kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ´ ΛΟΥΚΑ (10 ΛΕΠΡΩΝ) (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Ιανουαρίου, 2014

«Οι δε εννέα πού; Ουχ ευρέθησαν υποστρέψαντες δούναι δόξαν τω Θεώ, ει μη ο αλλογενής ούτος;» (Λουκ.17, 17-18)
α. Ο Κύριος στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα της ΙΒ΄ Κυριακής του Λουκά έρχεται αντιμέτωπος με το κοινωνικό περιθώριο, με τους ανθρώπους δηλαδή που η ιουδαϊκή κοινωνία είχε αποκλείσει, λόγω της φοβερής, για τα δεδομένα της τότε – και όχι μόνον – εποχής, αρρώστιας της λέπρας. Κι αντιμετωπίζει την πίστη τους, καθώς Τον παρακαλούν να τους ελεήσει και να τους θεραπεύσει: «Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς». Και πράγματι, ο Κύριος ανταποκρίνεται στο αίτημά τους και τους θεραπεύει, μ’ έναν έμμεσο όμως τρόπο: στέλνοντάς τους εκεί που κατά τον Μωσαϊκό Νόμο επιβεβαιώνεται η αποκατάσταση από την αρρώστια και η υγεία: στους ιερείς. Ο Κύριος όμως θα επαινέσει  τον έναν από τους πρώην λεπρούς – και μάλιστα Σαμαρείτη, δηλαδή εχθρό του Ιουδαϊσμού – διότι υπήρξε ο μόνος που όχι μόνον είδε να θεραπεύεται από τον Κύριο, αλλά και επέστρεψε να δοξολογήσει τον Θεό και να ευχαριστήσει τον Ίδιο. Θα εκφράσει μάλιστα ο Κύριος το δίκαιο παράπονο: «Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν; Οι δε εννέα πού; Ουχ ευρέθησαν υποστρέψαντες δούναι δόξαν τω Θεώ, ει μη ο αλλογενής ούτος;»
β.  1. Ο Κύριος ζητά τη δοξολογία προς τον Θεό από τον άνθρωπο, ο οποίος γεύτηκε τις δωρεές και τις ευεργεσίες Εκείνου. Το παράπονο που διατυπώνει αποτελεί σαφή υπαινιγμό Του. Κι όχι βεβαίως διότι ο Θεός έχει ανάγκη από τις δοξολογίες του ανθρώπου – ο Θεός ως ο απολύτως τέλειος είναι παντελώς ανενδεής, χωρίς να Του προσθέτει τίποτε η όποια δοξολογία του ανθρώπου∙ άλλωστε μυριάδες αγγέλων Τον δοξολογούν αενάως – αλλά διότι η δοξολογία Του ως έκφραση ευγνωμοσύνης για ό,τι Αυτός δίνει στον άνθρωπο κάνει τον άνθρωπο να λειτουργεί με φυσιολογικό τρόπο, να πορεύεται με ανοικτά τα μάτια της ψυχής του, με πίστη και αγάπη προς τον Δημιουργό του. Μόνον όποιος πιστεύει αληθινά βλέπει ότι τα πάντα πηγάζουν από τον Θεό, διακρατούνται από Εκείνον και κατευθύνονται σ’  Εκείνον. Όπως το διατύπωσε και ο απόστολος Παύλος: «ότι εξ Αυτού και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα έκτισται». Η δοξολογία του Θεού λοιπόν αποτελεί σημείο πνευματικής υγείας του ανθρώπου, δείγμα ότι αυτός βρίσκεται στη φυσιολογική του πορεία και προκόπτει κατά Θεόν. Πόσο απλά και με χάρη Θεού διατύπωνε την αλήθεια αυτή και ο πνευματικός του Γέροντος Παϊσίου, γέρων ιερομόναχος Τύχων, όταν έλεγε με τα σπασμένα ελληνικά του: «Το, Κύριε ελέησον, εκατό δραχμές∙ το, δόξα τω Θεώ, χίλιες δραχμές». Για χάρη μας λοιπόν ο Κύριος ζητά τη δοξολογία του Θεού. Εμείς την έχουμε ανάγκη και όχι ο Θεός.
 
2. Είναι πολύ χαρακτηριστικό όμως ότι η δοξολογία αυτή προς τον Θεό φαίνεται να ταυτίζεται  με την ευχαριστία προς τον Κύριο. Γύρισε, λέει ο Ευαγγελιστής, ο θεραπευμένος πρώην λεπρός, ο ένας, δοξολογώντας τον Θεό και ήλθε και πρόσπεσε στον Χριστό ευχαριστώντας Αυτόν. «Υπέστρεψε μετά φωνής μεγάλης δοξάζων τον Θεόν, και έπεσεν επί πρόσωπον παρά τους πόδας αυτού ευχαριστών αυτώ».  Το να δοξολογώ τον Θεό σημαίνει ότι οδηγούμαι προς τον Χριστό εν ευχαριστία. Διότι η μεγαλύτερη δωρεά και ευεργεσία του Θεού στον άνθρωπο είναι ο ίδιος ο ερχομός Του στον κόσμο ως ανθρώπου. Δεν υπάρχει πιο μεγάλη δοξολογία Του επομένως από τη στροφή προς τον Χριστό και την αναγνώριση ότι Αυτός είναι η πηγή της ευεργεσίας και της θεραπείας στον άνθρωπο. Όπως σημειώνει και το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων για τον Κύριο: «Αυτός διήλθεν ευεργετών και ιώμενος πάντας», ευεργετούσε διαρκώς και θεράπευε τους πάντες. Έτσι δοξολογία του Θεού χωρίς αναφορά στον Χριστό και ευχαριστία Εκείνου αποτελεί μάλλον λατρεία δαιμόνων. Διότι άλλος Θεός εκτός του Ιησού Χριστού δεν υφίσταται. Η αποκάλυψη που ο Ίδιος ο Κύριος έκανε στους μαθητές Του ήταν απόλυτη: «ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα». Και «ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ εμού».
3. Κι αν βεβαίως η κάθε ευχαριστία προς τον Χριστό συνιστά τη δοξολογία του αληθινού Τριαδικού Θεού, διότι αναγνωρίζει ο πιστός ότι Εκείνος είναι η φανέρωση του Θεού στον κόσμο, πολύ περισσότερο ισχύει τούτο για την κατ’ εξοχήν ευχαριστία του, τη Θεία Ευχαριστία. Στη Θεία Ευχαριστία, τη Θεία Λειτουργία, που συνιστά το κέντρο των μυστηρίων  της Εκκλησίας μας, έχουμε την αποκορύφωση της πίστεως του ανθρώπου,  ο οποίος  λατρεύει και δοξολογεί σωστά τον Θεό. Κι αυτό γιατί στο μυστήριο αυτό ο άνθρωπος νιώθει ότι λειτουργεί η πραγματική του ταυτότητα – εκείνη  που του δόθηκε διά του αγίου βαπτίσματος, ότι έγινε  δηλαδή μέλος του σώματος του Χριστού – και συνεπώς ότι κινείται σύμφωνα με τον ρυθμό της λειτουργίας αυτού του σώματος. Πότε για παράδειγμα τα φυσικά μέλη του σώματός μας είναι υγιή και φυσιολογικά; Όταν είναι συνδεδεμένα με το σώμα και λειτουργούν με τον ρυθμό αυτού του σώματος, συντονιζόμενα από την κεφαλή. Το ίδιο και στο πνευματικό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία: στη Θεία Ευχαριστία έχουμε την ορθή θέση και κίνηση του μέλους, το οποίο δοξολογεί ορθά τον Θεό, ευρισκόμενο σε κοινωνία με Εκείνον που είναι «η κεφαλή του σώματος» και με τα άλλα μέλη, τους συνανθρώπους του. Δεν υπάρχει λοιπόν μεγαλύτερη χαρά για τον Κύριο, δεν υπάρχει μεγαλύτερο «σβήσιμο», θα λέγαμε, κάθε παραπόνου Του, από το να μας βλέπει να συμμετέχουμε εν μετανοία, δηλαδή με τον ορθό τρόπο, στη Θεία Λειτουργία, το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι αφενός εκεί μας ανοίγονται τα μάτια για να δούμε ότι τα πάντα στη ζωή μας, ακόμη και τα θεωρούμενα δυσάρεστα, αποτελούν ευεργεσίες Του – «υπέρ πάντων ων ίσμεν και ουκ ίσμεν, των φανερών και αφανών ευεργεσιών των εις ημάς γεγενημένων» λέμε στην αγία αναφορά της Θείας Λειτουργίας – αφετέρου εκεί πάλι συνειδητοποιούμε ότι ο Θεός δεν είναι απλώς ο Παντοδύναμος Κύριος, αλλά ο ίδιος ο Πατέρας μας – «και καταξίωσον ημάς, Δέσποτα, μετά παρρησίας, ακατακρίτως, τολμάν επικαλείσθαί Σε, τον επουράνιον Θεόν, Πατέρα και λέγειν: Πάτερ ημών».
4. Στο περιστατικό όμως της επιστροφής του Σαμαρείτη πρώην λεπρού, που αποδίδει τη δοξολογία προς τον Θεό και την ευχαριστία στον Κύριο, συγκλονίζει κυριολεκτικά η αποτίμηση που κάνει ο Κύριος: «η πίστις σου σέσωκέ σε». Και λέμε ότι συγκλονίζει, διότι πίστη στον Χριστό έδειξαν και οι άλλοι εννέα λεπροί: και στην επίκλησή τους («Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς»), και την ώρα που ο Κύριος τους στέλνει στους ιερείς: θεραπεύτηκαν κάνοντας υπακοή στον λόγο Του («και εν τω υπάγειν αυτούς εθεραπεύθησαν»). Κι αυτό σημαίνει ότι μπορώ να έχω πίστη στον Χριστό και μάλιστα σ’ ένα βαθμό ενεργουμένη, να εισπράττω από τον Κύριο την εκπλήρωση κάποιου αιτήματός μου, και τελικώς να μην ανήκω στους σωσμένους. Το ζητούμενο με άλλα λόγια δεν είναι να πάρω κάτι από τον Θεό, αλλά να στήσω μία μόνιμη σχέση μαζί Του, να μπορώ να παραμένω πάντοτε με Εκείνον, έχοντας διαρκή αναφορά στο πάντιμο πρόσωπό Του. Κι αυτό είναι που κατάφερε, όπως φαίνεται, «ο αλλογενής» Σαμαρείτης. «Είδε» καθαρά ότι υπεράνω όλων, ακόμη και της κοινωνικής αποδοχής και της υγείας του – πράγματα που εξασφάλιζε πια με τη θεραπεία του από τη λέπρα – ήταν να γυρίσει στον Χριστό. Κατάλαβε ότι Εκείνος ήταν η σωτηρία του. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι με τη στάση του ο άνθρωπος αυτός ομολογούσε ό,τι ο απόστολος Παύλος έγραφε: «ηγούμαι πάντα σκύβαλα είναι, ίνα Χριστόν κερδήσω», όλα τα θεωρώ σκουπίδια, προκειμένου να έχω τον Χριστό, φανερώνοντας έτσι ένα μαρτυρικό φρόνημα αγάπης προς Εκείνον.
γ. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι κι εμείς είμαστε πιστοί στον Χριστό: το φανερώνουν οι προσευχές μας, οι παρακλήσεις μας προς Αυτόν, η υπακοή μας συχνά στα λόγια Του, προκειμένου μάλιστα να «θεραπευτούμε» από διάφορες δυστυχίες μας. Ιδιαιτέρως σήμερα, με την κρίση της εποχής μας, οι κραυγές προς τον Χριστό έχουν πολλαπλασιαστεί. Πρέπει να προσέξουμε όμως, μήπως ανήκουμε στη χορεία των εννέα και όχι του ενός. Ο Χριστός επαίνεσε, είπαμε, τον ένα για την αληθινή του πίστη, η οποία έδειξε ότι υπεράνω όλων των αγαπών, ακόμη και την αγάπη προς τον εαυτό του, ήταν η αγάπη προς Εκείνον. Την έχουμε εμείς την αγάπη αυτή; Ή τέλος πάντων ζητούμε από τον Κύριο να την αποκτήσουμε;
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΣΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ (17 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Ιανουαρίου, 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ (17 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)

«Ο Αντώνιος γεννήθηκε το 251 μ.Χ. στην κωμόπολη Κομά της Αιγύπτου. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς Χριστιανοί, πλούσιοι και αριστοκράτες που του μετάγγισαν την πίστη τους στον Χριστό. Σε νεαρή ηλικία τους έχασε κι έμεινε μόνος με τη μικρή αδελφή του. Είκοσι ετών περίπου νιώθει την κλήση του Θεού να αποσυρθεί από τα κοσμικά και να αφιερωθεί πλήρως στον Θεό. Εμπιστεύεται την αδελφή του σε παρθενώνα (ένα είδος γυναικείου μοναστηριού) της περιοχής του, μοιράζει στους φτωχούς όλη την περιουσία που είχε από τους γονείς του και αποσύρεται πρώτα κοντά στο χωριό του κι ύστερα σε πιο απομακρυσμένες κι ερημικές περιοχές. Η δίψα του κι ο πόθος του για τον Θεό και την αρετή ήταν πολύ μεγάλοι. Όπου άκουγε ότι υπάρχει κάποιος ενάρετος ασκητής πήγαινε και τον επισκεπτόταν για να τον μιμηθεί στον καλό τρόπο της ζωής του. Σιγά σιγά έτσι απέκτησε σχεδόν όλες τις αρετές, χαρακτηριζόμενος από όλους θεοφιλής. Ο Θεός επέτρεψε, για να του αυξήσει τις δωρεές και τα χαρίσματα, να μπει και στη σκληρή δοκιμασία των δαιμονικών πειρασμών. Μέσα από το καμίνι αυτό, με τη βοήθεια του Θεού, αναδείχτηκε ως «χρυσός εν χωνευτηρίω». Προχώρησε πολύ στην αγιότητα, απέκτησε τα μεγάλα χαρίσματα της διόρασης και της προόρασης, καθώς και της διάκρισης των πνευμάτων. Η φήμη του από τα θαύματα και τα χαρίσματά του άρχισε να απλώνεται παντού. Έγινε πρότυπο στους πάντες, κοσμικούς και μοναχούς. Η ταπείνωσή του όμως τον κρατούσε προσγειωμένο στην πραγματικότητα. Αποσύρθηκε σε ακόμη ερημικότερες περιοχές, μα ο πιστός λαός τον αναζητούσε οπουδήποτε. Τέλος σε βαθύτατο γήρας, το 356 μ.Χ., σε ηλικία 105 ετών, αφού έδωσε τις τελευταίες συμβουλές στους συνασκητές του και με την εντολή να τον θάψουν σε μέρος που δεν θα το γνωρίζει κανείς, παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στα χέρια του Δημιουργού του, μέσα σε άφατη χαρά και ιλαρότητα».

Ο Μέγας Αθανάσιος, ο οικουμενικός αυτός Πατέρας και Διδάσκαλος της Εκκλησίας μας, ο οποίος και συνέγραψε τον βίο του αγίου Αντωνίου – στην πραγματικότητα μία εκτεταμένη επιστολή – λέει ότι είναι «μεγάλο κέρδος γι’ αυτόν και να θυμάται μόνον τον Αντώνιο». Ο ιερός Αυγουστίνος, ο μεγάλος αυτός άγιος της Εκκλησίας, πήρε την οριστική απόφαση να μεταστραφεί στη χριστιανική πίστη και να βαπτιστεί, με την καθοδήγηση βεβαίως του επισκόπου Μεδιολάνων αγίου Αμβροσίου, όταν μελέτησε τον βίο του αγίου Αντωνίου. Ο σπουδαίος ασκητής του Γεροντικού, ο οποίος ζήτησε από τον Θεό να του φανερώσει όλους τους μεγάλους αγίους της εποχής του, είδε να εκπληρώνεται το αίτημά του, πλην του Αντωνίου. Και στο ερώτημά του στον Κύριο γιατί συνέβη αυτό, έλαβε την πληροφορία ότι «ο Αντώνιος είναι πολύ κοντά μου και δεν μπορείς να τον δεις». Όταν μιλάμε για τον άγιο Αντώνιο λοιπόν δεν μιλάμε για απλό άγιο της Εκκλησίας. Το πνευματικό ύψος του είναι τρισμέγιστο, φθάνει μέχρι και σ’ αυτά τα «κράσπεδα» της Τριαδικής Θεότητος.

Η υμνολογία της Εκκλησίας μας τον παραλληλίζει με τον προφήτη Ηλία και τον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή. Ό,τι ο ίδιος ο άγιος Αντώνιος είδε σαν τρόπο ζωής στον προηγηθέντα από αυτόν όσιο Παύλο τον Θηβαίο («του Παύλου συμμέτοχος του Θηβαίου»),  το ίδιο αγωνίστηκε και αυτός να πράξει. Νέος προφήτης Ηλίας και νέος Ιωάννης Πρόδρομος ο όσιος Παύλος, παρομοίως και ο άγιος Αντώνιος. Κατά πώς το λέει και το απολυτίκιό του: «Τον ζηλωτήν Ηλίαν τοις τρόποις μιμούμενος, τω Βαπτιστή ευθείαις ταις τρίβοις επόμενος, Πάτερ Αντώνιε» (μιμήθηκες στον τρόπο της ζωής τον ζηλωτή Ηλία κι ακολούθησες τους ίσιους δρόμους του Βαπτιστή, πάτερ Αντώνιε). Κι ακόμη: τον παραλληλίζει και με τον Μωυσή, ονομάζοντάς τον «νέον Μωυσή», διότι «στην έρημο έστησε το τρόπαιο κατά των εχθρών και των αντιπάλων, ως αρχηγός του λαού» («Νέος Μωυσής γενόμενος, εν ερήμω το τρόπαιον κατά των εχθρών και πολεμίων έστησας, λαού προηγούμενος»). Δεν παραξενεύουν λοιπόν οι χαρακτηρισμοί που του αποδίδει η Εκκλησία μας διά των ύμνων της: «Πατήρ Πατέρων», «φωστήρ φωστήρων», «οικουμένης το κλέος», «ο επί γης άγγελος και εν ουρανοίς άνθρωπος Θεού».

Ο άγιος υμνογράφος κάνοντας, με τα δεδομένα της ζωής του οσίου και με φωτισμό Θεού, μία πνευματική «ακτινογραφία» του Αντωνίου, επικεντρώνει στην καρδιά του: ήταν ένα πυρακτωμένο καμίνι αγάπης και έρωτα που η φλόγα του ανέβαινε διαρκώς στο ακρότατο των επιθυμητών, στην πιο υψηλή κορυφή της αγάπης, τον ίδιο τον Θεό. «Σε ο ένθεος έρως ανέφλεξε και την ψυχήν ανεπτέρωσε αυτό ποθήσαι, το της αγάπης όντως ακρότατον» (ο θείος έρωτας σου έβαλε φωτιά και έδωσε φτερά στην ψυχή σου να ποθήσεις το πράγματι ακρότατο όριο της αγάπης, τον Θεό δηλαδή). Αυτός ο έρωτάς του ήταν η κινητήρια δύναμη για να απαγκιστρωθεί από όλες τις γοητείες του παρόντος κόσμου του απατεώνος, και στη συνέχεια με την πολλή άσκησή του και την ησυχία να αυξηθεί  σ’ αυτήν την  αγάπη του Θεού, να ενωθεί πλήρως με Αυτόν και να γεμίσει από όλα τα καλά που ο Θεός ξέρει να δίνει: όχι κάτι από Αυτόν, αλλά ολόκληρο τον Εαυτό Του. «Τότε κατεφρόνησας σαρκός και αίματος και έξω κόσμου γεγένησαι, πολλή ασκήσει και ησυχία τούτω ενούμενος∙ όθεν επλήσθης, ως εζήτησας, των εκείθεν καλών και ανέλαμψας, ως αστήρ, καταυγάζων τας ψυχάς ημών, Αντώνιε» (Τότε λοιπόν, με τον θείο έρωτά σου, έκανες πέρα οποιαδήποτε  σχέση με άνθρωπο και ήλθες στην έρημο, αγωνιζόμενος να ενωθείς με Αυτόν με την πολλή άσκηση και την ησυχία. Γι’ αυτό και γέμισες, όπως ζήτησες, από τα καλά του Θεού και έλαμψες σαν ήλιος, φωτίζοντας τις ψυχές μας, Αντώνιε).

Ο άγιος υμνογράφος με τα παραπάνω λεγόμενά του δίνει απάντηση και σε ένα ερώτημα που μπορεί να δημιουργηθεί και σε εμάς σήμερα: τι ήταν εκείνο που έκανε τον Θεό να δώσει τόση χάρη στον Αντώνιο; Κάνει διακρίσεις ο Θεός; Αγάπησε περισσότερο εκείνον από ό,τι εμάς ή άλλους άλλων εποχών; Η απάντηση είναι αρνητική. Ο Θεός αγαπά τους πάντες εξίσου.«Ουκ έστιν προσωπολήπτης ο Θεός». Ό,τι αγάπη είχε στον Αντώνιο έχει και σε εμάς και σε όλους τους ανθρώπους. Ποιο λοιπόν το «μυστικό» του Αντωνίου; «Ως εζήτησας» σημειώνει ο υμνογράφος. Η απάντηση βρίσκεται στη μικρή αυτή φράση. Ο άγιος Αντώνιος πυρακτώθηκε από την χάρη του Θεού, έγινε όλος φωτιά, διότι και ο ίδιος αναζητούσε τον Θεό. Κι εκεί υπάρχει το έλλειμμα το δικό μας. Ε μ ε ί ς  δεν αναζητούμε τον Θεό ή αν Τον αναζητούμε, Τον αναζητούμε με πολύ αναιμικό τρόπο. Ο Θεός προσφέρεται στον άνθρωπο κατά την αναλογία και της δικής του επιθυμίας. Μεγάλη αναζήτηση; Μεγάλη και η προσφορά. Μικρή αναζήτηση; Μικρή και η προσφορά. Με άλλα λόγια και εμείς θα μπορούσαμε να αναδειχτούμε άγιοι της περιωπής του αγίου Αντωνίου. Καταθέτουμε όμως την καρδιά και τη διάθεσή μας στον Θεό με απόλυτο τρόπο, χωρίς προαπαιτούμενα, σαν τον άγιο Αντώνιο; Την ευθύνη της μικρής ή και της μηδαμινής χάρης του Θεού μέσα μας πρέπει να την αναζητήσουμε στον ίδιο μας τον εαυτό.

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΣΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ Ο ΘΗΒΑΙΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Ιανουαρίου, 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΑΥΛΟΣ Ο ΘΗΒΑΙΟΣ

«Ο όσιος Παύλος ζούσε στα χρόνια των διωκτών του χριστιανισμού Δεκίου και Ουαλεριανού και καταγόταν από την Αίγυπτο της Κάτω Θηβαΐδος. Επειδή κατάλαβε ότι ο γαμπρός από την αδελφή του επρόκειτο να τον προδώσει, προκειμένου να κατάσχει το μερίδιο της περιουσίας του, απομακρύνθηκε και έφυγε στα όρη. Προχωρώντας πάντοτε πιο βαθιά, συν τω χρόνω ξεπέρασε τον φόβο του κι αντί να φοβάται τους διώκτες, έφτασε να επιθυμεί τη μοναχική ζωή. Προσεγγίζει λοιπόν κάποιο σπήλαιο, το βαθύτερο στην έρημο, στο οποίο πέρασε με ειρήνη όλον τον χρόνο της ζωής του, που υπήρξε μακρύς, και εξεδήμησε προς τον Κύριο με αταραξία παθών. Όπως λένε, ο μέγας Αντώνιος έφτασε σ’ αυτόν και θαύμασε τη δυσχέρεια του τόπου και το μήκος του χρόνου της άσκησής του και της αναχώρησής του. Διότι πρώτος αυτός από τους άλλους τόλμησε να προχωρήσει στα ενδότερα της ερήμου και παρέτεινε τον δρόμο της ασκήσεως μέχρι του εκατοστού δέκατου τρίτου έτους του. Τόσο πολύ έζησε, αφού από νεαρή ηλικία απομακρύνθηκε από τις φροντίδες του βίου».

Και μόνον το γεγονός ότι ο μέγας όσιος Αντώνιος θαύμασε την ασκητική διαγωγή του οσίου Παύλου και ότι ο μέγας θεολόγος και ποιητής της Εκκλησίας μας Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνέθεσε τον κανόνα του, είναι αρκετό για να καταλάβουμε το ύψος και το μέγεθος της αγιότητας του σήμερα εορταζομένου οσίου. Κατά τον άγιο υμνογράφο του μάλιστα, με θείο φωτισμό ο άγιος Αντώνιος έφτασε στα απόμακρα μέρη που ασκήτευε, προκειμένου και να παραδειγματιστεί βεβαίως ο ίδιος, αλλά και να τον καταστήσει φανερό στον κόσμο προς γενικότερη ωφέλεια. Διαφορετικά θα παρέμενε ένας μέγιστος άγιος, αγνοούμενος όμως υπό πάντων, πλην βεβαίως του ίδιου του Κυρίου. «Πρώτος την πανέρημον, Παύλε, κατέλαβες, υπέρ πάντα μονάζοντα, και βίου δι’ όλου ώφθης αγνοούμενος∙όθεν Αντώνιος εύρεν επινεύσει σε θεία, ώσπερ θησαυρόν κεκρυμμένον, και τη οικουμένη εφανέρωσε» (Πρώτος προχώρησες στην πιο βαθιά έρημο, Παύλε, παραπάνω από κάθε μοναχό, και φάνηκες να αγνοείσαι σε όλη τη ζωή σου. Γι’ αυτό ο Αντώνιος σε βρήκε με θείο φωτισμό, σαν κρυμμένο θησαυρό, και σε φανέρωσε στην οικουμένη).

Ο άγιος Δαμασκηνός δείχνει ότι η πρωτιά αυτή του οσίου Παύλου δεν ήταν κάτι αμελητέο. Αφενός την προβάλλει πολλές φορές, προφανώς διότι φανερώνει το μεγάλο ψυχικό σθένος του οσίου και την πυρωμένη αγάπη του προς τον Κύριο – «μόνον τον Θεόν εκ ψυχής αγαπήσας, την έρημον ως ένοικον πόλιν, Παύλε, κατέλαβες» (αγάπησες μόνο τον Θεό από την ψυχή σου και έτσι έφτασες στην έρημο, Παύλε, σαν πόλη που κατοικείται) –  αφετέρου θεωρεί ότι με τον τρόπο αυτό έζησε ο όσιος αντίστοιχο βίο με τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο («Εζήλωσας Ιωάννην, θεόφρον, τον Πρόδρομον, εν ερήμω ασκήσας», δηλαδή: ζήλεψες, θεόφρον, τον Ιωάννη Πρόδρομο κι ασκήθηκες στην έρημο), και πιο πίσω με τον προφήτη Ηλία, αγίους που και αυτοί είχαν μία παρόμοια πρωτιά.  Η θαυμαστή μάλιστα διατροφή του οσίου  με ουράνιο άρτο κεντρίζει ακόμη περισσότερο τον άγιο Δαμασκηνό για να τον παραλληλίσει με τον προφήτη Ηλία, που και αυτός διατρεφόταν στην έρημο από κοράκι («Τω ουρανίω άρτω διατραφείς, ως Ηλίας πάλαι διά κόρακος, την νοητήν εξέφυγες, Πάτερ, Ιεζάβελ, τη σκέπη Χριστού», δηλαδή: Τράφηκες με ουράνιο άρτο, όπως ο Ηλίας παλιά με κοράκι, και ξέφυγες τη νοητή Ιεζάβελ, Πάτερ, με τη βοήθεια του Χριστού).

Στην έρημο διέπρεψε στους ύμνους και τις νηστείες, στις προσευχές και τις αγρυπνίες, γι’ αυτό και κατασκήνωσε στον ίδιο τον Θεό. «Εν ύμνοις και νηστείαις, μακάριε, προσευχαίς και αγρυπνίαις διαπρέψας, όσιε, προς τον Θεόν κατεσκήνωσας». Διότι πράγματι, μόνον όποιος αφιερώσει χρόνο για τον Θεό και ασχοληθεί με Εκείνον,  μπορεί και να Τον γνωρίσει, με την έννοια της αληθινής  σχέσης μαζί Του. Όπως το έχει διατυπώσει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Δει σχολάσαι και γνώναι Θεόν». Η επιμονή αυτή στα του Θεού είναι εκείνο που κάνει τον πιστό να υπερβεί τα πάθη του και να ερημώσει τις όποιες κακίες του. Τα πάθη δεν φεύγουν εύκολα από την ψυχή του ανθρώπου. «Βαθιές ρυτίδες στην ψυχή» χαρακτηρίζονται από τους αββάδες του Γεροντικού. Πρέπει λοιπόν κανείς να επιμείνει. Αυτό διαπιστώνει και ο άγιος υμνογράφος για τον όσιο Παύλο: προχώρησε με χαρά στις άβατες ερήμους, φλογισμένος από τον έρωτα της στοργής του Κυρίου, γι’ αυτό και με την επιμονή των θεωριών του Θεού ερήμωσε τα ψεκτά πάθη του, ζώντας πια σαν άγγελος: «χαίρων κατέλαβες αβάτους ερήμους, έρωτι πυρούμενος της του Κυρίου στοργής∙ όθεν ερημώσας τα πάθη τη επιμονή των κρειττόνων, άγγελος καθάπερ επεβίωσας».

παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Σπείρε την ελεημοσύνη… (Ισαάκ του Σύρου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Ιανουαρίου, 2014

«Σπείρε την ελεημοσύνη με ταπείνωση, και θα θερίσεις το έλεος κατά την κρίση. Με ότι έχασες το αγαθό, με αυτό να το αποκτήσεις. Αν χρεωστής οβολόν στον Θεό, δεν δέχεται αντί γι’αυτόν να του δώσεις μαργαρίτη. Ομοίως, αν έχασες την σωφροσύνη, δεν δέχεται από εσένα ελεημοσύνη ο Θεός, εφόσον εσύ επιμένεις στην πορνεία.
Διότι από σένα ζητεί τον αγιασμό του σώματος. Επειδή παρέβηκες την εντολή, μή συναισθανόμενος ότι έχεις εγκαταλείψει τα αγαθά του κόσμου, θα αρχίσεις άλλους αγώνες; Εγκατέλειψες τη φυτεία, και ήλθες να πολεμήσεις αλλού;
Είπε ο άγιος Εφραίμ ότι «σε καιρό θέρους, δεν αντιμετωπίζεις την ζέστη με τα ενδύματα του χειμώνα». Έτσι ο καθένας ότι σπείρει, αυτό θα θερίσει, και κάθε αρρώστια θεραπεύεται με τα δικά της φάρμακα. Εσύ λοιπόν, αν κυριαρχείσαι από τον φθόνο, γιατί προσπαθείς να πολεμήσεις τον ύπνο;»
Ισαάκ του Σύρου
ΕΠΕ Φ 8Α

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Σπείρε την ελεημοσύνη… (Ισαάκ του Σύρου)

Η ΚΟΛΑΣΗ ΚΑΙ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Ιανουαρίου, 2014

Παράδεισος και κόλαση, είναι δύο έννοιες που στην δική μας εποχή έχουν δυστυχώς παρεξηγηθεί λόγω της αυξημένης δυτικής χριστιανικής επιρροής. Δεν λείπουν οι φορές που Ορθόδοξοι πιστοί δυσκολεύονται να κατανοήσουν καθαρώς αυτές τις έννοιες, ενώ δεν λείπουν και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες χρησιμοποιούνται από άθεους και άλλους πολέμιους της Ορθοδοξίας, με σκοπό την μάταιη προσπάθεια αμαύρωσης της εικόνας της Εκκλησίας.
Το παρακάτω άρθρο σκοπό έχει, να προσπαθήσει να βοηθήσει τους αναγνώστες να καταλάβουν πως έχει ο παράδεισος και η κόλαση από Ορθόδοξη χριστιανική πλευρά, απαντώντας σε τυχόν παρεξηγήσεις σχετικά με τις έννοιες αυτές.
Ο παράδεισος και η κόλαση σαν έννοιες
Τι εννοούμε όταν λέμε τις λέξεις παράδεισος και κόλαση;
Στην σημερινή εποχή αν ρωτήσεις κάποιον σχετικά με τις παρακάτω έννοιες θα πάρεις κατά πάσα πιθανότητα την εξής απάντηση: «Παράδεισος είναι ένας όμορφος ευχάριστος τόπος όπου οι πάντες είναι χαρούμενοι, ενώ κόλαση ένας απαίσιος τόπος βασάνων όπου οι κάτοικοί του βασανίζονται νυχθημερόν».
Μία τέτοια απόκριση, απαντάει μεν γενικά στο ερώτημα σχετικά με το παράδεισο και την κόλαση, ωστόσο δεν ανταποκρίνεται στις ακριβείς έννοιες που του προσδίδει η Ορθόδοξη Θεολογία. Αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχουν ισχυρές επιδράσεις από τις διάφορες προτεσταντικές παραφυάδες και την παπική εκκλησία, ενώ ταυτόχρονα και η αποξένωση μας από την γνήσια Ορθόδοξη Θεολογία, έχει αφήσει τους περισσότερους από εμάς να έχουμε μαύρα μεσάνυκτα σχετικά με διάφορα Θεολογικά ζητήματα. Κάτι το οποίο έχει ισχυρό αντίκτυπο στην εικόνα της Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, καθότι επιτρέπει σε διάφορους συκοφάντες να την λοιδορούν για διάφορα ζητήματα τα οποία στην ουσία δεν υφίστανται. Όπως καλή ώρα στο ζήτημα σχετικά με τις έννοιες του παραδείσου και της κολάσεως.
Οι μη υφιστάμενες συκοφαντίες κατά της Ορθοδόξου Θεολογίας
Αθεϊστικοί αλλά και άλλοι κύκλοι, κατηγορούν  την Εκκλησία, ότι χρησιμοποιεί τις έννοιες της κολάσεως και του παραδείσου, για να χειραγωγήσει τους πιστούς, προβάλλοντας την κόλαση σαν τόπο αιώνιας τιμωρίας για όσους δεν ακολουθήσουν πιστά τις επιταγές της, ενώ τον παράδεισο σαν τόπο καλοπέρασης για όσους ακολουθήσουν τυφλά την Εκκλησία.
Μια τέτοια κατηγορία όμως, αν κατέχαμε την Ορθόδοξη Θεολογία σχετικά με τις έννοιες αυτές, θα μας φαινόταν σαν κούφια λόγια.
Στην πραγματικότητα αυτές οι κατηγορίες κατά της Εκκλησίας είναι ανυπόστατες, καθότι ουδέποτε η Ορθόδοξη Θεολογία έθεσε ένα τέτοιο ζήτημα σχετικά με τον παράδεισο και την κόλαση. Όμως, οι κατηγορίες αυτές, εκτοξεύονται κατά της ημετέρας Ορθοδόξου Εκκλησίας, λόγω της συγχύσεως που υπάρχει στην εποχή μας, μεταξύ Ορθοδόξου Θεολογίας και παπικής Αυγουστίνειας παραδόσεως, όπου πολλά παπικά στοιχεία έχουν επηρεάσει πολλούς από εμάς.
Ας ξεκαθαρίσουμε όμως τα πράγματα.
Η κόλαση και ο παράδεισος στη δυτική σχολαστική θεολογία
Την σημερινή εποχή οι έννοιες της κολάσεως και του παραδείσου δυστυχώς,  εμφανίζονται με τον τρόπο που τις παρουσιάζει ο λατινοπαπικός σχολαστικισμός. Δηλαδή, ο παράδεισος παρουσιάζεται ως ένας τόπος ευτυχίας και αγαλλίασης, όπου ο Θεός θα βάλει τους δίκαιους που τήρησαν τις εντολές του, ενώ η  κόλαση ο τόπος όπου θα βρεθούν οι ασεβείς και άδικοι που εναντιώθηκαν στο θέλημα του Θεού. Δηλαδή, με άλλα λόγια, ο Θεός παρουσιάζεται ως νομοθέτης, ο Οποίος νομοθετεί και εκδίδει νόμους και εντολές για τους ανθρώπους[1]. Όσοι ακολουθούν αυτές τις εντολές δέχονται τις ευλογίες του και σε αυτήν την ζωή και στην μέλλουσα. Αντιθέτως, όσοι δεν τις ακολουθούν θα τιμωρηθούν στο μελλοντικό Δικαστήριο και θα καταδικαστούν στην αιώνια φυλακή που ονομάζεται Κόλαση. Η Δύση προβάλλει δηλαδή, ένα ορθολογιστικό νομικίστικο σύστημα παρόμοιο με αυτό που εφαρμόζεται στα διάφορα κράτη. Ένας τέτοιος Θεός τιμωρός, είναι ο Θεός στην Δύση και η Κόλαση το αιώνιο μπουντρούμι-βασανιστήριο, στο οποίο θα κλειστούν οι ασεβείς και θα βασανίζονται αιώνια, επειδή δεν ακολούθησαν τις προσταγές του Θεού. Δικαίως λοιπόν, οι άνθρωποι έχουν απορρίψει την ύπαρξη ενός τέτοιου Θεού τιμωρού που προβάλλει ο παπικός σχολαστικισμός, και ταυτοχρόνως την ύπαρξη της ζωής μετά θάνατον μαζί με τις έννοιες της κολάσεως και του παραδείσου.
Η κόλαση και ο παράδεισος στον Ντοστογιέφσκι
Άλλη μια παρεξήγηση που συμβαίνει, είναι ότι πολλοί (ακόμα και πρόσωπα με πολλές Θεολογικές γνώσεις), λόγω δυσκολίας στην κατανόηση της Ορθοδόξου Θεολογίας περί κολάσεως και παραδείσου, ασπάζονται τις απόψεις του Ντοστογιέφσκι σχετικά με το ζήτημα αυτό.
Ο Ντοστογιέφσκι θεωρούσε ότι κόλαση, είναι οι τύψεις των ανθρώπων που θα τους ακολουθούν αιώνια, επειδή δεν έζησαν σύμφωνα με το θέλημα Του Θεού πάνω στη γη και έτσι έχασαν τις αιώνιες ευλογίες Του.
Ούτε όμως αυτή η θεωρία, ανταποκρίνεται στο τι είναι η κόλαση και ο παράδεισος.
Ενώ, ο τρόπος σκέψης παρουσιάζεται όμοιος με τον προηγούμενο όπου οι καλοί ανταμείβονται και οι κακοί τιμωρούνται, υπάρχει όμως ένας διαφορετικός τρόπος προσέγγισης.
Η κόλαση και ο παράδεισος στην Ορθόδοξη Θεολογία
«Όσοι διαπράττουν την ανομία, ο Θεός μεταβάλλεται σε “πυρ καταναλίσκον”» έλεγε ο μακαριστός πατήρ Δανιήλ Γούβαλης, μια τέτοια έκφραση όμως, είναι μεταφορική.
Ο Θεός πράγματι είναι “πυρ καταναλίσκον” για τους ασεβείς, αλλά δεν μεταβάλλεται σε κάτι τέτοιο, οι ασεβείς τον «μετατρέπουν» – για  ακρίβεια τον αισθάνονται – σε  “πυρ καταναλίσκον”.
Ας προσέξουμε το εξής. O Θεός στην Ορθοδοξία είναι τρία σε ένα και ένα σε τρία. Ο Θεός δηλαδή δεν είναι μονοπρόσωπος, αλλά αποτελείται από τρία πρόσωπα είναι Τριαδικός.
Αυτά τα πρόσωπα ζούνε σε κοινωνία αγάπης και είναι τόσο μεγάλη η αγάπη τους, που στην ουσία λειτουργούν σαν ένα πρόσωπο με ένα θέλημα παρ’ όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που έχει το κάθε ένα από αυτά. Έτσι, ενώ υπάρχουν τρία πρόσωπα υπάρχει όμως ένα θέλημα.
Παρόμοια λοιπόν ο Θεός, δείχνει αγάπη σε όλα τα πλάσματα του, ακριβώς όπως δείχνει το ένα πρόσωπο Του Θεού αγάπη στο Άλλο.  Με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε έστω και λίγο να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο Θεός. Πως ακριβώς; Απλώς παραδειγματιζόμενοι από τον ίδιο μας τον εαυτό. Όπως εμείς δηλαδή, στα πρόσωπα που αγαπάμε επιλέγουμε να κάνουμε μόνο το καλό για να είναι ευτυχισμένα, έτσι και ο Θεός επιλέγει για εμάς που μας αγαπάει μόνο το καλό. Όπως, στο Θεό τα Πρόσωπα μοιράζονται αγάπη μεταξύ τους έτσι μοιράζονται μόνο αγάπη και με τα δημιουργήματά τους.
Άρα ο Θεός είναι μόνο αγαθός, το πως τον αισθάνεται όμως ο καθένας είναι δικό του θέμα.
Ας προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τι εννοούμε.
Η πτώση του Εωσφόρου
Ως γνωστόν ο Θεός δημιούργησε τους αγγέλους. Κάποιος από όλους αυτούς τους αγγέλους ο λεγόμενος Εωσφόρος, που το όνομά του σημαίνει αυτός που φέρνει το Φως (συγκεκριμένα το Φως του Θεού), ήταν ο πιο φωτεινός Άγγελος. Έφεγγε όμως με το Φως του Θεού (με τον όρο Φως εννοούμε την άκτιστη δόξα του Θεού), δηλαδή αντανακλούσε πάνω του η Δόξα Του Θεού. Με την πάροδο του χρόνου όμως ο Εωσφόρος, αποφάσισε ότι ήταν τόσο σπουδαίος που δεν χρειαζόταν το Φως του Θεού για να λάμπει, αλλά ότι του άξιζε ένα δικό του φως ισότιμο ή ακόμα και ανώτερο από αυτό του Θεού.
Επειδή όμως Φως δικό του έχει μόνο ο Θεός, καθότι μόνο ο Θεός είναι Θεός από την φύση Του, δεν μπορούσε ο φθονερός Εωσφόρος να έχει δικό του φως (σαν κτίσμα που ήταν) και για αυτό μίσησε τον Θεό επειδή δεν ήταν ο ίδιος Θεός. Έτσι ο ζηλόφθονος αυτός αρχέκακος όφις έχει ένα άσβεστο μίσος για τον Θεό και αυτό το δικό του μίσος προσπαθεί να το περάσει και στους ανθρώπους.
Εν αντιθέσει, η Εκκλησία προσπαθεί να μάθει τον άνθρωπο να αγαπά τον Θεό. Ο πνευματικός αγώνας του Χριστιανού είναι ένας αγώνας όπου ο Χριστιανός προσπαθεί να μάθει πως να αγαπάει τον Θεό, ενώ ο διάβολος προσπαθεί με διάφορες μεθόδους να πείσει τον άνθρωπο να μισήσει τον Θεό, υποστηρίζοντας ότι είναι ένας Θεός δυνάστης που θέλει απλά τα πλάσματα του υποταγμένα.
Τέτοιες βλασφημίες σπέρνει στο νου των ανθρώπων ο δράκων αυτός, και επειδή ο κόσμος δεν έχει πνευματικά αντισώματα (όπως έλεγε ο μακαριστός Γέρων Παΐσιος), για αυτό δέχεται αυτές τις απόψεις και πολλοί πέφτουν στην αθεΐα και γίνονται ασεβείς βλασφημώντας τον Θεό και την Αγία αυτού Εκκλησία, ισχυριζόμενοι ότι μόνο νόμους και κανόνες θέλει να ακολουθούμε ο Θεός και δεν μας δίνει καθόλου ελευθερία. Κρίμα στους ανθρώπους που πιστεύουν στις υποδείξεις αυτές του διαβόλου!
Κάτι τέτοιο συνέβη με του πρωτόπλαστους, όπου ο πονηρός αυτός όφις τους έπεισε, ότι ο Θεός απλά τους μισεί, ότι είναι ένας κακός και πονηρός Θεός, φευ της πλάνης και της κακοδαιμονίας! Οι πρωτόπλαστοι ασπάσθηκαν τις απόψεις του, αφού τους είπε ότι ο Θεός, απλά προσπαθεί να τους εμποδίσει να γίνουν οι ίδιοι θεοί (να δημιουργήσουν δηλαδή δική τους δόξα, όπως προσπάθησε και ο ίδιος). Αποπειράθηκε δηλαδή, να τους κρατήσει υπόδουλους, και έτσι αυτοί αφελείς καθώς ήταν, ακολούθησαν την σατανική συμβουλή του και έφαγαν από τον απαγορευμένο καρπό, θέλοντας να πάνε κόντρα στο Θεό που τάχα τους θέλει υπόδουλους.
Συμπέρασμα
Με βάση τα παραπάνω δεν είναι πλέον δύσκολο να κατανοηθεί η ιδέα της κολάσεως και του παραδείσου.
Παράδεισος είναι η κατάσταση, στην οποία οι άνθρωποι έχοντας αγαπήσει Τον Θεό, συμφωνούνε απόλυτα μαζί Του σε οποιαδήποτε υπόδειξη Του γνωρίζοντας ότι Αυτός επιθυμεί μόνο το καλό τους. Είναι δηλαδή, μια κατάσταση αμοιβαίας αγάπης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, όπου το θέλημα των ανθρώπων, έχει ταυτιστεί πλήρως με το θέλημα του Θεού.

Κόλαση είναι η κατάσταση, στην οποία οι άνθρωποι, έχοντας απορρίψει την αγάπη Του Θεού, διαφωνούν μαζί Του σε θέματα που τους απασχολούν. Καταλήγουν να θεωρούν το Θεό δυνάστη και τύραννο, επειδή δεν ικανοποιεί τις προσωπικές τους επιθυμίες. Είναι μια καθαρά εγωιστική κατάσταση, όπου οι άνθρωποι νομίζοντας ότι ξέρουν καλύτερα από το Θεό ποιο είναι το καλό τους, ζούνε μονίμως σε μια κατάσταση ανυπακοής και διαφωνίας μαζί του. 


[1] Ιησούς ο Έρωτας της ΚΑΡΔΙΑΣ μου Αρχιμανδρίτου Νεκτάριου Μουλατσιώτη
Του Παναγιώτη Μακρή

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Στα βάθη της ψυχής (Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς)

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Ιανουαρίου, 2014

Πέντε είναι οι πραγματικοί  εχθροί του πιστού ανθρώπου. Είναι ο ίδιος του ο κακός εαυτός, η αμαρτία, το σύστημα του κόσμου αυτού, ο διάβολος, και ο θάνατος που καταργείται τελευταίος. Μεγαλύτερος από όλους αυτούς, είναι ο ίδιος ο εαυτός του ανθρώπου, καθώς μόνο από εμάς τους ίδιους εξαρτούνται πολλά πράγματα. Και ενώ οι υπόλοιποι τέσσερις εχθροί θέτουν τα εμπόδια και τις δυσκολίες, από μας τους ίδιους εξαρτάται αν θα τελειώσουμε τον δρόμο. Ο Θεός από το μέρος του έχει κάνει τα πάντα (κάνει τα πάντα), ώστε να σωθεί ο κάθε άνθρωπος. Δεν θα σωθούν όμως όλοι, επειδή δεν θέλουν όλοι να σωθούν (όσο παράξενο και αν ηχεί αυτό στα αφτιά μας).  Παρακάτω, ακολουθεί απόσπασμα από έναν μεγάλο άγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, από τον διδάσκαλο της νοερής προσευχής και εκπρόσωπο του Ησυχασμού, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, σχετικά με το ότι δεν πρέπει να φοβηθούμε να σκύψουμε και να καταβυθιστούμε στα βάθη της ψυχής μας, και να δούμε τον πραγματικό μας εαυτό χωρίς μάσκες και καλλωπίσματα, όχι όπως θα θέλαμε να ήταν, αλλάόπως πραγματικά είναι με τα πάθη του, τις ατέλειές του, και τις πνευματικές ακαθαρσίες του. Σκοπός, δεν είναι η απογοήτευσή μας, αλλά η αυτογνωσία, που σε άλλο σημείο ο ίδιος άγιος την αναφέρει ως την μεγαλύτερη των επιστημών. Σκοπός είναι η βίωση του μακάριου και σωτήριου πένθους, του πένθους αυτού που δεν έχει καμία σχέση με το πένθος του κόσμου αυτού, διότι εκείνο είναι αρχή και πρόξενος της αληθινής μακαριότητας και όχι της απόγνωσης. Λόγια «παράξενα», που πολλές φορές έρχονται σε αντίθεση με τον σκοτισμένο «νου του Αδάμ» που κληρονομήσαμε. Όμως, βασίζονται στην εμπειρία και το βίωμα των αγίων, που χαριτώθηκαν από το Άγιο Πνεύμα, και στην διδασκαλία του Χριστού. Εκεί λοιπόν, στα βάθη της ψυχής μας, μας συνοδεύει το Πνεύμα του Θεού, προκειμένου να μας παρέχει τον Θείο φωτισμό του.
«Τι είναι λοιπόν εκείνο το ανωφελές και απαρηγόρητο και ατελείωτο πένθος; Διότι σε όσους αμάρτησαν στον Θεό κινείται πένθος από την επίγνωση των πταισμάτων. Αφού λοιπόν ελεγχθούν εκεί και αναιρεθεί η καλή ελπίς και έλθει η απογοήτευσις για τη σωτηρία , τότε ο ακούσιος έλεγχος της συνειδήσεως πολλαπλασιάζει στον καθένα την επικείμενη οδύνη με το πένθος· κι’ αυτό το πένθος γίνεται πάλι και πάντοτε αφορμή άλλου πένθους, διότι δεν θα παύσει ποτέ πλέον, και άλλο σκότος δεινό και καύσων αψυχαγώγητος και βυθός αθυμίας ανυπόφορος. Εδώ λοιπόν το πένθος αυτό είναι ωφελιμότατο. Διότι, όντας ο Θεός εύσπλαχνος, επακούει, ο οποίος κατέβηκε έως εμάς για να μας επισκεφτεί και σε εκείνους που πενθούν μ’ αυτόν τον τρόπο επαγγέλθηκε παρηγορίαπου είναι αυτός ο ίδιος, αφού λέγεται και είναι Παράκλητος. Είδες και το πένθος που γεννάται από την ταπεινωμένη ψυχή και την επιγινόμενη παράκληση;
Αλλά και η αυτομεμψία μόνη καθ’ εαυτή, εγκαθιστάμενη μόνιμα στο λογιστικό της ψυχής σαν ένα νοητό βάρος, συνθλίβει και πιέζει και εκθλίβει τον οίνο τον σωτήριο που ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου, δηλαδή τον εσωτερικό μας άνθρωπο. Και τέτοιος οίνος είναι  κατάνυξις. Διότι αυτή μαζί με το πένθος εκθλίβει και τα πάθη και γεμίζει την ψυχή με μακαριστή χαρά, αφού την απαλλάξει  από το δεινό βάρος τους. Γι’ αυτό «μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται». Από την ακτημοσύνη όμως, δηλαδή από την πτωχεία στην περιουσία και στα γύρω μας υπάρχοντα συνδεδεμένη όμως με την πτωχεία του πνεύματος, όπως είπαμε (διότι όλα αυτά  τελούμενα το ένα μαζί με το άλλο  είναι τέλεια και ευάρεστα στον Θεό)· από την τέτοια λοιπόν πτωχεία, πως προκαλείται σ’ εμάς το πένθος και η παράκλησις που υπάρχει μέσα σε αυτό, θα το μάθεις ακούγοντας με σύνεση. 
Διότι, όταν ο άνθρωπος, αφού εγκαταλείψει τα πάντα, απαρνηθεί τόσο τα χρήματα και τα κτήματα, ρίπτοντας αυτά ή σκορπίζοντάς τα σύμφωνα με την εντολή, και αφού απομακρύνει την ψυχή  από τη μέριμνα γι’ αυτά, ποθεί να επιστρέψει προς την φροντίδα αυτής, όντας αυτή ελεύθερη  από τα αίτια που την περισπούν πραγματικά απ’ έξω.
Όταν λοιπόν ο νους απομακρυνθεί από κάθε αισθητό και ανασηκωθεί από τον κατακλυσμό της σχετικής με αυτά τύρβης και κατοπτεύσει τον εσωτερικό άνθρωπο,πρώτα βλέπει το απαίσιο προσωπείο  που του διαμορφώθηκε από την κάτω περιπλάνηση και σπεύδει να το ξεπλύνει με το πένθος· έπειτα, όταν αφαιρέσει το δύσμορφο αυτό κάλυμμα, τότε, αφού η ψυχή δεν διασπάται αγεννώς από την ποικιλία των σχέσεών της, προχωρεί ατάραχα μέσα στα αληθινά ταμεία και προσεύχεται στον Πατέρα «εν τω κρυπτώ». Αυτός στην αρχή του χορηγεί και το χωρητικό δώρο των χαρισμάτων, την ειρήνη των  λογισμών, με την οποία τελειοποιεί την ταπείνωση που είναι γεννητική και συνεκτική κάθε αρετής· όχι την ταπείνωση που διαμορφώνεται με ευχέρεια από τον βουλόμενο με κατορθωτά λόγια και σχήματα, αλλά εκείνη που επιβεβαιώνεται από το αγαθό κι θείο Πνεύμα, την οποία κτίζει το ίδιο το Πνεύμα εγκαινιζόμενο στα έγκατα.
Μέσα λοιπόν σ’ αυτές τις αρετές, σαν ασφαλές περιτείχισμα του νοητού παραδείσου, φυτρώνουν τα παντός είδους δέντρα της αληθινής αρετής· στη μέση αυτών αναγείρονται τα ιερά βασίλεια της αγάπης, και στα πρόθυρα αυτών ανθεί το προοίμιο του μέλλοντος αιώνος, η ανέκφραστη δηλαδή και αναφαίρετη χαρά».
(ΕΠΕ 8, «Προς μοναχή Ξένη, περί παθών και αρετής», σελ. 409- 413). 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Ιανουαρίου, 2014

Η παλιά και αληθινή νηστεία συνίσταται στην πλήρη αποχή τροφής ή στην ξηροφαγία. Επειδή όμως αυτή δεν είναι δυνατόν να τηρηθεί στις μεγάλες περιόδους των νηστειών τού Εκκλησιαστικού έτους, λόγω δύσκολων συνθηκών ζωής ή έλλειψης ζήλου, έχουν στην πράξη επινοηθεί διάφορες διευκολύνσεις, ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της νηστείας από όλους τους πιστούς.
Στην αρχαία εποχή οι Χριστιανοί μετά την ενάτη ώρα (3 μ.μ.) των νηστίσιμων ημερών κατέλυαν μόνο νερό και ψωμί. Σιγά-σιγά όμως… όχι μόνο η διάρκεια της ολοκληρωτικής αποχής από τροφή περιορίστηκε στα συνηθισμένα και στις άλλες μέρες όρια γι’ αυτό μετατέθηκαν και οι Εσπερινοί της Τεσσαρακοστής και οι Προηγιασμένες το πρωί αλλά και άλλα είδη τροφών άρχισαν να χρησιμοποιούνται, όπως οι καρποί, τα όσπρια, το οστρακόδερμα, τα μαλάκια κ.ο.κ.
Μέσα στα πλαίσια αυτά μπορεί να κατανοηθεί και το ότι τρώμε ελιές κατά τις ημέρες πού δεν τρώμε λάδι, και αυγοτάραχο κατά τις ημέρες πού απέχουμε από ψάρια. Για το πρώτο μπορούμε να επικαλεστούμε το λόγο ότι οι ελιές τρώγονται ως καρπός, ενώ η απαγόρευση του λαδιού αφορά στα φαγητά πού παρασκευάζονται με λάδι.
Για το δεύτερο η δικαιολογία είναι λιγότερο εύλογη, αφού δεν ισχύει το ίδιο για το γάλα ή τα αυγά, αλλά και αυτά απαγορεύονται κατά τις νηστείες μας «καρπός… και γεννήματα ὧν ἀπεχόμεθα» κατά τον 56ο κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου. Γνωρίζω πάντως ευλαβείς Χριστιανούς πού κατανοούν ότι πρόκειται για «οικονομία», και κατά τις ημέρες των μεγάλων νηστειών, όπως και την παραμονή πού θα κοινωνήσουν, απέχουν και από ελιές και από αυγοτάραχο.
Είναι αλήθεια πώς αυτή την ερώτηση την ακούμε συχνά από καλοπροαίρετους πιστούς και συχνότερα από μερικούς πού ειρωνεύονται τις νηστείες. Θα μπορούσε και στις δύο περιπτώσεις να υπογραμμιστεί η ελαστικότητα και το φιλάνθρωπο των σχετικών εθίμων και των κανόνων της Εκκλησίας, πού δεν έχουν σκοπό να εξοντώσουν τούς ανθρώπους, αλλά να τούς βοηθήσουν να ασκηθούν στην εγκράτεια και να κυριαρχήσουν στα πάθη τους.
Αν τούς σκανδαλίζουν οι τροφές αυτές, μπορούν να απέχουν από αυτές χωρίς κατά τον Απόστολο να εξουθενώνουν τούς «ἐσθίοντας» ή να «κρίνουν» (Ρῶ 14,3) την Εκκλησία για την φιλάνθρωπη τακτική της.
Το να αναλάβει η εκκλησία αγώνα για την εκκαθάριση των σχετικών με τη νηστεία εθίμων και των τροφών πού τρώγονται ή όχι σ’ αυτήν, ούτε του παρόντος είναι ούτε μπορεί να μείνει πάντοτε μέσα στα όρια της σοβαρότητος.Εκείνο πού πρωτεύει είναι ο τονισμός της ανάγκης της νηστείας και της πνευματικής ωφέλειας πού προέρχεται απ’ αυτή, καθώς και η προσπάθεια για την κατά το δυνατόν συμμόρφωση των πιστών στις σχετικές Εκκλησιαστικές διατάξεις,πού αρκετά έχουν ατονήσει στις μέρες μας.
Καθηγητής Λειτουργικής
Ιωάννης Φουντούλης
 πηγή:εδώ –Με παρρησία

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι σημαίνουν τα επίθετα των Αγίων: Δίκαιος, Όσιος, Μάρτυρας, Απολογητής, Ομολογητής,Οσιομάρτυρας, Ιερομάρτυρας…

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιανουαρίου, 2014

Στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους (Μωσαϊκός Νόμος) επικρατούσε η άποψη ότι Άγιος είναι μόνο Ένας, ο Θεός. 
Στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους ο Απόστολος Παύλος αποκαλεί Αγίους όλους τους βαπτισμένους Χριστιανούς, που ζουν σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, που αγωνίζονται για την σωτηρία της ψυχής τους και που επιδιώκουν να κατακτήσουν την Βασιλεία του Θεού (Ρωμ. α’,7 – Α’ Κορ. α’,1-2 – Εβρ. ς’,10). 
Στον 4ο αιώνα ο τίτλος “Άγιος” αρχίζει να αποδίδεται μόνο σε λίγους εκλεκτούς ΄”φίλους του Θεού”, που ξεχωρίζουν για το μαρτύριό τους, για την ζωή τους και για τα θαύματά τους. Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας όμως τονίζει: “Άγιος είναι εκείνος που είναι καθαρός από κακία και αμαρτήματα”.
Οι ομάδες (χοροί) των Αγίων έχουν ως εξής:
– Δίκαιοι.Ονομάζονται όλοι οι άγιοι άνθρωποι που έζησαν προ Χριστού έχοντας πίστη στον Έναν και Μοναδικό Θεό και ήλπιζαν στον ερχομό του Μεσσία – Χριστού.
Προφήτες. Όνομάζονται οι Δίκαιοι που προφήτευσαν για το πρόσωπο του Χριστού και για την Σωτηρία του ανθρώπου.
– Απόστολοι και Αποστολικοί Πατέρες.Τον τίτλο αυτό πήραν οι μαθητές του Κυρίου και οι μαθητές αυτών.
Μάρτυρες.Ονομάζονται όλοι όσοι μαρτύρησαν για την πίστη τους, βασανίσθηκαν και θανατώθηκαν ιδιαίτερα κατά τους πρώτους μεγάλους διωγμούς. οι Μάρτυρες είναι χιλιάδες: Γυναίκες, άντρες, νέοι, γέροι και παιδιά, και φυσικά δεν είναι όλοι γνωστοί.
– Μεγαλομάρτυρες.Όσοι από τους Μάρτυρες υπέστησαν μεγάλα βασανιστήρια και θανατώθηκαν με φρικτό – βάρβαρο τρόπο, έχουν πάρει από την Εκκλησία αυτόν τον τίτλο, ακόμα ονομάζονται και οι Μάρτυρες των οποίων η μαρτυρία τους επηρέασε πολλούς ανθρώπους οι οποίοι έγιναν χριστιανοί.
 Ιερομάρτυρες. Ονομάζονται όσοι από τους Μάρτυρες ήταν Ιερομένοι.
– Οσιομάρτυρες. Οι μοναχοί, οι ασκητές και οι ερημίτες έλαβαν αυτόν τον τίτλο, είχαν οσιακό βίο και μαρτυρικό τέλος.
– Νεομάρτυρες. Έτσι ονομάζονται οι Άγιοι που μαρτύρησαν επί Τουρκοκρατίας, μετά το 1453 (Άλωση της Κων/πολης)
 Ομολογητές. Ονομάζονται οι Άγιοι που διώχθηκαν και βασανίσθηκαν, που ομολόγησαν την πίστη τους, αλλά που τελικά δεν θανατώθηκαν.
– Όσιοι. Οι Άγιοι (ερημίτες, αναχωρητές, ασκητές…) που εγκατέλειψαν τον κόσμο και αφιερώθηκαν εξ ολοκλήρου στον Θεό. Τον λάτρεψαν σε ερήμους και σε κακοτοπιές με πίστη και εγκαρτέρηση για όλη τους την ζωή και τελικά “κοιμήθηκαν εν ειρήνη”, ονομάσθηκαν Όσιοι.
– Οσιοπαρθενομάρτυρες. Έτσι ονομάζονται οι παρθένες γυναίκες μοναχές, που θανατώθηκαν με μαρτυρικό τρόπο.
 Ισαπόστολοι. Όλοι όσοι έκαναν αποστολικό έργο ισάξιο των Αποστόλων ονομάσθηκαν έτσι.
 Πατέρες της Εκκλησίας. Οι μοναχοί, οι κληρικοί και ιδιαίτερα οι Επίσκοποι που διακρίθηκαν για το συγγραφικό, αντιαιρετικό και ποιμαντικό έργο τους.
– Απολογητές. Όλοι όσοι υπερασπίστηκαν τον Χριστιανισμό απέναντι σε φιλόσόφους, ηγεμόνες, βασιλείς και αυτοκράτορες, θεωρητικά ή γραπτά, με επιστολές ή με τον λόγο τους.
 Θεολόγοι. Φυσικά τρεις μόνο κατέχουν αυτόν τον τίτλο. Ο Ιωάννης ο Θεολόγος ο Ευαγγελιστής, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος επίσκοπος Ναζιανζού, και ο Συμεών ο νέος, ο Θεολόγος. Αυτοί όχι μόνο Θεολόγησαν με τα γραπτά τους, αλλά και με το παράδειγμα της ζωής τους.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Επιτρέπεται να διαβάζεται η ευχή της βασκανίας σε παιδιά αβάπτιστα;

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιανουαρίου, 2014

Την απάντηση στο παραπάνω ερώτημα μας τη δίδει ο καθηγητής της Λειτουργικής κ. Ιω. Φουντούλης1. “Τα αβάπτιστα νήπια εφόσον είναι γεννημένα από χριστιανούς γονείς, που έχουν την πρόθεση να τα βαπτίσουν, δεν είναι βέβαια χριστιανοί, εφόσον δεν έχουν ακόμη μπει στην χριστιανική κοινότητα με το άγιο βάπτισμα είναι όμως κατά κάποιο έμμεσο τρόπο μέλη της Εκκλησίας, μπορούμε να ειπούμε “κατηχούμενα”. Βλέπετε στις ευχές που διαβάζονται κατά την ημέρα της γεννήσεως γίνεται ειδικός λόγος και ειδική δέησις για το παιδί. 
Έτσι στην α’ ευχή λέγει: “και το εξ αυτής κυηθέν νήπιον διατήρησον από πάσης φαρμακείας, από πάσης χαλεπότητος, από πάσης ζάλης του αντικειμένου, από πνευμάτων πονηρών ημερινών τε και νυκτερινών… από νόσου και μαλακίας, από ζήλου και φθόνου και οφθαλμών βασκανίας και ελέησον αυτήν και το βρέφος… και το εξ αυτής κυηθέν νήπιον αξίωσον προσκυνήσαι τον επίγειον ναόν…”. Την ογδόη δε ημέρα οδηγείται στον ναό και “κατασφραγίζεται” το παιδίον, του δίδεται το όνομα και διαβάζεται η παλαιά ευχή της καταγραφής των κατηχουμένων: “Κύριε ο Θεός ημών, σου δεόμεθα και σε παρακαλούμεν, σημειωθήτω το φως…”. Και διά του βρέφους κάμνει ο ιερεύς “σταυρού τύπον” προ των πυλών του ναού ή της εικόνος της Θεοτόκου.
Πολύ περισσότερο κατά την ακολουθία του σαραντισμού, που “εκκλησιάζεται” το παιδί, αναγινώσκονται ειδικές ευχές γι’ αυτό, που ήδη από την όγδοη ήμερα καλείται “δούλος του Θεού”, και εισάγεται στον ναόν και στο θυσιαστήριο.
Επομένως κατ’ αναλογίαν μπορεί να μετάσχει και των άλλων ευλογιών και ευχών της Εκκλησίας, εφόσον αυτές δεν έχουν χαρακτήρα μυστηρίου.
Η ευχή της βασκανίας εξ άλλου είναι ένα είδος εξορκισμού, και εξορκισμοί εδιαβάζοντο και διαβάζονται και σήμερα στους κατηχουμένους.
Εκτός αυτού για την βασκανία γίνεται, όπως είδαμε, ειδικός λόγος στην β’ ευχή, που διαβάζεται την πρώτη ημέρα της γεννήσεως του παιδιού. Ασφαλώς λοιπόν μπορεί να αναγνωσθεί η ευχή της βασκανίας και σε μη βαπτισμένα παιδιά”. Και συνεχίζει ο καθηγητής κ. Ιω. Φουντούλης: “Δεν επιτρέπεται όμως αν δεν υπάρχει πραγματική αξία ο Ιερεύς να αναγνώσει την σχετική ευχή και να γίνεται συνεργός και να ενθαρρύνει τις δεισιδαιμονίες των απλοϊκών πιστών.
Η ευχή της βασκανίας δεν έχει τον χαρακτήρα αντιβασκανικού εμβολίου. Πρέπει όμως να γίνεται συστηματικά και εγκαίρως η διαφώτησις των χριστιανών για να γνωρίζουν την σημασία, τον σκοπό και την δύναμη των λειτουργικών ευχών και των διαφόρων ακολουθιών. Άλλως γιατί να ζητούμε ευθύνες από ανεύθυνους καλοπροαίρετους ανθρώπους; Ας ερωτά την συνείδησή του ο κάθε Ιερεύς, αν δεν είναι αυτός υπεύθυνος για το σκότος στο οποίο ζουν ακόμη τα λογικά του πρόβατα. Δεν χρειάζεται για την προσπάθεια αυτή ούτε πολλή σοφία ούτε μεγάλες ρητορικές ικανότητες. Θα πρέπει χωρίς καθυστερήσεις να φωτισθούν οι πιστοί, γιατί με κάτι τέτοιου είδους προλήψεις διασύρονται και βεβηλώνονται τα αγιαστικά μέσα της Εκκλησίας μας και γινόμεθα αιτία να συκοφαντήται η πνευματική μας λατρεία και να θεωρήται από πολλούς συνώνυμη με την μαγεία και την δεισιδαιμονία 2.
1 Φουντούλης Α’, σ. 111-112.
2 Φουντούλης Β’, σ. 29.
πηγή:εδώimverias

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Σάββας Α΄ των Σέρβων (1176-1236)

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιανουαρίου, 2014

..Ο όσιος Σάββας είχε πατέρα τον όσιο Συμεών. Ο όσιος Συμεών υπήρξε μεγάλος ηγεμόνας των Σέρβων (1165-1196) και ήταν κατά τον σύγχρονο βιογράφο του π. Ιουστίνο Πόποβιτς «υπερασπιστής της Ορθοδοξίας και πολέμιος των αιρέσεων, σε όλη του την ζωή άνθρωπος με μεγάλη πίστη, αγάπη και ζήλο Ευαγγελικό». Ο κατά κόσμον Στέφανος Νεμάνια γεννήθηκε το 1114 στην πόλη Ρίμπνιτσα της Ζέτας, το σημερινό Μαυροβούνι. Αγωνίσθηκε με σθένος υπέρ της Ορθοδοξίας και εργάσθηκε για την εδραίωση της στον λαό, τον οποίο ένωσε σε ένα βασίλειο. Έκτισε πολλούς ναούς, συγκάλεσε συνόδους για την αντιμετώπιση των αιρέσεων, ανέπτυξε πλούσιο φιλανθρωπικό έργο και ενίσχυσε οικονομικά μονές και προσκυνήματα. Με την ευλαβή και φιλομόναχη σύζυγό του Άννα, θυγατέρα Βυζαντινού αυτοκράτορα, απέκτησε πολλά παιδιά. Στο τέλος έγινε και αυτή μοναχή με το όνομα Αναστασία στη μονή Στουντένιτσα. Μεταξύ των τέκνων τους δύο στέφθηκαν αγιωνυμίας. Ο άγιος Σάββας πρώτος αρχιεπίσκοπος των Σέρβων και Στέφανος Β’ ο Πρωτοστεφής και τελικά καρείς μοναχός Σίμων.
………Ο άγιος Σάββας, που κατά κόσμον ονομαζόταν Ράστκο, υπήρξε καρπός προσευχής. Γεννήθηκε το 1176, και μεγάλωσε με νουθεσία Κυρίου. Οι θεοσεβείς γονείς του τον ετοίμαζαν για γάμο όταν ενηλικιώθηκε, αλλά αυτός είχε αποφασίσει τη μοναχική του αφιέρωση. Ποθούσε να αναχωρήσει στο Άγιον Όρος, για το οποίο άκουγε θαυμαστές ιστορίες ασκητών και οσίων. Με συνοδό ένα Ρώσο Αγιορείτη μοναχό έφυγε για το Άγιον Όρος, σε ηλικία 16 ετών, κρυφά από τους γονείς του, οι οποίοι βυθίσθηκαν σε μεγάλη θλίψη. Εκάρη μοναχός στη μονή Αγίου Παντελεήμονος-Παλαιού Ρωσικού και ονομάσθηκε Σάββας. Οι απεσταλμένοι στρατιωτικοί του πατέρα του πήγαν στο Άγιον Όρος για να τον βρουν και να τον φέρουν πίσω. Επέστρεψαν, με τα κοσμικά πριγκηπικά ρούχα του και με μία παραμυθητική επιστολή προς τους γονείς του, οι οποίοι επιθυμούσαν σύντομα να τον ξαναδούν κοντά τους.
………Λίγους μήνες μετά την κουρά του επισκέφθηκε την εορτάζουσα μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, την περίφημη μονή Βατοπαιδίου. Ο ηγούμενος της μονής τον προσκάλεσε να μείνει πλησίον τους. Ο Σάββας εντυπωσιασμένος δεν μπόρεσε να αρνηθεί, και έλαβε τη συγκατάθεση του ηγουμένου της μονής του Αγίου Παντελεήμονος και έμεινε στο Βατοπαίδι μία ολόκληρη δωδεκαετία.
………Η παραμονή του ήταν ωφέλιμη. Έμαθε θαυμάσια τα ελληνικά, μελέτησε στην πλούσια βιβλιοθήκη, διδάχθηκε την τάξη, την παράδοση, την τέχνη, στην πλούσια και μεγάλη αυτή μονή, και όπως γράφει ο μακάριος επίσκοπος Νικόλαος: «Σε τέτοιο κέντρο πνευματικότητας και πολιτισμού ο Σάββας είχε τη σπάνια ευκαιρία να οικοδομήσει το χαρακτήρα του κατά το πρότυπο των καλύτερων παραδειγμάτων που είδε και των καλύτερων βιβλίων που διάβασε». Ο μακαριστός Γέροντας Ιουστίνος συνεχίζει: «Η ζωή και η τάξι στο Μοναστήρι του Βατοπεδίου ικανοποίησε τον νεαρό μοναχό Σάββα, ο οποίος, ανάμεσα σε υποδειγματικούς μοναχούς και με την καθοδήγηση του ταπεινού και αγίου γέροντα Μακαρίου του Ιερομονάχου, παραδόθηκε στους μοναχικούς αγώνες με όλη την θέρμη της φιλόχριστης, νεανικής του ψυχής. Μέσα στον πύρινο ενθουσιασμό του και την φλογερή του ευλάβεια, επιθυμούσε με όλη του την καρδιά να μην τον ξεχωρίζουν σε τίποτα επειδή ήταν γιος ηγεμόνα. Ήθελε δηλαδή να είναι ένας απλός, συνηθισμένος μοναχός, ίσος και όμοιος με όλους τους άλλους στην νηστεία, στην προσευχή, στην αγρυπνία και σε όλες τις διακονίες της Μονής. Γι΄ αύτό εκτελούσε τα πάντα με ταπείνωσι και αφοσίωσι».
………Περιόδευσε όλο το Άγιον Όρος, αναζητώντας ενάρετους Γέροντες και προσφέροντας στις μονές πλούσια δώρα από αυτά που του έστειλε ο πατέρας του. Το μεγαλύτερο μέρος ασφαλώς πρόσφερε στην αγαπητή μονή που κατοικούσε. Ο νεώτερος βιογράφος του επίσκοπος Νικόλαος, βασισμένος στους πρώτους βιογράφους του αγίου Σάββα, τον σύγχρονο του Δομετιανό και τον κατοπινό Θεοδόσιο, αναφέρει πως κράτησε τα βασιλικά χρήματα για την ανοικοδόμηση της μονής Βατοπαιδίου: «Ήταν απαραίτητα κι άλλα καινούρια κτίρια στο μοναστήρι για τους μοναχούς, ο αριθμός των οποίων συνεχώς αυξανόταν. Ο Σάββας ανήγειρε μερικά τέτοια με δύο η τρεις ορόφους. Ένα από αυτά κράτησε για τον εαυτό του και τον πατέρα του, λέγοντας: Αν δώσει ο Θεός, εγώ και ο κύριος πατέρας μου θα κατοικήσουμε εδώ σε δικό μας σπίτι». Όπωσδήποτε δεν σκεφτόταν ότι θα χρειαζόταν γι΄ αυτόν και τον πατέρα του ολόκληρο κονάκι, αλλά ότι αυτό θα είναι σερβικό σπίτι για Σέρβους μοναχούς στο μέλλον. Κατόπιν άρχισε να κτίζει τρεις ναούς καλούμενους παρεκκλήσια, σαν τρεις πολύτιμους λίθους. Τον πρώτο, πίσω από το Καθολικό, αφιέρωσε στην Υπεραγία Παρθένο, το δεύτερο στον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο και τον τρίτο στη Μεταμόρφωση του Κυρίου. Ο τελευταίος κτίστηκε στην κορυφή του υψηλότερου από τους δέκα συνολικά πύργους. Και οι τρεις είναι κτισμένοι από πέτρα και πλίνθους, ενώ είναι σκεπασμένοι με πέτρινες πλάκες που υπάρχουν σε αφθονία στο Άγιο Όρος. Κάλυψε και τη στέγη του Καθολικού με μολύβι. Μετά απ΄ αυτό ανακαίνισε και πολλά άλλα βοηθητικά-δευτερεύοντα κτίρια. «Και πολλές άλλες ανάγκες κάλυψε στο μοναστήρι, που είναι δύσκολο ν΄ απαριθμηθούν όλες». Γι΄ αυτό η διοίκηση του μοναστηριού τίμησε το Σάββα με τον τίτλο «δεύτερος κτήτορας του Βατοπεδίου».
………Όπως αναφέρουν οι βιογράφοι του, ο άγιος Σάββας δεν υπήρξε απλά ένας υψηλός χορηγός των σημαντικών έργων στη μονή Βατοπαιδίου. Πέρα από τις δόσεις και τις οδηγίες έλεγχε με τη γνώση και ευφυΐα του την ποιότητα των έργων και δεν δίσταζε να εργάζεται όπως ένας συνηθισμένος εργάτης. Συγχρόνως διακονούσε στο ναό, στο μαγειρείο, στο αρτοποιείο, στα κτήματα και στο αρχονταρίκι, ώστε να γίνει στο Βατοπαίδι «ο πιο προσφιλής μοναχός». Σε όλα τα διακονήματα όμως πάντα είχε συνοδό την προσευχή, την εγκράτεια και την άσκηση. «Και θαύμαζαν, ο Ηγούμενος και οι αδελφοί του Κοινοβίου, πως σε τόσο μικρή ηλικία και τόσο σύντομα κατώρθωσε να φθάσει σε τέτοια πνευματικά μέτρα, πράγμα δύσκολο και για ηλικιωμένους μοναχούς». Συχνά, με την ευλογία του Γέροντος του Μακαρίου, μετέβαινε, ξυπόλυτος και πάντα πεζός, στους ασκητές που είχαν ανάγκες, για να τους μεταφέρει ελεημοσύνες και φρέσκο ψωμί. Δύο φορές μάλιστα, πηγαίνοντας για τις μονές Εσφιγμένου και Μεγίστης Λαύρας, έπεσε σε ληστές, αλλά διασώθηκε θαυματουργικά.
………Η μακρά παραμονή του αγίου Σάββα στο Άγιον Όρος και οι παραινετικές επιστολές του προς τον πατέρα του συνέβαλαν στην απόφασή του να παραιτηθεί από τον θρόνο του και να λάβει το μοναχικό σχήμα στις 25 Μαρτίου 1196 στη μονή Στουντένιτσα. Υπακούοντας τελικά στην επίμονη πρόσκληση του αγαπητού του Σάββα στις 8 Οκτωβρίου 1197 ξεκίνησε ανεπίστροφο ταξίδι κι έφθασε στη μονή Βατοπαιδίου στις 2 Νοεμβρίου 1197.
………Ο ηγεμόνας μοναχός έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές.
………Ο Ηγούμενος και οι αδελφοί, αφού δεήθηκαν κα ευχαρίστησαν τον Θεό στο Καθολικό, χαιρέτησαν τον γέροντα Συμεών και τον ασπάσθηκαν εν Κυρίω. Τότε ήλθε και ο γιός να χαιρετήση τον πατέρα.
………Η συνάντησι ήταν ιδιαίτερα συγκινητική. Και οι δύο έμειναν άφωνοι από την μεγάλη χαρά. Ο γέροντας μάλιστα κλονίσθηκε και θα έπεφτε, αν δεν τον συγκρατούσαν. Όταν κάποτε συνήλθε, έβρεχε με πολλά δάκρυα το κεφάλι του πολυαγαπημένου του παιδού, καθώς το κρατούσε πάνω στην καρδιά του καταφιλώντας το. Την ώρα εκείνη ο θεοφώτιστος γιος πόσες ευχαριστίες δεν ανέπεμπε στον Θεό από το βάθος της ψυχής του, επειδή ο πατέρας του υπάκουσε στον λόγο του Ευαγγελίου! Κατασυγκινημένοι και γεμάτοι χαρά πνευματική, δόξαζαν τον Θεό. Το θέαμα ήταν θαυμαστό στον ουρανό και στην γη. Και οι δύο, “τετρωμένοι” από την αγάπη του Χριστού, άφησαν τα μεγαλεία και ήλθαν στην ξένη γη, ακολουθώντας τον Κύριο ολόψυχα. Γι΄ αυτό έφθασαν σε μεγάλη ταπείνωσι και έγιναν κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος.
………Ο Πρώτος, όταν άκουσε για την άφιξη του μεγάλου ζουπάνου, κατέβηκε από τις Καρυές, για να χαιρετήσει τον διακεκριμένο επισκέπτη. Ο Συμεών με ταπεινοφροσύνη έκανε μετάνοια μπροστά του, ενώ ο Πρώτος γονάτισε μπροστά στον Συμεών και χαιρέτισαν και αγκάλιασαν ο ένας τον άλλο. Αυτό ήταν μεγάλο γεγονός στην ιστορία του Αγίου Όρους, γιατί μέχρι τότε κανένας μεγάλος ηγεμόνας ορθοδόξου έθνους δεν ήρθε στην κτήση της Υπεραγίας Θεοτόκου σαν μοναχός ανάμεσα σε φτωχούς μοναχούς!
………Έφτασαν και οι ηγούμενοι όλων των μεγαλύτερων μοναστηριών με πλήθος μοναχών να δουν και να χαιρετήσουν τον πρώην δεινό αρχιστράτηγο και ηγεμόνα και τώρα απλό μοναχό ίδιον μ΄ αυτούς. Έχοντας σφοδρή επιθυμία να μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα για τη μοναχική ζωή, ο Συμεών έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον για την πείρα τους στην οδό της σωτηρίας. Ούτε ένας δεν έφυγε χωρίς δώρα φερμένα από τη Σερβία. Ο γέροντας είχε φέρει μαζί του πολλά άλογα κα μουλάρια φορτωμένα με πολύτιμα δώρα, χρήσιμα για την εκκλησία και την αδελφότητα. Απ΄ αυτά, τη μερίδα του λέοντος -δύο μεγάλους κάδους χρυσό κι ασήμι- έδωσε στο Βατοπέδι».
………Μετά την κοίμηση του πατέρα του. Ο Άγιος Σάββας, δόθηκε περισσότερο στην εργασία των αρετών κι έγινε έτσι ο διακριτικός και φωτισμένος σύμβουλος όλου του Αγίου Όρους.
………Το 1219 μεταβαίνοντας στη Νίκαια για αγιορείτικες υποθέσεις πέτυχε από τον αυτοκράτορα και τον πατριάρχη την ανεξαρτησία της Σερβικής Εκκλησίας και εξελέγη, παρά την επιθυμία του, πρώτος αρχιεπίσκοπος των Σέρβων. Αμέσως έγινε σοφός διοργανωτής της Εκκλησίας του, στήριξε την ορθόδοξη πίστη και καταπολέμησε τις αιρέσεις με τη γλυκύτητα της διδασκαλίας του. Έκτισε μονές, ναούς και σχολεία προς φωτισμό του λαού του.
………Ταξίδεψε δύο φορές στο Άγιον Όρος και στους Αγίους Τόπους για προσκύνημα και προσφορά πλούσιων δώρων.
………Έγραψε τυπικά των μονών Χιλανδαρίου και Στουντένιτσας, ακολουθία και βίο του οσίου πατέρα του και μετέφρασε από τα ελληνικά διάφορα έργα. Συνέβαλε πολύ στην πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη των συμπατριωτών του.
………Λύτρωσε την ποίμνη του από τις πλάνες, πλούτισε τη λατρεία με ακολουθίες και τυπικά και, με τα νομοθετήματα του τα ψυχοσωτήρια και τα χαρίσματα του, αναδείχθηκε μέγας φωτιστής και προστάτης των Σέρβων.
………Κοιμήθηκε στο Τύρνοβο της Βουλγαρίας. Η τελευταία του Θεία Λειτουργία ήταν την ημέρα των Θεοφανείων. Λίγες ημέρες μετά, με φωτεινό πρόσωπο, παρέδωσε το πνεύμα του στον Πλάστη του. Οι τελευταίες του λέξεις ήταν «Δόξα σοι ο Θεός», πού το επανέλαβε τρεις φορές. Τα ευώδη και θαυματουργά λείψανα του, μετά από πολλές δεήσεις, ο κράλης Βλαντισλάβ τα μετέφερε με τιμές στη Σερβία, στη μονή Μιλέσοβο το 1237. Το έτος όμως 1594 ο Σινάν πασάς τα πήρε και τα έκαψε στο Βελιγράδι.
………Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει περί αυτών: «Έγινεν ο κατά σάρκα Υιός Σάββας, Πατήρ κατά πνεύμα του Συμεών, του κατά σάρκα Πατρός αυτού. Και έμειναν και οι δύο ικανόν καιρόν εις την μονήν του Βατοπεδίου … αγωνιζόμενοι τον καλόν αγώνα με καθημερινάς νηστείας, και ολονυκτίους στάσεις και προσευχάς, και εντός ολίγου έγιναν εγκρατείς των σαρκικών παθών, φθάσαντες εις το άκρον της αρετής υπέρ πάντας σχεδόν τους κατ΄ εκείνον τον καιρόν ευρισκομένους εις το Άγιον Όρος Πατέρας».

Πηγή –  agioritikesmnimes

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι Άγιοι Αββάδες οι εν Όρει Σινά αναιρεθέντες(+14 Ιανουαρίου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιανουαρίου, 2014

«Οι άγιοι αυτοί, ποθώντας τον ασκητικό βίο, εγκατέλειψαν όλα τα του κόσμου και κατοικούσαν στην έρημο. Μαζί τους ήταν και ο μακάριος Νείλος, που είχε υπάρξει έπαρχος της Κωνσταντινουπόλεως, αυτός που συνέθεσε με δύναμη λόγου και με τη χάρη του αγίου Πνεύματος άριστα συγγράμματα που καθοδηγούν στην εν Χριστώ άσκηση και που περιέγραψε τον τρόπο ζωής, αλλά και την αιχμαλωσία και τον φόνο των οσίων πατέρων αυτών. Διότι αυτοί φονεύτηκαν από τους βαρβάρους, που λέγονταν «Βλέμμυες» και που εκτείνονταν από την Αραβία έως την Αίγυπτο και κατά την έρημο της ερυθράς θάλασσας.
Πριν από πολλά χρόνια, επί της βασιλείας του Διοκλητιανού και του Πέτρου αρχιεπισκόπου Αλεξανδείας, φονεύτηκαν και άλλοι μοναχοί που ησύχαζαν και αυτοί στο όρος Σινά. Βγήκαν δηλαδή οι Σαρακηνοί που κατοικούσαν στο όρος Σινά, όταν πέθανε ο αρχηγός της φυλής τους, και σκότωσαν πολλούς από τους ασκητές. Οι υπόλοιποι ασκητές κατέφυγαν στο οχύρωμα. Τη νύκτα φάνηκε στους Σαρακηνούς φλόγα πυρός, που κατέκαιε όλο το Όρος, η δε φλόγα ανερχόταν μέχρι τον ουρανό. Το είδαν οι Σαρακηνοί και φοβήθηκαν, ρίξανε τα όπλα τους και έφυγαν.
Αυτοί που σφαγιάστηκαν πρώτα ήταν  τριάντα οκτώ, έχοντας διάφορες πληγές στα σώματά τους. Από αυτούς βρέθηκαν δύο ζωντανοί, ο Σάββας και ο Ησαϊας. Αυτοί που φονεύτηκαν, άλλοι μεν είχαν τελείως κομμένα τα κεφάλια τους, ενώ από άλλους το δέρμα κρατούσε από το ένα μέρος, κι άλλοι ήταν κομμένοι στα δύο. Αυτούς τους έθαψαν οι δύο μοναχοί, οι οποίοι και μας διηγήθηκαν τα σχετικά με αυτούς».
Οι άγιοι αββάδες που εορτάζουμε σήμερα, είναι διπλά στεφανωμένοι από τον Θεό: και για τους ασκητικούς ιδρώτες τους ως μοναχοί και για τους αθλητικούς αγώνες τους ως μάρτυρες. «Αθλητικούς αγώνας εκ των ασκητικών ιδρώτων διηνύσατε∙ και διπλοίς στεφάνοις κατακοσμηθέντες, εκτενώς τον Σωτήρα ικετεύσατε σωθήναι ημάς» (Περάσατε στους αθλητικούς αγώνες από τους ασκητικούς ιδρώτες. Κι αφού κατακοσμηθήκατε  από διπλά στεφάνια, εκτενώς ικετεύσατε τον Σωτήρα να σωθούμε εμείς). Η υμνολογία μας βεβαίως πάντοτε τονίζει, όταν πρόκειται για ανάλογες περιπτώσεις οσιομαρτύρων, ότι η σχέση της ασκητικής διαγωγής και του μαρτυρίου είναι σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Το μαρτύριο δηλαδή του αίματος αποτελεί συχνά τη συνεπή κατάληξη του μαρτυρίου της συνειδήσεως, το οποίο βιώνει με την άσκησή του κατεξοχήν ένας μοναχός. Κι αυτό επισημαίνει και ο άγιος Ιωσήφ, ο υμνογράφος του κανόνα των αγίων αββάδων. «Όσιοι Πατέρες μελετήσατε μέρα και νύκτα τον νόμο του Κυρίου και γι’ αυτό αξιωθήκατε να γίνεται ένα με τον Κύριο, το ξύλο της ζωής. Και ο καρπός σας άνθησε τα στεφάνια της αθλήσεως» («Όσιοι Πατέρες, μελετήσαντες ημέρας και νυκτός εν νόμω Κυρίου, ηξιώθητε του ξύλου της ζωής σύμφυτοι γενέσθαι, και ο καρπός υμών αθλήσεως στεφάνους εξήνθησε»).

Ο συσχετισμός που κάνει ο άγιος υμνογράφος μεταξύ των ασκητικών δακρύων των αγίων αββάδων και της ρύσεως των μαρτυρικών τους αιμάτων συνεχίζεται. Βλέπει τους αγίους ασκητές ως προέκταση των Ισραηλιτών, οι οποίοι μπόρεσαν με την καθοδήγηση του Μωυσή να ξεφύγουν από την τυραννία του Φαραώ στην Αίγυπτο και να καταποντίσουν τα στρατεύματά του στην ερυθρά θάλασσα. Η θάλασσα γι’ αυτούς εν προκειμένω ήταν τα δάκρυά τους, μέσα στα οποία έπνιξαν τον νοητό Φαραώ, τον διάβολο, οπότε έπειτα με τη ρύση των αιμάτων τους διά του μαρτυρίου οριστικά τον κατέστρεψαν και τον οδήγησαν στην αφάνεια. «Θαλάσση τη των δακρύων πρότερον εναπεπνίξατε τον Φαραώ, σοφοί, τον νοητόν∙ των αιμάτων δε ύστερον τοις οχετοίς ωλέσατε και αφανία παρεπέμψατε»). Κι είναι γεγονός ότι ο άγιος Ιωσήφ τονίζει μία πραγματικότητα ευρύτερου κύρους: δεν είναι δυνατόν ο διάβολος, ο εχθρός της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους να ηττηθεί από τον πιστό, αν αυτός δεν πορευτεί, είτε είναι μοναχός είτε είναι εν τω κόσμω, εν μετανοία, δηλαδή με συναίσθηση των αμαρτιών του και με δάκρυα που ξεπλένουν αυτές. Όταν ο ίδιος ο Κύριος μεταξύ των άλλων μακάρισε αυτούς που πενθούν για τις αμαρτίες τους και για τις αμαρτίες του κόσμου, δεν υπάρχει περίπτωση κανείς να υποβαθμίσει την αλήθεια αυτή. «Μακάριοι οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται» είπε στην επί του Όρους ομιλία Του.

 
Ο μακαρισμός αυτών που πενθούν, στην πραγματικότητα είναι μακαρισμός, κατά τον άγιο Ιωσήφ, εκείνων που με τη χάρη του Θεού είδαν το βάθος της πραγματικότητας: ότι την απόλυτη προτεραιότητα έχουν τα αιώνια και τα μένοντα και όχι τα ευτελή των γήινων, άστατων και ρευστών πραγμάτων του κόσμου τούτου. Μόνον εκείνος, με άλλα λόγια, που προσανατόλισε την ύπαρξή του προς τον αιώνιο Θεό μπορεί και να υπερβαίνει ό,τι συνιστά γοητεία του παρόντος κόσμου, του απατεώνος, και να κλαίει για τις αμαρτίες του. Ο απόστολος Παύλος το εξέφρασε με σαφήνεια: «ου σκοπούμεν τα βλεπόμενα, αλλά τα μη βλεπόμενα.  Τα γαρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τα δε μη βλεπόμενα αιώνια» (Ο σκοπός μας δεν είναι αυτά που βλέπουμε στον παρόντα κόσμο, αλλά τα μη βλεπόμενα του ουρανού. Διότι τα βλεπόμενα είναι πρόσκαιρα, τα μη βλεπόμενα αιώνια). Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο άγιος υμνογράφος, αναφερόμενος στους σημερινούς αγίους: «Αποσκοπώντας – γράφει – στην αιωνιότητα αυτών που παραμένουν, σοφοί, αποκρούσατε το ευτελές και χαμερπές των άστατων και ρευστών γήινων πραγμάτων. Γι’ αυτό μακαρίζεσθε, οσιομάρτυρες» («Αποσκοπούντες των μενόντων, σοφοί, το αϊδιον, των αστάτων και ρευστών το χαμερπές απεκρούσασθε∙ όθεν μακαρίζεσθε, οσιομάρτυρες»).

Το κατά Θεόν αυτό πένθος τους λόγω της μετάθεσης της ύπαρξής τους στα αιώνια έκανε τους οσιομάρτυρες αββάδες να ζουν ως μοναχοί με συντετριμμένη τη διάνοια. Κι η συντριβή τους αυτή ήταν εκείνη που φανέρωνε την ταπείνωσή τους και συνεπώς την αληθινή λατρεία τους προς τον Θεό: «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει». Και τη συντριβή αυτή αξιοποιεί ο άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος, προκειμένου να περιγράψει διαμιάς την όλη ζωή των αγίων: «Αφού λατρέψατε τον Θεό με τη συντετριμμένη διάνοιά σας, συντρίψατε την υπερηφάνεια του εχθρού, μακάριοι, συντριβόμενοι στη συνέχεια ως προς τα σώματά σας και θανατούμενοι από το ξίφος του» («Συντετριμμένοι διανοία Θεόν θεραπεύσαντες, συνετρίψατε εχθρού μεγαλαυχίαν, μακάριοι, ξίφει συντριβόμενοι και θανατούμενοι»). Οι άγιοι αββάδες έτσι αναδείχτηκαν κυριολεκτικά Παράδεισος, δίνοντας έμπρακτη απάντηση σε όλους αυτούς που ψάχνουν παράλογα για τους επίγειους Παραδείσους. Και τι λένε; Παράδεισος είναι η σχέση με τον Χριστό. Αυτός είναι ο αληθινός Παράδεισος και γίνεται εξίσου Παράδεισος και όποιος σχετίζεται μαζί Του. «Παράδεισος τρυφής ζωής ξύλον τον Κύριον εδείχθητε μέσον έχων, τον υμών ως θυσίαν το αίμα προσδεξάμενον» (Φανήκατε Παράδεισος τρυφής, που έχει στο μέσον το ξύλο της ζωής, τον Κύριο, ο Οποίος δέχτηκε σαν θυσία το αίμα σας).

παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γέροντας Πορφύριος: Πώς φεύγει η ανασφάλεια, η απελπισία, η κατάθλιψη.

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιανουαρίου, 2014

Ὅλα τὰ κακὰ αἰσθήματα, ἡ ἀνασφάλεια, ἡ ἀπελπισία, ἡ ἀπογοήτευση, ποὺπᾶνε νὰ κυριεύσουν τὴν ψυχή, φεύγουν μὲ τὴν ταπείνωση. Αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει ταπείνωση, ὁ ἐγωιστής, δὲν θέλει νὰ τοῦ κόψεις τὸ θέλημα, νὰ τὸν θίξεις, νὰ τοῦ κάνεις ὑποδείξεις. Στενοχωρεῖται, νευριάζει, ἐπαναστατεῖ, ἀντιδρᾶ, τὸν κυριεύει ἡ κατάθλιψη.
Ἡ κατάσταση αὐτὴ θεραπεύεται μὲ τὴ χάρη. Πρέπει ἡ ψυχὴ νὰ στραφεῖ στὴνἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεραπεία θὰ γίνει μὲ τὸ ν’ ἀγαπήσει τὸν Θεὸ μὲ λαχτάρα.
Πολλοὶ ἅγιοί μας μετέτρεψαν τὴν κατάθλιψη σὲ χαρὰ μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό. Παίρνανε δηλαδὴ τὴν ψυχικὴ δύναμη, ποὺ ἤθελε νὰ τὴ συντρίψει ὁδιάβολος, καὶ τὴ δίνανε στὸν Θεὸ καὶ τὴ μεταβάλλανε σὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση. Ἡπροσευχή, ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ μεταβάλλει σιγὰ σιγὰ τὴν κατάθλιψη καὶ τὴγυρίζει σὲ χαρά, διότι ἐπιδρᾶ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ χρειάζεται νὰ ἔχεις τὴ δύναμη, ὥστε ν’ ἀποσπάσεις τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ποὺ θὰ σὲ βοηθάει νὰ ἑνωθεῖς μαζί του. Χρειάζεται τέχνη.
 Ὅταν δοθεῖς στὸν Θεὸ καὶ γίνεις ἕνα μαζί του, θὰ ξεχάσεις τὸ κακὸ πνεῦμα, ποὺ σὲ τραβοῦσε ἀπὸ πίσω, κι ἐκεῖνο ἔτσι περιφρονημένο θὰ φύγει. Στὴ συνέχεια,ὅσο θ’ ἀφοσιώνεσαι στὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τόσο δὲν θὰ κοιτάζεις πίσω σου, γιὰνὰ δεῖς αὐτὸν ποὺ σὲ τραβάει. Ὅταν σὲ ἑλκύσει ἡ χάρις, ἑνώνεσαι μὲ τὸν Θεό. Κιὅταν ἑνωθεῖς μὲ τὸν Θεὸ καὶ δοθεῖς σ’ Ἐκεῖνον, πᾶνε ὅλα τ’ ἄλλα, τὰ ξεχνάεις καὶσώζεσαι. Ἡ μεγάλη τέχνη, λοιπόν, τὸ μεγάλο μυστικό, γιὰ ν’ ἀπαλλαγεῖς ἀπ’ τὴν κατάθλιψη καὶ ὅλα τ’ ἀρνητικά, εἶναι νὰ δοθεῖς στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
Ἕνα πράγμα ποὺ μπορεῖ νὰ βοηθήσει τὸν καταθλιπτικὸ εἶναι καὶ ἡ ἐργασία, τὸἐνδιαφέρον γιὰ τὴ ζωή. Ὁ κῆπος, τὰ φυτά, τὰ λουλούδια, τὰ δέντρα, ἡ ἐξοχή, ὁπερίπατος στὴν ὕπαιθρο, ἡ πορεία, ὅλ’ αὐτά, βγάζουν τὸν ἄνθρωπο ἀπ’ τὴνἀδράνεια καὶ τοῦ δημιουργοῦν ἄλλα ἐνδιαφέροντα. Ἐπιδροῦν σὰν φάρμακα. Ἡἀσχολία μὲ τὴν τέχνη, τὴ μουσικὴ κ.λπ. κάνουν πολὺ καλό. Σ’ ἐκεῖνο, ὅμως, ποὺδίνω τὴ μεγαλύτερη σημασία εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὴμελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, γιὰ τὶς ἀκολουθίες. Μελετώντας τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, θεραπεύεται κανεὶς χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει.
Νὰ σᾶς διηγηθῶ γιὰ μιὰ κοπέλα, ποὺ ἦλθε σ’ ἐμένανε τὸν ταπεινό. Ἔπασχεἀπὸ φοβερὴ κατάθλιψη. Δὲν κατάφερε κάτι μὲ τὰ φάρμακα. Παράτησε τὰ πάντα, τὴ δουλειά της, τὸ σπίτι της, τὶς ἀπασχολήσεις της. Κι ἐγὼ τῆς εἶπα αὐτὰ ποὺξέρω. Τῆς εἶπα γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ αἰχμαλωτίζει τὴν ψυχή, διότι ἡχάρις τοῦ Θεοῦ γεμίζει τὴν ψυχὴ καὶ τὴν ἀλλάζει. Τῆς ἐξήγησα ὅτι εἶναι δαιμονικὴ αὐτὴ ἡ δύναμη ποὺ καταλαμβάνει τὴν ψυχὴ καὶ μεταβάλλει τὴν ψυχικὴ δύναμη σὲ κατάθλιψη, τὴ ρίχνει κάτω, τὴ βασανίζει καὶ τὴν ἀχρηστεύει. Τὴν συμβούλευσα ν’ ἀσχολεῖται μὲ διάφορες ἀπασχολήσεις, ὅπως, γιὰπαράδειγμα, μὲ τὴ μουσικὴ ποὺ τῆς ἄρεσε πρῶτα κ.λπ. Τόνισα, ὅμως, περισσότερο τὴ στροφὴ καὶ τὴν ἀγάπη της πρὸς τὸν Χριστό. Τῆς εἶπα ἀκόμη ὅτι μέσα στὴν Ἐκκλησία μας ὑπάρχει θεραπεία μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν προσευχή, ἀλλὰ ποὺ θὰ γίνεται μὲ λαχτάρα.
Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστικὸ τῆς θεραπείας. Αὐτὰ δέχεται ἡ Ἐκκλησία μας.
πηγή:εδώ

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ Ο ΚΟΙΝΟΒΙΑΡΧΗΣ (11 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Ιανουαρίου, 2014

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ Ο ΚΟΙΝΟΒΙΑΡΧΗΣ ΚΑΙ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ (11 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ) 

Ο όσιος πατέρας μας Θεοδόσιος ήταν από την κώμη Μωγαρισό της επαρχίας της Καππαδοκίας, τον πατέρα του τον έλεγαν Προαιρέσιο και τη μητέρα του Ευλογία, που ήταν και οι δύο ευσεβείς και πιστοί χριστιανοί. Ακολούθησε δε τη μοναχική ζωή και το ιερό ένδυμα αυτής. Πήγε στα Ιεροσόλυμα και από εκεί έφθασε στην Αντιόχεια προς τον μέγα Συμεών τον Στυλίτη, από τον οποίο και μυήθηκε την επίδοση στην αρετή, που θα παρουσίαζε αργότερα. Διότι θα γινόταν ποιμένας πολλών λογικών προβάτων. Έπειτα ησυχάζει κοντά σε κάποιο σεβαστό άνδρα, ονόματι Λογγίνο. Ακολουθώντας την άκρα εγκράτεια, ώστε να σιτίζεται μία φορά την εβδομάδα, και χωρίς να γευτεί καθόλου άρτο για τριάντα χρόνια, κι αφού εξάσκησε κάθε άλλη αρετή, έφτασε σε τόσο μεγάλο πνευματικό ύψος, ώστε να επιτελεί και παράδοξα θαύματα. Για παράδειγμα: – Τον μοναχό Βασίλειο, ο οποίος τελείωσε τη ζωή του και εγκαινίασε τον τάφο που ο άγιος είχε κατασκευάσει για τον ίδιο, για μνήμη θανάτου, ο όσιος μόνος με έναν ακόμη μοναχό, ενώ στους υπόλοιπους ήταν αθέατος,  τον έβλεπε να στέκεται μαζί με τους αδελφούς και να συμψάλλει· – χωρίς να υπάρχει φωτιά, άναψε τα σβησμένα κάρβουνα, εκεί που επρόκειτο να ιδρύσει το μοναστήρι· – κάποια γυναίκα που τον πλησίασε, την απάλλαξε από την αιμορραγία της· – από έναν κόκκο, τον οποίο ευλόγησε  και τον έδωσε πίσω, έκανε να ξεχειλίζουν τα χωράφια με σιτάρι· – ένα παιδί που έπεσε μέσα σε φρεάτιο, ήλθε αόρατα και το έβγαλε από τον λάκκο· – σταμάτησε τον θάνατο των παιδιών που γεννώνταν, τα οποία δεν πρόφταιναν να φτάσουν ζωντανά στη ζωή. Τη μητέρα τους λοιπόν, που ήταν όπως σχεδόν οι στείρες γυναίκες, με την προσευχή του την έκανε εύτεκνο· – και απεσόβησε νέφος ακρίδων με μόνη την επιτίμησή του· – και τον Κήρυκο, τον κόμητα της Ανατολής, τον έκανε άτρωτο στους πολέμους, διότι αντί για θώρακα φόρεσε αυτός την τρίχινη εσθήτα του αγίου· – και τη γη που ταλαιπωρείτο από την ξηρασία, την απάλλαξε από την αδικία περί τους καρπούς, κάνοντας να έλθει βροχή με την προσευχή του· – προείπε και την πτώση των οικοδομημάτων από σεισμό που επρόκειτο να καταλάβει την Αντιόχεια, όπως και πολλούς έσωσε από τα θαλάσσια κύματα, εμφανιζόμενος σ᾽αυτούς που κινδύνευαν. Έγινε καθηγητής πολλών μαθητών και έτσι εξεδήμησε προς τον Κύριο. Τελείται δε η σύναξή του στο σεπτό αποστολείο του αγίου αποστόλου Πέτρου᾽.

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας δεν είναι δυνατόν να μη προβάλουν τη σπουδαία ασκητική διαγωγή ενός από τους μεγαλυτέρους οσίους της Εκκλησίας μας, ο οποίος μάλιστα έχει και τον τίτλο του καθηγητού της ερήμου, ως καθοδηγητής πλήθους άλλων μοναχών, και μάλισα καθοδηγητής όχι με τα λόγια, αλλά πρωτίστως με την ίδια την αγιασμένη ζωή του.῾Όσιε πάτερ, θεοφόρε Θεοδόσιε, μεγάλως ηγωνίσω εν τη προσκαίρω ζωή, εν ύμνοις και νηστείαις και αγρυπνίαις, τύπος γενόμενος των σων φοιτητών᾽(όσιε πάτερ, θεοφόρε Θεοδόσιε, αγωνίστηκες σπουδαία στην πρόσκαιρη αυτή ζωή, με τους ύμνους και τις νηστείες και τις αγρυπνίες, γενόμενος έτσι παράδειγμα των μαθητών που ήταν μαζί σου). Η μεγαλωσύνη του μάλιστα παρομοιάζεται με εκείνην του μεγίστου οσίου Αντωνίου, δείχνοντας με τον τρόπο αυτόν πράγματι το μέγεθος της αγιότητας και του ίδιου. ῾Εξασκήσας αληθώς ώσπερ ο μέγας Αντώνιος᾽ (ασκήθηκες αληθινά όπως ακριβώς ο μέγας Αντώνιος).

Η κατεξοχήν άσκησή του, κατά τον υμνογράφο του, ήταν στην προσευχή, στο κατά Θεόν πένθος και τα δάκρυα, στη μνήμη του θανάτου. Ασκούμενος σ᾽αυτά, έφτασε σε μεγάλα ύψη ταπείνωσης και καθαρότητας, συνεπώς δημιούργησε μέσα στην καρδιά του τον κατάλληλο χώρο για την ενοίκηση της αγίας Τριάδος. Διότι ῾ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν᾽, όπως και ῾μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται᾽. Με την ενοίκηση του Θεού στην ύπαρξή του, έγινε και ο ίδιος φως, το οποίο φώτισε και τους μοναχούς του μοναστηριού του, αλλά και τον κόσμο ο οποίος τον επισκεπτόταν. Σημειώνει ο άγιος υμνογράφος: ῾ευρούσα, ως επόθει, την καθαράν σου ψυχήν του Πνεύματος η χάρις του Παναγίου, σοι ενεσκήνωσεν ως άχραντον φως᾽(όπως ποθούσε η χάρη του Παναγίου Πνεύματος, βρήκε την καθαρή σου ψυχή και κατασκήνωσε σε σένα σαν άχραντο φως). Είπαμε όμως: η καθαρότητα αυτή της ψυχής του ήταν αποτέλεσμα του αδιάκοπου κατά των ψεκτών παθών αγώνα του, κυρίως στην προσευχή, το κατά Θεόν πένθος και τα δάκρυα, τη μνήμη του θανάτου. ῾Θείας αίρων σου χείρας προς ύψος, στύλος, όσιε, φωσφόρος ώφθης, των προσευχών εν ταις ακτίσι λαμπόμενος᾽ (Σηκώνοντας τα θεϊκά σου χέρια προς τον Θεό, όσιε, φάνηκες φωτεινός στύλος, που λάμπει με τις ακτίνες των προσευχών). ῾Γλυκασμόν ευφροσύνης Χριστώ τω Θεώ, τω των Μυροφόρων τα δάκρυα τρέψαντι εις χαράν, Θεοδόσιε, οι κρουνοί των δακρύων σου έσταξαν᾽ (Θεοδόσιε, οι κρουνοί των δακρύων σου έσταξαν γλυκασμό ευφροσύνης από τον Χριστό τον Θεό, ο Οποίος  μετέτρεψε τα δάκρυα των Μυροφόρων σε χαρά). Και κυρίως η μνήμη του θανάτου: ῾Τον βίον αεί του θανάτου θέμενος μελέτημα, εκδημήσαι σπεύδων τε προς τον δι᾽ημάς επιφανέντα σαρκί, σεαυτώ εδομήσω τον τάφον, Θεοδόσιε᾽ (Κρατώντας πάντοτε στη ζωή σου τη μελέτη του θανάτου και σπεύδοντας να φύγεις από τη ζωή αυτή προς τον Χριστό, που φάνηκες για εμάς ως άνθρωπος, κατασκεύασες για τον εαυτό σου τον τάφο σου, Θεοδόσιε). Μοιάζει και σ᾽ αυτό με τον άγιο Αντώνιο, ο οποίος τόνιζε ότι δεν είναι δυνατόν να φτάσει σε αγιότητα ο άνθρωπος, αν δεν θεωρήσει την κάθε του ημέρα ως την τελευταία  της ζωής του. Κι αν για τους μεγάλους αυτούς οσίους η μελέτη του θανάτου θεωρείτο ως απαραίτητη πνευματική άσκηση, ας φανταστούμε πόσο πιο απαραίτητη είναι για εμάς, τους εν τη ταραχή και συγχύσει του κόσμου ευρισκομένους. Είναι αυτό που προτρέπει ο λόγος του Θεού ήδη από την Παλαιά Διαθήκη: ῾μιμνήσκου τα έσχατά σου, και ου μη αμάρτης εις τον αιώνα᾽ (Θυμήσου το τέλος της ζωή σου, και δεν θα αμαρτήσεις ποτέ).

Οι πνευματικές του ασκήσεις και η εν Χριστώ πρόοδός του ενισχυόταν από δύο στοιχεία: πρώτον, από τον τόπο που ευρισκόταν, δηλαδή  κοντά στον τόπο που έζησε ο ίδιος ο Κύριος, γι᾽αυτό και ο υμνογράφος προβάλλει τα στάδια της πνευματικής του πορείας κατά αντιστοιχία με την πορεία του Χριστού – ῾Κατέλιπες τον κόσμον και τα εν τω κόσμω, όσιε, την τελεσθείσαν γύμνωσιν του Δεσπότου εκμιμησάμενος επί του Ιορδάνου, Θεοδόσιε᾽ (Άφησες τον κόσμο και τα εν τω κόσμω, όσιε, επειδή μιμήθηκες τη γύμνωση που υπέστη ο Δεσπότης Κύριος στον Ιορδάνη, Θεοδόσιε), ῾Tου κλίναντος κορυφήν τω Προδρόμω μιμούμενος Χριστού το υπήκοον, και την αρίστην ταπείνωσιν, Πάτερ Θεοδόσιε, προς αρετών ανηνέχθης πύργον άσειστον᾽ (Μιμούμενος την υπακοή και την άριστη ταπείνωση του Χριστού, που έκλινε την κεφαλή του στον Πρόδρομο, Πάτερ Θεοδόσιε, ανέβηκες και εσύ στον στέρεο πύργο των αρετών), ῾Tον σταυρόν του Σωτήρος επ᾽ ώμων άρας, έδραμες επί τον τούτου τάφον, ελάφου δίκην επί υδάτων πηγάς σωτηρίους, παμμάκαρ Θεοδόσιε᾽ (Σήκωσες στους ώμους σου τον σταυρό του Σωτήρα και έτρεξες στον τάφο εκείνου, όπως τρέχει το ελάφι στις σωτήριες πηγές των υδάτων, παμμάκαρ Θεοδόσιε) – δεύτερον, από το γεγονός ότι είχε την ευκαιρία να προσεύχεται και να ζει μέσα στον ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποία αγαπούσε υπερβαλλόντως – ῾Τη παρθένω και Μητρί λειτουργήσας Χριστού του Θεού, την ακαταμάχητον χάριν εδέξω του Πνεύματος᾽ (Αφού λειτούργησες στην Παρθένο και Μητέρα Χριστού του Θεού, δέχτηκες την ακαταμάχητη χάρη του αγίου Πνεύματος), ῾Tον θείον της Θεοτόκου κατηξιώθης ναόν κατοικείν και τούτον επισκέπτεσθαι·Θεού την λαμπρότητα θεωρείν γαρ ηγάπησας᾽ (Αξιώθηκες να κατοικείς στον θείο  ναό της Θεοτόκου και να τον επισκέπτεσαι. Διότι αγάπησες να βλέπεις τη λαμπρότητα του Θεού). Κι είναι ευνόητο: δεν υπάρχει περίπτωση κάποιος να προχωρήσει σε αγιότητα, να έχει την οποιαδήποτε αγιότητα, αν δεν αγαπήσει τη Μητέρα του Κυρίου, την υπεραγία Θεοτόκο. Η αγάπη προς Εκείνην είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης προς τον ίδιο τον Χριστό και Θεό μας.

Αναφέραμε προηγουμένως ότι ο όσιος Θεοδόσιος ήταν φωτισμένος εκ Θεού άνθρωπος, ο οποίος φώτιζε και τους μοναχούς του και τον κόσμο που τον επισκεπτόταν. Κι ο φωτισμός αυτός φανερωνόταν και με τις θεόπνευστες διδασκαλίες του. Ο όσιος μπορεί να ήταν μέγας ασκητής, αλλά λόγω της θέσεώς του και της ευθύνης την οποία είχε, είχε και διδασκαλικό χάρισμα. Και τι δίδασκε; Μα, ό,τι η Εκκλησία μας εκήρυσσε. Δεν θα ήταν άλλωστε ο άγιος που ξέρουμε, αν η αγιότητά του δεν στηριζόταν στην παράδοση της Εκκλησίας. Ελεύθερη και αυτόνομη αγιότητα δεν υφίσταται. Ό,τι αγιότητα έχει κανείς, οφείλεται στην ένταξή του στην Εκκλησία και τη σχέση του με τον Χριστό, τους Αποστόλους, τους προηγουμένους από αυτόν αγίους. Ο όσιος λοιπόν ήταν παραδοσιακός, συνδεδεμένος δηλαδή με την πηγή της χάρης, γι᾽αυτό και εκήρυσσε τα δόγματα της πίστεως. Υπέρμαχος των Οικουμενικών Συνόδων, των τεσσάρων δηλαδή που υφίσταντο μέχρι την εποχή του, κήρυσσε ορθά το τριαδολογικό και το χριστολογικό δόγμα. Και μάλιστα η υπερμάχησή του για την ορθή εικόνα του Χριστού, ως τελείου Θεού και τελείου ανθρώπου, δηλαδή ως έχοντος δύο φύσεις, συνεπώς και δύο θελήσεις και ενέργειες, αλλά μία θεϊκή προσωπικότητα, ήταν εκείνο που τον συνείχε, μέχρι σημείου να θέλει να δώσει και τη ζωή του για την αλήθεια αυτή. Γι᾽ αυτό και οι ύμνοι της Εκκλησίας μας τονίζουν και την ορθή από αυτόν εξαγγελία της πίστεως, αλλά και το μαρτυρικό του φρόνημα. ῾Των σων μεμνημένοι διδαγμάτων, Θεοδόσιε, εν δυσί ταις ουσίαις, Χριστόν κηρύσσομεν, δύω τας θελήσεις ειδότες, τας φυσικάς και τας ενεργείας, και τα αυτεξούσια, εν Θεώ τω βαπτισθέντι σαρκί᾽(Ενθυμούμενοι τα διδάγματά σου, Θεοδόσιε, κηρύσσουμε τον Χριστό  με δύο ουσίες, γνωρίζοντας δύο και τις φυσικές θελήσεις και τις ενέργειες και τα αυτεξούσια, του Θεού που βαπτίστηκε ως άνθρωπος). ῾Συνόδους εκήρυξας, θεόφρον Θεοδόσιε, των σεπτών ισαρίθμους Ευαγγελίων Χριστού, το της προαιρέσεως αίμα μαρτυρικώ προέμενος ζήλω, και μάρτυς αναίμακτος ευσεβείας αναδέδειξαι᾽ (Κήρυξες, θεόφρον Θεοδόσιε, τις ισάριθμες με τα σεπτά ευαγγέλια του Χριστού Συνόδους, έτοιμος να δώσεις το αίμα της προαίρεσής σου με μαρτυρικό ζήλο, γι᾽αυτό και αναδείχτηκες και αναίμακτος μάρτυρας της πίστεως). 

παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ – ΟΙ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Ιανουαρίου, 2014

         Για ποιο λόγο γιορτάζουμε τις γιορτές της Εκκλησίας; Για ποιο λόγο συμμετέχουμε στην πνευματική ζωή του σώματος του Χριστού; Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη. Κι αυτό γιατί συνήθως λείπει από τα μάτια, τόσο του σώματος όσο και της ψυχής, η προοπτική της πίστης στο Χριστό, ως Εκείνον που κατέβηκε  από τον ουρανό και στη συνέχεια ανέβηκε ψηλά και πήρε μαζί Του αιχμαλώτους, έδωσε δώρα στους ανθρώπους: «αναβάς εις ύψος ηχμαλώτευσεν αιχμαλωσίαν και έδωκε δόματα τοις ανθρώποις» (Εφεσ. 4,8). Συνήθως πιστεύουμε σε έναν Θεό ο Οποίος είναι ανώτερη δύναμη, δημιουργό του κόσμου, ο Οποίος μαγικά μας ακούει και δίνει λύσεις στα προβλήματά μας, ενίοτε μας τιμωρεί για τα σφάλματά μας και που μαζί Του θα μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε μετά την έξοδό μας από αυτόν τον κόσμο. Όμως για την Εκκλησία μας η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό δεν περιορίζεται σε μια τέτοια οπτική. Γιατί αν μείνουμε σ’ αυτόν τον δρόμο, τότε αρνούμαστε το μεγάλο γεγονός: ότι ο Θεός δεν είναι απρόσωπος, αλλά υπάρχει εν τρισίν προσώποις. Ότι η αγάπη Του δεν είναι γενική μόνο, αλλά εκφράζεται με τη συνεχή βούλησή του να αναδημιουργεί τον άνθρωπο, να τον αναγεννά στο πρόσωπο του Χριστού και την ίδια στιγμή να μας υπενθυμίζει την παρουσία της αγάπης Του μέσα από το μυστήριο της Εκκλησίας.
                Στις γιορτές της Εκκλησίας, αλλά και κάθε Κυριακή, θυμόμαστε την κάθοδο του Χριστού από τον ουρανό στη γη. Η λογική μας δεν αντέχει να προσεγγίσει το μυστήριο, αν θελήσουμε να σκεφτούμε τις διαστάσεις του. Μένουμε ενεοί μπροστά στο μέγεθος της αγάπης, της ταπείνωσης και της συγκατάβασης του Θεού. Από την άλλη, προσεγγίζουμε το μυστήριο αν θυμηθούμε τα λόγια του Παύλου. Δεν είναι μόνο ότι κατέβηκε στη γη και έγινε άνθρωπος. Ανέβηκε στη συνέχεια στον ουρανό και μαζί Του πήρε αιχμαλώτους. Πρώτα τον θάνατο και την απόγνωση. Στη συνέχεια, όλους τους ανθρώπους που δέχονται να αιχμαλωτισθούν από την αγάπη Του. Όλους εκείνους που δεν θεωρούν ότι η ζωή τους σταματά στον παρόντα κόσμο και χρόνο. Και την ίδια στιγμή μας δίνει ως δώρα «την ενότητα  της πίστεως και της επιγνώσεώς Του ως Υιού του Θεού» (Εφεσ. 4, 13), μέσα στο σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία. Γιατί η Εκκλησία είναι το σπουδαιότερο και ωραιότερο δώρο που μας άφησε ο Χριστός.
                Καλούμαστε στο Σώμα του Χριστού να συνειδητοποιούμε την ενότητα που μας δίνει η πίστη. Αυτό σημαίνει ότι αν πιστεύουμε στο Χριστό δεν κλεινόμαστε στον εαυτό μας, στο «εγώ» μας, στις ανάγκες μας, ούτε εγκλωβιζόμαστε στην κακία των άλλων ανθρώπων, ούτε και στην δική μας εμπάθεια, αλλά αποφασίζουμε να πορευόμαστε με βάση την βεβαιότητα που μας δίνει η πίστη μας για την παρουσία και την αγάπη του Χριστού προς τα πρόσωπά μας. Ο Χριστός μας ενώνει. Για το Χριστό βρισκόμαστε στην Εκκλησία. Για το Χριστό νικούμε τον παλαιό άνθρωπο που υπάρχει εντός μας, αλλά και συγκαταβαίνουμε στις αδυναμίες των άλλων ανθρώπων. Ο Χριστός είναι το μέτρο της ζωής μας και όχι οι άνθρωποι, οι οποίοι πολλάκις μας απογοητεύουν, όπως και εμείς τους απογοητεύουμε. Χωρίς πίστη δεν μπορεί να υπάρξει ενότητα. Και αξίζει η πίστη οποιαδήποτε θυσία, οποιαδήποτε υπέρβαση του πραγματικού ή νομιζόμενου «δίκιου μας», γιατί ούτε εμείς είμαστε όπως μας θέλουν οι άλλοι ούτε εκείνοι όπως τους θέλουμε εμείς.
                Την ίδια στιγμή η πίστη μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίζουμε το δυσθεώρητο βάθος της αγάπης του Υιού του Θεού για τα πρόσωπά μας. Η πίστη είναι αυτή που μας κάνει να βλέπουμε στα πρόσωπα των άλλων τον Χριστό. Η πίστη είναι αυτή που μας κάνει να σπουδάζουμε τις αλήθειες της Εκκλησίας. Να γιορτάζουμε σε δύσκολες εποχές και να μην αποκάμνουμε από την πίεση και το άγχος που ο κόσμος και οι μέριμνες συσσωρεύουν πάνω μας. Και γι’ αυτό όλη η ζωή της Εκκλησίας είναι μία ατελεύτητος γιορτή. Για να μας υπενθυμίζει τη χαρά που η αγάπη του Θεού μας προσφέρει. Και ότι κι εμείς μπορούμε να κοπιάσουμε αυτή τη αγάπη να γίνει δική μας στάση ζωής. Για να αναγνωρίζουμε τον Χριστό ως το νόημα και τον σκοπό της ζωής μας και ως Εκείνον που θα μας αιχμαλωτίσει με την αγάπη Του για να μας οδηγήσει στον ουρανό.
                Μας έδωσε «δόματα» ο Χριστός. Είναι ο ναός, το Ευαγγέλιο και η αγιότητα, μέσα από τα οποία μπορούμε να ζήσουμε την πίστη ως γιορτή. Ο ναός, στον οποίο γινόμαστε μέλη της ευχαριστιακής σύναξης, της οικογένειας του Θεού και συναντούμε τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Το Ευαγγέλιο, μέσα από το οποίο μαθαίνουμε και θυμόμαστε τι θέλει ο Θεός από εμάς. Και η αγιότητα, που μας δείχνει την αλυσίδα όλων όσων προηγήθηκαν από εμάς στον αγώνα της πίστης και που πρεσβεύουν για μας, ώστε να μην νικηθούμε από τον πόλεμο του κόσμου και του κοσμοκράτορος του αιώνος τούτου, να μην διαλέξουμε την οδό της αδιαφορίας  ή της άρνησης. Με την βοήθεια αυτών των δομάτων μπορούμε να γνωρίζουμε γιατί γιορτάζουμε, γιατί η Εκκλησία θα παραμένει ο τρόπος εκείνος που θα δίνει νόημα και στην ύπαρξη και στο χρόνο μας.
                Για τον πολύ κόσμο, για τον θόρυβο των εικόνων, των ειδήσεων, των επιτευγμάτων, αλλά και των προβλημάτων η Εκκλησία δεν είναι ελκυστική. Ούτε και η γιορτή. Κρατά λίγο και μόνο ως στοιχείο του παρελθόντος. Όποιος όμως διαλέγει το πρόσωπο του Χριστού, τότε βιώνει την χαρά της γιορτής ως αφετηρία προσωπικής αλλαγής. Και είναι καιρός να αφεθούμε σ’ αυτόν τον δρόμο και τρόπο. Γιατί είναι βέβαιο ότι μόνο αυτός έχει διάρκεια. Διότι στηρίζεται στην ανεξάντλητη αγάπη του Χριστού, η οποία αιχμαλωτίζει τις καρδιές μας και μας αφήνει δώρα ζωής αιωνίου. Και για όποιον αφήνεται είναι βέβαιο ότι δεν υπάρχει απογοήτευση, αλλά ελπίδα και συνεχές νέο ξεκίνημα στη ζωή, τόσο την προσωπική όσο και την κοινωνική. Αυτό που τελικά έχουμε ανάγκη για να ζήσουμε αληθινά.
Κέρκυρα, 12 Ιανουαρίου 2014  
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι είναι το Αντίδωρο;

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Ιανουαρίου, 2014

Το Αντίδωρον είναι ευλογημένος άρτος που βγαίνει από τα πρόσφορα που προσεκόμισαν και προσέφεραν οι πιστοί, προκειμένου να τελεσθεί η Θεία Λειτουργία (γι’ αυτό και ονομασία πρόσφορο, από το ρήμα προσφέρω). Κατά την ώρα που γίνεται η ακολουθία της προσκομιδής προφέρονται άρτοι (πρόσφορα), συνήθως τρία ή πέντε για να εξαχθούν οι μερίδες των εννέα ταγμάτων.
Πρώτα εξάγεται ο αμνός Δεύτερον εξάγεται η τριγωνική μερίδα της Θεοτόκου. Τρίτον εξάγονται οι μερίδες των εννέα ταγμάτων. Πρώτα εξάγεται ο αμνός που συμβολίζει και τυποί το σώμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Δεύτερον εξάγεται η τριγωνική μερίδα της Θεοτόκου. Τρίτον εξάγονται οι μερίδες των εννέα ταγμάτων, δηλαδή πάντων και πασών των αγίων της Εκκλησίας (πρόκειται για εννέα τριγωνικές μερίδες) Τέταρτον εξάγεται η μερίδα υπέρ του οικείου επισκόπου (Πατριάρχου, Αρχιεπισκόπου, Μητροπολίτου για τα δεδομένα της Ελλάδας) και πέμπτον εξάγονται οι μερίδες των ζώντων και κεκοιμημένων, της θριαμβεύουσας και της στρατευμένης Εκκλησίας (πρόκειται για μαργαρίτες, μικρά δηλ. ψίχουλα). Τα υπόλοιπα των άρτων (προσφόρων) που προσκομίζονται στην Πρόθεση είναι αυτά που ονομάζουμε Αντίδωρα.
Το μέγεθος των Αντιδώρων κατά τη Θεία Λειτουργία δεν μπορεί να είναι ιδιαίτερα μεγάλο, αλλά τέτοιο που να επαρκεί ώστε να διανέμεται σε όσους δεν μετέλαβαν των αχράντων Μυστηρίων, οι οποίοι, σύμφωνα με τον άγιο Συμεών Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, «πάντες εκείνου (ενν. του Σώματος και Αίματος Χριστού, δηλ. του Δώρου) ικανοί μεταχείν τούτο (δηλ. το αντίδωρον) δίδονται αντ’ εκείνου» (Συμεών Θεσ/νίκης, P.G. 155, 301D), που είναι και το κύριο Δώρον της Εκκλησίας. Η μετοχή στον αγιασμό του Θεού έρχεται σε κάθε πιστό άνθρωπο μέσα από τα αισθητά και ορώμενα πράγματα.
Ο άνθρωπος ανάγεται στα Θεϊκά μέσα από τα αισθητά. Για τον λόγο αυτό και το Αντίδωρο που είναι μετοχή αγιασμού Θεού γίνεται με τη μετάληψη αυτού του αισθητού άρτου. Σχετικά ο άγιος Συμεών Θες/νίκης αναφέρει: «Επεί δε και δι’ αισθητών τινών ως σώμα περικειμένοις τον αγιασμόν έδει λαβείν, δια του αντιδώρου γίνεται» (Συμεών Θεσ/νίκης. P.G. 155, 745D).
Η Εκκλησία ορίζει ο πιστός να λαμβάνει κάθε φορά Δώρο, δηλ. το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Η ίδια δεν επιθυμεί όμως και εκείνοι που δεν είναι προετοιμασμένοι για τη μετοχή του Δώρου, να φεύγουν απ’ αυτήν χωρίς να λαμβάνουν κάτι. Είναι το Αντίδωρον μια πράξη αγάπης και φιλανθρωπίας για όλους εκείνους του αναξίους της μετοχής. Και μπορεί το Αντίδωρο να μην είναι το ίδιο Σώμα του Χριστού, όμως είναι άρτος «ηγιασμένος» γιατί σφραγίστηκε ολόκληρος (ο άρτος) με τη λόγχη και δέχθηκε από το λειτουργούντα και προσκομίζοντα Ιερέα τα άγια λόγια. Ο άγιος Συμεών Θεσ/νίκης αναφέρει «’Επεί και ηγιασμένος εστί και ούτος άρτος, σφραγιζόμενός τε τη λόγχη, και ιερά δεχόμενος ρήματα» (Συμεών Θεσ/νίκης P.G. 155, 304Α). Πρόκειται περί «δωρεάς θείας πάροχον» (Συμεών Θεσ/νίκης P.G. 155, 304Α).
Το Αντίδωρο τρώγεται εκείνη την ώρα που λαμβάνεται, όταν ο χριστιανός που το λαμβάνει είναι από το πρωί νηστικός. Πάντως κανένας πιστός δεν πρέπει να αναχωρεί από το ναό μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, χωρίς να λάβει το Αντίδωρον από το χέρι του λειτουργούντος Ιερέως. Είναι κακή συνήθεια να διανέμεται το Αντίδωρο στο παγκάρι από τους Εκκλησιαστικούς Επιτρόπους που είναι λαϊκοί, είτε να λαμβάνεται δι’ αυτοεξυπηρετήσεως από τους ίδιους τους πιστούς. Λαμβάνοντας μόνος του κανείς το Αντίδωρο στερείται της ευκαιρίας να λάβει την ευλογία του Λειτουργούντος Ιερέως. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας σημειώνει χαρακτηριστικά: «Οι δε (πιστοί) συν ευλαβεία πάση δέχονται (το Αντίδωρον) και καταφιλούν την δεξιάν, ως αν προσφάτως αψαμένην του Παναγίου Σώματος του Σωτήρος Χριστού και τον εκείθεν αγιασμόν και δεξαμένην και μεταδούναι τοις ψαύουσι δυναμένην» (Νικολάου Καβάσιλα, Εις ερμηνείαν της Θείας Λειτουργίας, κεφ. μστ΄). Επειδή για το πρόσφορο υπάρχει ο συμβολισμός ότι θεωρείται το σώμα της Παναγίας, για αυτό το σχήμα του προσφόρου είναι στρογγυλό, ομοιάζοντας με την κοιλιά της Παναγίας απ’ την οποία εξάγεται ο Χριστός, ομοίως και το Αντίδωρο συμβολίζει το σώμα της Αειπαρθένου Παναγίας.
Ο ιερέας όταν μοιράζει το Αντίδωρο στους πιστούς λέει την ευχή: «Ευλογία Κυρίου και έλεος έλθοι επί σε», σε κάθε χριστιανό που προσέρχεται. Και με την ευχή αυτή προσφέρει μία ακόμη ευλογία, στις άλλες δύο που είναι αυτό τούτο το Αντίδωρο και ο ασπασμός του χεριού του.
Πολλοί πιστοί ζητούν, κατά την στιγμή που λαμβάνουν την προσωπική τους μερίδα Αντιδώρου από τον Ιερέα, να λάβουν και άλλα περισσότερα Αντίδωρα γιατί θέλουν να μεταλαμβάνουν από αυτό όλες τις ημέρες της εβδομάδας που δεν μπορούν να μετέχουν στην Εκκλησία. Καλή και ευλογημένη αυτή η συνήθεια. Όμως το Αντίδωρον είναι αντί της μετοχής των αχράντων Μυστηρίων στη συγκεκριμένη μέρα, χρόνο και τόπο τελέσεως της Θείας Ευχαριστίας. Μαζί με τον εκκλησιασμό έρχεται ή το Δώρο, ή το Αντίδωρον. Εκτός του εκκλησιασμού ποια η θέση του;
Ακόμη συνηθίζεται από πολλούς Ιερείς, εξαιτίας παλαιοτέρων συνηθειών από προκατόχους Ιερείς, να μοιράζουν μαζί με το Αντίδωρον τα λεγόμενα «Υψώματα». Το «Ύψωμα», κατ’ ακρίβειαν της λέξεως, είναι ό,τι υψώνεται από τους άρτους στην Αγία Πρόθεση και προσκομίζεται. Η δικαιολογία από μερίδα κληρικών που διανέμουν «Υψώματα» εστιάζεται στο γεγονός ότι αποτελούν «πνευματικά έπαθλα» για όσους εκ των πιστών ενασχολούνται με τα άγια πράγματα της Εκκλησίας. Η διανομή των «Υψωμάτων» διατείνονται μερικοί ότι δημιουργεί άμιλλα πνευματικού χαρακτήρα.
Αλλά πάλι εκ των πιστών, σε περιόδους νηστείας βαστούν το λεγόμενο «τριήμερο» και δεν τρώνε για τρεις ημέρες τίποτε άλλο παρεκτός του Αντιδώρου κάθε πρωί ή κατά Θ΄ Ώρα, δηλ. στις 3 μ.μ. Όλες αυτές είναι ευλογημένες συνήθειες που προέρχονται από την εκτίμηση της σημασίας και της αξίας που έχει ο ευλογημένος αυτός άρτος της προσφοράς. Ο Μέγας Αγιασμός των Θεοφανείων πίνεται πριν από την λήψη του Αντιδώρου.
Ακόμη υπάρχει η ευλαβική συνήθεια μερικών πιστών να ζητούν το ύψωμα της Θείας Λειτουργίας της Μεγάλης Πέμπτης για ευλογία για όλο το χρόνο. Αυτή η πράξη φαίνεται ότι έχει επιδράσει από την εξαγωγή του αμνού της Μεγάλης Πέμπτης για τη Θεία Κοινωνία των ασθενών. Κι αυτή η συνήθεια εντάσσεται στην απλοϊκή ευλάβεια των πιστών.
Τέλος πρέπει να σημειώσουμε και την σημασία της μετ’ ευλαβείας βρώσεως του Αντιδώρου που δείχνει και τον προσωπικό, κατ’ επίγνωση σεβασμό του εσθιόντος «μετά φόβου Θεού».
πηγή:εδώ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά που έκαναν τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, μέγα μεταξύ των ανθρώπων;

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Ιανουαρίου, 2014

Σήμερα, δεύτερη ημέρα των Θεοφανείων και η Εκκλησία μας τιμά ιδιαιτέρως τον άνθρωπο εκείνο που έπαιξε τον σημαντικότερο ρόλο σε αυτό το γεγονός μετά φυσικά από τον Χριστού.
Αυτό το πρόσωπο δεν είναι άλλο από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και Βαπτιστή του Κυρίου. Τον άγιο Ιωάννη δεν τιμούμε μόνο σήμερα, δεν τον μνημονεύουμε μόνο τις ημέρες που ενθυμούμαστε το μαρτυρικό του τέλος. Τον τιμούμε και τον επικαλούμαστε σε κάθε λατρευτική σύναξη, διότι όντως όπως είπε και ο Χριστός «οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου».
Ποια είναι όμως αδελφοί τα χαρακτηριστικά εκείνα που έκαναν τον Ιωάννη μέγα μεταξύ των ανθρώπων; Ποια είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά που μεταμόρφωσαν έναν χοϊκό άνθρωπο σε ένσαρκο άγγελο;
Ο άγιος Ιωάννης είχε όλες τις αρετές όμως η ισχυρή θέληση, η αυταπάρνηση και η ταπείνωση δέσποζαν σε όλη του την βιωτή.
Ήταν τέτοια η θέλησή του να ενωθεί με τον Θεό που από μικρή ηλικία έφυγε μέσα στην έρημο του Ιορδάνου. Έκανε σκεπή του τα άστρα του ουρανού, τροφή του τις ρίζες άγριων φυτών, συντροφιά του το κρύο και τον καύσωνα.  Τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να σταθεί εμπόδιο προς την επικοινωνία του με τον Θεό. Αυτή ήταν η μοναδική του ανησυχία: το να ευαρεστεί τον Δημιουργό του.
Η αυταπάρνηση ήταν άλλο ένα χαρακτηριστικό της ζωής του. Τι σημαίνει αυταπάρνηση; Αυταπάρνηση σημαίνει το να απαρνιέται κάποιος τον εαυτό του για τους άλλους, για το καλό των άλλων. Δηλαδή, να προσπαθεί να ζεί για τους άλλους, και όχι εις βάρος των άλλων. Να προσπαθεί να αναπαύει τους άλλους όχι όμως στην αμαρτία τους αλλά να τους οδηγεί σε μία θεάρεστη ζωή.
Όπως αναφέραμε και πιο πάνω ο άγιος Ιωάννης ήταν ταπεινός. Και από πού το καταλαβαίνουμε αυτό; Η ταπείνωση είναι ο χαρακτήρας του δημιουργού μας, του Θεού μας. Όσοι ανήκουμε σ’ αυτόν, θα πρέπει να έχουμε και το χαρακτήρα του Πατέρα μας. «Μάθετε», λέγει, «απ εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία». Δεν είναι λοιπόν δυνατόν ο Χριστός, η ενσαρκωμένη ταπείνωση να τιμά και να επαινεί κάποιον άνθρωπο ο οποίος δεν έχει ταπείνωση. Ταπείνωση δεν σημαίνει αδελφοί μου αναγκαστικά και σιωπή,διότι βλέπουμε από τον βίο του Τιμίου Προδρόμου να ομιλεί και να ελέγχει τους αμετανόητους. Λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: “Εάν αυτή, η υπερηφάνεια, μερικούς από Αγγέλους τους μετέβαλε σε δαίμονας, εκείνη, η ταπεινοφροσύνη, οπωσδήποτε μερικούς από δαίμονας μπορεί να τους μεταβάλη σε Αγγέλους”.Και ένας ένσαρκος άγγελος ήταν και ο Τίμιος Πρόδρομος. Ο Βαπτιστής του Κυρίου μας ήταν δοχείο της Χάρης του Θεού, διότι όντως ο Θεός «ταπεινοίς δίδωσι χάριν».
Διαβάζοντας κάποιος τα ιερά κείμενα μπορεί να παρερμηνεύση την στάση του Αγίου Ιωάννου και να πει ότι ο Άγιος ήταν εμπαθείς μιας και οργιζόταν με τους Φαρισαίους, με τους αμαρτωλούς, και αυτή του η εμπάθεια και το νευρικό του χαρακτήρα του τον έκανε να εναντιωθεί και στον ίδιο τον βασιλιά. Όμως κάτι τέτοιο είναι λάθος.
Ο άγιος Ιωάννης ήταν πράος, ήταν τρυφερός και καθαρός σαν βαμβάκι, ήταν ο πλέον απαθείς άνθρωπος που είχε περάσει πάνω από την γη. Ήταν αυτός που εφάρμοσε όμως και τον λόγο του ψαλμωδού που λέγει : «οργίζεσθε και μη αμαρτάνετε». Δηλαδή να κινείτε την οργή εναντίον των παθών σας και των πονηρών σκέψεων και να μην αμαρτάνετε εκτελώντας ότι σας υποβάλλουν. Να οργίζεσθε εναντίων της αμαρτίας και να προσπαθείτε να ζείτε θεάρεστα εν μετανοία.
Κεντρικό κήρυγμα του Αγίου ήταν το «Μετανοείτε,ήγγικεν γαρ η Βασιλεία των Ουρανών». Γιατί επέμενε τόσο πολύ στην μετάνοια; Διότι η μετάνοια αδελφοί μου γεννά την ταπείνωση. Και η ταπείνωση με την σειρά της αναγεννά την μετάνοια. Και αυτές οι δύο αρετές οδηγούν τον άνθρωπο στην τελείωση εν Χριστώ.
Ρωτήθηκε κάποτε ο γέροντας Παϊσιος: Γέροντα, όποιος έχει ταπείνωση έχει όλες τις αρετές; Και απάντησε. Φυσικά. Ο ταπεινός έχει όλα τα πνευματικά αρώματα: απλότητα, πραότητα, αγάπη χωρίς όρια, καλοσύνη, ανεξικακία, θυσία, διάκριση, υπακοή.
Και διαπιστώνουμε του λόγου το αληθες στον σημερινό τιμώμενο άγιο. Ενώ είχε τόσους μαθητές που κρεμόντουσαν από τα χείλη του, ενώ τον φοβόντουσαν ακόμα και οι Ρωμαίοι για την επιρροή που είχε στον κόσμο και όμως αυτός κρατιόταν στην ταπείνωση. Με το που ήρθε ο Χριστός έγινε αυτό που είπε: «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ λαττοσθαι», αμέσως άρχισε να αποσύρεται, να αποτραβιέται, δεν χρειαζόταν πλέον, είχε επιτελέσει το έργο του ,είχε ετοιμάσει τον δρόμο προς την έλευση του Μεσσία, είχε ετοιμάσει τις καρδιές των ανθρώπων να δεχτούν τον Λόγο του Θεού, δεν στεναχωρήθηκε που ήρθε κάποιος άλλος να του πάρει την δόξα, αλλά αντιθέτως χαιρόταν που ήρθε επιτέλους ο Ενσαρκωμένος Λόγος, χαιρόταν που επιτέλους θα μπορούσε να βρεθεί και πάλι στην αφάνεια και στο περιθώριο.
Τα λόγια μας αδελφοί μου για τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο είναι πολύ λίγα μπροστά στην μεγαλοσύνη του, γι’ αυτό ας σταματήσουμε εδώ. 
Ας προσευχόμαστε σε αυτόν που βάπτισε τον Αναμάρτητο, ας επικαλούμαστε τις πρεσβείες του με ταπείνωση και μετάνοια και να προσπαθούμε και εμείς στο μέτρο του δυνατού να ζούμε όπως και εκείνος. Με θεάρεστη και ισχυρή θέληση να ζούμε όπως θέλει ο Θεός, με αυταπάρνηση και με ταπείνωση, ώστε τα βήματα της ζωής μου να πορεύονται με ειρήνη, αγάπη και ομόνοια προς την Βασιλεία του Θεού.
αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΠΙ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ: Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΒΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου, 2014

”Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος
να ‘ν’ ήμερος να ‘ναι άκακος
λίγο φαΐ λίγο κρασί
Χριστούγεννα κι Ανάσταση
κι όπου φωλιάσει και σταθεί
κανείς να μην του φτάνει εκεί
Μα ήρθαν αλλιώς τα πράματα
τονε ξυπνάν χαράματα
τον παν τον φέρνουν πίσω μπρος
του τρώνε και το λίγο βιος
κι από το στόμα την μπουκιά
πάνω στην ώρα τη γλυκιά
  του τηνε παίρνουνε κι αυτή
   χαρά στους που ‘ναι οι δυνατοί!
 Χαρά στους που ‘ναι οι Δυνατοί
  γι’ αυτούς δεν έχει χόρταση.”
   Οδυσσέας Ελύτης
«Επί γης ειρήνη». Ο αγγελικός ύμνος είναι γεγονός ότι ποτέ δεν έχει χάσει την αξία του. Στις μέρες μας όμως η ειρήνη έπαψε να έχει σχέση κυρίως με πολέμους, αιματοκυλίσματα, εξοπλισμούς, φόβο θανάτου από καταστροφές. Όχι ότι εξέλειπαν. Κατά καιρούς, ακόμη και σχετικά κοντά μας, ο «άρχων του κόσμου τούτου», γιατί αυτός είναι που οδηγεί τους ανθρώπους και τους λαούς σε συγκρούσεις, για να αναστατώνει τον κόσμο και τις ζωές μας, μας υπενθυμίζει πόσο επισφαλής είναι η ειρήνη που ζούμε. Ωστόσο, παρά την παγκόσμια ευθραυστότητα, η ευχή «επί γης ειρήνη» έχει να κάνει σήμερα κυρίως με τις καρδιές μας, την ύπαρξή μας και τις συγκρούσεις τις οποίες αυτή βιώνει. Έχει να κάνει και με την ίδια την κοινωνία, η οποία αντιμετωπίζει στα σπλάχνα της το φαινόμενο της βίας. Μπορεί σε συνολικό επίπεδο και σε σχέση με τα γεγονότα που μας απασχολούν το πρόβλημα της βίας, η οποία διαλύει την ειρήνη, να μην φαίνεται τόσο σημαντικό. Όμως η βία υπάρχει, σε μικρότερες ή μεγαλύτερες διαστάσεις, τόσο στην στάση του κράτους έναντι των ανθρώπων, όσο και στην στάση κοινωνικών ομάδων έναντι του κράτους, αλλά και στην ζωή των οικογενειών, όπως επίσης και σε χώρους όπου επισυμβαίνει η κοινωνικοποίηση του ανθρώπου, όπως το σχολείο, τα ΜΜΕ, ο αθλητισμός. Το αίτημα για ειρήνη λοιπόν ούτε έχασε ούτε θα χάσει την επικαιρότητά του.
Η βία έχει τη ρίζα της στην εσωτερική διάσπαση του ανθρώπου. Είναι ένα πνευματικό τραύμα το οποίο ανακύπτει από την σύγκρουση του παλαιού ανθρώπου, του υποστρώματος εκείνου της ψυχής που δεν μας αφήνει να αγαπήσουμε πέρα από τον εαυτό μας, με τον νέο άνθρωπο, με την δίψα της ανθρώπινης ύπαρξης να πορευτεί στο «καθ’ ομοίωσιν» Θεού. Γιατί βιώνουμε, από τη στιγμή που είμαστε ελεύθεροι, αυτή την σύγκρουση, όχι δυαλιστικά, ως σύγκρουση δύο θεών ή δύο κόσμων εντός μας, του καλού και του κακού, του φωτός και του σκοταδιού, τα οποία παλεύουν επειδή είναι ισοδύναμα και επαφίεται στον άνθρωπο ποιο από τα δύο θα νικήσει. Για την πίστη μας το κακό είναι παρυπόσταση. Αυτό σημαίνει ότι καταλαμβάνει τον χώρο της ύπαρξης ή της ζωής όταν απουσιάζει το καλό. Όταν δηλαδή απουσιάζει ο Θεός από την ύπαρξη ή τον κόσμο εξαιτίας της ελεύθερης επιλογής του ανθρώπου να πορεύεται με κριτήριο τον εαυτό του και σε αντίθεση με το θέλημα του Θεού. Όταν ο άνθρωπος αυτοθεοποιείται. Τότε η κατάσταση αυτή λειτουργεί ως  κακό.
 Όμως το κακό είναι και προσωποποιημένο. Εφευρέτης του είναι ο διάβολος, η απόλυτη προσωποποίησή του, διότι αυτός έχει διαλέξει να μην έχει αφήσει ούτε ίχνος στην ύπαρξή του για την παρουσία του φωτός που αναδύεται μέσα από την κοινωνία με το Θεό. Η ανταρσία του έναντι του Θεού τον έχει καταστήσει μισόθεο και, την ίδια στιγμή, μισόκαλο. Αυτό σημαίνει  ότι έχει επιλέξει, ουσιαστικά χωρίς περιθώριο τροπής, να λειτουργεί ως η αντίθεος δύναμη στον κόσμο, χωρίς όμως να μπορεί να παρεισφρύσει στην ελεύθερη βούληση του ανθρώπου, αλλά μόνο να τον πειράξει. Δεν είναι πανίσχυρος, αλλά πειραστής. Εναπόκειται στην κατάφαση του ανθρώπου αν θα συνεργήσει στο κακό, καθώς δεν είναι υποχρεωτική η διάπραξή του είτε με την σκέψη είτε με την επιθυμία είτε με το συναίσθημα είτε με τα έργα, δηλαδή με τα πάθη που γίνονται έμπρακτη κατάσταση. Όμως ο άνθρωπος βιώνει εντός του αυτή τη σύγκρουση με τον πειραστή. Και σχηματίζεται ανά πάσα στιγμή στον εαυτό μας ο «παλαιός άνθρωπος, ο φθειρόμενος κατά τας επιθυμίας της σαρκός». Αυτός που λειτουργεί ως «ο έτερος νόμος εν τοις μέλεσιν ημών» (14 Οίδαμεν γαρ ότι ο νόμος πνευματικός εστιν· εγώ δε σαρκικός ειμι, πεπραμένος υπὸ την αμαρτίαν. 15 ό γαρ κατεργάζομαι ου γινώσκω· ου γαρ ό θέλω τούτο πράσσω, αλλ᾿ ό μισώ τούτο ποιώ. 16 ει δε ό ου θέλω τούτο ποιώ, σύμφημι τω νόμω ότι καλός. 17 νυνὶ δε ουκέτι εγὼ κατεργάζομαι αυτό, αλλ᾿ η οικούσα εν εμοὶ αμαρτία. 18 οίδα γαρ ότι ουκ οικεί εν εμοί, τούτ᾿ έστιν εν τη σαρκί μου, αγαθόν· το γαρ θέλειν παράκειταί μοι, το δε κατεργάζεσθαι το καλὸν ουχ ευρίσκω· 19 ου γαρ ό θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ᾿ ό ου θέλω κακὸν τούτο πράσσω. 20 ει δε ό ου θέλω εγὼ τούτο ποιώ, ουκέτι εγὼ κατεργάζομαι αυτό, αλλ᾿ η οἰκούσα εν εμοὶ αμαρτία. 21 ευρίσκω άρα τον νόμον τω θέλοντι εμοὶ ποιείν το καλόν, ότι εμοὶ το κακὸν παράκειται· 22 συνήδομαι γαρ τω νόμω του Θεού κατά τον έσω άνθρωπον, 23 βλέπω δε έτερον νόμον εν τοις μέλεσί μου αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου και αιχμαλωτίζοντά με εν τω νόμω της αμαρτίας τω όντι  εν τοις μέλεσί μου. 24 Ταλαίπωρος εγὼ άνθρωπος! τις με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου; 25 ευχαριστώ τω Θεώ δια Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών. άρα ουν αυτὸς εγὼ τω μεν νοί δουλεύω νόμω Θεού, τη δε σαρκὶ νόμω αμαρτίας, Ρωμ. 7, 14- 25), με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να πράξουμε κατά το θέλημα του Θεού, δηλαδή κατά την αγάπη, μολονότι το θέλουμε, διότι η αγάπη μας έχει δοθεί ως δωρεά παρά του Θεού εξ άκρας συλλήψεώς μας. Είναι συστατικό στοιχείο του προσώπου μας, είναι το «κατ’ εικόνα» μας. Και ο πειραστής έρχεται ακριβώς να ψιθυρίσει στο κατ’  εικόνα μας ότι παρότι μας δόθηκε, να αρνηθούμε τον δωρητή Του που είναι ο Θεός, και να ζήσουμε αξιοποιώντας τα δοθέντα χαρίσματα, τις υποστατικές μας ιδιότητες, χωρίς να τις αναφέρουμε στο Θεό, αλλά με γνώμονα τον εαυτό μας.
 Έτσι σχηματίζονται εντός μας τα στρώματα των παθών, τα ζιζάνια (Ματθ. 13, 24-30), τα οποία αναπτύσσονται την ίδια στιγμή με τα στάχυα της ύπαρξής μας. Στάχυα και ζιζάνια έχουν εξάρτηση από την ελευθερία μας. Τα στάχυα είναι δωρεά. Τα ζιζάνια καλύπτουν το χώρο στον οποίο τα στάχυα δεν καλλιεργούνται, το κενό του αγρού της ύπαρξής μας, όταν η καρδιά μας δεν είναι γη αγαθή σε όλα τα τεταρτημόριά της. Κι εδώ ακριβώς έγκειται η διάσπασή μας. «Το μέγα τραύμα, ο άνθρωπος» (Δοξαστικό του Εσπερινού της Κυριακής του Θωμά). Διότι όσο επιτρέπουμε στα ζιζάνια να αναπτύσσονται, τότε εκείνα απειλούν να συμπνίξουν τα στάχυα, με αποτέλεσμα την εσωτερική σύγκρουση. Στάχυ είναι η αγάπη. Ζιζάνιο είναι ο εγωισμός. Στάχυ είναι η ελευθερία. Ζιζάνιο είναι η ανάγκη. Στάχυ είναι η αλήθεια που ελευθερώνει. Ζιζάνιο είναι η γνώση που φυσιοί. Στάχυ είναι το να αισθάνεται ο άνθρωπος διαχειριστής αγαθών τα οποία έχει, είτε εξ αιτίας των χαρισμάτων του, είτε εκ του κόπου του, είτε εκ των συγκυριών της ζωής που ονομάζουμε και πιστεύουμε ως την Θεία Πρόνοια. Ζιζάνιο είναι ο άνθρωπος να αισθάνεται κάτοχος και ιδιοκτήτης των αγαθών, τα οποία τότε υπάρχουν μόνο για τον ίδιο. Στάχυ είναι η αρετή, η χαρά, η γνησιότητα που πηγάζει μέσα από τις διαπροσωπικές σχέσεις οι οποίες αποσκοπούν στην κοινωνία που δίνει τελικά αγάπη. Ζιζάνιο είναι η χρήση των άλλων ανθρώπων, είτε ως σκευών ηδονής είτε ως υποτακτικών, με σκοπό την προσωπική μας θεραπεία. Στάχυ είναι η διακονία. Ζιζάνιο είναι η εξουσία, η δεσποτεία, η τυραννία. Στάχυ είναι η δίψα για ζωή που έρχεται μέσα από την αγάπη. Ζιζάνιο είναι η δίψα για ζωή που γίνεται αποφορά θανάτου στην αίσθηση ότι όλα είναι μάταια, γι’  αυτό και πρέπει να λειτουργούμε στη λογική του «φάγωμεν, πίωμεν, αύριο γαρ αποθνήσκωμεν».
Έργο ελευθερίας η σύγκρουση αυτή. Έργο δικό μας στο οποίο συμβάλλει ο πειραστής με τον δικό του τρόπο. Συνέπεια της σύγκρουσης είναι η διάσπαση, η οποία αποτυπώνεται τόσο στον νου και την «διασκέδασή» του, το σκόρπισμά του στις ποικίλες υποχρεώσεις της ζωής ή στην ανάγκη για «ξέσκασμα» από την πραγματικότητά μας, που όμως εμπεριέχει την διάσταση της ψυχής, «πράγματος αθανάτου».Γι’  αυτό και  χρειάζεται να προχωρήσουμε σε ένα αγώνα πνευματικό, για να μπορέσει ο ηγεμόνας νους να ελέγξει την γη της καρδιάς και της ύπαρξής μας, ώστε το εντός μας να προσεγγίσει την ειρήνηΚαι πιστεύουμε ότι η ειρήνη είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος (Γαλ. 5,22), διότι ο άνθρωπος από μόνος του δεν έχει την δυνατότητα να φέρει εις πέρας αυτόν τον αγώνα. Κουραζόμαστε. Ο πειραστής είναι ισχυρός. Και την ίδια στιγμή ζούμε σε μία πραγματικότητα η οποία, στην εκκοσμικευμένη διάστασή της, μας έχει κάνει να πορευόμαστε με συντεταγμένες ζιζανίων και όχι με τα κάρπιμα στάχυα ως τελικό σκοπό μας.
Αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, η κοινωνική βία δεν προσεγγίζεται ούτε από τους νομοθέτες της πολιτείας ούτε από τους όποιους αναλυτές, ειδικούς και ενδιαφερόμενους, στην πνευματική της διάσταση. Βλέπουμε τα συμπτώματα ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, τις επιφανειακές αιτίες της βίας και ανησυχούμε ή προσπαθούμε να θεραπεύσουμε τις εξωτερικές εκδηλώσεις του φαινομένου, όπου είναι εφικτό. Έτσι, δεν διστάζουμε να πούμε ότι αιτίες της βίας είναι η κοινωνική ανισότητα, τα πρότυπα επιθετικότητας τα οποία προβάλλονται κατά κόρον από τα ΜΜΕ και το Διαδίκτυο, η αδυναμία της κοινωνίας να εξασφαλίσει εργασία ή τουλάχιστον να δημιουργήσει το περιβάλλον εκείνο στο οποίο ο νέος άνθρωπος να μπορεί να καλλιεργήσει τα χαρίσματα και τις ικανότητές του και την ίδια στιγμή να εξασφαλίσει με αξιοπρέπεια τα προς το ζην, η αδυναμία των νέων να αξιοποιήσουν δημιουργικά τον ελεύθερο χρόνο τους με αποτέλεσμα να ασχολούνται φανατικά με το ποδόσφαιρο, που γίνεται εστία βίας εξαιτίας των αντιπαραθέσεων μεταξύ των διαφόρων υποστηρικτών. Στην εποχή μας κάποιοι υποστηρίζουν ότι αιτία της βίας είναι η λαθρομετανάστευση, η οποία δημιούργησε πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Αυτές δεν ήμασταν έτοιμοι να διαχειριστούμε και έτσι προσπαθούμε με ξενόφερτα εργαλεία, όπως είναι οι θεωρίες περί προστασίας των μειονοτήτων, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης, του ουδετερόθρησκου σχολείου -το οποίο σταδιακά γίνεται άχρωμο και κατόπιν άθεο, να βάλουμε –την πορεία μιας τέτοιας κοινωνίας σε μία σειρά, αδιαφορώντας για το μεγαλύτερο πρόβλημα το οποίο ανακύπτει και που δεν είναι άλλο από την απουσία ταυτότητας των ανθρώπων, οι οποίοι μεταβάλλονται σε πληθυσμούς και όχι δεν παραμένουν λαοί.
 Ίσως αυτό το πρόβλημα να είναι και η κύρια κοινωνική αιτία της βίας, ιδίως στις νεανικές ηλικίες. Όταν ο νέος δεν αισθάνεται ότι μπορεί να ανήκει κάπου, να γίνεται αποδεκτός με τα θετικά και αρνητικά σημεία του χαρακτήρα του, όταν βιώνει αυτό το εσωτερικό κενό της απουσίας πίστης σε αξίες κοινοτικές και συλλογικές, όπως είναι η πατρίδα, η θρησκευτική πίστη, η οικογένεια, το σχολείο, η παρέα που θα έχει νόημα, τότε αγκιστρώνεται σε μικρές συλλογικότητες όπως είναι οι σύνδεσμοι οπαδών ποδοσφαιρικών σωματείων, νεολαίες πολιτικών κομμάτων ή ομάδες και παρέες που έχουν ως σκοπό τους είτε την επιβολή των απόψεών τους με κριτήριο να ακουστεί η φωνή τους ή να εξουσιάσουν και τότε αξιοποιεί την σωματική του ρώμη για να διατρανώσει τη ύπαρξή του, τον αυτοπροσδιορισμό του σε προσωπικό επίπεδο, αλλά και σε κοινωνικό. Γιατί ο άνθρωπος είναι «φύσει πολιτικόν ζώον», κατά τον Αριστοτέλη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να υπάρξει εκτός της «πόλεως», εκτός δηλαδή των συλλογικοτήτων που του δίνουν την αίσθηση του «ανήκειν». Το «ανήκειν» είναι συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς μας. Η ετερότητά μας, η διαφορετικότητά μας, δεν έχει νόημα αν δεν ανήκουμε κάπου.
Η εποχή μας έχει πληθυσμιοποιήσει τους ανθρώπους. Τους αντιμετωπίζει ως αριθμούς, ως μάζα. Ο πολιτισμός μας δεν λειτουργεί με γνώμονα το προσωπικό, αλλά το ατομικό. Αυτό συνεπάγεται ότι δεν ενδιαφέρεται για το ανθρώπινο πρόσωπο, για τις ιδιαιτερότητές του, για την διαφορετικότητά του, για τις ανάγκες του, αλλά  μας χορηγεί υποκατάστατα ευτυχίας, με σκοπό να είμαστε υποταγμένοι στο παγκόσμιο σύστημα. Σήμα κατατεθέν οι αντιφάσεις. Από την μία ο πολιτισμός μας στηρίζει την διαφορετικότητα στο εσωτερικό μιας κοινωνίας, όταν έρχεται σε απόκλιση από τις παλαιές αξίες, όπως η πατρίδα, η θρησκευτική πίστη, η οικογένεια. Από την άλλη προωθεί προϊόντα μαζικής κουλτούρας, τα οποία αποσκοπούν στην στείρωση οποιασδήποτε διαφορετικότητας σε σχέση με αυτόν τον πολιτισμό. Κριτήριο και πάλι η αποκοπή μας από τις ρίζες, από τις αξίες. Εθιζόμαστε έτσι σε μία διαφορετικότητα που θα γίνει σταδιακά κανονικότητα και αισθανόμαστε διαφορετικοί όλοι όσοι σκεφτόμαστε μα βάση ένα αξιακό σύστημα το οποίο είναι δεδομένο ότι συνταιριάζει και με τον Θεό και με την αίσθηση του «ανήκειν»  σε αγαπώσες κοινότητες.
Η εποχή μας, ταυτόχρονα, αποθεώνει τα υλικά αγαθά και τον καταναλωτισμό. Δικαιολογεί εν μέρει την βία όταν κάποιοι δεν έχουν πρόσβαση σ’  αυτά. Από την άλλη στοχοποιεί πρόσωπα τα οποία αντιδρούνε, έστω και ου κατ’  επίγνωσιν, με βία έναντι της κοινωνικής αδικίας, τα καθιστά εχθρούς του συστήματος, της ασφάλειας των πολλών και χρησιμοποιεί βία για να επιβάλει την τάξη σε μια κοινωνία.Όμως με την βία δεν θεραπεύεται η αδικία. Παρόλα αυτά εθιζόμαστε στο να την θεωρούμε ως τον μοναδικό τρόπο επιβολής της τάξης και της ασφάλειας, χωρίς να εξετάζουμε τις αιτίες του προβλήματος. Έτσι και οι ταραχοποιοί αποδοκιμάζονται, αλλά και το σύστημα δεν αλλάζει, με αποτέλεσμα να ζούμε αυτοτροφοδοτούμενες καταστάσεις. Μας απομένει όμως η ιδέα ότι υπάρχει και καλή και αναγκαία βία, εκτός από κακή. Τι είναι ηθικό όμως και τι όχι το ορίζουμε εμείς. Η βία, ως αφαίρεση ζωής, ως εξευτελισμός του ανθρώπινου προσώπου, ως κατάσταση που τραυματίζει έστω και μία ψυχή, δεν μπορεί να γίνει δεκτή ως επιθυμητή λύση. Αναπόφευκτη, ναι. Επιθυμητή, όχι. Κι όμως, εμείς εθιζόμαστε στο να την θεωρούμε ως την μοναδική λύση. Οι τηλεοπτικές αστυνομικές σειρές και οι αντίστοιχες κινηματογραφικές ταινίες, ως σημεία των καιρών, μαρτυρούν του λόγου του ασφαλές.
Στο σημείο αυτό χρειάζεται μία αναφορά και στο οικογενειακό περιβάλλον. Στην βία την οποία βιώνει ή ασκεί ο άνθρωπος στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Η βία αυτή έρχεται ως αποτέλεσμα της αδυναμίας του ανθρώπου να αγαπήσει, να ανεχτεί «αλλήλων εν αγάπη» (Εφεσ. 4,2), να βαστάξει το βάρος του άλλου και του εαυτού του. Έρχεται ως αποτέλεσμα της επιθυμίας του ανθρώπου να κάνει πράξη το θέλημά του, να εξουσιάσει, να νιώσει ισχυρός. Αν παλαιότερα αυτή η τάση ενισχυόταν από το κοινωνικό περιβάλλον που θεωρούσε την οικογενειακή βία, έστω και σιωπηρώς, ανεκτή, σήμερα που η κοινωνία δεν μπορεί να την δεχτεί ως στάση ζωής, θα περίμενε κάποιος να είχε εκλείψει. Εντούτοις, βλέπουμε να μην περιορίζεται. Κι αυτό διότι δεν έχουν θεραπευτεί οι αιτίες που την προκαλούν, οι οποίες συνδέονται μετην ανωριμότητα του ανθρώπου να διαχειριστεί την έννοια της σχέσης και το πρόσωπο του άλλου. Ο άνθρωπος νιώθει ιδιοκτήτης τόσο του εαυτού του και του σώματός του, όσο και του άλλου, του συντρόφου του, με αποτέλεσμα αυτό το αίσθημα της ιδιοκτησίας να μην ανέχεται την αντιπαράθεση, το αντίθετο, την μη υποταγή. Ο πειρασμός της σωματικής δύναμης γι’  αυτόν που την έχει, όπως επίσης και η ικανότητα χειρισμού του άλλου μέσω του λόγου ή της άσκησης ψυχολογικής πίεσης που προκαλεί άγχος ή η εκμετάλλευση εγγενών αδυναμιών του άλλου, όπως είναι η δειλία του  χαρακτήρα, γεννούν συνθήκες βίας. Ταυτόχρονα, εξαρτήσεις, όπως το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, ή κοινωνική πίεση, όπως εξαιτίας της ανεργίας ή της απόρριψης του προσώπου από το εργασιακό και κοινωνικό περιβάλλον, δημιουργούν συνθήκες ξεσπάσματος βίας, η οποία μεταφέρει τις συνέπειές της στα νεώτερα μέλη της οικογένειας. Παραδειγματίζονται εκείνα από τους μεγαλύτερους και αναπτύσσουν ιούς εντός της ύπαρξής τους, μολύνονται και μεταδίδουν την βία με ανάλογους ή και όμοιους τρόπους είτε στο σχολείο είτε στην πορεία της ζωής.
Η κοινωνία έχει βρει ως φάρμακο, ως αντιβίωση για την βία, την ψυχολογία, την ψυχοθεραπεία, την ψυχανάλυση. Τις επιστήμες της ψυχικής υγείας. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την χρησιμότητά τους, όπως επίσης και το ότι μπορούν να εντοπίσουν στοιχεία στην ψυχή, τα οποία ταλαιπωρούν τον άνθρωπο. Μπορούν έτσι να τον βοηθήσουν να κάνει καινούριο ξεκίνημα στη ζωή του. Όμως αυτές οι επιστήμες δεν μπορούν να δούνε το βαθύτερο υπόστρωμα που οδηγεί τον άνθρωπο στην βία. Την αμαρτία, την διάσπαση, την σύγκρουση του παλαιού ανθρώπου με τον νέο, την ταυτόχρονη ύπαρξης σταχυών και ζιζανίων στην ψυχή μας. Η ψυχή που χωρίζεται από τον Θεό γίνεται, όπως και ο νους, κτηνώδης ή δαιμονιώδης. Αυτό σημαίνει ότι δικαιολογεί στον εαυτό της κάθε αμαρτία και πορεύεται στη λογική του κατεξουσιασμού των άλλων, με κάθε τρόπο. Αν δεν θεραπευθεί πνευματικά ο άνθρωπος, με την παρουσία του Χριστού στην καρδιά του και την εν Αγίω Πνεύματι ειρήνευσή του, κάθε άλλη θεραπεία θα είναι κατάπλασμα, ανακουφιστικό, αλλά όχι αληθινά και ολοκληρωτικά ιαματικό. Γιατί η πρώτη θεραπεία έγκειται στην άφεση των αμαρτιών. Με αυτήν ο άνθρωπος συμφιλιώνεται με τον Θεό, τον συνάνθρωπο και τον εαυτό του, επιλέγει το δρόμο της μετάνοιας, που σημαίνει ότι αποφασίζει να εργαστεί να καλλιεργήσει τα στάχυα της ψυχής του και να περιορίσει τα ζιζάνια και την επίδρασή τους επάνω του.
Την ίδια στιγμή η κοινωνία που απαρτίζεται από ανθρώπους οι οποίοι επιλέγουν να ακολουθήσουν αυτόν το δρόμο ανοίγεται σε τρίβους ευθείας. Αυτό σημαίνει ότι δεν περιμένουμε από τον κόσμο να νομοθετήσει κατά της αδικίας, αλλά από μόνοι μας την θεραπεύουμε, όσον εξαρτάται από εμάς. Και το φάρμακο είναι η αγάπη. Συγχώρεση των άλλων γιατί δεν είναι όπως τους θέλουμε. Προσφορά του περισσεύματος ή του υστερήματός μας. Φιλαδελφία και αλληλεγγύη. Επιθυμία για κοινωνία μαζί τους χωρίς αποκλεισμούς. Άρα, καλλιέργεια ενός γνήσιου τρόπου «ανήκειν», στον οποίο δεν χωράνε ρατσισμοί και βία. Εντιμότητα και φιλοτιμία, γιατί γνωρίζουμε ότι η εκμετάλλευση της όποιας θέσης μας προς παράνομο πλουτισμό βλάπτει το σύνολο και αποτελεί θρίαμβο του ζιζανίου του  εγωισμού.  Διακήρυξη αυτού του ήθους με την προσευχή, την λατρεία του Θεού, την ευχαριστιακή πορεία. Κι εδώ είναι ένα σημείο κλειδί. Ο ευχαριστιακός τρόπος μας κάνει να λειτουργούμε με γνώμονα την σχέση μας με το Θεό. Γνωρίζουμε ότι τα πάντα είναι εκ των Εκείνου και Του τα προσφέρουμε «κατά πάντα και δια πάντα». Δεν επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να λειτουργήσουν ως ιδιοκτήτες, εξουσιαστές  ούτε των χαρισμάτων μας, ούτε των άλλων ανθρώπων, με αποτέλεσμα να αγωνιζόμαστε για το κοινό καλό.  Κι αυτό περνά και μέσα στην οικογένεια, στο σχολείο, στις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Μέσα από την ευχαριστία έρχεται η ειρήνη.  
«Επί γης ειρήνη». Είναι ο Χριστός μας. Είναι αυτός που ας κάνει να λειτουργούμε με πνεύμα καταλλαγής στις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας. Στην Εκκλησία και στην καθημερινή μας ζωή. Που μας κάνει να μην επιδιώκουμε την ακρότητα και τον φανατισμό, ενίοτε και με έναν «ου κατ’  επίγνωσιν ζήλο». Που μας κάνει να μην βλέπουμε παντού εχθρούς, αντίπαλους της πίστης. Διότι αυτή η ακρότητα σήμερα μας τυραννά. Επειδή έχουμε αυτή την αγωνία του «ανήκειν», αισθανόμαστε την ίδια στιγμή τον φόβο ότι το «ανήκειν» μας κινδυνεύει. Ότι η πίστη μας βρίσκεται υπό διωγμόν. Ότι όποιος εκφράζει αντίθετη άποψη από εμάς, όποιος έχει πιο ανοικτό πνεύμα, όποιος έχει ποιμαντική αγωνία για τους ανθρώπους, εκκοσμικεύεται, προδίδει τα ιερά και τα όσια, αιρετίζει. Είναι ίδιον του φόβου να βλέπει παντού εχθρούς. Είναι ίδιον του φόβου να αναζητεί παντού τον πειραστή, όχι ως αυτόν που προσπαθεί να αποκόψει τον άνθρωπο από τον Χριστό, αλλά ως αυτόν που απειλεί την αλήθεια την οποία ακολουθούμε. Όμως ο Χριστός δεν απειλείται από κανέναν, ούτε από τα δικά μας λάθη, ούτε ακόμη και από τις αμαρτίες μας. Ο Χριστός είναι η ειρήνη του κόσμου και των καρδιών μας, διότι μας κάνει να βλέπουμε τον άλλο με αγάπη. Με πραότητα και υπομονή. Να γίνεται η χαρά μας, για την οποία Εκείνος αναστήθηκε. Και την ίδια στιγμή μας κάνει να βλέπουμε την δική μας αποτυχία, την δική μας αμαρτία να αντιμετωπίσουμε επαρκώς τα ζιζάνια της ψυχής μας και να Τον εμπιστευόμαστε εν πνεύματι ταπεινώσεως. Και Εκείνος, ως «ο Στάχυς της Ζωής» (Στιχηρό του Εσπερινού του Σαββάτου του Λαζάρου), μας βοηθά να αγωνιστούμε για να καλλιεργήσουμε τα δικά μας στάχυα. Όχι για να απολυτοποιήσουμε την αλήθεια μας, αλλά να την θέσουμε στην κρίση της Εκκλησίας, ώστε να αγγίξει, εάν η Εκκλησία το κρίνει, και άλλους, καλώντας τους σε κοινωνία με τον Χριστό.
Το παράδοξο είναι ότι για να πετύχουμε αυτή την ειρήνη, εκτός από την σχέση μας με τον Θεό της Ειρήνης, της οποίας «ουκ έστιν όριον» (Ησαΐας, 9,7), χρειάζεται να κάνουμε πόλεμο με τον παλαιό άνθρωπο. «Ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν» (Ματθ. 10,34), διακηρύσσει ο Κύριός μας. Και την ίδια στιγμή μας καλεί να ασκήσουμε βία: «βιάζεται η βασιλεία των ουρανών και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11, 12). Μόνο που αυτή η βία έχει να κάνει με τον δικό μας πνευματικό αγώνα. Είναι εντός μας και τα όπλα μας είναι αυτά που η Εκκλησία ορίζει.
Ο τρόπος του Θεού εναντίον των άδικων ανθρώπων εκφράζεται ως εξής: «Λήψεται πανοπλίαν, τον ζήλον αυτού, και οπλοποιήσει την κτίσιν εις άμυναν εχθρών. Ενδύσεται θώρακα, δικαιοσύνην, και περιθήσεται κόρυθα, κρίσιν ανυπόκριτον. Λήψεται ασπίδα ακαταμάχητον, οσιότητα, οξυνεί δε απότομον οργὴν εις ρομφαίαν, συνεκπολεμήσει αυτώ ο κόσμος επί τους παράφρονας» (Σοφ. Σολομώντος, 5,17-19). «Θα πάρει ως πλήρη οπλισμό του τον ζήλο που προκαλεί θυμό εναντίον όσων αδικούν τους δίκαιους και θα οπλίσει και την άψυχη κτίση, για να αμυνθεί κατά των επιτιθέμενων εχθρών. Θα ενδυθεί ως θώρακα την δικαιοσύνη και θα φορέσει ως περικεφαλαία την αμερόληπτη και αλάνθαστη κρίση του. Θα πάρει ως ασπίδα ακαταμάχητη την αγιότητά του και θα τροχίσει σαν κοφτερό σπαθί τον αδυσώπητο θυμό του και θα πολεμήσει μαζί του όλος ο κόσμος τους ασεβείς που γίνονται παράφρονες».
Αλλά και εμείς καλούμαστε να αναλάβουμε την πανοπλίαν του Θεού, για να μπορέσουμε να αντισταθούμε «εν τη ημέρα τη πονηρά και άπαντα κατεργασάμενοι στήναι. Στήτε ουν περιζωσάμενοι την οσφύν υμών εν αληθεία, και ενδυσάμενοι τον θώρακα της δικαιοσύνης, και υποδησάμενοι τους πόδας  εν ετοιμασία του ευαγγελίου της ειρήνης, επί πάσιν αναλαβόντες τον θυρεόν της πίστεως, εν ω δυνήσεσθε πάντα τα βέλη του πονηρού τα πεπυρωμένα σβέσαι. Και την περικεφαλαίαν του σωτηρίου δέξασθε, και την μάχαιραν του Πνεύματος ό εστί ρήμα Θεού»(Εφεσ. 6, 13-17). «Φορέστε την πανοπλία του Θεού, ώστε να μπορέσετε να προβάλετε αντίσταση, όταν έρθει η ώρα της σατανικής επίθεσης. Λάβετε κάθε απαραίτητο μέτρο, για να μείνετε ως το τέλος σταθεροί στις θέσεις σας. Σταθείτε, λοιπόν, σε θέση μάχης, ζωστείτε την αλήθεια σαν ζώνη στην μέση σας, φορέστε σαν θώρακα τη δικαιοσύνη. Για υποδήματα στα πόδια σας βάλτε την ετοιμότητα να διακηρύξετε το χαρούμενο άγγελμα της ειρήνης. Εκτός απ’  όλα αυτά, κρατάτε πάντα την πίστη σαν ασπίδα, πάνω στην οποία θα μπορέσετε να σβήσετε τα φλογισμένα βέλη του πονηρού. Η σωτηρία ας είναι η περικεφαλαία σας, και ο λόγος του Θεού η μάχαιρα που σας δίνει το Πνεύμα».     
Αυτός ο πόλεμος όμως εναντίον του παλαιού ανθρώπου τελικά φέρνει την γνήσια ειρήνη εντός μας. Και αποκτώντας αυτή την ειρήνη, του Θεού, χιλιάδες άνθρωποι θα την αποκτήσουν κοντά μας, κατά το βίωμα του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ. Ο χριστιανός δεν παρακολουθεί παθητικά την πορεία του κόσμου. Ξεκινά όμως από την εντός του ειρήνη, για να βοηθήσει παράλληλα την κοινωνία στην οποία ζει. Και αυτή είναι η απάντηση στην κοινωνική βία την οποία ζούμε στον καιρό μας έντονα. Η πνευματική μας ζωή πρωτίστως. Και μετά κάθε αγώνας για λιγότερη αδικία, για περισσότερη αγάπη, για Χριστό στη ζωή του κόσμου. Ας είναι αυτός ο δρόμος όλων, ιδίως των νεώτερων, απορρίπτοντας το κακό σε όλες του τις μορφές και εκφάνσεις. 
Θα κλείσουμε τις σκέψεις μας παραθέτοντας κάποιες θέσεις του νεοανακηρυχθέντος αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου. Θα δείτε στην σοφία του γέροντος τον τρόπο της αληθινής, της κατά Χριστόν ειρήνης.
«Για την κακή συμπεριφορά των παιδιών φταίνε γενικά οι γονείς. Δεν τα σώζουν ούτε οι συμβουλές, ούτε η πειθαρχία, ούτε η αυστηρότητα. Αν δεν αγιάζονται οι γονείς, αν δεν αγωνίζονται, κάνουν μεγάλα λάθη και μεταδίδουν το κακό που έχουν μέσα τους. Αν οι γονείς δεν ζουν ζωή αγία, αν δεν μιλούν με αγάπη, ο διάβολος ταλαιπωρεί τους γονείς με τις αντιδράσεις των παιδιών. Η αγάπη, η ομοψυχία, η καλή συνεννόηση των γονέων είναι ό,τι πρέπει για τα παιδιά. Μεγάλη ασφάλεια και σιγουριά». (Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι, έκδοση Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής Χανίων, 2003, σελ. 417)
«Η νοοτροπία της σημερινής κοινωνίας κάνει κακό στα παιδιά. Έχει άλλη ψυχολογία, άλλη παιδαγωγική, που απευθύνονται σε παιδιά αθέων. Η νοοτροπία αυτή οδηγεί στην ασυδοσία. Και βλέπετε τα αποτελέσματα στα παιδιά και στους νέους. Φωνάζουν σήμερα οι νέοι. Λένε:  « Πρέπει να μας καταλάβετε!». Δεν πρέπει, όμως, να πάμε εμείς σ’ αυτούς. Αντίθετα, θα προσευχόμαστε γι’  αυτούς, θα λέμε το σωστό, θα το ζούμε, θα το κηρύττομε, αλλά δεν θα προσαρμοσθούμε με το πνεύμα τους. Να μη χαλάσομε το μεγαλείο της πίστεώς μας. Δε γίνεται, για να τους βοηθήσομε, ν’  αποκτήσομε τη δική τους νοοτροπία. Πρέπει να είμαστε αυτοί που είμαστε και να κηρύττομε την αλήθεια, το φως. Από τους Πατέρες θα μάθουν τα παιδιά. Η διδασκαλία των Πατέρων θα μάθει στα παιδιά μας για την εξομολόγηση, για τα πάθη, για τις κακίες, πώς νικούσαν οι άγιοι τον κακό εαυτό τους. Κι εμείς θα ευχόμαστε ο Θεός να εγκύψει μέσα τους». (ό.π., σελ. 444)
«Δεν νομίζετε ότι αυτά είναι η αιτία που τα παιδιά χάνονται, που οι άνθρωποι ανταρτεύουν;  Είναι ο εγωισμός, που τους έχουν απ’  τη μικρή ηλικία εμφυτεύσει οι γονείς. Ο διάβολος, ο μέγας εγωιστής, ο μέγας εωσφόρος. Δηλαδή ζούμε τον εωσφόρο μέσα μας, ζούμε τον διάβολο. Δεν ζούμε την ταπείνωση. Η ταπείνωση είναι του Θεού, είναι κάτι το απαραίτητο για την ψυχή του ανθρώπου. Είναι κάτι το οργανικό. Κι όταν λείπει, είναι σαν να λείπει απ’  τον οργανισμό η καρδιά. Η καρδιά δίνει ζωή στον οργανισμό και η ταπείνωση δίνει ζωή στην ψυχή. Με τον εγωισμό ο άνθρωπος είναι πλέον με το μέρος του κακού πνεύματος, δηλαδή αναπτύσσεται με το κακό πνεύμα και όχι με το αγαθό.
Αυτό κατόρθωσε ο διάβολος να κάνει. Έκανε τη γη λαβύρινθο, για να μην μπορούμε να συνεννοηθούμε μεταξύ μας. Τι είναι αυτό που πάθαμε και δεν το καταλάβαμε;  Βλέπετε πώς πλανηθήκαμε; Καταντήσαμε τη γη μας και την εποχή μας σωστό ψυχιατρείο! Και δεν καταλαβαίνομε τι μας φταίει. Όλοι απορούμε:  Τι γίναμε, πού πάμε, γιατί τα παιδιά μας πήρανε τους δρόμους, γιατί φύγανε απ’  τα σπίτια τους, γιατί παρατήσανε τη ζωή, γιατί παρατήσανε τη μόρφωσή τους; Γιατί γίνεται αυτό;»  Ο διάβολος κατόρθωσε να εξαφανίσει τον εαυτό του και να κάνει τους ανθρώπους να χρησιμοποιούν άλλα ονόματα. Οι γιατροί, οι ψυχολόγοι λένε συχνά, όταν ένας άνθρωπος πάσχει: « Α, νεύρωση έχεις! Ά, άγχος έχεις!» και τα τοιαύτα. Δεν παραδέχονται ότι ο διάβολος υποκινεί και διεγείρει στον άνθρωπο τον εγωισμό. Κι όμως ο διάβολος υπάρχει, είναι το πνεύμα του κακού. Αν πούμε ότι δεν υπάρχει, είναι σαν να αρνιούμαστε το Ευαγγέλιο που μιλάει γι’  αυτόν».   (ό.π. σελ. 443-444).
Αν παλέψουμε εναντίον του εγωισμού μας, αν προσπαθήσουμε να νικήσουμε τα πάθη μας, αν δεν επιτρέψουμε στον πειραστή να μας διασπά εσωτερικά, τότε έχουμε κάνει το μεγάλο βήμα για να νικήσουμε οποιαδήποτε μορφής βίας, είτε σε κοινωνικό είτε σε διαπροσωπικό επίπεδο. Γιατί έχουμε βρει τον τρόπο να θεραπεύσουμε το πρόβλημα στις ρίζες του. Και αυτό μπορεί να γίνει με την βοήθεια του Χριστού και την ζώσα παράδοση της Εκκλησίας μας. Περισσότερο χριστιανοί ας γίνουμε. Για να έχει νόημα και η προσευχή και η δοξολογία της χριστιανικής μας πίστης, το «επί γης ειρήνη». Ξεκινά από εμάς και γίνεται βίωμα στον κόσμο. Και πιο πολλοί θα παρακινηθούν και θα ακολουθήσουν. Αυτός λοιπόν ας είναι ο κατά Θεόν αγώνας μας.
Εισήγηση στην Παγκρήτια Σύναξη Νέων, Χανιά, 28 Δεκεμβρίου 2013
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Σχέση Μικρού και Μεγάλου Αγιασμού κατά τους Κολλυβάδες και δη κατά τον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου, 2014

Με τη ευκαιρία της μεγάλης δεσποτικής εορτής των Θεοφανείων και της κατ’ αυτήν τελέσεως του Μεγάλου Αγιασμού, επιθυμούμε ν’ αναφερθούμε στη σχέση αυτή του Μεγάλου, ως λέγεται, Αγιασμού, προς τον αποκαλούμενο Μικρό Αγιασμό, ο οποίος τελείται σε κάθε άλλη περίπτωση π.χ. Πρωτομηνιά, εγκαινισμούς οίκων, καταστημάτων κ. ά., με σκοπό να συμβάλλουμε στη αποφυγή των πολλών παρανοήσεων, αλλά και στην εξάλειψη των λανθασμένων απόψεων και εθιμικών διατάξεων σχετικά με τη σύγκριση των δύο Αγιασμών και την χρήση τους.
Οδηγό σ’ αυτήν την προσπάθεια θα έχομε έναν από τους κυριώτερους εκπροσώπους της Φιλοκαλικής αναγέννησης του 18ου αιώνος, του κινήματος δηλ. των Κολλυβάδων, τον Άγιο Αθανάσιο τον Πάριο, ο οποίος είχε ασχοληθεί με το θέμα εκτενώς.
Στην “Έκθεσή” του ο Άγιος Αθανάσιος, τονίζει ότι ο Μεγάλος Αγιασμός έχει α) Δύναμη λουτρού παλιγγενεσίας και β) τελείται μία φορά το χρόνο, κατά την εορτή των Θεοφανείων, ως συμβολική ανάμνηση της δωρεάς της Θείας αναγεννήσεως από τον Χριστό. (Εδώ πρέπει να σημειώσουμε, ότι και την παραμονή των Θεοφανείων επεκράτησε από πολύ νωρίς να τελείται ο Μεγάλος Αγιασμός για πρακτικούς κυρίως λόγους, αλλά και αυτή η τέλεση εντάσσεται στην εορτή των Θεοφανείων και κατά συνέπεια δεν θεωρείται ως δεύτερη και ανεξάρτητη).
Από την άλλη πλευρά ο λεγόμενος Μικρός Αγιασμός: α) τελείται στις νουμηνίες (αρχή του μήνα), αλλά και κάθε φορά που κρίνεται απαραίτητο, χωρίς ιδιαίτερα αυστηρές ρυθμίσεις, β) παρέχει πλούτο ιαματικής δύναμης για κάθε ασθένεια, σωματική ή ψυχική και γ) φαίνεται ότι αρχίζει να εξαπλώνεται, ως αγιασματική ακολουθία, από το θαύμα το οποίον συνέβη στο Ναό της Θεοτόκου Ζωοδόχου Πηγής, όπως ο Άγιος Αθανάσιος αναφέρει.
Επομένως, όπως γίνεται αντιληπτό, η διάκριση η οποία παρατηρείται, έχει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα και δεν υπονοεί, αλλ’ ούτε σε καμιά περίπτωση συνιστά ουσιαστική διάκριση η διαφοροποίησή τους. Αν επιχειρήσουμε μάλιστα μια ερευνητική μελέτη στις ακολουθίες του Μικρού και του Μεγάλου Αγιασμού, θα διαπιστώσουμε, ότι όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, επιβεβαιώνονται πλήρως. Κατ’ αρχήν πρέπει να σημειώσουμε, ότι υπάρχει εμφανής ομοιότητα στις δύο Ακολουθίες αφού και στις δύο τελείται Αγιασμός ύδατος.
Στον Μεγάλο Αγιασμό παρατηρούμε, πως τόσο τα τροπάρια, που τον συνοδεύουν (“Φωνή Κυρίου επί των υδάτων…” ), όσο και τα αναγνώσματα από τις Προφητείες του Ησαΐου, έχουν έντονο συμβολικό χαρακτήρα της τέλεσής του σε ανάμνηση του Βαπτίσματος του Χριστού και εξ’ αυτού παρουσιάζουν έντονο τον χαρακτήρα της Δεσποτικής εορτής. Σε αντίθεση ο Μικρός Αγιασμός διαφέρει σ’ αυτό το σημείο, αφού η συνοδευτική υμνογραφία, περιέχει τροπάρια αφιερωμένα στη Θεομήτορα.
Στην μεγάλη εκτενή Δέηση και των δύο ακολουθιών δίδεται η πνευματική έννοια του λουτρού της παλιγγενεσίας (“υπέρ του αγιασθήναι το ύδωρ τούτο τη επιφοιτήσει και δυνάμει και ενεργεία του Αγίου Πνεύματος …, του καταφοιτήσαι εν τοις ύδασι τούτοις την καθαρτικήν της υπερουσίου Τριάδος ενέργεια, …, του δωρηθήναι αυτοίς την χάριν της απολυτρώσεως, την ευλογίαν του Ιορδάνου, …., του γενηθήναι το ύδωρ τούτο αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, εις ίασιν ψυχής τε και σώματος και προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον…” κ. α.), αλλά από τη Ιστορία της λατρείας μας είναι γνωστό ότι ο Αγιασμός των Θεοφανείων επηρέασε μορφολογικά, την ακολουθία του Μικρού Αγιασμού και κατά συνέπειαν θεωρούμε αυτές τις ομοιότητες αυθεντικά στοιχεία της ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού, τα οποία συμπλήρωσαν, αργότερα την ακολουθία που επιβλήθηκε από την ανάγκη τελέσεως Αγιασμού εκτός της εορτής των Θεοφανείων.
Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούμαστε και από το περιεχόμενο των ευχών του καθαγιασμού του ύδατος, που ακολουθούν.
Στο μεγάλο Αγιασμό έχομε μια νοηματική συνέχεια με την εκτενή Δέηση, που προηγείται, αφού ο Ιερεύς αιτείται επευχόμενος τον καθαγιασμόν του ύδατος, ώστε αυτό να γίνει: “Αφθαρσίας πηγή, αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων αλεξιτήριον, δαίμοσιν ολέθριον, ταις εναντίαις δυνάμεσιν απρόσητον, αγγελικής ισχύος πεπληρωμένον. ΄Ινα απάντες οι αρυόμενοι και μεταλαμβάνοντες έχοιεν αυτό προς καθαρισμόν ψυχών και σωμάτων, προς ιατρείαν παθών, προς αγιασμόν οίκων, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον”. Και μετά τη δεύτερη επίκληση το αγιασμένο ύδωρ, θα παρέχει “τοις τε απτομένοις, τοις τε χριομένοις, τοις τε μεταλαμβάνουσιν τον αγιασμόν, την ευλογίαν, την κάθαρσιν, την υγείαν”.
Στις καθαγιαστικές ευχές του Μικρού Αγιασμού, η Θεία Χάρη δια της μεταλήψεως και του ραντισμού του αγιασμένου ύδατος χορηγεί την ευλογία που αποσμήχει τους ρύπους των παθών και θεραπεύει τις ασθένειες της ψυχής και του σώματος και καταπέμπεται σ’ αυτό η ευλογία και η χάρη των ιαμάτων, ώστε να καταξιωνόμαστε να δεχόμαστε την απολύτρωση των ψυχικών και σωματικών πόνων.
Κατά συνέπειαν, αντιλαμβανόμαστε ότι ενώ στο Μικρό Αγιασμό δίδεται έμφαση στην ίαση των ψυχικών και σωματικών ασθενειών, στον Μεγάλο Αγιασμό, καίτοι υπάρχει και αυτό το αίτημα με παρόμοια άλλα, κυριαρχεί πλήρως η ευλογία της φύσεως των υδάτων με το βάπτισμα του Κυρίου, με όλο το βάρος και τις συνέπειες που έχει αυτή η αναμνηστική λειτουργική παρουσία ενός τέτοιου πραγματικού και σωτηριώδους γεγονότος για τη ζωή του όλου σώματος της Εκκλησίας, αλλά και του κάθε πιστού χωριστά. Αποτελεί την αναδημιουργία της ύλης και δι’ αυτής του κόσμου εν Χριστώ. Γι’ αυτό και επαξίως ονομάζεται λουτρόν παλιγγενεσίας. Γιατί το αγιασμένο ύδωρ των Θεοφανίων δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το αγιασμένο νερό του βαπτίσματος, στο οποίο βαπτίζεται ο Τίμιος Σταυρός σε αναπαράσταση του βαπτίσματος του Χριστού και το οποίο αντλούσαν οι πιστοί πριν το βάπτισμα των κατηχουμένων, ως ευλογία, λόγος για τον οποίον θεσπίστηκε η τέλεση του Μεγάλου Αγιασμού. Μάλιστα ο Μεγάλος Αγιασμός διατήρησε την τέλεσή του μέσα στη Θεία λειτουργία, όπως τελούνταν τόσο το Βάπτισμα, όσο και τα άλλα μυστήρια στους πρώτους Χριστιανικούς αιώνες, ενώ ο Μικρός Αγιασμός τελείται καθ’ οιανδήποτε στιγμή και περίσταση, χωρίς ιδιαίτερους περιορισμούς.
Η σύντομη αυτή αναδρομή στο περιεχόμενο των δύο Ακολουθιών, κάνει εμφανή μια τιμητική και καθαρά και μόνον συμβολικήν υπεροχή του Μεγάλου Αγιασμού έναντι του Μικρού, αφού υπερέχει η συμβολική ανάμνηση του αγιασμού της υλικής κτίσεως από τον Κύριο και θεωρείται ως αφετηρία αγιασμού των πάντων σε τέτοιο βαθμό, ώστε να δικαιολογείται ο παραδοσιακός χαρακτηρισμός του μεν ως Μεγάλου του δε ως Μικρού Αγιασμού. Εξ άλλου, όπως παρατηρήσαμε, η ακολουθία του Μικρού Αγιασμού είναι φανερά επηρεασμένη από την ακολουθία του Μεγάλου και ως μεταγενέστερη αυτής, χωρίς να υπονοείται σε καμία περίπτωση διαφοροποίηση της αγιαστικής χάριτος των δύο Αγιασμών ή της μετοχής τους από τους πιστούς.
Αρχιμανδρίτης ΣΩΤΗΡΙΟΣ Ν. ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ, ιεροκήρυξ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Μεγάλος Αγιασμός των Θεοφανείων

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου, 2014

Μία από τις πιο γνωστές και λαοφιλείς Ακολουθίες της Εκκλησίας μας είναι αυτή του Aγιασμού των υδάτων. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία η Ακολουθία αυτή παρουσιάζεται σε δύο τύπους, τον μεγάλο και τον μικρό Αγιασμό. Μέγας Αγιασμός ονομάζεται η Ακολουθία που τελείται στο Ναό δύο φορές το έτος (5 και 6 Ιανουαρίου) σε ανάμνηση της Βαπτίσεως του Κυρίου Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη υπό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Μικρός Αγιασμός είναι ο συνήθως τελούμενος στους Ναούς κατά την 1η εκάστου μηνός και σε διάφορες άλλες περιπτώσεις (θεμελιώσεις οίκων, εγκαίνια καταστημάτων, δημοσίων έργων κτλ.). Και στις δύο ημέρες, παραμονή και ανήμερα των Θεοφανείων, τελείται η Ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού.
Δεν τίθεται θέμα ποιος είναι αγιότερος και ποιος λιγότερο άγιος,καθώς και οι δύο τύποι αγιασμού είναι αγιασμένοι από τη ζωοποιό χάρη του αγίου Πνεύματος.
Ο Αγιασμός που τελείται την παραμονή και ανήμερα της γιορτής των Θεοφανείων είναι ακριβώς ο ίδιος.
Ο Μεγάλος Αγιασμός φυλάσσεται όλο το χρόνο στο Ναό, σε ειδική φιάλη. Σκοπός της πράξης αυτής είναι η διευκόλυνση των πιστών και η εξυπηρέτηση των αναγκών τους: όταν κάποιος είναι ασθενής «εις αγιασμόν και ίασιν ψυχής τε και σώματος» και στην περίπτωση που κάποιος χριστιανός δεν μπορεί να μεταλάβει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού γιατί διατελεί κάτω από κάποιο παιδαγωγικό επιτίμιο του πνευματικού του. Ο Μέγας Αγιασμός σε καμία περίπτωση δεν δύναται να υποκαταστήσει τη μετάληψη του Σώματος και Αίματος του Κυρίου στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Δεν θεωρείται υποκατάστατο, ούτε όμοιο και ισότιμο. Απλώς δίδεται ως μία παρηγοριά στους χριστιανούς που δεν μπορούν να κοινωνήσουν και για να ενισχυθούν στον αγώνα τους για την μετάνοια.Ο Μέγας Αγιασμός δύναται να φυλάσσεται κατ’ οίκον προς εξυπηρέτηση των αναγκών των πιστών. Αυτό αναφέρεται ρητώς στο κείμενο της Ακολουθίας: «ίνα πάντες οι αρυόμενοι και μεταλαμβάνοντες έχοιεν αυτό προς ιατρείαν παθών, προς αγιασμόν οίκον, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον» καθώς επίσης και στον λόγο του Ι. Χρυσοστόμου ο οποίος γράφει σχετικά: «κατά την εορτήν ταύτην άπαντες υδρεύονται, οίκαδε τα νάματα φέροντες και εις ενιαυτόν φυλάττουσιν». Απαραίτητη βεβαίως προϋπόθεση για την κατ’ οίκον διατήρηση του καθαγιασμένου ύδατος είναι η ευλαβής και μετά μεγίστης προσοχής φύλαξή του.Έτσι, ο Μεγάλος Αγιασμός (της παραμονής των Θεοφανείων) είναι δυνατόν να φυλάσσεται και στα σπίτια των ευσεβών χριστιανών όλο το χρόνο για τον αγιασμό τους «δια του ραντισμού και της μεταλήψεως», καθώς για να αγιάζουν τα ίδια τα σπίτια τους, τους κήπους, τα σπαρτά τους, τα ζώα, τα οχήματα τους κλπ. Είναι καλό να χρησιμοποιείται και για την προφύλαξη μας από τη βασκανία και κάθε σατανική ενέργεια και όχι άλλα δεισιδαιμονικά ξόρκια, λάδια, ξεματιάσματα κλπ. Εξυπακούεται πως στο σπίτι, διατηρούμε τον Αγιασμό (Μικρό ή Μεγάλο) στο εικονοστάσιο, όπου καίει κανδήλα και πως τα μέλη της οικογενείας αυτής επιμελώς θα αποφεύγουν τις αφορμές και αιτίες της αμαρτίας που φυγαδεύουν την θεία χάρη.Δεν νηστεύουμε την παραμονή των Θεοφανείων για να πιούμε την άλλη μέρα τον Μεγάλο Αγιασμό, αλλά νηστεύουμε ως προπαρασκευή για την μεγάλη εορτή των Θεοφανείων, που ακολουθεί. Αυτό άλλωστε συμβαίνει με όλες τις μεγάλες εορτές του εκκλησιαστικού έτους.Στην πρώτη Εκκλησία την παραμονή των Θεοφανείων γινόταν η Βάπτιση των Κατηχουμένων, δηλαδή των νέων χριστιανών (όπως την παραμονή του Πάσχα και της Πεντηκοστής). Τα μεσάνυχτα τελούνταν ο Αγιασμός του ύδατος για την τελετή του Βαπτίσματος. Τότε εισήχθη η συνήθεια (όπως μας πληροφορεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος) οι χριστιανοί να παίρνουν από το αγιασμένο νερό και να πίνουν ή να το μεταφέρουν στα σπίτια τους προς ευλογία και να το διατηρούν όλο το χρόνο. Αργότερα όμως η Ακολουθία του Αγιασμού απομονώθηκε από αυτή του Βαπτίσματος, παρόλο που διατήρησε πολλά στοιχεία του. Παρέμεινε η συνήθεια οι πιστοί να παίρνουν από το αγιασμένο νερό «προς αγιασμόν οίκων» όπως αναφέρει η καθαγιαστική ευχή του Μεγάλου Αγιασμού.Νωρίς επίσης επικράτησε και η συνήθεια της νηστείας προ της εορτής των Θεοφανείων (δηλ. την παραμονή) για δύο λόγους: Πριν από κάθε Δεσποτική εορτή (που αναφέρεται δηλαδή στο πρόσωπο του Δεσπότη Χριστού) προηγούνταν νηστεία για την ψυχική και σωματική κάθαρση των πιστών. Έτσι, η Εκκλησία όρισε να νηστεύουμε την παραμονή των Θεοφανείων σαν προετοιμασία για την γιορτή, όπως προαναφέραμε. Νηστεύουμε μόνο μία ημέρα για τη μεγάλη αυτή εορτή και όχι περισσότερες ημέρες γιατί βρισκόμαστε σε εορταστική περίοδο, το άγιο Δωδεκαήμερο. Επίσης, παλαιά συνήθεια ήταν αυτοί που θα βαπτίζονταν να νηστεύουν και μαζί με αυτούς οι ανάδοχοι, οι συγγενείς αλλά και άλλοι χριστιανοί οι οποίοι τηρούσαν εθελοντικά νηστεία «υπέρ των βαπτιζομένων». Δεν ήταν λοιπόν δύσκολο στη συνείδηση των χριστιανών να συνδεθούν η πόση του αγιασμού και η νηστεία, χωρίς να υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ αυτών. Μολαταύτα η νηστεία της παραμονής, αν και δεν συνδέεται, όπως αναφέραμε παραπάνω, με την μετάληψη του αγιασμού, πρέπει σε κάθε περίπτωση να τηρηθεί.Έτσι λοιπόν, μεταφέροντας το ζήτημα στη σημερινή εποχή μπορούμε να πούμε τα εξής: Για την μετάληψη του μεγάλου Αγιασμού απαιτείται τέλεια αποχή τροφής και ποτού από του δείπνου ή του μεσονυκτίου της προηγούμενης ημέρας μέχρι της μεταλήψεως. Εξαίρεση αποτελεί η έκτακτη μετάληψη αγιασμού σε περιπτώσεις ασθενειών, κινδύνων κτλ. Και εκεί όμως η πνευματική νηστεία είναι απαραίτητη. Γι’ αυτούς που τον πίνουν γιατί δεν μπορούν να μεταλάβουν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, ας νηστεύουν όσο ορίσει σε αυτούς ο πνευματικός τους. Τέλος όσοι εκτάκτως πίνουν από το Μεγάλο Αγιασμό, που φυλάσσουν στο σπίτι τους, σε ώρες ασθενειών και κινδύνων μετά ή άνευ νηστείας, ας μην υστερούν στην πνευματική νηστεία «απέχοντες από παντός μολυσμού σαρκός τε και πνεύματος, επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού».Ο Αγιασμός είναι πράγματι ένα πολύτιμο και ιερότατο πνευματικό εφόδιο, το οποίο με πολύ σοφία προσφέρει η Εκκλησία σε όλους μας. Μέσω αυτού ο πιστός εξαγιάζεται, χαριτώνεται και ενδυναμώνεται στον πνευματικό αγώνα του. Σε κάθε περίπτωση όμως απαιτείται από όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς, μεγάλη προσοχή στη διατήρηση των ορθών παραδόσεων που συνοδεύουν αυτό το θείο δώρο, το πλήρες χάριτος και θεϊκής ευλογίας, ώστε να αποφεύγονται παρερμηνείες και παρεξηγήσεις που όσο ευλαβείς και αν είναι δεν συνάδουν με τα παραδεδομένα.

agiasofiapeiraios

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Αγιασμός των υδάτων(π.Αντωνίου Αλεβιζόπουλου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου, 2014

Από το βιβλίο Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ
Η άκτιστη θεία ενέργεια αγιάζει ολόκληρη τη δη­μιουργία και μεταδίδει στον κόσμο ευλογία. Ακόμη και με τα υλικά στοιχεία, όπως με τα νερά ποταμών, δοξάζε­ται το όνομα τού Θεού. Αυτό βλέπουμε ήδη στην Παλαιά Διαθήκη. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Νεεμάν, αρχιστράτηγου της Συρίας.
Ο Νεεμάν, που υπέφερε από λέπρα, εφοδιασμένος με συστατικά γράμματα τού βασιλιά της Συρίας, πήγε στον βασιλιά του Ισραήλ και από εκεί ξεκίνησε να συναντή­σει τον προφήτη Ελισαίο. Ο προφήτης τον ειδοποίησε πως πρέπει να μεταβεί στον Ιορδάνη ποταμό και να λου­σθεί εκεί επτά φορές, για να καθαρισθεί το σώμα του από τη λέπρα. Τότε ο Νεεμάν οργίστηκε και είπε:
«- Εγώ ενόμισα ότι θα εξέλθη εις συνάντησίν μου, θα επικαλεσθή το όνομα του Θεού του, θα επιθέση το χέρι του εις το άρρωστον σώμα μου και θα θεραπεύση την λέπραν μου. Μήπως δεν είναι oι ποταμοί της Δαμάσκου, ο Αβανά και ο Φαρφάρ, καλλίτεροι από όλους τους ποτα­μούς του ισραηλιτικού βασιλείου; Διατί λοιπόν να μην υπάγω να λουσθώ εις αυτούς, δια να καθαρισθώ;
Αυτά είπεν, ήλλαξε δρόμον και πλήρης θυμού ανεχώρησε. Τότε τον επλησίασαν οι υπηρέται του και του είπον: 
– Μήπως σου εζήτησεν ο προφήτης κανένα δύσκολον έργον, το οποίον να μην ημπορής να το κάμης; Σου είπεν απλώς να λουσθής και θα καθαρισθής.
Τότε ο Νεεμάν υπεχώρησεν. Ελούσθη εις τα νερά του Ιορδανού επτά φοράς, συμφώνως προς τους λόγους του Ελισαίου, και αίφνης αποκατεστάθη η σαρξ του και έγινεν όπως η σαρξ του μικρού παιδιού και εκαθαρίσθη.
Τότε επέστρεψεν εις τον Ελισαίον μαζί με ολόκληρον την συνοδείαν του και του είπε:
– Ιδού εγνώρισα ότι εις όλην την γην δεν υπάρχει άλλος Θεός, ει μη μόνον αυτός, ο οποίος υπάρχει εις τον Ισραήλ» (Δ’ Βασιλ. ε’ 10-16).
Ο Νεεμάν ομολογεί πως θεραπεύθηκε από τον Θεό του Ισραήλ όχι με μαγικό τρόπο, με μόνο το νερό του Ιορδανού. Τα νερά του πόταμου αυτού δεν διέφεραν ου­σιαστικά από τα νερά των άλλων ποταμών. Εκείνο που τα διαφοροποιούσε ήταν η παρουσία της χάρης του Θεού (πρβλ. Λουκ. δ’27).
Την ίδια ιαματική δύναμη της χάρης του Θεού βλέ­πουμε και στα νερά της κολυμθήθρας της Βηθεσδά. Όταν εταράσσοντο από τον άγγελο του Κυρίου, «εκείνος που εισήρχετο πρώτος, μετά την ταραχή του νερού, εθεραπεύετο, από οποιοδήποτε νόσημα κι αν υπέφερε» (Ιω. ε’4, πρβλ. θ’ 9).
Με τη βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη αγιάσθηκε η «φύσις των υδάτων», όπως λέγει ο ύμνος της Εκ­κλησίας μας:
«Σήμερον των υδάτων αγιάζεται η φύσις και ρήγνυται ο Ιορδάνης και των ιδίων ναμάτων επέχει το ρεύμα, Δεσπότην ορών ρυπτόμενον».
Ολόκληρη η δημιουργία γιορτάζει αυτή την ελευθε­ρία άπό τη δουλεία της φθοράς, όχι μόνο ο Ιορδάνης πο­ταμός:
«Ιορδάνη ποταμέ, ευφροσύνης πληρώθητι, γη και θάλασσα, οι βουνοί και τα όρη, και ανθρώπων καρδίαι, νυν σκιρτήσατε, φως εισδεχόμενοι».
Ο Χριστός δέχεται στην αγκαλιά του τα νερά και όλα τα στοιχεία της φύσης και τα αγιάζει. Όπως δέχεται ο­λόκληρη τη δημιουργία επάνω στο σταυρό, και με το αίμα Του την ελευθερώνει από τα δεσμά του διαβόλου.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με το νερό του αγιασμού. Με το Σώμα του Χριστού, που είναι η Εκκλησία, αγιάζεται το νερό· δεν ανήκει πλέον στον κόσμο της πτώσης και της φθοράς. Στην ουσία του είναι βέβαια νε­ρό, όπως και στο γεύση του, και δεν διαφέρει καθόλου από τα άλλα νερά. Όμως το γεγονός ότι ήλθε σε σχέση με το Σώμα του Χριστού και προσελήφθη από την Εκ­κλησία, το μεταβάλλει σε «πνευματικόν ποτόν», που ανα­βλύζει από την «πνευματικήν πέτραν», η οποία είναι ο Χριστός (Α’ Κορ. Γ 4)· το καθιστά πηγή ευλογίας και χάρης (Έξοδ. ιε’ 25). Γι’ αυτό και η ευχή της Εκκλη­σίας αναφέρει:
«Κύριε, Συ όστις κατεδέχθης να βαπτισθής εις τον Ιορδάνην και να αγιάσης μ’ αυτόν τον τρόπον τα νερά, κλίνε το αυτί Σου και άκουσέ μας. Και ευλόγησε όλους ημάς, που με το σκύψιμον της κεφαλής μας δεικνύομε το ‘σχήμα του δούλου’. Αξίωσέ μας να γεμίσωμεν από την αγιαστικήν Σου χάριν, πίνοντες ολίγον από αυτό το νερό και να ραντισθώμεν με αυτό. Είθε να αποβή εις υγείαν και της ψυχής και του σώματος μας. Διότι Συ είσαι εκείνος όστις αγιάζει τας ψυχάς και τα σώματα μας και δι’ αυτό την δοξολογίαν μας, την ευγνωμοσύνην μας και την προσκύνησίν μας αναπέμπομεν εις Σε, και τον άναρχον Πατέρα Σου και το Πανάγιον και Αγαθόν και Ζωοποιόν Σου Πνεύμα και τώρα και πάντοτε και εις τους αίώνας των αιώνων, αμήν».
Κλείνοντες το κεφάλαιο αυτό παρατηρούμε πως ολό­κληρη η δημιουργία του Θεού είναι καλή. Το κακό δεν βρίσκεται στη φύση του άνθρωπου ή και του κόσμου του Θεού. Ο άνθρωπος επλάσθη«κατ’ εικόνα Θεού», όχι μόνο κατά την ψυχή, αλλά και κατά το σώμα. Η αμαρτία είναι αποτέλεσμα της προαίρεσης του ανθρώπου και όχι της φύσης του.
Με την πτώση του άνθρωπου συμπαρεσύρθη και ολόκληρη η κτίση στη δουλεία της φθοράς. Όμως ο Θεός στο πρόσωπο του ένσαρκου Λόγου Του εισήλθε στην πραγματικότητα του κόσμου και τον ανακαίνισε. Με το θάνατο, την ανάσταση και την ανάληψη Του οδήγησε τον άνθρωπο που προσέλαβε στη ζωή της αφθαρσίας και της αθανασίας, τον ανύψωσε μέχρι το ύψος της δόξης του Θεού Πατρός
Αυτή η δόξα, που κατά τη δευτέρα παρουσία του Κυ­ρίου θα γίνει δικό μας κτήμα, προεικονίζεται στη ζωή της Εκκλησίας μας και ιδιαίτερα στη ζωή των αγίων. Τα σώματα των αγίων, τα ιερά λείψανα, περιβάλλονται με την αγιαστική χάρη του Θεού και γίνονται πηγή αυτής της χάρης και της θείας ευλογίας. Αποτελούν πρόγευση και προεικόνιση της μεταμόρφωσης του άνθρωπου και ολόκληρης της κτίσης, εικόνα της άρρητου δόξας του Θεού
Η ίδια χάρη περιβάλλει και τα υλικά αντικείμενα, με τα οποία έρχεται σε σχέση ο Θεός και γίνεται αντιληπτή με τις αισθήσεις μας σαν φως, σαν θερμότητα ή και με διάφορες θαυμαστές ενέργειες που αποτελούν για τον άν­θρωπο ευλογία
Η παρουσία της χάρης και της δόξας του Θεού στον άνθρωπο και στην υλική δημιουργία προεικονίζει την ε­λευθερία ολόκληρης της κτίσης από τη δουλεία της φθο­ράς και εγγυάται για τη βεβαιότητα της ελπίδας μας για ζωή και για αφθαρσία. Στη θεία λατρεία της Εκκλησίας μας εκφράζεται αυτή η ελπίδα με τη συμμετοχή της υλικής δημιουργίας στον αίνο και στη δοξολογία του Θεού. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί λατρεύουν τον Θεό όχι μόνοι τους, αλλά μαζί με όλη την υλική κτίση και διαδηλώνουν με τρόπο ανε­πανάληπτο την πίστη τους στη μεταμόρφωση ολόκληρου του κόσμου

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ: ΕΟΡΤΗ ΔΟΞΑΣ ΚΑΙ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιανουαρίου, 2014

 
Οι άνθρωποι έχουμε απογυμνώσει τις περισσότερες από τις γιορτές της πίστης μας από το θεολογικό τους περιεχόμενο και παραμένουμε στα σημαίνοντά τους, τις συνήθειες που τις συνοδεύουν. Έτσι γιορτάζουμε χωρίς να νιώθουμε αληθινά τι σημαίνει το περιεχόμενο της γιορτής. Και αν για τα Χριστούγεννα και το Πάσχα οι περισσότεροι υποψιαζόμαστε κάτι από το βαθύτερο νόημα, γιορτές όπως τα Θεοφάνεια μένουν στην μνήμη μας για τον αγιασμό των υδάτων και τα πατροπαράδοτα έθιμα που τον συνοδεύουν, χωρίς να αγγίζουν την καρδιά μας ως προς το θεολογικό τους βάθος. Κατέχουμε ως γνώση το γεγονός της Βάπτισης του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό και της φανέρωσης και των άλλων δύο προσώπων της Αγίας Τριάδος, του Θεού-Πατέρα με την φωνή που ακούστηκε εξ ουρανού και το Άγιο Πνεύμα, το οποίο κατέβη «εν είδει περιστεράς».
Τα Θεοφάνεια όμως δεν είναι μόνο ένα γεγονός γνώσης και νου. Είναι η ευκαιρία να υιοθετήσουμε έναν τρόπο ζωής, ο οποίος ανοίγει τον νου και την καρδιά μας στην κατοίκηση εντός μας της χάριτος του Θεού, που λειτουργεί ως σωτηρία για την ύπαρξή μας. Γιατί τα Θεοφάνεια αποτελούν γιορτή δόξας και φιλανθρωπίας, η οποία μεταμορφώνει την ύπαρξή μας σε κατά Θεόν ύπαρξη. Όπως λέει ο Απόστολος Παύλος «επεφάνη η φιλανθρωπία του Σωτήρος ημών Θεού» και καλούμαστε να αποδεχθούμε «την επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» (Τίτ. 3, 4 και 2, 13)
                Είναι γιορτή δόξας τα Θεοφάνεια, παρότι φαινομενικά ο Χριστός δέχεται να βαπτιστεί στον Ιορδάνη ποταμό από τον Πρόδρομο  σαν να ήταν άνθρωπος αμαρτωλός. Όμως η δόξα του Χριστού δεν ήταν ποτέ η δύναμη, η εξουσία, η επιβολή, αλλά η ταπείνωση. Καταδέχεται ο Δεσπότης να χειροθετηθεί στην κεφαλή από το χέρι του δούλου. Καταδέχεται ο Αναμάρτητος να ακολουθήσει την ίδια διαδικασία με τους αμαρτωλούς. Μόνο που αντί να εξομολογηθεί αμαρτίες που δεν έχει, ζητά από τον Πρόδρομο να αποδεχθεί την υπακοή και την αγάπη Του και να κάνει και σ’ Αυτόν ό,τι έκανε στους άλλους. Εισέρχεται στον Ιορδάνη ο διακονούμενος από τους Αγγέλους όχι για να καθαρισθεί από το νερό του ποταμού, αλλά για να καθαρίσει κάθε ανθρώπινο ρύπο, κάθε αμαρτία ανθρώπινη που ο ποταμός έχει δεχθεί, δείχνοντας την οδό του βαπτίσματος που θα ακολουθούμε στην Εκκλησία. Και δεν είναι μόνος Του ο Χριστός, όπως οι άνθρωποι που συναντούν τον προφήτη που ετοιμάζει την οδό του Κυρίου.
Μαζί με τον Χριστό εμφανίζονται και τα άλλα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, για να δείξουν ότι στον Ιορδάνη ποταμό ξεκινά ο κόσμος της Βασιλείας του Θεού, και είναι «ευλογημένη αυτή η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Μόνο που στην βασιλεία αυτή δεν υπάρχουν ανώτεροι και κατώτεροι, ισχυροί και αδύναμοι, άρχοντες και αρχόμενοι. Δεν υπάρχει ο θάνατος. Δεν έχουν θέση τα πάθη και το κακό. Υπάρχει μόνο ζωή, όπως αυτή εκφράζεται με την αγάπη, την ταπείνωση, την συγχωρητικότητα. Και εδώ έγκειται η δόξα των Θεοφανείων. Στο ότι μας υπενθυμίζουν ότι στην Βασιλεία του Θεού προϋπόθεση είναι η πίστη. Η αγάπη και η εμπιστοσύνη στο Χριστό. Η οδός της νίκης κατά των παθών. Η επιλογή ενός τρόπου ζωής που θα μας κάνει να βγαίνουμε από το εγώ μας και να προχωρούμε σε μία διαρκή συνάντηση με το Θεό και τον συνάνθρωπο, ως κέντρο και νόημα της ύπαρξής μας. Και αυτός ο δρόμος είναι για όλους δρόμος δόξας και χαράς.Δρόμος αγιότητας και χαράς που τείνει στην τελειότητα και που θα γίνει τέλεια όταν λυθεί και ο τελευταίος δεσμός φθοράς που είναι ο χρόνος. 
                Είναι γιορτή φιλανθρωπίας τα Θεοφάνεια γιατί όλα τα παραπάνω δεν θα ήταν δυνατό να συμβούν εάν δεν είχε ενανθρωπίσει ο Χριστός. Γιατί από μόνοι μας δεν θα μπορούσαμε να πετύχουμε να πορευτούμε στον δρόμο της δόξας, καθώς είχαμε και έχουμε διαστρέψει το νόημα τι αληθινά σημαίνει δόξα. Έχουμε αφήσει κατά μέρος τι σημαίνει σωτηρία, γιατί βλέπουμε τον κόσμο με τα μάτια του παρόντος, δηλαδή μόνο στην προοπτική του χρόνου και όχι της αιωνιότητας. Ακόμη έχουμε λησμονήσει  ότι ελευθερία δεν σημαίνει η δυνατότητα πορείας σύμφωνα με το θέλημά μας, αλλά η ακολούθηση του θελήματος του Θεού που γίνεται αγάπη για όλους. Ότι όλα θέλουν κόπο και εμείς είμαστε έτοιμοι να επιλέξουμε ό,τι και όποιον μας υπόσχεται ευκολία. Με την ενανθρώπισή Του ο Χριστός μας δείχνει ότι  χάρις σ’ Αυτόν τα πάντα αγιάζονται, κι εμείς μαζί Του. Ότι τα πάντα είναι δυνατά στον Επιφανέντα Θεό, αρκεί να Τον θέλουμε ως το κέντρο της ζωής μας και να Τον ακολουθούμε με εμπιστοσύνη. Ότι ο ουρανός συναντά την γη και ξαναδημιουργεί το σύμπαν στην προοπτική της σχέσης και της κοινωνίας με τον Θεό.  Γι’ αυτό και στην ακολουθία του Αγιασμού αναφωνούμε «Μέγας ει Κύριε και θαυμαστά τα έργα Σου και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων Σου».
                Γιορτή σημαίνει εκκλησιασμός. Σημαίνει δίψα για κοινωνία με τον Θεό. Σημαίνει συμφιλίωση με τον ξαναδημιουργημένο εν Χριστώ κόσμο, σημαίνει σεβασμό για ό,τι ο Θεός αγίασε και ευλόγησε, από τον άνθρωπο μέχρι το τελευταίο φυλλαράκι. Και Θεοφάνεια σημαίνει αφορμή για περισσότερη ταπείνωση, υπέρβαση του εγωισμού μας και εναπόθεση της ελπίδας της ζωής μας στον Επιφανέντα Θεό, άνοιγμα της καρδιάς και της ψυχής μας στην «ανακαίνωση» του Αγίου Πνεύματος (Τίτ. 3,5). Στην Εκκλησία ξαναβρίσκουμε τον κόσμο ως Παράδεισο και τα Θεοφάνεια είναι μία ευκαιρία να ζήσουμε όπως εκείνος ο πρώτος άνθρωπος που έβλεπε τα πάντα ωραία στην κτίση. Να ξαναδώσουμε νέο όνομα στα πάντα που μας περιβάλλουν, ακόμη και σε ό,τι και σε όποιους μας θλίβουν, μέσα από την προοπτική της συνάντησης και της κοινωνίας με τον Θεό. Μέσα από την Βασιλεία που ζούμε στην Εκκλησία. Και να αγωνιστούμε και οι άλλοι που δεν βλέπουν τα πράγματα έτσι, να γευτούν  την ευλογία και τον αγιασμό του Θεού.
                Έχουμε ανάγκη από την χάρη του Θεού, για να ζήσει αλλιώς ο κόσμος μας αλλά κι εμείς. Και δεν είναι οπισθοδρόμηση η Βασιλεία που ο Χριστός εγκαινιάζει, αλλά συνεχής ανακαίνιση, φως και αγιασμός και σπουδή της φιλανθρωπίας και της δόξας που Εκείνος μας παρέχει συνεχώς στη ζωή της Εκκλησίας. Ας είναι αυτός ο τρόπος αφορμή για να γνωρίσουμε το βαθύτερο νόημα της μεγάλης εορτής. Για να μπορέσουμε να ζήσουμε και τον χρόνο μας διαφορετικά, πνευματικά, ελεύθερα, εν Χριστώ επιφανέντι.
 Κέρκυρα, 6 Ιανουαρίου 2013 
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μικρός ἤ Μεγάλος ῾Αγιασμός; του (+) Πρωτ. Μαρίνου Γεωργακοπούλου

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Ιανουαρίου, 2014

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὅπου ὑπάρχει πνευματική ὠφέλεια, ἐκεῖ πολλές φορές ἐπικρατεῖ συσκότιση καί κυκλοφοροῦν διαφορετικές ἐξηγήσεις καί ἀντιλήψεις οἱ ὁποῖες δυσκολεύουν τούς Χριστιανούς νά ἐπωφεληθοῦν ὅσο πρέπει καί ταιριάζει τίς ἁγιαστικές πράξεις τῆς ᾿Εκκλησίας μας.
Γι’ αὐτό θεωροῦμε σκόπιμο νά δοῦμε μέ συντομία τήν περίπτωση τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ, ὅπως μᾶς τήν
διασώζει ἡ γραπτή παράδοση τῆς ᾿Εκκλησίας μας.
Καί πρῶτα – πρῶτα· Τί εἶναι ὁ ῾Αγιασμός;
Γράφει ὁ καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου ᾿Αθηνῶν κ. Εὐάγγελος Θεοδώρου στό περιοδικό «᾿Εφημέριος» τοῦ ἔτους 1965, σελ. 10 κ.ἑ.· «῾Αγιασμός τῶν ὑδάτων εἶναι ἡ τελετουργική πρᾶξις, διά τῆς ὁποίας ὕδωρ καθαγιάζεται δι’ ὡρισμένων εὐχῶν καί ἐπικλήσεως τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, ὡς καί διά σταυροειδοῦς εὐλογίας καί ἐμβαπτίσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. ῾Η τελετή αὕτη λέγεται «῾Αγιασμός» ἀκριβῶς διότι διά τοῦ ηὐλογημένου ὕδατος καί «τῆς τούτου μεταλήψεώς τε και ραντισμοῦ» πιστεύομεν, ὅτι ἁγιαζόμεθα καί καθαριζόμεθα τῶν ἁμαρτιῶν. Διά τοῦτο «δεόμεθα τοῦ Θεοῦ», ὅπως τό ἀγιαζόμενον ὕδωρ γένηται ἰαματικόν ψυχῶν καί σωμάτων καί πάσης ἀντικειμένης δυνάμεως ἀποτρεπτικόν.»
῾Η χρησιμοποίηση ἁγιασμένου νεροῦ συναντᾶται σέ πολύ παλαιούς χρόνους τῆς ζωῆς τῶν χριστιανῶν.
᾿Από ἀρχαίους ἐκκλησιαστικούς ἱστορικούς, ὅπως εἶναι ὁ ᾿Επιφάνιος, ὁ Θεοδώρητος κ.ἄ., ἀναφέρονται θαύματα πού ἔγιναν μέ τό ραντισμό ἁγιασμένου νεροῦ, πού ἁγιάστηκε μόνο μέ τή σφράγιση διά τοῦ τύπου τοῦ Σταυροῦ καί τῆς ἐπίκλησης τοῦ ῾Αγ. Πνεύματος.
῾Ο καθηγητής Παν. Τρεμπέλας, στόν Α´ τόμο τῆς Θρησκευτικῆς καί Χριστιανικῆς ᾿Εγκυκλοπαίδειας (᾿Αθῆναι 1936, σελ. 136) γράφει σχετικά· «῾Η χρῆσις ὕδατος ἐπί σκοποῦ ἰάσεως ἀσθενῶν ἤ καθαγιασμοῦ τόπων βεβηλωμένων διά τῆς ἐν αὐτοῖς ἀνεγέρσεως εἰδωλείων ἤ βωμῶν εἰδωλολατρικῶν, τοῦ ὁποίου ὅμως ὁ ἁγιασμός ἐγίνετο οὐχί δι’ ἰδιαιτέρας τινός ἀκολουθίας, ἀλλά μόνον διά τῆς ἁπλῆς σφραγίσεως αὐτοῦ διά τοῦ τύπου τοῦ Σταυροῦ, ἀνάγεται εἰς χρόνους παλαιοτάτους».
῎Ετσι παρατηροῦμε ὅτι τό ἁγιασμένο νερό χρησιμοποιήθηκε ἀπό τήν ᾿Εκκλησία σέ πολύ παλαιούς χρόνους καί μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου διαμορφώθηκαν οἱ ἰδιαίτερες ἀκολουθίες πού ἔχουμε μέχρι σήμερα.
Οἱ ἀκολουθίες τῆς ᾿Εκκλησίας μας πού «καθαγιάζουν τά ὕδατα» εἶναι τρεῖς· Τό Βάπτισμα, ὁ Μεγάλος ῾Αγιασμός καί ὁ Μικρός.
Μαρτυρία γιά τό Μεγάλο ῾Αγιασμό μᾶς δίνει ὁ ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Χρυσόστομος πού σέ μιά ὁμιλία του, πού ἔκανε στό ἅγιο Βάπτισμα τοῦ Κυρίου, κάνει λόγο καί γιά τούς πιστούς τῆς ἐποχῆς του, πού εἶχαν τή συνήθεια νά κρατοῦν καί νά φυλάγουν τό Μεγάλο ῾Αγιασμό στά σπίτια τους. ῾Ο καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου κ. ᾿Ιωάννης Φουντούλης γράφει σχετικά στήν ὑπ’ ἀριθμ. 79 ἀπάντησή του στό βιβλίο του (᾿Απαντήσεις εἰς Λειτουργικάς ἀπορίας, σελ. 142-143)· «῾Ο ἱερός Χρυσόστομος στό λόγο του ὁμιλεῖ γιά τή συνήθεια τῶν πιστῶν νά ἀντλοῦν ἀπό τό ἁγιαζόμενο κατά τήν ἑορτή αὐτή νερό καί νά τό διατηροῦν στά σπίτια των καθ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ ἔτους καί ἐπί δύο καί τρία ἀκόμη ἔτη. ᾿Ασφαλῶς σκοπός τους ἦταν νά πίνουν ἀπό αὐτό ἤ νά χρίωνται καί νά ἁγιάζωνται ἄν κατά τή διάρκεια τοῦ ἔτους εὑρίσκοντο σέ ψυχική ἤ σέ σωματική ἀνάγκη».
῾Η ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ ἐκτός ἀπό τά εἰρηνικά της, πού περιέχουν σχετικές αἰτήσεις μέ τή θεραπεία τῶν ψυχικῶν καί τῶν σωματικῶν ἀσθενειῶν τῶν πιστῶν ὅπως εἶναι· «῾Υπέρ τοῦ γενέσθαι τό ὕδωρ τοῦτο… εἰς ἴασιν ψυχῆς καί σώματος… καί ὑπέρ τοῦ γενέσθαι αὐτό πρός καθαρισμόν ψυχῶν καί σωμάτων…», ἀναφέρεται καί στή διατήρησή του ὡς ἰατρεῖον παθῶν· «Αὐτός, οὖν, φιλάνθρωπε βασιλεῦ, πάρεσο καί νῦν διά τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ῾Αγίου σου Πνεύματος, καί ἁγίασον τό ὕδωρ τοῦτο καί δός αὐτῷ τήν χάριν τῆς ἀπολυτρώσεως, τήν εὐλογίαν τοῦ ᾿Ιορδάνου. Ποίησον αὐτό ἀφθαρσίας πηγήν, ἁγιασμοῦ δῶρον, ἁμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων ἀλεξιτήριον, δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσιν ἀπρόσιτον, ἀγγελικῆς ἰσχύος πεπληρωμένον. ῞Ινα πάντες οἱ ἀρυόμενοι καί μεταλαμβάνοντες ‘‘ἔχοιεν αὐτό πρός καθαρισμόν ψυχῶν τε καί σωμάτων’’ πρός ἰατρείαν παθῶν, πρός ἁγιασμόν οἴκων, πρός πᾶσαν ὠφέλειαν, ἐπιτήδειον…».
῾Η ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ τῶν Θεοφανίων ἐπεκράτησε σχεδόν ἀπό τόν Ε´ αἰῶνα νά γίνεται δύο φορές. Τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς μετά τό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ μεγάλου Βασιλείου καί τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς μετά τήν ἀπόλυση τοῦ ὄρθρου, σύμφωνα μέ τά μυστηριακά τυπικά ἤ μετά τό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας κατά τήν ἐνοριακή πράξη τῆς ᾿Εκκλησίας μας σήμερα.
᾿Αρχικά ὁ Μεγάλος ῾Αγιασμός γινόταν σέ ἀνάμνηση τοῦ Βαπτίσματος τοῦ Κυρίου στή διάρκεια τῆς μεγάλης παννυχίδας (ὁλονυκτίας) τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανίων. Μετά ἀπό τήν ἀκολουθία τοῦ ῎Ορθρου ἐτελεῖτο ἡ ἀκολουθία τοῦ ῾Αγιασμοῦ καί οἱ πιστοί «ἀντλοῦσαν» ἁγιασμένο νερό, ἔπιναν καί «ἐρραντίζοντο» καί ἔπειτα, σ’\αὐτό τό νερό, τό ἁγιασμένο μέ τίς εὐχές τῆς ᾿Εκκλησίας, ἐβαπτίζοντο οἱ κατηχούμενοι. Στή λειτουργία πού ἀκολουθοῦσε στή συνέχεια, ἦσαν καί οἱ νεοφώτιστοι, πού γιά πρώτη φορά ἔπαιρναν μέρος, γι’\αὐτό καί μέχρι σήμερα ψάλλεται σ’\αὐτή ἀντί τοῦ τρισαγίου ὕμνου, τό «῞Οσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε…».
Στήν οὐσία, ὁ Μεγάλος ῾Αγιασμός ξεκίνησε ἀπό τό εὐλογημένο νερό τοῦ ἱεροῦ Βαπτίσματος. Καί αὐτό φαίνεται καθαρά ἀπό τή σύγκριση καί ὁμοιότητα πού παρουσιάζουν οἱ δύο ἀκολουθίες, τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ, μέχρι σήμερα.
῾Ο ἱερός Αὐγουστῖνος σημειώνει ὅτι στίς ἡμέρες του, γονεῖς ἔφερναν τά παιδιά τους νά τά βαπτίσουν ὄχι γιά νά λάβουν τά πνευματικά χαρίσματα τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ τοῦ Βαπτίσματος, ἀλλά γιά νά ἐπωφεληθοῦν ἀπό τίς «ἰαματικές ἰδιότητες» πού εἶχε τό εὐλογημένο νερό καί νά γίνουν καλά ἀπό τίς διάφορες σωματικές τους ἀσθένειες. Σέ μιά του ἐπιστολή, ὁ ἴδιος πατήρ, ἀναφέρει ὅτι δύο πρόσωπα κατά τήν ὥρα τοῦ Βαπτίσματος ἔγιναν καλά ἀπό ἀνίατες ἀρρώστειες. (Βλέπε καί Θρησκευτική καί ᾿Ηθική ᾿Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Α´ σελ. 225).
῎Ετσι παρατηροῦμε ὅτι πολύ γρήγορα σχηματίσθηκε ἡ πεποίθηση στούς πιστούς χριστιανούς ὅτι τό ἁγιασμένο νερό τοῦ Βαπτίσματος ἦταν χρήσιμο καί γιά τούς βαπτισμένους πιστούς προκειμένου νά τό ἔχουν σάν φάρμακο στά σπίτια τους, γιά μετάληψη καί ραντισμό.
Γιά λόγους πρακτικούς καί γιά νά μήν ἐμποδίζονται οἱ λειτουργοί ἱερεῖς στό βάπτισμα τῶν πολλῶν κατηχουμένων ἀπό τήν προσέλευση τῶν πιστῶν πρός ἄντληση ἁγιασμένου νεροῦ, καθιερώθηκε ἡ τελετή τῆς ἀκολουθίας τοῦ ῾Αγιασμοῦ νά γίνεται δύο φορές. Τήν παραμονή στήν παννυχίδα καί τήν ἑπομένη ἡμέρα τῆς ῾Εορτῆς.
Μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ νηπιοβαπτισμοῦ (ΣΤ´ αἰώνας) καί τήν τέλεση τοῦ Βαπτίσματος σέ ὁποιαδήποτε ἡμέρα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χρόνου, ὁ Μεγάλος ῾Αγιασμός ἐξακολουθεῖ νά γίνεται δύο φορές μέχρι τίς ἡμέρες μας, χωρίς νά ὑπάρχει διαφορά τοῦ ἑνός ῾Αγιασμοῦ τῆς παραμονῆς καί τοῦ ἄλλου τῆς ἑορτῆς, 5 καί 6 ᾿Ιανουαρίου.
῾Η ἀκολουθία τοῦ μεγάλου ῾Αγιασμοῦ εἶναι μία καί ἡ αὐτή, εἴτε τελεῖται τήν παραμονή, εἴτε τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανίων.
῾Ο καθηγητής ᾿Ι. Φουντούλης, σημειώνει στήν ὑπ’ ἀριθμ. 208 ἀπάντησή του·
«Καί ὅπως ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι μία καί αὐτή εἴτε τελεῖται τό Πάσχα, τά Χριστούγεννα, τήν Κυριακή, ἤ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἡμέρα τοῦ ἔτους καί ὁ κοινωνῶν κοινωνεῖ πάντοτε Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ, ἔτσι καί στήν ἀκολουθία τοῦ μεγάλου ῾Αγιασμοῦ μεταβάλλεται διά τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος τό εὐλογούμενο ὕδωρ σέ Μέγαν ῾Αγιασμό, σέ ὁποιαδήποτε ἀπό τίς δύο ἡμέρες τελεσθεῖ ἡ ἀκολουθία. ῾Η διπλή τέλεσις τῆς ἀκολουθίας προῆλθε ἀπό καθαρῶς πρακτικούς λόγους, γιά τήν ἐξυπηρέτηση τῶν πιστῶν».
Πολλοί κατά διαστήματα προσπάθησαν νά δώσουν διάφορες ἐξηγήσεις καί συμβολισμούς στίς δύο ἀκολουθίες καί ἴσως ἀπ’\αὐτό νά προῆλθε ἡ σύγχυση πού ἐπικρατεῖ σήμερα καί θέλει νά ξεχωρίσει τόν ἕναν ῾Αγιασμό ἀπό τόν ἄλλο.
῾Ο ἴδιος καθηγητής γράφει στή συνέχεια τήν ἀπάντηση·
«…Καί ὁ Καμπανίας Θεόφιλος στό “Ταμεῖον ᾿Ορθοδοξίας” προσπαθεῖ νά δώσει μία ἑρμηνεία στήν διπλή τέλεσι· αὐτός ἐπικαλεῖται πρακτικούς λόγους, τό “Φώτισμα” δηλαδή τῶν “οἴκων, χώρων, μανδρῶν καί παντός ἐκτός καί ἐντός οἰκήματος ἀνθρώπων καί θρεμμάτων”, πού ἐγένετο ἀπό τούς ἱερεῖς κατά τήν παραμονή “ἐν γάρ τῇ τῶν Θεοφανίων, ἡμέρᾳ δεσποτικῇ, οὐ πρέπον τούς ἱερεῖς περιάγειν καί τούς ἄλλους ἐνοχλεῖν». Οὔτε κἄν περνᾶ ἡ σκέψις σ’ ὅλους τούς ἀνωτέρω, ὅτι ὑπάρχει καμία διαφορά μεταξύ τῆς μιᾶς καί τῆς ἄλλης ἁγιάσεως τοῦ ὕδατος.»
῞Οσο γιά τήν ἑρμηνεία τοῦ Παϊσίου Γάζης, πού μνημονεύει ὁ ὅσιος Νικόδημος εἰς τό “Πηδάλιον”, σέ ὑποσημείωση στόν ξε´ κανόνα τῆς Πενθέκτης Συνόδου, ὅτι ὁ τῆς Παραμονῆς “εἶναι εἰς τύπον τοῦ βαπτίσματοςτοῦ ᾿Ιωάννου… διά τοῦτο καί γίνεται ταπεινά” καί τῶν Φώτων ὅτι “εἶναι εἰς τύπον τοῦ βαπτίσματος τοῦ Κυρίου… διά τούτου καί γίνεται μετά παρρησίας καί παραπομπῆς” εἶναι μία εὐσεβής ἐξήγηση, χωρίς ὅμως κανένα ἱστορικό ἤ λειτουργικό ἔρεισμα.
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ᾿Εκκλησία μας ἀπό τότε πού καθιέρωσε τήν τέλεση τοῦ ῾Αγιασμοῦ, σέ ἀνάμνηση τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου μας στόν ᾿Ιορδάνη ποταμό, συνέστησε κατά κάποιο τρόπο, μιά ἰδιαίτερη εὐλάβεια στό ἁγιασμένο νερό. ᾿Ακόμη καί ἡ προέλευση καί σχέση τῆς ἀκολουθίας μέ τήν εὐλογία τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος τοποθέτησε «ἱεραρχικά», κατά τάξη θά λέγαμε, τό Μεγάλο ῾Αγιασμό ὕστερα ἀπό τή Θεία Κοινωνία. Στόν Κώδικα 978 τοῦ Σινᾶ ἀναφέρεται «δεύτερον τῆς ῾Αγίας Κοινωνίας» καί σημειώνεται ἀκόμη ὅτι δινόταν σάν βοηθητικό μέσο σ’ αὐτούς πού εἶχαν κάποιο ἐμπόδιο καί δέν μποροῦσαν νά ἔχουν συμμετοχή στό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.
῾Η ὑπέρμετρη αὐτή εὐλάβεια στό Μεγάλο ῾Αγιασμό εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά δημιουργηθοῦν πολλές ὑπερβολές πού δυστυχῶς ἔφθασαν μέχρι τίς ἡμέρες μας.
Καί εἶναι φανερό ὅτι πολλές ἀπ’\αὐτές δέν ἀνταποκρίνονται, ὅπως φαίνεται, στά πράγματα.
῾Η ἴδια ᾿Ακολουθία, ὅπως σημειώσαμε, κάνει λόγο γιά διαρκή χρήση τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ καί συνιστᾶ νά τό ἔχουμε πρός «πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον» (“᾿Εφημέριος” ἔτους 1969, σελ. 59 κ.ἑ.).
Χρειάζεται πολλή προσοχή ἀπό τούς πνευματικούς Πατέρες ἡ σύσταση πού κάνουν σέ μερικούς· «Νά κοινωνήσεις μέ Μεγάλο ῾Αγιασμό», χωρίς προηγουμένως νά ἐξηγήσουν μέ λεπτομέρεια τή σωστή χρήση καί τά ἀποτελέσματα τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ. Τίποτε δέν μπορεῖ νά ἀντικαταστήσει τή Θεία Κοινωνία, πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μας, μέ τόν ὁποῖο πρέπει μέ κάθε θυσία καί κατάλληλη προετοιμασία νά προσερχόμεθα γιά νά ἑνωθοῦμε μαζί Του.
Οὔτε εἶναι σωστή ἡ σύσταση νά ζητοῦν οἱ πιστοί νά λάβουν Μεγάλο ῾Αγιασμό τήν ὥρα πού ὁ Λειτουργός ἱερεύς μεταδίδει ἀπό τήν ὡραία Πύλη τή Θεία Μετάληψη καί ἰδιαίτερα στίς «μεγάλες μέρες» πού ἡ προσέλευση στή Θεία Κοινωνία γίνεται σχεδόν ἀπό τό σύνολο τῶν πιστῶν ἐνοριτῶν.
Μερικοί μιλοῦν γιά ἐπιστροφή τοῦ ἁγιάσματος στό Ναό, ἄν δέν χρησιμοποιηθεῖ τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανίων. Αὐτό εἶναι παράδοξο, κι ὅταν λέγεται ἀκόμη καί ἀπό μορφωμένους ἱερεῖς, πού ὑποτίθεται ὅτι ἔχουν μελετήσει τό θέμα καί χειρίζονται μέ ὑπευθυνότητα τά ἁγιαστικά μέσα τῆς ᾿Εκκλησίας μας. Μέ τόν τρόπο αὐτό «ἀντιστρατεύεται» ἡ πραγματικότητα καί ὁ σκοπός τοῦ ῾Αγιασμοῦ μέ ἀποτέλεσμα πολλοί πιστοί νά στεροῦνται ἀπό τίς πολλές καί χρήσιμες ἰδιότητες τοῦ ἁγιασμένου νεροῦ, πού ὠφελεῖ μέ πολλούς τρόπους τήν πνευματική μας ζωή καί μᾶς βοηθάει νά πολεμήσουμε τίς διαβολικές ἐνέργειες.
῞Οπως ἀναφέραμε, ὁ ῾Αγιασμός πού γίνεται τήν παραμονή καί αὐτός πού γίνεται τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανίων, εἶναι ὁ ἴδιος καί μποροῦμε νά τόν πάρουμε καί νά πιοῦμε νηστικοί κατά τή συνήθεια πού ἐπεκράτησε χωρίς καμιά ἰδιαίτερη νηστεία νωρίτερα.
῾Η νηστεία πού κάνουμε τήν παραμονή τῆς ῾Εορτῆς, δέν ἔχει καμιά σχέση μέ τή μετάληψη τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ. ῾Η νηστεία τῆς παραμονῆς εἶναι «κατάλοιπο» τῆς προπαρασκευαστικῆς νηστείας περισσοτέρων ἡμερῶν πού γινόταν γιά τόν ἑορτασμό τῶν τριῶν μεγάλων ἑορτῶν πού ἡ ᾿Εκκλησία μας εἶχε τήν 6η ᾿Ιανουαρίου· Γέννηση, Περιτομή καί Βάπτιση τοῦ Κυρίου. ῞Οταν ἡ Γέννηση μεταφέρθηκε νά ἑορτάζεται στίς 25 Δεκεμβρίου ἡ προπαρασκευαστική νηστεία ἔγινε 40 ἡμέρες πρίν ἀπό τά Χριστούγεννα καί γιά τά Θεοφάνια λόγῳ τοῦ δωδεκαημέρου ἔμεινε μόνο μιά ἡμέρα νηστείας, ἡ παραμονή 5 ᾿Ιανουαρίου.
Πολλοί ἀπό τούς ἀρχαίους κώδικες κάνουν λόγο γιά μετάληψη τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ πρό τοῦ ἀντιδώρου.
῾Η σύγχρονη πράξη τῶν Μονῶν τοῦ ῾Αγίου ῞Ορους, πού κρατοῦν μέ πολλή προσοχή τίς παραδόσεις, ἔχει τήν ἑξῆς σειρά· Θεία Κοινωνία, ᾿Αντίδωρον, ῾Αγιασμός, κόλυβο. ᾿Ακόμη καί γιά λόγους πρακτικούς σήμερα συνιστᾶται πρῶτα νά παίρνουμε τό ἀντίδωρο ἀπό τό χέρι τοῦ Λειτουργοῦ ἱερέα καί στή συνέχεια νά μεταβαίνουμε στόν τόπο πού ὑπάρχει τό ἁγίασμα γιά νά μεταλάβουμε ἀπ’\αὐτό καί νά πάρουμε καί γιά τό σπίτι μας.
῾Ο ῾Αγιασμός, πού καθιερώθηκε νά γίνεται τήν παραμονή καί τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανίων, ὀνομάσθηκε Μεγάλος ῾Αγιασμός σέ σύγκριση μέ τόν ἄλλο ῾Αγιασμό πού γίνεται σέ ὁποιαδήποτε ἡμέρα τοῦ χρόνου καί λέγεται Μικρός ῾Αγιασμός.
῾Η ᾿Εκκλησία πολύ νωρίς βρέθηκε στήν ἀνάγκη νά δημιουργήσει ἑορτές, ἀκολουθίες καί ἄλλες παρόμοιες ἐκδηλώσεις, γιά νά μπορέσει νά «ξεκόψει» κατά κάποιο τρόπο τά εἰδωλολατρικά ἔθιμα ἀπό τή ζωή τῶν πιστῶν της.
῎Ετσι συνέβη καί μέ τή δημιουργία καί καθιέρωση τοῦ Μικροῦ ῾Αγιασμοῦ, γιά τόν ὁποῖο τίποτα δέν γνωρίζουμε, γιά τό πότε ἀκριβῶς «εἰσῆλθε» στή ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Ο Βαλσαμών, πού σχολιάζει τόν ΞΕ´ Κανόνα τῆς ἐν Τρούλῳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀναφέρει τά ἑξῆς· «῾Η τῆς νουμηνίας (ἀρχή τοῦ σεληνιακοῦ μηνός) ἑορτή, πρό ἀμνημονεύτων χρόνων, ἐσχόλασε καί ἀντί ταύτης, Θεοῦ χάριτι, ἱλαστήριοι εὐχαί πρός Θεόν καί ἁγιασμοί ἐπ’\᾿Εκκλησίας παρά τοῦ πιστοῦ λαοῦ γίνονται καθ’ ἑκάστην ἀρχιμηνίαν καί ὕδασιν εὐλογία, οὐκ ἀντιλογίας, χριόμεθα».
῾Ο Κ. Καλλίνικος στό βιβλίο του «῾Ο Χριστιανικός Ναός καί τά τελούμενα ἐν αὐτῷ» (῎Εκδοσις Β´, 1958, σελ. 581) γράφει σχετικά· «Οἱ μηνιαῖοι ἁγιασμοί δέν εἶναι μέν σύγχρονοι τῶν Χρυσοστόμου, ᾿Επιφανίου, Θεοδωρήτου ἤ καί Σωφρονίου, πλήν δέν εἶναι καί μεταγενέστεροι τοῦ 8ου αἰῶνος, ἐμπεδοθέντες ἐν τῇ ᾿Εκκλησίᾳ καί ὡς ἀντίμετρον καί ἀντισήκωμα εἰδωλολατρικῶν θαλασσίων ραντισμῶν καί ἁγνισμῶν, καθ’ ὧν ὤφειλεν ὁ Χριστιανισμός διά τοῦ αὐτοῦ ὅπλου νά ἀντεπεξέλθῃ».
Στό σημεῖο αὐτό θεωρεῖται σκόπιμο ν’ ἀναφερθεῖ ὅτι ὑπάρχει μαρτυρία κατά τήν ὁποίαν Μικρός ῾Αγιασμός γινόταν καί στό Παλάτι τῆς Κωνσταντινουπόλεως παρουσίᾳ τῶν Βασιλέων καί γινόταν στήν ἀρχή κάθε μῆνα ἐκτός τοῦ ᾿Ιανουαρίου καί Σεπτεμβρίου, ἐπειδή ἀκολουθοῦσαν οἱ γιορτές τῶν Θεοφανίων καί τῆς ῾Υψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
῎Ετσι ἐξηγεῖται καί ἡ μνημόνευση πού ὑπάρχει στήν εὐχή γιά τούς πιστούς βασιλεῖς καί ἀκόμη τό τροπάριο «Σῶσον Κύριε τόν λαόν Σου… νίκας τοῖς βασιλεύσιν κατά βαρβάρων δωρούμενος» καί ψάλλεται ὅταν «καταδύεται» στό νερό ὁ Τίμιος Σταυρός (Θρησκ. ᾿Εγκυκλ. τόμος Α´, σελ. 142 κ.ἑ.).
῾Η ᾿Ακολουθία τοῦ Μικροῦ ῾Αγιασμοῦ δέν ἔχει καμία σχέση μέ τό βάπτισμα τοῦ Κυρίου, ὅπως εἶναι ἡ ᾿Ακολουθία τοῦ ῾Αγίου Βαπτίσματος, οὔτε γίνεται σέ ἀνάμνηση ἐκείνου, ὅπως εἶναι ἠ ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ. ῎Εχει ἕναν ξεχωριστό χαρακτῆρα καί διαφορετικό σκοπό.
Καθαγιάζεται τό νερό γιά νά χρησιμοποιηθεῖ ἀπό τούς πιστούς γιά τόν ἁγιασμό καί τήν ψυχική καί σωματική θεραπεία καί γιά εὐλογία «τῶν οἴκων καί τῶν ἔργων τῶν χειρῶν των», ὅπως χαρακτηριστικά διατυπώνεται στίς αἰτήσεις τῶν εἰρηνικῶν καί στίς εὐχές τῆς ὅλης ἀκολουθίας τοῦ Μικροῦ ῾Αγιασμοῦ (᾿Απαντήσεις εἰς λειτουργικάς ἀπορίας, ᾿Ι. Φουντούλη, σελ. 74).
Εὔκολα τώρα μποροῦμε νά παρατηρήσουμε ὅτι διαφορά στήν οὐσία μεταξύ τοῦ Μεγάλου καί τοῦ Μικροῦ ῾Αγιασμοῦ δέν ὑπάρχει. Διαφέρουν μόνο στό χρόνο πού καθιερώθηκε στή ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας, στήν ᾿Ακολουθία καί στίς μέρες πού γίνονται. ῾Ο μεγάλος ἁγιασμός γίνεται στίς ἑορτές τῶν Θεοφανείων καί ὁ μικρός κάθε πρωτομηνιά καί ὁπότε ἡ ἀνάγκη τῶν πιστῶν τό ζητήσει.
«Μικρός, καθώς νεώτερός του κατά τήν ἡλικίαν καί βραχύτερός του κατά τήν ἔκτασιν. Μικρός διότι ὅ,τι ἐκεῖνος ἐπαγγέλλεται ἐν μεγάλῳ βαθμῷ ἅπαξ τοῦ ῎Ετους, τοῦτο οὗτος ἔρχεται νά ἐκζητήσῃ παρά Θεοῦ εἰς βαθμόν μικρότερον ἐν οἱᾳδήτινι ἡμέρα καί ὥρα τοῦ ἐνιαυτοῦ…» (Κ. Καλλίνικος, σελ. 580).
Καί θά τελειώσω τή μικρή αὐτή μελέτη, περί τοῦ Μεγάλου ῾Αγιασμοῦ καί τή χρήση του, μέ τά σχετικά πού γράφει ὁ ἀρχιμανδρίτης-ἱεροκήρυξ Χριστόφορος Καλύβας, στό βιβλίο του «᾿Αδελφικά γράμματα» (ἐκδ. 1962, σελ. 257)·
«῾Ο ῾Αγιασμός εἶναι ῾Αγιασμός, εἴτε δίδεται τήν παραμονή τῶν Φώτων, εἴτε τήν ἴδια ἡμέρα εἴτε γίνεται στό σπίτι. Δέν ἔχει διαφορά ὁ ἁγιασμός ὁ Μικρός ἀπό τόν Μεγάλο. Λέγεται Μικρός ἤ Μεγάλος, ἐπειδή οἱ εὐχές εἶναι μικρότερες ἤ μεγαλύτερες, ἐπειδή παρατείνεται περισσότερο ἤ λιγότερο ἡ σχετική ἀκολουθία. Θεαματικά εἶναι αὐτά. Δέ σημαίνουν οὐσία προκειμένου περί τοῦ ἁγιασμοῦ τοῦ καθαροῦ νεροῦ πού βρίσκεται στή λεκάνη. Μήν κρατοῦμε τό λαό μας στό σκοτάδι, στήν πλάνη. Τό ἁγιασμένο νεράκι τοῦ Μικροῦ ῾Αγιασμοῦ διατηρεῖται χρόνια, ὅπως καί τό νεράκι τοῦ Μεγάλου λεγομένου ῾Αγιασμοῦ».
Συμπέρασμα·
Μποροῦμε στό σπίτι μας νά ἔχουμε ῾Αγιασμό, ἀρκεῖ νά μήν τόν ξεχνοῦμε στό εἰκονοστάσι, ἀλλά νά τόν χρησιμοποιοῦμε κάθε φορά πού παρουσιάζεται ἀνάγκη.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »