kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη οι Ισαπόστολοι

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Μαΐου, 2013

AgioiKonstantinosEleni04

Εορτάζει στις 21 Μαΐου εκάστου έτους.

Ὡς κοινὸν εἶχον γῆς Βασιλεῖς τὸ στέφος,

Ἔχουσι κοινὸν καὶ τὸ τοῦ πόλου στέφος.

Ξύνθανε μητέρι εἰκάδι πρώτῃ Κωνσταντῖνος.

Ως γενέτειρα πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου αναφέρεται τόσο η Ταρσός της Κιλικίας όσο και το Δρέπανο της Βιθυνίας.

Ωστόσο η άποψη που επικρατεί φέρει τον Μέγα Κωνσταντίνο να έχει γεννηθεί στη Ναϊσό της Άνω Μοισίας (σημερινή Νις της Σερβίας).

Το ακριβές έτος της γεννήσεώς του δεν είναι γνωστό, θεωρείται όμως ότι γεννήθηκε μεταξύ των ετών 272-288 μ.Χ.

Πατέρας του ήταν ο Κωνστάντιος, που λόγω της χλωμότητος του προσώπου του ονομάσθηκε Χλωρός, και ήταν συγγενής του αυτοκράτορα Κλαυδίου. Μητέρα του ήταν η Αγία Ελένη, θυγατέρα ενός πανδοχέως από το Δρέπανο της Βιθυνίας.

Το 305 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος ευρίσκεται στην αυλή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού στη Νικομήδεια με το αξίωμα του χιλίαρχου.

Το ίδιο έτος οι δύο Αύγουστοι, Διοκλητιανός και Μαξιμιανός, παραιτούνται από τα αξιώματά τους και αποσύρονται. στο ύπατο αξίωμα του Αυγούστου προάγονται ο Κωνστάντιος ο Χλωρός στη Δύση και ο Γαλέριος στην Ανατολή.

Ο Κωνστάντιος ο Χλωρός πέθανε στις 25 Ιουλίου 306 μ.Χ. και ο στρατός ανακήρυξε Αύγουστο τον Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι όμως που δεν αποδέχθηκε ο Γαλέριος. Μετά από μια σειρά διαφόρων ιστορικών γεγονότων ο Μέγας Κωνσταντίνος συγκρούεται με τον Μαξέντιο, υιό του Μαξιμιανού, ο οποίος πλεονεκτούσε στρατηγικά, επειδή διέθετε τετραπλάσιο στράτευμα και ο στρατός του Κωνσταντίνου ήταν ήδη καταπονημένος.

Από την πλευρά του ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε κάθε λόγο να αισθάνεται συγκρατημένος. δεν είχε καμία άλλη επιλογή εκτός από την επίκληση της δυνάμεως του Θεού. Ήθελε να προσευχηθεί, να ζητήσει βοήθεια, αλλά καθώς διηγείται ο ιστορικός Ευσέβιος, δεν ήξερε σε ποιόν Θεό να απευθυνθεί. Τότε έφερε νοερά στη σκέψη του όλους αυτούς που μαζί τους συνδιοικούσε την αυτοκρατορία. Όλοι τους, εκτός από τον πατέρα του, πίστευαν σε πολλούς θεούς και όλοι τους είχαν τραγικό τέλος. Άρχισε, λοιπόν, να προσεύχεται στον Θεό, υψώνοντας το δεξί του χέρι και ικετεύοντάς Τον να του αποκαλυφθεί. Ενώ προσευχόταν, διαγράφεται στον ουρανό μία πρωτόγνωρη θεοσημία. Περί τις μεσημβρινές ώρες του ηλίου, κατά το δειλινό δηλαδή, είδε στον ουρανό το τρόπαιο του Σταυρού, που έγραφε «τούτῳ νίκα». Και ενώ προσπαθούσε να κατανοήσει τη σημασία αυτού του μυστηριακού θεάματος, τον κατέλαβε η νύχτα. Τότε εμφανίζεται ο Κύριος στον ύπνο του μαζί με το σύμβολο του Σταυρού και τον προέτρεψε να κατασκευάσει απομίμηση αυτού και να το χρησιμοποιεί ως φυλακτήριο πιο πολέμους.

Έχοντας ως σημαία του το Χριστιανικό λάβαρο, αρχίζει να προελαύνει προς την Ρώμη εκμηδενίζοντας κάθε αντίσταση.

Όταν φθάνει στη Ρώμη ενδιαφέρεται για τους Χριστιανούς της πόλεως. Όμως το ενδιαφέρον του δεν περιορίζεται μόνο σε αυτούς. Πολύ σύντομα πληροφορείται για την πενιχρή κατάσταση της Εκκλησίας της Αφρικής και ενισχύει από το δημόσιο ταμείο τα έργα διακονίας αυτής.

Το Φεβρουάριο του 313 μ.Χ., στα Μεδιόλανα, όπου γίνεται ο γάμος του Λικινίου με την Κωνσταντία, αδελφή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, επέρχεται μια ιστορική συμφωνία μεταξύ των δύο ανδρών που καθιερώνει την αρχή της ανεξιθρησκείας.

Τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο Μέγας Κωνσταντίνος ήσαν πολλά. Η αιρετική διδασκαλία του Αρείου, πρεσβυτέρου της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ήλθε να ταράξει την ενότητα της Εκκλησίας. Η διδασκαλία αυτή, που ονομάσθηκε αρειανισμός, κατέλυε ουσιαστικά το δόγμα της Τριαδικότητας του Θεού.

Μόλις ο Μέγας Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε τα όσα θλιβερά συνέβαιναν στην Αλεξάνδρεια, απέστειλε με τον πνευματικό του σύμβουλο Όσιο, Επίσκοπο Κορδούης της Ισπανίας, επιστολή στον Επίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο (313 – 328 μ.Χ.) και τον Άρειο. Η προσπάθεια επιλύσεως του θέματος δεν ευδοκίμησε. Έτσι αποφασίσθηκε η σύγκλιση της Α’ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ.

Η περιγραφή της εναρκτήριας τελετής από τον ιστορικό Ευσέβιο είναι ομολογουμένως ενδιαφέρουσα. στο μεσαίο οίκο των ανακτόρων είχαν προσέλθει όλοι οι σύνεδροι. Επικρατούσε απόλυτη σιγή και όλοι περίμεναν την είσοδο του αυτοκράτορα, τον οποίο οι περισσότεροι θα έβλεπαν για πρώτη φορά. Ο Κωνσταντίνος εισήλθε ταπεινά, με σεμνότητα και πραότητα. στην ομιλία του προς τη Σύνοδο χαρακτηρίζει τις ενδοεκκλησιαστικές συγκρούσεις ως το μεγαλύτερο δεινό και από τους πολέμους. Ο λόγος του υπήρξε ευθύς και σαφής. Δεν ήθελε να ασχοληθεί παρά μονάχα με θέματα που αφορούσαν στην ορθοτόμηση της πίστεως. Η κρίσιμη φράση του, «περὶ τῆς πίστεως σπουδάσωμεν», διασώζεται σχεδόν από όλους τους ιστορικούς συγγραφείς.

Μετά το πέρας των εργασιών της Συνόδου ο αυτοκράτορας ανέλαβε πρωτοβουλίες για την εδραίωση των αποφάσεών της. Απέστειλε εγκύκλιο επιστολή προς την Εκκλησία της Αιγύπτου, Λιβύης, Πενταπόλεως, Αλεξανδρείας, στην οποία γνωστοποιεί τις αποφάσεις της Συνόδου. Ο ίδιος γνωστοποιεί προς όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας την καταδίκη του Αρείου και απαγορεύει την απόκτηση και την απόκρυψη των συγγραμμάτων του. Η εντυπωσιακή του όμως ενέργεια είναι η επιστολή του προς τον Άρειο. Επιτιμά τον αιρεσιάρχη και τον καταδικάζει με αυστηρότητα για τις κακοδοξίες του.

Όμως περί τα τέλη του 327 μ.Χ. ο Μέγας Κωνσταντίνος καλεί τον Άρειο στα ανάκτορα. Ο αιρεσιάρχης φυσικά δεν χάνει την ευκαιρία και υποβάλλει μία ομολογία γεμάτη από έντεχνες θεολογικές ανακρίβειες, πείθοντας μάλιστα τον Μέγα Κωνσταντίνο ότι αυτή δεν διαφέρει ουσιαστικά από όσα είχε αποφασίσει η Α’ Οικουμενική Σύνοδος. Τελικά ο αυτοκράτορας συγκαλεί νέα Σύνοδο, το Νοέμβριο του 327 μ.Χ., η οποία ανακαλεί τον Άρειο από την εξορία και αποκαθιστά τους εξόριστους Επισκόπους Νικομηδείας Ευσέβιο και Νικαίας Θεόγνιο. Η ανάκληση του Αρείου και η αποκατάσταση των περί αυτών πυροδότησε νέες έριδες πιο κόλπους της Εκκλησίας. Ο Επίσκοπος Αλεξανδρείας Αλέξανδρος και στην συνέχεια ο διάδοχός του Μέγας Αθανάσιος αρνούνται να δεχθούν τον Άρειο στην Αλεξάνδρεια. Ο Μέγας Κωνσταντίνος απειλεί με καθαίρεση τον Μέγα Αθανάσιο, ενώ σε Σύνοδο που συνήλθε στην Αντιόχεια το 330 μ.Χ. καθαιρείται και εξορίζεται από τους αιρετικούς ο Άγιος Ευστάθιος, Επίσκοπος Αντιοχείας (τιμάται 21 Φεβρουαρίου). Η Σύνοδος της Τύρου της Συρίας, που συνήλθε το 335 μ.Χ., καταδικάζει ερήμην με την ποινή της καθαιρέσεως τον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος φεύγει, για να συναντήσει τον Μέγα Κωνσταντίνο.

Είναι γεγονός πως ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν έδειξε να αποδέχεται το αίτημα του Μεγάλου Αθανασίου για ακρόαση. Πείσθηκε όμως να τον ακούσει, όταν ο Μέγας Αθανάσιος του απηύθυνε την ρήση: «Δικάσει Κύριος ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ». Ο Μέγας Κωνσταντίνος κατενόησε την κατάφωρη αδικία και τις άθλιες μεθοδεύσεις σε βάρος του Μεγάλου Αθανασίου και έκανε δεκτό το αίτημά του νά προσκληθούν όλοι οι συνοδικοί της Τύρου και η διαδικασία να λάβει χώρα ενώπιόν του.

Ο Ευσέβιος Νικομηδείας αγνόησε την αυτοκρατορική εντολή. Πήρε μόνο ελάχιστους από τους συνοδικούς και εμφανίσθηκε στον αυτοκράτορα. Ξέχασε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες και για πρώτη φορά έθεσε το θέμα της δήθεν παρακωλύσεως της αποστολής σιταριού προς την Βασιλεύουσα. Ο αυτοκράτορας εξοργίζεται και εξορίζει τον Μέγα Αθανάσιο στα Τρέβιρα της Γαλλίας. Παρά ταύτα δεν επικυρώνει την απόφαση της Συνόδου της Τύρου για καθαίρεση και ούτε διατάσσει την αναπλήρωση του επισκοπικού θρόνου της Αλεξάνδρειας.

Η τελευταία περίοδος της ζωής του Μεγάλου Κωνσταντίνου είναι αυτή που τον καταξιώνει στην εκκλησιαστική συνείδηση και τον οδηγεί στο απόγειο της πνευματικής του πορείας. Ο Άγιος, κατά τον Απρίλιο του 337 μ.Χ., αισθάνεται τα πρώτα σοβαρά συμπτώματα κάποιας ασθένειας. Οι πηγές μάς πληροφορούν πως ο Μέγας Κωνσταντίνος κατέφυγε σε ιαματικά λουτρά. Βλέποντας όμως την υγεία του να επιδεινώνεται θεώρησε σκόπιμο να μεταβεί στην πόλη Ελενόπολη της Βιθυνίας, που είχε ονομασθεί έτσι λόγω της Αγίας μητέρας του. Εκεί παρέμεινε στο ναό των Μαρτύρων, όπου ανέπεμπε ικετήριες ευχές και λιτανείες προς τον Θεό. Ο Μέγας Κωνσταντίνος αντιλαμβάνεται πως η επίγεια ζωή του πλησιάζει στο τέλος της. Η μνήμη του θανάτου καλλιεργείται στην καρδιά του και τον οδηγεί στο μυστήριο της μετάνοιας και του βαπτίσματος. Μετά από αυτά καταφεύγει σε κάποιο προάστιο της Νικομήδειας, συγκαλεί τους Επισκόπους και τους απευθύνει τον εξής λόγο: «Αυτός ήταν ο καιρός που προσδοκούσα από παλιά και διψούσα και ευχόμουν να καταξιωθώ της εν Θεώ σωτηρίας. Ήλθε η ώρα να απολαύσουμε και εμείς την αθανατοποιό σφραγίδα, ήλθε η ώρα να συμμετάσχουμε στο σωτήριο σφράγισμα, πράγμα που κάποτε επιθυμούσα να κάνω στα ρείθρα του Ιορδάνου, στα οποία, όπως παραδίδεται, ο Σωτήρας μας έλαβε το βάπτισμα εις ημέτερον τύπον. Ο Θεός όμως, που γνωρίζει το συμφέρον, μας αξιώνει να λάβουμε το βάπτισμα εδώ. Ας μην υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία. Γιατί και εάν ακόμη είναι θέλημα του Κυρίου της ζωής και του θανάτου να συνεχισθεί η επίγεια ζωή μας και να συνυπάρχω με το λαό του Θεού, θα πλαισιώσω τη ζωή μου με όλους εκείνους τους κανόνες που αρμόζουν στον Θεό».

Μετά το βάπτισμα ο Άγιος Κωνσταντίνος δεν ξαναφόρεσε τον αυτοκρατορικό χιτώνα, αλλά παρέμεινε ενδεδυμένος με το λευκό ένδυμα του βαπτίσματος, μέχρι την ημέρα της κοιμήσεώς του το 337 μ.Χ. Ήταν η ημέρα εορτασμού της Πεντηκοστής, γράφει ο ιστορικός Ευσέβιος.

Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει ο Ευσέβιος τα γεγονότα, τα οποία ακολούθησαν την κοίμηση του Αγίου. Όλοι οι σωματοφύλακες του αυτοκράτορα, αφού έσχισαν τα ρούχα τους και έπεσαν στο έδαφος, έκλαιγαν και φώναζαν δυνατά, σαν να μην έχαναν το βασιλέα τους, αλλά τον πατέρα τους. Οι ταξίαρχοι και οι λοχαγοί έκλαιγαν τον ευεργέτη τους. Οι δήμοι ήσαν λυπημένοι και κάθε κάτοικος της Κωνσταντινουπόλεως πενθούσε, σαν να έχανε το κοινό αγαθό.

Αφού οι στρατιωτικοί τοποθέτησαν το σκήνωμα του Αγίου σε χρυσή λάρνακα, το μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη και το εναπέθεσαν σε βάθρο στον βασιλικό οίκο.

Το ιερό λείψανό του ενταφιάσθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων.

Δίκαια η ιστορία τον ονόμασε Μέγα και η Εκκλησία Ισαπόστολο.

Σημείωση: Σύμφωνα με άλλες πηγές, ο Άγιος Κωνσταντίνος κατηχήθηκε και βαπτίστηκε από τον Άγιο Σιλβέστρο, Πάπα Ρώμης .

Διαβάστε εδώ την πολύ ωραία ανάλυση του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη σχετικά με το θέμα αυτό.

Η Αγία Ελένη γεννήθηκε στο Δρέπανο της Βιθυνίας της Μικράς Ασίας περί το 247 μ.Χ. Φαίνεται ότι ήταν ταπεινής καταγωγής. στην ιστοριογραφία υπάρχει σχετική διχογνωμία ως προς το αν η μητέρα του Αγίου Κωνσταντίνου υπήρξε σύζυγος ή νόμιμη παλλακίδα του Κωνσταντίου του Χλωρού.

Μεταξύ των ετών 272 – 288 μ.Χ. γέννησε στη Ναϊσό της Μοισίας τον Κωνσταντίνο. Όταν, πέντε έτη αργότερα, ο Κωνσταντίνος Χλωρός έγινε Καίσαρας από τον Διοκλητιανό, αναγκάσθηκε να την απομακρύνει, για να συζευχθεί τη Θεοδώρα, θετή κόρη του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, και να έχει έτσι το συγγενικό εκείνο δεσμό, ο οποίος θα εξασφάλιζε τη στερεότητα του Διοκλητιανού τετραρχικού συστήματος. Παρά το γεγονός αυτό ο Μέγας Κωνσταντίνος τιμούσε ιδιαίτερα τη μητέρα του. Της απένειμε τον τίτλο της αυγούστης, έθεσε τη μορφή της επί νομισμάτων και έδωσε το όνομά της σε μία πόλη της Βιθυνίας.

Η Αγία έδειξε την ευσέβειά της με πολλές ευεργεσίες και την ανοικοδόμηση νέων Εκκλησιών στη Ρώμη (Τιμίου Σταυρού), στην Κωνσταντινούπολη (Αγίων Αποστόλων), στη Βηθλεέμ (βασιλική της Γεννήσεως) και επί του Όρους των Ελαιών (βασιλική της Γεθσημανή). Η Αγία Ελένη πήγε το 326 μ.Χ. στην Ιερουσαλήμ, όπου «μὲ μέγαν κόπον καὶ πολλὴν ἔξοδον καὶ φοβερίσματα ηὗρεν τὸν τίμιον σταυρὸν καὶ τοὺς ἄλλους δύο σταυροὺς τῶν ληστῶν», όπως γράφει ο Κύπριος Χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς. Επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη, ένα χρόνο μετά την εύρεση του Τιμίου Σταυρού του Κυρίου, η Αγία Ελένη πέρασε και από την Κύπρο.

Η Αγία Ελένη κοιμήθηκε με ειρήνη μάλλον το 327 μ.Χ. σε ηλικία ογδόντα ετών. Ο ιστορικός Ευσέβιος γράφει ότι η Αγία προαισθάνθηκε το θάνατό της και με διαθήκη άφησε την περιουσία της στον υιό της και τους εγγονούς της.

Όπως ήταν φυσικό ο υιός της μετέφερε το τίμιο λείψανό της στην Κωνσταντινούπολη και την ενταφίασε στο ναό των Αγίων Αποστόλων.

Η Σύναξη αυτών ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία, στο ναό των Αγίων Αποστόλων και στον ιερό ναό αυτών στην κινστέρνα του Βώνου.

Οι Βυζαντινοί τιμούσαν ιδιαίτερα τον Μέγα Κωνσταντίνο και την Αγία Ελένη. Απόδειξη τούτου αποτελεί το γεγονός ότι κατά το Μεσαίωνα ήταν πολύ δημοφιλής στους Βυζαντινούς η απεικόνιση του πρώτου Χριστιανού βασιλέως με τη μητέρα του, που κρατούσαν στο μέσον Σταυρό. Η παράδοση αυτή διατηρείται μέχρι και σήμερα με τα κωνσταντινάτα.

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Πρῶτος πέφηνας, ἐν Βασιλεῦσι, θεῖον ἕδρασμα, τῆς εὐσεβείας, ἀπ’ οὐρανοῦ δεδεγμένος τὸ χάρισμα· ὅθεν Χριστοῦ τὸν Σταυρὸν ἐφανέρωσας, καὶ τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν ἐφήπλωσας. Κωνσταντῖνε Ἰσαπόστολε, σὺν Μητρὶ Ἑλένῃ τῇ θεόφρονι, πρεσβεύσατε ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)

Ἦχος πλ. δ’.

Τοῦ Σταυροῦ σου τὸν τύπον ἐν οὐρανῷ θεασάμενος, καὶ ὡς ὁ Παῦλος τὴν κλῆσιν οὐκ ἐξ ἀνθρώπων δεξάμενος, ὁ ἐν βασιλεῦσιν, Ἀπόστολός σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τῇ χειρὶ σου παρέθετο· ἣν περίσωζε διὰ παντὸς ἐν εἰρήνη, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.

Κοντάκιον

Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Κωνσταντῖνος σήμερον, σὺν τῇ μητρὶ τῇ Ἑλένη, τὸν Σταυρὸν ἐμφαίνουσι, τὸ πανσεβάσμιον ξύλον, πάντων μὲν τῶν Ἰουδαίων αἰσχύνην ὄντα, ὅπλον δὲ πιστῶν, ἀνάκτων κατ᾽ ἐναντίων, δι᾽ ἡμᾶς γὰρ ἀνεδείχθη, σημεῖον μέγα, καὶ ἐν πολέμοις φρικτόν.

Μεγαλυνάριον

Τους της ευσέβειας θείους πυρσούς, και των Αποστόλων, θιασώτας και μιμητός, συν τω Κωνσταντίνω, Ελένην την Αγίαν, ως βασιλέων δόξαν, ανευφημήσωμεν.

saint.gr 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Ακολουθίας του γάμου. Ερμηνευτική προσέγγιση

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Μαΐου, 2013

bible_1

Η Ευαγγελική περικοπή που διαβάζεται στο μυστήριο του γάμου είναι από το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο 2,1-11 (το θαύμα της μεταβολής του νερού σε κρασί). Γιατί άραγε η Εκκλησία διάλεξε αυτήν την περικοπή, τη στιγμή που τα Ευαγγέλια μάς διασώζουν δι-άφορες συζητήσεις του Ιησού για το γάμο, ακριβέστερα για το αδιάλυτο του γάμου, όπως είναι π.χ. η συζήτηση με τους Φαρισαίους στο Μθ 19,1-12 (Μρ 10, 1-12), όπου έχουμε την αναφορά στο Γεν 2,24 «ένεκεν τούτου καταλήψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα αυτού και προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού, και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν» καθώς επίσης και τη φράση του Ιησού αμέσως κατόπιν στην ίδια συζήτηση «ώστε ουκέτι εισί δύο, αλλά σαρξ μία. Ό ουν ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω» -περικοπή που μαρτυρείται σποραδικά σε αρχαιότερα εκλογάδια.

Νομίζω ότι ‘οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι πατέρες’ απέφυγαν να συνδέσουν με το ιερό μυστήριο του γάμου περικοπές που περιέχουν λόγια του Ιησού περί μοιχείας (όπως η προαναφερθείσα) και γενικά περί διαταράξεως του γάμου και προτίμησαν το Ιω 2,1-11, όπου γίνεται λόγος για χαρά και ευφροσύνη, για παρουσία του Χριστού και των μαθητών του στο γάμο στην Κανά, στον οποίο βρίσκεται και η μητέρα του. Προφανώς η επιλογή αυτή σημειολογικά κάτι θέλει να υποδηλώσει. Οι πατέρες επισημαίνουν κατά την ερμηνεία του Ιω 2,1-11 ότι ο Χριστός όχι μόνο παρευρίσκεται στο γάμο μαζί με τούς μαθητές του (και πιθανότατα με τους αδελφούς του), και μετέχει – ίσως- στην επταήμερη διάρκειά του, αλλά κάνει και δώρο κατά το έθος στο γαμπρό και τη νύφη. Και το δώρο αυτό είναι το καλό κρασί. Αυτό είναι και το ουσιαστικό θεολογικό στοιχείο της περικοπής, όπως θα δούμε στη συνέχεια με την ερμηνευτική προσέγγιση στην οποία προβαίνουμε.

Η απόσπαση περικοπών από τη συνάφειά τους για να διαβαστούν σε ένα μυστήριο ή σε μία ακολουθία δημιουργεί ορισμένα ερμηνευτικά προβλήματα. Εδώ π.χ. στην Ιωάννεια δόμηση του ευαγγελίου το θαύμα της Κανά αποτελεί την απαρχή των μεσσιανικών «σημείων» του Ιησού και της φανερώσεως της «δόξης» του και η μετατροπή του νερού σε κρασί συνδέεται με τη νέα αρχή που κάνει ο Μεσσίας αντικαθιστώντας την παλαιά λατρεία που σχετίζεται με το νερό των καθαρμών και των θυσιών και εγκαθιδρύοντας τη νέα λατρεία με τον οίνο της θείας ευχαριστίας. Στην περίπτωση όμως της μεταφοράς της περικοπής από την Ιωάννεια συνάφεια στο μυστήριο του γάμου χωρίς τα υπόλοιπα συμφραζόμενα του ευαγγελίου το βάρος δεν πέφτει τόσο στο θαύμα όσο στην παρουσία του Χριστού στο γάμο. Ωστόσο θα δούμε ότι και η μεταβολή του νερού σε κρασί μπορεί να σχετιστεί με το γάμο.

Δεν είναι άσκοπο ή έξω από τους στόχους αυτού του συνεδρίου να μείνουμε για λίγο στον κεντρικό ερμηνευτικό κόμβο της περικοπής, χωρίς βέβαια να τον αναπτύξουμε λεπτομερώς, γιατί αυτό θα μας έβγαζε έξω από τους στόχους μας.

Πρόκειται για το πολυσυζητημένο «Τί εμοί και σοι, γύναι; ούπω ήκει η ώρα μου». Η επικρατέστερη πατερική ερμηνεία του πρώτου μέρους της φράσης (με το ερωτηματικό) είναι η επισήμανση του Ιησού προς τη μητέρα του ότι δεν έχει καμία σχέση η δική του θεία αποστολή που καθορίζεται από το θέλημα του εν ουρανοίς Πατρός με οποιαδήποτε ανθρώπινη πρωτοβουλία της μητέρας του ή με οποιονδήποτε δικό του συναισθηματισμό. Ωστόσο, προβαίνει στη θαυματουργία, ευλαβούμενος και τιμών την μητέρα του, όπως σημειώνει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, («…τιμών την μητέρα, ίνα μη διά παντός αντιλέγειν αυτή δόξη, ίνα μη ασθενείας λάβη δόξαν, ίνα μη αισχύνη την τεκούσαν παρόντων τοσούτων», PG 59,134).

Η άποψη των Γρηγορίου Νύσσης, Θεοδώρου Μοψουεστίας, Εφραίμ του Σύρου και μερικών συγχρόνων ερμηνευτών ότι το «ούπω ήκει η ώρα μου» πρέπει να διαβαστεί με ερωτηματικό («ούπω ήκει η ώρα μου;») καθιστά πιο εκλογικευμένο το κείμενο και ομαλότερη τη μετάβαση στον επόμενο στίχο (2,5), όπου η μητέρα του Ιησού δείχνει να κατανοεί ως θετική την παρατήρησή του και ως εκ τούτου απευθύνεται στους υπηρέτες με το «ό,τι αν λέγη υμίν, ποιήσατε». Όμως μειώνει την πράγματι υπάρχουσα ένταση ανάμεσα στην «ώρα» του Ιησού που προσδιορίζεται από τον Θεό Πατέρα και στην ανθρώπινη παρέμβαση της μητέρας του. Μπορεί τελικά ο Ιησούς να ανταποκρίνεται στην έμμεση παράκλησή της, αλλά πρέπει και εκείνη ως άνθρωπος να γνωρίζει ότι τα βασικά και σωτηριώδη γεγονότα της ζωής του καθορίζονται από το θέλημα του εν ουρανοίς Πατρός .

Η ανάγνωση της περικοπής σ’ ένα θεολογικό επίπεδο σε σχέση με την παλαιά και τη νέα εν Χριστώ οικονομία του Θεού μας οδηγεί στην ακόλουθη ερμηνεία.

Ο γάμος στην Κανά φέρνει στο νου μας τη γνωστή εικόνα των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, ιδίως του Ωσηέ, για το γάμο του Γιαχβέ με το λαό του. Στη διαπίστωση της μητέρας του Ιησού ότι τελείωσε το κρασί και στην έμμεση παράκλησή της απηχείται κατά κάποιον τρόπο η κατάσταση του ισραηλιτικού λαού. Οι δυνατότητες του παλαιού λαού εξαντλήθηκαν και ως εκ τούτου αυτός απευθύνεται στον Μεσσία, προφανώς ζητώντας την επέμβασή του. Εκείνος όντως επεμβαίνει και αναδημιουργεί το λαό, δεν εξαφανίζει το παλιό αλλά το ανανεώνει: Το κρασί δεν γίνεται εκ του μηδενός αλλά από προϋπάρχουσα ύλη της θείας δημιουργίας, από το νερό. Το νερό όμως σαφώς παραπέμπει στην παλαιά τάξη πραγμάτων, στις θυσίες του ναού και στους καθαρμούς των καθημερινών διατάξεων του νόμου. Άλλωστε ο υπαινιγμός της διηγήσεως είναι σαφής: Υπήρχαν στο σπίτι του γάμου έξι λίθινες υδρίες για «τον καθαρισμόν των Ιουδαίων» (2,6). Ο Ιησούς μεταβάλλει το νερό του καθαρισμού σε κρασί της νέας εποχής, σε κρασί που παραπέμπει στη θεία ευχαριστία. Αυτό είναι το δώρο του, το δώρο των μεσσιανικών χρόνων.

Στην Παλαιά Διαθήκη και στο μεταγενέστερο Ιουδαϊσμό η αφθονία κρασιού (μαζί με το λάδι και το γάλα) είναι χαρακτηριστικό σημάδι της εποχής της σωτηρίας, που αρχίζει τώρα. Εδώ ας προσέξουμε το «νυν» του στίχ. 8: «αντλήσατε νυν και φέρατε τω αρχιτρικλίνω», ο οποίος και διαπιστώνει ότι τώρα ήλθε «ο καλός οίνος», -ενώ μέχρι τώρα («έως άρτι») ο νυμφίος προσέφερε τον «ελάσσω», τώρα που έφθασε η βασιλεία του Θεού, τώρα που φανερώνεται η δόξα του Μεσσία στους μαθητές του, στην πρώτη δηλαδή κοινότητα της νέας διαθήκης που πίστεψε στον Χριστό. Με το πνεύμα αυτής της αναγνώσεως της περικοπής αποκτά νέα σημασία και η αρχική πληροφορία της διηγήσεως ότι το γεγονός λαμβάνει χώρα «τη ημέρα τη τρίτη», ένας υπαινιγμός δηλαδή στην ανάσταση του Χριστού, στην καινούργια εποχή, στην Καινή Διαθήκη. Άλλωστε αυτή η ευχαριστιακή αναφορά θα συνεχιστεί και στο υπόλοιπο Ευαγγέλιο του Ιωάννη. Μετά τον οίνο, θα γίνει λόγος και για τον άρτο στο κεφ. 6 με τον πολλαπλασιασμό των πέντε άρτων και τη μακρά ομιλία του Ιησού για τον «άρτον της ζωής».

Γενικά η περικοπή κατά την ανωτέρω θεολογική ανάγνωσή της αλλά και κατά τη γενικότερα επικρατούσα θεολογική ερμηνεία της δηλώνει την αντικατάσταση της παλαιάς τάξεως πραγμάτων με τη νέα, της παλαιάς λατρείας με τη θεία ευχαριστία. Το παλαιό από μόνο του τελειώνει και το νέο έρχεται με τη ζωή, το θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού, για να ικανοποιήσει τις ανάγκες των ανθρώπων. Το παλαιό δεν μπόρεσε να λυτρώσει από το θάνατο, το νέο φέρνει ζωή και μάλιστα «περισσόν» ζωής. Ας μην ξεχνούμε ότι Ιωάννης ονομάστηκε θεολόγος και τα κείμενά του έχουν ένα θαυμαστό θεολογικό βάθος, με λεπτές Κάι επεξεργασμένες έννοιες. Ο άρτος του κεφ. 6 και ο οίνος του κεφ. 2 συνεπώς δεν μπορεί να είναι άσχετοι με τη θεία ευχαριστία .

Και ο γνωστός μεγάλος συγγραφέας Ντοστογιέφσκι σχετίζει το θαύμα της Κανά με την ανακαίνιση του κόσμου και την ανάσταση. Στους «Αδελφούς Καραμαζώφ» διαβάζεται η περικοπή του θαύματος της Κανά πάνω από το λείψανο του στάρετς Ζωσιμά και κατόπιν ο νεαρός Αλιόσα βγαίνει έξω ενθουσιασμένος και όλος ο κόσμος του φαίνεται ανανεωμένος, τόσο που πέφτει κάτω και φιλάει το χώμα.

* * *

Οι θεολογικές προσεγγίσεις της περικοπής είναι πολύ ενδιαφέρουσες, αλλά ό,τι τώρα πρέπει να ελκύσει την προσοχή μας είναι η συσχέτιση της περικοπής με το γάμο. Μετά τα όσα λέχθηκαν παραπάνω μπορούμε να κάνουμε τις ακόλουθες παρατηρήσεις;

1. Η παρουσία του Χριστού στο γάμο ανανεώνει, χωρίς να εκμηδενίζει, το παλαιόν: το θαύμα γίνεται από προϋπάρχουσα ύλη, το νερό (παρατήρηση που έκανε ήδη ο Ειρηναίος ). Με άλλα λόγια: ο παλαιός, ο προγαμιαίος, άνθρωπος ανανεώνεται σε μία καινούργια σχέση με την (ή τον) σύζυγο: Την αγάπη που ήδη προϋπάρχει κατά φυσικό λόγο στους νυμφευόμενους η Εκκλησία την εξαγιάζει και την επαυξάνει: Εύχεται «υπέρ του κατεπεμφθήναι αυτοίς αγάπην τελείαν».

2. Ο γάμος τρέφεται, συντηρείται και αυξάνει όχι με την τήρηση τύπων θρησκευτικών, όπως οι καθαρμοί των Ιουδαίων, αλλά με ουσιαστική συμμετοχή στο σώμα του Χριστού διά της θείας ευχαριστίας. Η διατήρηση και τήρηση ορισμένων παραδοσιακών θρησκευτικών εθίμων από το ζευγάρι έχει νόημα μόνο αν εντάσσεται σε μία ενεργό συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας.

3. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η ακόλουθη παρατήρηση του Ωριγένη. Η μεταβολή του νερού σε κρασί στη διήγηση του Ιωάννη δεν είναι μόνο μεταβολή της ποιότητας του υγρού αλλά και της φύσεώς του . Έτσι και στο γάμο δεν μεταβάλλεται μόνο η ποιότητα ζωής των πρώην αγάμων, αλλά συντελείται και μια ουσιαστικότερη μεταβολή των «δύο εις σάρκα μίαν».

* * *

Στην Ευαγγελική περικοπή η παρουσία του Χριστού στο γάμο δηλώνει την έναρξη μίας νέας εποχής για την ανθρωπότητα, που είναι εποχή ευφροσύνης και αγαλλιάσεως. Η φύση η ανθρώπινη καταφάσκεται, το νερό της τυπικής θρησκείας μεταβάλλεται σε κρασί ουσιαστικής ελπίδας για το μέλλον αλλά και για το νυν. Και οι ευχές της ακολουθίας του γάμου δεν ξεχνούν την υλική φύση του ανθρώπου, γι’ αυτό και ζητούν από τον Θεό: «δος αυτοίς από της δρόσου του ουρανού άνωθεν και από της πιότητος της γης… δος αυτοίς καρπόν κοιλίας, καλλιτεκνίαν, ομόνοιαν ψυχών και σωμάτων».

Στην αποστολική περικοπή (Εφεσ 5,21-33) το «σημείον» του Ιωάννη παίρνει Χριστολογικές και Εκκλησιολογικές διαστάσεις. Ο γάμος γίνεται «μυστήριον μέγα» εντασσόμενο στις σχέσεις Χριστού-Εκκλησιάς. Η αγάπη και η υπακοή, χωρίς να παύσουν να έχουν ανθρώπινο χαρακτήρα, νοηματοδούνται από τη σχέση Χριστού-Εκκλησίας και παράλληλα Εκκλησίας-Χριστού.

Τμήμα εισηγήσεως που διαβάστηκε στο Δ΄ Πανελλήνιο Λειτουργικό Συμπόσιο Στελεχών ιερών Μητροπόλεων με θέμα «Ο γάμος στην Ορθόδοξη Εκκλησία». Το Συμπόσιο διοργανώθηκε από την Ειδική Συνοδική Επιτροπή Λειτουργικής Αναγεννήσεως στο Προκόπι Ευβοίας (3-6 Νοεμβρίου 2002).

Για περισσότερα ερμηνευτικά σχόλια των Πατέρων βλ. Ι.Γαλάνη, «Η Θεοτόκος στον Ευαγγελιστή Ιωάννη», Πρακτικά Ι΄Θεολογικού Συνεδρίου της Ι. Μ. Θεσσαλονίκης προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 109-122(:Βιβλικές Θεολογικές και Ερμηνευτικές Μελέτες, 2001, σ. 372-388, στη σειρά Βιβλική Βιβλιοθήκη, 20).

Βλ. γι’αυτή τη συσχέτηση Ειρηναίου, Έλεγχος Γ΄17,7. Κυρίλλου Ιεροσολύμων, Κατηχήσεις Δ΄2.

Ειρηναίου, Έλεγχος Γ΄11.

Απόσπ. Εις Ιωάν.29,7.30,10.Απόσπ. εις Κορ.36,1.

( Ιωάννης Δ. Καραβιδόπουλος, Βιβλικές Μελέτες Γ΄, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσ/νίκη 2004, σ. 199-207).

Ομότιμος καθηγητής Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης  Ιωάννης Καραβιδόπουλος 

http://www.pemptousia.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μυροφόρες οι ευαγγελίστριες των Ευαγγελιστών

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Μαΐου, 2013

Myroforon

Είναι σημαντικό ότι τον Αναστάντα Χριστό τον είδαν πρώτες οι Μυροφόρες γυναίκες. Οι Απόστολοι φοβισμένοι από τα γεγονότα που προηγήθηκαν κλείστηκαν στο υπερώο, ενώ οι γυναίκες με την αγάπη, την θερμότητα και την ανδρεία, πριν ακόμη ξημερώσει καλά, πήγαν στο μνημείο για να αλείψουν με αρώματα το Σώμα του Χριστού.
Δεν φοβήθηκαν ούτε το σκοτάδι, ούτε την ερημιά, ούτε τους στρατιώτες. Αυτό σημαίνει ότι για να αξιωθή κανείς να δη τον Αναστάντα Χριστό χρειάζεται να έχη αγάπη και ανδρεία.
Η πρώτη εμφάνιση του Χριστού στις Μυροφόρες γυναίκες έχει και ένα βαθύτατο θεολογικό νόημα, όπως το αναπτύσσει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Διδάσκει ο άγιος ότι η Ανάσταση του Χριστού είναι ανανέωση της ανθρωπίνης φύσεως και αναζώωση, ανάπλαση και επάνοδος στην αθάνατη ζωή του πρώτου Αδάμ. Τον πρώτο Αδάμ, μετά τη δημιουργία του, τον είδε πρώτη η γυναίκα, γιατί εκείνη την ώρα δεν υπήρχε κανείς άλλος να τον δει, αφού η Εύα δημιουργήθηκε μετά από αυτόν. Έτσι και τον νέο Αδάμ δεν τον είδε κανείς όταν βγήκε από τον τάφο, ύστερα δε από λίγο πρώτες τον είδαν οι γυναίκες.
Με αυτόν τον τρόπο, οι Μυροφόρες έγιναν ευαγγελίστριες των Ευαγγελιστών και απόστολοι των Αποστόλων. Αυτό έχει και μια άλλη σημασία. Η Εύα ήταν εκείνη που έφερε το μήνυμα της πτώσεως του Αδάμ, τώρα η γυναίκα είναι εκείνη που φέρνει το μήνυμα της αναστάσεως στους Αποστόλους. Με τον τρόπο αυτό έχουμε και την αποκατάσταση της γυναικείας φύσεως, αφού κανείς δεν μπορεί να την ενοχοποιήση για την παράβαση και την πτώση.
Ο σχολιαστής Νικήτας κάνει και άλλες παρατηρήσεις σχετικά με τα ονόματα των Μυροφόρων γυναικών, που ανταποκρίνονται όμως στην προσωπική τους ζωή και δείχνουν τον τρόπο που πρέπει να μετέλθουμε και τον δρόμο που πρέπει να ακολουθούμε, για να δούμε τον Αναστάντα Χριστό.
Η Μαρία η Μαγδαληνή, από την οποία ο Χριστός έβγαλε επτά δαιμόνια, δηλώνει την ψυχή εκείνη που καθαρίζεται από τα δαιμόνια με τον λόγο των ευαγγελικών εντολών. Η Σαλώμη, της οποίας το όνομα ερμηνεύεται ειρήνη, δηλώνει τον άνθρωπο εκείνο που απέκτησε την εσωτερική ειρήνη, αφού νίκησε τα πάθη, υπέταξε το σώμα στην ψυχή, και αποκτά, διά της θεωρίας και των πνευματικών νοημάτων, την γνώση. Η Ιωάννα, της οποίας το όνομα ερμηνεύεται περιστερά, συμβολίζει την άκακη και γονιμότατη στις αρετές ψυχή, η οποία απέβαλε κάθε πάθος με την πραότητα και είναι θερμή στο να γεννά τα πνευματικά νοήματα με πνευματική διάκριση. Όταν ο άνθρωπος διακρίνεται γι’ αυτές τις καταστάσεις και πλησιάζει στο μνημείο της καρδίας του, τότε θα δη τον λίθο της πωρώσεως της ασαφείας του λόγου να σηκώνεται, τους αγγέλους, δηλαδή την συνείδησή του, να του αναγγέλλουν ότι αναστήθηκε μέσα του ο νεκρωθείς λόγος της αρετής και της γνώσεως, αλλά ακόμη θα αξιωθή να δη την εμφάνιση και αυτού του Ιδίου του Θεού Λόγου στον νου, γυμνό και χωρίς τύπους και σύμβολα.
Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται κάθαρση για να αξιωθή κανείς να προσκυνήσει τον Αναστάντα Χριστό και να ακούση τον «της Αναστάσεως λόγον».
Του μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου
* Απόσπασμα από το βιβλίο «Οι Δεσποτικές Εορτές» έκδοση της Ιεράς Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας).

Μακεδονία,19/05/2013

http://www.makthes.gr/news/opinions/104436/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ευποιία των γυναικών και η Αγία Ελένη

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Μαΐου, 2013

KyriakiMyroforon01

α) Οι γυναίκες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο τόσο στη διάδοση του χριστιανικού μηνύματος της Αναστάσεως όσο και στην πρακτική εφαρμογή της κορυφαίας ευαγγελικής εντολής της αγάπης. Από τη λαμπροφόρο ημέρα της εγέρσεως του Χριστού, που οι μυροφόρες βρέθηκαν «λίαν πρωί» στο μνήμα και άκουσαν από «φαεσφόρο άγγελο» το «ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε» μέχρι τις μέρες μας, οι γυναίκες κόσμησαν το αγιολόγιο, ανάθρεψαν αγίους, διακόνησαν τη λατρεία της Εκκλησίας και πρωτοστάτησαν σε έργα ευποιίας.

β) Η εκκλησία τίμησε και ανύψωσε ηθικά τη γυναίκα. Από πράγμα και κτήμα του άνδρα, την αντιμετώπισε ως κατ’ εικόνα Θεού πλασμένο άνθρωπο με ιδιαίτερα χαρίσματα. Η αλήθεια αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αν σκεφθεί κάποιος ότι ακόμη και ο μεγάλος σοφός της αρχαιότητας Θαλής ο Μιλήσιος, επηρεασμένος από το γενικότερο κλίμα υποτίμησης των γυναικών στην εποχή του, θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό για τρία πράγματα: «Πρώτον ότι έγινε άνθρωπος και όχι θηρίο, έπειτα άνδρας κι όχι γυναίκα και τρίτον Έλληνας κι όχι βάρβαρος».
γ) Από την άλλη, στα Ευαγγέλια βλέπουμε τον Χριστό να προστατεύει τη μοιχαλίδα, να δέχεται τη μετάνοια της πόρνης, να συνομιλεί για υψηλές θεολογικές αλήθειες με τη Σαμαρείτιδα και εκτός από μαθητές να έχει και μαθήτριες, που αξιώνονται αυτές πρώτες να δεχθούν και να διαδώσουν το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως. Οι πατέρες εν συνεχεία υπερασπίζονται τις γυναίκες έναντι των άδικων νόμων και αναθέτουν σε αυτές διάφορα διακονήματα.
δ) Αναφέρεται, λ.χ., ότι η διακόνισσα Ολυμπιάδα που υπηρετούσε στην Κωνσταντινούπολη και έγινε στενή κοινωνική συνεργάτιδα του Ιερού Χρυσοστόμου, αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας της σε αγαθοεργίες. Παράλληλα, οργάνωσε δίκτυο περίπου 250 γυναικών, οι οποίες επιδίδονταν σε έργα κοινωνικής προσφοράς. Μιμούμενη και ακολουθώντας τις μαθήτριες του Χριστού, που Τον διακονούσαν από τα υπάρχοντά τους, η Ολυμπιάδα φρόντιζε τον Άγιο Ιωάννη και τους συνεργάτες του.
ε) Ανάλογο κοινωνικό έργο ανέπτυξε η Αγία Ελένη, μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, που η Εκκλησία τιμά στις 21 Μαΐου. Από μαρτυρίες που διασώζει ο ιστορικός Ευσέβιος, φαίνεται ότι η Αγία Ελένη ήταν ιδιαίτερα μεγαλόψυχη και γενναιόδωρη. Σε άλλους πρόσφερε χρήματα, σε άλλους προμήθευε τα αναγκαία ενδύματα, φρόντιζε πένητες, γυμνούς και απροστάτευτους ανθρώπους· άλλους απάλλασσε από τα δεσμά ή την κακοπάθεια των μεταλλείων, άλλους ελευθέρωνε από την καταπίεση και άλλους ανακαλούσε από την εξορία.
στ) Σημαντική ήταν η συμβολή της Αγίας Ελένης στην ανέγερση και διακόσμηση χριστιανικών ναών στα Ιεροσόλυμα αλλά και στη Βηθλεέμ. Σύμφωνα με τον Συναξαριστή, η Αγία Ελένη ερεύνησε και βρήκε τον Σταυρό του Κυρίου στον φρικτό Γολγοθά. Το γεγονός αυτό της προξένησε μεγάλη χαρά. Κατά την παράδοση, ενώ έπλεε προς την Κωνσταντινούπολη, κομίζοντας το μεγαλύτερο μέρος του Τιμίου Σταυρού, πέρασε από την νήσο Κύπρο όπου ίδρυσε τη μονή Σταυροβουνίου. Τεμάχιο του τιμίου ξύλου άφησε η Αγία Ελένη στα Ιεροσόλυμα, άλλο μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη και άλλα διαμοιράστηκαν σε πολλά μέρη του κόσμου, όπως μαρτυρεί ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων.
ζ) Η Αγία Ελένη με τη συνδρομή και του Μ. Κωνσταντίνου συνέχισε την αποστολική παράδοση της φροντίδας των ενδεών και των εμπερίστατων ανθρώπων μέχρι τα βαθιά της γεράματα, κληροδοτώντας τη συνήθεια αυτή στους μεταγενέστερους. Έτσι, γυναίκες σε κάθε εποχή από κοινού με αγίους άνδρες συνέβαλαν στην πρακτική εφαρμογή της εντολής της αγάπης. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στις μέρες μας, αφού στο κοινωνικό έργο της Εκκλησίας δραστηριοποιούνται χιλιάδες εθελόντριες. Και το όφελος είναι διπλό. Αφενός βοηθούνται τα αδύναμα μέλη της κοινωνίας και αφετέρου παρέχεται η ευκαιρία στις γυναίκες να νοηματοδοτήσουν την καθημερινότητά τους, να αποφύγουν την απομόνωση και να ενισχυθούν ψυχολογικά και πνευματικά.

Γράφει ο π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

Μακεδονία,19/05/2013

http://www.makthes.gr/news/opinions/104435/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Μαΐου, 2013

Άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός  28 Μαΐου

Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα

Οι διά Χριστόν σαλοί είναι μιά κατηγορία αγίων μέ πολλά πνευματικά χαρίσματα καί κυρίως μέ τό ξεχωριστό χάρισμα τής σαλότητας γιά τόν Χριστό. Δέν είναι σαλοί (τρελλοί), αλλά παριστάνουν τόν τρελλό γιά νά μήν επαινούνται καί δοξάζονται από τούς ανθρώπους. Έχουν βαθειά ταπείνωση, μεγάλη αγάπη γιά τόν Θεό καί τούς ανθρώπους καί μέ έναν ιδιαίτερο τρόπο βοηθούν τούς καλοπροαιρέτους νά θεραπευθούν από τά πάθη, καί τούς κατευθύνουν στήν οδό τής προκοπής καί τής σωτηρίας.

Η σαλότητα είναι πνευματικό χάρισμα, τό οποίο δίδεται από τόν Θεό σέ εκείνους οι οποίοι έχουν πύρινο ζήλο καί φλογερή αγάπη γιά τόν Θεό, αλλά καί τήν δυνατότητα νά βαδίσουν αυτήν τήν οδό μέχρι τό τέλος. Σίγουρα, όμως, τούς βοηθά στό έργο τους αυτό καί ο χαρακτήρας τους. Εμπαίζουν τόν κόσμο, δηλαδή τό κοσμικό φρόνημα, καί τόν διάβολο, ο οποίος τούς μισεί θανάσιμα. Καί προκειμένου νά βοηθήσουν ουσιαστικά τούς ανθρώπους, καί νά τούς ελευθερώσουν από τήν καταδυναστεία τών παθών καί τού διαβόλου, μετaχειρίζονται διάφορα μέσα, τά οποία στά μάτια τών «λογικών» ανθρώπων φαντάζουν παράλογα.

Ο άγιος Ανδρέας καταγόταν από τήν Σκυθία καί έζησε κατά τούς χρόνους τού αυτοκράτορα Λέοντος Στ’ τού Σοφού (886-912 μ.Χ.). Από τήν παιδική του ηλικία πωλήθηκε ως δούλος σέ κάποιον στρατηλάτη τής Ανατολής, ευσεβή καί ενάρετο, ο οποίος τόν αγάπησε καί τόν μεταχειρίσθηκε σάν παιδί του. Τόν έστειλε μάλιστα καί στό «Διδασκαλείο», γιά νά σπουδάση τά ιερά γράμματα. Mελετούσε τούς βίους τών αγίων, διαίτερα, όμως, αγαπούσε τούς μάρτυρες καί ήθελε νά μιμηθή τόν ζήλο καί τήν αγάπη τους γιά τόν Χριστό. Ήταν φιλόθεος καί φιλάνθρωπος. Μοίραζε ό,τι είχε στούς φτωχούς καί ο ίδιος έμενε πολλές φορές γυμνός καί νηστικός. Αλλά τόν παρηγορούσε ο Θεός, ο οποίος τόν αξίωσε υψηλών πνευματικών θεωριών καί μεγάλων χαρισμάτων.

Στήν συνέχεια θά αναφερθούν, μέ συντομία, περιστατικά από τήν ζωή του, γιά νά φανερωθή, μεταξύ τών άλλων, καί ο τρόπος ποιμαντικής τών Αγίων.

– Ο άγιος Ανδρέας συνήθιζε νά προσεύχεται μέσα στούς Ιερούς Ναούς ή σέ μέρη ερημικά, σέ ώρες πού οι άνθρωποι ήταν απασχολημένοι καί δέν τόν πρόσεχαν. Κάποιο πρωΐ (χαράματα) πού πήγε νά προσευχηθή στόν Ιερό Ναό τής Παναγίας καί οι πύλες του ήταν κλειστές, σταύρωσε τήν κεντρική πύλη καί αυτή άνοιξε αμέσως. Ένας νέος πού έτυχε νά περνά από εκεί καί τόν είδε είπε: «Ποιόν δούλο τού Θεού ονομάζουμε τρελλό εμείς οι ανόητοι. Καί πόσους άλλους τέτοιους κρυφούς δούλους έχει ο Θεός πού κανένας δέν τούς γνωρίζει!». Ο άγιος Ανδρέας τόν φώναξε κοντά του, τόν νουθέτησε κατάλληλα καί τού δίδαξε τό πώς θά πρέπει νά πορεύεται στήν ζωή του, προκειμένου νά προκόψη καί νά σωθή. Επίσης, τού είπε νά μή φανερώση σέ κανέναν τά όσα είδε μέχρι τήν ημέρα τού θανάτου του, διαφορετικά θά δοκίμαζε μεγάλους πειρασμούς.

– Μεγάλη ευλογία τού Θεού απετέλεσε γιά τόν Επιφάνιο, έναν ενάρετο νέο, η γνωριμία του μέ τόν άγιο Ανδρέα. Ο Επιφάνιος, επειδή είχε εσωτερική καθαρότητα, κατάλαβε ότι πρόκειται γιά όσιο καί όχι γιά τρελλό καί δαιμονισμένο, όπως τόν αποκαλούσαν πολλοί. Στόν βίο τού αγίου Ανδρέα καταγράφονται περιστατικά από τίς συναντήσεις τους, αλλά καί υψηλές θεολογικές αναλύσεις τού αγίου, πού αποτελούν απαντήσεις σέ απορίες τού Επιφανίου. Σέ κάθε πρόβλημά του ο Επιφάνιος κατέφευγε στόν άγιο Ανδρέα, ο οποίος τού έδινε λύση, αλλά καί τόν προστάτευε από τούς πειρασμούς καί τίς επιθέσεις τού διαβόλου.

Σέ μιά συνάντησή τους ο Επιφάνιος έσκυψε νά τού φιλήση τό χέρι καί τότε ο άγιος Ανδρέας γονάτισε μπροστά του καί τού είπε: «Ευλόγησέ με εσύ, Δέσποτα!». Καί στήν συνέχεια τόν συμβούλευσε γιά τό πώς θά πρέπει νά ποιμαίνη τό λογικό ποίμνιο, τό οποίο επρόκειτο νά τού εμπιστευθή ο Χριστός διά τής Εκκλησίας. Καί όντως ο Επιφάνιος έγινε Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως μετά από 40 περίπου χρόνια.

– Μιά μέρα καθώς περιφερόταν στούς δρόμους συνάντησε έναν μοναχό τόν οποίο οι άνθρωποι θεωρούσαν ευλαβή καί ενάρετο. Ο άγιος Ανδρέας, όμως, μέ τό πνευματικό του χάρισμα, κατάλαβε ότι ο μοναχός αυτός είναι φιλάργυρος, επειδή είδε τόν δαίμονα τής φιλαργυρίας νά είναι τυλιγμένος γύρω από τόν λαιμό του, αλλά καί τόν φύλακα άγγελό του νά τόν εγκαταλείπη λυπημένος. Ο μοναχός αυτός εκμεταλλευόταν τό μυστήριο τής εξομολογήσεως γιά νά πλουτήση καί λάμβανε δώρα από όσους προσέρχονταν νά εξομολογηθούν. Καί όσο αυξάνονταν τά πλούτη του χαιρόταν λές καί είχε γίνει μοναχός γιά τόν χρυσό καί όχι γιά τόν Χριστό. Ο άγιος Ανδρέας τόν πλησίασε καί μέ τόν θεραπευτικό του λόγο προσπάθησε νά τόν οδηγήση στήν μετάνοια καί τήν σωτηρία.Τού είπε, μεταξύ τών άλλων, καί τά εξής: «Δοκιμάζω μεγάλη θλίψη γιά χάρη σου καί ανυπόφορη οδύνη. Πώς τό έπαθες καί από φίλος τού Θεού έγινες δούλος τού διαβόλου; Εσύ πού είχες φτερά όπως τά Σεραφείμ, πώς τά ξερίζωσες καί τά παρέδωσες στόν σατανά; Εσύ πού ήσουν αστραπόμορφος, πώς έγινες σκοτεινός;.. Πώς έκανες φίλο τόν δράκοντα τής φιλαργυρίας; Τί τό θέλεις αδελφέ τό χρυσάφι; Γιατί τό μάζεψες; Γιατί τό αγαπάς; Πώς τό απέκτησες καί προξένησες τήν καταστροφή σου;.. Άλλοι πεινούν καί διψούν, άλλοι πεθαίνουν από τό κρύο, κι εσύ βλέπεις νά αυξάνη ο πλούτος σου καί ευφραίνεσαι; Αυτά είναι τά σημάδια τής μετανοίας; Αυτή είναι η μοναχική σου ζωή;.. Άκουσα τόν Κύριο νά σέ αποδοκιμάζη καί νά λέη: “Η βασιλεία μου είναι γιά τούς ελεήμονες…”. Άν παρακούσης τά λόγια μου θά πώ στόν διάβολο νά σέ ταράξη. Καί τότε θά γίνης περίγελως όχι μόνο σ’ αυτή τήν πόλη, αλλά σέ όλον τόν κόσμο».

Ο μοναχός μέ όσα άκουσε συγκλονίσθηκε. Ζήτησε από τόν άγιο νά προσεύχεται γι’ αυτόν καί υποσχέθηκε ότι θά αγωνισθή μέ όλες του τίς δυνάμεις γιά τήν διόρθωσή του. Τελικά λυτρώθηκε από τά δεσμά τού δαίμονα τής φιλαργυρίας καί ξαναβρήκε τόν αληθινό σκοπό τής ζωής του.

Η λογική τρέλλα τών διά Χριστόν σαλών, θεραπεύει τήν άλογη τρέλλα τής εμπαθούς ζωής, τής υποκρισίας καί τής αλαζονείας.

Εκκλησιαστική Παρέμβαση Απρίλιος 2013

http://www.parembasis.gr/2013/frames_13_04.htm

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή των Μυροφόρων – Η στάση μας στις δοκιμασίες

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Μαΐου, 2013


Νεκρός ο Χριστός επάνω στο Σταυρό. Κανείς από όσους ήταν κοντά Του δεν ήξερε τι να κάνει πλέον. Ούτε για τα στοιχειώδη, όταν κάποιος πεθαίνει. Εκείνη τη δύσκολη στιγμή εμφανίζεται αναπάντεχα ο Ιωσήφ, ένα αξιοσέβαστο μέλος του Συνεδρίου των Ιουδαίων, ο οποίος καταγόταν από την Αριμαθαία. Είχε αποδεχτεί το μήνυμα του Ευαγγελίου που κόμισε ο Χριστός και την Βασιλεία του Θεού. Κι ενώ όλοι βρίσκονταν σε αμηχανία και απόγνωση, εκείνος «τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιωσήφ» (Μάρκ. 15, 43).  Και ο Πιλάτος, αφού πληροφορήθηκε από τον εκατόνταρχο το θάνατο του Κυρίου «εδωρήσατο το σώμα τω Ιωσήφ» (15, 45), χάρισε το σώμα του νεκρού Ιησού στον Ιωσήφ.
                Δεν ήταν συγγενής του Χριστού ο Ιωσήφ. Δεν είχε το φυσικό δικαίωμα να λάβει το σώμα Του και να το θάψει. Δεν ήταν καν γνωστός στους συγγενείς του Κυρίου και τους μαθητές Του. Ήταν ένας άγνωστος πιθανόν για εκείνους άνθρωπος, γνωστός όμως στον ίδιο το Χριστό. Αναζητητής της αλήθειας και της Βασιλείας του Θεού.  «Μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν» (Λουκ. 11, 28).  Στη δύσκολη στιγμή καταστρώνει σχέδιο και οργανώνει τα της ταφής του Κυρίου. Επισκέπτεται τον παντοδύναμο ηγεμόνα, εν γνώσει του ότι θα έρθει σε ρήξη με τα άλλα μέλη του Συνεδρίου, αλλά και πιθανόν να προκαλέσει την απορία του Πιλάτου. Δεν είναι βέβαιος για ην έκβαση του διαβήματός του. Όμως δεν κάνει πίσω. Δεν βάζει τη δύναμη της λογικής πιο πάνω από την αγάπη. Και δικαιώνεται.
                Ο Πιλάτος δωρίζει το σώμα στον Ιωσήφ. Ο άδικος κριτής, ο οποίος δίστασε να δώσει την ελευθερία σε έναν αθώο, για να μην έρθει σε ρήξη με τον όχλο, ο οποίος δεν επρόκειτο να τον αγαπήσει ποτέ, κι αυτό ο Πιλάτος το ήξερε καλά, ασκεί για μία ακόμη φορά την εξουσία του επάνω στον Ιησού. Τώρα φαίνεται ευσπλαχνικός. Εκ των υστέρων κάνει τον καλό. Ίσως σκέφτεται μέσα του ότι αφού δεν φάνηκε δίκαιος την ώρα που έπρεπε, τουλάχιστον ας αποδώσει τιμή στο πρόσωπο του αδίκως σταυρωθέντος έστω και μετά θάνατον. Δεν θα ταπεινωθεί όμως ο ίδιος τόσο πολύ.  Η παρουσία του Ιωσήφ αποτελεί γι’ αυτόν μία ευκαιρία ανέξοδα να δείξει ότι δεν ήθελε να θανατώσει το Χριστό, αλλά αναγκάστηκε χάριν του δημοσίου και ιδιαιτέρως του ρωμαϊκού συμφέροντος να λάβει τη δύσκολη απόφαση. Όμως στο βάθος της ψυχής του δεν έχει μετάνοια. Αξιοποιεί την ευκαιρία που του δίνει ο Ιωσήφ, δεν δείχνει όμως ο ίδιος ότι πίστεψε τελικά ποιος ήταν αληθινά ο Χριστός. και γι’ αυτό, όταν οι Φαρισαίοι θα του ζητήσουν να προφυλαχθεί ο τάφος από κλοπή, δε θα διστάσει να τους δώσει την κουστωδία. Δεν θα καταφέρει όμως ούτε αυτός ούτε εκείνοι να σταματήσουν την Ανάσταση.
                Απέναντι στο Χριστό διαπιστώνουμε ξανά τρεις στάσεις. Η μία είναι των μαθητών και όσων Τον  αγαπούνε. Στη δύσκολη στιγμή λειτουργούν εντελώς ανθρώπινα.  Τους νικά ο πόνος, ο φόβος και η απόγνωση του θανάτου. Η δεύτερη είναι του Ιωσήφ. Στη δύσκολη ώρα υπερνικά η αγάπη, η τόλμη, το σχέδιο και η οργάνωση που υπερβαίνουν το φόβο του θανάτου. Η τρίτη είναι του Πιλάτου. Αμετανόητος κατά βάθος γιατί καταδίκασε έναν αθώο, δείχνει ευσπλαχνία για να αποδείξει στον εαυτό του ότι δεν έφταιγε ο ίδιος, αλλά αναγκάστηκε από τις περιστάσεις να αδικήσει.  Και θα συνεχίσει τη ζωή του χωρίς καμία ουσιαστική αλλαγή.
                Η πρώτη στάση θυμίζει εκείνους τους χριστιανούς οι οποίοι στις δοκιμασίες της ζωής απογοητεύονται, κλείνονται στον εαυτό τους και δυσκολεύονται πολύ να προχωρήσουν. Κλονίζεται η πίστη τους και νιώθουν παγιδευμένοι στα αδιέξοδα του θανάτου. Η τρίτη στάση θυμίζει εκείνους τους χριστιανούς που αδιαφορούν κατά βάθος για τις δοκιμασίες των άλλων, ενώ όταν έρχονται και στους ίδιους δεν βλέπουν σε βάθος τα λάθη και τις αμαρτίες τους, αλλά αρκούνται σε μία επιφανειακή μεταμέλεια όταν διαπιστώσουν ότι κάτι δεν έχει πάει καλά, χωρίς όμως να είναι σε θέση να αναλάβουν με ταπείνωση το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί και να διορθώσουν την στάση της ζωής τους. Αντίθετα, προχωρούν αφήνοντας κατά μέρος ό,τι έχει συμβεί, ασχολούμενοι με τον εαυτό τους και τα συμφέροντά τους. Είναι εκείνοι που αισθάνονται ότι έκαναν το καθήκον τους με ένα δώρο ή μία τυπική κίνηση, χωρίς να είναι σε θέση να διαπιστώσουν τι χρειάζονται αληθινά οι άλλοι ή και χωρίς να ταπεινωθούν πραγματικά, εφόσον η δοκιμασία αναφέρεται στους ίδιους.  Η δεύτερη στάση αποτελεί αληθινή ευλογία. Είναι εκείνοι οι οποίοι χωρίς θόρυβο γνωρίζουν ποια είναι η αποστολή τους, στη δοκιμασία είναι έτοιμοι να προσφέρουν αυτό που μπορούν τόσο σ’ αυτόν που δοκιμάζεται, όσο και στους οικείους του   και είναι αποφασισμένοι να κάνουν και θυσίες γι’ αυτούς που τους χρειάζονται. Είναι όλοι όσοι πιστεύουν, αγαπούν και ελπίζουν στη Βασιλεία του Θεού.
                Αφορμή λοιπόν αυτογνωσίας είναι η στάση τόσο του Ιωσήφ, όσο και των μαθητών, αλλά και του Πιλάτου.   Κλειδί για να διαλέξουμε η πίστη στην Ανάσταση. Αυτή μπορεί να μας κρατήσει όρθιους σε δοκιμασίες, αλλά και να μας βοηθήσει να δούμε με ειλικρίνεια ποιοι είμαστε και πώς μπορούμε να λειτουργήσουμε αγαπητικά απέναντι σε όσους δυσκολεύονται. Και τελικά να γίνουμε αυτό που ήταν ο Ιωσήφ: «προσδεχόμενοι την Βασιλείαν του Θεού» (Μάρκ. 15, 43).
 Κέρκυρα, 19 Μαΐου 2013            
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/2013/05/blog-post_18.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η εικόνα στην ορθόδοξη και την δυτική παράδοση

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Μαΐου, 2013

Εισήγηση στόν 2ο Εικαστικό κύκλο τού Πνευματικού Κέντρου τού Δήμου Αγρινίου, βλ. τ. 175

Η εικόνα στήν ορθόδοξη καί τήν δυτική παράδοση (Α’)

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Είναι γνωστόν ότι γενικά η τέχνη εκφράζει τόν πολιτισμικό τρόπο ζωής τών ανθρώπων, οπότε καί η θρησκευτική τέχνη κάθε λαού είναι μέρος τού πολιτισμού του. Μέσα στό πλαίσιο αυτό πρέπει νά ενταχθή καί η θεολογία τής εκκλησιαστικής εικόνας, η οποία εκφράζει τήν θεολογική καί πολιτισμική διαφορά μεταξύ Ανατολής καί Δύσεως. Τό θέμα αυτό έχει πολλές διαστάσεις. Θά προσπαθήσω όμως νά παρουσιάσω, όσο τό δυνατόν σύντομα, μερικές από αυτές, πού δέν είναι πολύ συνηθισμένες.

Θά χωρίσω τό θέμα μου σέ τρείς ενότητες. Στήν πρώτη θά γίνη λόγος γιά τήν ορθόδοξη θεολογία τής εικόνας, όπως διατυπώθηκε στήν Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο στήν δεύτερη γιά τό πώς ο Καρλομάγνος καί γενικότερα οι Φράγκοι απέρριψαν καί καταδίκασαν τίς αποφάσεις τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, οπότε άρχισε η διαφοροποίηση τής θεολογίας τής εικόνας στήν Δύση καί στήν τρίτη ενότητα θά δούμε τήν διαφορά τής θρησκευτικής εικόνας στήν Δύση από τήν θεολογία τής Ορθοδόξου εικόνας πού επικράτησε στήν Ανατολή.

1. Η απόφαση τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου περί τών ιερών εικόνων

Στό ανατολικό τμήμα τής Χριστιανικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας γιά 120 περίπου χρόνια (726-843) δημιουργήθηκε μεγάλη ένταση γύρω από τίς εικόνες, καί συνεκλήθησαν πολλές Σύνοδοι γιά νά αποφανθούν επί τού θέματος αυτού. Οι Νεστοριανοί καί οι Παυλικιανοί απέρριπταν τίς ιερές εικόνες, ο δέ Νακωλείας τής Φρυγίας Κωνσταντίνος μέ άλλους ανωτέρους Κληρικούς, ήταν εικονομάχοι. Ο Λέων Γ’ Ίσαυρος μέ τήν συμβουλή τού Νακωλείας Κωνσταντίνου εξέδωκε δύο διατάγματα τά έτη 726 καί 730 μέ τά οποία διέτασσε τήν καταστροφή τών ιερών εικόνων καί απαγόρευσε τήν προσκύνησή τους ως ειδωλολατρική πράξη. Ο υιός του Κωνσταντίνος Κοπρώνυμος καταπολέμησε οξύτερα τίς εικόνες καί συγκάλεσε τό 754 Σύνοδο στήν Κωνσταντινούπολη, χωρίς τήν συμμετοχή τών Πατριαρχείων Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας καί Ιεροσολύμων, μέ συμμετοχή εικονομάχων Επισκόπων, η οποία Σύνοδος καταδίκασε τήν προσκύνηση τών εικόνων καί μάλιστα τήν εικόνα τού Χριστού ως νεστοριανική καί μονοφυσιτική αίρεση.

Οι κάτοικοι τής Αυτοκρατορίας χωρίσθηκαν σέ δύο παρατάξεις, αφού η μία ήταν οι λεγόμενοι εικονόφιλοι πού αγαπούσαν τίς εικόνες καί ήθελαν νά υπάρχουν στούς Ιερούς Ναούς τους καί η άλλη παράταξη ήταν οι λεγόμενοι εικονοκλάστες ή εικονομάχοι πού αρνούνταν τίς εικόνες καί τίς απέβαλαν από τούς Ιερούς Ναούς. Τήν περίοδο εκείνη αναπτύχθηκαν πολλά επιχειρήματα, κυρίως θεολογικά, γιά τήν αξία καί τήν σπουδαιότητα τών ιερών εικόνων εγράφησαν πολλά καί αξιόλογα κείμενα, αναδείχθηκε ως μεγάλη μορφή ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, καθώς επίσης καί ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός. Τελικά, η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος τό 787 μ.Χ. αποφάνθηκε γιά τήν τιμητική προσκύνηση τών ιερών εικόνων. Όμως, χρειάσθηκαν πολλά ακόμη χρόνια γιά νά γίνη η αναστήλωσή τους, πού πραγματοποιήθηκε τό 843 καί έκτοτε τήν εορτάζουμε ως εορτή τής Ορθοδοξίας.

Ο όρος τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου είναι σημαντικός καί συνοψίζει ολόκληρη τήν ορθόδοξη διδασκαλία γιά τίς εικόνες. Θά σημειωθούν δύο βασικά χαρακτηριστικά σημεία τά οποία δείχνουν τήν θεολογία τής ιερής εικόνας, όπως αποφάνθηκε η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος.

Τό πρώτο είναι ότι οι εικόνες, οι οποίες ονομάζονται «ιεραί καί άγιαι», πού κατασκευάζονται από χρώματα, καί ψηφίδες καί από άλλη ύλη, καί οι οποίες τίθενται «παραπλησίως τώ τύπω τού τιμίου καί ζωοποιού σταυρού», θεσπίσθηκε νά τοποθετούνται στίς Εκκλησίες τού Θεού, στά σκεύη καί τά ενδύματα, στούς τοίχους καί τίς σανίδες, στούς οίκους καί τίς οδούς. Πρόκειται γιά τίς εικόνες τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τής Θεοτόκου, τών τιμίων αγγέλων καί «πάντων αγίων καί οσίων ανδρών». Μέ τόν τρόπο αυτό, καθώς οι πιστοί θά βλέπουν «δι’ εικονικής ανατυπώσεως» τόν Χριστό, τήν Παναγία καί τούς Αγίους θά «διανίστανται πρός τήν τών πρωτοτύπων μνήμην τε καί επιπόθησιν».

Τό δεύτερο σημείο είναι ότι στίς ιερές εικόνες απονέμεται «τιμητική προσκύνησις», όχι όμως, καί «αληθινή λατρεία», η οποία αποδίδεται «μόνη τή θεία φύσει». Η τιμή πρέπει νά είναι η ίδια μέ τήν τιμή πού αποδίδεται στόν τύπο τού τιμίου καί ζωοποιού Σταυρού, τά άγια Ευαγγέλια καί τά λοιπά ιερά αναθήματα, θυμιάματα καί φώτα. Καί, βέβαια, η τιμητική προσκύνηση δέν αποδίδεται στήν εικόνα, αλλά στό πρωτότυπο, διότι «ο προσκυνών τήν εικόνα, προσκυνεί εν αυτή τού εγγραφομένου τήν υπόστασιν», αφού, κατά τόν Μέγα Βασίλειο, «η γάρ τής εικόνος τιμή επί τό πρωτότυπον διαβαίνει»

Έκτοτε τιμάμε τίς ιερές εικόνες, τίς ασπαζόμαστε καί ζητάμε τό έλεος τού Θεού καί τίς πρεσβείες τής Θεοτόκου καί τών αγίων. Ο αείμνηστος Φώτης Κόντογλου, ο οποίος συνετέλεσε πολύ στήν επαναφορά στήν Ελλάδα τής αγιογραφήσεως τών Ναών μέ βάση τήν βυζαντινή τεχνοτροπία, καί αποβλήθηκαν οι λεγόμενες φράγκικες εικόνες, οι οποίες ζωγραφίζονταν τότε ακόμη καί στό Άγιον Όρος, έχει αναφερθή στήν αξία τών ιερών εικόνων καί στόν τρόπο αγιογραφήσεώς τους. Θά παραθέσω μερικά χαρακτηριστικά του σημεία.

Η λειτουργική εικόνα κατά τόν Φώτη Κόντογλου έχει «θεολογικήν έννοιαν. Δέν είναι, ως είπαμεν, μία ζωγραφία οπού γίνεται διά νά τέρπη τούς οφθαλμούς μας, ή ακόμα διά νά μάς ενθυμίζη απλώς τά άγια πρόσωπα, όπως γίνεται μέ τάς εικόνας οπού έχομεν διά νά φέρνωμεν εις τήν μνήμην μας τούς αγαπημένους συγγενείς καί φίλους μας, αλλά είναι κατά τέτοιον τρόπον ζωγραφισμένη, ώστε νά μάς ανυψώνη από τόν φθαρτόν κόσμον τούτον, καί νά μάς κάμνη νά οσφρανθώμεν εκείνον τόν καινόν αέρα τής Βασιλείας τού Θεού. Διά τούτο δέν έχει καμμίαν ομοιότητα μέ τάς ζωγραφίας οπού παριστάνουν μέ υλικόν τρόπον κάποια πρόσωπα, ακόμα καί Αγίους, όπως γίνεται εις τήν θρησκευτικήν τέχνην τής Δύσεως. Εις τήν λειτουργικήν εικόνα τά άγια πρόσωπα εικονίζονται εν αφθαρσία».

Η τέχνη τών εικόνων στήν Ορθόδοξη Εκκλησία «λέγεται αγιογραφία ως ζωγραφίζουσα άγια πρόσωπα καί αγίας υποθέσεις». Έτσι, «η λειτουργική τέχνη τρέφει τόν πιστόν μέ πνευματικά οράματα καί ακούσματα, διϋλίζουσα τά εισερχόμενα διά τών πυλών τών αισθήσεων, φαιδρύνουσα τήν ψυχήν αυτού μέ τόν ουράνιον οίνον, καί δωρουμένη εις αυτόν τήν ειρήνην τής διανοίας».

Επειδή η τέχνη αυτή είναι λειτουργική καί προορίζεται γιά τήν προσευχή καί τήν λατρεία γι’ αυτό καί ο αγιογράφος «δέν είναι απλώς ένας τεχνίτης οπού κάμνει μίαν αναπαραστατικήν ζωγραφίαν επάνω εις κάποια θέματα θρησκευτικά, αλλά έχει πνευματικόν αξίωμα καί πνευματικήν διακονίαν, τήν οποίαν επιτελεί εις τήν εκκλησίαν, ως ο ιερεύς καί ο ιεροκήρυξ».

Αλλά ο αγιογράφος χρησιμοποιεί καί τά κατάλληλα μέσα γιά νά αγιογραφήση μιά εικόνα. Όλα πρέπει νά είναι διαφορετικά καί όλα πρέπει νά αποβλέπουν στήν λειτουργική ζωή καί τήν πνευματικότητα. «Καί αυτά τά υλικά όπου μεταχειρίζεται ο αγιογράφος, είναι ευλογημένα, ταπεινά, εύοσμα, λεπτά. Ούτω, διά νά κάμη κάρβουνα μέ τά οποία νά σχεδιάζη, μεταχειρίζεται ξύλον άσηπτον ξηράς λεπτοκαρυάς ή μυρσίνης διά νά κάμη σανίδα, επάνω εις τήν οποίαν θά ζωγραφίση τήν εικόνα, μεταχειρίζεται τήν κυπάρισσον, τήν καρυδέαν, τήν καστανέαν, τήν πεύκην ή άλλο δένδρο ευωδιάζον. Τά χρώματα είναι τά περισσότερα χώματα τής γής οπού μοσχοβολούν όταν βραχούν από τό νερόν, ιδίως εις τήν ζωγραφικήν τού τοίχου, καί ευωδιάζουν όπως τά βουνά κατά τά πρωτοβρόχια ή ωσάν ένα καινούριον κανάτι μέ δροσερόν νερόν. Εις τό αυγόν βάζει ο τεχνίτης ολίγον όξος, διά νά τό διατηρήση. Τά δέ βερνίκια μοσχοβολούν ωσάν τό θυμίαμα, καί ο ασπαζόμενος τήν εικόνα αισθάνεται οσμήν ευωδίας πνευματικής. Τά υλικά τής εικόνος είναι τά χρώματα οπού τά περισσότερα είναι χώματα, τό αυγόν μέ τό όξος, τό νερόν, ο κηρός, τό ρετσίνι τών πεύκων, η εύοσμος σαντράκα, τό μαστίχι, τό μέλι, τό κομμίδι τής μυγδαλιάς. Μέ ένα σύντομον λόγον, η αγιασμένη τούτη τέχνη δέν μεταχειρίζεται χονδροειδή καί πηκτά υλικά, όπως η κοσμική ζωγραφική οπού μεταχειρίζεται λινέλαια κάκοσμα καί χρώματα πηκτά καί βούρτσες χονδρότριχες».

Έχει μεγάλη σημασία καί ο τρόπος μέ τόν οποίο αγιογραφεί ο αγιογράφος. Καί αυτός ο τρόπος έχει σχέση μέ τήν όλη εκκλησιαστική παράδοση, αφού «τό κάλλος εις τήν λειτουργικήν ζωγραφικήν είναι κάλλος πνευματικόν, καί ουχί σαρκικόν». Οπότε καί ο αγιογράφος πρέπει νά διαθέτη τό ασκητικό ήθος τής Εκκλησίας.

«Η τέχνη αύτη είναι νηστευτική καί λιτή, εκφράζουσα τή πτωχεία τά πλούσια, καί όπως είναι τό Ευαγγέλιον καί η Παλαιά Διαθήκη συνοπτικά καί συντομόλογα, ούτω καί η Ορθόδοξος αγιογραφία είναι απλή, χωρίς περιττά στολίδια καί ματαίας επιδείξεις.

Οι παλαιοί εκείνοι αγιογράφοι ενήστευαν, δουλεύοντας, καί οπόταν άρχιζαν μίαν εικόνα, άλλαζαν τά εσώρουχά των, διά νά είναι καθαροί έσωθεν καί έξωθεν, καί εργαζόμενοι έψαλλαν, διά νά γίνεται τό έργον των μέ κατάνυξιν καί διά νά μήν μετεωρίζεται ο νούς των εις τά εγκόσμια».

Αλλά καί εκείνος πού ασπάζεται τήν ιερή εικόνα πρέπει νά δαπνέεται από ανάλογα νηστευτικά καί εκκλησιαστικά βιώματα, γιατί η Χάρη τού Θεού ενεργεί διά τών ιερών εικόνων, ανάλογα μέ τήν πνευματική κατάσταση αυτών πού τίς ασπάζονται.

«Όσην ευλάβειαν καί ταπείνωσιν καί πίστιν είχαν οι αγιογράφοι οπού εποίησαν τάς σεβασμίας καί αγίας εικόνας, άλλην τόσην ευλάβειαν καί ταπείνωσιν καί πίστιν πρέπει νά έχωμεν καί ημείς οπού τάς προσκυνούμεν, διά νά αξιωθώμεν τήν μυστικήν χάριν όπου διαχύνεται από αυτάς».

Όσοι δέν διαθέτουν αυτήν τήν κατάσταση δέν μπορούν νά αισθανθούν τήν θεολογία τών ιερών εικόνων. «Δι’ αυτό, αι κατ’ εξοχήν λειτουργικαί καί κατανυκτικώτεραι Εικόνες φαίνονται δύσμορφοι εις όσους έχουν τό πνεύμα τού κόσμου τούτου, τά δέ πρόσωπα δέν έχουν κατ’ αυτούς “είδος ουδέ κάλλος”, καθ’ όσον “τό φρόνημα τής σαρκός έχθρα εις Θεόν” (Ρωμ. η’, 7)».

Επομένως, η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος θέσπισε τήν θεολογία τών ιερών εικόνων, πού αποτελεί δόγμα στήν Ορθόδοξη Εκκλησία, καί ο Φώτης Κόντογλου, αγιογράφος ο ίδιος, έδειξε πώς εφαρμόζεται στήν πράξη αυτό τό δόγμα, πώς συμπεριφέρονται τόσο ο αγιογράφος όσο καί ο προσκυνητής τών ιερών εικόνων.

2. Τά Libri Carolini καί η Σύνοδος τής Φραγκφούρτης τού 794

Γιά νά δούμε τήν διαφορά μεταξύ Ανατολής καί Δύσεως στό θέμα τών ιερών εικόνων πρέπει νά ανατρέξουμε σέ ένα κομβικό σημείο, στό πώς αντέδρασε ο Καρλομάγνος στήν απόφαση τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου πού αποκατέστησε τά πράγματα στό θέμα τής τιμητικής καί όχι λατρευτικής προσκυνήσεως τών ιερών εικόνων. Στήν πραγματικότητα ο Καρλομάγνος εκμεταλλεύθηκε τήν ευκαιρία αυτή γιά νά στραφή εναντίον τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Παλαιάς καί Νέας Ρώμης) καί νά υλοποιήση τά δικά του σχέδια γιά τήν επικράτηση τής Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τού Γερμανικού Έθνους. Καί στήν περίπτωση αυτή φαίνεται τό πώς συνδέεται στενά η ιστορία μέ τήν θεολογία.

Γνωρίζουμε από τήν ιστορία ότι μετά τήν μεταφορά τής Πρωτεύουσας τού Ρωμαϊκού Κράτους από τήν Δύση στήν Ανατολή, από τήν Παλαιά Ρώμη στό μέρος εκείνο πού βρισκόταν μιά μικρή πολίχνη μέ τήν ονομασία Βυζάντιο, πού έγινε από τόν Μ. Κωνσταντίνο καί ονομάσθηκε Νέα Ρώμη καί αργότερα Κωνσταντινούπολη, τό δυτικό τμήμα τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αποδυναμώθηκε σταδιακά μέ αποτέλεσμα νά αναπτυχθούν δύο βασικά κέντρα, τό ένα (θρησκευτικό) μέ κέντρο τόν Πάπα, καί μάλιστα ιδρύθηκε καί τό Κράτος τού Βατικανού, καί τό άλλο (πολιτικό) μέ κέντρο τόν Καρλομάγνο (Κάρολος Μέγας) καί τούς απογόνους του.

Στήν πραγματικότητα, από τόν 6o αιώνα καί μετά, πολλά βαρβαρικά φύλα κατέβαιναν από τόν Βορρά καί καταλάμβαναν τμήματα τού δυτικού τμήματος τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπως οι Γότθοι, οι Βησιγότθοι, οι Οστρογότθοι, οι Βάνδαλοι, οι Λογγοβάρδοι, οι Φράγκοι καί κατέστρεφαν μνημεία πολιτισμού, ήτοι Ναούς καί Μοναστήρια, καί αφάνιζαν καί τόν Ρωμαίϊκο-ορθόδοξο πληθυσμό. Οι Γότθοι, Βάνδαλοι, Λογγοβάρδοι ήταν αρειανοί –οπαδοί τού Αρείου– πού πίστευαν ότι ο Χριστός δέν είναι Θεός, αλλά άνθρωπος, τό πρώτο κτίσμα καί δημιούργημα τού Θεού, ενώ οι Φράγκοι ήταν μέν τυπικά ορθόδοξοι, αλλά στήν ουσία είχαν αναμείξει τήν πίστη μέ δεισιδαιμονίες, καί τό βασικότερο είχαν πολιτικές βλέψεις, αφού ήθελαν, όπως καί τό κατόρθωσαν, νά επικρατήσουν στήν Ευρώπη. Έτσι, ο Καρλομάγνος μέ συνεχείς πολέμους κυριάρχησε στό δυτικό τμήμα, ίδρυσε τήν αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία τού Γερμανικού έθνους, καί απέκτησε επιρροή στόν τότε Επίσκοπο Ρώμης. Αργότερα δέ οι Φράγκοι επέβαλαν Φράγκο Επίσκοπο στήν Ρώμη, οπότε εισήλθε η αίρεση τού Filioque στό Σύμβολο τής Πίστεως καί έτσι οι δυτικοί Χριστιανοί απομακρύνθηκαν από τήν Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία.

Αυτή η στάση τού Καρλομάγνου, πού ακόμη θεωρείται ως ο ιδρυτής τής ενιαίας Ευρώπης, είχε συνέπεια καί στίς εικόνες. Στήν πραγματικότητα ο Καρλομάγνος, πού είχε βλέψεις στό δυτικό τμήμα τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, εκμεταλλεύθηκε τήν εικονομαχική έριδα, γιά νά υλοποιήση τά πολιτικά του σχέδια. Έτσι, προέβη σέ δύο ενέργειες. Η πρώτη ήταν νά δώση εντολή στούς θεολόγους του νά αντικρούσουν τίς αποφάσεις τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, οπότε εγράφησαν τά λεγόμενα Libri Carolini. Καί η δεύτερη ήταν νά συγκαλέση στήν Φραγκφούρτη τό 794 μ.Χ. Σύνοδο η οποία καταδίκασε τίς αποφάσεις τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου. Υπάρχουν αναφορές στά δύο αυτά θέματα σέ βιβλία συγχρόνων ελλήνων ερευνητών, κυρίως στά κείμενα τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη, αλλά θά δούμε τό τί γράφουν γι’ αυτά μερικά δυτικά κείμενα. Είναι σημαντικό νά δούμε τίς απόψεις τών δυτικών ιστορικών καί ερευνητών, ώστε τά όσα θά αναλυθούν νά γίνουν δεκτά από όσους τυχόν αμφιβάλλουν.

Τά Libri Carolini είναι τέσσερα βιβλία τά οποία συνετάγησαν στήν αυλή τού Καρλομάγνου καί καταφέρονται εναντίον τών αποφάσεων τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου γιά τίς ιερές εικόνες. Οι πράξεις τής Συνόδου αυτής εξετάσθηκαν προσεκτικά στήν αυλή τού Καρλομάγνου «καί καταγράφηκε ένας κατάλογος σημείων στά οποία ο Καρλομάγνος επιθυμούσε νά δώση μιά απευθείας αντίκρουση αυτός ο κατάλογος, προφανώς ίδιος μέ τίς αρχικές επικεφαλίδες τών κεφαλαίων τών Libri Carolini στάλθητε στόν Πάπα». Ο Πάπας Αδριανός, όμως, υπερασπίσθηκε τήν Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο στήν οποία παρευρέθηκαν καί εκπρόσωποί του, πού υπέγραψαν τά Πρακτικά.

Η Ann Freeman πού θεωρείται ως κορυφαία ερευνήτρια στά Libri Carolini ισχυρίζεται ότι τά βιβλία αυτά δέν είναι πλαστά ή κατασκευασμένα, όπως υποστήριζαν μερικοί, αλλά αυθεντικά. Βέβαια κάποιο χρονικό διάστημα υποστηριζόταν από Καθολικούς ότι ήταν χαλκευμένα κείμενα από σύγχρονους Λουθηρανούς καί μερικοί προσπάθησαν νά υποστηρίξουν ότι τό παρισινό χειρόγραφο πού βρέθηκε τόν 16ο αιώνα, όπως θά γραφή παρακάτω, ήταν έργο ενός πλαστογράφου τού 18ου αιώνος πού είχε τελειοποιήσει τόν τρόπο γραφής τής Καρολίγγειας περιόδου. Όμως, όπως η ίδια ισχυρίζεται, μετά τό 1865 πού επανακαλύφθηκε τό χειρόγραφο τού Βατικανού, τό οποίο αποτελεί τό πρωτότυπο τού παρισινού χειρογράφου, «κανείς δέν έχει επιχειρήσει νά υποστηρίξη οτι τά LC είναι πλαστά ή κατασκευασμένα. Είναι αποδεκτό από όλους ότι τό έργο απορρέει από τόν στενό κύκλο γύρω από τόν Καρλομάγνο δηλαδή στήν πράξη είναι προϊόν τής ‘’Ακαδημίας’’ του». Στήν συνέχεια η ίδια διερευνά τήν ταυτότητα τού συγγραφέα καί καταλήγει στό συμπέρασμα ότι συγγραφέας τών βιβλίων αυτών ήταν ο Θεοντούλφ, ένας λόγιος βησιγοτθικής καταγωγής πού βρισκόταν στήν αυλή τού Καρλομάγνου, πράγμα πού έγινε αποδεκτό ευρύτερα. Όπως υποστηρίζει ο John Contreni τό έργο αυτό χρειάσθηκε γιά νά συνταχθή τρία χρόνια καί δέν δημοσιοποιήθηκε ποτέ, μόνο η δημοσίευσή του έγινε πρόσφατα από τήν Ann Freeman.

Τά Libri Carolini, όπως υποστηρίζει η Ann Freeman, από τήν Σύνοδο τής Φραγκφούρτης καί μετά, περιέπεσαν σέ λήθη έως ότου στά μέσα τού 16ου αιώνα ανακαλύφθηκαν σέ Παρισινό χειρόγραφο σέ ένα γαλλικό καθεδρικό ναό από τόν Ζαν ντε Τιγιέ (Jean de Tillet) μετέπειτα επίσκοπο τού Meaux, ο οποίος τό δημοσίευσε τό 1549 μέ ψευδώνυμο. «Αμέσως οι Προτεστάντες άρπαξαν τό έργο ως μιά εντυπωσιακή πηγή υποστήριξης τής αντίθεσής τους πρός τίς εικόνες, κυρίως ο Καλβίνος, ο οποίος παρέπεμψε σέ αυτό σέ όλες τίς εκδόσεις τών Institutes του πού εξέδωσε στήν Γενεύη. Κυκλοφόρησε μεταξύ τών Προτεσταντών ουμανιστών». Έτσι, οι Καθολικοί απέρριψαν τά Libri Carolini, ενώ οι Προτεστάντες τά αποδέχονταν.

Τά Libri Carolini αρχίζουν ως εξής: «Εις τό όνομα τού Κυρίου καί Σωτήρα μας Ιησού Χριστού αρχίζει τό έργο τού επιφανεστάτου καί ενδοξοτάτου Καρόλου, μέ τό θέλημα τού Θεού βασιλιά τών Φράγκων, τών Γαλατών, τής Γερμανίας κλπ. εναντίον τής Συνόδου η οποία σέ Γραικικά μέρη διακήρυξε σταθερά καί περήφανα υπέρ τής λατρείας (adorandis) τών εικόνων». Είναι περίεργο πού τά Libri Carolini κάνουν λόγο γιά ότι η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος αποφάσισε γιά τήν λατρεία τών ιερών εικόνων, γιατί πουθενά δέν υπάρχει στά Πρακτικά της αυτή η λέξη (λατρεία), αντίθετα γινόταν διάκριση μεταξύ τιμητικής προσκύνησης τών ιερών εικόνων καί αληθινής λατρείας πού αποδίδεται μόνον στήν θεία Φύση, όπως είδαμε πιό πάνω.

Επίσης, στό δεύτερο βιβλίο τών Libri Carolini κατηγορείται η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος ότι δήθεν είπε: «όπως ακριβώς τό σώμα καί τό αίμα τού Κυρίου περνάνε από γεννήματα τής γής σέ ένα επιφανές μυστήριο, τό ίδιο καί οι εικόνες, φτιαγμένες μέ δεξιότητα τού τεχνίτη, περνάνε στό σεβασμό τών προσώπων τήν εικόνα τών οποίων φέρουν». Όπως επισημαίνεται, «αυτό δέν ειπώθηκε ούτε διδάχθηκε ποτέ στή Σύνοδο τής Νικαίας, ενώ κάτι παραπλήσιο μέ αυτό διακηρύχθηκε στή σύνοδο τής Κωνσταντινούπολης τό 754 (πού ήταν η Σύνοδος τών εικονομάχων). Οι ακριβείς λέξεις πού παρατίθενται δέν εμφανίζονται στίς πράξεις ούτε τής μιάς ούτε τής άλλης συνόδου. Πάντως, η υπολανθάνουσα ιδέα εκφράσθηκε καθαρά από τήν εικονομαχική σύνοδο τού 754 καί απορρίφθηκε εξ’ ίσου καθαρά από τήν ορθόδοξη σύνοδο τού 787». Φαίνεται, λοιπόν, ότι έγινε πλαστογράφηση καί αλλοίωση τών Πρακτικών γιά νά είναι ευάλωτα σέ αρνητική κριτική.

Η Καθηγήτρια τού Boston College Willemien Otten στό συλλογικό έργο, μέ επιμελήτρια τήν Irena Backus, «Η πρόσληψη τών Πατέρων τής εκκλησίας στήν δύση από τούς Καρολίγγειους έως τούς Maurists» λέγει ότι στήν Καρολίγγεια περίοδο «βρίσκει κάποιος μιά εκπληκτική άγνοια ορισμένων σημαντικών πατερικών συγγραφέων». Έτσι, «τά Libri Carolini απορρίπτουν τήν μαρτυρία τού Καππαδόκη Πατέρα τής Εκκλησίας Γρηγορίου Νύσσης, απλώς επειδή τά γραπτά του είναι άγνωστα σέ αυτούς, καί συνεπώς τά θεωρούν άσχετα».

Τά Libri Carolini διαιρούνται σέ τέσσερα βιβλία. «Η κεντρική σκέψη στήν αρχή καί στό τέλος τού έργου τονίζει τήν ανάγκη ενότητας στήν Εκκλησία. Οι Καρολίγγειοι θεωρούν τήν εικονόφιλη στάση τού Βυζαντίου απειλή κατ’ αυτής τής ενότητας καί τούς εαυτούς τους υπεύθυνους γιά τήν προστασία της. Είναι σημαντικό ότι τά Libri Carolini αντιμετωπίζουν όχι μόνον τήν δεύτερη Σύνοδο τής Νικαίας τού 787, πού διακήρυξε τήν λατρεία (τήν προσκύνηση) τών εικόνων, αλλά καί τήν Σύνοδο τής Κωνσταντινούπολης τού 754, η οποία απέρριψε τόν σεβασμό πρός τίς εικόνες ως ειδωλολατρική. Απορρίπτοντας τόσο τήν εικονόφιλη όσο καί τήν εικονομαχική θέση, τά Libri Carolini επέλεξαν μιά αμυντική στρατηγική στήν οποία η ενότητα τής Χριστιανικής Εκκλησίας κρίνεται ανάλογα μέ τό κατά πόσο ακολουθείται μιά μέση οδός». Τά Libri Carolini υποστήριζαν τήν άποψη ότι «καθόριζαν μιά μέση οδό, μεταξύ τών δύο άκρων: τής ολικής καταστροφής (εικονομαχία) καί τής χονδροειδούς λατρείας (εικονοφιλία) τά οποία αντιπροσώπευαν οι δύο σύνοδοι τού 754 καί τού 787».

Αφού εγράφησαν τά βιβλία αυτά, καί προετοιμάσθηκε στήν αυλή τού Καρλομάγνου όλο τό σκεπτικό εναντίον τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου μέ παρανοήσεις καί παραποιήσεις-αλλοιώσεις καί μέ σαφείς πολιτικές σκοπιμότητες, στήν συνέχεια ο Καρλομάγνος συγκάλεσε στήν Φραγκφούρτη, τό 794, μιά Σύνοδο η οποία καταδίκασε τήν Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο καί, βεβαίως, καταδίκασε τίς αποφάσεις της γιά τίς ιερές εικόνες. Θά δούμε μερικά χαρακτηριστικά σημεία αυτής τής Συνόδου.

Όπως γράφει η Καθολική Εγκυκλοπαίδεια «η Σύνοδος τής Φραγκφούρτης τό 794 επίσημα καταδικάζει τήν Δεύτερη Σύνοδο τής Νικαίας επιδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι παρανοεί εντελώς τήν απόφαση τής Νικαίας. Η ουσία τής απόφασης τής Φραγκφούρτης βρίσκεται στό δεύτερο κανόνα της: ” Έχει τεθή τό ερώτημα σχετικά μέ τήν επομένη Σύνοδο τών Γραικών η οποία διεξήχθη στήν Κωνσταντινούπολη (σημείωση τής Καθολικής Εγκυκλοπαιδείας “οι Φράγκοι δέν γνωρίζουν κάν πού διεξήχθη η Σύνοδος τήν οποία καταδικάζουν”, αφού συνεκλήθη στήν Νίκαια), αναφορικά μέ τήν λατρεία τών εικόνων, στήν οποία σύνοδο γράφεται ότι όσοι δέν απονέμουν λατρεία στίς εικόνες τών αγίων ίση μέ αυτήν πού απονέμουν στήν Αγία Τριάδα θά αναθεματίζονται. Αλλά οι αγιότατοι Πατέρες μας τών οποίων τά ονόματα παρατέθηκαν πιό πάνω αρνούνται τήν λατρεία καί καταφρονούν καί καταδικάζουν αυτήν τήν σύνοδο», εννοείται η Σύνοδος τής Φραγκφούρτης.

Η Judith Herrin παρατηρεί ότι τό 794 στήν Φραγκφούρτη «οι εκκλησίες τής επικράτειας τού Καρόλου πέτυχαν τήν αυτονομία η οποία τίς χώρισε τόσο από τή Ρώμη όσο καί από τήν Κωνσταντινούπολη. Όταν προσυπέγραψαν τά Libri Carolini καταδίκασαν καί τήν Σύνοδο τού 787 καί τήν υποστήριξη τού Πάπα Αδριανού πρός αυτήν, καί έτσι κέρδισαν στά εκκλησιαστικά ζητήματα μιά φωνή κριτική γιά τήν παπωσύνη, άν καί ακόμη μέ σεβασμό πρός τήν Πέτρεια εξουσία».

Δέν διασώζονται τά πλήρη Πρακτικά τής Συνόδου τής Φραγκφούρτης τού 794, αλλά από διάφορα άλλα διασωθέντα κείμενα μπορούμε νά συνάγουμε μερικές σημαντικές πληροφορίες. Από αυτά «είναι σαφές ότι ο Κάρολος είχε ηγετικό ρόλο. Συγκάλεσε καί προήδρευσε στήν συνάντηση, η οποία φαίνεται νά περιελάμβανε αντιπροσώπους από όλους τούς επισκόπους στίς απόμακρες περιφέρειές τους, συμπεριλαμβανομένων αυτών από τήν Ακουηλία καί δύο παπικών εκπροσώπων πού έστειλε ο Αδριανός. Αυτοί οι Κληρικοί συναντιόνταν χωριστά στήν μεγάλη αίθουσα τού Παλατιού στήν Φραγκφούρτη καί ο Κάρολος τούς έβαζε νά ακούσουν τήν διακήρυξη τού Έλιπαντ γιά τόν Adoptionsim (Μιά από τίς αιτίες τής σύγκλησης τής Συνόδου ήταν η καταδίκη τού αdoptionsim, αίρεσης πού ισχυριζόταν ότι ο Χριστός «υιοθετήθηκε» από τόν Θεό) καί νά τήν συζητήσουν. Ο ίδιος δέν εξέφερε κρίση. Τά Libri Carolini διαβάστηκαν πιθανώς κατά τόν ίδιο τρόπο, έτσι ώστε οι φραγκικές αντιρρήσεις απέναντι τόσο τήν veneration (λατρεία) τών εικόνων όσο καί στήν καταστροφή τους, καθώς καί διάφορα άλλα ζητήματα, νά γίνουν δημοσίως γνωστά».

Στήν Σύνοδο τής Φραγκφούρτης όχι μόνον καταδικάσθηκαν οι αποφάσεις τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, αλλά καί ο χαρακτήρας τής οικουμενικότητας τής Συνόδου, οπότε τήν εξέλαβαν ως Τοπική Σύνοδο. Οι Φράγκοι ανέπτυξαν μιά θεωρία πού ήταν αντίθετη μέ τήν αρχαία εκκλησιαστική παράδοση, πού καθορίσθηκε από τίς Οικουμενικές Συνόδους, περί τής πενταρχίας, σύμφωνα μέ τήν οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία διοικείται συνοδικώς από τούς πέντε Θρόνους (Παλαιάς Ρώμης, Νέας Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων). Η νέα θεωρία πού ανέπτυξε η Σύνοδος τής Φραγκφούρτης «υποστήριζε ότι υπήρχαν δυό κρίσιμες πλευρές σέ μιά αληθινά οικουμενική σύναξη: η πρώτη ήταν η συγκατάθεση όλων τών Χριστιανών (μιά οριζόντια συναίνεση), η δεύτερη ήταν η συνέχεια μέ τίς προηγούμενες συνόδους, τών διαβουλεύσεων, παραδόσεων, καί κανόνων τους (κάθετη συναίνεση). Σέ κανένα από τά δύο δέν ικανοποιούσε τά κριτήρια τής οικουμενικότητας η Σύνοδος τού 787, διότι δέν είχε διαβουλευθή μέ όλες τίς Εκκλησίες γιά τό ζήτημα τής veneration (λατρείας) τών εικόνων, ούτε είχε διατηρήσει τίς αποφάσεις τών προηγουμένων συνόδων».

Ο Chris Murray συνοψίζει γιά τό ποιά τελικά ήταν η Καρολίγγεια άποψη γιά «τήν θρησκευτική εικονιστική τέχνη». «Οι εικόνες είναι υποδεέστερες από τήν γλώσσα ως μέθοδος διατύπωσης καί μετάδοσης τών αληθειών τής πίστης, αλλά είναι χρήσιμες γιά τήν διδασκαλία τών αγραμμάτων. Οι εικόνες είναι επίσης χρήσιμες ως τρόπος απεικόνισης καί εορτασμού σημαντικών γενονότων τής Αγίας Γραφής καί τού βίου τών αγίων. Οι εικόνες στολίζουν καί ομορφαίνουν τόν Οίκο τού Θεού. Οι εικόνες δέν πρέπει νά λατρεύονται, αλλά είναι αποδεκτές καί τιμώνται επειδή βοηθούν νά φέρνουν στήν μνήμη τίς αλήθειες τής θρησκείας. Συνεπώς δέν πρέπει νά καταστραφούν».

Σαφέστατα εδώ τίθεται η λογική ως κέντρο γνώσεως τού Θεού καί θεωρείται ότι η αρτιότερη γνώση καί κοινωνία μέ τόν Θεό είναι η διανόηση-λογική, καθώς επίσης ότι οι εικόνες είναι απλώς η διδασκαλία τών αγραμμάτων. Προφανώς οι εγγράμματοι, οι θεολόγοι, δέν έχουν ανάγκη τής παρουσίας τών εικόνων καί φυσικά σέ αυτήν τήν περίπτωση οι εικόνες απλώς στολίζουν τούς Ιερούς Ναούς. Απορρίπτεται, δηλαδή, όλη η ορθόδοξη θεολογία τών εικόνων περί τής τιμής πού ανάγεται στό πρωτότυπο. Από εδώ αρχίζει ο φραγκολατινικός σχολαστικισμός καί αργότερα ο προτεσταντικός ευσεβισμός.

Η Judith Herrin παρατηρεί ότι η Σύνοδος τής Φραγκφούρτης τό 794 δημιούργησε άλλα δεδομένα στό δυτικό τμήμα τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Τελικά, οι Φράγκοι δέν διαφώνησαν μόνον γιά τίς εικόνες, αφού δέν κατάλαβαν ή ενσυνείδητα παραποίησαν, τήν απόφαση τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου περί εικόνων, αλλά διαφώνησαν καί γιά άλλα ζητήματα τά οποία σχετίζονται μέ τήν Σύνοδο αυτή. Διαφώνησαν «ιδιαίτερα μέ τούς ισχυρισμούς γιά τήν αυτοκρατορική εξουσία καί γιά τήν ανάρρηση τού Ταρασίου (στόν Πατριαρχικό θρόνο) από λαϊκό. Τό ότι οι ανατολικοί αυτοκράτορες “βασίλευαν εν Θεώ” καί προήδρευαν τής Συνόδου μέ εξουσία ίση μέ αυτήν τών αποστόλων (“ισαπόστολος”) αποτελούσε απαράδεκτη αλαζονεία γιά τή δύση. Ο ρόλος τού Καρόλου ως “υπερασπιστή τής εκκλησίας” αποτελούσε μιά πιό ταιριαστή σεμνότητα. Γινόταν επίθεση στήν Κωνσταντινούπολη μέ όρους πολύ όμοιους μέ αυτούς πού χρησιμοποιούσε ο Ισίδωρος Σεβίλης (ως άντρο αιρέσεων), ενώ τό βασίλειο τών Φράγκων εξυμνείτο ως αυτό πού ήταν προικισμένο μέ όλες τίς χριστιανικές αρετές. Η αίσθηση μιάς καινούργιας χριστιανικής πρακτικής στήν Ευρώπη προβαλλόταν σέ κοντράστ μέ τήν παγανιστική δεισιδαιμονία άψυχων αντικειμένων τήν οποία ακολουθούσε η ανατολή».

Η χρησιμοποίηση τού παραδείγματος τού Ταρασίου, πού ανέβηκε στόν θρόνο από λαϊκός, δέν είναι εύστοχη, γιατί ο Καρλομάγνος αυτό τό έπραττε συχνά, αφού «πολλοί λαϊκοί διορίζονταν σέ υψηλά Εκκλησιαστικά αξιώματα στήν Δύση, καί μάλιστα από τόν ίδιο τόν Καρλομάγνο», γι’ αυτό καί «οι αμφισβητήσεις γιά τήν ακαταλληλότητα τού Ταρασίου ήταν αρκετά αμυδρές». Μέ όλα αυτά, όπως υποστηρίζει η Judith Herrin, «η φραγκοσύνη καθιέρωσε ένα ρήγμα όχι μόνο μεταξύ Δύσης καί Ανατολής, αλλά καί μέσα στήν Δύση. Διότι ο διαχωρισμός τής Κωνσταντινούπολης από τίς εκκλησίες υπό τόν έλεγχο τού Καρόλου, ενθαρρυμένες από τό παράδειγμα τής ανεξάρτητης Βησιγοτθικής πρακτικής καί θεωρίας (στήν Ισπανία) μείωσε επίσης τόν έλεγχο τής Ρώμης επί τής Δύσεως. Η Σύνοδος στάθηκε μάρτυς τού τέλους μιάς εποχής παπικής ηγεμονίας στίς δυτικές εκκλησίες. Από εκεί καί ύστερα, οι φράγκοι ηγεμόνες υιοθέτησαν μιά λιγότερη καί περισσότερη αυταρχικά σχέση μέ τήν παπωσύνη. Είχαν ανακαλύψει μιά αυτονομία η οποία θά καθόριζε τίς μεταγενέστερες χριστιανικές εξελίξεις στήν Ευρώπη».

Αυτό σημαίνει ότι ο Καρλομάγνος μέ τήν Σύνοδο τής Φραγκφούρτης καί τήν καταδίκη τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, έκανε μιά ιδιαίτερη πρακτική, δηλαδή καταδίκασε τήν Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο καί έτσι αυτονομήθηκε τόσο από τόν Πάπα όσο καί από τόν Ρωμαίο Αυτοκράτορα. Ακόμη, καθιέρωσε νά αποκαλούνται οι Ορθόδοξοι Ρωμαίοι ως Γραικοί, τούς θεώρησε αιρετικούς, καί τέθηκαν τά βάθρα γιά τήν ίδρυση τής λεγομένης αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τού Γερμανικού έθνους. Αργότερα, όταν οι Φράγκοι τό 1009 κατέλαβαν καί τόν παπικό θρόνο, τότε καί η Παλαιά Ρώμη αποκαμακρύνθηκε από τήν Ορθόδοξη Εκκλησία μέ τήν εισαγωγή τού filioque.

Τό σημαντικό είναι ότι μέχρι τήν Σύνοδο τής Φραγκφούρτης τό 794 οι Φράγκοι αποκαλούσαν τήν Αυτοκρατορία Ρωμαϊκή. Στά Libri Carolini γιά τελευταία φορά μνημόνευαν τήν αυτοκρατορία ως Imrerium Romanum. Έκτοτε, κυρίως από τήν Σύνοδο τής Φραγκφούρτης, έγινε η πλαστογραφία καί οι Φράγκοι χρησιμοποιούν γιά πρώτη φορά τά ονόματα Graeci καί Graecia, μέ τήν έννοια τού ειδωλολάτρου καί τού αιρετικού. Αργότερα, οι συνεχιστές τής φραγκικής αυτής νοοτροπίας αντικατέστησαν τό «Γραικός» μέ τό «Βυζαντινός» καί τό «αιρετικός» μέ τήν «αλλαγήν Πολιτισμού».. Είναι δέ γνωστόν ότι από τότε εγράφησαν διάφορα βιβλία μέ τίτλο: Condra errores Graecorum (κατά τών αιρέσεων τών Γραικών). Μέ αυτήν τήν εσκεμμένη πλαστογραφία τών ονομάτων διαφοροποιήθηκε η πολιτισμική παράδοση τού δυτικού τμήματος από τό ανατολικό τμήμα τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας πού φθάνει μέχρι τίς ημέρες μας.

Πάντως, κατά τήν Σύνοδο τής Φραγκφούρτης ο Πάπας μέ τούς αντιπροσώπους του αντέδρασαν στίς αποφάσεις της καί αντέκρουσαν τά Libri Carolini, αλλά ο Καρλομάγνος επέβαλε τίς απόψεις του στήν περιφέρεια πού κυριαρχούσε. Φαίνεται περίτρανα ότι ενεργούσε σκόπιμα, γιατί ήθελε νά κατοχυρώση τήν κυριαρχία του σέ Δύση καί Ανατολή. Αυτός είναι ο λόγος γιά τόν οποίο παραποίησε τά Πρακτικά τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, χαρακτήρισε τούς Ορθοδόξους Ρωμαίους ως αιρετικούς γραικούς. Η πολιτική του σκοπιμότητα είναι πασιφανής.

Εκκλησιαστική Παρέμβαση Μάρτιος 2013

http://www.parembasis.gr/2013/frames_13_03.htm

Η εικόνα στήν ορθόδοξη καί τήν δυτική παράδοση (Β’)

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

(συνέχεια από τό προηγούμενο)

3. Τό παπικό παρεκκλήσι Capella Sixtina

Στήν Δύση κατά τήν πρώτη χιλιετία, πράγμα πού επεκτάθηκε καί μετέπειτα, επικράτησαν δύο παραδόσεις. Η πρώτη τού Καρλομάγνου καί τής αποφάσεως τής Συνόδου τής Φραγκφούρτης τού 794 από τούς Προτεστάντες, οι οποίοι ουσιαστικά υποτίμησαν καί παραθεώρησαν τίς ιερές εικόνες. Ο Καλβίνος, όταν ανακάλυψε τά Libri Carolini, τά υιοθέτησε καί έτσι απέβαλε τίς εικόνες από τούς ναούς καί τήν ζωή τών οπαδών του. Η άλλη παράδοση πού επικράτησε ήταν τής Εκκλησίας τής Παλαιάς Ρώμης, η οποία κατ’ αρχάς είχε αντιδράσει στήν απόφαση τής Συνόδου τής Φραγκφούρτης, στήν συνέχεια, όμως, επηρεάσθηκε, οπότε θεώρησε τίς εικόνες ως κάποιες θρησκευτικές παραστάσεις. Μέ τήν πάροδο τού χρόνου η Εκκλησία τής Ρώμης, μάλιστα όταν απομακρύνθηκε από τήν Ορθόδοξη Εκκλησία, απέβαλε τό μυστικό καί θεολογικό νόημα τών ιερών εικόνων, όπως είχε αποφασισθή στήν Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο.

Η Σύνοδος τής Φραγκφούρτης αποτελεί μιά πρώτη προσπάθεια θεολογικής καί εθνικής διαφοροποίησης τών Φράγκων καί τής Δύσης από τήν θεολογία τής Ανατολής. Αυτό φαίνεται τόσο στήν θεολογία όσο καί στήν λατρεία. Οι Φράγκοι υιοθέτησαν μερικές από τίς απόψεις τού Αυγουστίνου, τίς οποίες επεξέτειναν ερμηνευτικώς. Είναι δέ γνωστόν ότι ο ιερός Αυγουστίνος είχε επηρεασθή από τόν νεοπλατωνισμό.

Επικεντρώνοντας τήν προσοχή μας στό θέμα τής Ιταλικής Αναγέννησης, στήν οποία υπάγεται καί η εικονογράφηση τής Capella Sixtina, μπορεί νά υποστηριχθή ότι η τεχνοτροπία τών παραστάσεων συνδέεται μέ μερικές αρχές, πού άρχισαν νά επικρατούν μετά τήν Σύνοδο τής Φραγκφούρτης καί αναπτύχθηκαν ακόμη περισσότερο στούς επόμενους αιώνες, αλλά έχει καί δικά της στοιχεία, κυρίως ανθρωπολογικά καί αρχαιοελληνικά. Σίγουρα, όμως, η τέχνη τής Αναγεννήσεως αποδεσμεύθηκε από τό πνευματικό-θεολογικό πλαίσιο πού καθόρισε η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος.

Η τέχνη τής Ιταλικής Αναγέννησης αναβιώνει τούς κανόνες τής αρχαίας ελληνικής τέχνης, έχει κέντρο καί μέτρο της τόν άνθρωπο. Στόχος της είναι νά μετατρέψη τήν εικαστική επιφάνεια σέ ένα κομμάτι τής εξωτερικής πραγματικότητας, γι’ αυτό εφαρμόζει τήν γεωμετρική προοπτική γιά τήν απόδοση τού βάθους καί αποδίδει τήν ανθρώπινη μορφή μέ απτικές αξίες, δηλαδή μέ όγκο. Ο θεατής πρέπει νά πεισθή ότι αυτό πού βλέπει πάνω στόν πίνακα ή τήν τοιχογραφία είναι συνέχεια τού εξωτερικού κόσμου καί νά διαπαιδαγωγηθή από τό θέμα. Οι ιδέες τού νεοπλατωνισμού πού καλλιεργούνται στήν αυλή τών Μεδίκων τήν εποχή τού Λορέντσο τού Μεγαλοπρεπούς (15ος) μέ ηγετική φυσιογνωμία τόν φιλόσοφο Μarsilio Ficino αποτελούν τό κυρίαρχο πνευματικό κλίμα μέσα στό οποίο ανδρώνονται πολλοί καλλιτέχνες τής εποχής στήν Φλωρεντία, όπως ο Botticelli αλλά καί ο Μιχαήλ Άγγελος. Γι’ αυτό καί μιά σοβαρή επιστημονική άποψη υποστηρίζει ότι τό εικονογραφικό πρόγραμμα σχεδιάσθηκε από τόν Εγίδιο τού Viterbo, πού ήταν ένας από τούς πλέον έγκριτους θεολόγους τής αυλής τού Πάπα Ιούλιου Β’, τής οικογένειας Della Rovere, καί ο οποίος είχε μαθητεύσει κοντά στόν Marsilio Ficino.

Ανοιχτό παραμένει τό θέμα τής συνύπαρξης παγανιστικών καί χριστιανικών στοιχείων στήν οροφή τής Capella Sixtina, θέματα τής αρχαιότητας βρίσκονται συνυφασμένα μέ τίς εικόνες τής χριστιανικής θεολογίας καί αποκτούν έτσι ίση αξία μέ αυτές. Στά ερωτήματα, πώς εξηγείται ο ρόλος τών αρχαίων Σιβυλλών καί γιατί οι γυμνοί νέοι έχουν τόσο περίοπτη θέση μέσα σέ μιά Εκκλησία, στήν καλύτερη περίπτωση μπορούμε νά πούμε μέ σιγουριά ότι ο Πάπας Ιούλιος Β’ θέλησε νά εξασφαλίση γιά τόν εαυτό του, μέσα από τήν χρήση αρχαίων στοιχείων, τήν θέση τού φυσικού κληρονόμου τής αρχαιότητας.

Η οροφή τής Capella Sixtina μπορεί νά ερμηνευθή ότι η ιστορία τής σωτηρίας, πού υπόσχεται τήν αιώνια ζωή, έχει ελευθερώσει τήν Ρώμη από τήν ειδωλολατρεία, καθιστώντας την «αιώνια πόλη». Αυτή η Ρώμη, αναστημένη από τό πανίσχυρο χέρι τού Πάπα, οφείλει τώρα νά αναλάβη τόν ηγεμονικό ρόλο τής διάδοσης τού Χριστιανισμού στόν κόσμο. Οι ένδοξες ημέρες τής αρχαίας Ρώμης θά επιστρέψουν κάτω από τήν εξουσία τού Πάπα.

Η Capella Sixtina είναι τό παπικό Παρεκκλήσι πού είχε ανοικοδομηθή από τόν Πάπα Σίξτο τόν IV, από τό 1473-1477, γιά νά χρησιμοποιηθή ως Παπικό παρεκκλήσι, πού καθιερώθηκε τό 1483 στήν Κοίμηση τής Παναγίας. Οι δύο μακρείς τοίχοι τού οικοδομήματος, ο βόρειος καί ο νότιος, είχαν ζωγραφισθή από τούς μεγαλύτερους ζωγράφους τής Τοσκάνης καί τής Ούμπριας. Ο Μιχαήλ Άγγελος ανέλαβε νά διακοσμήση τήν οροφή πού είναι μήκους 40 μέτρων, πλάτους 13,50 μέτρων καί η κορυφή τής καμάρας βρίσκεται σέ ύψος 18 μέτρων από τό δάπεδο τού Παρεκκλησίου. Η έναρξη τής διακόσμησης τής οροφής έγινε τό έτος 1508. Πάνω στήν οροφή ο Μιχαήλ Άγγελος «ζωγράφισε μαζί μέ τούς γυμνούς νέους 343 συνολικά μορφές σέ διάφορα εικονιστικά σύνολα». Η διακόσμηση τής οροφής τελείωσε τό έτος 1512. Αργότερα, καί μάλιστα μεταξύ τών ετών 1535 καί 1541, εργάσθηκε τήν παράσταση τής Δευτέρας Παρουσίας στήν δυτική πλευρά τού Παρεκκλησίου, στόν βωμό. Ο Καθηγητής Χρύσανθος Χρήστου παρατηρεί:

«Στήν Capella Sixtina η Δευτέρα Παρουσία δέν ζωγραφίσθηκε όπως ήταν σχεδόν ο κανόνας στόν τοίχο τής εισόδου -άν καί δέν λείπουν καί παραδείγματα πού είναι σέ άλλες θέσεις καί στόν τοίχο τού βωμού- αλλά στόν τοίχο τού βωμού καί αυτό ίσως δέν είναι άσχετο μέ τήν προσπάθεια τής δυτικής εκκλησίας νά ενισχύση τήν θέση τού Πάπα καί νά τόν παρουσιάση εκπρόσωπο τού Μεγάλου Κριτού». Η παράσταση αυτή είναι «μιά από τίς μεγαλύτερες ζωγραφικές προσπάθειες όλης τής ανθρώπινης τέχνης» καί περιλαμβάνει πάνω από 400 πρόσωπα. Πρόκειται γιά μιά «τιτανική τοιχογραφία».

Ο Χριστός, ο Κριτής τού Παντός βρίσκεται στό κέντρο τής σύνθεσης καί είναι «περισσότερο ένας οργισμένος Δίας πού μέ τό ανυψωμένο πάνω από τό κεφάλι δεξί του χέρι εξαπολύει τόν κεραυνό ή Απόλλωνας μέ τά σημάδια τού σταυρού καί τού θανάτου καί λιγότερο Χριστός Σωτήρας τού Κόσμου τού Ευαγγελίου. Εδώ ουσιαστικά ο Μιχαήλ Άγγελος συναντά ένα άλλο μεγάλο πατριώτη του τόν Δάντη, ο οποίος όπως έχει παρατηρηθή ονομάζει τόν Χριστό “ύψιστο Δία” (Sommo Giove), τόν παρουσιάζει σάν τόν βίαιο κριτή τής αντιμεταρρύθμισης καί όχι σάν τόν Θεό πού συγχωρεί».

Στό δεξιό κάτω μέρος τής παράστασης ζωγραφίζεται ο Μίνωας «ζωσμένος από φίδια» «μέ απειλητική έκφραση» μέ φυσιογνωμία πού ομοιάζει μέ τόν τελετάρχη τού Πάπα Biazio da Cesena. Σύμφωνα μέ τήν παράδοση, όταν ο Μιχαήλ Άγγελος τελείωσε τό έργο αυτό, πήγε ο Πάπας Παύλος, μαζί μέ τόν τελετάρχη του, γιά νά τό δούν. Σέ ερώτηση τού Πάπα στόν τελετάρχη του Biazio da Cesena πώς τού φαίνεται τό έργο, εκείνος απάντησε ότι «ήταν πολύ άπρεπο νά εικονίζωνται τόσα πολλά γυμνά σ’ ένα τόσο εορταστικό χώρο, πού μάλιστα δείχνουν μέ αισχρό τρόπο τήν γύμνια τους καί ότι ήταν ένα έργο πού δέν έπρεπε νά βρίσκεται στό παρεκκλήσιο τού Πάπα, αλλά σ’ ένα λουτρό ή σέ μιά ταβέρνα». Ο Μιχαήλ Άγγελος πού ήταν παρών καί άκουσε αυτήν τήν κρίση τού παπικού τελετάρχη δυσαρεστήθηκε, γι’ αυτό, καί γιά νά τόν εκδικηθή, «έκανε τήν προσωπογραφία του μόλις έφυγε χωρίς νά τόν βλέπη, τόν έβαλε στήν κόλαση μέ τήν μορφή τού Μίνωα, ζωσμένο μέ ένα μεγάλο φίδι καί στό μέσο ενός βουνού από διαβόλους». Όταν ο Biazio παραπονέθηκε στόν Πάπα, εκείνος τού απάντησε: «άν σέ είχε ο ζωγράφος βάλει στό Καθαρτήριο, θά έκανα τά πάντα γιά νά σέ σώσω, αφού όμως σέ πήγε στήν Κόλαση, είναι ανώφελο νά καταφεύγης σέ εμένα, γιατί από εκεί δέν υπάρχει σωτηρία».

Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα βιβλίο τού Heinrich Pfeiffer μέ τίτλο: «Capella Sixtina, νέα ερμηνευτική προσέγγιση μετά τήν αποκατάσταση τών τοιχογραφιών» στό οποίο παρουσιάζει τίς τοιχογραφίες τού Παπικού Παρεκκλησίου μετά τήν αποκατάσταση τών τοιχογραφιών, κατά τήν οποία «αναδείχθηκε όχι μόνο η ποιότητα καί η λάμψη τών χρωμάτων, αλλά προέκυψαν καί νέα στοιχεία γιά τήν ερμηνεία τού εικονογραφικού προγράμματος». Έτσι, στό έργο αυτό έχουμε τήν δυνατότητα νά δούμε όλες τίς παραστάσεις τού Παπικού Παρεκκλησίου, αλλά καί νά δούμε τήν νέα θεολογική ανάλυσή τους.

Ο Pfreiffer έκανε πολυχρόνιες μελέτες στήν εικονογράφηση αυτή καί κατέληξε ότι κάτω από τούς καλλιτέχνες πού ζωγράφισαν τό Παρεκκλήσι βρίσκονται σύμβουλοι καθοδηγητές παπικοί θεολόγοι, η λεπτομέρεια τών εικονογραφιών στηρίζεται σέ κείμενα πού είχαν στήν διαθεσή τους οι θεολόγοι αυτοί, καθώς επίσης η ενότητα καί η αρμονία πού παρατηρείται πηγάζουν από ένα εικονογραφικό πρόγραμμα τού οποίου τά χαρακτηριστικά είχαν διαμορφώσει θεολόγοι τού Πάπα Σίξτου Δ’. Ο ίδιος ο ερευνητής ομολογεί ότι, ενώ μελετούσε τίς τοιχογραφίες, συγχρόνως αναζητούσε τά πατερικά καί μεσαιωνικά κείμενα πού συσχετίζονται μέ τήν εικονογράφηση.

Οι επιφανείς ζωγράφοι πού επιστρατεύθηκαν γιά τόν σκοπό αυτό ήταν ο Μποτιτσέλι, ο Περουτζίνο, ο Σιντορέλι, ο Κόζιμο Ροσέλι, ο Πιντουρίκιο, κ.ά. καί βέβαια αργότερα ο μεγάλος ζωγράφος Μιχαήλ Άγγελος πού κορυφώνει τήν Αναγέννηση καί προαναγγέλλει τό Μπαρόκ.

Ο Μακάριος Αμαδέος πού ήταν πνευματικός τού Πάπα Σίξτου Δ’ «έδωσε τήν εντολή νά χτιστεί καί νά ιστορηθεί η Capella Sixtina». Οι θεολόγοι πού συνετέλεσαν στό πρόγραμμα τών σκηνών τής Παλαιάς καί Καινής Διαθήκης ήταν ο Πέτρος Κολόνα, πού ήταν γνωστός καί ως Πέτρος Γαλατινός πού ήταν φραγκισκανικής ατμόσφαιρας, ο Κροάτης Dragisic Juraj, καί «ως εκπρόσωπος τής νεοπλατωνικής τάσης, εκτός από τόν Αιγίδιο τού Βιτέρμπο, ο Ενετός πατρίκιος καί πρωτονοτάριος Χριστοφόρος Μάρκελος».

Είναι φυσικό ότι στήν εικονογράφηση τού παρεκκλησίου αποτυπώνεται η θεολογία τού σχολαστικισμού, όπως αναπτύχθηκε στήν Δύση από τόν 9ο αιώνα καί μετά. Πράγματι, σέ παραστάσεις εικονογραφείται η ουσία τού Θεού, τήν οποία οι παπικοί επιδιώκουν νά καταλάβουν παρουσιάζεται η ερμηνεία γιά τούς τρείς ουρανούς, ότι ο πρώτος ουρανός είναι η γνώση τού εαυτού μας, ο δεύτερος ουρανός είναι η τέλεια γνώση τής κτίσης καί ο τρίτος ουρανός είναι η θεωρία τού Θεού, η γνωστή contemplatio Dei παρουσιάζεται τό δόγμα τής άμωμης σύλληψης τής Μαρίας παρουσιάζεται ο Πάπας ως ο Νυμφίος ολόκληρης τής Εκκλησίας κλπ.

Πολλά είναι τά σημεία εκείνα στίς εικόνες πού δείχνουν τήν διαφορετική θεολογία πού επικράτησε στήν Δύση. Θά περιορίσω τόν λόγο σέ δύο από αυτά.

Τό πρώτο είναι η απεικόνιση τού Θεού Πατρός νά δημιουργή τόν άνθρωπο. Ο Μιχαήλ Άγγελος στήν Capella Sixtina παρουσίασε τόν Πατέρα ως δημιουργό τού κόσμου, πού έρχεται από τό άπειρο, τόν «τρισδιάστατο χώρο τού κενού», πού ωθείται στόν «ολόγυμνο Αδάμ», «από θυελλώδεις ανέμους». Μαζί μέ τόν Πατέρα απεικονίζονται διάφορα άλλα όντα, «ένα αγόρι δεμένο στενά μέ τόν Θεό πίσω από τόν αριστερό του ώμο», πού είναι ο Ιησούς, «μιά γυμνή, νεαρή γυναικεία μορφή», πού τήν «κρατά αγκαλιασμένη μέ τό αριστερό του μπράτσο» καί «συμβολίζει τήν ιδέα τής γυναίκας καί νύμφης εν Κυρίω». Ο Πατήρ δημιουργός, ο Υιός πού είναι κολλημένος μέ τόν Πατέρα καί τό Άγιον Πνεύμα πού συμβολίζεται μέ «τήν πνοή τού αέρα πού φουσκώνει τόν μανδύα, ο οποίος τυλίγει από πίσω ολόκληρο τόν μετέωρο όμιλο», δείχνουν τήν παρουσία τής Αγίας Τριάδος.

Διαφορετικά είναι τά πράγματα στήν ορθόδοξη αγιογραφία, όπου όλες οι Θεοφάνειες τού Θεού στήν Π. Διαθήκη είναι εμφανίσεις τού ασάρκου Λόγου, τού Μεγάλης Βουλής Αγγέλου. Αυτός είναι ο Ών καί ο δημιουργός τού κόσμου. Η Αγία Τριάδα δημιούργησε τόν κόσμο, αφού «ο Πατήρ δι’ Υιού εν Πνεύματι Αγίω ποιοί τά πάντα». Διά τού Λόγου γνωρίζουμε τόν Πατέρα, κατά τόν λόγο τού Χριστού: «ο εωρακώς εμέ εώρακε τόν πατέρα» (Ιω. ιδ’, 9).

Αυτό φαίνεται έκδηλα στήν ορθόδοξη αγιογραφία στήν οποία αγιογραφείται «τό τριλαμπές τής μιάς θεότητος». Οι ενέργειες τού Θεού βγαίνουν από τήν ουσία διά τών θείων Προσώπων. Αυτό εικονογραφείται μέ τέσσερεις ομόκεντρους κύκλος. «Ο κεντρικός κύκλος είναι σκοτεινός. Ένα μείγμα από μαύρο, πράσινο, λουλακί καί ελάχιστο λευκό καλύπτει τήν στρογγυλή επιφάνεια τού κεντρικού αυτού κύκλου. Αυτός ο κύκλος εικονίζει τήν Ουσία τού Θεού». Στήν πραγματικότητα η ουσία τού Θεού βρίσκεται «πίσω από τόν σκοτεινό κύκλο», αλλά αυτό πού φαίνεται σκοτεινό είναι αυτό πού κρύπτει τήν ουσία, γιατί από τό πολύ φώς θά τυφλωνόμασταν, σάν νά στέκεται η σελήνη ανάμεσα στόν φωτεινό ήλιο καί τήν γή. Αυτό δείχνει ότι δέν έχουμε μέθεξη τής ουσίας τού Θεού. Πάντως, «οι φωτεινές ακτίνες δέν πηγάζουν μέσα από τόν σκοτεινό κύκλο, αλλά πίσω από αυτόν, από τήν αόρατη αποστράπτουσα ουσία τού Θεού». Έτσι, η ουσία τού Θεού «δέν είναι σκοτεινή αντίθετα είναι υπέρλαμπρη», αλλά ο άνθρωπος δέν έχει τό κατάλληλο όργανο γιά νά τήν διερευνήση.

Γύρω από τόν «λαμπρινό γνόφο», τήν ουσία τού Θεού, από τήν οποία εξέρχονται οι ακτίνες τής θείας ενεργείας, εικονίζονται τά τρία Πρόσωπα τής Αγίας Τριάδος ως «τρείς ομόκεντρες κυκλικές ταινίες». Ο «σκουροπράσινος κύκλος» εικονίζει τόν Πατέρα. «Κολλητά μέ τήν ταινία –μέρος τού κύκλου– τού Πατρός είναι η πιό ανοιχτόχρωμη γαλαζοπράσινη ζώνη-κύκλος τού Υιού». «Η τρίτη εξωτερική ζώνη είναι πιό φωτεινή καί ζωγραφίζεται μέ μείγμα τής ζώνης τού Υιού προσθέτοντας λευκό καί λίγη ώχρα, γιά νά κιτρινίσει» καί είναι τό Άγιον Πνεύμα. «Μέ τίς ζώνες δηλώνονται οι σχέσεις τών Τριών Προσώπων καί η ειδική λειτουργία τους στήν έκφανση-φανέρωση τής Θεότητας». Έτσι, «οι ενέργειες αρχίζουν-πηγάζουν από τήν ουσία καί σάν χρυσές πυκνές ακτίνες διατρέχουν τίς τρείς κυκλικές ταινίες ως τό εξωτερικό όριο τού κυκλικού σχήματος», δηλαδή από τόν Πατέρα, τόν Υιό-Λόγο καί τό Άγιον Πνεύμα.

Άλλοτε αυτό τό «τριλαμπές τής Θεότητος» εικονογραφείται μόνον μέ «τρείς ομόκεντρους κύκλους τών προσώπων», χωρίς «τόν σκοτεινό κύκλο τής ουσίας», αυτόν τόν «λαμπρινόν γνόφον» πέριξ τού ασάρκου καί σεσαρκωμένου Λόγου, καί τό βλέπουμε στήν δημιουργία τού κόσμου, στήν Μεταμόρφωση, στήν εις Άδου κάθοδο τού Χριστού σέ κυκλικό σχήμα, σέ ελλειπτικό κύκλο καί άλλα σχήματα πού εκφράζουν τά γνωρίσματα τών προσώπων.

Στήν εικόνα τής Μεταμορφώσεως η δόξα πού περιβάλλει τόν Χριστό έχει τρία σχήματα. Τό ένα, τό πιό ευρύτερο, είναι τέλειος κύκλος πού εκφράζει τόν Πατέρα, τό άλλο είναι τέλειο τετράγωνο, πού δηλώνει τόν συναΐδιο καί συνάναρχο τέλειο Λόγο καί τό τρίτο είναι καμπυλόγραμμο τετράγωνο καί δηλώνει τό Άγιον Πνεύμα πού διαρκώς κινείται.

Άν μελετήση κανείς προσεκτικά τίς απεικονίσεις τού Μιχαήλ Αγγέλου στήν Capella Sixtina καί τίς ορθόδοξες αγιογραφίες, θά δή τήν διαφορά στό τριαδολογικό δόγμα καί στό θέμα τής ουσίας-ενεργείας καί στό θέμα τής ισότητας τών Προσώπων τής Αγίας Τριάδος, αλλά καί στόν τρόπο μεθέξεως τής δόξης τής τριλαμπούς θεότητος.

Τό δεύτερο σημείο είναι η παράσταση τής Δευτέρας Παρουσίας τού Χριστού, όπως ζωγραφίζεται στό Παπικό Παρεκκλήσι, αλλά καί όπως αγιογραφείται στούς Ορθοδόξους Ιερούς Ναούς.

Κατ’ αρχάς η παράσταση τού Κριτού κατά τήν Δευτέρα Παρουσία ζωγραφίζεται από τόν Μιχαήλ Άγγελο στόν δυτικό τοίχο τού Παρεκκλησίου πίσω από τόν βωμό, μπροστά στούς ανθρώπους πού παρίστανται στήν ακολουθία. Αυτό, όπως προαναφέρθηκε, έχει τήν ερμηνεία του, γιατί θέλει νά δείξη τήν κυριαρχία τού Πάπα στόν κόσμο, ως εκπροσώπου τού κριτού τής οικουμένης. Αντίθετα, στούς Ορθοδόξους Ναούς η Δευτέρα Παρουσία αγιογραφείται στόν νάρθηκα τού Ναού, ενώ ο πιστός εισέρχεται στόν Ιερό Ναό, ενώ στήν κόγχη τού ιερού Βήματος πίσω από τήν Αγία Τράπεζα ζωγραφίζεται ο λειτουργικός κύκλος, η θεία Μετάληψη καί οι λειτουργοί Ιεράρχες. Στήν Ορθόδοξη Εκκλησία η Δευτέρα Παρουσία τού Χριστού παρουσιάζει τήν θεολογία περί τής Κρίσεως καί μέ τόν τρόπο πού αγιογραφείται, προετοιμάζει τόν πιστό γιά τήν θεραπεία γιά νά μεθέξη τής Βασιλείας τού Θεού.

Έπειτα, βλέποντας τίς δύο εικόνες -παπική καί ορθόδοξη- παρατηρούμε ότι στήν παπική εικόνα υπάρχει μιά φοβερή κινητικότητα, μιά τρομερή ανησυχία, μιά πολεμική σύρραξη, ενώ στήν ορθόδοξη εικόνα επικρατεί μιά ηρεμία καί σοβαρότητα.

Ακόμη, έχει μεγάλη σημασία πώς παρουσιάζεται ο Κριτής, ο Χριστός. Ο Pfeiffer παρατηρεί ότι «τό κεφάλι του έχει πρότυπο τό κεφάλι τού Απόλλωνος τού Μπελβέντερε, συνεπώς αυτό πού χαρακτηρίζει αυτόν τόν Χριστό είναι μιά ειδωλολατρική ιδέα τού θεϊκού. Η φυσιογνωμία του δέν αποδίδει τόν κλασσικό τύπο, τόν οποίο γνωρίζουμε από τίς εικόνες τής Εκκλησίας… γιά πρώτη φορά καλλιτέχνης διορισμένος από τόν πάπα τής Ρωμαϊκής Εκκλησίας φιλοτεχνεί μιά εικόνα τού Χριστού πού αποκλίνει από τόν καθιερωμένο εικονογραφικό τύπο καί παραπέμπει σέ ειδωλολατρική θεότητα. Γιά πρώτη φορά καλλιτέχνης διορισμένος από τόν πάπα τολμά νά ζωγραφίσει μιά εικόνα τού Χριστού πού δέν είναι τό καθιερωμένο πορτραίτο του. Κατ’ αυτόν τόν τρόπο στήν εικόνα αποδίδεται εντελώς διαφορετικός θρησκευτικός χαρακτήρας από ό,τι παλιότερα. Δέν αποδίδει τή θεϊκή μορφή όπως είναι, αλλά μιά άλλη πού έρχεται νά εκπροσωπήσει τή μορφή τού Θεού καί η οποία προσπαθεί νά μεταδώσει στόν θεατή μόνο μερικές ψυχικές ιδιότητες καί γνωρίσματα τού χαρακτήρα, καί όχι τού σώματος…

Η χειρονομία αναθέματος τού Χριστού όχι μόνον καθορίζει τήν κίνηση ολοκλήρου τού μυώδους σώματός του, αλλά είναι τό στοιχείο πού ουσιαστικά ζωντανεύει όλη τή νωπογραφία. Μοιάζει θαρρείς καί η χειρονομία αυτή προκαλεί τρέμουλο μέχρι καί τήν τελευταία, τήν πιό μακρινή γωνίτσα τής τοιχογραφίας. Καί βεβαίως δέν υπάρχει πλέον αμφιβολία πώς ακόμα καί η ίδια η Μαρία δέν στρέφεται πιά παρακλητικά στόν γιό της, όπως στά προσχέδια. Στρέφει τό βλέμμα της στίς δυό διασταυρούμενες δοκούς, τίς οποίες μιά ολόγυμνη -μετά τήν τελευταία αποκατάσταση τού μνημείου- καί πάλι ανδρική μορφή κρατά κοντά στό σώμα της μέ τό δεξί χέρι».

Ο Γέροντας Σωφρόνιος, πού ως ζωγράφος επανειλημμένως είδε αυτήν τήν παράσταση, σέ ένα βιβλίο του αναφέρεται σέ αυτήν καί τήν συγκρίνει μέ τήν ορθόδοξη αγιογραφία τής Δευτέρας Παρουσίας:

«Ύστερα από μακρά μελέτη τής “Εσχάτης Κρίσεως” τού Μιχαήλ Αγγέλου στήν Καπέλλα Σιξτίνα, ανακάλυψα στήν τοιχογραφία μιά αναλογία σχετική μέ τήν δική μου αντίληψη γιά τήν δημιουργία τού κόσμου. Προσέξτε τό Χριστό τής εικόνας, τή χειρονομία πού κάνει. Ωσάν πρωταθλητής, εξακοντίζει στήν άβυσσο όλους όσους τόλμησαν νά τόν πολεμήσουν. Ολόκληρη η απέραντη οροφή είναι γεμάτη από ανθρώπους καί αγγέλους πού τρέμουν από φόβο. Μέσα στήν ολοφάνερη κοσμική τους διάσταση, όλα έχουν αποδοθεί έτσι λόγω τής δικής τους καταστάσεως καί όχι λόγω τής οργής τού Χριστού. Αυτός βρίσκεται στό κέντρο καί η οργή του είναι τρομερή. Αυτός, βέβαια, δέν είναι ο τρόπος μέ τόν οποίο εγώ βλέπω τό Χριστό. Ο Μιχαήλ Άγγελος ήταν ευφυής, αλλά όχι ειδικός γιά λειτουργικά θέματα.

Άς ανακατασκευάσουμε τώρα τή νωπογραφία. Ο Χριστός φυσικά πρέπει νά είναι στό κέντρο, αλλά διαφορετικός Χριστός, πιό σύμφωνος μέ τίς αποκαλύψεις πού είχαμε γι’ αυτόν: Ο Χριστός παντοκράτορας, αλλά μέ τή δύναμη τής ταπεινής αγάπης. Δέν τού αρμόζει η εκδικητική χειρονομία. Δημιουργώντας μας ως ελεύθερα όντα, περίμενε σάν πιθανή, ίσως αναπόφευκτη, τήν τραγωδία τής πτώσεως τού ανθρώπου. Καλώντας μας από τό σκότος τής ανυπαρξίας στήν ύπαρξη, η μοιραία του χειρονομία μάς ανεβάζει στά απόκρυφα βασίλεια τής κοσμικής ζωής. “Ο πανταχού παρών καί τά πάντα πληρών” στέκεται πάντοτε κοντά μας. Μάς αγαπά πνευματικά παρά τήν αναίσθητη συμπεριφορά μας. Μάς καλεί, είναι πάντοτε έτοιμος νά απαντήσει στήν κραυγή μας γιά βοήθεια, καί νά οδηγήσει τά διστακτικά καί αβέβαια βήματά μας μέσα απ’ όλα τά εμπόδια πού βρίσκονται στόν δρόμο μας. Μάς σέβεται ως ίσους του. Τό ύψιστο ιδανικό του είναι νά μάς δεί στήν αιωνιότητα, αληθινά ως ίσους του, φίλους του καί αδελφούς του, καί γιούς τού Πατέρα. Αγωνίζεται γι’ αυτόν, τό επιθυμεί διακαώς. Αυτός είναι ο Χριστός μας, καί ως άνθρωπος κάθισε στά δεξιά τού Πατέρα».

Στήν ορθόδοξη εικονογραφία τής Δευτέρας Παρουσίας φαίνεται η αλήθεια ότι ο Παράδεισος καί η Κόλαση δέν υπάρχουν εξ επόψεως τού Θεού, αφού ο Θεός δέν έκανε τήν Κόλαση γιά νά τιμωρήση τόν άνθρωπο, αλλά υπάρχουν εξ επόψεως τού ανθρώπου. Ο Ίδιος ο Θεός είναι καί Παράδεισος καί Κόλαση. Από τόν θρόνο τού Θεού εξέρχεται τό φώς πού φωτίζει τούς δικαίους καί από τόν ίδιο τόν θρόνο εξέρχεται ο πύρινος ποταμός πού καίει τούς αμαρτωλούς.

Αυτό απηχεί τήν διδασκαλία τής Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως διατυπώνεται από τούς αγίους Πατέρες, ότι όπως ο κτιστός ήλιος έχει δύο ιδιότητες, τήν φωτιστική καί τήν καυστική, έτσι καί η άκτιστη Χάρη τού Θεού φωτίζει καί κατακαίει. Ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας τό ψαλμικό χωρίο τού Δαυίδ: «φωνή Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός», γράφει ότι τό πύρ έχει δύο δυνάμεις, τήν καυστική καί τήν φωτιστική δύναμη καί ενέργεια, γι’ αυτό καί καίει καί φωτίζει. Έτσι, ο Θεός διακόπτει τήν φλόγα τού πυρός, ξεχωρίζει τήν φωτιστική από τήν καυστική ενέργεια, οπότε τό πύρ τής Κολάσεως είναι αλαμπές καί τό φώς τού Παραδείσου είναι άκαυστον. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει ότι η μέλλουσα ζωή είναι «φώς τοίς κεκαθαρμένοις τήν διάνοιαν», «κατά τήν αναλογίαν τής καθαρότητος» καί σκότος «τοίς τυφλώττουσι τό ηγεμονικόν», «κατά τήν αναλογίαν τής εντεύθεν αμβλυωπίας».

Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός είναι αγάπη, καί αγαπά όλους τούς ανθρώπους δικαίους καί αδίκους, αμαρτωλούς καί αγίους, δέν αλλάζει διαθέσεις, δέν είναι οργισμένος, δέν είναι ένας δικαστής καί παγκόσμιος φεουδάρχης. Αυτός μάς είπε ότι ο Θεός «τόν ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς καί αγαθούς καί βρέχει επί δικαίους καί αδίκους» (Ματθ. ε’, 45). Πώς μπορεί νά μιλάμε γιά έναν οργισμένο Θεό; Όταν στήν Αγ. Γραφή γίνεται λόγος γιά οργή τού Θεού, στήν πραγματικότητα εμείς τόν αισθανόμαστε ως οργισμένον, επειδή αισθανόμαστε ένοχοι καί αποδίδουμε σέ Αυτόν όλες τίς εσωτερικές μας διαθέσεις. Έτσι, όπως γράφει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος «παράδεισός εστιν η αγάπη τού Θεού», αλλά καί η κόλαση είναι η αγάπη τού Θεού, αφού «οι εν τή γεέννη κολαζόμενοι, τή μάστιγι τής αγάπης μαστίζονται. Καί τί πικρόν καί σφοδρόν τό τής αγάπης κολαστήριον;».

Η διδασκαλία τής Εκκλησίας γιά τόν Παράδεισο καί τήν Κόλαση έχει σημαντικές συνέπειες γιά τήν ποιμαντική της καί ερμηνεύει όλη τήν θεολογία της γιά τήν θεραπεία τού ανθρώπου.

Τό σημαντικό είναι ότι ο Θεός αγαπά όλους τούς ανθρώπους καί ο Παράδεισος καί η Κόλαση δέν υφίστανται εξ επόψεως τού Θεού, αλλά εξ επόψεως τού ανθρώπου, όπως έλεγε συχνά ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης Η Ιερά Μονή αγίου Στεφάνου Μετεώρων μέ μιά ωραία καί προσεγμένη εργασία ανέλυσε θεολογικά τήν ορθόδοξη αγιογραφία τής Δευτέρας Παρουσίας τού Χριστού.

 

Τό συμπέρασμα είναι ότι η εικόνα δείχνει τήν διαφορά μεταξύ τών δύο τρόπων ζωής, ορθοδόξου καί δυτικού.

Η ορθόδοξη εικόνα είναι καρπός τής αποκαλυπτικής εμπειρίας τών θεουμένων αγίων. Είναι γνωστόν ότι οι άγιοι, όταν φθάνουν στήν θέωση καί τήν θεωρία τής δόξης τού Θεού, μετέχουν τούς Φωτός τού Θεού καί ακούνε άρρητα ρήματα, όπως γράφει ο Απόστολος Παύλος (Β’ Κορ. ιβ’, 4). Μετά τήν θεωρία τού Θεού οι άγιοι καταγράφουν τήν άκτιστη αυτήν εμπειρία μέ κτιστά ρήματα, νοήματα καί εικονίσματα, όπως έλεγε ο μακαριστός π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Οι εικόνες είναι κτιστά εικονίσματα τής ακτίστου πραγματικότητος. Γι’ αυτό ο Χριστός καί οι άγιοι περιβάλλονται από τό Φώς, τό σώμα είναι μεταμορφωμένο γιατί καί αυτό συμμετέχει στήν άκτιστη πραγματικότητα, καί τελικά οι εικόνες δείχνουν τήν άκτιστη λατρεία καί τήν άκτιστη θεία λειτουργία. Οι ιερές εικόνες χρειάζονται γιά τόν άνθρωπο πού βρίσκεται στό στάδιο τής καθάρσεως καί τού φωτισμού, αλλά όταν ο άνθρωπος φθάνη στήν θέωση καί βλέπη τόν ίδιο τόν Χριστό μέσα στήν δόξα Του, δέν τού χρειάζονται εικόνες.

Έπειτα, όταν κανείς ασπάζεται τίς ιερές εικόνες, ασπάζεται τήν υπόσταση τού εικονιζομένου καί λαμβάνει Χάρη, ανάλογα μέ τήν κατάσταση στήν οποία ο ίδιος βρίσκεται. Άν, δηλαδή, βρίσκεται στό στάδιο τής καθάρσεως, καθαίρεται, άν βρίσκεται στό στάδιο τού φωτισμού, φωτίζεται.

Στήν Δύση οι εικόνες δέν είναι έκφραση τής αρρήτου πραγματικότητας, αλλά έκφραση τής κτιστής πραγματικότητας, εκφράζουν τόν αμεταμόρφωτο κτιστό κόσμο, τόν κόσμο τών αισθήσεων καί τών αισθητών καί δέν οδηγούν στήν θεοποιό μέθεξη. Στήν πραγματικότητα οι δυτικές εικόνες απομακρύνονται από τό μυστήριο τής Βασιλείας τού Θεού καί εγκλωβίζουν τόν άνθρωπο στήν αισθητή πραγματικότητα, καί δέν τού δίνουν τήν δυνατότητα νά μεθέξη τής ακτίστου Χάριτος. Επικρατεί, δηλαδή, μιά εγκοσμιοκρατία καί αισθησιοκρατία.

Σαφέστατα υπάρχει πολιτισμική διαφορά μεταξύ Ορθοδόξου καί δυτικής εικόνας, πού προϋποθέτει διαφόρους τρόπους ζωής καί διάφορα ήθη. –

Εκκλησιαστική Παρέμβαση Απρίλιος 2013

http://www.parembasis.gr/2013/frames_13_04.htm

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ανεκτίμητος θησαυρός των αρχαίων ελληνικών χειρογράφων του Αγίου Όρους

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Μαΐου, 2013

0135232001365196336

Σε μια εποχή που η τυπογραφία άνηκε ακόμη στο μακρινό μέλλον, τα χειρόγραφα αποτελούσαν το μοναδικό τρόπο για να διασωθούν οι αρχαίες γνώσεις στο διηνεκές.

Στο Μεσαίωνα, ορισμένα μοναστήρια λειτούργησαν και ως «κιβωτοί γνώσεων» διαφυλάσσοντας τα αρχαία κείμενα με τη μορφή χειρογράφων.Τα χειρόγραφα αυτά αντιγράφονταν από μοναχούς μέσα στο ημίφως των μοναστηριακών εργαστηρίων, στα περίφημα καλλιγραφεία. Τα περισσότερα αρχαιοελληνικά κείμενα που

διασώθηκαν ως τις μέρες μας, είναι αποτέλεσμα των ακατάπαυστων αντιγραφών, που γίνονταν σ’ αυτά τα εργαστήρια από ορισμένους γενναίους μοναχούς.Μοναχούς που έβαζαν σε κίνδυνο ακόμη και τη ζωή τους προκειμένου να διαφυλάξουν τις αρχαίες γνώσεις, που για κάποιους φανατικούς χριστιανούς θεωρούνταν «αιρετικές». Κι όμως, αυτές οι «αιρετικές» γνώσεις ήταν εκείνες που οδήγησαν στην αναγέννηση του Δυτικού πολιτισμού…

Ακόμη και στα χρόνια του Μεσαίωνα, σε μια εποχή που κυριαρχούσε η αγραμματοσύνη, οι αγιορείτες μοναχοί έδιναν έμφαση στο γραπτό λόγο, θεωρώντας ότι συμβάλει στην πνευματική αναβάθμιση των ανθρώπων. Γι’ αυτό και έγραφαν, αντέγραφαν και διαφύλατταν χιλιάδες χειρόγραφα, όχι μόνο θεολογικού ή λειτουργικού χαρακτήρα, αλλά και «κοσμικών γνώσεων», οι οποίες κληροδοτήθηκαν από τους αρχαίους Έλληνες σοφούς.

Τα χειρόγραφα αυτά, πέρα από το περιεχόμενο τους, ήταν και διακοσμημένα με καλλιγραφίες, πράγμα που τα καθιστούσε αληθινά μνημεία τέχνης. Παρά τις καταστροφές και τις αφαιμάξεις που υπέστησαν, οι βιβλιοθήκες των μοναστηριών του Άθω κρύβουν έναν πραγματικό θησαυρό αρχαιοελληνικών γνώσεων. Σήμερα, στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους φυλάσσονται περίπου 20.000 πολύτιμα χειρόγραφα, που περιμένουν υπομονετικά τους ειδικούς για να τα μελετήσουν…

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΟΙ-ΜΟΝΑΧΟΙ ΤΟΥ ΑΘΩΝΑ

Η χερσόνησος του Άθω άρχισε να αναδύεται ως μοναστικό κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας προς τα τέλη του 10ου μ.Χ. αιώνα, όταν κατέφθασε εκεί κρυφά ο μοναχός Αθανάσιος, ο οποίος ίδρυσε στο νοτιοανατολικό άκρο της χερσονήσου τη μονή Μεγίστης Λαύρας(963μ.Χ.). Ο Αθανάσιος, ο ιδρυτής του αγιορείτικου κοινοβιακού μοναχισμού, ήταν προσωπικός φίλος του Ιωάννη Τσιμισκή καθώς και διακεκριμένος καλλιγράφος και ταχυγράφος.

Επέλεξε τη χερσόνησο του Άθω ως τόπο μοναστικής ζωής εξ αιτίας της απαράμιλλης φυσικής της ομορφιάς, της φυσικής της προστασίας από τις εχθρικές επιδρομές, του γεγονότος ότι ήταν ουσιαστικά ακατοίκητη από ανθρώπους, καθώς και εξ’ αιτίας της γεωγραφικής της εγγύτητας με τη συμβασιλεύουσα πόλη της αυτοκρατορίας, τη Θεσσαλονίκη. Εξαιτίας αυτών των πλεονεκτημάτων ο Άθως εξελίχθηκε σύντομα στο σημαντικότερο μοναστηριακό κέντρο του ορθόδοξου χριστιανισμού, με πολυάριθμα μοναστήρια και χιλιάδες μοναχούς.

Ο Αθανάσιος ο Αθωνίτης ήταν ένας άνθρωπος ασκητικός, που όμως αγαπούσε υπερβολικά τα βιβλία. Όταν από την Κωνσταντινούπολη κατέφθασε στον Άθω, εκτός από το καλογερικό του κουκούλι κουβάλησε μαζί του και δύο βιβλία. Αυτή η αγάπη του για τα βιβλία τον οδήγησε να ιδρύσει στην νεοσύστατη ακόμη Μεγίστη Λαύρα ένα εργαστήριο αντιγραφής χειρογράφων (Scriptorium) και μια οργανωμένη βιβλιοθήκη. Όρισε μάλιστα υπεύθυνο για το εργαστήριο τον πρωτοκαλλίγραφο Ιωάννη και βιβλιοφύλακα τον μοναχό Μιχαήλ.

Το παράδειγμα του μιμήθηκαν και οι κτήτορες των άλλων μοναστηριών (Βατοπαιδίου 985μ.Χ. και Ιβήρων 980μ.χ.), που φρόντισαν προσωπικά για την παραγωγή, την αντιγραφή και τη διαφύλαξη βιβλίων, με περιεχόμενο όχι μόνον θεολογικό και λειτουργικό αλλά και «κοσμικών γνώσεων», δηλαδή φιλοσοφικό, ιατρικό, νομικό, μουσικό κι εκπαιδευτικό.

Πολλοί μοναχοί έμειναν γνωστοί και ως γραφείς χειρόγραφων κωδίκων με πλούσια δράση και παραγωγή (Αθανάσιος ο Αθωνίτης, Ιωάννης Λαυριώτης, Ευθύμιος ο Ιβηρ, Διονύσιος Στουδίτης, Νείλος ο Μυροβλήτης, Ιωάννης ο Κουκουζέλης κ.α.). Συνολικά μνημονεύονται πάνω από 40 επώνυμοι βυζαντινοί καλλίγραφοι-μοναχοί, που συνέγραψαν χειρόγραφα στις αγιορείτικες μονές.

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ ΚΑΙ SCRIPTORIUM

Το σίγουρο είναι πως οι μοναχοί του Αγίου Όρους δεν περιφρονούσαν τα βιβλία. Μόλις ιδρύονταν ένα μοναστήρι μια από τις πρώτες ενέργειες των κτητόρων του ήταν η δημιουργία μιας βιβλιοθήκης, που αποσκοπούσε στην κάλυψη των πνευματικών αναγκών των μοναχών και πρωτίστως στην κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της μοναστικής αδελφότητας. Ο ηγούμενος όριζε πάντα έναν βιβλιοθηκάριο, υπεύθυνο για τη διαφύλαξη και συντήρηση των χειρογράφων.

Μια βιβλιοθήκη άρχιζε πάντα την πορεία της μ’ ένα πυρήνα βιβλίων, που αφιέρωνε σε αυτήν ο ιδρυτής της. Ως χώρος για τη διαφύλαξη των πολύτιμων χειρογράφων επιλέγονταν κατά παράδοση το υπερώο, πάνω από τον εξωνάρθηκα του καθολικού (π.χ. στη Μονή Εσφιγμένου). Σε άλλες ωστόσο περιπτώσεις, όταν ο χώρος του υπερώου δεν επαρκούσε, χρησιμοποιούνταν και ορισμένα απομονωμένα και πυρασφαλή κτίσματα, όπως στην περίπτωση της Μεγίστης Λαύρας.

Προτού ωστόσο τα χειρόγραφα τοποθετηθούν στη βιβλιοθήκη σημειώνονταν συνήθως πάνω τους η χαρακτηριστική κτητορική επιγραφή, που καταριόταν τον επίδοξο καταστροφέα τους: «Αυτή η βίβλος υπάρχει της θειας και ιεράς μονής… και όποιος την αφαιρέση να έχει τας άρας των τριακοσίων δέκα οκτώ…». Για προστατευτικούς πάλι λόγους, γράφτηκαν ανά τους αιώνες πάνω στα ίδια βιβλία, απαγορευτικές φράσεις όπως: «Μηδείς τεμνέτω τα φύλλα..» ή «Μηδείς αποξενώση την Βίβλο ταύτην…».

Μια βιβλιοθήκη φιλοδοξούσε πάντα να περιλάβει όσο το δυνατόν περισσότερες γνώσεις, όχι μόνον θεολογικού αλλά και κοσμικού περιεχομένου. Βασικές πηγές εμπλουτισμού μιας μοναστηριακής βιβλιοθήκης υπήρξαν η παραγωγή χειρογράφων στο ίδιο το μοναστήρι, η αγορά και η παραγγελία βιβλίων για την κάλυψη μιας συγκεκριμένης ανάγκης ή έλλειψης και βεβαίως οι μεγάλες και εντυπωσιακές δωρεές αυτοκρατόρων, ηγεμόνων, πατριαρχών, αρχιερέων, μοναχών αλλά και ιδιωτών, που χάριζαν τις προσωπικές τους συλλογές (τον 16ο αιώνα ο καθηγητής της πατριαρχικής σχολής Θεοφάνης Ε. Νοταράς, χάρισε όλα του τα βιβλία στην Ι. Μ. Ιβήρων).

Κατά κανόνα κάθε μοναστήρι κληρονομούσε και την προσωπική βιβλιοθήκη των μοναχών του. Ωστόσο, αρκετά χειρόγραφα προέρχονταν από παραγγελίες. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο σημείωμα για ένα χειρόγραφο, που παραγγέλθηκε με έξοδα μιας μονής: «Το παρόν Ωρολόγιον εγράφη παρά του οικτρού και αμαρτωλού Κύριλλου του Ναυπάκτιου δια συνδρομής και εξόδου της σεβάσμιας μονής…».

Στις περισσότερες μονές του Αγίου Όρους υπήρχαν λοιπόν συγκροτημένες συλλογές χειρογράφων και λειτουργούσαν βιβλιογραφικά εργαστήρια, όπου οι μοναχοί-γραφείς αντέγραφαν τα πρωτότυπα όχι αυθαίρετα αλλά βάσει αυστηρών κανόνων, που τους ακολουθούσαν πιστά. Τα ελληνικά χειρόγραφα γράφονταν μέχρι τον 9ο αιώνα σε μεγαλογράμματη γραφή, δηλαδή με κεφαλαία. Από τον 9ο αιώνα όμως και μετά επικρατεί σταδιακά η μικρογράμματη γραφή και όλα τα χειρόγραφα των προηγούμενων εποχών «μεταχαρακτηρίζονται» κατά τη διάρκεια της αντιγραφής τους.

Από την ίδρυση των πρώτων Scriptorium στις μονές υπήρχε μια σχετικά αξιόλογη παραγωγή χειρογράφων, ενώ η ακμή της βιβλιογραφικής δραστηριότητας εντοπίζεται τον 14ο και τον 15ο αιώνα. Η παραγωγή χειρογράφων συνεχίστηκε και μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας (άλλωστε το πρώτο τυπογραφείο στον ελλαδικό χώρο λειτούργησε το 1759 στη Μεγίστη Λαύρα) φθάνοντας στο σημείο να μιλάμε τον 17ο αιώνα για πραγματική άνθηση, με την εμφάνιση μιας ιδιότυπης μορφής γραφής, την «Ξηροποτάμινην γραφήν» ,που είναι γνωστή και ως «αγιορείτικη».

Η ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ

Τα χειρόγραφα, που βρίσκονται σήμερα στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους υπολογίζονται επίσημα στις 15.000 ή, σύμφωνα με άλλους υπολογισμούς ξεπερνούν τις 20.000. Αυτά μπορούν να ταξινομηθούν με κριτήρια μορφολογικά, γλωσσολογικά αλλά κυρίως με βάση το περιεχόμενο τους. Με βάσει τη μορφή τους τα χειρόγραφα διακρίνονται σε ειλητάρια ή κοντάκια (ονομάζονται έτσι επειδή τυλίγονται γύρω από κοντό ξύλο) και σε κώδικες (βιβλία) διαφόρων σχημάτων.

Πρέπει να σημειωθεί πως από τον 2ο και 3ο μ.Χ. αιώνα, τα βιβλία με δεμένες σελίδες (κώδιξ, λατινικά codex) άρχισαν να αντικαθιστούν τον παραδοσιακό κύλινδρο από πάπυρο. Ήταν μια ανθεκτική και εύκολη στη χρήση γραφική ύλη, τόσο για το κείμενο όσο και για την εικονογράφηση τους. Σύντομα οι κώδικες έγιναν η κυρίαρχη μορφή των χειρογράφων.

Οι περισσότεροι κώδικες έχουν καλλιτεχνικές βιβλιοδεσίες και διακοσμημένα καλύμματα με βαρύτιμα επιθήματα, σκαλιστά μέταλλα και ημιπολύτιμους λίθους. Όσον αφορά το βιβλιακό υλικό με το οποίο είναι κατασκευασμένα διακρίνονται σε περγαμηνά (από δέρμα ζώου), χαρτώα και βομβύκινα (από βαμβάκι).

Από γλωσσική άποψη χωρίζονται σε ελληνικά (90% επί του συνόλου) και ξενόγλωσσα. Τα ξενόγλωσσα, που αποτελούν περίπου το ένα δέκατο, περιλαμβάνουν σλάβικα, λατινικά, ρουμάνικα και γεωργιανά χειρόγραφα, και χρησιμοποιούνταν από τους ξενόγλωσσους ορθόδοξους μοναχούς που παροικούν στο Άγιον Όρος κατά την τελευταία χιλιετηρίδα. Τα περισσότερα από αυτά δεν είναι παρά μεταφράσεις από τα ελληνικά θεολογικών και λειτουργικών κειμένων.

Τέλος, όσον αφορά την αρχαιότητα τους, το αρχαιότερο χειρόγραφο του Αγίου Όρους είναι ένα περγαμηνό σπάραγμα λατινικής γραφής του 4ου μ.Χ. αιώνα και οκτώ φύλλα του Ευθαλιανού Κώδικα (6ος μ.Χ. αιώνας), με αποσπάσματα από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου προς Γαλάτες και Κορινθίους.

ta-arxaia-ellhnika-xeirografa-tou-agiou-orous-2

ΤΑ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ

Σχετικά με το περιεχόμενο τους, τα αγιορείτικα χειρόγραφα διακρίνονται σε αυτά που διασώζουν κείμενα αρχαίων κλασσικών συγγραφέων ή γενικότερα κοσμικών γνώσεων π.χ. αστρολογίας, βοτανικής, γεωγραφίας, ιατρικά, νομικά –και σε εκείνα που περιέχουν κείμενα χριστιανικού και λειτουργικού περιεχομένου.

Τα δεύτερα αποτελούν φυσικά και τη συντριπτική πλειοψηφία, επειδή όχι μόνον χρησιμοποιούνταν συχνά από τους μοναχούς αλλά κυρίως γιατί το βυζάντιο ήταν θεοκρατικής δομής. Πέρα από αυτό όμως, οποιοδήποτε είδος κοσμικής γνώσης, θεωρούνταν από τους μοναχούς δευτερευούσης σημασίας σε σχέση με τη θεολογία.

Παρόλα αυτά όμως υπήρχαν και μοναχοί, που με θάρρος και αποφασιστικότητα διακινδύνευαν ακόμη και τη ζωή τους προκειμένου να διαφυλάξουν τις αρχαίες γνώσεις και σ’ αυτούς ίσως οφείλεται ως ένα σημείο και η αναγέννηση της Δύσης από το μεσαιωνικό σκοταδισμό. Έτσι, αν σήμερα μπορούμε ν’ απολαύσουμε Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Όμηρο, Θουκυδίδη κι ένα σωρό άλλους αρχαίους συγγραφείς, ίσως να το χρωστάμε σε μια χούφτα μοναχών, που στο ημίφως των εργαστηρίων τους αφιέρωναν ατέλειωτες ώρες στην αντιγραφή των αρχαιοελληνικών χειρογράφων…

Δυστυχώς δε διαθέτουμε έγκυρα στοιχεία για τον ακριβή αριθμό των αρχαιοελληνικών χειρογράφων, που βρίσκονται σήμερα στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του ΆΘωνα. Ενδεικτικά πρέπει να σώζονται γύρω στα 600 έργα κλασικών συγγραφέων. Ο αριθμός αυτός δεν πρέπει να θεωρείται μικρός, καθώς σ’ αυτά ακριβώς τα χειρόγραφα εστιάζονταν πάντα οι Ευρωπαίοι «προσκυνητές» που έκλεβαν ή αγόραζαν τους κώδικες για να εμπλουτίσουν τις Δυτικές βιβλιοθήκες. Ωστόσο, παρά τις σημαντικές κλοπές και αφαιμάξεις, στις βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους συνεχίζουν ως σήμερα να υπάρχουν πολλοί και αξιόλογοι αρχαιοελληνικοί κώδικες.

Πιο παλιός και πιο σημαντικός απ’ όλους είναι η περίφημη Βοτανική του Διοσκουρίδου (Ω75), ένας κώδικας ηλικίας 1000 ετών, προσωπικό δώρο του Νικηφόρου Φωκά στον Αθανάσιο τον Αθωνίτη. Το βιβλίο, που φυλάσσεται στη βιβλιοθήκη της Μεγίστης Λαύρας (ο υπογράφων είχε τη μοναδική και συγκινητική ευκαιρία να το ξεφυλλίσει προσωπικά…), θεωρείται ιδανικό για την παρασκευή φαρμάκων από βότανα. Η Βοτανική του Διοσκουρίδη περιέχει αρκετές πληροφορίες ιατρικής και φαρμακολογίας και πολυάριθμες μικρογραφίες, κυρίως ολοσέλιδες εικονογραφήσεις φυτών με αλφαβητική σειρά καθώς και εικόνες φιδιών, εντόμων, ζώων και πτηνών.

Άλλοι σημαντικοί αρχαίοι έλληνες συγγραφείς, χειρόγραφα των οποίων διασώζονται ακόμη στο Άγιον Όρος, είναι ο Επίκτητος, ο Ερμογένης και ο Ευκλείδης στην μονή Εσφιγμένου, ο Ευριπίδης, ο Αισχύλος, ο Θεόκριτος, ο Σοφοκλής και ο Πίνδαρος στην Ιβήρων. Από αυτά που ξεχωρίζουν είναι και το φημισμένο χειρόγραφο των γεωγράφων Πτολεμαίου και Στράβωνα (αριθμός 655, του 13ου αιώνα), που βρίσκεται στο Βατοπαίδι.

Εκτός από τη Βοτανική του Διοσκουρίδη στην Ι. Μ. Μεγίστης Λαύρας σώζονται δύο χειρόγραφα του Θουκυδίδη και οι Βίοι Παράλληλοι του Πλούταρχου. Επίσης στην τελευταία σώζονται το μοναδικό νομικό χειρόγραφο με τις Νεαρές των Κομνηνών(13ος αι. Θ65), ένα σπάνιο ιατρικό χειρόγραφο του Αέτιου Αμηδινού, προσωπικού ιατρού του Ιουστινιανού, καθώς και χειρόγραφα του Γαληνού. Όπως προαναφέραμε, ο αριθμός των χειρογράφων των κλασσικών συγγραφέων θα πρέπει να θεωρείται μεγάλος, αν λάβουμε υπόψιν μας πως αυτά ακριβώς τα έργα ήταν ο κύριος στόχος των Ευρωπαίων «προσκυνητών» κατά τις αφαιμάξεις των μοναστηριακών βιβλιοθηκών.

ΚΛΟΠΕΣ ΚΑΙ ΑΦΑΙΜΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ ΑΠΟ ΕΥΡΩΠΑΙΟΥΣ «ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΕΣ»

Οι μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Άθωνα είχαν μεγάλη φήμη και ασκούσαν πάντα μεγάλη γοητεία στο λόγιο και βιβλιόφιλο κοινό της Δύσης, το οποίο εκφράζονταν με θαυμασμό για τις «εξαιρετικές βιβλιοθήκες… που βρίσκονται στο Όρος Άθως» (celebratisimas bibliotecas… qui in Ato Montesunt).

Τα πανεπιστήμια, οι ευγενείς, οι λόγιοι αλλά και οι τυπογράφοι της Δύσης, ανακαλύπτοντας τη δύναμη και τη γοητεία της αρχαιοελληνικής σκέψης, επιθυμούσαν διακαώς να αποκτήσουν και να μελετήσουν αρχαιοελληνικούς κώδικες, που για τους μοναχούς του Άθωνα θεωρούνταν συνήθως… δευτερευούσης σημασίας σε σχέση με τα λειτουργικά και θεολογικά κείμενα. Έτσι, με την πρωτοβουλία φιλότεχνων, ως επί το πλείστον, Ηγεμόνων οργανώθηκαν ολόκληρες αποστολές προς τα μοναστήρια του Αγίου Όρους, που είχαν ως επίκεντρο τους την αγορά κωδίκων με έργα αρχαίων ελλήνων συγγραφέων.

Στοχεύοντας σχεδόν αποκλειστικά στους αρχαιοελληνικούς κώδικες, οι Δυτικοί «συλλέκτες χειρογράφων» αφαίμαξαν σημαντικές ποσότητες κωδίκων, με αποτέλεσμα σήμερα να διασώζονται λιγότερα από 1000 χειρόγραφα κοσμικών γνώσεων στο Άγιον Όρος. Ωστόσο, χάρη σε αυτές τις αφαιμάξεις επιχειρήθηκαν και οι πρώτες τυπογραφικές εκδόσεις του 16ου,17ου και 18ου αιώνα, με κυριότερη εκείνη των Απάντων του Πλάτωνα από τον τυπογράφο Μανούτιο Αλδο (Βενετία 1513).

Εύκολα γίνεται κατανοητό τo πόσο βοήθησαν αυτού του είδους οι εκδόσεις στην Αναγέννηση της Δύσης, εφόσον όλα αυτά τα έργα έγιναν αντικείμενα προσεκτικής μελέτης από τους ιστορικούς, φιλόλογους και θεολόγους της Εσπερίας. Αυτή η αναβίωση του κλασικού πνεύματος πυροδότησε μια αλυσιδωτή αντίδραση αφυπνίσεων, που τελικά οδήγησε στη σταδιακή απελευθέρωση της Ευρώπης από τα δεσμά των προκαταλήψεων και της άγνοιας.

Σύμφωνα μάλιστα με τον ιερομόναχο Νικόδημο τον Λαυριώτη (Μεγίστη Λαύρα), υπεύθυνο για τη μεγαλύτερη συλλογή χειρογράφων του Αγίου Όρους: «Οι διαρροές των χειρογράφων από τις αγιορείτικες βιβλιοθήκες βοήθησαν στο να απαλλαγεί η Δύση από τον σκοταδισμό της παπικής αλαζονείας».

Ας κάνουμε ωστόσο μια μικρή παρένθεση σχετικά με τις σημαντικότερες περιπτώσεις αφαιμάξεων και απωλειών χειρογράφων από τις αγιορείτικες βιβλιοθήκες. Χάρη σ’ ένα ταξίδι, που απέβη ιδιαίτερο καρποφόρο, ο έλληνας λόγιος Ιανός Λάσκαρης(1445-1534) επισκέφτηκε το 1491-1492 τον Άθωνα και για λογαριασμό του ηγεμόνος της Φλωρεντίας Λαυρέντιου Μεδίκου, αφαίρεσε 200 περίπου ελληνικά χειρόγραφα, από τα οποία 80 περιείχαν έργα άγνωστα την εποχή εκείνη στη Δύση, μεταξύ των οποίων έργα του Γαληνού, του Θεόκριτου, του Αριστοτέλη, του Πτολεμαίου, του Καλλίμαχου…

Ο Kερκυραίος λόγιος Nικόλαος Σοφιανός ανάμεσα στα χρόνια 1540-1544 αντέγραψε και συνέλεξε στο Άγιον Όρος περίπου 300 χειρόγραφα για λογαριασμό του Hurtado de Mentoza, του βιβλιόφιλου πρέσβη του Kαρόλου E’ στη Bενετία. Στα μέσα περίπου του 17ου αιώνα ο Aθανάσιος ο Ρήτωρ, ο οποίος προσχώρησε στον καθολικισμό, κατ’ εντολή του καρδινάλιου Μαζαρίνου μετέφερε στη Γαλλία 109 χειρόγραφα, από τα οποία 74 προέρχονταν από τη Μεγίστη Λαύρα και σήμερα βρίσκονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων.

Επίσης ο Mηνάς Mινωΐδης στα 1840-1855, κατ’ εντολή του γαλλικού Υπουργείου Παιδείας μετέφερε κι αυτός στη Γαλλία πολλά ελληνικά χειρόγραφα, τόσο από άλλες Μονές (π.χ. από τη Ι. Μ.Tιμίου Προδρόμου Σερρών), αλλά κυρίως από τις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Άγίου Όρους.

Το 1516 ο Μάξιμος Γραικός (Μιχαήλ Τριβώλης), ο περίφημος «φωτιστής των Ρώσων», μετέφερε στη Ρωσία δεκάδες κώδικες για να τον βοηθήσουν στο μεταφραστικό του έργο. Το 1654,ο Ρώσος μοναχός Αρσένιος Σουχάνωφ, ενεργώντας με εντολή του Τσάρου Αλέξιου και του Πατριάρχη της Μόσχας Νίκωνος, μετέφερε στην «3η Ρώμη» πάνω από 500 αγιορείτικα χειρόγραφα! Συγκεκριμένα απογύμνωσε πολλές μονές από αξιόλογα χειρόγραφα, πολλά από τα οποία περιείχαν κλασικά κείμενα.

Τέλος,ο γνωστός Ρώσος επιστήμονας Πορφύριος Oυσπένσκυ, αρχιμανδρίτης και κατόπιν αρχιεπίσκοπος Kιέβου, περιήλθε τις Mονές του Σινά, των Mετεώρων και του Αγίου Όρους και δεν δίστασε να αφαιρέσει από αυτές όσα χειρόγραφα ή και μεμονωμένα ακόμη φύλλα του φαίνονταν να έχουν κάποια αξία. Το μόνο θετικό πάντως απ’ όλες αυτές τις αφαιμάξεις είναι ότι φωτίστηκε από την ελληνική γνώση, τόσο η παπική Δύση, όσο και οι σλαβικοί λαοί του βορρά.

Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

ta-arxaia-ellhnika-xeirografa-tou-agiou-orous-3

Σήμερα στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους σώζονται 16.000-20.000 χειρόγραφα! Αυτή η ποσότητα θεωρείται ότι αποτελεί το 50% των ελληνόγλωσων χειρογράφων, που υπάρχουν σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο. Από αυτά πάνω από τα μισά βρίσκονται στις βιβλιοθήκες τριών μόνον μοναστηριών (Μεγίστη Λαύρα, Ιβήρων και Βατοπαίδι). Ειδικότερα η βιβλιοθήκη της Μεγίστης Λαύρας είναι η μεγαλύτερη συλλογή χειρογράφων (2242 χειρόγραφα) στο Άγιο Όρος και η 3η παγκοσμίως, ύστερα από εκείνη της Αγίας Αικατερίνης του Σινά (4.500 χειρόγραφα εκ των οποίων το 75% είναι ελληνόγλωσσα) και του Βατικανού(3.500 χειρόγραφα).

Στις 20 μονές του Άθωνα σώζεται το μοναδικό διαχρονικό σύνολο ελληνικών χειρογράφων όχι μόνο στο χώρο της ελληνικής επικράτειας, αλλά και σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Τα ελληνικά χειρόγραφα του Αγίου Όρους συγκροτούν τη μεγαλύτερη συλλογή ελληνικών χειρογράφων στον κόσμο, αφού ο αριθμός τους ξεπερνά κατά πολύ το σύνολο των δύο μεγαλύτερων συλλογών της Ευρώπης, του Βατικανού και της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Παρισιού, που και οι δύο μαζί δεν υπερβαίνουν τις 10.000.

ΔΙΑΣΩΣΗ ΣΕ ΜΙΚΡΟΦΙΛΜΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΩΝ

Η μελέτη της ιστορίας των αγιορείτικων χειρογράφων δεν είναι εύκολη υπόθεση, εφόσον ποτέ δεν υπήρξαν μεσαιωνικοί κατάλογοι βιβλιοθηκών, όπως στις περιπτώσεις των μεσαιωνικών μοναστηριών της Δύσης. Οι προσπάθειες για την καταγραφή και τη συστηματική μελέτη των χειρογράφων του Άθωνα ξεκίνησαν μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίζονται. Πρώτος ο Σπυρίδων Λάμπρου εξέδωσε έναν δίτομο κατάλογο κωδίκων του Όρους(πλην Βατοπαιδίου και Μεγίστης Λαύρας),που περιελάμβανε 6.619 χειρόγραφα. Στη συνέχεια, το 1925, ο καθηγητής Σωφρόνιος Ευστρατιάδης εξέδωσε στο Παρίσι έναν κατάλογο με τους κώδικες των μονών Βατοπαιδίου και Μεγίστης Λαύρας. Πλήρης πάντως κατάλογος δεν υπάρχει ακόμη.

Ωστόσο το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών(ΠΙΠΜ) της Ι.Μ. Βλατάδων (Θεσσαλονίκη) έχει αναλάβει τη κατάρτιση ενός λεπτομερούς καταλόγου, όπως επίσης και τη μικροφωτογράφιση όλων των χειρογράφων. Έτσι το περιεχόμενο των χειρογράφων όχι μόνον θα διασωθεί, αλλά θα είναι εύκολη και η μελέτη τους από τους ειδικούς, που δεν χρειάζονται πλέον να επισκεφτούν τις μοναστηριακές βιβλιοθήκες για να τα μελετήσουν. Το ΠΙΜΠ, που υπάγεται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, είναι ένα ιδιωτικό ίδρυμα που συντηρείται με επιχορηγήσεις και δωρεές. Ανάμεσα στ’ άλλα περιέχει ένα αρχείο μικροταινιών, ένα αρχείο διαφανειών (Slides) καθώς και ειδικές φωτοαναγνωριστικές συσκευές.

Η συντήρηση των αρχαίων χειρογράφων βασίζεται σ’ ένα πρόγραμμα, που περιλαμβάνει την τοποθέτησή τους σε ειδικές θήκες, για καλύτερη φύλαξη και μεταφορά. Την αποκατάσταση των διαλυμένων εξώφυλλων και εσώφυλλων και την τοποθέτηση φαρμάκων ενάντια στα φθοροποιά μικρόβια. Τέλος, σε συνεργασία και με ξένα πανεπιστήμια, εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα συντήρησης και απολύμανσης των χειρογράφων από καταστροφικά μικρόβια.

Η προσφορά των χειρογράφων του Αγίου Όρους στην πολιτιστική εξέλιξη της Ευρώπης είναι ανεκτίμητη. Όπως άλλωστε λέει χαρακτηριστικά και ο βιβλιοθηκάριος της μονής Μεγίστης Λαύρας, Ιερομοναχός Νικόδημος: «Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, που ακριβώς θα βρισκόταν σήμερα η ανθρωπότητα, χωρίς τις αρχαίες γνώσεις που διεσώθησαν με τα χειρόγραφα των βυζαντινών μοναστηριών και ιδιαίτερα του Αγίου Όρους. Κατά πάσα πιθανότητα η Αναγέννηση της Δύσης θ’ αργούσε μερικούς αιώνες…»

Χρονολόγιο – 

vatopaidi.wordpress.com

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όσιοι Νεκτάριος (†1550) και Θεοφάνης (†1544), οι Αψαράδες

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Μαΐου, 2013

398371-0000Αγιορείτες Άγιοι Μνήμη 17 Μαΐου

Οι Άγιοι αυτάδελφοι ιερομόναχοι Νεκτάριος και Θεοφάνης ήταν γέννημα και θρέμμα του αρχοντικού οίκου των Αψαράδων στα Ιωάννινα, έναν οίκο που διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στη ζωή της Ηπειρωτικής πρωτεύουσας.

Αρχικά το επώνυμο ξεκίνησε ως Οψαράς και σημαίνει τον ιχθυοπώλη, από το όψον – οψάριον – ψάρι. Από την διαλάληση των ιχθυοπωλών [ο ψαράς] κατά φωνητική αλίωση προήλθε το [αψαράς] και εξ αυτού και το επώνυμο Αψαράς. Αργότερα από το οψαράς προήλθε το «ο ψαράς».

Έντονη είναι η παρουσία και η ανάμειξη μελών της οικογένειας των Αψαράδων στα πολιτικά πράγματα της Ηπείρου, κατά την διάρκεια της εξουσίας του Σέρβου Δεσπότου Θωμά Πρελιούμποβιτς (1366/7 – 1384 μ.Χ.). Αναφέρεται ο Μιχαήλ Αψαράς «άνδρας επίβουλος, καταδότης και φαύλος», τον οποίο τίμησε για τις υπηρεσίες του ο τύραννος με το αξίωμα του πρωτοβεστιάριου. Μετά την δολοφονία του Πρελιούμποβιτς, ο Μιχαήλ Αψαράς συλλαμβάνεται, τυφλώνεται και κατόπιν εξορίζεται. Αντίθετα ο συγγενής του Θεόδωρος Αψαράς καλείται ως σύμβουλος από την χήρα του δυνάστου Μαρία Αγγελίνα Παλαιολογίνα και «…εντίμως τον αποστάτην θάπτουσι και τον αδελφxν αυτής τον βασιλέα Ιωάσαφ εισφέρουσιν…».

Οι δύο Όσιοι γεννήθηκαν στα Ιωάννινα, στα τέλη του 15ου αιώνα μ.Χ. Οι ίδιοι ξεκινούν την αυτοβιογραφία τους από την στιγμή που αφιερώθηκαν στον Θεό, χωρίς να κάνουν καμία μνεία για την αρχοντική καταγωγή τους, την ανατροφή, την μόρφωση και την περιουσία τους. Οι γονείς τους και οι τρεις αδελφές τους ενδύθηκαν το μοναχικό σχήμα και κατοικούσαν σε κάποιο κελλί κοντά στο χωριό του νησιού. Το όνομα της τρίτης αδελφής των Οσίων, πιθανότατα είναι Μαγδαληνή.

Οι δύο αυτοί αδελφοί, Νεκτάριος και Θεοφάνης, οι Αψαράδες, έλαβαν μια αξιόλογη για την εποχή τους παιδεία στην περίφημη μονή των Φιλανθρωπηνών επί ηγουμένου Μακαρίου Φιλανθρωπηνού. Όμως, τα πλούτη, η δόξα, η ικανή μόρφωση στάθηκαν αδύνατα να νικήσουν την θεϊκή τους αγάπη. Σε πολύ νεαρή ηλικία, οιστρηλατημένοι από τον θείο έρωτα, κατέφυγαν στον μοναχισμό ξεκινώντας από την Ηπειρωτική πρωτεύουσα και δικαιώνοντας τον χαρακτηρισμό της ως «Μοναχοπόλεως». Το ιερό μοναχικό σχήμα περιεβλήθησαν κατά το 1495 μ.Χ. από κάποιον Όσιο γέροντα, Σάββα ονομαζόμενο(τιμάται 3 Φεβρουαρίου). Κοντά του έμειναν δέκα ολόκληρα χρόνια, στο ασκητήριο του Τιμίου Προδρόμου της νήσου των Ιωαννίνων μέχρι την κοίμησή του, στις 9 Απριλίου 1505 μ.Χ., συλλέγοντας τους καρπούς της ησυχαστικής ζωής.

Μετά την κοίμηση του πνευματικού τους πατέρα Σάββα ανεχώρησαν για το Άγιον Όρος, στην αστείρευτη πηγή του αναχωρητισμού, για να αντλήσουν νέα στηρίγματα για την κατοπινή τους μοναχική πορεία. Στο «Περιβόλι της Παναγίας» έγιναν δεκτοί από τον πρώην Οικουμενικό Πατριάρχη Νήφωνα Β’ (τιμάται 11 Αυγούστου), ο οποίος μόναζε στη μονή Διονυσίου μετά από την Τρίτη εκλογή του το 1502 μ.Χ.

Κατά το διάστημα της σύντομης παραμονής τους στη μονή Διονυσίου ζήτησαν και έλαβαν από τον αγιασμένο και φωτισμένο πνευματικό τους καθοδηγητή, Πατριάρχη Νήφωνα, «όρο και κανόνα μοναχικής καταστάσεως». Αφού με την διδασκαλία του εκπλήρωσε τις επιθυμίες τους και με την αγαθή καρδιά του τους όπλισε με τα απαραίτητα εφόδια για την πνευματική τους σωτηρία, τους συμβούλεψε να επιστρέψουν στο κελλί της μετανοίας τους, συνεχίζοντας εκεί τους ασκητικούς αγώνες τους.

Υπακούοντας στις παραινέσεις και στις εντολές του Πατριάρχου Νήφωνος, που στάθηκε γι’ αυτούς δεύτερος πνευματικός πατέρας και με την υπόσχεση ότι δεν θα παρέκλιναν απ’ όσα του παρήγγειλε, γύρισαν στο κελλί τους, στο νησί των Ιωαννίνων.

Επειδή όμως το βρήκαν κατειλημμένο από κάποιους κοσμικούς άρχοντες, οι οποίοι μάλιστα προέβαλαν και κτιτορικά δικαιώματα επάνω του, αναγκάσθηκαν να το εγκαταλείψουν για δεύτερη φορά. Κατέφυγαν στα ενδότερα μέρη του νησιού, όπου βρήκαν, κατά την επιθυμία τους, τόπο κατάλληλο για ησυχία και άσκηση, κοντά σε κάποιο άλλο μισοερειπωμένο και έρημο ησυχαστήριο, αφιερωμένο στον Άγιο Παντελεήμονα. Αυτό ήταν κτισμένο σε μια σπηλιά, επάνω από τη λίμνη, όπου τα νερά της είχαν εισχωρήσει μέσα στην κοιλότητα του βράχου σχηματίζοντας μια πελώρια «Γούβα», όπως τοπικά ονομαζόταν.

Πριν πολλά χρόνια είχε αγιάσει στον τόπο αυτό, ένας περίφημος για την άσκησή του ερημίτης, ο Αντώνιος. Δεκαοκτώ χρόνια είχε μείνει έγκλειστος στο κελλί και είχε προικισθεί από τον Θεό για την πολλή του καθαρότητα με διορατικό χάρισμα.

Ευθύς αμέσως επισκέφθηκαν και έλαβαν από τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων την ευλογία του και την έγγραφη άδεια του για την ανέγερση νέου ησυχαστηρίου. Για περισσότερη ασφάλεια ζήτησαν και την έκγριση του Οικουμενικού Πατριάρχου Παχωμίου Α’ (1503 – 1504 μ.Χ., 1504 – 1513 μ.Χ.). Εκείνος με ιδιόγραφο πατριαρχικό γράμμα του στήριξε τις προσπάθειές τους, ενισχύοντάς τους μάλιστα με τη διαβεβαίωση, όπως έκανε και ο Μητροπολίτης, ότι κανένας δεν θα τους εμπόδιζε στο θεάρεστο έργο τους.

Αφού εξασφάλισαν την απαιτούμενη άδεια και έγκριση, προχώρησαν αμέσως στην ανέγερση ναού και στο κτίσιμο κελλιών. Η κτιτορική δημιουργία στην πράξη αποδείχθηκε ένας μεγάλος και κοπιαστικός αγώνας. Όλη την ημέρα οι Όσιοι δούλευαν να κόψουν ένα μεγάλο τμήμα βράχου, να γεμίσουν με χώμα και πέτρες την γούβα, για να αρχίσουν κατόπιν το κτίσιμο. Τελικά το 1506/1507 μ.Χ. ανήγειραν με προσωπικά τους έξοδα το ναό του Τιμίου Προδρόμου και μαζί με αυτόν, σε σύντομο χρονικό διάστημα, περατώθηκε και η ανέγερση των κελλιών και των λοιπών απαραίτητων οικοδομών.

Οι ιερομόναχοι Νεκτάριος και Θεοφάνης ήταν κτίτορες ενός ακόμα μοναστηριού. Μετά την ανέγερση της μονής του Τιμίου Προδρόμου στο νησί, ανήγειραν για τις αδελφές τους και τους γονείς τους το μοναστικό ησυχαστήριο του Αγίου Νικολάου στο Λεπενό.

Η ιερά μονή Αγίου Νικολάου Λεπενού με την διαθήκη των κτιτόρων κληροδοτήθηκε στην ιερά μονή Βαρλαάμ. Αυτήν την χρησιμοποιούσε από τα μέσα του 16ου αιώνα μ.Χ. ως Μετόχι και ως κατάλυμα σταθμεύσεως των διακονητών Βαρλααμιτών, που φρόντιζαν τα κτήματα των Αψαράδων στην Ουσδίνα.

Η πορεία τους συνεχίστηκε με δοκιμασίες. Η τελευταία επίθεση εναντίων τους ήταν η πιο επώδυνη. Τα βέλη δεν προέρχονταν από τους αλλόπιστους Τούρκους, αλλά από αυτούς τους ίδιους τους εκκλησιαστικούς και κοσμικούς άρχοντες του τόπου, για λόγους τους οποίους, όπως αναφέρουν στην αυτοβιογραφίες τους, δεν θέλησαν να κοινοποιήσουν.

Βλέποντας όλη αυτή την δοκιμασία, τον πόλεμο και την κακία των εχθρών να αυξάνεται, ήλθε στο νού τους η συμβουλή του αγιορείτη γέροντός τους, του Αγίου Νήφωνος, που προορατικά τους είχε πει: «Όταν καταλάβη υμάς πειρασμός, μη αντιστήτε αυτώ, αλλp αναχωρήσατε εν μοναστηρίω και ειρηνεύσετε».

Πράγματι μετά από τέσσερα περίπου χρόνια παραμονής τους στα Ιωάννινα εγκατέλειψαν οριστικά πια τη νεόκτιστη μονή τους και μετέβησαν κατά το 1510/11 μ.Χ. στους μετεωρίτικους βράχους αναζητώντας εκεί τη νέα εστία για την ασκητική τους τελείωση.

Τους δόθηκε από τους πατέρες της Σκήτης του Μεγάλου Μετεώρου ο στύλος του Ιερού Προδρόμου όπου και παρέμειναν για επτά χρόνια.

Η στενότητα όμως του βράχου και το ανθυγιεινό κλίμα από τους δυνατούς ανέμους δεν τους επέτρεψε να παραμείνουν περισσότερο εκεί. Γι’ αυτό και στράφηκαν στην αναζήτηση καταλληλότερου χώρου. Από το πλήθος των μετεωρίτικων βράχων τους είλκυσε περισσότερο ένας πλατύς και ευάερος λίθος, ησυχαστικός και αρκετά ευρύχωρος, κατάλληλος για κατοικία, ο οποίος ονομαζόταν του Βαρλαάμ. Η επωνυμία αυτή ήταν παρμένη από τον πρώτο ερημίτη – οικιστή, που σκαρφάλωσε και εγκαταβίωσε στην απάτητη αυτή κορυφή.

Στον βράχο λοιπόν του Βαρλαάμ, ο οποίος ήταν ολοκληρωτικά έρημος και ακατοίκητος πριν από πολλά χρόνια, οι δύο Όσιοι ανέβηκαν και εγκαταστάθηκαν με την άδεια του Μητροπολίτου Λαρίσης Βησσαρίωνος και του τότε καθηγουμένου της ιεράς μονής του Μεγάλου Μετεώρου τον Οκτώβριο του 1517/18 μ.Χ.

Αμέσως μετά την ανάβασή τους στον βράχο άρχισαν τις οικοδομικές τους εργασίες, γιατί δεν σώζονταν τίποτε από τα παλαιότερα κτίσματα. Αφού έκτισαν μερικά πρόχειρα κελλιά για κατοίκηση, πρώτη τους δουλειά ήταν να ανεγείρουν τον τέλεια ερειπωμένο ναό. Από το παλαιό εκκλησάκι, που ο ερημίτης Βαρλαάμ είχε αφιερώσει στους Αγίους Τρεις Ιεράρχες, σώζονταν μόνο μερικά ετοιμόρροπα τμήματα από το Άγιο Βήμα, που εξυπηρετούσαν τις θρησκευτικές τους ανάγκες για αρκετό καιρό.

Γι’ αυτό, με ανεξάντλητους σωματικούς κόπους και ταλαιπωρίες, με την αμέριστη συμπαράσταση των Οσίων υποτακτικών τους, Βενεδίκτου και Παχωμίου, οι οποίοι ήταν από την αρχή μαζί τους και με τη Χάρη του Θεού προχώρησαν στην εκ βάθρων ανέγερση του ναού.

Για περισσότερα από τριάντα χρόνια απαρασάλευτη φύλαξαν την ακολουθία των θείων ύμνων και προσευχών, την ολονύκτια αγρυπνία των Κυριακών, καθώς και κάθε άλλης δεσποτικής εορτής ή και μνήμης μεγάλου Αγίου, ενώ κατά τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδος το ήμισυ της νυκτός το είχαν αφιερώσει στη δοξολογία του Θεού. Η δε καθημερινή τους δίαιτα ήταν υπερβολικά ασκητική και αδιάπτωτη.

Το 1542 μ.Χ. θεμελίωσαν το ναό των Αγίων Πάντων. Στις 17 Μαΐου του 1544 μ.Χ., ημέρα Σάββατο, την ενάτη βυζαντινή ώρα ο ναός των Αγίων Πάντων ολοκληρώθηκε.

Εν τω μεταξύ, ο Όσιος Θεοφάνης είχε ήδη δέκα μήνες ασθενής στο κρεβάτι και εξαντλημένος από την ασθένειά του βρισκόταν στα πρόθυρα του θανάτου του. Και, ενώ όλοι οι συμπαραστεκόμενοι αδελφοί και πατέρες γύρω του έκλαιγαν και θρηνούσαν και με μάτια δακρυσμένα έψελναν τον κατανυκτικό Παρακλητικό Κανόνα, έγινε ένα θαύμα. Ξαφνικά ένα υπέρλαμπρο και διαυγέστατο αστέρι είχε σταθεί πάνω από το κελλί του Οσίου, καταλάμποντάς το με υπερκόσμιο φως! Με την δύση του ηλίου η ψυχή του Οσίου Θεοφάνους μετέστη στις αιώνιες μονές. Ταυτόχρονα έσβησε και το υπερφυσικό αστέρι, σημείο της αμέτρητης δόξας που τον περίμενε στην ουράνια πολιτεία. Έξι χρόνια αργότερα, δεύτερη ημέρα της Διακαινησίμου, στις 7 Απριλίου 1550 μ.Χ., αναπαύθηκε και ο Όσιος Νεκτάριος. Ο τάφος τους και τα άγια λείψανά τους, το δεξί χέρι του Οσίου Νεκταρίου και το αριστερό χέρι του Οσίου Θεοφάνους με άφθαρτο το δέρμα επί των αγίων οστών τους, αποτελούν πηγή δυνάμεως για τους αδελφούς της μονής και τους ευλαβείς προσκυνητές.

  Πηγές Κείμενο:.syllogosipirotonkozanis.gr Φωτογραφία: ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

agioritikesmnimes.blogspot.gr– vatopaidi.wordpress

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Αθανάσιος, επίσκοπος Χριστιανουπόλεως,

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Μαΐου, 2013

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΝΕΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

 ῾῾Ο ἐν ἁγίοις Πατήρ ἡμῶν ᾽Αθανάσιος, ἐπίσκοπος Χριστιανουπόλεως, (ἔτσι καλεῖτο ἡ τωρινή ἐπαρχία τῆς Τριφυλλίας, στήν ὁποία σώζεται ἀκόμη καί τώρα χωριό πού ὀνομάζεται ῾Χριστιάνοι᾽, ὅπου ὑπάρχει καί μεγαλοπρεπής βυζαντινός ναός ἑτοιμόρροπος), γεννήθηκε στήν Κέρκυρα περί τά τέλη τοῦ 17ου αἰ., τό 1665 μ.Χ., ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς καί ἐνάρετους, τόν ᾽Ανδρέα καί τήν Εὐφροσύνη. ῾Ο πατέρας του πού διορίστηκε ἀπό τήν ῾Ενετική Δημοκρατία διοικητής τῆς ἐπαρχίας τῆς Καρύταινας μετοίκησε ἐκεῖ μέ ὅλη τήν οἰκογένεια, γιατί ἀκολούθησε τόν νεοδιορισθέντα τότε κυβερνήτη τῆς Πελοποννήσου στό Ναύπλιο. Εἶχε τρεῖς υἱούς, ἀπό τούς ὁποίους ὁ μεγαλύτερος ᾽Αντώνιος νυμφεύθηκε στήν Καρύταινα, παίρνοντας σύζυγο τήν ἀδελφή τοῦ πλούσιου καί διάσημου ἁρματωλοῦ ῾᾽Αθανασίου Κουλᾶ᾽ (καπετάν Θανάση). ῾Ο μικρότερος ὅμως ᾽Αθανάσιος πηγαίνοντας κάποτε ἀπό τήν Καρύταινα στό Ναύπλιο, γιά νά κατασκευάσει τήν νυφική στολή τῆς μνηστῆς του, τήν ὁποία χωρίς τήν θέλησή του μνηστεύθηκε ἐπειδή τόν ἐξανάγκασε γι᾽ αὐτό ὁ πατέρας του, βλέπει καθ᾽ ὁδόν κάποια ὀπτασία, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας γράφει ἀπό τό Ναύπλιο πρός τόν πατέρα του νά διαλύσει τούς ἀρραβῶνες, διότι πρόκειται νά ἀναχωρήσει ὁ ἴδιος σέ ἄγνωστο τόπο. Πορεύτηκε τότε στά Πατριαρχεῖα καί ἔγινε μοναχός. Τόσο μεγάλη ταπεινοφροσύνη καί ἐπίδοση στήν ἀρετή ἔδειξε ἐπί δέκα ὁλόκληρα ἔτη, ὥστε ὁ τότε πατριάρχης Γαβριήλ, ἐπειδή χήρευε ἡ ἐπισκοπή Χριστιανουπόλεως, χειροτόνησε αὐτόν ὡς ἐπίσκοπό της, ἀφοῦ διῆλθε κανονικά τούς τρεῖς βαθμούς τῆς ἱερωσύνης. Ζῶντας ἀκόμη ὁ ἅγιος αὐτός ἔκανε πολλά θαύματα πού τά διέσωσε ἡ παράδοση. Πόσα ἀκριβῶς ἔτη ποίμανε τό ποίμνιό του δέν γνωρίζουμε. Τρία ὅμως ἔτη ἀπό τόν θάνατο καί τόν ἐνταφιασμό του, τήν ἡμέρα τῆς ἀνακομιδῆς τοῦ λειψάνου του, βγῆκε ὁ ἅγιος σῶος σέ κατάσταση ῾ἡμιλελυμένη᾽, ὅπως καί τό ἱερό λείψανο τοῦ ἁγίου πατριάρχου Γρηγορίου τοῦ Ε´, ξεχύνοντας ὅμως μυρίπνοη καί ἄρρητη εὐωδία. Μετακομίσθηκε δέ ἀπό τόν ἐξ ἀγχιστείας συγγενή του πού εἴπαμε ᾽Αθανάσιο Κουλᾶ στήν Μονή τοῦ τιμίου Προδρόμου στήν Γορτυνία (πού ἀπεῖχε μία ὥρα ἀπό τήν Στεμνίτσα), γιατί ἦταν τόπος ὀχυρωμένος καί ἀπόρθητος. ῎Εκτοτε διαμένει τό πανίερο σκήνωμά του στήν Μονή. Καί ἡ μέν χαριτόβρυτη κάρα του πού ἀργυρώθηκε κατατέθηκε σέ ἰδιαίτερη ἀργυρή θήκη, τό δέ ὑπόλοιπο λείψανο σέ ξεχωριστή λάρνακα. Τά μετά θάνατον θαύματα τοῦ ἁγίου ἀναγράφονται κατά πλάτος στήν βιογραφία του, πού δημοσιεύθηκε στόν πέμπτο τόμο τοῦ νέου Συναξαριστοῦ, πού ὀνομάζεται ῾Σαρδόνυξ᾽, καί ὅποιος θέλει ἄς τά ἀναγνώσει ἐκεῖ᾽.

Δέν φείδεται ἐπαίνων ὁ ὑμνογράφος τῆς ᾽Εκκλησίας μας τιμώντας τόν ἅγιο ᾽Αθανάσιο τόν νέο. Διότι στήν πραγματικότητα οἱ ἔπαινοί του γι᾽ αὐτόν ἀποτελοῦν δοξολογία ᾽Εκείνου πού τόν χαρίτωσε μέ ἐξαιρετικό τρόπο, τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῾Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς ἁγίοις Αὐτοῦ᾽ καί ῾Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσε ὁ Κύριος᾽ βεβαιώνει πάντοτε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. ῎Αν τιμᾶται δηλαδή ἕνας ἅγιος, ὅπως γνωρίζουμε ὅλοι, εἶναι διότι μέσω αὐτοῦ ὁ Θεός φανερώνεται μέσα στόν κόσμο: ὁ ἅγιος γίνεται τό κατάλληλο σκεῦος γιά νά ὑπάρξει σ᾽ αὐτόν ὁ Κύριος προσφέροντας ἔτσι πολλαπλῶς τήν χάρη Του στούς ἀνθρώπους. Στό δοξαστικό τοῦ ἑσπερινοῦ μέ τόν πανηγυρικό πλ. α´ ὁ ὑμνογράφος καταγράφει: ῾῾Ως θαυμαστά τά ἔργα Χριστέ! ᾽Ανέδειξας ἐν τοῖς ἐσχάτοις χρόνοις, θαυματουργόν τόν ἱεράρχην σου ᾽Αθανάσιον῾ (Πόσο θαυμαστά εἶναι τά ἔργα Σου, Χριστέ! Ανάδειξες στούς ἔσχατους χρόνους ὡς θαυματουργό τόν ἱεράρχη Σου ᾽Αθανάσιο). Κι εἶναι ἡ ἐπισήμανσή του αὐτή αὐτονόητη μέν, ὅμως κατεξοχήν βαρυσήμαντη. Διότι κατά τήν πίστη μας ὁ Θεός εἶναι ᾽Εκεῖνος πού ἀναδεικνύει τούς ἁγίους Του. Καί τούς ἀναδεικνύει μέ τά σημάδια πού ἐπιτρέπει νά ἔχουν: τήν ἀφθαρσία καί τήν εὐωδία τῶν λειψάνων τους, τά θαύματα πού ἐπιτελοῦνται διά τῶν ἁγίων καί ἐνόσω ζοῦν καί μετά θάνατον, τήν δύναμη πού ἐκπέμπουν τά λείψανά τους – κυριολεκτικά ἀσπίδα καί δόρυ ταυτόχρονα κατά τοῦ ἀρχεκάκου πονηροῦ. ῾Ο ὑμνογράφος μάλιστα σέ ἔξαρση θεία εὑρισκόμενος γιατί εἶναι κι αὐτός μέτοχος τῶν θαυμασίων τοῦ ἁγίου θά πεῖ: ῾Καί οἱ αὐτόπται νῦν ζῶσιν· οὗτοι μαρτυροῦσιν, ὅτι σύ εἶ θαυματουργός κλεινέ ᾽Αθανάσιε᾽(Καί οἱ αὐτόπτες τῶν θαυμάτων σου ζοῦν τώρα στήν ἐποχή μας: αὐτοί εἶναι οἱ μάρτυρες ὅτι σύ εἶσαι θαυματουργός, ἔνδοξε ᾽Αθανάσιε) (στιχηρό ἑσπερινοῦ). Γι᾽ αὐτό καί καλεῖ τούς πάντες σέ δοξολογία: ῾Δεῦτε ἐν ἱεροῖς μέλεσι, καταστέψωμεν τήν θεία Κάραν, εὐωδίας οὖσαν ἀνάπλεων, καί πάμπολλα θαύματα βρύουσαν᾽(᾽Εμπρός  μέ ἱερούς ὕμνους ἄς καταστέψουμε τήν θεία Κάρα, πού ᾽ναι γεμάτη ἀπό εὐωδία καί ἀναβρύζει πάμπολλα θαύματα) (στιχηρό ἑσπερινοῦ).

῾Ο ἅγιος ὑμνογράφος προβαίνει σέ συσχετισμούς γιά νά ἀναδείξει τήν χαρισματική φυσιογνωμία τοῦ ἐκ Κερκύρας καταγομένου, ἀλλά στήν Γορτυνία τελικῶς καταλήξαντος ἁγίου ᾽Αθανασίου. Τόν σχετίζει ἀφενός μέ τόν μεγάλο Πατέρα καί οἰκουμενικό Διδάσκαλο ὁμώνυμό του ἅγιο ᾽Αθανάσιο ᾽Αλεξανδρείας, τόν ῾στύλον τῆς ᾽Εκκλησίας᾽ καί ῾καθαιρέτην᾽ τοῦ αἱρεσιάρχη ᾽Αρείου, λέγοντας ὅτι ὄχι μόνο ἔχουν τό ἴδιο ὄνομα, ἀλλά καί τόν ἴδιο τρόπο ζωῆς. ῾Ο ἅγιος ᾽Αθανάσιος ὁ νέος δηλαδή εἶναι ἐφάμιλλος τοῦ μεγάλου ᾽Αθανασίου. Διότι καί ὁ δεύτερος ὅπως καί ὁ πρῶτος ἔγινε λαμπρό δοχεῖο τοῦ ἁγίου Πνεύματος. ῾Πάντες οἱ εὐσεβεῖς σήμερον, ἀνυμνήσωμεν τόν ἱεράρχην, τόν ἀθανασίας ἐπώνυμον, καί ᾽Αθανασίου ἐφάμιλλον…Δοχεῖον λαμπρόν γενόμενον τοῦ Πνεύματος᾽ (῞Ολοι οἱ εὐσεβεῖς σήμερα ἄς ἀνυμνήσουμε τόν ἱεράρχη, τόν ἐπώνυμο τῆς ἀθανασίας καί ἐφάμιλλο τοῦ μεγάλου ᾽Αθανασίου…ὁ ὁποῖος ἔγινε λαμπρό δοχεῖο τοῦ ἁγίου Πνεύματος) (στιχηρό ἑσπερινοῦ). Κι ἀκόμη: τόν θεωρεῖ διάδοχο τῶν ἀποστόλων ὄχι μόνο λόγω τῆς ἀρχιερωσύνης του, ἀλλά κυρίως λόγω τῆς κατ᾽ ἀλήθειαν ἴδιας ζωῆς του μέ ἐκείνους. ῾Διάδοχος ὤφθης  ἀ λ η θ ή ς, πάτερ ᾽Αθανάσιε, τῶν ἀποστόλων᾽ (ἀπόστιχα ἑσπερινοῦ). Δέν διστάζει μάλιστα νά δεῖ στό πρόσωπό του μία προέκταση ἐπακριβή τοῦ μεγάλου ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν ἁγίου Παύλου, κυριολεκτικά ἕνα δικό του ἀποτύπωμα καί ἐκμαγεῖο. ῾᾽Εκμαγεῖον τοῦ σκεύους τῆς ἐκλογῆς ἀνεδείχθης, ἱερώτατε᾽ (αἶνοι). Κι ὄχι ἄδικα. Διότι καί ὁ ἅγιος ᾽Αθανάσιος σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο ῾τήν πίστιν τετήρηκε, τόν δρόμον τετέλεκε, ἀγῶνα τόν καλόν ἀγωνισάμενος…Ποιμαίνων γάρ καί πυκτεύων, καί τήν σάρκα δουλαγωγῶν, τοῖς πᾶσι πάντα γέγονεν, ἵνα πάντας κερδήσῃ᾽ (τήν πίστη κράτησε, τόν δρόμο τόν ἔφτασε στό τέλος, καθώς ἀγωνίστηκε τόν καλόν ἀγώνα. Διότι ποιμαίνοντας καί παλεύοντας καί δουλαγωγώντας τό σαρκικό φρόνημα ἔγινε τά πάντα σέ ὅλους, γιά νά κερδίσει τούς πάντες) (λιτή).

Κατά συνέπεια, ὅπως καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔβλεπε ὅτι μέ τήν χάρη τοῦ Χριστοῦ ζοῦσε ᾽Εκεῖνος μέσα στήν ὕπαρξή του (῾ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽), κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ ᾽Αθανάσιος ἔβλεπε ᾽Εκεῖνον νά ζεῖ μέσα σ᾽ αὐτόν, γιατί ἀκολουθοῦσε ἐπακριβῶς τά ἴχνη τοῦ Κυρίου: ῾Καί τοῖς ἴχνεσί Σου ἀκολουθῶν, πνεῦμα καί σῶμα ταῖς ἀρεταῖς ἀπεθέωσεν᾽ (᾽Ακολουθώντας τά ἴχνη σου, Κύριε, ἀποθέωσε μέ τίς ἀρετές τό πνεῦμα καί τό σῶμα) (Δοξαστικό ἑσπερινοῦ). Γι᾽ αὐτό καί κύριο γνώρισμα τῆς ζωῆς του ἦταν ἡ θυσιαστική ἀγάπη του πρός τούς ἀνθρώπους σάν τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. ῾Καί τόν Σωτῆρα μιμούμενος, ὑπέρ τῶν προβάτων τήν ψυχήν αὐτοῦ ἐτίθει᾽(Λιτή). Καί πρέπει πάντοτε νά τό θυμόμαστε:  ἐκεῖνο πού ἀποδεικνύει ὅτι ὄντως ἕνας ἅγιος εἶναι ἅγιος ὡς ἀκόλουθος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη τήν ὁποία ἔχει πρός τούς ἀδελφούς συνανθρώπους του. ῎Αν μέ ἄλλα λόγια ἡ κάθε ἀσκητική διαγωγή του  δέν καταλήγει στήν ἀγάπη, δέν ἔχει ἰδιαίτερο νόημα. Γιατί ἀσκήσεις καί δουλαγωγήσεις τοῦ σώματος βρίσκουμε καί ἐκτός τῆς χριστιανικῆς πίστεως σέ ἀνθρώπους ἄλλων θρησκειῶν. ᾽Ασκήσεις ὅμως πού κατανοοῦνται ὡς μέσα ἀποκτήσεως τῆς καθαρῆς τοῦ Χριστοῦ ἀγάπης μόνο στήν χριστιανική πίστη. Κι ὁ ἅγιος ᾽Αθανάσιος εἶχε πλήρη ἐπίγνωση τῆς σκοποθεσίας αὐτῆς. ῾῾Υπέρ ἄνθρωπον οἱ ἀγῶνες του καί οἱ πυκνές ἀσκήσεις του᾽. ᾽Αλλά ῾γιά νά διαφυλάξει ἄσπιλο τόν πολύτιμο καί ἰσάγγελο χιτώνα τῆς παρθενίας του, ὥστε νά κραυγάζει πάντοτε στόν Κύριο ὅτι κόλλησε ἡ ψυχή του πίσω ἀπό Αὐτόν᾽ (λιτή).

 
῎Οχι μόνο ἡ Γορτυνία, ὄχι μόνο ὁ τόπος τῆς καταγωγῆς του ἡ Κέρκυρα, ἀλλά κάθε τόπος ὅπου γῆς ἔχει προστρέχοντα στά προβλήματά του τόν ἰσάγγελο ἅγιο ᾽Αθανάσιο τόν νέο. ᾽Ιδίως ὅμως οἱ ῞Ελληνες μποροῦμε εὔκολα νά ἔχουμε πρόσβαση στά ἅγια καί χαριτόβρυτα λείψανά του. ῾Η Μονή τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου πού τά διαφυλάσσει μᾶς ἑλκύει σάν μαγνήτης. ᾽Εκεῖ εἶναι τό κέντρο τῆς πανηγύρεως. Καί γι᾽ αὐτό ἀφενός προσευχόμαστε ὁ Κύριος νά διαφυλάσσει τήν Μονή καί τούς Πατέρες της, ἀφετέρου εἴτε νοερῶς εἴτε ἐν σώματι ἐπιθυμοῦμε νά βρεθοῦμε ἐκεῖ. ῾Πανήγυριν φαιδράν, ἱεράν πανδαισίαν, σκιρτῶσα ἐκτελεῖ ἡ Μονή τοῦ Προδρόμου, σοφέ ᾽Αθανάσιε, ἐν τοῖς κόλποις κατέχουσα τήν σήν πάντιμον καί θεοβράβευτον Κάραν, ἀνυμνοῦσά σου τούς ἐναρέτους ἀγῶνας. Διό ταύτην φύλαττε᾽ (Μέ σκιρτήματα ἐπιτελεῖ τήν φαιδρά πανήγυρη ὡς ἱερή πανδαισία ἡ Μονή τοῦ Προδρόμου, σοφέ ᾽Αθανάσιε. Γιατί κατέχει στά σπλάχνα της τήν δική σου πάντιμη καί θεοβράβευτη Κάρα καί ἀνυμνεῖ τούς ἐνάρετους ἀγῶνες σου. Γι᾽ αὐτό καί φύλαγέ την) (κάθισμα ὄρθρου).
Ταῖς τοῦ ἁγίου Σου πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς᾽.

 http://pgdorbas.blogspot.gr/2013/05/blog-post_9178.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΙΟΥΝΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Μαΐου, 2013

 «Αυτός ο απόστολος του Κυρίου, αφού διέτρεξε σαν να είχε φτερά όλη την οικουμένη, ξερίζωσε εκ βάθρων κάθε πλάνη με το κήρυγμά του γιά τον Χριστό, έχοντας ακόλουθό του και την υπερθαύμαστη Ιουνία, η οποία είχε νεκρωθεί ήδη για τον κόσμο και ζούσε μόνο για τον Χριστό. Αποτέλεσμα της δράσης τους αυτής ήταν να ελκύσουν στη γνώση του Θεού πολλούς ανθρώπους, προκαλώντας έτσι την καταστροφή των ειδωλολατρικών ναών. Όπου πήγαν οικοδόμησαν  θείες εκκλησίες, αποδίωξαν από τους ανθρώπους ακάθαρτα πνεύματα και θεράπευσαν ανίατα πάθη. Στο τέλος, ως άνθρωποι, έφυγαν από τη ζωή αυτή. Αυτούς τους αποστόλους τους θυμάται ο απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του. ῾Χαιρετήστε – λέγει – τον Ανδρόνικο και την Ιουνία τους συγγενείς μου, οι οποίοι και πριν από εμένα έγιναν χριστιανοί’».
Η συγγένεια του αποστόλου Παύλου προς τους σήμερα εορταζομένους αποστόλους Ανδρόνικο και Ιουνία, όπως και η πριν από αυτόν ένταξή τους στην Εκκλησία ως μέλη Χριστού, είναι από τα σημεία που θίγει έντονα ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ, διότι τα βλέπει να προβάλλονται από τον ίδιο τον Παύλο ως αποδεικτικά της σπουδαίας θέσης αυτών στην Εκκλησία. Ο απόστολος Παύλος δηλαδή μνημονεύοντας ιδιαιτέρως τους αγίους Ανδρόνικο και Ιουνία στην προς Ρωμαίους επιστολή δείχνει ότι πρόκειται περί αποστόλων που κατέχουν επίσημη θέση στην Εκκλησία. ῾Σας επισήμους πράγματι μεταξύ των Αποστόλων ο μακάριος Παύλος σας ανακηρύττει στην Εκκλησία, μακάριοι᾽(῾Ως επισήμους όντως εν αποστόλοις υμάς ο μακάριος Παύλος ανακηρύττει εν τη Εκκλησία, μακάριοι᾽) (ωδή ε´). ῾Σε τιμάμε τώρα, μαζί με τον Παύλο, εμείς που μαζευτήκαμε με πίστη, Ανδρόνικε, ως συγγενή του Παύλου, που έγινες μαθητής του Χριστού και πριν από αυτόν᾽(῾Ως συγγενή σε Παύλου και προ αυτού μαθητήν χρηματίσαντα, συν αυτώ νυν τιμώμεν, πίστει συνελθόντες, Ανδρόνικε᾽) (ωδή ε´). Κι είναι ευνόητο: αν ένας μέγας άγιος και μέγας απόστολος σαν τον απόστολο Παύλο εκθειάζει κάποιους, σημαίνει ότι αυτοί οι κάποιοι δεν είναι τυχαία πρόσωπα. Μόνον ένας άγιος με οξυμμένα τα πνευματικά κριτήριά του μπορεί να βλέπει την πνευματική κατάσταση των άλλων, όπως εν προκειμένω ο Παύλος για τους Ανδρόνικο και Ιουνία. Ο ίδιος ο απόστολος Παύλος το έχει πει: ῾ο πνευματικός πάντα ανακρίνει, αυτός δε υπ᾽ ουδενός ανακρίνεται᾽. Ο πνευματικός άνθρωπος, αυτός δηλαδή που έχει το Πνεύμα του Θεού, μπορεί να διακρίνει και να ελέγχει τα πάντα, ο ίδιος όμως δεν μπορεί να ελεγχθεί από οποιονδήποτε μη πνευματικό. Αυτό λοιπόν τονίζει και ο άγιος Ιωσήφ: ῾Ο θείος απόστολος Παύλος, εκθειάζοντάς σας λαμπρότατα με θεϊκούς επαίνους, προβάλλει στους πιστούς τη γενναιότητά σας, λέγοντας ότι αποδειχτήκατε μαθητές του Θεού Λόγου πριν από αυτόν και συγγενείς του ίδιου᾽(῾Παύλος ο θείος Απόστολος, θείοις επαίνοις υμάς εκθειάζων λαμπρότατα, τοις πιστοίς παρίστησι την υμών γενναιότητα, προ τούτου λέγων αποδειχθήναι υμάς Θεού του Λόγου μαθητάς᾽) (στιχηρό εσπερινού). 
Η σεβαστική αυτή στάση του αποστόλου Παύλου προς τους συγγενείς του αγίους Ανδρόνικο και Ιουνία, στάση που προεκτείνεται και σε όλο το πλήρωμα πια των πιστών,  προφανώς οφείλεται αφενός στο γεγονός ότι οι άγιοι αυτοί απόστολοι υπήρξαν πράγματι άγιοι ως ῾του Λόγου υπήκοοι᾽(στιχηρό εσπερινού), αφού ῾όλες τις κινήσεις του νου τους τις κατεύθυναν με χαρά στην εφαρμογή των θελημάτων του Θεού᾽(῾Ίθυνας του νοός σου πάσας τας κινήσεις, ιερώτατε, προς Θεού θελημάτων αποπλήρωσιν χαίρων, Ανδρόνικε᾽) (ωδή α´) – αυτός είναι ο άγιος: ο πιστός που ολόκληρο τον εαυτό του τον αναφέρει στον Θεό και στην τήρηση του αγίου θελήματός Του – αφετέρου στο γεγονός ότι ο Ανδρόνικος, αλλά και η Ιουνία ασφαλώς ῾αξιώθηκε να δει, με τον αγώνα του να νεκρώσει τα αμαρτωλά φρονήματά του, τη ζωή των ζώντων, δηλαδή τον Χριστό τον Θεό μας ως άνθρωπο επί της γης᾽(῾Νεκρώσας τα μέλη σου αγωνίσμασι, την ζωήν κατηξίωσαι των ζώντων θεάσασθαι επί γης σαρκοφόρον, Χριστόν τον Θεόν ημών᾽) (ωδή γ´), όπως και υπήρξαν μέτοχοι της φωτιάς του αγίου Πνεύματος που έπνευσε και σ᾽αυτούς κατά την Πεντηκοστή, φωτιά που περιέφεραν έπειτα στην άσκηση της ιεραποστολικής διακονίας τους. ῾Έγινες πυρίπνοος του θείου Πνεύματος με την καθαρή διάνοιά σου, απόστολε, περιφέροντας τη θέρμη της φωτιάς αυτής και φλέγοντας το αγκάθι της πλάνης᾽(῾Πυρίπνοος γέγονας θείου Πνεύματος, καθαρά διανοία σου, την θέρμην, απόστολε, περιφέρων και φλέγων της πλάνης την άκανθαν᾽) (ωδή γ´).
Οι εκτιμήσεις του αγίου Ιωσήφ ότι οι άγιοι ῾νέκρωσαν τα αμαρτωλά φρονήματά τους για να δουν τον Χριστό᾽ και ότι ῾περιέφεραν τη θέρμη της φλόγας του Παρακλήτου᾽ έχουν ιδιαίτερη σημασία και για τη δική μας ζωή. Κανείς δηλαδή δεν μπορεί να δει τον Χριστό, όχι βεβαίως ῾σαρκοφόρον επί γης᾽, αλλά εν Πνεύματι αισθητά στην καρδιά του, αν δεν κάνει έναν αγώνα, ασφαλώς με τη χάρη του Χριστού και μέσα στην Εκκλησία,  για νέκρωση του αμαρτωλού φρονήματός του, διότι ῾ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν᾽, όπως και κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι πράγματι έλαβε αυτόν τον Χριστό μέσα του, αν δεν βρίσκεται σε θερμότητα η καρδιά του, ως προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Παγωμένη καρδιά, δηλαδή καρδιά που δεν έχει αγάπη, συνεπώς θέρμη αγίου Πνεύματος, έστω κι αν υπάρχει ομολογία πίστεως, δεν έχει και Χριστό. Ο Χριστός βρίσκεται πάντοτε και μόνον εκεί που περιφέρεται η θέρμη της φλόγας του Πνεύματος του Θεού, η ζωντανή αγάπη. 

http://pgdorbas.blogspot.gr/2013/05/blog-post_17.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΑΚΩΒΟΣ ΤΣΑΛΙΚΗΣ*

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Μαΐου, 2013

GERVN IAKOBOS TSALIKHS

Ὁ Γέροντας τῆς ἀ­γά­πης τῆς συγ­γνώ­μης καί τῆς δι­α­κρί­σε­ως.

Ἐ­λά­χι­στος Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος

π. Ἰάκωβος ἁ­μαρ­τω­λός

Ι. Μ. Μα­κρυ­μάλ­λης Κοι­μή­σε­ως Θε­ο­τό­κου Ψα­χνά

30-7-2010

Ἡ ἀ­νάγ­κη μέ ἔ­κα­νε ἀ­πό σε­βα­σμό στόν Γέροντα καί σάν πνευ­μα­τι­κό του παι­δί ἀ­πό τό 1982, καί με­τά τό 1988 πού ἦλ­θα στήν Μο­νή γιά μο­να­χός μέ­χρι τό 1991, νά γρά­ψω αὐ­τά πού ἔ­ζη­σα τόν Γέροντα ἀ­πό κοντά καί τίς δι­ά­φο­ρες μαρ­τυ­ρί­ες πού ὁ ἴ­διος μοῦ κα­τέ­θε­τε, ὧ­ρες ἀ­γαλ­λι­ά­σε­ως καί κα­τα­νύ­ξε­ως καί γε­μᾶ­τες μέ πλοῦ­το πνευ­μα­τι­κῆς κα­τά­στα­σης πρός ὠ­φέ­λεια ψυ­χῶν γιά τήν σω­τη­ρί­α μας.

Στήν Μο­νή τοῦ ὁ­σί­ου Δαυ­ΐδ εἶ­μαι ἀ­πό τό 1988 μέ­χρι τό 2008 σάν μο­να­χός, σάν λα­ϊ­κός ἀ­πό τό 1982. Τώρα, μέ εὐ­λο­γί­α Πνευ­μα­τι­κοῦ καί Ἐ­πι­σκό­που βρί­σκο­μαι στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Μα­κρυ­μάλ­λης Ψα­χνῶν Εὐβοίας.

Ὁ γέροντας π. Ἰάκωβος γεν­νή­θη­κε στό Λι­βί­ση τῆς Μι­κρᾶς Ἀ­σί­ας. Ὁ πα­τέ­ρας του λε­γό­ταν Σταῦ­ρος καί ἡ μη­τέ­ρα του Θε­ο­δώ­ρα.

Ὁ γέ­ρον­τας Ἰάκωβος ἦ­ταν ἄν­θρω­πος ἀ­γά­πης, προ­σευ­χῆς, τα­πει­νώ­σε­ως καί ἐ­πί­γει­ος ἄγ­γε­λος, πα­ρά­δειγ­μα πρός μί­μη­ση, πραγ­μα­τι­κός κα­λό­γε­ρος, αὐ­στη­ρός, δι­α­κρι­τι­κός καί πλή­ρης χά­ρι­τος Ἁ­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος. Εἶ­χε πνευ­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση πού ὅ­ταν σέ ἔ­βλε­πε γιά πρώ­τη φο­ρά σοῦ ἔ­λε­γε τό ὄ­νο­μά σου καί πολ­λά καί δι­ά­φο­ρα πού ἐ­σύ τά εἶ­χες μέ­σα σου σάν ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά. Ἀλ­λά ἔ­κρυ­βε τό χά­ρι­σμα αὐ­τό ὅ­σο μπο­ροῦ­σε γιά νά φυλαχθεῖ ἀπό τήν κε­νο­δο­ξί­α καί τόν ἐ­γω­ϊ­σμό.

Στήν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση.

Κάποτε ἦλ­θαν δύ­ο παι­διά ἀ­πό Ἀ­θή­να καί εἶ­χαν μα­ζί τους μί­α κο­πέλ­λα πού ζοῦ­σε στήν ἁ­μαρ­τί­α. Μόλις ἔ­φτα­σαν στήν Μο­νή συ­νάν­τη­σαν τόν γέροντα. Ὁ γέροντας μέ τήν πρά­η καί γλυ­κειά καί ἥ­με­ρη μορφή κα­λο­σώ­ρι­σε τά παι­διά. Καί αὐ­τά εἶ­παν, γέροντα φέ­ρα­με μί­α κο­πέλ­α καί θέ­λει νά σᾶς δῆ, ζεῖ στήν ἁ­μαρ­τί­α νά τῆς δε­ί­ξε­τε ἀ­γά­πη, εἶ­παν τά παι­διά, γιατί τήν πή­γα­με καί σ᾿ ἄλ­λον Πνευ­μα­τι­κό, ἀλ­λά τί­πο­τα. Ὁ γέροντας ρω­τᾶ τήν κο­πέλ­α:

– Πῶς σᾶς λέ­νε καί ἀ­πό ποῦ εἶ­στε;

Αὐ­τή εἶ­πε:

– Γέροντα ἐ­γώ εἶ­μαι λε­σβί­α καί ἁ­μαρ­τω­λή.

Ὁ γέροντας τό­τε λέ­ει:

– ἄχ! πό­σο χα­ί­ρο­μαι κο­πέλλα μου πού εἶ­σαι ἀ­πό τή Λέσβο πού ἔ­χει βγά­λει ἁ­γί­ους, Ἅγ. Ρα­φα­ήλ καί Εἰ­ρή­νη, χα­ί­ρο­μια.

Ἡ κο­πέλ­α τά ἔ­χα­σε, τί λέ­ει τώ­ρα, θά σκέφτηκε!

Ὁ γέροντας τῆς λέ­ει:

– Πᾶ­με μέσ᾿ τόν Ἅγ. Χα­ρά­λαμ­πο νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆς, νά μοῦ πῆς γιά τήν Πα­τρί­δα σου τήν ὡ­ρα­ί­α Λέσβο καί ὅ­τι ἄλ­λο ἔ­χεις πού σέ στε­να­χω­ρεῖ.

Πῆ­γαν μέ­σα ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κε ἡ κο­πέλ­α καί βγῆ­κε ἄλ­λος ἄν­θρω­πος ἔ­ξω: «Αὕ­τη ἡ ἀλ­λο­ί­ω­σις τῆς Δε­ξιᾶς τοῦ Ὑ­ψί­στου».

Ὁ γέροντας τῆς εἶ­πε:

– Δέν μι­σῶ ἐ­σέ­να παι­δί μου ἀλ­λά τήν ἁ­μαρ­τί­α.

Ὁ γέροντας ἔ­λε­γε, ὅτι ὅ­ταν ἐ­ξο­μο­λο­γοῦ­σε ἔ­κα­νε προ­σευ­χή νά κρα­τά­η τά κα­λά καί νά κά­νη προ­σευ­χή, καί τά ἄ­σχη­μα νά τά διώ­χνη. Ὁ γέροντας πο­νοῦ­σε μέ τόν πό­νο τοῦ ἄλ­λου καί ἔ­κλαι­γε καί προ­σευ­χό­ταν καί πα­ρα­κα­λοῦ­σε γιά τήν σω­τη­ρί­α τῆς ἀ­θά­να­της ψυ­χῆς. Σάν Πνευ­μα­τι­κός δέν ἔ­βα­ζε αὐ­στη­ρο­ύς κα­νό­νες μπο­ρεῖ νά τό ἔ­κα­νε καί ὁ ἴ­διος γιά κά­ποι­ο λό­γο.

Μία φο­ρά κα­θό­ταν στό κελ­λί του, τόν λέ­ω, γέροντα ἦλ­θαν δύο­ νέ­οι καί σᾶς ζη­τοῦν καί ἀ­μέ­σως, μέ μιά γλυ­κύ­τη­τα, μέ μιά ἠ­ρε­μί­α καί γα­λή­νια φω­νή μοῦ λέ­ει, ἔρ­χο­μια, πά­τερ μου, ἀ­μέ­σως. Μόλις βγῆ­κε ἐ­νῶ δέν ἤ­ξε­ρε κα­θό­λου τά παι­διά οὔ­τε τά εἶ­χε δεῖ ξα­νά, οὔ­τε αὐ­τόν αὐ­τά, το­ύς εἶ­πε τά ὀ­νό­μα­τά τους. Κα­λῶς τόν Κώστα καί Γι­ῶρ­γο πού ἔρ­χον­ται ἀ­πό Κα­τε­ρί­νη. Τά παι­διά τά ἔ­χα­σαν. Καί ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­καν καί το­ύς τά εἶ­πε ὅ­λα ὁ γέροντας αὐ­τά πού ἤ­θε­λαν.

-Γέροντα ποῦ τό ξέ­ρα­τε πῶς μᾶς λέ­νε καί ἀ­πό ποῦ ἐρ­χό­μα­στε;

Καί ὁ γέ­ρον­τας εἶ­πε:

–  Ὁ ἅ­γιος Δαυ­ΐδ ἔρ­χε­ται στό δω­μά­τιό μου καί μοῦ λέ­ει, γέροντα ἦλ­θε ὁ τά­δε καί ὁ τά­δε ἔ­χουν αὐ­τό τό πρό­βλη­μα βγές νά το­ύς μι­λή­σης. Καί ἔ­τσι βγα­ί­νει, μέ ἀ­γά­πη, προ­σευ­χή πο­λύ καί προ­σο­χή.

Λει­τουρ­γός

Ὁ Γέροντας λει­τουρ­γοῦ­σε κα­θη­με­ρι­νά σχε­δόν, ἔ­λε­γε συ­χνά «συ­ζῶ καί συλ­λει­τουρ­γῶ μέ τήν ἁ­γί­α Τρι­ά­δα. Ζεῖ Κύριος ὁ Θε­ός».

Κάποτε λει­τουρ­γοῦ­σε καί ἤ­μουν δι­α­κο­νη­τής στό Ἱ­ε­ρό, τό­τε μο­να­χός Ἱ­λα­ρί­ων. Ἦ­ταν μα­ζί μέ κά­ποι­ο ἱ­ε­ρέ­α, ἀ­κοῦ­στε τό θαυ­μα­στό. Τήν ὥ­ρα πού εἶ­πε ὁ γέροντας «πρό­σχω­μεν, τά­ ἅ­για τοῖς ἁ­γί­οις», ἀ­μέ­σως κα­τα­νύ­χτη­κε ἔ­λαμ­ψε ὁ­λό­κλη­ρος ὅ­πως μᾶς τό ἔ­λε­γε ὁ ἴ­διος, καί εἶ­δε πά­νω στό ἅ­γιο Δι­σκά­ριο τό σῶ­μα καί τό αἷ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας τό βρά­δυ εἶ­χε ἐ­ξο­μο­λο­γη­θεῖ στόν γέροντα ἀλ­λά εἶ­χε τό λο­γι­σμό ἄν γί­νε­ται πραγματικά σῶ­μα καί αἷ­μα, τόν πε­ί­ρα­ζε ὁ λο­γι­σμός, δέν τό εἶ­πε στόν γέροντα καί τήν ὥ­ρα τῆς Θε­ί­ας Λει­τουρ­γί­ας μό­λις εἶ­δε τόν γέροντα νά συγ­κι­νῆ­τε καί νά κλα­ί­η λέ­ει ὁ πά­τερ:

-Γέροντα τί πά­θα­τε, τί συμ­βα­ί­νει;

Καί ὁ γέροντας ἀ­πάν­τη­σε:

– Γιά τήν ἀ­πι­στί­α σας καί τό λο­γι­σμό πού εἴ­χα­τε πά­τερ καί δέν μοῦ τό εἴ­πα­τε.

Μέ δά­κρυ­α στά μά­τια καί λυγ­μο­ύς λέ­ει:

– χ!, πά­τερ μου, ζεῖ Κύριος ὁ Θε­ός, ἄν εἶ­χες μά­τια πνευ­μα­τι­κά θά ἔ­βλε­πες ὅ­πως βλέ­πω ἐ­γώ τό ἅ­γιο Δι­σκά­ριο γε­μᾶ­το αἵ­μα­τα καί νά στά­ζη πά­νω στό Ἀν­τι­μήν­σιο, εἶ­δες πά­τερ, «θαυ­μα­στός ὁ Θε­ός ἐν τοῖς ἁ­γί­οις αὐ­τοῦ». Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας γο­νά­τι­σε καί γε­μᾶ­τος φό­βο καί τρό­μο συ­νέ­χι­σε τήν Λει­τουρ­γί­α.

Ὁ γέροντας ἔ­βλε­πε πολ­λά καί ἄ­κου­γε κα­τά τήν δι­άρ­κεια τῆς Θε­ί­ας Λει­τουρ­γί­ας. Ἐ­νῶ τόν βλέ­πα­με στόν Ὄρ­θρο κα­τα­βε­βλη­μέ­νο καί κου­ρα­σμέ­νο, στήν Θε­ί­α Λει­τουρ­γί­α πέ­τα­γε, ἀ­να­στη­νό­ταν γι­νό­ταν ἄλ­λος Ἰάκωβος, οὐ­ρά­νιος ἄν­θρω­πος καί ἐ­πί­γει­ος ἄγ­γε­λος.

Ἀ­κό­μα εἶ­χε τό χά­ρι­σμα καί ὅ­ταν κοι­νω­νοῦ­σε, ἄν κά­ποι­ος ἦ­ταν ἀ­νά­ξιος ἔ­βλε­πε ἄγ­γε­λο νά πα­ίρ­νη μέ­σα ἀ­πό τή λα­βί­δα τό αἷ­μα.

Νύχτες ὁ­λό­κλη­ρες ἀ­γρυ­πνοῦ­σε καί προ­σευ­χό­ταν γιά ὅ­λους καί ὅ­λα. Δι­ά­βα­ζε τό Ψαλ­τή­ρι ὁ­λό­κλη­ρο. Ἦ­ταν αὐ­στη­ρός νη­στευ­τής στόν ἑ­αυ­τό του καί ἐ­πι­ει­κής στο­ύς ἄλ­λους.

Μία Με­γά­λη Πα­ρα­σκευή τήν ὥ­ρα τῆς Ἀ­πο­κα­θη­λώ­σεως μό­λις κα­τέ­βα­σε τό Σῶ­μα ἔ­κλαι­γε καί δά­κρυ­σε πο­λύ μέ με­γά­λη συγ­κί­νη­ση καί δέ­ος. Καί με­τά μᾶς εἶ­πε:

– «Πα­τέ­ρες μου, σή­με­ρα δέν κα­τέ­βα­σα σῶ­μα ἁ­γι­ο­γρα­φη­μέ­νο, ἀλ­λά σῶ­μα ἀν­θρώ­πι­νο, οἱ φλέ­βες του χτυ­ποῦ­σαν στή δι­κι­ές μου φλέ­βες. Ἡ σάρ­κα του ἀ­κο­ύμ­πα­γε στήν δι­κιά μου σάρ­κα. Κα­τα­λά­βαι­να τό αἷ­μα νά τρέ­χη στίς φλέ­βες του».

Μία φο­ρά σάν μο­να­χός κα­θά­ρι­ζα τό Ἱ­ε­ρό τοῦ ἁ­γί­ου Δαυ­ΐδ. Μπα­ί­νει ὁ Γέροντας μέ­σα πά­ει μπρο­στά στήν εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Δαυ­ΐδ ἀρ­χί­ζει νά μι­λά­η στόν Ἅ­γιο νά τοῦ δι­α­βά­ζη ἕ­να γράμ­μα καί νά τοῦ λέ­η γιά κά­ποι­ον ἀ­σθε­νή νά πά­η νά τόν κά­νη κα­λά. Τά ἔ­λε­γε αὐ­τά γε­μᾶ­τος συγ­κί­νη­ση καί θαυ­μα­σμό λές καί ἦ­ταν ὁ Ἅ­γιος δί­πλα του πα­ρών, καί ἦ­ταν.

Ἐ­μέ­να μοῦ ἔ­πε­σε τό φα­ρά­σι μές τό Ἱ­ε­ρό πού σκο­ύ­πι­ζα καί ρώτησε:

-Ποι­ός εἶ­ναι μέ­σα;

-Γέροντα ἐ­γώ, τοῦ λέ­ω.

-Ἰ­λα­ρί­ω­νά μου, ἔ­χεις ὥ­ρα, μέ ἄ­κου­σες αὐ­τά πού ἔ­λε­γα, μήν μέ πα­ρε­ξη­γή­σεις, ἔ­χω πά­ρει κά­τι χά­πια γιά τήν καρ­διά καί βλέ­πω πα­ραι­σθή­σεις, τἄ­χω χα­μέ­να, ἔ­χω ζα­λά­δα.

(Φυ­σι­κά γιά νά κρύ­ψη τήν ἀ­ρε­τή τῆς προ­σευ­χῆς ποὖ­χε καί μί­λα­γε μέ τόν Ἅ­γιο, πού τὄ­κα­νε συ­χνά).

Μοῦ λέ­ει:

– Πά­τερ, μήν λές τί­πο­τα τί ἄ­κου­σες καί τί εἶ­δες, μή μᾶς κο­ρο­ϊ­δέ­ψουν.

-Νἆ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νο, Γέροντα.

Τό ἀ­πό­γευ­μα μέ βλέ­πει στήν κου­ζί­να πού μα­γε­ί­ρευ­α για­τί εἶ­χα τό δι­α­κό­νη­μα τοῦ μά­γει­ρα καί ἤ­μουν βο­η­θός τοῦ π. Κυρίλλου καί μοῦ λέ­ει δι­α­κρι­τι­κά, «Ἰ­λα­ρί­ω­νά μου, χί­λια συγ­γνώ­μη πού σοῦ εἶ­πα ψέ­μα­τα τό πρωΐ στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Δέν εἶ­χα ζα­λά­δα οὔ­τε χά­πια πῆ­ρα, ἀλ­λά ἁ­πλά ἤ­θε­λα νά κρύ­ψω τήν ἀ­ρε­τή τῆς προ­σευ­χῆς καί τήν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α πού ἔ­χω μέ τόν Ἅ­γιο μή­πως πέ­σω σέ κε­νο­δο­ξί­α καί χα­θῶ. Ὅ,­τι θέ­λω ἔ­τσι τό ζη­τῶ ἀ­πό τόν Ἅ­γιο καί μοῦ τό δί­νει».

Ὁ γέροντας δι­ά­βα­ζε συ­νέ­χεια Πα­ρα­κλή­σεις, εὐ­χές, ἔ­κα­νε καί 40λείτουργο. Ἔ­γρα­φε τά ὀ­νό­μα­τα καί ἔ­βα­ζε σα­ράν­τα (/////…) γραμ­μές καί κά­θε μέ­ρα ἔ­σβη­νε καί ἀ­πό μί­α ἀλ­λά μό­λις ἔ­σβη­νε τήν μί­α πρό­σθε­τε ἄλ­λη ἀ­πό τήν ἄλ­λη με­ριά. Καί κά­ποι­ος ἀ­δελ­φός τοῦ λέ­ει, γέροντα ἀ­φοῦ σβή­νεις για­τί γρά­φεις πά­λι γραμ­μή ἄλ­λη, καί λέ­ει, «κα­λύ­τε­ρα νά κά­νου­με πά­νω ἀ­πό 40 Λει­τουρ­γί­ες γιά νά ἔ­χου­με μι­σθό πε­ρισ­σό­τε­ρο καί ὠ­φέ­λεια ψυ­χῶν».

Μία φο­ρά κα­θα­ρί­ζα­με τό ναό τοῦ ἁ­γί­ου Δαυ­ΐδ γιά τήν πα­νή­γυ­ρη τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως καί κα­θα­ρί­ζα­με τό Δε­σπο­τι­κό καί λέ­με, «Γέροντα, ἀ­φοῦ ὁ Δε­σπό­της δέν ἔρ­χε­ται, κα­λό εἶ­ναι τόσο πού τό καθαρίσαμε». Καί ὁ γέροντας εἶ­πε, «ἐ­γώ βλέ­πω τόν Δε­σπό­τη Χρι­στό ποὖ­ναι κα­θη­με­ρι­νά ἐ­πά­νω καί πα­ίρ­νω εὐ­χή».

Ἐ­λε­η­μο­σύ­νη

Ὁ γέροντας ἔ­λε­γε, πρέ­πει νά κά­νου­με ἀ­γόγ­γυ­στη ἐ­λε­η­μο­σύ­νη καί νά τί ἔ­κα­νε ὁ ιδιος: Ὅ­ταν ὁ γέροντας ἦ­ταν στήν Ἀ­θή­να στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο ἄρ­ρω­στος, στό Γε­νι­κό Ἀ­θη­νῶν, ἔρ­χον­ταν πο­λύς κό­σμος νά τόν δῆ νά πά­ρη εὐ­λο­γί­α καί φυ­σι­κά ἄ­φη­ναν καί κά­τι στό γέροντα γιά τίς ἀ­νάγ­κες μές τό Νο­σο­κο­μεῖ­ο. Ὁ γέροντας πάν­τα μέ τήν εὐ­χή, πάν­τα μέ τήν προ­σευ­χή ζοῦ­σε κα­τα­στά­σεις οὐ­ρά­νι­ες. Ὅ­ταν τόν ἔ­δι­ναν κά­ποι­ο φα­κελ­λά­κι καί εἶ­χε κά­τι μέ­σα δέν τό ἔ­παιρ­νε, ἔ­λε­γε ἄ­στο πά­τερ μου μές στό κο­μο­δί­νο, ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε κα­λό­γε­ροι νά μήν λέ­νε ὅ­τι ζη­τᾶ­με χρή­μα­τα καί ἔ­χου­με φι­λαρ­γυ­ρί­α. Μία μέ­ρα, ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα, μοῦ λέ­ει ὁ γέ­ρον­τας:

-π. Ἰ­λα­ρί­ων, πᾶ­με δῶ δί­πλα νά δοῦ­με το­ύς ἀ­σθε­νεῖς νά ἐ­φαρ­μό­σου­με καί αὐ­τό πού λέ­ει τό Εὐ­αγ­γέ­λιο τῆς Κρί­σε­ως.

-Νἆ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νο Γέροντα, πᾶ­με.

-Μόνο πά­ρε μέ­σα ἀ­πό τό κο­μο­δί­νο ἔ­χει 5-6 φα­κελ­λά­κια νά τά δώ­σου­με στο­ύς ἀ­σθε­νεῖς για­τί ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη, εἶ­ναι ψυ­χές φτω­χές καί πο­νε­μέ­νες.

-Λέω, Γέροντα, ὅ­λα ἤ νά κρα­τή­σω ἕ­να ἤ δύ­ο;

-Ὅ­λα, Ἰ­λα­ρί­ω­νά μου. «Ἱ­λα­ρών γάρ δό­την ἀ­γαπᾶ ὁ Θεός».

Πήγαμε δί­πλα σέ δύ­ο θα­λά­μους το­ύς μί­λη­σε, το­ύς στα­ύ­ρω­σε, εὐ­χή­θη­κε πε­ρα­στι­κά καί δι­α­κρι­τι­κά χω­ρίς νά τόν πά­ρουν εἴ­δη­ση ἔ­βα­λε κά­τω ἀ­πό τό μα­ξι­λά­ρι τό φα­κελ­λά­κι μέ τά χρή­μα­τα καί φύ­γα­με. Με­τά ἀ­φοῦ ἐ­πι­στρέ­ψα­με στό θά­λα­μο ἦλ­θε κά­ποι­α κυ­ρί­α καί λέ­ει, γέροντα εὐ­χα­ρι­στῶ γιά ὅ­λα πού κά­να­τε.

-Δέν ἔ­κα­να τί­πο­τα τέ­κνο μου, ἁ­πλά μία εὐ­χή καί μία δέ­η­ση γιά τα­χε­ί­α ἀ­νάρ­ρω­ση.

-Ὄ­χι γέ­ρον­τα, γιά τά χρή­μα­τα πού μᾶς βά­λα­τε στό μα­ξι­λά­ρι.

Τότε ὁ γέροντας ἀ­να­ση­κώ­θη­κε ὅ­πως ἦ­ταν στό κρεβ­βά­τι, ἔ­κα­νε τό σταυ­ρό του καί λέ­ει. «ἄ­κου, τέ­κνο μου, ἐ­γώ δέν ἔ­κα­να τί­πο­τα. Μπο­ρεῖ οἱ νο­σο­κό­μες πού κα­θάριζαν νά τίς δώ­σα­νε κά­τι καί κα­τά λά­θος τήν ὥ­ρα πού ἔ­βα­λε τό μα­ξι­λά­ρι νά ἔ­βα­λε καί τό φα­κελ­λά­κι, ἐ­γώ δέν γνω­ρί­ζω. Κρά­τη­σέ το, καί ἄν ἔλ­θει καί τό ζη­τή­σει δῶ­στο, ἄν ὄ­χι, κρά­τη­σέ το. Ἐ­γώ εἶ­μαι κα­λό­γε­ρος καί δέν ἔ­χω χρή­μα­τα».

Ἔ­τσι ἀ­να­πα­ύ­τη­κε ἡ Μα­ρί­α καί ὁ γέροντας πῆ­ρε τό μι­σθό τῆς ἀ­γόγ­γυ­στης ἐ­λε­η­μο­σύ­νης.

Κάποτε πῆ­ρε κά­ποι­ο φά­κελ­λο στά χέ­ρια του ἀ­πό κά­ποι­ο προ­σκυ­νη­τή ἤ­μουν πα­ρών σάν μο­να­χός μέ ἀρ­κε­τά χρή­μα­τα. Με­τά ἔρ­χε­ται κά­ποι­ος ἱ­ε­ρο­μό­να­χος π. Παῦ­λος καί τοῦ δί­νει τό φά­κελλο γιά ἐ­λε­η­μο­σύ­νη γιά κά­ποι­ο ἀ­σθε­νή παι­δί πού θά πή­γαι­νε στό ἐ­ξω­τε­ρι­κό.

-Λέω, Γέροντα μή­πως εἶ­ναι πολ­λά καί πρέ­πει νά κρα­τή­σε­τε κά­τι;

-Καί μοῦ λέ­ει, ὄ­χι πά­τερ μου, ὁ ἅ­γιος Δαυ­ΐδ θά τά φέ­ρη δι­πλά­σια.

Καί ὄντως, με­τά δύ­ο κι­ό­λας ὧ­ρες, ἦλ­θε κά­ποι­ος ἀ­φή­νον­τας στόν γέροντα μί­α ἐ­πι­τα­γή μέ δι­πλά­σιο πο­σό ἀ­πό αὐ­τό πού ἔ­δω­σε ὁ γέροντας. Ὁ γέροντας συγ­κι­νη­μέ­νος μέ δά­κρυ­α στά μά­τια ση­κώ­νε­ται πά­ει στήν εἰ­κό­να τοῦ ἁ­γί­ου Δαυ­ΐδ γο­να­τί­ζει καί εὐ­χα­ρι­στεῖ τόν Ἅ­γιο γιά τό κα­θη­με­ρι­νό θαῦ­μα τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης.

Ρώτησαν κά­πο­τε τόν γέ­ρον­τα, πῶς μπο­ροῦ­με ἐ­μεῖς οἱ μο­να­χοί νά κά­νου­με ἐ­λε­η­μο­σύ­νη ἀ­φοῦ ξέ­ρο­με ὅ­τι στό Κοι­νό­βιο ἐ­λε­η­μο­σύ­νη κά­νει ὁ Ἡ­γο­ύ­με­νος. Καί ὁ γέροντας εἶ­πε, «ἐ­μεῖς κά­νου­με διά τῆς εὐ­χῆς καί τῆς προ­σευ­χῆς, μπο­ρεῖ νά μᾶς δώ­σουν κά­ποι­ο ὄ­νο­μα καί νά κά­νο­με κομ­βο­σχοι­νά­κι καί προ­σευ­χή».

 Συχίζεται

Ἐ­λά­χι­στος Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος

π. Ἰάκωβος

ἁ­μαρ­τω­λός

Ι. Μ. Μα­κρυ­μάλ­λης Κοι­μή­σε­ως Θε­ο­τό­κου Ψα­χνά

30-7-2010

Δι­ά­φο­ρα

Ὁ Γέροντας ἔ­λε­γε νά ζοῦ­με πνευ­μα­τι­κή ζωή νά ὑ­πα­κο­ύ­ω­με στόν Πνευ­μα­τι­κό, νά ἐ­ξο­μο­λο­γο­ύ­με­θα, νά κοι­νω­νοῦ­με τα­κτι­κά καί τό κυ­ρι­ώ­τε­ρο ν᾿ ἀ­πο­φε­ύ­γο­με τήν κα­τά­κρι­ση. Νά με­λε­τᾶ­με πνευ­μα­τι­κά βι­βλί­α, Ἁ­γί­α Γρα­φή, Ψαλ­τή­ρι καί ν᾿ ἀ­κοῦ­με πάν­τα ὠ­φέ­λι­μες καί πνευ­μα­τι­κές συ­ζη­τή­σεις.

Ἄν ἀ­κοῦ­με κά­τι ἄ­σχη­μο ἀ­μέ­σως νά τό δι­ώ­χνου­με, ἀ­πό τό ἕ­να αὐ­τί νά μπα­ί­νουν καί ἀ­πό τό ἄλ­λο νά βγα­ί­νουν.

Ἀν­δρό­γυ­να

Ἦ­ταν κά­ποι­ο ἀν­δρό­γυ­νο εὐ­λα­βές καί εἶ­χαν 9 παι­διά. Ὁ σύ­ζυ­γος ἦ­ταν πά­ρα πο­λύ εὐ­λα­βής καί ὀ­λί­γον τι ζη­λω­τής στά πνευ­μα­τι­κά. Κα­τά γράμ­μα ἤ­θε­λε νά τά κά­νη ὅ­λα σάν κα­λό­γε­ρος. Ἡ γυ­να­ί­κα πα­ρα­πο­νι­ό­ταν στό γέροντα ὅ­τι κου­ρά­ζε­ται καί θέ­λει βο­ή­θεια. Ὅ­ταν ἐρ­χό­ταν στήν Μο­νή τό βρά­δυ μό­νη ἡ σύ­ζυ­γος μέ τά παι­διά, κλα­ί­γα­νε, φώ­να­ζαν αὐ­τά, ἔ­κλαι­γε καί κου­ρα­ζό­ταν.

Αὐ­τός πή­γαι­νε σ᾿ ἕ­να πα­ρεκ­κλή­σι τῶν Ἁγ. Ἀ­ναρ­γύ­ρων ἔ­κα­νε με­τά­νοι­ες, κομ­βο­σχο­ί­νια καί ἀ­γρυ­πνοῦ­σε. Ἡ σύ­ζυ­γος πα­ρα­πο­νι­ό­ταν καί ἔ­κλαι­γε στό γέ­ρον­τα καί εἶ­χε κά­ποι­ο δί­κη­ο.

Τήν ἄλ­λη μέ­ρα ὁ γέροντας μό­λις το­ύς εἶ­δε στήν αὐ­λή μα­ζί, κα­τά­λα­βε ὅ­τι κά­τι συμ­βα­ί­νει καί ὅ­τι εἶ­χαν ἔλ­θει σέ λί­γο καυ­γά με­τα­ξύ τους. Ὁ γέροντας μι­λά­ει μέ γλυ­κά λό­για καί δι­ά­κρι­ση νά πα­ρη­γο­ρή­ση τήν πο­νε­μέ­νη μη­τέ­ρα καί κου­ρα­σμέ­νη, καί δι­α­κρι­τι­κά μέ τό χα­μό­γε­λο λέ­ει: Σέ χά­ρη­κα, ἀ­πό­ψε ἔ­ψαλ­λες ὅ­λη τήν νύ­κτα καί προ­σευ­χό­σουν, κα­λά ἔ­κα­νες. Ἀλ­λά θά εἶ­χε με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­λο­γί­α καί μι­σθό ἄν κα­θό­σουν μι­σή ὥ­ρα καί ὄ­χι τρεῖς ὧ­ρες καί ἤ­σουν κοντά στήν γυ­να­ί­κα σου καί τή βο­η­θοῦ­σες γιά τά παι­διά νά φᾶ­νε καί νά κοι­μη­θοῦν. Για­τί γιά σᾶς το­ύς παν­τρε­μέ­νους κομ­βο­σχο­ί­νια καί με­τά­νοι­ες εἶ­ναι τά παι­διά σας. Ὅ­ταν με­γα­λώ­σουν θἄ­χε­τε και­ρό νά κά­νε­τε «ἀ­δελ­φός ὑ­πό ἀ­δελφό βο­η­θο­ύ­με­νος». Νά γί­νε­ται πάν­τα κά­τι ἐν κοι­νῇ συ­ναι­νέ­σῃ.

Μνή­μη θα­νά­του

Ὁ Γέροντας δια­ρκῶς ἐν­θυ­μεῖ­το τό θά­να­το. Κάθε βρά­δυ πού πη­γα­ί­να­με γιά Ἀ­πό­δει­πνο ἔ­κα­νε πῶς θά ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος στό νε­κρο­κρέβ­βα­το καί ἔ­λε­γε τήν ἀ­κο­λου­θί­α καί μᾶς ἔ­λε­γε, πα­τέ­ρες ἐ­γώ τήν ἔ­χω δι­α­βά­σει ὅ­λη τήν ἀ­κο­λου­θί­α καί εἰς κο­σμι­κό καί εἰς ἱ­ε­ρέ­α καί μο­να­χό.

Ὅ­ταν τοῦ εἶ­πα ὅ­τι πέ­θα­νε ἡ ἀ­δελφή του ἦ­ταν στόν κῆ­πο, ἔ­κα­νε τό σταυ­ρό του καί ἀ­μέ­σως ἔ­ψαλ­λε «Κύριος ἔ­δω­κε Κύριος ὠ­φει­λέ­το».

Μνη­μό­νευ­ε χι­λι­ά­δες ὀ­νό­μα­τα ζών­των καί κε­κοι­μη­μέ­νων καί ἔ­βλε­πε ἀ­κό­μη σέ τί κα­τά­στα­ση βρί­σκε­ται ὁ κα­θέ­νας.

Ὅ­ταν κά­να­με κά­ποι­ο δι­α­κό­νη­μα καί δέν τό εἴ­χα­με κά­νει κα­λά ἤ στόν κῆ­πο ἤ στήν κου­ζί­να ἤ στήν Ἐκ­κλη­σί­α πέρ­να­γε μᾶς εὐ­λο­γοῦ­σε μᾶς ἔ­δι­νε μία κα­ρα­μέλ­λα ἄν εἶ­χε στήν τσέ­πη του ἤ ἕ­να στρα­γά­λι καί ἔ­λε­γε δι­α­κρι­τι­κά. Ἄχ! πά­τερ μου, τό­τε πού ἐ­γώ ἤ­μουν νέ­ος ἔ­κα­να καί ἄ­στρα­φταν ὅ­λα μές στήν Ἐκ­κλη­σί­α δέν ὑ­πῆρ­χε οὔ­τε μία ἀ­ρά­χνη (ἄς εἴ­χα­με ἀ­ρά­χνες ἐ­μεῖς). Τά ξύ­λα στόν κῆ­πο τά ξε­ρά τά μά­ζευ­α ὅ­λα μέ προ­σο­χή καί τά­ξη δέν τά ἄ­φη­να πε­ταγ­μέ­να ἄλ­λα δῶ καί ἄλ­λα κεῖ. Στήν κου­ζί­να ὅ­λα κα­θα­ρά καί τά πι­ά­τα στήν θέ­ση τους, ὅ­λα τε­λε­ί­ω­ναν. Τώρα γέ­ρα­σα καί δέν μπο­ρῶ νά κά­νω τί­πο­τα εἶ­μαι ἄ­χρη­στο σκεῦ­ος τρώ­ω τό φα­γη­τό τοῦ Ἁ­γί­ου τζάμ­πα.

Τά ἔ­λε­γε αὐ­τά καί μᾶς ἔ­κα­νε νά εἴ­μα­στε πιό πρό­θυ­μοι στά δι­α­κο­νή­μα­τα καί προ­σε­χτι­κοί. Ἦ­ταν χα­ρα­κτῆ­ρας λε­πτός γε­μᾶ­τος ἀ­γά­πη καί δι­ά­κρι­ση.

Ἔ­λε­γε, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας πρέ­πει νά κά­νη τίς ἀ­κο­λου­θί­ες του κα­θη­με­ρι­νά πρωΐ-βρά­δυ, νά δι­α­βά­ζη τήν Θε­ί­α Με­τά­λη­ψη καί Θε­ί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α, νά ἔ­χη συ­χνή ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καί κα­τά­στα­ση πνευ­μα­τι­κή εἶ­ναι κά­τι τό δι­α­φο­ρε­τι­κό κά­τι πού δέν τό ἔ­χουν ὅ­λοι, ἔ­χει τήν Ἱ­ε­ρω­σύ­νη. Πι­ά­νει τόν ἴ­διο τό Χρι­στό στά χέ­ρια του κα­θη­με­ρι­νά.

Οἱ μο­να­χοί νά ἔ­χου­με τα­πε­ί­νω­ση καί ἀ­γά­πη με­τα­ξύ μας ὁ κύ­ριος σκο­πός μας εἶ­ναι νά φτά­σου­με στήν ἁ­γι­ό­τη­τα νά γί­νου­με ἅ­γιοι καί ὄ­χι νά δι­εκ­δι­κοῦ­με θέ­σεις καί πρω­το­κα­θε­δρί­ες. Νά τη­ροῦ­με τίς νη­στεῖ­ες, νά κά­νου­με τά πνευ­μα­τι­κά μας κα­θή­κον­τα, τόν κα­λο­γε­ρι­κό κα­νό­να, τά κομ­βο­σχο­ί­νια μας για­τί κά­ποι­α μέ­ρα θά τά βροῦ­με μπρο­στά μας. Ὅ­σο καί νά θέ­λου­με νά δι­και­ο­λο­γη­θοῦ­με ὁ πνευ­μα­τι­κός νό­μος θά μι­λή­ση.

Ὁ γέ­ρον­τας Ἰάκωβος εἶ­χε κά­τι τό δι­α­φο­ρε­τι­κό κά­τι αὐ­τό πού ἔ­χουν σή­με­ρα ὅ­λοι οἱ σύγ­χρο­νοι ἅ­γιοι ὁ π. Πα­ΐ­σιος, π. Πορ­φύ­ριος καί ἄλ­λοι.

Εἶ­χε ἀ­γά­πη γιά ὅ­λους καί γιά ὅ­λα, ἀ­γά­πη πού σ᾿ ἔ­κα­νε νά ζῆς καί νά πε­θα­ί­νης γιά τήν σω­τη­ρί­α σου, ἀ­γά­πη νά μι­λά­η μέ το­ύς Ἁ­γί­ους, μέ τή φύ­ση, μέ τό Σύμπαν, μέ τόν κό­σμο ὅ­λο καί ἔ­λε­γε, ἡ ἀ­γά­πη «κα­λύ­πτει ἀ­λή­θεια ἁ­μαρ­τι­ῶν». Γι᾿ αὐ­τό μέ αὐ­τή τήν ἀ­γά­πη κέρ­δι­σε τίς καρ­δι­ές ὅ­λου τοῦ κό­σμου καί τίς ὁ­δη­γοῦ­σε στήν με­τά­νοι­α, ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση, προ­σευ­χή, ὑ­πο­μο­νή, ἐ­πι­μο­νή καί ὑ­πα­κοή, στήν Ἐκ­κλη­σί­α.

Κάποτε κά­ποι­ος Ἐ­πί­σκο­πος εἶ­πε στόν Γέροντα:

-Γέροντα θέ­λω νά μέ σταυ­ρώ­σε­τε νά γί­νω κα­λά.

-Καί ὁ Γέροντας εἶ­πε, ἐ­γώ ἕ­νας ἁ­μαρ­τω­λός κα­λό­γε­ρος; 

-Ναί Γέροντα ἐ­σεῖς.

-Καί ὁ γέ­ρον­τας λέ­ει, νἆ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νο. Θά σᾶς πῶ κά­τι, λέ­ει ὁ γέροντας. Ἅ­γι­ε Ἀρ­χι­ε­ρεῦ καί ἐ­γώ παπ­ᾶς καί ἐ­σεῖς παπ­ᾶς, συγ­γνώ­μη αὐ­τό πού λέ­ω μέ πνευ­μα­τι­κό τό τρό­πο. Ἡ δι­α­φο­ρά εἶ­ναι, ὅ­τι μό­νο ἐ­σεῖς χει­ρο­το­νί­ες κά­νε­τε πού δέν κά­νου­με ἐ­μεῖς οἱ κα­λό­γε­ροι.

-Καί ὁ Ἐ­πί­σκο­πος εἶ­πε, γέ­ρων μέ­γα γέ­ρων Ἰάκωβε.

Τό βρά­δυ τήν πα­ρα­μο­νή τῆς χει­ρο­το­νί­ας μου εἰς δι­ά­κο­νον, ὁ Γέροντας μοῦ δι­ά­βα­σε τή συμ­μαρ­τυ­ρί­α, μοὖ­πε πολ­λές συμ­βου­λές καί εἶ­πε, ἄς σέ δῶ διᾶ­κο Ἰ­λα­ρί­ω­νά μου καί ἄς πε­θά­νω.

-Γέροντα λέ­ω, μήν τό λέ­τε αὐ­τό.

-Βάλε τό κα­λυμ­μα­ύ­χι νά σέ δῶ.

-Γέροντα ἀ­κό­μα δέν ἔ­γι­να.

-Βάλτο λέ­ει, ξέ­ρω ἐ­γώ.

Καί ἔ­τσι ἔ­γι­νε, μό­λις ἐ­πέ­στρε­ψε ἐ­κοι­μή­θη.

Ὁ Γέροντας τήν πε­ρί­ο­δο τῆς με­γά­λης Σα­ρα­κο­στῆς γιά τήν Πα­να­γί­α τοῦ 15/Αὔ­γου­στου ἔ­ψαλ­λε μέ εὐ­λά­βεια καί κα­τά­νυ­ξη καί τά μά­τια του πάν­τα γε­μᾶ­τα δά­κρυ­α. Ὅ­ταν δέν ἔ­ψαλ­λε ἦ­ταν γο­να­τι­στός πάν­τα μπρο­στά στήν Πα­να­γί­α καί ὅ­ταν ἔ­ψαλ­λε τό Με­γα­λυ­νά­ριο τῆς Πα­να­γί­ας «μή μοῦ ἐ­λέγ­ξεις τάς πρά­ξεις ἐ­νώ­πιον τῶν Ἀγ­γέ­λων» ὁ γέροντας μέ ἱ­λα­ρό πρό­σω­πο καί γε­μᾶ­τος δέ­ος καί κα­τά­νυ­ξη κο­ί­τα­γε τήν Πα­να­γί­α καί ἔ­λε­γε θά μᾶς τίς ἐ­λέγ­ξη μί­α πρός μί­α. Κρά­τα­γε στά χέ­ρια του τό κομ­βο­σχο­ί­νι καί δια­ρκῶς ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή «Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κε σῶ­σον ἡ­μᾶς» καί τόν κό­πο σου ἅ­παν­τα. Ἀ­γω­νι­οῦ­σε γιά τήν σω­τη­ρί­α τῶν ψυ­χῶν τῶν ἀν­θρώ­πων ἤ­θε­λε ὅ­λοι νά σω­θοῦ­με καί νά κερ­δί­σου­με τόν Πα­ρά­δει­σο καί νά γί­νου­με ἅ­γιοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Ἔ­βλε­πε καί συ­νο­μι­λοῦ­σε μέ τόν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη τόν Ρῶσ­σο.

Μία φο­ρά πού κα­τέ­βαι­νε στήν Ἀ­θή­να γιά για­τρό ἤ­μουν μα­ζί του, μό­λις φτά­σα­με στόν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη τό Ρῶσ­σο πή­γα­με γιά τό ναό, μοῦ λέ­ει, βά­λε καί τό ρα­σά­κι σου Ἰ­λα­ρί­ω­νά μου για­τί πᾶ­με πρός τό θεῖ­ο Ἰ­ω­άν­νη. Εἶ­δες στό στρα­τό ὅ­ταν πα­ρου­σι­ά­ζε­ται στό λο­χί­α ὁ λο­χα­γός φο­ρᾶ ἅ­πα­σα τήν στο­λή, ἔ­τσι εἶ­ναι καί μέ τόν Ἅ­γιο. Σε­βα­σμό ἀ­γά­πη καί εὐ­λά­βεια. Σάν Ἡ­γο­ύ­με­νος πού ἦ­ταν ἔ­πρε­πε νά ρή­ξη αὐ­τός τά λε­πτά γιά νά πά­ρου­με κε­ρί, βγά­ζει καί μοῦ δί­νει χρή­μα­τα ν᾿ ἀ­νά­ψω κε­ρί.

-Λέω Γέροντα, ἐ­σεῖς πού εἶ­στε Ἡ­γο­ύ­με­νος.

-Καί μοῦ λέ­ει, ἐ­γώ θ᾿ ἀ­νά­ψω, ἄ­να­ψε καί σύ Ἱ­λα­ρί­ω­νά μου γιά το­ύς γο­νεῖς σου καί ὅ­ποι­ον ἄλ­λον θές στόν Ἅ­γιο.

(Βλέ­πο­με λε­πτό­τη­τα καί δι­ά­κρι­ση τοῦ Γέροντα), δέν ἤ­θε­λε νά ξε­χω­ρί­ζη ἀ­πό κα­νέ­να.

Μόλις φτά­σα­με πρός τή λάρ­να­κα ὁ Γέροντας μοῦ λέ­ει, πά­τερ ζα­λί­στη­κα ἔ­χω κά­ποι­α ἀ­να­γο­ύ­λα μᾶλ­λον μέ πε­ί­ρα­ξε τό τα­ξί, πές τόν κύρ-Κώστα νά πε­ρι­μέ­νου­με μι­σή ὥ­ρα νά συ­νέλ­θω καί με­τά φε­ύ­γο­με.

-Νἆ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νο.

Με­τά μι­σή ὥ­ρα φύ­γα­με, ὁ Γέροντας πάν­τα χα­ρο­ύ­με­νος καί γε­μᾶ­τος δέ­ος καί συγ­κί­νη­ση φε­ύ­γον­τας ἀ­πό τόν Ἅ­γιο.

Με­τά ἀ­πό ἕ­να μῆ­να ἐ­πει­δή πολ­λές φο­ρές πή­γαι­να τό ἀ­πό­γευ­μα τόν κα­φέ τοῦ Γέροντα στό κε­λλά­κι του, μοῦ λέ­ει: Ἱ­λα­ρί­ω­νά μου θέ­λω νά σοῦ πῶ κά­τι, ἀλ­λά δέν θά τό πῆς που­θε­νά μό­νο με­τά τόν θά­να­τό μου.

Κατ᾿ ἀρ­χάς ζη­τῶ συγ­γνώ­μη καί νά σοῦ φι­λή­σω τό χέ­ρι γιά ἕ­να ψέμ­μα πού σοῦ εἶ­πα. Εἶ­ναι πά­τερ μου πνευ­μα­τι­κό τό θέ­μα θέ­λει πο­λύ προ­σευ­χή καί δι­ά­κρι­ση. Νά ξέ­ρης ὅ­τι ὁ θεῖ­ος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Ρῶσ­σος εἶ­ναι ζων­τα­νός καί ὅ­τι τοῦ ζη­τή­σου­νε τό δί­νει μέ πί­στη καί ἀ­γά­πη καί τό κυ­ρι­ώ­τε­ρο μέ τα­πε­ί­νω­ση. Τότε πού πη­γα­ί­να­με στήν Ἀ­θή­να μό­λις ἔ­φτα­σα μπρός στήν λάρ­να­κα, βλέ­πω πά­τερ μου, ἄ­κου­σα νά ἀ­νο­ί­γη ἡ λάρ­να­κα καί ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης νά βγα­ί­νη. Κάνω ὑ­πό­κλι­ση τοῦ Ἁ­γί­ου καί μοῦ λέ­ει, π. Ἰάκωβε ἐ­πι­στρέ­φω σέ λί­γο για­τί πρέ­πει νά πά­ω κά­που γιά ἀ­σθε­νή.

Ἐ­γώ γε­μᾶ­τος ἐ­σω­τε­ρι­κή χα­ρά καί πνευ­μα­τι­κή κα­τά­στα­ση πλή­ρης χά­ρι­τος Ἁ­γί­ου Πνε­ύ­μα­τος καί τοῦ Ἁ­γί­ου ἔ­κα­να τό σταυ­ρό μου κά­θη­σα δί­πλα σ᾿ ἕ­να σκα­μνά­κι, ὅ­πως σοῦ εἶ­χα πεῖ γιά νά συ­νέλ­θω ἐ­πει­δή εἶ­χα ζα­λά­δα καί τόν ἴ­λιγ­γο καί προ­σευ­χό­μουν. Περ­νοῦ­σαν κό­σμος, προ­σκυ­νοῦ­σαν τόν Ἅ­γιο ἐ­νῶ ὁ Ἅ­γιος ἔ­λει­πε μέ­σα ἀ­πό τή λάρ­να­κα ἀλ­λά γιά νά δῆς ἔ­πρε­πε νἆ­χεις πνευ­μα­τι­κά μά­τια. Με­τά μι­σή ὥ­ρα ἔρ­χε­ται ὁ Ἅ­γιος ἀ­νο­ί­γει ἡ λάρ­να­κα μπα­ί­νει ὁ Ἅ­γιος μέ­σα, βά­ζω με­τά­νοι­α νά προ­σκυ­νή­σω, καί ἀ­κο­ύ­ω νά μοῦ λέ­η ὁ Ἅ­γιος: Πές π. Ἰάκωβε τί ἔ­χεις νά μοῦ πῆς.

Ἐ­γώ εἶ­πα τί εἶ­χα νά πῶ στόν Ἅ­γιο καί με­τά ἔ­φυ­γα γιά τήν Ἀ­θή­να μα­ζί σου μέ τό τα­ξί. Νά ξέ­ρης ὁ Ἅ­γιος εἶ­ναι ζων­τα­νός καί ἡ θρη­σκε­ί­α μας ζων­τα­νή «Ἅ­γιοι γί­νε­σθε ὅ­τι Ἅ­γιος εἰ­μι ἐ­γώ».

Καί ἄλ­λες πολ­λές φο­ρές ὁ γέροντας ἐ­ξι­στο­ροῦ­σε γιά τόν ἅ­γιο Ἰ­ω­άν­νη τό Ρῶσ­σο καί γιά νά μήν τόν κα­τα­λά­βουν, ἔ­λε­γε κά­ποι­ος ἱ­ε­ρο­μό­να­χος εἶ­δε τόν Ἅ­γιο καί τοῦ εἶ­πε αὐ­τό ἤ ἐ­κεῖ­νο καί ἦ­ταν ὁ ἴ­διος. Ὁ Γέροντας τῆς ἀ­γά­πης, τῆς προ­σευ­χῆς, τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης, τῆς δι­α­κρί­σε­ως, τῆς ἀ­δι­α­λε­ί­πτου εὐ­χῆς. Καί ἄς μήν ἔ­λε­γε πολ­λά γιά τήν εὐ­χή.

Ὅ­ταν κά­να­με δι­α­κο­νή­μα­τα πολ­λά καί εἴ­μα­σταν κου­ρα­σμέ­νοι ὁ γέροντας ἔ­λε­γε, πα­τέ­ρες μου πές τε τό Πάτερ ἡ­μῶν καί πέ­στε νά ξε­κου­ρα­στεῖ­τε, δη­λα­δή εἶ­χε δι­ά­κρι­ση ἀ­κό­μα καί γιά τό θέ­μα τοῦ κα­νό­να τοῦ μο­να­χοῦ.

Θέλω πα­τέ­ρες νἆ­στε ἀ­γα­πη­μέ­νοι, νά κά­νε­τε τά δι­α­κο­νή­μα­τα καί τά πνευ­μα­τι­κά σας μέ μέ­τρο καί δι­ά­κρι­ση, νά μήν ξε­πα­το­θεῖ­τε στήν δου­λειά καί δέν μπο­ρεῖ­τε με­τά νά πῆ­τε ἕ­να Κύριε ἐ­λέ­η­σον.                  

Θά ἤ­θε­λα πολ­λά νά γρά­ψω γιά τόν Γέροντα ἀλ­λά λό­γῳ ποὖ­με λί­γο ἀ­γράμ­μα­τος ἀ­δυ­να­τῶ. Νά εὔ­χε­σθε νά ἀ­ξι­ω­θοῦ­με μα­ζί τόν Πα­ρά­δει­σο ἐν ἡ­μέ­ρᾳ Κρί­σε­ως.

*ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Β΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΑΠΡ.-ΙΟΥΝ. 2010

http://www.enromiosini.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Μαΐου, 2013

AGIOI TOY PONTOY

ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ

Την 1η Μαρτίου του 1659 μαρτύρησε στην Τραπεζούντα ο νεομάρτυρας Παρασκευάς, ένας από τους δημογέροντες της πόλης. Ο θάνατός του έγινε με απαγχονισμό. Τα λείψανά του αρχικά τάφηκαν στο ναό του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στη μονή της Θεοσκεπάστου.

 ΑΓΙΟΙ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΕΣ

Οι Άγιοι Σαράντα ήταν στρατιώτες, ηλικίας 16-22 ετών και μάλιστα χριστιανοί, υπηρετώντας στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Λικίνιος. Επειδή διατάχθηκαν να θυσιάσουν στα είδωλα και αυτοί αρνήθηκαν, τους έριξαν στα παγωμένα νερά μιας λίμνης κοντά στη Σεβάστεια, διατάζοντάς τους να παραμείνουν γυμνοί μια νύχτα μέσα στο αφόρητο ψύχος. Όλοι τους υπέμειναν το μαρτύριο εκτός από ένα που λιποψύχησε και βγήκε από τη λίμνη. Τη θέση του όμως την πήρε ένας φρουρός που θαύμασε την καρτερία και το θάρρος των άλλων 39, με τους οποίους και εμαρτύρησε, αφού το πρωί λιπόθυμους τους έκαψαν όλους ζωντανούς. Το μαρτύριό τους έγινε περιβόητο σε όλη την Ανατολή και τιμήθηκε ξεχωριστά και στον Πόντο.

ΑΓΙΟΣ ΤΙΜΟΛΑΟΣ

Ποντιακής καταγωγής. Θανατώθηκε το 305 στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, μαζί με άλλους επτά χριστιανούς.

ΑΓΙΟΣ ΥΠΑΤΙΟΣ

Άγιος, ιερομάρτυρας, επίσκοπος Γαγγρών του Πόντου. Πέθανε με μαρτυρικό θάνατο από τους αιρετικούς Ναβαταίους, οι οποίοι, αφού έστησαν ενέδρα, τον σκότωσαν με ρόπαλα και πέτρες.

ΟΣΙΑ ΕΛΙΣΑΒΕΤ

Στις 24 Απριλίου γιορτάζεται η Οσία Ελισάβετ, από τα Λιβάδια Τραπεζούντας (1336-1380).

ΑΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΦΡΟΣ

Ο μεγαλομάρτυρας Χριστόφοφρος είναι ο πρώην Ρέπροβος από την περιοχή Σουρμένων του αρχαίου Πόντου (219-251).

Ήταν πρώτα αγριάνθρωπος, ανθρωποφάγος, ο οποίος μετά από περιπέτειες και ένα θαύμα , που ξαναείδε το φως του, έγινε χριστιανός.

Κάποτε πέρασε από ένα ποτάμι  ένα μικρό παιδί ως τριών χρόνων, που στα μισά της διαδρομής βάρυνε απότομα και γυρνώντας είδε το Χριστό και από εκείνη την ημέρα τον ονόμασαν «Χριστο-φόρο».

Ο Άγιος Χριστόφορος έγινε προστάτης των διαφόρων οχημάτων και ταξιδιωτών.

AΓΙΟΣ ΥΠΑΤΙΟΣ

Άγιος και μάρτυρας της εκκλησίας, που καταγόταν από τη Νικομήδεια. Μαρτύρησε το 273 στο Βυζάντιο.

AΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΘΩΝΙΤΗΣ

Ιδρυτής της μονής Μεγίστης Λαύρας και εισηγητής της κοινοβιακής οργάνωσης στο Άγιο Όρος. Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα γύρω στο 930 και το κατά κόσμο όνομά του ήταν Αβράμιος. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και εργάστηκε για ένα διάστημα ως δάσκαλος. Νέος ακόμη έγινε μοναχός στη μονή Ξηρολίμνης του Ολύμπου της Βιθυνίας, όταν γνώρισε τον μετέπειτα αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά, ανιψιό του ηγούμενου της μονής και συνδέθηκε μαζί του στενά.

Αργότερα ο Αθανάσιος ασκήτευσε στο Άγιο Όρος όπου με την οικονομική ενίσχυση του Νικηφόρου Φωκά άρχισε το 963 να χτίζει τη μονή της Μεγίστης Λαύρας.

Η ακριβής χρονολογία του θανάτου του Αθανασίου δεν είναι γνωστή. Θα πρέπει πάντως να πέθανε λίγο πριν από το 1010. σύμφωνα με την παράδοση καταπλακώθηκε ο ίδιος και έξι μαθητές του, όταν έπεσε ο θόλος του ναού της μονής. Ο τάφος του βρίσκεται σε παρεκκλήσι της Μεγίστης Λαύρας.

ΑΓΙΟΙ  45 ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΝΙΚΟΠΟΛΗ

Οι 45 μάρτυρες μαρτύρησαν την εποχή του αυτοκράτορα Λικινίου στη Νικόπολη του Πόντου και συγκεκριμένα στην κωμόπολη Αγουτμούσ’.

Πραγματικά οι κάτοικοι του Αγουτμούσ’, χριστιανοί όλοι, εξισλαμίστηκαν βίαια και έγιναν οι πιο φανατικοί μουσουλμάνοι.

Οι 45 μάρτυρες ήταν στρατιώτες, στους οποίους ο Λικίνιος είχε δώσει εντολή να διώξουν τους χριστιανούς. Αυτοί όμως προσήλθαν στο δούκα του τόπου Λυσία και ομολόγησαν ότι είναι χριστιανοί και δε μπορούν να εκτελέσουν τη διαταγή αυτή. Τότε αυτός τους φυλάκισε, τους βασάνισε, τους θανάτωσε και τους έριξε στα νερά του Λύκου ποταμού, κοντά στο Αγουτμούσ’.

AΓΙΟΣ ΥΑΚΙΝΘΟΣ

Μάρτυρας ποντιακής καταγωγής, που  έζησε στις αρχές του 4ου αιώνα και ήταν φημισμένος ιεροκήρυκας.

ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ

Στις 14 Αυγούστου του 1653 μαρτύρησε ο Συμεών, χρυσοχόος από την Τραπεζούντα. Στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος στο Άγιο Όρος  σώζεται χειρόγραφο, λόγος συνοπτικός διαλαμβάνων εν περιλήψει πας από του αγίου Συμεών του Θεοδόχου βιογραφίας έως του ύστερου Συμεών του νεομάρτυρος του Τραπεζουντίου.

AΓΙΟΣ ΣΕΒΗΡΙΑΝΟΣ

Ο Σεβηριανός ήταν χριστιανός που ζούσε στη Σεβάστεια του Πόντου και ενθάρρυνε τους 40 μάρτυρες, παροτρύνοντάς τους να χάσουν τη ζωή τους για το Χριστό. Συνελήφθη και κρεμάστηκε από τους Ρωμαίους, μαρτυρώντας και αυτός για το Χριστό.

AΓΙΟΣ ΑΓΑΠΙΟΣ

Καταγόταν από τη Σεβάστεια και μαρτύρησε επί Λικιννίου.

AΓΙΟΣ ΦΩΚΑΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΌΣ ΚΑΙ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΦΩΚΑΣ Ο ΚΗΠΟΥΡΟΣ

Ο Άγιος Φωκάς ο κηπουρός έκανε πολλά θαύματα και μετά τον θάνατό του. Ο λαός τον συσχέτισε με τη θάλασσα και τα θαλασσινά ταξίδια.

Οι Πόντιοι έχτισαν πολλούς ναούς στο όνομά του σε όλα τα τρικυμιώδη σημεία των παραθαλάσσιων πόλεων από την Τραπεζούντα ως την Κωνσταντινούπολη.

AΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΑΒΡΑΣ

Άγιος και μάρτυρας της Εκκλησίας, άρχων του Θέματος Χαλδίας.

Δούκας που έδρασε κυρίως την εποχή του Αλέξιου Κομνηνού Α΄ (1081-1118). Πετυχαίνοντας να ελευθερώσει την περιοχή Χαλδίας-Τραπεζούντας από τους Σελτζούκους, του ανατέθηκε η διοίκηση της περιοχής την οποία οργάνωσε, κατά την Άννα Κομνηνή, σαν να ήταν προσωπικό του φέουδο.

Το 1098, πολεμώντας με τον Αμίρ Αλή αιχμαλωτίστηκε και στη συνέχεια οδηγήθηκε στο Ερζερούμ, όπου και θανατώθηκε με φρικτά βασανιστήρια. Οι βασανιστές του, προσπαθώντας να τον  μεταστρέψουν στον μωαμεθανισμό, τον έριξαν στο χιόνι και τον μαστίγωσαν. Στη συνέχεια του απέσπασαν βίαια το δέρμα και τον διαμέλισαν. Ο Αμίρ Αλή μάλιστα από το κρανίο του αγίου κατασκεύασε χρυσό κύπελλο.

ΑΓΙΑ ΕΛΕΝΗ Η ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ

Η Αγία Παρθενομάρτυς Ελένη, εικονίζεται με ένα σταυρό στο χέρι και ποδηρή ποντιακή ενδυμασία.

AΓΙΟΣ ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ

Ένας από τους 70 μαθητές του Κυρίου. Αναφέρεται από τον Απόστολο Παύλο στην προς Ρωμαίους επιστολή του (ΣΤ΄, 15). Σύμφωνα με τις παραδόσεις της Εκκλησίας χειροτονήθηκε επίσκοπος της Σινώπης από τον Απόστολο Ανδρέα.

ΟΣΙΟΣ ΝΕΙΛΟΣ Ο ΣΟΦΟΣ (368-452)

Ο Όσιος Νείλος καταγόταν από τα Κοτύωρα του Πόντου. Έζησε 48 χρόνια στην έρημο Σινά και άφησε 1061 λόγους δογματικούς και ψυχωφελείς.

AΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΤΗΣ ΝΕΟΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ

Άγιος της εκκλησίας που επονομάστηκε θαυματουργός, ένας από τους μεγαλύτερους κήρυκες του χριστιανικού Ευαγγελίου στην περιοχή του Πόντου κατά τον 3ο αιώνα.

Στο ιεραποστολικό και ποιμενικό του έργο μπορούμε να διακρίνουμε:

α. τη μαζική μεταστροφή στο χριστιανισμό, πλήθους ανθρώπων

β. το χαρισματικό και θαυμαστό χαρακτήρα της ποιμενικής του δράσης

γ. την προσαρμογή του χριστιανικού μηνύματος στη νοοτροπία και την προηγούμενη παιδεία του λαού

δ. τον ιδιαίτερο ζήλο για τη διάδοση του χριστιανικού μηνύματος και την κήρυξη του Ευαγγελίου.

OΣΙΟΣ ΝΙΚΩΝ Ο «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ»

Καταγόταν από το Ζεομύρι Τραπεζούντας. Ο Νίκων περιόδευε σε πολλά μέρη της Ελλάδας και κήρυττε , επαναλαμβάνοντας συνεχώς τη λέξη «μετανοείτε» απ΄ όπου προήλθε και το προσωνύμιό του. Πέθανε στη Σπάρτη όπου οι κάτοικοι έχτισαν περικαλλή ναό  προς τιμή του, τον έχουν πολιούχο της πόλης τους και τον γιορτάζουν με μεγαλοπρέπεια.

AΓΙΟΣ ΕΙΡΗΝΑΡΧΟΣ

Μαρτύρησε στη Σεβάστεια του Πόντου επί Διοκλητιανού. Ήταν δήμιος και παρακινημένος κάποτε από το θάρρος επτά χριστιανών γυναικών πίστεψε στο Χριστό και στη συνέχεια θανατώθηκε.

ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ

Μάρτυρας και αγία της χριστιανικής εκκλησίας που έζησε τα πρώτα χρόνια του χριστιανισμού. Κατά την παράδοση, μαρτύρησε επί αυτοκράτορα Μαξιμίνου (235-238)μ.Χ.). Καταγόταν από τη Μερζιφούντα του Πόντου. Κατ΄ άλλους καταγόταν από τη Νικομήδεια της Βιθυνίας. Μαρτύρησε στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου παραδομένη από τον ίδιο τον πατέρα της, κατά μια μαρτυρία. Ο πατέρας της, έπειτα από λίγο, χτυπήθηκε, σύμφωνα ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡAΔΟΣΗ ΑΠΌ ΚΕΡΑΥΝO.

Η Αγία και μεγαλομάρτυς Βαρβάρα είναι προστάτιδα του πυροβολικού.

ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ

Ο Άγιος Σάββας καταγόταν από το Ν.Δ.Πόντο και συγκεκριμένα από τη Μουταλάσκη της Καππαδοκίας. Ασπάστηκε το μοναχικό σχήμα από πέντε ετών παιδί και ως το τέλος της ζωής του έζησε με ευλάβεια και πίστη. Το 490 στην Παλαιστίνη, κοντά στα Ιεροσόλυμα, ίδρυσε ομώνυμο μοναστήρι, που έγινε Σχολή μοναχισμού. Είχε βιβλιοθήκες, χειρόγραφα, αντιγραφές. Εκεί εργάστηκε και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός τον 8ο αιώνα.

Ο Άγιος Σάββας πέθανε στο μοναστήρι του. Τα λείψανά του, μετά από διάφορες περιπέτειες, η Ρωμαϊκή Εκκλησία τα επέστρεψε στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων το 1965 και τα ξανάβαλαν στο παλιό μοναστήρι.

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε στα Πάταρα του Δυτικού Πόντου. Στα 23 χρόνια του χειροτονήθηκε ιερέας και πολύ νωρίς έφτασε στο αξίωμα του αρχιεπισκόπου Μύρων και Λυκίας.

Ο Άγιος Νικόλαος με τους διωγμούς φυλακίστηκε και αποφυλακίστηκε το 313 με το διάταγμα της ανεξιθρησκίας του Μ.Κωνσταντίνου. Έλαβε μέρος το 325 στην Α΄ Οικουμενιλή Σύνοδο μεταξύ 318 Θεοφόρων Πατέρων κι εκεί ράπισε τον αιρετικό Άρειο, στηρίζοντας την Ορθοδοξία.

Όλη του τη ζωή την αφιέρωσε σε καλά έργα, βοηθώντας φτωχούς, χήρες, ορφανά. Θεωρείται προστάτης Άγιος των ναυτικών.

ΑΓΙΟΣ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ

Μάρτυρας της Εκκλησίας. Θανατώθηκε επί Διοκλητιανού, γύρω στο 296, μαζί με τους μάρτυρες Αυξέντιο, Ευγένιο, Μαρδάριο και Ορέστη. Ενώ υπηρετούσε ως σκρινιάριος του διοικητή του Πόντου, Λυσία, βαφτίστηκε και προσέλκυσε και τους άλλους τέσσερις στη χριστιανική πίστη γι’ αυτό και υπέστη τρομερά βασανιστήρια.

ΑΓΙΟΣ ΦΛΩΡΟΣ

Ο Άγιος Φλώρος ήταν επίσκοπος της Αμισού το τελευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα.

Οι Άγιοι Φλώρος και Λαύρος ήταν δίδυμα αδέλφια και ήταν άρρηκτα ενωμένοι δια της θερμής πίστεως και  αγάπης που είχαν προς το Χριστό. Κατάγονταν από το Βυζάντιο και είχαν διδαχθεί το χριστιανισμό και την τέχνη του λιθοξόου από τους Αγίους Πρόκλο (ή Πάτροκλο σύμφωνα με τον Άγιο Νικόδημο) και Μάξιμο, οι όποιοι υπέστησαν και μαρτυρικό θάνατο για το Χριστό.

pontios akritas http://pontiosakritas.blogspot.com/2011/06/blog-post_16.html#ixzz1kGlwqYir

.enromiosini.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Ισαπόστολο​ς Αγία Λυδία η Φιλιππησία

Συγγραφέας: kantonopou στις 17 Μαΐου, 2013

07_a_04

Του Μητροπολίτη Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου κ. Προκοπίου

Κάθε τόπος επαίρεται για το κάλος ή την ιστορία του. Κάποιοι τόποι όμως είναι ευλογημένοι από τον Θεό.

Η Ιερά Μητρόπολή μας κατέχει αυτήν την ευλογία, αφού τους Φιλίππους επέλεξε η θεία πρόνοια για να ιδρυθεί εδώ η πρώτη χριστιανική εκκλησία στην Μακεδονία, στην Ελλάδα, στην Ευρώπη ολόκληρη.

Και εδώ στα ευλογημένα ύδατα του Ζυγάκτη ποταμού βαπτίζεται η πρώτη ευρωπαία χριστιανή, η αγία Λυδία η Φιλιππησία, την μνήμη της οποίας θα πανηγυρίσει η τοπική μας εκκλησία στον περικαλλέστατο μνημειακό Ναό-Βαπτιστήριο το διήμερο 19 και 20 Μαΐου με τις προγραμματισμένες λατρευτικές συνάξεις:

Κυριακή 19 Μαΐου το πρωΐ, Προεόρτιος Θεία Λειτουργία καί το απόγευμα στις 7 πανηγυρικός Αρχιερατικός Εσπερινός μετ’ αρτοκλασίας στο υπαίθριο Βαπτιστήριο.

Δευτέρα 20 Μαΐου, το πρωΐ Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, κατά την οποία ευλαβικά θα περιστοιχίσουμε την Ευχαριστιακή αγία Τράπεζα, ψάλλοντας αναστάσιμους «ψαλμούς και ύμνους και ωδές πνευματικές» προς τον Νικητή του Θανάτου Αναστάντα Κύριο.

Λιτανεύοντας, θα εξέλθουμε του Ναού και θα πορευθούμε στην όχθη του ποταμού Ζυγάκτη, του Ιορδάνη της Μακεδονίας, στο μέρος που εθεωρείτο, κατά το Βιβλίο των Πράξεων, τόπος προσευχής.

Εκεί όπου ο φωτιστής μας Απόστολος μετά το κήρυγμά του κατέβασε στα ρέοντα ύδατα του ποταμού τη «σεβομένην τον Θεόν» πορφυροπώλιδα Λυδία, της οποίας ο Κύριος άνοιξε την καρδιά, ώστε να δίνει προσοχή και να δέχεται, όσα δίδασκε ο Παύλος, και βάπτισε την ίδια και όλη την οικογένεια της.

Στον ίδιο τόπο ο Επίσκοπος μας και πάλι φέτος, όσους ενήλικες ελεύθερα και ανεπηρέαστα δήλωσαν τον πόθο τους να αναγεννηθούν δια του βαπτίσματος και να εισέλθουν στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, θα βαπτίσει στο όνομα του Τριαδικού Θεού και θα χρίσει διά του Αγίου Μύρου.

Θα ζωντανέψουν και πάλι τα πρωτοστατούντα τιμώμενα πρόσωπα. Ο Παύλος και οι συνοδίτες του απόστολοι Σίλας, Λουκάς και Τιμόθεος, η Αγία Λυδία, ο δεσμοφύλακας και η μαντευομένη παιδίσκη.

Οι λίθοι θα ομιλήσουν και πάλι και θα υμνήσουν τα μεγαλεία του Θεού. Θα χαραχθούν ανεξίτηλα στις καρδιές των προσκυνητών όλα αυτά που η θεία πρόνοια μας δώρισε ως ιερά παρακαταθήκη.

Η μορφή της δυναμικής πορφυροπώλιδας και φλεγομένης ισαποστόλου Αγίας Λυδίας θα μας υπενθυμίζει ότι στην παράδοση και στο πνεύμα της Ορθοδοξίας οι γυναίκες έχουν ξεχωριστή θέση στη διακονία, στο κήρυγμα της πίστεως, στην προσευχή, στην εκδήλωση της αγάπης, στην «κατ’ οίκον εκκλησία», στις λατρευτικές και κυρίως στις ποιμαντικές εκδηλώσεις της εκκλησιαστικής Κοινότητος, καθώς και στις κοινωνικές δράσεις, στην τέχνη, στην επιστήμη, στον πολιτισμό, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις πιο αποδοτικά από τους άνδρες.

Ακόμη μέσα στην χαρά της αναστασίμου περιόδου η καρδιά μας θα πυρποληθεί με τα λόγια του Αποστόλου μας από την προς Φιλιππησίους Επιστολή του: “Χαίρετε πάντοτε εν Κυρίω, με τη χαρά, που προέρχεται από την ένωση και την κοινωνία μας με τον Κύριο. Όλοι μας να πράττουμε όσα είναι αληθινά, σεμνά, δίκαια, αγνά, όσα έχουν σχέση με την αρετή και με τον έπαινο. Και ο Θεός της ειρήνης θα είναι πάντοτε μαζί μας”.

Και έτσι θα ευχαριστήσουμε τον Κύριο που μας αξίωσε να ζούμε στον ευλογημένο με την παρουσία τόσων αγίων τόπο μας και να έχουμε μια τόσο ένδοξη και αξιοζήλευτη ιστορία.

http://www.romfea.gr/arthra-apopseis/17045-2013-05-16-20-10-32

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιατί μας είναι δύσκολο να πιστέψουμε στην ανάσταση;

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Μαΐου, 2013

Μας είναι δύσκολο να πιστέψουμε στην ανάσταση, διότι είμαστε επηρεασμένοι από την αρχαία φιλοσοφία και όχι από την ορθόδοξη θεολογία. Η αρχαία φιλοσοφία, πίστευε στην κατά φύση αθάνατη ψυχή και στο κατά φύση θνητό σώμα, στο οποίο περικλείεται η ψυχή. Και γι’ αυτό μάς είναι πιο φυσικό να πιστεύουμε στην αθανασία της ψυχής παρά στην ανάσταση του σώματος. Διότι όταν λέμε ανάσταση εννοούμε την ανάσταση των σωμάτων, εφόσον οι ψυχές δεν πεθαίνουν, δεν πιστεύουμε εμείς οι ορθόδοξοι στο θνητοψυχισμό.

the holy myrrhbearing women at the Tomb. st, Gregory of Sinai monast. Berkeley, California

«Πιστεύουμε και στην ανάσταση των νεκρών. Γιατί θα γίνει, πράγματι, θα γίνει ανάσταση των νεκρών. Όταν λέμε φυσικά ανάσταση, εννοούμε ανάσταση σωμάτων. Γιατί ανάσταση είναι η δεύτερη ανάσταση του ανθρώπου της πτώσεως· άλλωστε οι ψυχές, ως αθάνατες (κατά χάριν), πώς θα αναστηθούν; Αν πράγματι ορίζουν το θάνατο ως χωρισμό της ψυχής από το σώμα, οπωσδήποτε η ανάσταση είναι η νέα συνάφεια ψυχής και σώματος και η δεύτερη σύσταση της ζωντανής υπάρξεως που διαλύθηκε στα στοιχεία της και έπεσε. Το ίδιο λοιπόν σώμα που φθείρεται και διαλύεται, το ίδιο θα αναστηθεί άφθαρτο», μας λέει άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.

Επομένως όταν λέμε ανάσταση νεκρών, εννοούμε ότι οι άνθρωποι θα ξαναπάρουν πάλι το σώμα τους, το οποίο είχε παραδοθεί στη μητέρα γη και είχε διαλυθεί στα «εξ ων συνετέθη» στοιχεία του. Αλλά το αναστημένο σώμα μας θα είναι άφθαρτο και πνευματικό, όπως μας αναφέρει και ο απόστολος Παύλος, λέγοντας στην Α’ προς Κορινθίους Επιστολή του: «Δει το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν» (Α’ Κορ. 15, 53).

Για τους αρχαίους φιλοσόφους λοιπόν και τους Έλληνες, που είχαν επηρεασθεί από το πνεύμα τους, η σωτηρία βρίσκεται στη φυγή από το σώμα και από το αισ¬θητό, στην επιστροφή προς τον νοητό κόσμο. Ενώ για τη Βίβλο ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματική οντότητα, το ανθρώπινο ον είναι μια προσωπική ενότητα. Επομένως η ανάσταση των νεκρών σωμάτων δεν είναι ακατανόητη για τη Βίβλο. Οι Αθηναίοι, φυσικά, αντέδρασαν όταν τους μίλησε ο απόστολος Παύλος για την ανάσταση, γιατί ήταν επηρεασμένοι από την αρχαία φιλοσοφική σκέψη. Γι’ αυτό, όπως αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων, «ακούσαντες δε ανάστασιν νεκρών, οι μεν εχλεύαζον, οι δε είπον ακουσόμεθά σου πάλιν περί τούτου» (Πράξ. 17, 31-32).

Υπάρχει όμως και ένας άλλος λόγος, για τον οποίο εμείς οι άνθρωποι δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε στην ανάσταση. Ο λόγος αυτός είναι πνευματικός και έχει σχέση με την καθαρότητα και την αναμαρτησία μας. Λέει ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς: «Εκείνος ο οποίος διά της πίστεως εις τον Αναστάντα Χριστόν αγωνίζεται εναντίον κάθε αμαρτίας του, αυτός ενισχύει βαθμιαίως εν εαυτώ την αίσθησιν ότι ο Κύριος όντως ανέστη, όντως ενίκησε τον θάνατον εις όλα τα μέτωπα της μάχης. Η αμαρτία βαθμιαίως σμικρύνει την ψυχήν του ανθρώπου, την πλησιάζει προς τον θάνατον, την μεταβάλλει από αθανάτου εις θνητήν, από αφθάρτου και απεράντου εις φθαρτήν και πεπερασμένην. Όσον περισσοτέρας αμαρτίας έχει ο άνθρωπος, τόσον περισσότερον είναι θνητός. Και εάν ο άνθρωπος δεν αισθάνεται τον εαυτόν του αθάνατον, είναι φανερόν ότι ευρίσκεται όλος βεβυθισμένος εις τας αμαρτίας, εις σκέψεις μυωπικάς, εις αισθήματα νενεκρωμένα. Ενώ, καθώς γίνεται αγιώτερος ο άνθρωπος, αποκτά ολονέν και περισσότερον δυνατήν, περισσότερον ζω¬ντανήν αίσθησιν της προσωπικής του αθανασίας· αποκτά επίγνωσιν της ιδικής του και της των πάντων αιωνιότητος».

Γι’ αυτό και ο π. Σωφρόνιος ο Σαχάρωφ μάς υπογραμμίζει και μας λέει ότι σ’ αυτούς που μετανοούν αληθινά, η Χάρη του Αγίου Πνεύματος δίνει το βίωμα της αναστάσεως της ψυχής, ενόσω ο άνθρωπος βρίσκεται ακόμη στη γήινη αυτή ζωή: «Η Χάρις του Αγίου Πνεύματος δίδει εις τους φλογερώς μετανοούντας και την πείραν της εις άδου καταβάσεως, και την πείραν του άδου της αγάπης, και της αναστάσεως της ψυχής, εντός των ορίων εισέτι της εν τω σώματι τούτω ζωής».

Φυσικά, μπορεί να δίδεται η βιωματική εμπειρία, αλά δεν μπορούμε να συλλάβουμε και να μιλήσουμε με λεπτομέρεια για την πραγματικότητα του μέλλοντα αιώνα, έστω και αν κάποιες φορές βιώνουμε μια ζωντανή προσωπική σχέση με τον Θεό. Πρέπει όμως να ξέρουμε, ότι η σχέση μας αυτή έχει σπέρματα αιωνιότητας. Πώς θα είναι όμως η ζωή, όχι κάτω από τις συνθήκες της πτώσης, αλλά μέσα σ’ ένα σύμπαν που ο Θεός θα είναι «τα πάντα τοις πάσι», γι’ αυτό έχουμε μόνο μερικές λάμψεις και όχι μια καθαρή αντίληψη. Αυτός είναι ο λόγος που μας κάνει να μιλάμε με προσοχή και να κρατάμε πάντοτε σιωπή για τα θέματα αυτά.

Είναι σαφές λοιπόν ότι δεν μπορούμε να αντιληφθούμε «διά του νοός» μας όλα αυτά τα μεταφυσικά θέματα, ούτε να εννοήσουμε την εκ νεκρών ανάσταση, αλλά στην προσευχή μπορεί να περιέλθουμε, κυρίως οι Άγιοι, σε τέτοια κατάσταση, η οποία μας διανοίγει τα μυστήρια του μέλλοντα αιώνα, όπως μας αναπτύσσει και πάλιν ο άγιος Γέροντας π. Σωφρόνιος λέγοντας: «Δεν δυνάμεθα να συλλάβουμε διά του νοός ημών τι σημαίνει σωτηρία του κόσμου, ούτε να επινοήσωμεν την εκ νεκρών ανάστασιν (βλ. Μάρκ. 9, 10). Εν τη προσευχή όμως περιερχόμεθα ενίοτε εις κατάστασιν ήτις διανοίγει ημίν εν μέρει τα μυστήρια του μέλλοντος αιώνος. Πιστεύομεν ότι θα έλθη εκείνη η στιγμή, ήτις καλείται «το πλήρωμα των καιρών» (Εφεσ. 1, 10), ως τελείωσις παντός ό,τι “ένενόησε” (πρβλ. Ιουδήθ 9, 5) περί ημών ο Δημιουργός.

(Θάνατος, Ανάσταση και Αιώνια ζωή, εκδ. «Ετοιμασία», Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 2002, σ. 223-226).

pemptousia

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Νέα στοιχεία για τους φεουδάρχες της Χούλου

Συγγραφέας: kantonopou στις 12 Μαΐου, 2013

Φωτό:parathyro.com

Φωτό:parathyro.com

της Νάσας Παταπίου, Ιστορικού-Ερευνήτριας,

Κέντρο Επιστημονικών ερευνών Κύπρου

Πρώτος ο χρονικογράφος μας Λεόντιος Μαχαιράς μνημονεύει, κατά τα έτη της βασιλείας του Φράγκου βασιλιά Πέτρου Α’, ως φεουδάρχη της Χούλου τον Τζουάν Τεμουντολήφ (Jean de Montolif).

Ο Montolif, σύμφωνα πάντα με τον Μαχαιρά, είχε σύζυγο την Ιωάννα Λ’Αλεμά, που ήταν μια από τις ερωμένες του βασιλιά Πέτρου Α’. Η οικογένεια των Montolif είχε παίξει μεγάλο ρόλο στην ιστορία της Κύπρου και κυρίως κατά την περίοδο της διαμάχης για το στέμμα μεταξύ της Καρλόττας, νόμιμης βασίλισσας και του ετεροθαλούς αδελφού της Ιακώβου.

Ο Φραγκίσκος Montolif, για παράδειγμα, βισκούντης Λευκωσίας και βάιλος Καρπασίας είχε στραφεί εναντίον του Ιακώβου και ως οπαδός της βασίλισσας Καρλόττας αναγκάστηκε να καταφύγει μαζί της στο φρούριο της Κερύνειας.

Η Χούλου, όπως έχει υποστηρίξει στο παρελθόν ο μεγάλος φιλόλογος Σίμος Μενάρδος, πολύ πιθανόν να οφείλει το όνομά της στην οικογένεια Goul, συριακής προφανώς καταγωγής. Από το όνομα δηλαδή κάποιου φεουδάρχη ονομαζόμενου Γουλ προήλθε και το όνομα του χωριού Χούλου. Το όνομα αυτό θα είχε την προφορά Houl, διατείνεται ο Μενάρδος, όπως και το συριακό όνομα Γούρρη το οποίο επίσης απαντά στην Κύπρο και ως Χούρρη (Gour- ry ή Hourry). Το όνομα Γουλ πράγματι απαντά στη μεσαιωνική Κύπρο και συγκεκριμένα στο χρονικό του Λεοντίου Μαχαιρά, όπως φέρ’ ειπείν ο Στασίς του Γούλου. Βέβαια σε καμιά πηγή μέχρι σήμερα δεν μας έχει παραδοθεί η πληροφορία ότι κάποιος Γουλ υπήρξε φεουδάρχης της Χούλου. Σε αρχειακό υλικό όμως έχουμε συναντήσει αρκετά στοιχεία για τους φεουδάρχες της Χούλου, όπως τις οικογένειες Acrolissa, de Ras και Grenier πριν περιέλθει το ίδιο χωριό στο Δημόσιο.

Η οικογένεια Acrolissa

Η φραγκική οικογένεια Acrolissa, όπως μαρτυρείται σε έγγραφα της Φραγκοκρατίας, των οποίων αντίγραφα διασώθηκαν στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας, μας προσφέρουν νέα στοιχεία για τους φεουδάρχες των χωριών της Κύπρου και στην προκειμένη περίπτωση για τους φεουδάρχες της Χούλου.

Η οικογένεια των Acrolisa εμφανίζεται στις πηγές που αφορούν στην Κύπρο πριν το έτος 1378 και το όνομα της οικογένειας απαντά ποικιλοτρόπως ως Acrolissa, Crolissa, Crolixa, Clirissa κ.ά.

Το 1355 ένας Simon d’Acrolissa αναφέρεται ότι ήταν υπεύθυνος για τις ανακρίσεις που αφορούσαν κλοπές ζώων. Επίσης, γνωρίζουμε ότι η σύζυγος του Badin de Nores, ναυάρχου της Ιερουσαλήμ, όπως μνημονεύεται το 1422, ήταν η Μαρία de Crolixa, προφανώς με καταγωγή από την ίδια οικογένεια.

Τον 15ο αιώνα απαντά ένας Ιωάννης Acrolissa ως magister regalis hospitalis, δηλαδή αρχιθαλαμηπόλος του ανακτόρου, κατά τα χρόνια της βασιλείας του Ιωάννη Β’, ο οποίος πιθανότατα συνδέεται με συγγενικούς δεσμούς με τη Μαρία d’ Acrolissa. Όπως θα εξετάσουμε παρακάτω ο Ιωάννης d’ Acrolissa πρέπει να ταυτιστεί με τον φεουδάρχη της Χούλου και της Καλλέπιας.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ένα χωριό της χερσονήσου της Καρπασίας, το οποίο υφίστατο έως τα μέσα του 16ου αιώνα, αφού το συναντούμε και στον περίφημο χάρτη του Λεωνίδα Αττάρ το 1542, ονομαζόταν Acrolisa. To γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι το χωριό είχε δημιουργηθεί σε κάποιο φέουδο του Acrolissa, και κατά πάσα πιθανότητα του Ιωάννη Acrolissa γι’ αυτό φέρει και το όνομά του, όπως συμβαίνει άλλωστε και με άλλα χωριά της Κύπρου που φέρουν ονόματα φεουδαρχών.

Έλενα Grenier

Ο φεουδάρχης Ιωάννης d’ Acrolissa είχε νυμφευθεί την Έλενα de Grenier, θυγατέρα του Ιακώβου de Grenier, κόμη Εδέσσης – Rochas και μικρότερη αδελφή του Morf de Grenier που είχε διαδεχθεί τον πατέρα του στις 18 Νοεμβρίου 1447. Ας σημειωθεί επίσης ότι η Έλενα από την πλευρά της μητέρας της, της Μαργαρίτας, καταγόταν από τον βασιλικό οίκο των Lusignan, αφού ήταν ανεψιά του βασιλιά.

Ο αδελφός της Έλενας Morf de Grenier ως πρωτότοκος, σύμφωνα με τις Ασσίζες των Ιεροσολύμων, έλαβε όλη την περιουσία του πατέρα του. Η αδελφή του, η οποία σύμφωνα και πάλι με τις Ασσίζες δεν κληρονομούσε τίποτα, φάνηκε τυχερή και παντρεύτηκε έναν πλούσιο με πολλά φέουδα τον φεουδάρχη Ιωάννη d’ Acrolissa, αλλά πολύ σύντομα πέθανε και έμεινε χήρα. Η Έλενα όμως ως χήρα του d’ Acrolisa έλαβε το μερίδιο από τα φέουδά του, το οποίο της αναλογούσε. Σύμφωνα με ένα ανέκδοτο έγγραφο, ο σύζυγός της είχε τα εξής χωριά ως φέουδα από τα οποία τα μισά εισοδήματα ανήκαν στη χήρα Έλενα Grenier d’ Acrolissa. Τα χωριά αυτά ήταν το χωριό Αρεδιού της Ορεινής, η Πέτρα, η οποία τότε ανήκε στο διαμέρισμα της Πεντάγειας και σήμερα είναι γνωστή ως Πέτρα Σολέας και δύο χωριά της Πάφου: η Χούλου και η Κάτω Καλλέπια. Ένα πέμπτο χωριό δεν κατορθώσαμε να το ταυτίσουμε, αλλά εάν έχουμε αναγνώσει σωστά στο έγγραφο αναφέρεται ως Legnati ( ίσως Λιμνάτι;).

Από τον Ιωάννη d’ Αcrolissa η Χούλου καθώς και η Καλλέπια έγιναν ιδιοκτησία της Έλενας Grenier και του δεύτερου συζύγου της Ιωάννη de Ras. O de Ras παρόλο που αρχικά όταν ξέσπασε η διαμάχη για το στέμμα της Κύπρου μεταξύ της νόμιμης βασίλισσας της Κύπρου Καρλόττας και του ετεροθαλούς αδελφού της Ιακώβου τάχθηκε με το μέρος της βασίλισσας, αργότερα όμως έγινε οπαδός του Ιακώβου. Τότε του παραχωρήθηκε το μισό φέουδο της Αρεδιού και με τον γάμο του με την Έλενα Grenier ο βασιλιάς του παραχώρησε το Παλαιχώρι, το οποίο προηγουμένως ο ίδιος το κατέταξε στο Δημόσιο.

Ασφαλώς στη συνέχεια η Αρεδιού, το Παλαιχώρι καθώς και τα μισά εισοδήματα των δυο χωριών της Πάφου, δηλαδή της Χούλου και της Καλλέπιας θα πέρασαν στη μοναχοκόρη του ζεύγους Μελουζίνη ( Mellesina), που είχε παντρευτεί τον Ονούφριο Rechiesens, μεγάλο συνεσκάρδο του βασιλείου της Κύπρου. Ακολούθως, σύμφωνα πάντα με τις Ασσίζες της Ιερουσαλήμ, τα φέουδα αυτά εάν εξακολουθούσαν να αποτελούν ιδιοκτησία της ίδιας οικογένειας θα κατέληγαν στον πρωτότοκο γιο του ζεύγους Calseran Rechiesens, που είχε νυμφευθεί τη Χερουμπίνα Άκρη (Cherubina d’ Acre) και είχε κληρονομήσει και το αξίωμα του μεγάλου συνεσκάρδου του βασιλείου.

Η Χούλου στη βασιλική περιουσία

Δεν γνωρίζουμε για πόσα χρόνια οι απόγονοι των Grenier και Rechiesens εξακολουθούσαν να έχουν ως φέουδα τη Χούλου και την Καλλέπια, αφού κατά το ήμισι τα είχε κληρονομήσει η προγιαγιά τους Έλενα Grenier από τον πρώτο σύζυγο της Ιωάννη d’ Acrolissa. Αυτό όμως το οποίο τεκμηριώνεται από αρχειακές πηγές είναι ότι μετέπειτα η Χούλου, καθώς και η Καλλέπια, ήδη κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 16ου αιώνα ανήκαν στη βασιλική περιουσία, δηλαδή στο Δημόσιο. Επιπρόσθετα, γνωρίζουμε ότι ήδη από το 1465 η Καλλέπια και άλλα φέουδα είχαν παραχωρηθεί από το βασιλιά Ιάκωβο Β’ σ’ έναν ευνοούμενο του, τον Ιερώνυμο Salviati. Σε ανέκδοτο βενετικό έγγραφο του 1562 στο οποίο παρατίθεται κατάλογος των χωριών που ανήκαν στο Δημόσιο αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα χωριά Χούλου και Καλλέπια (Cullu e Callepia).

Στον ίδιο κατάλογο σημειώνεται δίπλα από κάθε χωριό πότε είχε διενεργηθεί για τελευταία φορά απογραφή του πληθυσμού του.

Παρεμπιπτόντως αναφέρουμε ότι κατά τη Βενετοκρατία δεν γινόταν κατά καιρούς μόνο απογραφή του πληθυσμού, αλλά και καταγραφή λεπτομερών στοιχείων για το κάθε χωριό. Στα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονταν καλλιεργήσιμες και χέρσες γαίες, περιβόλια, αμπέλια, μύλοι, δάση, βρύσες, ποτάμια, ρυάκια κ.ά.

Στο εν λόγω έγγραφο σημειώνεται ότι στη Χούλου και στην Καλλέπια είχε γίνει απογραφή για τελευταία φορά κατά το έτος 1549. Έτσι είναι βέβαιο ότι ήδη από τις αρχές ή τα μέσα του 16ου αιώνα και τα δύο χωριά ανήκαν πλέον στο Δημόσιο (reale).

Άλλα στοιχεία κατά τη Βενετοκρατία

Η Χούλου όπως ήδη αναφέραμε είχε κοινούς φεουδάρχες με την Κάτω Καλλέπια ενώ στο έγγραφο του 1562 σημειώνεται και πάλι μαζί με την Καλλέπια. Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους καταγράφουμε κάποιες πληροφορίες σχετικές και με το χωριό Καλλέπια. Κατά τη Βενετοκρατία υπήρχαν δύο χωριά η Πάνω και η Κάτω Καλλέπια, τα οποία αργότερα ενώθηκαν σε ένα το σημερινό χωριό, γνωστό απλώς ως Καλλέπια. Στην απογραφή του 1565 την οποία είχαν διενεργήσει οι Βενετοί η Κάτω Καλλέπια είχε 8 ελεύθερους καλλιεργητές, τους γνωστούς ως φραγκομάτους και η Πάνω Καλλέπια είχε 25 φραγκομάτους ενώ η Χούλου είχε 60 φραγκομάτους. Παρατηρούμε ότι η Χούλου είχε σχεδόν διπλάσιο πληθυσμό σε φραγκομάτους αρσενικού γένους από τον αριθμό των φραγκομάτων που είχαν και τα δύο χωριά Πάνω και Κάτω Καλλέπια.

Η ένωση των δύο χωριών πρέπει να πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, γιατί κατά την απογραφή του 1881 αναφέρεται απλώς το χωριό Καλλέπια με πληθυσμό 271 κατοίκους, ενώ η Χούλου το 1881 είχε 434 κατοίκους.

Η Χούλου αναμφισβήτητα υφίστατο από τα βυζαντινά χρόνια αφού σώζονται σ’ αυτήν ερείπια του βυζαντινού ναού του Αγίου Θεοδώρου. Έξοχες τοιχογραφίες σώζονται και στο μικρό ναό-κόσμημα του Αγίου Γεωργίου στην είσοδο του χωριού. Στη Χούλου, επίσης, έχουν αποκαλυφθεί τελευταίως τοιχογραφίες στον ναό της Παναγίας της Παντάνασσας και γι’ αυτό ακριβώς και δεν έχει γίνει γι’ αυτές σχετική δημοσίευση. Πιθανολογείται ότι οι τοιχογραφίες αυτές έχουν γίνει κατά τον 15ο η 16ο αιώνα.

Σε μια τοιχογραφία απεικονίζεται ένα ζεύγος δωρητών τους οποίους κάλλιστα θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε είτε με την Έλενα Grenier και τον Ιωάννη d’ Acrolissa, πρώτο σύζυγό της, είτε την ίδια με τον δεύτερο σύζυγό της Ιωάννη de Ras ή πολύ πιθανόν με τη θυγατέρα του ζεύγους Μελουζίνη και τον σύζυγό της Ονούφριο Rechiesens, μεγάλο σινεσκάρδο της Κύπρου. Στην περίπτωση που θα ίσχυε τέτοια ταύτιση, τότε η χρονολόγηση της τοιχογραφίας πρέπει μάλλον να ανάγεται στον 15ο αιώνα, γιατί όλα τα πιο πάνω πρόσωπα έζησαν σχεδόν τον ίδιο αιώνα. Ως εκ τούτου πρέπει να αποκλειστεί ο 16ος αιώνας. Εάν μελλοντικά εντοπίσουμε έγγραφο στο οποίο να αναφέρεται ότι και κατά τον 16ο αιώνα, μάλλον στις αρχές του 16ου αιώνα, η Χούλου ανήκε στην ίδια οικογένεια, τότε θα πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας σ’ ένα άλλο ζεύγος, αυτό της Χερουμπίνας Ακρη και του συζύγου της Calceran Rechesens.

Το μυστήριο το οποίο καλύπτει τα άγνωστα ονόματα των δωρητών στο βόρειο τοίχο της εκκλησίας της Παναγίας της Παντάνασσας, χάρη στην αρχειακή έρευνα φαίνεται ότι σιγά-σιγά αρχίζει να μας αποκαλύπτεται…

Πηγή: Εβδομαδιαία Εφημερίδα Ελευθερία του Λονδίνου,Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013.

vatopaidi

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή του Θωμά – Ο Αναστάς «εις το μέσον των Μαθητών»

Συγγραφέας: kantonopou στις 12 Μαΐου, 2013

ο Αναστάς εν μέσω

Στο σημερινό ευαγγέλιο της Κυριακής του Θωμά, ο Κύριος φέρει το μήνυμα της Αναστάσεως στους Μαθητές Του.

Τους επισκέπτεται, «ούσης οψίας», όταν είχε βραδιάσει και ήταν σκοτάδι. Στο σκοτάδι της αμαρτίας μας, της «εκπεσούσης φύσεώς» μας, ο Χριστός φέρει το φώς της Αναστάσεως.

Οι Μαθητές βρίσκονταν στο υπερώο, όπου έγινε ο Μυστικός Δείπνος.

Για να μυηθούμε στην Ανάσταση πρέπει να ανυψωθούμε από τα αμαρτωλά πάθη,

στο ύψος των αγίων αρετών. Η Ανάσταση είναι Μυστήριο. Δεν γνωρίζεται με λόγια και επιχειρήματα, αλλά «τη μεθέξει του Μυστηρίου».

Ζώντας το μυστήριο της οδύνης από τη σταύρωση και νέκρωση των παθών, μέσα στο ίδιο το σώμα μας, και μεταποιώντας τη νέκρωση σε δοξολογία και ευχαριστία του Θεού, «ζώμεν εν Αυτώ» και λαμβάνουμε μια γεύση του Μυστηρίου της Αναστάσεως.

Η Ανάσταση δηλαδή προσεγγίζεται «διά Σταυρού και νεκρώσεως».

«Των θυρών κεκλεισμένων» για τα αισθητά και τα νοητά τούτου του κόσμου, εισήλθεν ο Χριστός προς τους Μαθητές Του. Όταν παύσουμε την εξάρτηση της ζωής μας από τον κόσμο και τα αγαθά του και η ζωή μας πηγάζει από τη σχέση της αγάπης και κοινωνίας με τον Θεό, τότε φανερώνεται ο Αναστάς Κύριος και μας χαρίζει την ειρήνη και το Άγιο Πνεύμα.

Εφ’ όσον στηρίζουμε τη ζωή μας στα πράγματα του κόσμου, «ζούμε κατά σάρκα» και η Ανάσταση δεν μας ωφέλει.

Το μυστικό είναι να θωρακισθούμε με τον Σταυρό ως βίωμα. Η νέκρωση δηλαδή της αμαρτίας, να είναι καθημερινό γεγονός. Έτσι αποτινάσσουμε τον θάνατο και τη φθορά και «γεωργούμε» την Ανάσταση. «Υπακοή εντολών, νεκρών ανάστασις», τονίζουν οι άγιοι Πατέρες.

Μετά την επίσκεψη ο Χριστός χαιρετά τους Μαθητές Του με τον χαιρετισμό, «ειρήνη υμίν». Ο απ. Παύλος λέγει ότι «ο Χριστός είναι η ειρήνη» μας και μας έφερε την ειρήνη αυτή «διά του αίματος του Σταυρού Αυτού» (Κολ. α’ 20). Ενώ ήμασταν εχθροί του Θεού και των Αγγέλων, ο Χριστός μας συμφιλίωσε με τη σφαγή του και μας ανύψωσε στους ουρανούς. Όταν λοιπόν τους λέγει «ειρήνη υμίν», εννοεί ότι ο Ίδιος είναι η ειρήνη. Όπου ο Χριστός παρουσιάζεται, ακολουθεί και η ειρήνη της ψυχής, που ξεπερνά την ανθρώπινη λογική.

Στη συνέχεια «εδειξεν αυτοίς τας χείρας και την πλευράν Αυτού» (στίχ. 20). Ο Αναστάς Κύριος δείχνει στους τρομαγμένους, διά τον φόβο των Ιουδαίων Μαθητές Του, τα σημάδια που έφεραν τον θάνατο στο σώμα Του. Οι «τύποι των ήλων», τα σημάδια των καρφιών και η λογχισμένη πλευρά είναι το μέσον της νίκης και της δόξης. Αυτά έφεραν τη σωτηρία. Αν αρνείτο τις πληγές και τον θάνατο, υπακούοντας στον Πέτρο, δεν θα είχαμε Ανάσταση. Η Ανάσταση δεν γνωρίζεται με λόγια και μαθήματα, αλλά με τα σημάδια του θανάτου της αμαρτίας, που τα βλέπουμε στη ζωή των Μαρτύρων ή των Οσίων, που «καθ’ ημέραν αποθνήσκουν», για να υποτάξουν και να υπερβούν το «εγώ» τους, το «φρόνημα της σαρκός». Νεκρώνουν τη φιλαυτία τους, τις ηδονές της φύσεως, τη φιλαργυρία και τα άλλα πάθη. Χωρίζονται από τα πάθη, αλλά ενώνονται με τον Χριστό και λαμβάνουν τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, που τους ζωοποιεί.

Ακολουθούν τον Χριστό, που μέσα από τον θάνατο πάτησε τον «έσχατο εχθρό», τον θάνατο της αμαρτίας, τον διάβολο, που μας στέρησε τη ζωή της Χάριτος και έφτασε στην Ανάσταση και μας χάρισε και πάλι τη θεία ζωή. Αυτό τον θάνατο τον δέχθηκε για την αγάπη και την υπακοή στον Πατέρα Του και για τη σωτηρία του κόσμου. Ο θάνατός Του έγινε θάνατος και καταδίκη της αμαρτίας, γιατί στο δικό Του το σώμα μεταποιήθηκε σε ζωή και Ανάσταση, σε θεία ζωή, που κανένας θάνατος δεν την εγγίζει. Οποιοσδήποτε πόνος, ακόμα και του θανάτου, που γίνεται αποδεκτός για την αγάπη του Θεού, μεταποιείται σε Ανάσταση ζωής, που αφανίζει τον θάνατο.

«Εχάρησαν οι Μαθηταί ιδόντες τον Κύριον». Η θέα του Χριστού δίνει την ελπίδα και τη χαρά. Άλλοτε τους είχε πει: «όψομαι υμάς και χαρήσεται υμών η καρδία». Η ελπίδα στον Χριστό διατηρεί τη χαρά μας.

Στη συνέχεια τους αποστέλλει στον κόσμο για να μεταφέρουν το μήνυμα της Αναστάσεως και της αφέσεως. Επειδή όμως είναι αδύνατο με ανθρώπινες δυνάμεις να συλλάβουν το Μυστήριο και να το μεταδώσουν, τους χαρίζει το Άγιο Πνεύμα. Χωρίς αυτό μένουν σαρκικοί. Μόνο διά του Αγίου Πνεύματος θα γίνουν πνευματικοί και θα προσεγγίσουν την Ανάσταση διά Σταυρού και θανάτου. Διά του Αγίου Πνεύματος -μέσα από το Βάπτισμα και την Ευχαριστία μορφούται «εν ημίν ο Χριστός». Αυτό που πήραμε από τη δημιουργία και το χάσαμε, μας το χορηγεί ο Αναστάς, που νέκρωσε την αμαρτία, που μας το στέρησε. Μας το χορηγεί για να μας αναπλάσει στην «καινότητα ζωής» της Αναστάσεως. Το «ενεφύσησε», θυμίζει τη θεία ενέργεια κατά τη δημιουργία, «ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού(=του ανθρώπου) πνοήν ζωής». Το θείο φύσημα είναι «χορηγόν πάσης χάριτος».

Ο Θωμάς: ο Μαθητής αυτός απουσίαζε κατά την επίσκεψη του Κυρίου και όταν ήλθε στο υπερώο πληροφορήθηκε όσα συνέβησαν. Όπως λένε οι Πατέρες πήρε κι αυτός το Άγιο Πνεύμα, αλλά δεν πίστευε σε όσα του έλεγαν. Ήθελε να Τον δει. Τη δίψα της θέας δεν την ικανοποιούσε η ακοή. Μόνο αν δει τον Χριστό, θα πιστέψει.

Ο Κύριος του ικανοποιεί τον πόθο. Έρχεται και τον μυσταγωγεί στην Ανάσταση με τον ίδιο τρόπο: με τα σημάδια του θανάτου, διά των «τύπων των ήλων». Επειδή πήρε Πνεύμα Άγιο και αγιάσθηκε με τη Χάρη Του, γι’ αυτό ο Χριστός του επέτρεψε να Τον ψηλαφήσει. Με την ψηλάφηση, ο Θωμάς πίστεψε και η πίστη του έγινε «πληροφορία οικουμενική» (Κύριλλος Αλεξανδρείας). Από την αφή της πλευράς αναδείχθηκε θεολόγος άριστος. Όταν είπε: «ο Κύριός μου και ο Θεός μου», ομολόγησε την ανθρωπότητά Του (ο Κύριός μου), και τη Θεότητά Του (ο Θεός μου),

Ο Θωμάς θα κηρύξει στον κόσμο, ότι η Ανάσταση γνωρίζεται με τα σημάδια του Πάθους. Με αυτά θα απαλλάσσεται ο κόσμος από την απιστία. Τα εμπόδια προς την πίστη πέφτουν όταν δεχόμαστε στη ζωή μας τα σημάδια του Πάθους Του, τη νέκρωση του σαρκικού φρονήματος, που θεραπεύουν τα τραύματα της ψυχής από τις αμαρτίες της. Δεν φτάνει μόνο η θέα του σώματος. Όμως, πίστη θα πει να δεχόμαστε τα μη ορώμενα. Γι’ αυτό ο Κύριος είπε: «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες».

Είθε να Τον πιστέψουμε και να κλείσουμε κι εμείς τις θύρες προς τα αισθητά, να νεκρωθούμε για «όλα τα φαινόμενα και νοούμενα», για να ζήσουμε την Ανάσταση.

(Παύλου Μουκταρούδη, «Διήρχετο διά των σπορίμων», εκδ. Ι. Μητροπ. Λεμεσού 2008, σ. 49-52)

vatopaidi

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακὴ του Θωμά – «εωράκαμεν τον Κύριον»

Συγγραφέας: kantonopou στις 12 Μαΐου, 2013

Όταν συμβαίνει ένα θαυμαστό γεγονός, δεν είναι εύκολο να το αποδεχθούμε με βάση την μαρτυρία των άλλων. Θέλουμε από μόνοι μας να βεβαιωθούμε για ό,τι έχει συμβεί. Η λογική μας μάλιστα δεν μπορεί να αποδεχτεί εύκολα γεγονότα που υπερβαίνουν τους φυσικούς νόμους.  Και αυτό δεν είναι φαινόμενο σημερινό. Όταν αναστήθηκε ο Χριστός και εμφανίστηκε στους δέκα μαθητές, ο Θωμάς αρνήθηκε να αποδεχτεί την μαρτυρία των άλλων. Θέλησε ο ίδιος να διαπιστώσει την αλήθεια του γεγονότος. Και ο Χριστός δεν αρνήθηκε αυτή του την επιθυμία, την ανάγκη, την απόφαση. Και του εμφανίστηκε «μεθ’ ημέρας οκτώ» (Ιωάν. 20, 26), δίνοντάς του τη δυνατότητα να Τον ψηλαφήσει και να μπορέσει από μόνος του να αποδεχθεί το θαύμα της Ανάστασης.

Ενώ ο Χριστός δεν αρνείται στον άνθρωπο την αμφιβολία της λογικής, η οποία, άλλωστε, αποτελεί δωρεά του Ίδιου στον καθέναν μας, εμφανίζεται στο Θωμά παρόντων και των άλλων μαθητών. Δεν αποκόπτει τον αμφισβητία από την Εκκλησία, αλλά δεν του εμφανίζεται και ιδιαιτέρως. Δείχνει με τον τρόπο αυτό ότι εκτός Εκκλησίας δεν μπορεί να υπάρξει λύση της αμφιβολίας. Ότι ο Θεός δεν λειτουργεί στην λογική της ατομοκεντρικής σχέσης, αλλά θέλει από τον άνθρωπο να είναι ενταγμένος στη ζωή της Εκκλησίας, για να λάβει τις απαντήσεις που χρειάζεται. Το ίδιο κάνει και η Εκκλησία. Οι δέκα μαθητές, στην προκειμένη περίπτωση,  διαβεβαιώνουν το Θωμά ότι «εωράκαμεν τον Κύριον» (Ιωάν. 20, 25).  Δεν κρατούν για τον εαυτό τους το θαύμα της Ανάστασης, ούτε τον αφήνουν άγευστο της χαράς. Ούτε τον απομακρύνουν από κοντά τους, επειδή αμφιβάλλει.  Η Εκκλησία ανακοινώνει και μεταδίδει την εμπειρία του θαύματος της Ανάστασης και κάθε θαύματος στη ζωή της σε όσους θέλουν να είναι μέλη της, αλλά και σε όλο τον κόσμο. Είναι ανοιχτή στην μετοχή στη ζωή τους σε όσους το επιθυμούν. Δεν αρνείται τον διάλογο και την αμφισβήτηση ακόμη. Αρκεί αυτός που προβληματίζεται και αμφιβάλλει, να μην αποκόπτει τον εαυτό του από το Σώμα του Χριστού.

Η εποχή μας λειτουργεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Όσοι αμφιβάλλουν ή αρνούνται τον Αναστημένο Χριστό, την ίδια στιγμή απορρίπτουν την Εκκλησία. Δεν προσέρχονται εν ταπεινώσει σ’ αυτήν, για να ζητήσουν απαντήσεις από το Θεό και την πίστη. Απολυτοποιούν τον εαυτό τους και το «εγώ» τους, την δύναμη της λογικής τους και ζητούν εκτός του σώματος του Χριστού απαντήσεις, οι οποίες συνήθως δεν έρχονται. Όχι γιατί ο Χριστός δεν μπορεί να φανερωθεί ή να δώσει τις απαντήσεις που έχει. Αλλά γιατί Εκείνος ζήτησε από τους μαθητές Του και τον κάθε χριστιανό να πορευόμαστε εν σώματι. Χωρίς το «εμείς» της Εκκλησίας το «εγώ» μοιάζει χωρίς νόημα. Μόνο αυτός που συμμετέχει στη ζωή της πίστης τελικά θα δει και θα πιστεύσει. Γιατί δεν θα είναι μόνος του στην πορεία της αναζήτησης. Αλλά θα λαμβάνει απαντήσεις από όσους αγαπούνε τον Αναστάντα, από όσους έχουν ακολουθήσει την οδό του προβληματισμού, αλλά θεώρησαν ως στάση που ταιριάζει στη δική τους ύπαρξη το να μη φύγουν από το σώμα του Χριστού. Και εκεί έλαβαν από τον Ίδιο τον Κύριο την ευλογία να συναντήσουν  «ό ην απ’ αρχής, ό ακηκόαμεν, ό εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ό εθεασάμεθα και αι χείρες εψηλάφησαν, περί του λόγου της ζωής» (Α’ Ιωάν. 1, 1).

Αυτή είναι και η οδός που δίνει την απάντηση της πίστης σε όσους με την λογική τους αμφισβήτησαν και αμφισβητούν την Ανάσταση και τον Αναστάντα.

Κέρκυρα, 12 Μαΐου 2013

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος Φωτιστές των Σλάβων

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Μαΐου, 2013

Εικόνα του βούλγαρου αγιογράφου Zahari Zograf (1810 – 1853 μ.Χ.) που βρίσκετε στο μοναστήρι Troyan (1848 μ.Χ.)

Εορτάζουν στις 11 Μαΐου εκάστου έτους.

Βιογραφία

Οι Άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος, κατά κόσμον Κωνσταντίνος και Μιχαήλ, ήταν παιδιά του δρουγγάριου στρατιωτικού διοικητού Λέοντος και γεννήθηκαν στην Θεσσαλονίκη. Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε περί το 827, ενώ ο μεγαλύτερος αδελφός του Μιχαήλ το 815. Είχαν δε άλλα πέντε αδέλφια. Ο Κωνσταντίνος ήταν ο μικρότερος και είχε μεγάλη επιμέλεια στα γράμματα. Παιδί ακόμη, είχε διαβάσει τα έργα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και είχε γράψει ύμνο προς τιμήν του. Τα χαρίσματά του τα πρόσεξε ο λογοθέτης Θεόκτιστος και τον έστειλε στην σχολή της Μαγναύρας, όπου με την καθοδήγηση του Λέοντος του Μαθηματικού και του ιερού Φωτίου σπούδασε βασικά φιλοσοφία. Διέπρεψε στις σπουδές του και αρχικά διορίσθηκε χαρτοφύλακας (αρχιγραμματέας) του Πατριαρχείου και αργότερα καθηγητής της φιλοσοφίας στη σχολή της Μαγναύρας.

Ο Μιχαήλ ακολούθησε την σταδιοδρομία του πατέρα τους. Έγινε στρατιωτικός και ανέλαβε την διοίκηση της περιοχής των πηγών του Στρυμόνος, δηλαδή στα σημερινά σύνορα Βουλγαρίας και Σερβίας, όπου και γνώρισε καλά τους Σλάβους. Παρά την επιτυχημένη σταδιοδρομία και των δύο αδελφών, βαθιά τους συγκλόνιζε ο ζήλος για την πνευματική ζωή. Είχαν μοναστική κλίση, αλλά πίστευαν στη μαρτυρική διακονία της κλίσεώς τους αυτής, για να σωθούν και άλλες ψυχές.

Ο 9ος αιώνας μ.Χ., όταν και έλαμψαν οι Άγιοι, είναι μια μεγάλη εποχή του Βυζαντίου. Χαρακτηρίζεται από ακμή στην πολιτική και στρατιωτική δύναμη και από άνθηση στην οικονομία, στα γράμματα, στις τέχνες. Η Εκκλησία της Ανατολής ανασυγκροτείται μετά την τρικυμία της εικονομαχίας. Το πρόβλημα της εικονομαχίας, αν μπορεί η φύση του Θεού, η θεία και η ανθρώπινη, να παρασταθεί εικονικά, έχει επιλυθεί. Τα ρήγματα όμως από τις εκκλησιαστικές και πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ Δύσεως και Ανατολής γίνονται βαθύτερα. Τα εγκόσμια συμφέροντα, οι ανταγωνισμοί για την πνευματική και πολιτική εξουσία διασπούν την μέχρι τότε ενιαία Χριστιανική Οικουμένη σε δύο παράλληλους κόσμους, το Βυζαντινό και το Φραγκικό. Οι διαφορές είναι ορατές στα μέσα του 9ου αιώνα μ.Χ., όταν ανέκυψε το θέμα του εκχριστιανισμού των Σλάβων της Δύσεως. Σε αυτήν την αντιδικία μπλέκονται οι δύο Θεσσαλονικείς αδελφοί.

Αρχικά ο Κωνσταντίνος αναπτύσσει ιεραποστολικό έργο μεταξύ της Τουρκικής φυλής των Χαζάρων. Η μεγάλη όμως ευκαιρία δίνεται το καλοκαίρι του 862 μ.Χ., όταν φθάνει στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία του ηγεμόνος των Μοραβών Ραστισλάβου, που το έθνος του κατοικούσε από τη Βοημία μέχρι τα Καρπάθια και το Δούναβη. Ο Ραστισλάβος ζητά από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ έναν Επίσκοπο και δάσκαλο, για να τους διδάξει στη γλώσσα τους την αληθινή πίστη και να προσέλθουν και άλλοι στον Χριστό. Είχαν βαπτισθεί πολλοί, αλλά και οι βαπτισμένοι από τους Λατίνους ιεραποστόλους αγνοούσαν τον Χριστιανισμό, όσο και οι αβάπτιστοι, αφού οι Λατίνοι, συνεπείς στην παράδοσή τους, τους επέβαλαν την γνώση του Ευαγγελίου στα λατινικά και την λατρεία πάλι στα λατινικά, δηλαδή σε μία γλώσσα που αγνοούσαν.

Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ προσκαλεί τον φιλόσοφο Κωνσταντίνο να αναλάβει αυτήν την αποστολή προς τους Μοραβούς. Το έργο το δέχεται ο Κωνσταντίνος υπό την προϋπόθεση της δημιουργίας γραφής στη γλώσσα των Μοραβών. Μετά από μελέτες φτιάχνει το λεγόμενο γλαγολιτικό (όχι το κυριλλικό) αλφάβητο και αρχίζει την μετάφραση του Ευαγγελίου και της Βυζαντινής Λειτουργίας, καθώς και άλλων βιβλίων.

Την άνοιξη του 863 μ.Χ., ο Κωνσταντίνος παίρνει τον αδελφό του Μιχαήλ, που είχε γίνει μοναχός με το όνομα Μεθόδιος, και φθάνει στην αυλή του Ραστισλάβου. Η εργασία τους διαρκεί τρία χρόνια. Έκαναν σπουδαίες μεταφράσεις, εισήγαγαν την βυζαντινή παράδοση της Μεγάλης Εκκλησίας στη Μοραβία. Άνοιξαν τους πολιτιστικούς ορίζοντες του ευαγγελιζόμενου λαού. Έγιναν οι πραγματικοί φωτιστές του. Με αφετηρία την αρχή ότι κάθε λαός έχει το δικαίωμα να λατρεύει τον Θεό στη μητρική του γλώσσα, οι άγιοι αδελφοί συγκρότησαν γραπτή σλαβική γλώσσα, μετέφρασαν τα λειτουργικά βιβλία στη γλώσσα αυτή, καθιέρωσαν την σλαβική ως λειτουργική γλώσσα, έγραψαν και πρωτότυπα έργα και κατέστησαν διδάσκαλοι δεκάδων μαθητών για την επάνδρωση της τοπικής Εκκλησίας με διακόνους και πρεσβυτέρους, άριστους γνώστες της λειτουργικής παλαιοσλαβικής γλώσσας.

Η διείσδυση όμως αυτή ενόχλησε τους Φράγκους και τη Ρώμη που άρχισαν να υποσκάπτουν αδιάκοπα την ιεραποστολική εργασία τους.

Η θέση η δική τους, καθώς και των συνεργατών τους μοναχών, έγινε δύσκολη, όταν στην Πόλη την εξουσία κατέλαβε ο Βασίλειος ο Β’, που ξαναέφερε στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ως Πατριάρχη τον Ιγνάτιο και επανασύνδεσε το Βυζάντιο με την Εκκλησία της Ρώμης. Το 866 μ.Χ. και οι Βούλγαροι είχαν συνδεθεί με την Ρώμη. Έτσι η ιερποστολή απομονώθηκε από τις ρίζες της και αναγκάσθηκε να έλθει σε συνδιαλλαγή με τους Λατίνους.

Στις αρχές του 868 μ.Χ., ο Κωνσταντίνος και ο Μεθόδιος φθάνουν στη Ρώμη κομίζοντας τα ιερά λείψανα του ιεραποστόλου Κλήμεντος, που είχε μαρτυρήσει στη χώρα των Χαζάρων. Προσπαθούν να τακτοποιήσουν τις διαφορές τους με τους Λατίνους ιεραποστόλους ενώπιον του Πάπα Ανδριανού Β’. Η μόρφωση και η ευσέβεια των δύο αδελφών κατέπληξε τους Ρωμαίους κληρικούς. Ο Πάπας αναγνώρισε το έργο τους πανηγυρικά, αλλά επεδίωξε να το αποσυνδέσει από την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως και να το προσεταιρισθεί. Ο Πάπας Ανδριανός παρέλαβε από τους ιεραποστόλους τα σλαβικά βιβλία, τα ευλόγησε, τα απέθεσε στο ναό της Αγίας Μαρίας, τον αποκαλούμενο Φάτνη και τέλεσε με αυτά την Θεία Λειτουργία. Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο Πάπας απέθεσε τα σλαβικά βιβλία στην Αγία Τράπεζα και τα πρόσφερε ως αφιέρωμα στο Θεό. Έδωσε μάλιστα εντολή σε δύο Επισκόπους, τον Φορμόζο και τον Γκόντριχον, να προχωρήσουν στη χειροτονία των μαθητών του Αγίου Κυρίλλου και Μεθοδίου, των μελλοντικών κληρικών των Σλάβων στη μητρική τους γλώσσα. Και μετά ταύτα δόθηκε η άδεια σε αυτούς, τους νεοχειροτόνητους κληρικούς, να τελέσουν τη θεία λειτουργία σλαβιστί στους ναούς του Αγίου Πέτρου, της Αγίας Πετρωνίλλας και του Αγίου Ανδρέου.

Ο Πάπας καταδίκασε ακόμη τους πιστούς που αντιδρούσαν στην λειτουργική χρήση της σλαβικής γλώσσας και τους αποκάλεσε Πιλατιανούς και Τριγλωσσίτες. Μάλιστα υποχρέωσε έναν Επίσκοπο, που υπήρξε οπαδός του Τριγλωσσισμού, να χειροτονήσει τρεις ιερείς και δύο αναγνώστες από τους Σλάβους μαθητές των δύο Αγίων αδελφών.

Και το επιστέγασμα της λειτουργικής πανδαισίας σλαβιστί συνδέθηκε με τον Απόστολο των εθνών Παύλο. Οι Σλάβοι μαθητές κληρικοί λειτουργούσαν την νύχτα πάνω στον τάφο του μεγάλου διδασκάλου των εθνικών, του Παύλου. Και μάλιστα είχαν ως συλλειτουργούς τους τον Επίσκοπο Αρσένιο, δηλαδή έναν από τους επτά επισκόπους συμβούλους του Πάπα, και τον Αναστάσιο τον Βιβλιοθηκάριο. Η πράξη αυτή δεν ήταν τυχαία. Είχε συμβολικό χαρακτήρα. Συνέδεε και παραλλήλιζε το έργο των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου με τους ιεραποστολικούς άθλους του Παύλου. Σημειωτέον ότι ο ναός του Αποστόλου Παύλου βρισκόταν έξω από τα τείχη της πόλεως. Και συνεπώς η μετάβαση και η τέλεση Λειτουργίας σε αυτόν σλαβιστί και μάλιστα επάνω στον τάφο του Αποστόλου δεν αποτελούσε πράξη ρουτίνας, που απέβλεπε απλώς στην τέλεση ορισμένων λειτουργιών στη σλαβική γλώσσα. Ήταν η πανηγυρική έγκριση της σλαβικής ως λειτουργικής γλώσσας από τον Απόστολο των εθνών και της ακροβυστίας.

Στο διάστημα της παραμονής τους στη Ρώμη, ο Κωνσταντίνος αρρωσταίνει βαριά. Προαισθάνεται το τέλος του και ζητά να πεθάνει ως μοναχός. Κείρεται μοναχός και ονομάζεται Κύριλλος. Στις 4 Φεβρουαρίου του 869 μ.Χ. ο πύρινος ιεραπόστολος, που άναψε την φωτιά της πίστεως και του πολιτισμού στο σλαβικό κόσμο, κοιμήθηκε με ειρήνη. Ο Μεθόδιος θέλει να μεταφέρει το σκήνωμά του στη Θεσσαλονίκη, αλλά ο Πάπας Ανδριανός δεν το επιτρέπει και τον θάβει στο ναό του Αγίου Κλήμεντος, όπου μέχρι και σήμερα δείχνεται ο τάφος του.

Στη συνέχεια, ο Μεθόδιος χειροτονείται από τον Πάπα Αρχιεπίσκοπος Σιρμίου, για να εγκατασταθεί στην Παννονία. Η Ρώμη επιδέξια οικειοποιείται το ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως.

Η ζωή όμως του Μεθοδίου, ως Αρχιεπισκόπου, περιπλέκεται στους ανταγωνισμούς των Λατίνων και των Φράγκων Επισκόπων, στις δολοπλοκίες των ηγεμόνων και των αρχόντων και γίνεται μαρτυρική. Τον φυλακίζουν δυόμιση χρόνια σε μοναστήρι του Μέλανος Δρυμού και μόλις το 873 μ.Χ. ο Πάπας Ιωάννης Η’ τον ελευθερώνει και τον αποκαθιστά. Η λατρεία όμως στα σλαβονικά απαγορεύεται και μόνο το κήρυγμα επιτρέπεται. Το 885 μ.Χ., στη Μοραβία, ο Μεθόδιος παραδίδει το πνεύμα του μέσα σε ένα κλίμα αντιδράσεων και ραδιουργιών. Είχε όμως προετοιμάσει διακόσιους νέους ιεραποστόλους. Αυτοί ξεχύθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη, διέδωσαν και στερέωσαν την Ορθοδοξία στα σλαβικά Έθνη. Ήταν τέτοια δε η δύναμη και το ρίζωμα του έργου τους, ώστε ούτε η λαίλαπα της Ουνίας κατόρθωσε να εξανεμίσει το θεολογικό και πολιτισμικό έργο των δύο Ισαποστόλων αδελφών, του Κυρίλλου και του Μεθοδίου.

Κατά την εξόδιο ακολουθία του Αγίου Μεθοδίου αναρίθμητος λαός, αφού συγκεντρώθηκε, τον συνόδευσε με λαμπάδες και θρήνησε τον αγαθό διδάσκαλο και ποιμένα. Άνδρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι, πλούσιοι και φτωχοί, ελεύθεροι και δούλοι, χήρες και ορφανά, ξένοι και ντόπιοι, ασθενείς και υγιείς, όλοι τον συνόδευσαν, γιατί έδινε τα πάντα σε όλους, για να τους κερδίσει.

Η ιεραποστολική πορεία τους, παρά τα τόσα θρησκευτικά και πολιτιστικά επιτεύγματά της για ολόκληρο το Βορρά, δεν μας είναι γνωστή από τους Βυζαντινούς. Αν και εργάσθηκαν όσο λίγοι για την δόξα της Ορθοδοξίας, άργησαν οι Ελληνόφωνες Ορθόδοξες Εκκλησίες να τους περιλάβουν στον κατάλογο των εκλεκτών του Θεού Αγίων. Τη ζωή και τη δράση τους τη μαθαίνουμε από σλαβικές και λατινικές πηγές και από δύο παλαιοσλαβονικές βιογραφίες.

Οι δύο Άγιοι ανεδείχθησαν άξιοι μιμητές του Αποστόλου Παύλου σε πολλούς τομείς του βίου και της δράσεώς τους. Καταρχάς εντάσσονται μέσα στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας. Και μετά την έλευση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στη γη η Θεία Οικονομία εκφράζεται κατά τον καλύτερο τρόπο με τη φράση του Αποστόλου Παύλου «ος πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν», την οποία επαναλαμβάνει ο βιογράφος του Αγίου Μεθοδίου, τον οποίο ο Θεός ανέστησε ως διδάσκαλο στους καιρούς του χάριν του Σλαβικού γένους, για το οποίο ποτέ κανείς ποτέ δεν είχε ενδιαφερθεί.

Ο Άγιος Μεθόδιος μιμήθηκε τον Απόστολο Παύλο στην περιφρόνηση των κινδύνων, ιδίως στα ταξίδια και τις περιπλανήσεις του. Γι’ αυτό και ο βιογράφος του σημειώνει ότι σε όλα τα ταξίδια του ο Μεθόδιος περιέπεσε σε πολλούς κινδύνους, που προκλήθηκαν από τον κακό εχθρό (το διάβολο). Κινδύνευσε στις ερήμους από τους ληστές, στη θάλασσα από τρικυμίες, στα ποτάμια από θανάσιμους κινδύνους και έτσι εκπληρώθηκε σε αυτόν ο λόγος του Αποστόλου: «Κινδύνοις ληστών, κινδύνοις εν θαλάσση, κινδύνοις ποταμών, κινδύνοις εν ψευδαδέλφοις, εν κόπω και μόχθω, εν αγρυπνίαις πολλάκις, εν λιμώ και δίψη» και σε όλα τα παθήματα, τα μνημονευόμενα από τον Απόστολο. Και οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι στο σχόλιο αυτό δεν υπάρχει κάτι το υπερβολικό, αν αναλογισθούμε τα ταξίδια του στην Κριμαία, τη Χαζαρία και τη χώρα των Φούλλων, τη ματάβασή του στη Μοραβία, το ταξίδι στη Ρώμη μέσω Παννονίας και Βενετίας, την επιστροφή στην Παννονία και τη Μοραβία, τη σύλληψή του από τους Φράγκους, τη δίκη και καταδίκη του, τη φυλάκισή του επί δυόμισι έτη, την απελευθέρωσή του, τις συκοφαντίες σε βάρος του, τη μετάβασή του στη Ρώμη και την Κωνσταντινούπολη.

Κοντάκιον

Ἦχος πλ. δ’. Τὴ ὑπερμάχω.

Τῶν Ἀποστόλων εἰσδεξάμενοι τὴν ἔλλαμψιν, τῶν Σλάβων ὤφθητε φωστῆρες καὶ διδάσκαλοι, τὸν τῆς χάριτος κηρύξαντες πάσι λόγον. Ἀλλὰ ὢ Κύριλλε παμμάκαρ καὶ Μεθόδιε πάσης βλάβης ἐκλυτρώσασθε καὶ θλίψεως τοὺς κραυγάζοντας, χαίροις ζεῦγος μακάριον.

saint.gr – vatopaidi

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Συμβολισμοί στο μυστήριο του γάμου.

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Μαΐου, 2013

gamos1. Τί συμβολίζει η τριπλή αλλαγή των δακτυλιδιών στα χέρια των μελλονύμφων;

Ο παράνυμφος κατά την ακολουθία του αρραβώνα αλλάζει τα δακτυλίδια τρεις φορές.

Η πράξη αυτή συμβολίζει την αμοιβαία ένωση των μνηστευομένων και την αναπλήρωση των ελλείψεων του ενός από τις ικανότητες του άλλου.

Το ότι ο παράνυμφος αλλάζει τα δακτυλίδια τρείς φορές δηλώνει ότι η πράξη αυτή γίνεται ενώπιον Θεού και ανθρώπων καθώς επίσης η ίδια η παρουσία του φανερώνει τη δέσμευση των μελλονύμφων που γίνεται έμπροσθέν του για μια πορεία που θα καταλήξει με την ευλογία της Εκκλησίας στο γάμο και όχι στην κραιπάλη και στην ασωτία.

Η παρουσία του παρανύμφου κατά την αλλαγή των δακτυλιδιών φανερώνει και τη μαρτυρική παρουσία του στον αρραβώνα, γεγονός που με τίποτα δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει ή ακυρώσει. Έτσι και εκ της πράξεως αυτή δηλώνεται πλην σαφώς εμμέσως η σπουδαία θέση που έχει ο παράνυμφος στη ζωή των μελλονύμφων. Να τους υπενθυμίζω ανά πάσα στιγμή αύτη την δέσμευσή τους ενώπιον του Θεού και ενώπιον των ανθρώπων.

Τα δακτυλίδια τοποθετούνται στον τέταρτο δάκτυλο του δεξιού χεριού των μελλονύμφων και ποτέ στο αριστερό χέρι.

Ο Άγιος Συμεών Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης αναφέρει ότι η τριπλή αλλαγή των δακτυλιδιών στα χέρια των μελλονύμφων εκ μέρους του παρανύμφου φανερώνει την προς την Αγία Τριάδα τιμή, στο όνομα της Οποίας γίνεται η όλη τελετή. Προς τιμήν της Αγίας Τριάδος «ήτις άπαντα τελειοί τε και βεβαιοί».

2. Τί συμβολίζει η τριπλή αλλαγή των στεφάνων στα κεφάλια των νεονύμφων;

Αφού ο ιερέας ευλογήσει τα στέφανα επάνω στο άγιο Ευαγγέλιο και αφού πει τους λόγους: «Στέφεται ο δούλος του Θεού (τάδε) την δούλη του Θεού (τάδε)» και τανάπαλιν, τοποθετεί στα κεφάλια των νεόνυμφων πλέον τα στέφανα.

Έπειτα τα λαμβάνει ο παράνυμφος, ως ανάδοχος της σωφροσύνης και της ομονοίας του ζεύγους τα στέφανα στα χέρια του και τα αλλάζει στα κεφάλια των νεόνυμφων τρεις φορές.

Η τριπλή αλλαγή δηλώνει τον ιερό αριθμό τρία, που είναι η Αγία Τριάδα, τα τρία πρόσωπα, στα ονόματα των όποιων παραδίδει η Εκκλησία τους νεονύμφους. Η τριπλή αλλαγή φανερώνει και την αλληλοσυμπλήρωση των δύο ανθρώπων στη νέα τους συζυγική ευλογημένη από την Εκκλησία ζωή.

Ο παράνυμφος μετά την υπό του ιερέως στέψη στέκεται πίσω από τους νεόνυμφους και δέχεται τα στέφανα, τα οποία αλλάζει τρείς φορές, όπως έκανε και με τα δακτυλίδια του αρραβώνα, σταυροειδώς έτσι ώστε το δεξί χέρι να βρίσκεται πάντοτε στο κεφάλι του άνδρα και το αριστερό στο κεφάλι της γυναίκας.

Έτσι με τον τρόπο αυτό ο παράνυμφος φανερώνει στους νυμφίους, αντί του πατέρα τους, το δάσκαλο της ομοφροσύνης και της αγαθής συζυγίας.

Τα στέφανα στα κεφάλια των νεόνυμφων συμβολίζουν τα τρόπαια της νίκης, σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο.

3. Τί συμβολίζει ο κυκλικός χορός των νεόνυμφων μετά του παρανύμφου;

Η περικύκληση του τραπεζιού από τον όμιλο των συμμετεχόντων στο γάμο, δηλαδή τους ιερωμένους, τους νεόνυμφους και τους παρανύμφους-κουμπάρους, σε σχήμα χορού συμβολίζει τη νοσταλγία του Παραδείσου και την αναζήτηση της αιωνιότητας. Εκφράζει τη φυσική χαρά, την πνευματική ανανέωση και το πανηγυρικό αίσθημα που συνοδεύει το γάμο, αισθήματα τα οποία πάντοτε εκφράστηκαν με χορούς και τραγούδια… Τα τροπάρια που ψάλλονται κατά την τριπλή εισόδευση και περιφορά των νεόνυμφων εκφράζουν την εν Χριστώ χαρά και ευφροσύνη των συζύγων. Ακόμη συμβολίζει την πνευματική και ουράνια ευθυμία των νεονύμφων που προκύπτει με τη μυστηριακή ένωση των ψυχών τους και της ίδιας της τελετουργίας του χριστιανικού γάμου που ευλογεί ο ίδιος ο Κύριος και Θεός μας με απώτερο στόχο τη συνέχιση του απολυτρωτικού

μυστηρίου Του. Ο ίδιος ο χορός του Ησαΐα είναι τόσο κεφαλαιώδης πράξη στο γάμο ώστε κάποιος είπε ότι «εάν όλα όσα προηγούνται του χορού του Ησαΐα δεν επικυρωθούν με τον τριπλό χορό γύρω από το δισκέλιον δεν μπορούν να έχουν τη νομική εγκυρότητα του μυστηρίου». Ο ίδιος ο χορός αποτελεί έκφραση ζωηρής πνευματικής αγαλλιάσεως για την Θεία Χάρη που πλούσια κατέρχεται από τον ίδιο τον Κύριο και Θεό μας κατά την ώρα της ιερολογίας του γάμου. Και όπως ακριβώς συμβαίνει και στα υπόλοιπα μυστήρια π.χ. της Βαπτίσεως και της Χειροτονίας, έτσι και στο γάμο ο κυκλικός χορός αποτελεί σημείο της εν Χριστώ ευφροσύνης. Για τον λόγο αυτό εκείνοι οι νέοι που με ευσέβεια και σωφροσύνη αγωνίσθηκαν να κρατήσουν την παρθενία τους μέχρι την ώρα του γάμου τους επέτρεψε ο Θεός να τιμώνται και να γίνονται κοινωνοί μαζί Του, δηλαδή συμμέτοχοι της Βασιλείας του Θεού, του Χριστού και των Αγίων του. Κι αυτό το ουράνιο πανηγύρι ορατά βεβαιώνεται με τον κυκλικό χορό του Ησαΐα.

(π. Θεμιστοκλέους Στ. Χριστοδούλου, Θέλεις να γίνεις Παράνυμφος- Κουμπάρος; Εκδ. Ομολογία σ.40-45).

vatopaidi.wordpress.com

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Παναγία Άξιον Εστί – Η εικόνα και η ιστορία της

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Μαΐου, 2013

Στον ιστορικό ναό του Πρωτάτου, στο άγιο Βήμα, βρίσκεται ενθρονισμένη πάνω στο ιερό σύνθρονο η σεβάσμια και θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου, που επονομάζεται «Άξιον έστιν».  Ονομάζεται έτσι, γιατί μπροστά σ’ αυτήν την εικόνα πρωτοψαλθηκε απ’ τον αρχάγγελο Γαβριήλ ο γνωστός αυτός ύμνος. «Η πάνσεπτος αύτη και αγία εικών, εξ αρχαίων και παλαιών χρόνων, εστάθη το καύχημα των Καρεών, η δόξα των Πρωτατινών, η σκέπη και προστασία των πέριξ Κελλίων», αλλά και όλου του Αγίου Όρους δόξα, καύχημα και προστασία.

Την ιστορία της εικόνας έγραψε το 1548 ο Πρώτος του Άγιου Όρους ιερομόναχος Σεραφείμ που διέπρεψε στην αρετή, τη σοφία, τη μάθηση και την ακτημοσύνη. Ως Πρώτος διοικούσε το Όρος με ευαγγελική δικαιοσύνη και σύνεση. Υπήρξε γέροντας του άγιου Διονυσίου του εν  Ολύμπω, όταν εκείνος ζούσε στις Καρυές, και συνδεόταν με στενή φιλία με τον όσιο Θεόφιλο το Μυροβλύτη, που εκείνο το διάστημα ασκήτευε στη γειτονική Καψάλα, Βοήθησε ακόμη με χρήματα για την ανακαίνιση του κελίου του αγίου Θεοφίλου και έκτισε εκ θεμελίων το νάρθηκα του Πρωτάτου.

Αυτή η ιστορία-υπόμνημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Νέο Μαρτυρολόγιο του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτου απ’ όπου αναδημοσιεύτηκε πολλές φορές. Η σπουδαιότητα του κειμένου, η ακρίβεια του στη διήγηση και η γλαφυρότητά του μας αναγκάζουν να το δημοσιεύσουμε όπως έχει.

«Σεραφείμ του Θυηπόλου υπόμνημα περί του θαύματος του γενομένου υπό του Αρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω Αγίω Όρει του Άθω· ήτοι περί του  Αρχαγγελικού ύμνου του ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙΝ.

Κατά την Σκήτην του Πρωτάτου, την ευρισκομένην εις τας Καρέας, εκεί πλησίον, εν τη τοποθεσία της ιεράς Μονής του Παντοκράτορος, είναι λάκκος μεγάλος, όστις έχει κελλία διάφορα. Εις ένα γουν των κελλίων τούτων, έπ’ ονόματι πμώμενον της Κυρίας Θεοτόκου της Κοιμήσεως, εκατοίκει ένας ιερομόναχος γέρων και ενάρετος μετά άλλου υποτακτικού. Επειδή δε ήτον συνήθεια να γίνεται αγρυπνία κάθε Κυριακήν εις την ρηθείσαν του Πρωτάτου Σκήτην, κατά το εσπέρας ενός Σαββάτου, θέλοντας να υπάγη ο προρρηθείς γέροντας εις την αγρυπνίαν, λέγει τω μαθητή αυτού· Τέκνον, εγώ μεν υπάγω διά να ακούσω την αγρυπνίαν, ως σύνηθες· συ δε μείνον εις το κελλίον, και ως δύνασαι ανάγνωθι την  Ακολουθίαν σου· και οϋτως απηλθεν.  Αφ’ ου δε η εσπέρα παρήλθεν, ιδού κρούει τις την θύραν του κελλίου· ο δε αδελφός έδραμε και την άνοιξε, και βλέπει, ότι ήτον ξένος μοναχός, αγνώριστος εις αυτόν όστις εισελθών, έμεινεν εις το κελλίον την νύκτα έκείνην.

Εν τη ώρα δε του όρθρου, αναστάντες, έψαλλον και οι δύω την Ακολουθίαν όταν δε ήλθον εις την Τιμιωτέραν, ό μεν εντόπιος μοναχός, έψαλλε μόνον την «Τιμιωτέραν των Χερουβείμ», και καθ’ εξής έως τέλους· τον συνήθη δηλαδή, και παλαιόν ύμνον του Αγίου Κοσμά του ποιητού. Ο δε ξένος εκείνος μοναχός, κάμνοντας άλλην αρχήν του ύμνου, έψαλλεν ούτως· «Άξιον έστιν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον, και παναμώμητον, και μητέρα του Θεού ημών». Είτα εσύναψε και την Τιμιωτέραν μέχρι τέλους. Ακούσας δε ταύτα ο εντόπιος μοναχός, εθαύμασε, και λέγει προς τον φαινόμενον ξένον.  Ημείς μόνον ψάλλομεν «την Τιμιωτέραν»· το δε «Άξιον έστιν», ουδέποτε ηκούσαμεν, ούτε ημείς, ούτε οι προτύτεροι από ημάς. Αλλά παρακαλώ σε, ποίησον αγάπην, και γράψον και εις εμένα τον ύμνον τούτον, διά να τον ψάλλω και εγώ εις την Θεοτόκον. Ο δε αποκριθείς, φέρε μοι, του λέγει, μελάνι και χαρτί, διά να τον γράψω. Ο δε εντόπιος, δεν έχω του λέγει, ούτε μελάνι, ούτε χαρτί. Και ο φαινόμενος ξένος, φέρε μοι, του είπε, μίαν πλάκα.  Ο δε μοναχός δραμών, εύρε πλάκα, και του την έφερε. Λαβών δε ταύτην ο ξένος, έγραψεν επάνω εις αυτήν με τον εαυτού δάκτυλον τον ρηθέντα ύμνον, το «Άξιον έστι». Και, ω του θαύματος! τόσον βαθέως εχαράχθησαν τα γράμματα επάνω εις την σκληράν πλάκα, ωσάν να εγράφησαν επάνω εις πηλόν απαλώτατον. Είτα λέγει τω αδελφώ· από της σήμερον και εις το εξής, ούτω να ψάλλετε και εσείς, και όλοι οι ορθόδοξοι. Και ταύτα ειπών, έγινεν άφαντος· ήτον γαρ Άγιος Άγγελος, απεσταλμένος υπό Θεού, διά να αποκάλυψη τον Αγγελικόν ύμνον τούτον, και τη Μητρί του Θεού πρεπωδέστατον· μάλλον δε, ήτον ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, ως ρηθήσεται έμπροσθεν.

Αφ’ ου δε ήλθεν από την αγρυπνίαν ο γέροντας, και εισήλθεν εις το κελλίον, αρχίζει ο υποτακτικός αυτού να ψάλλη το, Άξιον έστι, καθώς ο Άγγελος αύτω επαρήγγειλε· και ακολούθως δείχνει εις τον γέροντά του και την ρηθείσαν πλάκα με τα ‘ Αγγελοχάρακτα γράμματα.  Ο δε ταύτα ακούσας, και ιδών, έμεινεν εκστατικός διά το τοιούτον θαυμάσιον. Και λοιπόν, λαβόντες και οι δύω την Αγγελοχάρακτον εκείνην πλάκα, απήλθον εις το Πρωτάτον και δείξαντες αυτήν εις τε τον πρώτον του Αγίου Όρους, και εις τους λοιπούς γέροντας της Κοινής συνάψεως, εδιηγήθησαν εις αυτούς άπαντα τα γενόμεναοι δε δοξάσαντες ομοφώνως τον Θεόν, και ευχαριστήσαντες την Κυρίαν ημών Θεοτόκον, διά το παράδοξον τούτο, ευθύς απέστειλαν την πλάκα εις την Κωνσταντινούπολιν, προς τε τον Πατριάρχην, και τον Βασιλέα, σημειώσαντες εις αυτούς διά γραμμάτων άπασαν την υπόθεσιν του τοιούτου τερατουργήματος.

»Από τότε δε και ύστερα, ο μεν Αγγελικός αυτός ύμνος διεδόθη εις όλην την οικουμένην, δια να ψάλλεται εις την Θεομήτορα, από όλους τους ορθοδόξους. Η δε Αγία είκών της Θεοτόκου, η ευρισκομένη εις τήν Εκκλησίαν του κελλίου εκείνου, εν ω το τοιούτον γέγονε θαύμα, μετεφέρθη από τους πατέρας του Αγίου Όρους, εις την Έκκλησίαν του Πρωτάτου· και εις αυτήν ευρίσκεται έως της σήμερον, ενθρονιασμένη επάνω τού  Ιερού Συνθρόνου, εντός του  Αγίου Βήματος, επειδή και έμπροσθεν της εικόνος ταύτης εψάλθη πρώτον υπό του Αγγέλου ο ύμνος ούτος. Το δε κελλίον εκείνο, έλαβε την επωνυμίαν να ονομάζεται, Άξιον έστι. Και ο λάκκος εκείνος, εις τον όποιον το κελλίον ευρίσκεται, ονομάζεται από όλους έως της σήμερον, “Άδειν” ο έστι ψάλλειν, διά το να εψάλθη πρώτον εις αυτόν ο Αγγελικός, και Θεομητροπρεπής ούτος ύμνος».

Και συνεχίζει ο άγιος Νικόδημος: «Ότι δε το θαύμα τούτο είναι πολλά παλαιόν, και ότι ο Άγγελος οπού εφάνη, ήτον ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, μαρτυρεί και το εν τοις τετυπωμένοις Μηναίοις γεγραμμένον, κατά την ενδέκατην του Ιουνίου μηνός, ούτω· «Τη αυτή ημέρα η Σύναξις του Αρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω Άδειν». Επειδή γαρ, ως φαίνεται, εν τη ενδέκατη του Ιουνίου ηκολούθησε το τοιούτον θαυμάσιον τούτου χάριν οι τότε πατέρες, ετέλουν Σύναξιν, και Λειτουργίαν κατ’ ενιαυτόν, εις τον ρηθέντα λάκκον, τον επονομαζόμενον Άδειν, εις μνήμην του θαύματος, τιμώντες, και δοξάζοντες τον Αρχάγγελον Γαβριήλ· όστις, καθώς απ’ αρχής έως τέλους εστάθη ο ένθεος υμνολόγος της Θεοτόκου, και τροφεύς, και διακονητής, και χαροποιός αυτής ευαγγελιστής· ούτως υπηρέτησε και εις το να αποκάλυψη τον όντως Θεομητρικόν τούτον ύμνον, ως αυτώ μόνω κατά πάντα πρεπούσης της τοιαύτης διακονίας.

Και πάλαι μεν ο Δεσπότης των όλων Θεός, έδωκε τας δέκα εντολάς εις τους Εβραίους, γεγραμμένας με τον εαυτού δάκτυλον, επάνω εις τας δύω λιθίνας πλάκας. Τώρα δε ο Άρχων των του Θεού Αγγέλων, έδωκεν εις όλους τους ορθοδόξους, τον πλέον γλυκύτερον, και ερασμιώτερον ύμνον της Μητρός του Θεού, γεγραμμένον εις λιθίνην πλάκα με τον αρχαγγελικόν αυτού δάκτυλον.

»Βλέπε δε και πως επληρώθη η προφητεία του θείου Γαβριήλ, οπού είπεν, ότι να ψάλλωσι τον ύμνον τούτον όλοι οι ορθόδοξοι’ διά τιτόσον κοινός και τόσον ποθεινός εγένετο ο  Αρχαγγελοσύνθετος ούτος ύμνος εις όλους τους ορθοδόξους, ώστε όπου, και αυτά τα μικρά παιδάρια των Χριστιανών, ηξεύρουν και τον ψάλλουν μεγαλοφώνως την σήμερον, με μεγάλην χαράν της καρδίας των, εις δόξαν της Θεοτόκου· ης ταις αγίαις πρεσβείαις αξιωθείημεν  της βασιλείας των ουρανών.» Αμήν.

Ο ακριβής χρόνος της αγγελοφανείας

Για τον καθορισμό του χρόνου της αγγελοφανείας αυτής οδηγούμαστε από δύο σημαντικά στοιχεία:

α) Στην τυπωμένη ακολουθία του «Άξιον έστιν» αναφέρεται; «Το παρόν θαύμα εγένετο επί βασιλείας Βασιλείου και Κωνσταντίνου των αυταδέλφων, των και Πορφυρογεννήτων καλουμένων, υιών Ρωμανού του Νέου εν έτει σωτηρίω 980, Νικολάου δε Χρυοοβέργου πάτριαρχούντος, εν έτει από κτίσεως κόσμου στυγ». Το έτος όμως στυγ (=6490) αντιστοιχεί με το σωτήριον έτος 982 (και όχι με το 980). Οι αυτοκράτορες που μνημονεύονται είναι Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος (976-1025) και Κωνσταντίνος ο Η’ (1025-­1028).

β) Στο παραπάνω υπόμνημα αναφέρεται ότι το θαύμα έγινε ημέρα Κυριακή και ότι στα παλιά έντυπα μηναία η σύναξη του Αρχαγγέλου Γαβριήλ εν τω Άδειν αναγράφεται την 11η Ιουνίου. Επειδή, όπως φαίνεται, την 11η Ιουνίου έγινε το θαύμα αυτό, τότε η ημερομηνία αυτή πρέπει να αναζητηθεί στο 982. έτος που η 11η Ιουνίου συμπίπτει με ημέρα Κυριακή.

Η σύνθεση του ύμνου και η λειτουργική του χρήση

Το θεομητορικό μεγαλυνάριο «Άξιον έστιν» αποτελείται από δύο διακεκριμένους ύμνους, απ’ το αγγελοδίδακτο προύμνιο «Αξιον έστιν ως αληθώς, μακαρίζειν Σε την Θεο­τόκον, την αειμακάριστον, και παναμώμητον, και Μητέρα του Θεού ημών» και από τον ειρμό της θ΄ ωδής του κανόνα της Μεγάλης Παρασκευής «Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ, και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, την αδιαφθόρως, Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον Σε μεγαλύνωμεν», ποίημα του αγίου Κοσμά του Ποιητού (8ος αι.).

Ο ύμνος πέρασε απ’ τα τέλη του 10ου αιώνα σε λειτουργική χρήση και ψάλλεται στη θεία Λειτουργία του ιερού Χρυσοστόμου, όποια ημέρα κι αν τελείται αυτή, μετά την εκφώνηση «Εξαιρέτως της Παναγίας αχράντου…» απ’ τον α΄ χορό, στον ήχο που ψάλθηκε και το Χερουβικό.  Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που «καταλίμπάνεται» και ψάλλεται άλλο αντ’ αυτού.

Ψάλλεται επίσης στον Όρθρο και στους δύο Παρακλητικούς κανόνες της Θεοτόκου και αναγιγνώσκεται στις ακολουθίες της Τραπέζης και του Μικρού  Αποδείπνου.

Κατά τήν τοπική αγιορείτικη παράδοση ο αρχάγγελος Γαβριήλ έψαλλε τον ύμνο σε ήχο β΄.

Η ακολουθία στην εικόνα του «Άξιον έστι»

Πλήρη ακολουθία στο «Άξιον έστι» φιλοπόνησε ο  λόγιος ιεροδιάκονος του Ρωσικού Κοινοβίου Βενέδικτος «εύλαβεία τη προς την Κυρίαν Θεοτόκον, αιτήσει των του Πρωτάτου  Εκκλησιαστικών, κατά το 1838».

Εκδόθηκε τέσσερεις φορές στην Αθήνα (1854, 1857, 1890, 1971) και μια στις Καρυές του Αγίου Όρους (1924).  Η μετάφρασή της στα σλαβονικά τυπώθηκε δύο φορές, μια στην Κωνσταντινούπολη (1861) και μια στη Θεσσαλονίκη (1910).

Ο κανόνας είναι γραμμένος σε ήχο δ΄. «Ανοίξω το στόμα μου», Στη θέση του συναξαρίου δημοσιεύεται το υπόμνημα του Πρώτου Σεραφείμ.

Τα δοξαστικά, που τονίστηκαν μουσικά, «αντεγράφηοαν διά χειρός Αβερκίου Μοναχού Αντιπροσώπου Ιεράς Μονής Ξενοφώντος εν έτει 1923».

Η λιτανεία της αγίας εικόνας

Τη δεύτερη μέρα του Πάσχα γίνεται στον ιερό ναό του Πρωτάτου πανηγυρική θεία Λειτουργία και ακολουθεί μεγαλοπρεπέστατη λιτανεία της θαυματουργής εικόνας στα όρια της σκήτης των Καρεών «μετά σκήπτρων και Θείων εικόνων, λαμπαδοφορουμένων ιερέων και διακόνων, μετά μανουολίων και μετά της του σύμπαντος μοναχικού ομηγύρεως ψαλ­λόντων της λαμπράς τα μελλίρυτα άσματα και ευωχίαν παρακλήσεως εν ειθισμένοις τόποις ποιούμενων».

Η λιτάνευση και περιφορά τηξς εικόνας γίνεται «διά την αγάπην την ιδικήν μας· ήτοι διά να αγιάζη τους οίκους μας· διά να ευλογή τους καρπούς μας· διά να διώκη κάθε βλαβερόν ζωύφιον από τους κήπους και αμπελώνας και δένδρα μας και τελευταίον, διά να καθαρίζη τον αέρα από κάθε νοσηράν αναθυμίασιν, και ούτω να ποιή αυτόν εύκρατον εις την υγείαν των σωμάτων μας».

Συμμετέχουν ο χοροστατών αρχιερεύς, η Ιερά Επι­στασία, οι πολιτικές αρχές και πλήθος κόσμου που συρρέει απ’ τα διάφορα μέρη του Όρους, απ’ τα μοναστήρια, απ’ τις σκήτες και ιδιαίτερα απ’ τα πέριξ των Καρεών κελλία, δείχνοντας έτσι τη θερμή ευλάβεια και το σεβασμό προς την Κοινή Προστάτιδα. Φρουρό και Φύλακα του Ιερού Τόπου Κυρία Θεοτόκο. Προπολεμικά ο αριθμός των ανθρώπων που ακολουθούσε τη λιτανεία περνούσε τις δύο χιλιάδες.

Η διαδρομή της λιτανείας απ’ αρχαιοτάτων χρόνων είναι καθορισμένη και στο Τυπικό της εκτίθεται με κάθε λεπτομέρεια. Στους διάφορους σταθμούς της λιτανείας γίνονται ποικίλες εκφωνήσεις και διάφορες ευχές προς αποτροπή νόσων και επιδημιών που επιπολάζουν στους ανθρώπους και στην καλλιεργούμενη φύση, καθώς και στα ζώα.

Το Τυπικό βρίσκεται γραμμένο σε τρία χειρόγραφα, που φυλάγονται στη βιβλιοθήκη του Πρωτάτου. Το πρώτο γράφτηκε μετά το 1508. Σ’ αυτό αναφέρεται πως η λιτανεία ξεκινάει απ’ την εκκλησία του Πρωτάτου και ακολουθεί τη διαδρομή: Ιβηριτικό κονάκι, πύργος του Μακρή, μονή Κουτλουμουσίου -όπου την υποδέχονται ό ηγούμενος και φορεμένοι ιερείς-, πύργος του Ραβδούχου, μονή του Αλυπίου, σταυρός του Χρυσοστόμου, σταυρός του αγίου Στεφάνου, σταυρός άνωθεν του πνευματικού παπά κυρ- Σάββα, σταυρός του Καπρούλη και του Ψαρά. σταυρός του μεγάλου Αντωνίου και του αγίου Βασιλείου, σταυρός Ζωγραφίτικος, μονή του αγίου Σάββα εις τον πύργον, Ξηροποταμηνό κονάκι και πάλι στη μεγάλη εκκλησία του Πρωτάτου.

Το δεύτερο γράφτηκε το 1851 από τον γνωστό ζωγράφο και εκκλησιάρχη του Πρωτάτου ιερομόναχο Μακάριο Γαλατσιάνο. Το τρίτο γράφτηκε το 1913 και είναι στην πραγματικότητα αντιγραφή του προηγούμενου.

Στα δύο τελευταία Τυπικά προστέθηκαν και μερικοί ακόμη σταθμοί της λιτανείας με ανάλογες εκφωνήσεις: Παντοκρατορινό κονάκι, σταυρός της σκήτης του αγίου Παντελεήμονος, Αγιοπαυλίτικο κονάκι. Ρωσικό κονάκι και «καινό Συνακτικό των Επιστατών». Δε διέρχεται όμως απ’ τον πύργο του Μακρή και ο σταυρός του Καπρούλη μνημονεύεται ως σταυρός του Κιοσκίου.

Ολοι οι μοναχοί έχουν πόθο να διαβεί η χαριτόβρυτη εικόνα κι από τα όρια των δικών τους κελλιών, για να τα ευλογήσει με το πέρασμά της. Σε κάθε κελλί διαβάζεται το σχετικό Ευαγγέλιο και ψάλλεται το τροπάριο του Αγίου, στο όνομα του οποίου τιμάται το κελλί.

Η λιτανεία μέχρι σήμερα συνεχίζεται να τελείται αδιάκοπα και παρά την πολύωρη πορεία την ακολουθούν πολλοί μοναχοί και λαϊκοί τιμώντας τη χάρη της και ζητώντας την ευλογία της, Στα παλιότερα χρόνια, επιστρέφοντας απ’ τη λιτανεία, μετά την τέλεση του Εσπερινού, πήγαιναν «άνω εις τα Κατηχούμενα, και εκεί ητοιμασμένης ούσης Τραπέ­ζης, εφιλεύοντο πάντες οι λιτανεύοντες αδελφοί, φιλία και παρακλήοει μεγάλη».

Θαύματα της εικόνας κατά τη λιτανεία

Στα παραπάνω Τυπικά μνημονεύονται και τα εξής εξαίσια σημεία που έδειξε ο Θεός:

Το έτος 1508 οι μοναχοί του Διονυσιάτικου κελλίου του αγίου Στεφάνου, την ώρα της λιτανείας, εγκατέλειψαν το κελλί, κρύφτηκαν και δεν υποδέχτηκαν την εικόνα της Θεοτόκου ούτε περιποιήθηκαν τους λιτανεύοντες μοναχούς. Το ίδιο βράδυ δυνατή βροχή και χαλάζι αφάνισαν τ’ αμπέλια τους, τα δένδρα και τους κήπους τους, ενώ των γειτόνων τους έμειναν «σώα και ευθαλή». Οι μοναχοί, συναισθανθέντες την αμαρτία τους, έσπευσαν στη μονή Διονυσίου και ανήγγειλαν το γεγονός στον άγιο Νήφωνα, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, που βρισκόταν τότε εκεί.  Εκείνος τους επιτίμησε ανάλογα και την επόμενη χρονιά υποδέχτηκαν με τιμή την εικόνα, περιποιήθηκαν τους μοναχούς και πέφτοντας στη γη ζήτησαν συγχώρεση για την περσινή τους συμπεριφορά,

Και οι μοναχοί της μονής Κουτλουμουσίου δυο φορές δεν έλαβαν μέρος στη λιτανεία, λέγοντας ότι «ημείς μοναστήριον μέγιστον έσμεν, και οφείλομεν ιδίως λιτανεύειν, ως και τα άλλα μοναστήρια, και την αρχαίαν ταύτην παράδοσιν των πατέρων ου ποιούμεν». Και «ευθύς η οργή του Θεού ανέβη επ’ αυτούς». Την πρώτη φορά οι αλλόφυλοι τους έκαψαν το καράβι του μοναστηριού και τον αρσανά και τη δεύτερη η νεόδμητη τράπεζα του μοναστηριού μαζί με άλλα κτίσματα κατέπεσαν «αθρόως ως τα Ιεριχούντια τείχη»,

Η εικόνα και το ελληνικό έθνος

Στις 3 Οκτωβρίου 1913 οι αγιορείτες μοναχοί, αφού έκαναν εκτενή δέηση με ολονύκτια αγρυπνία στο ναό του Πρωτάτου, συνέταξαν το μνημειώδες ψήφισμα «της αιωνίου και αδιάσπαστου ενώσεως μετά της Μητρός  Ελλάδος», το οποίο υπέγραψαν οι ηγούμενοι και προϊστάμενοι των μοναστηριών, αφού πρώτα έβαζαν τρεις μετάνοιες μπροστά στην «εφέστιο των εφεστίων» εικόνα του Αγίου Όρους και κατασπάζονταν με βαθύτατη συγκίνηση και δάκρυα την πανάχραντο Δέσποινα και έφορο του Άθω. Το έγγραφο αυτό καθαρογράφτηκε, σφραγίστηκε απ’ τη Κοινότητα και τα μοναστήρια και στάλθηκε το μεν πρωτότυπο στον βασιλέα Κωνσταντίνο, «τον επί του Αγίου Όρους διάδοχον των αοιδίμων Αυτοκρατόρων, των ιδρυτών των ιερών μονών», αντίγραφα δε στη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, σε όλες τις κυβερνήσεις των  Ορθοδόξων κρατών και στα μέλη «της εν Λονδίνω Πρεσβευτικής Συνδιασκέψεως».

Η εικόνα του «Άξιον έστι» τυπώθηκε και στις επίσημες ομολογίες του εθνικού αγιορείτικου δανείου του 1931, μετά την ανεκτίμητη προσφορά απ’ τα μοναστήρια του μεγαλύτερου μέρους των αγιορείτικων μετοχίων προς αποκατάσταση των ακτημόνων και των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής.

Το 1963, με αφορμή τον επίσημο εορτασμό της χιλιετηρίδος του Αγίου Όρους, η πάνσεπτη εικόνα με απόφαση της  Ιεράς Κοινότητος και με τη συνοδεία μητροπολιτών, πολιτικών και στρατιωτικών αρχών, των αντιπροσώπων των μονών, των διακονητών του Πρωτάτου κ.ά. μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου την υποδέχτηκαν με εξαιρετικές τιμές, βαθύτατη ευλάβεια και συγκίνηση. Πλήθος πιοτών της πρωτεύουσας είχαν έτσι την ευκαιρία να προσκυνήσουν τη σεβάσμια και ιστορική εικόνα, που για πρώτη φορά έβγαινε από το ιερό λίκνο της.

Στην εκκλησία του Πρωτάτου γίνονται ημέρα και νύκτα οι ακολουθίες και συνεχίζονται αδιάκοπα οι παρακλήσεις και δεήσεις των μοναχών προς την Καρεώτισσα Θεοτόκο.

Οι ευλαβείς χριστιανοί απ’ την  Ελλάδα και το εξωτερικό στέλνουν ονόματα για μνημονεύσεις και λειτουργίες. Ο μεγάλος αριθμός των προσκυνητών, που καθημερινά έρχεται στις Καρυές για την έκδοση του διαμονητηρίου, παίρνει την ευλογία της αγίας Πρωταΐτισσας.

Οι πολλές δημοσιεύσεις του υπομνήματος, οι εκδόσεις της ακολουθίας, το πλήθος των αντιγράφων και ιδιαίτερα η εξαιρετική διάδοση του αγγελοδίδακτου ύμνου του «Άξιον έστιν» έκαναν σ’ όλο τον κόσμο γνωστή την εικόνα.

πηγή: Ιουστίνου ιερομ. Σιμωνοπετρίτου, «Άξιον Εστιν» – Η θαυματουργή εικόνα του Πρωτάτου, Αγιορείτικα τετράδια 1

Καρυές, φωτορεπορτάζ του Κώστα Τζιβανίδη – επιμέλεια του Νίκου Παπαχρήστου

http://www.amen.gr/article13734

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Ανάσταση του Χριστού ως ιστορικό και υπαρξιακό γεγονός

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Μαΐου, 2013

Η Ανάσταση του Χριστού ως ιστορικό και υπαρξιακό γεγονός

Αυτές τις ημέρες ο Ορθόδοξος κλήρος και λαός πανηγυρίζουν την Ανάσταση του Θεανθρώπου Κυρίου.

Ο Άγιος Επιφάνιος αναφωνεί: “Ανέστη Χριστός η των πεσόντων ανάστασις… Ανέστη Χριστός και χαράν πάση τη κτίσει εδωρήσατο” (PG 43, 465).

Το γεγονός αυτό της Αναστάσεως είναι το ισχυρότερο χτύπημα κατά της ολιγοπιστίας που τρέφεται με την αμφισβήτηση, την αμφιβολία και την απογοήτευση.

Την Ανάσταση του Θεανθρώπου Κυρίου την επιβεβαιώνουν: α. Ο κενός τάφος, “τα οθόνια κείμενα μόνα” (Ιωάν. 20, 6). β. Οι εμφανίσεις του Αναστάντος Κυρίου στην Μητέρα Του, στις Μυροφόρες, στην Μαρία την Μαγδαληνή, στον Απόστολο Πέτρο, στον Λουκά και τον Κλεόπα, στο υπερώο, στους πεντακοσσίους ανθρώπους εκτός του περιβάλλοντός Του (Α΄Κορ. 15, 6) στον αδελφόθεο Ιάκωβο, σε όλους τους Μαθητές Του στο όρος των Ελαιών και τέλος στον διώκτη των Χριστιανών Σαύλο και μετέπειτα διαπρύσιο κήρυκα της Αναστάσεώς Του Απόστολο των Εθνών Παύλο.

Για το ιστορικό και εμπειρικό αυτό γεγονός υπάρχουν αντιρρήσεις, προερχόμενες από όσους προσπαθούν να το κατανοήσουν με την πεπερασμένη και πολλές φορές εμπαθή λογική τους.

Πρέπει, όμως,  να γίνει από όλους μας κατανοητό ότι το θαύμα της Αναστάσεως δεν είναι δυνατόν να προσεγγιθεί με τον ορθολογισμό (rationalismus) του Θωμά Ακινάτη, ως ratio = λόγος που σημαίνει ικανότητα (facultas) του υποκειμένου να αναγνωρίζει και να συλλαμβάνει το “είναι” των όντων και την εν γένει υπόστασή τους. Ούτε ακόμη περισσότερο είναι δυνατόν να γίνει αντικείμενο διανοητικής συλλήψεως το υπερέκεινα.

Ο σημερινός άνθρωπος έχοντας ως εργαλείο του τον εμπαθή ορθό λόγο και το εμπειρικό παράδειγμα, προσπαθεί να απελευθερωθεί από την μυθοποίηση και τον παγανισμό και να δώσει υπόσταση στην επιστημονική σκέψη και λόγο. Όμως, ξεπέρασε τα εσκαμμένα και έφθασε στην θεοποίηση της λογικής και της επιστήμης, αφαιρώντας από τον εαυτό του την δυνατότητα της ελεύθερης πορείας προς το υπερέκεινα και ασφαλώς της κατανοήσεως του θαύματος της Αναστάσεως.

Μόνον ο άνθρωπος που κινείται από την καθαρά λογική μαζί με την πίστη, ως αποδοχής της θείας αποκαλύψεως, έχει την δυνατότητα να κατανοήση και να αποδεχθή όσα υπάρχουν πέρα και πάνω από την ανθρώπινη πεπερασμένη διάνοιά του.

Αυτός ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα να αποδεχθεί τον Σαρκωθέντα Λόγο του Θεού Πατρός ως Αγάπη Εσταυρωμένη και ταυτόχρονα Αναστημένη.

Η πίστη στην Ανάσταση του Θεανθρώπου έγινε και παραμένει το θεμέλιο του Χριστιανισμού, γιατί “ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή και η πίστις υμών” (Α΄Κορ. 15, 14).

Πέραν, όμως, τούτων, για να γίνει σε βάθος κατανοητή η Ανάσταση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού πρέπει να γίνει βίωμα. Και για να γίνει βίωμα προϋποτίθεται η απομάκρυνση του ανθρώπου από την νοητική βεβαιότητα και την “αντικειμενική” γνώση περί της Αναστάσεως και η εισδοχή του στον χώρο της βιώσεως, του τρόπου ζωής, και η ζωή αυτή δεν είναι άλλη από την εκκλησιαστική.

Η διδασκαλία περί της Αναστάσεως του Θεανθρώπου κηρύσσεται, αλλά και βιώνεται από την Αγία μας Ορθόδοξο Εκκλησία μέσα στην πλούσια λατρευτική της εμπειρία με προοπτική τα έσχατα μέσω της χαράς της Αναστάσεως.

Μέσα σ’ αυτή την Ορθόδοξη εκκλησιαστική ζωή είναι δυνατόν ο πιστός Ορθόδοξος Χριστιανός να συναντήσει τον Αναστάντα Κύριό του, να κοινωνήσει μαζί Του και να βιώσει υπαρξιακά την Ανάσταση.

Του

Αρχιμ. Κυρίλλου Κωστοπούλου

Ιεροκήρυκα Ι. Μ. Πατρών – Δρος Θεολογίας

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Πελοπόννησος» των Πατρών στις 4/5/2013

http://www.zoiforos.gr/ar8rografia/monaxoi/kostopoulos/item/8958-i-anastasi-tou-xristoy-os-istoriko-kai-yparksiako-gegonos

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »