kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Κι αν έρθει η μπόρα…είμαστε έτοιμοι να την αντιμετωπίσουμε;

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Δεκεμβρίου, 2015

Κι αν έρθει η μπόρα...είμαστε έτοιμοι να την αντιμετωπίσουμε;

Όλοι αντιλαμβανόμαστε, ότι τα πράγματα στον κόσμο δεν πάνε καθόλου καλά και απ’ ότι φαίνεται έρχονται ακόμα πιο δύσκολες ημέρες.

Οι Άγιοι και οι Πατέρες της Ορθοδοξίας εδώ και χρόνια χτυπούσαν τα καμπανάκια και μας προειδοποιούσαν γι’ αυτό που έβλεπαν να έρχεται.

Ωστόσο η πνευματική κατάσταση του κόσμου χρόνο με το χρόνο αντί να βελτιώνεται χειροτερεύει και έχουμε φτάσει στο σημερινό οριακό σημείο.
 Πρέπει να καταλάβουμε ότι για να μπορείς να αντιμετωπίσεις και να χειριστείς μια δύσκολη κατάσταση, που ολοένα και χειροτερεύει, πρέπει να έχεις μέσα στην καρδιά σου Χριστό και να αγωνίζεσαι καθημερινά για να έχεις πνευματική προκοπή. Τα όπλα του Χριστιανού είναι τα Άγια Μυστήρια της Εκκλησίας μας, η Προσευχή και τα βιβλία των Αγίων μας. Οι Άγιοι και Πατέρες σε αυτά που προείδαν και προφήτευσαν, μιλούσαν διαρκώς για την μετάνοια που θα σώσει τον κόσμο από αυτές τις δύσκολες καταστάσεις που έβλεπαν να έρχονται.

 Ο Όσιος Παϊσιος έλεγε χαρακτηριστικά: «Κοιτάξτε να ανδρωθείτε. Σφιχτείτε λιγάκι. Βλέπω τι μας περιμένει, γι’ αυτό πονάω. Μην αφήνετε τον εαυτό σας χαλαρό». Κοιτάξτε να ανδρωθείτε πνευματικά, γιατί αν έρθει η μπόρα («η δαιμονική», όπως έλεγε ο Όσιος Παϊσιος), είμαστε έτοιμοι να την αντιμετωπίσουμε; Γιατί μόνο όποιος είναι πνευματικά οχυρωμένος, θα μπορέσει να βοηθήσει τόσο τον εαυτό του, όσο και όσους είναι γύρω του.
«Πρέπει να γίνουμε παλικάρια και να μην είμαστε νερόβραστοι», έλεγε ο Όσιος Γέροντας. «Γιατί αν γίνει ένας πόλεμος, όπως έλεγε, άλλοι από φόβο θα πεθάνουν και άλλοι θα μείνουν στον δρόμο από μια μικρή ταλαιπωρία, γιατί συνήθισαν στην καλοπέραση».
Καμία υλική προετοιμασία δεν θα μας σώσει, αν δεν είμαστε οχυρωμένοι πνευματικά. Να μην ξεχνάμε ότι όλα είναι στην Πρόνοια του Θεού. Και αυτός που είναι κοντά στον Θεό, έχει οδηγό και πυξίδα του, την Παναγία και τους Αγίους, οι οποίοι μεσιτεύουν ακατάπαυστα, για την σωτηρία μας και για να έρθει το έλεος του Θεού προς εμάς και προς όλο τον κόσμο.                                                Σ.Κ

Πηγή:   simeiakairwn

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι χρειαζόμαστε τον Χριστό όταν δεν μας λείπει τίποτα;

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Δεκεμβρίου, 2015

ΤΟ SUPER DEAL ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Ολοένα και περισσότερο τα τελευταία χρόνια τα Χριστούγεννα μας θυμίζουν ένα μεγάλο παζάρι, συμφωνία, ανταλλαγή. Ανταλλάσσουμε το Χριστό με εικόνες, αγαθά, δώρα, ρεβεγιόν, διακοπές, ξεκούραση, ταξίδια, βόλτες, ταινίες, τραγούδια και ό,τι άλλο το καταναλωτικό μυαλό μας σκέφτεται. Η Εκκλησία μπορεί να φωνάζει ότι Χριστούγεννα χωρίς Χριστό δεν έχουν νόημα, ωστόσο περισσότερο βλέπουμε το Χριστό της φάτνης ή τραγουδάμε το Χριστό της Άγιας Νύχτας και ελάχιστα ζούμε το Χριστό της πίστης, το Χριστό ως Σωτήρα μας.
Αναρωτιέμαι τι σημαίνει Χριστός – Σωτήρας. Δεν ξέρω αν είμαστε πολλοί αυτοί που το ψάχνουμε. Για να υπάρξει Σωτήρας, χρειάζεται να θέλουμε να σωθούμε από κάτι και να διαλέξουμε Κάποιον που να μας σώσει. Η Εκκλησία λέει ότι έχουμε ανάγκη να σωθούμε από το θάνατο, το κακό, την αμαρτία. Τίποτε από αυτά δεν βλέπω να αγγίζει τη ζωή μας.
Ο θάνατος για μας τους νέους είναι πολύ μακριά ή έτσι θέλουμε να πιστεύουμε. Άλλωστε, έχουμε όνειρα, θέλουμε να χαρούμε τη ζωή μας, μας φτάνουν τα βάσανα του σχολείου, του Πανεπιστημίου, των σχέσεων που έχουμε και μας ταλαιπωρούν διότι δε μας δίνουν και κανένα ουσιαστικό νόημα ή αυτών που θα θέλαμε να έχουμε, αλλά κανείς δε μας δίνει σημασία.
Το κακό είναι σχετικό. Ξέρουμε ότι το έχουν οι μεγάλοι, όταν καταστρέφουν το περιβάλλον, όταν κάνουν πολέμους, όταν λένε ψέματα, όταν δε ρωτάνε τη γνώμη μας, όταν είναι υποκριτές. Εμείς, άλλωστε, ικανοποιούμε τις επιθυμίες μας και όλοι όσοι μιλούν για μας, η τηλεόραση, η διαφήμιση, οι φίλοι μας, θεωρούν ότι είναι δικαίωμά μας και καλά κάνουμε. Όσο για τους γονείς μας, αυτοί μας δίνουν χρήματα για να μη μας λείψει τίποτα και μας αγοράζουν ό,τι η καταναλωτική μας κοινωνία προσφέρει, για να μη αισθανόμαστε μειονεκτικά.
Η αμαρτία είναι παλιομοδίτικη αντίληψη περί ηθικής. Άλλωστε, το βλέπουμε στην τηλεόραση και το ακούμε από κάποιους καθηγητές μας ότι αυτοί που μιλούν για ηθική, δηλαδή οι παπάδες, είναι χειρότεροι υποκριτές από όλους. Ας αφήσουν τα πλούσια άμφιά τους και ας δώσουν χρήματα στους φτωχούς πρώτα και μετά ας έρθουν να μας μιλήσουν για αμαρτία. Άλλωστε, «ουδείς αναμάρτητος» και έχουμε χρόνο γι’ αυτά, αν έχουν κάποια αξία.
Από τι να σωθούμε λοιπόν, που δεν μας λείπει τίποτα;
Σωτήρες υπάρχουν σήμερα πολλοί. Είναι οι ωραίες ιδέες, είναι οι ήρωες των περιπετειών στον κινηματογράφο, είναι ο φίλος που θα με βοηθήσει να αντιγράψω στο μάθημα που δεν ξέρω, είναι εκείνος που θα μ’ ακούσει στο καρδιοχτύπι μου ή όταν γευτώ το πούλημα από τον «δικό» μου ή τον «κολλητό» μου, αυτός που θα δώσει κέφι στη ζωή μου με το τραγούδι του, την ομορφιά του, που θα με κάνει μέλος στο fan club του, είναι ο πρόεδρος που θα κάνει τη μεγάλη μεταγραφή και η ομαδάρα θα πατήσει τους εχθρούς.
Άρα, γιατί να επιλέξω να με σώσει ο Χριστός;
Μ’ αρέσουν τα χριστουγεννιάτικα έθιμα, όπως και οι γιορτές γενικά. Με κάνουν να αισθάνομαι πιο πολλή αγάπη, να θέλω να βοηθήσω ένα φτωχό, με φέρνουν πιο κοντά στους γονείς, τ’ αδέρφια, τους φίλους μου, μοιράζομαι δώρα, καταναλώνω. Ξεχνώ το μέσα μου κενό. Ξεχνώ όλα εκείνα τα μικρά ή μεγάλα που με κάνουν να μελαγχολώ ή να φοβάμαι. Έστω και για λίγο. Μπορώ να επιδείξω τα ρούχα μου, τα αρώματά μου, την διάθεσή μου, τη μάσκα που κρύβει το αληθινό μου πρόσωπο. Γι’ αυτό και λυπάμαι όταν ξαναγυρίζω στο πρόγραμμα, στη ρουτίνα, όταν το δέντρο ξεστολίζεται κι όταν οι μάσκες ξαναμπαίνουν στο κουτί μαζί με τα φώτα και τα στολίδια.
Τελικά, μάλλον κάτι μου λείπει.
Άμα το ψάξεις, θα δεις ότι από το Super Deal των Χριστουγέννων λείπει η πραγματική αγάπη. Λείπει το νόημα που θα με κάνει να νιώθω ότι αξίζει η ζωή μου κάτι παραπάνω από μια επιθυμία, ένα αγαθό, ένα δώρο. Λείπει η δύναμη που χρειάζεται για να δω τον εαυτό μου όπως στ’ αλήθεια είναι και όχι σε σύγκριση με τους άλλους. Λείπει η χαρά που θα κρατήσει παραπάνω από μια γιορτή. Λείπει εκείνη η σχέση που δεν θα είναι για μια νύχτα ή ένα μήνα, αλλά θα με ανεχτεί για μια ζωή, θα μ’ αγαπήσει και θα μου απλώσει το χέρι ώστε να μην πέσουν τίτλοι τέλους. Λείπει εκείνη η παρέα που δεν θα την ενώνει το πρόσκαιρο του σχολείου, του Πανεπιστημίου, του έρωτα, της διασκέδασης, αλλά θα μένει ζωντανή όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Η Εκκλησία μου λέει ότι ο Χριστός είναι Εκείνος που μου τα δίνει όλα αυτά. Ο Χριστός που κοινωνώ στη λειτουργία των Χριστουγέννων αλλά και κάθε Κυριακή. Ο Χριστός που με συγχωρεί για όλες τις αμαρτίες μου, για όλα τα ελαττώματά μου, για όλες μου τις αποτυχίες. Ο Χριστός που μου μαθαίνει να συγχωρώ φίλους κι εχθρούς. Ο Χριστός που με συναντά στη λύπη και τη χαρά. Ο Χριστός που με σώζει από το να υπάρχω μόνο για να καταναλώνω και με κάνει να υπάρχω για να αγαπώ.
Ο Χριστός φανερώνει το αληθινό μου πρόσωπο. Είναι το Φως που φωτίζει το μέσα μου. Είναι το νόημα που ομορφαίνει τη ζωή μου. Είναι η πίστη που με βοηθά να συνεχίσω. Είναι το Παιδί που με κρατά παιδί. Είναι Αυτός που γεννήθηκε για μένα.
Το Χριστό της Εκκλησίας θα ΄θελα να συναντήσω. Όχι όμως μόνος μου. Γιατί ξέρω ότι λίγο πολύ, όλοι θα θέλαμε να Τον βρούμε. Ας Τον ψάξουμε λοιπόν στη ζωή της Εκκλησίας. Ας τολμήσουμε να Τον γνωρίσουμε. Κι ας είναι η Γέννα Του μια καινούρια αρχή στη ζωή μας. Μαζί και μαζί Του!

Πηγή: περιοδικό ΒΗΜΑΤΑ της Ιεράς Μητροπόλεώς Κερκύρας (τεύχος 4 )

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αναζητώντας τον Άγγελο Κυρίου!

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Δεκεμβρίου, 2015

aggelos kyriou 88534

«Και ιδού άγγελος Κυρίου επέστη αυτοίς και δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αυτούς, και εφοβήθησαν φόβον μέγαν. Και είπεν αυτοίς ο άγγελος: μη φοβείσθε, ιδού γάρ ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ, ότι ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ, ος εστι Χριστός Κύριος, εν πόλει Δαυίδ».

Ιδού και πάλιν εφέτος, η Αγία μας Εκκλησία, μας καλεί όλους να εορτάσουμε Χριστού τα γενέθλια και να αναζητήσουμε το υπερούσιο νόημα της εορτής, να σπουδάσουμε τα κορυφαία και σωτηριώδη για μας γεγονότα του μυστηρίου της θείας Επιφανείας, να συλλάβουμε ποιο είναι το πλάτος και το μήκος, το βάθος και το ύψος του γεγονότος της σαρκώσεως του Θεού Λόγου και να γνωρίσουμε έτσι την αγάπη του Χριστού, που ξεπερνάει κάθε ανθρώπινη γνώση.
Το γεγονός που λαμπροφορώντας γιορτάζει η Εκκλησία μας, η κατά σάρκα γέννηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δεν είναι απλά σημαντικό, είναι συμπαντικό, δηλ. αφορά σε ολόκληρο το σύμπαν, σε ολόκληρη την κτίση. «Τα σύμπαντα σήμερον χαράς πληρούνται». Και τούτο διότι άγγελοι και άνθρωποι, λογικά και άλογα, επίγεια και επουράνια, όλοι οι αιώνες κι όσα συνέβησαν στους αιώνες κλίνουν γόνυ και προσκυνούν το μυστήριο που βρίσκεται πάνω από όλα τα μυστήρια, το μοναδικά καινούριο κάτω από τον ήλιο, η γενέθλια ημέρα της ανθρωπότητας, η κοινή γιορτή ολόκληρης της κτίσης.
Σύμφωνα με τον αγιοπνευματικό στοχασμό των μεγάλων της Εκκλησίας μας Πατέρων: Σήμερον Θεός επί γης παραγέγονε, και άνθρωπος εις ουρανούς αναβέβηκε. Σήμερον ο Παλαιός των ημερών παιδίον γίνεται. Σήμερα ο Θεός γίνεται κάτι που ποτέ δεν ήταν, δηλ. άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος κάτι που ποτέ δεν ήταν, δηλ. θεός, όμοιος με τον Θεό. Σήμερα αυτός που έσπασε τα δεσμά της αμαρτίας τυλίγεται με σπάργανα, Σήμερα ο Λόγος γίνεται σάρκα, για να γίνει η σάρκα Λόγος, Σήμερα ο «πρωτότοκος πάσης κτίσεως», καθίσταται και «πρωτότοκος εν πολλοίς αδελφοίς».
Προσκυνούμε τό «μέγα της ευσεβείας μυστήριον», «Θεόν φανερωθέντα εν σαρκί και τοις ανθρώποις συναναστραφέντα». Κάποτε, στον κήπο της Εδέμ, ο Θεός μας δημιούργησε. Εδώ, στα περίχωρα της Βηθλεέμ, ο Θεός μας αναδημιούργησε. Ο πλούσιος Θεός πτωχαίνει για τη δική μας σάρκα, προκειμένου να γίνουμε εμείς πλούσιοι με τη δική Του θεότητα. Η αγάπη του Θεού εισβάλλει διακριτικά στην ανθρώπινη ιστορία και μας δωρίζει το ακριβό προνόμιο της σωτηρίας. Ετούτη η γιορτή είναι πραγματικά ένα θαύμα, είναι το «θαύμα πάντων των θαυμάτων υπέρτερον».
Όμως, γιατί γίνεται το θαύμα; Γιατί άνθρωπος ο Θεός; Για να γίνει θεός ο άνθρωπος. «Ο του Θεού Λόγος ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν». Όταν πια κανείς άλλος τρόπος δεν υπήρχε, αφού ο άνθρωπος ο αλλοιωμένος από την παρακοή είχε ρημάξει κάθε ελπίδα να πλησιάσει ο ίδιος τον Δημιουργό του, σαν έφθασε το πλήρωμα του χρόνου, ο Υιός του Θεού γίνεται υιός του ανθρώπου, για να μεταβάλει τους υιούς των ανθρώπων σε υιούς του Θεού. Για να μας χαρίσει την υιοθεσία, να μας προσφέρει τη σωτηρία, να υπογράψει την καταλλαγή. Ο Θεός εγκαταλείπει την αξιοπρέπεια Του, είναι ο «ανυπερήφανος Θεός», που αδειάζει τους ουρανούς και κατέρχεται στον κόσμο για να λυτρώσει τον υπερήφανο και αλαζόνα άνθρωπο. Κενούται, λοιπόν, η θεότητα και ανακαινίζεται η ανθρωπότητα. Ο Χριστός προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση για να την γιατρέψει. «Το γαρ απρόσληπτον, αθεράπευτον, ό δε ήνωται τω Θεώ τούτο και σώζεται», κατά τον Θεολόγο Γρηγόριο, μόνο εκείνο που ενώνεται με τον Θεό, αυτό και σώζεται.
Έτσι γράφεται η σωτηρία μας, έτσι φανερώνεται η αγάπη του Θεού. Ο Χριστός γίνεται πια η αλήθεια μας, όλη η αλήθεια για τον Θεό, αλλά και όλη η αλήθεια για τον άνθρωπο. Χάρις στη θεία Του συγκατάβαση «τα θεία ανθρώπινα γίνεται, ίνα τα ανθρώπινα θειότερα γένηται». Ο Ιησούς είναι ο σωτήρας του κόσμου, ο λυτρωτής του ανθρώπινου γένους, αλλά και ο προσωπικός λυτρωτής του καθενός ξεχωριστά. «Ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ». Η διαβεβαίωση του αγγέλου προς τους ποιμένες για τον προσωπικό χαρακτήρα της σωτηρίας που έφερε ο Χριστός, φανερώνει πως τώρα όλοι μπορούμε να γεφυρώσουμε το χάσμα που μας αποξενώνει από τον Θεό –συνεπώς και από τον συνάνθρωπο. Ο αναμενόμενος Μεσσίας είναι πια ανάμεσά μας. Η προσδοκία των εθνών, η γλυκιά ελπίδα του περιούσιου λαού, το κήρυγμα των προφητών, όλα δίνουν τη θέση τους σ’ Εκείνον, που είναι η εκπλήρωση της υπόσχεσης για έναν καινούριο κόσμο και τον καθαγιασμό της ανθρώπινης ύπαρξης.
«Ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ». Τότε λοιπόν γιατί τόση γεύση θανάτου στη ζωή μας; Γιατί τόση θρηνωδία, η τυρρανική αίσθηση της ανεστιότητος, η παγωνιά της μοναξιάς στις ανθρώπινες σχέσεις; Αφουγκράζομαι κι εγώ μαζί σας τον στεναγμό ενός κόσμου που έχει τα πάντα αλλά δεν είναι τίποτα, τον αβάσταχτο καημό μιας κοινωνίας που δεν αντέχει τον εαυτό της. Δεν χρειάζεται να κουραστείς πολύ για να διαπιστώσεις την αποτυχία ενός πολιτισμού που αν και αυτοσυστήνεται ως ουμανιστικός στην πραγματικότητα συνθλίβει καθημερινά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Γιατί; Ίσως επειδή ζούμε μετά Χριστόν, αλλά όχι και μετά Χριστού, δηλ. μαζί με τον Χριστό. Ίσως γιατί δεν ακούμε τη φωνή της υμνωδίας που διατρανώνει το διαρκές «τώρα» της παρουσίας του Χριστού: «Χριστός γεννάται», «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου». Ο Χριστός γεννήθηκε «επί Καίσαρος Αυγούστου, εν ημέραις Ηρώδου του βασιλέως», και σταυρώθηκε, πέθανε και αναστήθηκε «επί Ποντίου Πιλάτου». Όμως, όπως όλα τα γεγονότα της ζωής του Χριστού, έτσι και η γέννηση Του υπερβαίνει τον χρόνο και την ιστορία, γίνεται λειτουργικό γεγονός, πραγματικότητα σημερινή και αιώνια της Εκκλησίας και κατάκτηση των πιστών τέκνων της, διαρκές εσωτερικό βίωμα όλων εκείνων που επιθυμούν να βαδίσουν την οδό της θεώσεως.
Για τη σωτηρία του ανθρώπου –όσο παράδοξο μπορεί να ακουστεί αυτό- δεν αρκεί η κατάβαση του Θεού, απαιτείται και η συγκατάβαση του ανθρώπου, το ολοπρόθυμο «Αμήν» του καθενός στη θεϊκή πρόσκληση. Και τούτο διότι ο Θεός σέβεται απόλυτα την ελευθερία μας. Άλλωστε, τι νόημα θα είχε μια αναγκαστική σωτηρία; Γιορτάζουμε Χριστούγεννα. Κι όμως πολλές φορές αναρωτιόμαστε: Πού είναι ο Χριστός; Νιώθουμε να απουσιάζει Εκείνος από τη μεγάλη γιορτή. Ξέρετε, έχουμε γεμίσει αυτές τις μέρες με τόσα πολλά –με τόσα περιττά- που για τον Ενανθρωπήσαντα Θεό της αγάπης πολλές φορές «ουκ εστί τόπος εν τω καταλύματι» μας.
Γι’ αυτό και έχουμε απόλυτη ανάγκη Άγγελος Κυρίου, όπως τότε έτσι και σήμερα, να έλθει να μας αναγγείλει το κοσμοχαρμόσυνο γεγονός. Να διέλθει τις μικρές και μεγάλες πόλεις μας, τους φωταγωγημένους δρόμους και τα ομορφοστολισμένα σπίτια μας για να μας θυμίσει πως όλα τούτα γίνονται επειδή –καθώς ο ευαγγελιστής Ιωάννης διαβεβαιώνει- «τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε μας έστειλε τον Μονογενή Υιό του, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν, αλλά να έχει ζωή αιώνια». Κι αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο των Χριστουγέννων σε όλους μας.
Έχουμε απόλυτη ανάγκη Άγγελος Κυρίου να πλησιάσει τον καθένα μας, να μας βοηθήσει να ξαναβρούμε το μήνυμα που κρύβει η μεγάλη γιορτή, τις θεοπρεπείς έννοιες και τους ιερούς στοχασμούς που προκαλεί. Και τότε κι εμείς με τη σειρά μας να βρούμε το χρόνο, αλλά κυρίως τη διάθεση, να ασχοληθούμε σοβαρά με τον εαυτό μας. Οφείλουμε να αναζητήσουμε το «παιδίον Ιησούς», να συνοδοιπορήσουμε με τους απλοϊκούς ποιμένες και τους σοφούς μάγους στην προσκύνηση του νεογέννητου, να αναρωτηθούμε και να ρωτήσουμε «πού εστίν ο τεχθείς βασιλεύς;», να ακολουθήσουμε το ολοφώτεινο αστέρι να μας δείχνει το δρόμο προς τη νοητή Βηθλεέμ, που δεν είναι άλλη από την εορταστική τράπεζα της Εκκλησίας, τη χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία. Ο ερχομός του Χριστού στον κόσμο δεν προσφέρεται για ιδεολογικές, φιλοσοφικές ή έστω ρομαντικές προεκτάσεις. Η Ενσάρκωση βιώνεται ως αναζήτηση και ανακεφαλαίωση και ολοκλήρωση του ανθρώπου, του πληγωμένου ανθρώπου, που όμως στο πρόσωπο του Χριστού βλέπει ποιος πρέπει αληθινά να είναι, αντικρίζει την αδιάψευστη αλήθεια της ανθρωπιάς του, τον προορισμό και την καταξίωσή του.
Έχουμε απόλυτη ανάγκη Άγγελος Κυρίου να επαναλάβει σ’ εμάς, τους ποιμένες της Εκκλησίας, το «μη φοβείσθε» και να μας διαβεβαιώσει πως δεν πρέπει να φοβηθούμε το γενναίο τόλμημα της αυτοκριτικής στη φιλότιμη διακονία μας, που αγωνιζόμαστε να είναι και φιλόθεη, καθώς προσφέρουμε στον Θεό θυσία πνευματική «υπέρ των ημετέρων αμαρτημάτων και των του λαού αγνοημάτων».
Έχουμε απόλυτη ανάγκη Άγγελος Κυρίου να ευαγγελισθεί και στη σύγχρονη οικογένεια το μήνυμα της ειρήνης, για να μάθουν εκείνοι που συχνά εντελώς συμβατικά ζουν κάτω από την ίδια στέγη πως ο νεογέννητος Χριστός καλείται και είναι «Άρχων ειρήνης». Αυτή την ειρήνη –την ειρήνη του Χριστού- χρειάζεται η σημερινή οικογένεια που κλυδωνίζεται, την αγάπη, την υπομονή και την ανοχή, το θυσιαστικό φρόνημα, τον διάλογο και την αυτοπαραίτηση από το εγωιστικό θέλημα.
Έχουμε απόλυτη ανάγκη Άγγελος Κυρίου να μας επισημάνει πως πρέπει να πλησιάσουμε τους νέους «δι’ άλλης οδού». Δια της οδού της κατανόησης και της αγάπης. Να τους αφιερώσουμε χρόνο, αλλά και τον εαυτό μας. Να μιλήσουμε στα παιδιά μας για τον Χριστό της αγάπης, που είναι ο αληθινός φίλος των παιδιών και των νέων, να τους πούμε την ιστορία των Χριστουγέννων, κυριώτατα να δουν τα παιδιά τον Χριστό στο δικό μας παράδειγμα. Να μην τους εγκαταλείψουμε στα δώρα. Να χαρούμε τις γιορτές μαζί τους, να πάρουμε πολλά από την ευτυχία τους. Τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη κάτι από εμάς, αλλά εμάς τους ίδιους.
Έχουμε απόλυτη ανάγκη Άγγελος Κυρίου να μας διατάξει «φεύγε εις Αίγυπτον» μαζί με τον ξενιτεμένο Ιησού, για να μας δείξει την οδό της αποδοχής του άλλου, του ξένου που είναι αδελφός, του διαφορετικού που είναι παιδί του Θεού, του πρόσφυγα, του μετανάστη, αλλά και του φτωχού, του άνεργου, του άστεγου, του κάθε κουρασμένου διαβάτη με τον οποίο ο Χριστός έχει απόλυτα ταυτιστεί. Αν στα μάτια του καθενός μπορέσουμε να δούμε τον ίδιο τον Κύριο μας, τότε θα καταλάβουμε πως η φιλανθρωπία των Χριστουγέννων δεν είναι χρέος, είναι η χαρά να μοιράζεσαι ό,τι έχεις αλλά και ό,τι είσαι. Αυτή η φιλανθρωπία των Χριστουγέννων θα μας ελέγχει διαρκώς και για το «Ευχαριστώ» που δεν είπαμε στον συνάνθρωπο, για το «Συγνώμη» που δεν καταφέραμε να ψελλίσουμε, για την «Καλημέρα» που δεν ανταποδώσαμε, για την πέτρινη καρδιά μας που ακόμη δεν σπάσαμε, για το χαμόγελο που στερήσαμε σε όσους το είχαν ανάγκη. Άλλωστε αυτό είναι και το πνεύμα των γιορτινών ημερών, η αγάπη και το άνοιγμα της καρδιάς στον κόσμο, στηριγμένη στη φιλάνθρωπη στάση του Θεού που σαρκώνεται για χάρη μας.
Έχουμε απόλυτη ανάγκη να γιορτάσουμε αληθινά Χριστούγεννα, να γιορτάσουμε Χριστούγεννα μαζί με τον Χριστό. Ο Θεός κατέβηκε μέχρι τον άνθρωπο, ώστε ο άνθρωπος να ανυψωθεί μέχρι τον Θεό. Δεν έχει καμμία απολύτως αξία το να προσεγγίσουμε τη σημασία της Σαρκώσεως του Υιού και Λόγου θεωρητικά, ή έστω μόνο θεολογικά. Πρέπει να ζήσουμε τη Σάρκωση. Πρέπει να ανέβουμε. «Χριστός επί γης, υψώθητε!» Να συνειδητοποιήσουμε πως ο Ιησούς είναι το έσχατο όριο της ιστορίας, αλλά και ο σκοπός της προσωπικής μας περιπέτειας. Πως μέσα εδώ, στην Εκκλησία, είναι το θεόκτιστο Σπήλαιο όπου ο Θεός γεννάται και ο άνθρωπος αναγεννάται. Πως εδώ, μόνο εδώ, στην Εκκλησία, ο Ιησούς χαρίζει τη λύτρωση στις ψυχές των ανθρώπων όπου σκηνώνει ο Ίδιος ο Θεός.
Αυτή τη βηθλεεμική νύχτα, που διάλεξε ο Θεός για να μετριέται το μεγαλείο με τον πήχυ της ταπείνωσης και της καταλλαγής, νιώθουμε να πλημμυρίζουν την καρδιά μας και να μας εκφράζουν απόλυτα οι ευγνώμονες λόγοι του μεγάλου Πατρός της Εκκλησίας μας Ιωάννου του Δαμασκηνού, που γίνονται και δικός μας στοχασμός μπροστά στη φάτνη του Νηπιάσαντος Κυρίου: «Δόξα σε Σένα Χριστέ, Λόγε του Θεού. Όλα μας τα ‘χεις δοσμένα Εσύ και τίποτε άλλο δεν μας ζητάς παρά ν’ αποδεχτούμε τη σωτηρία που μας προσέφερες, δίνοντάς μας ακόμη και τη δύναμη για να το κάνουμε αυτό. Και την προσπάθειά μας πάλι τη νιώθεις για χάρη, γιατί είσαι απερίγραπτα αγαθός. Σ’ ευχαριστούμε εσένα που μας έδωσε την ύπαρξη και μας χάρισες την αιώνια ζωή. Κι όταν χάσαμε την ύπαρξη κι όταν αρνηθήκαμε την αιωνιότητα, μας οδήγησες πίσω σ’ αυτήν με την ενανθρώπησή σου, που καμιά γλώσσα δεν τολμά να ερμηνεύσει. Για όλα τούτα, τις άπειρες ευεργεσίες, σ’ ευχαριστούμε Χριστέ και σε δοξάζουμε, Λόγε του Θεού και Σοφία και Θεέ Παντοκράτορα. Σ’ εσένα ας ανήκει η δόξα και η τιμή και η προσκύνηση όλου του ανθρώπινου γένους και τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν».

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΝΟΧΗ ΚΑΙ ΕΠΙΕΙΚΕΙΑ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ;

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Δεκεμβρίου, 2015

Οι μεγαλύτεροι έναντι των νέων δείχνουμε συνήθως επιείκεια. Δεν θέλουμε να τους στενοχωρούμε για πράξεις ή για παραλείψεις τους και είμαστε πρόθυμοι να αναγνωρίσουμε ελαφρυντικά στην συμπεριφορά τους. Ακόμη και στις αποτυχίες τους στο σχολείο ή στη ζωή πάντοτε θέλουμε να μην πληγωθούν. Φοβόμαστε να τους πούμε την αλήθεια, διότι νιώθουμε ότι θα τραυματιστούν ακούγοντάς την. Στην ουσία εκφράζουμε τις δικές μας φοβίες, τα δικά μας τραύματα έναντί τους ή, κάποτε, την επιθυμία μας να μπορούσαμε να τους μοιάσουμε. Έχουμε μέσα μας και την αίσθηση που γίνεται ενοχή ότι ο κόσμος στον οποίο τους έχουμε φέρει να ζήσουν απέχει  πολύ  από αυτόν που θα θέλαμε  γι’  αυτούς. Κι έτσι, επιδεικνύουμε μία επιείκεια, την οποία βαφτίζουμε  «ανοχή».

               Όμως δεν είναι αυτή η σημασία των λέξεων. Ανοχή σημαίνει όντως ανεκτικότητα. Σημαίνει σεβασμός στα δικαιώματα και την προσωπικότητα του άλλου, στην ελευθερία του, στις επιλογές του, ακόμη κι αν δεν είναι σύμφωνες με τις δικές μας προτιμήσεις, πεποιθήσεις και επιλογές. Η ανοχή είναι η πεμπτουσία της χριστιανικής καθημερινής ηθικής. Μας ανέχεται άλλωστε ο Θεός, διότι εστιάζει  στο πρόσωπό μας, το οποίο είναι κατ’  εικόνα Του. Mας έχει αφήσει όμως ως κάτοπτρο των επιλογών, των λογισμών και των έργων μας το Ευαγγέλιο και τον τρόπο της Εκκλησίας. Εκεί μπορούμε να προβληματιστούμε για την αλήθεια της ζωής μας και να δούμε Εκείνος τι θέλει και τι ζητά από εμάς. Και η αλήθεια γεννά ευθύνη έναντι των επιλογών, τόσο των προσωπικών, όσο και εκείνων που κάνουν οι άλλοι. Καλούμαστε λοιπόν να έχουμε αποφασίσει με βάση ποια κριτήρια θα βλέπουμε  τη ζωή μας και να προσπαθούμε δια της σχέσης μας με τους νεώτερους, της παιδείας, της αγωγής, του όλου ήθους, να προτείνουμε αυτά τα κριτήρια που ονομάζουμε αξίες και για τη δική τους πορεία.

Η ανοχή δεν μπορεί να διαγράφει την αλήθεια της κριτικής που δεν έχει σκοπό ούτε την εξουθένωση των νέων ούτε την αυτοδικαίωσή μας. Ούτε οι όποιες ενοχές για τα λάθη μας ή τον κόσμο μας μπορούν να διαγράψουν την σημασία των αξιών με βάση τις οποίες καλούμαστε να προχωρήσουμε. Αλλιώς η ανοχή γίνεται αποθέωση του ατομοκεντρισμού, της πεποίθησης ότι το εγώ μας από μόνο του αρκεί για τη ζωή και χάνεται η δυνατότητα αμοιβαίου προβληματισμού και προώθησης του οράματος για μία κοινωνία στην οποία το εγώ δεν θα αγνοεί το Εμείς.

Από την άλλη, η επιείκεια είναι στάση την οποία καλούμαστε να επιδεικνύουμε στις αποτυχίες ή τα λάθη όλων και ιδιαιτέρως των νεώτερων. Επιείκεια σ’ αυτούς που τα συνειδητοποιούν. Συγχωρητικότητα και δεύτερες ευκαιρίες. Ο Θεός μάς προσφέρει την μετάνοια. Δεν μας επιτρέπεται να μην δίδουμε τέτοια δυνατότητα σε όσους λαθεύουν. Και με επιείκεια, αγάπη και κατανόηση να δείχνουμε τα όρια. Πρωτίστως με τη διάκριση που γιατρεύει, χωρίς να τραυματίζει.

Η ανοχή είναι απαραίτητη για τη συνύπαρξη. Αν δεν συνδυαστεί όμως με το κριτήριο των αξιών και την αλήθεια δεν οδηγεί  στην θεραπεία των παθών και των λαθών μας. Σ’ αυτή την πορεία η προσθήκη της επιείκειας, την οποία χρειαζόμαστε όσοι λαθεύουμε, δηλαδή όλοι μας,  θα δώσει περαιτέρω δύναμη για μετάνοια, η οποία σώζει!

Εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» 2 Δεκεμβρίου 2015

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΦΑΝΕΡΩΝΩ ΤΑ ΠΑΘΗ ΜΟΥ;

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Δεκεμβρίου, 2015

Ζούμε σε μία εποχή ελευθερίας και καυχόμαστε γι’  αυτό. Δεν είναι απλώς δικαίωμά μας να κάνουμε ό,τι θέλουμε, κάποτε και χωρίς να έχουμε επίγνωση αν αυτό είναι νόμιμο και, κυρίως, ηθικό. Θεωρούμε δικαίωμά μας να διακηρύττουμε αυτό το οποίο κάνουμε. Να το λέμε δημόσια. Να το αποκαλύπτουμε με κάθε τρόπο, ιδιαιτέρως στην εποχή της εικόνας και της κοινωνικής δικτύωσης.«Όλα επιτρέπονται». «Όλα λέγονται». «Όλα στο φως». Ίσως αναρωτηθεί κάποιος μήπως ήταν καλύτερη η υποκρισία του παρελθόντος, οπότε και ο καθένας φρόντιζε τουλάχιστον να σκεπάζει τα σκουπίδια του κάτω από το χαλάκι. Όσο όμως κι αν φαίνεται αντιφατικό, η κοινωνία παλαιότερα είχε κόκκινες γραμμές ανάμεσα στο τι επιτρέπεται και τι όχι και τουλάχιστον παρέμενε σαφές ποια ήταν η ηθική που η κοινωνία αποδεχόταν. Σήμερα μοιάζει σαφές ότι το δικαίωμα της φιληδονίας, της προσωπικής ευχαρίστησης είναι αυτό που οι πολλοί αποδέχονται και παρουσιάζουν ως βάση για την ευτυχία και την ατομική ολοκλήρωση στη ζωή.

       Ο Απόστολος Παύλος προτρέπει τους Εφεσίους και όλους μας:  «ως τέκνα φωτός περιπατείτε…μη συγκοινωνείτε τοις έργοις τοις ακάρποις του σκότους, μάλλον δε και ελέγχετε. τα γαρ κρυφή γινόμενα υπ’  αυτών αισχρόν εστι και λέγειν» (Εφεσ. 5, 8 και 11-12). «Να ζείτε σαν άνθρωποι που ανήκουν στο φως…και να μη συμμετέχετε στα σκοτεινά και ανώφελα έργα των άλλων, αλλά να τα ελέγχετε και να τα απορρίπτετε. Γι’  αυτά που κάνουν αυτοί στα κρυφά, είναι ντροπή ακόμη και να μιλάμε». Ο Παύλος δεν αναφέρεται στα φαύλα έργα ζητώντας από τους χριστιανούς να προσποιηθούν ότι δε γίνονται. Τότε όντως θα ήταν υποκρισία. Επιμένει όμως ότι είναι ντροπιαστικό και αισχρό να καυχιέται, να μιλά, να συζητά κάποιος για ό,τι έρχεται σε αντίθεση με το θέλημα του Θεού, να καυχιέται για την αμαρτία βαφτίζοντάς την αρετή.

           Γιατί όμως οι άνθρωποι έχουμε απορρίψει σήμερα την έννοια της ηθικής αρετής και δεν ντρεπόμαστε για τον τρόπο της ζωής μας, αλλά τον αποκαλύπτουμε δημόσια;  Πού αρχίζει το σημείο στο οποίο πρέπει να γίνεται η διάκριση ανάμεσα στο τι λέγεται και τι όχι;

      Σήμερα έχουμε στη διάθεσή μας την τεχνολογία και ιδίως την εικόνα. Έχουμε αποενοχοποιήσει τον εαυτό μας από συναισθήματα, από επιθυμίες, από τρόπους ζωής που μας επέβαλλαν να έχουμε σεμνότητα. Να θεωρούμε, ακόμη κι αν ήμασταν αδύναμοι στο να ελέγξουμε πάθη και αμαρτίες, ότι είχαμε χρέος τουλάχιστον να μην τα θέτουμε σε κοινή θέα. Και όχι μόνο αυτά. Ακόμη και το πού πηγαίναμε, με ποιους συνδεόμασταν, τι επιθυμούσαμε, το αφήναμε στον εαυτό μας ή σε έναν κύκλο οικείων μας. Σήμερα θεωρούμε ότι μπορούμε να είμαστε το κέντρο του κόσμου. Ότι η εικόνα μας, τα έργα μας, ο τρόπος της ζωής μας δεν είναι για λίγους, αλλά για όλους. Κρύβει ναρκισσισμό, δηλαδή θέωση της εικόνας του εαυτού μας μια τέτοια στάση. Στο βωμό της ενημέρωσης, του ότι είμαστε όλοι δημόσια πρόσωπα, σπεύδουμε να προκαλούμε θόρυβο γύρω από εμάς. Και επειδή ο πολιτισμός μας στηρίζεται στον θόρυβο της εικονοποίησης, όλοι συμμετέχουμε, συνήθως χωρίς μέτρο, σ’ αυτό το παιχνίδι. Όμως ο Παύλος ζητά από εμάς να φανερώνουμε ό,τι γίνεται φως στη ζωή μας. Ό,τι δηλαδή καταξιώνεται στις εντολές του Θεού, στην αγάπη, λάμπει ως έργο που δοξάζει τον Θεό. Και αυτό δεν χρειάζεται να το εικονοποιήσουμε. Αποτυπώνεται στην καρδιά μας, στις σχέσεις μας, στη ζωή μας.

            Από την άλλη, έχει κλονιστεί η έννοια της συλλογικής αρετής. Η απαρτιζόμενη από άτομα που ενδιαφέρονται μόνο για τον εαυτό τους κοινωνία δεν διασώζει παρά σε νομικό πλαίσιο το τι επιτρέπεται και τι όχι. Και αυτό το νομικό πλαίσιο προσαρμόζεται στην έννοια του δικαιώματος για ευχαρίστηση με κάθε τρόπο, αρκεί να μην παθαίνει ο άλλος σωματικό κακό. Επομένως σήμερα είναι δικαίωμα η απιστία. Η ανηθικότητα. Η επιλογή σεξουαλικού προσανατολισμού. Το ψέμα. Η υπεράσπιση του «ΝΑΙ σε όλα». Βεβαίως ο Θεός μας έπλασε ελεύθερους και υπεύθυνους για τη ζωή και τις επιλογές μας. Το πρόβλημα δεν είναι εκεί. Η δυσκολία έγκειται όταν για την κοινωνία το δικαίωμα γίνεται πρότυπο. Αποδεκτό όχι ως επιλογή, αλλά ως δυνατότητα να γίνει κανόνας. Μία κοινωνία η οποία αποθεώνει την αισχρότητα, το ψέμα, τη βία, τα ανθρώπινα πάθη και τα δικαιολογεί, είναι μία κοινωνία στην οποία τα έργα του σκότους που είναι άκαρπα, κάνουν τον άνθρωπο «σάρκα», γίνονται καύχημα και πειρασμός δοκιμασίας. Δεν υπάρχουν τότε όρια. Η κοινωνία οφείλει να σέβεται τις επιλογές του καθενός. Οφείλει όμως να οριοθετεί μέχρι πού αυτές μπορούν να γίνουν δημόσιο θέαμα, να συζητιούνται. Τι αποδέχεται και τι ζητά τελικά σε συλλογικό επίπεδο η ίδια η κοινωνία από το μέλη της. Μετά υπάρχει σύγχυση. Τίποτε δεν είναι φως.

         Τέλος, υπάρχει το κριτήριο του νόμου και του θελήματος του Θεού. Η πίστη είναι πρωτίστως απόφαση προσωπική. Χρειάζεται όμως συνέπεια και αγώνας, εφόσον την αποδεχόμαστε. Χρειάζεται μετάνοια για ό,τι δεν μπορούμε να αποδεχτούμε και να παλέψουμε να γίνει φως. Και η μετάνοια τελικά, όταν υπάρχει, καθιστά φως και αυτό το οποίο είναι σκοτάδι. Διότι δεν το δικαιολογούμε. Δεν το βαφτίζουμε αλλιώς. Αλλά με ταπείνωση παλεύουμε εναντίον του και ζητούμε τη βοήθεια του Θεού για να το μεταμορφώσουμε σε αγάπη, αλήθεια, υπακοή. Προϋπόθεση η στήριξη των άλλων. Των οικείων εν τη πίστη. Των παιδιών του Θεού. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να  απορρίπτει και να περιθωριοποιεί αυτόν που δυσκολεύεται. Διότι άλλος βρίσκεται σε πτώση εδώ, άλλος εκεί. «Έγειρε ο καθεύδων και ανάστα εκ των νεκρών και επιφαύσει σοι ο Χριστός»(Εφεσ. 5, 14), λέει πάλι ο απόστολος Παύλος. «Ξύπνα εσύ που κοιμάσαι, αναστήσου από τους νεκρούς, και θα σε φωτίσει ο Χριστός». Ας συνειδητοποιούμε τον ύπνο στον οποίο βρισκόμαστε σε σχέση με τις εντολές του Θεού και ας ξυπνάμε από αυτόν τον μικρό θάνατο. Και Εκείνος θα μας φωτίζει.

         Η Εκκλησία ζητά από τον σύγχρονο άνθρωπο να έχει ηθική επίγνωση. Κανέναν δεν απορρίπτει ως πρόσωπο για τις επιλογές του, αλλά απορρίπτει τα έργα του. Δεν πιστεύει ότι τα έργα χαρακτηρίζουν το πρόσωπο στην πληρότητά του, αλλά τα θεωρεί εκφράσεις του παλαιού ανθρώπου, ο οποίος πάντοτε θα παραμένει ισχυρός όταν ο καθένας μας δεν έχει επίγνωση της κλήσης του, όταν νομίζει, παρασυρμένος και από τον ατομοκεντρικό πολιτισμό, ότι είναι το κέντρο του κόσμου και ότι όλοι ενδιαφέρονται γι’  αυτόν, όταν υπάρχει σύγχυση ανάμεσα στο τι είναι δικαίωμα, επιλογή και πρότυπο και στο τι θέλει ο Θεός από τον καθέναν μας, όταν η συλλογική έκφραση περιφρονεί και κοροϊδεύει την αρετή. Επειδή όμως μας δόθηκε κατά το βάπτισμά μας και μέσα στη ζωή της πίστης η ευλογία του νέου, του καινούργιου ανθρώπου, ας πάψουμε να συζητούμε δοξαστικά για τα πάθη μας και ας γίνουμε τόσο στα έργα, όσο και στις προτεραιότητές μας « τέκνα φωτός»!

Κέρκυρα, 29 Νοεμβρίου 2015

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Θέλουμε τὴν μαγεία ἢ την χαρὰ τῶν Χριστουγέννων;

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Δεκεμβρίου, 2015

Περιμένουμε μὲ λαχτάρα τὰ Χριστούγεννα.

Ἆραγε, πῶς θέλουμε νὰ τὰ ἑορτάσουμε; Κοσμικὰ ἢ πνευματικά; Ἐξαρτᾶται ἀπό τὸ τί τελικὰ ζητᾶμε. Τὴν μαγεία τους, γιὰ τὴν ὁποία τόσα πολλὰ κάνει ἡ «διεθνὴς τῶν πονηρῶν» ἢ τὴν χαρὰ τους, ὅπως θέλει ἡ Ἐκκλησία μας; Ἀλλ΄ ἂς πάρουμε τὰπράγματα μὲ τὴν σειρά τους…

Ἀσφαλῶς τὰ Χριστούγεννα ἔχουν νόημα βαθύτατα πνευματικό, ἅγιο καὶ σωτήριο. Γιατί μ’ αὐτὰ δὲν ἑορτάζουμε ἕνα ὁποιοδήποτε γεγονός, ὡς καὶ ἐθνικὸ ἀκόμη, ἀλλὰ τὴν ἴδια τὴν ἐμφάνιση, μὲ σάρκα καὶ ὀστᾶ τοῦ Θεοῦ στὴν γῆ κι ἀνάμεσά μας. Μᾶς τίμησε ἰδιαίτερα μὲ τὴν ἐπίσκεψή Του αὐτή, ὑπέροχα, ἀνυπέρβλητα, μοναδικά, καθὼς ἕνωσε τὴν δική μας ἀνθρώπινη φύση μὲ τὴν δική Του τὴν Θεϊκή. Ἔτσι ἔχουμε τὴν ἐμφάνιση τοῦ Θεανθρώπου στὴν ἱστορία. Τὴν ἕνωση τοῦ κτιστοῦ πλάσματος, μὲ τὸν ἴδιο τὸν Ἄκτιστο Πλάστη καὶ Θεό. Σκοπὸς δὲ αὐτῆς τῆς Θείαςπαρέμβασης, εἶναι ἡ Θέωση τοῦ ἀνθρώπου.Ὁπότε μὲ τὰ Χριστούγεννα δὲν κάνουμε τίποτ’ ἄλλο τελικά, ἀπ’ τὸ νὰ ζοῦμε τὴν ἀνάδημιουργία μας, τὴν ἀνάπλασὴ μας ἀπ’ τὸ κατάντημα, στὸ ὁποῖο μᾶς ὁδήγησε ἡ ἁμαρτία, ὥστε νὰ ἐπανέλθουμε πάλι στὴν προτέρα μας κατάσταση. Νὰ γιατί τὸ μήνυμα τῶν Χριστουγέννων εἶναι τὸ πλέον χαρμόσυνο καὶ τόσο ἐλπιδοφόρο ἄγγελμα τῆς ἱστορίας. Καὶ δὲν εἶναι ἄλλο, ἀπ αὐτὸ τοῦ ἀγγέλου κατὰ τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ πρὸς τοὺς ποιμένες: «Εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντὶ τῷ λαῷ, ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ, ὃς ἐστι Χριστὸς Κύριος, ἐν πόλει Δαυίδ» (Λουκ. β΄,11). Δηλαδή, σᾶς ἀναγγέλλω χαρὰ μεγάλη, ἡ ὁποία θὰ εἶναι γιὰ ὅλο τὸν λαό, ὅτι γεννήθηκε σήμερα γιὰ σᾶς στὴν πόλη τοῦ Δαυίδ, σωτήρας, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Χριστὸς ὁ Κύριος.

Συνεπῶς, ὅταν ἀποδίδουμε στὰ Χριστούγεννα τὸ πραγματικό τους νόημα, κι ὅταν τὰ ἑορτάζουμε ὅπως πρέπει, δηλαδὴ πνευματικά, τότε ἐπιτυγχάνεται καὶ ὁ μέγας σκοπὸς τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ἡ ἕνωσή μας μὲ Αὐτόν, ἡ Θέωσή μας καὶ καταργεῖται τὸ ἔργο τοῦ διαβόλου, ἀκυρώνονται τὰ σκοτεινὰ σχέδια του, ἀπομονώνεται, χάνεται ἀπʼ τὴν ζωή μας!

* * *

Εἶναι ἑπόμενο, λοιπόν, ὅπως πολέμησε τοῦ Χριστοῦ τὴν γέννηση ὡς γεγονότος (ἀπ’ τὸ νὰ μὴ βρίσκεται πανάρετη γυναίκα, γιὰ νὰ ἀξιωθεῖ νὰ γίνει μητέρα Του, πράγμα ποὺ ἔγινε τελικὰ μὲ τὴν Παναγία, ὡς τοὺς διωγμοὺς μὲ τὴν σφαγὴ τῶν νηπίων ἀπʼ τὸν Ἡρώδη), ἔτσι καὶ τὴν πολεμᾶ ἀδιάκοπα ἔκτοτε ὡς ἑορτῆς. Πάρα πολλὰ ἔγιναν στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων, ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἐξιστορήσουμε. Μόνο δυὸ λόγια θὰ ἀναφέρουμε καὶ κάποια ἁπλὰ παραδείγματα.

Ἄλλοι ἔγραψαν μυθολογίες γιὰ τὰ Χριστούγεννα, ἄλλοι τὰ παρερμήνευσαν γιατί δὲν θέλησαν νὰ τὰ βιώσουν κι ἄλλοι προσπάθησαν νὰ τὰ καταργήσουν μὲ κρατικὲς διαταγές, μία τακτικὴ ποὺ ὀνομάστηκε «Ἡρωδισμός»!

Πολλὰ ἔκαναν ἐπ’ αὐτοῦ οἱ αἱρέσεις (ὅπως ἡ φοβερότερη ὅλων ὁ Δοκητισμός, ὁ Μονοφυσιτισμὸς κ.λπ.), διάφοροι φιλόσοφοι (ὅπως ὁ Ἀνσέλμος τὸν 11ο αἰώνα), πολλοὶ ἄθεοι κι ἐχθροί τῆς Πίστης (ὅπως ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης) κ.λπ. Τὸν περασμένο αἰώνα στὴν κομμουνιστικὴ ΕΣΣΔ (Ρωσία κλπ.) εἶχαν ἀπαγορευτεῖ τὰ Χριστούγεννα ἀπὸ τὸ 1917 μέχρι τὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾽80, ὁπότε καὶ κατέρρευσε τὸ καθεστώς! Ὅταν δὲ κυβερνοῦσε ὁ Στάλιν, τὰ Χριστούγεννα εἶχαν ἀντικατασταθεῖ ἀπὸ τὰ… Σταλινούγεννα, μὲ τὴν ἑορτὴ δηλαδὴ τῆς δικῆς του γέννησης!

Ἀλλʼ ἡ χειρότερη πολεμικὴ ὅλων, εἶναι αὐτὴ τῆς ἐκκοσμίκευσης τῶν Χριστουγέννων! Πρόκειται γιὰ ἕνα ἑορτασμὸ ὄχι πνευματικό, ὅπως τὸν ἀναφέραμε, ἀλλὰ κοσμικό, ἐντελῶς κοσμικὸ ὅσο γίνεται… Ἕνα τρόπο ποὺ μεταβάλλει τὸ μέγα ὑπερκόσμιο γεγονός, σὲ ἐγκόσμιο καὶ καθαρὰ ὑλιστικό! Οὔτε λόγος νὰ γίνεται γιὰ πνευματικὴ προετοιμασία, δηλαδὴ νηστεία, μετάνοια, ἐξομολόγηση, Θεία Κοινωνία, προσευχή, Θεία Λειτουργία, ἀλλὰ καὶ ἔμπρακτη ἀγάπη, συγχωρητικότητα, καλοσύνη, ἐλεημοσύνη καὶ στοργὴ στὸν συνάνθρωπο, γιὰ σκέψεις καὶ ἀποφάσεις πνευματικές. Λόγος νὰ γίνεται μονάχα γιὰ τὰ ρεβεγιόν, τὰ στολίδια, τὰ φαγητά, τὰ γλέντια, τοὺς χορούς, τὰ ξενύχτια, τὰ ταξίδια καὶ μάλιστα τὰ ἐξωτικά, τὰ δῶρα, τὶς χαρτοπαιξίες, τὰ πάσης μορφῆς θεάματα καὶ διασκεδάσεις, τὶς κάθε εἴδους ἀπολαύσεις καὶ ἡδονές! Ὅλα τους τόσο κοσμικά, ὅλα τους ἀντιπνευματικά, ὅλα τους πτυχὲς τῆς «ὡραίας ζωῆς», καὶ ὄχι τῆς Οὐράνιας Ζωῆς, ποὺ ζητᾶ ἀπὸ μᾶς ὁ Χριστός. Καμμία σχέση μὲ τὸν «Θεοπρεπῆ» ἑορτασμό, ὅπως τὸν προσδιορίζει ἡ Ἐκκλησία. Φθάσαμε νὰ κατανοοῦμε πὼς ἔρχονται Χριστούγεννα, ἀπὸ τὶς στολισμένες βιτρίνες τῶν ἐμπόρων, ἀπὸ τὰ φωτάκια, ποὺ ἀναβοσβήνουν στὸ μπαλκόνι τοῦ διπλανοῦ μας, ἀπ’ τὰ ἔλατα, ποὺ πωλοῦνται στοὺς δρόμους, ἀπὸ κάποιες προσκλήσεις σὲ γεύματα καὶ τὰ λεγόμενα «ἑορταστικὰ» προγράμματα τῆς τηλεόρασης, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς ἐκδηλώσεις τοῦ κόσμου…

Ὅποτε μιλᾶμε γιὰ ἀπολυτοποίηση τῆς ὕλης, γιὰ τὴν ἄκρατη κοσμικότητα, γιὰ τὴν ἀπόρριψη κάθε πνευματικῆς πλευρᾶς τῶν πραγμάτων, μιλᾶμε γιὰ Χριστούγεννα χωρὶς Χριστό! Γιὰ ἕνα «πνεῦμα Χριστουγέννων» ὅπως λένε «μαγικό», δηλαδὴ δαιμονικό! Τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, μὲ λογικὴ καὶ μέτρο καὶ στὸβαθμὸ ποὺ μᾶς εἶναι ἀπαραίτητα, δὲν τὰ ἀπορρίπτουμε βέβαια. Ὅμως ἕπονται, δὲν προηγοῦνται, οὔτε καὶ ἀπολυτοποιοῦνται στὴ ζωή μας. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ στὸν Σατανᾶ, ποὺ τὸν πείραζε στὴν ἔρημο, τούτη ἦταν: «Οὐκ ἐπʼ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρω πος…». Χόρτασε, ἐκεῖ στὴν ἔρημο πάλι, τοὺς «πεντακισχίλιους» ἀλλὰ καὶ τοὺς «τετρακισχίλιους», ἀφοῦ γεύτηκαν πλήρως καὶ ἐπὶ ἡμέρες τὰπνευματικὰ ἀγαθὰ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια Του τὴν παρουσία, δηλαδὴ ἀφοῦ Τὸν γεύτηκαν πλήρως. Κι αὐτὰ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ἦταν στὸ βαθμὸ καὶ τὸ εἶδος ποὺ ἔπρεπε. Τίποτ’ ἄλλο! Μέσα σ’ αὐτὴ τὴ λογικὴ δὲν εἶναι δομημένα καὶ τὰ δικά μας Ἑλληνορθόδοξα ἔθιμα;

Ὁ Ἐ. Μορὲν στὸ βιβλίο του «Πνεῦμα τῶν καιρῶν» ἀναφέρει πολὺ εὔστοχα: «Ἡ ζωὴ δὲν μπορεῖ νὰ καταναλώσει τὰ πάντα καὶ ἡ καταναλωτικὴ κοινωνία δὲν μπορεῖ οὔτε καὶ θὰ μπορέσει ποτὲ νὰ δώσει τὰπάντα»! Συνεπῶς τί ἀπαιτεῖται;

* * *
Τὸ πράγμα δὲν εἶναι καθόλου ἁπλό! Γιατί σήμερα, κατὰ τρόπο ἀπόλυτα ὀργανωμένο καὶ μὲ πολὺκομπασμό, ἐπιχειρεῖται τόσο μὲ τὴν «Παγκοσμιοποίηση» ὅσο καὶ τὴν κίνηση τῆς «Νέας Ἐποχῆς», ποὺ τὴν προωθεῖ παντοῦ, ἡ προβολὴ εἰδωλολατρικῆς ἀτμόσφαιρας στοὺς ἑαυτούς μας, στὰ σπίτια μας καὶ τὶς κοινωνίες μας καὶ ἡ καθιέρωση τῆς ἀντίληψης πὼς ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ὁ Σωτήρας μας! Νὰ γιατί αὐτοὶποὺ πέφτοντας θύματα σ’ αὐτὴ τὴ διαδικασία, χάνουν τελείως τὸ νόημα τῆς ἑορτῆς, δὲν τὰ ἑορτάζουν πνευματικὰ, ἀλλ’ ἐντελῶς κοσμικά, ὁπότε καὶ στὸ τέλος δὲν νοιώθουν τὴ χαρὰ τῶν Χριστουγέννων,ἀλλὰ τὴν μελαγχολία καὶ τὴ θλίψη. Θὰ δοῦμε καὶ ἐφέτος τὶς ἐφημερίδες νὰ ἔχουν τίτλους σὰν αὐτούς: «Ἡ μελαγχολία τῶν γιορτινῶν ἡμερῶν», «Πῶς νὰ ἀποφύγετε τὴ μελαγχολία τῶν ἑορτῶν», «ΤὰΧριστούγεννα τῆς μελαγχολίας», «Ἑορταστικὴ κατάθλιψη» κ.λπ.!

Λοιπόν, ἂς προετοιμαστοῦμε ὅσο καλύτερα γίνεται γιὰ τὰ πνευματικὰ Χριστούγεννα. Μᾶς εἶναιἀπαραίτητη ἡ εὐφροσύνη τους. Τότε θὰ δοῦμε μέσα μας νὰ γεννιέται ὁ Χριστός…ΧΡΙΣΤ

(Περισσότερα βλέπετε στὸ βιβλίο “ΟΧΙ ΣΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ Ν. ΕΠΟΧΗΣ”)

Κ. Γ. Παπαδημητρακόπουλος

Ορθόδοξος Τύπος, 21/12/2012

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τὰ ὄνειρα (Αγ. Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Δεκεμβρίου, 2015

Οἱ δαίμονες χρησιμοποιοῦν τὰ ὄνειρα γιὰ νὰ ἐνοχλήσουν καὶ νὰ πληγώσουν τὶς ἀνθρώπινες ψυχές. Μὲ παρόμοιο τρόπο οἱ ἄπειροι στὸν πνευματικὸ ἀγώνα Χριστιανοὶ ποὺ δίδουν σημασία στὰ ὄνειρα κάνουν κακὸ στὸν ἑαυτό τους. Εἶναι, ἔτσι, σημαντικὸ νὰ διακρίνουμε τὴν ἀκριβῆ σημασία τῶν ὀνείρων σὲ κάποιο πρόσωπο ποὺ ἡ φύση του δὲν ἔχει ἀνανεωθεῖ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου ἡ κατάσταση ἑνὸς κοιμωμένου προσώπου εἶναι τέτοια ὥστε ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος χάνει τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς ὑπάρξεώς του καὶ εἶναι σὲ μία κατάσταση λήθης. Κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου ὅλες οἱ ἑκούσιες δραστηριότητες καὶ ἐργασίες σταματοῦν.

Συνεχίζει μόνο αὐτὴ ἡ δραστηριότητα ποὺ εἶναι ἀναγκαία γιὰ τὴν ὕπαρξη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ σταματήσει. Στὸ σῶμα τὸ αἷμα συνεχίζει τὴν κυκλοφορία του, τὸ στομάχι χωνεύει τὴν τροφή, οἱ πνεύμονες διατηροῦν τὴν ἀναπνοή, τὸ δέρμα ἐφιδρώνει. Στὴν ψυχὴ οἱ σκέψεις, οἱ φαντασίες καὶ οἱ αἰσθήσεις συνεχίζουν νὰ παράγονται, χωρίς, ὅμως, τὴν ἐξάρτηση τῆς θελήσεως καὶ τῆς λογικῆς ἀλλὰ μὲ τὴ δράση τῆς ὑποσυνείδητης φύσεώς μας.

Ἕνα ὄνειρο ἀποτελεῖται ἀπὸ τέτοιες φαντασίες συνοδευόμενες ἀπὸ παράξενες σκέψεις καὶ αἰσθήματα. Συχνὰ φαίνεται παράξενο ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὶς θεληματικὲς καὶ ἐν ἐπιγνώσει σκέψεις τοῦ ἀνθρώπου. Ἀντίθετα παρουσιάζονται ξαφνικὰ καὶ παράδοξα σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους καὶ ἀπαιτήσεις τῆς φύσεως. Συχνὰ ἕνα ὄνειρο ἔχει μία χωρὶς συνοχὴ ἐντύπωση τῶν ἑκουσίων σκέψεων καὶ ἐπιθυμιῶν ἐνῶ ἄλλες εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς ἰδιαίτερα ἠθικῆς καταστάσεως τοῦ λογικοῦ.

Ἔτσι ἕνα ὄνειρο δὲν μπορεῖ καὶ δὲν πρέπει καθ’ αὐτὸ νὰ ἔχει ὁποιαδήποτε σημασία. Ἡ ἐπιθυμία μερικῶν ἀνθρώπων νὰ δοῦν στὰ παραληρήματα τῶν ὀνείρων τους πρόβλεψη γιὰ τὸ μέλλον τους ἤ τὸ μέλλον ἄλλων ἀνθρώπων ἤ κάποιο ἄλλο νόημα εἶναι ἀνόητη καὶ παράλογη.

Πῶς μπορεῖ αὐτὸ νὰ εἶναι ἔτσι, αὐτὸ ποὺ δὲν ἔχει αἰτία ὑπάρξεως; Οἱ δαίμονες ποὺ ἔχουν πρόσβαση στὶς ψυχές μας κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὡρῶν ποὺ εἴμαστε ξύπνιοι ἔχουν ἐπίσης πρόσβαση σ’ αὐτὲς κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου. Ἐπίσης κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου μᾶς πειράζουν στὸ νὰ ἁμαρτήσουμε μὲ τὸ νὰ ἀναμιγνύουν τὴ δική τους φαντασία μὲ τὴ δική μας. Ἀκόμη ὅταν δοῦν μέσα μας ἕνα ἐνδιαφέρον γιὰ ὄνειρα προσπαθοῦν νὰ αὐξήσουν τὸ ἐνδιαφέρον μας γιὰ τὰ ὄνειρά μας. Σιγὰ – σιγὰ μάλιστα μᾶς πείθουν νὰ τὰ ἐμπιστευόμαστε. Μία τέτοια ἐμπιστοσύνη συνοδεύεται πάντα ἀπὸ πλάνη καὶ ἡ πλάνη κάνει τὶς διανοητικές μας ἀπόψεις γιὰ τὸν ἑαυτό μας νὰ λανθάνονται, ὁπότε ὅλη μας ἡ ἐνεργητικότητα γίνεται σαθρή. Αὐτὸ ἀκριβῶς θέλουν καὶ οἱ δαίμονες.

Σ’ αὐτοὺς ποὺ εἶναι προχωρημένοι σ’ αὐτὴ τὴν ἐγωιστικὴ αὐτοθεώρηση οἱ δαίμονες ἀρχίζουν νὰ παρουσιάζονται σὰν ἄγγελοι φωτὸς στὴ μορφὴ μαρτύρων καὶ ἁγίων ἀκόμη καὶ αὐτῆς τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Χαίρονται μὲ τὸν τρόπο ποὺ ζοῦν αὐτοὶ οἱ πλανεμένοι, τοὺς ὑπόσχονται οὐράνια στέμματα καὶ μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο τοὺς ὁδηγοῦν σὲ μεγάλο ὕψος αὐτοεκτιμήσεως καὶ ὑπερηφάνειας. Αὐτὸ τὸ ὕψος εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἡ ἄβυσσος τοῦ ὀλέθρου τους.

Πρέπει νὰ ξέρουμε ὅτι ἀναμφίβολα στὴν παροῦσα μας κατάσταση, ποὺ ἀκόμη δὲν ἔχει ἀνανεωθεῖ μὲ τὴ χάρη, δὲν εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ δοῦμε ἄλλα ὄνειρα ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ὕπουλα ἑτοιμάζουν γιὰ μᾶς οἱ δαίμονες. Ὅπως κατὰ τὴ διάρκεια ποὺ εἴμαστε ξύπνιοι ξεσηκώνονται μέσα ἀπὸ τὴν πεπτωκυία φύση μας ἤ προκαλοῦνται ἀπὸ δαίμονες σκέψεις καὶ ἐπιθυμίες — ἔτσι συμβαίνει καὶ ὅταν κοιμόμαστε. Ὅπως καὶ ὅταν εἴμαστε ξύπνιοι νοιώθουμε θεία παρηγοριὰ ποὺ πηγάζει ἀπὸ κατάνυξη (λόγω τῆς ἀντιλήψεως τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, τῆς μνήμης θανάτου καὶ τῆς Τελικῆς Κρίσεως). Μόνο αὐτὲς οἱ σκέψεις ἐμφανίζονται μέσα ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ φυτεύτηκε μέσα μας μὲ τὸ ἅγιο βάπτισμα καὶ μᾶς μεταφέρονται μέσα μας σὲ ἀναλογία μὲ τὴ μετάνοιά μας. Ἔτσι μὲ παρόμοιο τρόπο πολὺ σπάνια καὶ σὲ ἐξαιρετικὴ ἀνάγκη οἱ Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ μᾶς ἀπεικονίζουν ἤ μᾶς παρουσιάζουν τὸ τέλος μας ἤ τὰ βάσανα τῆς κολάσεως ἤ τὴν Τελικὴ Κρίση τοῦ Θεοῦ πέραν τοῦ Τάφου. Ἀπὸ τέτοια ὄνειρα ἐρχόμαστε σὲ συναίσθηση καὶ φόβο Θεοῦ σὲ κατάνυξη, σὲ μετάνοια. Ἀλλὰ τέτοια ὄνειρα δίδονται πολὺ σπάνια σὲ ἐξαιρετικὴ ἀνάγκη σὲ ἁγιασμένες ψυχὲς ἀλλὰ καὶ σὲ πολὺ ἁμαρτωλοὺς σύμφωνα μὲ τὴν ἀνεξιχνίαστη καὶ εἰδικὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Δίδονται ἐξαιρετικὰ σπάνια ὄχι λόγω τῆς «τσιγγουνιᾶς» τῆς Θείας Χάρης — ὄχι! Ἀλλὰ διότι ὅ,τι γίνεται σὲ μᾶς ἔξω ἀπὸ τὴ ρουτίνα μᾶς ὁδηγεῖ σὲ ὑπερηφάνεια καὶ αὐτοεκτίμηση καὶ ὑποσκάπτει τὴν ταπείνωσή μας ποὺ εἶναι τόσο σημαντικὴ γιὰ τὴ σωτηρία μας.

Τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐκπλήρωση τοῦ ὁποίου ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐκφρασθεῖ στὴν Ἁγία Γραφὴ τόσο καθαρά, τόσο δυναμικὰ καὶ μὲ τόση λεπτομέρεια οὕτως ὥστε εἶναι ἐντελῶς περιττὸ τὸ νὰ βοηθεῖται ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ νὰ διασπᾶται ἡ συνηθισμένη ὁδὸς τῶν πραγμάτων.

Σ’ αὐτὸν ποὺ ζητοῦσε τὴν ἀνάσταση ἑνὸς νεκροῦ ἀνθρώπου ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀποσταλεῖ καὶ νὰ προειδοποιήσει τοὺς ἀδελφούς του εἰπώθηκε: «ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. Ὁ δὲ εἶπεν οὐχὶ πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ’ ἐὰν τὶς ἀπὸ νεκρῶν πορευθῆ πρὸς αὐτοὺς μετανοήσουσιν. Εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐὰν τὶς ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται» (Λουκ. ιστ’, 27-31).

Ἡ πείρα ἔχει δείξει ὅτι πολλοὶ ποὺ τοὺς παραχωρήθηκε νὰ δοῦν στὸν ὕπνο τους ὁράματα βασάνων — συγκλονίστηκαν ἀπὸ τὸ ὅραμα γιὰ λίγο καὶ μετὰ ὅμως ξεχάστηκαν καὶ μαζὶ ξέχασαν ὅ,τι εἶδαν καὶ ζοῦσαν μιὰ ἀπρόσεκτη πνευματικὰ ζωή.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη αὐτοὶ ποὺ δὲν εἶχαν ὁποιαδήποτε ὁράματα ἀλλὰ προσεκτικὰ μελετοῦσαν τὸ θεῖο Νόμο, σταδιακὰ ὁδηγήθηκαν στὸ φόβο Θεοῦ, ἀπέκτησαν πνευματικὴ δύναμη καὶ νίκη καὶ μὲ χαρὰ ποὺ γεννιέται ἀπὸ τὴν οἰκειοποίηση τῆς σωτηρίας πέρασαν ἀπὸ τὸ ἐπίγειο πέπλο τῶν θλίψεων στὴν εὐλογημένη αἰωνιότητα.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος συζητᾶ τὸ ρόλο ποὺ παίζεται ἀπὸ τοὺς δαίμονες στὰ ὄνειρα μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο: «… Ἀφοῦ ἐγκαταλείψουμε γιὰ τὸν Κύριον τὰ σπίτια μας καὶ τοὺς οἰκείους μας καὶ μὲ τὴν ξενιτεία γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πωλήσουμε τὸν ἑαυτό μας, τότε οἱ δαίμονες ἐπιχειροῦν νὰ μᾶς ταράζουν μὲ ὄνειρα. Παρουσιάζουν δὲ σ’ αὐτὰ τοὺς ἰδικούς μας ὅτι θρηνοῦν, πεθαίνουν, καταστενοχωροῦνται καὶ βασανίζονται ἐξ αἰτίας μας. Ἐκεῖνος, λοιπόν, ποὺ πιστεύει στὰ ὄνειρα ὁμοιάζει μ’ αὐτὸν ποὺ κυνηγᾶ τὴ σκιὰ του καὶ προσπαθεῖ νὰ τὴν πιάσει» (Σοφ. Σειρὰχ λδ’, 2).

Οἱ δαίμονες τῆς κενοδοξίας ἐμφανίζονται στὸν ὕπνο μας σὰν προφῆτες. Συμπεραίνουν, σὰν πανοῦργοι ποὺ εἶναι, μερικὰ ἀπὸ τὰ μέλλοντα νὰ συμβοῦν καὶ νὰ μᾶς τὰ προαναγγέλουν. Καὶ ὅταν αὐτὰ πραγματοποιηθοῦν ἐμεῖς μένουμε ἔκθαμβοι καὶ ὑπερηφανεύεται ὁ λογισμός μας μὲ τὴν ἰδέα ὅτι πλησιάσαμε στὸ προορατικὸ χάρισμα». (Κεφ. Γ’, 38 – 39).

Ὁ ἅγιος Κασσιανὸς διηγεῖται γιὰ ἕνα μοναχὸ στὴ Μεσοποταμία ποὺ ζοῦσε μία πάρα πολὺ ἐρημικὴ καὶ ἀσκητικὴ ζωὴ ἀλλὰ ἀπώλεσε τὴν ψυχή του, διότι πλανήθηκε ἀπὸ διαβολικὰ ὄνειρα. Παρατήρησε ὅτι ὁ μοναχὸς δὲν πολυπρόσεχε τὴν πνευματική του πρόοδο ἀλλὰ ἐνδιαφερόταν μόνο γιὰ τοὺς σωματικοὺς κόπους γιὰ τοὺς ὁποίους καὶ αἰσθανόταν περήφανος. Ὁ διάβολος τότε, λοιπόν, ἄρχισε νὰ τοῦ παρουσιάζει ὄνειρα ποὺ μὲ τὴ διαβολικὴ πονηρία του ἄρχισαν νὰ ἐπαληθεύονται. Ὅταν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ μοναχοῦ στὰ ὄνειρα καὶ στὸν ἑαυτὸ του ἐνισχύθηκε, ὁ διάβολος τοῦ παρουσίασε μπροστά του ἕνα θαυμάσιο ὄνειρο: Ἑβραίους νὰ ἀπολαμβάνουν τὶς ὀμορφιὲς τοῦ Παραδείσου — ἐνῶ οἱ Χριστιανοὶ νὰ τυραννιοῦνται μὲ τὰ βάσανα τῆς κολάσεως.

Τότε ὁ διάβολος (ντυμένος σὰν Ἄγγελος φωτὸς) συμβούλεψε τὸ μοναχὸ νὰ ἀποδεχθεῖ τὸν Ἰουδαϊσμὸ ἔτσι ὥστε νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ ἔχει ἕνα μερίδιο ἀπὸ τὴν εὐτυχία τῶν Ἰουδαίων. Αὐτὸ τὸ ἔκανε ὁ μοναχὸς χωρὶς τὸν παραμικρὸ δισταγμό.

Συνεπῶς ἀρκετὰ ἔχουν εἰπωθεῖ, γιὰ νὰ ἐξηγήσουν στοὺς ἀγαπητούς μας ἀδελφοὺς Χριστιανούς, πόσο ἀνόητο εἶναι νὰ δίνουν σημασία στὰ ὄνειρα καὶ ἀκόμη περισσότερο νὰ τὰ πιστεύουν καὶ νὰ τὰ ἐμπιστεύονται. Ἀπὸ τὴν προσοχὴ στὰ ὄνειρα ὁπωσδήποτε θὰ μπεῖ μέσα στὴν ψυχή μας ἡ ἐμπιστοσύνη σ’ αὐτά. Συνεπῶς ἀπαγορεύεται αὐστηρὰ ἀκόμη καὶ τὸ νὰ προσέχουμε στὰ ὄνειρα.

Ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀνανεωμένη μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κυβερνᾶται ἀπὸ ἐντελῶς διαφορετικοὺς νόμους ἀπὸ τὴν πεπτωκυία φύση τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἐπιμένει στὴν ἁμαρτωλὴ κατάσταση.

Ὁ κυβερνήτης τοῦ ἀναγεννημένου ἀνθρώπου εἶναι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. «Ἡ χάρη τοῦ Θείου Πνεύματος τοὺς φωτίζει» λέει ὁ Μέγας Μακάριος, «καὶ κατακάθεται στὰ βάθη τοῦ νοῦ τους». Καὶ ἔτσι εἴτε ξύπνιοι εἶναι ἤ κοιμοῦνται ἡ ψυχὴ τους παραμένει μὲ τὸν Κύριο χωρὶς ἁμαρτία, χωρὶς γήινες ἤ σαρκικὲς ἀπολαύσεις καὶ φαντασίες. Οἱ σκέψεις καὶ οἱ φαντασίες ποὺ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου εἶναι ἐκτός τοῦ ἐλέγχου τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς καὶ θελήσεως, καὶ ποὺ ἐνεργοῦν ὑποσυνείδητα στὶς ἀπαιτήσεις τῆς φύσεως, δροῦν μέσα τους κάτω ἀπὸ τὸν ἔλεγχο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὰ ὄνειρα τέτοιων ἀνθρώπων ἔχουν πνευματικὴ σπουδαιότητα. Ἔτσι ὁ δίκαιος Ἰωσὴφ ἔμαθε ἀπὸ ἕνα ὄνειρο τὸ μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Θείου Λόγου. Μ’ ἕνα ὄνειρο διατάχθηκε νὰ φύγει στὴν Αἴγυπτο καὶ σ’ ἄλλο νὰ ἐπιστρέψει στὸ Ἰσραήλ. Τὰ ὄνειρα ποὺ ἐστάλησαν ἀπὸ τὸ Θεὸ φέρνουν μαζί τους μιὰ ἀναμφισβήτητη πειθὼ ἤ βεβαιότητα. Αὐτὴ ἡ βεβαιότητα μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἁγίους του Θεοῦ ἀλλὰ ὄχι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἀκόμη ἀγωνίζονται κατὰ τῶν παθῶν τους.

(Περιοδικό «Ὀρθόδοξη Μαρτυρία», τεῦχος 28. Μετάφραση: Πρεσβύτερος Ἀναστάσιος Τελεβάντος)

http://www.alopsis.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τὸ ποτήρι τῶν θλίψεων (Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Δεκεμβρίου, 2015

Μιὰ χάρη ζήτησαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ δύο ἀγαπημένοι μαθητές Του, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, λίγο πρὶν τὸ Πάθος Του.

-Διδάσκαλε, τοῦ εἶπαν, θέλουμε αὐτὸ ποὺ θὰ σοῦ ζητήσουμε νὰ μᾶς τὸ κάνεις. -Τὶ θέλετε νὰ κάνω γιὰ σᾶς; ρώτησε Ἐκεῖνος. -Ὅταν θὰ ἐγκαταστήσεις τὴν ἔνδοξη βασιλεία Σου, τοῦ ἀποκρίθηκαν, βάλε μας νὰ καθίσουμε ὁ ἕνας στὰ δεξιά Σου καὶ ὁ ἄλλος στὰ ἀριστερά Σου. -Δὲν ξέρετε τὶ ζητᾶτε, τοὺς εἶπε τότε ὁ Ἰησούς. Μπορεῖτε νὰ πιεῖτε τὸ ποτήρι τῶν παθημάτων ποὺ θὰ πιῶ ἐγὼ καὶ νὰ βαπτιστεῖτε μὲ τὸ βάπτισμα μὲ τὸ ὁποῖο θὰ βαπτιστῶ ἐγώ;-Μποροῦμε, τοῦ λένε.

Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἀπάντησε:

-Τὸ ποτήρι ποὺ θὰ πιῶ ἐγὼ θὰ τὸ πιεῖτε, καὶ μὲ τὸ βάπτισμα τῶν παθημάτων μου θὰ βαπτιστεῖτε. Τὸ νὰ καθίσετε ὅμως στὰ δεξιά μου καὶ στὰ ἀριστερά μου δὲν μπορῶ νὰ σᾶς τὸ δώσω ἐγώ, ἀλλὰ θὰ δοθεῖ σ’ αὐτοὺς γιὰ τοὺς ὁποίους ἔχει ἑτοιμαστεῖ. (βλ. Μάρκ. 10: 35-40)

Πρόλογος

Ὁ πόνος, σωματικός ἢ ψυχικός, ἀπὸ τὶς δοκιμασίες καὶ τὰ βάσανα τούτης τῆς ζωῆς εἶναι τὸ ἀναπόφευκτο πικρὸ ποτήρι τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ πόνος εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή του. Θάνατοι, ἀρρώστιες, κατατρεγμοί, διαμάχες, φτώχεια, ἀποτυχίες, μοναξιά, φοβίες, ἀγωνίες, πειρασμοί… Πολύς καὶ ποικίλος πόνος, ποὺ ὀρθώνει ἀμείλικτα ερωτήματα στὶς ψυχές καὶ προσδίδει ἀπύθμενη τραγικότητα στὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη.

Δὲν τὸν δημιούργησε ὁ Θεός τὸν πόνο, ἀλλὰ μπῆκε στὴ ζωή τῶν ἀνθρώπων μετὰ τὴν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων, ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας. Ὁ νέος Ἀδὰμ ὅμως, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησούς, σήκωσε στοὺς ὤμους Του μαζὶ μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν πανανθρώπινο πόνο. Ἔτσι μεταμόρφωσε τὸν ἐξουθενωτικὸ χαρακτῆρα τοῦ πόνου σὲ σωτήριο φάρμακο καὶ ἀνέδειξε τὶς θλίψεις ὡς κατ’ ἐξο­χήν ὁδὸ θεραπείας, ἐξαγιασμοῦ καὶ τελειώσεως τοῦ ἀνθρώπου.

Ἀπὸ τότε ὁ Χριστός παραμένει ἡ μοναδική ἀδιάψευστη ἐλπίδα τῶν πονεμένων. Τα λόγια Του ἀντηχοῦν παρήγορα μέσα στοὺς αἰῶνες: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. 11:28). «Ἐν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἔξετε. Ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰω. 16:33).

Δίχως τὸν Χριστὸ τὰ ἀνθρώπινα δεινὰ εἶναι φορτίο βαρύ καὶ ἀσήκωτο. Μὲ τὸν Χριστὸ ὁ πόνος μετατρέπεται σὲ γλυκασμό, ἡ οδύνη σὲ παράκληση, ἡ ἀγωνία σὲ ἐλπίδα, τὸ ἄγχος σὲ ὑπομονή, ὁ Γολγοθᾶς σὲ Ἀνάσταση.

Οι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, βλέποντας κάθε δοκιμασία ὡς ἐπίσκεψη Θεοῦ καὶ ἀφορμή πνευματικοῦ κέρδους, χαίρονταν στὰ παθήματά τους, ἐνῶ ἀντίθετα ἀνησυχοῦσαν στὶς μακρὲς περιόδους ἀναψυχῆς.

Τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία γιὰ τὶς θλίψεις παρουσιάζει μὲ γλαφυρὸ τρόπο στὶς ἐπόμενες σελίδες ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ (1807-1867), ἐπίσκοπος Καυκάσου καὶ Μαύρης Θάλασσας. Ὑπῆρξε σύγχρονος καὶ ἰσάξιος τῶν μεγάλων στάρετς τῆς Ρωσίας, ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, ὁσίου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου καὶ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης.

Ο ἅγιος Ἰγνάτιος, μαζὶ μὲ τὸ λαμπρὸ παράδειγμα τῆς ὁσιακῆς του βιοτῆς, ἄφησε στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ ὡς κληρονομιὰ πολύτιμη καὶ τὰ ἐμπνευσμένα του συγγράμματα. Σὲ αὐτὰ ἡ εὐαγγελική ἀλήθεια καὶ ἡ ἁγιοπατερική διδαχή παρουσιάζονται μὲ τρόπο οἰκεῖο στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο.

Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ περιέχεται στὸν δεύτερο τόμο τῆς ἑλληνικῆς μεταφράσεως τῶν ἔργων του, «Ἀσκητικὲς ἐμπειρίες Β’», ποὺ ἐπιμελεῖται καὶ ἐκδίδει ἡ Μονή μας. Τὸ προσφέρουμε μὲ τὴν ὁλόθερμη εὐχὴ νὰ ἀγγίξει παραμυθητικὰ τὴν ψυχή κάθε πονεμένου ἀναγνώστη καὶ νὰ τοῦ προσθέσει ὑπομονή, μεγαλοψυχία, ἐλπίδα καὶ πίστη στὸν «δι’ ἡμᾶς παθόντα καὶ ἀναστάντα» Κύριο.

Θρόνους καὶ δόξα ζήτησαν ἀπὸ τὸν Κύριο δύο ἀγαπημένοι Του μαθητές. Κι Ἐκεῖνος τοὺς πρόσφερε τὸ ποτήρι Του (βλ. Μάρκ. 10:35-40).

Τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ μαρτύριο, τὰ παθήματα.

Τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ σ’ ἐκείνους ποὺ τὸ πίνουν χαρίζει ἐδῶ στὴ γῆ τὴν πρόγευση τῆς εὐλογημένης βασιλείας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἑτοιμάζει στὸν οὐρανὸ θρόνους αἰώνιας δόξας.

Ἄφωνοι στεκόμαστε ὅλοι μπροστὰ στὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ παραπονεθεῖ γι’ αὐτὸ τὸ ποτήρι, κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ αὐτὸ τὸ ποτήρι. Γιατὶ Ἐκεῖνος ποὺ μᾶς πρόσταξε νὰ τὸ γευθοῦμε, τὸ ἦπιε πρῶτος ἀπ’ ὅλους.

Ὡ δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ! Θανάτωσες στὸν παράδεισο τοὺς προπάτορές μας, ἐξαπατώντας τους μὲ τὸ δόλωμα τῆς αἰσθησιακῆς ἡδονῆς καὶ μὲ τὸ δόλωμα τῆς λογικῆς (βλ. Γεν. 2:9, 16-17. 3:1-7). Ὁ Χριστός, ὁ Λυτρωτὴς τῶν καταδικασμένων ἀνθρώπων, ἔφερε στὴ γῆ, στοὺς πεσμένους καὶ ἐξορίστους, τὸ δικό Του ποτήρι, τὸ ποτήρι τῆς σωτηρίας. Ἡ πίκρα τοῦ ποτηριοῦ Του ἐξαφανίζει ἀπὸ τὴν καρδιὰ τὴ θανάσιμη καὶ ἁμαρτωλή ἡδονή. Ἡ ταπείνωση, ποὺ ξεχειλίζει ἀπὸ τὸ ποτήρι Του, θανατώνει τὸ ὑπερήφανο σαρκικὸ φρόνημα. Ὅποιος πίνει τοῦτο τὸ ποτήρι μὲ πίστη καὶ ὑπομονή, ἀποκτᾶ πάλι τὴν αἰώνια ζωή, ποὺ τὴ στερηθήκαμε ἐξαιτίας τῆς γεύσης τοῦ ἀπαγορευμένου καρποῦ.

Θα πιῶ τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ, «θα πιῶ τὸ ποτήρι τῆς σωτηρίας» (Ψαλμ. 115:4).

Τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ τὸ δέχεται ὁ χριστιανός, ὅταν τὶς θλίψεις τῆς ἐπίγειας ζωῆς τὶς ὑπομένει μὲ τὸ πνεῦμα τῆς εὐαγγελικῆς ταπεινοφροσύνης.

Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Πέτρος ὅρμησε μὲ γυμνὸ μαχαίρι νὰ ὑπερασπίσει τὸν Θεάνθρωπο, ποὺ ἦταν περικυκλωμένος ἀπὸ τοὺς ἀνόμους. Μὰ ὁ πραότατος Κύριος Ἰησοῦς εἶπε στὸν Πέτρο: «Βάλε τὸ μαχαίρι στὴ θήκη. Θέλεις νὰ μὴν πιῶ τὸ ποτήρι ποὺ ὅρισε ὁ Πατέρας γιὰ μένα;» (Ἰω. 18:11).

Λέγε κι ἐσὺ τὸ ἴδιο, γιὰ νὰ παρηγορήσεις καὶ νὰ δυναμώσεις τὴν ψυχή σου, ὅταν οἱ συμφορές σὲ περικυκλώνουν: «Νὰ μὴν πιῶ τὸ ποτήρι ποὺ ὅρισε ὁ Πατέρας γιὰ μένα;».

Πικρὸ εἶναι τὸ ποτήρι. Μιὰ μόνο ματιὰ ἂν τοῦ ρίξει ὁ ἄνθρωπος, χάνει τὴ λογική του. Ἐσύ, ὅμως, στὴ θέση τῆς λογικῆς βάλε τὴν πίστη καὶ πιὲς μὲ γενναιότητα τὸ πικρὸ ποτήρι. Σοῦ τὸ προσφέρει ὁ Πατέρας σου, ὁ πανάγαθος καὶ πάνσοφος Πατέρας σου.

Δὲν σοῦ τὸ ἑτοίμασαν οὔτε οἱ Φαρισαῖοι οὔτε ὁ Καϊάφας οὔτε ὁ Ἰούδας! Δὲν σοῦ τὸ δίνουν οὔτε ὁ Πιλᾶτος οὔτε οἱ στρατιῶτες του! «Νὰ μὴν πιῶ τὸ ποτήρι ποὺ ὅρισε ὁ Πατέρας γιὰ μένα;».

Οἱ Φαρισαῖοι ραδιουργοῦν, ὁ Ἰούδας προδίδει, ὁ Πιλᾶτος προστάζει τὸν ἄνομο φόνο, οἱ στρατιῶτες ἐκτελοῦν τὸ πρόσταγμά του. Ὅλοι, μὲ τὶς πονηρές τους πράξεις, ἑτοίμασαν τὴ βέβαιη καταστροφή τους. Μὴν ἑτοιμάζεις κι ἐσὺ τὴν ἐξίσου βέβαιη καταστροφή σου μὲ τὴ μνησικακία, μὲ τὴν ἐπιθυμία ἢ τὴν πρόθεση ἐκδικήσεως καὶ μὲ τὴν ἀγανάκτηση ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν σου.

Ὁ οὐράνιος Πατέρας εἶναι παντοδύναμος καὶ παντεπόπτης. Βλέπει τὶς θλίψεις σου. Ἄν, λοιπόν, ἦταν ἀπαραίτητη καὶ ὠφέλιμη γιὰ σένα ἡ ἀποφυγή τοῦ ποτηριοῦ Του, ὁπωσδήποτε θὰ σοῦ τὸ ἔπαιρνε.

Ὅπως μαρτυροῦν ἡ Ἁγία Γραφή καὶ ἡ Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, ὁ Κύριος πολλὲς φορὲς ἔχει ἐπιτρέψει νὰ δοκιμαστοῦν μὲ θλίψεις ἀγαπημένα Του πρόσωπα, ἀλλὰ καὶ πολλὲς φορὲς ἔχει ἀπομακρύνει τὶς θλίψεις ἀπὸ τοὺς φίλους Του, σύμφωνα μὲ τὶς ἀνεξιχνίαστες βουλές Του.

Ὅταν ἐμφανίζεται μπροστὰ σου τὸ ποτήρι, μὴν κοιτᾶς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σοῦ τὸ δίνουν. Σήκωσε τὰ μάτια σου στὸν οὐρανὸ καὶ λέγε: «Νὰ μὴν πιῶ τὸ ποτήρι ποὺ ὅρισε ὁ Πατέρας γιὰ μένα;».

«Θα πιῶ τὸ ποτήρι τῆς σωτηρίας» (Ψαλμ. 115:4). Δὲν μπορῶ νὰ ἀρνηθῶ τὸ ποτήρι, τὸ ἐχέγγυο τῶν οὐράνιων καὶ αἰώνιων αγαθών. Ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ μὲ διδάσκει τὴν ὑπομονή: «Για νὰ μποῦμε στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ περάσουμε ἀπὸ πολλές θλίψεις» (Πράξ.14:22). Πῶς εἶναι δυνατὸ ν’ ἀρνηθῶ τὸ ποτήρι αὐτό, τὸ μέσο μὲ τὸ ὁποῖο θὰ φτάσω στὴν οὐράνια βασιλεία καὶ θὰ τὴν οἰκειωθῶ ὁλοκληρωτικά; Ναί, θὰ δεχθῶ τὸ ποτήρι, θὰ δεχθῶ τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ!

Τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ εἶναι, στ’ ἀλήθεια, δῶρο τοῦ Θεοῦ. «Σ’ ἐσᾶς», ἔγραφε ὁ μέγας Παῦλος στοὺς χριστιανούς τῶν Φιλίππων, «δόθηκε τὸ χάρισμα ὄχι μόνο νὰ πιστεύετε στὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποφέρετε γι’ Αὐτόν» (Φιλιπ. 1:29).

Τὸ ποτήρι φαινομενικὰ τὸ παίρνεις ἀπὸ χέρια ἀνθρώπινα. Τὶ σημασία ἔχει γιὰ σένα ἂν σοῦ τὸ δίνουν δίκαια ἢ ἄδικα; Ἐσὺ ὀφείλεις νὰ φερθεῖς σωστά, ὅπως ταιριάζει σ’ ἕναν ἀκόλουθο τοῦ Ἰησοῦ: Μὲ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ μὲ ζωντανὴ πίστη νὰ δεχθεῖς τὸ ποτήρι. Καὶ ἀφοῦ τὸ δεχθεῖς, μὲ ἀνδρεία νὰ τὸ πιεῖς ὅλο, ὡς τὴν τελευταῖα του σταγόνα.

Ὅταν παίρνεις τὸ ποτήρι ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἀνθρώπων, νὰ σκέφτεσαι ὅτι προέρχεται ἀπ’ Αὐτόν, ποὺ εἶναι ὄχι ἁπλῶς Ἀθῶος ἀλλὰ καὶ Πανάγιος. Καὶ καθὼς θὰ τὸ σκέφτεσαι, νὰ ἐπαναλαμβάνεις γιὰ σένα καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους ταλαίπωρους ἁμαρτωλοὺς τὰ λόγια τοῦ μακάριου καὶ συνετοῦ ἐκείνου ληστοῦ, ποὺ σταυρώθηκε στὰ δεξιὰ τοῦ σταυρωμένου Θεανθρώπου: «Ἐμεῖς δίκαια τιμωρούμαστε γι’ αὐτὰ ποὺ κάναμε… Θυμήσου με. Κύριε, ὅταν ἔρθεις στὴ βασιλεία Σου»(Λουκ. 23:41-42).

Μετὰ γύρισε στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ σοῦ δίνουν τὸ ποτήρι, καὶ πές τους: “Εὐλογημένοι νὰ εἶστε ἐσεῖς, τὰ ὄργανα τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ. Εὐλογημένοι νὰ εἶστε ἀπὸ τώρα καὶ στὴν αἰωνιότητα”. Ἄν, ὡστόσο, δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ κατανοήσουν καὶ νὰ δεχθοῦν τὰ λόγια σου, μὴ ρίξεις τὰ πολύτιμα μαργαριτάρια τῆς ταπεινώσεως στὰ πόδια ἐκείνων ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὰ ἐκτιμήσουν. Πὲς καλύτερα τὰ λόγια αὐτὰ μὲ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ σου.

Μόνο ἔτσι θὰ ἐκπληρώσεις τὴν ἐντολὴ τοῦ Εὐαγγελίου ποὺ λέει: «Νὰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, νὰ δίνετε εὐχές σ’ ἐκείνους ποὺ σᾶς δίνουν κατάρες» (Ματθ. 5:44).

Νὰ προσεύχεσαι στὸν Κύριο γι’ αὐτούς ποὺ σὲ λύπησαν ἢ σὲ πρόσβαλαν. Νὰ Τὸν παρακαλᾶς νὰ τοὺς ἀνταποδώσει πρόσκαιρα καὶ αἰώνια ἀγαθὰ σ’ αὐτὸ ποὺ σοῦ ἔκαναν, καὶ νὰ τοὺς τὸ λογαριάσει σὰν ἀρετὴ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως.

Ἀκόμα κι ἂν ἡ καρδιὰ σου δὲν θέλει νὰ φερθεῖς μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ἀντιδρᾶ, ἐσὺ ἀνάγκασέ την. Τὸν οὐρανὸ μποροῦν νὰ τὸν κληρονομήσουν μόνο ὅσοι ἀσκοῦν βία στὸν ἑαυτό τους γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν (βλ. Ματθ. 11:12).

Ἂν δὲν θέλεις νὰ φερθεῖς ἔτσι, τότε δὲν θέλεις νὰ εἶσαι ἀκόλουθος καὶ μαθητὴς τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μὲ προσοχὴ κοίταξε βαθιὰ μέσα σου καὶ ἀναρωτήσου: Μήπως βρῆκες ἄλλο δάσκαλο; Μήπως ὑπο­τάχθηκες σ’ αὐτόν; Δάσκαλος τοῦ μίσους εἶναι ὁ διάβολος.

Φρικτὸ ἔγκλημα εἶναι ἡ ἀδικία ἢ ἡ καταπίεση τοῦ πλησίον. Ἀκόμα πιὸ φρικτὸ ἔγκλημα εἶναι ὁ φόνος. Ἄν, ὅμως, μισεῖς τὸν καταπιεστή σου, τὸν συκοφάντη σου, τὸν προδότη σου, τὸν φονιά σου, ἂν δὲν ξεχνᾶς τὸ κακὸ ποὺ σοῦ ἔκαναν, ἢ καὶ τοὺς ἐκδικεῖσαι, διαπράττεις ἁμαρτία βαριὰ σχεδόν ὅσο καὶ ἡ δική τους. Ἄδικα παριστάνεις στὸν ἑαυτό σου καὶ στοὺς ἄλλους τὸν δίκαιο. «Ὅποιος μισεῖ τὸν ἀδελφό του εἶναι ἀνθρωποκτόνος», διακήρυξε ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ (Α’ Ιω. 3:15).

Ἡ ζωντανή πίστη στὸν Χριστό μᾶς μαθαίνει νὰ δεχόμαστε τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ, ὅταν τὸ γευόμαστε, ξεχύνει στὶς καρδιές μας τὴν ἐλπίδα στὸν Χριστό. Ἡ ἐλπίδα στὸν Χριστό, πάλι, χαρίζει στὶς καρδιές δύναμη καὶ παρηγοριά.

Τὸ παράπονο γιὰ τὸ ποτήρι ποὺ ἔχει προοριστεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ἡ ἀγανάκτηση, ἡ ἀνυπομονησία, ἡ μικροψυχία καὶ προπαντὸς ἡ ἀπελπισία εἶναι ἁμαρτίες μπροστὰ στὸν Κύριο, εἶναι τὰ κακόμορφα παιδιὰ τῆς ἐγκληματικῆς ἀπιστίας.

Εἶναι ἁμαρτία νὰ βαρυγγωμοῦμε ἐναντίον τῶν ἀδελφῶν μας, ὅταν αὐτοὶ γίνονται ὄργανα τῶν δοκιμασιῶν μας. Πολὺ μεγαλύτερη ἁμαρτία εἶναι νὰ βαρυγγωμοῦμε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ὅταν τὸ ποτήρι τῶν θλίψεων κατεβαίνει σ’ ἐμᾶς κατευθείαν ἀπὸ τὸν οὐρανό.

Ὅποιος πίνει τὸ ποτήρι μὲ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ μὲ εὐχές πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ τοῦ τὸ προσφέρουν, αὐτὸς ἔφτασε στὴν ἁγία ἀνάπαυση, στὴ χάρη τῆς εἰρήνης τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἀπὸ τώρα κιόλας ἀπολαμβάνει τὸν πνευματικὸ παράδεισο τοῦ Θεοῦ.

Τὰ πρόσκαιρα βάσανα αὐτὰ καθεαυτὰ εἶναι ἀσήμαντα. Ἐμεῖς τὰ θεωροῦμε σημαντικά, ἐπειδὴ εἴμαστε κολλημένοι στὴ γῆ καὶ στὰ φθαρτά, ἐπειδὴ εἴμαστε ψυχροὶ ἀπέναντι στὸν Χριστὸ καὶ τὴν αἰωνιότητα.

Ὅσες θλίψεις κι ἂν δοκιμάζουμε στὴν παροῦσα ζωή, αὐτὲς δὲν μποροῦν νὰ συγκριθοῦν μὲ τὰ ἀγαθὰ ποὺ μᾶς περιμένουν στὴν αἰωνιότητα, ἀλλὰ οὔτε καὶ μὲ τὴν παρηγοριὰ ποὺ ἀπὸ ἐδῶ κιόλας μᾶς χαρίζει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

«Αὐτὰ ποὺ τώρα ὑποφέρουμε», λέει ὁ ἀπόστολος, «δὲν ἰσοσταθμίζουν τὴ δόξα ποὺ μᾶς ἐπιφυλάσσει ὁ Θεός στὸ μέλλον» (Ρωμ. 8:18).

Οἱ ψυχές ποὺ δοκιμάζουν διάφορες θλίψεις, εἴτε φανερές, ἀπὸ τὶς ἐνέργειες μοχθηρῶν ἀνθρώπων, εἴτε ἀφανείς, ἀπὸ τὴν ἐπανάσταση αἰσχρῶν λογισμῶν μέσα στὸν νοῦ, ἢ ὑποφέρουν ἀπὸ σωματικές ἀσθένειες, ἂν ὑπομείνουν ὡς τὸ τέλος, θὰ ἀξιωθοῦν νὰ στεφανωθοῦν ὅπως οἱ μάρτυρες καὶ ν’ ἀποκτήσουν ὅση κι ἐκεῖνοι παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ὑπομένεις τὴν πικρὴ καὶ ἀηδιαστική γεύση τῶν φαρμάκων. Ὑπομένεις τὸν τόσο ὁδυνηρὸ ἀκρωτηριασμὸ καὶ καυτηριασμὸ κάποιου μέλους σου. Ὑπομένεις τὸ μακροχρόνιο βάσανο τῆς πείνας καὶ τὴν ἐπίσης μακροχρόνια ἀπομόνωση στὸ δωμάτιό σου, λόγω σοβαρῆς ἀρρώστιας. Ὑπομένεις τὰ πάντα, γιὰ νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ κλονισμένη ὑγεία τοῦ σώματός σου, τὸ ὁποῖο, καὶ καλὰ νὰ γίνει, ὁπωσδήποτε θὰ ξαναρρωστήσει, ὁπωσδήποτε θὰ πεθάνει καὶ θὰ λιώσει. Ὑπόμενε, λοιπόν, καὶ τὴν πίκρα τοῦ ποτηριοῦ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θὰ φέρει τὴ θεραπεία καὶ τὴν αἰώνια μακαριότητα στὴν ἀθάνατη ψυχή σου.

Τὸ ποτήρι σοῦ φαίνεται ἀνυπόφορο, θανατηφόρο; Τότε, ἂν καὶ ὀνομάζεσαι χριστιανός, δὲν ἀνήκεις στὸν Χριστό. Γιὰ τοὺς ἀληθινοὺς μαθητές τοῦ Χριστοῦ τὸ ποτήρι Του εἶναι ποτήρι χαρᾶς. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, μετὰ τὸν ξυλοδαρμό τους μπροστὰ στὸ συνέδριο τῶν πρεσβυτέρων τῶν Ἰουδαίων, «ἔφυγαν χαρούμενοι, ἐπειδὴ ὁ Θεός τοὺς ἀξίωσε νὰ κακοποιηθοῦν γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ» (Πράξ. 5:41).

Πικρές εἰδήσεις ἄκουσε ὁ δίκαιος Ἰώβ. Ἡ μιὰ μετὰ τὴν ἄλλη ἐρχόταν κι ἔπεφτε βαριὰ πάνω στὴν ἀκλόνητη καρδιὰ του. Ἀπ’ ὅλες πιὸ βαριὰ ήταν ἡ τελευταία: Ὅλοι του οἱ γιοὶ κι ὅλες του οἱ κόρες ἔχασαν ξαφνικὰ τὴ ζωή τους μὲ θάνατο βίαιο καὶ τραγικὸ (βλ. Ἰώβ 1:13-19). Ἀπὸ τὴ μεγάλη του θλίψη ὁ δίκαιος Ιώβ ξέσκισε τὰ ρούχα του κι ἔριξε στάχτη στὸ κεφάλι του. Ὕστερα, ὅμως, δείχνοντας τὴ ζωντανή του πίστη, ἔπεσε καταγῆς, προσκύνησε τὸν Κύριο καὶ εἶπε: «Ἐγώ γυμνὸς βγῆκα ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας μου, γυμνός καὶ θὰ φύγω ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτο. Ὁ Κύριος τὰ ἔδωσε ὅλα, ὁ Κύριος καὶ τὰ πῆρε πίσω. Ὅπως φάνηκε καλὸ στὸν Κύριο, ἔτσι κι ἔγινε. Ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου σ’ ὅλους τοὺς αἰῶνες!»(Ιώβ 1:21).

Μὲ ἁπλότητα καρδιᾶς νὰ ἐμπιστεύεσαι Ἐκεῖνον ποὺ καὶ τὶς τρίχες τοῦ κεφαλιοῦ σου τὶς ἔχει μετρημένες (βλ. Ματθ. 10:30). Αὐτὸς γνωρίζει πόσο πρέπει νὰ πιεῖς ἀπὸ τὸ θεραπευτικὸ ποτήρι ποὺ σοῦ προσφέρει, γιὰ νὰ γίνεις καλά.

Ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν ἀφήνει τοὺς πιστούς δούλους Του νὰ δοκιμαστοῦν πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις τους. «Ὁ Θεός, ποὺ κρατάει τὶς ὑποσχέσεις Του», γράφει ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παύλος, «δὲν θὰ ἐπιτρέψει σὲ κανέναν πειρασμὸ νὰ ξεπεράσει τὶς δυνάμεις σας. Ἀλλά, ὅταν ἔρθει ὁ πειρασμός, θὰ δώσει μαζὶ καὶ τὴ διέξοδο, ὥστε νὰ μπορέσετε νὰ τὸν ἀντέξετε» (Α’ Κορ. 10:13).

Οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν πόσο βάρος μπορεῖ νὰ σηκώσει ἕνα ζώο. Πολύ περισσότερο ἡ ἄπειρη Σοφία τοῦ Θεοῦ γνωρίζει πόσο βαριές δοκιμασίες μπορεῖ νὰ σηκώσει μιὰ ψυχή.

Ὁ κεραμοποιός γνωρίζει καὶ τὴν ἔνταση τῆς φωτιᾶς καὶ τὸν χρόνο ποὺ πρέπει νὰ μείνουν σ’ αὐτὴν τὰ πήλινα σκεύη, γιὰ νὰ ψηθοῦν σωστά. Γιατί, ἂν παραψηθοῦν, σπάζουν, κι ἂν πάλι μισοψηθοῦν, εἶναι ἀκατάλληλα γιὰ χρήση. Πολύ περισσότερο ὁ Θεός γνωρίζει πόσον καιρὸ πρέπει νὰ βαστήξει ἡ φωτιὰ τῆς δοκιμασίας καὶ πόσο δυνατή πρέπει νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ φωτιά, ὥστε τὰ λογικὰ Του σκεύη, οἱ χριστιανοί, νὰ γίνουν ἰκανοὶ γιὰ τὴν εἴσοδο στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Κοίτα συχνὰ τὸν Ἰησοῦ: Μπροστὰ στοὺς σταυρωτές Του στεκόταν ἄφωνος, «σὰν τὸ ἀρνὶ μπροστὰ σ’ αὐτὸν ποὺ τὸ κουρεύει». Παραδόθηκε στὸν θάνατο «σὰν τὸ ἀθῶο πρόβατο ποὺ ὁδηγεῖται στὴ σφαγή» (Ησ. 53:7. Πράξ. 8:32). Μὴν πάρεις ἀπ’ Αὐτόν τὰ μάτια σου, Καὶ τὶς θλίψεις σου θὰ τὶς διαλύσει μια οὐράνια, πνευματική γλυκύτητα. Μὲ τὶς πληγές τοῦ Ἰησοῦ θὰ θεραπευ­θοῦν οἱ πληγές τῆς καρδιᾶς σου.

«Φτάνει, ἐὼς ἐδώ!», εἶπε ὁ Κύριος σ’ ἐκείνους ποὺ θέλησαν νὰ Τον ὑπερασπίσουν στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Κι ὕστερα ἄγγιξε τὸ κομμένο αὐτὶ τοῦ δούλου, ποὺ εἶχε ἔρθει γιὰ νὰ Τὸν συλλάβει, καὶ τὸν θεράπευ­σε (βλ. Λουκ. 22:51).

«Μήπως νομίζεις», ἀποκρίθηκε ὁ Κύριος σ’ ἐκεῖνον ποὺ μὲ τὸ μαχαίρι προσπάθησε νὰ πάρει μακριά Του τὸ ποτήρι, «ὅτι δὲν μπορῶ νὰ παρακαλέσω τὸν Πατέρα μου, κι Αὐτὸς νὰ μοῦ στείλει γιὰ συμπαράσταση πάνω ἀπὸ δώδεκα λεγεώνες ἀγγέλων;» (Ματθ. 26:53).

Στὸν καιρὸ τῶν συμφορῶν μὴ ζητᾶς βοήθεια ἀπὸ ἀνθρώπους. Μὴ χάνεις πολύτιμο χρόνο, μὴ σπαταλᾶς τὶς ψυχικές σου δυνάμεις γυρεύοντας αὐτὴ τὴν ἀνίσχυρη βοήθεια. Ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ περιμένεις βοήθεια. Μὲ δική Του ἐντολή, ὅταν πρέπει, θὰ ἔρθουν οἱ ἄνθρωποι νὰ σὲ βοηθήσουν.

Σώπαινε ὁ Κύριος μπροστὰ στὸν Πιλᾶτο καὶ τὸν Ἡρώδη. Δὲν εἶπε οὔτε λέξη γιὰ νὰ δικαιωθεῖ. Τὴν ἁγία καὶ σοφὴ σιωπή Του νὰ μιμεῖσαι, ὅταν βλέπεις πὼς οἱ ἐχθροί σου ἐπιδιώκουν νὰ σὲ καταδικάσουν ὁπωσδήποτε, γιὰ νὰ κρύψουν μὲ τὴ δική σου καταδίκη τὴ δική τους κακή προαίρεση.

Όπως κι ἂν εμφανιστεῖ μπροστά σου τὸ ποτήρι, εἴτε σὰν τὰ σύννεφα, ποὺ μαζεύονται σιγά-σιγὰ καὶ προειδοποιοῦν γιὰ τὴν καταιγίδα, εἴτε αἰφνίδια, σὰν δυνατός ἀνεμοστρόβιλος, ἐσὺ πὲς στὸν Θεό: «Ἄς γίνει τὸ θέλημά Σου»! (Λουκ. 11:2).

Εἶσαι μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ, ἀκόλουθος τοῦ Ἰησοῦ, ὑπηρέτης τοῦ Ἰησοῦ. Ἐκεῖνος εἶπε: «Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ὑπηρετεῖ, ἂς ἀκολουθεῖ τὸν δικό μου δρόμο, κι ὅπου εἶμαι ἐγώ, ἐκεῖ θὰ εἶναι κι ὁ δικός μου ὑπηρέτης» (Ιω. 12:26). Ὁ Ἰησοῦς πέρασε τὴν ἐπίγεια ζωή Του μὲ μαρτύρια. Ἦταν κατατρεγμένος ἀπὸ τὴ γέννησή Του ὡς τὸν τάφο. Ἡ κακία Του ἑτοίμαζε πικρὸ θάνατο ἀπὸ τότε ποὺ ἦταν στὰ σπάργανα. Μὰ κι ὅταν πραγματοποίησε τὸν σκοπό της, δὲν ἱκανοποιήθηκε. Προσπάθησε νὰ ἐξαφανίσει ἀπὸ προσώπου γῆς ἀκόμα καὶ τὴ μνήμη Του.

Στ’ ἀχνάρια τοῦ Κυρίου βαδίζοντας ὅλοι οἱ ἐκλεκτοί Του, διάβηκαν ἀπὸ τὸν δρόμο τῶν πρόσκαιρων βασάνων στὴ μακάρια αἰωνιότητα. Μαζὶ μὲ τὶς σαρκικές ἀπολαύσεις δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρχει καὶ πνευματική κατάσταση. Νὰ γιατὶ ὁ Κύριος δὲν παύει νὰ προσφέρει τὸ ποτήρι Του στοὺς ἀγαπημένους Του: Ἐπειδή μ’ αὐτὸ τοὺς κάνει νεκροὺς γιὰ τὸν κόσμο καὶ ἱκανούς γιὰ τὴ ζωή τοῦ Πνεύματος. «Ἔτσι δείχνει ὁ Θεὸς τὴν πρόνοιά Του γιὰ ἕναν ἄνθρωπο, μὲ τὸ νὰ τοῦ στέλνει διαρκῶς θλίψεις», λέει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σύρος.

Ὅταν προσεύχεσαι, ζήτα ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ ἀπομακρύνει ἀπὸ σένα κάθε συμφορά, κάθε πειρασμό. Δὲν πρέπει νὰ ρίχνεσαι μὲ αὐτοπεποίθηση καὶ ἀπερίσκεπτη τόλμη στὴ δίνη τῶν θλίψεων. Σ’ αὐτὴ τὴν αὐτοπεποίθηση κρύβεται ἡ ὑπερηφάνεια. Ὅταν, ὅμως, οἱ θλίψεις ἔρχονται ἀπὸ μόνες τους, μὴν τὶς φοβᾶσαι. Μὴ νομίζεις πως ἦρθαν τυχαῖα, ἀπὸ τὴ συνδρομή τῶν περιστάσεων. Ὄχι. Ἀπὸ τὴν ἀνεξιχνίαστη πρόνοια τοῦ Θεοῦ παραχωρήθηκαν. Γεμάτος πίστη, γεμάτος ἀνδρεία καὶ μεγαλοψυχία, ταξίδευε ἄφοβα μέσα στὸ σκοτάδι καὶ τ’ ἄγρια κύματα πρὸς τὸ ἤσυχο λιμάνι τῆς αἰωνιότητας. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς σὲ καθοδηγεῖ ἀόρατα.

Μάθε νὰ λὲς μὲ βαθιὰ εὐλάβεια τὴν προσευχὴ ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος στὸν Πατέρα Του ἐκεῖ, στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ, τὶς τόσο δύσκολες ὧρες πρὶν ἀπὸ τὰ παθήματα καὶ τὸν σταυρικὸ θάνατό Του. Μ’ αὐτὴ τὴν προσευχὴ νὰ ἀντιμετωπίζεις καὶ νὰ νικᾶς κάθε θλίψη. «Πατέρα μου», εἶπε ὁ Κύριος, «ἂν εἶναι δυνατόν, ἂς μὴν πιῶ αὐτὸ τὸ ποτήρι. Ὅμως ἂς μὴ γίνει τὸ δικό μου θέλημα ἀλλὰ τὸ δικό Σου» (Ματθ. 26:39).

Νὰ προσεύχεσαι στὸν Θεὸ νὰ διώχνει μακριὰ σου τὶς συμφορές, ἀλλὰ συνάμα νὰ ἀπαρνεῖσαι τὸ θέλημά σου ὡς θέλημα ἁμαρτωλό, θέλημα τυφλό. Τὸν ἑαυτό σου, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα σου, τὶς περιστάσεις, τὶς παροῦσες καὶ τὶς μελλοντικές, τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔχεις στὴν καρδιά σου, ὅλους νὰ τοὺς ἐμπιστεύεσαι καὶ ὅλα νὰ τ’ ἀφήνεις στὸ πανάγιο καὶ πάνσοφο θέλημα τοῦ Θεοῦ.

«Μένετε ἄγρυπνοι καὶ προσεύχεστε, γιὰ νὰ μὴ σᾶς νικήσει ὁ πειρασμός. Τὸ πνεῦμα εἶναι πρόθυμο, ἡ σάρκα ὅμως εἶναι ἀδύναμη» (Μάρκ. 14:38).  Ὅταν μᾶς κυκλώνουν οἱ θλίψεις, πρέπει νὰ πυκνώνουμε τὶς προσευχές, γιὰ νὰ ἐλκύουμε πιὸ ἰσχυρὰ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ μόνο μὲ τὴ βοήθεια τῆς χάριτος μποροῦμε νὰ ξεπεράσουμε ὅλες τὶς πρόσκαιρες ἐπίγειες συμφορές.

Ὅταν πάρεις τὸ οὐράνιο δῶρο τῆς ὑπομονής, νὰ προσέχεις ἄγρυπνα τὸν ἑαυτό σου, γιὰ νὰ διατηρήσεις τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Διαφορετικά, ἡ ἁμαρτία θὰ γλιστρήσει στὴν ψυχή ἢ στὸ σῶμα σου καὶ θὰ διώξει μακριά σου τὴ χάρη. Τότε ἡ θλίψη, ποὺ παραχωρήθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο γιὰ τὴ σωτηρία σου καὶ τὴν τελείωσή σου, θὰ πέσει πάνω σου βαριὰ καὶ θὰ σὲ συντρίψει μὲ τὴ λύπη, τὴν ἀκηδία καὶ τὴν ἀπελπισία, ἐπειδὴ στὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ δὲν ἔδειξες τὴν εὐλάβεια ποὺ τοῦ πρέπει.

Οἱ ἅγιοι μάρτυρες ἔψαλλαν ὕμνους χαρᾶς, ἐνῶ βρίσκονταν μέσα σὲ ἀναμμένα καμίνια, ἐνῶ πατοῦσαν πάνω σὲ καρφιά, ἐνῶ ἦταν δεμένοι σὲ τροχούς μὲ κοφτερὰ σπαθιά, ἐνῶ ἔβραζαν μέσα σὲ καζάνια μὲ κοχλαστὸ νερὸ ἢ λάδι. Καὶ ἡ δική σου καρδιά, ὅταν μὲ τὴν προσευχή ἐλκύσει τὴν παρηγορητική χάρη καὶ μὲ τὴν πνευματική ἐγρήγορση τὴ φυλάξει μέσα της, τότε καὶ στὶς δυστυχίες καὶ στὶς πικρές συμφορές θὰ ψάλλει ὕμνους χαρᾶς, ὕμνους δοξολογίας καὶ εὐχαριστίας στὸν Θεό.

Ὁ νοῦς ποὺ καθαρίστηκε μὲ τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ, γίνεται θεατὴς πνευματικῶν ὁραμάτων. Ἀρχίζει νὰ βλέπει τὴν ἀόρατη στὸν σαρκικὸ νοῦ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀγκαλιάζει τὰ πάντα, νὰ βλέπει τὸν νόμο τῆς φθορᾶς σ’ ὅλα τὰ φθαρτά, νὰ βλέπει τὴν ἀσύλληπτη ἀλλὰ τόσο κοντινή σὲ ὅλους αἰωνιότητα, νὰ βλέπει τὸν Θεὸ στὰ μεγάλα Του ἔργα, στὴ δημιουργία καὶ τὴν ἀναγέννηση τοῦ κόσμου. Ἡ ἐπίγεια ζωή του φαίνεται σὰν ἕνα σύντομο ταξίδι, τὰ γεγονότα της τοῦ φαίνονται σὰν ὅνειρα καὶ τὰ ἀγαθά της τοῦ φαίνονται σὰν πρόσκαιρες ὀφθαλμαπάτες, σὰν φευγαλέες ἀλλὰ ὁλέθριες πλάνες τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιάς.

Καὶ γιὰ τὴν αἰωνιότητα; Τὶ καρπὸ δίνουν οἱ πρόσκαιρες αὐτὲς θλίψεις; Ὅταν ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἰωάννης ἀξιώθηκε νὰ δεῖ ἀνοιχτὸ τὸν οὐρανό, κάποιος ἀπὸ τοὺς κατοίκους του, δείχνοντας ἕνα αμέτρητο πλῆθος ὁλόλαμπρων λευκοφορεμένων πιστῶν, ποὺ γιόρταζαν μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ τὴ σωτηρία τους, τὸν ρώτησε: «Ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ φοροῦν λευκές στολές κι ἀπὸ ποῦ ἦρθαν;». Κι ὁ Θεολόγος Ἰωάννης τοῦ ἀπάντησε: «Κύριέ μου, ἐσὺ ξέρεις». Τότε ὁ οὐρανοπολίτης τοῦ εἶπε: «Αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ πέρασαν τὸν μεγάλο διωγμό, ποὺ ἔπλυναν τὴ στολή τους καὶ τὴ λεύκαναν μὲ τὸ αἶμα τοῦ Ἀρνίου. Γι’ αὐτὸ στέκονται μπροστὰ στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ καὶ Τὸν λατρεύουν μέρα καὶ νύχτα στὸν ναό Του, κι Αὐτὸς ποὺ κάθεται στὸν θρόνο θὰ εἶναι πάντα μαζί τους. Δὲν θὰ πεινάσουν πιά, οὔτε θὰ διψάσουν ποτέ. Δὲν θὰ ὑποφέρουν ἀπὸ τὸν ἥλιο οὔτε ἀπὸ ἄλλον καύσωνα. Τὸ Ἀρνίο, ποὺ εἶναι στὴ μέση τοῦ θρόνου, σὰν καλός βοσκός θὰ τοὺς κατευθύνει καὶ θὰ τοὺς ὁδηγήσει στὶς νεροπηγές τῆς ζωῆς. Ὁ Θεός θὰ ἐξαφανίσει κάθε δάκρυ ἀπὸ τὰ μάτια τους» (Αποκ. 7:13-17).

Ἡ αἰώνια ἀποξένωση ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ αἰώνιο μαρτύριο στὸν ἄδη, ἡ αἰώνια κοινωνία μὲ τοὺς δαίμονες καὶ τοὺς δαιμονοποιημένους ἀνθρώπους, ἡ αἰώνια φωτιά, ἡ αἰώνια παγωνιά, τὸ αἰώνιο σκοτάδι τῆς γέεννας -νὰ τὶ εἶναι πραγματικὰ θλίψη, θλίψη μεγάλη, φρικτή, ἀφόρητη!

Στὴ μεγάλη αἰώνια θλίψη ὁδηγοῦν οἱ ἐπίγειες ἀπολαύσεις.

Ἀπ’ αὐτὴ τὴ θλίψη προφυλάσσει καὶ σώζει τὸ ποτήρι τοῦ Χριστοῦ ὅποιον τὸ πίνει εὐγνωμονώντας καὶ δοξολογώντας τὸν Θεό. Μὲ τὸ πικρὸ ποτήρι τῶν πρόσκαιρων θλίψεων ὁ Πανάγαθος προσφέρει στὸν ἄνθρωπο τὸ ἀπέραντο καὶ αἰώνιο ἔλεός Του. Ἀμήν.


Ἡ φωνὴ τῶν Πατέρων – Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου

http://www.orthodoxfathers.com/logos/potiri-thlipseon

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η στενοχώρια δείχνει ότι δεν εμπιστευόμαστε τη ζωή μας στον Χριστό. (Άγιος Πορφύριος)

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Δεκεμβρίου, 2015

Η ελευθερία δεν κερδίζεται, αν δεν ελευθερώσομε το εσωτερικό μας απ’ τα μπερδέματα και τα πάθη.

Αυτό είναι η Εκκλησία μας, αυτή είναι η χαρά μας, αυτό είναι το παν για μας. Και ο άνθρωπος σήμερα αυτό ζητάει. Και παίρνει τα δηλητήρια και τα ναρκωτικά, για να έλθει σε κόσμους χαράς. αλλά ψεύτικης χαράς.

Κάτι αισθάνεται εκείνη τη στιγμή και αύριο είναι τσακισμένος. Το ένα τον τρίβει, τον τρώει, τον τσακίζει, τον ψήνει. Ενώ το άλλο, δηλαδή το δόσιμο στον Χριστό, τον ζωογονεί, του δίνει χαρά, τον κάνει να χαίρεται τη ζωή, να νιώθει δύναμη, μεγαλείο.

Είναι μεγάλη τέχνη να τα καταφέρετε να αγιασθεί η ψυχή σας. Παντού μπορεί ν’ αγιάσει κανείς. Και στην Ομόνοια μπορεί ν’ αγιάσει, αν το θέλει. Στην εργασία σας, όποια και να είναι, μπορείτε να γίνετε άγιοι. Με την πραότητα, την υπομονή, την αγάπη. Να βάζετε κάθε μέρα νέα σειρά, νέα διάθεση, με ενθουσιασμό και αγάπη, προσευχή και σιωπή. Όχι να έχετε άγχος και να σας πονάει το στήθος.

Να εργάζεσθε με εγρήγορση, απλά, απαλά, χωρίς αγωνία, με χαρά κι αγαλλίαση, με αγαθή διάθεση. Τότε έρχεται η θεία χάρις.

Όλα τα δυσάρεστα, που μένουν μέσα στην ψυχή σας και φέρνουν άγχος, μπορούν να γίνουν αφορμή για τη λατρεία του Θεού και να παύσουν να σας καταπονούν. Να έχετε εμπιστοσύνη στον Θεό.

Δεν είναι ανάγκη να προσπαθείτε και να σφίγγεσθε. Όλη σας η προσπάθεια να είναι ν’ ατενίσετε το φως, να κατακτήσετε το φως. Έτσι, αντί να δίδεσθε στη στενοχώρια, που δεν είναι του Πνεύματος του Θεού, να δίδεσθε στη δοξολογία του Θεού.

Η στενοχώρια δείχνει ότι δεν εμπιστευόμαστε τη ζωή μας στον Χριστό.

Η επικοινωνία με τον Χριστό, όταν γίνεται απλά, απαλά, χωρίς πίεση, κάνει τον διάβολο να φεύγει. Ο σατανάς δεν φεύγει με πίεση, με σφίξιμο. Απομακρύνεται με την πραότητα και την προσευχή. Υποχωρεί, όταν δει την ψυχή να τον περιφρονεί και να στρέφεται με αγάπη προς τον Χριστό. Την περιφρόνηση δεν μπορεί να τη υποφέρει, διότι είναι υπερόπτης. Όταν, όμως, πιέζεσθε, το κακό πνεύμα σας παίρνει είδηση και σας πολεμάει. Μην ασχολείσθε με τον διάβολο, ούτε να παρακαλείτε να φύγει.
Όσο παρακαλείτε να φύγει, τόσο σας αγκαλιάζει. Τον διάβολο να τον περιφρονείτε. Να μην τον πολεμάτε κατά μέτωπον. Όταν πολεμάς με πείσμα κατά του διαβόλου, επιτίθεται κι εκείνος σαν τίγρης, σαν αγριόγατα. Όταν του ρίχνεις σφαίρες, αυτός σου ρίχνει χειροβομβίδα. Όταν του ρίχνεις βόμβα, σου ρίχνει πύραυλο. Μη κοιτάζετε το κακό. Να κοιτάζετε την αγκαλιά του Θεού και να πέφτετε στην αγκαλιά Του και να προχωρείτε.

Ο ταπεινός έχει συνείδηση της εσωτερικής του καταστάσεως και, όσο κι αν είναι άσχημη, δεν χάνει την προσωπικότητά του… Δεν χάνει την ισορροπία του. Το αντίθετο συμβάνει με τον εγωιστή, τον έχοντα αισθήματα κατωτερότητος. Στην αρχή μοιάζει με τον ταπεινό. Λίγο, όμως, αν τον πειράξει κανείς, αμέσως χάνει την ειρήνη του, εκνευρίζεται, ταράζεται.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η νηστεία (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Δεκεμβρίου, 2015

Η κορυφή των αρετών είναι η προσευχή. Η βάση των αρετών είναι η νηστεία.

Νηστεία είναι ο διαρκής μετριασμός της τροφής με σύνεση και διάκριση. Υπερήφανε άνθρωπε! Φαντάζεσαι τόσα πολλά και τόσα υψηλά για τον νου σου, κι αυτός είναι απόλυτα και αδιάσπαστα εξαρτημένος από το στομάχι σου.

Ο νόμος της νηστείας φαινομενικά αφορά το σώμα, και ειδικότερα το στομάχι, στην πραγματικότητα όμως αφορά την ψυχή, και ειδικότερα τον νου.

Ο νους, αυτός ο βασιλιάς του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου, για να ασκήσει και να διατηρήσει τα κυριαρχικά δικαιώματά του, πρέπει πρώτα απ’ όλα να υποταχθεί στον νόμο της νηστείας. Μόνο έτσι θα μπορέσει να υποτάξει τις επιθυμίες της καρδιάς και του σώματος. Και μόνο με τη συνεχή εγρήγορση, τη νήψη, θα μπορέσει να διδαχθεί τις ευαγγελικές εντολές και να τις εφαρμόσει. Το θεμέλιο, λοιπόν, των αρετών είναι η νηστεία.

Στον πρωτόπλαστο άνθρωπο, μέσα στον παράδεισο, δόθηκε μία μόνο εντολή, η εντολή της νηστείας. Και δόθηκε ασφαλώς επειδή αυτή ήταν αρκετή για τη διαφύλαξη της αθωότητας του ανθρώπου. Η εντολή δεν αφορούσε την ποσότητα αλλά την ποιότητα, το είδος της τροφής. Ας σωπάσουν, επομένως, όλοι όσοι δέχονται τη νηστεία ως προς την ποσότητα και την απορρίπτουν ως προς την ποιότητα. Εμβαθύνοντας εμπειρικά στη γνώση της νηστείας, θα αντιληφθούν τη σημασία της ποιότητας της τροφής.

Τόσο βαρυσήμαντη ήταν η εντολή της νηστείας που δόθηκε από τον Θεό στον άνθρωπο μέσα στον παράδεισο, ώστε την ίδια ώρα του ανακοινώθηκε και η τιμωρία την οποία θα συνεπαγόταν η παράβασή της: ο αιώνιος θάνατος.

Μέχρι σήμερα ο θάνατος της αμαρτίας επισκέπτεται τους παραβάτες της αγίας εντολής την νηστείας. Όποιος δεν έχει μέτρο και διάκριση στη διατροφή του, δεν μπορεί να διαφυλάξει την αγνεία και τη σωφροσύνη, δεν μπορεί να δαμάσει την οργή, δεν μπορεί να νικήσει την οκνηρία, την αθυμία και τη λύπη, γίνεται δούλος της φιλοδοξίας και κατοικητήριο της υπερηφάνειας. Την υπερηφάνεια τη γεννά μέσα στον άνθρωπο η σαρκική του κατάσταση, κι αυτήν πάλι τη δημιουργεί η τρυφηλή ζωή, γενικά, και η πλούσια διατροφή, ειδικότερα. Το Ευαγγέλιο ανανέωσε και υπογράμμισε την εντολή της νηστείας.

«Προσέξτε καλά τον εαυτό σας”, είπε ο Κύριος. “Μην παραδοθείτε στην κραιπάλη και τη μέθη». Το αποτέλεσμα της κραιπάλης και της μέθης είναι η παχύτητα όχι μόνο του σώματος, αλλά και του νου και της καρδιάς. Με τον τρόπο αυτό, δηλαδή, ο άνθρωπος οδηγείται τόσο σωματικά όσο και ψυχικά σε κατάσταση σαρκικότητας.

Απεναντίας, η νηστεία οδηγεί τον χριστιανό σε κατάσταση πνευματικότητας. Όποιος καθαρίζεται με τη νηστεία, αποκτά ταπεινοφροσύνη, διάκριση, σεμνότητα, σιωπή, καλούς λογισμούς, αγαθά αισθήματα, ανάλαφρο σώμα, ικανότητα για πνευματική άσκηση, δεκτικότητα θείας χαριτώσεως.

Ο σαρκικός άνθρωπος είναι ολοκληρωτικά βυθισμένος στις αμαρτωλές απολαύσεις. Και ο νους και η καρδιά και το σώμα του είναι παραδομένα στην ηδυπάθεια. Δεν μπορεί όχι μόνο πνευματικές απολαύσεις να αισθανθεί και τη θεία χάρη να αποδεχθεί, μα ούτε και να μετανοήσει. Γενικά, είναι ανίκανος για κάθε πνευματική εργασία. Είναι καρφωμένος στη γη, βυθισμένος στα γήινα, ζωντανός ως προς το σώμα και νεκρός ως προς την ψυχή.

«Αλίμονο σ’εσάς που είστε χορτάτοι, γιατί θα πεινάσετε». Ο αποφθεγματικός αυτός λόγος του Κυρίου αφορά τους παραβάτες της αγίας εντολής της νηστείας. Με τι θα τρέφεστε στην αιωνιότητα, όταν εδώ μάθατε να παραχορταίνετε από υλικές τροφές, που δεν υπάρχουν στον ουρανό; Με τι θα τρέφεστε στην αιωνιότητα, όταν δεν γευθήκατε κανένα ουράνιο αγαθό; Πώς θα τραφείτε και θα ευφρανθείτε με τα ουράνια αγαθά, όταν γι’αυτά δεν νιώσατε παρά αδιαφορία ή και αποστροφή;

O «επιούσιος άρτος», το καθημερινό ψωμί, του χριστιανού είναι ο Χριστός. Ο αχόρταγος χορτασμός μ’ αυτόν τον Άρτο – να η σωτήρια τροφή και τρυφή, στην οποία καλούνται όλοι οι χριστιανοί.

Αχόρταγα να χορταίνεις με τον λόγο του Θεού, αχόρταγα να χορταίνεις με την εφαρμογή των εντολών του Χριστού, αχόρταγα να χορταίνεις με τα εδέσματα του τραπεζιού, που ετοιμάστηκε μπροστά σου από τον Κύριο, και να μεθάς με το θεσπέσιο κρασί Του.

«Από που ν’αρχίσουμε», λέει ο όσιος Μακάριος ο Μέγας, “που ποτέ δεν ασχοληθήκαμε με την εξέταση των καρδιών μας; Ας σταθούμε έξω και ας χτυπάμε με την προσευχή και τη νηστεία, όπως μας παρακίνησε ο Κύριος: «Χτυπάτε την πόρτα και θα σας ανοιχθεί».

Την άσκηση αυτή της προσευχής και της νηστείας, που μας συστήνει ένας από τους μεγάλους διδασκάλους του μοναχισμού, την έκαναν και οι άγιοι απόστολοι. Έτσι αξιώνονταν να ακούνε τη φωνή του Αγίου Πνεύματος.

Στις Πράξεις των Αποστόλων, για παράδειγμα, διαβάζουμε: «Κάποτε, ενώ αυτοί βρίσκονταν σε λειτουργική σύναξη λατρεύοντας τον Κύριο και νηστεύοντας, είπε το Άγιο Πνεύμα: «Να μου ξεχωρίσετε τον Βαρνάβα και τον Σαύλο για το έργο, για το οποίο τους έχω καλέσει.» Τότε αυτοί, αφού και πάλι νήστεψαν και προσευχήθηκαν, έβαλαν τα χέρια πάνω σ’αυτούς και τους απέστειλαν». Ενώ οι απόστολοι, λοιπόν, ασκούνταν με νηστεία και προσευχή, ακούστηκε εντολή του Αγίου Πνεύματος για την κήρυξη του Χριστού στους εθνικούς.

Θαυμαστή η συνένωση της νηστείας με την προσευχή! Η προσευχή είναι αδύναμη, αν δεν είναι θεμελιωμένη πάνω στη νηστεία, και η νηστεία είναι άκαρπη, αν πάνω της δεν είναι οικοδομημένη η προσευχή.

Η νηστεία αποξενώνει τον άνθρωπο από τα σαρκικά πάθη, ενώ η προσευχή παλεύει με τα ψυχικά πάθη και, αφού τα νικήσει, διαποτίζει όλη την ύπαρξη του ανθρώπου, τον οποίο καθαρίζει από κάθε ρύπο κακίας. Και τότε ο Θεός έρχεται και κατοικεί στον καθαρό τούτο λογικό ναό.

Όποιος σπέρνει σε γη ακαλλιέργητη, χάνει τον σπόρο και, αντί για σιτάρι, θερίζει αγκάθια. Έτσι κι εμείς, αν σπέρνουμε στην ψυχή την προσευχή έχοντας παχιά σάρκα, τότε, αντί για καρπό καλό, θα θερίσουμε αμαρτία. Η προσευχή θα χάνεται ή θα μολύνεται μέσα σε μάταιες σκέψεις, ακάθαρτες φαντασιώσεις και ηδονικά αισθήματα. Η σάρκα μας προέρχεται από τη γη και, αν δεν την καλλιεργήσουμε όπως τη γη, ποτέ δεν θα φέρει καρπό καλό, τον καρπό της αλήθειας.

Αν πάλι καλλιεργεί κανείς τη γη με πολλή επιμέλεια αλλά την αφήνει άσπαρτη, τότε αυτή γεμίζει παράσιτα. Όμοια, αν το σώμα αδυνατίσει με τη νηστεία αλλά η ψυχή δεν καλλιεργηθεί με την προσευχή, τη μελέτη και την ταπεινοφροσύνη, τότε η νηστεία γεννά πολλά παράσιτα, πάθη ψυχικά, όπως της υψηλοφροσύνης, της φιλοδοξίας, της καταφρόνιας.

Τι είναι το πάθος της πολυφαγίας και της μέθης; Η απώλεια του μέτρου στη φυσική ανάγκη της βρώσεως και της πόσεως, η λήψη, δηλαδή, τροφών πολύ περισσότερων, τόσο σε ποσότητα όσο και σε ποικιλία, από τις απαραίτητες για τη συντήρηση της ζωής και των σωματικών δυνάμεων. Το πλεόνασμα αυτό ενεργεί αντίθετα στον φυσικό προορισμό της τροφής. Όχι μόνο δεν ωφελεί, αλλά και βλάπτει το σώμα, ελαττώνει τις σωματικές δυνάμεις και οδηγεί σε πρόωρο θάνατο.

Η ανάγκη της τροφής ικανοποιείται με τα απλά γεύματα, με την αποφυγή του κορεσμού, δηλαδή με τη διακριτική εγκράτεια, και με την αποφυγή της απολαύσεως, της ηδονής του λάρυγγα. Πρώτα-πρώτα, λοιπόν, πρέπει να βγάλουμε από τη ζωή μας τον κορεσμό και την απόλαυση. Με τον τρόπο αυτό θα χειραγωγήσουμε την επιθυμία μας για τροφή ώσπου να γίνει φυσιολογική, οπότε θα ικανοποιείται και με λιτά γεύματα.

Η αχαλίνωτη επιθυμία ζητάει πάντα τον κορεσμό και την απόλαυση. Κι εμείς, για να την ικανοποιήσουμε, καταφεύγουμε στην βρώση και την πόση μεγάλης ποσότητας και ποικιλίας γευστικών τροφών και ποτών. Έτσι η επιθυμία ικανοποιείται, αλλά μόνο πρόσκαιρα. Σε λίγο γίνεται πιο σφοδρή, πιο απαιτητική. Και μεταβάλλεται σε αρρώστια, σε πάθος, που ακατάπαυστα ζητάει ικανοποίηση και που, όσο κι αν ικανοποιείται, παραμένει ανικανοποίητο.

Αν έχουμε την πρόθεση ν’αφιερώσουμε τον εαυτό μας στη διακονία του Θεού, ας θέσουμε τη νηστεία ως θεμέλιο της ασκήσεώς μας, και μάλιστα θεμέλιο σταθερό και ασάλευτο. Γιατί κανένα οικοδόμημα, όσο καλοχτισμένο, όσο γερό κι αν είναι αυτό καθεαυτό, δεν μπορεί να στηριχθεί σε θεμέλιο σαθρό. Ποτέ και με καμιά δικαιολογία, λοιπόν, ας μην επιτρέψουμε στον εαυτό μας την αθέτηση της νηστείας και της εγκράτειας με την πολυφαγία και, πολύ περισσότερο με τη μέθη.

Οι άγιοι πατέρες συστήνουν τη μονοφαγία, δηλαδή τη λήψη τροφής μια φορά την ημέρα και όχι ως τον κορεσμό. Με τη μονοφαγία το σώμα ούτε αδυνατίζει λόγω πολυήμερης ασιτίας ούτε επιβαρύνεται με περισσές τροφές, αλλά διατηρείται ικανό για κάθε ψυχοσωτήρια δραστηριότητα.

Ο τρόπος αυτός διατροφής δεν έχει κάποια εντυπωσιακή ιδιαιτερότητα, κι έτσι στον άνθρωπο, που τον ακολουθεί, δεν δίνεται αφορμή υπεροψίας, από την οποία κινδυνεύει ο καθένας μας, όταν ξεχωρίζει εντυπωσιακά σε κάποιαν αρετή.

Όποιος, πάλι, είναι σωματικά αδύναμος ή ασχολείται με βαριές χειρονακτικές εργασίες, και γι’αυτό δεν του φτάνει ένα γεύμα την ημέρα, πρέπει να τρώει δύο φορές. Η νηστεία έγινε για τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος για τη νηστεία.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είτε μία φορά την ημέρα τρώμε είτε δύο, δεν πρέπει να φτάνουμε στον κορεσμό, γιατί αυτός μας αφαιρεί την ικανότητα για πνευματικές ασκήσεις και ανοίγει την πόρτα στα άλλα σωματικά πάθη.

Η αδιάκριτη εγκράτεια, η παρατεταμένη δηλαδή ασιτία, δεν ενθαρρύνεται από τους αγίους πατέρες, επειδή, πρώτον, προξενεί σωματική εξασθένηση, δεύτερον, όπως ακριβώς και ο αντίθετός της κορεσμός, επιφέρει ανικανότητα για πνευματικές ασκήσεις, τρίτον, ευνοεί το πάθος της υπερηφάνειας και της οιήσεως και, τέταρτον, αναγκάζει συχνά τον άνθρωπο, από αδυναμία, να επιστρέψει στην πολυφαγία.

Μεγάλη σημασία, εκτός από την ποσότητα, έχει και η ποιότητα της τροφής. Ο απαγορευμένος καρπός του παραδείσου, μολονότι ήταν και ελκυστικός και εύγευστος, αποδείχθηκε καταστροφικός για την ανθρώπινη ψυχή, γιατί την έκανε να γνωρίσει το καλό και το κακό, κι έτσι να χάσει την αθωότητα, με την οποία είχε πλαστεί από τον Θεό.

Μέχρι σήμερα η διατροφή εξακολουθεί να ασκεί καθοριστική επίδραση στην ψυχή, ιδιαίτερα μάλιστα η χρήση του κρασιού και όλων των αλκοολούχων ποτών. Τα ποτά αυτά επηρεάζουν ποικιλότροπα τις σωματικές λειτουργίες και τον εγκέφαλο, μέσω της κυκλοφορίας του αίματος, μειώνοντας ή και αφαιρώντας πρόσκαιρα τη διαύγεια του νου.

Γι’αυτό κάθε ποτό που περιέχει οινόπνευμα, και ιδιαίτερα ρακί, πρέπει να το αποφεύγει ο ασκητής, που χρειάζεται να έχει το νου νηφάλιο και άγρυπνο, για να αναδεικνύεται πάντα νικητής στον πόλεμο των λογισμών. Ο νους που νικιέται από τους λογισμούς, και μάλιστα τους αισχρούς, χάνει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος μέσα σε λίγες μόνο στιγμές, χάνει το πιο ανεκτίμητο θείο δώρο, που απέκτησε με πολλούς μακροχρόνιους κόπους.

Είπαν κάποτε στον αββά Ποιμένα πως ένας μοναχός δεν έπινε ποτέ κρασί. Και ο όσιος αποκρίθηκε: «Το κρασί αποκλείεται για τους μοναχούς». Αυτόν τον κανόνα ακολουθούσαν οι άγιοι πατέρες, οι οποίοι, κι αν δεν μπορούσαν ν’αποφύγουν εντελώς το κρασί, έπιναν σπάνια και με μεγάλη αυτοσυγκράτηση. Τον ίδιο κανόνα πρέπει να ακολουθεί και κάθε ευσεβής χριστιανός που θέλει να διατηρήσει την αγνεία και τη σωφροσύνη του.

Στο τραπέζι του ασκητή δεν έχουν θέση, επίσης, οι διεγερτικές τροφές, όπως είναι προπάντων το πιπέρι, η πιπερόριζα και τα άλλα μπαχαρικά, που ξεσηκώνουν τα σωματικά πάθη.

Οι πιο ωφέλιμες τροφές είναι εκείνες που όρισε ο πάνσοφος Θεός για τον άνθρωπο αμέσως μετά την πλάση του, τροφές δηλαδή που προέρχονται από το φυτικό βασίλειο. Διαβάζουμε στη Γένεση: «Και είπε ο Θεός: «Να, όλα τα φυτά πάνω στη γη, που βγάζουν σπόρους, σας τα δίνω, καθώς και όλα τα δέντρα που έχουν καρπούς γεμάτους σπόρους. Αυτά θα είναι για τροφή σας.» «Τη χρήση του κρέατος την επέτρεψε ο Κύριος μετά τον κατακλυσμό, όταν είπε στον Νώε και τα παιδιά του: «Κάθετι που ζει και κινείται πάνω στη γη, μπορείτε να το τρώτε. Όλα αυτά σας τα δίνω, όπως σας έχω δώσει και τα χλωρά χόρτα».

Οι φυτικές τροφές είναι οι πιο κατάλληλες για τους ασκητές, καθώς λιγότερο παχαίνουν το σώμα, λιγότερο βαραίνουν και καταπονούν το στομάχι και, προπαντός, δεν επηρεάζουν την καθαρότητα και τη διαύγεια του νου, ο οποίος εξουσιάζει ολόκληρο τον άνθρωπο. Με τις φυτικές τροφές τα πάθη ενεργούν πιο ήπια στο σώμα και την ψυχή, κι έτσι ο ασκητής επιδίδεται πιο εύκολα στον αγώνα της ευσεβίας.

Απεναντίας, τα ψάρια, και προπάντων τα μεγάλα και λιπαρά της θάλασσας, όταν μάλιστα τρώγονται συχνά, παχαίνουν το σώμα, θερμαίνουν το αίμα, βαραίνουν το στομάχι και συσκοτίζουν τον νου. Τις ίδιες συνέπειες, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, έχει η βρώση των κρεάτων. Γι’αυτό και οι μοναχοί δεν τρώνε ποτέ κρέας. Αλλά ούτε και οι κοσμικοί, όσο έντονα κι αν κοπιάζουν σωματικά, πρέπει να τρώνε πολύ συχνά κρέας, επειδή βλάπτονται τόσο σωματικά όσο και ψυχικά για τους λόγους που αναφέραμε.

«Μα πως!», θα αναφωνήσουν κάποιοι «έξυπνοι». «Ο Θεός μας επιτρέπει να τρώμε κρέας, κι εσύ μας αποτρέπεις;». Θα τους απαντήσω με τα λόγια του αποστόλου: «Όλα επιτρέπονται αλλά δεν συμφέρουν όλα. Όλα επιτρέπονται, αλλά δεν οικοδομούν όλα». Αποφεύγουμε το κρέας όχι επειδή το θεωρούμε ακάθαρτο, μα επειδή δεν είναι υγιεινό, παχαίνει το σώμα και εμποδίζει την πνευματική μας πρόοδο.

Η αγία μας Εκκλησία, που διακριτικά οικονομεί όλα τα ζητήματα και σοφά θεσπίζει όλους τους κανόνες της για την επίγεια ζωή μας και την αιώνια σωτηρία μας, επιτρέπει στους κοσμικούς χριστιανούς να τρώνε κρέας, όχι όμως όλες τις ημέρες του χρόνου. Καθόρισε περιόδους κρεοφαγίας και περιόδους αποχής από το κρέας, τόσο για σωματική αποτοξίνωση όσο και για πνευματική άσκηση των πιστών.

Στους μοναχούς βέβαια, όπως είπα, απαγορεύεται εντελώς η χρήση του κρέατος, επιτρέπονται όμως τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα αυγά στις ημέρες και τις περιόδους κρεοφαγίας των κοσμικών. Σε καθορισμένες ημέρες και περιόδους, επίσης, επιτρέπονται στους μοναχούς και τα ψάρια. Τις περισσότερες ημέρες του χρόνου, ωστόσο, μπορούν να γεύονται μόνο φυτικές τροφές.

Από τους αγωνιστές της ευσεβείας οι πιο ζηλωτές, ιδιαίτερα όσοι νιώθουν μέσα τους το Πνεύμα του Θεού, συντηρούνται σχεδόν αποκλειστικά με φυτικές τροφές και δεν πίνουν παρά μόνο νερό, αποφεύγοντας όχι μόνο τα οινοπνευματώδη αλλά και τα θρεπτικά ποτά, όπως είναι όλα όσα προέρχονται από το σιτάρι.

Τους κανόνες της νηστείας τους θέσπισε η Εκκλησία για να βοηθήσει τα παιδιά της, για να χειραγωγήσει όλη τη χριστιανική κοινότητα στη σωτηρία. Γι’αυτό δίνει στον καθένα τη δυνατότητα να ακολουθήσει, με την καθοδήγηση έμπειρου και διακριτικού πνευματικού πατέρα, αυστηρότερο ή ελαφρότερο πρόγραμμα νηστείας, ανάλογα με τη σωματική του δύναμη και αντοχή. Δεν πρέπει, βλέπετε, να νηστεύει κανείς υπέρμετρα και εξαντλητικά.

Το επαναλαμβάνουμε: Η νηστεία έγινε για τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος για τη νηστεία. Και τις τροφές μας τις έδωσε ο Θεός ακριβώς για να συντηρούμε το σώμα μας. Δεν έχουμε, λοιπόν, το δικαίωμα ν’αφήνουμε αχρησιμοποίητα τα δώρα του Θεού, προξενώντας έτσι στο σώμα εξασθένηση, φθορά ή ακόμα και θάνατο.

«Αν συγκρατήσεις την κοιλιά», λέει ο Μέγας Βασίλειος, «θα μπεις στον παράδεισο. Αν, όμως, δεν την συγκρατήσεις, θα γίνεις θύμα του θανάτου». Με τη λέξη «παράδεισος» πρέπει να εννοήσουμε εδώ την ευλογημένη κατάσταση της προσευχής και με τη λέξη «θάνατος» την ολέθρια κατάσταση της εμπάθειας.

Η ευλογημένη κατάσταση της προσευχής, στο διάστημα της επίγειας ζωής του ανθρώπου, αποτελεί εχέγγυο της αιώνιας μακαριότητάς του στην ουράνια Εδέμ. Η υποταγή του στην αμαρτία, από το άλλο μέρος, και η κατάσταση της εμπάθειας, που είναι κατάσταση ψυχικού θανάτου, τον οδηγούν στα βάραθρα του Άδη και στα αιώνια βάσανα.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αγία Αικατερίνα, 25/11

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Νοεμβρίου, 2015

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο υμνωδός την ονομάζει «πανεύφημον νύμφην Χριστού» την Αγίαν Αικατερίναν και πολύ δικαίως γιατί η Αγία ως μόνον νυμφίον της ψυχής της είχε κάνει τον Χριστόν. Η ζωή της πραγματικά πολύαθλος κατέπληξε τους πάντας. Η σοφία και η γνώσις, όλη η επιστήμη του καιρού της είχε γίνει κτήμα της. Όλα όμως τα περιφρόνησε για την αγάπη του μοναδικού Νυμφίου, του Χριστού.

Και όμως η σοφία του κόσμου αυτού δεν την παραπλάνησε, ούτε η γήινη φιλοσοφία. Την έθεσε στην υπηρεσία της αληθινής φιλοσοφίας, για να ελκύση στην πίστι του Χριστού τους φιλοσόφους του καιρού εκείνου και τους ρήτορας.

Υπέμεινε πολλά βασανιστήρια και φυλακίσεις και απ’ όλα αυτά την εγλύτωσε θαυματουργικά ο Κύριος. Τέλος παρέδωσε την αγία ψυχή της με μαρτυρικόν διά ξίφους θάνατον, διά να πρεσβεύη από τότε για όλους, όσοι επικαλούνται την προστασία της. Ιδιαιτέρως τιμάται εις το όρος Σινά από τους μοναχούς της Μονής Σινά, γιατί θαυματουργικώς μετεφέρθη το σώμα της επί του όρους αυτού.

Νομίζομεν ότι μεγάλην ωφέλειαν θα λάβη ο αγαπητός αναγνώστης από την ανάγνωσιν του βίου της Αγίας Αικατερίνης, γι’ αυτό και προβαίνομεν εις την έκδοσιν του φυλλαδίου αυτού με την ευχήν όπως η Μεγαλομάρτυς «αιτήται πάσι το μέγα έλεος».

Γνωριμία με τον Ιησού Χριστό

Η Αγία Αικατερίνη γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια και μαρτύρησε κατά την εποχή των ασεβών βασιλέων Μαξιμιανού, Μαξεντίου και Μαξιμίνου (305-313). Ήταν κόρη του ηγεμόνος της Αλεξανδρείας Κώνστα (ή Κέστου) φημισμένη για το κάλλος της και τη σοφία, διότι είχε μορφωθή με τα διδάγματα της ελληνικής παιδείας και γνώριζε Όμηρο, Βιργίλιο, Αριστοτέλη, Πλάτωνα και άλλους αρχαίους συγγραφείς.

Πολλοί πλουσιώτατοι άρχοντες της συγκλήτου την ζήτησαν σε γάμο από την μητέρα της, που ήταν κρυφή χριστιανή εξ αιτίας του διωγμού, που κίνησε ο Μαξιμιανός. Οι συγγενείς και η μητέρα της την συμβούλευαν να παντρευθή για να μην περιέλθη η βασιλεία του πατέρα της σε ξένο άνδρα, αλλά η Αικατερίνη αγαπούσε την παρθενία και απέφευγε τις προτάσεις. Η παράδοση αναφέρει το εξής περιστατικό: Όταν άρχισαν να την ενοχλούν συστηματικά τους είπε:
Βρήτε ένα νέο να μου μοιάζη στα τέσσερα χαρίσματα που ομολογείτε, ότι ξεπερνώ τις άλλες νέες και τότε να τον κάνω σύζυγό μου, γιατί δεν καταδέχομαι να πάρω κατώτερό μου. Ερευνήστε αν υπάρχη κάποιος όμοιός μου στην ευγένεια, στον πλούτο, στη σοφία, και στην ωραιότητα. Αν του λείπη κάτι απ’ αυτά δεν είναι άξιος για μένα.

Εγνώριζαν όλοι, ότι ήταν αδύνατο να βρεθή τέτοιος άνθρωπος και της έλεγαν, ότι ο γιος του βασιλιά της Ρώμης και άλλοι είναι ευγενείς και πλουσιώτεροι από αυτή, αλλά υστερούν στην σοφία και στην ομορφιά. Αλλά η κόρη δεν δεχόταν να πάρη «αγράμματο», όπως έλεγε.
Η μητέρα της είχε πνευματικό ένα άγιο άνθρωπο έξω από την πόλι. Πήρε, λοιπόν, την Αικατερίνη και πήγαν να τον συμβουλευθούν. Ο ασκητής άκουσε τα φρόνημα λόγια της και σκέφθηκε να την ελκύση στην πίστι του Χριστού. Της είπε λοιπόν: Γνωρίζω έναν θαυμάσιο άνθρωπο, που σε υπερβαίνει σ’ όλα τα χαρίσματα και σ’ άλλα αναρίθμητα. Η ωραιότητά του νικά στη λάμψη τον ήλιο, η σοφία του κυβερνά όλα τα όντα , ο πλούτος του διαμοιράζεται σ’ όλο τον κόσμο και δεν λιγοστεύει ποτέ, η ευγένειά του είναι ασύλληπτη και ακατανίκητη.

Η κόρη νόμισε, ότι πρόκειται για επίγειο άρχοντα και ρωτούσε αν αυτά τα χαρίσματα ήταν αληθινά. Ρώτησε λοιπόν:
Τίνος είναι γιός;

Αυτός δεν έχει πατέρα στη γη, αλλά γεννήθηκε υπερφυσικά από μια Υπεραγία Παρθένο, που αξιώθηκε για την αγιότητά της να μείνη αθάνατη στην ψυχή και στο σώμα.

Είναι δυνατό να δω αυτό το νέο, για τον οποίο διηγείσαι τόσα θαυμαστά;

Αν κάμης ό,τι σου πω, θα αξιωθής να δης το πρόσωπό του.

Σε βλέπω άνθρωπο γνωστικό και σεβάσμιο, πιστεύω ότι δεν μου λες ψέματα. Είμαι έτοιμη να κάνω ό,τι μου πης.

Τότε ο ασκητής της έδωσε μιά εικόνα της Παναγίας, που κρατούσε το θείο Βρέφος και της λέει: Αυτή είναι η αειπάρθενος Μητέρα Εκείνου. Πάρε την και αφού κλείσης την πόρτα του δωματίου σου κάμε ολονύκτια προσευχή και παρακάλεσε αυτήν, που ονομάζεται Μαρία, να σου δείξη τον Υιόν της. Ελπίζω, ότι αν παρακαλέσης με πίστι, θα σε ακούση.

Πήρε η Αικατερίνη την εικόνα και όλη τη νύκτα κλεισμένη στο θάλαμό της προσευχόταν, όπως της είπε ο γέροντας. Από τον κόπο κοιμήθηκε και βλέπει σε όραμα την Παναγία με το θείο Βρέφος. Αλλά είχε στραμμένο το πρόσωπό του προς τη Μητέρα του, έτσι η κόρη έβλεπε τα νώτα του, επιθυμώντας να δη από μπροστά πήγε προς το άλλο μέρος, αλλά ο Χριστός έστρεφε πάλι το πρόσωπό του. Τούτο έγινε τρεις φορές. Τότε άκουσε την Παναγία να λέη:

Κύτταξε, παιδί μου, τη δούλη σου Αικατερίνη, πόσο είναι ωραία και καλή.
Το βρέφος αποκρίθηκε:

Είναι σκοτεινή και άσχημη, τόσο που δεν μπορώ να την δω καθόλου.

Δεν είναι πάνσοφη παραπάνω από όλους τους ρήτορες, πλούσια και ευγενής;

Μητέρα μου, είναι αμαθής και πολύ χαμηλά όσο βρίσκεται σε τέτοια κατάστασι, ώστε δεν πρέπει να με δη στο πρόσωπο.

Σε παρακαλώ, παιδί μου, να μην περιφρονήσεις το πλάσμα σου, αλλά να την νουθετήσης κα να την οδηγήσης για να απολαύση τη δόξα σου και να δη το πρόσωπό σου, που επιθυμούν και οι Άγγελοι να βλέπουν.

Ας πάη στο γέροντα, που της έδωσε την εικόνα και ας κάνη ό,τι θα την συμβουλεύση και τότε θα με δη.

Την άλλη μέρα ξεκίνησε το πρωί με λίγες γυναίκες κι έφθασε στο κελλί του γέροντα. Με δάκρυα του διηγήθηκε το όραμα και του ζήτησε τη συμβουλή του. Ο όσιος διηγήθηκε όλα τα Μυστήρια της αληθινής πίστεως, αρχίζοντας από τη δημιουργία του ανθρώπου.

Μετά την κατήχησι η Αγία αποθέτοντας τον παλαιό άνθρωπο και φορώντας στολή θεοΰφαντη, γύρισε στα ανάκτορα. Όλη τη νύκτα πέρασε προσευχόμενη μέχρι την ώρα που κοιμήθηκε και είδε σε οπτασία την Παρθένο με το βρέφος, που κοίτταζε την Αικατερίνη, με πολύ ιλαρότητα. Στην ερώτηση της Θεομήτορος αν ήταν τώρα αρεστή η κόρη, ο Δεσπότης απάντησε:

Τώρα έγινε ένδοξη η άσχημη και σκοτεινή, η πτωχή και χωρίς γνώσι έγινε πλούσια και πάνσοφη, η καταφρονεμένη και άσημη έγινε ευγενής και ένδοξη. Είναι στολισμένη με τέτοια χαρίσματα, ώστε επιθυμώ να τη μνηστευθώ για νύφη μου άφθορη.

Δεν είμαι άξια, Υπερένδοξε Δέσποτα, να βλέπω τη βασιλεία σου, αλλά αξίωσέ με να συναριθμηθώ με τους δούλους σου.

Η Θεοτόκος τότε πήρε το δεξί χέρι της κόρης και της είπε:

Δώσε της, παιδί μου, δακτυλίδι σαν αρραβώνα, για να την αξιώσης της βασιλείας σου.
Τότε ο Κύριος της έδωσε ένα ωραίο δακτυλίδι λέγοντας:

Σήμερα σε παίρνω για νύφη μου αιώνια και άφθορη. Να φυλάξης αυτή τη συμφωνία. Να μην πάρης άλλον νυμφίο στη γη.
Από τη στιγμή εκείνη ελκύσθηκε η Αικατερίνη από τον Ουράνιο Νυμφίο και αιχμαλωτίσθηκε η καρδιά της από τον θείο έρωτα του Χριστού.

Ενώπιον του βασιλέως Μαξεντίου

Εκείνη την εποχή ο βασιλιάς έβγαλε την εξής διαταγή: «Εγώ ο βασιλιάς, προστάζω όλους, όσοι είναι υπό την εξουσία μου, να μαζευθούν στ’ ανάκτορα για να τιμήσωμε τους μεγάλους θεούς, δείχνοντας την ευγνωμοσύνη μας με θυσίες για όσες ευεργεσίες μας έκαναν. Όποιος περιφρονήσει αυτή την εντολή και τολμήσει να προσκυνήση άλλον θεό θα τιμωρηθή σκληρά».
Μετά από αυτά τα προστάγματα συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου για να προσφέρη θυσία, ό,τι ο καθένας μπορούσε. Ο βασιλιάς θυσίασε εκατόν τριάντα ταύρους, ενώ οι άλλοι άρχοντες και ηγεμόνες λιγώτερους.

Η Αικατερίνη εστενοχωρείτο, που έβλεπε την ασέβεια των ανθρώπων, που πρόδιδαν τη ψυχή τους από φόβο. Από ζήλο θεϊκό παρακινημένη πήρε λίγους δούλους και πήγε στον ειδωλολατρικό ναό, όπου θυσίαζαν. Στάθηκε στην πόρτα ελκύοντας τα βλέμματα όλων. Ειδοποίησε εν συνεχεία τον βασιλιά, ότι έχει να του πη κάτι σπουδαίο για μια υπόθεσι. Ο βασιλιάς πρόσταξε να πλησιάση. Η Αικατερίνη υποκλίθηκε και με παρρησία είπε:

Έπρεπε, βασιλιά, πρώτα συ να γνωρίσης την πλάνη, που έχετε λατρεύοντας σαν θεούς τα είδωλα. Είναι ντροπή και μεγάλη ανοησία να προσκυνάτε φθαρτά και αναίσθητα δημιουργήματα. Δεν πιστεύετε τουλάχιστον τον σοφό Διόδωρο, που λέγει, ότι οι θεοί αυτοί ήταν άνθρωποι με πάθη και ελαττώματα, αλλά επειδή μερικές φορές έδειξαν ανδρεία, ωνομάσθηκαν αθάνατοι. Αργότερα οι άνθρωποι νομίζοντας ότι είναι πράγματι θεοί τους προσκυνούσαν και τους τιμούσαν. Ακόμη και ο Πλούταρχος κατηγορεί και περιφρονεί όσους σέβονται τέτοια αγάλματα. Πρέπει να υπακούσης, βασιλιά, σ΄ αυτούς τους διδασκάλους και να μην γίνης αιτία να χαθούν τόσες ψυχές. Ένας είναι ο Θεός, Αΐδιος και Αθάνατος, που για την σωτηρία μας έγινε άνθρωπος. Αυτός ο Παντοδύναμος Θεός δεν έχει ανάγκη από τέτοιες θυσίες, αλλά μόνο προστάζει να τηρούμε τις εντολές του.

Ο βασιλιάς θύμωσε στο άκουσμα των συνετών λόγων της Αικατερίνης, αλλά μη μπορώντας να εναντιωθή αποκρίθηκε:

Άφησε να τελειώσουμε τη θυσία και τότε θα ακούσουμε τα λόγια σου.

Όταν τελείωσε την ανόητη πανήγυρι και τελετή, πρόσταξε να φέρουν την Αγία στ’ ανάκτορα και της είπε:

Πες μας ποια είσαι και τι σημαίνουν τα λόγια, που προηγουμένως έλεγες;

Είμαι κόρη του ηγεμόνα Κώνστα. Ονομάζομαι Αικατερίνη και έχω σπουδάσει Ρητορική, Φιλοσοφία, Γεωμετρία και τις άλλες επιστήμες. Αλλά όλα αυτά τα περιφρόνησα και ήλθα να γίνω νύφη του Δεσπότη Χριστού, που λέγει με το στόμα του προφήτου: «Απολώ την σοφία των σοφών και την σύνεσιν των συνετών αθετήσω».

Ο βασιλιάς θαύμασε την σοφία, την ευστροφία και την ωραιότητα της παρθένου κι ενόμισε ότι δεν ήτο γεννημένη στη γη από θνητούς, αλλά ότι ήταν θεότης απ’ εκείνες, που σεβόταν ο ίδιος και λάτρευε. Επειδή ο βασιλιάς φανέρωσε αυτή τη γνώμη του, η Αικατερίνη του είπε:

Βέβαια, αληθινά είπες αυτά, βασιλιά, διότι ονομάζεις θεούς τους δαίμονες, που σας δείχνουν διάφορα φαντάσματα και σας παρακινούν σε ασέλγειες και σ’ άλλες άτοπες επιθυμίες. Εγώ είμαι απ’ τη γη και μ’ έπλασε ο Θεός με τέτοια μορφή και με τίμησε με το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσι» και γι’ αυτό πρέπει να θαυμάζεται η σοφία του Πλάστη, επειδή από ευτελή ύλη κατώρθωσε να δώση τόση ομορφιά.

Μη λέγης κακό για τους θεούς, που έχουν δόξα αθάνατη, είπε πειραγμένος ο βασιλιάς.

Αν θελήσης να αποτινάξης το σκοτάδι της απάτης θα γνωρίσης την ευτέλια των θεών σου και θα καταλάβης τον αληθινό Θεό. Και μόνο το όνομα του Θεού ή και ο Σταυρός του τυπούμενος στον αέρα αφανίζει τους θεούς σου, κι αν θέλης μπορώ να στο αποδείξω.

Ο βασιλιάς φοβήθηκε μήπως τον νικήση με αποδείξεις και ντροπιασθή και της είπε:

Είναι άπρεπο να συζητά ο βασιλιάς με γυναίκες. Θα μαζέψω τους σοφούς ρήτορές μου και τότε θα καταλάβης την αδυναμία των λόγων σου και θα πιστέψης αυτά που λέω εγώ.

Συνομιλία με τους ρήτορες. Μαρτύριον των ρητόρων

Μετά απ’ αυτή τη συνομιλία ο βασιλιάς με επιστολές κάλεσε όλους τους σοφούς και ρήτορες. Το περιεχόμενο των επιστολών ήταν περίπου έτσι:

«Εγώ ο βασιλιάς χαιρετώ όλους τους σοφούς και τους ρήτορες των Ελλήνων και σας παρακαλώ να έλθετε εδώ γρήγορα, για να αποστομώσετε μια γυναίκα σοφή, με τη βοήθεια του σοφώτατου θεού Ερμή. Αυτή η γυναίκα χλευάζει τους θεούς μας, ονομάζει τις πράξεις τους μύθους και φλυαρίες. Αν την νικήσετε, θα αξιωθήτε πολλών τιμών».

Συγκεντρώθηκαν, λοιπόν, εκατόν πενήντα σοφοί, οξείς στο νου και ικανώτατοι στην ομιλία. Τους είπε λοιπόν ο βασιλιάς.

Ετοιμασθήτε με επιμέλεια ν’ αγωνισθήτε καλά και μην αμελήσετε, νομίζοντας ότι είναι εύκολο το έργο σας, επειδή έχετε να αντιμετωπίσετε μια γυναίκα. Αλλά ετοιμασθήτε σαν να έχετε ανταγωνιστή σοφώτατον ρήτορα. Δείξτε την σοφίαν σας, που νομίζω ότι υπερβαίνει τη σοφία και αυτού του Πλάτωνος.

Σ’ αυτά τα λόγια απάντησε κάποιος απ’ τους ρήτορες που ξεχώριζε:

Έστω κι αν είναι η φρονιμώτερη γυναίκα και η σοφώτερη δεν θα μπορέση να συζητήση μαζί μας. Πρόσταξέ την, λοιπόν, να έλθη.

Γεμάτος χαρά ο βασιλιάς, ελπίζοντας ότι θα νικήση την πλήρη χάριτος φιλοσοφία διατάζει να φέρουν την κόρη στο θέατρο, όπου είχε συγκεντρωθή πλήθος κόσμου. Πριν φθάσουν οι απεσταλμένοι στην Αγία ήλθε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ και της λέγει:

Μη ταράζεσαι, κόρη. Ο Κύριος θα προσθέση σοφία στην σοφία σου, για να νικήσης τους ρήτορες και όχι μόνο αυτοί, αλλά και πολλοί άλλοι θα πιστέψουν και θα αξιωθήτε όλοι να λάβετε το στεφάνι του μαρτυρίου.

Όταν παρουσιάσθηκε εμπρός στους σοφούς η παρθένος, ο υπερήφανος ρήτορας, που είχε διαβεβαιώσει τον βασιλιά για την νίκη, της είπε:

Συ είσαι εκείνη, που βλασφημεί τους θεούς μας τόσο αναίσχυντα;

Εγώ είμαι. Δεν βλασφημώ όμως αναίσχυντα, όπως είπες, αλλά ήπια και με φιλαλήθεια μιλώ για τους ψεύτικους θεούς σας.

Ενώ οι μεγάλοι ποιητές τους ονομάζουν υψηλούς, συ, που γνώρισες την σοφία τους, τολμάς να μιλάς με τόση θρασύτητα;

Την φοβία μου την έχω δώρο από τον Θεό, που είναι η Σοφία και η Ζωή. Εκείνος, που σέβεται και τηρεί τις θείες εντολές είναι πράγματι φιλόσοφος. Τα έργα των θεών σας και οι διηγήσεις γι’ αυτούς είναι γεμάτες απάτη. Πες μου ποιος από τους μεγάλους ποιητές τους ονόμασε θεούς!…
Πρώτος ο Όμηρος και ο Ορφέας και όλοι οι άλλοι. Μην απατάσαι, λοιπόν, συ η σοφή να προσκυνάς τον Εσταυρωμένο, που κανένας ποιητής δεν τον ωνόμασε Θεό.

Μα ο ίδιος ο Όμηρος λέγει για τον Δία, ότι είναι απατεώνας, πανούργος και ψεύτης και ότι ήθελαν να τον δέσουν η Ήρα, ο Ποσειδών κι η Αθηνά, αν δεν πρόφθαινε να κρυφθή. Και οι άλλοι αναφέρουν τέτοια υβριστικά για τους Θεούς. Είπες, ότι τον Εσταυρωμένο δεν τον αναφέρει κανένας παλαιός σοφός, και γι’ αυτό να μην ασχολούμεθα μ’ αυτόν, που είναι ο αληθινός Θεός, Δημιουργός πάσης κτίσεως και όλου του ανθρώπινου γένους. Θυμίσου τι λέγει για τη σάρκωσί του και τη σωτήρια Σταύρωσί Του η Σίβυλλα και ο Απόλλων. Αυτός ο Θεός έγινε άνθρωπος, περπάτησε στη γη, δίδαξε, εθαυματούργησε. Έπειτα καταδέχτηκε και τον θάνατον για να λύση την πρώτη καταδίκη και να ανοίξη τις πύλες του Παραδείσου. Μετά το μαρτύριό Του πέθανε και αναστήθηκε. Όταν ανέβηκε στους Ουρανούς έστειλε στον κόσμο τους Μαθητές φωτισμένους απ’ το Άγιο Πνεύμα, για να λυτρώσουν τις ψυχές από την πλάνη της απιστίας. Αυτά πρέπει και συ να τα πιστέψης και να γνωρίσης τον αληθινό Θεό και να γίνης δούλος Του, αν θέλης το συμφέρον σου. Ο ίδιος ο Χριστός λέγει καλώντας όλους: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς»…

Με τέτοια λόγια γεμάτα σοφία κατέπληξε η πάνσοφη τον φιλόσοφο, που έμεινε άφωνος. Ο βασιλιάς βλέποντας την ήττα του σοφού διέταξε τους άλλους να συζητήσουν με την χριστιανή. Εκείνοι όμως δήλωσαν:

Δεν μπορούμε ν’ αντισταθούμε στην αλήθεια, τώρα μάλιστα, που βλέπομε ότι ο καλύτερος ρήτορας νικήθηκε.

Τότε ο βασιλιάς θύμωσε και πρόσταξε να τους κάψουν στο μέσον της πόλεως. Εκείνοι έπεσαν στα πόδια της Αγίας παρακαλώντας να τους συγχωρήση ο Θεός για όσα από άγνοια έκαμαν, γιατί τώρα πιστεύουν στην αληθινή πίστι και επιθυμούν να βαπτιστούν και να πάρουν την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος. Η Αγία λοιπόν τους είπε:

Είσθε τώρα ευτυχείς και καλότυχοι, γιατί αφήσατε το σκοτάδι και ακολουθήσατε το φως της αλήθειας. Η φωτιά, που σας απειλεί ο ασεβής βασιλιάς, θα γίνη για σας Βάπτισμα, που θα σας καθαρίση από κάθε ακαθαρσία της ψυχής και του σώματος.

Έτσι τους παρακίνησε όλους και τους σφράγισε με το σημείο του Σταυρού στέλνοντάς τους στο μαρτύριο.

Τους έρριξαν οι στρατιώτες στη φωτιά στις 17 Νοεμβρίου. Το βράδυ της ίδιας ημέρας πήγαν μερικοί ευσεβείς να συνάξουν τα λείψανα και τα βρήκαν όλα σώα και ακέραια χωρίς να τα έχη βλάψει η φωτιά.

Βασανιστήρια και φυλάκισις της Αγίας

Ο βασιλιάς από την πλευρά του είχε συγκεντρώσει όλη του την φροντίδα στην Αγία. Επειδή δεν μπορούσε να την νικήση με συλλογισμούς φιλοσοφίας, προσπαθούσε να επιτύχη το σκοπό του με κολακείες και πανουργίες λέγοντας:

Υπάκουσε σε μένα, που σε συμβουλεύω σαν φιλόστοργος πατέρας να προσκυνήσης τους μεγάλους θεούς και ιδιαίτερα τον Ερμή, που σε στόλισε με της φιλοσοφίας τα χαρίσματα και θα σου δώσω το μισό της εξουσίας μου και θα κατοικής μαζί μου στ’ ανάκτορα.

Βγάλε το προσωπείο, βασιλιά, και μην υποκρίνεσαι, απάντησε η Αγία. Εγώ είμαι χριστιανή και θα γίνω νύφη Χριστού, που τον έχω μοναδικό Νυμφίο και σύμβουλο, στολισμό της παρθενίας μου και ποθώ το μαρτύριο περισσότερο από κάθε βασιλικό ένδυμα και στεφάνι.

Μη μ’ αναγκάσης να βρίσω την αξία σου χωρίς να το θέλω, είπε πάλι ο βασιλιάς.

Κάνε ό,τι θέλεις, γιατί με την πρόσκαιρη αυτή ατιμία θα γίνης αφορμή να δοξασθώ με δόξα αθάνατη και να πιστέψη πλήθος κόσμου στον Χριστό μου ακόμη και μέσα από το παλάτι σου.

Ωργίσθηκε ο βασιλιάς ύστερα απ’ αυτήν την απάντησι και διέταξε να την κτυπήσουν με νεύρα βοδιών. Κτυπούσαν, λοιπόν, την Μάρτυρα επί δύο ώρες δυνατά στην κοιλιά και στην ράχη, μέχρις ότου ξέσκισαν το παρθενικό της σώμα. Η Αγία στεκόταν με τόση ανδρεία και γενναιότητα, ώστε εθαύμαζαν όσοι την έβλεπαν. Το βράδυ δόθηκε διαταγή να την φυλακίσουν και να μην της δώσουν φαγητό και νερό για δώδεκα μέρες, μέχρι να βγη η απόφασι με ποιο τρόπο θα θανατωθή.

Επιστροφή εις την πίστιν της βασιλίσσης και του Πορφυρίωνος

Η Φαυστίνα, σύζυγος του βασιλιά, είχε πόθο να γνωρίση την Αγία, που την είχε αγαπήσει ακούγοντας τις αρετές και τα ανδραγαθήματά της. Βρήκε, λοιπόν, την ευκαιρία, όταν έλειπε ο σύζυγός της από την πόλι. Κάλεσε την στρατοπεδάρχη Πορφυρίωνα, άνθρωπο άξιο και έμπιστο, και του είπε:

Την περασμένη νύκτα είδα σ’ όραμα την Αικατερίνη καθισμένη μεταξύ πολλών παρθένων. Όταν με είδε με κάθισε κοντά της και μου έβαλε στο κεφάλι χρυσό στεφάνι λέγοντας: «Ο Δεσπότης Χριστός σου στέλλει αυτό το στεφάνι». Σε παρακαλώ, λοιπόν, Πορφυρίωνα, να βρης ένα τρόπο να συναντήσω απόψε την κόρη αυτή.

Θα εκπληρώσω την επιθυμία σου, δέσποινα, απάντησε ο Πορφυρίων.

Όταν νύκτωσε λοιπόν πήρε διακόσιους στρατιώτες και πήγαν στη φυλακή με τη βασίλισσα. Έδωσαν χρήματα στον δεσμοφύλακα κι’ εκείνος τους άνοιξε την πόρτα της φυλακής. Η Αυγούστα έπεσε με δάκρυα στα πόδια της Μάρτυρος λέγοντας:

Τώρα είμαι καλότυχη και ευτυχισμένη, είπε η βασίλισσα, γιατί σε γνώρισα. Ποθούσα να δω το βασιλικό σου πρόσωπο και διψούσα ν’ ακούσω τα μελίρρυτα λόγια σου. Τώρα κι αν στερηθώ τη ζωή και την βασιλεία μου δεν θα λυπηθώ καθόλου. Είσαι ζηλευτή συ, που προσκολλήθηκες σε τέτοιο Δεσπότη, που σου χαρίζει τόσες δωρεές και χαρίσματα.

Κι εσύ είσαι ευτυχισμένη, βασίλισσά μου, γιατί βλέπω, το στεφάνι που σου βάζουν στο κεφάλι οι Άγιοι Άγγελοι. Μετά τρεις μέρες θα το πάρης, αφού υπομείνης μαρτύριο. Τότε θα πας κοντά στον Αληθινό Βασιλέα, για να βασιλεύσης αιώνια.

Φοβάμαι τα βασανιστήρια και τον σύζυγό μου, γιατί είναι πολύ σκληρός κι απάνθρωπος.

Έχε θάρρος. Στην καρδιά σου θα βρίσκεται ο Χριστός, που θα σε δυναμώνη στη δύσκολη ώρα του μαρτυρίου. Πολύ λίγο θα πονέση το σώμα σου εδώ, για να αναπαύεται εκεί αιώνια.

Ενώ οι δυο γυναίκες έλεγαν αυτά, ρώτησε ο Πορφυρίων την Αγία:

Τι χαρίζει ο Χριστός σ’ όσους πιστεύουν; Θέλω κι εγώ να τον γνωρίσω και να γίνω οπαδός του.
Δεν διάβασες ποτέ καμμιά γραφή των χριστιανών; Ούτε έχεις ακούσει τίποτε γι’ αυτά;

Από παιδί βρίσκομαι στους πολέμους και μόνο μ’ αυτούς ασχολούμαι. Δεν έχω φροντίσει γι’ άλλα πράγματα.

Δεν μπορεί η γλώσσα να διηγηθή τα αγαθά, που ο Θεός ετοιμάζει για όσους Τον αγαπούν και τηρούν τις εντολές Του.

Τότε η χάρις γέμισε τη καρδιά του Πορφυρίωνα. Πίστεψε μ’ όλη του την καρδιά στον Χριστό μαζί με τους διακόσιους στρατιώτες του και αφού πήραν όλοι δύναμι από την Μάρτυρα έφυγαν.

Τροφή από τον Θεόν. Νέα βασανιστήρια

Ο φιλάνθρωπος Χριστός δεν άφησε μόνη την Αγία. Σαν φιλόστοργος πατέρας έστελνε τροφή μ’ ένα περιστέρι και την δυνάμωνε λέγοντάς της: «Μη δειλιάσης, κόρη, γιατί εγώ είμαι μαζί σου. Θα μείνης ανέγγιχτη από τα μαρτύρια και με την υπομονή σου θα επιστρέψης πολλούς στην ορθή πίστι και θα αξιωθής πολλών αφθάρτων τιμών».

Την άλλη μέρα ο βασιλιάς πρόσταξε να φέρουν την Μάρτυρα μπροστά του. Μόλις την είδε απόρησε, γιατί ενώ περίμενε να την δη αδυνατισμένη κα καταβεβλημένη, την είδε να λάμπη από ομορφιά και χάρι. Σκέφθηκε, ότι ίσως κάποιος φύλακας να την έτρεφε κρυφά και σχεδίαζε να τιμωρήση τους φύλακες. Η Αγία όμως για να μην τιμωρηθούν ανεύθυνοι άνθρωποι, ωμολόγησε την αλήθεια:

Κανένας άνθρωπος, βασιλιά, δεν μου έδωσε τροφή, αλλά με έτρεφε ο Δεσπότης Χριστός, που φροντίζει για τους δούλους του.

Ο βασιλιάς προσπάθησε για τελευταία φορά να την μεταπείση με κολακείες:

Σε σένα, ηλιόμορφη κόρη, αξίζει το βασίλειο, σε σένα, που υπερβαίνεις κι’ αυτή την Αφροδίτη στην ομορφιά. Έλα, λοιπόν, να θυσιάσης στους θεούς και να γίνης βασίλισσά μου. Μη θελήσης, σε παρακαλώ, να χαθή τέτοια ομορφιά με βασανιστήρια.

Εγώ είμαι γη και πηλός και κάθε ομορφιά μαραίνεται σαν άνθος και σαν όνειρο χάνεται ή από αρρώστια ή από τα γηρατειά ή από τον θάνατο. Λοιπόν, μη νοιάζεσαι για την ομορφιά μου.

Ενώ συνομιλούσε η Αγία με τον βασιλιά, κάποιος έπαρχος, Χουρσασαδέν ονομαζόμενος, θέλοντας να δείξη στο βασιλιά αγάπη κι εύνοια, είπε:

Εγώ, βασιλιά, ξέρω μια μηχανή, που μ’ αυτήν θα νικήσης την κόρη ή θα θανατωθή με πόνους. Διάταξε να κάμουν τέσσερους ξύλινους τροχούς. Γύρω σ’ αυτούς να καρφώσουν ξυράφια κι άλλα σίδερα κοφτερά. Οι δυο να γυρίζουν αριστερά κι οι άλλοι δυο δεξιά. Στη μέση τους θα βάλουν δεμένη αυτήν και έτσι γυρίζοντας οι τροχοί θα κατασχίσουν τις σάρκες της.

Το σχέδιο άρεσε στο βασιλιά κι έδωσε διαταγή να κατασκευασθή το μηχάνημα. Σε τρεις μέρες κατασκευάσθηκε ο τροχός και για να φοβίσουν την Αγία έκαναν επίδειξι γυρίζοντας γρήγορα τους τροχούς. Ο βασιλιάς απευθύνθηκε στην Αικατερίνη λέγοντας:

Βλέπεις; Σ’ αυτό το μηχάνημα θα δοκιμάσης τον θάνατο, αν δεν προσκυνήσης τους θεούς.

Σου είπα πολλές φορές την απόφασί μου. Μη χάνης καιρό. Κάμε ό,τι θέλεις, του είπε με θάρρος η Αικατερίνη.

Ύστερα από τη σταθερή απόφασί της την έρριξαν στους τροχούς δεμένη, αλλά η θεία χάρις βοήθησε την Αγία, που βρέθηκε λυμένη και αβλαβής, με τη βοήθεια ενός Αγγέλου. Όταν οι παριστάμενοι είδαν το παράδοξο θέαμα φώναξαν: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών».

Μαρτύριον της βασιλίσσης.

Ο βασιλιάς σκοτισμένος από το θυμό του έκανε σαν τρελλός και απειλούσε ότι θα της επιβάλη νεώτερη τιμωρία. Όταν πληροφορήθηκε τα γεγονότα η βασίλισσα βγήκε από τα ιδιαίτερα διαμερίσματά της και ελέγχοντας τον σύζυγό της είπε με παρρησία:

Στ’ αλήθεια είσαι μωρός κι ανόητος να πολεμάς τον ζωντανό Θεό και να βασανίζης άδικα την δούλη Του.

Στο άσκουσμα αυτών των λόγων ο βασιλιάς έγινε αγριώτερος και από τα θηρία. Άφησε λοιπόν την Αικατερίνη και στράφηκε κατά της συζύγου του. Διέταξε να της κόψουν τους μαστούς. Η Φαυστίνα αντιμετωπίζει με χαρά τα βασανιστήρια. Προσεύχεται να της δώση ο Θεός δύναμι και βοήθεια. Η θηριωδία του συζύγου της φθάνει στο αποκορύφωμα. Διατάζει να της κόψουν το κεφάλι. Η βασίλισσα δέχθηκε με αγαλλίασι την απόφασι λέγοντας στην Αγία:

Δούλη του αληθινού Θεού, κάνε προσευχή για μένα.

Πήγαινε να βασιλεύσης με τον Χριστόν αιώνια, της αποκρίθηκε η Αγία.

Η μακάρια Φαυστίνα μαρτύρησε στις 23 Νοεμβρίου. Τη νύκτα ο Πορφυρίων με τους συντρόφους του κρυφά έθαψε το λείψανό της.

Μαρτύριον του Πορφυρίωνος και των πιστευσάντων στρατιωτών

Το άλλο πρωί επειδή ήθελε να τιμωρήση ο βασιλιάς μερικούς σαν υπεύθυνους, παρουσιάσθηκε ο Πορφυρίων με τους λοιπούς στο κριτήριο και είπε:

Και εμείς είμαστε Χριστιανοί, στρατιώτες του Μεγάλου Θεού.

Ο βασιλιάς αναστέναξε από λύπη και φώναξε.

Χάθηκα, γιατί έχασα τον θαυμαστό Πορφυρίωνα. Και σεις στρατιώτες μου, τι πάθατε και περιφρονήσατε τους θεούς των πατέρων μας; Τι σας έκαναν;

Ο Πορφυρίων λοιπόν είπε στον τύραννο:

Γιατί αφήνεις το κεφάλι και ρωτάς τα πόδια; Με μένα να μιλήσης.

Συ είσαι η αιτία της καταστροφής τους. Διατάζει λοιπόν να τους αποκεφαλίσουν. Ήταν 24 Νοεμβρίου.

Μαρτυρικόν τέλος της Αγίας

Την επομένη έφεραν την Αικατερίνη στο κριτήριο. Της λέει ο βασιλιάς:

Πολλή θλίψι και ζημιά μου έδωσες, συ πλάνησες την γυναίκα μου και τον ανδρείο μου στρατηλάτη, που ήταν η δύναμη του στρατού μου. Πρέπει να σε θανατώσω αλύπητα. Αλλά σε συγχωρώ, γιατί λυπάμαι να χαθή μια κόρη σοφή και όμορφη, όπως συ. Θυσίασε στους θεούς και θα σε κάνω μόνιμη βασίλισσα.

Άδικα όμως προσπάθησε να της αλλάξη τη γνώμη. Απελπίσθηκε λοιπόν κι’ έδωσε εντολή να την αποκεφαλίσουν. Οι στρατιώτες πήραν την Αγία και πήγαν στον τόπο της καταδίκης. Ακολουθούσε πολύς λαός πίσω, άνδρες και γυναίκες, που έκλαιγαν πικρά για την κόρη, την ωραία, την πάνσοφη, την Αγία, που επρόκειτο να χαθή.

Εκείνη όμως τους παρηγορούσε λέγοντάς τους:

Αφήστε τον ανώφελο θρήνο και χαρήτε, γιατί εγώ βλέπω τον Νυμφίον μου Ιησού Χριστόν, τον πλάστη και Σωτήρα μου, που με προσκαλεί στα άρρητα κάλλη του Παραδείσου, να βασιλεύσω μαζί Του αιώνια.

Όταν έφθασαν στον τόπο του μαρτυρίου της έκαμε την προσευχή της λέγοντας:

«Κύριε Ιησού Χριστέ, σ’ ευχαριστώ, γιατί μου έδωσες υπομονή και ωδήγησες τα βήματά μου. Συγχώρησε , Κύριε, τα σφάλματά μου και κράτησε αθέατο το σώμα μου από εκείνους, που θα το ζητούν. Φύλαξέ το σώο και ακέραιο, όπου ορίσης συ ο Βασιλεύς μου. Δώσε τα προς το συμφέρον αιτήματα σ’ όσους Σε επικαλούνται. Αμήν».
Τότε ο δήμιος έκοψε με το ξίφος την τίμια κεφαλή της στις 25 Νοεμβρίου του 307. Το τίμιο λείψανό της Άγιοι Άγγελοι το μετέφεραν στο όρος Σινά, όπου και ιδιαίτερα τιμούν την Αγία.
Αυτός είναι ο βίος της πάνσοφης Αικατερίνης και το μαρτύριό της. Αγάπησε τον Κύριο τόσο ώστε θυσίασε τα πάντα για την δόξα Του. Η μνήμη της εορτάζεται την ημέρα του μαρτυρίου της, στις 25 Νοεμβρίου.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ήχος πλ. α’ Τον συνάναρχον Λόγον.

Την πανεύφημον νύμφην Χριστού υμνήσωμεν, Αικατερίναν την θείαν, και πολιούχον Σινά, την βοήθειαν ημών και αντίληψιν, ότι εφίμωσε λαμπρώς τους κομψούς των ασεβών, του Πνεύματος τη δυνάμει, και νυν ως Μάρτυς στεφθείσα, αιτείται πάσι το μέγα έλεος.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΝΕΧΟΜΕΝΟΙ ΑΛΛΗΛΩΝ ΕΝ ΑΓΑΠΗ

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Νοεμβρίου, 2015

  Μία από τις σημαντικότερες αρχές του σύγχρονου πολιτισμού είναι η ανοχή.Ανοχή στο διαφορετικό. Ανοχή στις απόψεις και τις ιδέες των άλλων. Ανοχή στα λάθη. Ανοχή ακόμα και στα σφάλματα του άλλου, διότι ο καθένας έχει το δικαίωμα ακόμη και στο λάθος. Η ανοχή έρχεται σε αντίθεση με την μισαλλοδοξία. Με το φανατισμό. Με την τάση για επιβολή του πνεύματος της εξουσίας με κάθε τρόπο και μέσο. Ακόμη και την τάση να διορθώνει ο ένας τον άλλο. Η ανοχή συνεπάγεται την ευθύνη του καθενός να διορθώσει τον εαυτό του. Ευθύνη της κοινωνίας, δια του κράτους, είναι να ορίζει το πλαίσιο εκείνο το οποίο θα διαφυλάττει την ελευθερία του καθενός μας. Και ο καθένας γνωρίζει ή, μέσω της παιδείας, καλείται να μάθει τον δρόμο και τον τρόπο να βελτιώσει τον εαυτό του. Κυρίως να έχει νου ελεύθερο από προκαταλήψεις, δεισιδαιμονίες, φανατισμούς. Μακριά από δεσμεύσεις που καθηλώνουν σε αυθεντίες.  Ανοχή σημαίνει διάλογος και σεβασμός. Ανοχή σημαίνει προσαρμογή σε μία κοινωνία στην οποία κριτήριο και κίνητρο θα είναι η ειρήνη και όχι ο πόλεμος.

                Η Εκκλησία, δια του αποστόλου Παύλου, επισημαίνει μία άλλη οδό προς την ανοχή. «Ανεχόμενοι αλλήλων εν αγάπη» (Εφεσ. 4, 2), να ανέχεστε με αγάπη ο ένας τον άλλο, προτρέπει τους χριστιανούς. Η ανοχή της πίστης έχει να κάνει και αυτή με την ανοχή του προσώπου. Διότι η σύγχρονη κοινωνία, όσο κι αν ντρέπεται να το ομολογήσει, είναι επηρεασμένη και συνεχίζει τις αρχές της χριστιανικής πίστης και παράδοσης. Κρατά τις αρχές, περιθωριοποιεί την πίστη. Εδώ το οξύμωρο. Η ανοχή λοιπόν της πίστης έχει να κάνει με τον σεβασμό στο ανθρώπινο πρόσωπο. Δεν είναι οι ιδέες ή ο τρόπος ζωής ή τα σωστά και τα λάθη που μετράνε στη σχέση μας με τους άλλους.  Είναι τα πρόσωπα καθαυτά. Το πρόσωπο έχει μοναδική αξία. Και το πρόσωπο καλούμαστε να ανεχτούμε, όπως και οι άλλοι το δικό μας.  Και ανέχομαι το πρόσωπο σημαίνει ότι μιμούμαι τον Θεό, ο Οποίος εποίησε τον άλλο, όπως και εμάς, κατ’ εικόνα Του. Τον Θεό, ο Οποίος μας ανέχεται όλους, παρότι η ζωή μας δεν είναι σύμφωνη προς το θέλημά Του. Συνήθως ζούμε την αποστασία από Εκείνον, ακόμη κι αν ισχυριζόμαστε ότι πιστεύουμε. Κι όμως Εκείνος, την γενεά την άπιστο και τη διεστραμμένη συνεχίζει να την ανέχεται.  Και όχι μόνο.

                Ο Θεός θυσιάζεται για όλους εμάς που μας ανέχεται. Για τα πρόσωπά μας. Γίνεται άνθρωπος και ανεβαίνει από εμάς και για εμάς στο σταυρό. Η ανοχή Του δεν είναι θεωρητική ή στο επίπεδο των λέξεων και των ιδεών. Δεν είναι περιφρόνηση ούτε αδιαφορία ούτε φυγή. Είναι έμπρακτη, κενωτική, θυσιαστική αγάπη. Και το παράδοξο είναι ότι γνωρίζει τη στάση μας. Ότι θα συνεχίσουμε όσο υπάρχει κόσμος να Τον περιφρονούμε και δια των λόγων και δια των έργων μας. Γνωρίζει την ατέλειά μας. Όμως εξακολουθεί να μας ανέχεται, αγαπώντας μας. Είμαστε παιδιά Του και δεν το λησμονεί. Μας υπενθυμίζει διακριτικά την παρουσία Του και γνωρίζει να περιμένει την μετάνοιά μας. Δεν έχει την ανθρώπινη ανυπομονησία, ούτε μας κουνά το δάχτυλο, για να διορθωθούμε. Ανεβαίνει στο σταυρό, κατέρχεται μέχρις Άδου ταμείων, μας απλώνει το χέρι, για να μας αναστήσει μαζί Του. Και μας αφήνει να αποφασίσουμε αν θα του δώσουμε το δικό μας χέρι.

                Η ανοχή στην Εκκλησία είναι «αλλήλων». Ο ένας καλείται να δει τον άλλο ως εικόνα Θεού. Είναι ανοχή συγχώρησης. Είναι ανοχή ενότητας. Είναι απόφαση ότι θέλουμε να είμαστε ένα σώμα, στο οποίο χωρά και ο άγιος και ο αμαρτωλός και ο δίκαιος και ο άδικος και το θύμα και ο θύτης. Αρκεί, εν ελευθερία να επιλέξουμε να ενταχθούμε σ’ αυτό. Στην Εκκλησία. Να επιλέξουμε το να ζούμε το «αλλήλους». Την αλληλεγγύη. Την κοινωνία. Την πραότητα. Την υπομονή. Την ειρήνη. Την πίστη στον Θεό, ο Οποίος είναι πατέρας για όλους, κυριαρχεί σε όλους, ενεργεί μέσα από όλους και κατοικεί σε όλους μας. «Είς Θεός και πατήρ πάντων, ο επί πάντων, και δια πάντων, και εν πάσιν υμίν» (Εφεσ. 4,6). Εφόσον ισχύει αυτή η πίστη, τότε ανεχόμαστε τον κακότροπο. Τον δύσκολο. Τον διαφορετικό. Χωρίς να τον κατακρίνουμε, αλλά διδάσκοντάς τον με το παράδειγμά μας, την υπομονή μας και την κατανόησή μας το θέλημα του Θεού. Δεν κατακρίνω σημαίνει ότι δεν απορρίπτω, δεν καταδικάζω, δεν δικαιώνω τον εαυτό μου ενώπιον του άλλου, αλλά προσεύχομαι και με ταπείνωση αναδεικνύω τι ζητά ο Θεός από εμάς. Και στην αδυναμία του άλλου, αν το θέλει, είμαι δίπλα του.  Αυτό σημαίνει Εκκλησία. το σώμα «αλλήλων».

                Διαφέρει η ανοχή της πίστης από την ανοχή του πολιτισμού μας. Η πίστη θέλει τη σωτηρία του άλλου. Δεν στηρίζεται στην απόκρυψη ούτε στην αδιαφορία για τα λάθη του. Δεν μένει όμως σ’ αυτά. Τον βλέπει ως πρόσωπο, ως εικόνα Θεού. Και προσεύχεται γι’ αυτόν, εκεί που δεν μπορεί να κάνει κάτι άλλο. Ακόμη κι αν είναι φανατικός και ακραίος. Ακόμη κι αν είναι αλλόθρησκος. Ακόμη κι αν ο χαρακτήρας του δεν μπορεί να ταιριάξει  με τον δικό μας. Ανοχή σημαίνει συγχώρεση. Ανοχή σημαίνει αγάπη. Ανοχή σημαίνει αίσθηση ότι είμαστε ένα σώμα. Και την ίδια στιγμή, ανοχή σημαίνει θυσία, όσο και όπως μπορούμε. Βολεύει την κοινωνία και τις σύγχρονες αυθεντίες να καταδικάζουν τη θρησκεία ως πηγή μη σεβασμού στη διαφορετικότητα. Να την περιθωριοποιούν. Δεν γνωρίζουν τον χριστιανισμό στη βάση του. Και εκμεταλλεύονται τις αστοχίες εκείνων που από «ου κατ’ επίγνωσιν ζήλο» φοβούνται ότι ο Χριστός κινδυνεύει από όσους Τον απορρίπτουν.  Και εκείνους οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι το ήθος της ανοχής, δεν σέβονται αυτούς που τους ανέχονται. Κι αυτό μπορεί να συμβεί σε όλους και παντού. Όχι μόνο σε θρησκευτικό επίπεδο, αλλά και στην οικογένεια, στην εργασία, στις διαπροσωπικές σχέσεις.

                Είναι σχοινοβασία η Ορθοδοξία. Είναι δύσκολος ο δρόμος τον οποίο μας καλεί να ακολουθήσουμε. Δεν είμαστε όμως μόνοι μας. Γιατί η Ορθοδοξία πάντοτε θα μιμείται τον Χριστό που μας ανέχεται. Και Εκείνος δεν θα μας εγκαταλείψει.

Κέρκυρα, 22 Νοεμβρίου 2015

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΟ ΙΕΡΟΝ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Νοεμβρίου, 2015

«Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον» (Ψαλμ. 8,3). Αυτή η φράση του ψαλμωδού αποτελεί ένα παράδοξο. Ένα μικρό παιδί δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει Θεός. Δεν έχει την ωριμότητα να μιλήσει γι’ Αυτόν. Αντιγράφει τους μεγάλους. Προσπαθεί να ανακαλύψει τον κόσμο «ου κατ’ επίγνωσιν», αλλά με γνώμονα το ένστικτό του. Πώς λοιπόν μπορούμε να πάρουμε στα σοβαρά το ότι ένα παιδί δοξάζει τον Θεό, πέρα από μία συναισθηματική χαρά και αγαλλίαση την οποία νιώθουν όσοι πιστεύουν ή μία θυμηδία την οποία εκφράζουν όσοι, ιδίως στην εποχή μας, θεωρούν τέτοιες κινήσεις ανελεύθερες, αφού, κατά τη γνώμη τους, η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό θα πρέπει να αναπτυχθεί μετά την ενηλικίωση για να είναι ελεύθερη, διότι μέχρι τότε είναι κατευθυνόμενη και ίσως και καταπιεστική;

                Παρόλα αυτά «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον». Η χάρις του Θεού είναι ένας παράγοντας τον οποίο δε λαμβάνουν υπόψιν όσοι βλέπουν τη ζωή με γνώμονα μόνο τον ορθολογισμό και το ένστικτο. Ο Θεός αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους. Υπάρχουν πάντα και κάποιοι οι οποίοι είναι πιο δεκτικοί στη χάρη του. Στην κοινωνία των καρδιών τους μαζί Του. Είναι αυτοί που γίνονται «το ιερόν θησαύρισμα της δόξης» του. Είναι αυτοί στους οποίους η δόξα του Θεού θησαυρίζεται, εγκαθίσταται ως πολύτιμος θησαυρός και αποτελούν οι ίδιοι, με όλη τους την ύπαρξη, το θεϊκό κόσμημα. Την ομορφιά που ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο. Τη χαρά, την οποία ο Θεός μοιράζεται. Το νόημα που Εκείνος δίνει στη ζωή. Να είσαι παιδί Του. Και να αντανακλάται ο θησαυρός αυτός στη σχέση με τους άλλους. Να γίνεται ο άνθρωπος ναός, κατοικητήριο του Θεού και να μοιράζει Θεός. Να διψά ο ίδιος και να ξεδιψά τους άλλους.

                Θησαύρισμα γίνονται τα νήπια. Τα παιδιά. Αυτά τα οποία γνωρίζουν να εμπιστεύονται. Να αφήνονται στην αγάπη. Να μην κρίνουν τις προθέσεις. Να μην αρνούνται τη ζωή που τους δίνεται, αλλά να αγκιστρώνονται σ’ αυτήν, διότι η καρδιά τους δεν έχει μάθει το θέλημα. Το συμφέρον. Την δύναμη του «εγώ».  Διότι στα παιδιά η αθωότητα εκφράζεται με την απουσία επίγνωσης ότι «πρέπει».  Στα παιδιά υπάρχει η χαρά του λίγου. Λίγη αγάπη. Λίγη προσοχή. Ικανοποίηση των λίγων αληθινών αναγκών της και ανήκουν για πάντα σ’ αυτόν που προσφέρει. Στους γονείς τους. Στον Πατέρα όλων των ανθρώπων και δημιουργό του κόσμου που είναι ο Θεός.

                Αυτό έγινε η Υπεραγία Θεοτόκος. Εισερχόμενη στον ναό του Θεού γίνεται αποδεκτή από τον αρχιερέα Ζαχαρία μετά λαμπάδων, διότι ο Θεός πληροφορεί ότι αυτή είναι το θησαύρισμά Του. Διότι στο πρόσωπό της αντανακλάται η χάρις. Και την αφήνουν οι γονείς της, ο Ιωακείμ και η Άννα, στον ναό και στον Θεό, όχι διότι αυτοί δεν μπορούν να την μεγαλώσουν, αλλά διότι αισθάνονται ότι αυτός ο θησαυρός δεν τους ανήκει πλέον. Είναι του Θεού και σ’ Εκείνον πρέπει να επιστραφεί. Είναι οι γεννήτορές της, αλλά εκείνη θα γεννήσει τον Καινοποιούντα όλο το ανθρώπινο γένος. Αυτόν που θα αναγεννήσει την ύπαρξή μας από τον θάνατο. Έτσι, οι γονείς νιώθουν ότι αυτό το παιδί έχει κληθεί για μιαν άλλη αποστολή. Δε θα είναι πλέον το παιδί τους, αλλά αυτή που θα δοξάσει στον Θεό όλο το ανθρώπινο γένος. Και γι’ αυτό ό,τι της έμαθαν γίνεται προσευχή. Γίνεται κοινωνία Θεού. Γίνεται εμπιστοσύνη στο θέλημά Του. Και οι ίδιοι οι γονείς πρόωρα αποσύρονται από τη ζωή της. Διότι νιώθουν ότι η χαρά που έλαβαν με τη γέννησή της δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στη σχέση ούτε καν της οικογένειας. Θα γίνει χαρά του σύμπαντος κόσμου. Έτσι είναι η αγάπη αυτών που πιστεύουν αληθινά στον Θεό. Ανοιχτή προς όλους. Έτοιμη να αφήσει στην άκρη ακόμη και ό,τι νοηματοδοτεί τις ανθρώπινες σχέσεις. Την κτητικότητα. Το «μου ανήκει». Το «είναι δικό μου».

                «Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον». Η είσοδος της Παναγίας στον ναό του Θεού προκαταγγέλλει τοις πάσι τον Χριστόν διότι γίνεται μία συνεχής δοξολογία του ονόματος του Θεού. Στο πρόσωπό της η χάρις του Θεού δίνει τον αγιασμό όχι μόνο στην ηλικία των τριών χρόνων, αλλά πάσας τας ημέρας της. Διότι στο ναό θα εργαστεί, για να περάσει από τη σχέση της αθωότητας και του λίγου, στη σχέση του παντός. Θα δοθεί ολοκληρωτικά στον Υιό του Θεού και θα προσφερθεί για την εναθρώπησή Του.  Στο χέρι μας είναι να αφήσουμε κατά μέρος τον ορθολογισμό και να εμπιστευθούμε όχι γιατί «πρέπει», αλλά γιατί αφηνόμαστε στην αγάπη και την χάρη του τον Θεό και το θέλημά του για τον καθένα μας. Να γίνουμε κι εμείς δια των μυστηρίων, της ζωής της Εκκλησίας και της αγάπης, θησαύρισμά Του. Έστω κι αν το μέταλλό μας αμαυρώνεται από τα μικρότερα και μεγαλύτερα πάθη της ζωής μας. Λίγη δίψα γι’ Αυτόν χρειάζεται και Εκείνος θα μας καθαρίζει από παντός ρύπου. Για να ξεδιψούμε κι εμείς και να βοηθούμε κι άλλους να ξεδιψούν κοντά μας. Με την δοξολογία και ευχαριστία διότι μπορούμε να νιώσουμε το λίγο από την αγάπη Του. Και τον αγώνα εν τω ναώ της δόξης Του να αφηνόμαστε ολοένα και περισσότερο στο παν της αγάπης Του.  Με το να γινόμαστε παιδιά, συγχωρώντας κι αγαπώντας.

Κέρκυρα, 21 Νοεμβρίου 2015

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ιστοσελίδα για το Άγιο Όρος με εικονική περιήγηση

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Νοεμβρίου, 2015

Μια νέα ιστοσελίδα για τον αγιορείτικο μοναχισμό και την ορθόδοξη μοναστική πνευματικότητα, προς δόξαν Θεού όπως αναφέρει ο διαχειριστής της ιστοσελίδας mount Athos 360°, ανέβηκε στο διαδίκτυο πρόσφατα.
Η ιστοσελίδα δίνει σε όλους την δυνατότητα ”επίσκεψης” των Μοναστηριών, των Ιερών Σκητών καθώς και πολλών Κελιών του Αγίου Όρους εντελώς δωρεάν, κάνοντας απλά εγγραφή.

ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ

 

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ἡ καθιέρωση τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων (Ὁμιλία Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Νοεμβρίου, 2015

1. Τά γεγονότα ἐκεῖνα πού ἀποτελοῦσαν στό παρελθόν ἀντικείμενο ἀγωνιώδους στοχασμοῦ γιά τούς πατριάρχες, καί οἱ προφῆτες τά προφήτευαν, καί οἱ εὐσεβεῖς ἐπιθυμοῦσαν νά τά δοῦν, ἐπαληθεύτηκαν καί πραγματοποιήθηκαν σήμερα· ὁ Θεός –δηλαδή- παρουσιάστηκε στή γῆ μέ ἀνθρώπινο σῶμα καί συναναστράφηκε μέ τούς ἀνθρώπους.
Ἄς χαιρόμαστε, λοιπόν, καί ἄς πανηγυρίζουμε μέ ἀγαλλίαση ἀγαπητοί μου. Γιατί, ἄν ὁ Ἰωάννης (ὁ Πρόδρομος) πού βρισκόταν στήν κοιλιά τῆς μητέρας του, ἀνασκίρτησε ὅταν ἡ Μαρία ἐπισκέφτηκε τήν Ἐλισάβετ, πολύ περισσότερο ἐμεῖς, πού εἴδαμε ὄχι τή Μαρία, ἀλλά τόν ἴδιο τό Σωτῆρα μας πού γεννήθηκε σήμερα, πρέπει νά σκιρτᾶμε καί νά πανηγυρίζουμε, νά νιώθουμε θαυμασμό καί κατάπληξη γιά τήν ἀσύλληπτη οἰκονομία (σχέδιο) τοῦ Θεοῦ πού ὑπερβαίνει κάθε (ἀνθρώπινο) λογισμό. Γιατί σκέψου, πόσο σπουδαῖο εἶναι νά βλέπεις τόν ἥλιο νά κατεβαίνει ἀπ᾿ τόν οὐρανό καί νά βαδίζει πάνω στή γῆ, καί ἀπό ἐκεῖ νά στέλνει τίς ἀκτίνες Του σέ ὅλα τά δημιουργήματα. Καί ἄν θά προκαλοῦσε ἔκπληξη σ᾿ ὅλους ἐκείνους πού θά ἔβλεπαν νά συμβαίνει αὐτό μέ τόν αἰσθητό…
ἥλιο, σκέψου, σέ παρακαλῶ, καί συλλογίσου τώρα, πόσο μεγαλειῶδες εἶναι νά βλέπουμε τόν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης νά ἀποστέλλει ἀπό τό ἀνθρώπινο σῶμα Του τίς ἀκτίνες Του καί νά φωτίζει τίς ψυχές μας.
Ἀπό καιρό κι ἐγώ ἐπιθυμοῦσα νά μάθω γιά τήν ἡμέρα αὐτή (τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ). Και ὄχι νά τή μάθω μόνο ἐγώ, ἀλλά μαζί μέ πολλούς ἀνθρώπους. Καί εὐχόμουν πάντοτε νά εἶναι τόσο γεμάτος ὁ τόπος τῆς συγκεντρώσεως, ὅπως τόν βλέπουμε νά εἶναι αὐτή τή στιγμή. Ἡ ἐπιθυμία μου, λοιπόν, ἐκπληρώθηκε καί πραγματοποιήθηκε. Καί ἐνῶ δέν πέρασαν οὔτε δέκα χρόνια ἀπό τότε πού πληροφορηθήκαμε καί ἔγινε γνωστή σ᾿ ἐμᾶς ἡ ἡμέρα αὐτή, ὅμως ἔγινε μέ τό δικό σας ζῆλο τόσο σπουδαία, σάν νά μᾶς παραδόθηκε ἀπό τό Θεό πρίν ἀπό πολλά χρόνια. Γιαυτό καί δέν θά ἔσφαλε κανείς ἄν τήν ὀνόμαζε καί νέα καί παλαιά μαζί. Νέα, γιατί πρίν ἀπό λίγο τή γνωρίσαμε, παλαιά καί ἀρχαία, γιατί ἔγινε γρήγορα συνομήλικη μέ τίς πιό παλαιές, κι ἔφτασε στήν ἴδια ἡλικία μ᾿ ἐκεῖνες. Ὅπως, δηλαδή, τά χυμώδη καί καρποφόρα φυτά ἀναπτύσσονται καί καρποφοροῦν σέ πολύ μικρό χρονικό διάστημα ἀπ᾿ τή στιγμή πού θά φυτευθοῦν, ἔτσι καί ἡ ἡμέρα (ἡ ἑορτή) αὐτή, πού ἦταν γνωστή στούς χριστιανούς τῆς Δύσης ἀπό παλαιά, καί σέ μᾶς ἔγινε γνωστή τώρα κι ὄχι πρίν ἀπό πολλά χρόνια, τόσο γρήγορα διαδόθηκε καί καρποφόρησε, ὅσο μπορεῖτε νά δεῖτε τώρα, πού γέμισε ὁ αὐλόγυρος καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀσφυκτικά γεμάτη ἀπό τό πλῆθος τῶν συγκεντρωθέντων. Τήν ἀμοιβή, λοιπόν, τήν ἀντάξια πρός τό μεγάλο ἐνδιαφέρον σας, νά τήν περιμένετε ἀπό τό Χριστό, πού σήμερα γεννήθηκε ὡς ἄνθρωπος. Ἐκεῖνος θά σᾶς ἀμείψει ὁπωσδήποτε γιά τήν προθυμία σας αὐτή. Γιατί ἡ ἀγάπη καί τό ἐνδιαφέρον σας γιά τούτη τήν (ἑόρτιο) ἡμέρα εἶναι πολύ μεγάλη ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης πού νιώθετε γιά τόν γεννηθέντα (Χριστό). Ἄν πρέπει ὅμως κι ἐμεῖς οἱ συνάνθρωποί σας κάτι νά προσφέρουμε, θά προσφέρουμε ὅ,τι μποροῦμε, ἤ μᾶλλον ὅσα ἐπιτρέψει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ νά ποῦμε γιά τή δική σας ὠφέλεια.
Τί ἐπιθυμεῖτε λοιπόν ν᾿ ἀκούσετε σήμερα; Μά τί ἄλλο παρά γιά τήν ἡμέρα αὐτή πού ἑορτάζουμε. Γιατί γνωρίζω καλά, ὅτι ἀκόμη καί σήμερα πολλοί λογομαχοῦν μεταξύ τους, καί ἄλλοι μέν κατακρίνουν, ἄλλοι δέ ὑποστηρίζουν τήν ἑορτή αὐτή. Καί γίνεται παντοῦ πολλή συζήτηση γιά τήν ἡμέρα αὐτή, καί ἄλλοι τήν κατηγοροῦν ὅτι εἶναι καινούρια καί πρόσφατη καί θεσπίστηκε τώρα τελευταῖα, ἐνῶ ἄλλοι τήν ὑπερασπίζονται ὅτι εἶναι παλαιά καί ἀρχαιότατη, ἀφοῦ ἤδη οἱ προφῆτες προφήτευσαν τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ καί ἀπό πολλά χρόνια ἦταν γνωστή καί σπουδαία γιά ὅσους κατοικοῦν ἀπό τή Θράκη μέχρι τά Γάδειρα.
Ἐμπρός, λοιπόν, ἄς μιλήσουμε γι᾿ αὐτά. Γιατί ἄν, ἐνῶ ἀκόμη ὑπάρχει ἀμφισβήτηση γύρω ἀπ᾿ τήν ἑορτή αὐτή, τήν τιμᾶτε τόσο, εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι ἄν γίνει πιό γνωστή, θά εἶναι πολύ μεγαλύτερο τό ἐνδιαφέρον γι᾿ αὐτή, γιατί ἡ ἀποσαφήνιση πού θά γίνει μέ τήν ὁμιλία, θά αὐξήσει τό σεβασμό σας πρός αὐτή. Ἔχω λοιπόν νά προβάλω τρεῖς ἀποδείξεις, μέ τίς ὁποῖες θά μάθουμε σίγουρα, ὅτι αὐτή εἶναι ἡ ἐποχή πού γεννήθηκε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Θεός Λόγος. Καί γι᾿ αὐτές τίς τρεῖς ὑπάρχει μία ἀπόδειξη, τό ὅτι ἡ ἑορτή κατέστη γνωστή τόσο γρήγορα κι ἔφτασε σέ τόσο ὕψος μεγαλοπρέπειας καί δόξας. Κι ἐκεῖνο πού ἔλεγε ὁ Γαμαλιήλ σχετικά μέ τή χριστιανική διδασκαλία, ὅτι «ἄν προέρχεται ἀπό ἀνθρώπους, θά ἐξαφανισθεῖ, ἄν ὅμως προέρχεται ἀπό τό Θεό, δέν μπορεῖτε νά τήν ἐξαφανίσετε, καί προσέξτε μήπως φανεῖτε καί Θεομάχοι» (Πράξ. 5, 38-39), αὐτό θά ἔλεγα κι ἐγώ γιά τούτη τήν ἡμέρα, ὅτι ἐπειδή δηλαδή ὁ Θεός Λόγος ἐκ τοῦ Θεοῦ προέρχεται, γιαυτό ὄχι μόνο δέν ἐξαφανίστηκε ἡ ἑορτή αὐτή, ἀλλά καί γίνεται μεγαλοπρεπέστερη καί γνωστότερη χρόνο μέ τό χρόνο. Γιαυτό καί ἡ χριστιανική διδασκαλία κατέκτησε ὅλη τήν οἰκουμένη μέσα σέ λίγα χρόνια, ἄν καί αὐτοί πού τήν κήρυξαν παντοῦ ἦταν σκηνοποιοί, ψαράδες, ἀγράμματοι καί ἁπλοϊκοί ἄνθρωποι. Μά τό ὅτι ἐκεῖνοι πού τήν κήρυξαν δέν ἦταν σπουδαῖοι, δέν δυσκόλεψε τή διάδοσή της, γιατί ἡ δύναμη τοῦ περιεχομένου της ἦταν ἰσχυρότερη ἀπ᾿ ὅλα, καί ἐξουδετέρωνε ὅλα τά ἐμπόδια δείχνοντας τή δύναμή της.
Ὁ Χριστός γεννήθηκε στή Βηθλεέμ.
2. Ἄν ὅμως κάποιος ἀπ᾿ αὐτούς πού δημιουργοῦν ἔριδες, δέν παραδέχεται ὅσα εἶπα, μπορῶ νά προβάλω καί δεύτερη ἀπόδειξη. Ποιά εἶναι αὐτή; Εἶναι ἐκείνη πού βγαίνει ἀπ᾿ ὅσα διαβάζουμε μές στά Εὐαγγέλια γιά τήν ἀπογραφή. Λέει, λοιπόν, ὁ Εὐαγγελιστής: «Τίς ἡμέρες ἐκεῖνες βγῆκε διάταγμα ἀπό τόν Καίσαρα Αὔγουστο νά ἀπογραφεῖ ὅλη ἡ οἰκουμένη. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη ἀπογραφή πού ἔγινε ὅταν διοικητής τῆς Συρίας ἦταν ὁ Κυρήνιος. Καί πήγαιναν ὅλοι νά ἀπογραφοῦν, καθένας στήν ἰδιαίτερη πατρίδα του. Πῆγε καί ὁ Ἰωσήφ ἀπό τή Γαλιλαία, ἀπό τήν πόλη Ναζαρέτ, στήν Ἰουδαία στήν πόλη τοῦ Δαβίδ, πού τό ὄνομά της εἶναι Βηθλεέμ, γιατί (ὁ Ἰωσήφ) καταγόταν ἀπ᾿ τήν οἰκογένεια καί τή φυλή τοῦ Δαβίδ, γιά νά ἀπογραφεῖ μαζί μέ τή Μαρία τή μνηστή του, πού ἦταν ἔγκυος. Μόλις ὅμως αὐτοί ἔφτασαν ἐκεῖ, ἦρθε ἡ ὥρα νά γεννήσει αὐτή. Καί γέννησε τόν Υἱό Της τόν πρωτότοκο, καί τόν σπαργάνωσε καί τόν ἔβαλε νά κοιμηθεῖ μές στή φάτνη, γιατί δέν εἶχαν τόπο στό κατάλυμα»(Λουκ. 2, 1-7). Ἀπ᾿ αὐτά γίνεται φανερό πώς (ὁ Χριστός) γεννήθηκε κατά τήν πρώτη ἀπογραφή. Καί εἶναι δυνατό, ὅποιος ἐπιθυμεῖ νά γνωρίζει μέ ἀκρίβεια, νά ἐρευνήσει τούς ἀρχαίους δημόσιους κώδικες τῆς Ρώμης καί νά μάθει τό χρόνο τῆς ἀπογραφῆς. Θά ᾿λεγε ὅμως κάποιος: Καί τί μᾶς ἐνδιαφέρει, ἀφοῦ εἴμαστε μακριά ἀπό τή Ρώμη καί ποτέ δέν τήν ἐπισκεφτήκαμε; Ἄκου ὅμως καί μήν ἀμφισβητεῖς, γιατί παραλάβαμε τήν ἡμέρα αὐτή ἀπό ἐκείνους πού γνωρίζουν ὅλα αὐτά μέ ἀκρίβεια καί διαμένουν σ᾿ αὐτή τήν πόλη. Γιατί ἐκεῖνοι πού μένουν ἐκεῖ, γιορτάζουν πρίν ἀπό πολλά χρόνια καί ἀπό παλιά παράδοση, κι αὐτοί τώρα μᾶς τήν γνώρισαν. Οὔτε ἄλλωστε ὁ Εὐαγγελιστής μᾶς ἀνέφερε ἄσκοπα τήν ἐποχή ἐκείνη, ἀλλά σκόπιμα μᾶς τό φανέρωσε, γιά νά μᾶς κάνει γνωστή τήν ἡμερομηνία αὐτή καί νά μᾶς καταδείξει τό σχέδιο τῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὁ Αὔγουστος δέν ἔβγαλε τότε αὐτό τό διάταγμα ἀπό δική του θέληση οὔτε μέ δική του πρωτοβουλία, ἀλλά ὁ Θεός τοῦ τό ἔβαλε στό νοῦ του, γιά νά τόν κάνει νά ὑπηρετήσει ἀκόμη καί παρά τή θέλησή του τή γέννηση τοῦ Μονογενοῦς. Καί πῶς αὐτό –θά διερωτόταν κανείς- συντελεῖ σ᾿ αὐτό τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ; Δέν εἶναι οὔτε μικρό οὔτε τυχαῖο αὐτό, ἀγαπητέ, ἀλλά πολύ μεγάλο καί ἕνα ἀπό τά ἀναγκαῖα καί τά σπουδαῖα. Ποιό λοιπόν εἶναι αὐτό; Ἡ Γαλιλαία εἶναι περιοχή τῆς Παλαιστίνης καί ἡ Ναζαρέτ πόλη τῆς Γαλιλαίας. Καί ἡ Ἰουδαία ἐπίσης εἶναι κάποια περιοχή πού ἔτσι τήν ὀνομάζουν οἱ κάτοικοί της, καί ἡ Βηθλεέμ εἶναι πόλη τῆς Ἰουδαίας. Ὅλοι οἱ προφῆτες προφήτευσαν πώς ὁ Χριστός θά ἔρθει ὄχι ἀπό τή Ναζαρέτ, ἀλλά ἀπ᾿ τή Βηθλεέμ, καί ὅτι ἐκεῖ θά γεννηθεῖ. Νά λοιπόν, τί λένε οἱ Γραφές: «Καί σύ Βηθλεέμ πού ἀνήκεις στήν περιοχή τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα, δέν εἶσαι ἡ πιό ἀσήμαντη ἀπ᾿ τίς κυριώτερες πόλεις τῆς Ἰουδαίας· γιατί ἀπό σένα θά προέλθει ὁ ἡγεμόνας πού θά διδάξει καί θά ὁδηγήσει τό λαό μου τόν Ἰσραήλ» (Ματθ. 2, 6). Καί οἱ Ἰουδαῖοι πού ρωτήθηκαν τότε ἀπό τόν Ἡρώδη, ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός, τοῦ ἀνέφεραν αὐτή τή μαρτυρία. Γι᾿ αὐτό καί ὅταν ὁ Φίλιππος εἶπε: «Βρήκαμε τόν Ἰησοῦ ἀπό τήν Ναζαρέτ», καί τόν ρώτησε ὁ Ναθαναήλ: «Εἶναι δυνατόν νά προέλθει κάτι καλό ἀπό τή Ναζαρέτ», ὁ Χριστός εἶπε γιαυτόν: «Νά ἕνας πραγματικός Ἰσραηλίτης πού δέν ἔχει πονηρία μέσα του» (Ἰωάν. 1, 35-47. Ἀλλά, θά ρωτοῦσε κανείς, γιατί ἐπαίνεσε ὁ Χριστός τό Ναθαναήλ; Γιατί δέν παρασύρθηκε ὁ Ναθαναήλ ἀπ᾿ τήν ἀναγγελία τοῦ Φιλίππου, καί γνώριζε μέ σαφήνεια καί ἀκρίβεια ὅτι ὁ Χριστός δέν ἔπρεπε νά γεννηθεῖ στή Ναζαρέτ οὔτε στή Γαλιλαία, ἀλλά στήν Ἰουδαία καί μάλιστα στή Βηθλεέμ, ὅπως κι ἔγινε. Ἐπειδή, λοιπόν, ὁ μέν Φίλιππος δέν τό πρόσεξε, ὁ δέ Ναθαναήλ ὡς νομομαθής ἀπάντησε σύμφωνα πρός τούς λόγους τῆς ἀνωτέρω προφητείας, γνωρίζοντας ὅτι δέ θά ἔλθει ὁ Χριστός ἀπό τή Ναζαρέτ, γιαυτό ὁ Χριστός εἶπε: «Νά ἕνας πραγματικός Ἰσραηλίτης πού δέν ἔχει πονηρία μέσα του». Γιαυτό καί κάποιοι Ἰουδαῖοι ἔλεγαν στό Νικόδημο:«Ἐρεύνησε καί δές, ὅτι δέ γεννήθηκε προφήτης στή Γαλιλαία» (Ἰωάν. 7, 5). Καί ἀλλοῦ πάλι· «ὁ Χριστός δέν θά ἔλθει ἀπό τήν κώμη Βηθλεέμ, ἀπ᾿ τήν ὁποία ἦταν κι ὁ Δαβίδ; » (Ἰωάν. 7, 42). Καί ὅλοι εἶχαν τήν ἴδια γνώμη, ὅτι σίγουρα ὁ Χριστός ἔπρεπε ἀπό ἐκεῖ νά ἔλθει (ἀπ᾿ τήν Ἰουδαία) καί ὄχι ἀπ᾿ τή Γαλιλαία. Ἐπειδή, λοιπόν, ὁ Ἰωσήφ καί ἡ Μαρία, πού ἦταν κάτοικοι τῆς Βηθλεέμ, τήν ἐγκατέλειψαν καί ἐγκαταστάθηκαν στή Ναζαρέτ, ὅπου καί διέμειναν (πράγμα βέβαια πού συμβαίνει συνήθως σέ πολλούς ἀνθρώπους, νά ἐγκαταλείπουν, δηλαδή, τίς πόλεις πού γεννήθηκαν καί νά διαβιοῦν σέ ἄλλες πόλεις στίς ὁποῖες δέ γεννήθηκαν), κι ἔπρεπε ὁ Χριστός νά γεννηθεῖ στή Βηθλεέμ, βγῆκε διάταγμα, πού καί χωρίς τή θέλησή τους τούς ἀνάγκαζε νά πᾶνε σ᾿ αὐτή τήν πόλη, γιατί ἔτσι εἶχε προνοήσει ὁ Θεός. Γιατί ὁ νόμος πού ἀπαιτοῦσε ἀπ᾿ τόν καθένα νά ἀπογραφεῖ στήν ἰδιαίτερη πατρίδα του, τούς ἀνάγκασε νά ξεσηκωθοῦν ἀπό ἐκεῖ, ἐννοῶ ἀπό τή Ναζαρέτ, καί νά ἔλθουν στή Βηθλεέμ γιά νά ἀπογραφοῦν. Ἀκριβῶς αὐτό ὑπονοοῦσε καί ὁ Εὐαγγελιστής ὅταν ἔλεγε:«Πῆγε καί ὁ Ἰωσήφ ἀπό τή Γαλιλαία, ἀπό τήν πόλη Ναζαρέτ στήν Ἰουδαία, στήν πατρίδα τοῦ Δαβίδ, γιά νά ἀπογραφεῖ μαζί μέ τή μνηστή του πού ἦταν ἔγκυος. Καί συνέβη, ὅταν αὐτοί ἦταν ἐκεῖ, νά συμπληρωθοῦν οἱ μέρες πού θά γεννοῦσε ἡ Μαρία, καί γέννησε τό γιό της τόν πρωτότοκο» (Λουκ. 2, 4-7).
Ἡ ἡμερομηνία Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ.
3. Εἶδες, ἀγαπητέ, τήν οἰκονομία (σχέδιο) τοῦ Θεοῦ, πού ρυθμίζει τά ζητήματά Του μέ τό νά χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανά Του τούς πιστούς καί τούς ἀπίστους; Κι αὐτό γιά νά μάθουν οἱ ἄπιστοι πόσο ἀξίζει ἡ εὐσέβεια καί πόση εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ μέν ἀστέρας ὁδήγησε τούς Μάγους ἀπό τήν Ἀνατολή, τό δέ διάταγμα ἔφερε τή Μαριάμ στόν τόπο πού προφήτευσαν οἱ προφῆτες ὅτι θά εἶναι ἡ πατρίδα τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό αὐτό μαθαίνουμε ὅτι καί ἡ Παρθένος καταγόταν ἀπό τό γένος τοῦ Δαβίδ. Ἀφοῦ ἦταν, δηλαδή, ἀπό τή Βηθλεέμ, εἶναι προφανές ὅτι ἦταν καί ἀπό τήν οἰκογένεια καί τή φυλή τοῦ Δαβίδ. Αὐτό καί προηγουμένως μᾶς τό δήλωσε ὁ Εὐαγγελιστής μέ ὅσα ἔλεγε: «Πῆγε καί ὁ Ἰωσήφ ἀπό τή Γαλιλαία μαζί μέ τή Μαρία, γιατί ἦταν ἀπ᾿ τή γενιά καί τή φυλή τοῦ Δαβίδ» (Λουκ. 2, 4). Ἐπειδή, λοιπόν, γνωρίσαμε τό γενεαλογικό δένδρο τοῦ Ἰωσήφ (Βλέπε Ματθ. 1, 1-16), τούς προγόνους ὅμως τῆ Μαρίας κανένας δέν μᾶς τούς ἀπαρίθμησε ὅπως τούς προγόνους τοῦ Ἰωσήφ, καί γιά νά μήν ἀμφιβάλλεις καί ρωτᾶς: ἀπό ποῦ φαίνεται ὅτι καί αὐτή (ἡ Μαρία) κατάγεται ἀπό τό γένος τοῦ Δαβίδ; ἄκουσε: «Τόν ἕκτο μῆνα ἀπέστειλε ὁ Θεός τόν ἄγγελο Γαβριήλ σέ μιά πόλη τῆς Γαλιλαίας, τῆς ὁποίας τό ὄνομα ἦταν Ναζαρέτ, σέ μιά παρθένο μνηστευμένη μέ ἕναν ἄνθρωπο τοῦ ὁποίου τό ὄνομα ἦταν Ἰωσήφ, καί καταγόταν ἀπ᾿ τή γενιά τοῦ Δαβίδ» (Λουκ. 1, 26-27). Τή φράση «καταγόταν ἀπ᾿ τή γενιά τοῦ Δαβίδ», πρέπει νά θεωρήσουμε πώς εἰπώθηκε γιά τήν Παρθένο. Αὐτό λοιπόν ἔγινε φανερό καί μέ αὐτά. Γιαυτό ἐκδόθηκε καί τό διάταγμα καί ἡ ἀπόφαση αὐτή, γιά νά ὁδηγηθοῦν αὐτοί στή Βηθλεέμ. Μόλις ἔφτασαν στήν πόλη, ἀμέσως γεννήθηκε ὁ Ἰησοῦς. Γιαυτό καί τόν ἔβαλαν νά πλαγιάσει στή φάτνη ὡς βρέφος, γιατί συγκεντρώθηκαν τότε πολλοί ἀπό πολλά μέρη καί κατέλαβαν τά καταλύματα καί δημιούργησαν μεγάλη ἔλλειψη χώρου. Γιαυτό καί οἱ Μάγοι ἐκεῖ τόν προσκύνησαν. Γιά νά σᾶς προσφέρω ὅμως μία σαφέστερη καί πειστικότερη ἀπόδειξη, σᾶς παρακαλῶ νά μέ προσέξετε λίγο περισσότερο· γιατί θέλω νά σᾶς διηγηθῶ μεγάλη ἱστορία καί νά σᾶς διαβάσω παλαιούς νόμους, ὥστε μέ ὅλα αὐτά νά καταλάβετε καλύτερα αὐτά πού τώρα λέω.
Ὑπῆρχε στούς Ἰουδαίους κάποιο παλαιό ἔθιμο. Ἀλλά καλύτερα νά μεταφερθοῦμε ἀκόμα παλαιότερα, ὅταν ὁ Θεός λύτρωσε τούς Ἑβραίους ἀπό τά βάσανα καί τή βάρβαρη τυραννία τῶν Αἰγυπτίων. Βλέποντάς τους ὅτι ἦταν ἀκόμη ἀρκετά ἀσεβεῖς καί ὅτι τούς συγκινοῦσαν τά ὑλικά πράγματα καί ὅτι θαύμαζαν τήν ὀμορφιά καί μέγεθος τῶν ναῶν, τούς ἔδωσε ἐντολή νά χτίσουν ναό, πού νά ξεπερνᾶ ὅλους τούς ναούς τῆς γῆς ὄχι μόνο στήν πολυτέλεια τῶν ὑλικῶν, οὔτε στήν ποικιλία τῆς τέχνης, ἀλλά καί στό σχῆμα τῆς οἰκοδομῆς. Καί ὅπως ὁ φιλόστοργος πατέρας πού βρῆκε τό γιό του, ὁ ὁποῖος γιά πολύ καιρό συναναστράφηκε μέ ἁμαρτωλούς, διεφθαρμένους καί ἄσωτους ἀνθρώπους καί ἀπόλαυσε πολλές ἁμαρτίες, τοῦ προσφέρει ἁπλόχερα τά πάντα μέ σύνεση καί πολλή λεπτότητα, ὥστε νά μή στενοχωριέται ἐνθυμούμενος τά περασμένα οὔτε καί νά τά νοσταλγήσει, ἔτσι καί ὁ Θεός, βλέποντας τούς Ἰουδαίους νά συγκινοῦνται ἀπό τά ὑλικά πράγματα, προσφέρει σ᾿ αὐτούς ἀφθονία ἀγαθῶν γιά νά μήν ἐπιθυμήσουν τήν κατάσταση ἤ τά ἀγαθά τῶν Αἰγυπτίων. Καί τούς βάζει νά κατασκευάσουν τό ναό ὅμοιο μέ τόν κόσμο ὅλο, τόν αἰσθητό καί τό νοητό. Ὅπως δηλαδή ὑπάρχει γῆ καί οὐρανός καί μεταξύ τους τό διάστημα τοῦ στερεώματος, κατά τόν ἴδιο τρόπο ἔδωσε ἐντολή νά κατασκευασθεῖ κι ὁ ναός. Καί ἀφοῦ χώρησε σέ δύο τό ναό αὐτό καί τοποθέτησε στή μέση τό καταπέτασμα, ἐπέτρεψε νά μπαίνουν ὅλοι στό τμῆμα πού εἶναι ἔξω ἀπό τό καταπέτασμα, στό τμῆμα ὅμως πού εἶναι μετά ἀπό αὐτό, ἀπαγόρευσε σέ ὅλους νά μπαίνουν ἐκτός ἀπό τόν ἀρχιερέα. Καί ὅτι δέν ἀποτελοῦν δική μου φαντασία αὐτά, ἀλλ᾿ ὅτι κατασκευάσθηκε ὁ ναός κατά τό πρότυπο τοῦ σύμπαντος, πρόσεξε τί λέει ὁ Παῦλος ἀναφερόμενος στό Χριστό, πού ἀνέβηκε στόν οὐρανό: «ὁ Χριστός δέν εἰσῆλθε σέ ἅγια καμωμένα ἀπό ἀνθρώπους, πού εἶναι ἀπομίμηση τῶν ἀληθινῶν» ( Ἑβρ. 9, 24), δείχνοντας ἔτσι ὅτι τά ἐπίγεια ἅγια ἦταν ἀπομίμηση τῶν ἀληθινῶν. Καί γιά τό ὅτι τό καταπέτασμα χώριζε τά Ἅγια τῶν ἁγίων ἀπό τά ἐξωτερικά ἅγια, ὅπως ὁ οὐρανός χωρίζει ὅσα βρίσκονται πάνω ἀπ᾿ αὐτόν ἀπ᾿ ὅλα ὅσα βρίσκονται πρός τό μέρος μας, πρόσεξε πῶς κι αὐτό ὑποδηλώνεται μέ τό νά χαρακτηρισθεῖ ὁ οὐρανός ὡς καταπέτασμα. Μιλώντας (ὁ Παῦλος) γιά τήν ἐλπίδα, ὅτι δηλαδή ἀποτελεῖ ἀσφαλή καί ἀκλόνητη ἄγκυρα γιά τή ζωή μας, πρόσθεσε: «αὐτή εἰσέρχεται στό ἐσώτερο μέρος τοῦ καταπετάσματος, ἐκεῖ πού εἰσῆλθε γιά νά μᾶς ἀνοίξει τό δρόμο ὁ Ἰησοῦς, δηλαδή πάνω ἀπό τόν οὐρανό» (Ἑβρ. 6, 19-20). Βλέπεις, λοιπόν, ὅτι ὀνόμασε τόν οὐρανό καταπέτασμα;
Ἔξω ἀπό τό καταπέτασμα βρισκόταν ἡ λυχνία, καί ἡ τράπεζα, καί ὁ χάλκινος βωμός, πάνω στόν ὁποῖο προσφέρονταν θυσίες καί ὁλοκαυτώματα. Ὄπισθεν τοῦ καταπετάσματος καί στό ἐσωτερικό μέρος τοῦ ναοῦ βρισκόταν ἡ κιβωτός, καλυμμένη σ᾿ ὅλη τήν ἐπιφάνειά της μέ χρυσάφι, περιέχουσα μέσα της τίς πλάκες πού ἦταν γραμμένη ἡ διαθήκη (οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ), τή χρυσή στάμνα (μέ τό μάννα) καί τό ραβδί τοῦ Ἀαρών πού βλάστησε θαυματουργικά· μαζί μέ τήν κιβωτό βρισκόταν καί ὁ χρυσός βωμός, ὄχι γιά θυσίες καί ὁλοκαυτώματα, ἀλλά μόνο γιά θυμίαμα. Καί σέ ὅλους ἐπιτρεπόταν νά εἰσέρχονται στό ἐξωτερικό μέρος, στό ἐσωτερικό ὅμως μέρος μόνο στόν ἀρχιερέα. Γιά ὅλα αὐτά θά σᾶς παρουσιάσω πάλι τή μαρτυρία τοῦ Παύλου, πού λέγει περίπου τά ἑξῆς: «Γίνονταν λατρευτικές τελετές καί στήν πρώτη σκηνή καί στό κοσμικό, στό ἅγιο, μέρος τοῦ ναοῦ» (Ἑβρ. 9, 1). Ὀνομάζει κοσμικό μέρος τοῦ ναοῦ αὐτό πού βρισκόταν ἔξω ἀπό τό καταπέτασμα, ἐπειδή ἐπιτρεπόταν στόν καθένα νά εἰσέρχεται ἐλεύθερα· «Σ᾿ αὐτό βρισκόταν ἡ λυχνία καί ἡ τράπεζα καί ἡ πρόθεση τῶν ἄρτων. Στό ἐσώτερο μέρος τοῦ καταπετάσματος βρισκόταν μιά σκηνή πού ὀνομαζόταν Ἅγια τῶν ἁγίων, μέσα στήν ὁποία βρίσκονταν τό χρυσό θυμιατήριο, ἡ κιβωτός τῆς διαθήκης, καλυμμένη σ᾿ ὅλη της τήν ἐπιφάνεια μέ χρυσάφι. Μές στήν κιβωτό βρίσκονταν ἡ χρυσή στάμνα πού περιεῖχε τό μάννα, ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρών πού βλάστησε καί οἱ πλάκες τῆς διαθήκης. Πάνω ἀπ᾿ αὐτή βρίσκονταν Χερουβίμ ἔνδοξα πού φύλαγαν τό θυσιαστηρίο. Κι ἔτσι ὅπως ἦταν κατασκευασμένα αὐτά, στή μέν πρώτη σκηνή εἰσέρχονταν πάντοτε οἱ ἱερεῖς καί ἐκτελοῦσαν τά σχετικά μέ τή λατρεία, στή δεύτερη ὅμως εἰσήρχετο μιά φορά τό χρόνο μονάχος ὁ ἀρχιερέας, ὄχι χωρίς αἷμα, πού τό προσφέρει γιά τόν ἑαυτό του καί τίς ἀκούσιες ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ» (Ἑβρ. 9, 2-7). Βλέπεις, λοιπόν, ὅτι σ᾿ αὐτό εἰσέρχεται καί μόνος ὁ ἀρχιερέας καί γιά μία καί μόνη φορά τό χρόνο;
4. Ποιά σχέση, ὅμως, ἔχουν αὐτά, θά ρωτοῦσε κανείς, μέ τήν ἡμέρα γιά τήν ὁποία μιλᾶμε; Ἀναμείνατε λίγο ἀκόμη καί μήν ἀνησυχεῖτε. Γιατί ἀπό τήν κορυφή σκάβουμε τήν πηγή καί βιαζόμαστε νά φτάσουμε στήν ἄκρη της, ὥστε μέ εὐκολία νά γίνουν φανερά ὅλα αὐτά σέ σᾶς. Καλύτερα ὅμως, γιά νά μή γίνει ἡ ὁμιλία μου δυσνόητη γιά πολλή ὥρα καί ἀποβεῖ σέ βάρος σας ἡ μεγάλη διάρκειά της, νά σᾶς πῶ τώρα τήν αἰτία πού μέ ἔκανε νά ἀναφέρω ὅλα αὐτά. Ποιά εἶναι, λοιπόν, ἡ αἰτία; Ὅταν ἡ Ἐλισάβετ ἦταν ἕξι μηνῶν ἔγκυος γιά νά γεννήσει τόν Ἰωάννη τότε ἄρχισε ἡ ἐγκυμοσύνη τῆς Μαρίας. Ἄν μάθουμε λοιπόν ποιός ἦταν ἐκεῖνος ὁ ἕκτος μήνας, θά ξέρουμε καί πότε ἄρχισε ἡ ἐγκυμοσύνη τῆς Μαρίας. Ἔπειτα, ἀφοῦ μάθουμε πότε ἄρχισε ἡ ἐγκυμοσύνη, θά ξέρουμε καί τό χρόνο τῆς γεννήσεως (τοῦ Χριστοῦ), ἀφοῦ μετρήσουμε ἐννιά μῆνες ἀπό τή σύλληψη.
Πῶς θά μάθουμε, λοιπόν, ποιός ἦταν ὁ ἕκτος μήνας τῆς ἐγκυμοσύνης τῆς Ἐλισάβετ; Ἄν μάθουμε ποιός ἦταν ὁ μήνας πού ἔγινε ἡ σύλληψη. Ἀλλά μέ ποιόν τρόπο θά μάθουμε ποιός ἦταν ὁ μήνας πού συνέλαβε; Ἄν μάθουμε ποιά ἐποχή ὁ σύζυγός της Ζαχαρίας πληροφορήθηκε ἀπό τόν ἄγγελο τή χαρμόσυνη εἴδηση. Καί αὐτό πῶς θά τό μάθουμε; Ἀπό τίς θεῖες Γραφές. Ὅπως μᾶς λέει τό ἱερό Εὐαγγέλιο, ὁ ἄγγελος ἔφερε τήν χαρμόσυνη εἴδηση στό Ζαχαρία ἐνῶ αὐτός βρισκόταν στά Ἅγια τῶν ἁγίων καί τοῦ ἀνακοίνωσε τή γέννηση τοῦ Ἰωάννη. Ἄν λοιπόν ἀποδειχθεῖ μέ σαφήνεια ἀπό τήν Ἁγία Γραφή ὅτι μόνο μία φορά τό χρόνο εἰσήρχετο ὁ ἀρχιερέας στά Ἅγια τῶν ἁγίων, καί μονάχος, καί πότε, καί ποιό μήνα τοῦ χρόνου γίνεται ἡ μοναδική αὐτή εἴσοδος, θά εἶναι ἀπόλυτα γνωστός καί ὁ χρόνος πού δόθηκε ἡ χαρμόσυνη εἴδηση (στό Ζαχαρία).
Ὅτι λοιπόν μιά φορά τό χρόνο εἰσήρχετο στά Ἅγια τῶν ἁγίων, καί ὁ Παῦλος τό ἔκανε γνωστό καί ὁ Μωυσῆς αὐτό ἀκριβῶς φανερώνει μέ τά ἑξῆς λόγια: «Καί μίλησε ὁ Κύριος στό Μωυσῆ καί τοῦ εἶπε· πές στόν ἀδελφό σου τόν Ἀαρών νά μήν εἰσέρχεται κάθε ὥρα στό Ἅγιο πού βρίσκεται στό ἐσώτερο μέρος τοῦ καταπετάσματος καί νά μήν πηγαίνει μπροστά στό θυσιαστήριο πού εἶναι πάνω στήν κιβωτό τοῦ μαρτυρίου, γιά νά μή τιμωρηθεῖ μέ θάνατο». Καί πάλι: «Κανείς Ἰσραηλίτης δέν θά βρίσκεται στή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου, ὅταν θά εἰσέρχεται ὁ Ἀαρών στά Ἅγια τῶν ἁγίων γιά νά κάνει τήν ἐξιλέωση αὐτή μέχρι πού νά ἐξέλθει. Ὁ Ἀαρών θά κάνει τήν ἐξιλέωση γιά τόν ἑαυτό του, γιά τήν οἰκογένειά του καί γιά ὅλο τό λαό τοῦ Ἰσραήλ. Καί θά κάνει τήν ἐξιλέωση στό θυσιαστήριο πού βρίσκεται μπροστά στόν Κύριο»(Λευϊτ. 16, 1. 17).
Τό ὅτι λοιπόν δέν εἰσήρχετο στά Ἅγια τῶν ἁγίων συχνά, οὔτε ὅταν ἦταν μέσα ἐπιτρεπόταν νά ἐπικοινωνήσει κανείς μαζί του, ἀλλά ἔπρεπε νά στέκεται ἔξω ἀπό τό καταπέτασμα, εἶναι γνωστό ἀπ᾿ ὅσα ἀναφέρθηκαν. Ἤδη τά γνωρίζεται ὅλα αὐτά μέ κάθε ἀκρίβεια. Μένει, λοιπόν, νά ἀποδείξω ποιός ἦταν ὁ καιρός πού εἰσήρχετο στά Ἅγια τῶν ἁγίων καί ὅτι αὐτό τό ἔκανε μονάχος μιά φορά τό χρόνο. Ἀπό ποῦ ὅμως διαφαίνεται αὐτό; Ἀπό τό ἴδιο αὐτό βιβλίο. Γιατί τό λέγει μέ τά ἑξῆς λόγια: «κατά τόν ἕβδομο μῆνα, στίς δέκα τοῦ μηνός, θά ταπεινώσετε τίς ψυχές σας καί καμία ἐργασία δέ θά κάνετε κατά τή διάρκειά της, οὔτε ὁ προσήλυτος πού βρίσκεται μαζί σας. Γιατί τήν ἡμέρα αὐτή θά γίνει ἐξιλαστήρια προσευχή γιά σᾶς, γιά νά σᾶς καθαρίσει ἀπ᾿ ὅλες τίς ἁμαρτίες σας. Θά καθαρισθεῖτε μπροστά στόν Κύριο. Ἀπόλυτη ἀργία καί ἀνάπαυση θά ἔχετε αὐτή τήν ἡμέρα καί θά ταπεινώσετε τίς ψυχές σας. Αὐτό θά εἶναι αἰώνιο ἔθιμό σας. Καί θά κάνει τήν ἐξιλαστήρια προσευχή ἐκεῖνος πού θά τόν κάνουν ἱερέα, ἐκεῖνος πού θά κριθεῖ τέλειος γιά τήν ἐκτέλεση τῶν ἱερατικῶν καθηκόντων μετά τόν πατέρα του. Καί θά φορέσει τήν ἁγία στολή του, καί θά κάνει ἐξιλαστήρια προσευχή στό Ἅγιο τοῦ ἁγίου, καί στή σκηνή τοῦ μαρτυρίου καί στό θυσιαστήριο, καί θά κάνει ἐξιλαστήρια προσευχή γιά τίς ἁμαρτίες τῶν ἱερέων καί γιά ὅσους βρίσκονται στή συναγωγή. Καί διατηρεῖτε αἰώνια τό ἔθιμο αὐτό, νά κάνετε γιά τό λαό τοῦ Ἰσραήλ θυσία πού νά ἐξιλεώνει τό Θεό γιά ὅλες τίς ἁμαρτίες τους. Μιά φορά τό χρόνο θά γίνεται αὐτό, ὅπως ὅρισε ὁ Κύριος στό Μωυσῆ» (Λευϊτ. 16, 29). Ἐδῶ ὁμιλεῖ γιά τήν ἑορτή τῆς Σκηνοπηγίας. Γιατί τότε ἦταν πού ὁ ἀρχιερεύς εἰσήρχετο μία φορά τό χρόνο. Αὐτό βέβαια καί ὁ ἴδιος τό φανέρωσε λέγοντας:«Μία φορά τό χρόνο θά γίνεται αὐτό».
5. Ἀφοῦ λοιπόν ὁ ἀρχιερέας εἰσήρχετο μονάχος στά Ἅγια τῶν ἁγίων κατά τήν ἡμέρα τῆς σκηνοπηγίας, ἄς ἀποδείξουμε τώρα ὅτι παρουσιάστηκε ὁ ἄγγελος στό Ζαχαρία, ὅταν αὐτός βρισκόταν στά Ἅγια τῶν ἁγίων. Γιατί σ᾿ αὐτόν μόνο παρουσιάστηκε ὅταν ἔκανε τήν προσφορά τοῦ θυμιάματος, καί ὁ ἀρχιερέας ποτέ ἄλλοτε δέν εἰσέρχεται μονάχος, παρά μόνο τότε. Καί τίποτε δέ μᾶς ἐμποδίζει νά δώσουμε προσοχή καί στά ἑξῆς λόγια: «Ζοῦσε στήν ἐποχή τοῦ βασιλιᾶ τῆς Ἰουδαίας Ἡρώδη κάποιος ἱερέας, πού τό ὄνομά του ἦταν Ζαχαρίας, καί ἡ γυναίκα του ἦταν ἀπόγονος τοῦ Ἀαρών καί ὀνομαζόταν Ἐλισάβετ» (Λουκ. 1, 5). «Ὅταν ὁ Ζαχαρίας ἐκτελοῦσε τά ἱερατικά του καθήκοντα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μέ τή σειρά τῆς ἐφημερίας τῶν ἱερέων, ἔπεσε σ᾿ αὐτόν, κατά τή συνήθεια τῆς ἱερατικῆς ὑπηρεσίας, ὁ κλῆρος νά θυμιάσει καί νά εἰσέλθει στό ναό τοῦ Κυρίου. Ὁλόκληρο δέ τό πλῆθος τοῦ λαοῦ προσευχόταν ἔξω κατά τήν ὥρα πού (ὁ Ζαχαρίας) πρόσεφερε τό θυμίαμα» (Λουκ. 1, 8-10). Θυμήσου τώρα, ἀγαπητέ μου τή μαρτυρία πού λέγει: «Καί κανείς δέν θά βρίσκεται μέσα στή σκηνή τοῦ μαρτυρίου, ὅταν ἐκεῖνος εἰσέλθει στά Ἅγια τῶν ἁγίων γιά νά κάνει ἐξιλαστήρια προσευχή, μέχρι πού νά ἐξέλθει». «Τότε ἐμφανίστηκε σ᾿ αὐτόν ἄγγελος τοῦ Κυρίου, πού στεκόταν στά δεξιά τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος» (Λουκ. 1, 11). Δέν εἶπε τοῦ θυσιαστηρίου πού προσφερόταν θυσία, ἀλλά τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος. Γιατί τό ἐξωτερικό θυσιαστήριο ἦταν γιά θυσίες καί ὁλοκαυτώματα, ἐνῶ τό ἐσωτερικό γιά θυμίαμα. Συνεπῶς ἀπ᾿ αὐτό καί ἀπό τό γεγονός ὅτι μόνο σ᾿ αὐτόν παρουσιάστηκε, καί ἐπειδή καθώς μᾶς λέγουν οἱ Γραφές, ὁ λαός βρισκόταν ἔξω καί τόν περίμενε, εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι εἰσῆλθε στά Ἅγια τῶν ἁγίων. «Καί ταράχτηκε ὁ Ζαχαρίας ὅταν τόν εἶδε καί τόν κατέλαβε φόβος. Τοῦ εἶπε δέ ὁ ἄγγελος· “μή φοβᾶσαι Ζαχαρία, γιατί ἡ προσευχή σου ἔχει εἰσακουσθεῖ καί ἡ γυναίκα σου ἡ Ἐλισάβετ θά σοῦ γεννήσει γιό καί θά τόν ὀνομάσεις Ἰωάννη”. Καί ὁ λαός ἀνέμενε τό Ζαχαρία καί ἀποροῦσαν γιατί ἀργοποροῦσε πολύ στό ναό. Ὅταν βγῆκε, τούς ἔκανε νοήματα καί δέν μποροῦσε νά τούς μιλήσει» (Λουκ. 1, 12-22). Βλέπεις, λοιπόν, πώς ἦταν πίσω ἀπό τό καταπέτασμα; Τότε λοιπόν ἔλαβε τή χαρμόσυνη εἴδηση. Καί αὐτό ἔγινε τήν ἡμέρα τῆς Σκηνοπηγίας καί τῆς νηστείας, γιατί αὐτό δείχνει ἡ φράση «ταπεινώσατε τίς ψυχές σας».Ἑορτάζεται δέ ἡ ἑορτή αὐτή ἀπό τούς Ἰουδαίους στά τέλη τοῦ μηνός Σεπτεμβρίου, ὅπως κι ἐσεῖς τό γνωρίζετε μέ βεβαιότητα. Γιατί τότε ἐξεφώνησα τούς πολλούς καί μακρούς λόγους κατά τῶν Ἰουδαίων, ἐπικρίνοντας τήν παράκαιρη νηστεία τους. Τότε λοιπόν συνέλαβε καί ἡ Ἐλισάβετ, ἡ σύζυγος τοῦ Ζαχαρία· καί ἔκρυβε τήν ἐγκυμοσύνη της πέντε μῆνες λέγοντας: «αὐτό μοῦ ἔκανε ὁ Κύριος κατά τήν ἡμέρα πού ἀποφάσισε νά μέ ἀπαλλάξει ἀπό τή ντροπή πού εἶχα μεταξύ τῶν ἀνθρώπων» (Λουκ. 1, 25). Τώρα, λοιπόν, εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμή νά ἀποδείξω ὅτι ὅταν αὐτή βρισκόταν στόν ἕκτο μήνα τῆς ἐγκυμοσύνης της γιά νά γεννήσει τόν Ἰωάννη, ἡ Μαρία ἔλαβε τή χαρμόσυνη ἀγγελία ὅτι θά μείνει ἔγκυος. Μόλις λοιπόν τήν ἐπισκέφθηκε ὁ Γαβριήλ τῆς εἶπε: «Μή φοβᾶσαι Μαριάμ γιατί βρῆκες χάρη ἀπό τό Θεό. Θά μείνης ἔγκυος καί θά γεννήσεις γιό καί θά τόν ὀνομάσεις Ἰησοῦ» (Λουκ. 1, 30-31). Ἐπειδή ὅμως ἐκείνη ταράχτηκε καί ζήτησε νά μάθει τόν τρόπο πού θά γίνει αὐτό, τῆς ξαναμίλησε ὁ ἄγγελος καί τῆς εἶπε: «Πνεῦμα Ἅγιο θά ἔλθει σ᾿ ἐσένα καί δύναμη τοῦ Ὑψίστου θά σέ προστατεύσει· γιαυτό καί τό Ἅγιο πού θά γεννηθεῖ θά ὀνομαστεῖ Υἱός Θεοῦ. Καί ἡ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου, συνέλαβε κι αὐτή γιό στά γεράματά της καί αὐτή πού θεωρεῖται στεῖρα, βρίσκεται τώρα στόν ἕκτο μήνα της, γιατί κανένα πράγμα δέν εἶναι ἀκατόρθωτο ἀπό τό Θεό»(Λουκ. 1, 35-37). Ἄν λοιπόν ἡ ἐγκυμοσύνη τῆς Ἐλισάβετ ἄρχισε μετά τό Σεπτέμβριο, καθώς ἔχει ἀποδειχθεῖ, πρέπει νά μετρήσουμε ἕξι μῆνες μετά ἀπ᾿ αὐτόν. Εἶναι οἱ μῆνες αὐτοί· Ὀκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος, Ἰανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος.
Μετά λοιπόν τόν ἕκτο μῆνα (πού ἔμεινε ἔγκυος ἡ Ἐλισάβετ) ἄρχισε ἡ ἐγκυμοσύνη τῆς Μαρίας. Ἑπομένως ἄν μετρήσουμε ἐννιά μῆνες μετά ἀπ᾿ αὐτόν θά φθάσουμε σ᾿ αὐτόν τόν τωρινό γιά τόν ὁποῖο μιλᾶμε. Ὁ πρῶτος λοιπόν μήνας τῆς συλλήψεως τοῦ Κυρίου εἶναι ὁ Ἀπρίλιος πού ἀντιστοιχεῖ στόν Ξανθικό, μετά τόν ὁποῖο ἀκολουθοῦν οἱ Μάϊος, Ἰούνιος, Ἰούλιος, Αὔγουστος, Σεπτέμβριος Ὀκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος, ὁ μήνας στόν ὁποῖο βρισκόμαστε καί ἑορτάζουμε τήν ἡμέρα αὐτή. Καί γιά νά γίνει περισσότερο κατανοητό αὐτό πού ὑποστηρίζω, θά ἐπαναλάβω, στήν ἀγάπη σας, μέ συντομία πάλι τά ὅσα λέω. Μία φορά τό χρόνο εἰσήρχετο μονάχος ὁ ἀρχιερέας στά Ἅγια τῶν ἁγίων. Καί πότε γινόταν αὐτό; Τό μήνα Σεπτέμβριο. Τότε λοιπόν εἰσῆλθε ὁ Ζαχαρίας στά Ἅγια τῶν ἁγίων. Τότε τοῦ ἔστειλε καί ὁ Θεός τή χαρμόσυνη εἴδηση τῆς γεννήσεως τοῦ Ἰωάννη. Βγῆκε λοιπόν ἀπ᾿ ἐκεῖ καί ἄρχισε ἡ ἐγκυμοσύνη τῆς γυναίκας του. Μετά τό Σεπτέμβριο καί ὅταν ἡ Ἐλισάβετ βρισκόταν στόν ἕκτο μήνα, πού εἶναι ὁ Μάρτιος, ἄρχισε ἡ ἐγκυμοσύνη τῆς Μαρίας. Ἄν μέτρησουμε λοιπόν ἀπό τόν Ἀπρίλιο ἐννιά μῆνες θά φθάσουμε σ᾿ αὐτόν τό μῆνα πού γεννήθηκε ὁ Κύριός μας Ἱησοῦς Χριστός.
Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ.
6. Σᾶς κατέστησα γνωστά μέχρι τώρα ὅλα τά σχετικά μέ αὐτή τήν ἡμέρα. Ἀφοῦ ἀναφέρω ἀκόμη ἕνα, θά τελειώσω τήν ὁμιλία μου καί θά δώσω τή θέση μου στόν κοινό δάσκαλο γιά τά σημαντικότερα. Ἐπειδή λοιπόν πολλοί εἰδωλολάτρες, ὅταν ἀκούσουν ὅτι ὁ Θεός γεννήθηκε μέ ἀνθρώπινη μορφή, μᾶς περιγελοῦν καί μᾶς προσβάλλουν, καί ἐνοχλοῦν καί στενοχωροῦν πολλούς ἁπλοϊκούς χριστιανούς, εἶναι ἀνάγκη καί σέ κείνους καί στούς ἄλλους πού στενοχωροῦνται νά ἀπευθυνθῶ, ὥστε ποτέ στό ἑξῆς νά μή θορυβοῦνται παρασυρμένοι ἀπό ἀνοήτους ἀνθρώπους καί γιά νά μήν τούς ἐνοχλοῦν οἱ κοροϊδίες τῶν ἀπίστων. Γιατί καί τά μικρά παιδιά πολλές φορές γελοῦν ὅταν ἐμεῖς συζητᾶμε γιά σπουδαῖα ζητήματα καί ἀσχολούμαστε μέ σοβαρές ὑποθέσεις. Τό γέλιο ὅμως δέν εἶναι ἀπόδειξη ὅτι εἶναι γελοῖα αὐτά πού κοροϊδεύει κανείς, ἀλλά ἀπόδειξη τῆς ἀνοησίας αὐτοῦ πού τά κοροδεύει. Αὐτό βέβαια μποροῦμε νά ποῦμε καί γιά τούς εἰδωλολάτρες, πώς ἐπειδή εἶναι περισσότερο ἀνόητοι κι ἀπ᾿ τά παιδιά, κοροϊδεύουν ἐκεῖνα γιά τά ὁποῖα πρέπει κανείς νά νιώθει θαυμασμό καί μεγάλο σεβασμό, ἐνῶ, ἀντίθετα, σέβονται καί ὑποστηρίζουν ἐκεῖνα πού εἶναι πραγματικά γελοῖα. Ἀλλά καί τά δικά μας πού ἐκεῖνοι τά κοροϊδεύουν, ἐξακολουθοῦν νά παραμένουν σεβαστά καί δέν ζημιώνει καθόλου τή δόξα τους τό ὅτι τά κοροϊδεύουν ἐκεῖνοι. Τά δικά τους ἀντίθετα ἄν καί τά ὑποστηρίζουν μέ κάθε τρόπο, δείχνουν τή δική τους κατωτερότητα. Ἀλήθεια, δέν εἶναι σημάδι τῆς πιό μεγάλης παραφροσύνης τό ὅτι αὐτοί (οἱ εἰδωλολάτρες) πού εἶναι ἐπιρρεπεῖς στό νά εἰσάγουν τούς θεούς τους σέ ξύλα καί σέ βράχους καί σέ τιποτένια ξόανα, καί τούς κλίνουν ἐκεῖ μέσα σάν σέ δεσμωτήριο, νά νομίζουν ὅτι οὔτε κάνουν οὔτε λένε τίποτε ἀξιοκαταφρόνητο, ἐμᾶς δέ νά κατηγοροῦν γιατί λέμε ὅτι ὁ Θεός κατασκεύασε γιά τόν ἑαυτό του, διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ναό καί εὐεργέτησε μέ τόν τρόπο αὐτό τήν οἰκουμένη; Ἀλλά εἶναι κατηγορία αὐτή; Γιατί ἄν εἶναι ὑποτιμητικό νά κατοικήσει ὁ Θεός μέσα σέ ἀνθρώπινο σῶμα, εἶναι πολύ χειρότερο νά κατοικήσει μέσα σέ βράχους καί σέ ξύλα, μάλιστα τόσο πιό πολύ ὑποτιμητικό ὅσο κατώτερα εἶναι σέ σύγκριση μέ τόν ἄνθρωπο ὁ βράχος καί τό ξύλο, ἐκτός βέβαια κι ἄν ἔχουν τή γνώμη πώς ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε κατώτεροι ἀπό τά ἄψυχα αὐτά ἀντικείμενα. Γιατί αὐτοί τολμοῦν νά καταβιβάζουν τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ σέ γάτες καί σέ σκύλους, καί πολλοί αἱρετικοί σέ ἀκόμη κατώτερα ὄντα. Ἐμεῖς ὅμως τέτοιο δέ λέμε, οὔτε θά ἀνεχόμασταν ποτέ νά ἀκούσουμε. Ἐμεῖς μόνο τοῦτο ὁμολογοῦμε, ὅτι ὁ Χριστός ἔλαβε ἀπό παρθενική μήτρα σῶμα ἅγιο καί καθαρό, ἀμόλυντο ἀπό κάθε ἁμαρτία καί ἐπανέφερε στήν πρώτη του κατάσταση τό δημιούργημά Του. Ἀλλά ἐκεῖνοι καί οἱ Μανιχαῖοι, πού ἀσεβοῦν κατά τόν ἴδιο τρόπο μ᾿ αὐτούς, πιστεύουν ὅτι ὁ Θεός κατοικεῖ σέ σκύλους, πίθηκους καί ἄλλα ζῶα (ἀφοῦ ὑποστηρίζουν ὅτι ὅλα αὐτά ἔχουν ψυχή ἀπό τή θεϊκή οὐσία), καί δέ φοβοῦνται οὔτε ντρέπονται νά ὑποστηρίζουν γιά μᾶς αὐτά, λέγοντας πώς ἔχουμε ἀντιλήψεις πού δέ ταιριάζουν στό Θεό, γιατί δέν ἀνεχόμαστε οὔτε καί νά σκεφθοῦμε κάτι ἀπό αὐτά. Ἐμεῖς ὅμως ὑποστηρίζουμε αὐτό πού ἔπρεπε καί ἅρμοζε στό Θεό, ὅτι δηλαδή ἀφοῦ ἦλθε κατά τόν τρόπο τῆς γεννήσεως αὐτῆς, ἀποκατέστησε τό δημιούργημά του. Πές μου, λοιπόν, ἄνθρωπε, ποιά εἶναι ἡ γνώμη σου; Ἐνῶ ἀπό τή μιά ὑποστηρίζεις πώς ἡ ψυχή τῶν φονιάδων καί τῶν μάγων προῆλθε ἀπό τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀπ᾿ τήν ἄλλη τολμᾶς νά μᾶς κατακρίνεις, ἐπειδή τίποτε ἀπό αὐτά δέν ἀνεχόμαστε, οὔτε ἀντέχουμε νά τό ἀκοῦμε νά λέγεται, ἀλλά καί θεωροῦμε ἀσεβεῖς ἐκείνους πού ἁπλῶς τά ἀναφέρουν. Ἐμεῖς ὑποστηρίζουμε τοῦτο, ὅτι ὁ Θεός κατασκεύασε γιά τόν ἑαυτό του ναό ἀμόλυντο καί μέ τόν τρόπο αὐτό ἔφερε στή ζωή τή δική μας τό πολίτευμα τῶν οὐρανῶν.
Καί πῶς δέν θά ἄξιζε νά τιμωρηθεῖτε μέ ἄπειρους θανάτους καί γιά τά ἐγκλήματα πού μᾶς κατηγορεῖτε καί γιά τίς ἀσέβειες πού συνεχίζετε νά διαπράττετε; Γιατί ἄν, ὅπως ἰσχυρίζεσθε ἐσεῖς, εἶναι ἀνάρμοστο στό Θεό νά κατοικήσει σέ σῶμα καθαρό καί ἀμόλυντο, εἶναι πολύ πιό ἀνάρμοστο νά ἐνοικήσει στό σῶμα τοῦ μάγου, τοῦ τυμβωρήχου, τοῦ ληστῆ, τοῦ πίθηκου καί τοῦ σκύλου, καί ὄχι στό ἅγιο καί ἁγνό σῶμα πού τώρα κάθεται δεξιά τοῦ θρόνου τῆς μεγαλωσύνης τοῦ Πατρός. Γιατί ποιά βλάβη ἤ ποιά προσβολή θά πάθαινε ὁ Θεός ἀπό τήν οἰκονομία αὐτή; Δέν βλέπετε αὐτόν ἐδῶ τόν ἥλιο τοῦ ὁποίου τό σῶμα εἶναι αἰσθητό καί φθαρτό καί μεταβλητό ἀντικείμενο, ἔστω κι ἄν ἀπείρως στενοχωροῦνται οἱ εἰδωλολάτρες καί οἱ Μανιχαῖοι μέ τό νά τά ἀκοῦνε αὐτά; Καί ὄχι μονάχα ὁ ἥλιος, μά καί ἡ γῆ, καί ἡ θάλασσα, καί ὅλη γενικά ἡ ὁρατή φύση ὑπόκειται στή φθορά. Ἄκουε τόν Παῦλο πού τό διακηρύττει μέ αὐτά τά λόγια: «στή ματαιότητα ὑποτάχτηκε (ἡ κτίση), ὄχι μέ τή θέλησή της, ἀλλά ἐπειδή τήν ἀνάγκασε ἐκεῖνος πού τήν ὑπέταξε, μέ τήν ἐλπίδα τῆς ἀπελευθέρωσής της» (Ρωμ. 8, 20). Ἔπειτα γιά νά δηλώσει τί σημαίνει ἡ ὑποταγή στή ματαιότητα, πρόσθεσε: «ὅτι καί αὐτή θά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τή δουλεία τῆς φθορᾶς, γιά νά εἰσέλθει στήν ἔνδοξη ἐλευθερία τῶν παιδιῶν τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 8, 21). Ὥστε τώρα ἡ φύση εἶναι μεταβλητή, εἶναι φθαρτή. Γιατί ὅταν λέμε ὅτι ἕνα πράγμα εἶναι ὑποταγμένο στή φθορά, δέν ἐνοοῦμε τίποτε ἄλλο, παρά ὅτι εἶναι φθαρτό. Ἀφοῦ λοιπόν ὁ ἥλιος, πού εἶναι σῶμα φθαρτό, ρίχνει παντοῦ τίς ἀκτίνες του καί ἐρχόμενος σέ ἐπαφή μέ βορβόρους, ἀκαθαρσίες καί μέ πολλά ἄλλα τέτοια πράγματα δέ χάνει τίποτε ἀπό τήν καθαρότητά του λόγω τῆς ἐπαφῆς του μέ τά σώματα αὐτά, ἀλλά καί πάλι ἀνακαλεῖ τίς ἀκτίνες του καθαρές, ἀφοῦ μεταδώσει ἀπό τή δική του λαμπρότητα σέ πολλά ἀπό τά ἀντικείμενα πού δέχτηκαν τίς ἀκτίνες του, χωρίς νά παίρνει οὔτε τό ἐλάχιστο ἀπό τή δυσωδία καί τήν ἀκαθαρσία, πολύ περισσότερο ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ Κύριος τῶν ἀσωμάτων δυνάμεων, ὄχι μόνο δέ μολύνθηκε μέ τό νά προσλάβει καθαρή (ἀνθρώπινη) σάρκα, ἀλλά καί αὐτή τήν ἴδια τήν ἔκανε καθαρότερη καί ἁγιότερη.
Γνωρίζοντας, λοιπόν, ὅλα αὐτά κι ἔχοντας στό νοῦ μας τούς λόγους ἐκείνους: «Θά κατοικήσω μέσα σ᾿ αὐτούς καί θά βαδίσω ἀνάμεσά τους» (Λευϊτ. 26, 12), καί ἀλλοῦ: «Ἐσεῖς εἶστε ναός τοῦ Θεοῦ καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ μέσα σας» (Α´ Κορ. 3, 16), ἄς ἀπαντᾶμε κι ἐμεῖς σέ κείνους καί ἄς ἀποστομώνουμε τούς ἀσεβεῖς, καί ἄς αἰσθανόμαστε χαρά γιά τά ἀγαθά μας δοξάζοντας τό Θεό γιά τήν τόσο μεγάλη συγκατάβαση, καί ἄς ἀποδώσουμε σ᾿ Αὐτόν, ὅσο μποροῦμε, τήν τιμή καί τήν ἀνταμοιβή πού τοῦ ἀξίζει. Ἐμεῖς ὅμως καμιά ἀνταμοιβή δέν μποροῦμε νά δώσουμε στό Θεό παρά μόνο τή σωτηρία μας καί τή σωτηρία τῆς ψυχῆς μας, καί τή φροντίδα μας γιά τήν ἀρετή.
Πῶς πρέπει νά προσερχόμαστε στή θεία Κοινωνία.
7. Ἄς μή γινόμαστε, λοιπόν, ἀχάριστοι στόν Εὐεργέτη μας, ἀλλά ἄς τοῦ προσφέρουμε ὅλοι, ὅσο μποροῦμε, τά πάντα, δηλαδή πίστη, ἐλπίδα, ἀγάπη, σωφροσύνη, ἐλεημοσύνη, φιλοξενία. Καί γιά ὅ,τι κατά τό παρελθόν σᾶς παρακίνησα, γι᾿ αὐτό θά σᾶς παρακινήσω καί τώρα καί δέ θά πάψω ποτέ νά σᾶς παρακινῶ. Ποιό εἶναι αὐτό; Ὅταν πρόκειται νά προσέλθετε στή φρικτή καί ἱερή Τράπεζα καί τήν ἱερή μυσταγωγία τῆς θείας Εὐχαριστίας, κάνετε τοῦτο μέ φόβο καί μέ τρόμο, μέ καθαρή συνείδηση, μέ νηστεία καί προσευχή, χωρίς νά ἐνοχλεῖτε καί νά χτυπᾶτε καί νά σπρώχνετε τούς γύρω σας. Γιατί αὐτό δείχνει πολύ μεγάλη ἀπερισκεψία καί ὄχι τυχαία περιφρόνηση. Γιαυτό σέ ὅσους συμπεριφέρονται ἔτσι ἐπέρχονται μεγάλες τιμωρίες καί ποινές.
Σκέψου, ἄνθρωπε, σέ ποιά θυσία πρόκειται νά προσεγγίσεις, σέ ποιό θυσιαστήριο πλησιάζεις, καί θυμίσου ὅτι ἐνῶ εἶσαι χῶμα καί στάχτη, μεταλαμβάνεις Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ. Καί ὅταν τύχει νά σᾶς καλέσει στό τραπέζι του κάποιος βασιλιάς, συμμετέχετε μέ σεβασμό, λαμβάνοντας ἀπό τά παρατιθέμενα φαγητά μέ κοσμιότητα καί ἡσυχία. Ἐνῶ ὅταν σᾶς προσκαλεῖ ὁ Θεός στήν Τράπεζά Του καί σᾶς προσφέρει τόν Υἱό Του, τή στιγμή κατά τήν ὁποία παραστέκονται μέ φόβο καί τρόμο ἀγγελικές δυνάμεις, καί τά Χερουβίμ σκεπάζουν τά πρόσωπά τους, καί τά Σεραφίμ ψάλλουν μέ τρόμο, Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος, Κύριος, ἐσύ, πές μου, φωνάζεις καί προξενεῖς θόρυβο μπροστά σ᾿ αὐτή τήν πνευματική τράπεζα; Δέν γνωρίζεις, ὅτι τή στιγμή ἐκείνη ἡ ψυχή σου πρέπει νά εἶναι γεμάτη μέ γαλήνη; Πολλή γαλήνη καί ἡσυχία εἶναι ἀπαραίτητη, ὄχι ὀργή καί ταραχή. Γιατί αὐτά κάνουν ἀκάθαρτη τήν ψυχή πού προσέρχεται. Ποιά συγνώμη θά μποροῦσε νά ὑπάρξει γιά μᾶς, ἄν ὕστερα ἀπό τίς τόσες ἁμαρτίες μας δέν εἴμαστε ἀπαλλαγμένοι ἀπ᾿ αὐτά τά παράλογα πάθη μας οὔτε τή στιγμή πού προσερχόμαστε (νά κοινωνήσουμε); Καί γενικά, τί πιό ἀναγκαῖο ὑπάρχει ἀπό αὐτά πού προσφέρονται στήν Ἁγία Τράπεζα; Ἤ τί μᾶς ἀπασχολεῖ ὥστε νά ἀφήσουμε τό μυστήριο καί βιαστικοί νά σπεύσουμε ἀλλοῦ; Μή, σᾶς παρακαλῶ καί σᾶς ἱκετεύω, ἄς μήν προκαλέσουμε ἐναντίον μας τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ. Αὐτό πού βρίσκεται μπροστά μας εἶναι φάρμακο σωτήριο γιά τίς πληγές μας, εἶναι πλοῦτος ἀστείρευτος πού μᾶς προσφέρει τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Ἄς προσέλθουμε, λοιπόν, μέ φόβο καί ἄς εὐχαριστήσουμε τό Θεό, ἄς προσπέσουμε μέ συντριβή ἐξομολογούμενοι τίς ἁμαρτίες μας, ἄς κλάψουμε ἀπό λύπη γιά τίς ἁμαρτίες μας, ἄς κάνουμε πολλή ὥρα τήν προσευχή μας στό Θεό. Κι ἀφοῦ μέ τόν τρόπο αὐτό ἐξαγνιστοῦμε, μέ κατάλληλη προσοχή καί τάξη ἄς προσέλθουμε στό μυστήριο σάν νά παρουσιαζόμαστε μπροστά στό Βασιλέα τῶν οὐρανῶν. Καί ἀφοῦ δεχθοῦμε τήν ἁγνή καί ἅγια θεία Εὐχαριστία, ἄς τήν ἀσπαστοῦμε, ἄς τήν ἐναγκαλιστοῦν οἱ ὀφθαλμοί μας καί ἄς ἀναθερμάνουμε τό λογικό μας, ἔτσι ὥστε ἡ συγκέντρωση γύρω ἀπό τή θυσία νά μήν ἀποβεῖ σέ καταδίκη καί κατάκρισή μας, ἀλλά σέ ψυχική γαλήνη, σέ ἀγάπη, σέ ἀρετή, σέ συμφιλίωση μέ τό Θεό, σέ σταθερή εἰρήνη καί βάση γιά μυριάδες ἀγαθά, γιά νά ἐξαγιάσουμε τούς ἑαυτούς μας ἀλλά καί τούς πλησίον μας νά ὠφελήσουμε.
Γιαυτά συνεχῶς ὁμιλῶ καί δέ θά παύσω νά ὁμιλῶ. Γιατί ποιό τό ὄφελος νά προστρέχετε ἄσκοπα ἐδῶ καί νά μή μαθαίνετε τίποτα τό ὠφέλιμο; Ποιό τό κέρδος ἄν διαρκῶς μιλᾶμε γιά τά εὐχάριστα; Σύντομη εἶναι, ἀγαπητοί μου, ἡ παρούσα ζωή καί ἄς προσέξουμε, ἄς ἀνοίξουμε τά μάτια μας, ἄς συγκεντρώσουμε τόν ψυχικό μας κόσμο, ἄς ἐπιδείξουμε γνήσιο τό ἐνδιαφέρον μας γιά ὅλους, ἄς γίνουμε εὐσεβεῖς σέ ὅλα. Καί εἴτε εἶναι ἀνάγκη νά ἀκοῦτε τό θεῖο κήρυγμα, εἴτε νά προσέρχεσθαι στή θεία Κοινωνία, εἴτε κάνετε ὁτιδήποτε ἄλλο, μέ φόβο καί μέ τρόμο Θεοῦ νά τό κάνετε γιά νά μήν προκαλέσετε μέ τήν ἀδιαφορία σας τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ. Γιατί λέγει ἡ Γραφή: «Καταραμένος εἶναι ἐκεῖνος πού μέ ἀδιαφορία ἐκτελεῖ τό καθῆκον του πρός τό Θεό» (Ἱερεμ. 48, 10). Ὁ θόρυβος καί ἡ ὀργή ἀποτελοῦν μεγάλη προσβολή γιά τή θεία Κοινωνία. Εἶναι ἡ μεγαλύτερη περιφρόνηση νά προσφέρεις μολυσμένο τόν ἑαυτό σου στό Θεό. Ἄκουσε τί λέει γιά τούς ἀνθρώπους αὐτούς ὁ Ἀπόστολος: «Ὅποιος καταστρέφει τό ναό τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός θά τόν καταστρέψει» (Α´ Κορ. 3, 17). Νά μήν ἐξοργίζουμε λοιπόν τό Θεό ἀντί νά συμφιλιωνόμαστε μαζί Του, ἀλλά νά ἐπιδεικνύουμε ὅλο μας τό ἐνδιαφέρον, ὅλη τή σεμνότητά μας καί τήν ψυχική μας γαλήνη καί νά προσερχόμαστε μέ προσευχή καί συντετριμμένη καρδιά γιά νά μπορέσουμε μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο νά ἐξιλεώσουμε τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό καί νά ἀποκτήσουμε τά ἀγαθά πού μᾶς ὑποσχέθηκε, μέ τή χάρη καί τή φιλανθρωπία τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν Ὁποῖο μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα ἀνήκει ἡ δόξα, ἡ δύναμη καί ἡ τιμή, τώρα καί πάντοτε καί στούς ἀπέραντους αἰῶνες. Ἀμήν.

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Θα έρθουν τα Χριστούγεννα;

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Νοεμβρίου, 2015

Genisis 2

Μα τι ερώτηση είναι αυτή; Και βέβαια θα έρθουν τα Χριστούγεννα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία! Κάθε χρόνο δεν έρχονται; Κόντρα στο ημερολόγιο θα πάμε; Ακούς εκεί! Όλοι το ξέρουνε ότι θα έρθουν τα Χριστούγεννα.

Και το πιο μικρό παιδί ξέρει ότι στις 25 Δεκεμβρίου, κάθε χρόνο, έχουμε Χριστούγεννα. Θα στολίσουμε το σπίτι. Θα φτιάξουμε δέντρο. Θα μας κάνουν δώρα συγγενείς και φίλοι.

Και οι μαθητές ξέρουν ότι έχουμε Χριστούγεννα. Αποτελεί το ορόσημο ότι πέρασε η μισή χρονιά. Από το Σεπτέμβριο τα περιμένουν οι μαθητές τα Χριστούγεννα. Θα στολίσουμε το σπίτι. Θα φτιάξουμε δέντρο. Θα μας βάλουν καθηγητές και δάσκαλοι εργασίες και διάβασμα. Θα προλάβουμε να ξεκουραστούμε και λίγο…
Και οι φοιτητές το ξέρουν ότι έχουμε Χριστούγεννα. Θα γυρίσουμε σπίτι μας. Θα στολίσουμε το σπίτι. Θα φτιάξουμε δέντρο. Θα μας περιποιηθεί η οικογένειά μας, που της λείψαμε πολύ. Θα πρέπει να δούμε τόσους γνωστούς και φίλους. Και ίσως να διαβάσουμε και λίγο, εξεταστική έρχεται.
Και οι νοικοκυρές το ξέρουν ότι έχουμε Χριστούγεννα. Τόσες δουλειές τις περιμένουν. Να καθαρίσουν, να μαγειρέψουν… Να χορτάσουν τα παιδιά τους στο σπίτι. Να δουν τα ξενιτεμένα τους φοιτητόπουλα.
Και οι εργαζόμενοι το ξέρουν ότι έχουμε Χριστούγεννα. Θα πάρουν το δώρο τους, θα πάρουν την άδειά τους, θα ξεκουραστούν, θα ταξιδέψουν, θα ξενοιάσουν.
Και οι κοσμικοί το ξέρουν ότι έχουμε Χριστούγεννα. Πρέπει να προλάβουν να κλείσουν τραπέζι για τα ρεβεγιόν, να ψωνίσουν, να βγουν, να σχολιάσουν.
Και να μη θέλεις, θα το καταλάβεις ότι ήρθαν τα Χριστούγεννα. Όπως κάθε χρόνο. Δεν είναι δυνατόν φέτος να μην έρθουν τα Χριστούγεννα. Θα το καταλάβεις από την ένταση γύρω σου. Πολύ τρέξιμο έχουν πια αυτά τα Χριστούγεννα. Τα Χριστούγεννα που κάνουμε κάθε χρόνο. Γιατί κάθε χρόνο έχουμε Χριστούγεννα.
Μέσα όμως σ’ όλο αυτό το τρέξιμο, σ’ όλη αυτήν την ένταση και τη σιγουριά, είναι πολύ σημαντικό να σταθούμε λίγο. Να σταματήσουμε να τρέχουμε για όλα. Ακόμα και κάνοντας τη βόλτα μας και τα ψώνια μας στην Ερμού, να σταθούμε και να μπούμε λίγο μέσα στον ‘Αγιο Νικόλαο. Και σε όποια εκκλησία βρεθεί μπροστά μας. Γιατί κάτι μας φωνάζει. Κι αν δε σταθούμε να αφουγκραστούμε, δεν πρόκειται να το ακούσουμε. Μέσα στα γέλια και τις φωνές, μέσα στο θόρυβο των βημάτων μας, μέσα στα κάλαντα και τα τραγούδια, θα πνιγεί, θα τη χάσουμε. Πρέπει να σταθούμε λίγο, να ακούσουμε και να σκεφτούμε.
Χριστός γεννάται…
Εξαιρετικό!
Επανάσταση!
Η θεϊκή, και τόσο ανθρώπινη, και τόσο ασύλληπτη, και τόσο σωτήρια, στιγμή της ενανθρώπισης.
Κι αν τα καταφέρεις και σταθείς, και σκεφτείς, και το συλλάβεις αυτό το νόημα… μετά θα αρχίσεις να τρέχεις χειρότερα από πριν!
Και πώς να τρέξεις; Το έδαφος χάνεται κάτω από τα πόδια σου. Ούτε κάλαντα ακούς, ούτε γέλια, ούτε φωνές, ούτε βήματα. Μα τι κάνει αυτός ο κόσμος και τραγουδά, και γελά, και φωνάζει, και τρέχει; Εξακολουθείς να βρίσκεσαι μέσα σε όλη αυτή την τρέλα, μια άλλη τρέλα όμως σε έχει συνεπάρει. Μια λέξη που στάθηκες για λίγο να τη σκεφτείς και όλα άλλαξαν. Ενανθρώπιση. Στην αρχή απόρησες (τι είναι αυτό;), μετά αναρωτήθηκες (να είναι αυτό;), μετά θαύμασες (Τι είναι αυτό;!), μετά τρόμαξες (πω, πω…).
Κι όλα άλλαξαν. Κι όλοι άλλαξαν.
Αλλιώς κοιτάς το σώμα σου, όλη την ύπαρξή σου…
Αλλιώς κοιτάς τους γύρω σου.
Κοιτάς τα χέρια σου και αναρωτιέσαι. Είναι χέρια ίδια μ’ αυτά που ευλόγησαν, που βάπτισαν, που γιάτρεψαν, που μοίρασαν τόσο απλόχερα.
Κοιτάς τα πόδια σου και αναρωτιέσαι. Είναι πόδια ίδια μ’ αυτά που περπάτησαν το δρόμο της σωτηρίας και του μαρτυρίου.
Κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και βλέπεις το στόμα σου, στόμα ίδιο μ’ αυτό που είπε μήνυμα αξεπέραστο, λόγια παρηγοριάς και ιστορίες για μια ζωή άλλη.
Βλέπεις τα μάτια σου, μάτια ίδια μ’ αυτά που κοίταξαν τον κόσμο με τόση, μα τόση αγάπη.
Αλλιώτικα μοιάζουν όλα τώρα.
Αλλιώς αντιλαμβάνεσαι και τον Θεό. Λίγο σε μπερδεύει αυτή η ενανθρώπιση. Μα είναι δυνατόν; Τόσο κοντά μου; Τόσο δικός μου; Κομμάτι δικό του εγώ;
Καλά είναι τα Χριστούγεννα. Ως ορόσημο χρονικό. Ως περίοδος οικογενειακών συγκεντρώσεων και φιλικών συνάξεων. Ως χρόνος για διασκέδαση και για ξεκούραση.
Αλλά για σταθείτε λίγο…

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Χριστούγεννα! Είσαι σίγουρος/η;

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Νοεμβρίου, 2015

Genisis

Δεν είναι λίγες οι φορές που ταυτίζουμε τα Χριστούγεννα με λέξεις όπως: γιορτές, δώρα, κάλαντα, διακοπές, γλυκίσματα, στολισμένοι δρόμοι, βιτρίνες κλπ. Και φαίνεται σαν να λείπει ο ίδιος ο Χριστός από τη μεγάλη γιορτή! Όμως, η αλήθεια θα επιμένει κάθε χρόνο πως Χριστούγεννα σημαίνει: Ο Υιός του Θεού γίνεται άνθρωπος.

Ο Υιός του Θεού πήρε την ανθρώπινη φύση και έγινε άνθρωπος. Η ενέργεια αυτή του Θεού είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο που αμάρτησε. Καθώς ο ευαγγελιστής Ιωάννης διαβεβαιώνει «τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε μας έστειλε τον Μονογενή Υιό του, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν, αλλά να έχει ζωή αιώνια». Ο Υιός του Θεού πήρε την ανθρώπινη φύση για να την αποκαταστήσει και να την τελειοποιήσει.

Τί γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα; Το ότι «ο Θεός έγινε άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός»! Μας λέει δηλαδή η Εκκλησία: Σήμερα ο Θεός γίνεται κάτι που ποτέ δεν ήταν, δηλ. άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος κάτι που ποτέ δεν ήταν, δηλ. θεός, όμοιος με τον Θεό.
Όταν πια κανείς άλλος τρόπος δεν υπήρχε, αφού ο άνθρωπος, αλλοτριωμένος από τον Θεό, είχε ρημάξει κάθε ελπίδα να πλησιάσει ο ίδιος τον Δημιουργό του, σαν έφθασε το πλήρωμα του χρόνου, ο Υιός του Θεού γίνεται υιός του ανθρώπου, για να μεταβάλει τους υιούς των ανθρώπων σε υιούς του Θεού. Ο Θεός εγκαταλείπει την αξιοπρέπεια Του, είναι ο «ανυπερήφανος Θεός», που αδειάζει τους ουρανούς και κατέρχεται στον κόσμο για να λυτρώσει τον υπερήφανο και αλαζόνα άνθρωπο. Ο Χριστός προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση για να την γιατρέψει, διότι μόνο εκείνο που ενώνεται με τον Θεό, αυτό και σώζεται.
Ο Χριστός γίνεται πια η αλήθεια μας, όλη η αλήθεια για τον Θεό, αλλά και όλη η αλήθεια για τον άνθρωπο. Ο Ιησούς είναι ο σωτήρας του κόσμου, ο λυτρωτής του ανθρώπινου γένους, αλλά και ο προσωπικός λυτρωτής του καθενός ξεχωριστά. «Ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ»: αυτή η διαβεβαίωση του αγγέλου προς τους ποιμένες για τον προσωπικό χαρακτήρα της σωτηρίας που έφερε ο Χριστός, φανερώνει πως τώρα όλοι μπορούμε να γεφυρώσουμε το χάσμα που μας αποξενώνει από τον Θεό –συνεπώς και από τον συνάνθρωπο. Ο αναμενόμενος Μεσσίας είναι πια ανάμεσά μας. Η προσδοκία των εθνών, η γλυκιά ελπίδα του περιούσιου λαού, το κήρυγμα των προφητών, όλα δίνουν τη θέση τους σ’ Εκείνον, που είναι η εκπλήρωση της υπόσχεσης για έναν καινούριο κόσμο και τον καθαγιασμό της ανθρώπινης ύπαρξης.
Κατά τη θεία ενανθρώπηση ενώθηκε η θεία και η ανθρώπινη φύση. Ο Χριστός, λαμβάνοντας την ανθρώπινη σάρκα έγινε σε όλα όμοιος με μας εκτός από την αμαρτία. Η θεία φύση του Κυρίου με την ενανθρώπηση δεν έπαθε καμία αλλαγή, ενώ αντίθετα η ανθρώπινη φύση, χάρη στην ένωσή της με τη θεία, τελειοποιήθηκε. Η ένωση αυτή είναι παντοτινή, δηλ. η ανθρώπινη φύση μένει αιώνια ενωμένη με τη θεία φύση στο πρόσωπο του Χριστού.
Γιορτάζουμε, λοιπόν, Χριστούγεννα. Κι όμως πολλές φορές αναρωτιόμαστε: Πού είναι ο Χριστός; Νιώθουμε να απουσιάζει Εκείνος από τη μεγάλη γιορτή. Ξέρετε, έχουμε γεμίσει αυτές τις μέρες με τόσα πολλά –με τόσα περιττά- που για τον Ενανθρωπήσαντα Θεό της αγάπης πολλές φορές δεν υπάρχει τόπος στη ζωή μας.
Εκείνο που χρειάζεται είναι να καταλάβουμε πως ο Χριστός «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου». Όπως όλα τα γεγονότα της ζωής του Χριστού, έτσι και η γέννηση Του υπερβαίνει τον χρόνο και την ιστορία, γίνεται λειτουργικό γεγονός, πραγματικότητα σημερινή και αιώνια της Εκκλησίας και κατάκτηση των πιστών παιδιών της, διαρκές εσωτερικό βίωμα όλων εκείνων που επιθυμούν να γιορτάσουν αληθινά Χριστούγεννα.
Μας χρειάζεται να πάμε στη Βηθλεέμ! Να ξαναβρούμε το μήνυμα που κρύβει η μεγάλη γιορτή, να αναζητήσουμε το «παιδίον Ιησούς», να συνοδοιπορήσουμε με τους απλοϊκούς ποιμένες και τους σοφούς μάγους στην προσκύνηση του νεογέννητου, να αναρωτηθούμε και να ρωτήσουμε «πού γεννήθηκε ο σωτήρας του κόσμου;», να ακολουθήσουμε το ολοφώτεινο αστέρι να μας δείχνει το δρόμο προς τη νοητή Βηθλεέμ, που δεν είναι άλλη από την εορταστική τράπεζα της Εκκλησίας, τη χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία. Ο ερχομός του Χριστού στον κόσμο δεν προσφέρεται για ιδεολογικές, φιλοσοφικές ή έστω ρομαντικές προεκτάσεις. Η Ενσάρκωση βιώνεται ως αναζήτηση και ολοκλήρωση του ανθρώπου, του πληγωμένου ανθρώπου, που όμως στο πρόσωπο του Χριστού βλέπει ποιος πρέπει αληθινά να είναι, αντικρίζει την αδιάψευστη αλήθεια της ανθρωπιάς του, τον προορισμό και την καταξίωσή του.
Έτσι, Χριστούγεννα σημαίνει να συναντήσουμε τον νεογέννητο Ιησού στην κατανόηση και την αγάπη με τους γύρω μας, στη γενναία αυτοκριτική και την ειλικρινή εξομολόγηση, στη συμμετοχή μας στη λατρεία της Εκκλησίας. Χριστούγεννα σημαίνει να αφιερώσουμε χρόνο στον Χριστό, που είναι ο αληθινός φίλος των παιδιών και των νέων, να μάθουμε για τη γέννησή Του, να χαρούμε για το μονάκριβο δώρο της λύτρωσης που έφερε στον κόσμο. Χριστούγεννα σημαίνει να δούμε τον νεογέννητο Χριστό στα μάτια του φοβισμένου πρόσφυγα, του άνεργου, του άστεγου, του εξαρτημένου, του κάθε κουρασμένου διαβάτη με τον οποίο ο Χριστός έχει απόλυτα ταυτιστεί. Χριστούγεννα σημαίνει το «Ευχαριστώ» που ακόμη δεν είπαμε στο φίλο που μας βοήθησε, το «Συγνώμη» που δεν καταφέραμε να ψελλίσουμε, η «Καλημέρα» που δεν ανταποδώσαμε, η πέτρινη καρδιά μας που ακόμη δεν σπάσαμε, το χαμόγελο που στερήσαμε σε όσους το είχαν ανάγκη. Χριστούγεννα σημαίνει τη χαρά να μοιράζεσαι ό,τι έχεις αλλά και ό,τι είσαι.
Κι αυτό θα είναι τελικά το μεγαλύτερο δώρο των Χριστουγέννων σε όλους μας. Να γιορτάσουμε Χριστούγεννα μαζί με τον Χριστό! Να γιορτάσουμε Χριστούγεννα και να παρών στη μεγάλη γιορτή και ο ίδιος ο Χριστός, να είναι παρών και στη δική μας ψυχή! Καλά, ευλογημένα και κυρίως αληθινά Χριστούγεννα!

π. Συμεών

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΥΗΓΓΕΛΙΣΑΤΟ ΕΙΡΗΝΗΝ ΤΟΙΣ ΜΑΚΡΑΝ ΚΑΙ ΤΟΙΣ ΕΓΓΥΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Νοεμβρίου, 2015

Ταραγμένος είναι ο κόσμος μας.  Διασπασμένος και χωρισμένος, στους μακράν και στους εγγύς (Εφεσ. 2, 17). Σ’ αυτούς που συμφωνούν με τις κυρίαρχες ιδεολογίες, με αυτούς που εξουσιάζουν και σ’ αυτούς που βρίσκονται μακριά. Και αυτή η διάσπαση ξεκινά από τον εσωτερικό μας κόσμο. Παλεύουν εντός μας η αγάπη και η εξουσία. Η μία δώρο του Θεού. Η άλλη απόφαση δική μας, επειδή θέλουμε να γίνουμε θεοί χωρίς τον Θεό. Και βαφτίζουμε την εξουσία θρησκεία, πολιτική, πολιτισμό, δικαιοσύνη, ενώ είναι καρπός του ανθρώπινου εγωισμού και της απουσίας του Θεού. Όχι ότι δεν χρειάζεται εξουσία στον κόσμο.  Είναι θέμα της ανθρώπινης ανωριμότητας και της αδυναμίας  να εμπιστευθούμε τον Θεό και το θέλημά Του. Το οποίο μας δείχνει τον στόχο μας, που θα έπρεπε να είναι η σωτηρία μας, η πλήρης κοινωνία της ύπαρξής μας, ψυχής και σώματος, με τον Θεό και τον πλησίον δια της αγάπης. Αντιθέτως, εμείς επιλέγουμε να είμαστε οι εν υπεροχή όντες. Πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε αφ’ εαυτών μας την αλήθεια. Και επειδή η αλήθειά μας πρέπει να είναι η αλήθεια του κόσμου, δεν επιτρέπουμε σε κανέναν να την αμφισβητήσει. Επειδή εμείς είμαστε το κέντρο του κόσμου, δεν επιτρέπουμε σε κανέναν να είναι πιο πάνω από μας. Δεν είναι η δίψα για ελευθερία που κυβερνά τις καρδιές μας, αλλά η δίψα για εξουσία και επικράτηση. Και γι’ αυτό δεν υπάρχει ειρήνη, αλλά είναι αναγκαίοι οι μηχανισμοί προστασίας του κόσμου και των ανθρώπων από όσους είναι περισσότερο επικίνδυνοι.

                «Ο Χριστός ελθών ευηγγελίσατο ειρήνην υμίν τοις μακράν και τοις εγγύς» και μας κατέστησε μεταξύ μας «ουκέτι ξένους και πάροικους, αλλά  συμπολίτας των αγίων και οικείους του Θεού» (Εφεσ. 2, 27-19). Ο Χριστός ήρθε στον κόσμο κι έφερε το χαρμόσυνο μήνυμα της ειρήνης σε σας που βρισκόσασταν άλλοι μακριά και άλλοι κοντά. Στους ειδωλολάτρες. Σε όσους δεν πίστευαν σ’ Αυτόν. Και συνένωσε όλους όσους Τον αποδέχονται σε μία οικογένεια, σε μία πολιτεία, την κοινότητα των αγίων. Αρκεί οι άνθρωποι να αποδεχθούμε στην καρδιά μας το «ελθών». Ότι ο Χριστός ήρθε στον κόσμο και ήρθε ως Θεάνθρωπος για να λυτρώσει τον κόσμο. Για να μας συναντήσει προσωπικά. Να μας κάνει να δούμε εντός μας ότι δεν είναι η εξουσία που πρέπει να μας κυβερνά, αλλά κληθήκαμε να αγαπούμε. να μοιραζόμαστε ό,τι και όσο μπορούμε.

Κι εδώ είναι το δύσκολο. Χριστιανοί και μη, δεν έχουμε βίωμά μας και πίστη μας το «ελθών». Άλλοι ζητούμε να Τον δούμε δια των αισθήσεών μας. Πιστεύουμε ότι ήρθε, αλλά μέχρις εκεί. Η παρουσία Του δεν έχει νόημα στην καθημερινότητά μας, αλλά είναι ένα στοιχείο της ιστορίας, του παρελθόντος. Το μήνυμα της ειρήνης για όλους, για τον εαυτό μας, δεν έχει να μας πει κάτι, διότι Εκείνος, πιστεύουμε, είναι μακριά μας. Θα Τον συναντήσουμε στην καλύτερη των περιπτώσεων μετά θάνατον. Έστι η ζωή μας δεν αλλάζει και η εντός και εκτός μας διάσπαση παραμένουν εναργείς. Παρηγορούμαστε για την απουσία του με τις γιορτές και τα έθιμα. Και δεν θέλουμε να Τον δούμε στο πρόσωπο του συνανθρώπου μας. Το χειρότερο είναι ότι αισθανόμαστε ότι έχουμε επαρκή δικαιολογία, διότι ούτε και ο πλησίον μας βλέπει ως τον πλησίον του.

Άλλοι πάλι Τον θέλουμε ως δικαιοσύνη. Να αποκαταστήσει κάθε αδικία στον κόσμο, και μάλιστα αυτήν που εμείς πιστεύουμε και θεωρούμε ότι υπάρχει. Με βάση τη λογική μας. Ή, κάποτε, και τα συμφέροντά μας. Τις ιδέες μας. Τις θρησκευτικές και άλλες πεποιθήσεις μας. Έτσι, επειδή Εκείνος δεν είναι υπερασπιστής της βίας ή της επανάστασης, αλλά της δια της αγάπης αλλαγής του κόσμου, της μεταμόρφωσής του εν ελπίδι και εμπιστοσύνη προς Αυτόν, Τον αφήνουμε κατά μέρος. Εμείς μπορούμε και χωρίς Αυτόν να έχουμε τη ζωή μας στα χέρια μας. Μπορούμε να τιμωρήσουμε. Να εκδικηθούμε. Να νικήσουμε χωρίς τη βοήθειά Του. Να επιβάλουμε το δίκιο μας. Και διαπιστώνουμε την τραγωδία να είσαι εξουσιαστής, ακόμη κι αν δηλώνεις «αντι-εξουσιαστής».

Υπάρχουν κι εκείνοι οι λίγοι που επιμένουν. Ακολουθώντας Τον και ακολουθώντας την οδό των αγίων, αυτών που προηγήθηκαν ημών, παλεύουν να Τον συναντήσουν. Με γνώμονά τους την μετάνοια εκεί που δεν μπορούν. Με την συμφιλίωση και τη συγχώρεση τόσο προς τον εαυτό τους, όσο και προς τον πλησίον για όσα δεν μπορούν να είναι. Και τον αγώνα να προελκύσουν τη χάρη Του, όχι δια της επιβολής, αλλά δια της ταπεινής διακονίας. Του λόγου. Της πράξης. Της άφεσης. Της υπομονής. Είναι όσοι δια της προσευχής και της κοινωνίας στην Εκκλησία νιώθουν τη γαλήνη της ειρήνης εντός τους. Τη γαλήνη της παρουσίας Του. Και αντιμετωπίζουν τις περιστάσεις της ζωής με γνώμονα το «γενηθήτω το θέλημά Σου». Όχι μη εργαζόμενοι ή παραιτούμενοι από την ελπίδα της επιτυχίας στους στόχους τους. Αλλά βλέποντας πιο πέρα. Στη συνάντηση με τον πλησίον. Στην απόφαση να δίνουν χαρά, όπως μπορούνε και να σηκώνουν λύπη. Και ζώντας τον κόσμο ως κοινωνία αιωνιότητας. Ευγνωμοσύνης. Ευχαριστίας. Καθιστώντας τον εαυτό τους κατοικητήριο του Θεού εν Πνεύματι. Δεχόμενοι τον Χριστό όχι μόνο ως «ελθόντα», αλλά και ως «ερχόμενο» στις καρδιές μας.

Στον ταραγμένο κόσμο μας όποιος πιστεύει στο Χριστό αντιπαραθέτει την οικογένεια του Θεού, την πολιτεία της αγιότητας. Την ειρήνη εντός του που γίνεται αγώνας και για ειρήνη εκτός. Όχι την παραίτηση από τον αγώνα για μία καλύτερη ανθρωπότητα. Αλλά την επίγνωση των ορίων. Την ταπεινότητα που γνωρίζει ότι δια της αληθείας, του Προσώπου δηλαδή του Χριστού, όλα μπορούν να αντιμετωπιστούν. Ακόμη και η κακία του κόσμου και της εξουσίας. Περισσότερο λοιπόν παρά ποτέ έχουμε ανάγκη να αποφασίσουμε τι είναι γα μας το «ελθών» του Χριστού. Αν μένει στο παρελθόν ή γίνεται «ερχόμενος» στο σήμερα της ζωής μας. Και να χτίσουμε ζωή σύμφωνα με την απάντησή μας.

Κέρκυρα, 15 Νοεμβρίου 2015

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Στον εισοδηματία που γράφει πως εξασφάλισε τον εαυτό του και τους οικείους του. (Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς)

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Νοεμβρίου, 2015

Φοβᾶμαι γιά σᾶς. Μοῦ γράφετε πώς ἐξασφαλίσατε τόν ἑαυτό σας καί τά παιδιά σας τόσο σταθερά, ὥστε τώρα μπορεῖτε νά ζήσετε χωρίς ἀνησυχία. Ἡ ἀσφάλειά σας, φαίνεται, ἔδιωξε ἀπό τήν ψυχή σας τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Μέ τί ἐξασφαλιστήκατε; Μέ τό χρῆμα; Μά δέν ἀκοῦτε αὐτές τίς μέρες, πώς ἡ ξαφνική πτώση τῶν τραπεζῶν σέ μία νύχτα κάνει τούς ἐκατομμυριούχους ζητιάνους καί, τό χειρότερο, αὐτόχειρες; Μέ τά σπίτια καί τά μαγαζιά; Μά δέν διαβάζετε περί τῶν ἐπαναλαμβανόμενων σεισμῶν, πού σ’ ἕνα λεπτό γκρεμίζουν τίς πόλεις σέ σωρό χαλάσματα; Ἀγοράσατε τούς ἀγρούς καί τούς κήπους φρούτων; Μά ξεχάσατε τίς πρόσφατες ξηρασίες, καί τίς πλημμύρες, καί τά σύννεφα ἀπό τίς ἀκρίδες; Ἐάν διαβάζατε τό Εὐαγγέλιο, θά εἴχατε ἐμπεδώσει τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου» (Ματθ. 13, 22). Μέ παραξενεύει, πῶς ἀκριβῶς αὐτές τίς μέρες, ὅταν ὁ θυμός τοῦ Θεοῦ σπάει κάθε γήινη ἀσπίδα, μέ τήν ὁποία οἱ ἄνθρωποι θέλουν νά προστατέψουν τόν ἑαυτό τους ἐκτός ἀπό τήν πίστη σ’ Ἐκεῖνον, τόν Παντοδύναμο, ἐσεῖς θεωρεῖστε προστατευμένος μέ τόσο τιποτένια ἀσπίδα σάν τόν πλοῦτο. Καί μοῦ θυμίζετε πολύ τούς Κινέζους, οἱ ὁποῖοι σ’ ἕναν πόλεμο μέ τούς Ἰάπωνες τεντώνανε τίς ὀμπρέλες πάνω ἀπό τά κεφάλια τους, γιά νά προστατευτοῦν ἀπό τά ἐχθρικά πολυβόλα.

Μαζί μ’ αὐτήν τήν ἀσφάλεια, πού προέρχεται ἀπό τόν ἄξιο τιμωρίας πλοῦτο, ἐγώ διαισθάνομαι καί ἄλλο κακό σέ σᾶς, δηλαδή, ὅτι ὁ πλοῦτος σας προέρχεται ἀπό τήν ἀδικία. Τοῦτο σημαίνει νά τρῶς ψωμί μέ τά σκουλήκια. Θά δηλητηριάσετε τόν ἑαυτό σας καί τά παιδιά σας. Ἀκοῦστε τί λέει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος: «Ὅποιοι πλουτίζουν μέ τήν ἀδικία εἶναι πιό κακόμοιροι ἀπό τούς ζητιάνους· εἶναι καλύτερο νά ζητιανεύεις παρά νά ἁρπάζεις». Ἡ Βιβλική ἱστορία περί τοῦ Ἰώβ μᾶς μαρτυρεῖ πώς ὁ δίκαιος ἄνθρωπος μπορεῖ σέ μία μέρα νά χάσει ὅλο τό γήινο πλοῦτο, πόσο μᾶλλον ὁ ἄδικος. Σέ μία μέρα ὁ δίκαιος Ἰώβ ἔχασε ὅλη τήν περιουσία του, μαζί μ’ αὐτό ἀκόμα καί τούς γιούς καί τίς κόρες του. Ἔχασε ἔπειτα καί τήν ὑγεία καί σάν ζητιάνος, ὁλόκληρος μέσα στίς πληγές, ξάπλωσε στό χῶμα καί ἄρχισε νά θρηνεῖ. Ἄραγε δέν φοβάστε ὅτι καί σ’ ἐσᾶς αὐτό μπορεῖ νά συμβεῖ; Στήν κακομοιριά του καί τήν ἀρρώστια ὁ εὐσεβής Ἰώβ ὑπερασπιζόταν τήν ψυχή του ἀπό τήν ἀπελπισία μέ τή δυνατή πίστη στόν Θεό. Ἐσεῖς μέ τί θά τήν ὑπερασπισθεῖτε; Καί τί θά μπορέσει νά σᾶς συγκρατήσει νά μήν αὐτοκτονήσετε; Δηλαδή στήν ὑλική κατάρρευση νά μήν προσθέσετε καί τήν κατάρρευση τῆς ψυχῆς; Στήν Ἁγία Γραφή τοῦ Θεοῦ γράφει ὅτι ὅποιος ἀγαπᾶ τήν ἀδικία μισεῖ τήν ψυχή του. Στή μοναξιά, στίς ἤσυχες νυχτερινές ὧρες, μιλῆστε μέ τή συνείδησή σας, ἐάν ὄντως ἀγαπᾶτε περισσότερο τήν ἀδικία ἤ τήν ψυχή σας.

Γρηγορεῖτε καί νά πλουτίζετε ἐν Θεῷ, κατά τόν λόγο τοῦ Σωτήρα. Καί νά πλουτίζετε ἐν Θεῷ σημαίνει νά πλουτίζετε μ’ ἐκεῖνον τόν πλοῦτο τόν ὁποῖο ἀγαπᾶ ὁ Θεός καί ποτέ δέν θά ἐγκαταλείψει τόν ἄνθρωπο. Τοῦτος εἶναι ὁ πλοῦτος τῆς πίστης καί τῆς ἐμπιστοσύνης στόν Θεό, ὁ πλοῦτος τοῦ ἐλέους καί τῆς συμπόνιας, τῆς ἀλήθειας καί τῆς φιλαδελφίας. Μέ τούτη τήν ἀσπίδα θά προστατέψετε τή ζωή σας καί τή ζωή τῶν παιδιῶν σας ἀσφαλέστερα παρά μ’ ἕνα ὁλόκληρο γήινο βασίλειο, ἀκόμα καί ἄν ἐκτείνεται ἀπό τήν ἀνατολή τοῦ ἡλίου μέχρι τή δύση.

Ὁ Θεός νά σᾶς φωτίσει καί εὐλογήσει

Από το βιβλίο “Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται…” του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, σελ 200-201 http://www.xfd.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ιωάννης Χρυσόστομος, εκείνος που δεν κολάκευε τους ισχυρούς

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Νοεμβρίου, 2015

Πηγή:kaiomenivatos.blogspot.com

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (13 Νοεμβρίου)

Ό Ιωάννης καταγόταν από επίσημη οικογένεια της Αντιό­χειας. Ο πατέρας του Σεκούνδος ήταν ανώτερος αξιωματικός του στρατού της Συρίας ο οποίος πέθανε λίγο χρόνο μετά τη γέννησή του. Η μητέρα του Ανθούσα, είκοσι χρόνων τότε, δεν σκέφθηκε να ξαναπαντρευτεί αλλά αφοσιώθηκε στην ανατροφή του υιού της και διαχειρίσθηκε με ιδιαίτερη φροντίδα την περιουσία της.

Ο χρόνος γέννησης του ‘Ιωάννη τοποθετείται το 354. Ο βιογράφος του Παλλάδιος αναφέρει ότι σε ηλικία 18 ετών εγκατέλειψε τις ρητορικές σπουδές, άρχισε την παρακολούθηση θεολογικών μαθημάτων και βαπτίσθηκε· μετά 3 έτη χειροτονήθηκε σε αναγνώστη και έφυγε στην έρημο, όπου μόνασε 4 έτη κοντά σε γέροντα, και 2 μέσα σε σπήλαιο. Αφού επέστρεψε στην Αντιόχεια χειροτονήθηκε σε διάκονο, μετά 5 έτη σε πρεσβύτερο, και μετά άλλα 12 σε αρχιεπίσκοπο (Δεκέμβριος 397).

Η Ανθούσα φρόντισε ώστε να λάβει επιμελημένη παιδεία ο υιός της. Πιθανότατα ο Ιωάννης διδάχθηκε τη ρητορική από τον Λιβάνιο και τη φιλοσοφία από τον Ανδραγάθιο. Ο Λιβάνιος, όταν ρωτήθηκε προς τα τέλη της ζωής του για το πρόσωπο του διαδόχου του, απάντησε ότι θα όριζε διάδοχο τον Ιωάννη, αν δεν τον είχαν συλήσει οι Χριστιανοί. Η επίδραση των κλασικών σπουδών είναι φανερή στη λογοτεχνική υφή και την επιχειρηματολογία των πρώτων συγγραμμάτων του Ιωάννη, έθεσε δε τη σφραγίδα της στην άνεση γλωσσικής εκφράσεως που παρατηρείται σ’ ολόκληρο το έργο του.

Ο Ιωάννης φοίτησε στο Ασκητήριο, δηλ. τη θεολογική σχολή που είχε ιδρύσει στην Αντιόχεια ο γνωστός θεολόγος Διόδωρος, μετέπειτα επίσκοπος Ταρσού. Από την έναρξη των σπουδών του συνδέθηκε με τον αρχιεπίσκοπο Αντιόχειας Μελέτιο. Ίσως κατά το χρόνο αυτό ο νεαρός Ιωάννης πιέσθηκε να δεχθεί την ιεροσύνη, αλλά κατόρθωσε να διαφύγει, προς δικαιολογία δε της φυγής του σύνταξε τους Περί Ιεροσύνης λόγους αργότερα.

Μετά το θάνατο της μητέρας του ασκήτευε για  έξι χρόνια, στην αρχή  κοντά σε Σύρο γέροντα, που γνώριζε ασφαλώς ελληνικά, διότι ο Ιωάννης δεν γνώριζε τη συριακή γλώσσα, έπειτα όμως μόνος μέσα σε σπήλαιο. Οι θεληματικές ταλαιπωρίες του έφεραν βλάβη στη υγεία του, αφού προσβλήθηκε από βαρύτατο νεφρικό νόσημα και επέστρεψε στην Αντιόχεια κατά τα τέλη του 380. Κατά τις αρχές του 381 χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μελέτιο και επιδόθηκε στο διδασκαλικό έργο και συνέχισε τη συγγραφή πραγματειών.

Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος πριν από την Τεσσαρακοστή του 386 από τον αρχιεπίσκοπο Φλαβιανό.

Η Αντιόχεια ήταν μεγαλούπολη, που είχε κατά τον Χρυσόστομο 200.000 κατοίκους ελεύθερους, μαζί με τους δούλους δε ίσως και 500.000. Ο εκκλησιαστικός βίος είχε προβλήματα από εξωτερικές και εσωτερικές συνθήκες. Κάτω από τέτοιες συνθήκες άρχισε το ιερατικό του στάδιο και κατόρθωσε να κυριαρχήσει στην πνευματική ζωή της πόλεως. Μιλούσε ακατάπαυστα κάθε Κυριακή και Παρασκευή, τις δε Τεσσαρακοστές και Διακαινησίμους κάθε ημέρα, περιερχόμενος όλους τους ναούς της πόλεως και τα παρεκκλήσια, αλλά προτιμώντας τη μεγάλη εκκλησία που είχε ιδρύσει ο Μ. Κωνσταντί­νος. Προφύλασσε το λαό από τις αιρέσεις, συμπαραστεκόταν σ’ αυτόν κατά τις δύσκολες ημέρες, όπως η στάση των ανδριάντων (387), ανέλυε τα περιεχόμενα της Γραφής, προΐστατο της κοινής προσευχής, οργάνωσε τη φιλανθρωπία. Από την περίοδο αυτή προέρχεται ο μεγαλύτερος όγκος των ομιλιών του.

Η φήμη του είχε ξεπεράσει τα όρια της Συρίας και ενώ όλοι περίμεναν να διαδεχθεί στην Αντιόχεια τον Φλαβιανό, τα πράγματα ακολούθησαν άλλο δρόμο. Όταν πέθανε ο Νεκτάριος Κωνσταντινουπόλεως, ο ευφυέστατος ευνούχος πρωθυπουργός Ευτρόπιος, έπεισε τον αυτοκράτορα Αρκάδιο ότι ο Χρυσόστομος ήταν ο κατάλληλος για τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Αυτός είχε προσκαλέσει αριθμό επισκόπων, οι οποίοι μαζί με τον κλήρο και το λαό επικύρωσαν την εκλογή. Ο νέος αρχιεπίσκοπος ενθρονίστηκε στις 26 Φεβρουάριου 398.

Ο Χρυσόστομος στε­ρούνταν το προσόν της ελαστικότητας και προσαρμοστικότητας απέναντι στους πολιτικούς άρχοντες. Σφοδρός τιμητής των πάν­των, μετέβαλλε τους φίλους σε εχθρούς. Γι’ αυτό δεν του επιτράπηκε ν’ ασκήσει για πολύ χρόνο τα αρχιεπισκοπικά του καθήκοντα και όσο χρόνο ποίμανε δεν ήταν αδιατάρακτος στα έργα του. Εξ αιτίας αυτού η Εκκλησία στερήθηκε την αναμενόμενη προσφορά απ’ αυτόν, αλλά κέρδισε αιώνια από το παράδειγ­μα της ακατάβλητης ηθικής αντιστάσεώς του.

Αφού ανέβηκε ατό θρόνο συγκρότησε επιτελείο από αφοσιωμένους κληρικούς μαθητές και μαθήτριες, και επιδόθηκε στο πολύπλευρο έργο του, που επεκτεινόταν από την ιεραποστολή μέχρι τη διοργάνωση της κοινωνικής πρόνοιας, και από την ηθική κάθαρση του κλήρου μέχρι την αναμόρφωση της λατρευτικής ζωής.

Στην πολιτική σκηνή δρούσαν τότε ο αυτοκράτορας Αρκάδιος, ευσεβής και σώφρονας, αλλά με κάπως αδύνατο χαρακτήρα· η σύζυγός του Ευδοξία ήταν ευφυής και ευσεβής, αλλά εύπιστη και φιλάργυρη γυναίκα που ανακηρύχθηκε Αυγούστα (400), μαζί με τον Αρκάδιο. Η Ευδοξία στην αρχή έδειξε σεβασμό και αγάπη προς τον Χρυσόστομο, παρακολουθούσε κηρύγματά του και λιτανείες, αυτός δε επανειλημμένως την επαίνεσε για τις αρετές της. Δεν δίσταζε να καταδικάζει και τα ελαττώματά της, χωρίς ν’ αναφέρει το όνομά της. Παρ ’ όλα αυτά όμως η σύνεσή της την εμπόδιζε ν’ αντιδρά.

Γυναίκες του περιβάλλοντός της και κληρικοί κατόρθωσαν να μεταστρέφουν τα αισθήματα της βασίλισσας η οποία είχε προσχωρήσει εξ ολοκλήρου στο στρατό­πεδο των εχθρών του Χρυσοστόμου με αρχηγό το Θεόφιλο Αλεξανδρείας. Το 403 συγκάλεσε στην τοποθεσία Επί Δρυν, κοντά στη Χαλκηδόνα, σύνοδο 36 επισκόπων -οι 29 ήταν από την Αίγυπτο- η όποια κάλεσε τον Χρυσόστομο σε απολογία για φανταστικές κατηγορίες, αλλ’ αυτός αρνήθηκε να εμφανισθεί.

Ο Χρυσόστομος καθαιρέθηκε και εξορίσθηκε, αλλ’ ενώ περίμενε στη Βιθυνία γνωστοποίηση του τόπου εξορίας, ανακλήθηκε. Είχε γίνει στο δωμάτιο της βασίλισσας καταστροφή ίσως από σεισμό ή άλλο ατύχημα, λόγω της οποίας η προληπτική και κατά βάθος αγαθή Ευδοξία ζήτησε την αποκατάσταση του ιεράρχη. Το πλήθος, γεμάτο ενθουσιασμό απαιτούσε άμεση επαναφορά στο θρόνο.

Η βασίλισσα εξέφρασε με επιστολή της τη χαρά της για την επάνοδό του αυτός δε ανταπέδωσε τη φιλοφρόνη­ση με ομιλία κατά την επόμενη ημέρα. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους επήλθε νέα σύγκρουση. Στη μεγάλη πλατεία της Γερουσίας, απέναντι στον καθεδρικό ναό, υψώθηκε άργυρό άγαλμα της Ευδοξίας. Κατά τα εγκαίνιά του τελούνταν πανηγύρια με χορούς και μουσική, τα οποία και ειδωλολατρικό χαρακτήρα είχαν και τις ακολουθίες του ναού διατάρασσαν, γι’ αυτό ο Ιωάννης τα κατέκρινε με τη σκληρή γλώσσα του και εκφώνησε ομιλία που έθιγε καίρια το γόητρο της βασίλισσας.

Ο Χρυσόστομος εξορίστηκε ξανά με συνοδεία στρατιωτών, μετά δε από ταξίδι ένδεκα εβδομάδων έφθασε στο χωριό Κουκουσός, στα σύνορα Καππαδοκίας και Αρμενίας, όπου έγινε δεκτός φιλικά, και εγκαταστάθηκε στο φρούριο της Αραβισσού. Ήταν ασθενής και υπέφερε από το ψύχος. Επειδή η προσπάθεια προς επαναφορά του συνεχιζόταν και πολλοί φίλοι του τον επισκέπτονταν στην εξορία, πράγμα που δημιουργούσε υποψίες στους εχθρούς του, διατάχθηκε η μεταφορά του στα Κόμανα του Πόντου. Πέθανε καθ’ οδό στην Πιτυούντα στις 14 Σεπτεμβρίου 407, προφέροντας σαν τελευταίους λόγους του: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν».

Από τον 6ο  αιώνα το όνομά του συνοδεύεται με το επώνυμο «Χρυσόστομος», το δε 1908 ο πάπας Ρώμης τον αναγνώρισε ως προστάτη των ιεροκηρύκων της Εκκλησίας. Η μνήμη του εορτάζεται στις 13 Νοεμβρίου, στις 27 Ιανουαρίου (ανακομιδή) και στις 30 Ιανουαρίου μαζί με τους δύο άλλους μεγάλους ιεράρχες από τον ια’ αιώνα.

Αλέξανδρος Χριστοδούλου, Θεολόγος

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ελλάδα… (Jean Richepin)

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Νοεμβρίου, 2015

Γκρεμίστε όλη την Ελλάδα σε βάθος 100 μέτρων.

Αδειάστε όλα τα μουσεία σας, από όλον τον κόσμο.
Γκρεμίστε κάθε τι Ελληνικό από όλο τον πλανήτη…

Έπειτα σβήστε την Ελληνική γλώσσα από παντού.

Από την ιατρική σας, την… … φαρμακευτική σας.

Από τα μαθηματικά σας (γεωμετρία, άλγεβρα)
Από την φυσική σας, χημεία
Από την αστρονομική σας
Από την πολιτική σας
Από την καθημερινότητα σας.

Διαγράψτε τα μαθηματικά, διαγράψτε κάθε σχήμα, κάντε το τρίγωνο-οκτάγωνο, την ευθεία-καμπύλη, σβήστε την γεωμετρία από τα κτίρια σας, τους δρόμους σας, τα παιχνίδια σας, τα αμάξια σας, σβήστε την ονομασία κάθε ασθένειας και κάθε φαρμάκου, διαγράψτε την δημοκρατία και την πολιτική, διαγράψτε την βαρύτητα και φέρτε το πάνω κάτω, αλλάξτε τους δορυφόρους σας να έχουν τετράγωνη τροχιά, αλλάξτε όλα τα βιβλία σας (γιατί παντού θα υπάρχει και έστω μια ελληνική λέξη), σβήστε από την καθημερινότητα σας κάθε ελληνική λέξη, αλλάξτε τα ευαγγέλια, αλλάξτε το όνομα του Χριστού που και αυτό βγαίνει από τα Ελληνικά και σημαίνει αυτός που έχει το χρίσμα, αλλάξτε και το σχήμα κάθε ναού (να μην έχει την ελληνική γεωμετρία), σβήστε τον Μέγα Αλέξανδρο, σβήστε όλους τους Μυθικούς και Ιστορικούς ήρωες, αλλάξτε την παιδεία σας, αλλάξτε το όνομα της ιστορίας, αλλάξτε τα ονόματα στα πανεπιστήμια σας, αλλάξτε τον τρόπο γραφής σας, χρησιμοποιήστε τον αραβικό, διαγράψτε την φιλοσοφία, διαγράψτε, διαγράψτε, διαγράψτε…

Θα πείτε «δεν γίνεται».

Σωστά, δεν γίνεται γιατί μετά δεν θα μπορείτε να στεριώσετε ούτε μία πρόταση! Δεν γίνεται να σβήσει η Ελλάδα, ο Έλληνας, η προσφορά του πάνω σε αυτόν τον πλανήτη…

Η πρόκληση πάντως ισχύει.»

από τον Γάλλο λογοτέχνη

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Θλίψη καί κατάθλιψη Γέρων Μωϋσῆς (Μοναχὸς Ἁγιορείτης)

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Νοεμβρίου, 2015

ThlipsiKaiKatathlipsi

Ὁ γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης συχνά ἔλεγε πώς ἡ σήμερα τόσο διαδομένη κατάθλιψη συχνά καί κύρια ὀφείλεται στόν μεγάλο ἐγωισμό. Ἀπό μικροί μεγαλώνουμε μέ μία λαθεμένη ἀγωγή. Τῶν περισσότερων ἡ ἀνατροφή ἀπό μικρά παιδιά εἶναι μία ἐπιμελής καλλιέργεια ἑνός λίαν ἐγωιστικοῦ πνεύματος. Γεννιέται ἀπό νωρίς ἡ σφοδρή ἐπιθυμία γιά διάκριση, ἔπαινο, ἐντυπωσιασμό καί πρωτοκαθεδρία. Γεννιέται ἕνα ὑπερβολικό ἐνδιαφέρον γιά τήν ἐνδυμασία, τήν κόμμωση καί τήν ἐπίδοση σέ ἀνάξια λόγου πράγματα. Ὁ πολύς ἐγωισμός ὁδηγεῖ στόν πρωταγωνιστισμό, τήν ἀπόρριψη τῶν ἄλλων, τή χρησιμοποίηση ὑπερβολῶν, ψευδῶν καί ὕβρεων. Ὁρισμένοι φθάνουν μάλιστα νά ὑπηρετοῦν τό ἄσχημο καί τό κακό μόνο καί μόνο γιά νά συζητιοῦνται καί νά προβάλλονται.

Μέ μιὰ τέτοια πλεύση καί προοπτική τί συμβαίνει; Πολύ συχνά, ἐπειδή τά πράγματα δέν μᾶς ἔρχονται ὅπως ἀκριβῶς θέλουμε, ἀμέσως στεναχωριόμαστε, ταραζόμαστε, ἀγχωνόμαστε, ἀπογοητευόμαστε καί κλεινόμαστε στόν ἑαυτό μας, Παρουσιάζεται μία βαθιά θλίψη μέσα μας ὅτι δέν μᾶς προσέχουν πολύ, δέν μᾶς ἀγαπᾶνε ὅσο θέλουμε, δέν ἀναγνωρίζουν τήν ἀξία μας καί δέν ἐκτιμοῦν τά προσόντα καί τίς δυνατότητές μας. Μιὰ λοιπόν μή ἀναγνώριση, μία παρατήρηση, μία ἐπίπληξη μᾶς θυμώνει, μᾶς ντροπιάζει, μᾶς ἀναστατώνει, μᾶς θλίβει. Τοῦτο συμβαίνει γιατί ἔχει θιγεῖ ὁ ἐγωισμός, ἔχει ἀνατραπεῖ ἡ ὡραία ἰδέα πού ὑπῆρχε γιά τόν ἑαυτό μας, τήν ὁποία ἐπιθυμοῦμε νά ἔχουν ὁπωσδήποτε καί οἱ ἄλλοι.

Εἶναι μεγάλη λύπη ἄξιοι νέοι ἄνθρωποι νά φθάνουν καί σ’ αὐτήν τήν ἀποτρόπαιη αὐτοχειρία, γιατί δέν ἀντέχουν μία ἀποτυχία, μία ἀπογοήτευση, μία ὑποτίμηση, μία προσβολή, μία ξαφνική πτώχευση. Ἕνας ταπεινός, ἕνας ἀληθινός Χριστιανός, ὅλα αὐτά τά πικρά γεγονότα τά ἀντιμετωπίζει πιό ψύχραιμα, πιό αἰσιόδοξα, πιό καρτερικά καί πιό ἐλπιδοφόρα. Μάλιστα, μερικές φορές μποροῦν νά γίνουν δυνατές ἀφορμές πνευματικῆς ὡρίμανσης καί ψυχικῆς καλλιέργειας.

Μία παρατεινόμενη στενοχώρια φέρνει θλίψη καί αὐτή πάλι τή φοβερή κατάθλιψη, πού σήμερα μαστίζει πολλούς. Ἡ κατάθλιψη μπορεῖ νά ἀδρανοποιήσει τόν ἄνθρωπο κουραστικά. Ἡ κατάθλιψη ἔχει συνήθη αἰτία τόν ἄφθονο ἐγωισμό. Ὁ ταπεινός ἔχει ἰσχυρά ἀντισώματα, δέν εἶναι εὔκολο νά κυριευθεῖ ἀπό τήν κατάθλιψη.

Τελικά, πιστεύουμε πώς ὁ ὑπερβολικός ἐγωισμός εἶναι μία σκέτη ἀνοησία καί ἡ γνήσια ταπείνωση μία ἐπιλογή ἑνός ὑψηλοῦ πνευματικοῦ κέρδους. Ὁ ἐγωιστής εἶναι πάντοτε ἀχόρταγος, ἀνικανοποίητος, ἀνασφαλής καί ἀγχώδης. Ἀντίθετα, ὁ ταπεινός εἶναι ἥσυχος, ἱκανοποιημένος, εὐχαριστημένος, ἄφοβος καί ἤρεμος. Ὁ ἐγωιστής πάσχει νά ξέρει πῶς τόν βλέπουν, πῶς τόν ἐκτιμοῦν καί πόσο τόν θαυμάζουν. Ἔτσι εἶναι συνεχῶς ἀνήσυχος. Αὐτό σημαίνει ὅτι τοῦ λείπει ἡ αὐτοεκτίμηση καί ἐναγώνια τήν ἀποζητᾶ ἀπό τούς ἄλλους. Οἱ ἄλλοι ὅμως ἔχουν τά δικά τους προβλήματα καί δέν ἀσχολοῦνται τόσο μ’ αὐτόν. Αὐτοβασανιζόμενος καί ταλαιπωρούμενος ἀπό νοσηρές ἐπιθυμίες, φαντασίες καί ἰδέες πονᾶ πολύ. Μήν ἀντέχοντας, καταφεύγει σέ διάφορα χάπια, ἀκόμη καί σέ ἀλκοόλ καί ναρκωτικά, γιά νά ἀποφύγει τόν ἐσωτερικό πόλεμο.

Εἶναι γεγονός πώς καταναλώνονται τεράστιες ποσότητες καί μεγάλα ποσά γιά ἀντικαταθλιπτικά φάρμακα, ἀλλά καί σέ προγράμματα ἀποτοξινώσεως. Τό πρόβλημα ὅμως δέν θεραπεύεται στή ρίζα του, γιατί παραμένει ἰσχυρός ὁ ἐγωισμός, πού δημιουργεῖ ὅλα αὐτά τά προβλήματα. Τό ἀταπείνωτο φρόνημα τῶν καιρῶν μας, οἱ συγκρούσεις, ἡ μή ἀγωνιστικότητα, ἡ νωχέλεια, οἱ συχνές ἀπογοητεύσεις ὁδηγοῦν στήν κατάθλιψη. Εὐγενεῖς, εὐαίσθητοι, ἀδύναμοι καί ἀδρανεῖς νέοι μπορεῖ νά κυριευθοῦν ἀπό τήν κατάθλιψη. Θεωρήσαμε τήν ταπείνωση ὀλέθριο ἐλάττωμα. Ἀγωνιστήκαμε γιά ἄλλα πολλά πού δέν ἦταν οὐσιαστικά καί πρωτεύοντα. Μπερδέψαμε τήν ταπείνωση μέ τήν κακομοιριά καί τήν ἁπλοϊκότητα. Μόνο ὅμως ὁ ἀληθινά ταπεινός μπορεῖ νά εἶναι πραγματικά χαρούμενος, ἀστεναχώρητος, νηφάλιος, γαλήνιος καί ὑπερβολικά εἰρηνικός. Οἱ ἡμέρες μας ἔχουν ἰδιαίτερη ἀνάγκη πνευματικῆς ἐνισχύσεως.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »