Η Παναγία και η εποχή μας
Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Νοεμβρίου, 2015
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινούπολης
Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Νοεμβρίου, 2015
Μύσας ο χρυσούς Ιωάννης το στόμα,
Αφήκεν ημίν άλλο τας βίβλους στόμα.
Αμφί τρίτην δεκάτην σίγησεν χρύσεα χείλη.
Βιογραφία
Ο μεγάλος αυτός πατέρας και διδάσκαλος της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας γεννήθηκε στην Αντιόχεια το 347 μ.Χ.(κατά άλλους το 354 μ.Χ.). Πατέρας του ήταν ο στρατηγός Σεκούνδος και μητέρα του η Ανθούσα. Γρήγορα έμεινε ορφανός από πατέρα, και η μητέρα του – χήρα τότε 20 ετών – τον ανέθρεψε και τον μόρφωσε κατά τον καλύτερο χριστιανικό τρόπο. Ήταν ευφυέστατο μυαλό και σπούδασε πολλές επιστήμες στην Αντιόχεια – κοντά στον τότε διάσημο ρήτορα Λιβάνια – αλλά και στην Αθήνα, μαζί με τον αγαπημένο του φίλο Μέγα Βασίλειο ( 1 Ιανουαρίου).
Όταν αποπεράτωσε τις σπουδές του, επανήλθε στην Αντιόχεια και αποσύρθηκε στην έρημο για πέντε χρόνια, όπου ασκήτευε προσευχόμενος και μελετώντας τις Άγιες Γραφές. Ασθένησε όμως και επέστρεψε στην Αντιόχεια, οπού χειροτονήθηκε διάκονος – το 381 μ.Χ., σε ηλικία 34 ετών – από τον Αρχιεπίσκοπο Αντιοχείας Μελέτιο. Αργότερα δε από τον διάδοχο του Μελετίου Φλαβιανό πρεσβύτερος σε ηλικία 40 ετών.
Κατά την Ιερατική του διακονία ανέπτυξε όλα τα ψυχικά του χαρίσματα, πύρινο θείο ζήλο και πρωτοφανή ευγλωττία στα κηρύγματα του. Έσειε και συγκλόνιζε τα πλήθη της Αντιόχειας και συγκινούσε τις ψυχές τους βαθύτατα. Η φήμη του αυτή έφτασε μέχρι τη βασιλεύουσα και έτσι, την 15η Δεκεμβρίου 397 μΧ., με κοινή ψήφο βασιλιά Αρκαδίου και Κλήρου, έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, κάτι που ο ίδιος δεν επεδίωξε ποτέ. Και από την θέση αυτή ο Ιερός Χρυσόστομος, εκτός άλλων, υπήρξε αυστηρός ασκητής και δεινός ερμηνευτής της Αγίας Γραφής, όπως φαίνεται από τα πολλά συγγράμματα του (διασώθηκαν 804, περίπου, ομιλίες του). Έργο επίσης του Χρυσοστόμου είναι και η Θεία Λειτουργία, που τελούμε σχεδόν κάθε Κυριακή, με λίγες μόνο, από τότε μετατροπές.
Ο ιερός Χρυσόστομος κατά τη διάρκεια της πατριαρχείας του, υπήρξε αδυσώπητος ελεγκτής κάθε παρανομίας και κακίας. Αυτό όμως έγινε αίτια να δημιουργήσει φοβερούς εχθρούς, και μάλιστα αυτήν την αυτοκράτειρα Ευδοξία, επειδή ήλεγχε τις παρανομίες της. Αυτή μάλιστα, σε συνεργασία με τον τότε Πατριάρχη Αλεξαδρείας Θεόφιλο (ενός μοχθηρού και άσεβους ανθρώπου), συγκάλεσε σύνοδο (παράνομη) από 36 επισκόπους (όλοι τους πνευματικά ύποπτοι και δυσαρεστημένοι από τον άγιο) στο χωριό Δρυς της Χαλκηδόνας και πέτυχε την καθαίρεση και εξορία του Αγίου σ’ ένα χωριό της Βιθυνίας. Η απόφαση αυτή όμως, τόσο εξερέθισε τα πλήθη, ώστε αναγκάστηκε αυτή η ίδια η Ευδοξία να τον ανακαλέσει από την εξορία και να τον αποκαταστήσει στο θρόνο με άλλη συνοδική αθωωτική απόφαση (402 μ.Χ.). Αλλά λίγο αργότερα, η ασεβής αυτή αυτοκράτειρα, κατάφερε και πάλι να εξορίσει τον Άγιο (20 Ιουνίου 404 μ.Χ.) στην Κουκουσό της Αρμενίας και από κει στα Κόμανα, όπου μετά από πολλές κακουχίες και άλλες ταλαιπωρίες πέθανε το 407 μ.Χ.
Ο Μ. Ι. Γαλανός στον Συναξαριστή του, μεταξύ των άλλων, αναφέρει για τον Ιερό Χρυσόστομο, ότι υπήρξε και αναγνωρίζεται ως ο πιο άριστος και δημοφιλής διδάσκαλος της Χριστιανικής Εκκλησίας. Κανένας δεν εξήγησε όπως αυτός, με τόσο πλούτο και τόση σαφήνεια τα νοήματα των θείων Γραφών, ούτε δε υπήρξε εφάμιλλος του στην ετοιμολογία, την απλότητα, αλλά και στη φλόγα και τη δύναμη της ρητορείας. Υπήρξε ρήτορας θαυμαστός, λογοτέχνης απαράμιλλος, βαθύτατος και διεισδυτικότατος, ψυχολόγος και καταπληκτικός κοινωνιολόγος με αίσθημα χριστιανικής ισότητας, χωρίς προνομιούχους, με καθολική αδελφότητα. Ανήκει σ’ αυτούς που φαίνονται «ως φωστήρες εν κόσμω» (Προς Φιλιππησίους, 6′ 15.). Δηλαδή σαν φωτεινά αστέρια μέσα στον κόσμο.
Να σημειώσουμε εδώ, ότι ο ιερός Χρυσόστομος πέθανε την 14η Σεπτεμβρίου, αλλά λόγω εορτής της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού μετατέθηκε η εορτή της μνήμης του την 13η Νοεμβρίου. Επίσης την 15η Δεκεμβρίου εορτάζουμε την χειροτονία του σε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, την 27η Ιανουαρίου την ανακομιδή των λειψάνων του, αλλά η μνήμη του εορτάζεται και την 30η Ιανουαρίου μαζί με τον Μέγα Βασίλειο και τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Και τέλος την 26η Φεβρουαρίου εορτάζουμε την μνήμη της χειροτονίας του σε πρεσβύτερο.
Ιερά Λείψανα:
Η Κάρα με αδιάφθορο το αριστερό αυτί βρίσκεται στη Μονή Βατοπεδίου Αγίου Όρους.
Η δεξιά του Αγίου βρίσκεται αδιάφθορη στη Μονή Φιλοθέου Αγίου Όρους.
Δύο τμήματα της αριστεράς του Αγίου βρίσκονται στη Μονή Μεγ. Λαύρας Αγίου Όρους και ένα τμήμα της στη Μονή Βαρλαάμ Μετεώρων.
Μεγάλο τεμάχιο κνήμης και τέσσερα τεμάχια του Αγίου βρίσκονται στη Μονή Παντοκράτορος Αγίου Όρους.
Δάκτυλος του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους.
Αδιάφθορο μέρος του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Μεγ. Μετεώρου.
Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου του Αγίου βρίσκονται στις Μονές Ιβήρων Αγίου Όρους, Προυσού Ευρυτανίας και Κύκκου Κύπρου και στη Λαύρα Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΕΝΔΟΣΧΟΛΙΚΗ ΒΙΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Νοεμβρίου, 2015
Πολλή συζήτηση γίνεται για την ενδοσχολική βία και ειδικά για τον εκφοβισμό που υφίστανται παιδιά από συνομηλίκους και συμμαθητές τους. Πέρα από το γεγονός ότι το πρόβλημα δεν είναι σημερινό, χρειάζεται να δούμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η σχολική τάξη, όπως επίσης και κάθε μορφή συλλογικής συμπόρευσης στις μέρες μας. Διότι από εκεί ξεκινούν συνήθως οι δυσκολίες προσαρμογής των μελών της ομάδας, από εκεί προβλήματα συμπεριφοράς καθίστανται δυσεπίλυτα.
Απουσιάζει από τη σχολική τάξη ο προσανατολισμός στο ΕΜΕΙΣ. Λειτουργεί ως άθροισμα ατόμων, στο οποίο ο σχολικός χρόνος, με την ύπαρξη πολλών μαθημάτων και αντίστοιχα πολλής ύλης (στα πλαίσια της φιλοσοφίας ότι η ποσότητα της γνώσης είναι το ζητούμενο και όχι η ποιότητα και η κατάκτηση από τους μαθητές), δεν επιτρέπει να γεννήσει δραστηριότητες παρέας και κοινότητας. Εξάλλου, η έλλειψη ηγετικών προσωπικοτήτων στο επίπεδο των εκπαιδευτικών, οι οποίοι θεωρούνται διεκπεραιωτές της γνώσης, κρίνονται για το αν κάνουν μάθημα και όχι για την ποιότητά του, όπως επίσης και η αδιαφορία για την ποιότητα των σχέσεων στη σχολική τάξη, τόσο μεταξύ των μαθητών με τους εκπαιδευτικούς όσο και μεταξύ τους, δε συμβάλλει στο πνεύμα του «όλοι μαζί». Εύκολα, πάλι, απαξιώνονται μαθήματα, όπως τα Θρησκευτικά, η Λογοτεχνία, η Ιστορία, η Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή, η Μουσική και Αισθητική Αγωγή, στο όνομα της εξοικείωσης με τις Θετικές επιστήμες, την Πληροφορική, την Τεχνολογία, ενώ απαιτείται η διδασκαλία όλων, με σκοπό όμως και την καλλιέργεια του χαρακτήρα και όχι μόνο του νου του μαθητή.
Αυτή η νοοτροπία, σε συνδυασμό με την ολοένα και αυξανόμενη αδιαφορία ή και ανικανότητα της οικογένειας να προλάβει ή να αντιμετωπίσει την επιθετικότητα ή να δώσει στο παιδί την αγάπη και την προσοχή που του χρειάζεται, προκειμένου να μην αναζητά την προσοχή των άλλων με τη βία και τον δι’ αυτής εξουσιαστικό εντυπωσιασμό , μεγεθύνουν το πρόβλημα και το καθιστούν ανυπόφορο.
Η Πολιτεία δεν μπορεί και δεν θέλει να διορίζει ψυχολόγους, ειδικούς στα προβλήματα της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας. Αρνείται την συμμετοχή στη σχολική ζωή προσώπων όπως ο σχολικός ιερέας-πνευματικός. Δεν προβλέπει στο σχολικό πρόγραμμα την κάλυψη διδακτικού ωραρίου από μόνιμο εκπαιδευτικό, ο οποίος θα λειτουργεί συμβουλευτικά σε προβλήματα συμπεριφοράς, αφού εκπαιδευθεί. Παράλληλα, το σχολείο αισθάνεται αδύναμο να παρέμβει σε προβληματικές οικογένειες. Έτσι περιορίζεται σε μία στοιχειώδη συμβουλευτική και κάποτε προχωρά σε κατασταλτικά μέτρα, όπως τιμωρίες, αποβολές, αλλαγές σχολικού περιβάλλοντος, που απλώς μεταφέρουν, αλλά δε λύνουν το πρόβλημα.
Η Εκκλησία μπορεί να δώσει απάντηση μέσω των ενοριακών νεανικών ομάδων, των κατασκηνώσεων, αλλά και της λατρευτικής της ζωής, δια των οποίων ο νέος βιώνει έμπρακτα την αγάπη. Αρκεί οι υπεύθυνοι – κληρικοί, κατηχητές, στελέχη- να έχουν κάποια βασική εκπαίδευση στη διαχείριση τέτοιων φαινομένων, πρωτίστως όμως πολλήν αγάπη και σεβασμό προς τις τραυματισμένες εικόνες του Θεού, θύτες και θύματα. Μπορεί ακόμη να επισημαίνει την ανάγκη ύπαρξης προσώπων, όπως οι πνευματικοί πατέρες, ως σημείων αναφοράς, για να παρηγορούν και να βοηθούν τους νέους που δυσκολεύονται, είτε εξαιτίας της συμπεριφοράς των άλλων είτε επειδή αναζητούν αποδοχή δια της βίας, να συνειδητοποιήσουν ότι μόνο η αληθινή αγάπη είναι η λύση, αγώνας δύσκολος, αλλά μοναδικός.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια», στο φύλλο της 11ης Νοεμβρίου 2015
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ
Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Νοεμβρίου, 2015
Τον τελευταίο καιρό ακούμε όλο και πιο συχνά ανθρώπους να λένε: «Δεν πιστεύω σε καμία θρησκεία. Αυτά τα έκαναν οι παλιοί που δεν ήξεραν. Εμείς έχουμε την επιστήμη που μας εξηγεί τις απορίες μας και δεν χρειαζόμαστε ένα φανταστικό Θεό». Μπορεί όμως κάτι τέτοιο να ισχύει;
Για να το απαντήσουμε αυτό, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τι θα πει πίστη και τι επιστήμη. Κατά τον απόστολο Παύλο, «Έστιν δε πίστις ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». Η πίστη δεν βλέπεται, αλλά βιώνεται. Επίσης προϋποθέτει εμπιστοσύνη σε κάποιον που γνωρίζει καλύτερα από εμάς, ο οποίος θα μας οδηγήσει στο σωστό.
Αντίθετα η επιστήμη – ή πιο σωστά η επιστημονική διαδικασία, διότι αυτό εννοούν όσοι αντιπαραβάλλουν πίστη και επιστήμη – είναι η συστηματική έρευνα της νέας γνώσης σε ένα σύστημα. Εδώ έχουμε ένα ήδη αντιληπτό σύστημα, το οποίο επεξεργαζόμαστε για να βρούμε πως λειτουργεί. Επίσης η έρευνα δεν σταματά ποτέ, καθώς η νέα γνώση έρχεται να προστεθεί πάνω στην παλιά και συχνά αλλάζει εντελώς τα όσα πιστεύαμε μέχρι εκείνη τη στιγμή.
Γίνεται ήδη αντιληπτό το βασικό πρόβλημα της άποψης που αναφέραμε: η επιστήμη δεν είναι αλάθητη. Τα νέα δεδομένα μπορεί να ανατρέψουν θεωρίες που έμειναν αναλλοίωτες για αιώνες. Δεν μπορεί λοιπόν κάποιος να τα χρησιμοποιήσει ως ασφαλή βάση για να στηρίξει την άποψη αυτή.
Δεύτερο ζήτημα είναι το εξής: μπορεί η επιστήμη να προσεγγίσει το Θεό; Η απάντηση είναι όχι, καθώς η επιστήμη ασχολείται με όσα ο άνθρωπος μπορεί να αντιληφθεί με τις αισθήσεις του, και ο Θεός δεν ανήκει σ’ αυτά. Ακόμα και στις περιπτώσεις θαυμάτων, όπου έχουμε παραβίαση των φυσικών νόμων, το μόνο που η επιστήμη μπορεί να πει είναι ότι έχει στα χέρια της ένα ανεξήγητο φαινόμενο.
Είναι λοιπόν μεγάλο λάθος να προσπαθεί κανείς να αποδείξει επιστημονικά τόσο την ύπαρξη όσο και την μη ύπαρξη του Θεού. Ο πιστός αντιλαμβάνεται στα γεγονότα της ζωής του τη χάρη του Θεού, ενώ ο άπιστος αποδίδει τα ίδια γεγονότα σε τυχαίους παράγοντες. Το πρόβλημα για τον άπιστο, που θα προσπαθήσει να δώσει στην απιστία του επιστημονική χροιά, είναι ότι η επιστήμη δεν αποδέχεται την τύχη. Για την επιστήμη υπάρχει μόνο η παρατήρηση και το πείραμα, το οποίο πρέπει να δίνει σε κάθε επανάληψη τα ίδια αποτελέσματα. Η μόνη απάντηση της επιστήμης σε κάτι που ξεπερνά τις γνώσεις της είναι «δεν ξέρω μέχρι να βρεθούν – εάν βρεθούν – νέα στοιχεία».
Το ίδιο όμως ισχύει για όσους χρησιμοποιούν τα θαύματα ως μία μορφή επιστήμης, προσπαθώντας να αποδείξουν μέσω αυτών την ύπαρξη του Θεού. Είναι σαν λένε ότι χωρίς τα θαύματα δεν υπάρχει πίστη. Επαναλαμβάνω τα λόγια του απόστολου Παύλου, ότι η πίστη είναι «πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». Τα θαύματα επαληθεύουν την πίστη, δεν την αποδεικνύουν. Αν αποτελούσαν από μόνα τους απόδειξη τότε δεν έπρεπε να υπάρχει άπιστοι.
Και περνάμε στο τρίτο και τελευταίο ζήτημα: ο άπιστος είναι πραγματικά άπιστος; Το θέμα αυτό χρίζει μελέτης, καθώς βασικό επιχείρημα των ποικίλων αθέων είναι ότι η πίστη είναι περιττή σε έναν ορθολογιστή και σκεπτόμενο άνθρωπο.
Εδώ θα θυμηθώ ένα ανέκδοτο, το οποίο απαντά στο θέμα: Κάποτε ένας καθηγητής ειρωνεύτηκε έναν πιστό μαθητή του, λέγοντας: «Αφού δεν μπορείς να δεις τον Θεό, πως πιστεύεις ότι υπάρχει;» Ο μαθητής του τότε απάντησε: «Αν πραγματικά πιστεύετε αυτό που είπατε, τότε πρέπει να σας πληροφορήσω ότι είστε ανεγκέφαλος». Ο καθηγητής έξαλλος ζήτησε εξηγήσεις από το μαθητή του, ο οποίος του απάντησε: «Έχετε μήπως δει ποτέ τον εγκέφαλος σας; Πως ξέρετε λοιπόν ότι υπάρχει;»
Αλλά, θα πει κανείς, δεν είναι το ίδιο. Έχουμε δει εγκεφάλους ανθρώπων, έχουμε ακτινογραφίες που το αποδεικνύουν. Σωστό, αλλά για σκεφτείτε καλύτερα … έχετε εσείς προσωπικά γνώσεις ανατομίας για να είστε σίγουροι αυτό που παρουσιάζουν ως εγκέφαλο οι επιστήμονες είναι όντως εγκέφαλος; Έχετε τις κατάλληλες γνώσεις για να βεβαιώσετε ότι οι ακτινογραφίες είναι πραγματικές; Και το βασικότερο, κάνατε εσείς οι ίδιοι προσωπικά την έρευνα, ώστε να ξέρετε ότι δεν έγινε κανένα λάθος;
Αν και κάπως τραβηγμένο, το παράδειγμά μας αποδεικνύει κάτι που πολλοί δεν συνειδητοποιούν: όλοι μας πιστεύουμε σε κάτι που κάποιος άλλος μας έχουν πει. Κανείς δεν ανακάλυψε μόνος του όσα γνωρίζει, αλλά στηρίχθηκε σε γνώσεις τρίτων τους οποίους δεν αμφισβήτησε. Είναι λοιπόν υποκρισία να χαρακτηρίζει τους άλλους ανόητους επειδή πιστεύουν, καθώς και ο ίδιος πιστεύει τα περισσότερα από όσα θα του πουν στη ζωή του, αμφισβητώντας μόνο όσα θα νιώσει ότι τον δυσκολεύουν.
Μια σύγχρονη «μόδα» είναι ορισμένα δύσπιστα πρόσωπα να προσπαθούν να αποδείξουν ότι όσα πιστεύαμε μέχρι στιγμής είναι λάθος. Αυτό ποικίλει από κλασσικές θεωρίες συνωμοσίας – όπως η ύπαρξη εξωγήινων και η συγκάλυψη του γεγονότος από τις κυβερνήσεις – έως το δήθεν «ψέμα της θρησκείας» που εύκολα ανατρέπει η επιστήμη και ο ορθολογισμός. Το πρόβλημα είναι ότι τα πρόσωπα αυτά, αν και υποτίθεται ότι έχουν κάνει σοβαρή επιστημονική έρευνα, ξεχνούν ότι η επιστήμη παραδέχεται, η ίδια, ότι δεν είναι αλάθητη, όπως και το ότι δεν μπορεί να δώσει απαντήσεις σε θέματα έξω από τον αντιληπτό κόσμο. Τελικά αποδεικνύεται εύκολα ότι τα πρόσωπα αυτά, το μόνο που έχουν κάνει είναι να αντιγράψουν – χωρίς να ερευνήσουν – τις προσωπικές απόψεις των επιστημόνων που, επικαλούμενοι τον τίτλο τους, παρουσιάζονται ως αυθεντίες σε όλα τα θέματα χωρίς να έχουν στοιχεία. Είναι πραγματικά ανόητο να πιστεύει κανείς ότι κάποιος που ισχυρίζεται ότι είναι επιστήμονας, αλλά συμπεριφέρεται αντίθετα από ότι η επιστήμη του ορίζει, είναι αξιόπιστος, αλλά αυτό επιλέγουν πολλοί να κάνουν.
Κλείνοντας τονίζουμε μία ακόμη φορά ότι πίστη και επιστήμη ακολουθούν παράλληλους δρόμους. Η επιστήμη εξηγεί το πώς συμβαίνει κάτι και η πίστη τογιατί. Το να προσπαθούμε να χρησιμοποιήσουμε τη μία για να εξηγήσουμε την άλλη έχει συχνά ολέθρια αποτελέσματα.
Της Tatiani Melidoni
http://antiairetikos.blogspot.gr/2015/11/blog-post_28.html
Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ
Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Νοεμβρίου, 2015
Τα βράδια της Παρασκευής και του Σαββάτου οι νέοι, έφηβοι, φοιτητές και η πλειοψηφία εκείνων που δεν έχουν ακόμη παντρευτεί, διασκεδάζουν, ενίοτε μέχρι πρωίας. Σύγχρονοι τόποι, όπως νυχτερινά κέντρα, μπαράκια και clubs, σύγχρονα ποτά, σύγχρονη μουσική, μοντέρνοι και παλιοί χοροί, κάνουν τους νέους να ξεχνιούνται, να βγαίνουν έξω, να μη νιώθουν μοναξιά, να φλερτάρουν ή, κάποτε, να σκοτώνουν τον χρόνο τους. Δε θεωρείται μάλιστα φυσιολογικό ένας νέος άνθρωπος να μην έχει μια τέτοιου είδους ζωή, ακόμη κι αν η διασκέδασή του δεν είναι έντονη, όταν περιορίζεται δηλαδή στον καφέ ή σε ένα ποτό και κουβέντα.
Αυτή η διασκέδαση εκφράζει την εποχή του ατομοκεντρισμού ή της μικρής παρέας. Κάποτε είναι και κάλυψη της επιθυμίας του νέου ανθρώπου να συναντηθεί, χωρίς να μοιραστεί. Και δεν εννοούμε σε σωματικό επίπεδο. Το μοίρασμα γεμίζει εκείνον ο οποίος ζει τη συνάντησή του κυρίως με την ψυχή του. Αυτόν που δε βλέπει μόνο εξωτερικά τους άλλους, αλλά ανοίγει την καρδιά του. Που δε μένει στο ξόδεμα του χρόνου του για να μη νιώθει μόνος ή για να «περάσει καλά», το σλόγκαν της εποχής μας, αλλά βρίσκει στην παρέα τη δυνατότητα να δει τον εαυτό του, το πρόσωπό του. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς τον λόγο.
Η σύγχρονη διασκέδαση στην πράξη αφήνει τον λόγο κατά μέρος. Είναι θορυβώδης, για να μη ακούγεται ο άλλος. Συνήθως έχει την παθητικότητα της θέασης ή του ακροάματος, όχι όμως την ποιότητα της έγνοιας για τον άλλο. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων οι περισσότεροι. Στόχος η γνωριμία. Το σπάσιμο της μοναξιάς. Κάποτε επιτυγχάνεται. Συνήθως όχι. ΟΙ γνωριμίες μιας βραδιάς κρύβουν το κενό. Δεν το γεμίζουν. Γιατί αυτοί που συμμετέχουν, ελπίζουν αλλά δεν ξέρουν πώς…
Υπάρχουν και οι εναλλακτικοί τρόποι διασκέδασης. Τραγουδιστές και μπάντες παρουσιάζουν προγράμματα. Τα θέατρα οργανώνουν παραστάσεις που δεν έχουν στόχο τους την μαζική παρακολούθηση, αλλά ένα κοινό νεανικό που σκέπτεται, αναζητά, πειραματίζεται. Αυτά στο κέντρο. Στην επαρχία όμως τέτοιες επιλογές φαντάζουν πολυτέλεια. Το θηρίο της απρόσωπης διασκέδασης καταπίνει ακόμη κι όσους θέλουν κάτι διαφορετικό.
Παντού όμως μπορούν να γεννηθούν επιλογές, που να πηγάζουν από τη δίψα της καρδιάς για την προσωπική κοινωνία. Χρειάζεται όμως τόλμη. Η κυριακάτικη θεία λειτουργία είναι ένας τέτοιος τρόπος συνάντησης με τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Ο ναός μπορεί να γίνει, εκτός από τόπος προσευχής και τόπος παρέας, κοινωνίας, οικογένειας. Αρκεί και οι κληρικοί, αλλά και οι νέοι να σπάσουν τις αμοιβαίες προκαταλήψεις. Οι κληρικοί ότι οι νέοι δε βλέπουν ότι η Εκκλησία μπορεί να γίνει ελκυστική, και να εγκαινιάσουν έναν πιο προσωπικό τρόπο επικοινωνίας μαζί τους και την ίδια στιγμή να προσφέρουν ευκαιρίες για λειτουργία μετά τη λειτουργία. Και οι νέοι να κάνουν το βήμα να συμμετάσχουν με την παρέα τους ή, ακόμη και χωρίς αυτήν, στη γιορτή που η ευχαριστιακή σύναξη της Εκκλησίας προσφέρει. Αλλά και άλλοι τρόποι, όπως η καλλιέργεια του κλίματος της παρέας με μουσική, τραγούδι, μαγείρεμα, συζήτηση για βιβλία, για ταινίες, για πολιτική, για θρησκεία, για χαρές και λύπες, για τα κοινά ενδιαφέροντα μπορούν να γίνουν εναλλακτικοί τρόποι διασκέδασης. Οι γονείς μπορούν να είναι η αρχή και το παράδειγμα!
δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια»,φύλλο 4ης Νοεμβρίου 2015
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΚΑΙ Η ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ
Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Νοεμβρίου, 2015
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα, τα οποία πάντοτε απασχολούσαν την Εκκλησία, είναι αυτό της σχέσης της με τον κόσμο. Το ερώτημα και συνάμα ο πειρασμός της εκκοσμίκευσης αποτελεί σημείο –κλειδί για το πώς όσοι πιστεύουμε στον Θεό θα μπορέσουμε να πορευθούμε στον κόσμο. Θα υιοθετήσουμε το ήθος του κόσμου, διότι είμαστε μέλη του; Θα επιλέξουμε έναν αναχωρητισμό από τον κόσμο, γιατί θα πρέπει να δείξουμε ότι διαφέρουμε από αυτόν; Θα προσπαθήσουμε, υιοθετώντας τρόπους και μεθόδους κοσμικές, να ελκύσουμε ανθρώπους στην πίστη με κίνδυνο να αλλοτριωθεί το φρόνημά μας και να χάσουμε την ουσία της εκκλησιαστικής μας ταυτότητας;
Δεν είναι πάντοτε αυτονόητες οι απαντήσεις. Λησμονούμε ότι η Εκκλησία απαρτίζεται από πρόσωπα. Και τα πρόσωπα έχουν τα χαρίσματά τους. Αυτό συνεπάγεται ότι έχουν και τον δικό τους τρόπο προσέγγισης του κόσμου και της ζωής. Όμως υπάρχουν δύο συνισταμένες, τις οποίες οφείλουμε πάντοτε να λαμβάνουμε υπόψιν όταν το ερώτημα αυτό τίθεται στη ζωή μας. Η πρώτη έχει να κάνει με τρεις λόγους του Χριστού. Ο Κύριος, στην αρχιερατική Του προσευχή, λίγο πριν τα άγια Πάθη Του, ζήτησε από τον Θεό Πατέρα όχι να άρει τους μαθητές Του από τον κόσμο, να τους καταστήσει απόκοσμους, αναχωρητές εξ αυτού, αλλά να τους προφυλάξει από το πονηρό. Από ό,τι δηλαδή τους χωρίζει από την αγάπη του Χριστού. Το κακό. Την αμαρτία. Την επιρροή του διαβόλου. Τον τρόπο του διαβόλου, ο οποίος έχει να κάνει με την άρνηση της αγάπης και την πρόταξη της εξουσίας. «ουκ ερωτώ ίνα άρης αυτούς εκ του κόσμου, αλλ’ ίνα τηρήσης αυτούς εκ του πονηρού» (Ιωάν. 17, 15). Ο δεύτερος λόγος του Χριστού αναφέρεται στην στάση του κόσμου έναντι των μαθητών Του. «Ο κόσμος αν το ίδιον εφίλει» (Ιωάν. 15, 19) , λέει ο Χριστός. Ο κόσμος αγαπά όποιον φέρεται όπως θα φερόταν ο ίδιος. Και γι’ αυτό ο Χριστός προειδοποιεί τους μαθητές του λέγοντας ότι «εν τω κόσμω θλίψιν έξετε, αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωάν. 16,33). Οι μαθητές και κατ’ επέκτασιν όλοι οι χριστιανοί καλούμαστε να ζήσουμε στον κόσμο. Και στον κόσμο θλίψη θα συναντήσουμε, εάν για μας η ιδιότητα του χριστιανού είναι κομβικής σημασίας. Όμως, η σχέση μας με τον Χριστό μας υπενθυμίζει ότι η θλίψη θα διαλυθεί, διότι ο Χριστός νίκησε τον κόσμο και επομένως, όποιος από εμάς ακολουθεί τον δικό του δρόμο θα νικήσει το πνεύμα που χωρίζει τον άνθρωπο από τον Θεό.
Η δεύτερη συνισταμένη έχει να κάνει με τους αγίους μας. Το κατεξοχήν παράδειγμα αντιμετώπισης του ερωτήματος και του πειρασμού της εκκοσμίκευσης είναι οι Άγιοι. Όχι μόνο οι γνωστοί, αλλά και οι άγνωστοι. Οι ξεχωριστοί που τιμάμε καθημερινά, αλλά και εκείνοι οι αφανείς, τους οποίους ο Θεός κρατά ως πνευματική εφεδρεία, για να τους φανερώνει όταν η πίστη χρειάζεται στηρίγματα. Όταν οι χριστιανοί νιώθουμε ότι έχουμε ανάγκη από μορφές που θα μας παρηγορήσουν. Που θα μας κάνουν να αισθανθούμε ότι όπως εκείνοι έδωσαν νικηφόρα απάντηση, έτσι κι εμείς, μπορούμε να πράξουμε αναλόγως. Με γνώμονα τα δικά μας χαρίσματα, τον δικό μας τρόπο ύπαρξης. Αλλά και με βοήθεια από το παράδειγμά τους, το οποίο μας δείχνει ότι δεν υπάρχει μοναξιά στην Εκκλησία, αλλά πάντοτε μπορούμε να βρούμε κάποιον ή κάποια που να μας ταιριάζει. Η δέλτος των Αγίων γίνεται μία τέτοια πηγή ζωής. Για να κερδίζουμε τον χρόνο της ζωής μας έχοντας εκείνους ως ηγέτες και καθοδηγητές μας.
Μία τέτοια προσωπικότητα που αντιμετώπισε το πρόβλημα της εκκοσμίκευσης και νίκησε ήταν και ο Άγιος Νεκτάριος, επίσκοπος Πενταπόλεως και έφορος της Αιγίνης. Στο πρόσωπό του βλέπουμε την πλήρη εφαρμογή των τριών λόγων του Χριστού. Όντας άνθρωπος της Εκκλησίας δεν έζησε ως αναχωρητής, αλλά εν τω κόσμω. Κύριο χαρακτηριστικό του η εργασία. Από παιδί στην Κωνσταντινούπολη, στη Χίο, στο Κάιρο, αλλά και εξόριστος στην Ελλάδα, στη Χαλκίδα και στην Φθιώτιδα, στην Αθήνα, στη Ριζάρειο Σχολή και στην Αίγινα, όπου πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο άγιος εργάστηκε τόσο για την επιβίωσή του, όσο και για την πνευματική του πορεία και ζωή. Εργάστηκε για τον εαυτό του και την ίδια στιγμή για τους ανθρώπους. Διότι η εργασία του δεν ήταν στραμμένη προς το εγώ του, αλλά προς το εσύ, τον πλησίον. Ακόμη και τα γράμματα τα οποία έμαθε, οι ξένες γλώσσες, η θεολογική του κατάρτιση, δεν αποσκοπούσαν στο να στολιστεί ο ίδιος με χαρίσματα και ικανότητες, αλλά να έχει για να δώσει. Και έδινε Χριστό με όλα όσα γνώριζε. Συνδύασε την εργασία με την παιδεία, τόσο την θύραθεν όσο και την εκκλησιαστική ζωή. Τίποτε όμως δεν κρατούσε για τον εαυτό του, για την δική του καταξίωση, για να εξουσιάσει τους ανθρώπους. Γινόταν τα πάντα τοις πάσι, απέπνεε αγάπη σε κάθε κίνησή του. Έζησε λοιπόν εν τω κόσμω, αλλά φυλάχθηκε από το πονηρό.
Είχε θλίψη εν τω κόσμω, διότι δεν τον αγάπησε ο κόσμος, ο οποίος το ίδιον φιλεί. Απέρριψε την εκκοσμικευμένη λογική της φιλοδοξίας. Πλήρωσε το τίμημα εντός της Εκκλησίας, διότι ενόχλησε η στάση του. Δεν θέλησε να λάβει μέρος στον αγώνα της διαδοχής του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρονίου Δ’ και δεν υπονόμευσε τους συγκληρικούς και συνεπισκόπους του στο Πατριαρχείο, αλλά παρέμεινε πιστός στην αποστολή του που ήταν η φανέρωση του ονόματος του Χριστού στους ανθρώπους. Και γεύθηκε την εμπάθεια και την κακία αυτών που έβλεπαν την αγάπη τω ανθρώπων προς το πρόσωπό του. Αυτών που δεν ακολουθούσαν το ήθος της ταπεινής διακονίας, αλλά επεδίωκαν να προβάλλουν τους εαυτούς τους όχι για τα χαρίσματά τους, αλλά μειώνοντας και εξοντώνοντας τους άλλους. Νίκησε όμως τον κόσμο ο Άγιος. Όχι ακολουθώντας τις μεθόδους του. Την διαμαρτυρία. Την εκδίκηση. Τη υπεράσπιση του εαυτού του. Αλλά αποσυρόμενος ταπεινά και μη απαντώντας στις συκοφαντίες. Συγχωρώντας όσους τον τυραννούσαν. Αναλαμβάνοντας να ζήσει μία ζωή φτωχή. Κηρύττοντας στους απλοϊκούς και παλεύοντας με τα παιδιά, τους μαθητές της Ιερατικής Σχολής, για να διδάξει με το παράδειγμά του τι σημαίνει πίστη στον Θεό, αγάπη και υπομονή. Μιλώντας με ανθρώπους που δεν καταλάβαιναν στο νησί της Αιγίνης και διακονώντας τους πάντες, με την απλότητα του κηπουρού και του οικοδόμου από την μία και του πνευματικού που με αυταπάρνηση ιδρύει ένα μοναστήρι και γίνεται πάντων και πασών διάκονος.
Ο Χριστός τον αγιάζει. Και μέσα από την ζωή του μάς δίδει την δική του απάντηση στο ερώτημα της εκκοσμίκευσης. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε την παράδοση, να ομνύουμε σ’ αυτήν όταν αφήνουμε κατά μέρος την αγάπη. Όταν η παράδοση γίνεται μέσο για την ικανοποίηση της φιλαυτίας μας. Όταν η παράδοση απορρίπτει τον τρόπο των άλλων και γίνεται συνεχής υπεράσπιση του εαυτού μας. Αντίθετα, η αρετή είναι το νόημα. Η αρετή που γίνεται μίμηση Χριστού. Η εργατικότητα. Η παιδεία με σκοπό την προσφορά. Η υπομονή στις συκοφαντίες, στους διωγμούς και στις θλίψεις. Η άρνηση του εξουσιαστικού πνεύματος, το οποίο χωρίζει τον άνθρωπο από τον Θεό και τον καθιστά «εγώ», ακόμη κι αν ο εξουσιαστής υπάρχει εντός της Εκκλησίας. Και βεβαίως, η πραότητα και η συγχωρητικότητα, η οποία μας καθιστά μιμητές Χριστού. Τα υπόλοιπα, οι μέθοδοι και οι τρόποι έχουν να κάνουν με τα χαρίσματα του καθενός. Με την ικανότητα κάποιου να προσφέρει Χριστό και αλήθεια. Αν φανερώνουμε τον Χριστό με την προσαρμογή στο σήμερα και δεν τον κρύβουμε πίσω από τον εαυτό μας και το εγώ μας, αν δεν οδηγούμε τους ανθρώπους στην αμαρτία και το πονηρό, αν δεν κάνουμε εκπτώσεις στο πνεύμα της πίστης, τότε όλα χωρούνε στη ζωή της Εκκλησίας.
Ζούμε σε μία εποχή και σε έναν κόσμο ο οποίος κυριαρχείται από το πνεύμα της εξουσίας. Από το πνεύμα του πονηρού και της αμαρτίας. Θεοποιεί τον αντίθεο δρόμο. Το σαρκικό φρόνημα. Τονίζει ότι η πρόσκαιρη ζωή έχει νόημα αν την περάσουμε καλά, χωρίς να μας ενδιαφέρει ο Θεός. Κι από την άλλη, εντός της Εκκλησίας ταλανιζόμαστε από ένα άλλο πνεύμα. Να αποδείξουμε ότι είμαστε διαφορετικοί από τους άλλους. Κάποιοι παραδοσιολάτρες. Κάποιοι εκσυγχρονιστές. Κάποιοι περισσότερο χρήσιμοι από τους άλλους. Οι περισσότεροι αυτόνομοι. Χωρίς να παίρνουμε πρότυπα ζωής από τους αγίους μας, αλλά ούτε και από όσους μας δίνουν την δυνατότητα να μορφωθούμε και να καλλιεργηθούμε εν Χριστώ. Ας αναλογιστούμε πόσοι άνθρωποι γνώρισαν τον Άγιο Νεκτάριο στους σταθμούς της ζωής του και πόσοι ωφελήθηκαν από την παρουσία του. Θα μας προβληματίσει ο λιγοστός αριθμός τους. Θα μας παρηγορήσει ότι ο Θεός μας θέλει να παλεύουμε με το μικρό ποίμνιο. Με εκείνο το λείμμα, το οποίο θέλει να Τον αγαπά και να Τον εμπιστεύεται. Και δικαιώνει μορφές όπως ο Άγιος Νεκτάριος, καθιστώντας τον πρότυπο για όλους όσους θέλουν να νικούν το πονηρό, να νικούν την θλίψη του κόσμου, να νικούν την ταύτιση με την πρόσκαιρη απόλαυση που δίνει η αμαρτία, την οποία όμως καταπίνει ο θάνατος μιας ζωής χωρίς πίστη, χωρίς αγάπη, χωρίς ανάσταση. Τελικά, χωρίς Χριστό.
Κέρκυρα, 9 Νοεμβρίου 2015
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο ΔΙ’ ΑΓΓΕΛΩΝ ΛΑΛΗΘΕΙΣ ΒΕΒΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Νοεμβρίου, 2015
Οι άνθρωποι που έχουν πνευματικές αναζητήσεις αναρωτιούνται συχνά για το ερώτημα του κακού. Πώς παρεισέφρησε στον κόσμο; Υπήρχε άραγε από την αρχή της ιστορίας του ανθρώπου; Αν τον κόσμο τον δημιούργησε ο Θεός, τότε γιατί Αυτός ο Οποίος-πιστεύουμε ότι- είναι Αγάπη είτε επέτρεψε είτε προκάλεσε το κακό στη ζωή μας; Κάποιες θρησκευτικές παραδόσεις προσπάθησαν να απαντήσουν στο ερώτημα δια της λογικής ότι δεν μπορεί ο Θεός να είναι ο δημιουργός του κακού ή Αυτός που ενώ μπορεί να το εξαλείψει, δεν το κάνει. Έτσι εισήγαγαν στην δημιουργία έναν δεύτερο θεό, κατώτερο, ο οποίος αντιστρατεύεται τα έργα του Θεού-Δημιουργού, με αποτέλεσμα να γίνεται ο κόσμος πεδίο αντιπαράθεσης και μάχης. Άλλες πάλι θρησκευτικές παραδόσεις θεωρούν ότι το κακό συνυπάρχει στον κόσμο με το καλό, χωρίς να χρειάζεται έναν θεό ισοδύναμο με τον Θεό του καλού. Έτσι το κακό έρχεται ως τιμωρία του ανθρώπου και του κόσμου, όταν αυτός δεν είναι ευσεβής. Όταν κάνει τον καλό Θεό να παροργίζεται. Τότε το κακό έρχεται ως τιμωρία του παραβάτη, ώστε και να σωφρονισθεί ο ίδιος και να παραδειγματιστούν οι άλλοι, αλλά και να επέλθει η ισορροπία και η δικαιοσύνη στον κόσμο. Είναι το σχήμα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας: «ύβρις, τίσις, νέμεσις». Κατά άλλες θρησκείες το κακό είναι στην μοίρα, στο πεπρωμένο του ανθρώπου και του κόσμου και το μόνο που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος είναι να το διαχειριστεί με υπομονή. Να αναισθητοποιηθεί έναντί του και να περιμένει μίαν άλλη ζωή, προκειμένου να μπορέσει να ζήσει χωρίς αυτό. Ή, αν ακολουθεί τις ανατολικές θρησκείες, να φτάσει στην απορρόφηση της ψυχής, του πνεύματος από την θεότητα, προκειμένου μέσα από τον εκμηδενισμό να σταματήσει να υποφέρει και να ζήσει την μακαριότητα του τίποτα (νιρβάνα).
Η πνευματική παράδοση της πίστης μας όμως στηρίζεται στην έννοια του προσώπου. Ο κόσμος μας δεν εμπεριέχει απρόσωπες, γενικές και αφηρημένες υπάρξεις. Ο Θεός είναι ένας εν τρισί προσώποις και ουδόλως δημιούργησε το κακό. Δημιούργησε εν τη πανσοφία Του και απλώνοντας το μυστήριο της θείας οικονομίας τον κόσμο καλόν λίαν. Έτσι, εκτός από το σύμπαν, τη γη, τον άνθρωπο, δημιούργησε και πνευματικές υπάρξεις, ως «λειτουργικά πνεύματα εις διακονίαν αποστελλόμενα δια τους μέλλοντας κληρονομείν σωτηρίαν» (Εβρ. 1, 14), δηλαδή πνεύματα που υπηρετούν τον Θεό και αποστέλλονται απ’ Αυτόν για να βοηθήσουν όσους μέλλουν να σωθούν. Αυτά τα πνεύματα είναι οι Άγγελοι.
Και οι Άγγελοι, όπως και οι άνθρωποι πλάσθηκαν καλοί λίαν. Υπάρχουν για να κοινωνούν χαρά και ζωή και νόημα μέσα από την σχέση με τον Θεό, ως οιωνεί πνευματικά Του παιδιά. Πλάσθηκαν όμως ελεύθεροι, όπως και κάθε ύπαρξη στον κόσμο αυτό, διότι ο ελεύθερος Θεός δεν πλάθει ανελεύθερες υπάρξεις. Το νόημα της ελευθερίας είναι η συνειδητή επιλογή και απόφαση κάθε ύπαρξης να πορεύεται μέσα από την κοινωνία με τον Θεό, να συνδέει το «εγώ» της με το «Εσύ» που είναι ο Θεός (εφόσον η αναφορά ξεκινά από τη ύπαρξη, αν και στην παράδοσή μας ο Θεός είναι ο ων», Αυτός είναι «Εγώ» και μ’ Αυτόν καλούμαστε να συναντηθούμε) για να υπάρχει η κοινωνία του «Εμείς», που δίνει ζωή αιώνιο. Αυτή η κοινωνία είναι συνεχής. Τόσο οι άγγελοι, όσο και ο κόσμος και ο άνθρωπος είναι κτιστές υπάρξεις. Η κτιστότητα μπορεί να προήλθε «εκ του μη όντος εις το είναι», μπορεί να είναι τρεπτή, δηλαδή να επιδέχεται αλλαγής όσον αφορά στην επιλογή κοινωνίας με τον Θεό ή μη κοινωνίας, ωστόσο είναι δεμένη με τον Θεό δια της αγάπης. Και αγάπη σημαίνει ελεύθερη επιλογή συνάντησης προσώπων. Του εγώ με το εσύ.
Κακό ονομάζεται η απόφαση κάθε ύπαρξης να διαλέξει την οδό της αυτοθέωσης. Την οδό της απομάκρυνσης από τον Θεό και της απόφασης να ζήσει είτε σαν να μην υπάρχει Θεός είτε με την πεποίθηση ότι ο Θεός είναι ο εχθρός, ο αντίπαλος, το εμπόδιο για την προσωπική αυτοθέωση. Πρόκειται περί μέθης και παραλογισμού, ο οποίος, εκτός της αγνωμοσύνης έναντι του Θεού, οδηγεί την ύπαρξη σε μία συνεχή πάλη με τον εαυτό της για να αρνηθεί τον αρχικό σκοπό της δημιουργίας της, που είναι η κοινωνία με τον Θεό. Είναι η αυτοπαγίδευση στο «εγώ», το οποίο δεν θέλει την σχέση με τον Θεό και τον άλλο, την οποιαδήποτε άλλη ύπαρξη ως σχέση αγάπης, κοινωνίας και συνύπαρξης, αλλά την θέλει ως σχέση εξουσίας. Δεν είναι ο Θεός ο Πατέρας, ο Αγαπών και ο Αγαπημένος, αλλά ο αντίπαλος, αυτός που θέλει να μας καθυποτάξει στο δικό του «εγώ» και να μην μας επιτρέψει να ζήσουμε την αυτοπραγμάτωσή μας, την ελευθερία μας με τον τρόπο που εμείς επιθυμούμε.
Αυτό το κακό πρώτος το επέλεξε ο διάβολος. Άγγελος φωτός, που αρνήθηκε την κοινωνία με τον Θεό. Τον είδε και Τον βλέπει ως εξουσιαστή, ως εχθρό, ως αντίπαλο στην επιθυμία του για κυριαρχία, για ελευθερία, για θέωση. Επιλέγει λοιπόν την άρνηση της κοινωνίας με τον Θεό και υπάρχει για να υποτάξει όλα όσα ο Θεός έχει δημιουργήσει, με σκοπό να αποδείξει τόσο στον εαυτό του όσο και στον θεό ότι εξουσιαστής είναι ο ίδιος. Τυφλωμένος από την υπερηφάνεια σκορπά στον κόσμο το κακό, καθώς δεν μπορεί πλέον να υπάρξει άλλος σκοπός για την ύπαρξή του από την ήττα του Θεού. Έτσι πειράζει τους ανθρώπους και όλη την κτίση, με σκοπό να γκρεμίσει το Πρόσωπο του Θεού από την δημιουργία και να κάνει υπάρξεις που θα μιμούνται τον ίδιο, δηλαδή θα θέλουν την δική τους αυτοθέωση. Κλειδί η άρνηση της κοινωνίας να δούμε τον Θεό ως το «Εσύ», δια του Οποίου η ζωή μας θα γίνει αγάπη και όχι εξουσία.
Το κακό θα υπάρχει όσο θα υπάρχει αυτός ο κόσμος. Διότι οι άνθρωποι ως προσωπικές υπάρξεις καλούμαστε κάθε στιγμή να αποφασίζουμε τι προτιμούμε, αγάπη ή εξουσία, τον Θεό ή τον εαυτό μας. Αν επιλέγουμε την οδό του Θεού, τότε, ακόμη κι αν κάποτε το κακό φαίνεται ισχυρότερο, εντούτοις δεν είναι παντοδύναμο. Ο Θεός επιτρέπει πρόσκαιρα να φαίνεται ότι νικά. Είναι στο χέρι μας να παλεύουμε τόσο προσωπικά όσο και συλλογικά, εν τη Εκκλησία, να μην κυριαρχεί το κακό που δεν θα είναι ποτέ θεός.Και βεβαίως κάποτε έρχεται ο θάνατος για να λυτρώσει ουσιαστικά τον άνθρωπο από αυτή την πάλη. Διότι μαζί με το δικαίωμα να αποφασίσουμε να επιλέξουμε τον εαυτό μας, με την προσωπική μας πάλη, ο διάβολος υποτονθορύζει εντός μας, στο νου και την καρδιά μας, τον λόγο του δικαιώματός μας να είμαστε θεοί χωρίς τον Θεό και μας ωθεί σ’ αυτό που ονομάζουμε αμαρτία, τόσο ως οντολογική απόφαση να είμαστε αυτόνομοι από τον Θεό όσο και ως απαντήσεις χωρίς Θεό κι αγάπη που δίνουμε σε ζητήματα της καθημερινότητάς μας, αλλά και του εντός λογισμού μας.
Μία συνεχής πνευματική πάλη είναι η ζωή, είτε το κατανοούμε είτε όχι. Και ο θάνατος που φαίνεται κακό στην ουσία είναι το τέρμα αυτής της πάλης, «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται», αλλά και για να μπορέσει ο άνθρωπος να παγιωθεί στην οδό που τελικά έχει διαλέξει με το σύνολο της ζωής του ή έστω και μέσα από μία στιγμή της. Διότι η αγάπη του Θεού είναι τέτοια, που αρκεί ένα «Μνήσθητι». Η μετάνοια. Η αλλαγή της σκέψης και της ζωής. Και γι’ αυτό έστειλε τον Υιό Του. Για να μας δείξει ότι δεν είμαστε μόνοι μας και ότι το κακό δεν μπορεί να αγγίξει, ακόμη και στην πιο ακατανίκητη μορφή του που είναι ο θάνατος, αυτόν που πιστεύει και αγαπά τον Θεό και τον κόσμο που ο Θεός έπλασε. Διότι με την Ανάσταση και ο θάνατος καταργήθηκε. Πρόσκαιρα μας αγγίζει. Θα είναι όμως εκείνος ο έσχατος εχθρός, ο οποίος θα καταργηθεί οριστικά με την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου.
Οι άγγελοι όμως δεν εξέπεσαν όλοι. Παραμένουν στην πλειονοψηφία τους κοντά στον Θεό. Και αποστέλλονται από Αυτόν για να αναγγείλουν το θέλημά Του. Την αγάπη. Την σωτηρία. Την νίκη κατά του κακού. Να βοηθήσουν τον άνθρωπο να επιλέξει. «Ο δι’ αγγέλων λαληθείς λόγος εγένετο βέβαιος» (Εβρ. 2, 2), ο λόγος των Αγγέλων, τόσο στην Παλαιά Διαθήκη, όσο και στη ζωή της Εκκλησίας είναι «βέβαιος», αποδεικνύεται αληθινός. Όσοι τον παραβιάζουν δέχονται την τιμωρία που τους ταιριάζει, δηλαδή να υφίστανται τις συνέπειες του τρόπου της εξουσίας στον οποίο διαλέγουν να κινηθούν. Διότι αυτή είναι η ματαιότητα του αγώνα για αυτοθέωση. Η ήττα εξαιτίας του πεπερασμένου του ανθρώπου. Ήττα όχι εκ του Θεού, αλλά από τους άλλους που επιλέγουν την δική τους οδό εξουσίας. Και η σύγκρουση, με γνώμονα το εξουσιαστικό πνεύμα, οδηγεί στην καταστροφή. Ας εμπιστευθούμε λοιπόν την οδό του Θεού, ζητώντας από τους Αγίους Αγγέλους να μας βοηθούν στον αγώνα μας να νικά η αγάπη και η εμπιστοσύνη στον Θεό και όχι η εξουσία, η αυτοθέωση, η οδός της αμαρτίας. Στο προσωπικό κακό, ας αντιτάσσουμε την σχέση μας με τον εν Προσώποις Θεό, για να αγιαζόμαστε στην βεβαιότητα της σωτηρίας.
Κέρκυρα, 8 Νοεμβρίου 2015
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς – επιστολή προς μια γυναίκα για την τρέλα
Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Νοεμβρίου, 2015
Γράφεις, πως υπέφερες πολλά από τον άνδρα σου. Σε μάλωνε, σ’ έδιωχνε από το σπίτι, σε έδερνε ακόμα. Όμως με την προσευχή και με την ελπίδα στον Θεό είχες τη δύναμη να τα αντέξεις όλα. Ποτέ σε κανέναν δεν παραπονιόσουν και δεν έλεγες εκτός σπιτιού το τι συνέβαινε στο σπίτι. Τα πάθη σου μαλάκωσαν την ψυχή, ξερίζωσαν κάθε περηφάνια και ακόμα ισχυρότερα σε έδεσαν με τον ζώντα Θεό. Μια εποχή νόμιζες ότι θα τρελαθείς. Όμως δεν τρελάθηκες εσύ – τρελάθηκε ο άνδρα σου. Τώρα είσαι ανήσυχη για την ψυχή του, και ρωτάς: υπάρχει καθόλου σωτηρία για τους τρελούς;
Εφόσον πιστεύεις στον Θεό και στην πρόνοια του Θεού, πίστευε έως το τέλος και εξ ολοκλήρου. Αφού κατά τον λόγο του Χριστού, «ουχί δύο στρουθία ασσαρίου πωλείται; Και εν εξ αυτών ου πεσείται επί την γην άνευ του πατρός υμών» (Ματθ. 10, 29), τότε πώς θα μπορούσε ο άνθρωπος να πέσει στα βάσανα και την αρρώστια και τον θάνατο, χωρίς τη θέλησή Του; Αλλά η κύρια θέληση του Θεού σε σχέση με τους ανθρώπους εκφράζεται στο «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι» (Α’ Τιμ. 2, 4). Τούτο σημαίνει, ότι και η τρέλα επιτράπηκε επάνω στον βασανιστή άνδρα σου, για τη σωτηρία του. Εάν ο ελεήμων Δημιουργός δεν θα ήθελε τη σωτηρία του, δεν θα τον χτυπούσε μ’ αυτή τη φοβερή αρρώστια, αλλά θα τον χτυπούσε με τον θάνατο στη μέση της αμαρτίας του. Με κάθε αρρώστια και βάσανο ο ουράνιος Γιατρός θεραπεύει τις ανθρώπινες ψυχές.
Γι’ αυτό, δεν πρέπει να λυπούμαστε τόσο εκείνους που αρρωσταίνουν βαριά και πεθαίνουν, όσο εκείνους, τους σωματικά υγιείς, που τους αρπάζει ο θάνατος μέσα στην αμαρτία τους. Έχει λεχθεί ότι σε ό,τι σε βρεί, σ’ εκείνο θα σε κρίνει: «…εις παραληφθήσεται και ο έτερος αφεθήσεται» (Λουκ. 17, 34)˙ όποιος βρεθεί μέσα στην αμαρτία θα υποστεί δίκη, όποιος βρεθεί μέσα στη μετάνοια θα πάρει συγχώρεση και βραβείο. Βέβαια θα μου πεις ότι αυτός τώρα δεν μπορεί ούτε να μετανοήσει ούτε να προσευχηθεί στον Θεό! Γι’ αυτό εσύ θα προσεύχεσαι για εκείνον, και θα προσφέρεις τις θυσίες. Αυτός στην τωρινή κατάσταση μπορεί μόνο να ταλαιπωρείται, προς σωτηρία του εαυτού του, και για τον φόβο των άλλων. Κάθε νοσοκομείο δείχνει με το δάχτυλο στον Θεό. Κανένα τόσο πολύ όσο το νοσοκομείο για τους ψυχασθενείς. Τοποθέτησε την ελπίδα σου στον Κύριο και να είσαι ήρεμη.
Από το βιβλίο: Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Δεν φτάνει μόνον η πίστη…». Ιεραποστολικές επιστολές Β’
Εκδόσεις «Εν πλω», 2008.
Πηγή
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Όσιος Παΐσιος: Είδες ποτέ σάβανο με τσέπες; Όλα εδώ μένουν!
Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Νοεμβρίου, 2015
Κάποτε ήλθε εδώ ένας πολύ γνωστός γιατρός για να μιλήσουμε. Ήταν και η γυναίκα του γιατρός, θρησκευόμενοι άνθρωποι και οι δύο.
Παραπονιόταν ότι τα παιδιά του ζούσαν κοσμική ζωή και όχι μόνο δεν τηρούσαν τις εκκλησιαστικές παραδόσεις της οικογένειας τους, αλλά και τις ειρωνεύονταν. Χαρακτήριζαν τους χριστιανούς καθυστερημένους, βολεμένους, ανειλικρινείς, υποκριτές και θεομπαίχτες, επειδή η ζωή τους -έλεγαν- δεν συμβαδίζει με τα λόγια τους και τα έργα τους δεν είναι χριστιανικά.
Ακόμη και στο ευχέλαιο, που οι γονείς κάνουν μία φορά το χρόνο στο σπίτι τους και τα παιδιά, όσο ήταν μικρά συμμετείχαν, τώρα αντιδρούν και δεν παρευρίσκονται.
Ο γιατρός έδειχνε πολύ κουρασμένος και απελπισμένος για την πνευματική αδράνεια των παιδιών του. Και νόμιζε ότι όλες οι προσπάθειες, οι δικές του και της γυναίκας του πήγαν χαμένες, δεν έπιασαν τόπο, δεν άγγιξαν τα παιδιά.
Σε κάποια στιγμή ο γιατρός, βάζοντας το κεφάλι μέσα στις δυό του παλάμες, σαν να ήθελε να καλύψει το πρόσωπό του από ντροπή, μου είπε: Φοβάμαι πως το πολύ χρήμα μας έχει κάνει ζημιά.
Τον ρώτησα να μου πει, τί εννοούσε και εκείνος με απόλυτη ειλικρίνεια παραδέχτηκε ότι είχαν ξεφύγει από το μέτρο κι είχαν αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία απολύτως μη αναγκαία. Έχουμε τρία μεγάλα σπίτια, μου είπε. Ένα για μας και από ένα για το κάθε παιδί. Επίσης, δυό εξοχικά, τέσσερα ακριβά αυτοκίνητα, ένα σκάφος, καταθέσεις, πολλά υλικά.
Και συνέχισε: τα παιδιά κακόμαθαν και τώρα μας κατηγορούν ότι προκαλούμε.
Επίσης, μας λένε ότι έχουμε παντρέψει πολύ όμορφα τον πλούτο και τον Χριστιανισμό. Και με παρακάλεσε να του πω τί πρέπει να κάνει για να βρουν πάλι την ειρήνη και την ενότητα στην οικογένεια τους.
Του είπα να τα δώσουν όλα στους φτωχούς και να κρατήσουν μόνο ένα σπίτι, ένα εξοχικό και τους μισθούς τους. Τρόμαξε, άλλαξε χρώμα, φοβήθηκε, απογοητεύθηκε από την απάντηση που του έδωσα.
Έφυγε και δεν ξαναήλθε. Είχε δεθεί με τα εδώ, όχι τα Άνω. Γι’ αυτό και τα παιδιά του αναζήτησαν άλλο τρόπο ζωής, διαφορετικό από αυτόν που οι γονείς τους είχαν προτείνει.
Όταν ακούω ότι υπάρχει μεγάλη φτώχεια, ανέχεια, πονάω πολύ και δεν μπορώ να προσευχηθώ.
Δεν λέω, όταν έχεις δύο χιτώνες να δώσεις τον ένα. Αυτό είναι ασυνήθιστο και δύσκολο για τους πολλούς. Αλλά, αν θέλεις να λέγεσαι χριστιανός και κατέχεις όλα τα αγαθά του Θεού, γιατί ιδρώνεις και αγωνιάς για το παραπάνω και δεν κάνεις ελεημοσύνες και καλά έργα; Να ξέρεις, ότι θεμελιώνει στην άμμο, όποιος έχει πολλά χρήματα και τα διαχειρίζεται εγωιστικά, αδιαφορώντας για τη φτώχεια και τη δυστυχία των συνανθρώπων του.
Είδες ποτέ σάβανο με τσέπες; Όλα εδώ μένουν. Μόνο οι αγαθοεργίες πηγαίνουν στον ουρανό. Ξέρεις γιατί γίνονται οι πόλεμοι; Για το χρήμα.. Γιατί οι πλούσιοι δεν μπορούν να βάλουν χαλινάρι στη λαιμαργία τους και οι φτωχοί δεν εύχονται να αποκτήσουν τα αναγκαία, αλλά ζηλεύουν τα πλούτη και τη δόξα των πλουσίων.
Οι τσέπες σας πρέπει να είναι ανοιχτές, ώστε να φεύγουν τα χρήματα για φιλανθρωπίες. Είναι σκάνδαλο να υπάρχουν τσέπες γεμάτες λεφτά και να είναι ραμμένες.
Του Τάσου Μιχαλά «Τέσσερις ώρες με τον π. Παΐσιο»
http://perivolipanagias.blogspot.gr/2015/06/blog-post_578.html
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η Γιόγκα
Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Νοεμβρίου, 2015
Η Γιόγκα
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου
Πολύς κόσμος με ρωτά για την Γιόγκα, που τώρα τελευταία έχει μεγάλη διάδοση στην πατρίδα μας. Πιστεύω πως η πλειονότης των ανθρώπων είναι απληροφόρητη πάνω στα θέματα αυτά, γι’ αυτό και θα ήθελα να χαράξω μερικές γραμμές γύρω από το μεγάλο αυτό θέμα που λέγεται άσκηση της συγκεντρώσεως του νου.
Εκ πρώτης όψεως φαίνεται πως η Γιόγκα είναι μια γυμναστική (έτσι θέλουν να την παρουσιάζουν), που χαλαρώνει το πνεύμα του ανθρώπου, εκδιώκει την αγωνία και το άγχος και απαλλάσσει τον άνθρωπο από τις διάφορες άσχημες συνθήκες ζωής που δημιουργούν ψυχολογικές ανωμαλίες. Αλλά, όπως μας πληροφορούν διάφορες αναλύσεις αυτής της ασκήσεως, δεν πρόκειται για μια τυπική γυμναστική της θελήσεως του ανθρώπου, αλλά για μια άσκηση που εντάσασεται στην γενική ατμόσφαιρα των ανατολικών θρησκειών. Γιόγκα καλείται η περισυλλογή που φθάνει μέχρι την υπνωτική έκσταση, που λέγεται «γιογκικός ύπνος», ο οποίος χρησιμοποιείται σαν μέσο για την απελευθέρωση της ψυχής από την ύλη και ακόμη χρησιμοποιείται σαν μέσο για την απελευθέρωση από την samsara, δηλαδή από την μετανάστευση των ψυχών. Βασική θεωρία τους είναι ότι «πρέπει να αποφεύγεται μια νέα οδύνη», δηλαδή μια νέα ζωή, γιατί «το παν για τον σοφόν είναι οδύνη». Με άλλα λόγια η γυμναστική αυτή εντάσσεται μέσα σ’ αυτό το θρησκευτικό σύστημα που θεωρεί την ύλη κακή, ζητά την ελευθέρωση της ψυχής από αυτήν και επιδιώκει την αποφυγή της μετενσαρκώσεως.
Είναι γνωστό ότι η χριστιανική διδασκαλία είναι εντελώς αντίθετη με αυτές τις θεωρίες. Στον Χριστιανισμό διδάσκεται η πίστη στον Θεάνθρωπο Χριστό και ότι όλες οι ασκήσεις έχουν προσωπικό χαρακτήρα. Ο Θεός είναι Πρόσωπο και ο άνθρωπος καλείται να ζει στην κοινωνία εκφράζοντας και βιώνοντας την αρετή της αγάπης. Η σωτηρία του ανθρώπου δεν βρίσκεται στο να χυθεί σαν μια σταγόνα μέσα στον απέραντο ωκεανό, αλλά στην συνάντηση με τον Τριαδικό Θεό. Ο άνθρωπος μέσα σ’ αυτήν την συνάντηση δεν χάνει την προσωπικότητά του. Επίσης είναι εντελώς αντίθετη με τον Χριστιανισμό η μετεμψύχωση ή μετενσάρκωση των ψυχών.
Ο δυτικός άνθρωπος κυριευμένος από το άγχος και τον νευρωτικό τρόπο ζωής αισθάνεται υπερβολικά κουρασμένος. Αυτό έγινε αντιληπτό από τους διάφορους μύστες των ανατολικών θρησκειών και έτσι μετέφεραν στον δυτικό χώρο τις θεωρίες των θρησκειών της Ανατολής κάπως παραλλαγμένες. Γι’ αυτό, όπως έχω πληροφορηθεί, οι «καθαρόαιμοι» Ινδουϊστές διακατέχονται από μια προκατάληψη γι’ αυτούς που μετέφεραν τις ινδουϊστικές θεωρίες στον δυτικό χώρο. Πάντως αισθάνομαι την ανάγκη να συστήσω σε όσους έχουν ενδιαφέροντα πάνω στο θέμα των κινήσεων αυτών να μελετήσουν το αρκετά κατατοπιστικό βιβλίο του π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου με τίτλο: Ψυχοναρκωτικά, και υπότιτλο, νέες «αιρέσεις» στην Ελλάδα.
Θα ήθελα να μου επιτραπεί να καταθέσω και κάτι ακόμη.
Μέσα στην Ορθόδοξη Παράδοση έχουμε ολοκληρωμένη και θαυμάσια διδασκαλία για την καρδιά, τον νου, την ένωση του νου με την καρδιά, την νοερά προσευχή, την θεωρία των λόγων των όντων και την θεωρία του Θεού, την ησυχία, που δεν εξαφανίζει την προσωπικότητα του ανθρώπου, ούτε τον Θεό ως πρόσωπο και δεν στερεί τον άνθρωπο την δυνατότητα να επικοινωνεί με τους συνανθρώπους του, ούτε ακόμη να περιφρονεί το σώμα, την ύλη κ.λ.π. Είναι λυπηρό ότι είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί και αγνοούμε όλον αυτόν τον τρόπο ζωής και την διδασκαλία που λέγεται ησυχασμός. Όσοι γνωρίζουν αυτήν την μέθοδο και την χρησιμοποιούν ολοκληρώνονται και συγχρόνως θεραπεύονται από ψυχολογικά και πνευματικά νοσήματα. Κυκλοφορούν πολλά τέτοια βοηθήματα σήμερα. Θα αρκεσθώ να μνημονεύσω μερικά. Είναι «Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού», που είχε ευρύτατη διάδοση στον δυτικό κόσμο, οι «Αθωνικοί διάλογοι ήτοι θεολογία της νοεράς προσευχής», «Νήψη και προσευχή», «Μια βραδυά στην έρημο του Αγίου Όρους, ήτοι διάλογος με ερημίτη για την ευχή» κ.λ.π.
Δεν είναι κρίμα να υπάρχει τόσο πλούσια παράδοση μέσα στον δικό μας Ορθόδοξο χώρο γύρω από τα θέματα της αυτοσυγκεντρώσεως και της νοεράς προσευχής, που είναι αποκαλυπτικά και προσαρμοσμένα στην ψυχολογία μας, και εμείς να ανατρέχουμε σε «εισαγόμενα» συστήματα;
Ιανουάριος 1985 «Ποιότητα ζωής»
http://www.egolpion.com/yoga_nafpaktou.el.aspx
Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Πως προσκυνούμε τις εικόνες και με ποια σειρά;
Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Νοεμβρίου, 2015
Πρώτα ασπαζόμαστε την εικόνα του Χριστού λέγοντας το απολυτίκιο της Κυριακής της ορθοδοξίας:
Την άχραντον Εικόνα σου προσκυνούμεν Αγαθέ Αιτούμενοι συγχώρησιν των πταισμάτων ημών, Χριστέ ο Θεός, βουλήσει γαρ ηυδόκησας, Σαρκί ανελθείν εν τω Σταυρώ Ίνα ρύση ους έπλασας εκ της δουλείας του εχθρού, Όθεν ευχαρίστως βοώμεν σοι, Χαράς επλήρωσας τα πάντα. Ο Σωτήρ ημών, παραγενόμενος εις το σώσαι τον Κόσμον.
Έπειτα την εικόνα της Παναγίας λέγοντας το τροπάριο:
Ευσπλαγχνίας υπάρχουσα πηγή, συμπαθείας αξίωσον ημάς Θεοτόκε, βλέψον εις λαόν τον αμαρτήσαντα, Δείξον ως αεί την δυναστείαν σου, εις σε γαρ ελπίζοντες, Το Χαίρε βοώμέν σοι, ως ποτέ ο Γαβριήλ, ο των Ασωμάτων Αρχιστράτηγος.
Μετά την εικόνα του Αγίου που είναι αφιερωμένος ο Ναός π.χ. αν είναι αφιερωμένος στον Άγιο Γεώργιο λέμε:
Άγιε Γεώργιε πρέσβευε υπέρ εμού
Και αν ξέρουμε λέμε και το απολυτίκο του Αγίου:
Ακολούθως την εικόνα του Ιωάννου του Πρόδρομου λέγοντας: Βαπτιστά του Χριστού, πάντων ημών μνήσθητι Ίνα ρυσθώμεν των ανομιών ημών. Σοί γάρ εδόθη χάρις πρεσβεύειν υπέρ ημών.
Τέλος την εικόνα των αρχαγγέλων:
Άγιοι Αρχάγγελοι τού Θεού, πρεσβεύσατε υπέρ ημών
Και εφόσον (οι άνδρες) πρέπει για κάποιο λόγο να μπούνε στο Ιερό λένε τον στίχο από τον ψαλμό 5:8 του Δαυίδ: «Εγώ δε εν τω πλήθει του ελέους σου εισελεύσομαι εις τον οίκον σου Προσκυνήσω προς ναόν άγιον σου εν φόβω σου.»
Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Για το θείο φόβο (Αββάς Δωρόθεος)
Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Νοεμβρίου, 2015
Ο Άγιος Ιωάννης λέει στις Καθολικές Επιστολές: H τέλεια αγάπη φυγαδεύει το φόβο (Α’ Ιωάννου 4, 18). Άραγε, τι θέλει μ’ αυτό να μας επισημάνει ο Αγιος; Ποια άραγε ονομάζει αγάπη και ποιο φόβο; Ο Προφήτης λέει στον ψαλμό: Φοβήθητε τον Κύριο, πάντες οι άγιοι αυτού (Ψαλμ. 33, 10) και χίλια άλλα παρόμοια βρίσκουμε στις Άγιες Γραφές. Αν λοιπόν και οι άγιοι που τόσο αγαπούν τον Κύριο τον φοβούνται, πως λέει: Η αγάπη φυγαδεύει τον φόβο; Θέλει να μας δείξει ο άγιος ότι είναι δύο είδη φόβων, ένας αρχικός και ένας τέλειος. Και ότι ο μεν ένας είναι χαρακτηριστικό των αρχαρίων, όπως θα λέγαμε, στην πνευματική ζωή, ο δε άλλος είναι χαρακτηριστικό των αγίων που έχουν πια τελειωθεί πνευματικά, αυτών που έφτασαν στο μέτρο της άγιας αγάπης. Να, τι θέλω να πω: Κάνει κανείς το θέλημα του Θεού για το φόβο της τιμωρίας. Αυτός, όπως είπαμε, είναι ακόμα ολότελα αρχάριος. Δεν αγωνίζεται για το ίδιο το καλό, αλλά επειδή φοβάται τις τιμωρίες. Άλλος κάνει το θέλημα του Θεού επειδή αγαπάει το Θεό, επειδή χαίρεται ιδιαίτερα με το να είναι η ζωή του ευάρεστη στο Θεό. Αυτός γνωρίζει την ουσία του καλού, αυτός γεύτηκε τι σημαίνει να είναι κανείς ενωμένος με το Θεό. Αυτός είναι εκείνος που έχει αληθινή αγάπη, που ο άγιος την ονομάζει τέλεια. Και αυτή η αγάπη τον οδηγεί στον τέλειο φόβο. Γιατί αυτός φοβάται και κάνει το θέλημα του Θεού, όχι από φόβο για τις τιμωρίες, όχι από φόβο μήπως κολαστεί, αλλά, όπως ακριβώς είπαμε, επειδή γεύτηκε τη γλυκύτητα που δοκιμάζει όποιος είναι ενωμένος με το Θεό, φοβάται μήπως τη χάσει, φοβάται μήπως τη στερηθεί. Αυτός λοιπόν ο τέλειος φόβος, που προέρχεται απ’ αυτή την αγάπη, απομακρύνει τον αρχικό φόβο. Και γι’ αυτό λέει: Η τέλεια αγάπη φυγαδεύει το φόβο. Είναι όμως αδύνατο να φτάσει κανείς διαφορετικά στον τέλειο φόβο, παρά μόνο με τον αρχικό.
. Γιατί υπάρχουν τρία είδη ψυχικών διαθέσεων, όπως λέει ο Μέγας Βασίλειος, με τα οποία μπορούμε να ευαρεστήσουμε στο Θεό. Δηλαδή, ευαρεστούμε στο Θεό ή επειδή φοβόμαστε την κόλαση -και τότε βρισκόμαστε στην κατάσταση του δούλου- ή εκπληρώνουμε τις εντολές του Θεού, επειδή επιδιώκουμε τα κέρδη που θα πάρουμε σαν μισθό από το Θεό για την προσωπική μας ωφέλεια -και σ’ αυτό το σημείο μοιάζουμε με τους μισθωτούς- ή για το ίδιο το καλό και τότε βρισκόμαστε στην κατάσταση του υιού.
Γιατί, όταν ο υιός φτάσει σε ώριμη ηλικία, κάνει το θέλημα του πατέρα του, όχι γιατί φοβάται μήπως τον δείρει, ούτε για να πάρει άπ’ αυτόν μισθό, αλλά επειδή τον αγαπάει ιδιαίτερα και τον σέβεται και είναι σίγουρος ότι όλα τα υπάρχοντα του πατέρα του είναι δικά του. Αυτός αξιώνεται ν’ ακούσει: Δεν είσαι πια δούλος, αλλά υιός και κληρονόμος του Θεού, δια Χριστού (Γαλ. 4, 7). Αυτός δεν φοβάται πια το Θεό, μ’ εκείνον βέβαια τον αρχικό φόβο, αλλά τον αγαπάει, όπως λέει ο Αγ. Αντώνιος: Εγώ δεν φοβάμαι πια το Θεό, αλλά τον αγαπώ. Και ο Κύριος που είπε στον Αβραάμ, μετά την προσφορά του παιδιού του: Τώρα πια βεβαιώθηκα ότι φοβάσαι το Θεό (Γεν. 22, 12), εκείνον τον τέλειο φόβο εννοούσε, που έρχεται στην ψυχή από την αγάπη. Γιατί πως θα έλεγε: Τώρα πια βεβαιώθηκα; – Συγχωρά με, Θεέ μου, που θα κάνω αυτή τη σκέψη. Τόσα πολλά έκανε ο Αβραάμ. Υπάκουσε στο Θεό και άφησε όλα του τα υπάρχοντα και ξενιτεύτηκε σε ξένη γη και σε ειδωλολατρικό έθνος, όπου δεν υπήρχε ούτε ίχνος θεοσέβειας, και πάνω άπ’ όλα του έστειλε και το φοβερό πειρασμό της θυσίας του παιδιού του. Και μετά άπ’ όλα αυτά του λέει: Τώρα πια βεβαιώθηκα ότι φοβάσαι το Θεό; Είναι ολοφάνερο ότι τον τέλειο φόβο εννοούσε, αυτόν που έχουν οι Άγιοι. Γιατί δεν κάνουν πια το θέλημα του Θεού από το φόβο της τιμωρίας ή για να πάρουν μισθό, αλλά επειδή αγαπάνε το Θεό, όπως πολλές φορές είπαμε, επειδή φοβούνται να κάνουν κάτι που δεν συμφωνεί με το θέλημα του Αγαπημένου. Και γι’ αυτό λέει: Η αγάπη απομακρύνει το φόβο. Γιατί δεν τηρούν πια το νόμο του Θεού από φόβο, αλλά φοβούνται επειδή αγαπάνε.
.-. Αυτός είναι ο τέλειος φόβος, αλλά δεν μπορεί κανείς να φτάσει στον τέλειο φόβο, όπως πριν είπαμε, αν δεν αποκτήσει πρώτα τον αρχικό φόβο. Γιατί λέει: Η αρχή της σοφίας είναι ο φόβος του Κυρίου (Ψαλμ. 110, 10). Και πάλι λέει: Αρχή και τέλος είναι ο φόβος του Θεού (Παροιμ. 1, 7: 9,10: 22, 4). Αρχή εννοεί τον αρχικό φόβο που τον διαδέχεται ο τέλειος, ο φόβος των αγίων. Ο αρχικός λοιπόν φόβος ταιριάζει στο δικό μας πνευματικό επίπεδο. Αυτός προφυλάσσει την ψυχή από κάθε κακία, όπως το γάνωμα προφυλάσσει το χάλκωμα. Γιατί λέει: Με το φόβο του Κυρίου ξεφεύγει καθένας από κάθε κακό (Παροιμ. 15, 27). Εάν λοιπόν απομακρυνθεί από το κακό, με το φόβο της τιμωρίας, σαν το δούλο που φοβάται το αφεντικό του, φτάνει σιγά-σιγά να κάνει το καλό, και κάνοντας το καλό αρχίζει λίγο-λίγο να ελπίζει και σε κάποια αμοιβή της εργασίας, όπως ακριβώς και ο μισθωτός. Όταν λοιπόν επιμείνει στην αποφυγή του κακού, όπως είπαμε, από φόβο σαν το δούλο, και πάλι, όταν συνεχίσει να κάνει το καλό με την ελπίδα της αμοιβής, όπως ακριβώς ο μισθωτός, παραμένοντας, με τη Χάρη Θεού, στην προσπάθεια του καλού για αρκετό χρονικό διάστημα και προσεγγίζοντας το Θεό, ανάλογα με την πρόοδο του, γεύεται τελικά τη Θεϊκή παρουσία και δεν θέλει πια ν’ απομακρυνθεί από το Θεό. Γιατί ποιος μπορεί πια να τον χωρίσει, όπως είπε ο Απόστολος, από την αγάπη του Χριστού; (Ρωμ. 8, 35). Τότε φτάνει στην κατάσταση του υιού και αγαπάει το καλό για το ίδιο το καλό και φοβάται επειδή αγαπάει. Αυτός ακριβώς είναι ο μεγάλος και τέλειος φόβος.
. Γι’ αυτό ο Προφήτης διδάσκοντας μας τη διαφορά αυτών των φόβων έλεγε: Ελάτε, παιδιά μου, ακούστε με, θα σας διδάξω το φόβο του Θεού (Ψαλμ. 33,12). Προσέξτε σε κάθε λόγο του Προφήτη, προσέξτε ότι κάθε λέξη του έχει δύναμη. Πρώτα-πρώτα λέει: Ελάτε κοντά μου, προσκαλώντας μας στην αρετή. Προσθέτει και τη λέξη παιδιά. Παιδιά ονομάζουν οι άγιοι εκείνους που με το λόγο τους μεταμορφώνονται από την κακία στην αρετή, όπως λέει ο Απόστολος: Παιδιά, που για χάρη σας ξαναδοκιμάζω τις ωδίνες του τοκετού, μέχρι να μορφωθεί ο Χριστός μέσα σας (Γαλ. 4, 19). Μετά, αφού μας προσκάλεσε και μας παρακίνησε για μια τέτοια μεταμόρφωση, λέει: Θα σας διδάξω το φόβο του Κυρίου. Βλέπετε την παρρησία του Αγίου; Εμείς όταν θέλουμε να πούμε κάτι καλό, πάντα λέμε: Θέλετε να μιλήσουμε λίγο και να εμβαθύνουμε στο τι σημαίνει φόβος του Θεού ή κάποια άλλη αρετή; Ο Άγιος όμως δεν μίλησε έτσι, αλλά με παρρησία έλεγε: Έλατε, παιδιά μου, ακούστε με, θα σας διδάξω το φόβο του Θεού. Ποιος είναι εκείνος ο άνθρωπος, που θέλει να ζήσει, που επιθυμεί να δει καλές ημέρες (Ψαλμ. 33, 13). Μετά σαν κάποιος ν’ απάντησε: Εγώ θέλω. Μάθε με πως να ζήσω, ώστε να δω καλές ημέρες, τον διδάσκει λέγοντας: Σταμάτησε τη γλώσσα σου να λέει ανάρμοστα λόγια και τα χείλη σου να μιλάνε με τρόπο δόλιο (Ψαλμ. 33, 14). Να, αμέσως κόβει την ενέργεια του κακού με το φόβο του Θεού. Το να σταματήσεις τη γλώσσα σου να λέει ανάρμοστα λόγια, σημαίνει να μην πληγώσεις με κάποιο λόγο τη συνείδηση του πλησίον, να μην κακολογήσεις, να μην κάνεις κανέναν να οργιστεί. Το δε τα χείλη σου να μη μιλάνε με τρόπο δόλιο σημαίνει να μην εξαπατήσεις τον πλησίον.
Μετά προσθέτει: Απομακρύνσου από το κακό. Ανέφερε πρώτα μερικές αμαρτίες, την καταλαλιά, τη δολιότητα, και συμπλήρωσε γενικά για κάθε άλλη κακία το απομακρύνσου από το κακό. Δηλαδή, μ’ ένα λόγο, απόφυγε κάθε κακό, απομακρύνσου από κάθε πράγμα που οδηγεί στην αμαρτία. Και δεν είπε μόνον αυτό και σιώπησε αλλά πρόσθεσε: Κάνε το καλό. Γιατί πολλές φορές δεν κάνει κανείς το κακό, άλλ’ όμως δεν κάνει ούτε καλό. Δεν αδικεί, όμως ούτε και ελεεί. Δεν μισεί, όμως ούτε αγαπάει. Καλά λοιπόν είπε ο Προφήτης: Απομακρύνσου από το κακό και κάνε το καλό. Έτσι μας δείχνει με τη σειρά τις τρεις εκείνες καταστάσεις που προείπαμε. Με το φόβο δηλαδή του Θεού οδηγεί την ψυχή μακριά από το κακό και την παροτρύνει να ανυψωθεί στο χώρο του καλού. Γιατί, αν αξιωθεί κανείς να σταματήσει να κάνει το κακό και ν’ απομακρυνθεί άπ’ αυτό, με φυσικό τρόπο πια κάνει το καλό, με την καθοδήγηση των αγίων. Αφού είπε πολύ καλά αυτά, στη συνέχεια πρόσθεσε: Ζήτησε την ειρήνη και επιδίωξε την, και δεν είπε: Ζήτησε μόνον, αλλά κυνήγησε την για να την αποκτήσεις.
.-. Προσέξτε πολύ αυτό το ρητό και παρατηρήστε την ακρίβεια του Αγίου. Όταν αξιωθεί κανείς ν’ απομακρυνθεί από το κακό και αγωνιστεί, με τη Χάρη του Θεού, να κάνει συνέχεια το καλό αμέσως αρχίζουν οι εχθροί του να τον πολεμούν. Αγωνίζεται λοιπόν, κοπιάζει, συντρίβεται, όχι μόνον επειδή φοβάται να μην ξαναγυρίσει στο κακό, όπως είπαμε για το δούλο, αλλά ελπίζοντας ότι θα πάρει το μισθό του για το καλό, όπως ακριβώς ο μισθωτός. Με το να πολεμιέται λοιπόν και να πολεμάει και να κτυπιέται με τον εχθρό, κάνει το καλό, αλλά με πολλή θλίψη, με πολλή συντριβή. Όταν λοιπόν πάρει βοήθεια από το Θεό και αρχίζει να συνηθίζει να κάνει το καλό, τότε βλέπει την ανάπαυση, τότε γεύεται προοδευτικά την ειρήνη, τότε αισθάνεται ποια είναι η θλίψη του πολέμου και ποια η χαρά και η ευφροσύνη της ειρήνης. Τότε λοιπόν τη ζητάει, αγωνίζεται και την καταδιώκει τρέχοντας για να την κερδίσει, για να την κατακτήσει τέλεια, για να την εγκαταστήσει στην ψυχή του. Ποιος λοιπόν είναι πιο μακάριος από την ψυχή εκείνη, που αξιώθηκε να φτάσει σ’ αυτό το μέτρο; Αυτός, όπως πολλές φορές είπαμε, βρίσκεται στην κατάσταση του υιού. Γιατί, πραγματικά, είναι μακάριοι αυτοί που επιδιώκουν την ειρήνη. Γιατί αυτοί θα ονομαστούν παιδιά του Θεού (Ματθ. 5, 9). Ποιος λοιπόν μπορεί να πείσει πλέον την ψυχή εκείνη να κάνει το καλό για κάποιον άλλο λόγο, εκτός από την απόλαυση αυτού του ίδιου του αγαθού; Ποιος άλλος γνωρίζει αυτή τη χαρά, παρά εκείνος που τη γεύτηκε; Τότε αυτός γνωρίζει, όπως πολλές φορές είπαμε, τον τέλειο φόβο.
Ακούσαμε λοιπόν ποιος είναι ο τέλειος φόβος των αγίων και ποιος είναι ο αρχικός φόβος της δικής μας καταστάσεως και από που ξεκινάει κανείς και που φτάνει με το φόβο του Θεού. Τώρα λοιπόν μας απομένει να μάθουμε το πως έρχεται ο φόβος του Θεού και να πούμε ποια είναι αυτά που μας αποξενώνουν άπ’ αυτόν.
. Είπαν οι Πατέρες ότι ο άνθρωπος αποκτάει το φόβο του Θεού: Με τη διαρκή μνήμη του θανάτου και των τιμωριών. Με το να ερευνά τον εαυτό του, κάθε βράδυ, πως πέρασε την ημέρα, και κάθε πρωί πάλι, πως πέρασε τη νύκτα. Με το να μην έχει παρρησία. Με το να ζήσει με κάποιον άλλον άνθρωπο που πραγματικά φοβάται το Θεό. Γιατί λέγεται ότι ρώτησε ένας αδελφός κάποιον από τους Γέροντες: Τι να κάνω, πάτερ, για να φοβάμαι το Θεό; Και του λέει ο Γέροντας: Πήγαινε να ζήσεις μαζί με κάποιον που φοβάται το Θεό, και καθώς εκείνος θα ζει το φόβο του Θεού, θα μάθεις και συ πως να Τον φοβάσαι.
Διώχνουμε δε το φόβο του Θεού μακριά μας κάνοντας όλα τα αντίθετα απ’ αυτά που αναφέραμε, δηλαδή με το να μην έχουμε μνήμη θανάτου και των τιμωριών, να μην προσέχουμε τους εαυτούς μας, να μην εξετάζουμε πως περάσαμε, αλλά να ζούμε αδιάφορα και μ’ αδιάφορους πνευματικά να συναναστρεφόμαστε, και ακόμα έχοντας παρρησία. Αυτό είναι χειρότερο απ’ όλα. Αυτό είναι τέλειος αφανισμός. Γιατί, τι άλλο διώχνει μακριά από την ψυχή το φόβο του Θεού, όπως η παρρησία; Γι’ αυτό, όταν ρώτησαν τον αββά Αγάθωνα για την παρρησία, είπε ότι μοιάζει με μεγάλο καύσωνα, που όταν έλθει, όλοι τρέχουν να κρυφτούν και που καταστρέφει τους καρπούς των δέντρων. Βλέπετε, αδελφοί μου, τι δύναμη έχει το πάθος; Βλέπετε τι οργή; Και όταν τον ξαναρώτησαν: Πραγματικά, είναι τόσο φοβερή αμαρτία, η παρρησία; Απάντησε: Δεν υπάρχει χειρότερο πάθος από την παρρησία, γιατί αυτη είναι η μητέρα όλων των παθών. Πολύ καλά και με πολλή σύνεση είπε ότι είναι μητέρα όλων των παθών, επειδή αυτή διώχνει το φόβο του Θεού από την ψυχή. Γιατί, αν με το φόβο του Κυρίου απομακρύνεται κανείς από κάθε κακό, οπωσδήποτε όπου δεν υπάρχει φόβος Θεού, εκεί βρίσκεται κάθε πάθος. Ο Θεός να γλυτώσει τις ψυχές μας από το καταστροφικό πάθος της παρρησίας.
. Και η παρρησία εκφράζεται με πολλούς τρόπους. Παρρησιάζεται κανείς και με τα λόγια και με την αφή και με το βλέμμα. Φτάνει κανείς από την παρρησία και στην αργολογία, και στο να κουβεντιάζει για κοσμικά πράγματα και στο να κάνει αστεία και να προξενεί άσεμνα γέλια. Παρρησία είναι το να αγγίζεις κάποιον χωρίς να υπάρχει ανάγκη, το να απλώσεις το χέρι σου σε κάποιον για ν’ αστειευτείς, το να σπρώξεις κάποιον ή να του αρπάξεις κάτι, το να κοιτάζεις κάποιον με αναίδεια. Αυτά όλα τα γεννάει η παρρησία. Αυτά όλα γίνονται γιατί δεν υπάρχει στην ψυχή φόβος Θεού. Και απ’ αυτά φτάνει κανείς σιγά-σιγά και σε τέλεια καταφρόνηση. Γι’ αυτό, όταν παρέδιδε ο Θεός τις εντολές του νόμου, έλεγε: Κάνετε ευλαβείς τους υιούς του Ισραήλ (Λευίτ. 15, 31). Γιατί χωρίς την ευλάβεια ούτε τον ίδιο το Θεό δεν τιμάει κανείς, ούτε καν δίνει προσοχή, έστω και μια φορά, σ’ οποιαδήποτε εντολή. Γι’ αυτό δεν υπάρχει τίποτα πιο επιζήμιο από την παρρησία. Γι’ αυτό είναι η μητέρα όλων των παθών, επειδή απομακρύνει την ευλάβεια, επειδή διώχνει το φόβο του Θεού, επειδή γεννάει την καταφρόνηση.
Επειδή έχετε παρρησία μεταξύ σας, γι’ αυτό και δεν έχετε σεβασμό και μιλάτε άσχημα και πληγώνετε ο ένας τον άλλο. Και αν ένας σας δει κάτι που δεν ωφελεί, φεύγει, το κουβεντιάζει και το βάζει στην καρδιά άλλου αδελφού. Και δεν βλάπτεται μόνον αυτός, αλλά βλάπτει και τον αδελφό του, βάζοντας στην καρδιά του το θανατηφόρο σπέρμα του κακού. Και ενώ πολλές φορές έχει το νου του στην προσευχή ή σε κάποιο άλλο καλό πράγμα, πάει ο άλλος και του δίνει θέμα ν’ απασχολείται, και όχι μόνον εμποδίζει την πνευματική του ωφέλεια, αλλά του φέρνει και πειρασμό. Και δεν υπάρχει τίποτα ποιο βαρύ, τίποτα πιο καταστρεπτικό, από το να κάνει κανείς κακό, όχι μόνον στον εαυτόν του, αλλά και στους άλλους.
Ας έχουμε ευλάβεια, αδελφοί μου, ας φοβόμαστε την καταστροφή, τη δική μας και των άλλων. Ας τιμούμε ο ένας τον άλλον και ας προσέχουμε ώστε ούτε να σηκώνουμε τα μάτια μας στα πρόσωπα των άλλων. Γιατί και αυτό, όπως είπε κάποιος από τους Γέροντες, είναι είδος παρρησίας.
Και αν κάποτε συμβεί και δει κανείς τον αδελφό του ν’ αμαρτάνει, ούτε να τον αποστραφεί και να σιωπήσει και να τον αφήσει να καταστραφεί, ούτε πάλι να τον βρίσει και να τον καταληλήσει, αλλά με συμπάθεια και φόβο Θεού ν’ αναφέρει το γεγονός σε κάποιον που είναι σε θέση να τον διορθώσει, ή να του μιλήσει ο ίδιος με αγάπη και ταπείνωση λέγοντας: Συγχώρεσε με, αδελφέ μου, γιατί σαν άνθρωπος που δεν έχω μάθει να βλέπω τα χάλια μου, παρατηρώ ότι ίσως δεν κάνουμε καλά αυτό εδώ το πράγμα. Και αν δεν τον ακούσει, ας το πει σε άλλον, σ’ όποιον η συνείδησή του τον πληροφορεί ότι είναι ευλαβής. Ας το πει στον προεστώτα του ή στον ηγούμενο, ανάλογα με το μέγεθος του σφάλματος, και ας ησυχάσει. Αλλά, όπως είπαμε, να το πει με σκοπό να διορθώσει τον αδελφό του και όχι για φλυαρία ή για καταλαλιά ή για εξουδενωσή του, χωρίς να θέλει να τον διαπομπεύσει, χωρίς να τον κατακρίνει, χωρίς να προφασίζεται ότι δήθεν θέλει να τον διορθώσει, έχοντας μέσα του κάποια κακή πρόθεση απ’ όσες ανέφερα. Γιατί πραγματικά, και στον ίδιο το Γέροντά του αν πει κανείς κάτι, χωρίς να έχει την πρόθεση να διορθώσει τον πλησίον ή γιατί ο ίδιος σκανδαλίστηκε, είναι αμαρτία, είναι καταλαλιά. Αλλ’ ας εξετάσει την καρδιά του και αν έχει κάποια εμπαθή τάση, να μην το πει. Αν όμως παρατηρεί με ακρίβεια μέσα του ότι πραγματικά από συμπάθεια και για την ωφέλεια του πλησίον θέλει να το πει, τον ενοχλεί όμως και κάποιος λογισμός μέσα του εμπαθής, να αναφέρει στο Γέροντα με ταπείνωση και το δικό του αμάρτημα και του πλησίον λέγοντας: Η μεν συνείδηση μου με πληροφορεί ότι θέλω να το πω για τη διόρθωση του αδελφού, αλλά αισθάνομαι ότι μέσα μου έχει μπλεχτεί και κάποιος λογισμός, είτε γιατί είχα κάποτε κάτι εναντίον του αδελφού, είτε γιατί κάποιος απατηλός λογισμός θέλει να μ’ εμποδίσει να το πω και να διορθωθεί, δεν ξέρω. Και τότε ο Γέροντας θα του πει αν πρέπει να το πει ή όχι.
Πολλές φορές λέει κανείς κάτι χωρίς να έχει σκοπό ούτε να ωφελήσει τον αδελφό του, ούτε να εξομολογηθεί το σκανδαλισμό του, ούτε επειδή έχει κάποια μνησικακία, αλλά έτσι απλά στη συζήτηση, από διάθεση αργολογίας. Και τι χρειάζεται αυτή η φλυαρία; Πολλές φορές μάλιστα, μαθαίνει ο αδελφός ότι έλεγε γι’ αυτόν και ταράζεται και θλίβεται και μεγαλώνει το κακό. Γιατί όταν λέει κανείς κάτι μόνο και μόνο για να ωφεληθεί ο άλλος, δεν επιτρέπει ο Θεός να ταραχθεί, δεν αφήνει να επακολουθήσει καμιά θλίψη και βλάβη.
Αγωνιστείτε λοιπόν όπως είπαμε, να φυλάτε τη γλώσσα σας, να μη λέει κανείς σας κακό για τον πλησίον, ούτε να πληγώνει κανέναν με λόγο ή έργο ή με κίνηση ή μ’ οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Ούτε να είσαστε ευέξαπτοι, ώστε, όταν ακούσει κανείς σας από τον αδελφό του ένα λόγο, να θυμώνει ή να απαντάει και αυτός άσχημα ή να παραμένει θλιμμένος μαζί του. Αυτά δεν είναι σημάδια αυτών που αγωνίζονται. Αυτά δεν τα κάνουν όποιοι θέλουν να σωθούν.
Αποκτήστε το φόβο του Θεού, αλλά με ευλάβεια, ώστε, όταν συναντιόσαστε, να σκύβει καθένας το κεφάλι του μπροστά στον αδελφό του, όπως είπαμε, ταπεινώνοντας τον εαυτόν του, μπροστά στο Θεό και μπροστά στον αδελφό του και κόβοντας για χατήρι του το θέλημα του. Πραγματικά είναι αξιέπαινο πράγμα το να παραχωρεί κάποιος διακονητής τη θέση του στον αδελφό του και να τον προτιμάει. Ωφελείται αυτός που την παραχώρησε περισσότερο από τον άλλο. Εγώ δεν θυμάμαι να έκανα τίποτα καλό, αλλ’ αν πάντοτε με σκέπασε η Χάρη του Θεού, απ’ αυτό ξέρω ότι με σκέπασε, δηλαδή από το ότι ποτέ δεν προτίμησα τον εαυτό μου από τον αδελφό μου, αλλά πάντα έβαζα πρώτο τον αδελφό μου.
. Όταν ακόμα βρισκόμουν στο Μοναστήρι του αββά Σερίδου, αρρώστησε ο διακονητής του Γέροντα, του αββά Ιωάννη, που ήταν υποτακτικός του αββά Βαρσανουφίου, και μου έδωσε ευλογία ο Γέροντάς μου να υπηρετήσω εγώ τον άρρωστο Γέροντα. Και φιλούσα με τέτοιο τρόπο την πόρτα του κελλιού του απ’ έξω, όπως ακριβώς προσκυνάει κανείς τον Τίμιο Σταυρό. Πόσο μάλλον ήμουν ευτυχισμένος να τον υπηρετώ! Γιατί ποιος δεν θα ‘θελε ν’ αξιωθεί να διακονήσει έναν τέτοιον άγιο; Μιλούσε μάλιστα και πολύ θαυμαστά και κάθε μέρα, πάντα αφού τελείωνα τη διακονία μου, του έβαζα μετάνοια για να πάρω την ευχή του να φύγω, και πάντοτε μου έλεγε κάτι. Γιατί ο Γέροντας είχε τέσσερις λόγους. Και, όπως είπα, κάθε βράδυ, όταν επρόκειτο ν’ αναχωρήσω, μου έλεγε οπωσδήποτε έναν από αυτούς τους τέσσερις και μιλούσε έτσι: Πάνω απ’ όλα, αδελφέ μου -γιατί έτσι συνήθιζε ο Γέροντας σε κάθε λόγο να χρησιμοποιεί αυτή τη φράση- ο Θεός να φυλάξει την αγάπη. Είπαν οι Πατέρες: Το να προσέξει κανείς να μην σκανδαλίσει τη συνείδηση του πλησίον, γεννάει την ταπεινοφροσύνη. Το άλλο βράδυ μου έλεγε: Πάνω απ’ όλα, αδελφέ μου, ο Θεός να φυλάξει την αγάπη. Είπαν οι Πατέρες: Ποτέ δεν έβαλα το θέλημα μου, εμπρός από το θέλημα του αδελφού μου. Άλλοτε πάλι έλεγε: Πάνω απ’ όλα, αδελφέ μου, ο Θεός να φυλάξει την αγάπη. Είπαν οι Πατέρες: Φεύγε από τα ανθρώπινα και σώζου. Πάλι έλεγε: Πάνω άπ’ όλα, αδελφέ μου, ο Θεός να φυλάξει την αγάπη. Να σηκώνει ο ένας τα βάρη του άλλου και έτσι ν’ αναπληρώσετε το νόμο του Χριστού (Γαλ. 6, 2).
Πάντοτε κάτι απ’ αυτά τα τέσσερα θα μού ‘δινε σαν προτροπή, όταν κάθε βράδυ έφευγα, σαν να μού ‘δινε εφόδια, και έτσι τα είχα προστασία σ’ όλη μου τη ζωή. Και όμως παρόλο ότι είχα τόση ανάπαυση κοντά στον άγιο και τέτοια διάθεση να τον διακονώ, μόνο με το να αισθάνομαι ότι κάποιος αδελφός θλιβόταν, ζητώντας και αυτός να τον διακονήσει, πήγαινα στον ηγούμενο και τον παρακαλούσα λέγοντας: Είναι καλύτερα, αν ευλογείτε, αυτός ο αδελφός να διακονεί το Γέροντα. Και δεν μου έδωσε ευλογία, ούτε ο ηγούμενος, ούτε ο ίδιος ο Γέροντας. Πλην όμως τότε εγώ έκανα ό,τι μπορούσα να προτιμηθεί ο αδελφός. Και ενώ πέρασα εκεί εννέα χρόνια, δεν θυμάμαι να μίλησα άσχημα σε κανέναν, αν και ήμουνα πάντοτε σε διακονία -για να μην νομίζει κανείς ότι εγώ δεν βρέθηκα σε περιστάσεις που θ’ απαιτούσαν να πω κάποιο λόγο.
Και πιστέψτε με, θυμάμαι ότι με ακολούθησε ένας αδελφός από το νοσοκομείο μέχρι την εκκλησία βρίζοντάς με, και εγώ περπατούσα μπροστά του, χωρίς να του πω ούτε μια λέξη, αλλά και όταν το έμαθε ο Γέροντας -δεν ξέρω ποιος του το είπε, και θέλησε να τον επιτιμήσει, εγώ έπεσα στα πόδια του λέγοντας: Μη, για την αγάπη του Κυρίου, εγώ έσφαλα, τι φταίει ο αδελφός; Και κάποιος άλλος πάλι, είτε από πειρασμό, είτε από απλότητα -ο Θεός ξέρει από τι- για μεγάλο χρονικό διάστημα ουρούσε τη νύκτα στο προσκέφαλο μου, ώστε να βρέχονται και αυτά τα στρωσίδια μου. Παρόμοια και μερικοί άλλοι αδελφοί έρχονταν κάθε μέρα και τίναζαν τις ψάθες τους μπροστά στο κελλί μου και παρατηρούσα τόσο πλήθος κοριών να μπαίνουν στο κελλί μου, ώστε να μην προλαβαίνω να τους σκοτώνω, γιατί ήταν πάρα πολλοί από την πολλή ζέστη. Όταν λοιπόν πήγαινα να κοιμηθώ, μαζεύονταν όλοι οι κοριοί πάνω μου. Και μ’ έπαιρνε μεν ο ύπνος από την πολλή κούραση, όταν όμως σηκωνόμουνα από τον ύπνο, έβλεπα όλο μου το σώμα καταφαγωμένο. Και ποτέ δεν είπα σε κανέναν απ’ αυτούς: Μην κάνεις έτσι ή γιατί το κάνεις αυτό; Ούτε θυμάμαι ποτέ τον εαυτό μου, όπως προείπα, να είπε κάποιο λόγο και να πλήγωσε ή να λύπησε κανέναν.
Μάθετε και σεις να υπομένετε ο ένας τα βάρη του άλλου (Γαλ. 6, 2), μάθετε να έχετε σεβασμό μεταξύ σας. Και αν ακόμα ακούσει κανένας σας από κάποιον ένα λόγο, που δεν τον ευχαριστεί, ή αν πάθει κάτι παρά τη θέλησή του, να μην το πάρει αμέσως κατ’ άκαρδα, να μην ερεθιστεί, και σε καιρό που προσφέρεται για αγώνα και ωφέλεια, βρεθεί να έχει την καρδιά του χαλαρωμένη, ασυλλόγιστη, αδύναμη, ανίκανη να δεχτεί οποιαδήποτε προσβολή, όπως ακριβώς το πεπόνι, που και μικρό πετραδάκι να το εγγίσει, αμέσως τραυματίζεται και σαπίζει. Αλλά να έχετε καλύτερα σταθερή καρδιά, να έχετε μακροθυμία, για να νικάει η μεταξύ σας αγάπη όλα όσα συμβαίνουν.
Και αν έχει κανείς μια διακονία ή αν τύχει και θέλει να ζητήσει κάτι από τον κηπουρό, είτε από τον κελλαρίτη, είτε από το μάγειρο, είτε μ’ ένα λόγο από οποιονδήποτε συνδιακονητή του, να φροντίζει, και αυτός που ζητάει την υπηρεσία και ο διακονητής που την εκτελεί, να διατηρήσουν, πάνω απ’ όλα, την ευπροσήγορη και ειρηνική κατάστασή τους. Και ποτέ να μην αφήνουν τους εαυτούς τους να παρεκκλίνουν από την εντολή του Θεού και να τραπούν είτε σε ταραχή, είτε σε αντιπάθεια ή προσπάθεια, ή σ’ οποιοδήποτε θέλημα ή δικαίωμά τους. Αλλ’ ό,τι και αν συμβεί μικρό ή μεγάλο, ας το περιφρονήσει και ας αδιαφορήσει. Η αδιαφορία βέβαια είναι κακό πράγμα. Ούτε όμως πάλι είναι καλό να προτιμήσει ν’ ασχοληθεί μ’ αυτό που θα του συμβεί και να χάσει την ειρήνη του, ώστε να ζημιωθεί η ψυχή του. Γιατί σ’ όποια διακονία και αν βρεθείτε, και αν ακόμα είναι πολύ βιαστική και σπουδαία, δεν θέλω να κάνετε τίποτα με φιλονικία, τίποτα με ταραχή, αλλά να είσαστε βέβαιοι ότι κάθε έργο που κάνετε, είτε μεγάλο είναι, είτε μικρό, όπως προείπα, είναι το ένα όγδοο απ’ αυτό που μας ζητιέται. Το να διατηρήσετε όμως την ειρήνη σας -και αν ακόμα συμβεί ν’ αποτύχετε στο διακόνημα από την υποχώρηση που θα κάνετε- είναι τα τέσσερα όγδοα, δηλαδή το μισό από το ζητούμενο. Βλέπετε πόση διαφορά υπάρχει;
Όταν λοιπόν κάνετε κάτι, αν θέλετε να το κάνετε τέλειο και ολόκληρο, φροντίστε και αυτό να το κάνετε τέλειο -πράγμα που είναι, όπως είπα, το ένα όγδοο- και την εσωτερική σας κατάσταση να φυλάξετε αβλαβή – πράγμα που είναι τα τέσσερα όγδοα. Αν όμως τύχει ανάγκη και παρασυρθείτε και παραβείτε αυτή την εντολή και βλαβείτε ή βλάψετε, δεν είναι συμφέρον, επειδή πρέπει να τελειωθεί η διακονία, να χάσετε τα τέσσερα όγδοα, δηλαδή την ειρήνη σας, μόνο και μόνο για να φυλάξετε το ένα όγδοο, δηλαδή την τελειότητα του έργου. Αν δείτε και κάνει κανείς κάτι τέτοιο, να είσαστε βέβαιοι ότι δεν κάνει το διακόνημα του με επίγνωση. Γιατί ή από κενοδοξία ή από ανθρωπαρέσκεια επιμένει φιλονικώντας και κολάζοντας τον εαυτόν του και τον πλησίον, για ν’ ακούσει μετά απ’ αυτά ότι κανείς δεν μπόρεσε να τον νικήσει. Αλλοίμονο! Μεγάλο κατόρθωμα! Δεν είναι αυτή νίκη, αδελφοί μου, αυτή είναι ζημιά, αυτή είναι απώλεια. Σας δίνω εντολή, ότι, και αν εγώ στείλω κάποιον από σας σ’ οποιαδήποτε διακονία και δει να ξεσηκώνεται ταραχή ή οποιαδήποτε άλλη βλάβη, να σταματήσει. Και ποτέ να μην βλάψετε τους εαυτούς σας ή τους άλλους, αλλά να σταματήσει η δουλειά. Να μην γίνει. Μόνον μην ταράζεσθε. Επειδή, όπως είπα, κάνοντας έτσι, χάνετε τα τέσσερα όγδοα για να κερδίσετε το ένα όγδοο. Αυτό είναι ολοφάνερος παραλογισμός.
Αυτά σας τα λέω όχι για να μικροψυχείτε αμέσως και να σταματάτε τις διακονίες ή ν’ αδιαφορείτε και να πετάτε δια μιας τα πράγματα και να καταπατάτε τη συνείδησή σας, επειδή θέλετε να ζείτε αμέριμνα. Ούτε πάλι για να παρακούετε και να λέει καθένας σας: Δεν μπορώ να το κάνω αυτό, γιατί βλάπτομαι, δεν είναι στα μέτρα μου. Γιατί μ’ αυτήν την πρόφαση δεν θα κάνετε ποτέ καμιά διακονία, ούτε ποτέ θα μπορέσετε να τηρήσετε την εντολή του Θεού. Αλλά σας το λέω, για να βάζετε όλη τη δύναμη σας, ώστε να κάνετε με αγάπη κάθε διακονία σας, με ταπεινοφροσύνη, υπακούοντας, τιμώντας, παρηγορώντας ο ένας τον άλλο. Τίποτα δεν είναι πιο δυνατό από την ταπεινοφροσύνη. Αν όμως δει κανείς κάποια στιγμή τον πλησίον ή τον εαυτόν του να θλίβεται, σταματήστε, υποχωρήστε, μην επιμένετε μέχρι σημείου που να επακολουθήσει και πνευματική βλάβη. Γιατί είναι καλύτερα, χίλιες φορές το λέω, να μη γίνει η δουλειά όπως θέλετε, αλλά όπως βολεύει, και όχι από ισχυρογνωμοσύνη ή από δικαίωμα, και αν ακόμα είναι ολοφάνερο ότι η υποχώρηση αυτή θα σας ταράξει ή θα θλίψει τους άλλους και χάσετε έτσι τα τέσσερα όγδοα. Γιατί υπάρχει πολλή διαφορά στη ζημιά. Πολλές φορές μάλιστα συμβαίνει και να χάνει κανείς το ένα όγδοο, και να μην καταφέρνει απολύτως τίποτα. Αυτές είναι οι συνέπειες των φιλονικιών. Αυτήν την αρχή να τηρήσουμε. Δηλαδή, όλα τα έργα που κάνουμε να τα κάνουμε με σκοπό να ωφεληθούμε απ’ αυτά. Ποια όμως ωφέλεια προκύπτει, όταν δεν ταπεινώνουμε τον εαυτό μας ο ένας στον άλλο; Αλλά αντίθετα συγχύζουμε και στενοχωρούμε ο ένας τον άλλο; Και ξέρετε αυτό που λέει το Γεροντικό: Από τον πλησίον εξαρτάται η ζωή και ο θάνατός μας.
Να τα μελετάτε πάντα μέσα σας αυτά, αδελφοί μου, να εντρυφάτε στα λόγια των αγίων Γερόντων, να φροντίζετε με αγάπη και φόβο Θεού να ζητάτε την ωφέλεια τη δική σας και των άλλων. Έτσι μπορείτε να βοηθιέστε απ’ όλα όσα συμβαίνουν και να προοδεύετε, με τη Χάρη του Θεού. Αυτός δε ο φιλάνθρωπος Θεός μας να σας χαρίσει το φόβο Του. Γιατί λέει η Αγία Γραφή: Να φοβάσαι το Θεό και να τηρείς τις εντολές Του. Γιατί μόνο μέσα σ’ αυτό το σχήμα βρίσκει και ολοκληρώνει τον προορισμό του κάθε άνθρωπος.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η τραγωδία της πίστης: Επτά αιτίες λόγω των οποίων η πίστη εξαντλείται και πεθαίνει
Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Νοεμβρίου, 2015
Η πρώτη αιτία είναι ότι συνηθίζουμε αυτό τον κόσμο και τη ζωή. Όσο μας φαίνεται καινούργιος και ασυνήθιστος αυτός ο κόσμος, η πίστη μας στον Θεό είναι δυνατή. Όμως τη μέρα εκείνη που ο κόσμος θα μας φανεί τελείως παλιός και τελείως συνηθισμένος, η πίστη μέσα μας σβήνει. Όσο περισσότερα βιώνουμε, τόσο περισσότερο συνηθίζουμε αυτό τον κόσμο. Και όσο περισσότερο συνηθίζουμε, τόσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από τη φοβερή και μεγαλειώδη εντύπωση που μας άφησε στην αρχή ο κόσμος. Όποιος μια φορά ανεβεί στις Άλπεις, παραμένει θαμπωμένος από το μοναδικό και απροσδόκητο θέαμα. Ενώ όποιος ζήσει δέκα χρόνια στις Άλπεις, το θέαμα απ’ αυτές όχι μόνο δεν τον θαμπώνει, αλλά του γίνεται βαρετό. Ο αστρονόμος που πρώτη φορά μαθαίνει για το μέγεθος και το πλήθος των άστρων, για την απόσταση μεταξύ τους και για την αλάνθαστη ροή τους, παραμένει μεθυσμένος από τη γοητεία. Όμως, όταν για μερικά χρόνια βλέπει πάντα το ίδιο θέαμα με τη βοήθεια των πιο εξελιγμένων μηχανών, θα του φανούν όλα συνηθισμένα, και από την πρωταρχική γοητεία που ένιωσε δεν θα παραμείνει ούτε σκιά. Πολύ καιρό βλέπουμε το θέατρο του κόσμου, και δε μπορεί η παράξενη και πλούσια παράσταση να μας παρέχει φρέσκο ενδιαφέρον έως το τέλος. Είναι πολύς ο καιρός που ζούμε, για να μην αρχίσουμε να χασμουριόμαστε από ανία. Ενώ από ανία χασμουριόντουσαν οι άνθρωποι και στην κορυφή των Άλπεων και στον κόλπο της Νεάπολης και κάτω από το έναστρο ουράνιο σκέπαστρο της Ινδίας. Όπου όμως κατοικήσει η πλήξη απ’ αυτό τον κόσμο, από εκεί η πίστη στον Θεό φεύγει. Και απ’ όπου η πίστη στον Θεό φεύγει, από εκεί φεύγει και η ψυχική ευθυμία και η ησυχία.
Οι συνηθισμένοι σ’ αυτό τον κόσμο μοιάζουν με αμαθείς στο βασιλικό τραπέζι. Με φόβο και δέος πλησιάζουν οι αμαθείς στο βασιλικό τραπέζι. Κανένας τους δεν αμφιβάλλει για την παρουσία του βασιλιά και για τη βασιλική αξιοπρέπεια του τραπεζιού. Κάθονται· ξεκινούν να τρώνε και να πίνουν όμως από το γλυκό φαγητό και πιοτό σκοτεινιάζουν, και χάνουν από τα μάτια τους και το βασιλιά και τη βασιλική αξιοπρέπεια του τραπεζιού. Αρχίζουν να αρπάζουν φαγητά και ποτά, να σπρώχνονται, να δέρνονται, να αναποδογυρίζουν, να φωνάζουν, να τσακώνονται για την ιδιοκτησία του τραπεζίου και την πρωτιά της θέσης και στο τέλος χασμουριούνται. Η φιλοξενία στο βασιλικό παλάτι τους γίνεται βαρετή. Και εκείνοι παραπονιούνται και απελπίζονται. Και κάνουν τη βασιλική τραπεζαρία υπνοδωμάτιο και το υπνοδωμάτιο στάβλο. Μέχρι που όλα να χάσουν στα μάτια τους το βασιλικό τους χαρακτήρα και η αμάθειά τους να αρχίσει να θριαμβεύει παντού, και στις σκέψεις και στα λόγια και στα έργα των φιλοξενούμενων. Και ο βασιλιάς-οικοδεσπότης στέκει και παρατηρεί και διατάζει το τραπέζι να το γεμίζουν ασταμάτητα. Η μεγάλη ψυχή αισθάνεται την παρουσία του βασιλιά και ντρέπεται για τη συμπεριφορά των αμαθών αδελφών της.
Η μεγάλη ψυχή αισθάνεται σ’ αυτό τον κόσμο πάντα όπως σε αγιότατο και φοβερότατο ναό. Όσο περισσότερο καιρό τέτοια ψυχή στέκει σ’ αυτό το ναό, τόσο ο ναός γι’ αυτήν δεν χάνει τίποτα, αλλά αυξάνεται στην εξαιρετικότητα και τη φοβερή μεγαλειότητά του.
Η δεύτερη αιτία για την αποδυνάμωση και τη νέκρωση της πίστης μέσα μας είναι η υπερφόρτωση του πνεύματος με πολλές μικρές γνώσεις, όπου ταυτόχρονα απουσιάζει η γνώση των γνώσεων. Η γνώση των γνώσεων είναι η γνώση περί Θεού. Οι υπόλοιπες πολλές και μικρές γνώσεις αναφέρονται στα έργα του Θεού, στον οίκο της φύσης και στα έπιπλά του. Η ποσότητα της γνώσης στην εποχή μας είναι μεγαλύτερη απ’ ό,τι σε κάθε άλλη. Στην εποχή μας τρέχουν για την ποσότητα της γνώσης. Την ποιότητα λίγοι την κοιτάζουν. Στο κεφάλι φτιάχνεται τεράστια αποθήκη γνώσεων της χημείας, της φυσικής, της αστρονομίας, της τεχνολογίας, της κοινωνιολογίας, της τεχνικής του χορού και του μαγειρέματος, του παιξίματος οργάνων και του φλερτ. Πολλά κεφάλια είναι ταυτόχρονα ολόκληρα χημικά εργαστήρια και ζωολογικά οικοδομήματα και μουσικά ρεπερτόρια. Πολλά μυαλά είναι πραγματικές εγκυκλοπαίδειες. Όμως, γι’ αυτό πάλι μέσα στα πολλά μυαλά δεν υπάρχει θέση για τον Θεό, για τη μεγάλη γνώση των γνώσεων.
Στις παλιές, απλές εποχές οι άνθρωποι δεν κατείχαν στο πνεύμα τους τόσες πολλές τεχνολογικές αλήθειες, σαν τους ανθρώπους της εποχής μας, αλλά η γνώση των γνώσεων πάντα ήταν ζωντανή και πάντα είχε φανερή θέση. Και στις νέες, σύνθετες εποχές, οι δυνατοί άνθρωποι δεν αφήνουν να τους υπερφορτώσουν πολλές μικρές γνώσεις και δεν αφήνουν τις μικρές γνώσεις να επισκιάσουν τη μεγάλη γνώση.
Σ’ αυτούς που κατανοούν, όλα τα γεγονότα είναι διαφανή, κι έτσι μέσα απ’ όλα τα γεγονότα βλέπουν το κύριο γεγονός στην οικουμένη. Οι οξύνοες μέσω του ενδύματος όλων των κτισμάτων βλέπουν την ουσία και την κύρια κίνηση των πραγμάτων. Ποτέ οι δυνατοί δεν υπήρξαν δυνατότεροι, ούτε οι κατανοούντες καλύτερα κατανοούντες, απ’ ότι στην εποχή μας. Αλλά γι’ αυτό ποτέ οι αδύνατοι δεν υπήρξαν αδυνατότεροι ούτε οι κοντόφθαλμοι ακόμα πιο κοντόφθαλμοι ούτε οι ρηχοί ρηχότεροι, παρά και πάλι στην εποχή μας. Στους δυνατούς, τους κατανοούντες και τους έξυπνους η πίστη στο Θεό συνέχεια υψώνεται πάνω απ’ όλες τις γνώσεις, όλα τα γεγονότα και όλες τις υποθέσεις, αιωρείται γύρω τους πάντα σαν φωτεινή ατμόσφαιρα γύρω από ένα ουράνιο σώμα. Απ’ αυτή την ατμόσφαιρα όλα τα γεγονότα λαμβάνουν ζωή και κίνηση. Χωρίς αυτή την ατμόσφαιρα όλα τα γεγονότα παγώνουν και σκεπάζονται με τη σκιά του θανάτου. Έχει το φεγγάρι ατμόσφαιρα; Δεν είναι τίποτε ακόμα σίγουρα γνωστό, όμως εάν δεν την έχει στα σίγουρα, τότε αυτό μοιάζει με γνώση χωρίς πίστη. Υπάρχουν πάνω του μέταλλα και ιχνοστοιχεία, και υψόμετρα και βαθύπεδα, όμως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν αναπνέει. Γι’ αυτό και το φεγγάρι τραβιέται πίσω από ζωντανούς πλανήτες, που αναπνέουν και ζουν, σαν μια λαμπερή νεκρική σαρκοφάγος. Τέτοια είναι και η γνώση δίχως πίστη. Και εκείνη είναι μια νεκρική σαρκοφάγος μέσα μας. Και όσο είναι η γνώση μας μεγαλύτερη αλλά δίχως πίστη, τόσο μεγαλύτερος νεκρός κείτεται στην ψυχή μας: ντυμένος, στολισμένος, ευρύς, πλην όμως νεκρός. Κάτω απ’ αυτόν το νεκρό κείτεται καταπιεσμένη και πνιγμένη η πίστη. Μετά από μάταιη μάχη για να σηκωθεί και να τυλίξει τη μεταλλική σαρκοφάγο της γνώσης με την ατμοσφαιρική της φρεσκάδα και ζωηράδα, μετά απ’ όλες τις μάταιες ηρωικές προσπάθειες εκείνη κείτεται στη σκιά του θανάτου. Η τραγωδία της είναι πλήρης. Όμως, μέσα στην τραγωδία της είναι και η δική μας τραγωδία, της ευτυχίας μας, της ηρεμίας μας και της αισιοδοξίας μας.
Η τρίτη αιτία που πάσχει και καταστρέφεται η πίστη μέσα μας, είναι τα ανθρώπινα έργα. Τα έργα μας κονταίνουν το βλέμμα μας και εμείς σταματάμε μόνο σ’ αυτά και δεν κοιτάμε πιο πέρα. Βλέπουμε την επιστήμη μας, το έργο του μυαλού μας, και κοιτάζοντάς το τα μάτια μας τόσο υγραίνουν, ώστε γίνονται ανίκανα να δουν έναν ευρύτερο και φωτεινότερο ορίζοντα. Κοιτάμε τις μεγάλες πόλεις, έργο των χεριών μας, και τα έργα του Θεού γίνονται αόρατα για μας. Η κουλτούρα μας κατέχει τα μάτια περισσότερο από τη φύση, αφού τη φύση στις πόλεις σχεδόν δεν τη βλέπουμε. Ο άνθρωπος ως δημιουργός των πολιτισμικών δημιουργημάτων μας φαίνεται ως ο μόνος δημιουργός μέσα στο σύμπαν. Από τα ψηλά σπίτια μας δεν βλέπουμε το συμπαντικό σπίτι του Θεού. Από τη σκόνη των ανθρώπινων μυρμηγκοφωλιών μας δεν βλέπουμε τον ουρανό. Εμείς συχνά μέσα στην αδικία μας εκτιμούμε περισσότερο το έργο απ’ ό,τι τον εργολάβο. Κοιτάζουμε με θαυμασμό ένα μεσαιωνικό καθεδρικό ναό, και ταυτόχρονα βλέπουμε με περιφρόνηση τους ανθρώπους. Σαν να είναι ο καθεδρικός ναός άξιος μεγαλύτερου θαυμασμού απ’ ό,τι οι δημιουργοί του, οι άνθρωποι.
Εξίσου συχνά κοιτάζουμε με θαυμασμό τη φύση, αλλά το δημιουργό της ούτε που τον θυμόμαστε. Σαν να είναι η ύλη αξιότερη από το δημιουργό της! Ή κοιτάμε τον άνθρωπο μέσα στο ρόλο του σ’ αυτό τον κόσμο και τον θαυμάζουμε περισσότερο απ’ ό,τι Εκείνον που τον έβαλε σ’ αυτό το ρόλο. Απ’ αυτήν την πλάνη προέρχεται η φοβερή τραγωδία της πίστης στις ψυχές μας.
Η πίστη είναι πάντα μια αυστηρή παρατήρηση του δημιουργού πίσω από το δημιούργημα και του εργολάβου πίσω από το έργο. Η πίστη κρατά πάντα την απόλυτη αξία για κάτι ακριβότερο απ’ όλα εκείνα που τα μάτια μπορούν να δουν, τα αυτιά να ακούσουν και τα ανθρώπινα χέρια να φτιάξουν. Γι’ αυτό το λόγο η πίστη στέκει σε αντιπαλότητα μ’ όλες τις δυνάμεις αυτού του κόσμου, που θέλουν να προσθέσουν στο σχετικό την αξία του απολύτου. Η μέγιστη και η φοβερότατη τραγωδία της ζωής γεννιέται εκεί όπου, νικημένη η πίστη, πεθαίνει.
Ως τέταρτη αιτία της τραγωδίας της πίστης σε πολλούς, εγώ τονίζω τις πλάνες των εκπροσώπων της πίστης. Ο καθένας εκτιμά το σπόρο κατά τον καρπό. Εάν ο καρπός είναι πικρός, ποιος μπορεί να αγαπήσει το σπόρο; Ο καλύτερος καρπός της πίστης πρέπει να είναι εκείνοι οι οποίοι βάλανε τον εαυτό τους εξολοκλήρου στην υπηρεσία της πίστης.
Η πίστη είναι σπόρος, ο άνθρωπος αγρός. Όταν σπείρετε ίδια σπορά σε διαφορετικούς αγρούς, διαφορετικούς καρπούς θα φέρει.
Η πίστη είναι σπόρος, ο ιερέας είναι άνθρωπος. Πώς ο ίδιος σπόρος στη διαφορετική γη θα δώσει ίδιους καρπούς; Πράγματι, ο καθένας περιμένει ο ιερέας μιας πίστης να είναι ο καλύτερος καρπός αυτής της πίστης, και κατά τον καρπό εκτιμά και τον σπόρο. Όμως, όλος ο κόσμος μπορεί να ξεγελαστεί σε μια τέτοια εκτίμηση. Αφού υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο ιερέας είναι ο χειρότερος καρπός εκείνης της πίστης την οποία υπηρετεί. Από τον ίδιο σπόρο φυτρώνει σ’ έναν αγρό το λουλούδι, ενώ στον άλλο ζιζάνιο. Πρέπει να εκτιμάται ο σπόρος κατά τον καλύτερο και όχι κατά το χειρότερο καρπό που μπορεί να δώσει. Όταν ο καλύτερος σπόρος πέσει στα αγκάθια, τα αγκάθια τον πνίγουν. Μόνο ο καλός σπόρος στην καλή γη αποδίδει, κατά τα λόγια του Σωτήρα, εκατονταπλάσιο καρπό και καλό καρπό. Η χριστιανική πίστη, σπαρμένη στον καλό αγρό, δίνει τους καλύτερους καρπούς τους οποίους μπορεί η πίστη να δώσει. Όμως, η χριστιανική πίστη σπάρθηκε και στα αγκάθια και στις πέτρες, στα ζιζάνια και στο δρόμο, όπου δεν φυτρώνει ή εάν φυτρώνει δεν μεγαλώνει ή εάν μεγαλώνει δεν φέρνει καρπό ή φέρνει πικρό καρπό. Έδωσε ανθρώπους μεγάλους κατά το χαρακτήρα, Τιτάνες στην αρετή και στο νου, όμως βρίσκεται και σαν μπόλιασμα που δεν έπιασε στα πολλά στυφά και αγκαθωτά δέντρα. Είναι το πεταμένο μαργαριτάρι μπροστά στους ανθρώπους και στα γουρούνια. Οι άνθρωποι μάζεψαν το μαργαριτάρι και το φύλαξαν μ’ όλη τη λάμψη του. Τα γουρούνια ανακάτεψαν το μαργαριτάρι με το καλαμπόκι, το καλαμπόκι το έφαγαν, ενώ το μαργαριτάρι το ποδοπάτησαν μέσα στη λάσπη και με τη μουσούδα το έριξαν μακριά τους σαν πράγμα που δεν τρώγεται. Είναι άφρονες εκείνοι που ποδοπατούν το μαργαριτάρι μέσα στη λάσπη, όμως είναι ακόμα πιο άφρονες εκείνοι που βλέπουν το μαργαριτάρι μπροστά στα γουρούνια, λερωμένο στη λάσπη, και νομίζουν ότι αυτό είναι άμμος και όχι μαργαριτάρι. Κάθε επάγγελμα έχει τους Ιούδες του. Κάθε δουλειά έχει αυτούς που την ντροπιάζουν.
Όμως, πολλοί δεν συλλογίζονται έτσι. Πολλοί βλέπουν έναν άθεο ιερέα και η πίστη μέσα τους νεκρώνεται. Πολλοί βλέπουν έναν κυνικό εξομολόγο και η πίστη μέσα τους αιωρείται σαν φλόγα του κεριού μπροστά στον άνεμο. Πολλοί ακούν για την άθεη συμπεριφορά υψηλών χριστιανικών εκπροσώπων και η αιωρούμενη φλόγα της πίστης στην ψυχή τους νεκρώνεται. Και όταν στη μάχη με τον κρύο άνεμο σβήσει αυτή η φλόγα, η τραγωδία της πίστης είναι πλήρης.
Την πέμπτη αιτία συνιστούν η ψευδοεπιστήμη και η ψευδοθεολογία. Η ψευδοεπιστήμη δημαγωγεί εναντίον της πίστης, και η ψευδοθεολογία δημαγωγεί εναντίον της επιστήμης. Η ψευδοεπιστήμη παίρνει τις χείριστες και πρωτογενείς μορφές της πίστης, αυτές τονίζει σαν πίστη γενικώς, αυτές κριτικάρει και αυτές αρνείται. Η ψευδοθεολογία πάλι έχει μάτια μόνο για καταχρήσεις των επιστημονικών εφευρέσεων και ανακαλύψεων, γενικεύει αυτές τις καταχρήσεις και αρνείται την επιστήμη. Τον τελευταίο αιώνα εξελίχθηκαν σημαντικά οι φυσικές και οι τεχνολογικές επιστήμες. Οι σοβαροί άνθρωποι αυτό το χρησιμοποίησαν για εμβάθυνση, ενώ οι γραφικοί για να κάνουν πιο ρηχή τη ζωή. Λόγω αυτού του πλουτισμού της επιστήμης οι σοβαροί έγιναν σοβαρότεροι, ενώ οι γραφικοί γραφικότεροι. Οι σοβαροί δεν βλέπουν την αλήθεια διπλή, μια στην επιστήμη, μια δεύτερη στην πίστη, αλλά αισθάνονται αρμονία μεταξύ του ενός και του άλλου. Οι γραφικοί απολαμβάνουν τις περιττές φιλονικίες, και τονίζοντας πάντα την αυθάδεια μπροστά στη λογική σκέψη, δημιουργούν αξία για τον εαυτό τους από το ότι με την επιστήμη αντιλέγουν στην πίστη ή, αντίθετα, με την πίστη αντιλέγουν στην επιστήμη.
Η υγιής πίστη δεν αντιλέγει ποτέ προς την πραγματική επιστήμη ούτε η πραγματική επιστήμη αρνείται την υγιή πίστη. Μόνο οι αρρωστημένες μορφές και του ενός και του άλλου είναι υπερβολικές και ακραίες. Η πίστη μου στον Θεό δεν με εμποδίζει στο να αναγνωρίσω και να υιοθετήσω όλη την πραγματική επιστήμη από το άλφα έως το ωμέγα. Η επιστήμη μου όμως λαμβάνει σε διαύγεια και πληρότητα και ορμή, εάν τη φωτίσω και τη ζεστάνω με υγιή πίστη. Να ξέρετε ότι όταν ένας επιστήμονας ξεσηκώνεται εναντίον της πίστης εν ονόματι της επιστήμης, αυτός ξεσηκώνεται εναντίον της χείριστης μορφής της πίστης εν ονόματι της κάλλιστης επιστήμης. Και όταν ένας θεολόγος ξεσηκώνεται εναντίον της επιστήμης εν ονόματι της πίστης, αυτός ξεσηκώνεται ενάντια στη μέγιστη κατάχρηση και μέγιστη επιζήμια μορφή της επιστήμης εν ονόματι της κάλλιστης πίστης. Η καλύτερη επιστήμη όμως στέκει στην τέλεια αρμονία με την καλύτερη πίστη. Ενώ οι κάλλιστοι ποτέ δεν φιλονικούν, οι κάλλιστοι καταλαβαίνονται και αγαπιούνται. Οι μικροί φιλονικούν και τρώγονται, και ηδονίζονται με τη φιλονικία και τις τριβές. Όμως, η φιλονικία και οι τριβές της ψεοδοπίστης και της ψευδοεπιστήμης ταλαντεύουν πολλές άπλες ψυχές στην πίστη. Και όταν ταλαντευτεί, η πίστη τους αγωνίζεται για επιβίωση. Και συχνά ο αγώνας τελειώνει με ήττα της πίστης. Η ήττα της πίστης σημειώνει το θρίαμβο του σκότους και της κακίας μέσα στους ανθρώπους.
Η έκτη αιτία λόγω της οποίας η πίστη μέσα στους ανθρώπους υπομένει ήττα, είναι η κοινωνική αδικία. Ένας άνθρωπος κοιτάζει τον ουράνιο θόλο στολισμένο με πύρινα φώτα και η πίστη του λάμπει και τον ζεσταίνει σαν φλόγα. Όταν όμως κοιτάζει και την αδικία, που κάνει ένας άνθρωπος στον άλλον, η πίστη του μουδιάζει σαν φλόγα κάτω από τη νεροποντή. Κάποια κόμματα των εργατών στον κόσμο, διαμαρτυρόμενα εναντίον της άδικης μοιρασιάς του πλούτου στη γη, βρίσκουν αναγκαίο να διαμαρτύρονται και εναντίον της πίστης. Τούτη η διαμαρτυρία των εργατών ενάντια στην πίστη μέχρι ενός σημείου είναι και δικαιολογημένη. Είναι δικαιολογημένη τόσο όσο αναφέρεται σε διαστρεβλωμένες μορφές της πίστης, που έβαλαν τον εαυτό τους στην ταπεινή υπηρεσία του καπιταλισμού και oι οποίες στηρίζουν μια οφθαλμοφανή οικονομική αδικία, κάτω από την οποία αναστενάζουν και πεθαίνουν χιλιάδες και εκατομμύρια ανθρώπων. Όμως, αυτή η διαμαρτυρία όχι μόνο είναι αδικαιολόγητη αλλά και ανόητη όταν αναφέρεται στην πίστη γενικώς. Είναι αδικαιολόγητη, επειδή είναι άδικη, και ανόητη, επειδή μ’ αυτήν από τον καλύτερο φίλο δημιουργείται εχθρός. Ο καλύτερος φίλος των φτωχών και των καταπιεσμένων σ’ αυτό τον κόσμο είναι η πίστη. Εάν οι φτωχοί και οι καταπιεσμένοι σ’ αυτό τον κόσμο θέλουν να κάνουν έναν επιτυχημένο αγώνα εναντίον των καταπιεστών τους, πρέπει να τον κάνουν στο όνομα του Θεού και της δικαιοσύνης του Θεού. Ένα πράγμα είναι μεγάλο και μεγαλειώδες, όταν ο Θεός είναι η βάση του. Να επικαλούνται την αδελφοσύνη και την ανθρωπιά, χωρίς να πιστεύουν στο Θεό, μπορούν μόνο εκείνοι, που είναι πλανημένοι ή εκείνοι στους οποίους δεν υπάρχει καμία συσχέτιση μεταξύ του μυαλού και της γλώσσας. Να μην πιστεύεις στη δικαιοσύνη του σύμπαντος και να ζητάς τη γήινη δικαιοσύνη είναι το ίδιο με το να μην πιστεύεις, ότι ο ήλιος μπορεί να φωτίσει τη γη και να ζητάς να τη φωτίσει μια απλή πέτρα.
Η κοινωνική αδικία μας στενοχωρεί όλους και μας πονά και μας ρίχνει σε σκοτεινές σκέψεις και κατατρώγει την αισιοδοξία μας και θολώνει το βλέμμα μας προς τον ουρανό. Και μόνο η σκέψη της κοινωνικής αδικίας, κάτω από την οποία μια ανθρώπινη ζωή υποφέρει, μπορεί να έχει την ενέργεια του ανέμου της ερήμου, που όλα μπροστά του τα μαραζώνει. Μπροστά από τούτο τον άνεμο της ερήμου μαραζώνεται και η πίστη μας. Όπως το πράσινο χόρτο που κάτω από το δρεπάνι την ώρα του θερισμού ξεραίνεται και μαυρίζει, έτσι και η πίστη μας μπροστά από το γεγονός της κοινωνικής αδικίας απλώνεται στο νεκροκρέβατο και πεθαίνει.
Γιατί εκείνος που δουλεύει να πεθάνει από την πείνα; Γιατί η ζωή πολλών να είναι ένα παρατεταμένο μαρτύριο, ενώ η ζωή μερικών μια παρατεταμένη γιορτή; Γιατί να υποφέρει ο δίκαιος; Γιατί ο σοφός να είναι παραγκωνισμένος και ταπεινωμένος μπροστά στον ανόητο; Γιατί αυτός που κάνει το αγαθό να βιώνει αχαριστία; Γιατί ο ταπεινός να ζει πάντα στη σκιά του υπερήφανου; Γιατί η ασωτία να έχει τόσο μεγάλες και λαμπερές κατοικίες, ενώ η αρετή να δυσκολεύεται πάντα μέσα στα εργαστήρια των μαραγκών της Ναζαρέτ και στα στενά κελιά; Γιατί τον ήρωα να τον σπρώχνουν με τους αγκώνες τους οι φοβητσιάρηδες πίσω, αφού η θέση του είναι μπροστά; Γιατί όλα αυτά, εάν υπάρχει ο δίκαιος Θεός;
Κάτω από το βάρος τούτων των ερωτήσεων το ψυχικό θάρρος πολλών ξεπέφτει, και όπου δεν υπάρχει θάρρος, δεν υπάρχει ούτε η πίστη. Όταν ξεπέφτει το θάρρος, ξεπέφτει και η πίστη, όταν το θάρρος πεθάνει, πεθαίνει και η πίστη. Το θάρρος και η πίστη πάντα θάβονται στον ίδιο τάφο.
Η έβδομη αιτία της νέκρωσης της πίστης μέσα μας είναι η ευτυχία. Μόνο μεγάλες και δυνατές ψυχές στέκουν και στην ευτυχία με πρόσωπο στραμμένο προς το Θεό. Στις αδαείς ψυχές η ευτυχία είναι η ύψιστη θεότητα την οποία εκείνες προσκυνούν. Μόνο οι αδαείς ψυχές στην ευτυχία είναι άθεες. Αλλά στη δυστυχία κανείς δεν είναι πιο ευσεβής απ’ αυτές. Όμως, και κάποια καλύτερη ψυχή ξεχνιέται στην ευτυχία. Κάποιοι καλοί άνθρωποι τόσο αλλάζουν στην ευτυχία, ώστε οι φίλοι τους δεν μπορούν να τους αναγνωρίσουν. Ένας χαρούμενος άνθρωπος κερδίζει στο λαχείο πολλά χρήματα και γίνεται ξαφνικά θλιμμένος και εκκεντρικός. Μια φτωχή κοπέλα παντρεύεται έναν αριστοκράτη και γίνεται υπερήφανη και περιφρονεί τις παλιές φίλες της. Ένας αγαπητός φίλος παίρνει θέση στην εξουσία και τρελαίνεται. Έναν καλλιτέχνη η δόξα τον κάνει τσαρλατάνο. Εκείνο που με τη θνητή γλώσσα ονομάζεται ευτυχία, συχνά γίνεται η μεγαλύτερη δυστυχία των ανθρώπων. Η γήινη ευτυχία σε πολλούς παίρνει τα μυαλά και σκληραίνει την καρδιά. Άραγε μπορεί να υπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία απ’ αυτή την «ευτυχία»; Πρέπει να έχουμε θάρρος στην ευτυχία, όπως και στη δυστυχία. Χρειάζεται θάρρος για να μην παραδοθείς ούτε στην ευτυχία ούτε στη δυστυχία. Σ’ όποιον η ευτυχία γίνει είδωλο, γι αυτόν ο Θεός σταματά να είναι Θεός. Όποιος λιβανίζει την ευτυχία τη δική του -αδιαφορώντας για την ευτυχία των άλλων- με θυμίαμα και λιβάνι, αυτός δεν προσφέρει θυσία στο Θεό. Όποιος νομίζει ότι τα άκρα του κόσμου βρίσκονται στον ορίζοντα της ευτυχίας του, τούτος αγκαλιάζει με τα χέρια του μία ψευδαίσθηση από καπνό. Όποιος μπορεί να γιορτάζει την ευτυχία του εκτός Θεού και χωρίς Θεό, αυτός βιώνει τη σιωπή πριν από την καταστροφή και γελά με γέλιο που θα παγώσει. Διότι όσο η ευτυχία κατοικεί σ’ ένα σπίτι, τόσο η δυστυχία στέκει μπροστά στην πόρτα και περιμένει τη σειρά της. Δεν υπάρχει σπίτι στον κόσμο στο οποίο η δυστυχία δεν θα εισχωρήσει και δεν θα δείξει το αποκαλυμμένο της πρόσωπο.
Αυτές οι επτά αιτίες είναι ικανές, μόνες ή μαζί, να προκαλέσουν την τραγωδία της πίστης. Όταν επτά θάμνοι από αγκάθια φυτρώσουν γύρω από ένα ευγενικό κρίνο και πλέξουν τα κλαριά τους πάνω απ’ αυτό, έτσι ώστε να του κρύψουν τον ήλιο και να του δηλητηριάσουν τον αέρα, τότε ο ευγενικός κρίνος σαπίζει στην υγρασία και πνίγεται στο σκοτάδι. Και ο Θεός από τον ουρανό βλέπει πως πολλοί όμορφοι κρίνοι σαπίζουν και πνίγονται στη γη. Και ο Θεός από ψηλά βλέπει, πως πολλές ψυχές μετατρέπονται σε αγκάθια χωρίς κρίνους. Ο Θεός, πράγματι, και τα αγκάθια χρησιμοποιεί για καλό, όμως αλίμονο σ’ εκείνον που είναι από αγκάθια. Αλίμονο, πρώτα σ’ αυτόν, και αλίμονο, τότε σ’ εκείνους γύρω του. Η ζωή δίχως πίστη είναι η πιο σκοτεινή απ’ όλες τις τραγωδίες. Μπροστά σ’ αυτή την τραγωδία η τραγωδία του Γολγοθά είναι φωτεινή. Εκείνος που με ζωντανή πίστη στην ψυχή υποφέρει και καταστρέφεται, ακόμα και πάνω στο σταυρό του μαρτυρίου του, μοιάζει με ναυτικό στη φουρτουνιασμένη θάλασσα , που μέσα από τα πάθη και το σκοτάδι βλέπει βορινό αστέρι, οπότε δεν χάνει τον προσανατολισμό του. Εκείνος που δίχως πίστη υποφέρει και καταστρέφεται μοιάζει με ναυτικό σε φουρτουνιασμένη θάλασσα, που δεν βλέπει ούτε μια ακτίνα φωτός στο σκοτάδι, ούτε στον εαυτό του, ούτε γύρω του· καταπονεί τα μάτια του για να δει, όμως, όσο περισσότερο τα καταπονεί, τόσο του φαίνεται το σκοτάδι όλο και πιο πυκνό και μαύρο· κουράζει το λαιμό του για να φωνάξει. Όμως ούτε ο ίδιος δεν είναι σε θέση να ακούσει τη φωνή του από το φοβερό θόρυβο γύρω του. Η απελπισία του άπιστου είναι το πιο φρικτό γεγονός σ’ όλους τους καιρούς. Αυτή η απελπισία κρύβεται με κυνισμό, ώστε δεν είναι ορατή για κάθε μάτι. Εάν όλοι οι υγιείς άπιστοι ήξεραν τις ομολογίες όλων των απίστων που ξεψυχούν, στο νεκροκρέβατο θα είχαν βιαστεί όλοι να ξεριζώσουν τα ζιζάνια και τα αγκάθια από την ψυχή τους και να αφήσουν τον πεσμένο κρίνο να σηκωθεί και να αναπτυχθεί και να δημιουργήσει χαρά στην ψυχή τους και να της δώσει χρώμα και ευωδία. Χωρίς τη χαρά, οι άπιστες ψυχές είναι και άχρωμες και δίχως ευωδιά. Οι κρυσταλλωμένες πέτρες είναι πιο αγαπητές στο βλέμμα από τις ψυχές αυτές. Και κάθε πέτρα είναι πιο άξια συλλυπητηρίων από τέτοιες ψυχές. Τι είδους μεγάλα σχέδια ονειρεύεται ο άπιστος; Είναι ψεύτικα τα σχέδια του· αυτός πρέπει καμιά φορά μες στη νύχτα να ομολογήσει στον εαυτό του ότι τα σχέδια του είναι ψέμα. Μπροστά στους άλλους ανθρώπους ίσως και να βάζει μάσκα γι’ αυτό το ψέμα, όμως μπροστά στον ίδιο τον εαυτό του όχι. Όλα τα μεγάλα σχέδια, είτε προσωπικά ή εθνικά ή πανανθρώπινα, εάν δεν βασίζονται στο γρανιτένιο θεμέλιο της πίστης, βασίζονται σε θεμέλιο από κερί. Ζεσταίνει ο ήλιος, το κερί λιώνει και ο μεγάλος πύργος καταρρέει στη γη.
Δώσε μας, Θεέ, λογικό, ώστε ό,τι χτίζουμε πάνω στη πίστη, σε Σένα να το χτίζουμε. Αφού η πίστη σε Σένα, είναι θάρρος για χτίσιμο και φως στο ταξίδι. Δώσε μας το φως Σου στο ταξίδι μας σ’ αυτό τον κόσμο. Κάθε άλλο φως εκτός από Σένα μπερδεύει τις σκέψεις μας και παγώνει τις καρδιές μας. Πηγή ζεστού και ζωοδόχου φωτός, μην εγκαταλείψεις εμάς, τους κουρασμένους και διψασμένους ταξιδιώτες. Εσύ που ανασταίνεις τα νεκρά σώματα και τις νεκρές ψυχές, ρίξε ένα βλέμμα και στο δικό μας νεκροταφείο. Ας καούν από το βλέμμα Σου όλα τα θανατηφόρα και σκοταδοφόρα ζιζάνια μέσα μας και ας αναστηθεί η ζωοφόρος πίστη σε Σένα. Ώστε να είμαστε και μείς άξιοι εργάτες στο μεγάλο εργαστήριο Σου, άξιοι καλεσμένοι στο μεγάλο τραπέζι Σου σ’ αυτόν τον κόσμο, άξιοι του ονόματός Σου, Δημιουργέ μας, υπερήφανοι για την πατρότητά Σου, Πατέρα μας. Αμήν.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Πώς αντιμετώπιζαν τις θλίψεις οι Άγιοι;
Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Νοεμβρίου, 2015
Ο Θεός είναι ο Πάνσοφος και Πανάγαθος Πατέρας μας. Όπως, λοιπόν, οι επίγειοι πατέρες προσπαθούν με διαφόρους τρόπους να αναθρέψουν σωστά τα παιδιά τους, έτσι και ο Ουράνιος Πατέρας μας με τα αγαθά που μας χαρίζει και με τις θλίψεις που επιτρέπει, επιδιώκει τη θεραπεία, καλλιέργεια και σωτηρία της αθάνατης ψυχής μας.
Αυτή την αλήθεια γνώριζαν οι Άγιοι, γι’ αυτό δεν θεωρούσαν τις θλίψεις δυστυχία και συμφορά. Γι’ αυτούς κακό, δυστυχία και συμφορά είναι μόνο η αμαρτία, διότι: α) η αμαρτία μας χωρίζει από το Θεό και το συνάνθρωπο και διχάζει τον ίδιο τον εαυτό μας και β) από την αμαρτία προέρχονται η φτώχεια, η πείνα, οι αρρώστιες, οι πόλεμοι και ο θάνατος.
Οι Άγιοι θεωρούσαν τις θλίψεις επίσκεψη Θεού, ευλογία, χαρά και πηγή αγιασμού. Γι’ αυτό ανησυχούσαν και εστενοχωρούντο όταν δεν είχαν θλίψεις, διότι αυτό το θεωρούσαν εγκατάλειψη Θεού, ενώ όταν είχαν θλίψεις, όχι μόνο δεν εστενοχωρούντο αλλά ευχαριστούσαν και εδόξαζαν τον Θεό γι’ αυτές, όπως εμείς τον ευχαριστούμε για την υγεία και για τα αγαθά που μας χαρίζει.
Ο πρωτοκορυφαίος και πρώτος στις θλίψειςαπόστολος Παύλος έφτασε στο σημείο να χαίρεται και να καυχάται για τις θλίψεις που περνούσε για την αγάπη του Χριστού. Γράφει χαρακτηριστικά στις επιστολές του: «Χαίρω εν τοις παθήμασί μου» (Κολ.α΄24) και «ήδιστο ουν μάλλον καυχήσομαι αν ταις ασθενείαις μου, ίνα επισκηνώση επ’ εμέ η δύναμις του Χριστού» (Β΄ Κορ. ιβ΄9). Και έφθασε σε αυτό το θαυμαστό σημείο διότι γνώριζε ότι «όν αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται επί το συμφέρον εις το μεταλαβείν της αγιότητος αυτού» (Εβρ. ιβ΄6,10) και ότι «ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς» (Ρωμ. η΄18).
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μιλώντας κάποτε για το σκοπό των θλίψεων είπε: «με τις θλίψεις ή σβήνουμε αμαρτίες ή κάνουμε λαμπρότερο το στεφάνι που θα μας χαρίσει ο Θεός στην αιώνια ζωή». Όταν δε ήταν στην εξορία έγραψε: «ο πόνος είναι η ανωτάτη ακαδημία στην οποία εφοίτησαν τα ευγενέστερα πνεύματα της ανθρωπότητας και στην οποία πρέπει να φοιτήσουμε όλοι». Η ζωή του παρά τις πολλές και μεγάλες δοκιμασίες ήταν μια διαρκής δοξολογία προς τον Θεό και την επισφράγισε με την μνημειώδη φράση του: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν».
Ο Αββάς Δωρόθεος, που αγαπούσε με όλη του την καρδιά το Θεό, έλεγε: «Σ’ αγαπώ Θεέ μου όχι από φόβο ούτε γιατί μου έχεις ετοιμάσει τον παράδεισο, σ’ αγαπώ γιατί σταυρώθηκες για μένα». Κάποτε γέμισε το σώμα του από πληγές. Τότε γεμάτος εμπιστοσύνη και υπακοή στο Θεό έλεγε: «Θεέ μου είμαι έτοιμος να δεχτώ από το χέρι Σου, ό,τι θέλεις. Θέλεις να γίνω λωβός; Θέλεις να γίνω λεπρός; Θέλεις να γίνω σκωληκόβρωτος; Ό,τι θέλεις, Θεέ μου, θα το δεχτώ. Μόνο ένα σε παρακαλώ μη μου στερήσειςž μη μου κλείσεις την πόρτα του παραδείσου».
Ο πολυδοκιμασμένος, νεώτερος άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, ο οποίος, όπως ο απόστολος Παύλος, είχε αρπαγεί στον ουρανό και είχε δει τις πολλές μονές που έχει ετοιμάσει ο Θεός για τους μετανοημένους ανθρώπους, είπε: «Αν γνώριζε ο άνθρωπος τι αγαθά του έχει ετοιμάσει ο Θεός στην αιώνια ζωή, θα είχε την υπομονή να ζήσει όλη την επίγεια ζωή του κλεισμένος μέσα σε ένα δωμάτιο όπου θα τον έτρωγαν σκουλήκια.
Πριν λίγα χρόνια με αξίωσε ο Θεός να συναντήσω τονπατέρα Εφραίμ της μονής Φιλοθέου του Αγίου Όρους. Τον παρακάλεσα να μου πει κάτι για να με στηρίξει στη δοκιμασία μου και εκείνος μου είπε: «Νικολάκη παιδάκι μου, δεκάρες να δώσουμε και θα πάρουμε χρυσάφι αμέτρητο».
Αληθινά, αδελφοί μου, δεκάρες είναι οι θλίψεις αυτής της πρόσκαιρης και μάταιης ζωής, χρυσάφι δε αμέτρητο είναι η ανείπωτη δόξα και ευτυχία της αιώνιας ζωής. Ας δώσουμε λοιπόν τις δεκάρες, ας υπομείνουμε αγόγγυστα τις θλίψεις της παρούσας ζωής, ατενίζοντας στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, στην Παναγία και στους Αγίους, οι οποίοι δια πολλών θλίψεων εισήλθαν στη βασιλεία των ουρανών, για να πάρουμε και μεις με τη χάρη και το έλεος του Θεού το αμέτρητο χρυσάφι της βασιλείας των Ουρανών.
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Τις δύσκολες μέρες που περνάς, μην απελπίζεσαι, Άνοιξε την Αγία Γραφή και Διάβασε….!!!!
Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Νοεμβρίου, 2015
«…Δεν βλέπεις; δεν ακούεις; δεν πάσχεις συ ο ίδιος; Δυστυχήματα μικρά και μεγάλα, ατομικά, οικογενειακά, παγκόσμια, πανανθρώπινα, το ένα κατόπιν του άλλου, έρχονται με μανία, ορμούν πολλές φορές σαν κύματα πελώρια να συντρίψουν την ζωή μας.
Εις τις περιστάσεις αυτές πολλοί τα χάνουν. Απελπίζονται, φθάνουν μέχρι αυτοκτονίας. Είναι οι άνθρωποι που δεν ανεκάλυψαν ακόμη, που πρέπει να προσανατολισθεί το πλοίον της ζωής των. Δεν εγνώρισαν, ποίος ο αληθινός σκοπός για τον οποίο ήρθαν στην ζωή. Δεν θέλησαν ποτέ να ακούσουν την φωνή του Ιησού Χριστού, φωνή απείρου αγάπης προς τον άνθρωπο. Δεν ήνοιξαν ποτέ την αγία Γραφή, για να μελετήσουν εκεί τα αθάνατα λόγια.
Γιατί ο νόμος του Θεού, η αγία Γραφή, αυτή είναι το τιμόνι της ζωής.
Ναι, τιμόνι είναι ο νόμος του Θεού, το Ευαγγέλιο του Χριστού μας. Αυτό και μόνο μπορεί να ρυθμίσει και να λύσει όλα τα προβλήματα που αφορούν στην ευτυχία των ανθρώπων. Αυτή είναι η γνώμη και των σοφών.
Ο μεν Εμμανουήλ Κάντιος, ένας από τους μεγάλους φιλοσόφους, είπε:
Το μεγαλύτερο ευεργέτημα προς το ανθρώπινο γένος είναι η αγία Γραφή.
Όλα τα βιβλία του κόσμου τα οποία εμελέτησα δεν μου έδωσαν την παρηγοριά, την οποία μου έδωσαν οι λόγοι της Βίβλου, «Εάν και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά, ότι Σύ μετ’ εμού ει». (Ψαλμ. 23,4).
Ο δε Θ. Ντοστογιέφσκυ, λογοτέχνης παγκοσμίου φήμης, έγραψε:
«Σου συνιστώ να διαβάσεις ολόκληρη την αγία Γραφή, και θα βρεις, ότι ολόκληρη η ανθρωπότητα ούτε έχει ούτε μπορεί ν’ αποκτήσει άλλο βιβλίο εξ ίσου πολύτιμο».
Αγαπητέ μου φίλε, όποιος και εάν είσαι! Άκουσε την φωνή της αλήθειας. Αγόρασε μία αγία Γραφή. Μελέτησε την. Και σήμερα και αύριο και πάντοτε να την μελετάς. Τρέξε, όπου ακούεται ορθόδοξο κήρυγμα, όπου ερμηνεύεται ο νόμος του Θεού. Έτσι θα καταλάβεις προς τα πού κατευθύνεσαι εις τον κόσμον αυτόν. Θα αντικρύζεις με ψυχραιμία τις θλίψεις και θα ελπίζεις ότι κάποτε θα ρίξεις την άγκυραν σου εις το λιμάνι της ευτυχίας. Θα ζεις με το αίσθημα ότι υπεράνω σου είναι το παντοδύναμο χέρι του Θεού που κάμνει θαύματα, τα μεγαλύτερα θαύματα στον κόσμο τούτο.
Γι’ αυτό σε ηρώτησα εις την αρχή και σε ερωτώ τώρα πάλιν εις το τέλος: «Έχεις τιμόνι; Θα σωθείς!»
Απόσπασμο από γραπτό κήρυγμα του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Στάρετς Μακάριος της Όπτινα
Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Οκτωβρίου, 2015
Οι επιστολές του Στάρετς Μακαρίου
(του καθηγητή Ι.Μ. Κόντζεβιτς)
Πρόλογος της Ελένης Κόντζεβιτς
Ο στάρετς Μακάριος- ήταν ενας μεγάλος δάσκαλος της ταπείνωσης. Όπως λέει ο αββάς Ισαάκ, «η ταπείνωση και άνευ έργων συγχωρεί πλήθος αμαρτιών… Χωρίς ταπείνωση όλα τα έργα μας είναι μάταια, όπως και κάθε αρετή και κάθε κόπος»[1].
Ο στάρετς Μακάριος δε δίδασκε τίποτα δικό του. Οι διδαχές του αντικατόπτριζαν όλη την πατερική διδασκαλία, όπως καθρεφτίζεται ο έναστρος ουρανός σε μια γαλήνια λίμνη.
Στο μεγαλύτερο μέρος της η πνευματική του διδασκαλία συμπεριλαμβάνεται στις επιστολές του. Αξίζει να σημειωθεί η προσωπική του άποψη για τη σύγχρονη ζωή. Τις απόψεις του αυτές θα μπορούσε να τις ονομάσει κανείς απόψεις της Όπτινα. Τις αποδέχονταν και πνευματικές μορφές του πνεύματος της Όπτινα, όπως ο π. Αντώνιος Μποσκώφ, αλλά και λαϊκοί, όπως οι αδελφοί Κιρεγέφσκυ και πολλοί άλλοι. Στα Γράμματα προς Μοναχούς (επιστολή 165) γράφει ο στάρετς: «Η καρδιά μας χτυπά δυνατά καθώς σκεφτόμαστε την πατρίδα μας Ρωσία. Που τρέχει ασταμάτητα; Τί γυρεύει; Τί προσδοκά; Η μόρφωση αυξάνεται αλλά είναι ψευτομόρφωση. Είναι μια αυταπάτη. Η νέα γενιά δεν ανατρέφεται με το γάλα των δογμάτων της αγίας Ορθόδοξης Εκκλησίας μας. Έχει δηλητηριαστεί από κάποιο ξένο, κακό πνεύμα. Πόσο μπορεί να συνεχιστεί αυτό; Βέβαια ο Θεός με τ’ ανεξερεύνητα κρίματά Του γνωρίζει τι πρόκειται να μας βρει. Αλλά αυτό το’χει κρύψει από μας, με την απύθμενη σοφία του. Φαίνεται όμως πως έφτασε ο καιρός που έχουν προφητεύσει οι πατέρες μας: «ο σώζων εαυτόν σωθείτω».
Στην επιστολή του 172 γράφει ο στάρετς: «Εμείς πρέπει ν’ αγαπάμε την Αγία Ρωσία, να περιφρονήσουμε την Ευρωπαϊκή μόδα και να μετανοήσουμε για την προσκόλληση που είχαμε σ’ αυτήν στο παρελθόν. Πρέπει νά ’μαστε σταθεροί στην ορθόδοξη πίστη μας, να προσευχόμαστε στο Θεό και να μετανοήσουμε για τα παλιά».
Σ’ ένα άλλο γράμμα του γράφει: «Η Ευρώπη μας δίδαξε τις τέχνες και τις επιστήμες, αλλά μας αφαίρεσε την αυθόρμητη καλοσύνη, μας απομάκρυνε από την ορθόδοξη πίστη για ν’ αποκομίσει κέρδος».
Στις επιστολές του στάρετς Μακαρίου θα συναντήσει κανείς αρκετές φορές παρόμοιες αποδοκιμασίες του για την προθυμία της ρωσικής κοινωνίας να υιοθετήσει τις ευρωπαϊκές συνήθειες περιφρονώντας τα προηγούμενα ωραία ήθη και έθιμα της Αγίας Ρωσίας
Στις επιστολές του στάρετς δε θα συναντήσουμε καμιά αναφορά στο σλαβόφιλο φιλόσοφο Αλέξη Στεπάνοβιτς Κομιάκωφ ή στην κοσμοθεωρία του. Δεν είναι σίγουρο αν ο Κομιάκωφ επισκέφτηκε ποτέ το μοναστήρι της Όπτινα. Και σε καμιά περίπτωση βέβαια δε θα μπορούσε να θεωρηθεί μαθητής των γερόντων της Όπτινα.
Οι σλαβόφιλοι έβλεπαν αρνητικά το Βυζάντιο. Οι γέροντες της Όπτινα λογάριαζαν τους αγίους του Βυζαντίου ως τη βάση και το θεμέλιο της πίστης και της παράδοσής τους. Ο Ιβάν Κιρεγέφσκυ, που ’χε ακριβώς τις ίδιες πεποιθήσεις και το ίδιο πνεύμα με τους γέροντες, ελαβε προσωπικά ενεργό μέρος στην έκδοση των έργων των αγίων πατέρων. Δε θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να κληθεί σλαβόφιλος. Εκείνοι που του απέδωσαν τέτοιο τίτλο δείχνουν άγνοια της ιστορίας και της σημασίας της Όπτινα.
Οι επιστολές του στάρετς Μακαρίου εκδόθηκαν σε δύο τόμους:
-
Συλλογή Επιστολών προς Μοναχούς, του αλήστου μνήμης γέροντα Μακαρίου, μ’ ένα παράρτημα: «Δύο δοκίμια του Γέροντα για το Λόγο του Θεού και τα κείμενα των Αγίων Πατέρων, καθώς και κείμενό του για την ταπείνωση» (Μόσχα, έκδοση Ι. Μ. Όπτινα, 1862), σελ. 343.
-
Συλλογή Επιστολών προς Λαϊκούς, του αλήστου μνήμης γέροντα Μακαρίου (Μόσχα, έκδοση Ι. Μ. Όπτινα, 1862), σελ. 700.
Εδώ παρουσιάζουμε στον αναγνώστη τις επτά πρώτες επιστολές της δεύτερης συλλογής, με τη σειρά που τις τοποθέτησε ο Ι.Μ. Κόντζεβιτς λίγο πριν από το θάνατό του.
-
Ασκητικοί Λόγοι αββά Ισαάκ του Σύρου (Λόγος μθ΄).
Πηγή: Στάρετς Μακάριος της Όπτινα, Μετάφραση-Επιμέλεια Πέτρου Μπότση, Αθήνα 1999
http://www.pemptousia.gr
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Tι πρέπει να κάνεις για να μην γίνει το παιδί σου επιθετικό;
Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Οκτωβρίου, 2015
Ποια χαρακτηριστικά των γονέων είναι αυτά που μπορεί να σπρώξουν το παιδί να αναπτύξει πιο βίαιη συμπεριφορά;
Το infokids.gr σε συνεργασία με το LadyLike.gr σας δίνει ιδέες και λύσεις για τα σημαντικότερα θέματα στη σχέση σας με το παιδί σας, τη μητρότητα και το σπίτι.
Έρευνες έχουν δείξει ότι η επηρεάζεται από την ψυχοδυναμική της οικογένειας. Τι μπορεί όμως να κάνουν λανθασμένα οι γονείς που οδηγεί τελικά στην ανάπτυξη της επιθετικότητας;
1) Η εξελικτική ψυχολογία υποστηρίζει ότι οι γονείς που χρησιμοποιούν αυστηρές τιμωρίες έχουν επιθετικά παιδιά. Πολλοί είναι εκείνοι οι γονείς που σκέφτονται ότι μια αυστηρή τιμωρία για την επιθετική ενέργεια του παιδιού τους θα επενεργήσει κατασταλτικά και θα την μετριάσει. Δεν συμβαίνει όμως αυτό.
Τα παιδιά που έχουν τιμωρηθεί συστηματικά για την επιθετικότητα τους είναι κατά κανόνα πιο επιθετικά από ό,τι είναι τα παιδιά που είχαν επιεικέστερη μεταχείριση. Αυτό συμβαίνει γιατί η τιμωρία προκαλεί έντονη εσωτερική θυμική αναστάτωση, γεγονός που προκαλεί περισσότερη επιθετικότητα. Επίσης, ο επιθετικός γονέας αποτελεί πρότυπο για μίμηση. Έτσι το παιδί εκδηλώνει μεγαλύτερη επιθετικότητα μιμούμενο τις επιθετικές ενέργειες του τιμωρητικού γονέα.
2) Οι γονείς που δείχνουν μεγάλη ανοχή στην επιθετικότητα του παιδιού και την αφήνουν ελεύθερα να εκδηλώνεται τελικά έχουν επιθετικά παιδιά. Οι γονείς που επιτρέπουν στο παιδί να εκφράζει ελεύθερα τις επιθετικές του διαθέσεις και προς τους ίδιους και προς τους άλλους (γιατί πιθανότατα πιστεύουν ότι η ελεύθερη έκφραση μιας αρνητικής διάθεσης έχει καθαρτικό και θεραπευτικό χαρακτήρα) έχουν επιθετικά παιδιά, γιατί η επιθετικότητα παράγει επιθετικότητα.
Οι γονείς πρέπει να φροντίζουν να αποτρέπουν τη δημιουργία εκρηκτικών καταστάσεων και να αποτρέπουν διαμάχες και αντιδικίες μεταξύ των παιδιών, χωρίζοντάς τα πριν αρχίσουν οι διαπληκτισμοί. Όταν όμως εκδηλωθούν τέτοιες ενέργειες πρέπει να καταβάλλεται κάθε προσπάθεια –εκτός της αυστηρής τιμωρίας- να τις σταματήσουν το συντομότερο. Ο στοργικός γονέας μπορεί να επινοήσει ποικίλους τρόπους να καθησυχάσει το παιδί και να το επαναφέρει γρήγορα στην ηρεμία και την τάξη.
ladylike.gr
Κατηγορία ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Το Αντίδωρο και το Πρόσφορο – Τι σημαίνει το καθένα;
Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Οκτωβρίου, 2015
Το Αντίδωρον είναι ευλογημένος άρτος που βγαίνει από τα πρόσφορα που προσεκόμισαν και προσέφεραν οι πιστοί, προκειμένου να τελεσθεί η Θεία Λειτουργία (γι’ αυτό και ονομασία πρόσφορο, από το ρήμα προσφέρω).
Κατά την ώρα που γίνεται η ακολουθία της προσκομιδής προσφέρονται άρτοι (πρόσφορα), συνήθως τρία ή πέντε για να εξαχθούν οι μερίδες των εννέα ταγμάτων.
Πρώτα εξάγεται ο αμνός που συμβολίζει και τυποί το σώμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Δεύτερον εξάγεται η τριγωνική μερίδα της Θεοτόκου.
Τρίτον εξάγονται οι μερίδες των εννέα ταγμάτων, δηλαδή πάντων και πασών των αγίων της Εκκλησίας (πρόκειται για εννέα τριγωνικές μερίδες).
Τέταρτον εξάγεται η μερίδα υπέρ του οικείου επισκόπου (Πατριάρχου, Αρχιεπισκόπου, Μητροπολίτου για τα δεδομένα της Ελλάδας) και πέμπτον εξάγονται οι μερίδες των ζώντων και κεκοιμημένων, της θριαμβεύουσας και της στρατευμένης Εκκλησίας (πρόκειται για μαργαρίτες, μικρά δηλ. ψίχουλα).
Τα υπόλοιπα των άρτων (προσφόρων) που προσκομίζονται στην Πρόθεση είναι αυτά που ονομάζουμε Αντίδωρα.
Το μέγεθος των Αντιδώρων κατά τη Θεία Λειτουργία δεν μπορεί να είναι ιδιαίτερα μεγάλο, αλλά τέτοιο που να επαρκεί ώστε να διανέμεται σε όσους δεν μετέλαβαν των αχράντων Μυστηρίων, οι οποίοι, σύμφωνα με τον άγιο Συμεών Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, «πάντες εκείνου (ενν. του Σώματος και Αίματος Χριστού, δηλ. του Δώρου) ικανοί μεταχείν τούτο (δηλ. το αντίδωρον) δίδονται αντ’ εκείνου» (Συμεών Θεσ/νίκης, P.G. 155, 301D), που είναι και το κύριο Δώρον της Εκκλησίας.
Η μετοχή στον αγιασμό του Θεού έρχεται σε κάθε πιστό άνθρωπο μέσα από τα αισθητά και ορώμενα πράγματα.
Ο άνθρωπος ανάγεται στα Θεϊκά μέσα από τα αισθητά. Για τον λόγο αυτό και το Αντίδωρο που είναι μετοχή αγιασμού Θεού γίνεται με τη μετάληψη αυτού του αισθητού άρτου.
Σχετικά ο άγιος Συμεών Θες/νίκης αναφέρει: «Επεί δε και δι’ αισθητών τινών ως σώμα περικειμένοις τον αγιασμόν έδει λαβείν, δια του αντιδώρου γίνεται» (Συμεών Θεσ/νίκης. P.G. 155, 745D).
Η Εκκλησία ορίζει ο πιστός να λαμβάνει κάθε φορά Δώρο, δηλ. το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Η ίδια δεν επιθυμεί όμως και εκείνοι που δεν είναι προετοιμασμένοι για τη μετοχή του Δώρου, να φεύγουν απ’ αυτήν χωρίς να λαμβάνουν κάτι. Είναι το Αντίδωρον μια πράξη αγάπης και φιλανθρωπίας για όλους εκείνους του αναξίους της μετοχής.
Και μπορεί το Αντίδωρο να μην είναι το ίδιο Σώμα του Χριστού, όμως είναι άρτος «ηγιασμένος» γιατί σφραγίστηκε ολόκληρος (ο άρτος) με τη λόγχη και δέχθηκε από το λειτουργούντα και προσκομίζοντα Ιερέα τα άγια λόγια.
Ο άγιος Συμεών Θεσ/νίκης αναφέρει «’Επεί και ηγιασμένος εστί και ούτος άρτος, σφραγιζόμενός τε τη λόγχη, και ιερά δεχόμενος ρήματα» (Συμεών Θεσ/νίκης P.G. 155, 304Α). Πρόκειται περί «δωρεάς θείας πάροχον» (Συμεών Θεσ/νίκης P.G. 155, 304Α).
Το Αντίδωρο τρώγεται εκείνη την ώρα που λαμβάνεται, όταν ο χριστιανός που το λαμβάνει είναι από το πρωί νηστικός. Πάντως κανένας πιστός δεν πρέπει να αναχωρεί από το ναό μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, χωρίς να λάβει το Αντίδωρον από το χέρι του λειτουργούντος Ιερέως.
Είναι κακή συνήθεια να διανέμεται το Αντίδωρο στο παγκάρι από τους Εκκλησιαστικούς Επιτρόπους που είναι λαϊκοί, είτε να λαμβάνεται δι’ αυτοεξυπηρετήσεως από τους ίδιους τους πιστούς. Λαμβάνοντας μόνος του κανείς το Αντίδωρο στερείται της ευκαιρίας να λάβει την ευλογία του Λειτουργούντος Ιερέως.
Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας σημειώνει χαρακτηριστικά: «Οι δε (πιστοί) συν ευλαβεία πάση δέχονται (το Αντίδωρον) και καταφιλούν την δεξιάν, ως αν προσφάτως αψαμένην του Παναγίου Σώματος του Σωτήρος Χριστού και τον εκείθεν αγιασμόν και δεξαμένην και μεταδούναι τοις ψαύουσι δυναμένην» (Νικολάου Καβάσιλα, Εις ερμηνείαν της Θείας Λειτουργίας, κεφ. μστ΄).
Επειδή για το πρόσφορο υπάρχει ο συμβολισμός ότι θεωρείται το σώμα της Παναγίας, για αυτό το σχήμα του προσφόρου είναι στρογγυλό, ομοιάζοντας με την κοιλιά της Παναγίας απ’ την οποία εξάγεται ο Χριστός, ομοίως και το Αντίδωρο συμβολίζει το σώμα της Αειπαρθένου Παναγίας.
Ο ιερέας όταν μοιράζει το Αντίδωρο στους πιστούς λέει την ευχή: «Ευλογία Κυρίου και έλεος έλθοι επί σε», σε κάθε χριστιανό που προσέρχεται. Και με την ευχή αυτή προσφέρει μία ακόμη ευλογία, στις άλλες δύο που είναι αυτό τούτο το Αντίδωρο και ο ασπασμός του χεριού του.
Πολλοί πιστοί ζητούν, κατά την στιγμή που λαμβάνουν την προσωπική τους μερίδα Αντιδώρου από τον Ιερέα, να λάβουν και άλλα περισσότερα Αντίδωρα γιατί θέλουν να μεταλαμβάνουν από αυτό όλες τις ημέρες της εβδομάδας που δεν μπορούν να μετέχουν στην Εκκλησία. Καλή και ευλογημένη αυτή η συνήθεια. Όμως το Αντίδωρον είναι αντί της μετοχής των αχράντων Μυστηρίων στη συγκεκριμένη μέρα, χρόνο και τόπο τελέσεως της Θείας Ευχαριστίας. Μαζί με τον εκκλησιασμό έρχεται ή το Δώρο, ή το Αντίδωρον.
Εκτός του εκκλησιασμού ποια η θέση του;
Ακόμη συνηθίζεται από πολλούς Ιερείς, εξαιτίας παλαιοτέρων συνηθειών από προκατόχους Ιερείς, να μοιράζουν μαζί με το Αντίδωρον τα λεγόμενα «Υψώματα».
Το «Ύψωμα», κατ’ ακρίβειαν της λέξεως, είναι ό,τι υψώνεται από τους άρτους στην Αγία Πρόθεση και προσκομίζεται. Η δικαιολογία από μερίδα κληρικών που διανέμουν «Υψώματα» εστιάζεται στο γεγονός ότι αποτελούν «πνευματικά έπαθλα» για όσους εκ των πιστών ενασχολούνται με τα άγια πράγματα της Εκκλησίας. Η διανομή των «Υψωμάτων» διατείνονται μερικοί ότι δημιουργεί άμιλλα πνευματικού χαρακτήρα.
Άλλοι πάλι εκ των πιστών, σε περιόδους νηστείας βαστούν το λεγόμενο «τριήμερο» και δεν τρώνε για τρεις ημέρες τίποτε άλλο παρεκτός του Αντιδώρου κάθε πρωί ή κατά την Θ΄ Ώρα, δηλ. στις 3 μ.μ.
Όλες αυτές είναι ευλογημένες συνήθειες που προέρχονται από την εκτίμηση της σημασίας και της αξίας που έχει ο ευλογημένος αυτός άρτος της προσφοράς. Ο Μέγας Αγιασμός των Θεοφανείων πίνεται πριν από την λήψη του Αντιδώρου.
Ακόμη υπάρχει η ευλαβική συνήθεια μερικών πιστών να ζητούν το ύψωμα της Θείας Λειτουργίας της Μεγάλης Πέμπτης για ευλογία για όλο το χρόνο. Αυτή η πράξη φαίνεται ότι έχει επιδράσει από την εξαγωγή του αμνού της Μεγάλης Πέμπτης για τη Θεία Κοινωνία των ασθενών. Κι αυτή η συνήθεια εντάσσεται στην απλοϊκή ευλάβεια των πιστών.
Τέλος πρέπει να σημειώσουμε και την σημασία της μετ’ ευλαβείας βρώσεως του Αντιδώρου που δείχνει και τον προσωπικό, κατ’ επίγνωση σεβασμό του εσθιόντος «μετά φόβου Θεού».
Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ἕνας γέρος εἶναι ἕνα παιδί μὲ παρελθόν
Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Οκτωβρίου, 2015
Ἕνας γέρος εἶναι ἕνα παιδί μὲ παρελθόν
Zarko Petan
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΖΗΛΟΥΤΕ ΔΕ ΤΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΤΑ ΚΡΕΙΤΤΟΝΑ
Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Οκτωβρίου, 2015
Συχνό φαινόμενο της καθημερινής μας πραγματικότητας είναι η ζήλεια. Καθώς βλέπουμε τα χαρίσματα, τις επιτυχίες, τη διαφορετικότητα του άλλου ανθρώπου, αισθανόμαστε μειονεκτικά έναντί του. Δε χαιρόμαστε γι’ αυτόν, διότι μας προκαλεί το γεγονός ότι έχει κάτι που εμείς δεν έχουμε. Δε ζηλεύουμε μόνο τα χαρίσματά του, αλλά ζηλεύουμε το πρόσωπο γι’ αυτά. Έτσι, είτε περιφρονούμε τον έχοντα τα χαρίσματα, είτε τα υποτιμούμε, μόνο και μόνο για να αισθανθούμε εμείς καλύτερα, είτε θα θέλαμε να πάθει κακό, να αποτύχει στη χρήση των χαρισμάτων, προκειμένου να δικαιωθεί η αρνητική κριτική την οποία ασκούμε. Άλλοτε, προσπαθούμε να υπερτονίσουμε τα δικά μας χαρίσματα. Να δείξουμε ότι αυτό που έχει ο άλλος δεν είναι τόσο σημαντικό σε σχέση με αυτό που έχουμε εμείς. Κάποτε η ζήλεια έχει να κάνει με το γεγονός ότι ο ξεχωριστός, ο διαφορετικός, ενώ μας γνωρίζει και τον γνωρίζουμε, δεν μας δίδει την προσοχή που θα θέλαμε να μας δώσει ή προσέχει άλλους ανθρώπους περισσότερο ή διαφορετικά από εμάς, με αποτέλεσμα η ζήλεια μας να γίνεται φαρμάκι. Τελικά, δια της ζήλειας καλλιεργείται μία κοινωνία ανταγωνισμού, ενίοτε κακίας και περιφρονητικότητας εις βάρος των άλλων ανθρώπων.
Είναι περιττό να υπογραμμίσει κάποιος ότι η ζήλεια δεν θεραπεύεται δια των νουθεσιών. Γίνεται πάθος της ανθρώπινης καρδιάς. Πηγάζει από τον εγωκεντρισμό μας, από τη διάθεσή μας να είμαστε εμείς το κέντρο του κόσμου, το επίκεντρο της προσοχής όλων. Κάθε μετατόπιση του ενδιαφέροντος σε άλλους μάς κάνει να αισθανόμαστε περιφρονημένοι και υποτιμημένοι. Αυτό συμβαίνει από την παιδική ηλικία και η ζήλεια φέρνει τα χαρακτηριστικά της προσκόλλησης, της απόπειρας προσέγγισης του ενδιαφέροντος των άλλων με κάθε τρόπο, ακόμη και με καταστροφική ή αυτοκαταστροφική συμπεριφορά. Στις μεγαλύτερες ηλικίες παίρνει σταδιακά τον χαρακτήρα της κατάκρισης, ενώ σχεδόν πάντοτε η ζήλεια αποτυπώνεται στον τρόπο που κοιτάζουμε τον άλλο, στον τρόπο που μιλάμε είτε στον ίδιο είτε, κυρίως, στους άλλους γι’ αυτόν, αλλά και στον λογισμό μας.
Για να θεραπευθεί η ζήλεια χρειάζεται πνεύμα αγάπης προς τον Θεό. «Οδός υπερβολής» (Α’ Κορ. 12, 31). Η αγάπη μας κάνει να δοξάζουμε τον Θεό γι’ αυτά που μας έχει δώσει, τα χαρίσματα που λάβαμε τόσο τα φυσικά μας, όσο και τα επίκτητα. Μας κάνει να ευχαριστούμε τον Θεό που μας αγαπά τόσο, ώστε να σταυρωθεί και να αναστηθεί για τον καθέναν μας. Αν μας αγαπά το κρείττον, μπορούμε να αισθανόμαστε ότι έχουμε τη αναγνώριση που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να μας παράσχει. Και αυτή η αναγνώριση δεν έχει να κάνει ούτε με τα χαρίσματα, ούτε με τα κατορθώματά μας, αλλά με το γεγονόςότι είμαστε παιδιά Του. Είμαστε εικόνες Του. Και αυτό μας δίνει ζωή και νόημα. Μας αγαπά παρά τις αμαρτίες μας. Παρά τα πάθη μας. Παρά το ότι η εικόνα Του επάνω μας είναι αμαυρωμένη. Και η αγάπη του είναι έμπρακτη. Έγινε και γίνεται τα πάντα για μας. Η πίστη σ΄ Αυτόν είναι η μεγαλύτερη παράκληση για οτιδήποτε δεν έχουμε, αλλά και για οτιδήποτε δεν μας πληροί κατά άνθρωπον.
Για να θεραπευθεί η ζήλεια χρειάζεται η αίσθηση του ΕΜΕΙΣ. Ότι ανήκουμε στην Εκκλησία. Και η ένταξή μας στο σώμα του Χριστού μας διδάσκει πρωτίστως τη συμπληρωματικότητα. Ότι ο ένας έχει αυτό που απουσιάζει ή δεν είναι επαρκές στον άλλο. Είναι σπουδαίο να συναντά κάποιος χαρισματικούς και χαρισματούχους ανθρώπους. Διότι μπορεί να πάρει από αυτούς. Τη ίδια στιγμή και εκείνοι, από τα δικά του χαρίσματα μπορούν να αντλήσουν αγάπη, στήριξη, προσευχή στον Θεό γι’ αυτούς. Η αίσθηση του σώματος, στο οποίο όλοι είμαστε μέλη, κάνει τη ζήλεια να μένει κατά μέρος. Διότι ο ένας χρειάζεται τον άλλον. Για να γίνει όμως αυτό πράξη, απαραίτητη είναι η ταπείνωση. Η αποφυγή του αισθήματος αυτάρκειας. Του υπερτονισμού της αξίας του «δικού μου» και της αναγνώρισης του καλού που φέρει άλλος. Και την κατάθεση των χαρισμάτων στο κοινό ταμείο της αγάπης, ώστε από κοινού όλοι οι χαρισματούχοι άνθρωποι να αγωνίζονται για τον μέγιστο σκοπό, που είναι η σωτηρία του κόσμου, αλλά και η κοινωνία με τον Χριστό που αγιάζει και μεταμορφώνει τα πάντα.
Για να θεραπευθεί η ζήλεια χρειάζεται να μη μένουμε στα όποια δικά μας, αλλά η ζήλεια μας να γίνεται ζήλος. Και μάλιστα, ο ζήλος μας να στρέφεται προς τα σημαντικότερα χαρίσματα: «ζηλούτε δε τα χαρίσματα τα κρείττονα» (Α’ Κορ. 12, 31). Αντί να απολυτοποιούμε τα δικά μας χαρίσματα ή να φθονούμε τα χαρίσματα των άλλων, να προσανατολιζόμαστε προς εκείνα τα κρείττονα, τα οποία έχουν να κάνουν με την οδό των αγίων. Και όλα αυτά περιστρέφονται γύρω από το μέγιστον που ο Θεός μας ζητά να έχουμε: την αγάπη προς τον συνάνθρωπο! Αν βάζουμε ως κριτήριο και στόχο την αγάπη, η οποία «ουδέποτε εκπίπτει» (Α’ Κορ. 13, 8) και ουδέποτε είναι αρκετή, διότι δεν χορταίνεται ούτε εξαντλείται, τότε βρισκόμαστε στην οδό υπέρβασης της νοοτροπίας της ζήλειας. Και μπορεί να έχουμε πειρασμό από τον τρόπο που μας αντιμετωπίζουν οι άλλοι άνθρωποι, αν δεν βρίσκονται και αυτοί στη διάθεση για «παροξυσμό καλών έργων» (Εβρ.10,24) , αν μας αντιμετωπίζουν με ζήλεια από την πλευρά τους, ωστόσο η αγάπη, η οποία δεν είναι έργο μόνο της προαιρέσεως και του αγώνα μας, αλλά καρπός του Αγίου Πνεύματος θα μας βοηθήσει να νικήσουμε τέτοιους και άλλους πειρασμούς. Άλλωστε, μόνο έτσι μένουμε ταπεινοί, όταν βλέπουμε ότι δεν αρκεί ούτε η δική μας διάθεση ούτε η δική μας πρόοδος ούτε η δική μας αγάπη για να αλλάξει ο κόσμος και η διάθεση των ανθρώπων.
Ο κόσμος και οι άνθρωποι πάσχουμε από ζήλεια διότι δεν συνειδητοποιούμε την ευλογία ο καθένας να έχει τα χαρίσματά του, την ευλογία ο καθένας να μπορεί να συμπληρώνει τον άλλο. Χρειάζεται κόπος από κοινού, αλλά ακόμη κι αν αυτός δεν έρχεται στις ανθρώπινες σχέσεις κάθε μορφής, η προσωπική μας απόφαση να προχωρήσουμε στην αγάπη. Και ο Θεός δεν θα μας αφήσει, ακόμη κι αν ο κόσμος το θεωρεί αδυναμία! Η αγιότητα στην ιστορία της Εκκλησίας το μαρτυρεί. «Δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε» (Ματθ.10,8) μας υποδεικνύουν άγιοι, όπως οι Ανάργυροι, αλλά και ο κάθε άγιος της πίστης μας, που συνειδητοποίησαν ότι η προσωπική πνευματική εργασία, η εμπιστοσύνη στον Θεό και η εξωστρεφής αγάπη αποτελεί τον τρόπο θεραπείας ζήλειας, εγωκεντρισμού, αυτοδοξασμού. Ας τους μιμηθούμε!
Κέρκυρα, 1η Νοεμβρίου 2015
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΗΡΩΕΣ
Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Οκτωβρίου, 2015

Οι εθνικές επέτειοι μάς θυμίζουν ξεχωριστά ή και καθημερινά πρόσωπα, τα οποία διακρίθηκαν σε μεγάλους εθνικούς αγώνες και έδωσαν τη δυνατότητα στο έθνος μας να ακολουθήσει ελεύθερη πορεία. Μπορεί η σύγχρονη ιστορική προσέγγιση να δίνει έμφαση στα αίτια και την έκβαση των ιστορικών συγκρούσεων, ωστόσο τα πρόσωπα δεν θα πάψουν να συγκινούν τον οιονδήποτε θέλει να δει τον κόσμο από την πλευρά του ανθρώπου και όχι μόνο από την όψη της εξουσίας, της νίκης, της ήττας.
Στην πραγματικότητά μας η νέα γενιά ολοένα και απομακρύνεται από τους εθνικούς μας ήρωες. Ίσως έρχεται σε κάποια επαφή μαζί τους κατά τις σχολικές γιορτές ή μέσα από κάποιες ταινίες, παρωχημένες, αλλά και τελικά αναντικατάστατες. Όμως αυτοί οι ήρωες δεν εμπνέουν τους νεώτερους, ελλείψει χρόνου και διάθεσης σπουδής στα μηνύματα τα οποία η ζωή των ηρώων προβάλλει, αλλά και εξαιτίας του ότι οι ήρωες μοιάζουν ξεπερασμένοι, καθώς δεν είναι ντυμένοι με την εικόνα του υπερανθρώπου που συναντάμε στους σύγχρονους ήρωες των διαδικτυακών παιχνιδιών, των κινηματογραφικών ταινιών, των κόμικς και του παγκόσμιου εμπορικού συστήματος, το οποίο κερδίζει πολλά από αυτούς.
Αν συγκρίνουμε, για παράδειγμα, τους ήρωες της πρόσφατης κινηματογραφικής τριλογίας Hobbit, τους οποίους χιλιάδες νέοι άνθρωποι στην πατρίδα μας, αλλά και αντίστοιχα τόσοι και περισσότεροι στον υπόλοιπο κόσμο, παρακολούθησαν, με τις μορφές του αγώνα του ’40, τους στρατηγούς και τους συνταγματάρχες, τους απλούς στρατιώτες και τις γυναίκες της Πίνδου, εκείνους που πάλεψαν εναντίον των κατακτητών στα χρόνια της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης, τους Μητροπολίτες που έκρυβαν τους Εβραίους για να τους γλιτώσουν από το ολοκαύτωμα, θα διαπιστώσουμε ότι οι σύγχρονοι ήρωες παλεύουν για την εξουσία, το χρήμα, τη δόξα, τον έρωτα, για να νικήσουν τις δυνάμεις του κακού, όχι όμως για την ελευθερία μιας πατρίδας, ενός τόπου, ενός τρόπου που έχει μέσα του πίστη, αρχές, ανθρώπους, ιστορία, νόημα ζωής. Οι σύγχρονοι ήρωες παλεύουν για τους εαυτούς τους και για λίγους άλλους που είναι οι οικείοι τους, όχι όμως για να νικήσουν την αδικία, την τυραννία, την υποδούλωση του ανθρώπου στην απληστία των Ισχυρών. Χωρίς να αρνείται κάποιος την ανάγκη για νέα αφηγήματα, μοντέρνα, προσαρμοσμένα στο σήμερα, δεν μπορεί παρά να σημειώσει την αδιαφορία μας για ό,τι διασώζει την ιστορική μας συνέχεια και μπορεί να γεννήσει αξίες που θα μας βοηθήσουν να συνειδητοποιήσουμε τη θέση μας στο σήμερα, να παλέψουμε για μία άλλη ελευθερία, της ανάστασης και της αγάπης!
Αυτήν πρότεινε ένας από τους λιγότερο προβεβλημένους Έλληνες ποιητές, ο Γιώργος Σαραντάρης, ο οποίος πολέμησε στον αγώνα του ’40 και πέθανε από τις κακουχίες. Ἐλεγε: «Η Ευρώπη δεν έχει Αγάπη και δεν πιστεύει στην Ανάσταση!». Αυτός είναι ο δρόμος της Ελλάδας. Σπουδάζοντας την παράδοσή της, τον Χριστό και την Εκκλησία, μη λησμονώντας την φιλοσοφία και το αρχαιοελληνικό πνεύμα, να προσφέρει στην Ευρώπη της τυραννίας των ισχυρών την Ανάσταση και την Αγάπη! Αυτός ο αληθινός ήρωας παραμένει άγνωστος. Ας αναρωτηθούμε αν αυτό συμβαίνει μόνο διότι το παγκόσμιο σύστημα μάς κατακλύζει με τους δικούς του ήρωες ή επειδή φοβόμαστε ότι αυτές οι δύο έννοιες θα θέσουν το ερώτημα της αληθινής μας ταυτότητας και αντίστασης στην αλλοτρίωση των ψυχών μας!
(δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Ορθόδοξη Αλήθεια”, στο φύλλο της 28ης Οκτωβρίου 2015)
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ
Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Οκτωβρίου, 2015
Ένα από τα ζητήματα τα οποία εξακολουθούν να απασχολούν τη θεολογία της Εκκλησίας είναι η φαινομενική αντίθεση μεταξύ πατριωτισμού και οικουμενικότητας. Η Εκκλησία βεβαίως, ενώ ακολουθεί τη φράση «ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. 13, 14), δε λησμονεί ότι η σωτηρία μας ξεκινά από την πόλη, την κοινωνία, το κράτος του παρόντος. Και ουδείς χριστιανός μπορεί να αρνηθεί την ανάγκη για κοινωνική μαρτυρία, σύμφωνη με το ήθος της πίστης, στην ιστορία. Αλλιώς η μόνη προοπτική των χριστιανών θα έπρεπε να είναι ένας αναχωρητισμός εκ της ιστορίας και της ζωής. Όμως βλέπουμε ότι η Εκκλησία εξακολουθεί να είναι οργανωμένη κυρίως ενοριακά, δηλαδή με βάση κοινότητες ανθρώπων οι οποίοι συναντιούνται στη θεία Ευχαριστία και απαρτίζουν το σώμα του Χριστού, ζώντας στην καθημερινότητα του κόσμου. Η Εκκλησία αρνείται την ταύτιση με τον κόσμο, όχι όμως τη διακονία της σ’ αυτόν. Αρνείται να θεωρήσει την πατρίδα ως το παν, χωρίς όμως να αδιαφορεί γι’ αυτήν.
Σήμερα ζούμε από την μία έναν πολιτισμό παγκοσμιοποιημένο, όχι όμως οικουμενικό, και από την άλλη ένα αυξημένο ενδιαφέρον για τον πατριωτισμό, χωρίς όμως σαφή επίγνωση του τι αληθινά εκφράζει η πατρίδα. Καυχιόμαστε ότι είμαστε Έλληνες, στην πράξη όμως έχουμε ταυτίσει την πατρίδα με το κράτος και γι’ αυτό ολοένα και περισσότερο αρνούμαστε να αγαπήσουμε το ιστορικό νυν, να το διακονήσουμε σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες της παράδοσής μας, ενώ στην καθημερινότητά μας ζούμε παγκοσμιοποιημένα. Ενδυμασία, κατοικία, ο τρόπος που γεμίζουμε τον χρόνο μας, ο πολιτισμός της πληροφορίας και της εικόνας, ενίοτε και των στόχων δύσκολα συναντιούνται με τον πατριωτισμό.
Φορείς της αντιφατικότητας οι νέοι. Περιορίζουν ουσιαστικά τον πατριωτισμό είτε σε μία απέχθεια προς τους ξένους και κυρίως προς όσους είναι μετανάστες και αλλόθρησκοι, είτε σε έναν υπερτονισμό του ιστορικού παρελθόντος που μεταφράζεται σε οργή για το παρόν. Μένουν μόνο οι γιορτές, οι παρελάσεις και οι αθλητικοί αγώνες, όταν πρωταγωνιστεί η όποια εθνική Ελλάδος, για να «ενωθούμε ελληνικά».
Η Εκκλησία μπορεί να δείξει στους νέους ότι ο γνήσιος πατριωτισμός έχει να κάνει με την έγνοια για το σύνολο. Με την δίψα για ελευθερία από πάθη και μίση. Με τη γνώση της σοφίας και των λαθών του παρελθόντος. Με την επίγνωση της διαφορετικότητας, όχι όμως ως επιθετικότητας. Με την αναζήτηση των βιωμάτων ζωής, που μας κάνουν να ξέρουμε ποιοι είμαστε και τι αξίζουμε, για να μπορέσουμε να καταθέσουμε τέτοια μαρτυρία στον κόσμο. Αγαπώ την πατρίδα μου δε σημαίνει ότι περιφρονώ τις πατρίδες των άλλων. Δεν την ταυτίζω με τις αστοχίες και τις παραλείψεις του κράτους. Αγωνίζομαι να προστατέψω την ελευθερία μου, όχι μισώντας, αλλά δίνοντας.
Η οικουμενική διάσταση της Εκκλησίας προφυλάσσει από στείρους εθνικισμούς, αλλά και από την εγκατάλειψη στην απουσία νοήματος αιωνιότητας που χαρακτηρίζει τον παγκοσμιοποιημένο πολιτισμό. Οι ενοριακές κοινότητες, η θεία λειτουργία, οι κατηχητικές συνάξεις, η εκμάθηση της γλώσσας και της ιστορίας μας μπορούν να γεννήσουν ήθος στους νέους. Η Εκκλησία καλείται να κρατήσει ζωντανή τη σύζευξη του ιστορικού με τον εσχατολογικό χρόνο, προσφέροντας τελικά στους νέους τον πατριωτισμό της ελευθερίας, της ταυτότητας, της έγνοιας για τους πολλούς.
(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ορθόδοξη Αλήθεια,
7 Οκτωβρίου 2015)
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »


















