρχών; Δεν είναι απαραίτητη και η εκπαίδευση και κατάρτιση των νέων, πού θα τους καταστήσει ικανούς να αντιμετωπίσουν και τις απαιτήσεις της παρούσας ζωής; Οι Τρεις Ιεράρχες είναι αρκετά ρεαλιστικοί στην εκτίμηση των πραγμάτων. Θέτουν μεν ως ύψιστο στόχο την εν Χριστώ μόρφωση και τελείωση των νεαρών υπάρξεων, αξιολογούν όμως πολύ θετικά και την τεχνική εκπαίδευση. Σε μια εποχή πού οι χειρωνακτικές τέχνες χαρακτηρίζονταν βάναυσες θα πει ο ι. Χρυσόστομος: «Ας μη περιφρονούμε τους χειρώνακτες, αλλά μάλλον να τους μακαρίσουμε» (17). Προτρέπει μάλιστα να θαυμάζουμε τον λασπωμένο και μουντζουρωμένο εργάτη (18), ενώ ντροπή θα πρέπει να αισθάνονται, «όσοι παραμένουν άεργοι και όσοι ζουν από τους κόπους άλλων» (19). Το ζητούμενο επομένως και σύμφωνα με τη διδασκαλία των Τριών Ιεραρχών είναι να υπάρχει ένας άριστος συνδυασμός παιδείας και εκπαίδευσης.
Ούτε παιδαγωγικό ποίηση της εκπαίδευσης είναι νοητή, από την οποία θα λείπουν τα προγράμματα κατάρτισης για την αντιμετώπιση των αναγκών αυτής της ζωής, ούτε όμως και εκπαιδευτικοποίηση της παιδείας, από την οποία θα απουσιάζουν οι στόχοι καλλιέργειας της πνευματικότητας και της ανάδειξης των νεαρών υπάρξεων σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες.
Τον συνδυασμό παιδείας και εκπαίδευσης διαβάζει κανείς στον Άγιο Ιωάννη της Κρωστάνδης, μ’ ένα σύντομο κείμενο του οποίου κλείνω την ομιλία μου: «Αν διδάσκεις παιδιά, είτε δικά σου είτε ξένα, προσπάθησε να σκεφτείς ότι κάνεις έργο Θεού. Να τα διδάσκεις με ζήλο, να χρησιμοποιείς τα καλλίτερα μέσα για να κάνεις τη διδασκαλία σαφή, κατανοητή, πλήρη κι όσο το δυνατό πιο αποδοτική» (20). Αμήν.
Υποσημειώσεις
1. Ρ. Ο. 31, 396Α
2. Π.Γ. 37, 682
3. Καργάκος Σ., Προβληματισμοί, ένας διάλογος με τους νέους, τ. Γ, Αθήνα 1989, σ. 190
4. Ρ. Ο. 32, 69
5 Ρ. Ο. 53, 201
6. Ρ. Θ. 51, 327
7. Ρ. Ο. 32, 358
8. Ρ. Ο. 30, 497
9. Ρ. Ο 35, 785
10. Ρ. Ο. 31, 204
11. Ρ. Ο. 52, 401
12. Σύγκρ. Τσιρόπουλος Κ., Ή υπόθεση του ανθρώπου. Αποτίμηση του Εικοστού Αιώνα, Αθήνα 1995, σ.129
13. Όπ. π. 132
14. Όπ. π.
15. Σύγκρ. Καργάκος Σ., Προβληματισμοί, 186 εξ.
16. Σύγκρ. οπ. παρ. 186
17. Ρ. Ο. 51,193
18. Σύγκρ. Ρ. Ο. 61,1017
19. Σύγκρ. Ρ.Ο. 61, 47
20. Αγ. Ιωάννη της Κρωστάνδης, Η εν Χριστώ ζωή μου, μετάφραση Μπότση Π., Αθήνα 2003, σ. 293.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ
Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Ιανουαρίου, 2014

Σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί συνάδελφοι, αγαπητοί γονείς, καλά μας παιδιά,
Γιορτάζουμε σήμερα και τιμούμε τους 3 Ιεράρχες ως Χριστιανοί, ως Έλληνες, ως δάσκαλοι και ως γονείς μαθητών.
Ως Χριστιανοί, γιατί καθάρισαν και στερέωσαν τη Χριστιανική ορθόδοξη πίστη. Ως Έλληνες, γιατί διέγνωσαν τη μεγάλη πολιτιστική αξία του κλασσικού αρχαιοελληνικού μας πολιτισμού και διέδωσαν τα ελληνικά γράμματα. Τιμούμε ακόμα τους 3 Ιεράρχες εμείς οι δάσκαλοι ως λαμπρούς παιδαγωγούς. Η διδασκαλία τους και τα συγγράμματά τους για την ορθή αγωγή και ανατροφή των νέων ούτε σήμερα, αλλά ούτε και στο μέλλον θα πάψουν να έχουν μεγάλη παιδαγωγική αξία. Αλλά περισσότερο από τα λόγια και τα γραπτά τους στέκουν ανάμεσά μας παιδαγωγοί άφταστοι με το παράδειγμα της πράξης και της ζωής τους. Μιας ζωής γεμάτης αγώνες για το καλό, για το υψηλό, για το σεβασμό προς το υπέρτατο Ον. Αλλά ας γνωρίσουμε καλύτερα αυτές τις θεϊκές και σπάνιες μορφές που μπόρεσαν να δώσουν τόσα πολλά, αυτούς τους φωτισμένους, θεόπνευστους άνδρες.
Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε περίπου το 330 στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Η γιαγιά του και η μητέρα του ανέλαβαν να πλάσουν την ψυχή του μικρού Βασιλείου. Του έδωσαν λοιπόν την αγάπη για το Θεό και τους ανθρώπους. Έτσι ριζώθηκαν βαθιά στην ψυχή του τα ανώτερα και αγνά ιδανικά. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχτηκε από τον πατέρα του. Συνέχισε τις σπουδές του στην Καισάρεια, στο Βυζάντιο και στη συνέχεια στην Αθήνα. Όταν γύρισε στον Πόντο διακρίθηκε ως ρήτορας. Έκανε μεγάλη εντύπωση τους ακροατές του η μεγάλη του μόρφωση, η πλούσια πείρα του και η θεία πνοή των λόγων του. Την τεράστια περιουσία του τη μοίρασε στους φτωχούς και ίδρυσε τη Βασιλειάδα, μια μεγάλη έκταση με πτωχοκομεία, γηροκομεία, νοσοκομεία και πολλά άλλα. Τα πάντα τα έδινε στους άλλους, ενώ για τον εαυτό του αρκούσε μόνο ένα απλό ράσο και ένα ζευγάρι παπούτσια, πράγματα που μαζί με λίγα βιβλία αποτελούσαν όλη την περιουσία του. Το σθένος του και η τόλμη του μπροστά στους ισχυρούς, υπήρξαν υποδειγματικά. Δε δίστασε ούτε μπροστά στο Μόδεστο, τον απεσταλμένο του αυτοκράτορα, όταν τον απείλησε με δήμευση της περιουσίας του, εξορία και θάνατο, γιατί δεν ασπάστηκε τον αρειανισμό, να του πει ότι δε φοβάται τίποτε απ’ αυτά, γιατί δεν έχει παρά λίγα παλιά ενδύματα, ενώ οι κακουχίες κει ο θάνατος θα τον φέρουν πιο γρήγορα κοντά στο Θεό, πράγμα που επιθυμεί τόσο πολύ. Πέθανε την 1η Ιανουαρίου του 379, σε ηλικία 49 χρονών. Ο θάνατός του λύπησε χιλιάδες λαού, γιατί είχε χάσει τον προστάτη του, το βοηθό, το συμπαραστάτη του.
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε το 329 στην Αριανζό, κοντά στη Ναζιανζό της Καππαδοκίας. Ανατράφηκε με μεγάλη θρησκευτικότητα και γι’ αυτό αγάπησε πολύ την πίστη του και θέλησε να τη βοηθήσεις μ’ όλες του τις δυνάμεις. Σκέφτηκε όμως ότι για να τη βοηιήσει αποτελεσματικά πρέπει να μορφωθεί. Πήγε λοιπόν να πραγματοποιήσει το σκοπό του στην Καισάρεια, στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα. Όταν γύρισε, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στη Ναζιανζό. Το 378 τον κάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη, γιατί είχε επικρατήσει ο Αρειανισμός και η ορθόδοξη πίστη κινδύνευε να καταποντιστεί. Ελάχιστους ορθοδόξους βρήκε ο Γρηγόριος στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά η ευγλωττία του και δύναμη του λόγου του βοήθησαν και ενθουσίασαν τους ακροατές του, που κάθε μέρα γίνονταν και περισσότεροι. Η μεγάλη σοφία, η σύνεση και η θεία πνοή που χαρακτήρισαν του λόγους του έγιναν αιτία να ονομαστούν θεολογικοί, γι’ αυτό ακριβώς και ο ίδιος ονομάστηκε Θεολόγος. Έγινε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και έλαβε μέρος στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, όπου το σοφό και διαυγές πνεύμα του έδωσε σπουδαίες συμβουλές και κατευθύνσεις. Αργότερα αποσύρθηκε στην Αριανζό σε μόνωση και ησυχία, όπου και πέθανε σε ηλικία 90 χρονών.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος γεννήθηκε το 345 στην Αντιόχεια. Η μητέρα του τον ανέθρεψε με ευσέβεια και φύτεψε στην ψυχή του το σεβασμό και την αγάπη στα διδάγματα του Σωτήρα μας. Προοριζόταν για το νομικό στάδιο και διδάχτηκε ρητορική και φιλοσοφία. Λίγο καιρό ήταν δικηγόρος ο Ιωάννης, αν και ήταν πράγματι φοβερός στο λόγο. Γρήγορα άφησε το επάγγελμα αυτό για να ζήσει τη ζωή του ασκητή για κάποια χρόνια. Επιστρέφοντας στην Αντιόχεια χειροτονείται διάκονος και πρεσβύτερος. Εκεί διακρίθηκε για την ευσέβεια, τη φιλανθρωπία, το πνεύμα, αλλά περισσότερο για την εξαιρετική ευγλωττία του, που γινόταν ακόμη πιο αξιοθαύμαστη αφού τη σφράγιζε και της έδινε πνοή ο Λόγος του Θεού, που τόσο πιστά υπηρετούσε. Οι λόγοι του προκαλούσαν ρίγη ενθουσιασμού. Από το στόμα του έρρεαν ποταμοί μέλιτος. Θεωρείται ο μεγαλύτερος εκκλησιαστικός ρήτορας της ορθοδοξίας, γι’ αυτό ακριβώς και ονομάστηκε Χρυστόστομος. Σε λίγο η φήμη του είχε φτάσει πολύ μακριά. Γρήγορα τον κάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος. Ως αρχιεπίσκοπος έδειξε αγάπη και τόλμη εξαιρετική. Οργάνωσε συσσίτια, στα οποία κάθε μέρα μοιραζόταν φαγητό σε 7000 φτωχούς. Προσπάθησε επίσης να σταματήσει τα έργα του σκότους που συνέβαιναν στους κόλπους της Εκκλησίας και του κράτους. Με την ευφράδεια του λόγου του καυτηρίαζε το ίδιο κληρικούς και πολίτες και δε δίστασε να ελέγξει και την ίδια την αυτοκράτειρα Ευδοξία για την παράνομη ζωή που ζούσε. Οργίστηκε λοιπόν η Ευδοξία και έπεισε τον αυτοκράτορα να εξορίσουν τον Ιωάννη. Φοβήθηκαν όμως την οργή του λαού, που υπεραγαπούσε τον Ποιμένα του και ανακάλεσε τη διαταγή. Ωστόσο ο Ιωάννης με θάρρος και παρρησία δεν έπαψε να στρέφεται εναντίον κάθε παραβάτη και έτσι δημιούργησε εχθρούς ισχυρούς, που αυτή τη φορά κατάφεραν να τον εξορίσουν. Από τις πολλές ταλαιπωρίες όμως και κακουχίες πέθανε στο δρόμο για την εξορία το 407.
Αυτοί υπήρξαν οι μεγάλοι της Εκκλησίας μας διδάσκαλοι, που με τα φωτισμένα τους πνεύματα είχαν πολύ σωστά αντιληφθεί ότι για να αλλάξει η ανθρωπότητα πρέπει να δοθεί έμφαση στην παιδεία. Αυτή ήταν η αρχή και η βάση μιας φωτισμένης κοινωνίας, όπως την οραματίστηκαν και όπως θέλησαν να την πλάσουν. Αυτοί οι φωστήρες του Πνεύματος τιμούνται σήμερα απ’ όλο το χριστιανικό κόσμο για την όντως τόσο πολύτιμη προσφορά τους.
Η Εκκλησία μας όρισε να τους τιμάει και τους 3 μαζί έπειτα από ένα παράδοξο γεγονός που συνέβη στην Κωνσταντινούπολη τον 11ο αιώνα. Οι Χριστιανοί είχαν χωριστεί σε τρεις ομάδες, οι οποίες φιλονικούσαν και μάλωναν μεταξύ τους. Η μια μερίδα ήταν οι Βασιλίτες, αυτοί δηλαδή που θαύμαζαν το Βασίλειο και έλεγαν ότι αυτός υπήρξε ο σπουδαιότερος άγιος. Η άλλη μερίδα ήταν οι Γρηγορίτες, που θεωρούσαν το Γρηγόριο τον πιο μεγάλο πατέρα της Εκκλησίας και η τρίτη μερίδα ήταν οι Ιωαννίτες, που θαύμαζαν και θεωρούσαν σπουδαιότερο πατέρα το Χρυσόστομο, γιατί υπήρξε γλυκύτατος και φωτισμένος στο λόγο. Πολλές φορές αγρίευαν οι Χριστιανοί των διαφόρων μερίδων και δημιουργούσαν δυσάρεστες καταστάσεις. Την εποχή εκείνη ζούσε κάποιος άγιος επίσκοπος, ο Ιωάννης, ο οποίος θλιβόταν πολύ βλέποντας αυτή την κατάσταση των Χριστιανών, γιατί δεν ήθελε να είναι οι Χριστιανοί χωρισμένοι και μαλωμένοι. Μια νύχτα είδε ένα παράξενο όραμα: Είδε να κατεβαίνουν από τον ουρανό οι 3 Ιεράρχες ενωμένοι και αγαπημένοι. Είπαν λοιπόν στον έκθαμβο επίσκοπο: «Όπως βλέπεις, είμαστε και οι 3 μαζί ενωμένοι στον ουρανό και δοξασμένοι κοντά στο Θεό. Τίποτε δε μας χωρίζει. Έτσι θέλουμε να είμαστε και στη γη. Να βρεις λοιπόν τους Χριστιανούς και να τους πεις να μονοιάσουν. Να σταματήσουν οι φιλονικίες και οι τσακωμοί, που φέρνουν μεγάλο κακό στις ψυχές και στην κοινωνία και να είναι αγαπημένοι. Εμείς όσο ζούσαμε διδάσκαμε την αγάπη, γιατί μόνο αυτή κάνει όμορφη τη ζωή». Αυτά είπαν και εξαφανίστηκαν. Ο επίσκοπος Ιωάννης την άλλη μέρα έκανε ακριβώς όπως του είπαν. Κάλεσε τους χριστιανούς, τους είπε την επιθυμία των αγίων και όρισε την 30η Ιανουαρίου να τιμούνται μαζί, αφού και οι τρεις γιορτάζουν και μεμονωμένα μέσα στον Ιανουάριο. Έτσι ο μήνας θα σφραγίζεται με την κοινή γιορτή των 3 Ιεραρχών, που δεν υπήρξαν απλώς 3 άνθρωποι με αίγλη και δόξα, αλλά 3 ήλιοι, 3 φωστήρες που φωτίζουν ολόκληρη την οικουμένη. Χίλια πεντακόσια χρόνια και περισσότερο πέρασαν από τότε που έφυγαν από τον κόσμο αυτό, κι όμως τα άστρα τους δεν έδυσαν, το φως τους δεν εξαφανίστηκε. Τα ονόματά τους είναι πασίγνωστα.
Αυτούς λοιπόν αξίζει να μιμούμαστε και να έχουμε όλοι και ιδιαίτερα οι νέοι προστάτες στη ζωή, αυτούς και όχι τα ψευτοαστέρια της τηλεόρασης και της μπάλας, που βαδίζουν προς τη δύση, καθώς ύστερα από λίγο καιρό θα εξαφανιστούν από το στερέωμα της επικαιρότητας και το όνομά τους θα λησμονηθεί.
Ας βάλουμε λοιπόν τους αγίους μας οδοδείχτες στη ζωή μας, γιατί από τότε μέχρι σήμερα μας δείχνουν το σωστό δρόμο προς τον ουρανό, και ας γίνουμε όχι μόνο των λόγων τους εραστές, αλλά και προπάντων των έργων τους μιμητές. Γιατί γιορτή αγίου σημαίνει μίμηση αγίου.
Σας ευχαριστώ.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Μην προσπεράσετε σήμερα τους Τρεις Ιεράρχες..
Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Ιανουαρίου, 2014
Κάσδαγλης Νίκος:
αποτέλεσμα; Πεθαίνει στην εξορία.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΗ ΩΣ ΔΡΟΜΟΙ ΕΝΩΣΕΩΣ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ
Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Ιανουαρίου, 2014
.jpg)
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Γέροντας Παΐσιος: Η ιστορία και η σημασία του κομποσχοινιού.
Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Ιανουαρίου, 2014

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Πώς “μετριέται” ο Θεός!
Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Ιανουαρίου, 2014

- Ἄλλοι μετρᾶνε χρήματα στά πορτοφόλια καί στούς λογαριασμούς τους,
- ἄλλοι μετρᾶνε ροῦχα, παπούτσια καί κοσμήματα στίς ντουλάπες καί στά συρτάρια τους,
- ἄλλοι μετρᾶνε πτυχία,
- ἄλλοι μετρᾶνε τρόπους καί χρόνο διασκέδασης,
- ἄλλοι μετρᾶνε ἀκίνητα, κότερα, ἀμάξια,
- ἄλλοι μετρᾶνε χιλιόμετρα καί τόπους σέ ταξίδια,
- ἄλλοι μετρᾶνε φίλους,
- ἄλλοι μετρᾶνε σχέσεις,
- Μετρᾶνε, μετρᾶνε, μετρᾶνε,…
κάθε λογῆς κοσμικές «ἐπιτυχίες» καί “συμφέροντα”, μέ ἡμερομηνία λήξης στήν καλύτερη περίπτωση καί ἐπιζήμιες καί ψυχολέθριες στήν χειρότερη!
Κι ὅλα αὐτά γιατί; Στήν αἰωνιότητα, τίποτε ἀπό αὐτά δέν θά ὐπάρχει!

-Μέτρησε τόν Θεό, γιατί μονάχα Αύτός εἶναι αἰώνιος! Ποτέ δέν θά τελειώσει, ὅπως ὅλα τά ὑπόλοιπα
-Κι ὅμως μετριέται!!!…
Τόν ἔχεις μέσα στά χέρια σου,
Τόν ἔχεις μέσα στό νοῦ σου,
Τόν ἔχεις μέσα στήν καρδιά σου!
καί σέ κάθε σκέψη,
πού κι αὐτά μπορεῖς νά τά κάνεις
κόμπους ἑνός νοεροῦ κομποσχοινιοῦ!
Γιά σένα, γιά τούς ἄλλους καί γιά ὅλον τόν κόσμο…ὅποτε θέλεις, ὄπου θέλεις, ὅσες φορές θέλεις!
Τοῦ δίνεις τίς δεήσεις σου
καί στήν σκέψη σου

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, ο εξ Άρτης
Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Ιανουαρίου, 2014
Μνήμη 21 Ιανουαρίου
………Αρκετά νέος μετέβη για σπουδές στην Ιταλία. Στην αρχή φοίτησε στην ελληνική σχολή της Βενετίας, όπου δίδασκε ο Ιωάννης Λάσκαρις και άλλοι Έλληνες δάσκαλοι, εργαζόμενος συγχρόνως και ως γραφέας στα έργα του Λάσκαρη, που τον μύησε στην πλατωνική φιλοσοφία. Κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας, όπου μεταξύ άλλων Ελλήνων δίδασκε και ο Λαόνικος Ταμαίος. Στη συνέχεια μετέβη στη Φερράρα και τη Φλωρεντία, όπου ανθούσαν οι κλασικές σπουδές. Στη Φλωρεντία γνωρίσθηκε με τον καταδικασθέντα σε θάνατο Σαβοναρόλα και άκουσε τα αντιπαπικά του κηρύγματα, τα όποια τον επηρέασαν βαθύτατα. Ακολούθως μετέβη στο Μιλάνο, για να παρακολουθήσει τους σπουδαίους δασκάλους Λαόνικο Χαλκοκονδύλη και Κωνσταντίνο Λάσκαρη. Στην Βενετία παρακολούθησε φιλολογικά μαθήματα στον υπό τον Άλδο Μανούτιο κύκλο λογίων, μεταξύ των οποίων διαπρέπουν οι Μάρκος Μουσούρος, Σκιπίωνας Καρτερομάχος και ο φίλος του Ιωάννης Γρηγορόπουλος. Συγχρόνως εργάζεται στον εκδότη Άλδο Μανούτιο και στους τυπογράφους Ζαχαρία Καλλιέργη και Νικόλαο Βλαστό. Όλο αυτό το διάστημα γνωρίζεται και συσχετίζεται με επιφανή πρόσωπα που υπήρξαν ονομαστοί παράγοντες της Αναγεννήσεως, αλλά και βοηθοί και χορηγοί του, όπως ο ελληνιστής Urceo Cordo στη Βολώνια, ο Niccolo Lelio Cosmico στη Φερράρα, ο Agostino Nifo στην Πάδοβα, ο Ambrogio Varese de Rosate στο Μιλάνο, και με τους τυπογράφους Giovanni Bissoli και Ben Mansi, Nicola Taresco και Loduico Ticionum και τον ηγεμόνα Giovanni Francesco Pico della Mirantola.
………Μετά από εννεάμηνη παραμονή στην Άρτα μετέβη στην Μιραντούλη, όπου επιδόθηκε στην πιστή μετάφραση των αγιοπατερικών έργων στη λατινική γλώσσα. Λόγω ταραχών και κινδύνων που επικροτούσαν κατά την περίοδο αυτή αναγκάζεται να προσφύγει στον Δομινικανό Καρδινάλιο Oliviero Carafa. Αυτός τον έστειλε στον βιβλιοθηκάριο και μεταφραστή έργων των Ελλήνων Πατέρων της μονης του Άγιου Μάρκου Renobius Acciqinoli, κοντά στον όποιο συνέχισε να εργάζεται και αυτός μεταφραστικά κι όχι φορώντας το ράσο του Δομινικανού μοναχού, όπως κακώς του αποδόθηκε.
………Ο σοφός Μιχαήλ Τριβώλης, «επειδή το καθολικόν περιβάλλον του έσφιγγε κυριολεκτικώς την καρδίαν, δεδομένου ότι ήτο πιστός ορθόδοξος χριστιανός, έφυγεν άπό την παποκρατούμενην ταύτην μονήν προφασιζόμενος ασθένειαν και έλλειψιν ηρεμίας του, ψυχικής και πνευματικής, όπως ακριβώς έγραφεν αργότερον εις τον φίλον του Ιωάννην Γρηγορόπουλον». Κουρασμένος πολύ άπό τις συνεχείς μελέτες, τις πολλές συγγραφές και μεταφράσεις, θλιμμένος άπό τον θάνατο των γονέων του, ταλαιπωρημένος άπό τις μετακινήσεις, επηρεασμένος άπό τις πατερικές μελέτες, στενοχωρημένος άπό την υποδούλωση της πατρίδος του στους Τούρκους, αποφασίζει τη μοναχική του αφιέρωση. Δεν θέλησε να παραμείνει στη Δύση, όπου μάλλον θα είχε μία λαμπρή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία και θα συνέχιζε το πλούσιο και σπουδαίο μεταφραστικό του έργο. Επιστρέφει άπό εκεί έχοντας διδαχθεί θεολογία, φιλοσοφία, φιλολογία, ιστορία και τις γλώσσες αρχαία ελληνική, λατινική, γαλλική και ιταλική.
………Ήλθε στο Άγιον Όρος και επέλεξε τη μεγάλη μονή του Βατοπαιδίου, πιθανόν για τους σοφούς και ενάρετους μοναχούς της και την πλούσια βιβλιοθήκη της. Ο πολύσοφος Αρτηνός Μιχαήλ Τριβώλης με τις υψηλές σπουδές στην Ιταλία φθάνει ως απλός προσκυνητής στο αρχαίο αυτό εργαστήρι της αγιότητος και της σοφίας. Ο αναφερθείς διδάσκαλος του Ιωάννης Λάσκαρης είχε αποσταλεί στο Αγιον Όρος από τον Λουδοβίκο τον ΙΒ’ για την παραλαβή χειρογράφων. Άπό αυτόν είχε πληροφορηθεί για τους θησαυρούς των αγιορειτικών βιβλιοθηκών και ιδιαίτερα της μονής Βατοπαιδίου.
………Στη μονή Βατοπαιδίου μετέβη στα τέλη του 1505 ή αρχές του 1506. Μετά δοκιμή εκάρη μοναχός με το όνομα Μάξιμος και εντρυφούσε «εις αδιάκοπους μελέτας».
………Στη μονή συναντήθηκε με τον άγιο Νήφωνα τον Β’ και με άλλους λογίους και αγίους μοναχούς. «Αυτοεταπεινώθη, καίτοι ευγενής και σοφός διαβιώνων ομοίως μετ’ απλοϊκών μοναχών και ησθάνετο τον εαυτόν του πνευματικώς πτωχόν ως αισθάνεται ακριβώς ο γνήσιος Αγιορείτης μοναχός. Η ταπείνωσίς του αποδεικνύεται άλλωστε από την συνήθη επίκλησιν των Αγίων Πατέρων, αποστρεφόμενος πάντοτε τον θησαυρόν των γνώσεων του εις όλα τα θεολογικά συγγράματά του. Εξ αυτών των ιδίων συγγραμμάτων του αποδεικνύονται και αι ορθαί αυτού απόψεις περί μοναχισμού, αποπνέοντας αγιορειτικήν ευωδίαν. Υπήρξεν ένας ησυχαστής και νηπτικός μοναχός».
………Κατά τη βιογραφία του ο όσιος αναπαυόμενος ψυχικά «έχει στην μόνωσι, μακρυά από τον θόρυβο των κυμάτων των διαφόρων σφαλερών βιοτικών λογισμών, ανάμεσα σε έμπειρους και ομοτρόπους γέροντες άρχισε να ζή σύμφωνα με τους κανόνες της Μονής Βατοπεδίου. Εκτελούσε επιμελώς τις μοναχικές υποσχέσεις της ακτημοσύνης και της εκκοπής του ιδίου θελήματος».
………Πράγματι ο θείος Μάξιμος «επιδόθηκε με ζήλο στη μελέτη και στην άσκηση της πνευματικής ζωής. Έμεινε στη Μονή δέκα ολόκληρα χρόνια ως απλός μοναχός, αποφεύγοντας τα μοναχικά αξιώματα και μετέχοντας μόνο σε διάφορες αποστολές εκ μέρους της Μονής στη Μακεδονία και στα νησιά, όπου κήρυττε τον θείο λόγο». Οι έξοδοι του Μαξίμου από τη μονή του συνεδύαζαν συνήθως τρεις σημαντικές εργασίες: «α) την συγκέντρωσιν χρημάτων διά τας ανάγκας της Μονής Βατοπαιδίου, β) εθναποστολικόν έργον, το οποίον απέβλεπεν εις την αφύπνισιν της εθνικής συνειδήσεως των Ελλήνων και εις την ανάληψιν δράσεως εναντίον της τουρκικής τυραννίας και γ) ιεραποστολικόν έργον, κατά την διάρκειαν του οποίου δεν εφοβείτο να ομιλή κατά του Καθολικισμού, ότε ευρίσκετο εις ελληνικάς ενετοκρατουμένας νήσους και κατά του Μωαμεθανισμού ότε ευρίσκετο εις τουρκοκρατουμένας ελληνικάς περιοχάς».
………Οι συχνές αποστολές του στο έργο αυτό των εράνων και των κατηχήσεων φανέρωνε την εμπιστοσύνη, την εκτίμηση και τον σεβασμό που έτρεφαν οι Βατοπαιδινοί πα τέρες στο πρόσωπο του συμμοναστή τους. Ο νέος μοναχός, μολονότι επεδίωκε διακαώς τη μόνωση για μελέτη και προσευχή, έκανε υπακοή και άφηνε το αγαπητό του μοναστήρι για να περιέρχεται τον κόσμο. Ταξίδευε από υπακοή και αισθανόταν ασφαλισμένος, παρά τις πολλές και μεγάλες δυσκολίες των καιρών και των υποδούλων τόπων. Αυτό το έκανε γιατί αγαπούσε τους αδελφούς του στη μονή και τον κόσμο. Περιδιαβαίνοντας πόλεις και χωριά της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδος συγκέντρωνε ελεημοσύνες, ξεπληρώνοντας την αγαθοδοσία τους με λόγους διδακτικούς, ευαγγελικούς κι αγιοπατερικούς, για ακριβή τήρηση των ορθοδόξων δογμάτων και των ηθών.
………Το έργο του αυτό στις αρχές της τουρκοκρατίας είχε μεγάλη σημασία και αξία. Δίκαια αναφέρεται ότι «ηγωνίσθη εθνοθρησκευτικώς. Ωμίλει και ηγωνίζετο όπου τα Πατριαρχεία τον εκάλουν και όπου το Άγιον Όρος τον έστελνε, δια την διατήρησιν της ορθοδόξου πίστεως και της ελληνικής συνειδήσεως άλλα και διά την ενίσχυσιν της πίστεως των Ελλήνων ραγιάδων προς την ελευθερίαν. Υπήρξεν ο προπομπός του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού και του εθνεγέρτου Ρήγα Φερραίου». Ο άγιος Μάξιμος με οπλισμό τη θερμή πίστη, την πλούσια γνώση, το θάρρος και τη δύναμη δεν φοβήθηκε να εναντιωθεί κατά δύο ξένων ρευμάτων του μουσουλμανισμού από την Ανατολή και του καθολικισμού από τη Δύση. Οι μακρές περιοδείες του στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου και από τη Βλαχία ως την Αίγυπτο είχαν βαθειά επίδραση στις ψυχές των Ορθοδόξων.
………Οι πληροφορίες του πάντοτε φιλομαθούς Μαξίμου, «ότι η Μονή Βατοπαιδίου περιελάμβανε μέγαν πλούτον εκ φιλολογικών και πατρολογικών χειρογράφων και αφ΄ ετέρου ότι υπήρχον εκεί και άλλοι λόγοι, μετά των οποίων θα διελέγετο θεολογικώς και θα εξεπαίδευον όλοι ομού τους άλλους μοναχούς, ευχαρίστως τον έκανε να επιλέξη μεταξύ πολλών περιφήμων Μονών του Αγίου Όρους το Βατοπαίδιον, διά να εγκαταβιώση εκεί μετά ταπεινότητος» τον διαβεβαίωσαν ότι έπραξε άριστα.
………Κατά τη δεκαετία (1506-1516) που παρέμεινε στη μονή Βατοπαιδίου, στο εργαστήρι αυτό της αγιότητος και της σοφίας, ο πολυτάλαντος Μάξιμος ασχολήθηκε και με τη συγγραφή. Συγκεκριμένα με την υμνογραφία και τη σύνθεση ενός Παρακλητικού Κανόνος στον Τίμιο Πρόδρομο, τον προστάτη των μοναχών και πέντε επιγραμμάτων: Ένα στον πατριάρχη Ιωακείμ, δύο στον άγιο Νήφωνα Β΄, ένα στον μεγάλο ρήτορα και φιλόσοφο Μανουήλ και ένα στον ηγεμόνα της Βλαχίας Νεάγκο. Κατά τον καθηγητή Π. Χρήστου ο όσιος Μάξιμος αποτελεί «μία από τις μεγαλύτερες θεολογικές προσωπικότητες της μεταβυζαντινής εποχής», ενώ κατά την εκεί παραμονή του, όπως ο ίδιος μας πληροφορεί, «ή μονή ήταν πλέον λαύρα, σκήτη, και ακολουθούσε το σύστημα τής ημικοινοβιακής ζωής».
………Η φήμη του αγίου Μαξίμου έφθασε πέρα από το Αγιον Όρος. Ο σλαβικός κόσμος, που έτρεφε από παλαιά μεγάλη ευλάβεια για τον ιερό Αθωνα και είχε πνευματικούς δεσμούς ιδιαίτερα με τη μονή Βατοπαιδίου, βρισκόμενος σε μεγάλη ανάγκη ζητούσε εσπευσμένα πνευματική βοήθεια. Ο πρεσβευτής της Μόσχας στην Κωνσταντινούπολη Αντρέγιεφ Βασίλειος Καρόμπωφ με τη διαμεσολάβηση του Οικουμενικού Πατριάρχου Θεολήπτου Α΄ (1513-1522) σε έκθεση του προς τον μεγάλο Ρώσο ηγεμόνα Βασίλειο Ιβάνοβιτς έγραφε: «Τότε, (μετά δηλαδή την αδυναμία του Βατοπαιδινού μοναχού Σάββα λόγω γήρατος και ασθενείας να μεταβεί στη Ρωσία) ο ηγούμενος της μονής Βατοπεδίου Άνθιμος και η Ιερά Επιστασία, προέκριναν τον μοναχόν Μάξιμον, μόνον κατάλληλον, ως η Υμετέρα Αυτοκρατορική Μεγαλειότης θα αντελήφθη, μετά τον Σάββαν να φέρη εις πέρας το έργον σας. Είναι βαθύς μελετητής των Γραφών και ικανότατος μεταφραστής τόσον των θύραθεν, όσον και των Ιερών βιβλίων. Εσπούδασεν εις την Εσπερίαν πολλά έτη, και ως με διαβεβαίωσεν η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότης Θεόληπτος ο Α΄, κάτοχος μεγάλης μορφώσεως και γνώστης των διεθνών πνευματικών ρευμάτων, αλλά και των προβλημάτων της κατ’ Ανατολάς Εκκλησίας. Ο Παναγιώτατος επέδειξεν Ιερόν ζήλον και η Μήτηρ Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως έλαβε σοβαρώς υπ΄ όψιν το γεγονός της αποστολής εις την Μοσχοβίαν τοιούτου ανδρός, δια την εφαρμογήν των σχεδίων Σας».
………Ο φιλόθεος και φιλομαθής ηγεμόνας Βασίλειος Ιβάνοβιτς ήθελε κάποιον πολυμαθή άνδρα, για να προβεί στη διόρθωση των εκκλησιαστικών βιβλίων, που είχαν με τον καιρό αλλοιωθεί η είχαν λανθασμένα αντιγραφεί η μεταφρασθεί. Επρόκειτο μάλιστα για τα απαραίτητα λειτουργικά βιβλία, όπως το ψαλτήρι, το ευαγγέλιο και η θεία λειτουργία. Για το μεγάλο και σπουδαίο αυτό έργο επελέγη ο Μάξιμος. Συνοδευόμενος από τους Βατοπαιδινούς πατέρες ιερομόναχο Νεόφυτο και μοναχό Λαυρέντιο, που γνώριζαν τα ρωσικά, έφθασαν στις αρχές του 1518 στη Μόσχα μέσω Κριμαίας. Εκεί τον υποδέχθηκε ο ηγεμόνας με τιμές και όρισε να μένει στη μονή των Θαυμάτων, συντηρούμενος από τα ανάκτορα. Η πλούσια αυτοκρατορική βιβλιοθήκη εξέπληξε τον σοφό Μάξιμο. Αμέσως άρχισε το ερμηνευτικό του έργο με τη μετάφραση του ψαλτηρίου και την παράθεση αγιοπατερικών σχολίων. Μετά ενάμισυ χρόνο παρέδωσε ολοκληρωμένη τη σπουδαία αυτή εργασία του, γράφοντας στον ηγεμόνα: «Λύτρωσε μας, από τη θλίψι του πολυχρόνιου αποχωρισμού, επίστρεφε μας με ασφάλεια στο τίμιο μοναστήρι του Βατοπεδίου, που ήδη από καιρό μας περιμένει με πόθο. Δώρισε μας, ώστε να εκπληρώσουμε τις μοναχικές μας υποσχέσεις εκεί όπου τις δώσαμε μπροστά στο Χριστό και στους φοβερούς του Αγγέλους κατά την ημέρα της κουράς. Απόλυσε μας γρηγορώτερα εν ειρήνη για να διακηρύξουμε και στους εκεί ευρισκομένους ορθοδόξους τους βασιλικούς σου άθλους …».
………Ο ηγεμόνας δεν επέτρεψε στον Μάξιμο να αναχωρήσει, αλλά θαυμάζοντας την εξαιρετική ερμηνευτική του εργασία, του έδωσε άφθονη ύλη από την Αγία Γραφή, τους Λόγους των Αγίων Πατέρων και τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας, για να συνεχίσει το έργο του, μαζί με την αποκάθαρση των λειτουργικών βιβλίων. Παραμένοντας ο θείος Μάξιμος επί πολύ στη Ρωσία μάθαινε εκτός της γλώσσης τα ήθη κι έθιμα του τόπου. Παρατηρούσε πως η πίστη των χριστιανών δεν ήταν βαθειά και δεν υπήρχε σαφής γνώση ούτε των βασικών δογμάτων της πίστεως. Δεισιδαιμονίες, παγανιστικές δοξασίες και διάφορες μορφές μαγείας επηρέαζαν τους πιστούς. Αναγκάσθηκε να γράψει και να μιλήσει αυστηρά για όλα αυτά τα παράτυπα και παράδοξα, ώστε ορισμένοι να τον συκοφαντήσουν και να τον αντιπαθήσουν πολύ. Δημιουργήθηκε ένας ισχυρός εχθρικός κύκλος εναντίον του, που δεν ανεχόταν επ΄ ουδενί τις δίκαιες παρατηρήσεις του για παρατυπίες, παρανομίες, υποκρισίες και δολιότητες που έπρατταν. Η εναντίον του ένταση μεγάλωσε, όταν υποστήριξε επίμονα την ακτημοσύνη των ιερών μονών και την αμεριμνία των μοναχών από την τεράστια περιουσία τους, όπου σε αυτή υπήγονταν ολόκληρα χωριά, που δημιουργούσαν προβλήματα και ταραχές και απομάκρυναν τους μοναχούς από την προσευχή και ησυχία. Επίσης δεν δίστασε να ελέγξει και αυτόν τον ηγεμόνα για λάθη του. Έτσι οι εχθροί του συσπειρώθηκαν και τον κατηγόρησαν βάναυσα στον ηγεμόνα ότι εργάζεται εναντίον του. Τέλος τον οδήγησαν σε σκηνοθετημένη δίκη, όπου τον καταδίκασαν ως αιρετικό, για ηθελημένα λάθη του στις μεταφράσεις των εκκλησιαστικών βιβλίων. Παρότι ζήτησε συγχώρεση γονυπετής και μετά δακρύων για τα τυχόν λάθη του, δεν του δόθηκε. Κλείσθηκε σε κελλί παρακείμενης μονής ως φυλακισμένος. Του απαγορεύθηκε η μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων, ο εκκλησιασμός, η μελέτη, οι επισκέψεις και οι έξοδοι. Έγκλειστος επί μία εξαετία υπέμεινε στερήσεις από την πείνα, το ψύχος, την υγρασία, τη μόνωση, την έλλειψη βιβλίων και γραφίδος. Τον παραμυθούσε μόνο η προσευχή. Εκεί δέχθηκε την επίσκεψη ουράνιου αγγέλου. Γεμάτος χαρά συνέθεσε κανόνα στο Άγιον Πνεύμα, που έγραψε με κάρβουνο στον τοίχο της φυλακής του.
………Οι συνεχείς και δίκαιες διαμαρτυρίες του αγίου Μαξίμου για την άδικη καταδίκη του στη μονή Βολοκολάμσκ ανάγκασαν τον μητροπολίτη Μόσχας Δανιήλ να συγκαλέσει σύνοδο το 1531, η οποία τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη στη μονή Ότροτς της πόλης Τβέρης και σε συνεχή στέρηση της θείας μεταλήψεως. Ο άγιος έμεινε τιμωρημένος επί εικοσαετία. Κατά τη διάρκεια της φυλακίσεως του συνέταξε ομολογία ορθοδόξου πίστεως και δύο απολογητικούς λόγους για τις διορθώσεις των ρωσικών εκκλησιαστικών βιβλίων. Μετά τον θάνατο του ηγεμόνος Βασιλείου και ο νέος Ιβάν Βασίλεβιτς συνέχιζε να επιμένει και να μη του επιτρέπει την ποθητή επιστροφή του στη μονή της μετανοίας του, τη μονή Βατοπαιδίου. Παρά τη μεσολάβηση των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Διονυσίου και Αλεξανδρείας Ιωακείμ ο νέος ηγεμόνας δεν επέτρεψε την επιστροφή του Μαξίμου στο εράσμιο Άγιον Όρος. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να βελτιώσουν κάπως τις άθλιες συνθήκες διαβιώσεως του στην ειρκτή και να του επιτραπεί η μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων.
………Τις θλίψεις και δοκιμασίες του θεωρούσε παραχωρήσεις παιδαγωγικές του Θεού προς ανάνηψη, μετάνοια και σωτηρία. Έτσι δεν επέτρεψε στον εαυτό του να απογοητευθεί από την αγνωμοσύνη και την κακεντρέχεια ορισμένων και υπέμεινε την αδικία ελπιδοφόρα. Τον παρηγορούσε η καθαρή του συνείδηση, η θερμή πίστη και η αγάπη των φίλων της αρετής. Μετά από 25 χρόνια σκληρής κάθειρξης ο όσιος Μάξιμος απελευθερώθηκε το 1551 με τις ενέργειες του ηγουμένου της μονής του Αγίου Σεργίου Αρτεμίου και ορισμένων ενάρετων βογιάρων. Ο διώκτης του ηγεμόνας έφθασε να τον τιμά, να τον συμβουλεύεται και να νουθετείται από τον ταπεινό ομολογητή και πολύσοφο οσιομάρτυρα. Τα τέλη του ήταν ειρηνικά και τιμημένα.
………Εκοιμήθη στη Λαύρα του Άγιου Σεργίου στις 21 Ιανουαρίου 1556 σε ηλικία 86 ετών. Τα 38 έτη τα διήλθε στερημένος της ελευθερίας του, μέσα σε σκληρές κακουχίες, απάνθρωπες συνθήκες, βασικές στερήσεις και δυνατούς πόνους. Εντούτοις δεν κάμφθηκε, αλλά συνέχιζε, όσο μπορούσε, αναλώνοντας όλες του τις δυνάμεις υπέρ της αναμορφώσεως της Ρωσικής Εκκλησίας και του παρασυρμένου σε πάθη ρωσικού λαού. Όταν του επιτρεπόταν και μέσα στη φυλακή, δεν έπαυε να γράφει, να μεταφράζει και να επιστολογραφεί προς φωτισμό κλήρου και λαού.
………Το συγγραφικό, μεταφραστικό και επιστολογραφικό του έργο είναι αρκετά πλούσιο και ποικίλο. Αναφέρεται σε δογματικά, απολογητικά, ερμηνευτικά, ηθικά και κοινωνικά θέματα και είχε μεγάλη απήχηση στον λαό. Νωρίς τιμήθηκε ως άγιος. Πολλοί τον ονόμαζαν «μέγα διδάσκαλο», «προφήτη», «άγιο», «όσιο», «φωτιστή των Ρώσων» και «θαυματουργό». Ο μητροπολίτης Μόσχας Πλάτων (+1812) κατεσκεύασε περίτεχνη λάρνακα και κουβούκλιο για το τίμιο λείψανο του αγίου. Ο αρχιμανδρίτης Αντώνιος της Λαύρας του Αγίου Σεργίου το 1833 έκτισε παρεκκλήσιο επί του τάφου του αγίου.
………Στον πρόλογο των έργων του οσίου Μαξίμου, που εκδόθηκαν το 1859 από την Ακαδημία του Καζάν στη σλαβονική γλώσσα, αναφέρεται: «Η εποχή με την όποια σχετίζεται η διαφωτιστική δράσις στην Ρωσία του οσίου Μαξίμου του Γραικού, ήταν εποχή διαφόρων θλιβερών συγχύσεων, που εν μέρει μεν προήλθαν από ξένες επιδράσεις, εν μέρει δε από εσωτερικές αιτίες. Σε μία τέτοια δύσκολη εποχή μας ήλθε από την Ελλάδα αυτός ο επιφανής και μορφωμένος άνδρας. Η ορθόδοξη Ελλάδα στο πρόσωπο του έδωσε την πλέον «εύκαιρον βοήθειαν» στην Εκκλησία μας για την προστασία της πίστεως, την οποία αυτή της παρέδωσε και η οποία εκείνη την εποχή άρχισε να απειλείται από τέτοιους κινδύνους. Έμαθε την ρωσική και την σλαβονική γλώσσα. Γνώρισε την θρησκευτική και ηθική κατάστασι της Ρωσίας, τις ανάγκες και τις ελλείψεις της. Παρακολουθούσε προσεκτικά όλα όσα συνέβαιναν σ΄ αυτήν και αποφαινόταν για κάθε ιδιαίτερο γεγονός με τους φωτισμένους λόγους του.
………»Προστάτευσε την Ρωσική Εκκλησία από τις αξιώσεις της Εκκλησίας της Ρώμης. Έγραψε εναντίον των ορθολογιστικών διδασκαλιών της δυτικής μεταρρυθμίσεως, εναντίον των Ιουδαίων, των παγανιστών και των μωαμεθανών.
………»Διόρθωσε τα λειτουργικά εκκλησιαστικά βιβλία. Ερμήνευσε τις εκκλησιαστικές τελετές. Αναίρεσε τις διάφορες ψευδείς και δεισιδαίμμονες διηγήσεις που κυκλοφορούσαν στον λαό. Νουθετούσε τις αλήθειες της πίστεως και της ηθικής καθένα που προσέτρεχε κοντά του για συμβουλή. Μετέφρασε μερικά πατερικά έργα. Γενικά ενεργούσε με τέτοιο τρόπο ώστε εμόρφωσε πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι μπορούσαν να συνεχίσουν μετά τον θάνατό του το μεγάλο έργο της πνευματικής διαφωτίσεως της Ρωσίας που άρχισε αυτός.
………»Οι σύγχρονοί του δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν την αξία του Μαξίμου. Για τα σκοτισμένα από την αμάθεια μάτια τους ήταν πολύ απρόσιτο αυτό το φως της αληθείας, με το οποίο απεκάλυπτε μπροστά τους τις πλάνες και τα ελαττώματα τους Για τους μεγάλους κόπους του του ανταπέδωσαν σκληρούς διωγμούς και μακροχρόνιες φυλακίσεις σε μοναστήρια. Για μας όμως είναι ανεκτίμητα τα έργα του, στα οποία αντανακλά πλήρως η υψηλή και φωτεινή του προσωπικότης και τα σκοτεινά γνωρίσματα της εποχής του».
………Ο βαθύς μελετητής του βίου και του έργου του καθηγητής Γρηγόριος Παπαμιχαήλ γράφει περί αυτού: «Εκ των συγγραφών του Μαξίμου συνάγεται ότι διά των ενδελεχών αυτού μελετών απεκρυστάλλωσεν οριστικώς εν Άθω την θεολογικήν και φιλοσοφικήν αυτού κοσμοθεωρίαν, τας κυρίας γραμμάς της οποίας ορίζει εν οις έγραψε κατά τας διαφόρους περιστάσεις και αφορμάς. Κύριον αυτού χειραγωγόν έχων την θεολογίαν, ύπατον αυτής μύστην εδέχετο τον Ιωάννην Δαμασκηνόν, ον έτασσεν «υπέρ την φιλοσοφίαν», διότι ήτο, κατ΄ αυτόν, σοφώτατος και μέγας θεολόγος».
………Κατά τον καθηγητή Βλάσιο Φειδά ο θείος Μάξιμος υπήρξε «κληρονόμος του ελληνικού πνεύματος, κάτοχος υψηλής ελληνολατινικής παιδείας, δημιουργός ενός χριστιανικού ανθρωπισμού, κατέστη εν Ρωσία ο κήρυξ του αληθούς χριστιανισμού. Η ρωσική παράδοσις παρέστησε τον Μάξιμον ως κήρυκα της ακραιφνούς θεολογίας, ως διδάσκαλον της ιεράς φιλοσοφίας, ως μάρτυρα εις Ρωσίαν, ως θαυματουργός Μάξιμος ο Γραικός εμφανίζεται εν Ρωσία, διά του έργου του, ως εν φαινόμενον άνευ προηγουμένου, φιλόλογος και ιστορικός, θεολόγος και φιλόσοφος, ποιητής και ρήτωρ, άμα δε και διαπρεπής κριτικός, εγένετο φορεύς των νέων δεών εν Ρωσία εις εποχήν συνεχών πνευματικών ζυμώσεων, αμφιρρόπων τάσεων και αγώνος νέων θρησκευτικών και εκκλησιαστικών ιδεών. Διά του αγώνος του θαρραλέως υπέδειξε πόσον η Ρωσία τότε απείχε του αληθούς χριστιανικού ιδεώδους».
………Ο σοφός καθηγούμενος της ιεράς μονής Οσίου Γρηγορίου αρχιμανδρίτης Γεώργιος γράφει χαρακτηριστικά και χαριτωμένα: «Ο ταπεινός και σοφός Μάξιμος ο Γραικός ήλθε το 1506 στο Άγιον Όρος για να γίνει γνήσιος αγιορείτης μοναχός. Έγινε αγιορείτης. Ως αγιορείτης μετέβη στην Ρωσία. Έμεινε αγιορείτης. Υπέμεινε ως αγιορείτης. Εδίδαξε και έδρασε ως αγιορείτης. Η εντύπωσίς μου είναι ότι πέρασε από τον ουμανισμό, αλλά ποτέ δεν έγινε κατά βάθος ουμανιστής. Μέσα στην ορθόδοξο πατερική και αγιορειτική παράδοση υπήρχαν όλα τα στοιχεία που μπορούσαν να αναδείξουν τον άγιο Μάξιμο σε πρώτου μεγέθους πνευματικό διδάσκαλο και αναμορφωτή της Ρωσικής Εκκλησίας και κοινωνίας. Βλέπω έτσι τον άγιο Μάξιμο να έχη πολλά κοινά στοιχεία με τον φωτιστή των Ελλήνων άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, τον ισαπόστολο, και να είναι πρόδρομός του. Και οι δύο έτυχαν θύραθεν μορφώσεως _αν και ο άγιος Κοσμάς όχι τόσο μακράς και λιπαράς όσο ο άγιος Μάξιμος. Και οι δύο αναπαύθηκαν όχι στην αυτονομημένη ανθρώπινη σοφία και γνώση, αλλά στην θεία σοφία του Ευαγγελίου του Χριστού. Και οι δύο δέχθηκαν και αφομοίωσαν την ορθόδοξο αγιορειτική και πατερική παράδοσι. Έμειναν πάντα αγιορείται και έδωσαν και μέσα στον κόσμο την μαρτυρία τους ως αγιορείται. Ο άγιος Μάξιμος είναι καύχημα της ορθοδόξου Εκκλησίας μας, του ελληνορθοδόξου γένους μας, του Αγίου Όρους. Νομίζω ότι οι κατωτέρω λέξεις του Ρώσου Βασσιανού περικλείουν την ουσιαστική προσφορά του αγίου Μαξίμου στον Ρωσικό λαό: «μόνον τώρα διά του Μαξίμου εγνωρίσαμεν τον Θεόν». Ο βαθύς σεβασμός που τρέφει μέχρι σήμερα ο ευσεβής ρωσικός λαός στο Άγιον Όρος οφείλεται ασφαλώς και στην προς αυτόν προσφορά του Αγίου Μαξίμου του Γραικού και αγιορείτου».
………Τα συγγράμματα του αγίου Μαξίμου αντιγράφηκαν και διαδόθηκαν ταχύτατα. Εμφανίσθηκαν βίοι και εικόνες του σε μονές και ναούς σχεδόν αμέσως μετά την κοίμησή του. Εγράφησαν περιγραφές θαυμάτων του και ιερές ακολουθίες προς τιμή του. Ο τάφος του στη μονή Ζαγκόρσκ έγινε σύντομα λαϊκό προσκύνημα. «Η πίστη κι η αναγνώριση του λαού προηγείται κάθε άλλης διάταξης. Η επίσημη ανακήρυξη έχει το χαρακτήρα της επικύρωσης της υπάρχουσας παράδοσης και της γενικότερης προβολής και τιμής του Αγίου. Γι΄ αυτό και αρχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, σ’ αντίθεση μ΄ ό,τι συμβαίνει στην Καθολική, είναι ότι με την επίσημη αναγνώριση δεν αγιοποιεί, αλλά απλά αναγνωρίζει την υπάρχουσα και από το εκκλησιαστικό πλήρωμα μαρτυρούμενη αγιότητα. Ως τέτοια πρέπει να θεωρηθεί η επίσημη αναγνώριση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (έπειτα από πρόταση της Εκκλησίας της Ελλάδος)” η δεύτερη από τη Ρωσική Εκκλησία».
………Έτσι ο μητροπολίτης Άρτης κυρός Ιγνάτιος, κατόπιν εγγράφου αιτήματος του κ. Κωνσταντίνου Τσιλιγιάννη της 20 Δεκεμβρίου 1985, απέστειλε έγγραφο προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος στις 10 Ιανουαρίου 1986, διά του οποίου ζητούσε την αγιοκατάταξή του Αρτηνού Μαξίμου. Η Ιερά Σύνοδος ανέθεσε στον πρωτοπρεσβύτερο Ευάγγελο Μαντζουνέα τη μελέτη και την υποβολή εκθέσεως σχετικής προς Αυτήν, και αφού έκανε δεκτή την πρόταση απέστειλε τα στοιχεία προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο διά της από 1 Φεβρουαρίου 1988 επιστολής της. Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αναγνώρισε την αγιότητα του ιερού Μαξίμου στις 31 Μαΐου 1988 και το γνώρισε στην Εκκλησία της Ελλάδος διά επισήμου πατριαρχικού γράμματος.
………Αμέσως μετά αναγνωρίσθηκε και από την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Μόσχας και πάσης Ρωσίας, παρότι ετιμάτο ως άγιος στη Ρωσία ένα αιώνα μετά την κοίμηση του. Από τις 6 μέχρι τις 9 Ιουνίου 1988, έγιναν επίσημες τελετές στη Λαύρα του Αγίου Σεργίου του Ζαγκόρσκ προς τιμήν του αγίου.
………Ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης καθώς και ο Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός συνέθεσαν πλήρη ασματική ιερά ακολουθία προς τιμήν του αγίου.
………Η μνήμη του τιμάται στις 21 Ιανουαρίου ενώ η ανακομιδή και μετακομιδή των τιμίων λειψάνων του στις 12 Ιουλίου.
έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Διάψευση Προτεσταντικών θέσεων από πρωτοχριστιανικό σύγγραμμα του 150 μ Χ.
Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Ιανουαρίου, 2014



Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιανουαρίου, 2014
Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

Εκείνο όμως που καταιγιστικά προβάλλει η υμνολογία του οσίου σήμερα είναι όντως οι θεόπνευστες διδασκαλίες του οσίου. Αντιμετώπισε την αίρεση των μονοθελητών, των αρνουμένων δηλαδή τη διπλή θέληση του Κυρίου, ως Θεού και ανθρώπου, άρα των προεκτεινόντων τη χριστολογική αίρεση των μονοφυσιτών. Στην πραγματικότητα ο αρνούμενος ότι ο Κύριος έχει θεία και ανθρώπινη θέληση, όπως θεία και ανθρώπινη ενέργεια, αρνείται την πραγματικότητα της ενανθρώπησής Του. Και ποιος είναι ο αρνούμενος την εν σαρκί φανέρωση του Θεού, ει μη «ο μη έχων τον Πατέρα ουδέ τον Υιόν;» Γι’ αυτό και ο άγιος Δαμασκηνός επανειλημμένως και με πλήρη γνώση αναφέρεται σ’ αυτήν τη διδασκαλία του: «Μίαν φύσιν Τριάδος, μίαν θέλησιν, έφης, μίαν ενέργειαν· Θεού δε σαρκωθέντος δύο φύσεις θελήσεις, ενεργείας, εκήρυξας» (Είπες ότι είναι μία η φύση της αγίας Τριάδος, μία η θέλησή Της, μία η ενέργειά Της. Αλλά κήρυξες τις δύο φύσεις, τη θεϊκή και την ανθρώπινη δηλαδή, του σαρκωθέντος Θεού, του Χριστού, τις δύο θελήσεις και ενέργειές Του). «Κατέχοντας, Πάτερ, τους θεϊκούς λόγους σου σαν στήλη ορθοδοξίας, σεβόμαστε τον Έναν της Τριάδος, τον Χριστό, με δύο τις ουσίες και τις θελήσεις» («Στήλην ορθοδοξίας τους ενθέους σου λόγους, Πάτερ, κατέχοντες, τον ένα της Τριάδος εν δυσί ταις ουσίαις και θελήσεσι σέβομεν»).
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ ΚΑΙ Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΕΛΕΣΗΣ ΝΕΚΡΩΣΙΜΗΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑΣ
Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιανουαρίου, 2014

Του Γεωργίου Φωτ. Παπαδόπουλου- Κήρυκα θείου λόγου
- Αγία Γραφή
- Ιερό Πηδάλιο, εκδ. <<Αστέρος>>, Αθήνα 1976
- Περιοδικό <<Σπίθα>>, Ι. Μονή Λογγοβάρδας Πάρου, τεύχος Ιουνίου 2005
- http://syndesmosklchi.blogspot.gr
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΜΕΝΗ «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» ΤΩΝ ΒΑΠΤΙΣΤΩΝ
Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιανουαρίου, 2014
Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΟΣΙΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ
Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιανουαρίου, 2014
Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

Οι ύμνοι της Εκκλησίας ιδιαιτέρως επικεντρώνουν την προσοχή τους στον μέγιστο Ιωάννη Πρόδρομο, του οποίου τον βίο προσπάθησε να μιμηθεί ο όσιος Ευθύμιος. Και η μίμηση από αυτόν του Προδρόμου έγκειτο αφενός στον αγιασμένο τρόπο ζωής του, τόσο που τον χαρακτηρίζουν «εκμαγείον», αποτύπωμα αυτού («τούτου γέγονας εκμαγείον, Ευθύμιε, βαπτιστής ορεσίτροφος, ακτήμων, άοικος, πάσι χαρίσμασι διαλάμπων», δηλαδή: έγινες αποτύπωμα και εικόνα του Προδρόμου, Ευθύμιε, ευρισκόμενος στα όρη βαπτιστής, ακτήμονας, χωρίς σπίτι, λάμποντας σε όλα τα χαρίσματα), αφετέρου στο ότι και ο ίδιος υπήρξε άλλους είδους Βαπτιστής, αναγεννώντας τους ανθρώπους με την ορθόδοξη διδασκαλία του στο πνευματικό βάπτισμα της Εκκλησίας, το βάπτισμα της υιοθεσίας («υιούς Θεού τούτους αναπλάσας υιοθεσίας βαπτίσματι∙ του θείου γαρ Προδρόμου μιμησάμενος βίον, Βαπτιστής ανεδείχθης, Ευθύμιε», δηλαδή: ανέπλασας αυτούς, τους ανθρώπους, με το βάπτισμα της υιοθεσίας. Διότι αφού μιμήθηκες τον βίο του Προδρόμου, αναδείχτηκες Βαπτιστής, Ευθύμιε).

Κι οι υμνογράφοι μάς βοηθούν περαιτέρω: ποιες οι αρετές που άσκησε ο όσιος Ευθύμιος και υπερέβη τα πάθη και κέρδισε με τη χάρη του Θεού τη βασιλεία Του; Πρώτα από όλα πόθησε τη βασιλεία του Θεού, ντύθηκε έπειτα την ταπείνωση, ακολούθησε την εγκράτεια, επιδίωξε τη δικαιοσύνη. Συνεπώς μπόρεσε να απεμπλακεί από τη γοητεία της παρούσας ζωής, διότι μετέθεσε το κέντρο βάρους της ζωής του στα μένοντα και αιώνια, λόγω αγάπης προς τον Κύριο. Άλλος δρόμος για κάθε άνθρωπο από αυτόν δεν υπάρχει. Όσο θεωρούμε ότι η ζωή βρίσκεται στον παρόντα κόσμο, τόσο δεν υπάρχει περίπτωση να ζήσουμε αληθινά την όντως ζωή, τον Κύριο και τη χάρη Του. «Των εν βίω πραγμάτων κατεφρόνησας, Πάτερ Ευθύμιε, ότι την άνω πολιτείαν επεπόθησας∙ πλούτον εβδελύξω, ενδυσάμενος ταπείνωσιν∙τρυφήν εμίσησας, και επεσπάσω την εγκράτειαν∙ αδικίαν απεβάλου και εδίωξας δικαιοσύνην» (Καταφρόνησες, Πάτερ Ευθύμιε, τα γήινα πράγματα, διότι πόθησες βαθιά την ουράνια βασιλεία: Θεώρησες βδέλυγμα τα πλούτη, με το ντυθείς την ταπείνωση, μίσησες τις ηδονές του βίου και έκανες δικιά σου την εγκράτεια, έδιωξες την αδικία και επιδίωξες τη δικαιοσύνη).
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Όταν συμπέσει κηδεία μέσα στο σπίτι που ετοιμάζεται για γάμο, τί γίνεται;
Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιανουαρίου, 2014

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ΛΟΥΚΑ – ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ
Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιανουαρίου, 2014

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ημερίδα στη Λάρισα: “Η θρησκευτική αγωγή στην Ελλάδα. Προβλήματα – Προοπτικές”
Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Ιανουαρίου, 2014
Σας προσκαλούμε να τιμήσετε με την παρουσία σας τις εργασίες της Ημερίδας, που θα γίνει το Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014 στην αίθουσα της Χριστιανικής Εστίας Λαρίσης «Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ» (Ανθίμου Γαζή 35) και με ώρα έναρξης 10 π.μ. στα πλαίσια του εορτασμού των Τριών Ιεραρχών, προστατών των Γραμμάτων καί της Παιδείας του Γένους μας, με γενικό θέμα:
Η θρησκευτική αγωγή στην Ελλάδα.
Προβλήματα – Προοπτικές
Η παρουσία σας θα μας δώσει ιδιαίτερη χαρά.
Με τιμή
Για τους διοργανωτές
Ηλίας Μπάκος, Πρόεδρος Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων
Ηρακλής Ρεράκης, Δντής Εργαστηρίου Χριστ. Παιδαγωγικής του Τμήματος Ποιμ. & Κοιν. Θεολογίας
Ιωάννης Καραμήτρος, Πρόεδρος Θεολόγων Ν. Λαρίσης
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΗΜΕΡΙΔΑΣ
ΣΑΒΒΑΤΟ 25 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2014
08.00 – 09.30 π.μ. Θεία Λειτουργία στον Άγιο Νικόλαο
09.30 – 10.00 Προσέλευση συνέδρων στη Χριστιανική Εστία
10.00 – 10.20 Προσφωνήσεις – Χαιρετισμοί
Εισηγήσεις:
10.20 – 10.40 Μιχαήλ Τρίτος, Κοσμήτορας Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης: «Η μαρτυρία του Θεολόγου στο σύγχρονο ελληνικό Σχολείο».
10.40 – 11.00 Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής Παν/μίου Θεσσαλονίκης: «Θρησκευτικά: Μάθημα πνευματικής προόδου ή οπισθοδρόμησης;».
11.00 – 11.20 π. Γεώργιος Ευθυμίου, Επίκ. Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών: «Το Ορθόδοξο Θεολογικό Μάθημα, ο διδάσκων και το Πιλοτικό Πρόγραμμα»
11.20 – 11.30 Κοπή Βασιλόπιτας – Διάλειμμα
11.30 – 12.30 Συζήτηση
12.30 Λήξη εργασιών. Κλείσιμο από τον Πρόεδρο της Π.Ε.Θ. κ. Ηλία Μπάκο.
Σημ. Στους συμμετέχοντες θα δοθεί Βεβαίωση Παρακολούθησης της Ημερίδας.
Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Άγιος Αντώνιος : Η ψυχή μετά το θάνατο
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Ιανουαρίου, 2014

Ερωτήματα του Αγίου Αντωνίου προς τον άγγελο για την πορεία της ψυχής μετά το θάνατο
Ούτος ο Μακάριος και Πανθαύμαστος Αββάς και Πατήρ ημών Αντώνιος ο μέγας, εις καιρόν όπου ευρίσκετο εις την έρημον και ασκήτευεν, εφάνη προς αυτόν Άγγελος Κυρίου εις σχήμα Καλογήρου, και ως τον είδεν ο όσιος, έκαμε προς αυτόν μετάνοιαν.
Ο δε άγγελος είπε πρός αυτόν Ευλόγησον πάτερ άγιε.
Ο δε Άγιος νομίζοντας ότι είναι καλόγηρος από τους εκείσε ερημήτας, λέγει προς αυτόν ο Θεός συγχωρήσοι σε τέκνον μου και πλησιάσας προς τον Άγγελον είπεν εις αυτόν ας περιπατήσωμεν μαζύ ολίγον δρόμον και περιπατώντας είπεν ο Όσιος• θαυμάζω, αδελφέ εις την θεωρίαν σου και εις την νεότητα και εις την ευμορφίαν όπου έχεις και εκπλήττομαι, διότι τοσούτον κάλλος δεν είδον εις άλλον άνθρωπον και διά τούτο στοχάζομαι πως δεν είσαι άνθρωπος.
Λοιπόν ορκίζω σε εις τον Θεόν του ουρανού και της γης να μου είπης την αλήθειαν• ο δε Άγγελος ποιήσας μετάνοιαν, λέγει προς τον άγιον.
Πάτερ άγιε, με βλέπεις, εγώ άνθρωπος δέν είμαι, άλλα, Άγγελος του Θεού, και ήλθα να σε διδάξω μυστήρια του Θεού εκείνα οπού δεν ηξεύρεις, και τα οποία επιθυμείς να μάθης• λοιπόν ερώτα με ότι θέλεις να σου ειπώ. Τότε έπεσεν ο άγιος και έκανε μετάνοιαν του Αγγέλου λέγοντας. «Ευχαριστώ σοι Κύριε ο Θεός μου, ότι μου έπεμψας οδηγόν διά να μου φανέρωση εκρυμμένα μυστήρια, τα οποία επιθυμούσα να μάθω.» Ο δε Άγγελος είπε πρός τον άγιον, ερώτα με λοιπόν.
Ο δε άγιος αποκριθείς, είπεν εις τον αιώνιον εκείνον κόσμον, γνωρίζονται οι αποθαμμένοι άνθρωποι ένας τον άλλον;
Ο δε Άγγελος αποκριθείς, είπε προς τον Όσιον• βλέπεις εις τούτον τον κόσμον. όπου αφ΄ εσπέρας κοιμούνται οι άνθρωποι, και το πρωί όταν ξημερώση απαντώνται ένας τον άλλον και χαιρετούνται και συνομιλούν ως φίλοι, αναφέροντες τα όσα είχον προμελετήσει, τοιουτοτρόπως γίνεται και εις εκείνον τον Κόσμον, και ένας τον άλλον γνωρίζεται και συνομιλεί και καθώς ένας άνθρωπος δεν γνωρίζει άλλον εδώ και ερωτώντας μανθάνει ποίος είναι, ούτω γίνεται και εκεί• πλήν οι δίκαιοι μόνον γνωρίζονται, οι αμαρτωλοί όμως διόλου.
Λέγει του ο άγιος – ειπέ μοι και τούτο παρακαλώ σε, όταν ευγαίνει η ψυχή από το κορμί του ανθρώπου, τι γίνεται; Και τα μνημόσυνα διατί τα κάμνουσι; και τι όφελος δίδουσιν εις τους αποθαμένους;
Λέγει του ο Άγγελος “άκουσον, πάτερ άγιε” η ψυχή αφού εύγει από το κορμί, την λαμβάνουν οι άγγελοι και την υπάγουν εις τον ουρανόν -δια να προσκύνηση• τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν γίνεται όμως και τούτο• ότι από τον ουρανόν έως την γην είναι τάγματα δαιμόνων, τα οποία λέγονται εναέρια Τελώνια των ψυχών, και απαιτούσιν εκείνα τα πονηρά πνεύματα την ψυχήν και φέρουσιν τα κατάστιχα των εις τα οποία είναι γραμμέναι οι αμαρτίαι των ανθρώπων, και τα δείχνουν εις τους αγγέλους, λέγοντες εις αυτούς, ότι την δείνα ημέραν εις τας τόσας του μηνός εποίησε την δύνα αμαρτίαν, δηλαδή εδώ έκλεψεν, εκεί επόρνευσεν, εδώ εμοίχευσεν, εκεί εμαλακίσθη, εις τον δείνα τόπον είπε ψεύματα• εις άλλον έκαμεν άλλην αμαρτίαν και πάλιν αν εκείνος άνθρωπος έκαμε καλοσύνην ξέρουν και οι Άγγελοι τα εδικά των κατάστιχα με τα όποια δείχνουσι και αυτοί πόσας καλοσύνας έκαμεν εις την ζωήν του, δηλαδή ελεημοσύνην ή λειτουργίαν, ή νηστείαν, ή προσευχήν, ή σαρανταλείτουργον, ή άλλας καλάς αρετάς, και αν ευρεθώσιν περισσότεραι αι καλοσύναι αρπάζουν οι άγγελοι την ψυχήν και την αναβιβάζουν ες το δεύτερον σκαλούνι. και εκεί ευρίσκουν άλλο τάγμα δαιμόνων δυνατώτερον τρίζοντες τα οδόντιά των, ωσάν αγριότατα θηρία, και υβρίζουν την ψυχήν και πάσχουν να την αρπάξουν από τας χείρας των Άγγέλων, γίνεται μία μεγάλη διάλεξις και μέγας θόρυβος διά να δυνηθούν οι άγγελοι να ελευθερώσουν την ψυχήν εκείνην από τας χείρας των δαιμόνων, και αν ελευθερωθή αναβαίνει εις το τρίτον σκαλούνι και εκεί είναι άλλο τάγμα δαιμόνων δυνατώτερον και αγριότερον και γίνεται μέγας αγών, πολύ σύγχυσις και ταραχή εις αυτούς πως να κερδίσωσι την ελλεεινήν εκείνην ψυχήν οι άγγελοι από τας χείρας των μιαρών δαιμόνων και αν λυτρωθη και από αυτούς, υπάγουν και εις το παραπάνω σκαλούνιον έως ου να φθάση εις το έβδομον, και εκεί είναι άλλο τάγμα δαιμόνων όπου λέγεται της πορνείας, και τις διηγήσεται πάτερ άγιε, την τοσαύτην ταραχήν και τον θόρυβον όπου κάμνουσι και φοβερίζουν την ταλαίπωρον εκείνην ψυχήν, και άν τύχη καλόγηρος, τότε γίνεται ακόμα σφοδρότερος θόρυβος• λέγοντες εις εκείνην την ελεεινήν ψυχήν που υπάγεις, όπου εσύ επόρνευσες και εμόλυνες το αγγελικόν σχήμα• αποστρέφου εις τα οπίσω και πήγαινε εις το σκότος και τον βρομερόν τόπον του άδου. Αλλοίμονον λοιπόν εις αυτήν και ποία γλώσσα δύναται να διηγηθή την τοιαύτην τιμωρίαν οπού κάμνουν οι δαίμονες εις την κατάδικον εκείνην ψυχήν! εγώ τίμιε πάτερ, είμαι άγγελος, και πάλιν φρίττω, πόσον μάλλον να μη τρέμει εκείνη η ψυχή την τοιαύτην παίδευσιν όπου λαμβάνει. Έάν όμως εξ’ εναντίας ευρεθή η ψυχή καθαρά από αμαρτίαις την αρπάζουν οι άγγελοι και αναβαίνει χαίρουσα εις τον Χριστόν, τότε βλέπει τους χορούς των αγγέλων των άγιων Αποστόλων, την λαμπρότητα εκείνην την άριστον, και ακούει των αγγέλων την μελωδίαν και το κάλλος εκείνο το αμήχανον.
Ερώτησε δε ο Όσιος, και τα μνημόσυνα διατί τα κάμνουν.
Απέκριθη ο άγγελος, αι τρεις γίνονται, επειδή είπα ου εις τας τρείς ημέρας έρχεται η ψυχή και προσκυνά τον Κύριον ημών Ίησούν Χριστόν, και διά τούτο φαίνεται πως πέμπονται ώσπερ κανίσκιον εις τον Κύριον υπέρ της ψυχής ταύτης• και μετά την προσκύνησην την περνούν πάλιν οι άγγελοι και δείχνουν εις αυτήν τους τόπους όπου επερπάτησε με το σώμα και της ενθυμίζουν τας πράξεις, όπου εις αυτούς έκαμε, λέγοντες εις αυτήν, εδώ έκλεψες, εκεί επόρνευσες, αλλού εφόνευσες, εκεί – εβλασφήμησες και ακολούθως της ενθυμίζουν όλας τας αμαρτίας όπου εις όλην την ζωήν έκαμε, και πάλιν της δείχνουν όσα καλά έπραξε• δηλαδή εδώ έκανες ελεειμοσύνην, εκεί νηστείαν, εδώ λειτουργίαν, εκεί μετάνοιαν, εδώ παράκλησιν, εκεί αγρυπνίαν, εδώ προσευχήν, εκεί γονυκλισίαν και όσα άλλα αγαθά έπραξεν εις τας ήμερας όλας της ζωής της• και την εννάτην ημέραν πάλιν έρχεται εις προσκύνησιν και διά τούτο κάμνουν τα μνημόσυνα και τας λειτουργίας προς όφελος τής ψυχής και διά τούτο είναι ανάγκη να γίνωνται τα μνημόσυνα. Πέρνουσιν αυτήν πάλιν οι άγγελοι και την υπάγουν εις τον Παράδεισον και της δείχνουν τους κόλπους του Αβραάμ, και Ισαάκ και Ιακώβ, τας αναπαύσεις των δικαιων, και ωσάν ιδή τας κατοικίας εκείνας τάς ωραίας και θαυμαστάς, παρακαλεί τους αγγέλους διά να σταθή εκεί και αυτή εις εκείνα τα αγαθά των δικαίων• πέρνοντας την δε πάλιν από έκει, την υπάγουν εις την κόλασιν και της δείχνουν πως κολάζονται οι αμαρτωλοί, λέγοντες εις αυτήν, ούτος εστίν ο πύρινος ποταμός (δείχνοντες τους τόπους), ο σκώληξ ο ακοίμητος, τούτος εστίν ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων, και καθεξής της δείχνουν όλας τας κολάσεις των αμαρτωλών, και ωσάν τελειώσουν αι τεσσαράκοντα ήμέραι, υπάγουν πάλιν την ψυχήν και προσκυνά τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, διά τούτο πάλιν γίνονται τα μνημόσυνα, επειδή μέλλει η ψυχή να λάβη την απόφασιν όθεν μέλλει να την διατάξη ο φιλάνθρωπος Θεός, να κατοίκηση έως την ημέραν της κρίσεως, διά να απόλαυση με το ίδιόν της κορμί κατά τα έργα της.
Τότε στενάξας ο άγιος εκ καρδίας και δακρύσας πικρώς, είπεν αλλοίμονον εις τον άνθρωπον τον αμαρτωλόν, οπού εγεννήθη, καλλήτερα ήτον εις αυτόν να μην γεννηθή, και μακάριος εκείνος ο δίκαιος άνθρωπος όταν εγεννήθη και ακολούθως λέγει ο άγιος πρός τον άγγελον• παρακαλώ σε είπε μοι και τούτο, η κόλασις των αμαρτωλών έχει τέλος;
O δε άγγελος είπεν ούτε η βασιλεία των ουρανών έχει τέλος, άλλ’ ούτε και η κόλασις εις τούς αμαρτωλούς έχει τέλος, και άν επερνέ τις άνθρωπος κάθε χίλιους χρόνους ένα κόκκον από την άμμον της θαλάσσης ή μίαν σταλαγματιάν νερόν από την θάλασσαν ήθελεν ελπίσει τινάς να σωθή κανένα καιρόν, αμή η κόλασις είναι διά τους αμαρτωλούς, και η αιώνιος βασιλεία διά τους δικαίους, και δεν έχουν τέλος.
Λέγει πάλιν ο άγιος προς τον άγγελον, είπέ μοι παρακαλώ σε και τούτο• ποίος άγγελος είναι ευσπλαγχνικώτερος εις το να παρακαλή τον Θεόν διά τους ανθρώπους και να πρεσβεύη δι΄αυτούς;
Και ο άγγελος αποκριθείς είπεν όλοι οι άγγελοι και οι άγιοι έχουν πολλήν ευσπλαγχνίαν εις τους ανθρώπους και ποθούσι την σωτηρίαν των, πλέον δε πάντων τούτων η Κυρία ημών Δέσποινα Θεοτόκος έχει περισσοτέραν την ευσπλαγχνίαν εις το γένος των χριστιανών και ακαταπαύστως δέηται εις τον μονογενή της Υιόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν δι’ αυτούς, και διά την παράκλησίν της στέκεται ο κόσμος έως την σήμερον, όπου έμελλε ν’ απωλεσθή διά τας αμαρτίας, και διά την καταφρόνησιν όπου κάμουν οι άνθρωποι προς τον Θεόν και εις τους άγιους.
Λέγει δε ο άγιος προς τον άγγελον• ποίαν αμαρτίαν μισείν ο Θεός περισσότερον από τας άλλας;
Αποκριθείς δε ο άγγελος είπε• την μιαράν υπερηφάνειαν, διατί αυτή έκαμε τον πρώτον άγγελον και φωτεινόν εωσφόρον διάβολον, ρίπτοντας τον από τον ουρανόν εις τήν άβυσσον της κολάσεως• ομοίως από αυτήν την υπερηφάνειαν και παρακοήν εξέπεσεν ο Αδάμ από τον Παράδεισον, και ο Φαρισσαίος ως διαλαμβάνει το ιερόν Ευαγγέλιον, κατεκρίθη. Και όστις πέσει εις τούτο το πάθος, δυσκόλως είναι να συκωθή και να εύγη από την αμαρτίαν, εάν δεν επιστρέψη εις ταπείνωσιν. Ρωτώ σε και τούτο άγιε άγγελε, εόπεν ο όσιος• ποίοι άνθρωποι κολάζονται περισσότερον από τους άλλους ; Λέγει δε ο άγγελος πρός, τον άγιον• οι πόρνοι και οι βλάσφημοι άνθρωποι έχουν δυνατωτέραν κόλασιν, ομοίως και οι φονείς, οι μοιχοί, οι αρσενοκοίται, οι κλέπται, οι προδόται, και οι ιερείς οι πορνεύσαντες και ύστερον λειτουργούσιν, ομοίως και οι μοναχοί, και αι μοναχαί, οι διάκονοι και αι διακόνισαι, οπού μιαίνουν το αγγελιχόν σχήμα, και εκείνοι όπου μεθούν. Επειδή, τίμιε πάτερ, το πεσόν τάγμα των αγγέλων μέλλει ν΄ αποκαιασταθή από τους καθαρούς ιερείς και μοναχούς, διά τούτο όσοι από αυτούς απαραιτούν την ακολουθίαν τους διά τα κοσμικά έργα, αλλοίμονον εις αυτούς, διότι μίαν ημέραν να αφήσουν την ακολουθίαν και τον κανόνα τον εκκλησιαστικόν, θέλλουν δώσει δι’ αυτόν λόγον εις την ήμέραν της κρίσεως, πόσω μάλλον εκείνοι όπου απαραιτούν όλως διόλου την ιεράν ακολουθίαν. Λέγει δε πάλιν ο όσιος οι καταφρονηταί της άγιας Κυριακής, δηλαδή εκείνοι όπου δουλεύουν την Κυριακήν, έχουν καμμίαν άνεσιν; Και αποκριθείς ο άγγελος, είπεν• Ουαί! αλλοίμονον εις αυτούς, διότι καταφρονούν την αγίαν Κυριακήν και τας Δεσποτικάς και Θεομητορικάς εορτάς και των άγιων τας μνήμας καταφρονούν, αυτοί καταφρονούν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, την Μητέρα του, και τους αγίους, και όστις τιμά και εορτάζει τας εορτάς της Κυρίας ημών και Δεσποίνης Θεοτόκου, και τας μνήμας των αγίων, τον βοηθούν και αυτοί, επειδή έχουν μεγάλην παρρησίαν εις τον Θεόν, και ό,τι ζητήσουν του Θεού διά την σωτηρίαν των, τα λαμβάνουν αναμφιβόλως. Ει δέ και οι άνθρωποι αποδιώξουν τον φόβον του Θεού από λόγου τους, ούτε τον Θεόν έχουν φίλον, ούτε τους άγιους του, επειδή ακολουΟούν τας κοσμικάς επιθυμίας, πράγματα πλαστά και φθαρτά, και αλλοίμονον εις αυτούς, διότι άνθρωπος, ή ιερεύς, ή μοναχός, ή κοσμικός όστις δεν τιμά την Κυριώνυμον ημέραν Θεού, πρόσωπον δεν βλέπει, αλλ΄ ούτε έχει ελπίδα σωτηρίας.
Και ό,τι άλλο θέλεις να μάθης, είπεν εις τον όσιον ο άγγελος, ερώτησόν με, διότι είναι ώρα και βιάζομαι διά να υπάγω εις τον ούρανόν, διά να παρασταθώ εις τον Κύριόν μου.
Τότε στενάξας ο άγιος, και δαχρύσας πικρώς. είπεν• Ούαί εις εμέ! διότι ο άγγελος του Κυρίου μου με βίαν υπάγει ασώματος, αν και αναμάρτητος, με φόβον εις τους ουρανούς διά ν’ άποδώση δοξολογίαν εις τον Παντοδύναμον Θεόν, ημείς δε όπου έχομεν σώμα γεμάτον από αμαρτίας, και δεν βάνομεν ποσώς εις τον νουν μας τον φόβον του Θεού, αλλά καταφρονούμεν τα προστάγματά του, και δεν επιμελούμεθα την σωτηρίαν μας, τι θέλομεν πάθει;
Τότε λέγει πάλιν ο άγιος προς τον άγγελον παρακαλώ σε είπε μοι, ποία προσευχή αρμόζει εις τον Μοναχόν;
Ο δε άγγελος είπε προς τον άγιον, εί μέν έστιν άνθρωπος γραμματισμένος, τον ψαλμόν του προφήτου Δαβίδ, τουτέστιν τό, “Ελεησόν με ο Θεός κτλ.” εί δε εστίν αγράμματος, το “Κύριε ημών Ίησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος, διά της Θεοτόκου, ελέησόν με τον αμαρτωλόν”. Αυτή η προσευχή είναι δυνατωτέρα, υπάρχει και ευκολωτέρα πάντων των προσευχών, μάλιστα και πολλοί κατέλειπον άλλας προσευχάς και μόνον αυτήν εκράτησαν, νέοι και γέροντες, αμαθείς και πεπαιδευμένοι, και όσοι εβουλήθησαν διά να σωθούν, αυτήν αναφέρουν εις τον Θεόν νύκτα και ημέραν, εις τον δρόμον και εις τα κελλία τους, αυτήν να λέγουν ιστάμενοι και οδοιπορούντες, και εργαζόμενοι μετά πάσης ευλάβειας και πόθου, αχανή γάρ υπάρχει η τοιαύτη προσευχή εις βουλέμενον σωθήναι.
Και πάλιν ό όσιος είπεν “επειδή ήλθες, δέομαι σου δίδαξόν με τον αμαρτωλόν και φανέρωσε μου και τούτο• εάν εύρεθη τις άνθρωπος και διδάξη έτερον και τον ελευθέρωση από την αμαρτίαν, έχει τίποτε μισθόν;
Και ο άγγελος είπεν όστις άνθρωπος διδάξει άλλον και τον ελευθερώσει από την αμαρτίαν και σώσει την ψυχήν του, έχει διπλόν τον μισθόν από τον Θεόν.
Ταύτα είπε ο άγγελος προς τον όσιον, και ευλογήσας αυτόν, είπεν Ευλόγησον πάτερ και εμέ. Τότε ο όσιος προσκυνήσας αυτόν λέγει “Πορεύου εις ειρήνην και εις τα αμάραντα κάλλη του Παραδείσου, και παράστηθι της Άγιας και Ομοουσίου Τριάδος, και πρέσβευεν εις αυτήν υπέρ ημών των αμαρτωλών. Και αναχωρήσας ο Άγγελος ανήλθεν εις τον ουρανόν”.
Ο δε όσιος αββάς μακάριος Αντώνιος απελθών εις το κελλίον του, εδιηγήθη πάντα εις τους μοναχούς αδελφούς του και συνασκητάς του, δοξάζων και εύλογων τον Θεόν, ου η δόξα, το κράτος και η προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Πηγή: users.sch.gr
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ (ἀγῶνες καὶ περιπέτειες γιὰ τὴν ἀκρίβεια τῆς Ὀρθοδοξίας)
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Ιανουαρίου, 2014
Ο ΜΕΓΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ
(ἀγῶνες καὶ περιπέτειες γιὰ τὴν ἀκρίβεια τῆς Ὀρθοδοξίας)
ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ
ΝΑ τοῦ πλέξουμε ἐγκώμια; Εἴμεθα πολὺ μικροί. Ἐκεῖνος εἶνε γίγαντας καὶ τὸ ὕψος του προκαλεῖ δέος. Ὅποιος διαβάζει τὸ βίο του αἰσθάνεται ρῖγος και ἴλιγγο μπροστὰ στὴ φυσιογνωμία του. Ἐν τούτοις θὰ ψελλίσουμε κ᾿ ἐμεῖς λίγες λέξεις πρὸς τιμήν του.
ΓΙΑΤΙ ΟΝΟΜΑΣΘΗ ΜΕΓΑΣ;
Ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος ὠνομάσθη μέγας ὄχι για τοὺς ἴδιους λόγους ποὺ ὀνομάζονται τὰ κοσμικὰ πρόσωπα. Ὁ τίτλος αὐτὸς ἀπεδόθη καὶ σ᾿ ἄλλα πρόσωπα στὴν παγκόσμιον ἱστορίαν. Ὅπως ἐπὶ παραδείγματι μέγας ὠνομάσθη ὁ Ἀλέξανδρος ὁ βασιλεὺς τῆς Μακεδονίας, ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ ᾿δῶ ἀπὸ τὴ Μακεδονία, πέρασε τὸν Ἑλλήσποντο, ἔφτασε μέχρι τὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ τὸν Γάγγη ποταμό, καὶ συνέτριψε στὸ πέρασμά του λαοὺς καὶ ἔθνη καὶ ἵδρυσε τὴν αὐτοκρατορία του. Μεγάλοι ἐπίσης ὠνομάζονται καὶ ἄλλοι; ὁ Μέγας Ναπολέων, ὁ Μέγας…, στρατηγοὶ ἔνδοξοι καὶ αὐτοκράτορες. Αὐτοὶ ὅλοι εἶχαν στὴν διάθεσίν τους λεγεῶνας καὶ φάλαγγας, εἶχαν στρατούς, καὶ διὰ τῆς βίας ὑπέταξαν τὰ ἔθνη. Τοὺς ὠνόμασε μεγάλους ἡ ἱστορία. Ἀλλ᾿ ἂν ἀφαιρέσῃς τὰ στέμματα καὶ τὶς κορῶνες ποὺ φορᾶνε, ἂν ἀφαιρέσῃς τὰ σπαθιὰ καὶ τὰ στρατεύματα ποὺ εἶχαν, τί μένει ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς μεγάλους; Θὰ μείνουν σὰν κοκόρια ποὺ τὰ μάδησες. Ἔξω ἀπὸ τ᾿ ἀξιώματα, ἔξω ἀπὸ τὰ σπαθιά, ἔξω ἀπὸ τὴν βία, δὲν μένει τίποτε ἄλλο… Ἂν διαβάσῃς τὸν βίο τους, θὰ δῇς, ὅτι ἔχουν σκιὰς καὶ ἐλαττώματα καὶ πάθη φοβερά. Εἶνε μεγάλοι λόγῳ δυνάμεως καὶ ἰσχύος, ἀλλ᾿ ὄχι λόγῳ ἀρετῆς καὶ ἀξίας πνευματικῆς.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος γιατί ὠνομάσθη μέγας; Ὠνομάσθη μέγας ὄχι στὴν γλῶσσα τὴν κοσμική, ἀλλὰ στὴν γλῶσσα τὴν θρησκευτικὴ καὶ ἠθικήν.
Ἔχει καὶ ἡ Ἐκκλησία τοὺς μεγάλους της, ὅπως εἶνε ἐπὶ παραδείγματι ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ὁ Μέγας Γρηγόριος ὁ θαυματουργός. Οἱ ἅγιοι αὐτοὶ διακρίθηκαν, ὁ ἕνας ἐξ αὐτῶν γιὰ τὴν μεγάλη του φιλανθρωπικὴ δρᾶσι, ὁ ἄλλος διὰ τοὺς σκληροὺς ἀγῶνας του ἐναντίον τοῦ δαίμονος εἰς τὴν ἔρημον, καὶ ὁ τρίτος γιὰ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δὲν ἔκτισε γηροκομειὰ καὶ φιλανθρωπικὰ ἰδρύματα. Δὲν τοῦ ἔμεινε καιρός. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δὲν ἔμεινε στὴν ἔρημο, ὅπως ὁ Μέγας Ἀντώνιος. Ὅλα τὰ χρόνια τῆς ζωῆς του τὰ ἔζησε μέσα στὴν κοινωνία· μέσα στὸν κόσμο ἔζησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Συνεπῶς δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε, ὅτι ἔχει ἀγῶνας, ὅπως ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ἐναντίον τοῦ δαίμονος ποὺ ἦταν στὴν ἔρημο. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δὲν ἔκανε θαύματα. Δὲν βλέπουμε οὔτε ἕνα θαῦμα στὸν βίον του.
Ἑπομένως ὁ Μέγας Ἀθανάσιος δὲν ἔκτισε γηροκομειά, δὲν ἔκτισε φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα, δὲν πάλεψε στὰς ἐρήμους μὲ τὸν δαίμονα, δὲν ἔκανε θαύματα· ἦταν ὅμως ἅγιος μεγάλης ὁλκῆς. Ἔκανε ἕνα θαῦμα, τὸ μεγαλύτερο θαῦμα, πάνω στὸ ὁποῖο στηρίζεται ὁλόκληρος ἡ Ἐκκλησία.
Ὅλα τὰ θαύματα ποὺ κάνουν οἱ ἅγιοι, τὰ κάνουν ἐν ὀνόματι Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, τοῦ Σωτῆρος καὶ Θεοῦ ἡμῶν. Καὶ ὁ Μέγας Ἁθανάσιος ἐπολέμησε γιὰ τὴν ὀρθόδοξον πίστι. Καὶ συνεπῶς, τὸ θαῦμα ποὺ βλέπουμε στὸν βίο τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου, ὅταν ἕνας καὶ μόνος ἠγωνίσθη γιὰ νὰ κρατήσῃ τὴν ὀρθόδοξον πίστιν, εἶνε τὸ ἀνώτερο ὅλων τῶν θαυμάτων, καὶ ἀξίζει γι᾿ αὐτὸ νὰ ὀνομασθῇ μέγας ἐν ἐννοίᾳ θρησκευτικῇ καὶ πνευματικῇ.
ΣΚΛΗΡΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ
«Νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων»
Στὴν ἐποχή του ἐκινδύνευσε ἡ πίστις ἡ ὀρθόδοξος. Παρουσιάσθηκε, ὅπως ξέρετε ὅλοι, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη μία αἵρεσις, ἡ αἴρεσις τοῦ Αρείου.
Τί θὰ πῆ αἵρεσις; Θὰ πῇ· μία διδασκαλία ποὺ εἶνε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας καὶ δὲν τὴν παραδέχεται ἡ Ἐκκλησία μας. Τί ἔλεγε ἡ αἵρεσις αὐτή; Ἔλεγε τὸ ἑξῆς (Προσέξετε ἀπόψε, θὰ σᾶς ὁμιλήσω λίγο δογματικά. Θὰ σᾶς κουράσω λίγο, ἀλλὰ προσέξετε· εἶνε καὶ αὐτὰ ἐνδιαφέροντα θέματα. Δὲν εἶνε μόνο τὰ κοινωνικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα σᾶς συγκινοῦν, ἀλλὰ εἶνε καὶ τὰ θρησκευτικὰ θέματα ἄξια λόγου, καὶ πρέπει νὰ τὰ προσέχουμε). Λέει λοιπὸν ἡ αἵρεσις μία πρότασι γιὰ τὸ Χριστό· ὅτι «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν»· ὑπῆρχε, λέει, κάποτε ἐποχὴ ποὺ δὲν ἤτανε. Ποιό εἶνε ἀληθές. Αὐτὸ τὸ «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν», ὅτι ὑπῆρχε ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε, εἶνε ἀληθὲς καὶ μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε διὰ ὅλους, διὰ ὅλες καὶ διὰ ὅλα. Σεῖς ἐδῶ πέρα, ποὺ εἶστε ὄρθιοι ἐδῶ μέσα ποὺ εὑρίσκεσθε, «ἦν ποτε» ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπήρχατε. Πρὸ ἑκατὸ ἐτῶν ποιός ἀπὸ ἐμᾶς ὑπῆρχε; Κανένας. Θὰ ζήσουμε σὲ μία μικρὰν χρονικὴν περίοδο. Ὑπῆρχε ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἥλιος. Γεγονὸς αὐτό. Ξαφνικὰ παρουσιάζεται τὸ φοβερὸ θέαμα. Λοιπὸν «ἦν» ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε φεγγάρι, «ἦν» ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ἄστρα, ὁλόκληρο αὐτὸ τὸ σύμπαν, τὰ ἑκατομμύρια, τὰ δισεκατομμύρια τῶν ἀστέρων, δὲν ὑπῆρχαν. Εἶνε καὶ ἐπιστημονικῶς ἀποδεδειγμένο· δὲν ὑπῆρχε τίποτε, παρὰ μία νύχτα, μία σκιὰ, ἕνα χάος. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε Γῆ, τίποτα δὲν ὑπῆρχε. Ἤτανε ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε θάλασσα. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν δένδρα. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπήρχανε πτηνά, πουλιά. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπήρχανε ζῷα. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε αἰώνιος. Ὁ ἄνθρωπος κάποτε παρουσιάστηκε.
Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ἄγγελοι, ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχαν ἀρχάγγελοι, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε ποτέ ποτέ ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ Χριστός. Ἄναρχος, αἰώνιος, ὑπεραιώνιος. Θάλασσα, πέλαγος, ὠκεανός!
Ἐμεῖς τί εἴμεθα; Σὰν νὰ πάρῃ ἕνα πουλάκι ἐπάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα μία σταγόνα. Ἐμεῖς εἴμεθα μία σταγόνα, εἴμεθα τὸ «νῦν», αὐτὸ ποὺ λένε οἱ παπᾶδες «Καὶ νῦν καὶ ἀεί…».
Βρέ, ποῦ κατάντησε ἡ ἐκκλησία! Αὐτὸ τὸ «νῦν καὶ ἀεὶ» ἂν καταλάβετε, θὰ σᾶς πιάσῃ ῥῖγος. Εἶνε μία σταγόνα ἀπὸ τὸν ὠκεανό. Ἔτσι εἴμεθα, μία σταγόνα ἀπὸ τὴ θάλασσα. Εἴμεθα τὸ «νῦν». Τώρα τὸ «ἀεί»; Κάποιος ποιητής, γιὰ νὰ δώσῃ αὐτὴ τὴν ἰδέα τοῦ αἰωνίου Θεοῦ, τοῦ αἰωνίου Χριστοῦ, εἶπε τὸ ἑξῆς. Φανταστῆτε μία θάλασσα ἀπέραντο, καὶ ἕνα πουλάκι νὰ ἔρχεται, ὄχι κάθε χρόνο ἀλλὰ κάθε χίλια χρόνια, καὶ νὰ παίρνῃ μία σταγόνα· νὰ πετάῃ ἐπάνω στὰ πελάγη καὶ νὰ παίρνῃ μία σταγόνα μὲ τὸ ῥάμφος του. Ἔ λοιπόν, θὰ ᾿ρθῇ ἐποχὴ ποὺ τὸ πουλὶ αὐτό, σὲ ἐκατομμύρια – δισεκατομμύρια χρόνια ὑπελόγισαν, θὰ πάρῃ τὴν τελευταία σταγόνα. Ἐνῷ ὁ Θεὸς εἶνε ἀτελεύτητος. Ἄρα ποτέ δὲν ὑπάρχει ἐποχὴ ποὺ θὰ σταματήσῃ… Αἰώνιος, αἰώνιος! Τὸ «νῦν» θὰ σταματήσῃ· τὸ ἄλλο, τὸ «ἀεί» («Νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων»), δὲν θὰ σταματήσῃ. Μέσα εἰς τὰ βάθη τῶν αἰώνων, ὑπάρχει ὁ Χριστός.
Λοιπὸν ποτέ ποτέ δὲν ὑπῆρξε χρόνος ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ Χριστός. Ἐνῷ ὁ Ἄρειος τί ἔλεγε; Αὐτὴ ἦταν ἡ βλάσφημος θεωρία του· ὅτι ἦταν ἑποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ Χριστός. Αὐτὴ ἦταν βλάσφημος ἰδέα ἐναντίον τῆς θεότητος τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς αἰωνιότητος τοῦ Θεοῦ. Διότι γιὰ ὅλους ἐμᾶς ἐπάνω στὸν τάφο μας θὰ γράψουν· Ἔζησε, ἔζησε, ἔζησε. Γιὰ τὸ Χριστὸ δὲν μποροῦν νὰ γράψουν αὐτό. Διότι ὁ Χριστὸς ζῇ, ζῇ. Στὶς κατακόμβες, ποὺ εἶνε κάτω ἀπὸ τὴ Ῥώμη, ποὺ εἶνε μεγάλοι λαβύρινθοι μὲ τοὺς τάφους τῶν μαρτύρων, ἐπάνω στὰ μνήματα τῶν ἡρώων τῆς πίστεως οἱ μάρτυρες, μὲ τὸ δάκτυλό τους καὶ μὲ τὸ αἷμα τους, γράψανε, ὅτι ὁ Χριστὸς ζῇ, ζῇ, ζῇ. Δὲν πέθανε, ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Θὰ πεθάνουν οἱ βασιλιᾶδες, οἱ αὐτοκράτορες, θὰ πεθάνουν οἱ πάντες, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Ὡς ἄνθρωπος ἐσταυρώθη στὸ Γολγοθᾶ καὶ ἐθανατώθη, ἀλλ᾿ ὡς Θεάνθρωπος ἀνεστήθη, ἐφανερώθη καὶ ζῇ εἰς αἰῶνας αἰώνων. Εἶνε τὸ «Νῦν καὶ ἀεὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Νίκησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, λόγῳ τῆς πίστεώς του καὶ τῆς βαθειᾶς γνώσεως τῆς ἑρμηνείας τῆς ἁγίας Γραφῆς
Αὐτὴ λοιπὸν τὴν αἰωνιότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἠρνεῖτο ὁ Ἄρειος. Ἦτο βλασφημία κατὰ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἐναντίον τοῦ Ἀρείου ἠγωνίσθη ὁ Μέγας Ἀθανάσιος μαζὶ μὲ ἄλλους ἐκλεκτοὺς ἱεράρχας, πατέρας καὶ ὁσίους, ὅπως γνωρίζετε, εἰς τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, καὶ διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων του ἀπὸ τὴ Γραφὴ τὸν κατετρόπωσε. Διότι τὴ Γραφὴ τὴν ἤξερε ἀπ᾿ ἔξω. Εἶχε διαβάσει πολλὰ βιβλία ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἀλλὰ ἕνα βιβλίο τὸ διάβασε καὶ τὸ ἤξερε ἀπ᾿ ἔξω, τὸ εἶχε ἀποστηθίσει· τὴν ἁγία Γραφή, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη. Ἦταν δυνατὸν ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ νὰ εἰσέρχεται εἰς τὸ ὁπλοστάσιο τῆς ἁγίας Γραφῆς καὶ νὰ ἁρπάζει ὅπλα καὶ νὰ πολεμῇ καὶ νὰ συντρίβῃ τὰς αἱρέσεις.
Σήμερα; Ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ. Βάζω στοίχημα· ἂν παρουσιαστῇ ἕνας χιλιαστὴς καὶ μαζέψῃ 8.000 παπᾶδες, θὰ τοὺς βάλῃ κάτω. Καὶ τοὺς δεσποτάδες ἀκόμα θὰ νικήσῃ. Διότι δὲν διαβάζουν. Οἱ χιλιασταὶ διαβάζουν μέρα – νύχτα· διαβάζουν τὸν Ἰερεμία, τὸν Ἠσαΐα…. Οἱ δὲ Χριστιανοί, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, δὲν διαβάζουμε, ὅπως ἐδιάβαζε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος.
Ἐὰν λοιπὸν ἐνίκησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἐνίκησε καὶ λόγῳ τῆς πίστεώς του, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῆς βαθειᾶς γνώσεως τῆς ἑρμηνείας τῆς ἁγίας Γραφῆς, τὴν ὁποία κατεῖχε ὅσον οὐδεὶς ἄλλος πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἠγωνίσθη ἐναντίον τοῦ Ἀρείου εἰς τὴν Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἀλλὰ ἠγωνίσθη ὄχι μόνο ἐναντίον τῶν ἀρειανῶν, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον κάποιων ἄλλων, μιᾶς ἄλλης παρατάξεως. Ποιᾶς παρατάξεως;
ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ ΣΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ
Ἐξ αἰτίας τοῦ Ἀρείου ἡ Ἐκκλησία ἐδιχάσθη. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάῃ τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ διαίρεσι, ἀπὸ σχίσμα. Ὁλος ὁ λαὸς τῆς Ἀλεξανδρείας ἦταν ἑνωμένος. Ἀλλὰ ξαφνικὰ ὁ λαὸς αὐτὸς ἐχωρίσθη εἰς τρεῖς παρατάξεις. Ἡ μία παράταξις ἦταν οἱ ὀρθόδοξοι, μαζὶ μὲ τὸν Μέγα Ἀθανάσιο. Αὐτοὶ ἦταν λίγοι. Ἡ ἄλλη παράταξις, μὲ βασιλιᾶδες καὶ αὐτοκράτορες, ἦταν οἱ ἀρειανοί. Κόμμα μεῖζον. Αὐτὴ ἡ παράταξις ἔφερε διαίρεσι μέσα στὴν Ἐκκλησία. Καὶ ἡ ἄλλη παράταξις, τὸ τρίτο κόμμα, ἦταν οἱ ἡμιαρειανοί. Τί λέγανε αὐτοί; Αὐτοὶ ἤτανε οἱ συμβιβαστικοί. Λέγανε γιὰ τὸν Ἀθανάσιο· Ἀδιάλλακτος εἶνε, πώ πώ πώ, τῶν ἄκρων, τῶν ἄκρων! δὲν ὑποφέρεται· αὐτὸς διαίρεσε τὴν Ἐκκλησία… Καὶ αὐτοὶ τί ἔλεγαν. Νά ἐμεῖς οἱ ἡμιαρειανοὶ λέμε τρόπον τινὰ τὸ μέσον. Ἡ μὲν παράταξις τῶν ὀρθοδόξων ἦταν τὸ ἕνα ἄκρο, τὸ ἄλλο ἄκρο ἦταν οἱ ἀρειανοί, καὶ αὐτοὶ ἦταν στὸ μέσον· ἦταν μὲ τὸν Δάντη. Ἐμεῖς, ἔλεγαν, θὰ τοὺς συμβιβάσουμε· ἀδέλφια εἶνε καὶ οἱ μέν, ἀδέλφια εἶνε καὶ οἱ δέ. Τρόπον τινὰ τὸ Κέντρο, γιὰ νὰ ὁμιλήσουμε στὴν σύγχρονη γλῶσσα. Θὰ τὰ συμβιβάσουμε· θὰ πάρουμε αὐτούς, θὰ πάρουμε ἐκείνους, θὰ συμβιβασθοῦμε. Νὰ τοὺς φέρουμε σὲ ἕνα συμβιβασμὸ μὲ εἰρήνη καὶ ὁμόνοια. Καὶ ἔλεγαν στὸν Ἀθανάσιο·
―Σὲ παρακαλοῦμε· ἀναγνωρίζουμε τὴ σοφία, τὴν ἀρετή, τὰ πάντα· ἀλλὰ πῆρες τὰ ἄκρα.… Νά, σὲ παρακαλοῦμε πολὺ νὰ ὑποχωρήσῃς κ᾿ ἐσύ, νὰ ὑποχωρήσουν κι αὐτοί.
―Καὶ τί ζητᾶτε; ἐρώτησε τὸ κόμμα αὐτό, τῶν ἡμιαρειανῶν ὁ Μέγας Ἀθανάσιος.
―Ἄ, ἐμεῖς δὲν ζητοῦμε πολλὰ πράγματα…
Σὰν τὴν ἀλεποῦ, ποὺ θέλει νὰ μπῇ μιὰ φορὰ στὸ κοττέτσι. Καὶ αὐτοὶ δὲν ζητοῦσαν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ κάνουμε μία μικρὰ ὑποχώρησι οἱ ὀρθόδοξοι. Τί ὑποχώρησι;
―Τίποτε δὲν ζητοῦμε, ἔλεγαν, τίποτε. Νά, στὸ «Πιστεύω» νὰ προστεθῇ ἕνα γράμμα, μόνο ἕνα μικρὸ γράμμα. Ποῖο γράμμα; Ἐκεῖ ποὺ λέει στὸ «Πιστεύω» γιὰ τὸ Χριστὸ «ὁμοούσιον τῷ Πατρί», νὰ προσθέσουμε τὸ «ι» καὶ ἀντὶ «ὁμοούσιον» νὰ γίνῃ «ὁμοιούσιον».
―Ὄχι, ὄχι, ἀπήντησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Διότι ὅποιος ἀφαιρέσῃ ἢ προσθέσῃ ἕνα γράμμα, θὰ εἶνε ἔνοχος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Ὅπως ὁ Παρθενώνας εἶνε ἕνα τέλειο πρᾶγμα καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ χαράξῃς τίποτα ἐπάνω, ἔτσι καὶ τὸ «Πιστεύω» εἶνε παρθενών τοῦ πνεύματος, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται σ᾿ αὐτὸ καμμιά παραχάραξις.
Λοιπὸν αὐτοὶ τί ζητοῦσαν; «ὁμοιούσιον», νὰ βάλουν το «ι» στὸ «ὁμοούσιον». Τὸ «ὁμοούσιον» εἶνε Θεός, τὸ «ὁμοιούσιον» εἶνε ἄνθρωπος· διότι ὁ ἄνθρωπος ἐδημιουργήθη «κατ᾿ εἰκόνα» καὶ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ (Γέν.). Μὲ τὸ «ὁμοιούσιον» ὁ Χριστὸς εἶνε ἄνθρωπος πλέον. Καὶ γι᾿ αὐτό, γιὰ μιὰ λέξι, γιὰ ἕνα γράμμα, ἐταράχθη ὁλόκληρο τὸ σύμπαν. Δὲν ὑποχώρησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στὴ συμβιβαστικὴ αὐτὴ προσπάθεια, τὴν ὁποία ἔκανε τὸ κόμμα τῶν ἡμιαρειανῶν στὴν Ἐκκλησία. Ἠγωνίσθη ἐναντίον τῶν ἀρειανῶν προσωπικῶς, ἐναντίον τῶν ὀπαδῶν τοῦ Ἀρείου, ἠγωνίσθη ἐναντίον ἡμιαρειανῶν, ἐναντίον βασιλέων καὶ αὐτοκρατόρων, ἠγωνίσθη ἐναντίον κόσμου ὁλοκλήρου.
ΛΥΣΣΑΛΕΩΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ
Γι᾿ αὐτὸ ὅμως καὶ τὸν πολέμησαν λυσσωδῶς. Διότι ὅπως τὰ ἀλητόπαιδα δὲν πετᾶνε πέτρες ἐπάνω στὰ ἄκαρπα δένδρα, ἀλλὰ ἐπάνω στὰ καρποφόρα, ἔτσι καὶ ἐναντίον τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου ῥίξανε ὅλες τὶς πέτρες μὲ λύσσα οἱ ἐχθροί του.
Καὶ τί δὲν τὸν κατηγόρησαν. Τὸν κατηγόρησαν, ὅτι εἶνε ἄδικος στοὺς παπᾶδες· ὅτι μέσα στὴν αὐλή του ἄλλους ἔχει εὐνοημένους καὶ ἄλλους δὲν τοὺς ἔχει εὐνοημένους· ὅτι ἄλλον τὸν ἔχει κοντά του καὶ ἄλλον τὸν ἔχει μακριά του. Ὅτι εἶνε ἄδικος, ὅτι εἶνε σκληρός, ὅτι χτυπᾷ τοὺς παπᾶδες – ποιός; ὁ Μέγας Ἀθανάσιος! Ὅτι πίνει(;). Ὅτι κάποιον παπᾶ τὸν ἔδειρε, καὶ τοῦ ἔκοψε τὸ χέρι του, καὶ τὸ πῆρε τὸ χέρι καὶ κάνει μάγια – φρικτὰ πράγματα. Ὅτι ἄλλον παπᾶ τὸν σκότωσε, τὸν ἔρριξε μέσα στὴν λάρη(;). Ὅτι ἀτίμασε μία κοπέλλα, ποὺ πῆγε νὰ ἐξομολογηθῇ. Ὅτι ἔκλεψε χρήματα ἀπὸ ᾿δῶ κι ἀπὸ ᾿κεῖ. Ὅτι εἶχε ἕνα πιθάρι χρήματα καὶ τὰ ἔδωσε γιὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὸ καθεστώς, τὸ καθεστὼς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὅτι ἐμπόδισε τὰ καράβια νὰ ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὸ λιμάνι τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ νὰ φθάσουν στὴν Κωνσταντινούπολι γιὰ νὰ μεταφέρουν τρόφιμα, νὰ μεταφέρουν σιτάρι. Ὅτι… Ὅτι… Ὅτι… ὁλόκληρη ἱστορία.
Τὸν πολέμησαν. Δικάστηκε, καταδικάστηκε. Δικαιώθηκε ὅμως ἀπὸ τὴ Σύνοδο. Μεγάλα γεγονότα. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἀντιμετώπισε καὶ ἐνίκησε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ.
Μόνο δύο περιστατικὰ θὰ σᾶς πῶ, γιὰ νὰ δῆτε πῶς ἐνίκησε μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ.
Τὸν κατηγόρησαν ὅτι ἔκοψε τὸ χέρι ἑνὸς παπᾶ. Τὸν παπᾶ τὸν εἶχαν κρύψει. Λέει στὰ παιδιά του ὁ Μέγας Ἀθανάσιος· Γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ τρέξτε νὰ τὸν βρῆτε, ζῇ. Ψάξανε ψάξανε, τὸν βρήκανε καὶ τὸν φέρανε στὸ δικαστήριο, στὴν Σύνοδο.
―Ἔκοψες, λέει, τὸ χέρι τοῦ παπᾶ, καὶ μὲ τὸ χέρι τοῦ παπᾶ κάνεις μάγια.
Πόσα χέρια, τοὺς λέει, ἔχει ὁ κάθε ἄνθρωπος;
―Δύο.
―Ὑπάρχει ἄνθρωπος μὲ τρία χέρια;
―Ὄχι.
Τότε λέει· Φέρτε ἐδῶ τον παπά.
Ὅταν παρουσιάστηκε, τοὺς ἐρωτᾷ πάλι·
―Εἶνε αὐτός, γιὰ τὸν ὁποῖο μὲ κατηγορεῖτε;
―Αὐτός εἶνε.
―Δεῖξε τὰ χέρια σου, τοῦ λέει (εἶχε δύο χέρια). Ἐὰν εἶχε καὶ τρίτο χέρι, λέει στοὺς κριτάς, τότε τοῦ ἔκοψα τὸ χέρι καὶ εἶμαι ἔνοχος τοῦ ἐγκλήματος.
Ἀπεδείχθη ἡ συκοφαντία!
Ἄλλη συκοφαντία ἦταν, ὅτι ἀτίμασε κοπέλλα. Ποῖος; Ὁ ἅγιος ἄνθρωπος, ὁ ἁγνὸς ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἐγνώρισε γυναῖκα, καὶ ἔζη ὡς ἄγγελος καὶ ἀρχάγγελος μέσα εἰς τὸν κόσμο. Καὶ βρῆκαν μιὰ γυναῖκα, ἕνα πορνικὸν γύναιον, τὴν πλήρωσαν, τῆς ἔδωσαν χρήματα καὶ τῆς εἶπαν· Ἐσὺ θὰ τὸν κατηγορήσῃς τὸν Ἀθανάσιο.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἦταν κοντός, καὶ γι᾿ αὐτὸ οἱ ἐχθροί του τὸν λέγανε ἀνθρωπάκι. Ἦταν μικρὸς στὸ ἀνάστημα, ἀλλὰ ὑψηλὸς στὸ φρόνημα μέχρι τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νὰ τὸν δικάσουν, πῆρε κοντὰ τὸ διᾶκο του. Ὁ διᾶκος ἦταν πελώριος, ἦταν ψηλός, εἶχε ἀνάστημα· ἦταν διάκος καὶ φαινόταν σὰν δεσπότης, ἐνῷ ὁ δεσπότης φαινόταν σὰν διακάκι. Λοιπὸν τοῦ λέει· Στὸ δικαστήριο, νὰ παρουσιαστῇς ἐσὺ καὶ νὰ ἀπολογηθῇς γιὰ μένα.
Ἄρχισε λοιπὸν νὰ κλαίῃ τὸ γύναιον, ὅτι Μιὰ νύχτα μὲ ἀτίμησε ὁ Ἀθανάσιος, καὶ λοιπά. Ἔλεγε ἡμερομηνίες, ἔλεγε χρονολογίες. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ συκοφαντίας γυναικός. Φοβερὸ πρᾶγμα. Ἡ γυναίκα μπορεῖ νὰ πλάσῃ μὲ τὸ μυαλό της τὰ μεγαλύτερα ψέματα, ἀφάνταστα τερατουργήματα. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ συκοφαντίας ἀνθρώπων, καὶ μάλιστα γυναικῶν. Φώναζε λοιπὸν αὐτή, καὶ ὅλοι πιστεύανε, ὅτι ὁ Ἀθανάσιος ἔκανε τὴν ἁμαρτία αὐτή.
Ξαφνικὰ παρουσιάζεται ὁ διᾶκος.
―Πρόσεξε, τῆς λέει, κοίταξέ με καλά· ἐγὼ σὲ ἀτίμασα; Ἐγώ;
―Ἐσύ μὲ ἀτίμασες.
―Ἐγώ, λέει, δὲν εἶμαι ὁ Ἀθανάσιος· ἐγὼ εἶμαι ὁ διᾶκος.
Πάλι ἀπεδείχθη ἡ συκοφαντία. Αὐτὴ οὔτε τὸν ἤξερε τὸν Ἀθανάσιο, οὔτε τὸν εἶχε δεῖ ποτὲ ποιός εἶνε.
Ἔτσι κατέρριψε τόσο τὴν κατηγορία ὅτι ἀπέκοψε τὸ χέρι τοῦ κληρικοῦ γιὰ νὰ κάνῃ μάγια, ὅσο καὶ τὴν κατηγορία ὅτι ἀτίμασε γυναῖκα.
ΑΝΥΠΟΧΩΡΗΤΟΣ & ΑΔΙΑΛΛΑΚΤΟΣ ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΟΥΣ
Ὁ Μ. Ἀθανάσιος ἔμεινε μέχρι τέλους ἀδιάλλακτος. Τὸ κύριο χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου ἦταν, ὅτι ὑπῆρξε ἀδιάλλακτος. Δὲν ὑποχωροῦσε ποτέ. Θὰ σᾶς δώσω ἕνα παράδειγμα τοῦ ἀδιαλλάκτου πνεύματος ποὺ εἶχε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος.
Μία μέρα στὴν ἀρχιεπισκοπή του χτύπησε τὴν πόρτα ἕνας στρατηγός.
―Ἔχεις γράμμα ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα καὶ ἐπιμένει νὰ ἐκτελέσῃς ἀμέσως τὴ διαταγή. Ἔγραφε λοιπὸν ὁ αὐτοκράτορας ἀπὸ κάτω, ὅτι· Ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν θ᾿ ἀνοίξῃς τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας καὶ θὰ βάλῃς μέσα τὸν Ἄρειο.
Τοῦ λέει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος·
―Ὕπαγε, στρατηγέ, καὶ ἀναπαύου…· θὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκον μου.
Περάσανε τρεῖς μέρες, δὲν ἤνοιξε τὶς πόρτες· τὶς ἔκλεισε, ἄφησε τὸν Ἄρειο ἀπ᾿ ἔξω, δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ μπῇ.
Ἀπὸ ἐκεῖ ἄρχισε ἡ μεγάλη περιπέτεια καὶ ἡ ἐξορία του. Δὲν ἐπέτρεπε νὰ μποῦν στὴν ἐκκλησία αἱρετικοί, καὶ ἠγωνίσθη γι᾿ αὐτό.
Καὶ ὄχι μόνο ἦτο ἀδιάλλακτος, ἀλλὰ καὶ θαρραλέος καὶ ἀτάραχος.
Τὸν περικύκλωσαν στὴ μητρόπολί του τάγματα ὅλη νύχτα. Ἀλλὰ αὐτὸς ἀτάραχος, εἰρηνικός. Τὸ πρωῒ – πρωΐ, ὅταν ἔφευγε στὴν ἐξορία, ἦταν ὁ οὐρανὸς σκοτεινιασμένος. Σύννεφα εἶχε στὸν οὐρανό. Κλαίγανε τὰ πνευματικά του τέκνα, ὅλη ἡ Ἀλεξάνδρεια ποὺ τοῦ ἦταν ἀφωσιωμένη. Καὶ τότε σὲ μιὰ στιγμὴ κοιτάζει τὰ σύννεφα καὶ λέει·
―Βλέπετε τὰ σύννεφα; ἔτσι καὶ τὰ γεγονότα αὐτά· «νεφύδριόν ἐστι καὶ θᾶττον παρελεύσεται»· συννεφάκι εἶνε αὐτὸ ποὺ συμβαίνει. Ὁ ἥλιος θὰ νικήσῃ τὰ σύννεφα, ὅσο σκοτεινὴ κι ἂν εἶνε ἡ μέρα, ὅσο μαύρη κι ἂν εἶνε ἡ μέρα. Τὰ σύννεφα θὰ φύγουν, θὰ ᾿ρθῇ ἡ ἄνοιξι, θὰ ᾿ρθῇ ὁ λαμπρὸς ὁ ἥλιος. Δὲν νικᾶνε τὰ σύννεφα τὸν ἥλιο, ἀλλὰ ὁ ἥλιος νικάει τὰ σύννεφα. «Νεφύδριόν ἐστι καὶ θᾶττον παρελεύσεται».
Καὶ ἦρθαν στιγμὲς ποὺ ἔμεινε μόνος. Πέντε φορὲς ἐξωρίστηκε. Μέσα σὲ σπηλιές, σὲ χαράδρες καὶ τάφους ἔζησε (σὲ ἕνα τάφο κρυβόταν), γιὰ νὰ μὴ συλληφθῇ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς του. Καὶ ἔμεινε μόνος, καὶ μόνος του σήκωσε πάνω στοὺς ὤμους του τὴν Ὀρθοδοξία. Λέγουν στὴ μυθολογία, ὅτι τὴ Γῆ τὴν σήκωνε στοὺς ὤμους του ἕνας ἥρωας λεγόμενος Ἄτλας. Ἀλλ᾿ αὐτὸ εἶνε μῦθος. Ἐδῶ εἶνε πραγματικότητα· ὅτι ὁ Ἀθανάσιος κράτησε μόνος ἐπάνω στοὺς ὤμους του τὴν ὀρθοδοξία ὁλόκληρη. Ἦταν ἀδιάλλακτος, ἦταν θαρραλέος, ἦταν ἐπίμονος, ἦταν πιστὸς καὶ ἀφωσιωμένος εἰς τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδοξίας μας. Ἐὰν ἐρωτήσετε, Μετὰ τὸ Χριστὸ ποιός ἔρχεται; ἡ ἀπάντησις εἶνε· Ὑπάρχουν ἄστρα, ἑκατομμύρια ἄστρα, ἀλλὰ μετὰ τὸν ἥλιο δευτέρα σὲ λάμψι ἔρχεται ἡ σελήνη, καὶ ἔπειτα ἀκολουθοῦν τὰ ἄλλα ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Ἐὰν ἐρωτήσετε, Μετὰ τὸν ἥλιο – Χριστὸ ποιός ἔρχεται; ἔρχεται ἡ Παναγία ὡς γυναίκα. Ἀλλ᾿ ἐὰν ἐρωτήσετε, Ποιός ἔρχεται ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἄνδρες; ἔρχεται ὁ Παῦλος ὁ ἀπόστολος. Καὶ ἐὰν ῥωτήσετε, Ποιός ἔρχεται μετὰ τὸν Παῦλο; ἔρχεται ὁ Μέγας Ἀθανάσιος. Εἶνε ὁ πατὴρ πατέρων. Βέβαια. Ἠγωνίσθη γιὰ τὴν ὀρθόδοξο πίστι.
Τώρα ἐμεῖς τί ἔχουμε νὰ κερδίσουμε ἀπὸ αὐτὰ τὰ λίγα ἄνθη, τὰ ὁποῖα σκορπίσαμε ἀπὸ τὸν βίο τοῦ ἁγίου; Μεγάλοι Ἀθανάσιοι νὰ γίνουμε, δὲν μποροῦμε. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀνήκει στὰ ἐξαιρετικὰ ἐκεῖνα πνεύματα, τὰ ὁποῖα ἐγείρει ὁ Θεὸς εἰς τὰς δυσκόλους περιόδους τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ ὑπερασπίσουν τὰ ὀρθόδοξα δόγματα. Ἐμεῖς ὅλοι, ἑβδομήντα δεσποτάδες δὲν εἴμεθα; Νὰ πιάσῃς τοὺς ἑβδομήντα δεσποτάδες ποὺ εἴμεθα στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, νὰ πιάσῃς τοὺς δεσποτάδες ποὺ ἔχει ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Σερβία καὶ ἡ Ῥουμανία καὶ ἡ Ῥωσία κ.λπ. καὶ τὰ πατριαρχεῖα τὰ ἔνδοξα, τὸ νυχάκι τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου δὲν κάνουμε.
ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΣ Ο ΚΟΛΑΚΑΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
Πόσο λυπημένος εἶμαι αὐτὲς τὶς μέρες! Ἂς μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ πῶ κάτι. Ἐμεῖς δὲν είμεθα ὑπουργοί, ὑπουργοὶ τῶν ἐξωτερικῶν· είμεθα Ἕλληνες ἱεράρχαι, είμεθα καὶ Χριστιανοί. Πόσο στενοχωρήθηκα. Πέταξα ἀπὸ τὰ χέρια τὴν ἐφημερίδα. Ὁ πατριάρχης νὰ κρατάῃ θυμιατὸ καὶ νὰ θυμιάζῃ τὸν Ἰνονοῦ; Βρέ, τὸν Ἰνονοῦ, ποὺ ἦταν ὁ μεγαλύτερος μισέλλην, ὁ ὁποῖος σὰν νέος Ἡρῴδης διέταξε καὶ ἐσφάγησαν χιλιάδες Πόντιοι, Μικρασιάτες; Νὰ τὰ λὲς ἐσύ, τὸ Πατριαρχεῖο; ψευτιές, ὅτι ὑπῆρξε μεγάλος ἄνθρωπος στὴν ἱστορία, καὶ αἰωνία του ἡ μνήμη κ.λπ. κ.λπ.; Λυπᾶμαι, λυπᾶμαι. Ῥὲ πατριαρχεῖο, ποῦ πᾷς; Τοὐλάχιστον κλεῖσε τὸ στοματάκι σου· ἢ πὲς ἄλλα λόγια, ἀλλὰ μὴν ἐγκωμιάσῃς. Γιατὶ φωνάζουν οἱ παράγκες (τῶν προσφύγων) τοῦ Πόντου, τῆς Μικρᾶς Ἀσίας… Νὰ λὲς ψευτιές, γιὰ νὰ μείνῃς ἐκεῖ πέρα στὸ θρόνο; Ἀπαράδεκτο! Εἶμαι Ἕλληνας ἱεράρχης καὶ εἶμαι Χριστιανός· τὰ ἔθνη δὲν πλάθονται μὲ τοιαῦτες κολακεῖες καὶ μὲ τοιαῦτα ψεύδη. Ἂς τὸν τιμήσουνε οἱ Τοῦρκοι ὡς ἄνδρα ἰσχυρὸ καὶ μεγάλο. Ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ τιμήσουμε ἕναν ὁ ὁποῖος κατέσφαξε χιλιάδες Ἕλληνες. Ποτάμι ὁλόκληρο τὸ αἷμα, ἀγανακτεῖ ἡ ψυχή. Καὶ εἶνε μία δικαία διαμαρτυρία ἐκ μέρους ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τοῦ ὁποίου τμῆμα κατέσφαξε ὁ νέος αὐτὸς Ἡρώδης, νά ᾿ρχεσαι ἐσὺ τὸ Πατριαρχεῖο καὶ νὰ τοῦ ψάλλῃς τὸ ἐγκώμιο. Ξέρετε πῶς μοιάζει; Νὰ κλαῖνε ἐδῶ ἕναν σκοτωμένο, καὶ μετὰ νὰ βγῶ ἐγὼ καὶ νὰ πῶ· Αὐτὸς ποὺ τὸν σκότωσε εἶνε ἕνας μεγάλος ἄνδρας, ποὺ θὰ μείνῃ στὴν ἱστορία… Τί θὰ λέγατε ἐσεῖς; Ἀλλὰ ἐδῶ δὲν εἶνε ἕνας μόνο σκοτωμένος· εἶνε χιλιάδες, ἑκατομμύρια σκοτωμένοι, καὶ τὰ χέρια τῶν φονέων τους στάζουν.
―Εἶσαι ἐναντίον τῆς Τουρκίας;
Ὄχι, ὄχι. Τοιαῦτα αἰσθήματα δὲν ἔχω ὡς ἱεράρχης, τοιαῦτα αἰσθήματα δὲν ἔχω ὡς ἐπίσκοπος. Κ᾿ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἐσεῖς, τὰ ἐγγόνια σας, τὰ δισέγγονα, τὰ τρισέγγονά σας, θὰ δῆτε τὸ θαῦμα. Γράψατέ το, σημειῶστε το, σημειῶστε το τὸ θαῦμα, ὅτι καὶ ἡ Τουρκία μιὰ μέρα θὰ γίνῃ ἕνα μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ὄχι μὲ διπλωματίες, ὄχι μὲ ψευτιές, ὄχι μὲ ὑποκρισίες, ὄχι μὲ τέτοια πράγματα, ὄχι μὲ ὅπλα· ἀλλὰ μιὰ μέρα, σύμφωνα μὲ τὰ βιβλία μας, καὶ οἱ Τοῦρκοι θὰ πιστέψουν στὸ Χριστό, θὰ πιστέψουν στὸ Χριστό. Θὰ γίνουμε μιὰ φυλὴ καὶ ἕνα ἔθνος, ἔτσι, ἀλλὰ ὄχι ὅμως νὰ καταντήσουμε νὰ κολακεύουμε κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο.
ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΜΙΚΡΟΙ ΑΘΑΝΑΣΙΟΙ
Ἔφυγα ἀπὸ τὸ θέμα; Δὲν ἔφυγα ἀπὸ τὸ θέμα. Λέω λοιπόν, ὅτι ὁ Μέγας Ἀθανάσιος σήκωσε τὸ ἀνάστημά του μπροστὰ σὲ ἕναν Μέγα Κωνσταντῖνο καὶ τοῦ λέει· Ἐσὺ στὰ παλάτια σου, ἐσὺ στὸ θρόνο σου, ἐγὼ στὴν Ἐκκλησία (φαντάσου νά ᾿ταν τώρα στὰ Πατριαρχεῖα ἕνας τέτοιος μεγάλος ἀνήρ, ὄχι κόλακας, ἀλλὰ ἕτοιμος νὰ θυσιάσῃ τὰ πάντα γιὰ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ, γιὰ τὴν Ἐκκλησία). Μαζέψτε λοιπὸν τοὺς δεσποτάδες τῆς Ἑλλάδος, τῆς Βουλγαρίας, τῆς Σερβίας κ.λπ.· ἐὰν μαζέψῃς τοὺς παπᾶδες, τοὺς 8.000 παπᾶδες ποὺ ἔχει ἡ Ἑλλάδα, ἂν τοὺς στύψῃς ὅλους, ἂν μᾶς στύψῃς ὅλους, τὸ νυχάκι τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου δὲν τὸ κάνουμε. Είμεθα πολὺ μακριά. Δὲν είμεθα εἰς τοιοῦτον ὕψος ἀρετῆς καὶ ἱκανότητος.
Ἂς παρακαλέσουμε τὸ Θεὸ μέσ᾿ στὸ ἔθνος μας νὰ ἀναδείξῃ νέα ἀναστήματα πνευματικῆς φύσεως, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπερασπίσουν τὴν ὀρθόδοξο πίστι μας. Ἐὰν δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε Μεγάλοι Ἀθανάσιοι, μποροῦμε νὰ γίνουμε μικροὶ Ἀθανάσιοι. Μικροὶ Ἀθανάσιοι ὅλοι ἐσεῖς ποὺ εἶσθε ἐδῶ. Ἐὰν δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε ἥλιος, νὰ γίνουμε ἕνα κεράκι. Καὶ τὸ κεράκι εἶνε χρήσιμο. Δὲν ἔχω καιρὸ νὰ σᾶς διηγηθῶ τὴν ἱστορία ἑνὸς κεριοῦ, πῶς μὲ ἕνα κεράκι σώθηκε ὁλόκληρο τάγμα, πῶς πέρασε ὁλόκληρα βουνὰ μὲ ἕνα κεράκι μέσα στὸ σκοτάδι. Λοιπόν, μέσα στὸ σκοτάδι ποὺ είμεθα, ἂν δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε ἀστέρες φωτεινοὶ καὶ πολύφωτοι καὶ ἂν δὲν μποροῦμε νὰ γίνουμε ἥλιοι, νὰ γίνουμε ἕνα κεράκι στὸ σκοτάδι αὐτὸ που βρισκόμεθα. Ἐλᾶτε ὅλοι! Μποροῦμε νὰ γίνουμε μικροὶ Ἀθανάσιοι. Καὶ τὸ μικρὸ παιδάκι, καὶ ὁ γέρος ὁ ἀσπρομάλλης, καὶ ἡ γυναίκα, καὶ ὁ ἀγράμματος, καὶ ὁ διᾶκος, καὶ ὁ ἐπίσκοπος, καὶ ὁ πατριάρχης, μποροῦμε στὰ δύσκολα αὐτὰ χρόνια νὰ γίνουμε μικροὶ Ἀθανάσιοι. Πολλὰ μικρὰ κεριά, ὅταν ἑνωθοῦν, κάνουν μία μεγάλη λάμπα· καὶ πολλὰ μικρὰ ῥυάκια, ὅταν ἑνωθοῦν, κάνουν τὸ Δούναβι ποταμό· καὶ πολλοὶ μικροὶ Ἀθανάσιοι, ἑνούμενοι, μπορεῖ νὰ φτάσουν τὸ Μέγα Ἀθανάσιο, τὴν ἐνσάρκωσι τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ἀντιστάσεως ὑπὲρ τῆς πίστεώς μας.
ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΜΕ ΝΑ ΧΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΣΗΜΕΡΑ
―Μά, θὰ πῆτε, κινδυνεύουμε;
Μπορῶ νὰ σᾶς πῶ, ὅτι ὡς Ὀρθόδοξοι κινδυνεύουμε περισσότερο σήμερον ἀπὸ ὅ,τι κινδυνεύανε στὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου. Γιατὶ σήμερα τὰ ἐγγόνια τοῦ διά᾿ολου, τοῦ Ἀρείου, δὲν ἀπέθαναν, ὅπως σᾶς εἶπα. Καὶ σήμερα ὁ Ἄρειος ὑπάρχει. Καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου ἀναστήθηκε στὰ πρόσωπα τῶν χιλιαστῶν. Οἱ χιλιασταὶ δὲν λένε τίποτε ἄλλο παρὰ αὐτὰ ποὺ λέει ὁ Ἄρειος. Ἂν ῥωτήσῃς χιλιαστή, ἕναν ἅγιο μισοῦν· τὸν Μέγα Ἀθανάσιο. Ἀφρίζουνε καὶ τὸν ὑβρίζουν. Γιατὶ αὐτὸς ἦταν πολέμιος τῶν ἰδεῶν τῆς αἱρέσεώς τους. Καὶ ἂν ῥωτήσῃς, ποιόν ἀγαποῦν περισσότερο, ποιόν ἔχουν σὲ εἰκόνα; Τὸν Ἄρειο! Τὸν Ἄρειο, ποὺ ἀφώρισε ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, αὐτοὶ τὸν ἔχουν ὡς σπουδαιότατο πρόσωπο τῆς θρησκείας καὶ τῆς ἱστορίας τους. Οἱ χιλιασταὶ εἶνε τὰ παιδιά, τὰ ἐγγόνια, τὰ δισέγγονα τοῦ διαβόλου, οἱ ὀχιὲς αὐτὲς ποὺ σκορποῦν τὸ δηλητήριο μέσα στὶς ψυχές. Χθὲς, ἔλαβα ἕνα γράμμα κάτω ἀπὸ τὸ Μοριᾶ. Μοῦ ἐξομολογεῖται ἕνας οἰκογενειάρχης.
―Ἄχ, λέει, τί ἔπαθα. Τὴ νύχτα τῶν Χριστουγέννων ἀνοίξαμε τὸ ῥαδιόφωνο, γιὰ νὰ πιάσουμε ἕνα σταθμό και ἀντὶ ν᾿ ἀκούσουμε ἕνα χριστουγεννιάτικο τραγούδι, βγῆκε ἕνας ἐκφωνητὴς στὸ ῥαδιοφωνικὸ σταθμὸ, ξένου κράτους, καὶ τὸ τί εἶπε ἑναντίον τοῦ Χριστοῦ δὲν λέγεται!…
Λυσσομανοῦν οἱ σταθμοὶ ἑναντίον τοῦ Χριστοῦ.
Ὅταν ἤμουν νέος στὴ Φλώρινα συνέβη τὸ ἑξῆς. Ἀπὸ τὸ Μοναστήρι κατεβαίνουν στὴ Φλώρινα καὶ πᾶνε στὰ ἐμπορικὰ καταστήματα καὶ ζητοῦν εἰκόνες. Πόσο πιστεύουν κάτι χωριάτες, γυναῖκες καὶ ἄνδρες, ἀπὸ τὸ Μοναστήρι! Μπαίνουν μέσα καὶ παίρνουν εἰκόνες τοῦ ἁγίου Νικολάου, τοῦ ἁγίου Δημητρίου…. Τὸ πῆρε μυρωδιὰ τὸ Τελωνεῖο τοῦ Τίτου καὶ τὸ ἀπηγόρευσε. Δὲν δέχεται νὰ περάσουν εἰκόνες. Κάνει ἔλεγχο καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχουν εἰκόνες τῶν ἁγίων. Ὅποιος ἔχει εἰκόνες, θεωρεῖται ὅτι ἔχει ἐπικίνδυνα πράγματα, ὅπως λ.χ. ἐκρηκτικὲς ὕλες, καὶ τὸν σημειώνουν. Καὶ οἱ εἰκόνες γυρίζουν πίσω στὰ καταστήματα· δὲν μποροῦν νὰ περάσουν οἱ εἰκόνες…
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΤΑΘΟΥΜΕ ΦΡΟΥΡΟΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ
Βάλλεται λοιπὸν καὶ κινδυνεύει ἡ Ὀρθοδοξία ἀπὸ πολλὲς πλευρές. Γίνεται μεγάλος πόλεμος ἐναντίον τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ πρέπει νὰ σταθοῦμε φρουροί. Ὅπως οἱ στρατιῶτες ἐπάνω στὰ σύνορα φυλάγουν καὶ μόλις δοῦν κάτι φωνάζουν Ἄλτ!, ―ἔχουμε στρατιῶτες γενναίους ἐπάνω στὰ χιονισμένα βουνά, στὸ Καϊμακτσαλάν, στὸ Βίτσι κ.λπ., ποὺ μέσα στὴν ἄγρια νύχτα τουρτουρίζουν ἐκεῖ πάνω στὰ βουνὰ καὶ δὲν ἐπιτρέπουν σὲ ἐχθρὸ οὔτε ἕνα βῆμα νὰ προχωρήσῃ, ἀλλὰ φωνάζουν Ἄλτ! καὶ τὸν σταματᾶνε, καὶ εἶνε ἕτοιμοι νὰ πέσουν εἰς τὰ σύνορα ὑπερασπίζοντες τὴν ἀκεραιότητα τῆς πατρίδος μας― ὅπως αὐτοὶ φυλᾶνε τὰ σύνορα, νὰ φυλάξουμε κ᾿ ἐμεῖς τὰ πνευματικὰ σύνορα. Τὰ δὲ πνευματικὰ σύνορα, ποὺ ἔχουν ἀξία μεγαλύτερη ἀπὸ τὰ ἄλλα σύνορα, εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία. Νὰ τὴν φυλάξουμε. Νὰ γίνουμε, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ἕνας βράχος, ἕνας γαλάζιος βράχος, καὶ νὰ ποῦμε στὰ ἄγρια κύματα τῆς Δύσεως καὶ τῆς Ἀνατολῆς, νὰ ποῦμε σὲ ὅλους· Ἄλτ, δὲν θὰ περάσετε! Είμεθα Πόντιοι, είμεθα Μικρασιάται, είμεθα Ἕλληνες, είμεθα Χριστιανοί, δὲν θὰ περάσετε. Μασόνοι δὲν θὰ περάσετε, ἄθεοι κομμουνισταὶ δὲν θὰ περάσετε, χιλιασταὶ ἰεχωβῖτες δὲν θὰ περάσετε, φράγκοι δὲν θὰ περάσετε, προτεστάντες δὲν θὰ περάσετε. Ὄχι. Θὰ μείνουμε ἐδῶ φρουροὶ στὸ φρούριο, μικροὶ καὶ μεγάλοι, μία ψυχή, ἕνας λαός. Καὶ ἐλπίζω ὁ Θεός, ποὺ βοήθησε τὸν Μέγα Ἀθανάσιο, τοὺς μεγάλους πατέρας, θὰ βοηθήσῃ κ᾿ ἐμᾶς νὰ μείνουμε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς μας πιστοὶ εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστόν· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Απομαγνητοφωνημένη ἐσπερινή ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στὸν ἱερό ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος Πτολεμαΐδος 30-12-1973
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΗΘΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΣΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Ιανουαρίου, 2014

ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ
ΠΕΡΙ ΗΘΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΣΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
1. Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΟΣΕΒΕΙΑΣ
Οι άνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί. Δεν είναι λογικοί όσοι έμαθαν απλώς τα λόγια και τα βιβλία των αρχαίων σοφών, αλλ’ όσοι έχουν τη λογική ψυχή και μπορούν να διακρίνουν ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό και αποφεύγουν τα πονηρά και βλαβερά στην ψυχή, τα δε αγαθά και ψυχωφελή, τα αποκτούν πρόθυμα με τη μελέτη και τα εφαρμόζουν με πολλή ευχαριστία προς τον Θεό. Αυτοί μόνοι πρέπει να λέγονται αληθινά λογικοί άνθρωποι.
2. Ο ΑΛΗΘΙΝΑ ΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Ο αληθινά λογικός άνθρωπος ένα μόνο ζήλο έχει: να πείθεται και να αρέσει στο Θεό των όλων.
Σ’ αυτό και μόνον πρέπει να εκπαιδεύει την ψυχή του, ώστε ν’ αρέσει στο Θεό, ευχαριστώντας για την τόσο μεγάλη Του πρόνοια και ρύθμιση των όλων, οτιδήποτε κι’ αν του τύχη στη ζωή του.
Γιατί είναι άτοπο, τους μεν Ιατρούς, που μας δίδουν και πικρά και δυσάρεστα φάρμακα, να τους ευχαριστούμε για την υγεία του σώματός μας, προς τον Θεόν δε να είμαστε αχάριστοι, για τα πράγματα που μας φαίνονται δυσάρεστα και δύσκολα και να μην ξέρομαι ότι όλα γίνονται όπως πρέπει και προς το συμφέρον μας κατά την Πρόνοιά Του.
Η γνώσης (του θελήματος του Θεού) και η πίστη στο Θεό, είναι η σωτηρία και η τελειότης της ψυχής.
3. ΟΙ ΜΕΓΙΣΤΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΜΑΣ
Την εγκράτεια, την ανεξικακία, την σωφροσύνη, την καρτερία, την υπομονή και τα όμοιά τους, τις έχουμε πάρει σαν μέγιστες και ενάρετες δυνάμεις από το Θεό. Αυτές αντιπαρατάσσονται και αντιστέκονται και βοηθούν σε όλες εκείνες τις δυσκολίες που προέρχονται εκείθεν (από τον αντικείμενων εχθρό — τον διάβολο).
Εάν τις γυμνάζομαι και τις έχομε πρόχειρες τις δυνάμεις αυτές, τότε πια τίποτε δεν φαίνεται να μας γίνεται δύσκολο ή οδυνηρό ή αφόρητο, γιατί αναλογιζόμαστε πως όλα είναι ανθρώπινα και νικώνται από τις (παραπάνω) αρετές που έχομε μέσα μας.
Αυτό δεν το σκέπτονται οι ψυχικά ανόητοι. Διότι ούτε καν λογαριάζουν πως όλα γίνονται καλά και όπως πρέπει προς το συμφέρον μας, για να λάμψουν τελείως οι αρετές και να στεφανωθούμε (βραβευθούμε) από το Θεό.
4. Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ
(Θα είσαι πνευματικός άνθρωπος), όταν λογαριάζεις για φαντασία και μόνον και μάλιστα ολιγοχρόνια την απόκτηση χρημάτων και την άφθονη χρησιμοποίησή τους και όταν γνωρίζεις ότι η ενάρετη και αρεστή στο Θεό πολιτεία διαφέρει πολύ από τον πλούτο.
Όταν το μελετάς αυτό, ασφαλώς και το διατηρείς στη μνήμη σου, δεν θα στενάξεις, δεν θα θρηνήσεις και δεν θα κατηγορήσεις κανέναν, αλλά για όλα θα ευχαριστήσεις το Θεό, βλέποντας τους χειρότερους από σένα να στηρίζονται στα λόγια και στα χρήματα.
(Έχε υπ’ όψη σου, ότι τα χρήματα) είναι το χειρότερο πάθος της ψυχής, καθώς και η επιθυμία, η δόξα και η άγνοια.
5. ΤΙ ΚΑΝΕΙ Ο ΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Ο λογικός άνθρωπος εξετάζοντας τον εαυτό του, δοκιμάζει ποια πράγματα του πρέπουν και τον συμφέρουν, ποια είναι ζητήματα της ψυχής και ωφέλιμα και ποια ξένα προς την ψυχή. Έτσι αποφεύγει όσα βλάπτουν την ψυχή, διότι του είναι ξένα και τον χωρίζουν από την αθανασία.
6. ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ Η ΜΕΤΡΙΑ ΖΩΗ
Όσον μετριότερα ζει κανείς, τόσο ευτυχέστερος είναι (ευδαίμων), γιατί δεν φροντίζει για πολλά, για δούλους, γεωργούς και ν’ αποκτήσει ζώα.
Διότι όταν προσηλωνόμαστε σ’ αυτά και περιπέσομε αργότερα στις δυσχέρειες που τα επακολουθούν, κατηγορούμε το Θεό (ως αίτιον).
Από την αυθαίρετη αυτή επιθυμία μας (τον πλούτο), ποτίζεται ο θάνατος και έτσι πλανημένοι μένομε στο σκοτάδι της αμαρτωλής ζωής, χωρίς να μπορούμε να αναγνωρίσουμε τους εαυτούς μας.
7. ΔΥΣΚΟΛΗ ΑΛΛΑ ΚΑΤΟΡΘΩΤΗ Η ΑΡΕΤΗ
Πρέπει να μη λέμε ότι δεν είναι δυνατόν στον άνθρωπο να επιτύχει ενάρετο βίο, αλλά μόνον ότι δεν είναι εύκολο. Ούτε είναι εύκολο να το αντιληφθούν αυτό οι τυχόντες άνθρωποι. Συμμετέχουν σε ενάρετη ζωή όσοι είναι ευσεβείς και έχουν νουν θεοφιλή (που σκέπτονται όπως αρέσει στο Θεό). Γιατί ο κοινός νους, είναι κοσμικός (σκέπτεται κατά το θέλημα του ανθρώπου) και ευμετάβολος, που παρέχει νοήματα αγαθά και κακά, αφού επηρεάζεται από τα φυσικά πράγματα και ρέπει προς την ύλη.
Ενώ ο θεοφιλής νους, τιμωρεί την κακία την οποία ενσωματώνονται αυτοπροαίρετα οι άνθρωποι από ραθυμία.
8. ΟΙ ΑΠΑΙΔΕΥΤΟΙ
Οι αγράμματοι και ακαλλιέργητοι άνθρωποι, θεωρούν τα λόγια γελοίο πράγμα και δεν θέλουν να τ’ ακούνε, επειδή ελέγχεται η αγραμματοσύνη τους και θέλουν να είναι όλοι όμοιοί τους.
Κατά τον ίδιο τρόπο και όσοι ζουν και συμπεριφέρονται ακόλαστα, φροντίζουν (να αποδείξουν) ότι όλοι είναι χειρότεροί τους, νομίζοντας πως από το πλήθος των κακών θα επιτύχουν το ακατηγόρητο για τους εαυτούς των.
Η άτονη (χαλαρή και νωθρή) ψυχή (τους) θολώνει από την κακία που περιλαμβάνει ασωτία, υπερηφάνεια, απληστία, οργή, προπέτεια, λύσσα, φόνο, οδυρμό, φθόνο, πλεονεξία, αρπαγή, πόνο, ψευδός, ηδονή, οκνηρία, λύπη, δειλία, αρρώστια, μίσος, κατηγορία, αδυναμία, πλάνη, άγνοια, απάτη, λήθη Θεού.
Με τέτοια και παρόμοια (κακίες) τιμωρείται η άθλια ψυχή που χωρίζει τον εαυτό της από το Θεό.
9. ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΡΕΤΗΣ
Αυτοί που λένε πως θέλουν να ζήσουν την ενάρετη και ευλαβή και ένδοξη ζωή, δεν πρέπει να κρίνονται από το πλαστό ήθος (εξωτερική συμπεριφορά), ούτε από την ψεύτικη πολιτεία, αλλά να κρίνονται από τα ίδια τα έργα τους, όπως οι τεχνίτες, ζωγράφοι και ανδριαντοπλάστες, διότι αυτά δείχνουν θετικά την ενάρετη και θεοφιλή πολιτεία τους και από το εάν αποστρέφονται σαν παγίδες όλες τις πονηρές ηδονές (πράγμα που δείχνει αρνητικά την ενάρετη πολιτεία τους).
10. Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ ΕΥΓΕΝΗΣ
Απ’ αυτούς που σκέπτονται σωστά, θεωρείται κακότυχος ο πλούσιος και ευγενής, όταν δεν έχει καλλιέργεια ψυχική και όλες του βίου τις αρετές.
Όπως (αντίθετα) ο φτωχός και τυχόν δούλος θεωρείται ευτυχής, αν είναι στολισμένος με παίδευση (της ψυχής) και με αρετή του (βίου.)
Όπως περιπλανώνται οι ξένοι στους δρόμους, έτσι καταστρέφονται και χάνονται, πλανεμένοι από τις επιθυμίες και όσοι δεν δείχνουν επιμέλεια για ενάρετη ζωή.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Πόσα λεπτά έχουμε στη διάθεση μας μέσα στον καινούριο χρόνο;
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Ιανουαρίου, 2014

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς:Ο άδικος θα τρώει και δεν θα χορταίνει, θα αρπάζει και δεν θα του φτάνουν…
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Ιανουαρίου, 2014

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ´ ΛΟΥΚΑ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Ιανουαρίου, 2014

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »



