kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Περί του πνευματικού αγώνος

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Μαρτίου, 2013

Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κ.κ. Χρυσοστόμου

Ἡ εἴσοδός μας στήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή σηματοδοτεῖ τήν ἔναρξη ἑνός ἐντονωτέρου πνευματικοῦ ἀγῶνoς, προκειμένου νά φτάσωμε νά προσκυνήσωμε τά σεπτά πάθη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ιησοῦ Χριστοῦ καί νά τόν δοξάσωμε Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν.

Αὐτός ὁ ἀγώνας εἶναι δύσκολος, ἀφοῦ ἡ πορεία μας γιά συνάντηση μέ τόν Κύριό μας εἶναι «Γολγοθάς», τόν ὁποῖο ἀνεβαίνομε αἴροντες ὁ καθένας τόν σταυρό του. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἐνισχύει σ’ αὐτόν τόν ἀνηφορικό δρόμο, χαρίζοντάς μας τήν δυνατότητα νά βαδίζωμε ἔχοντας συνοδοιπόρο μας τόν ἴδιο τόν Κύριό μας Ἰησοῦν Χριστό, ὁ ὁποῖος κάθε φορά πού πέφτομε καί πληγωνόμαστε, μᾶς πιάνει ἀπό τό χέρι καί μᾶς δίδει οὐράνια χάρη καί δύναμη. Ὅμως ἔχομε καί τήν Παναγία μας, ἡ ὁποία μέ τίς πρεσβεῖες της γίνεται ἡ παραμυθία μας, ἡ παρηγοριά μας δηλαδή, καί μέ τό μητρικό γλυκύτατο βλέμμα της στηρίζει τά ἀδύναμα μέλη μας, ὥστε νά φτάσωμε στό εὐλογημένο τέλος. Τήν συνοδεύουν στήν ἱκεσία της οἱ Ἅγιοί μας, οἱ οποῖοι μέ τήν κατά Θεόν βιοτή καί πολιτεία τους, μᾶς ἐμπνέουν καί μᾶς στηρίζουν στήν πνευματική μας πορεία.

Σ’ αὐτό τόν δρόμο ἡ μητέρα μας Ἐκκλησία μᾶς παρέχει καί τά σωτήρια φάρμακα, πού εἶναι, ὅπως ὅλοι καλῶς γνωρίζομε, ἀπαραίτητα γιά τήν θεραπεία τῶν «πληγῶν» μας. Εἶναι ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ νήψη, ἡ φυλακή τοῦ νοός, τό λουτρό τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως, καί τέλος ἡ συμμετοχή μας στήν Εὐχαριστιακή Τράπεζα, ὅπου γινόμαστε μέτοχοι τῆς οὐρανίου χαρᾶς καί μακαριότητος, γευόμενοι τοῦ Παναγίου Σώματος καί τοῦ Τιμίου Αἵματος τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Πρέπει ὅμως νά γνωρίζωμε λεπτομερῶς τίς δυσκολίες αὐτῆς τῆς πορείας καί τούς ἐχθρούς μας, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται, ὥστε νά μᾶς ἐμποδίσουν ,παντί τρόπῳ, νά φτάσωμε στό ἐπιθυμητό καί ἅγιο «τέλος», νά ἐπιτύχωμε δηλαδή τήν κατά Χριστόν Ἰησοῦν τελείωση, τήν θέωσή μας.

Ἄς δοῦμε λοιπόν, ἐν ὀλίγοις, αὐτούς τούς ἐχθρούς μας, ὥστε νά συντονίσωμε τόν ἀγῶνα μας πρός τελείαν καί βεβαίαν τήν νίκη.

  • Ὁ πρῶτος ἐχθρός μας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ τά ἰδικά του, καί κάθε τόσο τό γαιῶδες, τό  χαμαίζηλον φρόνημά μας ἐξέρχεται εἰς βοσκήν βορβορώδη, ὑπηρετώντας τίς σαρκικές ἡδονές καί ἐπιθυμίες μας. Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος γράφει σχετικά μέ αὐτό τό θέμα: «Βλέπω δέ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου, ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καί αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου» (Ρωμ. ζ’.23).

Ὅ Ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς κάνει ἐπίσης λόγο γιά τίς σωματικές αἰσθήσεις, ἀφοῦ ἔχομε σῶμα, οἱ ὁποῖες πολλάκις ἐπαναστατοῦν ἐναντίον τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά κάνει λόγο καί γιά τήν ψυχική αἴσθηση, ἀφοῦ ἔχομε καί ψυχή.

Ὁ ἐμπαθής καί πεπτωκώς ἄνθρωπος, ἔχει φρόνημα σαρκικό καί ὑπηρετεῖ δουλικά τά ταπεινά ἔνστικτα. Ζεῖ γιά τήν εὐχαρίστηση τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων, ἡ ὁποία εἶναι πρόσκαιρη καί καταστροφική. Ὅ ἂνθρωπος αὐτῆς τῆς κατηγορίας, «τόν ἀγῶνα πάντα πρός τά ὁρώμενα ἔχει… Σκοτεινός εἰσί τοῖς φρονήμασι καί τῶν ἀκτίνων τοῦ θείου φωτός πάντων ἀμέτοχος» (Νικήτας Στηθᾶτος).

Ὁ πλέον χαρακτηριστικός ὅμως λόγος γιά αὐτό τό εἶδος ἀνθρώπου, εἶναι ἐκεῖνος τοῦ ὁσίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου: «Ὁ σαρκικῇ προαιρέσει ἄνθρωπος, ὁπόταν περί Θεοῦ ἀκούσῃ, ὡς ἀηδεῖ ὁμιλία περιοχλούμενος τόν νοῦν ἀηδιάζεται, καθώς καί ὁ προφήτης λέγει: “ἐγένετο αὐτοῖς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὡς ἔμετος”».

  • Ὁ δεύτερος ἐχθρός μας εἶναι ὁ κόσμος, ὁ ὁποῖος μέ τό δικό του «κοσμικό», ἁμαρτωλό φρόνημα καί μέ τήν δύναμη πού διαθέτει, μᾶς ἑλκύει συνεχῶς πρός τά ἡδέα (εὐχάριστα) τῆς γῆς, τά ὁποῖα εἶναι φθαρτά καί παρέρχονται ἀνεπιστρεπτί. Μᾶς ξεγελάει λέγοντάς μας ὅτι ἡ εὐτυχία καί ἡ χαρά εὑρίσκονται ἐδῶ καί ὅτι ὅταν κλείσωμε τά μάτια μας ὅλα τελειώνουν, λές καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ὄν χωρίς εἶδος καί πνευματικό κάλλος.

Ὁ κόσμος, μᾶς κινεῖ σέ ἐξωστρέφεια καί διασπᾶ τίς ἐσωτερικές μας δυνάμεις, ὥστε νά εὑρισκώμεθα συνεχῶς σέ πνευματική ραστώνη καί νά ζοῦμε ἁπλῶς στό «κατά φύσιν», χωρίς πνευματική πρόοδο καί ἀνάταση.

Θά ἀναφέρω δύο πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα, τά ὁποῖα ἔχουν τήν φιλοσοφία τοῦ, «δέν πειράζει…».

Συνήντησα μετά τήν Πρωτοχρονιά γυναῖκα, μεγάλης ἡλικίας, ἡ ὁποία μοῦ εἶπε «ἐν χαρᾷ» ὅτι ἦτο εὐτυχής, διότι ἐξεπληρώθη ἡ ἐπιθυμία της, πρίν πεθάνει νά πάῃ στό καζίνο. Βρέ γιαγιά, εἶπα, τί λές! Πῆγες ἐσύ στό καζίνο; Ναί Δεσπότη μου, εἶναι κακό; Μά ἐκεῖ εἶναι ναός τοῦ διαβόλου, τῆς εἶπα. Δέν ἔπαιξα λεφτά Δεσπότη μου, ἀλλά… εἶναι ὡραῖα… Θά πάω Δεσπότη μου νά ἐξομολογηθῶ γιά νά μέ συγχωρέσῃ ὁ Θεός.

Ἄχ αὐτή ἡ νοοτροπία, εἶπα μέσα μου, πόσους ἔχει ὁδηγήσει σέ καταστάσεις ὀδυνηρές! «Ἔλα βρέ ἀδελφέ, καί τί ἔγινε…;» Ἡ ἐξωστρέφεια, τό κοσμικό φρόνημα, τό ὁποῖο μᾶς μπερδεύει καί μᾶς ἀποπροσανατολίζει.

Δεύτερο παράδειγμα εἶναι ἡ συμμετοχή τῶν ἀνθρώπων στίς καρναβαλικές ἐκδηλώσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι ξένες μέ τό ἦθος καί τά δεδομένα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί τῆς Ἐκκλησίας μας. «Ἔ, δέν πειράζει πού βγαίνομε γιά νά ξεφαντώσωμε…», λένε οἱ περισσότεροι. Αὐτό τό, «δέν πειράζει» τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος ὁδηγεῖ στό παντελές ξέφτισμα τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

  • Τρίτος ἐχθρός μας εἶναι ὁ μισόκαλος διάβολος, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται νυχθημερόν ἐναντίον τοῦ θείου θελήματος καί διαβάλλει συνεχῶς τόν Θεό στόν ἄνθρωπο, ὡς μιαρός ψυθιριστής. Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος μιλάει μέ σαφήνεια καί προειδοποιεῖ: «Εἶδον τάς παγίδας τοῦ διαβόλου ἡπλωμένας ἐν τῇ γῇ». Καραδοκεῖ, ὁ πειραστής, σέ κάθε μας βῆμα καί έπιζητεῖ μανιακῷ τῷ τρόπῳ τίνα καταπίῃ.

Ὁ ἄνθρωπος, «πεσών ὑπό τήν ἐξουσίαν τοῦ διαβόλου κλονεῖται τῷ δεινῷ ἀνέμῳ τῆς ἁμαρτίας πνέοντι, καί σείονται ψυχαί καί λογισμοί καί νοῦς. Ὁμοιάζει δέ σίτῳ βεβλημένῳ τῷ σινίῳ τῆς γῆς ταύτης σινιαζόμενος ἐν ἀστάτοις λογισμοῖς τοῦ κόσμου τούτου καί σάλῳ ἀπαύστῳ τῶν γηίνων πραγμάτων, ἐπιθυμιῶν καί πολυπλόκων ἐννοιῶν, ὑλικῶν καί ἡδονῶν παντοδαπῶν καί ποικίλων» (Ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος).

Τά τεχνάσματα τοῦ διαβόλου εἶναι ποικίλα καί φοβερά, ἀφοῦ κτυπάει στό σημεῖο ὅπου ὑπάρχει ἡ ἀδυναμία τοῦ καθενός μας. Ὅπως τό πτηνό δρυοκολάπτης κτυπάει μέ τό ράμφος του τόν κορμό τοῦ δένδρου, προκειμένου νά εὕρῃ κούφιο σημεῖο καί νά κτίσῃ τήν φωλιά του ἤ νά κορέσῃ τήν πεῖνα του, ἔτσι καί ὁ διάβολος κτυπάει τόν ἄνθρωπο ἐκεῖ ὅπου εἶναι κούφιος καί κενός, προκειμένου νά ἐγκαταστήσῃ τό στρατηγεῖο του.

Οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας συνιστοῦν τήν συνεχῆ μνήμη καί ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού γλυκαίνουν τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ στό βάθος τῆς καρδιᾶς μας εἶναι ἐγκαθιδρυμένη ἡ χάρις τοῦ Κυρίου μας, τήν ὁποία ἐλάβαμε μέ τό ἅγιο Βάπτισμα.

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐλευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τίς γήινες μέριμνες καί «τότε αὐτῷ ὀχλεῖ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καθαρίζων αὐτόν ἐν αἰσθήσει πολλῇ καί πάσης τῆς γεώδους παχύτητος» (Ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς).

Πολλάκις αἰσθάνομαι λύπην βαθυτάτην στήν ψυχή μου, ὅταν σκέπτωμαι ὅτι λίγοι ἀγωνίζονται σωστά καί συνειδητά τόν καλόν ἀγῶνα κατά τήν διάρκεια τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἀλλά καί καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τοῦ ἔτους καί ἀκόμη λιγότεροι φτάνουν στό τέρμα.

Εἶναι φανερό ὅτι οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ζοῦν «βίον ἐπίπλαστον», χωρίς ἰδιαίτερο κόπο καί πνευματική ἄσκηση, καί γιά τοῦτο ἔχουν ἀδύναμες πνευματικές αἰσθήσεις καί δέν ἀντέχουν στούς δεινούς ἀνέμους τῶν φρικτῶν πειρασμῶν. Ἔτσι, ἐνῷ κάνομε λόγο γιά τήν πνευματική ζωή, πόρρω ἀπέχομε αὐτῆς, καί ἐνῷ ἑτοιμαζόμαστε γιά τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα, οὐδέν ἐπιτυγχάνομε, ἀφοῦ δέν κατορθώνομε τό πέρασμά μας ἀπό τό σκοτάδι στό φῶς, ἀπό τά πρόσκαιρα καί τά βοσκηματώδη, στή χαρά τῶν τέκνων τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ἡ δυνατότης ὑπάρχει καί ἡ χάρις πλουσία δίδεται παρά Κυρίου. Ἄς καταθέσωμε τήν θέλησή μας καί τήν ὑπομονή μας γιά τόν σωστό πνευματικό ἀγῶνα.

Μιά εὐχή καί προσευχή ἐπί τῇ ἀπαρχῇ τῆς κατανυκτικῆς καί Ἁγίας πνευματικῆς περιόδου ἄς κάνωμε ἐκ βαθέων:

«Νά φτάσωμε εἰς τόν ἐνυπόστατον φωτισμόν καί τήν τελειωτάτην διάκρισιν… πορευόμενοι ἐν πνευματικῇ μεσημβρίᾳ, ἡλιακαῖς ἀκτῖσι ἀοράτοις, φαιδρυνόμενοι» (Ἀδελφοί Κάλλιστος & Ἰγνάτιος Ξανθόπουλοι).

Ἀδελφοί μου, σᾶς εὔχομαι Καλή Τεσσαρακοστή καί καλή Ἀνάσταση.

Ιερά Μητρόπολη  Πατρών

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

25η Μαρτίου 1821. Η ιστορική πραγματικότητα.

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Μαρτίου, 2013

Γράφει ο Αλέξανδρος Τρομπούκης

Η 25η Μαρτίου 1821 είναι μια ημερομηνία σταθμός στην ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Οφείλουμε να στρέφουμε τη σκέψη μας στα γεγονότα της εποχής εκείνης, σήμερα που η τύρβη της ζωής και οι τριβές της καθημερινότητας, δυστυχώς πλήττουν βάναυσα την ιστορική μνήμη, την εθνική μας παράδοση και κληρονομιά.

Καθίσταται επιτακτικό να προβληθούν εκείνα τα ανεπανάληπτα μηνύματα λεβεντιάς, της αξιοπρέπειας και του πατριωτισμού. Έτσι θα φανεί αναγκαίο να επισημάνω και τις αυξημένες ευθύνες μας, από τις λαμπρές υποθήκες των ενδόξων προγόνων μας και να αντλήσουμε διδάγματα.

Έχουμε, σαν Έλληνες, την ιερή υποχρέωση να αποδώσουμε φόρο τιμής και ευγνωμοσύνης στους επώνυμους και ανώνυμους ήρωες του Εικοσιένα.

Προς το τέλος του 18ου αιώνα, εξετάζονταν τρεις ιστορικές προοπτικές, για τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα θα αποκτούσε τη μέλλουσα λευτεριά της.

Η πρώτη βασιζόταν στην αντίληψη ότι ήταν δυνατόν, η οθωμανική αυτοκρατορία να αλωθεί βαθμιαία και ειρηνικά με την μεθοδική άνοδο των Ελλήνων στην οικονομία και στις επιστήμες αλλά και την επιδίωξη ανάληψης όλο και περισσοτέρων θέσεων στην κυβέρνηση και στη διοίκηση.

Η δεύτερη αφορούσε σε ανανέωση της παλιάς προσδοκίας για απελευθέρωση του Έθνους με πρωτοβουλία της Ρωσίας.

Η τρίτη προοπτική ήταν η ένοπλη επανάσταση.

Αποφασιστικό ρόλο στην επιλογή τελικά της τρίτης προοπτικής και στην προετοιμασία για την αποτελεσματική εξέγερση του ελληνικού Έθνους, έπαιξε και η δράση της Φιλικής Εταιρείας, η οποία υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της ενόπλου επανάστασης.

Η έναρξη της Ελληνικής επανάστασης έγινε από τον γενόμενο αρχηγό της Φιλικής Εταιρείας, Αλέξανδρο Υψηλάντη στο Ιάσιο της Μολδαβίας, τότε κέντρο πολιτικής και πολιτιστικής δράσης των Ελλήνων, στις 24 Φεβρουαρίου 1821 με την κυκλοφορία της περίφημης προκήρυξης, που άρχιζε με την φράση ’’Η ώρα ήλθε ω άνδρες Έλληνες’’. Οι συνθήκες όπως είχαν διαμορφωθεί ήταν ευνοϊκές για την ευδοκίμηση της επανάστασης, οι σπουδαιότερες των οποίων ήταν:

Η ύπαρξη συμπαγών ελληνικών πληθυσμών σε αναλογία κατά περιοχή τουλάχιστον 11 προς 1 σε σχέση με τους εγκατεστημένους Τούρκους.

Η τεράστια εξάπλωση της Φιλικής Εταιρείας και κυρίως στην Πελοπόννησο με πολλά αφοσιωμένα και τολμηρά στελέχη.

Η μειωμένη τότε τουρκική στρατιωτική δύναμη στην Πελοπόννησο διότι μεγάλο μέρος της και ο αρχηγός της βρισκόταν στην Ήπειρο για την καταπολέμηση του Αλή Πασά.

Ο γεωγραφικός παράγοντας με την ορεινή διαμόρφωση του εδάφους, που άφηνε λίγες διαβάσεις, αλλά και η μεγάλη απόσταση, ιδίως της Πελοποννήσου, από τα κύρια οθωμανικά κέντρα και την πρωτεύουσα.

Ωστόσο εκτός από τα ευνοϊκά στοιχεία υπήρχαν και σοβαρές δυσκολίες όπως η απουσία του αρχηγού κατά την έναρξη της επανάστασης, ο δισταγμός πολλών προκρίτων της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου να προσχωρήσουν σ’ αυτήν. Οι Έλληνες άρχισαν τον πόλεμο του 1821 ολιγάριθμοι και σχεδόν άοπλοι, χωρίς οργανωμένο και πειθαρχημένο στρατό. Ήταν υποχρεωμένοι να πολεμήσουν εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που διέθετε πολυάριθμο και άρτι εξοπλισμένο στρατό. Η ιδέα του χρέους όμως εμψύχωσε και δυνάμωσε τους Έλληνες, ώστε να υπερισχύσουν των Τούρκων όπως άλλοτε οι Μαραθωνομάχοι και οι Σαλαμινομάχοι εναντίον των Περσών.

Ο αγώνας του 1821 ήταν καθολικός. Δεν ήταν έργο των ολίγων μιας τάξης ή μιας κοινωνικής ομάδας. Ήταν έργο όλων των Ελλήνων και όλων των περιοχών, πλούσιων και φτωχών, μορφωμένων και αγράμματων. Ήταν αγώνας υπέρ βωμών και εστιών , ‘’για του Χριστού την πίστη την Αγία και της Πατρίδας την Ελευθερία’’. Ήταν αγώνας για το ποθούμενο.

Επιγραμματικά, τα εννέα χρόνια διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης μπορούν να διακριθούν, σε τέσσερις περιόδους η κάθε μια με ιδιαίτερη φυσιογνωμία:

Η πρώτη (1821), είναι η περίοδος έναρξης και τοπικής επικράτησης της Επανάστασης.

Η δεύτερη (1822 μέχρι 1823), είναι η περίοδος σταθεροποίησης της Επανάστασης, με χαρακτηριστικό την απόκρουση σοβαρών προσπαθειών των Τούρκων για την καταστολή της.

Η τρίτη (1824 μέχρι 1827), είναι η περίοδος της κρίσιμης κάμψης του αγωνιστικού σθένους εναντίον του κατακτητή λόγω εσωτερικών διαμαχών και συντονισμένης πολεμικής δράσης Τούρκων και Αλβανών. Σε αυτή την περίοδο τοποθετείται και η εκδήλωση του θετικού ενδιαφέροντος  για την επανάσταση , της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, με κορυφαίες εκδηλώσεις τη Συνθήκη του Λονδίνου (Ιούλιος 1827) και τη ναυμαχία του Ναυαρίνου.

Η τέταρτη, (1828 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1830), είναι η περίοδος ανάκαμψης, ισχυροποίησης και τελικής επικράτησης της επανάστασης.

Τελικά η εθνεγερσία των Ελλήνων του 1821 πέτυχε την Εθνική Παλιγγενεσία, την αναγέννηση της Ελλάδας. Με το πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830 η διεθνής κοινότητα αναγνώρισε την Ανεξαρτησία της Ελλάδας. Ένα χρόνο πριν, την 6η Ιανουαρίου 1829, κυβερνήτης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους είχε αναλάβει ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος με τις συνεχείς και άοκνες προσπάθειές του συντέλεσε πάρα πολύ στη θεμελίωση του νέου Ελληνικού Κράτους.-

Χρόνια πολλά και ευλογημένα σε όλους.

http://imverias.blogspot.gr/

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η κρίση ως σημείο νέας ζωής

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Μαρτίου, 2013

- Copy

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

«Κρίσιμες μέρες» περνά η Κύπρος, κατά γενική διαπίστωση και όπως τα Μ.Μ.Ε. μας πληροφορούν συνεχώς. Μια αγωνία κυριαρχεί για το αύριο, καθώς δεν θα είναι όπως το χθες. Οι δυσκολίες άρχισαν ήδη και η απόγνωση καραδοκεί.

Σ’ αυτή την κατάσταση – ακαταστασία, που κλυδωνιζόμαστε στη φουρτούνα του βίου, κύρια ελπίδα μένει ο Κύριος των Δυνάμεων και της Αγάπης, ο μόνος που μπορεί, καθώς μας λέει ο Απόστολος Παύλος, «ποιήσει συν τω πειρασμώ και την έκβασιν».

Μας παρότρυνε να Του ζητούμε για να μας δίνει αυτό που θέλουμε, ώστε, μέσα από τη συνεργασία να βεβαιώνεται ότι «εγγύς Κύριος τοις συντετριμμένοις την καρδίαν». Μας βεβαίωσε, ακόμα, ότι ενδιαφέρεται για μας όπως ο καλός πατέρας που δεν δίνει πέτρα στο παιδί του, όταν του ζητά ψωμί. Μας παραπέμπει στα κρίνα του αγρού και στα πουλιά της φύσης, που τα φροντίζει χωρίς να εργάζονται, ώστε να συμπεράνουμε ότι σίγουρα θα φροντίσει και για μας τους ανθρώπους Του.

Φαίνεται ότι η απιστία ως μη εμπιστοσύνη στο Θεό – Πατέρα, δημιουργεί μέσα μας ανασφάλεια που οδηγεί στην απόγνωση, λύπη που διαλύει το είναι, σκοτισμό του νου που όλα τα βλέπει μαύρα.

Ασφαλώς η αδιαφορία για το τι συμβαίνει γύρω μας και η παράλογη αισιοδοξία είναι δείγμα αφέλειας και ανοησίας. Ο Χριστός μάς καλεί να είμαστε έξυπνοι, δηλαδή ξύπνοι, να συμμετέχουμε στον πόνο και στη χαρά του κόσμου, ως ζώντες μέσα σ’ αυτόν.

Ως χριστιανοί όμως, που επιθυμούμε να βιώνουμε την «εντός ημών Βασιλεία του Θεού», καλούμαστε να βλέπουμε πίσω από όσα συμβαίνουν το σχέδιο του Θεού για τον καθένα και για όλους μας, που μπορεί να μην είναι αυτό που θεωρούμε καλό για μας. Καλούμαστε ακόμη να μην λυπούμαστε «ως μη έχοντες ελπίδα», ως ο Θεός μας να είναι νεκρός.

Οι δοκιμασίες μπορούν να γίνουν ευεργεσίες, αν μας βγάλουν στην επιφάνεια την αδύνατη ή ανύπαρκτη πίστη μας. Η στήριξη, άλλωστε, στις δικές μας δυνάμεις αποκλειστικά, δεν είναι αυτοθέωση; Η αγωνία μας να μην χάσουμε τις όποιες ανέσεις μας, δεν είναι δείγμα υλιστικής ζωής;

Οι μέρες της Μ. Σαρακοστής, που διανύουμε, μας τονίζουν ότι «μεθ’ ημών ο Θεός», ότι ο Θεός μας είναι ο «Κύριος των Δυνάμεων» κι ότι η άσκηση, ο πόνος, η σταυρική πορεία, έχουν λόγο και καταλήγουν στην αναστάσιμη εμπειρία. Φαίνεται πως γι’ αυτό μερίμνησε η Θεία Πρόνοια: να περνούμε τη δοκιμασία με συνοδοιπόρο τις ακολουθίες της Μ. Σαρακοστής που μας μεταφέρουν το πνεύμα της χαρμολύπης και της σταυροαναστάσιμης πορείας.

Ως άνθρωποι της Εκκλησίας, που θέλουμε να ζούμε τη ζωή Του, καλούμαστε να αντισταθούμε στο πνεύμα της λύπης και της απόγνωσης, προσευχόμενοι γι’ αυτό. Τότε οι γύρω μας, που ζουν στην αγωνία και στο σκοτάδι, θα βλέπουν φως! Δεν θα πρέπει να συμπαρασταθούμε και μ’ αυτό τον τρόπο στους συνανθρώπους μας;

Βέβαια, δεν μεταδίδουμε αυτό που λέμε αλλά αυτό που είμαστε. Μακάρι η όποια δοκιμασία, προσωπική ή συλλογική, να μας δείξει την πραγματικότητα του εαυτού μας σε σχέση με το Θεό και τους ανθρώπους Του, να μας βοηθήσει να τολμήσουμε την αλλαγή της πορείας μας και να μας δώσει την εμπειρία της νέας ζωής, της Ζωής Του, που έχει χαρά, πληρότητα, γεύση της αιώνιας Ζωής – αυτό που στο βάθος, ακόμα και εν αγνοία μας, αναζητούμε.

Πηγή:isagiastriados.com

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιατί ονομαζόμαστε Χριστιανοί;

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαρτίου, 2013

AgiosKyrillos

( Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων, Γ΄ Μυσταγωγική Κατήχηση)

Α’. Με το Βάπτισμά σας, όπως ενδυθήκατε το φωτεινό χιτώνα, έτσι ενδυθήκατε και το Χριστό και ήδη έχετε πάρει τον ίδιο πνευματικό χαρακτήρα, την ίδια μορφή με τον Υιό του Θεού. Δηλαδή πήρατε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Θεανδρικής προσωπικότητάς Του. Διότι εφόσον ο Θεός μας προόρισε να μας κάνει παιδιά Του, κατά Χάρη, μας έδωσε τα ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δοξασμένης θεανδρι¬κής προσωπικότητας του Χριστού, που Εκείνος τα έχει «κατά φύσιν» και απειροτέλεια. Και εφόσον έχετε γίνει κοινωνοί και μέτοχοι αυτής της θεανδρικής υποστάσεως του Χριστού, είναι πολύ φυσικό να ονομαζόσαστε και χριστοί και να λέει για σας ο Θεός: «Μη θίγετε, αυτούς που είναι δικοί μου, γιατί έχουν χριστεί από μένα, δηλαδή έχουν πάρει τα δικά μου πνευματικά γνωρίσματα». Και έχετε γίνει χριστοί, γιατί δεχτήκατε το άγιο Χρίσμα, που είναι μυστηριακό αντίτυπο του ίδιου του Αγίου Πνεύματος. Και όλα όσα έγιναν και πήρατε στο Βάπτισμά σας έχουν μια μυστηριακή και συμβολική αντιτυπία, επειδή και εσείς είσαστε εικόνες του Χριστού. Και Εκείνος, αφού βαπτίστηκε στον Ιορδάνη και μετέδωσε στα νερά του ποταμού την ευλογία και την αγιαστική χάρη, που ακτινοβολούσε το θεανδρικό σώμα Του, καθώς αναδυόταν από τα νερά, ήλθε και κάθισε καλά-καλά επάνω Του, αυτούσιο, το Άγιο Πνεύμα. (Διότι είναι αυτονόητο ότι μόνο το Άγιο Πνεύμα-Θεός μπορούσε να καθίσει πάνω στο Θεό-Ιησού Χριστό, αφού το όμοιο αναπαύεται πάνω στο όμοιο). Το ίδιο συνέβη και σε σας, όταν βγήκατε από την κολυμβήθρα των βαπτιστηρίων υδάτων. Σας δόθηκε δηλαδή το Χρίσμα που είναι σύμβολο Εκείνου, με το οποίο χρίστηκε ο Χριστός. Και αυτό το Άγιο Πνεύμα, για το οποίο είπε στην προφητεία του, ως εκπρόσωπος του Κυρίου, ο Προφήτης Ησαΐας: «Πνεύμα Κυρίου επαναπαύεται σε μένα, διότι ο Κύριος με έχρισε και με έχει αποστείλει να κηρύξω το χαρμόσυνο άγγελμα της σωτηρίας στους πνευματικά πτωχούς» (Ησ. 61, 1 και Λουκ. 4, 18).

Β’. Γιατί ο Χριστός δεν χρίστηκε από ανθρώπινο χέρι με λάδι ή μύρο υλικό, αλλά τον έχρισε ο Θεός-Πατέρας με το Άγιο Πνεύμα, προχειρίζοντάς Τον Σωτήρα όλου του κόσμου. Καθώς λέει και ο Απόστολος Πέτρος: «Τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, τον Οποίο έχρισε ο Θεός με το Άγιο Πνεύμα» (Πράξ. 10, 38). Και όπως επίσης ο Προφήτης Δαβίδ έλεγε μεγαλόφωνα: «Ο θρόνος Σου, Θεέ μου, θα παραμείνει ακλόνητος σ’ όλους τους αιώνες. Η ράβδος της βασιλείας Σου είναι σκήπτρο και εξουσία ευθύτητας και δικαιοσύνης. Αγάπησες τη δικαιοσύνη και μίσησες την ανομία. Γι’ αυτό και 0 Θεός και Πατέρας Σου, Θεέ μου, σε έχρισε με το Άγιο Πνεύμα, που είναι έλαιο, το οποίο φέρνει αγαλλίαση. Και έχυσε αυτό το έλαιο πάνω σε Σένα, πολύ περισσότερο, απ’ ό,τι έχυσε στους άλλους, που μετέχουν με Σένα σ’ αυτή τη χρίση» (Ψαλμ. 44,7-8). Όπως ακριβώς λοιπόν τότε ο Χριστός αληθινά σταυρώθηκε, ενταφιάστηκε και αναστήθηκε —κι εσείς κατά το Βάπτισμα αξιωθήκατε μαζί Του, συμβολικά, να σταυρωθείτε, να ενταφιαστείτε και να αναστηθείτε — έτσι γίνεται και τώρα με το Χρίσμα. Εκείνος χρίστηκε με το νοητό έλαιο που φέρνει αγαλλίαση, δηλαδή με το Άγιο Πνεύμα, το οποίο ονομάζεται έλαιο αγαλλιάσεως, γιατί είναι αίτιο και πρόξενο πνευματικής χαράς και αγαλλιάσεως.

Εσείς όμως χριστήκατε με το Άγιο Μύρο, εφόσον έχετε γίνει κοινωνοί και μέτοχοι στη ζωή και στην υπόσταση του Χριστού.

Γ’. Αλλά πρόσεχε να μη νομίσεις ότι το μύρο με το οποίο χριστήκατε είναι αυτή η λιπαρή ύλη, που αισθητά γίνεται αντιληπτή, χωρίς να έχει κάποια αγιαστική χάρη και δύναμη. Διότι έτσι όπως το ψωμί που χρησιμοποιούμε στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, μετά την «επίκληση» του Αγίου Πνεύματος, δεν είναι πλέον απλό ψωμί, αλλά Σώμα Χριστού, κατά τον ίδιο τρόπο και το Άγιο τούτο Μύρο δεν είναι πλέον αυτό που φανερώνουν τα υλικά στοιχεία του. Ούτε θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι αυτά τα υλικά φορτισμένα με τις ευχές της σχετικής μυστηριακής ακολουθίας, αλλά είναι ιδιαίτερο χάρισμα του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, που μέσα σ’ αυτό και με αυτό είναι παρών και δρα ο ίδιος ο Θεός. Αυτό βέβαια, μυστηριακά και συμβολικά, σφραγίζει το μέτωπό σου και τα άλλα αισθητήριά σου, μέσα στο Μυστήριο του Χρίσματος και ενώ το σώμα χρίεται με το άγιο Μύρο, η ψυχή αγιάζεται με το Άγιο και Ζωοποιό Πνεύμα.

Δ’. Και πρώτα χριστήκατε στο μέτωπο, για να απαλλαγείτε από τη ντροπή, την οποία έφερνε παντού και πάντοτε μαζί του ο πρώτος άνθρωπος, που παρέβηκε την εντολή του Θεού. Και ακόμη για να δεχόσαστε, έχοντας ακάλυπτο το πρόσωπό σας και να αντανακλάτε τη δόξα του Κυρίου. Μετά χριστήκατε στα αυτιά, για να αποκτήσετε εκείνα τα αυτιά, για τα οποία ο προφήτης Ησαΐας έλεγε: «Και μου πρόσθεσε ο Κύριος αυτί για να ακούω» (Ησ. 50,4) και για τα οποία ο Κύριος λέει στο Ευαγγέλιο: «Όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει» (Ματθ. 11, 15). (Δηλαδή όποιος χρησιμοποιεί τις ψυχοσωματικές δυνάμεις του με την προαίρεση να γνωρίσει και να κατανοήσει τις αλήθειες που αποκαλύπτω, ας ακούει όσα λέγω). Στη συνέχεια χριστήκατε στην όσφρηση, ώστε, έχοντας την αίσθηση του πνευματικού μύρου, δηλαδή του Αγίου Πνεύματος, να λέτε: «Είμαστε Χρίστου ευωδία, ανάμεσα σ’ όλους όσους δέχονται το Χριστό ως Σωτήρα τους» (Β’ Κορ. 2, 15). Τέλος χριστήκατε στο στήθος, ώστε, «φορώντας το θώρακα της δικαιοσύνης, να αντιστρατευόσαστε στις μεθοδείες του διαβόλου» (Εφ. 6, 14-15). Γιατί όπως ακριβώς ο Σωτήρας μας, μετά από το Βάπτισμά Του και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, πήγε στην έρημο και πάλεψε εναντίον του διαβόλου, έτσι και εσείς. Μετά το ιερό Βάπτισμα και το Χρίσμα, φορώντας την πανοπλία του Αγίου Πνεύματος, να μπορέσετε να αντισταθείτε και να πολεμήσετε εναντίον της δυνάμεως του διαβόλου. Και νικώντας τον να λέτε: «Όλα τα κατορθώνω με τη Χάρη και τη δύναμη του Χριστού» (Φιλιπ. 4. 13).

Ε’. Αφού καταξιωθήκατε και λάβατε αυτό το Άγιο Χρίσμα, ονομαζόσαστε πλέον χριστιανοί. Επαληθεύοντας έτσι, με την αναγέννησή σας και το όνομα. Γιατί, πριν να αξιωθείτε να λάβετε το Βάπτισμα και τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, δεν ήσασταν κυριολεκτικά άξιοι, αλλά βρισκόσασταν στο δρόμο που οδηγεί κλιμακωτά στην επάξια κατάκτηση αυτής της ονομασίας.

ΣΤ΄. Είναι όμως απαραίτητο να γνωρίζετε: ότι η συμβολική προτύπωση αυτού του μυστηρίου του Χρίσματος, βρίσκεται στην Παλαιά Διαθήκη. Διότι και τότε που ο Μωυσής διαβίβασε στον αδελφό του τη θεϊκή εντολή, σύμφωνα με την οποία και τον κατέστησε αρχιερέα, τον έχρισε με έλαιο, αφού προηγουμένως είχε δεχθεί το σχετικό καθαρτικό λουτρό. Και εξαιτίας αυτού του τυπικού χρίσματος, ο Ααρών ονομάστηκε «χριστός». Έτσι και ο αρχιερέας, προάγοντας τον Σολομώντα σε βασιλιά, τον έχρισε, αφού βέβαια πρώτα ο Σολομώντας λούστηκε στον ποταμό Γιων – Νείλο. Αυτά λοιπόν συνέβηκαν σ’ αυτούς προτυπωτικά. Σ’ εμάς συμβαίνουν, όχι προτυπωτικά, αλλά αληθινά, επειδή η αρχή της σωτηρίας μας βρίσκεται αληθινά σ’ Αυτόν, τον Ιησού Χριστό, ο οποίος χρίστηκε από το Άγιο Πνεύμα. Γιατί Εκείνος είναι πραγματικά «η απαρχή», ο Νέος Αδάμ. (Δηλαδή η ανθρώπινη φύση Του, μέσα στη θεανδρική Υπόστασή Του, είναι «ο πρώιμος καρπός και το πρωτολούβι και η πρωταρχική πηγή της αναγεννημένης ανθρωπότητας»). Και εμείς το «φύραμα», δηλαδή η γενιά του Νέου Αδάμ, που αν Τον θεωρήσουμε προζύμι, εμείς είμαστε το ζυμάρι. Αν λοιπόν το προζύμι, η απαρχή είναι αγία, οπωσδήποτε η αγιότητά της θα μεταδοθεί και στο φύραμα, σ’ όλο το ζυμάρι.

Ζ’. Αυτή την πνευματική δωρεά, τη δύναμη και τη χάρη, την ανεξάλειπτη σφραγίδα, που σας χάρισε το Άγιο Πνεύμα, με το ιερό Μυστήριο του Χρίσματος, να τη διατηρήσετε αμόλυντη. Διότι όπως ακούσατε, μόλις προ ολίγου και από την ανάγνωση της περικοπής, από την Α’ Καθολική Επιστολή του μακάριου και Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού και Θεολόγου, ο οποίος τόσο πολύ βάθυνε τη σκέψη του πάνω στο άγιο Χρίσμα, εάν παραμείνει αυτή η δωρεά μέσα σας; θα σας διδάσκει σε κάθε περίπτωση και περίσταση τα δέοντα. Γιατί αυτή η Πνευματική δωρεά του Αγίου Χρίσματος μπορεί να προφυλάσσει και το σώμα μας και να οδηγεί και την ψυχή μας στο δρόμο της σωτηρίας.

Γι’ αυτή την Πνευματική δωρεά του Αγίου Χρίσματος, από τα παλιά τα χρόνια, προφήτεψε και ο μακάριος προφήτης Ησαΐας και είπε: «Και θα κάμει ο Κύριος των δυνάμεων συμπόσιο σε όλα τα έθνη, στο όρος τούτο της Σιών» (Ησ. 25,6) και τώρα και σε άλλες περιπτώσεις, με τη λέξη όρος, εννοεί την Εκκλησία, όπως και τότε που λέει: «κατά τις έσχατες ημέρες της Μωσαϊκής οικονομίας, όταν πρόκειται η νέα περίοδος του Μεσσία να αντικαταστήσει τούτη, θα γίνει εμφανές το όρος του Κυρίου» (Ησ. 2, 2). «Και θα πιούν ευφροσύνη, όσοι θα παρακάθονται σ’ αυτό και θα πιούν οίνο και θα χριστούν με μύρο» (Ησ. 25, 6). Και για να σε βεβαιώσει ότι αυτό το μύρο, για το οποίο άκουσες από το στόμα του προφήτη, είναι δηλωτικό του Μυστηρίου του Αγίου Χρίσματος, ο ίδιος ό προφήτης συνεχίζει και λέει: «Παράδωσε όλα αυτά τα ευφρόσυνα στα έθνη, διότι η απόφαση αυτή είναι για όλα τα έθνη και όχι μόνο για τους Ιουδαίους» (Ησ. 25, 7).

Τώρα πια που έχετε χριστεί με αυτό το Άγιο Μύρο, διατηρείστε το όπως το πήρατε, καθαρό και αμόλυντο, αγωνιζόμενοι, ώστε να προκόπτετε σε έργα αγαθά και να γίνεσθε ευάρεστοι στον αρχηγό της σωτηρίας μας, τον Ιησού Χριστό, στον Οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Αγ. Κυρίλλου Ιεροσολύμων, «Κατηχήσεις», εκδ. Ετοιμασία Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου – Καρέα, σ. 430-435)

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγνωστες λεπτομέρειες για την ταφή του Θ. Κολοκοτρώνη και την ανακομιδή των λειψάνων του στην Τρίπολη.

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαρτίου, 2013

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν πέθανε από εχθρικό βόλι σε κάποια απ’ τις τόσες μάχες που έδωσε. Ούτε στην λαιμητόμο όπου τον είχαν καταδικάσει οι δικαστές της κυβερνήσεως του Κωλέττη, ούτε στο υγρό και σκοτεινό κελί του φρουρίου του Ναυπλίου, όπου πέρασε 6 μήνες φυλακισμένος.
Πέθανε στο σπίτι του στην Αθήνα, ανώδυνα, ειρηνικά και ανεπαίσχυντα, όπως εύχεται ή Εκκλησία μας, από εγκεφαλική συμφόρηση.
Ιδού πώς:
Την βραδιά του θανάτου του ήταν προσκεκλημένος στον Βασιλικό χορό του Παλατιού. Εκεί χόρεψε, έφαγε και ήπιε περισσότερο απ’ ότι συνήθιζε, ευτυχής καθώς ήταν, αφού προ δύο ήμερων είχε παντρέψει το μικρότερο παιδί του, τον Κωνσταντίνο (Κολίνο). Μετά τον χορό γύρισε σπίτι του, το όποιο βρισκόταν πολύ κοντά στα Παλάτι, την σημερινή Βουλή των Ελλήνων.
“Έπαθε αποπληξία (τον βρήκε κόλπος όπως λένε) κατά τον ύπνο, “κατά την 4η ώρα της νύκτας”. Δεν μπορούσε να κουνηθεί ούτε να μιλήσει, και μετά βίας ανέπνεε. Αν και ήρθαν οι καλύτεροι γιατροί της εποχής, δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε περισσότερο απ’ το να παρατείνουν τις στιγμές του. Τον φλεβοτόμησαν και του έβαλαν βδέλλες (αφαίμαξη), χιόνι στην κεφαλή, καταπλάσματα από σιναπόσπορο στα πόδια.
Η τελευταία του κουβέντα ήταν αυτή προς το παιδί του τον Γενναίο: “σου αφήνω τόσους φίλους, όσα φύλλα έχουν τα κλαριά, και φρόντισε να τους φυλάξεις”.
Πέθανε σε ηλικία 73 ετών, στις 04/02/1843 και “ώρα 11η” πρωινή”.
Όλα τα μαγαζιά και τα εργαστήρια της Αθήνας έκλεισαν και πλήθος κόσμου συνέρεε στο σπίτι του. Οι παλαιοί συναγωνιστές του τον καταφιλούσαν και έκλαιγαν με αναφιλητά. Κηρύχθηκε τριήμερων δημόσιο πένθος.

Τον νεκρό τον έντυσαν με την στολή του Αντιστράτηγου, του έζωσαν τα σπαθί, του φόρεσαν τσαρούχια, τον απίθωσαν στα φέρετρο και έβαλαν κάτω από τα πόδια του μία τουρκική σημαία. Στο ένα του πλάγιο έβαλαν τον ασημένιο του θώρακα, ενώ στο άλλο την περικεφαλαία του και τις σπαλέτες. Στα πόδια του μάλιστα τοποθέτησαν την τούρκικη σημαία. Η πολεμική αυτή εξάρτυση του Κολοκοτρώνη βρίσκεται σήμερα στα Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών, όπου και μεταφέρθηκε, ασφαλώς μετά την εκταφή των οστών με σκοπό την ανακομιδή τους εις την Τρίπολη.


Η πομπή κατέβηκε από την οδό Ερμού, και μπαίνοντας στην οδό Αίολου έφτασε στον ναό της Αγ. Ειρήνης, όπου εψάλη ή νεκρώσιμη ακολουθία. Γύρω από την νεκροφόρα κατά την πορεία της προς την Αγία Ειρήνη ήσαν: Ο πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας Κουντουριώτης, ο Αντιστράτηγος Τσώρτς, ο Υποστράτηγος Τζαβέλλας, ο Υποστράτηγος Γιατράκος, οι Συνταγματάρχες Πλαπούτας και Μακρυγιάννης, οι σύμβουλοι επικρατείας Δεληγιάννης και Παλαμήδης. Επίσης ακολουθούσαν οι επώνυμοι της εποχής και πλήθος κόσμου. Ήταν τόσος ο λαός που όταν ή αρχή της πομπής έμπαινε στην Εκκλησία, ή ουρά της πομπής δεν είχε μπει ακόμα στην αρχή της Έρμου.
Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε μία μεγάλη μορφή των γραμμάτων της εποχής, ο εκκλησιαστικός ρήτορας και συγγραφέας Κων. Οικονόμου των έξ Οικονόμων. Έπειτα ή πομπή, περνώντας ξανά από το παλάτι, έφτασε στο Α’ νεκροταφείο.
Ιατρική πλευρά:
Τα συμπτώματα πού μας παραδίδουν οι ιστορικοί της εποχής, δείχνουν ότι ο Κολοκοτρώνης πέθανε από εγκεφαλικό, είτε αιμορραγικό είτε θρομβωτικό. Ο Κολοκοτρώνης ήταν 73 ετών, τα αγγεία του εγκεφάλου του – με την φθορά του χρόνου – θα είχαν πάθει σκλήρυνση (αρτηριοσκλήρυνση), δηλαδή θα ήταν σκληρά, άκαμπτα και εύθραυστα, και δεν θα άντεχαν σε μεγάλη αύξηση της αρτηριακής πιέσεως.
Απ’ την άλλη μεριά, το κρασί πού κατανάλωναν οι Έλληνες εκείνης της εποχής ήταν ασφαλώς πολύ, και ο Κολοκοτρώνης στους γάμους του παιδιού του ήπιε πολύ παραπάνω απ’ το συνηθισμένο. Το πολύ οινόπνευμα όμως συμβάλλει στην αύξηση της πιέσεως και σε χρόνια κατανάλωση αλλά και κάθε φορά πού πίνουμε. Όποτε, αν είχε και υπέρταση από πριν, το κρασί πού κατανάλωσε ο Κολοκοτρώνης εκείνη την βραδιά, μάλλον συνέβαλε στο να αυξηθεί ακόμη περισσότερο ή πίεση του. Ίσως τα αγγεία του να μην άντεξαν την αυξημένη πίεση του αίματος με συνέπεια την ρήξη τους και την εγκεφαλική αιμορραγία. Είτε ή υπέρταση να είχε ως αποτέλεσμα να σχηματισθεί θρόμβος σε κάποιο αγγείο του εγκεφάλου, έχοντας ως συνέπεια την μη τροφοδότηση του εγκεφάλου με αίμα (ισχαιμία του εγκεφάλου).
Επίσης ο Γέρος έφαγε πολύ εκείνη την βραδιά. Αυτό σημαίνει πώς ή πέψη του επιβαρύνθηκε πολύ. Κατά την πέψη αρκετό αίμα φεύγει από την κυκλοφορία -και τον εγκέφαλο- και πηγαίνει στο έντερο, γεγονός το όποιο σ’ έναν ηλικιωμένο οργανισμό, πού χρειάζεται κάθε δυνατή εφεδρεία, επιφέρει μεγάλο πρόβλημα. Εάν υπήρχε ελαττωματική αιμάτωση του εγκεφάλου του Κολοκοτρώνη, το πλούσιο αυτό γεύμα επέτεινε την εγκεφαλική ισχαιμία.
Επί πλέον δε και ή μεγάλη χαρά του Γέρου μπορεί να συνέβαλε στον θάνατο του, καθώς δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, κατά τις όποιες πέθαναν άνθρωποι ευρισκόμενοι σε χαρά, όπως εκείνος ο Διαγόρας ο αρχαίος, ο οποίος πέθανε υπό τις επευφημίες των θεατών του σταδίου, όταν οι 3 γιοι του νίκησαν στην Ολυμπία.
Τι απέγιναν τα οστά του Κολοκοτρώνη:
Τα οστά του Κολοκοτρώνη βρίσκονται στην Τρίπολη από τις αρχές του αιώνα. Πριν, βρίσκονταν στην Αθήνα στο Α’ Νεκροταφείο, αλλά ο Ελευθέριος Βενιζέλος φρόντισε για την μεταφορά τους στην Τρίπολη (κατόπιν αιτήματος των Αρκάδων), συνοδεύοντας μάλιστα ο ίδιος την μεταφορά τους, αποδίδοντας έτσι τιμή στον ελευθερωτή του Γένους μας. Το 1971 στην πλατεία του Άρεως στην Τρίπολη στήθηκε ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Και από το 1993 τα οστά ευρίσκονται στην βάση του μνημείου αυτού, σε ειδική κρύπτη.

ΥΠΟΔΟΧΗ ΟΣΤΩΝ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΣΤΗΝ ΤΡΙΠΟΛΗ
Το μνημείο απεικονίζει τον Γέρο του Μοριά καβάλα πάνω σε άλογο. Και στο δημοτικό τραγούδι των Κολοκοτρωναίων απεικονίζεται η γενιά του, περήφανη, να μετακινείται, συνεχώς ευρισκόμενη πάνω σε άλογο.
…καβάλα παν’ στην Εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε,
καβάλα παίρνουν αντίδωρο απ’ του παπά το χέρι…
και δεν καταδέχονται τη γης να την πατήσουν…


Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΣΤΟ Α ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ


Η ΑΜΑΞΟΣΤΟΙΧΊΑ ΜΕ ΤΑ ΟΣΤΑ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ



Η ΦΥΛΑΚΗ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ



ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΤΡΙΠΟΛΕΩΣ ΥΠΟΔΟΧΗ ΟΣΤΩΝ Θ.ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ




http://proskynitis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_9363.html

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαρτίου, 2013

http://3.bp.blogspot.com/-VCiZQuy3SZo/UU8PzFbk_tI/AAAAAAAAA7w/d3dxJ1OqdWM/s1600/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF+%CE%BB%CE%AE%CF%88%CE%B7%CF%82+(2).jpg

Τι έχει να πει η επανάσταση του 1821 στο σήμερα, στα νέα παιδιά, σε όλους τους Έλληνες που είμαστε απόγονοι εκείνων οι οποίοι ξεσηκώθηκαν με σύνθημα «Ελευθερία ή θάνατος;» και   έδωσαν την ψυχή τους για να μπορούμε εμείς σήμερα να συλλογιόμαστε ελεύθερα και επομένως καλά, ασχέτως αν η ελευθερία μας δεν είναι δεδομένη;

Τι έχει να πει ένας ήρωας, όπως για παράδειγμα ο Μακρυγιάννης σε νέο παιδί του σήμερα;

Όταν ο κόσμος στον οποίο ζούμε έχει αναγορεύσει σε θεό του το χρήμα, όταν οι αγορές δεν επιτρέπουν στους λαούς να ανασάνουν, οδηγώντας τους αρχικά σε έναν τρόπο ζωής με βάση τον καταναλωτισμό και στη συνέχεια δείχνοντας σε όλους ότι δεν είναι πρόσωπα, αλλά αριθμοί, προς φορολόγηση και εκμετάλλευση; Όταν ο κόσμος ανταλλάσσει την ελευθερία με την επιβίωση και το ρεαλισμό, με αποτέλεσμα άλλοι να αποφασίζουν πριν από μας για μας;

Ο Μακρυγιάννης όμως, όπως και όλοι οι ήρωες του 1821, έρχεται να μας θυμίσει ότι υπάρχει κι άλλος δρόμος, πέρα από τον συμβιβασμό και την άνευ όρων παράδοση στα κελεύσματα άλλων.

Υπάρχει ο δρόμος της ψυχής, ο δρόμος της θυσίας, ο δρόμος του αγώνα. Υπάρχει ο δρόμος της αντίστασης και της διατήρησης των αξιών και των θέσμιων της πατρίδας μας.

Αν ζούσε σήμερα ο Μακρυγιάννης θα ξαναέλεγε:

Για την πατρίδα και τη θρησκεία παλεύουμε πρώτα. Για ό,τι μας κρατά ξεχωριστούς από τους άλλους λαούς και την ίδια στιγμή ελεύθερους. Πατρίδα δεν σημαίνει να μισούμε τους άλλους. Δεν σημαίνει κούφια λόγια. Πατρίδα σημαίνει μνήμη της ιστορίας μας, της θρησκευτικής μας πίστης, της γλώσσας μας, του ξεχωριστού του προσώπου μας. Σημαίνει ετοιμότητα για αγώνα και θυσία. Απόφαση για πόλεμο εναντίον της νοοτροπίας που θέλει να εξαγοράσει την ψυχή μας. Που μας θέλει τον καθένα να νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του.  Που μας θέλει να μη ζούμε ως παρέα, τάξη, κοινότητα, ενορία, συλλογικότητα, για να να μην μπορούμε να αντισταθούμε.

Αν ζούσε σήμερα ο Μακρυγιάννης θα ξαναέλεγε:

Είμαστε στο εμείς και όχι στο εγώ. Θα μας προέτρεπε να συνεργαστούμε, να λειτουργήσουμε ενωμένοι και αποφασισμένοι να δούμε τι ωφελεί την κοινή μας πορεία και όχι μόνο τον καθένα μεμονωμένα.  Να μάθουμε να σεβόμαστε το χώρο που ζούμε, να φοβόμαστε την οργή των νεκρών μας και των βράχων τα αγάλματα, να μην περιφρονούμε την αρετή και να βλέπουμε την Αλήθεια ως στόχο της κοινής μας ζωής.

Αν ζούσε σήμερα ο Μακρυγιάννης θα ξαναέλεγε:

Μην πιστέψετε αυτούς που ντύνονται φίλοι σας, ενώ κοιτούνε μόνο το συμφέρον τους. Αντίθετα, χτίστε εσείς σχέσεις αγάπης, αλληλεγγύης, μοιράσματος, προσφοράς, στηρίξτε ο ένας τον άλλο, έχετε όνειρα, αντλήστε δύναμη από την παράδοσή μας και μην εξαντλείτε τη ζωή σας μόνο στα όσα ξενόφερτα περνούνε ως ανάγκη.

Αν ζούσε σήμερα ο Μακρυγιάννης θα ξαναέλεγε:

Απλώστε το χέρι σας σε όλους, αλλά  μην κάνετε πίσω στις θέσεις σας. Μπορεί να είμαστε λίγοι, αλλά έχουμε μαγιά στην καρδιά και την ψυχή μας και θα αντέξουμε. Ξαναχτίστε μια κοινωνία στην οποία η ελπίδα δεν θα περιορίζεται στα δώρα των άλλων, αλλά θα ξεκινά από την πίστη στο Θεό, στην πατρίδα, στον εαυτό μας.

Και για να γίνουν αυτά, χρειάζεται παράδειγμα, θυσία, αγώνας και όχι βόλεμα. Γίνετε το παράδειγμα. Μάθετε από τα λάθη και μην γκρεμίζετε μόνο, αλλά δημιουργήστε, όπου κι αν βρίσκεστε!

Η μόνη ελπίδα, όπως θα ξαναέλεγε ο Μακρυγιάννης, είναι το «εμείς» και όχι το «εγώ μου» , το «εγώ σου», το «εγώ του».

400 χρόνια περίπου οι Έλληνες έζησαν στην σκλαβιά. Φάνηκε ότι είχαν νικηθεί, αλλά εργάζονταν για τον ξεσηκωμό. Μάθαιναν γράμματα. Πάλευαν εναντίον του εξισλαμισμού. Έβγαιναν στα βουνά. Ζούσαν με τους Τούρκους, γνωρίζοντας ότι δεν ήταν ελεύθεροι. Και όταν ήρθε η ώρα, πολέμησαν. Νίκησαν παρά τα λάθη και την διχόνοια. Γιατί ήταν αποφασισμένοι να αντισταθούν.

Αυτό το πνεύμα της αντίστασης που γεννούν η πατρίδα και η θρησκεία, τα πολυτίμητα τζιβαϊρικά του Ελληνισμού, ας τα κρατήσουμε στην καρδιά μας, μαζί με την μνήμη των ηρώων μας!

Κέρκυρα, 25 Μαρτίου 2013

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/2013/03/blog-post_24.html

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Λειτουργία των Προηγιασμένων

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαρτίου, 2013

agia-dora

( Ι.Μ. Φουντούλη, Καθηγητού Παν/μίου)

Καρδιά της Μ. Τεσσαρακοστής είναι η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων δώρων. Μπορούμε χωρίς υπερβολή να ονομάσομε τη λειτουργία αυτή, μαζί με τα λειτουργικά χειρόγραφα, «Λειτουργία της Μ. Τεσσαρακοστής», γιατί πραγματικά αποτελεί την πιο χαρακτηριστική ακολουθία της ιεράς αυτής περιόδου. Είναι δυστυχώς αλήθεια, ότι πολλοί από τους χριστιανούς αγνοούν τελείως την ύπαρξη της, ή τη ξέρουν μόνο από το όνομα, ή και ελάχιστες φορές την έχουν παρακολουθήσει.

Δεν πρόκειται να τους κατηγορήσουμε γι’ αυτό. Η λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται σήμερα στους ναούς μας το πρωί των καθημερινών της Τεσσαρακοστής, ημερών δηλαδή εργάσιμων, και γι’ αυτό πολύ λίγοι είναι εκείνοι που δεν δεσμεύονται κατά τις ώρες αυτές από τα επαγγέλματα ή την υπηρεσία τους. Σε πολλούς ναούς τελείται κάθε Τετάρτη απόγευμα, σε ώρες που πολλοί, αν όχι όλοι οι πιστοί, έχουν τη δυνατότητα να παρευρεθούν στην τέλεση της.

Το όνομά της η λειτουργία αυτή το πήρε από την ίδια τη φύση της. Είναι στην κυριολεξία λειτουργία «προηγιασμένων δώρων». Δεν είναι δηλαδή λειτουργία όπως οι άλλες γνωστές λειτουργίες του Μ. Βασιλείου και του ιερού Χρυσοστόμου, στις οποίες έχομε προσφορά και καθαγιασμό τιμίων δώρων. Τα δώρα είναι εδώ καθαγιασμένα, προηγιασμένα, από άλλη λειτουργία, που τελέσθηκε σε άλλη ημέρα. Τα προηγιασμένα δώρα προτίθενται κατά τη λειτουργία των Προηγιασμένων για να κοινωνήσουν απ’ αυτά και να αγιασθούν οι πιστοί. Με άλλα λόγια η λειτουργία των Προηγιασμένων είναι μετάληψη, κοινωνία.

Για να κατανοήσομε τη γενεσιουργό αιτία της λειτουργίας των προηγιασμένων πρέπει να ανατρέξουμε στην ιστορία της. Οι ρίζες της βρίσκονται στην αρχαιότατη πράξη της Εκκλησίας μας. Σήμερα έχομε τη συνήθεια να κοινωνούμε κατά αραιά διαστήματα. Στους πρώτους όμως αιώνες της ζωής της Εκκλησίας οι πιστοί κοινωνούσαν σε κάθε λειτουργία, και μόνον εκείνοι που είχαν κάνει διάφορα σοβαρά αμαρτήματα αποκλείονταν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα από τη μετάληψη των αγίων μυστηρίων. Κοινωνούσαν δηλαδή οι πιστοί απαραιτήτως κάθε Κυριακή και κάθε Σάββατο και ενδιαμέσως της εβδομάδας όσες φορές ετελείτο η θεία λειτουργία, τακτικά ή έκτακτα στις εορτές που τύχαινε να συμπέσουν μέσα στην εβδομάδα. Ο Μ. Βασίλειος μαρτυρεί, ότι οι χριστιανοί της εποχής του κοινωνούσαν τακτικά τέσσερεις φορές την εβδομάδα, δηλαδή την Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή (Επιστολή 93). Αν πάλι δεν ήταν δυνατό να τελεστεί ενδιάμεσα της εβδομάδας η θεία λειτουργία, τότε οι πιστοί κρατούσαν μερίδες από τη θεία κοινωνία της Κυριακής και κοινωνούσαν μόνοι τους. Το έθιμο αυτό το επιδοκιμάζει και ο Μ. Βασίλειος. Στα μοναστήρια και ιδιαίτερα στα ερημικά μέρη, όπου οι μοναχοί δεν είχαν τη δυνατότητα να παραβρεθούν σε άλλες λειτουργίες εκτός της Κυριακής, έκαναν ό,τι και οι κοσμικοί. Κρατούσαν δηλαδή αγιασμένες μερίδες από την Κυριακή ή το Σάββατο και κοινωνούσαν μόνοι τους. Οι μοναχοί όμως αποτελούσαν μικρές ή μεγάλες ομάδες και όλοι έπρεπε να προσέλθουν και να κοινωνήσουν κατά τις ιδιωτικές αυτές κοινωνίες. Έτσι αρχίζει να διαμορφώνεται μια μικρή ακολουθία. Όλοι μαζί προσευχόντουσαν προ της κοινωνίας και όλοι μαζί ευχαριστούσαν το Θεό, που τους αξίωσε να κοινωνήσουν. Αν υπήρχε και ιερέας, αυτός τους πρόσφερε τη θεία κοινωνία. Αυτό γινόταν μετά την ακολουθία του εσπερινού ή της Θ΄ (εννάτης) ώρας (3 μ. μ.), γιατί οι μοναχοί έτρωγαν συνήθως μόνο μια φορά την ημέρα, μετά τον εσπερινό. Σιγά – σιγά θέλησαν να εντάξουν την κοινωνία τους αυτή στα πλαίσια μιας ακολουθίας, που να υπενθυμίζει τη θεία λειτουργία. Κατά τον τρόπο αυτό διαμορφώθηκε η ακολουθία των Τυπικών (δηλαδή κατά τον τύπο της θείας λειτουργίας), προς το τέλος της οποίας κοινωνούσαν. Αυτή είναι και η μητρική μορφή της Προηγιασμένης.

Ας έλθουμε τώρα στην Τεσσαρακοστή. Η θεία λειτουργία κατά την περίοδο αυτή ετελείτο μόνο κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές. Παλαιό έθιμο επικυρωμένο από εκκλησιαστικούς κανόνες απαγόρευε την τέλεση της θείας λειτουργίας κατά τις ημέρες της εβδομάδας, γιατί αυτές ήταν ημέρες νηστείας και πένθους. Η τέλεση της θείας λειτουργίας ήταν κάτι ασυμβίβαστο προς τον χαρακτήρα των ημερών αυτών. Η λειτουργία είναι πασχάλιο μυστήριο, που έχει έντονο τον πανηγυρικό, τον χαρμόσυνο και επινίκιο χαρακτήρα. Αυτό όμως γεννούσε πρόβλημα. Οι χριστιανοί έπρεπε να κοινωνήσουν δύο φορές τουλάχιστον ακόμη την εβδομάδα, το λιγότερο δηλαδή κατά τις δύο ενδιάμεσες ημέρες, την Τετάρτη και την Παρασκευή, που αναφέρει και ο Μ. Βασίλειος. Η λύση ήδη υπήρχε: οι πιστοί θα κοινωνούσαν από προηγιασμένα άγια. Οι ημέρες αυτές ήσαν ημέρες νηστείας. Νηστεία την εποχή εκείνη σήμαινε πλήρη αποχή τροφής μέχρι τη δύση του ήλιου. Η κοινωνία λοιπόν θα έπρεπε να κατακλείσει τη νηστεία, να γίνει δηλαδή μετά την ακολουθία του εσπερινού.

Στο σημείο αυτό συνδέεται η ιστορία με τη σημερινή πράξη. Η λειτουργία των Προηγιασμένων είναι σήμερα ακολουθία εσπερινού, στην οποία προστίθεται η παράθεση των δώρων, οι προπαρασκευαστικές ευχές, η θεία κοινωνία και η ευχαριστία ύστερα από αυτήν. Η διαμόρφωσή της μέσα στο όλο πλαίσιο της Τεσσαρακοστής της έδωσε ένα έντονο «πενθηρό», κατά τον Θεόδωρο Στουδίτη, χαρακτήρα. Με τον εσπερινό συμπλέκονται τροπάρια κατανυκτικά, οι ιερείς φέρουν πένθιμα άμφια, η αγία τράπεζα και τα τίμια δώρα είναι σκεπασμένα με μαύρα καλύμματα, οι ευχές είναι γεμάτες ταπείνωση και συντριβή. «Μυστικωτέρα εις παν η τελετή γίνεται» κατά τον ίδιο Πατέρα.

Καιρός να ρίξωμε μια ματιά σ’ αυτήν την ίδια τη λειτουργία των Προηγιασμένων, στη μορφή που ύστερα από μακρά εξέλιξη αποκρυσταλλώθηκε και κατά την οποία τελείται σήμερα στους ναούς μας. Ήδη επισημάναμε τα δύο λειτουργικά στοιχεία που τη συνθέτουν: την ακολουθία του εσπερινού και τη θεία κοινωνία. Το πρώτο μέρος της αποτελεί ο συνήθης εσπερινός της Τεσσαρακοστής με μικρές μόνο τροποποιήσεις. Ο ιερέας κατά τη ψαλμωδία της Θ΄ ώρας ντύνεται την ιερατική του στολή και θυμιάζει. Η έναρξη γίνεται με το « Ευλογημένη η βασιλεία…» κατά τον τύπο της θείας λειτουργίας. Διαβάζεται ο προοιμιακός, ο 103ος δηλαδή ψαλμός, που περιγράφει το δημιουργικό έργο του Θεού. Είναι το προοίμιο του εσπερινού, αλλά και όλης της ακολουθίας του νυχθημέρου, που αρχίζει, ως γνωστό, κατά τον εβραϊκό τρόπο, από την εσπέρα· πρώτο μέρος του εικοσιτετραώρου θεωρείται η νύχτα. Ύστερα ο διάκονος ή ο ιερέας θέτει στο στόμα των πιστών τα ειρηνικά. Ακολουθεί η ανάγνωση του 18ου καθίσματος του Ψαλτηρίου· «Πρός Κύριον εν τω θλίβεσθαι με εκέκραξα και εισήκουσε μου…».

Είναι το τμήμα του ψαλτηρίου που έχει καθοριστεί να διαβάζεται κατά τους εσπερινούς της Τεσσαρακοστής. Ο ιερέας εν τω μεταξύ ετοιμάζει στην πρόθεση τα προηγιασμένα από τη λειτουργία του προηγουμένου Σαββάτου ή της Κυριακής τίμια δώρα. Αποθέτει τον άγιο άρτο στο δισκάριο, κάνει τη ένωση του οίνου και του ύδατος στο άγιο ποτήριο και τα καλύπτει. Ο εσπερινός συνεχίζεται με τη ψαλμωδία των ψαλμών του λυχνικού και των κατανυκτικών τροπαρίων της ημέρας, που παρεμβάλλονται στους τελευταίους στίχους των ψαλμών αυτών και γίνεται είσοδος. Διαβάζονται δύο αναγνώσματα από την Π. Διαθήκη, ένα από τη Γένεση και ένα από το βιβλίο των Παροιμιών. Θα σταθούμε για λίγο στην κατανυκτική ψαλμωδία του «Κατευθυνθήτω», του δεύτερου στίχου του 140ου ψαλμού. Ψάλλεται μετά από τα αναγνώσματα έξι φορές, από τον ιερέα και τους χορούς, ενώ ο ιερέας θυμίαζει την αγία τράπεζα.

Κατόπιν γίνεται η εκτενής δέηση υπέρ των τάξεων των μελών της Εκκλησίας, των κατηχουμένων, των ετοιμαζομένων για το άγιο βάπτισμα, «των προς το φώτισμα ευτρεπιζομένων» και των πιστών. Και μετά την απόλυση των κατηχουμένων έρχεται το δεύτερο μέρος, η κοινωνία των μυστηρίων.

Τη μεταφορά των προηγιασμένων δώρων από την πρόθεση στο θυσιαστήριο, που γίνεται με μεγάλη κατάνυξη, ενώ οι πιστοί σκύβουν μέχρι το έδαφος, συνοδεύει η ψαλμωδία του αρχαίου ύμνου «Νυν αι δυνάμεις».

Η προπαρασκευή για τη θεία κοινωνία περιλαμβάνει κυρίως την Κυριακή προσευχή, το «Πάτερ ημών…», ακολουθεί η κοινωνία και μετά απ’ αυτήν η ευχαριστία. Και η λειτουργία τελειώνει με την κατανυκτική οπισθάμβωνο ευχή. Είναι δέηση, που συνδέει την τέλεση της κατανυκτικής αυτής λειτουργίας με την περίοδο των Νηστειών. Ο πνευματικός αγώνας της Τεσσαρακοστής είναι σκληρός, αλλά και η νίκη κατά των αοράτων εχθρών είναι βέβαιη για τους αγωνιζομένους τον καλόν αγώνα. Η ανάσταση δεν είναι μακριά.

Η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων είναι μία από τις ωραιότερες και κατανυκτικότερες ακολουθίες της Εκκλησίας μας. Αλλά συγχρόνως και μία διαρκής πρόσκληση για τη συχνή κοινωνία των θείων μυστηρίων. Μια φωνή από τα βάθη των αιώνων, από την αρχαία ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας. Φωνή που λέει, ότι ο πιστός δεν μπορεί να ζει τη ζωή του Χριστού αν δεν ανανεώνει διαρκώς την ένωσή του με την πηγή της ζωής, το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Διότι ο Χριστός είναι «η ζωή ημών».

( Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία, Θεσ/νίκη 1971, σ. 49-54).

http://vatopaidi.wordpress.com

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι δήθεν ύβρεις κατά του Ελληνισμού την Κυριακή της Ορθοδοξίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαρτίου, 2013

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Η Αγία μας Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία καθόρισε, ως όφειλε, επακριβώς τα όρια της αλήθειας και της πλάνης, διότι πιστεύει ότι η αλήθεια είναι συνώνυμη με τη σωτηρία. Οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων περιχαρακώνουν την βιβλική αλήθεια και την αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας μας, ώστε να αποτελούν την αλάνθαστη πυξίδα πλεύσης του νοητού σκάφους της ως τα έσχατα της ιστορίας.

Μελετώντας με προσοχή το «Συνοδικό» Της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, το οποίο διαβάζεται την Κυριακή της Ορθοδοξίας στους ναούς, κατά την τελετή της περιφοράς των Ιερών Εικόνων, μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα τη μέριμνα των Πατέρων να καθαρθεί η πίστη της Εκκλησίας από περιρρέουσες ιδέες του παρελθόντος, τις οποίες κάποιοι αναμίγνυαν με την διδασκαλία Της, με στόχο να επικρατεί σύγχυση στους πιστούς.

Κάποιοι, όμως περίεργοι τύποι, τα τελευταία χρόνια, που αρέσκονται να παριστάνουν τους «ελληναράδες», ασκούν σκληρή κριτική κατά των «όρων» της αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, ότι δήθεν μέσω αυτών …υβρίζεται ο Ελληνισμός, επειδή απορρίπτονται από αυτή ορισμένες δοξασίες των αρχαίων προγόνων μας ως αντίθετες με τη χριστιανική διδασκαλία! Δεν κάνουν όμως τον κόπο να μελετήσουν, τι είδους δοξασίες είναι αυτές και την αντιφατικότητα και το ξεπερασμένο τους, ακόμη και στην αρχαία Ελλάδα.

Αναφέρουμε ως παραδείγματα τις δοξασίες της προΰπαρξης των ψυχών και της αϊδιότητας του κόσμου, τις οποίες η πλειοψηφία των αρχαίων σοφών (π.χ. σοφιστές, επικούρειοι, κλπ) τις απέρριπτε, αν και είχαν διατυπωθεί από μεγάλους σοφούς (π.χ. Πλάτων). Την ύπαρξη και κατά συνέπεια την προΰπαρξη της ψυχής την είχαν απορρίψει οι περισσότεροι των αρχαίων φιλοσόφων. Η δοξασία περί της αιωνιότητας του υλικού κόσμου, αν και είχε διατυπωθεί από ορισμένους φιλοσόφους (υλοζωιστές), εν τούτοις την απέρριψαν πάμπολλοι άλλοι σοφοί, όπως οι νεοπλατωνικοί, διότι ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με την πίστη τους στο «Ένα», την πρωταρχική, κατ’ αυτούς, «άυλη» αρχή του κόσμου! Έστω επίσης οι  αρχαιοελληνικές πίστεις στην ειμαρμένη καθώς και η πίστη στη «θεότητα» των άστρων των στωικών, όχι μόνο απορρίφτηκαν από την πλειοψηφία των αρχαίων σοφών, αλλά πολεμήθηκαν με σφοδρότητα από τους ατομικούς φιλοσόφους, τον Αναξαγόρα, τον Καρνεάδη, τον  Ίππαρχος, κ.α.

Αφού λοιπόν οι θεωρίες αυτές ήταν απορριπτέες από άλλους σοφούς της αρχαίας Ελλάδος, γιατί να τις υιοθετήσει η Εκκλησία, αφού οι δοξασίες αυτές ήταν αντίθετες  με τη διδασκαλία Της; Ας μην ξεχνάμε επίσης πως υπάρχουν διδάγματα, δοξασίες και θεσμοί των αρχαίων προγόνων μας απόλυτα απαράδεκτες, όπως λ.χ. ο θεσμός της δουλείας, η θέση της γυναίκας στην κοινωνία, η κοινοκτημοσύνη των γυναικών (Πλάτων), η «ιερή πορνεία», οι φρικτές ανθρωποθυσίες καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας και ως τον 4ο μ. Χ. αιώνα, κ.α. τα οποία κρινόμενα με το πνεύμα του Χριστιανισμού και με τη σημερινή πραγματικότητα, είναι σαφώς αποβλητέα. Υπήρχε περίπτωση να υιοθετήσει κάτι τέτοια η Εκκλησία, για να μη θεωρηθεί «υβρίστρια» των Ελλήνων; Και για ποιο λόγο άλλωστε να το κάνει, αφού ήλθε να απελευθερώσει καθολικά τον άνθρωπο από τη δεισιδαιμονία και την κακοδαιμονία του προχριστιανικού κόσμου και όχι να τον διαιωνίσει!

Αλλά αν θέλουν να αποκαλέσουν κάποιους υβριστές των Ελλήνων, ας αρχίσουν από τους αρχαίους Έλληνες σοφούς, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είχαν απορρίψει ό, τι θεωρούν οι σύγχρονοι «αρχαιολάτρες» ως «ελληνικό». Ας αρχίσουν από τους ίδιους τους σοφούς, οι οποίοι απέρριπταν τις απόψεις άλλων σοφών. Ας αποκαλέσουν

πρώτα υβριστές των Ελλήνων τους σοφιστές και τους επικούρειους, οι οποίοι δεν δέχονταν και πολεμούσαν το ιδεοκρατικό σύστημα του Πλάτωνος. Ας αποκαλέσουν πρώτα τον Πλάτωνα (427-347 π. Χ.) υβριστή της Ελλάδος, διότι θεωρούσε μόνες πραγματικότητες τις αρχετυπικές ιδέες, τον δε υλικό κόσμο δήθεν αιώνιο των υλοζωιστών ως μη πραγματικό, ως αντικατοπτρισμό του ιδεατού κόσμου, ως «φάσμα των ιδεών»!

Ας αποκαλέσουν υβριστές των Ελλήνων τους σοφούς και επιστήμονες (σχεδόν στο σύνολό τους), οι οποίοι δεν συμφωνούσαν με τα σκοταδιστικά διδάγματα της αρχαίας θρησκείας και τις δεισιδαιμονίες των ιερέων και καταδιώχτηκαν άγρια από αυτούς. Είναι άλλωστε γνωστό, πως περισσότεροι από πεντακόσιοι γνωστοί σοφοί και επιστήμονες βρήκαν τραγικό θάνατο κατά τις εκκαθαρίσεις, που έκανε το ιερατείο, μέσω της πολιτικής εξουσίας, μόνο στην Αθήνα, με τις φρικτές «δίκες περί αθεΐας»!

Ας αποκαλέσουν το Σωκράτη (469-399 π. Χ.) υβριστή των Ελλήνων, επειδή δίδασκε «καινά δαιμόνια», δηλαδή αλλότρια θρησκευτική πίστη από την κρατούσα, τη δήθεν ελληνική, και γ’ αυτό τον σκότωσαν. Ας αποκαλέσουν τον Αριστοτέλη (384-322 π. Χ.) υβριστή των Ελλήνων, ο οποίος θέλοντας να στηλιτεύσει τις δεισιδαίμονες πρακτικές του ιερατείου, και να αναιρέσει την πίστη στους ανύπαρκτους «θεούς» της αρχαίας θρησκείας, αναγκάστηκε να φύγει από την Αθήνα και να καταφύγει στην Χαλκίδα, προκειμένου να γλυτώσει τη ζωή του. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τον μεγάλο Αίσωπο (6ος π. Χ. αιών), ο οποίος κατάγγειλε την απάτη της αρχαίας θρησκείας και την πρακτική των απατεώνων ιερέων του δελφικού «ιερού», και οι οποίοι τον δολοφόνησαν στον ανίερο εκείνο τόπο. Ας αποκαλέσουν υβριστές της Ελλήνων τον ελευθερόφροναΑλκιβιάδη, τους ρήτορες Λεωγόρα και Ανδοκίδη και τον μεγάλο κυνικό φιλόσοφο Διογένη, (5ος π. Χ. αιών), οι οποίοι διακωμώδησαν τα γελοία πνευματιστικά ελευσίνια μυστήρια.

Ας αποκαλέσουν υβριστές των Ελλήνων τον Πυθαγόρα (580-490 π. Χ.) και τους μαθητές του, οι οποίοι εξαιτίας του φόβου τους από τους ιερείς και των οργάνων τους, δημιούργησαν μυστική σχολή, όπου δίδασκαν δόγματα αντίθετα με τα κρατούντα και τους οποίους οι ιερείς έκαψαν ζωντανούς στον Κρότωνα το 430 π. Χ.!

Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων το σοφιστή Πρωταγόρα ( 480-411 π. Χ.), ο οποίος δίδασκε ότι το πραγματικό θείον είναι άγνωστο στους ανθρώπους και πως οι «θεοί» της αρχαίας θρησκείας ήταν ανύπαρκτοι, και γι’ αυτό τον καταδίωξαν άγρια οι ιερείς και έκαψαν τα «αιρετικά» βιβλία του στην αγορά της Αθήνας. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τονΑναξαγόρα (490-427 π. Χ.), ο οποίος δίδασκε ότι ο υλικός κόσμος δεν είναι αιώνιος, αλλά ποίημα του Νου, και τα άστρα δεν είναι θεοί, αλλά διάπυρες μάζες, και ο οποίος παραλίγο να χάσει τη ζωή του από το αθηναϊκό ιερατείο και το δεισιδαίμονα όχλο. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τον Ξενοφάνη (570-480 π. Χ.), ο οποίος μίλησε για τον ένα Θεό και αρνήθηκε, χονδροειδή ειδωλολατρία, τον ανόητο πολυθεϊσμό και το γελοίο ανθρωπομορφισμό της αρχαίας θρησκείας. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τον Επίκουρο (341-270 π. Χ.), ο οποίος αρνήθηκε την ύπαρξη των «θεών» της αρχαίας θρησκείας και του όχλου και τη μεταθανάτια ζωή, το βασίλειο του Πλούτωνα στον Άδη, Νήσους Μακάρων κλπ. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τον Ευήμερο (2ος αιών π. Χ.), ο οποίος χαρακτήρισε τους «θεούς» της αρχαίας θρησκείας, ως κάποιους επιφανείς ανθρώπους της παλιάς εποχής, τους οποίους θεοποίησαν οι απατεώνες ιερείς και επέβαλαν τη λατρεία τους στους αμαθείς όχλους για να τους εκμεταλλεύονται.

Ας αποκαλέσουν, τέλος, υβριστή των Ελλήνων το ίνδαλμά τους, τον παρανοϊκό Ιουλιανό (361-363 μ. Χ.), ο οποίος απαγόρευε τη διδασκαλία στα σχολεία των έργων αρχαίων φιλοσόφων και ποιητών, όσων είχαν γράψει εναντίον της αρχαίας θρησκείας, καίγοντας με μανία τα έργα τους! Δείτε άλλωστε τι είχε γράψει σε επιστολή του ο άθλιος εκείνος «εστεμμένος φιλόσοφος»: «ας μη φτάνει στην ακοή επικούρειος ή πυρρώνειος λόγος. Τώρα αλήθεια, οι θεοί (σ.σ. μέσω αυτού) καλά έκαναν και κατέστρεψαν τα έργα τους, ευτυχώς που τα βιβλία τους χάθηκαν»(Ιουλ.Επιστ.89β, Προς αρχιερέα Θεόδωρο, 301c)!

Ασφαλώς θα τρίζουν τα τιμημένα κόκκαλα όλων των αρχαίων σοφών προγόνων μας, από την ακατανόητη «υπεράσπισή» τους από τους σύγχρονους «αρχαιολάτρες», οι οποίοι ήξεραν να βιώνουν το σεβασμό προς τους άλλους, έστω και αν διαφωνούσαν μαζί τους, ξέχωρα από τους σκοταδιστές ιερείς, τα παράσιτα της θρησκείας και τον δεισιδαίμονα και αμαθή όχλο! Θα τρίζουν τα κόκαλά τους από αγανάκτηση διότι τους ταυτίζουν οι σύγχρονοι «αρχαιολάτρες» με τους σκοτεινούς παράγοντες της αρχαίας θρησκείας και με τον χυδαίο και θρησκομανή όχλο, ο οποίος ποτέ δε μπόρεσε να δημιουργήσει πολιτισμό και καταδίωκε την αντίθετη γνώμη!  Θα τρίζουν από αγανάκτηση τα κόκαλά τους, διότι κάποιοι φανατικοί, αμαθείς και εμπαθείς σύγχρονοι «αρχαιολάτρες» έχρισαν τους εαυτούς τους σε όψιμους τιμητές και υπερασπιστές τους, μη γνωρίζοντας οι δύστυχοι ότι ο διαχρονικός ελληνικός πολιτισμός, από τα βάθη της ιστορίας, ως τα σήμερα, είναι σύνθεση και όχι δογματική μονολιθικότητα!

Οι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ως γνήσιοι Έλληνες (στην καταγωγή, στη σκέψη και στη νοοτροπία) και εν προκειμένω οι Πατέρες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, σκέφτηκαν και έπραξαν ελληνικά, εκφραζόμενοι σύμφωνα με τα πιστεύω τους ελεύθερα, απέκλεισαν κάποιες ιδέες από την επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας, οι οποίες δε συμφωνούσαν με Αυτήν. Σκέφτηκαν και έπραξαν όπως οι φημισμένοι πρόγονοί τους, οι οποίοι ήταν εκλεκτικοί, και όπως κάνουν οι Έλληνες στη διαχρονική μορφή του Ελληνισμού. Έπραξαν ό, τι έπρατταν οι αρχαίοι Έλληνες σοφοί, οι οποίοι απέρριπταν ό, τι δε συμφωνούσε με τις δικές τους απόψεις. Τι το πιο φυσικό για πολιτισμένους, ορθά και ελεύθερα σκεπτόμενους ανθρώπους;

Θλιβερή εξαίρεση στη μακραίωνη παράδοσή μας είναι οι σύγχρονοι αρχαιόπληκτοι «αρχαιολάτρες» και άλλοι θιασώτες της θολής κουλτούρας, οι οποίοι πάσχουν από ανίατο μονισμό για την αρχαία Ελλάδα. Λες και οι αρχαίοι τους «διόρισαν αγροφύλακες» στα αθάνατα διαχρονικά τους κτήματα, τα οποία είναι κτήματα όλου του πολιτισμένου κόσμου και περισσότερο ημών των απογόνων τους! Υβριστής των αρχαίων προγόνων μας δεν είναι η Εκκλησία με τον απόλυτα δικαιολογημένο εκλεκτισμό Της, αλλά πραγματικοί υβριστές είναι όσοι βρίζουν τον διαχρονικό Ελληνισμό, όσοι αρνούνται την ιστορική ενότητά του και τον περιορίζουν χρονικά κατά τη δική τους υποκειμενική εκτίμηση. Εν προκειμένω, πραγματικοί και μάλιστα άθλιοι υβριστές είναι όσοι βρίζουν, με τη γνωστή ψυχοπαθολογική υστερία, την πίστη εκατομμυρίων νεοελλήνων, οι οποίοι σε πείσμα των υβριστών τους, βιώνουν το ελληνικό ιδεώδες ασύγκριτα γνησιότερα από εκείνους με την ορθόδοξη πίστη τους.

Σε αντίθεση με όλους τους σύγχρονους εικονοκλάστες του πραγματικού και διαχρονικού Ελληνισμού, μηδέ των «αρχαιολατρών» εξαιρουμένων, εμείς ως ορθόδοξοι χριστιανοί, μετέχουμε της αλήθειας και ταυτόχρονα, ως έλληνες, μετέχουμε του ωραίου. Χάρη σ’ αυτές τις δύο σταθερές διαφέρουμε από όλους όσους έχουν μονοσήμαντες πίστεις και αναγάγουν τον μονισμό σε μονολιθικό δόγμα. Για τούτο έχουμε το προβάδισμα στην αληθινή πρόοδο και τον παγκόσμιο πολιτισμό και αναγκάζουμε τους άλλους να μας ακολουθούν! Ο εκλεκτισμός μας είναι το μεγάλο μας μυστικό για ότι η Εκκλησία μας θριαμβεύει εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια και μαζί Της θριαμβεύει και το γνήσιο ελληνικό πνεύμα, το οποίο χωρίς Αυτή θα ήταν χαμένο, ίσως χωρίς ανάμνηση, κάπου στα έσχατα της αρχαιότητας, όταν ο Χριστιανισμός βρήκε να ψυχορραγεί τον Ελληνισμό και τον ανάστησε από το βέβαιο θάνατό του!
Κατά συνέπεια θα συνεχίσουμε, ως Χριστιανοί και ως Έλληνες, την αδιαίρετη διαχρονική μας παράδοση, να είμαστε εκλεκτικοί, εφαρμόζοντας το λόγο του Μ. Βασίλειου: «Οι μέλισσες δεν πετάνε σε όλα τα λουλούδια με τον ίδιο τρόπο. Κι όπου καθίσουν, δεν κοιτάνε να τα πάρουν όλα. Παίρνουν μονάχα όσο χρειάζεται στη δουλειά τους και το υπόλοιπο το παρατούν και φεύγουν. Έτσι κι εμείς, αν είμαστε φρόνιμοι. Θα πάρουμε απ’ αυτά τα κείμενα ο, τι συγγενεύει με την αλήθεια και μας χρειάζεται και τα υπόλοιπα θα τα αφήσουμε πίσω μας»(Μ. Βασιλείου: Προς τους Νέους, όπως αν εξ ελλην­ι­κών ωφελοίντο λόγων»! Αυτός ο εκλεκτισμός μας είναι και θα είναι η ειδοποιός διαφορά μας με τους μονιστές και μονολιθικούς υβριστές μας, ως δήθεν υβριστές των Ελλήνων. Έχουμε ευτυχώς την ικανότητα να παίρνουμε ό, τι εκλεκτό και ωφέλιμο από το ανθρώπινο πνεύμα και να απορρίπτουμε ό, τι σαθρό και βλαβερό για τον άνθρωπο και τον πολιτισμό, αδιαφορώντας για τους γελοίους γρυλλισμούς των επικριτών μας!

http://aktines.blogspot.gr/2013/03/blog-post_382.html

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η συμμετοχή των Κυπρίων στον Αγώνα του 1821

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Μαρτίου, 2013

Ο Κύπριος αγωνιστής του 1821, αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Θησέας.

Ο Κύπριος αγωνιστής του 1821, αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Θησέας.

Μετά από χρόνια μελέτης της κυπριακής Ιστορίας μέσα από βοηθήματα και γνωστές, αλλά και άγνωστες πηγές, εντοπίστηκε ένα κενό. Αυτό δηλαδή, που αφορά μια δυναμική σχέση Ελλάδας – Κύπρου. Μια σχέση που ταυτόχρονα εντάσσεται στα πλαίσια της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, αλλά και δυναμικά συσχετίζει Ελλάδα και Κύπρο, άσχετα με την ξεχωριστή κρατική τους οντότητα. Δυστυχώς ελάχιστα μόνο έργα θα βρει ο αναγνώστης αναδιφώντας στη βιβλιογραφία που αφορά την καθολική θεώρηση της κυπριακής Ιστορίας, με αναφορές στην έμπρακτη συμμετοχή των Κυπρίων στους εθνικούς αγώνες.
Με ερέθισμα τα πιο πάνω ξεκίνησα μια διαδικασία συλλογής υλικού στο οποίο, όπως διαπιστώνω, διαφαίνεται αλλά και δικαιώνεται ξεκάθαρα η προσφορά των Κυπρίων προς το μητροπολιτικό κορμό. Θα τολμούσα να εκφράσω την άποψη ότι στους Έλληνες της περιφέρειας ανήκει η πατρότητα του σημερινού ελληνικού κράτους.
Το υλικό για την παρούσα μελέτη αντλείται από τη βιβλιογραφία και το αρχειακό υλικό. Έγινε έρευνα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στο Ιστορικό Αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας, στο Αρχείο Αγώνος της Εθνικής Βιβλιοθήκης, στο Αρχείο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, και αλλού, με ενδιαφέρουσα αποτελέσματα. Εδώ παραθέτουμε πολύ λίγα στοιχεία, ικανά όμως να βοηθήσουν τον αναγνώστη να διαμορφώσει άποψη.
Οι Κύπριοι δεν συμμετείχαν στην Επανάσταση του 1821 απρόσωπα και αόριστα, όπως συνηθίζεται να λέγεται σε πανηγυρικούς και ομιλίες. Η συμμετοχή τους αφορούσε όλα τα επίπεδα, από το στράτευμα μέχρι την πολιτική διοίκηση, και από το εμπόριο ως τις τέχνες και τα γράμματα. Εδώ θα περιοριστούμε στην αγωνιστική συμμετοχή.
Τα γεγονότα του 1821 είναι κατά πλείστον γνωστά. Πολλοί προύχοντες, διαφεύγοντας τη σύλληψη και το θάνατο είχαν, κατά τις μέρες των σφαγών, καταφύγει στα προξενεία, απ’ όπου δραπέτευσαν στο εξωτερικό, μερικοί μεταμφιεσμένοι. Η αναφορά του Γάλλου πρόξενου Mechain, το Σεπτέμβρη του 1821, είναι αρκετά κατατοπιστική. Γράφει: «Οι Έλληνες, όσοι κατόρθωσαν να φτάσουν εις Λάρνακα, κατά εκατοντάδες επιβιβάζονται δια τα Ιονίους νήσους, την Τεργέστην ή το Λιβόρνον». Ο ίδιος αναφέρει το Δεκέμβριο ότι οι φόροι ήταν τόσο δυσβάστακτοι, ώστε το πλείστον των χωριών είχαν καταστεί έρημα. Τα ξένα αιγυπτιακά στρατεύματα, που από το 1821 βρίσκονταν στο νησί, ήταν μια επί πλέον αιτία ερήμωσης των χωριών, τα οποία λυμαίνονταν ως «άγριοι λύκοι». Έτσι η μετανάστευση ολοένα και εκτείνεται. Σύμφωνα με τα όσα γράφει ο ίδιος πρόξενος, τον Ιούλιο του 1829, η μέχρι τότε κακή διοίκηση της Κύπρου εξανάγκασε σε εκπατρισμό 20.000 – 25.000 κατοίκων. Αυτό ασφαλώς δεν αποτελεί υπερβολή διότι άλλη πηγή ανεβάζει τους φορολογούμενους άνδρες που έφυγαν μέχρι το 1829 σε 12.000. Πρόκειται για το Μ.Γ. Σαλουμίδη, γιο του γραμματέα των φόρων Σαλουμίδη, που γράφει: «…ότι οι ενταύθα χριστιανοί ηγέρθησαν το 1821 υπέρ ελευθερίας, ουδέν άλλο εθήρευον, ή πως λάθρα φύγοντες έλθωσι να συναγωνισθώσι μετ’ αυτών και καίτοι όσοι συνελαμβάνοντο φεύγοντες ετιμωρούντο υπό των μωαμεθανών απηνέπατα, κατόρθωσαν όμως μέχρι το 1829 να φύγωσι περί τους 12 χιλιάδες ανδρών αποδειχθέντες εκ φορολογικών καταλόγων».
Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση 14 ατόμων που στην προσπάθειά τους να δραπετεύσουν προς την Ταρσό, συνελήφθησαν από τους Τούρκους και θανατώθηκαν στις 15 Ιουλίου 1829. Ο Mechain αναφέρει ότι είδε ο ίδιος Κυπρίους στην Αίγυπτο, στην Άκρην, Άδανα, Σμύρνη, Μαγνησία, Σύρο και Μοριά. Εγκατέλειψαν, λοιπόν οι Κύπριοι το νησί προς οποιανδήποτε κατεύθυνση και με οποιοδήποτε τίμημα και στη συνέχεια οι πλείστοι κατέληγαν στον επαναστατημένο ελλαδικό χώρο, ατομικά ή κατά ομάδες, κουβαλώντας, μαζί τους τον πόθο της λευτεριάς και την αποφασιστικότητα για αγώνα.
Σε μια πρόχειρη έρευνα στα μητρώα των «Κατά τον Ιερόν Αγώναν Αξιωματικών, Υπαξιωματικών και στρατιωτών» του Αρχείου της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδας, κατέγραψα 23 αξιωματικούς και υπαξιωματικούς και 17 στρατιώτες. Μεταξύ αυτών, συναντά κανείς και σημαντικές μορφές, όπως ο αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Θησέας, ο οποίος αναφέρεται με το βαθμό του αντιστράτηγου. Ο αδελφός του Νικόλαος υπηρέτησε στον αγώνα ως επικεφαλής στρατιωτών και είναι ακόμη γνωστό ότι το 1833, άρχισε επαναστατικό κίνημα στην Κύπρο. Στο εν λόγω μητρώο εντοπίζονται επίσης ονόματα άγνωστα μέχρι σήμερα, όπως ο Γαβριήλ Παπαγεωργίου που «παρευρέθη εις διάφορας μάχας». Η μελλοντική έρευνα πιθανώς να φέρει στο φως πληροφορίες για πολύ περισσότερους υπαξιωματικούς, οι οποίοι δεν είναι καταγεγραμμένοι σε επίσημα μητρώα ή καταλόγους, όπως είναι, για παράδειγμα ο Τζιώρτης Κύπριος ή ο στρατηγός χατζηπέτρος.
Είναι πάντως πολύ εύκολο να αναλογιστούμε πόσο μεγάλος θα ήταν και ο αριθμός των στρατιωτών, τακτικών και ατάκτων, όταν μόνο στη Μάχη των Αθηνών (1837) πολέμησαν 137 Κύπριοι και 100 από αυτούς έπεσαν μαχόμενοι. Πολλοί άλλοι έπεσαν σε διάφορες μάχες στο Μεσολόγγι, και αλλού.
Θα ήταν όμως σφάλμα εάν δεν αναφερόταν και ο Μιχάλης Κυπραίος, ένας από τα πρωτοπαλλήκαρα του Στρατηγού Μακρυγιάννη, που με τις ενέργειές του έσωσε τους 1180 πολιορκημένους του Νεοκάστρου, όταν, εθελοντής, πέρασε κολυμπώντας τις γραμμές του εχθρού και έδωσε τα μηνύματα που έπρεπε στην αγγλική φρεγάδα. Ο αγωνιστής αυτός σκοτώθηκε το 1825 στη μάχη των Μύλων του Άργους.
Γράφει ο Μακρυγιάννης: «Τότε εκεί όπου ριχτήκαμε στο γιρούσι μου επληγώθη βαρέως και ύστερα πάθανε ο καλός και γενναίος Μιχάλης Κυπραίος οπούστηλα της πλεγής και πήγε εις την Αγγλική φεργάδα όταν κινδυνεύαμεν εις το Νιόκαστρο».
Στο Γενικό Αρχείο του Κράτους μπορεί ο ερευνητής να διακρίνει το κυπριακό αγωνιστικό αποτύπωμα σε διάφορους φακέλους. Ο Άριστος Θουκυδίδης εντόπισε στο οθωνικό αρχείο 31 άτομα που τιμήθηκαν για την προσφορά τους στον Αγώνα. Είναι γεγονός ότι στις διάφορες καταγραφές εντοπίζονται στρατιώτες που συναντώνται και σε άλλους καταλόγους, ονόματα πανομοιότυπα ή με μερικές διαφορές. Αξίζει τον κόπο να αναφερθεί εδώ και η συμμετοχή Κυπρίων στην Ιόνιο Φάλαγγα, η οποία συστάθηκε το 1826 στο Ναύπλιο, υπό τον στρατηγό Νικήτα. Μεταξύ των 360 στρατιωτών, οι 19 ήταν Κύπριοι:

1. Μιχάλης Κυπραίος 2. Κωνσταντής » 3. Γεώργιος » 4. Κυριάκος » 5. Σταύρος » 6. Γαβριήλ » 7. Ελευθέριος » 8. Αβράμης » 9. Κυριάκος » 10. Σάββας » 11. Χατζη-Αυγουστής Κυπραίος 12. Δημήτρης » 13. Φίλιππας » 14. Κυριάκος » 15. Χατζηπέτρος » 16. Βασίλειος » 17. Γιακουμής » 18. Παρασκευάς » 19. Χριστοφής »

Τρεις Κύπριοι πρωτεργάτες του αγώνα: οι αδελφοί Θησείς.

Ο Νικόλαος Θησέας, πρόδρομος και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, μαζί με τους αδελφούς του, υπήρξε σημαίνουσα μορφή του Αγώνα. Λόγιος αλλά και ικανός έμπορος στη Μασσαλία μπόρεσε να οργανώσει και να συντηρήσει οικονομικά την κάθοδο Γάλλων φιλελλήνων στην Ελλάδα, εγράφοντας τους στη Μασσαλία, το Λιβόρνο και τη Λυών. Από τον Οκτώβρη του 1821 πήρε τη διοίκηση των ξένων στρατιωτών αλλά και των Κυπρίων που κατέληγαν στην Ελλάδα, μαζί με τον αδελφό του Θεόφιλο Θησέα. Yπήρξε υπερασπιστής του Υψηλάντη. Ήταν ακόμα ο πρωταγωνιστής στην υποχώρηση των απογοητευμένων Ελλήνων πολιορκητών και τους οδήγησε στη νίκη, μαζί με το Νικηταρά.
Το 1823 κατόρθωσε να συμφιλιώσει τη διχασμένη εθνική διοίκηση και ακόμη παραμέρισε τις διχόνοιες κατά την πολιορκία της Κορίνθου.
Ο Θεόφιλος Θησέας, αρχιμανδρίτης, επίσης με δράση στην Τριπολιτσά, στο Μεσολόγγι και αλλού, πρόσφερε στην πατρίδα το χέρι του, κερδίζοντας εκτίμηση και θαυμασμό από την ελληνική ηγεσία και γενικά τους συναγωνιστές του. Αλλά και ο Κυπριανός Θησέας ακολούθησε τα χνάρια των αδελφών του, προσφέροντας με τον ίδιο τρόπο, με τη συμμετοχή του σε πολλές μάχες.
Το τέλος του αγώνα βρήκε τους Κύπριους αγωνιστές εγκατεστημένους στο απελευθερωμένο κομμάτι του ελληνισμού, να διεκδικούν για τη δράση τους, από τους διάφορους Δήμους όπου κατοικούσαν, την ελληνική υπηκοότητα.
Μεγάλος αριθμός προτίμησε τη μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα. Απόγονοι τους διηγούνται τα κατορθώματά τους μέχρι σήμερα. Αρκετοί όμως επέστρεψαν στην Κύπρο με ελληνικό διαβατήριο, διεκδικώντας προστασία από τα ελληνικά προξενεία. Κάποιοι από αυτούς μάλιστα κακοποιήθηκαν από τους Τούρκους, τόσο για την κατοχή της ελληνικής υπηκοότητας, όσο και για το γεγονός ότι αρνούνταν να πληρώσουν κεφαλικό φόρο.
Η προσφορά του περιφερειακού ελληνισμού, και ειδικότερα της Κύπρου, δεν σταματά στην περίοδο 1821-29. Με την ίδια ένταση και έκταση θα δούμε αργότερα τους Κύπριους να βιώνουν τους πολέμους του ελληνικού έθνους αμιλλώμενοι σε ανδραγαθήματα με τους Ελλαδίτες συμπατριώτες και συμπολεμιστές τους. Το υλικό είναι ανεξάντλητο, οι προβληματισμοί πολλοί και η δημοσιοποίηση περισσότερο αναγκαία σήμερα, παρά ποτέ άλλοτε.

Cyprus 1821
Του Παρασκευά Σαμαρά.
Ο Παρασκευάς Σαμαράς είναι καθηγητής Φυσικής Αγωγής και Ιστορικός.
Από το περιοδικό ΧΡΟΝΙΚΟΝ, της εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ. Τεύχος 6, 21 Μαρτίου 1999
Πηγή:noctoc-noctoc.blogspot.gr

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το Μέγα Απόδειπνο

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Μαρτίου, 2013

Στὴν Ὀρθόδοξη παράδοσή μας, ἂν καὶ ἔχουν γραφεῖ καὶ ἄλλες, ἔχουμε ἐν χρήσει τρεῖς Θεῖες Λειτουργίες, οἱ ὁποῖες φέρουν τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου ποὺ τὶς συνέγραψε, καθὼς καὶ τὴν Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων.

α) Ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ἡ ὁποία τελεῖται ὅλες τὶς καθημερινές, τὶς Κυριακὲς καὶ τὶς Ἑορτὲς τοῦ ἔτους, πλὴν τῶν 12 ἡμερῶν ποὺ θὰ ἀναφέρουμε στὴ συνέχεια
β) Αὐτὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, μὲ δομὴ ἴδια μὲ αὐτὴν τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (διαφέρουν τὰ συστατικὰ λόγια, κάποιες εὐχές, ἀντὶ τοῦ «Ἄξιόν ἐστι» ψάλλουμε τὸ «Ἐπὶ σοῖ χαῖρε Κεχαριτωμένη» καὶ ἡ ὀπισθάμβωνος εὐχή), μόνο ποὺ οἱ εὐχὲς εἶναι μακροσκελέστερες ἀπὸ αὐτὴν τοῦ Χρυσοστόμου, καὶ γενικότερα διακρίνεται γιὰ τὴν μεγαλοπρέπειά της. Τελεῖται 10 φορὲς τὸν χρόνο: Τὶς 5 Κυριακές της Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης Πέμπτης καὶ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, τὶς παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανείων καὶ τὴν ἡμέρα μνήμης τοῦ συγγραφέα τῆς Μεγάλου Βασιλείου (1η Ιανουαρίου).
γ) Αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, ἡ ὁποία εἴθισται νὰ τελεῖται δὶς τοῦ ἔτους, κατὰ τὴν ἡμέρα μνήμης τοῦ συγγραφέως τῆς (23 Ὀκτωβρίου) καὶ μία Κυριακὴ μετὰ τὰ Χριστούγεννα. Τελεῖται στὸν σολέα (τὸν χῶρο μεταξύ τοῦ Ἱεροῦ Βήματος καὶ τοῦ κυρίως Ναοῦ), μὲ τὸν λειτουργὸ νὰ βλέπει πρὸς δυσμᾶς (πρὸς τὸν λαό). Ὁ λειτουργὸς φέρει λευκὰ ἄμφια (καὶ οἱ συλλειτουργοί του), ἐνῶ ἐὰν ἱερουργεῖ Ἀρχιερέας, αὐτὸς δὲν φέρει Σάκκο, ἀλλὰ ἀντ’ αὐτοῦ φελώνιο πολυσταύριο (καὶ φυσικὰ ὠμοφόριο). Τὸ χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς Θείας Λειτουργίας εἶναι ὅτι τὰ Ἅγια μετὰ τὸν Καθαγιασμὸ δὲν «συστέλλονται», ὅπως συμβαίνει στὶς ἄλλες δύο λειτουργίες, καὶ οἱ πιστοὶ κοινωνοῦν ὅπως καὶ οἱ Ἱερεῖς, χωριστὰ τὸν Ἄρτο (Σῶμα Χριστοῦ), καὶ χωριστὰ τὸν Οἶνον (Αἷμα Χριστοῦ). Αὐτὸ σὲ πολυπληθεῖς ἐνορίες ἔχει πρακτικὲς δυσκολίες, ἀπαιτεῖ δύο ἱερεῖς, ὥστε ὁ ἔνας νὰ μεταδίδει Τὸν Ἅγιο Ἄρτο, καὶ ὁ ἄλλος τὸν Ἅγιον Οἶνον, καὶ ἐὰν ἡ προσέλευση τῶν πιστῶν εἶναι ἀκόμη μεγαλύτερη, πολλαπλάσιοι τῶν δύο Ἱερέων. Ἡ Ἀποστολικὴ Θεία Λειτουργία τοῦ Ἁγ. Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, εἶναι ἡ ἀρχαιότερη ὅλων, καὶ πάνω σ’ αὐτὴν βασίστηκαν οἱ ἑπόμενες.
Οἱ τρεῖς αὐτὲς Θεῖες Λειτουργίες (σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν «Προηγιασμένη» ὅπως ἁπλὰ τὴν ἀποκαλεῖ ὁ λαός μας, καὶ τὴν ὁποία θὰ ἐξετάσουμε στὴν συνέχεια), ἔχουν Πασχάλιο καὶ Ἀναστάσιμο χαρακτήρα. Ἀποτελοῦν χαρμόσυνο, πανηγυρικὸ καὶ ἐπινίκιο Μυστήριο. Ἡ περίοδος τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, πλὴν τῶν Σαββάτων καὶ τῶν Κυριακῶν (ὅποτε τελεῖται κανονικὰ ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἀντίστοιχα), ἀποτελεῖ περίοδο «πένθιμη», ἀφοῦ μὲ τὸ τέλος της, θὰ κληθοῦμε νὰ ζήσουμε τὸ Ἄχραντο Πάθος καὶ τὴν Σταύρωση Τοῦ Κυρίου. Εἶναι περίοδος νηστείας, προετοιμασίας, προσευχῆς, περισυλλογῆς καὶ μετανοίας. Γιὰ αὐτὸ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες ἀπαγορεύουν ρητά, τὴν τέλεση Θείας Λειτουργίας τὶς καθημερινές, τῆς Σαρακοστῆς, διότι ὁ «χαρμόσυνος» χαρακτήρας τῆς Θείας Λειτουργίας, δὲν συνάδει μὲ τὸ πένθιμον τῆς περιόδου.
Οἱ πιστοὶ ὅμως, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο, ἤθελαν νὰ «κοινωνοῦν» πιὸ συχνά. Δὲν ἠδύναντο νὰ περιμένουν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ ἕως τὸ ἑπόμενο Σάββατο γιὰ νὰ «μεταλάβουν» τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Δὲν φρόντιζαν μόνο γιὰ τὴν ὑλικὴ τροφὴ τοῦ σώματος, ὅπως κάνει ὁ ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς μας. Ἐπιθυμοῦσαν καὶ λαχταροῦσαν τὴν κατεξοχὴν πνευματικὴ τροφή, τὴν Θεία Εὐχαριστία. Καὶ ὅταν κοινωνοῦσαν πλημμύριζε ἡ ὕπαρξή τους αἰωνιότητα καὶ χαρά, δηλαδὴ Χριστό. Ὁπότε ἡ Ἐκκλησία, γιὰ νὰ μὴν στερήσει τὴν πνευματικὴ τροφὴ ἀπὸ τὰ Μέλη της, αὐτὸ τὸ Πανάγιον Σῶμα καὶ Πανακήρατον Αἷμα τοῦ Κυρίου μας, «εἷς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἷς ζωὴν αἰώνιον», ὅρισε τὴν μετάληψη ἀπὸ Προηγιασμένα Ἅγια.
Λέγοντας «Προηγιασμένα», ὅπως τὸ λέει καί ἡ λέξη, ἐννοοῦμε τόν ἂρτο καί τόν οἶνο, τὰ ὁποία ἔχουν καθαγιασθεῖ προηγουμένως, σὲ προηγούμενη δηλαδή Θεία Λειτουργία. Συγκεκριμένα τίς Κυριακὲς (ἢ καὶ τὰ Σάββατα) τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, οἱ Ἱερεῖς δὲν ἐξάγουν ὅπως συνήθως «ἕναν ἀμνό», τὸ «κυβοειδὲς» τεμάχιο ἄρτου ποὺ τοποθετεῖται στὸ κέντρο τοῦ Δισκαρίου, καὶ ποὺ μετὰ τὸν Καθαγιασμὸ θὰ γίνει τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου. Ἂν πρόκειται νὰ τελεστοῦν δύο Προηγιασμένες μέσα στὴν ἐρχόμενη ἑβδομάδα (Τετάρτη καὶ Παρασκευή), ὁ Ἱερέας ἐξάγει ἀπὸ τὸ πρόσφορο (ἢ καὶ ἀπὸ ἄλλα «ὑψωμένα» πρόσφορα) μὲ τὴν Ἁγία Λόγχη, δύο ἐπιπλέον ἀμνούς, τοὺς τοποθετεῖ στὸ Ἅγιο Δισκάριο, μαζὶ μὲ αὐτὸν ποὺ θὰ χρησιμοποιηθεῖ στὴν «τρέχουσα» Θεία Λειτουργία, μαζὶ μὲ τὴν μερίδα τῆς Θεοτόκου, τὶς μερίδες τῶν ἐννέα Ταγμάτων καὶ τὴν μερίδα τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου. Τοὺς δύο ἐπιπλέον ἀμνοὺς ὁ Ἱερέας μετὰ τὸν καθαγιασμό, θὰ τοὺς «ἐμβαπτίσει» στὸ Τίμιο Αἷμα τοῦ Κυρίου μας ποὺ βρίσκεται στὸ Ἅγιο Ποτήριο, καὶ στὴν συνέχεια θὰ τοὺς τοποθετήσει, (θὰ τοὺς «φυλάξει») στὸ μικρὸ Ἀρτοφόριο (μεταλλικὸ συνήθως κουτί, ποὺ παραμένει πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα, αὐτὴν τὴν περίοδο), μέχρι τὴν μέρα καὶ ὥρα ποὺ θὰ τελεστεῖ ἡ Προηγιασμένη.
Ἀρχικὰ οἱ μοναχοὶ καὶ οἱ πιστοί, ἀπλώς κοινωνούσαν τὴν Τετάρτη καί τήν Παρασκευή, χωρίς νά προηγηθεί κάποια Ἀκολουθία. Ἐπειδὴ ὅμως τήν ἐποχὴ ἐκείνη Νηστεία σήμαινε ἀποχὴ τροφῆς μέχρι τὴν δύση τοῦ ἡλίου, λογικὸ ἦταν ὁ πιστος νὰ «κατακλείει» τὴν Νηστεία, μεταλαμβάνοντας μετὰ τὸν Ἑσπερινό. Αὐτὴ τὴν πρακτικὴ ἀκολουθεῖ μέχρι σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας.
Τὴν Τετάρτη, ἠ Προηγιασμένη τελεῖται κανονικὰ «Ἑσπερινή». Ὅμως τίς Παρασκευὲς τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς τό ἀπόγευμα, τελεῖται ἠ ἀκολουθία τῶν «Χαιρετισμῶν» στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ὅποτε ἡ Προηγιασμένη τελεῖται τὸ πρωὶ τῆς Παρασκευῆς.
Μέ τόν Ἑσπερινὸ συμπλέκονται τροπάρια κατανυκτικά, οἱ Ἱερεῖς φέρουν πένθιμα ἄμφια, ἡ Ἁγία Τράπεζα καὶ τὰ Τίμια Δῶρα εἶναι σκεπασμένα μὲ μαῦρα καλύμματα, οἱ εὐχὲς εἶναι γεμάτες συντριβὴ καὶ ταπείνωση. «Μυστικωτέρα εἷς πᾶν ἡ τελετὴ γίνεται» (Ἄγ. Θεόδωρος Στουδίτης).
Κατά τήν διάρκεια τῆς Λειτουργίας τῶν Προηγιασμένων Δώρων, ὁ Ἱερέας κλείνει τὴν Ὡραία Πύλη καὶ λέγοντας χαμηλόφωνα τὸ «Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων …», καὶ πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα, ἐπὶ τοῦ «Ἀντιμηνσίου» ἀνοίγει τὸ μικρὸ Ἀρτοφόριο, καὶ μὲ μεγάλη προσοχὴ καὶ συντριβή, μεταφέρει τὰ Προηγιασμένα Ἅγια (τὸν καθαγιασμένο Ἀμνὸ ποὺ εἶναι ἐμβαπτισμένος στὸ Ζωήρυτον Αἷμα Τοῦ Κυρίου), ἀπὸ τὸ μικρὸ Ἀρτοφόριο, στὸ Ἅγιο Δισκάριο, τοποθετεῖ ἐπ’ αὐτοῦ τὸν ἀστερίσκο καὶ τὸ μέλαν κάλυμμα, τὸ μεταφέρει στὴν Ἁγία Πρόθεση, βάζει κρασὶ στὸ Ἅγιο Ποτήριο, τὸ σκεπάζει καὶ καλύπτει ἀμφότερα τὰ Ἅγια μὲ τὸν «Ἀέρα», λέγοντας χαμηλόφωνα μόνο τὸ «Δι’ εὐχῶν …».
Μετὰ τὴν Κυριακὴ προσευχὴ (τὸ «Πάτερ Ἠμῶν»), γίνεται ἠ μετάληψη τῶν πιστῶν, καί ἀκολουθεῖ ἡ ὀπισθάμβωνος εὐχὴ καὶ ἡ Ἀπόλυση. Οἱ πιστοὶ μὲ κατάνυξη παίρνουν τὸ ἀντίδωρο, καὶ μὲ τὸν Χριστὸ νὰ πλημμυρίζει τὴν ὕπαρξή τους, ἐνισχυμένοι καὶ ἐνδυναμωμένοι, ἐπιστρέφουν στὸν καλὸ ἀγώνα. Ἐπιστρέφουν στὸ στάδιο τῶν Ἀρετῶν ὅπως περιγράφει ἕνας ὑπέροχος ὕμνος τῆς περιόδου αὐτῆς τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ὅπου μὲ ὄπλα τὴν πίστη, τὴν προσευχή, τὴν νηστεία καὶ τὴν ἐλεημοσύνη, θὰ πολεμήσουν τὸν Διάβολο, καὶ τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα, ὁπότε νικητὲς πλέον θὰ ἑορτάσουν τὴν πανέκλαμπρη καὶ πανευφρόσυνη ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.
Είθε στὸν ὑπεροχο Κατηχητικὸ Λόγο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ θὰ ἀναγνωσθεῖ καὶ φέτος ἀπὸ τὸν Ἱερέα στὴν Ἀναστάσιμη Θεία Λειτουργία, νὰ συμπεριληφθοῦμε στοὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ὥρας ἐργασαμένους, ὥστε νὰ ἔχουμε «κερδίσει», καὶ ὄχι νὰ μᾶς «χαριστεῖ» ἡ συμμετοχή, στὸ Οὐράνιο Δεῖπνο, ποὺ μᾶς καλεῖ ὁ Σωτήρας Χριστός. Ἀμήν.

Ἀρχιμανδρίτου π. Μιλτιάδου Μίτσελλ.
Θεολόγου – Ἱεροκήρυκος Ἱ. Μητροπόλεως Καρπάθου & Κάσου, Ἐφημερίου Ἱ. Ν. Μεταμ. Τοῦ Σωτῆρος Ὄθους

Από: Ενωμένη Ρωμιοσύνη

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μοναχός Κυριάκος Διονυσιάτης

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Μαρτίου, 2013

O

του κ. Γεωργίου Θ. Μηλίτση, διδασκάλου

Όπως ο μαγνήτης τραβά κοντά του τα σιδερένια αντικείμενα, έτσι και οι πνευματικοί άνθρωποι συγκεντρώνουν γύρω τους φιλόθεες ψυχές, του ποθούν τη σωτηρία της ψυχής τους και τη λύτρωσή τους. Μια μεγάλου βελινικούς πνευματική προσωπικότητα ήταν και ο Ηγούμενος της Ι. Μονής του Διονυσίου Αγίου Όρους μακαριστός πα-πα Γαβριήλ Διονυσιάτης. Ο Γέροντος Γαβριήλ ενέπνευσε την αγάπη προς το Χριστό σε δεκάδες καλοπροαίρετες ψυχές διαφόρων επιπέδων μορφώσεως και κοινωνικών τάξεων. Ανάμεσα σαυτούς ήταν και ο μοναχός Κυριάκος Διονυσιάτης.

Ο μακαριστός μοναχός Κυριάκος γεννήθηκε το 1910 στο Μεσενικόλα Καρδίτσας, ήταν δηλαδή συγχωριανός του Γέροντα Γαβριήλ, και ήταν ένα από τα οκτώ παιδιά του Ιωάννη, και της Αικατερίνης Καρασιώτου. Οι γονείς του ήταν πτωχοί, αλλά εργατικοί και φιλόθεοι άνθρωποι.

Ο Κωνσταντίνος, έτσι ήταν το κοσμικό όνομα του π. Κυριακού, δεν έμαθε πολλά γράμματα· που άφηνε η φτώχεια να πάει στο σχολείο. Από μικρός βοηθούσε, όπως και τα αλλα αδέλφια του, τους γονείς του στις διάφορες γεωργικές και λοιπές εργασίες κι έτσι έβγαζε με τον ιδρώτα του το ψωμί του.

Οι γονείς του του μιλούσαν για το Θεό και προσπαθούσαν να του μεταδώσουν το πιστεύω τους. Τον έμαθαν να προσεύχεται και να εκκλησιάζεται, γι’ αυτό ποτέ δεν έλειπε από την εκκλησία την Κυριακή και τις μεγάλες γιορτές. Μια μέρα διαδόθηκε ότι ήλθε στο χωριό από τα Άγιον Όρος ο Ηγούμενος της Ι. Μονής Διονυσίου π. Γαβριήλ. Μόλις ο Κωνσταντίνος βρήκε ευκαιρία έτρεξε να τον συναντήσει και να πάρει την ευχή του. Το πατρικό σπίτι του παπα-Γαβριήλ ήταν στο κέντρο του χωριού κι εκεί είχαν συγκεντρωθεί πολλοί χωριανοί, οι οποίοι με μεγάλη προσοχή άκουγαν τον Γέροντα. Έμεινε άναυδος από αυτά, που άκουγε και άναψε μεσά του η επιθυμία να ακολουθήσει το Γέροντα στο Περιβόλι της Παναγίας. Όταν του δόθηκε η ευκαιρία πήγε και είτε στον παπα-Γαβριήλ τους πόθους, που κατέκαιγαν την καρδιά του. «Παιδί μου, ευλογημένη η επιθυμία σου, αλλά δεν είναι εύκολη η μοναχική ζωή και ειδικά στο μοναστήρι μας. Πρέπει να ξέρεις ότι εμείς ξυπνάμε λίγο μετά τα μεσάνυχτα, κάνουμε τον κανόνα μας και στη συνέχεια πάμε στο καθολικό, όπου κάνουμε το Μεσονυκτικό, τον Όρθρο, τις Ώρες και τη θεία Λειτουργία, στή συνέχεια, αφού πάρουμε πρωϊνό πηγαίνουμε στα κτήματα της Ι. Μονής, οπού εργαζόμεθα μέχρι τον Εσπερινό. Πολύ δύσκολη, παιδί μου, η ζωή του Μοναχού».

Στο Περιβόλι της Παναγίας

Τα χρόνια πέρασαν ο πόθος του Κωνσταντίνου όχι μόνο δεν έσβησε, αλλά θέριεψε και κατέκαιγε τα είναι του, έτσι μια μέρα του 1934 ώριμος πια, εγκατέλειψε τον κόσμο και μετά από πολυήμερο και κοπιαστικό ταξίδι έφθασε στη Δάφνη κι από εκεί στήν Ι Μονή Διονυσίου, όπου ήταν ηγούμενος ο συγχωριανός του Αρχιμ. Γαβριήλ.

Η συνάντησή τους έγινε μέσα σε φορτισμένο συγκινησιακά κλίμα. Ο ηγούμενος ρώτησε να μάθει νέα από το χωριό, είχε χρόνια να το επισκεφθεί, γα τους δικούς του και για όλους τους χωριανούς. Τέλος τον ρώτησε για πιο λόγο έκανε το τόσο κουραστικό και επικίνδυνο ταξίδι. Ο Κωνσταντίνος του είπε: «Γέροντα, ήλθα να μείνω κοντά σου. Θέλω να με οδηγήσεις στή Βασιλεία Των Ουρανών». Ο π. Γαβριήλ του απάντησε; «Παιδί μου, δεν ξέρω αν θα σώσω τη δικιά μου ψυχή, μή νομίσεις ότι εδώ δεν υπάρχουν πειρασμοί και δαίμονες· κι εδώ άνθρωποι με αδυναμίες και πάθη κατοικούν, δεν είναι λίγοι αυτοί, που κάνουν σφάλματα κάτω όπο την πίεση των πειρασμών, αλλά προσπαθούμε να σηκωθούμε και να ζητήσουμε το έλεος του Θεού και τη βοήθεια της Θεοτόκου και του Τιμίου Προδρόμου του προστάτου μας». «Δέξε με, Γέροντα του λέγει, με τη βοήθεια του Θεού και τις προσευχές σου θα πετύχω τον σκοπό για τον οποίο ήλθα». «Ξέρουν οι, δικοί σου, ρώτησε ο Γέροντας, ότι ήλθες εδώ;» «Όχι». «Καλά θα φροντίσω να μάθουν, για να μή ψάχνουν άσκοπα να σε βρούν. Από σήμερα θα είσαι δόκιμος για τρία χρόνια, θα προσεύχεσαι, όπως όλοι οι πατέρες, θα κάνεις τον κανόνα σου και δεν θα απουσιάζεις από τις ακολουθίες. Όποια δουλειά σου αναθέτουν οι πατέρες να την κάνεις χωρίς γογγυσμό και με επιμέλεια, αν κάτι θέλεις από μένα μή διστάσεις να με συναντήσεις».

Η κουρά και η κοίμησή του

Τρία χρόνια έμεινε δόκιμος. Μια μέρα του 1937 τον κάλεσε ο ηγούμενος κοί του λέγει: «Ύπάρχει ακόμα μέσα σου η επιθυμία της αφιέρωσής σου στο Θεό ή μήπως θέλεις να γυρίσεις στον κόσμο;» «Δοξάζω το Θεό, την Παναγία και τον Τίμιο Πρόδρομο, που οδήγησαν τα βήματά μου εδώ και ευχαριστώ κι εσάς, που με δεχθήκατε· θέλω να μείνω κι εδώ να κλείσω τα μάτια μου». «Ετοιμάσου, του λέγει ο Ηγούμενος, θα γίνει η κουρά σου. Γνωρίζεις ότι το τυπικό της Ι. Μονής προβλέπει τριήμερη αυστηρή νηστεία πριν την κουρά κι ότι το βράδυ, που προηγείται της κούρας δεν θα κοιμηθείς, αλλά θα ξαγρυπνήσεις σ’ ένα από τα παρεκκλήσια της Ι. Μονής».

Σε λίγες ημέρες μέσα σε κατανυκτική και ήρεμη ατμόσφαιρα έγινε η κουρά του δοκίμου, που πήρε το όνομα Κυριάκος. Στο τέλος της ακολουθίας ο Γερο-Γαβριήλ είπε στον νεόκουρο μοναχό: «Παιδί μου, Κυριάκε, από τη στιγμή αυτή ανήκεις στο τάγμα των μοναχών, που καλείται να αναπληρώσει τους εκπεσόντας αγγέλους. Δεν είναι εύκολη η πορεία σου. Μή νομίσεις ότι μόνος σου θα κατορθώσεις κάτι. Ζήτησε τη βοήθεια του Θεού, της Παναγίας Μητέρας Του, του προστάτου της Ι. Μονής μας και του προσωπικού σου προστάτου, του Οσίου Κυριάκου του Αναχωρητού. Μέσα στο κελί σου να έχεις την εικόνα του, για να εμπνέεσαι και να προσπαθήσεις να τον μοιάσεις στη ζωή σου. Μή ξεχνάς ότι οι πτώσεις είναι αναπόφευκτες, αλλά υπάρχει το φάρμακο, η μετάνοια και η εξομολόγηση». Όλοι οι πατέρερες και προσκυνητές του ευχήθηκαν καλό παράδεισο και πέρασαν στο Αρχονταρίκι για το κέρασμα.

Ο π. Κυριάκος με αυταπάρνηση, πολύμοχθη εργασία αυστηρή νηστεία, πολύωρη προσευχή και υπακοή πέρασε τη ζωή του. Κατά καιρούς κατέβαινε στον κόσμο κι ερχόταν και στα Τρίκαλα, διότι είχαν εγκατασταθεί εδώ αδέλφια του. Όταν τον επισκεφθήκαμε μας μίλησε για το Περιβόλι της Παναγίας και μας έδωσε ένα ξύλινο Σταυρουδάκι λέγοντάς μας: «Να το έχετε πάντοτε επάνω σας, για να σας φυλάγει από τις παγίδες και τα βέλη του πονηρού». Όταν έμαθε οτι στη γενέτειρά του ανακαίνιζαν το εξωκκλήσι του Άγ. Νικολάου έφερε από το Όρος μία εικόνα του Αγίου, ρωσικής τεχνοτροπίας, που υπάρχει στο εξωκκλήσι μέχρι σήμερα.

Για τις ανάγκες της Ι. Μονής πήγε σε μετόχι στη Χαλκιδική, εκεί αρρώστησε και οι πατέρες τον έστειλαν σε νοσοκομείο της Αθήνας, όπου και εκοιμήθη, το 1966 σε ηλικία 56 ετών. Επειδή ήταν αδύνατον την εποχή εκείνη να φθάσει το σκήνωμά του σύντομα στη μετάνοιά του τον ενταφίασαν στον Ι. Ναό της Ζωοδόχου Πηγής Καρέα, όπου σήμερα είναι το οικοτροφείο της Αποστολικής Διακονίας. Αργότερα ο ηγούμενος της Ι. Μονής, παπα-Γαβριήλ, κατέβηκε στην Αθήνα και μετέφερε στο Άγιον Όρός τα Λείψανά του. Η ψυχή του βρίσκεται τώρα κοντά στο δικαιοκρίτη Κύριο, από τα χέρια του οποίου περιμένει να λάβει κατά τη Δευτέρα Παρουσία τον αμάραντο στέφανο.

Ας είναι αιωνία η μνήμη του μακαριστού μοναχού Κυριακού Διονυσιάτου.

Πηγή: Ορθόδοξος Τύπος
Αναδημοσίευσις από: Αγιορείτικες Μνήμες –

vatopaidi.wordpress.com

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΙ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Μαρτίου, 2013

Την Κυριακή της Ορθοδοξίας τιμούμε την προσκύνηση των ιερών εικόνων. Τι άραγε προσκυνούμε οι χριστιανοί επί τόσους αιώνες, έχοντας στους ναούς, στα σπίτια, στους δημόσιους χώρους, στις καρδιές μας τις εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων μας;

Προσκυνούμε πρωτίστως τον Θεό που μας αγαπά. Η τιμή της εικόνος επί το πρωτότυπον διαβαίνει. Αυτό σημαίνει ότι αναφερόμαστε ως άνθρωποι και αναφέρουμε τη ζωή μας ολόκληρη στον εικονίσαντα, δηλαδή σ’ Αυτόν που μας έδωσε την εικόνα Του εντός μας, εν αγάπη, ελευθερία και δημιουργικότητα, και την ίδια στιγμή εικονιζόμενο, είτε τον κατά φύσιν Θεό είτε τους κατά χάριν αγιασθέντας από Εκείνον και προγευομένους τηου φωτισμού της θεότητός Του αγίους.  Και κάθε εικόνα δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία υπόμνηση της αγάπης Του. Ότι είναι κοντά μας. Ότι μας δημιούργησε και μας αγαπά, αγιάζοντάς μας στους αιώνες. Αρκεί κι εμείς να το θέλουμε και να αναφέρουμε τη ζωή μας σ’ Εκείνον.

Προσκυνούμε και τιμούμε την Ορθόδοξη Εκκλησία μας και την παράδοσή μας, η οποία παραμένει ακαινοτόμητος και απαράλλακτος εις τους αιώνες. Και είναι η εικόνα σύμβολο αυτής της παράδοσης. Ότι δεν ζούμε χωρίς πυξίδα. Ότι έχουμε μνήμη, παρελθόν, χρόνο στον οποίο κινηθήκαμε ως άνθρωποι, αλλά και λαμβάνουμε τρόπο και προσαναοτλισμό, ώστε να έχουμε ως εφαλτήριο για την πορεία μας. Δεν προκύψαμε ξαφνικά, ούτε αυτοθαυμαζόμαστε για την ικανότητα και πρόοδό μας, αλλά θυμόμαστε. Και όταν υπάρχει η μνήμη αυτή, γνωρίζουμε τα ουσιώδη του βίου μας και παλεύουμε γι’ αυτά. Αυτή η μνήμη, η τιμή και η αφετηρία για αγώνα πηγάζει μέσα από το λάλον ύδωρ της παράδοσής μας, όπως αυτό το διασώζει η Εκκλησία μας. Διδαχές, αλλά και θεσμοί. Μορφές που διαφύλαξαν με το μαρτύριο του αίματος και της συνειδήσεως ζωντανή την πίστη και μας την παρέδωσαν ως παρακαταθήκη ζωής. Τρόποι ευσέβειας που μας κάνουν να γιορτάζουμε την καθημερινότητά μας, αλλά και μας δείχνουν το δρόμο της κατά Θεόν ελπίδας.

Προσκυνούμε και τιμούμε την οδό της Αναστάσεως. Στα πρόσωπα των εικονιζομένων αγίων βλέπουμε την δική μας προσδοκία. Ότι όπως εκείνους ο θάνατος δεν τους διαγράφει από τη μνήμη, τη ζωή και την κοινωνία μαζί μας, έτσι κι εμείς αποδεχόμαστε δια της πίστεως αυτή την οδό και αντιστεκόμαστε στον θάνατο και τις διάφορες μορφές του. Την αμαρτία, την ανελευθερία της κοσμικής πραγματικότητας, την εξουσία, την προδοσία της αγάπης, την απολυτότητα του εγωκεντρισμού. Αλλά και την απόγνωση όταν βλέπουμε ιδίοις όμμασι στους άλλους, αλλά και στον εαυτό μας το βιολογικό τέλος. Ουκέτι θάνατος κυριεύει. Και είναι οι εικόνες των Αγίων η Ιστορία που γίνεται εσχατολογική προσδοκία. Η βεβαιότητα ότι ουκ απέθανον αλλά ζώσι δίκαιοι εις τον αιώνα, καν εν οφθαλμοίς ανθρώπων έδοξαν τεθνάναι. Κι εμείς κοντά τους.

Η Ορθοδοξία θα παραμένει η ελπίδα του κόσμου και των ανθρώπων που την αποδέχονται κάθε φορά που   δια της προσκυνήσεως των ιερών εικόνων θα δηλώνουμε ότι λατρεύουμε τον ζώντα Θεό και τιμούμε τους Αγίους τους οποίους Εκείνος θαυμάστωσε και θαυμαστώνει. Και είναι πράξη αντίστασης αυτή η κίνηση σε έναν κόσμο που προσκυνά είδωλα ισχυρών, είδωλα οικονομικών και κοινωνικών προτύπων, είδωλα καλλιτεχνών και διάσημων, είδωλα επιστημόνων, είδωλα κάθε μορφής οθόνης. Γιατί ο κόσμος απορρίπτει την ίδια στιγμή τον Κτίσαντα και λατρεύει ελπίζοντας στις εικόνες των Κτισμάτων.

Ας σπουδάσουμε την Ορθοδοξία μας. Ας την αγκαλιάσουμε και ας αφεθούμε στην δωρεά της. Και θα αντέξουμε όντας βέβαιοι για την αγάπη του Τριαδικού Θεού, την δύναμη της παράδοσής μας και τον δρόμο της Ανάστασης, που βιώνουμε εντός της!

Κέρκυρα, 24 Μαρτίου 2013

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/2013/03/blog-post_22.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΧΑΙΡΕ ΘΕΟΥ ΠΡΟΣ ΘΝΗΤΟΥΣ ΕΥΔΟΚΙΑ, ΧΑΙΡΕ ΘΝΗΤΩΝ ΠΡΟΣ ΘΕΟΝ ΠΑΡΡΗΣΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Μαρτίου, 2013

Οι άνθρωποι χρειαζόμαστε συχνά ένα σημάδι από τον Ουρανό, ότι ο Θεός ακούει τις προσευχές μας, ότι μπορούμε να έχουμε ελπίδα, ότι ακόμη κι αν η ζωή και ο κόσμος μας δεν πορεύονται προς Εκείνον, ο Θεός δεν μας ξεχνά. Στην περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης τα σημάδια αυτά ήταν η παρουσία των προφητών και τα βιβλία της Γραφής. Στην Καινή Διαθήκη, πριν τον ερχομό του Χριστού, το σημάδι ήταν η παρουσία της Υπεραγίας Θεοτόκου. Στη συνέχεια, μετά τον ερχομό, τα σημάδια αυτά είναι οι άγιοι και η ζωή τους και πρωτίστως το Ευαγγέλιο και η Εκκλησία που το διασώζει και το αποτυπώνει στην πραγματικότητά της.

Γιατί η Παναγία υπήρξε το σημάδι ότι ο Θεός αγαπά τους ανθρώπους;

Διότι έδειξε τις δυνατότητες της ανθρώπινης φύσης, τα μέτρα και την ευλογία που έχει λάβει από το Θεό. Η Παναγία φανέρωσε στον κόσμο την δύναμη του κατ’ εικόνα Θεού. Το μυστήριο της αγάπης, της ελευθερίας και της δημιουργικότητας, το οποίο ενυπάρχει ως ανεκτίμητη δωρεά στον άνθρωπο και που ο καθένας καλείται να εργαστεί πάνω σ’ αυτό, να συνειδητοποιήσει ότι το έχει και να το στρέψει προς τον Δημιουργό Τριαδικό Θεό, καθιστώντας τον πορεία προς το καθ’ ομοίωσιν. Η Παναγία περισσότερο από τον κάθε άνθρωπο βίωσε την δωρεά αυτή. Η ύπαρξή της παιδιόθεν διψούσε για το Θεό. Έζησε στο ναό, τρεφόμενη από Εκείνον. Μνημόνευε δια της προσευχής το όνομά Του. Εμπιστευόταν το Θεό απόλυτα, νικώντας ακόμη και κάθε δισταγμό και λογισμό και πειρασμό. Και αξιώθηκε να τύχει της μοναδικής ευλογίας, να κυοφορήσει τον ίδιο το Θεό, ο Οποίος σαρκώθηκε εν τη μήτρα της. Αυτή η έκταση της φύσης της αποτέλεσε και το παράδειγμα για τον καθέναν μας. Ότι είναι δυνατή η μορφοποίηση του Θεού εντός μας, αρκεί να κατανοήσουμε τις δυνατότητες που μας έχουν δοθεί και να αποδεχθούμε το θαύμα της κατά Θεόν ύπαρξης.

Ακόμη, η Παναγία δεν υπήρξε το πρότυπον της κατά κόσμον σοφίας.Δεν ήταν μορφωμένη, δεν ήταν γεννημένη από πλούσιους, ξεχωριστούς, ισχυρούς γονείς, αλλά ήταν μία απλή κοπέλα. Ένας άνθρωπος του λαού, συνηθισμένος και καθημερινός. Η ύπαρξή της δεν απασχολούσε κανέναν. Δεν ήταν διάσημη ούτε για την φιλοσοφική της προσφορά, ούτε για το κοινωνικό της έργο, ούτε για την απήχησή της ανάμεσα στους πολλούς, όπως γίνεται για τις προσωπικότητες που η ανθρώπινη Ιστορία καταγράφει ως μεγάλες. Έδειξε όμως ότι «τα αδύνατα παρά ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ εστί». Ότι ο Θεός καθιστά σκεύος εκλογής Του το πρόσωπο που έχει την χάρη της πίστης, της απλότητας, της αφιέρωσης, της αγάπης προς Εκείνον, κι ας φαίνεται κατά κόσμον ασήμαντο. Ταπεινός ο Θεός και ταπεινοί οι συνεργάτες στο έργο της σωτηρίας του κόσμου. Κι αυτή η ταπεινοσύνη μας δείχνει ότι η σχέση μας με το Θεό δεν προκαθορίζεται από τα κοσμικά μέτρα, αλλά καταδεικνύεται μέσα από την αρετή και τον αγώνα γι’ αυτήν, η οποία μας προσφέρει την άνωθεν σοφία.

Τέλος, η Παναγία διακόνησε τον Υιό και Θεό της μέχρι το τέλος της ζωής της. Κράτησε όχι μόνο την φυσική διάσταση της μητρότητας, αλλά και την πνευματική, που είναι η αγάπη η οποία γίνεται τρόπος αφοσίωσης στον Υιό της, αλλά και συνδιακονίας στο μυστήριο της σωτηρίας του κάθε ανθρώπου. Γιατί η Υπεραγία Θεοτόκος, κυοφορήσασα τον Θεό, κατενόησε ότι η αποστολή της ξέφευγε από τα όρια της φυσικής μάνας. Παρέμεινε η πνευματική μητέρα όλων όσων πίστεψαν στο Χριστό και παραμένει δεόμενη για τον κόσμο και τον καθέναν από εμάς, τόσο στο παρελθόν, όσο και στο παρόν και το μέλλον. Γιατί η διακονία του μυστηρίου της σωτηρίας ξεκινά εν χρόνω, αλλά συνεχίζεται στην αιωνιότητα. Και συνεχίζει να θαυματουργεί πολυποίκιλα η Παναγία μας. Μέσα από τις εικόνες και τα προσκυνήματα. Μέσα από τις προσευχές του κάθε ανθρώπου. Μέσα από τις παρεμβάσεις στον Υιό και Θεό της, που η πίστη μας προς Εκείνον την ωθεί να πραγματώνει. Γι’ αυτό και αποτελεί για τον καθέναν από εμάς υπόμνηση ότι δεν υπάρχουμε μόνο για τον εαυτό μας, αλλά και για να βοηθούμε τόσο με την προσευχή μας όσο και με την ανάπτυξη της σχέσης μας με το Θεό, ο καθένας αναλόγως προς το χάρισμά του, στον αγώνα της σωτηρίας και του ευαγγελισμού του κόσμου.

Η Παναγία γίνεται όμως και το σημάδι της παρρησίας των θνητών ανθρώπων προς το Θεό. Είναι ό,τι ωραιότερο έχουμε να επικαλεστούμε ως άνθρωποι έναντι του Δημιουργού και Πλάστη και Θεού ημών. Αξιοποιώντας την παρουσία της ως επίγνωση του κατ’ εικόνα, ως σκεύους εκλογής και ως διακόνου της σωτηρίας των ανθρώπων, αλλά και της ελπίδας τους για ζωή και αφθαρσία που υπερβαίνει τον χρόνο, την προσφέρουμε στο Θεό, ο καθένας με την προσευχή και την μνημόνευσή της, ως εκείνη που θα μας βοηθήσει να παρουσιαζόμαστε χωρίς φόβο και απόγνωση ενώπιον Του για κάθε αίτημα της ζωής μας. Γιατί το σημάδι του Θεού στο πρόσωπό της προεκτείνεται στο διηνεκές. Παραμένει άφθαρτο σε κάθε εποχή. Και ατενίζοντάς την μπορούμε να διαβεβαιώσουμε τους εαυτούς μας ότι ο Θεός μας αγαπά. Να πάρουμε δύναμη και να αντέξουμε σε κάθε δυσκολία και κρίση. Τόσο προσωπικά όσο και συλλογικά. Και να κάνουμε τον αγώνα μας τόσο στον παρόντα κόσμο, όσο και στην προοπτική του μέλλοντος αιώνος ζητώντας τον φωτισμό για να πράξουμε σωστά. Με γνώμονα το θέλημα του Θεού, την ταπεινοσύνη και την εκζήτηση της σωτηρίας. Κι Εκείνη είναι βέβαιο ότι ουδέποτε θα πάψει να ανταποκρίνεται στις προσευχές μας.

Κέρκυρα, 22 Μαρτίου 2013

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/2013/03/blog-post_21.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΧΡΟΝΟ

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Μαρτίου, 2013

Ωραία συνήθεια η νηστεία. Έρχεται από τα βάθη του χρόνου και μας ενώνει με το παρελθόν της χριστιανοσύνης. Είμαστε συνεχιστές μιας αναρίθμητης αλυσίδας ανθρώπων που πριν από μας πάλεψαν στο καμίνι της θυσίας της τροφής, αγωνίστηκαν για να ζήσουν το Πάσχα σύμφωνα με τον τρόπο της Εκκλησίας, γεύτηκαν το ήθος της κοινότητας στην ενορία και τα μοναστήρια, κοινώνησαν στις προηγιασμένες, ανέπεμψαν  τα «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε» τις Παρασκευές της  Σαρακοστής, λιτάνευσαν εικόνες, σταυρό, εξομολογήθηκαν τις αμαρτίες τους, πάλεψαν να νικήσουν τα θάνατο νεκρώνοντας τα πάθη του.

Είναι είσοδος στην πνευματική διάσταση του χρόνου η Σαρακοστή. Σε μια εποχή στην οποία το παρόν μας συντρίβει με την κρίση, τις μέριμνες, την λύπη, αλλά και έναν προσανατολισμό χωρίς ελπίδα αιωνιότητας, ενώ το παρελθόν ή το μυθοποιούμε ή το ξεχνάμε, ενώ το μέλλον φαντάζει αγχώδες και αβέβαιο, η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει ότι υπάρχει ηο πνευματικός χρόνος. Και για να μπούμε α’ αυτόν χρειάζεται η νηστεία.  Νηστεία σημαίνει παραίτηση και θυσία. Παραιτούμαστε από το δίκιο του εγώ μας και το δικαίωμά του να καταναλώνει ό,τι θέλει, από τροφή και ηδονή, μέχρι αγαθά, δόξα και μια ζωή φαινομενικά χωρίς όρια και τέλος. Παραιτούμαστε από το δικαίωμα να έχουμε κρατούμενα εις βάρος των άλλων. Παραιτούμαστε από την ψευδαίσθηση της αυτάρκειας που ο κόσμος θέλει να έχουμε.

Η νηστεία μας κάνει να θυμόμαστε τον τρόπο της αγάπης. Μας δίνει χρόνο την ώρα της προσευχής, της λειτουργίας και των ακολουθιών,  άχρηστο για την λογική του κόσμου, δημιουργικό και ανακαινιστικό κατά τον τρόπο της Εκκλησίας. Την στιγμή που ακούμε τα αναγνώσματα, τις ψαλμωδίες,  τα συνεχή «ελέησον», στο λιγοστό φως των καντηλιών και στην γαλήνη του ταμιείου μας καταλαβαίνουμε ότι έχουμε ξαστοχήσει στις προτεραιότητες της ζωής μας. Δεν είναι το άγχος, η ταχύτητα, η πληροφορία που μας κάνουν να ζούμε, αλλά η συνάντηση με τον Θεό, τον πλησίον και τον εαυτό μας στην κοινωνία της αληθινής αγάπης.

Στον πνευματικό χρόνο η προσευχή γίνεται ύδωρ αλλόμενον που ξεδιψά  την ανάγκη μας για αιωνιότητα, αλλά και την ανάγκη να κάνουμε κάτι που ξεφεύγει από τις δυνατότητες του «εγώ» μας. Να ζητήσουμε από τον Ουρανό να μιλήσει στις ζωές όλων μας. Στον πνευματικό χρόνο καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι το άγχος για το μέλλον που μας κινεί, αλλά η θέα του προσώπου του άλλου, είτε αυτός είναι οικείος, σύντροφος και σύζυγος, παιδιά, φίλοι, είτε ο κάθε άλλος, ο κάθε συνάνθρωπος.

Στον πνευματικό χρόνο ξεκινάμε να βρούμε τον τρόπο του Παραδείσου. Κινούμαστε μέσα στον κοσμικό χρόνο και τρόπο. Συνεχίζουμε την εργασία μας. Τη ζωή μας. Παλεύουμε εντός της κοινωνίας, συχνά μέσα σε πλήρη απόρριψη της πνευματικότητας, και με τη δύναμη της πίστης αντέχουμε. Κομίζουμε τον χρόνο της αιωνιότητας και με γνώμονα την αγάπη και τη θυσία ζούμε αληθινά. Εν τω κρυπτώ. Γινόμαστε ο κόκος του σίτου που πολύν καρπόν φέρει. Καρπό της Βασιλείας. Αξίζει το στάδιο και ο κόπος.

Κέρκυρα, 18 Μαρτίου 2013

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/2013/03/blog-post_17.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η συμβολή των Νεομαρτύρων και των Εθνομαρτύρων στη διατήρηση της Ελληνορθόδοξης συνείδησης των Κυπρίων

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Μαρτίου, 2013

ΣΤΑΥΡΟΣΚωστή Κοκκινόφτα[1]

Γενικά περί των Νεομαρτύρων.

Με τον όρο Νεομάρτυρες αποκαλούμε μία ιδιότυπη κατηγορία αγίων που χαρακτηρίζεται από τον ενιαίοφορέα, που επέβαλλε το μαρτύριο και ο οποίος ήταν ο τούρκος κατακτητής, καθώς και από την εμμονή στην ορθόδοξη πίστη, που επεδείκνυαν οι ίδιοι οι μάρτυρες.

Ως χρονικό όριο πρώτης εμφάνισης των Νεομαρτύρων θεωρείται η άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, από τον Μωάμεθ τον Β’.

Είναι όμως γεγονός ότι τους δύο αυτούς όρους, που προσδιορίζουν όσους συμπεριλαμβάνονται στην κατηγορία των Νεομαρτύρων, πληρούν και πολλοί άλλοι χριστιανοί, οι οποίοι μαρτύρησαν αμέσως μετά την εμφάνιση, τον 11ο αιώνα, των σελτζούκων στη Μικρά Ασία.

Επομένως το χρονικό όριο της εμφάνισής τους πρέπει να μετακινηθεί αρκετά χρόνια πριν από την άλωση.

Το ίδιο πρέπει να γίνει και για το χρονικό όριο κατά το οποίο έχουμε την τελευταία επίσημη διακήρυξη αγιότητας ατόμου που εντάσσεται στην κατηγορία αυτή, και το οποίο είναι το 1867, οπότε μαρτύρησε ο νεομάρτυρας Γεώργιος στην Κρήτη. Οι ιστορικές μαρτυρίες για την ύπαρξη πολλών χριστιανών που βασανίστηκαν από τους τούρκους και που ομολόγησαν με παρρησία τη χριστιανική τους πίστη και μετά την περίοδο της κρητικής επανάστασης του 1866, μας πείθει για την αναγκαιότητα αυτή. Το όριο αυτό επεκτείνεται και κατά τον 20ό αίώνα οπότε πολλοί έλληνες μαρτύρησαν «υπέρ πίστεως και πατρίδος»…

… Οι Νεομάρτυρες, ανάλογα με τον τρόπο και τις συνθήκες του μαρτυρίου τους, εντάσσονται σε τέσσερις κατηγορίες. Η πρώτη περιλαμβάνει όσους σε κάποια στιγμή της ζωής τους, είτε θεληματικά είτε βίαια, ασπάσθηκαν το Ισλάμ και στη συνέχεια επέστρεψαν στην ορθόδοξη πίστη, την οποίαν και ομολόγησαν δημόσια…

… Μία άλλη κατηγορία Νεομαρτύρων, περιλαμβάνει αυτούς που προτίμησαν το μαρτύριο παρά την άρνηση της ορθόδοξης πίστης. Οι λόγοι που παρακινούσαν τους κατακτητές να τους θανατώσουν ήταν τις περισσότερες φορές ασήμαντοι. Αρκετές φορές οφείλοντο στον φθόνο των τούρκων έναντι των χριστιανών η σε κάποιες χρηματικές διαφορές η σε προστριβές, που δημιουργούντο λόγω συζητήσεων γύρω από θέματα πίστεως…

… Μία τρίτη μεγάλη ομάδα Νεομαρτύρων περιλαμβάνει αυτούς που αγωνίστηκαν στους διάφορους εθνικούς αγώνες και θυσιάστηκαν «υπέρ πίστεως και πατρίδος». Το γεγονός μάλιστα ότι οι Νεομάρτυρες ήσαν και έλληνες οι δε Εθνομάρτυρες των επαναστάσεων ήσαν και χριστιανοί, με αποτέλεσμα στα ίδια πρόσωπα να ζουν και οι δύο παραδόσεις, προκάλεσε κάποια σύγχυση ως προς την κατάταξη στην ανάλογη κατηγορία. Αν ληφθεί δε υπόψη ότι ένας μεγάλος αριθμός Εθνομαρτύρων ήσαν ορθόδοξοι κληρικοί και οι αγώνες τους ήταν και για την πίστη, τότε τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο. Το κριτήριο στην προκειμένη περίπτωση είναι η αγάπη που υπερισχύει, και τις περισσότερες φορές ήταν αυτή για την ελευθερία και την Ελλάδα. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι οι Εθνομάρτυρες δεν είχαν τη διάθεση να πεθάνουν και για την πίστη, αφού ήσαν πιστοί χριστιανοί και οι αγώνες τους ήταν και για τη θρησκεία[2]. Χαρακτηριστικά παραδείγματα Εθνομαρτύρων είναι ο Παπαβλαχάβας, ο Σαλώνων Ησαΐας, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Παπαφλέσσας και πολλοί άλλοι, που πήραν τα όπλα εναντίον του κατακτητή. Από την άλλη, κίνητρο των Νεομαρτύρων ήταν η αγάπη για τον Χριστό και η απόδειξη με τη θυσία τους του γεγονότος ότι μόνο στον Χριστό υπάρχει σωτηρία. Για τον λόγο αυτό η επίσημη Εκκλησία από το μεγάλο πλήθος των κληρικών Εθνομαρτύρων, στους οποίους περιλαμβάνονται 11 πατριάρχες, 100 περίπου επίσκοποι και περισσότεροι από 6000 κληρικοί, ελάχιστους αγιοποίησε.

Μια τελευταία κατηγορία Νεομαρτύρων περιλαμβάνει αυτούς που από το Ισλάμ μεταστράφηκαν στον Χριστιανισμό συγκλονισμένοι μετά που ανακάλυψαν το σωτηριώδες μήνυμά του. Το αποτέλεσμα ήταν βέβαια η θανάτωσή τους, μόλις γινόταν αντιληπτή η νέα τους θρησκεία.

Η ίδια θαυμαστή παρουσία των Νεομαρτύρων στη ζωή των υποδούλων υπήρξε και στην περίπτωση της Κύπρου. Η επίδραση που ασκούσε η θυσία και ο τρόπος της ζωής τους στη λαϊκή συνείδηση ήταν αρκετά ισχυρή καισυνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στη διάσωση και διαφύλαξη της ελληνορθόδοξης συνείδησης του λαού. Σε μια εποχήκατά την οποία κέντρο και συνισταμένη της ζωής των κατοίκων ήταν η ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία αναζωογονούσε με την πνευματική της δύναμη το εθνικό σώμα, οι Νεομάρτυρες αποτέλεσαν το πρότυπο αυτών που αγωνίζονταν για τη διατήρηση της χριστιανικής πίστης και μαζί με αυτήν και της εθνικής συνείδησης. Την ίδια επίδραση είχαν στην ψυχή του λαού της Κύπρου, τόσον οι Νεομάρτυρες που κατάγονταν από άλλες περιοχές της υπόδουλης πατρίδας, όσο και οι Νεομάρτυρες που ήταν κυπριακής καταγωγής. Παρόμοια βέβαια υπήρξε ανάμεσαστους κυπρίους και η εμβέλεια της θυσίας αρκετών άλλων, όπως των μαρτύρων της 9ης Ιουλίου του 1821, οι οποίοιμε την εμμονή τους στην ορθόδοξη πίστη στήριξαν τον λαό και τον απέτρεψαν από την αποδοχή του Μουσουλμανισμού[3]

Οι μάρτυρες του 1821.

Οι κύπριοι μάρτυρες του Ιουλίου του 1821 θεωρούνται από μεγάλο μέρος του Ελληνισμού της Κύπρου ωςΝεομάρτυρες, και τούτο γιατί ουσιαστικά είναι η θυσία τους που διέσωσε τη χριστιανική πίστη στο νησί…

… Είναι γνωστό από διάφορες ιστορικές πηγές ότι οι τούρκοι άσκησαν μεγάλες πιέσεις σε όλους όσους είχαν συλληφθεί, για να εξωμόσουν[4]. Γύρω στους σαράντα από αυτούς, με επικεφαλής τους αδελφούς Ανδρέα και Μάρκο Σολομωνίδη, οι οποίοι μετονομάστηκαν σε Χουρσίτ-αγά και Αχμέτ-αγά αντίστοιχα, αρνήθηκαν τη χριστιανική πίστη και αποδέχθηκαν τον Ισλαμισμό[5]. Αυτό σήμαινε ότι αυτόματα περνούσαν στο αντίθετο στρατόπεδο, γι’ αυτό ο λαός τους θεωρούσε ότι δεν εξισλαμίζονταν απλώς, αλλά ότι τούρκευαν. Αν ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός και οι άλλοι ακολουθούσαν το παράδειγμα των σαράντα και δεν ενέμεναν στην πίστη των πατέρων τους, τότε είναι αμφίβολο αν θα εξακολουθούσε να διατηρείται για μακρό χρονικό διάστημα ελληνική και χριστιανική η Κύπρος. Είναι ενδεικτικό το παράδειγμα των χριστιανών της περιοχής του Όφ στον Πόντο, οι οποίοι τον 16ο αιώνα εξισλαμίστηκαν μαζικά, μετά που ο επίσκοπός τους Αλέξανδρος ασπάστηκε το Ισλάμ. Σε μια περίοδο μάλιστα που στην Κύπρο μεγάλο μέρος του πληθυσμού ζούσε σε καταστάσεις αμάθειας και πνευματικού σκότους εξαιτίας της τουρκικής κακοδιοίκησης, της ανυπαρξίας σχολείων, της φτώχειας και της εξαθλίωσης, ο κίνδυνος του μαζικού εξισλαμισμού, που θα οδηγούσε στον σταδιακό εκτουρκισμό, ήταν ιδιαίτερα μεγάλος. Όπως, πολύ χαρακτηριστικά, αναφέρει ο Βασίλης Μιχαηλίδης στο ποίημά του για την 9η Ιουλίου, αρκετοί από τους εκτελεσθέντες, τόσο πριν να μεταβούν στη Λευκωσία, όσο και αργότερα, είχαν την ευκαιρία να διαφύγουν και να μην μαρτυρήσουν. Δεν το έπραξαν όμως και παρέμειναν στην πρωτεύουσα, όπου και θυσιάστηκαν χάριν του λαού, που τους αποδίδει από τότε τη δέουσα τιμή…

Επίλογος.

Η σημασία της θυσίας των Νεομαρτύρων για τη ζωή του γένους είναι τεράστια, αφού ουσιαστικά έτσι μόνοανακόπηκε το κύμα του εξισλαμισμού, που σε ορισμένες περιοχές είχε πάρει τη μορφή χιονοστιβάδας. Πολλές πόλεις και χωριά της Μικράς Ασίας, της Παλαιστίνης, της Θράκης και της Αλβανίας αποδέχονταν τον Ισλαμισμόκαι σταδιακά οδηγούνταν στον εκτουρκισμό. Το ίδιο ακριβώς γεγονός παρουσιάστηκε και στην Κύπρο, η οποία για μεγάλα χρονικά διαστήματα, κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, επλήττετο από ανομβρίες και μεγάλη φτώχεια, που προκαλούσαν εξαθλίωση στις λαϊκές μάζες. Το αποτέλεσμα ήταν να προσχωρήσουν ομαδικά στο Ισλάμ πολλοί κάτοικοι χωριών της Τηλλυρίας, της ορεινής Πάφου, της Λεμεσού και της Μεσαορίας, αφού έτσι τα ωφέλη που είχαν από την ένταξή τους στην κυρίαρχη τάξη τους επέτρεπαν τουλάχιστον να επιβιώνουν. Δυστυχώς με την πάροδο του χρόνου η πλειονότητά τους υιοθέτησε τον ισλαμικό-τουρκικό πολιτισμό και, αφού εκτουρκίσθηκε, χάθηκε οριστικά για τον Ελληνισμό. Βέβαια δεν υπήρχε ειδικός μουσουλμανικός νόμος η διάταγμα που να επιβάλλει στους χριστιανούς την αποδοχή του Ισλάμ. Το Κοράνι άλλωστε συνιστούσε την ανεκτική στάση έναντι των χριστιανών, όταν αυτοί υποτάσσονταν και ζούσαν ειρηνικά. Οι εξισλαμισμοί[6] όμως γίνονταν σε μεγάλη έκταση, παρά το γεγονός ότι ήσαν επισήμως παράνομοι, αφού οι χριστιανοί που προσχωρούσαν στο Ισλάμ δεν θεωρούνταν πια υπόδουλοι άλλα απολάμβαναν πολλά δικαιώματα. Μπροστά σ’ αυτόν τον θανάσιμο κίνδυνο γιατη ζωή του γένους υψώθηκε ως μόνη αντιστασιακή δύναμη η θυσία των Νεομαρτύρων. Ανθρωποι απλοί και καθημερινοί, με ταπεινά επαγγέλματα, άνδρες και γυναίκες, οι Νεομάρτυρες αποτέλεσαν το πρότυπο για τον λαό, διδάσκοντας εμπράκτως την υπεροχή της δικής τους θρησκείας έναντι αυτής του κατακτητή. Χωρίς να έχουν πάρει τα όπλα εναντίον της τουρκικής εξουσίας, οι Νεομάρτυρες με άκρα ταπείνωση, υπομονή και καρτερία, αρνούνταννα εξωμόσουν κα\ εξευτέλιζαν τους δυνάστες τους διακηρύσσοντας με όλη τους τη δύναμη το μεγαλείο και την αλήθεια της χριστιανικής πίστης. Η θυσία τους, που ήταν μήνυμα αντίστασης και πηγή δύναμης για τους χριστιανούς της εποχής, καλούσε τους υπόδουλους να διατηρήσουν με κάθε τρόπο την ορθόδοξη τους πίστη, αφούη άρνησή της σήμαινε ταυτόχρονα και τουρκισμό[7].

Από την κυπριακή ιστορία της περιόδου της τουρκοκρατίας γνωρίζουμε ότι οι κάτοικοι σε πολλά χωριά του νησιού είχαν εξισλαμιστεί επιφανειακά, ενώ ταυτόχρονα διατηρούσαν στα κρυφά την πίστη των πατέρων τους… Δυστυχώς, η φαινομενική αποδοχή του Ισλάμ οδήγησε στον σταδιακό εκτουρκισμό πολλών κατοίκων της Κύπρου. Η εμμονή κατά συνέπειαν των Νεομαρτύρων στη φανερή ομολογία της χριστιανικής πίστης και στο σωτήριομήνυμά της, ότι δηλαδή ο θάνατος καταργήθηκε και ότι υπάρχει η δυνατότητα ο άνθρωπος να ζήσει πέρα από οποιαδήποτε σκλαβιά και δοκιμασία[8], υπήρξε καθοριστική για τη διάσωση της ελληνορθόδοξης συνείδησης των κυπρίων. Χωρίς την παρουσία των Νεομαρτύρων, και όλων αυτών που θυσιάστηκαν χάριν του λαού, είναι τελικά αμφίβολο αν η Κύπρος θα διετηρείτο χριστιανική και ελληνική μέχρι τις μέρες μας.

Παραπομπές:

1. Ανάτυπο από την ΕΕΚΕΙΣ, Γ’ (1996) 137-156. Με την άδεια του συγγραφέως εμείς δημοσιεύουμε μέρος της εργασίας αυτής.

2. Σημ. εκδότου- χαρακτηριστικά είναι και τα οσα λέει ο Χριστός Κρικώνης: «Και ενώ αμφότεροι, Νεομάρτυρες και Εθνομάρτυρες, συμπίπτουν χρονικά και υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο μετά από σκληρά και απάνθρωπαβασανιστήρια από τους τούρκους, όμως δεν πρέπει να συγχέονται, δεδομένου ότι πολλοί εθνομάρτυρές μας υπήρξαν ορθόδοξοι κληρικοί και όλοι οι νεομάρτυρές μας του ελληνικού χώρου έλληνες. Αμφότεροι ήταν έλληνες και χριστιανοί. Η μεταξύ τους ειδοποιός διαφορά ήταν η συνείδησή τους. Στους νεομάρτυρες το κυριαρχούν στοιχείο στον αγώνά τους γενικότερα και στη στιγμή του μαρτυρικού τους θανάτου ειδικότερα ήταν η ομολογία της πίστεως τους εις Χριστόν. Οι νεομάρτυρες ήταν συνήθως νέοι και απλοί άνθρωποι του λαού στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν κατώτεροι και ανώτεροι κληρικοί, οι οποίοι με τον μαρτυρικό τους θάνατο προκαλούσαν τη συγκίνηση στους ομοδόξους τους και επί πλέον τους ενεθάρρυναν να μείνουν σταθεροί στη χριστιανική ορθόδοξη πίστη τους. Ενώ στους εθνομάρτυρες, οι οποίοι αγωνίζονταν για την πατρίδα και την ορθόδοξη πίστη τους, η αγάπη για την πατρίδα ήταν εκείνη που πρωταρχικά τους οδηγούσε στο μαρτύριο και στη θυσία τους, χωρίς νατους λείπει η πίστη εις τον Χριστόν, ούτε η διάθεση να πεθάνουν γι’ αυτήν. Όμως κύριος σκοπός και πρώτιστο έργο τους ήταν ο αγώνας για την απελευθέρωση της πατρίδος τους… Τα περισσότερα μαρτύρια προκαλούσαν όχι μόνο το γενικά παρατηρούμενο στους νεομάρτυρες πνεύμα της αντιστάσεως εναντίον της βίας και της τυραννίας των τούρκων, αλλά και ο βαθύς θρησκευτικός ζήλος και η σταθερή και ακλόνητη πίστη τους. Η ομολογία της πίστεως αυτής, η καταπληκτική εμμονή στην ορθόδοξη χριστιανική ελληνική ιδιότητά τους, η υπομονή και η αξιοθαύμαστη καρτερικότητά τους στα απάνθρωπα βασανιστήρια, καθώς και η ανεξικακία τους για τους διώκτες τους, σε συνδυασμό με τις θαυματουργικές ικανότητες τις οποίες διέθεταν, ήταν τα κυριότερα κοινά χαρακτηριστικά των νεομαρτύρων. Το πνεύμα αυτό της αυτοθυσίας των νεομαρτύρων ετόνωνε το ηθικό του αγωνιζομένου υπόδουλου ελληνικού λαού και αποτελούσε παράδειγμα προς μίμηση». Χρ. Κρικώνη, Ο χριστοκεντρικός χαρακτήρας του μαρτυρίου των νεομαρτύρων, Ο Άγιος και ο Μάρτυρας στη ζωή της Εκκλησίας, εκδ. ΑΔΕΕ, Αθήνα 1994, σσ. 70-71.Σημαντικό επίσης είναι το επόμενο απόσπασμα: «Ανάμεσα στους νεομάρτυρες υπάρχουν και ορισμένοι που χαρακτηρίζονται ως εθνομάρτυρες. Στην πραγματικότητα όμως όλοι οι νεομάρτυρες είναι και εθνομάρτυρες, γιατί η πίστη για την οποία μαρτύρησαν δεν αποτελούσε ένα επιμέρους στοιχείο, άλλα τον συνεκτικό δεσμό της ταυτότητας του γένους. Ο πόθος για την απελευθέρωση του γένους από τον οθωμανικό ζυγό αποτελούσε σημαντικό παράγοντα, που χαρακτήριζε γενικά τους νεομάρτυρες, δημιουργώντας έτσι και την ιδιαιτερότητά τους σε σχέση με τους αρχαίους μάρτυρες». Γ. Μαντζαρίδη, Πρόσωπα και θεσμοί, Θεσσαλονίκη 1997, σσ. 132-134.

3. Για το νόημα της θυσίας τους βλ. π.χ. Μ. Χριστοδούλου, «Το νόημα της θυσίας του εθνομάρτυρος Κυπριανού», στο βιβλίο: Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’, Διαλέξεις, ομιλίες, εκδηλώσεις, τ. Α’, Λευκωσία 1994, σσ. 85-94.

4. Γ Κηπιάδου, Απομνημονεύματα των κατά το 1821 εν τη νήσω Κύπρω τραγικών σκηνών, ο.π., σ. 27.

5. Κ Κυρρη, «Ανδρέας, Νικόλαος, Χριστόδουλος και Μάρκος Σολομωνίδαι», ΚΣ, 33 (1969) 127-148.

6. Σημ. εκδότου∙ πολύ παραστατική εικόνα των αιτίων των εξισλαμισμών και των μαρτυρίων των νεομαρτύρων δίδουν και τα ακόλουθα αποσπάσματα: «Οι νεομάρτυρες ήταν τα συνήθη θύματα των τούρκων, οι οποίοι με διάφορες προφάσεις και μεγάλες ευκολίες προέβαιναν αδιάκριτα σε θανατώσεις χριστιανών ελλήνων, άλλοτε γιατί ηρνούντο να αλλαξοπιστήσουν και άλλοτε για τις πιο απίθανες κατηγορίες, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν καθαρά συκοφαντίες. Τρεις ήταν κυρίως οι βασικοί λόγοι που επέβαλλαν την συμπεριφορά αυτή των τούρκων καιπου αποτελούν και τα κύρια αίτια του εξισλαμισμού και τα αίτια του μαρτυρίου εκείνων που ηρνούντο να αλλαξοπιστήσουν. α) Από τη θρησκευτική μωαμεθανική συνείδηση, σύμφωνα με την οποία οι τούρκοι έπρεπε από τη μια να περιφρονούν τους απίστους και από την άλλη με κάθε τρόπο, ακόμη και βίαια μέσα, έπρεπε να τους αναγκάζουν να δεχθούν τον μωαμεθανισμό, φθάνοντας μέχρι το μαρτύριο για όσους δεν εδέχοντο. β) Από την εθνική συνείδηση των τούρκων, κατά την οποία οι εξισλαμισθέντες υπόδουλοι έλληνες γενόμενοι τούρκοι, εμείωναν έτσι τον αριθμό των εθνικών αντιπάλων τους. γ) Από την οικονομικήν απληστίαν των τούρκων οι οποίοι, γνωρίζοντες ότι οι χριστιανοί συνήθως δεν θα υποχωρούσαν στις πιέσεις για εξισλαμισμό και ότι θα οδηγούντο μετά την ομολογίαν της πίστεώς τους στον μαρτυρικό θάνατο, υπελόγιζαν να αρπάξουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία των μαρτύρων. Για αυτούς τους παραπάνω λόγους, έπρεπε ανάλογα με τις περιπτώσεις να εφευρίσκονται κάθε φορά διάφορα προσχήματα και αφορμές για να καλύπτουν τους πραγματικούς λόγους που παρακινούσαν τους τούρκους στις ενέργειές τους αυτές». Χρ. Κρικώνη, Ο χριστοκεντρικός χαρακτήρας, ο.π., σα. 71-72. «Κατά την εποχή των νεομαρτύρων η ιδιότητα του χριστιανού δεν ήταν καταρχήν κολάσιμη, γιατί ο Χριστιανισμός αναγνωριζόταν από το τουρκικό κράτος ως ανεκτή θρησκεία. Η αναγνώριση όμως αυτή ήταν πολύ σχετική και αντιφατική, γιατί παράλληλα επικρατούσε η γενική αρχή, σύμφωνα με την οποία κάθε χριστιανός που καταδικαζόταν σε θάνατο για οποιοδήποτε έγκλημα μπορούσε να απαλλαγεί από την καταδίκη αρνούμενος την πίστη του και προσερχόμενος στον μωαμεθανισμό. Με αυτό τον τρόπο η μη κολάσιμη ιδιότητα του χριστιανού αναγνωριζόταν ως το απεχθέστερο έγκλημα, αφού η αποκήρυξή της μπορούσε να αμνηστεύσει οποιοδήποτε άλλο έγκλημα. Τέλος, ένώ επισήμως υπήρχε η αναγνώριση, οι τούρκοι έβρισκαν τρόπους να πιέζουν τους χριστιανούς. Η έλλειψη οικονομικής ζωής ωθούσε τους τούρκους σε ποικιλόμορφες αυθαιρεσίες και βιαιότητες για την εξεύρεση οικονομικών πόρων. Αυτές εντάθηκαν ακόμα περισσότερο κατά τον δέκατο έβδομο και τον δέκατο όγδοο αιώνα. Οταν βελτιώθηκε η οικονομική κατάσταση των χριστιανών. Γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο, ότι ακριβώς κατά την περίοδο αυτή έχουμε και το μεγαλύτερο πλήθος των νεομαρτύρων». Γ. Μαντζαρίδη, Πρόσωπα και θεσμοί, ο.π., σσ. 118-119.

7. Σημ. εκδότου· «αρνούμενοι οι χριστιανοί να αλλαξοπιστήσουν, οδηγούντο ενώπιον τούρκων ιεροδικαστών και χωρίς κάποια νομική διάταξη η συγκεκριμένη διαδικασία “εδικάζοντο και κατεδικάζοντο” σε θάνατο με συνοπτική, θα λέγαμε, διαδικασία. Σ’ αυτή την περίπτωση ανήκει η πλειονότητα, αν όχι η ολότητα των κληρικών νεομαρτύρων, αλλά και των λαϊκών. Τους εζητείτο η άρνηση της χριστιανικής ορθόδοξης πίστεως και η ένταξή τους στον ισλαμισμό, προκειμένου να σώσουν τη ζωή τους. Αυτούς τους μάρτυρες η Εκκλησία αναγνωρίζει, τιμά και ονομάζει νεομάρτυρες, για να διακρίνονται από τους μάρτυρες της αρχαίας Εκκλησίας». Χρ. Κρικώνη, Ο χριστοκεντρικός χαρακτήρας, ο.π., σ. 73. Ο Κυπριανός, πριν την σύλληψή του είχε την δυνατότητα και να φύγει και να σωθεί, προτίμησε όμως να μείνει και να θυσιασθεί για το ποίμνιό του (βλ. ενταύθα, διήγηση John Came, σσ. 311.315), αλλά και μετά από την σύλληψή του μπορούσε να αρνηθεί την πίστη του, για να γλυτώσει την ζωή του (βλ. διήγηση Joseph Wolf, σ. 316 εν τω παρόντι). Το γεγονός δε ότι όσοι αρνήθηκαν τον Χριστό, όχι μόνο την ζωή τους έσωσαν, άλλα και την περιουσία και τις οικογένειές τους, μαρτυρείται και πάλι από τον Carne (ενταύθα, σ 312). Μετά από όλα αυτά, δεν μένει καμμία αμφιβολία ότι ο Κυπριανός και οι συν αυτώ υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο, κατά κύριο λόγο, για την πίστη τους στον Χριστό, δεδομένου ότι η απάρνηση της πίστεως αυτής, θα τους απάλλασσε κάθε δυσάρεστης επιπτώσεως.

8. Σημ. εκδότου∙ «η παρρησία και η σταθερότητα αυτή των νεομαρτύρων προέρχεται βασικά από τη βαθειά καιακλόνητη πίστη τους στον Χριστόν. Γιατί θεωρούσαν ότι η πίστη τους στον Χριστό για την οποία οδηγούντο στο μαρτύριο ήταν το σπουδαιότερο και πλουσιότερο αγαθό και ότι η υψίστη τιμή και δόξα τους ήταν η μέλλουσα εν Χριστώ ζωή». Χρ. Κρικώνη, Ο χριστοκεντρικός χαρακτήρας, ο.π., σ. 76.

Πηγή: Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός· Ο Μάρτυρας της Πίστεως και της Πατρίδος – Αρχείον Κειμένων», Έρευνα-Σπουδή-Επιμέλεια: Πατέρες Ιεράς Μονής Μαχαιρά, Έκδοση Ιεράς Βασιλικής Σταυροπηγιακής Μονής Μαχαιρά 2009

http://vatopaidi.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μην ξεχνάτε να ελέγχετε το μαγνήσιο. Η έλλειψη του προκαλεί μουδιάσματα, κράμπες, ημικρανίες, κόπωση. Σε ποιες τροφές υπάρχει το μαγνήσιο;

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Μαρτίου, 2013

images-264

Συντάκτης: Aλέξανδρος Γιατζίδης, M.D

Το μαγνήσιο είναι ένα ιχνοστοιχείο το οποίο υπάρχει στα οστά, στους ιστούς και τα όργανα του σώματος.

Είναι ένα ενδοκυττάριο μεταλλικό στοιχείο, το οποίο θα πρέπει να λαμβάνουμε σε συγκεκριμένες ποσότητες. Στον ανθρώπινο οργανισμό υπάρχουν πολλά βασικά μέταλλα όπως το ασβέστιο, το κάλιο και το νάτριο, προκειμένου όμως αυτά να λειτουργήσουν εξαρτώνται από το μαγνήσιο. Το μαγνήσιο ενεργοποιεί περισσότερες από 300 διαφορετικές βιοχημικές αντιδράσεις στο ανθρώπινο σώμα, όλες το ίδιο απαραίτητες ώστε αυτό να λειτουργήσει σωστά. «Αντίθετα με ό,τι πιστεύει ο πολύς κόσμος, η ανεπάρκεια σε μαγνήσιο είναι πολύ συχνή ακόμα και σ’ εκείνους που το παίρνουν ως συμπλήρωμα τακτικά».

Μαγνήσιο και ασβέστιο
To μαγνήσιο εμπλέκεται στενά μαζί με το ασβέστιο στο μεταβολισμό. Διανέμεται ευρέως στα μαλακά μόρια και το σκελετό, ο οποίος περιέχει περισσότερο από το 70% της συνολικής του ποσότητας στο σώμα. Εάν η λήψη του μέσω της διατροφής μειωθεί, το σώμα προστατεύεται από την απώλεια μαγνησίου μειώνοντας την ποσότητα αυτού στα ούρα, γεγονός που επιτρέπει τη διατήρηση του εν λόγω μετάλλου για μελλοντική χρήση. Το μαγνήσιο πρέπει να είναι παρόν σε κατάλληλες ποσότητες διότι βοηθά στην αφομοίωση του ασβεστίου. Καθώς το μαγνήσιο τείνει να απορροφάται σε χαμηλά επίπεδα από τη διατροφή, η έλλειψη αυτού είναι ευρέως διαδεδομένη.
Το μαγνήσιο ενεργοποιεί περισσότερα από 300 ένζυμα στο σώμα. Το μαγνήσιο επηρεάζει τα χαρακτηριστικά διαβατότητας και τις ηλεκτρικές ιδιότητες της μεμβράνης. Ελαττωμένα επίπεδα μαγνησίου αυξάνουν τη μεμβρανική αγωγιμότητα ιστών, όπως η καρδιά. Το μαγνήσιο ανταγωνίζεται το ασβέστιο για δεσμευτικές θέσεις σε μεμβράνες και διεγείρει τη συγκέντρωση ασβεστίου από το σαρκοπλασματικό δίκτυο. Υπομαγνησιαιμία μπορεί να επηρεάσει η έκκριση και η δράση της PYN και να οδηγήσει σε υπασβεστιαιμία.images-265

Ο οργανισμός ενός ενήλικα περιέχει γύρω στα 24 γραμμάρια μαγνησίου, εκ των οποίων το 65% βρίσκεται στα οστά. Περισσότερο από το 65% της ποσότητας του μαγνησίου στο σώμα βρίσκεται στα οστά, όπου μαζί με το ασβέστιο και το φώσφορο βοηθά στο σχηματισμό τους και τους παρέχει ανθεκτικότητα. Το 39% στον ιστό και τα όργανα και μόλις 1% στο πλάσμα του αίματος. Το μαγνήσιο παίζει καίριο ρόλο στην απελευθέρωση ενέργειας, καθώς είναι συμπαράγοντας στις αντιδράσεις απελευθέρωσης ενέργειας. Είναι επίσης απαραίτητο για τη σύνθεση του RNA και την αντιγραφή του DNA, π.χ. κατά την παραγωγή κυττάρων. Επιπλέον, το μαγνήσιο είναι σημαντικό για τη λειτουργία των νεύρων και των μυών, συμπεριλαμβανομένου και του καρδιακού μυ. Κάποιες φορές αναφέρεται ως το μέταλλο «κατά του στρες», λόγω του ρόλου του στη μυϊκή χαλάρωση. Επίσης, είναι απαραίτητο για την αποκατάσταση και διατήρηση των σωματικών κυττάρων και ιστών, καθώς αποτελεί συμπαράγοντα στο μεταβολισμό των πρωτεϊνών.

Σε τι χρησιμεύει το μαγνήσιο
Το μαγνήσιο είναι:
·      Αγχολυτικό,
·      Αντιφλεγμονώδες,
·      Αντιαλλεργικό,
·      Ρυθμιστής της θερμοκρασίας του σώματος,
·      Απαραίτητο για την οστεοποίηση (βοηθάει το ασβέστιο να εισχωρήσει στα οστά),
·      Ρυθμιστής του γλυκιδικού και λιπιδικού μεταβολισμού των μυϊκών, καρδιακών και νευρικών ιστών.

Πλην όμως των παραπάνω καταστάσεων το Μαγνήσιο έχει συνδυασθεί και με άλλες παθήσεις:

Mαγνήσιο  Μνήμη και Eγκεφαλικό
Η έλλειψη μαγνησίου στον οργανισμό μας, μπορεί να μειώνει τη μνήμη και τις δυνατότητες μάθησης. Αντίθετα η αφθονία μαγνησίου μπορεί να βελτιώνει τις γνωστικές μας λειτουργίες.
Το μαγνήσιο ρυθμίζει στον εγκέφαλο υποδοχείς που έχουν
καθοριστικό ρόλο στη μνήμη και στη μάθηση. Η διατήρηση κανονικής συγκέντρωσης μαγνησίου στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία των συνάψεων του κεντρικού νευρικού συστήματος στις οποίες βασίζεται η μνήμη μας
Σε περιπτώσεις εγκεφαλικών επεισοδίων παρατηρείται μείωση του μαγνησίου στον ορό του αίματος. Η αυξημένη πρόσληψη του μαγνησίου επιταχύνει την αποκατάσταση. Η επάρκεια μαγνησίου στον οργανισμό είναι ζωτικής σημασίας για τη σωστή λειτουργία του νευρικού συστήματος. Όταν ο οργανισμός έχει ανεπάρκεια μαγνησίου, τα νευρικά κύτταρα μπορεί να μη δίνουν ή να λαμβάνουν μηνύματα, με αποτέλεσμα να γίνονται πολύ ευαίσθητα και άκρως αντιδραστικά. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, το άτομο γίνεται υπερβολικά νευρικό και υπερευαίσθητο, διακατέχεται από έντονη νευρικότητα και ανησυχία, αντιδρά απότομα στους έντονους θορύβους και γενικά έχει την εντύπωση πως οι θόρυβοι είναι πολύ δυνατότεροι.
Μαγνήσιο και Stress
Σχετικά πρόσφατα αποδείχθηκε ότι σε άτομα που εργάζονται κάτω από δύσκολες περιβαλλοντικές συνθήκες (έντονος θόρυβος) ή μετά από έντονη πνευματική κόπωση το Μαγνήσιο του οργανισμού τους μειώνεται επειδή αυξάνεται η αποβολή του από τα νεφρά στα ούρα. Πράγματι σε αυτά τα άτομα, μελέτες έδειξαν ότι η χορήγηση συμπληρωμάτων διατροφής που περιείχαν Μαγνήσιο βοήθησε σημαντικά την επαναφορά των επιπέδων του στο φυσιολογικό και την θεραπεία των όποιων συμπτωμάτων. Επίσης, η ανεπάρκεια του μαγνησίου μπορεί να φέρει διαταραχές στον ύπνο, με κυριότερες την αϋπνία, τις κράμπες, το ξύπνημα κατά τη διάρκεια της νύχτας από μυικούς σπασμούς και γενικότερα μια δυσάρεστη αίσθηση.
Μαγνήσιο και Ημικρανίες
Μελέτες που έγιναν σε ασθενείς με ημικρανίες απέδειξαν ότι το επίπεδο του Μαγνησίου στο αίμα τους και στα ερυθρά τους αιμοσφαίρια ήταν χαμηλότερο από το φυσιολογικό. Στηριζόμενοι σε αυτά τα ευρήματα πολλοί άλλοι ερευνητές χορήγησαν συστηματικά Μαγνήσιο και κατόρθωσαν να μειώσουν την ένταση και τη διάρκεια των κρίσεων ημικρανίας.

Μαγνήσιο και Οστεοπόρωση.
Το Μαγνήσιο σε ηλικιωμένους, άνδρες και γυναίκες, βοηθά στην αύξηση της οστικής μάζας και σε βελτίωση της αντοχής των οστών. Το Μαγνήσιο βοηθά τα οστά όσο και το Ασβέστιο.

Μαγνήσιο και καρδιακές αρρυθμίες
Είναι γνωστό σε όλους μας πως η καρδιά είναι ο δυνατότερος μυς του σώματός μας, ο οποίος δουλεύει ακατάπαυστα με συστολές για να κυκλοφορεί το αίμα στο σώμα. Ως μυς, λοιπόν, επηρεάζεται αρνητικά από την έλλειψη μαγνησίου, η οποία μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς τις καρδιακές συστολές και μ’ αυτόν τον τρόπο να μεταβάλλει τις φυσιολογικές λειτουργίες που πρέπει να κάνει η καρδιά. Αν το μαγνήσιο είναι ανεπαρκές, δεν επιτρέπεται η χαλάρωση του καρδιακού μυ ώστε αυτός να είναι έτοιμος για την επόμενη συστολή.
Το πρόβλημα των ταχυαρρυθμιών είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο. Στις ΗΠΑ πιστεύεται ότι πάσχουν περισσότερα από 2 εκατομμύρια άτομα ιδιαίτερα άνδρες. Συνήθως οι ταχυαρρυθμίες συνδυάζονται με Υπέρταση, καρδιακή ανεπάρκεια αλλά είναι και ιδιαίτερα συνηθισμένες και μετά καρδιακό bypass.

Μαγνήσιο και Άσθμα
Το Μαγνήσιο έχει βρεθεί ότι αναστέλλει την σύσπαση των λείων μυικών ινών, μειώνει έκκριση Ισταμίνης από τα Μαστοκύτταρα και αναστέλλει την έκκριση Ακετυλχολίνης, επομένως αποτελεί χρήσιμο φάρμακο σε ασθενείς με βρογχική σύσπαση από Ασθμα. Πράγματι μελέτες που έγιναν έδειξαν ότι μπορεί να βοηθήσει σε άτομα ανθεκτικά στην κλασική θεραπεία με β-αγωνιστές, αντιχολινεργικά και κορτικοστεροειδή.
Μαγνήσιο και Καρδιακό Bypass
Παρά την εντυπωσιακή βελτίωση των χειρουργικών μεθόδων για το καρδιακό bypass η θνησιμότητα 1 χρόνο μετά την επέμβαση κυμαίνεται από 3-20 % και εξαρτάται από την προεγχειρητική κατάσταση του ασθενούς και την ηλικία. Από την άλλη πλευρά, η θετική επίδραση του Μαγνησίου στον τόνο των αγγείων, οι αντιαρρυθμικές δυνατότητές του και θετική δράση του σε περιπτώσεις εμφραγμάτων έχουν ήδη περιγραφεί.

Μαγνήσιο και κράμπες των κάτω άκρων
Η κράμπα είναι μια παρατεταμένη και επώδυνη σύσπαση του μυός, που συμβαίνει ως απάντηση σε ελάχιστο νευρικό ερέθισμα. Εδώ συμβαίνει το εξής παράδοξο. Η έλλειψη ενέργειας στο μυ θα έπρεπε κανονικά να οδηγεί σε αδυναμία σύσπασης και όχι σε αδυναμία χαλάρωσης του μυός. Αυτό όμως που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι, ότι στη διαδικασία σύσπασης-χαλάρωσης του μυός η
ενέργεια «προπληρώνεται» για τη χαλάρωση του μυός. Έτσι, μετά τη σύσπαση απαιτείται ενέργεια για τη χαλάρωση του μυός και αυτή η ενέργεια είναι που θα χρησιμοποιηθεί για την επόμενη σύσπαση.
Η επάρκεια μαγνησίου σε αυτή τη διαδικασία μεριμνά για την ύπαρξη ενέργειας για τη χαλάρωση του μυός. Έτσι, όσο συχνά συμβαίνει να πάσχουν από κράμπες, ιδιαίτερα μετά από προπόνηση, αγώνες ή γενικά κούραση και απώλεια υγρών και αλάτων, πρέπει να
σκεφτούν ότι πιθανόν πάσχουν από έλλειψη μαγνησίου. Αυτό αφορά κυρίως αθλητές και γενικότερα νέους και υγιείς οργανισμούς. Στους πρεσβύτερους οι κράμπες μπορεί να προέρχονται από σημαντικά προβλήματα υγείας.

Η απορρόφηση του Μαγνησίου επηρεάζεται:
Παράγοντες που είναι γνωστό ότι μειώνουν τα επίπεδα του μαγνησίου είναι οι ακόλουθοι
  • ·      Σύνδρομα δυσαπορρόφησης
  • ·      Παθολογική απώλεια  γαστρεντερικών υγρών
  • ·      Νεφρικές παθήσεις  – Χρόνια πυελονεφρίτιδα – Χρόνια σπειραματονεφρίτιδα – Νεφρική σωληναριακή  οξέωση
  • ·      Ασιτία με μεταβολική οξέωση
  • ·      Αλκοολισμός
  • ·      Υπερπαραθυρεοειδισμός  – υπερασβεστιαιμία
  • ·      Υπερανδυστερονισμός
  • ·      Οξεία πακγρεατίτιδα
  • ·      Χρόνια παγκρεατίτιδα
  • ·      Τοξαιμία ή εκλαμψία κύησης

Παράγοντες που είναι γνωστό ότι αυξάνουν τα επίπεδα του μαγνησίου είναι οι ακόλουθοι

  • ·      Νεφρική ανεπάρκεια
  • ·      Διαβητικό κώμα
  • ·      Υποθυρεοειδισμός
  • ·      Νόσος του Addison
  • ·      Πολλαπλούν μυέλωμα
  • ·      Συστηματικός ερυθηματώδης
    λύκος
  • ·      Αφυδάτωση
  • ·      Θεραπεία με μαγνήσιοimages-263

Διατροφή και μαγνήσιο
Το μαγνήσιο λαμβάνεται μέσω της τροφής. Η απορροφητικότητα του μειώνεται με την αύξηση της ηλικίας και τη λήψη συμπληρωμάτων σιδήρου. Το πλεόνασμα μαγνησίου αποβάλλεται μέσω των νεφρών.
Μαγνήσιο μπορούμε να λάβουμε και μέσω των τροφών, αφού απαντάται σε μεγάλη ποικιλία από αυτές, όπως στα φρέσκα πράσινα λαχανικά, όπου το συναντάμε πλούσιο λόγω του ότι είναι βασικό στοιχείο του μορίου της χλωροφύλλης.
Βασικές πηγές μαγνησίου είναι το κακάο, τα λαχανικά, τα αποξηραμένα φρούτα, οι ξηροί καρποί, καθώς και ορισμένα μεταλλικά νερά.
Παρακάτω, ακολουθούν ανά διατροφική ομάδα, οι πλουσιότερες σε μαγνήσιο τροφές:
•   Κρεατικά ή συναφή: χοιρινό λουκάνικο, συκώτι, καρδιά, αρνίσια νεφρά, κόκκινο κρέας, πιτσούνι, αυγά.
•   Θαλασσινά: σαλιγκάρι της θάλασσας, βούκινο, μύδια, γαρίδες, καλαμάρια, αχιβάδες.
•   Αμυλώδη: καστανό ρύζι, ζυμαρικά ολικής αλέσεως, όσπρια (φακές, φασόλια, ρεβίθια).
•   Λαχανικά: σπανάκι, μπρόκολο, σέσκουλο.
•   Φρούτα: μπανάνα, φρέσκο σύκο, αποξηραμένα φρούτα και ξηροί καρποί.
Δημητριακά: δημητριακά ολικής αλέσεως, ψωμί και μπισκότα ολικής αλέσεως, νιφάδες βρώμης, μούσλι.
Περιεκτικότητα σε μαγνήσιο στα 100γρ. καταναλώσιμης τροφής.

Είδος τροφής
(100γρ.)
Μαγνήσιο
(mg)
Γάλα (αγελάδας)
12
Τυρί (κασέρι) 25
Αυγά 12
Κρέας (βοδινό) 151
Κοτόπουλο 20
Πατάτες 24
Λάχανο 17
Πορτοκάλια 13
Φιστίκια(αράπικα) 26
Ψωμί (άσπρο)
(πιτυρούχο)
97
230

images-267

Αλληλεπιδράσεις
Η λήψη ψευδαργύρου σε μεγάλες ποσότητες από συμπληρώματα και όχι από φυσικές πηγές μπορεί να εμποδίσει την απορρόφηση του μαγνησίου σημαντικά. Επίσης, αυξημένη πρόσληψη πρωτεϊνών στη διατροφή συνδέεται με καλύτερη πρόσληψη μαγνησίου.
Η πρόσληψη φαρμάκων που περιέχουν Σίδηρο, για αναιμία, μαζί με φάρμακα που περιέχουν Μαγνήσιο εμποδίζει την απορρόφηση από το έντερο και του Σιδήρου και του Μαγνησίου, γι αυτό και πρέπει τα δύο αυτά στοιχεία να λαμβάνονται με διαφορά 3 με 4 ωρών το ένα από το άλλο. Το ίδιο συμβαίνει και όταν λαμβάνονται αντιβιοτικά όπως οι τετρακυκλίνες. Μειώνει την απορρόφηση άρα και τη δράση του digoxin (φάρμακο για την καρδιά), του nitrofurantoin (αντιβιοτικό) και μερικών ανθελονοσιακών φαρμάκων. Επίσης, αν κάποιος λαμβάνει διφοσφωνικά για την οστεοπόρωση, πρέπει να τα λαμβάνει δύο ώρες πριν ή μετά από λήψη σκευασμάτων πλούσιων σε μαγνήσιο. Τα περισσότερα διουρητικά εξαντλούν τα αποθέματα μαγνησίου στον οργανισμό. Αν κάποιος λαμβάνει κάποιο από αυτά τα φάρμακα ή λαμβάνει συμπληρώματα πλούσια σε μαγνήσιο, πρέπει πάντα να ενημερώνει τους ιατρούς που τον παρακολουθούν.
Το Μαγνήσιο αυξάνεται με
  • ·      Ασπιρίνη
  • ·      Βιταμίνη D
  • ·      Παράγωγα μαγνησίου
  • ·      Προγεστερόνη
  • ·      Τριαμτερένη
  • ·      Λίθιο
Το Μαγνήσιο ελαττώνεται με
  • ·      Αλδοστερόνη
  • ·      Άλατα ασβεστίου
  • ·      Κιτρικά
  • ·      Διουρητικά
  • ·      Αντισυλληπτικά
  • ·      Φουρεσιμίδη.
  • ·      Αιθανόλη
  • ·      Αμινογλυκοζίδες
  • ·      Κυκλοσπυρίνη
  • ·      Φαινοτοίνη
Συνιστώμενες ημερήσιες δόσεις μαγνησίου
Σύμφωνα με το RDA χρειάζονται 6mg μαγνησίου για κάθε κιλό βάρους ανά ημέρα. Έτσι, ένα άτομο 70 κιλών χρειάζεται 420mg μαγνησίου την ημέρα για τη σωστή λειτουργία του οργανισμού. Επισημαίνουμε, ότι τα άτομα που γυμνάζονται συστηματικά χρειάζονται περισσότερο μαγνήσιο, γιατί η παραγωγή ενέργειας στο σώμα τους είναι μεγαλύτερη και οι απώλειες περισσότερες.
·      Σε mg/ημέρα
  • ·      Βρέφη 0-6 μηνών : 30
  • ·      Βρέφη 7-12 μηνών : 75
  • ·      Παιδιά 1-3 ετών : 80
  • ·      Παιδιά 4-8 ετών : 130
  • ·      Παιδιά 9-12 ετών : 240
  • ·      Άντρες 14-18 ετών : 410
  • ·      Άντρες 19-30 ετών : 400
  • ·      Άντρες 31+ ετών: 420
  • ·      Γυναίκες 14-18 ετών : 360
  • ·      Γυναίκες 19-30 ετών : 310
  • ·      Γυναίκες 31+ ετών : 320
  • ·      Εγκυμοσύνη 14-18 ετών : 400
  • ·      Εγκυμοσύνη 19-30 ετών : 350
  • ·      Εγκυμοσύνη 31+ ετών : 360
  • ·      Θηλάζουσες 14-18 ετών : 360
  • ·      Θηλάζουσες 19-30 ετών : 310
  • ·      Θηλάζουσες 31+ ετών : 320
Φυσιολογικές τιμές = 1,5 – 2,5 mEq/L
Βιβλιογραφία:
Itoh K et al. The effects of high oral magnesium supplementation on blood pressure serum lipids and related variables in apparently healthy Japanese subjects. The British J of Nutrition, 78;5:737-750, 1997.
Britton J et al. Dietary magnesium, lung function, wheezing, and airway hyperreactivity in a random adult population sample. The Lancet, 344:357-362, 1994.

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αρχίζοντας την πορεία της Μ. Σαρακοστής

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαρτίου, 2013

3569π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

«Κανένας δεν μπορεί να βαστάξει στους πειρασμούς, παρά μονάχα όποιος πίστεψε πως υπάρχει κάποιο πράγμα που είναι ανώτερο από την καλοπέραση του κορμιού και που θα το πάρει σαν αμοιβή για τις θλίψεις που ετοίμασε τον εαυτό του να περάσει» (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος).

Καθώς αρχίζουμε το «στάδιο των αρετών», υπάρχει μια αίσθηση ότι αρχίζουμε έργο κοπιαστικό και δύσκολο. Και είναι! Η μακρά περίοδος της νηστείας, οι καθημερινές και ποικίλες ακολουθίες, η αναγκαία περισυλλογή και σιωπή, μαζί βέβαια με τις καθημερινές μέριμνες και φροντίδες, κάνουν την Μεγάλη Σαρακοστή όντως Μεγάλη.

Η λογική βάση για να διαπεράσουμε την περίοδο αυτή, όπως και η φίλαυτη συμπεριφορά που οδηγεί σε αγωνιώδη προσπάθεια να μην κουραστούμε, να μην πεινάσουμε, να μην δυσκολευτούμε, δεν αντέχουν στο πνεύμα των ημερών.

Ο χριστιανός καλείται να μην είναι μίζερος, να μην διστάζει στον κόπο και στον πόνο που έρχεται, να είναι ανδρείος. Γιατί χωρίς δυσκολίες, χωρίς πειρασμούς, χωρίς θλίψεις, δεν βιώνεται η «εντός ημών βασιλεία».

Η Μ. Σαρακοστή είναι μια δυνατότητα, που προσφέρεται σε όλους τους χριστιανούς, να περάσουμε μέσα από δυσκολίες για να φτάσουμε στο ανέσπερο φως του Πάσχα. Το κοινόν της πορείας κάνει το δρόμο πιο εύκολο.

Στην πραγματικότητα η Μ. Σαρακοστή είναι η εικόνα της χριστιανικής ζωής. Έχει όλα όσα συνιστούν μια αληθινή πνευματική ζωή: τον αγώνα, την άσκηση, τη μετάνοια, τη λύπη που μεταποιείται σε χαρμολύπη, την έκχυση της Χάριτος, όταν η καρδία είναι «συντετριμμένη και τεταπεινωμένη».

Απαραίτητα εφόδια είναι: η προσευχή, η νηστεία, η Θεία Κοινωνία, η μελέτη, οι ακολουθίες στο ναό. Έτσι, ο χριστιανός που θέλει να ζήσει αληθινά την εν Χριστό ζωή ζει όπως η Εκκλησία τον καλεί να ζήσει, στην κοινή πορεία με τους άλλους χριστιανούς.

Η πορεία αυτή έχει μαζί τον κόπο και τη χαρά, την ειρήνη της καρδίας, την γλυκύτητα της ζωντανής παρουσίας του Θεού. Δεν είναι μια άρνηση και ένας κουραστικός δρόμος μόνο. Έχει και τη μυστική χαρά των τέκνων του Θεού, την πρόγευση της μέλλουσας ζωής, την ανεκλάλητη εμπειρία τής εδώ και τώρα αιώνιας ζωής του Θεού.

Ποιος, άλλωστε, θα άρχιζε χωρίς αυτή τη σιγουριά; Ποιος λόγος είναι ικανός να κάνει κάποιον να παλεύει για πενήντα σχεδόν μέρες, χωρίς τη βεβαιότητα ότι δεν αγωνίζεται «εις κενόν»;

Ασφαλώς η περίοδος της Μ. Σαρακοστής δεν είναι για όλους, όπως δεν είναι και η πίστη. «Οι βουλόμενοι αθλήσει εισέλθετε». Ο Χριστός κάλεσε να τον ακολουθήσουν, αίροντας το σταυρό τους και αρνούμενοι τον εαυτό τους, όποιοι θέλουν. Η ελευθερία του προσώπου, ως εικόνας Θεού, δεν αφαιρείται αλλά προβάλλεται ως προϋπόθεση.

Ευλογημένοι όσοι αρχίσουν με πόθο και ζήλο την πορεία κι όσοι ακόμα πιο πολύ φθάσουν έως τέλους, στην ολόφωτη νύκτα του Πάσχα, όπου θα εορτάσουν μαζί τους «ουρανός τε και γη και τα καταχθόνια».

Πηγή: isagiastriados.com

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

H είσοδος στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή (Αρχιμ. Λεβ Ζιλέ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Μαρτίου, 2013

ΒΒΒΒΒΒ

Η  Δευτέρα που ακολουθεί την Κυριακή της Τυρινής είναι η πρώτη ημέρα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Να ‘μαστε λοιπόν στην πορεία των σαράντα ημερών που μας προετοιμάζει για τον καιρό του Πάθους και την Ανάσταση.

Βασικό χαρακτηριστικό της Μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι η νηστεία. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ή να αντιμετωπίσουμε με ελαφρότητα τη νηστεία των τροφών. Οι πατέρες της Εκκλησίας και η συλλογική συνείδηση των πιστών έχουν τέλεια διακρίνει την πνευματική αξία, επανορθωτική και καθαρτική, της αποχής από ορισμένες τροφές. Θα ήταν όμως σοβαρό λάθος να περιορίσουμε τή νηστεία στη μία αυτή διάσταση. Η νηστεία του σώματος θα πρέπει να συνοδεύεται και από μία άλλη νηστεία.

Η τάξη της  Εκκλησίας των πρώτων αιώνων απαγόρευε κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή τη συζυγική σχέση, τη συμμετοχή σε γιορτές, την παρουσία των Χριστιανών σε θεάματα. Αυτή η τάξη  έχει αποδυναμωθεί και ίσως δεν παρουσιάζεται στους πιστούς με την ίδια αυστηρότητα, όπως κατά την εποχή των πατέρων.

Παραμένει όμως ακριβής ένδειξη του πνεύματος και της πρόθεσης της Εκκλησίας. Αυτή η πρόθεση συνίσταται στο να ασκηθούμε, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, σ’ έναν αυστηρότερο έλεγχο των σκέψεων, των λόγων και των πράξεών μας και να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας στο Πρόσωπο και τις απαιτήσεις του Σωτήρος. Η φιλανθρωπία είναι και αυτή ένας τρόπος τήρησης της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τον οποίο θερμά συνιστούσαν οι πατέρες. Νηστεία ευάρεστη στον Θεό είναι ένα σύνολο από το οποίο δεν πρέπει να αποκόπτουμε τις εσωτερικές η εξωτερικές πτυχές του, αλλά του οποίου οι εσωτερικές πτυχές ει ναι οι σημαντικότερες.

Αξίζει ακόμη να αναφερθούμε στη θαυμάσια προσευχή η οποία αποδίδεται στον Άγιο Εφραίμ. Εδώ βρισκόμαστε πλέον μπροστά σ’ ένα ξεκάθαρο ξέσπασμα της ψυχής, σύντομο, νηφάλιο, θερμό. Συνοδευόμενη από μετάνοιες αυτή η προσευχή, απαγγέλλεται για πρώτη φορά το βράδυ της Κυριακής πριν από την Καθαρά Δευτέρα, κατά τη διάρκεια του Κατανυκτικού Εσπερινού.

Επαναλαμβάνεται στις περισσότερες Ακολουθίες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, κυρίως στη Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων:

«Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύ μα αργίας,περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δως.Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονης και αγάπης χάρισαί μοι τω σω δούλω. Ναί, Κύριε  Βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου, ότι ευλογητός ει  εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.»

Η προσευχή αυτή συνοψίζει όλη την ουσία της πνευματικής ζωής. Ο χριστιανός που θα την επανα-λαμβάνει συνεχώς, που θα τρέφεται με αυτή κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, θα φοιτά στο πιο απλό και ταυτόχρονα στο πιο τέλειο σχολείο. Αν μάλιστα περιοριστεί στο νάεπαναλαμβάνει και να νιώθει τις πρώτες λέξεις

«Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου» , θα εισέλθει βαθιά στην πραγματικότητα της σχέσης ανάμεσα στον Θεό και στην ψυχή, στην ψυχή και στον Κύριό της.

Από το βιβλίο « Πασχαλινή κατάνυξη »,εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 200 –Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης ΜΕΓΑΣ ΚΑΝΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Μαρτίου, 2013

ο μέγας κανον«Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις;»

Εἰσαγωγή, νεοελληνικὴ ἀπόδοσις, σχόλια:
Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης Συμεών

Ὁ Μέγας Κανών, ποὺ συνέθεσε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἱεροσολυμίτης, ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης κι ἕνας ἀπ᾿ τοὺς πιὸ ἐξέχοντες ἐκπροσώπους τῆς ἐκκλησιαστικῆς ποιήσεώς μας, εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ὑπέροχους καὶ περισσότερο γνωστοὺς ὕμνους στὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα. Ψάλλεται τμηματικὰ τὶς τέσσερις πρῶτες ἡμέρες τῆς Καθαρῆς Ἑβδομάδας καὶ ὁλόκληρος τὴν Πέμπτη τῆς ε´ ἑβδομάδας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἀποτελεῖ ἕνα ἐγερτήριο σάλπισμα ποὺ ἀποβλέπει στὸ νὰ φέρει τὸν ἄνθρωπο σὲ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει μέσα ἀπὸ τὴ συντριβὴ καὶ τὴ μετάνοια κοντὰ στὸν Θεό.

Ὁ Μέγας Κανὼν εἶναι ὕμνος βαθιᾶς συντριβῆς καὶ συγκλονιστικῆς μετανοίας. Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ αἰσθάνεται τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας· ποὺ γεύεται τὴν πικρία τῆς μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ ζωῆς· ποὺ κατανοεῖ τὶς τραγικὲς διαστάσεις τῆς ἀλλοτριώσεως τῆς ἀνθρώπινης φύσεως στὴν πτώση καὶ τὴν ἀποστασία της ἀπὸ τὸν Θεό, συντρίβεται. Κατανύσσεται. Ἀναστενάζει βαθιὰ καὶ ξεσπᾶ σὲ θρῆνο γοερό. Ἕναν θρῆνο ὅμως ποὺ σώζει, διότι ἀνοίγει τὸν δρόμο τῆς μετανοίας. Τὸν δρόμο ποὺ ἐπαναφέρει τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη κοντὰ στὸν Θεό, τὴν πηγὴ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς καὶ τὸ πλήρωμα τῆς ἄρρητης χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης.

† ὁ Ν. Σ. Σ.

1. Ἡ δομή του

Τὸ πιὸ ἀξιόλογο καὶ περισσότερο γνωστὸ ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἔργα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα εἶναι ἀσφαλῶς ὁ Μέγας Κανών. Ξεχωρίζει ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς Κανόνες του γιὰ τὴν πρωτοτυπία του καὶ τὴν ἔκτασή του. Ἡ ἔκτασή του αὐτὴ εἶναι ᾿κείνη ποὺ τοῦ ἔδωσε καὶ τὴν ὀνομασία Μέγας. Ὁ Μέγας Κανὼν εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ εὐγενέστερα προϊόντα βαθιᾶς θρησκευτικῆς πείρας. Ἡ ἀξία του ἀπὸ πλευρᾶς θρησκευτικῆς καὶ αἰσθητικῆς εἶναι μεγάλη καὶ κατέχει ἐκλεκτὴ θέση στὴν ὅλη ἐκκλησιαστικὴ ποίηση καὶ τὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐννιὰ Ὠδές, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ β´ καὶ ἡ γ´ ἔχουν ἀπὸ δύο Εἱρμοὺς καὶ ἡ Ϛ´ διαιρεῖται σὲ δύο τμήματα. Τὸ δεύτερο τμῆμα της δὲν ἔχει δικό του Εἱρμό. Ἴσως παλαιότερα νὰ εἶχε καὶ στὸν τελικὸ καταρτισμὸ τοῦ Τριωδίου νὰ ἐξέπεσε. Μπροστὰ ἀπὸ κάθε τροπάριό του ἔχει τεθεῖ στίχος ἀπ᾿ τοὺς Μακαρισμούς. Σχετικὰ μὲ τὸν ἀριθμὸ καὶ τὴν τάξη τῶν τροπαρίων πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ὑπάρχει μιὰ ποικιλία στὰ χειρόγραφα κι ἔτσι δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε ἀπόλυτα ποιά εἶναι γνήσια καὶ ποιά παρέμβλητα. Τὰ τροπάρια ποὺ ἀναφέρονται στὴν ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία καὶ τὸν ἴδιο τὸν Ἅγιο εἶναι φανερὸ ὅτι δὲν προέρχονται ἀπὸ τὴ γραφίδα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα, ἀλλ᾿ ὅτι εἶναι μεταγενέστερα. (Στὸ συμπέρασμα αὐτὸ καταλήγουν ὅλοι οἱ ἐρευνητές, γι᾿ αὐτὸ κι ἐμεῖς τὰ παραλείψαμε στὴν παρούσα ἐργασία). Σύμφωνα μὲ τὸ Τριώδιο ποὺ βρίσκεται στὴ λειτουργικὴ χρήση τῆς Ἐκκλησίας, στὸ ὁποῖο κι ἐμεῖς στηριχτήκαμε (ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 1960)*, ὁ ἀριθμὸς τῶν τροπαρίων ἔχει ὡς ἑξῆς· α´ 25, β´ 41, γ´ 28, δ´ 29, ε´ 23, Ϛ´ 33, ζ´ 22, η´ 22, καὶ θ´ 27. Συνολικὰ δηλαδὴ ὁ Μέγας Κανὼν ἀποτελεῖται ἀπὸ 11 Εἱρμοὺς καὶ 250 τροπάρια. Κατὰ μιὰ ἐκδοχὴ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἔγραψε τόσα τροπάρια, ὅσοι εἶναι καὶ οἱ στίχοι τῶν ἐννιὰ βιβλικῶν ὠδῶν.

2. Τὰ περιστατικὰ τῆς συγγραφῆς

Τὰ περιστατικὰ κάτω ἀπ᾿ τὰ ὁποῖα ὁ ἅγιος Ἀνδρέας συνέθεσε τὸν Κανόνα δὲ μᾶς εἶναι γνωστά. Δὲν ἔχουμε συγκεκριμένες μαρτυρίες, ποὺ νὰ ἀναφέρονται στὸν χρόνο, τὸν τόπο καὶ τὰ πλαίσια τῆς συνθέσεώς του. Πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτὴ μιὰ κάποια βοήθεια μᾶς δίνουν μερικὰ προσωπικὰ στοιχεῖα καὶ ἐνδείξεις τοῦ ἴδιου τοῦ Κανόνος. Ὁ ποιητὴς μερικὲς φορὲς ἀναφέρεται στὴν ἡλικία του· «Ἐρριμμένον με, Σωτήρ, / πρὸ τῶν πυλῶν σου / κἂν ἐν τῷ γήρει… / ἀλλὰ πρὸ τοῦ τέλους / …» (α´ 13)· «Ἐκ νεότητος, Σωτήρ, / τὰς ἐντολάς σου ἐπαρωσάμην, / ὅλον ἐμπαθῶς, / ἀμελῶν, ραθυμῶν / παρῆλθον τὸν βίον…» (α´ 20)· «Ὁ χρόνος ὁ τῆς ζωῆς μου / ὀλίγος…» (δ´ 23. Βλέπε καὶ δ´ 2, η´ 6 κ.ἄ.). Ἀπὸ τὶς παραπάνω ἐνδείξεις πρέπει νὰ συμπεράνουμε ὅτι ὁ ποιητὴς συνέθεσε τὸν Κανόνα σὲ ἡλικία προχωρημένη.

Τὸ τελευταῖο τροπάριο τοῦ Μεγάλου Κανόνος μᾶς δίνει τὴ δυνατότητα γιὰ ἕνα ἀκριβέστερο καθορισμὸ τοῦ τόπου συγγραφῆς· «Τὴν πόλιν σου φύλαττε, / Θεογεννῆτορ ἄχραντε· / ἐν σοὶ γὰρ αὕτη / πιστῶς βασιλεύουσα, / ἐν σοὶ καὶ κρατύνεται / καὶ διὰ σοῦ νικῶσα…». Φαίνεται δηλαδὴ ὅτι ὁ ἅγιος Ἀνδρέας συνέγραψε τὸν Κανόνα στὴν Κωνσταντινούπολη εἴτε πρὶν ἐκλεγεῖ ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης εἴτε μετά, σὲ κάποιο ταξίδι του καὶ μάλιστα κοντὰ χρονικὰ σὲ κάποια ἐπιτυχὴ ἀπόκρουση βαρβαρικῆς ἐπιδρομῆς («ἐν σοὶ κρατύνεται», «διὰ σοῦ νικῶσα», «τροποῦται πάντα πειρασμόν», «σκυλεύει πολεμίους»). Ἴσως τῶν Ἀράβων τὸ 717.

3. Τὸ θέμα του

Τὸ Συναξάριο τῆς Πέμπτης τῆς ε´ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν (τῆς ἡμέρας δηλαδὴ ποὺ ψάλλεται ὁ Μέγας Κανὼν) ὡς ἑξῆς ἀναφέρεται στὸ θέμα, τὸ περιεχόμενο καὶ τοὺς σκοποὺς τοῦ ποιήματος· «πᾶσαν γὰρ Παλαιᾶς καὶ Νέας Διαθήκης ἱστορίαν ἐρανισάμενος καὶ ἀθροίσας, τὸ παρὸν ἡρμόσατο μέλος, ἀπὸ Ἀδὰμ δηλαδὴ μέχρι καὶ αὐτῆς τῆς Χριστοῦ Ἀναλήψεως καὶ τοῦ τῶν Ἀποστόλων κηρύγματος. Προτρέπεται γοῦν διὰ τούτου πᾶσαν ψυχήν, ὅσα μὲν ἀγαθὰ τῆς ἱστορίας ζηλοῦν καὶ μιμεῖσθαι πρὸς δύναμιν, ὅσα δὲ τῶν φαύλων ἀποφεύγειν, καὶ ἀεὶ πρὸς Θεὸν ἀνατρέχειν διὰ μετανοίας, διὰ δακρύων καὶ ἐξομολογήσεως, καὶ τῆς ἄλλης δηλονότι εὐαρεστήσεως». Θέμα δηλαδὴ τοῦ Μεγάλου Κανόνος εἶναι ἡ παρουσίαση τῆς τραγικῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου τῆς πτώσεως καὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ ἡ θερμὴ παρακίνησή του νὰ μετανοήσει καὶ νὰ ἐπιστρέψει κοντὰ στὸν ζώντα καὶ ἀληθινὸ Θεό.

Ἡ διαπραγμάτευση τοῦ θέματος εἶναι πρωτότυπη, ἔντονα δραματικὴ καὶ πλαισιώνεται ἀπὸ τὴ χρήση ἑνὸς πλήθους παραδειγμάτων ἀποβλέπει στὴν παρακίνηση τῆς ψυχῆς νὰ μιμηθεῖ τὶς καλὲς πράξεις τῶν εὐσεβῶν καὶ ν᾿ ἀποφύγει τὶς κακὲς τῶν ἀσεβῶν. Τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ βιβλικὰ παραδείγματα εἶναι παρμένα ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Αὐτὸ κυρίως γίνεται στὶς πρῶτες ὀκτὼ Ὠδὲς (ὅπου, βέβαια, ἀναφέρονται σποραδικὰ πρόσωπα καὶ γεγονότα καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης). Μᾶς τὸ ὑπογραμμίζει καὶ ὁ ἴδιος ὁ ποιητὴς στὸ τροπάριο θ´ 2· «Μωσέως παρήγαγον, /ψυχή, τὴν κοσμογένεσιν / καὶ ἐξ ἐκείνου / πᾶσαν ἐνδιάθετον / γραφὴν ἱστοροῦσάν σοι / δικαίους καὶ ἀδίκους, / ὧν τοὺς δευτέρους, ὦ ψυχή, / ἐμιμήσω, οὐ τοὺς πρώτους, / εἰς Θεὸν ἐξαμαρτήσασα».

Τὰ βιβλικὰ πρόσωπα, ποὺ χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ τὸν ποιητή, κρίνονται ἀνάλογα μὲ τὴ συμπεριφορά τους πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν νόμο Του καὶ τὴ διαγωγή τους μὲς στὴν Ἰσραηλιτικὴ κοινωνία. Ἔτσι προβάλλεται ἰδιαίτερα ἡ παιδαγωγική τους ἀξία. Τόσο τῶν θετικῶν παραδειγμάτων, ποὺ θὰ πρέπει νὰ μιμηθεῖ ὁ πιστός, ὅσο καὶ τῶν ἀρνητικῶν, ποὺ ὀφείλει ν᾿ ἀποφύγει.

Ὁ ἱερὸς Ἀνδρέας ἀντλεῖ τὶς ὑποθέσεις του ἀπὸ διάφορα βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Οἱ περισσότερες εἶναι παρμένες ἀπὸ τὴ Μωσαϊκὴ Πεντάτευχο, δὲν λείπουν ὅμως καὶ ἀπὸ ἄλλα βιβλία, ὅπως τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, τῶν Κριτῶν, τῶν Βασιλειῶν, τῶν Ψαλμῶν, τοῦ Ἰώβ, τοῦ Ἰωνᾶ, τοῦ Ἱερεμία καὶ τοῦ Δανιήλ.

Ἡ θ´ ᾠδὴ εἶναι ἡ μόνη ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη (Λουκ. 1,46-55), γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας τὰ παραδείγματα τῶν τροπαρίων της τὰ δανείστηκε ἀποκλειστικὰ ἀπ᾿ αὐτήν. Τὸ δηλώνει ἄλλωστε ὁ ἴδιος στὸ τέταρτο τροπάριό της, μὲ τὸ ὁποῖο καὶ ἀρχίζει τὴ χρήση Καινοδιαθηκικῶν παραδειγμάτων· «Τῆς Νέας παράγω σοι / Γραφῆς τὰ ὑποδείγματα / ἐνάγοντά σε, / ψυχή, πρὸς κατάνυξιν· / δικαίους οὖν ζήλωσον, / ἁμαρτωλοὺς ἐκτρέπου…». Τὰ παραδείγματα αὐτὰ ἀναφέρονται κυρίως στὸν Χριστὸ καὶ τὰ θαύματά Του καὶ εἶναι ὅλα παρμένα ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια.

4. Ἡ χρήση του

Ὁ Μέγας Κανὼν ἀπὸ τὴν ἀρχή, φαίνεται, προορίστηκε γιὰ τὴ λατρεία. Αὐτὸ συμπεραίνουμε ἀπ᾿ τὸ ποιητικὸ εἶδος του, τὴ σύνδεσή του μὲ τὶς Βιβλικὲς ὠδές, ποὺ ἦταν στὴ λειτουργικὴ χρήση τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, καὶ τὴν ὅλη διάρθωσή του μὲ τὶς ἱκεσίες, τὶς λατρευτικὲς ἐπικλήσεις καὶ τὰ ἄλλα λειτουργικά του στοιχεῖα. Ποῦ καὶ πότε ἀκριβῶς πρωτομπῆκε στὴ λειτουργικὴ χρήση δὲν μᾶς εἶναι γνωστό. Ἴσως σὲ Ἐκκλησίες τῆς Κρήτης, ὅταν ἀκόμη ζοῦσε καὶ ἐπισκόπευε ὁ Ἅγιος.

Σήμερα, στὴ λειτουργικὴ πράξη ποὺ ἐπικράτησε, ὁ Μέγας Κανών, ὅπως εἶναι γνωστό, ψάλλεται στὸν Ὄρθρο τῆς Πέμπτης τῆς ε´ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ἡμέρα ἐπικράτησε νὰ λέγεται «Πέμπτη τοῦ Μεγάλου Κανόνος». Στὰ μοναστήρια συνεχίζεται ἡ παλαιὰ τάξη νὰ ψάλλεται στὸν Ὄρθρο, ἐνῶ στοὺς ἐνοριακοὺς ναοὺς τῶν πόλεων τὸ ἀπόγευμα τῆς Τετάρτης μαζὶ μὲ τὸ Μικρὸ Ἀπόδειπνο.

Μαζὶ μὲ τὴν Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Κανόνος διαβάζεται ὁ βίος τῆς ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καὶ ψάλλεται καὶ Κανόνας ἀφιερωμένος στὴν Ὁσία μὲ ἀκροστιχίδα· «Σὺ ἡ ὁσία Μαρία βοήθει». Ἡ μνήμη τῆς ὁσίας Μαρίας ἑορτάζεται τὴν 1η Ἀπριλίου καὶ τὴν Ε´ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν. Ὁ συσχετισμὸς τοῦ βίου της μὲ τὸν Μεγάλο Κανόνα καὶ ἡ προσθήκη ἀργότερα καὶ ἰδιαίτερου Κανόνα, ποὺ συντάχθηκε κάτω ἀπ᾿ τὴν ἐπίδραση τοῦ πρώτου, ἔγινε προφανῶς διότι ἡ μεγάλη Ὁσία ἀποτελεῖ ἕνα ζωηρὸ ὑπόδειγμα εἰλικρινοῦς μετανοίας, τὸ ὁποῖο ἄριστα συνδυάζεται μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τοὺς σκοποὺς τοῦ Μεγάλου Κανόνος. Ἡ σχετικὴ τυπικὴ διάταξη τοῦ Τριωδίου μᾶς λέγει τὰ ἑξῆς· «Τῇ Τετάρτῃ ἑσπέρας, περὶ ὥραν δ´ τῆς νυκτὸς σημαίνει. Καὶ συναχθέντες ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, εὐλογήσαντος τοῦ ἱερέως, μετὰ τὸν Ἑξάψαλμον, τὸ Ἀλληλούϊα καὶ τὰ Τριαδικά… καὶ ἀναγινώσκομεν τὸν βίον τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας εἰς δόσεις δύο. Εἶτα μετὰ τὸν Ν´ Ψαλμόν, ἀρχόμεθα εὐθὺς ψάλλειν τὸν Κανόνα ἀργῶς καὶ ἐν κατανύξει, ποιοῦντες εἰς καθὲν τροπάριον μετανοίας γ´ καὶ λέγοντες· Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, ἐλέησόν με».

Ἡ σημασία τοῦ Μεγάλου Κανόνος μὲς στὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας πιστοποιεῖται κι ἀπὸ δύο ἄλλα δεδομένα ποὺ ἔχουμε· πρῶτον ὅτι ὁρίστηκε νὰ γίνεται τὸ πρωῒ τῆς Πέμπτης ἡ θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων, δεῖγμα σεβασμοῦ τῆς λειτουργικῆς συνειδήσεως τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν ἡμέρα ποὺ ψάλλουμε τὸν Μεγάλο Κανόνα, καὶ δεύτερον ὅτι διαιρέθηκε σὲ τέσσερα μέρη καὶ τμηματικὰ ψάλλεται μαζὶ μὲ τὴν Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου καὶ τὶς πρῶτες τέσσερις ἡμέρες τῆς α´ ἑβδομάδας τῶν Νηστειῶν.

Ὁ Μέγας Κανὼν ψάλλεται σὲ ἦχο πλάγιο τοῦ β´. Εἶναι ἦχος γλυκός, κατανυκτικὸς καὶ ἐκφραστικὸς ἰδιαίτερα τοῦ πένθους καὶ τῆς συντριβῆς τῆς ψυχῆς, γι᾿ αὐτὸ καὶ χρησιμοποιεῖται πολὺ στὴν ὑμνογραφία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας. Ὁ γοργὸς μάλιστα εἱρμολογικὸς ρυθμός του, στὸν ὁποῖο ψάλλονται τὰ τροπάρια τοῦ Μεγάλου Κανόνος, πέρα ἀπὸ τὴν κατάνυξη καὶ τὴ συντριβὴ ποὺ μεταδίδει, ἐκφράζει καὶ τὴν ἱερὴ ἀνησυχία τῆς ὑπάρξεως νὰ ἐπιτύχει τὴν ἐν Χριστῷ ἀπολύτρωσή της.

5. Τὰ ποιητικὰ στοιχεῖα του

Ὁ Μέγας Κανὼν εἶναι δημιούργημα ἐμπνευσμένου ποιητῆ μὲ πλούσιο λυρισμὸ καὶ ἄφθονα ποιητικὰ στοιχεῖα. Οἱ ζωηρὲς περιγραφές, οἱ χτυπητὲς εἰκόνες, τὸ πλῆθος τῶν παραδειγμάτων, οἱ πετυχημένοι συμβολισμοὶ καὶ ἡ ζωντανὴ καὶ συνάμα ἁπλὴ γλώσσα σὲ συνδυασμὸ καὶ μὲ τὴν κατανυκτικὴ ψαλμωδία προσδίδουν μιὰ ξεχωριστὴ ὀμορφιὰ καὶ χάρη στὸ ποίημα καὶ αἰχμαλωτίζουν τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ ἀκροατῆ ἢ καὶ τοῦ ἀναγνώστη.

Πιὸ συγκεκριμένα γιὰ τὰ ποιητικὰ στοιχεῖα του παρατηροῦμε·

Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας τηρεῖ προσεκτικὰ τὴν ἰσοσυλλαβία καὶ τὴν ὁμοτονία μεταξὺ εἱρμῶν καὶ τροπαρίων. Σπάνια πολὺ διασπᾶται ἀπὸ δυσκολία τοῦ ποιητῆ νὰ εὕρει τὴν κατάλληλη λέξη ἢ ἀπὸ σφάλματα τῶν ἀντιγραφέων. Συχνὰ συναντοῦμε τὴν ὁμοιοκαταληξία, συχνότερα τὴν παρήχηση καὶ ὄχι σπάνια τὴν ἐπωδό. Ἡ χρήση ἐρωτήσεων καὶ ἡ εἰσαγωγὴ διαλόγων, στὴν ὁποία καταφεύγει συχνὰ ὁ ποιητής, προσδίδει στὸν Κανόνα ἔντονη δραματικότητα.

Τὸ ὕφος τοῦ Κανόνος εἶναι ἰδιαίτερα ζωηρὸ καὶ ἐξωραϊσμένο. Τὴ ζωηρότητα δημιουργεῖ ἡ χρήση τοῦ κλιμακωτοῦ καὶ ἀσύνδετου σχήματος καὶ οἱ δυνατὲς ἀντιθέσεις σὲ λέξεις καὶ ἔννοιες. Τὴ χάρη καὶ τὴν ὀμορφιὰ ἐξασφαλίζουν οἱ ποιητικὲς εἰκόνες, οἱ παρομοιώσεις, τὰ ἐντυπωσιακὰ ἐπίθετα ποὺ ἀφθονοῦν καὶ οἱ ὡραῖες σπάνιες λέξεις ποὺ χρησιμοποιεῖ.

Βιβλικὰ πρόσωπα σκιαγραφοῦνται μὲ δύναμη καὶ χάρη καὶ ἱστορικὰ γεγονότα περιγράφονται μὲ θαυμαστὴ παραστατικότητα καὶ ἐξαιρετικὴ πυκνότητα. Δὲν λείπουν βέβαια καὶ οἱ ἐπαναλήψεις, ποὺ σὲ πολλὲς περιπτώσεις εἶναι μονότονες καὶ κουραστικές, ὅπως καὶ μιὰ κάποια στερεοτυπία στὴ δόμηση τοῦ τροπαρίου, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὸ πρῶτο μέρος περιέχει τὸ παράδειγμα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὸ δεύτερο τὶς ἠθικὲς προεκτάσεις γιὰ μίμηση ἢ ἀποφυγή. Ὅμως παρὰ τὶς ἀτέλειές του αὐτὲς ὁ Μέγας Κανὼν εἶναι ἕνα ἰδιαίτερα κατανυκτικὸ λειτουργικὸ ποίημα, καρπὸς βαθιᾶς πνευματικῆς ἐμπειρίας καὶ δημιούργημα σπάνιας ποιητικῆς τέχνης.

Τελειώνοντας τὴ μικρὴ τούτη Εἰσαγωγή, νομίζουμε πὼς ἐπιβάλλεται νὰ κάνουμε καὶ τὴν ἀκόλουθη διευκρίνιση· Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁμιλεῖ σὲ πρῶτο πρόσωπο. Περιγράφει μὲ τὰ μελανότερα χρώματα τὴν ψυχική του κατάσταση. Ἀποδίδει στὸν ἑαυτό του εἰδεχθῆ ἐγκλήματα καὶ βαρύτατα ἁμαρτήματα. Διερμηνεύει ἄραγε τὴν προσωπική του κατάσταση καὶ τὸν τρόπο ποὺ ἔζησε ἢ γιὰ λόγους διδακτικοὺς περιγράφει τὴν κατάσταση γενικὰ τοῦ ἀνθρώπου τῆς ἁμαρτίας; Ἀσφαλῶς θὰ πρέπει νὰ δεχτοῦμε τὸ δεύτερο. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἀφιερώθηκε στὸν Θεὸ ἀπ᾿ τὰ νεανικά του χρόνια. Ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἀναλώθηκε στὴ διακονία τῆς Ἐκκλησίας. Ἑπομένως ἀποκλείεται νὰ ἔζησε μιὰ κάποια περίοδο τῆς ζωῆς του σὲ ἀποστασία ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ὑποταγμένος στὴν ἁμαρτία. Ἁπλῶς μὲ τὴν ἐλευθερία ποὺ ἔχει ὡς ποιητὴς καὶ τὴν ταπείνωση ποὺ τὸν διακρίνει μᾶς παρουσιάζει τὸν ἄνθρωπο τὸν ὑποδουλωμένο στὴν ἁμαρτία σ᾿ ὅλο τὸ βάθος καὶ τὴν ἔκταση τῆς διαφθορᾶς του καὶ ἀκόμη τὴν ἐναγώνια προσπάθειά του νὰ ἐπιστρέψει μέσα ἀπ᾿ τὸ ἐπίπονο μονοπάτι τῆς μετανοίας κοντὰ στὸν Θεό. Καὶ τὸ κάνει χρησιμοποιώντας στὸν λόγο του πρῶτο πρόσωπο καὶ μιλώντας σὰν νὰ πρόκειται γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του.

6. Βιβλιογραφία

Γιὰ τὸν ἀναγνώστη ποὺ θὰ ἤθελε μιὰ κάποια εὐρύτερη ἐνημέρωση γύρω ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα σημειώνουμε ἐδῶ τὶς πιὸ βασικὲς εἰδικὲς μελέτες, ποὺ ὑπάρχουν στὰ ἑλληνικὰ καὶ ποὺ εἴχαμε κι ἐμεῖς ὑπόψη μας.

  1. Οἱ περισσότερες ἐκδεδομένες ὁμιλίες του καὶ ἀρκετοὶ ὕμνοι του βρίσκονται στὴ σειρὰ J.-Ρ. Migne, Patrologia Graeca 97, 805-1444.
  2. «Βίος τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἀνδρέου τοῦ Ἱεροσολυμίτου, ἀρχιεπισκόπου Κρήτης, συγγραφεὶς παρὰ Νικήτα τοῦ πανευφήμου πατρικίου καὶ κυέστορος». Ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸν Ἀθ. Παπαδόπουλο – Κεραμέα στὰ Ἀνάλεκτα Ἱεροσολυμιτικῆς Σταχυολογίας, τόμ. 5ος, Πετρούπολη 1898, σ. 169-179.
  3. Μακαρίου τοῦ Μακρῆ, «Βίος τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου, ἀρχιεπισκόπου Κρήτης, τοῦ Ἱεροσολυμίτου». Ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸν Βασίλειο Λαούρδα στὰ Κρητικὰ Χρονικὰ Ζ´ (1953), σ. 63-74. (Παράφρασή του βλέπε στὸ ἔργο τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Νέον Ἐκλόγιον, Κωνσταντινούπολις 1863, σ. 151-155).
  4. Εὐστρατιάδου Σωφρονίου, «Ἀνδρέας ὁ Κρήτης ὁ Ἱεροσολυμίτης», Νέα Σιὼν ΚΘ´ (1934), σ. 673-688 καὶ Λ´ (1935) σ. 3-10, 147-153, 209-217, 269-283, 321-342 καὶ 462.
  5. Θέμελη Χρυσοστόμου (Μητροπολίτου Μεσσηνίας), «Ὁ Μέγας Κανὼν» (εἰσαγωγικὰ τινα), Διδαχὴ Α´ (1947), σ. 44-66.
  6. Τοῦ ἴδιου, «Σχόλια εἰς τὸν Μέγαν Κανόνα Ἀνδρέου Κρήτης», Ἁγιορειτικὴ Βιβλιοθήκη ΙΣΤ´ (1951), σ. 46 – ΚΑ´ (1956), σ. 352. (Πολὺ σημαντικὴ καὶ κοπιώδης ἐργασία, ἡ ὁποία μᾶς βοήθησε οὐσιαστικὰ).
  7. Λαούρδα Βασιλείου, «Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ ἐν τῇ Κρίσει καὶ ἡ Κρήτη ἐπὶ εἰκονομαχίας», Κρητικὰ χρονικὰ Ε´ (1951), σ. 41-49.
  8. Νέλλα Παναγιώτου, «Τὰ ἀνθρωπολογικὰ καὶ κοσμολογικὰ πλαίσια τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Κανόνα», Κοινωνικὰ ΚΑ´ (1978), σ. 21-29 καὶ 117-136, καθὼς καὶ στὴ μελέτη του, Ζῶον θεούμενον, Προοπτικὲς γιὰ μιὰ ὀρθόδοξη κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου, Ἐποπτεία, Ἀθήνα 1979, σ. 183-224.
  9. Ξύδη Θεοδώρου, «Ἀνδρέας ὁ Κρήτης ὁ πρῶτος Κανονογράφος», Νέα Ἑστία ΜΕ´ (1949), σ. 292-298 καὶ στὸ ἔργο του Βυζαντινὴ Ὑμνογραφία, Ἀθῆναι 1978, σ. 52-67.
  10. Παπαδοπούλου – Κεραμέως Ἀ., «Ὁ Μέγας Κανὼν Ἀνδρέου τοῦ Κρήτης», Ἐκκλησιαστικὸς Φάρος Γ´ (1910), σ. 501-513.
  11. Τωμαδάκη Νικολάου, «Ἀνδρέας ὁ Κρήτης», στὴ Θ.Η.Ε., τόμ. 2 (Ἀθῆναι 1963), στ. 674-693.
  12. Χρήστου Παναγιώτου, «Ὁ Μέγας Κανὼν Ἀνδρέου τοῦ Κρήτης», Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ΛΓ´ (1950), σ. 217-222 καὶ 277-285, ΛΔ´ (1951) σ. 25-33 καὶ ΛΕ´ (1952), σ. 11-21 καὶ 86-96· καὶ Ἀνάτυπο, Θεσ/νίκη 1952 (μελέτη πολὺ ἀξιόλογη).

[Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Μητρ. Νέας Σμύρνης Συμεών, Ἀδαμιαῖος θρῆνος. Ὁ Μέγας Κανὼν Ἀνδρέου τοῦ Κρήτης. Εἰσαγωγὴ – κείμενο – μετάφραση – σχόλια, 4η ἔκδ. (Ἀθήνα: Ἀποστολικὴ Διακονία, 2009), 32-40].


Τῇ Τετάρτῃ ἑσπέρας τῆς πέμπτης ἑβδομάδος τῶν νηστειῶν,
ἀναγινώσκομεν τὸ Μικρὸν Ἀπόδειπνον ὡς συνήθως,
ἀμέσως δὲ μετὰ τὸ Πιστεύω καὶ τὸ Ἄξιόν ἐστιν ἀρχόμεθα
ψάλλοντες τὸν Μέγαν Κανόνα μετὰ στίχου
εἰς ἕκαστον τροπάριον· Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, ἐλέησόν με.

.

Πηγή:users.uoa.gr– vatopaidi

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μοναχισμός και Αγιότητα στο Βυζάντιο. Άγιος Αθανάσιος Αθωνίτης, ιδρυτής Λαύρας Αγίου Όρους

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Μαρτίου, 2013

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

«ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ»

ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΘΩΝΙΤΗΣ ΙΔΡΥΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

ΜΙΧΑΗΛ ΑΠ. ΖΑΦΕΙΡΗΣ ΦΟΙΤΗΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥ

1. ΑΠΑΡΧΕΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ

Στο πρώτο κεφάλαιο θα ερευνηθεί η γέννηση ή πιο συγκεκριμένα η προέλευση του Μοναχισμού, οι τύποι του, ο ιδρυτής του αλλά και η ραγδαία εξάπλωση του στην επικράτεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Για καμία άλλη άποψη της Βυζαντινής ζωής δεν υπάρχουν τόσο άφθονα στοιχεία όσο για τον μοναχισμό. Υπάρχουν εκατοντάδες βιογραφίες μοναχών οσίων, αναρίθμητους διαλογισμούς, επιστολές, κηρύγματα, προτροπές και απολογίες που αφορούν την μοναχική ιδιότητα. Ένα πράγμα πρέπει να ειπωθεί από την αρχή. O μοναχισμός ήταν ένα κίνημα λαϊκών και όχι κληρικών. ‘Ίσως εξελίχθηκε από ορισμένες χριστιανικές ομάδες που ζούσαν μια ιδιαίτερη και αφοσιωμένη ζωή χωρίς ωστόσο να αποσύρονται από τον κόσμο. Τέτοιοι άνθρωποι ήταν γνωστοί ως Σπουδαίοι ή Φιλόπονοιενώ στις συριακές επαρχίες ονομάζονταν «οι Γιοί της Επαγγελίας» και είχαν κάποια μορφή οργάνωσης. Στην οργάνωση αυτή ήταν συνήθως ένας λαϊκός που εγκατέλειπε την πόλη και ασκήτευε αρχικά σε μικρούς τάφους και στην συνέχεια στην έρημο. Κλασικό παράδειγμα ήταν ο Άγιος Αντώνιος που θα μιλήσουμε παρακάτω εκτενώς. Η έξοδος των ανθρώπων από τις πόλεις τους (οι αναχωρητές όπως ονομάστηκαν όπου είναι και η πρώτη ομάδα μοναχών) παρατηρήθηκε τον 1ο αιώνα στην Αίγυπτο.[1] Πρόκειται για περιπτώσεις εξαθλιωμένων ανθρώπων που δεν ήταν σε θέση να πληρώσουν τους φόρους τους στην αυτοκρατορία. Ωστόσο με την ταχύτατη εξάπλωση του μοναχισμού δεν αφήνει περιθώρια να ισχύει κάτι τέτοιο για τους επόμενους αιώνες και έτσι βλέπουμε η αναχώρηση των ανθρώπων να γίνεται ως μέσο απόδρασης από τα βάρη της καθημερινής ζωής. Όντως ο μοναχισμός γνώρισε άμεση επιτυχία και θα συνεχίσει να έχει τεράστια επιτυχία ανά τους αιώνες μέχρι και σήμερα. Αν όπως γενικά πιστεύεται ότι ο μοναχισμός ξεκίνησε από την Αίγυπτο πρέπει να έφτασε στην Συρία στην Παλαιστίνη και στην Μεσοποταμία πολύ γρήγορα. Βλέπουμε η εδραίωση του μοναχισμού στην Βόρεια Μικρά Ασία να γίνεται πριν από το 340 ενώ γύρω στο 350 υπήρχαν λιγοστοί μοναχοί και στην δυτική Ευρώπη.[2]

Έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες για την προέλευση του μοναχισμού, είτε από τους εκκλησιαστικούς ιστορικούς της εποχής εκείνης, είτε από σύγχρονους ερευνητές του Χριστιανισμού ή ειδικότερα του μοναχισμού. Η πρώτη θεωρία ανάγει τη γένεση του μοναχισμού στο γεγονός της γενίκευσης των διωγμών των χριστιανών από τα μέσα του τρίτου αιώνα. Τότε πολλοί Χριστιανοί για να αποφύγουν τον κρατικό έλεγχο και κατά συνέπεια το διωγμό τους, αναγκάστηκαν να αποσυρθούν από τις κατοικημένες περιοχές και να καταφύγουν σε ερημικές. Αν και η θεωρία αυτή είναι ελκυστική δεν αρκεί από μόνη της να εξηγήσει την οργάνωση του μοναχισμού που ακολούθησε μετά τους διωγμούς. Ίσως θα δικαιολογούνταν αν συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Δηλαδή, μετά την παύση των διωγμών, αν αυτή ήταν η μοναδική αιτία, θα έπρεπε όλοι εκείνοι που απομακρύνθηκαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους, όπως και συνέβη σε αρκετές περιπτώσεις. Η δεύτερη θεωρία εξηγεί το φαινόμενο του μοναχισμού με βάση την εκκοσμίκευση της χριστιανικής ζωής που συνέβηκε μετά το τέλος των διωγμών και την αναγνώριση του Χριστιανισμού ως ελεύθερης θρησκείας. Λόγω της εισχώρησης πολλών εθνικών στη Χριστιανική Εκκλησία, σταδιακά άρχισε να εκκοσμικεύεται η χριστιανική ζωή. Αντιδρώντας στην κατάσταση αυτή αρκετοί πιστοί έφυγαν στην έρημο. Η τρίτη θεωρία συνδέει τη γένεση του μοναστικού φαινομένου με τη γενικότερη οικονομική κατάσταση και την κοινωνική κρίση της εποχής. Η διεύρυνση της φτώχειας, η επαχθής αύξηση των φόρων, η νομισματική κρίση, η μεγάλη διαφθορά του διοικητικού μηχανισμού και η κοινωνική ακαταστασία που εμφανίστηκαν κατά την εποχή του Διοκλητιανού, ήταν εκείνοι οι παράγοντες που ευνόησαν τη φυγή στην έρημο. Η τέταρτη θεωρία αποδίδει τη γένεση του μοναχισμού στην αντίδραση προς την έντονη θεσμοποίηση της Εκκλησίας. Αυτό όμως συνεπαγόταν τον περιορισμό των κάθε είδους χαρισματικών τάσεων. Έτσι αρκετοί πιστοί αναζήτησαν ένα χώρο έκφρασης μιας πιο χαρισματικής ζωής μακριά από κάθε κοσμική μέριμνα.

__A55A~1

Σε ένα πρώτο στάδιο της εξέλιξής του στην Αίγυπτο, ο Μοναχισμός πήρε δύο μορφές που επρόκειτο να γίνουν κλασικές και να επικρατήσουν σε όλη την Βυζαντινή περίοδο αλλά και μέχρι σήμερα. Πρόκειται για τον μοναχικό (αναχωρητικό) μοναχισμό και τον κοινοβιακό μοναχισμό. Την μοναχική μορφή του μοναχισμού ίδρυσε ο Άγιος Αντώνιος όπου παρακάτω θα ειπωθούν περισσότερα πράγματα ενώ την κοινοβιακή ο Άγιος Παχώμιος που ήταν σύγχρονος του Αγίου Αντωνίου. Σύμφωνα με την κοινοβιακή μορφή του Μοναχισμού, οι μοναχοί ζούσαν ομαδικά στα μοναστήρια ή σε διάφορους οίκους ανάλογα με την απασχόληση ή την τέχνη που είχαν μάθει ενώ μεγάλο χρόνο από την  καθημερινή τους ζωή τον περνούσαν κάνοντας χειρωνακτικές εργασίες. Στο κοινόβιο ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην υπακοή. Οι μοναχοί υπάκουαν στις εντολές του αρχηγού του μοναστηριού ενώ οι αρχηγοί των μοναστηριών υπάκουαν στον Ηγουμενεύοντα που είχε στην δικαιοδοσία του όλα τα μοναστήρια. Ως παράδειγμα είναι ότι ο Άγιος Παχώμιος λίγο πριν πεθάνει ήταν Ηγούμενος σε δώδεκα αντρικά και τρία γυναικεία μοναστήρια που αριθμούσαν πολλούς τροφίμους.[3] Κάτι τέτοιο ισχύει και σήμερα με διαφορετικές ονομασίες. Κάθε μοναστήρι έχει τον Ηγούμενό του, ο οποίος έχει μικρή ομάδα μοναχών στην δικαιοδοσία του, ενώ παράλληλα υπακούει στον ανώτερό του Επίσκοπο ή Μητροπολίτη αναλόγως την μητροπολιτική περιφέρεια που βρίσκεται το μοναστήρι.

Εξετάζοντας λοιπόν τον Βίο του Μεγάλου Αντωνίου, που θεωρείται πατέρας του Μοναχισμού, θα δούμε ότι άρχισε την πνευματική του άσκηση γύρω στο 270 ακολουθώντας τα διδάγματα των λαϊκών, των επονομαζόμενων Σπουδαίων, μαθαίνοντας από αυτούς τα πλεονεκτήματα της σπουδής και της ασκήσεως. Εκείνο τον καιρό δεν υπήρχαν κανονικά μοναστήρια στην Αίγυπτο όπως τα γνωρίζουμε σήμερα αλλά ούτε ζούσαν ερημίτες στην έρημο αλλά «ἕκαστος δὲ τῶν βουλομένων ἑαυτῷ προσέχειν οὐ μακρὰν τῆς ἰδίας κώμης καταμόνας ἠσκεῖτο».[4] Το αποφασιστικό βήμα που έκανε ο Άγιος Αντώνιος, όπως έκαναν στην εποχή του και πολλοί άλλοι, ήταν να αποσυρθεί σε ένα κενό τάφο και μετά στην έρημο. Όμως για τον Αντώνιο η φυγή ως εξαθλιωμένου ανθρώπου από το χωριό δεν ισχύει διότι ήταν εύπορος αγρότης ενώ μοίραζε τα υπάρχοντά του εθελοντικά σε ανθρώπους από διάφορες κοινωνικές κάστες. Ο Άγιος Αντώνιος στηρίζει όπως είδαμε και παραπάνω την μοναχική μορφή του Μοναχισμού. Η άσκησή του και το σκεπτικό του συνίστατο στην απομόνωση, στην προσευχή και την νηστεία. Μολονότι συχνά αγρυπνούσε και δεν πλενόταν ποτέ, ούτε άλειφε το σώμα του με λάδι, δεν προχωρούσε σε αλλόκοτες τιμωρίες του σώματος του όπως θα παρατηρηθεί σε μεταγενέστερες περιόδους. Οι εχθροί αυτού του τύπου της Μοναχικής ζωής ήταν συνήθως οι δαίμονες, οι επιθυμίες και τα οράματα με τρομαχτικά ζώα.[5] Έτσι όπως γενικά πιστεύεται, σύμφωνα με το τελευταίο, οι Αιγύπτιοι θεωρούσαν την έρημο τους ως γη γεμάτη με τρομαχτικά ζώα. Ο Άγιος Αντώνιος είχε αναπτύξει μέσα από την ασκητική του ζωή πολλά χαρίσματα. Δύο από αυτά είναι το χάρισμα της διδασκαλίας και το χάρισμα να θεραπεύει αρρώστους. Έτσι οδήγησε πολλούς λαϊκούς Χριστιανούς στην απομόνωσή τους στην γη της ερήμου[6].

Όσο η μοναχική όσο και η κοινοβιακή μορφή του Μοναχισμού αποτελούσαν απειλή για την κατεστημένη εκκλησία. Πρέπει συνεπώς να ξαναειπωθεί ότι ο Μοναχός είναι ένας λαϊκός Χριστιανός που ακολουθούσε κατά γράμμα την προτροπή του Χριστού «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναιὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖςκαὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷκαὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι».[7] Επιζητούσε λοιπόν να γίνει τέλειος χριστιανός και να επιστρέψει στην απλότητα των αποστολικών χρόνων. Αυτό όμως ήθελε να το πετύχει κάθε μοναχός χωρίς την επιρροή της Εκκλησίας και όσο το δυνατόν έξω από αυτήν. Στο έργο της Εκκλησίας επομένως δεν φαίνονταν οι μοναχοί γιατί αυτοί θεωρούσαν, ότι για να φτάσουν στην Αγιοσύνη, έπρεπε να απέχουν από το κέντρο της πόλης που μέρος της είναι η Εκκλησία.

Όπως προαναφέρθηκε και παραπάνω ο μοναχισμός εξαπλώθηκε σύντομα στην Συρία, στην Παλαιστίνη, στην Μεσοποταμία αλλά και στην δυτική Ευρώπη. Στην Κωνσταντινούπολη ο μοναχισμός έφτασε από την Συρία όπως μας αναφέρουν πολλές πηγές. Φαίνεται να εισήχθη από τον Σύρο Ισαάκ, ο οποίος έγινε γνωστός μετά την προφητεία που έκανε, περί ήττας από τους Γότθους το 378, στον αιρετικό αυτοκράτορα Ουάλη.[8] Το μοναστήρι που ίδρυσε ο Ισαάκ έμεινε γνωστό με το όνομα του διαδόχου του Δαλμάτου που καταγόταν επίσης από την Ανατολή και ήταν αξιωματικός της αυτοκρατορικής φρουράς. Το δεύτερο κατά σειρά αρχαιότερο μοναστήρι ιδρύθηκε από τον Σύρο Δίο ενώ το τρίτο μοναστήρι κατά σειρά ήταν των ρουφινιανών, που ιδρυτής του ήταν ο έπαρχος των πραιτωρίων Ρουφίνος το 392 έως το 395, εγκαθιστώντας εκεί κυρίως αιγυπτίους μοναχούς αλλά και μοναχούς από την Συρία.[9] Η έλξη της Κωνσταντινούπολης που υπήρχε από τους ανατολίτες κυρίως μοναχούς φαίνεται από ένα εξαιρετικά περίεργο κείμενο, τον βίο του Δανιήλ του Στυλίτη. Ο Δανιήλ ήταν μοναχός στην Αγία γη της Ιερουσαλήμ όπως γνωρίζουμε. Πραγματοποιώντας ένα προσκύνημα στα Ιεροσόλυμα όπου διύθυνε, εγκατέλειψε την περιοχή του και ίδρυσε μοναστήρι στην δεύτερη κατ’ αυτόν Ιερουσαλήμ, στις όχθες του Βοσπόρου από την ευρωπαϊκή του πλευρά, σε ένα χωριό που λεγόταν Ανάπλους. Με το πέρασμα των χρόνων ο Δανιήλ δέχθηκε πολλούς μεγάλους μοναχούς στην Μονή του ως φιλοξενούμενους αλλά και ως μόνιμους συνασκητές. Για να κεντρίσει την προσοχή των ανθρώπων της Κωνσταντινούπολης αλλά και των ανθρώπων που ήταν σε αξιώματα της αυτοκρατορικής αυλής έχτισε μία κολόνα είκοσι μέτρων στο κέντρο της μονής όπου και ασκήτεψε την υπόλοιπη ζωή του. [10]

Μέσα από τον βίο του Αγίου Δανιήλ γεννιέται και μία υποκατηγορία του μοναχικού μοναχισμού. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη κατηγορία ασκητών που είναι οι στυλίτες άγιοι, που αντιπροσωπεύουν έναν ακραίο φανατικό ασκητισμό. Ονομάζονται στυλίτες λόγω του τρόπου της άσκησης που ακολουθούν. Μένουν όλη τους τη ζωή πάνω σ’ ένα στύλο, στην κορυφή του οποίου υπάρχει ένα στενό κουβούκλιο. Παραμένουν όρθιοι, σε στάση σταυρική και προσεύχονται αδιάκοπα, ανεξάρτητα από τα καιρικά φαινόμενα. Υποδηλώνουν έτσι την πλήρη διάστασή τους από τα εγκόσμια. Οι άγιοι αυτοί ανήκουν στη συροπαλαιστινιακή παράδοση της αγιογραφίας. Περίφημοι στυλίτες είναι ο Δανιήλ που προαναφέρθηκε, ο Συμεών, ο Συμεών Νέος και ο Αλύπιος.

2. ΜΟΝΑΧΟΙ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Ακολούθως τα πρώτα μοναστήρια είχαν ιδρυθεί όχι στο κέντρο της πόλης αλλά έξω από τα κωνσταντίνεια τείχη και το ίδιο συνέβαινε γενικά παντού. Πολλοί νόμοι κατά των μοναχών είχαν βγει στην Βυζαντινή επικράτεια. Ένας από αυτούς, τους είχε θεσπίσει ο ευσεβής αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α’, ο οποίος διέτασσε τους μοναχούς να μένουν σε έρημα και απομονωμένα μέρη.[11] Αυτός όμως ο νόμος επειδή είχε ανεπιθύμητα αποτελέσματα καταργήθηκε μετά από δύο χρόνια. Παρ’ όλα αυτά όμως οι μοναχοί δεν είχαν κάποια θέση μέσα στους πειρασμούς μιας πόλης. Για παράδειγμα στην Αντιόχεια τους περιέπαιζαν, τους κορόιδευαν και τους έσερναν στους δρόμους. Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτά τα έκαναν Χριστιανοί.[12] Στην ύπαιθρο αντιθέτως, ο μοναχός αν ήταν σπουδαίος και μεγάλος ασκητής τότε εκπλήρωνε τον κοινωνικό προορισμό του, ο οποίος ήταν σε γενικές γραμμές να θεραπεύει αρρώστιες σε ανθρώπους και ζώα, να διώχνει δαιμόνια και να απολυμαίνει την ειδωλολατρία από πολλές τοποθεσίες της βυζαντινής αυτοκρατορίας.[13] Επομένως ο μοναχός είχε ένα σπουδαίο έργο και ρόλο στην ύπαιθρο. Εδώ μπορεί να τεθεί το ερώτημα αν θα μπορούσαν οι μοναχοί να παίξουν τον ίδιο ρόλο και στις πόλεις. Επομένως, τον 6ο αιώνα είχε γίνει γενικά αποδεκτό από την κοινωνία, ότι όταν ένας μοναχός είναι άτρωτος από τους πειρασμούς και σκληραγωγημένος στην ζωή, μπορούσε να συμμετέχει σε κάποια αξιώματα της αυτοκρατορικής αυλής ή σε κάποια υπηρεσία της πόλης αν όμως έκρυβε την πραγματική του ταυτότητα. Έτσι δημιουργήθηκε μια ιδιότυπη κατηγορία αγίων, οι «Ιεροί Σαλοί».[14] Η ιδέα να προσποιείται κανείς τον τρελό πρωτοεμφανίστηκε τον 4ο αιώνα σε κοινόβια μοναστήρια εξασκώντας έτσι οι μοναχοί την ταπείνωση στην γη για να λάβουν μεγαλύτερο μισθό στον ουρανό. Κατά την εξέλιξη αυτής της κατηγορίας στα μέσα περίπου του 6ου αιώνα παρατηρούμε διαφορετικά κίνητρα από τον διασημότερο σαλό, τον Άγιο Συμεών της Έμεσας.[15] Ο στόχος του ήταν να βάλει στον σωστό δρόμο τα περιφρονημένα στοιχεία της κοινωνίας όπως ήταν οι πόρνες και οι ηθοποιοί αλλά και να εκχριστιανίσει τους εβραίους και τους αιρετικούς. Για να πραγματοποιήσει αυτόν το σκοπό του, ο Άγιος Συμεών έκανε τον άκακο παλαβό. Για παράδειγμα έκανε ταπεινωτικές δουλειές σε ταβέρνες, συναναστρεφόταν με ύποπτης ηθικής γυναίκες, δεν φερόταν όπως έπρεπε στην εκκλησία ενώ κρυφά ασκούνταν με τον σκληρότερο τρόπο. Εξάλλου όπως αναφέρει ο Απόστολος Παύλος «εἴ τις δοκεῖ σοφὸς εἶναι ἐν ὑμῖν ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, μωρὸς γενέσθωἵνα γένηται σοφός».[16]Για προφανείς λόγους ο Συμεών δεν βρήκε μιμητές ενώ η παράδοση του «δια χριστόν σαλού» δεν πέθανε ποτέ από το Βυζάντιο αλλά μεταφέρθηκε και σε άλλες χώρες όπως και στην Ρωσία.

Ο 5ος αλλά και ο 6ος αιώνας ήταν το απόγειο των Χριστιανικών κινημάτων. Βλέπουμε τους «φιλόσοφους» μοναχούς να έχουν την στήριξη του αυτοκράτορα, των αριστοκρατών και των επισκόπων. Ιστορίες για θαύματα και προφητείες αλλά και για τα σοφά λόγια των φιλοσόφων μοναχών διαβάζονταν πάρα πολύ εκείνη την εποχή. Έτσι λοιπόν εκεί που προηγουμένως οι μοναχοί ήταν εθελοντικά απόβλητα της κοινωνίας, γίνονται τώρα λαϊκοί ήρωες και μέλη του κατεστημένου. Αυτό όμως το πλήρωσαν με την υποταγή τους στην Εκκλησία και την εξάρτηση τους από αυτήν. Πολλές διατάξεις από τώρα και στο εξής είχαν βγει περί των μοναχών. Ο Ιουστινιανός είχε απαγορεύσει την ίδρυση νέων μοναστηριών χωρίς την άδεια του επισκόπου, ο οποίος θα διόριζε και τον ηγούμενο ενώ παράλληλα σεβόταν την ιερότητα της μοναχικής ζωής.[17] Καθόρισε επιπλέον ότι οι δόκιμοι μοναχοί θα παρέμεναν να δοκιμαστούν επί τρία χρόνια και μετά θα γινόντουσαν κανονικοί μοναχοί. Επιπλέον καθόρισε, όλοι οι μοναχοί εκτός από τους αναχωρητές, να κοιμούνται στο ίδιο κτήριο για να επιβλέπει ο ένας τον άλλον. Παρ’ όλες αυτές τις διατάξεις οι μοναχοί φυσικά δεν τηρούσαν κατά γράμμα αυτούς τους κανονισμούς.[18]

Παραδόξως ο μοναχικός κόσμος υπέστη το σοβαρότερο πλήγμα όχι στην επικράτεια της αυτοκρατορίας αλλά μέσα στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όταν οι Ίσαυροι έκαναν την εικονομαχία επίσημο δόγμα του κράτους. Σε αυτή την περίπτωση οι ιερείς δεν αντέδρασαν πολύ αλλά οι μοναχοί ήταν αυτοί που οργάνωναν κινήματα αντίστασης. Όπως υποστηρίζουν μερικοί ιστορικοί, αυτό δεν σημαίνει ότι είχαν κάποιο ιδιαίτερο «καλογερικό» συμφέρον να υπερασπίσουν την αλαζονεία αλλά ούτε η λατρεία των εικόνων τους απέφερε κάποιο υλικό κέρδος. Όπως και να έχουν τα πράγματα, όταν ξέσπασαν οι σοβαροί διωγμοί των εικονόφιλων στην δεκαετία του 760, τα κύρια θύματα ήταν οι μοναχοί.[19] Χαρακτηριστικά, ο Κωνσταντίνος ο Ε’ αισθανόταν ιδιαίτερη αποστροφή προς τους μοναχούς και τους ονόμαζε «αμνημόνευτους». Τους ανάγκαζε να παντρευτούν, τους υπέβαλλε σε δημόσια γελοιοποίηση και τους διέλυσε μερικά από τα διασημότερα μοναστήρια της Κωνσταντινούπολης. Η μεγάλη μέρα για τους μοναχούς ήταν όταν πέθανε ο Λέων ο Δ’ ο Ίσαυρος κι ακόμη μεγαλύτερη ημέρα ήταν όταν καταδικάστηκε η εικονομαχία από την 7η οικουμενική σύνοδο το 787 στην οποία εκπροσωπήθηκαν πολλοί μοναχοί. Στα συμβούλια έλαβαν μέρος πάρα πολλοί μοναχοί, περίπου από 132 μοναστήρια, από την Κωνσταντινούπολη κυρίως αλλά και την Βιθυνία. Για τριάντα χρόνια υπήρχε μεγάλη ανάπτυξη στην οικοδόμηση ανέργεση των μοναστηριών αλλά και την πνευματική ανέλιξη των μοναχών μέχρις ότου εμφανίστηκε και πάλι διαταραχή στο εικονομαχικό ζήτημα το 815 έως και το 843.[20] Και πάλι οι μοναχοί πρωτοστάτησαν στο κίνημα της αντίστασης οργανωμένοι πολύ καλά αυτή την φορά, χάρη στην δραστηριότητα του Θεοδώρου του Στουδίτη. Ο μοναχισμός αναδύθηκε από τις εικονομαχικές έριδες πολύ ενισχυμένος. Είχε προσθέσει μια καινούρια σειρά μαρτύρων και ομολογητών στα ημερολόγια της ανατολικής Εκκλησίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο πρώτος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μεθόδιος, μετά τον θρίαμβο της ορθοδοξίας κατά της εικονομαχίας, ήταν μοναχός αλλά και ο μετέπειτα πατριάρχης Ιγνάτιος.[21] Έτσι τα μοναστήρια είχαν μεγάλη άνθηση κατά τον 9ο και τον 10ο αιώνα.

Περίπου το 500 η χριστιανική εκκλησία είχε καταφέρει να στρέψει τους περισσότερους ταλαντούχους επιστήμονες της εποχής, σε δραστηριότητες ιεραποστολικές, οργανωτικές, δογματικές, ή καθαρά θεωρητικές. Αυτό είχε σαν συνέπεια τη μη περαιτέρω ανάπτυξη των επιστημών στο ανατολικό ήμισυ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Εκκλησία θεωρούσε δε, ότι ο ρόλος της Ελληνικής Φιλοσοφίας περιοριζόταν στην προετοιμασία των Ελλήνων για να δεχθούν τον Χριστιανισμό. Κατά τους 6 πρώτους αιώνες της δημιουργίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ο αντικειμενικός στόχος της μάθησης ήταν να εκλαϊκεύσει και να διαδώσει τις επιστημονικές θεωρίες και τα συμπεράσματα, αλλά όχι το τεχνικό περιεχόμενο και τις μεθόδους της ελληνικής επιστήμης. Το αποτέλεσμα αυτής της τάσης ήταν να γράφονται συχνά πραγματείες με αντιφατικές και αλληλοσυγκρουόμενες αναφορές. Κατά τον 6ο αιώνα παρ’ όλο που το Βυζάντιο δεν γνωρίζει τα σκοτάδια που γνωρίζουν άλλοι λαοί, δεν υπάρχει δείγμα ανώτερης παιδείας, αλλά οι ιδιωτικοί δάσκαλοι διατηρούν την παράδοση. Κατά τον 8ο αιώνα αρχίζουν να διδάσκουν αριστοτελική φιλοσοφία, επειδή η Λογική του Αριστοτέλη ήταν χρήσιμη στους αγώνες που έκαναν οι εικονολάτρες. Σε αυτό συνέβαλαν πολλοί μοναχοί οι οποίοι μετά χαράς ήτα πρόθυμοι να βοηθήσουν στο έργο του διδασκάλου και στο έργο του καθηγητή.

Σε αυτό το σημείο μεταφερόμαστε στην περίοδο της επιτροπείας του Βάρδα έως και την αυτοκρατορία του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, μπαίνοντας έτσι σιγά σιγά στην μοναχική ζωή του Αγίου Όρους. Εξετάζοντας λοιπόν τον βίο του Αγίου Νικηφόρου, ο οποίος υπήρξε μοναχός στο όρος Λάτμος αλλά και επίσκοπος Μιλήτου, θα δούμε ότι είχε άριστη μόρφωση.[22] Γνώριζε καλά τον λόγο εκφράζοντας την προσωπική του αντίληψη περί των πραγμάτων ή δίδασκε αυτά που μάθαινε από πρώτο χέρι. Οι γονείς του, τον προόριζαν για να υπηρετήσει την Εκκλησία και ήδη από μικρή ηλικία το είχαν κάνει ευνούχο. Άλλο ένα στοιχείο των μοναχών που ανακαλύπτεται μέσα από τον βίο του Αγίου Νικηφόρου. Δεν ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για να γίνει κάποιος μοναχός αλλά βοηθούσε πολύ στο μοναχικό βίο ως προς την έλλειψη επιθυμιών. [23] Οι γονείς του όμως φιλοδοξούσαν ότι ο Νικηφόρος έπρεπε να πάρει μια γερή μόρφωση για να έχει μία άριστη σταδιοδρομία. Έτσι αποφάσισαν να τον στείλουν στην Κωνσταντινούπολη. Μία ακόμα απόδειξη οτι η Κωνσταντινούπολη ήταν τότε κέντρο μόρφωσης πολλών ανθρώπων.  Σε ένα χωρίο του βίου του, οι προστάτες του δεν ήθελαν να μολυνθεί η φυσική αγνότητα της ψυχής του με τις κοσμικές γνώσεις, γιατί δεν ήταν εύκολο όταν μια φορά τις δεχτεί κανείς να σβήσει τα ίχνη των ψεύτικων αυτών ιστοριών και έτσι ο Νικηφόρος περιορίστηκε στην σπουδή της Αγίας Γραφής. Η μόρφωση άνοιγε στους μοναχούς την πόρτα στις υπηρεσίες και τα αξιώματα της αυτοκρατορικής αυλής και του παλατιού.

Ο μικρός Αβραάμιος, (έτσι ονομαζόταν ο Άγιος Αθανάσιος Αθωνίτης πριν την μοναχική του κουρά) που γεννήθηκε στην Τραπεζούντα πήρε μία στοιχειώδη μόρφωση εκεί και στην συνέχεια μεταφέρθηκε και αυτός στην Κωνσταντινούπολη στην ίδια περίπου περίοδο με τον Νικηφόρο.[24] Ένα μέρος του βίου του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου αναφέρει χαρακτηριστικά : «Τοῦτον τοιγαροῦν ἤνεγκε μὲν ἡ μεγαλόπολις Τραπεζοῦς, ηὔξησε δὲ λογικῶς ἡ Βυζαντίς, κυμινᾶς δε καὶ Ἄθως ἐκαρποφόρησαν τῷ Θεῷ». Επιπροσθέτως άλλο σημείο του Βίου του μας αναφέρει ότι : «Τοῦτον τοιγαροῦν τὸν σοφὸν τὰ πάντα καὶ πολὺν Ἀθανάσιον, τὸν ἐκ γενετῆς Ἀβραάμιον ὠνομασμένον – ἔδει γὰρ τὸν πολλῶν πατέρων πατέρα γενησόμενον καὶ τοῦ ὀνόματος ὥσπερ τοῦ πράγματος κοινωνῆσαι τῷ πατριάρχῃ ἤνεγκε μὲν Τραπεζοῦς πόλις, πατέρες δὲ αὐτῷ εὐπατρίδας μὲν καὶ ἄμφω, καὶ τὸ γένος οὐκ ἄσημοι». [25] Εκεί είχε ως δάσκαλο και καθοδηγητή του έναν Αθανάσιο που είχε το αξίωμα «προκαθήμενος των παιδευτηρίων» (είχε στην δικαιοδοσία του όχι μόνο το δικό του σχολείο αλλά και άλλα πολλά σχολικά συγκροτήματα).[26] Ο Αβραάμιος – Αθανάσιος πήγε να σπουδάσει στην Κωνσταντινούπολη την εποχή του Ρωμανού Λακαπηνού.[27] Ο Αβραάμιος έχοντας προοδεύσει στα φοιτητικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, βλέπουμε ότι με ομόφωνη ψήφο μαθητών και διδασκάλων : «κοινῇ ψήφῳ τῶν κοινωνῶν αὐτῶν παιδευτῶν ὁμοῦ καὶ παιδευμάτων» όπως αναφέρει ο βίος του κρίθηκε άξιος της συνεδρίας : «τῆς τοῦ διδασκάλου συνεδρείας ἀξιωθῆναι». Δηλαδή έγινε δάσκαλος μετά τον δάσκαλο.[28] Αφού ο Αβραάμιος πέρασε το στάδιο του φοιτητή όπως είδαμε και του βοηθού καθηγητή έφτασε η ώρα να ανέβει στον καθηγητικό   θρόνο : «Κοινῇ ψήφῳ τῶν αὐτῶν αὖθις καὶ νεύσει βασιλικὴν ἐπὶ τὸν διδασκαλικὸν ἀνάγεται θρόνον».[29] Αυτό το χωρίο μας κάνει να πιστέψουμε ότι πρόκειται για πανεπιστημιακή έδρα όχι στην ίδια σχολή όμως που δίδασκε ο δάσκαλος του αλλά σε άλλο. Δεν ισχύει κάτι τέτοιο αν πάρουμε υπ’ όψιν το νεαρό της ηλικίας του Αβραάμιου.[30] Έτσι λοιπόν γίνεται γνωστό ότι η αυτοκρατορική αρχή επενέβαινε από τότε και πάντοτε για να εγκρίνει έναν διορισμό ενός κανονικού καθηγητή. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για τον Κωνσταντίνο τον Ζ’ τον Πορφυρογέννητο, ο οποίος ενέκρινε τον διορισμό του Αβραάμιου-Αθανάσιου ως καθηγητή σε σχολείο της Κωνσταντινούπολης. Φυσικά η εκλογή ενός καθηγητή γινόταν έπειτα από ψηφοφορία διδασκόντων και διδασκομένων.[31]

3. ΙΔΡΥΣΗ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΤΟΥ ΑΘΩΝΟΣ

Μέσα από όλη αυτήν την διαδρομή του μοναχισμού φτάνουμε λοιπόν στην ίδρυση του μοναχισμού στο Όρος του Άθω, το οποίο μετονομάστηκε σε Άγιον Όρος, αφού με το πέρασμα των αιώνων πλημμύρισε ο τόπος από αγίους, ομολογητές και μάρτυρες. Η πρόσβαση στην στενή επίμακρη χερσόνησο δεν ήταν εύκολη. Στην αρχαιότητα ονομαζόταν Ακτή και από τον Μεσαίωνα Άθως. Δάση, χαράδρες και χείμαρροι εμποδίζουν την πορεία των ανθρώπων αλλά και τα βουνά που το ένα είναι πιο ψηλό από το άλλο. Άνεμοι, τρικυμίες και καταιγίδες σαρώνουν τις ακτές. Τα ναυάγια γύρω από τον Άθω δεν έλειψαν ποτέ. Έτσι η φυσική διαμόρφωση της χερσονήσου οδηγούσε στην εσωτερική αλλά και την εξωτερική απομόνωση το οποίο είναι ένα από τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία για την μοναχική ζωή.[32] Μεγάλες διαφορές υπήρχαν από την έρημο του Άθω με τα υπόλοιπα μοναστικά κέντρα της βυζαντινής επικρατείας. Κατά την αρχαιότητα, γνωρίζουμε μέσα από ιστορικούς συγγραφείς του βυζαντίου, ότι στον όρος του Άθω υπήρχαν 5 ή 6 μικρά συγκροτήματα πόλεων όπου στις αρχές του 3ου αιώνα άρχιζαν να σβήνουν σιγά σιγά.[33] Εκτός από την δύσκολη γεωγραφική θέση της χερσονήσου σε αυτό συνέβαλαν και οι λεηλασίες βαρβαρικών φύλων που πραγματοποιούνταν έως και τον 5ο αιώνα. Ο 5ος αιώνας είναι ο αιώνας όπου παρατηρήθηκε η  εκπνοή κάθε ίχνους ζωής από τον Άθω.

Επομένως σίγουρο είναι ότι οι άνθρωποι είχαν εγκαταλείψει πολύ πριν κατοικήσουν μοναχοί εκεί. Οι πρώτες μνείες μοναχών στον Άθω είναι λίγο πριν τον 9ο αιώνα. Όμως σύμφωνα με αστήρικτες πληροφορίες και μέσα από βίους Αγίων, ίσως ο Άθως να έγινε κέντρο του μοναχισμού από τον 4ο αιώνα και συγκεκριμένα από τον Μ. Κωνσταντίνο. Στην συνέχεια, ο ειδωλολάτρης αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης έκαψε τα μοναστήρια όπου τα ξαναέχτισε ο ευσεβής αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α’. Αυτή η αντίληψη είναι σύμφωνα με την Αθωνική παράδοση που την βλέπουμε μέσα από βίους αγίων. Με την ελάχιστη κριτική και από ιστορική άποψη όμως ο Μ. Κωνσταντίνος δεν έχτισε μοναστήρια ούτε στην Κωνσταντινούπολη ούτε στον Άθω αλλά ούτε ίδρυσε μοναστικά κέντρα. Επομένως ο Ιουλιανός δεν κατέστρεψε τίποτα και ο Θεοδόσιος δεν ξαναέχτισε τίποτα.[34] Το επόμενο ερώτημα που γεννιέται και είναι ενδιαφέρον είναι ότι αν ο Άθως υπήρξε καταφύγιο μοναχών από την Παλαιστίνη. Πολλοί υποστήριξαν, ότι οι μοναχοί της Παλαιστίνης έπειτα από σφαγή που διέπρατταν οι Άραβες, κατέφυγαν στο όρος του Άθω.[35] Δεν έχουμε καμία τέτοια πηγή ή έγγραφο που να αναφέρει κάτι τέτοιο. Μπορεί μεμονωμένα να ήρθαν κάποιοι παλαιστίνιοι μοναχοί στο Όρος. Μόνο μερικά αγιολογικά κείμενα αναφέρουν κάτι τέτοιο όπου μοναχοί του Σινά και της Ραϊθούς για να αποφύγουν τις σφαγές των Αράβων, κατέφυγαν στην Κύπρο και στην Κωνσταντινούπολη. Επομένως οι βίοι των Αγίων μας πληροφορούν ότι οι μοναχοί στο Όρος προήλθαν από τις γειτονικές περιοχές. Είναι αλήθεια ότι οι μοναχοί στο Βυζάντιο ταξίδευαν πάρα πολύ, ακόμα περισσότερο από ότι νομίζουμε εμείς, έχοντας έτσι πρότυπο την ζωή των αποστόλων. Περίμεναν πρώτα να λάβουν το μοναχικό σχήμα και έπειτα ξεκινούσαν μακρινά ταξίδια σε διάφορα μοναστικά κέντρα σε όλη την γη.[36]

Έτσι από τις μικρές αναχωρητικές ομάδες οδηγούμαστε στην ίδρυση μεγάλων μοναστηριών στο  Άγιον Όρος. Πρώτο μοναστήρι που εμφανίζεται είναι η Μονή του Άθωνος.[37] Τέσσερις μόνο μοναχοί είχαν δώσει τα ονόματά τους, σε μια συμφωνία ανάμεσα στους κατοίκους της κοντινής περιοχής της Ιερισσού και στους Αθωνίτες το 942. Το ίδιο μοναστήρι αναφέρεται το 1062 σε πρόσταγμα ως μονή του Αγίου Όρους. Έτσι λοιπόν έχουμε το 942 τον ηγούμενο του μοναστηριού του Άθωνος και έναν μοναχό του ίδιου μοναστηριού και ακόμα δύο μοναχούς ως αντιπρόσωπους των Αθωνιτών στην Θεσσαλονίκη. Το 957 με 958 ο Κωνσταντίνος ο Ζ’ ο Πορφυρογέννητος, εκδίδει χρυσόβουλλο για την μονή του Άθω, το οποίο απαλλάσσει την μονή από φόρους. Ακολούθως το 1035 ο Μιχαήλ ο Δ’ Παφλαγόνας παραχωρεί στη μονή του Άθω, ήτοι την μονή των Ιβήρων, όπως αναφέρεται από τον αυτοκράτορα, τις κτήσεις που τις είχαν κατασχεθεί από παλαιότερες διαταγές του αυτοκράτορα. Έτσι λοιπόν βλέπουμε να αναδύεται και ένα δεύτερο μοναστήρι η μονή των Ιβήρων.[38] Το 1045 ο Κωνσταντίνος ο Θ’ ο Μονομάχος απευθύνει στον μοναχό Κοσμά πρόσταγμα που αφορά τους μοναχούς της μονής του Αγίου Όρους. Το 1062 ένα πρόσταγμα, που ο Κωνσταντίνος ο Ι’ Δούκας απευθύνει στον δούκα της Θεσσαλονίκης, αναφέρει τους μοναχούς του Αγίου Όρους. Σε ποιά τοποθεσία βρισκόταν η θέση του πρώτου μοναστηριού του Άθω παραμένει άγνωστο μπορούμε όμως να υποθέσουμε ότι βρισκόταν στην θέση όπου υψώθηκε αργότερα η μονή των Ιβήρων. Αργότερα ιδρύθηκαν και άλλες μονές όπως η μονή του Κλήμεντος, το οποίο σήμερα δεν υπάρχει και η μονή της Ξηροποτάμου και του Αγίου Παύλου. Τα δύο τελευταία μοναστήρια ίσως ήταν αδελφοποιημένα διότι τα ίδρυσε και τα δύο ένα μοναχός Παύλος.[39] Όταν ανοιχθούν όλα τα έγγραφα του Αγίου Όρους, τα οποία είναι αμύθητος θησαυρός, τότε θα βγουν ασφαλή συμπεράσματα για την ίδρυση των μοναστηριών.

Ερχόμαστε τώρα στην άφιξη του Αθανασίου (του Αβραάμιου που γνωρίσαμε πιο πριν) στο όρος Άθω και στην ίδρυση της Λαύρας από τον ίδιο. Έτσι λοιπόν με την άφιξη του Αθανασίου, μελλοντικού ιδρυτού του μεγαλυτέρου μοναστηριού του Άθω, φτάνουμε στο σημείο της ιστορίας που διαθέτουμε αρκετές πηγές. Έχουμε τα τρία κείμενα που έγραψε ο ίδιος ο Άγιος Αθανάσιος, την υποτύπωση, το τυπικό και την διατύπωση αλλά και τους δύο βίους του. Μέσα από την πηγή του Βίου του Αγίου Αθανασίου : «Ὡς δ’ οὖν ἐπέβη τοῦ Ὄρους, περινοστεῖ μεν αὐτό, περισκοπεῖ δε καὶ τοὺς ἐν αὐτῷ οὐ πολλοὺς ὄντας τότε τοὺς ἀσκουμένους, καὶ τούτων τὴν τραχυτάτην ἀγωγὴν ἀνιχνεύσας καὶ τὸν ἐρημικὸν καὶ ἀπράγμονα βίον, ἐθαύμαζέ τε καὶ ἥδετο τούτοις καὶ ὡς ἀληθῶς ὄρεσιν ἐγγίζειν αἰωνίοις ἐπείθετο, θεῷ τε πολλὴν ὡμολογεῖ τὴν χάριν, ὃς ὡδήγησεν, ὃς ἤγαγεν εἰς ὄρος ἅγιον, αὐτὸν καὶ εἰς τὰ σκηνώματα αὐτοῦ»[40] βλέπουμε ότι την στιγμή που γράφτηκαν, ο Άθως έσφυζε από μοναχούς ενώ στις αρχές τις σύστασής του ήταν σχεδόν άδειος. Άλλη μία πηγή από τον βίο του μας αναφέρει : «Ταῦτα διαπραξάμενος καὶ τῷ βασιλεῖ συνταξάμενος κάτεισιν ἐπὶ τὸ ὄρος τῶν ἑξῆς νεανικώτερον ἐχόμενος πόνων. Ὁ δὲ ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν προσετίθετο, ὅσῳ δὲ προσετίθετο, τοσούτῳ καὶ ὁ ταμίας τῶν ἀγαθῶν ἐπεχορήγει τὰ ἐπιτήδεια. Πολλοί μεν γὰρ τῶν ἐγγύς, πολλοί δεν καὶ τῶν πόρρῳ, οἱ μὲν χρήματα, οἱ δὲ κτήματα, οἱ δὲ ὅτι ἕκαστος τύχοιεν ἔχοντες, ὁ περὶ τῶν ἀποστόλων γέγραπται, παρὰ τοὺς πόδας φέροντες ἐτίθουν τοῦ μεγάλου, ᾔδη δὲ τινὲς αὐτῶν καὶ ἑαυτοὺς αὐτοῖς προσετίθουν».[41] Μέσα από αυτήν την πηγή συμπεραίνουμε, ότι όσο αυξανόταν ο αριθμός των μοναχών στο όρος τόσο αυξανόταν και η περιουσία των μοναστηριών, διότι κάθε μοναχός όταν έφευγε από την πόλη μαζί με την περιούσια του, είτε είναι χρήματα είτε χωράφια, τα άφηνε στην μονή που επρόκειτο να γίνει μοναχός. Είναι λοιπόν αναμφισβήτητο ότι από τον ερχομό του Αθανασίου έως και την κοίμησή του ο αριθμός των μοναχών αύξανε ραγδαία. Η μονή της Λαύρας ιδρύθηκε, πάνω στο σημείο που πιθανολογείται ότι ήταν η αρχαία πελασγική πόλη Ακρόθωσι, από τον Άγ. Αθανάσιο τον Αθωνίτη το 963, που ο ίδιος με την ακολουθία του έκτισε στην αρχή το τετράπλευρο τείχος στη συνέχεια το καθολικό της Μονής και τέλος τις σειρές των κελιών, κατά προτροπή και χρηματοδότηση του φίλου του, αυτοκράτορα του Βυζαντίου Νικηφόρου Φωκά. Μια ερμηνεία για τη στάση αυτή του αυτοκράτορα είναι η φιλοσοφία του για το μοναχισμό. Τον προτιμούσε σε απόκρημνα και δύσβατα μέρη. Συνηγορούν προς αυτό τόσο η απαγόρευση του για την ίδρυση μονών σε αγροτικές περιοχές, όσο και η βαριά φορολογία στην εκκλησιαστική περιουσία. Λέγονταν επίσης ότι επιθυμούσε σφόδρα να εγκαταλείψει αργότερα το θρόνο και να μονάσει στη Μεγίστη Λαύρα. Βεβαίως, μπορεί να υπάρχουν και άλλες ερμηνείες. Εκείνο που είναι σίγουρο είναι πως δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει τον πόθο του να μονάσει, καθώς δολοφονήθηκε ενώ κοιμόταν από την γυναίκα του Θεοφανώ και τον ανιψιό του Ιωάννη Τσιμισκή, μετέπειτα αυτοκράτορα. Και όπως αναφέρει η παράδοση, βρέθηκε να κοιμάται πάνω σε ένα μοναχικό ράσο.[42]

Πολλές ήταν οι φυγές του Αγίου Αθανασίου εκτός Αγίου Όρους. Ο μάγιστρος Λέων Φωκάς, μετά τη νίκη του εναντίον των Σκυθών νομάδων (Ούγγρων), το 958 με 959, πηγαίνει στον Άθω για να συναντήσει τον Αθανάσιο. Οι Αθωνίτες, που έχουν πληροφορηθεί πια για την πνευματική προσωπικότητα του Αθανασίου, αρχίζουν να συγκεντρώνονται γύρω του. Ο Αθανάσιος καταφεύγει στην άκρη του Άθω, στο ακρωτήριο Μελανά. Δεν έχει περάσει ένας χρόνος και φθάνει μήνυμα του στρατηγού Νικηφόρου Φωκά από την Κρήτη, όπου είχε εκστρατεύσει για να καταστρέψει το ορμητήριο των Αγαρηνών πειρατών. Οι Αθωνίτες συμβουλεύουν έντονα τον Αθανάσιο να βοηθήσει τον Νικηφόρο Φωκά και να φροντίσει για την απελευθέρωση τόσων αιχμαλώτων συνασκητών τους. Όταν φθάνει στην Κρήτη ο Αθανάσιος, οι Σαρακηνοί έχουν στο μεταξύ νικηθεί από τον ένδοξο στρατηγό Νικηφόρο Φωκά. Κατά το ετήσιο διάστημα της παραμονής του στο νησί, ο Νικηφόρος επαναλαμβάνει στον Αθανάσιο την επιθυμία του να μονάσει, και το παραχωρεί κάθε διευκόλυνση για να ιδρύσει ένα κατάλληλο προς της μοναχικές του πεποιθήσεις κοινόβιο.

Ο Αθανάσιος αρχίζει με μεγάλους κόπους την ανίδρυση του μοναστηρίου της Λαύρας, του τόπου της μετάνοιας του Νικηφόρου, το 961, τον χρόνο που κοιμήθηκε ο πνευματικός του πατέρας, ο μεγάλος ασκητής Μιχαήλ Μαλεΐνος. Στις 16 Αυγούστου 963 ο Νικηφόρος Φωκάς στέφεται αυτοκράτορας. Ο Αθανάσιος εγκαταλείπει την ανίδρυση της Λαύρας και φεύγει για την Κύπρο. Οι ικεσίες του αυτοκράτορα, η ανανέωση της ομολογίας του για την αμετάθετη απόφαση του να μονάσει και μια γενναία οικονομική βοήθεια, τον πείθουν να επιστρέψει και να συνεχίσει το έργο του. Χτίζει λοιπόν γύρω από το καθολικό κελιά, μαγειρίο, τράπεζα, νοσοκομεία, ξενώνες, υδραγωγείο, μύλο. Από παντού έρχονται μοναχοί για να επανδρώσουν τη μεγάλη μονή που χτίζει ο Αθανάσιος, με επιχορήγηση του αυτοκράτορα, ο οποίος θα είναι αύριο συμμοναστής τους.

Η Μονή της Μεγίστης Λαύρας είναι η πρώτη στην ιεραρχία των αγιορείτικων μονών και η μεγαλύτερη σε έκταση. Άλλες ονομασίες με τις οποίες φέρεται σε παλαιότερα έγγραφα είναι “Λαύρα των Μελανών”, “Λαύρα του κυρού Αθανασίου”, “Λαύρα του αγίου Αθανασίου”, “Μεγάλη Λαύρα”, ή και απλώς “Λαύρα” που σημαίνει πολυάνθρωπο μοναστήρι.  Το έτος ιδρύσεως θεωρείται και το έτος έναρξης του μοναστηριακού κοινοβιακού βίου στο λεγόμενο πλέον «Άγιο Όρος». Πολλοί μοναχοί ήρθαν να ζήσουν στη Μονή υπό την καθοδήγηση του Αγίου Αθανασίου, ο οποίος εφάρμοσε καινοτομίες στο μοναστικό βίο του Αγίου Όρους. Οι μοναχοί άρχισαν να καλλιεργούν την γη και να συνδυάζουν την προσευχή με την εργασία και τη δημιουργία, ενώ ως τότε ζούσαν περισσότερο ασκητικό, αναχωρητικό βίο. Μετά την δολοφονία του Νικηφόρου και την ανάληψη της εξουσίας από τον Ιωάννη Τσιμισκή, ο όσιος κλήθηκε στην Βασιλεύουσα, να λογοδοτήσει για κάποιες συκοφαντίες εις βάρος του όπως προαναφέρθηκε. Κατόπιν ανακρίσεως και έρευνας αποδείχθηκε το ασύστατο των κατηγοριών, με αποτέλεσμα την μεταστροφή του κλίματος υπέρ του οσίου και την επικύρωση του πρώτου Τυπικού του Αγίου Όρους, γνωστού και ως «Τράγου» από τον Τσιμισκή.[43] Το παραπάνω μοναδικό κειμήλιο αποτελεί ανεκτίμητο ιστορικό θησαυρό του Αγίου Όρους και σπανιότατη πολιτιστική κληρονομιά.

4. ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΑ ΠΡΟΝΟΜΙΑ

Ένα από τα πιο παλαιά έγγραφα που αφορά ολόκληρη την αθωνική κοινότητα σώζεται στα αρχεία του πρωτάτου και είναι το σιγίλιο που εκδόθηκε επί Βασιλείου του Α’. Οι Αθωνίτες με αυτό το σιγίλιο πρόβαλλαν τα αρχαία προνόμια που διακατείχαν για τα κτήματα τους και τα χρησιμοποιούσαν εναντίον της μονής του Κολοβού και των κατοίκων της Ιερισσού που είχαν διαμάχες.[44] Το σιγίλιον ονομάζεται αλλιώς κέλευσις ή χάρτης ή χρυσόβουλλο. Η έκδοση ενός αυτοκρατορικού σιγιλίου θεωρείται δεδομένο ότι οι αθωνίτες μοναχοί αποτελούν ένα σύνολο και ένα νομικό πρόσωπο το οποίο μέσω μιας οργάνωσης έστω και υποτυπώδους ενεργεί στο όνομα όλων των μοναχών. Επιπροσθέτως με το σιγίλλιο του 883, ο αυτοκράτορας από την μία πλευρά απαγορεύει σε όλους τους δημόσιους υπαλλήλους, από την πιο υψηλή βαθμίδα έως και την χαμηλότερη, να απαιτούν τον οποιονδήποτε φόρο από τους μοναχούς και από την άλλη πλευρά απαγορεύει από τους ιδιώτες και από τους χωρικούς να τους ενοχλούν αλλά και από τους βοσκούς να βάζουν τα ζώα τους για βοσκή στον αθωνικό χώρο.[45] Η πρώτη απαγόρευση έπαιξε τον ρόλο της, ρόλο σημαντικό για το μέλλον του Αγίου όρους. Έτσι λοιπόν ποτέ δεν γίνεται λόγος για υπάλληλο, στρατιωτικό ή πολιτικό, ο οποίος να δημιούργησε προβλήματα στους αθωνίτες σχετικά με τα κτήματα και τις καλλιέργειες τους στο εσωτερικό της χερσονήσου. Αργότερα υπήρξαν και άλλα χρυσόβουλλα προς όφελος των μοναχών του Άθω, όπως αυτό του Ρωμανού Α’ του Λεκαπηνού, του Κωνσταντίνου του Ζ’ του Πορφυρογέννητου και του Στεφάνου.

Η πρώτη χάραξη των συνόρων έγινε το 942. Ως το 942 ο διαχωρισμός ανάμεσα στα εδάφη που είχαν δοθεί σχεδόν πριν από ένα αιώνα στους αθωνίτες και στην υπόλοιπη κλασματική γη, η οποία απλωνόταν προς τα βόρεια και βορειοδυτικά του Άθω, είχε μείνει ακαθόριστος. Όλη η περιοχή νοτίως της Ιερισσού ήταν αρχικά κλασματική, και η ίδια ασάφεια επικρατούσε στα όρια της κοινότητας της Ιερισσού, της μονής του κολοβού και των άλλων γειτονικών μοναστηριών. Η δεύτερη χάραξη των συνόρων πραγματοποιήθηκε το 943. Δεδομένου ότι τα δύο μέρη είχαν αποδεχθεί το έγγραφο που τους εξασφάλιζε τα δίκαιά τους, οι Ιερισσιώτες και οι αθωνίτες του περιορισμού, θα υπέθετε κανείς πως η υπόθεση θα είχε λήξει. Ένα χρόνο αργότερα λοιπόν ο στρατηγός της θεσσαλονίκης Κατακαλών, ο αρχιεπίσκοπος Γρηγόριος και ο κριτής του θέματος Θωμάς, έρχονται κατόπιν διαταγής να χαράξουν επί τόπου τα σύνορα μεταξύ Ιερισσιωτών και αθωνιτών.[46] Το πιο πιθανό είναι ότι οι αθωνίτες δυσανασχετούσαν αν όχι για τον συμβιβασμό με τους Ιερισσιώτες αλλά για την διαχωριστική γραμμή όπως την οροθέτησε τελικώς ο επόπτης Θωμάς και κατέφυγαν και πάλι στον αυτοκράτορα ζητώντας την επέμβαση του.

Η τελική διαχωριστική γραμμή όπως αναγράφεται στο έγγραφο του Πρωτάτου δίνει πολύ λίγες ενδείξεις στις οποίες μπορεί να στηριχτεί κανείς για να μεταφέρει στον χάρτη την ακριβή θέση. Αρχίζει από ένα ρυάκι απέναντι από τα παλαιά παλάτια της Αμουλιανής, μια τοποθεσία που δεν γνωρίζουμε σήμερα, φτάνει στα χωράφια της Αγίας Χριστίνας, ούτε γι αυτό το μοναστήρι γνωρίζουμε κάποια στοιχεία, και διασχίζει τον ποταμό Γλομπουτζίτζα, το μοναδικό μέρος που είναι σήμερα γνωστό σε εμάς.[47] Επιπροσθέτως περικλείει τη γη των αθωνιτών ένα μαντρί της μονής του Κολοβού και καταλήγει στην βορινή θάλασσα σε ένα σημείο που δεν κατονομάζεται. Δεν έχει κανείς παρά να διαβάσει το τυπικό του Τζιμισκή για να δει ότι οι κανονισμοί του, ίσχυαν από τον ποταμό ζυγό και πέρα. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι μόνο από τον ποταμό Ζυγό και μέσα απαγορεύεται στους λαϊκούς να μπαίνουν στο όρος του Άθωνος για εμπορικούς λόγους.[48]Τα λίγα μοναστήρια και ίσως ελεύθεροι χωρικοί που βρίσκονται στην περιοχή, από τον Ζυγό ως την διαχωριστική γραμμή, επέζησαν για λίγο καιρό πριν γίνουν μετόχια και πάροικοι των μεγάλων μοναστηριών του Όρους.

5. ΕΠΙΛΟΓΟΣ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Εν κατακλείδι θα ήθελα να αναφέρω μερικά συμπεράσματα από όλη την έρευνα περί του μοναχισμού και της αγιότητας στο Βυζάντιο. Ο μοναχισμός στην Βυζαντινή κοινωνία χρησίμευε ως υπόδειγμα για τον ιδανικό τύπο ανθρώπου. Οι μοναχοί είναι οι πνευματικοί καθοδηγητές. Κατά τον Όσιο Ιωάννη τον Σιναΐτη : «φῶς μὲν μοναχοῖς ἄγγελοιφῶς δὲ πάντων ἀνθρώπωνμοναδική πολιτεία».[49] Οι μοναχοί με την αυτοθυσία και το πένθος και γενικώς με την άσκηση, κατακτούσαν την απάθεια, την ελευθερία από τα πάθη, φθάνοντας σε αγγελική κατάσταση. Έτσι γίνονταν φίλοι του Θεού. Αποκτούσαν παρρησία προς τον Θεό και οι προσευχές τους εισακούονταν. Έτσι βοηθούσαν και την ασφάλεια του κράτους από επιδρομές και φυσικές καταστροφές. Διότι, αν ο Θεός για χάρη δέκα δικαίων ανθρώπων δεν θα κατέστρεφε τα Σόδομα, πολύ περισσότερο θα προστάτευε το κράτος που περιλάμβανε χιλιάδες αγίους μοναχούς.[50] Στα μάτια των Βυζαντινών ο Μοναχισμός είχε την αίγλη της ιδανικότητας και της αληθινής τελειότητας. Ο κύριος κοινωνικός ρόλος, λοιπόν, του βυζαντινού μοναχισμού ήταν η παραγωγή προτύπων πνευματικής τελειότητας. Η κοινοβιακή, όμως μορφή μοναχισμού παρείχε την δυνατότητα, δευτερευόντως, να παρέχει κάποιες κοινωνικές υπηρεσίες, ανάλογα με τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών όπου βρισκόταν. Μπορούσαν να στεγάζουν πτωχοκομεία, νοσοκομεία και λοιπά ή να διαθέτουν σκριπτόρια (όπως η Μονή Στουδίου) για την αντιγραφή βιβλίων. Ποτέ όμως δεν είχαν αυτές τις κοινωνικές υπηρεσίες ως κύρια αποστολή. Αυτό ήταν μία διαφορά από τον δυτικό μοναχισμό που είχε αναλάβει καθ΄ ολοκληρίαν τους τομείς της παιδείας και των κοινωνικών υπηρεσιών στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Σε αυτό συνετέλεσε και το ότι στην Δύση η μόρφωση αποτελούσε προνόμιο του κλήρου. Κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε στην Ανατολή όπου η πολιτισμική παράδοση δεν είχε διακοπεί ποτέ και υπήρχαν πολλοί μορφωμένοι και εκτός της τάξεως των μοναχών.  Ακόμη, οι ορθόδοξοι μοναχοί, παρά τις περί του αντιθέτου αποφάσεις των συνόδων, δεν παρέμεναν εύκολα στον ίδιο τόπο. Δεν υπήρχε, δηλαδή, στην πράξη το stabilitas loci, η σταθερότητα τόπου, η πρόσδεση του Μοναχού στο μοναστήρι του. Αλλά και τα μοναστήρια εύκολα ιδρύονταν και εύκολα διαλύονταν. Αυτοί ήταν ανασταλτικοί παράγοντες για μία μεγαλύτερη κοινωνική προσφορά σε τομείς όπως η φιλανθρωπία και η παιδεία. Μια τέτοια μεγάλη μορφή που περικλείονταν σε αυτόν όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία ήταν και ο Άγιος Αθανάσιος Αθωνίτης που έγινε νύξη παραπάνω γεμίζοντας το Άγιον Όρος από χιλιάδες μοναχούς και βγάζοντας πολλούς μαθητές, μοναχούς και δασκάλους στο δύσκολο έργο της κοινωνίας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Cyril Mango, ΒΥΖΑΝΤΙΟ – Η αυτοκρατορία της νέας Ρώμης, Λονδίνο 1980.

Διονυσία Παπαχρυσάνθου, Ο ΑΘΩΝΙΚΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ – Αρχές και οργάνωση, Αθήνα 2004.

Paul Lemerle, Ο ΠΡΩΤΟΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΟΥΜΑΝΙΣΜΟΣ, Αθήνα 2007.

Rosemary Morris, Monks and laymen in Byzantium, 843-1118, Cambridge University Press 1995.

Jacques Noret editor, Vitae duae antiquae Sancti Athanasii Athonitae, Βίος Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου, Leuven University Press 1982.

Γεώργιος Χρ. Χαριζάνης, Η ίδρυση και οι απαρχές λειτουργίας της Αθωνικής Πολιτείας, Θεσσαλονίκη 2007.

[1] C. MANGO, Βυζάντιο, Η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, μτφρ. Δ. ΤΣΟΥΓΚΑΡΑΚΗΣ, Λονδίνο 1980, σελ. 128.

[2] C. MANGO, Βυζάντιο, σελ. 129.

[3] C. MANGO, Βυζάντιο, σελ. 130.

[4] Βίος Αγίου Αντωνίου, κεφ. 3-4, σελ. 26 στιχ. 844-5.

[5] C. MANGO, Βυζάντιο, σελ. 129.

[6] C. MANGO, Βυζάντιο, σελ. 129.

[7] Κατά Ματθαίον, κεφ. ΙΘ’, στιχ. 21.

[8] C. MANGO, Βυζάντιο, σελ. 134.

[9] C. MANGO, Βυζάντιο, σελ. 134.

[10] C. MANGO, Βυζάντιο, σελ. 134-5.

[11] C. MANGO, Βυζάντιο, σελ. 136.

[12] C. MANGO, Βυζάντιο, σελ. 136.

[13] C. MANGO, Βυζάντιο, σελ. 136.

[14] C. MANGO, Βυζάντιο, σελ. 136.

[15] C. MANGO, Βυζάντιο, σελ. 136.

[16] Προς Κορινθίους Α’, κεφ. 3, στιχ. 18.

[17] C. MANGO, Βυζάντιο, σελ. 137.

[18] C. MANGO, Βυζάντιο, σελ. 137.

[19] C. MANGO, Βυζάντιο, σελ. 139.

[20] C. MANGO, Βυζάντιο, σελ. 139-140.

[21] C. MANGO, Βυζάντιο, σελ. 140.

[22] P. LEMERLE, Ο πρώτος Βυζαντινός ουμανισμός, μτφρ. Μαρία ΝΥΣΤΑΖΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΕΛΕΚΙΔΟΥ, Αθήνα 2007, σελ. 218.

[23] P. LEMERLE, Ο πρώτος Βυζαντινός ουμανισμός, σελ.218-219.

[24] P. LEMERLE, Ο πρώτος Βυζαντινός ουμανισμός, σελ.231.

[25] ΑΘΩΝΙΤΗΣ, βίος Αγίου Αθανασίου Αθωνίτη, vita A, παράγραφος 5, στιχ. 1-6, σελ. 5.

[26] P. LEMERLE, Ο πρώτος Βυζαντινός ουμανισμός, σελ.231.

[27] P. LEMERLE, Ο πρώτος Βυζαντινός ουμανισμός, σελ.231.

[28] P. LEMERLE, Ο πρώτος Βυζαντινός ουμανισμός, σελ.232.

[29] P. LEMERLE, Ο πρώτος Βυζαντινός ουμανισμός, σελ.232-233.

[30] P. LEMERLE, Ο πρώτος Βυζαντινός ουμανισμός, σελ. 233.

[31] P. LEMERLE, Ο πρώτος Βυζαντινός ουμανισμός, σελ. 233.

[32] Διονυσία ΠΑΠΑΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Ο Αθωνικός Μοναχισμός, αρχές και οργάνωση, Αθήνα 2004, σελ. 23.

[33] ΠΑΠΑΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Ο Αθωνικός Μοναχισμός, σελ. 24.

[34] ΠΑΠΑΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Ο Αθωνικός Μοναχισμός, σελ. 32-33.

[35] ΠΑΠΑΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Ο Αθωνικός Μοναχισμός, σελ. 33.

[36] ΠΑΠΑΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Ο Αθωνικός Μοναχισμός, σελ. 34-35.

[37] ΠΑΠΑΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Ο Αθωνικός Μοναχισμός, σελ. 173.

[38] ΠΑΠΑΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Ο Αθωνικός Μοναχισμός, σελ. 174-175.

[39] ΠΑΠΑΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Ο Αθωνικός Μοναχισμός, σελ. 182-183.

[40] ΑΘΩΝΙΤΗΣ, βίος Αγίου Αθανασίου Αθωνίτη, vita A, παράγραφος 38, στιχ. 1-8, σελ. 18-19.

[41] ΑΘΩΝΙΤΗΣ, βίος Αγίου Αθανασίου Αθωνίτη, vita A, παράγραφος 105, στιχ. 1-9, σελ. 50.

[42] ΠΑΠΑΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Ο Αθωνικός Μοναχισμός, σελ. 207.

[43] ΠΑΠΑΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Ο Αθωνικός Μοναχισμός, σελ. 232-233.

[44] ΠΑΠΑΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Ο Αθωνικός Μοναχισμός, σελ. 136.

[45] ΠΑΠΑΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Ο Αθωνικός Μοναχισμός, σελ. 139.

[46] ΠΑΠΑΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Ο Αθωνικός Μοναχισμός, σελ. 168.

[47] ΠΑΠΑΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Ο Αθωνικός Μοναχισμός, σελ. 169.

[48] ΠΑΠΑΧΡΥΣΑΝΘΟΥ, Ο Αθωνικός Μοναχισμός, σελ. 172.

[49] Κλίμαξ, κεφ. ΚΣΤ΄, στιχ. 23

[50] C. MANGO, Βυζάντιο, σελ. 133.

Πηγές:anastasiosk.blogspot.gragioritikesmnimes.blogspot.gr -vatopaidi

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Συγχώρησε για να συγχωρηθείς (Κυριακή της Τυροφάγου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Μαρτίου, 2013

adam-eva-exoria

(Θεοφάνους Αρχιεπισκόπου Ταυρομενίου του Κεραμέως)

«Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο Πατήρ υμών ο ουράνιος».

Οι αγωνιζόμενοι στους ιππικούς αγώνες, όταν τους δοθεί το σύνθημα για την εκκίνηση, μόλις περάσουν το τεντωμένο σχοινί της αφετηρίας κτυπώντας τους ίππους συχνά προχωρούν προς την «νύσσαν», δηλ. την στήλη των αλόγων, τρέχοντας με μικρά και γρήγορα άλματα. Δεν είναι λοιπόν ο κόπος τους μέχρι την νύσσαν, αλλά βιάζονται να εκτελέσουν και επτάκυκλο δρόμο, διότι αυτό φανερώνει τον νικητή.

Εμάς δε σήμερα, η βαλβίδα της μετανοίας, μας οδήγησε σ’ αυτήν την αφετηρία. Ήταν δε για μας η πρώτη βαθμίδα του δρόμου της μετανοίας η υπόθεση του αρχιτελώνη Ζακχαίου, ο οποίος με πολύ μεγάλη προθυμία ευσεβώς σκόρπισε, εκείνα που ασεβώς μάζεψε. Ακολούθησε η παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου, που μας υπέδειξε τη δύναμη της χριστομίμητης ταπεινώσεως. Αμέσως μετά ο Άσωτος νέος εκείνος, που κακώς μεν δραπέτευσε προς τη χοιρώδη ζωή, επανήλθε δε καλώς στην πατρική εστία. Και στη συνεχεία η μεγάλη και φρικτή κρίση και απολογία.

Αφού προετοιμαστήκαμε κάπως με αυτά και αφού μάθαμε τη δύναμη της αρετής, φθάσαμε προς την «νύσσαν», την πρώτη δηλαδή εβδομάδα των νηστειών. Την εβδόμη εβδομάδα, σαν δρόμο κυκλικό από τώρα βιαζόμαστε να διανύσουμε. Στα ιππικά αγωνίσματα είναι δύσκολο να νικούν όλοι οι αγωνιζόμενοι, διότι παίρνει το στεφάνι μόνον αυτός που τερμάτισε πρώτος. Ο δικός μας όμως αγωνοθέτης σε όλους όσοι επιθυμούν τη νίκη το ίδιο στεφάνι προσφέρει, κατά την εξουσία του. Και στον καθένα, σαν άρμα τεσσάρων ίππων, τοποθετεί αυτά τα τέσσερα στοιχεία. Τον λογισμό διατάσσει να προσέχει σαν αμαξηλάτης. Τη συνείδηση όρισε σαν μαστίγιο να δέρνει, για τα πλημμελήματα, και ως χαλινάρι την εγκράτεια· και εξομαλύνει εκ των προτέρων το στάδιο, για να πραγματοποιείται εύκολα η εντολή, προετοιμάζοντας ομαλό το δρόμο του αμαξηλάτη. Αλλά ας δούμε ποιά είναι η ευκολία της αρετής.

«Είπεν ο Κύριος· εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο Πατήρ υμών ο ουράνιος». Ποιός άραγε έχει τόσο υψηλή διάνοια, ώστε να αντιληφθεί το μέγεθος αυτού του νοήματος; Διότι αυτό είναι η κορυφή των αρετών∙ αυτό το κεφάλαιο των αγαθών θα σε θεώσει∙ ο λόγος αυτός σηκώνει από τα γήινα και κάνει να ομοιωθεί η εικόνα με το πρωτότυπο. «Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα, αφήσει και ο πατήρ υμών ο ουράνιος τα παραπτώματα». Η μεν άφεση των αμαρτιών ανήκει μόνον στον Θεό, διότι έχει γραφτεί· «Ουδείς δύναται αφιέναι αμαρτίας, ει μη είς, ο Θεός». Τώρα δε με αυτό το λόγο μεταδίδει το χάρισμα και στους ανθρώπους, σαν κατά κάποιο τρόπο, να εννοεί: συ έχεις την εξουσία για την άφεση της αμαρτίας σου. Μπορείς, αν θέλεις, με λίγη προσπάθεια να κερδίσεις τη συγχώρηση των παραπτωμάτων. Δεν ζητώ τα υπερφυσικά, δεν απαιτώ τα πάνω από τις δυνάμεις σου, δεν αναγκάζω να υπερβείς τα χιονισμένα μέρη της Σκυθικής ή να ανέβεις τα Καυκάσια όρη ή να υπερπηδήσεις τη διακεκαυμένη ζώνη, ή να διασχίσεις τους ωκεανούς, που όλα είναι ακατόρθωτα.

Μικρή είναι η εντολή. «Εάν αφήτε τοις αν¬θρώποις τα παραπτώματα, αφήσει και υμών ο Πατήρ». Συγχώρησε και θα συγχωρηθείς· απάλλαξε τον πλησίον σου από την εναντίον σου κατηγορία και θα απαλλαγείς από το παράπτωμά σου προς τον Θεό. Και όπως ακριβώς έχουμε εντολή να μιμηθούμε τον Χριστό, προτρεπόμενοι από την ευαγγελική φωνή να Τον ακολουθήσουμε, έτσι με συγκατάβαση μιμείται και Αυτός τα δικά μας όταν συμπεριφέρεται έτσι σε μας όπως εμείς συμπεριφερόμαστε προς τον πλησίον. Και αυτό ο Κύριος με παραβολή υπέδειξε και σε άλλο σημείο παρουσιάζοντας κάποιον φοβερό βασιλιά να κάθεται στο θρόνο του, στον οποίον όταν οδηγήθηκε ένας χρεοφειλέτης που χρωστούσε μύρια τάλαντα, τον ικέτευσε τον και του χάρισε ολόκληρο το ποσό. Επειδή δε φάνηκε σκληρός προς τον ομόδουλό του, για ελάχιστο χρέος, κίνησε σε οργή τη φιλανθρωπία του βασιλιά, ώστε να παραδώσει στους βασανιστές τον αχάριστο δούλο, για να τιμωρηθεί ανάλογα με το χρέος. Και απ’ αυτό λοιπόν το ίδιο παραγγέλλει· «Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και ο Πατήρ υμών ο ουράνιος· εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, μηδέ ο Πα-τήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών».

Αλλά ας δούμε και τη συνέχεια του λόγου. «Όταν δε νηστεύητε, μη γίνεσθε ώσπερ οι υποκριταί σκυθρωποί· αφανίζουσι γαρ τα πρόσωπα αυτών, όπως φανώσι τοις ανθρώποις νηστεύοντες». Εδώ αναφέρεται στους Ιερείς και Φαρισαίους και Γραμματείς· διότι και σε άλλο σημείο τους ονόμασε υποκριτές· «Ουαί, λέγων, υμίν, Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί». Διότι αυτοί σκέφθηκαν λανθασμένα την κενοδοξία, και την άλλην αρετή εφάρμοζαν με ψεύτικο ήθος, ιδιαίτερα δε έδειχναν πολλή σκυθρωπότητα όταν νήστευαν, εξαπατώντας όσους τους έβλεπαν με την εξωτερική εμφάνιση και τη φαινομενική ωχρότητα των προσώπων. Τέτοιους πολλούς θα εύρισκε κανείς και ανάμεσα στους χριστιανούς, οι οποίοι καλλιεργούν την υπερηφάνεια και προτιμούν να φαίνονται δίκαιοι αντί να είναι. Και όμως και η έξω του χριστιανισμού φιλοσοφία λέει, ότι είναι ο πλέον άδικος απ’ όλους αυτός που δεν είναι, αλλά φαίνεται τέτοιος. Σωστά έχει λεχθεί, ότι όσοι ζουν υποκριτικά, μεταβάλλουν τα πρόσωπά τους. Πρόσωπο δε της ψυχής είναι οι αρετές που χαρακτηρίζουν τον αληθινό άνθρωπο, τον πράο, τον ανεξίκακο, τον θεοσεβή, τον φιλάνθρωπο, τον ανδρείο, τον δίκαιο και τον άμεμπτο, και τα άλλα, από τα οποία χαρακτηρίζεται η εικόνα του Θεού. Εκείνος λοιπόν που αντί όλων αυτών καλλιεργεί την υποκρισία, μεταβάλλει τα χαρακτηριστικά ιδιώματα του προσώπου. Σωστά δε πρόσθεσε και το· «όπως φανώσι τοις ανθρώποις νηστεύοντες». «Άνθρωπος γαρ εις πρόσωπον, Θεός δε εις καρδίαν ορά», κατά την Αγ. Γραφή. «Αμήν γαρ λέγω υμίν ότι απέχουσι τον μισθόν αυτών». Επειδή αυτός που εφαρμόζει την αρετή και ζητά ανθρώπινη δόξα για όσα κάνει, αφού έλαβε τον μισθό που ζητούσε, έχασε τον πραγματικό μισθό. Δοξαζόμενος από τους ανθρώπους στερήθηκε της τιμής από τον Θεό, επειδή δεν επεδίωκε την αρετή, αλλά κυνηγούσε την εξ αυτής δόξα, κάνοντας το καλό περιμένοντας φανταστικές ανταμοιβές και πρόσκαιρη δόξα. Γι’ αυτό και ο Ησαΐας αναφερόμενος σ’ αυτούς είπε· «Ατιμασθήσεται η δόξα Μωάβ εν τρισίν έτεσι μισθωτού». Αυτός που κάνει την αρετή θέλοντας ανταμοιβές, όσον απολαμβάνει την υπόληψη του παρόντος κόσμου, άλλο τόσο θα απολαύσει τον καρπόν της ντροπής, όταν θα αποκαλυφθούν τα κρυπτά μας.

«Συ δε νηστεύων άλειψαί σου την κεφαλήν και το πρόσωπόν σου νίψαι». Με αυτά δήλωσε ότι πρέπει να φαίνεται και το χαρωπό και το εύθυμο στον νηστεύοντα, ώστε να μη φαίνεται στους ανθρώπους ότι νηστεύει. Μιλώντας για την κεφα-λή και το πρόσωπο μάς οδηγεί να εννοήσουμε και κάτι άλλο. Επειδή δηλαδή ο Χριστός είναι η κεφαλή μας, όπως αναφέρει σε άλλο σημείο το Ευαγγέλιο και είπε ο Απόστολος, λύνει την απορία με το έλαιο της ελεημοσύνης, για να προπαρασκευάζουμε στους εαυτούς μας σπλαχνική την κεφαλή όλων μας. Διότι με τίποτε άλλο, δεν λατρεύεται ο Θεός παρά με την ελεημοσύνη. Ότι δε με το έλαιο φανερώνεται η ελεημοσύνη προς τους φτωχούς, έχουμε μάθει από την παραβολή των δέκα Παρθένων, που είπε ότι οι γεμάτες έλαιο λαμπάδες έγιναν αιτία της εισόδου στο νυμφικό θάλαμο. Με το νίψιμο δε του προσώπου παραγγέλλει να καθαρίζουμε τις αισθήσεις από τη ψυχική ακαθαρσία, τις οποίες χρησιμοποιεί ο νους για την εκτέλεση των πράξεων και φανερώνει τη διάθεση που υπάρχει στο βάθος της ψυχής, που βρίσκονται τα είδη των αρετών. Αυτό το πρόσωπο πρέπει να το κάνουμε χαρούμενο με την πραγματοποίηση των καλών πλένοντάς το με το νερό της καθαρότητας και με τα δάκρυά μας.

«Μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης, όπου σης και βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσιν». Φανερώνει με αυτά ότι δεν πρέπει να μεριμνούμε για τα παρόντα και να θησαυρίζουμε στη γη, διότι είναι παροδική και εφήμερη η ζωή μας. Για τον καθένα δικό του είναι μόνο το παρόν και η ελπίδα για το μέλλον είναι άγνωστη. Γιατί λοιπόν θησαυρίζεις εδώ, αφού το τέλος σου είναι άδηλο; Γιατί υποφέρεις για όσα η απόλαυση είναι αμφίβολη; Δεν γνωρίζεις τι θα συμβεί την επόμενη ημέρα! Γιατί προετοιμάζεις τροφές και ενδύματα για πολλά χρόνια και κρύβεις τα χρήματα κάτω από τη γη, και δεν φοβάσαι μήπως κάνοντας όσα ο άφρονας εκείνος πλούσιος, ακούσεις και την ιδία φωνή: «Άφρων, ταύτη τη νυκτί απαιτούσι την ψυχήν σου από σου, α δε ητοίμασας τίνι έσται;». Πράγματι τί ωφελήθηκε εκείνος που μεγάλωσε τις αποθήκες και αποταμίευσε για τον εαυτόν του πολλή απόλαυση, όταν σε μια νύκτα τον άρπαξαν, σαν αιχμάλωτο; Τί δε ωφελήθηκε ο άλλος πλούσιος που ζούσε με απολαύσεις, φορώντας βύσσο και πορφύρα, όταν ανταμείφθηκε με το πυρ της κολάσεως; Είσαι πάροικος και ξένος· άλλη είναι η πατρίδα σου· προς εκείνην στείλε τον πλούτο σου· οδοιπόρος είσαι· προετοιμάσου για την πόλη που σε περιμένει· όταν κάποιος βαδίζει δρόμο που δεν έχει επιστροφή, δεν κτίζει σπίτια και δεν μαζεύει στη γη χρυσό· ό,τι αποταμιεύεται εδώ, και αυτό καταστρέφεται από τη σκουριά, αλλά και σ’ αυτόν που αποταμιεύει ετοιμάζει τον «ατελεύτητον σκώληκα», δηλ. την αιώνια κόλαση. Ποιός δεν γνωρίζει το θαύμα της παλαιάς ιστορίας που οδηγεί σαφώς προς αυτήν την έννοια, όσους δεν έχουν το διάβασμα ως πάρεργο;

Όταν δηλαδή έβρεχε ο Θεός το μάννα στην έρημο για τους Ισραηλίτες, αφού έπαιρνε ο καθένας το απαραίτητο για την ημέρα, δεν αποθήκευε για την επομένη. Κάποιος δε που δολίως φύλαξε για την επομένη, το αποταμιευμένο βρέθηκε άχρηστο για διατροφή γιατί γέμισε σκουλήκια. Μόνον δε την Παρασκευή, λόγω της αργίας του Σαββάτου, δεν χάλασε το αποταμιευμένο, ώστε να μη φαίνεται καθόλου ότι διαφέρει από το φρέσκο. Φωνάζει λοιπόν με αυτά η ιστορία στους πλεονέκτες, ότι κάθε τι που δεν είναι αναγκαίο και προέρχεται από την πλεονεξία, αχρηστεύεται γι’ αυτόν που το μαζεύει για την επόμενη ημέρα, δηλαδή τη ζωή που αναμένουμε και γίνεται «σκώληκας» γι’ αυτόν. Καταλαβαίνεις δε πάντως ότι με το «σκώληκα» αυτό εννοεί τον «ακοίμητον σκώληκα», που τρέφεται με την πλεονεξία. Το ότι δε διατηρείται μόνον κατά το Σάββατο το αποταμιευόμενο, χωρίς να χαλάει, είναι σαν να σε συμβουλεύει πως τότε μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη διάθεσή σου για πλεονεξία, όταν αυτό που μαζεύεις δεν θα φθαρεί. Τότε γίνεται χρήσιμο, όταν δηλαδή αφού φύγουμε από την προσπάθεια αυτής της ζωής, βρεθούμε στην απραξία της μέλλουσας ζωής. Διότι η ζωή αυτή είναι προπαρασκευή για την μελλοντική ανάπαυση, κατά την οποία προετοιμάζουμε για τους εαυτούς μας τα εφόδια της ζωής εκείνης . Όταν δηλαδή φθάσουμε εκεί και θα είμαστε σε πλήρη απραξία όλων αυτών που επιδιώκαμε σ’ αυτήν τη ζωή, θα απολαύσουμε τους καρπούς των κόπων που ως τώρα έχουμε καταβάλει. Καρπούς άφθαρτους μεν, εάν με ελεημοσύνη θησαυρίσουμε εκεί, αποστέλλοντας στις αιώνιες κατοικίες μας τον πλούτο με τα χέρια των πτωχών, εκεί που σκουριά και αποσύνθεση δεν υπάρχει, και λωποδύτης ή διαρρήκτης δεν εισέρχεται. Καρπούς φθαρτούς δε, όταν δεν πραγματοποιήσουμε αυτό το αγαθό εμπόριο με τα χέρια των πτωχών.

Έτσι λοιπόν σύμφωνα με την παλαιά ιστορία μιλά και το Ευαγγέλιο, επειδή όχι μόνον τον πλούτο των χρημάτων, αλλά και της αρετής ή κακίας θησαυρίζουμε για τους εαυτούς μας. Μπορούμε να αντιληφθούμε και κατ’ άλλον τρόπο το νόημα. Ας επαναλάβουμε λοιπόν προηγουμένως τους λόγους. «Μη θησαυρίζετε επί τη γης, όπου σης και βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται διορύσσουσι και κλέπτουσι∙ θησαυρίζετε δε υμίν θησαυρούς εν ουρανοίς». Γη μεν είναι η σάρκα του ανθρώπου, όπως είπε ο σοφός Μάξιμος, που υπερβολικά βλαστάνει τα αγκάθια της κατάρας∙ ο δε θησαυριζόμενος πλούτος, τα έργα καθενός, που εάν είναι θεοφιλή και αρεστά στον Θεό, θησαυρίζονται στον ουρανό. Εάν δε είναι στιγματισμένα και βδελυρά, θάπτονται στη γη της σάρκας. «Ο γαρ σπείρων εις το πνεύμα» , λέει ο Απόστολος, «εκ του πνεύματος θερίσει ζωήν αιώνιον∙ ο δε σπείρων εις την σάρκα, εκ της σαρκός θερίσει φθοράν».

Σκόρος (σης) δε και σάπισμα (βρώσις) και κλέπτης είναι αυτός που ενεργεί με πολλούς τρόπους την κακία του κατά της ζωής μας για να βλάψει τις ψυχές μας. Αυτός γεννιέται σαν σκόρος στις σκέψεις των ανθρώπων, εξαχρειώνει το μέρος ακριβώς που θα εμφανιστεί, ενεργώντας με τη καταστρεπτική και αφανιστική του δύναμη. Εάν δε η εσωτερική κατάσταση είναι ασφαλής, τότε χρησιμοποιεί την πανουργία της κλοπής χρησιμοποιώντας τις εξωτερικές περιστάσεις. Δηλαδή είτε με την ηδονή τρυπά τον τοίχο και κλέβει τον θησαυρό της καρδιάς, είτε με άλλο πάθος αδειάζει το δοχείο της ψυχής από την αρετή, ξεγελώντας με την οργή ή τη λύπη ή με κάποιο άλλο πάθος τη λογική.

Στην αιώνια λοιπόν ζωή, ούτε σκόρος ούτε σήψη, λέει ο Κύριος, παρουσιάζεται και ότι είναι απραγματοποίητα τα σχέδια του κλέφτη. Γι’ αυτό περισσότερο στον ουρανό να θησαυρίζουμε, που υπάρχει ασφάλεια για τους θησαυρούς και παραμένουν αυτοί πάντοτε σταθεροί και πολλαπλασιάζονται σαν τους σπόρους, πού δεν ανταποδίδουν στους ενδιαφερομένους μόνον όση ποσότητα συγκέντρωσαν εκεί, αλλά ασυγκρίτως μεγαλύτερη.

Ας προσφέρουμε λοιπόν, αγαπητοί, καθένας κατά τη δύναμή του, συνεισφέροντας στους ουράνιους θησαυρούς και αναμένοντας σύμφωνα με τη Δεσποτική υπόσχεση να ανταλλάξουμε με μεγάλα τα μικρά, τα ουράνια αντί των γήινων και κερδίζοντας τα αιώνια αντί των προσωρινών. Γι’ αυτά η θεόπνευστη Γραφή διδάσκει, ότι «ούτε οφθαλμός είδεν, ούτε ους ήκουσεν, ούτε επί καρδίαν ανθρώπου ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν». Μακάρι όλοι μας να αξιωθούμε να τα απολαύσουμε με την χάρη του Κυρίου μας ‘Ιησού Χριστού, που σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα και η δύναμη μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα στους ατελεύτητους αιώνες . Αμήν.

( Migne P.G. 132, 412-424. Ομιλία ιθ΄)

(Απόδοση: Α.Χριστοδούλου, Θεολόγου)

pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Γέροντας Αμφιλόχιος Μακρής (1888-1970)

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Μαρτίου, 2013

[el]image1 (45) Γέροντας ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ Μακρής
(1888-1970)
Η κοίμηση του οσίου Αμφιλοχίου και σημεία της αγιότητός του

Από το βιβλίον
«Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΜΑΚΡΗΣ»
του Αρχιμ. Παύλου Νικηταρά.

Σ’ όλη του τη ζωή εβασανίζετο από αρρώστιες, ήταν ευαίσθητος στα κρυολογήματα και κάθε χρόνο τον επισκέπτετο η γρίππη… Τέλη Μαρτίου 1970 προσεβλήθηκε από πνευμονία· ήταν Μ. Τεσσαρακοστή και με δυσκολία δέχθηκε να πάρη λίγο γάλα. Έδωσε σε όλους τις συμβουλές που ο καθένας είχε ανάγκη.

Είχε το προορατικό χάρισμα. Στην προσπάθεια των πνευματικών του παιδιών να τον κρατήσουν με ορούς λίγες μέρες στην ζωή, παρακαλούσε κι έλεγε: αφήστε με καλά μου παιδιά να φύγω, ήρθε η ώρα μου. Γιατί, Γέροντα, τούλεγα, δεν μένεις μαζί μας τούτο το Πάσχα; Δίσταζε να μου απάντηση, και δεύτερη και τρίτη φορά τον παρεκάλεσα να μου πη πώς ξέρει ότι θα φύγη σύντομα κι εκείνος με δυσκολία μου απεκάλυψε: ευλογημένε Παύλε, είδα την Παναγία και τον Θεολόγο προ ολίγου και τους παρεκάλεσα να μείνω κοντά στα παιδιά μου κι αυτό το Πάσχα, αλλά μου είπαν «Δεν γίνεται άλλο, ελήφθη η απόφασις, Πάσχα θα κάμης στους Ουρανούς μαζί μας» κι αυτό το λέγω σαν εξομολόγηση, επειδή με βιάζεις, μη το ειπείς σε άλλους.

Κι έφυγε από τον κόσμο της ματαιότητος, αφού έδωσε την ζωήν του για τους άλλους, αφού εργάσθηκε σαν καλός εργάτης στον αμπελώνα του Κυρίου, αφού αρίστευσε στις εξετάσεις του στο στάδιο των πνευματικών ασκήσεων, αφού υπηρέτησε και Εκκλησία και Πατρίδα σαν καλός χριστιανός και ακέραιος Έλληνας. Κοιμήθηκε στις 16 Απριλίου 1970 σε πλήρη διαύγεια των αισθήσεών του. Το λείψανό του πήρε μορφή ουράνια, όψι χαρούμενη κι ειρηνική, απέραντη γαλήνη βασίλευε στο ασκητικό του πρόσωπο, πράγματι αγιασμένου ανθρώπου έκφραση, που εκοιμήθη εν Κυρίω….

Αξίζει να προσθέσω ένα γεγονός που δείχνει πως εδέχετο μυστικές κλήσεις για την σωτηρία των άλλων και που θυμίζει τον μεγάλο Απόστολο των Εθνών που ήκουσε την φωνήν του Μακεδόνος «διαβάς βοήθησον ημίν». Ο αείμνηστος γέροντας ενώ ευρίσκετο στο κελλί του στην Μονή της Πάτμου, ακούει κάποια Ελένη από την Ικαρία να τον καλεί να σπεύση να την σώση. Δεν χάνει καιρό, κατεβαίνει στο λιμάνι του νησιού και ως εκ θαύματος ευρίσκει ιστιοφόρο που έφευγε για την Ικαρία. Θαλασσοδαρμένος φθάνει στον προορισμό του και αμέσως ερωτά αν υπάρχει κάποια Ελένη χήρα και πληροφορείται ότι προ ήμερων έχασε τον άνδρα της· αμέσως ρώτησε να μάθη τον δρόμον που ωδηγούσε στο σπίτι της χήρας γυναικός. Δεν εζήτησε να ανάπαυση το κουρασμένο σαρκίο του, αλλά σπεύδει χωρίς καθυστέρηση, η φωνή της Ελένης τον ενοχλεί. Εκεί που βάδιζε βλέπει μια έξαλλη γυναίκα να τρέχη απελπισμένη, την φωνάζει με το όνομα της και λέγει: «Ελένη που πηγαίνεις, για σένα ήλθα». Και η πονεμένη γυναίκα συνέρχεται, βλέπει τον πνευματικό, σκέπτεται αυτό που θα έκαμνε και εξομολογείται ότι την στιγμή εκείνη επήγαινε να πνιγή στην θάλασσα. Η γυναίκα εσώθη, το θαύμα έγινε, όπως η ίδια μου το εξιστόρισε…

Η αδελφή Ευφροσύνη με εβεβαίωσε ότι όταν πήγε να ασπασθή τον τάφο του Γέροντα, ησθάνθη τέτοια ευωδία, ώστε στην συνείδηση της στέκει σαν ένας πατερικός άγιος, ο οποίος πράγματι έχει αγιάσει.

Ένα άλλο πνευματικό του τέκνο, η Μ.Κ. μου διηγήθη ότι τον Νοέμβριο του 1954 επισκέφθηκε τον Γέροντα στην Πάτμο και την φιλοξένησε στο ι. Κοινόβιο του Ευαγγελισμού. Επί δύο ήμερες παρέμενε στον πύργο του Μοναστηριού· την τρίτη ημέρα ο αείμνηστος επέμενε να μη κοιμηθή πλέον στο μέρος αυτό, πράγμα που έγινε. Την νύκτα εκείνη έπεσε ακριβώς σε αυτό το κρεββάτι κεραυνός. Ημπορεί να θεωρηθή τυχαίο γεγονός η σωτηρία ενός ανθρώπου με την επιμονή του πνευματικού πατρός;

Τελευταίες υποθήκες του αειμνήστου Πατρός Αμφιλοχίου
14 Απριλίου 1970, 10η μ.μ.

  • Στην βασιλεία των ουρανών βασιλεύει η ειρήνη και η χαρά παιδί μου.
  • Να έχετε αγάπη μεταξύ σας, να παρακαλήτε τον Θεόν να με συγχωρήση, διότι δεν σας έδωσα τίποτε ως πατέρας… (Γερόντισσα συγκεκινημένη). Το παν, Γέροντα, μας έδωσες.
  • Τη Γερόντισσα ν’ αγαπάτε. Ο Θεός να σας ενισχύη να οδηγήσητε καλώς το ποίμνιον που σας έδωκε να διευθύνετε. Θα αισθάνομαι πολλήν χαράν όταν σας βλέπω να προχωρήτε. Να παρακαλήτε να με βάλη και με ο Κύριος εις την θέσιν σας. Πάντα θα εύχωμαι να ζήσουμε αεννάως εις την δόξαν του Παραδείσου. Θέλω να συνέχισης πιστά το έργον μου όταν θα φύγω. Θα χαίρωμαι όταν θα βλέπω ότι προχωρείτε εις τις άγιες γραμμές του Μοναχι¬σμού….

15 Απριλίου 1970

  • Πρέπει να είσθε παιδιά της αγάπης. Δεν θα φοβήσθε τον διάβολον.
  • Να έχης υπομονήν, ταπείνωσιν και αγάπην.Θα έχετε αρχαίαν ανάμνησιν για την συνάντησιν με τον Γέροντά σας.
    Ο Θεός ευλόγησε να έλθουν όλα τα παιδιά μου.
    Δεν έχω άλλην χαράν και άλλον πόθον, να σας δω μέσα στον Παράδεισον. Ο Θεός να σας αξιώση της δόξης Του. Έχω μεγάλην συγκίνησιν που έχω πλάι μου όλα μου τα παιδιά. Άλλη χαρά δεν έχει ο πατέρας.
  • (Πνευματικό παιδί: πολύ τον αγαπάς, Γέροντα, τον Θεολόγον).
    Από μικρό παιδί τον έβλεπα, τον αγαπούσα, προσευχόμην και παρακαλούσα να γίνω ένας μαθητής του και οπαδός του. Και έγινε.
  • Να ζήσετε βίον ειρηνικόν και άγιον, να κρατήσετε τις γραμμές των πατέρων σας, να ζήσετε τον χριστιανικόν και ελληνικόν βίον…
  • Ανδρίζεσθε και κραταιούσθε, για να μην έλθετε εις πειρασμόν. Μη δίδετε σημασίαν εις τον κόσμον. Ο κόσμος εξ αρχής και τους Αποστόλους και όλους τους Αγίους τους έπιασε για τρελλούς «…και εμέ εδίωξαν και υμάς διώξουσιν». Να έχωμεν την ομόνοιαν και την ειρήνην. Αυτά ευλογεί ο Θεός.
  • Ο Θεός να σας ευλογήση, να είναι πάντα κοντά σας στις εργασίες σας, στις σκέψεις σας. Να μην αναμιγνύεσθε ούτε στα κομματικά, ούτε στα προσωπικά. Πάντοτε να λέγετε: Ο Θεός να σας φωτίζη να κάνετε ό,τι είναι καλύτερον για τον τόπον μας.
  • Ημών το πολίτευμα εν «ουρανοίς υπάρχει». Εδώ ψευτοζούμε, λοιπόν να μη στενοχωρούμεθα ό,τι και να μας συμβή…
  • Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν. Εμείς αυτό πρέπει να λέγωμε είτε καλά έχομε είτε κακά.
  • Όπου εγωισμός εκεί Πνεύμα Θεού δεν υπάρχει.
  • Δεν ημπορεί να λέγεται Χριστιανός εκείνος όπου δεν έχει αγάπην. Προσποιείται τον Χριστιανόν…

16η Απριλίου, 12η μεσημβρινή (Εις τον ιατρόν της Πάτμου)

  • Το Πνεύμα του Θεού να είναι πάντοτε μαζύ σας, όλες οι διαγνώσεις σας να είναι φωτισμένες. Να είσαι ευχάριστος και εις τους ανθρώπους και εις τον Θεόν. Εύχομαι εκ καρδίας να γίνης ένας Ιεραπόστολος ιατρός, διότι το πλησίασμα του Χριστιανού ιατρού εις τον άρρωστον παίζει σπουδαίον ρόλον. Εγώ σε αγαπώ διότι έχεις εντός σου εθνικό¬τητα και θρησκευτικότητα. Δεν σε θεωρώ ως ιατρόν, αλλ’ ως ιδικόν μου πρόσωπον.

Εκοιμήθη μετ’ ολίγον (2.15 μ.μ.) εν Κυρίω.
Οποία όντως πνευματική διαύγεια!

(Αναδημοσίευσις από το περιοδικόν «Άγιος Νεκτάριος» Θεσ/νίκης του 1982)

Ψυχοσωτήρια Διδάγματα Συγχρόνων Γερόντων
Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”
Θεσσαλονίκη

impantokratoros.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »