kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Διάψευση Προτεσταντικών θέσεων από πρωτοχριστιανικό σύγγραμμα του 150 μ Χ.

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Ιανουαρίου, 2014

Ο άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής, διαψεύδει την Προτεσταντική θεώρηση περί αναγέννησης και Θείας Ευχαριστίας.
Είναι γνωστό ότι οι θρησκευτικές ομάδες που έχουν Προτεσταντική καταβολή, όπως οι διάφορες «Ευαγγελικές» θρησκευτικές ομάδες, οι διάφορες «Πεντηκοστιανές ομάδες» κτλ, δέχονται ότι πρέπει ο άνθρωπος πρώτα να «αναγεννηθεί», και στην συνέχεια να βαπτιστεί στο νερό. Επίσης, δεν δέχονται ότι ο άρτος και ο οίνος της Θείας Ευχαριστίας, είναι πραγματικά Σώμα και Αίμα Χριστού, αλλά απλά σύμβολα, ή στην καλύτερη των περιπτώσεων, ότι είναι «δια της πίστεως» Σώμα και Αίμα Κυρίου, χωρίς να είναι στην πραγματικότητα. Οι ισχυρισμοί τους βασίζονται σε αυθαίρετες ερμηνείες αγιογραφικών χωρίων, και όχι όπως διαχρονικά αυτά ερμηνεύονται θεοπνεύστως από την Ορθόδοξη Εκκλησία του Ιησού Χριστού, που είναι ο στύλος και η βάση της αλήθειας, κατά τον απόστολο Παύλο (Ά Τιμοθέου, 3:15). Πάνω σε αυτά τα θέματα, έχουν γραφτεί αρκετά, που δείχνουν καθαρά με βάση τιςαρχέγονες πηγές, τόσο από θεολογικής πλευράς όσο και ιστορικής, ότι η αρχαία Εκκλησία πίστευε Ορθόδοξα, όπως πιστεύουμε και σήμερα, αλλά και σε όλους τους αιώνες. Δεν θα θέλαμε όμως να επαναλάβουμε τα ίδια. Όποιος επιθυμεί, μπορεί να μελετήσει τα στοιχεία που παρατίθενται εδώ (όσον αφορά την αναγέννηση), εδώ (όσον αφορά το βάπτισμα), και εδώ(όσον αφορά την Θεία Ευχαριστία). Στο σημερινό, θα δείξουμε πως ο διαψεύδονται οι ισχυρισμοί των αιρετικών, από την πρώτη Απολογία του αγίου Ιουστίνου του Μάρτυρα, που είναι γραμμένη περίπου το 150 μ Χ. Πάρα πολύ κοντά στα χρόνια των αγίων Αποστόλων.
Περί της πρώτης Απολογίας του Ιουστίνου του Μάρτυρα.
Η «Απολογία» ως φιλολογικό είδος, συναντάται κυρίως στον Β’ αιώνα. Το περιεχόμενο είναι «απολογητικό» όπως μαρτυρά και η ίδια η ονομασία, και ο σκοπός της είναι η κατάρριψη των άδικων κατηγοριών που διατύπωναν οι εκτός Εκκλησίας εναντίων των Χριστιανών, και από την άλλη η προσπάθεια διαφωτισμού περί της Χριστιανικής πίστης. Πέρα από αυτά, οι «Απολογίες» ήταν παράλληλα βοήθημα για τους ίδιους τους πιστούς, προκειμένου να καταρτιστούν, ώστε να είναι «πάντοτε έτοιμοι εις απολογίαν μετά πραότητος και φόβου προς πάντα τον ζητούντα από σας λόγον περί της ελπίδος της εν υμίν» (Ά Πέτρου, 3:15). 
Έτσι, σύμφωνα με τον καθηγητή πατρολογίας, Στ. Παπαδόπουλο,  «[..] ήσαν κυρίως απολογητικά εγχειρίδια στα χέρια των ιδίων των πιστών, απευθύνονταν πρώτα στους πιστούς και ύστερα στους απίστους» (Ά Τόμος Πατρολογίας, σελ. 115).
Βάση ιστορικών δεδομένων, κατά τον καθηγητή Π. Χρήστου, το έργο τοποθετείται μεταξύ του 148- 154 , με πιθανότερη την εκδοχή να γράφτηκε το 150. Όπως και αν έχει, είναι έργο που ανήκει στον δεύτερο μεταποστολικό αιώνα, το οποίο μας παρέχει πολύτιμα στοιχεία από ιστορικής πλευράς. Απευθύνεται στον Αντωνίνο τον Ευσεβή (138-161), «[..] υπέρ των εκ παντός γένους ανθρώπων αδίκως μισουμένων [..]», όπως αναφέρεται στο πρώτο κεφάλαιο της Απολογίας.
Κυρίως, στο παρόν, μας ενδιαφέρουν τα τελευταία κεφάλαια του έργου, όπου ο άγιος Ιουστίνος εκθέτει την πίστη των Χριστιανών περί του βαπτίσματος και της Θείας Ευχαριστίας. Συγκεκριμένα, αναφέρει περί του βαπτίσματος ότι είναι «φωτισμός», ότι τελείται κατά τον Τριαδικό τύπο, και ότι είναι αρχή της αναγέννησης. Για την Θεία Ευχαριστία, αναφέρει ότι έχουμε προσφορά άρτου, νερού, και κράματος, αναφέρει ότι έχουμε ευχές και ευχαριστία προς τον Θεό εκ μέρους της Εκκλησίας διά του προεστώτος, και αναφέρεται ότι μετέχουν οι Χριστιανοί πραγματικού Σώματος και Αίματος Χριστού. Επειδή πρόκειται περί ιερών Μυστηρίων, ο Απολογητής δεν εισέρχεται σε λεπτομέρειες, δεδομένου ότι απευθύνεται σε μη Χριστιανούς, δηλαδή σε αμύητους. Αναφέρεται σε όσα έπρεπε να αναφερθεί.
Περί βαπτίσματος στο νερό- αναγέννησης (Κεφάλαια 61, 65).
«Όσοι αν πεισθώσι και πιστεύωσιν αληθή ταύτα τα υφ’ ημών διδασκόμενα και λεγόμενα είναι, και βιούν ούτω δύνασθαι υπισχνώνται, εύχεσθαί τε και αιτείν νηστεύοντες παρά του Θεού των προημαρτημένων άφεσιν διδάσκονται, ημών συνευχομένων και συνηστευόντων αυτοίς. Έπειτα άγονται υφ’ ημών ένθα ύδωρ εστί, και τρόπον αναγεννήσεως, ον και ημείς αυτοί ανεγεννήθημεν, αναγεννώνται· επ’ ονόματος γαρ του Πατρός των όλων και Δεσπότου Θεού και του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και Πνεύματος αγίου, το εν τω ύδατι τότε λουτρόν ποιούνται». (ΕΠΕ 1, Αγίου Ιουστίνου έργα, σελ. 180).
Το οποίο σε μετάφραση, είναι:
«Όσοι πεισθούν και πιστεύουν ότι είναι αληθινά αυτά τα οποία διδάσκομεν και λέγομεν, και υποσχεθούν ότι δύνανται να ζήσουν ούτως, διδάσκονται να εύχονται και να ζητούν νηστεύοντες άφεσιν των αμαρτιών των από τον Θεόν, ενώ ημείς συμπροσευχόμεθα και συννηστεύομεν με αυτούς. Έπειτα οδηγούνται από ημάς εκεί όπου είναι ύδωρ και αναγεννώνται καθ’ ον τρόπον αναγεννήθημεν και ημείς· διότι τότε λαμβάνουν το εις το ύδωρ λουτρόν εις το όνομα του Πατρός του σύμπαντος και Δεσπότου Θεού και του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και του αγίου Πνεύματος».
Ο άγιος Ιουστίνος αναφέρεται στο Μυστήριο του Βαπτίσματος. Αν και δεν αναφέρει άμεσα την λέξη «μυστήριο», εν τούτοις, υπάρχουν έμμεσες αναφορές. Το ίδιο ισχύει και για την Θεία Ευχαριστία, όπως θα δούμε παρακάτω. Ο ιερός Χρυσόστομος θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε τι εννοούμε όταν λέμε «μυστήριο». Στην έβδομη ομιλία του, στην «Πρώτη προς Κορινθίους επιστολή» του αποστόλου Παύλου, γράφει: 
«Μυστήριον καλείται, ότι ουχ άπερ ορώμεν πιστεύομεν, αλλ’ ετέρα ορώμεν και ετέρα πιστεύομεν». 
Δηλαδή, άλλο φαίνεται και άλλο είναι. Έχει, λοιπόν, δύο διαστάσεις. Η μία είναι μία πράξη που γίνεται κατά ορατό τρόπο και την βλέπουμε, και η άλλη πράξη επιτελείται από την χάρη του Αγίου Πνεύματος, την οποία δεν την βλέπουμε, και όμως ενεργείται. Στην προκειμένη περίπτωση, το βάπτισμα στο νερό είναι η εξωτερική πράξη που φαίνεται, ενώ η αναγέννηση που ξεκινάει στην ψυχή του βαπτιζόμενου, δεν φαίνεται με τα φυσικά μας μάτια. Διότι, εάν το βάπτισμα στο νερό επρόκειτο απλά και μόνο για μια «τελετή», τότε δεν θα είχε την δύναμη να εισάγει τον άνθρωπο στην αναγέννηση. Επίσης, το ότι δεν πρόκειται για μια απλή τελετή, φαίνεται και από το γεγονός ότι όλο το εκκλησίασμα συμμετέχει με προσευχές και με νηστείες. 
Τα στοιχεία της προσευχής και της νηστείας, «[..] είχαν και τον χαρακτήρα της αποτάξεως του σατανά, μέσα στα πλαίσια της γενικότερης θεολογίας του βαπτίσματος» (Ά Τόμος Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Βλ. Φειδά, σελ. 257).
Και ακόμα ένα στοιχείο, είναι ότι οι Χριστιανοί βαπτίζονται στο όνομα της Αγίας Τριάδας. Συνεπώς, από αυτό το πρώτο απόσπασμα, βλέπουμε ότι για τους Χριστιανούς, το βάπτισμα στο νερό είναι Μυστήριο, καθώς επενεργεί η χάρη του Αγίου Πνεύματος, κάτι που δεν δέχονται οι Προτεστάντες. Επίσης, με το άγιο βάπτισμα, ο άνθρωπος εισάγεται στην πορεία της αναγέννησης, και δεν βαπτίζεται επειδή είναι ήδη «αναγεννημένος». Αναγέννηση χωρίς βάπτισμα στο νερό δεν υπάρχει. Και αυτό τελείται στο όνομα της Αγίας Τριάδας, κάτι που αντικρούει τους ισχυρισμούς των Αντιτριαδικών ομάδων.
Στο ίδιο κεφάλαιο, το βάπτισμα καλείται επίσης και «φωτισμός». Είναι στοιχείο που αποδεικνύει ότι δεν είναι απλές καταδύσεις σε νερό.
«Καλείται δε τούτο το λουτρόν φωτισμός, ως φωτιζομένων την διάνοιαν των ταύτα μανθανόντων» (ΕΠΕ 1, σελ. 182).
Δηλαδή: «Καλείται δε τούτο το λουτρόν φωτισμός, διότι οι δοκιμάζοντες ταύτα φωτίζονται εις την διάνοιαν».
Μία ακόμη σχετική αναφορά, βρίσκεται στο κεφάλαιο 65, όπου γράφει ο άγιος:
«Ημείς δε μετά το ούτως λούσαι τον πεπεισμένον και συγκατεθειμένον επί τους λεγομένους αδελφούς άγομεν, ένθα συνηγμένοι εισί, κοινάς ευχάς ποιησόμενοι υπέρ τε εαυτών και του φωτισθέντος και άλλων πανταχού πάντων ευτόνως, όπως καταξιωθώμεν τα αληθή μαθόντες και δι’ έργων αγαθοί πολιτευταί και φύλακες των εντεταλμένων ευρεθήναι, όπως την αιώνιον σωτηρίαν σωθώμεν» 
(ΕΠΕ 1, σελ. 190).
Που σημαίνει: « Ημείς δε, αφού λούομεν ούτως εκείνον ο οποίος έχει πεισθεί και συγκατατεθεί, τον οδηγούμεν εις τους λεγόμενους αδελφούς, όπου είναι συνηθροισμένοι , δια να απευθύνομεν ευλαβώς κοινάς ευχάς υπέρ εαυτών, υπέρ του φωτισθέντος και υπέρ των άλλων όλων πανταχού, δια να καταξιωθώμεν, μαθόντες τα αληθινά, να ευρεθώμεν δια των έργων καλοί πολίται και φύλακες των εντολών, δια να σωθώμεν με την αιώνιον σωτηρίαν».
Οι ευχές που αναπέμπει η Εκκλησία υπέρ του βαπτισθέντα, μαρτυρούν ότι το βάπτισμα ως Μυστήριο, είναι τελετουργικό. Η Εκκλησία εύχεται υπέρ του νεοφώτιστου, υπέρ των υπολοίπων, και υπέρ όλων γενικώς, ώστε να βρεθούν όλοι φύλακες των εντολών του Θεού, για την αιώνια σωτηρία. 
 Περί της Θείας Ευχαριστίας 
(Κεφάλαια 65,66,67)
Αναφέρεται στο πρώτο σχετικό απόσπασμα:
«Έπειτα προσφέρεται τω προεστώτι των αδελφών άρτος και ποτήριον ύδατος και κράματος, και ούτος λαβών αίνον και δόξαν τω Πατρί των όλων δια του ονόματος του Υιού και του Πνεύματος του αγίου αναπέμπει και ευχαριστίαν υπέρ του κατηξιώσθαι τούτων παρ’ αυτού επί πολύ ποιείται· ου συντελέσαντος τας ευχάς και την ευχαριστίαν πας ο παρών λαός επευφημεί λέγων Αμήν. Το δε Αμήν τη Εβραίδι φωνή το γένοιτο σημαίνει». 
(ΕΠΕ, 1, σελ. 190).
Δηλαδή: «Έπειτα προσφέρεται εις τον προεστώτα των αδελφών άρτος και ποτήριον ύδατος και κράματος οίνου, ούτος δε λαβών αναπέμπει αίνον και δόξαν εις τον Πατέρα του σύμπαντος δια του ονόματος του Υιού και του αγίου Πνεύματος και επί μακρόν προσφέρει ευχαριστίαν δια να αξιωθώμεν να λάβωμεν ταύτα από αυτόν· όταν δε αυτός τελειώσει τας ευχάς και την ευχαριστίαν, όλος ο παρών λαός επευφημεί λέγων, Αμήν. Το δε Αμήν εις την Εβραικήν γλώσσαν σημαίνει γένοιτο».
Βλέπουμε ότι ο Απολογητής, μιλάει για «προσφορά» άρτου, νερού, και κράματος (ανάμιξη οίνου με ύδωρ), που δίδεται από τον λαό στον προεστώτα, προκειμένου ο προεστώς, αφού ευχαριστήσει τον Θεό και αναπέμψει ευχές, να προσφέρει εκ μέρους του λαού στον Θεό, και να προχωρήσει στην ιερουργία της Θείας Μετάληψης, που θα δούμε παρακάτω. Επίσης, παρατηρούμε ότι πάντα γίνεται επίκληση στην Αγία Τριάδα, και μάλιστα «επί πολύ», που δείχνει την τάξη, την υπευθυνότητα, και την σειρά, που τελείται η Θεία Λατρεία. Και αφού τελειώσει, ο λαός αναφωνεί το Αμήν. Σε αυτήν την πρώιμη φάση της λατρείας, δεν υπάρχουν ακόμα οι ψάλτες. Λίγο αργότερα, και για λόγους τάξης, μιας και ο αριθμός των μελών πληθύνεται, ο ψάλτης αναλαμβάνει να εκπροσωπήσει τον λαό. Επίσης, το Σώμα και το Αίμα, δίδονται ξεχωριστά. Αργότερα, δίδονται μαζί και γίνεται και η χρήση της αγίας λαβίδας, πάλι για πρακτικούς λόγους. Στην Θεία Λειτουργία του Ιακώβου, διατηρείται η παλαιοχριστιανική παράδοση, να δίδεται στον κάθε πιστό, χωριστά ο μεταβληθείς άρτος και χωριστά ο μεταβληθείς οίνος. Αυτά, δεν έχουν μεγάλη σημασία. Η σημασία έγκειται στην ουσία του ιερού Μυστηρίου.
Αλλά και το παρακάτω απόσπασμα, από το κεφάλαιο 66 της Απολογίας, είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό.
«Και η τροφή αύτη καλείται παρ’ ημίν ευχαριστία, ης ουδενί άλλω μετασχείν έξον εστίν ή τω πιστεύοντι αληθή είναι τα δεδιδαγμένα υφ’ ημών, και λουσαμένω το υπέρ αφέσεως αμαρτιών και εις αναγέννησιν λουτρόν, και βιούτι ως ο Χριστός παρέδωκεν. Ου γαρ ως κοινόν άρτον ουδέ κοινόν πόμα ταύτα λαμβάνομεν· αλλ’ ον τρόπον δια λόγου Θεού σαρκοποιηθείς Ιησούς Χριστός ο Σωτήρ ημών σάρκα και αίμα υπέρ σωτηρίας ημών έσχεν, ούτω και την δι’ ευχής λόγου του παρ’ αυτού ευχαριστηθείσα τροφήν, εξ ης αίμα και σάρκες κατά μεταβολήν τρέφονται ημών, εκείνου του σαρκοποιηθέντος Ιησού και σάρκα και αίμα εδιδάχθημεν είναι. Οι γαρ Απόστολοι εν τοις γενομένοις υπ’ αυτών απομνημονεύμασιν, α καλείται ευαγγέλια, ούτως παρέδωκαν εντετάλθαι αυτοίς· τον Ιησούν λαβόντα άρτον ευχαριστήσαντα ειπείν· ‘’Τούτο ποιείτε εις την ανάμνησίν μου, τουτ’ εστίν το σώμα μου· και το ποτήριον ομοίως λαβόντα και ευχαριστήσαντα ειπείν· τούτο εστί το αίμα μου’’, και μόνοις αυτοίς μεταδούναι».
 (ΕΠΕ, 1, σελ. 192).
Που σημαίνει:
«Η τροφή αυτή καλείται εις ημάς Ευχαριστία, της οποίας δεν επιτρέπεται να μετάσχει κανείς άλλος εκτός παντός όστις πιστεύει ότι τα διδάγματα ημών είναι αληθή, υπεβλήθη εις το υπέρ της αφέσεως αμαρτιών και αναγεννήσεως λουτρόν και διάγει όπως εδίδαξεν ο Χριστός. Διότι δεν λαμβάνομεν ταύτα ως κοινόν άρτον και ως κοινόν ποτόν· αλλά καθ’ ον τρόπον ο Ιησούς Χριστός ο Σωτήρ ημών σαρκοποιηθείς δια λόγου του Θεού έλαβε και σάρκα και αίμα υπέρ της σωτηρίας ημών, ούτως εδιδάχθημεν ότι και η τροφή η αγιασθείσα δια της ευχής του παρ’ αυτού προερχομένου λόγου, εκ της οποίας το αίμα και αι σάρκες ημών τρέφονται κατά μεταβολήν, είναι σάρξ και αίμα εκείνου του σαρκοποιηθέντος Ιησού. Διότι οι απόστολοι εις τα συνταχθέντα υπ’ αυτών απομνημονεύματα, τα οποία καλούνται Ευαγγέλια, παρέδωσαν ότι ούτω διετάχθη εις αυτούς· ‘’Ο Ιησούς, λαβών άρτον και ευχαριστήσας είπεν, Τούτο να πράττετε εις την ανάμνησίν μου, τούτο είναι το σώμα μου· ομοίως λαβών το ποτήριον και ευχαριστήσας είπεν· τούτο είναι το αίμα μου’’. Και μόνον εις αυτούς μετέδωσεν».
 
Δικαίωμα μετοχής στην Θεία Ευχαριστία έχουν μόνο οι βαπτισμένοι πιστοί. Ο άρτος και ο οίνος, δεν είναι κοινό ψωμί και κρασί, αλλά καθαγιασμένα από το Άγιο Πνεύμα, με τις ευχές του προεστώταΕίναι πραγματικό Σώμα και Αίμα Χριστού, μάλιστα το ίδιο που έπαθε, πέθανε, και αναστήθηκε. Εξυπακούεται, ότι κοινωνά ο πιστός το Αναστημένο Σώμα του Κυρίου, κατά την πίστη της Εκκλησίας. Όλα αυτά, δείχνουν ότι η Θεία Ευχαριστία, είναι Μυστήριο, στο οποίο επενεργεί η άκτιστη Χάρη του Αγίου Πνεύματος. 
Ο Βλάσιος Φειδάς, σχολιάζοντας αυτά τα αποσπάσματα του Ιουστίνου του Μάρτυρα, αναφέρει: «Ο Μυστηριακός χαρακτήρας της Θ. Ευχαριστίας παρέμεινε αναλλοίωτος στην εκκλησιαστική συνείδηση και πράξη. Ο άρτος και ο οίνος με την ευλογία τους κατά την τέλεση του μυστηρίου της Θ. Ευχαριστίας μετεβάλλοντο σε σώμα και αίμα Κυρίου [..]» (Εκκλησιαστική Ιστορία, Ά τόμος, σελ. 265).
Και ο άγιος, το αιτιολογεί, από τα λόγια του ίδιου του Σωτήρα, όταν παρέδωσε στους αποστόλους το Μυστήριο. Γίνεται επίσης ξεκάθαρη αναφορά στην ύπαρξη των Ευαγγελίων, τα οποία γράφτηκαν όντως από τους ευαγγελιστές.
Στο κεφάλαιο 67, αφού αναφέρει ότι στην λειτουργία της Εκκλησίας διαβάζονται τα συγγράμματα των Αποστόλων και των Προφητών και δίδεται λόγος νουθεσίας από τον υπεύθυνο, γράφει: 
«[..] άρτος προσφέρεται και οίνος και ύδωρ, και ο προεστώς ευχάς ομοίως και ευχαριστίας, όση δύναμις αυτώ, αναπέμπει, και ο λαός επευφημεί λέγων το Αμήν, και η διάδοσις και η μετάληψις από των ευχαριστηθέντων εκάστω γίνεται, και τοις ου παρούσι δια των διακόνων πέμπεται» 
(ΕΠΕ 1, σελ. 194).
Δηλαδή: «[..] προσφέρεται άρτος και οίνος και ύδωρ, ο δε προεστώς αναπέμπει κατά δύναμιν ομοίας ευχάς και ευχαριστίας και ο λαός επευφημεί λέγων το Αμήν, και γίνεται εις έκαστον η διάδοσις και μετάληψις των καθαγιασθέντων, και στέλλονται εις τους απόντας».
Βλέπουμε πάλι, τον λειτουργικό χαρακτήρα της Χριστιανικής λατρείας, με ευχές, ευχαριστίες, με το «Αμήν» του λαού, και με την προσφορά. Άξιο παρατηρήσεως, είναι η διάκριση «προεστώτος» και «λαού». Και ενώ όλοι είμαστε σώμα Χριστού (κλήρος και λαός), ο καθένας είναι διαφορετικό μέλος του αυτού σώματος της Εκκλησίας, με διαφορετικές λειτουργίες. Συνεπώς, η διάκριση αναφέρεται μόνο στην διαφορετική λειτουργικότητα του κάθε μέλους.
Αν θα θέλαμε να σημειώσουμε το σχήμα της Χριστιανικής λατρείας, με βάση τα λόγια του αγίου Ιουστίνου, έχει ως εξής:
* Λειτουργικές ευχές και ευχαριστία.
* Αναγνώσεις από τα Ευαγγέλια και τους Προφήτες.
* Προτροπές.
* Ευχές για την Θεία Ευχαριστία (από άλλες πηγές, μαθαίνουμε ότι οι μη βαπτισμένοι αποχωρούσαν).
* Προσφορά άρτου και οίνου.
* Καθαγιασμός των τιμίων δώρων.
* Κοινωνία.
* Προσφορά.
* Ευλογία.

Αφήστε μια απάντηση