kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

ΕΚΑΘΙΣΕ ΤΕ ΕΦ’ ΕΝΑ ΕΚΑΣΤΟΝ ΑΥΤΩΝ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Ιουνίου, 2014

 
    Ζούμε σε μια εποχή όπου κυριαρχεί ο ορθολογισμός. Σ’ αυτή την κυριαρχία η πίστη στο πρόσωπο του Αγίου Πνεύματος, όπως και η πίστη στον Τριαδικό Θεό γενικότερα, είναι πρόκληση. Πιο εύκολα αποδεχόμαστε έναν Θεό ως απρόσωπη, αφηρημένη δύναμη, η οποία δημιούργησε τον κόσμο και με την οποία επικοινωνούμε χάριν της ανάγκης μας  ή με την οποία θα έχουμε δυνατότητα να συνυπάρξουμε στην αιωνιότητα, παρά αποδεχόμαστε έμπρακτα έναν προσωπικό Θεό, ο Οποίος προσέλαβε εξ αιτίας της Αγάπης σάρκα και οστά και ο Οποίος μεριμνά για μας αποστέλλοντας το Άγιον Πνεύμα, για να μην μας αφήσει ορφανούς και την ίδια στιγμή για να μας δίδει συνεχή την μαρτυρία της παρουσίας Του.  Ενίοτε αποδεχόμαστε την παρουσία του Αγίου Πνεύματος ως μυστηρίου, το οποίο η λογική μας δεν μπορεί να αποδείξει, χωρίς όμως να συνειδητοποιούμε την δύναμη που δίνει στον άνθρωπο και τον κόσμο, την συνεχή ανακαινιστική Του πνοή, την οποία λαμβάνουμε στη ζωή της Εκκλησίας.
                Η Πεντηκοστή αποτελεί την αφετηρία αυτής της συνεχούς παρουσίας του Αγίου Πνεύματος στη ζωή του κόσμου και των ανθρώπων, στην δική μας προσωπική ζωή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αφήγηση στις Πράξεις των Αποστόλων  σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το Άγιο Πνεύμα φανερώνεται στους Αποστόλους: «εκάθισέ τε εφ ένα έκαστον αυτόν» (Πράξ. 2, 3). Η παρουσία Του υπήρξε προσωπική επάνω στον καθέναν από τους μαθητές. Δεν ήταν μόνο μία γενική δωρεά προς όλο τον κόσμο και τους ανθρώπους, αλλά και μία ειδική εγκαθίδρυση στον καθέναν μαθητή, ο οποίος Το προσδοκούσε. Αυτή ακριβώς η προσδοκία, καρπός της αγάπης προς το Χριστό, ο Οποίος προετοίμασε τόσο πριν την Ανάσταση όσο και μετά από αυτήν τους αποστόλους για τον ερχομό του Αγίου Πνεύματος, αποτελεί το χαρακτηριστικό σημείο, το οποίο συνήθως λείπει από την δική μας ζωή. Σημεία της προσδοκίας ήταν η συγκέντρωση των Αποστόλων στον ίδιο τόπο. Ήταν η ομοψυχία τους. Ήταν η ετοιμότητά τους να μοιραστούν τη χαρά και τον θησαυρό των αγαθών. Ήξεραν πως ό,τι επρόκειτο να τους δοθεί δεν θα ήταν για την προσωπική τους καταξίωση, αλλά για την διακονία του Ευαγγελίου σε όλη την κτίση.  Για την συνέχεια του έργου που ο Διδάσκαλός τους είχε ξεκινήσει. Και περίμεναν αυτή την παρουσία του Αγίου Πνεύματος όντας ομόψυχοι. Έχοντας μία ψυχή και μία καρδιά. Μη βάζοντας τα προσωπικά τους πιστεύω, τον τρόπο της θέασης του κόσμου, τα χαρίσματα, τις γνώσεις, τις ικανότητές τους πιο πάνω από την ενότητα μεταξύ τους. Και την ίδια στιγμή συγκεντρώθηκαν επί το αυτό. Δεν έμειναν σε μία ενότητα καρδιακή, πνευματική, ιδεολογική. Η ενότητά τους περιελάμβανε και την χαρά της συντροφιάς, της κοινότητας, της παρουσίας στον χώρο όπου είχαν αγιαστεί χάρις στην παρουσία του Χριστού.
                Αυτά τα τρία σημεία αποτέλεσαν την βάση για να τους αγγίξει το Άγιο Πνεύμα σε προσωπικό επίπεδο. Όταν οι άνθρωποι ανήκουμε στην Εκκλησία, δηλαδή συγκεντρωνόμαστε εν Χριστώ στον τόπο και τον τρόπο του Ευαγγελίου, όταν  η καρδιά μας είναι ομόψυχη με των άλλων, δηλαδή προσδοκούμε την παρουσία του Χριστού, Εκείνον ζητούμε, αγαπούμε και είμαστε πρόθυμοι να αφήσουμε κατά μέρος κάθε τι το ανθρώπινο και καθημερινό, τότε έχουμε όλες τις προϋποθέσεις της λήψης του Αγίου Πνεύματος. Αλλά και όταν έχουμε την διάθεση να αναλάβουμε την αποστολή να πορευθούμε στον κόσμο ο καθένας μιλώντας για το θαύμα το οποίο ζει, τότε το Άγιο Πνεύμα δεν μένει στην γενική ευλογία. Έρχεται στον καθέναν από εμάς και μας δίνει την χάρη και την ευλογία να προσφέρουμε και να προσφερόμαστε και να διακονούμε το έργο της σωτηρίας όχι μόνο του εαυτού μας, αλλά και του κόσμου.
Ο κόσμος έχει ως κέντρο τον εαυτό του, το άτομό του. Ζητά τα προσωπικά χαρίσματα, όχι για να λειτουργήσει σε προοπτική συλλογικότητας, αλλά για την ατομική καταξίωση και επιτυχία. Η κοινωνία αποτελείται από άθροισμα ατομικοτήτων, που δεν αποσκοπούν στην ομοψυχία, στην κοινότητα, στην αποστολή της προσφοράς του μηνύματος του Ευαγγελίου σε όλο τον κόσμο και την κοινή σωτηρία, αλλά στην ατομική δόξα. Γι’ αυτό και ζητά από την Εκκλησία την ικανοποίηση των ατομικών θρησκευτικών, κοινωνικών, υλικών αναγκών του. Δεν μπορεί να σκεφτεί ότι η Εκκλησία, ως το σώμα του Χριστού το οποίο συγκροτείται εν Αγίω Πνεύματι, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτόν τον αρμονικό συγκερασμό, της καταξίωσης του προσώπου που λαμβάνει έκαστον τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος όχι για να τα κρατήσει για τον εαυτό του, αλλά ως αποτέλεσμα της εκκλησιαστικής προοπτικής και ένταξης. Γι’  αυτό και τίποτε στην Εκκλησία δεν λειτουργεί στην προοπτική της ατομοκεντρικότητας, αλλά στην πορεία του σώματος του Χριστού και στην ένταξη σ’  αυτό.  Ο άνθρωπος βάζει την προσδοκία, την ομοψυχία και την αποστολή και το Άγιο Πνεύμα καταξιώνει τον καθέναν.
Μπορεί το λογικό μας να μην κατανοεί τι σημαίνει Άγιο Πνεύμα. Όταν όμως είμαστε συνηγμένοι επί το αυτό στην ευχαριστιακή και κάθε άλλη εκκλησιαστική σύναξη και νιώθουμε ότι μπορούμε να αφεθούμε στην προοπτική της προσδοκίας της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, όταν επιδιώκουμε ομοψυχία και αισθανόμαστε ότι ακόμη κι αν είμαστε διαφορετικοί, εντούτοις δεν μπορούμε χωρίς τους αδελφούς μας, όταν επιλέγουμε να αισθανόμαστε απεσταλμένοι όχι για να σώσουμε, αλλά για να μοιραστούμε ό,τι έχουμε λάβει, τότε υπάρχουν τα σημεία που αποδεικνύουν ότι υφίσταται η παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Και όλα αυτά μέσα στην προοπτική της πίστης και της παράδοσης της Εκκλησίας, η οποία διαμορφώθηκε εν Αγίω Πνεύματι και της οποίας γνώστες και συνεχιστές καλούμαστε να είμαστε και εμείς. Το παράδοξο είναι ότι μέσα από την στροφή προς τους άλλους, καταξιώνεται και ο εαυτός μας, αποκτά νόημα η ζωή μας και βρίσκουμε ό,τι μας λείπει.
Ο άνθρωπος που μέσα στο σώμα του Χριστού αισθάνεται ορφανός σημαίνει ότι δεν έχει προσπαθήσει όσο θα μπορούσε να λειτουργήσει στην προοπτική της κοινωνίας εν Αγίω Πνεύματι. Γιατί η χάρις Του έρχεται και αγιάζει τον καθέναν που προσδοκά, ομοψυχεί, αισθάνεται την ευθύνη της αποστολής του. Και ενισχύεται όποιος κοινωνεί στην ζωή της Εκκλησίας το τρίπτυχο αυτό. Έχουμε πολλά να μάθουμε. Κυρίως να λειτουργήσουμε στην δρόσο της χάριτος. Προς τα εκεί αποσκοπεί και ο αγώνας τον οποίο καλούμαστε να αναλάβουμε. Για την προσωπική μας Πεντηκοστή που δε νοείται εκτός της Πεντηκοστής όλων. Σε έναν κόσμο που μένει στην ατομοκεντρικότητα και που αρνείται να αφεθεί στην παρουσία του Αγίου Πνεύματος, το οποίο «πάντα χορηγεί», από την στιγμή που επιλέγουμε να νικούμε την αμαρτία του χωρισμού μας από το Θεό και τον συνάνθρωπο, της παράδοσής μας σε έναν κόσμο σάρκινο, όπου η ατομική μας δικαίωση, καταξίωση, ηδονή είναι το κύριο κριτήριο ζωής.   Ας ξαναβρούμε λοιπόν όχι με ευχές απλώς, αλλά με πράξη, τον τρόπο του Αγίου Πνεύματος στη ζωή της Εκκλησίας.     
Κέρκυρα, 8 Ιουνίου 2014
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΝ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝ…’

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουνίου, 2014

Δέκα ἡμέρες μετά τήν ᾽Ανάληψη τοῦ Κυρίου ἡ ᾽Εκκλησία μας ἑορτάζει τό γεγονός τῆς Πεντηκοστῆς, τότε πού τό Πνεῦμα τό ῞Αγιον κατῆλθε καί ἐπιφοίτησε στίς κεφαλές ὅλων τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, στά ᾽Ιεροσόλυμα. Μέ τήν ἐπιφοίτηση αὐτή ἀρχίζει ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας, γι᾽ αὐτό καί ἡ Πεντηκοστή θεωρεῖται ἡ γενέθλια ἡμέρα της. Ἡ κάθοδος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἀποτελεῖ τήν ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Κυρίου ὅτι θά ἔλθει ἄλλος Παράκλητος μετά τή δική Του ᾽Ανάληψη, ὁ ῾Οποῖος θά μείνει μαζί μέ τούς μαθητές Του καί θά τούς διδάξει καί ὁδηγήσει ῾εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν᾽ (᾽Ιωάν. 16, 13).
῎Ετσι τό ῞Αγιον Πνεῦμα ἐρχόμενο στόν κόσμο ῾ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς ᾽Εκκλησίας᾽ καί παραμένει σ᾽ αὐτήν ὡς ἡ ψυχή τῆς ᾽Εκκλησίας, κατά συνέπεια ἡ ᾽Εκκλησία μέ τή διηνεκή παρουσία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ζεῖ μία διαρκή Πεντηκοστή. Ζωή ἔκτοτε στήν ᾽Εκκλησία σημαίνει ζωή ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι, κάτι πού διαπιστώνεται κ α ί στή διδασκαλία τῆς ᾽Εκκλησίας κ α ί στή λατρεία της κ α ί στήν ἀσκητική της ζωή καί πού δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τό νομικό-τυπικό πνεῦμα τοῦ ᾽Ιουδαϊσμοῦ ἤ μέ τήν καπηλεία τοῦ Πνεύματος ἀπό τίς διάφορες προτεσταντικές ὁμάδες, ἀλλά εἶναι ἐλευθερία καί ἀγάπη καί παράκληση.
᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἡ ἐμπειρία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί ἡ μετοχή στίς δωρεές Του (πρέπει νά) ἀποτελοῦν στοιχεῖα ζωῆς ὅλων τῶν μελῶν τῆς ᾽Εκκλησίας, δηλαδή στήν πραγματικότητα τό κάθε μέλος της, ἄν ὀρθά εἶναι μέλος, πρέπει νά βρίσκεται σέ μία συνεχή κατάσταση ἐκπλήξεως, σέ μία πορεία πνευματικῆς αὐξήσεως, ῾ἀπό δόξης εἰς δόξαν᾽. Διότι ἀκριβῶς εἶναι μέτοχος τοῦ ἀπείρου Θεοῦ – ῾Αγίου Πνεύματος. Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ πιστός γίνεται ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας πνευματικός. Πνευματικός δέν εἶναι αὐτός πού θεωρεῖται ἔτσι ἀπό τόν πολύ κόσμο: ὁ ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων καί τῶν τεχνῶν, ὁ ἐπιστήμονας, ὁ ποιητής, ὁ ἠθοποιός. Μᾶλλον μπορεῖ νά θεωρηθεῖ κι αὐτός πνευματικός, ἀλλά ὄχι μέ τή χριστιανική κατανόηση τοῦ ὅρου: ἀσχολεῖται μέ τό ἀνθρώπινο πνεῦμα καί ὄχι μέ τό ῞Αγιον Πνεῦμα. Γιά τούς χριστιανούς  πνευματικός εἶναι αὐτός πού ἔχει ἐμπειρία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, πού τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ σέ αὐτόν. ῾Ὑμεῖς δέ οὐκ ἐστέ ἐν σαρκί, ἀλλ᾽ ἐν Πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν᾽ λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γιά νά συνεχίσει: ῾Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὔκ ἐστιν αὐτοῦ᾽ (Ρωμ. 8,9). Κι ὁ ἅγιος Χρυσόστομος παρατηρεῖ ἐπ᾽ αὐτοῦ ὅτι ὁ ἄνθρωπος λέγεται πνευματικός ῾ἀπό τῆς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείας᾽.
Μιλώντας ὅμως γιά μετοχή στό ῞Αγιον Πνεῦμα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, μιλᾶμε γιά ἕνα γεγονός πού παραπέμπει κατ᾽ εὐθεῖαν στόν ἴδιο τόν Χριστό. Ἡ ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι ζωή εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ζωή. Αὐτό συμβαίνει διότι τόν Χριστό Τόν γνωρίζουμε στόν βαθμό πού τό ῞Αγιον Πνεῦμα μέσα στήν ᾽Εκκλησία Τόν φανερώνει στίς καρδιές μας. ῎Αν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δέν ἐνεργοῦσε μέσα μας, ἄν ᾽Εκεῖνο δέν μᾶς φώτιζε, ὁ Χριστός μπορεῖ νά εἶχε ἐπιτελέσει τό ἀπολυτρωτικό Του ἔργο γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, ἀλλά θά παρέμενε ἕνας ξένος γιά ἐμᾶς. ᾽Εκεῖνο πού τό γενικό ἔργο σωτηρίας τοῦ Χριστοῦ τό ἔκανε καί τό κάνει οἰκεῖο, δικό μας, εἶναι τό τρίτο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τό Παράκλητον Πνεῦμα, τό ῾Οποῖο ὁ Κύριος ἔστειλε στόν κόσμο μετά τήν ἄνοδό Του στούς Οὐρανούς, ἐνεργοποιώντας ἔτσι τήν ἵδρυση τῆς ᾽Εκκλησίας ὡς ζωντανοῦ σώματός Του ἀπό τόν ῎Ιδιο. Ὅπως τό εἶπε, ἄλλωστε, παρηγορώντας τούς μαθητές Του: ῾᾽Εάν ἐγώ μή ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς᾽ (᾽Ιωάν. 16, 7).
῎Ετσι ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται στήν ᾽Εκκλησία, καλούμενος οὐσιαστικά ἀπό τόν ῎Ιδιο τόν Θεό – ῾οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽ (᾽Ιωάν. 6, 44) – καί εἰσερχόμενος διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος μετέχει τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες διακονούμενες ἀπό τό Παράκλητον Πνεῦμα μετά πιά τήν ᾽Ανάληψη τοῦ Χριστοῦ, Τοῦ ἀποκαλύπτουν Αὐτόν στήν καρδιά του, μέ τήν ἔννοια ὅτι τόν ἐνσωματώνουν μέσα στόν ῎Ιδιο κάνοντάς τον μέλος Χριστοῦ. Καί γενόμενος ὁ ἄνθρωπος μέλος Χριστοῦ, μετά τήν προσωπική αὐτή Πεντηκοστή του, ὁδηγεῖται κατά φυσικό τρόπο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος σημειώνει ὅτι ῾οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν, εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽ (Α´Κορ. 12,3), ὅπως καί ὁ Κύριος ἀποκάλυψε ὅτι ῾οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα, εἰ μή δι᾽ ἐμοῦ᾽ (᾽Ιωάν. 14,6). ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή κατανοοῦμε ὅτι ὁ Θεός μας εἶναι Θεός τάξεως καί ὄχι ἀκαταστασίας, ὅπως κι ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἔχει χαρακτήρα Τριαδικό κι αὐτό σημαίνει ὅτι Θεολογία, Χριστολογία, Πνευματολογία, ᾽Εκκλησιολογία, Σωτηριολογία πᾶνε μαζί στήν ὀρθόδοξη πίστη καί ὁποιαδήποτε διάσπασή τους ἀποκαλύπτει τήν αἵρεση ἤ ὁδηγεῖ σ᾽ αὐτήν, ἄρα στήν ἔκπτωση ἀπό τή ζωή καί τή σωτηρία. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς εὔκολα τώρα, γιατί ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ τόνιζε ὅτι ῾σκοπός τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος᾽. Γιατί ὅποιος ἔχει τό ῞Αγιον Πνεῦμα ἔχει τόν ῎Ιδιο τόν Τριαδικό Θεό.
 Τό ἐρώτημα τό ὁποῖο τίθεται ἐν συνεχείᾳ εἶναι: πῶς κανείς ἀποκτᾶ τό ῞Αγιον Πνεῦμα;Βεβαίως ἀμέσως ἡ σκέψη μας, ὅπως ὑπονοήθηκε παραπάνω, πηγαίνει στά μυστήρια. Γιατί αὐτά ἀποτελοῦν τούς κρουνούς ἀπό τούς ὁποίους προχέεται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στούς πιστούς. ᾽Αλλά τά μυστήρια δέν ἐπενεργοῦν θετικά κατά τρόπο μαγικό στούς ἀνθρώπους. ᾽Απαιτεῖται ἡ προσωπική τους συμμετοχή καί προσπάθεια. Κι ἐδῶ εἰσέρχεται κανείς σ᾽ αὐτό πού ὀνομάζουμε ἀσκητική καθαρή πνευματική ζωή. Ἡ ἀσκητική ζωή, ὡς προσωπικός ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση γιά νά ἐνεργοποιοῦνται τά μυστήρια πρός σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί νά μήν καταντοῦν ῾εἰς κρίμα ἤ εἰς κατάκριμα᾽. Μέ τήν παρατήρηση βεβαίως ὅτι καί ὁ ἀγώνας αὐτός δέν γίνεται ἐρήμην τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἡ χάρη Αὐτοῦ δίνει τή δυνατότητα καί τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς. ῾Οὐ τοῦ θέλοντος οὐδέ τοῦ τρέχοντος, ἀλλά τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ᾽ (Ρωμ. 9, 16).
Τί μᾶς διδάσκει λοιπόν ἡ βιβλικο-πατερική παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας μας, πάνω στό θέμα τῆς ἀποκτήσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί τῶν μυστικῶν τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς; Ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά ἀποκτήσει τή χάρη αὐτή τῆς παρουσίας Του, νά ἔχει συνεπῶς τόν Θεό μέσα του, ἄν δέν ἀγωνιστεῖ νομίμως. Καί νομίμως σημαίνει νά ἀρχίσει μέ τή χάρη τοῦ θεοῦ τόν ἀγώνα καθάρσεως τοῦ ἑαυτοῦ του ἀπό τά ψεκτά λεγόμενα πάθη, ἰδίως κατά τοῦ κεντρικοῦ πάθους τοῦ ἀνθρώπου, τῆς φιλαυτίας (ἤ ἐγωϊσμοῦ), μέ τά παρακλάδια της, τῆς φιληδονίας, τῆς φιλαργυρίας καί τῆς φιλοδοξίας. ῎Ετσι ὁ πνευματικός ἀσκητικός ἀγώνας εἶναι στοχευμένος: ὁ πιστός καλεῖται νά μεταστρέψει τή φιλαυτία σέ φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία, σέ ἀγάπη ἀληθινή δηλαδή, γι᾽ αὐτό καί στή θέση τῶν τέκνων τῆς φιλαυτίας θέτει τήν ἐγκράτεια, τήν ἐλεημοσύνη καί προσφορά, τήν ταπείνωση. Στό βαθμό πού ὁ ἐκκλησιαστικός πνευματικός αὐτός ἀγώνας γίνεται μέ σωστό τρόπο, μέ τήν καθοδήγηση δηλαδή τῶν ἁγίων μας καί τῶν ἐμπειροτέρων ἀπό ἐμᾶς χριστιανῶν, κυρίως δέ τοῦ πνευματικοῦ μας πατέρα, ἡ φιλαυτία ἐξαλείφεται, καθαρίζεται ἡ καρδιά μας καί τή θέση της παίρνει ἡ χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὅπου ἀγάπη ὅμως, ἐκεῖ καί ὁ Θεός, ὁ ἄνθρωπος δηλαδή φτάνει στό σημεῖο νά εἶναι κατοικητήριον ᾽Εκείνου.
Τήν κατάσταση αὐτή πού ἀκολουθεῖ τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀρχίζει καί κυριαρχεῖ μέσα του, οἱ ἅγιοί μας ἔχουν ὀνοματίσει φωτισμό καί στή συνέχεια θέωση. Γι᾽ αὐτό καί συχνά ἀκοῦμε γιά τά στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς: τήν κάθαρση, τό φωτισμό, τή θέωση. Εἶναι φανερό ὅτι ἀπό τά τρία αὐτά στάδια μόνο τό πρῶτο σχετίζεται ἰδιαιτέρως μέ τήν ἀσκητική προσωπική προσπάθεια, ἐκεῖ πού ὁ πιστός φανερώνει τήν ἀγαθή του προαίρεση γιά προαγωγή τῆς σχέσης του μέ τόν Θεό. Μολονότι καί τό στάδιο αὐτό πραγματοποιεῖται μέ τήν ἐνίσχυση τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο καί τό τρίτο θεωροῦνται καθαρά δῶρα τοῦ Θεοῦ, γιά τά ὁποῖα ὁ πιστός δέν πρέπει νά ἀνησυχεῖ καθόλου οὔτε καί νά τά θέτει ὡς ὅραμα καί προορισμό του. Ὁ πιστός ὡς ὅραμά του ἔχει τή σχέση μέ τόν Θεό, ἀγωνίζεται στή βασική ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, τήν ἀγάπη, μέ τήν ὁποία καθαρίζει τήν καρδιά του, καί ἀφήνει τόν Θεό ῾ἐλεύθερο᾽ νά προσφέρει, ὅσο θέλει καί ὅποτε θέλει, τά δῶρα τῆς παρουσίας Του, τόν φωτισμό καί τή θέωση.
Γι᾽ αὐτό καί τό οὐσιαστικότερο στοιχεῖο τελικῶς τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑπομονή. ῎Ανθρωπος πού ξεκινᾶ τήν πνευματική ζωή καί ἀπαιτεῖ γρήγορα τήν ἀπόκτηση τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ, ἤδη ἔχει βάλει ῾νάρκη᾽ στήν προσπάθειά του. Ὁ Θεός δέν εἶναι παιχνίδι ὥστε ἐμεῖς νά Τόν ῾κανονίζουμε᾽ στίς ἐνέργειές Του, ἀλλά ὁ παντοδύναμος καί πανάγαθος Θεός πού ἔχει τόν ἀπόλυτο ἔλεγχο τῶν πάντων, γνωρίζοντας τά πάντα καί στό ἔσχατο βάθος τους. ῎Ετσι ἡ ἀνυπομονησία ἀποτελεῖ σημάδι τελικῶς ταραγμένης ψυχῆς, ἄρα στήν πραγματικότητα φανερώνει τήν ἀπιστία τοῦ ἀνθρώπου καί τήν παρουσία τοῦ πονηροῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ μέγας ᾽Ισαάκ ὁ Σύρος, στά ἀσκητικά του ἔργα, μνημονεύει ἕνα σπουδαῖο Γέροντα, ὁ ὁποῖος καθοδηγώντας ἕναν ἄπειρο νεαρό μοναχό, πού ῾βιαζόταν᾽ ν᾽ ἀποκτήσει τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι ὁ ἴδιος ἄρχισε νά νιώθει τά χαρίσματα αὐτά μετά τά τριάντα πρῶτα χρόνια τῆς ἔντονης ἀσκητικῆς του ζωῆς.
Ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς μᾶς ἀποκαλύπτει γιά μία ἀκόμη φορά τό μεγαλεῖο τῆς πίστεώς μας, ἀφοῦ εἴμαστε κλημένοι σέ ἄπειρη αὔξηση μετοχῆς στό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί συγχρόνως μᾶς δείχνει τίς δυσκολίες πού ὑπάρχουν λόγω τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν καί ἀδυναμιῶν. Εἶναι στή δική μας ὅμως τήν εὐθύνη νά ἀνταποκριθοῦμε στήν κλήση αὐτή, πού συνιστᾶ καί τήν ὑψηλότερη κλήση πού ὑπάρχει στόν κόσμο: νά εἴμαστε καί νά γίνουμε ῾συγκληρονόμοι Χριστοῦ᾽ (Ρωμ. 8, 17).
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ποία λέμε ότι είναι η ένωση (Ενανθρώπηση του Μονογενούς).

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουνίου, 2014

«Το γεγονός της ένωσης γίνεται με πολλούς τρόπους. Κάποιοι δηλαδή που είναι διηρημένοι ως προς τη διάθεση και τη γνώμη, και διαφωνούν μεταξύ τους, λέγεται ότι ενώνονται με σύμβαση φιλική, διώχνοντας τις μεταξύ τους διαφορές. Όμως λέμε ότι ενώνονται και αυτά που κολλούνται μεταξύ τους, δηλαδή αυτά που συγκεντρώνονται με άλλους τρόπους, ή με αντιπαραβολή, ή ανάμιξη, ή συγχώνευση. Όταν λοιπόν λέμε ότι ενώνεται με την δική μας φύση ο Λόγος του Θεού, ο τρόπος της ένωσης φαίνεται ανώτερος από τον νου του ανθρώπου. Γιατί δεν γίνεται με κανένα από τους τρόπους που είπαμε, αλλ’ είναι εντελώς απόρρητος, και δεν είναι σε κανένα από τα όντα γνωστός, παρά μόνο στον Θεό που τα γνωρίζει όλα. Και δεν είναι καθόλου παράδοξο εάν υστερούμε ως προς τις έννοιες αυτές, τη στιγμή που εξετάζοντας πως έχουν τα δικά μας πράγματα, ομολογούμε ότι η κατανόησή τους ξεπερνά τα όρια της δική μας διάνοιας. Καταλαβαίνουμε δηλαδή , με ποιο τρόπο ενώθηκε η ψυχή του ανθρώπου με το σώμα του; Ποιος μπορεί να το πει; Εάν όμως, έχοντας μετά δυσκολίας συνηθίσει να κατανοούμε πράγματα μικρά και να έχουμε τη δύναμη να μιλούμε γι’ αυτά, πρέπει να δώσουμε εξήγηση για τόσο λεπτά πράγματα που βρίσκονται πάνω από το νου και το λόγο, λέμε, ότι θα πρέπει να καταλάβουμε πως ο λόγος οπωσδήποτε είναι κατώτερος από την αλήθεια, και ότι η ένωση του Εμμανουήλ είναι τέτοια, τέτοια που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι είναι και η ένωση της ψυχής του ανθρώπου με το σώμα του. Γιατί η ψυχή οικειοποιείται τα του σώματος, αν και από τη φύση της είναι  αμέτοχη των παθών του, και των φυσικών και αυτών που προσλαμβάνονται από έξω.  Γιατί το σώμα κινείται σε ορέξεις φυσικές, και αυτό το συναισθάνεται η ψυχή που υπάρχει σε αυτό λόγω της ένωσής της, όμως δεν συμμετέχει με κανένα τρόπο σε αυτές. Θεωρεί δηλαδή ότι το αποτέλεσμα της όρεξης αποτελεί ιδιαίτερη απόλαυση του σώματος. Και εάν το σώμα τεμαχίζεται με ξίφος, συμπάσχει βέβαια, γιατί πάσχει το σώμα της, αλλά αυτή δεν υποφέρει τίποτε από αυτά που συμβαίνουν στη δική της φύση. Ωστόσο λέμε ότι η ένωση του Εμμανουήλ βρίσκεται πάνω από αυτό. Γιατί ήταν αναγκαίο να υποφέρει μαζί με το σώμα του και η ψυχή με την οποία ενώθηκε, ώστε αποφεύγοντας τις ατιμώσεις, να προσφέρει υπάκουο τον αυχένα του στον Θεό.  Για τον Λόγο όμως του Θεού είναι απρεπές να πούμε, ότι ο Λόγος του Θεού συναισθανόταν τις κακώσεις. Γιατί ο Θεός είναι απαθής, και δεν υπόκειται στα δικά μας. Όμως ήταν ενωμένος με σάρκα, η οποία είχε ψυχή λογική, αλλά όταν έπασχε αυτή δεν αισθανόταν όσα συνέβαιναν σε αυτήν. Και ως Θεός βέβαια θεράπευε τις ασθένειες της σάρκας, αλλά τις δεχόταν ως δικές του, αφού αφορούσαν το σώμα του. Έτσι λέγεται ότι και πείνασε, και κουράστηκε, και έπαθε για μας. Θα πρέπει λοιπόν η ένωση του Λόγου με τον άνθρωπο να μη παραλληλίζεται σκόπιμα με τα δικά μας. Γιατί, όπως το σώμα είναι βέβαια διαφορετικής φύσεως από την ψυχή, αλλά όμως από τα δύο αυτά δημιουργείται και λέγεται ένας άνθρωπος, έτσι και από την τέλεια υπόσταση του Θεού Λόγου, αλλά και από την ανθρώπινη, η οποία είναι τέλεια, κατά την ίδια αναλογία προήλθε ένας Χριστός, ο οποίος είναι ταυτόχρονα Θεός και άνθρωπος. Και, όπως είπα, ο Λόγος κάνει δικές του τις ιδιότητες της σάρκας του, γιατί είναι και δικό του το σώμακαι όχι κάποιου άλλου, αλλά και κατά κάποιο τρόπο κοινοποιεί στην σάρκα του την ενέργεια της θεϊκής δύναμης που υπάρχει σ’ αυτόν, ώστε να μπορεί και τους νεκρούς να ανασταίνει, και τους αρρώστους να θεραπεύει».
 (Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, ΕΠΕ 10, σελ. 107-111, «Περί της Ενανθρωπήσεως του Μονογενούς»).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το συγκρότημα του νέου Καθεδρικού ναού των Τιράνων «Ανάσταση του Χριστού», του Συνοδικού και Πολιτιστικού Κέντρου

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουνίου, 2014

    Το Συγκρότημα του Καθεδρικού ναού της Αναστάσεως του Χριστού ανεγέρθηκε σε οικόπεδο του κέντρου των Τιράνων, που παραχωρήθηκε σταδιακά από τις κρατικές Αρχές (2001-2005) σε αντικατάσταση του οικοπέδου του προηγουμένου Ορθόδοξου καθεδρικού ναού, που κατεδάφισε το αθεϊστικό καθεστώς το 1967. Για την αρχιτεκτονική μελέτη του έργου διενεργήθηκε το 2002 διεθνής αρχιτεκτονικός διαγωνισμός, που απένειμε το πρώτο βραβείο στο γραφείο Papadatos Partnership LLP Architects από τη Νέα Υόρκη. Η αρχική αρχιτεκτονική πρόταση έτυχε σημαντικής περαιτέρω επεξεργασίας.

    Το Συγκρότημα, αποτελείται από τα εξής τμήματα: τον Καθεδρικό ναό, το Παρεκκλήσιο, το Κωδωνοστάσιο, το Συνοδικό μέγαρο και το Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο. Η αρχιτεκτονική σύλληψη του ναού στηρίζεται στον κύκλο, που εμπεριέχει την έννοια του ατέρμονα (αιώνιου) χρόνου, ο κατακόρυφος άξονας του οποίου (ο συνδέων γή και Ουρανόν) αποτελεί και το κέντρο όλου του Συγκροτήματος. Ταυτόχρονα αποτελεί και το κέντρο ενός υπερμεγέθους σταυρού, μήκους και πλάτους 49 μ., οι κεραίες του οποίου αποτελούν τα κύρια φέροντα στοιχεία (πυλώνες) του ναού. Ο ναός καλύπτεται με τρούλλο εσωτερικής διαμέτρου 26 μ. και ύψους 23 μ., ενώ οι τέσσερις πυλώνες καταλήγουν σε θόλους.
    Ο Σταυρός του τρούλλου, οι τέσσερις θόλοι των πυλώνων και οι τρεις κόγχες του Ιερού είναι επενδεδυμένες με φύλλα χαλκού σε απόχρωση χρυσού. Περιμετρικά στους πεσσούς των παραθύρων του τρούλλου είναι τοποθετημένα 52 ανάγλυφα διακοσμητικά στοιχεία, ενώ στους τέσσερις πυλώνες υπάρχουν ανάγλυφα με θέμα το μονόγραμμα ~  και το στάρι ως σύμβολο της θυσίας για την καρποφορία.
    Η δυτική όψη – πρόσοψη του ναού περιέχει ένα μεγάλο τόξο. Το τόξο αυτό δημιουργεί την αίσθηση της υποδοχής και το σχήμα του φωτεινού γαλάζιου υαλοπετάσματος παραπέμπει στο ουράνιο τόξο. Ο δυτικός τοίχος επενδύεται με λευκό μάρμαρο και στο κέντρο του υπάρχει η κεντρική είσοδος. Επάνω από την κεντρική είσοδο ένας μεγάλος ορειχάλκινος σταυρός, περιβαλλόμενος από δύο στάχυα, αποτελεί σύμβολο της θυσιαστικής αγάπης και αφιερώσεως (Ιω. 12:24).
    Ο εξώστης, που βρίσκεται πάνω από τον νάρθηκα και τις πλευρικές στοές, έχει δάπεδο κλιμακωτό, προκειμένου όλοι οι πιστοί να έχουν οπτική επαφή με τον κυρίως ναό, τον σολέα και το εικονοστάσιο. Ο τρούλλος εσωτερικά είναι ανάγλυφος και κοσμείται από ψηφιδωτό, στο κέντρο του οποίου δεσπόζει ο Παντοκράτωρ. Περιμετρικά σε δώδεκα εσοχές αναπτύσσεται διακοσμητική απεικόνιση του ουρανού. Γύρω από τον Παντοκράτορα δώδεκα ακτίνες μας μεταφέρουν στην αίσθηση των ακτίνων του θείου φωτός, που μέσα από τα παράθυρα διαχέεται προς όλη τη πόλη. Με ψηφιδωτά επίσης διακοσμούνται η κόγχη του Ιερού και τα τέσσερα μεγάλα τόξα, που «βαστάζουν» τον τρούλλο. Μεταξύ του Ιερού και του κυρίως ναού παρεμβάλλεται ο σολέας, που βρίσκεται σε στάθμη 50 εκ. ψηλότερα από τον κυρίως ναό. Ο κεντρικός πολυέλαιος έχει  κατασκευασθεί από διάτρητο φύλλο ορείχαλκου, που δημιουργεί επάλληλα επίπεδα κεριών σε σχήμα κύκλων και ημικυκλίων. Εκατόν είκοσι κεριά που αναπτύσσονται περιμετρικά συμπληρώνουν τον φωτισμό του ναού.
    Στη βορειοδυτική γωνία του οικοπέδου έχει αναγερθεί Παρεκκλήσιο, που καλύπτεται από σταυροειδή θολωτή στέγη. Οι θόλοι του, που επενδύονται με φύλλα χαλκού, καταλήγουν σε κυκλικά παράθυρα. Το Ιερό του χωρίζεται με ξυλόγλυπτο εικονοστάσιο, ενώ, από μία κυκλική γυάλινη θυρίδα στο κέντρο του δαπέδου του, το φυσικό φώς θα φθάνει στο βαπτιστήριο, που βρίσκεται ακριβώς κάτω από το Παρεκκλήσιο, στο υπόγειο. Το παρεκκλήσιο είναι αφιερωμένο στη Γέννηση του Χριστού και κοσμείται με σχετικές τοιχογραφίες.
    Η αρχιτεκτονική σύλληψη του ύψους 46 μ. Κωδωνοστασίου ανήκει στον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο και η τελική σχεδίασή του έγινε από την μελετητική ομάδα. Βασική ιδέα του αποτελούν τέσσερις πασχαλινές λαμπάδες, που συμβολίζουν και τέσσερις Ευαγγελιστές, οι οποίοι αναγγέλλουν την Ανάσταση. Αυτές ενώνονται γύρω από τον κεντρικό πυρήνα του κλιμακοστασίου. Η κυκλική του σκάλα οδηγεί σε δύο εξώστες, όπου αναρτώνται 16 καμπάνες. Πάνω από τις καμπάνες ένα τετράεδρο ρολόι σηματοδοτεί τον σημερινό χρόνο.
    Στην ανατολική πλευρά του Συγκροτήματος βρίσκεται το Συνοδικό μέγαρο, όπου θα στεγαστούν τα γραφεία της Συνόδου και της Αρχιεπισκοπής καθώς και η Βιβλιοθήκη και δύο Παρεκκλήσια. Οι χώροι αυτοί, διατάσσονται σε τέσσερις υπέργειους και δύο υπόγειους ορόφους. Στον Γ΄ όροφο τρεις μεγάλες βεράντες ανοίγουν στην θέα του κέντρου των Τιράνων και του Καθεδρικού ναού.
    Η κάλυψη των αναγκών για την δημιουργία Συνεδριακού και Πολιτιστικού Κέντρου έγινε με την αξιοποίηση των δύο υπογείων κάτω από την πλατεία του Καθεδρικού ναού. Το Κέντρο περιλαμβάνει αίθουσα συνεδρίων, για 500 έως 850 συνέδρους, που μπορεί να χρησιμοποιείται για διαλέξεις, προβολές και μουσικές εκδηλώσεις. Η πτέρυγα βοηθητικών χώρων – παρασκηνίων, της επιτρέπει να χρησιμοποιείται και ως θέατρο.
    Στο ανατολικό τμήμα του Αμφιθεάτρου δημιουργείται μικρό Μουσείο, αίθουσα διαλέξεων, χώρος εστιάσεων και αίθουσα εκδηλώσεων και περιοδικών εκθέσεων.
    Δεξιά από την επιβλητική μαρμάρινη σκάλα που οδηγεί στον Καθεδρικό ναό, υπάρχει ένας μεγάλος χώρος για Βιβλιοπωλείο και κατάστημα εκκλησιαστικών ειδών. Αριστερά από τη σκάλα, έχουν διαμορφωθεί δύο αίθουσες για συναντήσεις της Νεολαίας καθώς και των εκκλησιαζομένων μετά της Ακολουθίες. Στη βόρεια πλευρά, προ του Συνεδριακού και Πολιτιστικού Κέντρου, έχει διαμορφωθεί μικρό υπαίθριο Αμφιθέατρο για θερινές εκδηλώσεις.
    Με το έργο αυτό η Ορθόδοξος Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Αλβανίας αποβλέπει να συμβάλει στην κάλυψη των θρησκευτικών αναγκών των πιστών, στην πνευματική καλλιέργεια των νέων, στην αναβάθμιση της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής των Τιράνων και ευρύτερα της Αλβανίας, στην ανάπτυξη των διαπολιτισμικών σχέσεων μεταξύ των κοινωνικών ομάδων και στην κάλυψη των στεγαστικών αναγκών της Ιεράς Συνόδου και της Αρχιεπισκοπής Τιράνων. Η εξωτερική μορφολογία του Συγκροτήματος συνδυάζεται τόσο με την μορφή του Καθεδρικού ναού, του οποίου αποτελεί προέκταση, όσο και με την χαρακτηριστική αρχιτεκτονική των γύρω από αυτό υπουργείων και εντάσσεται αρμονικά στην αισθητική εικόνα του ιστορικού κέντρου της πόλης, προσθέτοντας σ’ αυτήν εξελικτικά στοιχεία του 21ου αιώνα.
    Την πρωτοβουλία, την συγκέντρωση των πόρων και την εποπτεία του έργου φρόντισε προσωπικά ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος.
Εμβαδόν οικοπέδου: 5039 τ.μ.
Επιφάνεια καθεδρικού ναού: 1660 τ.μ.
Ύψος καθεδρικού ναού: τρούλος 29.2 μ., σταυρός 32.2 μ.
Επιφάνεια παρεκκλησίου: 55 τ.μ.
Ύψος παρεκκλησίου: 6.3 μ.
Επιφάνεια συνοδικού κέντρου: 830 τ.μ.
Ύψος συνοδικού κέντρου: 22 μ.
Επιφάνεια κωδωνοστασίου: 42 τ.μ.
Ύψος κωδωνοστασίου: τρούλος 43 μ., σταυρός 46 μ.
Έναρξη έργου: Ιούλιος 2004
Αποπεράτωση: Μάιος 2012

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πεντηκοστή-Ψυχοσάββατο

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουνίου, 2014

Θεοδόσιος Μαρτζοῦχος (Πρωτοσύγκελλος Ἱ. Μ. Νικοπόλεως καὶ Πρεβέζης)
Ὁ Χριστὸς “ἐπεξηγώντας” στοὺς Σαδδουκαίους τὸ μυστήριο τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν ἔλεγε ὅτι εἶναι Θεὸς τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακὼβ καὶ “οὐκ ἔστιν Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων” (Ματθ. 22, 32). Αὐτὴ τὴν διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ ἀκολουθώντας ἡ Ἐκκλησία ἔθαπτε τοὺς βιολογικὰ νεκροὺς Χριστιανοὺς ἔξω ἀπὸ τὸν ναό, ἐντός τοῦ ὁποίου τελοῦσε τὰ μυστήρια καὶ ἰδιαιτέρως τὴν Εὐχαριστία θεωρώντας ὅτι “παρὰ τῷ Θεῷ πάντες ζῶσι”.
Τὰ ψυχοσάββατα καὶ τὰ μνημόσυνα τῶν κεκοιμημένων (ὅταν τελοῦνται μὲ τὸν σωστὸ τρόπο) εἶναι ἡ οὐσιαστικότερη φανέρωση τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Μέσα στὴν Ἐκκλησία οἱ ἄνθρωποι ἀγωνίζονται νὰ πάψουν νὰ εἶναι μονάδες, τμήματα, μέλη καὶ προσπαθοῦν νὰ ἑνωποιηθοῦν στὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Νὰ γίνουν ἀδέρφια. Νὰ γίνουν ἕνα σῶμα. Νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὸ ἀποσπασματικὸ καὶ νὰ γίνουν ὁλοκληρία. Νὰ βιώσουν τὰ λόγια τῆς προσευχῆς τοῦ Χριστοῦ πρὸς τὸν Πατέρα ὅταν παρακαλεῖ γιὰ τοὺς μελλοντικοὺς Χριστιανοὺς (ποὺ θὰ ὑπάρξουν ἀπὸ τοὺς λόγους τῶν ἀποστόλων): “νὰ εἶναι ἕνα ὅπως ἐμεῖς (Πατὴρ καὶ Υἱὸς) εἴμαστε ἑνωμένοι καὶ νὰ ἑνωθοῦν μαζί μας γιὰ νὰ πιστεύσει ὁ κόσμος ὅτι Σὺ μὲ ἔστειλες” (Ἰω 17, 21).
Αὐτὸ τὸ ἔργο, τῆς ἑνώσεως μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μεταξύ μας, γιορτάζουμε στὴν ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς. Τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Ἅγιος Παράκλητος ἔρχεται μὲ τὴν Πεντηκοστὴ στὸν κόσμο καὶ στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ ὁδηγήσει τοὺς ἀνθρώπους στὴν ἀλήθεια τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὸν ἐγωισμὸ ὁ ὁποῖος κάνει δύσκολη τὴν ἑνότητα.
Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο φωτίζει καὶ ἁγιάζει τὶς καρδιὲς ὥστε νὰ μάθουν νὰ ἀγαποῦν καὶ ἔτσι νὰ μοιάσουν τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ κέντρο τοῦ κύκλου. Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ ἀκτίνες τοῦ κύκλου. Ὅσο πορευόμαστε πρὸς τὸ κέντρο τοῦ κύκλου τόσο πλησιάζουμε καὶ μεταξύ μας. Ἐγγίζοντας πρὸς τὸν Χριστὸ “ἐν ταυτῷ” ἐγγίζουμε καὶ πρὸς ἀλλήλους. Τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ φωτίζει σ’ αὐτὴν τὴν διπλὴ πορεία ἐνδυναμώνοντάς μας στὸν κόπο τῆς ἐξόδου ἀπὸ τὴν ἐγωιστική μας αὐταπάτη. Μένοντας στὸν ἐγωισμό, μένουμε μόνοι. Ἀκίνητοι σὲ αὐταπάτη ἀεικινησίας. Ἀπλησίαστοι καὶ ἀδιάφοροι. Ξένοι. Μὲ μία καρδιὰ ποὺ γίνεται σιγὰ-σιγὰ “λίθινη”. Ὁ Θεὸς μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, διὰ τοῦ προφήτη Ἰεζεκιήλ, κραυγάζει: “Δῶστε μου τὴν πέτρινη καρδιά σας καὶ θὰ τὴν κάνω σάρκινη” (Ἰεζ. 36, 26). Σὲ μᾶς μένει νὰ ἀνταποκριθοῦμε. Ἂν ναί, τότε θὰ ΄ρθεῖ καὶ θὰ κατοικήσει μέσα μας καὶ θὰ γεμίσει ἡ καρδιά μας ἀπὸ τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: “ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια” (Γαλ. 5, 22).
Ὅταν, λοιπόν, αὐτά, ἔστω καὶ κατ’ ἀρχὰς καὶ ἐν μέρει, ἀρχίσουν νὰ ὑπάρχουν στὰ μέλη-χριστιανοὺς τῆς Ἐκκλησίας, τότε ἀρχίζει νὰ σαρκώνεται τὸ μέγα μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Τότε οἱ Χριστιανοί, μέσα στὴν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ τὴν ὁποία Ἐκεῖνος τοὺς ἔδωσε καὶ γιὰ τὴν ὁποία χαίρουν• ἀγαποῦν καὶ νοιάζονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Γίνονται ἀδέρφια. Ἀποχτοῦν κοινότητα σκέψης καὶ τρόπου. Γίνονται κοινότητα σὲ ὅλα, στὴν χαρά, στὴν θλίψη, στὶς ἀνάγκες, στὴν ἄνεση. Τότε οἱ ἀρετὲς ποὺ φυτρώνουν σιγὰ-σιγὰ στὴν καρδιὰ ἀρχίζουν νὰ καρποφοροῦν καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι (δικοί μας καὶ ξένοι) γίνονται ἀδέρφια μας.
Γνωρίζοντας τὴν ἀδυναμία καὶ τὸ τρεπτὸ τῆς φύσεως οἱ χριστιανοὶ ἀγωνίζονται γιὰ ὅσο γίνεται μεγαλύτερη μετοχὴ στὴν χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὄχι μηχανικά, μὲ μόνη τὴν μετοχὴ στὰ μυστήρια, ἀλλὰ οὐσιαστικά. Μὲ τὴν βοήθεια τῶν μυστηρίων, στὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὸν ψυχοσωματικὸ ἐγωισμὸ ποὺ ἐμποδίζει τὴν ἀγάπη καὶ ἀνακόπτει τὴν πορεία πρὸς τὴν ἀδερφό.
Στὴν γιορτὴ λοιπὸν τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς ποὺ εἶναι φανέρωση τοῦ τρόπου τῆς Ἐκκλησίας, οἱ χριστιανοὶ (τὴν παραμονὴ) προσεύχονται γιὰ τοὺς ἀδερφούς τους ποὺ ἔχουν φύγει ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ ἔχουν περάσει στὴν κατάσταση ποὺ προσδιορίζεται μόνον ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ.
Στὸ μέτρο ποὺ κάποιος ἔγινε μέτοχος τῶν ἀρετῶν τοῦ Χριστοῦ, τόσο Τοῦ μοιάζει, τόσο ἄνεση ἔχει στὴν σχέση μαζί Του. Οἱ μάρτυρες καὶ οἱ Ἅγιοι, μεγάλη· οἱ ὑπόλοιποι χριστιανοί, ἀνάλογα. “Ἀστὴρ ἀστέρος, διαφέρει ἐν δόξῃ”. Ἀτυχῶς κάποιοι, πολὺ λίγο ἢ καὶ ἐπικίνδυνα λίγο, ὥστε τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ νὰ εἶναι γι’ αὐτοὺς ξένο ἢ καὶ ἐνοχλητικό!
Ἔρχεται λοιπὸν τώρα ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ προσεύχεται μὲ τὴν Εὐχαριστία τὴν παραμονὴ τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς, (ποὺ εἶναι ἡ γιορτὴ τῆς δυνατότητος τῆς ἀνθρώπινης ἀλλαγῆς), καὶ παρακαλεῖ τὸν Κύριο τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, τὸν Δεσπότη Χριστό, γιὰ ὅλους ὅσοι βρίσκονται ἐνώπιόν Του: Νὰ παραβλέψει ἀδυναμίες. Νὰ συγχωρήσει λάθη. Νὰ παραγράψει ἁγνοήματα. Νὰ δώσει ζωή. Νὰ φέρει ἐλπίδα ἀναπαύσεως.
Ἡ Ἐκκλησία παρακαλεῖ καὶ ἱκετεύει. Ὁ Χριστὸς θέλει. Ἡ τραγωδία εἶναι ὅτι ἴσως κάποιος δὲν ἐπιθυμεῖ καμμιὰ ἀλλαγή… Ἀκόμα καὶ τὴν ἑπομένη μετὰ τὸ ψυχοσάββατο ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὅλη ἡ Ἐκκλησία γονατιστὴ παρακαλεῖ γιὰ ὅσους ἔχουν φύγει “Δέξου Κύριε δεήσεις καὶ ἱκεσίες καὶ ἀνάπαυσε ὅλους τοὺς γονεῖς, τοὺς ἀδερφούς, τὰ τέκνα ὅλων καὶ κάθε ἄνθρωπο, ὅλους ὅσους ἔχουν πεθάνει, στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ…”.
Ἡ συμμετοχή μας λοιπὸν στὴν γιορτὴ ἂς γίνει μία προσπάθεια κατανόησης τῆς σχέσης μας μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα (κάθαρση-φωτισμό). Μετοχὴ στὰ χαρίσματά του ποὺ μόνον στὴν Ἐκκλησία ὑπάρχουν καὶ δίνονται. Ἀγάπη γιὰ τὴν Ἐκκλησία, τοὺς ἀδερφούς μας δηλαδή, ζωντανοὺς καὶ κεκοιμημένους.
Κάποια στιγμὴ καὶ μεῖς θὰ χρειαστοῦμε αὐτὴ τὴν ἀγάπη.
Μὲ ἀγάπη καὶ εὐχὲς
ὁ ἐφημέριος
π. Θεοδόσιος

http://theomitoros.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουνίου, 2014

του Αρχιμ. π. Βαρνάβα Λαμπρόπουλου
Ξέρομε ότι η μαγεία είναι δαιμονική ενέργεια. Γι’ αυτό κατ’ αρχήν αναφερόμαστε επιγραμματικά στην
1) ΦΥΣΗ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΩΝ
Γνωρίζομε ότι οι δαίμονες είναι εκπεσόντες Άγγελοι. Όμως και μετά την πτώση τους δεν έπαυσαν να διατηρούν κάποιες ιδιότητες των Αγγελικών νοερών ουσιών, όπως «το κούφον, το Αεικίνητον και το Ασώματον» (κατά την διδασκαλία του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού). Δεν έπαυσαν να είναι νόες «ου σωματικώς περιγραφόμενοι, ουδέ τριχή διάστατοι». Δεν έπαυσαν να είναι «Αόριστοι, δηλαδή μη περιοριζόμενοι υπό τειχών, θυρών και κλείθρων». (Ασώμα­τοι βέβαια και Άυλοι, «όσον προς ημάς». Όχι σε σύ­γκριση με τον Θεό.«Παν γαρ το συγκρινόμενον προς τον Θεόν, παχύ τε και υλικόν ευρίσκεται»).
Συνέχισαν λοιπόν οι δαίμονες να είναι «νόες», «νοερές ουσίες». Πανέξυπνοι και πανεπιστήμονες. Μόνο που με την πτώση τους από φωτεινοί νόες έγι­ναν σκοτεινοί νόες. Και έτσι διέστρεψαν την εξυπνάδα και την επιστημοσύνη τους σε σκοτεινά νοήματα και ύπουλες μεθοδείες. Σε παγίδες δηλαδή, που κά­νουν και ένα Μέγα Αντώνιο να τρομάζει και να απορεί: «Τις άρα παρέρχεται ταύτας;».
Πρώτη, ως γνωστόν, παγίδα του διαβόλου είναι τονα πείση τους ανθρώπους ότι δεν υπάρχει.Μερι­κοί το κατοχυρώνουν αυτό και με… πατερικές ρήσεις.Γιατίλένε οι Πατέρες ότι ο διάβολος, ως «σκότος» δεν μετέχει εις τοείναιαλλά εις το μηείναι.
Πρέπει λοιπόν να πούμε (έστω κι αν είναι περιτ­τό) ότι αυτό δεν σημαίνει ότι ο διάβολος είναι ανύ­παρκτος!Απλώς σημαίνει ότι δεν μετέχει στην όντως ζωή, στην ζωή του Θεού.Και «κατά αποβολήν της όντως ζωής» έγινε «νεκρόν πνεύμα, νεκρούν τους εγγίζοντας» (λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς).Και «νεκρόν πνεύμα» ξανατονίζομε δεν σημαίνει ανύ­παρκτος.
Όσον αφορά την αντιμετώπιση της μαγείας από την Εκκλησία, ο ιατρός ποιμήν πρέπει να κάνει κατ’ αρχήν:
2) ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ.
Πρέπει πρωτίστως να εξετάσει μήπως πρόκειται για κατά φαντασίαν μάγια. Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο αληθινά περιστατικά από τα πάμπολλα κωμικο­τραγικά συμβαίνοντα, που κάθε ιερέας θα μπορούσε να διηγηθεί.
α) Ενας πατέρας καλεί τον ιερέα στο σπίτι του ζητώντας του να διαβάσει εξορκισμούς στο παιδάκι του, που βρίσκεται σε πυρετικό κώμα. Ο ιερέας δια­πιστώνει έκπληκτος ότι δεν έχουν πάει ακόμη το παιδί στον γιατρό…
β) Μια κυρία οδηγώντας το νεοαποκτηθέν αυτοκίνητό της, το ρίχνει σε χαντάκι. Έντρομη τρέχει στον ιερέα να της διαβάσει εξορκισμούς, γιατί πι­στεύει ότι της έκανε μάγια η πεθερά της. Ο ιερέας διαπιστώνει ότι η κυρία πήρε το δίπλωμα οδηγήσεως «νύχτα», και ότι η ταλαίπωρη πεθερά είναι ανεύθυνη για το δυστύχημα.
Μπαίνοντας ουσιαστικώτερα στο θέμα μας πρέπει να παρατηρήσωμε ότι, και σ’ αυτές τις περιπτώσεις (που δεν είναι τόσο κωμικές όσο φαίνονται), και στις περιπτώσεις καθαρά δαιμονικής ενεργείας, το πανικό­βλητο θύμα ζητάει άμεσα και απτά αποτελέσματα απελευθερώσεώς του από το «κακό». Αποτελέσματα εδώ και τώρα. Πολύ χαρακτηριστικά έλεγε κάποιος κοινωνιολόγος: «Πως να το κάνομε; ό,τι και να λέ­με, είμαστε άνθρωποι των κουμπιών και των χαπιών. Θέλουμε πατώντας ένα κουμπί, ή πίνοντας ένα χάπι, να λυθούν αμέσως και ανωδύνως όλα μας τα προβλή­ματα». Ζητάμε αυτόματες λύσεις, έστω κι αν ξέρουμε ότι δεν είναι γνήσιες λύσεις. Μας βολεύουν αυτές οι ψευτολύσεις, γιατί δεν απαιτούν ιδρώτα και κόπο.
Μια τέτοια αντίληψη δυστυχώς μας χαρακτηρίζει και ως προς τη σχέση μας με την Εκκλησία.
Τέτοιες όμως λύσεις αυτόματες δεν δίδει η Εκκλησία. Για την Εκκλησία είναι αδιανόητη
3) Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ ΜΕ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΜΑΓΕΙΑ
Και εδώ ακριβώς έγκειται το δύσκολο έργο της Εκκλησίας: Να βοηθήσει τους πιστούς να καταλά­βουν ότι οι μαγικές λύσεις, (που τόσο άφθονες προ­σφέρονται στο super market της παραθρησκείας) όχι απλώς δεν είναι λύσεις, αλλά αντίθετα είναι ακόμη πιο σίγουρο δέσιμο στο μαγγανοπήγαδο των δαιμο­νικών ενεργειών.
Και πρέπει να ειπούμε ότι αυτό το όντως δύσκο­λο έργο της Εκκλησίας, το δυσκολεύουν ακόμη πε­ρισσότερο κάποιες νοσηρές τάσεις (συχνάεμφανιζόμενες μεταξύ των πιστών) όπως είναι: ηθαυματολαγνεία, ηοραματολαγνείακαι ηχαρισματολαγνεία. Αυτού του είδους οι λαγνείες ενισχύουν την μαγική αντίληψη για το έργο της Εκκλησίας, και ως εκ τού­του αποτελούν αποβλητέα καρκινώματα. Οι άγιοι Πατέρες, ως έμπειροι χειρουργοί-ιατροί φρόντιζαν πάντοτε να καθαρίζουν το Σώμα της Εκκλησίας από τέτοιους κακοήθεις όγκους.
Ενδεικτικά Αναφέρομε δύο περιστατικά Από τον βίο τουΜεγάλου Παχωμίου:
α) Κάποιος πλανεμένος μοναχός προκαλούσε τους πατέρες του κοινοβίου του Αββά Παλάμωνα (Γέροντα του Παχωμίου) λέγοντάς τους: «Όποιος έχει πίστη, ας σταθεί πάνω σε κάρβουνα αναμμένα και να απαγ­γείλει τοΠάτερ ημών».Παρά τις νουθεσίες του Αββά Παλάμωνα, ο άφρων μοναχός δεν συνήλθε από την δαιμονική του έπαρση. Πήδηξε γυμνόπους επί της ανθρακιάς, και είπε την Κυριακή προσευχή μέχρι τέ­λους, μένοντας αβλαβής (αβλαβής στα πόδια όχι και στο κεφάλι). Και την άλλη μέρα φεύγοντας ωνείδιζε τους Αδελφούς: «Ταλαίπωροι, που είναι η πίστη σας;». Φυσικά δεν άργησαν να παρουσιασθούν εμφανέστερα τα συμπτώματα δαιμονισμού του εν λόγω αδελφού.
β) Αργότερα στο κοινόβιο του Μεγάλου Παχωμίου πήγαν κάποιοι αιρετικοί μοναχοί και τον προκαλούσαν να περπατήσουν μαζί πάνω στο νερό του ποταμού, για να φανεί ποιος είναι πιο ενάρετος. Ο άγιος τους απάντησε με ταπείνωση: «Ο πόθος του Παχωμίου δεν είναι να διέλθει αυτόν τον ποταμό τον υδάτινο, αλλά εκείνο τον πύρινο ποταμό, ο οποίος πρόκειται να με σύρει βιαίως ενώπιων του φοβερού βήματος του Χριστού, για να κριθώ ο πολυαμάρτητος. Γι’ αυτό φροντίζω και γι’ αυτό αγωνίζομαι. Αυτές δε τις σατανικές ενέργειες που μου προβάλλε­τε, τις αποστρέφομαι και τις βδελύσσομαι». Και μετά ο όσιοςπαρήγγειλε αυστηρά στους αδελφούς να μην επιθυμήσουν ποτέ να ιδούν οπτασία ή αποκάλυψη ή δαίμονες.Ούτε να ενοχλούν τον Θεό με τέτοιες Ανάρμοστες αιτήσεις.
4) Η ΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ ΩΣ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΩΣ ΚΑΚΟΠΡΑΞΙΑ.
Είναι φανερό ότι τα προαναφερθέντα νοσηρά συμπτώματα της θαυματολαγνείας, οραματολαγνείας και χαρισματολαγνείας, Αποτελούν καρπούς του πνεύματος της πλάνης. Και δεν ξεχνάμε ότι το πρώτο πνεύμα που εξορκίζομε στους προς το Άγιο βάπτισμα ερχομένους,είναι το δαιμόνιο της πλάνης. Η Εκκλησία θεωρεί κατ’ εξοχήν δαιμονόπληκτο τον άνθρωπο που κατέχεται από τέτοιο πνεύμα. Για να γίνει, λοι­πόν, κάποιος μέλος της Εκκλησίας, η οποία είναι στύλος και εδραίωμα της αληθείας, πρέπει πρώτα να ελευθερωθεί από αυτό το πνεύμα της πλάνης.
Όμως ο διάβολος, όπως υπογραμμίζει και ο άγιοςΙωάννης ο Χρυσόστομος, δεν κατακτά τον άνθρωπο μόνο ως πνεύμα πλάνης, αλλά και ως πνεύμα ειδωλολατρίας και πάσης πλεονεξίας, όπως επίσης και ως πνεύμα ψεύδους και πάσης ακαθαρ­σίας. Δηλαδή η δαιμονική κατοχή δεν εκδηλώνεται μόνο ως κακοδοξία αλλά και ως κακοπραξία ως διε­στραμμένος τρόπος ζωής.
Σ’ αυτό που έχει λεχθεί, ότι η μεγαλύτερη επιτυχία του διαβόλου είναι να πείθει τον ανθρωπο ότι δεν υπάρχει, θα μπορούσε να προστεθεί ότι μια εξ ίσου επιτυχημένη παραπλάνηση του ανθρώπου από τον διάβολο είναι να τον κάνει να πιστεύει ότι δαιμονόπληκτος είναι μόνο αυτός που κυλιέται στην γη βγάζοντας αφρούς από το στόμα, τρίζοντας τα δό­ντια και βλαστημώντας ιερόσυλα. Αλλοίμονο δεν είναι μόνο τέτοιοι αυτοί που βρίσκονται υπό την εξουσία των δαιμόνων.
Η Παράδοση της Εκκλησίας με συνέπεια παρου­σιάζει ως δαιμονόπληκτο τον κάθε άνθρωπο που εκούσια υποδουλώθηκε σε κάποιο πάθος, όσο «μι­κρό» κι αν φαίνεται.Γιατί, όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, και το σπουργίτι έστω και αν δεν έχει πιαστεί ολόκληρο αλλά μόνο από το ποδα­ράκι του στην παγίδα που του στήσανε, βρίσκεται όμως στην εξουσία εκείνου που έστησε την παγίδα.
Και συνεχίζει ο άγιος Ιωάννης αναφερόμενος στην φρικτή περίπτωση του ανθρώπου που πιάνεται στην παγίδα όχι από το ποδαράκι, αλλά από την τσέπη του, δηλαδή τονφιλάργυρο.
«Τι θάλεγε κανείς για τον φιλάργυρο; (λέει ο άγιος Ιωάννης). Δεν είναι κι αυτός δαιμονισμένος; Ποιος μπορεί ποτέ να τον συγκρατήσει; Στην περί­πτωση των δαιμονισμένων της χώρας των Γεργεσηνών, οι δαίμονες υποχώρησαν στο πρόσταγμα του Κυρίου, και βγήκαν αμέσως από το σώμα των ανθρώπων. Ο υποδουλωμένος όμως στο πνεύμα της φιλαργυρίας, ούτε στο πρόσταγμα του Χριστού υπο­χωρεί. Δεν υπακούει. Όχι επειδή είναι ισχυρότερος του Χριστού. Αλλά επειδή ο Χριστός δεν μας φρο­νηματίζει χωρίς τη θέλησή μας.
Ποιος λογικός άνθρωπος θα ήθελε να συνανα­στρέφεται με τέτοιου είδους ανθρώπους; Εγώ τουλά­χιστον θα προτιμούσα να ζω μαζί με χίλιους δαιμο­νισμένους, παρά με ένα που υποφέρει από αυτή την αρρώστεια. Τι παρόμοιο κάνουν όλοι μαζί οι δαιμο­νισμένοι με αυτό που τόλμησε να κάνει ο Ιούδας; Αν κάποιος μπορούσε να ιδεί καθαρά τον δαίμονα που βρίσκεται μέσα σε ένα τέτοιον άνθρωπο, θα διεπίστωνε ότι είναι πολύ πιο άγριος και μανιώδης από αυτούς που βγήκαν από τους δαιμονισμένους των Γεργεσηνών».
Αφήσαμε τον άγιο Ιωάννη να μιλήσει λίγο περισ­σότερο για να τονισθεί ότι:Η κεντρική πόρτα εισόδου των δαιμόνων στον άνθρωπο είναι η καταφρό­νηση των εντολών του Θεού, και η αντικατάσταση του «γενηθήτω το θέλημά Σου» της Κυριακής Προ­σευχής με το «γενηθήτω το θέλημά μου».
Ο άνθρωπος που γλυκάθηκε με τα σιρόπια της αυτονομίας και σιχάθηκε το ζων ύδωρ της υπακοής, αποτελεί «κελεπούρι» για τον διάβολο. Και μάλιστα «κελεπούρι» που το πιάνει χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Η μεγαλύτερη αφορμή ξεκούρασης για τον διάβολο είναι το να κάνουμε τα θελήματά μας. Γιατί «έφ’ όσον τα θελήματα ημών ποιούμεν, ου πολεμούσι μεθ’ ημών οι δαίμονες», όπως λέει και ο Αββάς Ποιμένας:«τα γαρ θελήματα ημών δαίμονες γεγόνασι· και αυτοί εισίν οι θλίβοντες ημάς, ίνα πληρώσωμεν αυτά».Στις «9 Statements)) του ιδρυτή της ‘Εκκλησίας του Σατανά αναφέρεται: «ο σατανάς ενσαρκώνει την ικανοποίηση των παθών».
Αφού λοιπόν ο διάβολος αποκτά εξουσία πάνω στον άνθρωπο όχι κατά τρόπο μαγικό, αλλά με την ελεύθερη συγκατάθεση του θεληματάρη ανθρώπου, είναι αυτονόητο ότι και η απαλλαγή από την επήρεια των δαιμόνων δεν μπορεί να γίνει με τρόπο μα­γικό.
Η περί παθών διδασκαλίατης Εκκλησίας είναι το κατ’ εξοχήν κεφάλαιο της ορθοδόξου ανθρωπολο­γίας, το οποίο αποτελεί την καλύτερη
5) ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΜΑΓΙΚΗΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΕΚΚΑΗΣΙΑΣ.
Αποτελεί το καλύτερο αντίδοτο στον άνθρωπο που δηλητηριάστηκε από αυτή την αντίληψη. Και λέμε «δηλητηριάστηκε» γιατί πρόκειται για μια βαρειά δηλητηρίαση, που αποτελεί την κυριώτερη νοσογόνο αίτια. Από αυτήν κυρίως υποφέρει ο κάθε (κατά φαντασίαν ή πραγματικά) μαγεμένος, που καταφεύγει στο ιατρείο της Εκκλησίας.
Και είναι εγκληματικό να τον αφήσωμε να πιστεύ­ει ότι φορώντας ένα σταυρό ή πίνοντας ένα μπουκά­λι αγιασμό όλα θα πάνε καλά. Χρειάζεται πρώτα να του επισημάνωμε ποιές είναι οι πόρτες που χρησιμο­ποιεί ο διάβολος για να μπει στην ζωή των ανθρώ­πων και έπειτα να του μάθουμε πως κλείνουν αυτές οι πόρτες και πως ανοίγει η θύρα ελέους του Θεού. Και πάνω απ’ όλα να τον βοηθήσωμε να καταλάβει ότι για να κλείσουν οι μεν και να ανοίξει η δε, χρειά­ζεταιδουλειά.Και εκ μέρους του δουλειά.
Ένας Τούρκος αξιωματικός, που ήταν βαρειά άρρωστος, έστειλε κάποτε στον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό μια λεκάνη με νερό για να την ευλογήσει ώστε να την πιεί ως φάρμακο. Ο άγιος κάνοντας σωστή διάγνωση του πρότεινε κάποιο άλλο φάρμα­κο, σίγουρα πολύ ακριβότερο. Του λέει: Θα σου ευλο­γήσω το νερό με δυο προϋποθέσεις: α) Να σταματή­σεις να μπεκροπίνεις, και β) να δώσεις ελεημοσύνη στους φτωχούς το 1/10 της περιουσίας σου.
Με άλλα λόγια, ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός είπε στον Τούρκο: α) δεν είμαι μάγος, και β) Αν θέλεις να γίνεις ΚΑΛΑ (το «καλά» με κεφαλαία), αγωνίσου εσύ ο ίδιος να ελευθερωθείς από τα τυραννικά αφε­ντικά που λέγονται «πνεύμα φιληδονίας» και «πνεύμα φιλαργυρίας». Έτσι θα γίνεις και «καλά» (το «καλά» με μικρά), δηλαδή θα θεραπευθείς από την αρρώστεια.
Ο Τούρκος υποσχέθηκε ότι θα κάνει αυτά που του ζήτησε ο άγιος. Και μόνο τότε ο άγιος Κοσμάς του έστειλε τον αγιασμό.
Ακριβώς αυτό είναι το έργο της Εκκλησίας: Να βοηθήσει τους πιστούς να διακρίνουν μεταξύ του ΚΑΛΑ (με κεφαλαία) και του «καλά» (με μικρά). Κι αν είναι εγκληματικό (όπως είπαμε) να αφήνωμε τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι με την μαγική χρή­ση των αγιαστικών μέσων της Εκκλησίας όλα θα πη­γαίνουν καλά, άλλο τόσο εγκληματικό είναι να τους αφήσωμε να πιστεύουν ότι αυτό το «καλά» (με μι­κρά), δηλαδή η ανακούφιση του ανθρώπου από κά­ποια προσωρινά προβλήματα, ταυτίζεται με το ΚΑ­ΛΑ (με κεφαλαία), δηλαδή τη σωτηρία του όλου ανθρώπου από την δουλεία της αμαρτίας, και από τις συνέπειές της: την φθορά και τον θάνατο.
Ο Χριστός έγινε άνθρωπος, όχι για να μας δώ­σει την δυνατότητα να φοραμε φανέλλες με την ξε­νόγλωσση διακήρυξη NO PROBLEM (έστω κι αν αυτό το problem είναι η ενόχληση ή και η κατάλη­ψη από κάποιο δαιμόνιο), αλλά για να μας δώσει την δυνατότητα να γραφεί το όνομά μας «εν ουρανοίς». Αυτό είναι το πρώτο ζητούμενο. Και αυτό πρέπει να μάθουμε τους πιστούς μας πρώτα να ζητιάνε. Και αυτή είναι η πρώτη η μοναδική αιτία χαράς για όλη την Εκκλησία.
Ας θυμηθούμε ότι όταν επέστρεψαν οι εβδομήκοντα μετά χαράς λέγοντες: «Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσεται ημίν εν τω ονόματί σου», ο Χριστός τους απάντησε: «Εν τούτω ΜΗ χαίρετε, ότι τα πνεύματα υμίν υποτάσσεται· χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς».
Και επειδή (όπως είπαμε) θέλουμε «εδώ και τώ­ρα» γεγονότα και όχι απλώς νεφελώδεις υποσχέσεις, γι’ αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι: η εγγραφή των ονομάτων εν ουρανοίς δεν είναι ένα ωραίο σχήμα λόγου που περιγράφει μεταφορικά κάποια νεφελώδη εσχατολογική ελπίδα. Ίσα-ίσα είναι μία εδώ και τώ­ρα ένταξη στο Σώμα της Εκκλησίας. Δηλαδή, κάτι το πολύ συγκεκριμένο και σαφές.Έξω από αυτό το Ένα Σώμα της Μιας Εκκλησίας, οποιαδήποτε «νί­κη» (εντός εισαγωγικών) κατά του διαβόλου, οποιαδήποτε «Απαλλαγή» (εντός εισαγωγικών) από την εξουσία του διαβόλου είναι φιάσκο. Είναι μπλόφα.Και αποτελεί μεγάλη επιτυχία του διαβόλου το να δημιουργήσει στον άνθρωπο την
8) ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΓΕΙΑ
Στον βίο του Αγίου Ανδρέα του δια Χριστόν σαλού θα έχετε διαβάσει για την περίπτωση τουμάγου Βιργινίου. Σας θυμίζω με συντομία το περιστατικό:
Κάποια γυναίκα μαθαίνοντας ότι ο άντρας της την απατάει, κατέφυγε στον μάγο Βιργίνιο. Εκείνος της υποσχέθηκε να την βοηθήσει.Και αποκαλύπτο­ντας της κάποιες αμαρτίες της,ενίσχυσε την πίστη της προς αυτόν. Μετά ο μάγος πήγε σπίτι της, ζή­τησε λάδι και νερό, τα έβαλε σε ένα καντήλι, πήρε μια λαμπάδα, άναψε το καντήλι και το έβαλε μπρο­στά στις εικόνες. Όλα τα έκανε με φαινομενική ευλάβεια. Τέλος πήρε μια ζώνη, κάτι ψιθύρισε, έκανε τέσσερεις κόμπους και την έδωσε στην γυναίκα να την φοράει κατάσαρκα.
Αποτέλεσμα; Άμεσο και εντυπωσιακό! Ο άντρας της σταμάτησε τις εξωσυζυγικές σχέσεις και έγινε υπο­δειγματικός σύζυγος. Το πρόβλημα λύθηκε. Όλα φαι­νόταν ότι πήγαιναν καλά. Μέχρι που η πλανεμένη γυ­ναίκα άρχισε να δέχεται σφοδρές δαιμονικές επιθέσεις κυρίως την νύχτα. Το πονηρό πνεύμα ζητούσε την ανταμοιβή του, έφ’ όσον εκείνη πρώτη κατέφυγε σ’ αυτό. Τράβηξε πολλά η ταλαίπωρη για να καταλάβει ότιδαίμονας δαίμονα «ουκ εκβάλλει». Και ότι η συμ­μόρφωση του συζύγου της ήταν φιάσκο του διαβόλου.
Και τότε θυμήθηκε ότι πρέπει να αρχίσει να προ­σεύχεται και να νηστεύει. Και τότε θυμήθηκε να κατα­φύγει στον μαθητή του Αγίου Ανδρέα, τον Επιφάνιο.
Ας ακούσουμε και την εξήγηση που έδωσε ο άγιος Ανδρέας στον Επιφάνιο, για το πως ο διάβο­λος απέκτησε εξουσία σ’ αυτήν την γυναίκα. Οι άγιοι, κατά τον Απόστολο Παύλο, «τα νοήματα του διαβόλου ουκ αγνοούσι».
Ο διάβολος, είπε ο άγιος Ανδρέας, συνηθίζειπρώτα να διώχνει την χάρη του Θεούαπό τους ανθρώπους, και ύστερα να μπαίνει μέσα τους ανεμπό­διστα. Η θεία Χάρη δεν φεύγει επειδή φοβάται τον διάβολο, αλλά επειδή αποστρέφεται και σιχαίνεται την δυσωδία της αμαρτίας. Ο διάβολος δεν οδηγεί τον άνθρωπο στην αμαρτία τυραννικά. Απλώς τον πειράζει, τον ερεθίζει και του φέρνει πονηρούς λογι­σμούς. Αν ο άνθρωπος υποχωρήσει στην σατανική πρόκληση και πέσει στην αμαρτία, ο διάβολος αποκτά δικαιώματα επάνω του και η χάρη φυγαδεύεται.
Κάτι παρόμοιο συνέβη και με την δυστυχισμένη γυναίκα. Την φθόνησε ο διάβολος επειδή ήταν ευσεβής και σεμνή, και θέλησε να την υποδουλώσει. Χρη­σιμοποίησε στην αρχή την ασωτεία του συζύγου της για να την οδηγήσει στον μάγο Βιργίνιο. Κατάφερε έπειτα να του δώσει η ίδια με την θέλησή της τα απαραίτητα για την μαγεία. Προσπάθησε μετά να απομακρύνει από πάνω της την χάρη του Αγίου Βα­πτίσματος. Χρησιμοποίησε το καντήλι αντί για κολυμβήθρα, το νερό αντί για το αγιασμένο νερό του Βαπτίσματος, το λάδι αντί για το άγιο Μύρο, την λαμπάδα αντί για τα κεριά που έκαιγαν την ώρα του μυστηρίου. Όσον αφορά τους κόμπους της ζώνης, εκεί «έδεσε» τον διάβολο και την πρόσταξε να την φορεί κατάσαρκα, για να τον έχει διαρκώς τυλιγμέ­νο στην μέση της.
Αυτά είπε ο άγιος Ανδρέας στον μαθητή του Επιφάνιο.
Είναι φανερό ότι η γυναίκα αυτής της ιστορίας έπεσε στην παγίδα του διαβόλου, επειδή είχε υπο­δουλωθεί στην μαγική αντίληψη για τα αγιαστικά μέ­σα της Εκκλησίας. Και έτσι δεν κατάλαβε και την θεατρινίστικη ευλάβεια του μάγου Βιργίνιου.
Θα μας συγχωρηθεί για μια ακόμη φορά να επαναλάβουμε:Όταν τα Μυστήρια και όλα τα αγιαστικά μέσα της Εκκλησίας τα δούμε σαν ξερές μαγικές τελε­τές και σαν σύμβολα ξεκομμένα από την ορθόδοξη εκκλησιολογία και ανθρωπολογία, τότε τα απογυμνώ­νουμε από την ζωοποιό χάρη τους, (δηλαδή τα κατα­ντάμε ανενεργά), και καταλήγομε να πετάμε τα άγια τοις κυσί.Έτσι αντί να τα χρησιμοποιούμε για να κα­ταισχύνουμε και να εμπαίζουμε τον διάβολο, του δίνου­με το δικαίωμα να μας εμπαίζει αυτός με αυτά. Και να μας πλανά, ακόμη και με το σημείο του Σταυρού, δη­λαδή με το κατ’ εξοχήν όπλο που χρησιμοποιεί η Εκ­κλησία εναντίον του. Ακριβώς γιατί δεν τηρούμε τις
9) ΣΩΣΤΕΣ ΠΡΟΎΠΟΘΕΣΕΙΣ ΧΡΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΑΓΙΑΣΤΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ
Ενθυμείσθε ότι με τον δεύτερο εξορκισμό προ του βαπτίσματος, επιτιμάμε τον διάβολο εν ονόματι «του σωτηριώδους πάθους του Κυρίου ημών Ιησού Χρι­στού». Ο Χριστός, όταν ήλθε η ώρα των Αγίων Παθών Του, είχε ειπεί: «Νυν ο άρχων του κόσμου τούτου εκβληθήσεται έξω. Καγώ εάν υψωθώ εκ της γης, πάντας ελκύσω προς εμαυτόν».
Ο Σταυρός του Χριστού είναι η συντριβή του δια­βόλου. Ο Χριστός, λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστο­μος, έκανε όπως ένας βασιλεύς, ο οποίος αφού συλ­λάβει κάποιον λήσταρχο, αυτόν μεν τον φυλακίζει και τον τιμωρεί, τους θησαυρούς του δε τους μεταφέρει στα βασιλικά θησαυροφυλάκια. Έτσι και ο Χριστός, αφού με τον θάνατό Του φυλάκισε τον λήσταρχο διά­βολο και τον δεσμοφύλακά του, τον θάνατο, μετέφε­ρε όλον τον πλούτο τους, δηλαδή το ανθρώπινο γέ­νος, στα βασιλικά θησαυροφυλάκια. Αυτό φανερώνει και ο απόστολος Παύλος λέγοντας:«Ελυτρώσατο ημάς εκ της εξουσίας του σκότους και μετέστησεν εις την βασιλεία του Υιού της αγάπης αυτού».
Τι κρίμα, λοιπόν, και τι ντροπή, ενώ έχομε την δυνατότητα δια του Σταυρού να μετατεθούμε στην βασιλεία του Υιού της αγάπης αυτού, τι κρίμα και τι ντροπή να αφήνουμε τον διάβολο να μας μεταθέ­τει στην βασιλεία του σκότους, εμφανιζόμενος ενίοτε ως Χριστός εσταυρωμένος ή και παρακινώντας μας να κάνουμε το σημείο του Σταυρού.
Και είναι προφανές ότι ο άνθρωπος γίνεταιδεκτι­κός σε τέτοιες πλάνες, από την στιγμή που θα αφή­σει να τον κυριεύσει η έπαρση και το δαιμονικό πνεύμα τηςαυτονομίας.Γιατί ακριβώς τότε, έστω κι αν εκκλησιάζεται, έστω κι αν εξομολογείται, στην ουσία καταντάει να χρησιμοποιεί την Εκκλησία και την εξομολόγηση ως μέσαΑΥΤΟΔΙΚΑΙΩΣΗΣ.
Ο μακαριστός ΓέρονταςΔανιήλ ο Κατουνακιώτηςαναφέρει ένα συγκλονιστικό περιστατικό, το οποίο συνέβει σε κάποιον διάκονο Ιερόθεο στην Ιερά Μο­νή του Ρωσσικού. Ο εν λόγω διάκονος, λέει ο Γέρων Δανιήλ, νέος ωνήρξατο αυτοβούλως(δηλαδή άνευ ευλογίας· να το σαράκι της αυτονομίας!…), ήρξατο λοι­πόν αυτοβούλως να αγρυπνεί μεγάλως, δι’ όλης της νυκτός ιστάμενος και ποιων μετανοίας· τούτον ιδών ο διάβολος, άρχισε να του παρουσιάζει πλήθος θεωριών καθ’ εκάστην. Του παρουσίαζε τον Χριστό, την Παναγία, Αγγέλους κ.λ.π. Και για να τον πείσει ο πο­νηρός ότι δήθεν οι θεωρίες αυτές ήταν από τον Θε­ό, του έλεγε: «Να εγώ, ο Χριστός, έχω σκοπό να σε αξιώσω μεγάλων χαρισμάτων (θυμηθείτε την χαρισματολαγνεία που λέγαμε)· μόνο, του λέει ο διάβολος, να προσέξεις να μην απατηθείς από τον δαίμονα της υπερηφανείας· και πάντοτε να κάνεις τον σταυρό σου, για να φυγαδεύεται η επήρεια του εχθρού.
Να λοιπόν πουμπορούμε να δίνουμε δικαίωμα στον διάβολο να μας διδάσκει δήθεν πως πρέπει να φυλαγώμαστεαπό τις μεθοδείες του και να μας προ­τρέπει να κάνουμε και το σημείο του Σταυρού.
Και συνεχίζει ο Γέρων Δανιήλ για τον ταλαίπω­ρο Ιερόθεο:
Πολλάκις του εφαίνετο ο διάβολος ως Εσταυρωμένος, ενώπιων του οποίου έκαμε με προσοχήν τον σταυρόν του και τον κανόνα του· και του εδείκνυε θε­ωρίας κι αποκαλύψεις μυρίας· ου μην δε προσέξτετού εδείκνυε και τα ελαττώματα των πατέρων(Καρ­πός της αυτονομίας είναι και το δαιμονικό σύνδρο­μο του αυτόκλητου κριτή πάσης της οικουμένης).
Και να σκεφθεί κανείς (συνεχίζει ο Γέρων Δανι­ήλ), ότι όλα αυτά ο Ιερόθεος τα εξωμολογείτο συνεχώς.Οι δε πνευματικοί βλέποντες σταυρούς και τα­πεινώσεις και ότι απέφευγε πασαν αργολογίαν, τον εθεώρουν άγιον της εποχής. Από την παγίδα κατά­φερε να τον γλυτώσει ένας άγιος πνευματικός ο πολύς παπα-Σάββας. Με την διάκριση και την πολ­λή του αγάπη, βοήθησε τον Ιερόθεο να καταλάβει ότι ο εμφανιζόμενος Χριστός ήταν ο διάβολος.
Και όταν του ξαναεμφανίστηκε «υπερζέσας τω θυμώ ο πλανηθείς είπε: «Συ είσαι, όπου μου φαίνε­σαι ως Χριστός; Όχι! Είσαι διάβολος!». Και αμέσως τότε εμφανισθείς ο Βεελζεβούλ, «εγώ, του λέγει, είμαι ο Σατανάς, τον οποίον τόσα έτη λατρεύεις· και κρατω εχέγγυο την υπογραφή σου», (διότι νοερώς πολλάκις τον έβαζε και υπέγραφε). Και αμέσως ο διάβολος όρμησε κατ’ επάνω του.
Τότε τον έπιασαν οι πατέρες· και μόλις κατάφε­ραν να τον καθησυχάσουν, ο οποίος έτρεμε ολοφυρόμενος την συμφορά του. Και με εκτενείς προσευ­χές όλης της αδελφότητος και επανειλημμένους εξορκισμούς απεσοβήθησαν του λοιπού οι φαντασίες.
Ίσως να έχετε ιδεί μια υποτίθεται αντιαιρετική αφίσσα, που κυκλοφορεί εδω και καιρό. Γράφει: Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΧΕΙ ΑΓΙΟΥΣ, ΠΑΝΑΓΙΑ, ΣΤΑΥΡΟ, ΜΥΣΤΗΡΙΑ, ΕΙΚΟΝΕΣ, ΛΙΒΑΝΙ, ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ. Θυμίζει σαφώς διαφημιστικό παντοπωλείου. Η εν λόγω ανυπόγραφη αφίσσα προφανώς προέρχεται από χώρουςτουundergroundζηλωτισμού· και θέλομε να πιστεύουμε ότι ενισχύει την νοσηρή μαγική αντίληψη για το έργο της Εκκλησίας. Θεωρούμε επίσης σκόπι­μο να πούμε ότι στους ίδιουςσχισματικούς χώρους ευδοκιμούν τα επίσης νοσηρά σύνδρομα, όπως: το σύν­δρομο του αυτόκλητου σωτήρα της Ορθοδοξίας, το σύνδρομο του αυτόκλητου κριτή πάσης της Οικουμέ­νης, το σύνδρομο του έως θανάτου αγωνιστή κατά του Αντιχρίστου, και πολλοί άλλοι καρποί του πνεύματος της πλάνης και της υπερηφανείας.
Και δεν είναι σύμπτωση, ότι στους ίδιους σχισμα­τικούς χώρους εντοπίζεται συχνά και το σύνδρομο του κατ’επάγγελμα εξορκιστή δαιμονισμένων(το «κατ’ επάγγελμα» δεν έχει πάντοτε οικονομική-κερδοσκοπική σημασία).
Ας δούμε σ’ αυτό το σημείο ποια είναι και η
10) ΣΩΣΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΞΟΡΚΙΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΜΑΓΕΙΑΣ.
Κατ’ Αρχήν επισημαίνουμε ότι το τελευταίο αυτό σύνδρομο του κατ’επάγγελμα εξορκιστήείναι νοση­ρότατο σύνδρομο και διεισδύει ως μεταδοτικός ιός και στους καθ’ ημάς εκκλησιαστικούς χώρους. Και το εν λόγω μικρόβιο προκαλεί εξόχως νοσηρά συμπτώ­ματα όπως: οιεξορκισμοί-showή οιεξορκισμοί σε στυλ «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε».Ερωτάει ο εξορκιστής· απαντάει ο διάβολος. Και οι απαντήσεις του διαβόλου (ο οποίος κατά τα άλλα θεωρείται πατήρ του ψεύδους) εκλαμβάνονται όλες ως έγκυρες μαρτυ­ρίες και ως αδιαμφισβήτητα αληθείς ομολογίες!
Γι’ αυτά τα φαινόμενα, έλεγε ο μακαριστός Γέρο­νταςΠορφύριος:«Αυτά που γίνονται σήμερα, που με­ρικοί αυτοχειροτονούνται εξορκιστές και εξορκίζουν δημόσια και παρουσία ακροατηρίου, είναι απαράδε­κτο. Συχνά τα δαιμόνια πειράζουν και τους υγιείς που παρακολουθούν εξορκισμούς, και νομίζουν ότι είναι και αυτοί δαιμονισμένοι. Αλλά εκτός από αυτό, πει­ράζουν και τους ιερείς γιατί τους ρίχνουν σε έπαρση».
Αυτά έλεγε ο π. Πορφύριος. Μάλιστα κάποια φο­ρά επέπληξε αυστηρά ένα κληρικό, ο οποίος διάβαζε περισσότερο ίσως από ότι έπρεπε εξορκισμούς σε πε­ρίπτωση νευρασθενούς μάλλον παρά δαιμονισμένου.
«Εσύ είσαι, του λέει, ο Μέγας Αντώνιος, να εξορκίζεις και να εκδιώκεις δαιμόνια; Εφ’ όσον δεν είσαι, γιατί τα ταράζεις με τους εξορκισμούς και μετά αφή­νεις το θύμα τους έρμαιο να το βασανίζουν; Ίσως είναι καλύτερο να μνημονεύεις τον πάσχοντα στην Προσκομιδή ή να κάνεις παρακλήσεις γι’ αυτόν».Και κατέληγε ο π.Πορφύριος:«Προσοχή, δεν λέω να μη διαβάζονται εξορκισμοί σε ανθρώπους που δεν μπο­ρούν να βοηθήσουν καθόλου τον εαυτό τους· να δια­βάζονται, αλλά με μεγάλη διάκριση και αθόρυβα».
Η Εκκλησία, όπως γνωρίζομε, πάντοτε συνι­στούσε την χρήση των εξορκισμών μετά φειδούς. Οι άγιοι της Εκκλησίας κάθε άλλο παρά εύκολοι και βιαστικοί ήσαν να διαβάζουν εξορκισμούς σε δαιμο­νισμένους.Η ανάγνωση των εξορκισμών ήταν συνή­θως το έσχατο μέσο και όχι το πρώτο, που εχρησιμοποιείτο στην θεραπευτική αγωγή των δαιμονισμένων. Και τότε πάλι γινόταν με πολλή διάκριση,ταπεινά και αθόρυβα.Ποτέshow!
Το Γεροντικό και τα συναξάρια είναι γεμάτα από περιστατικά, που μαρτυρούν του λόγου το αληθές. Και συχνά αυτή η ταπείνωσή τους ενεργούσε δραστι­κότερα στην θεραπεία των δαιμονοπλήκτων.
Έφεραν κάποτε ένα δαιμονισμένο σε μια σκήτη. Και παρ’ όλο που έγινε ευχή υπέρ αυτού εν τη Εκ­κλησία ουκ εξήρχετο ο δαίμων. Ην γαρ σκληρός. Και τότε λένε οι κληρικοί: Τι θα κάνουμε με αυτόν τον δαίμονα; Κανείς δεν μπορεί να τον βγάλει, παρά μό­νον ο Αββάς Βησσαρίων. Αλλά, άμα τον παρακαλέ­σουμε, δεν πρόκειται να έλθει ούτε στην Εκκλησία.
Και σκέφτηκαν το εξής: Έβαλαν τον δαιμονισμέ­νο να κοιμηθεί στον τόπο που στεκόταν ο Αββάς μέ­σα στην Εκκλησία. Και το πρωί που ήλθε ο άγιος να προσευχηθεί του είπαν: «Ξύπνα και τον αδελφό, Αββά». Έτσι κι έγινε. Ο Αββάς Βησσαρίων είπε στον κοιμώμενο: «Ξύπνα και βγες έξω». Και θεραπεύθηκε αμέσως ο αδελφός.
Συνοψίζοντας θα μπορούσαμε να πούμε επιγραμματικά:
Η Εκκλησία δεν αντιμετωπίζει την μαγεία με μια άλλη μαγεία. Απορρίπτει κάθε μαγική χρήση των αγιαστικών της μέσων και τονίζει την προσωπική ευθύνη του ανθρώπου για το άνοιγμα θυρών εισόδου στις δαιμονικές ενέργειες.
Το να ζει κανείς εν υπακοή μέσα στην ενότητα της Μιας Εκκλησίας αποτελεί την αναγκαία και ικανή προϋπόθεση νίκης κατά του διαβόλου, απαλ­λαγής από την καταδυναστεία του και περιφρούρη­σης από τις μεθοδείες του. Γιατί η Εκκλησία έχει κε­φαλή Εκείνον, ο οποίος «εις τούτο εφανερώθη, ίνα λύση τα έργα του διαβόλου».

http://theomitoros.blogspot.gr/

Κατηγορία ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ένα προτεινόμενο πνευματικό πρόγραμμα.

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουνίου, 2014

Στους νέους , και ειδικά στους διανοούμενους , προτείνω στη συνέχεια, κατά την εξομολόγηση, ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει πέντε σημεία:
α ) παρακολούθηση των ιερών ακολουθιών,
β) προσευχή πρωί και βράδυ,
γ) ανάγνωση δύο κεφαλαίων της Καινής διαθήκης καθημερινά,
δ ) επανάληψη όλο και πιο συχνά και πιο έντονα της προσευχής «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν» και
ε) τήρηση νηστειών.
Θα ήθελα να αναλύσουμε ξεχωριστά κάθε σημείο αυτού του προγράμματος:
α ) Φυσικό θα ήταν όσοι εξομολογούνται να παρουσιάζουν μόνοι τους τον εαυτό τους με την αμαρτωλότητά του και να εξομολογούνται τα αμαρτήματά τους. Όμως κάτι τέτοιο συμβαίνει σπάνια. Οι περισσότεροι από αυτούς που έρχονται στην εξομολόγηση περιμένουν να ερωτηθούν και αυτό το κάνουν και μερικοί που εξομολογήθηκαν ήδη αρκετές φορές. Μάλιστα πριν αρχίσουν να εξομολογούνται κάποιο αμάρτημα , συνηθίζω να ρωτώ στην αρχή ποιο είναι το βαπτιστικό όνομα αυτού που προσέρχεται. Έπειτα ρωτώ ποια είναι η ηλικία, η κοινωνική, οικογενειακή και επαγγελματική του κατάσταση. Ακολούθως πότε εξομολογήθηκαν για τελευταία φορά , αν είχαν κάποιο επιτίμιο και αν το εκπλήρωσαν. Μετά από αυτά η πρώτη πιο ειδική ερώτηση είναι: «Πηγαίνεις στην εκκλησία;». Από την απάντηση που θα λάβω εξαρτάται η συνέχεια της εξομολόγησης. Στην περίπτωση κατά την οποία ο συγκεκριμένος άνθρωπος δεν πάτησε το πόδι του στην εκκλησία για μακρό χρονικό διάστημα, χωρίς να υπάρχει εύλογη αιτία (αρρώστια, εργασιακός περιορισμός ) τότε του λέω με αποφασιστικό τόνο: «Αν θέλεις να πεις τίποτε άλλο, εγώ θα σε ακούσω. Όμως να ξέρεις ότι εγώ δε δίνω άφεση αμαρτιών σ’ αυτούς που δεν συμμετέχουν στις ιερές ακολουθίες της Εκκλησίας και ιδιαίτερα στη θεία λειτουργία». Μπροστά σε αυτή τη στάση οι άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι χωρίς να πηγαίνεις στην Εκκλησία δεν μπορείς να φτάσεις στη συγχώρηση των αμαρτημάτων και βέβαια αυτό θα το εφαρμόσουν, όχι μονάχα για μερικούς μήνες αλλά για ολόκληρη τη ζωή τους, όσο ο κάθε χριστιανός είναι υγιής και έχει δυνάμεις.
Αποδίδω μεγάλη σημασία στο να πηγαίνουν οι άνθρωποι στην εκκλησία, γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι εκκλησία ιερών ακολουθιών , είναι εκκλησία της θείας λειτουργίας, εκκλησία που δοξολογεί το Θεό με τους ιερείς και τη μεσολάβηση της ιεροσύνης.
Θεωρώ ότι δεν μπορεί κάποιος να είναι ορθόδοξος, ν’ ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία , χωρίς να συμμετέχει στις ιερές ακολουθίες, στη θεία λειτουργία , χωρίς να έχει σχέση με το Θεό δια της μεσιτείας των ιερέων. Όλα αυτά είναι ουσιώδη χαρακτηριστικά της Ορθοδοξίας και απαρτίζουν αυτό το ιδιαίτερο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο ορθόδοξος χριστιανός μέσα στη θεία λειτουργία εικονίζει τα χερουβείμ∙ «προσάδει» τον τρισάγιο ύμνο στην Παναγία Τριάδα∙ ψάλλει «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος, Κύριος Σαβαώθ» μαζί με τους αγγέλους∙ ακούει το θείο λόγο δια του Ιερού Ευαγγελίου (το Ευαγγέλιο είναι «ο Χριστός εν τω μέσω ημών»)∙ κοινωνεί ουράνιων ευλογιών∙ ζει στη γη στιγμές της βασιλείας του Θεού∙ διακονεί τον Θεό στον ουρανό ή από δω από τη γη (αυτό είναι η εκκλησία, τόπος προσκύνησης αγιασμένος ειδικά για τα πράγματα του Θεού, σύμφωνα με τα λόγια: «Ἐν τῷ Ναῷ ἑστῶτες τῆς δόξης σου, ἐν οὐρανῷ ἑστάναι νομίζομεν, Θεοτόκε, πύλη ἐπουράνιε, …» ). Οι χριστιανοί μας πρέπει να έχουν υπ’ όψιν τους ότι στις ιερές ακολουθίες όλοι «ιερουργούμε», ο καθένας κατά το μέτρο της διακονίας που βρίσκεται. Με άλλα λόγια, στις ιερές ακολουθίες – επομένως και στη θεία λειτουργία- δεν ιερουργεί μόνος του ο ιερέας, αλλά ο ιερέας ιερουργεί μαζί με όλους τους παρόντες και ακόμη μαζί και με τις μακάριες ουράνιες δυνάμεις. Και τούτο, γιατί δεν μπορεί να γίνει θεία λειτουργία χωρίς την παρουσία των χριστιανών, αφού και αυτοί έχουν αγιαστική αποστολή. Αυτό φαίνεται από το ότι ο καθιερωμένος ιερουργός τους καλεί να επιτελέσουν αυτό το έργο τους με τα λόγια: «Ὑπὲρ τῶν προτεθέντων τιμίων Δώρων, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν», «Ὑπέρ τῶν προσκομισθέντων καὶ ἁγιασθέντων τιμίων δώρων, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν».
Έτσι έχουν τα πράγματα. Οι χριστιανοί που έχουν ασθενική πίστη, δε συμμετέχουν στη θεία λειτουργία και δεν εκπληρώνουν κάποιες βασικές και ουσιαστικές πνευματικές υποχρεώσεις δεν μπορούν ν’ αξιωθούν των δωρεών του Θεού. Εξαιρούνται μόνο όσοι είναι ασθενείς και ανήμποροί των οποίων η ελευθερία είναι περιορισμένη και δεν μπορούν να ενεργήσουν από μόνοι τους. Γι’ αυτό λοιπόν ζητώ επίμονα και αμετάκλητα τη συμμετοχή των χριστιανών στις ιερές ακολουθίες. Χωρίς αυτή την προϋπόθεση δε δίνω άφεση των αμαρτημάτων.
Δε διαβάζω συγχωρητική ευχή επίσης και στην περίπτωση που η απόφαση είναι αβαθής, τυπική. Αλλά επιμένω να είναι πραγματική, αληθινή, συνεχής για όλο το διάστημα που ορίστηκε για την κάθε περίπτωση, γνωρίζοντας καλά ότι ο άνθρωπος δεν είναι μια στατική ύπαρξη, ώστε να μπορεί κανείς να χειρίζεται τον καθένα με χειρισμούς καλουπωμένους…
(συνεχίζεται)
Πηγή: «Ο Γέροντας Θεόφιλος Παραϊάν
Χωρίς φως, φωτισμένος»
Μετάφραση- επιμέλεια:
Πρωτοπρ. Κωνσταντίνος Καραϊσαρίδης
Εκδόσεις ΑΘΩΣ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουνίου, 2014

ΣΤΑΘΗΚΑ ΠΑΝΤΑ ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΟΠΩΣ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΕΤΣΙ ΕΜΑΘΑ ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ  
 (Τάσος Λειβαδίτης)
           Ένα ακόμη Σάββατο ψυχών. Και ο κατάλογος που μνημονεύουμε μακραίνει. Φεύγουν από κοντά μας. Κι εμείς, χωρίς να το καταλαβαίνουμε στα τρίσβαθα της καρδιάς μας, αναπέμπουμε δέηση. Για εκείνον, τον μικρότερο, τον μεγαλύτερο, τον βασιλέα, τον στρατιώτη, τον πλούσιο, τον πένητα, τον δίκαιο, τον αμαρτωλό. Και κάπου η σκέψη περνά. Πλησιάζει η ώρα;
             Ανυπεράσπιστοι οι νεκροί μπροστά στο Θεό. Αλλά και μπροστά στους ανθρώπους. Αν τους ρίξεις μια πέτρα, αν τους βρίσεις, αν τους αγγίξεις με λαχτάρα, αν τους φιλήσεις, αν τους περιφρονήσεις, επιχείρημα ουδέν. Αυτό είναι η αιωνιότητα. Επιχείρημα ουδέν. Μόνο σιωπή. Κι ένα ιλαρό φως να απλώνεται στην όψη. Της ψυχής τώρα. Του σώματος όταν  έρθει η ώρα της Ανάστασης.
            Δεν ξέρουμε αν πλησιάζει η ώρα. Ξέρουμε όμως ότι είναι πάντοτε ώρα να αφήσουμε κατά μέρος κάθε επιχείρημα. Όχι παραιτούμενοι από την λογική μας. Αλλά γνωρίζοντας ότι απέναντι στο νόημα της ζωής δεν χωράνε αποδείξεις. Μόνο πίστη. Στον Αναστάντα και Αναληφθέντα. Σ’ Αυτόν που δεν μας άφησε ορφανούς, αλλά στέλνει το Πνεύμα Του. Για να μας απαλλάξει από την αγωνία των επιχειρημάτων και να μας ανοίξει τον δρόμο προς την Αγάπη. Εκείνη που δεν υπερασπίζεται γιατί δεν προσβάλλει. Που δεν ζητεί τα εαυτής γιατί ξέρει να δίνει. Που μακροθυμεί. Που δεν φοβάται, γιατί αφήνεται. Ανυπεράσπιστη και την ίδια στιγμή ελεύθερη.  
            Μνημονεύουμε το Σάββατο των Ψυχών για να στεκόμαστε κι εμείς ανυπεράσπιστοι, αφημένοι στην Αγάπη.
Ψυχοσάββατο Πεντηκοστής 2014  
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πώς βρίσκω τον ήχο ενός τροπαρίου;

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Ιουνίου, 2014

Πώς βρίσκω τον ήχο ενός τροπαρίου;

Μετά από μια ολόκληρη 40ετή θητεία στα ιερά αναλόγια και 30ετή στη διακονία της διδασκαλίας της Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής, δεν μπορώ ακόμη να κατανοήσω πώς και γιατί «κυκλοφορεί» στα «ψαλτικά δρώμενα» η φράση: «θα πιάσω τον ήχο». Πώς και γιατί λέγεται: «θέλω να μάθω να βρίσκω τους ήχους». Πολλές φορές σκωπτικά απαντούσα : «Να τώρα είναι στον αέρα ένας ήχος, πιάστε τον!» Ή «κάτι κυκλοφορεί ανάμεσα μας, ψάξτε»!

Σήμερα με τη μεγάλη πείρα, που όπως ανέφερα απέκτησα, καθώς και από μια μεγάλη έρευνα που άρχισε αμέσως μετά την κυκλοφορία του πρώτου έργου μου «ΠΩΣ ΘΑ ΜΑΘΩ ΝΑ ΨΑΛΛΩ ΠΡΑΚΤΙΚΑ», επίσης με τη συνεργασία όλων των μαθητών μου, αλλά και των 85 συγχορωδών μου, σας διαβεβαιώ ότι όλα αυτά είναι ουτοπία, ένας μύθος! Και εξηγούμαι: Όταν  σας παρακαλέσω  να τραγουδήσετε ένα τραγούδι ή να ψάλλετε ένα τροπάριο που ξέρετε καλά,  θα ψάξετε να βρείτε τον ήχο ή ο,τιδήποτε άλλο ή θα ξεκινήσετε αμέσως χωρίς δισταγμό να το τραγουδάτε ή να το ψάλλετε; Τι συμβαίνει λοιπόν σ” αυτή την περίπτωση; Επίσης ένα άλλο παράδειγμα καθαρά ψαλτικό: πώς ένας Ψάλτης μουσικός ή πρακτικός ψάλλει ένα προσόμοιο από το Μηναίο χωρίς μουσικά;  Τι συμβαίνει, λοιπόν; «Ποιο είναι το συμπέρασμά σας;», θα ρωτήσετε. Έχω πει πολλές φορές ότι η μουσική, το τραγούδι, η ψαλτική  είναι πρώτιστα θέμα ταλέντου,αγάπηςθέλησης καιαφιέρωσης. Απλά, ποιος λαϊκός – δημοτικός τραγουδιστής, οργανοπαίχτης, συνθέτης είχε μουσικές γνώσεις; Έλεγαν οι περισσότεροι «εμείς εξ ακοής τραγουδάμε»! «Το ακούμε και το λέμε», έλεγε ο μεγάλος Στέλιος Καζαντζίδης. «Πώς παίζετε τόσο όμορφα;», ρώτησε τονΒασίλη Τσιτσάνη, «χωρίς να ξέρετε μουσική;» ένας μεγάλος συνθέτης της Δύσης. «Εγώ μιλώ με το μπουζούκι μου! Μ’ αγαπά και τ’ αγαπώ! Ό,τι του λέω κάνει! Έχω ένα καλώδιο αόρατο που συνδέει τα χέρια μου με τις χορδές του και με τη ψυχή μου»! Ο μεγάλος δάσκαλος της Κρητικής μουσικής Θανάσης Σκορδαλός ερωτηθείς από τον Σπύρο Περιστέρη, ποιο ωδείο έχει τελειώσει, απήντησε : «Το ωδείο του Σπηλίου». «Ποιο είναι το Σπήλι;», συνέχισε ο Περιστέρης. «Το χωριό μου», είπε ο Σκορδαλός. «Και έχει ωδείο το χωριό σας;»  «Έχει τα γάργαρα νερά, τα ήθη και τα έθιμα, την παράδοσή του!» «Δηλαδή δεν ξέρετε να διαβάζετε νότες;» «Ζώ την Κρητική Παράδοση, αγαπώ την Κρήτη, είμαι Ορθόδοξος Χριστιανός και από μικρό παιδί στο ψαλτήρι. Αυτό είναι το ωδείο μου»!

Θα μπορούσα να φέρω χιλιάδες παραδείγματα για να στηρίξω την πεποίθησή μου, το «πιστεύω» μου και μάλιστα πολλά ψαλτικά παραδείγματα,  ότι «ο ήχος είναι άυλον, άοσμον και αόρατον» κατά την έκφραση του αειμνήστου άρχοντος Διδασκάλου του γένους ημών Κ. Πρίγγου. «Τότε πώς θα βρίσκω τους ήχους;», θα εξακολουθήσετε να με ρωτάτε. Η απάντηση μια και μοναδική (το ίδιο παράδειγμα χρησιμοποιώ και στους σπουδαστές της μουσικής μας): Έχετε δει ποτέ θεατρική ή κινηματογραφική παράσταση και να κρατούν οι ηθοποιοί τους ρόλους τους στα χέρια; «Όχι φυσικά», θα απαντήσετε. Τότε; Θα πρέπει απαραιτήτως να μάθει το ρόλο του απ” έξω και ο υποβολέας απλά κρυμμένος θα τον βοηθά. Για μας τους μουσικούς, το μουσικό κείμενο είναι ο υποβολέας!

Όπως γράφω στο κεφάλαιο «περί μελέτης» της Βυζαντινής Μουσικής, δηλαδή τον τρόπο μελέτης, εκμάθησης και εν τέλει πρακτικής εξάσκησης, η ψαλτική τέχνη θέλει μελέτη,επιμονή και υπομονή.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ (ένας πρακτικός τρόπος για να μάθουμε να ψάλουμε):

1) Στην αρχή μαθαίνω από στήθους (απ’ έξω κι ανακατωτά  όπως λέγαμε στο σχολείο) τα κυριότερα  προσόμοια.
2) Μαθαίνω τα γνωστά τροπάρια :
Α΄ ήχος: «Σώσον Κύριε τον λαόν σου».
Β΄ ήχος: «Φώς ιλαρόν».
Γ΄ ήχος: «Την ωραιότητα», «Αι γενεαί πάσαι».
Δ΄ ήχος: «Ανοίξω το στόμα μου», «Η γέννησίς σου».
Πλ. Α΄ ήχος:  «Χριστός ανέστη», «Η ζωή εν τάφω», «Ευλογητάρια».
Πλ. Β΄ ήχος: «Κύματι θαλάσσης», «…ον παίδες ευλογείτε», «Σήμερον κρεμάται»
Βαρύς ήχος: «Πλούσιοι επτώχευσαν», «Τις Θεός μέγας».
Πλ. Δ΄ ήχος: «Τη υπερμάχω», «ευλογητός ει Χριστέ ο Θεός ημών».

Θα σας βοηθήσουν σαν προετοιμασία στον ήχο που ετοιμάζεστε να ψάλετε και
3) αρχίζω σιγά – σιγά, αλλά σταθερά και αταλάντευτα την εκμάθηση της Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Μουσικής από παραδοσιακό ΔΑΣΚΑΛΟ – ΨΑΛΤΗ. Παράλληλα συνεχώς και ακαταπαύστως, ακούω παραδοσιακούς ψάλτες (ακούω και όχι ψάλλω μαζί – σημαντικό να μάθουμε να ακούμε).

Αυτά «εν ολίγοις» είναι η απάντησή μου στο : «πώς θα πιάσω τον ήχο». Απλά, όπως ξεκινάς και τραγουδάς ένα τραγούδι ή μια ψαλμωδία που γνωρίζεις, δηλαδή έχει «μπει μέσα σου», έχει γίνει «κτήμα σου», το «ξέρεις», έτσι θα μάθεις και τα υπόλοιπα. Και μην ξεχνάς: η επανάληψη «μήτηρ μαθήσεως». Η συμβουλή μου και η προτροπή μου είναι αυτό που ο μεγάλος μουσικός της ιεράς ψαλμωδίας Μανουήλ έγραφε : «Ο θέλωνμουσικήν μαθείν και θέλων επαινείσθαι, θέλει πολλάς υπομονάς, θέλει πολλάς ημέρας, θέλει καλόν σωφρονισμόν και φόβον του Κυρίου, τιμήν εις τον Διδάσκαλον, δουκάτα εις τας χείρας, τότε να μάθει ο μαθητής και τέλειος να γίνει»!

ΙΩΑΝΝΗΣ Χ. ΔΑΜΑΡΛΑΚΗΣ
ΑΡΧΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΨΑΛΤΗΡΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ – ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ Ι.Μ.Ν. ΑΓΙΟΥ ΜΗΝΑ – ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ 

http://ikoukouzelis.com

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗΣ ΚΑΙ Η ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΕΙΨΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Ιουνίου, 2014

Συχνά οι χριστιανοί κατηγορούμε τον κόσμο και το εκκοσμικευμένο πνεύμα, το οποίο θεωρούμε ότι είναι η αιτία για την απόσπαση των ανθρώπων από την ζωή της Εκκλησίας και την παράδοσή τους σε έναν τρόπο χωρίς Θεό. Είναι εύκολη η διατύπωση αυτής της μομφής. Όλοι θα συμφωνούσαν ότι η εκκοσμίκευση αποτελεί δεδομένη κατάσταση. Και οι περισσότεροι, καθώς αισθανόμαστε μοναξιά όταν θέλουμε να είμαστε ενεργά μέλη της Εκκλησίας, νιώθουμε ότι η πίστη δεν μας εξασφαλίζει ζωή αποδεκτή από τους ανθρώπους. Παρηγοριόμαστε όμως ότι είμαστε αυτοί που αντιστεκόμαστε, έστω και κατ’ ολίγον έναντι του κόσμου. Και την ίδια στιγμή διατυπώνουμε με λόγους αλλά και με επικλήσεις στο παρελθόν και την ιστορία της Εκκλησίας, τους βίους των Αγίων και των Πατέρων, τις διαπιστώσεις μας. 
           Η αυθεντική παράδοση της Εκκλησίας μας όμως μάς πληροφορεί ότι απ’ αρχής το πραγματικά εκκοσμικευμένο πνεύμα, με την έννοια της απομάκρυνσης από την Αλήθεια και τον τρόπο της Σωτηρίας που μας δίδει ο Χριστός, βρισκόταν εντός των τειχών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο απόστολος Παύλος στους χριστιανούς της Εφέσου, όταν επρόκειτο να αναχωρήσει από εκεί, «εξ υμών αυτών αναστήσονται άνδρες λαλούντες διεστραμμένα του αποσπάν τους μαθητάς οπίσω αυτών» (Πράξ.  20, 30). Από ανάμεσά σας θα βγουν πρόσωπα που θα διδάσκουν πλάνες για να παρασύρουν τους πιστούς με το μέρος τους.  Το ερώτημα ανακύπτει εύλογα: γιατί υπάρχουν χριστιανοί οι οποίοι ελκύονται από λόγο παραπλανητικό ως προς την αλήθεια της πίστης και τη ζωή της Εκκλησίας; Γιατί τελικά αυτοί οι εχθροί είναι πιο δυσκολοδιάκριτοι σε σχέση με το εκκοσμικευμένο πνεύμα, προς το οποίο, συνήθως, είναι στραμμένη η ανησυχία μας;
            Η απάντηση έχει να κάνει με τρία σημεία. Το πρώτο έγκειται στην αναζήτηση της αλήθειας δια του νου και του ορθού λόγου. Ο άνθρωπος δεν εμπιστεύεται την εμπειρία της Εκκλησίας, την αυθεντία του πατερικού λόγου, την φώτιση των μεγάλων προσωπικοτήτων που χάραξαν υγιείς γραμμές στη ζωή της πίστης, αλλά τον εαυτό του και τις δικές του αναζητήσεις. Τον δικό του τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την πίστη. Κι ενώ το κίνητρό του είναι υγιές, καθώς αναζητεί το κάτι παραπάνω στην κατανόηση και ίσως και την βίωση του λόγου και της χριστιανικής εμπειρίας, δεν καταθέτει την αναζήτησή του στο Σώμα του Χριστού, αλλά επιδιώκει να σύρει αυτό το Σώμα προς την δική του λογική, την δική του κατεύθυνση. Έτσι ο λόγος του, από λόγος αναζήτησης, γίνεται διεστραμμένος λόγος. Είναι όμως συνήθως και ελκυστικός λόγος, γιατί καλύπτει και ανησυχίες άλλων. Έτσι, αποσπά  χριστιανούς προς την δική του πορεία, για να έχει συμμετόχους στην πλάνη του. Καμία αναζήτηση δεν μπορεί να αποβεί υγιής αν δεν είναι ενταγμένη στο σώμα του Χριστού, στην κοινωνία εν τη Εκκλησία, στην σπουδή της παράδοσης. Αυτό δεν σημαίνει στατικότητα στην αναζήτηση ούτε αίσθημα αυτάρκειας. Κάποιοι πιστεύουν ότι οι παλαιότεροι έχουν μιλήσει για όλα. Δεν είναι όμως υγιές να μην  μπορούμε να αξιοποιήσουμε την σοφία, την γνώση και την εμπειρία των παλαιότερων, οι οποίοι είχαν ως κριτήριό τους την Αλήθεια εν τη Εκκλησία και να προχωρήσουμε σε όποιον διάλογο με τον εαυτό μας, με την εποχή μας, με τον κόσμο μας. Ο λόγος των παλαιοτέρων είναι το όριο, είναι το σύνορο στο οποίο η αναζήτησή μας μπορεί να αισθάνεται ότι είναι υγιής.
              Το δεύτερο σημείο, ως συνέχεια του πρώτου, έχει να κάνει με έναν περφεξιονισμό, μια τελειομανία που διακατέχει όλους εκείνους που γίνονται αιρετικοί. Έχοντας την δίψα να είναι οι εκλεκτοί, οι τέλειοι, οι καθαροί, δεν μπορούν να αποδεχθούν εντός τους πώς ο Θεός συγκαταβαίνει στην ανθρώπινη αδυναμία, πώς προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση και την συνενώνει με την θεότητα, πώς οδηγείται στο πάθος, τον θάνατο, πώς με την ανάστασή Του επαναπροσλαμβάνει το ανθρώπινο σώμα και την ίδια στιγμή, με την ένδοξό του Ανάληψη, το ανεβάζει στον ουρανό, σε πλήρη κοινωνία με τον Πατέρα. Για τους αιρετικούς αυτή η συγκατάβαση αντίκειται στα δεδομένα της λογικής τους, είτε αυτά στηρίζονται στην φιλοσοφική παιδεία των αρχαίων Ελλήνων που δεν μπορούσαν να δεχτούν την κένωση του Θεού και αρκούνταν σε μία φαινομενική μεταμόρφωσή του, είτε αυτά στηρίζονται στην ιουδαϊκή αυτάρκεια, η οποία δεν μπορούσε να διανοηθεί σωτηρία για όλους όσους δεν ήταν Ιουδαίοι, ο περιούσιος δηλαδή λαός του Θεού.  Αυτά τα στοιχεία συνεχίζονται και στην εποχή μας. Από την μία έχουμε να κάνουμε με όλους εκείνους οι οποίοι δεν μπορούν να δεχθούν έναν Θεό αδύναμο, που δεν υποτάσσει τον κόσμο στο θέλημά Του, καθώς μάλιστα αυτό είναι για το καλό και την επικράτηση της δικαιοσύνης, και από την άλλη με εκείνους οι οποίοι ζητούν έναν Θεό αποκλειστικά για τους ίδιους. Ζητούμε οι άνθρωποι έναν Θεό αυστηρό στα παραπτώματα των άλλων, ιδίως εκείνα που σχετίζονται με το σώμα, και αδιαφορούμε για έναν Θεό που ζητά αγάπη, συγχωρητικότητα, κατανόηση, σεβασμό στον άνθρωπο, οποιαδήποτε μορφή ζωής κι αν ακολουθεί, αρκεί να ενεργοποιείται εντός του η διάθεση της μετανοίας, η οποία θα τον οδηγήσει στην αλλαγή. Ζητούμε έναν Θεό ο Οποίος θα είναι επιεικείς με όσους τηρούν τις εντολές Του και θα τους δίδει ξεχωριστή θέση σε σχέση με όσους είναι φαινομενικά ή πραγματικά μακριά από Εκείνον, ενώ ο Θεός είναι για όλους. Και ακολουθούμε ευκολότερα τους αυστηρούς, οι οποίοι όμως διαπνέονται συνήθως και από ένα πνεύμα υπερηφάνειας για τα κατορθώματά τους, κυρίως ασκητικά, χωρίς να διαβλέπουμε ότι ο Θεός είναι αγάπη.
       Τέλος, πολλοί άνθρωποι ακολουθούν όσους μιλούν διεστραμμένα διότι εκείνοι έχουν μέσα τους ιεραποστολικό ζήλο, ο οποίος μεταφράζεται με την αναζήτηση και καλλιέργεια διαπροσωπικών σχέσεων. Ο αιρετικός νιώθει έντονη την ανάγκη να πείσει. Και αυτό δεν μπορεί να γίνει μόνο με τον λόγο. Επιστρατεύει την κοινωνικότητα και τα όποια χαρίσματά του, τα οποία τα θέτει στην υπηρεσία της πλάνης του, για να μπορέσει να ελκύσει και άλλους στην πορεία του. Αυτός ο κατά τα άλλα αξιοθαύμαστος ιεραποστολικός ζήλος, ο οποίος όμως δεν πηγάζει  συνήθως από γνήσια αγάπη για τον άλλον, αλλά έχει να κάνει με την αγωνία της υπέρβασης της προσωπικής μοναξιάς και την αυτοδικαίωση του αιρετικού, χτίζει κοινότητες. Την ίδια στιγμή, στην Εκκλησία υπάρχει μία παθητική θέαση του κόσμου και των ανθρώπινων σχέσεων. Δεν αισθανόμαστε την ανάγκη να συναντήσουμε πραγματικά τον άλλον, αλλά αρκούμαστε σε μία φιλάνθρωπη βοήθεια στις δυσκολίες του ή σε μία ατομοκεντρική συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας, ο καθένας ακολουθώντας το πρόγραμμα και τους ρυθμούς της ζωής του, ενώ δεν  κατανοούμε και δεν  νιώθουμε ότι χωρίς άνοιγμα, μετοχή στις δυσκολίες αλλά και στη χαρά του άλλου δεν νοείται η αγάπη. Αλλά, την ίδια στιγμή, μας διακρίνει και μία παθητικότητα στην έννοια της ιεραποστολής. Δεν συνειδητοποιούμε ότι εφόσον βιώνουμε την σωτηρία, δηλαδή την Αλήθεια που είναι ο Χριστός, η δωρεά αυτή δεν πρέπει να παραμένει κλεισμένη στα ίδια, αλλά να δίδεται και στους άλλους. Όχι για να κάνουμε οπαδούς, αλλά για να μοιραστούμε την χαρά της όντως ζωής.    
           Εύκολη είναι η κριτική του εκκοσμικευμένου πνεύματος. Ίσως θα ήταν σκοπιμότερη και γνησιότερη η αυτοκριτική μας για την δυσκολία μας να εμπιστευτούμε την πνευματική μας παράδοση, για την  αδυναμία μας να αγαπήσουμε και να μην κατακρίνουμε, αλλά και για την έλλειψη διάθεσης ουσιαστικού ανοίγματος προς τον πλησίον και τις διανθρώπινες σχέσεις, όπως αυτό επιτυγχάνεται μέσω της ιεραποστολής.  Ας προβληματιστούμε λοιπόν και ας αναζητήσουμε στην ζωή και την διδαχή των Πατέρων μας τα πρότυπα εκείνα τα οποία θα μας βοηθήσουν να ζήσουμε πιο γνήσια τη ζωή της Εκκλησίας και να μην παρασυρθούμε από ανθρώπους που με την διαστροφή του λόγου τους θα βρούνε την αδυναμία μας και θα μας αποτραβήξουν από την Αλήθεια.
Κέρκυρα, 1 Ιουνίου 2014
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Byzantium 1200 ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΙΕΡΟΝ ΠΑΛΑΤΙΟΝ…

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Ιουνίου, 2014

Σύνδεσμος ενσωματωμένης εικόνας
Byzantium 1200
ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΙΕΡΟΝ ΠΑΛΑΤΙΟΝ…
Mία από τις νέες καταπληκτικές εικόνες- αναπαραστάσεις της Βασιλεύουσας από την καταπληκτική σελίδα ΒYZANTIUM 12OO.
 Είμαι πολύ χαρούμενος για το εξαιρετικό αυτό υλικό το οποίο θα χρησιμοποιηθεί στις επόμενες ταινίες με τα κοσμικά και εκκλησιαστικά μνημεία της Πόλης. 
Όλες οι εικόνες και τα βίντεο μπορείτε να τα δείτε στη σελίδα

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης: Στην πλάνη πέφτουμε είτε από απειρία, είτε από υπερηφάνεια!

Συγγραφέας: kantonopou στις 30 Μαΐου, 2014

Δείξαμε μεγάλη ἀμέλεια καί δέν καταλαβαίνουμε πιά ἄν ὑπάρχει ἡ κατά Xριστόν ταπείνωση καί ἀγάπη. Bέβαια, ἡ ταπείνωση αὐτή καί ἡ ἀγάπη γίνονται γνωστές μόνο μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐμεῖς ὅμως δέν ξέρουμε ὅτι, γιά νά προσελκύσουμε τή χάρη κοντά μας, πρέπει νά τήν ποθήσουμε μ’ ὅλη μας τήν ψυχή. Ἀλλά πῶς θά ποθήσουμε κάτι πού δέν τό γνωρίζουμε καθόλου; Καί ὅμως,ὅλοι μας τή γνωρίζουμε τή χάρη, ἔστω καί λίγο, γιατί τό Ἅγιο Πνεῦμα κινεῖ κάθε ψυχή στήν ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ.
Στόν ἀγώνα μας πρέπει νά εἴμαστε ἀνδρεῖοι. Ὁ Κύριος ἀγαπάει τήν ἀνδρεία καί συνετή ψυχή. Ἄν δέν ἔχουμε ἀνδρεία καί σύνεση, τότε πρέπει νά τά ζητᾶμεἀπό τό Θεό καί νά ὑπακοῦμε στούς πνευματικούς, γιατί σ’ αὐτούς ζεῖ ἡ χάρη τοῦἉγίου Πνεύματος. Ὁ ἄνθρωπος μάλιστα, πού ὁ νοῦς του ἔπαθε βλάβη ἀπό δαιμονική ἐνέργεια, ἰδίως αὐτός πρέπει νά ὑπακούει στόν πνευματικό καί νά μήνἐμπιστεύεται καθόλου τόν ἑαυτό του.
Eἶναι πολύ δύσκολο νά διαγνώσεις μέσα σου τήν ὑπερηφάνεια. Nά ὅμως μερικά συμπτώματα: Ἄν σέ προσβάλλουν δαίμονες ἤ σέ βασανίζουν κακοί λογισμοί, αὐτό σημαίνει πώς δέν ἔχεις ταπείνωση. Γι’ αὐτό, ἔστω κι ἄν δένἀντιλήφθηκες τήν ὑπερηφάνειά σου, ταπεινώσου.Ἄν εἶσαι ὀξύθυμος ἤ, ὅπως λένε, νευρικός, αὐτό εἶναι ἀληθινή συμφορά. Κι ἄν πάσχεις ἀπό παροξυσμούς καί φοβίες, θά γιατρευτεῖς μέ τή μετάνοια, μέ τό ταπεινό φρόνημα καί μέ τήν ἀγάπη γιά τόν ἀδελφό σου, ἀκόμα καί γιά τούς ἐχθρούς. Ὅποιος δέν ἀγαπάει τούςἐχθρούς, σ’ αὐτόν δέν ἔχει κατοικήσει ἀκόμα ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ.
Στήν πλάνη πέφτει κανείς εἴτε ἀπό ἀπειρία εἴτε ἀπό ὑπερηφάνεια. Κι ἄν εἶναιἀπό ἀπειρία, ὁ Κύριος θεραπεύει γρήγορα αὐτόν πού πλανήθηκε. Ἄν ὅμως εἶναιἀπό ὑπερηφάνεια, τότε θά ὑποφέρει γιά πολύν καιρό ἡ ψυχή, ὥσπου νά μάθει τήν ταπείνωση, καί τότε θά θεραπευθεῖ ἀπό τόν Κύριο.
Στήν πλάνη πέφτουμε, ὅταν νομίζουμε πώς εἴμαστε πιό συνετοί καί ἔμπειροιἀπό τούς ἄλλους, ἀκόμα κι ἀπό τόν πνευματικό μας πατέρα.
Χωρίς ἐξομολόγηση στόν πνευματικό δέν εἶναι δυνατό ν’ ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τήν πλάνη, γιατί στόν πνευματικό ἔδωσε ὁ Θεός τή χάρη τοῦ «δεσμεῖν καὶ λύειν».
 Η γνωριμία με τον Θεό
IEPA MONH ΠAPAΚΛHTOY ΩPΩΠOΣ ATTIΚHΣ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Δεκάλογος των συζύγων.

Συγγραφέας: kantonopou στις 30 Μαΐου, 2014

1. Μην κάνετε το δάσκαλο στο/στη σύντροφό σας. Ο καλύτερος τρόπος να τον διδάξετε είναι να τον αγαπάτε.
2. Ο γάμος είναι μια διαρκής, αλλά ωραία περιπέτεια, που βοηθάει να ανακαλύπτουμε τον αληθινό εαυτό μας, τον ψυχικό κόσμο του συντρόφου μας 
και να γνωρίσουμε τον Θεό.
3. Το σύντροφο μας τον αποδεχόμαστε όπως είναι, με τις αδυναμίες και τις ιδιοτροπίες του, και όχι όπως εμείς θα θέλαμε να είναι. Η οικογένεια είναι παλαίστρα και γυμναστήριο.
4. Προσπαθείτε να καταλάβετε το/τη σύζυγό σας. Μην λησμονείτε ότι ο άντρας σκέφτεται περισσότερο με τη στεγνή λογική, ενώ η γυναίκα με την καρδιά.
5. Μην προσπαθείτε να επιβάλετε τη γνώμη σας και να διορθώσετε το/τη σύντροφό σας. Φροντίστε καλύτερα να διορθώσετε τον εαυτό σας.
6. Με την πίστη, την υπομονή και την αγάπη αντιμετωπίζονται νικηφόρα όλες οι δυσκολίες της ζωής.
7. Ο μεγαλύτερος εχθρός της συζυγικής ζωής είναι ο εγωισμός. Δε μας σώζει η επίθεση κατά του συντρόφου μας, αλλά η επίθεση κατά του εγώ μας.
8. Το καλύτερο παράδειγμα για τα παιδιά μας είναι να αγαπάει ο πατέρας τη μητέρα τους και η μητέρα τον πατέρα τους.
9. Το μυστικό της οικογενειακής γαλήνης είναι να μπορεί κανείς να συγχωρεί.
10. Ο γάμος είναι «Μυστήριο μέγα», που αρχίζει μέσα στην Εκκλησία και ανανεώνεται με η Θεία Λειτουργία και τα Μυστήρια Της.
 πηγή:εδώ  imverias

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 30 Μαΐου, 2014

“Αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας ᾽Ιησοῦν Χριστόν”  (᾽Ιωάν. 17,3)
α. Τό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν Πατέρων ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου, τήν ὁποία ἀπηύθυνε πρός τόν Οὐράνιο Πατέρα Του λίγο πρίν ἀπό τή σύλληψή Του στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Ὁ Κύριος ἀναφέρεται στήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου Του ἐπί τῆς γῆς καί συνεπῶς στήν ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς πού Τοῦ ἀνέθεσε ὁ Θεός Πατέρας καί πού δέν ἦταν ἄλλη ἀπό τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, γεγονός πού συνιστᾶ ταυτοχρόνως, κατά τά δικά Του λόγια, καί τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Τίς πραγματικές διαστάσεις αὐτοῦ τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ, πού ἀποκαλύπτουν καί τήν ὁμοουσιότητά Του ἀπέναντι στόν Πατέρα Του προσπάθησαν νά διακρατήσουν καί νά διατρανώσουν καί οἱ Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας, καί μάλιστα τῆς Α´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τό 325 μ.Χ., ὅταν παρουσιάστηκαν αἱρετικοί, ἀμφισβητίες δηλαδή καί διαστρεβλωτές τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ – μέ προεξάρχοντα τόν ἱερέα ῎Αρειο – οἱ ὁποῖοι λίγο-πολύ θέλησαν κατ᾽ οὐσίαν νά ὑποβιβάσουν Αὐτόν στό ἐπίπεδο τοῦ κτίσματος καί συνεπῶς νά θέσουν ἐν ἀμφιβόλῳ τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Προϋπόθεση βεβαίως τῆς ἀμφισβήτησης αὐτῆς ἦταν ἡ δαιμονική ἐξύψωση τῆς λογικῆς τῶν αἱρετικῶν ὑπεράνω τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ἀποκάλυψής Του, κάτι πού σήμαινε ὅτι μέ τήν αἵρεση ἀναμετριόταν στήν πραγματικότητα ὁ ἀνθρώπινος μέ τόν Θεϊκό λόγο! ᾽Εκεῖνος ὁ λόγος μάλιστα τοῦ Κυρίου πού μᾶς καθοδηγεῖ στήν κατανόηση τῆς ἀποστολῆς Του καί τῆς θεανδρικῆς φύσεώς Του εἶναι ὁ ἑξῆς: ῾Αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας ᾽Ιησοῦν Χριστόν᾽ (᾽Ιωάν. 17,3).
 1. Δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά βεβαίως πού ὁ Κύριος κάνει λόγο γιά τήν αἰώνια ζωή. Διαρκῶς ἀναφέρεται σ᾽ αὐτήν καί μάλιστα θεωρεῖται ὁ σκοπός τῆς ἀναζήτησης καί τῶν ᾽Ιουδαίων στήν Παλαιά Διαθήκη. ῎Ας θυμηθοῦμε γιά παράδειγμα τήν προσέγγιση τοῦ Κυρίου ἀπό τόν νομοδιδάσκαλο ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θέτει στόν Κύριο ἀκριβῶς αὐτόν τόν προβληματισμό: ῾Διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω;᾽ (Λουκ. 10,25), προβληματισμό πού δίνει ἀφορμή στόν Χριστό νά πεῖ καί τή γνωστή παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη.
Ἡ αἰώνια ζωή λοιπόν προβάλλεται ὡς τό ὅραμα τῆς Π. Διαθήκης, ἀλλά καί ὁ σκοπός τῆς ἀποστολῆς τοῦ Κυρίου, ὅπως μᾶς ἀφήνει νά κατανοήσουμε αὐτόν καί ὁ λόγος τοῦ ῎Ιδιου στό σημερινό Εὐαγγέλιο: ῾Πάτερ…δόξασόν Σου τόν Υἱόν…καθώς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὅ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωήν αἰώνιον᾽ (᾽Ιωάν. 17, 1-2).
 2. Ὁ Κύριος σπεύδει νά διευκρινίσει τί σημαίνει αἰώνια ζωή. Δέν πρόκειται περί μιᾶς ἄλλης ζωῆς πού ἐκτείνεται μετά τήν ἐδῶ-στόν κόσμο τοῦτο ζωή. Οὔτε πολύ περισσότερο περί τῆς συνέχειας τῆς ζωῆς αὐτῆς χωρίς τέλος καί θάνατο. Τέτοιες κατανοήσεις ἀκούγονται καί λέγονται, ἀλλά συνιστοῦν παραποιήσεις, διότι διαιωνίζουν τήν κατάσταση τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία κόσμου καί πρωτίστως δέν λαμβάνουν καθόλου ὑπόψιν τή σωτηριώδη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ στόν κόσμο, συνεπῶς εἶναι κατανοήσεις ἀπιστίας. Ἡ αἰώνια ζωή, κατά τόν Κύριο, συναρτᾶται ἄμεσα μέ τόν ῾Εαυτό Του: εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἄνθρωπο καί τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀπεσταλμένου τοῦ Θεοῦ. ῾Αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας ᾽Ιησοῦν Χριστόν᾽.
 3. Ἡ γνώση αὐτή δέν ἔχει χαρακτήρα νοησιαρχικό: δέν εἶναι δηλαδή θέμα ἐγκεφάλου, δέν πρόκειται γιά κάποιες πληροφορίες πού κινητοποιοῦν τίς νοητικές ἱκανότητες τοῦ ἀνθρώπου – τέτοια γνώση ὑπάρχει καί ὑφίσταται, ἀλλ᾽ ὅταν μιλᾶμε γιά τά πράγματα τοῦ παρόντος κόσμου. Ἡ γνώση γιά τήν ὁποία κάνει λόγο ὁ Κύριος ἀποκτᾶται ἀπό τήν προσωπική σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ ᾽Εκεῖνον, πού θά πεῖ τήν αἰώνια ζωή βιώνει ὁ ἄνθρωπος πού δέχτηκε τήν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ νά Τόν ἀκολουθήσει καί νά μετάσχει ἔτσι στή δική Του ζωή. ῾Γνῶσίς ἐστιν μετουσία᾽, θά πεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ὁ βαθύς καί ἐμφιλόσοφος αὐτός θεολογικός νοῦς, ἀδελφός τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Πρέπει νά μετάσχει δηλαδή κανείς στόν Θεό, νά κοινωνήσει μαζί Του, γιά νά μπορέσει νά πεῖ ὅτι Τόν γνωρίζει. Κι αὐτή ἡ γνώση ὡς κοινωνία μέ τόν Θεό, πού δηλώνει τήν παρουσία ᾽Εκείνου μέσα στόν ἄνθρωπο, συνιστᾶ ἀκριβῶς τήν αἰώνια ζωή. Μέ ἄλλα λόγια ἡ αἰώνια ζωή εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐνέργεια τῆς χάριτός Του, τήν ὁποία μπορεῖ καί ζεῖ στά προσωπικά του ὅρια, τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, ὁ ἄνθρωπος πού θά πιστέψει στόν Χριστό. Προϋπόθεση γι᾽ αὐτό, κατά τόν Κύριο, εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν. ῎Ανθρωπος πού ἐν πίστει θά τηρήσει τίς ἐντολές Του, καί μάλιστα τήν περιεκτική ἐντολή τῆς ἀγάπης, θά διαπιστώσει ῾ἰδίοις ὄμμασι᾽ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐγκατοίκησή Του μέσα σ᾽ Αὐτόν. Τότε ἐμπειρικά θά γνωρίσει τόν Θεό. Αὐτό ἀποκάλυψε ὁ Κύριος καί προκάλεσε τόν κάθε πιστό Του νά ῾πειραματιστεῖ᾽ στόν ἑαυτό του προκειμένου νά τό ἐπιβεβαιώσει. ῾Ὁ λέγων ἔγνωκα αὐτόν καί τάς ἐντολάς αὐτοῦ μή τηρῶν ψεύστης ἐστίν (Α´᾽Ιωάν. 2,4). ῾Ὁ μή ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τόν Θεόν, ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί᾽. (Α´ ᾽Ιωάν. 4,8). ῾᾽Εάν τις ἀγαπᾷ με τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ᾽ αὐτῷ ποιήσομεν᾽ (᾽Ιωάν. 14, 23 ).
4. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, τόν κάνει νά πλατύνεται τόσο, ὥστε νά ζεῖ τήν αἰώνια ζωή μέσα στά ἀσφυκτικά καί περιορισμένα πλαίσια τῆς ζωῆς αὐτῆς, μέσα στό ἐδῶ καί στό τώρα, νά ζεῖ δηλαδή, ὅπως εἴπαμε, τήν ἐνέργεια τῆς χάριτος τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, νά γίνεται καί ὁ ἴδιος ἄκτιστος. ῾Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽ (Γαλ. 2,20) κατά τή μαρτυρία τοῦ ἀπ. Παύλου. Κι αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς: σέ παίρνει ὁ Χριστός, σέ κάνει ἕνα μέ ᾽Εκεῖνον, κι ἐνῶ φαίνεσαι ὅτι ζεῖς τήν ἴδια ζωή μέ τούς ἄλλους, ἐσύ ἔχεις γίνει ἕνας μικρός Θεός, ῾ἐν σαρκί περιπολῶν Θεός᾽ κατά τήν ἔκφραση ἐκκλησιαστικοῦ Πατέρα. Ὁπότε καταλαβαίνει κανείς ὅτι αὐτό πού λέμε ζωή εἶναι πέρα ἀπό αὐτό πού ἐπισημαίνουν οἱ αἰσθήσεις. Ζωή μπορεῖ νά εἶναι ἡ αἰώνια ζωή: ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ μέσα στόν ἄνθρωπο, μπορεῖ ὅμως νά εἶναι καί μία νέκρωση πού ἁπλῶς φαίνεται ὡς ζωή. Σάν τήν περίπτωση πού λέει ὁ Κύριος γιά ἐκείνους πού δέν τόν ἀκολουθοῦσαν καί τούς χαρακτήρισε ὡς ζωντανούς νεκρούς. ῾῎Αφες τούς νεκρούς θάψαι τούς ἑαυτῶν νεκρούς᾽ (Ματθ. 8,22).
 5. Εἶναι περιττό βεβαίως καί νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι τή ζωή αὐτή στήν ὁποία μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος, μπορεῖ κανείς νά τή ζήσει μέσα στό ζωντανό σῶμα Του, τήν ᾽Εκκλησία, γιατί, ἐκεῖ, ὡς μέλος αὐτοῦ τοῦ σώματος, ἱκανώνεται ἀπό τόν Χριστό νά τηρεῖ τίς ἅγιες ἐντολές Του. ῎Εξω ἀπό τήν ᾽Εκκλησία ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνον ἀδυνατεῖ νά τηρήσει τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τίς θεωρεῖ πολλές φορές ἀνοησία. Ποιός ῾λογικός᾽ ἄνθρωπος, μή χριστιανός, θά θεωροῦσε ὡς κάτι φυσικό, γιά παράδειγμα, τήν ἀγάπη πρός τόν ἐχθρό; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δέν εἶπε ὅτι ῾χωρίς Αὐτοῦ οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδέν;᾽(Πρβλ.᾽Ιωάν. 15, 5). Αὐτό σημαίνει ὅμως ὅτι καί ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἔξω ἀπό τήν ᾽Εκκλησία εἶναι ἀδύνατη καί τό βάθος τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ – ἡ ἴδια ἡ αἰώνια ζωή – δέν εἶναι κατορθωτό.
γ. Οἱ Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας μας, ὅπως οἱ συγκεκριμένοι 318 τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, αὐτό προσπάθησαν νά διασφαλίσουν: τήν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ, τή ζωή τῆς ᾽Εκκλησίας, τήν αἰώνια ζωή μέσα στή ζωή αὐτή, τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ὡς πραγματική σχέση μέ τόν Θεό ἐν Χριστῷ. Γι᾽ αὐτό καί τούς τιμᾶμε καί τούς γεραίρουμε. Καί τούς παρακαλοῦμε νά εὔχονται γιά μᾶς, ὥστε νά μένουμε στήν ἴδια μέ ἐκείνους χάρη, δηλαδή στή χάρη τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ μας.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 30 Μαΐου, 2014

Καί ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν᾽ (Πρ. ᾽Απ. 20, 30)
α. Δραματική ἔνταση χαρακτηρίζει τούς λόγους τοῦ ἀποστόλου Παύλου, καθώς ἀπευθύνεται στούς προσκεκλημένους ἀπό αὐτόν στήν Μίλητο πρεσβυτέρους τῆς ᾽Εκκλησίας τῆς ᾽Εφέσου: ἡ προσοχή τους πρέπει νά εἶναι ἄγρυπνη γιά τόν ἑαυτό τους καί τό ποίμνιό τους. Γιατί ἀφενός ὑπηρετοῦν τόν Κύριο, μέ τό αἷμα τοῦ ῾Οποίου συστήθηκε ἡ ᾽Εκκλησία, ἀφετέρου καιροφυλακτεῖ ὁ Πονηρός καί τά ὄργανά του προκειμένου νά ταράξουν καί νά ἀλλοιώσουν ὅ,τι ᾽Εκεῖνος ἔφερε ὡς σωτηρία. Τούς προβάλλει μάλιστα τό δικό του παράδειγμα: ἐπί τριετία συνεχῶς νύκτα καί ἡμέρα δέν σταμάτησε νά νουθετεῖ μέ δάκρυα τόν καθένα τους ξεχωριστά. ῾Η ἔνταση ἀποκορυφώνεται ὅταν μέ προφητικό λόγο τούς ἀποκαλύπτει ὅτι οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως, ῾οἱ λύκοι οἱ βαρεῖς᾽,  θά βγοῦν καί ἀπό ἀνάμεσά τους, (τρόπον τινά σάν νέοι ᾽Ιοῦδες), ῾μή φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου᾽, πού θά διδάσκουν πλάνες γιά νά παρασύρουν τούς πιστούς μέ τό μέρος τους. Πιό ταιριαστό ἀνάγνωσμα γιά τούς Πατέρες τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού καί αὐτοί ἀσχολήθηκαν μέ τούς ῾λύκους᾽ τοῦ ἀρειανισμοῦ δέν θά μποροῦσε νά ἐπιλεγεῖ.
β. 1. Κάνει ἐντύπωση καταρχάς ἡ βεβαιότητα μέ τήν ὁποία μιλᾶ ὁ ἀπόστολος γιά τήν ἐμφάνιση τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων, ἐνεργουμένων ἀπό τόν πατέρα τους Διάβολο. Δέν λέει ῾ἴσως᾽ ἤ ῾μπορεῖ᾽. ῾Ο λόγος του εἶναι ὁριστικός: ῾ἐγώ γάρ οἶδα τοῦτο᾽: ἐγώ τό ξέρω. Πῶς τό ξέρει; Πέρα ἀπό ὅσα ἡ ἴδια ἡ ζωή τοῦ Κυρίου καί ὁ λόγος Του βεβαίωναν περί αὐτοῦ – μή ξεχνᾶμε ὅτι ἀπαρχῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου καί μετέπειτα ἡ ἐναντίωση τῶν πονηρῶν δυνάμεων, πνευμάτων καί ἀνθρώπων, ἦταν ἀδιάκοπη –  πέρα ἀπό ὅσα τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀπεκάλυπτε γιά τήν ἀνύστακτη δράση τοῦ κοσμοκράτορος τοῦ αἰῶνος τούτου, τίς ἐπιθέσεις τοῦ ὁποίου ἐπανειλημμένως εἶχε δεχθῆ καί ὁ ἴδιος: ῾οὐκ ἔστι ἡ πάλη ἡμῶν πρός αἷμα καί σάρκα, ἀλλά πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας, πρός τόν κοσμοκράτορα τοῦ αἰῶνος τούτου᾽, καί: ῾οὐ γάρ ἀγνοοῦμεν τά νοήματα αὐτοῦ᾽, ἦταν ἀκριβῶς ἡ ἐμπειρία του, πνευματική καί ἀνθρώπινη, πού τοῦ ἔδινε τήν βεβαιότητα. Μέ ἄλλα λόγια ὁ ἀπόστολος δέν πετοῦσε στά σύννεφα, καθώς λέμε. Τό ἀκριβῶς ἀντίθετο. ᾽Επειδή σχετιζόταν ἀληθινά μέ τόν Θεό,  ἦταν ἀπόλυτα ρεαλιστής: ἤξερε τό πῶς κινοῦνται τά ἀνθρώπινα πάθη,  τό πῶς ὁ Πονηρός τά ὑποκινεῖ καί τά ἐξάπτει, τό πῶς αὐτός λειτουργεῖ πάντοτε ὡς σατανάς: σέ ἐναντίωση πρός τόν Θεό καί τό ἅγιό θέλημά Του ἐπί τῆς γῆς. Κι αὐτό γιατί ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἐπιτρέπει κάτι τέτοιο, ἀξιοποιώντας τήν ἐναντίωση τοῦ διαβόλου, προκειμένου μέ τίς προκλήσεις του νά ἀποκαλύπτονται οἱ πραγματικοί διαλογισμοί τῶν ἀνθρώπων καί νά γίνεται πιό στέρεα ἔτσι ἡ πίστη τους. ῾Δεῖ γάρ ταῦτα γενέσθαι᾽ λοιπόν, κατά τήν ρήση τοῦ Κυρίου μας, σ᾽ ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία καί κυριαρχημένο σέ μεγάλο βαθμό, ὅπως εἴπαμε, ἀπό τόν Πονηρό.
2. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ὅμως δίνει καί τά χαρακτηριστικά τῶν ὀργάνων τοῦ Πονηροῦ, τά ὁποῖα παραχωρεῖ ὁ Κύριος γιά νά ταράσσουν τήν ἁγία Του ᾽Εκκλησία:
(α) ῾ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες᾽. Αὐτοί πού θά προκαλοῦν τά περισσότερα προβλήματα στήν ὁμαλή πορεία τῶν πιστῶν τῆς ᾽Εκκλησίας θά εἶναι ἄνθρωποι τῆς ᾽Εκκλησίας. ῾Η ἴδια ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία τό ἐπιβεβαιώνει διαρκῶς: ὄχι μόνον ὁ ᾽Ιούδας, ὡς ἕνας ἐκ τῶν δώδεκα μαθητῶν τοῦ Κυρίου, παρουσιάζεται προδότης, ἀλλά καί ὁ πρῶτος κλονισμός στήν πίστη ἦλθε ἀπό τούς ἰουδαιοχριστιανούς, δηλαδή ἀπό χριστιανούς πού θεωροῦσαν ὅτι ἡ προτεραιότητα ἦταν ἡ ἰουδαϊκή πίστη καί ὄχι ἡ χριστιανική: τοῦ Χριστοῦ κατ᾽ αὐτούς προηγεῖτο ὁ Μωϋσῆς, συνεπῶς ὁ χριστιανισμός ἐρχόταν ἁπλῶς νά βελτιώσει τόν ἰουδαϊσμό. ῎Επειτα ἡ αἵρεση τῶν γνωστικῶν: ῾χριστιανῶν᾽ πού ἐπικαλοῦντο ἄλλες παραδόσεις πέραν τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀποστόλων γιά νά μιλήσουν γιά τόν Χριστό. Κι αὐτοί ὑπῆρξαν μεγάλη ἀπειλή γιά τήν ᾽Εκκλησία. ῎Επειτα βεβαίως ὅλες οἱ ἄλλες αἱρέσεις πού ἀλλοίωναν τήν πίστη στήν ῾Αγία Τριάδα καί τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό: ὁ ἀρειανισμός (τοῦ ὁποίου τήν καταδίκη ἀπό τούς Πατέρες τῆς Α´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἑορτάζουμε σήμερα), οἱ Πνευματομάχοι, ὁ νεστοριανισμός, ὁ μονοφυσιτισμός, ἡ εἰκονομαχία. Πρωτεργάτες τῶν πλανῶν καί ἀκόλουθοι αὐτῶν ἦταν ἀκριβῶς ἄνθρωποι τῆς ᾽Εκκλησίας, καί μάλιστα πολλοί θεωρούμενοι ῾πρῶτοι᾽ τῆς ᾽Εκκλησίας. ῾Η προφητεία τοῦ ἀποστόλου Παύλου – συνέχεια λόγων τοῦ Κυρίου – ἐπιβεβαιώθηκε καί ἐπιβεβαιώνεται σέ ὅλη τήν πορεία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.
 (β) ῾λαλοῦντες διεστραμμένα᾽. Οἱ τέτοιου εἴδους ἄνθρωποι διδάσκουν διδασκαλίες πού διαστρέφουν τήν ἀλήθεια. Τό σημειώσαμε παραπάνω: ῾λύκοι βαρεῖς᾽ μέ ἔνδυμα προβάτου, κατά τήν εἰκόνα τοῦ Κυρίου πού ἐπαναλαμβάνει ὁ ἀπόστολος, οἱ ὁποῖοι ἀδυνατοῦν νά δοῦν σωστά τόν Κύριο καί τήν ἀποκάλυψή Του. Βλέπουν ὄχι τήν εἰκόνα τοῦ Κυρίου ὡς τελείου Θεοῦ καί τελείου ἀνθρώπου χωρίς ἁμαρτίας, ἀλλά αὐτό πού προβάλλει καί ἐκφράζει ἡ νοσηρή φαντασία τους. ῾Ο λόγος τους συνεπῶς ἦταν ἔκφραση τοῦ διεστραμμένου ἐνδιαθέτου λόγου τους, περιεχόμενο τοῦ ὁποίου ἦταν ἡ ἐνέργεια τῶν πονηρῶν πνευμάτων.
Γιατί αὐτό; Ποιά ἡ αἰτία τῆς διαστροφῆς τῶν ἐκκλησιαστικῶν αὐτῶν προσώπων; ῾Ο ἐγωϊσμός τους ἀσφαλῶς, πού τούς ἔκανε νά τυφλώνονται ἀπέναντι στήν πίστη καί νά μή βλέπουν οὔτε Θεό οὔτε ἄνθρωπο. ῾Μή φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου᾽ σημειώνει ὁ ἀπόστολος. Δηλαδή οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἀπό τά σπλάχνα τῶν πιστῶν, δέν εἶχαν καθόλου ἀγάπη. ῾Η προτεραιότητά τους ἦταν μόνον ὁ ἑαυτός τους καί τά στενά προσωπικά τους συμφέροντα, γι᾽ αὐτό καί λειτουργοῦσαν μέ  ῾ἀδόκιμον νοῦν᾽. Πού θά πεῖ: ῞Οσο ὁ ἄνθρωπος εἶναι στραμμένος στόν ἑαυτό του, τόσο καί τό σκοτάδι τῆς ψυχῆς του καλύπτει τόν νοῦ του, γινόμενος ἔτσι ὡς ἐνεργούμενο τοῦ διαβόλου τυφλός καί ὁδηγός τυφλῶν. Καί ῾τυφλός τυφλόν ἐάν ὁδηγῇ ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται᾽.
(γ) ῾τοῦ ἀποσπᾶν  τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν᾽. Καί νά ἡ ἐπιβεβαίωση τῆς παραπάνω ἀλήθειας: οἱ πλανεμένοι ῾χριστιανοί᾽, οἱ διάφοροι αἱρετικοί, ἐπειδή ἀκριβῶς βρίσκονται στήν ὑπηρεσία τοῦ ἑαυτοῦ τους, συνεπῶς καί τοῦ ῾πατέρα αὐτῶν διαβόλου᾽, ἔχουν ὡς σκοπό ὄχι νά ὁδηγοῦν στόν Χριστό ὡς Σωτήρα τοῦ κόσμου, ὄχι νά παραπέμπουν μέ τήν ζωή καί τόν λόγο τους σ᾽᾽Εκεῖνον, κατά τά πρότυπα τῶν ἁγίων πού λένε πάντοτε σάν τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη Πρόδρομο ῾᾽Εκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι᾽, ἀλλά νά δημιουργοῦν ὀπαδούς καί ἀκολούθους τους. Τί τραγική ἀλήθεια κατάσταση! Νά πιστεύει κάποιος ὅτι μπορεῖ νά γίνει καθοδηγητής τῶν ἀνθρώπων, σάν νά μήν ὑφίσταται σέ αὐτόν ἡ ἁμαρτία, σάν νά μήν ἔχει ἔρθει ἡ ἀλήθεια στόν κόσμο, ὁ Χριστός, σάν νά μήν ὑπάρχει τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ ᾽Εκκλησία. ᾽Αλλά ἡ πνευματική τύφλωση πού προκαλεῖ ὁ ἐγωϊσμός ἐκεῖ ἀκριβῶς ὁδηγεῖ: στήν δαιμονική ὑπερηφάνεια καί στήν γι᾽ αὐτό παντελή ἔλλειψη τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. ῾Η βλασφημία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος σέ ὅλο της τό μεγαλεῖο! Δέν εἶναι τυχαῖο λοιπόν ὅτι γιά τούς ἁγίους Πατέρες μας δέν ὑπάρχει μεγαλύτερο κακό στόν κόσμο ἀπό τήν αἵρεση. Δέν φοβοῦνται τόσο τήν ἁμαρτία, ὅσο τήν πλάνη πού ἐπιμένει, καί μάλιστα ὅταν ἡ ἐπιμένουσα πλάνη, ἡ αἵρεση, συνδυάζεται μέ θεωρούμενη ῾ἁγία᾽ ζωή. Γιατί ξέρουν ὅτι στήν ἁμαρτία ὑπάρχει ἡ ταπείνωση τῆς μετάνοιας, ἐνῶ στήν ῾ἁγία᾽ ζωή τῆς αἵρεσης ὑπάρχει ἡ αὐτοδικαίωση καί ἡ αὐτοθεοποίηση.
3. Μπροστά στήν τραγικότητα αὐτή ὁ ἀπόστολος δίνει τήν σώζουσα κατεύθυνση: Οἱ πρεσβύτεροι, (ἀλλά καί κατ᾽ ἐπέκταση ὅλος ὁ πιστός λαός), πρέπει
– πρῶτα ἀπό ὅλα νά ἔχουν σωστή ἐκκλησιαστική συνείδηση: ὑπηρετοῦν τήν ᾽Εκκλησία τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ ὡς ὄργανα ᾽Εκείνου καί τοῦ Πνεύματός Του. ῾Οποιαδήποτε αὐτονόμηση ἀπό τήν ᾽Εκκλησία σημαίνει ἔκπτωση στήν πλάνη καί τήν αἵρεση. Οἱ πιστοί τόν Χριστό ἀκολουθοῦμε καί ὄχι τίς ἐπιταγές ὁποιουδήποτε ἄλλου, πολλῷ μᾶλλον τοῦ ἑαυτοῦ μας·
– ἔπειτα νά προσέχουν τόν ἑαυτό τους καί τό ποίμνιό τους. Ἡ προσοχή γιά τό ποίμνιο συνυπάρχει μέ τήν προσοχή τοῦ ἑαυτοῦ. Δέν εἶναι δυνατόν δηλαδή ἕνας ποιμένας νά λειτουργεῖ καί νά ἀσκεῖ τό ὅποιο ποιμαντικό ἔργο του, ἔστω καί μέ μεγάλη ῾ἐπιτυχία᾽, χωρίς ἡ προτεραιότητά του νά βρίσκεται στήν καλλιέργεια τοῦ ἑαυτοῦ του. Τόσο καλύτερα προσέχει τό ποίμνιό του καί προσφέρει δυνατότητες ἁγιασμοῦ αὐτοῦ, ὅσο περισσότερο καλλιεργεῖ τίς ἀρετές καί προσέχει τήν πνευματική του ζωή. ῾Ο ἅγιος Γέροντας Πορφύριος τό ἐπεσήμαινε συχνά στούς ἱερεῖς: ῾Αγιάστε τόν ἑαυτό σας καί θά δεῖτε ὅτι χωρίς κόπο θά ἁγιάζετε καί τό ποίμνιό σας.
– κι ἀκόμη: ἡ ἐγρήγορση ὡς προσοχή τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τῶν ἄλλων περιέχει τήν μνημόνευση τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων μας. ῾Ο ἀπόστολος δέν μποροῦσε νά ἦταν περισσότερο σαφής: ῾γρηγορεῖτε᾽, λέει, ῾μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καί ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετά δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον᾽. ῞Οσο μελετοῦμε τήν ζωή τῶν ἀποστόλων μέσα ἀπό τήν Καινή Διαθήκη, ὅσο ἐμβαθύνουμε στήν ζωή καί τόν λόγο τῶν ἁγίων μας μέσα ἀπό τά συναξάρια τους, τούς ὕμνους τῆς ᾽Εκκλησίας μας, τά κείμενά τους, τόσο ξυπνᾶμε πνευματικά, τόσο ἡ λήθη πού ταλανίζει ὡς ῾δομικό᾽ στοιχεῖο τήν ψυχή μας ἐξαλείφεται. Εἶναι πράγματι περίεργη ἡ πεποίθηση ὅτι μπορεῖ ἄνθρωπος, κυρίως ὁ ποιμένας, νά παραμένει σέ κάποιο πνευματικό ἐπίπεδο ἄξιο τοῦ λειτουργήματός του ὡς χριστιανοῦ πρῶτα καί κληρικοῦ ἔπειτα, χωρίς συνεφή ἀναφορά σ᾽ ἐκείνους πού ἀποτελοῦν τά πρότυπά μας, δηλαδή τούς ἁγίους μας. Καί ποῦ ἐπικεντρώνει ὁ ἀπόστολος; ῎Οχι σέ ἁπλῶς βιογραφικά στοιχεῖα ἐπιφάνειας, ἀλλά στόν πυρήνα τῆς κατά Χριστόν ζωῆς, τήν ἀγάπη: τήν προσωπική σχέση μέ τούς ἄλλους λόγω τῆς πίστεως στόν Χριστό.
γ. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος μέ τά λόγια του ἀποκαλύπτει τήν ζωή του καί τό μεγαλεῖο τῆς ἔνθεης ψυχῆς του. Στό μῆκος κύματός του βρίσκονταν καί οἱ ἅγιοι Πατέρες πού ἑορτάζουμε σήμερα. Τό ὅραμα τοῦ οἰκουμενικοῦ ἀποστόλου κινοῦσε καί ἐκείνων τίς καρδιές, ὥστε μέ φωτισμό Θεοῦ νά δώσουν τήν ἀπάντηση στούς πλανεμένους τῆς ἐποχῆς τους καί νά ὁριοθετήσουν τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Σ᾽ αὐτό τό ὅραμα καί τήν ζωή καλούμαστε νά βαδίζουμε καί ἐμεῖς. ῞Οπως τό ἔχουμε ξανασημειώσει: ῾Ο δρόμος τῆς ᾽Εκκλησίας ὡς προσανατολισμός στόν Χριστό εἶναι μονόδρομος. Γιατί  δρόμος καί τέλος δρόμου εἶναι ᾽Εκεῖνος.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Περί θυμού (Αγίου Ιωάννη του Σιναίτου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Μαΐου, 2014

ΠΕΡΙ ΘΥΜΟΥ

ΠΕΡΙ ΘΥΜΟΥ

Αγίου Ιωάννη του Σιναίτου

Στην αρχή του δρόμου για να νικήσεις το θυμό, σωπαίνουν τα χείλη σου ενώ η καρδιά σου είναι ταραγμένη. Στα μισά του δρόμου, σωπαίνουν οι σκέψεις ενώ η ψυχή σου έχει ελαφριά ταραχή. Και στο τέρμα έχεις ακύμαντη γαλήνη ενώ φυσούν ακάθαρτοι άνεμοι.

Οργή είναι να μένεις προσκολλημένος σε κάποιο κρυμμένο μίσος, δηλαδή να επιμένεις να θυμάσαι το κακό που σου έκαναν. Οργή είναι να θέλεις να κάνεις κακό σ’ αυτόν που σε πλήγωσε.

Θυμός είναι ευμετάβολη συμπεριφορά και ασχημοσύνη της ψυχής.

Ακρότατο όριο πραότητας: και μπροστά σου ακόμα όταν βρίσκεται αυτός που ερεθίζει, εσύ να έχεις διάθεση γαλήνια και αγαπητική γι΄αυτόν στην καρδιά σου. Αντίστοιχα, ακρότατο όριο θυμού: και μόνος σου όταν είσαι, να τα βάζεις, με λόγια και κινήσεις, με αυτόν που σε στεναχώρησε και να γίνεσαι θηρίο.

isagiastriados

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιατί μνημονεύουμε τα ονόματα

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Μαΐου, 2014

Γιατί μνημονεύουμε τα ονόματα

Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης

Μερικοί ρωτούν γιατί μνημονεύουμε τα ονόματα των κεκοιμημένων και των ζώντων στις προσευχές που κάνουμε γι’ αυτούς. Ο Θεός σαν παντογνώστης που είναι, δεν ξέρει τα ονόματά τους και τις ανάγκες τους;
Όμως αυτοί που μιλούν και σκέπτονται έτσι, ξεχνούν ότι την προσευχή δεν την κάνομε για ενημέρωση του Θεού. Φυσικά ο Θεός δεν έχει ανάγκη τέτοιας ενημερώσεως. Άλλη είναι η σημασία αυτής της προσευχής.
Προσευχόμεθα υπέρ των ζώντων και των μεταστάντων και τους μνημονεύουμε με τα ονόματά τους, για να δείξουμε, ότι τους αγαπάμε με όλη μας την καρδιά.

Γιατί δεν είμαστε απλώς συγγενείς ή φίλοι ή γνωστοί, αλλά «αλλήλων μέλη». Μέλη της Μιάς Εκκλησίας, του Ενός Μυστικού Σώματος του Χριστού.

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στη μηχανική και απαθή μνημόνευση των ονομάτων και στην ολοκάρδια προσευχή. Το ένα απέχει από τον άλλο, όσο ο ουρανός από τη γη.

Η προσευχή πρέπει να είναι ειλικρινής εκδήλωση αγάπης. Η αγάπη είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή. Γι’ αυτό ο Θεός τη δέχεται. Και γι’ αυτό την περιμένει! Η αγάπη για τους ζώντες και κεκοιμημένους αδελφούς μας είναι χρέος.
Το πρώτο από όλα. Κάθε λέξη στην προσευχή, κάθε λέξη που πηγάζει από τα βάθη της καρδιάς, έχει πολλή δύναμη: «Πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη», λέγει η Αγία Γραφή.

Και αν έχει τόση μεγάλη σημασία η μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων σε οποιαδήποτε προσευχή, πόσο μεγαλύτερη σημασία και αξία έχει, όταν μνημονεύονται τα ονόματα στην ιερότερη προσευχή, στη Θεία Λειτουργία; Στη Θεία Λειτουργία ο ιερέας επισφραγίζει τη μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων με τα λόγια «Απόπλυνον, Κύριε, τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων Σου τω αίματί Σου τω αγίω».

Πηγή: περιοδικό «Ο Άγιος Λάζαρος», έκδοση Ι.Ν. Αγ. Λαζάρου-Λάρνακα

isagiastriados

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Φως μέσα από το σκοτάδι

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Μαΐου, 2014

Φως μέσα από το σκοτάδι

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Τα «γιατί και τα πώς» στα πολλά προβλήματα και στις διάφορες δοκιμασίες της ζωής φαίνεται πως πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν, για να δείχνουν την αδυναμία μας να γνωρίσουμε «νουν Κυρίου», που πασχίζει να μας ευεργετήσει και να μας δώσει αυτό που στο βάθος η ύπαρξή μας ποθεί και το αγνοεί.

Στη συνάντηση του Ιησού και των μαθητών Του με τον εκ γενετής τυφλό, αυθόρμητα οι μαθητές Τον ρωτούν ποια είναι η αιτία που γεννήθηκε έτσι. Ποιού η αμαρτία καταδίκασε τον άνθρωπο στο μαρτύριο της τύφλωσης; Γιατί πίστευαν οι Ιουδαίοι ότι οι διάφορες ασθένειες ή αναπηρίες ήταν αποτέλεσμα της αμαρτωλής ζωής. Ο Χριστός όμως τους αποκαλύπτει μια νέα διάσταση της αιτίας των δυσκολιών αυτών: τη δόξα του Θεού!

Βέβαια, αυτό φαντάζει κάπως ως χρησιμοποίηση του ανθρώπου από το Θεό και μάλιστα κάτω από τέτοιες συνθήκες. Όμως η «δόξα του Θεού» δεν έχει σχέση με τη θεωρούμενη δόξα των ανθρώπων, αφού η δόξα Του είναι η δόξα μας, η σωτηρία μας, η θέωσή μας, η χαρά μας.

Ο εκ γενετής τυφλός, στην περικοπή του Ευαγγελίου που διαβάζεται στη Λειτουργία την έκτη Κυριακή μετά το Πάσχα, ζούσε στο σκοτάδι του σώματός του που γίνεται μέσο για να δει το φως το Αληθινό. Ποια σημασία έχει, αλήθεια, να ζούμε την υγεία του σώματος, όταν μέσα μας ζούμε την πνευματική τύφλωση, που φαίνεται στην απομόνωση, τον εγωισμό, τη φιλαυτία, στο «φάγωμεν, πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν»;

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης παραθέτοντας στο Ευαγγέλιό του ένα περιστατικό ή θαύμα, το συνοδεύει με την αντίστοιχη διδασκαλία του Χριστού. ΄Ετσι και στη θεραπεία του εκ γενετής τυφλού διαβάζομε:

  • «όσο διαρκεί η μέρα, πρέπει να εκτελώ τα έργα εκείνου που μ’ έστειλε. ΄Ερχεται η νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται».
  • «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δε βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι που βλέπουν ν’ αποδειχτούν τυφλοί».

Τα πιο πάνω σημεία δείχνουν:

  1. Την αναγκαιότητα να εργαστούμε, ως Εκκλησία και ως πρόσωπα, το έργο του Θεού μας στον κόσμο. Όσο «είναι μέρα», όσο έχουμε τις δυνατότητες και τις ικανότητες, να καλλιεργήσουμε τον εαυτό μας για να ζήσει τις χαρές του Θεού, ώστε να γίνουμε σημεία που θα δείχνουν στον κόσμο το εφικτό του Ευαγγελίου.
  2. Την τραγικότητα που μπορεί να βρίσκονται τα «τέκνα του Φωτός», με το να βρίσκονται στο σκοτάδι της άγνοιας, της αυτάρκειας και του Φαρισαϊσμού, ενώ τα νομιζόμενα «τέκνα του σκότους», να γνωρίσουν τελικά με τη μετάνοια και ταπείνωσή τους, το Χριστό ως το Φως το αληθινό.

Αν οι ασθένειες του σώματος μπορούν να γίνουν τα μέσα για τη θεραπεία της ψυχής και να καταλήξουν έτσι ευλογίες, οι ασθένειες της ψυχής που σκοτίζουν όλη την ύπαρξη του ανθρώπου, μπορούν να γίνουν οι δρόμοι που οδηγούν στη θέα του όντως Φωτός. Τότε κατανοούμε πως κανένα σκοτάδι και κανένας Άδης δεν μπορούν να εμποδίσουν το Χριστό να έλθει σε μας, αν αληθινά και ειλικρινά θέλουμε να ζήσουμε μέσα στο Φως Του.

isagiastriados.com/

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αρχιμ. Γεράσιμος, ο τελευταίος Έλληνας ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίου Παντελεήμονος

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Μαΐου, 2014

 
Αρχιμανδρίτης Γεράσιμος, ηγούμενος της μονής
Αγίου Παντελεήμονος Ρωσικού (†1875)
(Φωτογραφία: εργαστήριο μονής Αγίου Παντελεήμονος, γύρω στα 1870)

…Μετά την αποχώρηση των τούρκων η Μονή (του Αγίου Παντελεήμονος) αρχίζει να ανασυγκροτείται. Ηγούμενος ψηφίζεται ο από Δράμας Γεράσιμος, τον οποίο υπέδειξε στο αξίωμα ο προηγούμενος Σάββας. Ο Γεράσιμος «άνδρας σεμνός το ήθος και πράος και αρετή κεκοσμημένος», είναι ο πιο γνωστός ηγούμενος της Μονής. Επί ηγουμενίας του έγιναν στη Μονή μεγάλες ανακατατάξεις, λόγω της εμφάνισης του ρωσικού στοιχείου, ύστερα από αιώνα απουσίας. Οι πρώτοι Ρώσοι που καταφθάνουν εδώ το 1835 είναι, οι επιφανέστεροι: ο πρίγκιπας Σιρίνσκι-Σιγκμάτωφ και ο γιός ενός πλούσιου εμπόρου, ο Ιωάννης Σολομένκωφ. Αργότερα χειροτονούνται ιερομόναχοι, ο πρώτος Ανίκητος και ο δεύτερος Ιερώνυμος. Οι ραγδαίες αφίξεις στη Μονή Ρώσων μοναχών είναι αποφασιστικής σημασίας για την κατάσταση που θα επακολουθήσει.

 
Επίσκεψη Ρώσου αρχιερέα στη μονή Αγίου Παντελεήμονος.
Καθήμενοι: (από αριστερά) ο δικαίος της σκήτης του Προφήτη Ηλία αρχιμανδρίτης Παΐσιος, ο ηγούμενος της μονής αρχιμανδρίτης Γεράσιμος, ο μητροπολίτης Πολτάβας Αλέξανδρος, ο πνευματικός της μονής ιερομόναχος Ιερώνυμος, ο δικαίος της σκήτης του Αγίου Ανδρέα Θεοδώρητος. Όρθιοι: (τρίτος και τέταρτος από αριστερά) ο ιερομόναχος Μακάριος και ο ιεροδιάκονος Ιλαρίων. 
(Φωτογραφία: εργαστήριο μονής Αγίου Παντελεήμονος, 1868)
Τις αφήξεις των Ρώσων ευνοεί με αγαθή πρόθεση στην αρχή, με πολιτική σκοπιμότητα αργότερα, η κρατική μηχανή. Έτσι αρχίζουν οι επισκέψεις επισήμων: τ0 1845 επισκέφτεται τη Μονή ο μέγας δούκας Κωνσταντίνος Νικολάγιεβιτς. Το 1869, ο μέγας δούκας Αλέξιος Αλεξάνδροβιτς και το 1881 ο μέγας δούκας Κωνσταντίνος Κωνσταντίνοβιτς, καθώς και η μεγάλη δούκισσα Αλεξάνδρα Πετρόβνα, αυτή από τη θάλασσα. Η ραγδαία άνοδος του ρωσικού κράτους και η ιδέα του πανσλαβισμού ήταν σημαντικοί παράγοντες που βοήθησαν στον εκρωσισμό της Μονής.
Κατά το 1850 οι των δύο εθνοτήτων είναι ισάριθμοι. Από το έτος εκείνο το ρωσικό στοιχείο αρχίζει να υπερνικά το ελληνικό με ταχύτητα. Τον Ιούλιο του 1869 οι αντιδικίες των δύο εθνοτήτων φτάνουν στο αποκόρυφο. Ο ηγούμενος Γεράσιμος, αγαθός και πράος ιερομόναχος, καταστέλλει συνεχώς τη συσσωρευμένη οξύτητα. Συντάσσει ένα κείμενο από 11 άρθρα, το οπίο και προσυπογράφει σύνολη η Σύναξη των 18 προϊσταμένων. Στο κείμενο καθορίζονται εξίσου τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των δύο εθνοτήτων. Σύντομα όμως κι αυτό θα αθετηθεί, όπως κι ένας κανονισμός της Ιεράς Κοινότητας. Αιτία κάποιοι Ρώσοι μοναχοί, εγκάθετοι της ρωσικής κυβέρνησης, που συνεχώς δημιουργούσαν προστριβές και επεισόδια.
Ο Γεράσιμος, σε επιστολή του προς την Ιερά Κοινότητα, διεκτραγωδεί, με τρόπο άψογο και χριστιανικό, την άνιση μεταχείριση των Ρώσων εις βάρος των Ελλήνων. Οι Ρώσοι αδελφοί συνεχώς και αυξάνουν. Το 1895 έφτασαν τους 1.000, αριθμός που ακολουθεί μέχρι το 1913 αύξουσα κλίμακα. Ο μοναχικός βίος, ήταν επόμενο, σχεδόν βιομηχανοποιήθηκε: οικοδομές ογκώδεις με πλούσιο διάκοσμο γύρω από τη Μονή και μοναχοί με βίο στερημένο από τα παράσημα της μοναστικής ελπίδας. Μια μεγάλη μοναστική πολιτεία με όλους τους κοσμικούς θορύβους. Ενδεικτικά αναφέρεται, ότι μόνο στα γραφεία «ειργάζοντο πλείονες των 30 γραμματέων Ρώσων».
Παρά την ύπαρξη των εγκαθέτων που θέλουν να οδηγήσουν σε εθνικιστικές εκτροπές τη Μονή και τους μοναχούς της, τα έργα της χριστιανικής ευποιίας γίνονται ακατάπαυστα. Το ζήτημα ανάγεται στη διαιτησία του Οικουμενικού Πατριαρχείου επανειλημμένα. Ανέλπιστα το σιγίλλιο του πατριάρχη Ιωακείμ Β΄ (1860-63, 1873-78) προς τη Μονή (Σεπτέμβριος 1875) δεν δικαιώνει απλώς τους Ρώσους και ψέγει τους Έλληνες, αλλά βρίσκει αδικημένους τους Ρώσους που ήταν 10πλάσιοι σε αριθμό σε σύγκριση με τους Έλληνες: «… των Γραικών αξιούντων εαυτών αποκλειστικήν τινά και όλως προνομιακήν διαχείρησιν των της Μονής, τους δε άλλους αδελφούς (τους Ρώσους) εν μοίρα ξένων και επηλύδων τιθεμένων…».
Όμως ο Ιωακείμ, όπως τον κατηγορούσαν οι πάντες, οι εφημερίδες και όλοι οι ομογενείς της Πόλης, από τις αντιπροσωπείες των δύο αντιτιθεμένων μερών, δέχτηκε σε ακρόαση μόνο τη ρωσική. Αυτός έπραττε και έγραφε ότι του υπαγόρευε εκείνος ο τεχνίτης της ίντριγκας κόμης Νικολάι Ιγνάτιεφ, πρεσβευτής της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη. Του σιγιλλίου είχαν προηγηθεί ο θάνατος του ηγουμένου Γερασίμου (10-5-1875) και η ανάδειξη μετά μια εβδομάδα του φορούμενου από πανσλαβιστικές ιδέες Μακαρίου Σόουσκιν από την Τούλα. Του Μακαρίου η ηγουμενία εκτείνεται μέχρι το 1889. Την εγκύστωση του εθνικισμού στο σώμα της Ορθοδοξίας, όσοι, Έλληνες και Ρώσοι, την βλέπουν ογκούμενη, αποσύρονται στο Παλιομονάστηρο ή σε άλλα μοναστήρια. Αναμένουν το σωφρονισμό των εθνικιστών από την έφορο του Τόπου, την Κυρία Θεοτόκο.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Δωροθέου Μοναχού,
ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ Μύηση στην Ιστορία του και τη Ζωή του,
εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ, Κατερίνη 1986

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μην παίζουμε θέατρο στην ζωή μας!

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Μαΐου, 2014

Ὑπάρχει μία διαφορά μεταξύ τοῦ «εἶναι» καί τοῦ «φαίνεσθαι». Τό «φαίνεσθαι» εἶναι τό ἐξωτερικό, αὐτό πού θέλουμε νά ξέρουν οἱ ἄλλοι γιά μᾶς, αὐτό πού ἐμεῖςἀφήνουμε νά ἀντιληφθοῦν οἱ ἄλλοι. 
Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι τό προσωπεῖο καί ἡ μάσκα τήν ὁποία χρησιμοποιοῦμε γιά νά ἐπικοινωνοῦμε ἐξωτερικά καί νά γινόμαστε δεκτοί ἀπόὅλες τίς κατηγορίες τῶν ἀνθρώπων. Πολλές φορές χρησιμοποιοῦμε καί τό προσωπεῖο τῆς θρησκευτικότητος. Αὐτό εἶναι τό «φαίνεσθαι».  
Ὑπάρχει ὅμως καί τό «εἶναι», αὐτό πού εἴμαστε στήν πραγματικότητα, στό βάθος, καί τό ὁποῖο τίς περισσότερες φορές ἐπιδιώκουμε νά κρύπτουμε ἐπιμελῶς.
Ἡ Ὀρθοδοξία ἐπιδιώκει νά φανερώση αὐτό τό βάθος. Συνήθως, ἡ φαρισαϊκή δικαιοσύνη ἐνδιαφέρεται γιά τό ἐξωτερικό, γιά μία ἐπιδερμική ἠθική, ἐνῶ ἡὈρθοδοξία ἐνδιαφέρεται γιά τόν πυρήνα τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὅλα τά πατερικά κείμενα ἀναφέρονται στό πώς θά ἐλευθερωθῆ ὁ νοῦς ἀπό τήν δουλεία του στά πάθη, στήν λογική καί στίς συνθῆκες τοῦ περιβάλλοντος.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, χρησιμοποιώντας ἕνα χαριτωμένο περιστατικό πού ἀναλύει πολύ παραστατικά αὐτήν τήν πλευρά τῆς ζωῆς μας, γράφει:
«Μερικές φορές, καθώς ἀντλούσαμε νερό ἀπό τίς πηγές, ἀντλήσαμε μαζί μέ αὐτό, χωρίς νά τό καταλάβωμε, καί ἕναν βάτραχο. Παρόμοια πολλές φορές, καθώς καλλιεργοῦμε τίς ἀρετές, ὑπηρετοῦμε καί τίς κακίες πού χωρίς νά φαίνωνται εἶναι συμπεπλεγμένες μαζί τους. Ἐπί παραδείγματι: Μέ τήν φιλοξενία συμπλέκεται ἡ γαστριμαργία, μέ τήν ἀγάπη ἡ πορνεία, μέ τήν διάκρισι ἡδεινότης, μέ τήν φρόνησι ἡ πονηρία, μέ τήν πραότητα ἡ ὑπουλότης καί ἡνωθρότης καί ἡ ὀκνηρία καί ἡ ἀντιλογία καί ἡ ἰδιορρυθμία καί ἡ ἀνυπακοή. Μέ τήν σιωπή ἡ διδασκαλική ὑπεροψία, μέ τήν χαρά ἡ οἴησις, μέ τήν ἐλπίδα ἡὀκνηρία, μέ τήν ἀγάπη πάλι ἡ κατάκρισις, μέ τήν ἡσυχία ἡ ἀκηδία καί ἡὀκνηρία, μέ τήν ἁγνότητα ἡ πικρή συμπεριφορά, μέ τήν ταπεινοφροσύνη ἡπαρρησία. Σέ ὅλα δέ αὐτά ἀκολουθεῖ ὡσάν κοινό κολλύριο ἤ μᾶλλον δηλητήριο,ἡ κενοδοξία».
Αὐτό τό κείμενο παρά τήν ἁπλότητά του εἶναι συνταρακτικό. Φανερώνει ὅλη τήν ἀδυναμία μας, ἀλλά καί τήν ὑποκριτική κατάσταση στήν ὁποία ζοῦμε καθημερινά. Ἄλλοι εἴμαστε ἐξωτερικά καί ἄλλοι εἴμαστε ἐσωτερικά. Νά σημειώσω μερικές περιπτώσεις.
Μέ τήν φιλοξενία συμπλέκεται ἡ γαστριμαργία. Ἐν ὀνόματι, δηλαδή, τῆς φιλοξενίας, χάριν τοῦ ἄλλου, ἱκανοποιοῦμε τό πάθος τῆς γαστριμαργίας.
Μέ τήν ἀγάπη συνδέεται ἡ πορνεία. Ὅλοι σήμερα μιλοῦν γιά τήν ἀγάπη. Ἀλλά κάτω ἀπό τήν ἀρετή τῆς ἀγάπης κρύπτεται ἡ πορνεία, ἡ ἐπιθυμίαἱκανοποιήσεως τῆς φιληδονίας. Γι’ αὐτό καί οἱ περισσότεροι σήμερα εἶναιἀπελπισμένοι ἀπό τήν προσφερόμενη ἀγάπη. Ὅλα τά τραγούδια μιλοῦν γιά τήνἀγάπη, ἀλλά μέσα σ αὐτήν τήν κατάσταση ἀγάπης κρύβεται ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ ἄλλου σάν ἀντικειμένου ἡδονῆς.
Ὁ ἄνθρωπος καί σ’ αὐτήν τήν περίπτωση ἔχει μεταβληθῆ σέ νούμερο, ἀριθμό.Ἄλλωστε, ἡ ἀγάπη, κατά τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση, εἶναι καρπός καίἀποτέλεσμα ἀπάθειας.
Μέ τήν πραότητα συμπλέκεται ἡ ὑπουλότης. Κάνουμε τόν πράο, τόν γλυκομίλητο καί ὅμως μέσα μας κρύβουμε δηλητήριο.
Μέ τήν ἁγνότητα συμπλέκεται ἡ πικρή συμπεριφορά. Ὑπάρχουν μερικοί πού καλλιεργοῦν τήν ἐγκράτεια καί τήν ἁγνότητα καί ὅμως διακρίνονται γιάὑπεροψία, ἀφοῦ κατακρίνουν τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Ἐκεῖνος πού εἶναι ἁγνός πραγματικά πρέπει νά διακρίνεται ἀπό τήν πνευματική καί ψυχική ἁγνότητα, πού συνδέεται μέ τήν ἀγάπη πρός τούς ἄλλους.
Ἔτσι διαρκῶς εἴμαστε θεατρίνοι καί παίζουμε θέατρο. Παίζουμε θέατρο, ὅταν μέ τόν τρόπο τῆς προσευχῆς ἐπιδιώκουμε νά προσελκύσουμε τήν προσοχή τῶνἄλλων καί τό χειρότερο ἐπιδιώκουμε νά καλύψουμε τήν ἀσθένεια τῆς ψυχῆς.Ὅταν μέ τό σεμνό σχῆμα καί τό παραπέτασμά της κατηφείας κρύπτουμε «τήνἐνυπάρχουσαν θρασύτητα» καί τά αἴσχη τῆς ψυχῆς, ὄπως λέγει ὁ ὅσιος Νεῖλος.
Παίζουμε θέατρο, ὅταν κοπτόμαστε γιά τήν δικαιοσύνη καί τήν ἰσότητα, ἐνῶστήν πραγματικότητα εἴμαστε οἱ πιό ἄδικοι καί οἱ μεγαλύτεροι τύραννοι στούς γύρω μας. 
Παίζουμε θέατρο, ὅταν παρουσιαζόμαστε ὅτι ἐνδιαφερόμαστε γιά τούς ἄλλους καί ὅτι θυσιαζόμαστε γι’ αὐτούς, ἐνῶ ἐπιδιώκουμε τήν ἐκμετάλλευση κάθε καταστάσεως. 
Παίζουμε θέατρο, ὅταν κάνουμε τόν δυστυχισμένο, τόν λυπημένο, τόν περιφρονημένο, γιά νά δημιουργήσουμε ἀνάλογες ἐντυπώσεις καί νάἀποσπάσουμε τό ἐνδιαφέρον τῶν ἄλλων. Χρησιμοποιοῦμε συνεχῶς μία μάσκα στίς διαπροσωπικές μας σχέσεις.
Γι’ αὐτό πρέπει νά προσέξουμε τόν βάτραχο, ὅταν ἀντλοῦμε νερό, δηλαδή νά προσέχουμε μήπως ἐξασκώντας τίς ἀρετές ταυτόχρονα καλλιεργοῦμε τά πάθη.
 πηγή:εδώ & imverias

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Όσιος Πατήρ ημών Ιωάννης ο Ρώσσος ο Νέος Ομολογητής +27 Μαΐου

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Μαΐου, 2014

῾῾Ο ὅσιος ᾽Ιωάννης γεννήθηκε σέ ἕνα χωριό τῆς λεγομένης Μικρᾶς Ρωσίας, ἀπό γονεῖς εὐλαβεῖς καί ὀρθοδόξους, ὅταν βασίλευε στήν Ρωσία ὁ Μέγας Πέτρος, κατά τό ἔτος 1690 μ.Χ. Ἦταν στρατιώτης κατά τόν πόλεμο πού ἔκανε ὁ τολμηρός αὐτός τσάρος ἐναντίον τῆς Τουρκίας (τό 1711), στόν ὁποῖο ὅμως ὁ μέγας ἡγεμόνας στάθηκε ἄτυχος καί κινδύνεψε μάλιστα νά θανατωθεῖ καί ὁ ἴδιος ἀπό τούς Τούρκους. ῾Ο ᾽Ιωάννης πιάστηκε αἰχμάλωτος ἀπό τούς Τάταρους, μαζί μέ χιλιάδες Ρώσους, καί οἱ Τάταροι τόν πούλησαν σέ ἕναν ᾽Οθωμανό ἀξιωματικό ῞Ιππαρχο, πού καταγόταν ἀπό τό Προκόπι τῆς Μικρᾶς ᾽Ασίας (κοντά στήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας). ῾Ο ἀγᾶς τόν πῆρε μαζί του στό χωριό του, ἐνῶ ἡ Τουρκία γέμισε ἀπό ἀμέτρητο πλῆθος δούλων Ρώσων, οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ὁποίους μή ἀντέχοντας τά βάσανα ἀρνήθηκαν τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ καί ἔγιναν Μουσουλμάνοι.
῾Ο ᾽Ιωάννης ὅμως ἦταν ἀπό παιδί ἀναθρεμμένος ῾ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου᾽ καί ἀγαποῦσε πολύ τόν Θεό καί τήν θρησκεία τῶν πατέρων του. Γι᾽ αὐτό, ἔχοντας τήν σοφία πού δίνει ὁ Θεός σ᾽ αὐτούς πού Τόν ἀγαποῦν, ἔκανε ὑπομονή στήν δουλεία καί τήν κακομεταχείριση τοῦ ἀφεντικοῦ του καί στίς ὕβρεις καί τά πειράγματα τῶν ᾽Οθωμανῶν, οἱ ὁποῖοι τόν φώναζαν ῾κιαφίρη᾽, δηλαδή ἄπιστο, φανερώνοντάς του τήν περιφρόνηση καί τήν ἀπέχθειά τους. Σημειωτέον ὅτι τό Προκόπι ἦταν στρατόπεδο τῶν χριστιανομάχων Γενιτσάρων καί ὁ ᾽Ιωάννης ἦταν τό βδέλυγμά τους, διότι στόν κύριό του καί σέ ὅσους τόν παρακινοῦσαν νά ἀρνηθεῖ τήν θρησκεία του, ἀποκρινόταν μέ σθεναρή γνώμη ὅτι προτιμοῦσε νά πεθάνει, παρά νά πέσει σέ τέτοια φοβερή ἁμαρτία. Στόν ἀγᾶ μάλιστα εἶπε: ῾῎Αν μέ ἀφήσεις ἐλεύθερο στήν θρησκεία μου, θά εἶμαι πολύ πρόθυμος στίς διαταγές σου. ῎Αν ὅμως μέ πιέσεις νά ἀλλαξοπιστήσω, γνώριζε ὅτι σοῦ παραδίδω τό κεφάλι μου παρά τήν πίστη μου. Χριστιανός γεννήθηκα καί χριστιανός θά πεθάνω᾽.
῾Ο Θεός βλέποντας τήν πίστη του καί ἀκούγοντας τήν ὁμολογία του μαλάκωσε τήν σκληρή καρδιά τοῦ κυρίου του, ὁ ὁποῖος μέ τόν καιρό τόν συμπάθησε. Σ᾽ αὐτό συνήργησε καί ἡ μεγάλη ταπείνωση πού στόλιζε τόν ᾽Ιωάννη, καθώς καί ἡ πραότητά του.
῎Εμεινε λοιπόν ἥσυχος ὁ μακάριος ᾽Ιωάννης ἀπό τίς ὑποσχέσεις καί ἀπειλές τοῦ ᾽Οθωμανοῦ κυρίου του, ὁ ὁποῖος τόν εἶχε διορίσει στόν σταῦλο του γιά νά φροντίζει τά ζῶα του. Σέ μία γωνιά τοῦ σταύλου ξάπλωνε τό κουρασμένο σῶμα του καί ἀναπαυόταν, εὐχαριστώντας τόν Θεό γιατί ἀξιώθηκε νά ἔχει ὡς κλίνη τήν φάτνη στήν ὁποία ἀνακλίθηκε κατά τήν Γέννησή Του ὡς ἄνθρωπος ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἡμῶν ᾽Ιησοῦς Χριστός. ῏Ηταν δέ ἀφοσιωμένος στό ἔργο του, καθώς περιποιόταν μέ στοργή τά ζῶα τοῦ κυρίου του, τά ὁποῖα αἰσθάνονταν τήν τόση πρός αὐτά ἀγάπη τοῦ ἁγίου, ὥστε νά τόν ζητοῦν ὅταν ἀπουσίαζε, νά τόν προσβλέπουν μέ ἀγάπη καί νά χρεμετίζουν μέ χαρά ὅταν τά θώπευε, σάν νά συνομιλοῦσαν μαζί του.
Μέ τόν καιρό ὁ ἀγᾶς τόν ἀγάπησε, καθώς καί ἡ σύζυγός του καί τοῦ ἔδωσαν γιά κατοικία ἕνα μικρό διαμέρισμα κοντά στόν ἀχυρώνα. ῞Ομως ὁ ᾽Ιωάννης δέν δέχτηκε καί ἐξακολούθησε νά κοιμᾶται στόν ἀγαπητό του σταῦλο, γιά νά καταπονεῖ τό σῶμα του μέ τήν κακοπέραση καί μέ τήν ἄσκηση, μέσα στήν δυσοσμία τῶν ζώων καί τά ποδοβολητά τους. ᾽Εκεῖνος ὅμως ὁ σταῦλος γέμιζε τήν νύκτα ἀπό τίς προσευχές τοῦ ἁγίου καί ἡ κακοσμία γινόταν ὀσμή εὐωδίας πνευματικῆς. ῾Ο μακάριος ᾽Ιωάννης εἶχε ἐκεῖνον τόν σταῦλο ὡς ἀσκητήριο, καί ἐκεῖ πορευόταν κατά τούς κανόνες τῶν Πατέρων, ἐπί ὧρες γονυπετής καί προσευχόμενος, παίρνοντας λίγο ὕπνο μαζεμένος πάνω στό ἄχυρο, χωρίς ἄλλο σκέπασμα πέρα ἀπό μία παλαιά κάπα, τρώγοντας μέ διάκριση, πολλές φορές μόνο λίγο ψωμί καί νερό, νηστεύοντας τίς περισσότερες ἡμέρες καί ψάλλοντας μέ χαμηλή φωνή τούς ψαλμούς τοῦ Δαυίδ, πού τούς ἤξερε νά τούς λέει στήν Ρωσική γλώσσα. Ψαλμούς σιγόψελνε  καί τήν ὥρα πού ἀκολουθοῦσε πίσω ἀπό τό ἄλογο τοῦ κυρίου του, τόν καιρό πού περιδιάβαζε ἐκεῖνος μέσα στήν χώρα, καί τοῦτο τό ἔκανε κατά τήν τάξη τῶν ἱπποκόμων. Μέ τήν εὐλογία πού ἔφερε ὁ ἅγιος στόν οἶκο τοῦ Τούρκου ῾Ιππάρχου αὐτός πλούτισε καί ἔγινε ἕνας ἀπό τούς ἰσχυρούς τοῦ Προκοπίου.
῾Ο ἅγιος ἱπποκόμος του, ἐκτός ἀπό τήν προσευχή καί τήν νηστεία πού ἔκανε νυχθημερόν μέσα στόν σταῦλο, χειμώνα καί καλοκαίρι, καθήμενος πάνω στόν κόπρο σάν ἄλλος ᾽Ιώβ, πήγαινε τήν νύκτα καί ἔκανε ὄρθιος ἀγρυπνίες στόν νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας τοῦ ἁγίου Γεωργίου, ἡ ὁποία ἦταν κτισμένη στήν κουφάλα ἑνός βράχου καί βρισκόταν κοντά στόν οἶκο τοῦ Τούρκου κυρίου του. ᾽Εκεῖ πήγαινε κρυφά τήν νύκτα καί κοινωνοῦσε κάθε Σάββατο τά ἄχραντα μυστήρια. Καί ὁ Κύριος ῾ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς᾽, ἐπέβλεψε ἐπί τόν δοῦλο του τόν πιστό, καί ἔκανε ὥστε νά παύσουν νά τόν περιπαίζουν καί νά τόν ὑβρίζουν οἱ σύνδουλοί του καί οἱ ἄλλοι ἀλλόθρησκοι. ῎Εδωσε δέ ὁ Κύριος καί πλούτη πολλά στόν κύριο τοῦ ᾽Ιωάννη, ὁ ὁποῖος κατάλαβε ἀπό ποῦ ἦλθε στόν οἶκο του ἡ τόση εὐλογία, καί τό διαλαλοῦσε στούς συμπολίτες του.
᾽Αφοῦ λοιπόν πλούτισε, ἀποφάσισε νά πάει στήν Μέκκα γιά προσκύνημα, καί μία ἡμέρα ἔφυγε ἀπό τό Προκόπι καί μετά ἀπό διάφορες ταλαιπωρίες ἔφθασε στήν ἱερή πόλη τῶν Μωαμεθανῶν.
Πέρασαν ἀρκετές ἡμέρες ἀπό τό ταξίδι του, ὁπότε ἡ σύζυγός του παρέθεσε τραπέζι στούς συγγενεῖς καί τούς φίλους τοῦ ἄνδρα της, γιά νά εὐφρανθοῦν καί νά εὐχηθοῦν γιά τήν καλή ἐπάνοδό του. ῾Ο μακάριος ᾽Ιωάννης διακονοῦσε στό τραπέζι. Μέσα στά φαγητά πού παρέθεσαν ἦταν καί τό πιλάφι, πού ἄρεσε πολύ στόν ἀγᾶ καί τό συνηθίζουν στήν ᾽Ανατολή. Τότε ἡ οἰκοδέσποινα θυμήθηκε τόν σύζυγό της καί εἶπε στόν ᾽Ιωάννη: ῾Πόση εὐχαρίστηση θά ἔπαιρνε, Γιουβάν, ὁ ἀφέντης σου, ἄν ἦταν ἐδῶ καί ἔτρωγε μαζί μας ἀπό τό πιλάφι αὐτό!᾽ ῾Ο ᾽Ιωάννης τότε ζήτησε ἀπό τήν κυρά του ἕνα πιάτο γεμάτο πιλάφι καί εἶπε ὅτι θά τό ἔστελνε στόν ἀφένη του στήν Μέκκα. Οἱ προσκεκλημένοι γέλασαν, ἀλλά ἡ οἰκοδέσποινα ἔδωσε ἐντολή νά δώσουν τό συγκεκριμένο πιάτο στόν ᾽Ιωάννη, πιστεύοντας ὅτι ἤ θά τό φάει ὁ ἴδιος ἤ θά τό δώσει σέ καμμία πτωχή οἰκογένεια κατά τήν συνήθειά του.
῾Ο ἅγιος πῆρε τό πιάτο καί πῆγε στόν σταῦλο, καί ἐκεῖ γονατιστός ἔκανε θερμή προσευχή παρακαλώντας τόν Θεό νά στείλει τό πιάτο στόν κύριό του μέ ὅποιον τρόπο ᾽Εκεῖνος ὡς παντοδύναμος ἤξερε. Καί πράγματι τό πιάτο μέ τό φαγητό χάθηκε ἀπό τά μάτια του, καί ὁ μακάριος ᾽Ιωάννης ἐπέστρεψε στό τραπέζι καί εἶπε στήν οἰκοδέσποινα ὅτι ἔστειλε τό φαγητό στήν Μέκκα. Οἱ κεκλημένοι βεβαίως ἀκούοντας τόν λόγο γέλασαν, γιατί θεώρησαν ὅτι ὁ ᾽Ιωάννης τόν εἶπε χάριν ἀστειότητας.
Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες γύρισε ὁ κύριός του, φέροντας μαζί του τό χάλκινο πιάτο, πρός μεγάλη ἔκπληξη τῶν οἰκείων του, περιγράφοντάς τους τό πῶς μία συγκεκριμένη ἡμέρα (ἐκείνη τοῦ συμποσίου) εἰσερχόμενος στό κλειδωμένο δωμάτιό του βρῆκε τό πιλάφι, μέσα σέ πιάτο ὅμως πού ἀνῆκε στόν ἴδιο, κάτι πού ἦταν ἀκατανόητο νά τό ἐξηγήσει. Παρ᾽ ὅλη ὅμως τήν ταραχή του, ἔφαγε τό πιλάφι καί ἔφερε πίσω τό χάλκινο πιάτο. ῾Η γυναίκα του τοῦ ἐξήγησε τά καθέκαστα τοῦ συμποσίου καί πῶς ὁ ᾽Ιωάννης ζήτησε φαγητό γιά ἐκεῖνον, κάτι πού τό γέλασαν τότε, ἀλλά νά πού ἦταν ἀληθινό.
Τό θαῦμα αὐτό διαφημίστηκε σέ ὅλο τό χωριό καί στά περίχωρα, καί ὅλοι πιά θεωροῦσαν τόν ᾽Ιωάννη ὡς ἄνθρωπο δίκαιο καί ἀγαπητό στόν Θεό, τόν ἔβλεπαν μέ φόβο καί σεβασμό καί δέν τολμοῦσε κανείς νά τόν ἐνοχλήσει. ῾Ο κύριός του καί ἡ σύζυγός του τόν περιποιοῦνταν περισσότερο καί τόν παρακαλοῦσαν πάλι νά φύγει ἀπό τόν σταῦλο καί νά κατοικήσει σέ ἕνα οἴκημα πού ἦταν κοντά στόν σταῦλο, ὅμως ἐκεῖνος δέν ἤθελε νά ἀλλάξει κατοικία. Περνοῦσε λοιπόν τήν ζωή του μέ τόν ἴδιο τρόπο ὡς ἀσκητής, ἐργαζόμενος ὅπως πρίν στήν περιποίηση τῶν ζώων καί κάνοντας μέ προθυμία τά θελήματα τοῦ κυρίου του, ἐνῶ τήν νύκτα τήν περνοῦσε μέ προσευχή καί ψαλμωδία.
᾽Αλλά ὕστερα ἀπό λίγα ἔτη ἀσθένησε καί κειτόταν πάνω στά χόρτα μέσα σ᾽ ἐκεῖνον τόν σταῦλο πού τόν εἶχε ἁγιάσει μέ τίς δεήσεις του καί μέ τήν κακοπάθεια τοῦ σώματός του γιά τό ὄνομα καί γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος σάν ἐμᾶς καί σταυρώθηκε γιά τήν δική μας ἀγάπη. Καί προαισθανόμενος τό τέλος του ζήτησε νά κοινωνήσει τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ὁπότε ἔστειλε καί κάλεσε ἕναν ἱερέα. ῾Ο ἱερέας στήν ἀρχή φοβήθηκε νά φέρει τά ἅγια μυστήρια στόν σταῦλο, λόγω τοῦ φανατισμοῦ τῶν Τούρκων, ὅμως ἔπειτα φωτίστηκε ἀπό τόν Θεό, πῆρε ἕνα μῆλο, τό ἔσκαψε, ἔβαλε μέσα τήν θεία κοινωνία, καί ἔτσι πῆγε καί κοινώνησε τόν μακάριο ᾽Ιωάννη, ὁ ὁποῖος μόλις μετέλαβε παρέδωσε τήν ἁγία του ψυχή στά χέρια τοῦ Θεοῦ πού τόσο Τόν ἀγάπησε. Αὐτό ἔγινε τήν 27η Μαΐου τοῦ 1730, σέ ἡλικία περίπου σαράντα ἐτῶν᾽.
Τά θαύματα πού ἔκτοτε ὁ Θεός ἔκανε μέσω τοῦ ἁγίου Του εἶναι πάμπολλα, ἐνῶ ἡ ἴδια χάρη τοῦ ἁγίου καί τοῦ χαριτόβρυτου λειψάνου του ἐξακολουθεῖ νά προσφέρεται καθημερινῶς σέ καθέναν πού μέ πίστη καί ταπείνωση τόν ἐπικαλεῖται καί τόν προσεγγίζει.
Κατά τό ἔτος 1924, ὁπότε καί ἔγινε ἡ ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν ῾Ελλάδος καί Τουρκίας, ἔγινε καί ἡ μετακομιδή τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη τοῦ Ρώσου ἀπό τό Προκόπι τῆς Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας στό Νέο Προκόπι τῆς Εὐβοίας, ὅπου καί βρίσκεται καί σήμερα.
Μπορεῖ ἡ Ρωσία νά καυχᾶται γιά τό σπουδαῖο γέννημά της, τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη, ἡ Μικρά ᾽Ασία νά ὑπεραίρεται διότι στόν τόπο της ἀναδείχτηκε ἡ ἁγιότητα τοῦ ὁσίου Πατέρα, τό Νέο Προκόπι τῆς νήσου Εὐβοίας νά λαμπροφορεῖ διότι ἐκεῖ κατέληξε τό χαριτόβρυτο λείψανό του, ὅμως ὅλοι οἱ πιστοί ἁπανταχοῦ τῆς γῆς ἑορτάζουν τόν μεγάλο ὅσιο νέο ὁμολογητή. Κι αὐτό γιατί οἱ ἅγιοί μας ἀποτελοῦν καύχημα καί εὐλογία ὅλων τῶν ὀρθοδόξων ἁπανταχοῦ τῆς γῆς. ῞Ενας ἄγιος δηλαδή μπορεῖ νά ἦταν ῾δεμένος᾽ μέ κάποιον τόπο ὅσο ζοῦσε στήν ζωή αὐτή, ὅμως τελικῶς ἀνήκει σέ ὅλην τήν ᾽Εκκλησία, πού σημαίνει ὅτι ὁ κάθε πιστός μπορεῖ νά θεωρεῖ δικό του τόν ἅγιο, νά τόν ἔχει φίλο καί προστάτη του, ἀδελφό καί πατέρα του. ῾Ο καλός ὑμνογράφος τοῦ ὁσίου ἱεροδιδάσκαλος ᾽Ιωσήφ ὁ ἐκ Κερμίρης τῆς Καππαδοκίας ἐπανειλημμένως ἔρχεται καί μᾶς τονίζει τήν ἀλήθεια αὐτή μέσα ἀπό τήν ἀκολουθία του: ῾Χαίροις τό τῆς Ρωσίας κάλλιστον θρέμμα καί τῶν πιστῶν ἁπάντων τό σεμνολόγημα᾽ (Χαῖρε τό πιό καλό γέννημα τῆς Ρωσίας καί τό σεμνολόγημα ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν πιστῶν) (λιτή). ῾Ρωσία σοῦ καυχᾶται τῶν σπαργάνων ἡ πάτριος, καί ἡ ἀσιᾶτις γῆ χαίρει τῷ ἁγίῳ λειψάνῳ σου᾽ (῾Η πατρίδα σου ἡ Ρωσία καυχᾶται γιά τά σπάργανά σου, ἐνῶ ἡ ἀσιατική γῆ χαίρει γιά τό ἅγιο λείψανό σου) (ἀπολυτίκιο β´). ῞Ομως ῾δεῦρο δή μοι ἅπαν τό σύστημα τῶν ὀρθοδόξων, ἑορτάσωμεν αὐτοῦ τήν θείαν μνήμην᾽ (ἐμπρός λοιπόν ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι ἄς ἑορτάσουμε τήν θεία μνήμη του) (Δοξαστικό λιτῆς).
῾Η αἰτία τῆς οἰκουμενικότητας ἑνός ἁγίου – παρ᾽ ὅλη τήν ἐν Κυρίῳ καύχηση τῶν περιοχῶν ἀπό τίς ὁποῖες πέρασε καί ἅγιασε αὐτός –  ἔγκειται στό γεγονός ὅτι ὁ ἅγιος δέν ὑπῆρξε στήν ζωή του ἕνας αὐτονομημένος ἄνθρωπος, ὀ ὁποῖος ἐνδεχομένως ἀνέδειξε τά φυσικά χαρίσματά του μέσα στίς συγκυρίες πού βρέθηκε. Τέτοιοι ἄνθρωποι ὑπῆρξαν πολλοί στό διάβα τῶν αἰώνων, σφράγισαν ἴσως τήν ἐποχή τους εἴτε μέ τήν πολιτική εἴτε μέ τήν κοινωνική ἤ ἐπιστημονική δραστηριότητά τους, τελικῶς ὅμως παρέμειναν ῾ἀνύπαρκτοι᾽ γιά τήν ᾽Εκκλησία: δέν μνημονεύονται πουθενά στό φάσμα τῶν ἁγίων της ὡς ῾ζῶντες εἰς τόν αἰῶνα᾽. Γιά τήν ᾽Εκκλησία ὁ ἅγιος ἀφήνει τήν σφραγίδα του στόν κόσμο καί μνημονεύεται ἐσαεί, γιατί ὑπῆρξε ἕνα ἀποτύπωμα τοῦ Χριστοῦ, ἀκολουθώντας μέ ἀκρίβεια τά ἴχνη Του. Τόν Χριστό προβάλλει ὁ ἅγιος, σ᾽ ᾽Εκεῖνον παραπέμπει, σάν τό διάφανο γυαλί πού ἀφήνει τό φῶς τοῦ ἥλιου νά διαπεράσει κατακάθαρο ἀπό μέσα του. ῾Ο κάθε ἅγιος δηλαδή λειτουργεῖ σάν τόν μέγα ᾽Ιωάννη τόν Πρόδρομο πού διαρκῶς διακήρυσσε: ῾᾽Εκεῖνον (τόν Χριστόν) δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι᾽· ἤ ἀκόμη περισσότερο σάν τόν ἅγιο ἀπόστολο Παῦλο πού ταυτισμένος μέ τόν Κύριό του ὁμολογοῦσε: ῾Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽. ῎Ετσι ὁ κάθε ἅγιος γίνεται μία φανέρωση τοῦ Χριστοῦ καί τόν Χριστό βλέπει ὁ πιστός στό δικό του πρόσωπο.
Κι ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται καί τό ῾μυστικό᾽ τῆς ἁγιότητας τοῦ ὁσίου ᾽Ιωάννη: Προσέβλεπε πάντοτε πρός τόν Χριστό καί ὁ Χριστός ἦταν ἡ ἀδιάκοπη προτεραιότητά του. Μᾶς τό σημειώνει μεταξύ πολλῶν ἄλλων παρομοίων ὕμνων καί ὁ ὑμνογράφος του: ῾Τόν ἐπί ὤμων τόν σταυρόν τοῦ Κυρίου ἀναλαβόντα καί αὐτῷ μέχρι τέλους ἀσκητικοῖς ἀγῶσι καί παλαίσμασιν ἐπακολουθήσαντα εὐφημήσωμεν ὕμνοις ᾽Ιωάννην ἅπαντες᾽ (῎Ας δοξολογήσουμε μέ ὕμνους ὅλοι τόν ᾽Ιωάννη, αὐτόν πού ἀνέλαβε στούς ὤμους του τόν σταυρό τοῦ Κυρίου καί ἐπακολούθησε Αὐτόν μέχρι τέλους μέ ἀσκητικούς ἀγῶνες καί παλαίσματα) (κάθισμα ὄρθρου). Νά προσέξουμε ὅμως: ἡ ἀκολουθία τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἀνώδυνη. ᾽Απαιτεῖ ἄρση σταυροῦ, ἀσκητικούς ἀγῶνες, παλαίσματα. Χρειάζεται νά τό λέει ἡ καρδιά κάποιου, καθώς λέμε, προκειμένου νά εἶναι συνεπής χριστιανός. Καί πρέπει ἰδιαιτέρως στήν ἐποχή μας νά τονίζουμε τήν ἀλήθεια αὐτή, διότι συχνά οἱ σύγχρονοι χριστιανοί θεωροῦμε τήν ἀκολουθία τοῦ Κυρίου ῾ταξίδι ἀναψυχῆς᾽. ᾽Επιλέγουμε τά ἀνώδυνα καί ὡραῖα καί ὄμορφα, ἀγνοώντας ἤ μή θέλοντας νά λάβουμε σοβαρῶς ὑπ᾽ ὄψιν μας τήν ὀδύνη τοῦ σταυροῦ εἴτε ὡς πόλεμο κατά τῶν παθῶν μας εἴτε ὡς ἀντιμετώπιση τῶν ἐπιθέσεων τοῦ Πονηροῦ καί τῶν ὀργάνων του μέσα στόν κόσμο.
 ῾Ο ὑμνογράφος τοῦ ὁσίου προκειμένου νά δείξει τήν ἀσκητική αὐτή διάσταση τοῦ ἀκολουθεῖν τῷ Χριστῷ ἀπό τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη ὑπενθυμίζει ὄχι μόνο τό γεγονός τῆς αἰχμαλωσίας του ἀπό τούς Τούρκους, ὄχι μόνο τούς ὀνειδισμούς πού ὑπέστη σέ ξένη χώρα ὡς ὑπόδουλος, οὔτε ἀκόμη καί τήν φτώχεια καί τήν στέρησή του ζώντας μέσα σέ ἕναν σταῦλο – πράγματα πού δείχνουν τούς ἀκούσιους πειρασμούς του – ἀλλά καί τούς ἑκούσιους λεγόμενους, αὐτούς δηλαδή πού ὁ ἴδιος προσέθετε πάνω στούς ἄλλους: τήν παννύχια προσευχητική στάση του, τά θερμότατα δάκρυα κατανύξεώς του, τήν ἐπιλογή τῆς φτώχειας ὅταν τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία ὑπέρβασής της. Στό δοξαστικό τῶν αἴνων δέν μπορεῖ ὁ ὑμνογράφος παρά νά θαυμάσει τήν παραδοξότητα αὐτή: ῾Τίς μή ἐπαινέσει σε, τόν ὄντως ἀξιέπαινον; ῎Η τίς μή θαυμάσει σου τόν τρόπον τόν ἀξιοθαύμαστον; Οὐ γάρ ἠρκέσθης, χαριτώνυμε, ἐν τῇ τῆς αἰχμαλωσίας κακουχίᾳ, ἀλλ᾽ ἔσπευσας αὐξῆσαι αὐτήν, διά τῶν ἀσκητικῶν καμάτων καί ἱδρώτων᾽ (Ποιός δέν θά σέ ἐπαινέσει, ἐσένα τόν πράγματι ἀξιέπαινο; ῎Η ποιός δέν θά θαυμάσει τόν ἀξιοθαύμαστο τρόπο τῆς ζωῆς σου; Διότι δέν ἀρκέστηκες, χαριτώνυμε, στήν κακουχία τῆς αἰχμαλωσίας, ἀλλά ἔσπευσες νά αὐξήσεις αὐτήν, μέ τούς ἀσκητικούς κόπους καί τούς ἱδρῶτες).
Δέν εἶναι τυχαῖο λοιπόν ὅτι ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής τόν παραλληλίζει μέ τόν δίκαιο ᾽Ιώβ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἤ καί μέ τόν μέγα ᾽Ιωάννη τόν Πρόδρομο πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐπαίνεσε τόσο πολύ. ῾Ξένην ἐβίωσας πολιτείαν, ἔνδοξε, οἰκήσας σταύλῳ τινί, ὡς ᾽Ιώβ ἄλλος ὅσιε, ὁ ἐπί κοπρίας στένων καί θλιβόμενος᾽ (῎Εζησες παράξενο τρόπο ζωῆς, ἔνδοξε, καθώς κατοίκησες σέ κάποιον σταῦλο, σάν ἄλλος ᾽Ιώβ, ὅσιε, πού στέναζε καί θλιβόταν πάνω στήν κοπριά) (ἀπόστιχα ἑσπερινοῦ). ῾᾽Εμιμήσω, θεσπέσιε, τόν κείμενον ᾽Ιώβ ἐπί κοπρίας, κατοικίαν ἔχων, σοφέ τό ἱπποστάσιον᾽ (Μιμήθηκες, θεσπέσιε, τόν ᾽Ιώβ πού βρισκόταν στήν κοπριά, γιατί εἶχες κι ἐσύ ὡς κατοικία τόν σταῦλο τῶν ἀλόγων) (ὠδή δ´). ῾Ο ἔπαινός του ὅμως γιά τόν ὅσιο ἀνεβαίνει κλίμακα, καθώς προβαίνει στήν ἐξαιρετική ἀποτίμησή του σέ σχέση μέ τόν μέγα Πρόδρομο: ῾Φερωνύμως ἡ κλῆσίς σου γέγονε χαριτώνυμος,  ὅσιε Πάτερ· ὡς γάρ ὁ θεῖος βαπτιστής, μεταξύ τοῦ ᾽Ιουδαϊκοῦ λαοῦ ἐχαριτώθη, καί παρά Χριστοῦ σαφῶς ἐμαρτυρήθη, οὕτω καί σύ ὁ ὁμώνυμος αὐτοῦ καί μιμητής, μεταξύ τοῦ ματαιόφρονος λαοῦ, χάριν οὐρανόθεν εἴληφας, τῇ θεαρέστῳ πολιτείᾳ σου, ὦ ᾽Ιωάννη᾽ (Τό ὄνομα ᾽Ιωάννης πού ἔφερες ἔγινε ὄνομα τῆς χάρης, ὅσιε Πατέρα. Διότι ὅπως  ὁ θεῖος βαπτιστής χαριτώθηκε μεταξύ τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ καί μαρτυρήθηκε σαφῶς ἀπό τόν Χριστό, ἔτσι καί σύ ὁ ὁμώνυμός του καί μιμητής, ζώντας ἀνάμεσα σέ ματαιόφρονα λαό, ἔλαβες χάρη ἀπό τόν Θεό μέ τήν θεάρεστη πολιτεία σου, ᾽Ιωάννη) (λιτή).
῾Η ἔνθεη ζωή τοῦ ὁσίου μέσα σέ χώρα ῾ματαιοφρόνων᾽ καί ἐν αἰχμαλωσίᾳ γίνεται ἀφορμή γιά γενικότερες διαπιστώσεις: ὁ ὅσιος δέν παρασύρθηκε στήν πίστη τῶν ἀλλοθρήσκων παρ᾽ ὅλες τίς δυσκολίες, ἀλλά κράτησε τήν πίστη του καί μεγαλούργησε σ᾽ αὐτήν. ῾Οὗτος οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ τῶν ἀπίστων, εἰ καί ἠχμαλωτίσθη ὑπ᾽ αὐτῶν ὁ θεόφρων, ἀλλ᾽ ἔστη ἐν τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ, μέχρι τοῦ ζῆν ὁ χαριτώνυμος᾽ (Αὐτός δέν ἀλλαξοπίστησε, ἄν καί αἰχμαλωτίσθηκε ἀπό τούς ἀπίστους, ἀλλά στάθηκε στόν νόμο τοῦ Θεοῦ ὅσο ζοῦσε ὁ χαριτώνυμος) (δοξαστικό καθισμάτων γ´ ὠδῆς). Πού σημαίνει: ὅταν κανείς εἶναι στερεωμένος στήν πίστη του, τό κοινωνικό περιβάλλον δέν μπορεῖ τελικῶς νά τόν κλονήσει. ῎Ισα ἴσα γίνεται ἀφορμή γιά μεγαλύτερη ἁγιότητα. Πρόκειται ὄντως γιά παράδοξο θαῦμα. ῾῎Ω τοῦ παραδόξου θαύματος! ἐν ἀκαθάρτοις συνών ᾽Ιωάννης ὁ ἔνθεος καθαρός τῷ σώματι καί ψυχῇ ὅλος γέγονε᾽ (Παράδοξο θαῦμα! ῾Ο ἔνθεος ᾽Ιωάννης ζώντας μαζί μέ ἀκαθάρτους ἔγινε ὅλος καθαρός στό σῶμα καί στήν ψυχή) (ἀπό τούς αἴνους). ῾Οπότε τό  συμπέρασμα ἔρχεται ἀβίαστο ἀπό τόν ἱεροδιδάσκαλο ᾽Ιωσήφ: ὁ αἰχμάλωτος ᾽Ιωάννης αἰχμαλώτισε καί τά πάθη του καί τόν διάβολο. ῾Τῶν παθῶν τά ὁρμήματα σοφῶς ἠχμαλώτισας, Ἰωάννη, τοῖς ᾽Αγαρηνοῖς γενόμενος αἰχμάλωτος᾽ (Μέ σοφό τρόπο αἰχμαλώτισες τίς ὁρμές τῶν παθῶν, ᾽Ιωάννη, ἀφοῦ ἔγινες αἰχμάλωτος στούς ᾽Αγαρηνούς) (ὠδή δ´). ῾Πλήρης χαρίτων ὁ αἰχμάλωτος ὤφθη. Αἰχμαλωτίσας τοῦ σκότους τόν προστάτην᾽ (Φάνηκες ὁ αἰχμάλωτος γεμάτος ἀπό τίς χάρες τοῦ Θεοῦ. Γιατί αἰχμαλώτισε τόν προστάτη τοῦ σκότους διάβολο) (στίχοι συναξαρίου).
Μακρηγοροῦμε, ἀλλά δέν μποροῦμε παραλείποντας ἄλλες ἐπισημάνσεις τοῦ ποιητῆ νά μήν ἀναφέρουμε κάτι πού θεωροῦμε ἀπό τά πιό καίρια γιά τήν ζωή τοῦ ὁσίου ᾽Ιωάννη: ὁ ἅγιος εἶχε ἐνεργοῦσα τήν χάρη τοῦ Χριστοῦ στήν καρδιά του (ὠδή α´), ἐπειδή πρῶτον βοηθεῖτο ἀπό τόν θεάρεστο βίο του – ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δέν ἐνεργεῖ ἄν δέν βρεῖ κατάλληλο ἔδαφος στόν ἄνθρωπο – καί δεύτερον καί σημαντικότερο εἶχε ὡς καθοδηγό του τήν ἴδια τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας. Δέν εἶναι δυνατόν δηλαδή νά ὑπάρξει πνευματικός ἀγώνας καί μάλιστα ἐπιτυχής, ἄν δέν συντρέξουν μαζί μέ τόν Κύριο οἱ ἅγιοί μας μέ πρώτη τήν ὑπεραγία Θεοτόκο. ᾽Εκείνη ὡς στοργική Μάνα μας μᾶς παρακολουθεῖ, μᾶς βοηθεῖ καί ἱκετεύει γιά ἐμᾶς, ἰδίως ὅταν βλέπει τόν ἀγώνα καί τήν καλή μας διάθεση. ῎Ας φανταστοῦμε μέ πόση ἀγάπη θά προσέβλεπε Αὐτή πάνω στό ἀγαθό παιδί της, τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη, πού ἐπέμενε στήν ἀγάπη τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της μέσα στίς ἄπειρες δοκιμασίες πού περνοῦσε. ῾Αἰχμαλωσίᾳ καίτοι κρατυνόμενος εἶχες ὁδηγοῦσάν σε τήν Παρθένον Μαρίαν, εἶχες συμμαχοῦντά σοι τόν θεάρεστον βίον, ὦ ᾽Ιωάννη μέγιστε φωστήρ᾽ (Μολονότι ἤσουν αἰχμάλωτος, εἶχες τήν Παρθένο Μαρία νά σέ ὁδηγεῖ, εἶχες σύμμαχό σου τόν θεάρεστο βίο σου, ᾽Ιωάννη μέγιστε φωστήρα) (᾽Από τά καθίσματα τοῦ ὄρθρου). 

παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η αγάπη, πλήρωμα των εντολών του Θεού (Άγιος Μάξιμος).

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Μαΐου, 2014

Και ο αδελφός είπε:
– Όμως, πάτερ, είναι πολλές οι εντολές του Κυρίου· και ποιος μπορεί να γνωρίζει όλες αυτές, για να αγωνισθεί για όλες; Μάλιστα εγώ που έχω λίγο μυαλό; Θα ήθελα να ακούσω σύντομο λόγο, ώστε κρατώντας αυτόν στο νου μου, να μπορούσα με αυτόν να σωθώ.
Και αποκρίθηκε ο γέροντας:
-Αν και είναι πολλές, αδελφέ, όμως συνοψίζονται σε ένα λόγο, στο «Να αγαπήσεις τον Κύριο τον Θεό σου με όλη τη δύναμή σου και όλη τη διάνοιά σου, και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου». Και εκείνος που αγωνίζεται για να τηρεί αυτόν τον λόγο, κατορθώνει όλες μαζί τις εντολές. Δεν μπορεί όμως κάποιος που δεν απομάκρυνε τον εαυτό του, όπως προλέχθηκε, από την προσπάθεια των υλικών, ούτε τον Θεό να αγαπήσει γνήσια, ούτε τον πλησίον· γιατί είναι αδύνατο να είναι συγχρόνως και αφοσιωμένος στην ύλη, και τον Θεό να αγαπά. Και αυτό είναι εκείνο που λέγει ο Κύριος· «Κανένας δεν μπορεί να δουλεύει δύο κυρίους», και «κανένας δεν μπορεί να δουλεύει  στον Θεό και στον μαμωμά». Γιατί, εφόσον ο νους μας είναι προσηλωμένος στα πράγματα του κόσμου, υποδουλώνεται σ’ αυτά και περιφρονεί τον Θεό, παραβαίνοντας την εντολή του.
-Και ο αδελφός είπε:
Ποια πράγματα εννοείς πάτερ;
Και ο γέροντας αποκρίθηκε:
-Τις τροφές, τα χρήματα, τα κτήματα, τη δόξα, τους συγγενείς και τα παρόμοια.
Και ο αδελφός είπε:
-Πες μου πάτερ, δεν τα δημιούργησε αυτά ο Θεός και τα έδωσε στους ανθρώπους να τα χρησιμοποιούν, και πως προστάζει να μη προσηλωνόμαστε σε αυτά;
Και αποκρίθηκε ο γέροντας:
-Είναι φανερό ότι ο Θεός δημιούργησε αυτά και τα έδωσε στους ανθρώπους να τα χρησιμοποιούν, και όλα όσα έχουν γίνει από το Θεό είναι καλά, ώστε αφού χρησιμοποιήσουμε αυτά ορθά, να ευαρεστήσουμε τον Θεό· όμως εμείς, επειδή είμαστε πνευματικά αδύνατοι και η διάνοιά μας είναι προσηλωμένη στην ύλη, προτιμήσαμε τα υλικά αντί της εντολής της αγάπης, και ενώ είμαστε προσηλωμένοι σε αυτά, πολεμούμε τους ανθρώπους· πρέπει να προτιμήσουμε, από όλα τα ορατά και από αυτό το σώμα ακόμα, την αγάπη προς κάθε άνθρωπο, η οποία είναι γνώρισμα της αγάπης προς τον Θεό,  όπως ο ίδιος ο Κύριος δείχνει αυτά στα Ευαγγέλια: «Εκείνος», λέγει, «που μ’ αγαπά θα φυλάξει τις εντολές μου».Και ποια είναι η εντολή, που, αν την τηρήσουμε θα αγαπήσουμε αυτόν, άκουσε τον ίδιο που λέγει· «Αυτή είναι η δική μου εντολή, να αγαπάτε ο ένας τον άλλο». Βλέπεις ότι η μεταξύ μας αγάπη συνιστά αγάπη προς τον Θεό, η οποία είναι το πλήρωμα κάθε εντολής του Θεού; Για αυτό λοιπόν και δίνει εντολή να μην είναι κανείς προσηλωμένος σε αυτά, αλλά και να απαλλαγεί από όλα τα υλικά υπάρχοντά του, και ο κάθε μαθητής αυτού να έχει μόνο τα ψυχικά πλούτη.
 (Έργα αγίου Μάξιμου του Ομολογητή, Φ. ΕΠΕ 14, σελ. 363-367, «Λόγος Ασκητικός»).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »