kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Η αισχύνη του Σταυρού (Κυριακή Σταυροπροσκυνήσεως)

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Απριλίου, 2013

Δεν υπάρχει άνθρωπος στη ζωή του, σε όποια ηλικία κι αν βρίσκεται, που να μη σηκώνει σταυρό. Είτε ο σταυρός είναι εσωτερικός και έχει να κάνει με τον χαρακτήρα, την κλειστότητα, τη αδυναμία αληθινής κοινωνίας με τους άλλους που κάνει τον άνθρωπο μελαγχολικό, είτε είναι εξωτερικός και έχει να κάνει με τον πόνο και την ασθένεια, την απόρριψη, τα προβλήματα, την αδικία, την φτώχεια, την καταστροφή, τον θάνατο ο σταυρός είναι δεδομένος. Γιατί όμως ο Χριστός, όταν μιλά στους μαθητές Του και σε όσους Τον ακολουθούν, ζητά από όποιον θέλει να Τον ακολουθήσει να απαρνηθεί τον εαυτό του και να σηκώσει το σταυρό του  (Μάρκ. 8, 34); Για ποιον σταυρό κάνει λόγο ο Κύριός μας;

Ο Χριστός δεν μιλά για τους σταυρούς της ίδιας της ζωής, του χαρακτήρα, του έσω και του έξω κόσμου. Μιλά για τον σταυρό της αυταπάρνησης και τον σταυρό της ακολούθησης του Ιδίου. Αυτοί οι σταυροί είναι ιδιαίτεροι και γι’ αυτό δυσβάσταχτοι. Έχουν ως άμεση συνέπεια την αισχύνη, την οποία βιώνει ο άνθρωπος από μέρους των άλλων. Την άρνησή τους να κατανοήσουν γιατί ο γνήσιος μαθητής του Χριστού επιλέγει να τους σηκώσει. Ενώ θα μπορούσε να αρκεστεί στους σταυρούς της ζωής, οι οποίοι απαιτούν πίστη για να μπορέσει ο άνθρωπος να τους αντέξει, ο Χριστός ζητά επιπλέον σταυρούς για εκείνον που θα διαλέξει να είναι δικός Του, μαθητής Του.

Ο σταυρός της αυταπάρνησης είναι ο σταυρός της παραίτησης από το «εγώ». Αποτελεί μίμηση του Χριστού κατά πάντα. Ο Κύριός μας παραιτήθηκε από το να είναι μόνο Θεός και «προσέλαβε το ημέτερον φύραμα, κενώσας εαυτόν και γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ. 2, 7-8).  Παραιτήθηκε όμως και από τα προνόμια που η ενωμένη με τη θεότητα ανθρώπινη φύση του προσέδιδε, δηλαδή την αθανασία και την καθυπόταξη των πάντων. Και ανέβηκε στο Σταυρό, ο οποίος αποτελεί το σημείο της μέχρις εσχάτων παραίτησης του Κυρίου από το «εγώ», χωρίς αυτό να σημαίνει περιφρόνησή του. Γιατί το «εγώ» δόθηκε από το Θεό στον άνθρωπο ως σημείο επίγνωσης της συγγένειας, αλλά και ταυτόχρονα, διαφορετικότητας της ύπαρξης από τους άλλους ανθρώπους, τον κόσμο, ακόμη και από τον ίδιο το Θεό.  Μέσα όμως από την παραίτηση από το «εγώ» ζητείται «το του ετέρου» (Α’ Κορ. 10,24). Ζητείται η αγάπη που φτάνει μέχρις εσχάτων. Ζητείται η θυσία. Ζητείται η σωτηρία των πάντων, για την οποία ο Χριστός, ανεβαίνοντας στο Σταυρό, θα φθάσει «μέχρις άδου ταμείων». Αυτόν τον σταυρό καλείται να σηκώσει ο καθένας που θέλει να γίνει μαθητής του Χριστού. Της αυταπάρνησης. της παραίτησης από το δικαίωμα. Από το θέλημα. Από την καθυπόταξη των πάντων. Ακόμη κι από την ίδια τη ζωή. Καλείται να σταυρώσει το «εγώ» του, χάριν του ετέρου. Αυτό σημαίνει να καταστήσει τη ζωή του διακονία των πάντων. Γνώμων ο πλησίον, όπου κι αν αυτός βρίσκεται. Και συμφέρον του πλησίον δεν είναι η υλική ανακούφιση, αλλά η σωτηρία του. Ο αληθινός μαθητής του Χριστού νοιάζεται και αφιερώνεται στη διακονία της σωτηρίας των ανθρώπων από το κακό και την αμαρτία. Νυχθημερόν προσεύχεται, παρακαλεί το Θεό για τον κόσμο. Νυχθημερόν έχει έγνοιά του πώς να προσφέρει στον πλησίον. Γνώση, χαρά, στήριξη, βοήθεια παντός είδους. Νυχθημερόν παραιτείται και από το δικαίωμα της αναγνώρισης του κόπου. Δεν εξαρτά την συνδρομή του στη σωτηρία των άλλων από το αν θα του αναγνωρίσουν τον κόπο του. Και τότε αξίζει αληθινά η παραίτηση από το «εγώ». Γιατί ο Θεός την αποδέχεται ως μίμησή Του και ενισχύει με τη χαρά της κοινωνίας μαζί του αυτόν που το αποφασίζει.

Ο σταυρός της ακολούθησης του Χριστού είναι η κοινωνία με το πρόσωπο του Κυρίου στην Εκκλησία. Είναι η επιλογή να ακολουθήσει ο γνήσιος μαθητής του Χριστού την οδό του Ευαγγελίου. Δεν υπάρχει θέμα της ανθρώπινης ζωής στο οποίο να μην απαντά το Ευαγγέλιο. Είτε κατά γράμμα είτε κατά πνεύμα, το Ευαγγέλιο που ο Χριστός διακήρυξε και η Εκκλησία αγωνίζεται να εφαρμόσει, αποτελεί το κριτήριο της όντως ζωής. Και είναι Σταυρός η βίωση του Ευαγγελίου. Γιατί όποιος επιχειρεί να το εφαρμόσει στη ζωή του θα έρθει σε σύγκρουση με τον τρόπο του πολιτισμού. Με τους ανθρώπους. Θα λοιδορηθεί. θα περιφρονηθεί. Θα θεωρηθεί παρωχημένος. Θα γευτεί την αδιαφορία. Ακόμη και το μαρτύριο και το θάνατο. Και το Ευαγγέλιο αποκαλύπτει την ουσία της πίστης που είναι η σχέση με το Χριστό. Παντού στη ζωή της Εκκλησίας, είτε στα μυστήρια, είτε στη διδαχή, είτε στην ιεραποστολή το Ευαγγέλιο αποτυπώνεται. Πρωτίστως όμως στα πρόσωπα των Αγίων, τους οποίους έχουμε ως πρεσβευτές προς το Θεό, αλλά και ως πρότυπα στη ζωή μας. Το Ευαγγέλιο όμως δεν μονοπωλεί τον χρόνο μας. Γιατί ο Σταυρός Του δεν είναι ευχάριστος. Τη ζωή μας μονοπωλούν οι μέριμνες. Οι ηδονές. Οι οικείοι μας. Τα αγαθά μας. Η διαχείριση της καθημερινότητάς μας. Ο εικονικός κόσμος στον οποίο ζούμε. Το σκόρπισμα του χρόνου μας στις ποικίλες προκλήσεις. Ένα λείμμα αγωνίζεται για το Ευαγγέλιο. Και γι’  αυτό νιώθουμε ότι δεν ακούγεται σήμερα. Και ότι τελικά φέρει αισχύνη ο Σταυρός της ακολούθησης του Ευαγγελίου. Γιατί μένουμε μόνοι μας  στα περιβάλλοντα του κόσμου να ζητούμε «Ιησούν Χριστόν και τούτον Εσταυρωμένον» (Α’Κορ. 2,2).

Στη μέση της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής η Εκκλησία μας θέτει στο μέσο των ναών τον Τίμιο Σταυρό. Ατενίζοντας το Ξύλο της Ζωής και προσκυνώντας Το μας υπενθυμίζει ότι ο δρόμος που ο κόσμος θεωρεί αφορμή αισχύνης είναι αυτός που σώζει αιώνια τον άνθρωπο. Αυτόν που εξακολουθεί να μην αισχύνεται για την αμαρτωλότητά του, αλλά να περηφανεύεται. Αυτόν που έχει ως σημείο προόδου τα δικαιώματά του και το «εγώ» του και όχι την αγάπη. Αυτόν που λησμονεί το  Ευαγγέλιο και το υποκαθιστά από ιδέες, φιλοσοφίες, σοφίες του κόσμου, συζητήσεις για ασήμαντα και σημαντικά της παρούσης ζωής, χωρίς προοπτική αιωνιότητας. Αυτόν που δε διστάζει να εκμεταλλεύεται τον πλησίον του. Αυτόν που δεν γνωρίζει να συγχωρεί. Είναι αισχύνη από την μία ο δρόμος του Σταυρού, αλλά και λύτρωση από την άλλη.  Γιατί ο Σταυρωθείς διέρρηξε τα δεσμά του θανάτου και έδωσε τη χαρά της Ανάστασης. Κι αυτή η χαρά, που εκφράζεται μέσα από την αγάπη και τη θυσία, αλλά και την εφαρμογή του Ευαγγελίου λυτρώνει αληθινά. Και τότε μπορούμε και τους μικρότερους σταυρούς να τους σηκώσουμε.  Είναι ο Μείζων, ο Χριστός, που μας δίνει δύναμη. Μαζί Του λοιπόν ως την Ανάσταση!

Κέρκυρα, 7 Απριλίου 2013

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/2013/04/blog-post_6.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο άγιος Ευτύχιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως († 5 Απριλίου 582)

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Απριλίου, 2013

Ο Άγιος Ευτυχίος γεννήθηκε περίπου το 512 μ.Χ. στο χωριό Θεία Κώμη της Φρυγίας. Ο πατέρας του ήταν στρατηγός στο στρατό του Βελισάριου. Ο Άγιος Ευτύχιος έγινε μοναχός σε ηλικία 30 ετών από τον Μητροπολίτη Αμασείας και ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ως αποκρισάριος του Μητροπολίτη Αμασείας και έφτασε ως τον Ιερατικό βαθμό του Αρχιμανδρίτη. Τον Άγιο Ευτύχιο εκτιμούσε ιδιαίτερα ο Πατριάρχης Μηνάς, μετά το θάνατο του οποίου ο Άγιος εξελέγη Πατριάρχης, με υπόδειξη του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Επί των ημερών της πρώτης Πατριαρχίας του, και συγκεκριμένα από τις 5 Μαΐου έως τις 21 Ιουνίου του 553 μ.χ., έγινε και η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος. Το 564 μ.Χ. ήρθε σε σύγκρουση – διαφωνία με τον Αυτοκράτορα, σχετικά με την αίρεση των αφθαρτοδοκητών. Ο Άγιος Ευτύχιος καταδίκαζε την αίρεση αυτή, παρά τις πιέσεις του αυτοκράτορα. Στις 22 Ιανουαρίου του 565 μ.Χ, και ενώ τελούσε τη Λειτουργία για την εορτή του Αγίου Τιμοθέου, στρατιώτες τον συνέλαβαν. Ύστερα από αυτό, καθαιρέθηκε και εξορίστηκε, αρχικά στην Πρίγκηπο και αργότερα στην Αμάσεια του Πόντου. Μετά το θάνατο του διαδόχου του, Πατριάρχη Ιωάννη του Σχολαστικού, ο νέος αυτοκράτορας Ιουστίνος Β’ κάλεσε ξανά στο θρόνο τον Άγιο Ευτύχιο, ο οποίος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη τον Οκτώβριο του 577 μ.Χ.

Λίγα λεπτά πριν πεθάνει, άγγιξε το δέρμα του χεριού του και είπε «Ομολογώ ότι σε αυτή τη σάρκα θα αναστηθούμε», αυτό, ο Άγιος Ευτυχίος το είπε διότι είχε πει στο παρελθόν ότι μετά την ανάσταση των νεκρών, αυτοί θα έχουν σώμα άϋλο, λεπτότερο από τον αέρα. Ο Άγιος Ευτύχιος παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Κύριο στις 5 Απριλίου το 582 μ.Χ.

Ετάφη κάτω από τη βάση της Αγίας Τράπεζας του Ναού των Αγίων Αποστόλων, δίπλα στα Ιερά Λείψανα του Αποστόλου Ανδρέα, του Ευαγγελιστή Λουκά και του Αγίου Τιμοθέου. Η Αγία Κάρα του βρίσκεται σήμερα στη Μονή Χιλανδαρίου στο Άγιον Όρος”.

Ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος είναι από εκείνους τους υμνογράφους της Εκκλησίας μας, που αρέσκεται να χρησιμοποιεί το όνομα ενός αγίου, όταν δίνει βεβαίως την αφορμή, προκειμένου να το αξιοποιεί για την προβολή της αγιότητάς του. Αυτό ακριβώς κάνει και με τον άγιο Ευτύχιο. Αφενός στους στίχους του συναξαρίου κρίνει ότι ο ίδιος είναι ευτυχέστατος, διότι αξιώθηκε να τιμήσει με τους λόγους του τον Ευτύχιο που μετέστη από τη ζωή αυτή. Η ενασχόλησή του δηλαδή με τον συγκεκριμένο άγιο συντελεί στη δική του πνευματική πρόοδο και προκοπή. “Θεωρώ ότι είμαι ευτυχέστατος, επειδή τιμώ με τα λόγια μου τον Ευτύχιο που απέθανε” (“Ευτύχιον θανόντα τιμών τοις λόγοις, εμαυτόν αυτός ευτυχέστατον κρίνω“). Μοιάζει κατά τούτο με τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, ο οποίος όταν καταπιάστηκε με τον επικήδειο του Μεγάλου Αθανασίου έγραψε ότι ο έπαινός του για τον Αθανάσιο είναι έπαινος για την ίδια την αρετή – “Αθανάσιον επαινών αρετήν επαινέσομαι” – που σημαίνει ότι και μόνο η μνήμη του Αθανασίου λειτουργούσε ως ώθηση πνευματικής αναγωγής του Γρηγορίου. Αιτία για τη σύνδεση ενός αγίου με την πνευματική πρόοδο αυτού που τον θυμάται – έστω κι αν η αφορμή είναι εξωτερική, όπως εν προκειμένω το όνομα του Ευτυχίου – είναι το γεγονός ότι ένας άγιος, επειδή αποτελεί φανέρωση της Βασιλείας του Θεού, κάνει αυτόν που έρχεται σε οποιαδήποτε επαφή μαζί του πράγματι να προάγεται.

Αφετέρου, ο άγιος Θεοφάνης, πάλι εξ αφορμής του ονόματος του αγίου Ευτυχίου, προβαίνει σε εκτίμηση πνευματική, καθώς συγκρίνει την κατάσταση των αρετών με την κατάσταση των παθών. Τι λέει; “Επειδή απέκτησες την ευτυχία, Σοφέ Ευτύχιε, λόγω των αρετών σου, και φωτίστηκες από τις λαμπρές λάμψεις των χαρισμάτων του Θεού, σώσε με από τις δυστυχίες των παθών με τις πρεσβείες σου” (“Ταις αρεταίς ευτυχήσας και λαμπρυνθείς φωτοβόλοις λάμψεσι χαρισμάτων του Θεού, δυστυχίαις ρύσαί με παθών, ταις πρεσβείαις σου, σοφέ“) (ωδή α΄). Ο Θεοφάνης δηλαδή ήδη από την αρχή του κανόνα του για τον άγιο τονίζει τη βασικότατη αλήθεια ότι η στροφή προς τα ανθρώπινα ψεκτά πάθη, δηλαδή τη φιληδονία, τη φιλαργυρία, τη φιλοδοξία, ό,τι αποτελεί καρπό της φιλαυτίας, έχει ως τίμημα τη δυστυχία. Δεν μπορεί με άλλα λόγια να ζει κανείς αμαρτωλά, χωρίς να βιώνει το αποτέλεσμα της αμαρτίας, τον πνευματικό θάνατο και τη δυστυχία. Διότι “τα οψώνια της αμαρτίας, θάνατος“. Κι από την άλλη: όσο κανείς στρέφεται προς τον Θεό και καθαρίζει την καρδιά του ώστε να λάμπει το φως του Θεού, τόσο και αποκτά την ευτυχία. Η ευτυχία έτσι υπάρχει εκεί που υπάρχει ο Θεός και η παρουσία Του, η δυστυχία υπάρχει εκεί που ο άνθρωπος διαγράφει τον Θεό και σύρεται από τα πάθη του και τον διάβολο που δουλεύει πάνω σ’ αυτά.

Ο υμνογράφος βεβαίως έρχεται και εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο ο άγιος Ευτύχιος μπόρεσε να στραφεί προς τον Θεό κατανικώντας τα πάθη του. Και η εξήγηση που δίνει είναι αυτή που προβάλλει πάντοτε η διαχρονική πνευματική παράδοση της Εκκλησίας μας: ο άγιος καθαρίστηκε από τη λάσπη των παθών, γιατί έδειξε μεγάλη επιμέλεια στον νόμο του Θεού, ασκώντας από παιδί την εγκράτεια και την προσευχή, συνεπώς κάνοντας τον νου του ηγεμόνα του εαυτού του. “Καθάρισες τον εαυτό σου από τη λάσπη των παθών, με την πολλή σου επιμέλεια” (“Σεαυτόν εκκαθάρας της ιλύος των παθών, δι’ εμμελελίας πολλής“) (ωδή γ΄). “Θήλασες από παιδί τους μαστούς της εγκράτειας και με τις αέναες προσευχές έφτασες αληθινά στο μέτρο της ηλικίας του Χριστού” (“Μαστούς θηλάσας εκ παιδός εγκρατείας, εις μέτρον, προσευχαίς αενάοις, ηλικίας του Χριστού κατήντησας αληθώς“) (ωδή γ΄). “Έκανες τον νου σου ηγεμόνα, γι’ αυτό και κυριάρχησες στην τυραννία των παθών” (“Νουν ηγεμόνα ποιήσας, της των παθών τυραννίδος, όσιε, κατεκράτησας“) (ωδή α΄).

Και βεβαίως ο άγιος υμνογράφος δεν μπορεί να μη μνημονεύσει, πέραν της ασκητικής και αγίας διαγωγής του Ευτυχίου, και τον αγώνα του υπέρ της ορθοδόξου πίστεως. Ο άγιος Ευτύχιος υπήρξε κληρικός και μάλιστα έγινε και Πατριάρχης. Επ’ αυτού, όπως είδαμε και στο συναξάρι του, έγινε και η πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος. Συνεπώς εκ της θέσεώς του και της ποιμαντικής του συνειδήσεως ο αγώνας του για την πίστη ήταν δεδομένος. Ο άγιος Θεοφάνης λοιπόν αναφέρεται αρκετά επ’ αυτού, τόσο που σημειώνει ότι “η δύναμη των λόγων του αγίου κατέστησε ανίσχυρο το δόγμα και τη δύναμη των αντιθέτων. Κι έγινε τείχος και στήριγμα του ορθοδόξου λαού” (“Ρημάτων δύναμις των σων, ανίσχυρον εναντίων το δόγμα και την ισχύν, Πάτερ, απειργάσατο. Του ορθοδόξου δε λαού τείχος γέγονε και στήριγμα“) (ωδή δ΄). Τονίζει μάλιστα ότι ο άγιος Ευτύχιος “έχοντας ως σκέπη του την ασπίδα της ευσέβειας και παίρνοντας ως κοφτερό ξίφος το ιερό δόγμα της πίστεως, κατέκοψε πράγματι όλες τις φάλαγγες των αιρετικών” (“Θυρεώ ευσεβείας περισκεπόμενος, και ως δίστομον ξίφος αναλαβόμενος δόγμα το σεπτόν, πάσας όντως συνέκοψας των αιρετιζόντων τας φάλαγγας“) (ωδή η΄). Κι είναι εξόχως σημαντική η επισήμανση του αγίου Θεοφάνη ότι στον αγώνα του αγίου κατά της αίρεσης είχε ως σύμμαχό του τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό, ο Οποίος ήταν και ο βλασφημούμενος από τους αιρετικούς. Ο βλασφημούμενος δηλαδή ενώ θεωρείτο ότι έμπαινε στο περιθώριο, διότι αλλοιωνόταν από τους φιλοσοφούντες αιρετικούς, Εκείνος ως ο παντοδύναμος Θεός βρισκόταν και βρίσκεται βεβαίως πάντοτε στην πρώτη γραμμή. “Δεν φοβήθηκες και δεν λύγισες, καθώς υπέμεινες διωγμούς υπέρ της πίστεως. Διότι είχες ως σύμμαχό σου τον ίδιο τον βλασφημούμενο Χριστό” (“Ου κατενάρκωσας υπέρ της πίστεως, διωγμούς υπομένων. Και γαρ αυτόν είχες συμμαχούντά σοι, τον βλασφημούμενον Χριστόν“) (ωδή δ΄).

Μακρηγορούμε, αλλά αξίζει, νομίζουμε, να εξάρουμε ιδιαιτέρως την παραπάνω φράση του ύμνου του αγίου Θεοφάνη από την η΄ ωδή του: “έχοντας ως σκέπη την ασπίδα της ευσέβειας και παίρνοντας ως κοφτερό ξίφος το ιερό δόγμα”. Ο άγιος Ευτύχιος δηλαδή πήρε ως ξίφος το δόγμα, επειδή ακριβώς βρισκόταν μέσα στην ευσέβεια, τον ορθό τρόπο ζωής. Κι αυτό σημαίνει ότι τότε μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει σωστά το δόγμα της πίστεως, όταν ζει σωστά την αγάπη – η αγάπη είναι ο ορθός τρόπος ζωής, η ίδια η ευσέβεια. Διαφορετικά, το δόγμα μόνο χωρίς αγάπη γίνεται ξίφος που καταστρέφει και κατασπαράσσει τους ανθρώπους, ό,τι έλεγε ο αγιασμένος γέρων Παϊσιος ο αγιορείτης: “υπάρχουν μερικοί που έχουν πιάσει το δόγμα με τα δόντια και προκαλούν έτσι μεγαλύτερη βλάβη στην Εκκλησία από ό,τι οι εχθροί της”!

Πρωτοπρ.  Γεώργιος  Δορμπαράκης

pgdorbas.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Χαίρε κυοφορούσα οδηγόν πλανωμένοις,χαίρε απογεννώσα λυτρωτήν αιχμαλώτοις

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Απριλίου, 2013

Οι άνθρωποι στη ζωή μας λειτουργούμε πολλές φορές σα να μην έχουμε προσανατολισμό και πυξίδα. Παραδομένοι στα βαρίδια κάθε λογής που αποτυπώνονται με τη φράση «μέριμνες», αισθανόμαστε ότι η ζωή είναι αυτή που μας καθοδηγεί σε δρόμους που μπορεί να μην μας δίνουν ευτυχία, αλλά που δεν μπορούμε να τους αλλάξουμε. Αισθανόμαστε ξαστοχισμένοι στην εργασία μας, στις σχέσεις μας με τους άλλους, ακόμη και τους οικείους μας, κυρίως όμως από την πορεία του κόσμου και του πολιτισμού, όπως επίσης και αιχμάλωτοι στον χρόνο και την πορεία του. Δεν είναι εύκολο να βρούμε την ψυχή μας, να ακούσουμε τον εσωτερικό μας κόσμο, τα σκιρτήματα της καρδιάς μας, παραδομένοι στο φέρον που μας φέρει. Έτσι, αιχμαλωτισμένοι στις μέριμνες, έρχονται στιγμές που νοσταλγούμε την λύτρωση και την καθοδήγηση ώστε να βρούμε νόημα στην πορεία μας και ελευθερία στην αιχμαλωσία μας στα κάθε είδους δεσμά.

Η Εκκλησία μάς προβάλλει το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου ως εκείνη η οποία κυοφόρησε τον Οδηγό για όσους περιπλανώνται, τον Λυτρωτή για όσους είναι αιχμάλωτοι, δηλαδή τον Κύριό μας Ιησού Χριστού. Και βρήκε προσανατολισμό στη δική της ζωή η ίδια πρώτα, αλλά και βίωσε την λύτρωση στις δικές της αιχμαλωσίες και γι’ αυτό η σχέση της με το Χριστό αποτελεί πρότυπο και για τον καθέναν από μας.

Η Παναγία νίκησε την αιχμαλωσία της ανθρώπινης φύσης στον ορθολογισμό και την σύγχυση που αυτός φέρνει. Η λογική και η σκέψη είναι δώρα του Θεού στον άνθρωπο, με τα οποία αυτός μπορεί να αναζητήσει αλήθειες στη ζωή του, να δημιουργήσει, να οργανώσει, να βρει προσανατολισμό σε ό,τι αφορά στην ζωή του. Όμως η λογική και η σκέψη δεν επαρκούν για να δώσουν απαντήσεις σε όλα τα  «γιατί;» της ζωής, όπως επίσης και να ερμηνεύσουν τα μετά την έξοδο του ανθρώπου από το χρόνο και τον κόσμο. Και εάν δεν υπάρχει αυτή η ερμηνεία, τότε κανείς δεν μπορεί να βρει λύτρωση στην αιχμαλωσία του από το θάνατο. Γι’ αυτό και η σχέση του ανθρώπου με το Χριστό αποτελεί την απάντηση που καθοδηγεί, τον δρόμο που λυτρώνει αληθινά. Γιατί δίνει στον καθένα την δυνατότητα να γνωρίσει όχι απλώς κάποιες αλήθειες για τη ζωή αλλά την ίδια την Αλήθεια που είναι ο Χριστός. Και όταν υπάρχει ο Χριστός εντός της ύπαρξης, ως προσευχή, ως κοινωνία, ως έμπνευση, ως η παρηγοριά στα άλυτα δια της λογικής μυστήρια και στα άπειρα «γιατί;», τότε ο  άνθρωπος δεν νιώθει μόνος και ανήμπορος έναντι του θανάτου, αλλά εμπιστεύεται και γνωρίζει να περιμένει την έκβαση της κυοφορίας που θα είναι η φανέρωση στην ίδια του τη ζωή του Λυτρωτή. Για να της δοθεί τότε νόημα και ελπίδα που υπερβαίνουν το «νυν».

Η Παναγία νίκησε την αιχμαλωσία της ανθρώπινης  φύσης στα πάθη και τις επιθυμίες για ηδονή εν τω κόσμω και εν ταις αισθήσεσι. Όλη της η ζωή έγινε υπέρβαση της μέριμνας. Διατηρούσε εν τη καρδία της τα ρήματα των ανθρώπων που συνάντησε, αλλά πρωτίστως είχε εμπιστοσύνη στη χαρά της κοινωνίας με τον Υιό της. Αγαπούσε το παιδίον Ιησούν, αλλά παρέμεινε κοντά στον Υιό της όταν εκείνος ενηλικιώθηκε, μέχρι το τέλος της ζωής Του. Αυτό σημαίνει ότι έβαλε την σχέση μαζί Του και την χαρά που αυτή της έδινε πιο πάνω από κάθε επιθυμία, κάθε ενασχόληση που γίνεται πάθος, ακόμη και πιο πάνω από την καταξίωση και την αποδοχή της ιδίας ως «μακαρίας διότι υπήρξε η κοιλία η οποία Τον εβάστασε». «Ό,τι αν λέγη υμίν ποιήσατε», ήταν η ρήση της Παναγίας πρωτίστως στον εαυτό της και κατόπιν σε όλους. Έτσι η χαρά της ήταν κυρίως πνευματική. Το να ακολουθεί το θέλημα του Υιού της, αλλά και να βιώνει την φυσική Του παρουσία ήταν η ηδονή που πηγάζει από τη σχέση με τον Θεό. Και έτσι δεν έμεινε στις χαρές του κόσμου, αλλά ούτε και στις μέριμνες που την ίδια στιγμή φέρνουν και ηδονή και οδύνη.

Η Παναγία νίκησε την αιχμαλωσία της ανθρώπινης φύσης στο παρόν της εποχής που έζησε, αλλά και στο κάθε παρόν. Συσστρατεύθηκε στην πνευματική ζωή, που υπερβαίνει τον χρόνο. Έθρεψε την ύπαρξή της με την προσευχή και το λόγο του Θεού εν τω ναώ. Έθρεψε την ύπαρξή της με την τροφή του Αγγέλου. Έθρεψε την ύπαρξή της με το νόημα της κοινωνίας με τον Υιό και Θεό της, βλέποντας την αποστολή της να μην περιορίζεται στο να είναι μητέρα ενός ανθρώπου, αλλά γενόμενη μητέρα του Θεανθρώπου να υιοθετήσει στην καρδιά της το να γίνει μητέρα όλων των ανθρώπων. Και καθώς η ίδια ελευθερώθηκε μέσα από τη σχέση με τον Υιό της έγινε η μορφή η οποία νικά το χρόνο, τις μέριμνες, το πρόσκαιρο. Κέντρο της ζωής ο Χριστός. Νοηματοδοτείται έτσι το σήμερά της, αλλά και γίνεται το σήμερα «αεί». Διότι αποτελεί είσοδο στη Βασιλεία του Θεού, που καθιστά τον άνθρωπο μεριμνώντα για την σωτηρία όλων, προσευχόμενο για την σωτηρία όλων, ευήκοο στα αιτήματα σωτηρίας όλων.

Αυτήν την αιχμαλωσία βιώνουμε σήμερα, λόγω του πολιτισμού και των προβλημάτων μας οι άνθρωποι. Αυτήν την απουσία γνήσιου προσανατολισμού διαπιστώνουμε στην κυριαρχία του ορθολογισμού, στην φιληδονία, στην μέριμνα του σήμερα. Η σχέση μας με το Χριστό, όπως μας την διδάσκει η Υπεραγία Θεοτόκος, αποτελεί άνοιγμα στον τρόπο ζωής της Εκκλησίας. Αποτελεί αλλαγή και μεταμόρφωση της καρδιάς μας, η οποία γνωρίζει την δύναμη του μυστηρίου της πίστης, ότι δεν είναι ο ορθός λόγος και η γνώση που δίνουν απαντήσεις στα πάντα, αλλά ο Χριστός που είναι η Αλήθεια μπορεί να μας βοηθήσει να απαντήσουμε στα δικά μας «γιατί;». Ότι δεν είναι οι ηδονές των αισθήσεων και του βίου  ο δρόμος της ευτυχίας, αλλά η υπακοή στο θέλημα του Θεού και η πνευματική χαρά. Ότι δεν είναι η παράδοση στην μέριμνα του «νυν» και του « σήμερα»   το νόημά μας, αλλά το άνοιγμα στο « αεί»  της αγάπης και της πρόνοιας του Θεού, που καταξιώνει κάθε κόπο μας και που μας ελεεί αληθινά. Αυτό είναι και το νόημα μίας εκκλησιαστικής πρότασης όχι απλώς πυξίδας και προσανατολισμού στην κρίση του πολιτισμού μας, αλλά αληθινής λύτρωσης. Η προσευχή και η προσπάθεια μίμησης της Παναγίας μας μάς δείχνουν τον δρόμο. Επαφίεται στον καθέναν μας η ευθύνη και η χαρά να ακολουθήσουμε τον Λυτρωτή της και Λυτρωτή μας.

Κέρκυρα, 5 Απριλίου 2013

Πρωτοπρεσβύτερου Θεμιστοκλή Μουρτζανού

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Ιωάννης Κροστάνδης: Αποφθέγματα.

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Απριλίου, 2013

Για την καρδιά: «Η καρδιά είναι ο πρώτος παράγοντας στη ζωή μας. Η καρδιακή γνώση προηγείται της νοησιαρχικής. Η καρδιά βλέπει άμεσα, αστραπιαία, ενιαία. Αυτή η γνώση της καρδιάς μεταδίδεται στο νου, και μέσα στο νου χωρίζεται σε μέρη, αναλύεται σε συστατικά. Η αλήθεια ανήκει στη καρδιά και όχι στο νου. Στον εσωτερικό άνθρωπο και όχι στον εξωτερικό…

Στη κατάσταση της απιστίας για κάτι αληθινό και άγιο, η καρδιά συνήθως γεμίζει από στενοχώρια και φόβο. Αντίθετα στην ειλικρινή πίστη νοιώθει χαρά, ηρεμία, άνεση και ελευθερία. Η αλήθεια φανερώνεται και θριαμβεύει στις καταστάσεις της καρδιάς…

Εμείς έχουμε ένα βαρόμετρο ακριβείας, το οποίο δείχνει την άνοδο ή τη πτώση της πνευματικής μας ζωής. Και αυτό είναι η καρδιά. Μπορούμε να την ονομάσουμε και πυξίδα».

Για τη θεία λατρεία: «Κατά τη θεία λατρεία, κατά την τέλεση όλων των Μυστηρίων και των Ακολουθιών, έχε εμπιστοσύνη στη δύναμη της Εκκλησίας, όπως το μικρό παιδί έχει εμπιστοσύνη στους γονείς του. Θυμήσου, ότι οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, σαν θεόπνευστοι φωστήρες, κινούμενοι από το Άγιο Πνεύμα, σε οδηγούν στις τρίβους της σωτηρίας.

Να μετέχεις λοιπόν στη θεία λατρεία με απλή καρδιά, με εμπιστοσύνη μικρού παιδιού. Να εναποθέτεις όλη σου τη φροντίδα στον Κύριο και να είσαι εντελώς ελεύθερος από τη λύπη και την αγωνία. «Μη μεριμνήσητε πώς ή τί λαλήσετε. Δοθήσεται γαρ υμίν εν εκείνη τη ώρα τί λαλήσετε» (Ματθ. ι’ 19). Πώς συμβαίνει τώρα αυτό; «Ου γαρ υμείς έστε οι λαλούντες, αλλά το Πνεύμα του Πατρός υμών το λαλούν εν υμίν» (στιχ. 20).»

Για την παιδαγωγική: «Προσπαθήστε να προοδεύετε στην εσωτερική καρδιακή επιστήμη, στην επιστήμη δηλαδή της αγάπης, της πίστης, της προσευχής, της πραότητας, της ταπεινοφροσύνης, της ευγένειας, της υπακοής, της σωφροσύνης, της συγκαταβατικότητας, της συμπάθειας, της αυτοθυσίας, της κάθαρσης από πονηρούς και κακούς λογισμούς…

«Ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν» (Ματθ. στ’ 33).»

Περισσότερο απ’ όλα να μαθαίνετε την γλώσσα της αγάπης, την πιο ζωντανή και εκφραστική γλώσσα. Χωρίς αυτή, η γνώση των ξένων γλωσσών δεν φέρνει καμιά ουσιαστική ωφέλεια.»

Για την προσευχή: Ι). «Η σωτηρία και η προσευχή δεν βρίσκονται στα πολλά λόγια, αλλά στην κατανόηση και στην θέρμη της καρδιάς. Το σπουδαιότερο πράγμα, που πρέπει να θυμάσαι κατά την διάρκεια της ημέρας είναι ότι πρέπει να έχεις συνεχή μνήμη Θεού, να κάνεις δηλαδή μυστική νοερά προσευχή.

Κι εγώ ο ίδιος δεν έχω καιρό να παρευρίσκομαι σε μακρές μοναστηριακές ακολουθίες, αλλά όπου κι αν πάω, είτε με τα πόδια είτε με το πλοίο, είτε με την άμαξα καθιστός ή ξαπλωμένος, δεν μ’ εγκαταλείπει ποτέ η σκέψη του Θεού. «Προωρώμην τον Κύριον ενώπιον μου δια παντός… ίνα μη σαλευθώ.» (Ψαλμ. 15:8). Η σκέψη ότι Εκείνος είναι κοντά μου δεν μ’ εγκαταλείπει ποτέ. Πρέπει και συ να προσπαθήσεις να κάνης το ίδιο.»

ΙΙ). «… Όταν,  προσευχόμενοι με ζέση ιστάμενοι, καθήμενοι,  εξηπλωμένοι ή περιπατούντες, αίφνης μας επισκέπτεται το πνεύμα του Θεού και ακούοντες την Φωνήν Του αισθανόμεθα ότι εισέρχεται εις την ψυχήν μας όχι δια του στόματος, ούτε δια της ρινός μας, ούτε δια των ώτων – μολονότι ο Σωτήρ μετέδωκε το Πνεύμα δια του λόγου και της πνοής και μολονότι «η πίστις έρχεται δι’ ακοής» ( Ρωμ. 10, 17 ) – αλλ’ απ’ ευθείας δια του σώματος εις την καρδίαν, όπως ακριβώς ο Κύριος επέρασε δια των τοίχων της οικίας όταν επεσκέφθη τους Αποστόλους μετά την Ανάστασιν, και ενεργεί ταχέως όπως ο ηλεκτρισμός και μάλιστα ταχύτερον από κάθε ηλεκτρικόν ρεύμα.

Τότε αισθανόμεθα την ύπαρξίν μας ελαφράν, διότι αιφνιδίως ελευθερωνόμεθα από το βάρος των αμαρτιών μας, το αίσθημα της συντριβής δια της αμαρτίας, το πνεύμα της ευλαβείας, της ειρήνης και της χαράς μας επισκέπτεται …»

ΙΙΙ) «…Μάθε να προσεύχεσαι. Βίαζε τον εαυτόν σου εις την προσευχήν. Κατ’ αρχάς θα εύρης δυσκολίαν, ύστερον όμως όσον περισσότερον βιάζης τον εαυτόν  σου, τόσον ευκολώτερον θα προσεύχεσαι. Εις την αρχήν όμως είναι πάντοτε αναγκαίον να βιάζη κανείς τον εαυτό του…»

Για την  συμμετοχή μας στις ακολουθίες: «Να έρχεσαι όσο μπορείς συχνότερα στον ναό του Θεού, να συμμετέχεις στις ακολουθίες για να δοξάζεις τον Κύριο ή να ζητάς το έλεός Του για την πνευματική σου αδυναμία, για την ψυχική σου φτώχεια και αμαρτωλότητα. Κανείς τόσο δυνατά και τόσο ειλικρινά δεν θα πονέσει μαζί σου για την αδυναμία σου όσο η Εκκλησία. Όλα όσα δοκιμάζεις εσύ τα δοκίμασαν ακόμη και τα εκλεκτότερα τέκνα Της, έπασχαν πνευματικά όπως κι εσύ, αμάρταναν και έπεφταν όπως ακριβώς κι εσύ…

Πουθενά τόσο βαθειά και ολοκληρωτικά δεν ερχόμαστε σε συναίσθηση και αυτογνωσία όσο μέσα στον ναό, γιατί εδώ είναι ιδιαίτερα αισθητή η παρουσία του σώζοντος Θεού και ενεργεί με ανερμήνευτο τρόπο η χάρη Του. «Ο Θεός γαρ εστιν ο ενεργών εν υμίν και το θέλειν και το ενεργείν υπέρ της ευδοκίας» (Φιλιπ. 2, 13).

Με τη βοήθεια των ευχών, των ύμνων και των αναγνωσμάτων, ο άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του σ’ όλη του τη γυμνότητα, διαπιστώνει την αδυναμία του, τη πνευματική του φτώχεια, την αθλιότητα και άκρα αμαρτωλότητά του. Από την άλλη πλευρά, συναντάται με την άπειρη ευσπλαχνία του Θεού, την άκρα αγαθότητά Του, την πανσοφία και τη παντοδυναμία Του.»

Για την εντολή των «καλών έργων»: «Εγώ την εννοώ ως εξής: «Ούτω λαμψάτω το φώς υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς.» (Ματθ. 5:16). Αφήστε λοιπόν, τον κόσμο να ιδεί τα καλά σας έργα, για να δοξάσει γι’ αυτά τον Κύριο. Θα πάρουν έτσι οι άνθρωποι ένα ζωντανό παράδειγμα και θα πεισθούν γι’ αυτά τα έργα.

Απ’ αυτήν όμως πρέπει να τα κρύβετε (κι έδειξε με το δάχτυλο του την καρδιά). Απ’ αυτήν, όλα πρέπει να μένουν κρυφά «Μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου» (Ματθ. 6:3). Με το «αριστερά» εννοεί στην πραγματικότητα την γνώμη, που έχομε για τον εαυτό μας και την ματαιοδοξία.»

Για το φόβο του μέλλοντος: «Γιατί να κοιτάζουμε το μέλλον; «Αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής» (Ματθ. 6:34). Ας παραδοθούμε σαν παιδιά στον Ουράνιο Πατέρα μας. «Ο Θεός ουκ εάσει υμάς πειρασθήναι υπέρ ό δύνασθε» (Α’ Κορ. 10:13). Με τις υποψίες βασανίζεις μόνο τον εαυτό σου και δεν εξυπηρετείς τον σκοπό, που έταξες. Βλάπτεις ακόμη και τον εαυτό σου με το να φαντάζεσαι εκ των προτέρων ότι υπάρχει κακό εκεί, όπου πιθανόν δεν υπάρχει τίποτε. Εφόσον εμείς δεν κάνομε κακό σε κανένα, ας μας κάνουν οι άλλοι, αν το επιτρέπει αυτό ο Θεός.»

Για τον πειρασμό της απελπισίας στην ηγουμένη Ταϊσία: «Ο Θεός επιτρέπει σ’ αυτόν τον πειρασμό να προσβάλλει τις δυνατότερες φύσεις, αυτούς δηλαδή, που είναι πιο πεπειραμένοι στον πνευματικό πόλεμο. Ο εχθρός σου τον παρουσιάζει, επειδή βλέπει ότι οι αγώνες σου φθάνουν σ’ ένα τέλος, ότι ετοιμάζεται για σένα στον ουρανό μια ανταμοιβή και θέλει να σε χτυπήσει και να σε ρίξει κάτω μ’ ένα δυνατό τίναγμα και να σου στερήσει έτσι τον στέφανο.

Έχει καταστρέψει πολλούς με την απόγνωση. Να είσαι δυνατή και ανδρεία, να πολεμάς τις μηχανορραφίες του εχθρού. Μην παραδίδεσαι. Να σηκώνεις αυτόν τον σταυρό με ταπείνωση και αντοχή. Να θεωρείς ότι αυτός ο πειρασμός σου παρουσιάζεται, για να μεγαλώσει την ταπεινοφροσύνη σου και ο Κύριος θα σε βοηθήσει. Αυτός που έχει θεμελιωμένη την ψυχή του πάνω σε βράχο, δεν θα κλονισθεί από τους ανέμους των πειρασμών του εχθρού, καμιά καταιγίδα δεν είναι αρκετά δυνατή να συγκλονίσει τα θεμέλια. Εκείνος όμως, που το σπίτι της ψυχής του είναι χτισμένο στην άμμο, η ψυχή, που δεν έχει σαν θεμέλιό της την Πέτρα Χριστό, εύκολα καταστρέφεται ακόμη και με μια μικρή μπόρα.

Την πνευματική κλίμακα να την ανεβαίνεις, όχι να την κατεβαίνεις. Να ανυψώνεσαι στο πνεύμα και στον νου. Κλήθηκες, για να οδηγήσεις το μικρό σου ποίμνιο των παρθένων, που τις έχει διαλέξει ο Θεός, για ν’ ακολουθήσουν την μοναχική ζωή. Αυτό το έργο να μην το θεωρείς κατώτερο ή μικρότερο από τις αρετές εκείνες και τα ασκητικά επιτεύγματα, που θα μπορούσες να επιτύχεις με την ησυχία προσπαθώντας να σώσεις μόνο την ψυχή σου.

Τώρα δεν έχεις ειρήνη, επειδή υπηρετείς τον πλησίον σου. Οι αγώνες σου τώρα είναι οι φροντίδες και οι θλίψεις. Είναι φροντίδες και θλίψεις μαρτύρων, γιατί εσύ σταυρώνεσαι για όλους, για χάρη της αγάπης του Θεού και του πλησίον σου. Τι θα μπορούσε να είναι υψηλότερο;»

Τι θα πει να είσαι άνθρωπος της Εκκλησίας; «Να τι θα πει, με απλά λόγια: Βλέπεις ένα φτωχό που ζητά ελεημοσύνη; Αναγνώρισε σ’ αυτόν τον αδελφό σου, και ελέησέ τον με την πεποίθηση ότι στο πρόσωπό του βλέπεις τον ίδιο τον Χριστό.

Σε επισκέπτεται ένας άνθρωπος, γνωστός ή και άγνωστος; Δέξου τον πάλι όπως θα δεχόσουν τον Κύριο, αν σου χτυπούσε την πόρτα. Αγκάλιασέ τον με την αγάπη σου, φιλοξένησέ τον με χαρά και συζήτησε μαζί του πνευματικά θέματα.»

Για την σχέση με τους αγνώστους: «Τον κάθε άνθρωπο που σε πλησιάζει, να τον δέχεσαι με καλοσύνη και με χαρούμενη διάθεση, ακόμη κι αν είναι ένας επαίτης ή μια πτωχή γυναίκα. Εσωτερικά να ταπεινώνεσαι μπροστά σε όλους, θεωρώντας τον εαυτό σου κατώτερο από όλους, διότι εσύ τοποθετήθηκες από τον ίδιο τον Χριστό να είσαι υπηρέτης όλων. Οι αδελφοί σου είναι μέλη Του, ακόμη κι αν, όπως εσύ, φέρουν επάνω τους τα τραύματα των παραπτωμάτων».

Οι δύο όψεις της εγκόσμιας ζωής: «Υπάρχει μια αληθινή, πραγματική ζωή και μια φαινομενική, ψεύτικη ζωή. Το να ζεις για να τρως, να πίνεις, να ντύνεσαι, για να απολαμβάνεις και να γίνεσαι πλούσιος, το να ζεις γενικά για εγκόσμιες χαρές και φροντίδες, αυτό είναι μια φαντασία.

Το να ζεις όμως για να ευχαριστείς τον Θεό και τους άλλους, για να προσεύχεσαι και να εργάζεσαι με κάθε τρόπο για την σωτηρία των ψυχών τους, αυτή είναι πραγματική ζωή. Ο πρώτος τρόπος ζωής είναι ακατάπαυτος πνευματικός θάνατος. Ο δεύτερος είναι ακατάπαυτη ζωή του πνεύματος.»

Για τις αμαρτίες – πάθη των παιδιών: «Μην παραμελείτε να ξεριζώνετε από τις καρδιές των παιδιών τα ζιζάνια της αμαρτίας, τους ακαθάρτους, κακούς και βλάσφημους λογισμούς, τις αμαρτωλές συνήθειες, κλίσεις και πάθη. Ο εχθρός και η αμαρτωλή σάρκα δε λείπουν ούτε από τα παιδιά. Τα σπέρματα όλων των αμαρτιών υπάρχουν και σε αυτά.

Δείξτε τους όλους τους κινδύνους της αμαρτίας στο δρόμο της ζωής. Μην κρύβετε τις αμαρτίες απ’ αυτά, μήπως από άγνοια ή έλλειψη ευφυΐας αποκτήσουν κακές συνήθειες και εμπαθείς ροπές, οι οποίες γίνονται όλο και πιο ισχυρές και δίνουν τους καρπούς τους όταν τα παιδιά φθάσουν σε ώριμη ηλικία.»

Υλικός κόσμος: «Στον υλικό κόσμο υπάρχουν πολλά που αντιστοιχούν στο πνευματικό κόσμο. Διότι ο υλικός κόσμος είναι δημιούργημα του Πνεύματος και ο Δημιουργός δεν μπορούσε παρά να σφραγίσει με την εικόνα Του το δημιούργημα…

Ο κόσμος σαν δημιούργημα του ζώντος και πανσόφου Θεού είναι γεμάτος ζωή. Παντού και σε κάθε τι υπάρχει ζωή και σοφία. Σε όλα τα ορατά διακρίνουμε την έκφραση της σκέψεως. Όχι μόνο στο σύνολο, αλλά και σε κάθε μέρος. Ο υλικός κόσμος είναι ένα συναρπαστικό βιβλίο, από το οποίο μπορούμε να διδαχθούμε τη γνώση του Θεού, όπως από την Αγ. Γραφή, όχι όμως τόσο καθαρά όπως απ’ αυτή».

http://imverias.blogspot.gr/2013/04/blog-post_5.html#more

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η γνησιότητά μας ως χριστιανών

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Απριλίου, 2013

1413π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Είναι φανερό πως η κρίση που διέρχεται ο τόπος μας δεν είναι μόνο οικονομική. Τα διάφορα προσωπικά και συλλογικά προβλήματα που παρουσιάζονται θέτουν εύλογα ερωτήματα για την παρουσία τού Θεού στη ζωή μας. Ενδιαφέρεται τελικά ή αδιαφορεί;

Νομίζω ότι οι διάφορες κρίσεις γίνονται δοκιμασίες που ξεκαθαρίζουν το ουσιαστικό από το περιττό, το γνήσιο από το κίβδηλο. Κι ακόμα, δίνεται η δυνατότητα να δούμε – κι αν θέλουμε να ζήσουμε – το Ευαγγέλιο του Χριστού από την πραγματική του θεώρηση κι όχι όπως νομίζουμε με βάση την εκκοσμικευμένη χριστιανική μας ζωή.

Ο Χριστός, στην επί του Όρους ομιλία Του, είπε ότι το πρώτο που χρειάζεται, ως μαθητές Του, να κάνουμε είναι να επιζητούμε τη Βασιλεία Του και τότε όλα τα αναγκαία για την επιβίωσή μας θα ακολουθήσουν. Μίλησε ακόμα για το αταίριαστο του άγχους με την πίστη, της σχέσης του Θεού με το χρήμα, του επίγειου με τον ουράνιο θησαυρό.

Η αναστάτωση που παρατηρείται, ακόμα και σε «ανθρώπους της Εκκλησίας», δεν είναι τόσο για το παρόν όσο για το αύριο. Στην πραγματικότητα απουσιάζει το ασκητικό πνεύμα, όπου ο χριστιανός, ως μαθητής του Εσταυρωμένου, ξέρει εμπειρικά ότι πορεύεται «την τεθλιμμένην του βίου οδόν» κι ότι «ουδείς ανήλθεν εις τον ουρανόν μετ’ ανέσεως».

Από τη μια η προσκόλληση της καρδίας στα υλικά κι όχι στο Χριστό κι από την άλλη η απουσία της διάθεσης για άρση του όποιου σταυρού φέρνουν σύγχυση, ταραχή και αγωνία. Δεν είναι αυτό επακόλουθο;

Αλήθεια, πώς τόσοι μάρτυρες άντεχαν και δεν αρνούνταν το Χριστό; Πώς η πλειοψηφία των αγωνιστών της Ε.Ο.Κ.Α. αντιμετώπιζαν με θάρρος τα μαρτύρια των κατακτητών και τις ποικίλες κακουχίες; Πώς περνούν τους πόνους τόσοι συνάνθρωποί μας με τις διάφορες ασθένειες; Πώς βιώνεται τόσος ψυχικός πόνος τόσων ανθρώπων γύρω μας;

Θα μπορούσαμε ίσως να διαμαρτυρηθούμε στο Χριστό για τα τόσα βάσανα του κόσμου και να Του πούμε το πολύ λογικό και ανθρώπινο «ΓΙΑΤΙ;». Όμως ο δικός μας Θεός πέρασε πόνο, ψυχικό και σωματικό, σταυρό οδυνηρό και θάνατο! Τι να του πούμε, όταν είναι η ζωή Του όπως εμάς;

Διανύοντας τη Μ. Σαρακοστή που οδηγεί στη Μ. Εβδομάδα των παθών του Κυρίου, μπορούμε να συμπορευτούμε με τον ανθρώπινο πόνο «όπου γης». Να κατεβούμε στην άβυσσο του εαυτού μας, του φίλαυτου και άπιστου, που αστόχησε και παραστράτησε, ώστε να ποθήσουμε την άλλη ζωή, τη ζωή των αγίων. Τότε, τα όποια προβλήματα, δικά μας ή των άλλων, θα τα βλέπουμε μέσα από το Σταυρό του Χριστού που προαναγγέλλει Ανάσταση.

Ο Χριστός μας υποσχέθηκε Βασιλεία αιώνιο και ασάλευτη, αν σηκώσουμε το δυό μας σταυρό. Μας βεβαίωσε ότι δεν θα μας εγκαταλείψει, αν Τον ακολουθήσουμε έως τέλους, ούτε θα στερηθούμε τα αναγκαία. Εμείς καλούμαστε να εναρμονίσουμε τη ζωή μας με τη δική Του κι όχι Αυτός με τη δική μας. Αυτός είναι ο Κύριος και Θεός μας, ο Νικητής του θανάτου.

isagiastriados.com

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο άγιος Νικήτας, Πολιούχος των Σερρών

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Απριλίου, 2013

AgiosNikitas01Παναγιώτη Ι. Σκαλτσή

Καθηγητή Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Η Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης εξέδωσε πρόσφατα το βίο και τον παρακλητικό κανόνα του πολιούχου των Σερρών ιερομάρτυρος αγίου Νικήτα. Την καλαίσθητη αυτή έκδοση προλογίζει ο Σεβ. Μητροπολίτης μας κ. Θεολόγος, ευχόμενος η χάρη του αναστάντος Κυρίου, με τις ολόθερμες ευχές του αγίου Νικήτα, «να είναι πάντοτε μαζί μέ όσους κοπίασαν γι’ αυτήν την έκδοση και μέ αυτούς που θα διαβάσουν το βιβλίο αυτό».

Στο πρώτο κεφάλαιο του νέου βιβλίου γίνεται λόγος γενικά για τους μάρτυρες και νεομάρτυρες. Επισημαίνεται το ότι οι άγιοι μάρτυρες έκαμαν προσωπικό τους βίωμα το μυστήριο του Σταύρου, η Εκκλησία είναι φυτώριο μαρτύρων και αγίων, και οι νεομάρτυρες κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας αναζωπύρωσαν τη φλόγα της θρησκευτικής και της εθνικής συνείδησης των υποδούλων Ελλήνων.

Στο δεύτερο κεφάλαιο αναπτύσσεται το συναξάρι του αγίου νεομάρτυρα Νικήτα. Μνημονεύεται η εκ της Ηπείρου καταγωγή του, ο ενάρετος βίος του, η έλευσή του στις Σέρρες μετά από μακροχρόνια πνευματική άσκηση στο Άγιον Όρος, και το σεπτό του μαρτύριο μετά από άρνησή του να προδώσει την πίστη του.

Το τρίτο κεφάλαιο εξετάζει πιο αναλυτικά την πορεία του αγίου Νικήτα προς το μαρτύριο. Γίνεται αναφορά στην κατά τις αρχές της Μ. Εβδομάδος του 1808 μετάβασή του από το εν Σέρραις Μοναστήρι της Λιόκαλης στο Ναό του Αγίου Γεωργίου Κρυονερίτη, στον προαύλιο χώρο του τζαμιού Αχμέτ πασα, στο περιστατικό με το χωλό νεαρό μουσουλμάνο στον όποιον υπέδειξε την πίστη στο Χριστό ως δυνατότητα θεραπείας του, στην εξαιτίας αυτού του γεγονότος σύλληψή του, στη δίκη του, στις υποσχέσεις των Τούρκων για να τον ελευθερώσουν, στη μαρτυρία της πίστεως και την υπομονή του αγίου από τα φρικτά βασανιστήρια, και τέλος στη φυλάκισή του και τον δι’ απαγχονισμού μαρτυρικό του θάνατο το βράδυ του Μ. Σαββάτου, 4 Απριλίου του 1808.

Στο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο δίδονται σχετικές με την τιμή του αγίου Νικήτα πληροφορίες. Η πρώτη πληροφορία σχετίζεται με την ανακομιδή των λειψάνων του αγίου που έγινε σε άγνωστο χρόνο. Στη συνέχεια μνημονεύεται η πρωτοβουλία του μακαριστού Μητροπολίτου Σερρών και Νιγρίτης κυρού Κωνσταντίνου Καρδαμένη (1967-1984) για την εκ της Σκήτης της Αγίας Άννης προσφορά τμήματος λειψάνου του αγίου που σήμερα φυλάσσεται στον ομόνυμο Ναό του. Γίνεται ακόμη λόγος για την από το μακαριστό Μητροπολίτη της τοπικής μας Εκκλησίας κυρό Μάξιμο θεμελίωση, κατά το έτος 1996, του Ναού του ιερομάρτυρος Νικήτα, η ολοκλήρωση του οποίου έγινε χάρη στην ποιμαντική φροντίδα και το φιλάγιο πνεύμα του νύν Σεβ. Μητροπολίτου κ. Θεολόγου. Μνημονεύεται επίσης η ημέρα μνήμης του αγίου ενδόξου ιερομάρτυρος Νικήτα του Νέου, ο οποίος από το έτος 1987 τιμάται την Κυριακή του Αντίπασχα (του Θωμά), με επίκεντρο το νεόδμητο και μεγαλοπρεπή Ναό του.

Στο τέλος του βιβλίου αυτού το οποίο διανθίζεται με εικόνες του αγίου Νικήτα, δημοσιεύεται ο παρακλητικός κανών του ιερομάρτυρος που είναι ποίημα του μακαριστού υμνογράφου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας κυρού Γερασίμου Μικραγιαννανίτου. Τα κείμενα του βιβλίου είναι του Σεβ. Μητροπολίτου μας, ενώ για την επιμέλεια της εκδόσεως εργάσθηκε ο κ. Χαρ. Βουρουτζίδης.

Πηγή: Διμηνιαίο περιοδικό, Ιεράς Μητροπόλεως Σερρών και Νιγρίτης «ο Άγιος Νικήτας», έτος ΚΓ΄, τεύχος 242, Μάϊος-Ιούνιος 2012.

vatopaidi

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Περί μετανοίας († Γέροντας Άνθιμος Αγιαννανίτης)

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Απριλίου, 2013

anthimos_agiannanitisΗ μετάνοια είναι ανακαίνιση του Βαπτίσματος.

Γι’ αυτό ο άνθρωπος, όπως στο Βάπτισμα δίνει υποσχέσεις ο ίδιος ή ο ανάδοχός του, έτσι και στην μετάνοια, αφού ομολογεί τα σφάλματά του, δίνει και υπόσχεση να μην τα πράξει πάλι.

Η άπειρη ευσπλαχνία του Θεού μας έδωσε το μυστήριο αυτό της μετανοίας και της διαγραφής των πονηρών σφαλμάτων μας, για να σωθούμε και να κοινωνήσουμε της ατελεύτητης μακαριότητος.

Η μετάνοια μας καθαρίζει και μας κάνει πάλι αναμάρτητους. Λευκαίνει τον ρυπωμένο χιτώνα της ψυχής μας και μας ενδύει χιτώνα αφθαρσίας.

Είναι νέα συνθήκη με τον Θεό και γι’ αυτό λέει: «Ο βαπτισθείς και πιστεύσας σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται» (Μαρκ. ιστ’, 16). Μετά, αυτός που σφάλλει σε κάτι και μετανοήσει καθαρίζεται από τον ρύπο του, συγχωρούνται τα σφάλματά του και σώζεται. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο παράδειγμα από την όσια Μαρία την Αιγυπτία.

Αυτή πολλά έσφαλε, η σάρκα της γίνηκε δοχείο ηδονής, οδήγησε στην απώλεια πλήθος φιλήδονων ανδρών, αλλά με τη μετάνοια ανέβηκε όλη την κλίμακα των αρετών. Υπερέβη σε αρετή και αυτούς τους Αγγέλους.

Η οσία Μαρία πετούσε με σώμα σαν άϋλη πάνω από τον Ιορδάνη ποταμό. Έφθασε σε μέτρα αγιότητος, που έφριξαν οι Άγγελοι, τρόμαξαν οι δαίμονες και θαύμασαν και θαυμάζουν οι άνθρωποι. Γι’ αυτό την έχουμε παράδειγμα πρακτικής μετάνοιας.

Όσο και να σφάλλουμε, μετανοούμε και δικαιωνόμαστε με την χάρη του Θεού. Εμείς βάζουμε την μετάνοια, ο Θεός την χάρη. Μας ανακαινίζει, μας καθαρίζει, μας σώζει, σύμφωνα με το άπειρο έλεός Του. Αυτός άλλωστε ήταν και ο σκοπός της ενανθρωπήσεως Του. Μας το είπε: «Ουκ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. θ’. 13).

Η μετάνοια είναι πολύ εύκολη. Επαφίεται στην προαίρεση του άνθρωπου.Η οσία Μαρία στα Ιεροσόλυμα δεν μπορούσε να μπεί μέσα στον ναό, Κάποια δύναμη την απωθούσε. Αμέσως κατάλαβε τα σφάλματά της, ήλθε σε επίγνωση, μεταμελήθηκε, έπεσε στα γόνατα, έκλαυσε και έβαλε και μεσίτρια και εγγυήτρια για την μετάνοιά της την Κυρία Θεοτόκο. Σηκώθηκε τότε, εισήλθε στο ναό, προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό και μετά πορεύθηκε στην ζωή της μετανοίας, της αδιάλειπτης ασκήσεως. Εμείς οι άνθρωποι πρέπει να συνέλθουμε, να έλθουμε σε επίγνωση και να σκεφθούμε ότι είμαστεγή και σποδός. Έρχεται στιγμή, που η ψυχή χωρίζεται από το υλικό σώμα και ο φόβος αύτού του εννοουμένου θανάτου τρομάζει τους ανθρώπους και τους οδηγεί σε μετάνοια. Μετά από αυτήν ακολουθεί η εξομολόγηση. Ο Πανάγαθος Θεός δεν έβαλε Αγγέλους να δέχονται τα σφάλματα των ανθρώπων. Έβαλε ομοιπαθείς ανθρώπους κατά διαδοχή, τους επισκόπους και τους ιερείς, οι οποίοι είναι διάδοχοι των Αποστόλων. Οι Απόστολοι του Χριστού έλαβαν όλη την εξουσία, καθώς τους είπε: «Καθώς απέσταλκέ με ο Πατήρ, κάγώ πέμπω υμάς»(Ιω. κ’ 21) και, αφού τους εμφύσησε, συνέχισε: «Λάβετε Πνεύμα άγιον. Αν τίνων αφήτε τάς αμαρτίας, αφίενται αυτοίς· αν τίνων κρατήτε, κεκράτηνται» (Ιω. κ’. 21-23). Την εξουσίαν αυτήν της αφέσεως των αμαρτιών οι άγιοι Απόστολοι παρέδωσαν στους διαδόχους τους και αυτοί στην συνέχεια την παραδίδουν στους Ορθοδόξους εξομολόγους ιερείς και θα την παραδίδουν μέχρι την συντέλεια των αιώνων.

Η προαίρεση του ανθρώπου που αναφέραμε είναι δύναμη και της ψυχής που δεσπόζει του σώματος και του σώματος που ακολουθεί την ψυχή. Γι’ αυτό και η ψυχή και το σώμα άμα σφάλλουν, θα καταδικασθούν στην αιώνια κόλαση. Στο σύμβολο της πίστεώς μας λέμε ότι προσδοκούμε ανάσταση νεκρών, όπου οι αμαρτωλοί θα πορευθούν στο πύρ το αιώνιο, το «ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού»(Ματθ. κε’, 42) και οι δίκαιοι θα κληρονομήσουν την «ητοιμασμένην βασιλείαν από καταβολής κόσμου» (Ματθ. κε’, 34). Δεν χωρούν, λοιπόν, προφάσεις· όπου θέλουμε πηγαίνουμε. Είτε στην ατελεύτητη χαρά και ζωή, είτε στην αιώνια θλίψη και κόλαση. Η προαίρεση συναρτάται με την κρίση που διαθέτει ο άνθρωπος. Όλοι οι άνθρωποι είναι όντα λογικά. Η λογική γεννά κρίση και η κρίση γέννα το συμφέρον του καθενός, Προαίρεση έχουν όλοι· και αυτά τα νήπια έχουν προαίρεση. Γι’ αυτό, όταν βλέπουν τους γονείς τους, τρέχουν με χαρά κοντά του, ενώ όταν βλέπουν άγνωστους, φεύγουν και κλαίουν.

Πηγή: Διμηνιαίο περιοδικό «Μοναχική Έκφραση», τ. 49, Ιερά Μονής Αγίου Νεκταρίου, Τρίκορφο Δωρίδος, Ιούνιος-Ιούλιος-Αύγουστος 2012.

vatopaidi

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Ορθόδοξος Ναός:η ιστορία του και τα μέρη που έχει.

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Απριλίου, 2013

Ο ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΟΣ ΝΑ­ΟΣ

(Η ιστορία του)

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α συ­νή­θως συ­να­θροί­ζε­ται μέ­σα στό Να­ό, ἕνα κτίσμα κα­τάλ­λη­λα δι­α­μορ­φω­μέ­νο μέ πνευ­μα­τι­κούς συμ­βο­λι­σμούς γιά νά βο­η­θοῦν­ται οἱ πι­στοί στήν πνευ­μα­τι­κή τους πο­ρεί­α. Γιά τό να­ό καί τό πε­ρι­ε­χό­με­νό του, θά ἀ­να­φερ­θοῦ­με στή συ­νέ­χεια.

῾Ο Θε­ός, σί­γου­ρα δέν ἔ­χει ἀ­νά­γκη ἀ­πό Να­ούς καί οἰ­κο­δο­μές, ἀλ­λά  ὁ ἄν­θρω­ποςἔ­χει ἀ­νά­γκη νά ἔ­χει να­ούς γι­ά νά ἐκ­δη­λώ­νει στό χῶ­ρο αὐ­τό τή λα­τρεί­α πρός τό Δη­μιουρ­γό του καί νά εὐ­χα­ρι­στεῖ τόν Δω­ρε­ο­δό­τη του. Στό χῶ­ρο τοῦ Ναοῦ μα­ζεύ­ε­ται ἡ χρι­στι­α­νι­κή σύ­να­ξη γι­ά νά ἀ­να­πέμ­ψει στό Θε­ό προ­σευ­χές δο­ξο­λο­γί­ας καίεὐ­χα­ρι­στί­ας γι­ά τίς τό­σες εὐ­ερ­γε­σί­ες πού ἀ­πο­λαμ­βά­νει. Μέ­σα στό να­ό ἡ Ἐκ­κλη­σί­α θά συ­νε­χί­σει τήν ἀ­ναί­μα­χτη Θυ­σί­α τοῦ Υἱ­οῦ πρός τό Πα­τέ­ρα. Μέ­σα στό να­ό εἶ­ναι πού τε­λοῦν­ται τά Μυ­στή­ρια πού μᾶς ἁ­γιά­ζουν καί μᾶς κα­θα­ρί­ζουν καί μᾶςἑ­νώ­νουν μέ τόν Πλά­στη μας.

Τό κτί­σι­μο τέ­τοι­ου οἰ­κο­δο­μή­μα­τος καί  τῆς  ἀ­φι­ερώ­σε­ώς του στό Θε­ό, ἔ­χει τήν ἀρ­χή του ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή τοῦ βα­σι­λι­ά Σο­λο­μών­τα.῾Ο βα­σι­λι­άς αὐ­τός, γι­ός τοῦ Δαυ­ΐδ, ἔ­κτι­σε ἕ­να με­γα­λο­πρε­πή Να­ό καί τόν ἀ­φι­έ­ρω­σε στόν ῞Υ­ψι­στο. Αὐ­τόὅ­πως φα­ί­νε­ται ἄ­ρε­σε στό Θε­ό. Καί αὐ­τό βγα­ί­νει ἀ­πό τήν ἀ­πάν­τη­ση τοῦ Θε­οῦπρός τό πα­τέ­ρα τοῦ Σο­λο­μών­τα, τό βα­σι­λιά Δαυ­ΐδ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ζή­τη­σε νά κτί­σει να­ό στό Θε­ό. Λέ­γει ὁ Σο­λο­μών· ῾« Καί εἶ­πεν Κύ­ριος πρός τόν πα­τέ­ρα μου, ἀν­θ᾿ ὧνἦλ­θεν ἐ­πί τήν καρ­δί­αν σου τοῦ οἰ­κο­δο­μῆ­σαι οἶ­κον τῷ  ὀ­νό­μα­τί μου, κα­λῶς ἐ­πο­ί­η­σας ὅ­τι ἐ­γε­νή­θη ἐ­πί τήν καρ­δί­αν σου»( Γ.Βασ.8, 18). Τό῾῾κα­λῶς ἐ­πο­ί­η­σας᾿᾿ μαρ­τυ­ρεῖ τήν εὐ­α­ρέ­σκειαν τοῦ Κυ­ρί­ου στήν ἀ­πό­φα­ση τοῦ Δαυ­ΐδ νά ἀ­νε­γεί­ρει να­όστόν Κύ­ρι­ο. ῞Ο­μως δέν τοῦ ἐ­πἐ­τρε­ψεν ὁ Θε­ός γι­α­τί, ἦ­ταν ᾿᾿ ἄν­δρας αἱ­μά­των᾿᾿ καίτό ἔρ­γο ἔ­φε­ρε εἰς πέ­ρας ὁ γι­ός του ὁ Σο­λο­μών. Προ­σευ­χό­με­νος ὁ Σο­λο­μών στόΘε­ό, γι­ά τό ἔρ­γο αὐ­τό, ἔ­λε­γε· « Κύ­ρι­ε, ἐ­σέ­να πού δέ χω­ρεῖ ὁ οὐ­ρα­νός θά σέ χω­ρέ­σει ὁ να­ός αὐ­τός; κι᾿ ὅ­μως πα­ρά τήν ἀ­πει­ρό­τη­τά σου καί τή με­γα­λω­σύ­νη σου, ρί­ξε σέ πα­ρα­κα­λῶ βλέμ­μα σπλα­χνι­κό στήν προ­σευ­χή μου, καί ἄς εἶ­ναι οἱ ὀ­φθαλ­μοίσου στραμ­μέ­νοι πρός τό να­ό τοῦ­το καί ὅ­σοι προ­σεύ­χο­νται σ᾿  αὐ­τόν καί ζη­τοῦν τή βο­ή­θει­ά σου θά εἰ­σα­κού­εις σ᾿ αὐ­τούς καί θά τούς συγ­χω­ρεῖς…καί ἵ­λε­ως ἔ­σῃκαί δώ­σεις ἀν­δρί κα­τά τήν καρ­δί­αν αὐ­τοῦ».

Με­τά τήν προ­σευ­χή αὐ­τή ἀ­πα­ντᾶ ὁ Θε­ός. «Πε­ποί­η­κα κα­τά πᾶ­σαν τήν προ­σευ­χή σου, ἡ­γί­α­κα τόν οἶ­κον τοῦ­τον, ὅν  ὠ­κο­δό­μη­σας τοῦ θέ­σθαι τό ὄ­νο­μά μου ἐ­κεῖ εἰς τόν αἰ­ῶ­να, καί ἔ­σον­ται οἱ ὀ­φθαλ­μοί μου ἐ­κεῖ καί ἡ καρ­δί­α μου πά­σας τάςἡ­μέ­ρας» (Γ. Βα­σιλ. 9,3). Δη­λα­δή ἱ­κα­νο­πο­ί­η­σα ὅ­λα τά αἰ­τή­μα­τά σου καί ἁ­γί­α­σα τό να­ό πού ἔ­κτι­σες στό ὄ­νο­μά μου, καί σ᾿ αὐ­τόν θά εἶ­ναι πάν­το­τε στραμ­μέ­νοι πάν­το­τε οἱ ὀ­φθαλ­μοί μου καί ἠ καρ­δί­α μου.

Πρῶ­το, λοι­πόν, με­γα­λο­πρε­πές οἰ­κο­δό­μη­μα γι­ά τή λα­τρε­ί­α τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦΘε­οῦ, ἦ­ταν ὁ να­ός πού ἔ­κτι­σε ὁ σο­φός Σο­λο­μών· ἐ­κεῖ πή­γαι­ναν οἱ ᾿Ι­ου­δαῖ­οι καίλά­τρευ­αν τό Θε­ό, ἐ­κεῖ σύ­χνα­ζε καί ῾Ο Χρι­στός καί οἱ μα­θη­τές του καί ἐ­προ­σε­ύ­χον­το.( Πράξ. 3, 1). ῾Ο με­γα­λο­πρε­πής αὐ­τός να­ός κα­τα­στρά­φη­κε τό 40 μ.Χ. ἀ­πότο­ύς Ρω­μα­ί­ους, ἕ­νε­κα τοῦ με­γά­λου ἐγ­κλή­μα­τος πού δι­έ­πρα­ξαν οἱ ῾Ε­βραῖ­οι ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Χρι­στοῦ.

Με­τά τήν ῾Α­νά­λη­ψη τοῦ Κυ­ρί­ου στο­ύς οὐ­ρα­νο­ύς, οἱ ἀ­πό­στο­λοι καί οἱ νέ­οι μα­θη­ταί τοῦ Κυ­ρί­ου, ἐ­μα­ζε­ύ­ον­ταν σέ εἰ­δι­κο­ύς χώ­ρους καί τε­λοῦ­σαν τήν θε­ί­αν Εὐ­χα­ρι­στί­α. Οἱ χῶ­ροι αὐ­τοί λέ­γον­ταν ῾῾Εὐ­κτή­ριοι οἶ­κοι᾿᾿ σπί­τια προ­σευ­χῆς.῞Ε­νας τέ­τοι­ος τό­πος ἦ­ταν καί τό ῾Υ­περ­ρῶ­ο στήν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. ᾿Αρ­γό­τε­ρα ἐ­πει­δή πλή­θαι­ναν οἱ χρι­στια­νοί ἀ­να­ζή­τη­σαν πι­ό εὑ­ρύ­χω­ρο μέ­ρος καί κα­τάλ­λη­λα δι­α­ρυθ­μι­σμέ­νο γι­ά νά τε­λοῦν τή θε­ί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α· το­ύς χώ­ρους αὐ­το­ύς το­ύς ὀ­νό­μα­ζαν Να­ο­ύς. Τέ­τοι­οι Να­οί ὐ­πῆρ­χαν ἐ­πί Δι­ο­κλη­τια­νοῦ, ἀλ­λά το­ύς κα­τέ­στρε­ψε ὁ εἰ­δω­λο­λά­τρης αὐ­το­κρά­το­ρας μέ το­ύς δι­ωγ­μο­ύς πού ἐ­ξα­πέ­λυ­σε ἐ­ναν­τί­ον τῶν χρι­στια­νῶν.

Φαί­νε­ται ὅ­τι οἱ Να­οί αὐ­τοί προ­ῆλ­θαν ἀ­πό τά ῾῾Μαρ­τύ­ρια᾿­᾿. Τά Μαρ­τύ­ρια ἦ­ταν μι­κρά οἰ­κο­δο­μή­μα­τα πού ἔ­κτι­ζαν οἱ χρι­στια­νοί πά­νω στο­ύς τά­φους τῶν μαρ­τύ­ρων καί τά ὁ­ποῖ­α στίς τρεῖς πλευ­ρές εἶ­χαν ἀ­ψῖ­δες. Κά­τω ἀ­πό τίς ἀ­ψῖ­δες αὐ­τές μα­ζεύ­ο­νταν οἱ  χριστι­α­νοί κά­θε ἐ­πέ­τει­ο τοῦ θα­νά­του τοῦ Μάρ­τυ­ρα καί τελοῦ­σαν τή θ. Λει­τουρ­γί­α. Μέ τόν και­ρόν αὐ­τές οἱ ἀ­ψῖ­δες ἐ­ξε­λή­χθη­σαν σέ με­γα­λο­πρε­πεῖς Να­ούς.

῞Ο­πως ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἱ­στο­ρι­κά, ἡ πλά­κα τοῦ τά­φου τοῦ Μάρ­τυ­ρα χρη­σι­μο­ποι­ό­ταν σάν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα, πού τε­λοῦ­σαν τή Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α τήν ἡ­μέ­ρα τῆς γι­ορ­τῆς τοῦ Μάρ­τυ­ρα.  Τό γε­γο­γο­νός αὐ­τό ἐ­πη­ρέ­α­σε πο­λύ τή μελ­λο­ντι­κή πο­ρεί­α τοῦΝαοῦ καί τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας.

Τό μι­σό δεύ­τε­ρο τοῦ 4ου αἰ­ώ­να, οἱ χρι­στι­α­νοί με­τέ­φε­ραν τά λεί­ψα­να τῶν Μαρ­τύ­ρων στίς πό­λεις καί ἔ­κτι­ζαν με­γα­λο­πρε­πεῖς Να­ούς καί το­πο­θε­τοῦ­σαν τά λεί­ψα­να κά­τω ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα. Γι­’ αὐ­τό συ­νε­χί­ζε­ται μέ­χρι σή­με­ρα ὁ κα­θα­για­σμός καί τά ἐγ­καί­νια τοῦ Να­οῦ μέ τήν το­πο­θέ­τη­ση στήν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα λεί­ψα­ναἉ­γί­ων. Τό­σο ὁ Μ. Κων­σταν­τῖ­νος ὄ­σο καί ὁ Ἰ­ου­στι­νια­νός, ἀ­νέ­λα­βαν δρᾶ­ση γι­ά τήν ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση πα­λαι­ῶν καί νέ­ων Μαρ­τυ­ρί­ων – Να­ῶν.. Τό ἔρ­γο αὐ­τό τό συ­νέ­χι­σαν καί ἄλ­λοι χρι­στια­νοί αὐ­το­κρά­το­ρες, μέ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τό με­γα­λο­πρε­πήΝα­ό τῆς ῾Α­γί­ας Σο­φί­ας στήν Κων­σταν­τι­νο­ύ­πο­λη, πού ἔ­κτι­σε ὁ ᾿Ι­ου­στι­νια­νός καί καυ­χώ­με­νος εἶ­πε «νε­νί­κη­κά σε Σο­λο­μών». ῞Ε­κτο­τε πέ­ρα­σαν οἱ Να­οί σέ δι­ά­φο­ρους ρυθ­μο­ύς καί σχή­μα­τα τά ὁ­ποῖ­α δέν θά ἀ­να­φέ­ρου­με ἐ­δῶ.

Κά­θε Να­ός πού κτι­ζό­ταν ἁ­φι­ε­ρω­νό­ταν εἴ­τε στό ὄ­νο­μα τῆς ῾Α­γί­ας Τρι­ά­δος, εἴ­τε τῆς Θε­ο­τό­κου, εἴ­τε στό ὄ­νο­μα κά­ποι­ου ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρα. Θά πρέ­πει νά ποῦ­με ὅ­τι κά­θε Να­ός ἐγ­και­νι­ά­ζε­ται καί ἁ­γι­ά­ζε­ται ἀ­πό τόν ἐ­πί­σκο­πο δι­ά τοῦ ῾Α­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος καί κα­τά τήν τε­λε­τήν τῶν ᾿Εγ­και­νί­ων πού τε­λεῖ­ται μέ ἀ­γρυ­πνί­α, χρε­ί­ε­ται ἐσ­σω­τε­ρι­κά μέ ἅ­γιο Μῦ­ρο καί στήν ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα το­πο­θε­τοῦν­ται λε­ί­ψα­να ἁ­γί­ων.

ΤΑ ΔΙ­Α­ΦΟ­ΡΑ ΜΕ­ΡΗ ΤΟΥ ΝΑ­ΟΥ

Στήν τε­λι­κή του μορ­φή ὁ  ὀρ­θό­δο­ξος Να­ός δι­α­κρί­θη­κε σέ τρί­α μέ­ρη. Τό νάρ­θη­κα ἤ πρό­να­ο, τόν κυ­ρί­ως Να­ό καί τό ἱ­ε­ρό Βῆ­μα.

Νάρ­θη­κας ἤ πρό­να­ος λέ­γε­ται τό πρός τά δυ­τι­κά μέ­ρος τοῦ Ναοῦ, ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ον ἄλ­λο­τε οἱ κα­τη­χο­ύ­με­νοι πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν τό πρῶ­το μέ­ρος τῆς θε­ί­ας Λει­τουρ­γί­ας τήν λε­γο­μέ­νην λει­τουρ­γί­α τῶν Κα­τη­χου­μέ­νων. Στό μέ­ρος αὐ­τό τοῦ Ναοῦἐ­τε­λοῦν­το καί δι­ά­φο­ρες τε­λε­τές καί ἀ­κου­λου­θί­ες.

῾Ο κυ­ρί­ως Να­ός· Στόν  κυ­ρί­ως Να­ό δι­α­κρί­νου­με, Τά στα­σί­δια, τόν ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κὀ θρό­νο, τόν ἄμ­βω­να, τά ἀ­να­λό­για, τό σο­λέ­α ἤ σο­λεῖ­ον, τό εἰ­κο­νο­στά­σι ἤ τέμ­πλο.

Τά στα­σί­δια, εἶ­ναι τά ξύ­λι­να κα­θί­σμα­τα γι­ά νά ξε­κου­ρά­ζουν το­ύς πι­στο­ύς κα­τά τίς με­γά­λες ἀ­κο­λου­θί­ες καί στίς στιγ­μές πού ἐ­πι­τρέ­πε­ται τό κά­θι­σμα. ᾿Ε­δῶ θά πρέ­πει νά ἐ­πι­ση­μά­νου­με ὅ­τι δέν εἶ­ναι σω­στό νά ἀ­να­γράφο­νται ὀ­νό­μα­τα στά στα­σί­δι­α καί νά τά δι­εκ­δι­κοῦν οἰ δω­ρη­τές, γι­α­τί ὅ,τι δω­ρη­θεῖ στήν ᾿Εκ­κ­λη­σί­α εἶ­ναι κοι­νό, χά­νει τή ἰ­δι­ο­κτη­σί­α του, ἀ­νή­κει στήν ᾿Εκ­κ­λη­σί­α.

῾Ο ἀρ­χι­ε­ρα­τι­κός θρό­νος, βρί­σκε­ται στά δε­ξιά τοῦ εἰ­σερ­χο­μέ­νου στόν κυ­ρί­ως Να­ό καί εἶ­ναι το­πο­θε­τη­μέ­νος ἐ­πά­νω στό σο­λέ­α. Ἀρ­χι­κά ἦ­ταν στή μέ­ση τοῦΝαοῦ. Στό θρό­νο αὐ­τό, στέ­κει ὁ ἐ­πί­σκο­πος ὅ­ταν χο­ρο­στα­τεῖ. Στό θρό­νο, εἶ­ναι το­πο­θε­τη­μέ­νη καί ἡ εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ ἐ­πει­δή Αὐ­τός εἶ­ναι ἡ κε­φα­λή τῆς ᾿Εκ­κλη­σί­ας. ῾Ο ἀρ­χι­ε­ρέ­ας εἶ­ναι ὁ ἀν­τι­πρό­σω­πος τοῦ Κυ­ρί­ου καί με­τέ­χει στήν ῾Ι­ε­ρω­σύ­νη τοῦ Χρι­στοῦ καί εἶ­ναι ἡ ὁ­ρα­τή κε­φα­λή τῆς ᾿Εκ­κλη­σί­ας. Γι᾿ αὐ­τό λέ­γει καί ὁ ἅ­γιος᾿Ι­γνά­τιος ὁ θε­ο­φό­ρος, « ὅ­που ἐ­πί­σκο­πος ἐ­κεῖ καί ἡ ᾿Εκ­κλη­σία»­.

῾Ο ἄμ­βω­νας, βρί­σκε­ται ἀ­ρι­στε­ρά ἀ­πέ­ναν­τι τοῦ Δε­σπο­τι­κοῦ θρό­νου στη­ρί­ζε­ται δέ, σέ μι­ά ἀ­πό τίς κο­λῶ­νες τοῦ Ναοῦ. Πῆ­ρε κι᾿ αὐ­τός δι­ά­φο­ρες μορ­φές καίσή­με­ρα ἀ­κό­μα βλέ­που­με δι­α­φο­ρο­ποι­ή­σεις. ᾿Α­πό τόν ἄμ­βω­να στά χρό­νια τῶν Κα­τη­χου­μέ­νων, ὁ δι­ά­κο­νος ἀ­πάγ­γε­λε τά εἰ­ρη­νι­κά καί δι­έ­τασ­σε το­ύς Κα­τη­χο­ύ­με­νους νά ἀ­πέλ­θουν. Καί ἡ αὐ­το­κρα­το­ρι­κή στέ­ψη ἐ­γί­νε­το στόν ἄμ­βω­να ὅ­που ὁΠα­τρι­άρ­χης ἔ­χρι­ε σταυ­ρο­ει­δῶς μέ Μῦ­ρο τόν αὐ­το­κρά­το­ρα. Σή­με­ρα ἀ­πό τόν ἄμ­βω­να δι­α­βά­ζε­ται τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο καί κά­πο­τε γί­νε­ται τό κή­ρυ­γμα τοῦ θεί­ου λό­γου.

Τά ἀ­να­λό­γι­α, εἶ­να τά ξύ­λι­να βή­μα­τα πού βλέπου­με δε­ξι­ά καί ἀ­ρι­στε­ρά τῶν χο­ρῶν τῶν ψαλ­τῶν. Στά πα­λι­ά χρό­νι­α πού ἔ­ψαλ­λεν ὁ λα­ός ἧ­ταν στό κέ­ντρο τοῦΝαοῦ μέ τόν ἄμ­βω­να. Ὅ­ταν ὅ­μως ἐ­πε­κρά­τη­σε ἡ ἀ­ντι­φω­νι­κή ψαλ­μω­δί­α πού χώ­ρι­σε τούς ψάλ­τες σέ χο­ρούς, ἐ­το­ποθε­τή­θη­σαν δύ­ο ἀ­να­λό­γι­α, ἕ­να σέ κά­θε χο­ρό ὅ­πως τά βλέ­που­με σή­με­ρα, γι­ά χρή­ση τῶν ψαλ­τῶν.

Σο­λέ­ας, εἶ­ναι ὁ χῶ­ρος με­τα­ξύ τοῦ τέ­μπλου καί τοῦ θρό­νου τοῦ ἀρ­χι­ε­ρέ­α τόνὁ­ποῖ­ο βλέ­που­με χω­ρι­σμέ­νο μέ κι­γκλί­δω­μα σέ πολ­λούς Να­ούς.

Τό εἰ­κο­νο­στά­σι, εἶ­ναι τό σκα­λι­στό ξύ­λι­νο δι­άφρα­γμα πού χω­ρί­ζει τό ἅ­γι­ο Βῆ­μα ἀ­πό τόν κυ­ρί­ως Να­ό. Αὐ­τό σάν ἄλ­λο τεῖ­χος κα­λύ­πτει τά τε­λού­με­να ἐ­ντός τού Ἱε­ροῦ Βή­μα­τος ἐ­νῶ στρέ­φει πρός το­ύς πι­στο­ύς τίς εἰ­κό­νες του, τά ὁ­ρα­τά ση­μεῖ­α τῶν ἀ­ο­ρά­των πραγ­μά­των. Πα­λιά τό τέμ­πλο δέν εἶ­χε τήν ἴ­δια μορ­φή· ἤ­ταν ἕ­να χα­μη­λό κιγ­κλί­δω­μα πού χώ­ρι­ζε τόν κυ­ρί­ως Να­ό ἀ­πό τό Ἱ­ε­ρό Βῆ­μα. Τή ση­με­ρι­νή του μορ­φή τήν πῆ­ρε με­τά τόν θρί­αμ­βο τῆς ᾿Εκ­κλη­σί­ας ἐ­πί τῶν εἰ­κο­νο­μά­χων. Στή μέ­ση τοῦ τέμ­πλου βλέ­που­με τήν ῾Ω­ρα­ί­α Πύ­λη, βλέ­πο­ντας πρός τό τέ­μπλο καίδε­ξι­ά μας εἶ­ναι το­πο­θε­τη­μέ­νη μι­ά με­γά­λη εἰ­κό­να τοῦ Βα­σι­λέ­α Χρι­στοῦ καί στ᾿ἀ­ρι­στε­ρά μας εἶ­ναι το­πο­θε­τη­μέ­νη με­γά­λη εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας μας καί στή συ­νέ­χει­α βλέ­που­με με­γά­λες εἰ­κό­νες τοῦ Προ­δρό­μου, τοῦ ᾿Ι­ωάν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου καίἄλ­λες. Στίς δύ­ο ἄ­κρες τοῦ τέ­μπλου βρί­σκο­νται δύ­ο μι­κρές θύ­ρες πού  ἔ­χουν ζω­γρα­φι­σμέ­νους, ἡ μι­ά τόν ᾿Αρ­χάγ­γε­λο Μι­χα­ήλ καί ἡ ἄλ­λη τόν Γα­βρι­ήλ, σάν ἄλ­λους φρου­ρούς νά ἐ­μπο­δί­ζουν αὐ­τούς πού μπαί­νουν στό ἱ­ε­ρό. Ψη­λά στό τέ­μπλο εἶ­ναι το­πο­θε­τη­μέ­νες μι­κρές εἰ­κό­νες συ­νή­θως ἀ­πό τό δω­δε­κα­όρ­τι­ον τῆς ᾿Εκ­κ­λη­σί­ας. Πι­ό ψη­λά δε­σπό­ζει ὁ ᾿Ε­σταυ­ρω­μέ­νος Κύ­ρι­ος καί δί­πλα Του ἡ Παρ­θέ­νος καίΜη­τέ­ρα Του Μα­ρί­α καί ὁ ᾿Ι­ωάν­νης ὁ Θε­ο­λό­γος. ᾿Ε­πί­σης ἀ­πό ψη­λά κρέ­μο­νται ἀ­ση­μέ­νι­α κα­ντή­λι­α πρός τι­μή τῶν εἰ­κο­νι­ζο­μέ­νων ἀλ­λά καί νά φω­τί­ζουν τό χῶ­ροὅ­πως πα­λι­ά στό να­ό τοῦ Σο­λο­μῶ­ντος οἱ χρυ­σές λυ­χνί­ες.( Α. Βα­σιλ. 7, 9).

Τό ῞Α­γιο Βῆ­μα, εἶ­ναι τό πι­ό μι­κρό ἀλ­λά καί τό ἱ­ε­ρό­τε­ρο μέ­ρος, εἶ­ναι ἡ ψυ­χήτοῦ να­οῦ. Εἶ­ναι τά «῞Α­για τῶν ῾Α­γί­ων» για­τί ἐ­δῶ ἁ­γι­ά­ζον­ται τά τί­μια δῶ­ρα καίμε­τα­βάλ­λον­ται σέ Σῶ­μα καί Αἷ­μα Χρι­στοῦ. Πά­νω στήν ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα βρί­σκε­ται πάν­το­τε το σῶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου μέ­σα στό ἀρ­το­φό­ριο.

Στόν ἱ­ε­ρό αὐ­τό χῶ­ρο δι­α­κρί­νου­με, τήν ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα, καί τήν ἱ­ε­ρή Πρό­θε­ση,ἤ Προ­σκο­μι­δή. ῎Αλ­λο­τε ὐ­πῆρ­χαν τό Σύν­θρο­νο καί τό σκευ­ο­φυ­λά­κι­ο, ἀλ­λά σή­με­ραἐ­ξέ­λει­παν.

Η ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα, εἶ­ναι το­πο­θε­τη­μέ­νη στό μέ­σον τοῦ χώ­ρου καί κα­τα­σκευ­ά­ζε­ται ἀ­πό ξύ­λο σκα­λι­στό ἤ μάρ­μα­ρο. ῾Η ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα εἶ­ναι ὁ Γολ­γο­θᾶς, τό Θυ­σι­α­στή­ριον πά­νω στό ὁ­ποῖ­ον ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται σέ κά­θε Λει­τουρ­γί­α ἡ ἀ­να­ί­μα­κτη θυ­σί­α τοῦ Κυ­ρί­ου. Κα­τά τή Με­γά­λη Εἴ­σο­δο τά τί­μια δῶ­ρα πού συμ­βο­λί­ζουν τόν Χρι­στό, με­τα­φέ­ρον­ται στήν ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα γι­ά νά ἐ­πι­τε­λε­σθεῖ τό Μυ­στή­ριο τῆς Θε­ί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας, γι­ά νά  θρέ­ψει καί νά ἁ­γι­ά­σει τίς ψυ­χές πού συμ­με­τέ­χουν καί με­τα­λαμ­βά­νουν ἀ­πό τήν Θυ­σί­αν αὐ­τήν. ᾿Ε­πά­νω στήν ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα καί μέ­σα στό ἀρ­το­φό­ριο, φυ­λά­γε­ται ὁ­λό­χρο­να τό Σῶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου γι­ά νά με­τα­λαμ­βά­νουν οἱ πι­στοί σέ ἔ­κτα­κτες ἀ­νάγ­κες. Εἶ­ναι λοι­πόν ἡ ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα, Θυ­σι­α­στή­ριον, Γολ­γο­θᾶς, μυ­στι­κή, ἤ πνευ­μα­τι­κή Τρά­πε­ζα.

῾Η ῾Ι­ε­ρή Πρό­θε­ση. Μπα­ί­νον­τας στό Να­ό τή βλέ­που­με στά ἀ­ρι­στε­ρά· εἶ­ναιἕ­να κο­ί­λω­μα μέ­σα στόν τοῖ­χο καί εἶ­ναι σάν μι­ά μι­κρή Τρά­πε­ζα στήν ὁ­ποῖ­α με­τα­φέ­ρον­ται οἱ προ­σφο­ρές, ὁ ἄρ­τος καί ὁ οἷ­νος πού ξε­χω­ρί­στη­καν γι­ά τή θ. Λει­τουρ­γί­α. Γι­ά τά ὅ­σα γί­νον­ται ἐ­δῶ ἀ­να­φερόμαστε σέ εἰ­δι­κό μέ­ρος.

Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Να­ός καί ὅ­σα ὑ­πάρ­χουν σ᾿ αὐ­τόν καί εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­α γι­ά τόἔρ­γο τῆς λα­τρε­ί­ας μας. Θά πρέ­πει νά το­νι­σθεῖ ἐ­δῶ, ὅ­τι ὁ Να­ός εἶ­ναι καί οἶ­κος Θε­οῦ, ἔ­τσι τόν θε­ω­ροῦ­με καί σή­με­ραû  εἶ­ναι δέ γι­ά μᾶς χῶ­ρος ἱ­ε­ρός. Ἡ πίστη αὐτή προ­έρ­χε­ται ἀ­πό τή δι­α­βε­βαί­ω­ση πού ἔ­δω­σεν ὁ Θε­ός στόν Σο­λο­μῶ­ντα…῾«καί ἔ­σο­νται οἱ ὀ­φθαλ­μοί μου ἐ­κεῖ καί ἡ καρ­δί­α μου πᾶ­σας τάς ἡ­μέ­ρας» (Γ. Βα­σιλ. 9,3). Βε­βαι­ώ­νει ὁ Θε­ός, ὅ­τι στό μέ­ρος πού θά λα­τρεύ­ε­ται τό ὄ­νο­μά Του, ἐ­κεῖθά εἶ­ναι ἐ­στραμ­μέ­νη ἡ προ­σο­χή Του καί θά ἐκ­δη­λώ­νε­ται ἡ πα­ρου­σί­α Του.

῾Ο Συ­με­ών Θεσ­σα­λο­νί­κης, λέ­γει γι­ά τό θέ­μα αὐ­τό τά ἑ­ξῆς· «Ο να­ός λοι­πόν,ἄν καί συ­ντε­θει­μέ­νος ἀ­πό ἄ­ψυ­χον ὕ­λην, εἶ­ναι ὅ­μως οἶ­κος Θε­οῦ, ἐ­πει­δή ἁ­γι­ά­ζε­ται δι­ά τῆς Θεί­ας χά­ρι­τος­μέ τάς εὐ­χάς τάς ἱ­ε­ρα­τι­κάς καί δέν εἶ­ναι πλέ­ον κα­θώς οἱἄλ­λοι οἶ­κοι, ἀλ­λά ἁ­φι­ε­ρω­μέ­νος εἶ­ναι ἐ­πί γῆς εἰς τόν Θε­όν καί πλου­τεῖ τήν χά­ριν του νά ἔ­χει ἔ­νοι­κον αὐ­τόν τόν Θε­όν καί τήν δό­ξαν του ἐν αὐ­τῷ καί τήν χά­ριν…βλέ­πο­μεν προ­φα­νέ­στα­τα ὅ­τι θεῖ­αι ὅ­ντως δυ­νά­μεις ἐ­νερ­γοῦ­νται εἰς τούς να­ούς καί ἐμ­φά­νει­αι ἀγ­γέ­λων καί ἁ­γί­ων καί θαύ­μα­τα τε­λοῦ­νται καί ζη­τή­μα­τα δί­δο­νται καί ἱ­ά­μα­τα χα­ρί­ζο­νται.῞Ο­που εἶ­ναι λοι­πόν τοῦ Θε­οῦ ὁ­νο­μα­σί­α καί ἐ­πί­κλη­σις τοῦ ποι­η­τοῦ τοῦ πα­ντός… ἐ­κεῖ ὁ­λα ἅ­γι­α καί ὅ­λα ἐ­νερ­γοῦν καί σώ­ζουν δι­άτῆς ἐν ἑ­αυ­τοῖς χά­ρι­τος».

Πρα­γμα­τι­κά ὁ Να­ός μας εἶ­ναι οἶ­κος Θε­οῦ καί τό­πος ἁ­γι­α­σμά­τος τῆς δό­ξας Του καί πη­γή πολ­λῶν δω­ρε­ῶν στόν πι­στό πού εἰ­σέρ­χε­ται σ᾿ αὐ­τόν μέ ἐ­πί­γνω­ση.᾿Ε­δῶ κα­θα­ρί­ζε­ται δι­ά τοῦ Βα­πτί­σμα­τος καί ἁ­γι­ά­ζε­ται δι᾿ ὅ­λων τῶν Μυ­στη­ρί­ων καί ἀ­θα­να­το­ποι­εῖ­ται καί σώ­ζε­ται. Ἀλλά καί ἀπό τό χῶρο αὐτό πέμπεται στήν ἄλλη ζωή.

῾Ο προ­φή­της καί βα­σι­λι­άς Δαυ­ΐδ τι­μοῦ­σε πο­λύ τό να­ό, ὅ­ταν ἔ­λε­γε· ῾῾ Κύ­ρι­ε, ἡ­γά­πη­σα εὐ­πρέ­πει­αν οἴ­κου σου καί τό­πον σκη­νώ­μα­τος δό­ξης σου᾿᾿( Ψαλ.25,28). Καί ὁ ἱ­ε­ρέ­ας πα­ρα­κα­λεῖ, στήν ὀ­πι­σθάμ­βω­νον εὐ­χή· …ἁ­γί­α­σον Κύ­ρι­ε, τούς ἀ­γα­πῶ­ντας τήν εὐ­πρέ­πει­αν τοῦ οἴ­κου σου· καί ἀλ­λοῦ ψάλ­λο­μεν « ἅ­γι­ος ὁνα­ός σου θαυ­μα­στός ἐν δι­και­ο­σύ­νη».

῾Ο Να­ός, εἶ­ναι ὁ οὐ­ρα­νός στή γῆ. Μέ­σα στό Να­ό οἱ­ πι­στοί, ἀ­παλ­λα­γμέ­νοιἀ­πό τή γο­η­τεί­α τοῦ ἁ­μαρ­τω­λοῦ κό­σμου καί τή μέ­θη τῶν πα­θῶν καί ἐ­πι­θυ­μι­ῶν,ἔ­χουν μι­ά μό­νον ἐ­πι­θυ­μί­α, νά ἐ­πι­κοι­νω­νί­σουν μέ τόν Πλά­στη τους καί νά ζη­τή­σουν τή βο­ή­θει­α καί τήν εὐ­λο­γί­α Του.῾Ο πι­στός κα­τευ­θύ­νει τήν προ­σευ­χή του στό θρό­νο τῆς χά­ρι­τος γι­ά βρεῖ τό ἔ­λε­ος πού χρει­ά­ζε­ται καί τή βο­ή­θει­α τήν ἀ­κα­τα­μά­χη­τη. Καί τό σπου­δαι­ό­τε­ρο ἔρ­χε­ται ὁ Θε­ός νά συ­να­ντη­θεῖ καί νά ἑ­νω­θεῖμέ τόν ἄν­θρω­πο, νά ἀ­νυ­ψώ­σει τόν πε­σμέ­νο ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α ἄν­θρω­πο, ψη­λάστόν οὐ­ρα­νό νά τόν θε­ώ­σει. Δί­και­α λοι­πόν λέ­με ὁ­τι ὁ Να­ός εἶ­ναι καί θρό­νος Θε­οῦ καί ἁ­γι­α­στή­ρι­ο Κυ­ρί­ου.

Μέ­σα στό Να­ό οἱ εὐ­σε­βεῖς ψυ­χές βρί­σκον­ται στό σπί­τι τοῦ πα­τέ­ρα, αἰ­σθά­νον­ται τή χα­ρά τοῦ παι­διοῦ πού βρί­σκε­ται συ­νε­χῶς στήν πα­τρι­κή ἀγ­κά­λη, στόπα­τρι­κό σπί­τι. Μέ­σα στόν ᾿Ορ­θό­δο­ξο Να­ό οἱ πι­στοί προ­γε­ύ­ον­ται τή βα­σι­λε­ί­α τοῦ Θε­οῦ, πού ἀρ­χί­ζει ἀ­πό ἐ­δῶ καί ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται στό μέλ­λον­τα αἰ­ώ­να.

Κά­τω ἀ­πό το­ύς θό­λους τοῦ Να­οῦ συ­ναγ­μέ­νη ἡ ᾿Εκ­κλη­σί­α, τό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, φα­νε­ρώ­νει καί τή στε­νή σχέ­ση της μέ τή θρι­αμ­βε­ύ­ου­σα ᾿Εκ­-κλη­σί­α, μέ τάμνη­μό­συ­να καί τίς λει­τουρ­γεῖ­ες της.

᾿Α­κό­μα, ὁ Να­ός μέ τό σχῆ­μα του καί τό δι­ά­κο­σμό του, μέ τίς ἅ­γι­ες μορ­φές­τοῦ Χρι­στοῦ, τῆς Πα­να­γί­ας καί τῶν ἄλ­λων ἁ­γί­ων καί μ᾿ ὅ­σα τε­λοῦν­ται ἐν­τός του, τόν κά­νουν πραγ­μα­τι­κό οὐ­ρα­νόν καί θρό­νον τοῦ Θε­οῦ ἐ­πί τῆς γῆς.

Χαραλάμπους Νεοφύτου

Πρεσβυτέρου

ΟΔΗΓΟΣ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΜΕΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

http://imverias.blogspot.gr/2013/04/blog-post_6322.html#more

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Άθως· το Άγιον Όρος

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Απριλίου, 2013

ATHOS_009_E

Ο Άθως κατά την αρχαία ελληνική εποχή

Ο Άθως αναφέρεται από τον Όμηρο στην Ιλιάδα (Ξ. 219). 0 Ηρόδοτος αναφέρει τις εξής αρχαίες πόλεις στην περιοχή του Άθω: Σάνη, Ολόφυξος,Ακρόθωον, Θύσσος, Κλεωναί.[1] Ο Στράβων αναφέρει επιπλέον την πόλη Χαράδρια, ενώ ο Πλίνιος αρκετούς αιώνες αργότερα μνημονεύει την ύπαρξη των πόλεων Ουρανούπολις, Παλαιώτριον, Θύσσον, Κλέωνας και Απολλωνία.

Η εξακρίβωση της θέσης των πόλεων αυτών δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η Σάνη τοποθετείται από τους περισσοτέρους στη θέση Τρυπητή, δίπλα στη διώρυγα του Ξέρξη, το Δίον στον Πλατύ Γιαλό, στον κόλπο της Ακάνθου στην Ιερισσό, η Ολόφυξος στην ανατολική πλευρά της χερσονήσου, η Ακρόθωον κοντά στο ακρωτήριο του Άθω, η Θύσσος στην περιοχή των μονών Δοχειαρίου και Κωνσταμονίτου, και οι Κλεωνές κοντά στη μονή Ξηροποτάμου. Η Χαραδρία πιθανόν να βρισκόταν κοντά στη σημερινή μονή Βατοπεδίου.

Οι πόλειε αυτές κατοικούνταν κυρίως από Θράκες και Πελασγούς.[2] Όλες οι πόλεις υποτάχθηκαν στους Μακεδόνες επί της βασιλείας του Φιλίππου Β’.

Ο Άθως κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες

Σύμφωνα με την παράδοση, μια τρικυμία ανάγκασε την Παναγία, που ταξίδευε με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη για να συναντήσει τον Λάζαρο, να καταφύγει στη θέση της σημερινής μονής Ιβήρων. Η περιοχή της άρεσε ιδιαίτερα και ζήτησε από τον Χριστό να της δωρίσει τη χερσόνησο.

Δεν γνωρίζουμε ακριβώς πότε άρχισαν να εγκαθίστανται οι πρώτοι ασκητές στον Άθω.Πάντως φαίνεται ότι τον 8ο αι. θα πρέπει κάποιοι εικονολάτρες μοναχοί να κατέφυγαν στον Άθω, διότι στην Οικουμενική Σύνοδο του 843 έλαβαν μέρος ασκητές μοναχοί από τον βιθυνικό Όλυμπο, την Ιδη και τον Άθω. Επομένως, όχι μόνον θα πρέπει να είχαν εγκατασταθεί στον Άθω τα προηγούμενα χρόνια ασκητές μοναχοί, αλλά θα πρέπει να είχαν αποκτήσει μεγάλη φήμη για την αρετή τους και για τις θεολογικές τους απόψεις.

Στα τέλη του 9ου αι. υπήρχαν στη χερσόνησο του Άθω πολλοί ερημίτες, μικρές σκήτες και λαύρες, κυρίως στην περιοχή του Ισθμού. Μεταξύ των ερημιτών ξεχώρισαν οι μορφές του Πέτρου του Αθωνίτη και του Ευθυμίου Θεσσαλονίκης. Την ίδια εποχή(872), όπως αναφέρεται και σε σιγίλλιο του Βασιλείου Α’ που δεν σώθηκε, είχε ιδρυθεί η μονή Κολοβού κοντά στην Ιερισσό.

Το 911 η Έδρα του Πρώτου, η «Καθέδρα των Γερόντων», έχει μεταφερθεί από τη θέση της, κοντά στη διώρυγα του Ξέρξη, σε νέα θέση, στη «Μέση», όπως αποκαλούνταν τότε οι Καρυές. Η μετακίνηση αυτή πρέπει να οφείλεται στην αύξηση του αριθμού των μοναχών και στην επέκταση του μοναχισμού σε όλη τη χερσόνησο του Άθω. Η«Μέση» χρησίμευε ως τόπος κατοικίας του Πρώτου που εκλεγόταν από τους μοναχούς όλων των μοναστηριών και ήταν ο πνευματικός ιεράρχης. Πάντως, η κατάσταση του μοναχισμού στο α’ μισό του 9ου αι. δεν ήταν καλή. Οι περισσότεροι μοναχοί ακολουθούσαν ακόμη τους κανόνες του ερημιτισμού, έμεναν σε αυτοσχέδιες καλύβες,τρέφονταν με τους καρπούς αγρίων δένδρων και υπέφεραν από τις συχνές επιδρομές των πειρατών. Η κατάσταση αυτή άλλαξε με την άφιξη στο Άγιον Όρος του οσίου Αθανασίου του Αθωνίτη.

Όσιος Αθανάσιος Αθωνίτης

Ο Άγιος είχε γεννηθεί στην Τραπεζούντα του Πόντου από εύπορους γονείς. Εκάρη μοναχός και μόνασε επί τέσσερα χρόνια στη Βιθυνία της Μικράς Ασίας. Από εκεί έφυγε για να μονάσει στο Άγιον Όρος. Το 961, ύστερα από τη συνάντησή του με τον τότε πανίσχυρο στρατηγό και μετέπειτα αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά, άρχισε την ανέγερση της μονής της Μεγίστης Λαύρας, ενός μοναστηριού στο οποίο επρόκειτο να μονάσει στα γεράματά του και ο ίδιος ο Νικηφόρος Φωκάς.

Όμως,η μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα του Αθανασίου προκάλεσε την αντίδραση των περισσοτέρων ασκητών, που συσπειρώθηκαν γύρω από τον μοναχό Παύλο Ξηροποταμίτη,κατηγόρησαν τον όσιο Αθανάσιο στον αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή ότι αλλοιώνει το χαρακτήρα του Αγίου Όρους. Ο αυτοκράτορας ρύθμισε τις διαφορές με ένα αυτοκρατορικό χρυσόβουλλο, τον περίφημο «Τράγο», το παλαιότερο έγγραφο με αυτοκρατορική υπογραφή. Με το τυπικό αυτό ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο η δραστηριότητα του οσίου Αθανασίου. Μέχρι το θάνατό του, το 1000, ο Αθανάσιος όχι μόνον δημιούργησε το μεγάλο και επιβλητικό οικοδομικό συγκρότημα της Μεγίστης Λαύρας, αλλά εξασφάλισε επαρκή έσοδα για τη συντήρηση του μοναστηριού και έθεσε τις βάσεις για τον κοινοβιακό μοναχισμό.

Ο Άθως τον 11ο-15ο αι.

Τον11ο και 12ο αιώνα ο Άθως μεταβλήθηκε σε ένα από τα πιο σημαντικά μοναστικά κέντρα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ιδρύθηκαν πολλές μονές, ενώ οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες με χρυσόβουλα και σιγγίλια παραχώρησαν στις μονές πολλά προνόμια και μεγάλες γεωργικές εκτάσεις. Την ίδια εποχή που οι μοναστικές κοινότητες της Μικράς Ασίας εξαφανίζονταν λόγω των επιδρομών των Σελτζούκων Τούρκων, στον Άθω τα κοινόβια ανθούσαν, η έγγεια περιουσία τους αυξανόταν συνεχώς και ταυτόχρονα αυξανόταν η επιρροή τους, ενώ η παράδοση των ασκητών ερημιτών εξακολούθησε να παραμένει ζωντανή.

Η εγκατάσταση των Λατίνων στην Ελλάδα μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της Δ’ Σταυροφορίας προκάλεσε μεγάλα δεινά στα μοναστήρια του Άθω, σε σημείο που οι Αγιορείτες μοναχοί αναγκάστηκαν να ζητήσουν την προστασία του Πάπα Ιννοκέντιου Γ’. Και τα επόμενα χρόνια όμως, μετά την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο, οι Αγιορείτες υπέφεραν πολλά, διότι τάχθηκαν εναντίον της επιδιωκόμενης από τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες ένωσης των δυο εκκλησιών, καθολικής και ορθοδόξου.

Ο14ος αιώνας ήταν αιώνας διαρκών κινδύνων και ακμής για το Άγιον Όρος. Στην αρχή του αιώνα οι μισθοφόροι της Καταλανικής Εταιρείας επέδραμαν στο Άγιον Όρος επί δυο έτη (1307-1309), άλωσαν πολλές μονές, λεηλάτησαν τους θηααυρούς της Χριστιανοσύνης και τρομοκρατούσαν τους μοναχούς. Όμως στα μέσα του αιώνα η Μακεδονία πέρασε στην κυριαρχία του Σέρβου ηγεμόνα Στέφανου Δουσάν, ο οποίος επισκέφθηκε το Άγιον Όρος και ενίσχυσε οικονομικά πολλές μονές.

Το κίνημα του Ησυχασμού

Οι μοναχοί του Αγίου Όρους αποδέχθηκαν τον Ησυχασμό. Σύμφωνα με τον ιδρυτή της«Ησυχίας», Γρηγόριο Σιναΐτη, οι μοναχοί μπορούσαν να δουν το θαβώριο φως, αν ήταν ενάρετοι, δεν ασχολούνταν με τίποτε άλλο παρά μόνον με την προσευχή,καθισμένοι από το πρωί ως το βράδυ στο ίδιο μέρος, συγκεντρωμένοι να επαναλαμβάνουν νοερά την προσευχή «Κύριε, Ιησού Χριστέ ελέησόν με…». Η ελπίδα ότι με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να φθάσουν κοντά στο Θεό ήταν ίσως μια αντίδραση στους συνεχώς αυξανόμενους εξωτερικούς κινδύνους και στην κατάρρευση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Το κίνημα του Ησυχασμού δίχασε τη βυζαντινή κοινωνία. Ορισμένοι δέχθηκαν τον Ησυχασμό με φανατισμό, άλλοι αντέδρασαν βίαια, εξαιτίας κυρίως των υπερβολών στις οποίες προέβαιναν μερικοί ζηλωτές. Ο Ησυχασμός υποστηρίχθηκε κι από τους Βυζαντινούς αριστοκράτες και τελικά επικράτησε σε τρεις συνόδους (1341, 1347, 1351). Ο Γρηγόριος Παλαμάς, πρώην μοναχός στο Άγιον Όρος, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης και υπερασπιστής του Ησυχασμού, ανακηρύχθηκε άγιος, όπως και πολλοί άλλοι ηγέτες των ησυχαστών. Η προσπάθεια ταυ μοναχού Βαρλαάμ και του Βυζαντινού αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ’ να καταπολεμήσουν το κίνημα του Ησυχασμού και να περιορίσουν την εξάπλωσή του δεν είχε αποτέλεσμα, τουλάχιστον στο Άγιον Όρος.

Η οθωμανική κυριαρχία

Οι Οθωμανοί Τούρκοι εμφανίστηκαν στον Άθω για πρώτη φορά στα τέλη του 14ου αι.,ενώ στις αρχές του 15ου αι., το Άγιον Όρος έγινε μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι μοναχοί κατόρθωσαν να επιτύχουν τη διατήρηση των προνομίων τους,της διοικητικής αυτονομίας τους και της κτηματικής περιουσίας τους απότουςσουλτάνους Μουράτ Β’ και τουε επιγόνους του, όμως ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν ετήσιο κεφαλικό φόρο (χαράτσι), καθώς και έκτακτους πολύ υψηλους φόρους.

Όμως,παρά τις κατά καιρούς επίσημες εγγυήσεις των σουλτάνων, οι Οθωμανοί προσπάθησαν δύο φορές να δημεύσουν την ακίνητη περιουσία των μονών του Άθω. Την πρώτη, το1432/33, από τον σουλτάνο Μουράτ και τη δεύτερη, το 1568, από τον σουλτάνο Σελίμ Β΄. Οι Αγιορείτες και τις δυο φορές κατόρθωσαν να εξαγοράσουν τα κτήματά τους καταβάλονταςυψηλά ποσά.

Η αβεβαιότητα των καιρών και η υψηλή φορολογία μείωσαν τον αριθμό των μοναχών και οδήγησαν αρκετές μονές στην ερήμωση. Οι μοναχοί προτιμούσαν να μονάζουν σε κελιά και σε σκήτες και απέφευγαν τα μοναστήρια. Οι μονές αναγκάστηκαν να μετατραπούν από κοινοβιακές σε ιδιόρυθμες. Μια προσπάθεια που έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης στα τέλη του 18ου αι. να μετατραπούνοι μονές και πάλι σε κοινοβιακές δεν είχε διαρκή αποτελέσματα. Τον 16ο και το πρώτο μισό του 17ου αι., οι μονές βρίσκονταν σε πλήρη αδυναμία να συντηρήσουν τους μοναχούς και να αποπληρώσουν τα χρέη τους. Όμως, από το δεύτερο μισό του17ου αι., οι ηγούμενοι των μονών στράφηκαν προς τους ηγεμόνες της Ρωσίας, της Βλαχίας και της Μολδαβίας και εκείνοι άρχισαν να πραγματοποιούν μεγάλες δωρεές στις αγιορείτικες μονές.

Το Άγιον Όρος κατά τους νεότερους χρόνους

Οι δυο πρώτες δεκαετίες του 19ου αι. προοιώνιζαν μια νέα περίοδο ακμής για το Άγιον Όρος. Είχαν εξοφληθεί όλα σχεδόν τα χρέη των μονών, είχε αρχίσει η ανοικοδόμηση νέων κτιρίων και αρκετές μονές επανήλθαν στο κοινοβιακό σύστημα. Όμως,το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης, το 1821,έφερε νέες συμφορέςστο Άγιον Όρος.Πολλοί μοναχοί ξεσηκώθηκαν και έλαβαν μέρος στις πρώτες πολεμικές συγκρούσεις, χιλιάδες γυναικόπαιδα κατέφυγαν ωςπρόσφυγες στον Άθω και τουρκικά ένοπλα σώματα εισήλθαν στο Άγιον Όρος, επέβαλαν βαρύτατη φορολογία και εγκατέστησαν στρατιωτικές φρουρές σε κάποιες μονές.

Η λήξη της Ελληνικής επανάστασης έφερε και πάλι ηρεμία στο Άγιον Όρος και άρχισε να αυξάνεται ο αριθμός των μοναχών. Πολλοί από αυτούς μάλιστα,δεν ήταν Έλληνες, αλλά Βούλγαροι, Σέρβοι, Ρώσοι, Ρουμάνοι, κ.λ.π.. Μάλιστα,κάποιες σλαβικές χώρες, με πρώτη τη Ρωσία, είδαν το γεγονός αυτό ως ευκαιρία για επέκταση της επιρροής τους στην περιοχή. Παρείχαν μεγάλα ποσά για την ανοικοδόμηση των παλαιών μονών και για την ίδρυση νέων σκητών. Έτσι, η μονή Ζωγράφου τέθηκε υπό βουλγαρική επιρροή, η μονή Χιλανδαρίου υπό σερβική επιρροή και η μονή Αγίου Παντελεήμονος υπό ρωσική επιρροή. Επίσης, οι Βούλγαροι ίδρυσαν την κοινοβιακή σκήτη Μπογκορόντιτσα, οι Ρώσοι την κοινοβιακή σκήτη του Αγίου Ανδρέα και οι Ρουμάνοι την κοινοβιακή σκήτη του Τιμίου Προδρόμου.

Η οθωμανική κυριαρχία τερματίστηκε το 1912, όταν ξέσπασε ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος.Μια ελληνική ναυτική μοίρα αποβιβάστηκε στη Δάφνη και κατέλαβε την περιοχή.Τελικά, η συνθήκη τηςΛωζάνης αναγνώρισε ότι το Άγιον Όρος βρίσκεται υπό ελληνική κυριαρχία,αλλά «αποτελείαυτοδιοίκητον τμήμα του ελληνικούκράτους,του οποίου η κυριαρχία παραμένει άθικτος επ’αυτού».

Σημειώσεις:

1. Ηροδότου Ιστορία7,22

2. Θουκιδίδης Ιστορία4, 109, 4

Αντιγραφή από: artion magazine, Περιοδικό για τη ζωή, τη γνώση, την πνευματικότητα, Τεύχος 4ο, Δεκέμβριος2011, Καλαμαριά

vatopaidi

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ποιο είναι το έργο της Εκκλησίας;

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Απριλίου, 2013

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α τοῦ Θε­οῦ, ἀ­πλω­μέ­νη σ’ ὄ­λο τόν πλα­νή­τη μας ἔ­χει σπου­δαί­α ἀ­πο­στο­λή καί σπου­δαῖ­ο ἔρ­γο νά ἐ­πι­τε­λέ­σει. Γι’ αὐ­τό καί τό ἔρ­γο τῆς ᾿Εκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι πο­λύ­πλευ­ρο, κα­θο­λι­κό, για­τί ἀγ­κα­λι­ά­ζει ὅ­λο τόν κό­σμο, ὅ­λη τή δη­μι­ουρ­γί­α. Γι᾿αὐ­τό ἄλ­λω­στε ὀ­νο­μά­ζε­ται καί  Κα­θο­λι­κή.

Τό ἔρ­γο της ᾿Εκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι· α) ῾Α­γι­α­στι­κό καί λει­τουρ­γι­κό.  β΄) Δι­δα­κτι­κό. γ΄) Ποι­μαν­τι­κό. δ)῾Ι­ε­ρα­πο­στο­λι­κό, ε΄)Φι­λαν­θρω­πι­κό Γι᾿ αὐ­τά θά μι­λή­σου­με στή συ­νέ­χεια ὅ­σο πι­ό σύν­το­μα γί­νε­ται.

α) Α­γι­α­στι­κό – λει­τουρ­γι­κό: (λα­τρευ­τι­κό)˚  Πῶς ὅ­μως ἁ­γι­ά­ζει ἡ ᾿Εκ­κλη­σί­α;῾Α­γι­ά­ζω, ση­μα­ί­νει κα­θα­ρί­ζω, ἀ­παλ­λάσ­σω ἀ­πό τή βρω­μιά καί ξε­ω­ρί­ζω ἀ­κό­μα.. Καί ἡ ᾿Εκ­κλη­σί­α αὐ­τό κά­νει στά μέ­λη της. ᾿Α­παλ­λάσ­σει το­ύς πι­στο­ύς της ἀ­πότή λέ­ρα τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, μέ­σῳ τῶν Μυ­στη­ρί­ων της, στά ὁ­ποῖ­α ὁ Λυ­τρω­τής Χρι­στόςἐ­να­πέ­θε­σε τήν ἁ­γι­α­στι­κή, τήν κα­θαρ­τι­κή χά­ρη Του. ῞Ο ἴ­διος εἶ­ναι πού ἁ­γι­ά­ζει καί κα­θα­ρί­ζει δι­ά τοῦ Ἁ­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος τήν ᾿Εκ­κλη­σί­α γι­ά νά τήν῾῾ πα­ρα­στή­σει ἀ­μώ­μη­τη, χω­ρίς λέ­ρα ἤ ζα­ρω­μα­τιά, σάν νύμ­φη στό πλευ­ρό του ὅ­ταν θά γί­νουν οἱ γά­μοι Του  στά τέ­λη τῶν αἰ­ώ­νων. (Ἐ­φεσ. 5. 26,27.)

Θέ­λε­τε νά μά­θε­τε τόν τρό­πο τοῦ κα­θα­ρι­σμοῦ; Δι­ά τῶν Μυ­στη­ρί­ων, ὅ­πως ἔ­χου­με πεῖ· «τῷ  λου­τρῷ τοῦ ὕ­δα­τος ἐν ρή­μα­τι». (στό πι­ό πά­νω μέ­ρος)  Δη­λα­δή, μέτό λου­τρό τοῦ βα­πτί­σμα­τος, καί «ἐν ρή­μα­τι», μέ τό ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρός καί τοῦ Υἱ­οῦ καί τοῦ ῾Α­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος, ὅ­πως ἐ­ξη­γεῖ, ὁ Νι­κό­δη­μος ὁ ῾Α­γι­ο­ρε­ί­της.

Με­τά τό βά­πτι­σμα καί τό χρῖ­σμα τε­λει­ώ­νε­ται τό νέ­ο μέ­λος καί γί­νε­ται ἱ­κα­νό νά πα­ρευ­ρί­σκε­ται στήν τέ­λε­ση τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τῆς Θε­ί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας, πού εἶ­ναι τό Μυ­στή­ριο τῶν Μυ­στη­ρί­ων. πού εἶ­ναι τό κέν­τρο τῆς σω­τη­ρί­ας μας καί ὁ ἄ­ξο­νας πού πρέ­πει νά πε­ρι­φε­ρό­μα­στε. Μέ τό Μυ­στή­ριο αὐ­τό ζοῦ­με συ­νε­χῶς τήν  ἀ­να­πα­ρά­στα­ση τῆς Θυ­σί­ας τοῦ Θε­αν­θρώ­που Χρι­στοῦ, προ­σφέ­ρον­τάς την στόΘε­ό καί Πα­τέ­ρα καί αὐ­τό γί­νε­ται κατ᾿ ἐν­το­λή τοῦ ἰ­δί­ου τοῦ Κυ­ρί­ου. ῾Η συμ­με­το­χήτοῦ πι­στοῦ στό Μυ­στή­ριο αὐ­τό, τόν ἑ­νώ­νει μέ τό Χρι­στό καί μέ ὅ­λο τό πλή­ρω­μα τῆς ᾿Εκ­κλη­σί­ας· ἔ­τσι κα­τορ­θώ­νε­ται ἡ ἑ­νό­τη­τα καί ἡ κοι­νω­νί­α τῶν χρι­στια­νῶν πού εἶ­ναι αὐ­τό τό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ἡ κοι­νω­νί­α τῶν ἁ­γί­ων καί σε­σω­σμέ­νων ἀν­θρώ­πων. ῾Η Εκ­κλη­σί­α, συμ­βάλ­λει ἀ­κό­μα στόν ἁ­για­σμό τῶν πι­στῶν καί μέ τίς ἄλ­λες ἀ­κο­λου­θί­ες καί προ­σευ­χές της. ῾Αλ­λά καί τά προ­σβλη­μέ­να της τέ­κνα ἀ­πό κά­ποι­α ἁ­μαρ­τί­α τά θε­ρα­πε­ύ­ει, τά κα­θα­ρί­ζει καί τά ἐ­πα­να­φέ­ρει στήν κα­τά Θε­όζω­ή, μέ τό σω­τή­ριο Μυ­στή­ριο τῆς με­τά­νοι­ας καί τῆς ἐ­ξο­μο­λό­γη­σης καί τῆς θεί­ας Κοι­νω­νί­ας, ὅ­πως βε­βαι­ώ­νει καί ὁ ἠ­γα­πη­μέ­νος μα­θη­τής: «Τό αἶ­μα τοῦ Χρι­στοῦμᾶς κα­θα­ρί­ζει ἀ­πό κά­θε ἁ­μαρ­τί­α»(α΄Ἰ­ω­άν. α΄7.) Αὐ­τό, μέ λί­γα λό­για εἶ­ναι τό ἁ­γι­α­στι­κό – λει­τουρ­γι­κό ἔρ­γο τῆς ᾿Εκ­κλη­σί­ας.

Β΄)Δι­δα­κτι­κό: Κά­θε ἔρ­γο γιά νά γί­νει χρει­ά­ζε­ται ἐρ­γά­τες, γι’ αὐ­τό καί ὁ Κύ­ριος, κα­τά τόν Ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο, ὁ Θε­ός το­πο­θέ­τη­σε στήν ῾Εκ­κλη­σί­α, «πρῶ­τον Ἀ­πο­στό­λους, δεύ­τε­ρον προ­φῆ­τας, τρί­τον δι­δα­σκά­λους».῾Η ἐ­νέρ­γει­α αὐ­τή τοῦ Κυ­ρί­ουἀ­πο­σκο­πεῖ στό νά δι­δά­ξει καί νά κα­ταρ­τί­σει τά μέ­λη τῆς ᾿Εκ­κ­λη­σί­ας, στό νά γί­νουν ἱ­κα­νοί νά κα­τα­νο­ή­σουν τό σκο­πό καί τά μυ­στή­ρι­α τοῦ Θε­οῦ καί νά γί­νουνἕ­τοι­μοι γι­ά τόν ἁ­γι­α­σμό καί τήν ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη ἕ­νω­ση τους μέ τό Θε­αν­θρώ­πι­νο σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, τήν ᾿Εκ­κ­λη­σί­α.

Τῆς εἰ­σό­δου κά­θε μέ­λους στό σῶ­μα τῆς ᾿Εκ­κ­λη­σί­ας προ­η­γεῖ­ται ἡ δι­δα­σκα­λί­α καί ἡ κα­τή­χη­ση καί  ἀ­κο­λου­θεῖ ὁ ἁ­γι­α­σμός δι­ά τῶν Μυ­στηρί­ων.

γ) Ποι­μαν­τι­κό:Τό κυ­ρι­ώ­τε­ρο ἔρ­γο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι«ὁ κα­ταρ­τι­σμός τῶνἁ­γί­ων με­λῶν της». ῾Η ᾿Εκ­κλη­σί­α πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἀ­πό τό Εὐ­αγ­γέ­λιο σάν πο­ί­μνη μέ ποι­μέ­να τόν Κύ­ριο.( Ματ­θ. 26, 30. )

῾Ο κατ᾿ ἐ­ξο­χήν ποι­μέ­νας εἶ­ναι ὁ Χρι­στός, ὁ ᾿Αρ­χι­ποι­μέ­νας. Με­τά ὅ­μως τήν σω­μα­τι­κή Του ᾿Α­νά­λη­ψη, ἔ­δω­σε στήν ᾿Εκ­κλη­σί­α το­ύς ἀν­θρώ­πους ποι­μέ­νες καί δι­άτοῦ ῾Α­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος το­ύς κα­θι­στᾶ ἱ­κα­νο­ύς νά ποι­μέ­νουν νά κα­θο­δη­γοῦν τήν᾿Εκ­κλη­σί­α.( ᾿Ε­φεσ.4, 11,16)

῾Ο ἀ­πο­στο­λος Παῦ­λος ἐ­φι­στᾶ τήν προ­σο­χή τῶν ποι­μέ­νων, μέ τά ἑ­ξῆς λό­για· «προ­σέ­χε­τε οὐν ἑ­αυ­τοῖς καί πα­ντί τῷ ποι­μνί­ῳ ἐν ὧ ὑ­μᾶς τό Πνεῦ­μα τό ῞Α­γιον ἔ­θε­το ἐ­πι­σκό­πους, ποι­μέ­νειν τήν ᾿Εκ­κλη­σί­αν τοῦ Κυ­ρί­ου καί Θε­οῦ.­.­.» ( Πράξ, .20,28). Καί ὁ ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος πα­ραγ­γέ­λει σ᾿ αὐ­το­ύς πῶς νά ποι­μέ­νουν τήν ᾿Εκ­κλη­σί­α,«Ποι­μά­να­τε τό ἐν ὑ­μῖν πο­ί­μνιο τοῦ Θε­οῦ, ἐ­πι­σκο­ποῦν­τες μή ἀ­ναγ­κα­στι­κῶς, ἀλ­λ᾿ ἑ­κου­σί­ως, μη­δέ αἰ­σχρο­κερ­δῶς, ἀλ­λά προ­θύ­μως-­.­.­.» ( Α. Πέ­τρ. 5, 2,3). Δη­λα­δή νά ποι­μέ­νε­τε τό ποί­μνιο (τούς χρι­στια­νούς) πού σᾶς ἐμ­πι­στεύ­θη­κε ὁ Θε­ός, ὅ­πως αὐ­τός θέ­λει, δη­λα­δή μέ τή θέ­λη­σή σας, καί νά μήν τό νο­μί­ζε­τε ἀγ­γα­ρί­α˚  μέ προ­θυ­μί­α καί ὄ­χι γιά τά χρή­μα­τα. Μήν κα­τα­δυ­να­στεύ­ε­τε αὐ­τούς πού ποι­μέ­νε­τε, ἀλ­λά νά εἴ­σθε ὑ­πό­δειγ­μα στό ποί­μνιό σας

῞Ο­πως ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε τό ἔρ­γο τῆς δι­α­πο­ί­μαν­σης τῶν χρι­στια­νῶν εἶ­ναι βα­σι­κό καί σπου­δαῖ­ο ἔρ­γο τῶν ποι­μέ­νων, ἄλ­λά καί δύ­σκο­λο. Αὐ­τοί, οἱ ποι­μέ­νες ἔ­χουν τήν εὐ­θύ­νη γι­ά τόν κα­ταρ­τι­σμό τῶν ἐ­νο­ρι­τῶν τους γι­ά τίς ἀ­λή­θει­ες τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου καί τά ἀ­κρί­βεια τῶν  δογ­μά­των τῆς πί­στε­ως. Οἱ ποι­μέ­νες τῆς ᾿Εκ­κλη­σί­ας θά χει­ρα­γω­γή­σουν κά­θε πι­στό πῶς θά πο­λι­τε­ύ­ε­ται καί πῶς θά ζεῖ κα­τά Χρι­στόν, ἀ­κό­μα δέ  θά κα­θο­δη­γοῦν σω­στά τόν χρι­στια­νό καί γι­ά τά προ­βλή­μα­τα τῆς πα­ρο­ύ­σης ζω­ῆς σύμ­φω­να μέ τό φῶς τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου.

Οἱ σω­στοί ποι­μέ­νες ἀ­γρυ­πνοῦν γι­ά νά μήν ἐ­πι­τρέ­ψουν σέ κα­νέ­να προ­βα­τό­σχη­μο λύ­κο νά μπεῖ στήν μάν­δρα τοῦ Χρι­στοῦ. ῾Η ᾿Εκ­κλη­σί­α μέ τό ποι­μαν­τι­κότης ἔρ­γο, γί­νε­ται ἀφ᾿ ἑ­νός ὁ πνευ­μα­τι­κός τρο­φο­δό­της καί συν­τη­ρη­τής τῶν πι­στῶν καί ἀφ᾿ ἑ­τέ­ρου προ­στά­της καί ἀ­σπί­δα γι­ά τά μέ­λη της.

δ)­῾Ι­ε­ρα­πο­στο­λι­κό: ῾Η ᾿Εκ­κλη­σί­α, μέ τή σω­στή δι­δα­σκα­λί­α γί­νε­ται θερ­μο­κή­πιο ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς. ᾿Α­πό το­ύς κόλ­πους τῆς ᾿Εκ­κλη­σί­ας γε­νι­οῦν­ται τά νέ­α στε­λέ­χη πού θά δρά­σουν ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κά, νά με­τα­φέ­ρουν συ­νε­χῶς τό μή­νυ­μα τῆς  χα­ρᾶς καί τῆς ἐλ­πί­δας γι­ά σω­τη­ρί­α, τό­σο ἐν­τός ὅ­σο καί ἐ­κτός τῆς ᾿Εκ­κλη­σί­ας, στο­ύς ἡ­μέ­τε­ρους καί στο­ύς ξέ­νους. Νά με­τα­φέ­ρουν τό κή­ρυγ­μα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου σ᾿ ὅ­λους το­ύς ἀν­θρώ­πους κα­τά τήν ἐν­το­λή τοῦ Κυ­ρί­ου· «πο­ρευ­θέν­τες μα­θη­τε­ύ­σα­τε πάν­τα τά ἔ­θνη» (Λουκ. 24, 47)

Στίς Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων (ιγ΄. 2,4) Τό Ἅ­γιον Πνεῦ­μα, ζη­τά ἀ­πό τή σύ­να­ξη τῶν πι­στῶν νά τοῦ ξε­χω­ρί­σουν τόν Βαρ­νά­βα καί τόν Σαῦ­λο γιά τό ἔρ­γο πού τούς προ­ό­ρι­ζε, δη­λα­δή τῆς ἱ­ε­ρα­πο­στο­λῆς.

῾Η ῾Ι­ε­ρα­πο­στο­λή, εἶ­ναι κα­θῆ­κον καί ὑ­πο­χρέ­ω­ση καί ὁ­φει­λή τῆς ᾿Εκ­κλη­σί­ας καί ἀλ­λο­ί­μο­νο ἄν πα­ρα­με­λεῖ­ται.

ε΄.) Φιλανθρωπικό:Ἡ φι­λαν­θρω­πί­α εἶ­ναι ἀ­να­πό­σπα­στο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου τῆςἘκ­κλη­σί­ας καί τό ἀ­σκεῖ πάν­το­τε γιά ἀ­να­κού­φι­ση καί στή­ρι­ξη τῶν πτω­χῶν καίἀ­δυ­νά­των με­λῶν της Ὁ ἱ­δρυ­τής τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι ὁ κα­τ’ ἐ­ξο­χήν φι­λάν­θρω­πος. Πέ­ρα­σε τό σύν­το­μο βί­ο Του στή γῆ μας «εὐ­ερ­γε­τών καί ἰ­ώ­με­νος» τούς ἀν­θρώ­πους. Οἱ Ἀ­πό­στο­λοι συ­νέ­χι­σαν τή φι­λαν­θρω­πί­α ἀ­πό τά πρῶ­τα βή­μα­τα τῆςἘκ­κλη­σί­ας.(Πράξ. 2.44,47). Τρα­νό πα­ρά­δειγ­μα ἡ συ­νέ­χι­ση τῆς φι­λαν­θρω­πί­ας, ὉΜέ­γας Βα­σί­λει­ος μέ τή πε­ρί­φι­μη Βα­σι­λειά­δα του. Καί αὐ­τό συ­νε­χί­ζε­ται μέ­χρι καί σή­με­ρα μέ τίς «Φι­λό­πτω­χες Ἀ­δελ­φό­τη­τες» τῶν ἐ­νο­ρι­ῶν. Βλέ­που­με καί στίς κρί­σι­μες μέ­ρες μας  Τήν Ἐκ­κλη­σί­α μας νά προ­το­στα­τεῖ στό ἔρ­γο τῆς  φι­λαν­θρω­πί­ας ὅ­που ὑ­πάρ­χει ἀ­νάγ­κη, μέ τά συ­σί­τια πού ορ­γα­νώ­θη­καν παν­τοῦ στις ἐ­νο­ρί­ες. Τό φι­λαν­θρω­πι­κό της ἔρ­γο ἡ Ἐκ­κλη­σί­α θά τό συ­νε­χί­σει μέ­χρι τέ­λους, για­τί εἶ­ναι γνή­σια κό­ρη τοῦ ἐ­λε­ή­μο­νος Θε­οῦ.

από το βιβλίο: ΟΔΗΓΟΣ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΜΕΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

του π. Χαραλάμπους Νεοφύτου

http://imverias.blogspot.gr/2013/04/blog-post_2.html#more

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Από κάποιο κακό, κάτι καλύτερο θα βγει… (Γέροντας Παΐσιος Αγιορείτης)

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Απριλίου, 2013

Gerontas Paisios Agioreitis 231

Γέροντα, γιατί πολλοί άνθρωποι, ενώ πίστευαν, έχασαν τήν πίστη τους;

Αν δέν προσέχει κανείς στά θέματα της πίστεως καί της λατρείας, σιγά-σιγά ξεχνιέται καί μπορεί νά γίνη αναίσθητος, νά φθάση σέ σημείο νά μήν πιστεύη τίποτε.

Μερικοί, Γέροντα, λένε ὅτι ἡ πίστη τους κλονίζεται, ὅταν βλέπουν νά ὑποφέρουν καλοί ἄνθρωποι.

Ἀκόμη κι αν κάψη ο Θεός όλους τους καλούς, δεν πρέπει να βάλη κανείς αριστερό λογισμό, αλλά να σκεφθή πως ο Θεός ό,τι κάνει, από αγάπη το κάνει. Ξέρει ο Θεός πώς εργάζεται.
Για να επιτρέψη να συμβή κάποιο κακό, κάτι καλύτερο θα βγη.

Γέροντα, σήμερα ακόμη καί τά πιστά παιδιά αμφιταλαντεύονται, γιατί στά σχολεῖα υπάρχουν καθηγητές πού διδάσκουν τήν αθεΐα.

Γιατί να αμφιταλαντεύωνται; Ἡ Ἁγία Αἰκατερίνη δεκαεννιά χρονῶν ῆταν και διακόσιους φιλοσόφους τους αποστόμωσε με την κατά Θεόν γνώση και την σοφία της. Ακόμη και οι Προτεστάντες την έχουν προστάτιδα της επιστήμης.

Στα θέματα της πίστεως και στα θέματα της πατρίδος δεν χωράνε υποχωρήσεις∙ πρέπει να είναι κανείς αμετακίνητος, σταθερός.

Γέροντα, παλιά προσευχόμουν με πίστη στον Θεό και ό,τι ζητούσα μου το έκανε. Τώρα δεν έχω αυτήν την πίστη. Πού οφείλεται αυτό;

Στην κοσμική λογική που έχεις. Η κοσμική λογική κλονίζει την πίστη. «Εάν έχητε πίστιν και μη διακριθήτε, πάντα όσα εάν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε», είπε ο Κύριος. Όλη η βάση εκεί είναι. Στην πνευματική ζωή κινούμαστε στο θαύμα. Εάν συν δύο δεν κάνει πάντα τρία κάνει και πέντε χιλιάδες και ένα εκατομμύριο!

Χρειάζεται καλή διάθεση και φιλότιμο. Γιατί, αν ο άνθρωπος δεν έχη καλή διάθεση, τίποτε δεν καταλαβαίνει. Να, και για την Σταύρωση του Χριστού, τόσες λεπτομέρειες είχαν πει οι Προφήτες- μέχρι και τί θα κάνουν τα ιμάτιά Του, τί θα κάνουν τα χρήματα της προδοσίας, ότι θα αγοράσουν μ’ αυτά τον αγρό του Κεραμέως, για να θάβουν τους ξένους-, αλλά, οι Εβραίοι πάλι δεν καταλάβαιναν. «Ο δε παράνομος Ιούδας ουκ ηβουλήθη συνιέναι»…

Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Ε΄ ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ»

agioritikovima.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η αγία Παρασκευή η Επιβατηνή, η προστάτης αγία των Βαλκανίων

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Απριλίου, 2013

osia_paraskevi_nea_epivatini_856

Οσία Παρασκευή.

Το ευωδιαστό άνθος της ερήμου

«Θαυμαστός ο Θεός εν τοίς αγίοις αυτού», είναι ο λόγος του προφήτη του Θεού. Είναι θαυμαστός σ’ ολόκληρη την πλάση, θαυμαστός και σ’ όλα τ’ άλλα πλάσματα, υπέροχος στον άνθρωπο, ως τέλεια πλάση Του, αλλά είναι ο πλέον θαυμαστός από τους πλέον θαυμαστούς και κάλλιστους ανάμεσα στους υιούς του ανθρώπου – στους αγίους Του. Οι άγιοι του Θεού είναι ο πλέον ευλογημένος καρπός που γεννιέται στη γη, εγγύτατος και συγγενικότατος στον ίδιο τον Θεό, και ο Θεός τέτοιους καρπούς σ’ όλες τις εποχές χαρίζει στους ανθρώπους για να τους φωτίζουν και να τους ξεπροβοδίζουν προς τη σωτηρία από το σκοτάδι του κόσμου, που κείτεται στο κακό. Οι άγιοι είναι άνθρωποι που τελειοποίησαν τον εαυτό τους, μη θάβοντας στη γη τα δώρα που τους εμπιστεύθηκε ο Θεός. Με τις ασταμάτητες προσευχές τους και την εγρήγορσή τους, τα αύξησαν εργαζόμενοι σκληρά, τηρώντας το θέλημα του Θεού καθ’ όλα. Όπου εκλείπουν οι άγιοι του Θεού, εκλείπουν και οι πραγματικοί άνθρωποι. Όταν εκλείψει η αγιότητα τότε θα εκλείψει και κάθε ανθρωπιά.

Ο Θεός στην κάθε γενιά υψώνει και τοποθετεί «επί την λυχνίαν» τους άξιους φωστήρες Του, να φωτίζουν τη σωτηρία στους ανθρώπους, και κατά την επίγεια ζωή τους, αλλά ακόμα πιο δυνατά και επιτυχώς ύστερα απ’ αυτή. Έτσι και σ’ εμάς, τους ορθοδόξους των Βαλκανίων, πριν από δέκα αιώνες και πλέον, έστειλε την οσία μητέρα μας Παρασκευή – Πέτκα, ουράνιο άνθρωπο και επίγειο άγγελο. Αυτή τη θαυμάσια ευεργέτιδά τους δοξάζουν όλες οι χώρες και οι λαοί, στα Βαλκάνια και σ’ όλη την οικουμένη, οι οποίοι επέλεξαν να ζουν στη γη με τον ουρανό του Χριστού.

Περί αυτής της οσίας μητέρας, γενικά λίγα είναι γνωστά· οι λεπτομέρειες της γέννησής της, της παιδικής της ηλικίας και της πρώτης νεότητάς της παραμένουν για μας αδιευκρίνιστες. Το σημαντικότερο γεγονός της ζωής της είναι ότι, νέα ακόμα, όλο της το είναι, σώμα και ψυχή, τη νεότητα και την ομορφιά, προσέφερε ως δώρο στον Θεό, λαμβάνοντας απ’ Αυτόν πολύ περισσότερα από «εκατονταπλάσια». Αυτό, όμως, δεν το έπραξε δημόσια, μπροστά στο βλέμμα όλου του κόσμου, για να λάβει επαίνους από τους ανθρώπους, αλλά μυστικά, ζώντας χρόνια άγνωστη, στις ερημιές των Βαλκανίων. Εκεί απομονώθηκε, για χάρη της άσκησης, από τη γενέτειρά της, το λιμάνι Επιβάτες, στην όχθη της θάλασσας του Μαρμαρά, μία μέρα πεζοπορία από την Κωνσταντινούπολη. Με δεδομένο ότι ο μεγαλύτερος αδελφός της Ευθύμιος, επίσκοπος της πόλης Μαδύτου, κοιμήθηκε μεταξύ του 989 και 996 μ.Χ., εξάγεται το συμπέρασμα ότι και η οσία Παρασκευή έζησε στο δεύτερο μισό του 10ου και αρχές του 11ου αιώνα.

Ασκήτευσε στην ερημιά, πρώτα στη Θράκη, στα απροσπέλαστα δάση της και τις απλησίαστες σπηλιές της και κατόπιν στις πέτρινες και άνυδρες ερήμους της Παλαιστίνης. Εκεί έμεινε, ώσπου ο Θεός την κάλεσε να επιστρέψει στην πατρίδα· κι εκείνη πρώτα έσπευσε στην Κωνσταντινούπολη για να προσευχηθεί στην προστάτιδά της, Παναγία των Βλαχερνών, και μετά επέστρεψε στους Επιβάτες, όπου κανείς πια δεν την αναγνώριζε. Συνέχισε να ασκητεύει σε πεδιάδες και βουνά… Όταν αποδήμησε εις Κύριον, κάποιοι καλοί άνθρωποι την κήδεψαν σαν ξένη, όχι στο νεκροταφείο του χωριού, αλλά εκεί όπου τη βρήκε ο θάνατος, κοντά στη θάλασσα.

Το μυστικό, όμως, της αγιοσύνης της, με την οποία πέρασε στην αιωνιότητα, ο Θεός το αποκάλυψε στους ανθρώπους, λίγο χρόνο μετά από τον θάνατό της. Άρχισε να ευωδιάζει το χώμα και ο τόπος όπου εκείνη είχε κηδευθεί, με θεϊκό άρωμα, με την παντοτινή και απερίγραπτη ευωδία του Θεού. Ένας αγιορείτης γέροντας έλεγε ότι, όταν βάδιζε στα δάση των αγιορείτικων «ερήμων», αισθανόταν κάποια ανείπωτη ευωδία. Τον ρώτησαν αν είναι το άρωμα των λουλουδιών, των δέντρων και όλων όσα φυτρώνουν εκεί. «Όχι», λέει, «δεν είναι αυτό από τα φυτά. Εγώ ξέρω τι είναι από τα φυτά κι απ’ τα λουλούδια, αλλά αυτό είναι άλλη ευωδία. Εδώ ζούσαν άνθρωποι του Θεού, περπατούσαν μυστικά μπροστά στον Θεό, και κοιμήθηκαν μυστικά, έτσι που κανείς να μην το ξέρει, και θάφτηκαν εδώ σ’ αυτό το χώμα. Και το χώμα δεν μπορεί να αντέξει και να κρατήσει αυτόν τον χείμαρρο στα σπλάχνα του αφήνοντας τις ευωδίες της αγιοσύνης τους…». Έτσι και το χώμα ξέρει να ευωδιάζει με την αγιοσύνη των ανθρώπινων οστών…Έτσι ευωδίασαν και τα μυροβόλα λείψανα της οσίας Παρασκευής, της οσίας του Θεού, στην όχθη της θάλασσας του Μαρμαρά, όταν τα σήκωσαν από την λάσπη. Τα καθάρισαν, τα μετέφεραν με λαμπρότητα στη λειψανοθήκη, στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων στην πόλη Καλλικράτεια, που φημίζονταν για τις θεραπείες τυφλών, ανάπηρων και δαιμονισμένων.

Αγία Παρασκευή του Τίρνοβο.

Εορτή της Βουλγαρίας

Ύστερα από σχεδόν 100 χρόνια, το 1231 ή το 1238, στο αποκορύφωμα της λατινικής κατοχής στη λεηλατημένη Κωνσταντινούπολη, ο Βούλγαρος αυτοκράτορας Ιβάν Β’ ο Άσσεν, πεθερός του Σέρβου βασιλιά Βλάντισλαβ, ανιψιού του αγίου Σάββα, εκμεταλλευόμενος τις στρατιωτικές του επιτυχίες εναντίον των Λατίνων, απομάκρυνε τα τίμια λείψανα της οσίας από την πολιορκούμενη Καλλικράτεια και τα μετέφερε στη δική του πρωτεύουσα Τίρνοβο. Ο αυτοκράτορας Ιβάν ο Β’ και ο πατριάρχης Βασίλειος, υποδέχτηκαν εορταστικά τα τίμια λείψανα της οσίας και τα τοποθέτησαν στον ειδικά γι’ αυτό το σκοπό ανεγερμένο ναό της αγίας Παρασκευής του Τίρνοβο στο Τσάρεβατς. Τον 13° αιώνα οι Βούλγαροι αυτοκράτορες ορκίζονταν μπροστά στους ευρωπαίους κυβερνήτες στα επίσημα έγγραφά τους, σ’ αυτήν την οσία, ενώ παντού απ’ όπου εκείνη πέρασε, ξεκινώντας από την Καλλικράτεια ως το Τίρνοβο, ανεγείρονταν ναοί αφιερωμένοι στη μνήμη της, συγκεντρώνοντας για προσκύνημα πολύ λαό.

Ύστερα από την πτώση του Τίρνοβο στην τούρκικη άλωση, τα λείψανα της οσίας μητέρας Παρασκευής μεταφέρθηκαν το 1393 στο Βίντιν χάρη στις προσπάθειες του άρχοντα του Βίντιν, ηγεμόνα Στράσιμιρ, τον οποίο το 1396 υπέταξαν και εκτέλεσαν οι Τούρκοι.

Αγία Παρασκευή του Βελιγραδίου.

Εορτή της Σερβίας

Το 1396 ή το 1398, κατά τον Λεόντιο Πάβλοβιτς, χάρη στις προσπάθειες της ηγεμονίδας Μίλιτσας, συζύγου του Σέρβου μάρτυρα ηγεμόνα Λάζαρου, ο οποίος μαρτύρησε στο Κόσσοβο το 1389, και της πρώην αρχόντισσας Ευφημίας του Ουγκλίεσα Μρνιάβτσεβιτς -μετέπειτα μοναχών της Λιουμποστίνιας, Ευγενίας και Ευφημίας- τα λείψανα μεταφέρθηκαν στη Σερβία. Όπως σημείωσε το 1402-1405 ο Βούλγαρος Γρηγόριος Τσάμπλακ στο λόγο του περί αυτής της μεταφοράς, «όλη η δόξα της οσίας Παρασκευής πάρθηκε από τη Βουλγαρία και δόθηκε στη χώρα της Σερβίας».

st-paraskevi-epivatini

Είναι συγκινητική η μαρτυρία του Τσάμπλακ, πώς αυτές οι δύο Σέρβες χήρες, «κατά τους λόγους και κατά τας πράξεις πάνσοφες», με τη βοήθεια της κόρης της Μίλιτσας Ολιβέρας -η οποία για τη σωτηρία του λαού και της πατρίδας θυσιάστηκε, παίρνοντας για άντρα της τον σουλτάνο Βαγιαζήτ- κατάφεραν με τις ικεσίες τους να πάρουν από τον σουλτάνο το ιερό λείψανο. Όπως μαρτυρεί ο Γρηγόριος Τσάμπλακ, όταν ήρθαν σ’ αυτόν, ο Βαγιαζήτ ρώτησε τη Μίλιτσα ποια χάρη, ως μητέρα της Ολιβέρα, θα ήθελε να της κάνει κι εκείνη του απάντησε να της χαρίσει τα λείψανα της αγίας Παρασκευής. Ο Σουλτάνος παραξενεύτηκε: «Τι τα θέλεις τα ξερά κόκαλα;… Εγώ νόμιζα ότι θα μου ζητούσες χρυσό…». Αλλά ο ισχυρός άρχοντας ως μωαμεθανός δεν μπορούσε να ξέρει ότι εκείνη είχε ζητήσει χρυσό, και μάλιστα ατόφιο, με Άγιο Πνεύμα πυρακτωμένο, πιο λαμπερό, πιο καθαρό απ’ τον γήινο χρυσό και ανεκτίμητο, άφθαρτο και θαυματουργό στους αιώνες: τα λείψανα της αγίας.

Και πήραν τ’ άγια λείψανα και τα έφεραν πρώτα στο Σμεντέρεβο ή, ίσως, στο Κρούσεβατς, πριν ο άρχοντας Στέφανος Λαζάρεβιτς με τον Μητροπολίτη του Βελιγραδιού διατάξουν να μεταφερθούν από εκεί και να τοποθετηθούν αρχικά στο ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της Μητρόπολης του Βελιγραδιού, με έδρα τη μονή της Κοιμήσεως, και κατόπιν στον νέο ναό της Αγίας Παρασκευής, χτισμένο πλάι στη θαυματουργή πηγή, κάτω από το κάστρο του Βελιγραδιού, πριν από το 1417. 0 ενθουσιασμός του άρχοντα για την ανακαίνιση του Βελιγραδιού, που είχε ήδη ξεκινήσει από το 1402/3, είναι καταγεγραμμένος στα ιστορικά ντοκουμέντα της πόλης: «… Επιστρέφοντας από το Κόσσοβο, βρήκα έναν ωραιότατο τόπο παλαιό, μια μεγαλούπολη, το Βελιγράδι, το οποίο είχε υποστεί καταστροφή κι ερήμωσε. Το έχτισα και το αφιέρωσα στην Παναγία Θεομήτορα». Αυτές τις δύο εκκλησίες κάτω από το κάστρο κατέστρεψαν οι Τούρκοι, ίσως το 1521, αλλά η προσκύνηση της Παναγίας Θεομήτορος και της οσίας μητέρας Παρασκευής στους καιρούς της σκλαβιάς παρέμεινε ισχυρή, όπως και πριν. Έτσι μαρτυρούν οι δυτικοί περιηγητές και διπλωμάτες που επισκέφθηκαν το Βελιγράδι και περιέγραψαν τη θαυματουργή περιφραγμένη πηγή σε μια κατηφόρα, κάτω από τους οχύρωνες, γύρω από την οποία μαζεύονταν εκατοντάδες ευλαβών προσκυνητών από το Βελιγράδι καθημερινά. Και οι δύο εκκλησίες ανακαινίστηκαν έως το 1937, πράγματι όχι στην παλαιά τους μεγαλοπρέπεια, αλλά με τον παλαιό συμβολισμό του ιερού τους σκοπού: εν είδει παρεκκλησίου της Αγίας Παρασκευής και της εκκλησίας της Θεοτόκου Ρούζιτσα στο Καλεμέγνταν. Κατά τον Λεόντιο Πάβλοβιτς, φυλασσόταν στην δεκαετία του ’60 του 20ού αιώνος ένα μικρό κομματάκι του θαυματουργικού λειψάνου της οσίας, μεταφερμένο από τη μονή Πετκόβιτσα κοντά στο Σάμπατς, ενώ στα νεότερα γραπτά τονίζεται ότι στο ναό της Ρούζιτσα, σήμερα φυλάσσεται τμήμα του λειψάνου της αγίας, το οποίο η Ρουμανική Εκκλησία χάρισε στη Σερβική μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Έτσι και σήμερα με το άγιο μύρο από το λείψανό της, η Αγία Παρασκευή συγκεντρώνει, όχι μόνο τους ντόπιους, αλλά κι όλους τους ορθοδόξους που έρχονται στο Βελιγράδι.

Μετά από την πτώση του Βελιγραδιού στους Τούρκους, οι ορθόδοξοι κάτοικοι στην πλειονότητά τους μετοίκησαν δια της βίας στις περιοχές γύρω από την Κωνσταντινούπολη, όπου και σήμερα υπάρχουν τοπωνυμίες Βέλγραδ, Βελιγραδέζικο δάσος, πύλη του Βελιγραδιού κ.λπ. Ιερά αντικείμενα από τις βελιγραδέζικες εκκλησίες, μεταξύ άλλων και η θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου, το χέρι του αγίου Αυτοκράτορα Κωνσταντίου, το αναλλοίωτο λείψανο της αγίας Αυτοκράτειρας Θεοφανίας και της οσίας Παρασκευής μεταφέρθηκαν εκεί και αργότερα τοποθετήθηκαν στην εκκλησία της Παναγίας Θεοτόκου του Βελιγραδιού, υπό την ευθύνη του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Αργότερα, λόγω της καταστροφής της εκκλησίας από τους Τούρκους, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εξαγόρασε από τον Σουλτάνο τα λείψανα της οσίας, και τα τοποθέτησε στη λειψανοθήκη των τιμίων λειψάνων στην πατριαρχική εκκλησία του αγίου Γεωργίου στο Φανάρι.

Αγία Παρασκευή.

Εορτή της Μολδοβλαχίας

Στον 17° αιώνα το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης υπέκυψε στις δύσκολες οικονομικές συνθήκες και στα χρέη, λόγω των δυσβάστακτων φόρων του Σουλτάνου. Το 1641, ο άρχοντας της μοναδικής, μέχρι τότε, αήττητης από τους Τούρκους, ορθόδοξης χώρας της Μολδοβλαχίας (σημερινής Ρουμανίας και Μολδαβίας), στην οποία έως τον 20° αιώνα ζούσε μεγάλος αριθμός Σέρβων και Βουλγάρων, ο δούκας Βασίλειος Λούπουλ, πρόσφερε στην Κωνσταντινοπολίτικη Εκκλησία μεγάλη οικονομική βοήθεια για να καλυφθούν τα χρέη της, κι εκείνη ως Μητέρα Εκκλησία ανταπέδωσε χαρίζοντας στο λαό του τα άφθαρτα λείψανα της αγίας Παρασκευής. Κατά τη μαρτυρία του Νικοδήμου του Αγιορείτου, ο ηγεμών έδωσε στον Πατριάρχη Παρθένιο πολύ χρυσό, ενώ ο Πατριάρχης του προσέφερε τα λείψανα της αγίας, τα οποία κρυφά κατέβασαν από τον βράχο του Φαναριού στη θάλασσα, στο καράβι που τα οδήγησε ως τη Μολδοβλαχία. Σύμφωνα με μία άλλη μαρτυρία, τα ιερά λείψανα είχαν μεταφερθεί με ακολουθία τριών μητροπολιτών και μιας οθωμανικής στρατιωτικής μονάδας, ως τα σύνορα με τη Μολδαβία, όπου τα περίμενε ο ηγεμών Βασίλειος με την ακολουθία του. Έτσι τα λείψανα της οσίας μητέρας Παρασκευής έφθασαν στην Μολδαβική πρωτεύουσα Γιας, και τοποθετήθηκαν στον επιβλητικό ναό των αγίων Τριών Ιεραρχών.

Στη μεγάλη πυρκαγιά του 1888, όπου ολόκληρος ο ναός και τα ιερά αντικείμενα καταστράφηκαν -και παρά το γεγονός ότι η πολυτελής λειψανοθήκη έλιωσε ολοκληρωτικά!- τα οστά εκ θαύματος δεν υπέστησαν το παραμικρό από την πύρινη λαίλαπα. Τότε μεταφέρθηκαν στον ακόμα πιο μεγαλοπρεπή καθεδρικό ναό της Υπαπαντής του Κυρίου, γύρω από τον οποίο και σήμερα μαζεύονται χιλιάδες πιστών απ’ όλη την οικουμένη, για να προσκυνήσουν και να προσευχηθούν για κάποια χάρη. Από τη Μολδοβλαχία, όπου έγινε η πιο δοξασμένη αγία, και της αφιερώθηκαν εκατοντάδες ναοί, ο σεβασμός για την αγία Παρασκευή απλώθηκε και στις ρωσικές χώρες, ειδικά στη Μικρορωσία και τη Λευκορωσία, με την επωνυμία της οσίας «Πέτκα», «Παρασκευή» και «Πρασκόβια».

Και στο Γιας και στο Βελιγράδι και στο Τίρνοβο -δυστυχώς όχι πια και στην εθνικά «καθαρισμένη» Καλλικράτεια- ο πιστός λαός συρρέει και σήμερα στην οσία μητέρα, προσεύχεται και λαμβάνει θεραπείες. Το ίδιο συμβαίνει και στα μέρη που αναπαύονται τα πιο σημαντικά τμήματα των αναλλοίωτων λειψάνων της.

Η οσία μητέρα Παρασκευή, η οποία έγινε και παρέμεινε η «ευωδία του Χριστού» ας χαροποιήσει τις ψυχές και τις καρδιές όλων των αναγνωστών, που διψούν για την αγιοσύνη και τη χαρά της σωτηρίας που παρέχει ο Θεός.

Πηγή: Λιλιάνα Χαμπιάνοβιτς-Τζούροβιτς, Πετκάνα, ιστορικό μυθιστόρημα, μετάφραση: Ηλίας Σαραγούδας & Σβέτλανα Πέτσιν, Εκδόσεις «Εν Πλω».

pemptousia

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οσία Μαρία η Αιγυπτία (1 Απριλίου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Απριλίου, 2013

Μαρία Αιγυπτία

Στον ίσκιο του κέδρου, εκεί στου Ιορδάνη την ακροποταμιά, όπου πέρα δεξιά κόβει τον ουρανό το όρος του Πειρασμού, καθισμένος ο αββάς Ζωσιμάς ακούει την ιστορία μιας γερόντισσας. Ένα ανθρώπινο φάσμα είναι η γερόντισσα, κι’ άλλο από τα μάτια της, όπου μέσα παίζει ακόμα της ζωής η φλόγα δε δείχνουν πως το πλάσμα αυτό που έχει μείνει μόνο κόκκαλα, υπάρχει ακόμα στον κόσμο. Ωστόσο, η κάπως τρεμουλιαστή φωνή, που είχε πά¬ψει, και φαινόταν πιο νεκρή κιόλας η γυναίκα, τώρα πήρε πάλι ν’ ακούγεται με παλμό ζεστό, καθώς συνεχίζει την ιστορία :

«…Σεργιανούσα στην προκυμαία, εκεί κάτω στην Αίγυπτο. Κι’ όπως συχνά γινόταν, και κείνη την ημέρα ένας άντρας ήρθε κοντά μου, πλούσιος κι’ από γενιά ευγενική. Μου έταξε δώρα και γλέντια και. . . όλα όσα κιόλας ήξερα, όσα είχα δοκιμάσει, όσα είχα απολαύσει, καθώς από χρόνια έπινα στο ποτήρι της ηδονής, και φρόντιζα να μην αφήνω ούτε σταλαγματιά. Κι’ αυτό μ’ άρεσε. Μ’ άρεσε γιατί έτσι ένοιωθα ζωντανή, ένοιωθα την ομορφιά μου να θριαμβεύει, κι’ έπαιρνα δύναμη, με τούτη τη σίγουρη χαρά του κορμιού. . .».

Η Μαρία σταμάτησε. Ένα σμάρι ορτύκια ξαφνιασμένα φτερούγισαν νευρικά για να χαθούν στο πέλαγος τ’ ουρανού, πέρα κει κατά την κορυφή του όρους του Πειρασμού. Κανείς δε μιλάει. Συλλογισμένα, ρωτάει σε λίγο ο άββάς Ζωσιμάς:

—Και δεν πήγες μαζί του; Γιατί;

—Δεν ξέρω. . . Μέσα μου μια δύναμη αλλιώτικη, κάτι σα σιδερένιο χέρι με βάστηξε: Μην πας, μου είπε. Κι’ εγώ ξαφνιάστηκα με τούτο και δεν ξέρω να πω, γιατί μου άρεσε. Να. Γι’ αυτό δεν πήγα. Στάθηκα μάλιστα αρκετή ώρα κι’ έβλεπα τον άντρα να ξεμακραίνει, ενώ δίπλα μου εκεί στην ακρογιαλιά, έβλεπα κόσμο να ‘ρχεται. Κόσμο πολύ. Κάθε λογής άνθρωποι. Άντρες, γυναίκες, παιδιά. . . Όλοι έρχονταν να μπουν στα καράβια. Ήταν προσκυνητές. Είδηση δεν είχα τι πήγαιναν να προσκυνήσουν και που. Έμεινα εκεί ανάμεσα στο πλήθος. Μια παράξενη απαντοχή φώτιζε ολονών τα πρόσωπα, σα να ήταν για να πάνε να βρουν κάτι πολύ σπουδαίο, κάτι εξαιρετικό. Με κέντησε η περιέργεια. Η λέξη «Ιερουσαλήμ», χτύπησε στην ακοή μου με απόηχο καμπάνας. «Ιερουσαλήμ… Ιερουσαλήμ…» Χαρούμενος ήταν ο απόηχος που λες κι’ απόμενε από μακρινές παιδικές θύμησες… Μ’ άρεσε αυτή η αλλόκοτη αίσθηση. Ένοιωσα παιδί… Το άτακτο παιδί που ήμουν κάποτε… Μα… Σε ζαλίζω, ξεφεύγω σε άσκοπες αναδρομές.

—Όχι. Όχι, κόρη μου, λέγε τα όπως σ’ αρέσει. Αλάφρωσε την καρδιά σου.

Και, λοιπόν, συνεχίζει η Μαρία, τέντωσα τ’ αυτιά μου, άκουσα, καθώς συνάμα ζύγωνα σ’ ένα μπουλούκι ανθρώπων, άκουσα κάποιον καλόγερο να λέει για το σταυρό που είδε στον ουρανό ο Μέγας Κωνσταντίνος. Θυμάμαι τα λόγια του: «Ήταν ένας πελώριος σταυρός που τον σχημάτιζαν δυό στήλες άστρα, και γύρω γράμματα που έλεγαν: «Κωνσταντίνε, εν τούτω νίκα ».

-Ναι, κόρη μου, αυτό ήταν το 312, εκατό χρόνια και βάλε, από τότε. Κι’ αργότερα πάλι ο Κωνσταντίνος είδε, στον ύπνο του αυτή τη φορά, το σταυρό, αλλά ήταν ο αληθινός σταυρός ο ξύλινος, κι’ απάνω βρισκόταν καρφωμένος ο Ιησούς. Κι’ άκουσε φωνή που του έλεγε: «Έγειρε και κατασκεύασον σταυρόν, όπως τον είδες, να νικάς τους πολεμίους σου πάντοτε».

– Ναι. Μα εγώ πρώτη μου φορά τ’ άκουγα αυτά κι’ ολομεμιάς ο κόσμος άλλαξε όψη καθώς άρχισα να νοιώθω αλλιώτικα. Κι’ όπως είδα τον κόσμο αυτό, τους προσκυνητές, να μπαίνουνε στα καράβια, τους ακολούθησα. Στο πλοίο μου γύρεψαν να πληρώσω το ναύλο. Τους είπα ότι δεν είχα χρήματα αρκετά απάνω μου. . . Είχα ωστόσο, μα σκέφτηκα να τα φυλά¬ξω μήπως μου χρειαστούν και…

Η Μαρία σώπασε, ύστερα με απόφαση:

-Η δύναμη της συνήθειας μ’ έκανε να πληρώσω με άλλο τίμημα.. . Κι’ ως τα κατάβαθα του κορμιού μου ένοιωσα για πρώτη φορά την αμαρτία. Κι’ έκλαψα. Έκλαψα γιατί πονούσα. Όλο μου το κορμί πονούσε μ’ έναν πόνο πρωτόγνωρο, σάμπως κάποιο φαρμάκι να είχε χυθεί στα σπλάχνα μου, να έτρεχε στο αίμα μου. Έκλαιγα κι’ ακολουθούσα ωστόσο τον κόσμο που, στην Ιερουσαλήμ πια, πορευόταν στην εκκλησία. Χτυπούσαν οι καμπάνες. Κάθε καμπανιά έφτανε ίσια στην καρδιά μου και με βαρούσε με το ηχηρό σφυρί της. Δεκατρείς Σεπτεμβρίου ήταν. Οι προσκυνητές είχαν γεμίσει την εκκλησία απ’ τα χαράματα. Στάθηκα απ’ έξω στο προαύλιο, μαζί με το πλήθος που δεν πρόλαβε να μπει μέσα. Όταν όμως ήρθε η ώρα της Υψώσεως του Σταυρού, όλο εκείνο το πλήθος, ίδιο ανθρώπινο κύμα, μ’ έσπρωχνε, μ’ έσπρωχνε με τη φοβερή του δύναμη για να μπορέσει να χωρέσει στην εκκλησία. Έτσι βρέθηκα κι’ εγώ στην πόρτα. Τότε γίνηκε τούτο το παράξενο: Όσο και να μ’ έσπρωχνε το κύμα των ανθρώπων, εγώ δεν μπορούσα να προχωρήσω. Άλλοι όμως μπροστά μου, δίπλα μου, πίσω μου, με προσπερνούσαν, έμπαιναν. Εγώ έβαζα όλη μου τη δύναμη, προσπαθούσα να κάνω ένα βήμα μπροστά, κι’ όμως, κάτι με βαστούσε. Ήταν αδύνατο να προχωρήσω. Τά ‘χασα. Τρόμαξα. Νόμιζα πως δε θα μου ήταν πια δυνατό να κουνηθώ από κει που στεκόμουν. Σάμπως το σώμα μου να είχε βαρύνει τόσο, ώστε τα πόδια μου να ρίζωσαν στη γη. Μέσα στη σάστισή μου είπα τότε να κάνω τουλάχιστον πίσω. Δοκίμασα. Κατά πίσω δε με βαστούσε τίποτα. Τίποτα δε με βάραινε. Ήμουν ελεύθερη να βαδίσω, να πάω όπου ήθελα. Μπροστά όμως, εκεί στη φωτισμένη πόρτα, που έλαμπε μέσα η εκκλησία με τα μύρια κεριά των πιστών, εκεί που άστραφτε ο σταυρός που τον σχημάτιζαν δυό στήλες άστρα, εκεί εγώ, η αμαρτωλή, δεν μπορούσα να μπω. Δεν έπρεπε. Τράβηξα τότε πέρα στην αυλή, σε μια γωνιά. Γονάτισα. Μέσα στα δάκρυα μου είπα τούτα τα λόγια στην Παναγία: «Παρθένα μου, Δέσποινα, Εσύ που γέννησες το Θεό, τον Άνθρωπο, το Λόγο, για να καλέσει τους αμαρτωλούς να μετανοήσουν, βόηθησέ με και μένα την άθλια, την ταλαίπωρη. . . Άφησέ με και μένα που βρίσκομαι ολομόναχη στον κόσμο να μπω στην εκκλησία, να προσκυνήσω κι’ εγώ το Σταυρό του Γιού Σου και τάζω ν’ απαρνηθώ τον κόσμο και τις αμαρτωλές χαρές του. Από δω κι’ εμπρός θα πάω όπου Εσύ μου πεις, όπου Εσύ θα με οδηγήσεις…» Και τότε μια δύναμη μ’ έσπρωξε, η δύναμη κάποιας υπόσχεσης ή ελπίδας, σηκώθηκα, κίνησα μαζί με τους άλλους προσκυνητές. Προχώρησα καθώς όλο και μ’ έσπρωχνε το ζωντανό τους κύμα, έφτασα στην πόρτα πάλι. Μπήκα στην εκκλησία. Προσκύνησα τον Τίμιο Σταυρό και είπα: «Και τώρα, Παναγία μου, Δέσποινα, θα κάνω ό,τι μου πεις. Δείξε μου Εσύ το δρόμο που θα με φέρει στη μετάνοια. Κι’ άκουσα φωνή γλυκεία, μακρινή κι’ απόκοσμη που έλεγε: «Αν περάσεις τον Ιορδάνη, εκεί θα βρεις ανάπαυση ». Τά ‘χασα. Ήταν λοιπόν δυνατό να μου γίνει μια τέτοια χάρη; Εμένα; Εμένα της άθλιας αμαρτωλής; «Δέσποινά μου, είπα. Δέσποινά μου, μη μ’ εγκαταλείψεις πια. . .» Κι’ αποφάσισα να τραβήξω για τον Ιορδάνη. Δεν ήξερα το δρόμο. Βρέθηκα σ’ ένα φούρνο, γύρεψα ν’ αγοράσω τρεις άρτους να τους έχω για το δρόμο, ρώτησα το φούρναρη. Εκείνος μου έδειξε την πύλη της πολιτείας. Ως το βασίλεμα βάδιζα. Κι’ έφτασα στην εκκλησία του Ιωάννη του Βαπτιστή που βρισκόταν κιόλας κοντά στον Ιορδάνη. Μπήκα, προσευχήθηκα. Της δύσης οι φλόγες γέμιζαν την εκκλησία με αίμα και φωτιά. Όλα εκεί μέσα άστραφταν κόκκινα. Τα καντήλια, τα ιερά σκεύη, οι παραστάσεις. Σα νά ‘χαν σβήσει από κει τα πρόσωπα των Αγίων και νά ‘χαν μείνει στη θέση τους φλόγες. Αίμα. Όλο το αίμα πού χύθηκε από τις πληγές του Χριστού. Κι’ εκείνο το αίμα μου κατάκαιγε την καρδιά, στέγνωσε τα δάκρυα μου κι’ εγώ έμεινα εκεί χάμω πεσμένη, ένα κουβάρι, να βασανίζομαι μέσα στη φωτιά, ώρες. . . Ώσπου, σιγά-σιγά, η φωτιά έπαψε να με φλογίζει. Ρίγη πήραν να ταράξουν το κορμί μου, κρύωνα. Ένα κρύο διαπεραστικό έφτανε ως τα κόκκαλά μου, μου τα τρυπούσε με χίλιες βελόνες. Τότε σήκωσα το κεφάλι. Η εκκλησία είχε αδειάσει από το αίμα και τη φωτιά κι’ έτσι μπόρεσα να κλάψω. Όταν βρέθηκα πάλι στην ακροποταμιά κι’ απόμεινα μαγεμένη να βλέπω τα νερά του Ιορδάνη που τά ‘σερνε βιαστικά κάποια μυστική δύναμη, η δύναμη που είχε πάρει ο ποταμός από τότε που λούστηκε στα νερά του ο Λυτρωτής μας, έσκυψα, καθώς ο μαγνήτης ετούτος της δύναμης όλο και πιότερο με τραβούσε, έβρεξα τα χέρια μου, δρόσισα το πρόσωπό μου κι’ η ψυχή μου πήρε ν’ αλαφρώνει, ν’ αναγαλιάζει με τούτη τη δροσιά. Όλη νύχτα έμεινα στου ποταμού την όχθη, εκεί κοντά στη θεία δύναμη κι’ έπαιρνα κουράγιο από τις φωτεινές σταλαγματιές τ’ άστρα που λικνίζονταν παρηγορητικά μέσα στο νερό. Ύστερα εξομολογήθηκα κι’ ο Άγιος γέροντας της εκκλησιάς μου έδωσε να κοινωνήσω. Την ώρα εκείνη ρόδιζε η αυγή κι’ η εκκλησιά μοσχομύρισε ροδοπέταλα. Ο ήλιος που έβγαινε στάθηκε πάνω από τις κορυφές. Κι’ όπως, έξω πια από την εκκλησιά, τον αντίκρυσα, με θάμπωσε το φως του. Μέσα σε τούτο το θάμπος άκουσα την απόκοσμη, τη γλυκεία φωνή να μου ψιθυρίζει με το πρωινό αγέρι: « Μαρία, πρέπει τώρα να διαβείς τον Ιορδάνη… Πρέπει να φτάσεις στην άλλη όχθη… Στην έρημο…» Και το φως του ήλιου δυνάμωνε, όλο δυνάμωνε, ώσπου όλα, τα πάντα γίνηκαν φως.

Ο αββάς Ζωσιμάς ασάλευτος ακούει τη Μαρία που έχει φτάσει στο πιο δύσκολο μέρος της ιστορίας της, όταν αφήνοντας πίσω τις όχθες του Ιορδάνη να πλέουν μέσα στο φως με τους δρυς και τους φοίνικες, με τις ελιές και τους κέδρους που λούζονται στο δοξαστικό χρυσάφι, προχωρεί στη στεριά. Προχωρεί εκεί όπου κάθε πράσινο φύλλο στεγνώνει, μαραίνεται, χάνεται. Όπου κάθε ζωή σβήνει, για να μείνει μόνος ο άνθρωπος. Μόνος, «ενώπιος ενωπίω». Μόνος με το πάθος του, να πολεμήσει τους πειρασμούς του. Μόνος στην υπεράνθρωπη επιχείρηση της σωτηρίας της ψυχής του. Εκεί μένει η Μαρία. Μόνη στην άγονη γη, στο φρικτό της ξηρασίας τοπίο. Μόνη στην άνιση πάλη με τις φοβερές δυνάμεις της αμαρτίας.

Μέρες, νύχτες, μήνες, χρόνια, περνά εκεί όπου τις στιγμές της προσευχής και της έκστασης τις διαδέχονται οι θύμησες. Και τότε η σιγαλιά της ερήμου γεμίζει ήχους μαυλιστικούς από όργανα του γλεντιού και της κραιπάλης. Τ’ άστρα τ’ ουρανού γκρεμίζονται στη γη να γίνουν μπρούντζινοι πολυτελέστατοι λύχνοι, και δαυλοί και πυροτεχνήματα σε κάποιο από τα πολλά αρχοντικά οπού το κορμί της κυλιόταν στην αμαρτία. Μπροστά της απλώνεται τραπέζι φορτωμένο με κάθε λογής φαγητά και φρούτα και γλυκίσματα, και το κρασί, ίδιο αίμα, βάφει τις μαλαματένιες κούπες. Κι’ αυτή χορεύει. . . Χορεύει πάνω στο τραπέζι τσαλαπατώντας τον πλούτο και τη χλιδή, κι’ οι άντρες χαχανίζουν νευρικά, έξαλλα γύρω της, πεινασμένοι για τη σάρκα της. Απλώνουν τα χέρια απάνω της, τραβούν τα ρούχα της, κι’ αυτή θριαμβεύοντας μέσα στης κραιπάλης τη μανία θέλει να σκεπάσει τη γύμνια της με τα πλούσια μαλλιά της. Θέλει να δείξει πόσο ωραία είναι τούτα τα μαλλιά που χύθηκαν απάνω στην τρυφερή σάρκα της, διάφανος εβένινος μανδύας. Νευριασμένα τα χέρια των αντρών την τυλίγουν, τη βασανίζουν, τα χείλη αναμμένα από το κρασί, ζητούν από τη σάρκα της τη φλόγα της ζωής και τα όργανα, άγρια μουσική του οργίου, ζαλίζουν την ακοή της κι’ αυτή χαίρεται. . .

Ώσπου οι μουσικές ξεφτάνε σε θλιβερά κρωξίματα από κάτι χαμένα στην έρημο αγριοπούλια, των λύχνων και των δαυλών οι φλόγες χαμηλώνουν, χάνονται για να ξαναφανούν ψηλά στην απεραντοσύνη, να γίνουν φωτεινές στάλες από δάκρυα τ’ ουρανού. Τα πεινασμένα χέρια που τύλιγαν το κορμί της ψυχραίνουνται, σκληραίνουν, γεμίζουν λέπια, γίνονται φίδια. Παγωμένα φίδια που σφίγγουν, ίδιες τανάλιες, το σώμα της, το ακινητούν εκεί στην άμμο της άγονης γης. Στο λαιμό της, στο πρόσωπό της, στα χείλη της τα πεινασμένα φιλιά των αντρών γίνηκαν δαγκάνες σκορπιών. Πλήθος δαγκάνες, αμέτρητοι οι σκορπιοί που ρίχνουν το φαρμάκι τους, μέσα στα σπλάχνα της Μαρίας. . .

Σαν έρχεται η αυγή και υποχωρούν οι πειρασμοί, εξαντλημένη η γυναίκα από τούτη τη νύχτα της κραιπάλης, ικετεύει την Προστάτισσά της, την Παναγία τη Δέσποινα, να την ελευθερώσει από τα δεσμά της θύμησης.

Μέρες περνούν με προσευχή, με μετάνοια, με νηστεία. Πάνω από το κεφάλι της διαβαίνουν πλήθος πεινασμένες ακρίδες, που σαν της μπόρας το σύννεφο σκεπάζουν τον ήλιο. Και τότε η Μαρία κρυώνει, χτυπούν τα δόντια της, τρέμει σύγκορμη, ως να περάσει το σύννεφο, να λάμψει πάλι ο ήλιος, το φως, η παρηγοριά.

Κι’ οι πειρασμοί δεν υποχωρούν. Παρουσιάζονται πολλές φορές την ημέρα. Να, εκεί μακρυά, κατά την ακροποταμιά σκόνη πολλή σηκώνεται. Κοπάδι αγριόχοιροι περνούν, κι’ ως να καταλαγιάσει η σκόνη αυτωνών, έρχονται άλλοι, άλλο κοπάδι, κι’ άλλο. Κι’ είναι μαύρα, άγρια ζώα που τρέχουν μουγκρίζοντας. Μα όχι. Δεν είναι ζώα, άντρες είναι. Όλοι οι άντρες που γνώρισε η Μαρία το έμαθαν πως βρίσκεται εδώ, ήρθαν. Ήρθαν ασυγκράτητοι, με άγρια μουγκρητά να πέσουν απάνω της. «Παναγία μου. . . Παναγία μου Δέσποινα και Παρθένα, πάρε τους από δω, τύφλωσέ τους να μη βλέπουν με τ’ αναμμένα μάτια τους, με τους δαυλούς αυτούς του αμαρτωλού πόθου, βόηθα Παναγία μου. . .».

Τρέχει η Μαρία και χώνεται πίσω από έναν αγκαθωτό θάμνο να προφυλαχτεί. Προσεύχεται, ενώ γύρω της, δίπλα της βρυχιούνται τα θηρία: « Έλα, Μαρία, κοντά μας… Είσαι δική μας… Δική μας…»

Κάποτε καταλαγιάζει ο σάλαγος. Νύχτα βαθιά. Ο ουρανός δε σημειώνεται με άστρα. Η πλάση όλη γίνηκε ένα λαγούμι θεοσκότεινο όπου η Μαρία προσεύχεται βυθισμένη στη μαύρη, πηχτή του υγρασία. Βαρειές, ίδιες μπάλλες από μολύβι, χτυπούν πάνω στη σιγαλιά, μία-μία, οι ώρες σημειώνοντας το χρόνο στης Μαρίας την προσευχή. Νύχτες ολάκερες, κόμποι, σκοινί ατέλειωτο οι μπάλλες αυτές, πήραν κάποτε ν’ αλαφρώνουν, να μαζεύουν, να μικραίνουν. . . Ώσπου, κάποια νύχτα, με το αραίωμα του σκοταδιού, άρχισαν να διαλύονται σε σταλαγματιές δροσιάς. Διαλύθηκαν σε σταλαγματιές δροσιάς οι μπάλλες, ενώ πέρα μακρυά, πέρα από την κορφή του όρους του Πειρασμού, οι άκρες τ’ ουρανού χαράζονται από το πρώτο φως. Είναι τώρα σάμπως η Μαρία ν’ ακούει μουσική ήρεμη, γλυκειά, από μάκρινες καμπάνες. Κάθε καμπάνα και μια συλλαβή κι’ οι συλλαβές λέξεις: «Μαρία προσευχήσου, θα σωθείς…Μαρία προσευχήσου, θα νικήσεις…». Ω, τι αγαλλίαση, τι παρηγοριά οι καμπάνες και πως ο ήχος τους δυναμώνει το φως, και τι τρυφερή ζέστα τυλίγει το σώμα της, μαλακώνει την καρδιά της…

Αλλά και οι πειρασμοί καιροφυλαχτούν. Ύπουλα της παρουσιάζονται εκεί που λιγότερο τους περιμένει. Παίρνουν μάλιστα μορφές αθώες. Να, ένα ζαρκάδι, όμορφο, ήσυχο έρχεται κοντά να παρηγορήσει τη μοναξιά της. Την κοιτάζει με το έκπληκτο, πειθήνιο βλέμμα του. Κι’ η Μαρία, όσο το παρατηρεί, τόσο βλέπει το ζαρκάδι να μεταμορφώνεται, να γίνεται. . . Μα, ναι λοιπόν, το ζαρκάδι γίνεται εκείνος ο στρατιώτης που κάποια νύχτα ήταν σπίτι της. Που την άλλη μέρα έφευγε για τη μάχη. Όλη νύχτα γύρεψε με απελπισμένο πάθος την παρηγοριά από τη γυναίκα. Σαν έφευγε την αυγή, του έδωσε πίσω τα χρήματα που της άφηνε, καθώς της έλεγε: « Τώρα δε με νοιάζει κι’ αν πεθάνω. . .». Τα μάτια του ζαρκαδιού γέμισαν δάκρυα. Η Μαρία απλώνει το χέρι, θέλει να το χαϊδέψει. Κι’ άξαφνα, πίσω της, εκεί στη ράχη της, ξεσπά άσκημο γέλιο. Κι’ άλλο, κι’ άλλο. . . Γέλια χλευαστικά που της φέρνουν ρίγη, που ξεκλωνίζουν το κορμί της. «Φύγε, φύγε από μπρος μου, πειρασμέ, φωνάζει αγριεμένη στο ζαρκάδι, φύγε Σατανά. . . ». Τα δόντια της χτυπούν, μαζεύει το χέρι της που θα χάιδευε τον πειρασμό, και το βυθίζει εκεί στου θάμνου τ’ αγκάθια. Ώσπου τ’ αγκάθια να στιγματισθούν με κόκκινες σταλαγματιές από το αμαρτωλό της αίμα.

Έτσι περνούν μέρες, νύχτες, μήνες, χρόνια στην άγρια ετούτη πάλη. Χρόνια δεκαεφτά. Ακριβώς τα χρόνια της αμαρτωλής ζωής της Μαρίας. Στον ίσκιο του κέδρου σιωπηλή μένει τώρα η γερασμένη γυναίκα. Το ανθρώπινο ερείπιο που ήταν κάποτε η Μαρία. Ο άββάς Ζωσιμάς κοιτάζει τη φλόγα της ζωής στα μάτια της:

-Πόσα χρόνια έχεις, Μαρία, στην έρημο; Κι’ ή Μαρία πολύ ήρεμα:

-Σαράντα επτά, αδελφέ Ζωσιμά. . .

-Σαράντα επτά. . . Και πότε κατανίκησες τους πειρασμούς αυτούς του παρελθόντος;

-Πάνε τριάντα περίπου χρόνια. Από τότε ζω με μια και μόνη προσπάθεια: Να ελευθερώσω την ψυχή μου από το βάρος του κορμιού.

-Μα το πέτυχες, Μαρία. Εσύ είσαι ελαφρύτερη κι’ από πετούμενο τ’ ουρανού. Δεν έχεις πια σχεδόν καθόλου σάρκα να σε βασανίζει. . . Πετσί και κόκκαλο απόμεινες. . . Κι αυτή σου η μετάνοια πρέπει να γίνει γνωστή, θα μιλήσω τώρα που θα γυρίσω στο μοναστήρι στον ηγούμενο, θα. . .

-Όχι. Τον κόβει έντρομη η Μαρία. Όχι. Όχι, αδελφέ Ζωσιμά, σε παρακαλώ, σε ικετεύω, δε θα πεις τίποτα σε κανέναν, έως ότου ο Μεγαλοδύναμος μ’ ελευθερώσει, έστω κι’ από το ελάχιστο αυτό βάρος που με βαστά ακόμη στη γη. . .

-Όπως θέλεις, κόρη μου. . . Όπως θέλεις. Μόνο σκέψου και πες μου, σε τί μπορώ να σου φανώ χρήσιμος; Χαρά μου θα είναι να σε βοηθήσω. Τώρα, βλέπεις, πρέπει να φύγω. Είναι ανάγκη να γυρίσω πίσω στη μονή μου.

-Να φύγεις, να πας στην ευχή του Θεού, αδελφέ Ζωσιμά, και σ’ ευχαριστώ που ήρθες, σ’ ευγνωμονώ που κάθισες και με άκουσες.

Η Μαρία σκέφτεται λίγο, συνεχίζει:

-Μια χάρη μόνο θέλω να μου κάνεις. Του χρόνου, τη Μεγάλη Εβδομάδα, το βράδυ του Μυστικού Δείπνου να πάρεις από το μοναστήρι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, να μου το φέρεις να κοινωνήσω. Θα σε περιμένω στην όχθη του Ιορδάνη.

Ο χρόνος πέρασε. Μεγάλη Πέμπτη βράδυ. Πανσέληνος. Ο Ιορδάνης κυλά με ασημένια βία τα νερά του. Κι’ ο αββάς Ζωσιμάς με το Άγιο Δισκοπότηρο στα χέρια, περιμένει εκεί στην όχθη κάποια βάρκα για να περάσει αντίκρυ. Έχει ώρα που περιμένει, βάρκα δε φαίνεται. Με το βλέμμα στηλωμένο στην άλλη όχθη ο αββάς θλίβεται και μάταια αναζητά οτιδήποτε πλεούμενο για να μπορέσει να περάσει. Ωστόσο χάρηκε κι’ ανάσανε με ανακούφιση όταν είδε τη Μαρία που ήρθε και στάθηκε απέναντι. Περιμένει κι’ αυτή. Άδικα όμως. Βάρκα δε φαίνεται πουθενά. Κι’ ο ποταμός κυ¬λάει πάντα ανάμεσά τους τα νερά του που γίνονται φως. Άσπρο φως. Ο Ζωσιμάς σηκώνει τα μάτια στον ουρανό. Παρακαλεί το Θεό να δώσει κάποια βοήθεια. Κι’ άξαφνα βλέπει εκεί, στην άλλη όχθη τη Μαρία που απλώνει το χέρι της στον ποταμό. Σχηματίζει το σημείο του Σταυρού, σα να τον σφραγίζει, και τότε… Τότε προχωρεί η Μαρία στον ποταμό. Βαδίζει ήσυχα κι’ ελεύθερα πάνω στην ασημένια επιφάνεια του νερού.

Όταν η Μαρία έφτασε κοντά, ο Ζωσιμάς κατάπληκτος έπεσε να την προσκυνήσει.

—Όχι. Όχι. Σήκω, αββά Ζωσιμά. Εσύ που είσαι ιερέας και βαστάς τα Θεία Μυστήρια θα προσκυνήσεις εμένα;

Ο Ζωσιμάς σηκώθηκε. Της πρόσφερε τη Θεία Κοινωνία, κι’ η Μαρία εστέναξε και είπε: « Νυν απολύεις την δούλην σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου. . . ». Γύρισε υστέρα στο Ζωσιμά:

— Συχώρεσέ με, είπε, να σου ζητήσω ακόμα ένα μου τελευταίο πόθο. Τώρα πήγαινε στο μοναστήρι σου με του Θεού τη Χάρη. Του χρόνου όμως έλα πάλι. Προχώρησε πιο πέρα από δω, στον ξεροπόταμο, εκεί στην έρημο κοντά. Εκεί το δίχως άλλο θα με βρεις όπως το θέλει ο Κύριος. Και να προσεύχεσαι για μένα την ταλαίπωρη, την άθλια.

Ο Ζωσιμάς μετρούσε τις μέρες, τις βδομάδες, τους μήνες, ως να περάσει ο χρόνος. Και σαν έφτασε η Μεγάλη Πέμπτη πήρε πάλι τη Θεία Μετάληψη, πήγε να βρει τη Μαρία. Περίμενε, περίμενε, τίποτα. Άρχισε να τη γυρεύει. Όλη νύχτα τη γύρευε. . . Και σαν οι πρώτες αχτίνες του ήλιου χάραξαν τον ουρανό για να σχηματίσουν το στεφάνι της αυγής, η λάμψη εκείνη από το σχηματιζόμενο φωτοστέφανο έδειξε κάτι του Ζωσιμά. Κι’ αυτός ζύγωσε. Εκεί, στα κοτρόνια του ξεροπόταμου είδε ένα κουρέλι ριγμένο ίδιο αποφόρι, από παμπάλαιο ρούχο: Ήταν η Μαρία. Ήταν το βάρος αυτό της ψυχής της που μετά από τόσον αγώνα κατανικήθηκε κι’ απόμεινε άχρηστο λείψανο, να γίνει χώμα. Να γίνει ύλη. Έθαψε ο Ζωσιμάς το σώμα αυτό με το φθαρμένο κουρελιασμένο φόρεμα, της έβαλε ένα σταυρό στο στήθος.

Είναι 4 Απριλίου του 421 μ.Χ. Ο ήλιος ρίχνει όλο του το φως στην έρημο. Όλα έγιναν λάμψη και δόξα, αχλή που καταργεί κάθε σχήμα, ακόμα και των βουνών, ακόμα και της κορυφής του όρους του Πειρασμού.

Ιουλία Ιατρίδη.

(«Χριστιανικό Συμπόσιον. Γ΄», εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας. Κολλάρου και Σία Α.Ε., σ.125-130)

Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός (+2009)

pemptousia

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Εκ πίστεως εις πίστιν» (Αρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου )

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Μαρτίου, 2013

abraham-and-isaac εκ πίστεως εις πίστιν

Ως χριστιανοί πιστεύουμε σε έναν προσωπικό και ζώντα Θεό και όχι σε κάποιου είδους μακρινό και εγωκεντρικό Θεό, βυθισμένο στη φίλαυτη ενατένιση του εαυτού του και ανίκανο να εισέλθει σε κοινωνία με τα κτιστά όντα. Για μας η απόδειξη της υπάρξεως του Θεού είναι η ενέργειά Του, η χάρη Του, με την οποία μετέχουμε στη ζωή Του. Ακόμη και όταν ο άνθρωπος είναι γεμάτος αμφιβολίες, το άγγιγμα της θείας χάριτος στην καρδιά του διασκορπίζει όλα τα νέφη και ενεργοποιεί μέσα του τη θεία ζωή. Η ζωή αυτή δεν είναι εκ του κόσμου τούτου, και κανένας ανθρώπινος συλλογισμός δεν μπορεί να της αντιταχθεί. Η πρώτη πίστη του ανθρώπου στρέφει την ύπαρξή του προς τον Θεό, ενσταλάζει μέσα του τον φόβο του Θεού και αιχμαλωτίζει την καρδιά.

Πράγματι, αυτός ακριβώς ο φόβος του Θεού βοηθεί την καρδιά μας να αναδυθεί. Η Γραφή αναφέρεται στη «βαθεία καρδία» (Ψαλμ. 62,7) του ανθρώπου, στην οποία απευθύνεται η επισκοπή του Θεού από το πρωί ως το βράδυ και από το βράδυ ως το πρωί (Ιώβ 7,18). Όταν ο Ιώβ ρωτά: «τί εστιν άνθρωπος, ότι εμεγάλυνας αυτόν;» (Ιώβ 7,17), η Αγία Γραφή δίνει την ακόλουθη χαρακτηριστική απάντηση: ο άνθρωπος είναι «κατεντευκτής Θεού» (Ιώβ 7,20). Δηλαδή ο άνθρωπος εκείνος, του οποίου η καρδιά έχει γίνει στόχος του Θεού, παρίσταται ενώπιόν Του και συνομιλεί μαζί Του επί ίσοις όροις, μεσιτεύοντας για τη σωτηρία όλου του κόσμου, γιατί ο Θεός του απένειμε την τιμή αυτή. Ο Θεός ποθεί αυτή την ισότητα επικοινωνίας με τον άνθρωπο· δεν τον θεωρεί ως ένα κτίσμα που απλώς το έφερε στο είναι, αλλά ως «εικόνα» Του, ως κάποιον ίσο με Αυτόν με τον οποίο μπορεί να συνδιαλέγεται.

Σε όλη τη Γραφή βρίσκουμε αναρίθμητα περιστατικά, όπου ο Θεός απευθύνεται στον άνθρωπο ως προς ίσο Του: «Πας όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. 10,32-33). Αν με τη χάρη του Πνεύματός Του εισέλθουμε σε προσωπική σχέση μαζί Του, τότε Τον ομολογούμε, όχι τόσο με λόγια, όσο με την αίσθηση της παρουσίας Του μέσα μας. Γιατί τότε Εκείνος εισδύει στην καρδιά μας και εκεί μαρτυρεί τη σωτηρία μας με τη χάρη Του. Ο άγιος Σιλουανός επιβεβαιώνει την παράδοξη αυτή αλήθεια, όταν λέει ότι το Πνεύμα μαρτυρεί στην καρδιά μας για τη σωτηρία μας .

Ένας άλλος τρόπος, όπου γίνεται φανερό ότι ο Θεός μας ομιλεί επί ίσοις όροις, είναι ο λόγος Του: «Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο Πατήρ υμών ο ουράνιος» (Ματθ. 6,14). Η ισότητα αυτή επιβεβαιώνεται περαιτέρω στην Κυριακή Προσευχή: «Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών» (Ματθ. 6,12). Εκ πρώτης όψεως η άρνηση της συγχωρήσεως Του φαίνεται ίσως αυστηρή. Αν όμως λάβουμε υπ’ όψιν ότι Αυτός είναι ο Δημιουργός και εμείς απλώς τα πλάσματά Του, τότε διαπιστώνουμε ότι οι όροι των λόγων Του είναι οι πλέον άνισοι: ο Θεός είναι απίστευτα οικτίρμων στην κρίση Του!

Ο Θεός στην επιθυμία Του να καταστήσει τον άνθρωπο αληθινά ίσο με Αυτόν, ομοίωσή Του, κατευθύνει προς αυτόν την «επισκοπή» Του και αναζητεί τη βαθεία καρδία του. Ποθεί να αποκτήσει η καρδιά του ανθρώπου «νοερά και θεία αίσθηση» (Παροιμ. 15,14), δηλαδή όχι απλώς τη λειτουργία της σκέψεως, αλλά ακριβώς αυτή τη μορφή εσωτερικής ζωής που ανυψώνει την ύπαρξή του πάνω από εκείνη των ζώων. Ο ορθός λόγος μας διαφοροποιεί από αυτά. Αν όμως υπηρετεί μόνο τη φυσική μας ευζωΐα, τότε ελάχιστα υπερβαίνουμε το επίπεδο των αυτοσυντηρούμενων ζώων. Αν επιπλέον η εσωτερική μας ζωή εκδαπανάται στις μέριμνες του κόσμου αυτού, θα καταλήξει σίγουρα στο μνήμα μαζί με το σώμα μας. Όπως όμως προαναφέραμε, η θεία κλήση μας είναι πολύ ανώτερη. Ο Θεός επιθυμεί να επισκεφθεί τη βαθειά καρδιά του ανθρώπου με τη ζωηφόρο, νοερή και θεία αίσθηση της παρουσίας Του. Όταν ο άνθρωπος αποκτήσει συναίσθηση του θησαυρού αυτού στην καρδιά του, τον επισκιάζει ο φόβος του Θεού.

Μόλις η καρδιά μας αιχμαλωτισθεί από το ιερό αυτό δέος και αρχίσουμε να αισθανόμαστε τη ζωοποιό ενέργεια του Θεού, εισερχόμαστε σε προσωπική κοινωνία με τον προσωπικό Θεό· Εκείνον που αποκάλυψε τον Εαυτό Του, τον Θεό-Πατέρα, τον Θεό-Υιό και τον Θεό-Άγιο Πνεύμα. Η σχέση αυτή συνιστά γεγονός που υπερβαίνει κάθε ανθρώπινη διάνοια. Κάποιοι αλλόθρησκοι αντιτείνουν: «Δεν μπορούμε να εννοήσουμε τον Χριστιανισμό. Πώς μπορεί να υποστηρίζει ότι ο Θεός είναι συγχρόνως Τρεις και Ένας; Η δική μας θρησκεία είναι λογικότερη, γιατί πρεσβεύει ότι ο Θεός είναι ένας, παντοδύναμος, έχει αυτό το χαρακτηριστικό, αυτό το ιδίωμα κλπ.». Αποδίδοντας όμως οι αλλόθρησκοι στον Χριστιανισμό το στοιχείο του υπέρλογου, απλώς επιβεβαιώνουν τον χαρακτήρα της θείας Αποκαλύψεως, που φέρει η πίστη μας, και συνεπώς την αλήθειά της. Η αποκεκαλυμμένη αλήθεια δεν υπόκειται στην ανθρώπινη λογική, αλλά την υπερβαίνει. Εμπιστεύονται έναν ορισμό της πίστεως, που αποτελεί προϊόν του ανθρώπινου ορθολογισμού. Με την επιμονή στη λογική της πίστεώς τους τελικά την απαξιώνουν, καταδεικνύοντας την απουσία από αυτήν του αληθινού χαρακτήρα της αποκαλύψεως, η οποία ξεπερνά κατά πολύ την ανθρώπινη αντίληψη.

Εισερχόμενοι σε κοινωνία με τον προσωπικό Θεό, με εμπιστοσύνη σε Αυτόν, που η ουσία και η φύση Του είναι απρόσιτες, ασύλληπτες και αψηλάφητες, Τον υποχρεώνουμε με την πίστη μας να μας επισκεφθεί με την άφθαρτη χάρη Του. Με την άκτιστη ενέργειά Του, που απορρέει από το Ίδιο το Είναι Του, θα γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στην προαιώνια και άκτιστη ουσία Του και το περιορισμένο, πλην όμως λογικό, πλάσμα Του.

Ο Θεός αναζητεί ακατάπαυστα την καρδιά του ανθρώπου. Αυτός όμως με την εσφαλμένη χρήση της ελευθερίας του υποδουλώνεται σε πολλές προσκολλήσεις. Έτσι παρεμποδίζει την είσοδο της θείας χάριτος στην καρδιά του και την παραμονή της εκεί. Εντούτοις τα αμαρτήματα μας είναι ως μηδαμινά μπροστά στην ευσπλαχνία του Θεού. Στα μάτια Του φαίνονται σαν επιφανειακή σκόνη που εξαφανίζεται με ένα απλό φύσημα. Μόλις ο φόβος του Θεού κυριεύσει την καρδιά μας, αντιλαμβανόμαστε πόσο ανήμποροι είμαστε να καλλιεργήσουμε αληθινή σχέση με τον Θεό και διαπιστώνουμε ότι μόνο η χάρη Του μας καθιστά ικανούς γι’ αυτό.

Έτσι ο άνθρωπος εισέρχεται σε μια απίστευτα δημιουργική περιπέτεια με τον Θεό. Τώρα κατανοεί ότι αυτός είναι ο μοναδικός σκοπός για τον οποίο δημιουργήθηκε· ότι αυτό υπήρξε το προαιώνιο σχέδιο του Θεού για το ανθρώπινο γένος και ότι ο αληθινός και τελικός προορισμός του είναι η ένωσή του με τον Θεό. Αλλά η σχέση αυτή με τον Θεό τον υποχρεώνει να διακινδυνεύσει την παραίτησή του από όλα. Αντιλαμβάνεται ότι η παρούσα κατάστασή του με τις ποικίλες προσκολλήσεις του αποτελεί εμπόδιο για τη διάβασή του στην απέναντι όχθη του ποταμού. Γνωρίζει ότι δεν μπορεί ακόμη να ενωθεί με τον Θεό, καθώς «ου μη εισέλθη εις την Βασιλείαν Αυτού παν κοινόν» (Αποκ. 21,27). Κατανοεί ότι, αν θέλει να σωθεί, πρέπει να αναλάβει το έργο του εξαγιασμού του, «ού χωρίς ουδείς όψεται τον Κύριον» (Εβρ. 12,14). Για την επίτευξη του σκοπού αυτού επενδύει ολόκληρο το τάλαντο της επίγειας αυτής ζωής που του εμπιστεύθηκε ο Θεός, χωρίς να παρακρατήσει τίποτα, έτσι ώστε να το πολλαπλασιάσει επί τριάντα, εξήντα ή εκατό (Μάρκ. 4,8, 20).

Τότε ακριβώς ο άνθρωπος εισάγεται στη γνώση του δεύτερου είδους πίστεως, που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «ελπίδα παρ’ ελπίδα». Όταν, ανθρωπίνως μιλώντας, εκλείψει μέσα του κάθε ελπίδα σωτηρίας, ο άνθρωπος κρεμά τα πάντα στο έλεος του Θεού και εναποθέτει όλη την εμπιστοσύνη του σε Αυτόν, τον μόνο ικανό να ανιστά και τους νεκρούς (Ρωμ. 4,17). Για παράδειγμα, ο απόστολος Παύλος λέει ότι ο Θεός επέτρεψε να εγγίσει στο κατώφλι του θανάτου, «για να μην έχει την πεποίθηση στον εαυτό του, αλλά στον Θεό που ζωοποιεί ακόμη και τους νεκρούς» (Β’ Κορ. 1,9).

Όταν ο άνθρωπος διακατέχεται από αυτή την πίστη που είναι τόσο ευάρεστη στον Θεό, μπορεί να προοδεύσει πολύ. Ο Θεός ανταποκρίνεται, και η σχέση του ανθρώπου μαζί Του εντείνεται. Μερικοί ψαλμοί και ευχές, για παράδειγμα στην Ακολουθία του Μεσονυκτικού, περιλαμβάνουν την ικεσία: «Σος ειμι εγώ, σώσον με» (Ψαλμ. 118,94). Αλλά ανάξιοι όντες να εκφέρουμε τον λόγο αυτό: «είμαι δικός Σου, σώσε με», οφείλουμε πρώτα να αποδείξουμε στον Θεό ότι είμαστε δικοί Του, ενεργώντας σύμφωνα με τον χαρισματικό αυτό τύπο πίστεως.

Η πίστη αυτή συνδέεται με τη χαρισματική απόγνωση , που είναι ικανή να μας οδηγήσει αληθινά να διακινδυνεύσουμε τα πάντα για να ευαρεστήσουμε τον Θεό. Τέτοια απόγνωση είναι η μόνη αυθεντική οδός προς την παρ’ ελπίδα ελπίδα σε Αυτόν μόνο.

Συναντούμε πολλά παραδείγματα αυτού του είδους της πίστεως στις Γραφές. Εντυπωσιακή είναι η περίπτωση του Αβραάμ, για τον οποίο γράφεται ότι πίστεψε στον Θεό που ζωοποιεί τους νεκρούς και καλεί τα μη όντα ως όντα (Ρωμ. 4,17) με τέτοια πίστη, που τον κατέστησε στη συνέχεια ικανό να πιστέψει «παρ’ ελπίδα επ’ ελπίδι» (Ρωμ. 4,18). Έχει μεγάλη σημασία για μας να διεισδύσουμε στην πίστη του, αφού είναι ο πατέρας όλων εκείνων που πίστεψαν μετά από αυτόν. Πρωτίστως ο Αβραάμ πίστεψε στον Θεό ως τον ζώντα Θεό, ο Οποίος με ένα μόνο νεύμα φέρει τα πάντα από το μη όν στο είναι και ζωοποιεί τους νεκρούς. Επιπλέον, στην εποχή του, η ανθρώπινη λογική έβλεπε μόνο την απόλυτη απελπισία, γεγονός που υπογραμμίζει την αυθεντικότητα της ελπίδας του Αβραάμ. Ήταν θεμελιωμένη σε ολοκάρδια πίστη που δεν ήταν απλώς διανοητική αποδοχή του μυστηρίου της θείας δυνάμεως. Γι’ αυτό του ενέπνευσε τέτοια εσωτερική πεποίθηση, που τον ενδυνάμωσε να παραδώσει όλη την ύπαρξή του στον λόγο του Θεού και να εγκαταλείψει όλη τη ζωή του στο θέλημά Του.

Η εξαιρετική αυτή πίστη δικαίωσε τον Αβραάμ ενώπιον του Θεού και τον κατέστησε πατέρα όλων των πιστών. Όταν ο Θεός τον πρόσταξε: «Έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και ακολούθει μοι», ο Αβραάμ δεν ρώτησε πού επρόκειτο να πάει. Ο Θεός του είπε: «Δεύρο εις την γην, ήν αν σοι δείξω» (Γέν. 12,1), χωρίς να του υποδείξει τη χώρα. Ο Αβραάμ έχοντας αγαπήσει τον Θεό με όλη την καρδιά του, χωρίς να υποβάλει καμία ερώτηση αλλά με απόλυτη υπακοή και τέλεια πίστη, Τον ακολούθησε με εμπιστοσύνη σε κάθε Του λόγο. Τότε Εκείνος του υποσχέθηκε ότι θα αποκτήσει απογόνους, παρά το προχωρημένο του γήρατός του. Πάλι, αψηφώντας την ηλικία του, πίστεψε ακλόνητα ότι ο Θεός που εγείρει τους νεκρούς θα μπορούσε να είναι και ο Δοτήρ της ζωής ανεξάρτητα από τις περιστάσεις. Έτσι τόσο πολύ ευαρέστησε στον Θεό, ώστε θεωρήθηκε άξιος να λάβει φοβερές υποσχέσεις από Αυτόν, όπως η ευλογία όλων των εθνών της γης μέσω του σπέρματός του (Γέν. 17,4-8). Αρχή της εκπληρώσεως της διαθήκης αυτής αποτέλεσε και η σύλληψη του υιού του Ισαάκ. Η Γραφή λέει στη συνέχεια πως ο Αβραάμ αγάπησε τον Ισαάκ (Γέν. 22,2), ώστε να μας προετοιμάσει για την παράδοξη παρέμβαση του Θεού που ακολουθεί παρακάτω, όταν ο Θεός τον προστάζει: «Λάβε τον Ισαάκ, πορεύθητι εφ’ έν των ορέων και ανένεγκον αυτόν εκεί εις ολοκάρπωσιν». Δηλαδή: «Θυσίασε τον υιό σου που είναι η θαυμαστή υπόσχεσή μου σε εσένα, τον υιό του θαύματος, με τον οποίο η Σάρρα λύθηκε από τα δεσμά της στειρότητάς της!» Εδώ κρύβεται μεγάλο μυστήριο. Ο Αβραάμ, πλήρως αφοσιωμένος στον Θεό, απολάμβανε όλη την εύνοιά Του. Όταν όμως απέκτησε τον υιό, κατά την υπόσχεση που του δόθηκε, η καρδιά του προσκολλήθηκε σε αυτόν και ως εκ τούτου μοιράσθηκε. Για να ελευθερώσει την καρδιά του, ο Θεός τον υπέβαλε σε φοβερή δοκιμασία, ζητώντας από αυτόν να θυσιάσει τον αγαπημένο υιό του. Ο Αβραάμ υπάκουσε χωρίς δισταγμό. Όταν ο Θεός είδε ότι η καρδιά του είχε αποκατασταθεί στην πρώτη αγάπη της προς Αυτόν μέσα από την υπακοή και την ετοιμότητά του να προσφέρει θυσία τον υιό του, απέδωσε τον Ισαάκ πίσω σε αυτόν, που είχε αναθέσει όλη την εμπιστοσύνη του στον Θεό.

Ο δεύτερος αυτός βαθμός πίστεως συνέχει τη συνειδητή καρδιά του ανθρώπου, που ζωοποιήθηκε ήδη από το πρώτο στάδιο. Ο άνθρωπος έχει παραδώσει τώρα τον εαυτό του στα χέρια του ζώντος Θεού. Δεν οδηγείται πια προς κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση, αλλά, όπως ο Αβραάμ, αρχίζει να δορυφορείται γύρω από τον Ήλιο της δικαιοσύνης, εναποθέτοντας όλη την εμπιστοσύνη του στον Θεό που εγείρει τους νεκρούς. Τέτοια πίστη επιτρέπει στον άνθρωπο να παραμένει στην παρουσία του Θεού, αφού έχει επιστηρίξει την ελπίδα του στην παντοκρατορική ισχύ και στον λόγο Του.

Κάθε άνθρωπος ωστόσο που έχει εγκαταλείψει τον εαυτό του στον Θεό με πνεύμα πίστεως θα δοκιμασθεί διαφορετικά, κάποτε μάλιστα σκληρά. Ορισμένοι ενδέχεται να απειληθούν ακόμη και με θάνατο. Αλλά αν τη στιγμή της δοκιμασίας μείνουν ακλόνητοι αποδίδοντας δόξα και ευχαριστία στον Θεό, τότε η πίστη τους, όπως αυτή του Αβραάμ, υπερβαίνοντας όχι μόνο τον κόσμο αλλά τον ίδιο τον θάνατο, θα αναδειχθεί πιο ισχυρή από αυτόν. Γι’ αυτό τον λόγο είναι τόσο σημαντική η κατανόηση της πίστεως ως «παρ’ ελπίδα επ’ ελπίδι», ώστε αν αξιωθούν μιας τέτοιας ευκαιρίας, με σωστή αντιμετώπιση να κερδίσουν τον Χριστό και όλη την αιωνιότητα. Πράγματι, οποιοσδήποτε παραδοθεί ολόψυχα στο Πνεύμα του Θεού, θα οδηγηθεί από τον Θεό μέσα από τη στενή οδό. Θα απεκδυθεί τον παλαιό του άνθρωπο, για να μπορέσει να εισέλθει καθαρός στη Βασιλεία Του: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. 5,8).

Έχει λεχθεί ότι «ο Θεός φως εστι» (Α’ Ιωάν. 1,5), και όταν Τον δούμε, θα γίνουμε κι εμείς φως όπως Εκείνος (Α’ Ιωάν. 3,2). Αλλά χρειάζεται προηγουμένως να καθαρθούμε, για να γίνουμε άξιοι της μακαρίας οράσεως του αληθινού Θεού. Αυτός εποπτεύει σε όλους τους ανθρώπους, αλλά ιδιαίτερα στρέφει την προσοχή Του σε όσους επιδεικνύουν προθυμία και ετοιμότητα να παραδώσουν τον εαυτό τους στα χέρια Του. Επιποθεί να περιποιείται τον καθένα μας ξεχωριστά, όπως έκανε με τον Αβραάμ και όλους τους εκλεκτούς Του. Πράγματι, ολόκληρη η Γραφή, που είναι η ιστορία των σχέσεων του Θεού με τον άνθρωπο, οφείλει να ανακεφαλαιωθεί στη ζωή κάθε προσώπου χωριστά. Όταν ο Θεός δει ότι ο άνθρωπος αντιμετωπίζει με σοβαρότητα το θέμα της σωτηρίας του, θέτει ένα εμπόδιο ενώπιον του, για να τον δοκιμάσει και να ενισχύσει την προθυμία και αποφασιστικότητα του. Τον εξετάζει και τον παιδεύει, όπως θα έκανε ένας πατέρας με τον αγαπημένο υιό του (Εβρ. 12,6-11). Διερχόμενος ο άνθρωπος τη δοκιμασία αυτή της πίστεώς του, διδάσκεται πώς να υπερπηδήσει το πρώτο αυτό πρόσκομμα. Τότε ο Θεός τοποθετεί μεγαλύτερα εμπόδια ενώπιόν του, ώστε να τον εκπαιδεύσει σε ακόμη υψηλότερα άλματα πίστεως προς Αυτόν. Με τον τρόπο αυτό ο Θεός τιμά τον άνθρωπο, απονέμοντάς του το προνόμια να επιδείξει, όπως ο Ιώβ, το είδος της πίστεως που θα τον καταστήσει κληρονόμο όλων των αγαθών του Παραδείσου Του. «Πάντα τα εμά σα εστιν», λέει ο πατέρας στον μεγαλύτερο αδελφό του ασώτου υιού (Λουκ. 15,31). Γι’ αυτό είναι μακάριος εκείνος που εγκαρτερεί σε καιρό δοκιμασίας και παραμένει ακλόνητος από τον πειρασμό, ακόμη και από την απειλή του θανάτου.

«Παρ’ ελπίδα επ’ ελπίδι» είναι ο ακριβής ορισμός της πίστεως εκείνης, με την οποία υπερπηδώνται και τα ανυπέρβλητα ακόμη εμπόδια. Αυτή η πίστη συγκεντρώνει όλες τις σκέψεις μας και τις δυνάμεις της καρδιάς μας σε ένα μοναδικό σημείο και με έναν σκοπό. Αυτό εφαρμόζεται επίσης στην τελειότητα της πνευματικής ζωής, όπου αγωνιζόμαστε να ενώσουμε τον νου με την καρδιά. Συσπειρώνουμε όλη την ύπαρξή μας στην καρδιά, ώστε να μπορούμε να προσευχόμαστε με μία μόνο σκέψη, σύμφωνα με τη διδασκαλία της ησυχαστικής μας παραδόσεως. Έτσι αποφασίζουμε να παλέψουμε ακόμη και μέχρι θανάτου, με τη βοήθεια του Θεού, για να υπερπηδήσουμε κάθε δυσκολία. Και πρέπει να το κάνουμε, γιατί από την υπέρβαση αυτή εξαρτάται η σωτηρία μας. Στο σημείο αυτό η καρδιά του ανθρώπου γίνεται ένας σφιχτός κόμπος, όπου έχει συγκεντρωθεί όλη του η ύπαρξη, και ο ίδιος ο άνθρωπος κρεμά τα πάντα στο έλεος του Θεού. Με τον τρόπο αυτό αρχίζουμε να πιστεύουμε, όπως είπε ο απόστολος Παύλος για τον Αβραάμ, «παρ’ ελπίδα επ’ ελπίδι». Πιστεύουμε ότι ο Θεός «δύναται ημάς εγείραι τέκνα τω Αβραάμ» (Ματθ. 3,9), και ότι «παρά τω Θεώ πάντα δυνατά εστι» (Ματθ. 19,26). Βαθμηδόν γινόμαστε έτοιμοι να προβούμε ακόμη και στο φοβερό εκείνο άλμα της πίστεως που υπερνικά τον θάνατο.

Η χαρισματική πίστη, όπως αυτή του Αβραάμ, μας διαβιβάζει από την όχθη της κτιστής πραγματικότητας στην όχθη της άκτιστης, γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Και όταν ο άνθρωπος επιδείξει τέτοια πίστη, θα βρει τον ασφαλή λιμένα της αγάπης, γιατί ο Θεός είναι αγάπη. Η πρόσκαιρη ζωή του θα ενωθεί με την αθάνατη και αιώνια θεία ζωή, γεγονός που συνιστά το μεγαλειωδέστερο θαύμα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Θεός εκτιμά την ανθρώπινη ζωή ως άξια για την ένωση με τη δική Του ζωή, με το δικό Του Είναι, με τη βοήθεια της χάριτος.

Η εκπλήρωση του δεύτερου αυτού βαθμού της πίστεως προϋποθέτει μεγάλη προσπάθεια που απαιτεί να ενθυμούμαστε την πρώτη μας αγάπη προς τον Θεό, να παραμένουμε προσηλωμένοι στην αγάπη αυτή με σταθερότητα, πιστότητα και εμπιστοσύνη. Στο βιβλίο της Αποκαλύψεως διαβάζουμε: «Και υπομονήν έχεις, και εβάστασας διά το όνομά Μου, και ου κεκοπίακας. Αλλά έχω κατά σου, ότι την αγάπην σου την πρώτην αφήκας. Μνημόνευε ούν πόθεν πέπτωκας, και μετανόησον και τα πρώτα έργα ποίησον» (Αποκ. 2,3-5). Την ημέρα της Κρίσεως, όταν ο Κύριος μας θέσει ενώπιόν Του, μερικοί με τόλμη θα πουν: «Κύριε, Κύριε, ου τω Σω ονόματι προεφητεύσαμεν, και τω Σω ονόματι δαιμόνια εξεβάλομεν, και τω Σω ονόματι δυνάμεις εποιήσαμεν;» (Ματθ. 7,22) και «εφάγομεν ενώπιον Σου και επίομεν, και εν ταις πλατείαις ημών εδίδαξας;» Και ο Κύριος θα αποκριθεί: «Λέγω υμίν, ουκ οίδα υμάς πόθεν εστέ· απόστητε απ’ εμού πάντες οι εργάται της αδικίας» (Λουκ. 13,26-27). Πώς είναι δυνατόν οι άνθρωποι να θαυματουργούν στο Όνομά Του και όμως ο Κύριος να μην τους αναγνωρίζει; Όλοι μας, είτε για μερικά χρόνια προς το τέλος της ζωής μας είτε για μία μόνο ημέρα ή ακόμη και για μία στιγμή, θα μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε αρκετή δύναμη και να πιστέψουμε στον Θεό με όλη μας την καρδιά. Έχοντας το πνεύμα αυτό της πίστεως θα ήταν δυνατόν να αισθανθούμε την παντοδυναμία του Θεού και με τη βοήθειά της να επιτελέσουμε ακόμη και θαύμα. Ο Θεός όμως δεν αποδίδει αρκετή σημασία σε αυτό, γιατί περιμένει από εμάς σπουδαιότερα πράγματα. Αν επιθυμούμε να είμαστε δίκαιοι και ευάρεστοι ενώπιόν Του –εφόσον, όπως λέει ο Απόστολος, «ο δίκαιος εκ πίστεως ζήσεται» (Ρωμ. 1,17· Γαλ. 3,11· Εβρ. 10,38)–, τότε η πίστη μας οφείλει να βρίσκεται σε συνεχή δναμική αύξηση, ώστε να αναγόμαστε «εκ πίστεως εις πίστιν» (Ρωμ. 1,17).

Με άλλα λόγια, οι δίκαιοι θα στέκονται «καλώς» στον δεύτερο αυτό βαθμό της χαρισματικής πίστεως. Θα στηρίζουν το καθετί στο έλεος του Θεού, διακινδυνεύοντας τα πάντα για χάρη Του, προκειμένου να κερδίσουν τα πάντα και να βλέπουν ακατάπαυστα το θείο θαύμα στη ζωή τους. Θα πολιτεύονται αταλάντευτοι με το είδος αυτό της πίστεως έως τέλους. Ο Απόστολος όμως μας προειδοποιεί: «Εάν [ο δίκαιος] υποστείληται, ουκ ευδοκεί η ψυχή μου εν αυτώ» (Εβρ. 10,38). «Υποστέλλω» σημαίνει ενδίδω στη νωθρότητα και την υπερηφάνεια, παραδίδομαι σε αμελή τρόπο ζωής, ελαττώνομαι ως προς την πνευματική ανδρεία. Αντιθέτως, η οδός της πίστεως είναι οδός δυναμικής αυξήσεως στην εν Θεώ ζωή (Α’ Κορ. 3,7· Κολ. 2,19), που μας οδηγεί από πίστη σε πίστη.

Ο πιο βαθύς πόθος του καθενός μας είναι να διατηρούμε ζωντανή τη σχέση μας με τον Θεό και να απολαμβάνουμε τα Τίμια Δώρα Του. Ακόμη και το ελάχιστο άγγιγμα της θείας χάριτος στην καρδιά μας είναι «κρείσσον υπέρ ζωάς» (Ψαλμ. 62,4), όπως βεβαιώνει ο ψαλμωδός· είναι πραγματικά πολυτιμότερο από πολλές ζωές. Εισερχόμαστε ωστόσο συνειδητά στη σοβαρή αυτή κοινωνία με τον Θεό, υπό τον όρο ότι θα επιδείξουμε τη σταθερότητα των δικαίων, δηλαδή θα ζούμε εφεξής «εκ πίστεως».

Η πίστη μας οφείλει διαρκώς να κραταιώνεται, ωσότου φθάσει στον τρίτο βαθμό της πίστεως των δικαίων· στην πιστή αφοσίωση που μας καθιστά ικανούς να στεκόμαστε ακέραιοι και αταλάντευτοι καθ’ όλη τη διάρκεια του σταδίου της παιδείας του Θεού. Ο υψηλότατος αυτός βαθμός πίστεως είναι τόσο τέλεια σταθερός, ώστε δεν αφήνει περιθώριο και για το ελάχιστο ίχνος αμφιβολίας· είναι αδύνατον τέτοια πίστη να ελαττωθεί ή να υποχωρήσει από την πηγή της ζωής. Ο άνθρωπος ζει την κάθε ημέρα ως νέο γεγονός· ως νέα ευκαιρία που του χορηγεί η θεία χάρη. Στο πιο ώριμο αυτό στάδιο, το Άγιο Πνεύμα αποκαλύπτεται πολύ λεπτό και ευαίσθητο, ταυτόχρονα όμως και πολύ απαιτητικό.

Στην αρχή ωστόσο ο Θεός εμφανίζεται πολύ επιεικής. Ο άνθρωπος αποκτά εμπειρία της πνευματικής ανέσεως και χαράς που συνοδεύουν την πρώτη χάρη. Παρότι μετέχει ακόμη σε ρυπαρότητα, αδυναμία και άγνοια, η χάρη δεν παύει να ευφραίνει την καρδιά του και να τον ωθεί προς τα εμπρός – εξαιτίας της αθωότητάς του. Ο Θεός είναι οικτίρμων και επιποθεί πρώτα απ’ όλα να του διδάξει πώς εργάζεται η χάρη Του μέσα στην ψυχή. Το Άγιο Πνεύμα όμως θα υποχωρήσει από τον άνθρωπο εκείνον που δεν συμμορφώνεται προς τα προστάγματά Του. Η προς Εβραίους επιστολή αναφέρεται εκτενώς σε όσους δέχθηκαν μεγάλα δώρα, γνώρισαν τη δύναμη του λόγου του Θεού καθώς επίσης και την αναγέννηση της υπάρξεώς τους, αλλά εξέπεσαν στην πορεία. Διαβάζουμε στη Γραφή ότι είναι σχεδόν ακατόρθωτο «να ανακαινισθούν πάλιν εις μετάνοιαν» (Εβρ. 6,4-6), δηλαδή να αποκατασταθούν ξανά από τον Θεό μετά την πτώση τους. Με άλλα λόγια, όσο προσεγγίζουμε περισσότερο στον Θεό, τόσο πιο απαιτητικό γίνεται το Πνεύμα του Θεού, ώστε να ζούμε όσο το δυνατόν πλησιέστερά Του και να είμαστε αιώνια ενωμένοι μαζί Του. Όπως προαναφέρθηκε, ο Θεός επιθυμεί να συμπεριφέρεται στον άνθρωπο ως προς ίσο Του, ως προς εικόνα Του. Τον έχει προικίσει με μεγάλες δωρεές και δυνατότητες, ώστε να μπορεί να παρίσταται ενώπιον του Θεού και να προσλαμβάνει όλο τον πλούτο της θείας ζωής. «Πάντα τα εμά σα εστιν» (Λουκ. 15,31).

Όταν περάσουμε τους δύο πρώτους βαθμούς πίστεως (εισαγωγική πίστη και χαρισματική πίστη συνδυασμένη με τη χαρισματική απόγνωση), θα φθάσουμε στην πίστη που διακρίνεται από την εσωτερική σταθερότητα και αντανακλά την πιστότητα των δικαίων. Τότε θα έχουμε πείσει τον Θεό ότι είμαστε δικοί Του, ενώ Εκείνος θα μας απαντήσει με τον λόγο Του που μένει στην αιωνιότητα. Ο Θεός θα συνάψει μαζί μας οριστική διαθήκη αγάπης, η οποία, όπως γνωρίζουμε από τη Γραφή, θα είναι αιώνια. Με τις ίδιες ακριβώς λέξεις που απηύθυνε στον Μονογενή Του Υιό θα Τον ακούσουμε να μας αποκρίνεται, όχι μόνον: «εμός εί συ» (Ησ. 43,1), αλλά επίσης, «υιός μου εί συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (Ψαλμ. 2,7). Αυτή είναι η μία και μοναδική αληθινή κλήση μας: να γίνουμε όμοιοι με τον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού.

Ερωτήσεις και Απαντήσεις

Ερώτηση 1: Τί σημαίνει η έκφραση «χαρισματική απόγνωση», που αναφέρατε;

Απάντηση 1: Η χαρισματική απόγνωση συνοδεύεται από ορμή για αδιάλειπτη προσευχή. Χαρισματική είναι μόνο η απόγνωση που γεννά προσευχή που μας ωθεί να προσκολληθούμε με τέλεια εμπιστοσύνη στον Θεό και να στρεφόμαστε προς Αυτόν συνεχώς, επειδή κανένας άλλος εκτός από Εκείνον δεν μπορεί να μας βοηθήσει. Όταν η απόγνωση είναι νοσηρή, δεν είμαστε σε θέση να προσευχηθούμε. Αν όμως υπάρχει προσευχή, η απόγνωση είναι θαυμάσια. Όσοι άνθρωποι προσεύχονται με απόγνωση δρέπουν καρπούς στη ζωή τους.

Ερώτηση 2: Έχει η χαρισματική απόγνωση στοιχεία κατάθλιψης μέσα της;

Απάντηση 2: Η χαρισματική απόγνωση είναι καρπός της χάριτος. Όταν βλέπουμε πόσο άσπιλη, άμωμη και μεγαλειώδης είναι η αγάπη του Θεού, απελπιζόμαστε τελείως από την κατάστασή μας, γιατί γνωρίζουμε ότι στον Θεό πρέπουν όλα τα άγια, τα τίμια και προσφιλή, όπως τα απαριθμεί ο Απόστολος (Φιλιπ. 4,8). Συνειδητοποιούμε, πόσο υστερούμε από αυτά, και έστι φθάνουμε στη χαρισματική απόγνωση. Αλλά η απόγνωση αυτή προέρχεται από τον Θεό, γιατί ενεργοποιείται από τη χάρη.

(Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου) «Πιστοί στη διαθήκη της αγάπης», Ι.Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας 2012, σ. 20-36)

Βλ. Αρχ. Σωφρονίου, Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ, Ι. Σ. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, εκδ. 2010, σσ. 362, 367, 376, 393, 464, 507, 540, 589.

2Βλ. Αρχιμ. Σωφρονίου, ΟΨΟΜΕΘΑ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΚΑΘΩΣ ΕΣΤΙ, Ι.Σ.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, εκδ. 2010, σ. 92· Αρχιμ. Σωφρονίου, ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ, Ι.Σ.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, εκδ. 2009, σ. 104.

pemptousia

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή Β΄ Νηστειών – Η παραλυσία της εποχής και η ελπίδα της πίστης

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Μαρτίου, 2013

Παράλυτη η εποχή μας. Ηθικά και πνευματικά. Δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της, παραδομένη στο κρεβάτι της εκμετάλλευσης, της φιληδονίας, της ψευδαίσθησης της ευτυχίας. Παράλυτη από τις αμαρτίες της. Ζει μακριά από το Θεό και δεν γνωρίζει τι να κάνει. Αυτοί που θα έπρεπε να την βοηθήσουν, την έχουν κλείσει στον εαυτό της. Την έχουν κάνει να ενδιαφέρεται μόνο για το «εγώ» της. Ίσως μάλιστα αυτοί που θα έπρεπε να την βοηθήσουν, να είναι και η κύρια αιτία για την παραλυσία της.

Βιώνουμε καθημερινά την παραλυσία του κόσμου και της εποχής μας. Στο άγχος και την αβεβαιότητα. Στον φόβο του θανάτου. Στην απόπειρα δια της διασκέδασης να ξεχάσουμε. Στην παράδοσή μας στις οθόνες της τηλεόρασης και του υπολογιστή. Και αναζητούμε τους φίλους εκείνους που θα χαλάσουν τη στέγη του σπιτιού στο οποίο βρίσκεται ο Χριστός, για να μας δώσουν ελπίδα και να μας φέρουν κοντά σ’ Εκείνον που είναι ο μόνος που μπορεί αληθινά να μας προσφέρει την ίαση.

Τρεις είναι οι τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν την παραλυσία της εποχής. Άλλοι στέκουν μετά παρατηρήσεως. Την βλέπουν. Δεν νιώθουν όμως ικανοί να κάνουν κάτι για να βρεθεί μία λύση. Θεωρούν τους εαυτούς τους ασήμαντους μπροστά στη δύναμη του κόσμου και του πολιτισμού. Ασήμαντους μπροστά στην παραλυσία την ηθική και την πνευματική. Και προχωρούν στην εργασία, στη ζωή, τις σχέσεις τους χωρίς  να λειτουργούν συλλογικά. Στην καλύτερη περίπτωση ενδιαφέρονται μόνο για τον εαυτό τους ή κάνουν μια προσευχή για τον κόσμο, εάν πιστεύουν στο Θεό. Έχουν όμως παραιτηθεί από οποιονδήποτε αγώνα. Γι’ αυτούς ο Χριστός υπάρχει μεταφυσικά. Δεν μπορεί να αλλάξει τον ρουν της Ιστορίας και όλα είναι εγκαταλελειμμένα στα χέρια του κοσμοκράτορος του αιώνος του κόσμου τούτου και στον τρόπο που ο πολιτισμός πορεύεται.

Άλλοι πάλι νιώθουν ότι τουλάχιστον μπορούν να χαλάσουν τη στέγη. Κάτι να κάνουν. Να εμπιστευθούν το Χριστό, καταβάλλοντας τον κόπο τους. Να διαμαρτυρηθούν για την αλλοτρίωση της εποχής. Να συνειδητοποιήσουν μεν την ανεπάρκειά τους, αλλά  να μην παραιτηθούν από την προσπάθεια. Έρχονται στην εκκλησία, προβληματίζονται, όταν έρθει η στιγμή δείχνουν έμπρακτα την αλληλεγγύη τους, γνωρίζουν όμως τα όρια τους. παρόλα αυτά δεν θέλουν να πιστέψουν ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει για να ζήσει και να θεραπευθεί ο κόσμος και ο άνθρωπος. Κι εδώ υπάρχει ελπίδα.

Υπάρχουν τέλος εκείνοι οι οποίοι έχουν εγκλωβισθεί στη λογική της κριτικής, της γκρίνιας, της μεμψιμοιρίας. Διαρκώς κινδυνολογούν. Δεν βλέπουν τίποτε καλό στην προσπάθεια για θεραπεία του κόσμου, γιατί δε γίνεται από τους ίδιους. Δεν είναι πρόθυμοι να συσστρατευθούν με το Χριστό και την πίστη, με την Εκκλησία, αλλά είναι έτοιμοι να απορρίψουν οποιαδήποτε προσπάθεια δεν κινείται σύμφωνα με την δική τους οπτική. Συνήθως αυτοί είναι και ενεργά μέλη της Εκκλησίας. Βλέπουν τη ζωή σύμφωνα με τους τύπους και την εξωτερική παράδοση και δεν νιώθουν ότι ο άνθρωπος χρειάζεται να λάβει την συγχώρεση από το Θεό πρώτα και κατόπιν να βρει την πορεία της αληθινής αλλαγής, της γνήσιας θεραπείας.

Ο Χριστός αναρωτιέται για τον καθέναν μας και την ίδια στιγμή μας ρωτά: «τι ταύτα διαλογίζεσθε εν ταις καρδίαις ημών;» (Μάρκ. 2, 8). Και μας προτρέπει να Τον εμπιστευθούμε. Να ζητήσουμε πρωτίστως την πνευματική μας θεραπεία από την παραλυσία της αμαρτίας και κατόπιν να λάβουμε την ίαση και της ύπαρξης και του σώματος και του κόσμου. Μάς ζητά να ξαναβρούμε τη σχέση μ’ Αυτόν ως σχέση-κλειδί με τη ζωή μας, για να μπορέσουμε να λάβουμε τη χάρη Του. Κι Εκείνος θα μπορέσει στη συνέχεια να μας γιατρέψει. Όμως αυτός ο δρόμος περνά από την Εκκλησία. Όχι της γκρίνιας και της μεμψιμοιρίας, ούτε αυτής όπως τη θέλουμε εμείς, ούτε αυτής που απλώς παρατηρεί τα γεγονότα, αφήνοντας τα πάντα σε μια μεταφυσική δικαίωση. Είναι η Εκκλησία της πίστης. Αυτή που αποτελείται από ανθρώπους έτοιμους να παλέψουν, να χαλάσουν στέγες, να διαλύσουν δηλαδή το βόλεμα της ζωής και να πλησιάσουν το Χριστό. Και δια της μετανοίας να Του δώσουν την ευκαιρία να γιατρέψει. Την ψυχή πρωτίστως, για να έρθει η έγερση και από το κρεβάτι της παραλυσίας.

Καιρός να ενεργοποιηθεί ο καθένας μας. Να καταλάβει την προσωπική του παραλυσία εξαιτίας της αμαρτίας και να ζητήσει την κάθαρσή του, ερχόμενος δια της πίστης κοντά στο Χριστό. Είναι μία στάση ζωής που θα βοηθήσει κατόπιν να γίνει καινούρια αρχή στην πορεία της κοινωνίας. Και όσοι θέλουν ας ακολουθήσουν. Ο Χριστός βλέπει την πίστη και την αποδέχεται, δίδοντας ζωή. Κι εδώ ξυπνά η ελπίδα που τόσο έχουμε ανάγκη.

Κέρκυρα, 31 Μαρτίου 2013

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/2013/03/blog-post_29.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κείμενο και ερνηνεία της Β΄ στάσης των Χαιρετισμών.

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Μαρτίου, 2013

Οι χαιρετισμοί στην Παναγία είναι υμνωδία που ο κάθε πιστός χαίρεται ιδιαίτερα να διαβάζει την μεγάλη Τεσσαρακοστή διαβάζονται κάθε παρασκευή και για πέντε συναπτές εβδομάδες.

Τα νοήματα των χαιρετισμών είναι υψηλά και βαθειά και θεωρούμε πολύ χρήσιμη μία μικρή σύντομη ερμηνεία.

Β’ ΣΤΑΣΗ

‘Ηκουσαν οι ποιμένες των Αγγέλων υμνούντων, την ένσαρκον Χριστού παρουσίαν. Και δραμόντες ως προς ποιμένα, θεωρούσι τούτον ως αμνόν άμωμον, εν τη γαστρί Μαρίας βοσκηθέντα, ην υμνούντες είπον.

‘Οταν οι ποιμένες άκουσαν τούς αγγέλους να υμνούν την παρουσία του Χριστού ανάμεσα στους ανθρώπου ως ανθρώπου έτρεξαν στο σπήλαιο να τον δουν.Περίμεναν να δουν ποιμένα και απεναντίας τον είδαν σαν άμωμο αρνί που είχε βοσκήσει και θραφεί μέσα στην κοιλιά της Μαρίας.Και τότε έκθαμποι της είπαν

Χαίρε, Αμνού και Ποιμένος μήτηρ. Χαίρε, αυλή λογικών προβάτων.

Η Παναγία είναι μητέρα του ποιμένος όλων των ανθρώπων και του αμνού του θεού. Είναι ακόμα η μάνδρα των λογικών προβάτων, εκείνη δηλαδή που κλείνει στην αγκαλιά της όλους τους πιστούς.

Χαίρε, αοράτων εχθρών αμυντήριον. Χαίρε, παραδείσου θυρών ανοικτήριον.

Ασπίδα μας εναντίον των αοράτων εχθρών και εναντίων των δαιμόνων είσαι Παναγία μας.Και κλειδί που μας άνοιξες πάλι τις πόρτες του παραδείσου.

Χαίρε, ότι τα ουράνια συναγάλλεται τη γη. Χαίρε, ότι τα επίγεια συγχορεύει ουρανοίς.

Χάρη σε σένα ευφραίνονται μαζί ουρανός και γη, κι όλα τα κτίσματα ενωμένα δοξάζουν τον Κύριο.

Χαίρε, των Αποστόλων το ασίγητον στόμα. Χαίρε, των Αθλοφόρων το ανίκητον θάρσος.

Οι απόστολοι σε είχαν για ασίγητο στόμα τους, και από σένα έπαιρναν το υπερφυσικό τους θάρρος και δύναμη οι μάρτυρες।

Χαίρε, στερρόν της πίστεως έρεισμα. Χαίρε, λαμπρόν της χάριτος γνώρισμα.

Χαίρε στήριγμα ασάλευτο της πίστεως. Χαίρε λαμπρό αποτέλεσμα της Θείας χάριτος.

Χαίρε, δι’ ης εγυμνώθη ο άδης. Χαίρε, δι’ ης ενεδύθημεν δόξαν.

Εξ’αιτίας σου γυμνώθηκε από την δυναμή του ο θάνατος κι εμείς φορέσαμε τη δόξα.

Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

Θεοδρόμον αστέρα, θεωρήσαντες Μάγοι, τη τούτου ηκολούθησαν αίγλη. Και ως λύχνον κρατούντες αυτόν, δι’ αυτού ηρεύνων κραταιόν άνακτα. Και φθάσαντες τον άφθαστον, εχάρησαν αυτώ βοώντες.
Αλληλούια.

Οι μάγοι είδαν τον αστέρα, που είχε ανάψει ο Θεός στον ουρανό και τον ακολούθησαν. Το άστρο αυτό ήταν σαν λυχνάρι, που κρατώντας το στα χέρια, έψαχναν στο φως του για τον βασιλέα του παντός. Έφθασαν έτσι μπροστά στον άφθαστο εις δόξαν και χάρηκαν και του φώναξαν Αλληλουία.

‘Ιδον παίδες Χαλδαίων, εν χερσί της Παρθένου, τον πλάσαντα χειρί τους ανθρώπους. Και δεσπότην νοούντες αυτόν, ει και δούλου έλαβε μορφήν, έσπευσαν τοις δώροις θεραπεύσαι, και βοήσαι τη ευλογημένη.

Οι μάγοι, που είχαν έλθει από τη μακρινή Χαλδαία, είδαν στα χέρια της Παρθένου αυτόν που τα χέρια Του έπλασαν τους ανθρώπους. Τον είδαν Κύριο του παντός, παρ’ όλο ότι είχε πάρει μορφή δούλου, μορφή ανθρώπινη, κι έσπευσαν να του προσφέρουν τα δώρα τους σαν σε Βασιλέα και να φωνάξουν στην ευλογημένη μητέρα Του τα εξής.

Χαίρε, αστέρος αδύτου μήτηρ. Χαίρε, αυγή μυστικής ημέρας.

Χαίρε, συ που γέννησες τον αστέρα που δεν δύει ποτέ. Χαίρε, αυγή μιας καινούργιας ημέρας με φως μυστικό, θείο, πνευματικό.

Χαίρε, της απάτης την κάμινον σβέσασα. Χαίρε, της Τριάδος τους μύστας φωτίζουσα.

Έσβησες Κόρη του Θεού την κολασμένη φωτιά της αμαρτωλής γνώσεως, και φωτίζεις τους μύστες της Αγίας Τριάδος.

Χαίρε, τύραννον απάνθρωπον εκβάλουσα της αρχής. Χαίρε, Κύριον φιλάνθρωπον επιδείξασα Χριστόν.

Γκρέμισες ακόμα από τον θρόνο του τον τύραννο διάβολο, και μας φανέρωσες τον φιλάνθρωπο Κύριο.

Χαίρε, η της βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας. Χαίρε, η του βορβόρου ρυομένη των έργων.

Μας λυτρώνεις από τη θρησκεία των ειδώλων, μας σώζεις από τη λάσπη των κακών έργων.

Χαίρε, πυρός προσκύνησιν παύσασα. Χαίρε, φλογός παθών απαλλάττουσα.

Έβαλες τέλος στην προσκύνηση του πυρός, που λάτρευαν οι αρχαίοι λαοί και μας απάλλαξες από την φλόγα των παθών.

Χαίρε, πιστών οδηγέ σωφροσύνης. Χαίρε, πασών γενεών ευφροσύνη.

Είσαι οδηγός σωφροσύνης για τους πιστούς. Είσαι η ευφροσύνη όλων των γεννεών.

Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

Κήρυκες θεοφόροι, γεγονότες οι Μάγοι, υπέστρεψαν εις την Βαβυλώνα, εκτελέσαντές σου τον χρησμόν, και κηρύξαντές σε τον Χριστόν άπασιν, αφέντες τον Ηρώδην ως ληρώδη, μη ειδότα ψάλλειν Αλληλούια.

Έγιναν οι μάγοι κήρυκες θεοφόροι και γύρισαν στη Βαβυλώνα, αφού συμμορφώθηκαν με το πρόσταγμα του Αγγέλου να μην περάσουν από τα Ιεροσόλυμα όπου τους περίμενε ο Ηρώδης για να μάθει από το στόμα τους που είχε γεννηθεί, ο Χριστός. Γύρισαν στην πατρίδα τους και κήρυξαν σε όλους τον Χριστό, αφήνοντας στα παραμιλητά του τον Ηρώδη, που δεν ήξερε να ψάλλει Αλληλουία.

Λάμψας εν τη Αιγύπτω, φωτισμόν αληθείας, εδίωξας του ψεύδους το σκότος. Τα γαρ είδωλα ταύτης Σωτήρ, μη ενέγκαντά σου την ισχύν πέπτωκεν, οι τούτων δε ρυσθέντες, εβόων προς την Θεοτόκον.

Όταν ο Ιωσήφ και η Παναγία πήραν τον Χριστό κι έφυγαν στην Αίγυπτο για να γλυτώσουν το Θείο Βρέφος από τη μανία του Ηρώδη, έλαμψε σ’ εκείνη τη χώρα το φως της αληθείας. Και τα είδωλά της, μην αντέχοντας την παρουσία του Σωτήρος, γκρεμνίσθηκαν μόνα τους. Κι όσοι σώθηκαν απ’ αυτά, φώναξαν στην Θεοτόκο:

Χαίρε, ανόρθωσις των ανθρώπων. Χαίρε, κατάπτωσις των δαιμόνων.

Χαίρε συ που είσαι η ανόρθωση και η σωτηρία των ανθρώπων. Χαίρε συ που είσαι το γκρέμισμα των δαιμόνων.

Χαίρε, της απάτης την πλάνην πατήσασα. Χαίρε, των ειδώλων τον δόλον ελέγξασα.

Πάτησες και συνέτριψες την πλάνη και την απάτη. Απέδειξες τη δολερότητα των ειδώλων.

Χαίρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραώ τον νοητόν. Χαίρε, πέτρα η ποτίσασα τους διψώντας την ζωήν.

Όπως η ερυθρά θάλασσα, κατά την έξοδο των Εβραίων από την Αίγυπτο, σκέπασε με τα κύματά της τον Φαραώ, που τους κατεδίωκε, έτσι και συ κατεπόντισες σαν άλλη θάλασσα τον νοητό Φαραώ, δηλαδή τον διάβολο και τα στρατεύματά του. Κι όπως ο βράχος στην έρημο, που τον χτύπησε ο Μωυσής με το ραβδί του, ανάβρυσε νερό, έτσι κι εσύ σαν άλλους Ισραηλίτες ξεδιψάς όσους διψούν την αληθινή ζωή, μέσα στην πνευματική έρημο του κόσμου.

Χαίρε, πύρινε στύλε οδηγών τους εν σκότει. Χαίρε, σκέπη του κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.

Όπως η πύρινη στήλη οδηγούσε τη νύχτα τους Εβραίους στην έρημο, έτσι κι εσύ μας οδηγείς μέσα στα πνευματικά σκοτάδια. Κι όπως η φωτεινή νεφέλη τους σκέπαζε την ημέρα, έτσι κι εσύ σκεπάζεις τον κόσμο, πλατύτερη από νεφέλη.

Χαίρε, τροφή του μάννα διάδοχε. Χαίρε, τρυφής αγίας διάκονε.

Είσαι η τροφή που διαδέχθηκε το μάννα και η διάκονος των αγίων απολαύσεων.

Χαίρε, η γη της επαγγελίας. Χαίρε, εξ ης ρέει μέλι και γάλα.

Όπως η γη της επαγγελίας ήταν το ωραίο τέρμα της πορείας του Ισραήλ έτσι είσαι και συ για μας η γη που μας υποσχέθηκε ο θεός από την οποία ρέει η χαρά και η ειρήνη.

Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.

Μέλλοντος Συμεώνος, του παρόντος αιώνος, μεθίστασθαι του απατεώνος, επεδόθης ως βρέφος αυτώ, αλλ’ εγνώσθης τούτω και Θεός τέλειος। Διόπερ εξεπλάγη σου την άρρητον σοφίαν κράζων Αλληλούια.

Όταν επρόκειτο ο βαθύγερος Συμεών να φύγει από αυτόν τον απατηλό κόσμο αξιώθηκε να δεχθεί στις αγκάλες του τον Θεό ως βρέφος.Και γεμάτος έκπληξη για την ανείπωτη σοφία του θεού αναφώνησε Αλληλούια

http://imverias.blogspot.gr/2013/03/blog-post_2181.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το ασφαλές θεμέλιο της Ορθοδόξου Ιεραποστολής

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Μαρτίου, 2013

sporeasΟμιλία που πραγματοποιήθηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Φλωρίνης,Κατά τον Α΄Κατανυκτικό Εσπερινό

(Γράφει ο Αρχιμ. Παντελεήμων Καραλάζος Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Εδέσσης)

Η Εκκλησία από την φύση της είναι ιεραποστολική. Ο χαρακτήρας της αυτός φαίνεται από τους Αποστόλους, οι οποίοι είναι οι θεμέλιοι λίθοι της, έχοντας ως ακρογωνιαίο λίθο τον Χριστό.

Συγκεκριμένα, όταν ο Κύριος τους κάλεσε να τον ακολουθήσουν και να γίνουν μαθητές Του, τους είπε την γνωστή φράση: «δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων» (Ματθ. 4,19). Ύστερα από λίγο χρονικό διάστημα, στην επί του Όρους ομιλία απευθυνόμενος ο Κύριος στους Αποστόλους, τους αποκάλεσε αλάτι της γής και φως του κόσμου (βλ. Ματθ. 5,13-14).

Με τα λόγια Του αυτά τόνιζε κατ’ αρχήν ότι έργο των Αποστόλων είναι να διατηρήσουν όλο τον κόσμο ζωντανό μέσα στην ζωηφόρο χάρη που έφερε Εκείνος. Αν ο Κύριος είναι ο νοητός ήλιος που ανέτειλε στην οικουμένη την θεία δικαιοσύνη, οιΑπόστολοι είναι οι ακτίνες Του διά των οποίων το Ευαγγέλιο της σωτηρίας μεταδόθηκε σε όλο τον κόσμο. Αυτό το έργο των Αποστόλων επιτελεί η Εκκλησία μέσα σε όλους τους αιώνες της ανθρωπίνης ιστορίας. Φωτίζει τα πέρατα της γης με τα σωτήρια δόγματα, ενώ με την χάρη του Αγίου Πνεύματος διατηρεί την ανθρωπότητα από την σήψη της πλάνης και της αμαρτίας.

Στο έργο της ιεραποστολής προετοιμάζονταν οι Απόστολοι πριν την σταύρωση. Γι’ αυτό και τους απέστελλε ο Κύριος να κηρύττουν αρχικά μέσα στα όρια της Παλαιστίνης. Αργότερα, μετά την ανάστασή Του ο Κύριος, συναντώντας τους στο όρος της Γαλιλαίας, όπως τους είχε προαναγγείλει, τους απέστειλε να πορευθούν και να μαθητεύσουν όλα τα έθνη βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Η επίσημη έναρξη του ιεραποστολικού τους έργου, το οποίο έχει παγκόσμιες διαστάσεις, έγινε όταν έλαβαν την τέλεια χάρη. Όταν βαπτίστηκαν στο Άγιο Πνεύμα, την ημέρα της Πεντηκοστής, διά της ανεξάντλητης χάριτος που έλαβαν άρχισαν να κηρύττουν Χριστό εσταυρωμένο και αναστάντα κατά τάς Γραφάς, πρώτα στην Ιερουσαλήμ, μετά σε όλη την Ιουδαία και την Παλαιστίνη, και κατόπιν στα πέρατα της οικουμένης. Από το παράδειγμα, λοιπόν, των Αποστόλων καταφαίνεται ότι η ιεραποστολή είναι η ζωή και η πράξη της Εκκλησίας. Όπως δεν μπορεί να υπάρξει ουσία δίχως ενέργεια, έτσι δεν νοείται η Εκκλησία του Χριστού δίχως την Ιεραποστολή σε όλη την οικουμένη.

Έχοντας ύπ’ όψη τα παραπάνω γίνονται κατανοητά τρία χωρία της Καινής Διαθήκης: το «ούκ ήλθον βαλείν ειρήνην (επί την γήν), αλλά μάχαιραν» (Ματθ. 10, 34), το «Πάντες οι θέλοντες ευσεβώς ζήν εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται» (Β ‘Τιμ. 3,12) και το «Πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πράξ. 5, 29).

Ο κόσμος επιθυμεί μια επιφανειακή ειρήνη. Περιορίζει την ειρήνη στην μή διεξαγωγή πολέμων και στην έλλειψη συγκρούσεων και ταραχών μέσα στις κοινωνίες και τα έθνη. Τον Θεό δεν τον υπολογίζει, αλλά τον βάζει στην άκρη. Η πίστη θεωρείται απλώς μια προσωπική άποψη και χαρακτηρίζεται ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο κρυμμένο από τα μάτια των άλλων και περιορισμένο στην ιδιωτική ζωή. Το Πνεύμα όμως του Θεού κηρύττει ότι η ειρήνη του κόσμου είναι έχθρα προς τον Θεό (πρβλ. Ίακ. 4,4), διότι υποδουλώνει τον άνθρωπο στην αμαρτία και τον καταδικάζει στην αιώνια κόλαση.

Γι’ αυτό και ο Κύριος καλεί τους πιστούς σε έναν ιερό πόλεμο, προκειμένου να υποταχθεί όλη η οικουμένη στο θέλημα του Θεού. Τα όπλα του πολέμου αυτού δεν είναι κοσμικά, αλλά έχουν την δύναμη από τον Θεό να γκρεμίζουν οχυρά και να ανατρέπουν αμαρτωλούς λογισμούς και κάθε τι που ορθώνεται με αλαζονεία εναντίον της γνώσεως του Θεού. Με αυτά οι πιστοί αιχμαλωτίζουμε κάθε σκέψη και την κάνουμε να υπακούει στον Χριστό (βλ. Β’Κορ. 10, 4-5)·

Ο Χριστιανός, ο οποίος καλείται να αγαπά όλους τους ανθρώπους ως τον εαυτό του δεν μπορεί να μένει ήσυχος και ικανοποιημένος, όταν τους βλέπει να ζουν ατάραχα και αδιάφορα προς τον Θεό και την σωτηρία τους, διότι γνωρίζει ότι αυτή είναι η αιώνια καταδίκη τους. Γι’ αυτό και ποθεί και αγωνίζεται, ώστε όλος ο κόσμος να γνωρίσει τον αληθινό Θεό και να υποταχθεί στις εντολές Του. Γι’ αυτό και όσο πιο αληθινός είναι κάποιος χριστιανός, τόσο περισσότερο θα διωχθεί. Ο τύραννος του κόσμου τούτου της αμαρτίας, δηλαδή ο διάβολος, ασφαλώς θα τον πολεμήσει και θα επιστρατεύσει εναντίον του κάθε μέσο και κάθε άνθρωπο, του οποίου μπορεί να επηρεάσει λιγότερο ή περισσότερο την σκέψη και τις πράξεις. Γι’ αυτό γνωρίζουμε ότι ο πόλεμος πάνω στην γή δεν θα πάψει πάρα μόνο όταν κάθε γόνυ κάμψει ενώπιον του Κυρίου Ιησού και κάθε γλώσσα τον δοξολογήσει ως αληθινό Θεό (πρβλ. Ρωμ. 14,11).

Επειδή, λοιπόν, ο αγώνας για την επικράτηση του Ευαγγελίου του Χριστού σε όλο τον κόσμο αποτελεί ουσιαστικό έργο της Εκκλησίας, οι πιστοί δεν είναι δυνατόν να δεχθούμε ποτέ την εντολή από τους άρχοντες του κόσμου τούτου να πιστεύουμε μόνον στον Χριστό, αλλά να μην κηρύττουμε Χριστό. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί διωγμό για την Εκκλησία και η απάντηση εκ μέρους μας εκφράζεται από τον λόγο των Αποστόλων: «Πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πράξ. 5, 29).

Ποιό όμως είναι το θεμέλιο για μια ορθή ιεραποστολή; Μας το δείχνουν ο ίδιος ο Κύριος μας, ο Ιησούς Χριστός, η Παναγία μητέρα Του και οι Απόστολοί Του.

Ο Κύριος Ιησούς ομολόγησε ενώπιον του Ποντίου Πιλάτου ότι ήλθε στον κόσμο, για να μαρτυρήσει υπέρ της αληθείας. Ήλθε στον κόσμο, για να φέρει την τέλεια φανέρωση του Θεού και να παραδώσει με την χάρη του Παναγίου Πνεύματος την εντολή της αγάπης προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο ως την οδό διά της οποίας θα εισέλθουμε στην αιώνιο ζωή.

Σε όλη την δημόσια δράση Του παιδαγωγικά οδηγούσε τους ανθρώπους στην κατανόηση της αληθείας περί του προσώπου Του, ότι δηλαδή είναι ο Υιός του Θεού ο οποίος έγινε άνθρωπος παραμένοντας Θεός, προκειμένου να μας σώσει. Πρώτοι που κατανόησαν την αλήθεια αυτή ήταν οι Απόστολοι. Διά μέσου του αποστόλου Πέτρου ομολόγησαν την θεία φύση του Κυρίου. Γι’ αυτό και μακαρίστηκαν από τον Κύριο, ο οποίος δήλωσε ότι στην πίστη και ομολογία αυτή θα θεμελιωθεί η Εκκλησία και «πύλαι αδου ού κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. Ι6,18). Γι’ αυτό Εκκλησία δίχως την ορθή πίστη περί του Κυρίου δεν νοείται. Η Εκκλησία είναι θεμελιωμένη στην πίστη στην θεότητα του Ιησού και στην ενσάρκωση του Θεού Λόγου. Γι’ αυτό και όταν στο πρόσωπο των Αποστόλων βρέθηκαν άνθρωποι που κατανόησαν και αποδέχθηκαν μέσα τους την αλήθεια που έφερε ο Κύριος περί του Θεού, τότε ο Κύριος καθαρά και απερίφραστα φανέρωσε το επικείμενο σωτηριώδες πάθος Του και πορεύθηκε προς το σωτήριο πάθος Του στα Ιεροσόλυμα. Διότι η σταυρική θυσία του Κυρίου δεν θα μπορούσε να ωφελήσει σε τίποτε την ανθρωπότητα, δίχως την παραδοχή της ορθής πίστεως εκ μέρους των ανθρώπων για την Αγία Τριάδα. Από το παράδειγμα, λοιπόν, του Κυρίου κατανοούμε ότι βασική προϋπόθεση της ιεραποστολής είναι η ορθή πίστη- το ορθό δόγμα.

Ο Κύριος δεν κήρυξε το Ευαγγέλιο στα πέρατα της οικουμένης. Οι μαθητές Του έκαναν αυτό το έργο. Όμως την σωτηρία στον κόσμο δεν την χάρισαν οι μαθητές Του, αλλά μόνον ο Κύριος με το σταυρικό πάθος και την ανάστασή Του. Στα σωτήρια πάθη του Κυρίου αποκαλύπτεται το μυστήριο της αγάπης, αλλά και της ενότητος της φύσεως του παγγενούς Αδάμ. Με την τέλεια αγάπη Του ο Κύριος ανακαίνισε και αναζωογόνησε όλον τον Αδάμ παγγενή πεπτωκότα- όλη την πανανθρώπινη φύση. Την υπερφυσική χάρη της αγάπης προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο παρέδωσε ο Κύριος ως αιώνια και αναφαίρετη κληρονομιά στην ανθρωπότητα. Ο ίδιος ως άνθρωπος επλήρωσε «πάσαν δικαιοσύνην», βίωσε δηλαδή σε τέλειο βαθμό την αγάπη, στην οποία συνοψίζεται όλος ο νόμος και οι προφήτες. Ο διάβολος προσπάθησε με κάθε μέσο να τον κάνει να παραβεί έστω και στο ελάχιστο τον νόμο της αγάπης. Πρώτα στην έρημο και κατόπιν σε κάθε βήμα της επιγείου δράσης Του. Δεν τα κατάφερε. Στον σταυρό ο Κύριος ετελείωσε το έργο της αγάπης και συνέτριψε τον σατανά, την αμαρτία και τον θάνατο. Αναστήθηκε τριήμερος και πρόσφερε την αθανασία στην ανθρωπότητα κρυμμένη μέσα στην ορθή πίστη και τον νόμο της αγάπης.

Όσο, λοιπόν, ο χριστιανός θεμελιώνει τον εαυτό του σε αυτά τα δύο, την πίστη και την αγάπη, τόσο περισσότερο μπορεί να κηρύξει Χριστό στα πέρατα της οικουμένης και να γίνει συνεργός Χριστού και συνεχιστής του έργου των Αποστόλων.

Η Παναγία έχει χαρακτηρισθεί ως ο μεγαλύτερος όλων των ιεραποστόλων. Το Ευαγγέλιο δεν μας περιγράφει κανένα κηρυκτικό έργο της, ούτε και από την παράδοση της Εκκλησίας γνωρίζουμε να έχει κηρύξει στα πέρατα της γης και να έχει επιστρέψει σωρηδόν λαούς στην πίστη του Ευαγγελίου.

Γνωρίζουμε όμως από τους αγίους μας, οι οποίοι στον κοινό «τόπο» της αιωνιότητος, διά του προφητικού τους χαρίσματος, μας αποκαλύπτουν μυστήρια του παρελθόντος και γεγονότα του μέλλοντος, ότι στην ηλικία των τριών ετών η Θεοτόκος αφιερώθηκε στον Ναό του Κυρίου. Ο αρχιερέας Ζαχαρίας, κατά πληροφορία Θεού, την τοποθέτησε στα Άγια των Αγίων, όπου έμεινε μέχρι την ηλικία των δώδεκα ετών τρεφόμενη υπό αγγέλου. Μένοντας στα Άγια των Αγίων η Θεοτόκος αφοσιώθηκε στην προσευχή και την αδιάλειπτη μνήμη του Θεού με θείο έρωτα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο νους της να κατεβεί στην καρδιά της και να πλατυνθεί τόσο, ώστε να φέρει μέσα της όλο το κτιστό και άκτιστο είναι. Έγινε πλατυτέρα των ουρανών. Η αδιάλειπτη θεωρία του Θεού μεταβλήθηκε σε ατελεύτητη θεωρία και του Θεού και όλου του σύμπαντος κόσμου. Εις τους αιώνες, πλέον, η Θεοτόκος παρίσταται ταυτόχρονα και ενώπιον του θρόνου του Θεού και ενώπιον όλης της ανθρωπότητος. Διαμένοντας στην χάρη του πανταχού παρόντος Θεού βλέπει κάθε άνθρωπο, πονάει μαζί του, ακούει τους στεναγμούς και τις προσευχές του, μεσιτεύει γι’ αυτόν και πρεσβεύει για την σωτηρία του. Μυστικώς και αοράτως, ασυγκρίτως περισσότερο και από τους άλλους αγίους και από τα χερουβείμ και τα σεραφείμ, συμπάσχει με τον κάθε άνθρωπο και τον βοηθά στην σωτηρία του. Γι’ αυτό και λέγεται ότι μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις που θα δοκιμάσουμε, όταν εξέλθουμε από την παρούσα ζωή είναι το ότι θα διαπιστώσουμε πόσο κοντά μας σε κάθε στιγμή της ζωής μας ήταν η Θεοτόκος!

Έχοντας, λοιπόν, ύπ’ όψη αυτή την πραγματικότητα που περιγράφεται από παλαιούς και συγχρόνους αγίους μας μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε ότι το μεγαλύτερο ιεραποστολικό έργο από όλους τους αγίους το επιτελεί, και μέχρι το τέλος της ανθρωπίνης ιστορίας θα το επιτελεί, η Θεοτόκος Μαριάμ. Διαπιστώνουμε, επίσης, ότι με την προσευχή και την ζωή της μετανοίας κάθε πιστός μπορεί να αναδειχθεί μέγας ιεραπόστολος, έστω και αν δεν απομακρυνθεί καθόλου από την πατρική του γή, έστω και αν ζει σε ένα μικρό χωριουδάκι απομακρυσμένο από άλλες κατοικημένες περιοχές.

Τέλος, οι Απόστολοι, οι οποίοι διέτρεξαν όλο τον κόσμο κηρύττοντας το Ευαγγέλιο του Χριστού, όταν πρωτογνώρισαν τον Κύριο, δεν διανοούνταν στο ελάχιστο το σπουδαίο αυτό έργο που έμελλαν να επιτελέσουν. Η χαρά τους ήταν ότι βρήκαν τον Μεσσία. Ο πόθος τους να βρούνε τον Μεσσία και να προσκολληθούν σ’ αυτόν υπήρξε βασικότατη προϋπόθεση, για να τον κηρύξουν αργότερα στα πέρατα της οικουμένης. Για χάρη του Σωτήρος Χριστού εγκατέλειψαν τα πάντα και τον ακολούθησαν. Δεν άφησαν τίποτε, ούτε πρόσωπο, ούτε ασχολία, ούτε υλικό αγαθό, να τους κυριεύσει και να τους απομακρύνει από τον Κύριο, όπως έγινε με τον πλούσιο νεανίσκο. Δεν έκαναν σχέδια για τον εαυτό τους, αλλά παραδόθηκαν στο θέλημα του Κυρίου, γι’ αυτό και ο Κύριος τους έβαλε στο σχέδιο Του για την σωτηρία όλου του κόσμου.

Την πορεία που ακολούθησαν οι Απόστολοι, την οποία οφείλει να ακολουθήσει και κάθε χριστιανός, προκειμένου να ευαρεστήσει τον Κύριο και να αναδειχθεί γνήσιος κήρυκάς Του, την παρουσιάζει ο Κύριος στην επί του Όρους Ομιλία με τους Μακαρισμούς. Θεμέλιο της πνευματικής ζωής είναι η ταπείνωση· η συναίσθηση της αμαρτωλότητός μας. Όποιος συναισθάνεται την πτωχεία του ενώπιον του Θεού, αρχίζει να πενθεί για τις αμαρτίες του. Το πνευματικό πένθος κάνει τον άνθρωπο πράο και επιεική προς τους συνανθρώπους του. Δεν οργίζεται και δεν κατακρίνει τους άλλους, αφού βιώνει βαθιά μέσα του την δική του αμαρτωλότητα. Καθώς παύει να πληγώνει τον πλησίον του, αρχίζει η δικαιοσύνη του Θεού, δηλαδή όλες γενικά οι αρετές, να παράγει πλούσιους καρπούς μέσα του. Γίνεται ενάρετος. Μέγιστος καρπός της θείας δικαιοσύνης είναι η ενεργής αγάπη προς τον πλησίον. Ο ενάρετος άνθρωπος όλο και περισσότερο γίνεται ελεήμων προς τους άλλους ανθρώπους. Η αγάπη οδηγεί τον πιστό στην απάθεια, στην κάθαρση της καρδιάς από κάθε αμαρτωλό πάθος. Ο καθαρμένος από τα πάθη άνθρωπος βλέπει τον Θεό, και γι’ αυτό καθίσταται ο πλέον κατάλληλος, για να κηρύξει τον Χριστό. Γίνεται ειρηνοποιός. Με την ζωή και τα λόγια του επιστρέφει τους συνανθρώπους του από την πλάνη και την αμαρτία και τους ειρηνοποιεί με τον Θεό. Αυτόν τον άνθρωπο κατ’ εξοχήν θα τον διώξει ο σατανάς και θα βάλει ανθρώπους να τον ονειδίζουν, να τον κατηγορούν και να τον συκοφαντούν και να δυσφημούν το όνομά του ενώπιον των άλλων ανθρώπων, προκειμένου να μην τον εμπιστεύονται οι άλλοι και να μην ενώνονται με τον Χριστό. Τότε όμως είναι που ο πιστός οφείλει να χαίρεται και να αισθάνεται αγαλλίαση, διότι έχει γίνει όμοιος με τους προφήτες, τους οποίους ο Θεός απέστελλε στον λαό Του, για να φανερώνουν το θέλημά Του στους ανθρώπους, και τους οποίους οι άνθρωποι τους κατεδίωκαν και τους θανάτωναν. Όπως μάλιστα παρατηρεί ο ιερός Χρυσόστομος, ο Κύριος Ιησούς ανεβάζει τους Αποστόλους της Εκκλησίας πιο πάνω και από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Διότι εκείνοι αποστέλλονταν μόνον σε έναν λαό, τον παλαιό Ισραήλ, ενώ τώρα οι Απόστολοι καλούνται να γίνουν αλάτι όλης της γης και φως όλης της οικουμένης. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η ιεραποστολή έχει βασικό θεμέλιο την ταπείνωση, την μετάνοια και τον όλο αγώνα της καθάρσεως από τα πάθη. Από εκεί ξεκινάει ο πιστός και εκεί οφείλει να επικεντρώνει τον πνευματικό του αγώνα. Ο Θεός είναι αυτός που θα καλέσει και θα αποστείλει αυτόν που κρίνει και όταν το κρίνει και όπου κρίνει.

Ως κατακλείδα στα παραπάνω ας βάλουμε την προτροπή να θέσουμε θεμέλιο στην πνευματική μας ζωή την ορθή πίστη, την ταπείνωση, την αγάπη προς τον Θεό, την προσευχή, λειτουργική και ατομική, και να παραδοθούμε στο θέλημα του Θεού χωρίς σχέδια και προγράμματα, έτσι ώστε ο Θεός να μας αναδείξει ιεραποστόλους Του όπως αυτός θέλει: είτε κατά το παράδειγμα της Παναγίας, μένοντας στον οίκο μας ή στο μοναστήρι μας και προσευχόμενοι για όλο τον κόσμο, ή, κατά το παράδειγμα των Αποστόλων, στέλνοντάς μας είτε εγγύς είτε μακράν, για να τον κηρύξουμε και να συμβάλουμε, ώστε κάθε γλώσσα και έθνος να υποταγεί στον λόγο του Θεού και να ομολογήσει ότι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός. Αμήν.

vatopaidi

Κατηγορία ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ταξιδεύουμε στα μωσαϊκά της Αγιά Σοφιάς, με οδηγό τον Φώτη Κόντογλου…

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Μαρτίου, 2013

xristospantokrator-agia-sofiaΗ Αγιά Σοφιά είναι το καύχημα της Ορθοδοξίας, η μάνα απάνω σε όλες τις εκκλησιές.

Για μας τους Έλληνες είναι το κάστρο της ελευθερίας και της θρησκείας μας, παραμυθένια εκκλησιά μαζί και παλάτι.

Το χτίριο το χτίσανε οι αρχιτέκτονες Ανθέμιος και Ισίδωρος, κατά διαταγή του ευσεβεστάτου αυτοκράτορος Ιουστινιανού.

Σήμερα δεν θα μιλήσουμε για το χτίριο, αλλά μονάχα για τα ψηφιδωτά που το στολίζουνε.

Τα πιο πολλά παριστάνουνε κοσμήματα.

Από τις αγιογραφίες οι περισσότερες ήτανε εικόνες του Χριστού, της Παναγίας, των αγγέλων, των αγίων, καθώς και βασιλιάδες και βασίλισσες.

Υποθέσεις (δηλαδή συνθέσεις, όπως λέμε σήμερα) υπήρχανε πολύ λίγες.

Στον τρούλο δεν ζωγραφίστηκε ο Παντοκράτορας, όπως στις κατοπινές εκκλησιές, αλλά ένας μεγάλος σταυρός, στολισμένος με ακριβά πετράδια, μαργαριτάρια και διαμαντόπετρες.

Για τούτο ο ιστορικός Προκόπιος δεν λέγει τίποτα για Παντοκράτορα ή για τους προφήτες που μπαίνουνε ανάμεσα στα παράθυρα του τρούλου, αλλά λέγει “Η οροφή πάσα χρυσώ ακίβδήλω κατείλειπται”.

Απ΄αυτό συμπεραίνουμε πως, όχι μονάχα ο κουμπές, μα κι όλη η σκεπή της εκκλησιάς ήτανε κατάχρυση, χωρίς φιγούρες.

Λένε κάποιοι αρχαιολόγοι πως στον τρούλο είχε παρασταθεί η Ανάληψις, όπως είναι έως σήμερα στην Αγιά Σοφιά της Θεσσαλονίκης και σε κάποιες άλλες παλιές εκκλησιές, δηλαδή ο Χριστός ολόσωμος στη μέση μέσα σε στρογγυλή δόξα που τη σηκώνουνε άγγελοι πετάμενοι, και γύρω, ανάμεσα στα παράθυρα, οι δώδεκα απόστολοι, δύο άγγελοι κ’ η Παναγιά. Αλλά αυτό δεν μπορεί να είναι αλήθεια, επειδή το κάτω μέρος του τρούλλου, δηλαδή το “τύμπανον” είναι χαμηλό, κι ανάμεσα στα παράθυρα ο τοίχος είναι κάτι στενές λουρίδες που δεν χωρούνε ζωγραφισμένον άνθρωπο. Ίσως ζωγραφίστηκε ο Παντοκράτορας ύστερ΄ από χρόνια, επειδής ο πρώτος τρούλλος έπεσε, και τούτος που υπάρχει λένε πως χτίστηκε από έναν μάστορα αρμένη που τον λέγανε Τιριδάτη.

Ένας Ευρωπαίος που πήγε στην Κωνσταντινούπολη κατά το 1600 γράφει πως η εικόνα του Χριστού Παντοκράτορος υπήρχε στον τρούλλο κ’ ήτανε τόσο μεγάλη, που το ‘να μάτι από τ’ άλλο ήτανε μακριά τρεις πιθαμές. Αν αληθινά υπήρχε Παντοκράτορας κανωμένος με ψηφιά, θα έγινε κατά τα χρόνια των Μακεδόνων αυτοκρατόρων, γιατί υστερώτερα το βυζαντινό βασίλειο ήτανε φτωχό και δεν μπορούσε να κάνει τέτοια ακριβά έργα.

Απάνω στα τέσσερα τρίγωνα που σκεδιάζουνε οι καμάρες όπου στηρίζουνε τον τρούλλο και που ζωγραφίζουνται ως τα σήμερα οι τέσσερες Ευαγγελισταί, είχανε παραστήσει με ψηφιά τέσσερα εξαπτέρυγα, με τις δυο φτερούγες ξεδιπλωμένες και τις άλλες τέσσερες μαζεμένες σταυρωτά. Απ’ αυτά τα εξαπτέρυγα φαίνουνται σήμερα τα δύο, παρεκτός τα πρόσωπα που είναι σκεπασμένα με σουβά, κ΄είναι πολύ μεγάλα, αφού οι κάτω φτερούγες έχουνε μάκρος οχτώ μέτρα.

Το 2009 ήρθε στην επιφάνεια το ένα πρόσωπο, πρόσωπο Αγγέλου.

agelosagias-sofias

Όλα τ’ άλλα ψηφιδωτά είναι χρισμένα, εξόν από τα κοσμήματα , και κανείς δεν ήξερε τι παριστάνουνε. Μοναχά προ εκατό χρόνια έγινε σεισμός και πέσανε πολλοί σοβάδες μέσα στην Αγιά Σοφιά, κ’ οι Ιταλοί αρχιτέκτονες που τη διορθώσανε , δυο αδέρφια Φοσάτι, σαν ρίξανε τα χαλασμένα σουβαντίσματα, βρήκανε από κάτω κάμποσους αγίους και βασιλιάδες ζωγραφισμένους με ψηφιά.

Απ’ αυτά τα έργα πήρε κάποια σκέδια ο γερμανός αρχιτέκτονας Σάλζεμπεργκ, που δούλεψε μαζί με τους Φοσάτι. Ένας απ’ αυτούς γράφει πως ξεσήκωσε κ’ έναν μεγάλον Παντοκράτορα μέσα σε κύκλο, μα το αντίγραφο του χάθηκε. Αυτές οι εικόνες ξαναχριστήκανε πάλι με καινούρια σουβαντίσματα.

Τα σχέδια του Σάλζεμπεργκ τυπωθήκανε, και τότε για πρώτη φορά είδε ο κόσμος τι κρυβότανε κάτω από τον ασβέστη της Αγιά Σοφιάς. Αλλά εκείνον τον καιρό κ’ οι τεχνίτες ακόμα δεν πολυνοιώθανε τη βυζαντινή τέχνη κι ο Σάλζεμπεργκ δεν τα αντέγραψε σωστά, αλλά παραμορφωμένα κατά το καλλιγραφικό και ακαδημαϊκό πνεύμα εκείνου του καιρού, όπως φαίνεται καθαρώτατα αν βάλει κανείς αυτά τα σκέδια κοντά στα ίδια τα μωσαϊκά που ξεσκεπαστήκανε στα χρόνια μας από το Αμερικάνικο Ινστιτούτο των Βυζαντινών Σπουδών.

Αληθινά, αυτά τα ψηφιδωτά, που είχανε γίνει παραμυθένια, τα ξεσκέπασε ο Αμερικάνος αρχαιολόγος Θωμάς Ουίτμορ, που πέθανε τελευταία. Στα 1931 η τουρκική κυβέρνηση συνεννοήθηκε με το Βυζαντινό Ινστιτούτο της Αμερικής, για να βγούνε στο φως τα κρυμμένα μωσαϊκά της Αγιά Σοφιάς. Διευθυντής μπήκε ο Θωμάς Ουίτμορ που είπαμε.

Η δουλειά άρχισε τον ίδιο χρόνο και δεν κόπηκε ως τα 1938. Από το 1931 ως το 1932 εξετάσανε τον νάρθηκα και φωτογραφήσανε τους τοίχους όπως ήτανε, με τα παλιά σουβαντίσματα.

mosaic_as1

Κατά το 1932 ξεσκεπάστηκε η μεγάλη εικόνα που παριστάνει τον Χριστό Παντοκράτορα απάνω στον θρόνο, και στο υποπόδιο του είναι γονατιστός ένας αυτοκράτωρας.Βρίσκεται απάνω από τη μεγάλη πύλη του νάρθηκα, μέσα σε μια καμάρα. Αυτή την εικόνα την είχε, μαζί με άλλες, αντιγράψει ο Σάλζεμπεργκ. Στη μέση είναι ο Χριστός, καθισμένος σε θρόνο πλουμισμένον. Με το δεξί χέρι του ευλογά και με τ’ αριστερό βαστά ανοιχτό το Ευαγγέλιο, ακουμπισμένο στο γόνατό του, που γράφει “Ειρήνη υμίν. Εγώ ειμί το φως του κόσμου” . Το πρόσωπό του είναι σοβαρό κ’ ήμερο, με μικρό μουστάκι με κοντό γένι με μαλλιά που πέφτουνε πίσω από τους ώμους του, όπως σε όλους τους Παντοκράτορες. Τα μάτια του βλέπουνε μπροστά, λίγο κατά τα δεξιά. Τα μηλομάγουλά του είναι ζωηρά, το στόμα του ταπεινό. Τα διπλώματα στο ιμάτιό του είναι σκεδιασμένα με λεπτολογία, σαν να’ ναι ζωγραφισμένα με πινέλο. Τα γυμνά πόδια του πατάνε απάνω στο υποπόδιο. Χάμω κατά τα δεξιά κείται γονατιστός σε στάση παρακαλεστική ένας αυτοκράτορας γηραλέος, με πλουμισμένο ρούχο και με κορώνα στην κεφαλή του. Η φυσιογνωμία του είναι ανατολίτικη, με μύτη γυριστή και μεγάλη, με μυτερό γένι και μουστάκια πεσμένα. Γύρω στο κεφάλι του έχει στεφάνι σαν τους αγίους, όπως ζωγραφίζανε τότε συχνά τους βασιλιάδες. Φαίνεται πως παριστάνει τον βασιλιά τον Λέοντα τον σοφό που βασίλευσε από τα 886 ως τα 912. Δεξιά και αριστερά του Χριστού είναι ζωγραφισμένα δυο πρόσωπα ως το στήθος μέσα σε στρογγυλές κορνίζες. Δεξιά είναι η Παναγία σε στάση δεήσεως, και αριστερά ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, με τα μαλλιά του δεμένα με μια κορδέλα και βαστώντας σκήπτρο. Τα πρόσωπα θυμίζουν κάποιες προσωπογραφίες της αλεξανδρινής τέχνης. Ολη η εικόνα είναι τριγυρισμένη με ένα κόσμημα σε τρεις σειρές.

mitir_theou_asii

Κατά το 1933 ξεσκεπάστηκε και καθαρίστηκε άλλη μια μεγάλη εικόνα, που βρίσκεται από πάνω από την πλαγινή πόρτα του νάρθηκα κατά το νοτιοανατολικό μέρος.Στη μέση είναι η Παναγία καθισμένη σε ένα χαμηλό θρόνο κατά το σχήμα της Πλατυτέρας, και κρατά στα γόνατά της το Χριστό παιδί. Το δεξί χέρι της το έχει ακουμπισμένο ελαφρά στον ώμο του Χριστού και το αριστερό είναι απλωμένο στα γόνατά της και κρατά μαντήλι. Από τα δεξιά της Παναγίας στέκεται ο Ιουστινιανός κρατώντας ένα ομοίωμα της εκκλησίας της Αγιάς Σοφιάς που το προσφέρνει στη Θεοτόκο και αριστερά στέκεται ο Μέγας Κωνσταντίνος κρατώντας ένα ομοίωμα της Κωνσταντινουπόλεως, επειδής αυτός την έχτισε, κατά το τροπάρι του που λέγει “βασιλεύουσα Πόλιν τη χειρί σου παρέθετω”. Κ’ οι δυο βασιλιάδες παριστάνονται χωρίς γένεια και μουστάκια, όπως συνηθίζανε οι Ρωμαίοι κ’ όχι όπως συνηθίζανε στα κατοπινά χρόνια που αφήνανε γένεια και μουστάκια..

agiasofia-mitirtheoy2

Από τα 1935 ως τα 1938 ήρθανε στο φως ακόμα δυο εικόνες με πολλά πρόσωπα, μαζί με κάμποσα κοσμήματα, στη μεριά που είναι κατά το βασίλεμα. Στη μια εικόνα έχει παραστηθεί ο Χριστός Παντοκράτορας, έχοντας δεξιά τον αυτοκράτωρα Κωνσταντίνο τον μονομάχο και αριστερά τη γυναίκα του Ζωή. Ο βασιλιάς κρατά πουγγί, που δείχνει, κατά τα φαινόμενα, τα λεφτά που έδωσε για το στόλισμα της εκκλησίας. Τα πρόσωπα έχουν χαρακτήρα γερόν, σαν της προσωπογραφίες της ελληνικής τέχνης. Η άλλη εικόνα παριστάνει στη μέση την Παναγία, κι από τα δεξιά της τον αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνό, κι από τ’ αριστερά της την αυτοκρατόρισσα Ειρήνη και τον Αλέξη ΚομνηνόΟ Ιωάννης κρατά και αυτός ένα πουγγί γεμάτο φλουριά. Και των τριών τα πρόσωπα είναι δουλεμένα μαστορικά, ξεχωριστά του Αλέξη. Πλάγι σε όλα αυτά τα βασιλικά πρόσωπα είναι γραμμένα τα ονόματά τους με όμορφα γράμματα. Κοντά στον Ιουστινιανό είναι γραμμένο: “Ιουστινιανός ο αοίδιμος βασιλεύς”. Κοντά στην Κωνσταντίνο είναι γραμμένο : “Κωνσταντίνος ο εν αγίοις μέγας βασιλεύς”.

400px-byzantinischer_mosaizist_um_1020_001

Εκτός απ’ αυτές τις εικόνες, ο Ουίτμορ βρήκε και καθάρισε μια εικόνα του Προδρόμου, μιαν άλλην της Πλατυτέρας, που είναι ίσως η πιο σπουδαία από όσες βρεθήκανε, κ.α. Αλλά, εκτός από τα μεγάλα εξαπτέρυγα που είπαμε, θα βρεθούνε ακόμα πολλά άλλα μωσαϊκά από τους αρχαιολόγους, που συνεχίζουνε αυτή την ιστορική εργασία. Ο Σάλζεμπεργκ γράφει για μίαν άλλη Παναγία με τον Χριστό και για το κεφάλι του Απόστολου Πέτρου, που είναι κρυμμένα κάτω από τον ασβέστη. Κάποιοι άλλοι που πήγανε στην Πόλη προ πολλά χρόνια, έχουνε γράψει ότι είδανε κάποιους Αρχαγγέλους, το άγιο Μανδήλιο, την Ετοιμασία του Θρόνου , κάποιους ιεράρχες, τον προφήτη Ησαΐα και υποθέσεις από τη ζωή του Χριστού. Αυτά τα είδανε σε καιρό που είχανε πέσει οι σουβάδες από σεισμό ή την υγρασία.

mosaiko-xristos

Ο Ουίτμορ τύπωσε τρία βιβλία για τα ψηφιδωτά που βρήκε, κ’ εκεί μέσα τα ιστορεί καταλεπτώς. Τον καιρό που δούλευα στον Μυστρά, ήρθε και είδε τη δουλειά μου και ήθελε να με πάρει να δουλέψω στην Αγιά Σοφιά. Αλλά δεν μπόρεσα να πάγω, επειδής δεν είχα τελειώσει την δουλειά που έκανα στην περίβλεπτο, και έτσι έχασα την ευκαιρία να πάγω στην Πόλη, από όπου θα μπορούσα να φτάξω ως την Τραπεζούντα και ως την Καισαρεία και να βρω τίποτα κειμήλια που είχανε κρυμμένα οι Χριστιανοί που φύγανε από τον τόπο τους.

panagia-xristos

troylosagiasofias

Κοντά στη δουλειά που γίνεται για τα μωσαϊκά της Αγιάς Σοφιάς, μαθαίνω πως οι τούρκοι μαζεύουνε και παλιά εικονίσματα από τον Πόντο και από άλλα μέρη της μικράς Ασίας, και πως θα τα εκθέσουνε στον γυναικωνίτη της ίδιας εκκλησίας.

Πηγές:antexoume.wordpress.comproskynitis.blogspot.gr -vatopaidi

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΧΑΙΡΕ ΠΥΡΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΙΝ ΠΑΥΣΑΣΑ, ΧΑΙΡΕ ΦΛΟΓΟΣ ΠΑΘΩΝ ΑΠΑΛΛΑΤΤΟΥΣΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Μαρτίου, 2013

Πολλά είναι τα είδωλα τα οποία οι άνθρωποι λατρεύουμε στη ζωή μας. Και είναι άλλοτε άμεση και άλλοτε έμμεση η λατρεία τους. Παλαιότερα προσκυνούσαν οι άνθρωποι το πυρ, τη φωτιά, και θεοποιούσαν τη φύση, αλλά και τα επιτεύγματά τους. Σήμερα, χωρίς να λατρεύουμε άμεσα, δηλαδή με την μορφή θεοτήτων και θρησκείας τα είδωλα κάθε μορφής, τα προσκυνούμε έμμεσα. Δίδοντας σ’  αυτά την μορφή όχι απλώς ανάγκης, αλλά και διαπιστώνοντας ότι χωρίς αυτά η ζωή μας δεν μπορεί να σταθεί, τα έχουμε καταστήσει κυρίαρχα. Έτσι, άμεσα και έμμεσα είτε η φύση είτε τα επιτεύγματά μας λειτουργούν ειδωλικά.

Στην εποχή μας έχουν προστεθεί άλλα τρία είδη πυρός προς προσκύνησιν. Είναι πρώτα οι διάφορες μορφές που το παγκόσμιο σύστημα πολιτισμού μάς κάνει να ασχολούμαστε συνεχώς μαζί τους, οδηγώντας στην προσωπολατρία. Πολιτικοί, καλλιτέχνες, ποδοσφαιρικές ομάδες, άλλοι διάσημοι αγκαλιάζουν τη ζωή ιδίως των νεώτερων, οι οποίοι θέλουν να είναι κοντά τους, να μοιάσουν σ’  αυτούς και να αποκτήσουν κοντά τους την αίσθηση ότι με κάποιον τρόπο και οι προσκυνητές μπορούν να νικούν στη ζωή τους, να γίνονται ξεχωριστοί. Και επειδή οι ίδιοι από μόνοι τους δεν αισθάνονται ότι μπορούν να καταφέρουν αυτό το ξεχωριστό, επιλέγουν να προσκολληθούν στα είδωλα αυτά.  Στη συνέχεια έρχεται ο μαμμωνάς. Το χρήμα και οι δυνατότητες που αυτό γεννά. Από ανταλλακτικό μέσο, το οποίο διευκολύνει τη ζωή μας, της εξασφαλίζει την επιβίωση, ενίοτε και την ποιότητα, το χρήμα γίνεται σκοπός της ζωής. Χωρίς αυτό ο άνθρωπος αισθάνεται ότι « ου δύναται ποιείν ουδέν». Κι έτσι το κάνει θεό του. Τέλος, ο ίδιος ο εαυτός μας γίνεται το αυτοείδωλο της ζωής μας. Ασχολούμαστε μονίμως με μας. Με τα συναισθήματά μας. Με τις επιθυμίες μας. Με τα λάθη μας. Με τα τραύματά μας. Με τις ανάγκες μας. Με τον τρόπο που οι άλλοι μας φέρονται. Με το σώμα μας και την εμφάνισή του.

Η Εκκλησία μας, έχοντας την Υπεραγία Θεοτόκο ως πρότυπο της ζωής μας, μάς υπενθυμίζει μία μεγάλη αλήθεια. Ότι η Παναγία είναι αυτή που μάς έκανε να παύσουμε να προσκυνούμε το πυρ και τα είδωλα, φέροντας στον κόσμο τον Υιό του Θεού. Ότι μας απάλλαξε από τη λατρεία των ειδώλων κάθε μορφής και μάς έδειξε ποιος είναι ο αληθινός Θεός. Βοήθησε και βοηθά όποιον πιστεύει να κάνει μία μεγάλη στροφή στη ζωή του. Από τα επίγεια να οδηγείται στα ουράνια. Όχι για να εξαρτηθεί από τον ουρανό, αλλά για να γνωρίζει, για να αγαπά και να ελπίζει. Να γνωρίζει την Αλήθεια του Ποιος μάς δημιούργησε και μάς έδωσε και μας δίδει τη δυνατότητα να χτίζουμε ιστορία και πολιτισμό. Να αγαπά τον Θεό, όχι μόνο ως ανταπόδοση της δικής Του αγάπης, αλλά και ως τον μοναδικό τρόπο ικανοποίησης της βαθύτερης ανάγκης της ύπαρξης που είναι να ζει με πληρότητα. Και είναι η αγάπη, όπως αυτή μεταφράζεται, ως έλξη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, ως μοίρασμα των χαρισμάτων, ως θυσία, η οδός της καταξίωσης του εσωτερικού μας κόσμου, αλλά και της εύρεσης της πληρότητας που νικά τον θάνατο. Και να ελπίζει στην αιωνιότητα και την Ανάσταση, ως πορεία μίμησης του Υιού του Θεού και ως αποδοχής της δωρεάς Του να είναι μαζί μας και εν τω νυν και εν τω μέλλοντι αιώνι.

Αιτία της ειδωλολατρίας είναι η φλόγα των παθών. Τα πάθη ως καταστάσεις που ριζώνουν στην ύπαρξη, τόσο στο σώμα όσο και στην ψυχή, αποτελούν εκφράσεις του κακού, δηλαδή της απουσίας του Θεού ή της αδυναμίας μας να Τον καταστήσουμε προτεραιότητα στην ύπαρξή μας λειτουργώντας αγαπητικά. Τα πάθη γεννούν τη αυτοειδωλοποίησή μας ή την επάνοδο της λατρείας του αρχαίου πυρός στη ζωή μας. Και δεν είναι τυχαίο ότι ο εκκοσμικευμένος πολιτισμός μας θεωρεί τα πάθη δικαίωμα του ανθρώπου και τα βαφτίζει « αρετή»  και « προνόμιο».  Τα υμνεί με κάθε τρόπο, μέσα από την τέχνη, μέσα από την φιλοσοφία και την διανόηση, μέσα από την προβολή τους δια της τηλεοράσεως, μέσα από την αμνήστευσή τους, εφόσον δεν βλάπτουν το κοινωνικό σύνολο. Ενίοτε ερωτοτροπεί μαζί τους, ακόμη κι αν είναι καταστροφικά για τον άνθρωπο και για την κοινωνία και δεν παύει να προβάλλει τις μορφές που τα ζούνε.

Η Παναγία μάς έδειξε ότι ο άνθρωπος μπορεί να ξεφύγει από την φλόγα των παθών όταν λειτουργήσει με εμπιστοσύνη στο Θεό, αγωνιζόμενος να καταστήσει την ύπαρξή του ναό του Αγίου Πνεύματος. Όταν δεν συμβιβάζεται δηλαδή με αυτά ως δήθεν υγιείς και κατά πάντα ανθρώπινες καταστάσεις, αλλά με νήψη αγωνίζεται ο ίδιος και αφήνει στη χάρη του Αγίου Πνεύματος να συμπληρώσει ό,τι του λείπει. Όταν δεν τα αφήνει να βγάλουν καρπούς στην ύπαρξη, αλλά προσπαθεί να τα εκριζώσει, ελπίζοντας ότι ο Θεός θα ενισχύσει τον δικό του κόπο και ότι μέσα από την ταπείνωση του να μην δικαιολογεί την αμαρτωλότητά του ο ουρανός θα του δώσει την δύναμη να αντέξει. Όπως η Υπεραγία Θεοτόκος πάλεψε στον εαυτό της να σβήσει την φλόγα των παθών νηπιόθεν, έτσι φέροντας το Χριστό στον κόσμο μάς έδειξε ότι η οδός αυτή είναι εφικτή. Και είναι η γνήσια ελευθερία καρπός αυτού του αγώνα και την ίδια στιγμή στόχος του, που δίνει ζωήν αιώνιον.

Βιώνουμε οι άνθρωποι μία πρωτοφανή κρίση, τουλάχιστον  για την πορεία μας μετά τον μεγάλο πόλεμο που διέλυσε τον κόσμο. Δεν βλέπουμε όμως ότι η λατρεία του πυρός των κάθε μορφής ειδώλων, αλλά και η φλόγωση την οποία τα πάθη μάς προκαλούν αποτελούν τις κύριες αιτίες της κρίσης, όπως επίσης και το γεγονός ότι θεωρούμε πως δικαιούμαστε τόσο να λατρεύουμε όσο και να χαιρόμαστε με τα πάθη μας. Ας στρέψουμε το βλέμμα μας στην Υπέρμαχο Στρατηγό και ας την παρακαλέσουμε να μας διδάξει να γνωρίζουμε, να αγαπούμε, να ελπίζουμε από την μία και από την άλλη να βλέπουμε ότι το ρίζωμα των παθών δεν επιτρέπει να είμαστε αληθινά ελεύθεροι. Και αναλαβόντες τον αγώνα της επιστροφής στο Θεό και στη σχέση μαζί Του να αγωνιστούμε για μία άλλη ζωή εσωτερικής κάθαρσης και γνήσιας ελευθερίας, όπως η Παναγία πρώτη μάς έδειξε, για να λατρεύουμε τον Κτίστη και όχι τα κτίσματα.

Κέρκυρα, 29 Μαρτίου 2013

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/2013/03/blog-post_28.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Άγιος Γεράσιμος Παλλαδάς (±1625/30 – 15 Ιανουαρίου 1714) Πατριάρχης Αλεξανδρείας (1688 – 1710)

Συγγραφέας: kantonopou στις 28 Μαρτίου, 2013

agios-gerasimos-patriarhis-alexandreias-palladas

Ι.

Τις πρώτες πληροφορίες για τον άγιο Γεράσιμο Παλλαδά γνωρίζουμε από τον βιογράφο του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Γεράσιμο Γ’ τον Γημάρη (1783-1788). Καταγόταν από την Κρήτη και γεννήθηκε πιθανόν μεταξύ των ετών 1625-1630 στο χωριό Σκιλλούς, σημερινή Καλλονή, της επαρχίας Πεδιάδος του νομού Ηρακλείου. Ο πατέρας του Θεόδωρος πρωτοπρεσβύτερος και αργότερα πρωτόπαπας στον Χάνδακα (Ηράκλειο), ήταν ονομαστός για τη μόρφωση και τη ρητορική του ικανότητα. Αργότερα, ίσως μετά το1657, και κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Χάνδακα από τους Τούρκους, η οικογένειά του κατέφυγε στα Επτάνησα. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχθηκε από τον πατέρα του, πιθανόν δε να φοίτησε και στη σχολή του σιναϊτικού μετοχιού στον Χάνδακα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της οικογένειας στα Επτάνησα μετέβη στη Βενετία για περαιτέρω σπουδές στη φιλοσοφία, τη θεολογία, τη λατινική και την εβραϊκή γλώσσα. Μετά το πέρας των σπουδών του επέστρεψε και ήσκησε το επάγγελμα του δασκάλου στην Πελοπόννησο, την Άρτα, τα Ιωάννινα και την Παραμυθιά.Αργότερα μετέβη στην Καστοριά, όπου ανάλαβε ιερατικά και διδακτικά καθήκοντα.

Η πολυποίκιλη δράση του εκεί τον οδήγησε στην ανάδειξή του ως μητροπολίτη Καστορίας. Είναι άγνωστο για πόσο χρόνο παρέμεινε μητροπολίτης, ίσως μικρό διάστημα, επειδή στην ανάδειξή του στον μικροπολιτικό θρόνο, αντέδρασε η σύνοδος της αρχιεπισκοπής Αχρίδος,που θεώρησε ότι κατέλαβε τον θρόνο, ίσως με παρότρυνση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, χωρίς τη γνώμη της συνόδου αυτής, μιας και η επαρχία Καστορίας ανήκε στην τότε αρχιεπισκοπή Αχρίδος. Πάντως σε έγγραφο του 1685, εμφανίζεται ως πρώην Καστορίας και με αυτόν τον τίτλο αναδείχθηκε το 1688 Πατριάρχης Αλεξανδρείας. Πριν από την εκλογή του ως Πατριάρχη, του είχε δοθεί, πιθανόν αρχές του 1688, επιτροπικώς η μητρόπολη Αδριανουπόλεως. Στις 25 Ιουλίου του1688 η σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μετά τον θάνατο του Αλεξανδρείας Παρθενίου, τον εξέλεξε Πατριάρχη Αλεξανδρείας.

Ο Γεράσιμος μετέβη στην Αλεξάνδρεια αρχές του 1689 και ανέλαβε το πηδάλιο της αλεξανδρινής Εκκλησίας.Κατά τη διάρκεια της πατριαρχίας του μερίμνησε για την πνευματική καθοδήγηση των πιστών και προσπάθησε να ανατάμει το ορθόδοξο πλήρωμα, γι’ αυτό υπήρξε ακάματος εργάτης του θείου λόγου και τούτο φαίνεται από τις πάμπολλες ομιλίες και διδαχές τις οποίες κατέλιπε σε απλή γλωσσική μορφή για να γίνονται κατανοητές από όλους τους πιστούς. Ακόμη προσπάθησε να αναδιοργανώσει την Εκκλησία του και ιδία να ανορθώσει την κακή οικονομική κατάσταση αυτής. Για τον σκοπό αυτό μετέβη στη Βλαχία και Μολδαβία (1691-1693) και από εκεί απέστειλε επιστολές προς τον τσάρο της Ρωσίας Μεγάλο Πέτρο ζητώντας οικονομική βοήθεια για τον θρόνο και ιδία για τις μονές του Αγίου Σάββα στην Αλεξάνδρεια και του Αγίου Γεωργίου στο Κάιρο, αίτημα στο οποίο ανταποκρίθηκε ο τσάρος. Κατά την παραμονή του στη Βλαχία ανανέωσε τα προνόμια και δικαιώματα του Πατριαρχείου στα μετόχια και στις μονές που είχαν αφιερωθεί από τους ηγεμόνες των παραδουνάβιων χωρών στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας.

Οι σφοδρές πιέσεις της λατινικής προπαγάνδας στην Αίγυπτο καθώς και ιδιαίτερες ποιμαντικές ανάγκες τον οδήγησαν να καινοτομήσει σχετικά με την τελετή του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας κατά την εκφώνηση των Κυριακών λογιών και λόγων της επικλήσεως του Αγίου Πνεύματος, πράττοντας αντίθετα από την επικρατούσα ορθόδοξη παράδοση.Συγκεκριμένα, από αντίδραση προς τους Λατίνους προέβη στη μη φανερή εκφώνηση των Κυριακών λογίων «Λάβετε φάγετε…. πίετε εξ αυτού…» και στη μεγαλόφωνη επίκληση του Αγίου Πνεύματος διά των λόγων «Ποίησον τον μεν άρτον…». Η πράξη του αυτή έγινε, επειδή ο  άγιος Γεράσιμος ήθελε να τονίσει ότι η μεταβολή των τιμίων δώρων σε σώμα και αίμα Χριστού γίνεται κατά την επίκληση του Αγίου Πνεύματος και όχι, όπως υποστήριζαν οι Λατίνοι, κατά την εκφώνηση των Κυριακών λογίων. Την ενέργεια αυτή του Γερασίμου πληροφορήθηκε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γαβριήλ Γ’ (1702-1707), ο οποίος του έγραψε και του συνέστησε να άρει την καινοτομία αυτή, πράγμα το οποίο έπραξε ο Γεράσιμος.

Από το 1707 μέχρι το1709, ο Πατριάρχης μετέβη εκ νέου στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες. Κατά τη μετάβασή του διήλθε από την Κωνσταντινούπολη, όπου κατά την παραμονή του εκεί έλαβε μέρος στην εκλογή του Κωνσταντινουπόλεως Νεοφύτου. Στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, συναντήθηκε και με τον Ιεροσολύμων Χρύσανθο. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του εκεί συμμετείχε σε πολλές λατρευτικές εκδηλώσεις και κοινωνικά γεγονότα των ηγεμόνων των χωρών αυτών και, το βασικότερο, κατάφερε να προασπίσει τα συμφέροντα του Πατριαρχείου και τα ετήσια οικονομικά δικαιώματα από τα εκεί δωρηθέντα μετόχια και μονές.

h-timia-kara-tou-agiou-gerasimou-patriarhou-alexandreias-tou-pallada

Μετά την επιστροφή του στην Αίγυπτο υλοποίησε την απόφασή του να παραιτηθεί από το πατριαρχικό αξίωμα λόγω του γήρατος και της κακής κατάστασης της υγείας του. Παραιτήθηκε στις 20 Ιανουαρίου1710, αφού πρώτα κάλεσε στην Αίγυπτο τον Σαμουήλ Καπασούλη, τον οποίο και υπέδειξε ως διάδοχό του στο θρόνο. Ο Γεράσιμος, αφού παρέμεινε στην Αίγυπτο μέχρι τα μέσα του 1712, αναχώρησε και μετέβη στη μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους, όπου διήλθε τον υπόλοιπο βίο του και απεβίωσε στις 15 Ιανουαρίου του1714 σε αυτήν, όπου και φυλάσσεται έως σήμερα η τιμία κάρα του.

Ο Γεράσιμος Παλλαδάς ανεδείχθη, σύμφωνα με τον Δημήτριο Προκοπίου, «λαμπρότατος αστέρας της ανατολικής εκκλησίας». Υπήρξε ιεροπρεπής, πράος, σοφός, δεινός ομιλητής και λαμπρός ιεροκήρυκας, γι’ αυτό έχαιρε, καθόλη τη διάρκεια του βίου του,της εκτίμησης και του σεβασμού από τους συγχρόνους του. Τούτο φαίνεται ξεκάθαρα από τη διασωζόμενη αλληλογραφία του. Επικοινωνούσε με όλους τους επιφανείς και εξέχοντες του καιρού του, όπως, με τον Κωνσταντίνο Βλάχο, τον Μελέτιο Συρίγο,τον Γρηγόριο Μελισσηνό, τον Βαρθολομαίο Συρόπουλο, τον Αρσένιο Καλούδη, τον Αλοΐεσιο Γραδενίγο, τον Βησσαρίωνα Μακρή, τον Μελέτιο Φιλαδέλφειας, τον Ιεροσολύμων Χρύσανθο Νοταρά, τον Νικόλαο Μαυροκορδάτο, τον Ιωάννη Καρυούλλη, τον Ιωάννη Κωνσταντίνο Μπασαράμπα κ.ά.

Η πολυποίκιλη δράση του,η εξαιρετική αποδοχή και ο σεβασμός προς αυτόν, αλλά και τα σημεία που επέδειξε, οδήγησαν την Εκκλησία Αλεξανδρείας στην επίσημη ανακήρυξή του ως αγίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας με την από 17 Σεπτεμβρίου «Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη αγιοκατατάξεως του εν αγίοις πατρός ημών Γερασίμου του επονομαζομένου Παλλαδά Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας», και ορίσθηκε να τιμάται η μνήμη του στις 15 Ιανουαρίου. Συγκεκριμένα στην Πράξη αγιοκατατάξεως επισημαίνεται:«…πολύς τε εν σοφία και μέγας εν αρεταίς αναδειχθείς Πάπας και Πατριάρχης της Μεγάλης Πόλεως Αλεξανδρείας Γεράσιμος, ο επονομαζόμενος Παλλαδάς, ακολουθήσας ευαγγελικώς τω Χριστώ εκ νεότητος και εν μέσω της του κόσμου συγχύσεως ως φωστήρ ευσεβείας διαλάμψας, θεόπνους εν διδασκαλίαις υπάρξας και συγκαταλύσας τον βίον εν λόγω σοφίας και πράξει θεοφιλεί, διδάξας δε τοις πιστοίς την κατά Θεόν παιδείαν και τύπος αυτοίς γενόμενος εν λόγω τε, έργω και αναστροφή, αναζωγραφήσας εν εαυτώ των πρόπαλαι Αγίων Πατέρων καί Διδασκάλων τα προτερήματα και τελειωθέντα ασκητικώς εν τη κατά το Αγιώνυμον Όρος Μεγίστη του Βατοπεδίου Μονή, εν η και η τιμία αυτού κάρα φυλάσσεται…». Με εγκύκλιό της η Εκκλησία Αλεξανδρείας ενημέρωσε όλες τις κατά τόπους ορθόδοξες Εκκλησίες για την εγγραφή του στα επίσημα ιερά δίπτυχα για τον εορτασμό της μνήμης του.

Συγγραφικό έργο

Ο Γεράσιμος κατέλιπε πλούσιο συγγραφικό έργο, δείγμα της πλούσιας μόρφωσης και κατάρτισής του. Οι πλούσιες γνώσεις του, της ρητορικής, της λογικής, της φιλοσοφίας και της θεολογίας του επέτρεψαν να κινηθεί σε ένα ευρύτατο πεδίο συγγραφικής δράσης και πλούσιας παραγωγής. Ως προς τις φιλοσοφικές του αναζητήσεις- προτιμήσεις θα πρέπει να σημειωθεί ότι ακολουθούσε τον αριστοτελισμό, θα μπορούσε να λεχθεί ότι το συγγραφικό του έργο τον κατατάσσει ως έναν από τους προδρόμους του νεοελληνικού διαφωτισμού. Τα έργα του, σύμφωνα και με την ταξινόμηση της Ελένης Σ. Χατζόγλου-Μπαλτά μπορούν σύντομα, να διαιρεθούν σε δύο κατηγορίες: τα ποιητικά και τα πεζά.

Α. Ποιητικά:

1) Ο θρήνος της Κρήτης. Πρόκειται στην πραγματικότητα για παραϋμνογραφικό έργο, συντάχθηκε, δηλαδή κατά το πρότυπο υμνογραφικών κειμένων και αποτελείται από 42 πεντάστιχες στροφές.

2) Ανεπίγραφο θρηνητικό ποίημα, το οποίο αναφέρεται στην πτώση της Κρήτης. Περιλαμβάνει 22 ενδεκασύλλαβους στίχους και ψάλλεται σε ήχο πλάγιο α’.

3) Στιχηρά ιδιόμελα εις τους αγίους Αθανάσιον και Κύριλλον Πατριάρχας Αλεξανδρείας. Περιλαμβάνει τέσσερα στιχηρά ιδιόμελα· τρία σε ήχο α’ και ένα σε ήχο πλάγιο β’.

4) Οίκοι εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον(ανέκδοτο). Οι Οίκοι έχουν συντεθεί κατ’ αλφάβητον και με την μορφή χαιρετισμών.

Β. Πεζά:

1) Εγκώμιον εις το όρος Σινά. Τυπώθηκε στο Τυργόβιστε το 1710.

2) Εγκώμιον εις την Παναγίαν της Ιεράς Μονής Κύκκου.

3) Λόγος διά τους αγίους Δέκα Μάρτυρας της Κρήτης. Συντάχθηκε στην δημώδη γλώσσα της εποχής του και περιέχει πολλούς ιδιωματισμούς.

4) Συλλογή αινιγμάτων.

5) Συνταγμάτιον περί του ακριβούς χρόνου καθαγιασμού των τιμίων Δώρων κατά τη θεία Λειτουργία. Πρόκειται για επιστολιμαία διατριβή στην οποία πραγματεύεται το ζήτημα του τρόπου, των λόγων και του ακριβούς χρόνου μεταβολής των Τιμίων Δώρων σε Σώμα και Αίμα κατά το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Το έργο γνώρισε μεγάλη διάδοση και σώζεται και αραβική μετάφρασή του.

6) Έκθεσις της απάσης Ρητορικής Τέχνης(ανέκδοτο). Το έργο τελείωσε το 1692 και εστάλη στη Βλαχία για να εκδοθεί,όμως, για άγνωστους λόγους δεν τυπώθηκε ποτέ.

7) Πραγματείαι περί Λογικής(ανέκδοτο). Σε αυτό ο Παλλαδάς πραγματεύεται διάφορα ζητήματα από την Εισαγωγήν του Πορφυρίου, από τις δέκα κατηγορίες του Αριστοτέλη και από το Περί Ερμηνείας του Αριστοτέλη.

) Έκθεσις εις άπασαν την πραγματείαν της ιεράς θεολογίας (ανέκδοτο). Πραγματεύεται όλα τα ζητήματα της ορθόδοξης θεολογίας με τη μορφή σημειώσεων και είναι δίγλωσσο· στο verso παρατίθεται το ελληνικό κείμενο και στο recto λατινική απόδοσή του από τον ίδιο τον συγγραφέα.

9) Ανεπίγραφο κείμενο προσωπικών σημειώσεων(ανέκδοτο). Φέρει ημερομηνία Οκτώβριος 1697, αποτελείται από δύο μέρη σε γλώσσα αρχαΐζουσα.

10) Βιβλίον κατά Ιουδαίων (ανέκδοτο).Αντιρρητικό και απολογητικό έργο, το οποίο αποτελείται από 101 λόγους με βασικό θέμα την ενανθρώπιση του Ιησού Χριστού και την αναίρεση των κακοδοξιών των Ιουδαίων. Διασώζεται σε πολλούς χφ κώδικες.

11) Εκκλησιαστικοί λόγοι και διδαχές,όπου σε ένα πλήθος χφ κωδίκων παρατίθενται πλέον των 380 κειμένων, τα οποία αφορούν λόγους και διδαχές αφιερωμένα στις Κυριακές του εκκλησιαστικού έτους(Κυριακές Τριωδίου, Πεντηκοσταρίου, Ματθαίου και Λουκά), στις δεσποτικές και θεομητορικές εορτές, στη μνήμη των κάθε φορά εορταζόμενων αγίων και στην ανάπτυξη και εξήγηση διαφόρων αγιογραφικών και πατερικών χωρίων. Είναι εύληπτα παραστατικά κείμενα τα οποία ανταποκρίνονται πλήρως στον σκοπό για τον οποίο γράφτηκαν και λέχθηκαν.

12) Στα συγγράμματά του θα μπορούσε να συγκαταριθμηθεί και η πλούσια αλληλογραφία του προς εξέχουσες προσωπικότητες,εκκλησιαστικές και λαϊκές, του 17ου αι. Τα κείμενα αυτά σώζονται σε πλήθος χφ κωδίκων και μόνο ελάχιστα έχουν εκδοθεί. Π.ΤΖ.

ΙΙ.

Ο Καισάριος Δαπόντες ο Ξηροποταμηνός παραδίδει για τον Πατριάρχη Γεράσιμο ότι ήταν «ανήρ τω όντι σοφώτατος και αγιώτατος, θεολόγος, φιλόσοφος, ανιχνευτής του βάθους των θείων Γραφών,δαημονέστατος της ελληνικής, εβραϊκής και λατινικής γλώσσης», ενώ ο εξ Απορρήτων,Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, σε επιστολή του προς τον ίδιο, εκφράζεται ως εξής:«τον δε λειμώνα των αρετών και των χαρίτων, ώσπερ αυτώ τέθηλε και επανθεί και κοσμεί ποικίλοις καρποίς και την αθάνατον ημίν ευωδίαν αποπνέει… διαρρήδην έπεισιν εκείνο γε· ότι το της οικουμένης κριτήριον, την θεοφρούρητον φησιν καθέδραν των Αλεξανδρέων, εν καιροίς ιδίοις, αξιολογωτάτων ανδρών ουδέποτε κατέλιπεν έρημον η θεία πρόνοια».

Άνδρας με εξαιρετική μόρφωση και με γνωριμίες με τους εξέχοντες της εποχής, εκτός από τα άλλα έργα του,μας άφησε πολλές συλλογές επιστολών και επισήμων εγγράφων. Έτσι, ο Πορφύριος Ουσπένσκυ δημοσίευσε την αλληλογραφία του Παλλαδά με τον Μ. Πέτρο της Ρωσίας(1692), με τον πάπα Κλήμεντα ΙΑ’ (1700-1721), καθώς επίσης δύο έγγραφα, ένα του1698, για την Εκκλησία του Πατριαρχείου στην Κρήτη. (Τμήμα αυτών έχει αναδημοσιευθεί από τον Χρυσόστομο Παπαδόπουλο). Η σχετική με τον Μαυροκορδάτο επιστολή περιέχεται στον με αρ. 65 κώδικα της Βουλής και έχει ήδη δημοσιευθεί.Ιδιαίτερη σημασία έχει η συλλογή του, που αποτελείται από 27 επιστολές, που απευθύνονται στα γνωστότερα πρόσωπα της νεοελληνικής φιλολογίας, περιόδου1650-1685.

Στο βιβλίο του Αγιος Γεράσιμος ο Παλλαδάς, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, ο κρητικής καταγωγής, λόγιος και υμνογράφος μητροπολίτης Ρόδου, Κύριλλος Κογεράκης, κάνει γνωστόν στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, τον νεοφανή άγιο Γεράσιμο τον Παλλαδά, Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Μάλιστα, ο ίδιος έχει συνθέσει την Ακολουθία και τον Παρακλητικό κανόνα του αγίου.

Το εγκύκλιο σημείωμα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, με το οποίο γνωστοποιείται ότι ο Γεράσιμος Παλλαδάς αναγράφηκε στις αγιολογικές δέλτους της Εκκλησίας έχει χρονολογία την 16η Οκτωβρίου 2002, αριθ. πρωτ. 3459 και αρ.Διεκπεραιώσεως 1821.

Βιβλιογραφία:

  • ·                    Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, Ισιορία της Εκκλησίας Αλεξανδρείας (65-1935), Αλεξάνδρεια 1935 [Αθήνα 1985], σ. 722-737.
  • ·                    Μαζαράκης,Γ., Συμβολή εις την ιστορίαν της εν Αιγύπτω Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αλεξάνδρεια1932, σ. 513-555.
  • ·                    Τωμαδάκης,Ν.Β., «Δύο Κρήτες πατριάρχαι Αλεξανδρείας συγχεόμενοι», Κρ Χρ 3 (1949) 167-178.
  • ·                    Χατζόγλου-Μπαλτά,Ελένη Σ., Γεράσιμος Β’ Παλλαδάς – Πατριάρχης Αλεξανδρείας. Ο βίος και το συγγραφικό του έργο, Αθήνα 2006.
  • ·                    Χατζόγλου-Μπαλτά,Ελένη Σ. «Η επιστολιμαία διατριβή του Γερασίμου Παλλαδά περί του ακριβούς χρόνου καθαγιασμού των τιμίων Δώρων», ΕΕΒΣ 52 (2004-2006) 251- 322.
  • ·                    Κύριλλος Κογεράκης, μητρ. Ρόδου, Άγιος Γεράσιμος ο Παλλαδάς, Πατριάρχης Αλεξανδρείας– Ακολουθία και βίος, Αλεξάνδρεια 2009.

Μητροπολίτου Κενύας Μακαρίου

Πηγή: Μεγάλη Ορθόδοξη Χριστιανική Εγκυκλοπαίδεια,§ Γεράσιμος Β΄ πατριάρχης Αλεξανδρείας ο Παλλαδάς, σελ. 88-89, Αθήνα 2011.

vatopaidi

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αγία Ματρώνα η εν Θεσσαλονίκη

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Μαρτίου, 2013

AgiaMatrona01 Εορτάζει στις 27 Μαρτίου εκάστου έτους.

Οὐκ ἄξιον λαθεῖν σε Μάρτυς Ματρῶνα,

Κἂν ἔνδον εἱρκτῆς ἐκπνέῃς κεκρυμμένη.

Εἰκάδι ἑβδομάτῃ θάνε Ματρῶνα ἑνὶ εἱρκτῇ.

Βιογραφία

Η Οσία Ματρώνα έζησε στη Θεσσαλονίκη και συγκαταλέγεται μεταξύ των Μαρτύρων των πρώτων αιώνων της Εκκλησίας μας, κατά την περίοδο των διωγμών. Υπήρξε ακόλουθος μιας πλούσιας και ευγενούς Ιουδαίας, με το όνομα Παντίλλα ή Παυτίλλα, η οποία ήταν σύζυγος του στρατοπεδάρχη της Θεσσαλονίκης.

Καθημερινά συνόδευε την κυρία της στη συναγωγή της πόλεως, όπου ωστόσο δεν πήγαινε η ίδια, διότι κρυφά κατέφευγε σε χριστιανικό ναό, για να προσευχηθεί.

Μοιραία, όμως, επειδή για πολύ καιρό η Ματρώνα ξεγελούσε την κυρία της, μια λάθος κίνηση στάθηκε αφορμή για να αποκαλυφθεί η ταυτότητά της. σε μία εορτή των Ιουδαίων, κατά την οποία συνήθιζαν να τρώνε πικρά χόρτα και άζυμα, η Ματρώνα άργησε να επιστρέψει από το ναό και όταν έφθασε στην συναγωγή γινόταν η τελετή των Επιτιμίων.

Ένας από τους δούλους της Παντίλλας κατήγγειλε ότι η Ματρώνα ήταν Χριστιανή και ότι εξαπατά την κυρία της, φροντίζοντας κάθε φορά που αυτή προσερχόταν στην συναγωγή, εκείνη να πηγαίνει στην Εκκλησία.

Αυτό προκάλεσε την οργή της Παντίλλας, που δεν δίστασε, ξεσπώντας σε κραυγές, να την κατηγορήσει ότι είναι εχθρική προς αυτήν.

Διέταξε αμέσως την σύλληψή της και, αφού την συνέλαβαν και την έδεσαν, άρχισαν να την μαστιγώνουν. Η Ματρώνα, όμως, με παρρησία δήλωσε ότι είναι Χριστιανή και ότι, αν και η κυρία της εξουσίαζε το σώμα της και την ίδια της την ζωή, ωστόσο δεν μπορούσε να την μεταπείσει σε όσα πίστευε.

Η Παντίλλα, αφού την αλυσόδεσε, διέταξε να την φυλακίσουν και να σφραγίσουν την πόρτα του κελιού της. Έπειτα από τρεις ημέρες, νωρίς το πρωί, πήγε η ίδια να δει αν η Ματρώνα ζει.

Έκπληκτη διαπίστωσε ότι είχε ελευθερωθεί από τα δεσμά της και στεκόταν φωτεινή ψάλλοντας, χωρίς να έχει το παραμικρό ίχνος τραύματος και βασανισμού.

Εξοργισμένη η Παντίλλα διέταξε να δέσουν πάλι την Ματρώνα και να την μαστιγώσουν ανηλεώς. Εκείνη, έκπληκτη για την ιδιαίτερη σκληρότητα της κυρίας της, την ρώτησε γιατί την βασάνιζε, ομολογώντας ωστόσο την πίστη της στον Χριστό.

Καταπονημένη από τα βασανιστήρια και μην μπορώντας να σταθεί στα πόδια της, η Ματρώνα κλείσθηκε και πάλι στην φυλακή.

Έπειτα από τρεις ημέρες, όταν η Παντίλλα επισκέφθηκε το κελί της φυλακής της Αγίας, αντίκρισε το ίδιο θέαμα. Την Μάρτυρα απελευθερωμένη από τα δεσμά της, με το ίδιο φωτεινό πρόσωπο, παρά τα βασανιστήρια και την πείνα που υπέστη επί δεκατέσσερις ημέρες. Τότε η κυρία της, γεμάτη οργή, διέταξε να δέσουν την Ματρώνα σε δρύινα ξύλα και να την βασανίσουν. Εξαντλημένη η Αγία από τις μαστιγώσει και με το σώμα της γεμάτο σημάδια, ψέλλισε με αδύναμη φωνή λίγες λέξεις προσευχής και παρέδωσε το πνεύμα της.

Η Παντίλλα διέταξε τότε κάποιον με το όνομα Στρατόνικος, να τυλίξει το λείψανο της Αγίας σε δέρμα και στην συνέχεια να το ρίξει έξω από τα τείχη της πόλεως. Το ιερό λείψανό της το παρέλαβαν οι Χριστιανοί και το ενταφίασαν με ευλάβεια κοντά στην Λεωφόρο, δηλαδή την Εγνατία οδό. Μετά το τέλος των διωγμών, ο Επίσκοπος Θεσσαλονίκης Αλέξανδρος πήρε το σκήνωμα της Μάρτυρος και το μετέφερε μέσα στην πόλη και, αφού έκτισε ναό, το απέθεσε εντός αυτού.

Την εποχή της Φραγκοκρατίας, όμως, το σκήνωμα της Αγίας μεταφέρθηκε στην Βαρκελώνη και εναποτέθηκε σε ναό, που καταστράφηκε κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Εκτός των τειχών της Θεσσαλονίκης υπήρχε και μονή αφιερωμένη στην Αγία Ματρώνα.

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)

Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.

Γνώμην ἀήττητον, Ματρώνα φέρουσα, πίστιν τὴν ἔνθεον, ἄσυλον ἔσωσας, μὴ δουλωθεῖσα τὴν ψυχήν, Ἑβραίων τὴ ἀπηνεία ὅθεν ἀριστεύσασα, καὶ τὸν δόλιον κτείνασα, μυστικῶς νενύμφευσαι, τῷ Δεσπότῃ τῆς κτίσεως. Αὐτὸν οὒν ἐκτενῶς ἐκδυσώπει, πάσης ἠμᾶς ρυσθήναι βλάβης.

Πηγή: saint.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

25η Μαρτίου 1821

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Μαρτίου, 2013

25η Μαρτίου

Ευαγγελία Μελαχροινούδη, καθηγήτρια θεολόγος

Μητροπολιτικός ναός Χίου 25/03/2013

Ανήκουμε σε μια χώρα που είναι μικρή στο χώρο, αλλά απέραντη στο χρόνο. Είναι μια φλούδα γης και όπως την προσδιόρισε ο Γεώργιος Σεφέρης, είναι ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τη θάλασσα, το φως του ήλιου και τον αγώνα του λαού[1].

Συγκεντρωθήκαμε λοιπόν σήμερα εδώ, όπως κάθε χρόνο, για τιμήσουμε ευλαβικά αυτούς που θυσιάστηκαν στο μεγάλο αγώνα του 1821. Είναι μέρα μνήμης ιστορικής αλλά και διπλής γιορτής, της προσωπικής και συνάμα εθνικής μας παλιγγενεσίας, Τη μέρα αυτή που διαλέχτηκε για να εξαγγελθεί στην ανθρωπότητα το μήνυμα της έλευσης του θεανθρώπου, την ίδια μέρα η ελευθερία έκανε τα πρώτα αποφασιστικά βήματα για να επιστρέψει στην πατρίδα μας.

Ο λαός μας επέλεξε να ζεύξει την επέτειο της εθνικής του παλιγγενεσίας με την εορτή του Ευαγγελισμού, ταυτίζοντας στη συλλογική συνείδηση την απαρχή της σωτηρίας και ανάστασης του γένους των Ελλήνων με την απαρχή της σωτηρίας και ανάστασης του γένους των ανθρώπων. Από τη μια η μνήμη τού Ευαγγελισμού της υπεραγίας Θεοτόκου και από την άλλη η έναρξη τής Εθνικής Παλιγγενεσίας του Γένους, που ― όχι τυχαία ― ξεκίνησε την 25η Μαρτίου του 1821. Kοινός παρονομαστής των δύο αυτών γεγονότων είναι η  ανυπολόγιστη αξία τής ελευθερίας. ακούσαμε στο απολυτίκιο «Σήμερον της σωτηρίας ημών το Κεφάλαιον, και του απ’αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις». Έκλεισε το κεφάλαιο της σκλαβιάς στην αμαρτία, το κεφάλαιο της φθοράς, της απελπισίας των ανθρώπινων ψυχών που για πεντέμισι χιλιάδες χρόνια τυραννούσε το ανθρώπινο γένος και το οποίο κεφάλαιο ξεκίνησε με την παρακοή μας και την έξωσή μας από τον Παράδεισο. Και άνοιξε με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, το κεφάλαιο της λύτρωσης , της ελευθερίας, της χαράς, της αιώνιας Ζωής. Η ελευθερία σαρκώνεται στη συγκατάθεση της Παναγίας με τα λόγια «Iδού η δούλη Kυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου[2]», στο χαρμόσυνο μήνυμα τού Αρχαγγέλου, που αναγγέλλει τη σωτηρία των ανθρώπων και προσκαλεί τη Mαριάμ να αναλάβει τη ξεχωριστή και μοναδική ευθύνη της. Στο 1821 η ελευθερία σαρκώνεται στην απόφαση των Ελλήνων να αποτινάξουν την τυραννία της μακρόχρονης σκλαβιάς και να διεκδικήσουν το αναφαίρετο δικαίωμα κάθε ανθρώπου και λαού για αυτοδιάθεση.

Αλήθεια, ποιος λαός και ποια φυλή στον κόσμο, ύστερα από τόσους αιώνες μακροχρόνιας σκλαβιάς, θα μπορούσε να κρατήσει άφθαρτα και αμείωτα τα εθνικά του ιδανικά μέσα από τους κατατρεγμούς και τις καταπιέσεις, στην ακατάσχετη ροή των αιώνων; Μέσα από τη δουλεία οι Έλληνες όχι μόνο διατήρησαν τη συνείδηση της εθνικής τους υπόστασης αλλά συγκέντρωσαν μέσα τους ηθικές και πνευματικές δυνάμεις ανυπολόγιστες κρατώντας «πάντα ανοιχτά πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής τους[3]».

Επιζώντας μέσα στην καταιγίδα της μακραίωνης σκλαβιάς των τετρακοσίων χρόνων, γιατί είχε δουλωθεί μόνο η γη και όχι το φρόνημα που παρέμεινε αδούλωτο και ανυπόταχτο πάντα, οι παράγοντες που βοήθησαν ώστε ο λαός της Ελλάδας παρά την ακατάσχετη αιμορραγία και τις αντίξοες περιστάσεις όχι μόνο να κρατηθεί στη ζωή αλλά όταν έφτασε το πλήρωμα του χρόνου να κηρύξει με τη σπάθα και το καρυοφύλλι μπροστά στο θεό και τους ανθρώπους την πολιτική του ύπαρξη και ανεξαρτησία, ήταν της ελευθερίας το πάθος, του ιστορικού παρελθόντος η μνήμη, η θρησκευτική πίστη, του μετανάστη ο δεσμός με τα πάτρια χώματα και τους βασανιζόμενους αδελφούς και τέλος μιας ανάστασης η ακοίμητη προσδοκία. Μιας ανάστασης που προστάτευε το γένος από τον αφανισμό και την αλλοίωση της εθνικής του υπόστασης.

Σε αυτό συνέβαλε στο μέγιστο βαθμό η Ορθόδοξη Εκκλησία[4], η οποία, αν και ήταν ο μόνος μεγάλος θεσμός του Βυζαντίου που  διατηρήθηκε από τον Μωάμεθ τον Πορθητή για τις δικές του σκοπιμότητες, εν τούτοις ήταν αυτή που υφίσταται και τις πιο ανίερες αυθαιρεσίες από την πλευρά των Οθωμανών. Παρ’ όλα αυτά η Εκκλησία είναι παρούσα σε όλες τις τουρκοκρατούμενες ελληνικές κοινότητες, συντηρεί σχολεία, μπολιάζει τους υπόδουλους με κοινές πεποιθήσεις περί της εθνικής τους ταυτότητας, υπαγορεύει κοινούς κανόνες ζωής και –κυρίως- μαθαίνει στους σκλαβωμένους την ελληνική γλώσσα, με αποτέλεσμα να εξασφαλιστεί, μέσα στους 4 αιώνες της σκλαβιάς, η ενότητα, η αλληλεγγύη και η ελπίδα της λευτεριάς. Συγχρόνως η ψυχή των Ρωμιών θερμαινόταν από τα εθνικο-απελευθερωτικά κηρύγματα των Ελλήνων Διαφωτιστών: του Ρήγα Φεραίου, του Αδαμάντιου Κοραή, του Πατρο – Κοσμά του Αιτωλού

Αν και ο Οθωμανικός δεσποτισμός, έφερε τους Έλληνες σε δεινότατη θέση με αποκορύφωμα την ερήμωση των περιουσιών τους, το παιδομάζωμα, τη μετατροπή των εκκλησιών σε τζαμιά και τους οδήγησε στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής. Πολλές γενιές Ελλήνων γεννήθηκαν και πέθαναν με το όνειρο της ελευθερίας.

«Κι αν πέσαμε σε πέσιμο πρωτάκουστο

Και σε γκρεμό κατρακυλήσαμε

Που πιο βαθύ καμιά φυλή δεν ειδ ως τώρα

Είναι γιατί με των καιρών το πλήρωμα όμοια βαθύ εν ανέβασμα μας μέλλεται

Προς ύψη ουρανοφόρα» [5]

Γιατί: «Η ώρα της σκλαβιάς δεν αρχίζει από τη στιγμή που ένας τύραννος ντόπιος ή ξένος, υποδουλώνει κάποιο λαό. Αρχίζει από τη στιγμή που ο λαός αυτός παύει να λογαριάζει για υπέρτατο αγαθό τη λευτεριά. Και η ώρα της λευτεριάς δεν αρχίζει από τη στιγμή που ο λαός ξεσηκώνεται για να συντρίψει τους τυράννους του, μα από τη στιγμή που παίρνει την απόφαση πως η ζωή δεν έχει αξία δίχως τη Λευτεριά .[6]»

Σε προκήρυξή τους οι Έλληνες της Πελοποννήσου έγραφαν: «Ομοφώνως αποφασίσαμεν όλοι ή να ελευθερωθώμεν ή να αποθάνωμεν. Εστερημένοι από όλα τα δίκαιά μας αποφασίσαμεν να λάβωμεν τα άρματα και να ορμήσωμεν κατά του τυράννου[7]».

Στο έργο του «Ελληνική Νομαρχία» ο ανώνυμος Έλληνας προτρέποντας τους συμπατριώτες του να αγωνισθούν για την απελευθέρωσή τους γράφει: «Η ελευθερία λοιπόν, ω Έλληνες, εις ημάς είναι ως η όρασις εις τους οφθαλμούς. Αν ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος, δεν είναι δυνατόν να γνωρίσει την διαφοράν του από τον δούλον, και εξακολούθως είναι αναγκαίον πράγμα εις τον δούλον να γνωρίσει την ελευθερία, δια να μισήσει την δουλείαν και να την αποστραφείν[8]».

«Όταν αποφασίσαμε να κάμουμε την Επανάσταση, λέει ο Θεοδ. Κολοκοτρώνης , δεν εσυλλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχουμε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: «που πάτε εδώ να πολεμήσετε με τα σιταροκάραβα βατσέλια». Αλλά, ως μια βροχή, έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της Ελευθερίας μας και όλοι και οι κληρικοί και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτόν το σκοπό και εκάμαμε την επανάσταση[9]».

Η επανάσταση του 1821 υπήρξε μια πανεθνική εξέγερση, ένας πανελλήνιος αγώνας στον όποιο πήραν μέρος όλοι οι Έλληνες, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, επαγγέλματος, μορφώσεως και κοινωνικής θέσεως. Όλοι οι Έλληνες έδωσαν τα πάντα σ΄αυτόν τον υπέρ των πάντων αγώνα. Από τα ανθοντυμένα κορφοβούνια, στα ηλιοφίλητα πελάγη  το γένος ανταποκρίθηκε σύσσωμο.

Η ελληνική επανάσταση δεν ήταν μια τυχαία εξέγερση λόγω ευνοϊκών συμπτώσεων ούτε στόχευε στην εξυπηρέτηση προσωπικών συμφερόντων. Ο αγώνας του 21 δεν ξέσπασε και δεν διαδόθηκε διότι βρήκε πρόσφορο έδαφος λόγω της επικρατούσας τότε οικονομικής ευπραγίας των ανωτέρων τάξεων του ελληνισμού ούτε λόγω του επικρατούντος στη Ευρώπη πνεύματος επηρεασμένου από τη γαλλική επανάσταση εφόσον μάλιστα καμία από τις μεγάλες δυνάμεις δεν πρόστρεξε από την αρχή για βοήθεια. Ήταν βασικά το φρόνημα του έθνους και ο ακοίμητος πόθος του Έλληνα για την ελευθερία τα οποία δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες για τον αγώνα ώστε να έχουν έντονη απήχηση στη συνείδηση του πολεμιστή και να τον κεντρίζουν τα ποιήματα του Ρήγα και οι φλογισμένοι λόγοι του  ατρόμητου αρχιμανδρίτη Γρηγορίου Δικαίου Φλέσσα.

Τα ευρωπαϊκά έθνη δεν έδωσαν στην αρχή καμιά σημασία στον αγώνα αυτόν, άλλωστε επαναστάσεις την ίδια σχεδόν εποχή είχαν γίνει και αλλού και στην Ευρώπη και στην Αμερική, πολλά μάλιστα κατάτρεξαν τον αγώνα των Ελλήνων για ελευθερία. Οι αντιπρόσωποι της Ιεράς Συμμαχίας βρίσκονταν στο Λάυμπαχ για το διακανονισμό της τύχης της Ισπανικής επανάστασης, όταν ξέσπασε η Ελληνική. Φυσικά, η επανάσταση καταδικάστηκε ομόφωνα[10]. Κι όμως οι Έλληνες αδιαφόρησαν ολότελα για τη γνώμη των ισχυρών, ως που ανάγκασαν τα ευρωπαϊκά έθνη να προσέξουν την υπόθεσή τους.

Οι Έλληνες ήταν φλογισμένες ψυχές που ζητούσαν το αδύνατο. Βρίσκοντας απόλυτη ανταπόκριση στην συνείδηση τους η ευαγγελική έκφραση:»πάντα δυνατά τω πιστεύοντι[11]»

Όμως η αξία του ανθρώπου είναι αυτή: Να ζητάει και να ξέρει πως ζητάει το αδύνατο και να ‘ναι σίγουρος πως θα το φτάσει και να πολεμά γι’ αυτό, πέρα από κάθε λογική, με πίστη και με πείσμα. Τότε γίνεται το θαύμα, το αδύνατο γίνεται δυνατό. Έτσι  από τη φλόγα της 25ης Μαρτίου άναψε μια τεράστια πυρκαγιά η οποία φώτισε με τα ο μέγα φως της όχι μόνο το υπόδουλο γένος των Ελλήνων αλλά και όλους τους υπόδουλους λαούς εκείνης της εποχής.

Ακόμα και αν λόγω της φυσικής ατέλειας των ανθρώπων αναζητούμε τα ιδανικά ενός λαού περισσότερο στις μορφές των μύθων του και λιγότερο ίσως στην πραγματική ζωή του παρόλα αυτά δε λείπουν οι εκλεκτοί της μοίρας απλοί συχνά άνθρωποι που κατορθώνουν κάποτε να ενσαρκώσουν τα ιδανικά της φυλής στον πιο ψηλό που γίνεται για άνθρωπο βαθμό[12]. Κολοκοτρώνης, Διάκος, Ανδρούτσος, Καραϊσκάκης, Παπαφλέσσας, Μακρυγιάννης, Μπότσαρης, Νικηταράς, Μπουμπουλίνα,  Μιαούλης, Κανάρης και τόσοι άλλοι πρωτοστατούν και συντρίβουν τον εχθρό.

Πολλοί έχασαν τη ζωή τους σε μάχες για την ελευθερία γράφει ο Έριχ Φρομ[13] πιστεύοντας πως ο θάνατος στην πάλη κατά της καταπίεσης ήταν προτιμότερος από το να ζεις δίχως ελευθερία. Αυτήν ακριβώς την πιστή στη ζωή και την αυτοτέλεια της προσωπικότητας απέδειξαν οι ελεύθεροι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου, οι γυναίκες του Σουλίου χορεύοντας στο Ζάλογγο το χορό του θανάτου, το Κούγκι, τα Ψαρά, το Αρκάδι γίνονται ολοκαυτώματα. Η Αλαμάνα, η Γραβιά, το Βαλτέτσι, το Μανιάκι, τα Δερβενάκια, η Χαλκιδική, έγιναν βωμός για να μαρτυρούν πως η θέληση ενός λαού είναι ικανή να διδάξει πώς να ζει κανείς λεύτερος.

«Η τύχη μας, λέει ο Μακρυγιάννης, έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Παλαιόθεν ως τώρα, όλα τα θηρία πολεμούν να μας φάνε και δε μπορούνε. Τρώνε, τρώνε, μα μένει πάντα μαγιά. Αυτή η μαγιά είναι η σπίθα που έφερε το θάμα».

Οι Έλληνες απέδειξαν ότι μόνο η ηθική οντότητα αποφασίζει για το δικαίωμα της ζωής και όχι αν ένας λαός είναι μεγάλος ή μικρός στον όγκο του πληθυσμού του. Ελευθερία σώματος, ψυχής και πνεύματος, αυτή ήταν πάντα το σύμβολο του ελληνισμού. Αυτήν ζήτησαν οι Έλληνες με το αίμα τους το 1821, αυτήν εξαγόρασαν και στους άλλους πολέμους. Η Ελλάδα δεν είναι μονάχα παλιά δόξα, αλλά αδιάκοπη ζωή και δράση δική μας πάνω σ’ αυτή τη γη που τόσοι πόνοι των πατέρων μας και τόσο αίμα την ποτίζει. Η Ελλάδα είναι κάτι που δεν πεθαίνει, είναι ο αιώνιος έρωτας των Ελλήνων για τη ζωή, τη δράση και την ελευθερία.

Ο ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης από την Κύπρο, στο εξαίσιο ποίημα που έγραψε για το μαρτύριο του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού κατά την επανάσταση του ’21 βάζει στο στόμα του Κυπριανού τούτα τα λόγια που λέγει στον Τούρκο πασά που τον δίκασε «η Ρωμιοσύνη ειν φυλή συνόκαιρη του κόσμου, κανένας δεν ευρέθηκε για να την εξαλίψει, κανένας γιατί σκέπη την από τα ύψη ο Θεός μου. Η Ρωμιοσύνη θα χαθεί, όντας ο κόσμος λείψει[14]»

Ο αγώνας που άρχισε στο Μοριά έμελλε να διαρκέσει μια δεκαετία και να είναι νικηφόρος. Μα όταν κάποια στιγμή η Επανάσταση κινδυνεύει, όχι από τους υπέρτερους αριθμητικά εχθρούς, αλλά από τα δόρατα της διχόνοιας που αποτελούν μια από τις αδυναμίες του ελληνισμού, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης διδάσκει: «Τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσωμεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμε όλοι μαζί, να την φυλάξομεν και όλοι μαζί. Και να μην λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγη ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνιστή μόνος του και φκιάση ή χαλάση, να λέγη «εγώ». Όταν όμως αγωνίζωνται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λέη «εμείς». Είμαστε εις το «εμείς» και όχι εις το «εγώ». Και εις το εξής να μάθωμεν γνώση, αν θέλωμεν να φκιάσωμεν χωριόν, να ζήσωμεν όλοι μαζί[15]».

Όλοι ανεξαιρέτως είχαν συνηδειτοποιήσει ότι αντίθετα από την ισότητα που κάποιος μπορει να σου τη δώσει την ελευθερία δεν μπορει να σου την χαρίζει . κερδίζεται μετά ΑΠΟ ΜΕΓΑΛΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΑΛΗ ΚΑΙ ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΣΟΥ. ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΑΛΛΑ ΓΙΝΟΜΑΙ , ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΟΣΟ γίνομαι[16].

«τη λευτεριά μας τούτη δεν την ήβραμε στο δρόμο και δε θα μπούμε εύκολα στου αυγού το τσόφλι γιατί δεν είμαστε κλωσσόπουλα σ΄αυτό να ξαναμπούμε πίσω  μα γίναμε πουλιά, και τώρα πια στο τσόφλι μέσα δε χωρούμε[17]»

Τελικά ο αγώνας για την εθνική παλιγγενεσία των Ελλήνων είναι η αποθέωση του παράτολμου ηρωισμού αντίθετα προς κάθε λογική πρόβλεψη. Η λογική αδυνατεί να πλησιάσει, δε μπορεί να αισθανθεί, να νιώσει  την εσωτερική ύφη και το δημιουργικό μεγαλείο μιας ιερής παραφροσύνης μιας μεγαλουργού θαυματουργού παραφροσύνης που δεν είναι γέννημα των υπολογισμών. Αλλά της πίστης… Το ολιγάριθμο γένος των ελλήνων έδειξε το μέγα θαύμα στην ανθρωπότητα όταν την 25η Μαρτίου κατέθεσε τη ζωή του ως ενέχυρο της ελευθερίας. Πάνω και πέρα απ’ όλα δείχνει την αγάπη για μια λεύτερη ανεξάρτητη ζωή, δείχνει σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Σήμερα, που η ιστορία φαίνεται ότι γράφεται με πολύ γρήγορους ρυθμούς στην περιοχή μας. σήμερα, που η χώρα βιώνει μια οικονομική, κοινωνική και ηθική κρίση. Σήμερα, που με την κρίση ξαναπληρώνουμε σαν χώρα και σαν λαός την άγνοια της ιστορίας μας. Το μήνυμα της 25ης Μαρτίου είναι σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ!

Μας καλεί να ακούσουμε, έστω και την ύστατη στιγμή, τις θεϊκές συμβουλές και να αγαπήσουμε αληθινά το συνάνθρωπό μας, βάζοντας το συμφέρον του συνόλου πάνω από το ατομικό.

Μας καλεί να επαναστατήσουμε ενάντια σε όλα αυτά τα νοσηρά φαινόμενα που με κάθε τρόπο εισβάλλουν στη ζωή μας και μας οδηγούν στην κοινωνική αδιαφορία και την ηθική κατάπτωση.

Μας καλεί να αναλάβουμε τις ευθύνες μας και να επαναστατήσουμε ενάντια στον κακό μας εαυτό! Να βελτιωθούμε και ως άτομα και ως πολίτες!

Σήμερα δεν μας προσφέρουν οι αγωνιστές τα όπλα τους. Αυτά είναι απαρχαιωμένα και η θέση τους είναι στο μουσείο. Μας προσφέρουν το αειθαλές μήνυμα ότι ο άνθρωπος νοείται άνθρωπος μόνο ως ελεύθερος, ότι η ανθρώπινη ζωή νοείται μόνο μέσα σε συνθήκες ελευθερίας. Και αυτό το μήνυμα δεν είναι για το μουσείο, παραμένει ενεργό όσο οι δυνάμεις της τυραννίας παραμένουν επίσης ενεργές μέσα στις διαδικασίες της ιστορίας.

Τι θα γίνει όμως στο μέλλον; Την απάντηση δίνει και ο Κολοκοτρώνης που είπε: «Σε μας μένει να ισιάξουμε και να στολίσουμε τον τόπο με θεμέλια της πολιτείας, την ομόνοιαν, τη θρησκεία και την φρόνιμον ελευθερίαν[18]».

Σήμερα βρισκόμαστε εδώ για να τιμήσουμε αυτούς που θυσιάστηκαν και μας παρέδωσαν την ελευθερία με την ιερή υποχρέωση να τη διαφυλάξουμε και με τη σειρά μας να την παραδώσουμε από γενιά σε γενιά σαν ιερή παρακαταθήκη. Το χρέος μας –μια λέξη ειπωμένη συχνά αλλά κάθε φορά με ξεχωριστή χροιά –δεν είναι παρά να διδαχθούμε από τις αρετές των προγόνων μας και ως ελεύθεροι ηθικά πολίτες να κλείσουμε στις καρδιές μας μια για πάντα τους στίχους από τις ωδές του Ανδρέα Κάλβου: « όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται, ζυγόν δουλείας ας έχωσιν.   ΘΕΛΕΙ ΑΡΕΤΗΝ ΚΑΙ ΤΟΛΜΗΝ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ[19]».

Τούτη την ώρα ας τους διαβεβαιώσουμε πως το παράδειγμα τους θα μας εμπνέει και θα μας καθοδηγεί πάντα στον εθνικό μας δρόμο και ότι θα φάνουμε άξιοι απόγονοι αξίων προγόνων. Όλοι μαζί ας προσπαθήσουμε «να στήσουμε και πάλι μες στο ουράνιο θειο φως , μια Ελλάδα τρισμεγάλη[20]»

………………………………………………………………………………………..

[1] Γιώργος Σεφέρης, «Ομιλία στη Στοκχόλμη», Δοκιμές, δεύτερος τόμος (1948-1971), Αθήνα, εκδόσεις Ίκαρος, α’ εκδ. 1974.

[2] Λουκ. 1, 38

[3] Διονύσιος Σολωμός, Άπαντα εκδόσεις Μέρμυγκα (1976), Β τόμος, Ελεύθεροι πολιορκημένοι , σχεδίασμα Β΄,

[4] Περισσότερα για το θέμα Μουστάκης Βασιλ. , Η εκκλησία και το 21, Ε.Δ. τ27, Αθήνα 1949

[5] Κωστή Παλαμά, Δωδεκάλογος του γύφτου, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1950

[6] Αθαν. Βλαχάβα, 25η Μαρτίου 1821: πολιτικοκοινωνικές συνθήκες στην επαναστατημένη Ελλάδα, https://blogs.sch.gr/members/vlachavas/activity/32270

[7] Β. Π. Παναγιωτόπουλος, «Η προκήρυξις της Μεσσηνιακής Γερουσίας, προς τας ευρωπαϊκάς αυλάς», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, 12 (1957-1958) 149-150.

[8] ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ , ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ ΗΤΟΙ ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ  ΑΠΟΜΝΗΜΕΙΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟ – ΣΧΟΛΙΑ – ΕΙΣΑΓΩΓΗ Γ. ΒΑΛΕΤΑΣ, ΑΘΗΝΑ ΒΙΒΛΙΟΕΚΔΟΤΙΚΗ, 19573

[9] Ο Λόγος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Πνύκα, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων

[10]Κ. Μαρξ – Φ. Εγκελς, Η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ανατολικό ζήτημα, Αθήνα, εκδ. Γνώση

[11] Μαρκ. Θ 23

[12] Ι.Θ. Κακριδής, στρατηγός Μακρυγιάννης μια ελληνική καρδιά, Θεσσαλονίκη 1965

[13] Έριχ Φρομ, Οφόβος μπροστά στην ελευθερία, Αθήνα 1971, εκδ. Μπουκουμάνη

[14] Β. Μιχαηλίδη, 9η Ιουλίου 1821, εν Λευκωσία (Κύπρου), http://www.snhell.gr/references/quotes/writer.asp?id=215

[15] Ι. Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα,  Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 2010

[16] Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος, Ελληνισμός και ελευθερία, Αθήνα, 1957

[17] Α. Σικελιανός, «Μακρυγιάννης», 18-22. Λυρικός Βίος, Ε΄. Αθήνα, 1968, εκδ. Ίκαρος

[18] Θ. Κολοκοτρώνη, όπου παραπάνω

[19] Ανδ. Κάλβου, Ωδαί , Δ΄Εις σάμον, Αθήνα, 1970 εκδ. Ικαρος

[20]

Ι.Μ.Χίου

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »