kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Πότε και πώς κοινωνούμε

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Αυγούστου, 2016

Αποτέλεσμα εικόνας για ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΟΙΝΩΝΟΥΜΕ

(ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ)

Τί εἶναι ἡ Θεία Εὐχαριστία

Ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι τό κορυφαῖο Μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας. Σ’ αὐτό ἔρχεται ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μεταβάλλει τά προσφερόμενα ἀπό μᾶς δῶρα, τό ψωμί καί τό κρασί, σέ Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό γίνεται σέ κάθε Λειτουργία, πού τελεῖ ἡ Ἐκκλησία μας. Στή συνέχεια, αὐτά τά ἁγιασμένα Δῶρα προσφέρονται σέ μᾶς γιά νά κοινωνήσουμε. Κάθε φορά πού κοινωνοῦμε, παίρνουμε μέσα μας τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἑνωνόμαστε μέ τόν Χριστό καί σωζόμεθα. Οἱ ἅγιοι Πατέρες τονίζουν πῶς ὅ,τι ἑνώνεται μέ τόν Θεό, ἐκεῖνο μόνο σώζεται· ὅ,τι δέν ἑνώνεται μέ τόν Θεό (τήν ἀληθινή Ζωή) πεθαίνει. Γι’ αὐτό, ἡ Θ. Εὐχαριστία εἶναι ἡ μεγαλύτερη δωρεά τοῦ Θεοῦ σέ μᾶς, εἶναι ὅ,τι σημαντικότερο ὑπάρχει στόν κόσμο.

Ὁ Κύριος τέλεσε γιά πρώτη φορά τή Θεία Εὐχαριστία στόν Μυστικό Δεῖπνο. Ἐκεῖ πῆρε ψωμί καί κρασί, τά εὐλόγησε, τά μετέβαλλε Σῶμα καί Αἷμα Του καί τά πρόσφερε στούς Μαθητές Του νά κοινωνήσουν. Στή συνέχεια, ἔδωσε ἐντολή νά ἐπαναλαμβάνεται αὐτή ἡ Πράξη γιά πάντα, ὡς τή Δευτέρα Παρουσία Του. Αὐτό ἀκριβῶς συμβαίνει κάθε φορά πού τελεῖται ἡ Θεία Λειτουργία καὶ κάθε φορά πού προσερχόμεθα νά κοινωνήσουμε.

Πότε πρέπει νά κοινωνοῦμε

Ὁ Κύριος εἶχε πεῖ ὅτι, ὅποιος τρώει τό Σῶμα Του καί πίνει τό Αἷμα Του, ζεῖ τήν αἰώνια καί ἀληθινή ζωή, καί ἀντίθετα, ὅποιος δέν τρώει τό Σῶμα καί δέν πίνει τό Αἷμα Του δέν ἔχει μέσα του ζωή καί δέν εἶναι ἑνωμένος μαζί Του. Αὐτό σημαίνει ὅτι, γιά νά ζοῦμε τή ζωή τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νά κοινωνοῦμε τακτικά. Καί οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας ὁμόφωνα τονίζουν ὅτι πρέπει νά κοινωνοῦμε συνεχῶς, δηλαδή ὅσο συχνότερα μποροῦμε.

Σέ πολλούς ἔχει ἐπικρατήσει ἡ κακή συνήθεια νά κοινωνοῦν μόνο τρεῖς φορές τόν χρόνο (Πάσχα, Χριστούγεννα καί Δεκαπενταύγουστο). Ὅμως, αὐτό δέν ἀρκεῖ γιά νά εἴμαστε συνεχῶς ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό καί ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ ὅ,τι μᾶς προτρέπει ἡ Ἐκκλησία.

Ὡστόσο, δέν ἀρκεῖ νά κοινωνεῖ κάποιος τακτικά, ἀλλά πρέπει νά κοινωνεῖ καί κατάλληλα προετοιμασμένος. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπισημαίνει ὅτι πολλοί κοινωνοῦν ἀναξίως, δηλαδή χωρίς συναίσθηση ὅτι δέχονται τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου. Αὐτούς ἡ Θεία Κοινωνία τούς βλάπτει, ἀντί νά τούς ὠφελεῖ. Ἀντί νά τούς παρέχει τή ζωή, τούς προκαλεῖ τήν καταδίκη.

Κατάλληλα προετοιμασμένος κοινωνεῖ μόνο ὅποιος ἐξομολογεῖται. Ἡ Ἐξομολόγηση εἶναι τό ἱερό Μυστήριο, πού καθαρίζει τήν ψυχή μας ἀπό τά ἁμαρτήματα, τά πάθη καί τά ἐλατώματα, γιά νά κατοικήσει μέσα της ὁ Χριστός. Ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ Χριστός κατοικεῖ μόνο σέ καθαρές ψυχές. Καί ἐπειδή ὅλοι ἔχουμε ἁμαρτίες, σέ ὅλους εἶναι ἀναγκαία ἡ Ἐξομολόγηση.

Πῶς πρέπει νά κοινωνοῦμε

Ἰδιαίτερη προσοχή ἀπαιτεῖται καί στόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο προσερχόμεθα νά κοινωνήσουμε, ὥστε νά ἀποπνέει εὐλάβεια καί τιμή πρός τόν Βασιλέα τῆς Δόξης Ἰησοῦ Χριστό. Εἰδικότερα, πρέπει νά προσέξουμε τά ἑξῆς:

– Δέν κοινωνοῦμε ἄν δέν ἐξομολογούμεθα. Ὁ Ἐξομολόγος θά καθορίσει τό πῶς ἀκριβῶς καί κάθε πότε θά κοινωνοῦμε.

– Πρίν κοινωνήσουμε νηστεύουμε, ὅσο μποροῦμε.

– Ἐπίσης, προετοιμαζόμεθα μέ προσευχή (ἀνάγνωση τῆς Ἀκολουθίας τῆς Θ. Μεταλήψεως κ.ἄ.).

– Ἔχουμε συμφιλιωθεῖ μέ τούς συνανθρώπους μας.

– Προσερχόμεθα στή Θεία Λειτουργία ἐνωρίς.

– Εἰδικά οἱ γυναῖκες, δέν βάφονται ὅταν πρόκειται νά κοινωνήσουν, γιατί αὐτό εἶναι μεγάλη ἀσέβεια.

– Πλησιάζουμε τό ἅγιο Ποτήριο μέ προσοχή καί ἡρεμία (δέν βιαζόμεθα, δέν σπρώχνουμε, δέν ἀνησυχοῦμε).

– Ὅταν κοινωνοῦμε: α) παίνουμε τό κόκκινο πανί (μάκτρο), πού βαστᾶ ὁ Ἱερεύς μαζί μέ τό ἅγιο Ποτήριο, β) τό βάζουμε κάτω ἀκριβῶς ἀπό τό στόμα, γ) ἀνοίγουμε τό στόμα μας καλά καί δ) ἀφοῦ κοινωνήσουμε, σκουπιζόμαστε σφιχτά μέ τό μάκτρο.

«Ἐὰν μὴ φάγητε

τὴν Σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ Αἷμα,

οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς.

Ὁ  τρώγων μου τὴν Σάρκα καὶ πίνων μου τὸ Αἷμα 

ἔχει ζωὴν αἰώνιον».

(Ἰω. 6, 53-54)

Ιερεύς Σωτήριος Αθανασούλιας

http://sathanasoulias.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το Μυστήριο της Εξομολογήσεως

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Αυγούστου, 2016

ΤΟ «ΔΕΥΤΕΡΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ»

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ

ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ

Τό Μυστήριο τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Χριστοῦ

Τό ἅγιο Βάπτισμα, σύμφωνα μέ τή πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας, καθαρίζει τήν ψυχή ἀπό κάθε ἁμαρτία, καθιστώντας την ὁλόλευκη καί λαμπερή. Αὐτή τήν καθαρότητα, ἔχουμε χρέος νά τήν διατηροῦμε μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς μας, δηλαδή νά ἀπέχουμε ἀπό κάθε ἁμαρτία καί νά ζοῦμε ὅπως θέλει ὁ Θεός.

Ἁμαρτία εἶναι κάθε πράξη, κάθε λόγος καί κάθε σκέψη, ἀντίθετη μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί ἐπειδή ὁ Θεός θέλει πάντα τό καλό, ἁμαρτία εἶναι σέ γενικές γραμμές τό κακό. Οἱ ἁμαρτίες μοιάζουν μέ τεῖχος, πού μπαίνει ἀνάμεσα στόν Θεό καί στόν ἄνθρωπο καί μᾶς ἐμποδίζει νά γνωρίζουμε τόν Θεό, νά Τόν αἰσθανόμεθα καί νά ἀπολαμβάνουμε τίς δωρεές Του. Οἱ ἁμαρτίες, ἄν καί στήν ἀρχή ἐμφανίζονται ὡς κάτι εὐχάριστο, εἶναι οἱ ἀλυσσίδες πού μᾶς δένουν ἀσφυκτικά καί μᾶς κάνουν δυστυχισμένους. Ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά νά ἔχουμε πραγματική σχέση μέ τόν Θεό, εἶναι ἡ ἀπαλλαγή μας ἀπό τήν ἁμαρτία.

Ἡ ἁμαρτία βρίσκεται σέ κάθε βῆμα τῆς ζωῆς μας. Κανείς δέν μπορεῖ νά τήν ἀποφύγει, ἀκόμη κι ἄν ἡ ζωή του εἶναι μόνο μία μέρα στόν κόσμο! Αὐτό τό γνωρίζει καλά ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος σταυρώθηκε καί πέθανε γιά τίς ἁμαρτίες μας. Γι’ αὐτό, μᾶς ἔδωσε μέ τή φιλανθρωπία Του ἕνα Μυστήριο, τό ὁποῖο μᾶς ἀπαλάσσει ἀπό κάθε ἁμαρτία πού γίνεται μετά τό Βάπτισμα. Αὐτό εἶναι τό Μυστήριο τῆς Μετανοίας καί Ἐξομολογήσεως (τό λεγόμενο «δεύτερο Βάπτισμα», κατά τούς Πατέρες).

Ἡ Ἐξομολόγηση γίνεται μόνο σέ εἰδικούς κληρικούς, τούς Ἐξομολόγους ἤ Πνευματικούς. Δέν γίνεται ἀπ’ εὐθείας στόν Θεό, οὔτε μπροστά σέ μιά Εἰκόνα, ἀφοῦ ἡ Εἰκόνα οὔτε συγχωρητική εὐχή διαβάζει, οὔτε πνευματικές ὁδηγίες δίνει. Ἡ σωστή Ἐξομολόγηση προϋποθέτει: α) ἔρευνα τοῦ ἑαυτοῦ μας γιά νά ἐντοπίσουμε τά ἁμαρτήματα, β) ἀναζήτηση ἔμπειρου Ἐξομολόγου – Πνευματικοῦ, γ) φανέρωση ὅλων τῶν ἁμαρτημάτων μας, ἀρχίζοντας ἀπό τά μεγαλύτερα, δ) ἀπόλυτη εἰλικρίνεια, ἀφοῦ ὁ Θεός ἤδη τά γνωρίζει ὅλα καί δέν μποροῦμε νά Τόν παραπλανήσουμε, ε) διάθεση μετανοίας, δηλ. πλήρη συναίσθηση τοῦ ὅτι ὅλα ὅσα ἐξομολογηθήκαμε εἶναι ὄντως ἁμαρτίες, τίς ὁποῖες θά προσπαθήσουμε νά μήν ἐπαναλάβουμε καί στ) ἀνάληψη τῶν εὐθυνῶν μας, δηλ. συναίσθηση ὅτι γιά τίς ἁμαρτίες μας φταῖμε μόνο ἐμεῖς καί ὄχι ἄλλοι ἄνθρωποι ἤ οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς ἤ ὁ διάβολος.

Ἀφοῦ ὅλοι ἁμαρτάνουμε (μέ τίς πράξεις, τά λόγια καί τίς σκέψεις μας), γιά ὅλους εἶναι ἀπόλυτα ἀπαραίτητη ἡ Ἐξομολόγηση. Πρέπει νά γίνεται τακτικά καί σωστά, ὁπωσδήποτε δέ πρίν τίς μεγάλες ἑορτές τῶν Χριστουγέννων, τοῦ Πάσχα καί τῆς Παναγίας καί μάλιστα πρίν κοινωνήσουμε. Ὅσοι ἐξομολογοῦνται γιά πρώτη φορά, πρέπει νά κατανικήσουν καί μιά ὑπερβολική ντροπή, πού προκαλεῖ ὁ διάβολος πρίν τήν Ἐξομολόγηση.

Τά ἁμαρτήματα καί τά εἴδη τους

Ὅπως ὑπάρχουν ἀσθένειες τοῦ σώματος ἀπό τίς ὁποῖες πεθαίνουμε, καί ἀσθένειες οἱ ὁποῖες μᾶς βασανίζουν χωρίς νά πεθαίνουμε, ἔτσι ὑπάρχουν καί ἀσθένειες τῆς ψυχῆς (ἁμαρτίες) πού προκαλοῦν τόν πνευματικό θάνατο, καί ἀσθένειες τῆς ψυχῆς πού καταστρέφουν μόνο τήν πνευματική μας ὑγεία. Οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας θεωροῦν ὡς θανάσιμα τά ἑξῆς ἁμαρτήματα καί τίς ὑποδιαιρέσεις τους: α) ὑπερηφάνεια, β) φιλαργυρία, γ) πορνεία, δ) φθόνο, ε) γαστριμαργία, στ) θυμό καί ζ) ἀκηδία.

– Ἁμαρτήματα ὑπερηφάνειας εἶναι: Ὁ ἐγωϊσμός, ἡ κενοδοξία, ἡ ἐπίδειξη, ἡ αὐθάδεια, ἡ ὑποκρισία, ἡ ἀπιστία στόν Θεό κ.ἄ.

– Ἁμαρτήματα φιλαργυρίας εἶναι: Ἡ πλεονεξία, ἡ ἀδικία, ἡ ἀπάτη, ἡ ἐκμετάλλευση, τό ψεῦδος, ἡ κλοπή, ἡ σκληροκαρδία, ἡ ἀνελεημοσύνη, ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἀχαριστία, ἡ ἔλλειψη ἀγάπης κ.ἄ.

– Ἁμαρτήματα πορνείας εἶναι: Ὅλες οἱ σαρκικές σχέσεις πού γίνονται ἔξω ἀπό τόν Γάμο (οἱ κάθε εἴδους προγαμιαῖες σχέσεις), ἡ μοιχεία, ὁ αὐνανισμός (αὐτοϊκανοποίηση), ἡ αἱμομιξία, ἡ ἔκτρωση, ἡ αἰσχρολογία, οἱ αἰσχρές καί βλάσφημες σκέψεις κ.ἄ.

– Ἁμαρτήματα φθόνου εἶναι: Ἡ ἐχθρότητα, ἡ ζήλεια, ἡ χαιρεκακία, ἡ μνησικακία, ὁ δόλος, ἡ προδοσία, ἡ ἐπιορκία κ.ἄ.

– Ἁμαρτήματα γαστριμαργίας εἶναι: Ἡ λαιμαργία, ἡ πολυφαγία, ἡ πολυποσία, ἡ μέθη, ἡ ἀσωτία κ.ἄ.

– Ἁμαρτήματα θυμοῦ εἶναι: Ἡ ὕβρις, ἡ διαμάχη, τό μῖσος, ἡ φιλονικία, ἡ ἀγανάκτηση, ἡ κατάρα, ἡ βλασφημία, ὁ φόνος κ.ἄ.

– Ἁμαρτήματα ἀκηδίας (πνευματικῆς ἀμέλειας – ἀδιαφορίας) εἶναι: Ἡ ἀδιαφορία καί ἀμέλεια γιά τήν προσευχή, τή νηστεία, τόν ἐκκλησιασμό, τήν προσέλευση στή Θ. Κοινωνία. Ἐπίσης ἡ ἀπόγνωση, ἡ λύπη, ἡ ἀπογοήτευση, ἡ νωθρότητα κ.ἄ.

Ὅλα τά παραπάνω ἁμαρτήματα μένουν ἀσυγχώρητα, ἄν δέν τά ἐξομολογηθοῦμε, καί προκαλοῦν τόν πνευματικό θάνατο. Μᾶς ἀπαλάσσει, ὅμως, ἀπ’ αὐτά ἡ φιλανθρωπία τοῦ Χριστοῦ καί ἡ καθαρή καί εἰλικρινής Ἐξομολόγηση.

«Νά ἐξομολογεῖσαι  τακτικά καί καλά,

γιατί καί Πατριάρχης νά εἶσαι,

ἄν δέν ἐξομολογεῖσαι, δέν σώζεσαι».

Ἅγιος Πορφύριος  (+1991)

http://sathanasoulias.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Επισκεφτείτε την ιστοσελίδα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Ταϊβάν. Visit the site of the Orthodox Church in Taiwan ( Orthodox Christian Faith in Chinese )

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Αυγούστου, 2016

Πολλές φορές δεν έχουμε την οικονομική δυνατότητα να προσφέρουμε στην ορθόδοξη ιεραποστολή. Ούτε τη δυνατότητα να πάμε εθελοντές σε μια μακρινή χώρα να κηρύξουμε το Ευαγγέλιο της Αγάπης του Χριστού και την πρωτοχριστιανική, ορθόδοξη πίστη. Μπορούμε να βοηθήσουμε, μέσω διαδικτύου, όταν επισκεπτόμαστε τακτικά μια ιστοσελίδα που έχει ορθόδοξη κατήχηση, όπως αυτή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Ταϊβάν. Όσο περισσότερο την επισκεπτόμαστε, τόσο αυξάνουν οι πιθανότητες να την βρουν στο διαδίκτυο κάποιοι από τους 2 δισεκατομμύρια κινεζόφωνους σε όλο το κόσμο !!!

https://ierapostoli.wordpress.com/

Κατηγορία ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κρυπτοχριστιανικό ζήτημα και ανθρώπινα δικαιώματα.

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Αυγούστου, 2016

kriptoxristianoi

Του Άρχοντος Οστιαρίου της Μ.τ.Χ.Ε. Χρήστου Τσούβαλη
Ἡ διάλεξη ἔγινε στήν Ἀθήνα, στίς 15.12.2011 καί στό Πνευματικό Κέντρο Κωνσταντινουπολιτῶν (Δημητρίου Σούτσου 46).
Τό περιεχόμενό της ἀντλήθηκε σχεδόν ἐξ ὁλοκλήρου ἀπό τήν ἐργασία, πού ἔχει δημοσιευθῇ στό βιβλίο: Δ ώ ρ η μ α στόν καθηγητή Βασίλειο Ν. Ἀναγνωστόπουλο Ἔκδοση: Εταιρεία Μελέτης της καθ’ ημάς Ανατολής, Αθήνα 2007. σ. 51-110.
Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Πισιδίας κ. Σωτήριε,
Σεβαστοί Πατέρες,
Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες,
Κύριε τ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων,
Κύριε τ. Ὑπουργέ,
Έντιμολογιώτατε Πρόεδρε τῆς Οἰκουμενικῆς Ὁμοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτῶν,
Κυρίες καί Κύριοι,
Εὐχαριστῶ γιά τά φιλόφρονα λόγια, πού μέ τόση ἀγάπη καί καλωσύνη εἶπε γιά τό πρόσωπό μου ὁ ἀγαπητός Πρόεδρος τῆς Οι. Ομ. Κω., καθώς καί τά Διοικητικά Συμβούλια τοῦ Νέου Κύκλου Κωνσταντινουπολιτῶν καί τοῦ Πανελλήνιου Σύνδεσμου Ποντίων Ἐκπαιδευτικῶν, γιά τήν τιμητική τους ἀπόφαση νά μέ καλέσουν ὡς ὁμιλητή τῆς Ἡμερίδας μέ θέμα: «Κρυπτοχριστιανικό ζήτημα καί ἀνθρώπινα δικαιώματα».
Τέλος εὐχαριστῶ καί ὅλους ἐσᾶς, τούς φιλίστορας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Γένους μας, πού εἴχατε τήν καλωσύνη νά ἔλθετε γιά νά παρακολουθήσετε τήν ὁμιλία μου.
Ὁ περιορισμός τοῦ χρόνου, πού ἐπιβάλλει ἡ συμμετοχή μου στήν Ἡμερίδα, πιθανόν νά ἀφήσει κενά στήν ἀνάπτυξη ἑνός τόσο μεγάλου θέματος, γι’ αὐτό καί σᾶς παρακαλῶ νά εἶστε ἐπιεικεῖς στίς κρίσεις σας. Ἄλλωστε γιά τή μελέτη τοῦ θέματος ὑπάρχει πλούσια βιβλιογραφία, πού συνεχῶς συμπληρώνεται.

Ο κρυπτοχριστιανοί.
Μιά σημαντική καί ὄχι τόσο πολύ γνωστή πτυχή τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας τοῦ Γένους μας.
Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Κρυπτοχριστιανισμοῦ στήν Ἐκκλησία μας, τούς τρεῖς πρώτους αἰῶνες, βιώθηκε μιά ἀνεπανάληπτη χριστιανική ζωή, γεμάτη ἀπό πίστη, ἀγάπη, θάρρος καί ζῆλο γιά τήν ἐξάπλωση τοῦ Εὐαγγελίου.
Κατά τούς διωγμούς, οἱ περισσότεροι τῶν χριστιανῶν ἦταν ἕτοιμοι νά ὑποστοῦν τά πάντα, ἐπειδή θεωροῦσαν τό μαρτύριο, ὄχι ὡς ἀναγκαῖο τέλος τοῦ βίου τους, ἀλλά ὡς ὁμολογία τῆς συνάντησής τους μέ τό Χριστό, ὡς σπόρο αὔξησης τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό τό ἡρωικό πνεῦμα τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῶν διωγμῶν ἀνέδειξε τούς πρώτους ἁγίους. Ὑπῆρξαν, ὅμως, καί ἄλλοι, τήν ἴδια περίοδο, οἱ «πεπτωκότες», πού γιά νά ἀποφύγουν τούς διωγμούς, ἀρνήθηκαν τήν χριστιανική τους πίστη, γιατί δέν θέλησαν νά ὑποβληθοῦν σέ βασανιστήρια ἤ γιατί δέν τά ἄντεξαν.
Ὅταν ἐκδόθηκε, τόν Φεβρουάριο τοῦ 313, τό Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων καί ἔπαυσαν ἐπισήμως οἱ διωγμοί, ἡ Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε μέ συμπάθεια καί «οἰκονομία» τό πρόβλημα τῶν «πεπτωκότων», ἰδίως ὅταν αὐτοί ὁμολόγησαν τήν ἁμαρτία τους καί ζήτησαν τήν Χάριν καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἡρεμία αὐτή, πού ἐπῆλθε μέ τό Διάταγμα, δέν κράτησε γιά πολύ. Ἡ Χριστιανική Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε διαφορετικούς διωγμούς καί νέα προβλήματα μέ τίς ποικιλόμορφες αἱρέσεις καί τήν ἐμφάνιση καί ἐξάπλωση τῆς θρησκείας τοῦ Ἰσλάμ. Καί τίς μέν αἱρέσεις ἡ Ἐκκλησία τίς ἀντιμετώπισε μέ τίς τοπικές καί Οἰκουμενικές Συνόδους, τήν ἐξάπλωση ὅμως τῆς θρησκείας τοῦ Ἰσλάμ δέν κατάφερε οὔτε ἡ Ἐκκλησία, ἀλλ’ οὔτε καί ἡ Πολιτεία νά ἐμποδίσει, γιατί ἡ διάθεσή τους ἀπέναντι στό Ἰσλάμ, κατά τήν πρώτη φάση, δηλαδή ἀπό τόν 8ο αἰώνα μέχρι τά μέσα τοῦ 9ου αἰώνα, «ὑπῆρξε μᾶλλον σκωπτική καί ὑποτιμητική» καί ἐπιπλέον γιατί λαθεμένα πίστεψαν ὅτι ἡ θρησκεία τοῦ Ἰσλάμ ἦταν ἕνα εἶδος ἀποστασίας ἀπό τήν ἀληθινή Χριστιανική πίστη, μία νέα ἀρειανική αἵρεση, πού θά ἐξαφανίζονταν μαζί μέ τίς αἱρέσεις τῶν Μονοφυσιτῶν, τῶν Μονοθελητῶν καί τῶν ὁπαδῶν τῶν ἄλλων αἱρετικῶν διδασκαλιῶν.
Ἔτσι ὁ Μουσουλμανισμός, ἐπέζησε καί διαδόθηκε, μέ τό μήνυμα, ὅτι τό Ἰσλάμ, δηλαδή ἡ «ὑποταγή στό Θεό», εἶναι ἕνας νέος, ὀρθός τρόπος ζωῆς τοῦ λαοῦ καί ἔχει ὡς βασική του ἀρχή, ὅτι ὁ κόσμος διαιρεῖται σέ χῶρες, ὅπου ἀνήκουν οἱ πιστοί τοῦ Ἰσλάμ καί λέγονται «Οἶκος τοῦ Ἰσλάμ» καί σέ χῶρες τῶν ἀπίστων πού καλοῦνται «Οἶκος Πολέμου», δηλαδή περιοχές ἀγώνα μέχρις ὅτου ὑποταχθοῦν, μέ τόν ἱερό πόλεμο «Τζιχάντ», στό κράτος τῆς ἀληθινῆς πίστης. Ἀλλά καί ὁ μεγάλος λόγιος καί νομικός τοῦ Ἰσλάμ Malik Ibn Anas (795), ἔγραφε, ὅτι : «Ὅποιος ἐντελῶς φανερά ἐγκαταλείπει τό Ἰσλάμ, γιά νά προσχωρήσει σέ μιά ἄλλη θρησκεία, αὐτόν θά πρέπει νά προσπαθήσουμε νά τόν μεταστρέψουμε στό Ἰσλάμ. Καί ἄν μεταστραφεῖ, καλῶς, ἄν ὄχι, τότε νά θανατώνεται».
Ἡ ἀντίληψη περί «Τζιχάντ», πού εἶναι ἀναμφισβήτητο στοιχεῖο τῆς δυναμικότητας τῆς μουσουλμανικῆς θρησκείας, ἐπισημαίνει γιά μιά ἀκόμη φορά, ὅτι τό Ἰσλάμ, παραλλήλως πρός τόν θρησκευτικό του χαρακτῆρα, εἶναι καί μέγεθος πολιτικό. Ὁ Προφήτης δέν ἵδρυσε μόνο μιά θρησκευτική κοινότητα, ἀλλά καί ἕνα κράτος. Ἑκατό μόλις χρόνια, λοιπόν, μετά τόν θάνατο τοῦ Μωάμεθ, εἶχε δημιουργηθεῖ ἕνα ἀπέραντο ἀραβικό κράτος καί ὁ «Οἶκος τοῦ Ἰσλάμ» εἶχε ἐξαπλωθεῖ ἀπό τά Ἰμαλάϊα καί τίς πεδιάδες τῆς Κίνας μέχρι τά Πυρηναῖα ὄρη.
Ἰδιαιτέρως στή Μικρά Ἀσία ἡ πολιτική κατάσταση μεταβλήθηκε ριζικά μέ τόν Ἄλπ Αρσλάν μετά τό 1063, ὅταν τό Ἰσλάμ ἀπέβη ἀληθινός κίνδυνος γιά τήν Κωνσταντινούπολη. Γεγονός τό ὁποῖο ἐνισχύθηκε τόν 15ο καί 16ο αἰώνα μέ τούς Ὀθωμανούς Τούρκους. Ἔτσι ἄρχισε μιά παρατεταμένη ἀγωνία θανάτου τῶν ὑπολειμμάτων τῆς ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί μιά περίοδος φθορᾶς γιά τούς ὑπόδουλους.
Τότε, ἕνα μέρος τοῦ πληθυσμοῦ τῶν περιοχῶν αὐτῶν, ἀποδέχονταν τή θρησκεία τοῦ Ἰσλάμ καί μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου ταυτίζονταν μαζί της καί προσχωροῦσε στό σῶμα τῶν κατακτητῶν, ἕνα ἄλλο, πολύ μικρότερο, ἀποφάσιζε νά πολεμήσει γιά τήν πίστη του καί ἐνδεχομένως βασανίζονταν καί μαρτυροῦσε γι’ αὐτήν, καί ἕνα τρίτο, διάλεγε τό δρόμο τοῦ Κρυπτοχριστιανισμοῦ, εἴτε γιατί ἀναγκάζονταν, χωρίς τή θέλησή του, νά ἀποδεχθεῖ τό Ἰσλάμ, εἴτε γιά διάφορους ἄλλους οἰκονομικούς καί κοινωνικούς λόγους ἀποδέχονταν ἐξωτερικά καί φαινομενικά τό Ἰσλάμ, διατηρῶντας, στά βάθη τῆς ψυχῆς τους, τή χριστιανική πίστη, καί, ὅπου οἱ συνθῆκες τό ἐπέτρεπαν, καί τήν ἑλληνική ποντιακή διάλεκτο. Αὐτοί, ὅταν οἱ συνθῆκες τό ἐπέτρεπαν, γύριζαν ἐπίσημα στό Χριστιανισμό.
Τήν πρώτη ἐπίσημη πληροφορία, γιά τόν Κρυπτοχριστιανισμό, ἔχουμε, μετά τό 1330, στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ὅταν ἡ πόλη ἔπεσε στά χέρια τοῦ σουλτάνου Ὀρχάν. Τότε ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ ἀλλαξοπίστησε, πρᾶγμα, βέβαια, πού σε ἐλάχιστες περιπτώσεις ἔγινε οἰκειοθελῶς. Οἱ ἐξισλαμισθέντες κάτοικοι τῆς Νίκαιας, μέ τό πέρασμα τοῦ καιροῦ ἄρχισαν νά προβληματίζονται. Τύψεις βασάνιζαν τή συνείδησή τους. Γι’ αὐτό ἀπευθύνθηκαν στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί ὁ πατριάρχης Ἰωάννης ὁ Καλέκας, μέ δύο ἐπιστολές, πού τούς ἔστειλε, τό 1338 καί τό 1340, ἔδωσε τήν πρέπουσα θετική ἀπάντηση στά ἀγωνιώδη ἐρωτήματα γιά τή σωτηρία τους.»

θρησκευτική καί κοινωνική ζωή τν Κρυπτοχριστιανν λλά καί ο δυσκολίες πούντιμετώπιζαν.
Οἱ Κρυπτοχριστιανοί, αὐτή ἡ κοινωνικοθρησκευτική κατηγορία ἀνθρώπων, ὑπῆρχαν, κατά τόν Μανουήλ Γεδεών, σ’ ὅλες σχεδόν τίς ἐπαρχίες τῆς ἄλλοτε μεγάλης ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας.
Πληροφορίες ὅμως γιά τόν ἀκριβῆ ἀριθμό τῶν κρυπτοχριστιανῶν δέν ἦταν δυνατόν νά ἔχουμε, καί οὔτε πάρα πολλά γιά τήν κρυφή θρησκευτική τους ζωή. Πάντως τίς ἐλάχιστες πληροφορίες, γιά τή θρησκευτική καί κοινωνική τους ζωή καί τίς δυσκολίες, πού ἀντιμετώπιζαν, τίς ἔχουμε ἀπό πρώην κρυπτοχριστιανούς, πού βρίσκονται τώρα ἐκτός Τουρκίας.
Ἡ ζωή τῶν κρυπτοχριστιανῶν σέ καθαρῶς χριστιανικά χωριά δέν ἦταν ἐπικίνδυνη. Τό μυστικό τῶν κρυπτοχριστιανῶν ἦταν σέ ὅλους γνωστό καί τά τελευταῖα μάλιστα χρόνια, μποροῦσαν σχεδόν ἐλεύθερα νά παρακολουθοῦν τίς ἱερές ἀκολουθίες καί νά συμμετέχουν ἐνεργητικά στήν κοινωνική ζωή, μέ μόνη ἐπιφύλαξη μήπως γίνουν ἀντιληπτοί ἀπό διερχόμενους μουσουλμάνους. Στά χριστιανικά αὐτά χωριά, ὑπῆρχε ὡς προπέτασμα, ἕνα τζαμί καί μάλιστα σέ περίοπτη θέση, ὥστε νά μή προκύπτει καμιά ὑποψία. Ἐκεῖ πήγαιναν οἱ κρυπτοχριστιανοί, ὅταν κάποιος Τοῦρκος ἐπισκέπτονταν τό χωριό τους.
Ἐντελῶς διαφορετικές ὅμως ἦταν οἱ συνθῆκες ζωῆς, στά κατά πλειοψηφία μουσουλμανικά χωριά. Ἐδῶ οἱ κρυπτοχριστιανοί διέτρεχαν κάθε μέρα σοβαρό κίνδυνο, μιά καί ζοῦσαν μέ μουσουλμάνους. Γι’ αὐτό πρωταρχική τους ὑποχρέωση ἦταν νά δίνουν τήν ἐντύπωση πιστῶν καί εὐσεβῶν μουσουλμάνων, ὥστε ν’ ἀποφεύγουν τά σχόλια. Ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς ζωῆς τους, ἀπαιτοῦσε τήν πιστή τήρηση τῶν τύπων τῆς μουσουλμανικῆς θρησκείας. Γι’ αὐτό καί ἦταν συχνή ἡ παρουσία τους στό τζαμί. Παράλληλα ὅμως εἶχαν, γιά τή χριστιανική τους πίστη, κρυφά μέρη προσευχῆς, σέ σκοτεινά καί ἀπρόσιτα ὑπόγεια καί κατακόμβες κάτω ἀπό τά σπίτια τους. Ὅσοι δέν εἶχαν κατακόμβες φύλαγαν τίς εἰκόνες καί τά καντήλια τους, μέσα στά μεγάλα προγονικά τους μπαοῡλα. Πίσω ἀπό τίς ράχες τους ἔχασκαν, ἀνοιγμένες ἐπίτηδες, χαραμάδες καί τρύπες, γιά τήν ἀνάσα τῆς φλόγας τῆς καντήλας, πού τήν κρατοῦσαν ἀκοίμητη. Οἱ πλουσιότεροι διατηροῦσαν ὑπόγειους ναούς στά σπίτια τους, μέ μεγάλη μυστικότητα, καί στούς ὁποίους ἐτελοῦντο ἱερές ἀκολουθίες καί μυστήρια ἀπό κανονικούς ἱερεῖς. Στά χωριά, πού ἦταν μεικτά, ἄν ὑπῆρχε ὀρθόδοξος ἱερέας, λειτουργοῦσε καί γιά τούς κρυπτοχριστιανούς ἐνορίτες του.
Θεμελιακή, γιά τή ζωή τῶν κρυπτοχριστιανῶν, ἦταν ἡ δράση τῶν μοναστηριῶν τοῦ Πόντου. Τά μοναστήρια αὐτά ὑπῆρξαν φάροι, πού φώτιζαν καί ἑστίες πού θέρμαιναν τίς χριστιανικές ψυχές καί κράτησαν ἄσβεστη τή φλόγα τῆς Ρωμηοσύνης. Σ’ αὐτά, ὅπως ἦταν φυσικό, ἔβρισκαν καταφύγιο καί οἱ κρυπτοχριστιανοί καί ἀπ’ αὐτά περίμεναν τήν πνευματική τους ἐνίσχυση.
Οἱ ὀρθόδοξοι ἱερεῖς τῶν κρυπτοχριστιανῶν, ἄλλοι ἔκαναν τό γυρολόγο ἤ τόν μετακινούμενο μανάβη γιά νά καλύπτουν τήν ἐπικίνδυνη ἀποστολή τους, ἄλλοι μεταμφιέζονταν σέ δερβίσιδες, μολάδες ἤ χοτζάδες, πράγμα πού προϋπόθετε τέλεια κατοχή τῆς τούρκικης γλώσσας καί τοῦ Κορανίου.
Τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί τά ἔθιμα σήμαιναν γιά τούς κρυπτοχριστιανούς τά θεῖα δῶρα τῆς ὑπομονῆς καί ἡρεμίας μέσα στήν τόσο ταραγμένη ζωή τους. Γι’ αὐτό τηροῦσαν τίς περιόδους τῆς νηστείας ἐπακριβῶς, συμμετεῖχαν σ’ ὅλα τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί τακτικά στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ὁ δεσμός αὐτός μέ τήν Ἐκκλησία τούς βοήθησε νά κρατήσουν τήν πίστη τους. Ἀντίθετα, ὅσοι ἀπ’ αὐτούς ἔμεναν σέ ἀπομονωμένες περιοχές, χωρίς νά ἔχουν ἐπαφή μέ τήν Ἐκκλησία, σιγά σιγά ἀπορροφήθηκαν ἀπό τό μουσουλμανικό περιβάλλον.
Γιά νά μή δίνουν ὑποψίες οἱ κρυπτοχριστιανοί, στό περιβάλλον τους, τελοῦσαν φανερά τήν περιτομή καί ἔπαιρναν ἕνα μουσουλμανικό ὄνομα. Παράλληλα δέ μέ τή μυστική χριστιανική βάπτιση καί τό χρίσμα ἔπαιρναν καί ἕνα χριστιανικό ὄνομα, γιά τό ὁποῖο ὁ νονός ἤ ἀνάδοχος, μετά τή βάπτιση, εὐχότανε στόν βαπτισθέντα «Νά ζήσει μέ τ’ ὄνομά του», δηλαδή ποτέ νά μή βρεθεῖ στήν ἀνάγκη νά μεταστραφεῖ στόν Ἰσλαμισμό καί νά ἀλλάξει τό πραγματικό του ὄνομα. Τά δύο ὀνόματα (μουσουλμανικό καί χριστιανικό) ἦταν συνήθως συνώνυμα ἤ ὁμόηχα π.χ. Μεχμέτ και Μιχάλης, Μεριέμ καί Μαρία, Ἰμπραχήμ καί Ἀβραάμ, Λιάζ καί Ἠλίας. Ὅταν ἕνα χωριό δέν εἶχε δικό του ἱερέα, τότε ἔπαιρναν τά παιδιά τή νύχτα καί πήγαιναν νά τά βαπτίσουν στό διπλανό χωριό ἤ σέ ἕνα μοναστήρι. Τά μυστικά τῆς ζωῆς τῶν κρυπτοχριστιανῶν τά πληροφοροῦνταν τά παιδιά, μόνο ὅταν ἔφταναν σέ μιά συγκεκριμένη ἡλικία καί ὅταν δέν ὑπῆρχε φόβος, μέ τήν παιδική τους ἀθωότητα, νά τά κοινοποιήσουν.
Ὅσο γιά τήν παιδεία, οἱ κρυπτοχριστιανοί ἦταν ὑποχρεωμένοι νά στέλνουν τά παιδιά τους σέ τουρκικά σχολεῖα, γιατί ἦταν ἐγγεγραμμένα στά ληξιαρχεῖα ὡς τουρκόπουλα. Τήν ἡμέρα, τά παιδιά αὐτά, πήγαιναν στό σχολεῖο καί διδάσκονταν τό Κοράνι, τά βράδια ὅμως οἱ ὀρθόδοξες μητέρες, τούς δίδασκαν, μαζί μέ τήν ἑλληνική ποντιακή διάλεκτο, τήν ἀληθινή πίστη, τήν παράδοση καί τήν ἱστορία τοῦ ρωμαίηκου Γένους.

Στό γάμο τηροῦσαν τή χριστιανική μονογαμία. Παντρεύονταν μόνο μεταξύ κρυπτοχριστιανῶν καί ἐτελεῖτο ὁ γάμος φανερά ἀπό τόν χότζα, καί κρυφά τή νύκτα, ἀπό τόν ὀρθόδοξο ἱερέα, σέ ὑπόγειο ναό. Ἄν τοῦτο δεν ἦταν εὔκολο ἔφευγαν γιά ἄλλο χωριό, πού εἶχε ἱερέα, ἤ ἀκόμη ἔφευγαν γιά γαμήλιο ταξίδι καί περνοῦσαν ἀπό χριστιανικό μοναστήρι ἤ καί τέλος πήγαιναν σέ ἀπομακρυσμένη μεγάλη πόλη, ὅπου τό ζεῦγος ἦταν ἄγνωστο καί τελοῦσαν τό μυστήριο τοῦ γάμου, μέ ὀρθόδοξο ἱερέα. Σέ χωριά μέ μικτό πληθυσμό, οἱ κρυπτοχριστιανοί δεν πάντρευαν τίς κόρες τους μέ ἀναγνωρισμένους χριστιανούς. Ἄν τοῦτο ἦταν ὑποχρεωτικό νά γίνει τότε ὁ κρυπτοχριστιανός ἔκλεβε τή φανερή χριστιανή καί αὐτή, δῆθεν ἐκβιαζόμενη, γίνονταν μουσουλμάνα καί στή συνέχεια πήγαιναν στήν Πόλη ἤ σέ κάποιο μοναστήρι καί τελοῦσαν τό μυστήριο τοῦ γάμου.Ἕνα ποντιακό τραγούδι, μεταγλωττισμένο, μιλᾶ γιά γάμο χριστιανῆς νύφης πού παντρευόταν κρυπτοχριστιανό: «Μή τυραγνιέσαι Σόνια μου καί μή βαρειοκαρδίζεις, ἄντρα παίρνεις ὁλόχρυσο, εἶναι χριστιανοπαίδι, στά φανερά Μαχμούτ ἀγάς καί στά κρυφά Νικόλας, καί στή Μονή μεσονυχτίς θά πᾶτε γιά στεφάνι».
Ἡ κηδεία τῶν κρυπτοχριστιανῶν συνοδεύονταν πάντα μέ δυσκολίες. Οἱ νεκροί κηδεύονταν φανερά ἀπό τό χότζα καί θαύονταν σέ μουσουλμανικό νεκροταφείο καί τή νύκτα μεταθαύονταν μυστικά ἀπό ὀρθόδοξο ἱερέα σέ χριστιανικό κοιμητήριο, ὅπως μαρτυρεῖ καί ἡ λαϊκή φράση: «Τήν ἡμέραν σα μεζάρε καί τή νύχτα σον Αε Θόδωρον». Ἀκόμη ἐγένετο ἡ κηδεία χωρίς τήν παρουσία τοῦ νεκροῦ καί τῶν συγγενῶν του ἤ καί ἀκόμη πρίν τήν ταφή τίς νυκτερινές ὧρες στό σπίτι, ἀπό ἄγνωστο στήν περιοχή ἱερέα, πού ἐρχόταν χωρίς ράσα καί μάλιστα πρίν νά γίνει γνωστός στό χωριό ὁ θάνατος. Ὅταν δέν ἦταν δυνατό νά ἔρθει ὁ ἱερέας, στό σπίτι τοῦ νεκροῦ, γινόταν ἡ χριστιανική ἀκολουθία στήν ὑπόγεια ἐκκλησία, τήν ὥρα πού πήγαιναν τό νεκρό στό μουσουλμανικό νεκροταφεῖο. Ὑπῆρχαν ἐπίσης περιπτώσεις, κατά τίς ὁποῖες ὁ ἱερέας πήγαινε στόν τάφο τοῦ θαμμένου ἤδη κρυπτοχριστιανοῦ καί διάβαζε τή νεκρώσιμη ἀκολουθία μόνος του καί χωρίς νά δώσει σημεῖα ἀναγνώρισης. Ἄν δέν ὑπῆρχε ἱερέας, ἔπαιρναν χῶμα πάνω ἀπό τόν τάφο καί τό πήγαιναν ἔστω καί μακριά σέ ὀρθόδοξο ἱερέα, ὅπου διάβαζε τή νεκρώσιμη ἀκολουθία καί ἔρριπταν ἀργότερα τό χῶμα πάνω στόν τάφο τοῦ νεκροῦ.
Μέ μεγάλη σχολαστικότητα γίνονταν τά μνημόσυνα τῶν νεκρῶν. Τά Ψυχοσάββατα καί τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων ἑτοιμάζονταν τά κόλλυβα στή μνήμη τῶν νεκρῶν. Στό σπίτι ἄναβαν κεριά μπροστά στίς εἰκόνες, διάβαζαν τά ὀνόματα τῶν νεκρῶν καί τούς σκέφτονταν. Ὅταν δέν μποροῦσαν νά κάνουν μνημόσυνα, ἔστελναν στά κοντινά μοναστήρια, ὡς πρόσφορά, σιτάρι καί φροῦτα.
Ἀλλά καί τό Πάσχα, αὐτή τή λαμπρή καί μεγάλη γιορτή τοῦ Χριστιανισμοῦ, οἱ κρυπτοχριστιανοί τή ζοῦσαν μέ σφιγμένη τήν καρδιά καί μέ δάκρυα στά μάτια ἀλλά καί μέ ἐλπίδα, ὅτι θά τούς ἀξιώσει ὁ Χριστός καί ἡ Παναγία νά γιορτάσουν τήν ἑπόμενη χρονιά τίς μέρες αὐτές χωρίς ἄγχος, ἀνοιχτά καί ἐλεύθερα. Στό σημεῖο αὐτό ἄς δοῦμε μιά μικρή ἱστορία, ὅπως τήν διασώζει, ἀπό τόν Χρ. Τσαρτιλίδη, ὁ Κ. Φωτιάδης: «Εἶναι νύχτα τοῦ Πάσχα. Οἱ καμπάνες τοῦ χωριοῦ…ἠχοῦν. Οἱ χριστιανοί ξυπνοῦν, σηκώνονται καί πηγαίνουν στήν ἐκκλησία. Ὁ Μουσταφᾶ, πού εἶναι χριστιανός, ξυπνάει καί αὐτός. Χωρίς θόρυβο καί χωρίς νά ἀνάψει φῶς ξυπνάει τήν οἰκογένειά του, τή γυναίκα του Ἐμινέ, πού ὀνομάζεται Μαρία, τήν κόρη του Φατμέ ἤ Ἑλένη καί τό γιό του Χασάν ἤ Γεώργιο. Συναντιοῦνται σέ ἕναν χῶρο στό ὑπόγειο τοῦ σπιτιοῦ. Ἐκεῖ παραμερίζουν στήν ἄκρη τούς σάκκους καί παίρνουν τίς εἰκόνες ἀπό κάτω καί τίς κρεμοῦν. Γονατίζουν μπροστά τους, κάνουν τό σταυρό τους καί ἀνάβει ὁ καθένας ἀπό ἕνα κερί. Ὁ Μουσταφᾶ, πού εἶναι χριστιανός παίρνει ἕνα ἱερό βιβλίο καί τό ἀνοίγει. Νά διαβάσει δέν μπορεῖ, ἀλλά ψάλλει ἕναν ὕμνο σιγοψιθυρίζοντας στά σπασμένα ἑλληνικά του. Ἡ οἰκογένεια σταυροκοπιέται ξανά καί λένε ὅλοι σιγά Χριστός ἀνέστη. Ὁ καθένας τρώει ἀπό ἕνα αὐγό πού εἶναι βαμμένο καφέ ἀπό χυμό κρεμμυδιῶν. Εἶχαν φοβηθεῖ νά ἀγοράσουν κόκκινη μπογιά γιά τά αὐγά. Μέ σφιγμένη τήν καρδιά καί δάκρυα στά μάτια ἀσπάζεται ὁ ἕνας τόν ἄλλο καί ἀνεβαίνουν ἐπάνω στά δωμάτιά τους νά κοιμηθοῦν. Οἱ καμπάνες χτυποῦν ξανά …»
Πάντως ἡ διπλή ζωή τῶν κρυπτοχριστιανῶν ἦταν ἕνα ψυχολογικό μαρτύριο, ἕνα ζωντανό δρᾶμα, ἕνας διαρκής φόβος γιά τό Θεό, πού εἶχαν τήν αἴσθηση πώς τόν πρόδωσαν, μιά ἀγωνία ὅτι θά ἀνακαλυφθοῦν ἀπό τίς ἀρχές, ἀλλά καί μιά ἐλπίδα ὅτι κάποια μέρα θά βελτιωθεῖ ἡ κατάστασή τους καί θά λυθεῖ τό δράμα τους. «Ὁ Κρυπτοχριστιανισμός, κατά τόν Καθηγητή Φωτιάδη, εἶναι ἀπόδειξη γιά τήν ἔνταση ἑνός ψυχικοῦ-πνευματικοῦ ἀγώνα. Ἄν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἤθελαν ἁπλῶς νά σώσουν τή ζωή τους καί τήν περιουσία τους, θά εἶχαν ἀσπαστεῖ ἁπλούστατα τόν Ἰσλαμισμό. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατά τή διάρκεια τῆς ἡμέρας φοροῦσαν τό φέσι, τό βράδυ ὅμως τό ἔβγαζαν καί πήγαιναν στίς ὑπόγειες ἐκκλησίες, γιά νά συμμετάσχουν στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τό ἔκαναν γιά νά διατηρήσουν την πίστη τους. Ὁ Κρυπτοχριστιανισμός ἀποτελεῖ ἀπόδειξη γιά τή δύναμη ἀντίστασης τῶν ἠθικῶν ἀρχῶν τῆς ρωμαίηκης παράδοσης, εἶναι ὁ ἀγώνας συνείδησης γιά τήν ψυχική καί πνευματική ἐλευθερία. Ἡ διατήρηση τῆς θρησκείας καί τοῦ πολιτισμοῦ, ἦταν γιά τούς κρυπτοχριστιανούς μόνο καί μόνο δυνατή, γιατί ἔκαναν ἕνα συμβιβασμό καί ὑπέκυψαν στήν καταπίεση ἀπ’ ἔξω τόσο μόνο, ὥστε νά δημιουργήσουν ἕναν ἐλεύθερο χῶρο γιά τή διατήρηση τῶν ἀξιῶν αὐτῶν στά κρυφά».

Σήμερα πάρχουν κρυπτοχριστιανοί ;
Ἀπό τόν Αὔγουστο τοῦ 1922, πού κατάρρευσε τό μικρασιατικό μέτωπο, ἄρχισε ἡ ἐξόντωση καί τό ξερίζωμα ἑκατοντάδων χιλιάδων ρωμηῶν, ἀπό τίς προαιώνιες ἑστίες τους, στή Μικρά Ἀσία καί τήν ἀνατολική Θράκη. «Ἔφυγαν ὅμως ὅλοι; ρωτάει ὁ Γεώργιος Πρίντζιπας, μήπως ὑπῆρξαν κρυπτοχριστιανοί, πού δέν τόλμησαν, ἔστω καί τήν τελευταία στιγμή νά φανερωθοῦν; … Εἶναι γνωστό, ἐπίσης, πώς λόγῳ τοῦ πολέμου, σέ μερικές περιοχές, οἱ ἐπονομαζόμενοι «κλωστοί» τῶν κρυπτοχριστιανῶν, συνέχιζαν νά ζοῦν στήν ἀποκρυφία. Ἐκεῖ δέν ἔγινε γνωστή ἡ δυνατότητά τους νά δηλωθοῦν ὡς χριστιανοί. Αὐτούς δέν τούς ἄγγιξε ἡ ἀνταλλαγή. Ἔτσι ἔμειναν στόν τόπο τους μεταθέτοντας γιά τό ἀπώτερο μέλλον τήν ὥρα πού θά ἔκαναν τήν ἐμφάνισή τους. Ἄλλο στοιχεῖο πού μᾶς βάζει σ’ ἐρωτήματα εἶναι οἱ γάμοι χριστιανῶν ἤ κρυπτοχριστιανῶν γυναικῶν μέ τούρκους. Γάμοι πού ἔγιναν λίγο πρίν τήν καταστροφή, μέ βία ἤ καί χωρίς βία. Πολλές διατήρησαν τήν πίστη τους, ἀλλά δέν κρίθηκαν ὡς ἀνταλλάξιμες. Ἄλλες συνέχιζαν νά ζοῦν, ὅπως ἤξεραν τόσα χρόνια, στά κρυφά. Πῶς μεγάλωσαν τά παιδιά τους; Σάν χριστιανούς ἤ σάν μουσουλμάνους; Ἡ ἀπάντηση δέν εἶναι εὔκολη. Κανείς δέν μπορεῖ νά εἶναι σίγουρος γιά τό τί μπορεῖ νά συμβαίνει ἐκεῖ, πού χρόνια πρίν χτύπαγε ἡ καρδιά τῆς Ρωμηοσύνης».
Πάντως, ἔμειναν κρυπτοχριστιανοί στήν Τουρκία. Ὑπάρχουν οἰκογένειες πού χωρίσθηκαν. Κάποιοι ἀπ’ αὐτούς σήμερα ζοῦν στήν Ἑλλάδα, κάποιοι σέ ἄλλες Χῶρες καί κάποιοι στήν Τουρκία. Χωρίς αὐτό νά σημαίνει, πώς οἱ οἰκογένειες ἤ τά ἄτομα πού ζοῦν στήν Τουρκία, εἶναι ἀκόμη κρυπτοχριστιανοί, ὅσο καί ἄν ὑπάρχουν ἐνδείξεις, πού συνηγοροῦν καί σέ μιά τέτοια ἐκδοχή.
Στό σημεῖο αὐτό, ἀξίζει νά δοῦμε, τίς χαρακτηριστικές πληροφορίες, πού καταγράφει ὁ Καθηγητής Φωτιάδης στό βίβλίο του: «Πρός τιμήν τοῦ Γεωργίου Κασιμίδη, (τό τουρκικό του ὄνομα Temel efendi), πού καταγόταν ἀπό μιά κρυπτοχριστιανική οἰκογένεια τοῦ Σταυριοῦ καί πέθανε τό 1961 στήν Τραπεζούντα, ἔγινε στίς 15 Ὀκτωβρίου 1962 στή Θεσσαλονίκη μνημόσυνο στό ἐκκλησάκι τοῦ ἁγίου Στυλιανοῦ. Τό μνημόσυνο αὐτό τό ἔκανε ἡ οἰκογένεια Κιουπτσίδη, πού ζεῖ στή Θεσσαλονίκη καί ἔχει στενή συγγένεια μέ τήν οἰκογένεια τοῦ μακαρίτη πού ζεῖ στήν Τουρκία». Ὑπάρχουν καί γραπτές μαρτυρίες τέτοιων συγγενικῶν σχέσεων, π.χ., μέ τή μορφή ἀλληλογραφίας, ἀνάμεσα σέ κρυπτοχριστιανούς στήν Τουρκία καί στούς συγγενεῖς τους, πού ζοῦν σήμερα στήν Ἑλλάδα.
Ἡ πλειοψηφία τῶν κατοίκων τῆς μαυροθαλασσίτικης περιοχῆς τοῦ Πόντου, μέχρι τήν ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν, μιλοῦσαν τήν ἑλληνική ποντιακή διάλεκτο. Αὐτό τό διαπίστωσε ὁ καθηγητής Φωτιάδης, καί σέ διάφορες πόλεις τῆς νοτιοδυτικῆς Γερμανίας, πού συνάντησε Τούρκους ἀπό τήν περιοχή τοῦ Πόντου, πού μιλοῦσαν ἄπταιστα τήν ἑλληνική ποντιακή διάλεκτο. «Ἀπό αὐτούς πληροφορήθηκα, γράφει, ὅτι καί τά παλιά ποντιακά ἔθιμα εἶναι ἀκόμα πολύ ζωντανά. Ἐπίσης μέ διαβεβαίωσαν ὅτι ἔχουν διατηρηθεῖ τά ἑλληνικά τοπωνύμια καί ἀκόμη ὅτι τά ἑλληνικά ἐπώνυμα ἔχουν ἁπλῶς τουρκικές καταλήξεις».
Παρ’ ὅτι ἔφυγε ὁ δηλωμένος ἑλληνικός χριστιανικός πληθυσμός, ἀπό τή Μικρά Ἀσία, γράφει ἡ Ὄλγα Βατίδου, οἱ Τοῦρκοι, ἐκεῖ, δέν ἔπαυσαν νά δείχνουν σεβασμό πρός τή χριστιανική λατρεία καί τά θρησκευτικά ἤθη καί ἔθιμά μας. Πολλές γυναίκες στόν Πόντο, κάνουν ἀκόμη μέ τή δεξιά παλάμη τους τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ πάνω στό ζυμάρι, ὅταν ζυμώνουν τό ψωμί. Καί ὅταν τίς ρωτοῦν γιατί τό κάνουν αὐτό, ἐκεῖνες ἀπαντοῦν «ἔτσι τό βρήκαμε».
Σ’ ὁλόκληρη τήν Τουρκία τιμοῦν καί εὐλαβοῦνται μέχρι σήμερα οἱ μουσουλμάνοι τόν ἅγιο Γεώργιο καί τόν γιορτάζουν μέ τόν δικό τους εὐσεβῆ τρόπο, ὡς ἐαρινή γιορτή, στίς 6 Μαΐου, δηλαδή 13 μέρες ἀργότερα ἀπό τή μνήμη του, μέ τό παλαιό ἡμερολόγιο. Τό ἴδιο εὐλαβοῦνται οἱ μουσουλμάνοι στήν Πόλη καί τήν Ἀνατολή καί ἄλλα προσκυνήματα καί ἁγιάσματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
Ἀρχές Δεκεμβρίου τοῦ 1983, συγκλήθηκε τό πρῶτο διεθνές συνέδριο μέ θέμα τόν Ἅγιο Νικόλαο, ἀπό τίς τοπικές ἀρχές τῆς Ἀττάλειας, πού βρίσκεται κοντά στά Μύρα, ὅπου καί ὁ ναός τοῦ ἁγίου Νικολάου μέ τόν συλημένο τάφο του. Τό πιό σημαντικό ὅμως ἦταν, ὅτι ἐπέτρεψαν οἱ Ἀρχές, στόν τότε μητροπολίτη Μύρων Χρυσόστομο Κωνσταντινίδη νά τελέσει, ἔπειτα ἀπό 61 χρόνια, Θεία Λειτουργία μέσα στήν ἱστορική βασιλική τοῦ ἁγίου Νικολάου. Στίς 6 Δεκεμβρίου τοῦ 1992, λειτούργησε στό ναό, γιά πρώτη φορά, καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, συμπαραστατούμενος ἀπό ἀρχιερεῖς τοῦ Θρόνου. Ἀλλά στό ναό τελοῦνται, μέχρι σήμερα, Θεῖες Λειτουργίες, μετά ἀπό σχετική ἄδεια, καί ἀπό τό νέο μητροπολίτη Μύρων κ. Χρυσόστομο Καλαϊτζῆ.
Ἀλλά καί σέ ἄλλες ἐπαρχίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τελοῦνται Θεῖες Λειτουργίες, μετά ἀπό πρόσκληση τῶν τοπικῶν ἀρχῶν, κοντά σέ ἐρείπια παλαιῶν ναῶν ἤ καί σέ ἀναστηλωμένους ναούς, ἀκόμη καί στήν ὕπαιθρο, μέ προεξάρχοντα, τίς περισσότερες φορές, τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη, ἤ καί ἄλλους Πατριάρχες, ἀλλά καί ἀπό ἀρχιερεῖς καί ἱερεῖς τόσο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ὅσο καί ἄλλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
Τήν Κυριακή 15 Αὐγούστου 2010, μετά ἀπό 88 ἔτη λήθαργου καί σιωπῆς, λειτούργησε ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης στήν Ἱερά Μονή τῆς Παναγίας Σουμελᾶ τοῦ Πόντου. Γεγονός τό ὁποῖο ἐπαναλήφθηκε καί φέτος.

Ἐπίσης τήν Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011, ἔγιναν, μετά ἀπό 90 χρόνια, τά Θυρανοίξια τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Παύλου καί Ἁγίου Ἀλυπίου Ἀτταλείας ἀπό τόν Μητροπολίτη Πισιδίας κ. Σωτήριο, μέ τή συμμετοχή ἱερέων καί πλήθους σλαβοφώνων πιστῶν ἐγκαταστημένων στήν Ἀττάλεια ἀλλά καί προσκυνητῶν ἀπό διάφορες χῶρες. Ἀπό τότε ὁ ναός, πού ἐξοπλίσθηκε μέ ὅλα τά ἀναγκαῖα ξυλόγλυπτα, τά ὁποῖα κατασκευάσθηκαν στήν Κορέα, ἱερές εἰκόνες, ἱερά σκεύη, κανδήλια κλπ. λειτουργεῖ καθημερινά».
Στό σημεῖο αὐτό θά ἤθελα νά κλείσω αὐτή τή σημαντική σελίδα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας τοῦ γένους μας, μέ ὅσα ἡ Ὄλγα Βατίδου γράφει στό τέλος τοῦ βιβλίου της: «Οἱ ξεριζωμένοι σκέπτονται καί διαρκῶς ἀναρωτιοῦνται. Τί τάχα νά γίνεται ἐκεῖ κάτω στή Μικρασία … στήν τουρκεμένη πιά ὁλότελα χώρα ; Νά βλασταίνει τάχα ἀκόμα, ἔστω καί στά ἀνήλιαγα, κεῖνος ὁ … σπόρος τοῦ χριστιανισμοῦ ; Καμμιά ἀπάντηση. … Νά πιστέψουν ἄραγε οἱ ξερριζωμένοι ρωμηοί τῆς Ἀνατολῆς σ’ αὐτό, πού λένε πολλοί, πώς τίποτα δέν μένει κάτω καί πώς ὅ,τι πέσει ξανασηκώνεται; Μιάς ὅμως καί εἶναι χριστιανοί οἱ ρωμηοί τῆς Μικρασίας, ἄς πιστέψουνε στήν Ἀνάσταση».

ΠΗΓΗ -ΤΡΑΠΕΖΑ ΙΔΕΩΝ

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΩΣ ΤΕΚΝΑ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΤΑ ΝΟΥΘΕΤΩ

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Αυγούστου, 2016

 

Ο σύγχρονος άνθρωπος, επιθυμώντας την ελευθερία του, μεταξύ των άλλων ιδιοτήτων που έχει απεμπολήσει είναι και αυτή του παιδιού. Το παιδί δεν είναι αυτόνομο. Είναι εξαρτημένο από την αγάπη των γονέων του και κρεμασμένο από την αγκαλιά τους. Το παιδί δεν αποφασίζει για τον εαυτό του, αλλά ζητά  τη γνώμη των γονέων του. Το παιδί, ακόμη κι αν έχει διαφορετική άποψη για πράγματα και καταστάσεις της ζωής του, οφείλει να συζητά και να βρίσκει από κοινού λύσεις με τους γονείς του. Συχνά οι γονείς έχουν από το παιδί τους την απαίτηση της απόλυτης υπακοής. Φοβούνται την ελευθερία του παιδιού και δεν του τη δίνουν από καρδιάς, όταν εκείνο τη ζητεί ή δεν του τη δίνουν καθόλου. Ο σύγχρονος άνθρωπος λοιπόν, θέλοντας να είναι ελεύθερος, απορρίπτει την ιδιότητα του παιδιού και ό,τι του την θυμίζει, όχι μόνο τη γονεϊκή στάση έναντί του, αλλά και οποιαδήποτε αυθεντία μοιάζει να του περιορίζει την ελευθερία, τον Θεό, το κράτος, τους δασκάλους, τη διανόηση. Απόλυτο κριτήριο το  «εγώ» του. Και το υπερτροφικό εγώ δείχνει μία ύπαρξη η οποία θέλει να αποφασίζει για τα πάντα με γνώμονα τα δικά της κριτήρια και την ίδια στιγμή να αδιαφορεί ή και να απορρίπτει όλους τους λόγους για τους οποίους κάποιος άλλος θα μπορούσε να την νουθετήσει. Ακόμη και την αγάπη.

       Παραδομένος σε μία ψυχολογικοποιημένη  ερμηνεία των σχέσεων ο σύγχρονος άνθρωπος αισθάνεται ότι η όποια παράδοσή του στην ιδιότητα του παιδιού του στερεί την προσωπικότητά του. Το παράδοξο είναι ότι έχει μεταφέρει αυτή τη λογική και στη σχέση με τα δικά του παιδιά. Προσπαθώντας να μην περιορίσει την ελευθερία του «εγώ» τους, δε βάζει κανένα όριο στη συμπεριφορά τους, στα δεδομένα τους, στις προοπτικές τους, με αποτέλεσμα και εκείνα να μην αισθάνονται παιδιά, αλλά να ζητούν και να θέλουν ως ανεξάρτητοι άνθρωποι, κάτι όμως που υπερβαίνει τη φυσικότητα του χρόνου. Από τη φύση μας είμαστε προορισμένοι να είμαστε παιδιά, πριν μεγαλώσουμε. Να έχουμε την ανάγκη των μεγάλων. Και η ανάγκη δεν είναι μόνο ο δρόμος της επιβίωσης. Είναι συναισθηματική. Είναι σχεσιακή. Είναι διδακτική. Είναι κυρίως η ανάγκη της αγάπης. Και ο άνθρωπος δεν πρέπει να μεγαλώνει πρόωρα. Να χάνει την παιδικότητά του όταν δεν είναι καιρός. Γιατί κάτι τέτοιο μαρτυρεί μία βίαιη απόπειρα ωρίμασης, η οποία όμως αν δε γίνει στην ώρα που ταιριάζει στον καθένα, επιφέρει μεγάλες δυσκολίες.

         Βέβαια το σύστημα της εποχής μας, κυρίως το πολιτιστικό και το ιδεοληπτικό, επευλογεί την απεμπόληση της παιδικότητας. Ζητά  ελεύθερους ανθρώπους και επικροτεί την ισοπέδωση των αξιών η οποία συνοδεύει την αποκαθήλωση του πατρικού και γονεϊκού προτύπου. Δεν υπάρχουν αυθεντίες για το σύστημα της εποχής. Και κάθε φορά που οι νέοι αλλά και γενικότερα οι άνθρωποι χτυπούνε τους θεσμούς, θεωρούνται δυναμικοί και απελευθερωμένοι. Ιδίως όταν απορρίπτουν τη θρησκεία και τον Θεό, βρίσκουν ευήκοα ώτα στο σύστημα. Η ιδιότητα του Θεού ως Πατέρα ενοχλεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα. Διότι ο Θεός ως Πατέρας αγαπά. Και προτείνει, δια του Ευαγγελίου, ό,τι μπορεί να δώσει νόημα και προσανατολισμό στη ζωή των παιδιών Του, αλλά έτσι αυτά αισθάνονται ότι είναι υποχρεωμένα να ακολουθήσουν τον δρόμο αυτό και αυτό αντίκειται στο δικό τους θέλω.

          Όμως ο Θεός δεν παύει να είναι Πατέρας. Δεν είναι μόνο ότι μας  δημιούργησε. Είναι και ότι μας αναγέννησε στο πρόσωπο του Υιού Του. Και η εκ νέου γέννησή μας περιλαμβάνει το Βάπτισμα, τον Σταυρό και την Ανάσταση. Το Βάπτισμα δεν είναι μόνο το μυστήριο της κολυμβήθρας. Είναι το βάπτισμα της μετανοίας, δηλαδή του αναπροσανατολισμού της ζωής μας. Είναι το βάπτισμα  στο αίμα της θυσίας, που έχει να κάνει με τον αγώνα για παραίτηση από ό,τι δικαιούμαστε, από ό,τι μας ευχαριστεί αλλά διαλύει τη σχέση μας με τους άλλους, από ό,τι δεν μας επιτρέπει να ζούμε με ελεύθερη από πάθη καρδιά. Ο Σταυρός είναι θάνατος. Θάνατος του θελήματός μας. Θάνατος της επιθυμίας να ζούμε χωρίς Θεό. Θάνατος της αίσθησης ότι το να είσαι παιδί σημαίνει ανωριμότητα και καθήλωση και επιλογή της ζωής της υιότητας που πηγάζει από την αγάπη. Γιατί στη σχέση μας με τον Χριστό το να είσαι παιδί Του σημαίνει όχι να μην εργάζεσαι για τίποτε, αλλά να μη σε καταβάλλει το άγχος. Σημαίνει όχι το να μην έχεις άποψη, αλλά να θέλεις η άποψή σου να στηρίζεται στο Ευαγγέλιο Του  και να Τον εμπιστεύεσαι στη χαρά και τη λύπη. Έχοντας σχέση υιότητας με τον Χριστό αφήνουμε κάθε φόβο μας να πεθάνει. Ακόμη και τον φόβο του θανάτου.  Η Ανάσταση είναι η χαρά της υιοθεσίας. Η Ανάσταση είναι η βεβαιότητα της καινής κτίσης, η οποία μας συμπεριλαμβάνει. Είναι η δοξολογία και η ευχαριστία ακόμη και για τα δύσκολα. Είναι η αφιέρωση στο να μοιραστούμε με τους άλλους την εμπιστοσύνη στο θέλημά Του και την ίδια στιγμή η έξοδος από την αίσθηση ότι μόνο αν δικαιωθούμε έχει νόημα η ζωή μας. Ανάσταση είναι η εκ της καρδίας συγχώρεση. Όχι με την αυταρέσκεια της δικαίωσης, αλλά με την χάρη της αγάπης και της ταπείνωσης. Βάπτισμα, Σταυρός και Ανάσταση είναι η αληθινή ελευθερία!

       Στην Εκκλησία βρίσκουμε τη ζωή της υιότητας. Στην Εκκλησία ο Θεός είναι Πατέρας. Και οι νουθεσίες που ακούμε από αυτούς που θέλουν να είναι γνήσιοι πνευματικοί πατέρες, αποτελούν στοιχείο της υιϊκής ζωής. Γιατί αποσκοπούν στην ελευθερία μας. Ο πνευματικός πατέρας είναι αυθεντικός αναγεννητής εν Χριστώ του ανθρώπου, όταν μιλά και διδάσκει με τη δική του ζωή το Βάπτισμα, τον Σταυρό, την Ανάσταση. Την οδό της Εκκλησίας δηλαδή. Όταν δεν αποσκοπεί στη θεραπεία των δικών του αναγκών ούτε στην οπαδοποίηση, αλλά διδάσκει Χριστό. Και ακόμη κι αν δε βρίσκει ανταπόκριση ο δρόμος και ο τρόπος του, εκείνος δεν παύει να νουθετεί, να προσεύχεται, να προχωρεί κατά Θεόν. Και είναι μοναδική αυτή η σχέση, διότι ο πατέρας μία φορά γεννά τα παιδιά του. Είναι ο τρόπος του αποστόλου Παύλου, που γράφει στους Κορινθίους: «ως τέκνα μου αγαπητά νουθετώ. Εάν γαρ μυρίους παιδαγωγούς έχητε εν Χριστώ, αλλ’ ου πολλούς πατέρας . εν γαρ Χριστώ Ιησού δια του ευαγγελίου εγώ υμάς εγέννησα» (Α’ Κορ. 4, 14-15). «Σας συμβουλεύω όπως ο πατέρας τα αγαπημένα του παιδιά. Γιατί κι αν ακόμη έχετε χιλιάδες δασκάλους στη ζωή σας με τον Χριστό, δεν έχετε πολλούς πατέρες αλλά μόνο έναν. Στη σωτήριο οικονομία του Ιησού Χριστού, εγώ σαν πατέρας σας γέννησα με το κήρυγμα του Ευαγγελίου».  

Και αυτή είναι η πραγματική ελευθερία. Όχι το να κάνεις το θέλημά σου, αλλά να αγαπάς και να προχωρείς πιο πέρα από αυτό. Να εμπιστεύεσαι τον Θεό, τη διδαχή και τη σχέση που οδηγεί στην αναγέννηση της καρδιάς, δηλαδή να βλέπεις τον Θεό ως Πατέρα σου και την ίδια στιγμή εκείνους που βοηθούν στην πορεία της υιότητας  ως συνεργούς στο έργο Του. Όχι ως αυθεντίες που θέλουν γκρέμισμα γιατί σου στερούν την ελευθερία. Αλλά ως ευλογημένες παρουσίες που δια της πατρικής φροντίδας αποσκοπούν στο να σε βοηθήσουν στην ελευθερία της αγιότητας. Κι εδώ υπάρχει η αγάπη. Η αυθεντική και διαρκής. Που οδηγεί σε μία ωρίμαση όχι βίαιη και συντριπτική της αληθινής ανάγκης για ελευθερία, αλλά ως συνοδοιπορία προς αυτήν.

Αυτός ο δρόμος δεν περιορίζεται μόνο στη θρησκευτική ζωή, αλλά έχει νόημα και στη σχέση των γονέων και των παιδιών, των θεσμών με τους πολίτες, των δασκάλων με τους μαθητές. Βάπτισμα, σταυρός και ανάσταση από την μία και πνεύμα υιότητας από την άλλη, αποτελούν τις προϋποθέσεις για γνήσια ελευθερία. Ας εξετάσουμε και ας σπουδάσουμε αυτήν την μοναδική οδό!

Κέρκυρα, 28 Αυγούστου 2016

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ ΑΙΤΩΛΟΣ: ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΑΣ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Αυγούστου, 2016

Τα τελευταία χρόνια, από τα σχολικά βιβλία της Ιστορίας, οι νέοι μαθαίνουν ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν αντίθετη στο πνεύμα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Εμφορούμενη δήθεν από φόβο για τη θέση της στη ζωή των υπόδουλων Ελλήνων και από πνεύμα υποταγής στους Τούρκους, αρνήθηκε την παιδεία, την επιστημονική πρόοδο, τον προσανατολισμό του υπόδουλου Γένους στον αγώνα για ελευθερία. Θα ήταν βέβαια αρκετό οι προκατειλημμένοι έναντι της πίστης συγγραφείς να διαβάσουν έναν κατάλογο με τους διαπρεπέστερους λογίους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, αυτούς που έκαναν γνωστό στον υπόδουλο Ελληνισμό και ιδιαίτερα στους νέους τα επιτεύγματα τόσο της παιδείας όσο και των επιστημών, που ο Διαφωτισμός στην Ευρώπη έφερε. Οι περισσότεροι λόγιοι ήταν κληρικοί. Και τα ελληνικά σχολεία ιδρύονταν με γράμματα και άδεια του εκάστοτε Οικουμενικού Πατριάρχη.

Ξεχωριστή η μορφή του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Έργο ζωής του η ίδρυση σχολείων. Το να μιλούν οι Έλληνες τα ελληνικά και να μην αφήνονται στην ευκολία της χρήσης της τουρκικής γλώσσας. Το να κρατήσουν τις πνευματικές ρίζες και την ταυτότητά τους. Την έγνοια για την ψυχή και τον Χριστό. Ήξερε ο Πατροκοσμάς ότι κρατώντας τη θρησκευτική πίστη παρέμεναν Έλληνες οι νέοι. Γιατί η θρησκευτική ταυτότητα ήταν το διαφοροποιητικό στοιχείο. Μόνο έτσι θα παρέμενε άσβηστη η δίψα για ελευθερία. Αν ο νέος έχανε την ψυχή του, θα έχανε οριστικά και την ελπίδα να διαχειρίζεται ο ίδιος τη ζωή του. Και ο νυν αιώνας θα έφευγε και η σωτηρία.

Διδάχος του Γένους ονομάστηκε ο Πατροκοσμάς. Επισφράγισε το παιδευτικό και αφυπνιστικό του έργο με την σταθερότητα στη χριστιανική πίστη, παρότι αυτή τον οδήγησε στο μαρτύριο. Και χωρίς να κάνει κήρυγμα για την επιστήμη και το άνοιγμα στους νέους ορίζοντες, διέσπειρε στο λαό κατά τις περιοδείες του μία βασική αρχή του Διαφωτισμού: την καθολικότητα της παιδείας. Οι αρνητές της προσφοράς της Εκκλησίας τον θεωρούν εξαίρεση, καθώς δεν μπορούν να τον διαγράψουν από το προσκήνιο. Όσοι όμως μπορούν να δούνε νηφαλιότερα, καταλαβαίνουν ότι τα διδάγματά του και ο τρόπος ζωής του έχουν μεγάλη αξία για τους σύγχρονους νέους.

Σε μία εποχή ανερμάτιστη, στην οποία συνθηκολογήσαμε με την αποδοχή μιας ταυτότητας που δεν ταιριάζει στις ρίζες μας και μας αλλοτριώνει, ο Πατροκοσμάς μας ξαναδείχνει τι σημαίνει να νιώθουμε ότι έχουμε ψυχή. Δηλαδή να βάζουμε ως προτεραιότητές μας την αγάπη και όχι τη χρησιμοθηρία. Την αλήθεια και όχι την υποκρισία. Τη θυσία και όχι το δικαίωμα. Το να μην αδικούμε. Το να ελπίζουμε στην αιωνιότητα και  να μην παραδιδόμαστε στο εφήμερο. Το να μη νικιόμαστε από τη γνώμη των άλλων.

Σε μια εποχή αδιαφορίας, αθεΐας και πρόκλησης ο Πατροκοσμάς μας δείχνει τι σημαίνει να πιστεύουμε στον Χριστό. Η πίστη δεν μας κάνει επιλογείς της απαιδευσίας, ούτε μας εγκλωβίζει στο παρελθόν. Μας αφήνει να ανοιχτούμε στο πρόσωπο του συνανθρώπου, προς τον οποίο θα έπρεπε να απευθύνεται ο τελικός σκοπός της γνώσης.  Είναι η μοναδική γνήσια οδός προς την ελευθερία της καρδιάς, που συνεπάγεται την ελευθερία της ύπαρξης. Γι’ αυτό και χωρίς θρησκευτική ταυτότητα δε θα παραμείνουμε Έλληνες. Το ίδιο και χωρίς γλώσσα, όπως την περιθωριοποιούμε.

Ας βοηθήσουμε τα μηνύματα αυτά να αντισταθμίσουν την προκατάληψη που η πίστη συναντά!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 24 Αυγούστου 2016

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΙ ΤΙΝΟΣ ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΜΕΝΕΙ, Ο ΕΠΩΚΟΔΟΜΗΣΕ, ΜΙΣΘΟΝ ΛΗΨΕΤΑΙ

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Αυγούστου, 2016

Οι άνθρωποι επιθυμούμε τα έργα μας και οι κόποι μας να αναγνωρίζονται. Όσοι πιστεύουμε στον Θεό έχουμε την ελπίδα ότι ακόμη κι αν σ’  αυτή τη ζωή βρούμε αχαριστία ή αδιαφορία από τους συνανθρώπους μας, ο Θεός δε θα λησμονήσει τις προσπάθειές μας και θα μας δώσει την ανταπόδοση στην αιωνιότητα. Μπορεί ο λογισμός να μας κατατρώγει, αλλά καλλιεργούμαστε και στην υπομονή. Εκεί που δυσκολευόμαστε πάντως είναι όταν οι άνθρωποι αμφισβητούν τα έργα μας. Και κάνουμε αγώνα ώστε να τους πείσουμε για την αξία τους, για τον κόπο που έχουμε καταβάλει, για τη σημασία του να υπάρχει δικαιοσύνη στη ζωή και ό,τι αξίζει να γίνεται αποδεκτό. Κάποτε ο εγωισμός μας θίγεται και παραπονιόμαστε για τη στάση των άλλων. Μεταφέρουμε και τα παράπονά μας στον Θεό, στην προσευχή μας. Αισθανόμαστε δηλαδή αδικημένοι και ζητούμε προστασία ή μισθό.

                Αν για τα υλικά μας έργα, αν για τον τρόπο που φερόμαστε στις διαπροσωπικές μας σχέσεις, για την προσφορά μας στους άλλους, για τις δημιουργίες μας, για τα επιτεύγματά μας ζητάμε την αναγνώριση, θα είχε ενδιαφέρον ο προβληματισμός μας σχετικά με τα πνευματικά έργα, αυτά δηλαδή που αναφέρονται στη σχέση μας με τον Θεό. Εκεί βλέπουμε ότι συνήθως υστερούμε. Ακόμη και αν λειτουργούμε φαρισαϊκά, αυτοδοξαστικά, κατανοούμε ότι δεν μπορούμε να φθάσουμε τον Θεό ή να εκπληρώσουμε ακόμη και τα ελάχιστα. Είναι τα πάθη μας τα οποία μας κατατρώγουν, με αποτέλεσμα να αντιδρούμε, ανάλογα ο καθένας με τον χαρακτήρα του, ποικιλοτρόπως.

                Υπάρχουν αυτοί που μένουν στην επιφάνεια της συνήθειας στη σχέση με τον Θεό. Τους είναι αρκετή η εξωτερική τήρηση των εντολών, κατά την παράδοση, όπως έμαθαν. Η σχέση με τον Θεό έχει να κάνει με τη συμμετοχή στις γιορτές, με την τήρηση εθίμων, με ψήγματα πνευματικής ζωής, όπως είναι η νηστεία, με το να είμαστε «καλοί άνθρωποι». Επειδή αυτά σε γενικές γραμμές τηρούνται, ανεξαρτήτως πνευματικού βάθους, οι τηρητές μένουν ευχαριστημένοι. Μάλιστα, θεωρούν ότι απέναντι στον Θεό είναι «εντάξει». Κάποτε καθησυχάζουν και τη συνείδησή τους, όταν συγκρίνουν τους εαυτούς τους με εκείνους που δεν έχουν καθόλου σχέση με τον Θεό και την εκκλησιαστική συνήθεια και παράδοση. Βέβαια, καταλαβαίνουν ότι δε φτάνουν αυτοί οι τρόποι για να νικήσουν τον θάνατο και έχουν ανησυχία κατά βάθος και φόβο. Ενώ προσδοκούν μισθό ανταπόδοσης από τον ουρανό, διότι τουλάχιστον δεν έβλαψαν και προσπάθησαν να είναι τυπικοί, αισθάνονται ανίσχυροι μπροστά στο δυσκολότερο γεγονός της ζωής που είναι το τέλος της και πάντοτε φοβούνται ότι τα έργα τους μπορεί και να μη φτάνουν για την αιωνιότητα, όμως δεν έχουν διάθεση να μπούνε σε μία πιο ουσιαστική πνευματική πορεία.

Υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι θεωρούν ότι έχουν αποτινάξει τον ζυγό του Θεού.Είναι όσοι πιστεύουν στον εαυτό τους, στη δύναμη της κοσμικής ζωής, στα επιτεύγματα του πολιτισμού. Αυτοί που θεωρούν ότι μπορούν και πρέπει να ζήσουν, επειδή το τέλος είναι αναπόφευκτο και γι’  αυτό μπροστά στον θάνατο είτε καταρρέουν είτε συμβιβάζονται καθώς έχουν αποφασίσει ότι τα πάντα οδηγούνται προς το μηδέν. Σημασία έχει να περνάμε καλά σ’  αυτήν εδώ τη ζωή, να κάνουμε ό,τι μπορούμε ώστε να είμαστε χαρούμενοι, να ικανοποιούμε τις επιθυμίες μας, χωρίς να πιεζόμαστε θρησκευτικά. Στην καλύτερη περίπτωση οι άνθρωποι αυτοί έχουν ένα διανοουμενίστικο προσανατολισμό. Αγαπούνε την τέχνη, τις ιδέες, τη γνώση και νομίζουν ότι έχουν ανακαλύψει το νόημα της ζωής επαρκώς. Η πνευματικότητα είναι θέμα εγκεφαλικό και ευαισθησίας έναντι του κόσμου. Είναι ακολούθηση αιτημάτων όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, η γνώση, το στυλ.

Υπάρχουν, τέλος, και εκείνοι, οι οποίοι είναι συνήθως λιγότεροι και οι οποίοι προσπαθούν να δούνε τη σχέση με τον Θεό σε βάθος. Αυτό συνεπάγεται την αυτογνωσία και την αυτοκριτική από την μία και από την άλλη ένα αίσθημα μετανοίας συνεχούς, δηλαδή εκζητήσεως του ελέους του Θεού για όσα δεν μπόρεσαν ή δε θέλησαν ή δεν κατενόησαν. Την ίδια στιγμή την καρδιά τους συνέχει η αγάπη, τόσο προς τον Θεό όσο και προς τον συνάνθρωπο. Η προσευχή και η ευσπλαχνία. Η παράδοση στο έλεος του Θεού από την μία και ο αγώνας για έναν κόσμο με περισσότερη αγάπη από την άλλη. Η ταυτόχρονη στροφή εντός δίνει στους ανθρώπους αυτούς τη δυνατότητα να αφήσουν τον Θεό δια του Αγίου Πνεύματος να μιλήσει στην καρδιά τους και να νοηματοδοτήσει όπως Εκείνος γνωρίζει τη ζωή τους.

Στην αγωνία λοιπόν για τη δικαίωση αναφορικά με τα έργα της ζωής μας η Εκκλησία απαντά δια του Αποστόλου Παύλου: «Ει τινός το έργον μένει, ό επωκοδόμησε, μισθόν λήψεται. Ει τινός το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε ως δια πυρός  (Α’  Κορ. 3, 15) Αν το έργο που έχτισε κάποιος αντέξει, αυτός θα λάβει μισθό. Αν όμως το έργο του καταστραφεί από τη φωτιά, αυτός θα χάσει την αμοιβή του, ο ίδιος όμως θα σωθεί, όπως ένας που περνάει μέσα από τις φλόγες. Μισθό λοιπόν και ανταπόδοση θα λάβει όποιος δει το έργο του να μένει στις καρδιές των ανθρώπων. Όποιος  δηλαδή αγάπησε τον Θεό και τον πλησίον, έκανε την αυτοκριτική του και πέρασε εν μετανοία τη ζωή του, μην αφήνοντας τα πάθη να τον νικήσουν. Όποιος έζησε επιφανειακά, κατά τη συνήθεια ή έβαλε στοιχεία αυτοδικαίωσης στα έργα του, αυτά δε θα μείνουν. Ο ίδιος όμως μπορεί να σωθεί, διότι η αγάπη του Θεού είναι τέτοια που δίνει έλεος ακόμη και στον ελάχιστο. Όσοι μένουν όμως σε μία ζωή χωρίς Θεό, διατρέχουν τον κίνδυνο να απομείνουν εδώ, σ’  αυτή τη ζωή και να μην μπορέσουν να αναγνωρίσουν τον Θεό στην αιωνιότητα. Γι’  αυτό χρειάζεται ο τρόπος και ο δρόμος της Εκκλησίας, η οποία, δια της πίστεως, δίνει ελπίδα και ζωή.

Κέρκυρα, 21 Αυγούστου 2016

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ;

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Αυγούστου, 2016

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ;

Επειδή πολλοί Έλληνες μόλις και μετά βίας γνωρίζουν τί συνέβη και τί γιορτάζουμε την Πεντηκοστή, παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από τις Πράξεις των Αποστόλων και μια σύντομη αναφορά στο πνευματικό νόημα του γεγονότος.

Ο αναστημένος Χριστός, στο διάστημα της τεσσαρακονθήμερης παραμονής του στον κόσμο, παρήγγειλε στους μαθητές Του να μη φύγουν από τα Ιεροσόλυμα, αλλά να περιμένουν την υπόσχεση που τους είχε ήδη δώσει, ότι, όπως ο Ιωάννης βάπτισε με νερό, αυτοί θα βαπτισθούν με Πνεύμα Άγιο (Πράξεις 1,4-5).

Κι όταν έφθασε η ημέρα της πεντηκοστής, ήσαν όλοι μαζί στο ίδιο μέρος. Κι έξαφνα ήλθε από τον ουρανό βοή, σαν να φυσά δυνατός άνεμος, και γέμισε όλο το σπίτι όπου ήσαν συγκεντρωμένοι. Και παρουσιάσθηκαν γλώσσες σαν φλόγες πυρός να διαμοιράζονται σ’ αυτούς, και να κάθεται μία στον καθένα, και γέμισαν όλοι από Πνεύμα άγιο, και άρχισαν να μιλούν άλλες γλώσσες, καθώς το Πνεύμα τους έδινε δύναμη λόγου. Εξαιτίας της βοής αυτής μαζεύτηκε πλήθος, και ήσαν όλοι κατάπληκτοι, διότι ο καθένας τους άκουγε τους μαθητές να μιλούν τη δική τους μητρική γλώσσα, Πάρθοι, Μήδοι, Ελαμίτες͵ Ρωμαίοι, Κρήτες και Άραβες, και απορούσαν τί άραγε να σημαίνει αυτό. (Πλήρη διήγηση βλ. Πράξεις 2,1-41)

Ο Ιησούς είχε ήδη προαναγγείλει στους μαθητές ότι θα στείλει τον Παράκλητο, το Πνεύμα της Αληθείας που εκπορεύεται από τον Πατέρα, και Εκείνος, το τρίτο αυτό Πρόσωπο, για το οποίο γνωρίζουμε τα λιγότερα, θα τους οδηγήσει σε όλη την αλήθεια.

Η Πεντηκοστή είναι η εκπλήρωση αυτής της υπόσχεσης.

Γλώσσες πυρός μέσα από ένα βουητό εμφανίζονται πάνω από τον ευρύτερο κύκλο των μαθητών, που ήσαν συναγμένοι εκείνο το μεσημέρι. Μπορούμε να πούμε πιο εύκολα τί δεν ήταν αυτό. Δεν ήταν βέβαια γλώσσες, αλλά η μορφή δήλωνε την δύναμη του λόγου, ενδιάθετου και φωνούμενου, που δινόταν εκείνη τη στιγμή στους αγραμμάτους. Δεν ήταν επίσης φυσικό πυρ, αλλά η άκτιστη ενέργεια της θεότητας, η χάρις του Θεού που κατά κάποια θεία οικονομία γινόταν ορατή σαν φωτιά και σαν γλώσσες. Η φωτιά άλλωστε δήλωνε τη θέρμη της πίστεως, την κάθαρση, αλλά και το φως της αληθείας, αφού ιδιότητες του πυρός είναι να θερμαίνει, να καθαίρει και να φωτίζει.

Η κάθοδος του Ἁγίου Πνεύματος μετέβαλε τους μαθητές σε διδασκάλους της οικουμένης, και το θαυμαστό σημείο ήταν ότι μπορούσαν να συνεννοούνται στη γλώσσα του καθενός ξένου. Τους κατέστησε θεοφόρους και θεόπτες, ώστε να μεταδώσουν αυτό που εμπειρικά και χαρισματικά κατανοούσαν πλέον στην πληρότητά του: ότι ο Χριστός είναι ο σαρκωμένος και αναστημένος Θεός, η αληθινή, δηλαδή αιώνια, ζωή, ο Λόγος που συνέχει και ανακεφαλαιώνει τα πάντα. Οι γλώσσες ήταν σημείο της ενότητας της πίστεως. Μετά τη σύγχυση των γλωσσών στη Βαβέλ, ο Παράκλητος Θεός διανέμει τις πύρινες γλώσσες, τη γνώση και τη ζωή στον καθένα προσωπικά και σε όλο το σώμα της Εκκλησίας, ανακαλώντας όλο τον κόσμο σε ενότητα πνευματική.

Το πυρ των γλωσσών αυτών δεν ήταν η φωτιά του σπαθιού. Οι πνευματοφόροι μαθητές αγίασαν και κατέκτησαν την οικουμένη με τη φλόγα της αγάπης και την αυταπάρνηση της καθαρής καρδίας, μιμούμενοι τον Κύριό τους.

Με την Πεντηκοστή η αλήθεια ολόκληρη, όση μπορεί να χωρέσει ο άνθρωπος, δόθηκε άπαξ στην Εκκλησία μέχρι την συντέλεια του κόσμου. Γι αυτό και η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αποδέχεται κάποια εξέλιξη στην κατανόηση των θείων μυστηρίων, δεν γνωρίζουμε δηλαδή εμείς σήμερα περισσότερα από όσα γνώρισαν τότε οι μαθητές και οι αρχαίοι Πατέρες, επειδή τάχα έχουμε στη διάθεσή μας μεγαλύτερη βιβλιογραφία και διαδικτυακή πληροφόρηση (η πείρα μας λέει μάλλον το αντίθετο). Η αλήθεια δόθηκε άπαξ, κι όποιος ελκύει με τον πόθο και τον αγώνα του την χάρι του Θεού, γίνεται δέκτης αυτής της αλήθειας που αποκαλύφθηκε κατά την Πεντηκοστή. Η αδιάκοπη αλυσίδα των Αγίων μεταφέρει σε κάθε εποχή ολόκληρη την αλήθεια, ώστε κι εμείς μέσα της να γινόμαστε ολόκληροι. Γι αυτό και η Ορθοδοξία επιμένει στο να ακολουθούμε τους Αγίους, που μας διδάσκουν με την πείρα του φωτισμού κι όχι με διανοητικά κατασκευάσματα.

Μπορούμε λοιπόν να μιλάμε και για την προσωπική μας Πεντηκοστή. Υπάρχει και το «προσωπικό υπερώο», ο νους που συγκεντρώνεται στη δέηση. Εκεί γίνεται το μεγάλο θαύμα. Κάθε φορά που ο Θεός κάνει αισθητή την παρουσία Του στη ζωή μας (κι αλήθεια, μια μόνο τέτοια στιγμή φθάνει για να μας μεταμορφώσει) έχουμε και μια προσωπική Πεντηκοστή. Κι όταν στον εσπερινό της εορτής της Πεντηκοστής γονατίζουμε και παρακαλούμε για την επιφοίτηση του Πνεύματος, ας γνωρίζουμε ότι οι πνευματικές δωρεές είναι προσωπικές, όπως και οι πύρινες γλώσσες διανεμήθηκαν στον καθένα ξεχωριστά. Ο καρπός του Πνεύματος, η πίστη, η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η πραότητα, η ταπείνωση, είναι η ανταπόκριση του Θεού στον πόθο, στο φιλότιμο, στην ειλικρίνεια του καθενός μας. Αν η καρδιά αρχίζει να θερμαίνεται, και να λειώνει μέσα στο φως του Λόγου, τότε μετέχει ουσιαστικά στην ανέκφραστη αυτή δωρεά που δόθηκε τότε στο υπερώο της Ιερουσαλήμ.

Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Δεν πουλάμε γονείς!

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Αυγούστου, 2016

Δεν πουλάμε γονείς!

BrunoFerrero

Ένα νεαρό ζευγάρι μπήκε στο μεγαλύτερο κατάστημα παιχνιδιών μιας πόλης. Ξαφνιάστηκε από το πλήθος και την ποιότητα των παιχνιδιών, που ήταν με πολλή τέχνη εκτεθειμένα στα ράφια του. Δυσκολεύτηκαν, όμως, πολύ να καταλήξουν σε απόφαση. Τους πλησίασε ευγενικά ο πωλητής και με διακριτικό χαμόγελο προθυμοποιήθηκε να τους βοηθήσει.

-Ακούστε, του εξήγησε η νεαρή γυναίκα, λείπουμε από το σπίτι όλη την ημέρα λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων και, μερικές φορές, ακόμη μέχρι αργά τα βράδυ.

-Έχουμε μια μικρή κορούλα, συνέχισε ο άνδρας, που συνεχώς χαμογελά και θέλουμε να της αγοράσουμε κάτι που θα την κάνει ευτυχισμένη και θα της δώσει ακόμη μεγαλύτερη χαρά, όταν είναι μόνη της.

Ο υπάλληλος ελαφρώς μειδίασε. «Συγγνώμη, είπε, εδώ όμως δεν πουλάμε γονείς!»

Μετάφραση από τα Ισπανικά Αθανάσιος Γκάτζιος.

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Θεοτόκος: μεταξύ ουρανού και γης

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Αυγούστου, 2016

Θεοτόκος: μεταξύ ουρανού και γης 

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

          Υπάρχουν γεγονότα αλλά και πρόσωπα που η γνώση τους υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική και βρίσκεται στη σφαίρα του μυστηρίου. Ένα τέτοιο γεγονός και πρόσωπο είναι η Κοίμηση και το πρόσωπο της Θεοτόκου.

          Πεθαίνει και ενταφιάζεται όπως όλος ο κόσμος,  αλλά το σώμα της άφθορο ανασταίνεται και αφθορτοποιείται. Γεύτηκε την κοινή ανάσταση πριν τη Δευτέρα Παρουσία, ως να προπορεύεται και ακολουθούμε εμείς. «Μετέστη προς την Ζωήν Μήτηρ υπάρχουσα της Ζωής» και μας βεβαιώνει πως ο θάνατος, όσο αφύσικος και ανεπιθύμητος κι αν είναι, χάνει τη δύναμη και την εξουσία του επάνω μας με το να γίνει, στο πρόσωπο της Θεοτόκου Μαρίας, μετάβαση από το νυν αιώνα, το φθαρτό και δύσκολο, στον αιώνιο, με τη χαρά του Παραδείσου.

          Η ίδια, με τη γέννηση της, «χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη», ώστε να γίνει η «παγκόσμιος χαρά». Ωστόσο η λύπη, ο πόνος, δεν είναι ξένα στη ζωή της. Η μοναδικότητα του προσώπου της, ως παρθένος και μητέρα, ως η κυοφορήσασα τον Υιόν του Θεού, κι ακόμα ως Μάνα του Εσταυρωμένου Θεανθρώπου, την καθιστούν γνώστη της χαράς και της λύπης, όπως κάθε άνθρωπο που ζει τη ζωή του με πληρότητα.

          Η Θεοτόκος, με την όλη ζωή Της και την Κοίμησή Της, γίνεται το «Ακατάληπτο Μυστήριο» αλλά συγχρόνως και οικεία σε μας, καθώς είναι για πάντα «των θλιβομένων η Χαρά», «χριστιανών η προστάτης», «η σκέπη του κόσμου».

          Η δόξα Της, μοναδική στους ανθρώπους και στους αιώνες, δεν εμποδίζει κανένα να την πλησιάσει, να την ικετεύσει, να τη νιώσει δική του. Η αγάπη της καλύπτει τις αδυναμίες μας και η αγιότητα της μας οδηγεί σε φιλότιμο, ώστε να ζήσουμε κατά το θέλημα του Υιού της που είναι η όντως Αγάπη.

Η παρουσία της, μυστική κι ευγενική, σέβεται την ελευθερία μας· γι’ αυτό δεν μας συντρίβει, όπως δεν μας συντρίβει η παρουσία του Υιού Της.

          Αν ο σημερινός άνθρωπος έχει ποικίλα προβλήματα και δυσκολίες, έχει όμως και σημαντική συμπαράσταση από το Θεό και τους αγίους Του. Κυρίως από την Παναγία που «εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπε», αλλά γίνεται, για όσους την επικαλούνται, η παρηγοριά, η δύναμη, η συνοδοιπόρος. Αλλά και για όσους την αγνοούν μένει η μυστική παρουσία.

          «Υπεραγία Θεοτόκε, δόξα των αγγέλων, μάνα του κόσμου, των θλιβομένων η χαρά, έλα στην καρδιά μας και παρηγόρησε μας, στήριξε και καθοδήγησέ μας. Εσύ ξέρεις από τον πόνο, τη μοναξιά, την αδικία, την προσφυγιά και τη δίωξη από τους ανθρώπους. Όπως ξέρεις κι από τη χαρά, την ανάπαυση, τη χάρη και τις ευλογίες του Μεγάλου Θεού μας. Ευρισκόμενη «μεταξύ ουρανού και γης» μπορείς να μας συμπαρασταθείς στο δικό μας πόνο που προκαλούν οι δοκιμασίες της ζωής, αλλά και να μας μεταγγίσεις την απόλαυση του ουρανού. Τότε θα μπορούμε να προχωρούμε την «τεθλιμμένην του βίου οδόν» με προοπτική την αιώνια μέρα όπου δεν υπάρχει πόνος, λύπη ή στεναγμός, αλλά «συν πάσι τοις αγίοις» και μαζί σου θα χαιρόμαστε την χαρά του Κυρίου μας. Αμήν!»

http://www.isagiastriados.com/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Σχετικά με την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Αυγούστου, 2016

1.Εἰσαγωγικὴ ἀναφορὰ στὸ θέμα τῶν πηγῶν

.               (α) […] Μὲ δεδομένη τὴν παντελῆ ἀπουσία καινοδιαθηκικῶν μαρτυριῶν περὶ τῶν γεγονότων τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὸ ἑορτολογικὸ περιεχόμενο ἀναζητεῖται σὲ ἐξωβιβλικὲς πηγές. Ἀναφερόμεθα, οὐσιαστικῶς, σὲ ἕνα ἀπόκρυφο κείμενο τὸ ὁποῖο φέρει τὸν τίτλο «De Transitu beatae Mariae virginis» (περὶ Μεταστάσεως τῆς μακαρίας Παρθένου Μαρίας), χρονολογεῖται περὶ τὸν 5ο αἰ. καὶ εἶναι λατινικὴ μετάφραση παλαιοτέρου ἀπολεσθέντος ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου.[…]
.               Οἱ ἀπόκρυφες διηγήσεις περὶ τῶν σχετικῶν μὲ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου γεγονότων δὲν μπορεῖ νὰ περιορίζονται μόνο στὸ ἐν λόγω κείμενο, ἐφ᾽ ὅσον ἡ Κοίμησις δὲν ἀποτελεῖ γεγονὸς ἐλάσσονος σημασίας γιὰ τὴν χριστιανικὴ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Φαίνεται, ἐν προκειμένω, ὅτι ἰσχύει ἡ θέση τοῦ P. Voulet, ἐκδότου τῶν θεομητορικῶν Ὁμιλιῶν τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε ὅτι τὸ «Transitus Mariae» ἀποτελεῖ σύνοψη τοῦ συνόλου τῶν περὶ τῆς Κοιμήσεως ἀπόκρυφων διηγήσεων, μὴ διασωθεισῶν στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἐφ᾽ ὅσον εἶχαν ἐνσωματωθεῖ στὸ ἐν λόγῳ κείμενο. […] Ἡ μελέτη τοῦ περιεχομένου του, ἄλλωστε, ἐνισχύει τὴ διαίσθηση ὅτι στὸ ἐν λόγῳ κείμενο περιέχονται πρωτοχριστιανικὲς διηγήσεις περὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

.               (β) Τὸ κείμενο τῆς «Transitus Mariae» ὑπῆρξε πηγὴ τῆς περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου παραδόσεως, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ὡς «Εὐθυμιακὴ ἱστορία» καὶ ἡ ὁποία διασώθηκε στὸν Β´ Λόγο τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ στὴν Κοίμηση. Ἡ ἀπόκρυφη αὐτὴ διήγηση ἔχει δανειστεῖ, μέν, στοιχεῖα ἐκ τῆς «Transitus», περιέχει ὅμως καὶ ἄλλα ἑξαιρετικῶς ἄτοπα καὶ ἐλεγχόμενα (ὅπως τὸ αἴτημα τῆς Πουλχερίας -5ος αἰ.- περὶ μεταφορᾶς στὴν Κωνσταντινούπολη τοῦ λειψάνου τῆς Θεοτόκου!), τὰ ὁποῖα τὴν καθιστοῦν «διπλὰ ἀπόκρυφη». Ἡ ἐπιβίωση τῆς «Εὐθυμιακῆς ἱστορίας» ἕως τὴν ἐποχὴ τοῦ Ἰω. Δαμασκηνοῦ ἐπιβεβαιώνει τὴν ἐπισήμανση τῆς προηγουμένης παραγράφου ὅτι, τ γεγονς τς Κοιμήσεως τς Θεοτόκου εχε μεγάλη σημασία γι τν κκλησιαστικπαράδοση, μ ποτέλεσμα τν πεξεργασία του σ διάφορες πόκρυφες παραδόσεις.

2.Ἡ παράδοση περὶ τῆς ταφῆς τῆς Θεοτόκου

.                 Οἱ ἀπόκρυφες διηγήσεις παρέχουν μὲν στοιχεῖα τοῦ ἐορτολογικοῦ περιεχομένου (τῶν γεγονότων τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως), δὲν σχετίζονται ὅμως μὲ τὴ διαδικασία ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς. Τὸ ἐνδιαφέρον τῆς περὶ τοῦ θέματος τῆς ἐμφανίσεως μελέτης πρέπει νὰ ἐπικεντρωθεῖ στὴν παράδοση περὶ τοῦ τόπου τῆς Κοιμήσεως καὶ τῆς ταφῆς τῆς Θεοτόκου, ἐφ᾽ ὅσον εἶναι εὔλογο οἱ τοποθεσίες αὐτὲς νὰ ἀπετέλεσαν τὸ λίκνο ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς.
.               Ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν ἐν Ἱεροσολύμοις οἰκία της καὶ ταφῆς της στὴν ἴδια πόλη ἀναφαίνεται περὶ τὸν 5ο αἰ. (περὶ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. ὁ Ἐπιφάνιος Σαλαμίνος οὐδεμία παρόμοια παράδοση γνωρίζει) καὶ ἐνισχύεται ἀπὸ μαρτυρίες «Ὁδοιπορικῶν» του 6ου αἰ., τόσο τοῦ προσκυνητοῦ Θεοδοσίου (530) περὶ ὑπάρξεως ναοῦ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανὴ, ὅσο καὶ τοῦ Ἀντωνίου τῆς Πλακεντίας (570), ὁ ὁποῖος ἐπισημαίνει ὅτι ἐντός τοῦ ναοῦ αὐτοῦ ὑπῆρχε καὶ ὁ τάφος τῆς Θεοτόκου. Μνεία τοῦ τάφου αὐτοῦ γίνεται τὸν 7ο αἰ. στὴν Ἀνακρεόντειο ποίηση τοῦ Σωφρονίου Ἱεροσολύμων (+638), ὁ ὁποῖος τιμᾶ τὴ Θεοτόκο στὴ συγκεκριμένη τοποθεσία. Ἡ παράδοση τῆς «Dormitio hierosolymitana» (Κοιμήσεως ἐν Ἱεροσολύμοις), ὅπως ἀναφέρεται στὸ «Brevarius de Hierosolyma» τοῦ 6ου αἰ., φαίνεται νὰ κατέχει τὴν αἴγλη τῆς ἱστορικότητας, πρὸς αὐτὴν δὲ προσανατολίζονται σημαντικὲς ἔρευνες περὶ τοῦ τάφου τῆς Θεοτόκου.
.               Κατὰ συγκυρίαν περισσότερο «μυστικιστικὴ» καὶ ὀλιγότερο ἐρευνητικὴ ἀνεφάνη ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως καὶ ταφῆς τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο. Ἀναφερόμεθα στὴν περὶ τοῦ θέματος «δραματικὴ ἀποκάλυψη», τὴν ὁποία διετείνετο ὅτι εἶχε ἡ Anna Catherine Emmerich, αὐγουστινιανὴ μοναχή τοῦ ἀββαείου Agnetenberg τῆς Βεστφαλίας (+1824). Οἱ «ἀποκαλύψεις» τῆς Emmerich σχετίζονται μὲ τὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία (Κοίμηση) τοποθετοῦν στὴν Ἔφεσο καί, μάλιστα, στὴν οἰκία τὴν ὁποία εἶχε οἰκοδομήσει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Ἡ περιοχὴ τῆς Ἐφέσου «Παναγία-Καπούλη» (πόρτες τῆς Παναγίας) ἐθεωρήθη ὡς ἡ τοποθεσία Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Οἱ ἀπόψεις αὐτὲς δὲν εἶχαν μὲν τὴν ἀπαιτούμενη τεκμηρίωση, συνεκίνησαν ὅμως τοὺς διατεινομένους ὅτι ἡ Θεοτόκος δὲν ἐτάφη στὴ Γεθσημανή. Ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο, ἄλλωστε, συντηρήθηκε ἀπὸ τὴν ἀπόκρυφη γραμματεία, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὸ γεγονὸς συγκλήσεως τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὸ ναὸ τῆς «ἁγίας Μαρίας» στὴν Ἔφεσο, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχει βεβαιότητα περὶ ἀφιερώσεως τοῦ ναοῦ αὐτοῦ στὴν παρθένο Μαρία ἢ σὲ ὁμώνυμη ἁγία.
.               Ἡ «παράδοση τῆς Ἐφέσου» ἀποτελεῖ μᾶλλον παρένθεση στὸ ὅλο θέμα τοῦ τόπου Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἡ μετακίνηση τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννη στὴν Ἔφεσο πραγματοποιεῖται σὲ χρονικὴ στιγμὴ μεταγενέστερη τοῦ ἡμίσεως τοῦ 1ου αἰ., γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἀποδυναμώνει ἐξαιρετικὰ τὴν περίπτωση μεταφορᾶς τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο. Ἡ περὶ Θεοτόκου παράδοση στὴν πόλη αὐτὴ δὲν εἶναι ἀναγκαῖο νὰ σχετίζεται μὲ τὴν αὐτοπρόσωπη παρουσία τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ προφανῶς μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος στὴν ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση εὑρίσκετο στενὰ συνδεδεμένος μὲ τὴ Θεοτόκο. Ἡ πόλη τῶν Ἱεροσολύμων, ἄλλωστε, κατέχει μεγαλύτερες «περγαμηνὲς» -σὲ σχέση μὲ τὴν Ἔφεσο- ὥστε νὰ θεωρεῖται ὡς τὸ λίκνο ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως.

3. Ἡ πρώτη ἑορτὴ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στἹεροσόλυμα

.               Οἱ ἑορτὲς γεννῶνται σ’ ἕνα τόπο διὰ τῆς ἰσχύος τῶν τοπικῶν παραδόσεων καὶ ἀναμνήσεων. Δὲν ἀπαιτεῖται ἰδιαίτερη ἱκανότητα ἔρευνας τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ὥστε νὰ συμπεράνουμε ὅτι τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖο κυριαρχοῦσε στὶς συνειδήσεις σχετικῶς μὲ τὴ Θεοτόκο ἦταν ἡ θεϊκὴ μητρότητα. Ἡ ὑπὸ τῆς Θεοτόκου Γέννηση τοῦ Κυρίου εἶναι εὔλογο νὰ ἀποτελοῦσε τὸ ἐορτολογικὸ περιεχόμενο τῆς ὅποιας πρωτογενοῦς θεομητορικῆς ἑορτῆς. Ἂς μὴν παραθεωρεῖται μία σημαντικὴ παράμετρος τῆς ἱστορίας τῶν ἑορτῶν, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποία ἡ ἐμφάνιση κάποιας ἑορτῆς σὲ συγκεκριμένη χρονικὴ περίοδο δὲν συμπίπτει μὲ τὴ γένεση τοῦ ἐορτολογικοῦ της περιεχομένου. Τὸ γεγονός, δηλαδή, ὅτι ὑπῆρχε ἀντικείμενο τιμῆς τῆς Θεοτόκου (ἐν προκειμένῳ ἡ Γέννηση τοῦ Κυρίου) εἶναι προγενέστερο ἀπὸ τὴν ἡμερολογιακὴ διαμόρφωση ἀντίστοιχης ἑορτῆς. Τὰ δύο δεδομένα ὄχι μόνο δὲν ταυτίζονται, ἀλλὰ χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἐπαγωγικὴ σχέση ἐφ᾽ ὅσον τὸ πρῶτο (ἡ πρωτοχριστιανικὴ τιμὴ πρὸς τὴν Θεοτόκο) προετοίμασε τὴν ἐμφάνιση τοῦ δευτέρου (τὸν ἡμερολογιακὸ καθορισμὸ ἀντίστοιχης ἑορτῆς).
.               Ἡ ἐκτίμηση περὶ ὑπάρξεως ἑνὸς «πρωτογενοῦς Θεομητορικοῦ ἑορτολογικοῦ ὑλικοῦ» συνδέεται μὲ μία τοποθεσία τρία μίλια μετὰ τὰ Ἱεροσόλυμα καθ᾽ ὁδὸν πρὸς Βηθλεέμ, ἡ ὁποία ἐπονομάζεται «Κάθισμα». Ἡ ἐν λόγῳ τοποθεσία ἐκίνησε τὸ εὐρύτερο ἀρχαιολογικὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἐρευνητῶν, εἰδικότερον ὅμως ὡς πρὸς τὴν Θεοτόκο ἀπετέλεσε τόπο ἱερό, ἐφ᾽ ὅσον κατὰ τὴν ἀπόκρυφη παράδοση τοῦ Πρωτευαγγελίου τοῦ Ἰακώβου (17, 2-3) ἡ Θεοτόκος, καθ᾽ ὁδὸν πρὸς τὴ Βηθλεὲμ καὶ εὑρισκομένη ὀλίγον πρὸ τῆς κυήσεως, ἐζήτησε ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ νὰ κατέλθει ἐκ τῆς ὄνου γιὰ νὰ ξεκουρασθεῖ. Τὴν παράδοση αὐτὴ ἐπιβεβαιώνει τὸ 530 ὁ προσκυνητὴς Θεοδόσιος, φαίνεται δὲ ὅτι ἦταν ἡ κυρίαρχη σὲ σχέση μὲ ἄλλη, περὶ παραμονῆς ἐπ᾽ ὀλίγον τῆς Θεοτόκου στὸ συγκεκριμένο τόπο κατὰ τὴ φυγὴ πρὸς τὴν Αἴγυπτο.
.               Σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία Κυρίλλου τοῦ Σκυθοπολίτου, στὸ «Κάθισμα» ἀνοικοδομήθηκε ναὸς πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου ἀπὸ μία Ρωμαία, εὐγενοῦς καταγωγῆς καὶ μεγάλης πίστεως προσκυνήτρια, τὴν Ἰκελία (ἢ Ἰκηλία), κατὰ τοὺς χρόνους πατριαρχείας τοῦ Ἰουβεναλίου Ἱεροσολύμων (417-458). Ὁ ναὸς αὐτὸς δὲν φαίνεται νὰ ἀντικατέστησε κάποιον παλαιότερο, ἐφ᾽ ὅσον ἀποκαλεῖται ὡς «Κάθισμα παλαιὸν» ἀπὸ τὸ Θεόδωρο Πέτρας, τὸ βιογράφο Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, ὁ ὁποῖος βεβαιώνει καὶ περὶ ἀνεγέρσεως ναοῦ ὑπὸ τῆς Ἰκελίας. Ὡς ἐκ τούτου, τ ν λόγῳ «Κάθισμα» πρέπει ν πετέλεσε τν πρτο συγκεκριμένο τόπο τιμς πρς τ Θεοτόκο στς ρχς το 5ου αἰ. καί, ἑπομένως, τὸν πρῶτο τόπο ἐπιτελέσεως μίας ἑορτῆς, τὴν ὁποία ὁ προαναφερθεὶς Θεόδωρος Πέτρας ἀποκαλεῖ «μνήμην Θεοτόκου» καὶ ἐπισημαίνει ὅτι τελεῖται «ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ».

.             Ποιά ἦταν ὅμως, ἡ ἀκριβὴς ἡμερομηνία τῆς μίας αὐτῆς ἑορτῆς κατ᾽ ἔτος καὶ ποιό ἦταν τὸ ἐορτολογικό της περιεχόμενο; Ὁ Baumstark διατείνεται ὅτι συγκεκριμένη ἡμερομηνία ἦταν αὐτὴ τῆς 13-15 Αὐγούστου (τὴν περὶ 13ης Αὐγούστου ἄποψη υἱοθετεῖ καὶ ὁ καθ. Ἰω. Φουντούλης), ἀλλὰ περιπλέκει τὸ ὅλο θέμα ὑποστηρίζων ὅτι τὸ περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς εἶχε σχέση μὲ τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς Ἰκελίας κατὰ τὴ συγκεκριμένη ἡμερομηνία. Εἶναι πιθανὸν οἱ ἐκτιμήσεις τοῦ Baumstark περὶ τοῦ ἑορτολογικοῦ περιεχομένου νὰ πηγάζουν ἀπὸ τὸ γενικότερο κανόνα ὅτι, πρὸ τῆς διαμορφώσεως μίας ἑορτῆς, προηγεῖται ἡ ἀνάμνηση ἐγκαινίων ἑνὸς ἀντιστοίχου ναοῦ. Θεωροῦμε, ὅμως, ὅτι ἡ ἄποψη αὐτὴ τοῦ μεγάλου Γερμανοῦ λειτουργιολόγου στερεῖται συγκεκριμένης ἱστορικῆς κατοχυρώσεως περὶ πιθανοῦ ἐγκαινιασμοῦ τοῦ ναοῦ τῆς Ἰκελίας στὶς 13 Αὐγούστου κάποιου ἔτους, ἀλλὰ καὶ παρακάμπτει τὴ συνάφεια τοῦ «Καθίσματος» μὲ τὴν τιμὴ τῆς Θεοτόκου ὡς Μητέρας τοῦ Κυρίου.

4. Ἡ ἐορτολογικὴ ἐξέλιξη πρὸς τὴν 15η Αὐγούστου

.           Τὰ παραπάνω στοιχεῖα πιστοποιοῦν ὅτι, ορτ το «Καθίσματος» τς Θεοτόκου προετοιμάζει μν μερολογιακς τν ορτ τς Κοιμήσεως, λλ τορτολογικ περιεχόμενό της εναι παντελς διαφορετικ π τ γεγονς τς Κοιμήσεως. Ἐὰν λάβουμε ὑπ᾽ ὄψη τὸ «ἀρμενικὸ λεκτσιονάριο» ἢ «ἐκλογάδιο», τὸ ὁποῖο ἐξέδωσε σὲ παράρτημα ὁ Conybeare καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἐκδότης ἰσχυρίζεται ὅτι καταγράφει τὴ λειτουργικὴ πράξη τῶν Ἱεροσολύμων κατὰ τὸν 6ο αἰ., συμπεραίνουμε ὅτι τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἰσχύει ἀκόμα ἡ ἑορτὴ μὲ τὸ γενικὸ θεομητορικὸ περιεχόμενο (ἡ ἑορτὴ τοῦ «Καθίσματος»). Στὸ χρονικὸ αὐτὸ σημεῖο φαίνεται ὅτι ἐπαληθεύεται ἡ ἄποψη τοῦ Cabrol περὶ δημιουργίας τς ορτς τς Κοιμήσεως π τ βάρος το κύρους, τ ποο κτινοβολοσε τάφος τς Θεοτόκου στ Γεθσημανή.
.               Ο ορτολογικς ξελίξεις μφανίζονται καταιγιστικς π τ μέσα το5ου αἰ., ταν ατοκράτορας Μαρκιανς (450-457) κτισε να πρς τιμ τς Θεοτόκου στ Γεθσημανή. Τρία τη μετ τ θάνατο το ατοκράτορα, τ 460,μφανίζεται γι πρώτη φορ ορτασμς τς Κοιμήσεως τς Θεοτόκου στς 15 Αγούστου κα στν συγκεκριμένο ναό, ἐκτοπιζομένης τοιουτοτρόπως τῆς παλαιᾶς θεομητορικῆς ἑορτῆς τοῦ «Καθίσματος». Στὸ σημεῖο αὐτὸ πολύτιμη ἐμφανίζεται ἡ μαρτυρία τοῦ «Γεωργιανοῦ Κανοναρίου», ἑνὸς κειμένου τὸ ὁποῖο ἀντικατοπτρίζει τὴν ἱεροσολυμιτικὴ λατρεία μεταξὺ 450 καὶ 750, τὸ ὁποῖο φαίνεται ὅτι γνωρίζει ὁ Μόδεστος Ἱεροσολύμων (645-646) καὶ τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ γεωργιανὴ μετάφραση ἀπολεσθέντος ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου, ἡ ὕπαρξη τοῦ ὁποίου ἦταν ἄγνωστη ἕως τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰ.
.                 Σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ «Κανοναρίου», στὶς 15 Αὐγούστου «τιμᾶται ἡ μνήμη τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανὴ στὸ ναὸ τοῦ αὐτοκράτορα Μαρκιανοῦ («Μαυρικίου» κατὰ γεωργιανὴ παραλλαγὴ). Ἡ ἐπιβεβαίωση τῶν ἐξελίξεων εἶναι σαφής: ἡ παλαιὰ θεομητορικὴ ἑορτὴ τοῦ ναοῦ τῆς Ἰκελίας ἔχει ἐκτοπισθεῖ (οἱ δύο ἐκδότες τοῦ «Κανοναρίου» ἀναφέρουν ὅτι ἡ ἑορτὴ αὐτὴ μετατοπίσθηκε στὶς 13 Αὐγούστου καὶ ἐξαφανίσθηκε σταδιακῶς, στὴ θέση της δὲ κατὰ τὶς 15 Αὐγούστου τοποθετήθηκε ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως. Οὐδείς, βεβαίως, δύναται νὰ συμπεράνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων ἐπανέφερε στὴν ἱστορική της μνήμη τὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τὸ 460. Ἡ ἑορτολογικὴ ἔρευνα θὰ πρέπει νὰ διακρίνει μεταξύ τς τιμς νς θεομητορικογεγονότος στ συνείδηση τς κκλησίας (ατ τιμ εναι πρωτοχριστιανικ)κα το μερολογιακο καθορισμο ορτασμο τουτς καθορισμςπισυμβαίνει πάντοτε κατόπιν μακρν χρονικν ξελίξεων).
.               Εὐνόητο εἶναι ὅτι ἡ περὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἐορτολογικὴ ἐξέλιξη δὲν μπορεῖ νὰ ἐννοηθεῖ ἀνεξαρτήτως τῆς διατυπώσεως το ρθοδόξου Μαριολογικο δόγματος κατ τν Γ´ Οκουμενικ Σύνοδο. Ἡ ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 5ου αἰ. ἐορτολογικὴ παράδοση περὶ τῆς Κοιμήσεως συμπορεύεται μὲ τὴν ἑδραίωση τοῦ περὶ τῆς Θεοτόκου ὀρθοδόξου δόγματος, γεγονὸς τὸ ὁποῖο εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἑδραίωση, διάδοση καὶ καθολικὴ ἐπισημοποίηση τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως. Ἡ ἐπισημοποίηση αὐτὴ ἐπισυμβαίνει περὶ τὰ τέλη τοῦ 6ου αἰ., ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Μαυρίκιος (582-602), σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία Νικηφόρου τοῦ Καλλίστου, καθορίζει δι διατάγματος τν πιτέλεση τς ορτς στς 15 Αγούστου.
.            Πρόκειται περ ποκρυσταλλώσεως μίας μακραίωνης θεομητορικς παραδόσεως, ἐν ὅσῳ ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως περιβάλλεται πλέον μὲ νομικὴ ἰσχύ. Εἶναι σαφὲς ὅτι μὲ τὸ διάταγμα τοῦ Μαυρικίου δὲν ἐπιτελεῖται σύσταση νέας ἑορτῆς, ἐφ᾽ ὅσον ἀναφέρεται ὅτι ἡ σύστασή της ἔχει συντελεσθεῖ κατὰ τὸ παρελθόν. Μαυρίκιος υοθέτησε πισήμως κα καθολικς τν εροσολυμιτικμερομηνία περ τς «Μνήμης τς Θεοτόκου», συνειδητοποιήσας προφανς τν καθολικ ελάβεια πρς τ μνμα τς Θεοτόκου στ Γεθσημαν κα π τν αξουσα κτινοβολία το ν λόγῳ προσκυνήματος, που συνέρρεε πλθος προσκυνητν. Δὲν φαίνεται, ὅμως, ὅτι ἡ κατὰ τὸν 6ο αἰ. ἀποκρυσταλλωθεῖσα ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως ἐπεβλήθη αὐτομάτως σὲ ὅλο τὸ εὖρος τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Ὅπως τονίζει τὸν 7ο αἰ. ὁ Ἰωάννης Θεσσαλονίκης, «ὑπῆρχαν κάποιοι τόποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἑόρταζαν ἀκόμα τὴν ἐτήσια μνήμη τῆς Κοιμήσεως», μεταξὺ δὲ αὐτῶν ὁ Ἰωάννης συγκαταλέγει καὶ τὴ Θεσσαλονίκη.

5. Περαιτέρω ἐξέλιξη τῆς ἑορτῆς στὸν ὑπόλοιπο χριστιανικὸ κόσμο

.                 Στὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰ. ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως υἱοθετεῖται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Συρίας. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ποίηση περὶ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ τάφου τῆς Θεοτόκου, τὴν ὁποία κατέλειπε ὁ Ἰάκωβος τοῦ Sarug (Σύρος ἐπίσκοπος περὶ τὸ 518). Στὴν ποίηση αὐτὴ εἶναι σαφὴς ἡ ἰδιαιτερότητα τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι σαφὴς ἡ ἡμερομηνία. Ἡ ἀσάφεια τῆς ἡμερομηνίας ἔγκειται στὴν παράδοση τῆς Συριακῆς Ἐκκλησίας νὰ υἱοθετήσει μὲν τὴν ἱεροσολυμιτικὴ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως, ἀλλὰ νὰ τὴν τοποθετήσει στὶς 26 Δεκεμβρίου, σύμφωνα μὲ τὴν ἀπόκρυφη παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τὴν ἴδια ἡμέρα Γεννήσεως τοῦ Κυρίου, μετατεθείσης τῆς ἑορτῆς κατὰ μία ἡμέρα, ὥστε νὰ μὴ συμπέσουν οἱ δύο ἑορτές.
.               Ἀπὸ τὴ Συρία ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως μεταλαμπαδεύτηκε στὴ Ρώμη. Διαρκοῦντος, ἤδη, τοῦ 6ου αἰ., ὁ Γρηγόριος Τουρώνης (573-593) ἀναφέρεται σὲ ἑορτὴ ὑπὸ τὸν γενικὸ τίτλο «Festivitas S. Mariae». Στὴ συγκεκριμένη μαρτυρία οὐδεμία ἀναφορὰ γίνεται στὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως, συμπεραίνουμε δὲ ὅτι πρόκειται προφανῶς περὶ κάποιας θεομητορικῆς ἑορτῆς γενικοῦ χαρακτῆρος. Ὁ πάπας Θεόδωρος Α´ (647-649) εἶναι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἐπεχείρησε εἰσαγωγὴ τῆς ἑορτῆς στὴ Ρώμη, φαίνεται ὅμως ὅτι ἡ προσπάθειά του δὲν στέφθηκε ἀπὸ ἐπιτυχία. Ἡ παραπάνω ἐπισήμανση, ὅτι ἡ Συρία ἐπέδρασε ἐπὶ τῆς Ρώμης στὴν υἱοθέτηση τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, ἀφορᾶ στὴν ἑδραίωση τῆς ἑορτῆς στὴ Ρώμη ἀπὸ τὸ Σύρο πάπα Σέργιο Α´ (687-701), ὁ ὁποῖος μετέφερε στὴ Ρώμη τὴν τελετουργικὴ λαμπρότητα τῆς Συρίας κατὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς Κοιμήσεως. Ἡ ὁρολογία τῆς ἑορτῆς φαίνεται ὅτι ἀποκρυσταλλώθηκε σταδιακῶς: τὸ «εὐαγγελιστάριο» τοῦ 740 ἀναγγέλλει τὴν ἑορτὴ ὡς «Sollemnitas de pausatione sanctae Mariae», ἐνῶ τὸ «Ἀνδριανὸ εὐχολόγιο» (περὶ τὸ 770) καταχωρίζει ἀκολουθία ἑορτῆς τῆς «Μεταστάσεως» (Transitus). Γνωρίζουμε ὅτι o πάπας Ἀδριανὸς ἐγκαινίασε τὴν ἑορτὴ στὸ ναὸ τῆς «Ἁγίας Μαρίας τῆς Μείζονος» στὴ Ρώμη.
.             Στὴν αἰγυπτιακὴ Ἐκκλησία φαίνεται ὅτι κατὰ τὸν 5ο αἰ. ἐμφανίζεται ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως ἐξ ἐπιδράσεως τῶν Ἱεροσολύμων. […]

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Γεωργίου Ν. Φίλια, καθηγ. Πανεπ. Ἀθηνῶν: «Οἱ Θεομητορικές Ἑορτές στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας», ἐκδ. «Γρηγόρη», Ἀθῆναι, 2002, σελ. 119-134

christianvivliografia.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΚΕΝΩΣΕΝ ΕΑΥΤΗΝ, ΕΚΕΝΩΣΑΝ ΕΑΥΤΟΥΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Αυγούστου, 2016

  Μυστήριο μέγα ο θάνατος. Αδιανόητο και ακατανόητο. Ακόμη κι αν ξέρουμε ότι θα μας συμβεί, καθώς ο χρόνος πορεύεται αδυσώπητος, εντούτοις μέσα μας πάντοτε υπάρχει η ελπίδα της ζωής. Πάντως μοιάζουν ο θάνατος και η ζωή σε ένα χαρακτηριστικό που δεν το προσέχουμε: την κένωση, το άδειασμα, την έξοδο. Η ζωή δεν έχει να κάνει μόνο με τον μηχανισμό της επιβίωσης. Θα ήμασταν όντα κλεισμένα στον εαυτό μας τότε, χωρίς επίγνωση της διαφορετικότητάς μας, χωρίς συνείδηση του ποιοι είμαστε. Γιατί η ζωή έχει νόημα μόνο εν σχέσει:  με τον άλλο, με τον κόσμο, με τον Θεό.Και για να υπάρξει σχέσει προϋποτίθεται η έξοδος από το εγώ. Το μοίρασμα. Το άνοιγμα της ύπαρξης. Και όσο αδειάζουμε από το εγώ μας, τόσο η ζωή έχει περισσότερο νόημα. Είναι όπως ο καλλιτέχνης. Όταν δημιουργεί, εξέρχεται. Παίρνει την ιδέα του, το νόημά της, της δίνει υπόσταση, την κάνει ενέργεια. Το αποτέλεσμα της ενέργειας είναι δικό του, αλλά και γίνεται κτήμα των άλλων, που σημαίνει ότι έχει σχέση μαζί τους. Το βλέπουν. Το ακούνε. Το αφήνουν να μιλήσει στην καρδιά τους. Το αποδέχονται ή το απορρίπτουν ή αδιαφορούν γι’  αυτό. Πάντως υπάρχει κοινωνία και μ’  αυτό και με τον δημιουργό. Ακόμη κι αν εκείνος ως ύπαρξη παραμένει άγνωστος στις λεπτομέρειες της ζωής, εντούτοις το έργο του, το ενέργημά του τον καθιστά, έστω και κατ’  ολίγον, γνωστό.  Το παράδοξο και το ωραίο συνάμα είναι ότι κάποτε η αρχική ιδέα που έγινε ενέργεια, δια της κενώσεως, αποκτά νέο περιεχόμενο, ίσως και διαφορετικό από αυτό που ήθελε να πει ή να παρουσιάσει ο δημιουργός, ο ενεργών. Είναι η ομορφιά της σχέσης. Ό,τι δίνεις σε ξεπερνά. Αλλά και ο δημιουργός αλλάζει μέσα από τη σχέση. Γιατί λαμβάνει υπόψιν του τι ζητά το κοινό του, όπως επίσης και το τι θέλει ο ίδιος να περάσει. Εξελίσσεται. Δε μένει στατικός. Χαίρεται ή απογοητεύεται. Διορθώνει, τροποποιεί ή συνεχίζει. Αλλά δεν παύει να εκφράζεται.

         Και ο θάνατος είναι κένωση. Μόνο που είναι οριστική. Μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα ο άνθρωπος παύει να ενεργεί. Ο νους σταματά να λειτουργεί. Οι αισθήσεις νεκρώνουν. Τα πάντα σταματούν οριστικά.  Και η κένωση είναι οριστική τουλάχιστον από τον χρόνο και τον τρόπο που γνωρίζουμε. Όπου φτάσαμε. Όσα ζήσαμε. Τα πάντα γίνονται παρελθόν. Το πρόσωπο είναι μοναδικό και ανεπανάληπτο, αλλά επιστρέφει στο «μη είναι». Γι’  αυτό και οι άνθρωποι θρηνούμε τον θάνατο. Διότι μας στερεί την δυνατότητα της κοινωνίας με αυτούς που αγαπούμε. Και φοβόμαστε και τη δική μας κένωση. Φοβόμαστε το μηδέν. Φοβόμαστε την απουσία σχέσης. Την ανυπαρξία.

        Η πίστη έρχεται να μας δώσει μία άλλη θέαση του θανάτου. Αυτήν της ζωηφόρου κενώσεως. Δεν είναι το τέρμα της ζωής ο θάνατος, αλλά το πέρασμα σε μιαν άλλη. Το Πάσχα στην αιωνιότητα. Και σ’  αυτήν η κένωση συνεχίζεται. Αυτό σπουδάζουμε στα πρόσωπα της Παναγίας και των Αγίων μας. Φεύγουν από αυτόν τον κόσμο, αλλά δε παύουν να αγαπούνε αυτόν τον κόσμο. Μεσιτεύουν για μας στον Θεό. Θαυματουργούν για χάρη μας, που σημαίνει ότι και κρατούν ακέραιη τη σχέση μαζί μας και συνεχίζουν δια της αγάπης να ενεργούν τόσο προς τον Θεό όσο και προς τον κόσμο. Κύρια αποστολή τους εξακολουθεί να είναι και από το επέκεινα το να λυτρώσουν εκ θανάτου τας ψυχάς ημών. Μας αγαπούνε και παρακαλούν. Εμφανίζονται, διορθώνουν, διδάσκουν, θεραπεύουν,  καθιστώντας τον θάνατο ζωή. Δε χρειάζεται να εξελιχθούν οι ίδιοι ως δημιουργοί και ενεργούντα πρόσωπα. Έχουν τελειωθεί στο φως και την αγάπη του Θεού. Όμως αφήνουν αποτυπώματα της αγάπης τους προς όλους εμάς. Εν Αγίω Πνεύματι, χωρίς να παύουν να ζούνε την μακαριότητα της κοινωνίας με τον Θεό, κάνουν ταυτόχρονα, μέγα το μυστήριο,  έξοδο από αυτήν για να μας δείξουν ότι μπορούμε κι εμείς. Αρκεί να πιστεύουμε. Να εμπιστευόμαστε δηλαδή, όπως η Υπεραγία Θεοτόκος και όλοι τους, τον Θεό ως Πρόσωπο. Το θέλημά Του. να μην απογοητευόμαστε από τους σταυρούς της ζωής. Από τα πάθη και τα λάθη μας. Από την εγκατάλειψη των ανθρώπων. Από την αίσθηση της ματαιότητας. Και όντας μέλη του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας και της ζωής της, να τους συναντούμε στην θεία λειτουργία, στην τήρηση των εντολών, στην αγάπη, την ταπείνωση, όχι ηθικολογικά ή χαρακτηρολογικά, αλλά ως εμφανή απεικάσματα της παράδοσής μας σ’ Αυτόν που πρώτος «εκένωσεν εαυτόν μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ. 2, 7-8). «Τα απαρνήθηκε όλα, αδειάζοντας από τον εαυτό του, έγινε δούλος, προσέλαβε το σχήμα του ανθρώπου και όντας πραγματικός άνθρωπος ταπεινώθηκε θεληματικά υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού».

          Γι’  αυτό και εορτάζουμε στην Εκκλησία όχι τόσο ή όχι μόνο τη γέννηση της Παναγίας και των Αγίων, αλλά, κυρίως, την κοίμησή τους.  Γιατί είναι η απόδειξη ότι ακόμη κι αν το σώμα νεκρούται, η ψυχή εξοδιάζει, ο άνθρωπος δεν παύει να υφίσταται. Τίποτε δεν είναι παρελθόν, αλλά τα πάντα γίνονται παρόν και αιωνιότητα. Η ύπαρξή μας είναι δώρο του Θεού. Εκείνος μας έφερε «εκ του μη όντος εις το είναι». Και μας δώρισε το «αεί είναι» ως σημείο της αγάπης και της κλήσης ελεύθερα να την αποδεχθούμε. Αν πούμε ελεύθερα το ΝΑΙ, όπως η Υπεραγία Θεοτόκος και οι άγιοι, τότε η κένωση από την αυτονομία, από τον εγωκεντρισμό του αυτόφωτου, από την αίσθηση ότι μπορούμε χωρίς έξοδο, χωρίς αληθινή σχέση, η νοοτροπία δηλαδή της πτώσης,   φέρνει ως δωρεά την αιωνιότητα κοντά στον Θεό. Η ζωηφόρος κένωση του θανάτου τότε γίνεται Πάσχα. Ανάσταση. Και η αγάπη θα συνεχίζει να υφίσταται.

        Μπορούμε να αγαπούμε έναν δημιουργό και το έργο του για πάντα. Ό,τι δίδεται, ό,τι κενούται γεννά σχέση. Ο δημιουργός όμως ως αυτόνομη ύπαρξη, μετά τον θάνατό του δεν μπορεί να μας αγαπά. Αν όμως ζούμε στο φως της σχέσης με τον Θεό, τότε η αγάπη συνεχίζει την πορεία της. Η Παναγία και οι άγιοι δεν είναι μόνο αντικείμενα της αγάπης μας. Εξακολουθούν να είναι δρώντα υποκείμενα της αγάπης του Θεού που έγινε δική τους από αυτή τη ζωή και την μεταδίδουν και μετά θάνατον. Σημεία οι εικόνες τους, τα λείψανά τους, οι ναοί τους. Και τον δρόμο τους μπορούμε να ακολουθήσουμε όλοι, καθώς είμαστε κεκλημένοι από τον Θεό σ’  αυτόν. Να γιατί τελικά μέσα από το μυστήριο της πίστης, μέσα από τη ζωή της Εκκλησίας η αληθινή αγάπη ουδέποτε εκπίπτει!

Κέρκυρα, Δεκαπενταύγουστος 2016             

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι Παρακλήσεις και επικλήσεις προς την Παναγία Μητέρα μας!

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Αυγούστου, 2016

Οι Παρακλήσεις στην Παναγία, ιδιαίτερα την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου, αποτελούν την φωνή, την δέηση και ικεσία, του κάθε πιστού, και πονεμένου ανθρώπου που βρίσκεται εν κινδύνοις και εν ανάγκες.

Εν υμνωδία πολλή η Εκκλησία βοά προς την Παναγία, να ακούσει, να σταθεί δίπλα μας. Η συνεχής αυτή δέηση υπενθυμίζει στην Παναγία την υπομονή της. Οι παρακλήσεις προς αυτήν μας οδηγούν σε μια ειλικρινή μετάνοια, συντριβή και ανάταση.

Η επίκλησης του ονόματός της, που τόσο συχνά και καθημερινά επικαλούμαστε, φανερώνει την δίψα για συγχώρεση των αμαρτιών, για μεσιτεία και σωτηρία προς τον Υιόν της. Συγχρόνως η επίκληση αυτή είναι παράκληση, δηλαδή ζητούμε την βοήθειά της στα προβλήματά μας. Περισσότερο δε, ανορθώνει τις πεσμένες ψυχές μας, την αμαρτωλή ζωή μας, από τα δεινά και τις θλίψεις: «Και πο λοιπόν λλην ερήσω ντίληψιν; πο προσφύγω; ποδε καί σωθήσομαι; τίνα θερμήν ξω βοηθόν;… Ες σέ μόνην λπίζω, και θαρρκαι καυχμαι καί προστρέχω τσκέπ σου· σσόν με».

Και ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός επισημαίνει για το πρόσωπο της Παναγίας:«Θεοτόκον κυρίως καὶ ἀληθς τν γίαν Παρθένον κηρύττομεν· ς γρ Θεςληθς ὁ ἐξ ατς γεννηθείς, ληθς Θεοτόκος τν ληθινόν Θεν ξ ατς σεσαρκωμένον γεννήσασα». Δεν υπάρχει γλώσσα ανθρώπου, ούτε ακόμη και οι Άγγελοι να εξυμνήσουν, τα μεγαλεία της θεομήτορος. Η Παναγία έχει το μεγάλο γνώρισμά της μοναδικό στην ιστορία της ανθρωπότητας, να είναι συγχρόνως Μήτηρ και Παρθένος, δηλαδή Αειπάρθενος.

Αυτή η ιδιότητα της Παναγίας δεν είναι απλά μια εξύμνηση και μόνον, αλλά είναι ένα έργο, είναι εργαστήρι, είναι πρεσβεία, που τρέχει στο κάθε πρόβλημά μας. Αμέσως να βοηθήσει, αμέσως να συνδράμει. Κατανοεί και τον άγαμο, αλλά και τον έγγαμο. Η Παναγία, κρύβει με τα χέρια της και με το Μαφόριό της τα αδύναμα μας σημεία, την αμαρτωλότητά μας. Δείχνει σε όλους μας πάλι και πάλι την προσπάθεια, την συνέχεια.

Αυτή η μητρότητά της είναι μεγαλύτερη από την ανθρώπινη, είναι θεία, για την ακρίβεια είναι και θεία και ανθρώπινη, δηλαδή θεανθρώπινη. Ακούει τον κάθε πικραμένο, δεν διώχνει κανέναν, ούτε αρνείται σε κανέναν το παραμικρό, διότι ακριβώς ως μάνα λυπάται για τις λύπες μας και χαίρεται με τις χαρές μας.

Συγχρόνως τα αιτήματα μας και οι δεήσεις είναι για την απαλλαγή των θλίψεων, των πειρασμών. Πειρασμός, κίνδυνος, πάθη είναι από τα επαναλαμβανόμενα στις παρακλήσεις που ψάλουμε.

Οι πειρασμοί είναι πολλοί, μας παρασύρουν προς την αμαρτία, ηδονή, κακία, έχθρα, περιφρόνηση, ειδικά αυτές τις ημέρες που οι κάθε είδους ανάγκη, οικονομική, υλική, πνευματική, η αγωνία μας να έχουμε κάποια πράγματα, κάποια χρήματα, μας οδηγούν στην έχθρα απέναντι προς τον πλησίον. Δεν βλέπουμε ότι η οικονομική αυτή κατάσταση αναφέρεται σε όλους μας, δεν εξαιρεί κανέναν. Μεγάλος πειρασμός, που κάνει τον άνθρωπο σκληρό και ανάλγητο.

Οι κίνδυνοι στην καθημερινή ζωή είναι πολλοί, είναι αναπάντεχοι, δεν γνωρίζεις από πού θα σε έρθει κάτι. Οι κίνδυνοι, μας φέρνουν μια απελπισία, μας φέρνουν μια ενδεχόμενη συμφορά, κάτι που μπορεί να μας στερήσει, την υγεία μας, την τροφή μας, ακόμα και την ίδια μας την ζωή. Οι κίνδυνοι, δηλαδή, ατυχήματα, επαγγελματικές δυσκολίες, ακαταστασία και μπόρες στην οικογένεια, στέκονται καθημερινώς απειλητικά μπροστά μας.

Οι παρακλήσεις της Παναγίας, μας βοηθούν, μας ενισχύουν, να ανταπεξέλθουμε στις κακουχίες του βίου μας. Μέσα στις ταλαιπωρίες «εν ταις ζάλαις», πολλές σκέψεις, πολλές αναζητήσεις για λύσεις, η Παναγία  «επιβλέπει εν ευμενεία», ερχόμενη για να σβήσει τα αδιέξοδα όλων μας.

Μέσα σε αυτά περισσότερο η θεία παρηγοριά βρίσκει ανταπόκριση στην μάνα, σε αυτήν που ξέρει τι θα πει πόνος, φτώχεια. Ξέρει τι θα πει λύπη, ξέρει επίσης τι σημαίνει για μια μάνα να χάνει το παιδί της στην άσφαλτο.

Ο πόνος της Παναγίας, είναι θεραπευτικός για όλους εμάς τους πιστούς. Εκείνη πόνεσε πολύ, γι’ αυτό και νιώθει τα αιτήματά μας, γιατί είμαστε και δικά της παιδιά.

Ο πόνος, τα αδιέξοδα και τα πολλά ανεπιθύμητα θεραπεύονται μέσα στην παρηγοριά, την μυστική στοργή της Παναγίας Μάνας. Ο πόνος της στεναχώριας και της λύπης είναι τις περισσότερες φορές μεγαλύτερος, από τον σωματικό. Η αμηχανία μπορεί να μας οδηγήσει στη απομόνωση, στη συκοφαντία, στο μίσος, προς τον άλλον. Η Παναγία όμως μας προτρέπει σε μια αληθινή μετάνοια, μια παρακλητική και παραμυθητική υπόμνηση.

Ευχόμεθα κάθε φορά που την επικαλούμαστε να λαμβάνουμε την βοήθεια καιπροστασία της. Ας είναι κάθε φορά όχι μόνο δεκτή, αλλά και φανερή η ευεργεσία της. Ομολογώντας μαζί με τον υμνογράφο λέγοντας:

«πολαύοντες Πάναγνε,

 τν Σν δωρημάτων εχαριστήριον,

ναμέλπομεν φύμνιον,

οἱ γινώσκοντές σε Θεομήτορα».Αμήν.

του  Αρχιμ.   Γρηγορίου  Κωνσταντίνου    Δρ.  Θ.

http://antiairetikos.blogspot.gr/2016/08/blog-post_14.html

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΟΤΕ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΜΟΥ;

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Αυγούστου, 2016

Το δικαίωμα της γνώμης είναι αδιαπραγμάτευτο στην εποχή μας. Ο καθένας έχει άποψη και ζητά την ελευθερία να την εκφράζει. Κάποτε ζητά από τους άλλους να την ενστερνιστούν, καθότι θεωρεί τον εαυτό του αυθεντικό εκφραστή της αλήθειας. Του είναι δύσκολο να κάνει πίσω, να θέσει τη γνώμη του στη κριτική των άλλων, να επιχειρηματολογήσει υπέρ της και να αποδομήσει τα επιχειρήματα των άλλων. Και αυτό διότι η γνώμη συνήθως έχει έναν χαρακτήρα αποσπασματικό. Δεν στηρίζεται στη συνολική θεώρηση των πραγμάτων, αλλά σε μία πλευρά τους, με αποτέλεσμα ούτε αυτός που την εκφράζει ούτε αυτοί που έχουν ανάλογη αποσπασματικότητα στη σκέψη τους να μπορούν να σχηματίσουν ολοκληρωμένη άποψη περί του τι είναι αλήθεια.  Και δεν είναι μόνο αυτό. Όσοι ταυτίζουν την αλήθεια με την έννοια της γνώμης παραθεωρούν ή αγνοούν ότι η αλήθεια είναι εμπειρία, βίωση του αυθεντικού. Τη ίδια στιγμή αλήθεια είναι η μη λήθη, η διατήρηση στη μνήμη του αυθεντικού που είναι πλήρες και όχι μερικό. Και επειδή οι ανθρώπινες δυνατότητες είναι πεπερασμένες, η αλήθεια του καθενός όταν περιορίζεται στο μερικό, στο μη βιωματικό και δεν αναδεικνύει τα όρια της μνήμης γίνεται δογματισμός και όχι αυθεντικότητα.

          Η απολυτοποίηση της αλήθειας μας γίνεται όταν δεν υπάρχει αγάπη και ταπείνωση. Γιατί η αλήθεια γνωρίζεται από αυτόν που αγαπά, δηλαδή κάνει έξοδο από τον εαυτό του, από το εγώ του, αποφασίζει να δει τα πράγματα όχι μόνο με τις λέξεις, αλλά με τα νοήματά τους. Και την ίδια στιγμή, έχει την ταπείνωση να μην θεωρήσει τον εαυτό του κριτήριο της αυθεντικότητας των όσων πιστεύει και βιώνει, αλλά να τον εντάσσει στο εμπειρικό σώμα που έχει πιστέψει και βιώσει το ίδιον ή ό,τι το πιστοποιεί. Σε ό,τι αφορά τον Θεό και την πίστη αυτό το εμπειρικό σώμα είναι η Εκκλησία. Η ζώσα κοινότητα. Αυτή που ξεκινά από το μυστήριο της Ευχαριστίας, αλλά και την ίδια στιγμή αναβαπτίζεται στην παράδοση τόσο των λόγων όσο και των βιωμάτων των Πατέρων και των Αγίων. Η Εκκλησία η οποία δεν είναι έτοιμη να κατακρίνει, αλλά να αγαπήσει. Ζητά την αλήθεια που ελευθερώνει από το γράμμα, χωρίς να το καταργεί,  και οδηγεί στο πνεύμα. Και η Εκκλησία είναι χώρος σύνθεσης που οδηγεί στην ενότητα. Ακόμη και όσα απορρίπτει ως μη αυθεντικά η Εκκλησία, δεν έχει ως κριτήριό της την έπαρση ή την αυτοδικαίωση, αλλά την κατάδειξη ότι δεν συμφωνούν με την εμπειρία και την πίστη της. Και έτσι δεν κηρύττει η Εκκλησία αφορισμό των ανθρώπων που ο δικός τους τρόπος προσέγγισης της αλήθειας είναι μη αυθεντικός, αλλά τους προσκαλεί σε μετάνοια. Σε επαν- ένταξη στο σώμα της. Εκεί όμως όπου υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις, κυρίως στο λεκτικό επίπεδο ή στον τρόπο βίωσης της αλήθειας, η Εκκλησία αφήνει την διαφορετικότητα να στολίσει με ποικιλία τη ζωή της. Γι’  αυτό και στην ίδια Εκκλησία συνυπάρχουν η ακρίβεια με την οικονομία, η αυστηρότητα με την επιείκεια, η ομολογία του Συμβόλου της πίστεως που είναι η αυθεντική έκφραση της εκκλησιαστικής αλήθειας και παράδοσης και την ίδια στιγμή η δυνατότητα ερμηνειών που όταν δεν είναι αντίθετες αλλά συμπληρωματικές της παράδοσης, είναι καλοδεχούμενες, διότι εκφράζουν την εμπειρία και τη χαρισματικότητα των προσώπων που ερμηνεύουν και ζούνε. Γι’  αυτό και η Εκκλησία απολαμβάνει την πληθωρικότητα των πατερικών ερμηνειών στον λόγο του Ευαγγελίου και στη διδασκαλία της. Όταν οι Πατέρες διατύπωναν τις ερμηνείες και τις γνώμες, οι ίδιοι και οι ερμηνείες τους κρίνονταν από το σώμα του Χριστού που ζούσε στο παρόν τους. Οριστικά όμως καθιερώθηκαν μετά τον θάνατό τους, όταν το έργο τους μπορούσε πλέον να ιδωθεί συνολικά και όχι αποσπασματικά. Γι’  αυτό και πατερικές διδασκαλίες και συμπεριφορές, παρότι απορρίφθηκαν εκ των υστέρων, δεν έκαναν την Εκκλησία να απορρίψει τα πρόσωπα, αλλά την άφησαν να συμπεριλάβει στις δέλτους της ως αγίους αυτούς που διατύπωσαν και έζησαν εν αγάπη και αληθεία. Τα παραδείγματα των αγίων Γρηγορίου Νύσσης και του ιερού Αυγουστίνου είναι χαρακτηριστικά.

         Στο παρόν ζούμε τον πειρασμό του σχίσματος. Βλέποντας αποσπασματικά και μονομερώς, χωρίς να έχουμε την αγάπη και την ταπείνωση αυξημένες και καλλιεργούμενες, νομίζουμε ότι η αλήθεια μας είναι το παν και θεωρούμε ότι έχουμε το δικαίωμα να κρίνουμε τους πάντες και τα πάντα. Να διαγράφουμε πρόσωπα, να απολυτοποιούμε τους τρόπους μας, να εκμεταλλευόμαστε τα χαρίσματά μας για να αποκτήσουμε οπαδούς, να υποσχόμαστε παράδεισο και να απειλούμε με κόλαση, να ειρωνευόμαστε και να αδιαφορούμε και την ίδια στιγμή να παύουμε να λειτουργούμε με αγάπη στο όνομα του Χριστού. Ερμηνεύοντας τον λόγο του αποστόλου Παύλου «παρακαλώ υμάς, αδελφοί, δια του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ίνα το αυτό λέγητε πάντες και μη η εν υμίν σχίσματα, ήτε δε κατηρτισμένοι εν τω αυτώ νοί και εν τη αυτή γνώμη» (Α’  Κορ. 1, 10), «σας ζητώ, αδελφοί, στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού να είστε όλοι σύμφωνοι μεταξύ σας και να μην υπάρχουν ανάμεσά σας διαιρέσεις, αλλά να είστε ενωμένοι, με μία σκέψη και με ένα φρόνημα», ως απαίτηση να είναι όλοι σύμφωνοι με αυτό που εμείς πιστεύουμε και όχι με αυτό που αποδέχεται, ζει ή και ανέχεται η Εκκλησία, είμαστε έτοιμοι να καταδικάσουμε ή να διασπάσουμε το σώμα του Χριστού, κατηγορώντας τους άλλους ως λιγότερο αυθεντικούς ή ως χαλασμένους και αιρετικούς. Όμως ο λόγος του Παύλου είναι λόγος αγάπης και καταλλαγής. Θέλει να καταδείξει ότι κέντρο της ζωής όλων είναι ο Χριστός, ο Οποίος δεν χωρίζεται και σημείο αυθεντικής βίωσής Του είναι ο σταυρός, δηλαδή η θυσία της αγάπης και η αλήθεια που γίνεται θάνατος για εμάς και όχι για τους άλλους.

           Θέαση της ζωής και των πάντων με γνώμονα τον Χριστό, τη διδασκαλία και την εμπειρία Του, αγάπη και ταπείνωση στον τρόπο που βλέπουμε την αλήθεια και σεβασμός στους άλλους και την δική τους αλήθεια είναι τα κριτήρια που θα μας βοηθήσουν να είμαστε εντός της Εκκλησίας. Η άρνηση της αυθεντοποίησης του εαυτού μας, η άρνηση του να θεωρούμε τους εαυτούς μας σωτήρες, η άρνηση να αυτοδιακρινόμαστε σε καθαρούς, αγίους και αυθεντικούς είναι τελικά το κλειδί για να μη γίνεται η αλήθειά μας ολοκληρωτισμός, φανατισμός και τελικά αιτία σχισμάτων, τα οποία και διαμοιράζουν τα ιμάτια του Χριστού και οδηγούν στην απώλεια.

Κέρκυρα, 14 Αυγούστου 2016

 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Γιατί ο Θεός δεν κάνει ένα θαύμα να απαλλαγούμε από τα άγχη μας, τις αρρώστιες, τον θάνατο;»

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Αυγούστου, 2016

ΠΑΜΕ ΞΑΝΑ ΣΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ.. 

   «Γιατί ο Θεός δεν κάνει ένα θαύμα να απαλλαγούμε από τα άγχη μας, τις αρρώστιες, τον θάνατο;» είναι ένα ερώτημα που συχνά διατυπώνουν πολλοί νέοι. Τα θαύματα των αγίων τους προξενούν το ενδιαφέρον. Τότε γεννιέται άλλο ερώτημα: «Γιατί μόνο στους άλλους και όχι και σε μας;». Η τηλεόραση, το διαδίκτυο, τα βιβλία, με την προβολή των θαυμάτων, εξάπτουν την περιέργεια. Δεν εστιάζουν όμως στη ζωή των αγίων, που είναι η ίδια θαυμαστή, αλλά με τα όσα ο Θεός επιτρέπει να κάνουν μετά θάνατον. Έτσι, τα θαύματα από καρπός της πίστης, γίνονται συχνά προϋπόθεσή της. Ένα φαινόμενο μη εξηγούμενο από τη λογική, το οποίο το θεωρούμε ως βάση για να αποδείξουμε ότι υπάρχει Θεός και ότι οι άγιοι, και μετά θάνατον, υπάρχουν. Ότι η θρησκευτική μας πίστη δεν είναι κάτι ξεπερασμένο, αφού μπορεί και γεννά θαύματα εντός της.

           Δεν αναπαύεται όμως μόνο η λογική μας. Είναι και η ανάγκη να νικήσουμε με κάποιον τρόπο τον θάνατο ή να τον αναστείλουμε, τόσο για μας όσο και για τους οικείους μας.  Μας φοβίζει ο θάνατος. Φαντάζει αναπόφευκτος. Δε συμβιβαζόμαστε όμως μ’ αυτόν. Ακόμη κι αν το ξέρουμε ότι θα μας νικήσει, εστιάζουμε την χρησιμότητα της πίστης στα σημεία των θαυμάτων. Δε μας ενδιαφέρει η υπόσχεση της ανάστασης. Νόημα έχει το «εδώ και τώρα». Γι’ αυτό και το θαύμα πιστεύουμε ότι εξασφαλίζει την ποιότητα της ζωής μας στο σήμερα. Αυτό ξέρουμε, γνωρίζουμε και αγαπούμε. Αν ο Θεός δεν μπορεί ή δε θέλει να μας το εξασφαλίσει, νομίζουμε ότι δεν Τον χρειαζόμαστε.

        Το θαύμα έχει έναν χαρακτήρα εντύπωσης και εντυπωσιασμού. Γι’  αυτό και ο Χριστός στην πατρίδα του τη Ναζαρέτ δεν έκανε θαύματα, για την απιστία των συντοπιτών Του. Αυτό είναι ένα μήνυμα για όλους μας. Ότι προηγείται η πίστη. Η εμπιστοσύνη και η αγάπη στον Θεό, που γνωρίζει τι είναι για μας ωφελιμότερο. Δεν απαντά ο Θεός πάντα στις προκλήσεις μας. Δεν κάνει επίδειξη δύναμης. Η πίστη είναι αυτή που παρηγορεί τον καθένα μας για την αδυναμία του έναντι του χρόνου, του κακού και του θανάτου. Τα θαύματα κάποτε συμπληρώνουν την παρηγοριά. Όμως δεν αναστέλλουν την ανάγκη να αναλάβουμε την ευθύνη να παλέψουμε για περισσότερη πίστη. Για υπερνίκηση του πνεύματος του ορθολογισμού, που μετρά τον Θεό με αποδείξεις και δε μας αφήνει να γίνουμε παιδιά που Τον βλέπουμε και Τον ζούμε ως τον πατέρα μας. Αυτόν που μας δίνει την ασφάλεια της αγάπης Του, ακόμη κι αν αυτή μας βάζει σε όρια.

Το πρώτο θαύμα είναι η ζωή. Το δεύτερο θαύμα είναι η αγάπη. Το τρίτο και κορυφαίο είναι η ανάσταση. Με τη ζωή υπάρχουμε. Με την αγάπη έχει νόημα η ύπαρξή μας, διότι δεν είμαστε μόνοι μας. Με την ανάσταση υπάρχουμε για πάντα. Τα μικρότερα θαύματα, όταν συμβαίνουν, επιβεβαιώνουν αυτά τα τρία. Αυτός είναι ο δρόμος των αγίων μας, οι οποίοι, επειδή ο Θεός θέλει, εξακολουθούν να θαυματουργούν όχι όμως για να μας αφήσουν στο πρόσκαιρο, αλλά για να μας δείξουν τον Θεό και την παρουσία Του. Αυτή ας είναι η εκζήτηση και η προσευχή μας. Κι αυτό ας διδάσκουμε στους νεώτερους.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 10 Αυγούστου 2016 

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Άθως και το Θαβώρ (Γέροντος Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Αυγούστου, 2016

IMG_0876

Από αιώνες, κάθε χρόνο, την παραμονή της Μεταμορφώσεως, αρκετοί μοναχοί αναχωρούν από την Μεγίστη Λαύρα με ζώα φορτωμένα με τρόφιμα, σκεπάσματα και λειτουργικά σκεύη και ανεβαίνουν προς την «’Αγίαν κορυφήν» του Άθωνα, σε ύψος 2.033 μέτρων, επάνω από τα σύννεφα, όπου βρίσκεται ένα μικρό παρεκκλήσι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Εκεί, την άλλη μέρα το βράδυ, θα κάνουν την ολονύχτιον αγρυπνίαν με τρόπο παρόμοιο προς όλα τα μοναστήρια του Αγίου Όρους. Ανεβαίνοντας σιγά-σιγά, όπως τότε, οι Απόστολοι ανέβαιναν με τον Ίησούν «εις όρος υψηλόν» (Ματθ. 17, 1), ψάλλουν τους προεόρτιους ύμνους στο ρυθμό των κωδωνίσκων των μουλαριών: «Δεύτε συνανέλθωμεν τω Ιησού αναβαίνοντι εις το όρος το άγιον…».

Στον δρόμο, μοναχοί από διάφορα μέρη του Όρους και προσκυνηταί ποικίλων εθνοτήτων, συνάπτονται μαζί τους, και αυτή η πομπή που συναποτελείται ομοιάζει τότε με τους Εβραίους που συγκεντρώνονταν από όλα τα μέρη της Παλαιστίνης μαζί με τους προσήλυτους για να εορτάσουν εις τον οίκον Κυρίου εις την Σιών (βλ. Β΄ Παραλ, 30,25). «Εκεί γαρ ανέβησαν αι φυλαί, φυλαί Κυρίου, μαρτύριον τω Ισραήλ, του εξομολογήσασθαι τω ονόματι Κυρίου» (Ψ. 121,4).

gallery_file_1628_b

Αυτή η «αγία Κορυφή», η οποία τακτικά ενδύεται με λαμπρό χιόνι, που άλλοτε αντανακλά τις ακτίνες του ηλίου και άλλοτε κρύβεται υπό την νεφέλη, ήταν προορισμένη να γίνη «Όρος του φωτός»· διότι η αρχαία λέξις «αίθων» σημαίνει: πυρώδης, αναλαμπών, αστράπτων…

mqdefault

Η κορυφή κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά των αγιορειτών. Βλέπουν αυτό το όρος σαν τον άξονα του κόσμου, που ενώνει τον ουρανό και την γη, σαν τον στύλον διά του οποίου οι προσευχές τους αναβαίνουν προς τον Θεόν, σαν το υποπόδιον του Θεού, σαν την εκλεκτήν κατοικίαν της Παντανάσσης, της «Μητρός του Φωτός».

Αναρίθμητες εικόνες ή χαλκογραφίες δείχνουν την Παναγίαν στον ουρανό, πάνω από την χιονισμένη κορυφή του Άθωνος, που εξαπλώνει στον κόσμο το Μαφορίον της, την «αγίαν Σκέπην» της προσευχής της.

afon

Εκεί επίσης, κατά μια αρχαία και αδιάρρηκτη παράδοση, οι μοναχοί αναβαίνουν μερικές φορές για ένα προσωπικό προσκύνημα, για να προσευχηθούν πλησιέστερα προς τον ουρανό και για να λάβουν από τον θεόν μια πληροφορία για τις αποφασιστικές στιγμές της ζωής τους.

Εκεί, στον δέκατο αιώνα, εν ημέρα Μεταμορφώσεως, ο κτίτωρ της μονής των Ιβήρων, όσιος Ευθύμιος, είδε το φως του Θεού να εξαστράπτει ως πυρ φλέγων ενώ λειτουργούσε: «αίφνης φως αμέτρητον περιήστραψεν άπαντας και σεισμός εγένετο και όλοι έπεσαν πρυνείς κατά γης. Μόνος δε ο μακάριος Ευθύμιος ίστατο, φαινόμενος ως στύλος πυρός και μένων ακίνητος προ του ιερού θυσιαστηρίου».

Τέσσερεις αιώνες αργότερα, η Παναγία εμφανίστηκε στον άγιον Μάξιμον τον Καυσοκαλυβίτην μέσα σε άφθονο θείο φως και αρώματα, κρατώντας στην αγκαλιά της τον Κύριον, που ευλόγησε τον άγιον και τον γέμισε με θείαν αγαλλίασιν. Εκεί ακόμα, υστέρα από αιώνες τέτοιων γεγονότων που έμειναν κρυφά, ο Γέρων Ιωσήφ (+ 1959), ο μέγας ησυχαστής και πραγματικός πατήρ της σημερινής αναγεννήσεως της παραδόσεως της νοεράς προσευχής στο Άγιον Όρος, συνάντησε τον συνασκητή του, τον Γέροντα Αρσένιον (+1983) και άρχισε την ζωή σκληρού αγώνος και περιπλανήσεως στις κλιτύς του Άθωνος. Και από την κορυφήν αυτήν, μία μέρα, που είχε φθάσει στην απελπισία, μια λαμπρή ακτίνα φωτός εξήστραψε και μπήκε στην καρδιά του. Και από τότε, όπως σ’ ένα Θαβώρ, ο νους του δεν σταμάτησε να μένει διαρκώς με τον Ιησούν ενωμένο μέσα στην καρδία του.

Υπάρχει επίσης η διήγησις ότι επτά ασκηταί ζουν σ’ αυτά τα ύψη γυμνοί και άγνωστοι και διατηρούν διά μέσου των αιώνων, από γενεά σε γενεά, την μυστική παράδοση της ασκήσεως και της θεωρίας.

Μύθος ή αλήθεια η διήγησις αυτή δείχνει ακριβώς πόσο κεντρική είναι η θέσις της «Αγίας Κορυφής» στην συνείδηση και στην ζωή των αγιορειτών. Γι’ αυτό το μικρό παρεκκλήσι της Μεταμορφώσεως και δίπλα του ο πελώριος σιδερένιος σταυρός, που στέκονται σ’ αυτόν τον στενό βράχο, έχουν μια ιδιαίτερη συμβολική αξία και δείχνουν, σαν δύο σημεία, στον ουρανό και στον κάτω κόσμο, τα δύο χαρακτηριστικά της μοναστικής πολιτείας, η οποία είναι βίωσις του σταυρού, εκουσία και αδιάλειπτη συμμετοχή στο πάθος του Κυρίου, και είναι ταυτόχρονα η οδός της θεώσεως, μια ζωή μέσα στο φως της εσχατολογικής δόξης, που απεκάλυψε ο Χριστός, για μια στιγμή, στους Αποστόλους του, πάνω στο όρος Θαβώρ. Όπως ο Κύριος ανέβηκε στο όρος «κατ’ ιδίαν» με τους εκλεκτούς Μαθητές για να προσευχηθεί (Λουκ. 9, 28), έτσι και οι μοναχοί, απαρνούμενοι τον κόσμο, ζουν στον Άθωνα «εν ησυχία και προσευχή», ζουν εδώ και τώρα, μέσα στο φως της Μεταμορφώσεως. Ο Άθως είναι για αυτούς Θαβώρ, προτύπωσις της βασιλείας των ουρανών.

Στην δύση του Βυζαντίου, όταν ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο αγιορείτης και μέγας διδάσκαλος του θείου φωτός, αγωνίστηκε εναντίον των ουμανιστών για την υπεράσπιση των ησυχαστών και την υποστήριξη της ορθοδόξου διδασκαλίας περί της θεώσεως του ανθρώπου — δηλαδή της πραγματικής συμμετοχής του στην ζωή του Θεού διά μέσου της ακτίστου χάριτος— το θέμα της Μεταμορφώσεως και της φύσεως του Θαβωρίου φωτός βρισκόταν στο κέντρο της διαμάχης. Σ’ όλα τα έργα τους, ο άγιος Γρηγόριος και οι ομόφρονές του, κάνουν αναρίθμητες αναφορές σ’ αυτό το θείο γεγονός και δείχνουν ότι η Μεταμόρφωσις του Κυρίου, ως πρότυπον της δικής μας θεώσεως, είναι κατ’ εξοχήν η εορτή του μοναχισμού, η πανήγυρις του Αγίου Όρους. Για χρόνια ο άγιος Γρηγόριος είχε ζήσει στους πρόποδες του Άθω, στην Μ. Λαύρα, και ως ησυχαστής στο υψηλότερα ευρισκόμενο κελλίον του αγίου Σάββα. Γι’ αυτόν όπως και για κάθε σύγχρονο αγιορείτη, ο Άθως ταυτίζεται με το Θαβώρ και με κάθε «όρος του Θεού», όπου ό Θεός αποκαλύφτηκε στους ανθρώπους. Γιά αυτούς είναι και Όρος Σιών, και όρος Σινά, όρος Κάρμελ, όρος των Ελαιών και όρος του Γολγοθά. Είναι επίσης παρόμοιο με όλα τα «άγια όρη» όπου ο Κύριος κατοίκησε «εν τοις αγίοις αυτού» (Ψ. 150,1) «εν αυναγωγή θεών» (Ψ.81,1), όμοιο με το όρος του Ολύμπου της Βιθυνίας, από το οποίο προήλθαν οι πρώτοι αγιορείτες, με το όρος του Λάτρου, με το όρος του Γάνου, με το βουνό του Αγίου Αυξεντίου και με όλα τα ένδοξα μοναστικά Κέντρα της Μικράς Ασίας• με τα άγια όρη της Ελλάδος, και παραλληλίζεται τέλος με το όρος του Ολύμπου – της αρχαίας κατοικίας του δωδεκαθέου. Συγγενεύει με τους ιερούς βράχους των Μετεώρων, όπου στον πιο ψηλό βράχο βρίσκεται κτισμένο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως, με τα όρη της Πελοποννήσου, της Μακεδονίας, των Καρπαθίων, της Σερβίας, της Αρμενίας με το σεβαστό Αραράτ, τα Καυκάσια όρη· με τα όρη της Ρωσσίας και με το μικρό «Άγιον όρος» του αγίου Σεραφείμ στο δάσος του Σαρώφ· με το Μοnte Cassino του αγίου Βενεδίκτου, με το όρος του Μερκουρίου —φρούριο των βυζαντινών ασκητών στην Καλαβρία—, και με όλα τα άγια όρη της ορθοδόξου Δύσεως. Ο Άθως ταυτίζεται λοιπόν με όλ’ αυτά τα όρη που έγιναν Θαβώρ, για τους μοναχούς όλων των αιώνων, και που «μεταναστεύουν εκεί ως στρουθία» (Ψ. 10,11).

Σ’ αυτήν την νύχτα, μέσα στο στενό παρεκκλήσι, όπου μόνον λίγα πρόσωπα μπορούν να χωρέσουν, ενώ οι άλλοι προσπαθούν να ζεσταθούν λιγάκι δίπλα στη μεγάλη φωτιά που καίγεται απ’ έξω, οι φωνές των ψαλτών γίνονται σάλπιγγες της Εκκλησίας, που ανακηρύττουν στον κόσμο το μήνυμα του αϊδίου φωτός.

ΠΗΓΕΣ. (“Η βίωσις της Μεταμορφώσεως στη ζωή του αγιορείτου μοναχού”. -απόσπασμα- από τον Τόμο, «Μεταμόρφωση», εκδ. Ακρίτας, σ. 121-125)-ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ ΘΗΡΑΣ

https://fdathanasiou.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας: Λόγος εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου, 2016

Τον καθένα από μας τον βασανίζει το ερώτημα: τι θα γίνει με μας και τι μας περιμένει μετά το θάνατο; Μία σαφή απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα μόνοι μας δεν μπορούμε να την βρούμε. Αλλά η Αγία Γραφή και πρώτα απ’ όλα ο λόγος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μας αποκαλύπτουν αυτό το μυστικό.
Μας το αποκαλύπτουν επίσης το απολυτίκιο και το κοντάκιο της μεγάλης αυτής γιορτής της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου και οι εκκλησιαστικοί ύμνοι που ψάλλονται σ’ αυτή τη γιορτή.

Θέλω όλοι σας να καταλάβετε, γιατί ο θάνατος της Υπεραγίας Θεοτόκου και Παρθένου Μαρίας λέγεται Κοίμησή της. Ο μέγας απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος στο 20ο κεφάλαιο της Αποκαλύψεως μιλάει για τον πρώτο και το δεύτερο θάνατο. Ο πρώτος μόνο θάνατος, ο οποίος είναι αναπόφευκτος για όλους τους ανθρώπους, περιμένει και τους αγίους και τους δικαίους. Αλλά ο δεύτερος, ο φοβερός και αιώνιος θάνατος, περιμένει τους μεγάλους και αμετανόητους αμαρτωλούς, οι οποίοι αρνήθηκαν την αγάπη και την δικαιοσύνη του Θεού και είναι καταδικασμένοι να βρίσκονται αιωνίως σε κοινωνία με το διάβολο και τους αγγέλους του.

Στο Ευαγγέλιο του ίδιου μεγάλου αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου διαβάζουμε τα λόγια του Χριστού, τα οποία είναι πολύ στενά συνδεδεμένα με όσα γράφει η Αποκάλυψη: «αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24).

Το ακούτε, το καταλαβαίνετε; Νομίζω ότι ακόμα και θα πρέπει να σας κινήσει την περιέργεια το γεγονός ότι όλοι όσοι υπακούουν στο λόγο του Χριστού και πιστεύουν στον Ουράνιο Πατέρα του, ο οποίος τον έστειλε, αμέσως μετά το θάνατο τους θα περάσουν στην αιώνια ζωή. Δεν υπάρχει λόγος να δικαστούν αυτοί που έχουν ζωντανή πίστη στο Θεό και υπακούουν στις εντολές του.

Και στους μεγάλους δώδεκα αποστόλους είπε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός: «αμήν λέγω υμίν ότι υμείς οι ακολουθήσαντές μοι, εν τη παλιγγενεσία, όταν καθίση ο Υιός του ανθρώπου επί θρόνου δόξης αυτού, καθίσεσθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ» (Ματθ. 19, 28).

Δικαστές και κατήγοροι θα είναι κατά την Φοβερά Κρίση του Θεού οι Απόστολοι του Χριστού και, βεβαίως, είναι τελείως αδύνατο να φανταστούμε να δικάζονται η Υπεραγία Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία, ο Βαπτιστής του Κυρίου Ιωάννης, οι μεγάλοι προφήτες του Θεού, ο Ηλίας και ο Ενώχ τους οποίους ζωντανούς τους πήρε ο Θεός στον Ουρανό, όλο το αμέτρητο πλήθος των μαρτύρων του Χριστού, οι δοξασμένοι από τον Θεό άγιοι αρχιερείς και θαυματουργοί με επί κεφαλής τον άγιο Νικόλαο, αρχιεπίσκοπο Μύρων της Λυκίας.

Είναι αδύνατον ακόμα και να περάσει από το μυαλό μας η σκέψη πως θα δικαστούν αυτοί, οι όποιοι άκουσαν από το στόμα του Χριστού: «Η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν» (Λκ. 17, 21). Σ’ αυτούς τους μεγάλους αγωνιστές του Χριστού, σαν σε πολύτιμους ναούς κατοικούσε το Άγιο Πνεύμα. Ακόμα και ζώντας στη γη, αυτοί βρισκόταν στην άμεση κοινωνία με τον Θεό, επειδή έτσι είπε ο Κύ¬ριος μας Ιησούς Χριστός: «Εάν τις αγαπήση με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυ¬τόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν» (Ίωάν. 14, 23).

Η Υπεραγία Παρθένος Μαρία υπήρξε άχραντος ναός του Σωτήρος και σ’ αυτήν κατοίκησε το Άγιο Πνεύμα και από την αγιότατη μήτρα της έλαβε το ανθρώπινο σώμα ο Υιός του Θεού, ο Οποίος κατέβηκε από τους Ουρανούς. Γι’ αυτό ο σωματικός της θάνατος δεν ήταν θάνατος αλλά Κοίμηση, δηλαδή ένα άμεσο πέρασμα από τη Βασιλεία του Θεού εντός της στη Βασιλεία των Ουρανών και την αιώνια ζωή.

Μού ήρθε τώρα στο μυαλό και κάτι καινούριο. Σ’ ένα από τα προηγούμενα κηρύγματα μου σάς έλεγα, ότι έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, ότι και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου με τη δύναμη του Θεού έγινε άφθαρτο και ανελήφθη στους ουρανούς. Αυτό μάς λέει και το κοντάκιο της μεγάλης γιορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου: «Την εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον, και προστασίαις αμετάθετον ελπίδα, τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν ως γαρ ζωής Μητέρα, προς την ζωήν μετέστησεν, ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον».

Προσέξτε: «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν». Σκεπτόμενοι αυτό, ας θυμηθούμε και τι γράφει η Αγία Γραφή για το θάνατο του μεγαλυτέρου προφήτη της Παλαιάς Διαθήκης, του Μωυσή στο 34ο κεφάλαιο του βιβλίου του Δευτερονομίου, ότι πέθανε σύμφωνα με το λόγο του Θεού στο όρος Νεβώ και τάφηκε στη γη Μωάβ. Ο τάφος του μεγάλου αυτού προφήτη έπρεπε να είναι για πάντα τόπος προσκυνήματος για όλο το λαό του Ισραήλ. Όμως στη Βίβλο διαβάζουμε, ότι: «ουκ οίδεν ουδείς την ταφήν αυτού έως της ημέρας ταύτης» (Δευτ. 34, 6). Όμως κατά τη Μεταμόρφωση του Κυρίου στο όρος Θαβώρ εμφανίστηκε ο Μωυσής στον Κύριο και Δεσπότη του τον Ιησού μαζί με τον προφήτη Ηλία, ο οποίος αρπάχτηκε ζωντανός στους ουρανούς.

Νομίζω ότι δεν θα είναι αμαρτία αν θα πούμε, ότι το σώμα του μεγάλου Μωυσή, όπως και το σώμα της Υπεραγίας Θεοτόκου, με τη δύναμη του Θεού, έμεινε άφθαρτο. Γι’ αυτό και ο τάφος του είναι άγνωστος.

Να σκεφτόμαστε, αδελφοί και αδελφές μου, την μακάρια Κοίμηση της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας και να θυμόμαστε τα λόγια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ίωάν. 5, 24). Να μας αξιώσει ο Θεός να γευθούμε και εμείς οι αμαρτωλοί τη μεγάλη αυτή χαρά, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ω η δόξα και το κράτος συν τω ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω Αυτού Πνεύματι εις τους αιώνας. Αμήν.
——————————————–
πηγή: Άγιος Λουκάς Κριμαίας, Λόγοι και ομιλίες, τόμος Γ΄, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη.

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης: Περί της Θεομήτορος

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου, 2016

Όταν η ψυχή κατέχηται εκ της αγάπης του Θεού, ώ, πώς τότε τα πάντα είναι ευχάριστα, ηγαπημένα και ευφρόσυνα! Η αγάπη όμως αύτη συνεπάγεται οδύνην, και όσον βαθυτέρα είναι η αγάπη, τοσούτον μεγαλυτέρα είναι η οδύνη.

Η Θεομήτωρ ουδέποτε ημάρτησεν, ουδέ δια λογισμού, και ουδέποτε απώλεσε την χάριν, αλλά και Αυτή είχε μεγάλας θλίψεις. Ότε ίστατο παρά τον Σταυρόν, τότε ως ωκεανός απέραντος ήτο η θλίψις Αυτής, και οι πόνοι της ψυχής Αυτής ήσαν ασυγκρίτως μεγαλύτεροι του αδαμιαίου πόνου μετά την έξωσιν εκ του Παραδείσου, διότι και η αγάπη Αυτής ήτο ασυγκρίτως μεγαλυτέρα της αγάπης του Αδάμ εν τω Παραδείσω.

Και εάν επέζησεν, επέζησε μόνον θεία δυνάμει, δια της ενισχύσεως του Κυρίου, διότι η ευδοκία Αυτού ήτο όπως ίδη την Ανάστασιν, και ύστερον, μετά την Ανάληψιν Αυτού, παραμείνη ως παράκλησις και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.

Ημείς δεν φθάνομεν εις το πλήρωμα της αγάπης της Θεοτόκου, και δια τούτο δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν πλήρως το βάθος της θλίψεως Αυτής. Η Αγάπη Αυτής ήτο τελεία. Ηγάπα απείρως τον Θεόν και Υιόν Αυτής, αλλ’ ηγάπα και τον λαόν αγάπη μεγάλη. Και τί ησθάνετο άρα γε, ότε εκείνοι, τους οποίους Αύτη τοσούτον ηγάπα και των οποίων την σωτηρίαν επόθει έως τέλους, εσταύρουν τον ηγαπημένον Υιόν Αυτής;

Δεν δυνάμεθα αν συλλάβωμεν τούτο, διότι ολίγη είναι η αγάπη ημών δια τον Θεόν και τους ανθρώπους.

Καθώς άπειρος και ακατάληπτος υπήρξεν η αγάπη της Παναγίας, ούτως άπειρος ήτο και ο πόνος Αυτής, και ακατάληπτος μένει δι’ ημάς.

Ώ Άσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, ειπέ εις ημάς, τα τέκνα Σου, πώς, ότε έζης επί της γης, ηγάπας τον Υιόν Σου και Θεόν; Πώς ηγάλλετο το πνεύμα Σου επί τω Θεώ τω Σωτήρι Σου; Πώς προσέβλεπες εις το κάλλος του προσώπου Αυτού; Πώς εσκέπτεσο ότι Αυτός είναι Εκείνος, τον Οποίον διακονούν μετά φόβου και αγάπης πάσαι αι δυνάμεις των ουρανών;

Ειπέ εις ημάς τί ησθάνετο η ψυχή Σου, ότε εβάσταζες εις τας χείρας Σου το Θαυμαστόν Νήπιον; Πώς ανέτρεφες Αυτό; Πώς επόνει η ψυχή Σου, ότε μετά του Ιωσήφ επί τρεις ημέρας εζήτεις Αυτόν εν τη Ιερουσαλήμ; Οποίαν έζης αγωνίαν, ότε ο Κύριος παρεδόθη εις σταύρωσιν και απέθανεν επί του Σταυρού;

Ειπέ εις ημάς: Οποία χαρά εγένετο εις Σε δια την Ανάστασιν ή πώς επλήττετο η ψυχή Σου εκ του πόθου του Κυρίου μετά την Ανάληψιν;

Αι ψυχαί ημών έλκονται, ίνα γνωρίσουν περί της ζωής Σου μετά του Κυρίου επί της γης, Συ δε δεν ηυδόκησας να παραδώσης πάντα ταύτα τη Γραφή, αλλ’ εκάλυψας δια της σιγής το μυστήριον Σου.

Πολλά θαύματα και ελέη είδον από του Κυρίου και της Θεοτόκου, αλλά τελείως αδυνατώ να ανταποδώσω πως την αγάπην αυτήν.

Τί να ανταποδώσω εγώ εις την Υπεραγίαν Δέσποιναν, Ήτις δεν απεστράφη εμέ τον πεπτωκότα εν τη αμαρτία, αλλ’ εν ελέει επεσκέφθη εμέ και εσυνέτισεν; Εγώ δεν είδον Αυτήν, αλλά το Άγιον Πνεύμα έδωκεν εις εμέ να αναγνωρίσω Αυτήν εκ των πλήρους χάριτος λόγων Αυτής, και ευφραίνεται το πνεύμα μου, και η ψυχή μου ούτως έλκεται προς Αυτήν δια της αγάπης, ώστε και μόνον η επίκλησις του ονόματος Αυτής γλυκαίνει την καρδίαν μου.

Ότε ήμην νεαρός υποτακτικός, προσηυχόμην ποτέ ενώπιον της εικόνος της Θεομήτορος, και η προσευχή του Ιησού εισήλθεν εις την καρδίαν μου και ήρχισεν αφ’ εαυτής να προφέρηται εκεί. Άλλοτε εν τω ναώ ήκουον την ανάγνωσιν των προφητειών του Ησαΐου και εις τας λέξεις «Λούσασθε, και καθαροί γίνεσθε» (Ησ. α’ 16), εσκέφθην: «Μήπως η Παναγία ήμαρτε ποτε, έστω και δια του λογισμού»; Και ώ του θαύματος! Εντός της καρδίας μου φωνή τις, ηνωμένη μετά της προσευχής, προέφερε ρητώς: «Η Θεομήτωρ ουδέποτε ήμαρτεν, ουδέ δια σκέψεως». Ούτως το Άγιον Πνεύμα εμαρτύρει εν τη καρδία μου την αγνότητα Αυτής. Εν τούτοις, κατά τον επίγειον βίον Αυτής, δεν ευρίσκετο εισέτι εν τω πληρώματι της γνώσεως και υπέπεσεν εις αδιάβλητα τινα σφάλματα ατελείας. Τούτο είναι φανερόν εκ του Ευαγγελίου, ότε, επιστρέφουσα από της Ιερουσαλήμ, δεν εγνώριζε πού είναι ο Υιός Αυτής, και επί τρεις ημέρας μετά του Ιωσήφ εζήτει Αυτόν (Λουκ. β’ 44-46).

Η ψυχή μου συνέχεται υπό φόβου και τρόμου, όταν αναλογίζωμαι την δόξαν της Θεομήτορος.

Ενδεής είναι ο νους μου και πτωχή και αδύνατος η καρδία μου, αλλ’ η ψυχή μου χαίρει, και έλκομαι, ίνα γράφω έστω και ολίγους λόγους δι’ Αυτήν.

Η ψυχή μου φοβείται να τολμήση, αλλ’ η αγάπη με πιέζει να μη αποκρύψω τας ευεργεσίας της ευσπλαγχνίας Αυτής.

Η Θεοτόκος δεν παρέδωκε τη Γραφή ούτε τας σκέψεις, ούτε την αγάπην Αυτής προς τον Θεόν και Υιόν Αυτής, ούτε τας οδύνας της ψυχής Αυτής κατά τον καιρόν της σταυρώσεως, διότι και τότε πάλιν δεν θα ηδυνάμεθα να συλλάβωμεν ταύτα. Η αγάπη Αυτής προς τον Θεόν ήτο ισχυροτέρα και φλογερωτέρα της αγάπης των Σεραφίμ και των Χερουβίμ, και πάσαι αι δυνάμεις των αγγέλων και αρχαγγέλων εκπλήττονται δι’ Αυτήν.

Καίτοι η ζωή της Θεομήτορος καλύπτεται υπό αγίας σιγής, ο Κύριος έδωκεν εις την Ορθόδοξον ημών Εκκλησίαν ίνα γνωρίζη ότι δια της αγάπης Αυτής περιπτύσσεται τον κόσμον όλον και εν Πνεύματι Αγίω βλέπει πάντας τους λαούς της γης και, ως ο Υιός Αυτής, πάντας σπλαγχνίζεται και πάντας ελεεί.

Ώ, εάν εγνωρίζομεν ποτε πόσον αγαπά η Παναγία πάντας τους φυλάσσοντας τας εντολάς του Χριστού, και πόσον λυπείται και θλίβεται δια τους μη μετανοούντας! Εγνώρισα τούτο εκ πείρας. Δεν ψεύδομαι, λέγω την αλήθειαν ενώπιον του Θεού, ότι εν πνεύματι γνωρίζω την Άχραντον Παρθένον. Δεν είδον Αυτήν, αλλά το Πνεύμα το Άγιον έδωκεν εις εμέ να γνωρίσω Αυτήν και την αγάπην Αυτής δι’ ημάς. Άνευ της ευσπλαγχνίας Αυτής η ψυχή μου θα απώλλυτο προ πολλού.

Εκείνη όμως ηυδόκησε να επισκεφθή και νουθετήση εμέ, όπως μη αμαρτάνω. Είπεν εις εμέ: «Δεν είναι αρεστόν εις εμέ να βλέπω τα έργα σου». Οι λόγοι Αυτής ήσαν ευχάριστοι, ήρεμοι, πράοι και συνεκίνησαν την ψυχήν. Παρήλθον υπέρ τα τεσσαράκοντα έτη, αλλ’ η ψυχή μου δεν δύναται να επιλησθή εκείνης της γλυκείας φωνής, και δεν γνωρίζω πώς να ευχαριστήσω την αγαθήν ελεούσαν Μητέρα του Θεού.

Εν αληθεία, Αυτή είναι η Αντίληψις ημών ενώπιον του Θεού, και μόνον το όνομα Αυτής χαροποιεί την ψυχήν. Αλλά και ο ουρανός όλος και όλη η γη χαίρουν δια την αγάπην Αυτής.

Αξιοθαύμαστον και ακατάληπτον πράγμα! Ζη εν τοις ουρανοίς και αδιαλείπτως θεωρεί την δόξαν του Θεού, αλλά δεν επιλανθάνεται και ημών των πενήτων, και δια της ευσπλαγχνίας Αυτής περιβάλλει όλην την γην και πάντας τους λαούς.

Και αυτήν την Άχραντον Μητέρα Αυτού ο Κύριος έδωκεν εις ημάς. Αύτη είναι η χαρά και η ελπίς ημών. Αύτη είναι η κατά πνεύμα Μήτηρ ημών, και είναι πλησίον εις ημάς κατά φύσιν ως άνθρωπος, και εκάστη χριστιανική ψυχή έλκεται προς Αυτήν εν αγάπη.
————————————————————————
πηγή: αρχιμ. Σοφρωνίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1995

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κοίμησις, Ταφή, Ανάστασις, Ανάληψις της Θεοτόκου.

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου, 2016

Απομαγνωτοφωνημένη ομιλία του αρχιμ Αθανασίου Μυτιληναίου η οποία εκφωνήθη στις 14/08/1980 σε αγρυπνία της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Η θέσις, αγαπητοί μου, της Υπεραγίας Θεοτόκου, μέσα εις την ιστορία της σωτηρίας μας, είναι σημαντικοτάτη. Και τούτο διότι εστάθη το όργανον της σωτηρίας μας. Είναι εκείνη η οποία έδωσε τον εαυτόν της, να γίνει κλίμακα για να κατέλθει ο Θεός στη γη, και ταυτοχρόνως γίνεται κλίμακα για να ανέλθει ολόκληρη η ανθρωπότητα στον ουρανό.

Έτσι ο Θεός δια της Θεοτόκου, γίνεται άνθρωπος και οι άνθρωποι δια της Θεοτόκου γίνονται θεοί. Να λοιπόν ότι η θέσις της υπεραγίας Θεοτόκου, είναι σημαντικοτάτη εις την ιστορία της σωτηρίας. Εις εκείνο το θαυμαστό όραμα του Ιακώβ με την κλίμακα που εστηρίζετο ο Θεός εις την κορυφήν, η κλίμακα αυτή δεν προϋποθέτει μόνον, την κάθοδον του Θεού, αλλά και την άνοδο του Ιακώβ, δηλαδή την άνοδο των ανθρώπων.

Έτσι αγαπητοί μου, η Θεοτόκος κατέχει κεντρικοτάτη θέση μέσα στην σωτηρίαν μας και συνεπως και στην λατρεία μας. Ολόκληρος ο Άυγουστος είναι αφιερωμένος εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον. Σημειώσατε ότι δεν έχουμε λίγες Θεομητορικές εορτές μέσα εις τον λειτουργικόν χρόνον.

Αλλά την κορυφή των Θεομητορικών εορτών την κατέχει εορτή της Κοίμησις της Θεοτόκου, αυτή που εορτάζουμε στις 15 Αυγούστου. Είναι μια εορτή κατά την οποία εορτάζουμε την Κοίμηση, την ταφή, την Ανάσταση και την Μετάσταση της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά στοιχεία. Όταν ρίξουμε μια ματιά στην ορθόδοξο εικονογραφία μας, θα δούμε κατά έναν θαυμαστό τρόπο να ιστορούνται αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά. Βεβαίως αφότου άρχισαν οι αιρέσεις, πότε να στρέφονται εναντίον του προσώπου του Κυρίου μας Ιησού, πότε εναντίον της Θεοτόκου, η Εκκλησίας μας επαγίωσε πλέον μέσα στις εικόνες, που μας προσφέρει για να διδαχθούμε το δόγμα όσο και για να τιμήσουμε τα πρόσωπα αυτά, τον Κύριον Ιησούν και την Υπεραγία Θεοτόκο, οι εικόνες εφεξής έχουν πλέον όχι μόνον ιστορικόν χαρακτήρα, ιστορική διάσταση αλλά και δογματική διάσταση.

Έτσι βλέποντας την εικόνα της Κοιμήσεως, βλέπουμε τα εξής: Την Υπεραγίαν Θεοτόκον νεκράν επάνω εις ένα κρεβάτι. Γύρω της είναι οι Απόστολοι. Σε μια θεία δόξα που δεν ανήκει στον παρόντα κόσμο, γι’ αυτό και οι αγιογράφοι, αγιογραφούν αυτό το σημείον κατά έναν τρόπο που να δίδεται η εντύπωσις ότι πρόκειται για κάτι το εξωκοσμικόν, βρίσκεται ο Ιησούς Χριστός. Κρατάει στα χέρια του την ψυχή της μητέρας Του, της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποία οι αγιογράφοι πάρουσιάζουν ως ένα νήπιο.

Με αυτό το νήπιο θέλουν να δείξουν την ψυχή της Παναγίας. Άγγελοι δορυφορούν τον Χριστόν μέσα στην θεία Του δόξα, που κρατά στα χέρια του την ψυχή της μητέρας Του. Αυτό αποτελεί τον ουρανόν.

Κάτω εις την γην οι Απόστολοι, κλαίουν, αλλά το κλάμα τους είναι συγκρατημένο. Είναι ένα κλάμα λύπης, γιατί έχασαν την μητέρα του Κυρίου τους, αλλά και χαράς διότι είναι ο πρώτος άνθρωπος, αληθινά άνθρωπος, όχι θεάνθρωπος ο οποίος ανέρχεται δεδοξασμένος στον ουρανό.

Αυτά βλέπουμε αγαπητοί μου την εικονογραφία της Κοιμήσεως. Αλλά πώς έχουν τα πράγματα έτσι, και πως βρέθηκαν οι Απόστολοι στα Ιεροσόλυμα, αφού κατά την παράδοση η Θεοτόκος εκεί εκοιμήθη.

Έλαβε ειδοποίησιν από τον Υιόν της, ότι θα απέλθει μέσα εις τρεις ημέρες. Σημειώσατε ότι αυτά που σας λέγω, δεν τα αναφέρει η Αγία Γραφή, αλλά τα αναφέρουν Πατέρες της Εκκλησίας μας, όπως ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο άγιος Μόδεστος Ιεροσολύμων, ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο άγιος Γερμανός αρχιεπίσκοπος Κων/πολεως, και άλλοι οι οποίοι όχι απλώς τα σημείωνουν αλλά πλέκουν και το εγκώμιον εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον.

Εγκώμια αγαπητοί, τα οποία είναι με βάθος μεγάλο θεολογικό. Εκοιμήθη η Θεοτόκος την τρίτη ημέραν και τότε το Πνεύμα του Θεού ήρπασε τους Αποστόλους, που ευρίσκοντο στα διάφορα σημεία της οικουμένης κηρύσσοντες τον λόγο του Θεού και ευρέθησαν όλοι εις τα Ιεροσόλυμα.

Μέσα εις την παράκλησιν τι λέμε; Ειδικά εις εκείνο το εξαποστειλάριο το οποίο ψάλλουμε ειδικά τον δεκαπενταύγουστο: «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε», δηλαδή, ω! Απόστολοι που ήρθατε από τα πέρατα της οικουμένης και ήρθατε εδώ εις τα Ιεροσόλυμα, «κηδεύσατέ μου το σώμα, εν χωρίω Γεθσημανή», δηλαδή, εις τον τόπον της Γεθσημανής, κηδεύσατέ μου το σώμα. Πλην του Θωμά.

Ο Θεός οικονομησε ο Θωμάς να μην είναι παρών, ο οποίος έφτασε τρεις ημέρες μετά την Κοίμηση της Θεοτόκου. Αλλά όταν ο Θωμάς έφτασε, ελυπήθη πάρα πολύ, διότι δεν ήταν παρών δια να ίδει δια τελευταία φορά την μητέρα του Κυρίου Του και διδασκάλου Του. Γι’ αυτό επήγαν εις τον τάφον, να τον ανοίξουν και να Την προσκυνήσει.

Αλλά τότε παρατηρήθη το εξής: ο μεν τάφος δεν είχε το σώμα αλλά είχε μόνο τα άμφια, τον ιματισμόν δηλαδή της Θεοτόκου και επίσης ήταν γεμάτος από ευωδία καταπληκτική. Τότε κατενόησαν οι απόστολοι ότι η Υπεραγία Θεοτόκος ανεστήθη και ανελήφθη εις τον ουρανόν.

Πράγματι έχουμε την Κοίμησιν, την Ταφήν, την Ανάστασιν και την Μετάστασιν δηλ. την Ανάληψιν εις τους ουρανούς. Αυτό έχει πάρα πολύ σημασία και θεολογική αξία διότι η Υπεραγία Θεοτόκος είναι ο πρώτος άνθρωπος, όπως λέγει σε ένα εγκώμιό του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος μετά του σώματος θεούται και ανέρχεται στην βασιλεία του Θεού, προ της τελικής κρίσεως.

Διότι ουδείς έχει εισέλθει ακόμη εις την βασιλεία του Θεού παρά μόνο ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού. Κανένας άνθρωπος δεν υπάρχει εις την βασιλεία του Θεού. Ούτε ο ληστής. Ο ληστής βρίσκεται στον παράδεισον. Και ο παράδεισος είναι ο τόπος των ψυχών που αναμένουν την ανάστασιν των νεκρών.

Δεν είναι λοιπόν ούτε ο ληστής, δεν είναι ούτε ο απόστολος Πέτρος, ούτε ο απόστολος Παύλος, ούτε ο προφήτης Ηλίας, ο οποίος δεν εδοκίμασε θάνατον και θα επανέλθει εις την γην. Κανείς δεν έχει εισέλθει εις την βασιλείαν του Θεού, πλην της Θεοτόκου. Και εισήλθε με το σώμα της, όπως ακριβώς εισήλθε και ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός της.

Ήταν δυνατό ποτέ η Μητέρα της Ζωής να ίδει φθοράν, να ίδει διαφθοράν; Όπως ο Ιησούς Χριστός, ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού απέθανεν και ετάφη αλλά δεν είδε διαφθοράν, δηλ. δεν έλιωσε μέσα εις τον τάφον, αλλά ανεστήθη, έτσι έδωσε και την ανάσταση εις την μητέρα Του, από την οποία εδανείσθη την ανθρωπίνη φύση, όλη την ανθρωπίνη φύση, και το σώμα και την ψυχήν, και αυτά τα εθέωσε και τα ανέβασε εις αυτήν την Βασιλεία του Θεού. Αυτό για μας λέει πολλά πράγματα.

Η Θεοτόκος είναι ο πρώτος άνθρωπος που ανέρχεται εις την βασιλεία του Θεού και συνεπώς αποτελεί το πιο χαρούμενο γεγονός μετά από το Πάσχα. Και γι’ αυτό θεωρείται δεύτερο Πάσχα,κατά το οποίος εορτάζουμε, όχι απλώς την Κοίμηση, όπως θα εορτάζαμε την επέτειο του θανάτου ενός προσώπου, αφαλώς όχι με χαρά, αλλά το προβάδισμα ενός ανθρώπου στη Βασιλεία του Θεού.

Και γι’ αυτό, για μας είναι ένα Πάσχα, όχι κενόν περιεχομένου, αλλά ένα Πάσχα που έρχεται να μας δώσει την εγγύησιν, ότι πέρασε ένας άνθρωπος εκείνον τον χώρον που δεν θα μπορούσε ποτέ ανθρωπίνη φύσις να τον περάσει.

Γιατί Πάσχα σημαίνει διάβασις, κι όταν οι Εβραίοι πέρασαν την Ερυθρά θάλασσα, γιόρταζαν τυπικώς το αληθές Πάσχα, το οποίο είναι εκ του θανάτου εις την ζωήν, εκ του φθαρτού κόσμου εις την αφθαρσίαν και εκ του κτιστού κόσμου εις την βασιλείαν του Θεού. Ποιος θα μπορούσε να περάσει;

Βεβαίως ο Χριστός. Αλλά από πίσω του έρχεται ο πρώτος άνθρωπος. Έτσι, δεν είναι υπερβολή να πούμε, ό,τι θα λέγαμε για τον Ιησούν Χριστόν το ίδιο θα λέγαμε και για την Υπεραγίαν Θεοτόκον.
Αγαπητοί μου για μας είναι μεγάλη ελπίδα η Υπεραγία Θεοτόκος. Είναι πολύ μεγάλη ελπίδα. Γι’ αυτό ο λαός μας την αγαπά πολύ. Βλέπετε ότι δεν υπάρχει σπίτι που να μην έχει την εικόνα της Παναγίας.

Δεν υπάρχει χωριό, πόλη που να μην έχει έστω ένα εκκλησάκι ή παρεκκλησι αφιερωμένο στην Υπεραγία Θεοτόκο. Αν θα ‘πρεπε να καταγράψομε πόσες εκκλησιές της Παναγίας υπάρχουν σ’ όλη την Ελλάδα, για να μιλήσουμε μόνο για τον ελληνικόν χώρον και όχι για όλον τον ορθόδοξον χώρον, θα βλέπαμε ότι οι εκκλησίες που υπάρχουν προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου είναι πάρα πολλές.
Σε μια ανάγκη μας, την Παναγία φωνάζουμε. Είναι δε τόσο ζυμωμένο αυτό με την ύπαρξή μας, με το κύτταρο μας, έτσι ώστε όπως λέμε «μάνα μου» σ’ έναν κίνδυνο, έτσι φωνάζουμε αυθορμήτως, χωρίς να δουλέψει το μυαλό μας, θα έλεγα από μέσα από τα έγκατά μας, φωνάζουμε «Παναγιά μου». Μέσα μας, μέσα στα βιώματά μας, υπάρχει το πρόσωπό της.

Κι αυτό δείχνει ότι ο ορθόδοξος κόσμος αγαπά και τιμά, την Υπεραγία Θεοτόκο. Την θεωρούμε ότι είναι το εργαστήριο της σωτηρίας μας. Την θεωρούμε ότι είναι η πόλις του μεγάλου βασιλέως. Δεν είναι απλώς η επίγειος Ιερουσαλήμ αλλά είναι η αιωνία Ιερουσαλήμ.

Είναι η δωδεκάτειχος πόλις που έχει τα δώδεκα τείχη, που είναι οι Απόστολοι, και αυτή είναι η πόλις που έχει κάτοικό της τον Υιόν της, τον Ιησούν Χριστόν. Ο πρώτος πολίτης, αλλά και εμείς αγαπητοί, καλούμεθα να γίνουμε πολίτες αυτής της πόλης.

Αλλά κατοικώ την πόλιν, κατοικώ την Θεοτόκον. Μπαίνω μέσα εις την ζωήν της Θεοτόκου και αυτό μέσα εις ένα εγκώμιόν του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει τα εξής: Ελάτε όλοι νοερά να συνεκδημήσουμε μ’ εκείνη η οποία έχει συνεκδημήσει. Ελάτε όλοι να φύγουμε μαζί μ’ εκείνη η οποία έφυγε από τον κόσμον αυτόν.

Όπως λέμε εις τους Χαιρετισμούς: «Ξένον τόκον ιδόντες ξενωθώμεν του κόσμου», δηλαδή, αφού είδαμε έναν παράξενον τόκον, τον Ιησούν Χριστόν, που Τον εγέννησε η Θεοτόκος, ότι δηλαδή είναι ο Εμμανουήλ, ο «μαζί μας ο Θεός», ας αποξενωθούμε από τον κόσμο, από τον αμαρτωλόν κόσμον, από την αμαρτίαν. Για να μπορέσουμε να βρεθούμε με τον τόκον της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Ήρθε, υπηρέτησε το έργο του Θεού, το μέγα σχέδιο του Θεού, υπηρέτησε το «σεσιγημένον μυστήριον χρόνοις αιωνίοις» κατά έναν θαυμαστόν τρόπον, και έγινεν η Κυρία των Ουρανών. Μαζί της λοιπόν, ας ανέβουμε νοερά. Ακόμα η ώρα μας δεν έχει έλθει να φύγουμε. Θα φύγωμε όμως.

Επειδή όταν θα φύγουμε θα ζητούν οι δαίμονες την ψυχήν μας, γι’ αυτός ας φύγωμε από τώρα, νοερώς. Κι εκείνος ο οποίος θα φύγει νοερώς μαζί της, όταν θα έρθει η ώρα της οριστικής αναχωρήσεως, τότε η Υπεραγία Θεοτόκος θα τον αναμένει στον ουρανόν και θα ίδει το πρόσωπό της.

Εκείνο το πρόσωπο το οποίο ευλαβούνται τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και υποκλίνονται μπροστά στης. Είναι εκείνη η οποία φοράει τον ήλιο, οπως μας αποκαλύπτει το βιβλίο της Αποκαλύψεως, και έχει κάτω από τα πόδια της την Σελήνη.

Που σημαίνει ότι φοράει την μονιμότητα, γιατί ο δίσκος του ηλίου είναι πάντοτε στρογγυλός, και έχει κάτω από τα πόδια της την διαρκώς αλλοιουμένη με τις φάσεις της σελήνη, σύμβολο του κόσμου που περνά, που ρέει, του κόσμου του μεταβαλλομένου.

Έτσι κι εμείς αγαπητοί, ας βάλουμε κάτω από τα πόδια μας την σελήνη του κόσμου τούτου, τον μεταβαλλόμενον κόσμον και ας μένουμε μέσα εις την μονιμότητα του θείου φωτός, της θείας δόξης, μέσα εις την οποία εισήλθε η Υπεραγία Θεοτόκος και μας αναμένει.

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι θα πει ότι η Παναγία είναι αειπάρθενος;

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου, 2016

Ο προφήτης Ησαΐας προφητεύει για τη μητέρα του Μεσσία και λέγει ότι θα είναι Παρθένος: «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί…» (7, 14). Στον προφήτη Ιεζεκιήλ (44, 1-2) προφητεύεται η αειπαρθενία της Παναγίας με την εικόνα της «κεκλεισμένης πύλης», από την οποία διέρχεται μόνον ο Κύριος, χωρίς αυτή να ανοιχθεί.
Για το αειπάρθενο της Παναγίας στις αγιογραφίες της οι ζωγράφοι ζωγραφίζουν τρία αστέρια. Στο μέτωπο και στις δύο πλάτες. Τα τρία αστέρια συμβολίζουν την αειπαρθενία της Μαριάμ πριν, κατά και μετά τη γέννηση του Χριστού.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύει ότι η Παρθένος Μαριάμ είναι αειπάρθενος. Ήταν δηλαδή παρθένος πριν, κατά και μετά τη γέννηση του Μεσσία. Το Χριστό Τον γέννησε παρθένος γυναίκα, για να φανερωθεί ότι ο Χριστός δε θα είναι συνηθισμένος άνθρωπος, γεννημένος από ανθρώπινη θέληση, αλλά γεννημένος από το θέλημα του Θεού. Στη γέννησή Του ο Χριστός γεννήθηκε με υπερφυσικό τρόπο, γιατί η Μαριάμ δεν πόνεσε, όπως η κάθε γυναίκα. Ο πόνος του τοκετού δεν υπήρχε στην Παναγία, γιατί η γέννηση του Χριστού ήταν εκτός της τιμωρίας των Πρωτοπλάστων. Μετά τη γέννηση του Χριστού η Παναγία αφιερώθηκε στο έργο της περίθαλψης του Χριστού και της προσευχής. Όλο το είναι της το κατέλαβε η αγάπη στον Υιό και Θεό της.
Από το βιβλίο «Νεανικές Αναζητήσεις – Α’ Τόμος: Ζητήματα πίστεως» (σελ.92), Αρχ. Μαξίμου Παναγιώτου, Ιερά Μονή Παναγίας Παραμυθίας Ρόδου

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Θεομητορικά προσωνύμια των Παρακλητικών Κανόνων και η θεολογική τους ερμηνεία: Α-Ω

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου, 2016

Το όνομα της αειπαρθένου Μαρίας, του ιεροτέρου ανθρωπίνου προσώπου της Ορθοδοξίας, συνοδεύεται από ένα μεγάλο αριθμό προσωνυμιών που της έχουν αποδοθεί.
Η Θεοτόκος κυρίως όμως αποκαλείται Παναγία.
Επίσης στον Μικρό και Μεγάλο Παρακλητικό κανόνα υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός θεοτοκωνυμίων, όπως φαίνεται στην αλφαβητική καταγραφή που δημοσιεύουμε:
Α.
Αγαθή
Αγαλλίαμα
Αγνή
Αειμακάριστος
Αειπάρθενος
Αντίληψις θερμή
Αντίληψις καταπονουμένων
Αντίληψις ταχεινή
Αντίληψις οξεία
Αντίληψις θλιβομένων
Απαλλαγή ασθενούντων
Αποτεκούσα Σωτήρα Χριστόν
Άσπιλος
Άχραντος.

B.
Βακτηρία τυφλών
Βοήθεια ταχινή
Βοηθός ορφανών
Βοηθός εν ταις θλίψεσι
Βοηθός των προστρεχόντων εκ πίστεως
Γ.
Γαλήνη χειμαζομένων
Γεννήσασα ευφροσύνης τον Αίτιον
Γεννήσσασα φώς
Γλυκασμός των Αγγέλων

Δ.
Δεξαμένη της χαράς το πλήρωμα
Δέσποινα του κόσμου
Διαλύουσα όχλον πειρασμών
Διώκτης της ζάλης του βίου
Δόξα των Παρθένων
Δοχείον φωτός καθαρόν και άμωμον
Δύναμις αβοηθήτων
Ε.
Ειρήνη πολεμουμένων
Ελαύνουσα επήρειαν δαιμόνων
Ελπίς απηλπισμένων
Ελπίς των πιστών.
Ενδοξοτέρα των Σεραφείμ
Εξαφανίσασα αμαρτίας την λύπην
Επίσκεψις ασθενούντων
Ευφροσύνη εν ταις λύπαις.
Θ.
Θαύμα ακατανόητον
Θεογεννήτρια
Θεομακάριστος
Θεομήτωρ
Θεονύμφευτος
Θεόνυμφος
Θεοτόκος
Θησαυρός σωτηρίας
Θησαυρός αδαπάνητος.
Θρόνος ηλιοστάλακτος
Θύρα μετανοίας.

Ι.
Ιατρός νόσων
Κ.
Καθαρωτέρα λαμπηδόνων ηλιακών
Καθέδρα Βασιλέως
Καταφυγή
Καταφύγιο κόσμου
Καταφύγιο Χριστιανών
Καύχημα
Κεχαριτωμένη
Κλέος μητέρων
Κόρη
Κυήσασα (Χριστόν, Θεόν, Σωτήρα, Λυτήρα νόσων, εύσπλαχνον και Σωτήρα)

Λ.
Λαμπάς άσβεστος
Λιμήν εν ταις ζάλαις
Λοχεύτρια
Λυτρωσαμένη εκ της κατάρας
Λυχνία χρυσή.

Μ.
Μεσιτεία αμετάθετος
Μεσίτρια
Μεταβολή θλιβομένων
Μήτηρ (Δεσπότου Θεού,Θεού,Λόγου,Λυτρωτού,Θεού Υψίστου,Κυρίου)
Μητροπάρθενος.

O.
Οδηγήτρια
Όπλο σωτηρίας

Π.
Πάναγνος
Παναγία
Παναμώμητος
Πανάμωμος
Πανάχραντος
Πανύμνητος
Παράκλησις ξένων
Παράκλησις εν ταις Θλίψεσι
Παραμυθία
Παρθένος
Πηγή αφθαρσίας
Πηγή ελέους
Πλατυσμός εν ταις θλίψεσιν
Πόλις δωδεκάτειχος
Ποταμός ζωής
Πρεσβεία θερμή
Προστασία (ακαταίσχυντος, ανθρωπίνη, θερμή, πιστών, χριστιανών)
Προστατεύουσα (αεί, ταχέως)
Προστάτις (Χριστιανών, ζωής αδικουμένων, εν τοις πειρατηρίοις)
Πύργος χρυσοπλοκώτατος
Ποταμός ζωής
Πύλη Ευσπλαχνίας.
Ρ.
Ρύστις εν τοις κινδύνοις
Σ.
Σεμνή
Σκέπη κραταιά
Σκέπη θεία
Στάμνος (θεία και μανναδόχος)
Στήριγμα
Συντριμμός του θανάτου
Συμμαχία ασθενών
Σωτηρία ψυχών
Σωτηρία των προστρεχόντων εκ πίστεως.

Τ.
Τείχος (απροσμάχητον, ακράδαντον, απόρθητον, καταφυγής)
Τεκούσα (αδιαφθόρως, την αιωνίαν λύτρωσιν, την ειρήνην την πάντα νούν υπερέχουσα, το φώς, τον Κυβερνήτην)
Τετοκυία Φώς
Τιμιωτέρα Χερουβείμ
Τροφή πενομένων
Υ.
Υπεραγία
Υψηλοτέρα ουρανών

Φ.
Φρουρά ασφαλεστάτη
Φυσίζωος.
Χ.
Χαρά θλιβομένων
Χαρά εν ταις λύπαις
Ω.
Ωράϊσμα μητέρων
Θεολογική Ερμηνεία των Θεοτοκονυμίων
IVERON Theotokos, Athos
ΑΓΑΘΗ:
Ο ιερός υμνογράφος αποδίδει το θεοπρεπές αυτό κατηγόρημα στο Πρόσωπο της Θεοτόκου, σαν την κατά χάρη αγαθή,μετά τον κατά φύση αγαθό Θεό. Η Παναγία είναι κατά τους Αγίους της Εκκλησίας το τελειότερο δημιούργημα του Θεού, γι’αυτό και μπόρεσε να δανείσει σάρκα στον «Παντεχνήμονα Λόγο» του Θεού και Υιό της .
AΓΝΗ:
Αγνή σημαίνει καθαρή, άσπιλη, αμόλυντη. Ετυμολογικά η λέξη αγνός παράγεται από την λέξη άγος, με το οποίο χαρακτηρίζεται ό,τι αφιερώνεται στο θείο και επί προσώπων σημαίνει τον ηθικά καθαρό και άξιο του Θεού, εφ’όσον η λέξη χρησιμοποιείται για περιπτώσεις θείας τάξεως. Η Παναγία είναι η «Αγνή» και για την απόλυτη καθαρότητά της και για την ολοκληρωτική της αφιέρωση στο Θεό.
ΑΕΙΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ:
Σύνθετη λέξη από το επίρρημα «αεί» που σημαίνει «πάντοτε, αιώνια, δια παντός» και το επίθετο «μακαριστός», που παράγεται από το ρήμα μακαρίζω. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης διευκρινίζει ότι «μακαριότης εστί, περίληψις παντός αγαθού». Επομένως κατά κυριολεξία μακάριος είναι ο Θεός αλλά και κάθε ένας που κοινωνεί με το θείο. Η μέθεξη της μακαριότητας του Θεού πραγματοποιείται κατά το μέτρο της προσωπικής αγιότητας του ανθρώπου.
Η Θεοτόκος σαν «Αγία αγών μείζων» μετέχει της θείας μακαριότητας στον μεγαλύτερο βαθμό, επειδή δέχτηκε μέσα Της «πάν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς».
ΑΣΠΙΛΟΣ:
Σύνθετη λέξη: α+σπίλος (=κηλίδα).  Σημαίνει αυτή που είναι χωρίς σπίλο,η καθαρή, η ακηλίδωτη, η αμόλυντος Παρθένος Μαρία.
ΑΧΡΑΝΤΟΣ:
Σύνθετη λέξη: α+χραίνω (=μιαίνω). Άχραντος είναι η αμίαντος, η καθαρή Θεοτόκος.
ΓΛΥΚΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ:
Η λέξη γλυκασμός παράγεται από το ρήμα γλυκάζω και σημαίνει γλυκύτητα. Τη λέξη αυτή χρησιμοποιούν οι Προφήτες Αμώς (Aμ..θ,13) και Ιωήλ (Ιωήλ δ,18) για να περιγράψουν την γλυκύτητα που θα ρέει και θα ευφραίνει κάθε κτιστή ύπαρξη κατά την ημέρα Κυρίου, δηλαδή κατά τον καιρό και τον χρόνο που ο Θεός θα συντρίψει ολοσχερώς το κακό. Η Θεοτόκος χαρακτηρίζεται ως «γλυκασμός των αγγέλων», διότι με την σάρκωση του Θεού-Λόγου στη θεοδόχο γαστέρα Της, κατά κοινή και σύμφωνη γνώμη των Αγίων και αυτή η αόρατη κτίση δηλ.τα αγγελικά τάγματα απέλαβαν την ύψιστη δωρεά και χάρη από τον Θεό. Ενώ μέχρι τότε ήταν δύστρεπτα αλλά όχι και άτεπτα προς το κακό, κατέστησαν πλέον ακίνητα προς αυτό. Έγινε λοιπόν η Αειπάρθενος και για τους Αγίους Αγγέλους η αιτία ανείπωτης γλυκύτητας για την δωρεά του Θεού προς αυτούς, πού έρρευσε από τα παρθενικά Της σπλάχνα.( Ιγνάτιος Θεοφόρος –Ιωάννης Δαμασκηνός P.G.94,872)
ΔΕΣΠΟΙΝΑ:
Σημαίνει την Κυρία, την Ηγεμονίδα, την Βασίλισσα. Και τούτο επειδή:
-αναδείχθηκε Νύμφη Ανύμφευτη του Παντάνακτος Θεού. Νύμφη «εφ΄όσον συνέλαβε και εγέννησε ,πράγμα που προυποθέτει «γάμο» και Ανύμφευτος, εφ’ όσον η σύλληψις του Υιού Της έγινε όχι φυσικώς αλλά εκ Πνεύματος Αγίου»
-αξιώθηκε να καταστεί Μητέρα του Παμβασιλέως Χριστού.
-υψώθηκε στην ύψιστη αξία και τιμή από κάθε άλλο κτίσμα της ορατής και της αόρατης κτίσης, γιατί υποτάχθηκε απόλυτα στη βουλή του Θεού και μετείχε κατά μοναδικό τρόπο στο μαρτύριο της απόλυτης ταπείνωσης του Υιού Της για την σωτηρία του κόσμου.
ΕΝΔΟΞΟΤΕΡΑ ΤΩΝ ΣΕΡΑΦΕΙΜ:
Τα Σεραφείμ είναι το τάγμα των αγγελικών Δυνάμεων ,που ο Προφήτης Ησαίας είδε γύρω από το θρόνο του Θεού να ψάλλει «μετά φόβου και τρόμου τον Τρισάγιο ύμνο «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ…». Σύμφωνα με τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, τα Σεραφείμ είναι ιεραρχικά ο πρώτος αγγελικός χορός. Το όνομά τους σημαίνει «τα φλογερά,τα πύρινα» (Ησ. στ, 1-3)
Η Θεοτόκος είναι ενδοξοτέρα των Σεραφείμ και κατά την φήμη («από του νύν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί») και κατά την μετοχή της στη θεία δόξα,όπως παρατηρεί ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. «Είδες διαφορά της στάσεως. Μάθε από αυτήν και τη διαφορά της θέσεως.Πραγματικά γύρω από το Θεό είναι τα Σεραφείμ, πλησίον δε δίπλα σ΄αυτόν τον ίδιο μόνη η παμβασιλίς, η οποία θαυμάζεται και εγκωμιάζεται από τον ίδιο το Θεό, που είναι σαν να την ανακηρύττει προς τις γύρω του δυνάμεις και να λέγει σύμφωνα με το γραμμένο στο Άσμα Ασμάτων, «πόση καλή είναι η πλησίον μου»;  Είναι φαιδρότερη από το φώς, περισσότερο ανθισμένη από τον Παράδεισο, καλλίτερα στολισμένη από όλο τον κόσμο, ορατό και αόρατο.» (Ομιλία ΝΕ,34-ΕΠΕ)
ΛΟΧΕΥΤΡΙΑ:
Λοχεύτρια είναι η λεχώ,η γυναίκα μετά τον τοκετό, η μητέρα.
Η Παναγία επονομάζεται ως «Θεού λοχεύτρια», επειδή είναι αληθινά Θεοτόκος, Θεομήτωρ. Με το επώνύμιο αυτό τονίζεται ότι πραγματικά ο Θεός «σάρξ εγένετο» εκ της Αειπαρθένου Μαρίας, πέρα από κάθε φαντασία. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατ’αναλογία προς την άσπορο σύλληψη του Κυρίου στην θεοδόχο μήτρα της Παρθένου και την άφθορη κύηση, εφ’όσον ετηρήθησαν «σώα τα σήμαντρα» της παρθενίας Της, και η λοχεία της Θεοτόκου υπήρξε αλόχευτος (οθ΄Κανόνας της ΣΤ Οικ. Συνόδου).
panagiaspros2
ΘΕΟΝΥΜΦΟΣ – ΘΕΟΝΥΜΦΕΥΤΟΣ:
Η Θεοτόκος είναι νύμφη του Θεού αλλά και αυτή που νυμφεύθηκε τον Θεό. Ο Θεός αποκαλύπτεται στην Αγία Γραφή σαν Νυμφίος, που ζητά από την νύμφη (δηλ.τον λαό του) πιστότητα και αποκλειστικότητα.
Η Θεοτόκος ,σαν αειπάρθενος, κατακύρωσε την πλήρη αφιέρωσή της στον Θεό και πραγματοποίησε στον ύψιστο βαθμό τον σκοπό της ορατής και αόρατης δημιουργίας, που είναι η θέωση.
ΘΡΟΝΟΣ ΠΥΡΙΜΟΡΦΟΣ:
Η φωτιά χρησιμοποιείται πολύ συχνά στην Παλαιά Διαθήκη σαν έκφραση της αγιότητας του Θεού και της δόξας Του. Στο βιβλίο του Δανιήλ ο Προφήτης βλέπει τον Άναρχο Θεό («Παλαιός των Ημερών») να κλάθεται θρόνο και «ο θρόνος ωσεί φλόξ πυρός». Αυτή το θαυμαστό όραμα έχει στον νούν του ο υμνογράφος, όταν αποκαλεί την Θεοτόκο «θρόνο πυρίμορφο», διότι πραγματικά υπήρξε ο έμψχος και αληθινός θρόνος του Θεού, εφ’ όσον μέσα Της σαρκώθηκε ο Υιός και Λόγος του Θεού, στον οποίο κατοικεί σωματικά όλο το πλήρωμα της Αγίας Τριάδος. (Κολ. β,9)
ΘΡΟΝΟΣ ΗΛΙΟΣΤΑΛΑΚΤΟΣ:
Πρόκειται για επωνύμιο της Θεοτόκου, στο οποίο δεν κυριαρχεί η φωτιά αλλά το φώς. Οι βιβλικές ρίζες του χαρακτηρισμού αυτού βρίσκονται στην θαυμαστή όραση του Προφήτη Ησαία, όπου είδε τον Θεό να κάθεται σε θρόνο «εκπάλγου δόξης», καθώς και στον ψαλμό πη στιχ.37, που αναφέρεται στην Βασιλεία του Δαβίδ η οποία διαιωνίζεται με τον Ιησού Χριστό. «Και ο θρόνος αυτού ως ο ήλιος». Η Θεοτόκος είναι θρόνος ηλιοστάλακτος του Θεού, γιατί αναπαύεται πλήρως πάνω Της η Θεότητα. Έτσι το πλήθος των θείων χαρισμάτων της σαν ηλιακές ακτίνες λαμπρύνουν υπερκοσμίως την πάνσεπτη μορφή Της και μέσω Αυτής διαχέονται στην ορατή και στην αόρατη κτίση.
Καθέδρα σημαίνει θρόνος. Η Παναγία είναι η καθέδρα πάνω στην οποία «κάθησε η Θεότητα», με την Ενσάρκωση του Χριστού και επιτέλεσε το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου. «Όπου δε κάθηται ο βασιλεύς ,εκεί ο θρόνος ίσταται» (Άγ.Γρηγόριος Παλαμάς, Ομιλία ΝΓ 24, ΕΠΕ)
ΛΑΜΠΑΣ:
Η λαμπάδα σαν σύμβολο είναι συνώνυμη με την έννοια του φωτός. Οι βιβλικές ρίζες του επωνυμίου πρέπει να αναζητηθούν στα προφητικά λόγια του Ησαία. «Για την Σιών πλέον δεν θα σιωπήσω και για την Ιερουσαλήμ δεν θα κρατηθώ, έως ότου η δικαιοσύνη μου λάμψει σαν φώς και η σωτηρία που θα της παράσχω θα ανάψει και θα φωτίσει σαν λαμπάδα.» (ξβ 1).»
Ο χαρακτηρισμός αυτός αποδιδόμενος στην Υπεραγία Θεοτόκο ερμηνεύεται ως εξής.
-Η Θεοτόκος υπήρξε λαμπάδα πάνω στην οποία με την σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού άναψε το άυλο και ανέσπερο φώς της θεότητας, «το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον»
-Η Θεοτόκος με την παναγία ζωή Της, σαν το πλέον εξαίρετο «τέκνο φωτός» σ΄ολόκληρη την λογική δημιουργία αποτελεί το απόλυτο το απόλυτο παράδειγμα της κατά Θεόν ζωής. Είναι το φως που δείχνει το δρόμο της σωτηρίας στον άνθρωπο, για να τον αναδείξει κάτοικο της Νέας Ιερουσαλήμ, της Βασιλείας του Θεού.
ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΘΕΡΜΗ:
Πρέσβυς είναι αυτός που αποστέλλεται για να διαμεσολαβήσει μεταξύ δύο πλευρών και να εξασφαλίσει τα άριστα.Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει πως η Θεοτόκος «έλαβε την σοφία από τον Υιόν, ως Μήτηρ αυτού,δια να ηξεύρη να φιλιώνη τον ουρανόν με την γήν και τον Θεόν με τον άνθρωπο».Η έννοια της πρεσβείας είναι συνώνυμη με αυτή της μεσιτείας ,με την παρατήρηση ότι η δεύτερη είναι θεολογικά ισχυρότερη.
Στο κάθισμα εξαίρεται το μεσιτικό έργο της Δέσποινας του κόσμου και ιδιαίτερα η βοηθητική παρέμβασή της στη ζωή των πιστών τέκνων της ,που μαστίζουν η θλίψη και η κακοπάθεια της ζωής.
Η Θεοτόκος τιμάται σαν θερμή προσευχή προς τον Υιό της για την σωτηρία των μελών της Αγίας Εκκλησίας του. Είναι τείχος προστατευτικό των πνευματικών τέκνων της, που δεν μπορούν να διαλύσουν οι επιθέσεις των δαιμονικών δυνάμεων και των εχθρών της πίστεως. Είναι πηγή, από την οποία αναβλύζει αγάπη και έλεος για τους πιστούς. Είναι το καταφύγιο του κόσμου, όπου προστρέχουν οι πιστοί, για να βρούν αναψυχή και σωτηρία στον δύσκλο αγώνα κατά της αμαρτίας. Είναι τέλος η ταχέως προστατεύουσα, η γοργοεπήκοος, πουακούει γρήγορα τις προσευχές που της απευθύνονται και άμεσα σπεύδει να προστατέψει τους πιστούς από κάθε κίνδυνο που τους περιβάλλει και απειλεί να τους καταστρέψει.
ΠΑΝΑΓΝΟΣ:
Σύνθετη λέξη από τα επίθετα πάν + αγνός. Χαρακτηρίζεται έτσι με ιδιαίτερη έμφαση η απόλυτη καθαρότητα της Θεοτόκου και η ολοκληρωτική αφιέρωσή της στον Θεό.
ΤΙΜΙΩΤΕΡΑ ΤΩΝ ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ:
Η λέξη Χερουβείμ ερμηνεύεται σαν «ο ευλογών, ο μεσάζων, ο προσευχόμενος». Τα Χερουβείμ, είναι ένα από τα εννέα αγγελικά τάγματα. Μνημονεύονται στην Αγία Γραφή σαν παραστάτες Θεού και διάκονοι του θελήματός Του. Ο Θεός μνημονεύεται ως «ο καθήμενος επί των Χερουβείμ». Την ασύλληπτη αυτή αξία και τιμή των Χερουβείμ ,μόνη η Θεοτόκος έχει ξεπεράσει, εφ΄όσον ο Θεός δανείστηκε σάρκα από τα αγνά αίματά της για να σκηνώσε σωματικά «πάν πλήρωμα της θεότητας».
ΥΨΗΛΟΤΕΡΑ ΟΥΡΑΝΩΝ:
Με την λέξη ουρανοί στους ύμνους των Παρακλητικών Κανόνων χαρακτηρίζεται η ορατή και η αόρατη κτίση. Η Θεοτόκος, επειδή βρίσκεται στο σύνορο της κτιστής και της ακτίστου φύσεως, είναι υψηλοτέρα των ουρανών, δηλ. ανθρώπων και αγγέλων και ευθύς μετά τον Θεό.
ΦΥΣΙΖΩΟΣ:
Πρόκειται για σύνθετη λέξη: φύω+ζωή. Φυσίζωος είναι αυτός που παράγει και δωρίζει τη ζωή.

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Εκκλησιαστική Παράδοση για την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου, 2016

Του Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού Δανιήλ

Κατά τόν 4ο καί 5ο αἰῶνα μ.Χ. ἔχουν διαμορφωθεῖ δύο παραδόσεις περί τοῦ τόπου τοῦ θανάτου καί τῆς ταφῆς τῆς Θεοτόκου, ἡ ἱεροσολυμιτική (Dormitio hierosolymitiana) καί ἡ ἐφεσιανὴ (Dormitio ephesiana). Ἡ ἱεροσολυμιτική εἶναι ἡ ἀρχαιοτέρα καί ἡ ἱστορική παράδοση.

Ἡ ἐφεσιανή προέκυψε ἀπό τά ἀπόκρυφα πού μόνον αὐτὰ διϊσχυρίζονται, ὅτι ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὅταν μετέβη στήν Ἔφεσο ἔφερε μαζί του καί τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Κατά τήν ἱεροσολυμιτική παράδοση ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης μετέβη στήν Ἔφεσο μετά τόν θάνατο τῆς Θεοτόκου.

Κατά τήν ἱεροσολυμιτική παράδοση «ταύτην γάρ (δηλ. τήν Σιών) εἶχεν ἡ Θεομήτωρ ἐπί γῆς ἐνδιαίτημα» (Ἀνδρέου ἐπίσκοπου Κρήτης, Λόγος εἰς τήν Κοίμησιν Migne Ε.Π. 97, 1064).

Μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ Θεοτόκος ἔζησε ἀκόμη μερικά ἔτη πάντοτε στόν κύκλο τῶν μαθητῶν τοῦ Ἰησοῦ καί ὑπό τήν ἰδιαίτερη φροντίδα καί προστασία τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου. Πόσα ἀκριβῶς ἔτη ἔζησε μετά τήν Ἀνάληψη, δέν δύναται νά λεχθεῖ.

Κατά τινα τῶν ἀποκρύφων ἔζησε μόνον δύο ἔτη. Κατ’ ἄλλα πάλι 22. Ὁ χρονογράφος Ἱππόλυτος ὁ Θηβαῖος (7ος αἰώνας μ.Χ.) λέγει, ὅτι ἡ Θεοτόκος ἔζησε ἀκόμη 11 ἔτη καί ὅτι ἀπέθανε σέ ἡλικία 59 ἐτῶν. (Τεμάχια ἐκ τοῦ χρονολογικοῦ συντάγματος Ἰππολύτου τοῦ Θηβαίου περὶ τοῦ

Χριστοῦ, τῆς γεννήσεως τῆς Θεοτόκου, τῶν Ἀποστόλων κ.τ.λ. Migne Ε.Π. 117, 1029 καὶ ἑξῆς). Ἐξ ὅσων πάλι σχετικῶς λέγει ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης, ὅτι «πρός ἔσχατον καταντήσασαν γήρας, μεταστῆναι τῶν τῆδε» φαίνεται ὡς μᾶλλον ὀρθότερη ἡ γνώμη τοῦ Ἱππολύτου τοῦ Θηβαίου.

Κατά πληροφορία ἀπό τό Ἐγκώμιο στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου (Migne Ε.Π. 99, 742Β΄) τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου (826 μ.Χ.), πού προέρχεται ἀπὸ τήν ἴδια ὡς ἄνω παραδόση, ἡ Θεοτόκος προαισθάνθηκε τήν ὥρα τοῦ θανάτου Της καί προσευχήθηκε στόν Υἱό Της Ἰησοῦ καί παρακάλεσε Αὐτόν, νά παρευρεθοῦν κατά τήν ὥρα τοῦ θανάτου Της οἱ στό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου διασκορπισμένοι Μαθητές τοῦ Ἰησοῦ, «οἱ λειτουργήσοντες τά ἐντάφια» Αὐτῆς.

Δέν εἶχε τελειώσει ἀκόμη ἡ προσευχή καί ἰδού καταφθάνουν ὅλοι «οἱ θεμέλιοι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἄρχοντες τῆς οἰκουμένης, οἱ θαυμαστοί ὑπηρέται, τῆς ἐμῆς κηδείας ἐπιβαίνοντες νεφέλης».

Πρός τούς ἐκπλησσομένους γιά αὐτὰ λέγει ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης «καί θαυμαστόν οὐδέν, εἰ τό ἐξᾶραν Ἠλίαν πνεῦμα ποτέ καί διφρηλάτην οὐρανοῦ πυρφόρον ἀναλαβόν ἄρτι, τότε κἀκείνους ἐξαπίνης συνήγαγε διά νεφέλης ἐν πνεύματι. Ράστα γάρ τά πάντα τῷ Θεῷ καθώς ἐν τῷ Ἀββακούμ καί τῷ Δανιήλ ἔγνωμεν».

Κατά τόν ἴδιο Πατέρα ἅγιο Ἀνδρέα τόν Κρήτης «παρῆν ἅπας σχεδόν τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων ὁ θίασος», «τῶν θεοφόρων ὁ στόλος» καί ὡς ἀλλαχοῦ ὅτι, ἦτο μεταξύ αὐτῶν «…καί αὐτός ὁ Παῦλος σύν Τιμοθέῳ καί Ἱεροθέῳ».

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀναφέρει στίς τρεῖς ὁμιλίες του στήν Κοίμηση, ὅτι συμπαρέστησαν καί οἱ Πατριάρχαι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀκόμη δέ καί αὐτοί οἱ Πρωτόπλαστοι Ἀδάμ καί Εὔα.

Σ’ αὐτές ἐκθέτει τήν ἀρχαιοτέρα παράδοση τῆς Ἐκκλησίας σέ πληρέστατη μορφή (Migne Ε.Π. 96 700 καί ἑξῆς καί Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ «Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ», ἔκδοσις Εὐαγοῦς Ἱδρύματος «Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσσος», Ἀθῆναι 1970).

Τά κατά τόν θάνατο τῆς Θεοτόκου θαυμαστά συμβάντα εἶναι κατά τόν πρύτανι τῶν θεολόγων Πατέρων τά ἑξῆς : «Ἡ ἐπί τῶν νεφελῶν συνέλευση τῶν ἀποστόλων, ἡ ἐξύμνηση τῆς θνησκούσης, οἱ ἀποχαιρετιστήριοι λόγοι της, ἡ ὑποδοχή τῆς ψυχῆς Της ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ἐνταφιασμός τοῦ σώματος ἀπό τούς Ἀποστόλους, τό ἐπεισόδειο μετά τοῦ ἀσεβοῦς Ἰουδαίου πού ἐπιχείρησε νά ἀνατρέψει τό ἱερό σκῆνος, ἡ ἀπαγωγή τοῦ σώματος ἀπό τούς Ἀγγέλους μετά τήν τριήμερη παραμονή στόν τάφο, ἡ ὑποδοχή τοῦ σώματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ πού ἐμφανίζεται ἀνάμεσα σέ νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ».

Ἡ Θεοτόκος, συνεχίζει ἡ παράδοση, ἑτοιμασθεῖσα καθ’ ὅλα «καί σχηματισθεῖσα ἐπί τῆς κλίνης παρέθετο τήν Ἁγίαν Αὐτῆς ψυχήν».

Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Κρήτης περιγράφει μέ τά ἑξῆς τήν στιγμή τοῦ θανάτου τῆς Θεοτόκου· «προύκειτο γοῦν ἐν μέσῳ τό τρίπηχυ καί φωτοειδές ἐκεῖνο τῆς Θεοτόκου σῶμα, λάμπον εἰς κάλλος καί ὡραιότητα κύκλωθεν δέ ἅπας ὁ τῶν Ἀποστόλων χορός».

Ὁ συγγραφέας τῶν Ἀρεοπαγητικῶν ἔργων συνεχίζει τήν περιγραφή τῆς κηδείας τῆς Θεοτόκου (Περί τῶν θείων ὀνομάτων κεφ. 3 Migne E.Π. 3, 681) λέγοντας ὅτι «…Εἶτα ἐδόκει μετά τήν θέαν τοῦ ζωαρχικοῦ καί θεοδόχου σώματος ὑμνῆσαι τούς ἱεράρχας ἅπαντας ὡς ἱκανός ἦν ἕκαστος, τήν ἀπειροδύναμον ἀγαθότητα τῆς θεαρχικῆς ἀσθενείας» («τήν ἑκούσιον δηλονότι τοῦ Θεοῦ ἄχρι σαρκός χωρίς ἁμαρτίας συγκατάβασιν», ἑρμηνεύει ὁ Παχυμέρης).

Κατά τήν ὑμνωδία διεκρίθη ὁ «Μέγας Ἱερόθεος», ὅστις «ὤν ὥσπερ ἔκδημος ἐκ τοῦ σώματος, ὅλως ἐξιστάμενος ἑαυτοῦ ἐν τοῖς ὕμνοις, καί πάσχων τήν πρός τά ὑμνούμενα κοινωνίαν, παρά πάντων καί τῶν γνωρίμων καί τῶν μή γνωρίμων θεόληπτος ἐκρίνετο».

Ἐνῶ ἀκόμη ὁ χορός τῶν Ἀποστόλων ἔψαλε καί ὑμνοῦσε τήν Θεοτόκο «ἰδού παρεγένετο καί ὁ Κύριος μετά δόξης ἰσχύος αὐτοῦ καί πάσης στρατιᾶς οὐρανοῦ», λέγει ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης (Migne Ε.Π. 99, 728 Β΄), καί παραλαμβάνει τήν ψυχή τῆς Θεοτόκου, τήν ὁποία καί παραδίδει στόν Ἀρχάγγελο Μιχαήλ.

Μέ τή παράδοση αὐτή τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου συνδέεται στενότατα καί ἀπό τῆς πρώτης ἐμφανίσεώς της καί ἡ περί μεταστάσεως τοῦ σώματος τῆς Θεοτόκου ἄλλη παράδοση, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ ταφή τοῦ παναχράντου σώματος τῆς Θεοτόκου ἔγινε τήν ἑπομένη τοῦ θανάτου Της.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός γνωρίζει τήν παράδοσι ἐκείνη, κατά τήν ὁποία τήν ὥρα τῆς ἐκφορᾶς ἕνας Ἰουδαῖος ἐπεχείρησε νά ἐπιτεθεῖ κατά τῆς σοροῦ, ἀλλ’ εὐθύς κόπηκαν καί τά δύο χέρια του.

Ἡ πληροφορία αὐτή ἴσως νά ἔχει καί μόνον συμβολικό χαρακτῆρα, θέλουσα νά δηλώσει τήν ἔναντι τοῦ χριστιανισμοῦ ἀσέβεια καί ἐχθρική στάση τῶν Ἰουδαίων καί τήν τιμωρία τους γι’ αὐτά. Τό πανάχραντο σῶμα τῆς Θεομήτορος, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἔμεινε ἐπί τριήμερο στόν τάφο, ἐκεῖ κατῆλθε καί τό παρέλαβε ὁ Ἰησοῦς ἐπί νεφέλης καί τό ἀνεβίβασε στούς οὐρανούς, γιά νά ἑνωθεῖ τοῦτο μέ τήν ψυχή τῆς Παρθένου Μαρίας.

Περί τοῦ τάφου τῆς Θεοτόκου γίνεται κατά τήν 5η μ.Χ. ἑκατονταετηρίδα εὐρύτατος λόγος στήν Παλαιστίνη καί στήν Συρία. Ἀπό ἐπιστολή ἀποδιδομένη στόν ἅγιο Ἱερώνυμο εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι κατά τόν 5ο αἰῶνα μ.Χ. ὁ τάφος αὐτός εἶχε γίνει ἀντικείμενο Προσκυνήματος ἀπό τούς Χριστιανούς.

Τά αὐτά μᾶς πληροφορεῖ καί ὁ ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων Μόδεστος σέ λόγο του.

Ἡ θέση τοῦ τάφου εὑρίσκεται στὴν Γεθσημανή ἐπάνω στόν ὁποῖο ἀνεγέρθηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως Μαυρίκιο (582 μ.Χ.) ὁ σωζόμενος μέχρι σήμερα ναός.

Ὁ ἴδιος αὐτοκράτορας μέ διάταγμα ἐπέβαλε σ’ ὁλόκληρη τήν αὐτοκρατορία τόν ὑποχρεωτικό ἑορτασμό τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου τήν 15η Αὐγούστου (Νικηφόρου Καλλίστου, Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας ΙΗ’ 28).

Ἡ ἀνωτέρω περί τοῦ θανάτου τῆς Θεοτόκου ἱεροσολυμιτικὴ παράδοση πρέπει νά εἶναι ἀρχαιοτάτη· ἡ πρώτη διασωζόμενη γραπτή ἐμφάνιση της ἀναφέρεται ἀπό τόν ἅγιο Ἀνδρέα τόν Κρήτης (πού γεννήθηκε στήν Δαμασκό τό 660 μ. Χ.) στόν λόγο του στήν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου (Migne Ε.Π. 95, 805-1043).

Ἡ ἀρχαιοτάτη αὐτή ἐκκλησιαστική παράδοση ἐπηρέασε καί τούς ὕμνους τῆς Ἐκκλησίας καί διασώθηκε κυρίως στό ὀνομαζόμενο «Ἑλληνικόν Μηνολόγιον» τῆς 15ης Αὐγούστου, Βασιλείου τοῦ Πορφυρογέννητου, (976-1025μ.Χ.) τό ὁποῖο καί ἀξίζει νά παρατεθεῖ.

«Ὅτε ὁ Κύριος ἡμῶν καί Θεός προλαβεῖν εὐδόκησε τήν ἑαυτοῦ Μητέρα, δι’ ἀγγέλου αὐτῇ τήν αὐτῆς μετάστασιν κατεμήνυσεν. Ἡ δέ ἀκούσασα ἐχάρη καί ἀνελθοῦσα εἰς τό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, καί προσευξαμένη, ὑπέστρεψεν εἰς τόν οἶκον αὐτῆς. Καί εὐτρεπίσασα τά πρός τήν ταφήν ἅπαντα, ἐξεδέχετο τόν Υἱόν αὐτῆς. Καί γενομένης βροντῆς μεγάλης, παρεγένοντο οἱ Ἀπόστολοι πάντες ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς διά νεφελῶν πρός τό κηδεῦσαι τό ἄχραντον αὐτῆς σῶμα.

Καί σχηματισθεῖσα ἐπί τῆς κλίνης, παρέθετο τήν ἁγίαν αὐτῆς ψυχήν εἰς χεῖρας τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ αὐτῆς. Τό δέ πανάχραντον αὐτῆς λείψανον ταφέν ὑπό τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, μετά τρίτην ἡμέραν οὐχ εὑρέθη.

Ἀνοίξας γάρ ὁ Θωμᾶς τόν τάφον πρός τό προσκυνῆσαι τό λείψανον (ὕστερον γάρ ἦλθεν), οὐχ’ εὗρεν αὐτό. Μετέθηκε γάρ αὐτό ὁ Θεός ἐν τόπῳ, ᾧ οἶδεν αὐτός.

Εὑρέθησαν δέ μόναι αἱ σινδόνες». (Menologium Graecorum) 15 Αὐγούστου Ἡ κοίμησις τῆς ὑπερενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου· (Migne Ε.Π. 117, 585).

Ἡ σκέψη καί ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν μετάσταση δύναται νά διατυπωθεῖ μέ συντομία ὡς ἑξῆς.

Τό πανάχραντο σῶμα τῆς Θεοτόκου, τό ὁποῖο ἐπί ἐννέα μῆνας ἀξιώθηκε νά κρατήσει τόν δημιουργό τοῦ παντός, χωρίς νά ὑποστεῖ οὐδεμία φθορά καί τό ὁποῖο ἔμεινε σέ παρθενία καί τελεία ἁγνότητα, δέν ἦταν δυνατόν νά ὑποστεῖ οὔτε τήν φθορά τοῦ χρόνου.

Ὁ Δημιουργός τοῦ παντός καί Υἱός τῆς Παρθένου παρέλαβε τοῦτο στούς οὐρανούς.

Ἐάν στήν Π.Δ. ἔχουμε τήν μετάσταση τοῦ Ἐνώχ καί τοῦ Ἠλιοῦ, τοῦ Μωϋσέως καί πιθανῶς τοῦ Ἡσαΐου καί τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, κατά μείζονα λόγο ἦταν δυνατή καί ἐπιβεβλημένη ἡ μετάσταση τοῦ παναχράντου καί πανάγνου σώματος τῆς Θεομήτορος.

Ἐξ ἄλλου ὁ ὅρος αὐτός «μετάστασις» χρησιμοποιεῖται γιά νά δηλωθεῖ καί ὁ φυσικός θάνατος κάθε ἀνθρώπου, ὅπως ἀναφέρεται στήν 5η εὐχὴ τῆς γονυκλισίας τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς «ζωῆς τε καὶ τελευτῆς, τῆς ἐνταῦθα διαγωγῆς καὶ τῆς ἐκεῖθεν μεταστάσεως….» καί στήν 6η εὐχή τῆς ἴδιας Ἱερᾶς Ἀκολουθίας « οὐκ ἔστι……. τοῖς δούλοις σου θάνατος ἐκδημούντων ἡμῶν ἀπὸ τοῦ σώματος καὶ πρὸς σὲ τὸν Θεὸν ἐνδημούντων, ἀλλὰ μετάστασις….».

Οἱ τύποι τῆς μετοχῆς «μεταστάς» χρησιμοποιοῦνται στούς ὕμνους καί στίς εὐχές τῶν Ἀκολουθιῶν τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τούς κεκοιμημένους.

Συνηθίζεται ὁ κεκοιμημένος νά ἀποκαλεῖται «ὁ μεταστάς» ἐκφράζοντας τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας στήν μετά θάνατο ζωή.

Μερικοί μάλιστα τῶν Πατέρων ἐζήτησαν νά στηρίξουν τήν ἐνσώματη μετάσταση τῆς Θεοτόκου καί γραφικῶς στά χωρία τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Ἰωάννου (κεφάλαιο 12, στίχοι 6 καί 14).

Ἀλλ’ ὡς ὀρθότατα δεικνύεται καί ἀπό τόν ἀοίδιμο καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Παναγιώτη Μπρατσιώτη στό ἐκδοθέν ὑπόμνημά του στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου, ὅτι διά τῆς ἀναφερομένης στούς ὡς ἄνω στίχους γυναικός νοεῖται ἡ Ἐκκλησία καθόλου.

Ὁ ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σῦρος διδάσκει, ὅτι μέ τήν Ἀνάληψη τοῦ Ἰησοῦ καί τήν Μετάσταση τῆς Θεοτόκου εἰσῆλθαν πάλιν στόν παράδεισο τά σώματα δύο ἀνθρώπων σε ἀντικατάσταση τῶν Πρωτοπλάστων, Ἀδάμ καί Εὔας πού ἐκδιώχθηκαν ἀπό ἐκεῖ.

Ὅλη αὐτή τήν διδασκαλία περικλείει ἀριστοτεχνικώτατα τό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

« Ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας,
ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε.
Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν,
Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς,
καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη,
ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν»

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »