kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Γραφιστική αναπαράσταση της Αυτοκρατορικής Κωνσταντινούπολης όπως δεν την έχετε ξαναδεί

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Μαΐου, 2014

Πλήρη γραφιστική αναπαράσταση της Αυτοκρατορικής Κωνσταντινούπολης αλλά και ιστορικών μορφών παρουσιάζει στην συλλογή του ένας Γάλλος, ο Antoine Helbert.

Αποδεικνύοντας στην πράξη, ότι το μεγαλείο ενός πολιτισμού γίνεται ακόμα μεγαλύτερο μέσα από τα μάτια των ξένων, καταδεικνύει ένα λαμπρό παρελθόν το οποίο δημιουργεί θλίψη για τη σημερινή κατάπτωση.

Ο Γάλλος καλλιτέχνης από το Στρασβούργο, είναι ζωγράφος, γλύπτης, γραφίστας, αλλά και ειδικεύεται στην ψηφιακή φωτογραφία καθώς και στην σκηνογραφία όπερας.

Το ενδιαφέρον του για την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το χρωστάει στην μητέρα του η οποία του δώρισε ένα βιβλίο για το χιλιόχρονο Βυζάντιο.

Είναι προφανές ότι η εκπληκτική πολιτιστική αλλά και πολιτική πορεία της Αυτοκρατορίας έδωσε στον καλλιτέχνη ένα νέο πεδίο έμπνευσης το οποίο προσπάθησε να εξερευνήσει μέσω της δουλειάς του η οποία, επικεντρώνεται στη δημιουργία ψηφιακών πινάκων, εμπνευσμένων από δραματικές ιστορικές σκηνές, μορφές αυτοκρατόρων και βασιλισσών, αλλά και μεγαλοπρεπών κτισμάτων με κορυφαίο όλων την δημιουργία της Βασιλίδας των Πόλεων, της Κωνσταντινούπολης.

 

 

 

 

 

http://constantinoupoli.com

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΙΕΡΕΜΙΑΣ (1 ΜΑΪΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2014

 
«Ο θαυμάσιος του Κυρίου προφήτης, που αγιάστηκε ήδη από τη μήτρα της μητέρας του, καταγόταν από την Ανανώθ. Στις Τάφνες της Αιγύπτου λιθοβολήθηκε από τον λαό και πέθανε, τοποθετήθηκε δε στον τόπο της κατοίκησης των Φαραώ. Διότι οι Αιγύπτιοι τον δόξασαν, επειδή ευεργετήθηκαν από αυτόν: με τη προσευχή του, ψόφησαν και τα δηλητηριώδη φίδια (ασπίδες) που τους εξολόθρευαν, και τα θηρία των υδάτων, που οι Αιγύπτιοι τα ονομάζουν Εφώθ και οι Έλληνες κροκόδειλους. Και όσοι είναι πιστοί μέχρι σήμερα, έρχονται στον τόπο εκείνο, και παίρνοντας από το χώμα, θεραπεύουν τα δαγκώματα των ασπίδων.
Λένε ότι ο Αλέξανδρος ο Μακεδών, όταν έφτασε στον τάφο του προφήτη και έμαθε τα σχετικά μ᾽ αυτόν, μετέφερε τα λείψανά του στην Αλεξάνδρεια και τα διέσπειρε σε κάθε μέρος της πόλης και γύρω από αυτήν, με αποτέλεσμα να εκδιώξει τις ασπίδες από εκεί. Στη θέση τους δε έβαλε τα φίδια που ονομάζονταν αργαλοί, τα οποία έφερε από το Άργος, εξ ου και έχουν την ονομασία αυτή.
Έδωσε μάλιστα ο προφήτης σημάδι στους ιερείς της Αιγύπτου, ότι θα σειστούν τα είδωλά τους και θα πέσουν χάμω, μέσω ενός παιδιού Σωτήρα, που θα γεννιόταν από Παρθένο σε φάτνη. Γι᾽ αυτό μέχρι τώρα έχουν ως θεά μία παρθένο λεχώνα, ενώ βάζουν σε φάτνη ένα βρέφος και το προσκυνούν. Γι᾽ αυτό επίσης κι όταν ρώτησε ο βασιλιάς Πτολεμαίος ποια είναι η αιτία αυτού, έλεγαν ότι το μυστήριο αυτό είναι πατροπαράδοτο, που παραδόθηκε στους πατέρες μας από κάποιον όσιο προφήτη, και πιστεύουμε, είπαν, ότι θα εκπληρωθεί το μυστήριο.
Λέγεται δε για τον προφήτη ότι πριν από την άλωση του Ναού άρπαξε την κιβωτό του Νόμου και όσα υπήρχαν μέσα σ᾽αυτήν και τα κατέθεσε κάτω από βράχο και είπε στους παρευρισκομένους: ῾Απεδήμησε ο Κύριος που αποκαλύφτηκε στο Σινά προς τον Ουρανό και πάλι θα έλθει για να νομοθετήσει στο Σινά με δύναμη, ενώ θα υπάρξει σημάδι σε σας της παρουσίας του, όταν δηλαδή όλα τα έθνη θα προσκυνήσουν το ξύλο᾽. Είπε δε ότι κανείς δεν θα βγάλει την κιβωτό αυτή, παρά μόνον ο ο ιερέας Ααρών, και κανείς δεν θα ανοίξει τις πλάκες σ᾽αυτήν καθόλου, ούτε από ιερείς ούτε από προφήτες, παρά μόνον ο Μωυσής ο εκλεκτός του Θεού. Και κατά την ανάσταση, πρώτα η κιβωτός θα σηκωθεί και θα εξέλθει και θα τεθεί στο όρος Σινά, και όλοι οι άγιοι θα μαζευτούν προς αυτήν, περιμένοντας τον Κύριο και εκδιώκοντας τον εχθρό που θέλει να τους σκοτώσει. Στον βράχο έβαλε ως σφραγίδα με το δάκτυλό του το όνομα του Θεού, κι έγινε ο τύπος σαν ανάγλυφο από σίδερο. Και φωτεινή νεφέλη επισκίασε το όνομα και κανείς δεν θα αναγνωρίσει τον τόπο ούτε θα μπορέσει να το διαβάσει, μέχρι την ημέρα εκείνη. Είναι δε ο βράχος στην έρημο, όπου φτιάχτηκε  καταρχάς η κιβωτός μεταξύ των ορέων, εκεί που βρίσκονται θαμμένοι  ο Μωυσής και ο Ααρών, και κατά τη νύκτα η νεφέλη έρχεται πάνω στον τόπο σαν φωτιά, κατά τον τύπο τον παλιό. Ήταν δε ο προφήτης Ιερεμίας προχωρημένος στην ηλικία, μικρός στο ανάστημα, έχοντας γένι που κατέληγε σε οξύ σχήμα. Τελείται δε η σύναξή του στον Ναό του αγίου αποστόλου Πέτρου, που βρίσκεται δίπλα στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».

Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας για τον ῾συμπαθέστατον πάντων των προφητών᾽ (ωδή δ´), τον προφήτη Ιερεμία, πρωτίστως επικεντρώνουν στην ήδη από κοιλίας μητρός κλήση του στο προφητικό αξίωμα, κι ακόμη πιο πίσω, στην επιλογή του από τον Θεό, πριν καν συλληφθεί στη μήτρα της μητέρας του. Κατά τα λόγια του ίδιου του υμνογράφου ῾Κύριε, Συ προγνώρισες τον ένδοξο Ιερεμία πριν να πλαστεί, και πριν να τεχθεί από τη μήτρα της μητέρας του τον καθαγίασες σαν προφήτη Σου᾽(῾Κύριε, συ προ του πλασθήναι προέγνως, Ιερεμίαν τον ένδοξον, και προ του τεχθήναι εκ μήτρας, υποφήτην καθηγίασας῾(στιχηρό εσπερινού). Ο υμνογράφος μάλιστα εικονίζει τον προφήτη του Θεού ως ῾εκλεκτό βέλος που ο Δεσπότης Κύριος είχε κρυμμένο στη φαρέτρα του, ώστε να το βγάλει και να το χρησιμοποιήσει στον κατάλληλο καιρό᾽ (῾Βέλος εκλεκτόν εν φαρέτρα σε κρυπτόμενον, Ιερεμία, τη προγνώσει αυτού, ο σος Δεσπότης, οις έδει καιροίς ανέδειξεν᾽) (ωδή ε´). Σπεύδει όμως να διευκρινίσει ότι η εκλογή αυτή και ο καθαγιασμός του προφήτη και πριν ακόμη έρθει στη ζωή δεν σημαίνει κατάργηση της ελευθερίας του. Δεν έχουμε δηλαδή έναν απόλυτο προορισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο Θεός αυθαιρέτως εκλέγει κάποιον και καθορίζει την περαιτέρω πορεία του. Κατά τον άγιο υμνογράφο που εκφράζει εν προκειμένω την πίστη της Εκκλησίας μας, έχουμε ένα είδος σχετικού προορισμού, με την έννοια ότι ο Θεός προγνωρίζοντας ως παντογνώστης που είναι τη μελλοντική ανταπόκριση της ελευθερίας του ανθρώπου στην κλήση Του, τον ετοιμάζει για το έργο που έχει αποφασίσει να τον καλέσει. ῾Σε καθαγίασε ο Κύριος, Ιερεμία, διότι προγνώριζε αληθινά την ελευθερία της γνώμης σου᾽(῾Κύριε, Ιερεμίαν τον ένδοξον υποφήτην καθηγίασας, ως προειδώς αληθώς της γνώμης το ελεύθερον᾽) (στιχηρό εσπερινού). Κι αλλού: ῾Ιερεμία θεοφάντορα, προθεωρώντας ο Κύριος, που προγνωρίζει τα πάντα, τις κινήσεις της διάνοιάς σου σε έκανε καθηγητή του λαού᾽(῾Ο πάντων την γνώσιν προειληφώς, σου της διανοίας τας κινήσεις προθεωρών, ω Ιερεμία θεοφάντορ, καθηγητήν σε λαού προχειρίζεται᾽) (ωδή α´).

Η πρόγνωση της ελεύθερης ανταπόκρισης του προφήτη στην κλήση του Θεού βεβαίως επιβεβαιώθηκε, κάτι που σημαίνει για τον εκκλησιαστικό ποιητή ότι ο προφήτης όχι μόνο δέχτηκε την κλήση από τον Κύριο, αλλά και ο ίδιος αγωνίστηκε να καθαρίσει τους πνευματικούς του οφθαλμούς από κάθε μολυσμό της αμαρτίας, ώστε να μπορέσει να σταθεί στο ύψος της κλήσης του. ῾Καθάρισες καλά το οπτικό της διάνοιάς σου σαφώς από τους μολυσμούς της αμαρτίας, γι᾽ αυτό και αναδείχτηκες από τον Δημιουργό σου αγαπητότατος μάρτυρας της αλήθειας᾽(῾Σου της διανοίας το οπτικόν σαφώς εκκαθάρας μολυσμάτων των της σαρκός, αληθείας μάρτυς ανεδείχθης τω Ποιητή σου ποθεινότατος᾽) (ωδή α´). Κι είναι τούτο μία γενική αλήθεια στην πνευματική ζωή: ο Θεός καλεί τον άνθρωπο και τον θέλει ως συνεργό Του, όταν κι ο άνθρωπος ανταποκρίνεται στην κλήση αυτή με τον αγώνα του κατά της αμαρτίας και των παθών του.

Ο προφήτης λοιπόν με καθαρά τα πνευματικά του αυτιά, ώστε να ακούει τι το Πνεύμα του Θεού του υπαγόρευε (῾ώτα καθαρά διανοίας έχων, κατηξιώθης επακροάσασθαι του Πνεύματος προσομιλούντος σοι᾽) (ωδή ε´), ξεκίνησε το έργο του, το οποίο κινείτο σε δύο επίπεδα: το επίπεδο της κλήσης του λαού σε μετάνοια και το επίπεδο της αναφοράς του στον μέλλοντα να έλθει λυτρωτή Μεσσία Κύριο. Στην κλήση μετανοίας δυστυχώς, όπως συνέβαινε σχεδόν πάντοτε με τους προφήτες, δεν έβλεπε θετικά αποτελέσματα. Όχι μόνο ο λαός δεν ανταποκρινόταν, αλλά αντιθέτως τον διακωμωδούσε και επιχειρούσε παντοιοτρόπως να του κλείσει το στόμα με βίαιο τρόπο, κάτι που τελικώς το κατάφερε, διά λιθοβολισμού (῾Πέτρινες ψυχές και ξένες από θείο φόβο, σκότωσαν με πέτρες τον θείο Ιερεμία᾽(῾Ψυχαί λιθώδεις και ξέναι θείου φόβου, λίθοις ανείλον θείον Ιερεμίαν᾽) (στίχοι συναξαρίου).  Ο προφήτης πέρασε βεβαίως πολλά βάσανα πάνω στο προφητικό του έργο, όπως για παράδειγμα το ρίξιμό του σε βρόμικο λάκκο – είναι πολύ ωραία μάλιστα η ερμηνεία που δίνει ο υμνογράφος στη δαιμονική αυτή κίνηση των συμπατριωτών του προφήτη: ῾Δεν άντεχε ο βρόμικος λαός του Ισραήλ το μύρο της ευωδίας σου και σε έκλεισε μέσα στον λάκκο᾽ (ωδή γ´) – παρ᾽όλα αυτά όμως συνέχιζε να καλεί σε μετάνοια τον λαό, προλέγοντάς του τις καταστροφές που θα υφίστατο αν θα συνέχιζε να είναι ανυπάκουος στο θέλημα του Θεού. Ο προφήτης, ακριβώς γιατί ήταν προφήτης, βλέπει ως βέβαιη την καταστροφή, γι᾽αυτό και θρηνεί ήδη την πτώση της Ιερουσαλήμ. Οι θρήνοι του Ιερεμία έχουν μείνει παροιμιώδεις στην ιστορία – οι γνωστές ῾Ιερεμιάδες᾽ – οι οποίοι όμως αφενός διεκτραγωδούν την καταστροφή του Ισραήλ, αφετέρου όμως στρέφουν τον λαό με ελπίδα στη διέξοδο που σίγουρα θα έλθει, αν ο λαός μετανοήσει και επικαλεστεί τον Κύριο. Όπως το λέει και ο υμνογράφος: ῾Θρήνησες για τον παράνομο λαό, που οδηγείτο σε βίαια αιχμαλωσία από αθέους βαρβάρους, προφήτη μακάριε᾽(῾Άνομον λαόν εθρήνησας υπό βαρβάρων αθέων απαγόμενον αιχμαλωσία βιαία, προφήτα μακάριε᾽) (κάθισμα όρθρου). Και εν προκειμένω υποκλίνεται ο χριστιανός στη μεγάλη ψυχή του προφήτη, ο οποίος παρ᾽όλα τα βάσανα που υφίστατο από τους συμπατριώτες του, δεν έπαυε να θρηνεί γι᾽ αυτούς, να συνεχίζει να τους νουθετεί, να προσεύχεται για τη σωτηρία τους.

Είπαμε όμως ότι ο προφήτης δεν μένει μόνο στο κήρυγμα της μετανοίας και τους θρήνους για την καταστροφή. Βλέπει και το μέλλον που έρχεται στο πρόσωπο του λυτρωτή Χριστού. Κι αυτό είναι χαρούμενο και ευφρόσυνο. Ο άγιος υμνογράφος επανειλημμένως σημειώνει τη διάσταση αυτή. ῾Συγγράφοντας θρήνους, προφήτη, δεν αμαύρωσες τη θεϊκή ευφροσύνη, με την οποία ανατράφηκες ήδη από βρέφος᾽ (῾Θρήνους συγγράφων, ω προφήτα, ουκ ημαύρωσας την θείαν ευφροσύνην, η εκ βρέφους συνήκμασας᾽) (ωδή ζ´). Και η μελλοντική ευφροσύνη είναι η παρουσία του Μεσσία, ο Οποίος θα σώσει τον Ισραήλ και όλον τον κόσμο, περνώντας όμως μέσα από την οδύνη του Σταυρού. ῾Φανέρωνες εκ των προτέρων με τρόπο μυστικό τον θάνατο του Λυτρωτή, θεηγόρε. Διότι πράγματι ο άνομος λαός των Ιουδαίων ύψωσε τον Χριστό πάνω στο ξύλο του Σταυρού, σαν αμνό, τον Χριστό που είναι ο αρχηγός της ζωής και ο ευεργέτης όλης της κτίσεως᾽ (῾Θάνατον του Λυτρωτού προεδήλους μυστικώς, θεηγόρε. Ως γαρ αμνόν τω ξύλω τον Χριστόν απηώρησε, της ζωής τον αρχηγόν, δήμος ο άνομος Ιουδαίων, τον ευεργέτην πάσης κτίσεως᾽) (ωδή ς´).

παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η καθημερινή ζωή στο Ισραήλ στους χρόνους του Χριστού, βάσει των μαρτυριών της Καινής Διαθήκης

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2014

Στο Ισραήλ ασχολούνταν κυρίως με γεωργικές εργασίες, με την κτηνοτροφία και όσοι κατοικούσαν στα παράλια, με την αλιεία. Οι ώρες εργασίας δεν ήσαν συγκεκριμένες και καθορισμένες και συχνά οι ανάγκες επέβαλαν συνεχή και σκληρή εργασία, καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και πολλές φορές και την νύχτα. Χαρακτηριστική είναι στην προκειμένη περίπτωση η απάντηση του Πέτρου στον Ιησού όταν αυτός τους παρακινεί να ρίξουν τα δίχτυα τους για να πιάσουν ψάρια: «Διδάσκαλε, όλη τη νύχτα κοπιάσαμε χωρίς να πιάσουμε τίποτα…» Λουκάς 5:5. Οι ποιμένες λόγω του καύσωνα που επικρατούσε την ημέρα, περιόδευαν τα ποίμνιά τους στους τόπους βοσκής τις βραδινές ώρες όταν πια είχε δροσίσει.
Το 24ωρο το διαιρούσαν σε δύο 12ωρα, το νυκτερινό και το ημερήσιο:«Αποκρίθηκε ο Ιησούς, δεν είναι δώδεκα οι ώρες της ημέρας; …» Ιωάννης 11:9. Κάθε ένα από τα δύο 12ωρα, τα χώριζαν σε 4 τρίωρα. Τα νυκτερινά τρίωρα στη ρωμαϊκή στρατιωτική ορολογία ονομάζονταν «φυλακές της νύχτας», γιατί κατά τη διάρκεια αυτών των «φυλακών», εκτελούσαν οι Ρωμαίοι στρατιώτες την υπηρεσία της φρουράς. Η διαίρεση αυτή επεκτάθηκε και στη καθημερινή ζωή των απλών πολιτών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ορολογίας αυτής, είναι η ευαγγελική διήγηση του θαύματος του Ιησού που περπατάει πάνω στη φουρτουνιασμένη θάλασσα: «Κατά τη τέταρτη φυλακή της νύχτας, έρχεται προς αυτούς περπατώντας πάνω στη θάλασσα …» Μάρκος 6:48. Για καλύτερη κατανόηση της διαίρεσης των ωρών της νύχτας και την σημερινή αντιστοιχία τους δημοσιεύουμε τον παρακάτω πίνακα, που περιλαμβάνει την ρωμαϊκή στρατιωτική ονομασία, την καθημερινή λαϊκή ονομασία και την σημερινή αντιστοιχία:
 
Ρωμ. στρ. ονομασία
Καθημ. λαϊκή ονομασία
Σημερ. Ώρες
1η φυλακή της νύκτας
Οψέ ή οψία
6 – 9 μ.μ.
2η φυλακή της νύκτας
Μεσονύκτιο
9 – 12 μ.μ.
3η φυλακή της νύκτας
Αλεκτροφωνία ή επιφώσκουσα
12 – 3 π.μ.
4η φυλακή της νύκτας
πρωΐα
3 – 6 π.μ.
 
Αντιπροσωπευτικό δείγμα από τα Ευαγγέλια που κάνει μνεία σε όλα τα τρίωρα του νυκτερινού 12ωρου, βάσει της καθημερινής λαϊκής ονομασίας είναι αυτό από το Ευαγγέλιο του Μάρκου, και είναι το σημείο εκείνο, στο οποίο ο Χριστός αναφέρεται στην δεύτερη ένδοξο επάνοδό του και στην ανάγκη εγρήγορσης από τον πιστό, αφού μπορεί να συμβεί οποιαδήποτε στιγμή και ώρα: «Αγρυπνείτε. Διότι δεν γνωρίζετε πότε ο κύριος του σπιτιού έρχεται, οψέ ή μεσονυκτίου, ήαλεκτοροφωνίας ή πρωί, μήπως έλθει ξαφνικά και σας βρει να κοιμάστε» Μάρκος 13:35 – 36.
Τώρα όσον αφορά τα τρίωρα του ημερήσιου 12ωρου αυτά εσημαίνοντο ως εξής:
 
Πρώτη ώρα
6 – 9 π.μ.
Δεύτερη ώρα
9 – 12 π.μ.
Έκτη ώρα
12 – 3 μ.μ.
Ενάτη ώρα
3 – 6 μ.μ.
 
Μνεία σε δύο τρίωρα του ημερήσιου 12ωρου κάνει ο ευαγγελιστής Ματθαίος στη διήγηση της σταύρωσης του Ιησού, όταν το σκοτάδι αρχίζει – αν και ήταν μέρα – να καλύπτει τη γη: «Από την έκτη ώρα έγινε σκοτάδι σε όλη τη γη μέχρι της ενάτηςώρας» Ματθαίος 27:45.
Οι κάτοικοι της Παλαιστίνης ζούσαν σε σπίτια απλά τα οποία ήταν κατασκευασμένα είτε από πλίνθους «άψητους», δηλαδή από λάσπη, τους οποίους απλώς είχαν αφήσει στον ήλιο να ξεραθούν, είτε από ξύλινες πήχες τις οποίες μάλιστα πολλές φορές δεν είχαν στερεώσει και καλά. Τα σπίτια των λαϊκών τάξεων ήταν μονώροφα και χαμηλά, γι’ αυτό και οι κλέφτες εύκολα μπορούσαν να τα διαρρήξουν. Αποτελούνταν συνήθως από ένα μεγάλο χώρο με παράθυρα μικρά, υπήρχαν όμως και κάποια σπίτια που είχαν περισσότερα δωμάτια, τα οποία όμως σε κάθε περίπτωση ήταν μικρά. Η σκεπή στηρίζονταν πάνω σε σταυρωτά ξύλινα δοκάρια. Πάνω τους έβαζαν κλαδιά και καλαμιές, που τα σκέπαζαν με παχύ στρώμα λάσπης. Γι’ αυτό το λόγο οι φίλοι του παραλυτικού μπόρεσαν εύκολα να αφαιρέσουν μέρος της στέγης και να κατεβάσουν με σκοινιά το κρεβάτι του πάνω στο οποίο κείτονταν, ώστε να τον φέρουν μπροστά στον Ιησού, ο οποίος όπως γνωρίζουμε θαυμάζοντας την πίστη τους τον θεράπευσε: «Αλλά επειδή δεν εύρισκαν κανένα τρόπο να τον φέρουν μέσα εξαιτίας του πλήθους ανέβηκαν στη στέγη και τον κατέβασαν ανάμεσα από τα κεραμίδια, μαζί με το μικρό του κρεβάτι, στο μέσον εμπρός στον Ιησού» Λουκάς 5:19. Υπήρχε και σκάλα στο πίσω μέρος του σπιτιού για να μπορούν να ανεβαίνουν στη στέγη. Οι ευπορότερες όμως τάξεις κατοικούσαν σε διώροφα και τριώροφα σπίτια, τα οποία επίσης μπορούσαν να διαθέτουν ανώγεια ή υπερώα (σοφίτες). Σε ένα τέτοιο ανώγι συγκεντρώθηκε ο Χριστός με τους μαθητές του για να τελέσει το Μυστικό Δείπνο:«Και αυτός θα σας δείξει ένα μεγάλο ανώγι στρωμένο, έτοιμο, εκεί ετοιμάστε μας»Μάρκος 14:15. Τα κρεβάτια, τα οποία ονομάζονταν «κράββατοι», στα οποία πάνω τους κοιμόνταν, ήταν τελείως απλά και είχαν την δυνατότητα να τα μεταφέρουν εύκολα. Αυτό το βλέπουμε στη θεραπεία του παραλυτικού από το Χριστό στη δεξαμενή της Βηθεσδά, όταν τον προστάζει να σηκωθεί να πάρει  το κρεβάτι του και να περπατήσει: «Ο Ιησούς του λέει, σήκω επάνω, σήκωσε το κρεβάτι σου και περπάτησε» Ιωάννης 5:8.
Τα σπίτια τους τα φώτιζαν – δεν είχαν άλλωστε την σημερινή δική μας πολυτέλεια του ηλεκτρικού ρεύματος – με λυχνάρια στα οποία καίγονταν λάδι. Για τυχόν πορείες που ήταν αναγκασμένοι να κάνουν την νύχτα, εκτός από τα λυχνάρια, χρησιμοποιούσαν φανούς και λαμπάδες. Φανούς και λαμπάδες χρησιμοποιεί ο Ιούδας και η φρουρά που τον συνοδεύει, όταν πάει να επιτελέσει την ατιμωτική πράξη της προδοσίας του δασκάλου του: «Πήρε λοιπόν ο Ιούδας φρουρά και υπηρέτες από τους αρχιερείς και Φαρισαίους και ήλθε εκεί με φανούς καιλαμπάδες και όπλα» Ιωάννης 18:3.
Η ενδυμασία τους ήταν απλή και ανάλογη με την οικονομική ισχύ του καθένα. Πάντως η πιο συνήθης ενδυμασία τους ήταν η εξής: Ως κατάσαρκο ένδυμα φορούσαν τον χιτώνα, πάνω από τον οποίο έβαζαν το ιμάτιο, το οποίο ήταν ένα ευρύχωρο και επίμηκες ένδυμα. Στους «Μακαρισμούς» ο Χριστός αναφέρεται στα δύο αυτά ενδύματα: «Και εκείνον που θέλει να σε πάει στο δικαστήριο και να πάρει τον χιτώνα σου άφησε του και το ιμάτιο» Ματθαίος 5:40. Και ολοκλήρωναν την ενδυμασία τους φορώντας και το τελευταίο ένδυμα που ονομάζοντανεπενδύτης ή χλαμύδα. Οι στρατιώτες που βασάνισαν τον Χριστό λίγο πριν τον σταυρώσουν εκτός από το ακάνθινο στεφάνι που του φόρεσαν στο κεφάλι, τον έντυσαν και με χλαμύδα: «Και αφού τον έγδυσαν του φόρεσαν μία κόκκινηχλαμύδα …» Ματθαίος 27:28. Την ονομασία επενδύτη για το ίδιο ένδυμα τη βρίσκουμε στη τόσο συγκινητική σκηνή του Πέτρου, που βουτάει στη θάλασσα – είχε βλέπετε προηγηθεί η άρνηση του Κυρίου εκ μέρους του – από τη βάρκα που ψάρευε με τους άλλους μαθητές, για να πάει να συναντήσει στη στεριά τον αναστημένο Κύριο που τους περίμενε: «Όταν άκουσε ο Σίμων Πέτρος ότι είναι ο Κύριος, ζώστηκε τον επενδύτη, γιατί ήταν γυμνός και ρίχτηκε στη θάλασσα»Ιωάννης 21:7. Όταν ταξίδευαν και επειδή δεν γνώριζαν τις καιρικές συνθήκες που θα συναντούσαν, προμηθεύονταν «για καλό και για κακό» και ένα επιπλέον ένδυμα που ήταν ένα είδος σάκου τον φελόνην ή φαινόλη για την προστασία από τη βροχή και τη σκόνη. Ένα είδος δηλαδή σημερινού αδιάβροχου. Το «αδιάβροχο» αυτό που είχε ξεχάσει στη Τροία ζητάει ο απόστολος Παύλος από τον Τιμόθεο να του το φέρει, όταν θα πάει προς συνάντησή του: «Τον φελόνην, τον οποίο άφησα στη Τρωάδα, πλησίον του Κάρπου, όταν έλθεις φέρε τον μαζί με τα βιβλία, προ παντός τις μεμβράνες» 2 Τιμόθεον 4:13. Φαινόλη ή φελόνην καλούσαν επίσης και ένα είδος σάκου από περγαμηνή ή δέρμα, μέσα στο οποίο κατά τα ταξίδια τους τοποθετούσαν τα βιβλία τους.
Τα παπούτσια που φορούσαν ήταν και αυτά απλά. Ήταν τα γνωστά σαντάλια, τα οποία ήταν πέλματα τα οποία συγκρατούνταν από την κνήμη με λουριά. Τα σαντάλια του παραγγέλνει ο άγγελος στον Πέτρο να φορέσει, όταν τον ελευθερώνει από την φυλακή που τον είχε κλείσει ο βασιλιάς Ηρώδης Αγρίππας Α΄: «Και άγγελος του είπε: Ζώσου και φόρεσε τα σαντάλια σου» Πράξεις των Αποστόλων 12:8. Αξίζει να επισημάνουμε στο σημείο αυτό και το εξής γεγονός. Παπούτσια φορούσαν μόνο οι ελεύθεροι άνθρωποι. Οι δούλοι εκτός των τόσο άλλων βασάνων που υπέφεραν, ήταν αναγκασμένοι να κυκλοφορούν ανυπόδητοι. Είναι χαρακτηριστική η εντολή που δίνει ο πατέρας στους δούλους, όταν ο άσωτος γιος επιστρέφει στην πατρική εστία: «Αλλά ο πατέρας είπε στους δούλους του “Βγάλτε την στολή τη πρώτη και ντύστε τον και δώστε του δακτυλίδι για το δάκτυλό του και υποδήματα για τα πόδια του”» Λουκάς 15:22.
Άραγε το γυναικείο ντύσιμο ήταν ίδιο με το αντρικό; Είναι δύσκολο να το πούμε, επειδή οι λέξεις ιμάτιο και χιτώνας εφαρμόζονται τόσο στο γυναικείο όσο και στο αντρικό ντύσιμο. Πρέπει όμως να ήταν διαφορετικό επειδή ο Νόμος της Παλαιάς Διαθήκης απαγόρευε ρητά στους άντρες να φορούν γυναικεία ρούχα και στις γυναίκες αντρικά και αφού σύμφωνα με τη προφορική παράδοση το Ταλμούδ, όποιος το έκανε γινόταν ύποπτος για ομοφυλοφιλία: «Η γυναίκα δεν πρέπει να φοράει τα ρούχα του άντρα, ούτε ο άντρας τα ρούχα της γυναίκας. Όποιος κάνει αυτά τα πράγματα, τον αποστρέφεται ο Κύριος, ο Θεός σας» Δευτερονόμιο 22,5. Πιθανόν, εκείνο που ξεχώριζε τα γυναικεία ενδύματα να ήταν η ποιότητα των υφασμάτων, που θα ήταν πιο φίνα και πιο φαρδύ το σχήμα τους. Πρέπει επίσης η ελληνιστική μόδα να είχε σίγουρα ασκήσει και αυτή επιρροή στο ντύσιμο των γυναικών, με την υιοθέτηση της πτυχωτής χωρίς μανίκια εσθήτας, που ήταν τόσο της μόδας στην Αλεξάνδρεια και το ιμάτιο που το τύλιγαν με πολλή χάρη γύρω από το σώμα τους και που την μία άκρη του την έφερναν στο κεφάλι. Μάλιστα οι πλουσιότερες Ιουδαίες διατηρούσαν ιματιοθήκες με ποικιλία ενδυμάτων όπως τουλάχιστον μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ο Ιάκωβος ο αδελφόθεος στην Καθολική επιστολή του, όπου προαναγγέλλει την τιμωρία των πλουσίων: «Ο πλούτος σας έχει σαπίσει και τα ενδύματά σας είναι φαγωμένα από τον σκόρο»Ιακώβου 5:2. Φορούσαν επίσης και πολλά κοσμήματα, όχι μόνο οι γυναίκες αλλά και οι άντρες, από χρυσό και ασήμι. Ο Απόστολος Παύλος συστήνει στις καλές Χριστιανές να φυλάγονται από τα χρυσά κοσμήματα, τα μαργαριτάρια, τα πολύτιμα πετράδια: «Επίσης και οι γυναίκες, να στολίζουν τον εαυτό τους με σεμνή ενδυμασία, με αιδώ και σωφροσύνη, όχι με πλέξιμο μαλλιών ή με χρυσά κοσμήματα ή μαργαριτάρια ή πολυτελή φορέματα, αλλά με εκείνο που αρμόζει σε γυναίκες που ομολογούν θεοσέβεια, δηλαδή με έργα καλά» 1 Τιμόθεον 2:9 –10.
 
Στην Παλαιστίνη στους χρόνους του Χριστού οι Ιουδαίοι στις συναλλαγές τους χρησιμοποιούσαν δεκάδες λογήςνομίσματα, επειδή μετά την επιστροφή τους από την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας, δεν είχαν ποτέ πάψει, εκτός από ένα μικρό διάστημα την εποχή των Μακκαβαίων, να ζουν κάτω από ξένη κατοχή. Έτσι ελληνιστικά, ρωμαϊκά και άλλου είδους νομίσματα χρησιμοποιούνταν στις καθημερινές συναλλαγές, για τα οποία κάποια από αυτά κάνει μνεία η Καινή Διαθήκη. Το πιο γνωστό και διαδεδομένο νόμισμα όχι μόνο στην Ιουδαία αλλά και σε όλες τις χώρες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν το αργυρό αυτοκρατορικό δηνάριο,γνωστό και ως κήνσος. Οι Ρωμαίοι μάλιστα απαιτούσαν από τους Ιουδαίους ο άμεσος φόρος, ο «κεφαλικός», να πληρώνεται με ρωμαϊκά νομίσματα που είχαν πάνω την εικόνα του εκάστοτε αυτοκράτορα «Καίσαρα» της Ρώμης. Γι’ αυτό ο Χριστός ζητάει από τους Φαρισαίους και τους Ηρωδιανούς να του δείξουν ένα δηνάριο, όταν τον ρώτησαν αν πρέπει να πληρώνουν ή όχι, φόρο στον Καίσαρα:«Επειδή ο Ιησούς κατάλαβε την πονηριά τους, τους είπε “γιατί με πειράζετε υποκριτές; Δείξτε μου το νόμισμα του κήνσου”. Αυτοί δε, του έφεραν ένα δηνάριο. Και τους λέει “τίνος είναι η εικόνα αυτή και η επιγραφή;” Αυτοί του λένε ”του Καίσαρα“. Τότε τους λέει “Δώστε λοιπόν στον Καίσαρα όσα οφείλονται στον Καίσαρα και στο Θεό όσα οφείλονται στον Θεό”». Ματθαίος 22:18 – 21. Άλλα ρωμαϊκά νομίσματα ήταν το ασσάριο, ένα χάλκινο νόμισμα μικρής αγοραστικής αξίας, που σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού (Ματθαίος 10:29) μπορούσες να αγοράσεις μόνο δύο σπουργίτια. Ο κοδράντης ήταν μικρότερης αξίας ακόμα και από το ασσάριο περίπου στο ¼ από αυτό και το οποίο έπρεπε να το αποδώσεις ακόμα και αυτό για να ελευθερωθείς, αν βρισκόσουν φυλακισμένος, όπως επισημαίνει ο Ιησούς (Ματθαίος 5:26) στην «επί του όρους ομιλία» του. Εκτός από τα ρωμαϊκά νομίσματα χρησιμοποιούσαν και αρκετά ελληνικά. Κατά πρώτον ηδραχμή, για την οποία είπε ο Χριστός (Λουκάς 15:8 – 10), την παραβολή της «χαμένης δραχμής», που όταν την βρίσκει η γυναίκα που την έχασε καλεί τις γειτόνισσες να το γιορτάσουν. Άλλο ελληνικό νόμισμα ήταν το δίδραχμο, το οποίο πλήρωναν οι Ιουδαίοι ως φόρο για την συντήρηση του Ναού των Ιεροσολύμων:«Όταν έφτασαν στην Καπερναούμ, ήλθαν στον Πέτρο εκείνοι που εισέπρατταν ταδίδραχμα, και είπαν, “ο διδάσκαλός σου δεν πληρώνει τα δίδραχμα;”» Ματθαίος 17:24 – 25. Το τετράδραχμο, ήταν και αυτό ελληνικό νόμισμα το οποίο κατόπιν υπόδειξης του Ιησού, το βρίσκει ο Πέτρος με θαυμαστό τρόπο: «Αλλά για να μην τους σκανδαλίσουμε, πήγαινε στη θάλασσα, ρίξε το αγκίστρι και πάρε το πρώτο ψάρι, που θ’ ανεβεί. Άνοιξε το στόμα του και θα βρεις ένα στατήρα (τετράδραχμο)…» Ματθαίος 17:27. Ο στατήρας ή τετράδραχμο ήταν το αρχαίο εβραϊκό σέκελ(ελληνιστί σίκλος ή αργύριο). Η ρίζα της λέξης σέκελ θυμίζει μέτρημα ή ζύγισμα γιατί η παλιά συνήθεια στο Ισραήλ ήταν αντί να μετρούν τα νομίσματα να τα ζυγίζουν για να διαπιστώσουν αν είναι γνήσιο ή όχι. Τριάντα τέτοια αργύρια πήρε ο Ιούδας για να προδώσει τον Χριστό. Ελληνικό, αλλά και φοινικικό ήταν το νόμισμα της μνα που ισούνταν με 100 δραχμές. Η περίφημη παραβολή των 10 μνων που δίνει κάποιος αφέντης στους δούλους του (Λουκάς 19:11 – 27), είναι μια κλασική απεικόνιση της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. Ως φοινικικό νόμισμα η μνα, είχε υιοθετηθεί σ’ ολόκληρη τη μεσογειακή Ανατολή. Το τάλαντο ήταν ένα ακόμα ελληνικό νόμισμα μεγάλης αξίας το οποίο ισούνταν με 60 μνες. Με μία ακόμη παραβολή του (Ματθαίος 25:14 – 30), την παραβολή των ταλάντων παραπλήσια με αυτή των μνων, ο Ιησούς υπονοεί την ένδοξη Δευτέρα Παρουσία του. Βεβαίως πρέπει να ληφθεί υπόψη πως τα περισσότερα από αυτά νομίσματα, ιδίως τα ακριβά, δεν ήταν σε καθημερινή χρήση, όπως και σε μας σήμερα κάθε άλλο, παρά κυκλοφορούν στις ημερήσιες συναλλαγές μας τα χαρτονομίσματα των 500€ ή των 200€, ακόμα – ακόμα και αυτά των 100€. Οι Ρωμαίοι είχαν επιτρέψει στους Ιουδαίους να κόβουν στα εργαστήριά τους, αλλά μόνο για μέσα στα όρια της Παλαιστίνης ένα μικρό νόμισμα από ορείχαλκο, το λεπτό, αυτό που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες στο παζάρι. Δυο τέτοια λεπτά είχε ρίξει η χήρα στο θησαυροφυλάκιο του Ναού ως δωρεά, πράξη που τόσο επαινέθηκε από το Χριστό και έμεινε στην Ιστορία ως το «δίλεπτο της χήρας». Ο Ναός είχε το δικό του νόμισμα τον «σίκλο τον άγιο». Επειδή το θεωρούσαν ως «μόλυνση» αν έμπαιναν στο ταμείο του Ναού ειδωλολατρικά νομίσματα με παραστάσεις θεών ή ηγεμόνων. Οι αργυραμοιβοί, τους οποίους εκδίωξε ο Χριστός με το μαστίγιο (Ιωάννης 2:14 – 16) και ανέτρεψε τους πάγκους τους, αυτή την δουλειά έκαναν. Άλλαζαν δηλαδή τα κυκλοφορούντα κρατικά νομίσματα με «σίκλους άγιους».
Οι Ιουδαίοι λόγω της συντηρητικότητας που τους διέκρινε, και της στενής τους σχέσης με την θρησκεία και στην παραμικρή εκδήλωση της ζωής τους, δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα με την ψυχαγωγία. Κάποιοι όμως από αυτούς και ιδιαίτερα στην περιοχή της Γαλιλαίας που αφθονούσε το ειδωλολατρικό στοιχείο, είναι πιθανόν να παρακολουθούσαν κάποιες παραστάσεις κυρίως κωμικές στα θέατρα ή στα στάδια όπου διεξάγονταν αγωνίσματα δρόμου, πάλης, κ.λ.π.
Για τις καθημερινές τους ανάγκες χρησιμοποιούσαν την ελληνική ή εβραϊκήγραφή επί το ακριβέστερο μια διάλεκτο της αραμαϊκής και έγραφαν πάνω σεόστρακα, πλάκες και τα κείμενα που ήταν μεγάλα π.χ. επιστολές σε πάπυρο ήπεργαμηνή.
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Γ. Γαλίτη: Ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης
2. Ντανιέλ Ροπς: Η καθημερινή ζωή στη Παλαιστίνη στους χρόνους του Ιησού
3. Σχολικό εγχειρίδιο Θρησκευτικών της Β΄Τάξης Γυμνασίου 2001 και 2007  
4. Αγία Γραφή της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, παράρτημα μέτρα, σταθμά, νομίσματα

5. Καινή Διαθήκη, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδας

antiairetikos.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ημερίδα του Παραρτήματος ν. Μαγνησίας της ΠΕΘ το Σάββατο 3/5/2014

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2014

To Παράρτημα ν. Μαγνησίας της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων διοργανώνει ημερίδα, με θέμα «Η θρησκευτική αγωγή και το νέο πιλοτικό Πρόγραμμα Σπουδών την εποχή της Παγκοσμιοποίησης: Προβληματισμοί και διλήμματα»

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 3/5, στις 6.30 μ.μ. στο Δημαρχείο Βόλου, υπό την αιγίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος.
Χαιρετισμό θα απευθύνουν ο Σεβ. Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος και ο Γενικός Γραμματέας της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων κ. Κωνσταντίνος Σπαλιώρας.

Ομιλητές:
Ο κ. Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., με θέμα «Η μεθόδευση της «νέας» πολυθρησκειακής αγωγής στο μάθημα των Θρησκευτικών υπό το φως της Εκκλησιαστικής παραδόσεως» και 

Η κ. Μαρία Ράντζου, Λέκτορας του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., με θέμα «Η πολυθρησκειακή δομή του Μαθήματος των Θρησκευτικών ως «παιδαγωγικό» μέσο επίτευξης του θρησκευτικού σχετικισμού».

Μετά το πέρας των εισηγήσεων θα ακολουθήσει συζήτηση.

petheol.gr

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Προϋποθέσεις της θεολογίας κατά τον Μ. Βασίλειο.

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2014

«Η κατανόηση του δημιουργικού έργου του Βασιλείου, μάλιστα του αυστηρά θεολογικού, απαιτεί να εισέλθουμε στην εσώτατη διαδικασία της βασιλειανής θεολογίας, στην μέθοδό της. Σε θεολογία προβαίνει  ο Βασίλειος από ανάγκη (Κατά Ευνομίου Α 1). Τα προβλήματα είναι η αφορμή και ο Θεός η αιτία, η πηγή της αλήθειας. Ο φόβος του ήταν τόσο μεγάλος ενώπιον της θεολογίας, ώστε συχνά απέφευγε να απαντάει σε θεολογικές ερωτήσεις και συχνότερα παρακαλούσε επίμονα να μην κινούν οι πιστοί ζητήματα πίστεως. Όλοι πρέπει να αρκούνται σε ό,τι έχει διατυπωθεί στην Εκκλησία, στον απλό λόγο της Γραφής και της αρχαίας Παραδόσεως (Επιστολή 258).
Όταν όμως ο ίδιος ο πιστός- και συχνά κάποιος δηλωμένος κακόδοξος- δημιουργεί προβλήματα και αμφιβολίες, που δεν αντιμετωπίζονται με την απλή βιβλική διατύπωση και την όσο αναπτυγμένη Παράδοση της Εκκλησίας, τότε ο Βασίλειος σκύβει στο πρόβλημα και θεολογεί. Τότε διακονεί την σωτηρία των πιστών. Και η διακονία- θεολογία του θέλει ναπροϋποθέτει– και όντως προϋποθέτει– τα εξής:
α) Χρόνο. Πρέπει κανείς να διαθέτει χρόνο για την θεωρία της αλήθειας, για την θεολογία, και να είναι απαλλαγμένος από εξωτερικούς περισπασμούς:
«Δει γαρ πάσαν σχολήν άγειν από θορύβων των έξωθεν και πάσαν ησυχίαν εν τω κρυπτώ της καρδίας βουλευτηρίω ποιήσαντα, ούτως επιβάλλειν τη θεωρία της αληθείας» (Εις τους Ψαλμούς 33, 3).
β) Κάθαρση. Ο αγώνας για την κάθαρση αποτελεί το πρώτιστο έργο του θεολόγου. Η κάθαρση επαναφέρει τον άνθρωπο στο αρχαίο φυσικό του κάλος, στην αρχική αδαμική κατάσταση. Ο πτωτικός άνθρωπος έχει γίνει σάρκινος, έχει φρόνημα σαρκικό και για αυτό  ο «νους» του δεν μπορεί να θεωρήσει, να δει, την αλήθεια:
«Ο μεν γαρ σάρκινος άνθρωπος, αγύμναστον έχων προς θεωρίαν τον νουν [..] αδυνατεί προς το πνευματικόν φως της αλήθειας αναβλέψαι» (Περί του αγίου Πνεύματος ΚΒ).
γ) Φωτισμό: Το γεγονός του φωτισμού παίρνει για πρώτη φορά τις μεγάλες διαστάσεις του. Μίλησαν σχετικά ο Ιγνάτιοςο Ειρηναίος και ο Αθανάσιος. Αλλά τώρα, περί το 374/5, έχουμε πλέον βαθιά ανθρωπολογική και συγχρόνως θεολογική ανάλυση του φωτισμού, με τη βοήθεια μάλιστα των πλωτινικών παραστάσεων. Έχουμε δηλαδή εσώτατη θεώρηση του ανθρώπου και διαπίστωση της σχέσεώς του- ως δυνατότητας αλλά και ως πραγματικότητας- με το Άγιο Πνεύμα. Φυσικά ο φωτισμός παριστάνεται με εικόνες και σημειώνεται με λέξεις, που επισημαίνουν απλώς το γεγονός, χωρίς να το εξαντλούν. Έτσι, με την κάθαρση ο νους, η καρδιά, ο άνθρωπος λοιπόν γενικά, μοιάζει με καθαρό μάτι, μέσα στο οποίο σαν ήλιος ο Παράκλητος δείχνει την θεία πραγματικότητα. Ή, ο φωτισμός μοιάζει με το γεγονός εκείνο, κατά το οποίο σε ένα λαμπερό διαφανές σώμα πέφτει φωτεινή ακτίνα και το κάνει «περιλαμπές», καταφώτεινο δηλαδή από παντού. Τότε και το σώμα αυτό εκπέμπει φως. Αυτό σημαίνει έλλαμψη του αγίου Πνεύματος σε έναν πιστό. Η πνευματοφόρος ψυχή ελλάμπεται και τότε φωτίζει και άλλες. Πιο συγκεκριμένα, για το θεολογικό έργο, η κατάσταση αυτή ταυτίζεται με τη διανομή των χαρισμάτων του Πνεύματος. Τα χαρίσματα που ο Βασίλειος αναφέρει είναι «η πρόγνωσις» των μελλόντων, «η σύνεσις»των μυστηρίων, η «κατάληψις των κεκρυμένων» κα. Από την «κατάληψη» αυτή των «κεκρυμμένων» (αληθειών) γεννιέται η θεολογία στην πρωταρχική της έννοια:
«Οικείωσις δε Πνεύματος προς ψυχήν ουχ ο δια τόπου προσεγγισμός [..] αλλά ο χωρισμός των παθών άπερ από της προς την σάρκα φιλίας ύστερον επιγινόμενα τη ψυχή, της από του Θεού οικειότητος ηλλοτρίωσε. Καθαρθέντα δη ουν από του αίσχους, ο ανεμάξατο δια της κακίας, και προς το εκ φύσεως κάλλος επανελθόντα και οίον εικόνι βασιλικί την αρχαίαν μορφήν δια καθαρότητος αποδόντα, ούτως εστί μόνως προσεγγίσαι τω Παρακλήτω. Ο δε, ώσπερ ήλιος, κεκαθαρμένον όμμα παραλάβων, δείξει σοι εν εαυτώ την εικόνα του αοράτου. Εν δε τω μακαρίω της εικόνος θεάματι το άρρητον όψει του αρχέτυπου κάλλος. Του τοις από πάσης κηλίδος κεκαθαρμένοις ελλάμπον, τη προς εαυτώ κοινωνία πνευματικούς αποδείκνυσι. Και ώσπερ τα λαμπρά και διαφανή των σωμάτων, ακτίνος εαυτοίς εμπεσούσης, αυτά τε γίνεται περιλαμπή και ετέραν αυγήν αφ’ εαυτών αποστίλβει. Ούτως αι πνευματοφόροι ψυχαί, ελλαμφθείσαι παρά του Πνεύματος, αυταί τε αποτελούνται πνευματικαί και εις ετέρους την χάριν εξαποστέλλουσιν. Εντεύθεν μελλόντων πρόγνωσις, μυστηρίων σύνεσις, κεκρυμμένων κατάληψις, χαρισμάτων διανομαί [..] η ατελεύτητος ευφροσύνη, η εν Θεώ διαμονή, η προς Θεόν ομοίωσις, το ακρότατον των ορεκτών, Θεόν γενέσθαι [..] εκείνοις μάλιστα φανερούσθαι αύτης (= της αληθείας) το ακατάληπτον, οις Θεού χάριτι περισσοτέρως προσγέγονεν  η γνώσις» (Περί του αγ. Πνεύματος Θ).
Η  φωτιστική δύναμη ικανώνει τον άνθρωπο να ατενίζει την αόρατη θεία εικόνα, τις θείες επομένως ενέργειες και το Πνεύμα της «γνώσεως». Σε τελευταία όμως ανάλυση συμβαίνει αυτό το παράδοξο: το άγιο Πνεύμα δίνει εντός του την εποπτική δύναμη στον άνθρωπο. Η επίγνωση, η γνώση της αλήθειας στον άνθρωπο, συντελείται με την είσοδο του ανθρώπου στην ενεργούσα και ακτινοβολούσα πραγματικότητα του αγίου Πνεύματος. Αυτό ακριβώς, κατά τον Βασίλειο, σημαίνει το ψαλμικό «εν τω φωτί σου οψόμεθα φως» (Ψαλμός 35,10). Αυτό είχε υπογραμμίσει άλλοτε και ο Ειρηναίος στο τέλος του Β’ αι. Η γνώση, τονίζει ο Βασίλειος, γίνεται «εν Πνεύματι». Πρέπει να εισέλθει κανείς μέσα στο άγιο Πνεύμα, μέσα στην θεία πραγματικότητα και άρα μέσα στην αλήθεια, για να έχει πράγματι αλήθεια και να μπορεί να την εκφράζει γνησίως.
Την αλήθεια, στην οποία πρέπει να εισέλθει ο θεολόγος, χαρακτηρίζει «άδυτα» και «απόρρητα», των οποίων «η θέα» είναι «απρόσιτος». Παρά ταύτα ο Θεός δεν αφήνει ανελέητο τον άνθρωπο. Όταν ζητάει αλήθεια, δηλαδή κάτι από τα «άδυτα», από την άπειρη αλήθεια, τον βοηθάει, του χαρίζει την παραπάνω κατάσταση.
Ο Βασίλειος ποτέ δεν θα γράψει καθαρά ότι έζησε ο ίδιος τέτοια κατάσταση και τέτοια διαδικασία φωτισμού. Μόνο έμμεσες νύξεις έχουμε από τον ίδιο. Αντίθετα, οι βιογράφοι του, ο Γρηγόριος Θεολόγος και ο Γρηγόριος Νύσσης, είναι κατηγορηματικοί στο σημείο αυτό και βεβαιώνουν ότι ο Βασίλειος είχε ελλάμψεις και ό,τι θεολόγησε ήταν αποτέλεσμα θεωρίας της αλήθειας και εντρυφήσεως, κατοικήσεως, στο ίδιο το άγιο Πνεύμα».
 (Απόσπασμα από την πατρολογία του Στυλιανού Παπαδόπουλου, δεύτερος τόμος, σελ. 381-383).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ορθοδοξία ή Προτεσταντισμός; Αποδείξεις από τον άγιο Ιππόλυτο (2).

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2014

Στο πρώτο μέρος, είχαμε ασχοληθεί με το έργο «Αποστολική Παράδοση», το οποίο είναι μία λειτουργική και κανονική συλλογή, την οποία επεξεργάστηκε ο άγιος Ιππόλυτος σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε να θεωρείται σήμερα ως δικό του έργο. Στο σημερινό δεύτερο μέρος, θα δούμε επιπλέον στοιχεία, από τα υπόλοιπα έργα του.
Στο έργο «Κατά Πασών αιρέσεων έλεγχος», έργο που ανήκει στα αντιαιρετικά έργα του αγίου, στο πρώτο βιβλίο, αναφέρεται καθαρά σε μετάδοση της ίδιας χάρης του Αγίου Πνεύματος «εν τη εκκλησία», από τους Αποστόλους προς τους πιστούς, καθώς και σε διαδοχή και σε αρχιεροσύνη στην οποία μετέχουν οι λειτουργοί («ων ημείς»).
«Ταύτα δε έτερος ουκ ελέγξει ή το εν τη εκκλησία παραδοθέν Άγιο Πνεύμα, ου τυχόντες πρότεροι οι απόστολοι μετέδοσαν τοις ορθώς πεπιστευκόσι· ων ημείς διάδοχοι τυγχάνοντες της τε αυτής χάριτος μετέχοντες αρχιερατείας τε και διδασκαλίας [..]» (ΒΕΠΕΣ 5, σελ. 199).
Στο έργο του «Εις την αίρεσιν Νοητού», ο άγιος Ιππόλυτος μας πληροφορεί για την εν λόγω αίρεση, η οποία μπέρδευε τις υποστάσεις στην Αγία Τριάδα, και ταύτιζε τον Πατέρα με τον Υιό, όπως κάνουν σήμερα ορισμένες ομάδες της Πεντηκοστιανής κίνησης.
«[..] τολμηρόν δόγμα παρεισήνεγκαν, αναισχύτως λέγοντες· Αυτός εστί Χριστός ο Πατήρ, αυτός Υιός, αυτός εγεννήθη, αυτός έπαθεν, αυτός εαυτόν ήγειρε» (ΒΕΠΕΣ 6, 12).
Η Πίστη όμως της Εκκλησίας, είναι πίστη σε έναν Θεό με τρεις θείες υποστάσεις οι οποίες δεν ταυτίζονται. Ο άγιος το εκφράζει ως εξής: 
«[..] κατά την δύναμιν, εις εστί Θεός· όσον δε κατά την οικονομίαν, τριχής η επίδειξις [..]» (ΒΕΠΕΣ 6, σελ. 16).  
Σε άλλο σημείο, το λέει πιο αναλυτικά: 
«[..] εις γαρ εστίν ο Θεός· ο γαρ κελεύων Πατήρ, ο δε υπακούων Υιός, το δε συνετίζον Άγιον Πνεύμα» (ΒΕΠΕΣ 6, σελ. 18).
Ο Υιός χαρακτηρίζεται μεν ως «υπακούων», διότι ενανθρώπησε. Δεν αναφέρεται σε καμία διαφορά ουσίας, εφόσον παραπάνω είπε ότι ο Θεός είναι ένας, βάζοντας στην ίδια ουσία της θεότητας και τις τρεις υποστάσεις. Ο Πατήρ χαρακτηρίζεται ως ο «κελεύων», θέλοντας να δείξει ότι ο Πατήρ είναι η αρχή. Όχι βέβαια με την έννοια της χρονικής αρχής, εφόσον ότι γίνεται στους κόλπους της Τριάδας, συμβαίνει έξω από τον χώρο και τον χρόνο.
Ο Υιός και Λόγος του Θεού, δεν είναι θεός κατά χάριν, αλλά κατ’ ουσίαν. Αυτό απαντά εκ των προτέρων στην αίρεση του Αρείου, που δεν δέχονταν ότι ο Λόγος είναι πραγματικά ίδιας ουσίας με τον Πατέρα. Τεκμηριώνεται σαφέστατα, από άλλο χωρίο το οποίο βρίσκεται στο 10ο βιβλίο του έργου «Κατά Πασών Αιρέσεων».
«[..] Τούτου ο Λόγος μόνος εξ Αυτού· διό και θεός, ουσία υπάρχων Θεού [..]» (ΒΕΠΕΣ 6, σελ. 375).
Μάλιστα, λίγο παρακάτω, χρησιμοποιεί και το γνωστό εδάφιο του «Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου» (Ματθαίος 28:19), όπου εκεί βρίσκεται η εντολή της βάπτισης στο όνομα της Αγίας Τριάδας. Με αυτό, μας διαβεβαιώνεται ότι το τριαδικό αυτό χωρίο ήταν γνωστό πριν την Α’ και την Β’ Οικουμενική, και ότι είναι χωρίο γνήσιο και όχι παρέμβλητο. 
Επίσης, σε ένα άλλο χωρίο του, αναιρείται η αντίληψη κάποιων ομάδων αναφορικά με το ότι ο Θεός Λόγος προσέλαβε ολόκληρο τον άνθρωπο (και όχι μόνο το σώμα, αλλά σώμα και ψυχή– σε αντίθεση με όσα θα διδάξει αργότερα ο Απολλινάριος) , λαμβάνοντας ανθρώπινη φύση, όμως προ-πτωτική (και όχι μετά-πτωτική όπως διδάσκουν οι Αντβεντιστές), σώζοντας τον άνθρωπο όχι κατά νομικίστικο τρόπο (όπως θα αναπτύξουν αργότερα οι δυτικοί), αλλά οντολογικά, οδηγώντας τον άνθρωπο στην αφθαρσία, η οποία είναι φυσικά αποτέλεσμα ανάπλασης.
«Πιστεύσωμεν ουν, μακάριοι αδελφοί, κατά την παράδοσιν των αποστόλων, ότι Θεός Λόγος απ’ ουρανών κατήλθεν εις την αγίαν Παρθένον Μαρίαν, ίνα σαρκωθείς εξ αυτής, λαβών δε και ψυχήν την ανθρωπίνην, λογικήν δε λέγω, γεγονώς πάντα όσα εστίν άνθρωπος, εκτός αμαρτίας, σώση τον πεπτωκότα, και αφθαρσίαν ανθρώποις παράσχη τοις πιστεύουσιν εις το όνομα αυτού» (ΒΕΠΕΣ 6, σελ. 20).

exprotestant.blogspot.gr

Ορθοδοξία ή Προτεσταντισμός; Αποδείξεις από τον άγιο Ιππόλυτο (1).

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι τρεις κατηγορίες μεταξύ των πιστών

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2014

Εντός του πνευματικού χώρου της Εκκλησίας δεν υπάρχουν φυλετικές, ταξικές και λοιπές διαφορές, διότι ο απόστολος Παύλος γράφει στους Γαλάτες: «Δεν είναι πλέον Ιουδαίος ουδέ Έλλην, δεν είναι δούλος ουδέ ελεύθερος, δεν είναι άρσεν και θήλυ· διότι πάντες σεις είσθε εις εν Χριστώ Ιησού» (3:28). Δηλαδή, διαφορές που έχουν την αρχή τους στα εξωτερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, είτε είναι επίκτητα ή μη, και τα οποία αποτελούν για κάποιους κριτήρια διαχωρισμού των ανθρώπων δήθεν σε «ανώτερους» και «κατώτερους». Διότι εν Χριστώ, όλοι οι πιστοί είμαστε ένας άνθρωπος, διατηρώντας βέβαια τα εξωτερικά αυτά γνωρίσματα, όπως και την προσωπικότητά μας. Ακριβώς όπως στο ανθρώπινο σώμα, το οποίο είναι μεν ένα, αλλά κάθε μέλος του έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά προς ιδιαίτερη εργασία.
Διότι το να είμαστε οι πιστοί «εις» γίνεται στα πλαίσια «εν Χριστώ», που δεν είναι άλλο από την ομοίωσή μας με τον Θεό.
Παρόλα αυτά, υπάρχουν διαφορετικές «ποιότητες» μεταξύ των πιστών. Αυτές οι «ποιότητες» διαμορφώνονται από την στάση των ίδιων των πιστών και από το είδος της σχέσης τους με τον Θεό. Είναι δηλαδή, κάτι το οποίο εξαρτάται αποκλειστικά από τον άνθρωπο. Ανάλογα με την πνευματική του ηλικία, διαμορφώνει την σχέση του με τον Θεό. Παρακάτω, θα δούμε πως το αναλύει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Ο όρος «τάξη» που χρησιμοποιεί, εκφράζει όχι την τάξη με την εξωτερική έννοια, αλλά με την εσωτερική διάθεση του πιστού που βασίζεται αποκλειστικά στις επιλογές του, όπως άλλωστε προκύπτει από τα γραφόμενα παρακάτω.
«Πιστούς και ενάρετους και γνωστικούς ονόμαζε εκείνους που πρωτοέμπαιναν στην πίστη, εκείνους που προχωρούσαν και στους τέλειους· με άλλες λέξεις τους δούλους, τους μισθωτούς και τους υιούς, τις τρεις τάξεις εκείνων που σώζονται. Δούλοι είναι οι πιστοί που από φόβο των απειλών εκτελούν τις προσταγές του Κυρίου και παιδεύονται καλοδιάθετα σε ό,τι τους έχει ο Κύριος εμπιστευθεί. Μισθωτοί, όσοι από τον πόθο των υποσχεμένων αγαθών σηκώνουν με υπομονή το βάρος και την κάψα της ημέρας, δηλαδή τη θλίψη την έμφυτη και στον ίδιο ζυγό δεμένη με τη ζωή αυτή εξαιτίας της προπατορικής καταδίκης, και τους πειρασμούς της για χάρη της αρετής· είναι ακόμη όσοι με δική τους σοφή γνώμη αλλάζουν ζωή με ζωή, την τωρινή με τη μελλοντική. Και είναι υιοί, εκείνοι που μήτε από το φόβο των απειλών μήτε από τον πόθο των υποσχεμένων, αλλά με τον τρόπο και την έξη της αυτόγνωμης ψυχικής ροπής και διάθεσης προς το αγαθό δεν χωρίζονται από τον Θεό ποτέ. Είναι η περίπτωση του γιού εκείνου, που άκουσε το λόγο· «Παιδί μου, συ είσαι πάντα μαζί μου και τα δικά μου όλα είναι δικά σου». Αυτό το αποχτούμε εμείς ενδεχόμενα, κατά τη θέση μας μέσα στη χάρη· ο Θεός το έχει και το πιστεύουμε από τη φύση του και κατά λογική συνέπεια. Ας μη λείψομε λοιπόν από την αγία Εκκλησία του Θεού, αφού παρέχει τόσο πλήθος μυστηρίων για την σωτηρία μας κατά την τάξη των Θεϊκών συμβόλων που ζωντανεύουν σε αυτή. Με αυτά καθέναν από μας, όταν μάλιστα ζει σωστά, τον ολοκληρώνει ανάλογα με το χαρακτήρα του σύμφωνα με το πρότυπο του Χριστού και – αποτέλεσμα ζωής χριστιανικής- οδηγεί στη φανέρωση το δώρο της υιοθεσίας που δόθηκε με το άγιο Βάπτισμα και με τη χάρη του αγίου Πνεύματος. Ας παρουσιάσουμε λοιπόν τους εαυτούς μας με όλη τη δύναμη και την προθυμία μας άξιους των θεϊκών δωρεών κι ας ευχαριστήσομε το Θεό με τα καλά μας έργα».
 (Απόσπασμα από την «Μυσταγωγία», Φ. ΕΠΕ 14, σελ. 151-153).  

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι πληγές του Χριστού ( Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Απριλίου, 2014

Μου γράφεις ότι άκουσες από την γιαγιά σου κάτι (σαν παραμύθι!), για τις πέντε πληγές του Χριστού. Και ρωτάς: Ποία είναι η πραγματικότητα; Διάβασε την Καινή Διαθήκη. Είναι ντροπή να μην ξέρωμε την Πιστη μας. Άφησε στην άκρη κάθε άλλο διάβασμα! Άρχισε την μελέτη σου από τα ιερά Ευαγγέλια. Αυτή είναι η πιο σπουδαία και η πιο λυτρωτική μελέτη. Πρώτη στην σειρά, έρχεται η γνώση της Πιστεως. Και μετά η κάθε άλλη γνώση.

Να τον μελετάς τον λόγο του Θεού. Ο λόγος του Θεού δίνει αξία στον δικό μας λόγο. Όπως τα διαμάντινα στα γυναικεία κοσμήματα.

Η αγία Γραφή δεν μας το λέει καθαρά ότι οι πληγές του Χριστού είναι πέντε.

Μα είναι η φοβερή πραγματικότητα: δύο στα χέρια˙ δύο στα πόδια˙ και μία στα πλευρά. Από τα καρφιά. Και από τις αμαρτίες μας. Τρυπημένα τα χέρια που ευλογούσαν! Τρυπημένα τα πόδια που βάδιζαν τον δρόμο της αλήθειας! Τρυπημένη η πλευρά, που άναψε την θεία και ιερή φλόγα της αγάπης! Έτσι το θέλησε ο Υιός του Θεού.

– Να Του τρυπηθούν τα χέρια, για τις αμαρτίες που εκάμαμε με τα χέρια μας- (φόνους, κλεψιές, βιαιότητες).

– Να Του τρυπήσουν τα πόδια, για τις αμαρτίες που έκαμαν τα πόδια, (ένα δάσος πόδια!), που έτρεξαν να κάνουν το κακό, το κάθε κακό!

– Του τρύπησαν την πλευρά κοντα στην καρδιά, γιατί η δική μας καρδιά, ήταν γεμάτη με κάθε κακό˙ ασέβεια, βλάσφημες σκέψεις, κτηνώδεις επιθυμίες, μίσος και φθόνο, και σχέδια δαιμονικά εναντίον αδελφών, εναντίων φίλων, εναντίον του Θεού!

– Τρυπήθηκαν τα χέρια του Χριστού, για να θεραπευθούν οι αμαρτίες που έκαμαν τα δικά σου χέρια!

– Τρυπήθηκαν τα πόδια Του, για να επιστρέψουν τα πόδια τα δικά σου από τον δρόμο της απωλείας!

– Τρυπήθηκε η πλευρά Του, για να καθαρίσει η δική σου καρδιά από τις αμαρτωλές σκέψεις και επιθυμίες!   Όταν ο Κρόμβελ, ο φοβερός αυτός δικτάτορας της Αγγλίας, άρχισε να αρπάζει τις περιουσίες των Μοναστηριών και των Εκκλησιών, έγινε μια μεγαλειώδεις πορεία διαμαρτυρίας. Μια διαδήλωση. Χιλιάδες λάβαρα και πανώ, που έγραφαν «Οι πέντε πληγές του Χριστού». Και ο δικτάτορας υποχώρησε. Μετάνοιωσε. Όχι για άλλο λόγο. Σεβάστηκε τα λόγια, που ήταν γραμμένα στο πλακάτ: Πεντε είναι οι πληγές του Χριστού!

Μαθε να τις σέβεσαι και συ! Πεντε είναι οι πληγές του Χριστού! Πεντε οι κρουνοί του Αίματός Του. Από αυτές έρρευσε το Αίμα Του, που αγίασε την γη και εξηγόρασε το ανθρώπινο γένος. Με το Αίμα Του, που έρρευσε από τις πέντε πληγές Του πλένει τον κάθε πιστό Του.

***

Σαν θαυματουργός και παντοδύναμος ο Κυριος επήρε πέντε ψωμιά, και έθρεψε με αυτά πέντε χιλιάδες ψυχές! Έτσι και με το Αίμα Του. Μπορεί να θρέψει ψυχικά εκατομμύρια πιστών! Αυτό είναι η Θεία Μετάληψη! Φρόντισε λοιπόν την Μεγάλη Παρασκευή να σταθής κάτω από τον Σταυρό Του. Και παρακάλεσέ Τον. Να σε καθαρίσει και σένα με το Αίμα Του. Και να ζωοποιήσει την ψυχή σου. Ώστε, την Ανάσταση, να φωνάζεις και συ μαζί με τις άγιες μυροφόρες ότι Ανέστη ο Κυριος όντως.

  (Πηγή: imaik.gr)

http://www.alopsis.gr/alopsis/plhges.htm

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Σκέψεις στο Ευαγγέλιο της Κυριακής του Θωμά

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Απριλίου, 2014

῾Ὤ, καλή ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ!᾽ 

Ἡ πρώτη Κυριακή μετά τήν ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου, ἡ καί ᾽Αντίπασχα ὀνομαζομένη, εἶναι ἀφιερωμένη στόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ Θωμᾶ, ὁ ὁποῖος γίνεται πιά τό ῾μέσον᾽ διά τῆς ἀπιστίας του, προκειμένου νά καταστεῖ βέβαιο τό γεγονός τῆς νίκης κατά τοῦ θανάτου. ῾᾽Απιστία πίστιν βεβαίαν ἐγέννησε᾽, κατά τόν ὑμνογράφο. Καί τοῦτο γιατί ἡ ἀπιστία αὐτή ῾προκαλεῖ᾽ τόν Κύριον νά τοῦ φανερώσει πιό ἔντονα τά σημάδια τῆς παρουσίας Του καί νά τόν ὁδηγήσει στή σωτήρια ὁμολογία: ῾ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου᾽. 
1. Ἡ ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ ἔτσι γίνεται καλή ἀπιστία. Ὅσο παράδοξα κι ἄν ἠχεῖ τοῦτο, ἡ πραγματικότητα εἶναι αὐτή: ὑπάρχει καλή, ἀλλά καί κακή ἀπιστία. Καλή ἀπιστία εἶναι αὐτή πού σέ πρώτη φάση ἐγκλωβίζει τόν ἄνθρωπο στήν ἀμφισβήτηση καί τήν ἄρνηση, θέτοντάς του ὡς προτεραιότητα τήν πίστη στή λογική καί τίς αἰσθήσεις. ῾᾽Εάν μή ἴδω, οὐ μή πιστεύσω᾽. Εἶναι ὁ σκεπτικισμός πού συναντᾶμε πολλές φορές μέσα στίς εὐαγγελικές διηγήσεις, σάν τήν περίπτωση γιά παράδειγμα τοῦ Ναθαναήλ, ὅταν καλεῖται νά γνωρίσει τόν Μεσσία ἀπό τόν φίλο του Φίλιππο – ῾ἐκ Ναζαρέτ δύναταί τι ἀγαθόν εἶναι;᾽ – ἤ σάν τήν περίπτωση τοῦ τραγικοῦ πατέρα πού προσφεύγει μέν στόν ᾽Ιησοῦ γιά νά θεραπεύσει τό παιδί του, ἀλλά γεμάτος ἐρωτηματικά καί ἀμφισβήτηση: ῾᾽Αλλ᾽ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν᾽. Κι ὁ Κύριος τήν ἀμφισβήτηση καί τόν σκεπτικισμό αὐτόν δέν τά ἀπορρίπτει. Τά παίρνει ὡς τά πρῶτα ἐναύσματα τῆς πίστεως, πού θά ὁδηγήσουν στή στέρεα καί βεβαία πίστη. Διότι βλέπει ὅτι ἡ ἀπιστία αὐτή πηγάζει ἀπό μιά καρδιά πού πάσχει καί ἀγωνιᾶ. 
῎Ετσι τό γνώρισμα τῆς καλῆς ἀπιστίας φαίνεται νά εἶναι αὐτό: ἡ ὀδυνωμένη καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, πού παλεύει μεταξύ τῆς πίστεως καί τῆς ἀπιστίας. ῾Πιστεύω, Κύριε,᾽ – γιά νά θυμηθοῦμε καί πάλι τό προαναφερθέντα πατέρα – ῾βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ᾽. Θυμᾶται κανείς ἐδῶ καί τό παρόμοιο γεγονός ἀπιστίας πού πέρασε καί ὁ Γέρων Παΐσιος στά παιδικά του χρόνια (᾽Αρσένιος τότε), ὅταν ἡ ἀπιστία ἑνός φοιτητῆ κλόνισε τίς μέχρι τότε βεβαιότητές του. Καί μᾶς περιγράφει τήν ὀδύνη τῆς καταστάσεως αὐτῆς: ῾Θόλωσε ὁ πνευματικός μου ὁρίζοντας. Γέμισα ἀπό ἀμφιβολίες. Θλίψη κατέλαβε τήν ψυχή μου᾽. Εἶναι ἡ παρόμοια κατάσταση πού περνάει κάθε ἄνθρωπος, μέχρις ὅτου στερεωθεῖ στήν πίστη του στόν Χριστό, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ἡ φάση αὐτή τῆς ἀπιστίας δέν θεωρεῖται ὡς κάτι ἀρνητικό καί παράδοξο, ἀλλά φυσιολογικό σκαλοπάτι στήν πορεία τῆς πνευματικῆς ὡριμάνσεως τοῦ ἀνθρώπου. 
2. Πότε ἡ ἀπιστία θεωρεῖται κακή; Ὅταν δέν θεωρεῖται καρπός ἐσωτερικῆς πάλης, ἀλλά ἀφορμή γιά νά ὁριστικοποιηθεῖ ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Χριστό, κάτι πού προφανῶς ἔχει ἤδη ἀποφασιστεῖ ἀπό αὐτόν. Μέ ἄλλα λόγια, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀποφασίσει νά δουλεύει στά πάθη του, ὅταν ἡ προτεραιότητά του εἶναι ἡ ἐμπαθής προσκόλλησή του στόν κόσμο τοῦτο, εἴτε ὡς φιληδονία εἴτε ὡς φιλοδοξία καί φιλαργυρία, ὅταν μέ ἄλλα λόγια τήν πρώτη θέση τήν καταλαμβάνει ὁ ἑαυτός του, τότε τήν ἀπιστία τήν χρησιμοποιεῖ ὡς ἀφορμή γιά νά δικαιώσει τίς ἐπιλογές του. Στήν περίπτωση αὐτή δέν βοηθεῖται ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ κατά τρόπο θετικό, ἤ μᾶλλον βοηθεῖται, ἀλλά μέ τρόπο πού παραπέμπει στό ῾φοβερόν τό ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος᾽. Ἡ περίπτωση τοῦ προδότη μαθητῆ τοῦ Χριστοῦ ᾽Ιούδα, πού καί αὐτός πέρασε ἀπό τό καμίνι τῆς ἀπιστίας, εἶναι, νομίζουμε, ἐν προκειμένῳ ἐνδεικτική.
3. Ποιό φαίνεται νά εἶναι τό ἀποφασιστικό σημεῖο τοῦ περάσματος ἀπό τήν ἀπιστία στήν πίστη; Ἡ ὕπαρξη ἑνός ἔστω ἐλάχιστου ποσοστοῦ ταπείνωσης, δηλαδή ἡ ἀμφισβήτηση τοῦ ἀπόλυτου τῶν ἐπιλογῶν τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου, πού τόν κάνει νά ἐμπιστευτεῖ τήν κοινή ἐμπειρία τῶν ἄλλων καί πού τόν ὁδηγεῖ στήν ᾽Εκκλησία. Ὁ Θωμᾶς κατορθώνει νά ἀπεγκλωβιστεῖ ἀπό τήν ἀπιστία του, μόλις ἀποφασίζει νά βγεῖ ἀπό τό ῾καβούκι᾽ του. Ἡ ταπείνωση πού ἐπιδεικνύει, ὡς στροφή πρός τούς ἄλλους καί ὄχι τόν ἑαυτό του, εἶναι τό ρίσκο πού ἀναλαμβάνει γιά νά μπεῖ στό χῶρο τῆς ἔκπληξης: τῆς ἐμπειρίας τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ. Ὁ Κύριος βλέπουμε ὅτι ἐκεῖ τοῦ φανερώνεται: στή σύναξη τῶν μαθητῶν, στήν ᾽Εκκλησία, καί ὄχι στό θολό σύννεφο τῶν λογισμῶν τῆς μοναξιᾶς του. Καί τόν καλεῖ μ᾽ ἕναν ἀπόλυτα προσωπικό τρόπο, πού διαλύει τίς ἀμφιβολίες του: ῾φέρε τόν δάκτυλόν σου ὧδε καί ἴδε τάς χεῖράς μου, καί φέρε τήν χεῖρά σου καί βάλε εἰς τήν πλευράν μου, καί μή γίνου ἄπιστος, ἀλλά πιστός᾽. Ἡ συγκλονιστική αὐτή ἐμπειρία τοῦ Θωμᾶ τόν ὁδηγεῖ πιά στή φυσιολογική στάση τῶν πιστῶν μαθητῶν: στήν προσκύνηση τοῦ Χριστοῦ καί στήν ὁμολογία τῆς πίστεως: ῾ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου᾽. 

4. ῎Ετσι ἡ πίστη στήν ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου διαπιστώνεται ὅτι εἶναι γεγονός βιούμενο στήν ᾽Εκκλησία καί μόνον ἐκεῖ. Μόνον ὁ ἐν τῇ ᾽Εκκλησίᾳ ζῶν καί μάλιστα αὐτός πού ἀγωνίζεται νά βαδίζει τήν ὁδό τοῦ Κυρίου, δηλαδή νά τηρεῖ τίς ἅγιες ἐντολές Του, μπορεῖ καί νά βλέπει καί νά νιώθει τήν ἀναστημένη παρουσία ᾽Εκείνου. ῾Ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας. Μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες᾽. Πέραν τοῦ γεγονότος μέ τόν Θωμᾶ, ὁ Κύριος τό εἶχε προείπει στούς μαθητές Του, στήν ἐκτεταμένη διδασκαλία Του στά πλαίσια τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου: μετά τή Σταυρική Του θυσία θά εἶναι ὁρατός καί θά Τόν αἰσθάνονται μόνον οἱ μαθητές Του. Στήν ἔνσταση τοῦ ᾽Ιούδα, ὄχι τοῦ ᾽Ισκαριώτη, ῾Κύριε, καί τί γέγονεν ὅτι ἡμῖν μέλλεις ἐμφανίζειν Σεαυτόν καί οὐχί τῷ κόσμῳ;᾽, στήν ἔνσταση δηλαδή τῆς κοσμικῆς λογικῆς πού ἀπαιτεῖ μιάν ἐξωτερική ἐπιβολή καί νίκη κατά τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως, ὁ Κύριος εἶναι ἀπόλυτος καί σαφής: Μόνον ὅποιος τηρεῖ τίς ἐντολές Του, συνεπῶς οἱ πιστοί μαθητές Του, θά Τόν ζοῦν καί θά Τόν βλέπουν. ῾᾽Εάν τις ἀγαπᾷ με, τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ᾽ αὐτῷ ποιήσομεν᾽. 
Κι εἶναι τοῦτο καί ἡ μόνιμη ἀπάντηση, πέραν τῶν ὅσων εἴπαμε, γιά τό πῶς βεβαιώνεται κανείς στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ: μόνον διά τῆς ἀγάπης στόν συνάνθρωπο. ῾Πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽, πού σημειώνει ὁ ἀπ. Παῦλος. Μέ ἄλλα λόγια, ὅταν ἡ ἀμφιβολία καί ἡ ἀπιστία ἀρχίζουν νά μέ ταλαιπωροῦν, ἡ ἀπάντηση εἶναι νά θερμαίνω τήν καρδιά μου ἐντονότερα γιά τόν κάθε πλησίον μου καί μάλιστα τόν θεωρούμενο ἐχθρό μου. Τήν ὥρα πού θά παλεύω ν᾽ ἀγαπῶ ἐκεῖνον μέ τόν ὁποῖο φαίνεται νά ἔχω πρόβλημα, τήν ὥρα ἀκριβῶς αὐτή θά νιώθω καί τή χάρη τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ νά εἰσρέει στήν καρδιά μου. Εἶναι μιά ἐμπειρία τῆς ᾽Αναστάσεως πού βεβαίως, εἶναι αὐτονόητο, πρέπει κανείς νά πειραματιστεῖ στόν ἴδιο του τόν ἑαυτό γιά νά τή νιώσει.

Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη
http://synodoiporia.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή του Θωμά: Οι Νεομάρτυρες της Νάουσας μαρτυρούν την Ανάσταση!

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Απριλίου, 2014

Ἡ Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ ἀποτελεῖ γιὰ τὴν τοπικὴἘκκλησία ἡμέρα ἑορτασμοῦ, τιμῆς καὶ μνήμης, τοῦ ἐνδόξου μαρτυρίου τῶν δύο χιλιάδων Ναουσαίων ἡρώων μαρτύρων ποὺ σφαγιάσθησαν τὸ 1822 κατὰ τὸ ὁλοκαύτωμα τῆς ἡρωϊκῆς πόλεως τῆς Νάουσας καὶ ἀναγνωρίστηκαν ἐπισήμως ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο.
Εἶχε προηγηθεῖ τὸν Φεβρουάριο κατὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας ἡ κήρυξη τῆς ἐπαναστάσεως κατὰ τῶν δυναστῶν, ἡ μεγάλη μάχη στὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας Δοβρᾶτὸν Μάρτιο, ἐνῷ τὸν Ἀπρίλιο ἡ πολιορκία τῆς πόλεως ἀπὸ τὸν τοῦρκο στρατάρχη, γιὸὀρθοδόξου ἱερέως, τὸν αἱμοσταγῆ Ἀμποὺ Λουμποὺτ πασᾶ. Ἡ Νάουσα ἀντιστάθηκε γενναῖα, ὅμως οἱ τοῦρκοι εἰσῆλθαν στὴν πόλη καὶ τὴν κατέστρεψαν ὁλοσχερῶς. Ὅσοιἄνδρες συνελήφθησαν,ὡδηγήθηκαν τὴν Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ στὸ μεγάλο φυσικὸ μπαλκόνι τῆς πόλης, τὸ Κιόσκι, ὅπου ὁ ἴδιος ὁ πασᾶς εἶχε ἑτοιμάσει τὴν σκηνή του, γιὰ νὰ ἐπιβλέπῃ τὴνἐκτέλεση τῶν αἰχμαλώτων. Χίλιοι διακόσιοι σαράντα ἕνας αἰχμάλωτοι, προτοῦ ἀποκεφαλιστοῦν, ῥωτήθηκαν ἂν ἤθελαν νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Χριστὸ καὶ νὰ γίνουν μουσουλμάνοι, γιὰ νὰ σωθοῦν. Κανένας ἀπὸ αὐτοὺς δὲν πρόδωσε τὴν πίστη στὸνἈναστάντα Χριστό καὶ μὲ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» νὰ ἀντηχῇ στὰ χείλη τους πορεύθηκαν πρὸς τὸ μαρτύριο. Οἱ ἀποκεφαλισμοὶ σταμάτησαν, μόνον ὅταν τὸ ἀκέφαλο σῶμα τοῦ τελευταίου μάρτυρα, τοῦ ἁγίου Νικόλαου Κοκοβίτου, σηκώθηκε, πῆρε τὸ κεφάλι του στὰ χέρια, περπάτησε, πήδηξε ἕνα ῥυάκι, πέρασε στὴν ἄλλη ὄχθη καὶ σταμάτησε λίγο πιό πέρα. Οἱ ὑπόλοιποι αἰχμάλωτοιἀπαγχονίστηκαν στὸν μεγάλο πλάτανο, δίπλα στὴ σωρὸ τῶν καρατομημένων μαρτύρων.
Γυναῖκες μὲ τὰ παιδιά τους, γιὰ νὰ μὴν τουρκέψουν, ἀποφάσισαν νὰ πέσουνἀπὸ τὸν γκρεμὸ τοῦ ποταμοῦ Ἀράπιτσα, ὅπως ἐκεῖνες οἱ γενναῖες Σουλιώτισσες.Ὅσες δὲν σφαγιάστηκαν ἐπὶ τόπου, μεταφέρθηκαν αἰχμάλωτες στὴν Θεσσαλονίκη, στὴν ἕδρα τοῦ πασᾶ, ἀλλ’ ἔδειξαν ἀπαράμιλλη ὑπομονὴ στὰβασανιστήρια καὶ τοὺς ἐξευτελισμούς, ἀρνούμενες νὰ προδώσουν τὴν ἀγάπη τους στὸν Χριστό. Ἄλλες φυτεύθηκαν στὸ ἔδαφος μέχρι τὸ λαιμό, ἄλλες τὶςἄφησαν νὰ πεθάνουν ἀπὸ τὴν πεῖνα, ἄλλες τὶς ἔβαλαν σὲ τσουβάλια μὲ φίδια, ποντίκια καὶ ἐξαγριωμένες γάτες, ἄλλες χτίστηκαν σὲ τοῖχο καὶ πέθαναν ἀπὸἀσφυξία.
Δύο χιλιάδες μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ καὶ ἥρωες τῆς Ἑλλάδος ἀπέδειξαν ἕνα σπουδαῖο πρᾶγμα· ὅτι ἁπλοὶ ἄνθρωποι, ἄνθρωποι τῆς καθημερινότητος καὶ τοῦμεροκάματου, ὅταν θυσιάζονται ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος, χαριτώνονται,ἁγιάζονται, μένουν στὴν ἱστορία ὡς φωτεινὰ παραδείγματα γιὰ τὶς ἐπερχόμενες γενιές.
Κάθε ἐποχή, κάθε γενιά, ἔχει τὸν δικό της ἀγῶνα. Ὀφείλουμε κι ἐμεῖς σήμερα νὰ κρατήσουμε τὸ ἀγωνιστικὸ φρόνημα καὶ τὸ ἦθος, τὸν ἡρωϊσμὸ καὶ τὴν εὐσυνειδησία τῶν ἁγίων ἡρώων μας, τῶν πατέρων καὶ προγόνων μας Ἑλλήνων χριστιανῶν, καὶ νὰ ἀντισταθοῦμε ἐνάντια σὲ ὅ,τι μᾶς ἀποξενώνει ἀπὸ Χριστὸ καὶἙλλάδα· ὀφείλουμε νὰ ἐπαναστατήσουμε κατὰ τῶν δυναστῶν τῆς δικῆς μας γενιᾶς, ποὺ θέλουν νὰ μᾶς μειώσουν, νὰ μᾶς ὑποτάξουν, νὰ μᾶς ἐξανδραποδίσουν μὲ τὸν τρόπο τους, νὰ μᾶς ἐξαφανίσουν, νὰ ληστέψουν εἰ δυνατὸν ἀκόμη καὶ τὴν ψυχή μας· ὀφείλουμε νὰ ἀντισταθοῦμε μὲ πεῖσμα καὶ φιλότιμο, κρατῶντας ψηλὰτὴ σημαία τῆς ἀξιοπρέπειας, γιὰ νὰ ἔχῃ συνέχεια ἡ γενιά μας. Τὸ ἔκαναν ἐκεῖνοι οἱ μακάριοι γιὰ τὰ παιδιά τους, τοὺς ἀπογόνους τους, γιὰ ὅλους ἐμᾶς· τὸ ἴδιο ὀφείλουμε κι ἐμεῖς γιὰ τὰ δικά μας παιδιά.
Μπορεῖ νὰ πέθαναν, μπορεῖ νὰ μειώθηκε ὁ πληθυσμὸς τῆς Νάουσας, ἀδελφοί μου, μετὰ τὸ ὁλοκαύτωμα, ἀλλὰ ὁ Θεός μας, ὁ Χριστός μας, ὁ Θεὸς τῆς Ἑλλάδος μας, εἶναι δίκαιος καὶ ἀναπληρώνει τὸ χαμένο κενό, εὐλογῶντας αὐτὸ τὸ γένος τὸ ἀνάδελφο, τὸ τόσο ταλαιπωρημένο καὶ τόσο ἀδικημένο καὶ ἀδικούμενο, ἀρκεῖ αὐτὸ νὰ μὴν χάσῃ τὸν προσανατολισμό του.
Οἱ ἅγιοι ἥρωες τῆς Νάουσας μαρτυροῦν τὴν Ἀνάσταση. Εἶναι μάρτυρες καὶτῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἀναστάσεως τῆς πατρίδας. Ἀνήκουν στὴνἐκλεκτὴ ἐκείνη μερίδα τῶν μὴ ἰδόντων καὶ πιστευσάντων, τοὺς ὁποίους μακάρισε ὀ Κύριος. Ὅσοι πιστεύουμε στὸν Ἀναστάντα, ἐλπίζουμε πὼς θὰ ἔρθῃ ἡὥρα ποὺ θὰ Τὸν δοῦμε. Ἂς μὴν ἐπιδιώκουμε πρῶτα νὰ Τὸν δοῦμε καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ Τὸν πιστέψουμε, γιατὶ μιὰ τέτοια πίστη θὰ εἶναι ἀποτέλεσμα ἐξαναγκασμοῦ τῶν αἰσθήσεων.
Χριστὸς ἀνέστη, ἀδελφοί μου! Τὸ φῶς Του ἂς ἔρθῃ στὴν ψυχή μας, γιὰ νὰ τὴν φωτίσῃ καὶ νὰ τὴν ἁγιάσῃ.
π. Στυλιανός Μακρής

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ – ΕΙΜΑΣΤΕ Ο,ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ;

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Απριλίου, 2014

ΟΥΔΕΙΣ ΕΤΟΛΜΑ ΚΟΛΛΑΣΘΑΙ ΑΥΤΟΙΣ ΑΛΛ’ ΕΜΕΓΑΛΥΝΕΝ ΑΥΤΟΥΣ Ο ΛΑΟΣ
                Οι χριστιανοί σήμερα αισθανόμαστε συχνά απομονωμένοι από την κοινωνία και τον κόσμο. Πιστεύουμε ότι το να είναι κάποιος χριστιανός αποτελεί ιδιότητα που γίνεται αφορμή απόρριψης, περιφρόνησης ή αδιαφορίας. Ο Χριστιανισμός σήμερα θεωρείται ένα ιδεολογικό σύστημα, μία θρησκεία, χρήσιμη για την κοινωνία και για κάποιους, όχι όμως συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης ταυτότητας. Οι πολλοί δεν πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού, η οποία αποτελεί το κλειδί της πίστης, ή, ακόμη κι αν πιστεύουν, αυτό έχει θεωρητική ισχύ. Δεν μεταμορφώνει την ζωή, απλώς της δίνει παρελθόν σε ό,τι αφορά στο ιδεολογικό της μέρος, και ίσως μέλλον, καθώς οι άνθρωποι θέλουμε να πιστεύουμε ότι μετά τον θάνατό μας υπάρχει ένα είδος ζωής και γιατί όχι επανόδου μας κάποια στιγμή, όταν θα σταματήσει το κακό και ο θάνατος, σ’ αυτή την πραγματικότητα.
                Όταν οι μαθητές του Χριστού άρχισαν να κηρύττουν το Ευαγγέλιο και την Ανάσταση στους Ιουδαίους, οι πρώτοι χριστιανοί συγκεντρώνονταν στο ναό των Ιεροσολύμων για να ακούσουν το κήρυγμα, αλλά και για να χαρούνε με τα θαύματα τα οποία γίνονταν από τους αποστόλους στο όνομα του Χριστού. Το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων επισημαίνει σ’ αυτό το σημείο το εξής χαρακτηριστικό: «των δε λοιπών ουδείς ετόλμα κολλάσθαι αυτοίς, αλλ’ εμεγάλυνεν αυτούς ο λαούς» (Πράξ. 5, 13). Από τους άλλους που ήταν στο ναό κανείς δεν τολμούσε να προσκολληθεί σ’ αυτούς, όμως ο λαός τους είχε σε μεγάλη υπόληψη. Η φράση αυτή μας παρηγορεί για το σήμερα, διότι μας δείχνει ότι οι νοοτροπίες των ανθρώπων δεν αλλάζουν. Μολονότι οι Ιουδαίοι που πίστευαν στον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης, θρήσκευαν θα λέγαμε, καταλάβαιναν ότι η πίστη στο Χριστό δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη, αλλά έδινε άλλη δυναμική και νόημα στη ζωή, δεν τολμούσαν να πλησιάσουν και να προσκολληθούν στους Αποστόλους. Είχαν την περιέργεια να ακούσουν, αλλά δεν τολμούσαν να γίνουν μέλη της Εκκλησίας. Δεν τολμούσαν να αποδεχθούν την αλήθεια, όντας εκείνοι που είχαν σταυρώσει τον Χριστό. Κι ενώ μέσα τους ένιωθαν πως η ζωή του κόσμου άλλαζε, δεν ήθελαν να κάνουν το μεγάλο βήμα να υπερβούν τον εαυτό τους και την νοοτροπία τους, αλλά παρέμεναν στο παλαιό.
                Αυτή η στάση έναντι της Ανάστασης, έναντι του Χριστού, έναντι της Εκκλησίας λοιπόν επιβιώνει στους αιώνες σε όσους θεωρούν την πίστη στο Χριστό ότι πρέπει να εξαντλείται στα όρια της θρησκείας και δεν τολμούν να κάνουν το βήμα της εισόδου τους σε σχέση ζωής και εμπιστοσύνης μαζί Του εν τη Εκκλησία. Είναι οι παρατηρητές της ζωής που ο Χριστός έφερε.Είναι όσοι διακατέχονται από ένα πνεύμα συμβιβασμού με τον κόσμο και την πραγματικότητά του και δεν θέλουν να τολμήσουν να κάνουν το μεγάλο βήμα να γευθούν μιαν άλλη ζωή. Είναι όσοι είναι δειλοί εσωτερικά, γιατί δεν θέλουν να έρθουν σε ρήξη με τις κατεστημένες νοοτροπίες, οι οποίες θέλουν την πίστη ως μία θρησκευτική ιδεολογία, ακίνδυνη για την μεταποίηση της ζωής σε θαύμα αγάπης, αιωνιότητας και φωτός. Είναι όσοι  λειτουργούν με γνώμονα τον ορθολογισμό, που θέλουν αποδείξεις για να δικαιολογήσουν την απιστία ή την πίστη, χωρίς όμως και να είναι έτοιμοι να αποδεχτούν την αλλαγή. Είναι όσοι μεταθέτουν για το μέλλον τον προβληματισμό, διότι προέχουν οι βιοτικές μέριμνες, οι κοσμικοί στόχοι,  η χαρά της επίγειας ζωής. Είναι, τέλος, οι αρνητές της Ανάστασης, οι οποίοι δεν εννοούν να αποδεχτούν ότι ο Θεός υπάρχει και αγαπά τον άνθρωπο τόσο, ώστε έγινε υπήκοος μέχρι θανάτου, για να νικήσει τον θάνατο.
                «Ο λαός εμεγάλυνεν αυτούς». Αν δεν ανήκουμε σε κάποια από τις προηγούμενες κατηγορίες, ο λόγος αυτός αποτελεί για μας μία μεγάλη πρόκληση. Ο λαός είχε τους αποστόλους και τους χριστιανούς σε μεγάλη υπόληψη. Ακόμη κι αν δεν αποδέχονταν ανεπιφύλακτα την πίστη τους, έβλεπε την ζωή τους, η οποία ήταν σύμφωνη με τον τρόπο που δίδαξε ο Χριστός. Έβλεπε την αγάπη την οποία είχαν. Έβλεπε την ταπείνωση. Την συμμετοχή στην λατρεία. Την προσφορά στο συνάνθρωπο. Τη αλήθεια που εξέπεμπε η ζωή τους. Την αποφασιστικότητα της πίστης τους. Την προσευχή τους. Την χάρη του Θεού. Τον δυναμισμό που η διδασκαλία του Ευαγγελίου έφερε και την συνεχή ενασχόληση μ’ αυτό. Την αίσθηση της παρουσίας του Χριστού μέσα στις καρδιές τους, που μεταμόρφωνε την ζωή τους. Τα θαύματα. Το ότι δοξάζονταν ο Θεός. Το ότι δεν περιοριζόταν η πίστη τους σε ένα θρησκευτικό τυπικό.  Με έναν λόγο, την γνησιότητα και την αυθεντικότητά τους. Ήταν ό,τι πίστευαν! Γι’ αυτό, ακόμη και οι λιγότερο κατηρτισμένοι, οι πιο απλοί, εκτιμούσαν τους χριστιανούς.
                Σε μία εποχή αμφισβήτησης, αδιαφορίας, απόρριψης, περιορισμού του χριστιανισμού σε μία θρησκευτική τελετουργία ή εγκλωβισμού του σε έναν κοινωνικό προνοιακό μηχανισμό υπέρ των αδυνάτων, η πίστη μας αποτελεί την δύναμη που μας παρηγορεί για το ότι λειτουργούμε ως ένα «λείμμα» που εξακολουθεί να αγαπά τον Αναστημένο Χριστό. Για το ότι Εκείνος είναι το Α και το Ω της ζωής μας, ακόμη κι αν οι αμαρτίες μας ταλαιπωρούν και θα μας ταλαιπωρούν. Και η πίστη σ’ Αυτόν κάνει την ζωή μας κρυστάλλινη. Είμαστε ό,τι πιστεύουμε. Αυτόν τον δρόμο αν προσπαθούμε να  ζούμε, τότε η ζωή της Εκκλησίας θα έχει νόημα όχι μόνο για εμάς, αλλά και για όσους αμφισβητούν ή δεν τολμούν να κάνουν το μεγάλο βήμα, να αποδεχθούν την Ανάσταση ως την μοναδική πρόταση ζωής που λυτρώνει και νοηματοδοτεί χθες και σήμερον και εις τους αιώνας κάθε ανθρώπινη ζωή.
Κέρκυρα, 27 Απριλίου 2014    
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΡΚΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Απριλίου, 2014

Ο πανεύφημος απόστολος Μάρκος κήρυξε τον Χριστό σε όλη την Αίγυπτο και τη Λιβύη και τη Βαρβαρική και την Πεντάπολη, κατά τους χρόνους του Καίσαρα Τιβερίου. Συνέγραψε δε  και το κατ᾽αυτόν άγιο Ευαγγέλιο, καθώς του το εξήγησε ο απόστολος Πέτρος. Όταν βρέθηκε στην Κυρήνη της Πενταπόλεως, έκανε πολλά θαύματα. Έπειτα πήγε στην κατά τον Φάρο Αλεξάνδρεια και από εκεί στην Πεντάπολη, θαυματουργώντας παντού και κατακοσμώντας τις Εκκλησίες του Χριστού με χειροτονίες επισκόπων και λοιπών κληρικών.
Ύστερα δε αφού ήλθε και πάλι στην Αλεξάνδρεια και βρήκε κάποιους από τους αδελφούς στα παράλια του Βουκόλου, έμεινε μαζί τους, ευαγγελιζόμενος και κηρύττοντας τον λόγο του Θεού. Εκεί επιτέθηκαν σ᾽αυτόν οι προσκυνητές των ειδώλων, γιατί δεν άντεχαν να βλέπουν την πίστη του Χριστού να αυξάνεται, κι αφού τον έδεσαν με σχοινιά,  τον έσερναν. Οι σάρκες του έπεφταν πάνω στις πέτρες και ξεσκίζονταν, ενώ το αίμα του κατακοκκίνησε τη γη. Όταν τον έβαλαν στη φυλακή, του φανερώθηκε ο Κύριος, προαναγγέλλοντάς του τη δόξα που επρόκειτο να διαδεχθεί το μαρτύριό του. Μετά από μία ημέρα τον έδεσαν πάλι και τον έσυραν στις πλατείες. Και καθώς σπαράττονταν και κομματιαζόταν στις πέτρες, παρέθεσε το πνεύμα του στον Θεό.
Κατά την εμφάνισή του ήταν περίπου έτσι: δεν ήταν ούτε τεραστίων διαστάσεων ούτε όμως μικρόσωμος και μαζεμένος. Ήταν ευπρεπής και καλοσχηματισμένος, έχοντας λίγα άσπρα μαλλιά και γένια, γιατί ήταν μεσήλικας. Είχε λίγο μακριά μύτη και δεν φαινόταν η ιουδαϊκή κατατομή του προσώπου του. Τα φρύδια ήταν μαζεμένα, ενώ τα γένια ήταν βαθιά. Η κεφαλή στεκόταν ψηλά και η κράση της χροιάς του προσώπου ήταν άριστη. Επί πλέον απέπνεε μεγάλη συμπάθεια και ήταν καλοσυνάτος προς όλους που τον πλησίαζαν, σαν να αντιφέγγιζαν με τις χάρες του σώματος οι αρετές της ψυχής. Τελείται δε η σύναξή του στο πάνσεπτο Αποστολείο του, που βρίσκεται κοντά στον Ταύρο᾽.
Τρία είναι τα βασικά σημεία της ακολουθίας του αγίου αποστόλου και ευαγγελιστή Μάρκου, η οποία μάλλον αποτελεί ποίημα του αγίου υμνογράφου Θεοφάνους: η σχέση του με τους αποστόλους Πέτρο και Παύλο, η συγγραφή του ευαγγελίου του, η δράση του στην περιοχή της Αλεξάνδρειας με το επακολουθήσαν αυτήν μαρτύριο. Ήδη απαρχής τονίζει ότι ῾έγινε συνοδοιπόρος του αποστόλου Παύλου και διήλθε μαζί του όλη τη Μακεδονία, όμως στη Ρώμη αναδείχτηκε ο γλυκός ερμηνευτής του κηρύγματος του Πέτρου, ενώ στην Αίγυπτο που κατεξοχήν κήρυξε έδωσε τη ζωή του με μαρτυρικό τρόπο᾽ (῾Συνοδοιπόρος εγένου του σκεύους της εκλογής και συν αυτώ διήλθες όλην Μακεδονίαν· εν Ρώμη δε φοιτήσας, του Πέτρου ηδύς ερμηνεύς αναδέδειξαι· και ανεπαύσω αθλήσας θεοπρεπώς εν Αιγύπτω, Μάρκε πάνσοφε᾽) (στιχηρό εσπερινού).

Η σχέση του βεβαίως με τους αποστόλους Παύλο και Πέτρο δεν είναι ισομερής. Ο υμνογράφος ενώ κάνει μνεία της ακολουθίας του αποστόλου Παύλου από τον άγιο Μάρκο στο παραπάνω τροπάριο, δεν αναφέρει πουθενά αλλού κάτι από τη σχέση τους, και τούτο διότι ως γνωστόν ο απόστολος Παύλος δεν θέλησε να συνεχίσει να έχει ως συνεργάτη του τον νεαρό τότε Ιωάννη Μάρκο, ανεψιό του μάλιστα, λόγω προφανώς της αδυναμίας αυτού να παρακολουθήσει τον πυρετώδη ρυθμό της ιεραποστολικής δράσεως του ίδιου. Αντιθέτως, επανειλημμένως ο άγιος Θεοφάνης αναφέρεται στην ιδιαίτερη σχέση που ανέπτυξε ο απόστολος Πέτρος με τον Μάρκο, θεωρώντας τον πρωτόθρονο απόστολο ως κατεξοχήν δάσκαλο εκείνου, τόσο που το άγιο ευαγγέλιο του Μάρκου να είναι μία καταγραφή τελικώς της διδασκαλίας του Πέτρου. Από τα ένδεκα περίπου τροπάρια που περιγράφουν τη σχέση μαθητείας του Μάρκου με τον Πέτρο εντελώς δειγματοληπτικά σημειώνουμε τα παρακάτω:  ῾Μαθήτευσες στον σοφό Πέτρο και πλούτισες από την υιική σχέση σου μαζί του, Μάρκε πανσέβαστε, γι᾽αυτό και αναδείχτηκες μυσταγωγός των μυστηρίων του Χριστού᾽(῾Πέτρω τω σοφώ μαθητευθείς και την εκείνου πλουτήσας υιότητα, Μάρκε παναοίδιμε, μυσταγωγός εδείχθης μυστηρίων Χριστού᾽) (ωδή α´). ῾Ακολούθησες τον Πέτρο, σοφέ, και σαν μαθητής του διατύπωσες με σοφό τρόπο το ευαγγέλιο, μαζεύοντας το φως της θεολογίας  από αυτόν, απόστολε᾽(῾Τω Πέτρω επόμενος, σοφ´, σοφώς το ευαγγέλιον, ως μαθητής αυτού, διετύπωσας, θεολογίας το φως δρεψάμενος παρ᾽αυτού, απόστολε᾽) (ωδή γ´). ῾Χρημάτισες συ υιός του μεγάλου Πέτρου και καθώς φωτιζόσουν από τις διδαχές αυτού πάντοτε, λάμπρυνες τις ψυχές αυτών που σε πλησίαζαν με θερμό τρόπο, Μάρκε Κυρίου απόστολε᾽ (῾Συ του Πέτρου του μεγάλου υιός εχρημάτισας, και ταις τούτου διδαχαίς φωτιζόμενος πάντοτε, τας ψυχάς ελάμπρυνας των σοι θερμώς προσομιλούντων, Μάρκε, Κυρίου απόστολε᾽) (ωδή ε´).

Ο άγιος υμνογράφος σε πολλούς ύμνους του επίσης εξυμνεί τα σχετικά με το ευαγγέλιο που συνέγραψε ο απόστολος Μάρκος. Και βεβαίως, όπως είδαμε, θεωρεί ότι το ευαγγέλιο του Μάρκου συνιστά καταγραφή της διδασκαλίας του Πέτρου – ῾Ο Πέτρος ο κορυφαίος, ένδοξε, σε μυσταγώγησε σαφώς να συγγράψεις το ιερό ευαγγέλιο᾽(῾Ο Πέτρος σε ο κορυφαίος, ένδοξε, σαφώς εμυσταγώγησεν, Ευαγγέλιον συγγράψαι το σεπτόν᾽) (ωδή ς´) – όμως δεν παύει να σημειώνει ότι κύρια πηγή φωτισμού του ήταν τελικώς η ίδια η χάρη του αγίου Πνεύματος. ῾Από τον Θεό έλαβες τη χάρη του Πνεύματος…και κήρυξες το θείο Ευαγγέλιο᾽ (῾Εξ ύψους λαβών την χάριν την του Πνεύματος…το θείον κηρύξας ευαγγέλιον᾽) (Κοντάκιο). ῾Από τον οίκο του Κυρίου βγήκες σαν πηγή, απόστολε, και ποτίζεις πλούσια τις χέρσες καρδιές με τα ρεύματα του Πνεύματος᾽(῾Εκ του οίκου του Κυρίου πηγή εξελήλυθας και ποτίζεις τας χερσώδεις καρδίας τοις ρεύμασι δαψιλώς του Πνεύματος᾽) (ωδή ε´). Κι είναι ευνόητο ότι ο υμνογράφος αναφερόμενος στο θείο ευαγγέλιο του Μάρκου εννοεί όχι μόνο τη γραπτή του διάσταση αλλά και την προφορική. Ο άγιος Μάρκος δηλαδή και προ και μετά την καταγραφή του ευαγγελίου του υπήρξε μέγας κήρυκας του ευαγγελικού λόγου. Κι αυτό που κήρυσσε, αυτό και κατέγραψε, και χάριν αυτού, δηλαδή χάριν του αγαπημένου του Κυρίου, έδωσε και τη ζωή του. Όπως όλοι οι απόστολοι ο άγιος Μάρκος υπήρξε και μάρτυρας της πίστεως. Και τι κήρυσσε; Και τι συνέγραψε; Μα τι άλλο εκτός από τη σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού, τα θεία Του πάθη, τη σεπτή Ανάστασή Του, την ανάβασή Του προς τον Πατέρα! ῾Έγινες συγγραφέας των θείων δογμάτων του Χριστού και καταφώτισες όλη τη γη, κηρύσσοντας τη σάρκωσή Του και τα θεία Πάθη, τη σεπτή Ανάσταση και την ανάβαση προς τον Πατέρα᾽(῾Δογμάτων των θείων συγγραφεύς του Χριστού γενόμενος, πάσαν την γην κατεφώτισας, αυτού την σάρκωσιν, και τα θεία πάθη, την σεπτήν ανάστασιν, και την προς τον Πατέρα ανάβασιν κηρύξας, πάνσοφε᾽) (στιχηρό αίνων).

Η δράση του αποστόλου Μάρκου κυρίως στην περιοχή της Αιγύπτου και της Αλεξανδρείας, δράση που κατέληξε στο μαρτύριο, εξηγεί επαρκώς το γεγονός ότι η Αίγυπτος πανηγυρίζει επί τη μνήμη του αγίου Μάρκου, τον οποίο θεωρεί ως πολιούχο της. ῾Ας υμνολογήσουμε άξια τον μέγα πολιούχο της Αιγύπτου᾽ (῾Της Αιγύπτου μέγαν πολιούχον αξίως υμνήσωμεν᾽) (στιχηρό εσπερινού).  Κατανοείται μάλιστα ως δώρο του Θεού σ᾽αυτήν: ῾Ο σεπτός απόστολος Μάρκος δωρήθηκε ως ιεράρχης στους Αιγυπτίους᾽ (῾Μάρκος ο σεπτός Απόστολος, τοις Αιγυπτίοις Ιεράρχης δεδώρηται᾽) (Θεοτοκίο ωδής θ´). Δεν διστάζει μάλιστα ο άγιος Θεοφάνης να κάνει και το συσχετισμό: ῾την Αίγυπτο που ήταν βυθισμένη πριν στο σκοτάδι της άγνοιας, Κύριε, την φώτισες όταν ως βρέφος γεννήθηκες από την Παρθένο θεομήτορα (και κατέφυγες λόγω του Ηρώδη σ᾽αυτήν). Τώρα έκανες μέρος του θριάμβου Σου τα ιερά της, με τις διδαχές του θεηγόρου Μάρκου, φιλάνθρωπε᾽ (῾Την Αίγυπτον, την πριν εν σκότει, Κύριε, Παρθένου Θεομήτορος κατελάμπρυνας ως βρέφος προελθών, ταύτης θριαμβεύσας τα σεβάσματα ταις διδαχαίς του θεηγόρου Μάρκου, φιλάνθρωπε᾽) (θεοτοκίο ωδής ς´). Το μαρτύριο του αγίου Μάρκου εννοείται, τέλος, ότι αποτελεί αποκορύφωση της δικής του δόξας. Η εν Χριστώ δόξα κατανοείται ως μετοχή της δόξας του Χριστού, δηλαδή ως μετοχή του Πάθους και του Μαρτυρίου Του. Συνεπώς τότε δοξάζεται ένας άγιος, όταν βρίσκεται στο μαρτύριο και δι᾽αυτού εισέρχεται θριαμβευτής στον Παράδεισο. Ακριβώς τούτο σημειώνει και ο συναξαριστής, όταν περιγράφει την εμφάνιση του Κυρίου στον Μάρκο ευρισκόμενο στη φυλακή, τούτο σημειώνει και ο υμνογράφος, ιδιαιτέρως στους στίχους του συναξαρίου: ῾Σύροντας στη γη τον Μάρκο οι δολοφόνοι, αγνοούσαν ότι τον έστελναν στους ουρανούς᾽(῾Σύροντες εις γην Μάρκον οι μιαιφόνοι, προς ουρανούς πέμποντες αυτόν ηγνόουν᾽).

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Παρασκευή της Διακινησίμου. Τα εγκαίνια του ναού της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών και Θεομήτορος, της Ζωηφόρου Πηγής.

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Απριλίου, 2014

ΕΤΙ ΔΕ ΚΑΙ ΜΝΕΙΑΝ ΠΟΙΟΥΜΕΘΑ ΤΩΝ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΤΕΛΕΣΘΕΝΤΩΝ ΥΠΕΡΦΥΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΠΑΡΑ ΤΗΣ ΘΕΟΜΗΤΟΡΟΣ 
῾Ο ναός αυτός (στο Μπαλουκλί της Κωνσταντινούπολης) καταρχάς συστήθηκε από τον βασιλιά Λέοντα τον μεγάλο, ο οποίος έχει ονομαστεί και Μακέλλης. Ήταν καλός και επιεικέστατος άνθρωπος, λόγω της συγκαταβατικότητάς του, και πριν γίνει βασιλιάς, όταν ακόμη ήταν ιδιώτης, ευρισκόμενος κάπου εκεί που είναι ο ναός, βρήκε έναν  τυφλό άνδρα που παρέπαιε και τον καθοδηγούσε. Όταν λοιπόν πλησίασαν στον τόπο, καταλαμβάνεται ο τυφλός από πολύ μεγάλη δίψα και παρακαλούσε τον Λέοντα να του δώσει νερό. Αυτός  πράγματι μπήκε σε μία πυκνή συστάδα δένδρων και αναζητούσε νερό. Ο τόπος τότε ήταν κατάφυτος
από διάφορα δένδρα. Επειδή λοιπόν δεν εύρισκε το νερό εκεί, επέστρεφε σκυθρωπός. Καθώς όμως γύριζε άκουσε από ψηλά φωνή να του λέει: ῾Λέων, δεν χρειάζεται να αγωνιάς. Το νερό είναι κοντά᾽. Γύρισε λοιπόν πάλι πίσω ο Λέων και αναζητούσε. Κι αφού έψαξε πολύ, πάλι άκουσε την ίδια φωνή: ῾Λέων βασιλιά, μπές βαθύτερα στο σκεπαστό μέρος των δένδρων κι αφού πάρεις το θολό νερό με τα χέρια σου, θεράπευσε τη δίψα του τυφλού. Χρίσε και τα τυφλά μάτια του και θα γνωρίσεις αμέσως ποια είμαι εγώ, που κατοικώ στον χώρο αυτό από παλιά᾽. Έκανε λοιπόν όπως του είπε η φωνή και αμέσως ο τυφλός απέκτησε το φως του. Κατά την πρόρρηση μάλιστα της Θεομήτορος, όταν έγινε ο Λέων βασιλιάς, έκτισε τον ναό της Πηγής, όπως φαίνεται σήμερα. 

Άρχισαν δε να γίνονται πάμπολλα θαύματα στον Ναό αυτό, οπότε μετά από αρκετά χρόνια ο Ιουστινιανός, ο μέγιστος αυτοκράτωρ των Ρωμαίων, ο οποίος ταλαιπωρείτο από δυσουρία, βρήκε την ιατρεία του κι αυτός από εδώ, γι᾽αυτό εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη του στη Μητέρα του Λόγου ανήγειρε μέγιστο ναό.  Ο ναός αυτός, επειδή έπαθε ρωγμές από διαφόρους σεισμούς, επιδιορθώθηκε από τον Βασίλειο τον Μακεδόνα και τον υιό του Λέοντα τον σοφό, επί της βασιλείας των οποίων η Πηγή ενήργησε πλείστα θαύματα. Θεραπεύτηκαν αποστήματα και δυσουρίες, μύρια πάθη καρκίνων, αιμόρροιες διάφορες βασιλισσών και άλλων γυναικών, διάφοροι πυρετοί και άλλες πληγές. Και στειρώσεις η Πηγή διέλυσε: Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος για παράδειγμα, που γεννήθηκε από τη βασίλισσα Ζωή, υπήρξε δώρημα της Πηγής αυτής. Και νεκρό ανέστησε η Πηγή: Ο άνθρωπος  ήταν από τη Θεσσαλία. Όταν κατέβαινε με πλοίο στην Πηγή, πέθανε καθ᾽οδόν. Πεθαίνοντας δε και πνέων τα λοίσθια παρήγγειλε στους ναύτες να τον οδηγήσουν προς τον Ναό της Πηγής, να χύσουν επάνω του τρεις κάδους από τον νερό που πήγαζε εκεί, και να τον θάψουν. Έγινε τούτο, οπότε ο νεκρός, όταν επιχύθηκε το νερό, σηκώθηκε πάνω υγιής.
Μετά από αρκετούς χρόνους, φάνηκε η Θεοτόκος και κράτησε τον μεγάλο αυτόν ναό που επρόκειτο να πέσει, έως ότου το πλήθος που είχε μαζευτεί να φύγει έξω. Το αγιασμένο αυτό νερό, όταν το ήπιανε, έδιωξε διαφόρους δαίμονες, ενώ απέλυσε και φυλακισμένους από τη φυλακή. Θεράπευσε και τη λιθίαση του βασιλιά Λέοντα του σοφού. Και τον πολύ μεγάλο πυρετό της γυναίκας του Θεοφανώς  τον έσβησε, τον δε αδελφόν του, τον πατριάρχη Στέφανο, τον απελευθέρωσε από διάθεση πυρετού που τον ταλαιπωρούσε. Έκανε καλά και την ακοή που μειωνόταν του πατριάρχη Ιεροσολύμων Ιωάννη. Θεραπεύει σφοδρότατο πυρετό και του πατρικίου Ταρασίου και της μητέρας του Μαγιστρίσσης. Και πρόσφερε την ίαση του υιού του Στυλιανού από δυσουρίαση. Λύτρωσε και κάποια γυναίκα Σχίζαινα από δυσεντερία. Ο δε βασιλιάς Ρωμανός ο Λεκαπηνός, και τη λύση και τη δέση της γαστέρας του θεραπεύει με το νερό, το ίδιο και η γυναίκα του. Στη Χαλδία, τον μοναχό Πέπερη και τον μαθητή του τους θεραπεύει η Θεομήτωρ με την επίκλησή της. Το ίδιο και τον μοναχό Ματθαίο και τον Μελέτιο, που διαβλήθηκαν προς τον βασιλιά. Πατρικίους δε και Πρωτοσπαθαρίους, και άλλους μύριους που θεραπεύτηκαν  ποιος θα διηγηθεί; Έτυχε θεραπείας και στο ισχύο ο επί του θυμιάματος Στέφανος.
Και ποια γλώσσα μπορεί να διηγηθεί όσα το αγιασμένο αυτό νερό ενέργησε και ακόμη ενεργεί; Τα θαύματα, που και εμείς στους χρόνους μας τα είδαμε, υπερβαίνουν τις σταγόνες της βροχής και το πλήθος των άστρων και των φύλλων. Φαγέδαινα και γάγγραινα και διατρήσεις και θανάσιμες πληγές άλλες και άνθρακες και λέπρα και ακρωτηριασμούς κατά τρόπο υπερφυή θεράπευσε. Κι ακόμη, έκανε καλά και όγκους γυναικών και, το σπουδαιότερο, θεράπευσε τα πάθη της ψυχής. Και πληγές των οφθαλμών και λευκώματα θεράπευσε επίσης, όπως και το νόσημα της  υδρωπικίασης του Βαράγγου Ιωάννη και τις μεγάλες πληγές του άλλου Βαράγγου έκανε καλά. Έδωσε την ίαση επίσης σε δερματολογικό πρόβλημα του ιερομονάχου Μάρκου, όπως και στη μεγάλη δύσπνοια επί δεκαπέντε έτη και στη λιθίαση του μοναχού Μακαρίου. Και άλλα πλείστα θαύματα, που ο λόγος πια είναι αδύνατο και να αριθμήσει, έγιναν, γίνονται και δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσουν᾽.
Υμνογράφος της ακολουθίας για τη Ζωοδόχο Πηγή της Θεοτόκου, για τον Ναό της Παναγίας με το σπουδαίο αγίασμά της στο Μπαλουκλί στην Κωνσταντινοπούπολη,  είναι ο άγιος Νικηφόρος Κάλλιστος ο Ξανθόπουλος. Ο άγιος δεν βρίσκει λόγια προκειμένου να οριοθετήσει έστω και λίγο αυτό που γίνεται στο αγίασμα τούτο επί εκατονταετίες, την πλημμύρα των ιάσεων, τις ευεργεσίες, τα άπειρα θαύματα. Επιστρατεύει λοιπόν εικόνες από τον φυσικό κόσμο και από την Αγία Γραφή για να δώσει τις σωστές αναλογίες:  ο Ναός εκεί της Θεοτόκου είναι ένας νοητός ωκεανός, κάτι που υπερβαίνει τον ίδιο τον Νείλο ποταμό από πλευράς προσφοράς χάρης Θεού, είναι μία δεύτερη κολυμβήθρα Σιλωάμ, είναι μία δεύτερη πέτρα που πηγάζει το ιαματικό ύδωρ, μία συνέχεια του Ιορδάνη ποταμού, ένα άλλο μάννα που καλύπτει τις ανάγκες αυτού που ζητάει τη σωτηρία. Πρόκειται για θεϊκό ύδωρ, για αμβροσία και νέκταρ. Με τα ίδια λόγια του υμνογράφου: ῾Χαίροις η ζωηφόρος Πηγή…ωκεανέ νοητέ, τα Νειλώα ρείθρα υπερβαίνουσα, τη χύσει της χάριτος· Σιλωάμ άλλος δεύτερος, ύδωρ πηγάζων ως εκ πέτρας παράδοξον· Ιορδάνου τε δεξαμένη ενέργειαν, μάννα σωτηριώδες τε, εναργώς το γινόμενον, προς του ζητούντος την χρείαν᾽ . ῾Ύδωρ το θείον, την αμβροσίαν του νέκταρος᾽ (απόστιχα εσπερινού).
Και δεν πρόκειται βεβαίως μόνο για θαύματα που σχετίζονται με την ίαση των σωματικών ασθενειών των ανθρώπων. Το ιαματικό νερό της Θεοτόκου θεραπεύει και τα ψυχικά αρρωστήματα, τα πάθη των ανθρώπων, ώστε δι᾽αυτού ο άνθρωπος να βρίσκει τον Θεό και να γίνεται υγιής κατ᾽ άμφω, ψυχικά και σωματικά. Άλλωστε η προσφορά της χάρης του Θεού μέσω του ύδατος εκεί αποσκοπεί: στην αληθινή αποκατάσταση των ανθρώπων, δηλαδή στην ψυχική υγεία του. Διότι τι νόημα έχει η σωματική υγεία μόνο, αν δεν συνοδεύεται και με την ψυχική της διάσταση; Μόνη της η σωματική υγεία πολλές φορές αποβαίνει καταστρεπτική για τον άνθρωπο, διότι τον σπρώχνει στην αύξηση των αμαρτιών του. Η Ζωοδόχος Πηγή λοιπόν θεράπευε διττώς τον άνθρωπο  ῾ρέοντας με τρόπο άφθονο σε όλους που έχουν ανάγκη την υγεία των ψυχών και την υγεία του σώματος, με το νερό της χάρης᾽ (῾προρρέουσαν άπασιν αφθόνως τοις χρήζουσι, την ρώσιν των ψυχών και την υγείαν του σώματος, ύδατι της χάριτος᾽) (στιχηρό εσπερινού). ῾Πόσο μεγάλα είναι τα μεγαλεία σου, Πηγή, που προσφέρεις σε όλους! Διότι όχι μόνο έδιωξες μακριά τις δύσκολες αρρώστιες από αυτούς που προσέρχονται σε Εσένα με πόθο, αλλά και ξεπλένεις τα πάθη των ψυχών᾽ (῾Βαβαί των μεγαλείων, ων τοις πάσιν επιρέεις! Ου μόνον γαρ νοσήματα χαλεπά απήλασας, των προσιόντων μετά πόθου, αλλά και τα των ψυχών πάθη εκπλύνεις᾽) (Δοξαστικό εσπερινού). Γι᾽αυτό και επειδή ῾κάνει καλά τις ψυχές το νερό της Παρθένου, ας τρέξουμε στην Κόρη εμείς που ταλαιπωρούμαστε από τους ρύπους των παθών και ας τους ξεπλύνουμε᾽ (῾Ρώννυσι τας ψυχάς το ύδωρ της Παρθένου· οι των παθών εν ρύποις προσδράμωμεν τη Κόρη, και τούτους αποπλύνωμεν᾽) (αίνοι).
Αιτία βεβαίως για την πλημμύρα αυτής της χάρης του Θεού από το αγίασμα τούτο είναι, σε πρώτη φάση, κατά τον υμνογράφο, η ίδια η Παναγία μας. Αυτή λειτουργεί ως μάννα ουράνιο και Πηγή ένθεη του Παραδείσου, της οποίας η ροή  και η χάρη καλύπτει ολόκληρη τη γη. ῾Με πολύ προσφυή τρόπο σε ονομάζω, Δέσποινα, ουράνιο μάννα και ένθεη Πηγή του Παραδείσου. Διότι η ροή και η χάρη της Πηγής σου διέτρεξε και τα τέσσερα μέρη της γης, καλύπτοντάς τα κάθε φορά με τεράστια θαύματα᾽ (῾Μάννα σε ουράνιον και Παραδείσου, Παρθένε, την Πηγήν την ένθεον, ονομάζω Δέσποινα προσφυέστατα· της γαρ γης έδραμεν η ροή και χάρις της Πηγής σου τετραμέρειαν, αυτήν καλύπτουσα ξένοις τεραστίοις εκάστοτε᾽) (στιχηρό εσπερινού). Και με μία εξαίσια εικόνα ο άγιος υμνογράφος δίνει το στίγμα της θεραπευτικής δύναμης της Πηγής: ῾Εσείς που ζητάτε την υγεία, τρέξτε προς την Πηγή. Διότι η Παρθένος Κόρη βρίσκεται μέσα στο Νερό᾽ (῾Οι ρώσιν ζητούντες, προσδράμετε εν τη Πηγή· η γαρ Κόρη Παρθένος ενοικεί τω ύδατι᾽) (ωδή θ´)

Θα αδικούσε όμως ο άγιος υμνογράφος και το αγίασμα, κυρίως όμως την ίδια την Παναγία μας, αν θεωρούσε ότι η βασική αιτία της προσφοράς της χάρης ήταν η Παναγία. Μάλλον θα αλλοίωνε τη θεολογία της Εκκλησίας μας και θα διέστρεφε τη σχετική διδασκαλία της περί των τρόπων προσφοράς της σωτηρίας στους ανθρώπους. Για τον υμνογράφο μας λοιπόν η Παναγία μας γίνεται το όργανο του Κυρίου, προκειμένου Αυτός με την αγάπη Του να προσφέρει την ψυχική και σωματική ίαση στους ανθρώπους. Ο Χριστός δηλαδή είναι Εκείνος που ιάται τους ανθρώπους – χωρίς καμμία μάλιστα διάκριση, αφού ῾σε όλους τους πιστούς προσφέρει την ίαση, είτε είναι βασιλείς είτε απλοί πολίτες και φτωχοί, άρχοντες, πτωχοί, πλούσιοι᾽ (῾Όλοις νέμεις ίασιν πιστοίς, βασιλεύσι, δημόταις, και πένησιν, άρχουσι, πτωχοίς, πλουσίοις κοινώς᾽) (ωδή γ´) –  η δε Παναγία Μητέρα Του γίνεται το αγιασμένο όργανό Του, μέσα από τη συγκεκριμένη Πηγή. ῾Παράξενα και παράδοξα ο Δεσπότης των Ουρανών τέλεσε πάνω σου καταρχάς, Πανάμωμε. Διότι Εκείνος με φανερό τρόπο έσταξε, σαν βροχή, στη μήτρα σου, Θεόνυμφε, αναδεικνύοντάς σε Πηγή, που παρέχει κάθε αγαθό᾽ (῾Ξένα και παράδοξα των Ουρανών ο Δεσπότης επί σοι τετέλεκε καταρχάς, Πανάμωμε· και γαρ άνωθεν εμφανώς έσταξεν, υετός καθάπερ, εν τη μήτρα σου, Θεόνυμφε, Πηγήν δεικνύων σε, σύμπαν αγαθόν αναβλυστάνουσαν᾽ (στιχηρό εσπερινού). ῾Με εξαίσιους ύμνους, πιστοί, ας υμνήσουμε την επουράνια νεφέλη, η οποία έβρεξε την ουράνια σταγόνα στη γη αρρεύστως, δηλαδή τον ζωοδότη Χριστό᾽ (῾Ύμνοις εν εξαισίοις, πιστοί, την επουράνιον νεφέλην υμνήσωμεν, σταγόνα την ουρανίαν, τον ζωοδότην Χριστόν, επί γην αρρεύστως υετίζουσαν᾽) (απόστιχο εσπερινού). ῾Χαίρε, Μαρία, χαίρε. Διότι ο δημιουργός των όλων κατέβηκε σαφώς σαν σταγόνα πάνω σου, και σε ανέδειξε, Θεόνυμφε, αθάνατη Πηγή᾽ (῾Χαίρε, Μαρία, χαίρε. Ο γαρ των όλων ποιητής επί σοι ώσπερ σταγών κατέβη σαφώς, Πηγήν σε αθάνατον αναδείξας, Θεόνυμφε᾽) (ωδή α´).
 http://pgdorbas.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΥΚΕΩΤΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Απριλίου, 2014


Βιογραφία
Ο Όσιος Θεόδωρος γεννήθηκε στο χωριό Συκέα ή Συκεών της Αναστασιοπόλεως, πρώτης πόλεως της επαρχίας Αγκυρανών και ήταν υιός της πόρνης Μαρίας και του Κοσμά, αποκρισάριου (ταχυδρόμος) του βασιλέως Ιουστινιανού. Η εκ πορνείας γέννηση του Οσίου δεν εμπόδισε τον Θεό να τον αναδείξει Αρχιερέα τιμιότατο και να τον πλουτίσει με παράδοξες θεοσημείες και θαυματουργίες. Στο σχολείο προέκοπτε στη μάθηση και σε ηλικία δέκα ετών έδειξε κλίση στο μοναχικό βίο. Μια νύχτα και ενώ ο Όσιος είχε γίνει δωδεκαετής, εμφανίσθηκε σε αυτόν ο Άγιος Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος και αφού τον ξύπνησε του είπε: «Σήκω, Θεόδωρε, έφθασε ο όρθρος, πάμε να προσευχηθούμε». Ο Όσιος είχε τόση ευλάβεια προς τον Άγιο Γεώργιο, ώστε κάθε μεσημέρι φεύγοντας από το σχολείο ανέβαινε στο γειτονικό πετρώδες όρος, όπου ήταν το προσκύνημα του Αγίου Γεωργίου. Τον οδηγούσε ο ίδιος ο Άγιος με τη μορφή ενός παλικαριού.
Ο Όσιος ακολούθησε τη μοναχική πολιτεία σε νεαρή ηλικία με την ευλογία του Επισκόπου Αναστασιοπόλεως Θεοδοσίου. Λίγο αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Αμέσως επισκέφθηκε τους Αγίους Τόπους και έλαβε το σχήμα του μοναχού στη μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου του Χουζιβά.
Στην συνέχεια επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του και παρέμεινε μόνιμα στο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου. Εκεί οικοδομούσε τον εαυτό του με νηστείες και χαμαικοιτίες, με αγρυπνίες και ψαλμωδίες, γι’ αυτό και απολάμβανε από μέρος του Θεού, ποταμό από περισσότερα χαρίσματα εναντίων των ακαθάρτων πνευμάτων και των κάθε είδους ασθενειών.
Η μητέρα του, έχοντας φρόνημα σαρκικό, εγκατέλειψε τον υιό της και αφού πήρε όσο μέρος της περιουσίας της αναλογούσε, νυμφεύθηκε τον Δαβίδ, άνδρα της αυτοκρατορικής φρουράς της Άγκυρας.
Η αδελφή της μητέρας του, η Δεσποινία, η μητέρα της Ελπιδία και η αδελφή του Οσίου, η Βλάττα, δεν δέχονταν να αποχωρισθούν από αυτόν. Απεναντίας παρατηρούσαν με προσοχή την ενάρετη ζωή του και προσπαθούσαν να τον μιμηθούν όσο μπορούσαν, εξαγνίζοντας και αγιάζοντας τον εαυτό τους με σωφροσύνη και καθαρότητα βίου, με ελεημοσύνες και προσευχές.
Μετά τον θάνατο του Επισκόπου Αναστασιοπόλεως, Τιμοθέου, οι κάτοικοι της πόλεως, κληρικοί και λαϊκοί, πήγαν στην Άγκυρα και ζήτησαν από τον Μητροπολίτη Αγκύρας, Παύλο, να αναδείξει Επίσκοπο της πόλεώς τους τον Όσιο Θεόδωρο. Ο Όσιος δεν δεχόταν με κανένα τρόπο την πρόταση αυτή. Έτσι οι Χριστιανοί κατέφυγαν στη βία. Τον έβγαλαν έξω και αφού τον τοποθέτησαν επάνω σε ένα φορείο, τον απήγαγαν.
Κατά την χειροτονία του σε Επίσκοπο κάποιος είδε ένα τεράστιο αστέρι που ακτινοβολούσε, να κατέρχεται από τον ουρανό και να στέκεται επάνω στην εκκλησία, αστράφτοντας και φωτίζοντας την πόλη και την γύρω περιοχή.
Ο Όσιος Θεόδωρος έφθασε στην Αναστασιόπολη μαζί με τον Επίσκοπο της πόλεως Κίννας, Αμίαντο, από τον οποίο ενθρονίσθηκε. Έκτοτε έλαμπε συνεχώς ως ήλιος με τα θεία χαρίσματα των ιαμάτων, με την αυστηρότητα του βίου του, με όλες τις αρετές και τις αγαθοεργίες.
Ο Όσιος Θεόδωρος επιθύμησε να επισκεφθεί για δεύτερη φορά τα Ιεροσόλυμα. Εκεί προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό, τον Τάφο του Κυρίου και όλα τα αγιάσματα που υπήρχαν στην περιοχή, καθώς και τα κοντινά μοναστήρια. Τον ενοχλούσε όμως ο λογισμός και τον έπεισε τελικά να μην επιστρέψει πίσω στην πατρίδα του, αλλά να ζήσει ησυχαστική ζωή σε κάποιο από τα μοναστήρια που υπήρχαν εκεί. Νόμισε πως είχε πέσει έξω από το μοναχικό μέτρο, επειδή ανέλαβε την πνευματική ευθύνη της Επισκοπής και διότι τον στεναχωρούσαν οι ενοχλητικές καταστάσεις που υπήρχαν σε αυτήν. Πήγε λοιπόν στη Λαύρα του Αγίου Σάββα και ζούσε εκεί σε ένα κελλί κάποιου αγωνιστή μοναχού, που τον έλεγαν Ανδρέα. Κάποια νύχτα όμως παρουσιάσθηκε στον ύπνο του ο Άγιος Γεώργιος και, αφού του έδωσε ένα ραβδί, του είπε: «Σήκω και περπάτα, διότι πολλοί άνθρωποι λυπούνται, γιατί απουσιάζεις. Δεν είναι επιτρεπτό να εγκαταλείψεις την Επισκοπή σου και να ζεις εδώ». Έτσι ο Όσιος αποχαιρέτισε τους πατέρες της μονής και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Όταν έφθασε στα μέρη της Γαλατίας, κοντά στο μοναστήρι των Δρυΐνων, τους παρήγγειλε να μην μιλήσουν σε κανέναν γι’ αυτό, καθώς αυτοί που βρίσκονταν εκεί δεν τον γνώριζαν. Ωστόσο η φήμη του Οσίου κυκλοφόρησε παντού. Έτσι έρχονταν πολλοί στο μοναστήρι, για να λάβουν την ευλογία του.
Από εκεί ο Όσιος επέστρεψε στην Αναστασιόπολη προξενώντας έτσι με την επιστροφή του, χαρά σε όλους. Όμως ο Όσιος είχε αποφασίσει να παραιτηθεί, για να ακολουθήσει την ησυχαστική οδό. Για τον λόγο αυτό συνάντησε τον Επίσκοπο Αγκύρας Παύλο και τον παρακάλεσε να αποδεχθεί την παραίτησή του. Ο Επίσκοπος Παύλος δεν ήθελε να δεχθεί την παραίτηση του Οσίου. Και αφού έγινε έντονη συζήτηση μεταξύ τους, στο τέλος αποφάσισαν να στείλουν μήνυμα στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Κυριακό, για να του θέσουν το θέμα αυτό. Ο Πατριάρχης Κυριακός, με την προτροπή του βασιλέως, έδωσε εντολή στον Μητροπολίτη Αγκύρας να δεχθεί το αίτημα του Οσίου, να του δώσει μάλιστα και το ωμοφόριο της Επισκοπής, για να διατηρεί το αξίωμά του, καθώς ήταν άγιος άνθρωπος και αποχωρούσε από την Επισκοπή χωρίς να έχει διαπράξει αδίκημα.
Έτσι ο Όσιος ήρθε στην περιοχή της Ηλιουπόλεως και απομονώθηκε στο ναό του Αρχαγγέλου στην Άκρηνα, πολύ κοντά στο χωριό Πίδρος. Την ίδια εποχή ο Όσιος έλαβε επιστολές και από τον βασιλέα Μαυρίκιο και τον Πατριάρχη Κυριακό, οι οποίοι τον προέτρεπαν να επισκεφθεί την Κωνσταντινούπολη και να τους ευλογήσει. Έτσι λοιπόν πήγε στη θεοφύλακτη πόλη, όπου κήρυξε το λόγο του Θεού και θεράπευσε πολλούς.
Ο Όσιος επέστρεψε στη Γαλατία, αλλά επισκέφθηκε για δεύτερη φορά την Κωνσταντινούπολη, το έτος 610 μ.Χ., επί Πατριάρχου Θωμά, στον θάνατο του οποίου βρέθηκε. Και αφού τιμήθηκε από τον Πατριάρχη Σέργιο επανήλθε στο μοναστήρι του, όπου συνέχισε το θεοφιλή βίο του.
Ο Όσιος Θεόδωρος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 613 μ.Χ.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Προυποθέσεις και ωφέλεια εκ της Ευχής. (Αρχιμ. Αρσένιος Κατερέλος)

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Απριλίου, 2014

Ὅπως εἴχαμε παραγγείλει στήν πρώτη μας σύναξι, ἀγαπητοί μου ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, ἀπό σήμερα θά ὁμιλήσωμε γιά τήν προσευχή, καί ἰδιαίτερα γιά ἕναν ξεχασμένο δυστυχῶς τρόπο προσευχῆς. Πρόκειται γιά τήν μονολόγιστη εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν» ἤ, πιό περιληπτικά, πιό συμπεπυκνωμένα, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Πρίν ὅμως ἀναφερθοῦμε σέ αὐτόν τόν ἁπλό, ἀλλά πλέον δραστικό τρόπο προσευχῆς, κρίνομε ἐντελῶς ἀπαραίτητο νά ποῦμε λίγα εἰσαγωγικά περί προσευχῆς, τά ὁποῖα πρέπει στοιχειωδῶς νά γνωρίζωμε, οὕτως ὥστε νά μεγιστοποιήσωμε τήν πολλαπλῆ καί πολυδιάστατη ὠφέλεια, πού θά προέλθη ἀπό τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ εἰδικά. 
Μέγιστο προνόμιο στόν ἄνθρωπο εἶναι  ἡ προσευχή. Καί προσευχή σημαίνει ἀνάτασι στόν οὐρανό καί διάλογος καί προσωπική ἐπικοινωνία μας καί κοινωνία μας μέ τόν Θεό. Ὡς πρός τήν ποιότητά της, εἶναι συνουσία μετά τοῦ Θεοῦ, ἐφ᾽ ὅσον συνάπτεται ὁ ἄνθρωπος μετά τοῦ Θεοῦ, δηλαδή μέ τίς ἄκτιστες θεϊκές ἐνέργειες.
Δέν πρέπει ὅμως νά ξεχνᾶμε ὅτι ἡ προσευχή εἶναι μία ἀπό τίς ἐντολές. Καί βέβαια, εἶναι ἀπό τίς πιό βασικές. Μέ τήν προσευχή  βελτιωνόμαστε στήν τήρησι τῶν ἐντολῶν. Ἀλλά καί ἀντίστροφα μέ τήν τήρησι τῶν ἐντολῶν προαγόμαστε στήν προσευχή. Ἡ προσευχή εἶναι ὁ καθρέφτης τῆς ὅλης πνευματικῆς μας πορείας. Καί γιά νά γίνη εὐπρόσδεκτη ἀπό τόν Θεό, πρέπει κατά τό ὀλιγώτερο ἤ περισσότερο, νά τηρηθοῦν ὁπωσδήποτε κάποιες προϋποθέσεις. Διαφορετικά, ἄν δέν τηρηθοῦν, ὄχι μόνο δέν θά φθάνη στόν οὐρανό, δέν θά εἶναι εὐπρόσδεκτη στόν Θεό ἡ προσευχή μας, ἀλλά δέν θά ἀνεβαίνη πάνω ἀπό τό κεφάλι μας, μεταφορικά βέβαια. Δέν θά ξεπερνᾶ σέ ὕψος, ὅπως ἔλεγε χαριτολογῶντας ὁ π. Παΐσιος, οὔτε καί αὐτό τοῦτο τό ἴδιο μας τό κεφάλι.
Ἔλεγε σέ κάποιον ὁ Γέρων Παΐσιος: ”Μέ τήν τακτική πού ἀκολουθεῖς, ἡ προσευχή σου, ὄχι ἁπλῶς δέν φθάνει στόν οὐρανό, ἀλλά μένει, σέ ὕψος, κάτω καί ἀπό τό ἴδιο σου τό κεφάλι”. Κάτι ἀνάλογο ἔλεγε ὁ Γέροντας καί σέ κάποιον ἄλλον, πού ἔλεγε τήν ”εὐχή” ὄχι σωστά, ἀλλά μέ ἕναν τρόπο ἀνάρμοστο, ὄχι ἥρεμο καί νηφάλιο, πού νά χωνεύη τήν προσευχή, τήν ἔλεγε μέ μία μανία, ὄχι κατά Θεόν, μ᾽ ἕναν τρόπο ἀφύσικο, μ᾽ ἕναν τρόπο  πού δημιουργοῦσε ἄγχος, πού δημιουργοῦσε ἕνα στύλ μή πνευματικό… Ὡς ἐκ τούτου, οὔτε ”εὐλογεῖτε” ἔλεγε  αὐτός ὁ ἄνθρωπος, σέ ἐκείνους πού ἔβρισκε στόν δρόμο, γιά νά μή χάση τήν προσευχή, τήν ἔλεγε δυνατά, πολύ δυνατά, μ᾽ ἕναν τρόπο, τέλος πάντων, ὄχι σωστό. Ὅταν λοιπόν τόν ρώτησε ὁ π. Παΐσιος, ἀπό ἀγάπη βέβαια – ὁ ἄνθρωπος αὐτός, τότε, ἦτο δόκιμος μοναχός – «Τί κάνεις ἐδῶ ἀδελφέ;» Ἐκεῖνος ἀπαντᾶ «Γέροντα, λέω τήν ”εὐχή”». «Ποιά “εὐχή” εὐλογημένε; Ἔτσι λέγεται ἡ ”εὐχή”; Μέ αὐτό πού κάνεις, πρόσεξε, μή δαιμονισθῆς», τοῦ εἶπε ὁ π. Παΐσιος καί τόν συμβούλευσε κάποια σχετικά πράγματα.
Πρέπει νά προσέξωμε λοιπόν, μήπως ἐνῶ προσευχώμαστε ἀρκετή ὥρα, γιά κάποιο λόγο, ἡ προσευχή μας δέν πετάει στόν οὐρανό.
 Οἱ προϋποθέσεις τῆς προσευχῆς εἶναι ἀνεξάντλητες, ἀλλά κάποιες ἀπό αὐτές εἶναι οἱ ἑξῆς:
Κατ᾽ ἀρχήν, θά πρέπη νά γίνεται ἡ προσευχή μας μέ πνεῦμα ταπεινώσεως, μέ βαθειά αὐτογνωσία καί αὐτομεμψία, χωρίς δικαιολογίες καίἐξιδανικεύσεις τῶν πτώσεών μας, τῆς ὄχι σωστῆς συμπεριφορᾶς μας. Καί αὐτό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶναι μία ἀπό τίς μεγαλύτερές μας προσωπικές τραγωδίες, ὅτι δηλαδή συνεχῶς δικαιολογούμαστε, ὄχι μόνο μέσα μας, ἀλλά καί ἔξω μας, στούς ἄλλους, κι ἔτσι χάνομε καί αὐτόν τόν λίγο κόπο πού καταβάλλομε στόν προσωπικό μας καθημερινό ἀγῶνα.
Μέ μία λοιπόν λέξι, λέμε ὅτι ἡ προσευχή μας θά πρέπη νά εἶναι ”τελωνική”: ”Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ”. Ἔστω κι ἄν δέν καταλαβαίνωμε ἐντελῶς τήν ἐνοχή μας, ἄς κάνωμε μία προσπάθεια, ὥσπου νά μᾶς ἀνοίξη τά μάτια τῆς ψυχῆς ὁ Θεός.
Ἐπίσης, δέν πρέπει νά ὑπάρχη ἐχθρότητα μέ τόν ὁποιονδήποτε συνάνθρωπό μας. Αὐτό, ἐκφράζεται ποικιλλοτρόπως, ἀλλά ἄς ποῦμε μόνο δυό-τρεῖς περιπτώσεις. Ἐκφράζεται διάχυτα στό ”Πάτερ ἡμῶν”. Δηλαδή ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεσις νά μᾶς συγχωρήση ὁ Κύριος εἶναι νά συγχωροῦμε ἐμεῖς τούς ἄλλους, τούς ὁποιουσδήποτε ἄλλους, ἀνεξαρτήτως τί μᾶς ἔκαναν.  Καί τοῦτο, γιατί ἀκοῦμε πολλές φορές: «Ξέρεις, πάτερ μου, τί μοῦ ἔκανε αὐτός καί μοῦ λές νά τόν συγχωρήσω, νά τοῦ πῶ ”καλημέρα”;» Ἀνεξαρτήτως τοῦ τί μᾶς ἔκαναν οἱ ἄλλοι, ἐμεῖς πρέπει νά τούς συγχωροῦμε. Ἄλλωστε, ὅπως διαβάζομε καί στήν ἀκολουθία πρό τῆς Θείας Μεταλήψεως, τί λέμε, μεταξύ τῶν ἄλλων; «…Πρῶτον, καταλλάγηθι τοῖς σέ λυποῦσι…», κλπ.
Βέβαια, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὑποχρεούμεθα νά ἔχωμε σχέσι μέ ὅλους. Ἄλλωστε, αὐτό καί πρακτικῶς δέν εἶναι δυνατόν καί δέν ἔχει καμμιά ἔννοια, καί, πολλές φορές εἶναι καί βλαβερό, πάρα πολύ βλαβερό, μάλιστα. Ἐπίσης, δέν εἶναι δυνατόν νά ταιριάζωμε ὅλοι μέ ὅλους. Εἶναι θέμα ἰδιοσυγκρασίας καί ὑπεισέρχονται καί πολλοί ἄλλοι παράγοντες. ”Δικαίωμά τους – ἄς μιλήσωμε μέ μιά σύγχρονη λέξι -, καί δικαίωμά μας”. Ὅμως, ἐκεῖνο πού δέν δικαιούμαστε, μέ τήν πνευματική ἔννοια, εἶναι νά ραδιουργοῦμε, νά κατακρίνωμε, νά περιφρονοῦμε, ὅσους δέν ταιριάζομε ἤ μέ ὅσους δέν ἀναπαυόμαστε. Καί μέ ἄλλα λόγια, ἐπειδή συνέχεια ἐρωτώμεθα γι᾽ αὐτό τό θέμα, μέ ὅποιον ταιριάζομε νά εἴμαστε ἀγαπημένοι ἀπό κοντά. Καί πάλι ὅμως, δέν πρέπει νά ὑπάρχη παρρησία, οἰκειότητα μᾶλλον, γιατί αὐτό δημιουργεῖ πολλές, μετέπειτα, ἄσχημες παρενέργειες, πνευματικές – καί ὄχι μόνον -, κοινωνικές, ψυχολογικές, καί γιατί ὄχι καί ὀργανικές. Λοιπόν, μέ ὅποιον ταιριάζομε νά εἴμαστε ἀγαπημένοι ἀπό κοντά. Καί μέ ὅποιον δέν ταιριάζομε νά εἴμαστε ἀγαπημένοι ἀπό μακρυά, ἀπό μιά δηλαδή κάποια ἀπόστασι ἀσφαλείας, ἀρκούντως ἱκανή, οὕτως ὥστε νά μήν ἔχωμε πλεῖστες ὅσες διαταραχές ποικίλλου περιεχομένου, εἴτε αὐτός εἶναι γείτονας, εἴτε εἶναι συγγενής, εἴτε εἶναι συνάδελφος στήν δουλειά, εἴτε, εἴτε, εἴτε…
Μᾶς ἔλεγε σχετικά ὁ Γέρων Παΐσιος, «Ὅταν θέλης νά ἑνώσης δύο ξύλα μεταξύ τους, ἐάν αὐτά τά ξύλα δέν εἶναι καλά ἐναρμονισμένα, πλανισμένα, τότε, ὅσο τά ἑνώνεις μέ βίδα καί παξιμάδι καί σφίγγεις τήν βίδα, ἐπειδή ἀκριβῶς δέν εἶναι καλά πλανισμένα, ἐναρμονισμένα μεταξύ τους, ὅσο πιό πολύ τά σφίγγεις καί δέν τά ἔχεις λάσκα, τόσο πιό πολύ πετσικάρουν, κλωτσᾶνε. Ἐνῶ, ἐάν ταιριάζουν, εἶναι ἐναρμονισμένα μέ τό πλάνισμα, λίγη κόλλα νά βάλης, ἑνώνονται θαυμάσια». Καταλαβαίνετε τί ἐννοοῦσε ὁ μακαριστός Γέροντας Παΐσιος, πού πάντα εὕρισκε πολύ πετυχημένα παραδείγματα, μέ τά ὁποῖα μποροῦσε, τόν ὁποιονδήποτε προσκυνητή, νά τόν ὠφελήση καί νά τοῦ δώση νά καταλάβη, πιό ὡραῖα, πιό δυναμικά, τό πνευματικό νόημα τό ὁποῖο ἤθελε νά μεταφέρη.
Ἐπίσης, πρέπει ἡ προσευχή νά συνοδεύεται ἀπό κρυφές ἐλεημοσύνες, ὅπως ἔκανε ὁ Κορνήλιος καί εἰσακούσθηκε ἀπό τόν Θεό.  Ὁ Κύριος γενικά ἀρέσκεται πιό πολύ νά βλέπη τόν κρυφό πνευματικό μας ἀγῶνα καί τίς κρυφές ἐλεημοσύνες μας. Καί τί λέγει; Ὁ Κύριος πού βλέπει στό κρυφό… Πρέπει νά ἐλεοῦμε χωρίς ἐμεῖς νά κάνωμε διαφήμισι, δῆθεν γιά νά ὠφεληθοῦν οἱ ἄλλοι, δῆθεν, δῆθεν… Ὅ,τι δικαιολογίες θέλουμε βρίσκουμε καί δέν ἐφαρμόζομε τό εὐαγγελικό λόγιο, ”μή γνώτω ἡ δεξιά τί ποιεῖ ἡ ἀριστερά”. Λοιπόν, ὁ Κύριος ὅταν βλέπη τόν κρυφό μας ἀγῶνα καί τίς κρυφές μας ἐλεημοσύνες, ὅταν κρίνη, θά τό ἀποδώση εἰς τό φανερόν, ἐάν βέβαια αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο, ἄν εἶναι χρήσιμο. Καί, ἔχει ὁ Θεός… Καθόλου νά μή κουραζώμαστε. Ὅσο καί νά κρυβόμαστε ἐμεῖς, πού ἔτσι πρέπει νά κάνωμε, ὁ Θεός, ἄν κρίνη κάποια στιγμή ὅτι εἶναι αὐτό ὠφέλιμο, ἔχει τούς τρόπους νά πληροφορήση τούς ἄλλους.
Ἀλλά, καί γενικώτερα, ὄχι ἁπλῶς ὀφείλομε νά κάνωμε κρυφές ἐλεημοσύνες, ἀλλά νά ἔχωμε καρδίαν ἐλεήμονα. Καρδιά δηλαδή πού νά καίγεται, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σῦρος, ἀπό ἀγάπη γιά ὅλην τήν κτίσι, ἀκόμα καί γι᾽ αὐτά τά ἑρπετά, γιά τά ἄλογα δηλαδή ζῶα. Δέν ὑποφέρει λέει ἡ ἐλεήμων καρδία -ἀκοῦστε λόγο  τρομακτικό- δέν ὑποφέρει νά βλέπη βλάβη τινά στήν δημιουργία. Καί ἡ πιό παραμικρή βλάβη δημιουργεῖ πόνο καί προσευχή γιά τήν ἐλεήμονα καρδία.
Ἐπίσης, ἀπαραίτητη προϋπόθεσις γιά τήν προσευχή εἶναι ἡ ταπείνωσι τοῦ σώματος μέ νηστεία, μετάνοιες, μέ τήν ποικίλλη ἄσκησι, καί σέ ποσότητα, καί σέ ποιότητα. Καί νά μη ξεχνᾶμε, ὅτι ναί μέν ὁ καιρός τῆς νηστείας εἶναι καθωρισμένος στήν ἁγία μας Ἐκκλησία, ἀλλά ὁ καιρός τῆς ἐγκρατείας εἶναι πάντοτε ἐπιβεβλημένος, ἀνάλογα βέβαια κατά περίστασιν. Δηλαδή, καί τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα εἶναι προτιμώτερο νά κάνωμε κάποια ἐγκράτεια στά φαγητά, παρά νά πέσωμε μέ τά μοῦτρα. Ἤ, τίς παραμονές τῆς Τεσσαρακοστῆς, τρῶμε πάρα-πάρα πολύ γιά νά κάνωμε μετά ἴσως καί τριήμερο. Εἶναι προτιμώτερο νά ὑπάρχη πάντα ἕνα πρόγραμμα πιό σταθερό. Ἀλλά, αὐτό τώρα εἶναι ἕνα ἄλλο θέμα. Πάντως, πρέπει νά ὑπάρχη ἄσκησις. Καί ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἀσκητική.
Ἐπίσης, μία σωστή προσευχή πρέπει νά προβάλλη αἰτήματα πνευματικῆς κυρίως διαστάσεως, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: ”Ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί ταῦτα πάντα – τά ὑπόλοιπα δηλαδή – προστεθήσεται ὑμῖν”. Θά προστεθοῦν σέ σᾶς. Νά μήν εἴμαστε δηλαδή φθηνοί. Ἀκοῦμε δυστυχῶς, κάποια πράγματα καί λυπόμαστε. Λέγουν κάποιοι: «Προσευχήσου πάτερ γιά τό παιδί μου, ἤ γιατί δίνει ἐξετάσεις ἤ γιά τήν ὑγεία του κλπ….». Ναί, ὅλα αὐτά, εἶναι στήν ζωή. Ὁ πόνος εἶναι μεγάλος τῶν γονιῶν καί τῶν παιδιῶν, ναί, ναί, ναί… Ἀλλά, νά μή μένωμε μόνο ἐκεῖ. Ὅταν μένωμε μόνο ἐκεῖ, εἴμαστε φθηνοί καί δείχνωμε τήν πνευματική μας ρηχότητα. Καί λυπόμαστε, καί γιά τήν ἀγωνία τῶν ἀνθρώπων, καί γιά τό ὅτι δέν ἔχουν σωστή πνευματική τοποθέτησι. Γιατί, ἄν εἶχαν σωστή πνευματική τοποθέτησι, καί λιγώτερη ἀγωνία θά εἶχαν, καί πιό πολύ θά πετύχαιναν τά καθημερινά τους, καί, τό κυριώτερο ἀπ᾽ ὅλα, θά εἶχαν μεγαλυτέρα πνευματική προσωπική πρόοδο.
Ἐπίσης, πρέπει νά προσευχώμαστε μέ πίστι. Ὄχι ἁπλῶς νά πιστεύωμε στήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ, πού ἐν προκειμένῳ θεωρεῖται δεδομένη, γιατί διαφορετικά δέν ἔχει ἔννοια νά προσευχώμαστε – πῶς μποροῦμε νά προσευχηθοῦμε σέ κάποιον, ἄν δέν πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχη; Ἀλλά, χρειάζεται καί πλήρης ἐμπιστοσύνη στήν Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὅτι τελικά ὁ Θεός δέν θά μᾶς ἀφήση νά πειρασθοῦμε παραπάνω ἀπ᾽ ὅ,τι μποροῦμε νά ἀντέξωμε καί ὅτι θά δώση, τήν κατάλληλη στιγμή, τήν αἰσία ἔκβασι, ἐάν αὐτή βέβαια εἶναι συμφέρουσα γιά τό αἰώνιο συμφέρον μας, καί ὄχι μόνο γιά τό προσωπικό καίπροσωρινό μας συμφέρον, γιατί, πολλές φορές, αὐτά τά δύο, δυστυχῶς, μοιραίως ἀντικρούονται.
Ἀπαιτεῖται ἐπίσης Ὀρθοδοξότητα μέσα εἰς τήν προσευχή. Εἶναι ἐκεῖνοπού εἶπε ὁ Κύριος: ”Ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν”. Δέν νοεῖται νά εἶσαι αἱρετικός. Κάθε λατρεία προερχομένη ἀπό αἱρετικούς εἶναι ὕβρις κατά τοῦ Θεοῦ.
Ἐπίσης βέβαια, καί ἄλλοι πολλοί παράγοντες εἶναι ἀπαραίτητοι γιά τήν κατά τό δυνατόν μεγίστη καρποφορία τῆς προσευχῆς μας. Ὅπως εἶναι τά δάκρυα, ἡ ἐπιμονή, νά εἴμαστε καρτερόψυχοι δηλαδή, καί ὄχι μόνο νά προσευχώμαστε ὅταν μόνο ἔχωμε ὄρεξι – πλάνη μεγίστη αὐτή. Ὅλοι οἱ μεγάλοι ἀγωνισταί ἀνεδείχθησαν στόν καιρό τῆς ἀκηδίας. Καί, πάνω καί πέρα ἀπ᾽ ὅλα, νά ἐφαρμόζωμε ὅλες τίς ἐντολές.
Ἡ προσευχή δέν εἶνα αὐτοσκοπός, ἀλλά εἶναι ἕνα μέσον νά πλησιάσωμε τόν Θεό. Πρέπει νά ἔχωμε ὡς σκοπό πρώτιστο τήν ἀποβολή, τήν μεταβολή καί τήν μεταστροφή τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου. Ὄχι νά κάνωμε προσευχή καί νά κρατᾶμε τά χούγια μας, τά πάθη μας καί τίς ἀδυναμίες μας. Αὐτό εἶναι μεγίστη πλάνη. Καί πολλές φορές, ἀπό τέτοιες προσευχές, ὅταν ἐπιμένωμε νά κρατᾶμε καί τά πάθη μας, καί μάλιστα ἐν συνειδήσει, ἀπό τήν προσευχή τελικά πολλές φορές, δέν ὁδηγούμαστε σέ σωστούς δρόμους. Καί, ἄν τό θέλετε, ὅταν ὑπάρχουν αὐτές οἱ ἀδυναμίες καί τά πάθη, πού πολλές φορές δυστυχῶς ὑπάρχουν, ἄν δέν προσέξωμε, μπορεῖ νά πέσωμε ἀκόμη καί σέ πλάνη. Ὁ πρῶτος καρπός τῆς προσευχῆς εἶναι νά φωτισθοῦμε νά ἀποβάλλωμε αὐτές τίς ἀδυναμίες μας.
Μέ αὐτές λοιπόν τίς προϋποθέσεις, ἄς ἐξετάσωμε καί ἄς διερευνήσωμε τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», γιατί, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ἡ πιό δραστική καί ταυτόχρονα ἡ πιό ἀποτελεσματική μέθοδος ἐναντίον τῶν τριῶν μεγάλων μας ἐχθρῶν.
Πρώτιστα, ὁ πρῶτος καί κύριος ἐχθρός μας εἶναι ὁ ἴδιος μας ὁ ἑαυτός. Μέ τά χούγια του, τίς ἀδυναμίες του καί τά πάθη του, πού πολλές φορές, ὄχι μόνο ὅλα αὐτά δέν τά ἐντοπίζομε, ἀλλά τά θεωροῦμε καί γιά προτερήματα. Τί νά πρωτοαναφέρωμε… Ὅταν λέμε ”τόν στόλισα”, ”τήν στόλισα”, ”τούς ἔβαλα στήν θέσι τους”, ”τούς τἄψαλα”, ”τούς τακτοποίησα”…. Καί ἕνα σωρό ἀμέτρητα τέτοια πράγματα καί δραματικές καταστάσεις. Ἡ τραγωδία μας καί ἡ μεγίστη ἀδικία πού διαπράττομε κατά τοῦ ἑαυτοῦ μας εἶναι ὅτι δέν καταλαβαίνομε, καί δέν κάνομε μία προσπάθεια, δυστυχῶς, νά καταλάβωμε, τήν ἐνοχή μας ἔναντι τοῦ Θεοῦ.
Δεύτερος τώρα ἐχθρός μας εἶναι ὁ διάβολος, πού ὡς λέων ὀρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίει. Σάν λιοντάρι δηλαδή πού βρυχᾶται, μέ τήν πνευματική ἔννοια, ζητᾶ νά δῆ, μέχρι τελευταίας στιγμῆς καί πνοῆς, ποιόν θά καταφέρη νά κατασπαράξη. Ἐννοεῖται, πάντα πνευματικά. Ἡ ψυχολογία τοῦ σατανᾶ, ὅπως ἔχομε ξαναπῆ, μοιάζει, λίγο-πολύ, μέ τήν ψυχολογία ἑνός κακοῦ μαθητῆ. Ὁ ὁποῖος, αὐτός ὁ κακός μαθητής, ἐπειδή ἔμεινε στήν ἴδια τάξι, ὄχι ἀπό κάποια ἀδυναμία ἤ κάποια ἄλλη δικαιολογία σωστή, ἀλλά ἀπό καθαρό πεῖσμα, ἀπό ἀδιαφορία καί ἀμέλεια. Ἀντί λοιπόν, νά κοιτάξη αὐτός ὁ κακός μαθητής, νά βελτιώση τήν θέσι του, δηλαδή νά κοιτάξη νά διαβάση καί νά περάση ἀξίως τήν τάξι του, ὅλως παραδόξως, αὐτός ὁ κακός μαθητής, ἐν προκειμένῳ ὁ διάβολος, ἀγωνίζεται, ἀγωνιᾶ, εὐελπιστεῖ καί παρηγορεῖται προσπαθῶντας, εἰ δυνατόν, νά συμπαρασύρη καί τούς ὑπόλοιπους συμμαθητάς του, νά μείνουν καί ἐκεῖνοι στήν ἴδια τάξι. Ἔ, κάπως ἔτσι μοιάζει νά εἶναι ἡ ψυχολογία τοῦ σατανᾶ, ἄν καί στό βάθος της, ἡ ψυχολογία τοῦ ἑωσφόρου καί τῆς συμμορίας του εἶναι ἀκατανόητη. Ἁπλῶς μέ ὅ,τι κάνει, ἐπιβαρύνει, ἔτι καί ἔτι, ἀκόμη περισσότερο, τήν θέσι του ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Κριτοῦ ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως.
Καί ὁ τρίτος μεγάλος ἐχθρός μας εἶναι ὁ κόσμος, ὁ ὁποῖος κατά τήν Γραφή κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ, μέ ὅλες τίς ἐν γένει ἀντίθεες παραστάσεις τῆς καθημερινότητος. Καί ὅσο περνοῦν τά χρόνια, ἕως τήν ἐποχή τοῦ Ἀντιχρίστου, πάντα ὁ κόσμος θά πηγαίνη ἀπό τό κακό  στό χειρότερο. Ὅπου καί νά κοιτάξη κανείς, ὑπάρχει ἁμαρτία, ὑπάρχει τό κακό. Ἀκόμα καί στόν οὐρανό νά κοιτάξη κανείς, ὅπως μᾶς ἔλεγε κάποια ψυχή, ὑπάρχει περίπτωσις καί ἀπό ἐκεῖ νά μή δῆ καλό. Γιατί, κάποιος, λέγει, κοίταξε μιά φορά στόν οὐρανό καί ἔτυχε νά δῆ μία ἄσεμνη διαφήμισι, ἀπό ἕνα ἀεροπλάνο, τό ὁποῖο πετοῦσε χαμηλά καί κάτι διαφήμιζε. Εἶχε μία ἄσεμνη εἰκόνα, ἡ ὁποία ἐφαίνετο διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ ἀπό τήν γῆ. Παντοῦ δηλαδή κυριαρχεῖ ἡ ἁμαρτία.
Καί στήν περίπτωσι αὐτή θά πῆ κάποιος, τί πρέπει νά κάνωμε; Πρέπει νά ἔχωμε φοβίες, νά κοιτᾶμε, ἤ χαμηλά, ἤ ψηλά; Ἄν καί ψηλά, ποτέ δέν εἴμαστε σίγουρα ἀσφαλεῖς. Ὄχι. Πρέπει νά ἔχωμε ἕνα σύστημα, ἐσωτερικό θά λέγαμε, ἕναν αὐτόματο πνευματικό μηχανισμό, πού ὅ,τι εἶναι σαβούρα, ὅ,τι δέν εἶναι καλό, νά μή τό δεχόμαστε μέσα μας, νά μή ἐντυπώνεται δηλαδή αὐτό εἰς τήν διάνοιά μας, γιατί ἄς μή γελοιόμαστε, δέν φταίει οὔτε τό μάτι, οὔτε ἡ ὅρασι, ἀλλά ”νοῦς ὁρᾶ καί νοῦς ἀκούει”. Δηλαδή ὅ,τι μᾶς ἐκκεντρίζει τόν νοῦ καί ἑστιάζει τήν προσοχή μας, σημαίνει ὅτι ὑπάρχει κάποιο ἐσωτερικό δικό μας κίνητρο καί, ἐν προκειμένῳ, ὑπάρχει κάποιο δικό μας πάθος, τό ὁποῖο ἑστιάζεται σέ κάποιες εἰκόνες. Ἄν δέν ὑπῆρχε τό πάθος, θάβλέπαμε χωρίς νά βλέπαμε. Ὅπως μᾶς ἔλεγε καί ὁ π. Παΐσιος, ”πρέπει νά κοιτᾶμε ἀφηρημένα χωρίς νά εἴμαστε ἀφηρημένοι”. Δηλαδή νά μήν ἐντυπώνωνται αὐτές οἱ ἁμαρτωλές εἰκόνες μέσα εἰς τό εἶναι μας. Γιατί, ἄν ἀποκτήσωμε μία φοβία, ”μή ἐδῶ”, ”μή ἐκεῖ”, παθαίνομε  μεγαλύτερη ζημιά ἀπό τόν ἐχθρό.
Στό πρῶτο τμῆμα τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, παραδεχόμαστε τήν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἔπαθε ὑπέρ ἡμῶν καί ἀντί ἠμῶν, στήν θέσι μας δηλαδή καί γιά χάρι μας, ἐκπληρώνοντας ἔτσι τήν σχετική προφητεία τοῦ ἀποδιοπομπαίου τράγου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Στόν Χριστό ὑπάρχει ὅλο τό πλήρωμα τῆς Θεότητος καί τῆς ἀνθρωπότητος. Γιατί, ἄν ὁ Χριστός δέν ἦταν Θεός, τότε, ὄχι μόνο δέν θά μποροῦσε νά μᾶς σώση, ἀλλά θά εἶχε καί ὁ ἴδιος πρῶτα ἀνάγκη προσωπικῆς του σωτηρίας. Ὁ Χριστός λοιπόν εἶναι Θεός. Εἶναι τό δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ ὁποῖος θεληματικά πῆρε καί ἀνθρώπινη μορφή. Βέβαια, αὐτή ἡ Ἐνανθρώπησι ἔγινε μέ τήν ταυτόχρονη θέλησι τοῦ Πατρός. Ὁ Πατήρ ηὐδόκησε, ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο. Καί μέ τήν συνεργεία ἐπίσης, τοῦ τρίτου Προσώπου, τοῦ Ἁγίου  Πνεύματος.
Πρέπει νά χωνέψωμε, ὅτι ἄλλο πρᾶγμα εἶναι οἱ ἐνδοτριαδολογικές ἤ ”ἐνδοοικογενειακές” μεταξύ τους ἄχρονες, ἀΐδιες σχέσεις τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, καί ἄλλο οἱ σωτηριολογικοί ρόλοι τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, γιά τήν σωτηρία τοῦ σύμπαντος κόσμου. Τί ρόλο δηλαδή ἔπαιξε γιά τήν σωτηρία μας, καί ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ἀγγέλων καί τῆς κτίσεως, τό κάθε Πρόσωπο ξεχωριστά.
Ὅμως ὅλα αὐτά χρήζουν, ὅπως θά τό καταλαβαίνετε καί μόνοι σας, ἰδιαιτέρων ὁμιλιῶν καί στήν φάσι αὐτή, νά μήν ἐπιμείνωμε γιά νά μή ξεφύγωμε ἀπό τό κύριό μας θέμα. Τό μόνο πού τώρα λέμε, εἶναι ὅτι δυστυχῶς ὑποτιμοῦμε, ἀγνοοῦμε τήν προσφορά τῶν ἄλλων δύο Προσώπων, τοῦ Πατρός καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὑπάρχει πλήρης ἄγνοια.
Τώρα, στό δεύτερο τμῆμα τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ, στό ”ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν”, παραδεχόμαστε τήν ἐνοχή μας, ἔστω καί ἄν δέν τήν καταλαβαίνωμε. Καί αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο νά τό κάνωμε. Παραδεχόμενοι λοιπόν τήν ἐνοχή μας, ἐπικαλούμεθα τό θεῖο ἔλεος. Τό ”ἐλέησόν με” θά πῆ ”σπλαγχνίσου με, Κύριε” καί τό ”σπλαγχνίσου με”, μέ τήν σειρά του, μεταφράζεται ποικιλλότροπα, σέ ”φώτισέ με, Κύριε”, ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ἔλεγε, συνέχεια, ”Κύριε, φώτισον τό σκότος μου”. Ἑρμηνεύεται λοιπόν σέ ”φώτισέ με, Κύριε”, ”ἐνίσχυσέ με, Κύριε”, ”θεράπευσέ με, Κύριε”, καί πρό πάντων, ”συγχώρεσέ με, Κύριε”, σέ κάθε στιγμή. περίστασι καί πειρασμό.
Ὄχι ὅμως ὅπως ἐγώ ὁ ἐμπαθής, πεπερασμένος ἄνθρωπος θέλω καί κρίνω. Ὄχι, τό ξαναλέμε, ὅπως κρίνομε ἐμεῖς, ἀλλά ὅπως θά ἔκρινε ἡ ἀλάνθαστη κρίσι τοῦ Θεοῦ,  ὅ,τι δηλαδή εἶναι γιά πνευματικό μας καί αἰώνιο συμφέρον. Γιατί; Ἄς μή κρυβόμαστε. Ἐμᾶς, μᾶς ἐνδιαφέρει νά περνᾶμε καλά, κυρίως σέ αὐτήν τήν ζωή. Τόν Θεό ὅμως, σάν καλός καί πάνσοφος Πατέρας πού εἶναι, δέν τόν ἐνδιαφέρει τόσο αὐτή ἡ πρόσκαιρη ζωή, ἀλλά τί τόν ἐνδιαφέρει; Ἡ κατά τό δυνατόν αἰωνία προσωπική μας βελτίστη πνευματική ἀποκατάστασις. Καί πολλές φορές, μᾶς συμβαίνει κάποια προσωπική, ἐπαγγελματική, ἤ οἰκογενειακή ἀποτυχία, ἤ, πολύ περισσότερο, μιά ἀρρώστεια, ἕνας θάνατος. Ὅσο φυσικά, καί ἄν τά προαναφερθέντα εἶναι ἀναμφισβήτητα πολύ ὀδυνηρά, κανείς δέν ἀντιλέγει, ὅμως, ἐάν ὅλα αὐτά τά ἀξιοποιήσωμε πνευματικά, ἀποτελοῦν σημαντικώτατο ψυχοσωτήριο, σωτηριολογικό μας προσωπικό παράγοντα. Ἄλλο θέμα βέβαια εἶναι τό ὅτι πολλές φορές, κάποιες δικές μας προσωπικές ἀτασθαλεῖες,  μέ ὀδυνηρές γιά μᾶς συνέπειες, καί ὑλικές, καί πνευματικές, ἀπό νοσηρή μας ψευτοευλάβεια καί ἀπό καμουφλαρισμένη διάθεσι αὐτοδικαιώσεως, εἴτε τό καταλαβαίνομε, εἴτε ὄχι, τίς ἀποδίδομε στόν Θεό, καί ὄχι στήν δική μας ἀστοχία. Αὐτό, παρακαλῶ, νά τό προσέξωμε πολύ. Τώρα ὅμως, ἄς μή τό ἀναλύσωμε ἄλλο. Κάνομε γκάφες καί λέμε: «Ἔ, ἀφοῦ ἔτσι ἤθελε ἡ Παναγία…”, ἐνῶ ἐμεῖς δέν προσέχωμε τήν ὑγεία μας, τήν οἰκονομία μας, καί ἕνα σωρό ἄλλα πράγματα.
 Λέγοντας τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ζοῦμε τήν ὄντως μακαρία κατάστασι τῆς ταπεινώσεως. Πού, ἡ ταπείνωσις δέν εἶναι ὡραῖα λόγια, δέν εἶναι νά καθόμαστε εὐσεβίστηκα, σάν βρεγμένες γάτες, σάν κολῶνες ἤ ἀγάλματα, ἀφύσικα, ἀλλά εἶναι ἡ πιό ρεαλιστική κατάστασι καί, κατά τόν ἄγιο Μάξιμο, συνίσταται, ἁπαρτίζεται, ἡ ταπείνωσις, ἀπό μιά διπλῆ γνῶσι καί ἐπίγνωσι. Κατ᾽ ἀρχάς, συνίσταται στήν ἐπίγνωσι τῆς δυνάμεως καί τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ καί ταυτόχρονα στήν συναίσθησι τῆς δικῆς μας προσωπικῆς πνευματικῆς ἀδυναμίας. Ἀλλά, γιά νά γνωρίσωμε αὐτές τίς δύο ρεαλιστικώτατες πραγματικότητες καί καταστάσεις, πρέπει νά ἀγωνιζώμαστε. Διαφορετικά, ὅσο καί ἄν εἴμαστε ἔξυπνοι, ἤ διαβασμένοι, τίποτε δέν μποροῦμε νά καταλάβωμε ἀπό αὐτά τά δύο.
Γιά παράδειγμα, πῶς μποροῦμε νά ἐννοήσωμε, νά γνωρίσωμε ἐμπειρικά, τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἐάν ὁ ἴδιος ὁ Θεός δέν μᾶς ἀποκαλύψη, διά τῆς ἐμπειρίας, λίγο ἀπό τήν ἀμέτρητή Του δόξα; Καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι, πάνω στόν ἀγῶνα, ἐκ πείρας, ἐγνώρισαν τήν δύναμι, τήν λύσσα καί τήν μανία τοῦ σατανᾶ καί τῶν δαιμόνων, τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καί ἀσθένεια καί ἀνεπάρκεια, ἀλλά καί τήν ταυτόχρονη λυτρωτική ἐπέμβασι τοῦ Θεοῦ, πού, τίς πιό πολλές φορές, συνωδεύετο μέ κάποια θεοπτία, θεοφάνεια, ἤ τέλος πάντων, καί μέ κάποια ἄμεση ἤ ἔμμεση θεία ἐπέμβασι. Πολλές φορές λέμε, πῶς φέρει τά πράγματα ὁ Θεός καί μᾶς σώζει ἀπό κάτι. Πού αὐτό σίγουρα, δέν εἶναι τυχαῖο.
 Γι᾽ αὐτήν τήν προσευχή, ὄχι μόνο στίς δικές μας πονηρές ἡμέρες, ἀλλά καί παλαιότερα, μερικοί, ἀκόμη καί εὐσεβέστατοι ἄνθρωποι, ὑπεστήριζαν καί ὑποστηρίζουν, ὅτι δῆθεν δέν προορίζεται αὐτή ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ γιά τούς λαϊκούς, ἀλλά μόνο γιά τούς μοναχούς, ἀπό τήν ἐποχή ἀκόμα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, πού ἦταν ἀπό τούς πιό ἔνθερμους ὑποστηρικτάς τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ. Βέβαια, τί θά πῆ ”ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς”, πού δυστυχῶς τόν ἀγνοοῦμε, καί δέν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας βέβαια νά μιλήσωμε περί αὐτοῦ.
Τοῦτο μόνο νά ἀναφέρωμε, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας τοῦ ἔχει ἀφιερώσει τήν Β´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, γιατί τήν διδασκαλία του τήν θεωρεῖ σάν πρότυπο Ὀρθοδόξου γνησίας πνευματικότητος. Ἐνῶ δηλαδή τήν πρώτη Κυριακή ἑορτάζωμε τήν νίκη τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος, τήν νίκη τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, ἐν συνεχείᾳ, τήν Β´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, προβάλλεται, διά μέσου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἡ σωστή Ὀρθόδοξη πνευματικότητα, ποιά δηλαδή εἶναι ἡ σωστή Ὀρθόδοξη πνευματικότης, ἡ ὁποία πρέπει νά εἶναι βέβαια ἀπόρροια μιᾶς σωστῆς Ὀρθοδόξου πίστεως.
Ἔτσι λοιπόν, στήν ἐποχή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὅταν τόν ἄκουσε κάποιος ἄλλος ἐνάρετος, κατά τά ἄλλα, μοναχός, ὀνόματι Ἰώβ, ὅταν ἄκουσε τόν ἅγιο Γρηγόριο, τόσο πολύ νά προτείνη αὐτήν τήν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ σέ ὅλους ἀδιακρίτως, καί λαϊκούς καί μοναχούς,  ἐκεῖνος ὁ μοναχός ἀντέδρασε.  Ἀρκεῖ νά σκεφθοῦμε ὅτι γιά ἕνα μεγάλο χρονικό διάστημα, καί ὅταν ἦταν στήν Σκήτη Βεροίας, ἀλλά καί  ὅταν εὑρίσκετο στό Ἅγιον ὄρος, στό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Σάββα, ἄν καί εἶχε τόσα πολλά καθήκοντα, τά εἶχε ἀναθέσει, σέ ἄλλους ἱκανούς ἀνθρώπους, καί ὁ ἅγιος ἀπό τήν Δευτέρα ἕως καί τήν Παρασκευή, κατεγίνετο μέ τήν νοερά προσευχή τοῦ Ἰησοῦ. Καί μόνο τά Σαββατοκύριακα λειτουργοῦσε, κοινωνοῦσε καί τακτοποιοῦσε τίς λοιπές του ὑποθέσεις.
Ἔτσι λοιπόν, ὅταν ὁ ἐνάρετος κατά τά ἄλλα μοναχός Ἰώβ ἄκουσε τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ νά προτείνη τήν εὐχή αὐτή τοῦ Ἰησοῦ καί γιά τούς λαϊκούς, ἀντέδρασε καί, κατά κάποιον τρόπο, διεφώνησε. Ἔφερε ἀντίρρησι στόν ἅγιο Γρηγόριο. Ἐπειδή ὅμως, καί αὐτός ἦταν ἄνθρωπος μεγάλης ἀρετῆς, τοῦ ἐνεφανίσθη, παρακαλῶ, ἄγγελος Κυρίου καί τοῦ εἶπε νά κάνη ὑπακοή στήν θέσι, στήν γνώμη, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ γιά τό θέμα αὐτό, δηλαδή τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ. Καί μόνο ἀπό αὐτό, πού εἶναι τό ἐλάχιστο βέβαια, ἀποδεικνύεται πόσο θεόσταλτη εἶναι αὐτή ἡ προσευχή.     
Ἀλλά, τί λέγω ἐγώ; Ἄλλωστε, καί αὐτός ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν ἐπιστολή του πρός τούς Θεσσαλονικεῖς λέγει τό γνωστό μας ”ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε”. Ἤ, ἀλλοῦ λέγει ”ἐγώ καθεύδω, ἀλλ᾽ ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ”. Ἐνῶ ἐγώ κοιμᾶμαι, ἡ καρδιά μου μένει ἄγρυπνη, προσευχομένη.  Μέ αὐτά τά λόγια, τί συμπεραίνεται; Ὅτι πρέπει νά προσευχώμαστε ἀδιαλείπτως καί ὅτι αὐτό εἶναι ἐφικτόν, καί ὅτι αὐτό πού λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιά τήν προσευχή δέν εἶναι ὑπερβολές, δέν εἶναι σχῆμα λόγου, ἀλλά εἶναι, ἀκατάληπτες μέν, ἀλλά μεγάλες πνευματικές πραγματικότητες, πού εἶναι ἐφικτές εἰς τόν ἄνθρωπον, κατόπιν βέβαια ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νά κάνη πρῶτα τά ἀνθρώπινα, σέ ὅλους τούς τομεῖς  καί στόν τομέα αὐτόν.
Καί, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἀναφέρει σχετικά, ὅτι εἶναι προτιμώτερη καί πιό ἀναγκαία ἡ προσευχή ἀπό τήν ἀναπνοή μας. Οὔτε στιγμή δέν παύομε νά ἀναπνέωμε. Ἔτσι, οὔτε στιγμή δέν πρέπει νά παύωμε νά προσευχώμαστε. Καί, ὅλη μας ἡ ζωή, ὅλες μας οἱ κινήσεις, ὅλες μας οἱ ἐνέργειες, πρέπει νά εἶναι μία προσευχή.
Αὐτά δέν εἶναι, ὅπως ἤδη εἴπαμε, ὡραῖα λόγια, ἀλλά εἶναι ἐντολές. Καί, στήν συνέχεια τῶν συνάξεών μας, πρῶτα θά ἀναφέρωμε ποιά εἶναι τά τρία κύρια στάδια τῆς προσευχῆς, ὅτι στήν ἀρχή δηλαδή πρέπει νά τήν λέμε ψιθυριστά, ἴσα-ἴσα νά ἀκούη τό αὐτί τί λέγει τό στόμα, ἰδιαίτερα ὅταν εἴμαστε μόνοι μας καί δέν γινώμαστε ἀντιληπτοί ἀπό τούς ἄλλους. Ὕστερα, νά τήν λέμε νοερά, νά τήν κρατᾶμε μέ τόν νοῦ μας, καί τέλος, ἐάν ὁ Θεός εὐδοκήση, καί καρδιακά, δηλαδή μέ τήν πνευματική μας καρδιά, μέ ὅλο μας τό εἶναι. Στήν συνέχεια, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τῶν ὁμιλιῶν μας, θά ἐξηγήσωμε, ὅτι ὁ μόνος τρόπος νά ἐπιτευχθοῦν αὐτές οἱ ἐντολές τῆς Ἐκκλησίας μας περί προσευχῆς, ὅπως τό ”ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε”, τό ”ἐγώ καθεύδω καί ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ”, εἶναι ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, τό ”Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με”.
Νομίζω, ἀρκετά εἴπαμε γιά σήμερα. Ἄς σταματήσωμε τώρα κάπου ἐδῶ, καί ὅσον ἀφορᾶ γιά τό  θέμα τῶν ἐρωτήσεων, προτείνω γιά λόγους πρακτικούς, νά μᾶς τίς δίδετε, εἴτε προφορικῶς, εἴτε γραπτῶς.
Λοιπόν, αὐτά εἴχαμε νά ποῦμε τώρα, εἰς τήν ἀγάπη σας. Θά συνεχίσωμε, ὅπως πάντα, τό ἑπόμενο Σάββατο.
Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος,
Ἡγούμενος Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Δίβρης Φθιώτιδος,
Ἑσπερινή ὁμιλία στόν Ἱ. Ναό Παναγίας Δεσποίνης Λαμίας κατά τό ἔτος 1999
http://theomitoros.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το τελευταίο Πάσχα του Γέροντα Παΐσιου(1994)

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Απριλίου, 2014

Τώρα, όσον άφορα στον Γέροντα Παΐσιο, με αφορμή την Θεολογική Σχολή, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 93-94, πήγαινα τακτικά στην Σουρωτή και έκανα αρκετές, τότε, ακολουθίες, Λειτουργίες, κλπ.
 Θυμάμαι ότι, όταν κάναμε ένα Ευχέλαιο και την ώρα πού ή άναξιότης μου θα έχριε τον Γέροντα Παΐσιο, εκείνος, λόγω της ιεροσύνης μου και της ταπείνωσης του, βέβαια, έσκυψε και φίλησε το αμαρτωλό χέρι μου. Εγώ τότε, κοκκίνισα, τάχασα, και ό μόνος τρόπος πού μπορούσα νομίμως να αντιδράσω ήταν κι εγώ, αυθόρμητα, να πάρω την ιδική του ευχή, γιατί είχα μπροστά μου έναν Άγιο, και να ασπασθώ κι εγώ, ταυτόχρονα, το δικό του χέρι. Με την κίνηση, όμως, πού έκανα για να φθάσω και να ασπασθώ το δικό του χέρι, έγινε μία σύγκρουσης κεφαλιών…! 
 Μόνο, πού το ένα ήταν γεμάτο μυαλό, ή μάλλον, γεμάτο θεία Χάρι, και το άλλο ήταν κούφιο, και από μυαλό, και από Χάρι, και αυτό φάνηκε και από τον χτύπο – σχήμα υπερβολής, βέβαια.
Αποκορύφωμα βέβαια όλης αυτής της συγκυρίας, με αφορμή την Θεολογική Σχολή, πού με έστειλε ό π. Παΐσιος, ήταν να κληθώ στην Μονή της Σουρωτής, για να κάνω τις ακολουθίες του Πάσχα, το 1994, το τελευταίο Πάσχα της επί γης ζωής του Γέροντα.
 Τώρα, το πώς πήρα άδεια από τον Δεσπότη μου,στην  Λαμία, και πώς ένας Δεσπότης είναι δυνατόν να αφήσει  έναν ιερέα, να πάρει άδεια το Πάσχα, είναι μυστήριο, είναι ανεξήγητο, το πώς άνοιγαν οι πόρτες… Μάλιστα, μου είπε ό τότε Σεβασμιότατος, κυρός Δαμασκηνός: «Φύγε αμέσως, δεν θέλω να μου εξήγησης κανένα λόγο». Και, τότε, του είπα, γιατί του άρεσαν τα αστεία: «Φεύγω πριν το μετανιώσετε»….
 Πράγματι, έφυγα γιατί φοβόμουν να μη το μετανοιώση και να μην έπηρεασθή… Είχα προετοιμασθή, να του πω πολλά επιχειρήματα, μήπως και με άφηνε να πάω εκεί, στην Σουρωτή, αλλά δεν χρειάσθηκε.
 Και θυμάμαι όλα, όσα έγιναν εκείνη την Μεγάλη Εβδομάδα, στην Σουρωτή τα συγκινητικότατα, και ιδιαίτερα την Μεγάλη Πέμπτη το πρωί, στην Λειτουργία, στην ακολουθία, και κατά την ακολουθία της Αναστάσεως, πού αυτές έγιναν χωρίς κόσμο, εννοείται. Έγιναν παρουσία μόνον του Γέροντος και της αδελφότητος εκεί, στο παρεκκλήσι των Ταξιαρχών, των
Αρχαγγέλων.
 Τί να πρωτοαναφέρω, από όσα επιτρέπονται, βέβαια. Ό τρόπος με τον όποιο ό π. Παΐσιος έπαιρνε το Άγιο Φώς κι ενώ έψελνε τόσο σιγά, νόμιζες ότι βοά προς τον Κύριο. Όπως τότε, πού είπε ό Θεός στον Μωυσή «τί βοάς προς με;» κι ό Μωυσής μιλούσε από μέσα του. Πώς σιγόψελνε σέ όλη την ακολουθία… Ό τρόπος πού έλεγε τα «Αληθώς Ανέστη!» Ή ευλάβεια του. Οι σταυροί του. Το ύφος του, οι κινήσεις του, τα πάντα του. Το πώς κοινωνούσε από την αναξιότητα μου. Μάς έπιανε ένα τρέμουλο… Ή καρτερία του, πού έδειχνε στους πόνους. Ή όλη φερέπονος διάθεσίς του, κλπ., γιατί, τότε, είχαν απομείνει μόνο 25-30 κιλά βάρος στο σώμα του.
 Φυσικά, μου μένει αξέχαστη ή τελευταία συνάντησις πού είχαμε μετά τον Εσπερινό της Αγάπης, όπου μεταξύ των άλλων, μου έλεγε τί του είχαν πει οι  γιατροί. Οι γιατροί του είπαν, ότι ό καρκίνος θα έκανε μετάστασι και θα πήγαινε από το Α όργανο, στο Β στο Γ, στο Δ…. στο Ν, παντού. Έτσι του είχαν πει οι γιατροί, γιατί ήθελε να μάθη και την αλήθεια. Και, τότε ό π. Παΐσιος απήντησε χαριτωμένα, αναστάσιμα, ευχάριστα: «Ας πάει όπου θέλει ό καρκίνος, αρκεί έδω να μη πάει» είπε δείχνωντας το κεφάλι του. Δηλ., εννοούσε αρκεί να μη πειραζόταν ό νους του, για να έχει καλή απολογία. Γιατί, μου έλεγε: «Δεν έχει σημασία το πότε θα φύγωμε. Σημασία έχει να είμαστε πάντοτε έτοιμοι».
 Μετά απ’ αυτό, είπε στους γιατρούς: «Με κάνατε αστροναύτη, με τα οξυγόνα, με το α’καί με το β’… Τώρα, όμως, τελείωσε ή αποστολή σας. Τώρα αρχίζει ή δουλειά του Θεού». Μου είπε τότε και διάφορα άλλα….
 Αλλά, καταλήγω εκεί πού ξεκίνησα. Εάν δεν έκανα παράλογη υπακοή να πάω Θεολογική Σχολή, προφανώς, μάλλον, δεν θα είχα αυτές τις πολλές και άλλες ευλογίες και πνευματικές παρηγοριές, πού είχα -αναξίως πάντα-, για τις όποιες, βέβαια, είμαστε αναπολόγητοι. Ελπίζομαι όμως στις ευχές του Γέροντα.
 Ανάλογες, ανεξίτηλες παραστάσεις από τον παππούλη, έχομε, εννοείται, και από το Άγιον Όρος, πού ζούσε εκεί σαν καιομένη λαμπάδα. Από εκεί, π.χ., έχω μία κασέτα, από την ακολουθία της Αναστάσεως, στο Κελλί του π. Ισαάκ, όπου πάντα έκανε Πάσχα ό Γέροντας. Τότε, ήμουν δόκιμος, αλλά και άλλες φορές, ως φοιτητής, είχε τύχει να κάνω εκεί Πάσχα. Όλοι ήμασταν συγκινημένοι από την παρουσία του Γέροντα, ό όποιος ερχόταν από το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου και διηγιόταν ευχάριστα, ωφέλιμα περιστατικά.
 Ό Γέροντας, όταν έψελνε, έψελνε από τα φυλλοκάρδια της καρδιάς του. Όταν μάλιστα κάποιοι του έλεγαν «Γέροντα ψάλε κάτι κι εσύ», έλεγε «ά, εγώ δεν θέλω να ψάλω κάτι, γιατί θέλω να ψέλνω συνέχεια», δηλ. συνεχώς. Πράγματι, σιγόψελνε σ’ όλην την ακολουθία εκεί στην Λιτή -ας την πούμε έτσι- του παρεκκλησίου του Κελιού, του π. Ισαάκ.
 Μάλιστα, εκεί ήταν κι ένας Λιβανέζος, -γιατί ήμαστε είκοσι πέντε περίπου άτομα εκ των οποίων δύο ήσαν Λιβανέζοι- και του είπε ό π. Παΐσιος «να διαβάσετε τις Πράξεις και στα Αραβικά». Και του άπαντα ό Λιβανέζος «μα, Γέροντα, δεν είναι σωστό, γιατί όλοι εσείς είστε Έλληνες, δεν θα καταλαβαίνετε τίποτε από τα Αραβικά». Και λέει ό π. Παΐσιος: «Καλύτερα, για να μην έχωμε και ευθύνη εν ήμερα Κρίσεως»…. Έλεγε κι άλλα τέτοια χαριτωμένα.
 Κάποια στιγμή, του είπε ένας Λιβανέζος: «Γέροντα, να σέ βγάλω «μία» φωτογραφία;» Κι ό Γέροντας του λέει: «Πονηρούλη, «μία» στα Αραβικά, σημαίνει 100»!
Ήταν άνοιξης, άκουγε τα πουλιά έξω να κελαϊδάνε και με ρωτάει: «Τί λένε, τώρα, τα πουλάκια;» «Που να ξέρω Γέροντα;» του λέω. «Ευλογημένε, λένε το
“Χριστός Ανέστη!”»
Του Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κατερέλου
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΝ ΚΑΙ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΣ. “ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι δίκες-παρωδια που οδήγησαν τον Ιησού στον Σταυρό

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Απριλίου, 2014

ΕΝΑΣ ΝΟΜΙΚΟΣ ΑΝΑΛΥΕΙ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Οι δίκες-παρωδια που οδήγησαν τον Ιησού στον Σταυρό

Κείμενο Σούρλας Στέλιος

«Είναι τιμιότερο να κινδυνεύουμε να σώσουμε έναν ένοχο παρά να καταδικάσουμε έναν αθώο» αναφέρει ο Πλάτων. Μία ρήση του αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου η οποία εάν αποτελούσε γνώμονα και καθοριστικό κριτήριο στις σπουδαιότερες δίκες της ιστορίας του κόσμου, το αποτέλεσμα αυτών των δικών θα ήταν τελείως διαφορετικό. 
Και πιθανότατα διαφορετική θα ήταν και η ιστορία του κόσμου γιατί, πάνω σε αυτές τις άδικες ή ατεκμηρίωτες αποφάσεις, έχουνε χαραχτεί σημαντικές πορείες οι οποίες επηρέασαν την ποιότητα της ζωής αλλά και του πνεύματος του ανθρώπου. 
Η σπουδαιότερη Δίκη στο ρου της Παγκόσμιας ιστορίας υπήρξε και η Δίκη του θεανθρώπου Ιησού. Καταρχάς για να αντιληφθούμε μία Δίκη, οφείλουμε να λάβουμε γνώση των συνθηκών της εποχής. 
Στην εποχή του Χριστού υπήρχαν δύο δίκαια το Ρωμαϊκό και το Εβραϊκό. Το Ρωμαϊκό λίγο υστερούσε από το σημερινό Ευρωπαϊκό ενώ το Εβραϊκό ήταν Ιεροκρατικό και στηριζόταν στον Μωσαϊκό Νόμο. 
Τα Εβραϊκά Δικαστήρια ήταν πολυμελή, ως ανώτατο Δικαστήριο ήταν το Μέγα Συνέδριο το οποίο εδράζονταν στην Ιερουσαλήμ και αποτελούνταν από 120 μέλη με Πρόεδρο τον Αρχιερέα ο οποίος διέταζε στρατιωτική δύναμη τη λεγόμενη ΄΄Κουστωδία΄΄. Οι θανατικές καταδίκες έπρεπε να επικυρωθούνε από την Ρωμαϊκή εξουσία και προβλέπονταν για αρκετά αδικήματα αλλά σπάνια επιβάλλονταν. Η εκτέλεση της θανατικής καταδίκης γινόταν με διαφόρους τρόπους όπως λιθοβολισμό, μαστίγωμα αλλά ο επί του σταυρού ήταν ο πιο βασανιστικός και εξευτελιστικός. 
Στην Εβραϊκή Δικονομία η προανάκριση ήταν άγνωστη, η απόφαση δε στηρίζονταν στην ομολογία αλλά σε 2 τουλάχιστον μάρτυρες και δεν υπήρχε δημόσιος κατήγορος ήτοι ο Εισαγγελέας. Τα χαρακτηριστικά της Εβραϊκής Δίκης ήταν ότι γινόταν πάντοτε την ημέρα, με ανοιχτές τις πόρτες και ενώπιον του λαού. Ξεκινούσε πρώτα με τους μάρτυρες υπερασπίσεως και κατόπιν με τουλάχιστον 2 μάρτυρες κατηγορίας οι οποίοι έπρεπε να δώσουνε σαφή και πανόμοια μαρτυρία βάζοντας το δεξί χέρι πάνω στο κεφάλι του κατηγορουμένου. 
Εάν καταδικάζονταν τότε έπρεπε να συμμετέχουνε στην εκτέλεση και να ρίξουν τις πρώτες πέτρες εάν γινόταν με λιθοβολισμό. Έως ότου καταδικαστεί υπήρχε το τεκμήριο της αθωότητας και δεν τηρούνταν πρακτικά αλλά η απόφαση εκδιδόταν με διάταγμα. Ο χρόνος εκτέλεσης της θανατικής καταδίκης ήταν 4 ημέρες, την 1η ημέρα έβγαινε η απόφαση, την 3η ημέρα γινόταν η επικύρωση και τελική απόφαση και την 4η ημέρα η εκτέλεση. Στον τόπο της εκτελέσεως τον κατηγορούμενο τον συνόδευε έφιππος δικαστής ο οποίος πριν την εκτέλεση ρωτούσε τον κόσμο εάν υπήρχε κανένα ελαφρυντικό. Εάν υπήρχε τότε σταματούσε η εκτέλεση!! Η ανάκριση και η κακοποίηση του κατηγορουμένου απαγορευόταν από το Εβραϊκό δίκαιο. 
Δικονομικές παραβάσεις της δίκης
1) Η δίκη έγινε νύχτα αντί για ημέρα
2) Η στρατιωτική κουστωδία δεν πήγε τον Χριστό στο Δικαστήριο αλλά στο πεθερό του Αρχιερέα Καϊάφα, τον Άννα, ο οποίος ήταν παλαιότερα Αρχιερέας και τον ανέκρινε χωρίς εξουσία ενώ παράλληλα οι υπηρέτες τον έβριζαν και τον έδερναν.
3) Χωρίς να προϋπάρχει σαφή κατηγορία η οποία από 2 μάρτυρες οι οποίοι θα κινούσαν τη δίκη.
4) Οι 2 μάρτυρες βρέθηκαν μετά την έναρξη της δίκης και διαστρέβλωσαν τα λόγια του Χριστού ότι θα γκρεμίσει και θα ξαναχτίσει το Ναό του Σολομώντα σε 3 ημέρες. 
5) Οι μαρτυρίες κατηγορίας δεν ταίριαζαν μεταξύ τους και δόθηκαν με ταυτόχρονη παρουσία και των δύο (σύμφωνα με το Δευτερονόμιο οι μάρτυρες αυτοί έπρεπε να καταδικαστούνε σε θάνατο για την ψευδομαρτυρία τους). 
6) Η απόφαση στηρίχτηκε στην ομολογία του Χριστού όταν τον ρώτησε ο Καϊάφας ΄΄εσύ είσαι ο Υιός του Θεού΄΄ και ο Χριστός απάντησε ΄΄συ είπας΄΄ καθώς και στις παράτυπες καταθέσεις των μαρτύρων. 
7) Δεν υπήρξε καθόλου υπεράσπιση την οποία αναλάμβανε ένας Δικαστής
8) Ο Αρχιερέας Καϊάφας διέρρηξε τα ιμάτια του (γεγονός το οποίος απαγορεύει ο Λευϊτικός νόμος στους Ιερείς, Λευϊτικό).
9) Η ψηφοφορία των Δικαστών έγινε ταυτόχρονα ενώ έπρεπε με τη σειρά και πρώτα ο νεότερος Δικαστής για να μην επηρεαστεί από την κρίση των αρχαιότερων αλλά και μεταξύ των.
10) Μεταβολή της κατηγορίας κατά τη διάρκεια της Δίκης. Ενώ η αρχική κατηγορία ήταν ότι είπε ο Χριστός ότι θα γκρεμίσει και θα χτίσει το Ναό σε 3 μέρες εν΄τέλει καταδικάστηκε διότι ομολόγησε ότι είναι ο Υιός του Θεού, δηλαδή για βλασφημία. 
Βέβαια για να θεραπευτούνε οι δικονομικές αυτές παραβάσεις και να τηρηθούνε κάπως τα προσχήματα ανέμεναν να ξημερώσει και ξανασυνεδρίασαν για να επικυρώσουνε την καταδίκη στο κτίριο του Μεγάλου Συνεδρίου. Από τα 71 μέλη του Συνεδρίου οι υποστηρικτές του Χριστού οι οποίοι μειοψήφησαν ήταν 2, ο Ιωσήφ ο Αριμαθέας και ο Νικόδημος. 
ΜΙΑ ΝΕΑ ΡΩΜΑΪΚΗ ΔΙΚΗ ΞΕΚΙΝΑ
Το πρωί της Παρασκευής οι Εβραίοι οδηγούνε τον Χριστό στον Πιλάτο, έξω από το Πραιτώριο. Δεν μπήκανε μέσα γιατί ήταν ειδωλολάτρης και θεωρούσανε ότι θα μολυνθούνε και η Ρωμαϊκή αυτή τη φορά Δίκη γίνεται στο λιθόστρωτο. 
ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΔΙΚΗΣ
1) Ο κατηγορούμενος (Χριστός) ήταν δέσμιος κατά τη διάρκεια της Δίκης
2) Διαφορετική κατηγορία. Η κατηγορία στο Εβραϊκό Δικαστήριο ήταν η βλασφημία ενώ στο Ρωμαϊκό ότι προέτρεπε να μην πληρώνουνε φόρους στον Καίσαρα. 
3) Εφόσον η Ρωμαϊκή Δίκη ήταν επικύρωση Εβραϊκής απόφασης έπρεπε να υπήρχανε 2 στοιχεία, γραπτή αίτηση και η Πρωτόδικη απόφαση. Τίποτα από τα δύο δεν υπήρχε.
4) Μετά την αθώωση από τον Ηρώδη οδηγήθηκε ξανά στον Πιλάτο αντί να αφεθεί ελεύθερος
5) Κακοποίηση πριν την καταδίκη (του βάλανε Βασιλικό μανδύα και τον εξευτέλισαν. 
6) Τον αθωώνει ξανά ο Πιλάτος αλλά δεν τον ελευθερώνει και πάλι
Ο Πιλάτος δεν τήρησε τίποτα από όλα αυτά. Τουναντίον κατεβαίνει από το Πραιτώριο και συνομιλεί με τον κατηγορούμενο κάνοντας μια μορφή ανάκρισης. Τον ρωτάει ΄΄συ ει ο Βασιλεύ των Ιουδαίων΄΄; Και ο Χριστός αποκρίνεται ΄΄ Η Βασιλεία η εμή ουκ εστί εκ΄του κόσμου τούτου, εγώ εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον ίνα μαρτυρήσω τη αλήθεια΄΄. Ο Πιλάτος αμέσως αντιλήφθηκε ότι ο Ιησούς είναι Πνευματικός ηγέτης και όχι κοσμικός άρχοντας συνεπώς δεν ευσταθεί η κατηγορία, ο Ιησούς δεν είναι ένοχος και δεν υφίσταται αντιποίηση εξουσίας. Άρα έχουμε την 1η αθώωση από τον Πιλάτο την οποία την ανακοινώνει αλλά ο όχλος έκανε θόρυβο και επέμενε εις θάνατον. 
Εν΄συνεχεία ο Πιλάτος επικαλείται τοπική αναρμοδιότητα του κατηγορουμένου (Γαλιλαία απ΄όπου καταγόταν ο Χριστός) και τον στέλνει στον Βασιλιά Ηρώδη τον Αντύπα.
Στον Ηρώδη ο Χριστός δεν δίνει καμία απάντηση και τότε ο Ηρώδης επικαλέστηκε κι αυτός τοπική αναρμοδιότητα διότι η Εβραϊκή καταδίκη έγινε έξω από τα σύνορα της Γαλιλαίας (2η αθώωση). 
Αντί να αφεθεί ελεύθερος οδηγήθηκε ξανά στον Πιλάτο και του βάλανε τον Βασιλικό μανδύα και τον εξευτέλισαν. Ο Πιλάτος τότε βγαίνει ξανά έξω στο Πραιτώριο και τον ξανααθωώνει για 3η φορά επηρεασμένος και από τη σύζυγο του Αγία Πρόκλα (27 Οκτωβρίου) αλλά δεν τον απολύει. Τότε οι Εβραίοι του αποκαλύπτουνε την αλήθεια ότι το Μέγα Συνέδριο τον καταδίκασε για βλασφημία. 
Ευθύς ο Πιλάτος κάνει την 7η δικονομική παράβαση, δηλ. παραβίασε τη νόμιμη αρχή του Ρωμαϊκού δικαίου ΄΄non bis in idem΄΄ δηλ. ΄΄όχι δις επί της αυτής υποθέσεως΄΄ και ξαναανακρίνει τον Χριστό για νέα αυτή τη φορά κατηγορία!!! Ο Πιλάτος συγχύστηκε και συγκλονίστηκε, ξανασυζητά με τον Χριστό και τον αθωώνει για 4η φορά!!! Το ανακοινώνει στο πλήθος και τότε οι Εβραίοι τον απειλούνε και τον πιέζουν έμμεσα λέγοντας του ΄΄εάν τούτον απολύης, ουκ ει φίλος του Καίσαρος. Πας ο Βασιλεύ εαυτόν ποιών αντιλέγει τω Καίσαρι΄΄. Το τέχνασμα αυτό των Εβραίων προς τον Πιλάτο τον συγκλόνισε καθότι ήταν ήδη σε δυσμένεια με τον Αυτοκράτορα Τιβέριο και προτίμησε να σώσει τον εαυτό του παρά να υπερασπιστεί τη Δικαιοσύνη και ζητά νερό να νίψει τας χείρας του (5η αθώωση). 
Και η 6η αθώωση του Χριστού έρχεται μετά θάνατον από τον Αυτοκράτορα Τιβέριο ο οποίος πληροφορήθηκε τα όσα παράνομα έγιναν στα Ιεροσόλυμα και ελέγχει δριμύτατα τον Πιλάτο χαρακτηρίζοντας τον ανάξιο, βέβηλο και πορωμένο ΄΄επειδή άδικον εψήφισε θάνατον κατά του Ιησού΄΄. 
Η ΄΄Δίκη΄΄ αυτήν δε μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε ως Δίκη αλλά ούτε και ως παρωδία αλλά ως το μεγαλύτερο κακούργημα της ανθρωπότητας, δείγμα της μέγιστης αγνωμοσύνης του ανθρώπου και ως η μεγαλύτερη αιώνια ντροπή. 
Οι διαφορές της ανθρώπινης και της Θεϊκής δικαιοσύνης είναι ότι στην ανθρώπινη ο νομοθέτης πολλές φορές δεν υπόκειται ο ίδιος στους νόμους αφήνοντας πολλά παράθυρα ενώ στη Θεϊκή ο ίδιος ο νομοθέτης υπόκειται ως άνθρωπος στους νόμους τους οποίους θέσπισε. 
Στην ανθρώπινη η Δικαιοσύνη ταυτίζεται με την τιμωρία ενώ στη Θεϊκή Δικαιοσύνη είναι η θυσιαστική αγάπη η οποία υπομένει. Εμείς οι άνθρωποι λόγω του εγωϊσμού και της ημιμάθειας μας μπερδεύουμε την Παιδαγωγία με την τιμωρία ενώ αγνοούμε ότι ο νόμος των ανθρώπων λειτουργεί ως τιμωρός ενώ ο Νόμος του Θεού ως παιδαγωγός. 
*Ο κ. Στυλιανός Σούρλας είναι δικηγόρος και πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

http://www.dogma.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Ποιος μου βεβαιώνει εμένα ότι ο Χριστός αναστήθηκε;

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Απριλίου, 2014

poiosvev2

Μου το βεβαιώνει η συνείδησή μου πριν απ’ όλα. Κατόπιν ο νους μου και η βούληση μου.

Πρώτον, η συνείδηση μου λέει: τόσα πάθη που υπέστη ο Χριστός για το καλό και τη σωτηρία των ανθρώπων δεν θα μπορούσαν να επιβραβευτούν με τίποτε άλλο παρά με την ανάσταση και την υπερκόσμια δόξα. Τα ανείπωτα πάθη του Δικαίου στεφανώθηκαν με την ανείπωτη δόξα. Αυτό μου δίνει ικανοποίηση και ηρεμία.

Δεύτερον, ο νους μού λέει: χωρίς την λαμπρή αναστάσιμη νίκη όλο το έργο του Υιού του Θεού θα παρέμενε στον τάφο, ολόκληρη η αποστολή Του θα ήταν μάταιη.

Τρίτον, η βούληση μού λέει: η ανάσταση του Χριστού με έσωσε από τους ταλαντευόμενους δισταγμούς ανάμεσα στο καλό και το κακό, και με θέτει αποφασιστικά στον δρόμο του καλού. Και αυτό μου φωτίζει τον δρόμο και μου δίνει στήριγμα και δύναμη.

Εκτός από τις τρεις φωνές, οι οποίες από μέσα μου βεβαιώνουν εμένα, υπάρχουν και άλλοι ασφαλώς μάρτυρες, που το βεβαιώνουν. Είναι οι ένδοξες μυροφόρες γυναίκες, είναι οι δώδεκα μεγάλοι απόστολοι, και πέντε εκατοντάδες άλλων μαρτύρων, που όλοι μετά την ανάστασή Του Τον έβλεπαν και Τον άκουγαν, όχι στον ύπνο τους αλλά στην πραγματικότητα, και όχι μόνο για ένα λεπτό αλλά για σαράντα ολόκληρες ημέρες. Μου το βεβαιώνει εκείνος ο πύρινος Σαύλος ο μεγαλύτερος Εβραίος διώκτης του χριστιανισμού· μου το μαρτυρεί, ότι είδε εκείνο το φώς του αναστηθέντα Κυρίου καταμεσής της ημέρας, και ότι άκουσε τη φωνή Του, και ότι υπάκουσε την εντολή Του. Αυτήν την μαρτυρία ο Παύλος δεν ήθελε να την αρνηθεί ούτε μετά από τριάντα χρόνια, ούτε ακόμα και την ώρα που στη Ρώμη του Νέρωνα η μάχαιρα έπεφτε στο κεφάλι του. Μου το βεβαιώνει και ο άγιος Προκόπιος, αρχηγός του Ρωμαϊκού στρατού που ξεκίνησε να αφανίσει τους χριστιανούς στις χώρες της ανατολής, και στον οποίον εμφανίστηκε ξαφνικά ζωντανός ο Χριστός και τον γύρισε με το μέρος Του. Και αντί να σφάξει ο Προκόπιος τους χριστιανούς, αυτοβούλως παραδόθηκε για να τον σφάξουν στο όνομα του Χριστού. Μου το βεβαιώνουν ακόμα χιλιάδες μαρτύρων του Χριστού στις φυλακές, στους τόπους εκτελέσεων μέσω αιώνων και αιώνων, από τους μάρτυρες των Ιεροσολύμων μέχρι τους μάρτυρες των Βαλκανίων, έως τις μέρες μας, ως τους νεότερους Μοσχοβίτες μάρτυρες.

Μου το βεβαιώνουν και όλες οι δίκαιες και αγαθές ψυχές, τις οποίες συχνά συναντώ στη ζωή, και οι οποίες χαίρονται όταν ακούν ότι ο Χριστός αναστήθηκε εκ νεκρών. Αυτό ανταποκρίνεται στη συνείδησή τους, δονεί την ψυχή τους, και ευφραίνει την καρδιά τους.

Μαρτυρία παίρνω και από τους αμαρτωλούς και τους αντιπάλους του Χριστού. Μόνο και μόνο με το ότι αυτοί, ως αμαρτωλοί και μοχθηροί, απορρίπτουν την ανάσταση του Χριστού εγώ βεβαιώνομαι για το αντίθετο. Σε κάθε δικαστήριο τίθεται θέμα της συμπεριφοράς των μαρτύρων, και ως εκ τούτου σταθμίζουν την αξία της μαρτυρίας τους. Όταν νηφάλιοι, καθαροί και άγιοι μάρτυρες ισχυρίζονται πως ξέρουν ότι ο Χριστός ανέστη, λαμβάνω με ευχαρίστηση την μαρτυρία τους ως αληθή. Αλλά όταν οι ακάθαρτοι, άδικοι και ασυνείδητοι απορρίπτουν την ανάσταση του Χριστού, μ’ αυτό ενδυναμώνουν τη μαρτυρία των πρώτων, και μου βεβαιώνουν ακόμα περισσότερο την αλήθεια της Ανάστασης του Κυρίου μου. Εφόσον αυτοί όσα απορρίπτουν, τα απορρίπτουν από κακεντρέχεια και όχι από γνώση.

Με βεβαιώνουν ακόμα αρκετοί λαοί και φυλές, που μόνο η πίστη στην Ανάσταση του Χριστού τους έβγαλε από την άγρια κατάσταση στη διαφώτιση, από τη δουλεία στη ελευθερία, από το βούρκο του αμοραλισμού και του σκοταδισμού στο φως των τέκνων του Θεού. Και η ανάσταση του Σερβικού λαού μου μαρτυρεί την Ανάσταση του Χριστού.

Ακόμα και η λέξη «Ανάσταση» εκ νεκρών μου βεβαιώνει το αυτονόητο. Γιατί χωρίς την Ανάσταση του Χριστού δεν θα υπήρχε ούτε καν η λέξη στις ανθρώπινες γλώσσες. Όταν ο Παύλος πρώτη φορά πρόφερε αυτή τη λέξη στην πολιτισμένη Αθήνα, οι Αθηναίοι εξεπλάγησαν και αναστατώθηκαν.

Και έτσι, τέκνα του Θεού, σας χαιρετώ κι εγώ. Αληθώς Ανέστη ο Χριστός.

( Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται, Εκδ. Εν πλώ, σ. 70-72).
pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πώς επεκράτησε ο κανόνας της ανάστασης

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Απριλίου, 2014

Ποιητής των Καταβασιών , πού ψάλλονται κατά τις εορτές της Εκκλησίας μας , είναι ο άγιος Κοσμάς, επίσκοπος της μικρής πόλης Μαϊουμά στην Συρία και θετός αδελφός του Δαμασκηνού Ιωάννη, του έτερου μεγάλου αστέρα της ορθόδοξης υμνογραφίας.Κατέλιπε δε στην Εκκλησία μας και άλλα διαμάντια ρωμέϊκης ποίησης και θεοπνεύστου, τα οποία ψαλλαμε και χαρήκαμε μέσα στην μεγάλη Εβδομάδα. 
Ποιητής των Καταβασιών λοιπόν και μάλιστα κατ’ ήχον ανά εορτή: Τα Χριστούγεννα ο πρώτος, Θεοφάνεια ο δεύτερος, Υπαπαντή ο Τρίτος, ο τέταρτος της Θεοτόκου για τον Ευαγγελισμό, πλάγιος του Α για την Ανάληψη, ο θρηνητικός πλάγιος του δευτέρου για τα τριώδια της μεγαλοβδομάδας, βαρύς για την Πεντηκοστή, πλάγιος τετάρτου για τον Σταυρό τον Σεπτέμβρη.
Kατά τον αρχαιοελληνικό μύθο ο μουσικός και μυστικός Ορφέας, θέλοντας να αναστήσει την χαμένη του αγάπη Ευρυδίκη από τον τάρταρο του Άδη , έπαιξε στην λύρα του άσμα κατά τον λύδιο ήχο, θρηνητικό και γλυκύ και πενθοχαρμόσυνο και παθητικό, πού οι ειδικοί δέχονται πώς αντιστοιχεί στον δεύτερο ήχο της εκκλησιαστικής μουσικής. Ο άγιος Κοσμάς, έχοντας υπ’ όψιν του τον μύθο αυτό, συνέθεσε καταβασία και κανόνα και για την εορτή του Πάσχα, σε δεύτερο ήχο, αφού ο Χριστός σαν άλλος Ορφέας, κατέβηκε στον Άδη και με την μελωδία του ευαγγελίου, ανέσυρε την Ευριδίκη ανθρωπότητα προς την ζωή. Απόδειξη όλων τούτων είναι πώς οι άγιοι ποιητές μας, ήταν εκτός από ορθόδοξοι στο πνεύμα και Έλληνες στην καρδιά και την κουλτούρα και είχαν αυτό πού λέμε συνείδηση ελληνικής συνέχειας και πολιτισμού .
Κανόνα όμως στην Ανάσταση , συνέθεσε και ο μεγάλος Δαμασκηνός, το γνωστό μας “Αναστάσεως Ημέρα”, σε ήχο πρώτο και πανηγυρικό και θριαμβευτικό και μεγάλο και θείο σε νοήματα και εκφράσεις.Όταν λοιπόν οι δύο αγαπημένοι αδελφοί  έψαλλαν ο ένας τον Κανόνα του στον άλλο, και συγκεκριμένα όταν ο άγιος Ιωάννης έφτασε στο τροπάριο : “Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια…”, ο άγιος Κοσμάς αναπήδησε από την χαρά του και ενθουσιάστηκε τόσο ώστε συμφώνησε να ψάλλεται δημοσία και εν ταις εκκλησίας ο Κανόνας του Ιωάννη κατά την Εορτή του Πάσχα και να ξεχαστεί ο δικός του ο θρηνητικός , πού παρέπεμπε στην κάθοδο του Χριστού στον Άδη. Έτσι κατά αρχαία παράδοση επεκράτησε να ψάλλεται άχρι της σήμερον η Καταβασία και ο Κανόνας “Αναστάσεως ημέρα…” στις αγίες του Θεού Εκκλησίες , κατά την εορτή του πάσχα.
Αξίζει να σημειωθεί πώς ο άγιος Ιωάννης εμπνεύστηκε και κατέγραψε αυτό το φωτεινό και αναστάσιμο ποίημα, σε ένα ζοφερό και στενόχωρο σπήλαιο, πού χρησιμοποιούσε για ασκητήριο. Τόση μεγάλη ήταν η έκταση και τόσο δυνατό και έντονο ήταν το φως και η αναστάσιμη εμπειρία πού κρατούσε συνεχώς μέσα του, ώστε να γράψει τα φωτοφόρα και αυγάζοντα αυτά λόγια, σε ένα τέτοιο αντίθετο περιβάλλον!
Παραθέτουμε τροπάρια γνωστά από τον Αναστάσιμο Κανόνα του Δαμασκηνού:
Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις, καὶ ὀψόμεθα, τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς ἀναστάσεως, Χριστὸν ἐξαστράπτοντα, καί, Χαίρετε, φάσκοντα, τρανῶς ἀκουσόμεθα, ἐπινίκιον ᾄδοντες.
Οὐρανοὶ μὲν ἐπαξίως εὐφραινέσθωσαν, γῆ δὲ ἀγαλλιάσθω, ἑορταζέτω δὲ κόσμος, ὁρατός τε ἅπας καὶ ἀόρατος· Χριστὸς γὰρ ἐγήγερται, εὐφροσύνη αἰώνιος. 
Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ, καὶ τὰ καταχθόνια· ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις, τὴν Ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται. 
Τὴν ἄμετρόν σου εὐσπλαγχνίαν, οἱ ταῖς τοῦ ᾍδου σειραῖς, συνεχόμενοι δεδορκότες, πρὸς τὸ φῶς ἠπείγοντο Χριστέ, ἀγαλλομένῳ ποδί, Πάσχα κροτοῦντες αἰώνιον. 
Προσέλθωμεν λαμπαδηφόροι, τῷ προϊόντι Χριστῷ ἐκ τοῦ μνήματος, ὡς νυμφίῳ, καὶ συνεορτάσωμεν ταῖς φιλεόρτοις τάξεσι, Πάσχα Θεοῦ τὸ σωτήριον. 
Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ᾍδου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν, καὶ σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τὸν αἴτιον, τὸν μόνον εὐλογητὸν τῶν Πατέρων, Θεὸν καὶ ὑπερένδοξον.
Ὡς ὄντως ἱερὰ καὶ πανέορτος, αὕτη ἡ σωτήριος, νὺξ καὶ φωταυγής, τῆς λαμπροφόρου ἡμέρας, τῆς Ἐγέρσεως οὖσα προάγγελος, ἐν ᾗ τὸ ἄχρονον φῶς, ἐκ τάφου σωματικῶς πᾶσιν ἐπέλαμψεν. 
Ὢ θείας, ὢ φίλης, ὢ γλυκυτάτης σου φωνῆς· μεθ’ ἡμῶν ἀψευδῶς γάρ, ἐπηγγείλω ἔσεσθαι, μέχρι τερμάτων αἰῶνος Χριστέ, ἣν οἱ πιστοί, ἄγκυραν ἐλπίδος, κατέχοντες ἀγαλλόμεθα.
Ὦ Πάσχα τὸ μέγα, καὶ ἱερώτατον Χριστέ, ὦ σοφία καὶ Λόγε, τοῦ Θεοῦ καὶ δύναμις, δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον, σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ Ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας σου.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Σινδόνη του Τορίνο

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Απριλίου, 2014

Πρόλογος του επιμελητή
Το 1988, μαζί με όλο τον κόσμο, έφηβος ακόμη, έμαθα από τα ΜΜΕ ότι η χρονολόγηση με άνθρακα 14 τοποθέτησε την περίφημη Σινδόνη του Τορίνο ανάμεσα στο 13ο και το 14ο αιώνα μ.Χ. Επρόκειτο λοιπόν για ένα πλαστό κειμήλιο. «Δεν πειράζει» είπα, μαζί με χιλιάδες άλλους. «Δεν αλλάζει τίποτα στην αξιοπιστία του χριστιανισμού γενικώς».
Την ίδια γνώμη έχω και τώρα. Μόνο που τώρα πιστεύω πως η Σινδόνη είναι το αυθεντικό «σάβανο του Ιησού», από το οποίο λαμβάνουμε πληροφορίες ανυπολόγιστης αξίας για τις λεπτομέρειες του μαρτυρίου Του, αλλά συγχρόνως συνιστά και ένα τεκμήριο, πραγματικό θησαυρό, για την αξιοπιστία των ευαγγελικών διηγήσεων της σταυρικής θυσίας του Κυρίου, αν όχι και για την ίδια την ανάσταση.
Την πεποίθησή μου αυτή δεν θέλω να την επιβάλλω σε κανένα, θα ήθελα όμως να τη μοιραστώ μαζί σας, γι’ αυτό και επιμελούμαι το παρόν αφιέρωμα.
Προκαταβολικά αναφέρω ότι η χρονολόγηση με άνθρακα είναι αμφισβητήσιμη για πολλούς λόγους (θα το δούμε παρακάτω), ενώ υπάρχουν επίσης πάρα πολλά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το σεντόνι προέρχεται από τον 1ο αι. μ.Χ. και μάλιστα από την Παλαιστίνη, και μάλιστα συνδέεται και με την περίοδο της Άνοιξης, δηλαδή με την εποχή της σταύρωσης του Ιησού. Επίσης, μαρτυρίες για την ύπαρξή του παρατηρούνται το αργότερο από το 10ο αι. μ.Χ., πράγμα που αρκεί από μόνο του για να θέσει τουλάχιστον υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητα της χρονολόγησης με άνθρακα.
Δημοσιεύω δύο αρθράκια (η έμφαση δική μου):
 Ι
Σινδόνη του Τορίνο: αλήθεια ή απάτη;
Έπειτα από τρεις δεκαετίες επιστημονική εξέταση, η Σινδόνη είναι ακόμα το επίκεντρο της αντιλογίας. Ενώ η επιστημονική άποψη και αυτή των ΜΜΕ γενικά το απορρίπτουν ως σάβανο του Χριστού, η επιστημονική και ιστορική απόδειξη συνεχίζει να αφθονεί. Ο Bill Geating συνοψίζει τα τελευταία δεδομένα.
 Η Σινδόνη του Τορίνου είναι ένα αρχαίο κίτρινο λινό ύφασμα που φέρει την εικόνα ενός μουσάτου άνδρα καλυμμένου με σταγόνες αίματος, η θέση του οποίου ταιριάζει σε θάνατο από σταύρωση. Φιλοξενείται στο Τορίνο της Ιταλίας για περισσότερο από 400 χρόνια και πολλοί πιστεύουν ότι είναι η εικόνα του Ιησού.
  Το μέγεθός του είναι 4,35 μέτρα μακρύ, 1,1 μέτρα πλατύ, και η Σινδόνη είναι υφασμένη από λινό με ύφανση ψαροκόκαλου από ίνες κοινού λιναριού που χρησιμοποιούνταν την εποχή του Χριστού. Η εικόνα της Σινδόνης είναι η εμπρόσθια και η οπίσθια όψη ενός Καυκάσιου άνδρα, περίπου 30 ετών, γύρω στα 1,80 ύψος και βάρος περίπου 77 κιλά.
  Σε όλη την εικόνα υπάρχουν κηλίδες αίματος που ανταποκρίνονται σε θάνατο από σταύρωση. Επίσης φαίνονται τρύπες από καψίματα και μερικές σταγόνες νερού από την πυρκαγιά του 1532.
 Ιστορικές μελέτες ανιχνεύουν την Σινδόνη στο 1356 μ.Χ. όταν εκτέθηκε στην Liery της Γαλλίας από τον Geoffrey De Charney. Το 1452 το ύφασμα πουλήθηκε στον Δούκα του Σαβόϋ, και το 1578 μεταφέρθηκε στο Τορίνο της Ιταλίας όπου παραμένει μέχρι σήμερα.
  Η ιστορία της Σινδόνης πριν τον Μεσαίωνα είναι νεφελώδης. Ένα πιθανό σενάριο προτείνει ότι μετά τον θάνατο του Χριστού (ή το 70 μ.Χ. που καταστράφηκε η Ιερουσαλήμ) μεταφέρθηκε στην Έδεσσα της Τουρκίας (σύγχρονη Urfa). Γνωστό σαν το Μανδήλιον ή Εικόνα της Έδεσσας ήταν διπλωμένο για να φαίνεται μόνο το πρόσωπο μέσα σε μια ανοιχτή θήκη.
  Το 944 μ.Χ. ο Βυζαντινός Αυτοκρατορικός Στρατός εισέβαλε στην Έδεσσα[Σημ. επιμελητή: η οποία, αν και βυζαντινή πόλη, βρισκόταν υπό αραβική κατοχή από το 638 μ.Χ.] με το σκοπό να ξαναποκτήσουν το ύφασμα και μετά να το παραδώσουν στην Κωνσταντινούπολη. Η Τέταρτη Σταυροφορία (1204) λεηλάτησε την Κωνσταντινούπολη και η Σινδόνη του Τορίνου ουσιαστικά εξαφανίστηκε μέχρι τον 14ο αιώνα. Πιθανόν ήταν στην κατοχή των Ναïτών ιπποτών, ένα διεθνές τάγμα σταυροφορίας από πολεμιστές μοναχούς, όταν αυτό επανεμφανίστηκε με τον De Charney το 1353.
  Η επιστημονική και εξονυχιστική έρευνα της Σινδόνης επικεντρώθηκε στο κατά πόσον η απεικόνιση είχε δημιουργηθεί φυσικά ή τεχνητά. Πάνω από 500.000 ώρες επιστημονικής εξέτασης από 63 επιστημονικούς κλάδους έχουν εφαρμοστεί στην Σινδόνη. Περισσότερο εκτεταμένη ήταν η ανάλυση του 1978 από 40 επιστήμονες όλο το 24ωρο για 5 μέρες. Αυτοί συμπέραναν ότι η απεικόνιση ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ!
  Δεν υπήρχε κανένα άξιο λόγου ίχνος χρώματος, μπογιάς, βαφής ή σταγόνες πάνω στο ύφασμα. Ούτε η εικόνα έδειχνε την κατεύθυνση που φυσιολογικά δημιουργείται από τα περάσματα της βούρτσας. Ούτε υπήρχε κανένα Περίγραμμα της εικόνας καθώς θα ήταν απαραίτητο για να δημιουργήσουν μια ζωγραφική παράσταση. Ούτε βρέθηκε καμιά απόδειξη «στερέωσης» του υφάσματος που συμβαίνει όταν εφαρμοστεί οποιαδήποτε υγρή ουσία. Η εικόνα φαίνεται να είναι καθαρά επιφανειακή, διαπερνώντας μόνο τις δύο κορυφαίες μικρο-ίνες.
Οι σταγόνες αίματος πάνω  στο μέτωπο και τα μαλλιά ταιριάζουν με πληγές από αγκαθωτό στεφάνι. Πάνω από 100 σημάδια μαστιγώματος  στην πίσω πλευρά, ταιριάζουν το μαστίγωμα που έκανε το ρωμαϊκό μαστίγιο (Flagum). Το αίμα που κυλούσε κάτω από τα χέρια και στα πόδια δείχνουν τρύπημα που προέρχεται απόκαρφιά. Η ροή του αίματος κάτω από τα χέρια ταιριάζει τη ροή της βαρύτητας που συμβαίνει κατά την σταύρωση. Η απουσία απεικονίσεων του αντίχειρα και στα δύο χέρια, δείχνει ότι είχε τρυπηθεί ο καρπός του χεριού και όχι τα χέρια. Ένα καρφί στον καρπό του χεριού θα τρυπούσε το μεσαίο νεύρο, προκαλώντας το σπάσιμο του αντίχειρα στην παλάμη.
  Η φωτογράφηση της Σινδόνης το 1898 αποκάλυψε το κρυμμένο «αληθινά θετικό» που έκανε την εικόνα της Σινδόνης ένα φωτογραφικό αρνητικό. Η ανάλυση της εικόνας που έγινε το 1978 αποκάλυψε ότι τα τρισδιάστατα χαρακτηριστικά της Σινδόνης, δείχνουν ότι το ύφασμα έχει πάνω του μια πραγματική τρισδιάστατη ανθρώπινη μορφή, που είναι αδύνατον να δημιουργηθεί με ζωγραφική.
  Πρόσφατες μελέτες από τους Ισραηλινούς βοτανολόγους Avinoan Danin και Uri Baruch, μαζί με τους Αμερικανούς Alan και Mary Whanger, αποκάλυψε ισχυρή απόδειξη ότι η προέλευση της Σινδόνης είναι μέσα από την περιοχή της Ιερουσαλήμ. Ακόμη, το ύφασμα περιέχει αναρίθμητους κόκκους γύρης και απεικονίσεις φυτών. Με το μικροσκόπιο, αναγνωρίστηκαν με σιγουριά, τουλάχιστον 30 τύποι κόκκων γύρης.
  Απεικονίσεις φυτών, αν και πιο δύσκολο να αναγνωριστούν, περιλαμβάνουν τα Zygophyllum dumosum, Gundelia tournefortii, Cistus creticus και Capparis aegyptia. Όλα μαζί, είναι μοναδικά σε μόνο μια περιοχή πάνω στη γη –τα βουνά της Ιουδαίας και την έρημο του Ισραήλ. Η ταυτόχρονη άνθηση τον Μάρτιο και Απρίλιο των 8 φυτών που αναγνωρίστηκαν πάνω στην Σινδόνη, ανταποκρίνονται στη βιβλική αφήγηση του θανάτου του Χριστού. Ένα από αυτά τα λουλούδια (Capparis aegyptia) αρχίζει να ανοίγει το μεσημέρι και φθάνει σε πλήρες άνοιγμα λίγο πριν την δύση του ήλιου. Στις 3 ή 4 μ.μ., το άνοιγμα των μπουμπουκιών τους, ταιριάζει με την ώρα του θανάτου του Χριστού.
   Το 1988, η Σινδόνη του Τορίνου χρονολογήθηκε με τον άνθρακα 14 από τρία διαφορετικά εργαστήρια. Και τα τρία το χρονολόγησαν μεταξύ του 1260 μ.Χ. και του 1390 μ.Χ. Ακόμη, έχουν εγερθεί ανησυχίες σχετικά με την ακρίβεια των μετρήσεων. Ζωντανοί μύκητες και βακτήρια έχουν ανακαλυφθεί πάνω στο ύφασμα, δημιουργώντας ένα «βιο-πλαστικό στρώμα» το οποίο μπορεί να παροδηγήσει την χρονολόγηση με τον άνθρακα 14. Ο Harry Grove, που διεύθυνε το τεστ με τον άνθρακα 14, δήλωσε ότι το μικρόβιο είναι μια «ανάπτυξη που θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά… αυτό αξίζει περισσότερο λεπτομερή έρευνα».
  Το τμήμα της Σινδόνης που χρησιμοποιήθηκε για το ραδιομετρικό τεστ, γνωστό σαν «Γωνία του Ραέ», ήρθε από ένα σημείο ευαίσθητο σε μόλυνση, εξαιτίας της μεταχείρισης που υπέστη η Σινδόνη σε όλους τους αιώνες. Είναι επίσης πιθανόν ότι η πυρκαγιά του 1532 δημιούργησε μια σημαντική αύξηση στην συσσώρευση άνθρακα 14, και ως εκ τούτου να αύξησε τον ραδιομετρικό υπολογισμό.
  Αν και η επιστήμη δεν έχει ακόμη προσδιορίσει τον μηχανισμό με τον οποίο δημιουργήθηκε η απεικόνιση της Σινδόνης, έχει προταθεί κάποιος τύπος ροής ουδετερονίων από ραδιενέργεια. Επίσης αυτή η διαδικασία θα παράγει πρόσθετο άνθρακα 14, λοξοδρομώντας την χρονολόγησή του.
  Οι αλλαγές στο πρωτόκολλο του τεστ με τον άνθρακα 14 το 1988 περιλάμβαναν: 
Εξέταση από ένα τμήμα της Σινδόνης. 
Χρησιμοποίηση μόνο τριών εργαστηρίων, αντί των αρχικών επτά. 
Το τμήμα της Σινδόνης «Γωνία του Ραέ» που ήταν γνωστό πως είχε μολυνθεί από πυρκαγιά και ανθρώπινο άγγιγμα, αντί ενός καθαρότερου τμήματος.
Συγκεντρωμένη μαζί, όλη αυτή η απόδειξη εγείρει σοβαρές αμφιβολίες για την εγκυρότητα του τεστ του 1988.
 Εάν η Σινδόνη χρονολογηθεί ακριβώς τον 14ο αιώνα, τότε απαιτείται η γνώση, η ικανότητα και η δεξιοτεχνία πάρα πολλών πεδίων από έναν πλαστογράφο του Μεσαίωνα. Αυτός ο καλλιτέχνης χρειάζονταν εκτεταμένη γνώση στην ανατομία και φυσιολογία μέχρι να μπορεί με ακρίβεια να απεικονίσει τις λεπτομέρειες της σταύρωσης, όπως και γνώση των φωτογραφικών αρνητικών και των τρισδιάστατων εικόνων. Επίσης θα απαιτούνταν βαθιά γνώση της χημείας του αίματος και των προσθέσεων με μικροσκόπιο ντόπιων ποικιλιών γύρης από συγκεκριμένη τοποθεσία.
   Κατά πόσον η Σινδόνη είναι ένα ταφικό ύφασμα της Παλαιστίνης του 1ου αιώνα ή μια πλαστογραφία της μεσαιωνικής Ευρώπης, μελετείται ακόμη. Κατά πόσον είναι το πραγματικό σάβανο του Χριστού είναι πέρα απ’ τον ορίζοντα της επιστήμης. Ακόμη, η εικόνα της Σινδόνης και οι κηλίδες αίματος, μπορούν να μας βοηθήσουν να φανταστούμε τα τρομερά παθήματα του Χριστού. Ότι είναι άδειο αυτό το σάβανο, μας υπενθυμίζει την ανάστασή Του.
  Μια αριστουργηματική αναπαραγωγή ή το πραγματικό σάβανο, αυτό μπορεί να μιλήσει σε όλους όσους έχουν ακουμπήσει την πίστη τους σε Αυτόν.
«Δεν είναι εδώ, επειδή αναστήθηκε, όπως το είχε πει. Ελάτε, δείτε τον τόπο όπου ήταν τοποθετημένος ο Κύριος» (Ματθαίος 28:6).
BILL GEATING
Μετάφραση κατόπιν αδείας από το περιοδικό BIBLE AND SPADE-Winter2000. Τίτλος πρωτότυπου: Shroud of Turin 2000.
ΙΙ
 Συνοψίζοντας την αρχαία ιστορία της Σινδόνης
Οι κριτικοί σωστά έχουν κατηγορήσει ότι είναι αδύνατον για κάτι τόσο ασυνήθιστο, όσο η Σινδόνη, να έχει διαφύγει της προσοχής για 13 αιώνες, μόνο για να εμφανιστεί στην κατοχή ενός κατώτερου Γάλλου ευγενούς το 1355. Η Σινδόνη φαίνονταν να έχει έρθει από το πουθενά σε έναν αιώνα πασίγνωστο για πλαστογραφίες. Αλλά το 1969, ο Βρετανός συγγραφέας και ιστορικός ερευνητής Ian Wilson παρατήρησε δυνατές ομοιότητες μεταξύ της Σινδόνης και των μεσαιωνικών περιγραφών της πιο διάσημης εικόνας  των αρχών του Μεσαίωνα- “Την Αχειροποίητη Εικόνα της Έδεσσας”.
   Η καταγεγραμμένη ιστορία της Εικόνας της Έδεσσας άρχισε τον 6ο αιώνα στην χριστιανική πόλη της Έδεσσας, στην σύγχρονη ανατολική Τουρκία. Πιστεύονταν ότι ήταν ένα ύφασμα στο οποίο ο ζωντανός Ιησούς είχε αποτυπώσει το πρόσωπό του, η Εικόνα σκόπιμα στάλθηκε σε έναν βασιλιά της Έδεσσας. Ήταν τόσο μακρύ, ώστε έπρεπε να “διπλωθεί στα τέσσερα” για να τοποθετηθεί στο πλαίσιο υποστήριξης. Εάν η Σινδόνη του Τορίνου διπλώνονταν για να αποκρύψει το σώμα και να φαίνεται μόνο το πρόσωπο, θα ήταν πολύ όμοια με τις αρχαιότερες απεικονίσεις της Εικόνας της Έδεσσας που έχουν βρεθεί.
 Συγγραφείς του Μεσαίωνα λένε ότι η Εικόνα δεν ήταν έργο τέχνης, αλλά το αμυδρό “ιδρωμένο” αποτύπωμα του Ιησού.  Επίσης λέγανε ότι υπήρχε αίμα πάνω σε αυτό. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούν να παρατηρηθούν σήμερα πάνω στην Σινδόνη. Ο Wilson στο βιβλίο του «Η Σινδόνη του Τορίνου» (1978), σημειώνει ότι μετά που την εικόνα της Έδεσσας την πήραν οι  Βυζαντινοί στην Κωνσταντινούπολη το 944, άρχισαν ήσυχα να παραδέχονται ότι είχαν την Σινδόνη σαν ένα από τα  αποκτήματά τους. Αυτός ήταν πιθανόν ένας από τους θησαυρούς που κλάπηκαν στην Τέταρτη Σταυροφορία (1204) και αργότερα εμφανίστηκε στην Γαλλία. Έτσι, η Εικόνα της Έδεσσας φαίνεται στενά συνδεδεμένη με την Σινδόνη του Τορίνου.
  Οι περισσότεροι ιστορικοί έδωσαν λίγη προσοχή στην θεωρία του Wilson, πιστεύοντας ότι η εικόνα της Έδεσσας ήταν απλά ένα ζωγραφισμένο πρόσωπο πάνω σε ένα μικρό ύφασμα. Αλλά οι αποδείξεις συνεχίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια. Ειδική εξέταση στο φως των φωτογραφιών της Σινδόνης δείχνει γραμμές από παλιά τσακίσματα, κάτι που ισχυρά υποστηρίζει ένα παλαιό «δίπλωμα στα τέσσερα». Επίσης υπάρχουν αναφορές από συγγραφείς των αρχών του Μεσαίωνα που πίστευαν ότι η Εικόνα της Έδεσσας είχε την εικόνα ενός πλήρους σώματος.
  Τελικά, πρόσφατα στην Βιβλιοθήκη του Βατικανού, αναγνωρίστηκε μια ομιλία του Γρηγόριου, αρχιδιακόνου της Αγίας Σοφίας (του μεγάλου καθεδρικού ναού στην Κωνσταντινούπολη) που ήταν ειδικός στην ιστορία της Εικόνας της Έδεσσας. Την νύχτα 16 Αυγούστου 944, η εικόνα της Έδεσσας, μόλις είχε «ελευθερωθεί» από την Έδεσσα, την έφεραν στο παλάτι του αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη. Αυτή ήταν μια από τις λίγες καταγεγραμμένες δημόσιες εμφανίσεις της Εικόνας. Η ομιλία του Γρηγόριου σε αυτό το περιστατικό δυνατά υπονοεί ότι η εικόνα αφαιρέθηκε  τουλάχιστον εν μέρει από το κάλυμμά της (ένα είδος πλαισίου κορνίζας) και ξεδιπλώθηκε τόσο πολύ ώστε να μην αποκαλύπτει μόνο το πρόσωπο, αλλά επίσης ένα ματωμένο πληγωμένο πλευρό. Στην ομιλία του, ο Γρηγόριος λέει ότι το αίμα και ο ιδρώτας του προσώπου έπεφτε σταγόνα –σταγόνα  από το πλευρό του Ιησού. Αυτός επίσης αναφέρει «αίμα και νερό εκεί» σαν εάν να έδειχνε στο πληγωμένο πλευρό για το ακροατήριό του. Εάν η Εικόνα της ΄Εδεσσας είχε ένα πληγωμένο πλευρό, αυτή αποτελούνταν από περισσότερο από την εικόνα ενός προσώπου και ηχεί αξιοσημείωτα σαν την Σινδόνη του Τορίνου. Μια τέτοια σύνδεση  θα έσπρωχνε την ιστορία της Σινδόνης πίσω στον 6ο μ.Χ. αιώνα, ένας πρόσθετος λόγος για να αμφιβάλλουμε την χρονολόγηση με τον άνθρακα-14 το 1988.
JOHN LONG
Μετάφραση κατόπιν αδείας από το περιοδικό BIBLE AND SPADE-Winter2000. Τίτλος πρωτότυπου: Closing in on the shroud’s history.
ΙΙΙ
Συμπληρωματικά στοιχεία
Α. Για τη χρονολόγηση του 1988
Συνιστώ σε κάθε ενδιαφερόμενο τη μελέτη του Αθανάσιου Κ. Δημητριάδη «Αναφορά στη Σινδόνη του Τορίνου», εκδ. Τήνος 1998. Εκεί αναφέρονται και άλλα τεκμήρια της παλαιότητας και αυθεντικότητας της σινδόνης, όπως ο εντοπισμός νομισμάτων της εποχής του Ιησού, τοποθετημένων στα μάτια του σώματος. Τα νομίσματα φάνηκαν το 1977, όταν η εικόνα του προσώπου αναλύθηκε με εξοπλισμό διαστημικής τεχνολογίας (σελ. 26-27). Η τοποθέτηση νομισμάτων στα μάτια των νεκρών ήταν ταφικό έθιμο της εποχής εκείνης.
Εκεί ωστόσο, με πλήθος βιβλιογραφικών παραπομπών, αναφέρονται λεπτομερώς και τα προβλήματα αξιοπιστίας της χρονολόγησης με άνθρακα 14, αλλά και η καταγγελία του θέματος από τον καθηγητή του παν/μίου του Dermstadt Βέρνερ Μπουλστ σε διεθνές συνέδριο στη Μπολόνια το 1989 (βλ. εκτενώς το σχετικό κεφάλαιο, σελ. 38-54). Το σημαντικότερο πρόβλημα είναι η διαφορά βάρους των δειγμάτων της Σινδόνης, που διαπιστώθηκε στο ερευνητικό εργαστήριο της Ζυρίχης, και κατόπιν οι αντιφατικές δηλώσεις των υπεύθυνων για την έρευνα καθηγητών Τεστόρε και Ρίτσι για το βάρος των δειγμάτων, δηλώσεις που μάλιστα μεταβλήθηκαν στην πορεία, χωρίς ποτέ να επιτευχθεί συμφωνία των τιμών! Δεδομένου λοιπόν ότι, παράλληλα με τα δείγματα της Σινδόνης, στάλθηκαν για σύγκριση και δείγματα από το μανδύα του Αγ. Λουδοβίκου του Ανζού (13ος αι.) και από άλλα αρχαία υφάσματα, δημιουργήθηκε η υποψία ότι κάποιος αντικατέστησε τα σωστά δείγματα με πλαστά, κατασκευασμένα από κλωστές του μανδύα του Αγίου Λουδοβίκου.
Παραθέτω αναλυτικότερα από το παραπάνω, σελ. 40-45 (παραλείπω τις παραπομπές, η δε έμφαση δική μου):
…Σε κάθε εργαστήριο θα δίνονταν μαζί με το κομμάτι της Σινδόνης και τρία ακόμα «δείγματα ελέγχου» (control samples), των οποίων η ηλικία ήταν γνωστή. Το ένα προερχόταν από τον τάφο του Νουβίου (11ος αι.), το δεύτερο ήταν από τον τάφο της Κλεοπάτρας (1ος αι.) και το τρίτο ήταν κλωστές από το μανδύα του Αγίου Λουδοβίκου της Ανζού (13ος αι.).
[…] Στις 21 Απριλίου του 1988 πάρθηκαν από τη Σινδόνη τα προβλεπόμενα δείγματα. Ο καθηγητής Ρίτσι έκοψε μια λωρίδα 70×10 mm από τη «γωνία Ράες» […] Η λωρίδα αυτή τεμαχίστηκε στα δύο και το ένα από τα δύο κομμάτια τεμαχίστηκε στα τρία, για να λάβουν τα εργαστήρια από ένα κομμάτι βάρους 50 mg. Έως τον τεμαχισμό αυτό όλη η διαδικασία αποθανατίστηκε σε βίντεο και φωτογραφίες. Μετά όμως παρατηρείται μια μεγάλη απόκλιση από τις κανονικές διαδικασίες. Όταν τα δείγματα έπρεπε να κλειστούν στις προετοιμασμένες μεταλλικές κάψουλες, ο καρδινάλιος και ο δρ Τάιτ αποσύρθηκαν μόνοι τους σε μια διπλανή αίθουσα, χωρίς την παρουσία φωτογράφων και βιντεοληπτών. Το γεγονός αυτό αφήνει πολλές αμφιβολίες για την όλη υπόθεση. Σ’ αυτή τη μισή ώρα που έλειψαν ήταν δυνατόν να πάρουν ένα προσεκτικά διαλεγμένο όμοιο με τη Σινδόνη κομμάτι υφάσματος και να το κάνουν να φαίνεται ίδιο με τα αρχικά δείγματα, κόβοντας και ζυγίζοντας. Τόσοι μήνες και τόσα χρόνια προετοιμασίας ήταν για να οδηγήσουν σε μια τόσο ερασιτεχνική διαδικασία;
Στις 13 Οκτωβρίου 1988 έγινε η επίσημη ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. […] Η Επιστήμη μίλησε. Η Σινδόνη είναι πλαστή. Την ίδια μέρα που το Βατικανό ανακοίνωσε επίσημα τα αποτελέσματα, το ογκώδες βιβλίο του David Sox, φίλου του Τάιτ, με τίτλο «Η Σινδόνη χωρίς μάσκα – Ξεσκεπάζοντας τη μεγαλύτερη απάτη όλων των εποχών» πουλιόταν ήδη στη Βρετανία. Η χρονολόγηση που μόλις ανακοινώθηκε είχε ήδη τυπωθεί στο βιβλίο του Sox, προ πολλού. […]
Ο Καθηγητής Χωλ, διευθυντής του εργαστηρίου της Οξφόρδης, σε ομιλία του στο Λονδίνο, είπε ότι όποιοι θεωρούν γνήσια τη Σινδόνη είναι «παθολογικοί» και «αυτόματα προκατειλημμένοι». […] «Θα υπάρξουν» δήλωσε «μερικοί ανόητοι που δεν θα την δεχτούν. Είναι χαμένοι. Ο καθένας μπορεί να καταφύγη σ’ ένα θαύμα».
Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων ο Χωλ συνταξιοδοτήθηκε και τη θέση του την πήρε ο… Τάιτ.
[…] Ας έρθουμε τώρα σε μερικές λεπτομέρειες που πείθουν ότι η όλη διαδικασία ήταν μια σκευωρία.
Ο Βέλφλι στη Ζυρίχη ανέφερε ότι ζυγίζοντας με ζυγαριά ακριβείας τα δείγματα που είχε λάβει, ενώ για όλα τα άλλα δείγματα διεπιστώθησαν ακριβώς τα ίδια στοιχεία, όπως στο Τορίνο, το δείγμα της Σινδόνης (;) αποδείχτηκε λίγο πιο ελαφρύ. […] Υπήρχαν σημαντικές αντιφάσεις μεταξύ των μετρήσεων στο Τορίνο (στη λήψη των δειγμάτων) και αυτών στα εργαστήρια. Αναφέρεται εδώ [ο συγγραφέας Orasio Petrosillo] στον Καθηγητή Ρίτσι, ο οποίος έκοψε και τεμάχισε το δείγμα, και στον ειδικό επιστήμονα υφαντολογίας Καθ. Τεστόρε, ο οποίος ήταν παρόν. […] Ο υπεύθυνος της όλης διαδικασίας Τάιτ είχε δηλώσει σε άρθρο του στο επιστημονικό περιοδικό Nature (Τόμος 337, 16 Φεβρουαρίου 1989) ότι το δείγμα που κόπηκε από τη Σινδόνη ήταν 70x10 mm. Επίσης ο Ρίτσι δήλωσε ότι η λωρίδα που έκοψε ήταν 70×10 mm. Στην ομιλία του στο διεθνές συνέδριο του Παρισιού (Σεπτέμβριος 1989) έδωσε σαν βάρος για ολόκληρο το κομμάτι, πρώτα 479 mg και ύστερα 540 mg. Διαβάζοντας το βάρος στο βίντεο ο αριθμός ήταν 478,1 mg. Τρεις διαφορετικές τιμές για το ίδιο πράγμα (!).
Το κομμάτι κόπηκε σε δυο μέρη. Το ένα μέρος ζύγιζε σύμφωνα με τον Τεστόρε 144,5 mg, ενώ σύμφωνα με τον Ρίτσι 141 mg. Αυτό το κομμάτι με τα δύο διαφορετικά βάρη κρατήθηκε για μελλοντική εξέταση. Το δεύτερο κομμάτι ζύγιζε 154,9 mg σύμφωνα με τον Τεστόρε και διαιρέθηκε σε τρία κομμάτια του ίδιου περίπου μεγέθους και βάρη 52,0, 52,8 και 53,7 mg. Ο Ρίτσι δήλωσε ότι και τα τρία κομμάτια που κόπηκαν ζύγιζαν σχεδόν ακριβώς 53 mg. (Ο Χωλ ανέφερε αργότερα ότι όλα τα κομμάτια ζύγιζαν 43 mg). Προσθέτοντας τα δοθέντα βάρη προκύπτει συνολικά βάρος 158,5 mg. Πάλι τα νούμερα που δίδονται δεν ταιριάζουν.
Αντιμέτωποι μ’ αυτές τις αντιφατικότητες οι Τετόρε και Ρίτσι άλλαξαν την εκδοχή που είχαν δώσει και ισχυρίστηκαν πως όχι το μεγαλύτερο αλλά το μικρότερο κομμάτι κόπηκε στα τρία. Αυτή η δήλωση περιπλέκει πιο πολύ τα πράγματα, καθώς κάθε εργαστήριο υποτίθεται ότι έλαβε ένα δείγμα περίπου 50 mg. Αυτό ήταν απλώς αδύνατο, κόβοντας ένα κομμάτι των 144,8 mg (Τεστόρε) ή των 141 mg (Ρίτσι). [Σημ. επιμελ.: Εδώ έχει γίνει προφανώς τυπογραφικό λάθος, γιατί προηγουμένως ο συγγραφέας γράφει ότι κατά τον Τεστόρε το δείγμα ζύγιζε 144,5 mg]. Ο Τεστόρε διαφέροντας πάλι από τη δήλωση του Ρίτσι, λέει ότι το δείγμα που κόπηκε από τη Σινδόνη ήταν 81x16 mm.
[…] Τέλος μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση είναι πως το κομμάτι της Σινδόνης που κόπηκε ήταν από τα πιο λερωμένα σημεία, όπως δείχνει και το έντονα σκούρο χρώμα του. Όμως ο Βέλφλι έμεινε έκπληκτος που δεν βρήκε ίχνος λερώματος, γεγονός που το αναφέρει στην επίσημη έκθεση της χρονολόγησης.
Από όλα αυτά μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε ότι το Δείγμα 1 δεν προερχόταν από τη Σινδόνη. Τότε τι ύφασμα ήταν εκείνο; Εντυπωσιακή είναι η ταύτιση στο τεστ του C14 της χρονολογίας του Δείγματος 1 και του Δείγματος 4 (κλωστές από το μανδύα του Αγίου Λουδοβίκου της Ανζού). Μπορούσαν, αναφέρει ο Γάλλος Bonnet-Eymard, να είχαν κατασκευασθεί κομμάτια υφάσματος του είδους της Σινδόνης, χρησιμοποιώντας κλωστές του μανδύα. Σε εργαστήρια συντήρησης έργων τέχνης σίγουρα θα υπήρχε η δυνατότητα. Δύσκολα όμως θα μπορούσαν να επιτύχουν ταυτόχρονα τις ίδιες διαστάσεις και το ίδιο βάρος. Έτσι μπορούσαν να εξηγηθούν οι διαφορές στις μετρήσεις στο Τορίνο και στα εργαστήρια.
Αν υπήρξε σκευωρία, ποιοι ευθύνονταν γι’ αυτήν; Ο Καθηγητής Βέρνερ Μπούλστ, που κατήγγειλε την απάτη ευθέως στο διεθνές συνέδριο της Μπολόνια το 1989 και στη συνέχεια μίλησε και έγραψε αρκετά για το θέμα, κατηγόρησε ευθέως τους Μασόνους, ενώ και η πυρηνική φυσικός Κάιττυ Λιτλ, ερευνήτρια στο Atomic Energy Research Establishment at Harwell της Μ. Βρετανίας, «τους Μασόνους και τους Σιωνιστές» (τουλάχιστον ο Τάιτ ήταν μασόνος, ό.π. σελ. 47).Ενδιαφέρον παρουσιάζει όμως η θεωρία των Γερμανών Χόλγκερ Κέρστεν και Έλμαρ Γκρούμπερ, οι οποίοι, στο έργο τους «Η συνωμοσία του Ιησού» (αγγλική έκδοση 1990) υποστηρίζουν ότι η πλαστογράφηση έγινε από την ίδια την «Καθολική Εκκλησία»!! Κατά τους δύο ερευνητές, το αίμα πάνω στη Σινδόνη «αποδεικνύει» ότι ο Ιησούς ήταν ζωντανός όταν Τον κατέβασαν από το σταυρό, συνεπώς δεν υπήρξε σταυρικός θάνατος και ανάσταση! Αν η Σινδόνη αποδεικνυόταν γνήσια, συνεχίζουν, αυτό θα τίναζε στον αέρα το χριστιανικό δόγμα, συνεπώς η Σινδόνη ήταν «μια ωρολογιακή βόμβα στο Ιερό της Εκκλησίας».
 
Ο ισχυρισμός των δύο ερευνητών για διάσωση του Ιησού από τη σταύρωση (γνωστός από σενάρια άλλων αθεϊστών) δεν τεκμηριώνεται από τη Σινδόνη. Ο «άνθρωπος της Σινδόνης» δεν είναι ζωντανός, αλλά νεκρός, αφού (εκτός από τα ιατροδικαστικά τεκμήρια) έχει δεχτεί φροντίδα ταφής. Αυτό δε θα συνέβαινε σ’ ένα ζωντανό άνθρωπο που το σώμα του αιμορραγούσε και που κάποιοι άλλοι προσπαθούσαν να τον βοηθήσουν να ζήσει. Ούτε όμως και θα υπήρχε λόγος να διαφυλαχτεί ως πολύτιμο κειμήλιο ένα σεντόνι, που απλά είχε χρησιμοποιηθεί σε μια τέτοια «απάτη» πρώτου μεγέθους.
Β. Για την πρώιμη ιστορία της Σινδόνης
Στην ίδια μελέτη αναφέρονται και οι πρώιμες μαρτυρίες για τη σινδόνη (σελ. 72-84). Λίγα λόγια γι’ αυτό, εκτός από όσα ειπώθηκαν ανωτέρω:
Το Ιερό Μανδήλιο (που καθώς φαίνεται ήταν η σινδόνη, διπλωμένη έτσι μέσα σε θήκη, που φαινόταν μόνο το πρόσωπο του Κυρίου) εντοιχίστηκε σε μια κόγχη του τείχους της Έδεσσας από τον επίσκοπο της πόλης, όταν ξέσπασε διωγμός κατά των χριστιανών το 2ο αιώνα, από τους διαδόχους του πρώτου χριστιανού βασιλιά Άβγαρου. Ανακαλύφθηκε όταν κατέρρευσε το τείχος, το 550 μ.Χ., σε μια περσική επίθεση. Τότε οι χριστιανοί αρχίζουν να ζωγραφίζουν το Χριστό όπως Τον ξέρουμε σήμερα από τις ορθόδοξες εικόνες, εξαιτίας προφανώς της μορφής που είναι αποτυπωμένη πάνω στο ύφασμα, που το θεωρούσαν «μαντήλι», λόγω της θήκης όπου ήταν διπλωμένο.
Μετά το 10ο αιώνα, που η εικόνα έρχεται στην ΚΠολη, προφανώς αποκαλύπτεται ότι είναι σεντόνι. Μαρτυρίες προς τούτο:
Στις αρχές του 12ου αι. αρχίζει να ζωγραφίζεται η σκηνή του «Επιτάφιου Θρήνου», εμφανώς επηρεασμένη από τη μορφή που απεικονίζεται στη σινδόνη. Παράλληλα εμφανίστηκαν οι «επιτάφιοι», τα υφάσματα που τοποθετούνται στο συμβολικό τάφο του Χριστού τη Μ. Παρασκευή (και σήμερα στους ναούς). Κοινό χαρακτηριστικό τους η ολόσωμη μορφή του Ιησού με τα χέρια σταυρωμένα, όπως η μορφή της σινδόνης.
Γύρω στο 1192 (εκατό χρόνια πριν τη χρονολογία που έδωσε για τη σινδόνη ο άνθρακας 14) χρονολογείται η εικόνα του Κώδικα Pray, στη Βουδαπέστη, με τον ενταφιασμό του Ιησού ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΠΩΣ φαίνεται στη σινδόνη: Τον ξαπλώνουν σε ένα σεντόνι με «ύφανση ψαροκόκαλου», με ιδιαίτερα σημάδια που υπάρχουν ΚΑΙ στη σινδόνη, ενώ το σώμα του Κυρίου έχει τα χαρακτηριστικά και τη στάση της μορφής της σινδόνης.
Εκτός αυτών, ο Γάλλος στρατιωτικός Ρομπέρ ντε Κλαρί, το 1203, αναφέρει ότι στην Παναγία των Βλαχερνών, στην ΚΠολη, «φυλασσόταν η Σινδόνη, στην οποία είχε τυλιχθεί ο Κύριός μας, και η οποία υψωνόταν όρθια κάθε Παρασκευή, έτσι που να μπορεί κανείς να δει καθαρά τη μορφή του Κυρίου».
Αλλά και η «Δωδεκάβιβλος» του Δωσίθεου (τόμ ΙΑ΄, κεφ. Β΄, σελ. 20, έκδ. Βασ. Ρηγοπούλου) αναφέρει ότι επί Μιχαήλ Παφλαγόνος έγινε λιτανεία στην ΚΠολη,όπου λιτανεύθηκαν «τα σπάργανα του Σωτήρος». Σπάργανα = τα «εντάφια σπάργανα», δηλ. το σάβανό Του, αυτό που βρέθηκε στο τάφο μετά την ανάσταση του Ιησού! (Βλ. κατά Ιωάννην, 20, 5-7).
Κλείνω με απόσπασμα από τη μελέτη του Αθ. Δημητριάδη (σελ. 91-92): «Το εμφανές ερώτημα … είναι πώς ένα νεκρό σώμα μπόρεσε να εκπέμψει ακτινοβολία ικανή να κάψει ένα ύφασμα, δρώντας με τόσο ελεγχόμενο τρόπο, ώστε να δημιουργήσει ένα τελειώτατο εκτύπωμα ανθρωπίνου σώματος. […]
Απάντηση μπορεί να δοθεί μόνο αν δεχθούμε, ότι η Σινδόνη τύλιξε κάποτε ένα ανθρώπινο σώμα, στο οποίο συνέβη κάτι το ασυνήθιστο. Έτσι, αν δεχθούμε την Ευαγγελική άποψη, είμαστε υποχρεωμένοι να συμπεράνουμε τα εξής: ενώ το σώμα του Ιησού κειτόταν νεκρό στον τάφο, επήλθε σ’ αυτό μια φυσική μετατροπή, που συνοδεύτηκε από εκπομπή μιας ακτινοβολίας, τα θερμικά αποτελέσματα της οποίας ήταν παραπλήσια μ’ εκείνα της φωτιάς. Εκείνη τη στιγμή το αίμα εξαϋλώθηκε, ενώ η μορφή και το σώμα του Ιησού αποτυπώθηκαν ανεξάλειπτα επάνω στη Σινδόνη, απαθανατίζοντας για τις επερχόμενες γενεές της στιγμή της ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ.
Έτσι η Σινδόνη είναι η στιγμιαία φωτογραφία του Ιησού Χριστού, τη στιγμή που επέστρεφε στη ζωή».
Εκτενές αφιέρωμα στο ζήτημα της Σινδόνης του Τορίνο δημοσιεύεται στη διεύθυνση: http://www.apologitis.com/gr/sindone.htm.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εμπόδια στο δρόμο προς την Ορθοδοξία

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Απριλίου, 2014

MZ1

Η Ορθοδοξη Εκκλησία στη βόρεια Τανζανία έχει πολλούς πιστούς. Πάντοτε και παντού, οι άνθρωποι με άδολη ψυχή, όταν έβρισκαν το πολύτιμο μαργαριτάρι, πουλούσαν όλα όσα είχαν για να το αγοράσουν και να το κάνουν κτήμα τους. Έτσι συμβαίνει και εδώ. Όσοι άνθρωποι είναι σε θέση να αναγνωρίσουν στην Ορθόδοξη πίστη και ζωή το θησαυρό που δεν θα τους αφαιρεθεί ποτέ -τώρα και στην αιωνιότητα-, δίνουν σ’ αυτόν την καρδιά τους και τον ακολουθούν.

Δεν είναι τόσο εύκολο να περπατά κανείς χιλιόμετρα ξυπόλητος, φορτωμένος στην πλάτη το παιδί, για να φτάσει στον ναό του Θεού και να προσευχηθεί. Ούτε να παρακολουθεί όρθιος επί 3-4 ώρες την τέλεση της Θ. Λειτουργίας, ενώνοντας την φωνή του με τις φωνές των άλλων στην ψαλμωδία, για να ξαναπερπατήσει αργότερα νηστικός μερικά χιλιόμετρα πίσω στην καλύβα του. Ούτε είναι εύκολο να ξεσπιτώνεται επί 10-15 μέρες, ζώντας σε υπαίθρια κατασκήνωση, για να συμμετάσχει σε εντατικό κατηχητικό σεμινάριο.

Και όμως όλα αυτά τα κάνουν. Και όχι μόνο αυτά. Είναι πρόθυμοι να κάνουν πολύ περισσότερα, αν τους δοθεί το κίνητρο και η ευκαιρία. Η Εκκλησία είναι υποχρεωμένη να αξιοποιήσει σωστά αυτούς τους ανθρώπους και να τους προσφέρει πεδίο δράσης, ώστε να την διακονήσουν.

Ωστόσο, υπάρχουν και πολλά εμπόδια, για να ασπασθούν οι ιθαγενείς την Ορθοδοξία. Η πρώτη και καθοριστικής σημασίας δυσκολία είναι να φτάσει το Ορθόδοξο μήνυμα ως αυτούς, στον τόπο τους. Αυτό για να γίνει, πρέπει να υπάρξουν οι εργάτες εκείνοι του Ευαγγελίου που θα δεχτούν να μετακινηθούν για να το φέρουν κοντά τους. Δεν είναι τόσο αυτονόητο αυτό. Για το λόγο τούτο, ένα μεγάλο παράπονο των ανθρώπων είναι γιατί η αληθινή πίστη στον Θεό έφτασε τόσο αργά σ’ αυτούς. Γιατί αυτό, που επί παραδείγματι οι Έλληνες κατέχουν εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια, δεν το μοιράστηκαν μαζί τους τόσον καιρό; Είναι συγκλονιστικό το ερώτημα και η απάντηση πολύ δύσκολη.

MZ2

Τώρα, αν υποθέσουμε ότι ξεπερνιέται η πρώτη δυσκολία, εγείρεται μια καινούργια, εξίσου μεγάλη. Το πρόβλημα της γλώσσας. Επειδή δια του λόγου η αλήθεια εγγράφεται στο νου και στην καρδιά, ο λόγος του Ευαγγελίου θα πρέπει να χρησιμοποιήσει το οικείο τους γλωσσικό ιδίωμα. Για κείνους είναι πολύ δύσκολο να μάθουν ξένες γλώσσες. Κάποιος λοιπόν που γνωρίζει ξένες γλώσσες θα πρέπει να μάθει και τη δική τους για να τους προσεγγίσει, να τους μεταφράσει κείμενα, να τους τα τυπώσει, να τους τα μοιράσει κ.λπ. Από κει και πέρα αρχίζει η δική τους ευθύνη.

Άλλες δυσκολίες προέρχονται από το φυλετικό και κοινωνικό τους περίγυρο. Το να ασπαστούν μια πίστη ξένη στον περίγυρό τους, σημαίνει γι’ αυτούς να κάνουν ανατροπές και αναπροσδιορισμούς στις δομές της ζωής τους. Να δεχθούν να ζήσουν με τους άλλους, αλλά όχι σαν τους άλλους. Αυτό σημαίνει πολλά. Οι ίδιοι θα πρέπει να ξεριζώσουν από μέσα τους συνήθειες, πρακτικές, νοοτροπίες βιωμένες επί αιώνες από τους προγόνους τους και παραδομένες σ’ αυτούς. Παράλληλα θα πρέπει να πληροφορήσουν και να πείσουν τους ομοεθνείς τους ότι αυτό που έχουν επιλέξει είναι δυνατότερο και αληθέστερο, είναι κάτι πραγματικά μοναδικό.

Πολλές φορές έρχονται αντιμέτωποι με την καχυποψία, την απόρριψη, την περιθωριοποίηση αλλά και την επιθετική συμπεριφορά των συνανθρώπων τους. Κάποιοι προφανώς υποβλέπουν την αριθμητική αύξηση των Ορθοδόξων και προσπαθούν να υποσκάψουν αυτή την εξάπλωση, άλλοτε με φανερούς, άλλοτε με υπόγειους τρόπους.

Αλλά και πρακτικές δυσκολίες υπάρχουν. Για παράδειγμα, τι θα κάνει ένας άνθρωπος που έχει μέχρι τώρα ζήσει με τρείς ή τέσσερις γυναίκες και έχει κάνει παιδιά μαζί τους, όταν γίνεται Ορθόδοξος και οφείλει, αφ’ ενός μεν να λειτουργήσει στο εξής μέσα στον ένα και ευλογημένο γάμο την ύπαρξή του, αφ’ ετέρου δε να στηρίξει και να συνδράμει τις γυναίκες και τα παιδιά που απέκτησε όταν βρισκόταν στην άγνοια;

Αναφέρθηκα εν περιλήψει και δειγματοληπτικά σε δυσκολίες και εμπόδια, για να μπορέσουν οι φίλοι της Ιεραποστολής να συνειδητοποιήσουν τον αγώνα που κάνουν καθημερινά οι Ορθόδοξοι ιεραπόστολοι. Φυσικά υπάρχουν και άλλες δυσκολίες, «ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός». Για το λόγο αυτό, χρειαζόμαστε ανελλιπώς την προσευχή σας, για να μπορούμε με τη χάρη του Θεού και υπομονή, να συνεχίσουμε με κάθε θυσία το κήρυγμα σε αυτή την περιοχή της βόρειας Τανζανίας.

Εκ της Ιεράς Μητροπόλεως

MZ3

http://ierapostoles.gr

Κατηγορία ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η επιστήμη μπροστά στη Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Απριλίου, 2014

Η επιστήμη μπροστά στη Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού

ΥΠΟ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ Γ. ΜΑΚΡΗ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ Α.Π.Θ.

Διάλεξη που δόθηκε εντός τού Πανεπιστημιακού χώρου (Απρίλιος 1978).

Γνωρίζουμε, ότι σε έναν ανόητο, όσα στοιχεία και αποδείξεις και αν δώσει κάποιος, αυτός θα συνεχίσει να πιστεύει αυτό που θέλει να πιστεύει, όσο παράλογο κι αν είναι. Όμως μεταξύ των αθεϊστών, υπάρχουν και μερικοί λογικοί άνθρωποι, που απλώς είναι παραπληροφορημένοι, ή αγνοούν κάποια πράγματα. Για τους ανθρώπους αυτούς, αναδημοσιεύουμε το παρακάτω επιστημονικό κείμενο του κου Σπύρου Μακρή, ελπίζοντας ότι και αυτοί θα εισέλθουν στην Οδό της Σωτηρίας του Χριστού μας. Τους υποτίτλους και κάποιες τονίσεις στα γράμματα, τα προσθέσαμε εμείς για να είναι το κείμενο πιο εύχρηστο.

Τοποθέτηση του ζητήματος

Αγαπητοί μου φίλοι,
Είναι πραγματικά ένα μεγάλο προνόμιο το ότι δίνεται η ευκαιρία να συναντηθούμε σ’ ένα αμφιθέατρο Πανεπιστημιακό, όχι μ’ εκείνο το στεγνό και στενό, αν και απαραίτητο περιεχόμενο τής μεταδόσεως ορισμένων επιστημονικών γνώσεων, αλλά σ’ εκείνη την ατμόσφαιρα και το επίπεδο τής στενής και χωρίς περιορισμούς, ως προς το βάθος και το πλάτος τής γνωριμίας, σε επίπεδο που έχει σχέση με την ψυχική ζωή τόσον των ταγμένων για να σας διδάσκουν μερικές γνώσεις όσον και των φοιτητών που έρχονται εδώ για να αποκτήσουν, για να οικοδομήσουν τον ψυχικό τους κόσμο και γι’ αυτό πρέπει να δώσω και στην ανώνυμη αυτή ομάδα των συναδέλφων σας, που σκέφθηκαν να πάρουν αυτήν την πρωτοβουλία, όσο και σ’ όλους εσάς που είχατε την καλοσύνη να έλθετε απόψε, να δώσω την έκφραση τής μεγάλης μου ευχαριστίας που σκέφθηκαν και μένα και με κάλεσαν εδώ για να σας μιλήσω.

Θα πρέπει να σας πω ότι, ό,τι θα ακούσετε από εδώ και εμπρός δεν είναι τίποτε άλλο από προσωπικά μου βιώματα. δεν είναι τίποτε άλλο από εκείνα που σε ώρες, είτε που απέχουν πολύ από το σήμερα, είτε και πρόσφατες παίδεψαν την ψυχή μου, πράγματα που αποτελούν το τέρμα πορείας πνευματικής, πράγματα που μπορώ να βεβαιώσω γι’ αυτά με την σφραγίδα τής απολύτου εσωτερικής πληροφορίας, με την σφραγίδα ότι επιβεβαιώνονται από την βίωση και απ’ την παρατήρηση αρκετών δεκαετιών από τον καιρό που επέστρεψα στον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν. Και νομίζω ότι είναι επίκαιρη η εκλογή τού θέματος που έχει σχέση με την Σταύρωση και την Ανάσταση τού Χριστού μας, όχι μονάχα γιατί ευρισκόμαστε στην εποχή εκείνη που έχει τάξει η Εκκλησία μας για τις ψυχές όλων των Χριστιανών να στρέφονται και να προετοιμάζονται και να συμμετέχουν στα Πάθη τού Χριστού μας, αλλά και γιατί ακριβώς η Σταύρωση και η Ανάσταση είναι το επίκεντρο, είναι ο πυρήνας τής καταφάσεως τού Χριστιανισμού και τού αντιλόγου εις τον Χριστιανισμό.

 Γιατί αν η Σταύρωση και η Ανάσταση τού Χριστού μας είναι αλήθεια, τότε όλα εκείνα τα οποία πιστεύαμε, όλα εκείνα στα οποία έχουμε προσκολληθεί, όλα εκείνα τα οποία ακολουθούμε και που είναι ξένα ή αντίθετα προς τον Χριστό και προς το Ευαγγέλιό Του είναι είδωλα που πρέπει να γκρεμισθούν. Γι’ αυτό και με τόση μανία και με τέτοιο πείσμα έχουν εγερθεί τόσες πολλές αντιρρήσεις, έχουν παρουσιασθεί τόσο πολλά επιχειρήματα για να πείσουν τον καθένα ότι η Ανάσταση τού Χριστού δεν έγινε. Γιατί αν η Ανάσταση τού Χριστού, έγινε, τότε ο Χριστός είναι: «ο Θεός», τότε όλα όσα λέει ο Χριστός, όλα όσα λέει το Ευαγγέλιο είναι αλήθεια και θα πρέπει να πεθάνουμε για όλα όσα έχουμε ζήσει, που είναι αντίθετα και ξένα προς τον Χριστό και να ξαναζήσουμε μια νέα ζωή σύμφωνη με όλα όσα είπε ο Χριστός και εξακολουθεί να πρεσβεύει και να βιώνει η Εκκλησία.

Τα επιχειρήματα τα οποία υψώνονται για να αμφισβητήσουν την Ανάσταση τού Χριστού μπορούμε να τα κατατάξουμε σε τρεις μεγάλες κατηγορίες:

– Η μια είναι ότι ο Κύριος δεν απέθανε επάνω στον Σταυρό και συνεπώς αφού δεν απέθανε και δεν ανεστήθη.

– Η δεύτερη κατηγορία επιχειρημάτων κατά τής Αναστάσεως, είναι η αμφισβήτηση για τις εμφανίσεις που ρητά περιγράφουν τα Ευαγγέλια ότι συνέβησαν μετά την ανάσταση τού Χριστού.

– Και η τρίτη, περιστρέφεται γύρω από το γεγονός ότι ευρέθηκε κενός ο Τάφος Του.

Το εάν ο Χριστός απέθανε πάνω στον Σταυρό ασφαλώς είναι θέμα που έχει απόλυτη συνάφεια με την επιστήμη τής Ιατρικής γιατί αυτή είναι εκείνη η οποία μελετάει τη φύση και τις συνέπειες όλων των σωματικών κακώσεων και η οποία μελετάει όλες τις εκδηλώσεις οι οποίες σχετίζονται με την βαθμιαία κατάρρευση των ζωτικών λειτουργιών τού σώματος και με την διαπίστωση ότι οι συνθήκες πλέον για την επιβίωση τού οργανισμού είναι εξαντλημένες και ότι ο θάνατος έχει επέλθει. Αξίζει λοιπόν την προσοχή μας ότι αυτή η αμφισβήτηση – ότι ο Χριστός δεν απέθανε πάνω στον Σταυρό – δεν παρουσιάσθηκε ποτέ κατά το διάστημα τής γενεάς των ανθρώπων που έζησαν όταν συνέβη η Σταύρωσις τού Χριστού, δεν παρουσιάσθηκε ούτε και κατά την εποχή των διωγμών, δεν παρουσιάσθηκε κατά την εποχή των μεγάλων αιρέσεων, οι οποίες αμφισβήτησαν και την θεότητα τού Χριστού και την Ανάστασή Του, δεν παρουσιάσθηκε παρά μόνον στον 17ον αιώνα.

Αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό γιατί απλούστατα τότε μονάχα είχαν τελείως εκλείψει οι άνθρωποι που είτε οι ίδιοι είχαν παρακολουθήσει, είτε είχε φθάσει μέχρις αυτούς μια ζωντανή περιγραφή τού μαρτυρίου τής Σταυρώσεως. Εάν και σήμερα είχαμε ανθρώπους, και ευτυχώς που δεν έχουμε, που είχαν παρακολουθήσει την Σταύρωση δεν θα είχε – όπως θα δούμε σε λίγο – παρουσιασθεί μια τέτοια αμφισβήτηση με αξιώσεις λογικής ισορροπίας.

Υπήρξε νεκροφάνεια του Χριστού στον Σταυρό;

Είναι βέβαιο το ερώτημα αυτό, εάν ο Χριστός απέθανε επάνω στον Σταυρό, συνυφασμένο με τον τρόπο με τον οποίο πεθαίνει ο άνθρωπος όταν σταυρώνεται. Μια κοινή διαδεδομένη αντίληψη είναι ότι ο θάνατος επάνω στον Σταυρό παρουσιάζεται από τον πόνο και την αιμορραγία που δημιουργούν τα καρφιά που έχουν τρυπήσει τα χέρια και τα πόδια τού εσταυρωμένου.
Όπως θα δούμε, αυτά δεν είναι παρά απλώς ένα μικρό συμπλήρωμα πολύ βασανιστικό, όπως θα αναπτύξουμε, αλλά όχι με πρωτεύοντα ρόλο στην πρόκληση τού θανάτου.

Ο θάνατος τού Σταυρού, ο θάνατος τού Χριστού επάνω στον Σταυρό, βεβαίως είχε και αυτό και πολλά άλλα προδιαθετικά αίτια. Ανάμεσα σ’ αυτά θα αναφέρουμε τα κτυπήματα που δέχθηκε ο Κύριός μας, τον οποίον «εράπιζον, εκολάφιζον, έτυπτον, έδερον», λέει το Ευαγγέλιο οι βάρβαροι στρατιώται τής Ρωμ. Αυτοκρατορίας, με όλη την δύναμη η οποία τους χαρακτήριζε και την τραχύτητα με την οποία ήταν συνηθισμένοι να κάνουν τα μαρτύριά τους την εποχή εκείνη. Αλλά βεβαίως, ενώ γνωρίζουμε ότι ένα ισχυρό κτύπημα στο πρόσωπο ενός απροστάτευτου ανθρώπου από έναν τραχύ στρατιώτη μπορεί πραγματικά να τον φέρει σε κατάσταση αφασίας ή λιποθυμίας, αυτό θα το αντιπαρέλθουμε.

Θα το αντιπαρέλθουμε για να φθάσουμε σε μία φράση που ίσως χωρίς πολλή προσοχή την ακούμε διότι σαν μετοχή απλώς τού αορίστου αναφέρεται μέσα στο Ευαγγέλιο, όταν μάς λέει το Ευαγγέλιο ότι «φραγγελώσας παρέδωσεν αυτόν…» (Μάρκ. ιε΄ 15).

Τι ήταν το φραγγέλιο; Ίσως νομίζουμε ότι το φραγγέλιο ήταν μία απλή μαστίγωσις. Δεν είναι καθόλου έτσι. Αυτόν που επρόκειτο να υποστεί το φραγγέλιο τον έδεναν σε μια κολώνα και ο ειδικός δήμιος που εκτελούσε την φραγγέλωση έπαιρνε ένα μαστίγιο βαρύ το οποίο είχε πολλές λουρίδες στην άκρη του, πάνω στις λουρίδες ήταν δεμένες σφαίρες από μολύβι ή μικρά οστάρια, κότσια από αρνί και τις έφερνε με όση δύναμη είχε πάνω στην ράχη δεμένου ανθρώπου. Πολύ σύντομα, απ’ τα πρώτα κτυπήματα εξεσχίζετο το δέρμα τού ανθρώπου που εδέχετο την φραγγέλωση και ύστερα από μερικά κτυπήματα ακόμη έφευγαν και κατεξεσχίζοντο τελείως οι σάρκες του και απεγυμνώνοντο τα κόκαλα τής ράχης. Αναφέρονται στην ιστορία αρκετές περιπτώσεις από ανθρώπους, που απέθαναν την ώρα τής φραγγελώσεως.

Σ’ αυτήν τώρα την καταξεσχισμένη, καταματωμένη και καταπονεμένη ράχη, κουβάλησε ο Χριστός μας τον Σταυρό του, που ήταν ξύλο βαρύτατο, έτσι ώστε να μπορεί να σηκώσει επάνω του το βάρος ενός ανθρώπου χωρίς να λυγίσει. Και είναι γνωστό αλλά και πάρα πολύ φυσικό να το περιμένει κανείς ότι λύγισε κάτω από το βάρος τού Σταυρού, ήδη εξαντλημένος και με αιμορραγία που τού είχε στοιχίσει απώλεια δυνάμεων, λύγισε κάτω από το βάρος τού Σταυρού αυτού και έπεσε, όπως λένε οι παραδόσεις, με το πρόσωπο πάνω στη γη, με το πρόσωπο, χωρίς καν να μπορεί να προστατεύσει το σώμα του απ’ τις συνέπειες τής πτώσεως χάρις στο Σταυρό, τον οποίο ήταν αναγκασμένος να κρατάει και που έπεσε σαν βάρος από πάνω του. Και ξέρουμε ότι για να μην πεθάνει πριν φθάσει καν στο ύψος τού Γολγοθά, ανέθεσαν στον Σίμωνα τον Κυρηναίο να κουβαλήσει αυτός για τον υπόλοιπο δρόμο τον Σταυρό.

Ας προσθέσουμε ακόμη και για τα αγκάθια που είχε ο στέφανος εκείνος που σε πολλά σημεία είχε τρυπήσει το κεφάλι Του και όλοι όσοι έχουν μια πείρα από θάλαμο ατυχημάτων τού Νοσοκομείου, ξέρουνε πόσο ιδιαίτερη τάση έχουν να αιμορραγούν τα τραύματα στο τριχωτό τής κεφαλής. Αυτό λοιπόν το έξαιμο σώμα, το καταπονημένο σώμα, καρφώθηκε επάνω στον Σταυρό.

Ας δούμε τώρα για το θέμα τού καρφώματος ακριβώς των άκρων πάνω στον Σταυρό. Από την παράδοση και από την κοινή εντύπωση πιστεύουμε ότι τα καρφιά πέρασαν τις παλάμες.

Όμως από πειράματα που έκανε ένας Γάλλος χειρουργός ο Barbet επάνω σε πτώματα, είδε ότι είναι αδύνατον ένα καρφί που περνάει ανάμεσα στα κόκαλα τής παλάμης να συγκρατήσει το ανθρώπινο σώμα, ακόμη και αν αυτό στηρίζεται με καρφιά από τα πόδια. Κάτω από το βάρος αυτό, εάν περνούσαν από εκεί τα καρφιά, τα καρφιά θα έσχιζαν το δέρμα που είναι στην πρόσθια και στην οπίσθια επιφάνεια τής παλάμης πέρα για πέρα ανάμεσα στα δάκτυλα και ο Εσταυρωμένος θα έπεφτε με το κεφάλι κάτω ενώ θα τον συγκρατούσαν μονάχα τα καρφιά με τα οποία ήταν καρφωμένα τα πόδια του. Ο ίδιος χειρουργός έδειξε ότι το μόνο σημείο στα χέρια τού ανθρώπου που μπορεί να στηρίξει το σώμα, αν περάσει ένα καρφί απ’ αυτό, είναι ο καρπός, και σε επανειλημμένα πειράματα που έκανε έδειξε ότι σε όποιο σημείο τού καρπού και αν βάλουμε ένα καρφί, αυτό οδηγούμενο από τα οστά και τους συνδέσμους που βρίσκονται εδώ, θα περάσει από έναν ανατομικόν χώρον, γνωστό στους γιατρούς, που λέγεται ο χώρος τού destot, ανάμεσα σε δύο οστάρια τού καρπού. Και εκείνο που είναι χαρακτηριστικό από μια σειρά 12 παρομοίων πειραμάτων που έκανε ο χειρουργός αυτός είναι δύο παρατηρήσεις του, ότι και στα 12 χέρια κανένα κόκαλο δεν τραυματίσθηκε ή δεν έσπασε από την ήλωση τού χεριού, για να επιβεβαιωθεί αυτό που λέει και με άλλη μια ευκαιρία, όπως θυμάστε, το Ευαγγέλιο, ότι δεν θα συντριβή κανένα κόκαλο.

Και δεύτερον ότι ακριβώς από τον χώρο αυτό σε επαφή με το καρφί βρίσκεται ένα μεγάλο νεύρο τού χεριού, το μέσο νεύρο, το οποίο σε όλες τις κακώσεις που θα υποστεί επάνω στον Σταυρό το χέρι τού Εσταυρωμένου θα βρίσκεται σε αδιάκοπη επαφή και τριβή και τραυματισμό από το καρφί. Τώρα το τι σημαίνει να δέχεται και ένα απλό, ελαφρό ερέθισμα ένα νεύρο, το έχουμε όλοι δοκιμάσει, όταν δεχθούμε σ’ ένα σημείο εδώ στον αγκώνα μας, ένα κτύπημα. Εκείνο το αφόρητο αίσθημα τής ηλεκτρικής εκκενώσεως και τής παραλύσεως που δοκιμάζουμε και που πραγματικά επαναστατεί όλο το είναι μας από το ελαφρό κίνημα. Ας σκεφθούμε λοιπόν ότι όλη την ώρα τής σταυρώσεως ένα πολλαπλάσιο ερέθισμα πόνου συνόδευε το μαρτύριο τής Σταυρώσεως.

Επίσης για το καρφί που θα περάσει από τα πόδια ευρέθηκε ότι κι αυτό πρέπει να περάσει από ένα σημείο των ποδιών και δεν μπορεί παρά να βρει διέξοδο εκεί, και αυτό είναι ανάμεσα στο δεύτερο και στο τρίτο μετατάρσιο.

Όσα είπαμε μέχρι τώρα δεν είναι παρά ένα προανάκρουσμα, δεν είναι παρά μια μικρή αρχή τού μαρτυρίου τής σταυρώσεως και ακόμη δεν μπήκαμε στο αίτιο που φέρνει τον θάνατο. Και αυτό το αίτιο που φέρνει τον θάνατο έχει μεγάλη σημασία για την συζήτησή μας, για το αν δηλαδή ο Σταυρωμένος Χριστός απέθανε επάνω στον Σταυρό

Για να αντιληφθούμε τον μηχανισμό τού θανάτου θα πρέπει να υπενθυμίσουμε μερικά πράγματα. σε μερικές εικόνες παρουσιάζεται ότι οι δύο λησταί δεν είχαν καρφωθεί επάνω στον Σταυρό, αλλά είχαν δεθεί τα χέρια τους με σχοινί. Καμία παράδοση δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο ότι συνέβη στους δύο ληστές που σταυρώθηκαν μαζί με τον Χριστό, αλλά το ότι αυτό απεικονίζεται, μαρτυρεί κάτι που και πολλοί ιστορικοί περιγράφουν: ότι δηλαδή μπορεί να σταυρωθεί και να πεθάνει ένας άνθρωπος, αν έχει εξαρτηθεί επάνω στον σταυρό, όχι με καρφιά, αλλά απλώς αν έχουν δεθεί τα χέρια του επάνω στον Σταυρό.

Για να το αποδείξουμε αυτό ακόμη καλύτερα δεν έχουμε παρά να ανατρέξουμε σε μια πειθαρχική ποινή που συνήθιζαν να εφαρμόζουν κατά την διάρκεια τού Πρώτου Παγκ. Πολέμου στον Γερμανικό Στρατό. Αυτή η ποινή ονομάζεται Aufbinden και συνίσταται στο ότι έδεναν αυτόν που είχε τιμωρηθεί, έδεναν τα χέρια του ψηλά από έναν πάσσαλο, έτσι ώστε να μην ακουμπούν τα πόδια του στη γη. Σύντομα το άτομο αυτό παρουσίαζε φαινόμενα ασφυξίας. Οι αναπνευστικές του κινήσεις γινόντουσαν εξαιρετικά δύσκολες και εργώδεις. το αίμα του συγκεντρωνόταν με μεγάλη πίεση στο κεφάλι του, οι φλέβες του πρήζονταν, το κεφάλι του γινόταν όλο υπεραιμικό και ο άνθρωπος σύντομα έφθανε σε λιποθυμία και αν δεν έκοβαν, δεν προλάβαιναν να κόψουν το σχοινί, μπορούσε και να πεθάνει.

Ας σημειώσουμε και το τραγικότατο ότι καθώς αναφέρεται από το ιστορικό τού Νταχάου ξαναθυμήθηκαν τότε και εκεί οι Γερμανοί αυτό το μαρτύριο και αναφέρονται αρκετές περιπτώσεις φρικιαστικές, όπου άνθρωποι απέθαναν και θανατώθηκαν με το μαρτύριο τού Aufbinden. Μάλιστα αναφέρεται ότι κρεμούσαν και ένα μικρό βάρος στα πόδια όταν ήθελαν να συντομεύσουν το μαρτύριο αυτό, που το περιέγραφαν κατάδικοι που βρισκόντουσαν δίπλα την ώρα τού μαρτυρίου αυτού, που όταν φθάσει μέχρι τα τελικά του στάδια είναι αποτρόπαιο. Το πρόσωπο τού ανθρώπου πραγματικά παραμορφώνεται όπως τού κρεμασμένου, ο θώρακάς του διατείνεται σε αφάνταστο βαθμό, το κοιλιακό τοίχωμα δημιουργεί μια βαθιά κοιλότητα, ο άνθρωπος περιβρέχεται από ιδρώτα τόσο, που όπως λένε οι μάρτυρες που ήταν μπροστά, εδημιουργείτο μια λίμνη μεγάλη από ιδρώτα κάτω από τα πόδια τού δυστυχισμένου αυτού καταδίκου. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι ο σταυρός φέρνει τον άνθρωπο σε μια μεγάλη έλξη χάρις στο βάρος τού σώματος που τραβάει το κορμί προς τα κάτω από τα χέρια, μια μεγάλη έλξη των χεριών, των μυών, των βραχιόνων, τής ωμικής ζώνης και τού θωρακικού τοιχώματος. Αυτή η έλξις βαστάει τον θώρακα σε μία συνεχή αναγκαστική θέση εισπνοής καίτοι ο άνθρωπος δεν μπορεί να εκτελέσει εκπνευστικές κινήσεις.

Και ξέρουμε ότι οι εκπνευστικές κινήσεις γίνονται παθητικά από τον θώρακά μας, ακριβώς χωρίς καμία δύναμη, σαν μια αυτόματη επάνοδο τού μεταμορφωμένου από την εισπνοή θώρακος με την οποία γεμίζει ο θώρακας με αέρα και έτσι μπορεί ο άνθρωπος και ανανεώνει τον αέρα στις κυψελίδες του και οξυγονώνει το αίμα του και μπορεί να συνεχίζει και επιβιώνει. Στην κατάσταση τής εξαρτήσεως και από τα χέρια, στην κατάσταση τής Σταυρώσεως, ο άνθρωπος βρίσκεται σ’ ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο περιορισμό τής αναπνοής του σαν και εκείνο που θα βρισκόταν εάν είχε δεθεί με ένα πολύ σφικτό θώρακα ή εάν είχε πλακώσει τον θώρακά του με ένα πολύ μεγάλο βάρος. Δεν μπορεί να γεμίσει πάλι αέρα, ώστε ο θάνατος από την σταύρωση οφείλεται κυρίως σε ασφυξία. Κατά δεύτερο λόγο, επειδή δημιουργείται αυτή η μεγάλη πίεση μέσα στον θώρακα είναι αδύνατο να παροχετευθή, να κατέβει προς την καρδιά, το αίμα που βρίσκεται στο κεφάλι. Γι’ αυτό και η μεγάλη συμφόρηση αίματος στο κεφάλι των ανθρώπων αυτών, των σταυρωμένων. Εάν δεν είχε κάποια άλλη διέξοδο, εάν δεν εύρισκε κάποια άλλη διέξοδο, για να μπορέσει να απαλλάξει το κεφάλι του από αυτήν την πληθώρα αίματος θα πέθαινε πάρα πολύ σύντομα πάνω στον σταυρό.

Όμως ο σταυρωμένος βρίσκει μια διέξοδο. Και αυτή είναι να στηρίξει το κορμί του πιέζοντας τα πόδια του πάνω στα καρφιά με τα οποία είναι καρφωμένα. Έτσι ανυψώνεται λίγο ο θώρακας, σταματάει η εξάρτηση τού βάρους από τα χέρια και από τους ώμους, ανακουφίζεται το θωρακικό τοίχωμα, μπορεί και αναπνέει πάλι, κατεβαίνει πάλι το αίμα από το κεφάλι και ο άνθρωπος συνέρχεται. Όμως η κούραση, την οποία έχει δεν τού επιτρέπει να καταβάλλει αυτήν την μυϊκή προσπάθεια, ώστε να στηρίζει όλο το βάρος τού σώματός του από το καρφί το οποίο έχει περάσει από τα πόδια του. Έτσι εξαντλημένος ξαναπέφτει πάλι στην πρώτη θέση, για να ξαναρχίσει πάλι η ασφυξία μέχρις ότου μετά από μια διαδοχική σειρά από τέτοιες προσπάθειες εξαντληθεί, μείνει στην στάση τής εξαρτήσεως και πεθάνει από ασφυξία.

Πραγματικά είναι ένα σατανικό σχέδιο θανατώσεως ο σταυρός και γι’ αυτό και οι Ρωμαίοι τόσο πολύ ικανοποιούντο, μέσα σε κείνη την βάρβαρη επιθυμία τους να βλέπουν τον άνθρωπο να βασανίζεται, από την θέα των σταυρωμένων ανθρώπων. Και γι’ αυτό, επειδή ήταν τόσο άθλιος ο θάνατος, στην Ρωμαϊκή νομοθεσία αυτός ο θάνατος, ορίζεται να χρησιμοποιείται μονάχα στους δούλους και στους προδότες.

Ο Κικέρων, που είχε παρακολουθήσει θάνατο επάνω στον σταυρό, τον ονομάζει: «Cruderissimum et deterimum Supplicium», δηλ. το πλέον φρικτό βασανιστήριο το οποίο είχε ποτέ παρακολουθήσει. Τώρα σε περιπτώσεις όπου για κάποιο λόγο ήθελε ο επικεφαλής τού εκτελεστικού αποσπάσματος να συντομεύσει την επέλευση τού θανάτου, τι έκανε; με ένα ισχυρό κτύπημα, διέταζε να σπάσουν οι κνήμες τού σταυρωμένου και έτσι, αφού πια βρισκόταν ο σταυρωμένος σε αδυναμία να στηρίξει το βάρος τού σώματός του στα πόδια του και να ανακουφίσει τον θώρακά του και να μπορέσει να αναπνεύσει, αναγκαζόταν πλέον να εξαρτήσει όλο το βάρος, όπως είπαμε, τού κορμιού του από τα χέρια του και να πεθάνει μέσα στην ασφυξία. Και αυτό ήταν η ειδική χαριστική βολή την οποίαν επεφύλασσαν οι έμπειροι ρωμαίοι εκτελεσταί στους καταδικασμένους σε σταύρωση. Και γι’ αυτό είδατε ότι τους δύο ληστάς που ζούσαν ακόμη τους εξετέλεσαν με την χαριστική βολή αυτή, τους έσπασαν τα πόδια. Όταν, λέει, επήγαν στον Χριστό, είδαν πώς είχε ήδη αποθάνει. Τώρα εδώ πρέπει να προσέξουμε πολύ. Είναι δυνατόν ένας αξιωματικός επικεφαλής τού εκτελεστικού αποσπάσματος, που ασφαλώς είχε δει πολλές θανατώσεις με σταύρωση, είναι δυνατόν να απατηθεί; Είναι δυνατόν εκείνη την ώρα να βρίσκεται σε νεκροφάνεια το άτομο; Είναι πασίγνωστο ότι οι νεκροφάνειες δεν συνοδεύονται από άπνοια αλλά μονάχα από φαινομενική άπνοια.

Εάν πραγματικά δεν γίνονται αναπνευστικές κινήσεις είναι αδύνατο να ζήση ο άνθρωπος περισσότερο από 3-6 λεπτά, εφ’ όσον το αίμα δεν οξυγονώνεται στους πνεύμονες. Είναι όμως δυνατόν να γίνονται ανεπαίσθητες αναπνευστικές κινήσεις στον σταυρό, την ώρα που για να αναπνεύσει ο άνθρωπος, πρέπει να κάνη μια εργώδη προσπάθεια για να κινήσει λίγα εκατοστά αέρος μέσα και έξω από τους πνεύμονές του; Είναι δυνατόν εκείνη την εργώδη προσπάθεια να μην την αντιληφθεί εκείνος, ο οποίος θα πλήρωνε με την ζωή του, εάν ένας κατάδικος παρουσιαζόταν ότι δεν είχε πράγματι πεθάνει, ενώ ήταν καταδικασμένος σε θάνατο; Αλλά ίσως εδώ έμενε σε κάποιο πνεύμα, που πεισματικά στέκει στην αμφιβολία, μία πεισματώδης άρνησις.

Είναι δυνατόν; Ο Κεντυρίων ο εκατόνταρχος δεν αρκέσθηκε σ’ αυτήν την πειστική γι’ αυτόν απόδειξη, αλλά εξετέλεσε πάνω στο σταυρωμένο σώμα τού Χριστού μας, την άλλη, την κλασσική μορφή τής χαριστικής βολής, που είχαν οι Ρωμαίοι για όλους τους καταδίκους σε θάνατο, ασχέτως με τον τρόπο με τον οποίο θα εξετελείτο η θανάτωσις, δηλ. την λόγχηση τής πλευράς. Αυτό πραγματικά είναι ένα θανάσιμο κτύπημα με όλη τη δύναμη που ένας γυμνασμένος στρατιώτης μπορεί να κτυπήσει. Σχεδόν εξ επαφής με την λόγχη που ήτο εις την άκρη τού δόρατός του, την κοφτερή εκείνη λόγχη που μπορούσε να κτυπήσει ένα σώμα, ο Ρωμαίος στρατιώτης την έβαλε βαθιά στον θώρακα τού Χριστού μας. Και δεν έβαλε απλώς την λόγχη, αλλά ευθέως έρευσε ύδωρ και αίμα. Τώρα ποια είναι η μεγάλη δογματική σημασία αυτού τού ύδατος και τού αίματος δεν θα το συζητήσουμε εδώ. Και δεν είναι θέμα που αρμόζει σε μένα, ένα γιατρό, σαν ένα επιστήμονα των θετικών επιστημών που πρέπει να το αναλύσω. Όμως πρέπει να πούμε ότι για να τρέξει αίμα θα πρέπει ασφαλώς να τρύπησε αυτή η λόγχη ή την καρδιά ή ένα μεγάλο αγγείο.

Και να πούμε ακόμη ότι εάν ο Χριστός μας ζούσε, από όπου και αν προήρχετο αυτό το αίμα, θα ήτανε μια συνεχής ροή, ροή με σφύξεις, η οποία θα μαρτυρούσε την παρουσία τής ζωής. Όμως μετά από εκείνη τη ροή ύδατος και αίματος δεν παρουσιάσθηκε πλέον τίποτε άλλο και ιδίως ένα τόσο μεγάλο τραύμα δεν προκάλεσε Καμία αντίδραση. Αντιθέτως επεβεβαίωσε η έλλειψις αυτή τής αντιδράσεως στον Κεντιρίωνα την ήδη υπάρχουσα βεβαιότητα ότι ο Χριστός απέθανε. Δεν είναι λοιπόν δυνατή αυτή η νεκροφάνεια πάνω στον σταυρό, δεν είναι δυνατή η νεκροφάνεια μπροστά σ’ ένα τόσο μεγάλο τραύμα, κατά το οποίο πρέπει να σημειώσουμε ότι η είσοδος μιας λόγχης μέσα στον θώρακα, δεν προκάλεσε μονάχα την τρώση μεγάλων οργάνων τής κυκλοφορίας, όπως την καρδιά και των μεγάλων αγγείων, αλλά εξάπαντος προκάλεσε μια κατάσταση που την γνωρίζουν όσοι έχουν κάποια σχέση με την Ιατρική, τον πνευμοθώρακα, δηλ. την είσοδο αέρος ατμοσφαιρικού έξω από τους πνεύμονες, ένα φαινόμενο που όπως γνωρίζουμε είναι ασυμβίβαστο με την επιβίωση. Ένας ανοικτός πνευμοθώρακας δεν επιτρέπει την αναπνοή, ακόμη και αν ο άνθρωπος βρισκόταν στο κρεβάτι του. Ακόμη και αν δεν υπήρχε κανένας άλλος επιβαρυντικός παράγων για την αναπνοή του – όπως είδαμε ήταν πλέον ανύπαρκτη η αναπνοή του – ακόμη και αν δεν υπήρχε τίποτε άλλο, ένα τέτοιο μεγάλο τραύμα στον θώρακα θα είχε καταργήσει την ικανότητα τού αναπνευστικού συστήματος να εκτελεί το έργο του και θα είχε θανατώσει μέσα σε λίγα λεπτά τον άνθρωπο αυτό.

Ας πούμε ακόμη και κάτι άλλο, ότι μετά από αυτή τη διαπίστωση τού θανάτου από τον Κεντιρίωνα δεν κατέβασαν αμέσως τον Χριστό από τον Σταυρό. Κατεβαίνει ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας από τον Γολγοθά που ήταν παρών, μέχρι το πραιτόριο. Πάει, βρίσκει τον Πιλάτο και τού ζητεί το σώμα τού Χριστού.

Ο Πιλάτος εθαύμασε «ει ήδη απέθανε» για να μας έχει και μας πληροφορημένους απόλυτα ότι όταν απέθανε και εκάλεσε τον Κεντιρίωνα, ο οποίος πλέον αυτήν την πεποίθησή του, δεν την επισφραγίζει μονάχα με το ότι έφυγε αφήνοντας τον Χριστό πεθαμένο, αλλά και με το ότι διαβεβαίωσε τον ηγεμόνα, ότι πράγματι απέθανε. Και αφού λέει το διαβεβαίωσε τότε τρίτος δρόμος; – πρώτος τού Ιωσήφ προς τον Πιλάτο, δεύτερος τού αγγελιοφόρου προς τον Κεντιρίωνα, τού Κεντιρίωνα προς τον Πιλάτο, τρίτος δρόμος ξανα-ανεβαίνει ο Ιωσήφ φέρνοντας μαζί του και την σινδόνη και τότε μονάχα γίνεται αυτή η αποκαθήλωση, πράγμα που δίνει άνετο καιρό σε όλους αυτούς τους μηχανισμούς τού θανάτου και εάν ακόμη, πράγμα λογικώς αδύνατον, θετικώς απαράδεκτον, και εάν ακόμη αυτοί οι μηχανισμοί δεν είχαν προκαλέσει τον θάνατο, να τον προκαλέσουν στο διάστημα αυτό.

Και τώρα αρχίζει η διαδικασία τής ταφής, η οποία μας λέει το ευαγγέλιο, έγινε από τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο και τους άλλους που ευρίσκοντο εκεί, καθώς ήταν έθος στους Ιουδαίους.

 Βρίσκουμε μέσα στο «ταλμούδ» όλη τη διαδικασία τής ταφής, η οποία για να αποτρέψει προφανώς το ενδεχόμενο τής νεκροφανείας περιείχε και το να βάλουν επί 15΄ ένα φτερό μπροστά στα ρουθούνια τού πεθαμένου για να βεβαιωθούν ότι δεν κουνάει η αναπνοή τού ανθρώπου αυτού το φτερό. Και αφού τον ετοίμασαν, έβαλαν γύρω του την σινδόνη ή τα ωθόνια και τον εκάλυψαν από πάνω καθώς ήταν το έθιμο ακριβώς στους Ιουδαίους και πάνω σε όλα αυτά τα υφάσματα έρριψαν 32 κιλά – 100 λίτ. – από μείγμα τής σμύρνας και τής αλόης, δύο αρωματικών ουσιών, που καθώς ανακατεύονται παίρνουν ένα παχύρρευστο κολλώδες σχήμα με το οποίο διαποτίζουν κατά ένα τρόπο τελείως αεροστεγή – όταν μάλιστα ρίχνουν 32 κιλά – από όλες τις πλευρές το πτώμα που περιβάλλεται από τα υφάσματα. Ώστε εάν υποτεθεί ότι ένα υγιέστατο άτομο είχε περιτυλιχθεί με το σεντόνι από παντού και με τα οθόνια και είχε περιβραχεί το σεντόνι αυτό μ’ αυτήν την κολλώδη και αδιαπέραστη ουσία, που τόσο άφθονα έπεφτε επάνω του, θα είχε πεθάνει από ασφυξία. Ώστε και αν ξεχάσουμε όλες τις άλλες πολυάριθμες αιτίες, που κάθε μια από αυτές αρκεί να προκαλέσει τον θάνατο, έχουμε τώρα εδώ, μέσα στον τάφο, μια πρόσθετη αιτία θανάτου, που είναι η ασφυξία από την σμύρνα και την αλόη.

Τον 18ον αιώνα, ο πρώτος που παρουσίασε τα επιχειρήματα τής νεκροφανείας ήταν ο Venturino. Εδέχθησαν οι ορθολογισταί ότι η σμύρνα και η αλόη αναζωογόνησαν με το άρωμά τους έναν άνθρωπο που βρισκότανε ασφαλώς κατατραυματισμένος, έξαιμος, αφυδατωμένος, ακίνητος, σε λιποθυμία, σε κωματώδη κατάσταση, αν δεν ήταν πεθαμένος, πράγμα αδιανόητον. Εάν η σμύρνα και η αλόη είχαν τέτοιο αποτέλεσμα, εμείς οι γιατροί αντί να χρησιμοποιούμε χίλιες δυο μεθόδους, ενέργειες και εξετάσεις για να σώσουμε τους βαριά τραυματισμένους δεν είχαμε παρά να τους δώσουμε να μυρίσουν σμύρνα και αλόη και αμέσως να αναζωογονηθούν. Η σμύρνα και η αλόη ήταν ένας πρόσθετος λόγος θανάτου, μια πρόσθετη αιτία, ένα τελικό επιχείρημα για όλους εκείνους που αμφιβάλλουν

Αλλά ας προεκτείνουμε με ένα πεισματικό και εωσφορικό τρόπο την αμφιβολία μας και πέρα από δω και ας πούμε ότι πραγματικά ήταν νεκροφάνεια και ας πούμε ότι πραγματικά δεν είχε πεθάνει ο Χριστός και ας πούμε πραγματικά ότι δεν παρουσιάσθηκε ανάστασις, αλλά ότι σηκώθηκε την Τρίτη ημέρα και άρχισε να βαδίζει. Πώς, σας παρακαλώ, μπόρεσε να απαλλαγή απ’ αυτόν τον σφικτό κλοιό των ενδυμάτων, των ρούχων, των υφασμάτων που τον περιέβαλλον; Πώς μπόρεσε να αποκυλήση τον βαρύ λίθο με τον οποίο εσφράγισε ο Ιωσήφ ο Αριμαθαίας τον τάφο, τον βαρύ λίθο, τον οποίο τρεις γυναίκες πηγαίνοντας την πρωία τής Κυριακής, διερωτώντο ποίος θα τις βοηθήσει να τον κυλήσουν; Και τέλος πάντων, αυτό το κατατραυματισμένο, το εξαντλημένο σώμα, εάν υποτεθεί πώς θα σηκωνόταν, εάν υποτεθεί πως θα κυλούσε τον λίθο, ασφαλώς μετά από λίγα βήματα θα ξανάπεφτε πάνω σε μια αθλία κατάσταση και δεν θα μπορούσε να συνέλθει και να σταθεί στα πόδια του, παρά μετά από μία πολύμηνη θεραπεία, ακόμη κι αν είχε τα μέσα, τα οποία σήμερα έχουμε για να κάνουμε την εντατική θεραπεία των ανθρώπων που βρίσκονται πάρα πολύ κοντά στον θάνατο.

Είναι πραγματικά έτσι οι εμφανίσεις τού Χριστού; Και εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι δεν αποτελεί απλώς πληροφορία, το ότι είδαν τον Χριστό υγιέστατο όλοι εκείνοι στους οποίους ενεφανίσθη, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρχει το Ευαγγέλιο. Γιατί από την υγεία από την οποία έσφυζε αυτό το σώμα, επείσθησαν αυτοί οι δύσπιστοι, όπως θα δούμε, ότι πραγματικά ανεστήθη.

Αντί να σέρνεται, λοιπόν, και να λιποθυμάει αυτό το σώμα, που πραγματικά προκαλούσε οίκτο και αηδία από τα βασανιστήρια που είχε περάσει, έχουμε μια εμφάνιση ανθρώπου που ήτανε γεμάτος από σφρίγος, που ακτινοβολούσε την επιβολή, την ειρήνη, την άνεση, ένα σώμα που περπατάει τόσο γρήγορα ώστε να κατορθώνει να φθάσει δύο ανθρώπους που βάδιζαν αρκετά χιλιόμετρα μακριά από την Ιερουσαλήμ και που προπορεύονταν από αυτό και τους έφθασε και συνοδοιπόρησε μαζί τους για άλλη μια μεγάλη απόσταση μέσα στο σούρουπο. Ώστε πρόκειται πραγματικά για εμφανίσεις ανθρώπου που βρίσκεται σε απόλυτη υγεία και δύναμη. Ώστε το ότι πέθανε ο Χριστός πάνω στον Σταυρό, το ότι είναι αδύνατο παρά να παραδεχθούμε ότι οι εμφανίσεις του είναι εμφανίσεις ανθρώπου που αναστήθηκε μετά από το μαρτύριο τού Σταυρού, αυτό έχει θετικότατα πλέον αποδειχθεί στην Ιατρική Επιστήμη.

Ήταν ψευδαίσθηση;

Τώρα ερχόμαστε στη δεύτερη κατηγορία αμφισβητήσεων. Στο αν οι εμφανίσεις αυτές ήταν πραγματικές. Αν η περιγραφή και η μαρτυρία μέσα στην Αγία Γραφή, για τις ερμηνείες αυτές είναι αξιόπιστες. Τώρα εδώ, χρειαζόμαστε και μπαίνουμε στην περιοχή μιας άλλης επιστήμης, τής νομικής επιστήμης, η οποία είναι η επιστήμη που με μεγάλη ακρίβεια, με μεγάλη λογική προσοχή, μελετάει την αξιοπιστία των ενδείξεων. Διότι, προκειμένου να αποδώσει ευθύνες, προκειμένου να απαγγείλει κατηγορίες και να εκφράσει καταδίκες, στηρίζεται αδιάκοπα σε ενδείξεις και σε μαρτυρίες. Γι’ αυτό λοιπόν έχει με πολύ λεπτό ηθμό και με μεγάλη λογική αυστηρότητα ξεκαθαρίσει ποιες μαρτυρίες είναι αξιόπιστες και ποιες δεν είναι και πότε μία μαρτυρία και μία ένδειξις είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί. Τώρα θα πρέπει να πούμε ότι εάν οι μαρτυρίες για τις εμφανίσεις τού Χριστού που υπάρχουν μέσα στα Ευαγγέλια και στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή τού Παύλου, εάν οι μαρτυρίες αυτές δεν ανταποκρίνονται προς την πραγματικότητα, θα είναι αποτέλεσμα δύο ειδών παρεκκλίσεων από την αλήθεια. Η θα πρόκειται περί ψευδαπάτης ή ψευδαισθήσεως ή θα πρόκειται περί απάτης

Ας πάρουμε τώρα μία-μία τις δύο αυτές αμφισβητήσεις. Ας πάρουμε πρώτα το ενδεχόμενο των ψευδαισθήσεων. Οι ψευδαισθήσεις θα μας αναγκάσουν τώρα να ξαναγυρίσουμε στην Ιατρική. Γιατί οι ψευδαισθήσεις είναι ένα φαινόμενο που η Ιατρική το έχει επί χρόνια πολλά και επί χιλιάδες περιπτώσεων μελετήσει και οι ψευδαισθήσεις εμφανίζονται στον άνθρωπο με ορισμένους τρόπους.

Ας αναφέρουμε μερικούς από τους τρόπους αυτούς:

Πρώτα-πρώτα τα άτομα τα οποία βλέπουν οράματα και έχουν ψευδαισθήσεις αποτελούν μια ορισμένη κατηγορία ανθρώπων που έχουν την προδιάθεση γι’ αυτές. Οι ψευδαισθήσεις αποτελούν μία προέκταση των διαθέσεών τους και αφορούν σε γεγονότα που η πραγματοποίησης τους επιθυμείται πολύ έντονα από τα άτομα αυτά. Στο πρώτο πρέπει λοιπόν να υπάρχει μία προδιάθεση. Το δεύτερο είναι ότι τα άτομα αυτά ανήκουν σε έναν ορισμένο τύπο ανθρώπων που είναι επιρρεπείς στις εκδηλώσεις αυτές. Επίσης, εάν πολλά άτομα βλέπουν ψευδαισθήσεις, οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν διαφορετικό περιεχόμενο και χαρακτήρα που σχετίζεται με τον ψυχικό κόσμο, τον χαρακτήρα, τις εμπειρίες που χαρακτηρίζει τον κάθε ένα. Έχουν λοιπόν διαφορετική μορφή και διαφορετικό περιεχόμενο. Επίσης αυτές οι ψευδαισθήσεις παρουσιάζονται σε κατάλληλη ώρα και τόπο. Σε περιστάσεις δηλαδή όπου υποβάλλουν τον άνθρωπο για τις ψευδαισθήσεις αυτές.

Τέλος, εάν οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν την τάση να επαναλαμβάνονται, τότε η επάνοδός τους παρουσιάζεται επί πολύ χρονικό διάστημα. Ας δούμε τώρα, ακολουθούν οι εμφανίσεις τού Χριστού, έστω και ένα από τους βασικούς αυτούς κανόνες, οι οποίοι χαρακτηρίζουνε τις παθολογικές ψευδαισθήσεις των ανθρώπων; Πρώτα απ’ όλα, εκείνοι στους οποίους εμφανίσθηκε ο Χριστός είχαν πράγματι την προδιάθεση για να δουν τον Χριστό αναστημένο; Κάθε άλλο. Όχι μονάχα ήταν καταπατημένοι, όχι μονάχα ήσαν βέβαιοι ότι η υπόθεση τελείωσε, αλλά και όταν ακόμα έφθασαν επανειλημμένα μηνύματα από πρόσωπα αξιόπιστα, από πρόσωπα που ζούσαν ανάμεσά τους και τους βεβαίωναν ότι είδαν τον Χριστό αναστημένο, εκείνοι αρνήθηκαν να πιστέψουν ότι ήσαν αληθινές οι εμφανίσεις αυτές, ότι πραγματικά ο Χριστός ανεστήθη. Ώστε λοιπόν, όχι μόνον δεν ήσαν προδιατεθειμένα τα πρόσωπα αυτά για ψευδαισθήσεις, αλλά ήσαν και αρνητικά προδιατεθειμένα για να πιστεύουν ότι είναι δυνατόν να δουν τον Χριστό. Τώρα είπαμε, ότι τα πρόσωπα που παθαίνουν ψευδαισθήσεις ανήκουν σ’ έναν ορισμένο τύπο.

Και μάλιστα τύπο επιρρεπή προς τέτοιες εκδηλώσεις. Ας δούμε τώρα ανήκουν σ’ έναν ορισμένο τύπο τα πρόσωπα αυτά;

Τα πρόσωπα αυτά τα γνωρίζουμε απ’ τα ίδια τα γραπτά τους και τις αφηγήσεις τους. Κατ’ αρχήν είναι πρόσωπα που δεν έχουν φαντασιώσεις.

Ας πάρουμε τον Τελώνη Ματθαίο. Άνθρωπο που πέρασε όλη τη ζωή του πάνω στους λογαριασμούς. Τον Ματθαίο που το Ευαγγέλιό του είναι γεμάτο από ρεαλισμό, που δεν έχει τίποτε το ποιητικό, που δεν έχει τίποτε το λυρικό, που είναι μια πολύ προσεκτική παράθεση γεγονότων, με λεπτομέρειες εξαιρετικά πραγματικές, εξαιρετικά ρεαλιστικές.

Ας πάρουμε τον Θωμά. Ο Θωμάς καθόλου ασφαλώς δεν ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που βλέπουν ψευδαισθήσεις. Είναι ο άνθρωπος που όταν οι 10 μαθηταί, που είχε περάσει μαζί τους 3 χρόνια αδιάκοπης ζωής, τον βεβαιώνουν ομόφωνα ότι είδαν τον Χριστό, αρνείται και λέει: «δεν θα πιστέψω, όχι αν τον δω, αλλά εάν δεν αγγίσω τον Χριστό και μάλιστα ακριβώς στο σημείο τού σώματός του που μαρτυρεί ότι πέθανε». Είναι αυτός ένας τύπος ανθρώπου προδιατεθειμένος για ψευδαισθήσεις;

Και ο Παύλος. Ο διώκτης Παύλος. Ο Παύλος ο οποίος κυριολεκτικά θέριζε την εκκλησία και κάθε άνθρωπο που ήθελε να πει ότι ο Χριστός αναστήθηκε, ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να δει και για να ακούσει τον αναστημένο Χριστό, στη στιγμή ακριβώς που βρισκόταν στο αποκόρυφο τής μανίας του εναντίον τής ιδέας ότι ο Χριστός αναστήθηκε; Βλέπουμε λοιπόν, ότι οι άνθρωποι στους οποίους συνέβησαν οι εμφανίσεις αυτές, ήσαν άνθρωποι με διαφορετικό χαρακτήρα, με διαφορετικό τύπο, μάλιστα με τύπο ξένο προς την εμφάνιση ψευδαισθήσεως.

Και ακόμη ξέρουμε πως εμφανίσθηκε σε 500 ανθρώπους ταυτοχρόνως. Και οι άνθρωποι αυτοί πίστεψαν πως τον είδαν στην μεγάλη τους πλειονότητα. Είναι δυνατόν 500 πρόσωπα να ανήκουν όλα ή σχεδόν όλα στον τύπο τού ανθρώπου που βλέπει ψευδαισθήσεις;

Τώρα είπαμε επίσης ότι αν πολλά πρόσωπα βλέπουν ψευδαισθήσεις, οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν χαρακτήρα ανάλογο προς την προσωπικότητα τού καθενός. Και γνωρίζουμε πολύ καλά, όπως θα ήταν και επόμενο να το περιμένουμε ότι τα πρόσωπα τού περιβάλλοντος τού Χριστού, είχαν πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες. Ένας με στοιχειώδη έτσι ψυχολογική προσοχή, αντιλαμβάνεται τις μεγάλες διαφορές που υφίσταντο, τις βασικές θεμελιώδεις διαφορές χαρακτήρος που υπάρχουν ανάμεσα στον Απόστολο Πέτρο, στον Απόστολο Παύλο και στον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Οι διάφοροι χαρακτήρες τού Ευαγγελίου, των μαθητών τού Χριστού, αποτελούν ένα φάσμα που μπορούμε να πούμε αντιπροσωπεύει περίπου όλους τους ανθρώπινους τύπους. Εν τούτοις όλοι τους δέχονται και παραδέχονται ότι ο Χριστός είχε την ίδια εμφάνιση και το μίλημά του όταν τους μίλησε, είχε ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο. Όλοι συμφωνούν απολύτως για το ό,τι είδαν και για το ό,τι άκουσαν. Και αυτό είναι αντίθετο προς την ιδέα ότι οι εμφανίσεις τού Χριστού θα ήταν ψευδαισθήσεις. Είπαμε ακόμη ότι οι ψευδαισθήσεις παρουσιάζονται σε κατάλληλους υποβλητικούς τόπους και χρόνους και ώρες τής ημέρας.

Εδώ βλέπουμε ότι δεν υπάρχει καμία ομοιότης. Άλλοτε και συνήθως ο Χριστός εμφανίζεται στο φως τής ημέρας. Εμφανίζεται επί πολλή ώρα, μέρα μεσημέρι, απόγευμα και περπατάει στους αγρούς επί ώρες, εμφανίζεται στον κήπο τού νεκροταφείου τής Ιερουσαλήμ. Εμφανίζεται στο όρος των Ελαιών, εμφανίζεται σ’ ένα μικρό λόφο, σε πολλούς ανθρώπους. Εμφανίζεται σ’ ένα δωμάτιο όπου ήσαν κλεισμένοι οι μαθηταί. Εμφανίζεται δίπλα στην λίμνη τής Τιβεριάδος όπου όπως ξέρετε έγινε η δεύτερη θαυμαστή αλιεία. Καθόλου όμοιοι λοιπόν οι τόποι αυτοί και καθόλου υποβλητικοί για να δημιουργούν το κλίμα και το περιβάλλον για ψευδαισθήσεις. Και ακόμη είπαμε πώς όταν οι ψευδαισθήσεις επαναλαμβάνονται, τότε επαναλαμβάνονται επί πολύ διάστημα και ή τείνουν να αραιώσουν ή να ατονίσουν, οπότε λίγο-λίγο, σιγά-σιγά εξαφανίζονται ή τείνουν να εντείνονται και να γίνονται συχνότερες, οπότε καταλήγουν σε μία κρίση. Αυτό το λέει η Ψυχιατρική. Εδώ δεν βλέπουμε τίποτε.

 Οι εμφανίσεις τού Χριστού παρουσιάζονται με τον ίδιο ρυθμό και μετά από 40 ημέρες διακόπτονται χωρίς να έχουν φθάσει ούτε σε μία αραίωση ούτε σε ένα αποκόρυφο, και διακόπτονται μετά την Ανάληψη. Ας σημειώσουμε ακόμη, ότι όταν μιλούμε για ψευδαισθήσεις, όλοι εννοούμε κυρίως οράματα, δηλαδή εμφανίσεις οι οποίες γίνονται αντιληπτές με την όραση. Εδώ όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο μόνο. Όχι μονάχα οι περισσότερες από αυτές τις εμφανίσεις συνδυάζονται και με ακουστικές εντυπώσεις και με διάλογο ο οποίος διαμείβεται ανάμεσα στον εμφανιζόμενο και σε κείνους που τον βλέπουν αλλά επιβεβαιώνονται και με την αφή.

Βλέπουμε την διαβεβαίωση την οποία παίρνει ο Απόστολος Θωμάς με την αφή και ακόμη ότι για να μην μείνει αμφιβολία στους μαθητές ότι πραγματική ήταν και όχι ψευδής εντύπωσις η εμφάνισις τού Χριστού, όταν τους είδε ακριβώς από την ταραχή τους και τον φόβο τους και την δυσπιστία που είδαμε, να αμφιβάλλουν για ό,τι ακριβώς βλέπουν, ο Χριστός έφαγε μπροστά τους ψάρι και κηρύθρα από μέλισσα. Οπότε μετά την αποχώρηση του να έχουν την διαβεβαιώσει ότι πραγματικά παρουσιάσθηκε με σώμα αληθινό, πρώτον από το γεγονός ότι το ψάρι και το μέλι που και οι ίδιοι ήξεραν ότι προηγουμένως έτρωγαν ότι υπήρχε επάνω στο τραπέζι, αλλά είναι και τροφές οι οποίες αφήνουν υπόλειμμα. Το κερί, απ’ την κηρύθρα και το κόκαλο απ’ το ψάρι. Ακόμη ο Χριστός μαγειρεύει, ψήνει ο ίδιος το ψάρι στην λίμνη, το ψάρι που είχε ο ίδιος όσο και το ψάρι που είχαν ψαρέψει εκείνοι και τρώνε όλοι μαζί. Έχουμε λοιπόν και υλικά υπολείμματα από τις εμφανίσεις αυτές, τα οποία διαψεύδουν και συντρίβουν τελείως τα επιχειρήματα ότι επρόκειτο για ψευδαισθήσεις.
Πώς θα ήτο δυνατόν από ψευδαισθήσεις να είχαν και να μαρτυρούν και σε μας οι μαθηταί ότι υπήρξαν υλικά δείγματα από τις εμφανίσεις αυτές τού σώματος τού αναστημένου Χριστού;

Ήταν απάτη;

Εάν τώρα οι εμφανίσεις αυτές που περιγράφηκαν δεν είναι αποτέλεσμα αυταπάτης μήπως είναι αποτέλεσμα απάτης; Διότι αυτή η διέξοδος μένει στην αμφισβήτηση. Αυτή η διέξοδος μένει στην αμφιβολία. Ότι ήταν δηλαδή αποτέλεσμα απάτης. Ο πρώτος λόγος για τον οποίο δεν μπορεί οι εμφανίσεις αυτές να είναι αποτέλεσμα απάτης οφείλεται στο γεγονός, ότι τα πρόσωπα απ’ τα οποία μαρτυρείται ότι είδαν τον Χριστό και μαρτυρείται επί πολλά χρόνια, αρκετά χρόνια μετά την Ανάσταση Του ότι είδαν τον Χριστό, (στην Α΄ προς Κορ. επιστ. απαριθμούνται τα πρόσωπα αυτά και αναφέρει εκεί ο Απ. Παύλος συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται και στο Ευαγγέλιο τού Μάρκου, ότι πάνω από 500 άνθρωποι είδαν τον Χριστό), τα πρόσωπα λοιπόν αυτά ήσαν πάρα πολλά. Είναι λοιπόν πραγματικά αδύνατο, τόσο πολλά πρόσωπα, επί τόσο πολλά έτη, να έκαναν μια τόσο χονδροειδή και βλάσφημο απάτη και να μη βρέθηκε ούτε ένα πρόσωπο, το οποίο να επανέλθει και να μαρτυρήσει και να διαμαρτυρηθεί ότι το ίδιο συμμετέσχε σε μια απάτη και έπεσε θύμα αυτής. Οπότε αυτό για κάθε δικαστήριο, για κάθε κριτή που χρησιμοποιεί τους κανόνες περί ενδείξεων τής νομικής επιστήμης, το ότι έχει τόσους πολλούς μάρτυρες η εμφάνισις τού Χριστού, αυτό και μόνο αποκλείει το ενδεχόμενο τής απάτης.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το ενδεχόμενο τής απάτης πρέπει να αποκλεισθεί είναι ότι η πληροφορία και το κήρυγμα για την εμφάνιση τού Χριστού και την Ανάσταση Του, συνοδεύεται και συνοδευόταν πάντα, με την διακήρυξη τού πιο υψηλού κηρύγματος αρετής που δέχθηκε ποτέ η ανθρωπότης. Μιας αρετής που δεν περιορίζεται μονάχα στην πραγματοποίηση ορισμένων πράξεων ενάρετων αλλά και φθάνει με απόλυτο αυστηρότητα ακόμη και στις σκέψεις, στα συναισθήματα και στις διαθέσεις τού κάθε ανθρώπου. Πώς ήταν λοιπόν δυνατόν, άνθρωποι που όχι μονάχα κήρυξαν αυτό το κήρυγμα αλλά άνθρωποι, που κατά την μαρτυρία των πιο ασπόνδων εχθρών τους, στάθηκαν συνεπείς σε όλη τους τη ζωή στο κήρυγμα αυτό το τόσο αυστηρό, να πουν και να στηρίξουν όλο τους το κήρυγμα πάνω σ’ ένα τόσο χονδροειδές ψέμα;

Ακόμη η υποψία ότι πρόκειται για μία απάτη αποδεικνύεται εσφαλμένη από το γεγονός τής συμπεριφοράς των αποστόλων που αναφέραμε μέχρι τής 3ης ημέρας μετά την σταύρωση τού διδασκάλου. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν περίτρομοι, ήσαν καταπτοημένοι. Ήσαν πεπεισμένοι, όπως τόσο ωραία περιγράφεται εκεί στα λόγια τους με τα οποία περιγράφουν την σταύρωση και τις φήμες όπως νόμιζαν περί αναστάσεως, στον Χριστό, στον ίδιο τον Χριστό, οι δύο μαθηταί προς Εμμαούς. Ήσαν πεπεισμένοι ότι η υπόθεσης αυτή τού Χριστού έληξε άδοξα με την σταύρωση Του. Ήσαν οχυρωμένοι, όπως είπαμε, επάνω στην πεποίθηση ότι είναι αδύνατον να τον είδαν άνθρωποι ζωντανό και αυτό δεν ντρέπονται να το φανερώσουν οι ίδιοι και αυτήν την στροφή των 180ο την εμφανίζουν οι ίδιοι μόνον μετά απ’ την τρανή απόδειξη ότι πράγματι δεν μπορεί παρά να είναι μία αληθινή παρουσία η συνάντηση τους μαζί Του.

Εάν αυτοί οι άνθρωποι ήθελαν να πουν μια απάτη, δεν θα απέφευγαν να φανερώσουν όλους τους ενδοιασμούς τους οποίους είχαν; Δεν θα απέφευγαν να διακηρύξουν σ’ όλα τα πέρατα τής γης και να το γράψουν σ’ όλα τα Ευαγγέλια ότι ήσαν οι ίδιοι εκείνοι που αμφισβητούσαν, εκείνοι που δεν ήθελαν να πιστέψουν, εκείνοι που παρουσίαζαν επιχειρήματα, εκείνοι που έλεγαν ότι επρόκειτο για λήρο, για μια συναρπαγή, για ένα ψέμα, αυτές οι διηγήσεις για την εμφάνιση τού Χριστού και πώς αυτά τα πρόσωπα τώρα, τα τρομαγμένα, τα περίτρομα έρχονται όχι μονάχα να το διακηρύξουνε μπροστά στους δυνατούς τής γης, μπροστά στους ισχυρούς και μπροστά στους ενόπλους, που ήταν έτοιμοι να τους συντρίψουν, αλλά και δίνουν μετά από διωγμούς και μετά από βασανιστήρια, άκαμπτοι όλοι, χωρίς εξαίρεση την ζωή τους για μια τέτοια απάτη;

Όπως λέει, πολύ σωστά, ένας Γάλλος, ο Goguel, «είναι αδύνατον για ένα ψέμα να υποβληθεί κανείς σε διωγμούς και να δώσει την ζωή του με βάσανα και με τυρρανισμούς». Το ψεύδος το χρησιμοποιεί ο άνθρωπος δια να αποφύγει τον διωγμό όχι δια να τον υποστεί. Ώστε λοιπόν, το όλο κήρυγμα τής Εκκλησίας, στηρίζεται επάνω στη διαβεβαιώσει για την Ανάσταση. Και πρέπει να πούμε ακόμα και θάπρεπε να το πούμε ίσως πρώτο απ’ όλα, ότι αυτήν την διαβεβαιώσει για την Ανάσταση την έδωσε ο ίδιος ο Χριστός. Το είπε σαφέστατα και το διακήρυξε και το υπεστήριξε.

Και πώς είναι δυνατόν, αυτόν που όχι απλώς εκήρυξε, αυτόν ο οποίος έζησε από το κήρυγμα, αυτόν ο οποίος χωρίς καμία αμφισβήτηση ανέβηκε πάνω στον Σταυρό γι’ αυτό το κήρυγμα, πώς είναι δυνατόν αυτόν τον άνθρωπο να τον θεωρήσουμε σαν ένα απατεώνα, ο οποίος σκηνοθετεί την ταφή Του, ο οποίος σκηνοθετεί την Ανάσταση Του;

Τώρα αφού μιλήσαμε για την απόλυτο αξιοπιστία των εμφανίσεων τού Χριστού που είναι η δεύτερη κατηγορία των αμφισβητήσεων, θα έλθουμε στην 3η κατηγορία που εύκολα ανατρέπεται, δηλ. σχετικά με τον κενό τάφο.

Η αμφισβήτηση του κενού τάφου

Η πρώτη αμφισβήτηση για τον κενό τάφο είναι εκείνη η οποία παρουσιάζεται μέσα στο ίδιο το Ευαγγέλιο, όταν έρχεται η κουστωδία και αναγγέλλει στους αρχιερείς πάντα τα γενόμενα: τον σεισμό που έγινε και την ένδοξη Ανάσταση τού Χριστού. Και τι λένε οι αρχιερείς; Τους έδωσαν λέει αργύρια ικανά και τους είπαν να διαδώσουν ότι «αυτών κοιμωμένων έκλεψαν οι μαθηταί το σώμα». Αυτή βέβαια η απλή ανατροπή αυτής τής εκδοχής είναι εκείνη η φράσις ότι «αν εκοιμώντο πώς είδαν τι έγινε;» ότι δηλ. έφυγε το σώμα απ’ εκεί. Και «αν δεν εκοιμώντο πώς άφησαν αυτοί οι στρατιώτες τους μαθητές να πάρουν τον Κύριο;»

Τώρα η άλλη σκέψις είναι ότι το σώμα δεν το απεμάκρυναν οι μαθηταί, αλλά το απεμάκρυναν οι αρχιερείς και αυτό για να μη γίνει ο τάφος σημείο προσκυνήματος των οπαδών τού Χριστού. Αλλά και δω πάλι αυτό είναι τελείως αδιανόητο και ξένο προς την λογική. Ξέρουμε ότι λίγες ημέρες μετά εδέχθησαν κατά πρόσωπο, μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους εκείνη την αυστηρότατη κατηγορία τού Πέτρου ότι «απέκτειναν τον αρχηγό τής ζωής ον ο Θεός ήγειρε εκ νεκρών». Και έτσι ο Πέτρος δημιούργησε χιλιάδες πιστών απ’ την ημέρα εκείνη και όλοι οι απόστολοι εν συνεχεία.

Πόσο απλό θα ήταν να αποστομώσουν στη γένεσή του το Χριστιανικό κήρυγμα οι αρχιερείς, παρουσιάζοντας το πτώμα τού Χριστού το οποίο είχαν κρύψει! Αμέσως αυτό θα έπαυε για πάντα στο ξεκίνημά της αυτήν την κίνηση, η οποία αδιάκοπα αφαιρούσε οπαδούς από το Συνέδριο των Γραμματέων και των Φαρισαίων. Θα σταματούσαν αυτήν την βλάσφημη αίρεση παρουσιάζοντας το σώμα τού Χριστού και θα απεδείκνυαν εύκολα, και ήταν στο χέρι τους να το κάνουν, ότι πρόκειται για μια πλάνη.

Ο Αρχιδικαστής τής Αγγλίας, (όπως θα λέγαμε σε μας ο Πρόεδρος τού Αρείου Πάγου), λόρδος Darling, συνοψίζει αυτόν τον έλεγχό του νομικώς πάνω στις ενδείξεις για την Ανάσταση τού Χριστού με τα ακόλουθα λόγια, τα οποία είναι τόσο αυθεντικά ώστε δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτε άλλο:

«Εμείς λέει σαν Χριστιανοί καλούμαστε να παραδεχθούμε πολλά μόνον με την πίστη. Το βασικό θέμα, εάν δηλ. ο Ιησούς Χριστός ανέστη απ’ τους νεκρούς ή όχι, πάνω στο οποίο στηρίζεται ότι ο Χριστός ήταν πράγματι εκείνο που διακήρυξε, δεν καλούμεθα να το παραδεχθούμε μόνον με την πίστη. Υπάρχουν για την πεποίθηση αυτή, ότι είναι πραγματικά μια ζωντανή αλήθεια, υπάρχουν τόσο πολυάριθμες ενδείξεις θετικές και αρνητικές απ’ τα γεγονότα και τις περιστάσεις, ώστε κανένα σώμα από νοήμονες ενόρκους στον κόσμο δεν θα εξέφερε άλλη απόφαση παρά ότι η Ανάσταση είναι πράγματι αληθινή. Αλλά για να αποδειχθεί η αλήθεια τής Αναστάσεως πολλοί παρουσιάζουν εκείνο το επιχείρημα, το θετικό εκείνο επιχείρημα, το οποίο πιστεύω ότι είναι πιο πειστικό επιχείρημα για μας τους ανθρώπους που ζούμε σε μία εποχή κατ’ εξοχήν εποχή αρνήσεως, αποστασίας και συγχύσεως. Είναι ακριβώς οι απροσδόκητες και ψυχολογικά και λογικά ανεξήγητες επιστροφές ανθρώπων από την άρνηση και την πεισματική απιστία στην πίστη χάρις στην Ανάσταση τού Χριστού».

Σύγχρονες μεταστροφές απίστων

Υπάρχουν πάρα πολλές, υπάρχουν εκατομμύρια τέτοιες περιπτώσεις και θα αναφέρουμε μονάχα τις περιπτώσεις διασήμων ανθρώπων τού πνεύματος, οι οποίοι διετέλεσαν άπιστοι και έγιναν πιστοί.

Υπήρχε στην Αγγλία ο Καθηγητής Joad, Καθηγητής τής Φιλοσοφίας από τους πιο γνωστούς, ο οποίος ήταν τόσο πολύ φανατικός στην άρνηση, ώστε δεν άφηνε ευκαιρία, με τον γραπτό λόγο αλλά και με μία σειρά από εβδομαδιαίες ομιλίες στο αγγλικό ραδιόφωνο με τίτλο «ο Joad και ο Θεός», να υποστηρίζη την ανακρίβεια τού Ευαγγελίου. Αυτό έκανε ο Joad μελετώντας ακριβώς την Αγία Γραφή, για να παρουσιάσει επιχειρήματα. Ο ίδιος όμως από μόνος του χωρίς καμία επίδραση πείσθηκε ότι το αντίθετο από όσα κήρυσσε ήτο αλήθεια και σε μεγάλη ηλικία παρουσιάσθηκε αιφνιδίως και είπε ότι «όσα πίστευα ήταν ψέμα», και αγωνίσθηκε σαν τον Θωμά και εκήρυξε σ’ όλο τον κόσμο ότι ο Χριστός είναι πραγματικά ο Κύριος και Θεός. Στον 18ον αιώνα, όπως ανέφερα, είχε φθάσει η άρνηση στο κορύφωμά της. Και στην Αγγλία, λέει ο Montesquieu ότι, εάν ένας άνθρωπος πει σε οποιονδήποτε κύκλο μορφωμένων ανθρώπων ότι πιστεύει, δεν γίνεται υποδεκτός με τίποτε άλλο παρά με γέλια και καγχασμούς.

Την εποχή εκείνη δύο μορφωμένοι νέοι από το Πανεπιστήμιο τής Οξφόρδης έβαλαν για σκοπό τής ζωής τους να συγγράψουν δύο συγγράμματα, για να αποδείξουν ο πρώτος ότι η επιστροφή τού Παύλου δεν οφείλεται σε πίστη, σε αληθινή πίστη, και ο δεύτερος ότι η Ανάσταση τού Χριστού ήτο ψέμα.
Ο πρώτος, ο Λόρδος Lytletton μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα επέστρεψε με ένα κείμενο που απεδείκνυε ότι η συνάντησης τού Παύλου με τον αναστημένο Χριστό είχε πραγματικά συμβεί στο δρόμο τής Δαμασκού. Και ο άλλος, ο Gilbert West έγραψε ολόκληρο σύγγραμμα το οποίο ονομάζει «Παρατηρήσεις επί τής Ιστορίας και των Ενδείξεων τής Αναστάσεως τού Χριστού» και περιέχει μία σωρεία από επιχειρήματα, πολλά περισσότερα από όσα εγώ σας παρουσίασα τώρα, λογικότατα επιχειρήματα για την αλήθεια τής Αναστάσεως.

Θα έχετε ακούσει ίσως ότι το πλέον διάσημο σατυρικό περιοδικό παγκοσμίως είναι το «PUNCH». Επί έτη εκδότης τού Punch υπήρξε ο Muggeridge, πνεύμα οξύ και σκωπτικό, ο οποίος δεν δίσταζε να διακηρύττει την απιστία του. Μια επίσκεψις εν τούτοις εις τους Αγίους Τόπους κατέληξε εις αποτέλεσμα αντίθετο εκείνου το οποίον ανέμενε και επεδίωκε ο Muggeridge. Αντί να κομίσει αποδείξεις ότι η πεποίθησης στο θάνατο και την Ανάσταση τού Ιησού Χριστού είναι ένας μύθος, επέστρεψε με την ακλόνητο πεποίθησιν για την αλήθεια τής Χριστιανικής πίστεως και με μια τέτοια ψυχική μεταστροφή, ώστε έγινε σήμερα ένας από τους κυριότερους ηγέτες τού Χριστιανικού κινήματος στη Μ. Βρετανία. στο περίφημο «Φεστιβάλ τού Φωτός». Στην πολυάριθμη αυτή συγκέντρωση στην Πλατεία TRAFALGAR τού Λονδίνου, ο Muggeridge ήταν εκείνος ο οποίος καυτηρίασε και κάλεσε σε αφύπνιση και αγώνα εναντίον τής χυδαιότητας και τής παρακμής εις την οποίαν οδηγεί η απιστία.

Ίσως όμως πραγματικά για εκείνον που θέλει να κουράσει την σκέψη του, αυτό είναι πραγματικά ανάγκη γύρω από το θέμα αυτό, ίσως το πιο χαρακτηριστικό λογικό μνημείο είναι το έργο του νομικού Morison. Αυτός από μικρή ηλικία, από παιδική ηλικία είχε διαβάσει από τους Κριτικούς τής Γερμανικής Σχολής, την Κριτική τής Αγ. Γραφής. Και είχε πλούσια οπλιστεί με επιχειρήματα κατά τής Χριστιανικής Θρησκείας και ξεκίνησε με τα επιχειρήματα αυτά να γράψει ένα βιβλίο που πραγματικά, λογικά θα έπειθε τον καθένα, ότι η Ανάστασις δεν είχε πραγματοποιηθεί. Και καθώς άρχισε να γράφει αυτό το βιβλίο, βρήκε ότι ήταν αδύνατο το βιβλίο αυτό να γραφή. Και όχι μονάχα ήταν αδύνατο να γραφή αλλά οι σκέψεις και τα λόγια τα οποία έγραφε οδηγούσαν τελείως στον αντίθετο στόχο.

Λέει ο ίδιος: «Η δύναμις των περιστάσεων με ανάγκαζε να γράφω κάτι το τελείως αλλιώτικο, όχι γιατί τα ίδια τα γεγονότα τα οποία μελέτησα άλλαξαν, γιατί είναι οριστικά αποτυπωμένα στις σελίδες τής ανθρώπινης ιστορίας, αλλά γιατί η ερμηνεία των γεγονότων αυτών είχε μέσα μου υποστεί μία μεταβολή εξ αιτίας τής επιμονής αυτών των ιδίων των γεγονότων».

Ο συγγραφέας ανακάλυψε μία ημέρα ότι όχι μονάχα δεν μπορούσε να γράψει το βιβλίο που είχε σχεδιάσει αλλά και ότι αν ήθελε, δεν μπορούσε. Και από αυτήν την προσπάθεια προέκυψε το πασίγνωστο βιβλίο τού Morison «Ποιος εκύλισε τον λίθο;» που έχει κυκλοφορήσει σε εκατομμύρια αντιτύπων και αποτελεί πραγματικά ένα μνημείο λογικής εργασίας όπου παίρνει όλες τις διεξόδους τής αμφιβολίας και τους κόβει τον δρόμο με τις ίδιες τις μαρτυρίες τής Αγ. Γραφής και με την λογική επάνω σ’ αυτές δέχεται να ασκήσει το έργο τής αμφισβητήσεως και που αποτυγχάνει.

Δίπλα σ’ αυτούς τους διανοουμένους θα ήτανε πραγματικά παρά πολύ τολμηρό να πω δυο λόγια για τον εαυτό μου.

Το λέω με απόλυτη συναίσθηση για την διαφορά σε ανάστημα και την διαφορά σε κύρος που με χωρίζει απ’ αυτούς. Όμως το χρωστώ σε σας, και το κάνω για πρώτη φορά, το χρωστώ σε σας που είσαστε τα αδέλφια μου, με τα οποία ζω τόσο έντονα την ζωή τού Πανεπιστημίου, να σας μαρτυρήσω, ότι έζησα τα τελευταία χρόνια τής γυμνασιακής μου ζωής και σχεδόν όλα τα χρόνια τής ζωής μου σαν φοιτητής μέσα στην άρνηση και στην αμφιβολία. Και να σας πω ότι δέχθηκα, μετά από πάρα πολλή μελέτη, το μήνυμα τής Αναστάσεως σαν αληθινό και όλη μου η ζωή, δεν είναι από μία σκοπιά, τίποτε άλλο, παρά ένα πύρωμα επάνω στην ακρίβεια τού κηρύγματος τής Αναστάσεως. Και έχω να σας πω ότι ούτε μια στιγμή, ούτε μια παρατήρησης μέσα στη ζωή μου, δεν παρέλειψε παρά να επιβεβαιώσει την αλήθεια τού κηρύγματος τού Ευαγγελίου, την αλήθεια τής Αναστάσεως τού Χριστού. Είναι αδύνατον λογικά, είναι αδύνατον ψυχολογικά να ζήσω ούτε μία στιγμή, μη πιστεύοντας στην Ανάσταση τού Χριστού. Και θέλω να καλέσω, σαν αδελφός προς αδελφούς, τον καθένα από σας, αν αυτό δεν έχει ολοκληρωτικά συμβεί στην ζωή σας, να πάρει την θέση αυτή και να δεχθεί απροκάλυπτα, τίμια, χωρίς φόβο, την Ανάσταση τού Χριστού σαν ένα γεγονός. Και να με βρει, αν θέλει, να συζητήσουμε, αν θέλει και να χαρούμε μαζί τα όσα θα επακολουθήσουν απ’ αυτό το άνοιγμα τής ψυχής στην Ανάσταση τού Χριστού.

Σας ευχαριστώ πολύ.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Π. Τρεμπέλα: Ιησούς από Ναζαρέτ, Αθήναι, 1955.
2. Ε. Θεοδώρου: Η αιωνία αλήθεια, Αθήναι, 1960.
3. Ι. Αγαπίδη: Ο Ιησούς ενώπιον τής Ιουδαϊκής και Ρωμαϊκής δικαιοσύνης, Θεσσαλονίκη, 1969.
4. R. GUARDINI: Ο Κύριος, Ελλ. Μετάφρασις, Αθήναι, 1956, Τόμος Γ΄.
5. P. BARBET: LA PASSION DE JESUS CHRIST SELON DE CHIRURGIEN, RILLEN ET CIE, ISSOUDUN, 1950.
6. τού ιδίου: A DOCTOR AT CALVARY, P.J. KENNEDY, NEW YORK, 1953.
7. PR. J.N.D. ANDERSON: CHRISTIANITY THE WITNESS OF HISTORY, TYNDOLE PRESS LONDON, 1969.
8. τού ιδίου: EVIDENCE FOR THE RESURECTION, INTERVARSITY, PRESS LONDON, 1968.
9. F. MORISON: WHO MOVED THE STONE, BARNES AND NOBLE, NEW YORK, 1962.
10. J/YOUNG: THE CASE AGAINST CHRIST, FALCON BOOKS, LONDON, 1962.
11. K.N. TAYLOR: IS CHRISTIANITY CREDIBLE? INTERVARSITY PRESS, 1970.

 

http://www.oodegr.com/oode/grafi/kd/stavrwsi1.htm

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »