kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Περί θλίψεων, πόνων και κόπων… (Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης)

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Ιουνίου, 2014

Η θλίψις είναι όργανον, εργαλείον, το οποίον κρατεί ο Θεός εις το χέρι Του, και Αυτός μόνος το εργάζεται, καθώς Του υπαγορεύει η άπειρος σοφία Του. Εις τον κάθε άνθρωπον διαφοροτρόπως
το εργάζεται, αναλόγως της ανάγκης που έχει έκαστος.
Η θλίψις με την ποικιλομορφία της εξαγνίζει και αγιάζει τον άνθρωπον εκείνον, που με σοφίαν και γνώσιν την δέχεται. Δηλαδή κάθε θλίψις του χριστιανού είναι θεία επίσκεψις έχουσαν σκοπόν την σωτηρίαν αυτού και την αποστέλλει η γλυκυτάτη δεξιά του ουρανίου μας Πατρός, αν και απαρέσκεται η φύσις μας εις την τοιαύτην, καθώς και τα πικρά φάρμακα απαρέσκουν εις τον ασθενούντα..
Εάν η θλίψις δεν έχει καμμίαν σχέσιν με ημάς, πάντως θα είχαμε την μοίραν του εωσφόρου, διότι και εκείνος ευρισκόμενος εις το ύψος της δόξης και της αναπαύσεως, ελησμόνησε την μεγαλειότητα του Θεού και την εαυτού σμικρότητα και αδυναμίαν, « στήσω τον θρόνον μου επί των νεφελών και έσομαι όμοιος τω Υψίστω».
Και ταύτα διανοηθέντα, κάτω τον έρρψεν ο Θεός, και ο πρώτος ανατέλλων φωτεινότατος άγγελος, γέγονε δαίμων, Σατανάς, διάβολος, το βρωμερώτερον εκ των δημιουργημάτων του Θεού, ουχί τη φύσει, διότι ο Θεός όλα λιαν καλά τα εποίησεν, αλλά τη προαιρέσει πονηρός και αντάρτης!
Ο διάβολος διασπείρει μέσα εις τας οικογενείας την μεμψιμοιρίαν, την απαρέσκειαν, την ζήλειαν, την ισχυρογνωμοσύνην, κ.λ.π. και ούτω υπάρχει εις πολλάς οικογενείας ένα πρόσωπον, που θα διαταράσση την ειρήνην, την γαλήνην και την χαράν της οικογενείας. Αυτή η κακή σπορά δεν έλειψε και μέσα εις την του Κυρίου ιεράν οικογένειαν, όπου είχε δημιουργήσει επί της γης δια την μέλλουσαν σωτηρίαν, δηλαδή εν μέσω των ιερών μαθητών Του, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, σπόρος θεοκτόνος! Ο διάβολος σπείρει τον σπόρον εν μέσω του σίτου, και εις τας συνοδείας των μοναχών το τοιούτον υπάρχει, όχι ότι το πρόσωπον αυτό είναι κακόν, αλλά έχοντας τας αδυναμίας αυτάς, μεμψιμοιρίαν, ζήλειαν κ.λ.π., γίνεται ένα όργανον, δια να διαταράσση την ειρήνην και ησυχίαν των άλλων.
Όλα αυτά μαρτυρούν ότι είμεθα εξόριστοι της αληθινής πατρίδος μας, ευρισκόμενοι εις τα
σωφρονιστήρια, ένθα εξασκείται η παιδεία Κυρίου, και όσοι ευρεθούν δια της παιδείας ευδόκιμοι, εισάγονται πάλιν εις την ουράνιον κληρονομίαν λαμβάνοντες και πάλιν την χαθείσαν υιοθεσίαν των, άξιοι να κληρονομήσουν τον Θεόν.
Όσοι μείνουν απαίδευτοι, ως εγώ, και δεν αναγνωρίζουν την παιδείαν, αλλά δια των έργων των αναδειχθούν νόθοι, αποδιώκονται ως ανάξιοι της υιοθεσίας, εις ην απέβλεπεν η παιδεία Κυρίου και καταδικάζονται. Ο αγαθός Θεός και Πατήρ ημών να μας αξιώση μετά των ευδοκίμων, των
λαβόντων την υιοθεσίαν, εις αιώνας αιώνων. Αμήν.
Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Κλήμης Ρώμης για την αποστολική διαδοχή και τα σχίσματα.

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιουνίου, 2014

Η αποστολική διαδοχή είναι ένα σπουδαίο εκκλησιολογικό θέμα διότι μας δείχνει (και) ιστορικά την γραμμή της Εκκλησίας που ίδρυσε ο Χριστός, από το 33 μ Χ που φανερώθηκε ορατά (συγκεκριμένη πίστη, δομή, και με πρόσωπα που διαχειρίζονταν τα πνευματικά πράγματα κατόπιν χειροτονίας), ως τις μέρες μας. Στην αρχαία Εκκλησία κανείς δεν δρα αυτόνομα και αυθαίρετα όσον αφορά τα εκκλησιαστικά πράγματα. Υπάρχει σειρά και τάξη, που όρισε ο ίδιος ο Θεός.
Ο άγιος Κλήμης γράφει προς τους Κορίνθιους, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν άτομα που διατάρασσαν την αρμονία και την ενότητα της τοπικής αυτής Εκκλησίας, με αποτέλεσμα την δημιουργία εσωτερικών σχισμάτων. Στην επιστολή του, κατά τον καθηγητή Χ. Κρικώνη, συμβουλεύει «τους Κορινθίους να έχουν μεταξύ τους ομόνοια και να πειθαρχούν στους λειτουργούς τους [..] Με την μεσολάβηση του ο Κλήμης κατακρίνει τις ενέργειες των προπετών Κορινθίων σε βάρος των μονίμων λειτουργών, για τους οποίους επικαλείται την αποστολική διαδοχή και συνιστά υποταγή σ’ αυτούς τους λειτουργούς  [..] » (Αποστολικοί Πατέρες, Ά τόμος, σελ. 36).
Ας δούμε απόσπασμα της πολύ σημαντικής αυτής πρωτοχριστιανικής επιστολής, γραμμένη περίπου το 97 μ Χ.
«Οι Απόστολοι κήρυξαν σε μας το Ευαγγέλιο σταλμένοι από τον Κύριο Ιησού Χριστό, ο Ιησούς Χριστός απεστάλη από τον Θεό. Ο Ιησούς Χριστός απεστάλη από το Θεό και οι Απόστολοι από τον Ιησού Χριστό· έγιναν και τα δύο με τάξη, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Αφού έλαβαν λοιπόν οι Απόστολοι εντολές και αφού πληροφορήθηκαν και βεβαιώθηκαν με την Ανάσταση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και αφού πιστοποίησαν τη σταθερότητα της πίστεως με το λόγο του Θεού, πληρωμένοι με το Άγιο Πνεύμα βγήκαν για να ευαγγελισθούν ότι πρόκειται να έλθει η Βασιλεία του Θεού. Κηρύσσοντες λοιπόν σε διάφορες χώρες και πόλεις εγκαθιστούσαν τους πρώτους διαδόχους τους, αφού τους δοκίμαζαν πνευματικά, σε επισκόπους και διακόνους [1] για εκείνους που επρόκειτο να πιστεύσουν. Και αυτό όχι ως κάποια καινοτομία· γιατί πριν από πολλά χρόνια είχε γραφτεί για τους επισκόπους και διακόνους. Γιατί έτσι λέει κάπου η Γραφή· «Καταστήσω τους επισκόπους αυτών εν δικαιοσύνη και τους διακόνους αυτών εν πίστει» (Ησαίας 60,17). Και τι το παράδοξο, εάν εκείνοι (οι Απόστολοι) στους οποίους ο Θεός εμπιστεύθηκε ένα τόσο μεγάλο έργο στο όνομα του Χριστού εγκατέστησαν τους προαναφερθέντες, όπου και ο μακάριος, «ο πιστός θεράπων (λειτουργός) μέσα σε όλο τον οίκο» Μωυσής όλα όσα του διατάχθηκαν κατέγραψε στα ιερά βιβλία, αυτόν ακολούθησαν και οι λοιποί προφήτες, επιβεβαιώνοντας έτσι όλα όσα είχαν νομοθετηθεί από αυτόν. Γιατί εκείνος, όταν καταλήφθηκαν από φθόνο για το αξίωμα της ιεροσύνης και εστασίαζαν οι φυλές, με το ποια από αυτές θα μπορούσε να στολιστεί με το ένδοξο όνομα (της ιεροσύνης), διέταξε τους δώδεκα φυλάρχους να φέρουν σ’ αυτόν ράβδους γραμμένες με το όνομα της κάθε φυλής, και αφού πήρε τις ράβδους, τις έδεσε και τις σφράγισε με τα δακτυλίδια των φυλάρχων και τις τοποθέτησε στη Σκηνή του Μαρτυρίου, πάνω στην Τράπεζα του Θεού. Και αφού έκλεισε τη Σκηνή εσφράγισε και τις κλειδαριές, όπως και τις ράβδους. Και τους είπε· άνδρες αδελφοί, εκείνης της φυλής που η ράβδος θα συνέβαινε να βλαστήσει, αυτή έχει εκλέξει ο Θεός για να ιερατεύει και να λειτουργεί Αυτόν. Όταν έγινε πρωί, συγκέντρωσε όλο το λαό του Ισραήλ, τις εξακόσιες χιλιάδες ανδρών, και επέδειξε στους φυλάρχους τις σφραγίδες (άθικτες) και άνοιξε τη Σκηνή του Μαρτυρίου και πήρε τις ράβδους· και βρέθηκε η ράβδος του Ααρών όχι μόνο να έχει βλαστήσει, αλλά και να έχει καρπό. Τι νομίζετε, αγαπητοί; Δεν προγνώριζε ο Μωυσής ότι τούτο επρόκειτο να γίνει; Και βέβαια το γνώριζε· αλλά για να μη γίνει ακαταστασία στον Ισραήλ, ενήργησε έτσιγια να δοξαστεί το Όνομα του αληθινού και μόνου Θεού· Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Και οι απόστολοί μας γνώριζαν δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ότι η φιλονικία θα είναι για το αξίωμα της επισκοπής. Για αυτήν λοιπόν την αιτία, αφού είχαν λάβει τέλεια γνώση από πριν, εγκατέστησαν τους προαναφερθέντες, και εν τω μεταξύ έδωσαν και το δικαίωμα (εντολή), όταν πεθάνουν να τους διαδεχτούν άλλοι δοκιμασμένοι άνδρες στην λειτουργία τους. Αυτούς λοιπόν που είχαν εγκατασταθεί από εκείνους ή στο μεταξύ από άλλους ελλόγιμους (αξιόλογους) άνδρες με τη συγκατάθεση όλης της Εκκλησίας, και οι οποίοι άσκησαν το λειτούργημά τους άμεμπτα στο ποίμνιο του Χριστού με ταπεινοφροσύνη, ήσυχα και χωρίς βαναυσότητα και των οποίων η ευάρεστη ζωή από πολλά χρόνια είχε μαρτυρηθεί από όλους, αυτούς δεν νομίζουμε ότι είναι δίκαιο να αποβάλλουμε από τη λειτουργία τους. Γιατί δεν θα είναι μικρή αμαρτία σε μας, εάν αυτούς που άμεμπτα και όσα προσέφεραν τα δώρα [2] αποβάλλουμε από την επισκοπή. Μακάριοι είναι οι προηγηθέντες πρεσβύτεροι, οι οποίοι είχαν καρποφόρο και τέλεια ανάλυση (επίγεια ζωή), γιατί δεν έχουν πια φόβο μήπως κάποιος τους μεταθέσει από τη θέση που είχε ιδρυθεί για αυτούς. Γιατί βλέπουμε ότι μερικούς, εσείς τους απομακρύνατε από το τιμημένο λειτούργημά τους που ανήκε σ’ αυτούς, αν και πολιτεύονταν καλά και άμεμπτα».
(Απόσπασμα από την επιστολή του αγίου Κλήμη Ρώμης προς «Κορινθίους», Αποστολικοί Πατέρες Α’ τόμος, Χ. Κρικώνης, σελ. 85-89).
Σημειώσεις:  
[1] Στην εποχή του αγίου Κλήμη, «επίσκοπος» και «πρεσβύτερος» σήμαιναν το ίδιο πράγμα. Λίγο αργότερα, επί αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας, θα ξεχωρίσουν οι ονομασίες, όπου πια ο «επίσκοπος» θα είναι ο μόνιμα εγκατεστημένος σε μία συγκεκριμένη επισκοπή, «προφήτης». Ο δε «προφήτης», έχει ήδη εκλεγεί από το Άγιο Πνεύμα, και έχει χειροτονηθεί από τους αποστόλους. Ο καθηγητής Βλάσιος Φειδάς γράφει: «Η χρήση στο κείμενο του καινοδιαθηκικού όρου «επίσκοποι» για τον προσδιορισμό του τοπικού ιερατείου είναι παράλληλη προς τον επίσης καινοδιαθηκικό όρο «πρεσβύτεροι», οι οποίοι αναμφίβολα ταυτίζονται κατά το περιεχόμενο και εναλλάσσονται κατά τη χρήση τους στην επιστολή του Κλήμη» (Α’ τόμος Εκκλ. Ιστορίας, σελ. 85).
[2] Τα «Δώρα», είναι τα Τίμια Δώρα (ο άρτος και ο οίνος) που προσφέρει η Εκκλησία δια των ιερέων, προκειμένου να πέμψει ο Θεός την άκτιστη χάρη Του για να επέλθει η μεταβολή αυτών σε Σώμα και Αίμα Χριστού.
«[..] το ουσιαστικό «δώρα», ήτοι τη θεία ευχαριστία (‘’τα δώρα της επισκοπής’’) [..]» (Βλ. Φειδάς, Εκκλ. Ιστορία Α’ τόμος, σελ. 83).
Επίσης, ο καθηγητής Β. Στεφανίδης γράφει : «Τους ουν κατασταθέντας υπ εκείνων (των αποστόλων) ή μεταξύ υφ ετέρων ελλογίμων ανδρών, συνευδοκησάσης της εκκλησίας απάσης, και λειτουργήσαντας αμέμπτως, τούτους ου δικαίως νομίζομεν αποβάλλεσθαι της λειτουργίας. Αμαρτία γαρ ου μικρά ημιν έσται, εάν τους αμέμπτως και οσίως προσενεγκότες τα δώρα, της επισκοπής αποβάλλωμεν» (ΚΕΦ. 44) Υπό τα ‘’δώρα’’ νοείται η θεία ευχαριστία» (Εκκλησιαστική Ιστορία σελ. 45).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος.

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιουνίου, 2014

Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος έγινε επί Μ. Θεοδοσίου το 381 στην Κων/πολη. Συμμετείχαν πολλοί άγιοι Πατέρες, όπως ο Κύριλλος Ιεροσολύμων, ο Νεκτάριος Κωνσταντινουπόλεως, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Γρηγόριος Νύσσης. Σε αυτήν, καταδικάστηκε η αιρετική διδασκαλία του Μακεδόνιου «[..] όστις εβλασφήμει ότι κτίσμα του Υιού υπάρχει το Άγιο Πνεύμα[..] (σελ. 153).
Επίσης, καταδικάστηκαν και οι διδασκαλίες του Απολλιναρίου, των Ευνομιανών, των Σαβελλιανών, των Μαρκελλιανών, και των Φωτεινιανών.
Ο Απολινάριος δίδασκε «[..] ότι ο Λόγος αντί ψυχής ήτο εις το Σώμα του Χριστού [..]» (σελ. 156), συνεπώς καθιστούσε αδύνατη την οντολογική σωτηρία του ανθρώπου, εφόσον ο Θεός Λόγος δεν προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση (σώμα και ψυχή).
Οι Ευνομιανοί ή αλλιώς Ευδοξιανοί «[..] έλεγον τον Υιόν κατά πάντα ανόμοιον του Πατρός [..]». Συνεπώς, δεν δέχονταν τον Χριστό ομοούσιο με τον Πατέρα.
Οι Σαβελλιανοί δεν διέκριναν τις υποστάσεις στην μία Θεότητα, αλλά τις ταύτιζαν, ισχυριζόμενοι ότι «[..] τον Πατέρα, και τον Υιόν, και το Άγιο Πνεύμα, τρείς ονομασίας ενός και του αυτού προσώπου, και κατά τας διαφοράς των ενεργειών, πότε μεν να ονομάζεται Πατήρ, πότε δε Υιός, πότε δε Πνεύμα» (σελ. 155).
Οι οπαδοί του Μάρκελλου Αγκύρας, δέχονταν τις δοξασίες του Σαβέλλιου, με την προσθήκη ότι «[..] μετά την Δευτέρα κρίσιν έχει να απορριφθή το σώμα του Κυρίου, και να υπάγει εις το μη ον, και ακολούθως η Βασιλεία αυτού να έχη τέλος» (σελ. 156).
Ο Φωτεινός  «[..] Ούτε γαρ την Αγία Τριάδα ωμολόγει, τον Θεόν, Πνεύμα μόνον δημιουργόν ονομάζων του παντός, τον δε Λόγον, προφορικόν μόνον, ως όργανον τι μηχανικόν, ούτε τον Χριστόν Θεόν έλεγεν, αλλά ψιλόν άνθρωπον [..]» (σελ. 156).
Η Β’ Οικουμενική, εξ αιτίας των παραπάνω αιρέσεων, χρειάστηκε να συμπληρώσει με κάποια επί πλέον άρθρα το Σύμβολο της Πίστεως της Νικαίας. Είναι πολύ σημαντικό να θυμόμαστε ότι δια των Οικουμενικών Συνόδων η Εκκλησία δεν βγάζει «νέα» δόγματα πίστεως, αλλά διατυπώνει την εμπειρική θεολογία της μέσα από όρους, προκειμένου να προφυλάξει ανόθευτη την πίστη που παραδόθηκε άπαξ.
Έτσι, πρόσθεσε το « ‘’ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος’’δια την αίρεσιν του Χιλιαστού [..]» (σελ. 154), όπως επίσης και τα επόμενα:
«Και εις το Πνεύμα το Άγιον, το κύριον, το ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν δια των προφητών. Εις μία, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ εν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών. Και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν».
Επίσης, θέσπισε επτά κανόνες, δια των οποίων ρύθμιζε διάφορα προβλήματα. Ο έβδομος κανόνας είναι χαρακτηριστικός, διότι αναφέρεται στον τρόπο που η Εκκλησία δέχεται στους κόλπους της ανθρώπους που ήταν σε αιρέσεις, αλλά μετανόησαν και θέλησαν να ενταχθούν στο Σώμα του Κυρίου.
Πηγές:
Πηδάλιο Αγίου Νικοδήμου, σελ. 153-156

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Α’ Οικουμενική Σύνοδος.

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιουνίου, 2014

Η Α’ Οικουμενική σύνοδος συνήλθε στην Νίκαια της Βιθυνίας επί Μ. Κων/νου το 325, «[..] κατά του Αρείου όστις εβλασφήμει, ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού δεν είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, και ακολούθως δεν είναι Θεός αληθινός, αλλά κτίσμα και ποίημα [..]». Ο Άρειος ήταν πρεσβύτερος στην Αλεξάνδρεια και δίδασκε ότι ο Λόγος του Θεού προϋπήρχε μεν «[..] της κατά σάρκα γεννήσεως, όχι όμως ως Θεός, αλλ’ ως εν εκ των κτισμάτων και ποιημάτων εν χρόνω παρά του Πατρός δημιουργηθείς». Στις Οικουμενικές Συνόδους, δεν διατυπώθηκαν νέες «αλήθειες», αλλά διατυπώθηκε η πίστη που άπαξ παραδόθηκε (επιστολή Ιούδα, 3), με τέτοιο τρόπο ώστε να απαντάει στις αμφιβολίες και στα ερωτηματικά που έθεταν κάποια από τα μέλη της Εκκλησίας που έπεφταν σε κακοδοξίες, και διαστρεβλώνοντας δυσκολονόητα σημεία των Αγίων Γραφών. Η Α’ Οικουμενική «[..] τον του Θεού Υιόν και Λόγον, Θεόν αληθινόν ανεκήρυξεν, ομοούσιον με τον Πατέρα, ήτοι την αυτήν ουσίαν και φύσιν με τον Πατέρα έχοντα, και επομένως την αυτήν δόξαν, και εξουσίαν, και κυριότητα, και αιδιότητα, και πάντα τα λοιπά θεοπρεπή της θείας φύσεως ιδιώματα [..]». Κατά την Α’ Οικουμενική, συντάχθηκαν τα επτά πρώτα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως:
«Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων˙ Φως εκ Φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινούγεννηθέντα, ου ποιηθένταομοούσιον τω Πατρί, δι’ ου τα πάντα εγένετο. Τον δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος άγιου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου και παθόντα και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ήμερα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόντα εις τους ουρανούς και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς· ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος».
Αυτό το Σύμβολο χαρακτηρίστηκε από τον Θεόδωρο Ιεροσολύμων «πίστεως ορθήν ομολογίαν», και από τον Ρώμης Δάμασο «τείχος υπεναντίον των όπλων του διαβόλου».
Οι Πατέρες στηρίχθηκαν στην αποκάλυψη του Χριστού όπως την παρέδωσε στους αγίους Αποστόλους και δι’ αυτών στην Εκκλησία, όπως μαρτυρείται στα κείμενα των αποστόλων και των ευαγγελιστών, αλλά και στα κείμενα των συνεχιστών των αποστόλων, όπως στον άγιο Ιππόλυτο κλπ, όπου διατυπώνεται αυτή η αλήθεια της Χριστιανικής Πίστεως.
Τέλος, η Α’ Οικουμενική θέσπισε είκοσι κανόνες, βάση των οποίων ρύθμιζε διάφορα άλλα θέματα σχετικά με τα προβλήματα της Εκκλησίας.
Οι Οικουμενικές Σύνοδοι ερμηνεύουν και επεξηγούν την Αποστολική Παράδοση που διέστρεφαν οι αιρετικοί στην διδασκαλία τους.
 Πηγή:
 Πηδάλιο αγίου Νικοδήμου του αγιορείτη, σελ. 118-122.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Γέρων Ιωαννίκιος Διονυσιάτης (1942-2006)

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιουνίου, 2014

O Γέρων Ιωαννίκιος Διονυσιάτης, κατά κόσμον Αλέξανδρος Ανθίμου του Ανθίμου και της Παναγιώτας, εγεννήθη την 22-7-1942 στην Κύπρο, στο χωριό Αγριδάκι της κατεχόμενης από τους Τούρκους Επαρχίας της Κυρήνειας. Οι γονείς του ήσαν άνθρωποι με φόβον Θεού, εγέννησαν έξι παιδιά (πρώτος κατά σειράν), και ο μεν πατέρας του όταν έκοιμήθη έλεγε στους παριστάμενους «Βλέπετε αυτούς τους δύο με τα λευκά;» και αμέσως παρέδωσε την ψυχήν του, η δε μητέρα του κατά προτροπήν του εκάρη Μοναχή υπό το όνομα Μαριάμ κατά τα τελευταία δέκα έτη της ζωής της και εκοιμήθη και εκείνη από καρκίνο στον εγκέφαλο.
Μετά το Δημοτικό εφοίτησε στην Αμερικανική Ακαδημία Λάρνακος και αργότερα εργάσθηκε επί έτη σε Αγγλική Τράπεζα. Φλεγόμενος όμως κυριολεκτικώς από θείον έρωτα και έφεση για την απράγμονα και ησύχιον ζωήν των μοναχών, ανεχώρησε για το Άγιον Όρος την 1-9-1967.
Ο ένθερμος ζήλος του και η ζέσις της προς τον Θεόν αγάπης του διαφαίνεται και σε κάποιο προσωπικό ημερολόγιο του που διατηρούσε όταν ήταν ακόμα λαϊκός. Εκεί καταγράφει τους καθημερινούς αγώνας του και τις πολλές φιλάνθρωπες δραστηριότητές του, τις επισκέψεις του σε νοσοκομεία και σε άλλους χώρους όπου υπήρχε ανθρώπινος πόνος.
Επίσης στο εν λόγω ημερολόγιο, το οποίο προσφυώς θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσωμε «Εξομολογήσεις», υπάρχουν αυτοσχέδιες προσευχές του, πλήρεις αγάπης προς τον Θεόν και αγωνίας για την σωτηρία της ψυχής του. Μία από αυτές παραθέτουμε ενδεικτικώς:
«Πανάγαθε Πατέρα, Φιλάνθρωπε Κύριε Ιησού Χριστέ, Πανάγιον Πνεύμα, Τριάς ομοούσιε, Σ΄ευχαριστώ διά την πρόνοιαν που έδειξες και σήμερον για μένα εναν ανάξιον αμαρτωλόν. Σε παρακαλώ βοήθα με να κατανοήσω την αγάπην Σου, για να μπόρεση και η δική μου καρδιά να σ΄ αγαπήση, όσον είναι δυνατόν, σύμφωνα με την δύναμιν που παρέχεις σ΄εμέ.
Πανάγαθε Θεέ, αιώνιε Λυτρωτά, ομολογώ ότι είμαι ανάξιος να φιλοξενήσω μέσα μου το Πυρ της Θεότητος, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, αλλά σύμφωνα με την υπόσχεσίν Σου, «ο  τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ», σε παρακαλώ αξίωσέ με και μείνε μέσα μου και γω εν Σοι. Ελέησέ με Κύριε, και άνοιξε την καρδίαν μου να Σε δεχθή ολόκληρον, χωρίς να μπορή να χωρέση τίποτε άλλο. Γίνου Συ βασιλεύς μου και κυβέρνησε το καράβι της ζωής μου σύμφωνα με το θέλημά Σου. Κατέργασέ με ναόν άγιόν Σου, όπου θα επιτελήται αγιωσύνη του Αγίου ονόματός Σου. Κατάκαυσε πυρί αΰλω τας αμαρτίας μου, τας άκανθας των παθών, απάλλαξε με από τα έργα της σαρκός και χάρισέ μου τον καρπόν του Αγίου Πνεύματός Σου. Αξίωσέ με να σοι εξομολογούμαι εν αγαλλιάσει, να σε ζητώ εν φόβω, να σε υπακούω με πίστη και αγάπην. Και με ενα λόγον χάρισε μου τα δώρα πού χαρίζεις σε κάθε ενα πού με πίστη προσέρχεται και Σε δέχεται εντός του, την κατά Χριστόν ζωή, η δόξα του Θεού επί γης και η Σωτηρία εις τους ανθρώπους.
Πρεσβείαις της Υπεραγίας Θεοτόκου, των Αΰλων Σου Λειτουργών, και πάντων Σου των Αγίων. Αμήν».
Χαρακτηριστικά επίσης γράφει σε μια επιστολή του προς κάποιον Γέροντα-Πνευματικό:
«…Αλλά εμένα μού αρέσει η μοναχική ζωή, η προσευχή, η απομάκρυνσις από τον κόσμο. Θέλω να βρεθώ κάπου πού να μην έχω ευθύνες, πού να μην έχω φροντίδες και μέριμνες, για να κλάψω τις πολλές αμαρτίες μου. Όμως ακόμη αγαπώ τους γονείς μου και με αγαπούν. Αν μείνω στην Κύπρο θα μ΄ενοχλού και ίσως με επηρεάσουν. Γι΄αυτό θέλω να φύγω, να πάω ίσως στο Άγιον Όρος, να βρω ένα καλό Γέροντα, έναν άγιον άνθρωπο, να του εμπιστευθώ την ζωή μου, για να με οδηγήση στην μετάνοια, κοντά στον Χριστό. Μέσα στον κόσμο δεν μπορώ να ζήσω… Χαυνούμαι ως αδύνατος και μόνος εν μέσω αμαρτωλού περιβάλλοντος. Παρακαλώ συμβουλέψετέ με και παρακαλέσατε τον μόνον δυνάμενον σώζειν και βοηθήστε με, Άγιε πάτερ. Είθε ο Κύριος να ενισχύη τους ημάς ενισχύοντας και ενισχύσαντας. Αμήν.».
Και πράγματι στο πρόσωπο του μακαριστού μας Γέροντος Χαραλάμπους βρήκε «ένα καλό Γέροντα, έναν άγιον άνθρωπο», πού του εμπιστεύθηκε την ζωή του και την σωτηρία του. Τον Γέροντα μας εγνώρισε στην Δάφνη, καθώς επήγαινε από την Νέα Σκήτη, όπου εγκαταβιούσε, στην Μονή Χιλανδαρίου, για να εγγράψη εις το Μοναχολόγιό της ως δόκιμο έναν αδελφό. Ήδη ο Γέροντας σε λίγες ημέρες θα εγκατέλιπε την Νέα Σκήτη και θα μεταφερόταν με την συνοδεία του προς επάνδρωση του Χιλανδαρινού Κελλίου του Αγίου Νικολάου (Μπουραζέρι) στις Καρυές. Τότε και ο νεαρός Αλέξανδρος του είπε: «Γίνεται να ρθώ και εγώ να γραφτώ δόκιμος;». Ο Γέροντας τον εδέχθηκε μετά χαράς, και έτσι πήγε στο Χιλανδάρι να γράψει όχι ενα αλλά δύο αδελφούς.
Στο Μπουραζέρι έλαβε το μέγα και αγγελικό σχήμα την 15-8-1968 και μετονομάσθηκε Ιωαννίκιος εις μνήμην του τελευταίου ηλικιωμένου Ρώσσου πού είχε απομείνει στο Κελλί, Γέροντος Ιωαννικίου Ιεροδιακόνου. Την 15-9-1979 ακολούθησε τον Γέροντα Χαράλαμπο και την εικοσαμελή συνοδεία του στην Ιερά Μονή του Αγίου Διονυσίου και την επομένη ημέρα εξελέγη προϊστάμενος της Γεροντικής Συνάξεως της Μονής. Διετέλεσε τέσσερεις φορές Πρωτεπιστάτης, κατά τα έτη 1984-1985 (28-1 εως 31-5-1985), 1994-1995, 1999-2000, 2004-2005. Στην Μονή υπηρέτησε επί έτη στο Αρχονταρίκι και επέδειξε μεγάλο ζήλο και σπουδή για την ανάπαυση, ψυχική και σωματική των πολυαρίθμων προσκυνητών της Μονής μας. Ιδιαιτέρως δε προσπάθησε να βοηθήσει τους αλλοδαπούς και ετεροδόξους προσκυνητάς, συζητώντας μαζί τους, ξεναγώντας τους στο Καθολικό της Μονής, όπου, εξηγώντας τους τα μαρτύρια και τους βίους των Αγίων πού ήσαν στις τοιχογραφίες, τους εισήγαγε χωρίς να το καταλάβουν απλά και εποπτικά στην ορθόδοξη πίστη και θεολογία. Ο ύπνος του ήταν λίγος και τα μάτια του σχεδόν πάντοτε ήταν μαυρισμένα από την εν κρυπτώ αγρυπνία του. Διέθετε ισχυρή σωματική δύναμη και αντοχή, παρά το ότι φαινομενικά έδινε την εντύπωση ότι επρόκειτο περί αδυνάτου και εξαντλημένου.
Μετά το 1987 ασχολήθηκε και πάλιν επιτυχώς με την αγιογραφία, πού την είχε εξασκήσει στο Μπουραζέρι. Δούλευε πολλές ώρες στο ιερό αυτό εργόχειρο, σαν να ήξερε πώς θα μας φύγει γρήγορα, και μας αγιογράφησε πάρα πολλές Ιερές εικόνες για τις λατρευτικές ανάγκες της Μονής, αλλά και πάρα πολλές για πολλούς γνωστούς και φίλους, πνευματικούς αδελφούς μας.
Επίσης από της ελεύσεώς του στην Μονή αλλά και σχεδόν έως του τέλους του είχε το υπεύθυνο διακόνημα του Τυπικάρη, και διακρίθηκε για την ακρίβεια του στην τήρηση του περιώνυμου Τυπικού της Μονής μας μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας.
Ήταν φιλακάλουθος εις το έπακρον και ουδέποτε έλειψε από την ακολουθία ακόμα και σε ώρες ασθενειών μεγάλων. Επίσης μεγάλη σπουδή επέδειξε και για την τήρηση του μοναχικού του κανόνος. Καθημερινώς δε έδιάβαζε επί αρκετή ώρα το ιερόν Ευαγγέλιον. Πάντοτε δε, από την αρχή της αφιερώσεώς του, ήταν αφοσιωμένος στον μακαριστό μας Γέροντα Χαράλαμπο, ο οποίος πολύ τον αγαπούσε, γιατί τον ανέπαυε με την υπακοή του και την διακριτική του διαγωγή. Στενή επίσης ήταν η σχέσις του με τον μακαριστό Γέροντα Αρσένιο.
Υποδειγματική όμως ήταν η συμπεριφορά του και απέναντι εις τον νέον μας Γέροντα Πέτρο. Από την αρχή της ηγουμενίας του στάθηκε στο πλευρό του, στηρίζοντας τον στις δυσκολίες της ηγουμενικής διακονίας, αλλά και σε όλα τα προβλήματα πού παρουσιάζονταν με την διακριτική του και ήσυχη συμπεριφορά εβοηθούσε τον Γέροντα για την επίλυσή τους.
Την τάξιν του όσον αφορά στις ακολουθίες, στους κανόνας και στον εν γένει πνευματικό του αγώνα, ετηρούσε απαρεγκλίτως και κατά την εν Καρυαίς διαμονή του, είτε ως Πρωτεπιστάτης είτε ως Αντιπρόσωπος της Μονής μας, χωρίς να υπολογίζει κούραση, παρά την πολλές φορές ολοήμερη και κοπιαστική διακονία στην Ιερά Κοινότητα. Δεν έχανε ακολουθία στο Πρωτάτο και εκοινωνούσε συχνότατα είτε εκεί είτε στις πολλές Πανηγύρεις των διαφόρων Κελλίων των Καρυών, όπου παρίστατο, αλλά τακτικώς και στο Γρηγοριάτικο Κελλίον των Παχωμαίων, το γειτονικό στο Αντιπροσωπείο μας, όπου έπήγαινε και ξελειτουργούσε τον καθημερινώς ιερουργούντα προσφιλή του Παπα-Ακάκιον. Ο μακαριστός Γέρο-Παΐσιος μιλούσε για το πρόσωπο του με τα καλύτερα λόγια και τον εχαρακτήριζε ως «ένα εκ των παλαιών Πρώτων του Αγίου Όρους».
Όταν επεράτωσε την τετάρτη κατά σειράν Πρωτεπιστασία του στις Καρυές, επέστρεψε στο Μοναστήρι, όπου οι πάντες από τον Γέροντα έως και τον τελευταίον δόκιμον τον εδεχθήκαμε με ιδιαίτερη χαρά. Όμως ο Γέροντας διέκρινε μία ιδιαίτερη κόπωση, η οποία αποτυπωνόταν στην έκφραση του προσώπου του και στην βραδύτητα των κινήσεών του. Ο ίδιος δε ο πατήρ Ιωαννίκιος μας έλεγε ότι αισθανόταν έντονη κόπωση και κατάπτωση, την οποία απέδιδε στο ότι κρυολόγησε στις Καρυές καθώς επέστρεφε ιδρωμένος από την Ιερά Κοινότητα στο Κονάκι μας. Ο Γέροντας ανήσυχος και υποπτευόμενος ότι κάτι σοβαρό του συμβαίνει τον έστειλε επειγόντως την Δευτέρα της Πεντηκοστής στην Θεσσαλονίκη, όπου οι ιατροί διέγνωσαν όγκο στον εγκέφαλο και μάλιστα σε προχωρημένο στάδιο, μη επιδεχόμενο καμμία χειρουργική επέμβαση. Το έμαθε από την αρχή και εψέλισεν αμέσως: «Του Θεού εσμέν. Και η μάνα μου έτσι έφυγε». Σε λίγο διάστημα άρχισε να μη μπορεί να βαδίζει, ούτε να στέκει όρθιος, και καθηλώθηκε στο κρεβάτι. Παραδόξως δεν είχε πόνους στον εγκέφαλο, αλλά εδοκίμασε αφόρητους πόνους από άλλα συμπτώματα και παρενέργειες πού εδημιούργησε στο υπόλοιπο σώμα του η νόσος.
Σε όλες τις δυσκολίες πού συναντούσε (αιμορραγίες, αναρίθμητους εμετούς κ.λπ.) μας συμπαραστάθηκε με μοναδική αγάπη και ανύστακτο ενδιαφέρον και επιμέλεια, ο ευλογημένοςΠαπα-Δημήτριος Γρηγοριάτης. Ο αδελφός αυτός πολλές ευλογίες πήρε από αυτή την διακονία του στον Γερο-Ιωαννίκιο, όπως και πριν, από την διακονία του στον Γέροντά μας π. Χαράλαμπο και στον Γερο-Θεόκλητο.
Πάντοτε ενώπιον του μαρτυρίου πού διήνυε προσευχόταν εντόνως και θερμώς και, όταν τον ρωτούσαν τί κάνει, απαντούσε συχνά: «Δόξα σοι ο Θεός».
Ενώ οί γνώμες των ιατρών από Ελλάδα, Αμερική, Γερμανία, Αυστρία και άλλων συνέκλιναν στο ότι θα ζούσε το πολύ τρεις μήνες, έζησε σχεδόν ένα χρόνο. Κοινωνούσε τακτικώς τα Άχραντα Μυστήρια. Τα μάτια του είχαν γίνει δύο πηγές άφθονων δακρύων και η σιωπή, την οποία επιμελώς ασκούσε εφ΄ όρου ζωής, αυξήθηκε ιδιαιτέρως. Μιλούσε όμως σ΄ όλους μας με τα μάτια και την ευχάριστη και ευπροσήγορη έκφρασή του.
Κατ΄εντολήν του Γέροντος τον υπηρετούσαν οι αδελφοί εναλλάξ όλο το εικοσιτετράωρο και αυτό το έκαναν όχι απλώς αγογγύστως άλλά με μεγάλη χαρά, διότι θεωρούσαν ευλογία να υπηρετούν έναν τέτοιο χαριτωμένο ασθενή, ο οποίος παρά την φοβερή του ασθένεια δεν απέκτησε την παραμικρά ιδιοτροπία και ήταν παροιμιωδώς συνεργάσιμος με όλους τους διακονητάς του. Δοξάζομε τον Θεόν, πού μας αξίωσε να του προσφέρομε ένα ποτήρι νερό, ως μικρό αντίδωρο για τα όσα έκαμε εκείνος για μας και κυρίως για το μοναδικό παράδειγμα ανθρώπου και μονάχου πού μας άφησε.
Σε κάποιο αδελφό εκμυστηρεύτηκε ότι ποθούσε το μαρτύριο, και φαίνεται πώς ο Θεός του έδωκε αυτήν την μαρτυρική ασθένεια για να δοκιμάσει την προαίρεσή του. Μάλιστα προτού αναχωρήσει για εξετάσεις στην Θεσσαλονίκη ανέφερε σε πνευματικό της Μονής μας, ότι από την αρχή της διακονίας του ως Πρωτεπιστάτου είχε την διαίσθηση ότι, τελειώνοντας την διακονία του, ο Θεός θα παραχωρούσε έναν μεγάλο πειρασμό για να τον ταπεινώσει.
Την 26-5-2006, Τρίτη των Μυροφόρων, η κατάστασίς του επιδεινώθηκε και περιήλθε σχεδόν σε κώμα, εμφανίζοντας και επιθανάτιο ρόγχο για λίγη ώρα. Αμέσως ο Γέροντας κατέβηκε στο κελλί του και του εδιάβασε την ευχή εις ψυχορραγούντα, και σε λίγα λεπτά ξεψύχησε ήσυχα και ειρηνικά, περικυκλωμένος από τους θρηνούντας αδελφούς, οι οποίοι κατασπάζονταν το καρτερικό λείψανό του ραίνοντας το με τα δάκρυα των επί πολλήν ώρα. Στην κηδεία του προσήλθαν άγιοι Καθηγούμενοι και η Ιερά Επιστασία, εκ μέρους της οποίας ο Πρωτεπιστάτης Γέρων Παύλος Λαυριώτης εξεφώνησε θερμόν επικήδειον λόγον.
Χαρακτηριστικό είναι και το συλλυπητήριον γράμμα της Ιεράς Κοινότητος, όπου μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής:
«Πληροφορηθέντες μετ΄ οδύνης την προς Κύριον εκδημίαν την 26ην παρελθόντος μηνός του εκ των αδελφών της καθ΄Υμάς Ιεράς Μονής και λίαν προσφιλούς ημίν Γέροντος Ιωαννικίου, … προαγόμεθα όπως διά του παρόντος ιεροκοινοσφραγίστου ημών γράμματος υποβάλωμεν θερμάς συλλυπητήριους ευχάς εκ μέρους του Ιερού ημών Σώματος και συνόλου του αγιορείτικου κόσμου.
Αισθανόμεθα ωσαύτως την ανάγκην όπως καθηκόντως εκφράσωμεν τη αγαπητή ημίν Υμετέρα Πανοσιολογιότητι τας οφειλομένας ολοκαρδίους και θερμοτάτας ευχαριστίας του Ιερού Τόπου προς την καθ΄ημάς Ιεράν Μονήν διά την ευδόκιμον θητείαν του προμνησθέντος μακαριστού αδελφού εις τα κοινά του Αγίου Όρους.
Εκφράζοντες όθεν την επί τούτω εύλογον ημετέραν ευαρέσκειαν, είμεθα βέβαιοι ότι ο Ιερός ούτος Τόπος θα διατηρή ανεξίτηλον την μνήμην της προθύμου διακονίας τούτου εν ήθει, συνέσει και διακρίσει, ήτις θα άποτελη πρότυπον και υπόδειγμα προς μίμησιν διά τους επιόντας».
Όπως καταλαβαίνει κανείς από τα όσα ουσιαστικώς επιγραμματικά αναφέραμε για τον ευλογημένο αυτό άνθρωπο, το κενό πού δημιουργεί η εκδημία του είναι μεγάλο για την αδελφότητά μας. Όμως έχομε ακράδαντη την πίστη ότι είναι «εν χειρί Θεού», του έχοντος «τας κλεις της ζωής και του θανάτου», του μόνου γινώσκοντος γιατί «ηρπάγη» τόσον απροσδόκητα και νωρίς, ίνα «μη κακία αλλάξη σύνεσιν αυτού ή δόλος απατήση ψυχήν αυτού». Πιστεύομε λοιπόν ότι, όπως όταν ήταν κοντά μας φρόντιζε για την αδελφότητα και τα διάφορα προβλήματα της και την βοηθούσε αθορύβως αλλά πολυειδώς, αψηφώντας κόπους και θυσίες γι’ αυτήν, πολύ περισσότερο τώρα μας βοηθεί με την θερμή προς τον Χριστόν προσευχή του. Αυτό του ζητούμε να κάνει πάντοτε και να εύχεται να αξιοποιήσουμε όσα μας εδίδαξε, όχι με το λόγο τόσο όσο με το έμπρακτο παράδειγμά του, το οποίο θα παραμένει ανεξίτηλο στις καρδιές μας.
Πολλές θερμές ευχαριστίες εκφράζομε στον Σεβαστό και αγαπητό Γέροντα Γεώργιον, Καθηγούμενον της Ιεράς Μονής του Οσίου Γρηγορίου, αφ΄ενός για την αγαθή του πρόθεση να φιλοξενήσει το παρόν κείμενο στο έγκριτο και σεμνό περιοδικό της Μονής του, και αφ΄ετέρου για την μεγάλη του συμπαράσταση και συναντίληψη στον δοκιμασθέντα Γερο-Ιωαννίκιο και τους διακονητάς του, δίδοντας ολοθύμως την ευλογία του στον ιατρό Παπα-Δημήτριο να έρχεται συχνότατα στην Μονή μας όχι για ώρες αλλά και για ημέρες, προσφέροντας τις πολύτιμες υπηρεσίες του. Πολύ τους ευχαριστούμε και ταπεινά ευχόμεθα θερμώς πλουσίαν την από Θεού ανταπόδοση. Αμήν.
(Από την Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου Αγίου Όρους)
Πηγή: Ετήσια Έκδοσις της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους
«Ο Όσιος Γρηγόριος» περίοδος β΄, έτος 2006, αριθμ. 31

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όσιος Νήφων ο Καυσοκαλυβίτης (†1411)

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιουνίου, 2014

Αγιορείτης Άγιος

Μνήμη 14 Ιουνίου

Γεννήθηκε το 1315 στη Λουκόβη της Β. Ηπείρου, από πατέρα ιερέα. Νέος ελκύσθηκε από τον θείο του στη μονή Μεσοποτάμου της πατρίδος του. Εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε ιερεύς εικοσάχρονος. Ο όσιος Νείλος ο Εριχιώτης τον δίδαξε τους κανόνες του ησυχασμού. Μελετούσε το Ψαλτήρι και στεκόταν όρθιος στο ένα πόδι, για ν’ ασκείται και να προσέχει.

Με προθυμία έρχεται στο Άγιον Όρος και καταφεύγει στο σπήλαιο του οσίου Πέτρου του Αθωνίτου, στα όρια της Μ. Λαύρας, στην υπακοή του θαυμαστού ασκητή Θεογνώστου. Μετά τριετία αναχωρεί και έρχεται στο Κάθισμα του Μεγάλου Βασιλείου, όπου έζησε δεκατέσσερα χρόνια, τρώγοντας μια φορά την εβδομάδα ξερό ψωμί. Έζησε άλλη μια τριετία κάνοντας τον εφημέριο στα Καθίσματα της Μ. Λαύρας και πολλούς χρόνους στα Βουλευτήρια άστεγος, με μόνη τροφή τα χόρτα. Κατόπιν έρχεται πλησίον του Μαξίμου του Καυσοκαλύβη, του οποίου υπήρξε πρώτος βιογράφος και φίλος αχώριστος. Τέλος εγκαταστάθηκε σε παραθαλάσσιο σπήλαιο των Καυσοκαλυβίων, απέναντι από το νησί του Αγίου Χριστοφόρου, και απέκτησε δυο αδελφούς με τον πατέρα τους, συμπατριώτες του, υποτακτικούς.
Ο βίος του οσίου γράφηκε από ανώνυμο σύγχρονό του μοναχό και εξαίρει κυρίως τις αρετές, τα θαύματά του και τα χαρίσματα των δακρύων και της προοράσεως. Χειρόγραφη ακολουθία υπάρχει στη σκήτη των Καυσοκαλυβίων, όπου το σπήλαιο των αγωνισμάτων του και μικρός ναός προς τιμή του.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πώς προσεγγίζομε τους αγίους

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιουνίου, 2014

 του Αρχιμ. Ελισαίου, Καθηγουμένου    Ι. Μ. Σίμωνος Πέτρας
 Ένας πολύσοφος σύγχρονος ιεράρχης είπε τον εξής λόγο: «Είναι μεγάλος άθλος να βρίσκεσαι και να ζεις κοντά σε ένα Άγιο. Απαιτεί μεγάλη ταπείνωση και θέλει άκρα προσοχή». Τον δικαιολογώ απολύτως και συμφωνώ μαζί του. Για ποιό λόγο; Ο Άγιος βρίσκεται σε θέση υπεροχής έναντι του εισέτι αγωνιζομένου να εγγίσει τα κράσπεδα του Θεού. Έχοντας ήδη αποκτήσει τον νουν Χριστού και αγόμενος υπό του Αγίου Πνεύματος, φαίνεται πολλές φορές ακατανόητος για το πώς σκέπτεται και το πώς ενεργεί Φυσικά δεν είναι απαλλαγμένος από τα συγγνωστά πάθη, της ανάγκης του ύπνου, του φαγητού, των σωματικών ασθενειών. Ούτε πάλι στολίζεται με όλα μαζί τα χαρίσματα του Θεού, αφού κατά τη χωρητικότητα της ιδιοπροσωπίας του δέχθηκε και το πλήρωμα των ειδικών χαρισμάτων, όπως αναλύει σε βάθος και με οξυδέρκεια ο όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Όμως, και στο πεδίο των φυσικών και συγγνωστών παθών διαφέρει ο Άγιος από τον μη άγιο στην αντιμετώπισή τους, που είναι πάντα σύμφωνη με το θέλημα του Θεού και ενεργείται στο επίπεδο του Πνεύματος.
 Με την προϋπόθεση αυτή, όποιος βρίσκεται κοντά ή πλησιάζει ένα Άγιο, για να μη σκανδαλισθεί από την εν γένει βιοτή του, πρέπει να είναι απαλλαγμένος από κάθε είδος υπερηφάνειας και ανθρωπαρέσκειας. Νομίζω ότι πάμπολλες φορές πλησιάζομε χαρισματούχους ανθρώπους ή για να έχουμε κάποια επίφαση νομιζόμενης αυτοαγιότητος κατά εκπομπή ή για να καυχιόμαστε πως εμείς αξιωθήκαμε και είχαμε συζητήσεις και εμπειρίες μαζί του, ή ότι με τη μία αυτή επίσκεψη πήραμε από τη χάρι του και αυτομάτως γίναμε και πνευματικοπαίδια του, κρύβοντας έτσι πολύ τεχνικά αισθήματα κρυφής μειονεξίας, ύπουλης ζηλοφθονίας ή και παιδικής ανοησίας μας … Λησμονούμε το «ει ήτε τέκνα του Αβραάμ, εποιείτε αν τα έργα του Αβραάμ» … Δηλαδή, δεν γινόμαστε άγιοι εξ επαφής, ούτε αυτοστιγμιαίως.
 Όταν, λοιπόν, προσεγγίζουμε ένα Άγιο με πνεύμα ταπεινής μαθητείας, παρέχομε στον εαυτό μας την αρίστη ευκαιρία να μετατεθούμε στον άλλο αέρα, τον του Πνεύματος του Θεού, υπό του οποίου ο Άγιος άγεται και φέρεται και ως εκ τούτου οιονεί αποτελεί έμπνουν και ζων Ευαγγέλιο. Βλέποντας έτσι και συγκρίνοντας το ιδικό του ύψος και την ιδική μας πνευματική πτώχεια, θα ταπεινωθούμε περισσότερο και θα ανοίξουμε την καρδιά μας να δεχθεί τον αναπαυόμενον εν τοις ταπεινοίς την καρδίαν, προφυλάσσοντάς μας από την πιο επικίνδυνη μορφή πνευματικού πολέμου, την αυτάρκεια και την μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας, την κενοδοξία.
Εξάλλου, όταν πλησιάσουμε την αγία μορφή με πνεύμα πνευματικής αυτοδικαιώσεως και περιέργειας ή και εν μέρει αισθήσεως πληρότητος πνευματικής, κινδυνεύουμε να πέσουμε στη παγίδα της απορρίψεώς του, όταν αυτά που τυχόν θα μας πει και συμβουλεύσει έρχονται σε αντίθεση με την ιδεατή εικόνα που μόνοι μας ζωγραφίσαμε για τον εαυτό μας. Κατεβάζοντας τον Άγιο στα δικά μας μέτρα και κρίνοντάς τον με κριτήρια χαμηλής πνευματικότητος ή και κοσμικότητας ακόμη, είναι απόλυτα σίγουρο ότι θα στρέψουμε περιφρονητικά τα νώτα μας, μη μπορώντας να προσοικειωθούμε την σκληρότητα των λόγων του, που είναι ωστόσο κριτικοί των εσωτάτων εννοιών και ενθυμήσεων μας.
Με το πρίσμα αυτό μπορούμε να εξετάσουμε και την στάση μας έναντι στην ανάγνωση των Βίων των Αγίων. Τα μεν υπερφυσικά γεγονότα ταπεινώνουν τον ταπεινό περισσότερο, τον δε υπερήφανο οιηματία τον κάνουν να τα θεωρήσει ή αδύνατα να πραγματοποιηθούν ή να τους αποδώσει την μομφή των μυθικών διηγημάτων, χρήσιμων μόνον για ανθρώπους με μειωμένη πνευματική αντίληψη και Ικανότητα … Δίκοπο μαχαίρι!
 Ζώντας στο Άγιον Όρος πάνω από τρεις δεκαετίες και καταργώντας τον τόπο με τον τρόπο μου, έχω διαπιστώσει αρκετές φορές την διάθεση των επισκεπτών ή προσκυνητών να συναντήσουν μια φωτισμένη μορφή αποβλέποντας ωστόσο να συναντήσουν ένα μάγο ή έστω ένα θαυματουργό ή διορατικό και προορατικό, περιορίζοντας ή μάλλον υποτιμώντας και αχρειώνοντας έτσι πολύ το πεδίο της εν Χριστώ αγιότητος. Δεν φαίνεται με την έρευνα και σχέση αυτή να επιδιώκουμε τόσο την κάθαρση των παθών μας και τον αγιασμό «ου χωρίς ουδείς όψεται τον Κύριο», όσο το να χορτάσουμε την εγωιστική περιέργειά μας, που αν δεν το πετύχομε, αρχίζουμε να αμφιβάλλουμε για την δυνατότητα υπάρξεως σήμερα Αγίων και μπορεί να καταλήξουμε στη βλασφημία του Αγίου Πνεύματος ισχυριζόμενοι ότι χάθηκαν σήμερα οι Άγιοι, λες και η αγιότητα «βγαίνει στο παζάρι», κατά έκφραση αγιορείτικη ή «κτυπά κουδούνια».
 Ο μακαρίτης παπα-Εφραίμ Κατουνακιώτης έλεγε: «Αλλοίμονο στον άγιο που βγήκε η φήμη του μέχρι την Αθήνα» ή «με την κατάρα του Θεού και την ευχή του διαβόλου διαδόθηκε ότι είμαι άγιος» …
Τελευταία φορά που επισκεφθήκαμε τον μακαριστά γέροντα Παΐσιο, πριν βγει από το Όρος για το νοσοκομείο, τον βρήκαμε πολύ αρπαγμένο.
«Γιατί, γέροντα, είσθε έτσι;», τον ρώτησα.
«Τί να μην είμαι, ευλογημένη ψυχή, εκεί πέρα, ας υποθέσουμε να πούμε; Τρελάθηκε ο κόσμος! Άγιο με ανεβάζουν, άγιο με κατεβάζουν. Εμένα και τον παπα-Εφραίμ στα Κατουνάκια. Ο παπα-Εφραίμ είναι Άγιος και μεγάλος μάλιστα. Εγώ τί παλιοσκουριασμένος τενεκές, να πούμε, είμαι, να με ελεήσει ο Θεός … Ξέρετε, αυτή τη στιγμή στο Άγιον Όρος ζούνε πενήντα άγιοι και μεγάλοι άγιοι. Αλλά είναι έξυπνοι, όχι σαν και μένα τον βλάκα που βγήκε το όνομά μου και βλέπετε τί τραβάω καθημερινά» (περίμεναν στις καστανιές να τον συναντήσουν αρκετές δεκάδες επισκέπτες). «Παρακαλούν, λοιπόν, τον Χριστό μας και του λένε: Μη μας δοξάσεις εδώ κάτω, κράτα το στεφάνι για την άλλη ζωή. Και ο φιλότεκνος Πατέρας, να πούμε, ακούει τα φιλότιμα παιδιά Του και τους κάνει την χάρη. Ξέρετε, όμως; Εμείς εδώ από την ανατολική πλευρά του Όρους έχομε υγρασία και δεν ευδοκιμεί η αγιότητα τόσο καλά. Γι’ αυτό έχομε μόνο δεκατέσσαρες. Εσείς από την άλλη μεριά που σας βλέπει περισσότερο ο ήλιος έχετε τριανταέξι» …
Τα λόγια αυτά του πολυπονεμένου και πολυχαρισματούχου οσίου των ημερών μας κατ’ επανάληψιν τα βεβαιώθηκα εμπειρικά, συναντώντας χωρίς προγραμματισμό και ειδική έρευνα αγίους και μάλιστα μεγάλων πνευματικών μέτρων. Βρίσκονται και στα Κοινόβια, βρίσκονται και στην Έρημο. Ποικιλία μορφών και χαρισμάτων! Το μεγάλο τους και κοινό μυστικό είναι αυτή η επίμονα επιδιωκόμενη κρυφιότης από εκείνη την εμπορική αίσθηση της αγιότητος που έχομε οι πολλοί, αλλά και η βα­θύτατη ταπείνωση και η χειρότερη εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους – το ελκτικό άλλωστε σημείο της οργιαστικής Χάριτος του Κυρίου.
Τον Λωτ δεν τον πείραξε ο ασφυκτικός σοδομιτικός περίγυρος να διακριθεί στην τήρηση των εντολών του Θεού. Ούτε τον Μωϋσή επηρέασε η φαραωνιτική και ειδωλομανούσα Αίγυπτος. Τί, όμως, ωφέλησε τον Γιεζή που ζούσε κοντά στον προφήτη Ελισαίο ή τους υιούς ‘Ηλεί που «ήσθιον εκ των θυσιών του ιερού»; Ακόμη, σε ποιό σημείο βλέπομε να ωφελήθηκε από την τριετή συμβίωσή του με την περί τον Κύριο δωδεκάριθμη αποστολική χορεία ο άθλιος Ιούδας; Άλλωστε του τα ψάλλομε κάθε Μεγάλη Παρασκευή, χωρίς ωστόσο να αισθανόμαστε ότι πολλές φορές βρισκόμαστε σε παράλληλη μ’ αυτόν πορεία εμείς οι ίδιοι … Καλό είναι να συναντούμε Αγίους, δύσκολο όμως να τους προσεγγίζουμε όπως αρμόζει.
 Η τάση της «γεροντολαγνείας», όπως ονομάζεται από συγχρόνους μας εκκλησιαστικούς παράγοντες, δηλαδή το να γυρίζουμε όλη την οικουμένη και να ψάχνουμε για διορατικούς και φωτισμένους Αγίους, παίρνοντας από όλους συμβουλές και μη εφαρμόζοντας καμία απ’ αυτές, είναι και πρόβλημα σοβαρό, είναι και αφορμή κάποιας μορφής αισιοδοξίας. Πρόβλημα παραμένει, αν περιθριγκωθεί(=περιφραχθεί) από αυτού του είδους την αναζήτηση φτωχής και μη ιάσιμης ανθρωποπαθούς θαυματουργίας, στα ίδια μέτρα των πολυπληθών απατεώνων μάγων και των γιόγκι.
 Αφορμή χαράς και ελπίδος, γιατί φαίνεται μια ακτίνα αναζητήσεως του τελείου προτύπου στην πορεία της ζωής μας, οπότε και ο όρος «γεροντολαγνεία» χάνει αμέσως το περιεχόμενό του, αφού εμπίπταμε στα κανονικά και παραδοσιακά όρια της απαραίτητης προσωπικής μας σχέσεως με ένα πεπειραμένο και φωτισμένο πνευματικό οδηγό, απ’ τον οποίο πλησιάζοντάς τον προσδοκούμε βοήθεια για να ξεπλύνουμε τον ερειπωμένο χιτώνα της ταλαίπωρης ψυχής μας και να βιώσουμε ορθόδοξα και ταπεινά το μυστήριο της πνευματικής σχέσεως του διδύμου Γέροντας-υποτακτικός.
Στο σημείο πάλι αυτό είναι αναγκαίο να κάνουμε κάποια μικρή παρατήρηση. Στη προσπάθειά μας να βρούμε «άγιο» πνευματικό καθοδηγητή, αν τα πνευματικά αισθητήρια μας είναι εισέτι αγύμναστα, μπορεί αντί ποιμένος να βρεθεί ξαφνικά μπροστά μας λύκος, οπότε σε συνδυασμό με μια διαστρεβλωμένου τύπου υπακοή που εγγίζει τα όρια από μεν την θέση του «αγίου» πνευματικού της ψυχαναγκαστικής καταδυναστεύσεως της προσωπικότητος του πιστού, από δε την θέση του αναζητούντος την επίμονη αίσθηση απολύτου παραιτήσεως από κάθε ανάληψη προσωπικής του ευθύνης για την περαιτέρω πνευματική του πορεία και τελεία εγκατάλειψη στη βούληση του πνευματικού, τότε το αποτέλεσμα αυτής της προσεγγίσεώς του με μακροχρόνιες και πολλές ελπίδες ευρεθέντος «αγίου Γέροντος» θα είναι καταστρεπτικές για την προσωπικότητα του υποτακτικού. Και έχουμε πάμπολλα τέτοια παραδείγματα. Δυστυχώς …
 Επίσης πρέπει να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ των όρων «υπακοή» και «συμβουλευτική γνώμη». Διότι η μεν υπακοή, που κατά κόρον ζητούν οι εν τω κόσμω πνευματικοί από τους κοσμικούς πιστούς, είναι καθαρά μοναχική αρετή, που δίνεται αυτοθέλητα ως υπόσχεση ενώπιον Θεού και ανθρώπων κατά την διάρκεια της μοναχικής κούρας και οφείλεται ισοβίως προς τον συγκεκριμένο Γέροντα του μοναχού, η δε συμβουλευτική γνώμη που δίνει ο κάθε μη μοναχός πνευματικός σε κοσμικούς πιστούς, δεν ενέχει το στοιχείο της υποχρεωτικής τηρήσεως της συμβουλής, άσχετα αν είναι η σωστή ή όχι και ως εκ τούτου έχει τελείως διαφορετικό χαρακτήρα και περιεχόμενο.
Στο σημείο αυτό μπλέκονται επικίνδυνα στις μέρες μας οι δύο όροι και έχουμε περιπτώσεις και νεαρών εγγάμων διακόνων ακόμη που αναλαμβάνουν ανεύθυνα ρόλο μεγάλου γέροντος και δη και ηλικιωμένων ανθρώπων με συμπεριφορά απαράδεκτης καταδυνάστευσης του προσώπου. Μάλιστα η τεκμηρίωση του «γεροντικού» αυτού ρόλου βρίσκει εύκολα υλικό στα πνευματικά βιβλία, που η μελέτη και η κατανόησή τους απαιτούν ωστόσο κάποιες βασικές γνωστικές προϋποθέσεις και αφορούν μόνο και μόνο Μοναχούς που υποσχέθηκαν ισόβια υπακοή -όχι υποταγή. Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται μία κατάσταση μπερδεμένη και οι άνθρωποι να ζουν με μια παράξενη και ιδιότυπη πνευματικότητα, φορτωμένοι πέρα από τα προσωπικά τους προβλήματα και με τις αντιευαγγελικές και ενίοτε και σχιζοφρενικές εντολές των «φωτισμένων γερόντων», στις οποίες ενίοτε εύκολα διακρίνεται το ψυχολογικό φαινόμενο της μεταβίβασης. Όσα εμείς δεν τα κάνουμε από ανικανότητα ή από αίσθηση πνευματικής μεγαλειότητας, τα απαιτούμε από τους δυστυχείς «υποτακτικούς» μας. Και όταν φθάνουν κάποτε συντετριμμένοι και απελπισμένοι σε κάποιον νορμάλ πνευματικό, αν ποτέ προλάβουν να φθάσουν, δεν έχουν την παραμικρή δύναμη επανορθώσεως των όσων γκρεμίστηκαν άπαξ διαπαντός και τελεσιδίκως μέσα τους …
Στοιχείο επικίνδυνο για τη δημιουργία αγαθών σχέσεων με άγιο πρόσωπο είναι και η προσπάθεια μιμήσεως εξωτερικών χαρακτηριστικών του, όπως το ντύσιμο, η ομιλία, το ψάλσιμο, η άσκηση. Η προσπάθεια αυτή, όσο και αν φαντάζει φυσιολογική, ενέχει μεγάλο κίνδυνο απολυτοποιήσεως αυτών των εξωτερικών στοιχείων, που ωστόσο δεν αποτελούν αναγκαστικά μέσα ελεύσεως στην καρδιά του μιμούμενου των χαρισμάτων του Αγίου που θέλει να μιμείται. Άλλωστε δεν είμαστε όλοι για όλα, ούτε έχομε κοινές τις φυσικές και πνευματικές δυνατότητες προσλήψεως των αγαθών του Θεού, που με κανένα τρόπο δεν εξαναγκάζεται να μας αναδείξει αγίους με την υιοθέτηση ξηρών τύπων, έστω και αυτών με τους οποίους εκφράζονται οι Άγιοι. Εξάλλου άλλο η μοναχική ζωή, άλλο η εν τω κόσμω πορεία.
 Ο μακαριστός Μητροπολίτης Κοζάνης είπε κάτι πολύ σοφό: «Τα των αγίων είναι όλα θαυμαστά και αξιέπαινα, όχι όμως και αξιομίμητα». Ρήση πατερική, αφού μελετώντας τα Συναξάρια διαπιστώνομε πόσο διαφορετικοί χαρακτήρες είναι ο κάθε Άγιος από τον οποιοδήποτε άλλο, κατά το παύλειο «αστήρ αστέρος διαφέρει εν δόξη». Και όμως, όλοι είναι άγιοι. Και οι Μάρτυρες και οι ασκητές. Και οι ποιμένες στον κόσμο και οι στυλίτες της ερήμου. Και οι κοινοβιάτες και οι σπηλαιώτες. Και οι άγαμοι και οι έγγαμοι. Και οι από κοιλίας μητρός ηγιασμένοι και οι εν εσχάτη ώρα μετανοήσαντες. Ο Φιλάνθρωπος Κύριος όλους μας αγκαλιάζει και μας αποδέχεται, εξαγιάζοντας τα προσωπικά μας στοιχεία που απαρτίζουν την ιδική μας και μοναδική ιδιοπροσωπία. Δεν μας μεταποιεί σε άβουλα όργανα.
 Δεν νομίζομε πως το θέμα της προσεγγίσεως των Αγίων τελειώνει εδώ. Άλλωστε, διαβάζοντας τους Βίους των Αγίων, που είναι ένας άλλος τρόπος προσεγγίσεως του στοιχείου της Εκκλησιαστικής αγιότητος, μη εμποδιζόμενης από τοπικά ή χρονικά εμπόδια, κάθε φορά μπορεί να επισημάνουμε κάτι το διαφορετικό, που μέχρι τότε δεν το είχαμε προσέξει· και μια ασήμαντη φαινομενικά λεπτομέρεια του βίου μπορεί να γίνει αφορμή συγκλονιστικής επαναδιαχαράξεως της πνευματικής μας πορείας και αξιολογήσεως των στόχων μας,
 Για να επανέλθουμε στον αρχικό αφορισμό, είναι απολύτως αληθές ότι χρειάζεται πολλή ταπείνωση, αλλά και ειδικός φωτισμός από τον Τρισάγιο Κύριο να προσεγγίζουμε οικοδομητικά και όπως πρέπει ένα Άγιο. Άλλωστε δεν είναι μία σμικρογραφία του απολύτου Αγίου και της πρώτης πηγής της αγιότητος, του Τριαδικού Θεού μας; Όπως για να πλησιάσουμε σωστικά τον Κύριο, τον εν αγίοις αναπαυόμενον, χρειάζεται να έχουμε στη ψυχή μας τον αγνό φόβο Του, διότι είναι πυρ καταναλίσκον, μπροστά στην αίσθηση του οποίου και ο Αβραάμ και ο Ησαΐας και ο Ιώβ εδειλίασαν σφόδρα, κατά τον ίδιο τρόπο μία απρόσεκτη και ασεβής προσέγγιση ενός Αγίου ανθρώπου μπορεί να αποβεί θανατηφόρος πνευματικώς εγγισμός, όπως αυτός της Κιβωτού της Διαθήκης από τον γνωστό Οζά κατά την πανηγυρική επαναμεταφορά της στη Σιών.
 Αντί, λοιπόν, να ψάχνουμε φιλοπερίεργα για Αγίους, προτιμότερο είναι, αλλά και ασφαλέστερο, να πλησιάζουμε στα Μυστήρια της Αγίας Εκκλησίας μας εν ταπεινώσει και αισθήσει της παναναξιότητός μας και να ζητούμε αδιαλείπτως το μέγα έλεος του Κυρίου, που διαχρονικά μας προστάζει «Άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος Κύριος ο Θεός». Μ’ αυτό τον τρόπο και οι σύγχρονοι Άγιοι Πατέρες Τον πλησίασαν και έγιναν φωστήρες λάμψαντες και έως αιώνων μέλλοντες να λάμπουν στο νοητό στερέωμα της Εκκλησίας. Ζώντες εν σώματι υπήρξαν γνήσιοι φίλοι του Θεού και στήριξαν και παρεκάλεσαν πλήθη λαού του Κυρίου. Τώρα από τους ουρανούς κατεβάζουν σύννεφα θείων δωρεών στους πιστούς με τα ποικίλα θαύματα που επιτελούν καθημερινά σε όσους προσπίπτουν και ζητούν τις ευεργετικές ικεσίες τους προς τον Κύριο ή μελετούν τις θαυμαστές βιογραφίες τους.
 Εν τέλει και ο Γέρων Ιωσήφ ο ησυχαστής και ο Αμφιλόχιος της Πάτμου και ο Φιλόθεος της Πάρου και ο Γεώργιος της Σίψας και ο Ιερώνυ­μος της Αναλήψεως και ο Γερβάσιος των Πατρών και ο Επιφάνιος των Αθηνών και ο Πορφύριος των Καυσοκαλυβίων και ο Εφραίμ Κατουνακιώτης και ο Παΐσιος της Παναγούδας και ο Ιάκωβος του Οσίου Δαβίδ και ο Σωφρόνιος του Έσσεξ και ο παπα-Δημήτρης Γκαγκαστάθης και ο Δαμασκηνός του Μακρινού και ο Γαβριήλ Διονυσιάτης και ο Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης και ο Αρσένιος και ό παπα-Χαράλαμπος του γερο-Ιωσήφ και ο Γέροντας Ιουστίνος του Τσέλιγιε ή ο γερο-Κλεόπας της Ησυχαστρίας και ει τι έτερος … Όλοι υπήρξαν και είναι Άγιοι και μεγάλοι, αλλά κανείς δεν μοιάζει με κάποιον άλλον. Ο καθένας έχει το προσωπικό του χρώμα στον άγιο βίο του. Αυτή είναι η αριστοκρατία του Τρισάγιου Θεού μας!
Μας σέβεται εις το έπακρον και μας αγιάζει ολοτελώς, όταν παραδοθούμε ταπεινά και χωρίς κρατούμενα στο θέλημά Του, μη περιμένοντας οποιονδήποτε δουλικό μισθό για τα «κατορθώματα» μας, ούτε φωτοστέφανο δόξης και αγιότητος, παρά μόνον εκζητούντες με τελωνικό αίσθημα μετανοίας και συντριβής το μέγα και πλούσιον έλεος της φιλανθρω­πίας Του, όπως έκαναν και όλοι οι φανεροί και αφανείς Άγιοι της Εκκλησίας μας, ων ταις ευχαίς ελεήσαι και σώσαι ημάς Κύριος ο Θεός. Αμήν.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι έννοιες «αγιότητα» και «άγιος» (+Ανδρέα Θεοδώρου, Καθηγητή Πανεπιστημίου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιουνίου, 2014

ieronmandylion

Η αγιότητα είναι βασική ιδιότητα της ενέργειας και της φύσε­ως του Θεού. Σημαίνει απουσία από την πανακήρατη φύση κάθε ίχνους κακίας, στην οποιαδήποτε μορφή της. Ο Θεός είναι οντολογικά άγιος, διότι η ουσία του είναι «φύσει αγα­θή». Η κακία αφ’ έτερου είναι οντολογικά ανύπαρκτη. Δεν ανήκει στην κλίμακα των υπαρκτών όντων, αλλά είναι επιφαινόμενο. Φαίνεται, δεν είναι, και λαμβάνει την υπόστασή της εκεί, όπου τα λογικά όντα απομακρύνονται ελεύθερα από το Θεό. Όπου απουσιάζει το αγαθό, εκεί εμφανίζεται η αμαρτία, η όποια εξαφανίζεται, όταν εμφανιστεί πάλιν εκείνο (το αγαθό). Έτσι και το φως, όταν αναχωρεί, παραχωρεί τη θέση του στο σκοτάδι, το οποίο με τη σειρά του αφανίζεται, όταν επανεμφανιστεί ε­κείνο.

Στο στάδιο της θείας οικονομίας, η αγιότητα του Θεού είναι η θεία του ενέργεια στην πολλαπλή σχέση της προς τις ελεύθερες πράξεις των λογικών κτισμάτων. Από τη θεία ενέργεια απορρέει και προς αυ­τήν αναφέρεται κάθε ιδέα κτιστής αγιότητας. Ο Θεός, ως δημιουργός, έθεσε στα όντα την ηθική τάξη και τους ηθικούς νόμους του την τήρη­ση των οποίων απαιτεί, τιμωρώντας τις όποιες παραβάσεις τους. Από την άποψη αυτή ο Θεός είναι δίκαιος, και κατ’ επέκταση κριτής των ηθικών ενεργειών των πλασμάτων του.

Στο μυαλό μας η αγιότητα του Θεού νοείται σε συνδυασμό με την ηθική ποιότητα των ενεργειών του ανθρώπου. Ό,τι κακό παρατηρείται σ’ αυτόν, το απομακρύνουμε από την καθαρή και αμόλυντη θεία φύ­ση. Ως γνωστόν, με τον τρόπο αυτό δουλεύει η άποφατική θεολογία, η όποια αφαιρεί από την ουσία του Θεού κάθε τι το κακό, ατελές και άναγνο, που παρατηρείται στην ηθική περιοχή του όντος. Διά των α­φαιρέσεων φθάνουμε στην απόλυτη τελειότητα του Θεού. Η αγιότη­τα είναι έκφραση της τελειότητας αυτής.

Ο Θεός είναι άγιος. Έτσι τον είδαν και τον έψαλλαν οι άγγελοι σύμ­φωνα με το όραμα του Ησαΐα: «΄Αγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού». Και επειδή ο Θεός δεν αρέσκεται σε υπερβολές (προς τί άλλωστε;), η αγιότητα του είναι εκφρασμένη απλά σε θετικό βαθμό. Όπως είναι εκφρασμένη και η α­γιότητα του Χριστού: «άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος ειμί» (Α΄ Πέτρ. α’, 16), και όπως και του Πνεύματος του Θεού, το οποίο προσωνυμείται απλά «άγιον» («Πνεύμα άγιον»), τόσο στη σειρά της Αγ. Τριάδος, όσο και στις πολλές μαρτυρίες της θείας Γραφής. Βέβαια υπάρχουν και προ­σωνυμίες σε βαθμό υπερθετικό: την Τριάδα αποκαλούμε «Παναγίαν» («Παναγία Τριάς ελέησον ήμας…»), όπως «Παναγία» προσαγορεύεται και η Μητέρα του Χριστού. Τα επισημαίνω αυτά, γιατί εδώ στη γη συμ­βαίνουν άλλα πράγματα…

Το ιερό Σύμβολο της Πίστεως αποκαλεί την Εκκλησία «αγίαν»: «Εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν». Την αγιότητά της η Εκκλησία αντλεί από την αόρατη και μυστική της κεφαλή, το Χριστό: «καθώς και ο Χριστός ηγάπησε την εκκλησίαν και εαυτόν παρέδωκεν υπέρ αυτής, ίνα αυτήν αγιάση…, ίνα παραστήση αυτήν εαυτώ ένδοξον την εκκλησίαν, μη εχουσαν σπίλον ή ρυτίδα ή τι των τοιού­των, αλλ’ ίνα η αγία και άμωμος» (Εφ. ε’ 26, 27). Περαιτέρω είναι αγία η Εκκλησία, γιατί και η χάρη του Αγ. Πνεύματος, που την εμπνέ­ει και την οδηγεί είναι αγία, όπως άγιος είναι και ο σκοπός της, δηλα­δή η αγιοποίηση των αμαρτωλών μελών της. Τη μεταφυσική αγιότητα της Εκκλησίας δεν μειώνει το γεγονός, ότι τα μέλη της, άνθρωποι α­τελείς και έμπερίστατοι, είναι αμαρτωλά. Γι’ αυτό ακριβώς υπάρχει η Εκ­κλησία, για ν’ αγιάζει τα ασθενή μέλη της και να τα οδηγεί στην ηθική και πνευματική τους τελειοποίηση.

Άγια, τέλος, είναι και άλλα μεγέθη πνευματικά και υλικά. Άγιος είναι ο Νόμος του Θεού (Ρωμ. ζ’, 12), ως συγκεκριμένη έκφραση του αγίου του θελήματος, η τήρηση του οποίου δεσμεύει κάθε άνθρωπο. Άγιες είναι οι θείες Γραφές (Ρωμ. α’ 2), στις οποίες είναι καταχωριμένη η αλήθεια, την οποία φανέρωσε στον κόσμο ο σαρκωθείς Λό­γος του Θεού. Άγιος είναι και ο χριστιανικός ναός μαζί με όσα υπάρ­χουν σ’ αυτόν, τα αφιερωμένα στη λατρεία του Θεού. Άγια είναι και τα ιερά μυστήρια, και προ πάντων η θεία Ευχαριστία, διά των οποίων αναγεννάται και τρέφεται πνευματικά ο άνθρωπος, και άλλα πολλά.

Στο ηθικοπνευματικό πεδίο η αγιότητα εκφράζεται ως κατάσταση, στην οποία φτάνει ο άγιος, ως τέλειος και ολοκληρωμένος χριστια­νός. Είναι αγιότητα σχετική, συγκρινόμενη με την απόλυτη αγιότητα του Χριστού, τον οποίο δεν εσπίλωσε κανένα ίχνος αμαρτίας (Α΄ Πέτρ, β’ 22), και ο οποίος δεν είχε καν τη δυνατότητα ν’ αμαρτήσει, λόγω της συνθέσεως του θεανδρικού προσώπου του.

Όπως εύκολα νοείται, η αγιότητα δεν είναι τέλεια από την αρχή και στατική, φυτευμένη στη φύση του ανθρώπου, αλλά κατάσταση δυνα­μική και εξιλεωτική. Δεν γεννιέται κανείς άγιος, αλλά γίνεται. Το πρώ­το αποτελεί αντίφαση. Αρετή και στάση είναι πράγματα αντιφατικά Για να γίνεις άγιος πρέπει να διανύσεις πολύ δρόμο να δουλέψεις ε­πίμονα κι εντατικά, φυσικά πάντοτε με τα όπλα του φωτός (Ρωμ. ιγ’ 12) και με τη χάρη του Θεού να πολεμήσεις την ευπερίστατη αμαρτία (Εβρ. ιβ’ 1) και τις μεθοδείες του διαβόλου (Εφ. ζ’ 11)· να καθαρί­σεις επιμελώς το σώμα και τη ψυχή σου από πάθη αμαρτωλά (Α’ Κορ. ζ’ 1), από επιθυμίες και σκέψεις και λογισμούς πονηρούς, από τη φι­ληδονία της σάρκας και την κακία στην όποια μορφή της, που κουβα­λάει μέσα του κάθε άνθρωπος, για να φθάσεις «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφ. δ’ 13). Παράλληλα πρέπει να κοσμή­σεις τη ψυχή σου με τις ουρανοδρόμες αρετές, την ταπείνωση, την πίστη και την αγάπη. Όταν φτάσει κανείς ν’ αγαπά σωστά το Θεό (Ματθ. κβ’ 37), τότε αγγίζει τα όρια της σχετικής αγιότητας.

Με άλλα λόγια, η θεία «εικών», που υπάρχει στην πλάση κάθε ανθρώπου (Γεν. α’ 27) και εντοπίζεται στο λογικό, το νοερό και το αυτεξούσιο της ψυχής του στη θετική της φορά στο αγαθό και το Θεό, πρέ­πει να γίνει «ομοίωσις», που σημαίνει να μοιάσει κανείς, σε μια πορεία εξελικτική, μ’ εκείνο που είναι ο Θεός, το οποίο απηχείται στη ψυχή του και δημιουργεί πνευματική συγγένεια με τον πλαστουργό του. Αυτό ισοδυναμεί με τη χαρισματική θέωση του πιστού. Ο άγιος είναι ο θεωμένος άνθρωπος, ο θείας φύσεως κοινωνός (Β΄ Πέτρ. α’ 4), ο οικείος Θεού (Εφ. β’ 20). Η θέωση είναι το όριο στο οποίο εξαντλεί­ται, και με το οποίο ταυτίζεται η αγιότητα του ηθικού όντος. Το μέγε­θος αυτό, αρχόμενο από την παρούσα ζωή, θα ολοκληρωθεί μελλον­τικά στην αιώνια θεία βασιλεία.

Στο ζήτημα της θεώσεως των αγίων είναι πολύ ευαίσθητη η ορθό­δοξη ψυχή. Πώς όμως νοούμε τη θέωση; Εδώ πρέπει να κάνουμε μια πολύ σημαντική διασάφηση. Η θέωση δεν σημαίνει αφομοίωση της ουσίας του ανθρώπου με την ουσία του Θεού, πράγμα που πολλοί νομίζουν, ότι διαβλέπουν στο ορθόδοξο δόγμα. Η κτιστή ανθρώπι­νη φύση σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί ν’ αφομοιωθεί με την άκτιστη θεία. Δεν μπορούν να χαθούν οι κτιστοί χαρακτήρες της, που την προσδιορίζουν ως πεπερασμένο δημιούργημα. Η μετάπτωση της αν­θρώπινης φύσεως στη θεία είναι αδύνατο να γίνει, δεδομένης της α­πειρίας και της απόλυτης υπερβατικότητος της ουσίας του Θεού, η όποια είναι απρόσιτη, ακοινώνητη και αμέθεκτη. Η θέωση δεν ση­μαίνει πανθεϊστική ανάχυση και απορρόφηση του κτιστού από το άκτιστο (παράδειγμα: μια σταγόνα ξύδι στον απέραντο ωκεανό), ένα εί­δος μονοφυσιτικής ουσιώσεως στο πέλαγος της θείας απειρίας. Ο άν­θρωπος σ’ αυτήν παραμένει άνθρωπος και ο Θεός, Θεός. Το πράγμα είναι τόσο σαφές, ώστε να μην επιδέχεται αμφισβήτηση. Κι όμως η θέωση, για την οποία μιλάμε, δεν είναι απλό σχήμα λόγου, ιδέα διά­κενη ή ψιλός συμβολισμός της ηθικής τελειώσεως του ανθρώπου, αλ­λά θέωση πραγματική, μεταφέρουσα όλο το σημαινόμενο της λέξεως. Ο άνθρωπος γίνεται θεός (με μικρό βέβαια θ). Και φυσικά δεν πρό­κειται περί παραδοξολογήματος, ούτε περί αντιφάσεως προς όσα ση­μειώσαμε πιο πάνω. Κατά την ορθόδοξη πίστη, η θέωση είναι ουσιώ­δης μετοχή στη θεότητα, όχι βέβαια στην υπερβατική και αμέθεκτη ου­σία του Θεού, αλλά στην άκτιστη θεία του ενέργεια, η οποία πηγάζει αϊδίως από τη θεία ουσία, ως ο άφθαρτος και εγγενής πλούτος της, εί­ναι θεοπρεπής διάκριση, όπως είναι και οι τριαδικές υποστάσεις στη θεότητα, χωρίς να επιφέρει σύνθεση στην απλότητα εκείνης. Η θεία ενέργεια είναι αληθινός Θεός, εκφράζει την απρόσιτη και ανέκφραστη θεία φύση και είναι εξωτερικά κοινωνητή και μεταδότη. Δι’ αυτής φα­νερώνεται ο Θεός στον κόσμο, αγιάζονται οι λογικές φύσεις και συ­νάπτεται ο άνθρωπος με το Θεό. Άκτιστη χάρη και άκτιστη θεία ε­νέργεια είναι ταυτόσημες. Ο άνθρωπος, μετά από μακρά κάθαρση από την αμαρτία και την κόσμηση της ψυχής του διά των ουρανοδρόμων αρετών, ενούται με τη φωτεινή ακτίνα της θείας ενέργειας, με τη χάρη δηλαδή, λαμπρύνεται και θεοποιείται. Η ένωση αυτή του κτιστού με το άκτιστο δεν είναι απλή ηθική επαφή (αυτό στη χριστολογία έλεγε ο Νεστοριανισμός), αλλανάκραση πραγματική, περιχώρηση της αν­θρώπινης ουσίας από τη φωτεινή ενέργεια του Θεού. Με αυτή την έν­νοια θα λάμψουν οι δίκαιοι στη βασιλεία των ουρανών, όπως ο ήλιος (Ματθ. ιγ’ 43). Είναι θέωση κυριολεκτική, χωρίς αυτό να σημαίνει και πανθεϊστική ανάχυση των φύσεων. Έχουμε και παράδειγμα διασαφητικό, το οποίο χρησιμοποιούμε και στο πεδίο της χριστολογίας. Όπως στον πυρακτωμένο σίδηρο η φύση του μετάλλου με τη φύση της φωτιάς ενώνονται τόσο στενά μεταξύ τους, ώστε να μη μπορείς να τα διαχωρίσεις, και ωστόσο παραμένουν καθ’ εαυτές αλώβητες (ο σίδηρος παραμένει σίδηρος και η φωτιά, φωτιά), έτσι κι εδώ το κτιστό πλάσμα ενώνεται βαθιά με την άκτιστη θεία ενέργεια, χωρίς να αποβάλει τη φύση του, προσλαμβάνοντας τη φωτιά του Θεού, στην οποία και θεοποιείται. Ο άνθρωπος γίνεται «χάριτι» θεός, αποκτά «κα­τά χάριν» εκείνο, που είναι «φύσει» ο Θεός.

Η θέωση είναι το τέρμα της πνευματικής εξελίξεως και τελειώσε­ως του άνθρωπου. Αρχομένη από την παρούσα ζωή, θα τελειωθεί στα έσχατα, στο χώρο της θείας βασιλείας, στον οποίο ολόλαμπρες κι ασ­τραφτερές στήλες θεώσεως θα είναι οι καταξιωμένες μορφές των αγίων. Όχι βέβαια κι οι φύσεις των αγγέλων, γιατί η θέωση άφορα μόνο τους ανθρώπους, για τους οποίους ο Χριστός απέθανε (Ρωμ. ε’ 8). Οι άγγελοι βρίσκονται ήδη στο στάδιο της αφθορης θείας δόξας.

Οι άνθρωποι, θείας φύσεως κοινωνοί (Β΄ Πετρ. α’ 4), και οι άγγε­λοι, τα λειτουργικά πνεύματα του Θεού(Εβρ. α’ 14), είναι το πνευ­ματικό επιτελείο της θείας βασιλείας. Οι πρώτοι, οι άγιοι, είναι σεπτά σκηνώματα της χάριτος. Τα λείψανα τους είναι ιερά, άξια ευλαβικής προσκυνήσεως και τιμής από μέρους των πιστών. Σ’ αυτά παραμένει η χάρη (=ενέργεια) του Θεού, η οποία τα κάνει άφθαρτα και θαυματουρ­γά. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ιερές εικόνες των αγίων, που κοσμούν τους χώρους της θείας λατρείας. Οι άγιοι είναι αποδέκτες της προ­σευχής της Εκκλησίας, που μεταφέρουν τα αιτήματα των πιστών στο Θεό, προσευχόμενοι συγχρόνως και οι ίδιοι για τους επί γης αδελφούς τους, που αποτελούν τα μέλη της στρατευόμενης του Χριστού Εκκλη­σίας.

vatopaidi

 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Των αγίων ο χορός εύρε πηγήν της ζωής» (Κυριακή των Αγίων Πάντων)

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιουνίου, 2014

«Των αγίων ο χορός εύρε πηγήν της ζωής»

Του π. Στυλιανού Θεοδωρογλάκη

Η αγία μας Εκκλησία, την πρώτη Κυριακή μετά την Κυριακή της Πεντηκοστής τιμά κι εορτάζει συνολικά τους αγίους της.

Τους μαθητές και αποστόλους του Χριστού, τους πατέρες και διδασκάλους, τους οσίους και τους δικαίους, τους μάρτυρες και τους ομολογητές όλων των αιώνων και όλων των εποχών, οι οποίοι με την άγια ζωή τους, κράτησαν και κρατούν ζωντανή την παρουσία του Χριστού στη ζωή και τη λειτουργία του ανθρώπου και του κόσμου.

Με τούτο τον εορτασμό των αγίων πάντων, διευρύνεται η κοινωνία μας, η ανθρώπινη κοινωνία, καθόσον με τον όποιο βαθμό μετέχουμε στην εορτή βρισκόμαστε αντικρυστά, πρόσωπο με πρόσωπο και χαιρόμαστε μέσα από την αμαρτωλότητά μας, τα άγια πρόσωπα των αγίων και μετέχουμε σ’ αυτή την κοινωνία των αγίων με το δικαίωμα και τη δυνατότητα του εξαγιασμού του δικού μας προσώπου, της δικής μας κοινωνίας.

Οι άγιοι που εορτάζουμε την Κυριακή των Αγίων Πάντων, είναι όλοι εκείνοι, οι άνδρες και οι γυναίκες, που αφιερώθηκαν ολοκληρωτικά στο Θεό με μοναδικό κίνητρα την αγάπη και κατόρθωσαν να γίνουν μεθεκτοί Θεού, θεοί κατά χάρη, άγιοι.

Να προσέξουμε ακόμα ότι οι άγιοι δεν αποτελούν την εξαίρεση και δεν είναι οι απομονωμένοι, αλλά αυτοί που με τους πνευματικούς των αγώνες και τα πνευματικά τους καλέσματα πέτυχαν τα πάντα κάτω από τη σκεπή της θείας χάρης και αξιώθηκαν το στέφανο της ίδιας της Θείας Χάρης και του αγιασμού, γιατί «ού στεφανούται τις, εάν μη νομίμως αθλήσει»

Να προστέσουμε ακόμα ότι οι άγιοι μοιάζουν του Χριστού, κύρια ως προς την αγάπη, γιατί οι άγιοι αγαπούν, όχι ότι αρέσει σ’ αυτούς τους ίδιους, αλλά ότι αρέσει στο Χριστό.

Εξάλλου αν και η αγιότητα είναι ότι πολυτιμότερο και αναγκαίο για τη λύση όλων των προβλημάτων που ταλανίζουν τα έθνη και τους λαούς, ο κόσμος δυσκολεύεται να κατανοήσει και να αποδεχτεί το λυτρωτικό και σωστικό της ρόλο.

Θα δεχτούμε για παράδειγμα ότι η αγιότητα είναι η πίστη και η υπομονή των αγίων, είναι ακριβώς αυτό που τους κάνει να αρνούνται τις κοσμικές δόξες, τις γήινες απολαύσεις και τους κάνει πρόθυμους στους αγώνες, ανεκτικούς στις δυσκολίες, ελπιδοφόρους και προσδοκούντες τις θεϊκές απολαύσεις.

«Των αγίων ο χορός εύρε πηγήν της ζωής»

Οι άγιοι γνωρίζουν ότι η ζωή είναι δώρο του Θεού και φθάνει στον αληθινό της σκοπό μόνον όσο βρίσκεται σε στενό δεσμό μαζί του.

Οι άγιοι με την ένωσή τους με το Χριστό τροφοδοτούν τη ζωή με τη ζωή του Θεού, δηλαδή βρίσκουν τον αληθινό σκοπό της ζωής η οποία εναρμονίζεται και ειρηνεύει όχι μόνο με τους ανθρώπους, αλλά και με τα άλογα ζώα και όλη τη φυσική δημιουργία, την οποία όχι μόνο δε μολύνει, δεν καταστρέφει, αλλά τη φροντίζει και την αυξάνει, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού που είναι «το αυξάνειν και το φυλάττειν» αυτήν.

Σε μια εποχή που η εμπιστοσύνη στον άνθρωπο περνά βαθύτατη κρίση και η αναξιοπιστία πληγώνει το ανθρώπινο πρόσωπο, η πίστη των αγίων και η φερεγγυότητα της αξιοπιστίας των αποτελούν τη μόνη θετική απάντηση στο ερώτημα της τιμής του ανθρώπινου προσώπου.

Σήμερα που η βιασύνη και η ανυπομονησία συνθλίβουν τον άνθρωπο, η υπομονή των αγίων αποτελεί την πιο αυθεντική απάντηση στο μεγάλο ερώτημα της υπάρξεως και της ζωής.

Όταν οι σχέσεις των ανθρώπων κλονίζονται με τραγικές συνέπειες για το παρόν και το μέλλον, οι άγιοι αποτελούν το ορόσημο της αιώνιας ενότητας και κοινωνίας.

Η εορτή των αγίων Πάντων, 8η Κυριακή από την Κυριακή του Πάσχα, είναι ημέρα συλλογής και προσανατολισμού, αναθεώρησης και ανακαίνισης, κυριολεκτικά νέας γέννησης από τη μήτρα του αγιασμού και της θέωσης.

Οι άγιοι μπορούν να στηρίξουν τη ζωή των θλιμμένων, των καταπιεσμένων, των αδυνάτων, των περιθωριακών, των νέων και των ηλικιωμένων. Είναι με το μέρος όλων μας.

«Άγιοι μάρτυρες, οι καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες, πρεσβεύσατε προς Κύριος ελεηθείναι τας ψυχάς ημών»…

Έχουμε άμεση ανάγκη αυτής της αγιολογικής στήριξης σήμερα, που προβάλλεται κατ’ εξοχήν το πρόσωπο του τεχνοκράτη ανθρώπου και που από το σύνολο των αγιών, επιδιώκονται μόνον οι οικονομικού χαρακτήρα αξίες.

Τα αισθήματα παραμερίζονται, τα ήθη αμβλύνονται, η γνωριμία, η φιλία, ο έρωτας απαξιώνονται.

Οι άγιοι βρίσκονται πάντοτε στην πρωτοπορία για μια αξιόλογη κοινωνία ανθρώπων, που τα πρόσωπα κοινωνούν και επικοινωνούν με αλληλοσεβασμό και αλληλοκατανόηση. Είναι οι άγιοι το αλάτι που αρτίζει και νοστιμίζει τη ζωή στις σχέσεις και τις συναναστροφές μας.

Ο συνάνθρωπος στην κοινωνία των αγίων δεν αποτελεί οικονομική μονάδα εκμεταλλευόμενου ή εκμεταλλευτή, όπως συμβαίνει στην οικονομική άρθρωση της κοινωνίας.

Είναι πρόσωπο άξιο πάσης τιμής, το οποίο όχι μόνο σεβόμαστε, δε διασύρουμε και δεν προσβάλλουμε.

Είναι η αγάπη μας, όπως και εμείς είμαστε η αγάπη των αγίων.

Σήμερα που το νόημα της ζωής και της υπάρξεως διακυβεύεται όχι μόνο από την άμβλυνση των ηθών και την απομάκρυνσή μας από τις αιώνιες αξίες της ζωής αλλά και από την υπαρκτή πια οικονομική κρίση που μαστίζει όλους τους ανθρώπους, της πατρίδας μας και του λεγόμενου πολιτισμένου κόσμου, με τις τραγικές συνέπειές της, της ανασφάλειας, της αβεβαιότητας, της καθημερινής απογοήτευσης.

Είναι πρωταρχική ευθύνη μας, να βρίσκουμε και να δίνουμε νόημα στη ζωή, προπάντων στη ζωή των παιδιών μας, γιατί αν δεν τα βοηθήσουμε υπάρχει κίνδυνος να ψάξουν μόνα τους και να το βρουν αλλού, στα ναρκωτικά, στην απόγνωση, την απελπισία και το θάνατο.

Είναι απαίτηση των καιρών, αναγκαία και επιβεβλημένη, να σύρουμε το χορό των αγίων και να βρούμε μαζί τους την πηγή της ζωής.

Επιτέλους, να το κάνουμε για τα παιδιά μας, για μας τους ίδιους, την κοινωνία που ζούμε, την πατρίδα μας και όλο τον κόσμο.

agonaskritis.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιουνίου, 2014

        Συνήθως οι περισσότεροι άνθρωποι για να ακολουθήσουν ένα πρόσωπο, μία ιδέα ή μία στάση ζωής, ακόμη και μία ομάδα, είτε πολιτική, είτε κοινωνική, είτε θρησκευτική, είτε αθλητική, ελκύονται από κάποιες υποσχέσεις αυτής της ομάδας ή αυτών των προσώπων. Οι υποσχέσεις έχουν να κάνουν άλλοτε με το συμφέρον, άλλοτε με τις ανάγκες και άλλοτε με τις ιδέες και τις προσδοκίες των όσων καλούνται να ακολουθήσουν. Το συμφέρον είναι άμεσα υλοποιήσιμο. Ακολουθούμε αυτούς που μας υπόσχονται ότι θα εκπληρώσουν τις επιθυμίες μας, αυτούς που θα μας βοηθήσουν να περάσουμε καλύτερα στη ζωή μας, που θα μας βοηθήσουν να αναδειχθούμε, να γίνουμε επιτυχημένοι. Εξίσου υλοποιήσιμη είναι και η εκπλήρωση των αναγκών μας. Οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη της τροφής και της επιβίωσης, αλλά και της καταξίωσης και της αποδοχής και της αγάπης, αλλά και της εξουσίας. Τέλος, υπάρχει και η εκπλήρωση των προσδοκιών. Αυτές συνήθως πηγάζουν και από τις ιδέες. Ακολουθούμε πρόσωπα τα οποία υπόσχονται ότι θα πραγματοποιήσουν ιδέες και νοοτροπίες για ευρύτερους μετασχηματισμούς σε επίπεδο κοινωνίας και ζωής, που θα βοηθήσουν τον κόσμο και επομένως και εμάς να ζήσουμε διαφορετικά, με βάση κριτήρια και αξίες. Γι’ αυτό το λόγο και οι άνθρωποι δεν είμαστε πάντοτε σταθεροί σε όσους ακολουθούμε. Τους δοκιμάζουμε όσον αφορά την αξιοπιστία και την συνέπεια στα όσα διακηρύττουν και στα όσα πράττουν. Στεκόμαστε δύσπιστοι έναντί τους και εύκολα μεταβάλουμε προτιμήσεις, γιατί διαπιστώνουμε πως δεν εκπληρώνουν είτε γιατί δεν θέλουν είτε γιατί δεν μπορούν τα συμφέροντα, τις ανάγκες και τις προσδοκίες μας.
                Στη ζωή της πίστης έχουμε και εκεί υποσχέσεις, επαγγελίες. Μόνο που δεν τις δίνουν οι άνθρωποι, αλλά ο Θεός. Αυτοί που ακολουθούν το Θεό γιατί εμπιστεύονται τις επαγγελίες Του, γίνονται οι Άγιοι. Οι επαγγελίες του Θεού δεν έχουν να κάνουν με την καθημερινότητα, τα συμφέροντα, τις ανάγκες, τις προσδοκίες για το σήμερα. Είναι επαγγελίες που φέρουν το νόημα της αιωνιότητας. Αντί για την ικανοποίηση του πρόσκαιρου συμφέροντος ο Θεός υπόσχεται την στενή και τεθλιμμένη πύλη, τη οδό της θυσίας, της άσκησης, της εγκράτειας, της ολιγάρκειας, ακόμη και την οδό της στέρησης. Όποιος πιστεύει, γνωρίζει ότι η ζωή του δεν θα πορευτεί κατά πώς η ανθρώπινη επιθυμία για πλατιά οδό απόλαυσης και ευθυμίας ζητεί, αλλά θα είναι έτοιμος για θυσία, η οποία θα καταξιώνεται από τη χαρά της πίστης. Η χαρά φέρει μέσα της και την λύπη, διότι δεν εκπληρώνονται τα συμφέροντα. Όμως αυτός που ακούει και αποδέχεται τις επαγγελίες του Θεού γνωρίζει ότι το συμφέρον του είναι η εμπιστοσύνη στο Θεό, ακόμη και μέσα από την κούραση της θυσίας. Την ίδια στιγμή, ο Θεός δεν υπόσχεται την ικανοποίηση τω αναγκών μας, αλλά την υπέρβασή τους. Κι αυτό γίνεται δια της αγάπης, τόσο προς Εκείνον όσο και προς τον πλησίον. Η σχέση με το Θεό μάς δείχνει ότι μόνο μία ανάγκη υπάρχει πραγματικά: αυτή της αγάπης. Και όποιος αγαπά, μπορεί και δίνεται. Για να γευθεί μέσα από την χαρμολύπη της υπομονής, της υπακοής, του σταυρού, της δοτικότητας, ακόμη και χωρίς καμία ανταπόδοση, ούτε καν ηθική, ότι το χρέος έναντι του Θεού και του συνανθρώπου γεμίζει την ύπαρξη δύναμη να μπορεί να διακρίνει τα ουσιώδη και με διάρκεια. Τέλος, η επαγγελία του Θεού έχει να κάνει με την υπόσχεση της Ανάστασης. Δηλαδή της αιώνιας ζωής, για την οποία ούτε καν η παρούσα δεν μπορεί να συγκριθεί. Γι’ αυτό και είναι το νέφος το  περικείμενον των μαρτύρων τοσούτον, διότι η σχέση με το Θεό βάζει την καρδιά και τη ζωή του ανθρώπου σε μιαν άλλη προοπτική. Της γνώσης και της βίωσης του νοήματος της αληθινής ζωής, που είναι η κατά Θεόν. Τα υπόλοιπα, τα ανθρώπινα, ο Άγιος χωρίς να τα εγκαταλείπει, καθώς τον κόσμο οικεί, γνωρίζει την πραγματική τους αξία, που έγκεινται στην προετοιμασία για τα κρείττονα.
                Η Εκκλησία, παρουσιάζοντας και τιμώντας Πάντας τους Αγίους της την Κυριακή μετά την Πεντηκοστή, δείχνει ότι ο δρόμος των επαγγελιών του Θεού είναι καρπός της εν Αγίω Πνεύματι ζωής. Καρπός της μετοχής στην ζωή της πίστης  στο Χριστό και του εκκλησιαστικού δρόμου, όταν ο άνθρωπος εμπιστεύεται και αγαπά αληθινά. Και οι Άγιοι δεν εγκαταλείπουν όλους εμάς που λιγότερο ή περισσότερο παραμένουμε προσκολλημένοι στη οδό του συμφέροντος, της ανάγκης, τω προσδοκιών. Στην οδό που καθιστά την πίστη θρησκεία, εκπλήρωση αναγκών και λύτρωση από φόβους ή εκζήτηση μισθού. Οι Άγιοι γίνονται και παραμένουν τέκνα Θεού. Αυτό που λείπει ως προτεραιότητα από έναν εκκοσμικευμένο και ανθρωποκεντρικό πολιτισμό, ο οποίος δεν μπόρεσε να διακρίνει τα ουσιώδη, ίσως γιατί κι εμείς αποτύχαμε να τα ζήσουμε ή τα διαστρεβλώσαμε μέσα από μία λογική εξουσίας, άνεσης και αδυναμίας να διαλεχθούμε με ταπείνωση, σεβασμό και αφειδώλευτη αγάπη. Οι Άγιοι έδειξαν και δείχνουν το δρόμο της θυσίας, της αγάπης, της ανάστασης. Και μεσιτεύουν για τον καθέναν μας. Ας τους ακολουθούμε εν χαρά, με την ελπίδα κι εμείς να συμμετάσχουμε στο δικό τους νέφος, υπερβαίνοντας το πρόσκαιρο, που ενίοτε γίνεται τόσο καταθλιπτικό, όπως στην εποχή μας, όταν διακρίνεται η ματαιότητά του για τους πολλούς.
Κέρκυρα, 15 Ιουνίου 2014
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το κύκνειο άσμα του Αγίου Λουκά

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιουνίου, 2014

Όπως σημειώσαμε, στο διαμέρισμα των Βόινο-Γιασενέτσκι φυλάσσονται πολλά προσωπικά αντικείμενα του Αγίου. Κάποια απ’ αυτά παραχώρησαν στο μουσείο της μονής της Αγίας Τριάδος στη Συμφερούπολη και κάποια στην ιερά μονή Σαγματά. Οι συγγενείς του Αγίου φυλάσσουν κι ένα ακόμη κειμήλιο : την πνευματική διαθήκη του Αγίου προς τα παιδιά και τα εγγόνια του. Είναι το κύκνειο άσμα του Αγίου. Την  υπαγόρευσε στη γραμματέα του Ε. Λέικφλεντ.
Στην αυτοτελή έκδοση της «Διαθήκης» το 2009 γράφαμε μεταξύ των άλλων:
«… Η Πνευματική Διαθήκη απευθύνεται στα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονα του Αγίου. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι μαζί με τον πατέρα υπέφεραν και τα τέσσερα παιδιά του. Δοκίμασαν την πίκρα της διπλής ορφάνιας και του κατατρεγμού. Θεωρούνταν παιδιά ενός «εχθρού του λαού» και αντιμετώπισαν πολλές δυσκολίες. Επόμενο ήταν να θεωρούν ακατανόητη την απόφαση του πατέρα τους να ιερωθεί. Για όλα τα δεινά που υπέστη η οικογένεια θεωρούσαν υπεύθυνη την Εκκλησία. Και το ερώτημα που συνεχώς ταλάνιζε τις ψυχές τους, όπως και πολλούς ανθρώπους που τον γνώρισαν ήταν: Γιατί ένας διάσημος και τόσο επιτυχημένος καθηγητής της χειρουργικής πήρε μία τόσο μεγάλη  απόφαση , να χειροτονηθεί ιερέας και μάλιστα σε μία περίοδο διωγμού της Εκκλησίας; Πώς ένας δοξασμένος επιστήμονας αφιερώθηκε στην υπηρεσία μιας “ξεπερασμένης υπόθεσης” , της θρησκείας; Τί είχε να κερδίσει ο μεγάλος αυτός δεξιοτέχνης της χειρουργικής από την ιερωσύνη;
»Σε πολλές επιστολές του ο Άγιος προσπαθεί να απολογηθεί και να εξηγήσει στα παιδιά του το λόγο που αποφάσισε να πάρει αυτόν τον μαρτυρικό δρόμο. Τα παιδιά του δείχνουν να μην τον καταλαβαίνουν. Και αυτός ήταν ένας ακόμη σταυρός για τον Άγιο Λουκά . Ως το θάνατό του δεν έπαυε να νουθετεί και, κυρίως να προσεύχεται για τα παιδιά του, όπου είχαν τόσο πολύ επηρεασθεί , όπως και όλη η γενιά τους, από την αντιθρησκευτική προπαγάνδα.
» Είναι συγκινητικό το γράμμα που απευθύνει στο μεγαλύτερο γιο του Μιχαήλ, στα μέσα στης δεκαετίας του ’40.
“Να θυμάσαι , Μιχαήλ, ότι ο μοναχικός μου βίος και ο όρκος που έδωσα , το αξίωμά μου, η απόφαση να υπηρετώ τον Κύριο, αποτελούν για μένα το μεγαλύτερο ιερό και το πρώτιστο καθήκον. Ειλικρινά και εξ όλης της καρδίας απαρνήθηκα τα εγκόσμια και την ιατρική μου καριέρα, η οποία, βέβαια, θα μπορούσε να ήταν πολύ επιτυχημένη, αλλά τώρα δεν έχει καμμιά σημασία για μένα. Όλη η χαρά μου και όλη η ζωή μου είναι να υπηρετώ τον Κύριο, τον οποίο πιστεύω”.
»Το καλοκαίρι του 1956 ο Άγιος βρίσκεται στην πόλη Αλούστα της Κριμαίας. Έχει χάσει την όρασή του. Κοντεύει να κλείσει τα ογδόντα του και νιώθει πως οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν. Αποφασίζει λοιπόν να συντάξει την Πνευματική Διαθήκη προς τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονά του. Είναι μια ύστατη προσπάθεια να βοηθήσει τα παιδιά του να ξεφύγουν από τη μέγγενη του αθεϊσμού, να αντισταθούν στο αντίχριστο ρεύμα της εποχής, να ανακαλύψουν την “ύψιστη αλήθεια”, τον Ιησού Χριστό, τηρώντας τις άγιες εντολές Του και υπηρετώντας τους πονεμένους ανθρώπους, τους “ελαχίστους αδελφούς” του Ιησού Χριστού.
»Έχουμε την αίσθηση ότι η πνευματική διαθήκη του Αγίου είναι και σήμερα εξαιρετικά επίκαιρη. Απευθύνεται και σε όλους εμάς, τα πνευματικά του παιδιά, που τον τιμούμε και τον αγαπούμε.
»Ας γίνουμε κι εμείς μιμητές του. Και σύμφωνα με την υπόσχεσή του θα μας επισκιάζουν οι πρεσβείες και οι προσευχές του, τώρα που βρίσκεται μπροστά στον θρόνο του Θεού και Δημιουργού μας»…
Πηγή: «ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΛΟΥΚΑ
Στους τόπους που έζησε, με τους ανθρώπους  που τον γνώρισαν
ΡΩΣΙΚΟΣ ΒΟΡΡΑΣ ΜΟΣΧΑ ΤΑΜΠΩΦ ΟΔΗΣΣΟΣ»
ΑΡΧΙΜ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ
Τόμος β΄ ΑΘΗΝΑ 2013

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΡΦΥΡΑ

eisdoxantheou

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Σε κάποιον μοναχικό για την ταραχή της ψυχής.

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιουνίου, 2014

Όλα τα έχεις, μόνο γαλήνη δεν έχεις. Όλα θα τα έδινες για τη γαλήνη, αλλά η γαλήνη, δεν έρχεται. Ήδη από την εποχή του πολέμου ταραχή βασιλεύει στην ψυχή σου. Διαρκώς σκέφτεσαι: «Πυροβόλησα στη μάχη, ίσως σκότωσα κάποιον . Ίσως η μάνα κάποιου να θλίβεται για την απώλεια του γιού της και μαζί η γυναίκα του, τα παιδιά του, τα αδέλφια του και οι άλλοι συγγενείς του. Ίσως καταριούνται τον δολοφόνο του και δολοφόνος είμαι εγώ. Ποιος ξέρει τι θα βρει εμένα και τα παιδιά μου;». Με τέτοιες σκέψεις περπατάς, εργάζεσαι, ξαπλώνεις και σηκώνεσαι. Η ταραχή και ο φόβος βασανίζουν άγρια την ψυχή σου.
Δεν ακούς σε κάθε λειτουργία τη θαρραλέα ευλογία της Εκκλησίας του Θεού: «Εἰρήνη πᾶσι»! Ειρήνη σε όλους! Ποιος άλλος στον κόσμο εκτός Εκκλησίας προφέρει αυτές τις υπέροχες λέξεις; Και αυτό το κάνει με θέρμη και με τόσο πλήρη και πολύπλευρη σημασία. Ειρήνη μεταξύ πολιτικών και πολιτών, ειρήνη εξωτερική και εσωτερική, ειρήνη μεταξύ ανθρώπων και λαών, ειρήνη με τον Θεό και με τη συνείδηση, ειρήνη με τους υποστηρικτές και με τους διώκτες, με τη ζωή και το θάνατο , με τη γη και τους ουρανούς , με μια λέξη «ειρήνη η υπερέχουσα πάντα νουν» ( Φιλιπ.4,7 ) .  Αυτήν την ειρήνη κηρύττει η Εκκλησία  σ’ όλες τις χώρες του κόσμου.
Να πώς μιλά ο χριστιανός ποιητής:
Αν η ζωή σε βασανίζει
νου και καρδιά σου παίρνει,
 αν με μοχθηρία στη σκλαβιά σε μαθαίνει
και αγάπη και πίστη σβήνει
γονάτισε με καυτά δάκρυα,
το βάθρο του Σταυρού αγκάλιασε
και θα συμφιλιωθείς με τους ουρανούς,
μ’  εσένα  και με τους ανθρώπους!
( Ρώσος ποιητής Νικήτας: Προσευχή ενός παιδιού)
Γονάτισε μπροστά στον Κύριο Ιησού Χριστό, την Άρχουσα ειρήνη, ακούμπησε το ματωμένο πόδι Του και η ειρήνη θα σου επιστραφεί. Γιατί αυτός είναι η ειρήνη μας ( Εφ. 2,14 ) .  Γι’ αυτό όταν η Εκκλησία λέει «Εἰρήνη πᾶσι» είναι σαν να λέει «Χριστός τοῖς πᾶσι! Ο Χριστός με όλους! Ο Χριστός σε όλα!». Αμήν.
Ο Χριστός να σου σώσει ειρήνη και ας είναι μαζί σου!
  Πηγή: «ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
Δεν φτάνει μόνο η πίστη…
ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ Β΄»
Εκδόσεις «εν πλώ»

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιουνίου, 2014

Ποιός εἶναι ὁ ἅγιος;
Ἔχει ὀρθά τονιστεῖ ὅτι ἡ σχέση τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς μέ τήν ἑορτή τῶν ῾Αγίων Πάντων στήν ᾽Εκκλησία μας ἀποτελεῖ σχέση αἰτίου καί αἰτιατοῦ, δηλαδή ἐκεῖνο πού δημιουργεῖ τό γεγονός τῆς ἁγιότητας εἶναι τό Πανάγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖο ἀπέστειλε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός, μετά τήν ἔνδοξη ἀνάληψή Του εἰς τούς οὐρανούς, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Μέ ἄλλα λόγια οἱ ἅγιοι συνιστοῦν τά ἔργα τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, κάτι πού μᾶς ὁδηγεῖ στήν κατανόηση ὅτι μιλώντας γιά τούς ἁγίους μιλᾶμε γιά γεγονός πού ὑπερβαίνει τήν ὁριζόντια ἀνθρώπινη μόνο κατανόησή τους. Οἱ ἅγιοι, ὅπως πιστεύουμε ὅτι θά δείξουμε καί στή συνέχεια, φανερώνουν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, συνιστοῦν τήν προέκταση τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μέσα στά πλαίσια τοῦ ἐδῶ καί τοῦ τώρα. Εἶναι οἱ ῾ἐν σαρκί περιπολοῦντες Θεοί᾽, κατά γνωστή ἔκφραση ἐκκλησιαστικοῦ Πατέρα. Ἡ ἑορτή τῶν ἁγίων Πάντων λοιπόν θέτει κάθε φορά αὐτό τό ἐρώτημα, τό ὁποῖο ὁ χριστιανός πρέπει νά τό θέτει καί στόν ἑαυτό του: ῾Ποιός εἶναι ὁ ἅγιος;᾽ Νά ἐξηγήσουμε λίγο περισσότερο τήν παραπάνω περί ἁγίων τοποθέτηση. 
Κατά πρῶτον θά πρέπει νά ὑπερβοῦμε τήν ἁπλή ἀντίληψη πολλῶν συνανθρώπων μας, ἀκόμη καί χριστιανῶν, πού τήν ἁγιότητα τήν ἐξαρτοῦν ἀπό συνθῆκες μόνον τοπικές, δηλαδή ὅτι ἕνα συγκεκριμένο πλαίσιο ζωῆς ὁδηγεῖ καί στήν ἁγιότητα, εἴτε μέ τήν ἔννοια ὅτι ἅγιος γίνεται ἐκεῖνος πού ἀπομακρύνεται ἀπό τόν κόσμο, σάν ἕνα εἶδος ὑπερανθρώπου ἀσκητῆ, εἴτε μέ τήν ἔννοια ἐκείνου πού ἀγωνίζεται μέσα στόν κόσμο, σάν ἕνα εἶδος κοινωνικοῦ ἐργάτη. Ὁ ἅγιος εἶναι πέρα ἀπό τέτοιες ἁπλουστεύσεις καί ῾ἀγκυλώματα᾽. Ὅπως τό ὑπονοήσαμε καί παραπάνω καί τό τονίζει διαρκῶς ἡ ἐκκλησιαστική μας παράδοση, ἅγιος εἶναι ἁπλῶς ὁ συνεπής πιστός: αὐτός πού προσπαθεῖ νά ζεῖ σωστά ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας, πού σημαίνει προσπαθεῖ νά κρατάει ἀνοιχτή τή θύρα τῆς ψυχῆς του ἀπέναντι στόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Κι αὐτό μπορεῖ νά γίνει εἴτε κανείς πηγαίνοντας σ᾽ ἕνα μοναστήρι εἴτε μένοντας στόν κόσμο, διότι ἀκριβῶς τό ζητούμενο εἶναι ἡ διακράτηση τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ πού ὁ ἄνθρωπος παίρνει μέ τήν εἴσοδό του στήν ᾽Εκκλησία διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος καί ὄχι ὁ τόπος στόν ὁποῖο κάποιος θά ἐπιλέξει νά μείνει.
 Ὁ πιστός λοιπόν χριστιανός, πού λειτουργεῖται καί λειτουργεῖ στό σῶμα τῆς ᾽Εκκλησίας, εἶναι ὁ ἅγιος. Γι᾽ αὐτό καί στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες ἡ λέξη ῾ἅγιος᾽ ἦταν ἡ φυσιολογική προσφώνηση γιά τούς χριστιανούς. Καί τί σημαίνει χριστιανός; Ὅπως ἐπιγραμματικά μᾶς τό λέει καί ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος ῾Χριστιανός ἐστι μίμημα Χριστοῦ κατά τό δυνατόν ἀνθρώπῳ᾽. Χριστιανός εἶναι ὅποιος ῾μιμεῖται᾽ τόν Χριστό, μέσα στά πλαίσια τῶν ἀνθρωπίνων δυνατοτήτων. Συνεπῶς ἅγιος εἶναι καί γίνεται κάθε χριστιανός πού βαδίζει πάνω στά χνάρια τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, αὐτός πού ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, ὅπως διαρκῶς τό ζητοῦσε ὁ ῎Ιδιος – ῾ἀκολούθει μοι᾽ (Ματθ. 8, 22 κ.ἀ.) ἦταν πάντοτε ἡ κλήση Του πρός κάθε μαθητή Του – κι ὅπως προέτρεπαν στή συνέχεια καί οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ ὅλους τούς ἀνθρώπους:῾ἐν αὐτῷ περιπατεῖτε᾽ (Κολ. 2, 6). Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἐπισημαίνουμε καί στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς: ῾ἰδού ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καί ἠκολουθήσαμέν σοι᾽ (Ματθ. 19, 27).
Ἡ ἀκολουθία αὐτή τοῦ Χριστοῦ δημιουργεῖ σχέση φιλίας καί ἀγάπης ἀνάμεσα στόν Χριστό καί τούς πιστούς καί ἐξηγεῖ, ἀφενός, τή δύναμη τήν ὁποία ἔχουν στόν κόσμο, δύναμη στήν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ πού ἐνεργεῖ μέσω αὐτῶν, καί, ἀφετέρου, τήν τιμή, τήν ὁποία ἀπολαμβάνουν στήν ᾽Εκκλησία μας, κάτι πού δέν φαίνεται νά κατανοοῦν ὁρισμένες ὁμάδες αἱρετικῶν, γιατί ἀκριβῶς δέν ἔχουν ὀρθές θεολογικές προϋποθέσεις, μή ἀποδεχόμενοι δηλαδή τό μυστήριο τῆς σχέσης ταύτισης πού δημιουργεῖ ὁ Χριστός μέ τούς ἴδιους τούς πιστούς Του. ῾Ὑμεῖς φίλοί μού ἐστε, ἐάν ποιῆτε ὅσα ἐντέλλομαι ὑμῖν᾽ (᾽Ιωάν. 15, 14), εἶπε ὁ Κύριος, ῾ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα᾽ (15,5 ), ἐνῶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει τό ἀποτέλεσμα τῆς σχέσης μέ τόν Χριστό: ῾πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ᾽ (Φιλ. 4, 13). Μέ τούς ὅρους αὐτούς, χαρακτηριστικά τοῦ ἁγίου, ὅπως τά ἐπισημαίνουμε γενικῶς ἀπό αὐτά πού ἔχει πεῖ ὁ Κύριος καί ἔχουν διδάξει οἱ ἀπόστολοι, εἶναι ἡ πίστη καί ἡ ὑπακοή στόν Θεό, ἡ χωρίς ὅρια ἀγάπη στόν συνάνθρωπο, ἡ ταπείνωση, ὡς συναίσθηση τῆς μηδαμινότητας καί ἁμαρτωλότητας τοῦ ἑαυτοῦ.
Ὁ ἅγιος ἑπομένως δέν εἶναι μία αὐτονομημένη καί ἀτομοκεντρική ὕπαρξη. ᾽Αντιθέτως, εἶναι ὁ πλήρως ἐξαρτημένος ἀπό τόν Θεό, αὐτός πού ἀναφέρει ῾ἑαυτόν καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν αὐτοῦ Χριστῷ τῷ Θεῷ᾽. ῞Αγιος μ᾽ ἕναν λόγον εἶναι, ὅπως ἤδη εἴπαμε, ὁ ἐνεργούμενος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐνέργεια αὐτή τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ ὅμως ἐξαρτᾶται ἀπό τή δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου. ᾽Ανάλογα μέ τή δεκτικότητα αὐτοῦ, ἄρα ὄχι ἀπό τήν προσφορά τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία εἶναι χωρίς ὅρια – ῾οὐκ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεός τό Πνεῦμα᾽ (᾽Ιωάν. 3, 34) – λαμβάνει ὁ πιστός τή χάρη τοῦ Θεοῦ, πού θά πεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εὐθύνεται ἀποκλειστικά γιά τήν πνευματική του κατάσταση. ῎Ανθρωπος πού ἀνταποκρίνεται ἐν ἀγάπῃ πρός τό ἄνοιγμα ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ῾βλέπει᾽ πλούσια καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή του. ῎Ανθρωπος, ἀπό τήν ἄλλη, πού διστάζει καί ἀπιστεῖ πρός αὐτήν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, βιώνει τήν ἀπουσία τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ ἤ τήν ὀλιγότητά της στήν ὕπαρξή του. Κι αὐτό αἰτιολογεῖ καί τή διαβάθμιση πού ὑπάρχει στήν ἁγιότητα. Δέν εἶναι ὅλοι οἱ ἅγιοι στό ἴδιο ὕψος ἁγιότητας. ῾᾽Αστήρ ἀστέρος διαφέρει᾽ (Α´ Κορ. 15, 41) βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος, ἐνῶ καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς ἀποκάλυψε ὅτι ῾ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός του πολλαί μοναί εἰσι᾽ (᾽Ιωάν, 14, 2). Ὑπάρχει, λοιπόν, ὅπως πολύ ὀρθά ἔχει εἰπωθεῖ ῾ἅγιος μέ ἄλφα μικρό καί ῞Αγιος μέ ἄλφα κεφαλαῖο᾽.
Τί προσδιορίζει τή δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν ὁποία μιλᾶμε; ᾽Από τί ἐξαρτᾶται αὐτή; Κατά τήν πίστη μας, ἀπό τόν βαθμό τῆς ταπείνωσης τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσο πιό μεγάλη εἶναι ἡ ταπείνωση, τόσο μεγαλύτερος εἶναι ὁ χῶρος πού ἀνοίγεται στήν καρδιά του γιά τή λήψη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὅσο λιγότερη ταπείνωση ὑπάρχει, τόσο καί λιγότερο Πνεῦμα Θεοῦ δέχεται ἡ ὕπαρξή του. Καί τοῦτο γιατί ῾ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν᾽ (Α´Πέτρ. 5,5). Κι εἶναι εὐνόητο: ἡ ἀνυπαρξία τῆς ταπείνωσης δηλώνει τήν ὑπερηφάνεια καί τόν ἐγωϊσμό τοῦ ἀνθρώπου, ἄρα καί τήν ἔλλειψη στήν καρδιά του χώρου γιά τόν Θεό. Τό ἀνθρώπινο ἐγώ εἶναι ἀδηφάγο καί κυριαρχικό. Ποῦ νά σταθεῖ λοιπόν ἐκεῖ ὁ Θεός; ῎Ετσι ἡ ταπείνωση, ὡς ἀγώνας ἐξαλείψεως τοῦ ἐγωϊσμοῦ καί δημιουργίας συνθηκῶν ἀγάπης, ῾συντονίζει᾽ τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό, φανερώνει δηλαδή καί τόν βαθμό κάθαρσης τῆς καρδιᾶς του, γι᾽ αὐτό καί ἡ ταπείνωση θεωρεῖται κατά τούς ἁγίους μας καί τό κριτήριο γιά τή γνησιότητα τῆς πίστης στόν Θεό καί τῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο. Μέ ἄλλα λόγια, βάση ὅλων τῶν ἀρετῶν – ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη χαρακτηρίζονται ὡς ἡ συμπύκνωση ὅλων τῶν ἀρετῶν – θεωρεῖται ἡ ταπείνωση. Ἡ ταπείνωση εἶναι τελικῶς τό κριτήριο τῆς ἁγιότητος.
 ῾Κάποτε – μᾶς διηγεῖται ἡ ἀσκητική παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας – ἐπισκέφθηκαν τόν ἅγιο ᾽Αντώνιο ὁρισμένοι μοναχοί. Εἶχαν μεταξύ τους καί ἕναν νεαρό μοναχό, πού τόν ἐπαίνεσαν ὡς καλό ἀδελφό. Ὁ ᾽Αντώνιος τόν πρόσβαλε ἐπίτηδες καί διαπίστωσε ὅτι ἐκεῖνος ἀντέδρασε καί ἄρχισε τίς δικαιολογίες. Τότε ὁ ᾽Αντώνιος τόν συμβούλευσε νά προσέχει, γιατί ἐξωτερικά μέν φαίνεται ὡς ὡραία πόλη, πού ὅμως τή λυμαίνονται ἀπό πίσω ληστές᾽. Οἱ δικαιολογίες δηλαδή τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ ἦταν καίριο σημάδι γιά τόν ὅσιο ὅτι αὐτός δούλευε ἀκόμη στόν ἐγωϊσμό του, ἀφοῦ εἶναι γνωστό ὅτι ὁ ταπεινός ἄνθρωπος ἀποφεύγει τίς δικαιολογίες, συχνά κι ἄν ἀκόμη ἔχει δίκιο.
 ῞Αγιος λοιπόν δέν εἶναι τόσο ὁ ἐνάρετος, ὅσο ὁ ταπεινός. ᾽Αρετή χωρίς ταπείνωση δέν σημαίνει τίποτε. ῾᾽Απούσης ταπεινοφροσύνης πάντα τά ἡμέτερα ἕωλα᾽ σημειώνει καί πάλι ὁ τῆς Κλίμακος ἅγιος. ᾽Ενάρετοι μπορεῖ νά βρεθοῦν σέ πολλούς χώρους, ἀκόμη καί ἐξωχριστιανικούς, μά ταπεινοί μόνο στό χῶρο τοῦ χριστιανισμοῦ καί μάλιστα στήν ᾽Ορθόδοξη ᾽Εκκλησία. ῾Ἡ ταπείνωση εἶναι κατόρθωμα μόνον τῶν ὀρθοδόξων. Στούς ἑτεροδόξους, ὅσο καί νά ψάξεις, δέν πρόκειται ποτέ νά τήν βρεῖς᾽ (᾽Ιωάννης Κλίμακος). Βεβαίως, ὁ ταπεινός, ὅπως εἴπαμε, εἶναι γεμᾶτος ἀπό ἀρετές, γιά τίς ὁποῖες ὅμως δέν καυχιέται, γιατί τίς ἀνάγει στόν χορηγό αὐτῶν, τόν ἴδιο τόν Θεό. Ἡ ἀρετή δηλαδή εἶναι καρπός τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ καί ὄχι μίας δικῆς του αὐτονομημένης προσπάθειας.
Μετά τά παραπάνω εἶναι πιά πασιφανές ὅτι δέν ὑπάρχει ἰδιαίτερη ὁμάδα ἀνθρώπων, γιά τήν ὁποία καί μόνο νά θεωρεῖται προνόμιο ἡ ἁγιότητα. Τό νά γίνουμε ἅγιοι εἶναι ἐντολή καί προτροπή τοῦ Κυρίου γιά ὅλους μας. ῾῞Αγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιός εἰμι᾽ (Α´ Πέτρ. 1,16). ῾Ο εἰκονισμός τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ θεολογική βάση γι᾽ αὐτόν τόν κοινό κλῆρο. ῾῞Α λέγω ὑμῖν, πᾶσι λέγω᾽ (Μάρκ. 13, 37) βεβαίωνε ὁ Κύριος ἐπίσης τούς μαθητές Του. ῞Ολοι λοιπόν εἴμαστε κλημένοι στήν ἁγιότητα. Οἱ ἀποστροφές: ῾Αὐτά εἶναι γιά τούς καλόγερους καί τούς παπάδες᾽ ἤ ῾ἅγιοι θά γίνουμε;᾽ εἶναι διαστροφές καί δείχνουν, τό λιγότερο, ἀνευθυνότητα καί ἄγνοια τῆς Γραφῆς καί τῆς Παράδοσης τῆς ᾽Εκκλησίας μας. Βεβαίως, χρειάζεται καί πάλι νά τονιστεῖ ὅτι πηγή τῆς ἁγιότητας εἶναι ὁ Τριαδικός Θεός καί χῶρος φανέρωσής της ἡ ᾽Εκκλησία. ᾽Εμεῖς μόνον κατά μετοχή στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ μποροῦμε νά γίνουμε ἅγιοι. ῾Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, ᾽Ιησοῦς Χριστός᾽ ψέλνουμε στή Θεία Λειτουργία, ἐνῶ ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως ὅτι πιστεύουμε ῾εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν ᾽Εκκλησίαν᾽. ᾽Επειδή δηλαδή εἶναι ἁγία ἡ κεφαλή ὀντολογικά, γι᾽ αὐτό καί ἐμεῖς ὡς ἐνταγμένα στό σῶμα μέλη γινόμαστε ἅγιοι.
 Ἡ ἁγιότητα ἔτσι ὡς ζωντανή σχέση προσώπων, Θεοῦ καί ἀνθρώπου, δέν κρίνεται ἀπό ἐξωτερικά τυπικά σημεῖα: ἐνδυμασία, κόμμωση κλπ. ῎Αν κρινόταν ἔτσι, δέν θά ἐπρόκειτο γιά ζωντανή πραγματική σχέση, ἀλλά γιά νομική –τυπική. Εἶναι πολύ γνωστό τό πρωτοχριστιανικό κείμενο τῆς ἐπιστολῆς πρός Διόγνητον, πού τονίζει πολύ καθαρά τήν πραγματικότητα αὐτή. ῾Οἱ χριστιανοί δέν διαφέρουν ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους οὔτε στήν ἐπίγεια πατρίδα οὔτε στήν ὁμιλία οὔτε στά ἔθιμα. Γιατί πουθενά δέν κατοικοῦν σέ ἰδιαίτερες πόλεις οὔτε χρησιμοποιοῦν κάποια διαφορετική γλῶσσα… Πλήν ὅμως, ἐνῶ κατοικοῦν σέ πόλεις ἑλληνικές καί βαρβαρικές – ἐκεῖ πού βρέθηκε ὁ καθένας – καί ἀκολουθοῦν τά ἐγχώρια ἔθιμα στήν ἐνδυμασία, τή διατροφή καί τίς ἄλλες πλευρές τῆς ζωῆς, ὁ τρόπος τῆς ζωῆς τους εἶναι στ᾽ ἀλήθεια θαυμαστός καί παράδοξος᾽.
᾽Εν τέλει: ὁ ἅγιος εἶναι ὁ ὁρατός τόπος πού φανερώνεται ὁ Θεός στόν κόσμο, εἶναι ἡ αἰσθητή παρουσία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Τόν Θεό ἔτσι Τόν βρίσκουμε στά πρόσωπα τῶν ἁγίων Του, πού καί σήμερα ὑπάρχουν πάρα πολλοί, ἀρκεῖ νά ἔχουμε ἀνοικτά τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, γιά νά τούς ῾ἀφουγκραζόμαστε᾽. ῎Αν ὁ ἀρχαῖος ῞Ελληνας φιλόσοφος ῾Ηράκλειτος εἶχε ἐπισημάνει ὅτι ῾ἡ ἀλήθεια κρύπτεσθαι φιλεῖ᾽: ἡ ἀλήθεια ἀγαπᾶ νά κρύβεται, πολύ περισσότερο τοῦτο ἰσχύει στή χριστιανική μας πίστη. Ἡ ἁγιότητα δηλαδή δέν εἶναι ἕνα προϊόν πρός διαφήμιση, ἀλλά μία ἐσωτερική πραγματικότητα τῆς καρδιᾶς, πού τήν φανερώνει ὁ Θεός στόν κόσμο μέ τόν τρόπο πού ᾽Εκεῖνος ἐπιλέγει. Ἡ Κυριακή τῶν ἁγίων Πάντων ἔτσι μᾶς προβληματίζει κάθε φορά πάνω στήν κλήση μας αὐτή τῆς ἁγιότητας, χωρίς τήν ὁποία δέν πρόκειται κανείς νά δεῖ τόν Κύριο (πρβλ. ῾Εβρ. 12,14 ). ᾽Ιδιαιτέρως σήμερα, μέ ὅ,τι συμβαίνει στόν κόσμο καί τήν πατρίδα μας, ἡ ἁγιότητα ὡς προοπτική καί σκοπός μας εἶναι ὅ,τι πιό ἀπαραίτητο μπορεῖ νά ὑπάρξει γιά ἐμᾶς. Εἶναι ἡ μόνη ἐλπίδα στή ζωή μας.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιουνίου, 2014

Τοιγαροῦν καί ἡμεῖς τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων…᾽ (῾Εβρ. 12, 1)
α. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος μέ ἐντελῶς φυσικό τρόπο συνδέει τήν Παλαιά Διαθήκη μέ τήν Καινή καί τήν ἐποχή τῆς ᾽Εκκλησίας: οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης – Πατριάρχες, κριτές, προφῆτες καί ἁπλοί πιστοί τοῦ ᾽Ισραήλ –  μέ κύριο χαρακτηριστικό τήν πίστη τους στόν ἀληθινό Θεό πού ἐπιβεβαιώθηκε ἀκόμη καί μέ τήν θυσία τῆς ζωῆς τους, εἶναι ἐκεῖνοι πού περιβάλλουν τούς χριστιανούς, παρακολουθώντας καί ἐνισχύοντας τόν πνευματικό τους ἀγώνα, μετά μάλιστα τόν ἐρχομό τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. Γιά τόν ἀπόστολο Παῦλο ὁ ἀγώνας τοῦ χριστιανοῦ γίνεται πιά ἐν Χριστῷ καί Πνεύματι ῾Αγίῳ, ἀλλά μετέχει σ᾽ αὐτόν καί ὁ πνευματικός κόσμος τῶν ἁγίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. ῾Τοιγαροῦν καί ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων,…δι᾽ ὑπομονῆς τρέχωμεν τόν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα...᾽ (῎Εχοντας λοιπόν κι ἐμεῖς τριγύρω μας ἕνα τόσο μεγάλο καί πυκνό σύννεφο ἁγίων ἀνθρώπων πού μαρτύρησαν γιά τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως…ἄς τρέχουμε μέ ὑπομονή τόν ἀγώνα πού προβάλλει μπροστά μας…). ῞Ολοι οἱ πιστοί πού ἀνταποκρίθηκαν στήν κλήση τοῦ Θεοῦ ἔμπρακτα καί στήν πρώτη καί στήν δεύτερη φάση τῆς ἀποκαλύψεώς Του εἶναι μέτοχοι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. ῾Η Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔχει μέλη της τούς μάρτυρες τῆς πίστεως. Οἱ μάρτυρες συνιστοῦν τούς ἁγίους τῆς ᾽Εκκλησίας.
β. 1. ῞Αγιος λοιπόν εἶναι ὁ μάρτυρας. ῎Οχι μόνον βεβαίως μέ τήν ἔννοια τῆς μαρτυρίας τῆς πίστεώς του: τήν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ ὡς Κυρίου καί Θεοῦ του, κάτι πού θεωρεῖται δεδομένο γιά ἕναν χριστιανό –  ῾πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. ῞Οστις δ᾽ ἄν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτόν κἀγώ  ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς᾽ –  ἀλλά κυρίως μέ τήν μαρτυρία τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς του, τήν ἔμπρακτη φανέρωση δηλαδή ὅτι ἀνήκει κανείς στόν Κύριο καί τήν ᾽Εκκλησία Του διά τῆς τηρήσεως τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν, γεγονός πού φτάνει σ᾽ ἕνα πολύ μεγάλο ποσοστό καί στήν ἀπώλεια τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς. Κι αὐτό γιατί σ᾽ ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία πού ὁ ἐγωϊσμός καί τό συμφέρον συνιστᾶ τήν προτεραιότητα, ἡ πιστότητα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ θεωρεῖται ἐλάττωμα πού πρέπει νά ἐξαφανιστεῖ. ῾Ο κόσμος τῆς ἁμαρτίας δέν ἀνέχεται τό διαφορετικό ἀπό αὐτόν. Τό διαφορετικό ἀποτελεῖ ἔλεγχο τοῦ ἁμαρτωλοῦ τρόπου ζωῆς του, γι᾽ αὐτό καί ἐπιδιώκει πάντοτε τόν ἐξαφανισμό του. Κατά τόν ἀψευδή λόγο τοῦ Κυρίου: ῾πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ᾽.
2. Δέν παραξενεύει λοιπόν τό γεγονός ὅτι ἅγιοι γιά τήν ᾽Εκκλησία μας εἶναι οἱ μάρτυρες τῆς πίστεως πού ἔδωσαν καί τήν ζωή τους προκειμένου νά σταθοῦν ἀμετακίνητοι πάνω στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τό ἀπολυτίκιο μάλιστα τῆς ἡμέρας τῶν ἁγίων Πάντων ἔρχεται μέ μία ἐξαίσια εἰκόνα νά ἐπιβεβαιώσει τήν ἀλήθεια αὐτή. ῾Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ μαρτύρων σου, ὡς πορφύραν καί βύσσον τά αἵματα ἡ ᾽Εκκλησία Σου στολισαμένη...᾽, λέει συγκεκριμένα. ῾Η ᾽Εκκλησία Σου, δηλαδή, Χριστέ Θεέ μας, στολισμένη μέ τά αἵματα τῶν μαρτύρων σου σέ ὅλον τόν κόσμο, ἔχει σάν ἔνδυμά της τό πορφυρό χρῶμα.  Αὐτό εἶναι τό χρῶμα τῆς ᾽Εκκλησίας: τό πορφυρό, γιατί τό μαρτύριο τοῦ αἵματος εἶναι τό χαρακτηριστικό ὅλων τῶν ἁγίων. Καί πῶς νά εἶναι ἀλλιῶς, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ ἀρχηγός τῆς πίστεως καί ἡ κεφαλή τῆς ᾽Εκκλησίας, ἔφυγε μαρτυρικά ἀπό τήν ζωή αὐτή; ῎Αν Αὐτός πού συνιστᾶ τό ἀπόλυτο κριτήριο ζεῖ καί φεύγει ἀπό τόν κόσμο τοῦτο μαρτυρικά, ποιός χριστιανός ὡς μαθητής Του μπορεῖ νά ζήσει μέ ἄλλον τρόπο; Γι᾽ αὐτό καί τό μαρτύριο εἶναι ἡ φυσιολογική κατάσταση γιά τήν ᾽Εκκλησία. Στό μαρτύριο βρίσκει πάντοτε ἡ ᾽Εκκλησία τόν ἑαυτό της. ᾽Εκκλησία πού δέν ζεῖ μαρτυρικά, πού ἡ πιστότητα στό θέλημα τοῦ Κυρίου δέν ὁδηγεῖ σέ σύγκρουση μέ τόν διεστραμμένο κόσμο τῆς ἁμαρτίας, δέν εἶναι ᾽Εκκλησία. Γιατί προφανῶς θά ἔχει ξεφύγει ἀπό τά χνάρια τοῦ ἀρχηγοῦ της. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν᾽ εἶπε ὁ ῎Ιδιος. ῾῞Οστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι᾽. Διότι ῾ὅστις θέλει φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται᾽, ἀφοῦ ῾οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν᾽.
Κατά συνέπεια ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος γιά τήν ᾽Εκκλησία εἶναι ἡ λεγόμενη ἐκκοσμίκευση: ἡ ᾽Εκκλησία δηλαδή – ἐννοεῖται πάντοτε κατά τό ἀνθρώπινο αὐτῆς, πού σημαίνει ἀπό πλευρᾶς τῶν πιστῶν της – νά συσχηματισθεῖ μέ τόν κόσμο, νά γίνει καί ἡ ἴδια κόσμος. ῞Οταν ἡ κοσμική ἐξουσία ἀρχίζει νά ῾χαϊδεύει᾽ τήν ᾽Εκκλησία, ὅταν ᾽Εκκλησία καί ἐξουσία ἀρχίζουν νά συμβαδίζουν, τότε ἤ ἡ κοσμική ἐξουσία ἔχει ἡγέτες τέτοιους χριστιανούς πού λειτουργοῦν ὡς γνήσια τέκνα της, (ἀλήθεια, γίνεται αὐτό;), ἤ ἡ ᾽Εκκλησία ἔχει βάλει ῾πολύ νερό στό κρασί της᾽, ὅπως λέμε, συνεπῶς ἔχει χάσει τήν αὐθεντικότητά της καί ἔχει ξεπέσει στήν ῾μωρίαν τοῦ ἅλατος᾽ πού λέει ὁ Κύριος. Τό φυσικό ἐπακόλουθο μᾶς τό λέει καί πάλι ὁ ῎Ιδιος: ῾νά πεταχτεῖ καί νά ποδοπατηθεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους᾽. Γι᾽ αὐτό καί οἱ ἅγιοί μας, τίς ῾εἰρηνικές᾽ ἐποχές, ἐκεῖ πού τά πράγματα φαίνονται ὅτι βαίνουν καί κυλοῦν ῾καλά᾽, τίς θεωροῦν ὡς τίς πιό ἐπικίνδυνες ἐποχές καί καλοῦν σέ ἀδιάκοπη καί συνεχή ἐγρήγορση. Πότε ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς κινδυνεύει ἕνας χριστιανός; ῞Οταν σταματήσουν σ᾽ αὐτόν οἱ πειρασμοί καί οἱ δοκιμασίες τῆς ζωῆς. Τότε εὔκολα μπορεῖ νά ῾ἀποκοιμηθεῖ᾽. ῾῎Επαρον τούς πειρασμούς καί οὐδείς ὁ σωζόμενος᾽ κατά τό γνωστό ἀσκητικό λόγιο. Τό ἴδιο λοιπόν καί γιά τίς χωρίς πειρασμούς ἐποχές.
3. Κι ἐδῶ ἀκριβῶς ἔχει θέση ἡ προβολή καί ἑνός ἄλλου εἴδους μαρτυρίου γιά τήν ᾽Εκκλησία. Ναί μέν τό μαρτύριο τοῦ αἵματος εἶναι τό πιό καθοριστικό ὡς αὐτό πού ἐπιβεβαιώνει στόν ἀπόλυτο δυνατό βαθμό τήν γνησιότητα τῆς πίστεως, ὅμως ὑπάρχει καί τό λεγόμενο μαρτύριο τῆς συνειδήσεως, τό ὁποῖο, ὄχι λιγότερο εἶναι ἀλήθεια, φανερώνει τό πόσο ὁ χριστιανός πορεύεται ὀρθά στήν ζωή του. Καί τοῦτο γιατί μαρτύριο τῆς συνειδήσεως εἶναι ἡ προσπάθεια πού καταβάλλει μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ συνεπής πιστός νά μένει πάνω στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου. Χαρακτηρίζεται δέ ἔτσι, διότι στήν τήρηση τῶν ἐντολῶν –  στήν πραγματικότητα στήν τήρηση τῆς διπλής ἐντολῆς: τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο – ἐναντιώνεται ὁ ζῶν ἀκόμη στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου ἐγωϊσμός, ὅπως καί ὁ πόλεμος πού ἐπιτρέπει ὁ Κύριος ἀπό τόν Πονηρό διάβολο. ᾽Εδῶ ἔχει θέση το ἄλλο γνωστό πατερικό λόγιο: ῾δός αἷμα καί λάβε Πνεῦμα᾽. ῾Η συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου λοιπόν εἶναι ἐκείνη πού καθορίζει τήν ποιότητα τῆς χριστιανικότητάς του, μέ ἄλλα λόγια ἡ παρθενικότητά της ἤ τό διάτρητο αὐτῆς φανερώνει τήν ἁγιότητα τοῦ πιστοῦ.
᾽Από τήν ἄποψη αὐτή τό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως θεωρεῖται ἰσοστάσιο τοῦ μαρτυρίου τοῦ αἵματος, μᾶλλον δέ καί προϋπόθεση αὐτοῦ.  ῎Αν μέ ἄλλα λόγια δέν μπορεῖ κανείς νά κρατήσει τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου, πῶς εἶναι δυνατόν νά δώσει καί τήν ζωή του γι᾽ Αὐτόν; Καί δέν εἶναι μία προσφορά ζωῆς ἡ θυσία τοῦ ἑαυτοῦ πρός χάριν τοῦ ἄλλου; ῾Φλέγομαι ἀπό τό πόθο νά μαρτυρήσω γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, εἶπε μιά μέρα ἕνας ἀρχάριος μοναχός σ᾽ ἕναν ἔμπειρο Γέροντα. – Ἄν τήν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ σηκώσης εὐχαρίστως τό βάρος τοῦ ἀδελφοῦ σου, τοῦ ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, εἶναι σἄν νά ρίχτηκες στήν κάμινο τῶν τριῶν Παίδων᾽ (ἀπό τό Γεροντικό). Καί δέν πρέπει νά λησμονοῦμε τόν συγκλονιστικό λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου στόν περίφημο ὕμνο τῆς ἀγάπης. Σημειώνει ὁ ἀπόστολος τήν θεωρούμενη, χωρίς νά εἶναι ὅμως μέ βάση τά παραπάνω, παραδοξότητα, ὅτι μπορεῖ κάποιος νά δώσει τό σῶμα του γιά νά καεῖ πρός χάρη τῆς πίστεώς του, νά μήν τόν ὠφελήσει ὅμως αὐτή ἡ θυσία του, ἄν δέν διακατέχεται ἀπό ἀγάπη. ῾Καί ἄν παραδῷ τό σῶμά μου, ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δέ μή ἔχω, οὐδέν ὠφελοῦμαι᾽.
4. Μάρτυρας λοιπόν κατά τήν ᾽Εκκλησία μας κάθε πιά πιστός: εἴτε τῆς συνειδήσεως πάντοτε εἴτε καί τοῦ αἵματος, ἄν ζητηθεῖ κάτι τέτοιο λόγω τῶν συνθηκῶν τῆς ἐποχῆς. Καί ὁ ἀπόστολος ἔρχεται στήν συνέχεια καί καθορίζει πιό συγκεκριμένα τό πλαίσιο αὐτοῦ τοῦ πνευματικοῦ μαρτυρικοῦ ἀγώνα: Μέ τήν συμπαράσταση ὅλων τῶν μαρτύρων ἁγίων ὁ πιστός, συνεπῶς ἐν ᾽Εκκλησίᾳ εὑρισκόμενος, εἶναι ἀπολύτως προσανατολισμένος πρός τόν Κύριο, τόν ἀρχηγό τῆς πίστεως, κάνοντας πέρα συνεπῶς ὁποιοδήποτε φορτίο ἀπό τά βιοτικά πράγματα, κυρίως ὅμως τήν ἁμαρτία πού εὔκολα παρασύρει τόν ἄνθρωπο. Κι ἐπειδή ἡ ἁμαρτία λειτουργεῖ ὡς δεύτερη φύση καί ὁ διάβολος δέν κάνει διακοπές στίς κατά τῶν πιστῶν ἐπιθέσεις του, γι᾽ αὐτό καί ἀπαιτεῖται ὑπομονή. ῾Μέ ὑπομονή λοιπόν τρέχουμε τόν ἀγώνα πού προβάλλει μπροστά μας, χωρίς νά στρέφουμε πουθενά ἀλλοῦ τά βλέμματά μας καί τήν προσοχή μας παρά μόνο στόν ᾽Ιησοῦ, πού εἶναι ὁ ἀρχηγός καί θεμελιωτής τῆς πίστεώς μας καί μᾶς τελειοποιεῖ σ᾽ αὐτήν᾽.
γ. ῾Ο ἀπόστολος μιλώντας γιά τούς ἁγίους μάρτυρες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πολύ περισσότερο ἑπομένως γιά τούς μετά Χριστόν, σημειώνει κάτι ἐξαιρετικό: ῾ὧν (αὐτῶν τῶν ἁγίων μαρτύρων) οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος᾽ (ὁλόκληρος ὁ κόσμος δέν ἄξιζε ὅσο οἱ ἅγιοι αὐτοί ἄνδρες, κι οὔτε μποροῦσε νά συγκριθεῖ μ᾽ αὐτούς). Οἱ μάρτυρες δηλαδή τοῦ Θεοῦ, οἱ εὑρισκόμενοι πάνω στό θέλημά Του, ἀποτελοῦν τό κόσμημα τοῦ κόσμου. Οἱ ἅγιοι συνιστοῦν τό ποιοτικό στοιχεῖο τοῦ κόσμου, τήν ἀναφορά καί τήν εὐλογία του. Μέ τήν ἁγιασμένη ζωή τους λειτουργοῦν ὡς οἱ εὐεργέτες αὐτοῦ, γι᾽ αὐτό καί κανονικά μέ ὀρθά κριτήρια ὁ κόσμος θά ἔπρεπε νά τούς εὐγνωμονεῖ καί νά τούς δοξολογεῖ. Μέ τούς ἁγίους μάρτυρες στέκεται τελικά ὁ κόσμος – ὁ Θεός δι᾽ αὐτῶν συνεχίζει νά κρατάει τόν κόσμο. ῾Η συναίσθηση αὐτῆς τῆς ἀλήθειας καί γιά ἐμᾶς σημαίνει ἤδη χάρη Θεοῦ. Μακάρι ὅμως νά μποῦμε καί στήν χάρη τῆς πράξης καί τῆς ζωῆς τους. 
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Για την δύναμη του καλού λόγου.(Άγιος Λουκάς Αρχιεπίσκοπος Κριμαίας)

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιουνίου, 2014

Luka1

Για την δύναμη του καλού λόγου και την επιείκεια στους αμαρτωλούς

«Και παράγων ο Ιησούς εκείθεν είδεν άνθρωπον καθήμενον επί το τελώνιον, Ματθαίον λεγόμενον, και λέγει αυτώ· ακολούθει μοι. Και αναστάς ηκολούθησεν αυτώ» (Μθ. 9, 9).

Ποιος ήταν αυτός ο Ματθαίος, ο οποίος στη συνέ­χεια έγινε μεγάλος απόστολος και ευαγγελιστής; Ήταν τελώνης και μάζευε φόρους. Ο λαός μισούσε τους τελώνες και τους θεωρούσε αμαρτωλούς, διότι έκαναν πολλές αδικίες προσπαθώντας να κερδίσουν περισσό­τερα χρήματα για τον εαυτό τους. Και αυτόν τον άνθρωπο, που όλοι τον θεωρούσαν άθλιο και τον απο­στρέφονταν, ο Κύριος τον καλεί και του λέει: «Ακο­λούθει μοι».

Μόνο δύο λέξεις, και αυτές έκαναν επανάσταση στην ψυχή του τελώνη. Σηκώθηκε αμέσως, έριξε κά­τω τα χρήματά του και ακολούθησε τον Χριστό.

Αυτό τι σημαίνει; Σημαίνει ότι το κάλεσμα του Χριστού μπορεί να προκαλέσει στην ψυχή του ανθρώ­που επανάσταση. Στους βίους των αγίων υπάρχουν πολλά παραδείγματα ανθρώπων, οι οποίοι επέστρε­ψαν στον Χριστό μετά από έναν λόγο του Ευαγγε­λίου. Από την πείρα μου γνωρίζω ότι ένας καλός λό­γος μπορεί να συνταράξει την ψυχή του αμαρτωλού, όπως συντάραξε την ψυχή του τελώνη Ματθαίου. Άν­θρωποι πνιγμένοι στην αμαρτία, κλέφτες, ληστές και φονιάδες, όταν τους λες έναν καλό λόγο και τους δεί­χνεις την αγάπη σου, την συγκατάβαση και τον σεβα­σμό στο πρόσωπό τους, συγκινούνται πάρα πολύ.

Και εμείς οι αμαρτωλοί, αδύναμοι και ασήμαντοι άνθρωποι με έναν λόγο αγάπης και σεβασμού μπορούμε να συγκινούμε και να συνταράζουμε τις καρδιές των αμαρτωλών, όπως ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Να το θυμόμαστε και ποτέ να μην κατακρίνουμε τους αμαρτωλούς, να μην τους στιγματίζουμε, αλλά να τους φερόμαστε με αγάπη, δείχνοντας σεβασμό στο πρόσω­πό τους, αν και οι ίδιοι δεν το σέβονται και το έχουν καταπατήσει.

«Και εγένετο αυτού ανακειμένου εν τη οικία, και ι­δού πολλοί τελώναι και αμαρτωλοί ελθόντες συνανέκειντο τω Ιησού και τοις μαθηταίς αυτού. Και ιδόντες οι Φαρισαίοι είπον τοις μαθηταίς αυτού· διατί μετά των τελωνών και αμαρτωλών εσθίει ο διδάσκα­λος υμών; Ο δε Ιησούς ακούσας είπεν αυτοίς· ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλ’ οι κακώς έ­χοντες. Πορευθέντες δε μάθετε τι εστίν έλεον θέλω και ου θυσίαν. Ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλ’ αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Μθ. 9, 10-13).

Οι φαρισαίοι αγανακτούσαν για το ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός συναναστρεφόταν με τους αμαρτω­λούς, τις πόρνες και τους τελώνες. Περιφρονούσαν αυτούς τους ανθρώπους και θεωρούσαν ακαθαρσία να επικοινωνούν μαζί τους. Ποτέ δεν τους μιλούσαν, άλ­λα τους κακολογούσαν και τους κατέκριναν για την συμπεριφορά τους.

Ξέρουμε ότι οι πόρνες έπλεναν τα πόδια του Κυ­ρίου Ιησού και τα σκούπιζαν με τα μαλλιά τους. Πο­τέ δεν έχουν ακούσει απ’ Αυτόν κανένα λόγο επιπληκτικό. Τις συγχωρούσε και τις έλεγε: «Πορεύου και από του νυν μηκέτι αμάρτανε» (Ίω. 8, 11).

Οι φαρισαίοι ήταν ανίκανοι να καταλάβουν αυτή την συμπεριφορά του Χριστού και δυσφορούσαν για την στάση του απέναντι στους αμαρτωλούς. Αλλά ο Κύριος τους απαντούσε το εξής: «Ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλ’ οι κακώς έχοντες» (Μθ. 9, 12). Ήλθε για να σώσει τους αμαρτωλούς. Με την α­γάπη του αγκάλιαζε κάθε αμαρτωλό και ζητούσε να τον οδηγήσει στην σωτηρία. Στους φαρισαίους που του παραπονέθηκαν είπε: «Πορευθέντες δε μάθετε τι ε­στίν έλεον θέλω και ου θυσίαν» (Μθ. 9, 13). Οι γραμ­ματείς και οι φαρισαίοι την ελπίδα της σωτηρίας τους στήριζαν στις θυσίες και τις προσευχές τους, και ο Κύριος λέει ότι δεν θέλει θυσία, αλλά έλεος, έλεος στους αμαρτωλούς.

Οι θυσίες χρειάζονταν στην Παλαιά Διαθήκη, διό­τι προεικόνιζαν την Μόνη Θυσία πού πρόσφερε ο Κύ­ριος Ιησούς Χριστός πάνω στον Σταυρό του Γολγο­θά. Όταν δόθηκε αυτή η Θυσία οι άλλες θυσίες έχα­σαν την σημασία και το νόημα τους, γι’ αυτό δεν τις προσφέρουμε πια.

Τώρα ο Κύριος δεν περιμένει θυσία αλλά έλεος. Περιμένει από μας την ευσπλαχνία σε όλους τους αμαρτωλούς και τους περιφρονημένους. Η συμπεριφο­ρά μας προς αυτούς τους ανθρώπους να είναι ίδια μ’ αυτήν που έδειξε Εκείνος. Να μην περιφρονούμε κα­νέναν, κανέναν να μην θεωρούμε κατώτερο από μας. Να βλέπουμε τις δικές μας αμαρτίες και όχι των άλ­λων, να αποκτήσουμε την ταπείνωση και την πραότη­τα, μιμούμενοι την δική Του ταπείνωση και πραότητα. Να αγαπάμε και να ευεργετούμε τους περιφρονημέ­νους και τους ταπεινωμένους, να τους προσφέρουμε πνευματική βοήθεια, δείχνοντας ενδιαφέρον για την σωτηρία τους.

Ο Κύριος λέει όταν κάνουμε τραπέζι να μην κα­λούμε ανθρώπους που μπορούν μετά να καλέσουν και εμάς στο γεύμα, αλλά τους πένητες και τους φτωχούς κουρελιάρηδες. Θέλει να το κάνουμε με αγάπη, και πάντα με συμπόνια να φερόμαστε στους ανθρώπους που ο κόσμος τους περιφρονεί, καλώντας τους βρωμιάρηδες και αχρείους.

Ο Κύριος μας έδωσε παράδοξες και θαυμαστές ε­ντολές. Είπε ότι δεν θέλει θυσία αλλά έλεος, έλεος σε όλους που το χρειάζονται. Ένα μεγάλο, αμέτρητο πλήθος ανθρώπων περιμένουν κάποιον να τους δείξει ευσπλαχνία, να τους πει ένα λόγο αγάπης και παρηγο­ριάς. Περιμένουν οι άνθρωποι κάποιον να τους δείξει τρυφερότητα και να τους βοηθήσει, και αντί αυτού συναντούν στους γύρω τους ψυχρότητα και αδιαφο­ρία. Αλλά πάνω από αυτά και σε μερικούς ακόμα χρι­στιανούς βλέπουν περιφρόνηση και αποστροφή.

Στα μάτια του Θεού αυτός, που έτσι συμπεριφέρε­ται στους αδελφούς του, πράττει βαριά αμαρτία. Σε ό­λα πρέπει να είμαστε μιμητές του Κυρίου και να ακολουθούμε το παράδειγμα Του. Ας Τον ακολουθήσου­με λοιπόν και ας μην θεωρούμε τον εαυτό μας ανώτε­ρο από τον πλησίον, όποιος και να είναι αυτός – κλέ­φτης, φονιάς ή ληστής, διότι στα μάτια του Θεού μπο­ρεί να είμαστε χειρότεροι από αυτόν.

Να θυμόμαστε πάντα πώς συμπεριφερόταν ο Κύ­ριος στους αμαρτωλούς, πώς φέρθηκε στον τελώνη Ματθαίο και πώς φερόταν σε άλλους τελώνες, πόρνες και αμαρτωλούς και προκαλούσε μ’ αυτό την οργή των φαρισαίων. Να μην είμαστε σαν τους φαρισαίους, αλλά να μιμούμαστε τον Κύριο μας Ιησού Χριστό. Α­μήν.

ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ
|ΤΟΜΟΣ Β’
ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ”
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΜΕΛΙΣΟΧΩΡΙΟΥ

diakonima

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αγίου Ιωάννου Κροστάνδης, Τι είναι η Εκκλησία.

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιουνίου, 2014

Η Αγία μας Εκκλησία είναι το υπέρτατο, το αγιότερο, το αγαθότερο , το σοφότερο και το πιο απαραίτητο καθίδρυμα του Θεού πάνω στη γη. Είναι η σκηνή η αληθινή , «ην έπηξεν ο Κύριος και ουκ άνθρωπος» ( Εβρ. Η΄2 ) . Ούτε ο Λούθηρος, ούτε ο Καλβίνος , ούτε ο Μωάμεθ, ούτε ο Βούδας ή ο Κομφούκιος ή οποιοδήποτε άλλος αμαρτωλός κι εμπαθής άνθρωπος δεν μπορεί να «πήξει» Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι σύναξη και ένωση ανθρώπων που πλάστηκαν από το Θεό και τους ενώνει η κοινή πίστη, το δόγμα η ιεραρχία και τα μυστήρια. Είναι ο πνευματικός στρατός του Χριστού ,εφοδιασμένος με όπλα πνευματικά για να τα χρησιμοποιήσει εναντίον των αναρίθμητων ορδών του διαβόλου. «ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις.»( Εφεσ. στ΄12 ) . 
Η Εκκλησία είναι πνευματικό ιατρείο. Εκεί οι άνθρωποι που υποφέρουν από τις ανοιχτές πληγές της αμαρτίας θεραπεύονται με τα θεοχαρίτωτα φάρμακα που χορηγεί ο Θεός. Και τα φάρμακα αυτά είναι η μετάνοια, η θεία ευχαριστία, ο λόγος του Θεού, η διδασκαλία, η καθοδήγηση κι η παρηγοριά των πνευματικών ποιμένων. Η Εκκλησία είναι ο πνευματικός και κοινός νιπτήρας που μας καθαρίζει, μας εξαγνίζει, μας αναγεννά και μας αγιάζει. Είναι ο ναός του Θεού, όπου όλοι οι πιστοί αγιάζονται από το Άγιο Πνεύμα με το βάπτισμα, το χρίσμα, τα άλλα μυστήρια και κυρίως με τη θεία λειτουργία. Είναι ο πνευματικός ήλιος του κόσμου που φωτίζει και δίνει ζωή σ’ όλους εκείνους που ζουν «εν χώρα και σκιά θανάτου» ( Ματθ. δ΄16 ) , σ’ όλους αυτούς που τους έχει νεκρώσει η αμαρτία. 

Στη φύση υπάρχει ο νόμος που έλκει τα μικρότερα σώματα προς τα μεγαλύτερα, , και κείνα πάλι προς τα ακόμα μεγαλύτερα. Υπάρχει επίσης ο νόμος της μοριακής έλξης (των διαφόρων μαλακών , σκληρών και ρευστών τμημάτων των οργανικών σωμάτων καθώς και των ανόργανων, όπως είναι οι βράχοι, τα μέταλλα , τα ορυκτά και τα πετρώματα) . Από την έλξη αυτή εξαρτάται η ύπαρξη, το συμπαγές, η τάξη, η χρησιμότητα, το κάλλος, η αμοιβαία συνοχή και η ποικιλία όλων των δημιουργημάτων . Κι όλ’ αυτά τα έχει προνοήσει η δυσθεώρητη σοφία, η αγαθότητα και η άπειρη παντοδυναμία του Δημιουργού που έφτιαξε τέτοιον υπέροχο, μεγαλειώδη και πανέμορφο κόσμο με την τεράστια ποικιλία και το απερίγραπτο μέγεθος , έργο που μας παρουσιάζεται ως ένα αρμονικό κι αναλλοίωτο σύνολο. 
Αλλά και στον πνευματικό κόσμο υπάρχει νόμος αμοιβαίας έλξης κι ενότητας. Ο κόσμος είναι ένας, ο Θεός είναι ένας, η πίστη είναι μία, η Εκκλησία του Θεού είναι μία. Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Χριστός, ο Θεός μας. Καθοδηγητής Της είναι το Πνεύμα το Άγιο, ο χορηγός της ζωής, που ζωογονεί ολόκληρο το σώμα της Εκκλησίας, αλλά και την οικουμένη ολόκληρη. 

Με πόσο θαυμαστή και τρυφερή φροντίδα , με πόση αγάπη τίμησε ο ουράνιος πατέρας μας το ανθρώπινο γένος που η αμαρτία το οδήγησε στην απώλεια! Τι απίθανα μέσα έδωσε στους ανθρώπους για να σωθούν από την αμαρτία , από την κατάρα και την αιώνια καταδίκη τους! Έστειλε από τους ουρανούς τον Μονογενή Του Υιό για να πολεμήσει το μεγάλο εχθρό των ανθρώπων, τον πονηρό και παγκάκιστο διάβολο. Ίδρυσε στη γη την Εκκλησία Του που δεν μπορούν να την καταβάλουν όλες οι δυνάμεις του Άδη. Η Εκκλησία είναι ένα φρούριο ακατάλυτο , όπου όλοι οι αληθινοί κι αφοσιωμένοι πιστοί μπορούν να καταφύγουν για να μη διατρέχουν κανένα κίνδυνο από τον αντίδικο διάβολο. Χορήγησε σωστικά και θαυματουργά μυστήρια. Έδωσε πολλούς και θαυμάσιους κήρυκες του λόγου του Θεού για να υπηρετήσουν το λαό Του. 
Τι πρέπει ν’ ανταποδώσει ο άνθρωπος τώρα στον Κύριο για τις μεγάλες και πολλές δωρεές Του, που συντελούν στη σωτηρία του; Μόνο την πίστη του, τη μετάνοιά του, την αυταπάρνησή του, τον πρόθυμο αγώνα του εναντίον της αμαρτίας, την άσκηση για την απόκτηση των αρετών, την υποταγή του στον Κύριο και την Εκκλησία Του… 
Από το βιβλίο: «ΕΚΚΛΗΣΙΑ 
η ΚΙΒΩΤΟΣ της ΣΩΤΗΡΙΑΣ 
και η μακαριότητα των αγίων»
Αγίου Ιωάννου Κροστάνδης 
Μετάφραση-Επιμέλεια 
ΠΕΤΡΟΥ ΜΠΟΤΣΗ 
Αθήνα 2012

theomitoros

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Διδαχές Αγίου Λουκά Ιατρού-Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιουνίου, 2014

(Α) Να κρατάτε την πίστη μας που είναι αιώνια και αναμφισβήτητη
Ο πνευματικός κόσμος δεν ερευνάται με τις μεθόδους που ερευνούμε τον υλικό κόσμο. Οι μέθοδοι αυτές είναι εντελώς ακατάλληλες για να ερευνούμε μ’ αυτές τον πνευματικό κόσμο… 

Υπάρχουν φαινόμενα τα οποία η επιστήμη ποτέ δεν θα μπορέσει να τα εξηγήσει γιατί δεν χρησιμοποιεί τις κατάλληλες μεθόδους.
Μπορεί η επιστήμη να μας πει πώς ο μεγάλος προφήτης Ησαΐας 700 χρόνια πριν τη γέννηση του Χριστού προείπε τα πιο σημαντικά γεγονότα της ζωής Του; Να μας εξηγήσει την διορατική χάρη που έχουν οι άγιοι και να μας πει, με ποιες φυσικές μεθόδους απέκτησαν οι άγιοι αυτοί την χάρη και πώς μπορούσαν μόλις έβλεπαν έναν άνθρωπο άγνωστο αμέσως να καταλάβαιναν την καρδιά του και να διάβαζαν τις σκέψεις του; Χωρίς να περιμένουν από τον επισκέπτη ε­ρώτηση έδιναν απάντηση σ’ αυτά που τον προ­βλημάτιζαν. Ας μας εξηγήσουν με ποιον τρόπο προέλεγαν οι άγιοι τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα  τα  οποία  με  τον  καιρό πραγματοποιούνταν
α­κριβώς όπως τα είχαν προφητέψει…
Μην σκανδαλίζεστε όταν ακούτε αυτά που λένε κατά της πίστεως. Αφού αυτοί που τα λένε δεν καταλαβαίνουν την ουσία της. Ε­σείς να θυμάστε πάντα την βασική αρχή που γνώριζαν πολύ καλά οι πρώτοι χριστιανοί. Αυτοί θεωρούσαν δυστυχισμένο τον άνθρωπο που γνωρίζει όλες τις επιστήμες, δεν γνωρίζει όμως τον Θεό. Και αντίθετα θεωρούσαν μακάριο αυτόν που γνωρίζει τον Θεό, έστω και να μην γνώ­ριζε απολύτως τίποτα από τα ανθρώπινα. Να φυλάγετε αυτή την αλήθεια σαν το μεγα­λύτερο θησαυρό της καρδίας σας, να προχωράτε ευθεία και μην κοιτάζετε δεξιά και αριστερά. Ας μην μας κάνουν, αυτά που ακούμε κατά της Θρησκείας, να χάνουμε τον προσανατολισμό μας.
Να κρατάμε την πίστη μας που είναι αλήθεια αιώνια και αναμφισβήτητη.
(Β) Για την ανατροφή των παιδιών
Να μην περιορίζεται η μόρφωση και η αγωγή των παιδιών σας στην έξωθεν σοφία, στην σο­φία αυτού του κόσμου. Να μαθαίνουν ταυτόχρο­να την άνωθεν σοφία και την ανώτατη αλήθεια. Να μαθαίνουν το νόμο του Θεού και τις εντολές του Χριστού, να μαθαίνουν την ευλάβεια, πώς να έχουν πάντα την μνήμη του Θεού και την σωστή χριστιανική οδό. Μόνο τότε δεν θα χαθούν τα παιδιά σας στις οδούς της ανθρώπινης σοφίας, μόνο τότε πάνω απ’ όλα θα έχουν πάντα την χριστιανική σοφία, την γνώση του Θεού. Μ’ αυτό τον τρόπο λοιπόν πρέπει να διαπαιδα­γωγούμε τα παιδιά μας.
Θα δώσετε λόγο ενώπιον του Θεού για τα κα­κά παραδείγματα πού δίνετε στα παιδιά σας, για τους καυγάδες που γίνονται μπροστά στα μάτια τους, για τις φλυαρίες που ακούνε να λέτε. Αν εσείς οι ίδιοι το κάνετε αυτό τότε τα παιδιά σας τί μπορούν να μάθουν από σας;
«Μικρός βλαστός, όπου τον γέρνεις τέτοια κλίση θα πάρει, ένα καινούριο δοχείο αν θα εκ­πέμπει μυρωδιά ή κακοσμία εξαρτάται από το με τι θα το γεμίσετε, βάζοντας μέσα είτε αρώματα είτε ακαθαρσίες».
Να φροντίζετε τα παιδιά σας, να είστε γι’ αυτούς παράδειγμα της γνήσιας χριστιανικής ζωής και η ευλογία του Κυρίου στους αιώνες των αιώνων θα είναι σ’ όλους εσάς και στα παιδιά σας.
Διδαχές Αγίου Λουκά Ιατρού – Αρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως και Κριμαίας 
Εκδόσεις: «Ορθόδοξος Κυψέλη» 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο άγιος Προφήτης Ελισαίος +14 Ιουνίου

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιουνίου, 2014


Ο προφήτης Ελισαίος ήταν γιος του Σαφάτ, από την Αελμούθ, από την περιοχή του Ρουβίμ. Σ᾽ αυτόν, όταν γεννήθηκε στα Γάλγαλα, συνέβη κάποιο τεράστιο παράδοξο: η χρυσή δάμαλη που προσκυνείτο ως είδωλο εκεί, βόγγιξε τόσο δυνατά, ώστε να ακουστεί στα Ιεροσόλυμα. Είπε τότε ο ιερέας ερμηνεύοντας το γεγονός ότι προφήτης γεννήθηκε σήμερα στα Ιεροσόλυμα, ο οποίος θα γκρεμίσει τα αγάλματα  και θα συντρίψει τα (ειδωλολατρικά) μνημεία. Ο Θεός πράγματι έκανε μέσω των χειρών του Ελισαίου του προφήτη πολλά μεγάλα θαύματα. Όταν πέθανε,
τάφηκε στη Σαμάρεια στη Σεβαστούπολη. Αυτός προφήτευσε για την παρουσία του Κυρίου και γλύκανε τα νερά της Ιεριχώς, τα οποία ήταν αλμυρά και προκαλούσαν ατεκνία στις γυναίκες. ῾Αυτά λέγει ο Κύριος, είπε ο προφήτης: θεραπεύω τα νερά αυτά. Και θεραπεύτηκαν᾽. Αλλά και νεκρούς ανέστησε και τον Νεεμάν τον Σύρο που ήταν λεπρός τον καθάρισε από τη λέπρα. Αντιθέτως, τον Γιεζή τον υπηρέτη του, τον έκανε λεπρό λόγω της φιλαργυρίας και της παρακοής του. Κι ακόμη, ενώ ήταν νεκρός, ανέστησε νεκρό. Όπως και χώρισε τα νερά του Ιορδάνη, κτυπώντας τα με τη μηλωτή του προφήτη Ηλία”.

Η μνήμη του προφήτη Ελισαίου συνυπάρχει πάντοτε με τη μνήμη του πνευματικού του πατέρα και διδασκάλου, προφήτη Ηλία. Ακόμη και το απολυτίκιο του αγίου Ελισαίου πρωτίστως αναφέρεται στον Ηλία και έπειτα σ᾽ εκείνον. Και δικαίως: ο Θεός κάλεσε τον Ελισαίο στο προφητικό αξίωμα διά του μεγάλου Ηλία και του έδωσε όχι απλώς την προφητική δύναμη του διδασκάλου του, αλλά την περίσσεια αυτής, διπλή δηλαδή τη χάρη εκείνου. Ο υμνογράφος Ιωάννης ο μοναχός που συνέγραψε την ακολουθία του αγίου Ελισαίου εκεί πρωτίστως επικεντρώνει την προσοχή του: αφενός στην ιδιαίτερη σχέση του μαθητή προς τον διδάσκαλο, του Ελισαίου προς τον Ηλία, που σημαίνει οποιαδήποτε αναφορά στον ένα είναι ταυτόχρονη αναφορά και στον άλλον, αφετέρου στην προφητική χάρη που έλαβε ο Ελισαίος, τη διπλή όπως είπαμε του διδασκάλου.   Εκτός από το απολυτίκιο (῾…ο δεύτερος Πρόδρομος της παρουσίας Χριστού, Ηλίας ο ένδοξος, άνωθεν καταπέμψας Ελισαίω την χάριν…᾽), το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού μεταξύ άλλων τονίζει την παραπάνω αλήθεια: ῾Τους πιο μεγάλους από τους προφήτες και λαμπρότατους φωστήρες της οικουμένης ας τιμήσουμε με ύμνους πιστοί, δηλαδή τον Ηλία και τον Ελισαίο᾽(῾Των προφητών τους ακραίμονας και παμφαείς φωστήρας της οικουμένης, εν ύμνοις τιμήσωμεν, πιστοί, Ηλίαν και Ελισαίον᾽). Έτσι πάντοτε ῾συν αυτώ (τω Ηλία) σε τιμώμεν, Ελισαίε᾽ (εξαποστειλάριο όρθρου). Και: ῾Μακάριε Ελισαίε, ο ζηλωτής Ηλίας άφησε εσένα να καταλάμπεσαι με διπλό το χάρισμα᾽(῾Σε, Ελισαίε μακάριε, ο ζηλωτής Ηλιού, εν διπλώ τω χαρίσματι καταλαμπρυνόμενον, καταλείψας᾽) (στιχηρό εσπερινού). ῾Έλαβες διπλή τη χάρη από το Πνεύμα του Θεού και φάνηκες έτσι θαυμαστός προφήτης σε όλα τα πέρατα της οικουμένης᾽(῾Διπλήν την χάριν ειληφώς παρά του Πνεύματος, προφήτης ώφθης θαυμαστός πάσι τοις πέρασι᾽) (κοντάκιο).

Ο άγιος υμνογράφος υπενθυμίζει το αυτονόητο: το αξίωμα του προφήτη και τη διπλή χάρη του προφήτη Ηλία τα έλαβε ο Ελισαίος από τον Θεό όχι απροϋπόθετα. Διότι ο Θεός μας προσφέρει τα πάντα στον άνθρωπο, ως γνωστόν, αρκεί ο άνθρωπος να βρίσκεται σε ετοιμότητα αποδοχής της χάρης Του. Μία προσφορά του Θεού χωρίς ο άνθρωπος να είναι έτοιμος, θα σημαίνει ίσως εκβιασμό της ελευθερίας του ανθρώπου και συνεπώς άρνηση του τρόπου δημιουργίας του. Ο Ελισαίος λοιπόν είχε καταστήσει τον εαυτό του ευαπόδεκτο της χάρης του Θεού, γι᾽ αυτό και η κλήση του σε προφήτη λειτούργησε κατά τρόπο σύμφωνο με το θέλημα του Θεού. Τι είχε κάνει λοιπόν ο Ελισαίος; ῾Καθάρισε τον νου του από τις ηδονές του σώματος, γι᾽ αυτό και υποδέχθηκε τις λάμψεις του αγίου Πνεύματος, τις οποίες και μετέδωσε στους άλλους ανθρώπους᾽ (῾Χαίροις Ελισαίε πάνσοφε. Συ γαρ καθάρας τον νουν ηδονών των του σώματος, υπεδέξω, ένδοξε, τας αυγάς του Πνεύματος, τοις εφεξής τε πάσι μετέδωκας᾽) (στιχηρό εσπερινού). Με άλλα λόγια ο προφήτης ῾φύλαξε καθαρό το μάτι της ψυχής του και γι᾽αυτό αξιώθηκε με τον φωτισμό του Πνεύματος να προβλέπει τα μέλλοντα᾽(῾Άυλόν σου το όμμα της ψυχής, προφήτα, φυλαξάμενος, τη του Πνεύματος αίγλη προοράν ηξιώθης τα μέλλοντα᾽) (ωδή α´). Και με άλλη διατύπωση του υμνογράφου: Ο προφήτης ῾αναδείχθηκε κειμήλιο της παρθενίας, αφού απέκτησε τον τρόπο ζωής και την άφθονη χάρη του διδασκάλου του Ηλία᾽(῾Όλον τον βίον εκαρπώσω και την άφθονον χάριν του διδασκάλου, παρθενίας δειχθείς κειμήλιον᾽) (ωδή ζ´). ῾Ακολουθούσε τη ζωή του όλο το πλήθος των αρετών᾽(῾Ηκολούθει τω βίω σου η των αρετών, Προφήτα, ομήγυρις᾽) (ωδή δ´).

Χαρά του αγίου υμνογράφου είναι να περιστρέφεται διαρκώς πάνω  στις προϋποθέσεις λήψεως από τον Προφήτη του Πνεύματος του Θεού: τις αρετές και την πνευματική άσκησή του. Δεν βρίσκει λόγια να διηγηθεί αυτές του τις αρετές και συνεπώς και τις πνευματικές του αναβάσεις. ῾Ποιος θα διηγηθεί τις πρακτικές σου αρετές; Ποιος θα μπορέσει να εξαγγείλει τις πνευματικές σου αναβάσεις, προφήτη του Θεού;᾽(῾Τις τας πρακτικάς αρετάς σου διηγήσεται; Τας αναβάσεις δε του Πνεύματος τις καταγγείλαι, προφήτα Θεού, δυνήσεται😉 (ωδή ε´). Σε ένα τέτοιο ύψος ευρισκόμενος ο προφήτης, έχοντας γίνει θεοειδής όλος από το Πνεύμα του Θεού, ῾με νου ειλικρινή και λόγο καθαρότατο᾽(ωδή ς´), προβαίνει και στην προφητική του αποστολή: να είναι ῾ριζότομος᾽ και ῾φυτοκόμος᾽. Αυτό είναι το έργο ενός προφήτη. ῾Το Πνεύμα το Άγιο σε ανέδειξε ριζότομο, δηλαδή να κτυπάς στη ρίζα κάθε κακία, όπως και φυτοκόμο, δηλαδή να φροντίζεις και να καλλιεργείς τα φυτά κάθε αρετής᾽(῾Ριζότομον ανέδειξε πάσης σε κακίας Πνεύμα το Άγιον, φυτοκόμον, Ελισαίε δε, αρετής απάσης, παμμακάριστε᾽) (ωδή δ´).

Να ξεριζώνει το κακό και να φυτεύει το καλό και να το φροντίζει: σ᾽αυτό κάλεσε τον προφήτη ο Θεός, όπως και τους άλλους προφήτες, και σ᾽ αυτήν την προοπτική βλέπουμε να λειτουργεί η διδασκαλία του και το θαυματουργικό του χάρισμα. Διδασκαλία και θαύματα ήταν στην ίδια γραμμή για τον προφήτη που άνοιγαν παράθυρο για την όραση του μέλλοντος: τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο.  Ο άγιος Ιωάννης ο μοναχός μάς δίνει ένα εξαίσιο δείγμα της θεώρησης αυτής, όταν μνημονεύει τη θεραπεία από τον Ελισαίο της λέπρας του Νεεμάν του Σύρου. Ο προφήτης θεραπεύει τη λέπρα του Νεεμάν κι αυτή η κάθαρσή του ήταν μία προεικόνιση, μία δηλαδή χωρίς λόγια προφητεία, της θεραπείας και της κάθαρσης του ανθρώπου που θα έφερνε στον κόσμο διά του αγίου βαπτίσματος ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Θεός. ῾Λουσμένος ο Νεεμάν μέσω του Ελισαίου κι αφού ξεπλύθηκε από τη λέπρα  του στον Ιορδάνη, δήλωνε την θεία κάθαρση του βαπτίσματος᾽(῾Λελουμένος Ναιμάν δι᾽ Ελισαίου και της λέπρας πλυθείς εν Ιορδάνη, την του βαπτίσματος εδήλου θείαν κάθαρσιν᾽) (ωδή η´).
 http://pgdorbas.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Να ευχαριστείς τον Θεό για τον πειρασμό σου.

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιουνίου, 2014

1509675_10203531115619034_6457861890316788279_n
Μόνο ένα να προσέξεις, με συμβούλεψε ο Όσιος Πορφύριος. Να ξεκαθαρίζεις τις σκέψεις σου, που από την πολλή σου ευαισθησία πιέζεσαι και θλίβεσαι. Να τις διώχνεις, να μην παραμένουν. Να αγαπάς τους πειρασμούς που έρχονται και δεν θα ταράζεσαι, ούτε θα θλίβεσαι. Να αγαπάς πολύ όλους τούς αδελφούς το ίδιο. Να αγαπάς πολύ τον Γέροντα. Ένας Γέροντας,ένας Χριστός.
– Πως θα αγαπήσω τους πειρασμούς και τις δυσκολίες;
– Είναι μεγάλη ιστορία αυτή. Έχει τους τρόπους της. Άμα μπει ο Χριστός στην καρδιά, τήγεμίζει με τήν αγάπη Του. Τότε δέν υπάρχει «μη τούτο, μη εκείνο, μη, μη…». Μόνο αγάπη… Πάνω απ’ όλα η Αγάπη.
Τα μη ήσαν προ Χριστού. Τα κατήργησε ο Χριστός. Έφερε τήν Αγάπη. Παράδεισος είναι ηζωή του Χριστού, η υπακοή, η ταπείνωση.
Να ευχαριστείς τον Θεό για τον πειρασμό σου
Και κάποιος άλλος που είχε πρόβλημα αρκετά σοβαρό και πήγε και το είπε στόν Όσιο Πορφύριο, του λέει, αφού ήταν ανθρωπίνως άλυτο: «Άκου, παιδί μου, σου εμπιστεύθηκε ο Θεός ένα μικρό πειρασμό, μια μικρή δυσκολία, ένα προβληματάκι…
Κι εσύ αντί να χαρείς γι’ αυτό που σου εμπιστεύτηκε, κάθεσαι και στενοχωριέσαι; Πες, Χριστέ μου, νά είναι ευλογημένο! Αφού επέλεξες εσύ αυτό, ή η αδυναμία μου όρισε αυτό και εσύ το ανέχεσαι, να είναι ευλογημένο… Και ευχαριστώ, Θεέ μου».
Ξεχνάμε να λέμε ευχαριστώ στην θλίψη και στον πόνο.
Κάποτε ήταν ένα παιδάκι που το πείραζαν τα άλλα παιδιά, γιατί ήτανε λίγο αδύνατο, λίγο ντροπαλό κ.λπ. Καί στενοχωριότανε και πονούσε. Πήγαινε στο σπίτι κι έκλαιγε. Παραπονιότανε στη γιαγιά -η μητέρα του είχε πεθάνει. Η γιαγιά ήτανε πιστή. Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου, του έλεε, να ευχαριστείς τον Θεό και γι’ αυτό και για όλα.
Πέρασε καιρός, κατάλαβε. Τα καλά λογάκια όταν πέφτουν στην ψυχή, μένουν, να ξέρετε. Σιγά-σιγά καλλιεργούνται, καρποφορούν και βγαίνουν.
Από το βιβλίο «Ανθολόγιο Συμβουλών Γέροντος Πορφυρίου», σσ. 207-208

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μέγας Αντώνιος:Οι αληθινά λογικοί άνθρωποι…

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιουνίου, 2014

Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικά λέγονται λογικοί.
Δεν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἀπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ’ ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καἰ ποιὸ τὸ κακό καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό.
Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.
 

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα μεγάλα αμαρτήματα και η αντιμετώπισή τους (Γέροντας Θεόφιλος Παραϊάν)

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Ιουνίου, 2014

Από όσα γνωρίζω , κάθε αμάρτημα έχει τη βαρύτητά του. Αν αναλογισθούμε ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είπε ότι δεν επιτρέπεται να πει κανείς στον αδελφό του «μωρέ», τότε δεν ξέρω αν υπάρχουν πλέον τα περιθώρια να κατατάξουμε τις αμαρτίες σε μικρές και μεγάλες , όταν μάλιστα ξέρουμε ότι θα λογοδοτήσουμε ενώπιον του Θεού και για κάθε ανώφελο λόγο.
Εγώ κάνω μια διάκριση μεταξύ των παθών (ως αμαρτωλών συνηθειών, όπως είναι η οργή, η ακολασία, η φιλαργυρία κ.α.) των αμαρτημάτων (ως απομονωμένων κακών πράξεων), των σφαλμάτων (εν γνώσει ή εν αγνοία) , των ελλείψεων και των αδυναμιών. Καθένα από τα ως άνω το αντιμετωπίζω στο βαθμό που υπάρχει στο συγκεκριμένο άνθρωπο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το μυαλό του, την ηλικία, την παιδεία και την πνευματική κατάσταση του εξομολογούμενου.
Όσον αφορά στα κατά μόνας αμαρτήματα, μία συχνότητα παρουσιάζουν αυτά στα οποία εμπλέκεται η ηδονή (ακολασία, μέθη) , η ραθυμία (έλλειψη διάθεσης δέσμευσης στον αγώνα εκπλήρωσης του θελήματος του Θεού) , ακόμη και η αδιαφορία για το θέλημα του Θεού, πράγμα που οδηγεί στην έκτρωση, το διαζύγιο, την υποτίμηση της νηστείας. Όλα αυτά τα τελευταία γεννιώνται κατ’ εξοχήν από έλλειψη πίστης στον Θεό.
Εξάλλου είναι γνωστό ότι ο Χριστός καταδίκασε ιδιαίτερα τρία αμαρτήματα και συγκεκριμένα: την έλλειψη πίστης στο Θεό και στα λόγια του θεού , την αφροσύνη, δηλαδή τον εκτροχιασμό από την πίστη, και την υποκρισία. Τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες θεωρήθηκαν ως βαριά αμαρτήματα ο φόνος, η πορνεία και η αποστασία.
Σε τελευταία όμως ανάλυση το πιο μεγάλο αμάρτημα είναι αυτό που εσύ έχεις , αυτό που σε υποδουλώνει. Μου φαίνεται πολύ παράξενο, όταν κάποιος κατά την εξομολόγηση, απαριθμώντας κάποια αμαρτήματα, καταλήγει με τη δήλωση: «άλλα δεν έχω να πω», ωσάν όσα είπε μέχρι στιγμής να μην ήταν αρκετά. Εξίσου παράξενο μου φαίνεται, όταν κάποιος λέει: «Διέπραξα όλες τις αμαρτίες», ή «Δε σκότωσα και δεν έβαλα φωτιά. Κατά τα άλλα όλα τα υπόλοιπα τα έκανα». Ασφαλώς σ’ αυτούς τους ανθρώπους δεν επιχειρηματολογώ για να τους αποδείξω ότι δεν έχουν έτσι τα πράγματα∙ ότι δηλαδή δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι κανένας δεν μπορεί να διαπράξει όλα τα αμαρτήματα, ούτε ακόμη και αυτός που δηλώνει ότι τα διέπραξε σημαίνει ότι όντως τα διέπραξε.
Θα μπορούσε εν τούτοις να λεχθεί ότι τα πιο συχνά αμαρτήματα είναι αυτά που γίνονται πιο εύκολα και ταιριάζουν σε όλες τις ηλικίες. Αυτό το αναφέρουν μερικοί που εξομολογούνται και ο λόγος ασφαλώς εδώ είναι για τα αμαρτήματα που γίνονται με τη γλώσσα και μάλιστα όταν συνοδεύονται με την οργή. Αυτά τα αμαρτήματα, με το να μη συνδέονται άρρηκτα με την ηλικία  , τα συναντάμε σε ανθρώπους κάθε ηλικίας, όλων των τάξεων,  άσχετα από την παιδεία που έχουν και τη γλώσσα που μιλούν.
Γενικά στην εξομολόγηση τα αμαρτήματα αναφέρονται ως αμαρτήματα, δηλαδή οι άνθρωποι έτσι τα αντιλαμβάνονται. Αν όμως, παρά ταύτα, οι άνθρωποι δικαιολογούν μερικά αμαρτήματα, όπως, για παράδειγμα , την πορνεία, το ψέμα, την έκτρωση, την κλοπή, επιχειρώ να παρουσιάσω μια πνευματική γραμμή με βάση τις εντολές του Θεού, τη διδασκαλία της Εκκλησίας και τους ιερούς κανόνες. Όταν χρειάζεται, κοντά στις θεωρητικές τοποθετήσεις, προσθέτω και μερικά πρακτικά παραδείγματα που ξέρω, από τα οποία βγαίνει καθαρά ότι τα αμαρτήματα γκρεμίζουν τον άνθρωπο όχι μόνο κατά την ψυχική του πλευρά αλλά και τη σωματική του, όχι μόνο τη θρησκευτική-ηθική του πλευρά αλλά και τη βιολογική και κοινωνική. Ασφαλώς προσέχω πολύ κάθε φορά, ώστε τα πρόσωπα που αναφέρω στα παραδείγματα να μην είναι δυνατόν να ταυτισθούν με συγκεκριμένα πρόσωπα.
Τελικά, ίσως εδώ είναι η στιγμή να αναφέρω τη διαπίστωση ότι η αληθινή αντιμετώπιση των αμαρτημάτων δε γίνεται την ώρα της εξομολόγησης αλλά την ώρα της προετοιμασίας για την εξομολόγηση ή γενικά στα κηρύγματα.  Στην εξομολόγηση ο χριστιανός πρέπει να προσέλθει αποφασισμένος , να έχει θέση απέναντι στην αμαρτία, να θεωρήσει τις αμαρτωλές πράξεις ως κάτι που του προκαλεί ντροπή. Χωρίς αυτή τη συνείδηση και συναίσθηση δε γίνεται εξομολόγηση. Το πολύ-πολύ μπορεί να γίνεται μία μυστική συνομιλία, απαρίθμηση των λυπηρών του βίου, αναφορά σε ελλείψεις και ελαττώματα καθώς και σε λάθη δικαιολογημένα ή όχι. Αλλά βέβαια τέτοια νοοτροπία και συμπεριφορά δεν οδηγεί στη συγχώρηση και την άφεση, γιατί σε τέτοιες περιπτώσεις τα αμαρτήματα δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, αλλά  μπορούν να συμβούν και στο εγγύς μέλλον, ακόμη μπορούν να μπουν και σε πρόγραμμα.
Πηγή: «Ο Γέροντας Θεόφιλος Παραϊάν –Χωρίς φως, φωτισμένος»
Μετάφραση- επιμέλεια:
Πρωτοπρ. Κωνσταντίνος Καραϊσαρίδης- Εκδόσεις ΑΘΩΣ

http://eisdoxantheou-gk.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τί είναι το κομποσχοίνι;

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Ιουνίου, 2014

Με τη νοερά προσευχή ασχολούνταν όλοι οι μοναχοί είτε στις ιερές Ακολουθίες είτε στα διακονήματά τους ή στον προσωπικό τους κανόνα.
Με κάθε μία μετάνοια έλεγαν τα λόγια «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς». Για να έχουν μέτρο και σαφή την άσκηση, μάζευαν πολλά λιθαράκια, τα έβαζαν στο δεξί μέρος και κάνοντας μία γονυκλισία έπαιρναν ένα λιθαράκι και το έβαζαν στο αριστερό, μέχρι να τελειώσουν , αν ήταν εκατό ή τριακόσιες ή όσες ήθελαν να κάνουν.
Πλησιάζοντας τότε ο παμπόνηρος και πολυμήχανος διάβολος, έπαιρνε λιθαράκια από τα μετρημένα για τις γενόμενες μετάνοιες και τα έβαζε στο δεξιό μέρος, δηλαδή στα μη τελειωμένα λιθαράκια. Έτσι κοπίαζαν υπερβολικά , κουράζονταν και θλίβονταν, μη γνωρίζοντες οι μοναχοί τί να πράξουν. Ένας από τους ασκητές εκείνους πήρε τότε ένα σχοινί, έδεσε μερικούς κόμβους και με αυτό άρχισε να μετρά τις μετάνοιες. Αλλά και αυτούς τους κόμβους ο πονηρός δαίμονας τους διέλυσε και το σχοινί εξαφάνισε.
Βρισκόμενος σε θλίψη και αδημονία παρακαλούσε το Θεό να τον φωτίσει τί να κάνει. Βλέπει την επόμενη νύχτα στον ύπνο του άγγελο Κυρίου, ο οποίος κρατούσε στο αριστερό του χέρι κομποσχοίνι, το τραβούσε με τον αντίχειρα του αριστερού του χεριού και με το δεξί του έκανε σταυρούς, δηλαδή το σημείο του Σταυρού πάνω στο σώμα του. Ύστερα τραβούσε το κομποσχοίνι και δεν έκανε σταυρούς, αλλά μόνο προσευχόταν. Μετά άρχισε να κάνει μετάνοιες, γονυκλισίες και να τις μετρά με το κομποσχοίνι που κρατούσε στο αριστερό χέρι. Κάθε κόμπος και μία μετάνοια.
Έδωσε ο άγγελος Κυρίου αυτό το κομποσχοίνι στον ασκητή και παίρνοντας στα χέρια του νήμα, του λέει: Τώρα θα σου δείξω πώς να πλέκεις το κομποσχοίνι, το οποίο ποτέ δε θα μπορέσει να χαλάσει ο πονηρός δαίμονας , και του έδειξε πώς να το πλέκει σταυρωτά , από εννέα σταυρούς αποτελούμενος ο κάθε κόμβος (καθώς εννέα είναι τα αγγελικά τάγματα) , και άφησε ατελείωτο το κομποσχοίνι. Όταν ξύπνησε ο ασκητής βρήκε στα χέρια του τα δύο κομποσχοίνια, το τέλειο, με το οποίο ο άγγελος έκανε την προσευχή, τους σταυρούς και τις μετάνοιες, και το ατελείωτο. Συνέχισε ο ασκητής και τελείωσε το κομποσχοίνι εκείνο, καθώς διδάχθηκε από τον άγγελο. Έκανε και άλλα, δίδαξε και άλλους και έκτοτε επικράτησε να γίνεται αυτό το άγιο, αγγελοδίδακτο κομποσχοίνι.
Υπάρχουν κομποσχοίνια με τριάντα τρεις , πενήντα, εκατό, τριακόσιους και χίλιους κόμβους. Τα τριαντατριάρια συμβολίζουν τα τριάντα τρία χρόνια του Ιησού Χριστού που έζησε πάνω στη γη. Δυστυχώς πολλοί στην εποχή μας φέρουν το κομποσχοίνι για μόδα ή για γούρι, ακόμα και για λόγους φοβίας. Το κομποσχοίνι είναι το ιερό και ασφαλές φυλακτό που θα μας βοηθήσει, ώστε να ενώσουμε το νου μας με τα λόγια της προσευχής και να επικαλούμαστε με πόθο και  θεία φλόγα το όνομα του Ιησού Χριστού…
Πηγή: Θεολογία και Θαύματα
της Νοεράς Προσευχής «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ
ΠΑΥΛΟΥ Κ. ΝΤΑΝΑ ΙΕΡΟΚΥΡΗΚΟΣ Εκδόσεις «Άθως»

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »