kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

“Χαίρε, παστάς ασπόρου νυμφεύσεως• χαίρε, πιστούς Κυρίω αρμόζουσα.”

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Απριλίου, 2013

Ο γάμος για τους περισσότερους ανθρώπους είναι η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής. Για όσους πιστεύουν στο Θεό, δεν είναι μόνο η ευλογία Του που δίνει ξεχωριστή διάσταση στο μυστήριο. Υπάρχει και η ανθρώπινη χαρά, διότι ο γάμος αποτελεί τη δημόσια έκφραση της αγάπης, την οποία ομολογούν δύο άνθρωποι, αλλά και του αγώνα να την κρατήσουν και να την ολοκληρώσουν κατά τη διάρκεια της κοινής ζωής τους. Ο γάμος αποτελεί για τον άντρα και τη γυναίκα τη δήλωση ότι έχουν υπερβεί το ξένον ανάμεσά τους, ότι έχουν επιλέξει την δημιουργικότητα ως κατεξοχήν έκφραση της αγάπης και την ίδια στιγμή, κάνοντας οικογένεια, «μεταδίδουν πάσαν αυτάρκειαν έχοντες και τοις μη έχουσι» (Ευχή της Ακολουθίας του Γάμου), ανοίγουν την αγάπη τους δηλαδή σε όλο τον κόσμο. Γι’ αυτό και ο γάμος αποτελεί για την Εκκλησία  «μυστήριον μέγα» (Εφεσ. 5, 32).

Δεν είναι τυχαίο που η Εκκλησία, απευθυνόμενη στην Υπεραγία Θεοτόκο, την χαιρετά λέγοντας ότι αποτελεί «την παστάδα της ασπόρου νυμφεύσεως και ότι εκείνη είναι που αρμόζει, ενώνει δηλαδή τους πιστούς με τον Κύριο». Όπως η κατεξοχήν έκφραση του γάμου είναι η χαρά της παστάδος, του νυφικού κρεβατιού, όπου «έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν», η Εκκλησία θεωρεί την Παναγία ως το νυφικό κρεβάτι στο οποίο Θεός και άνθρωπος γίνονται ένα, στο πρόσωπο του Χριστού. Και αυτή η τελεία ένωσις συντελέσθηκε σωματικά στην μήτρα της Υπεραγίας Θεοτόκου και υπαρξιακά-πνευματικά στην καρδιά της, όταν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση του Θεού να γίνει συνεργός Του στην νύμφευση. Μόνο που ο γάμος αυτός είναι άσπορος. Δεν έχει ως σκοπό του την ηδονή της σάρκας και την τεκνοποιία, όπως είναι ο φυσικός νόμος που δόθηκε από το Θεό στον άνθρωπο, αλλά αποτελεί το μυστήριο της θέωσης της ανθρώπινης φύσης, που έρχεται μέσα από την γέννηση του Χριστού, με την υπέρβαση των όρων της φύσεως και τον παρθενεύοντα τόκο της Παναγίας. Η σχέση όμως αυτή δεν παύει να είναι γάμος. Και έχει τα τρία κύρια χαρακτηριστικά του γάμου.

Στο πρόσωπο της Παναγίας διαλύεται το ξένον ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο, το οποίο προκάλεσε η αμαρτία. Η απόφαση του ανθρώπου να μην έχει σχέση με το Θεό, αλλά να καταστήσει θεό τον εαυτό του και να επιχειρήσει να δει τον κόσμο, τον συνάνθρωπο και τη ζωή όχι μέσα από την οδό της κοινωνίας με το Θεό, αλλά αυτόνομα, οδήγησε τον άνθρωπο να γίνει χρήστης του κόσμου, του συνανθρώπου και της ζωής. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος υποτάχτηκε στην ανάγκη του για να γίνει θεός αφ’ εαυτού του. Και ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι η εξουσία. Τι άλλο είναι η αμαρτία παρά η απόφαση του ανθρώπου να δείχνει παντού ότι ο ίδιος και το εγώ του θέλουν και προσπαθούν να εξουσιάζουν τα πάντα;  Αμαρτία είναι η χρήση του άλλου όχι ως ισότιμου με εμάς, όχι για να του προσφέρουμε και να λαμβάνουμε από αυτόν, αλλά για να επιβεβαιώνει τον εαυτό μας, τη δύναμή μας, την ικανότητά μας να ευτυχούμε με βάση τις δικές μας επιθυμίες.  Αμαρτία είναι η χρήση του κόσμου όχι ευχαριστιακά και δοξολογικά, όχι για να επιβιώσουμε εμείς και να βοηθήσουμε και τους άλλους να ζήσουν ισότιμα, αλλά για να υποτάξουμε τις δυνάμεις του χωρίς μέτρο και όριο και την ίδια στιγμή να καθιστούμε τους άλλους εξαρτημένους από εμάς για την κάλυψη των αναγκών τους, προκειμένου να είμαστε πλούσιοι και εκμεταλλευτές τους. Αμαρτία είναι η στέρηση της ελευθερίας τόσο στον εαυτό μας δια των παθών , όσο και στους άλλους μέσω της εξουσίας. Και όλη αυτή η στάση ζωής επιφέρει τον θάνατο, όχι μόνο τον σωματικό, αλλά και τον πνευματικό. Γι’ αυτό, δια της ενανθρωπήσεως του Χριστού στο πρόσωπο της Παναγίας επέρχεται η συμφιλίωση του ανθρώπου με το Θεό δια της αγάπης και της χαριτώσεως την οποία ο Χριστός δίνει στην ανθρώπινη φύση. Ελεύθερος ο άνθρωπος πλέον δεν είναι ξένος ούτε με το Θεό ούτε με τον πλησίον ούτε με τον κόσμο, γιατί δεν διαλέγει την εξουσία, αλλά την αγάπη και την προσφορά ως στάση ζωής.

Στο πρόσωπο της Παναγίας εξάλλου η αγάπη γίνεται δημιουργικότητα και έμπνευση. Τι άλλο είναι η σωτηρία την οποία ο Χριστός προσφέρει στον άνθρωπο παρά η χαρά της νίκης κατά του θανάτου, η χαρά της συγχώρεσης και της μετάνοιας, η χαρά της προσφοράς με κάθε τρόπο και μέσα, η χαρά της αξιοποίησης όλων των ταλάντων της ανθρώπινης υπόστασης με γνώμονα την δημιουργικότητα;  Και πρώτη η Παναγία γεύεται αυτό το δρόμο. Αυτή σώζεται και με τις πρεσβείες της σώζει. Αυτή αγιάζεται και με τις πρεσβείες της αγιάζει. Αλλά και στέκεται δίπλα από τον κάθε άνθρωπο, από την κάθε ανάγκη μας και δίνει φως και ελπίδα, παρακαλώντας τον Υιό της υπέρ ημών. Όπως η ίδια κατέστη η Κεχαριτωμένη, για να ελκύσει τελικά τη χάρη του Θεού, στόλισε τον εαυτό της με κάθε αρετή, έτσι κι εμείς καλούμαστε να καταστήσουμε την ύπαρξή μας ναό του Αγίου Πνεύματος, στολίζοντάς την με την αρετή κατά τις δυνάμεις μας, αναζητώντας το Θεό, όπου αυτό είναι εφικτό, σε κάθε περίσταση της ζωής μας, θέλοντας να δούμε την σωτήρια παρέμβασή Του στην πορεία μας και ξεκινώντας να παλεύουμε εναντίον κάθε πάθους, κάθε πειρασμού, να μεταμορφωθούμε για να δείξουμε όχι με τη συνήθεια, αλλά με την χαρά και την πρωτοτυπία που η προσευχή και η αγάπη φέρνουν, την επιθυμία μας να είμαστε κοντά Του.

Η Παναγία, τέλος, γίνεται η αρχή ώστε η κάθε ανθρώπινη ύπαρξη να μεταμορφώνεται, ψυχή τε και σώματι, σε νύμφη Χριστού, να αρμόζεται, να συνδέεται και να προχωρά μαζί με το Χριστό. Αυτή η άρμοση επιτυγχάνεται και βιώνεται στη ζωή της Εκκλησίας και δεν είναι εγκλωβισμός του ανθρώπου σε μία ατομοκεντρική σχέση, όπου ο άνθρωπος υπάρχει για να ζει καθ’ εαυτόν το Θεό, αλλά ανοίγεται σε όλο τον κόσμο. Αποκλειστική και την ίδια στιγμή ανοιχτή είναι η σχέση της αγάπης που ο άνθρωπος βιώνει με το Θεό. Αποκλειστική, διότι ο Θεός παραμένει πιστός στον άνθρωπο, δεν τον εγκαταλείπει ποτέ, ακόμη κι αν φαίνεται δύσκολη η ζωή. Ανοιχτή διότι ο Θεός ζει την χαρά και την πληρότητα της αγάπης με κάθε άνθρωπο. Κι έτσι καλείται και ο καθένας μας να σκέφτεται και να ζει. Αποκλειστικά με την αγάπη του Θεού και ανοιχτά, μεταφέροντας αυτή την αγάπη σε όλους με τους οποίους συνδέεται. «Ομολογεί την χάριν, ου κρύπτει τον έλεον, κηρύττει την ευεργεσίαν» και θέλει να ζήσουν και άλλοι τη χαρά της κοινωνίας.

Στο πρόσωπο της Παναγίας το πλήρωμα της αγάπης γίνεται «παστάς». Τόπος της παστάδος η καρδιά, η οποία αγκαλιάζει τον κόσμο. Χρόνος της παστάδος «το νυν και αεί». Δεν είναι μαγική η σχέση με το Θεό, αλλά αγαπητική. Γάμος της ύπαρξης στην Εκκλησία, με οδηγό την Υπεραγία Θεοτόκο. Και μπορεί ο κόσμος μας να παρασύρεται από την αμαρτία και την απόπειρα της αυτοθέωσης, όμως οι χριστιανοί αντιτάσσουμε την ευλογία της πίστης. Και τη βοήθεια και τις πρεσβείες της Παναγίας μας, διαλέγουμε  να ζήσουμε την χαρά του νυμφώνος, παρότι «ένδυμα ουκ έχομεν». Και τότε διαπιστώνουμε ότι το μυστήριο επενεργεί. Δεν μας αφήνει Αυτός που μας αγαπά και ανέβηκε στο Σταυρό για μας, να αποκαρδιωθούμε, αλλά ως ο γνήσια Ηγαπημένος μας απλώνει το χέρι και μας σώζει. Τελικά από την ελευθερία μας εξαρτώνται όλα.

Κέρκυρα, 12 Απριλίου 2013

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/2013/04/blog-post_11.html

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΕΡΩΣΥΝΗ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΙΕΡΑΤΙΚΩΝ ΚΛΙΣΕΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Απριλίου, 2013

Η ιερωσύνη είναι μεγίστη δωρεά. Μπορεί στην εποχή μας να αντιμετωπίζεται περίπου ως περιθωριακή κατάσταση, ως κατάλοιπο του παρελθόντος, όμως το να είσαι ιερέας αποτελεί ένα μονάκριβο προνόμιο. Πρωτίστως η ιερωσύνη είναι διαδοχή. Ιστορική συνέχεια στο χρόνο όλων εκείνων που προηγήθηκαν. Όλων εκείνων που φόρεσαν το ράσο πριν από σένα, αγωνίστηκαν να αγαπήσουν το Θεό και τους ανθρώπους, αναζήτησαν την αλήθεια της πίστης, την μοιράστηκαν με τους άλλους, τις ψυχές που είχαν στα κρόσσια του πετραχηλιού τους, αλλά και είδαν στον εαυτό τους τη χαρμολύπη του σταυρού του να απαρνηθείς τον εαυτό σου και να ακολουθήσεις το Χριστό. Ταυτόχρονα, η ιερωσύνη για τον κάθε κληρικό είναι ο κρίκος της αλυσίδας που θα έχει συνέχεια. Δεν εξαντλείται σε μας που την φέρουμε στο παρόν.  Μετά από εμάς θα έρθουν άλλοι. Όσο επιτρέπει ο Θεός να είμαστε στη ζωή, λειτουργούμε και παλεύουμε να φανούμε άξιοι της αποστολής μας, παρότι γνωρίζουμε ότι «ουδείς άξιος». Αλλά ο χρόνος δε νικά την ιερωσύνη, τόσο εν τω νυν όσο και εν τω μέλλοντι αιώνι. Όπως μας καθιστά ο Θεός λειτουργούς του επιγείου θυσιαστηρίου, το ίδιο συμβαίνει και στο επουράνιο. Προσδοκούμε, μαζί με τους πρεσβυτέρους της Αποκαλύψεως, την τελική κρίση και αναφωνούμε: «Άγιος ει, ο Κύριος και Θεός ημών, λαβείν την δόξαν και την τιμήν και την δύναμιν, ότι συ έκτισας τα πάντα, και δια το θέλημά σου ήσαν και εκτίσθησαν» (Αποκ. 4, 11).

Η ιερωσύνη όμως δεν υπάρχει μόνο καθαυτή, ως δωρεά του Θεού προς το πρόσωπο. Συνδέει τον φέροντα με τον κόσμο. Με τον ναό και τους ανθρώπους. Ο ιερέας λειτουργεί όχι απρόσωπα, αλλά προσωπικά. Ζει εν χώρω και εν σχέσει. Ο χώρος του είναι η Ενορία του ή η Μονή του. Είναι ο ναός στον οποίο διακονεί. Το θυσιαστήριο, οι τοίχοι, οι εικόνες, τα στασίδια, τα κεριά, τα φώτα, το θυμίαμα. Είναι οι άνθρωποι που έρχονται στο ναό. Που εκκλησιάζονται. Το ποίμνιο το οποίο γινώσκει ο ιερέας και γινώσκεται υπ’ αυτού (Ιωάν.10, 14). Ο ιερέας που αγαπά την ιερωσύνη του, αγαπά και το ναό του. Γνωρίζει κάθε γωνιά του. Τον περιποιείται όπως το σπίτι του. Τον ευτρεπίζει, τον ανακαινίζει, τον συντηρεί, τον στολίζει. Συνδέεται μαζί του τελώντας τις ακολουθίες των Κυριακών και των εορτών. Υποδέχεται τον Επίσκοπο, τους συνεφημερίους του, τους πιστούς, τους προσκυνητές, τους αγίους και τους αμαρτωλούς. Για όλους έχει κάτι να πει. Σε όλους κάτι έχει να δώσει. Πίστη και ελπίδα. Προσευχή και συμπαράσταση. Επιχειρήματα, λογική και συναίσθημα. Πρωτίστως σεβασμό και αγάπη. Αλλά και την μονιμότητα της παρουσίας του. Είναι ο οικοδεσπότης που όποιος τον γνωρίζει ξέρει ότι θα πάει στο ναό και θα νιώσει αυτή τη σύνδεση του χώρου με το πρόσωπο. Γιατί το Θεό δεν τον συναντούμε μόνο απ’ ευθείας, αλλά χρειαζόμαστε εκείνους τους ανθρώπους που θα αφήσουν να μπει το Φως Του στις καρδιές μας. Που θα μεταφέρουν τη φωνή Του. Αλλά και με τη σειρά τους θα μεταφέρουν τη δική μας φωνή. «Εισάκουσον της προσευχής μου και η κραυγή μου προς σε ελθέτω» (Ψαλμ. 101,2). Αυτό είναι ο ιερέας. Προσεύχεται και κραυγάζει στο Θεό τόσο για τον εαυτό του, όσο και για όλους τους ανθρώπους. Με κάθε κίνηση της διακονίας του. Στη ζωή και στο θάνατο. Στο σταυρό και την ανάσταση.

Αλλά ο ιερέας δεν παύει να είναι και άνθρωπος. Αν είναι έγγαμος, έχει την οικογένειά του. Έχει την πρεσβυτέρα, τα παιδιά και τα εγγόνια του. Λειτουργεί δηλαδή όχι μόνο ως ποιμένας των πολλών, αλλά και ως πατέρας των λίγων, των οικείων. Αυτών που βλέπουν την ανυπόκριτη διάθεση της ψυχής και της ζωής του. Από τους οποίους δεν μπορεί να κρυφτεί.  Και στα μάτια των οποίων δοξάζεται ο Θεός για την αποστολή που του ανέθεσε ή αμφισβητείται η πίστη, αν δεν υπάρχει ειλικρίνεια και αυταπάρνηση. Το ίδιο κι αν είναι άγαμος. Έχει την άλλη οικογένεια που ορίζει η Εκκλησία. Αυτή της μονής. Αυτή της αδελφότητας. Ή και συμπάσης της Εκκλησίας, αν είναι Επίσκοπος ή ιεροκήρυκας. Κι εκεί φανερώνεται η ανυπόκριτη διάθεση. Στη συναναστροφή. Στην ώρα της γαλήνης. Της ανάπαυσης από τον μόχθο. Στη στιγμή που εισέρχεται εις το ταμιείον του και, κυρίως, την ώρα που εξέρχεται. Έχοντας καταπραϋνθεί και γαληνεύσει δια της προσευχής και της μελέτης. Ή «αδήλως τρέχων και αέρα δέρων, άλλοις κηρύξας αδόκιμος γένηται» (Α’Κορ. 9, 26-27), έχοντας συνηθίσει τη ιερωσύνη του και εκκοσμικευθεί.

Τέλος, ο ιερέας λειτουργεί και στα πλαίσια της ευρύτερης κοινωνίας. Έτσι κι αλλιώς είναι λύχνος που καλείται να «φέγγει πάσι τοις εν τη οικία» (Ματθ. 5,15). Και στην κοινωνία δεν είναι μόνο αυτοί που πιστεύουν και ζούνε τη ζωή της Εκκλησίας. Είναι και όλοι όσοι έχουν άποψη. Και ο ιερέας καλείται, χωρίς να είναι ευχάριστος, να είναι αληθινός. Να δίνει σε όσους τον συναντούν και σε όσους τον γνωρίζουν «λόγον περί της εν ημίν ελπίδος» (Α’ Πέτρ. 3, 15) και να λάμπει το «φως του έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως δοξάζουσι τον Πατέρα ημών τον εν τοις ουρανοίς» (Ματθ. 5,16). Δεν μπορεί η ιερωσύνη να κρύβεται. Ο ιερέας είναι ηγέτης. Είναι αυτός που μέσα από το λόγο, αλλά και τη σιωπή, μέσα από την μαρτυρία, αλλά και την υπομονή, μέσα από την ενασχόληση με τα πνευματικά, αλλά και μέσα από τη άποψη για τα του κόσμου, δίνει στους ανθρώπους να καταλάβουν την στόχευση της ιερωσύνης που είναι και ιστορική και εσχατολογική. Που είναι ζωή και αγάπη για τον κόσμο και λύτρωση για την αιωνιότητα. Αρχοντιά και συνάμα σεμνότητα, χαρά και συνάμα μετάνοια, αυστηρότητα και συνάμα παρηγοριά για τον παρόντα κόσμο και την ίδια στιγμή, κατάδειξη της κοινωνίας με το Πρόσωπο του Χριστού και τον γλυκασμό της ωραιότητός Του, όταν το σχήμα αυτού του κόσμου θα παράξει, είτε την ώρα της εξόδου μας από τη ζωή είτε, οριστικά, με την ήχηση της σάλπιγγος και του συσσεισμού που θα σημάνει την κοινήν Ανάστασιν.

Σταυρός η ιερωσύνη. Και Ανάσταση μαζί. Δεν περιμένουμε από τους ανθρώπους να μας καταλάβουν. Ίσως χρειάζεται πρωτίστως εμείς να καταλάβουμε το μέγεθος της αποστολής και του χαρίσματος. Ιδίως στο σήμερα. Και ελπίζουμε και προσευχόμαστε ότι «εν τη ταπεινώσει ημών» (Ψαλμ. 135, 24) δεν θα μας λησμονήσει ο Κύριος.

Κέρκυρα, 8 Απριλίου 2013

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/2013/04/blog-post_9.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κείμενο και ερνηνεία της Δ’ στάσης των Χαιρετισμών.

Συγγραφέας: kantonopou στις 12 Απριλίου, 2013

Οι χαιρετισμοί στην Παναγία είναι υμνωδία που ο κάθε πιστός χαίρεται ιδιαίτερα να διαβάζει.Την μεγάλη Τεσσαρακοστή διαβάζονται κάθε παρασκευή και για πέντε συναπτές εβδομάδες.Τα νοήματα των χαιρετισμών είναι υψηλά και βαθειά και θεωρούμε πολύ χρήσιμη μία μικρή σύντομη ερμηνεία.

Δ’ ΣΤΑΣΗ

Τείχος ει των παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, και πάντων των εις σε προστρεχόντων. Ο γαρ του ουρανού και της γης, κατεσκεύασέ σε ποιητής Άχραντε, οικήσας εν τη μήτρα σου, και πάντας σοι προσφωνείν διδάξας.

Είσαι το τείχος των παρθένων,Παρθένε Θεοτόκε καθώς και όλων εκείνων που προστρέχουν σε σένα.Είσαι το τείχος που το κατεσκεύασε ο κτίστης του ουρανού και της γης, ο Kύριος, που κατοίκησε στη μήτρα σου κι όλους μας δίδαξε να σου απευθύνουμε αυτά τα λόγια.

Χαίρε, η στήλη της παρθενίας. Χαίρε, η πύλη της σωτηρίας.
Χαίρε Μαρία που είσαι η φωτεινή και ακλόνητη στήλη της παρθενίας και συγχρόνως η θύρα, από την οποία πέρασε σε εμάς ο Σωτήρας κι εμείς περνούμε στη σωτηρία

Χαίρε, αρχηγέ νοητής αναπλάσεως. Χαίρε, χορηγέ θεϊκής αγαθότητος.
Χαίρε Παναγία που είσαι το πρώτο πλάσμα του αναδημιουργημένου από τον Χριστό πλάσμα .Χαίρε επίσης που μας χορηγείς τους θησαυρούς της θείας αγαθότητος.

Χαίρε, συ γαρ ανεγέννησας τους συλληφθέντας αισχρώς. Χαίρε, συ γαρ ενουθέτησας τους συληθέντας τον νουν.
Χαίρε Συ που αναγεννησες τους βαρυμένους από το προπατορικό αμάρτημα και καθάρισες εκείνους που είχαν μολυσμένο το νου από τις εμπνεύσεις του διαβόλου

Χαίρε, η τον φθορέα των φρενών καταργούσα. Χαίρε, η τον σπορέα της αγνοίας τεκούσα.
Χαίρε γιατί έβαλες τέλος στη δύναμη του διαβόλου, που φθείρει τη σκέψη μας.Χαίρε που γέννησες Eκείνον που μας χάρισε την αγνότητα.

Χαίρε, παστάς ασπόρου νυμφεύσεως. Χαίρε, πιστούς Κυρίω αρμόζουσα.
Χαίρε που είσαι ο τόπος όπου αγνά ο Kύριος νυμφεύθηκε την ανθρωπότητα και με σένα στεκόμαστε στο πλευρό Tου ως νύμφη Tου.

Χαίρε, καλή κουροτρόφε παρθένων. Χαίρε ψυχών νυμφοστόλε αγίων.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Χαίρε Κόρη που είσαι το παράδειγμά που στηρίζει και παιδαγωγεί τις παρθένους.Χαίρε που είσαι η νυμφική στολή των αγίων ψυχών,που σε μιμούνται.

Ύμνος άπας ηττάται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων, τω πλήθει των πολλών οικτοιρμών σου, ισαρίθμους γαρ τη ψάμμω ωδάς, αν προσφέρωμέν σοι Βασιλεύ άγιε, ουδέν τελούμεν άξιον, ων δέδωκας ημίν, τοις σοι βοώσιν.
Αλληλούια.
Kάθε ύμνος μας μένει πίσω λαχανιασμένος, προσπαθώντας να απλωθεί τρέχοντας ανάλογα με το πλήθος των πολλών οικτιρμών του Xριστού।Aκόμα κι αν οι ωδές που θα του προσφέρουμε είναι ίσες με την άμμο της θαλάσσης, τίποτε άξιο δεν κάνουμε απέναντι στον Bασιλέα και Θεό μας, διότι πολύ περισσότερες είναι οι ευεργεσίες του σε μας, που του φωνάζουμε Aλληλούια.

Φωτοδόχον λαμπάδα, τοις εν σκότει φανείσαν, ορώμεν την αγίαν Παρθένον. Το γαρ άϋλον άπτουσα φώς, οδηγεί προς γνώσιν θεϊκήν άπαντας, αυγή τον νουν φωτίζουσα, κραυγή δε τιμωμένη ταύτα.
H Παναγία είναι ο λύχνος που έχει το άυλο φως της θεότητος κι οδηγεί στη γνώση του Θεού τους πάντες, καταυγάζοντας τον νου κι ακούοντας από όλους τα εξής:

Χαίρε, ακτίς νοητού ηλίου. Χαίρε, βολίς του αδύτου φέγγους.
Χαίρε Μήτηρ που λάμπεις το φως του Xριστού, μας φέρνεις τη λάμψη του αβασίλευτου ηλίου, που είναι ο Yιός και Θεός σου.

Χαίρε, αστραπή τας ψυχάς καταλάμπουσα. Χαίρε,, ως βροντή τους εχθρούς καταπλήττουσα.
Χαίρε Μαρία είσαι η αστραπή που μονομιάς και πέρα ως πέρα φωτίζεις τις ψυχές. Eίσαι ακόμη η βροντή που καταπλήσσεις τους εχθρούς της πίστεώς μας.

Χαίρε, ότι τον πολύφωτον αναβλύζεις φωτισμόν. Χαίρε, ότι τον πολύρρυτον αναβλύζεις ποταμόν.
Χαίρε γιατί από σένα ανέτειλε ο Xριστός που είναι το μέγα φως και ο πλούσιος ποταμός που αναβρύζει από σένα.

Χαίρε, της κολυμβήθρας ζωγραφούσα τον τύπον. Χαίρε, της αμαρτίας αναιρούσα τον ρύπον.
Χαίρε Δέσποινα είσαι η έμψυχη εικόνα της κολυμβήθρας, εκείνη που μας πλένεις από τους ρύπους της αμαρτίας.

Χαίρε, λουτήρ εκπλύνων συνείδησιν. Χαίρε, κρατήρ κιρνών αγαλλίασιν.
Χαίρε που είσαι τό λουτρό, πού ξεπλένει τη συνείδηση. Eίσαι ο κρουνός που που κερνάς την ευφροσύνη και την αγαλλίαση.

Χαίρε, οσμή της Χριστού ευωδίας. Χαίρε, ζωή μυστικής ευωχίας.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Eυωδιάζεις πάναγνη από το άρωμα του Xριστού και μας χορηγείς τη ζωή των μυστικών αιωνίων απολαύσεων.

Χάριν δούναι θελήσας, οφλημάτων αρχαίων, ο πάντων, χρεωλύτης ανθρώπων, επεδήμησε δι’ εαυτού, προς τους αποδήμους της αυτού χάριτος. Και σχίσας το χειρόγραφον, ακούει παρά πάντων ούτως.
Αλληλούια.
O Kύριος ημών Iησούς Xριστός, απέναντι του οποίου όλο το ανθρώπινο γένος ήταν ένοχο, ήλθε να σχίσει το χρεώγραφο της ενοχής μας. Eίχαμε απομακρυνθεί από την χάρη Tου και ήλθε να μας βρει. Kαι τώρα ακούει από όλους Aλληλούια.

Ψάλλοντες σου τον τόκον, ανυμνούμεν σε πάντες, ως έμψυχον ναόν Θεοτόκε. εν τη ση γαρ οικήσας γαστρί, ο συνεχών πάντα τη χειρί Κύριος, ηγίασεν, εδόξασεν, εδίδαξε βοάν σοι πάντας.
Ψάλλοντας τη θεική γέννηση σε ανυμνούμε Θεοτόκε ως έμψυχο ναό του Θεού. Στα σπλάχνα σου κατοίκησε ο Kύριος που στην παλάμη Tου κρατεί τα σύμπαντα. Σε αγίασε, σε δόξασε και μας διδάσκει να σου φωνάζουμε τα εξής:

Χαίρε, σκηνή του Θεού και Λόγου. Χαίρε, αγία αγίων μείζων.
Χαίρε Μαρία είσαι η σκηνή που κατοίκησε ο Yιός και Λόγος του Θεού. Eίσαι ανώτερη από τα άγια των αγίων.

Χαίρε, κιβωτέ χρυσωθείσα τω Πνεύματι. Χαίρε, θησαυρέ της ζωής αδαπάνητε.
Eίσαι η Kιβωτός της Kαινής Διαθήκης, που τη χρύσωσε το ίδιο το Άγιο Πνεύμα. Eίσαι ο θησαυρός ο ανεξάντλητος της ζωής.

Χαίρε, τίμιον διάδημα βασιλέων ευσεβών. Χαίρε, καύχημε σεβάσμιον ιερέων ευλαβών.
Χαίρε που στολίζεις τη δύναμη των ευσεβών βασιλέων και είσαι το καύχημα των ευλαβών ιερέων.

Χαίρε, της Εκκλησίας ο ασάλευτος πύργος. Χαίρε, της βασιλείας το απόρθητον τείχος.
Συ είσαι Κόρη το ασάλευτο κάστρο της Eκκλησίας και της ευσεβούς πολιτείας μας το απάτητο τείχος.

Χαίρε, δι’ ής εγείρονται τρόπαια. Χαίρε, δι’ ής εχθροί καταπίπτουσι.
Mε τις μεσιτείες σου κάνουμε νίκες θαυμαστές και με τις μεσιτείες σου κατατροπώνουμε τους εχθρούς.

Χαίρε, χρωτός του εμού θεραπεία. Χαίρε, ψυχής της εμής σωτηρία.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε.
Χαίρε αγνή Μαρία είσαι η γιατριά του σώματός μου και η σωτηρία της ψυχής μου.

Ω πανύμνητε Μήτερ, η τεκούσα των πάντων αγίων αγιώτατον Λόγον (εκ γ’) δεξαμένη την νυν προσφορών, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας. Και της μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως, τους συμβοώντας.
Αλληλούια.

Ω Πανύμνητη Mητέρα του Yιού και Λόγου του Θεού, που είναι ο αγιώτατος των αγίων. Δέξου την προσφορά των ύμνων μας και σώσε από κάθε συμφορά κι από την κόλαση όσους σου φωνάζουν Aλληλούια.

http://imverias.blogspot.gr/2013/04/blog-post_12.html#more

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

π. Δημήτριος Στανιλοάε, Άνθρωπος, δημιουργία και Δημιουργός

Συγγραφέας: kantonopou στις 12 Απριλίου, 2013

pr. Dimitru Staniloae

Ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος, επειδή ο άνθρωπος αποτελεί τον συνδετικό κρίκο μεταξύ ολόκληρης της δημιουργίας και του Θεού. Στον άνθρωπο θα συγκεντρωθούν τα πάντα. Ο άνθρωπος έχει από την αρχή μία οντολογική σχέση με την υπόλοιπη κτίση και μία δίψα να τελειοποιήσει αυτήν τη σχέση. Σε αυτόν υπάρχει η ικανότητα να ενωθεί με όλα και έτσι να τα οδηγήσει όλα στον Θεό ενωμένα με τον εαυτό του. Εδώ έγκειται το μεγαλείο του ανθρώπου ως «ιερέως» από ολόκληρη και για ολόκληρη την κτίση ενώπιον του Θεού.

Με την προοπτική αυτής της ενώσεως των κτισμάτων με τον Εαυτό Του -δια του ανθρώπου- έφερε ο Θεός σε ύπαρξη την δημιουργία. Τα μέρη της δημιουργίας είναι μέρη του ανθρώπου και βρίσκουν κοντά του την πλήρη ενότητα. Δεν αποτελούν τέλειο κόσμο παρά μέσω του ανθρώπου και έχοντας άρρηκτη σχέση με αυτόν, αφού δεν είναι ο άνθρωπος μέρος του κόσμου, αλλά τα υπόλοιπα μέρη του κόσμου αποτελούν μέρη του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος δεν είναι ένας μικρόκοσμος δίπλα στον μεγαλόκοσμο ή μέσα στο πλαίσιο του, αλλά ο κυρίως κόσμος, εφόσον δίνει μία πλήρη ενότητα και ένα τέλειο νόημα σε όλα τα στοιχεία της δημιουργίας. Δεν πλαισιώνει ο άνθρωπος την υπόλοιπη δημιουργία ή κάποιο από τα μέρη της ούτε είναι προσαρτημένος σε αυτήν, αλλά αντιθέτως όλα τα μέρη της δημιουργίας πλαισιώνουν τον άνθρωπο και είναι προσαρτημένα σε αυτόν. Και αυτό πραγματώνεται εφόσον όλη η κτίση «ενοποιηθεί» με αυτόν και «ανθρωποποιηθεί». Διότι τα χέρια του ανθρώπου εκτείνονται πέρα από όλες τις διαστάσεις της δημιουργίας, είναι περιεκτικότερος απ’ ότι όλη η άψυχη κτίση αφού φθάνει ως τον Θεό και γίνεται μεσίτης μεταξύ του Δημιουργού και της κτίσεως.

Ο άνθρωπος ανακαλύπτει το νόημα της δημιουργίας ως νόημα που τον καταξιώνει. Το νόημα της δημιουργίας είναι το μέτρο του ανθρώπου, και αυτός ανακαλύπτει το ανθρώπινο νόημα της και τον προορισμό της, κατ’ αρχάς ανθρώπινο και κατόπιν θείο ή καλύτερα θεανθρώπινο. Το πλήρες νόημα της δημιουργίας το ανακαλύπτει ο άνθρωπος, αλλά το ανακαλύπτει μόνο εν Θεώ.

Ο άνθρωπος έχει αυτόν τον ενοποιητικό ρόλο επειδή διαθέτει κοινά στοιχεία με όλη τη δημιουργία. Εξάλλου και η ίδια η κτίση συμβάλλει στη βιολογική υποστήριξη και στον πνευματικό εμπλουτισμό του, αφού μπορεί μέσω αυτής να υψώσει το πνεύμα του στο θεϊκό άπειρο και να επιζητήσει να συγκεντρώσει όλα στον εαυτό του ακόμα και σε αυτό το άπειρο, ή να διαχύσει διά του εαυτού του το θεϊκό άπειρο σε αυτήν. Το ανθρώπινο πνεύμα έχει αυτήν την ενοποιητική δύναμη, επειδή έχει συγγένεια με τήν κτίση· αλλά και επειδή ενώνεται με το θειο Πνεύμα που περιέχει τα πάντα και που δίνει στον άνθρωπο την κατανόηση των πάντων.

Διά του ανθρώπου ο κόσμος ανάγεται στον Θεό

Στη «δυναμική» αυτή ενέργεια της ενώσεως των πάντων, ο άνθρωπος γίνεται το εργαστήρι στο οποίο όλα προσαρμόζονται και αρθρώνονται στο πνεύμα του και μέσω αυτού στον Θεό. Έτσι, γίνεται φανερό ότι ο Θεός δεν κάνει κάτι με τη δημιουργία χωρίς τον άνθρωπο. Θέλει να βλέπει τον κόσμο συγκεντρωμένο στον άνθρωπο, καλλιεργημένο από τον άνθρωπο, ανθρωποποιημένο και αναφερόμενο σε Αυτόν διά του ανθρώπου. Αυτή η ενότητα ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο, καθώς και η ενότητα όλων των πραγμάτων του κόσμου, δεν πραγματοποιείται με μία απλή εξωτερική σύνδεση, αλλά με μία κατανόηση, προεργασία και μεταμόρφωση των πάντων στο μέτρο του ανθρώπου σε σχέση με τον Θεό. Σχετικό παράδειγμα είναι ο τρόπος με τον οποίο προετοιμάζονται τα ξύλα ή οι πέτρες με τα οποία πρόκειται να κατασκευαστεί το σπίτι, στο οποίο θα είναι τοποθετημένα τα παράθυρα που θα ανοίγονται στον εξωτερικό χώρο για να εισέλθει ο αέρας και το φως. Μόνο ο άνθρωπος είναι ανοικτός και ανάγει με το πνεύμα του τον κόσμο στο θεϊκό άπειρο. Μόνο ο άνθρωπος επιζητεί διά της σχετικότητός του να πληρωθεί από το θείο Απόλυτο χωρίς να αναζητεί κάτι άλλο εκτός από αυτό. Και μόνο αυτός επιζητεί την εκπλήρωση αυτής της δωρεάς και για τον κόσμο. Επειδή μόνο το θείο Απόλυτο είναι ταυτόχρονα η υπέρτατη συνείδηση και το φως και εξηγεί τον κόσμο και τον άνθρωπο υπό την ιδιότητα αιτίας και τελικού σκοπού.

Μόνο εν τω Θεώ ο άνθρωπος συμμετέχει στο απόλυτο και βλέπει να ερμηνεύεται και ο κόσμος κατά απόλυτο τρόπο. Βέβαια, δεν κερδίζει μόνο ο άνθρωπος από τον κόσμο, άλλα και ο κόσμος από τον άνθρωπο, διότι όπως «γεμίζει» αυτός από κόσμο, έτσι φωτίζεται και ο κόσμος μέσω αυτού. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από τον κόσμο, διότι ο τελευταίος γίνεται οδός προς τον Θεό και προετοιμασία για την κατανόηση του Θεού.

Ο άνθρωπος όμως δεν σταματάει ως αυτό το σημείο. Ο κόσμος δεν έχει την ικανότητα να τον οδηγήσει σε άμεση κοινωνία με τον Θεό. Ο άνθρωπος κατευθύνει τον κόσμο προς τον Θεό. Ο ίδιος είναι που διεγείρει βαθύτερα ερωτήματα και μεγαλύτερες ορέξεις από όσα του δημιουργούν η ύπαρξη και οι απολαύσεως του υλικού κόσμου.

Πρέπει λοιπόν ο άνθρωπος να ξεπεράσει τον κόσμο και αυτός τον βοηθά σε αυτό δια της σχετικότητός του. Όμως μόνο ο άνθρωπος βιώνει τα υπαρξιακά ερωτήματα και αισθάνεται την ανάγκη της υπερβάσεως τους. Ο κόσμος δημιουργεί ερωτήματα, αλλά όχι στον εαυτό του. Αυτός είναι δημιουργημένο αντικείμενο, όχι υποκείμενο διψασμένο για το Άπειρο όπως ο άνθρωπος.

( Περιοδικό ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ τ. 26, Απρίλιος- Ιούλιος 2008 σ. 146-147)

pemptousia

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ήταν το Βυζάντιο κράτος θεοκρατικό;

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Απριλίου, 2013

image1
Ελληνορθόδοξη παράδοση: ρίζωμα και προοπτική

Για να αποφύγουμε τη σύγχυση την οποία προκαλεί η έλλειψη ορισμού της θεοκρατίας στους περισσότερους συγγραφείς, προτείνουμε τέσσερα κριτήρια με τα όποια μπορεί να ελεγχθεί η ύπαρξη και ο βαθμός θεοκρατίας σε ένα κράτος:

1) Ταύτιση πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας στο ίδιο πρόσωπο.
2) Επιβολή θρησκευτικών κανόνων στο σύνολο της νομοθεσίας.
3) Άσκηση της δημόσιας διοίκησης από θρησκευτικούς λειτουργούς.
4) Έλεγχος της εκπαίδευσης από τη θρησκευτική ιεραρχία.

Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, το «Βυζάντιο» δεν ικανοποιεί ούτε ένα απ’ αυτά τα τέσσερα κριτήρια ενός θεοκρατικού κράτους. Ας τα δούμε με τη σειρά.

1) Το ότι ο «Πάπας» και ο «Καίσαρας» ήταν διαφορετικά πρόσωπα είναι φυσικά γνωστό. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είχε απόλυτη εξουσία πάνω σε όλες τις λειτουργίες της δημόσιας ζωής. Με άλλα λόγια, κανένας Χομεϊνί δεν κυβέρνησε ποτέ από τον Πατριαρχικό θρόνο πάνω σε όλο το κράτος. Επιπλέον κανένας επίσκοπος δεν ηγήθηκε ποτέ οποιουδήποτε στρατιωτικού τάγματος σε πολεμικές συγκρούσεις, όπως ήταν ο κανόνας στη Δύση.

2) Στο χώρο του Δικαίου, το «Βυζάντιο» συνέχισε τη μεγάλη Ρωμαϊκή παράδοση. Βασικός άξονας της νομοθεσίας σε όλη τη μακραίωνη ιστορία του παρέμεινε το Ρωμαϊκό Δίκαιο, όπως το είχε κωδικοποιήσει ο Ιουστιανός. Σ’ αυτό προστέθηκαν κατά καιρούς τροποποιήσεις τις όποιες επέβαλαν οι νέες κοινωνικές συνθήκες και η επίδραση του Χριστιανισμού. Έτσι η τελική σύνθεση ήταν μία πολύ πιο ανθρωπιστική εκδοχή του αρχαίου Ρωμαϊκού Δικαίου. Όλα αυτά πάντως άνηκαν στην κοσμική (μη εκκλησιαστική) σφαίρα του κράτους. Οι νομικές σχολές και τα δικαστήρια δεν είχαν σχέση με την Εκκλησία, και οπωσδήποτε οι δικαστές δεν ήταν επίσκοποι, όπως συνέβαινε την ίδια εποχή στη Δύση. (Οι επίσκοποι μπορούσαν να είναι δικαστές σε ορισμένες περιπτώσεις, αν το ζητούσε ο κατηγορούμενος, αλλά αυτό αποτελούσε μια ανθρωπιστική παραχώρηση πού δεν αλλάζει την ουσία της κατά βάση κοσμικής δικαιοσύνης).

3) Η αδιατάρακτη πολιτιστική συνέχεια του «Βυζαντίου» είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχει πάντοτε μια μορφωμένη γραφειοκρατία πού χειριζόταν τις κρατικές υποθέσεις. Αντίθετα, στη Δύση, όπως θα δούμε πιο αναλυτικά στο επόμενο κεφάλαιο, από τον 6ο αιώνα εμφανίζεται ένα τεράστιο κενό στην Παιδεία. Χαρακτηριστικό αποτέλεσμα της παρακμής των γραμμάτων στη Δύση είναι ότι δεν υπάρχουν πια μορφωμένοι μη εκκλησιαστικοί άνδρες για να επανδρώσουν τις στοιχειώδεις διοικητικές ανάγκες των νέων βαρβαρικών κρατών. Έτσι, από τον 7ο αιώνα, η Δυτική Ευρώπη βασίζεται αποκλειστικά πλέον σε κληρικούς για τις διπλωματικές, διοικητικές και εκπαιδευτικές λειτουργίες της.

Ήδη στην αυλή του Καρλομάγνου (τέλη 8ου αιώνα) όλοι σχεδόν οι γνωστοί λόγιοι, με εξαίρεση τον Einhard, είναι κληρικοί (Αλκουίνος, Παύλος Διάκονος, Πέτρος Διάκονος, Paulinus, κ.λπ.). Πρόκειται για μια εξέλιξη με κολοσσιαίες συνέπειες στη δυτική Ιστορία. Όχι μόνον επειδή διατηρήθηκε επί 1.000 χρόνια και σφράγισε το χαρακτήρα της Δύσης, αλλά και επειδή προκάλεσε τελικά ένα άγριο άντικληρικαλιστικό πνεύμα το όποιο ξέσπασε στα χρόνια του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Αυτή ή αντίδραση έχει διαμορφώσει τη σημερινή στάση του δυτικοευρωπαίου απέναντι στο Χριστιανισμό. Ο δυτικοευρωπαίος θα ήταν πολύ διαφορετικός άνθρωπος, αν δεν κουβαλούσε μέσα του αιώνες καταπίεσης από τη μονοπωλιακή θέση της Λατινικής Εκκλησίας στη δημόσια ζωή. Όλα αυτά είναι, βέβαια, εντελώς άγνωστα στους Ρωμηούς, αφού ο κοσμικός χαρακτήρας της ρωμαϊκής διοίκησης αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό του «Βυζαντίου» σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξης του. Γι’ αυτό, άλλωστε, και άντικληρικαλιστικά μηνύματα δεν είχαν ποτέ επιτυχία στο χώρο μας[1].

4) Σε ό,τι άφορα την εκπαίδευση μπορούμε να διακρίνουμε τρεις τύπους σχολείων στο «Βυζάντιο»: τα δημόσια, τα ιδιωτικά και τα μοναστηριακά. Στα τελευταία επιτρεπόταν να φοιτούν μόνον παιδιά πού είχαν αφιερωθεί στο μοναχισμό. Μάλιστα, ή Οικουμενική Σύνοδος της Χαλκηδόνας (το 451) απαγόρευσε ρητά τη φοίτηση λαϊκών σ’ αυτά τα σχολεία, και, απ’ ό,τι φαίνεται, αυτός ο κανόνας εφαρμοζόταν χωρίς εξαίρεση[2]. Η πλειοψηφία λοιπόν των προγόνων μας της Ρωμανίας μορφωνόταν σε κοσμικά σχολεία σε αντίθεση με το τι συνέβαινε στη Δύση την ίδια εποχή. Όπως είναι γνωστό, στη Δύση, για πολλούς αιώνες, η πλήρης κατάρρευση του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού είχε ως συνέπεια την ανάδειξη της Εκκλησίας σε αποκλειστικό φορέα της Εκπαίδευσης. Η μόνη μόρφωση πού μπορούσε να πάρει κανείς ήταν αύτη την οποία παρείχαν τα μοναστήρια.

Αντίθετα, στο «Βυζάντιο» ή εκπαίδευση ήταν κυρίως προσκολλημένη στην κλασική παράδοση. Υποχρεωτικό ανάγνωσμα, μαζί με την Αγία Γραφή, ήταν ο Όμηρος, τον όποιον όλοι οι μαθητές μάθαιναν απέξω και τον εξηγούσαν λέξη προς λέξη[3]. Ό Ψελλός καυχιέται ότι από πολύ μικρός ήξερε ολόκληρη την Ιλιάδα απέξω[4]. Ή Άννα Κομνηνή αναφέρει εξηνταέξι φορές στίχους του Όμηρου στην «Αλεξιάδα» της, συχνά μάλιστα χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να προσθέσει τη διευκρίνηση «το ομηρικόν εκείνο…»[5]. Για να αντιληφθούμε το πολιτιστικό χάσμα πού χώριζε Ρωμαίους και Δυτικούς, αρκεί να θυμίσουμε ότι η Δύση πρωτογνώρισε τον Όμηρο μόλις τον 14ο αιώνα, όταν υστέρα από παραγγελία του Πετράρχη και του Βοκκάκιου, ένας Ρωμηός της Ν. Ιταλίας, ο Πιλάτος, μετέφρασε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια στα λατινικά[6].

Ο κοσμικός χαρακτήρας της εκπαίδευσης καθ’ όλη τη χιλιόχρονη ιστορία της αυτοκρατορίας τονίζεται και από το γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης ήταν ένα κρατικό ίδρυμα πού δε βρισκόταν ποτέ υπό τον έλεγχο της Εκκλησίας. Σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη του (επί Θεοδοσίου Β’, το 425),οι καθηγητές πληρώνονταν από το κράτος και μάλιστα απαλλάσσονταν από τους φόρους[7]. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πρόγραμμα του Πανεπιστημίου δεν υπήρχε καν το μάθημα της Θεολογίας(!), αφού σκοπός της κρατικής εκπαίδευσης ήταν η μόρφωση κρατικών στελεχών και αξιωματούχων[8]

Όπως αναφέραμε και στην αρχή αυτής της ενότητας, το ζήτημα της θεοκρατίας στο «Βυζάντιο» είναι τεράστιο και δεν μπορεί να εξαντληθεί εδώ. Από τα λίγα πού εκτέθηκαν παραπάνω, ωστόσο, πρέπει να έγινε φανερό ότι ή μορφή της Χριστιανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν αρκετά διαφορετική από αυτήν την οποία μας παρουσιάζουν διάφορες λαϊκιστικές απλοϊκές απόψεις. Με κίνδυνο να γίνουμε κουραστικοί θα ξαναπούμε ότι, δυστυχώς, πέφτουμε συχνά στο λάθος να ταυτίζουμε το σκοταδιστικό θεοκρατικό δυτικό μεσαίωνα με την αντίστοιχη εποχή του «Βυζαντίου».

Όπως είδαμε, όμως, οι διαφορές ήταν τεράστιες και πολύ ουσιαστικές. Η αμορφωσιά, η ανελευθερία, η θρησκευτική καταπίεση πού έφτασε ως την Ιερή Εξέταση, οι στρατοκράτες επίσκοποι πού οδηγούσαν τάγματα μοναχών σε μάχες, όλα αυτά είναι άγνωστα στον τόπο μας και στον πολιτισμό μας. Έτσι εξηγείται, κατά ένα μέρος, και η πεισματική αντίσταση των Ρωμηών στις προσπάθειες εκδυτικισμού τους την οποία παρατηρούμε από το 1204 μέχρι σήμερα.
Υπάρχουν και άλλες όψεις του πολιτιστικού χάσματος ανάμεσα σε Ρωμηούς και Δυτικούς προς εξέταση κατά το μεσαίωνα, εποχή η οποία συχνά αποκαλείται «σκοτεινή» για όλη την Ευρώπη. Όπως θα διαπιστώσουμε, αν με τον όρο «Ευρώπη» εννοούμε μόνο τη δυτική, τότε ο χαρακτηρισμός «σκοτεινή» είναι απόλυτα σωστός. Αν όμως περιλαμβάνουμε και τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το «Βυζάντιο», τότε πέφτουμε οι ίδιοι θύματα του σκοταδιστικού πολιτιστικού ιμπεριαλισμού της Δύσης.

Υποσημειώσεις
1) Είναι αξιοπρόσεκτο ότι τα δύο μοναδικά αντικληρικαλιστικά ρεύματα πού εμφανίστηκαν στην Ελλάδα είναι απλές «μεταφράσεις» δυτικών ρευμάτων, χωρίς καμιά επαφή με την ελληνική πραγματικότητα. Το ένα είναι ο φιλελεύθερος διαφωτισμός όπως εκφράστηκε, για παράδειγμα, από τον ανώνυμο συγγραφέα της «Ελληνικής Νομαρχίας» και το άλλο ο μαρξισμός. Ο πρώτος είναι τόσο ξεκομμένος από την ελληνική πραγματικότητα ώστε να μιλάει για «τάγματα» ιερέων και αρχιμανδριτών, θεσμό άγνωστο στον τόπο μας (αλλά πολύ διαδεδομένο στη Δύση…). Ο κορυφαίος ερευνητής (και ενθουσιώδης υπέρμαχος) του νεοελληνικού Διαφωτισμού, ο Κ. Θ. Δημαράς, δέχεται ότι «πρέπει να μην αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να πρόκειται για συγγραφέα στερημένο από ελληνική σχολική εκπαίδευση» (βλ. Κ. Θ. Δημαράς, 1977,σ. 48). Από την άλλη, ο μαρξισμός, με τα δύσκαμπτα ιδεολογικά σχήματα πού βασίζονταν αποκλειστικά στη δυτική εμπειρία, προσπάθησε να ξεπεράσει τις συνεχείς «δυσκολίες» πού συναντούσε στην ερμηνεία της ελληνικής κοινωνίας καταφεύγοντας στην «ιδεολογική σύγχυση της ελληνικής άρχουσας τάξης» ή στην «εσφαλμένη συνειδητοποίηση της εργατικής τάξης». Θα χρειαζόταν ασφαλώς μια πληρέστερη μελέτη σχετικά με την παντελή άγνοια της ελληνικής Ιδιαιτερότητας από αυτά τα δυο ρεύματα.
2 Βλ. Buckler,σ. 309.
3 οπ. παρ., σ. 295.
4 Βλ.Ράνσιμαν (1979),σ. 250.
5 οπ. παρ., σ. 250.
6 Βλ. Γιαννακόπουλος (1966),σ. 54.
7 Βλ. Buckler (1986),σ. 310.
8 Βλ. Lemerle (1983), σ. 89-90.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ
Πηγές: Ελληνορθόδοξη παράδοση: ρίζωμα και προοπτική-egolpion.com – impantokratoros.gr

vatopaidi

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ανεκτίμητος θησαυρός-Τα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα του Αγίου Όρους!

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Απριλίου, 2013

xeirografaagiouorousL

Σε μια εποχή που η τυπογραφία άνηκε ακόμη στο μακρινό μέλλον, τα χειρόγραφα αποτελούσαν το μοναδικό τρόπο για να διασωθούν οι αρχαίες γνώσειςστο διηνεκές.

Στο Μεσαίωνα, ορισμένα μοναστήρια λειτούργησαν και ως «κιβωτοί γνώσεων» διαφυλάσσοντας τα αρχαία κείμενα με τη μορφή χειρογράφων.

Τα χειρόγραφα αυτά αντιγράφονταν από μοναχούς μέσα στο ημίφως των μοναστηριακών εργαστηρίων, στα περίφημα καλλιγραφεία. Τα περισσότερα αρχαιοελληνικά κείμενα που διασώθηκαν ως τις μέρες μας, είναι αποτέλεσμα των ακατάπαυστων αντιγραφών, που γίνονταν σ’ αυτά τα εργαστήρια από ορισμένους γενναίους μοναχούς.

Μοναχούς που έβαζαν σε κίνδυνο ακόμη και τη ζωή τους προκειμένου να διαφυλάξουν τις αρχαίες γνώσεις, που για κάποιους φανατικούς χριστιανούς θεωρούνταν «αιρετικές». Κι όμως, αυτές οι «αιρετικές» γνώσεις ήταν εκείνες που οδήγησαν στην αναγέννηση του Δυτικού πολιτισμού…

Ακόμη και στα χρόνια του Μεσαίωνα, σε μια εποχή που κυριαρχούσε η αγραμματοσύνη, οι αγιορείτες μοναχοί έδιναν έμφαση στο γραπτό λόγο, θεωρώντας ότι συμβάλει στην πνευματική αναβάθμιση των ανθρώπων. Γι’ αυτό και έγραφαν, αντέγραφαν και διαφύλατταν χιλιάδες χειρόγραφα, όχι μόνο θεολογικού ή λειτουργικού χαρακτήρα, αλλά και «κοσμικών γνώσεων», οι οποίες κληροδοτήθηκαν από τους αρχαίους Έλληνες σοφούς.

Τα χειρόγραφα αυτά, πέρα από το περιεχόμενο τους, ήταν και διακοσμημένα με καλλιγραφίες, πράγμα που τα καθιστούσε αληθινά μνημεία τέχνης. Παρά τις καταστροφές και τις αφαιμάξεις που υπέστησαν, οι βιβλιοθήκες των μοναστηριών του Άθω κρύβουν έναν πραγματικό θησαυρό αρχαιοελληνικών γνώσεων. Σήμερα, στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους φυλάσσονται περίπου 20.000 πολύτιμα χειρόγραφα, που περιμένουν υπομονετικά τους ειδικούς για να τα μελετήσουν…

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΟΙ-ΜΟΝΑΧΟΙ ΤΟΥ ΑΘΩΝΑ

Η χερσόνησος του Άθω άρχισε να αναδύεται ως μοναστικό κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας προς τα τέλη του 10ου μ.Χ. αιώνα, όταν κατέφθασε εκεί κρυφά ο μοναχός Αθανάσιος, ο οποίος ίδρυσε στο νοτιοανατολικό άκρο της χερσονήσου τη μονή Μεγίστης Λαύρας(963μ.Χ.). Ο Αθανάσιος, ο ιδρυτής του αγιορείτικου κοινοβιακού μοναχισμού, ήταν προσωπικός φίλος του Ιωάννη Τσιμισκή καθώς και διακεκριμένος καλλιγράφος και ταχυγράφος.

Επέλεξε τη χερσόνησο του Άθω ως τόπο μοναστικής ζωής εξ αιτίας της απαράμιλλης φυσικής της ομορφιάς, της φυσικής της προστασίας από τις εχθρικές επιδρομές, του γεγονότος ότι ήταν ουσιαστικά ακατοίκητη από ανθρώπους, καθώς και εξ’ αιτίας της γεωγραφικής της εγγύτητας με τη συμβασιλεύουσα πόλη της αυτοκρατορίας, τη Θεσσαλονίκη. Εξαιτίας αυτών των πλεονεκτημάτων ο Άθως εξελίχθηκε σύντομα στο σημαντικότερο μοναστηριακό κέντρο του ορθόδοξου χριστιανισμού, με πολυάριθμα μοναστήρια και χιλιάδες μοναχούς.

Ο Αθανάσιος ο Αθωνίτης ήταν ένας άνθρωπος ασκητικός, που όμως αγαπούσε υπερβολικά τα βιβλία. Όταν από την Κωνσταντινούπολη κατέφθασε στον Άθω, εκτός από το καλογερικό του κουκούλι κουβάλησε μαζί του και δύο βιβλία. Αυτή η αγάπη του για τα βιβλία τον οδήγησε να ιδρύσει στην νεοσύστατη ακόμη Μεγίστη Λαύρα ένα εργαστήριο αντιγραφής χειρογράφων (Scriptorium) και μια οργανωμένη βιβλιοθήκη. Όρισε μάλιστα υπεύθυνο για το εργαστήριο τον πρωτοκαλλίγραφο Ιωάννη και βιβλιοφύλακα τον μοναχό Μιχαήλ.

Το παράδειγμα του μιμήθηκαν και οι κτήτορες των άλλων μοναστηριών (Βατοπαιδίου 985μ.Χ. και Ιβήρων 980μ.χ.), που φρόντισαν προσωπικά για την παραγωγή, την αντιγραφή και τη διαφύλαξη βιβλίων, με περιεχόμενο όχι μόνον θεολογικό και λειτουργικό αλλά και «κοσμικών γνώσεων», δηλαδή φιλοσοφικό, ιατρικό, νομικό, μουσικό κι εκπαιδευτικό.

Πολλοί μοναχοί έμειναν γνωστοί και ως γραφείς χειρόγραφων κωδίκων με πλούσια δράση και παραγωγή (Αθανάσιος ο Αθωνίτης, Ιωάννης Λαυριώτης, Ευθύμιος ο Ιβηρ, Διονύσιος Στουδίτης, Νείλος ο Μυροβλήτης, Ιωάννης ο Κουκουζέλης κ.α.). Συνολικά μνημονεύονται πάνω από 40 επώνυμοι βυζαντινοί καλλίγραφοι-μοναχοί, που συνέγραψαν χειρόγραφα στις αγιορείτικες μονές.

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ ΚΑΙ SCRIPTORIUM

Το σίγουρο είναι πως οι μοναχοί του Αγίου Όρους δεν περιφρονούσαν τα βιβλία. Μόλις ιδρύονταν ένα μοναστήρι μια από τις πρώτες ενέργειες των κτητόρων του ήταν η δημιουργία μιας βιβλιοθήκης, που αποσκοπούσε στην κάλυψη των πνευματικών αναγκών των μοναχών και πρωτίστως στην κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της μοναστικής αδελφότητας. Ο ηγούμενος όριζε πάντα έναν βιβλιοθηκάριο, υπεύθυνο για τη διαφύλαξη και συντήρηση των χειρογράφων.

Μια βιβλιοθήκη άρχιζε πάντα την πορεία της μ’ ένα πυρήνα βιβλίων, που αφιέρωνε σε αυτήν ο ιδρυτής της. Ως χώρος για τη διαφύλαξη των πολύτιμων χειρογράφων επιλέγονταν κατά παράδοση το υπερώο, πάνω από τον εξωνάρθηκα του καθολικού (π.χ. στη Μονή Εσφιγμένου). Σε άλλες ωστόσο περιπτώσεις, όταν ο χώρος του υπερώου δεν επαρκούσε, χρησιμοποιούνταν και ορισμένα απομονωμένα και πυρασφαλή κτίσματα, όπως στην περίπτωση της Μεγίστης Λαύρας.

Προτού ωστόσο τα χειρόγραφα τοποθετηθούν στη βιβλιοθήκη σημειώνονταν συνήθως πάνω τους η χαρακτηριστική κτητορική επιγραφή, που καταριόταν τον επίδοξο καταστροφέα τους: «Αυτή η βίβλος υπάρχει της θειας και ιεράς μονής… και όποιος την αφαιρέση να έχει τας άρας των τριακοσίων δέκα οκτώ…». Για προστατευτικούς πάλι λόγους, γράφτηκαν ανά τους αιώνες πάνω στα ίδια βιβλία, απαγορευτικές φράσεις όπως: «Μηδείς τεμνέτω τα φύλλα..» ή «Μηδείς αποξενώση την Βίβλο ταύτην…».

Μια βιβλιοθήκη φιλοδοξούσε πάντα να περιλάβει όσο το δυνατόν περισσότερες γνώσεις, όχι μόνον θεολογικού αλλά και κοσμικού περιεχομένου. Βασικές πηγές εμπλουτισμού μιας μοναστηριακής βιβλιοθήκης υπήρξαν η παραγωγή χειρογράφων στο ίδιο το μοναστήρι, η αγορά και η παραγγελία βιβλίων για την κάλυψη μιας συγκεκριμένης ανάγκης ή έλλειψης και βεβαίως οι μεγάλες και εντυπωσιακές δωρεές αυτοκρατόρων, ηγεμόνων, πατριαρχών, αρχιερέων, μοναχών αλλά και ιδιωτών, που χάριζαν τις προσωπικές τους συλλογές (τον 16ο αιώνα ο καθηγητής της πατριαρχικής σχολής Θεοφάνης Ε. Νοταράς, χάρισε όλα του τα βιβλία στην Ι. Μ. Ιβήρων).

Κατά κανόνα κάθε μοναστήρι κληρονομούσε και την προσωπική βιβλιοθήκη των μοναχών του. Ωστόσο, αρκετά χειρόγραφα προέρχονταν από παραγγελίες. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο σημείωμα για ένα χειρόγραφο, που παραγγέλθηκε με έξοδα μιας μονής: «Το παρόν Ωρολόγιον εγράφη παρά του οικτρού και αμαρτωλού Κύριλλου του Ναυπάκτιου δια συνδρομής και εξόδου της σεβάσμιας μονής…».

Στις περισσότερες μονές του Αγίου Όρους υπήρχαν λοιπόν συγκροτημένες συλλογές χειρογράφων και λειτουργούσαν βιβλιογραφικά εργαστήρια, όπου οι μοναχοί-γραφείς αντέγραφαν τα πρωτότυπα όχι αυθαίρετα αλλά βάσει αυστηρών κανόνων, που τους ακολουθούσαν πιστά. Τα ελληνικά χειρόγραφα γράφονταν μέχρι τον 9ο αιώνα σε μεγαλογράμματη γραφή, δηλαδή με κεφαλαία. Από τον 9ο αιώνα όμως και μετά επικρατεί σταδιακά η μικρογράμματη γραφή και όλα τα χειρόγραφα των προηγούμενων εποχών «μεταχαρακτηρίζονται» κατά τη διάρκεια της αντιγραφής τους.

Από την ίδρυση των πρώτων Scriptorium στις μονές υπήρχε μια σχετικά αξιόλογη παραγωγή χειρογράφων, ενώ η ακμή της βιβλιογραφικής δραστηριότητας εντοπίζεται τον 14ο και τον 15ο αιώνα. Η παραγωγή χειρογράφων συνεχίστηκε και μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας (άλλωστε το πρώτο τυπογραφείο στον ελλαδικό χώρο λειτούργησε το 1759 στη Μεγίστη Λαύρα) φθάνοντας στο σημείο να μιλάμε τον 17ο αιώνα για πραγματική άνθηση, με την εμφάνιση μιας ιδιότυπης μορφής γραφής, την «Ξηροποτάμινην γραφήν» ,που είναι γνωστή και ως «αγιορείτικη».

Η ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ

Τα χειρόγραφα, που βρίσκονται σήμερα στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους υπολογίζονται επίσημα στις 15.000 ή, σύμφωνα με άλλους υπολογισμούς ξεπερνούν τις 20.000. Αυτά μπορούν να ταξινομηθούν με κριτήρια μορφολογικά, γλωσσολογικά αλλά κυρίως με βάση το περιεχόμενο τους. Με βάσει τη μορφή τους τα χειρόγραφα διακρίνονται σε ειλητάρια ή κοντάκια (ονομάζονται έτσι επειδή τυλίγονται γύρω από κοντό ξύλο) και σε κώδικες (βιβλία) διαφόρων σχημάτων.

Πρέπει να σημειωθεί πως από τον 2ο και 3ο μ.Χ. αιώνα, τα βιβλία με δεμένες σελίδες (κώδιξ, λατινικά codex) άρχισαν να αντικαθιστούν τον παραδοσιακό κύλινδρο από πάπυρο. Ήταν μια ανθεκτική και εύκολη στη χρήση γραφική ύλη, τόσο για το κείμενο όσο και για την εικονογράφηση τους. Σύντομα οι κώδικες έγιναν η κυρίαρχη μορφή των χειρογράφων.

Οι περισσότεροι κώδικες έχουν καλλιτεχνικές βιβλιοδεσίες και διακοσμημένα καλύμματα με βαρύτιμα επιθήματα, σκαλιστά μέταλλα και ημιπολύτιμους λίθους. Όσον αφορά το βιβλιακό υλικό με το οποίο είναι κατασκευασμένα διακρίνονται σε περγαμηνά (από δέρμα ζώου), χαρτώα και βομβύκινα (από βαμβάκι).

Από γλωσσική άποψη χωρίζονται σε ελληνικά (90% επί του συνόλου) και ξενόγλωσσα. Τα ξενόγλωσσα, που αποτελούν περίπου το ένα δέκατο, περιλαμβάνουν σλάβικα, λατινικά, ρουμάνικα και γεωργιανά χειρόγραφα, και χρησιμοποιούνταν από τους ξενόγλωσσους ορθόδοξους μοναχούς που παροικούν στο Άγιον Όρος κατά την τελευταία χιλιετηρίδα. Τα περισσότερα από αυτά δεν είναι παρά μεταφράσεις από τα ελληνικά θεολογικών και λειτουργικών κειμένων.

Τέλος, όσον αφορά την αρχαιότητα τους, το αρχαιότερο χειρόγραφο του Αγίου Όρους είναι ένα περγαμηνό σπάραγμα λατινικής γραφής του 4ου μ.Χ. αιώνα και οκτώ φύλλα του Ευθαλιανού Κώδικα (6ος μ.Χ. αιώνας), με αποσπάσματα από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου προς Γαλάτες και Κορινθίους.

ta-arxaia-ellhnika-xeirografa-tou-agiou-orous-2

ΤΑ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ

Σχετικά με το περιεχόμενο τους, τα αγιορείτικα χειρόγραφα διακρίνονται σε αυτά που διασώζουν κείμενα αρχαίων κλασσικών συγγραφέων ή γενικότερα κοσμικών γνώσεων π.χ. αστρολογίας, βοτανικής, γεωγραφίας, ιατρικά, νομικά –και σε εκείνα που περιέχουν κείμενα χριστιανικού και λειτουργικού περιεχομένου.

Τα δεύτερα αποτελούν φυσικά και τη συντριπτική πλειοψηφία, επειδή όχι μόνον χρησιμοποιούνταν συχνά από τους μοναχούς αλλά κυρίως γιατί το βυζάντιο ήταν θεοκρατικής δομής. Πέρα από αυτό όμως, οποιοδήποτε είδος κοσμικής γνώσης, θεωρούνταν από τους μοναχούς δευτερευούσης σημασίας σε σχέση με τη θεολογία.

Παρόλα αυτά όμως υπήρχαν και μοναχοί, που με θάρρος και αποφασιστικότητα διακινδύνευαν ακόμη και τη ζωή τους προκειμένου να διαφυλάξουν τις αρχαίες γνώσεις και σ’ αυτούς ίσως οφείλεται ως ένα σημείο και η αναγέννηση της Δύσης από το μεσαιωνικό σκοταδισμό. Έτσι, αν σήμερα μπορούμε ν’ απολαύσουμε Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Όμηρο, Θουκυδίδη κι ένα σωρό άλλους αρχαίους συγγραφείς, ίσως να το χρωστάμε σε μια χούφτα μοναχών, που στο ημίφως των εργαστηρίων τους αφιέρωναν ατέλειωτες ώρες στην αντιγραφή των αρχαιοελληνικών χειρογράφων…

Δυστυχώς δε διαθέτουμε έγκυρα στοιχεία για τον ακριβή αριθμό των αρχαιοελληνικών χειρογράφων, που βρίσκονται σήμερα στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του ΆΘωνα. Ενδεικτικά πρέπει να σώζονται γύρω στα 600 έργα κλασικών συγγραφέων. Ο αριθμός αυτός δεν πρέπει να θεωρείται μικρός, καθώς σ’ αυτά ακριβώς τα χειρόγραφα εστιάζονταν πάντα οι Ευρωπαίοι «προσκυνητές» που έκλεβαν ή αγόραζαν τους κώδικες για να εμπλουτίσουν τις Δυτικές βιβλιοθήκες. Ωστόσο, παρά τις σημαντικές κλοπές και αφαιμάξεις, στις βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους συνεχίζουν ως σήμερα να υπάρχουν πολλοί και αξιόλογοι αρχαιοελληνικοί κώδικες.

Πιο παλιός και πιο σημαντικός απ’ όλους είναι η περίφημη Βοτανική του Διοσκουρίδου (Ω75), ένας κώδικας ηλικίας 1000 ετών, προσωπικό δώρο του Νικηφόρου Φωκά στον Αθανάσιο τον Αθωνίτη. Το βιβλίο, που φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη της Μεγίστης Λαύρας (ο υπογράφων είχε τη μοναδική και συγκινητική ευκαιρία να το ξεφυλλίσει προσωπικά…), θεωρείται ιδανικό για την παρασκευή φαρμάκων από βότανα. Η Βοτανική του Διοσκουρίδη περιέχει αρκετές πληροφορίες ιατρικής και φαρμακολογίας και πολυάριθμες μικρογραφίες, κυρίως ολοσέλιδες εικονογραφήσεις φυτών με αλφαβητική σειρά καθώς και εικόνες φιδιών, εντόμων, ζώων και πτηνών.

Άλλοι σημαντικοί αρχαίοι έλληνες συγγραφείς, χειρόγραφα των οποίων διασώζονται ακόμη στο Άγιον Όρος, είναι ο Επίκτητος, ο Ερμογένης και ο Ευκλείδης στην μονή Εσφιγμένου, ο Ευριπίδης, ο Αισχύλος, ο Θεόκριτος, ο Σοφοκλής και ο Πίνδαρος στην Ιβήρων. Από αυτά που ξεχωρίζουν είναι και το φημισμένο χειρόγραφο των γεωγράφων Πτολεμαίου και Στράβωνα (αριθμός 655, του 13ου αιώνα), που βρίσκεται στο Βατοπαίδι.

Εκτός από τη Βοτανική του Διοσκουρίδη στην Ι. Μ. Μεγίστης Λαύρας σώζονται δύο χειρόγραφα του Θουκυδίδη και οι Βίοι Παράλληλοι του Πλούταρχου. Επίσης στην τελευταία σώζονται το μοναδικό νομικό χειρόγραφο με τις Νεαρές των Κομνηνών(13ος αι. Θ65), ένα σπάνιο ιατρικό χειρόγραφο του Αέτιου Αμηδινού, προσωπικού ιατρού του Ιουστινιανού, καθώς και χειρόγραφα του Γαληνού. Όπως προαναφέραμε, ο αριθμός των χειρογράφων των κλασσικών συγγραφέων θα πρέπει να θεωρείται μεγάλος, αν λάβουμε υπόψιν μας πως αυτά ακριβώς τα έργα ήταν ο κύριος στόχος των Ευρωπαίων «προσκυνητών» κατά τις αφαιμάξεις των μοναστηριακών βιβλιοθηκών.

ΚΛΟΠΕΣ ΚΑΙ ΑΦΑΙΜΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ ΑΠΟ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ «ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΕΣ»

Οι μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Άθωνα είχαν μεγάλη φήμη και ασκούσαν πάντα μεγάλη γοητεία στο λόγιο και βιβλιόφιλο κοινό της Δύσης, το οποίο εκφράζονταν με θαυμασμό για τις «εξαιρετικές βιβλιοθήκες… που βρίσκονται στο Όρος Άθως» (celebratisimas bibliotecas… qui in Ato Montesunt).

Τα πανεπιστήμια, οι ευγενείς, οι λόγιοι αλλά και οι τυπογράφοι της Δύσης, ανακαλύπτοντας τη δύναμη και τη γοητεία της αρχαιοελληνικής σκέψης, επιθυμούσαν διακαώς να αποκτήσουν και να μελετήσουν αρχαιοελληνικούς κώδικες, που για τους μοναχούς του Άθωνα θεωρούνταν συνήθως… δευτερευούσης σημασίας σε σχέση με τα λειτουργικά και θεολογικά κείμενα. Έτσι, με την πρωτοβουλία φιλότεχνων, ως επί το πλείστον, Ηγεμόνων οργανώθηκαν ολόκληρες αποστολές προς τα μοναστήρια του Αγίου Όρους, που είχαν ως επίκεντρο τους την αγορά κωδίκων με έργα αρχαίων ελλήνων συγγραφέων.

Στοχεύοντας σχεδόν αποκλειστικά στους αρχαιοελληνικούς κώδικες, οι Δυτικοί «συλλέκτες χειρογράφων» αφαίμαξαν σημαντικές ποσότητες κωδίκων, με αποτέλεσμα σήμερα να διασώζονται λιγότερα από 1000 χειρόγραφα κοσμικών γνώσεων στο Άγιον Όρος. Ωστόσο, χάρη σε αυτές τις αφαιμάξεις επιχειρήθηκαν και οι πρώτες τυπογραφικές εκδόσεις του 16ου,17ου και 18ου αιώνα, με κυριότερη εκείνη των Απάντων του Πλάτωνα από τον τυπογράφο Μανούτιο Αλδο (Βενετία 1513).

Εύκολα γίνεται κατανοητό τo πόσο βοήθησαν αυτού του είδους οι εκδόσεις στην Αναγέννηση της Δύσης, εφόσον όλα αυτά τα έργα έγιναν αντικείμενα προσεκτικής μελέτης από τους ιστορικούς, φιλόλογους και θεολόγους της Εσπερίας. Αυτή η αναβίωση του κλασικού πνεύματος πυροδότησε μια αλυσιδωτή αντίδραση αφυπνίσεων, που τελικά οδήγησε στη σταδιακή απελευθέρωση της Ευρώπης από τα δεσμά των προκαταλήψεων και της άγνοιας.

Σύμφωνα μάλιστα με τον ιερομόναχο Νικόδημο τον Λαυριώτη (Μεγίστη Λαύρα), υπεύθυνο για τη μεγαλύτερη συλλογή χειρογράφων του Αγίου Όρους: «Οι διαρροές των χειρογράφων από τις αγιορείτικες βιβλιοθήκες βοήθησαν στο να απαλλαγεί η Δύση από τον σκοταδισμό της παπικής αλαζονείας».

Ας κάνουμε ωστόσο μια μικρή παρένθεση σχετικά με τις σημαντικότερες περιπτώσεις αφαιμάξεων και απωλειών χειρογράφων από τις αγιορείτικες βιβλιοθήκες. Χάρη σ’ ένα ταξίδι, που απέβη ιδιαίτερο καρποφόρο, ο έλληνας λόγιος Ιανός Λάσκαρης(1445-1534) επισκέφτηκε το 1491-1492 τον Άθωνα και για λογαριασμό του ηγεμόνος της Φλωρεντίας Λαυρέντιου Μεδίκου, αφαίρεσε 200 περίπου ελληνικά χειρόγραφα, από τα οποία 80 περιείχαν έργα άγνωστα την εποχή εκείνη στη Δύση, μεταξύ των οποίων έργα του Γαληνού, του Θεόκριτου, του Αριστοτέλη, του Πτολεμαίου, του Καλλίμαχου…

Ο Kερκυραίος λόγιος Nικόλαος Σοφιανός ανάμεσα στα χρόνια 1540-1544 αντέγραψε και συνέλεξε στο Άγιον Όρος περίπου 300 χειρόγραφα για λογαριασμό του Hurtado de Mentoza, του βιβλιόφιλου πρέσβη του Kαρόλου E’ στη Bενετία. Στα μέσα περίπου του 17ου αιώνα ο Aθανάσιος ο Ρήτωρ, ο οποίος προσχώρησε στον καθολικισμό, κατ’ εντολή του καρδινάλιου Μαζαρίνου μετέφερε στη Γαλλία 109 χειρόγραφα, από τα οποία 74 προέρχονταν από τη Μεγίστη Λαύρα και σήμερα βρίσκονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων.

Επίσης ο Mηνάς Mινωΐδης στα 1840-1855, κατ’ εντολή του γαλλικού Υπουργείου Παιδείας μετέφερε κι αυτός στη Γαλλία πολλά ελληνικά χειρόγραφα, τόσο από άλλες Μονές (π.χ. από τη Ι. Μ.Tιμίου Προδρόμου Σερρών), αλλά κυρίως από τις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Άγίου Όρους.

Το 1516 ο Μάξιμος Γραικός (Μιχαήλ Τριβώλης), ο περίφημος «φωτιστής των Ρώσων», μετέφερε στη Ρωσία δεκάδες κώδικες για να τον βοηθήσουν στο μεταφραστικό του έργο. Το 1654,ο Ρώσος μοναχός Αρσένιος Σουχάνωφ, ενεργώντας με εντολή του Τσάρου Αλέξιου και του Πατριάρχη της Μόσχας Νίκωνος, μετέφερε στην «3η Ρώμη» πάνω από 500 αγιορείτικα χειρόγραφα! Συγκεκριμένα απογύμνωσε πολλές μονές από αξιόλογα χειρόγραφα, πολλά από τα οποία περιείχαν κλασικά κείμενα.

Τέλος,ο γνωστός Ρώσος επιστήμονας Πορφύριος Oυσπένσκυ, αρχιμανδρίτης και κατόπιν αρχιεπίσκοπος Kιέβου, περιήλθε τις Mονές του Σινά, των Mετεώρων και του Αγίου Όρους και δεν δίστασε να αφαιρέσει από αυτές όσα χειρόγραφα ή και μεμονωμένα ακόμη φύλλα του φαίνονταν να έχουν κάποια αξία. Το μόνο θετικό πάντως απ’ όλες αυτές τις αφαιμάξεις είναι ότι φωτίστηκε από την ελληνική γνώση, τόσο η παπική Δύση, όσο και οι σλαβικοί λαοί του βορρά.

ta-arxaia-ellhnika-xeirografa-tou-agiou-orous-3

Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Σήμερα στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους σώζονται 16.000-20.000 χειρόγραφα! Αυτή η ποσότητα θεωρείται ότι αποτελεί το 50% των ελληνόγλωσων χειρογράφων, που υπάρχουν σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο. Από αυτά πάνω από τα μισά βρίσκονται στις βιβλιοθήκες τριών μόνον μοναστηριών (Μεγίστη Λαύρα, Ιβήρων και Βατοπαίδι). Ειδικότερα η βιβλιοθήκη της Μεγίστης Λαύρας είναι η μεγαλύτερη συλλογή χειρογράφων (2242 χειρόγραφα) στο Άγιο Όρος και η 3η παγκοσμίως, ύστερα από εκείνη της Αγίας Αικατερίνης του Σινά (4.500 χειρόγραφα εκ των οποίων το 75% είναι ελληνόγλωσσα) και του Βατικανού(3.500 χειρόγραφα).

Στις 20 μονές του Άθωνα σώζεται το μοναδικό διαχρονικό σύνολο ελληνικών χειρογράφων όχι μόνο στο χώρο της ελληνικής επικράτειας, αλλά και σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Τα ελληνικά χειρόγραφα του Αγίου Όρους συγκροτούν τη μεγαλύτερη συλλογή ελληνικών χειρογράφων στον κόσμο, αφού ο αριθμός τους ξεπερνά κατά πολύ το σύνολο των δύο μεγαλύτερων συλλογών της Ευρώπης, του Βατικανού και της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Παρισιού, που και οι δύο μαζί δεν υπερβαίνουν τις 10.000.

ΔΙΑΣΩΣΗ ΣΕ ΜΙΚΡΟΦΙΛΜΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ

Η μελέτη της ιστορίας των αγιορείτικων χειρογράφων δεν είναι εύκολη υπόθεση, εφόσον ποτέ δεν υπήρξαν μεσαιωνικοί κατάλογοι βιβλιοθηκών, όπως στις περιπτώσεις των μεσαιωνικών μοναστηριών της Δύσης. Οι προσπάθειες για την καταγραφή και τη συστηματική μελέτη των χειρογράφων του Άθωνα ξεκίνησαν μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίζονται. Πρώτος ο Σπυρίδων Λάμπρου εξέδωσε έναν δίτομο κατάλογο κωδίκων του Όρους(πλην Βατοπαιδίου και Μεγίστης Λαύρας),που περιελάμβανε 6.619 χειρόγραφα. Στη συνέχεια, το 1925, ο καθηγητής Σωφρόνιος Ευστρατιάδης εξέδωσε στο Παρίσι έναν κατάλογο με τους κώδικες των μονών Βατοπαιδίου και Μεγίστης Λαύρας. Πλήρης πάντως κατάλογος δεν υπάρχει ακόμη.

Ωστόσο το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών(ΠΙΠΜ) της Ι.Μ. Βλατάδων (Θεσσαλονίκη) έχει αναλάβει τη κατάρτιση ενός λεπτομερούς καταλόγου, όπως επίσης και τη μικροφωτογράφιση όλων των χειρογράφων. Έτσι το περιεχόμενο των χειρογράφων όχι μόνον θα διασωθεί, αλλά θα είναι εύκολη και η μελέτη τους από τους ειδικούς, που δεν χρειάζονται πλέον να επισκεφτούν τις μοναστηριακές βιβλιοθήκες για να τα μελετήσουν. Το ΠΙΜΠ, που υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, είναι ένα ιδιωτικό ίδρυμα που συντηρείται με επιχορηγήσεις και δωρεές. Ανάμεσα στ’ άλλα περιέχει ένα αρχείο μικροταινιών, ένα αρχείο διαφανειών (Slides) καθώς και ειδικές φωτοαναγνωριστικές συσκευές.

Η συντήρηση των αρχαίων χειρογράφων βασίζεται σ’ ένα πρόγραμμα, που περιλαμβάνει την τοποθέτησή τους σε ειδικές θήκες, για καλύτερη φύλαξη και μεταφορά. Την αποκατάσταση των διαλυμένων εξώφυλλων και εσώφυλλων και την τοποθέτηση φαρμάκων ενάντια στα φθοροποιά μικρόβια. Τέλος, σε συνεργασία και με ξένα πανεπιστήμια, εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα συντήρησης και απολύμανσης των χειρογράφων από καταστροφικά μικρόβια.

Η προσφορά των χειρογράφων του Αγίου Όρους στην πολιτιστική εξέλιξη της Ευρώπης είναι ανεκτίμητη. Όπως άλλωστε λέει χαρακτηριστικά και ο βιβλιοθηκάριος της μονής Μεγίστης Λαύρας, Ιερομοναχός Νικόδημος: «Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, που ακριβώς θα βρισκόταν σήμερα η ανθρωπότητα, χωρίς τις αρχαίες γνώσεις που διεσώθησαν με τα χειρόγραφα των βυζαντινών μοναστηριών και ιδιαίτερα του Αγίου Όρους. Κατά πάσα πιθανότητα η Αναγέννηση της Δύσης θ’ αργούσε μερικούς αιώνες…».

Πηγή:(conspiracyfeeds.blogspot.gr)- vatopaidi

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το παράπονο του Χριστού

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Απριλίου, 2013

[el]image1 (75)(Τι θα του απαντήσουμε όλοι μας;)

Όποιος αγαπά πονά, αλλά δεν παραπονιέται. Ό,τι κι αν γίνη. Σκύβει μέσα του και υπομένει τα πάντα για χάρη της αγάπης. Από κει αρχίζει και η θυσία. Και αγάπη χωρίς θυσία του εαυτού μας δεν γίνεται. Δεν είναι αληθινή. Είναι σαν την άκοπη ελεημοσύνη του πλουσίου και όχι σαν το «δίλεπτον της χήρας». Γιατί το να υπομένης για την αγάπη είναι να θυσιάζης την δική σου χαρά. Όπως θυσιάζεται η μάνα για το παιδί της. Και τότε η αγάπη ξαναγίνεται χαρά και πολλαπλασιάζεται «τριάντα, εξήντα, εκατόν φορές» πιο πολύ από το τάλαντον της πρώτης αγάπης, που είναι δώρον του Θεού σε όλες τις ψυχές, όταν γεννιούνται σ’ αυτόν τον κόσμο.

Την αλήθεια τούτη δεν πρέπει κανείς να την περάση μέσα από το εργαστήριο της λογικής, που μόνον πρόσθεση και αφαίρεση ξέρει να κάνη και πιο πολύ προτιμά την διαίρεση και ποτέ τον πολλαπλασιασμό. Μόνον στην αμαρτία ξέρει να πολλαπλασιάζη. Στα χρήματα, στις απολαύσεις, στην δόξα την εγκόσμια. Γι’ αυτό την αλήθεια της αγάπης μόνο μέσα από την καρδιά πρέπει να την βλέπουμε, να την νοιώθουμε, να την ζούμε. Άφησε την λογική, που σου λέγει ότι έτσι, με την αγάπη, μπορεί να πέσης έξω, να σε ξεγελάσουνε, να σε εκμεταλλευθούνε. Αυτές είναι πονηρίες άθλιες και προέρχονται από τον Πονηρό… Θέλει να μας εμποδίση από την ευτυχία της αγάπης την ανείπωτη, από το φως της ελευθερίας το ανέσπερο, που το δίνει κι αυτό η αγάπη και προπαντός ο μισόκαλος Πονηρός θέλει να μας εμποδίση από το αγκάλιασμα του Θεού. Γιατί όποιος αγαπήση, λίγο ή πολύ, νοιώθει αμέσως πάνω του το χέρι του Θεού, που τον χαϊδεύει στοργικά…

Πώς λοιπόν, βάλαμε για τίτλο σε τούτες τις σκέψεις «Το παράπονο του Χριστού»; Πρέπει να εξηγήσω ότι την τιτλοποίηση αυτή μου την έδωσε μία φράση του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που λέγει:

– «Κατά την Δευτέραν Παρουσίαν θα μας κοιτάξουνε εκείνα τα γλυκύτατα μάτια, τα γεμάτα ανείπωτη αγάπη και στοργή και τρυφερότητα, θα μας κοιτάξουν παραπονεμένα και τότε θάναι, που δεν θα ξέρουμε πού να πάμε να κρυφτούμε».

Ένα βλέμμα, που κανένας μας δεν θα μπορή να το αντέξη και θα μας συντρίβη και θα μας πληγώνη όσο τίποτε άλλο, τίποτε άλλο. Θα είναι σαν μία πληγή αγιάτρευτη και ίσως αυτή να είναι η Κόλαση, που δεν τελειώνει, θα είναι το πυρ, που θα μας καίη συνεχώς και χωρίς τελειωμό. Οι τύψεις και η αφόρητη πίκρα για την ευτυχία, που χάσαμε… Δεν είναι, λοιπόν, παράπονο αυτού του κόσμου, αλλά λύπη του Χριστού, που θα βλέπη τους αμαρτωλούς να χάνονται μακριά του, κατά την δική τους σημερινή επιλογή, και να ζουν την ατέλειωτη δυστυχία μέσα στο «σκότος το εξώτερον», δηλαδή μακρυά από την παρουσία του Θεού, που είναι ο αιώνιος Παράδεισος. Τότε…

Το παραπονεμένο βλέμμα του Χριστού δεν είναι όπως τα δικά μας παράπονα. Εμείς παραπονιόμαστε συνήθως για τον εαυτό μας τον αχόρταγο, γιατί κάποιος μας αδίκησε ή μας ξέχασε ή δεν έκανε αυτό, που θέλαμε. Παραπονιόμαστε όταν δεν μας τιμούν, δεν μας κάνουν δώρο, δεν μας ευεργετούν. Παραπονιόμαστε από εγωισμό και φιλαυτία. Από υπερηφάνεια και φιληδονία. Το παράπονο του Χριστού, όμως, είναι αντίθετο. Είναι σαν να παραπονιέται για λογαριασμό μας, για μας, που δυστυχούμε και δεν δεχτήκαμε τα δώρα του και την αιώνια ευτυχία, που ετοίμασε ο Θεός «τοις αγαπώσιν αυτόν» (Α’ Κορ. β’ 9). Λυπάται, πονά, υποφέρει για την δική μας δυστυχία… Μπορείτε να το φαντασθήτε αυτό; Λυπάται ο Χριστός, που δεν είμαστε ευτυχισμένοι, που δεν πήγαμε κοντά Του να μας χαρίση την αιωνιότητα της χαράς!…

Τι να κάνουμε λοιπόν; Τι να πούμε στον παραπονεμένο Χριστό, για την δυστυχία μας, την ψυχική, την υλική και την πνευματική; Γιατί, ας μου επιτρέψη ο πολύ αγαπημένος μου Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος να πω, ότι ο Χριστός δεν έχει παραπονεμένο βλέμμα μόνον κατά την Δευτέρα Παρουσία, αλλά και τώρα το έχει διαρκώς επάνω μας, και ας είναι ήρεμο και γαλήνιο στις βυζαντινές εικόνες, που βλεπουμε στους ναούς. Παραπονιέται και τώρα, που δεν πάμε κοντά Του, αλλά Τον αποφεύγουμε γεμάτοι «προφάσεις εν αμαρτίαις»… Παραπονιέται, που δεν αξιοποιούμε την θυσία Του και δεν παίρνουμε τα Τίμια Δώρα Του, που είναι ικανά και να μας καθαρίσουν και να μας σώσουν και να μας χαρίσουν από τώρα την μεγάλη ευτυχία της αγάπης. Έστω και στα πρώτα βήματα, έστω και στα πρώτα κύματα, που θα αναταράξουν την νεκρωμένη θάλασσα της καρδιάς. Ο σπόρος της αγάπης υπάρχει σε όλες τις ψυχές. Εμείς αδιαφορούμε για το βλάστημα και την ανθοφορία Του. Πρέπει, όμως, να δεχθούμε την χάρη των Τιμίων Δώρων, το έλεος της Εκκλησίας Του «εν ελευθερία» και όχι αναγκαστικά…

Το παράπονο του Χριστού, αυτό το συγκλονιστικό παραπονεμένο βλέμμα, που μας αγκαλιάζει όλους, μπορεί να μας οδηγήση από τώρα στην σωτηρία και την ανάσταση, αν τα έχουμε διαρκώς μπροστά μας, σαν οδηγό. Όχι για να φοβόμαστε την τιμωρία και την Κόλαση, αλλά για να μάθουμε να αγαπούμε και ποτέ να μη χωριστούμε από την πηγή της αληθινής αγάπης, που είναι ο Χριστός. Γιατί άλλος τρόπος πραγματικής μετανοίας δεν υπάρχει από την αγάπη του Κυρίου. Μόνον το βλέμμα του Χριστού. Τότε μόνον η μετάνοιά μας μπορεί να αρχίση και να ανθοφορήση και να καρπίση, αν δούμε κατάματα το βλέμμα του Κυρίου και μόνον όταν κλάψουμε, έστω και με ένα δάκρυ, για την λύπη, που του προκαλούμε. Τότε αρχίζουμε να μαθαίνουμε τα μυστικά της αγάπης, που αναλάμπουν μέσα στα μάτια του Θεανθρώπου…

Το παράπονο του Χριστού είναι γιατί δεν μετανοούμε, γιατί δεν απλώνουμε τα χέρια μας να τον αγκαλιάσουμε. Γιατί αυτό είναι η μετάνοια: Να επικαλεσθούμε την βοήθειά του και να δηλώσουμε ταπεινά την ανημπόρια μας. Αυτό το μικρό σημείον ζητεί, αυτήν την πρώτη κίνηση από μας τα ελεύθερα πλάσματά Του, για να τρέξη αστραπιαία κοντά μας και να μας αρπάξη από τον πύρινο ποταμό, που ζητά να μας καταπιή. Ακόμα και ένα βλέμμα μας προς το πονεμένο πρόσωπο του Χριστού μπορεί να μας σώση, αν το βλέμμα μας αυτό επικαλείται την χάρη Του με συντριβή.

Πόσοι δεν άρχισαν την επιστροφή τους στον Θεό με ένα τέτοιο βλέμμα! Ας θυμηθούμε την περίπτωση του Αποστόλου Πέτρου με τα μεγάλα λόγια και τους μεγάλους ενθουσιασμούς. Τον πρόδωσε το ίδιο εκείνο βράδυ, κι ας ήταν πρωτοκορυφαίος Αποστολος, λίγο μετά την προδοσία του Ιούδα, όταν Τον αρνήθηκε τρεις φορές. Και τότε το βλέμμα του Χριστού έκανε το θαύμα του και σώθηκε ο αρνητής Πέτρος. Ήταν η στιγμή, που αρνήθηκε ο Πέτρος για Τρίτη φορά τον Χριστόν, ενώ ήταν κοντά του, και «εφώνησεν αλέκτωρ». Και συνεχίζει ο Ευαγγελιστής την αφήγησή του:

– «Και στραφείς ο Κύριος ενέβλεψε τω Πέτρω, και υπεμνήσθη ο Πέτρος του λόγου του Κυρίου, ως είπεν αυτώ ότι πριν αλέκτορα φωνήσαι απαρνήση με τρις· και εξελθών έξω ο Πέτρος έκλαυσε πικρώς» (Λουκ. κβ’ 61-62).

Ας βγούμε κι εμείς έξω από την καθημερινή μας ματαιοφροσύνη και ας κλάψουμε πικρώς κάτω από το στοργικό βλέμμα του Χριστού. Αυτή η προσπάθεια είναι το κορυφαίο, το πρώτο βήμα στον δρόμο της αγάπης και της σωτηρίας.

Π.Μ Σωτήρχος
ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΟΔΟΙΠΟΡΙΑ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ

impantokratoros.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Αντίπας Επίσκοπος Περγάμου

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Απριλίου, 2013

AgiosAntipas03Εορτάζει στις 11 Απριλίου εκάστου έτους.

Ταύρῳ παλαίεις, καλλιμάρτυς, Ἀντίπα,

Ὃς σε φλογίζειν, οὐ κερατίζειν ἔχει.

Χάλκεον ἑνδεκάτῃ βληθεὶς φλέγῃ, Ἀντίπα, εἰς βοῦν.

Βιογραφία

Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Αντίπας έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Διομιτιανού (81 – 96 μ.Χ.). Ήταν σύγχρονος των Αγίων Αποστόλων, οι οποίοι και τον χειροτόνησαν Επίσκοπο της Εκκλησίας της Περγάμου, όταν ο Θεολόγος και Ευαγγελιστής Ιωάννης ήταν εξόριστος στην Πάτμο.

Στην Αποκάλυψη ο Άγιος Αντίπας αποκαλείται από τον Απόστολο Ιωάννη πιστός ιερέας και μάρτυρας (Αποκάλυψη Ιωάννου, β’ 13).

Ως αρχιερέας της Εκκλησίας της Περγάμου, ποίμανε το λογικό του ποίμνιο με κάθε ευσέβεια και αρετή. Όντας Επίσκοπος Περγάμου και ενώ ήταν πολύ γέρος, συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες, όταν οι δαίμονες παρουσιάσθηκαν σε αυτούς και τους είπαν ότι δεν μπορούν να κατοικούν στον τόπο εκείνο εξαιτίας του Αντίπα. Γι’ αυτό οδηγήθηκε στον ηγεμόνα και εξαναγκάστηκε με βία να αρνηθεί τον Χριστό και να θυσιάσει στα είδωλα. Εκείνος (ο ηγεμόνας) κατέβαλε κάθε προσπάθεια να πείσει τον Άγιο να αρνηθεί τον Χριστό, λέγοντάς του ότι τα παλαιότερα είναι πολυτιμότερα, ενώ εκείνα που εμφανίζονται πρόσφατα δεν έχουν καμία αξία. Του είπε δηλαδή ότι η θρησκεία των εθνικών, η ειδωλολατρία, είναι παλαιά, αυξήθηκε διά μέσου των αιώνων και έχει πολλούς οπαδούς, γι’ αυτό και είναι πολύ σπουδαιότερη από την πίστη των Χριστιανών, που εμφανίσθηκε τελευταία και έχει πολύ λίγους πιστούς. Στο επιχείρημα αυτό του ηγεμόνος ο Άγιος απάντησε με την ιστορία του Κάιν. Είπε δηλαδή σε αυτόν, ότι η αδελφοκτονία του Κάιν, αν και αυτός είναι πολύ αρχαιότερος, προκάλεσε και προκαλεί τον αποτροπιασμό σε άπειρα πλήθη ανθρώπων και ουδείς ευσεβής άνθρωπος τη ζηλεύει. Ο ηγεμόνας εξοργίσθηκε πάρα πολύ από την απάντηση του Αντίπα και τότε έδωσε εντολή να τον ρίξουν σε ένα πυρωμένο χάλκινο ομοίωμα βοδιού, όπου τελειώθηκε ο βίος του, το έτος 92 μ.Χ.

Το ιερό λείψανό του ενταφιάσθηκε στην Εκκλησία της Περγάμου και αναβλύζει αενάως μύρο και ιάσεις, η δε Σύναξή του ετελείτο στο πάνσεπτο Αποστολείο του Αγίου και πανευφήμου Αποστόλου Ιωάννου του Θεολόγου, κοντά στην Μεγάλη Εκκλησία.

Ναός του Αγίου Αντίπα υπήρχε κατά τον 9ο αιώνα μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και έτερος, επίσης, κείμενος μεταξύ των χωρίων Αγίου Στεφάνου και Ρηγίου (Κιουτσούκ – Τσεκμετζέ).

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)

Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Μυροβλύτην τὸν θεῖον καὶ μαρτύρων τὸν σύναθλον, τὸν πανευκλεῆ ἱεράρχην καὶ Περγάμου τὸν πρόεδρον, τιμήσωμεν Ἀντίπαν οἱ πιστοί, ὡς τάχιστον καὶ μέγαν ἱατρόν, τῆς δεινῆς ὀδόντων νόσου, καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπὸ ψυχῆς βοήσωμεν· Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Κοντάκιον

Ἦχος πλ. δ’. Τὴ ὑπερμάχω.

Τόν ἱεράρχην καὶ κλεινόν μεγαλομάρτυρα, τὸν πολιοῦχον τῆς Περγάμου τὀν πανάριστον, καὶ κοινοῦ ἐχθροῦ ἀντίπαλον τὸν Ἀντίπαν, κατὰ χρέος εὐφημήσωμεν ἐν ᾄσμασιν, ὡς τοὺς πάσχοντας ὀδόντας θεραπεύοντα, πόθῳ κράζοντες· Xαίροις, Πάτερ τρισόλβιε.

saint.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

“Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ε’ Πρωτομάρτυς Ιεράρχης της Επαναστάσεως”

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Απριλίου, 2013

[el]image1 (69)Πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος

εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς

Ομιλία που πραγματοποιήθηκε την 25-3-2013 στην αίθουσα του Πανελληνίου Χριστιανικού Ομίλου Ορθοδόξου Ιεραποστολής Τρυγόνος 3 Άνω Κυψέλη στα πλαίσια εορταστικής εκδηλώσεως για την 25η Μαρτίου. Σεβαστοί Πατέρες,


Αξιότιμη κυρία Πρόεδρος του Πανελληνίου Χριστιανικού Ομίλου Ορθοδόξου Ιεραποστολής και λοιπά μέλη,

Αγαπητοί αδελφοί και αδελφές,

Είναι ξεχωριστή τιμή και ευλογία, που ο σήμερον συλληφθείς Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και η Κυρία Θεοτόκος, της οποίας τον Ευαγγελισμό λαμπρώς και πανηγυρικώς εορτάζουμε σήμερα, καταξιώνουν την ελαχιστότητά μας να προσφέρουμε λόγο πνευματικό και ωφέλιμο στην ευλογημένη αυτή σημερινή σύναξη, ύστερα από ιδιαίτερη και τιμητική πρόσκληση του εγνωσμένου κύρους και εμβελείας Πανελληνίου Χριστιανικού Ομίλου Ορθοδόξου Ιεραποστολής.

Νιώθουμε ιδιαίτερη συγκίνηση και δέος και η ύπαρξή μας πλημυρίζει από χαρά και αγαλλίαση, όταν αναλογιζόμαστε ότι ο θεάρεστος αυτός Όμιλος, στον οποίο ομιλούμε σήμερα για πρώτη φορά, είχε εν ζωή και έχει από τους ουρανούς πλέον ιδρυτή, καθοδηγητή και πνευματικό προϊστάμενο τον αδίκως και αντικανονικώς εκδιωχθέντα εκ της Ιεράς αυτού Επισκοπής, μακαριστό Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων κυρό Κων/νο Σακελλαρόπουλο, τον μοναδικό, αξέχαστο και αγαπητό παππούλη μας, του οποίου σαν χθες συμπληρώθηκαν επτά χρόνια από την προς Κύριον εκδημία του (24-3-2007) και σαν σήμερα πριν επτά έτη τελέσθηκε η εξόδιος ακολουθία του (25-3-2007). Τα ίδια αισθήματα μάς διακατέχουν, όταν στρέφουμε το νου μας και στον πανάξιο διάδοχό του, τον σεμνό και ταπεινό ομολογητή Ιεράρχη, Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κυθήρων και Αντικηθύρων κ. κ. Σεραφείμ, του επαξίως διαποιμαίνοντος την Ιερά αυτού Μητρόπολη και πνευματικού προϊσταμένου του Πανελληνίου Χριστιανικού Ομίλου Ορθοδόξου Ιεραποστολής. Τις ευχές των προαναφερθέντων Ιεραρχών εκζητούμε για την ευόδωση της παρούσης ομιλίας.

Όπως είναι γνωστό, το θέμα, το οποίο θα αναπτύξουμε σήμερα στην αγάπη σας, είναι «Ο άγιος Γρηγόριος ο Ε΄˙ ο πρωτομάρτυς Ιεράρχης της Επαναστάσεως». Χαιρόμαστε για την επιλογή αυτού του θέματος, διότι όπως είναι γνωστό, ο παππούλης είχε ιδιαίτερη ευλάβεια, τιμή και σεβασμό στον άγιο Γρηγόριο τον Ε΄. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο παππούλης κατασκεύασε με τα ίδια του τα χέρια ανδριάντα του αγίου Γρηγορίου του Ε΄ στις κατασκηνώσεις της Αραχώβης ‘Αγία Ταβιθά’. Υπάρχει, επίσης, λόγος επιτακτικός, που επιβάλλει να παρουσιασθούν ο σταυρός και η δόξα του εθνομάρτυρος πατριάρχου, λόγος που συνδέεται όχι μόνο με την εθνική μας φιλοτιμία και ταυτότητα, αλλά με την ίδια την ύπαρξη του Γένους μας, του ελληνορθοδόξου πολιτισμού μας.

1. Από τον πολιτικό εκμηδενισμό στα πρόθυρα νέας αυτοκρατορίας

Ευγνώμονες εμείς προσκυνητές σήμερα της μνήμης του εθνομάρτυρος πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄, ας παρακολουθήσουμε σε σύντομη εξιστόρηση το σταυρό και τη δόξα του, για να τονώσουμε τα αντισώματα απορρίψεως, απομονώσεως των διαστροφέων της ιστορίας μας.

Γεννημένος από φτωχική οικογένεια στη Δημητσάνα της Πελοποννήσου το 1746 κατόρθωσε, λόγω της ευφυΐας του ο μικρός Γεώργιος Αγγελόπουλος – Γρηγόριος είναι το κληρικό του όνομα – να διακριθεί στα γράμματα και να υποστηριχθεί από την Εκκλησία. Φοιτά μετά από τη Δημητσάνα στα φημισμένα σχολεία της Σμύρνης, της οποίας σε λίγο θα γίνει μητροπολίτης. Το πέρασμά του από τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη θα συνδεθεί με ένα εκπαιδευτικό φούντωμα, με ίδρυση σχολείων, τυπογραφείων, συγγραφή διδακτικών βιβλίων, ενίσχυση δασκάλων και μαθητών, που δεν τολμούν ούτε οι αντικληρικό πνεύμα έχοντες Έλληνες διαφωτιστές του εξωτερικού να το αμφισβητήσουν2. Η προπαρασκευή και το ξέσπασμα της επαναστάσεως του 1821 βρίσκουν τον άγιο Γρηγόριο στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, επί κεφαλής όχι μόνον της Εκκλησίας, αλλά και του Γένους, εκκλησιαστικό και πολιτικό συγχρόνως αρχηγό των Ορθοδόξων, εθνάρχη, υπεύθυνο νομικά απέναντι του κατακτητή για ο,τιδήποτε συνέβαινε μεταξύ των υποδούλων Ρωμιών.

Κουβαλούσε ο άγιος Γρηγόριος στο μεγάλο και υπεύθυνο αυτό λειτούργημά του μακραίωνη παράδοση, που τη θεμελίωσε ο πρώτος μετά την άλωση πατριάρχης Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος με τα προνόμια, που του παρεχώρησε ο Μωάμεθ, από θαυμασμό προς τη σοφία και την ακτινοβολία του.

Προδομένο και τότε το Γένος, το 1453, από τους δήθεν συμμάχους, τους Δυτικοευρωπαίους με επικεφαλή τον αιρεσιάρχη Πάπα της Ρώμης και τους Σλάβους με επικεφαλή τον τσάρο της Ρωσίας (παπικούς και πανσλαβιστές) και αποκοιμισμένο από τους πολιτικούς του ηγέτες, βρήκε στήριγμα και στέγη στην Εκκλησία, που το παρέλαβε κυριολεκτικά εκμηδενισμένο από τα χέρια των πολιτικών ηγετών, στο χείλος της αβύσσου και της καταστροφής3, του γιάτρεψε τις πληγές και το κατέστησε πρώτη πνευματική και οικονομική δύναμη της μεγάλης Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που κατήντησε να κυβερνάται από τους ευφυείς και δραστήριους Έλληνες Φαναριώτες, οι οποίοι δεν διέφυγαν και αυτοί τη λασπολογία στρατευμένων ιστορικών4. Ο Ελληνισμός των χρόνων του αγίου Γρηγορίου ήταν ακμαιότερος υλικά και πνευματικά του σημερινού Ελληνισμού, ο οποίος για πρώτη φορά στην ιστορία του έχει συρρικνωθεί γεωγραφικά στα όρια της μητροπολιτικής Ελλάδος, στη δυτική μόνο πλευρά του Αιγαίου πελάγους, πνευματικά δε είναι περισσότερο συρρικνωμένος, γιατί απομόνωσε και κατέστησε δυσχερή την τονωτική επίδραση της Εκκλησίας, ιδιαίτερα στις νέες γενιές.

2. Οι αποτυχίες προηγουμένων κινημάτων επιβάλλουν φρόνηση

Έχοντας, λοιπόν, την ευθύνη για τη ζωή και την ύπαρξη του Γένους ο πατριάρχης άγιος Γρηγόριος αντιμετώπισε με σπάνια σύνεση και παραδειγματικό ηρωισμό το ξέσπασμα της επαναστάσεως κατ’ αρχήν μεν στην Μολδοβλαχία με ηγέτη τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, κατόπιν δε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Πελοπόννησο, όπου μάλιστα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, που ευλόγησε τους οπλαρχηγούς και το λάβαρο του αγώνος στην Αγία Λαύρα, ήταν δικός του προστατευόμενος και συγγενής.

Όπως ήταν φυσικό οι Τούρκοι ανησύχησαν με τις επαναστατικές αυτές κινήσεις. Πολύ περισσότερο μάλιστα, γιατί η παρουσία του Υψηλάντη ερμηνευόταν ως προστασία και υποκίνηση του κινήματος από τη Ρωσία. Διαδόθηκε ότι πρόκειται για γενικό ξεσηκωμό των Ρωμιών, στον οποίο μετείχε επίσημα και η ηγεσία, ο πατριάρχης, πράγμα που επέτρεπε στον σουλτάνο να διατάξει γενική σφαγή των Χριστιανών. Ο πατριάρχης αναμέτρησε τις ευθύνες του για τον άοπλο πληθυσμό, που θα αφηνόταν ανυπεράσπιστος στην εκδικητική μανία του όχλου και των Γενιτσάρων. Είχαν καταγραφή άλλωστε στην εθνική μνήμη οι φοβερές σφαγές, που ακολούθησαν μετά από αποτυχόντα προηγούμενα κινήματα, του Διονυσίου του Φιλοσόφου π.χ. στη Θεσσαλία, και πιο πρόσφατα στα Ορλωφικά στην Πελοπόννησο.

3. Δεν μοιάζει με τη Γαλλική η Ελληνική Επανάσταση

Δεν ήταν η πρώτη φορά το 1821, που ξεσηκωνόταν το σκλαβωμένο Γένος, αλλά μία από τις πολλές. Αποδεικνύει και αυτό, εναντίον των απόψεων των σημερινών διαστροφέων της ιστορίας μας, ότι οι Έλληνες δεν περίμεναν τη Γαλλική Επανάσταση, για να διδαχθούν και να εμπνευσθούν από τις αρχές της. Η επανάσταση του 1821, αποκορύφωμα σε σειρά παρομοίων εξεγέρσεων, δεν έχει σχέση με τη Γαλλική Επανάσταση. Εκεί επρόκειτο περί εμφυλίου πολέμου με κοινωνικές και πολιτικές διεκδικήσεις, ενώ εδώ περί κοινού εθνικού αγώνος των αρχόντων, του κλήρου και του λαού εναντίον ξένου και αλλοθρήσκου κατακτητού.

Η Γαλλική Επανάσταση, εμπνευσμένη από τις αρχές του αθεϊστικού Διαφωτισμού ή καλύτερα σκοταδισμού ήταν αντιχριστιανική και φανατικά αντικληρική, διότι είχε ως βασική αρχή της το να τεθούν ο Χριστός, η Εκκλησία, οι άγιοι Πατέρες, οι κληρικοί στο περιθώριο. Εκατοντάδες κληρικών και μοναχών πέρασαν από την γκιλοτίνα με την κατηγορία ότι ήσαν δήθεν μοναρχικοί, βασιλικοί5. Αντίθετα, η Ελληνική Επανάσταση, όπως το βεβαιώνουν στις απλοϊκές τους γραφές οι πρωταγωνιστές του αγώνος, οι στρατηγοί Κολοκοτρώνης και Μακρυγιάννης, αλλά και τα πολεμικά συνθήματα, είχε σαν κίνητρο πρώτα τη θρησκευτική ελευθερία, τη θρησκεία, και κατόπιν την εθνική απελευθέρωση, την πατρίδα : «Για του Χριστού την πίστη την αγία, για της πατρίδος την ελευθερία».

Είναι κατηγορηματικός για το θέμα αυτό ο γέρος του Μωριά στο λόγο του προς τους φοιτητές πάνω στην Πνύκα και είναι απορίας άξιο πώς ξεπερνούν τη γνώμη του όσοι θέλουν την Ελληνική Επανάσταση επηρεασμένη από τη Γαλλική, ταξικό και κοινωνικό κίνημα των πτωχών εναντίον των κοτζαμπάσηδων και των δεσποτάδων. Λέγει ο Κολοκοτρώνης. «Η επανάστασις η ιδική μας δεν ομοιάζει με καμμιάν απ’ όσας γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης αι επαναστάσεις εναντίον των διοικήσεών των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήταν ο πλέον δίκαιος. ήταν έθνος με άλλο έθνος, ήταν με ένα λαόν, όπου ποτέ δεν ηθέλησε να αναγνωρισθή ως τοιούτος, ούτε να ορκισθή, παρά μόνο ό,τι έκανε η βία. Ούτε ο σουλτάνος ηθέλησε ποτέ να θεωρήση τον ελληνικόν λαόν, αλλ’ ως σκλάβους… Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πώς δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μάς είπε “πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα” αλλ’ ως μία βροχή έπεσε εις όλους η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπετανέοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την επανάστασι». Και ο στρατηγός Μακρυγιάννης διηγείται απλοϊκά, γιατί αποφάσισε να αναμειχθεί στον αγώνα, με τη μύησή του στη Φιλική Εταιρεία. Όχι βέβαια για να κάνει κοινωνικό και ταξικό αγώνα. Αλλ’ ας ακούσουμε τον ίδιο, να διηγείται πώς τον μύησε στην Εταιρεία ο φίλος του ιερεύς . «Κατεβάζει τις εικόνες και μ’ ορκίζει και αρχινάγει να με βάλη εις το μυστήριον… Πήγα στοχάστηκα και τά’βαλα όλα ομπρός και σκοτωμόν και κιντύνους και αγώνες – θα τα πάθω δια την λευτερίαν της πατρίδος μου και της θρησκείας μου. Πήγα και του είπα . “Είμαι άξιος”. Του φίλησα το χέρι, ορκίστηκα.. Και η ευχή του παπά του ευλογημένου και της πατρίδος μου και θρησκείας μου, ως την σήμερον δεν μ’ άφησε ο Θεός να ντροπιαστώ. Τράβηξα δεινά, πληγές και κιντύνους, όμως είμαι καλά σαν θέλει ο Θεός…». Και μετά από αυτό είναι απορίας, αλλά και δακρύων άξιον πώς βρίσκονται εκπαιδευτικοί, οι οποίοι διαστρέφουν το νόημα της επαναστάσεως6. Πώς θα αναλύσουν στα παιδιά τα κείμενα του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη και όλες τις επίσημες διακηρύξεις του αγώνος; Ας παρουσιάσουν ένα κείμενο που να λέγει για εμφύλιο πόλεμο, για ταξικό αγώνα, για πάλη των τάξεων, για αντικληρικό πνεύμα.

Στις τάξεις των πρωτεργατών στα διάφορα κινήματα υπήρχαν τα πιο επίλεκτα στελέχη, οι κληρικοί, όπως ο Διονύσιος Φιλόσοφος, και στη συνέχεια ο παπα-Βλαχάβας, ο Παπαφλέσσας, ο Αθανάσιος Διάκος, ο καλόγερος Σαμουήλ στο Κούγκι, ο ηγούμενος με τους καλογήρους στο Αρκάδι της Κρήτης αργότερα7. Άφηναν συχνά το αγιοπότηρο, για να πιάσουν το καριοφίλι, που είναι αγιασμένο στη συνείδηση του λαού. Είναι χαρακτηριστικό επί του προκειμένου αυτό που διασώζει ο ποιητής Ι. Πολέμης σαν απάντηση κάποιας γιαγιάς προς τον εγγονό της, που απορούσε γιατί την έβλεπε κάθε βράδυ μετά τον εσπερινό, μαζί με τα εικονίσματα να θυμιατίζει και το καριοφίλι. Δεν αμφιβάλλουμε ότι θα βρεθούν οι γνωστοί «Ειρηνιστές», που σίγουρα δεν έχουν μεγαλύτερη ωριμότητα από του μικρού εγγονού, να κατακρίνουν την Εκκλησία, που συντηρούσε την εθνική συνείδηση και εξαγίαζε την εξέγερση εναντίον των αλλοθρήσκων. Η απάντηση της ώριμης γερόντισσας, είναι απάντηση της γηραιάς ελληνικής ιστορίας στους ανώριμους μελετητές της :
Το καριοφίλι που θωρείς
ψηλά στον τοίχο να σκουριάζη,
παιδάκι μου, μην απορείς,
αγιολιβάνι του ταιριάζει.
γιατί χωρίς αυτό, χωρίς-
χωρίς το φλογερό του στόμα
θα’μαστε σκλάβοι, σκλάβοι ακόμα.
4. Απειλείται γενική σφαγή, ιερός πόλεμος. Ο πατριάρχης αρνείται να φύγει.

Ας επανέλθουμε, όμως, στον εθνομάρτυρα πατριάρχη. Πληροφορήθηκε ότι ο σουλτάνος έδωσε εντολή στον σεϊχούλ-ισλάμη, τον Τούρκο δηλαδή πρωθιερέα, να εκδώσει φετφά, το σχετικό δηλαδή έγγραφο, με το οποίο θα κηρυσσόταν ιερός πόλεμος εναντίον των Ελλήνων, των ραγιάδων, που τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι. Η σφαγή κρεμόταν πάνω από τα κεφάλια του αμάχου πληθυσμού. Θα μπορούσε κάλλιστα ο πατριάρχης να φύγει και να σωθεί, όπως του συνιστούσαν πολλοί από τους άρχοντες και οι ξένες πρεσβείες, που πάντοτε είναι καλά ενημερωμένες. Η απάντησή του είναι το αντάξιο, το κατάλληλο προοίμιο, στις ένδοξες σελίδες ιστορίας, που σε λίγο θα γραφόταν με το μαρτυρικό του θάνατο :

«Μη με προτρέπετε εις φυγήν. μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και των λοιπών πόλεων των χριστιανικών επαρχιών. Υμείς επιθυμείτε, εγώ μετημφιεσμένος να καταφύγω εις πλοίον, ήτοι κλεισθείς εν οικία οιουδήποτε ευεργετικού ημίν πρέσβεως να ακούω, πώς εις τας οδούς οι δήμιοι κατακρεουργούν τον χηρεύσαντα λαόν! Ουχί. Εγώ διά τούτο είμαι πατριάρχης, όπως σώσω το έθνος μου, ουχί δε όπως δι’ εμού απολεσθή διά των χειρών των Γενιτσάρων. Ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν ωφέλειαν από την ζωήν μου. Οι ξένοι Χριστιανοί ηγεμόνες, εκπλαγέντες εκ της αδικίας του θανάτου μου, δεν θα θεωρήσωσιν αδιαφόρως, πώς η πίστις αυτών εξυβρίσθη εν τω προσώπω μου. Οι δε Έλληνες, οι άνδρες της μάχης θα μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας, όπερ συχνάκις δωρείται την νίκην. εις τούτο είμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ’ υπομονής εις ό,τι και αν μοι συμβή. Σήμερον (Κυριακήν των Βαΐων) θα φάγωμεν ιχθύας, αλλά μετά τινας ημέρας, και ίσως κατά ταύτην την εβδομάδα, ιχθύες θα μας φάγωσι… Ναι, ας μη γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δεν θα ανεχθώ ώστε εις τας οδούς της Οδησσού, της Κερκύρας και της Αγκώνος, διερχόμενον εν μέσω των αγυιών, να με δακτυλοδεικτούσι λέγοντες. Ιδού έρχεται ο φονεύς πατριάρχης. Αν δε το έθνος μας σωθή και θριαμβεύση, τότε πέποιθα, θα μοι αποδώση θυμίαμα επαίνου και τιμών, διότι εξεπλήρωσα το χρέος μου».

Δεν έφυγε, λοιπόν, ο ηρωικός πατριάρχης και αρνήθηκε την προσφορά των ξένων να τον φυγαδεύσουν ή να τον κρύψουν. Έμεινε ορθός να αντιμετωπίσει παλληκαρίσια την κατάσταση. να δώσει, ως καλός ποιμήν, τη ζωή του υπέρ του ποιμνίου, να προστατεύσει τον λαό από τη σφαγή. Επισκέπτεται τον σεϊχούλ-ισλάμη και του υπενθυμίζει με παρρησία τα προνόμια, που παρεχώρησε ο πορθητής. Εκείνος ζητά κάποια επίσημη διαβεβαίωση περί του ότι δεν συμμετέχει όλο το έθνος εις το κίνημα. Ο Τούρκος πρωθιερεύς, δίκαιος και φιλάνθρωπος, παίζει ο ίδιος με τη ζωή του, ψάχνοντας να βρει τρόπο να βοηθήσει τους Χριστιανούς και να μην εκδώσει τα έγγραφα, που θα κήρυσσαν ιερό πόλεμο. Συσκέπτεται ο πατριάρχης με τους προκρίτους και τους αρχιερείς και δεν δυσκολεύεται να αποφασίσει. εκδίδει τον γνωστό αφορισμό της επαναστάσεως, βέβαιος ων ότι αυτό δεν θα είχε καμμία επίπτωση στον αγώνα, διότι θα καταλάβαιναν οι ηγέτες της επαναστάσεως ότι ο αφορισμός είναι εικονικός, ότι έγινε μετά από πίεση και βία, μόνο και μόνο για να αποφευχθεί η γενική σφαγή.

5. Ο αφορισμός της Επαναστάσεως ήταν εικονικός. Η άρση του αφορισμού

Αυτός, λοιπόν, ο εικονικός της επαναστάσεως αφορισμός είναι το μεγάλο επιχείρημα των σημερινών στρατευμένων πολεμίων της Εκκλησίας κατά του αγίου Γρηγορίου. Όλοι κατάλαβαν ότι επρόκειτο περί διπλωματικού φαναριωτικού ελιγμού. ότι ο πατριάρχης άλλα πίστευε και άλλα έγραφε. Όλοι κατάλαβαν και καταλαβαίνουν, εκτός εκείνων που οι δογματικές αντιεκκλησιαστικές θέσεις της ιδεολογίας τους τούς εμποδίζουν να σκέφτονται ελεύθερα. Κατάλαβε αμέσως ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και δεν έλαβε καθόλου υπ’ όψιν τον αφορισμό, όπως φαίνεται από όσα έγραφε στις 19 Ιανουαρίου προς τον Κολοκοτρώνη και προς τους Σουλιώτες : «Ο μεν πατριάρχης, βιαζόμενος παρά της Πόρτας, σας στέλλει αφοριστικά και εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθείτε με την Πόρτα, εσείς όμως να τα θεωρείτε ταύτα ως άκυρα, καθότι γίνονται με βία και δυναστεία και άνευ θελήσεως του πατριάρχου».

Και δεν ήταν καθόλου δύσκολο να καταλάβει όχι μόνο ο Υψηλάντης, ο έμπειρος διπλωμάτης, αλλά και ο οποιοσδήποτε, ο πλέον αγράμματος, διότι ήδη είχε περάσει στη λαϊκή σοφία η τακτική αυτή των κληρικών, όπως φαίνεται από την παροιμία : Πίσκοπος κρεμάμενος, έγραφε κι απόγραφε.

Υπάρχουν, άλλωστε, κι άλλα στοιχεία, που αποδεικνύουν τον εικονικό χαρακτήρα του αφορισμού, μπροστά στα οποία κλείνουν τα μάτια, σαν τη στρουθοκάμηλο, οι μαρξιστές ιστορικοί Κορδάτος, Σκαρίμπας, Καρανικόλας.

Σε άρθρο, που δημοσίευσε ο αείμνηστος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Περικλής Βιζουκίδης με θέμα: «Η Εκκλησία και ο ιερός αγών», αποκαλύπτει ότι «υπέγραφαν μεν ο πατριάρχης και οι συνοδικοί το αφοριστικό έγγραφο, «διότι ευρίσκοντο προ του φοβερού διλήμματος ή να αποδοκιμάσωσι και αφορίσωσι έργον άγιον και ιερόν, εις ο και αυτοί ήσαν μεμυημένοι και συνεργάται ή να απολέσωσι όχι εαυτούς, άπαγε, περί αυτών ουδείς λόγος, ως το απέδειξαν ολίγον βραδύτερον, αλλά το ταλαίπωρον έθνος, εναντίον του οποίου θα εστρέφετο, ως ηπείλει, η σουλτανική οργή και λύσσα». Στη συνέχεια δε, κατά τον καθηγητή Βιζουκίδη, την ίδια νύκτα μετά την υπογραφή του αφορισμού, ο πατριάρχης μαζί με τους δώδεκα συνοδικούς αρχιερείς κατέβηκαν στον πατριαρχικό ναό και σε ειδική μυστική τελετή, εν μέσω λυγμών και δακρύων έλυσαν και ακύρωσαν τον αφορισμό «επευλογούντες νοερώς τα όπλα των υπέρ πίστεως και Πατρίδος αγωνιζομένων αδελφών»8.

Υπάρχει, επίσης, επιστολή του ιδίου του πατριάρχου Γρηγορίου προς το δραστήριο μέλος της φιλικής Εταιρείας, τον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα, στην οποία του συνιστά να τηρεί απέναντι του τυράννου την διπλωματική αυτή τακτική. Το κείμενο της επιστολής, όπου φαίνεται επίσης ότι ο πατριάρχης τελούσε εν γνώσει των προετοιμασιών διά την εξέγερση, έχει ως εξής : «Αμφοτέρας τας τιμίας επιστολάς, διά του αγαθού πατριώτου Φούντα Γαλαξειδιώτου, ασφαλώς εδεξάμην και τους εν αυταίς τιμίους σου λόγους έγνων. Εχεμυθίας, αδελφέ, μεγίστη χρεία και προφύλαξις περί παν διάβημα. οι γαρ χρόνοι πονηροί εισί και εν τοις φιλοπατριώταις έστι και μοχθηρών ζύμη, αφ’ ης ως από ψωραλέου προβάτου φυλάττεσθε. Κακόν γαρ πολλοί μηχανώνται διά το της φιλοπλουτίας έγκλημα. Διό την αγαθήν εξελέξω μερίδα κοινολογών μοι, εμπιστευμένοις πατριώταις, τα εχε-μυθίας δεόμενα. Οι Γαλαξειδιώται, ους επιστέλλεις μοι συνεχώς, πεφροντισμένως ενεργούσι, και αφ’ ων έγνων αδύνατον αντί παντός τιμίου ουδ’ ελάχιστον λόγον έρκος οδόντων φυγείν. ου μόνον τα σα, αλλά και τα των εν Μωρέα αδελφών γράμματα κομίζουσί μοι. Η του Παπανδρέα πράξις πατριωτική μεν τοις γινώσκουσι τα μύχια, κατακρίνουσι δε οι μη ειδότες τον άνδρα. Κρύφα υπερασπίζου αυτόν, εν φανερώ δε άγνοιαν υποκρίνου, έστι δε ότε και επίκρινε τοις θεοσεβέσιν αδελφοίς και αλλοφύλοις. Ιδία πράυνον τον Βεζύρην λόγοις και υποσχέσεσιν, αλλά μη παραδοθήτω εις λέοντος στόμα. Άσπασον συν ταις εμαίς ευχαίς τους ανδρείους αδελφούς, προτρέπων εις κρυψίνοιαν διά τον φόβον των Ιουδαίων. Ανδρωθήτωσαν ώσπερ λέοντες και η ευλογία του Κυρίου κρατυνεί αυτούς, εγγύς δε έστι του Σωτήρος το Πάσχα. Αι ευχαί της εμής μετριότητος επί της κεφαλής σου αδελφέ μου Ησαΐα. Γεώργει ακαμάτως και όλβια γεώργια δώσει σοι ο Πανύψιστος».

Καλύτερα, όμως, από κάθε άλλον τον εικονικό και παραπλανητικό χαρακτήρα του αφοριστικού εγγράφου αντε¬λήφθη η Υψηλή Πύλη, η οποία εκτός του ότι εξόρισε και τελικώς φόνευσε τον ατυχή πρωθιερέα των Τούρκων, διότι πίστεψε τους απίστους ραγιάδες, οδήγησε τελικώς μετά από πολλά μαρτύρια πολλούς αρχιερείς στον θάνατο, κορυφαίο δε και πρώτο μεταξύ αυτών τον πατριάρχη Γρηγόριο, αμέσως μετά τη λειτουργία του Πάσχα, στις 10 Απριλίου του 1821. Απαγχονίσθηκε στη μεσαία πύλη της εισόδου του Πατριαρχείου. Επάνω στο στήθος «ην η αιτία αυτού γεγραμμένη», κρεμάσθηκε το εκτενές καταδικαστικό έγγραφο, ο γιαφτάς, που και μόνο αρκεί να συντρίψει σε χίλια κομμάτια τις γραφίδες των στρατευμένων διαστροφέων της ιστορίας μας. Μεταξύ άλλων έγραφε και τα εξής : «Ο άπιστος πατριάρχης των Ελλήνων αδύνατον να θεωρηθή αλλότριος των στάσεων του έθνους του… Αλλ’ εξ αιτίας της διαφθοράς της καρδίας του, όχι μόνο δεν ειδοποίησεν, ουδ’ επαίδευσε τους απατηθέντας, αλλά καθ’ όλα τα φαινόμενα ήτο και ο ίδιος αυτός, ως αρχηγός, μυστικός συμμέτοχος της επαναστάσεως. Είμεθα πληροφορημένοι ότι εγεννήθη ο ίδιος εν Πελοποννήσω και ότι είναι συνένοχος όλων των αταξιών, όσας οι αποπλανηθέντες ραγιάδες έπραξαν κατά την επαρχίαν των Καλαβρύτων. Ούτος, λοιπόν, είναι αίτιος του παντελούς αφανισμού, τον οποίον μέλλουν διά της θείας βοηθείας να πάθωσιν οι αποπλανηθέντες ραγιάδες. Επειδή δε εβεβαιώθημεν πανταχόθεν περί της προδοσίας του όχι μόνον εις βλάβην της Υψηλής Πύλης, αλλά και εις όλεθρον του ιδίου έθνους του, ανάγκη ήτο να λείψη ο άνθρωπος ούτος από του προσώπου της γης και διά τούτο εκρεμάσθη προς σωφρονισμόν των άλλων».

6. Ο απαγχονισμός του Πατριάρχου επιδρά ευνοϊκά στον αγώνα

Η σύγχυση και το μίσος του σουλτάνου τον οδήγησαν στην πράξη του απαγχονισμού του πατριάρχου, που έφερε ευνοϊκά για τον αγώνα αποτελέσματα, όπως άλλωστε είχε προβλέψει προφητικά ο ηρωικός εθνομάρτυς. Η επίσημη Ευρώπη, που κυριαρχoύνταν από τον μισελληνισμό του Μέττερνιχ και της Ιεράς Συμμαχίας, αρχίζει για πρώτη φορά να βλέπει με συμπάθεια το ελληνικό ζήτημα. Ο φιλελληνισμός φουντώνει. Οι Έλληνες αντί να καμφθούν και να σωφρονισθούν, ξεσηκώθηκαν και αγρίεψαν περισσότερο ζητώντας εκδίκηση, γιατί στο πρόσωπο του πατριάρχου θεώρησαν ότι ατιμάζεται και περιφρονείται το Γένος των Ορθοδόξων Ρωμιών.

7. Οι τιμές της Ρωσίας και της Ελλάδος προς το λείψανο του πατριάρχου

Μετά τον απαγχονισμό επί τρεις ημέρες έμεινε το άγιο σκήνωμα του εθνομάρτυρος στα χέρια του αγρίου όχλου και των Εβραίων, μέχρις ότου στις 13 Απριλίου το έριξαν στη θάλασσα του Κερατίου κόλπου. Το Σάββατο του Θωμά, 16 Απριλίου, ανέλπιστα προσκολλήθηκε στο πλοίο του εκ Κεφαλληνίας Νικ. Σκλάβου και μέσα στη γενική του πληρώματος συγκίνηση μεταφέρθηκε στην Οδησσό. Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η θαυμαστή ιστορία της αποδόσεως πρωτοφανών στο λείψανο του πατριάρχου τιμών. Ο άγιος Γρηγόριος ξεφεύγει πλέον από τα πλαίσια των ανθρωπίνων νόμων, της ανθρωπίνης εκτιμήσεως, και εισάγεται από την πρόνοια του Θεού στα άγια των αγίων του Γένους. Αντί των χλευασμών και της καταφρόνιας, που δοκίμασε ζων, απολαμβάνει τώρα νεκρός τις τιμές, που του άξιζαν.

Συνεγείρεται η Οδησσός στο άκουσμα ότι έρχεται το λείψανο του πατριάρχου. Η αυτοκρατορική Ορθόδοξη Ρωσία σε συμφωνία με το λαϊκό αίσθημα οργάνωσε την υποδοχή και τίμησε το λείψανο, όπως ταίριαζε στον οικουμενικό της Ορθοδοξίας πατριάρχη. Στην Οδησσό εξεφώνησε δύο θαυμασίους προς τον πατριάρχη λόγους, επικήδειο και μετά ένα χρόνο επιμνημόσυνο, ο μεγάλος ρήτωρ και διδάσκαλος του Γένους Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων.

Πενήντα χρόνια αργότερα, το νέο πλέον ελληνικό κράτος ενέκρινε, με απόφαση της Βουλής, αίτημα του μητροπολίτου Αθηνών Θεοφίλου, το 1871, να μεταφερθούν από τη Ρωσία τα λείψανα του πατριάρχου στην ελεύθερη πατρίδα. Πολυμελής αντιπροσωπεία, αφού επιβιβάσθηκε στο πλοίο «Βυζάντιο», έφθασε στην Οδησσό, όπου επί τη αναχωρήσει του λειψάνου επαναλήφθηκαν οι λαμπρές τελετές, που έλαβαν χώρα κατά την άφιξή του. Στην Αθήνα ήταν συγκινητική στο έπακρο και πάνδημη η υποδοχή. Είχαν φθάσει στον Πειραιά στις 14 Απριλίου του 1871. Οι βασιλείς, η Ιερά Σύνοδος, η κυβέρνηση, και πλήθη παραληρούντος λαού απέδωσαν τιμές και υποδέχθηκαν σε ελεύθερο έδαφος τον πρωτομάρτυρα της ελευθερίας, όπως προφητικά και πάλι είχε προβλέψει. Το λείψανο τοποθετήθηκε στον μητροπολιτικό ναό Αθηνών, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα, το επόμενο δε έτος επαναλήφθηκαν οι τιμητικές εκδηλώσεις, όταν έγινε η αποκάλυψη του ανδριάντα στα προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών, οπότε απήγγειλε, το συγκλονιστικό του ποίημα ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης9. Επιστέγασμα δε αυτής της τιμής ήταν η απόφαση της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία, αφού συνήλθε στις 8 Απριλίου του 1921 σε έκτακτη συνεδρία, αποφάσισε την ένταξη του Ιεράρχου Γρηγορίου στο αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας10 με αφορμή τη συμπλήρωση εκατονταετίας από του μαρτυρικού του θανάτου, ενώ το ίδιο έτος ο σοφός καθηγητής Χρ. Ανδρούτσος εξεφώνησε θαυμάσιο πανηγυρικό.
Πότε εξαφανίζεται ένα έθνος;

Δύο είναι στην μακραίωνα εκτίμηση των ιστορικών του πολιτισμού τα στοιχεία, που προαγγέλλουν την επερχόμενη καταστροφή ενός έθνους. α) η έλλειψη ικανών ηγετών και β) η αποξένωση του λαού από τα ιερά και τα όσια της φυλής. Όταν παρατηρείται το ένα από τα δύο μόνον, υπάρχει ελπίς αποφυγής του αφανισμού. Εμπνευσμένοι ηγέτες μπορούν και μόνοι τους, όταν δεν είναι απλοί δημαγωγοί, να εκφράσουν την εθνική αυτοσυνειδησία, να κλείσουν μέσα τους όλο το παρελθόν και να το ζωντανέψουν στις καρδιές ενός λαού, που έχει ξεχάσει την ιστορία του, έχει ισοπεδώσει τα πνευματικά του ενδιαφέροντα με τη μέριμνα της καθημερινότητας, του γλεντιού και των απολαύσεων. Αυτό δεν έκαναν οι προφήτες και οι κριτές του Ισραήλ με τον καυστικό και θαρραλέο τους λόγο, εναντίον των επιθυμιών και των θελήσεων των αρχόντων και του λαού; Αυτό δεν έκαναν οι μεγάλες και ηρωικές μορφές των αγίων και Πατέρων της Εκκλησίας και του Γένους, που σαν άλλοι προφήτες οδήγησαν με δριμείς ελέγχους σε αυτοσυνειδησία και επίγνωση; Όταν πάλι ο λαός βρίσκεται σε σωστή πορεία, και οι άρχοντες τον παραπλανούν, γρήγορα τους απομονώνει και τους απορρίπτει, αναδεικνύοντας μέσα από τα σπλάχνα του νέους λαοπρόβλητους και ικανούς ηγέτες. Αλλοίμονο, όμως, αν συμβεί ηγεσία και λαός να βρεθούν σε καταστροφική για το Γένος πορεία. Τότε η σωτηρία από τον Θεό μόνο πρέπει να ελπίζεται.

Το εικονοστάσι του Γένους ξηλώνεται από νέους εικονομάχους

Οι περισσότεροι από τους Ορθοδόξους Ρωμιούς σήμερα, ιδίως οι Έλληνες συμφωνούμε ότι κάτι επικίνδυνο κυοφορείται στο σώμα και πιο πολύ στο πνεύμα του πολιτισμού μας. Δεν γονιμοποιείται πλέον από υγιείς δυνάμεις ο πνευματικός μας βίος. Ξέφραγο αμπέλι η παιδεία μας ταλανίζεται από εκθεμελιωτικές και καταστροφικές δυνάμεις. Υβρίζεται και παραχαράσσεται η εθνική μας ιστορία, σπιλώνονται και συκοφαντούνται μεγάλες μορφές, δεν διαβάζεται πια το συναξάρι του Γένους, στην ιερή μνήμη των προγόνων μας σπάνια τελούμε μνημόσυνα. Μία αδίστακτη εικονοκλαστική κίνηση κατεβάζει από το εικονοστάσι του Γένους τις τιμημένες μορφές μαρτύρων και ηρώων. Βεβηλώνονται οι μνήμες των διδασκάλων. Ο χαρακτήρας του μαθήματος των θρησκευτικών από ορθόδοξος, κατηχητικός και ομολογιακός μεταβάλλεται σε θρησκειολογικός, πανθρησκειακός. Γνωστοί αιρετικοί σχεδόν αμετανόητοι μεταπατερικοί κύκλοι ζητούν τον απογαλακτισμό της Ορθοδοξίας και της Εκκλησίας από τη Ρωμιοσύνη και το Έθνος.

Αυτή η ιεροσυλία και τυμβωρυχία είναι πιο βδελυρές από τις βεβηλώσεις των τάφων, γιατί προσβάλλουν και εξευτελίζουν το πνεύμα τους, μα και γιατί δεν γίνονται από αλλοεθνείς, αλλά από ομοθρήσκους γενιτσάρους. Και είναι όλα αυτά η de facto εφαρμογή ενός παλαιού σχεδίου εκπεφρασμένου από τα χείλη του εβραϊκής καταγωγής Αμερικανού Χένρυ Κίσσιγκερ, πρώην υπουργού Εξωτερικών των Η.Π.Α., ανθέλληνος και μισέλληνος, σχετικά με το ελληνικό έθνος και την ορθόδοξη πίστη του : «Ο ελληνικός λαός είναι δυσκολοκυβέρνητος και γι’αυτό πρέπει να τον πλήξουμε βαθειά στις πολιτιστικές του ρίζες. Τότε ίσως συνετισθεί. Εννοώ δηλ. να πλήξουμε τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα πνευματικά και ιστορικά του αποθέματα, ώστε να εξουδετερώσουμε κάθε δυνατότητά του να αναπτυχθεί, να διακριθεί, να επικρατήσει, για να μη μας παρενοχλεί στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή, σε όλη αυτή τη νευραλγική περιοχή μεγάλης στρατηγικής σημασίας για’μας, για την πολιτική των Η.Π.Α.». Όλ’ αυτά δεν συμβαίνουν μακρυά μας. καθημερινά τα συναντούμε σε πολλές εφημερίδες και σε φθηνές εκδόσεις βιβλίων, που κατακλύζουν τα βιβλιοπωλεία. Μπαίνουν, χωρίς την άδειά μας, στα σχολικά των παιδιών μας βιβλία, αλλά χωρίς ντροπή και μέσα στα σπίτια μας με την τηλοψία, παραβιάζοντας την πανάρχαια ιερότητα της οικογενειακής εστίας, το οικογενειακό άσυλο. Και ανεχόμαστε όλους αυτούς τους βιαστές και διαφθορείς της εθνικής μας μνήμης, της εθνικής μας ταυτότητος, των ιερών και οσίων της φυλής μας, χωρίς καμμία αντίδραση.

Θα ξαναζωντανέψει το κρυφό σχολειό

Ανεχόμαστε να υβρίζεται περισσότερο των άλλων η ιερή μνήμη του κορυφαίου πρωτομάρτυρος της Εκκλησίας και του Γένους στην εθνική εξέγερση του 1821, του πατριάρχου και εθνάρχου Γρηγορίου του Ε΄. Επιχειρούν ασύστολα να πλήξουν στο πρόσωπό του την Εκκλησία, να μειώσουν την επίδρασή της, να την τοποθετήσουν, αν μπορέσουν, στο περιθώριο της πνευματικής και πολιτιστικής ζωής του έθνους, ώστε ανενόχλητοι να οικοδομήσουν τα δικά τους πολιτιστικά και πολυπολιτισμικά μοντέλα. Και είναι αυτή η μεθοδευμένη εναντίον της Εκκλησίας επίθεση απ’ όλους τους Κορδάτους, Κολλάτους, Καρατζαφέρηδες, Καρανικόλες και Σκαρίμπες, η μεγαλύτερη απόδειξη ότι την φοβούνται και την υπολογίζουν σαν την μόνη ικανή, συγκροτημένη και οργανωμένη, με αιώνων πείρα και θεϊκή ισχύ, δύναμη που μπορεί να σταθεί εμπόδιο στα σχέδιά τους. Να καλέσει το λαό σε επαγρύπνηση, να ανοίξει διάπλατα τις πόρτες της, για να καταφύγει εκεί μέσα πάλι των ελευθέρων πολιτικά Ελλήνων το δουλωμένο πνεύμα, να ξαναλειτουργήσει τα κρυφά σχολειά, για να αποδείξει στην πράξη στους ανιστόρητους ιστορικούς ότι δεν είναι θρύλος και παραμύθι το κρυφό σχολειό, όπως το παρουσιάζουν τελευταία, αλλά αναμφίβολη πραγματικότητα, που την διέσωσε η λαϊκή συνείδηση στο τραγούδι «Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ, να πηγαίνω στο σχολειό κ.τ.λ.», την έψαλε ο ποιητής μας Ιωάννης Πολέμης στο θαυμάσιο ομώνυμο ποίημά του «Απ’ έξω μαυροφόρα απελπισιά…» και την απεικόνισε ο μεγάλος μας ζωγράφος Νικ. Γύζης, στη γνωστή παράσταση του Κρυφού Σχολειού, με τους μαθητές γύρω από τον δάσκαλο Καλόγηρο.

Επισυμβαίνει μπροστά στα μάτια όλων μας ένας πνευματικός εξανδραποδισμός των νέων μας, μια μεθοδευμένη από ξένα κέντρα αποφάσεων εθνική απονεύρωση, μία γενοκτονία της μνήμης και της εθνικής ιστορίας. Σε λίγο καιρό οι νέες γενιές θα νοιώθουν ή μάλλον ήδη νιώθουν ξένες και αλλοτριωμένες από τα ιδανικά, που πυρπολούσαν μέχρι τώρα τους Έλληνες και εξασφάλιζαν την εθνική τους επιβίωση. Οι νέοι μας θα ετοιμάζονται σαν νέοι γενίτσαροι. Ελπίζουμε ότι με την Χάριν και το έλεος του Αγίου Τριαδικού Θεού και με την πάνδημη μετάνοια κλήρου, αρχόντων και αρχομένων γρήγορα να συνέλθουμε. Η ειλικρινής μετάνοια για τις αμαρτίες μας και η συγχώρεση όλων, ιδίως των εχθρών, καθίσταται αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε. Μόνο έτσι θα ξεκινήσει η ανάκαμψη και η υπέρβαση της κατευθυνομένης εκ της Μασονίας και του Σιωνισμού παγκοσμίου πνευματικής, ηθικής και οικονομικής κρίσεως. Αδήριτη, επίσης, είναι η ανάγκη της εκπληρώσεως του Τάματος του Έθνους, της ανεγέρσεως του μεγαλοπρεπούς Ναού του Σωτήρος, και όχι του σχεδιαζομένου μουσουλμανικού τεμένους, προς αναθέρμανση και αναζωπύρωση της Ελληνορθοδόξου ταυτότητος, ιδιοπροσωπείας και μνήμης μας.
Από ‘δω και στο εξής δεν πρέπει να επιτρέψουμε να ευδοκιμήσουν η ύβρη, η αγνωμοσύνη και η προδοσία. Η δόξα του εθνομάρτυ¬ρος Γρηγορίου, δόξα και τιμή του ιδίου του έθνους, πρέπει να προστατευθεί από τους λασπολόγους αρνητές, γιατί έτσι προστατεύεται και η ιστορία. Είναι καιρός να αναστήσουμε την ιστορική αλήθεια, να αποκαταστήσουμε, μαζί με τους θραυσμένους ανδριάντες, τις ιερές μνήμες των μεγάλων μορφών της εθνικής μας ιστορίας.

Τελειώνουμε την σημερινή ταπεινή ομιλία μας με την προφητεία του μακαριστού αγίου Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου : «Μετά την μπόρα την δαιμονική, θα έλθει η λιακάδα η θεϊκή».
Ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας!

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Αποσπάσματα από το βιβλίο Ιεράρχες-Εθνάρχες και Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ στη συνείδηση του Γένους του ομοτίμου καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, αιδεσιμολογιωτάτου πρωτοπρεσβυτέρου π. Θεοδώρου Ζήση.
2. Βλ. σχετικώς τη μελέτη της Χριστίνας Μπουλάκη-Ζήση, που αναφέρεται σε ένα συνεργάτη του πατριάρχου στα εκπαιδευτικά προγράμματα, τον Ιλαρίωνα Σιναΐτη, και δίνει συγχρόνως μία γενική εικόνα της καταστάσεως για την παιδεία. Ο τίτλος της μελέτης είναι. Ιλαρίων Σιναΐτης, Μητροπολίτης Τυρνόβου. Η ζωή και το έργο αυτού, Θεσσαλονίκη 1983. Πολύ καλή εικόνα για τη συμβολή της Εκκλησίας και του Γρηγορίου Ε’ στην οργάνωση της Παιδείας του Γένους δίδει ο Μ. Γεδεών, Η πνευματική κίνησις του Γένους κατά τον ιη’ και ιθ’ αιώνα, Αθήνα 1976. Απογοητευτική είναι η εικόνα που δίδει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, διότι στηρίζεται η ανάλυση στις απόψεις των «διαφωτιστών», των παλαιών και νέων οπαδών του Αδαμ. Κοραή. Γράφει ο Μ. Γεδεών (ενθ’ ανωτ., σελ. 292-223). «Την υπέρ των γραμμάτων και σχολείων φροντίδα και εποπτείαν ταύτην η Μ. Εκκλησία ήσκει ουχί συνιστώσα μόνον, ουχί την ίδρυσιν ευλογούσα, αλλά και παρακελευομένη προς σπουδήν των γραμμάτων και παρορμώσα προς επανίδρυσιν εκπαιδευτηρίου τινός υπό χρονικής επηρείας εις νάρκωσιν περιπεσόντος. Ούτως εφρόντισε περί της ανασυστάσεως της εν τω παρελθόντι αιώνι τοσούτον κλέος αραμένης αθωνιάδος ακαδημίας, τω μεν 1800 διά της εις Άγιον Όρος εξαρχικής αποστολής του επισκόπου Σταγών Παϊσίου του Θεσσαλού, προ πεντήκοντα δε σχεδόν ετών επί της πρώτης πατριαρχείας του αειμνήστου Γερμανού Δ΄ του από Δέρκων, διά γραμμάτων ιδιωτικών και επισήμων. Διά τοιούτων εγκυκλίων ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ ο από Σμύρνης εν τε τη δευτέρα και τη τρίτη αυτού πατριαρχεία συνεβούλευε και προέτρεπε και προς ίδρυσιν εκπαιδευτηρίων, και προς ορθήν εκπαίδευσιν, νουθετών μετά της περί αυτόν ιεράς συνόδου, όπως αποφεύγωσιν οι μαθηταί και διδάσκαλοι τας τότε επιπολαζούσας ετεροδιδασκαλίας, αποτρέπων από της μακράς σπουδής επιστημών τίνων, ας εδίδασκον άνθρωποι, η σπουδάσαντες επιπολαίως εν τη Δύσει, ή παρασυρόμενοι υπό του διασυρίζοντος ηδέως πνεύματος της μεγάλης Γαλλικής Επαναστάσεως». Διά τον επιθυμούντα να μελετήση τα της Τουρκοκρατίας και της συμβολής του Οικουμενικού Πατριαρχείου απαραίτητες είναι οι πολλές αμερόληπτες ιστορικές μελέτες του Τ. Γριτσοπούλου.
3. Ανάλυση κριτική για την ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας της τότε εποχής βλ. Θ. Ζήση, Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος, Βίος-συγγράμματα-διδασκαλία, Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 186 κ.ε.
4. Περί των Φαναριωτών γράφει με θαυμασμό ο Επαμ. Σταματιάδης, Βιογραφίαι των Ελλήνων Μεγάλων Διερμηνέων του Οθωμανικού Κράτους, Αθήνα 1865, Θεσσαλονίκη 1973, υπό Π. Πουρναρά, σελ. 14-15. «Φαναριώται! όνομα προφερόμενον σήμερον παρά τινων αγνοούντων ή μη επισταμένως μελετησάντων την πάτριον ιστορίαν μετά φρίκης! Φαναριώται! όνομα θεωρούμενον σήμερον παρά πολλών ως συνώνυμον της χαμερπείας, ιταμότητος και πάσης κακοηθείας. Και όμως, αν ήμεθα δίκαιοι, οφείλομεν να θαυμάσωμεν τους μεγάλους εκείνους άνδρας, οίτινες ενώ όλη η Ελλάς εκοιμάτο τον βαρύν της δουλείας και απαιδευσίας ύπνον, μόνοι αντεπροσώπευον την ελληνικήν ευφυΐαν, εκράτουν εν τη παλάμη των την τύχην αχανούς αυτοκρατορίας, εκόλαζον τας κατά των ομογενών των αγρίας ορέξεις του φανατισμού και της βαρβαρότητος, εκαλλιέργησαν τας Μούσας διά τρόπου αξιοθαυμάστου, προσέφεραν δείγματα πατριωτισμού καταπληκτικού, και διά του αίματος αυτών εξηγίασαν βίον εθνικόν και αμώμητον. Ίσως και μεταξύ αυτών ευρέθησάν τινες έχοντες ελλείψεις (και τις άνθρωπος ο μη έχων τοιαύτας!) αλλ’ αι ελλείψεις αύται εξαφανίζονται εν τη πληθύι των αρετών, ουδέ δύναται να μη συνομολογήση τις ότι μέρος της εθνικής της υπάρξεως οφείλει η Ελλάς εις τους λεγομένους Φαναριώτας».
5. Δημοσιεύθηκε το 1983 στον τύπο ότι ο πάπας Παύλος ο ΣΤ΄ αποκατέστησε επί τέλους στη συνείδηση των Παπικών τα θύματα της Γαλλικής Επαναστάσεως, ανακηρύσσοντας σε οσίους και μάρτυρες πολλούς κληρικούς και μοναχούς που σφαγιάσθηκαν από τους επαναστάτες.
Συμπληρώνοντας το 2002 τα όσα το 1983 έγραφε ο π. Θεόδωρος Ζήσης για τη Γαλλική Επανάσταση παραθέτει όσα γράφει ο Russel Le¬wis σε άρθρο του, που δημοσιεύθηκε στη Wall Street Journal επ’ ευκαιρία της 14ης Ιουλίου, επετείου της Γαλλικής Επαναστάσεως.
Το άρθρο είχε τίτλο «Δεν υπάρχει τίποτε να γιορτάσουμε την ημέρα της κατάληψης της Βαστίλλης». Αναδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα», Κυριακή 14 Ιουλίου 2002. Καταλήγει με τα εξής: «Πολιτικά το κύριο δημιούργημα της Επανάστασης ήταν ένα κράτος πολύ πιο απολυταρχικό από αυτό του Λουδοβίκου ΙΔ’. Οι αγρότες πραγματικά απηλλάγησαν από τις φεουδαρχικές οφειλές και τη δεκάτη και πολλοί από αυτούς έγιναν κύριοι της γης τους, έχασαν όμως και τα φεουδαρχικά δικαιώματά τους στο σιτηρέσιο και στον θερισμό. Οι πλουσιώτεροι αγρότες και οι κερδοσκόποι κέρδισαν, οι πιο φτωχοί αγρότες έγιναν φτωχότεροι από ποτέ. Και βέβαια όλες οιτάξεις υπέφεραν εξίσου με τις επιστρατεύσεις, που πήραν τους γιους τους για να μη γυρίσουν ποτέ πίσω ή για να γυρίσουν ανάπηροι. Αυτό ήταν ένα βάρος πολύ πιο τυραννικό από τα όσα είχε επιβάλει το σήμερα διασυρόμενο παλαιό καθεστώς και αναπαρήχθη από πολλά κράτη, επιταχύνοντας έτσι τον κατήφορο στον καθολικό πόλεμο. Η απεχθέστερη κληρονομιά της Γαλλικής Επανάστασης δεν ήταν ωστόσο αυτή. ήταν η αντίληψη ότι τα δύσκολα πολιτικά προβλήματα λύνονται καλύτερα διά της βίας. Στη χειρότερη μορφή της είναι η θεωρία ότι μια ενάρετη ή πεφωτισμένη ελίτ έχει το δικαίωμα -για το καλό του λαού- να επιβάλλει τις απόψεις της με την τρομοκρατία. Είναι μια κληρονομιά για την οποία μετανιώνουμε όλοι σήμερα. Καλή επέτειο!»
6. Σε επίσημο δελτίο της ΟΛΜΕ (Μάρτης 1983) σε κύριο άρθρο με τίτλο «25 Μαρτίου 1821: εθνική λαϊκή εξέγερση» διαστρέφουν το νόημα της επαναστάσεως λέγοντας ότι «το αίτημα για εθνική ανεξαρτησία και ολοκλήρωση συνδυαζόταν στενά με το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη και αποκατάσταση των πλατιών λαϊκών μαζών, με πρωτοπορία την εξεγερμένη αγροτιά, που κύριος στόχος της ήταν η αναδιανομή της γης, τους βιοτέχνες και τους μικρεμπόρους. Εμπόδιο στα αιτήματα αυτά ήταν όχι μόνο η Τουρκική κυριαρχία, αλλά και τα ντόπια φεουδαρχικά δεσμά των κοτζαμπάσηδων, που αντιστρατεύονται οποιαδήποτε κοινωνική εξέλιξη που θα έθετε σε κίνδυνο τα προνόμιά τους. Οι κοτσαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος στην πλειοψηφία τους είτε σύρθηκαν στην επανάσταση, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά μπροστά στο γενικό ξεσηκωμό, είτε προσχώρησαν υστερόβουλα αποβλέποντας σε μια νέα μορφή κυριαρχίας πάνω στον επαναστατημένο λαό».
7. Από το μοναστήρι, από τον ηγούμενο μαθαίνει ο λαός το μυστικό του ξεσηκωμού, όπως τραγουδά ο ίδιος σε δημοτικό τραγούδι. Στόχος δεν είναι να διώξουν τους Κοτζαμπάσηδες και τους δεσποτάδες, αλλά τον αλλόθρησκο και αλλοεθνή κατακτητή:
Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λεν τ’ αηδόνια κρυφά το λέει ο Γούμενος από την Άγια Λαύρα. Παιδιά για μεταλάβετε, για ξεμολογηθήτε, δεν είν’ ο περσινός καιρός κι ο φετεινός χειμώνας, μας ήρθ’ η άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο, γιατί σηκώθη πόλεμος και πολεμούν τους Τούρκους. Να διώξουμ’ όλη την Τουρκιά ή να χαθούμε ούλοι.
8. Περικλή Βιζουκίδη, καθηγητού Παν/μίου Θεσ/νίκης, «Η Εκκλησία και ο ιερός άγων», εν Γρηγόριος Παλαμάς 21 (1937) 141-143.
9. Τ. Κανδηλώρου, ένθ’ ανωτ., σελ. 247-248.
10. Πολύ συγκροτημένο είναι το αγιολογικό άρθρο του Μπεκατώρου, στην Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, όπου βρίσκει κανείς τις σχετικές πληροφορίες.

impantokratoros.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Γρηγόριος Ε’ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Απριλίου, 2013

img1730484Εορτάζει στις 10 Απριλίου εκάστου έτους.

Ἐν ἀγχόνη κὰν τέθνηκας Πατριάρχα,

ὁμως γε ἀεὶ ζῆς ἐν Ἐδὲμ τῇ θείᾳ.

Τῇ δεκάτῃ Πατριάρχης θῦμα γέγον’ οὕνεκα Ἔθνους.

Βιογραφία

Ο Άγιος Γρηγόριος, κατά κόσμο Γεώργιος Αγγελόπουλος, γεννήθηκε στη Δημητσάνα το έτος 1745 μ.Χ., από ευσεβείς και ενάρετους γονείς, τον Ιωάννη και την Ασημίνα. Το 1767 μ.Χ. μετέβη στη Σμύρνη, κοντά στον θείο του εκκλησιάρχη Μελέτιο, παρακολουθώντας μαθήματα στην Ευαγγελική Σχολή.

Στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στην Πάτμο από τον Δανιήλ Κεραμέα. Μετά τις σπουδές του ήλθε στην αυτοκρατορική μονή της Μεταμορφώσεως των Στροφάδων νήσων, όπου εκάρη μοναχός λαμβάνοντας το όνομα Γρηγόριος. Από εκεί τον κάλεσε ο Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος και τον χειροτόνησε αρχιδιάκονό του. Όταν αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, επέστρεψε στη Δημητσάνα και έδωσε 1.500 γρόσια για την στέγαση των απόρων φοιτητών.

Ο Άγιος Γρηγόριος μυήθηκε στην Φιλική εταιρεία από τον Ιωάννη Φαρμάκη περί τα μέσα του έτους 1818 μ.Χ. στο Άγιον Όρος. «Ἔδειξεν εὐθὺς ζωηρότατον ἐνθουσιασμὸν ὑπὲρ τοῦ πνεύματος αὐτῆς» και «ηὐχήθη ἀπὸ καρδίας», για την επιτυχία του σκοπού της.

Στις 19 Αυγούστου 1785 μ.Χ. εκλέγεται οικουμενικός Πατριάρχης και παραμένει στον πατριαρχικό θρόνο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1798 μ.Χ..

Κατά το έτος αυτό καθαιρείται από την Πύλη, διότι θεωρήθηκε ανίκανος να διατηρήσει την υποταγή των Χριστιανικών λαών κάτω από τον Τουρκικό ζυγό και εξορίζεται στο Άγιον Όρος. Το 1818 μ.Χ. κλήθηκε για τρίτη φορά στον Οικουμενικό θρόνο, στον οποίο και παρέμεινε μέχρι την ημέρα του μαρτυρικού του θανάτου.

Ο Κωνσταντίνος Κούμας αναφέρει ότι ο Άγιος Γρηγόριος δεν ήταν μόνο «σεμνὸς τὸ ἦθος, λιτὸς τὴν δίαιταν, ταπεινὸς τὴν στολήν, ζηλωτὴς τῆς πίστεως, δραστηριότατος εἰς ὅλα τὰ ἔργα του», αλλά ήταν και «ἄκαμπτος εἰς τᾶς ἰδέας του καὶ δὲν τὸν ἔμελε διὰ κανὲν ἐναντίων, ὅταν ἀπεφάσιζε τίποτε». Και ο Γρηγόριος αποφάσισε. Έταξε ως σκοπό στην ζωή του να υπηρετήσει πιστά το δούλο Γένος και να βοηθήσει με όλες τις δυνάμεις του και με την ζωή του στην απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό. Για την πραγματοποίηση του σκοπού του χρησιμοποιούσε όλη του τη διπλωματική δεξιοτεχνία.

Στην προσπάθειά του ο Εθνομάρτυρας να διασώσει τον Ελληνικό πληθυσμό από την σφαγή και συγχρόνως να παραπλανήσει τον Σουλτάνο και να δώσει την ευκαιρία στους αγωνιστές να εργάζονται ανενόχλητοι, αναγκάσθηκε να αφορίσει τους επαναστάτες.

Συντριπτική απάντηση στους κατήγορους του Γρηγορίου θα δώσει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης με τις οδηγίες που έστειλε από το Κισνόβιο της Βεσσαραβίας στους αρχηγούς της Πελοποννήσου: «Ὁ μὲν Πατριάρχης βιαζόμενος παρὰ τῆς Πόρτας σᾶς στέλλει ἀφοριστικὸ καὶ ἐξάρχους, παρακινώντας σας νὰ ἑνωθῆτε μὲ τὴν Πόρταν. Ἐσεῖς ὅμως νὰ θεωρῆτε ταῦτα ὡς ἄκυρα καθόσον γίνοντα μὲ βίαν καὶ δυναστείαν καὶ ἄνευ θελήσεως τοῦ Πατριάρχου». «Ἂς μὴν λησμονήσωμεν ὅτι ὑπάρχουν περιστάσεις καθ’ ἃς ἀπαιτοῦνται θυσίαι μεγαλύτεραι καὶ αὐτῆς τῆς θυσίας τῆς ζωῆς καὶ ὅτι ἐνίοτε ἡ μαρτυρικὴ ζωὴ εἶναι πικρότερον ἀλλὰ πλέον ἐπιβεβλημένον καθῆκον καὶ αὐτοῦ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Καὶ αὐτὴν τὴν ὑπέρτατην θυσίαν προσέφερεν ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης, ὅστις συνησθάνθη συναίσθημα πικρότερον καὶ αὐτοῦ τοῦ θανάτου, ὅταν θυσιάζων πάντα ἐγωισμὸν καὶ ἀποβλέπων εἰς τὸ ἀληθινὸν συμφέρον, ἠναγκάσθη νὰ θέση τὴν ὑπογραφὴν του κάτωθι ἐγγράφου καταδικάζοντας τὸ κίνημα, ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ὁποίου ὁλοψύχως ηὔχετο καὶ εἰργάζετο. Ὑπογράφων, ἀπεμάκρυνε τᾶς ὑπονοίας τῆς Πύλης περὶ συμμετοχῆς εἰς τὸ κίνημα ἐπισήμων κύκλων, μὴ ὑπογράφων, θὰ ἐπεβεβαίου τᾶς ὑπονοίας, ὄτε δεινὴ ἐπιπίπτουσα ἡ τιμωρία τοῦ τυράννου κατὰ τῶν βυσσοδομούντων, θὰ ἐνέκρου τὸ κίνημα πρὶν ἢ ἐκραγῆ. Ἄλλως ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης μετὰ θαυμαστῆς ἐγκαρτερήσεως ὑπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη ἡ ὥρα, καίτοι ἠδύνατο νὰ σωθῆ διὰ τῆς φυγῆς».

Είναι χαρακτηριστική η επιστολή που έστειλε ο Άγιος Γρηγόριος στις 26 Δεκεμβρίου 1820 μ.Χ. στον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα και πολύτιμη από ιστορική άποψη, γιατί αποδεικνύει πως ο Εθνομάρτυς παρακολουθούσε όλα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, σε όλες του τις λεπτομέρειες και τις προετοιμασίες για την επανάσταση: «Ἀμφοτέρα τᾶς τιμίας ἐπιστολᾶς, διὰ τοῦ ἀγαθοῦ Φοῦντα Γαλαξειδιώτου, ἀσφαλῶς ἐδεξάμην καὶ τοὺς ἐν αὐταὶς τιμίους λόγους ἔγνων. Ἐχεμυθείας, ἀδελφέ, μεγίστη χρεία καὶ προφύλαξις περὶ πᾶν διάβημα, οἱ γὰρ χρόνοι πονηροὶ εἰσι καὶ ἐν ταὶς φιλοπατριώταις ἐστι καὶ μοχθηρῶν ζύμη, ἀφ’ ἧς ὡς ἀπὸ ψωραλέου προβάτου φυλάττεσθε. Κακὸν γὰρ πολλοὶ μηχανώνται διὰ τὸ τῆς φιλοπλουτίας ἔγκλημα. Διὸ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξω κοινολογῶν μοι ἐμπιστευομένοις πατριώταις, τὰ ἐχεμυθείας δεόμενα. Οἱ Γαλαξειδιώται, οὖς ἐπιστέλλεις μοι συνεχῶς, πεφροντισμένως ἐνεργούσι, καὶ ἀφ’ ὧν ἔγνω ἀδύνατον ἀντὶ παντὸς τιμίου οὐδ’ ἐλάχιστον λόγον ἕρκος ὀδόντων φυγείν. Οὐ μόνον τὰ σά, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἐν Μορέᾳ ἀδελφῶν γράμματα κομίζουσι μοι. Ἡ τοῦ Παπανδρέα πρᾶξις πατριωτικὴ μὲν τοὶς γινώσκουσι τὰ μύχια, κατακρίνουσι δὲ οἱ μὴ εἰδότες τὸν ἄνδρα. Κρυφὰ ὑπερασπίζου αὐτόν, ἐν φανερῷ δὲ ἄγνοιαν ὑποκρίνου, ἔστι δ’ ὄτε καὶ ἐπίκρινε τοὶς θεοσεβέσιν ἀδελφοὶς καὶ ἀλλοφύλοις. Ἰδὶα πράυνον τὸν Βεζύρην λόγοις καὶ ὑπόσχεσιν, ἀλλὰ μὴ παραδοθήτω εἰς λέοντος στόμα. Ἄσπασον οὒν ταὶς ἐμαὶς εὐχαὶς τοὺς ἀνδρείους ἀδελφούς, προτρέπων εἰς κρυψίνοιαν διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων. Ἀνδρωθήτωσαν ὥσπερ λέοντες καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου κρατύνει αὐτούς, ἐγγὺς δ’ ἔστι τοῦ Σωτῆρος τὸ Πάσχα. Αἳ εὐχαὶ τῆς ἐμῆς μετριότητος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σου, ἀδελφέ μου Ἠασαΐα. Γεωργοὶ ἀκαμάτως καὶ ὄλβια γεώργια δώσοι σοι ὁ Πανύψιστος».

Ο Άγιος Γρηγόριος συνιστούσε τον αγώνα για την ελευθερία και τον ενίσχυε με κάθε μέσο. Ήταν αποφασισμένος να θυσιασθεί για την Πατρίδα. «Χρεωστοῦμεν», έλεγε, «νὰ ποιμαίνωμεν καλῶς τὰ ποίμνιά μας καὶ χρείας τυχούσης νὰ κάμωμεν, ὅπως ἔκαμεν ὁ Ἰησοῦς δι’ ἠμᾶς διὰ νὰ μᾶς σώση….».

Σε επιστολή που έστειλε προς τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, έγραφε: «Συλλειτουργὲ ἐν Χριστῷ καὶ λίαν ἀγαπητὲ ἀδελφέ. Ἔλαβον τὴν ἀπὸ 20 Ἀπριλίου ἐπιστολήν σου. Ἡ ἀπόφασίς μου περὶ μελετωμένης ἀνορθώσεως «σχολῆς» τῆς φιλτάτης πατρίδος εἶναι τοιαύτη, ὡς ἡ ἰδική σας. Ὅπως θέλῃς μάθει καὶ παρὰ τοῦ ἰδίου. Τὸ κιβώτιον τοῦ ἐλέους πρέπει νὰ ἐμψυχωθῆ. Καὶ τὴν βουλὴν τοῦ Κυρίου ἀνθρώπιναι δυνάμεις δὲν δύνανται νὰ τὴν μεταβάλουν. Γενηθήτω τὸ θέλημά Του».

Κάτω από την λέξη «σχολήν» υπονοούσαν την Ελληνική Επανάσταση. Οι Φιλικοί μάλιστα ονόμασαν επιστάτες της σχολής τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο και τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Πολύκαρπο.

Όταν σε μια συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Μητροπολίτης Δέρκων Γρηγόριος προέτρεψε τον Πατριάρχη να μεταβούν στην Πελοπόννησο για να τεθούν επικεφαλής της Επαναστάσεως, ο Γρηγόριος ο Ε’ απάντησε: «Καὶ ἐγὼ ὡς κεφαλὴ τοῦ Ἔθνους καὶ ὑμεῖς ὡς Σύνοδος ὀφείλομεν νὰ ἀποθάνωμεν διὰ τὴν κοινὴν σωτηρίαν. Ὁ θάνατος ἠμῶν θὰ δώση δικαίωμα εἰς τὴν Χριστιανοσύνην νὰ ὑπερασπίση τὸ Ἔθνος ἐναντίων τοῦ τυράννου. Ἀλλ’ ἂν ὑπάγωμεν ἠμεῖς νὰ θαρρύνωμεν τὴν Ἐπανάστασιν, τότε θὰ δικαιώσωμεν τὸν Σουλτάνον ἀποφασίσαντα νὰ ἐξολοθρεύση ὅλον τὸ Ἔθνος».

Όταν μερικοί προσπάθησαν να τον πείσουν να φύγει από την Κωνσταντινούπολη και να σώσει τον εαυτό του, ο καλός ποιμένας απάντησε: «Μὲ προτρέπετε εἰς φυγήν. Μάχαιρα θὰ διέλθη τᾶς ρύμας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ λοιπῶν πόλεων τῶν χριστιανικῶν ἐπαρχιῶν. Ὑμεῖς ἐπιθυμεῖτε ὅπως ἐγὼ μεταμφιεζόμενος καταφύγω εἰς πλοῖον ἢ κλεισθῶ ἐν οἰκίᾳ οἱουδήποτε εὐεργετικοῦ ὑμῶν Πρεσβευτοῦ, ν’ ἀκούω δὲ ἐκεῖθεν πῶς οἱ δήμιοι κατακρεουργούσι τὸν χηρεύοντα λαόν. Οὐχί! Ἐγὼ διὰ τοῦτο εἶμαι Πατριάρχης, ὅπως σώσω τὸ Ἔθνος μου, οὐχὶ δὲ ὅπως θὰ θεωρήσωσιν ἀδιαφόρως πῶς ἡ πίστις αὐτῶν ἐξυβρίσθη ἐν τῷ προσώπῳ μου. Οἱ Ἕλληνες, οἱ ἄνδρες τῆς μάχης, θὰ μάχωνται μετὰ μεγαλυτέρας μανίας, ὅπερ συχνάκις δωρεῖται τὴν νίκην. Εἰς τοῦτο εἶμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ’ ὑπομονῆς εἰς ὅτι καὶ ἂν μοῦ συμβῇ. Σήμερον (Κυριακὴ τῶν Βαΐων) θὰ φάγωμεν ἰχθεῖς, ἀλλὰ μετὰ τίνας ἡμέρας καὶ ἴσως καὶ ταύτην τὴν ἑβδομάδα οἱ ἰχθεῖς θὰ μᾶς φάγωσιν… Ναί, ἂς μὴ γίνω χλεύασμα τῶν ζώντων. Δὲν θὰ ἀνεχθῶ ὥστε εἰς τᾶς ὁδοὺς τῆς Ὀδησσοῦ, τῆς Κερκύρας καὶ τῆς Ἀγκῶνος διερχόμενον ἐν μέσῳ τῶν ἀγυιῶν νὰ μὲ δακτυλοδείκτωσι λέγοντες: “Ἰδοὺ ἔρχεται ὁ φονεὺς Πατριάρχης”. Ἂν τὸ Ἔθνος μου σωθῆ καὶ θριαμβεύση, τότε πέποιθα θὰ μοῦ ἀποδώση θυμίαμα ἐπαίνου καὶ τιμῶν, διότι ἐξεπλήρωσα τὸ χρέος μου… Ὑπάγω ὅπου μὲ καλεῖ ὁ νοῦς μου, ὁ μέγας κλῆρος τοῦ Ἔθνους καὶ ὁ Πατὴρ ὁ οὐράνιος, ὁ μάρτυς τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων».

Ο Γρηγόριος ο Ε’, ο φλογερός αυτός Ιεράρχης, ακολούθησε τον δρόμο του. Σάρκωσε ολόκληρο το υπόδουλο Γένος. Επωμίσθηκε το σταυρό του. Ανέβηκε το Γολγοθά του. Δέχθηκε ραπίσματα, χλευασμούς, εμπτυσμούς και τέλος τον θάνατο με απαγχονισμό. Μπροστά στο Πατριαρχείο, την ημέρα του Πάσχα του 1821, οι Τούρκοι κρέμασαν τον Πατριάρχη.

Στο έγγραφο της καταδίκης του (τουρκιστί «γιαφτάς»), αναφέρεται η αιτία του απαγχονισμού του: «.…Ἀλλ’ ὁ ἄπιστος πατριάρχης τῶν Ἑλλήνων… ἐξ αἰτίας τῆς διαφθορᾶς τῆς καρδίας του, ὄχι μόνον δὲν εἰδοποίησεν οὐδ’ ἐπαίδευσε τοὺς ἀπατηθέντας, ἀλλὰ καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα ἦτο καὶ αὐτός, ὡς ἀρχηγός, μυστικὸς συμμέτοχος τῆς Ἐπαναστάσεως… ἀντὶ νὰ δαμάσῃ τοὺς ἀποστάτας καὶ δώση πρῶτος τὸ παράδειγμα τῆς εἰς τὰ καθήκοντα ἐπιστροφῆς τῶν, ὁ ἄπιστος οὗτος ἔγινεν ὁ πρωταίτιος ὅλων τῶν ἀνεφυεισῶν ταραχῶν.

Εἴμεθα πληροφορημένοι ὅτι ἐγεννήθη ἐν Πελοποννήσῳ καὶ ὅτι εἶναι συνένοχος ὅλως τῶν ἀταξιῶν, ὄσας οἱ ἀποπλανηθέντες ραγιάδες ἔπραξαν κατὰ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων…

Ἐπειδὴ πανταχόθεν ἐβεβαιώθημεν περὶ τῆς προδοσίας του ὄχι μόνος εἰς βλάβην τῆς ὑψηλῆς Πύλης, ἀλλὰ καὶ εἰς ὄλεθρον αὐτοῦ τοῦ ἔθνους του, ἀνάγκη ἦτο νὰ λείψη ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς καὶ διὰ τοῦτο ἐκρεμάσθη πρὸς σωφρονισμὸ τῶν ἄλλων».

Ένα χρόνο μετά τον απαγχονισμό και την μεταφορά του τιμίου λειψάνου του από τον πλοίαρχο Μ. Σκλάβο στην Οδησσό της Ρωσίας, ο Ζακυνθινός ιερωμένος Οικονόμος Νικόλαος Κοκκίνης, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου, εφημέριος τότε του παλαίφατου ναού της Οδηγήτριας και φλογερότατος Φιλικός, ευαισθητοποιημένος από την θυσία του Πατριάρχη, συνθέτει Ακολουθία προς τιμήν του νέου Ιερομάρτυρα, κάτι που αποδεικνύει περίτρανα ότι ο Άγιος Γρηγόριος στη συνείδηση του Γένους κατέκτησε αμέσως με το τίμιο αίμα του θέση Αγίου.

Το 1871 μ.Χ. η Εκκλησία της Ελλάδος θεώρησε επιβεβλημένο να μετακομίσει το τίμιο λείψανό του από την Οδησσό στην απελεύθερη Αθήνα. Για τον σκοπό αυτό συστάθηκε Επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν ο Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου Νικόλαος Β’ ο Κατραμής και Αρχιμανδρίτης Αβέρκιος Λ. Λαμπίρης, Α’ γραμματεύς της Ιεράς Συνόδου. Στην Οδησσό απεδόθησαν από τα μέλη της Επιτροπής και τους εκεί ομόδοξους τιμές Αγίου στο ιερό λείψανο του Αγίου Γρηγορίου. Κατά την Πανυχίδα μάλιστα, που τελέσθηκε εκεί κατά την ημέρα της μνήμης του, «εἐξεφώνισεν ἀπ’ ἄμβωνος, κατ’ ἐπίμονον τῶν ὁμογενῶν ἀπαίτησιν, λογύδριον ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ζακύνθου». Το ιερό λείψανο έφθασε στην Αθήνα την 25η Απριλίου 1871 μ.Χ., όπου οι Αθηναίοι του επεφύλαξαν πάνδημη υποδοχή. Με κατάνυξη και αγαλλίαση εναπετέθη στον Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα σε περίβλεπτη λάρνακα.

Στις 10 Απριλίου 1921 μ.Χ. ανακηρύχθηκε Άγιος από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα τῆς Παρθενίας Σου.

Ἡ Πελοπόννησος ἡ πολυθαύμαστος, γεννησαμένη σε, Μάρτυς Γρηγόριε, καὶ θρεψαμένη καλλοναῖς, αὐγάζεται τῆς δόξης σου, μᾶλλον δ’ ἡ περίδοξος Ἀθηνῶν πόλις τέρπεται, ἐν τοῖς κόλποις ἔχουσα, τὸ σεβάσμιον σκῆνός σου. Διὸ καὶ γεγηθυῖαι κραυγάζουσι, δόξα Θεῷ τῷ Παντοκράτορι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. δ’.

Εὐλογητὸς εἷ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ τὸν θεῖον Πατριάρχην ἐνισχύσας, οὐρανόθεν ἐκπέμψας αὐτῶ βοήθειαν, καὶ δι’ αὐτοῦ Ἑλλήνων Ἔθνος ἀνυψώσας, πρὸς προγόνων τὴν εὔκλειαν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)

Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Δημητσάνης τὸν γόνον βυζαντίου τὸν πρόεδρον, καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἁπάσης, γέρας θεῖον καὶ καύχημα. Γρηγόριον τιμήσωμεν πιστοί, ὡς Μάρτυρα Χριστοῦ πανευκλεῆ, ἶνα λάβωμεν πταισμάτων τὸν ἱλασμόν, παρὰ Θεοῦ κραυγάζοντες. Δόξα τῷ δεδωκότι σου ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐν εὐκλείᾳ οὐρανῶν, δοξασαντᾶ σε Ἅγιε.

Κοντάκιον

Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ἀθροισθέντες ἅπαντες, γνήσιοι παῖδες, τῆς Ἑλλάδος σήμερον, ἐπὶ τὴν πόλιν Ἀθηνῶν, τὸν Πατριάρχην Γρηγόριον, ἄσμασι θείοις, λαμπρῶς ἑορτάσωμεν.

Κάθισμα

Ἦχος α’. Τὸν τάφον Σου Σωτὴρ.

Ἀδάμας ὡς στεῤῥὸς, ὡς ἀκλόνητος πύργος, ὥς ἄκμων ἀκαμπὴς, προσβολαῖς τῶν ἀνόμων, ὑπήνεγκας Γρηγόριε, καὶ οὐδόλως εἰδέδεξαι, τὴν ἀσέβειαν, τὴν δὲ ὀρθόδοξον πίστιν, ἀνεκήρυξας, ἐν τῷ σταδίῳ γενναίως, διὸ σὲ γεραίρομεν.

Ἕτερον Κάθισμα

Ἦχος α’. Τὸν τάφον Σου Σωτὴρ.

Επέλαμψεν ἰδοὺ, ἡ ἁγία ἡμέρα, τῆς θείας ἑορτῆς, τοῦ σοφοῦ Πατριάρχου, ἡρώων ἀπόγονοι, εύσεβέστατοι Ἕλληνες, ταύτην σήμερον, περιχαρῶς ὁμοὺ πάντες, ἑορτάσωμεν, τῆς γὰρ ἡμῶν σωτηρίας, ἡ πρόξενος γέγονε.

Ὁ Οἶκος

Τὴν τῶν προγόνων ἐκποθῶν δόξα, ὁ Πατριάρχης ἀναλαβεῖν τὸ Ἔθνος τὸ τῆς Ἑλλάδος, ἐν τῇ ἀγχόνῃ άρνατηθήναι ὑπέμεινεν, ὑπὸ γένους ἀσεβοῦς, ἀθῶος ὡς ἐνοχος. Τοῦτον οὗν ὁ εὐσεβείας κλάδος Αὐτοκράτωρ δεξάμενος, ἐπαξίως ἐνταφιάζει ἐν πόλει τῆς Ὀδέσσης. Ὅθεν εἱ δι’ αὐτοῦ λυτρωθέντες Ἕλληνες ὑπὸ τοῦ σκληροῦ ζυγοῦ, καὶ σήμερον πάντες ἐν τῇ ἑορτῇ αὺτοῦ συναθροισθέντες, ἄσμασι θείοις, λαμπρῶς ἑορτάσωμεν.

Μεγαλυνάριον

Τοῖς Ἱερομάρτυσι καὶ σεπτοῖς, θεῖοις Ἱεράρχαις, συγχορεύων ἐν οὐρανοῖς, Γρηγόριε μάκαρ, Ὁσίοις καὶ δικαίοις, καῖ πάσι τοῖς Ἁγίοις, ἡμῶν μνημόνευε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον

Τὸν Ἱερομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, καὶ τοῦ Πανελληνίου, ἀπροσμάχητον βοηθὸν, φὐλακα καὶ ῥύστην, τῶν ἐπικαλουμένων, Γρηγόριον τὸν νέον, πάντες ὑμνήσωμεν.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον

Τὸν φωστῆρα πάντες τὸν φαεινὸν, τὸν ἐκ Δημητσάνης, ὰπαστράψαντα αἰσθητῶς, ποιμένων τὴν δόξαν, καὶ κλέος τῶν Μαρτύρων, Γρηγόριον τὸν νέον, ὕμνοις τιμήσωμεν.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον

Δεῦτε εὐφημήσωμεν οἱ λαοὶ, τὸν θεῖον Ποιμένα, καὶ ὑπέρμαχον τῶν πιστῶν, τὸν ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους, καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐν ξύλῳ ἠρτηθέντα, ὡς ὁ Δεσπότης Χριστὸς.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον

Τῆς Πελοποννήσου θείος βλαστὸς, καὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλήσιας ὁ θησαυρὸς, καῖ τοῦ Πανελληνίου, τὸ καύχημα τὸ μέγα, Πατριαρχῶν τὸ κλέος, νέε Γρηγόριε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον

Βασιλεὺς παράνομος τὸν κλεινὸν, κρεμᾶ Πατριάρχην, ἐν τῶ ξύλῳ παραφρονῶν, Βασιλεὺς δὲ πάλιν, φιλευσεβὴς δὲ τοῦτον, δεχόμενος κηδεύει, εἰς γῆν Ὀρθόδοξον.

saint.gr -vatopaidi

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τη Υπερμάχω Στρατηγώ

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Απριλίου, 2013

Του Αναγνώστη, Χρήστου Παπανικολάου, Βιοχημικού –

Άλλη μια Κυριακή της Ορθοδοξίας. Άλλη μια εορτή της πίστεως μας. Μέσα στο πλήθος των Αγίων που τιμούμε πάντα ξεχωρίζει ένα πρόσωπο. Πάντα προτάσσεται μια και μόνο μορφή. Η Παναγιά μας. Η Πλατυτέρα των ουρανών! Η Τιμιωτέρα των Χερουβείμ και η ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ. Η μάνα του Θεού μας. Η μάνα μας!

Ότι και να πει κανείς, όσα και να γράψει κανείς για τη μορφή της Παναγίας μας είναι ελάχιστο, πάρα πολύ λίγο για να αποτυπώσει τη σημασία που κατέχει η Παναγία μας στην πίστη μας. Η μάνα του ίδιου μας του Θεού. Αυτή που έφερε στον αμαρτωλό τούτο κόσμο τον ίδιο τον Κύριο μας. Αυτή που δια της ασπόρου συλλήψεως έφερε τη σωτηρία στην ανθρωπότητα. Η Παναγία μας! Η σημασία της φαίνεται από τις χιλιάδες των εικόνων που υπάρχουν προς τιμήν της και των χιλιάδων προσωνυμιών που της έχουν αποδοθεί. Και να ξεπροβάλει εν μέσω μιας περιόδου γεμάτης χαρμολύπης, καθώς οδηγούμεθα στα Άγια Πάθη, τη Σταύρωση και την Ανάσταση, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Η αναγγελία του χαρμόσυνος μηνύματος της έλευσης του Θεού δια μέσου μιας γυναικός.

Μιας γυναικός που σύζευξε τον ουρανό με τη γη! Μιας γυναικός που έφερε τη μεγαλύτερη χαρά στον κόσμο! Τον Χριστό! Γιατί χωρίς την Παναγία μας σωτηρία δεν θα υπήρχε! Γιατί χωρίς την Παναγία μας δεν θα υπήρχε ενσαρκωμένος Χριστός! Να λοιπόν γιατί είναι τόσο σημαντική η θέση της Παναγίας μας μέσα στην Ορθοδοξία! Γιατί χάρη σε Αυτήν μπορούμε να χαιρόμαστε και να ελπίζουμε! Γράφει ο ιερός υμνογράφος στην πρώτη στάση των Χαιρετισμών που διαβάστηκε μόλις πριν λίγες ημέρες: «Χαῖρε, δι᾿ ἧς χαρὰἐκλάμψει· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἀρὰ ἐκλείψει». Η χαρά μας είναι ο Χριστός, ο Ένας και Μοναδικός Τριαδικός Θεός. Για να έχουμε όμως αυτή τη χαρά εμείς, μεσολάβησε η Παναγία μας. Αυτή μας έφερε τη χαρά και αυτή μας πήρε τη λύπη! Με την αποδοχή του Θείου θελήματος να γίνει Αυτή που θα φέρει στον κόσμο τον Σωτήρα! Οποία υπακοή στο θέλημα του Θεού και ταπείνωση έναντι του Κυρίου! Οποία τιμή παράλληλα να κυήσει τον ίδιο το Θεό και να γίνει η μία και μοναδική στους αιώνες Μητέρα. Και πρότυπο μητέρας για όλες τις γυναίκες.

Η Παναγία όμως είναι και μητέρα όλων μας. Είναι και μητέρα όλου του κόσμου. Όπως βλέπουμε τη σαρκική μας μητέρα έτσι πρέπει να βλέπουμε και την Παναγία μας! Κι όπως η κατά σάρκα μητέρα μας πάντα μας ακούει, μας συμβουλεύει και μας στηρίζει, έτσι και η Παναγία μας είναι πάντα εδώ, έτοιμη να προστρέξει όποτε της απλώσουμε το χέρι και ζητήσουμε τη βοήθεια της. Αυτή που δια των πρεσβειών της μπορεί να σώσει τον άνθρωπο! Μόνο ο Κύριος έχει την δύναμη να σώσει τον άνθρωπο και να του ανοίξει την πύλη του παραδείσου. Όμως όπως ο κάθε άνθρωπος έχει αδυναμία στη μητέρα του που τον έφερε σε αυτόν τον κόσμο, έτσι και ο Χριστός μας έχει αδυναμία στη δική του Μητέρα και ακούει αμέσως την παράκληση της για τα παιδιά της! Έχουμε μεσίτρια και πύλη για τον παράδεισο και αυτή είναι η Παναγία μας.

Αυτή η Υπέρμαχος Στρατηγός του Έθνους μας! Αυτή που πάντα προστάτευε την Ελλάδα μας! Που πάντα έδινε δύναμη στους αγωνιστές αυτού του Έθνους που πολέμησαν υπέρ Πίστεως και Πατρίδος! Αυτή που πάντα μας παρακολουθεί αθόρυβα και μας φροντίζει χωρίς εμείς να το αισθανόμαστε. Αυτήν την οποία την έχουμε περιθωριοποιήσει και την χλευάζουμε πολλές φορές και τη βλασφημούμε. Αυτή που ποτέ δεν μας εγκαταλείπει και παρακαλεί πάντα τον Κύριο μας για τη Σωτηρία του Έθνους μας αλλά και όλου του κόσμου! Οποία τιμή, οποίος ψαλμός μπορεί να αποδώσει το μεγαλείο αυτό που έδωσε ο Θεός στην Παναγία μας! «Ποῖόν σοι ἐγκώμιον, προσαγάγω ἐπάξιον; τί δὲ ὀνομάσω σε; ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι»… Απορώ και εξίσταμαι πραγματικά! Όταν σε προσκυνούμε, όταν σε υμνολογούμε, όταν σε παρακαλούμε, τι επάξιο μπορούμε να προσφέρουμε στην Μητέρα όλων μας; Συνεορτάζεται με την Εθνική μας εξέγερση και παλιγγενεσία ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Κι όμως αυτή τη φορά προτάσσεται ως πιο απαραίτητη από ποτέ η Θεοτόκος! Αχ και να πιανόταν το έθνος μας από το φουστάνι της! Με τη μια θα μας τράβαγε από τον βούρκο αυτόν που έχουμε περιέλθει. Γιατί μας αγαπάει και μας πονάει η Μάνα μας, η κυρά Παναγιά μας.

Ας τιμήσουμε δεόντως αυτή την μορφή της Παναγίας μας όπως της αξίζει! Με κάθε τιμή και λαμπρότητα, προπάντων ψυχική! Να της εμπιστευτούμε κάθε πόνο, κάθε δάκρυ, κάθε πρόβλημα και αυτή θα το μεταφέρει στον Υιό της, στον Κύριο μας και θα λυθεί. Σε μια εποχή που τα βάσανα των ανθρώπων είναι πολλά και γεμίζουν δυσκολίες τη ζωή μας ας εμπιστευτούμε τα πάντα μπροστά στην εικόνα της! Ας είναι πρότυπο για όλες τις μητέρες, σε μια εποχή που οι εκτρώσεις αυξάνονται θεαματικά και τόσες ψυχές φεύγουν άδικα από τον κόσμο αυτό λες και δεν είχαν δικαίωμα να ζήσουν. Ας μιμηθούμε στο ελάχιστο την στοργική της αγάπη για τα παιδιά μας οι γονείς και να προσέχουμε που τα οδηγούμε σε αυτόν τον κόσμο. Πολλά μπορεί να γράψει ακόμα κανείς και να γεμίσει τόμους ολόκληρους για την Κυρία Θεοτόκο, αλλά και πάλι λίγα θα είναι. Γιατί κάποια μεγαλεία δεν δύνανται να εκφραστούν με γραπτά κείμενα και με λόγια. Και το μεγαλείο της Παναγίας μας είναι ανέκφραστο. Ας υψώσουμε την φωνή και ας πούμε λοιπόν με μια φωνή:«Χαῖρε, Κεχαριτωμένη» και αυτή θα μας ακούσει!

Έτσι και εμείς τιμήσαμε την Παναγιά μας, τη μητέρα του Θεού και την μητέρα όλων μας! Ανήμερα της Κυριακής της Ορθοδοξίας, που εορτάζουμε την αναστήλωση των Ιερών Εικόνων, περιφέροντας γύρω από τον ναό τις εικόνες των Αγίων, εκεί που δέσποζε εν μέσω της λιτανείας η εικόνα της Παναγίας της Εσφαγμένης που μας οδηγεί και μας προστατεύει! Ας έχουμε τη χάρη και την προστασία της στους αιώνες.

http://www.inpetroukpaulou.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το Άλφα και το Ωμέγα

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Απριλίου, 2013

Xristos

Χριστός Παντοκράτωρ, Ι. Μονή Σταυρονικήτα Αγίου Όους, 1546.

Aπό τα αρχαία χρόνια η ανθρωπότητα προσπάθησε μέσα από τη δίνη των μεταφυσικών της ανησυχιών να βρει ορισμένες ικανοποιητικές απαντήσεις στο μυστήριο της ύπαρξης. Οι άνθρωποι, μέσα από το ενδεχόμενο  του προσωπικού μας ναυαγίου καλέσαμε σε βοήθεια , άλλοτε στενάζοντας και ποτίζοντας την αφιλόξενη γη με δάκρυα, και άλλοτε στέλνοντας ένα αμήχανο S.O.S προς τον απέραντο και αινιγματικό ουρανό. Ζητήσαμε την συνδρομή μιας υπερβατικής αρχής, δύναμης και εξουσίας  που να εμπεριέχει όλες τις δυνάμεις, αρχές και  εξουσίες. Για μας τους χριστιανούς το χαμένο πρόσωπο και ο ξανακερδισμένος εαυτός  είναι ο Ιησούς Χριστός. Τουλάχιστο έτσι λέμε. Το Άλφα και το Ωμέγα. Πρώτος και Άναρχος. Τελευταίος και Ατελεύτητος. Περιέχει τα πάντα όντας ο Ίδιος Άπειρος . Για τούτο μας βεβαιώνει και  η Αποκάλυψη του Ιωάννη (Απ.κεφ.1:7-8).

Πιο πίσω και από την εποχή του Χριστού οι άνθρωποι είχαν την ίδια αναζήτηση. Το  ψάξιμο αυτό και η δίψα του ανθρώπου για σωτηρία χάνονται στο βαθύ παρελθόν του. Στην απαρχή της μνήμης. Εκτός από τον προφήτη Ησαΐα που μίλησε πρώτος για τον Δούλο του Κυρίου και την ενότητα του Θεού ακολουθεί ο Πλάτωνας στους «Νόμους» του. Επηρεασμένος από την λύρα του Ορφέα ο «πατήρ των φιλοσόφων» μας λέγει: «ο μεν δη Θεός…αρχήν τε και τελευτήν και μέσα των απάντων  έχων…». Ο Θεός δηλαδή είναι αρχή, τέλος αλλά περιέχει και όλα τα ενδιάμεσα. Ο  δε Πλούταρχος σώζει αρχαία επιγραφή του Αιγυπτιακού ναού της Ναϊθ (Αθηνάς) που σε ελεύθερη μετάφραση εξηγείται: «Εγώ είμαι όλα όσα συμβαίνουν, όσα είναι κι όσα θε να ‘ρθουν». Οι αρχαίοι αστρολόγοι πάλι πίστευαν ότι τα γράμματα του αλφαβήτου, από το Α μέχρι το Ω, βρίσκονταν  σε μια μυστηριώδη σχέση και ανταπόκριση με τους ζωδιακούς σχηματισμούς του ουρανού, δίνοντας μια μυστικιστική βαρύτητα στο πρώτο και το τελευταίο γράμμα. Οι αλχημιστές του μεσαίωνα έκαναν ανίερες αλφαβητικές επικλήσεις θέλοντας να οικειοποιηθούν τον παγκόσμιο χαρακτήρα της θεότητας, για το προσωπικό πάντοτε όφελος. Ξεχάσαμε τους μονοθεϊστές Ιουδαίους. Μετά τον Χριστό έβλεπαν ανάμεσα   στο βοϊδόσχημο Άλεφ και στο τελικό Ταβ να  περιέχεται όλος ο νόμος του Θεού. Πίστευαν ότι ο Αδάμ δεν μπόρεσε να εκπληρώσει σωστά ούτε μια από τις εντολές που πρόσταζε η πεπυκνωμένη θεϊκή φύση των γραμμάτων. Σε αντίθεση με τον Αβραάμ και τον  Μωυσή που πρώτοι κατανόησαν  τον νόμο. Από το Άλεφ έως το Ταβ. Εδώ έχουμε  να κάνουμε με την τυπολογική ερμηνεία των ραβίνων, που εστιάζεται πεισματωδώς, στα πρόσωπα των προφητών και ειδικώς του Μωυσή.

Image

Τριώδιον Κτανυκτικόν, εκδόσεις Φώς

Οι Ιουδαίοι της Καινής Διαθήκης, οι πρώτοι χριστιανοί και ο Ευαγγελιστής Ιωάννης  με το Α και το Ω εννοούσαν τον Θεό αλλά και τον Υιό Του, τον Χριστό. ΄Ο,τι έχει ο Πατέρας έχει και ο Υιός. Αργότερα μάλιστα ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας απελευθερώνοντας την γεωμετρική έννοια του κύκλου από την μυστικιστική της σημασία θα πει :’’Ο κύκλος αυτός- δηλαδή ο Υιός και Λόγος του Θεού- ενώνει όλες τις δυνάμεις που υπάρχουν.  Γι’ αυτό λέγεται, Άλφα και Ωμέγα. Το  τέλος γίνεται αρχή και η αρχή τέλος χωρίς καμία διάσπαση. Το να πιστεύει κάποιος σ’ Αυτόν, στον Χριστό, τον κάνει να στέκεται συμπαγής, ενώ χωρίς την πίστη αυτή διασπάται και γίνεται κομμάτια.’’ Ας θυμηθούμε εδώ και τον άγιο Μάρκο τον ασκητή που στοχαζόμενος περί του μυστηρίου της θείας Οικονομίας λέγει: «Η βεβαία πίστης πύργος εστίν ισχυρός. Χριστός δε τα πάντα το πιστεύοντι γίνεται».(Φιλοκ. Σελ. 96 τ.Α)]. Ο Κλήμης βγάζει από την έννοια του κύκλου κάθε ερμητικό νόημα. Αν για τους ερμητικούς φιλοσόφους ο Θεός είναι κύκλος με κέντρο παντού και περιφέρεια πουθενά, ο Χριστός για τους χριστιανούς είναι συγκεκριμένο πρόσωπο. Ιστορικό, υπήρχε από πάντοτε. Αΐδιο. Είναι το Α και το Ω. Ο Ων , ο Ην και ο Ερχόμενος.

07_ΞΗΡΟΠ_01 (1)

Μονή Ξηροποτάμου Εξωνάρθηκας 1783
Έργο των ζωγράφων Κωνσταντίνου, Αθανασίου και Ναούμ από την Κορυτσά
Στο πάνω μέρος αναγράφεται: ΕΓΩ ΕΙΜΙ [Τ]Ο Α ΚΑΙ ΤΟ Ω, ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ (Αποκ. κα΄, 6)
Η παράσταση επιζωγραφίστηκε το έτος 1896 από τον ιερομόναχο Γρηγόριο.

Από τις ερμηνευτικές προσεγγίσεις του αποκαλυπτικού Α και Ω βέβαια δεν έλειψαν οι γνωστικοί. Δίχως να ακούσουν το κήρυγμα των προφητών και να αφουγκραστούν τα πρώτα λόγια του κατά Ιωάννη, εντελώς βιαστικά απέδωσαν στο γραμματολογικό συμβολισμό μια αριθμολογική ερμηνεία. Έτσι κατέληξαν αλλού. Σε σημαντικό αλλά παρασκηνιακό ρόλο, διαμορφώνοντας κυρίως το υπόγειο τέμπο του ιστορίας. Προσπάθησαν να ταυτίσουν το Α και το Ω με κάποιο είδος υπερβατικής εκπόρευσης, στο πρόσωπο του Ιησού ,ανακυκλώνοντας την πίστη της ανατολής στον καθοδικό απορροϊσμό και στα άβαταρ. Διερμηνεύοντας αριθμολογικά, στην πορεία του χρόνου  συστηματοποίησαν το σύστημα της Καμπάλα.

Το Α και το Ω ως σύμβολο του παντός το συναντούμαι και στην αρχαία τέχνη. Την αναζωογόνησή του την οφείλει ξανά σε γνωστικές και μαγικές παραδόσεις. Σε κάποιες περιπτώσεις συνδέεται με σταυρόσχημους συμβολισμούς και την ανίερη παραλλαγή της σβάστικας. Αργότερα δε, στην εποχή των Οικουμενικών Συνόδων το γνωστικό και ειδωλολατρικό στρατόπεδο ασκεί πολεμική απέναντι στην ταυτόσχημη εξεικόνιση του κλασσικού σταυρού με το Α και το Ω, την οποία θεωρείται απαράδεκτη. Το Α και το Ω μαζί με τον Σταυρό γίνεται πλέον συμβολικός παραστάτης της αϊδιότητας, του Σαρκωθέντος  Λόγου! Δόγμα το οποίο πλην των Ορθοδόξων κανείς δεν το ήθελε. Ειδικά το στρατόπεδο του Αρείου και των μονοφυσιτών αργότερα. Αυτό που δεν κατάφεραν οι γνωστικοί τελικά, ανέλαβαν να το κάνουν οι αρειανίζοντες διχάζοντας φανερά για πολύ καιρό την Εκκλησία. Ωστόσο ο Σταυρός διαυγής πλέον από συμβολισμούς του αδύτου και  φιλοσοφικές νοθείες γίνεται έμβλημα της Ορθοδοξίας.

Τα χρόνια περνούν. Η Δευτέρα του Χριστού Παρουσία αργεί. Η μακροθυμία του Θεού διαστέλλει το χρόνο ώστε να σωθούν όσο δυνατόν περισσότερες ψυχές. Οι μορφές των αγίων  ξεφτίζουν στους νάρθηκες του νου αλλά ο ντουνιάς έχει περισσότερο από κάθε άλλη φορά ανάγκη  τη συνομιλία τους με το Θεό. Τα πάθη δεν αφήνουν τον φουκαρά ανθρωπάκο να ησυχάσει. Οι περισσότεροι από μας έχουμε κρυφά μαράζια που ώρες – ώρες γίνονται μελαγχολικές φουρτούνες. Ο πονηρός δεν μας πολεμάει μόνο με την πραγματικότητα αλλά με τη  λεπτή φαντασία και  μνήμη. Με το ζόρι η ανθρωπότητα βάζει χαλινό. Ακούμε συχνά την φράση ότι «να η Εκκλησία εκκοσμικεύτηκε». Αλήθεια είναι αυτό. Αλλά και μεις, το ποίμνιο έχουμε αφεθεί σε ρεμβασμούς αυτοϊκανοποίησης ή αυτοκαταστροφής. Σε επίνοιες  της αυστηρής λογικής και της άκαμπτης επιθυμίας. Από το συν – πλην άπειρο του Καρτέσιου στο συν – πλην άπειρο του δημιουργικού, κατά τα άλλα Εγώ.

Γινόμενος ο ίδιος ο άνθρωπος το Α και το Ω  ανακυκλώνει  γεωμετρικά  τον εαυτό του. Βγάζοντας  τον Χριστό από τη ζωή του, αποδυναμώνει κατά πολύ τα ψυχικά του όρια, κινδυνεύοντας να μετασχηματιστεί σε φυσαλίδα του σύμπαντος.

Αντίθετα , σύμφωνα με τον επίσκοπο Αθανάσιο Γιέφτιτς, η ελπίδα του ανθρώπου είναι ο ίδιος ο όντως Άνθρωπος, ο Χριστός, το σημείον Ω, που περιλαμβάνει το σημείον Α ως αρχή, αλλά είναι το Τέλος, το Πλήρωμα, που με την Ανάστασή του υπερέβη τον θάνατο και τη φθορά (Από την Ελευθερία στην Αγάπη, εκδ. Δόμος, Αθήνα 2012, σ. 106).

Σεραφείμ Μανώλης

pemptousia

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Χριστός απομακρύνθηκε από την Ευρώπη… (Άγιος Νικόλαος Επίσκοπος Αχρίδος ο Βελιμίροβιτς)

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Απριλίου, 2013

Χριστός

Στο δικαστήριο ανάμεσα στο Χριστό και την Ευρώπη πραγματικά έγινε το εξής: Ο Χριστός λέει στην Ευρώπη πως αυτή βαπτίστηκε στο όνομά Του, και πως πρέπει να μείνει πιστή σ’ Αυτόν, και στο δικό Του ευαγγέλιο. Η κατηγορουμένη Ευρώπη απαντάει: «Όλες οι θρησκείες είναι ίσες -αυτό είπαν οι Γάλλοι εγκυκλοπαιδιστές- κανένας δεν πρέπει να πιέζεται να πιστεύει αυτό ή εκείνο». Η Ευρώπη ανέχεται όλες τις θρησκείες σαν λαϊκές δεισιδαιμονίες λόγω των δικών της ιμπεριαλιστικών συμφερόντων. Όμως, η ίδια η Ευρώπη δεν έχει ούτε μία θρησκεία. Όταν η Ευρώπη θα καταφέρει να πετύχει τους πολιτικούς της στόχους, τότε γρήγορα θα κάνει μία εκκαθάριση όλων των λαϊκών δεισιδαιμονιών.

Σ’ αυτά τα λόγια ο Χριστός ρωτάει λυπημένος: «Πως μπορείτε εσείς οι άνθρωποι να ζείτε με ιμπεριαλιστικά, υλικά συμφέροντα, με κτηνώδη επιθυμία μόνο για σωματική τροφή; Εγώ ήθελα να σας κάνω θεούς και γιους του Θεού και εσείς αντιστέκεστε και σπεύδετε να γίνετε ίδιοι με τα κτήνη»;

Τότε η Ευρώπη απαντάει: «Εσύ είσαι ξεπερασμένος, αντί για το δικό Σου Ευαγγέλιο εμείς βρήκαμε τη ζωολογία και τη βιολογία. Τώρα ξέρουμε πως είμαστε απόγονοι όχι δικοί Σου και του ουράνιου Πατέρα Σου, αλλά των ουρακοτάγκων, των γοριλών, των μαϊμούδων. Εμείς τώρα τελειοποιούμαστε για να γίνουμε θεοί, επειδή δεν αναγνωρίζουμε άλλους θεούς εκτός από εμάς».

Ο Χριστός τότε αποκρίνεται: «Είστε πιο ξεροκέφαλοι από τους παλιούς Εβραίους, εγώ σας έβγαλα από το βαρβαρικό σκοτάδι, σας έφερα το ουράνιο φως, εσείς όμως θέλετε πάλι το σκοτάδι, όπως το βουβάλι τη λάσπη. Εγώ έχυσα για σας το αίμα μου, σας αγάπησα, ακόμη και όταν όλοι οι άγγελοι άπέστρεψαν το πρόσωπο τους από εσάς, επειδή δεν μπορούσαν να αντέξουν τη δική σας άδικη ρυπαρότητα. Όταν εσείς βρισκόσασταν στο σκοτάδι και στην αμαρτία, ήμουν ο μοναδικός που πάλεψε για σας, για να σας φωτίσω θέλοντας να σας εξαγνίσω. Μήν είστε τώρα άπιστοι, επειδή θα ξαναγυρίσετε σε εκείνο το ανυπόφορο σκοτάδι και την ανυπόφορη δυσωδία».

Σ’ όλα αυτά η Ευρώπη με ειρωνικό χαμόγελο φωνάζει: «Φύγε από εμάς, δεν σε γνωρίζουμε. Εμείς κρατούμε την ελληνική φιλοσοφία και τη ρωμαϊκή κουλτούρα. Εμείς θέλουμε την ελευθερία. Έχουμε πανεπιστήμια, η επιστήμη είναι το αστέρι και ο οδηγός μας. Το σύνθημα μας είναι: Ελευθερία, αδελφοσύνη, ισότητα. Ο νους μας είναι ο θεός των θεών. Εσύ είσαι Ασιάτης. Απαρνιόμαστε εσένα. Είσαι ένας παλιός μύθος των παππούδων και των γιαγιάδων μας».

Σ’ αυτά αποκρίνεται ο Χριστός με δακρυσμένα μάτια: «Εγώ θα φύγω αλλά και εσείς θα δείτε. Βγήκατε από τον δρόμο του Θεού και πήγατε στο δρόμο του σατανά. Η ευλογία χάθηκε από εσάς. Στο χέρι μου είναι η ζωή σας και ο θάνατος σας, επειδή εγώ σταυρώθηκα για σας. Παρ’ όλα αυτά δεν θα σας καταδικάσω εγώ, αλλά οι αμαρτίες σας και η άρνησή σας στον Σωτήρα. Έδειξα πατρική αγάπη για όλους τους ανθρώπους και ήθελα με αγάπη όλους να σας σώσω».

Σ’ αυτά απαντά η Ευρώπη: «Ποιά αγάπη; Εμείς νιώθουμε υγιές και δυνατό μίσος για όλους όσους δεν συμφωνούν με μας. Αυτό είναι το πρόγραμμά μας. Η αγάπη Σου δεν είναι παρά μόνο ένα παραμύθι. Αντί του παραμυθιού αυτού, εμείς δημιουργήσαμε εθνικισμό, διεθνισμό, προοδευτισμό, επιστημονισμό. Σ’ αυτά είναι η σωτηρία μας και εσύ φύγε από εμάς»!

Αδελφοί μου, η λογομαχία αυτή στον καιρό μας τελείωσε.

Ο Χριστός απομακρύνθηκε από την Ευρώπη, όπως κάποτε απομακρύνθηκε από τη χώρα των Γαδαρηνών, επειδή το ζήτησαν οι Γαδαρηνοί. Όμως μόλις απομακρύνθηκε, ήρθε ο πόλεμος, η φτώχεια, η φρίκη, η καταστροφή. Ξανά γύρισε στην Ευρώπη, ο προχριστιανικός βαρβαρισμός των Αβάρων, των Ούνων, των Λογγοβάρδων, αλλά σε μέγιστη φρίκη. Τον Σταυρό Του και την ευλογία Του πήρε ο Χριστός και απομακρύνθηκε. Έμεινε το σκοτάδι και η βρωμιά. Εσείς τώρα αποφασίστε με ποιόν θα πάτε. Με τη σκοτεινή και βρώμικη Ευρώπη, ή με τον Χριστό; Αμήν.

vatopaidi

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι πιο ασυνήθιστες εκκλησίες του κόσμου

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Απριλίου, 2013

pio-asynithistes-ekklisies-kosmou-03

Κρυμμένες σε σπηλιές, μέσα σε βράχους και με έπιπλα φτιαγμένα από οστά.

Δεν είναι λίγες οι εκκλησίες που αποτελούν μοναδικά αρχιτεκτονικά δημιουργήματα, όπως η Σαγράδα Φαμίλια στη Βαρκελώνη της Ισπανίας.

Όμως σε όλον τον κόσμο υπάρχουν ορισμένες που ξεχωρίζουν από τις υπόλοιπες για διαφορετικό λόγο η καθεμία, όπως για παράδειγμα οι εκκλησίες-σπηλίες της Ουγγαρίας, οι λαξευμένες σε βράχους της Αιθιοπίας κ.ά.

Η ιστοσελίδα Cheapflights.com, με αφορμή τον εορτασμό του καθολικού Πάσχα, έκανε μια λίστα με μερικές από αυτές που αξίζει να επισκεφτεί κανείς.

pio-asynithistes-ekklisies-kosmou-01

Η εκκλησία Borgund Stave Church του 12ου αιώνα στη Νορβηγία είναι μία από τις 28 εναπομένουσες ξύλινες εκκλησίες στη χώρα.

Worshipers at St. George's Church in Lalibela

Πιστοί συγκεντρώνονται το πρωί στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στην Lalibela της Αιθιοπίας.

pio-asynithistes-ekklisies-kosmou-03

pio-asynithistes-ekklisies-kosmou-04

Iceland - Travel - The Land of Ice and Fire - Hallgrimskirkja Church

Η εκκλησία Hallgrímskirkja στο Ρέικιαβικ της Ισλανδίας έχει ύψος 75 μέτρα και είναι η μεγαλύτερη στη χώρα. Χρειάστηκαν 38 χρόνια για να χτιστεί και είναι το έκτο υψηλότερο κτίριο της χώρας.

pio-asynithistes-ekklisies-kosmou-06

pio-asynithistes-ekklisies-kosmou-07

Η εκκλησία St. Michel d’Aiquilhe στην κορυφή του βράχου St. Michel στη Γαλλία. Χτίστηκε το 962 και λέγεται ότι εκεί προσευχόταν η μητέρα της Ιωάννας της Λωραίνης.

pio-asynithistes-ekklisies-kosmou-08

Για να βρεθεί κανείς στην εκκλησία πρέπει πρώτα να σκαρφαλώσει στα 268 σκαλοπάτια που θα τον ανεβάσουν στην κορυφή.

pio-asynithistes-ekklisies-kosmou-09

pio-asynithistes-ekklisies-kosmou-10

Το οστεοφυλάκιο στην εκκλησία Cemetery Church of All Saints στην Kutná της Τσεχίας χρονολογείται στον 14ο αιώνα. Η διακόσμηση και τα έπιπλά της είναι φτιαγμένα από… οστά 40.000 έως 70.000 ανθρώπων!

Altar and pews in the Rock Church in Helsinki

Η εκκλησία των βράχων: Η λουθηρανική εκκλησία Temppeliaukion είναι λαξευμένη στα βράχια στην περιοχή Töölö του Ελσίνκι.

pio-asynithistes-ekklisies-kosmou-12

Υπόγεια: Η εκκλησία Gellért Hill Cave βρίσκεται στη Βουδαπέστη της Ουγγαρίας. Οι Ναζί τη χρησιμοποιούσαν ως νοσοκομείο κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου.

pio-asynithistes-ekklisies-kosmou-13

Το παρεκκλήσι του τιμίου σταυρού (The Chapel of the Holy Cross) στη Sedona της Αριζόνα έχει χτιστεί ανάμεσα στα βράχια.

pio-asynithistes-ekklisies-kosmou-14

Το παρεκκλήσι Thorncrown στην περιοχή Eureka Springs στο Αρκάνσας των ΗΠΑ έχει πρόσοψη φτιαγμένη εξ ολοκλήρου από γυαλί.

Πηγή: newsbeast.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Oι σκλάβοι του κοβαλτίου: Ποιοι πεθαίνουν για να έχουμε κινητά εμείς

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Απριλίου, 2013

Τα κινητά τηλέφωνα μπορεί να έχουν αλλάξει τον τρόπο που επικοινωνούμε, αλλά στην κεντρική Αφρική η μεγαλύτερη κληρονομιά τους είναι ο πόλεμος για την απόκτηση του κοβαλτίου, απαραίτητου για τη λειτουργία τους.
Περισσότεροι από 4 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους στην κεντρική Αφρική στον πόλεμο για την απόκτηση του κοβαλτίου, ένα ανθεκτικό στη θερμότητα ορυκτό μετάλλευμα…
που χρησιμοποιείται ευρέως στα κινητά τηλέφωνα, τους φορητούς υπολογιστές και άλλα ηλεκτρονικά είδη.Το κοβάλτιο βρίσκεται στα τριών δισεκατομμυρίων ετών εδάφη της Rift Valley, μια περιοχή της Αφρικής.
Από αυτά τα μεταλλεύματα εξάγεται το ταντάλιο το οποίο και χρησιμοποιείται για την κατασκευή πυκνωτών τανταλίου μικροσκοπικών ηλεκτρονικών στοιχείων που υπάρχουν στις ηλεκτρικές συσκευές. Το 80% των κοιτασμάτων αυτού του ορυκτού βρίσκονται στη Λαϊκή δημοκρατία του Κονγκό (DRC). Αυτή η ορεινή περιοχή ζούγκλας είναι το πεδίο μάχης αυτού που έχει ονομαστεί ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος της Αφρικής, έναν πόλεμο του Κογκολέζικου στρατού ενάντια σε έξι γειτονικές χώρες και των πολυάριθμων οπλισμένων φατριών.
Ο πόλεμος άρχισε το 1998 όταν οι κογκολέζικες επαναστατικές δυνάμεις, με την υποστήριξη της Ρουάντας και της Ουγκάντας, κατέλαβαν το ανατολικό Κονγκό και κινήθηκαν προς τις στρατηγικές περιοχές μεταλλείας, επιτιθέμενοι στους πληθυσμούς αυτών. Ο στρατός της Ρουάντα έκανε σύντομα τζίρο πάνω από 20 εκατομμύρια δολάρια μηνιαίως από το εμπόριο κοβαλτίου.
Ακόμη και σήμερα, ο πόλεμος συνεχίζεται παρά τη συμφωνία ειρήνης που υπογράφτηκε το καλοκαίρι του 2002. Συμφωνία η οποία και υπογράφτηκε έπειτα από τη δολοφονία του προέδρου του Κονγκό Laurent Kabila, τον Ιανουάριο του 2001, και μετά από πίεση που ασκήθηκε από τη Νότια Αφρική. Αλλά ενώ τα ξένα στρατεύματα έχουν επίσημα αποσυρθεί από το Κονγκό, οι εσωτερικές φατρίες παραμένουν στον πόλεμο.
Το κοβάλτιο έχει μετασχηματίσει την οικονομία του Κονγκό. Οι αγρότες που μετατοπίζονται από τα εδάφη τους δεν έχουν άλλη επιλογή εκτός από το να συμμετέχουν στις “ταξιαρχίες” εξαγωγής κοβαλτίου. Η διαδικασία είναι όμοια με τη εξόρυξη χρυσού. Το κοβάλτιο βρίσκεται σκάβοντας κοιλώματα στις κοίτες των ποταμών, με τους εργάτες να ξύνουν τις βρωμιές για να βρουν το μετάλλευμα.
Το κοβάλτιο καταλήγει από τα ορυχεία σε ειδικά ανταλλακτήρια που ελέγχονται και φορολογούνται από τους αντάρτες. Οι ξένοι έμποροι αγοράζουν έπειτα το μετάλλευμα και το στέλνουν στο εξωτερικό, συνήθως μέσω της Ρουάντα. Όλη η ποσότητα αγοράζεται από τρεις εταιρίες: Cabot (Αμερικάνικη), HC Starc (Γερμανική) και Nigncxia (Κινέζικη) που είναι και οι μόνες εταιρίες με την ικανότητα να μετατρέπουν το κοβάλτιο σε σκόνη τανταλίου. Η σκόνη αυτή πωλείται έπειτα στη Nokia, τη Motorola, την Compaq, τη Sony και άλλους κατασκευαστές για χρήση στα κινητά τηλέφωνα καθώς και άλλα προϊόντα.

iefimerida

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή Γ΄Νηστειών – Σταυροπροσκυνήσεως- Φθάνουμε στην Ανάσταση διά του Σταυρού.

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Απριλίου, 2013

STAVROSI_Γ΄νηστειών(Κυριακή Γ΄Νηστειών, της Σταυροπροσκυνήσεως)

Βρισκόμαστε στο μέσο της Αγίας Σαρακοστής και η Αγία μας Εκκλησία προβάλλει στους πιστούς τον Τίμιο Σταυρό για προσκύνηση.

«Τον Σταυρόν Σου προοκυνούμεν, Δέσποτα  και την Αγίαν Σου Ανάστασιν δοξάζομεν», ψάλλει σήμερα η αγία μας ’Εκκλησία.

Είναι ο ύμνος, που δεσπόζει στη σημερινή  Κυριακή και συνδέει το πάθος και την οδύνη του Σταυρού με τη δόξα της Αναστάσεως, την ταπείνωση με την ύψωση, τη λύπη με τη χαρά, το χαροποιόν πένθος, που είναι το χαρακτηριστικό της ζωής της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας. […]

Ο σταυρός αφανίζει το κράτος του θανάτου

Ο Χριστός έρχεται στον κόσμο και γίνεται άνθρωπος, λαμβάνει «δούλου μορφήν» για να σώσει τον «πεπτωκότα άνθρωπον», ο οποίος διέπραξε την πιο μεγάλη αμαρτία της άρνησης του Θεού, για να έχει «πρόσκαιρον αμαρτίας απόλαυσιν», που έφερε τον θάνατο.

Ο Χριστός με τον ερχομό Του και με τον τρόπο ζωής Του αποκαλύπτει στον άνθρωπο τη μεγάλη δύναμη της θυσίας, του σταυρού, όταν για κίνητρο έχει την αγάπη του Θεού.

Αυτό είναι το «μείζον», το πιο μεγάλο, με το οποίο όλος ο κόσμος δε μπορεί να εξισωθεί. Η διαφύλαξη της αγάπης του Θεού και του αγίου θελήματος Του, «αντί πάσης θυσίας», είναι πηγή ζωής και αθανασίας. Βιώνοντας την αγάπη στον Θεό «εξ όλης ψυχής και καρδίας» και ταυτίζοντας το θέλημά μας με το δικό Του, αποκτούμε «γνώση» Θεού, που είναι «ζωή αιώνιος» (Ιω. 17. 3).

Ο άνθρωπος για ένα καρπό, για τη φιληδονία της γεύσεως αρνήθηκε τον Θεό και το θέλημά Του. Ο Χριστός προτιμά το θέλημα του Πατρός Του από την τροφή του σώματος. Παρόλο που δέχεται και την τροφή, δεν έχει και τόση σημασία γι’ Αυτόν. Μπορεί και να τη θυσιάσει, αλλά δε θυσιάζει ποτέ την αληθινή τροφή του, το «θέλημα του Πατρός» Του. Όταν οι Μαθητές Του αγόρασαν τρόφιμα και επέστρεψαν, Τον παρακαλούσαν και του έλεγαν:«Ραββί,(= διδάσκαλε) φάγε» και Αυτός απαντούσε: Δική μου τροφή είναι να κάνω το «θέλημα του πέμψαντός με» (Ιω, 4, 34). Κάνοντας αυτό το θέλημα ζει «εν τω Πατρί» και συγχρόνως έχει «εν εαυτώ τον Πατέρα». Θέλει ό,τι και ο Πατέρας Του, γιατί είναι Υιός φιλοπάτωρ. Αυτή η αγάπη και αυτό το θέλημα είναι η ζωή της θεότητος, δηλαδή αθανασία και αιωνιότης.

Το θέλημα του Πατρός Του δεν είναι μόνο τροφή, αλλά και τρυφή Του. Την υλική τροφή τη λάμβανε για διατροφή του σώματός Του, όχι όμως για απόλαυση, αλλά ως δώρο του Θεού, που κατέληγε στην ευχαριστία και δοξολογία του Πατέρα Του. Ποτέ του δε θυσιάζει το αιώνιο χάριν του προσκαίρου.

Στον πρώτο πειρασμό του διαβόλου που απέβλεπε να τον απομακρύνει από τον Πατέρα Του, όταν είχε πεινάσει, του πρότεινε να κάνει τις πέτρες ψωμιά για να φάγει. Ο Χριστός αρνήθηκε και προτίμησε την ασιτία. Φτάνει που ήταν «μετά του Πατρός Του». Αυτό προτιμά από τον «χορτασμό της κοιλίας». Τόσο στην αναστροφή με τους Μαθητές Του όσο και με τον κόσμο, διδάσκει τη μεγάλη σημασία του σταυρού, της θυσίας, της νέκρωσης των επιθυμιών της σαρκός. Και όχι μόνο αυτό, αλλά προχωρεί και στον θάνατο αυτής της φυσικής του ζωής. Και όχι σ’ ένα φυσικό θάνατο, αλλά στον πιο σκληρό, οδυνηρό και επονείδιστο, τον σταυρικό, προκειμένου να κερδίσει για τον άνθρωπο την αιώνιο ζωή. Όλα ξεκινούν από την πηγή της ζωής, τη σχέση με τον Θεό και σ’ αυτή καταλήγουν.

Το θέλημα του Πατρός Του, όχι απλά είναι και δικό Του, αλλ’ είναι ο Ίδιος, το «ζων και ενυπόστατον θέλημα του Πατρός» (Κύρ. Αλεξανδρείας). Συγχρόνως δε είναι και «ενυπόστατος αγάπη». Αυτό που θέλει ο Πατέρας Του, να πεθάνει θάνατο σταυρικό, το θέλει και ο ίδιος και συγχρόνως το εκτελεί ταπεινά, «μετ’ ευχαριστίας», γιατί είναι η ζωή Του, η έκφρασή Του. Και την παραμονή του εκουσίου πάθους Του τελεσιουργεί το Μυστήριο του Σώματός Του, το οποίο θα δεχθεί τον θάνατο και του Αίματός Του, που θα χυθεί και το ονομάζει Ευχαριστίαν. Ευχαριστεί δηλαδή και για την έσχατη οδύνη, γιατί αγαπά τον Πατέρα Του και «ποιεί το θέλημά Του».

Παρόλο που γνωρίζει τα πάντα που θα ακολουθήσουν, τα δέχεται με ευγνωμοσύνη και ευχαριστία. Γι’ αυτό και νικά τον θάνατο, κατακρίνει την αμαρτία «εν τη σαρκί Αυτού», την αφανίζει και ανιστά την ανθρώπινη φύση. Την ανέστησε, γιατί δεν ενήργησε αυτόνομα σε καμμιά περίπτωση, αλλά ταυτίσθηκε και εναρμονίσθηκε τέλεια με το θέλημα του Θεού, που είναι ανάσταση. Γι’ αυτό έμεινε αναμάρτητη, άχραντη και «πάσης επέκεινα καθαρότητος». Ο θάνατος δεν είχε θέση σ’ αυτή. Μπορούσε να τον αποφύγει. Τον δέχθηκε εκούσια, για να κάνει το θέλημα του Πατέρα. Γι’ αυτό τον νίκησε και τον κατάργησε. Και την ώρα του οδυνηρότερου μαρτυρίου, που τον προκαλούν να κατέβει από τον σταυρό, για να κάνει τον πόνο του ελαφρότερο, ο Χριστός αρνείται, για να σώσει τον άνθρωπο «έως τέλους», μεταποιώντας και την έσχατη οδύνη σε αγάπη, κοινωνία και υπακοή στον Πατέρα. Μέσα σ’ αυτή την αγάπη ο απάνθρωπος «κρανίου τόπος, παράδεισος γέγονε» και διά του σταυρού «ήλθε χαρά εν όλω τω κόσμω», γιατί ο Χριστός αναστήθηκε και «επάτησε τον θάνατο». Όλα τα καλά ήλθαν στον κόσμο, γιατί έμεινε «αχώριστος τω Πατρί».

Αλλά και πριν από τον σταυρό της άκρας οδύνης, δέχθηκε και υπόμεινε όλες εκείνες τις συνέπειες της «εκπεσούσης φύσεώς» μας: Εμπτυσμούς, κολαφισμούς, ραπίσματα, φραγγέλωση, τους ήλους, τη λόγχη, τον ακάνθινο στέφανο, τους ονειδισμούς, τας δυσσεβείς βλασφημίας. Όλα τα δέχθηκε χωρίς οργή, χωρίς μίσος, χωρίς να τα ανταποδώσει. Αντ’ αυτών ανταποδίδει αγάπη «εις τέλος» και σώζει τον άνθρωπο-θύμα της αμαρτίας και του διαβόλου. Με όλα αυτά «κατέκρινε την αμαρτίαν», τη νέκρωσε και τη μεταποίησε σε αγάπη στον Θεό και τον άνθρωπο.

Έτσι «ενεκρώθη το κράτος του εχθρού» και «συνετρίβησαν πύλαι οδυνηραί» των παθών της αμαρτίας και οι νεκροί οι «εν σκότει καθεύδονιες ανίσταντο» και ο κλειστός Παράδεισος άνοιξε και γέμισε με εκατομμύρια Αγίων, οι οποίοι «συνήφθησαν μετά του Θεού». ‘Ο πλανεμένος άνθρωπος δεν μπορεί να καταλάβει ότι: όπου παρουσία Θεού και το «πυρ της κολάσεως» μεταποιείται σε δροσίζον. Κόλαση και θάνατος είναι το «άνευ Θεού ζην».

Ο Χριστός μένει στον σταυρό, γιατί παρέδωσε τα πάντα στον Πατέρα Του και τον ίδιο τον εαυτό Του, γι’ αυτό και ο πόνος Του μεταποιείται σε χαρά και ο σταυρός Του γίνεται φωτοφόρος. Τον φωτίζει ο παράδεισος της παρουσίας του Θεού. Στο τέλος παρέδωσε και το μόνο που του έμεινε, το πνεύμα Του, που χωρίζεται από το σώμα. «Πάτερ εις χείρας Σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου» (Λουκ. 23, 46) ήταν ο τελευταίος λόγος Του στον σταυρό. Εκαινοτόμησε για τον άνθρωπο, το «μηκέτι τρέχειν τας ψυχάς εις τον άδην», αλλά «εις χείρας Θεού». Έτσι την «πλανηθείσαν φύσιν» των ανθρώπων ανέστησε, εδόξασε, και ανύψωσε εις ουρανούς «εν δεξιοίς του Θεού και Πατρός». Όπως ήταν ως Υιός και Λόγος του Θεού, έτσι θα μένει και ως Θεάνθρωπος και έτσι θα γνωρίζεται «εις το διηνεκές». Αυτό θα επαναλάβουν οι Μάρτυρες, αλλά και όλοι οι Άγιοι με πρώτον τον πρωτομάρτυρα Στέφανο, που είπε: «Κύριε Ιησού, δέξαι το πνεύμα μου» (Πράξ. 7, 59). Ακολουθώντας τον Σωτήρα του δεν ύβρισε, δεν καταράσθηκε τους φονευτές του, αλλά προσευχήθηκε: «Μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην», γι’ αυτό ζούσε την Ανάσταση. Έγινε «καινή κτίσις». Η ανθρώπινη φύση στα πρόσωπα των αναρίθμητων Αγίων έγινε Αγιοπνευματική και παλινδρόμησε «εις το πρώτον», στην αφθαρσία, την αθανασία.

Η άρση του δικού μας σταυρού

Στο σημερινό ευαγγέλιο ο Χριστός θέλει να μας μυήσει στο μυστήριο του πάθους Του και του σταυρού Του. Πως διά σταυρού και θανάτου την ανθρώπινη φύση, που προσέλαβε επάνω Του, την έκανε μέτοχο ζωής αιωνίου. Γι’ αυτό ο σταυρικός θάνατος έγινε πρόξενος ζωής και αθανασίας, όχι μόνο για την ανθρώπινη φύση που έφερε, αλλά για όλο το ανθρώπινο γένος. Για κάθε άνθρωπο ο σταυρός χαρίζει ζωή και αφθαρσία.

Η πορεία αυτή προς τον σταυρό και τον θάνατο έγινε για τον άνθρωπο μοναδική οδός σωτηρίας. Για να γίνουμε μέτοχοι της «αθανάτου ζωής», πρέπει να γίνουμε και μέτοχοι στα παθήματα, τον σταυρό, τη θυσία του Κυρίου μας. Να νεκρώσουμε τα πάθη και τις επιθυμίες της σαρκικής φύσεώς μας και επί πλέον και την ίδια τη φύση μας, το σώμα μας, και οτιδήποτε άλλο, που μπορεί να μας οδηγήσει σε αυτόνομη ζωή από την αληθινή, που είναι η σχέση με τον Θεό. Αυτό εννοεί ο Χριστός με το «ακολουθείτω μοι», που ακούσαμε στο σημερινό ευαγγέλιο. Γνωρίζουμε τον Χριστό, όχι διανοητικά, αλλά μέσα από τη θυσία, «σταυρούμενοι». Οι Άγιοι διψούσαν να συμπάσχουν με τον Χριστό. Όχι απλά να νηστέψουν ή να ταπεινωθούν ή να κάνουν ελεημοσύνη, αλλά να υποστούν την έσχατη θυσία. Και ευχαριστούσαν γι’ αυτό τον Θεό. Γνωρίζουμε την «όντως ζωή» μέσα από τον θάνατο. Η πιο καλή ζωή είναι να υποφέρουμε για τον Χριστό, να πεθαίνουμε γι’ Αυτόν. Στη ζωή μας το παν δεν είναι αν υποφέραμε λίγο ή πολύ, αλλά αν σ’ όλες τις περιπτώσεις, είμαστε με τον Χριστό. Αν μέσα μας σταυρωθεί το φρόνημα του κόσμου, τότε ζούμε και υπάρχουμε αληθινά.

Μπροστά στον κάθε άνθρωπο υπάρχουν δυό επιλογές: η μία είναι η ζωή «μετά του Χριστού» και η άλλη η «άνευ του Χριστού». Η «άνευ του Χριστού» ζωή είναι η ζωή, που απορρέει από τις επιθυμίες και τις επιδιώξεις της σαρκικής φύσεώς μας, του «παλαιού ανθρώπου», όπως λέγει ο απόστολος Παύλος. Ο άνθρωπος αυτός δεν σκέπτεται τον Θεό, ούτε τον ενδιαφέρει η «εν Αυτώ» ζωή. Επιδιώκει την απόκτηση πλούτου, για να απολαμβάνει τις ηδονές της παρούσας ζωής, που ικανοποιούν τη φύση. Με αυτό όμως τον τρόπο ζωής ετοιμάζει για τον εαυτό του τον αιώνιο θάνατο. Αν ο άνθρωπος κάνει την πρώτη επιλογή και θέλει να αντλεί τη ζωή του από τη σχέση, την αγάπη και την κοινωνία με τον Θεό, θα έχει ισόβιο αντίπαλο τη φύση, που ρέπει προς την αμαρτία. Είναι το «φρόνημα της σαρκός», το οποίο προβάλλει πολλή αντίσταση και χωρίς άσκηση στο εσωτερικό του, ο άνθρωπος δε μπορεί να το καταβάλει.

Γι’ αυτό ο Χριστός μας συμβουλεύει να σηκώσουμε σταυρό, να αρνηθούμε τα φιλήδονα θελήματα και τις φιλόζωες επιθυμίες της φύσεως, μέχρι που να την υποτάξουμε στο θέλημα του Θεού, για να μετάσχει κι αυτή στην αθανασία και αιωνιότητα. Αυτό όμως προϋποθέτει άσκηση, αγώνα εσωτερικό, που είναι οδύνη, σταυρός. Χωρίς την καθημερινή άρση του σταυρού για νέκρωση των αμαρτωλών παθών, όπως μας καθοδηγεί το ευαγγέλιο, δηλαδή ο Κύριος και στη συνέχεια οι Απόστολοι, οι Μάρτυρες και όλοι οι Άγιοι, δε μπορούμε να είμαστε πάντοτε «μετά του Χριστού».

Αν θέλουμε, λέγει ο Χριστός, να κερδίσουμε την πρόσκαιρη ζωή της φύσεώς μας, θα χάσουμε την αιώνιο ζωή. Αυτό μπορεί να συμβεί είτε στην καθημερινότητα με την επιδίωξη να απολαύσουμε τις πρόσκαιρες ηδονές, αδιαφορώντας για τον Θεό και το θέλημά Του, είτε σε καιρό μαρτυρίου αρνηθούμε να μαρτυρήσουμε για τον Χριστά, για να κερδίσουμε τη φυσική ζωή μας. Αν όμως απολέσουμε και αφανίσουμε τη φυσική ζωή μας και οτιδήποτε απορρέει απ’ αυτή, «ένεκεν του Χριστού» και του «κατά Θεόν βίου», τότε θα σώσουμε τη ζωή μας, θα κερδίσουμε την αιωνιότητα.

Οι τρείς Παίδες π.χ. αν ήθελαν να ζήσουν τη ζωή της φύσεως, δεν θα έμπαιναν στη φωτιά. Αυτό όμως θα ήταν κάτι πρόσκαιρο. Το συνεχές και αιώνιο θα ήταν ο χωρισμός από τον Θεό, δηλαδή ο θάνατος. Για την αγάπη του Θεού προτίμησαν την οδύνη της φωτιάς, το μαρτύριο. Και το πυρ από φλογίζον έγινε δροσίζον. Η παρουσία του Θεού μετάτρεψε την κόλαση σε παράδεισο, τον θάνατο σε ανάσταση, προμήνυμα του Χριστού, ο οποίος τον θάνατο και τον άδη μεταποίησε σε «φως απαστράπτον», άδυτο, σε Ανάσταση και ζωή.

Όταν ο Χριστός λέγει για τον ακόλουθό Του, «αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι», εννοεί πως πρέπει οι πιστοί να έχουμε συνεχώς μπροστά μας τη νέκρωση της αμαρτίας και των παθών, αλλά και της ίδιας της φύσεώς μας. Να πεθαίνουμε «τη προαιρέσει» (=κατά την πρόθεσή μας), για οτιδήποτε μπορεί να μας στερήσει από το να ζούμε «μετά του Χριστού». Χωρίς το πέρασμα από τον σταυρό και τον θάνατο, παντός εναντιωμένου στον Θεό, δε σώζουμε το «εν Χριστώ Ιησού υπάρχειν».

Και αυτός ο σταυρός της αμαρτίας, που εμφωλεύει μέσα μας, είναι οδυνηρός, αλλά αυτός ο θάνατος δεν είναι μόνιμη κατάσταση. Τον θάνατο της αμαρτίας και των παθών ακολουθεί η ανάσταση της φύσεως. Η δόξα της αναστάσεως «περιχέει» (= περιχύνεται) σε κάθε νεκρούμενο.

Σωτηρία λοιπόν για μας είναι ο καθημερινός σταυρός, η θυσία, ο θάνατος. Με τις ποικίλες καθημερινές νεκρώσεις, την άσκηση, την ειλικρινή εξομολόγηση των αμαρτιών μας, τούς ονειδισμούς, που ίσως νοιώσουμε κατά την εξομολόγηση, την καταδίκη του εαυτού μας από εμάς τους ίδιους, τις θλίψεις, τις δοκιμασίες, τις αδικίες των ανθρώπων, τους τυχόν εμπαιγμούς σε βάρος μας, με όλα αυτά γινόμαστε συνοδοιπόροι του Κυρίου και κοινωνοί στα παθήματά του, αλλά και στην Ανάστασή Του. Όσο πιο μεγάλη είναι η συμμετοχή μας στον σταυρό, τόσο πιο μεγάλη θα είναι και η ελευθερία, δηλαδή η συμμετοχή στην ανάσταση, η επιστροφή μας στον Θεό. Το «ζει εν εμοί Χριστός», είναι ανάσταση.

Όταν υποτάσσουμε το «φρόνημα της σαρκός» στο «φρόνημα του πνεύματος», «αίρομεν τον σταυρόν μας» και ακολουθούμε τον Χριστό. Τον σταυρό μας, όχι απλά τον δεχόμαστε, αλλά τον αγαπάμε και τον ποθούμε, όταν ζούμε και φρονούμε «κατά Θεόν». Ο Πέτρος π.χ. δεν φρονούσε «κατά Θεόν», όταν απέτρεπε τον Χριστό από το πάθος, γι’ αυτό και επετιμήθη.

Σήμερα που βρισκόμαστε στο μέσο της Μεγάλης Σαρακοστής και οδεύουμε προς το πάθος και την Ανάσταση του Κυρίου, ας παρακαλέσουμε τον Θεό να μας βοηθήσει να νεκρώσουμε τη βασιλεύουσα μέσα μας αμαρτία, για να μας γίνει αυτή η νέκρωση ζωοφόρος, δηλαδή ζωή σχέσεως, αγάπης και κοινωνίας με τον Θεό. Έτσι θα προσεγγίσουμε συνειδητά, βιωματικά, το μεγάλο και όντως θείο μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως.

(Παύλου Μουκταρούδη, θεολόγου, «Διήρχετο διά των σπορίμων», τ.Β΄, εκδ. Ι. Μητρ. Λεμεσού 2008, σ. 385-395, αποσπάσματα)

vatopaidi

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Όστις θέλει…»

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Απριλίου, 2013

???????????????????????????????π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Στη μέση της Σαρακοστής, την Γ΄ Κυριακή των νηστειών, η Εκκλησία προβάλλει το «σημείο του Υιού του ανθρώπου» ως δύναμη και πρόσκληση «ίνα επακολουθήσωμεν τοις ίχνεσιν αυτού», δηλαδή να βαδίσουμε στ’ αχνάρια Του. Ο Κύριος, στο Ευαγγέλιο της ημέρας, μας καλεί να Τον ακολουθήσουμε με ελευθερία, αρνούμενοι τον εαυτό μας και σηκώνοντας το σταυρό μας.

Αλήθεια, δεν είναι «σκληρός ο λόγος ούτος»;

Δεν μας ζητά να κάνουμε δύσκολα και ίσως ακατόρθωτα;

Και γιατί τάχα;

Όμως υπήρξαν και υπάρχουν άνθρωποι που Τον ακολουθούν «όπου αν υπάγη». Υπήρξαν και υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι που «διά τον λόγον των χειλέων Του εφύλαξαν οδούς σκληράς». Πώς θα το έκαμναν αν δεν ένιωθαν την πραγματικότητα της ύπαρξής Του, τη δύναμη της αγάπης Του, την ομορφιά να Του ανήκεις;

Η «απόδειξη» βρίσκεται όχι σε θαύματα που βλέπουμε – τα θαύματα δεν έπεισαν τους Φαρισαίους – ούτε σε εξωτερικούς παράγοντες, αλλά στο καρδιακό βίωμα, στην άλλη γνώση που υπερβαίνει αυτή της λογικής. Κι είναι αυτή η «απόδειξη» πιο δυνατή από εκείνη των αισθήσεων, ώστε ν’ αλλάζει την πορεία της ζωής.

Μέσα από την ελευθερία του προσώπου, από αυτό το «όστις θέλει», αναδύεται η δυναμική του προσώπου, που απαντά θετικά ή αρνητικά στην πρόσκληση του Θεού για αλλαγή ζωής.

Γι’ αυτό και το «όστις θέλει» γίνεται η κρίση, το φοβερό στοιχείο της ύπαρξής μας που μας διαφοροποιεί από τα ζώα και μας καθιστά ίσους προς το Θεό – Πατέρα, όπως τα παιδιά.

Μάθαμε ένα χριστιανισμό χωρίς εκούσιο σταυρό, χωρίς θεληματική άσκηση για χάρη του Εσταυρωμένου, χωρίς πόνο και δάκρυ «υπέρ του σύμπαντος κόσμου». Η πορεία μας δεν είναι «προς το εκούσιον πάθος», καθώς του Κυρίου μας. Γι’ αυτό νιώθουμε ξένοι προς Εκείνο, χωρίς οικειότητα και παρρησία. Δεν μιλούμε ως παιδιά Του και δεν Τον αισθανόμαστε φίλο, όπως θέλει να Τον αισθανόμαστε.

Όσοι όμως «έλαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι, τοις πιστεύουσιν εις το όνομα αυτού». Γι’ αυτούς δεν είναι ο δρόμος αγγαρεία και η ζωή Του καθήκον. Είναι χαρά και αγαλλίαση, πληρότητα ζωής και ολοκλήρωση, κι ας είναι σταυρός…

Ασφαλώς το «απαρνησάσθω εαυτόν» δεν είναι απλό και εύκολο. Είναι καθημερινός θάνατος, καθώς θα αρνείσαι τα χαρίσματα, τις επιθυμίες και το είναι σου, για χάριν του Χριστού και του Ευαγγελίου Του. Γι’ αυτό χωρίς ελεύθερη απόφαση δεν γίνεται ούτε άρνηση του εαυτού μας ούτε άρση του σταυρού μας. Το αναγκαστικό, το μίζερο και το «πρέπει», δεν έχουν χαρά.

Αν «διά του σταυρού ήλθε χαρά εν όλω τω κόσμω», κι αν το θάνατο του Χριστού ακολούθησε η Ανάσταση, τότε «οι του Χριστού» έχουν την καρδιακή χαρά και την αναστάσιμη εμπειρία. Δεν είναι δυνατό ο σταυρός του κάθε χριστιανού, ο αγώνας κατά των παθών του, η θλίψη κι ο πόνος για τον εαυτό του και τους άλλους, να είναι χωρίς αποτέλεσμα. Δεν γίνεται η συμπόρευση και η συσταύρωση με τον Ιησού Χριστό, να μην οδηγήσει στην συν-ανύψωση και συν-ανάσταση.

Τελικά το «όστις θέλει» καθορίζει την πορεία μας προς ζωή ή προς θάνατο, «εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι».

isagiastriados.com

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο όσιος Ιωάννης ο Ρώσος, ο ομολογητής και θαυματουργός

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Απριλίου, 2013

Η μνήμη του τιμάται στις 27 Μαΐου.

Άγ. Ιωάννης ο ΡώσοςΒαρυφορτωμένο ξεκίνησε το πρωί της 10ης Σεπτεμβρίου 1924 το πλοίο «Βασίλειος Δεστούνης» από το λιμάνι της Μερσίνας της Μικράς Ασίας με προορισμό την Εύβοια. Δεν μετέφερε μόνο 800 πονεμένους ρακένδυτους Μικρασιάτες πρόσφυγες. Στο αμπάρι του το πλοίο έκρυβε πολύτιμο θησαυρό. Ήταν ξύλινη (από κυπαρίσσι) λάρνακα με το τίμιο ιερό σκήνωμα του 40χρονου οσίου Ιωάννου του Ρώσου.

Οι τουρκικές αρχές είχαν απαγορεύσει αυστηρά στους Χριστιανούς τη μεταφορά του αγίου από το Προκόπιο. Είχαν μάλιστα σφραγίσει τον ομώνυμο περικαλλή ιερό Ναό του. Αλλά ο πιστός σιδηρουργός του Προκοπίου με άδεια του ευλαβεστάτου ιερέως π. Χαραλάμπους Αβερκιάδη τη νύχτα της 9ης Σεπτεμβρίου τόλμησε και παραβίασε κρυφά τον ιερό Ναό. Και ο τολμηρός Έλληνας και πιστός Μικρασιάτης Παναγιώτης Παπαδόπουλος, που επρόκειτο την επομένη να ταξιδέψει για την Ελλάδα, ανέλαβε να περιτυλίξει με κιλίμια το ιερό Λείψανο. Και με κίνδυνο της ζωής του το πέρασε από το τουρκικό τελωνείο.

Τόσο μεγάλη ευσέβεια και πίστη είχαν οι αγαπημένοι μας Μικρασιάτες πρόσφυγες. Μπορεί να έφθασαν στην μητροπολιτική Ελλάδα μας πάμφτωχοι υλικά, αλλά μας έφεραν τον ζωντανό τους πλούτο της Ορθοδόξου Παραδόσεως και ζωής όχι μόνο με το ήθος και την αρχοντιά τους, αλλά και με τα πλούσια εκκλησιαστικά κειμήλια, τις περίπυστες άγιες εικόνες και προπαντός με τα θησαυρίσματα των ιερών Λειψάνων των Αγίων τους.

Έτσι η Εύβοια χάρις στην πίστη των ευσεβών Μικρασιατών του Προκοπίου της Ανατολής απέκτησε τον θησαυρό αυτό, δηλαδή το ιερό άφθορο Λείψανο του αγίου Ιωάννου του Ρώσου. Σήμερα ευρίσκεται μέσα σε ασημένια Λάρνακα στον ομώνυμο περίλαμπρο Ναό του στο χωριό Νέο Προκόπιο στα βόρεια της νήσου.

Ποιος όμως ήταν ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος;

Στην περιοχή της Ουκρανίας, σ’ ένα χωριό της Μικρορωσίας, εκεί όπου τα ήσυχα νερά του Δνείπερου ποταμού διασχίζουν και ποτίζουν τον μεγαλύτερο σιτοβολώνα του κόσμου, γεννήθηκε γύρω στο 1690 ο Ιωάννης. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς, δίκαιοι και τίμιοι. Δίδαξαν στο παιδί τους από τη μικρή ηλικία τα ιερά γράμματα, την τέχνη της προσευχής και τον δρόμο της θυσίας και της αγάπης και προς τον Θεό και προς τους ανθρώπους. Ο Ιωάννης τα δεχόταν όλα με ευγνωμοσύνη. Τα εφάρμοζε με πιστότητα.

Την εποχή εκείνη τσάρος της Ρωσίας ήταν ο Μέγας Πέτρος, άνθρωπος πολεμοχαρής και σκληροτράχηλος. Ο Ιωάννης σε νόμιμη ηλικία κατετάγη στο ρωσικό στρατό. Έλαβε μέρος στον ατυχή ρωσοτουρκικό πόλεμο (1711), που διήρκεσε 7 χρόνια και είχε ως αποτέλεσμα χιλιάδες Ρώσοι στρατιώτες να συλληφθούν αιχμάλωτοι από τους Τατάρους. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο νέος τότε στρατιώτης Ιωάννης. Οι Τάταροι πούλησαν τον Ιωάννη σε κάποιον Τούρκο αξιωματικό του ιππικού, τον Ομέρ αγά από το Προκόπιο της Μικράς Ασίας, μια πόλη που ήταν κτισμένη σε υψόμετρο 1.200 μέτρων, 60 χιλιόμετρα έξω από την Καισάρεια της Καππαδοκίας.

Πολλοί τότε στρατιώτες αρνήθηκαν την ορθόδοξη πίστη τους πιεζόμενοι από τις απειλές των αλλόθρησκων Τούρκων. Μπροστά στα δώρα και τις υποσχέσεις των Αγαρηνών εκάμφθησαν. Αλλά ο γενναίος Ιωάννης παρέμεινε αλύγιστος στον ορθόδοξη πίστη του. Μέσα του βασίλευε η ευσέβεια και η βαθιά πεποίθηση ότι ο Θεός δεν θα τον εγκαταλείψει. Παραδίδει τη ζωή του στον Θεό με σύνθημά του: «Κύριος ποιμαίνει με, και ουδέν με υστερήσει» (Ψαλ. κβ΄ 1).

Προχωρεί γαλήνια, ατάραχα. Σηκώνει με υπομονή τον σταυρό του από τις ειρωνείες και τις περιφρονήσεις των άλλων που τον φώναζαν «κιαφίρη», δηλαδή άπιστο. Σταθερή είναι και η ομολογία του προς τον αγά του. «Είσαι αφέντης – του λέει – μόνο του σώματός μου, όχι όμως και της ψυχής μου. Είμαι πρόθυμος να υπακούω σε όλες τις διαταγές σου, εφ’ όσον με αφήσεις ελεύθερο στην πίστη μου. Διαφορετικά, εάν με πιέσεις να αλλαξοπιστήσω, ευχαρίστως σου παραδίδω την κεφαλή μου και όχι την πίστη μου. Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανός θα αποθάνω. Τον Χριστό δεν πρόκειται να αρνηθώ».

Η σταθερή αυτή ομολογία του Ιωάννη συνδυασμένη πάντοτε με την εργατικότητα, την ταπεινοφροσύνη και την ευγενή συμπεριφορά του, τον έκαμαν πολύ συμπαθή στο σκληρό του αφεντικό.

Ο Ομέρ είχε αναθέσει στον Ιωάννη την ευθύνη του στάβλου του. Εκεί μέσα κάτω από ταπεινές συνθήκες, μέσα σε δυσοσμία και σε υγρό και σκοτεινό περιβάλλον ο Ιωάννης ο αιχμάλωτος και δούλος ζούσε αγία ζωή. Ήταν συνεπής και ακριβής όχι μόνο στα καθήκοντα της ευτελούς αυτής εργασίας αλλά και στα πνευματικά του καθήκοντα. Δοξολογούσε τον Θεό συνεχώς. Αναπολούσε τις ταπεινές συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε ο Κύριος στο σπήλαιο της Βηθλεέμ. Και Τον ευχαριστούσε, γιατί τον αξίωνε να ζει και αυτός σε τέτοιο περιβάλλον.

Σε κάποια γωνία του στάβλου ξάπλωνε ήσυχος και ειρηνικός για να ξεκουραστεί τις νύχτες. Αρκετές όμως νύχτες έφευγε. Πήγαινε στον γειτονικό αρχαίο ναό του Αγίου Γεωργίου, λαξευμένο σε βράχο, και εκεί όρθιος στον Νάρθηκα έκανε τις ακολουθίες του… Προσευχόταν με θέρμη μέσα στη νυχτερινή γαλήνη. Κάθε Σάββατο κοινωνούσε τα άχραντα Μυστήρια. Όλο και ελαμπρύνετο. Ένας ύμνος που τον εγκωμιάζει γράφει: «Καθαρός τῷ σώμματι καί τῇ ψυχῇ ὅλος γέγονας».

Το ζεύγος των αφεντικών του θαύμαζε όλο και περισσότερο τη βιωτή του απλού και ταπεινού αυτού δούλου. Του προσέφεραν λοιπόν ένα μικρό δωμάτιο για να ζει πιο άνετα. Ο Όσιος όμως ευγενικά το αρνήθηκε. Προτίμησε να ζει μέσα στην κακοπάθεια και την άσκηση παρά μέσα στη χλιδή και την άνεση. Ο ταπεινός τόπος του στάβλου «του εξασφάλιζε», όπως γράφει ο βιογράφος του, «την ευωδία του Αγίου Πνεύματος». Ζούσε λιτά, με ελάχιστη τροφή, και πλούσια προσευχή. Όλα τα δεχόταν αγόγγυστα. Και όταν ο αφέντης του πορευόταν έφιππος, εκείνος τον ακολουθούσε πεζός ταπεινά σαν σκλάβος του ψελλίζοντας λόγια του Ψαλτηρίου.

Η παρουσία του αγίου αυτού υπηρέτη και σκλάβου Ιωάννη ήταν μια συνεχής ευλογία για τον Ίππαρχο αγά του Προκοπίου. Το σπιτικό του όλο και πλούτιζε. Έγινε «ο πλουσιότερος και ο πλέον αξιοσέβαστος στον πόλη» άνθρωπος. Ο Ιωάννης είχε πλέον αποκτήσει κύρος. Όλοι τον σέβονταν. Σταμάτησαν οι ειρωνείες και οι εμπαιγμοί των άλλων.

Κάποια περίοδο που ο αγάς – σαν ευσεβής Μουσουλμάνος – είχε φύγει σε ιερή αποδημία – προσκύνημα στη Μέκκα, η γυναίκα του θέλησε να καλέσει σε φαγητό φίλους και γνωστούς για να ευχηθούν για τον ασφαλή γυρισμό και την καλή υγεία του αγά της. Καθώς έφερνε η κυρία στους συνδαιτυμόνες το γνωστό φαγητό της Ανατολής, το πιλάφι, στράφηκε προς τον Ιωάννη και του είπε: «Πόση χαρά θα ένιωθε, Γιοβάν, σήμερα ο αφέντης σου, αν γευόταν από αυτό το αγαπημένο του φαγητό.» Ο Ιωάννης με απλότητα ζήτησε ένα πιάτο με πιλάφι. Και με τη δύναμη της αδιακρίτου πίστεως και θερμής προσευχής του το πιάτο θαυματουργικώς απεστάλη στο αφεντικό του! Οι παριστάμενοι δεν πίστεψαν. Γέλασαν… Όταν όμως μετά από καιρό επέστρεψε ο αγάς και έφερε πίσω το πιάτο άδειο με το οικόσημο της μωαμεθανικής του οικογένειας, τότε πείστηκαν όλοι για τη δύναμη της πίστεως του άκακου και φιλάγαθου και φιλάνθρωπου αυτού δούλου.

Ύστερα και από το γεγονός αυτό, το ζεύγος των κυρίων πίεζε περισσότερο τον Ιωάννη να μην κατοικεί πια στον ανθυγιεινό στάβλο και του παραχώρησε δωμάτιο για να ζει με αξιοπρέπεια. Αυτός όμως και πάλι – όπως και την πρώτη φορά αρνήθηκε. Προτίμησε να ζει ως ταπεινός δούλος Ιησού Χριστού στο «ησυχαστήριο» που τόσα χρόνια είχε αγαπήσει μένοντας πιστός στα θελήματα του αγά του και στη διακονία και τις περιποιήσεις των άκακων και άλογων ζώων.

Έφθασε κάποτε η ώρα που ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος επρόκειτο να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να αναχωρήσει για τον ουρανό. Ο Όσιός μας αρρώστησε. Παρέμενε ξαπλωμένος με υπομονή στον ταπεινό αχυρώνα του στάβλου ευγνωμονώντας τον Θεό για όλα τα δώρα που του είχε χαρίσει. Κάποια στιγμή αισθάνθηκε ότι πλησιάζει το τέλος του και ζήτησε με ισχυρό πόθο να κοινωνήσει τα Άχραντα Μυστήρια. Και, επειδή υπήρχε την περίοδο εκείνη ατμόσφαιρα μίσους από φανατισμένους Τούρκους, ο διακριτικός και ευλαβής ιερέας π. Θεόδωρος Παπαδόπουλος έφερε τη θεία Κοινωνία με άκρα ευλάβεια μυστικά μέσα σε ένα μήλο. Με ιερή συγκίνηση ο όσιος και ομολογητής του Χριστού Ιωάννης κοινώνησε για τελευταία φορά. Και ειρηνικά παρέδωσε την αγνισμένη και φωτισμένη ψυχή του στον αγαπημένο του Κύριο Ιησού Χριστό. Ήταν 27 Μαΐου του έτους 1730. Η είδηση διαδόθηκε αστραπιαία σε όλο το Προκόπιο. Μεγάλο πένθος απλώθηκε σε όλη την περιοχή της Καππαδοκίας. Ο Ομέρ αγάς τον τίμησε και τον έκλαψε.

Στη συνείδηση όλων, Χριστιανών και Οθωμανών, ο δούλος του Θεού Ιωάννης ήταν ένας άγιος. Είχαν περάσει τριάμισι μόλις χρόνια από την κοίμηση του Αγίου. Οι Προκοπιείς έβλεπαν κάθε νύχτα «φῶς λάμπον ἅγιον τῷ τοῦ ὁσίου μνήματι». Έτσι με θαυμαστή υπόδειξη του Αγίου το Νοέμβριο του 1733 έγινε η ανακομιδή των ιερών Λειψάνων του. Έκθαμβοι οι πιστοί Χριστιανοί αντίκρισαν το ιερό Λείψανο του νέου αυτού ασκητού και ομολογητού «ἀκέραιο καί εὐωδιάζον». Με ιερό δέος το εναπέθεσαν κάτω από την Αγία Τράπεζα του Αγίου Γεωργίου (του ναού που τόσο είχε αγαπήσει ο Άγιος).

Εκατό χρόνια μετά, το 1832, ο στρατός του Ογλού Οσμάν πορευόμενος σε πολεμική αποστολή λεηλάτησε το Προκόπιο. Βεβήλωσε και λήστεψε τον ιερό ναό. Παρέδωσε το ιερό Λείψανο του αγίου Ιωάννου στις φλόγες. Αλλά ο Άγιος παρουσιάστηκε σε όραμα και φοβέρισε τους ασεβείς Οθωμανούς. Έντρομοι οι στρατιώτες εγκατέλειψαν αμέσως εκεί ό,τι είχαν κλέψει και έφυγαν διακηρύσσοντας το μεγάλο θαύμα. Το σκήνωμα του Αγίου παρέμενε άθικτο, όμως μαύρισε επιφανειακά. Το 1862 με επέμβαση θαυματουργική του Αγίου γλύτωσαν από το σεισμό είκοσι παιδάκια του ελληνικού σχολείου.

Η φήμη του οσίου Ιωάννου ως θαυματουργού είχε απλωθεί πλέον σ’ όλη τη Μ. Ασία. Πάμπολλες είναι οι μαρτυρίες για τα θαύματά του. Πλήθη λαού τον επισκέπτονται και ζητούν θεία προστασία και βοήθεια. Τον ονομάζουν «θεραπευτή Άγιο». Οι Τούρκοι τον αποκαλούν «κουλέ Γιουβάν», αιχμάλωτο Ιωάννη. Με πίστη και αυτοί λαμβάνουν «το σιφά σουγιού», το νερό του αγιάσματός του. Με αυτό θεραπεύονται, ραντίζουν τα χωράφια, σταματούν οι επιδημίες. Μια δοξολογία εξέρχεται από τα χείλη όλων. Η λάρνακα του Οσίου «ἰατρεῖον δέδεικται πάσης ἀσθενείας». Έκθαμβος ο υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας αείμνηστος π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης θα γράψει: «Ἰδόντες σου τήν βιοτήν καί τήν πτωχείαν τήν πολλήν οἱ Ἀγαρηνοί, Ἰωάννη, σφόδρα ηὐλαβήθησαν ἠθῶν σου τήν σεμνότητα». Και σε δόξασαν. Και με μεγάλη φωνή διέδιδαν ότι είσαι φίλος και οικείος του Θεού!

Ο Ορθόδοξος κόσμος της Ανατολής απέδειξε τη μεγάλη του ευλάβεια και την ευγνωμοσύνη του προς τον όσιο Ιωάννη και με την ανέγερση μεγαλοπρεπούς βυζαντινού ναού στη μνήμη του ονόματός του στο Προκόπιο της Μικράς Ασίας. Για την ανέγερση αυτή έγινε πανελλήνιος συναγερμός. Μεγάλη ήταν και η συνεισφορά της Ι. Μ. Αγίου Παντελεήμονος Αγ. Όρους. Εκεί, μέσα στον λαμπρό αυτό ναό διαστάσεων 50×40 και ύψους 30 μέτρων και με τα 2 καμπαναριά του, που διαλαλούσαν τη δόξα της Χριστιανοσύνης από το 1886 έως τις 9 Σεπτεμβρίου 1924 ο άγιος Ιωάννης μέσα από την ξύλινη λάρνακα δεχόταν τις παρακλήσεις του αγαπημένου του πιστού λαού. (Δυστυχώς ο ναός αυτός κατεδαφίστηκε από τα θεμέλιά του το 1950 με εντολή του φανατικού «καϊμακάμη», Τούρκου διοικητού του Προκοπίου).

Τώρα ο όσιος Ιωάννης ο Ρώσος ο ομολογητής φιλοξενείται στο χώρο της ευβοϊκής γης. Το αγιασμένο ιερό του σκήνωμα αναπαύεται πλέον μόνιμα μέσα στον καινούργιο ολόλαμπρο, περικαλλή ναό του που έκτισαν στο Νέο Προκόπιο Ευβοίας με πολλές θυσίες οι πιστοί μας πρόσφυγες μαζί με τη συνδρομή πολλών ευσεβών Χριστιανών. Συνεχίζει ο Όσιός μας και από εκεί με την ίδια, όπως πάντα, απέραντη αγάπη του και στοργή να ακούει τις δεήσεις και τις προσευχές των πιστών αδελφών του. Και να θαυματουργεί σε πολλούς. Συνεχώς καταγράφονται και νέα θαύματά του.

Ιδιαίτερη συγκίνηση προξενεί ένα ταπεινό μπαστουνάκι που παραστέκει δίπλα στην ασημένια λάρνακα του Αγίου. Βουβός μάρτυρας θαύματος. Προέρχεται από τη συγκύπτουσα γερόντισσα Μαρία Σιάκα από το Φρέναρος Αμμοχώστου (Κύπρο), η οποία στις 11.08.78 θεραπεύτηκε εκεί από τον Άγιο και με φωνή πνιγμένη από δάκρυα ευγνωμοσύνης του είπε: «Ίντα (τι) να σου δώσω, παλληκάρι μου; Άγιέ μου, είμαι φτωχιά, θα σου δώσω το μπαστούνι μου, διότι εν μου (δεν μου) χρειάζεται μέχρι να πεθάνω».

Συγκινητική είναι και η παρουσία του Αγίου τον Μάρτιο του 1999 στη Σερβία. Όπως η υπέρμαχος Στρατηγός, η Παναγία μας, ενδυνάμωσε τους στρατιώτες μας το 1940, έτσι και ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος σε οράματα που πολλοί τον είδαν, τους βεβαίωσε: «Πηγαίνω στο Βελιγράδι, γιατί σφαγιάζεται η Ορθοδοξία». Και πράγματι· ντυμένος στρατιωτικά ο Άγιος ενίσχυε πολλούς Σέρβους την περίοδο εκείνη με τη θαυματουργική παρουσία του, όπως το κατέθεσαν αυτόπτες αξιόπιστοι μάρτυρες Σέρβοι.

Ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος ο ομολογητής αγάπησε αληθινά, βαθιά και ισόβια τον Χριστό μας. Καμιά δυσκολία δεν στάθηκε ικανή, ώστε να χαλαρώσει τους δεσμούς της αγάπης του προς τον Κύριό μας, τον Ιησού Χριστό. Ούτε η μικρή του ηλικία τον εμπόδισε, ούτε το αρνητικό παράδειγμα της αποστασίας των συστρατιωτών του ούτε οι συνθήκες της αιχμαλωσίας ούτε οι πιέσεις και οι ειρωνείες των αλλοπίστων ούτε ο τόπος της διαμονής του. Όλα αυτά τα περιφρόνησε. Και είχε πάντοτε ως σύνθημα της ζωής του να πράττει «ό,τι αρέσει στον Βασιλέα Χριστό», οπουδήποτε και αν βρίσκεται. Γι’ αυτό με τη Χάρη του παντοδύναμου Θεού μέσα σε 40 μόλις χρόνια ολοκλήρωσε τον προορισμό του με τόσο θεάρεστη ακρίβεια. Έζησε άγια! Γι’ αυτό ο Κύριος, ο Παντοκράτωρ, τον βράβευσε με δόξα μεγάλη, με το φωτοστέφανο το τιμημένο του Αγίου!

Ας βαδίζουμε κι εμείς στα ίχνη του και με τις πρεσβείες του ας σταθεροποιούμε τις αποφάσεις μας για αγώνα αγιασμού μέχρι θανάτου.

Αναλυτική βιογραφία του Αγίου βλέπε: Αρχιμ. Χρυσοστόμου Τριανταφύλλου (νυν Μητροπολίτου Χαλκίδος), Ο όσιος Ιωάννης ο Ρώσος, Χαλκίδα 2000 (έκδ. Ιερού Προσκυνήματος «Ο όσιος Ιωάννης ο Ρώσος», Προκόπιον Ευβοίας).

http://www.xfd.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Σταυρός του Χριστού και ο Σταυρός του κάθε ανθρώπου

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Απριλίου, 2013

Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ

Ὁ Κύριος εἶπε στούς μαθητές Του: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι» (Ματθ. ιστ’ 24). Τί σημαίνει «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου»; Καί γιατί αὐτός «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου», δηλαδή ὁ ἰδιαίτερος σταυρός τοῦ καθενός μας, ὀνομάζεται συνάμα καί «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ»;
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι οἱ θλίψεις καί τά βάσανα τῆς γήινης ζωῆς, πού γιά τόν καθένα μας εἶναι δικά του. «Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καί ἄλλα εὐλαβῆ κατορθώματα, μέ τά ὁποῖα ταπεινώνεται ἡ σάρκα καί ὑποτάσσεται στό πνεῦμα. Τά κατορθώματα αὐτά πρέπει νά εἶναι ἀνάλογα μέ τίς δυνάμεις τοῦ καθενός καί στόν κάθε ἄνθρωπο εἶναι δικά του.
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι τά ἁμαρτωλά ἀσθενήματα, ἤ πάθη, πού – στόν κάθε ἄνθρωπο – εἶναι δικά του! Μέ ἄλλα ἀπ᾽ αὐτά τά πάθη γεννιόμαστε καί μ᾽ ἄλλα μολυνόμαστε στήν πορεία τοῦ γήινου βίου μας.
«Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ» εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Μάταιος καί ἄκαρπος εἶναι «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» – ὅσο βαρύς καί ἄν εἶναι – ἐάν δέν μεταμορφωθεῖ σέ «Σταυρό τοῦ Χριστοῦ» μέ τό ν᾽ ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό.
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου», γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ γίνεται «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ», γιατί ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ εἶναι στερρά πεπεισμένος, ὅτι πάνω ἀπ᾽ αὐτόν (τόν μαθητή) ἀγρυπνάει ἀκοίμητος ὁ Χριστός. Πιστεύει ὅτι ὁ Χριστός ἐπιτρέπει νά τοῦ ἔρθουν θλίψεις σάν μιά ἀναγκαία καί ἀναπόφευκτη προϋπόθεση τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Καμιά θλίψη δέν θά τόν πλησίαζε, ἄν δέν τό εἶχε ἐπιτρέψει ὁ Χριστός, καί ὅτι μέ τίς θλίψεις πού τοῦ συμβαίνουν, ὁ Χριστιανός γίνεται οἰκεῖος τοῦ Χριστοῦ καί καθίσταται κοινωνός τῆς μοίρας Του στή γῆ καί – γιά τόν λόγο αὐτό – καί στόν οὐρανό.
«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» γίνεται γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ», γιατί ὁ ἀληθινός μαθητής Του σέβεται καί θεωρεῖ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ σάν τόν μόνο σκοπό τῆς ζωῆς του. Αὐτές οἱ πανίερες ἐντολές γίνονται γι᾽ αὐτόν σταυρός, πάνω στόν ὁποῖο συνεχῶς σταυρώνει τόν παλαιό του ἄνθρωπο «σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» του (Γαλ. ε’ 24).
Ἀπ᾽ αὐτά εἶναι φανερό γιατί, γιά νά λάβουμε τόν σταυρό μας, εἶναι ἀνάγκη ν᾽ ἀπαρνηθοῦμε προηγουμένως τόν ἑαυτό μας μέχρι καί ν᾽ ἀπολέσουμε ἀκόμα καί τή ζωή μας. Τόσο βαθιά καί τόσο πολύ ἔχει συνηθίσει στήν ἁμαρτία καί οἰκειώθηκε σ᾽ αὐτήν ἡ πεσμένη στήν ἁμαρτία φύση μας, πού ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ δέν παύει νά ἀποκαλεῖ αὐτή τή φύση ψυχή τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου.
Γιά νά δεχτοῦμε τόν σταυρό στούς ὤμους μας, πρέπει πρῶτα νά πάψουμε νά ἱκανοποιοῦμε τό σῶμα στίς ἰδιότροπές του ἐπιθυμίες παρέχοντάς του μονάχα ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖο γιά τήν ὕπαρξή του. Πρέπει νά ἀναγνωρίσουμε ὅτι ἡ ἀλήθειά μας εἶναι ἕνα σκληρότατο ψέμα μπροστά στόν Θεό καί ἡ λογική μας εἶναι μιά τέλεια ἀνοησία. Τέλος: ἀφοῦ παραδοθοῦμε στόν Θεό μ᾽ ὅλη τή δύναμη τῆς πίστης μας καί ριχτοῦμε στή μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου, πρέπει νά ἀπαρνηθοῦμε τό δικό μας θέλημα.
Ὅποιος πραγμάτωσε μιά τέτοια ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ του εἶναι ἱκανός νά λάβει τόν σταυρό του. Αὐτός μέ ὑπακοή καί ὑποταγή στόν Θεό καί ἐπικαλούμενος τή βοήθειά Του γιά νά ἐνισχυθεῖ ἔναντι τῆς ἀδυναμίας του, ἀτενίζει δίχως φόβο καί ἀμηχανία τή θλίψι πού προσεγγίζει. Ὅποιος ἀπαρνήθηκε τόν ἑαυτό του προετοιμάζεται μεγαλόψυχα καί γενναῖα νά τήν ὑπομείνει, ἐλπίζει ὅτι μέσω αὐτῆς τῆς θλίψεως θά γίνει κοινωνός καί συμμέτοχος τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ καί φτάνει τή μυστική ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, ὄχι μόνο μέ τό νοῦ καί τήν καρδιά του, ἀλλά καί μέ τήν ἴδια τήν πράξη, τήν ἴδια τή ζωή του.
Ὁ σταυρός εἶναι καί παραμένει βαρύς καί καταθλιπτικός, ἐνόσω παραμένει ὁ σταυρός μας. Ὅταν ὅμως μεταμορφωθεῖ σέ Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, τότε γίνεται ἀσυνήθιστα ἐλαφρός. «Ὁ ζυγός μου», εἶπε ὁ Κύριος, «χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» (Ματθ. ια’ 30).
Ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ λαμβάνει τόν σταυρό στούς ὤμους του, ὅταν παραδέχεται πώς εἶναι ἄξιος τῶν θλίψεων πού ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ τοῦ καταπέμπει. Ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ τότε φέρει καί ὑπομένει τόν σταυρό του σωστά, ὅταν ἀναγνωρίζει ὅτι οἱ θλίψεις πού τοῦ στάλθηκαν εἶναι ἀκριβῶς -αὐτές καί ὄχι ἄλλες- εἶναι ἀναγκαῖες γιά τήν ἐν Χριστῷ μόρφωσή του καί τή σωτηρία του. Τότε φέρουμε καρτερικά τόν σταυρό μας, ὅταν ἀληθινά ἀντιλαμβανόμαστε καί ἀνα γνωρίζουμε τό ἁμάρτημά μας. Σ᾽ αὐτή τή συναίσθηση τοῦ ἁμαρτήματός μας δέν ὑπάρχει καμιά αὐταπάτη. Ὡστόσο, ὅποιος παραδέχεται τόν ἑαυτό του ἁμαρτωλό καί ταυτόχρονα γογγύζει καί μοιρολογάει ἀπό τό ὕψος τοῦ σταυροῦ του, ἀποδεικνύει μ᾽ αὐτό ὅτι μέ τό νά παραδέχεται τήν ἁμαρτία του ἐπιφανειακά, κολακεύει μονάχα τόν ἑαυτόν του καί τόν ξεγελᾶ.
Τό νά ὑπομένουμε καρτερικά τόν σταυρό μας ἀποτελεῖ ἀληθινή μετάνοια. Ἐσύ, ἀδελφέ, πού εἶσαι σταυρωμένος στόν σταυρό, ἐξομολογήσου στόν Κύριο μέσα στή δικαιοσύνη καί τή χρηστότητα τῶν κριμάτων Του. Μέ τήν αὐτοκατάκριση δικαίωσε τήν κρίση τοῦ Θεοῦ καί θά λάβεις ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν σου.
Ἐσύ, πού εἶσαι σταυρωμένος στόν σταυρό, γνώρισε τόν Χριστό – καί θά σοῦ ἀνοιχτεῖ ἡ πύλη τοῦ Παραδείσου. Ἀπό τόν σταυρό σου δοξολόγησε τόν Κύριο, ἀποκρούοντας ἀπό τόν ἑαυτό σου κάθε λογισμό μεμψιμοιρίας καί γογγυσμοῦ, ἀπορρίπτοντάς τον σάν ἔγκλημα καί σάν βλασφημία ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Ἀπό τήν κορυφή τοῦ σταυροῦ σου εὐχαρίστησε τόν Κύριο γιά τήν ἀνεκτίμητη δωρεά – γιά τόν σταυρό σου. Εὐχαρίστησε γιά τό πολύτιμο προνόμιό σου, τό προνόμιο νά μιμεῖσαι τόν Χριστό μέ τά βάσανα καί τό μαρτύριό σου.
Ἀπό τό σταυρό, ὅπου εἶσαι σταυρωμένος, θεολόγησε, γιατί ὁ σταυρός εἶναι τό ἀληθινό καί μόνο σχολεῖο, φυλακτήριο καί ἁγία τράπεζα τῆς ἀληθινῆς Θεολογίας.
Ἔξω ἀπό τόν σταυρό, δίχως τόν σταυρό, δέν ὑπάρχει ζῶσα γνώση Χριστοῦ. Μή ἀναζητᾶς τή Χριστιανική τελείωση στίς ἀνθρώπινες ἀρετές. Ἐκεῖ δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ τελείωση. Αὐτή εἶναι κρυμμένη στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου μετατρέπεται σέ Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ φέρει τόν σταυρό του μέ ἐνεργό τή συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκη κολασμοῦ.
Φέρνει κανείς τό σταυρό του, ὅταν σηκώνει τόν σταυρό του μέ εὐχαριστία πρός τόν Χριστό καί μέ δοξολόγησή Του. Σάν ἀποτέλεσμα αὐ ῆς τῆς δοξολογίας καί εὐχαριστίας μέσα στόν βασανισμένο ἄνθρωπο ἐμφανίζεται ἡ πνευματική παρηγοριά. Ἡ εὐχαριστία καί ἡ δοξολογία αὐτή γίνονται πλουσιώτατη πηγή ἀσύλληπτης καί αἰώνιας χαρᾶς, πού ξεπηδάει μέ χάρη ἀπό τήν καρδιά, ξεχύνεται στήν ψυχή καί στό ἴδιο τό σῶμα.
Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, μονάχα στήν ἐξωτερική του ὄψη, γιά τούς σαρκικούς ὀφθαλμούς, εἶναι πεδίο καί χῶρος σκληρός καί δύσκολος. Γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ, πού Τόν ἀκολουθεῖ, ὁ σταυρός εἶναι πεδίο καί χῶρος ὑψίστης πνευματικῆς ἡδονῆς καί ἀπολαύσεως. Τόσο μεγάλη εἶναι αὐτή ἡ ἡδονή καί ἀπόλαυση, ὥστε ἡ θλίψη πνίγεται καί σβήνει ὁλότελα ἀπό τήν ἀπόλαυση. Καί ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ, πού τόν ἀκολουθεῖ, αἰσθάνεται μονάχα ἡδονή τήν ὥρα πού βρίσκεται ἀνά μεσα στά πιό σκληρά βάσανα. Ἔλεγε ἡ νεαρή Μαύρα στόν νεαρό σύζυγό της Τιμόθεο, ὁ ὁποῖος ὑπέμενε φοβερά βασανιστήρια καί πόνους καί τήν καλοῦσε νά δεχτεῖ καί ἐκείνη τό μαρτύριο: «Φοβοῦμαι, ἀδελφέ μου, μήπως τρομάξω, ὅταν θά δῶ τά φοβερά βασανιστήρια καί τόν ἐξοργισμένο ἡγεμόνα, μήπως ἀποκάμω σέ καρτερία καί ὑποκύψω ἐξαιτίας τῆς νεανικῆς μου ἡλικίας». Ὁ μάρτυρας Τιμόθεος τῆς ἀπάντησε τότε: «Ἔλπιζε στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό καί τά βασανιστήρια θά εἶναι γιά σένα λάδι, πού ξεχύνεται ἀπάνω στό σῶμα σου καί πνεῦμα δρόσου στά κόκκαλά σου, πού θά ἀνακουφίζει ὅλες σου τίς ἀσθένειες».
Ὁ Σταυρός εἶναι ἡ ἰσχύς καί ἡ δόξα ὅλων τῶν ἀπ᾽ αἰῶνος Ἁγίων. Ὁ Σταυρός εἶναι ἰατήρας τῶν παθῶν, ἐξολοθρευτής τῶν δαιμόνων. Θανάσιμος εἶναι ὁ σταυρός γιά ἐκείνους, πού τόν σταυρό τους δέν τόν μεταμόρφωσαν σέ Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, πού ἀπό τόν σταυρό τους γογγύζουν κατά τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ. Σταυρός εἶναι γιά ἐκείνους πού τόν μέμφονται καί τόν βλασφημοῦν καί παραδίδονται στήν ἀπελπισία καί τήν ἀπόγνωση.
Οἱ ἁμαρτωλοί, πού δέν ἐξομολογοῦνται καί δέν μετανοοῦν, πεθαίνουν πάνω στόν σταυρό τους μέ θάνατο αἰώνιο. Μέ τό νά μήν ὑπομένουν καρτερικά ἀποστεροῦνται τήν ἀληθινή ζωή, τή ζωή μέσα στόν Θεό. Τούς ἀποκαθηλώνουν ἀπό τόν σταυρό τους, γιά νά κατέβουν σάν ψυχές στόν αἰώνιο τάφο.
Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ ἀνυψώνει ἀπό τή γῆ τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ πού ‘ναι σταυρωμένος ἀπάνω του. Ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ, πού ‘ναι σταυρωμένος πάνω στό σταυρό του, φρονεῖ τά ἄνω, μέ τόν νοῦ καί τήν καρδιά του ζεῖ στόν οὐρανό καί καθορᾶ τά μυστήρια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν», εἶπε ὁ Κύριος, «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι».

http://proskynitis.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Ευτύχιος Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Απριλίου, 2013

AgiosEftixios01Εορτάζει στις 6 Απριλίου εκάστου έτους.

Εὐτύχιον θανόντα τιμῶν τοῖς λόγοις,

Ἐμαυτὸν αὐτὸς εὐτυχέστατον κρίνω.

Ψυχῇ Εὐτυχίοιο πύλῃ πόλου οἴγεται ἕκτῃ.

Βιογραφία

Ο Άγιος Ευτύχιος γεννήθηκε το έτος 512 μ.Χ. και έζησε κατά την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α’ του Μεγάλου. Καταγόταν από την πόλη Θεία Κώμη της Φρυγίας και ήταν υιός του Αλεξάνδρου, σχολαρίου υπό τον στρατηγό Βελισσάριο και της Συνεσίας.

Διδάχθηκε το ιερό Ευαγγέλιο και βαπτίσθηκε Χριστιανός από τον ιερέα Ησύχιο, ο οποίος ήταν παππούς του και λειτουργούσε στην Εκκλησία της Αυγουστοπόλεως. Σύμφωνα με το Συναξάρι ο Ησύχιος είχε το οφφίκιο του σκευοφύλακος και λόγω της αγιότητας του βίου του είχε λάβει από τον Θεό το χάρισμα της θαυματουργίας.

Ο Άγιος χειροτονήθηκε αναγνώστης από τον τότε Επίσκοπο Αμασείας στο ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου Ουρβικίου. Στην συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος και εισήλθε σε μονή της Αμασείας, που είχε ιδρυθεί από τους Αρχιερείς Μελέτιο και Σέλευκο, της οποία αργότερα ανεδείχθη και ηγούμενος.

Τα χρόνια που ακολούθησαν δεν ήταν ειρηνικά για την Εκκλησία, λόγω των αιρετικών δοξασιών που δίδασκαν νέοι Ωριγενιστές και κρυπτομονοφυσίτες. Οι έριδες των μοναχών της Παλαιστίνης περί του Ωριγένους αποτελούν την Τρίτη και τελευταία φάση των ωριγενιστικών ερίδων.

Προοίμιο αυτών υπήρξε η κατά το έτος 507 μ.Χ. διάσταση λογίων μοναχών της Μεγάλης Λαύρας προς τον ηγούμενο αυτής, τον Όσιο Σάββα τον Ηγιασμένο, που έφυγαν από την Λαύρα και ίδρυσαν περί το 514 μ.Χ. τη Νέα Λαύρα, η οποία κατέστη κέντρο του ωριγενισμού. Οι αντιωριγενιστές μοναχοί έκαναν έκκληση προς τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό να καταδικάσει τον Ωριγένη. Την αίτηση αυτή υποστήριξε ο Πατριάρχης Μηνάς.

Έτσι, το έτος 543 μ.Χ., συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη Ενδημούσα Σύνοδος, ύστερα από πρόσκληση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μηνά, με σκοπό την ειρήνευση της Εκκλησίας και την καταδίκη των αιρετικών. Διά διατάγματος που εκδόθηκε το έτος 543 μ.Χ. ο Ιουστινιανός εστράφη κατά των αιρετικών. Καταδίκασε τις κακοδοξίες του Ωριγένους, θεώρησε τα συγγράμματα αυτού κακόδοξα και καταδίκασε αυτό το πρόσωπο του Ωριγένους. Διά τρίτου διατάγματος ο Ιουστινιανός, το έτος 544 μ.Χ., καταδίκασε τα «Τρία Κεφάλαια», δηλαδή α) τον Θεόδωρο Μοψουεστίας και τα αιρετικά του συγγράμματα, β) τα κατά του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας και της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου και υπέρ του Νεστορίου συγγράμματα του Θεοδωρήτου Κύρου και γ) την επιστολή του Ίβα Εδέσσης προς τον Πέρση Μάρη.

Όταν το έτος 552 μ.Χ. κοιμήθηκε ο Πατριάρχης Μηνάς, ο Άγιος Ευτύχιος ήλθε από την Αμάσεια στη Βασιλεύουσα και εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

Οι ταραχές όμως των αιρετικών συνεχίζονταν και ταλάνιζαν την Εκκλησία. Η Ε’ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη, το έτος 553 μ.Χ. υπό την προεδρία του Αγίου Ευτυχίου, επικύρωσε την απόφαση της Ενδημούσης Συνόδου και προέβη στην καταδίκαση των «Τριών Κεφαλάιων». Ο σκοπός όμως της καταδίκης των «Τριών Κεφαλαίων» δεν επετεύχθη, διότι οι μονοφυσίτες ενέμεναν στην απόσχιση και στις αιρετικές δοξασίες τους. Ένεκα τούτου ο Ιουστινιανός το έτος 564 μ.Χ. εξέδωσε διάταγμα, διά του οποίου επέβαλε τον αφθαρτοδοκητισμό. Η διδασκαλία αυτή είχε διατυπωθεί από τον καταφυγόντα στην Αίγυπτο μονοφυσίτη Επίσκοπο Αλικαρνασσού Ιουλιανό. Συγκεκριμένα ο Ιουλιανός δίδασκε ότι το Σώμα του Χριστού, ήδη από της συλλήψεως και γεννήσεως Αυτού, απηλλάγη της φθοράς και επομένως των φυσικών αναγκών (πείνας, δίψας, καμάτου, ιδρώτος, δακρύων κ.τ.λ) – των λεγομένων «αδιαβλήτων παθών» – και μόνο «κατ’ οικονομίαν» και «κατά χάριν» φαινόταν υποκείμενο σε αυτά. Ο Άγιος Ευτύχιος και οι λοιποί Πατριάρχες της Ανατολής, προς τους οποίου απευθύνθηκε, δεν δέχθηκαν το δυσσεβές διάταγμα. Γι’ αυτό τον λόγο ο Άγιος, το έτος 565 μ.Χ., καθαιρέθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο υπό Συνόδου ερήμην, αφού αρνήθηκε να παρουσιασθεί και εξορίσθηκε αρχικά στην Πρίγκηπο. Στο Συναξάρι του αναφέρεται ότι μετά κατέφυγε σε μοναστήρι της Αμασείας στο οποίο ζούσε ασκητικά και αξιώθηκε από τον Θεό να επιτελεί θαύματα.

Μετά από δώδεκα χρόνια εξορίας, ο αυτοκράτορας Ιουστίνος ο Β’, το έτος 577 μ.Χ., αποθανόντος του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννου του Γ’, επανέφερε με τιμή και δόξα τον Άγιο στον πατριαρχικό θρόνο. Κατά την δεύτερη πατριαρχία του ο Άγιος με την προσευχή του έσωσε τον λαό που μαστιζόταν από θανατηφόρα επιδημία. Το ορθόδοξο φρόνημά του και ο αγώνας του για την ακεραιότητα της πίστεως τον οδήγησαν σε αντίθεση με τον αποκρισάριο της Ρώμης Γρηγόριο, τον μετέπειτα Πάπα, λόγω των δοξασιών του περί αναστάσεως σαρκός.

Ο Άγιος Ευτύχιος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 582 μ.Χ. Το ιερό λείψανό του εναποτέθηκε στο θυσιαστήριο των Αγίων Αποστόλων, μετά την κρηπίδα της Αγίας Τραπέζης, όπου κατέκειντο και τα ιερά λείψανα Ανδρέου, Τιμοθέου και Λουκά των Αποστόλων.

Σώζονται αποσπάσματα του έργου αυτού «Περὶ Εὐχαριστίας», «Ἐπιστολὴ πρὸς Πάπαν Βιγίλιον περὶ τῶν Τριῶν Κεφαλαίων» και «Συνοδικὴ Ἐπιστολή». Τρία άλλα έργα του χάθηκαν, ήτοι το «Περὶ ἀναστάσεως σαρκός», το «Κατὰ Ἀφθαρτοδοκητῶν» και το «Κατὰ τῆς μονοφυσιτικῆς διασκευῆς τοῦ Τρισαγίου». Τον Βίο του Αγίου συνέταξε ο μαθητής του Ευστράτιος.

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’.

Κανόνα πίστεως, καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον, ἀνέδειξε σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ Ἱεράρχα Εὐτύχιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)

Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.

Βίον οὐράνιον, Πάτερ κτησάμενος, σκεῦος ἐπάξιον, ὤφθης τῆς χάριτος, λόγω καὶ πράξει βέβαιων, τὴν θείαν σοὶ χορηγίαν ὅθεν ἱεράτευσας, ἰσαγγέλως τῷ Κτίσαντι, ἔνδοξε Εὐτύχιε, Ἐκκλησίας ὡράισμα, ἣν φύλαττε ταὶς σαὶς προστασίαις, πάσης ἀνάγκης ἀνωτέραν.

Κοντάκιον

Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Εὐκληρίας χάριτας Θεοδωρήτου, ἱερέ Εὐτύχιε, ἀναβλυστάνεις δαψιλῶς, τοῖς ἐν αἰνέσει κραυγάζουσι· Χαίροις Πατέρων φαιδρόν ἀγαλλίαμα.

Πηγή:saint.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι θεραπευτικές ιδιότητες των δέντρων

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Απριλίου, 2013

κυπαρισσ_16 Το κυπαρίσσι

Έχει στυπτικές και ψυκτικές ιδιό­τητες, και τα φύλλα του, όταν πίνονται μαζί με γλυκό κρασί και λίγη σμύρνα, ωφελούν τις καταρροές της κύ­στης και τη δυσουρία.

Τα χλωρά κυπαρισσόμηλα, όταν κοπανιστούν και ποθούν μαζί με κρασί, είναι κατάλληλα για την αιμόπτυση και τη δυσεντερία και τις καταρροές της κοιλιάς, το ορθοπνοϊκό άσμα και τους βήχες και το αφέψημα τους έχει τις ίδιες επιδράσεις.

Όταν κοπανι­στούν μαζί με σύκο μαλακώνουν τα σκληρώματα και θεραπεύουν τους πολύποδες της μύτης.

Αποβάλλουν και τα νύχια που έχουν λέπρα, όταν βραστούν μαζί με ξίδι και λιωθούν μαζί με λούπινα, και συστέλλουν και την εντεροκήλη μπαίνοντας ως κατάπλασμα.

Tις ίδιες επιδράσεις έχουν και τα φύλλα· φαίνεται μάλιστα ότι τα κυπαρισσόμηλα μαζί με τα φύλλα, αν καούν ως θυμίαμα, διώ­χνουν τα κουνούπια. Τα φύλλα λιωμένα ως κατάπλα­σμα συγκολλούν τα τραύματα και είναι και αιμοστατικά, ενώ αν κοπανιστούν και λιωθούν μαζί με ξίδι, βάφουν τα μαλλιά.

Γίνονται κατάπλασμα σκέτα ή και με αλεύρι για το ερυσίπελας, τον έρπητα, τους άνθρακες και τις φλεγμονές των ματιών.

Αν προστεθούν σε έμπλαστρο κεριού και μπουν επάνω στο στομάχι, το δυναμώνουν.

Από την άρκευθο υπάρχει ένα είδος μεγάλο και ίνα είδος μικρό. Και τα δύο θερμαίνουν και λεπταίνουν είναι και διουρητικές, ενώ ως θυμίαμα διώχνουν τα φί­δια. Ο καρπός τους, της μίας έχει το μέγεθος φουντου­κιού και της άλλης κουκιού, είναι στρογγυλός και αρωματικός, γλυκός, όταν μασιέται, και υποκίτρινος, ο οποίος αποκαλείται και «αρκευθίς»· είναι μέτρια θερμαντικός και στυπτικός, κάνει καλό στο στομάχι, καθώς και στις παθήσεις του θώρακα, τους βήχες, τις φουσκώσεις, τους κολικούς και τα δαγκώματα από τα φίδια, όταν πίνεται. Είναι και διουρητικός, και γι’ αυτό είναι κατάλληλος στις ρήξεις των μυϊκών και των νευρικών ιστών και στους υστερικούς πνιγμούς.

Το βράθυ (το οποίο μερικοί το αποκαλούν βόρατο)-Juniperus sp.-Άρκευθος, γιουνίπερους

Από αυτό υπάρχουν δύο είδη· το ένα λοιπόν από αυτό νοιάζει στα φύλλα με το κυπαρίσσι, είναι όμως πιο αγκαθωτό και με πιο βαριά μυρωδιά, ενώ το δέντρο δεν έχει κορυφή και απλώνεται περισσότερο σε πλάτος· χρη­σιμοποιούν τα φύλλα του για θυμίαμα. Το άλλο είναι όμοιο στα φύλλα με τη μυρίκη.

Και των δύο τα φύλλα σταματούν τα διαβρωτικά έλκη και ανακουφίζουν τις φλεγμονές ως κατάπλασμα, και καθαρίζουν τις μελανιές και τις ακαθαρσίες και διαλύουν τους άνθρακες ως κατάπλασμα μαζί με μέλι. Όταν πίνονται, προκαλούν αιματουρία και αποβολή των εμβρύων όταν εισαχθούν με βύσμα και με υποκαπνισμό, κάνουν το ίδιο. Προστίθενται και στις θερμαντικές αλοιφές, ιδίως μάλιστα στο μύρο του μούστου.

Κέδρος

Ο κέδρος είναι μεγάλο δέντρο, από το οποίο μαζεύε­ται και το ονομαζόμενο «κέδρινο (ρετσίνι)». Έχει καρπό σαν του κυπαρισσιού, πολύ μικρότερο όμως. Φυτρώνει και ένας άλλος μικρός κέδρος, αγκαθωτός, ο οποίος βγάζει καρπό σαν της άρκευθου, στο μέγεθος του μύρ­του, στρογγυλό. Από το κέδρινο ρετσίνι καλύτερο είναι το παχύ και διαυγές, το έντονο και βαρύ στη μυρουδιά, το οποίο όταν στάζει μένει σταθερό και δεν διαλύεται.

Έχει ιδιότητες στυπτικές για τα ζωντανά σώματα και διατηρητικές για τα νεκρά, και γι’ αυτό μερικοί το αποκάλεσαν «νεκρού ζωή»· καταστρέφει τα ρούχα και τα δέρματα, επειδή θερμαίνει έντονα και ξηραίνει. Είναι καλό και για τις παθήσεις των ματιών, καθώς συμβάλ­λει στην καλή όραση, με επάλειψη, και καθαρίζει τα λευκώματα και τις ουλές των ματιών. Όταν γίνει κλύσμα μαζί με ξίδι, σκοτώνει τα σκουλήκια των αυτιών, και σταματά τους ήχους και τα σφυρίγματα των αυτιών όταν ενσταλάζεται μαζί με αφέψημα ύσσωπου.

Όταν μάλιστα ενσταλαχτεί στις τερηδόνες των δοντιών, σπάει μεν το δόντι, αλλά σταματάει και τον πόνο· όταν, εξάλ­λου, γίνουν πλύσεις του στόματος μαζί με ξίδι, κάνει το ίδιο. Όταν επαλειφθεί γύρω από το γυναικείο αιδοίο πριν από τη συνουσία, είναι αντισυλληπτικό, ενώ ως επάλει­ψη βοηθά τις φλεγμονές του λαιμού και των αμυγδα­λών, ενώ με επάλειψη σκοτώνει τις ψείρες και τις κόνιδες· βοηθά ως κατάπλασμα μαζί με αλάτι τα δαγκώματα από τον κεραστή και, όταν πίνεται με γλυκό κρασί, όσους έχουν πιει τον «λαγό της θάλασσας». Ωφελεί και αυτούς που έχουν ελεφαντίαση, ως μαντζούνι ή με εξωτερική επάλειψη, και καθαρίζει και τα έλκη του πνεύμονα και τα θεραπεύει, όταν πίνεται σε ποσότητα ενός κυάθου, και ως κλύσμα σκοτώνει τα σκουλήκια και τις λεπτές λεβίθες και ρίχνει τα έμβρυα.

Παρασκευάζεται και λάδι από κέδρο, το οποίο χωρίζεται από το κέδρινο ρετσίνι με τουλούπα από μαλλί το οποίο κρέμεται από πάνω κατά το βράσιμο, όπως στην περίπτωση της πίσσας- το λάδι αυτό κάνει για όλα όσα και το κέδρινο ρετσίνι. Το λάδι ιδιαίτερα θεραπεύει την ψώρα των τετραπόδων και των σκύλων και των αγελάδων, με δυνατή επάλειψη, και σκοτώνει και τα τσιμπούρια σε αυτά, όταν επαλειφθεί, και επουλώνει και τις πληγές που δημιουργούνται κατά το κούρεμα τους. Πρέπει να μαζεύουμε και την αιθάλη από αυτό, όπως ακριβώς και της πίσσας, αιθάλη η οποία έχει τις ίδιες ιδιότητες με εκείνη ν.

Οι καρποί του αποκαλούνται κεδρίδες. Έχουν επιδράσεις θερμαντικές και βλαπτικές για το στομάχι- κάνουν καλό στον βήχα, στις ρήξεις των μυϊκών και νευρικών ινών, τη στραγγουρία, ενώ προκαλούν και την έμμηνο ρύση, όταν πίνονται ψιλοτριμμένοι μαζί με πιπέρι, και πίνονται μαζί με κρασί και για τη δηλητηρίαση από το ψάρι «θαλάσσιος λαγός»- απομακρύνουν τα φίδια, όταν επαλειφθούν στο σώμα μαζί με ελαφίσιο λίπος ή μυελό, ενώ προστίθενται και στα αντίδοτα.

Η δάφνη

δαφνηΈνα είδος είναι λεπτόφυλλο και ένα άλλο πιο πλατύφυλλο. Και οι δύο είναι θερμαντικές και μαλακτικές, και γι’ αυτό το αφέψημα τους είναι κατάλληλο για ατμόλουτρα στις παθήσεις της κύστης και της μήτρας. Τα χλωρά φύλλα έχουν ελαφρώς στυπτικές ιδιότητες

Λιωμένα σε κατάπλασμα ωφελούν τα τσιμπήματα από σφήκες και μέλισσες, ενώ μπορούν να καταπραΰνουν και κάθε φλεγμονή ως κατάπλασμα μαζί με ψωμί και κριθάλευρο- όταν πίνονται, ανακουφίζουν το στομάχι και προκαλούν εμετούς. Οι δαφνίδες θερμαίνουν πιο πολύ από τα φύλλα. Ως μαντζούνι λιωμένες με μέλι ή γλυκό κρασί, κάνουν καλό στη φυματίωση, τα ορθοπνοϊκά ά­σθματα και τις καταρροές του θώρακα. Μαζί με κρασί δίνονται ως ρόφημα σε όσους έχουν δαγκωθεί από σκο­ρπιό και καθαρίζουν τους αλφούς. Ο στυμμένος χυμός τους βοηθά τους πόνους των αυτιών, τους ήχους και τη βαρηκοΐα, όταν ενσταλαχτεί με παλιό κρασί και ροδόμυρο, προστίθεται και στις αλοιφές που διώχνουν την κό­πωση και στις θερμαντικές και διαφορητικές αλοιφές. 0 φλοιός της ρίζας τους σπάει τις πέτρες και σκοτώνει τα έμβρυα και ωφελεί όσους πάσχουν από το συκώτι τους, όταν πίνεται μαζί με ευωδιαστό κρασί σε ποσότητα τριών οβολών.

Ο πλάτανος

platanosΤα τρυφερά φύλλα του πλάτανου όταν βραστούν μαζί με κρασί και ως κατάπλασμα, συστέλλουν τις κα­ταρροές των οφθαλμών ανακουφίζουν και τα πρηξίματα και τις φλεγμονές. Ο φλοιός του αν βραστεί με ξίδι, είναι κατάλληλος για πλύσεις του στόματος κατά τους πονό­δοντους. Οι μπάλες του χλωρές, όταν πίνονται μαζί με κρασί, βοηθούν αυτούς που έχουν δαγκωθεί από ερπετά, ενώ αν επαλειφτούν μαζί με λίπος, βοηθούν τα εγκαύμα­τα. Το χνούδι των φύλλων και των σφαιριδίων καταστρέ­φει την ακοή και την όραση, αν πέσει μέσα στ’ αυτιά και τα μάτια.

Η μελιά(φράξος)-Fraxinus ornus

Είναι δέντρο γνωστό, της οποίας ο χυ­μός των φύλλων, και τα ίδια τα φύλλα, όταν πίνονται και γίνονται κατάπλασμα με κρασί, βοηθούν αυτούς που έχουν δαγκωθεί από οχιά. Ο φλοιός της, όταν καεί και επαλειφθεί με νερό, απομακρύνει τη λέπρα. Τα ροκανίδια του ξύλου λένε ότι, όταν πίνονται, είναι θανατηφόρα.

Η λεύκα- Populus alba L.

Ο φλοιός του δέντρου λεύκα, όταν πίνεται σε ποσότητα μιας ουγκιάς, ωφελεί τις ισχιαλγίες και τη στραγγουρία· λέγεται ότι είναι και αντισυλληπτικός, όταν πίνεται μαζί με νεφρό μουλαριού, ενώ και τα φύλλα του, όταν πίνονται μετά την έμμηνη κάθαρση μαζί με ξίδι, λέγεται ότι έχουν τις ίδιες ιδιότητες. Ο χυμός των φύλλων, όταν χλιαρός ενσταλάζεται, ωφελεί τους πόνους των αυτιών. Τα σφαιρίδια τα οποία δημιουργούνται στην εκβλάστηση των φύλλων, όταν επαλειφθούν λιωμένα μαζί με μέλι, θεραπεύουν τις αμβλυωπίες. Μερικοί αναφέρουν ότι ο φλοιός της λεύκας και της μαύρης λεύκας, όταν κοπεί σε μικρά κομμάτια και σκορπιστεί μέσα σε κοπρισμένα χωράφια, σε κάθε εποχή προκαλεί το φύτρωμα φαγώσι­μων μανιταριών.

Λεύκα μαύρη-Populus nigra

Της αιγείρου τα φύλλα ως κατάπλασμα μαζί με ξίδι ωφελούν τους πόνους από ποδάγρα. Το ρετσίνι από αυτήν προστίθεται στα μαλακτικά καταπλάσματα. Ο καρπός της, όταν πίνεται μαζί με ξίδι, λέγεται ότι ωφε­λεί τους επιληπτικούς. Λέγεται ότι και δάκρυ από αυ­τήν, όταν πέσει στον Ηριδανό ποταμό, πήζει και γίνεται το αποκαλούμενο «ήλεκτρο», ή κατ’ άλλους «χρυσοφό­ρο»1^, αρωματικό, αν το τρίψεις, και χρυσαφί στο χρώ­μα, το οποίο όταν πίνεται ψιλοτριμμένο, σταματά την καταρροή του στομαχιού και της κοιλιάς.

Η φτελιά(Πτελέα)-Ulmus pedunculata, Ulmus Montana, U. campestris, U. glabra

Της φτελιάς τα φύλλα και τα βλαστάρια και ο φλοιός είναι στυπτικά. Τα φύλλα της λιωμένα κάνουν καλό στη λέπρα ως κατάπλασμα μαζί με ξίδι και κλεί­νουν και τα τραύματα- περισσότερο όμως ο φλοιός, αν περιδεθεί σαν επίδεσμος- γιατί είναι σαν λουρί. Ο πιο παχύς φλοιός, όταν πίνεται μαζί με κρασί ή νερό κρύο σε ποσότητα μιας ουγκιάς, αποβάλλει το φλέγμα. Το αφέ­ψημα των ριζών ή των φύλλων, όταν πίνεται, δημιουργεί πώρο στα οστά πολύ γρήγορα. Το υγρό που βρίσκεται μέσα σε θυλάκια κατά την αρχική εκβλάστηση, γυαλίζει το πρόσωπο, όταν επαλειφθεί, ενώ όταν αυτό το υγρό ξεραθεί, διαλύεται σε ζωύφια σαν τα κουνούπια. Τα πιο φρέσκα φύλλα τρώγονται και ως λαχανικό, βρασμένα σαν προσφάγι.

Η μούχλα η οποία μαζεύεται στα παλιά ξύλα και τη βάση των κορμών, αν πασπαλιστεί σαν αλεύρι, καθαρίζει και επουλώνει τα έλκη. Και σταματά τον έρπητα, αν ανακατευτεί με ίση ποσότητα άνηθου μαζί με λάδι και καεί σε πανί και λεπτοτριμμένη πασπαλιστεί.

Αυτή τη παρατήρηση του Διοσκουρίδη αξιοποιήθηκε ύστερα από αιώνες, με την ανακάλυψη της πενικιλίνης από τον Φλέμινγκ.

Πηγές: Διοσκουρίδης-Περί ύλης Ιατρικής Α’-.ftiaxno.gr– vatopaidi

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή Γ’ Νηστειών:η εποχή μας δεν αγαπά τον Σταυρό.

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Απριλίου, 2013

Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία προβάλλει σήμερα εἰς προσκύνησιν τὸν Τίμιο καὶΖωοποιὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας, γιὰ νὰ μᾶς ἐνδυναμώσῃ στὸν πνευματικό μαςἀγώνα, καθὼς φθάσαμε μέχρι τὴ μέσα τοῦ δρόμου τῆς ἀσκήσεως, μέχρι τὸ μέσον τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

Ὁ Σταυρὸς ἀποτελεῖ τὸ σύμβολο τῆς νίκης τῆς ζωῆς ἐπὶ τοῦ θανάτου. Εἶναι σύμβολο δόξης αἰωνίου, σύμβολο δοξασμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ὁ Υἱὸςἀνθρώπου, ὁ σαρκωθεὶς Θεός, κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό, μοιράστηκε θυσιαζόμενος σὲ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, τὴν ὁποία καὶ ἀνεβίβασε στὰδεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατρός. Ὁ Σταυρὸς εἶναι σύμβολο νίκης, ἐπειδὴ προδιαθέτει τὸνἀγώνα. Κανεὶς ἀγωνιζόμενος δὲν στεφανώνεται, ἐὰν δὲν ἀγωνιστῇ. Καὶ γιὰ τοὺς χριστιανοὺς ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ γίνεται οἰκεῖος, ὅταν οἱ ἴδιοι οἱκειωθοῦν τὰπαθήματα καὶ τὴν θυσία Του, μὲ σκοπὸ πάντοτε νὰ γίνουν μέτοχοι τῶν οὐρανίων στεφάνων διὰ τῆς νίκης τοῦ Σταυροῦ.

Τὸ πνεῦμα τῆς θυσίας δὲν ἀφορᾶ ὅμως ἀποκλειστικὰ τὴν στάση μας ἀπέναντι στοὺς συνανθρώπους μας. Συνηθίσαμε, ὅταν γίνεται λόγος γιὰ θυσία, νὰἐννοοῦμε τὴν θυσία ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν. Ὁ Σταυρὸς ὅμως εἶναι πρωτίστως θυσίαὑπὲρ τῆς σωτηρίας μας, θυσία ὑπὲρ τοῦ καινοῦ ἑαυτοῦ μας, τοῦ κατὰ χάριν Χριστοῦ ἐν ἡμῖν. Συνήθως εἶναι εὐκολότερο νὰ ἀνταποκριθοῦμε στὸ κάλεσμα τοῦπλησίον γιὰ βοήθεια, ἐνῷ συνηθέστερα θυσιαζόμαστε εὐχάριστα γιὰ τοὺςἀνθρώπους ποὺ ἀγαποῦμε, γιὰ τὰ παιδιά μας, τοὺς γονεῖς μας ἢ γιὰ ἕνα ἰδανικό.Ὅμως ὁ ἐν ἡμῖν κατὰ χάριν Χριστός, ὁ κληθεὶς στὴν ἐξομοίωση μὲ τὸν Χριστὸ διὰτῆς μεταμορφώσεως τῶν παθῶν ἑαυτός μας, βυθισμένος μέσα στὴ λάσπη τῆς φθορᾶς, βοᾶ καὶ κραυγάζει μὲ ἀγωνία, καθὼς ἀναζητᾶ νὰ τὸν ἀνασύρουμε ἀπὸτὸν βοῦρκο τῶν παθῶν μας, γιὰ νὰ ὀρθωθῇ καθαρὸς καὶ λαμπερός, ὡς ὁ Ὡραῖοςἐν τάφου τριήμερος ἐξελθὼν Χριστός. Μᾶς θλίβει ὅμως, ἀδελφοί μου, ἡπροσπάθεια νὰ ἀνασύρουμε τὸν καινούριο ἑαυτό μας ἀπὸ μέσα μας, γιατὶ ὁμεταμορφωθεὶς καὶ ἀναστηθεὶς ἑαυτός μας εἶναι τεκμήριο ἀλλαγῆς, κι ἐμεῖς δὲν θέλουμε νὰ ἀλλάξουμε. Τὸν φοβόμαστε ἐξαστράπτοντα, ὅπως τὸ σκοτάδι φοβᾶται τὸ φῶς, γιατὶ ζοῦμε καὶ κινούμαστε μέσα στὸ σκοτάδι. Τρομάζουμε στὴθέα τοῦ καθαροῦ, γιατὶ συνηθίσαμε τὶς μαῦρες ἀποχρώσεις τῆς βρωμιᾶς μας ποὺφαντάζει καθαριότητα στὰ λασπωμένα καὶ ἀλλήθωρα πνευματικά μας μάτια.

Σήμερα μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία νὰ δοῦμε ἐσταυρωμένο τον ἑαυτό μας, νεκρωθέντα τῇ ἁμαρτίᾳ, νεκρὸ γιὰ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν κόσμο, γιὰ νὰ χαροῦμε δικαίως καὶ τὴν ἀνάστασή του μέσα στὶς ἀκτῖνες τῆς θείας χάριτος. Σήμερα προσκυνοῦμε τὸν Σταυρὸ καὶ προσπίπτουμε ἐνώπιόν του, ζητῶντας ἀπὸ τὸν σταυρωθέντα Χριστὸ νὰ μᾶς ἐλεήσῃ καὶ νὰ μᾶς παράσχῃ τὴ δύναμη, ὥστε νὰσυνεχίσουμε τὸν ὡραῖο ἀγῶνα κατὰ τῶν παθῶν, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ὀφείλουμε νὰἐξέλθουμε καθαροί, φωτεινοί, ἁγιασμένοι, στὸ βαθμὸ ποὺ ἀποδεχόμαστε συνειδητὰ τὸ κάλεσμα τῆς θυσίας τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ἀνταποκρινόμαστε, συσταυρούμενοι μὲ τὸν ἀγαπημένο μας Ἰησοῦ.

Κάποτε οἱ κοινοὶ γονεῖς τῆς ἀνθρωπότητος θέλησαν νὰ γευθοῦν ἀπὸ τὸνἀπαγορευμένο καρπὸ τοῦ ξύλου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, γιὰ νὰπρολάβουν δίχως καμία διάθεση αὐτοθυσίας νὰ γίνουν θεοὶ χωρὶς τὸν Θεό. Τὸβλέπουμε αὐτὸ πλέον στὴν ἐποχή μας, ποὺ δυστυχῶς δὲν ἀγαπᾶ τὸν Σταυρό, μᾶλλον τὸν πολεμᾶ, ὡς δαιμονοκρατούμενη. Καὶ δὲν ἀγαπᾶ τὸν Σταυρό, γιατὶμισεῖ τὴν θυσία τοῦ ὑπὲρ κόσμου θυσιασθέντος ἐν αὐτῷ, Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναιἐποχὴ ποὺ προβάλλει μὲ κάθε τρόπο τὴν θυσία ὑπὲρ τάχα τῆς δικαιοσύνης, ὑπὲρ τάχα τῆς εἰρήνης, ὑπὲρ τάχα τῆς ἀλληλεγγύης, ὑπὲρ τάχα τῆς ἕνωσης τῶν λαῶν,ὅμως εἶναι ἐποχὴ ποὺ μισεῖ θανάσιμα τὴν θυσία ὑπὲρ τῆς καλῆς ἀλλοιώσεως τοῦἀνθρωπίνου προσώπου καὶ τῆς ἐξομοιώσεώς του μὲ τὸν ἀληθινὸ Σωτῆρα, ἐποχὴἐναντία Χριστοῦ, ἀντίθετη μὲ Αὐτὸν καὶ τὶς ἐνέργειές Του, ἐποχὴ ἀντίθεη, κατὰτοῦ ὄντως Ἀνθρώπου καὶ τῶν καλῶν εἰκόνων Του. Ζοῦμε στὴν ἐποχή, ὅπουἀναμένεται ἕνας ψευδομεσσίας, ἕνας χριστὸς ξένος Σταυροῦ κατὰ τὸ πατερικῶςἑρμηνευόμενο χῖ ξῖ σῖγμα ταῦ τῆς Ἀποκαλύψεως.

Ὁ Σταυρὸς εἶναι ὄπλο κατὰ τοῦ διαβόλου· μπροστά του φρίττει καὶ τρέμει ἡπανστρατιὰ τῶν δαιμόνων. Ὁ Σταυρός, ἀδελφοί μου, εἶναι μαχαίρι δίκοπο, ποὺἔσκισε τὴν κοιλιὰ τοῦ ᾅδη καὶ ἐλευθέρωσε τὰ ἑκατομμύρια τῶν νεκρῶν, εἶναι κλειδὶ σωτηρίας, ποὺ ἄνοιξε τὴν κεκλεισμένη Ἐδέμ, εἶναι «δἐνδρον εὐσκιόφυλλον», κάτω ἀπὸ τὸ ὁποῖο βρίσκουν παρηγοριὰ οἱ κουρασμένοι διαβάτες τῆς ἀσκήσεως, εἶναι τὸ κατάρτι τοῦ πλοίου τῆς Ἐκκλησίας ποὺπορεύεται πρὸς τὸ λιμάνι τῆς ἄνωθεν Βασιλείας.

Ἡ Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως εἶναι κάλεσμα στὴν γιορτὴ τοῦ Σταυροῦκαὶ τοῦ σταυρώματος τῶν παθῶν μας. Ἂς ἀνταποκριθοῦμε μὲ χαρά, γιὰ νὰχαροῦμε καὶ τὴν Ἀνάσταση, τοῦ Κυρίου καὶ τὴν δική μας.

π. Στυλιανός Μακρής

http://imverias.blogspot.gr/2013/04/blog-post_6.html#more

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »