kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ – ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Μαΐου, 2013

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ: ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΚΑΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΟΣ, ΤΗΣ ΖΩΗΦΟΡΟΥ ΠΗΓΗΣ. ΕΤΙ ΔΕ ΚΑΙ ΜΝΕΙΑΝ ΠΟΙΟΥΜΕΘΑ ΤΩΝ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΤΕΛΕΣΘΕΝΤΩΝ ΥΠΕΡΦΥΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΠΑΡΑ ΤΗΣ ΘΕΟΜΗΤΟΡΟΣ

῾Ο ναός αυτός (στο Μπαλουκλί της Κωνσταντινούπολης) καταρχάς συστήθηκε από τον βασιλιά Λέοντα τον μεγάλο, ο οποίος έχει ονομαστεί και Μακέλλης. Ήταν καλός και επιεικέστατος άνθρωπος, λόγω της συγκαταβατικότητάς του, και πριν γίνει βασιλιάς, όταν ακόμη ήταν ιδιώτης, ευρισκόμενος κάπου εκεί που είναι ο ναός, βρήκε έναν  τυφλό άνδρα που παρέπαιε και τον καθοδηγούσε. Όταν λοιπόν πλησίασαν στον τόπο, καταλαμβάνεται ο τυφλός από πολύ μεγάλη δίψα και παρακαλούσε τον Λέοντα να του δώσει νερό. Αυτός πράγματι μπήκε σε μία πυκνή συστάδα δένδρων και αναζητούσε νερό. Ο τόπος τότε ήταν κατάφυτος από διάφορα δένδρα. Επειδή λοιπόν δεν εύρισκε το νερό εκεί, επέστρεφε σκυθρωπός. Καθώς όμως γύριζε άκουσε από ψηλά φωνή να του λέει: ῾Λέων, δεν χρειάζεται να αγωνιάς. Το νερό είναι κοντά᾽. Γύρισε λοιπόν πάλι πίσω ο Λέων και αναζητούσε. Κι αφού έψαξε πολύ, πάλι άκουσε την ίδια φωνή: ῾Λέων βασιλιά, μπές βαθύτερα στο σκεπαστό μέρος των δένδρων κι αφού πάρεις το θολό νερό  με τα χέρια σου, θεράπευσε τη δίψα του τυφλού. Χρίσε και τα τυφλά μάτια του και θα γνωρίσεις αμέσως ποια είμαι εγώ, που κατοικώ στον χώρο αυτό από παλιά᾽. Έκανε λοιπόν όπως του είπε η φωνή και αμέσως ο τυφλός απέκτησε το φως του. Κατά την πρόρρηση μάλιστα της Θεομήτορος, όταν έγινε ο Λέων βασιλιάς, έκτισε τον ναό της Πηγής, όπως φαίνεται σήμερα.

Άρχισαν δε να γίνονται πάμπολλα θαύματα στον Ναό αυτό, οπότε μετά από αρκετά χρόνια ο Ιουστινιανός, ο μέγιστος αυτοκράτωρ των Ρωμαίων, ο οποίος ταλαιπωρείτο από δυσουρία, βρήκε την ιατρεία του κι αυτός από εδώ, γι᾽αυτό εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη του στη Μητέρα του Λόγου ανήγειρε μέγιστο ναό.  Ο ναός αυτός, επειδή έπαθε ρωγμές από διαφόρους σεισμούς, επιδιορθώθηκε από τον Βασίλειο τον Μακεδόνα και τον υιό του Λέοντα τον σοφό, επί της βασιλείας των οποίων η Πηγή ενήργησε πλείστα θαύματα. Θεραπεύτηκαν αποστήματα και δυσουρίες, μύρια πάθη καρκίνων, αιμόρροιες διάφορες βασιλισσών και άλλων γυναικών, διάφοροι πυρετοί και άλλες πληγές. Και στειρώσεις η Πηγή διέλυσε: Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος για παράδειγμα, που γεννήθηκε από τη βασίλισσα Ζωή, υπήρξε δώρημα της Πηγής αυτής. Και νεκρό ανέστησε η Πηγή: Ο άνθρωπος  ήταν από τη Θεσσαλία. Όταν κατέβαινε με πλοίο στην Πηγή, πέθανε καθ᾽οδόν. Πεθαίνοντας δε και πνέων τα λοίσθια παρήγγειλε στους ναύτες να τον οδηγήσουν προς τον Ναό της Πηγής, να χύσουν επάνω του τρεις κάδους από τον νερό που πήγαζε εκεί, και να τον θάψουν. Έγινε τούτο, οπότε ο νεκρός, όταν επιχύθηκε το νερό, σηκώθηκε πάνω υγιής.

Μετά από αρκετούς χρόνους, φάνηκε η Θεοτόκος και κράτησε τον μεγάλο αυτόν ναό που επρόκειτο να πέσει, έως ότου το πλήθος που είχε μαζευτεί να φύγει έξω. Το αγιασμένο αυτό νερό, όταν το ήπιανε, έδιωξε διαφόρους δαίμονες, ενώ απέλυσε και φυλακισμένους από τη φυλακή. Θεράπευσε και τη λιθίαση του βασιλιά Λέοντα του σοφού. Και τον πολύ μεγάλο πυρετό της γυναίκας του Θεοφανώς  τον έσβησε, τον δε αδελφόν του, τον πατριάρχη Στέφανο, τον απελευθέρωσε από διάθεση πυρετού που τον ταλαιπωρούσε. Έκανε καλά και την ακοή που μειωνόταν του πατριάρχη Ιεροσολύμων Ιωάννη. Θεραπεύει σφοδρότατο πυρετό και του πατρικίου Ταρασίου και της μητέρας του Μαγιστρίσσης. Και πρόσφερε την ίαση του υιού του Στυλιανού από δυσουρίαση. Λύτρωσε και κάποια γυναίκα Σχίζαινα από δυσεντερία. Ο δε βασιλιάς Ρωμανός ο Λεκαπηνός, και τη λύση και τη δέση της γαστέρας του θεραπεύει με το νερό, το ίδιο και η γυναίκα του. Στη Χαλδία, τον μοναχό Πέπερη και τον μαθητή του τους θεραπεύει η Θεομήτωρ με την επίκλησή της. Το ίδιο και τον μοναχό Ματθαίο και τον Μελέτιο, που διαβλήθηκαν προς τον βασιλιά. Πατρικίους δε και Πρωτοσπαθαρίους, και άλλους μύριους που θεραπεύτηκαν ποιος θα διηγηθεί; Έτυχε θεραπείας και στο ισχύο ο επί του θυμιάματος Στέφανος.

Και ποια γλώσσα μπορεί να διηγηθεί όσα το αγιασμένο αυτό νερό ενέργησε και ακόμη ενεργεί; Τα θαύματα, που και εμείς στους χρόνους μας τα είδαμε, υπερβαίνουν τις σταγόνες της βροχής και το πλήθος των άστρων και των φύλλων. Φαγέδαινα και γάγγραινα και διατρήσεις και θανάσιμες πληγές άλλες και άνθρακες και λέπρα και ακρωτηριασμούς κατά τρόπο υπερφυή θεράπευσε. Κι ακόμη, έκανε καλά και όγκους γυναικών και, το σπουδαιότερο, θεράπευσε τα πάθη της ψυχής. Και πληγές των οφθαλμών και λευκώματα θεράπευσε επίσης, όπως και το νόσημα της  υδρωπικίασης του Βαράγγου Ιωάννη και τις μεγάλες πληγές του άλλου Βαράγγου έκανε καλά. Έδωσε την ίαση επίσης σε δερματολογικό πρόβλημα του ιερομονάχου Μάρκου, όπως και στη μεγάλη δύσπνοια επί δεκαπέντε έτη και στη λιθίαση του μοναχού Μακαρίου. Και άλλα πλείστα θαύματα, που ο λόγος πια είναι αδύνατο και να αριθμήσει, έγιναν, γίνονται και δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσουν᾽.

Υμνογράφος της ακολουθίας για τη Ζωοδόχο Πηγή της Θεοτόκου, για τον Ναό της Παναγίας με το σπουδαίο αγίασμά της στο Μπαλουκλί στην Κωνσταντινοπούπολη,  είναι ο άγιος Νικηφόρος Κάλλιστος ο Ξανθόπουλος. Ο άγιος δεν βρίσκει λόγια προκειμένου να οριοθετήσει έστω και λίγο αυτό που γίνεται στο αγίασμα τούτο επί εκατονταετίες, την πλημμύρα των ιάσεων, τις ευεργεσίες, τα άπειρα θαύματα. Επιστρατεύει λοιπόν εικόνες από τον φυσικό κόσμο και από την Αγία Γραφή για να δώσει τις σωστές αναλογίες:  ο Ναός εκεί της Θεοτόκου είναι ένας νοητός ωκεανός, κάτι που υπερβαίνει τον ίδιο τον Νείλο ποταμό από πλευράς προσφοράς χάρης Θεού, είναι μία δεύτερη κολυμβήθρα Σιλωάμ, είναι μία δεύτερη πέτρα που πηγάζει το ιαματικό ύδωρ, μία συνέχεια του Ιορδάνη ποταμού, ένα άλλο μάννα που καλύπτει τις ανάγκες αυτού που ζητάει τη σωτηρία. Πρόκειται για θεϊκό ύδωρ, για αμβροσία και νέκταρ. Με τα ίδια λόγια του υμνογράφου: ῾Χαίροις η ζωηφόρος Πηγή…ωκεανέ νοητέ, τα Νειλώα ρείθρα υπερβαίνουσα, τη χύσει της χάριτος· Σιλωάμ άλλος δεύτερος, ύδωρ πηγάζων ως εκ πέτρας παράδοξον· Ιορδάνου τε δεξαμένη ενέργειαν, μάννα σωτηριώδες τε, εναργώς το γινόμενον, προς του ζητούντος την χρείαν᾽ . ῾Ύδωρ το θείον, την αμβροσίαν του νέκταρος᾽ (απόστιχα εσπερινού).

Και δεν πρόκειται βεβαίως μόνο για θαύματα που σχετίζονται με την ίαση των σωματικών ασθενειών των ανθρώπων. Το ιαματικό νερό της Θεοτόκου θεραπεύει και τα ψυχικά αρρωστήματα, τα πάθη των ανθρώπων, ώστε δι᾽αυτού ο άνθρωπος να βρίσκει τον Θεό και να γίνεται υγιής κατ᾽ άμφω, ψυχικά και σωματικά. Άλλωστε η προσφορά της χάρης του Θεού μέσω του ύδατος εκεί αποσκοπεί: στην αληθινή αποκατάσταση των ανθρώπων, δηλαδή στην ψυχική υγεία του. Διότι τι νόημα έχει η σωματική υγεία μόνο, αν δεν συνοδεύεται και με την ψυχική της διάσταση; Μόνη της η σωματική υγεία πολλές φορές αποβαίνει καταστρεπτική για τον άνθρωπο, διότι τον σπρώχνει στην αύξηση των αμαρτιών του. Η Ζωοδόχος Πηγή λοιπόν θεράπευε διττώς τον άνθρωπο  ῾ρέοντας με τρόπο άφθονο σε όλους που έχουν ανάγκη την υγεία των ψυχών και την υγεία του σώματος, με το νερό της χάρης᾽ (῾προρρέουσαν άπασιν αφθόνως τοις χρήζουσι, την ρώσιν των ψυχών και την υγείαν του σώματος, ύδατι της χάριτος᾽) (στιχηρό εσπερινού). ῾Πόσο μεγάλα είναι τα μεγαλεία σου, Πηγή, που προσφέρεις σε όλους! Διότι όχι μόνο έδιωξες μακριά τις δύσκολες αρρώστιες από αυτούς που προσέρχονται σε Εσένα με πόθο, αλλά και ξεπλένεις τα πάθη των ψυχών᾽ (῾Βαβαί των μεγαλείων, ων τοις πάσιν επιρέεις! Ου μόνον γαρ νοσήματα χαλεπά απήλασας, των προσιόντων μετά πόθου, αλλά και τα των ψυχών πάθη εκπλύνεις᾽) (Δοξαστικό εσπερινού). Γι᾽αυτό και επειδή ῾κάνει καλά τις ψυχές το νερό της Παρθένου, ας τρέξουμε στην Κόρη εμείς που ταλαιπωρούμαστε από τους ρύπους των παθών και ας τους ξεπλύνουμε᾽ (῾Ρώννυσι τας ψυχάς το ύδωρ της Παρθένου· οι των παθών εν ρύποις προσδράμωμεν τη Κόρη, και τούτους αποπλύνωμεν᾽) (αίνοι).

Αιτία βεβαίως για την πλημμύρα αυτής της χάρης του Θεού από το αγίασμα τούτο είναι, σε πρώτη φάση, κατά τον υμνογράφο, η ίδια η Παναγία μας. Αυτή λειτουργεί ως μάννα ουράνιο και Πηγή ένθεη του Παραδείσου, της οποίας η ροή  και η χάρη καλύπτει ολόκληρη τη γη. ῾Με πολύ προσφυή τρόπο σε ονομάζω, Δέσποινα, ουράνιο μάννα και ένθεη Πηγή του Παραδείσου. Διότι η ροή και η χάρη της Πηγής σου διέτρεξε και τα τέσσερα μέρη της γης, καλύπτοντάς τα κάθε φορά με τεράστια θαύματα᾽ (῾Μάννα σε ουράνιον και Παραδείσου, Παρθένε, την Πηγήν την ένθεον, ονομάζω Δέσποινα προσφυέστατα· της γαρ γης έδραμεν η ροή και χάρις της Πηγής σου τετραμέρειαν, αυτήν καλύπτουσα ξένοις τεραστίοις εκάστοτε᾽) (στιχηρό εσπερινού). Και με μία εξαίσια εικόνα ο άγιος υμνογράφος δίνει το στίγμα της θεραπευτικής δύναμης της Πηγής: ῾Εσείς που ζητάτε την υγεία, τρέξτε προς την Πηγή. Διότι η Παρθένος Κόρη βρίσκεται μέσα στο Νερό᾽ (῾Οι ρώσιν ζητούντες, προσδράμετε εν τη Πηγή· η γαρ Κόρη Παρθένος ενοικεί τω ύδατι᾽) (ωδή θ´).

Θα αδικούσε όμως ο άγιος υμνογράφος και το αγίασμα, κυρίως όμως την ίδια την Παναγία μας, αν θεωρούσε ότι η βασική αιτία της προσφοράς της χάρης ήταν η Παναγία. Μάλλον θα αλλοίωνε τη θεολογία της Εκκλησίας μας και θα διέστρεφε τη σχετική διδασκαλία της περί των τρόπων προσφοράς της σωτηρίας στους ανθρώπους. Για τον υμνογράφο μας λοιπόν η Παναγία μας γίνεται το όργανο του Κυρίου, προκειμένου Αυτός με την αγάπη Του να προσφέρει την ψυχική και σωματική ίαση στους ανθρώπους. Ο Χριστός δηλαδή είναι Εκείνος που ιάται τους ανθρώπους – χωρίς καμμία μάλιστα διάκριση, αφού ῾σε όλους τους πιστούς προσφέρει την ίαση, είτε είναι βασιλείς είτε απλοί πολίτες και φτωχοί, άρχοντες, πτωχοί, πλούσιοι᾽ (῾Όλοις νέμεις ίασιν πιστοίς, βασιλεύσι, δημόταις, και πένησιν, άρχουσι, πτωχοίς, πλουσίοις κοινώς᾽) (ωδή γ´) –  η δε Παναγία Μητέρα Του γίνεται το αγιασμένο όργανό Του, μέσα από τη συγκεκριμένη Πηγή. ῾Παράξενα και παράδοξα ο Δεσπότης των Ουρανών τέλεσε πάνω σου καταρχάς, Πανάμωμε. Διότι Εκείνος με φανερό τρόπο έσταξε, σαν βροχή, στη μήτρα σου, Θεόνυμφε, αναδεικνύοντάς σε Πηγή, που παρέχει κάθε αγαθό᾽ (῾Ξένα και παράδοξα των Ουρανών ο Δεσπότης επί σοι τετέλεκε καταρχάς, Πανάμωμε· και γαρ άνωθεν εμφανώς έσταξεν, υετός καθάπερ, εν τη μήτρα σου, Θεόνυμφε, Πηγήν δεικνύων σε, σύμπαν αγαθόν αναβλυστάνουσαν᾽ (στιχηρό εσπερινού). ῾Με εξαίσιους ύμνους, πιστοί, ας υμνήσουμε την επουράνια νεφέλη, η οποία έβρεξε την ουράνια σταγόνα στη γη αρρεύστως, δηλαδή τον ζωοδότη Χριστό᾽ (῾Ύμνοις εν εξαισίοις, πιστοί, την επουράνιον νεφέλην υμνήσωμεν, σταγόνα την ουρανίαν, τον ζωοδότην Χριστόν, επί γην αρρεύστως υετίζουσαν᾽) (απόστιχο εσπερινού). ῾Χαίρε, Μαρία, χαίρε. Διότι ο δημιουργός των όλων κατέβηκε σαφώς σαν σταγόνα πάνω σου, και σε ανέδειξε, Θεόνυμφε, αθάνατη Πηγή᾽ (῾Χαίρε, Μαρία, χαίρε. Ο γαρ των όλων ποιητής επί σοι ώσπερ σταγών κατέβη σαφώς, Πηγήν σε αθάνατον αναδείξας, Θεόνυμφε᾽) (ωδή α´)

παπα Γιώργης Δορμπαράκης

http://pgdorbas.blogspot.gr/2013/05/blog-post_2443.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ (9 ΜΑΪΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Μαΐου, 2013

“Ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Χριστοφόρος καταγόταν ἀπὸ ἡμιβάρβαρη φυλὴ καὶ ὀνομαζόταν Ρεμπρόβος, ποὺ σημαίνει ἀδόκιμος, ἀποδοκιμασμένος, κολασμένος. Πιθανότατα ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.), ὅταν στὴν Ἀντιόχεια Ἐπίσκοπος ἦταν ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Βαβύλας († 4 Σεπτεμβρίου).

Ὁ Ἅγιος ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση ἦταν τόσο πολὺ ἄσχημος, γι’ αὐτὸ καὶ ἀποκαλεῖτο «κυνοπρόσωπος».

Ἡ μεταστροφή του στὸν Χριστὸ ἔγινε μὲ τρόπο θαυμαστό. Συνελήφθη αἰχμάλωτος σὲ μάχη, ποὺ διεξήγαγε τὸ ἔθνος του μὲ τὰ Ρωμαϊκὰ αὐτοκρατορικὰ στρατεύματα. Κατατάγηκε στὶς Ρωμαϊκὲς λεγεῶνες καὶ πολέμησε κατὰ τῶν Περσῶν, ἐπὶ Γορδίου καὶ Φιλίππου.

Ὅταν ἦταν ἀκόμη κατηχούμενος, γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Χριστό, ἐγκαταστάθηκε σὲ ἐπικίνδυνη δίοδο ποταμοῦ καὶ μετέφερε δωρεὰν ἐπὶ τῶν ὤμων του ἐκείνους ποὺ ἐπιθυμοῦσαν νὰ διέλθουν τὸν ποταμό.  Μία μέρα παρουσιάσθηκε πρὸς αὐτὸν μικρὸ παιδί, τὸ ὁποῖο τὸν παρακάλεσε νὰ τὸν περάσει στὴν ἀπέναντι ὄχθη. Ὁ Ρεμπρόβος πρόθυμα τὸ ἔθεσε ἐπὶ τῶν ὤμων του καὶ στηριζόμενος ἐπὶ τῆς ράβδου του εἰσῆλθε στὸν ποταμό. Ὅσο ὅμως προχωροῦσε, τόσο τὸ βάρος τοῦ παιδιοῦ αὐξανόταν, ὥστε μὲ μεγάλο κόπο κατόρθωσε νὰ φθάσει στὴν ἀπέναντι ὄχθη. Μόλις ἔφθασε στὸν προορισμό του, κατάκοπος εἶπε στὸ παιδὶ ὅτι καὶ ὅλο τὸν κόσμο νὰ σήκωνε δὲν θὰ ἦταν τόσο βαρύς. Τὸ παιδὶ τοῦ ἀπάντησε: «Μὴν ἀπορεῖς, διότι  δὲν μετέφερες μόνο τὸν κόσμο ὅλο, ἀλλὰ καὶ τὸν πλάσαντα αὐτόν. Εἶμαι Ἐκεῖνος στὴν ὑπηρεσία τοῦ Ὁποίου ἔθεσες τὶς δυνάμεις σου καὶ σὲ ἀπόδειξη αὐτοῦ φύτεψε τὸ ραβδί σου καὶ αὔριο θὰ ἔχει βλαστήσει», καὶ ἀμέσως ἐξαφανίσθηκε. Ὁ Ρεμπρόβος φύτεψε τὴν ράβδο καὶ τὴν ἑπομένη τὴν βρῆκε πράγματι νὰ ἔχει βλαστήσει. Μετὰ τὸ περιστατικὸ αὐτὸ βαπτίσθηκε Χριστιανὸς ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἱερομάρτυρα Βαβύλα, ὁ ὁποῖος τὸν μετονόμασε σὲ Χριστοφόρο. Ἡ ἄκτιστη θεία Χάρη, ποὺ ἔλαβε τὴν ὥρα τοῦ βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος, μεταμόρφωσε ὅλη του τὴν ὕπαρξη. Καὶ αὐτὴ ἀκόμα ἡ δύσμορφη ὄψη του φαινόταν φωτεινότερη καὶ ὀμορφότερη.

Στὴν Ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ὁ Ἅγιος εἰκονίζεται νὰ μεταφέρει στὸν ὦμο του τὸν Χριστό. Ἐξ’ ἀφορμῆς ἴσως τοῦ γεγονότος αὐτοῦ θεωρεῖται προστάτης τῶν ὁδηγῶν καὶ στὸ Μικρὸν Εὐχολόγιον καὶ συγκεκριμένα στὴν Ἀκολουθία «ἐπὶ εὐλογήσει νέου ὀχήματος»ὑπάρχει, πρῶτο στὴ σειρά, τὸ ἀπολυτίκιό του.

Κατὰ τὸν τότε ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν διωγμό, λίγο μετὰ τὴν βάπτισή του, εἶδε Χριστιανοὺς νὰ κακοποιοῦνται ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες. Ἀπὸ ἀγανάκτηση ἐπενέβη καὶ ἔκανε δριμύτατες παρατηρήσεις πρὸς αὐτούς, διέφυγε δὲ τὴ σύλληψη χάρη στὸ γιγαντιαῖο του παράστημα καὶ τὴν ἡράκλεια δύναμή του. Καταγγέλθηκε ὅμως στὸν αὐτοκράτορα καὶ διατάχθηκε ἡ σύλληψή του. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ ἀπεστάλησαν διακόσιοι στρατιῶτες. Αὐτοί, ἀφοῦ ἐρεύνησαν σὲ διάφορα μέρη, τὸν βρῆκαν κατὰ τὴν στιγμὴ τὴν ὁποία ἑτοιμαζόταν νὰ γευματίσει ἕνα κομμάτι ξερὸ ψωμί. Κατάκοποι οἱ στρατιῶτες καὶ πεινασμένοι ζήτησαν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Χριστοφόρο νὰ τοὺς δώσει νὰ φάγουν καὶ ὡς ἀντάλλαγμα τοῦ ὑποσχέθηκαν ὅτι δὲν θὰ τὸν κακομεταχειρίζονταν. Ἕνας ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες, βλέποντας ὅτι πλὴν τοῦ ξεροῦ ἄρτου δὲν ὑπῆρχε καμία ἄλλη τροφή, εἰρωνευόμενος τὸν Χριστοφόρο, τοῦ εἶπε ὅτι εὐχαρίστως θὰ γινόταν Χριστιανός, ἐὰν εἶχε τὴν δύναμη νὰ τοὺς χορτάσει ὅλους μὲ τὸ κομμάτι ἐκεῖνο τοῦ ἄρτου. Τότε ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ γονάτισε, ἄρχισε νὰ παρακαλεῖ τὸν Χριστὸ νὰ πολλαπλασιάσει τὸ κομμάτι ἐκεῖνο τοῦ ἄρτου, ὅπως πολλαπλασίασε τοὺς πέντε ἄρτους στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ χορτάσουν οἱ πεινῶντες στρατιῶτες καὶ νὰ φωτισθοῦν στὴν ἀναγνώριση καὶ ὁμολογία Αὐτοῦ. Ἡ παράκληση τοῦ Ἁγίου εἰσακούσθηκε καὶ τὸ τεμάχιο τοῦ ἄρτου πολλαπλασιάσθηκε. Βλέποντας οἱ στρατιῶτες τὸ θαῦμα αὐτό, προσέπεσαν στὰ πόδια τοῦ Ἁγίου καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς γνωρίσει καλύτερα τὸν Θεό του. Ὁ Ἅγιος ἐξέθεσε μὲ ἁπλότητα τὴ Χριστιανικὴ διδασκαλία καὶ ἀφοῦ ὅλοι ἐξέφρασαν τὴν ἐπιθυμία νὰ γίνουν Χριαστιανοί, τοὺς ὁδήγησε πρὸς τὸν Ἐπίσκοπο Ἀντιοχείας Βαβύλα, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ τοὺς κατήχησε, τοὺς βάπτισε. Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Δέκιος πληροφορήθηκε τὸ γεγονός, τοὺς μὲν στρατιῶτες συνέλαβε καὶ ἀποκεφάλισε, τὸν δὲ Χριστοφόρο προσπάθησε μὲ ὑποσχέσεις καὶ κολακεῖες νὰ μεταπείσει, ἀλλὰ οἱ προσπάθειές του προσέκρουσαν στὴν ἐπίμονη ἄρνηση αὐτοῦ. Κατόπιν τούτου ἔστειλε πρὸς αὐτὸν δύο διεφθαρμένες γυναῖκες, τὴν Ἀκυλίνα καὶ τὴν Καλλινίκη, ἐλπίζοντας ὅτι μὲ τὰ θέλγητρά τους θὰ τὸν σαγήνευαν καὶ θὰ τὸν παρέσυραν. Οἱ δύο γυναῖκες, ἀφοῦ ἄκουσαν τὴν προτροπὴ τοῦ Ἁγίου, γιὰ νὰ ἐπανέλθουν στὸν δρόμο τῆς ἁγνότητας καὶ τῆς ἀρετῆς, ἔγιναν Χριστιανὲς καί, ἀφοῦ παρουσιάσθηκαν ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορος Δεκίου, ὁμολόγησαν τὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ καὶ βρῆκαν μαρτυρικὸ θάνατο.

Στὴ συνέχεια ὁ Ἅγιος Χριστοφόρος ὑποβλήθηκε σὲ φρικτὰ βασανιστήρια καὶ τέλος ὑπέστη τὸν δι’ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο τὸ 251 μ.Χ.
Ἡ Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στὸ Μαρτύριο αὐτοῦ κοντὰ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου στὸ Κυπαρίσσιον καὶ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Πολυεύκτου, πλησίον τῆς Ἁγίας Εὐφημίας τῶν Ὀλυβρίου”. (Από ιστολόγιο ῾ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ’)

Έχει πολλές φορές ειπωθεί ότι η μελέτη των βίων των αγίων είναι από τα σημαντικότερα αναγνώσματα για την πνευματική προκοπή των χριστιανών. Κι αυτό γιατί η ζωή τους αποτελεί την ενσάρκωση του Ευαγγελίου, την έμπρακτη επιβεβαίωση αυτού που μαρτυρεί ο λόγος του Θεού. Ό,τι βλέπουμε στον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό, στον Οποίο ο λόγος ήταν η έκφραση της ζωής Του και η ζωή Του ήταν ο υπομνηματισμός του λόγου Του, κατά τον ίδιο τρόπο, σ᾽ έναν βαθμό, βλέπουμε και στους αγίους μας. Κι ιδιαιτέρως σ᾽ εκείνες τις στιγμές τους που καταθέτουν και την ίδια τη ζωή τους θυσία για την αγάπη του Θεού. Από την άποψη αυτή τα ανδραγαθήματα των αγίων, τα μαρτύρια που πέρασαν και ο τρόπος που τα αντιμετώπιζαν αποτελούν για τους πιστούς τη δίοδο για να εισπράττουν τη χάρη του Θεού. Αυτός δηλαδή που ενίσχυε τους αγίους στα μαρτύριά τους, η χάρη που τους έδιδε ώστε να αντέχουν και να υπερβαίνουν τα βάσανα, ο Ίδιος Αυτός διοχετεύεται και στους πιστούς όταν εν πίστει και αγάπη έρχονται σε επαφή με ό,τι υπέστησαν οι μάρτυρες για χάρη του Κυρίου. Κι αυτό σημαίνει ότι χριστιανός που δεν μελετά τους βίους των αγίων μας στερεί τον εαυτό του από μία ιδιαίτερη χάρη που προσφέρει ο Κύριος στον κόσμο. Την αλήθεια αυτή επισημαίνει ήδη από το πρώτο στιχηρό του εσπερινού ο άγιος υμνογράφος: ῾Εμπρός ας τιμήσουμε – μας καλεί – τους άθλους του Χριστοφόρου, μέσω των οποίων πηγάζει σ᾽ εμάς η αέναη χάρη του Χριστού που δίνει τη ζωή᾽(῾Του Χριστοφόρου τους άθλους δεύτε τιμήσωμεν, δι᾽ ημών ημίν πηγάζει η αέναος χάρις Χριστού του ζωοδότου᾽). Γι᾽ αυτό και δεν είναι υπερβολή ο λόγος του ότι ῾το μνημόσυνο του μάρτυρα μας προσφέρει ως εωδία με έντονο μάλιστα τρόπο τα πολύαθλα πάθη των αγωνισμάτων του, σαν να μυρίζει κανείς την έντονη και μεθυστική μυρωδιά των ανοιξιάτικων τριαντάφυλλων᾽ (῾Σου το μνημόσυνον, μάρτυς, ευωδιάζει τρανώς, εαρινά ως ρόδα, τα πολύαθλα πάθη των σων αγωνισμάτων᾽) (στιχηρό εσπερινού).

Ο άγιος Θεοφάνης, ο ποιητής του κανόνα του αγίου Χριστοφόρου, τονίζει με έμφαση την παραπάνω αλήθεια, σημειώνοντας όμως ότι η μέθεξη της χάρης του Θεού μέσω του μαρτυρίου ενός αγίου συμβαίνει μόνον  στους πιστούς, μόνο δηλαδή  σε εκείνους που επίσης είναι  χριστοφόροι σαν τον άγιο Χριστοφόρο, που εκτός από τη χάρη είχε και το όνομα. Με άλλα λόγια, ένας άσχετος προς τη χριστιανική πίστη, ένας αβάπτιστος ας πούμε ή και ένας βαπτισμένος μεν αλλά που δεν έχει ενεργοποιήσει το βάπτισμά του και ζει ως άθεος εν τω κόσμω, όχι μόνο δεν μπορεί να οσφρανθεί τη χάρη του μαρτυρίου, αλλά μπορεί και να διακωμωδήσει το μαρτύριο και να βλασφημήσει τον άγιο, περιπίπτοντας στη βλασφημία του αγίου Πνεύματος, ως αδυναμία οράσεως της παρουσίας του Θεού στη ζωή ενός αγίου. Πώς φανερώνει την αλήθεια αυτή ο άγιος Θεοφάνης; Όχι μία φορά καλεί προς δοξολογία του μάρτυρα τους χριστοφόρους ανθρώπους. Γιατί είπαμε: μόνον ένας χριστοφόρος, ένας δηλαδή που είναι μέλος Χριστού και φέρει λοιπόν τον Χριστό στην ύπαρξή του, μπορεί και να δει τον Χριστό στα αθλήματα του αγίου. ῾Εμπρός σήμερα όλοι οι χριστοφόροι και θεόφρονες ας ανυμνήσουμε με ευσέβεια τη μνήμη του Χριστοφόρου, του μάρτυρα της αλήθειας᾽(῾Δεύτε πάντες σήμερον χριστοφόροι, του Χριστοφόρου την μνήμην, του της αληθείας μάρτυρος, θεόφρονες, ευσεβώς ανυμνήσωμεν᾽) (ωδή α´). Και στους στίχους του συναξαρίου του αγίου σημειώνει: ῾Εγώ ως χριστοφόρος γνωρίζω εσένα τον Χριστοφόρο, που θυσιάστηκες προς  χάρη του Χριστού του Θεού με ξίφος᾽(῾Τον Χριστοφόρον οίδά σε Χριστοφόρος, Χριστώ τυθέντα τω Θεώ διά ξίφους᾽).

Ο εκκλησιαστικός ποιητής στον κανόνα του δεν κάνει καθόλου λόγο ούτε για τη δυσμορφία του προσώπου του αγίου Χριστοφόρου ούτε και για το περιστατικό της μεταφοράς στους ώμους του του παιδίου Χριστού. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι η ωραιότητα της ψυχής του αγίου, η οποία πλημμύριζε από την αγάπη προς τον Χριστό και την αδιάκοπη μελέτη για την απόλαυση της βασιλείας Του, μελέτη μάλιστα  που αποτελούσε και την τροφή του αγίου Χριστοφόρου. ῾Η θεοφιλής σου ψυχή τρεφόταν με την αγάπη, καθώς μελετούσε, Χριστοφόρε, την απόλαυση της βασιλείας του Χριστού᾽(῾Η θεοφιλής σου ψχή, δι᾽ αγάπης ετρέφετο, μελετώσα της βασιλείας, Χριστοφόρε, την απόλαυσιν᾽) (ωδή γ´). Η επικέντρωση στην ομορφιά της ψυχής του αγίου αποτελεί προφανώς και την απάντηση για τις παραπάνω δύο ῾ελλείψεις᾽: η δυσμορφία του προσώπου του αγίου εξαφανίζεται από την εσωτερική ωραιότητα, κατά το λόγιο της Γραφής ῾καρδίας ευφραινομένης πρόσωπον θάλλει᾽: το πρόσωπο του ανθρώπου ζωντανεύει και ομορφαίνει, όταν η καρδιά ευφραίνεται· η μεταφορά του παιδίου Χριστού στους ώμους του αγίου ερμηνεύεται είτε ως μή αποδοχή από τον υμνογράφο της πραγματικότητας του περιστατικού είτε ως συμβολική αποδοχή, με την έννοια ότι ο άγιος Χριστοφόρος, όπως δηλώνει και το όνομά του, έφερε στην καρδιά του πάντοτε τον Χριστό, ως πράγματι λοιπόν και ονόματι Χριστοφόρος.

Η στερέωση της διάνοιας του αγίου πάντοτε στον Χριστό, φανέρωση της αγάπης του προς Εκείνον,  ήταν αυτή που του έδινε και τη δύναμη να αντέχει και τους πόνους βεβαίως του μαρτυρίου, αλλά και τους πειρασμούς άλλου μεγάλου μαρτυρίου: της σάρκας. Ο άγιος υμνογράφος δεν αφήνει ασχολίαστα και τα δύο: ῾Αγάπησες με τον τρόπο που έπρεπε την πιο ψηλή κορφή των επιθυμητών στον κόσμο, τον ίδιο τον Χριστό, αθλοφόρε, γι᾽ αυτό και δεν αισθανόσουν τους κόπους καθώς σε καταξέσχιζαν, έχοντας στερεωμένη τη διάνοιά σου πάντοτε στον Δεσπότη σου᾽(῾Αγαπήσας ευπρεπώς ορεκτών την ακρότητα, αθλοφόρε, ουκ ησθάνου των πόνων ξεόμενος, την διάνοιάν σου επερείδων αεί τω Δεσπότη σου᾽) (ωδή ς´). ῾Το φίδι, ο διάβολος δηλαδή, όπως κάποτε στον προπάτορα Αδάμ, σου πρόσφερε, μάρτυς, την πείρα των γυναικών. Ηττήθηκε όμως και ντροπιάστηκε, αποδεικνύοντας τους πειρασμούς παγίδες για τον ίδιο᾽ (῾Των γυναικών σοι την πείραν, μάρτυς, προσέφερεν, ως Αδάμ τω προπάτορι ο όφις ποτέ. Αλλ᾽ ηττηθείς ησχύνετο, βρόχους καθ᾽ εαυτού τεκταινόμενος᾽) (ωδή δ´).

παπα Γιώργης Δορμπαράκης

http://pgdorbas.blogspot.gr/2013/05/9.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η απεικόνιση του Αγίου Γεωργίου ως πολεμιστή

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Μαΐου, 2013

Παρόλο που υπάρχουν στοιχεία για την απεικόνιση του Αγίου Γεωργίου ως πολεμιστή πριν από την εικονοκλαστική περίοδο ο αριθμός των αναπαραστάσεών του ως πολεμιστή αυξάνουν σημαντικά μετά την εικονομαχία κυρίως στην Καππαδοκία στην οποία οι στρατιωτικοί Άγιοι λατρεύονταν ιδιαίτερα. Εικονίζονταν τόσο ως προστάτης των στρατιωτών όσο και ως κατεξοχήν κατακτητής του κακού. Τοποθετούνταν σε προεξέχουσες θέσεις όπως στις εισόδους των ναών ή μπροστά στο ιερό, ακόμη και στην αψίδα.

Οι αλλαγές στην εικονογραφία του Αγίου (από βυζαντινός αξιωματούχος σε βυζαντινό πολεμιστή) συμπίπτουν με τις αλλαγές στην έννοια του Αυτοκράτορα ο οποίος κατά τη διάρκεια του απογείου της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τη βασιλεία του Νικηφόρου Φωκά (963-969), του Ιωάννη Τζιμισκή (969-976) και Βασιλείου Β΄ (976-1025) απέκτησε τη νέα ποιότητα του στρατιωτικού θάρρους και ο οποίος δοξάζονταν στο πεδίο της μάχης.

agios_georgios_266041174

Αναμφίβολα η εξέλιξη της λατρείας του Αγίου οφείλει πολλά στην υιοθέτησή του ως προστάτη από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες. Παρόλο που δεν ήταν αμετάβλητη πρακτική, γίνονταν συνήθως εντυπωσιακές χορηγίες είτε για να παροτρύνουν τον Άγιο Γεώργιο να προστατέψει τους άνδρες για τους οποίους ήταν υπεύθυνοι στην μάχη είτε ως ανταμοιβή που το είχε πράξει ήδη. Τέτοια συναισθήματα εκφράζονται στον Κανόνα που συνέταξε ο Γεώργιος Σκυλίτζης στον οποίο ζητείτε η αρωγή του Αγίου προκειμένου να βοηθήσει τον αυτοκρατορικό στρατό να κερδίσει τη νίκη ενάντια στους Σκύθες, Πέρσες και βαρβάρους.

Το Praecepta Militaria (μεσοβυζαντινό στρατιωτικό εγχειρίδιο), που συνήθως αποδίδεται στον Νικηφόρο Φωκά, προέβλεπε να λέγονται προσευχές από τους στρατιώτες καθημερινά, πρωί και βράδυ, με αυστηρές ποινές για όσους δεν συμμετείχαν. Είναι ενδιαφέρον ότι αυτός ο ιδιαίτερα επιτυχημένος στρατηγός αντιμετώπιζε τις θρησκευτικές πρακτικές στον στρατό τόσο σοβαρά, καθώς αυτός ήταν υπεύθυνος που η εικόνα του ευγενή ιππότη εισήλθε στην βυζαντινή γραμματεία.

68

Στα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ο Άγιος Γεώργιος χρειάστηκε περισσότερο ως προστάτης εναντίον στους κατακτητές παρά ως σύμμαχος σε μια μάχη που πιθανώς να κατέληγε σε νίκη. Αυτό εξηγεί τον τεράστιο αριθμό προστατευτικών αναπαραστάσεων στους υστεροβυζαντινούς ναούς. Αυτές ήταν πολυάριθμες στην Τρανσυλβανία όπου ο αυτόχθων ορθόδοξος ρουμανικός πληθυσμός επιζητούσε προστασία εναντίον των καθολικών Ανδεγαυών, καθώς και στην Κρήτη η οποία ήταν υποτελής στην Βενετία από το 1204 έως το 1669.

Μετά τη λατινική και τουρκική κατάκτηση, οι Έλληνες χρειάζονταν πάνω από όλα προστασία από τους κατακτητές. Η προστατευτική λειτουργία των στρατιωτικών αγίων έγινε πάλι επίκαιρη. Παρουσιάζονται σε αμέτρητες αναπαραστάσεις, κυρίως στις προσόψεις ή στις εισόδους των ναών. Αυτές οι εικόνες ήταν απλά πορτραίτα αλλά ένας δημοφιλής εικονογραφικός τύπος ήταν αυτός του Αγίου Γεωργίου που σκοτώνει έναν εχθρό ή ένα αντιπαθητικό τέρας. Αυτό χρησίμευε ως ένας γλωσσικός κώδικας: στη θέση του τέρατος εννοούνταν οι Τούρκοι.

(αποσπάσμα από το βιβλίο: Christopher Walter, The Warrior Saints in Byzantine Art and Tradition, Ashgate 2003)

pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πώς μπορώ να βοηθήσω το παιδί μου να διαβάζει και να γράφει καλύτερα;

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Μαΐου, 2013

5557293508b07ba9f5b317e68b9e3aa7_M

Κάθε μέρα, το παιδί της πρώτης σχολικής ηλικίας πηγαίνει στο σχολείο του, όπου υπό την καθοδήγηση των δασκάλων του καταβάλλει επί πέντε ώρες ιδιαίτερες προσπάθειες να μάθει να διαβάζει και να γράφει, δεξιότητες σαφώς διακριτές και ελάχιστα λειτουργικές κατά την παιδική κρίση.

Επιστρέφοντας στο σπίτι το μεσημέρι, κανένα παιδί, όσο φιλότιμο και πειθαρχημένο να είναι, δεν δείχνει ιδιαίτερα πρόθυμο να διαβάσει και να γράψει κάτι παραπάνω από τις εργασίες του για την επόμενη ημέρα, παρά τις σχετικές καλοπροαίρετες υποδείξεις των γονιών του.

Το παιδί χρειάζεται χρόνο και εκπαίδευση για να μπορέσει να αντιληφθεί τη λογική και τη συσχέτιση της γραφής με την ανάγνωση. Χρειάζεται εμπειρίες για να κατανοήσει βιωματικά τη λειτουργικότητα των δύο στη ζωή του. Και εναπόκειται σε εσάς, τους γονείς, να του χαρίσετε τις εμπειρίες αυτές, μέσα από διαδικασίες ευχάριστες και ενδιαφέρουσες για το παιδί.

Ως γονείς, είστε εσείς που μάθατε στο παιδί σας να ζει και να μαθαίνει, από τις πρώτες μέρες της ζωής του. Θα πρέπει να ξέρετε ότι είναι και δικός σας ρόλος, λειτουργώντας συμπληρωματικά στο έργο των δασκάλων, να εξοικειώσετε το παιδί με τις δύο αυτές βασικές μαθησιακές δεξιότητες.

Η ανάγνωση μπορεί να προάγει τη γραφή και η γραφή σαφώς βελτιώνει την ανάγνωση. Βοηθήστε το παιδί σας να κάνει τη σύνδεση ανάγνωσης και γραφής και να εντάξει και τα δύο λειτουργικά στη ζωή του. Μην επικαλείστε την ανεπάρκεια εκπαιδευτικών γνώσεων ή υλικού. Έχετε επάρκεια διάθεσης, κι αυτό, πιστέψτε με, αρκεί.

Μετατρέψτε μικρές καθημερινές δραστηριότητες που μοιράζεστε με το παιδί σε μοναδικές, άμεσες εμπειρίες άσκησης της γραφής και ανάγνωσης. Μυήστε το παιδί σας στο γραπτό λόγο. Υπάρχουν, ευτυχώς, αρκετά καθημερινά ‘τεχνάσματα’ που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε για να κάνετε το παιδί σας να αγαπήσει την ανάγνωση και τη γραφή:

· Ενθαρρύνετε το παιδί σας να κρατά ημερολόγιο. Εξηγήστε του τι θα μπορούσε να γράφει μέσα σ’αυτό και διαβάστε του κάποια σύντομα κομμάτια από το δικό σας ημερολόγιο (το οποίο εάν δεν έχετε, είναι μια καλή ευκαιρία να ξεκινήσετε). Στο τέλος κάθε βδομάδας, αφιερώστε μισή ώρα, όπου θα διαβάζετε ο ένας στον άλλον τα περιστατικά που θα θέλατε να μοιραστείτε. Προσέξτε μόνο: η κριτική των πράξεων του παιδιού και οι συμβουλές «για το καλό του» απαγορεύονται αυστηρά.

· Η κουζίνα είναι ένας μαγικός τόπος για τα παιδιά. Το μαγείρεμα τους ενθουσιάζει, ιδιαίτερα δε όταν μπορούν να γευτούν τα αποτέλεσμα. Επιλέξτε μια συνταγή και (ακόμη κι αν την εκτελείτε στα τυφλά τα τελευταία 20 χρόνια) ζητήστε από το παιδί να σας διαβάσει τα υλικά που θα χρειαστείτε, και στη συνέχεια ένα ένα τα βήματα για την εκτέλεση της συνταγής. Τονίστε του πόσο σημαντικό είναι να σας τα διαβάζει με τη σωστή σειρά. Αφήστε το να σας βοηθήσει κατά την εκτέλεση (αυτό θα είναι και το κίνητρο για να συμμετάσχει σε μια τέτοια δραστηριότητα). Φτιάξτε το δικό του βιβλίο συνταγών, ζητώντας του να αντιγράφει τις συνταγές που του άρεσαν και στις οποίες θα ήθελε να ξαναβοηθήσει.

· Πριν πάτε για ψώνια, φτιάξτε μια λίστα μαζί με το παιδί. Υπαγορεύστε του τι θέλετε να αγοράσετε και βοηθήστε το με την ορθογραφία δύσκολων λέξεων, λέγοντάς του τα γράμματα ένα ένα προφορικά ή γράφοντας τη λέξη σε ένα πρόχειρο χαρτί και ζητώντας του να την αντιγράψει στη λίστα. Πάρτε μαζί σας το παιδί στο σούπερ-μάρκετ και ζητήστε του να σας διαβάζει ένα ένα τα αντικείμενα της λίστας. (Το σούπερ-μάρκετ είναι ένα εκπληκτικό εργαστήρι ανάγνωσης. Παίρνοντας συνεχώς το παιδί μαζί σας, σύντομα θα εφεύρετε πολλά ενδιαφέροντα παιχνίδια).

· Μάθετε στο παιδί σας να σημειώνει γραπτά τα τηλεφωνικά μηνύματα, να τα κάνει στη συνέχεια κείμενο (ολοκληρωμένες προτάσεις) και να τα διαβάζει στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνονται. Το ίδιο φυσικά οφείλετε να κάνετε και εσείς, με τα μηνύματα που αφορούν το παιδί σας!

· Ο τηλεφωνικός κατάλογος περιέχει ένα πλήθος πληροφοριών για δραστηριότητες γραφής. Μπορείτε για παράδειγμα να δώσετε στο παιδί σας να ξεφυλλίσει το χρυσό οδηγό, να επιλέξει μια συγκεκριμένη υπηρεσία/επάγγελμα και να συντάξει μια έξυπνη διαφήμιση γι’αυτό. Η δραστηριότητα αυτή μπορεί να εξελιχθεί σε δημιουργικό παιχνίδι για όλη την οικογένεια. Οι καλύτερες διαφημίσεις θα μπορούσαν στη συνέχεια να σκηνοθετούνται, να αναπαριστώνται και, ενδεχομένως, να βιντεοσκοπούνται.

· Φτιάξτε το προσωπικό λεξικό του παιδιού σε ένα ντοσιέ και δείξτε του πώς να το οργανώσει: πάνω δεξιά σε κάθε σελίδα θα γράφει την καινούρια λέξη που έμαθε. Κάτω από αυτή, θα γράφει τη σημασία της και μία πρόταση που την περιέχει. Στη συνέχεια, θα αναζητά σε εφημερίδες και περιοδικά τη λέξη αυτή ή εικόνες που απεικονίζουν τη σημασία της. Θα τις κόβει και τις κολλά στο υπόλοιπο της σελίδας. Από καιρό σε καιρό, ζητήστε του να γράψει μικρές τρελές ιστορίες, συνθέτοντας τις νέες του λέξεις και προτάσεις. Διαβάστε τις ιστορίες αυτές σ’όλη την οικογένεια., και διασκεδάστε με το χιούμορ και τη φαντασία του.

· Βοηθήστε το παιδί σας να κάνει μια λίστα με τις γιορτές και τα γενέθλια των συγγενών και φίλων. Δείξτε του στη συνέχεια διάφορες εορταστικές κάρτες με χιουμοριστικά μηνύματα (θα βρείτε πάρα πολλές στο εμπόριο). Συζητήστε για το χιούμορ και την πρωτοτυπία τους, και γράψτε μαζί ένα-δυο τέτοια μηνύματα. Δείξτε του επίσης τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να κατασκευάσει και να σχεδιάσει όμορφες κάρτες και ενθαρρύνετέ το να φτιάχνει, να γράφει και να στέλνει το ίδιο τις κάρτες του σε γιορτές και επετείους..

· Κάθε φορά που το παιδί σας ολοκληρώνει την ανάγνωση ενός παιδικού βιβλίου, δώστε του ένα κομμάτι χαρτόνι σε μέγεθος Α4 και ζητήστε του στη μία πλευρά να ζωγραφίσει κάτι που θεωρεί ότι αντιπροσωπεύει το συγκεκριμένο βιβλίο ή του άρεσε ιδιαίτερα. Στη δεύτερη πλευρά θα γράψει τον τίτλο του βιβλίου, το όνομα του συγγραφέα, την έκδοση και μια μικρή περίληψη της ιστορίας. Θα έχει έτσι σύντομα ένα μικρό δικό του αρχείο βιβλίων, το οποίο ενδεχομένως, αργότερα, θα μπορούσε να κάνει δώρο σ’ένα φίλο/η.

· Όταν σχεδιάζετε τις διακοπές σας, πάρτε οδικούς και γεωγραφικούς χάρτες και φτιάξτε μαζί με το παιδί το πρόγραμμά σας. Συζητήστε για το σημείο αφετηρίας και τον προορισμό σας, και αφήστε το παιδί να προτείνει την πιο σύντομη ή ενδιαφέρουσα κατά τη γνώμη του διαδρομή. Ανατρέξτε μαζί στην εγκυκλοπαίδεια ή σε τουριστικά φυλλάδια και διαβάστε για τους τόπους που σκοπεύετε να επισκεφτείτε. Γράψτε στη συνέχεια ο καθένας το πρόγραμμα που προτείνει, συζητήστε τις προτάσεις και ορίστε το τελικό πρόγραμμα διακοπών.

Με δυο λόγια, εκθέστε το παιδί σας στο γραπτό λόγο και δημιουργήστε του ευκαιρίες για να διαβάζει και να γράφει ιστορίες, ανέκδοτα, λίστες, μηνύματα, σημειώματα, κάρτες και γράμματα σε συγγενείς και φίλους, και ό,τι άλλο εσείς επινοήσετε. Η ανάγνωση και η γραφή, ως δεξιότητες, αλληλοϋποστηρίζονται. Αντιληφθείτε τες συνδυαστικά και βοηθήστε και το παιδί σας να τις συσχετίσει.

briefingnews.gr

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ἀρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης: Η πορεία προς Εμμαούς – Θάνατος και χαρά

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Μαΐου, 2013

Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης – Θάνατος καὶ χαρά

Κάθε φορὰ ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται ἀντιμέτωπος μὲ τὸν θάνατο, τὰ συναισθήματα ποὺ κυριαρχοῦν εἶναι ἡ θλίψη, ἡ ἀπογοήτευση καὶ ὁ φόβος. Ὁ π. Βασίλειος Γοντικάκης στὴν ἱστορική, πλέον, ὁμιλία του στὴν Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. τὸ 1986 ἔδειξε, μὲ ἀφορμὴ τὴν πορεία πρὸς Ἐμμαούς, τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὸ θάνατο.


«Σήμερα, λοιπόν, θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸν θάνατο καὶ μοῦ ἦρθε στὸ νοῦ ἡ ἀγωνία, ἂν θέλετε καὶ ἡ ἀπογοήτευση τῶν μαθητῶν μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ φόβος τους. Γι᾿ αὐτὸ θὰ ἤθελα νὰ σας ὑπενθυμίσω τὴν πρὸς Ἐμμαοὺς πορεία.

Θὰ τὸ πῶ μὲ δυὸ λόγια μιᾶς καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ πορεία: Δυὸ μαθητές, τρεῖς μέρες μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Κυρίου, προχωροῦν εἰς Ἐμμαούς, συζητοῦν μεταξύ τους γιὰ τὸν Ἰησοῦ, ἀγωνιοῦν, μιλοῦν γιὰ τὰ γεγονότα. Ἔρχεται ὁ Χριστός, χωρὶς νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν, καὶ τοὺς ἑρμηνεύει τὶς γραφές. Ἐν τέλει Τὸν ἀγαποῦν αὐτὸν τὸν Συνοδοιπόρο. Τοῦ λένε «μεῖνε μαζί μας». Μένει. Φτάνουν στὸ τραπέζι καὶ στὴν κλάση τοῦ ἄρτου Τὸν γνωρίζουν. Τότε Αὐτὸς γίνεται ἄφαντος, ἐκεῖνοι γεμίζουν χαρὰ καὶ προχωροῦν πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα.

Οἱ δυὸ μαθητές, λοιπόν, μιλοῦσαν καὶ συζητοῦσαν γιὰ τὸν Χριστό. Καὶ ἐκεῖνος παρουσιάστηκε δίπλα τους νὰ συμπορεύεται. «Οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν». Τὰ μάτια τους ἦταν ἀκόμα κλειστὰ καὶ δὲν Τὸν γνώρισαν. Νομίζω ἕνα μεγάλο πρᾶγμα εἶναι τὸ ἑξῆς: ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ὁδὸς καὶ εἶναι καὶ ὁ ἀληθινὸς Συνοδοιπόρος μας. Κι ἂν τυχὸν ἀγωνιοῦμε, ἂν συζητᾶμε, ἂν ψάχνουμε, ἂν βαδίζουμε, ἂν τυχὸν γιὰ κάπου πᾶμε, Αὐτὸς εἶναι μαζί μας. Μά, λέει κάποιος: «δὲν Τὸν ξέρουμε». Ἀλλὰ πρέπει νὰ ξέρουμε ἕνα πρᾶγμα: μαζὶ μὲ τὴν ἀγωνία μας καὶ Αὐτὸς συμπορεύεται. Καὶ ἂς μὴν Τὸν διακρίνουμε.

Ὁ Χριστός, στὴ συνέχεια, δὲν θέλει νὰ τοὺς κάνει διδασκαλία, ἀλλὰ θέλει νὰ τοὺς δώσει τὴ δυνατότητα νὰ ποῦν αὐτὰ ποὺ ἔχουν μέσα τους. Γι᾿ αὐτὸ προσποιεῖται ἄγνοια καὶ μάλιστα ἐπιμένει. Τότε «τοῦ ἐξηγοῦν» γιὰ τὸν Ἰησοῦ τὸν Ναζωραῖο, τὸν ὁποῖο παρέδωσαν «οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρῖμα θανάτου» καὶ Τὸν σταύρωσαν. Στὴ συνέχεια λένε κι οἱ δυό τους τὸν πόνο τους: «Ἐμεῖς ἐλπίζαμε ὅτι αὐτὸς θὰ λύτρωνε τὸ Ἰσραήλ. Ἀλλὰ ἤδη πέρασαν τρεῖς μέρες ἀφοῦ ἔγιναν αὐτά, ἀφοῦ Τὸν σταύρωσαν καὶ δὲν εἴδαμε ἀκόμη τίποτε ποὺ νὰ στηρίξει τὶς ἐλπίδες μας. Μᾶς παραξένεψαν μερικὲς γυναῖκες ἀπὸ τὴ δική μας συντροφιά, γιατί πῆγαν πρωὶ στὸ μνημεῖο καὶ λένε ὅτι δὲν βρῆκαν τὸ σῶμα Του. Ἦλθαν καὶ μᾶς εἶπαν ὅτι εἶδαν ὀπτασία ἀγγέλων κι ὅτι οἱ ἄγγελοι λένε ὅτι ζεῖ. Καὶ πῆγαν καὶ μερικοὶ ἀπὸ μᾶς στὸ μνημεῖο καὶ τὸ βρῆκαν ἔτσι ὅπως εἶπαν οἱ γυναῖκες, «Αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον»».

Τοὺς δίνει, λοιπόν, τὴ δυνατότητα ὁ Χριστὸς νὰ ποῦν τὸ λογισμό τους. Αὐτοί, μὲ τετράγωνη λογική, λένε ὅτι «Ἐμεῖς ἐλπίζαμε. Τώρα δὲν ἐλπίζουμε. Τί νὰ ἐλπίζουμε; Ἐφ᾿ ὅσον Αὐτὸς σταυρώθηκε, πέθανε καὶ εἶναι τρεῖς μέρες ποὺ πέρασαν, τελείωσε ἡ ἱστορία». Ἀποδεικνύουν τετραγωνικὰ ὅτι δὲν ὑπάρχει δυνατότητα νὰ ἐλπίζει κανείς. Νομίζω ὅτι ὁ μεγάλος δάσκαλος, ὁ Χριστός, αὐτὸ ἤθελε νὰ ποῦν κι αὐτοί. Αὐτὸ ἤθελε νὰ βγάλει ἀπὸ μέσα τους: ὅτι, κοίταξε, μὲ τὴν τετράγωνη λογική, ἡ ὑπόθεση τελείωσε – καὶ νομίζω ὅτι εἶναι καλὸ νὰ τελειώνουν οἱ ὑποθέσεις.

Ὅμως ἀρχίζει Ἐκεῖνος καὶ μιλᾷ: «Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πάσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται». Ἐπειδὴ καὶ ὁ Κύριος ἔνιωθε ὅτι ἦταν φίλοι Του, τοὺς μιλάει αὐστηρά. Καὶ λέει τὴ φράση τὴ μεγάλη παρακάτω: «Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξα αὐτοῦ;» Δὲν ἔπρεπε νὰ πάθει αὐτὰ ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ περάσει στὴ δόξα Του; Στὸ σημεῖο αὐτὸ μπαίνουμε στὸ μεγάλο μυστήριο καὶ λέμε: Ἂν τυχὸν ἔπρεπε νὰ πάθει Αὐτός, ποὺ ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἐμεῖς τί πρέπει νὰ πάθουμε;

Ἄρχισε ἀπὸ τὸν Μωυσῆ καὶ ὅλους τοὺς προφῆτες καὶ ἐξήγησε σὲ ὅλες τὶς γραφὲς αὐτὰ ποὺ ἀφοροῦσαν τὸ πρόσωπό Του. Μαζὶ μὲ τὴν πορεία προχωροῦσε καὶ ἡ ἑρμηνεία, κι ἔβλεπαν οἱ μαθητὲς ὅτι κάπου ἀλλοῦ τοὺς πηγαίνει. Μόλις ἔφτασαν στὴν πόλη ποὺ πήγαιναν, Αὐτὸς προσποιήθηκε ὅτι πάει κάπου ἀλλοῦ. Ἀλλὰ αὐτοί: «παρεβιάσαντο αὐτὸν λέγοντες μεῖνον μεθ᾿ ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστι καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα». Νομίζω ὅτι οἱ μαθητὲς εἶπαν: Τώρα ποῦ πᾶς; Τελείωσε ἡ μέρα, τελειώνει ἡ πορεία. Ἔτσι ποὺ μᾶς ἔκανες δὲν μποροῦμε νὰ φύγουμε ἀπὸ κοντά Σου, οὔτε Ἐσὺ ἀπὸ μᾶς, ἔλα νὰ μείνεις μαζί μας. Καὶ ὁ Χριστὸς πέρασε μαζί τους.

Καὶ «ἐν τῷ κατακλινθῆναι αὐτὸν μετ᾿ αὐτῶν λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἀπέδιδον αὐτοῖς, αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν, καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ᾿ αὐτῶν». Μετὰ ἀπὸ τὸν λόγο, τὴν ἱερολογία, φτάσαμε στὴν ἱερουργία. Ἔγιναν οἱ ἐξηγήσεις καὶ δὲν ἔμενε πιὰ τίποτα ἄλλο παρὰ ἡ πράξη τῆς ἱερουργίας. Ὁ Χριστὸς δὲν εἶπε τίποτα, ἀλλὰ τεμάχισε τὸν ἄρτο. Ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου Τὸν γνώρισαν καὶ μόλις Τὸν γνώρισαν ἔγινε ἄφαντος, χάθηκε. Φυσικά, ἐγὼ νομίζω ὅτι, ὅταν λέμε χάθηκε, ἐννοοῦμε βρέθηκε. Γιατί ἂν τυχὸν ἔμενε θὰ τὸν ἔχαναν, θὰ ἔλεγαν ὅτι «Αὐτὸς εἶναι ἐδῶ, ἐκεῖ», θὰ Τὸν ἐντόπιζαν, ἐνῷ Αὐτὸς εἶναι πανταχοῦ παρών. Ὁπότε ἀφοῦ Τὸν κατάλαβαν, παίρνουν δύναμη, ἀνοίγονται οἱ ὀφθαλμοί τους. Ἑπομένως «διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί τους» σημαίνει ὅτι ἄρχισαν νὰ βλέπουν τὰ ἀόρατα, νὰ καταλαβαίνουν τὰ περασμένα καὶ νὰ ἔχουν δύναμη γιὰ νὰ προχωρήσουν στὰ μέλλοντα, δηλαδὴ νὰ συνεχιστεῖ ἡ πορεία.

Ὁπότε γνωρίζουν τώρα μέσα στὴν Θεία Εὐχαριστία, μέσα στὴ Θεία Λειτουργία, ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου, τὶς γραφὲς ἀληθινά. Γνωρίζουν αὐτὰ ποὺ πέρασαν καὶ παίρνουν δύναμη γιὰ νὰ προχωρήσουν. Ὁ Κύριος γνωρίζεται ὡς ἄρτος κλώμενος καὶ αἷμα ἐκχυνόμενον. Στὴν κλάση τοῦ ἄρτου γνωρίζεται ὁ Κύριος καὶ ταυτόχρονα γνωρίζουμε κι ἐμεῖς τὸν Κύριο «ἐν τῇ κλάσει τῇ ἡμετέρᾳ». Ἐὰν τυχὸν καὶ ἐμεῖς δὲν πονέσουμε, ἐὰν τυχὸν καὶ ἐμεῖς δὲν πεθάνουμε, δὲν σταυρωθοῦμε, δὲν πρόκειται νὰ γνωρίσουμε τὸν Κύριο. Ὅπως καὶ Κεῖνος ἔπρεπε νὰ πάθει γιὰ νὰ μπεῖ στὴ δόξα Του, καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ πάθουμε, πρέπει νὰ ὑποφέρουμε. Ὅλα αὐτὰ τὰ βάσανα εἶναι εὐλογία γιὰ νὰ ἀνοιχτοῦν τὰ μάτια μας καὶ ἔτσι νὰ Τὸν βλέπουμε διαφορετικά.

Εἴμαστε ἄνθρωποι, πονᾶμε καὶ ἔχουμε τὴ δική μας λογική. Κι ὁ Χριστὸς ἐπιτρέπει τὸν λογισμό μας. Δίδει τὶς ἀφορμές, στοὺς μαθητές, νὰ ἀκοῦν τὸ λογισμό τους καὶ νὰ δικαιολογήσουν τετραγωνικὰ τὴν ἀπελπισία τους. Ἀλλὰ ὅμως ὅταν ἀπελπίζεσαι, ὅταν ψάχνεις, ὅταν πορεύεσαι, Αὐτὸς εἶναι μαζί σου. Στὴ συνέχεια θὰ ἔρθει καιρός, ὅταν φτάσεις πιὰ στὴν κλάση τοῦ ἄρτου, ὅταν φτάσεις στὸν πολὺ πόνο καὶ εἶσαι μαζί Του, νὰ διανοιχτοῦν οἱ ὀφθαλμοί σου. Τότε Τὸν βλέπεις, Ἐκεῖνος χάνεται, δηλαδή, μένει διαρκῶς μαζί σου…

Ἐντάξει ἡ λογική μας, ἐντάξει ἡ ἀναζήτησή μας ἀλλὰ εἴμαστε πλασμένοι γιὰ κάτι μεγαλύτερο. Ὅ,τι κι ἂν πετύχουμε μὲ τὴ δική μας ἀναζήτηση, μὲ τὴ δική μας γνώση δὲν μᾶς ἱκανοποιεῖ. Ὁ Χριστὸς ἔχει νὰ δώσει σὲ μᾶς κάτι πολὺ μεγαλύτερο καὶ δὲν μᾶς τὸ ἔδωσε πρὶν Αὐτὸς πάθει καὶ μπεῖ στὴ δόξα Του. Δηλαδή, μποροῦμε νὰ πεθάνουμε καὶ νὰ ζήσουμε. Μποροῦμε νὰ χαθοῦμε καὶ νὰ βροῦμε τὴν ψυχή μας, κι ἂν κανεὶς θέλει νὰ τὴν σώσει, θὰ τὴν χάσει. Κι ἂν τὴν χάσει ἐνσυνείδητα, ὅπως λέει, «ἔνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου» αὐτὸς θὰ τὴν σώσει. Ὁπότε νομίζω ὅτι τὸ μεγάλο πρᾶγμα ποὺ ἔχουμε καὶ κουβαλᾶμε δὲν εἶναι τὸ τί ἔχουμε ἀλλὰ τὸ τί εἴμαστε. Αὐτὸ ποὺ λέει καὶ ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: τὸ μεγάλο πρᾶγμα εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ γίνουμε ὅλοι κοινωνοὶ τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ μποροῦμε σιγὰ σιγὰ νὰ ἀναχθοῦμε σὲ αὐτὴ τὴν ἄλλη λογική. Ὁπότε τὰ πάντα εἶναι εὐλογία.

Ὅπως γιὰ παράδειγμα οἱ νεομάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, καὶ ζοῦσαν σὲ αὐτὸν τὸν παράδεισο. Ὁπότε λένε: «ἂν τυχὸν μᾶς ἀφήσετε νὰ ζήσουμε, σᾶς εἴμαστε εὐγνώμονες γιατί ζοῦμε στὸν παράδεισο, μέσα σε αὐτὴν τὴν λογικὴ τῆς Θείας Λειτουργίας, τὴν ἄλλη λογική· ἐὰν μᾶς σκοτώσετε, σᾶς εἴμαστε χίλιες φορὲς πιὸ εὐγνώμονες, γιατί τὸ συντομότερο θὰ δοκιμάσουμε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα τὸ ὁποῖο δὲν παρέρχεται καὶ τὸ ὁποῖο εἶναι χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Κι ὁ καθένας τότε γεννιέται, ὅταν πεθαίνει καὶ τότε ἀγκαλιάζει ὅλους καὶ βρίσκει μέσ᾿ στὴν καρδιά του ὅλους.

Καὶ ταυτόχρονα ἐνῷ μιλᾶμε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, δὲν ὑποτιμοῦμε τὸ σῶμα ἀλλὰ ἀντίθετα βλέπουμε ὅτι θεώνεται. Κι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίθετη κίνηση ποὺ γίνεται μέσα ἐδῶ. Δηλαδή, δὲν ἑνώνεται μόνο ἡ πορεία μὲ τὴ στάση, ἡ θεότης μὲ τὴν ἀνθρωπότητα, ἀλλὰ γίνεται καὶ μία ἀντίστροφη κίνηση, ὅπως λέει τὸ Συναξάρι τῶν Ἁγίων Πάντων, «τὸ Πνεῦμα κάτεισιν καὶ ὁ Νοῦς ἄνεισιν». Τὸ πνεῦμα κατέρχεται, ὁ λόγος σαρκοῦται καὶ τὸ χῶμα, ἡ φύση μας, ἀναλαμβάνεται, θεώνεται. Καὶ τὸ πιστεύουμε αὐτὸ καὶ τὸ περιμένουμε νὰ γίνει κάποτε, ἀλλὰ γίνεται ἀπὸ τώρα. Ἤδη προγεύεται κανείς, νομίζω, προπαντὸς ὁ πονεμένος καὶ σφαγμένος, ὁ τιμημένος μὲ τὸ νὰ δεχτεῖ πολλὲς δοκιμασίες, νιώθει σὰν ἄλλο σκαμμένο χωράφι ποὺ μπαίνει μέσα μιὰ νωτίδα οὐράνια, ἔτσι μπαίνει μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ μέσα στὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου μία ἄλλη παράκληση θεϊκὴ καὶ προχωρεῖ εἰς πάντας ἁρμούς, εἰς νεφρούς, εἰς καρδίαν.

Ὁπότε τὸ θέμα, νομίζω, δὲν εἶναι ἂν θὰ μπορέσουμε νὰ κάνουμε μία ψεύτικη ἐρώτηση ἢ νὰ δώσουμε μία ψεύτικη ἀπάντηση σχετικὰ μὲ τὸν θάνατο. Τὸ θέμα εἶναι ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ μποροῦμε νὰ κάνουμε ὑπομονή. Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Κύριος, ὅτι τὸ χωράφι τὸ ἀγαθό, ἡ γῆ ἡ καλὴ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δέχονται τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ καρποφοροῦν ἐν ὑπομονῇ. Μποροῦμε νὰ κάνουμε ὑπομονή; Κάποιος γεωργὸς ὑπάρχει ποὺ φροντίζει γιὰ μᾶς. Μποροῦμε νὰ περιμένουμε;

* * *

«Βρὲ παιδάκι μου, πεθαίνουμε»

Μὰ λέει κανείς: «βρὲ παιδάκι μου, πεθαίνουμε». Βλέπουμε στὸ Εὐαγγέλιο ὅτι τὸ ἄρρωστο παιδὶ ποὺ ἔφερε ὁ πατέρας, ἔπεσε κάτω ξερὸ σὰν νεκρὸ καὶ πολλοὶ ἄρχισαν νὰ λένε πὼς πέθανε. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχει σημασία ἂν νομίζουμε ἐμεῖς ὅτι πεθάναμε, ἂν νομίζουν ὅλοι οἱ ἄλλοι ὅτι καὶ ἐμεῖς πεθάναμε. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι νὰ μένουμε κοντὰ στὰ πόδια κάποιου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε προτοῦ τὸν κόσμον εἶναι, προτοῦ ὑπάρξει ὁ κόσμος κι ὁ ὁποῖος «τὰ πάντα διὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους του ἐξ οὐκ ὄντων εἰς τὸ εἶναι παρήγαγε». Ὁπότε ἐὰν τυχὸν εἶσαι δίπλα σὲ Αὐτόν, ἄσχετα ἂν εἶσαι πεθαμένος ἢ ζωντανός, ἐλπίζεις καὶ περιμένεις νὰ ἔρθει ἡ ζωή. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ζωὴ ἔρχεται διὰ τοῦ θανάτου. Ὅπως ὁ σπόρος, ἐὰν δὲν πέσει στὴ γῆ νὰ πεθάνει, μένει μόνος, ἔτσι καὶ ἐμεῖς, ἂν δὲν πονέσουμε θὰ μείνουμε μόνοι.

Τὸ θέμα εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι πολὺ πονοῦμε καὶ λίγο ζωογονούμαστε, πολὺ ὑποφέρουμε καὶ λίγο μπαίνουμε στὴ χαρά. Νομίζω ὅτι τὸ μήνυμα τὸ χαρούμενο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὅτι μας δίνει τὴ δυνατότητα νὰ περάσουμε τὴ ζωηφόρο νέκρωση. Ὅταν ζήτησαν δυὸ μαθητὲς νὰ δοξαστοῦν καὶ νὰ καθίσει ὁ ἕνας ἐκ δεξιῶν καὶ ἕνας ἐξ εὐωνύμων, Αὐτὸς εἶπε, ὅπως ἀναφέρεται στὸ Τριώδιο, ὅτι ὁ Κύριος δὲν δίδει τέτοια πράγματα στοὺς δικούς Του, ὑπόσχεται ποτήριο θανάτου. Τὸ μεγάλο γεγονὸς εἶναι ὅτι μποροῦμε νὰ πεθάνουμε περιμένοντας. Ὅταν περνᾶμε τὴν Γεθσημανή, δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε. Τώρα τὸ ὅτι μιλᾶμε σημαίνει ὅτι δὲν περνᾶμε Γεθσημανῆ. Ἀλλὰ τί γίνεται; Τὰ χάνουμε. Μπορεῖ νὰ τὰ χάσουμε, μπορεῖ νὰ πέσουμε κάτω, μπορεῖ νὰ μᾶς ἐγκαταλείψει κάθε δύναμη σωματική, ψυχική, πνευματική. Τὸ θέμα εἶναι ἂν μπορεῖς καὶ ξερὸς νὰ περιμένεις καὶ νὰ εὐγνωμονεῖς. Κάποιος ὑπάρχει μέσα μας καὶ δίπλα μας, ποὺ ἱερουργεῖ διαφορετικὰ τὸ μυστήριο τῆς ζωῆς.

Θὰ μποροῦσε εὔκολα νὰ μᾶς πεῖ ψεύτικα πράγματα, δὲν θέλει. Θέλει νὰ μᾶς φέρει στὴν αἰώνια ζωή. Καὶ γιὰ νὰ μπεῖς στὴν αἰώνια ζωὴ πρέπει νὰ περάσεις ἀπὸ τὸν θάνατο. Θὰ μποροῦσε ὁ Χριστός, ἂν ἦταν ταχυδακτυλουργός, νὰ ἔκανε αὐτὸ ποὺ ζήτησαν οἱ Ἑβραῖοι, ὅταν ἔλεγαν «κατέβα ἀπὸ τὸν Σταυρὸ καὶ θὰ πιστέψουμε». Θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει. Δὲν ἦρθε γιὰ νὰ ἐντυπωσιάσει. Κατέβηκε ἀπὸ τὸν Σταυρὸ νεκρός. Νεκρὸς γιὰ νὰ νικήσει τὸν θάνατο γιὰ πάντα, γιὰ ὅλους μας.

Ὅποτε ἕνα πρᾶγμα μποροῦμε νὰ ποῦμε, ὅτι μποροῦμε νὰ πετύχουμε. Ὅτι ὑπάρχει μέσα μας ἕνας συγκεκριμένος δυναμισμὸς καὶ διὰ τοῦ θανάτου, μέσα στὴ γῆ τὴν καλὴ καὶ ἀγαθὴ τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸς ὁ δυναμισμὸς ἐκρήγνυται καὶ προχωροῦμε σὲ ἄλλο τόπο, σὲ ἄλλο χῶρο, ὅπου τὰ φοβερὰ τελεσιουργεῖται καὶ τὰ πάντα λειτουργοῦν διαφορετικά. Αὐτὸς ὁ ἄλλος χῶρος καὶ ὁ ἄλλος χρόνος εἶναι αὐτὸς ἐδῶ ποὺ ζοῦμε. Ἂν θὰ πᾶμε μὲ πύραυλους στὰ ἀστέρια δὲν αὐξάνει ὁ χῶρος τῆς ζωῆς μας καὶ ἡ ἐλευθερία μας. Ἂν τυχὸν παρατείνουμε τὴ ζωή μας μὲ μεταμόσχευση καρδιᾶς δὲν γευόμαστε τῆς χάριτος τῆς αἰωνιότητος.

Σὲ μιὰ στιγμὴ μπορεῖ νὰ χωρέσει ἡ αἰωνιότης καὶ μέσα σὲ ἕνα μικρὸ ἅγιο μαργαρίτη νὰ χωρέσει ὅλος ὁ Χριστός. Ἀκριβῶς γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος ἐνῷ ἔρχεται νὰ μᾶς φέρει τὴ χαρά, ἐνῷ ἔρχεται νὰ μᾶς φέρει τὴ ζωή, λέει: «μακάριοι οἱ πενθοῦντες, μακάριοι οἱ κλαίοντες καὶ οὐαὶ οἱ γελῶντες». Ἀκριβῶς γιατί θέλει νὰ μᾶς φέρει τὸν πραγματικὸ γέλωτα, τὴν πραγματικὴ χαρὰ καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ ἀπὸ σήμερα…

* * *

Ἡ ψυχὴ μετὰ τὸν θάνατο

Τί γίνεται ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τὸν θάνατο; Νομίζω δὲν μποροῦμε νὰ τὰ λύσουμε καὶ ὅλα τὰ προβλήματα. Ξέρετε, εἶναι πολὺ μεγάλο δρᾶμα νὰ νομίζεις ὅτι ἔχεις λύσει τὰ προβλήματά σου. Ἐπίσης, εἶναι ἄσχημο ἕνας δάσκαλος, ὅποιος ἀπὸ μᾶς κάνει τὸν δάσκαλο, νὰ δίδει ἀπαντήσεις καὶ νὰ κλείνει τὰ θέματα. Στὴν πορεία πρὸς Ἐμμαοὺς ὁ Κύριος κατ᾿ ἀρχὴν δίνει τὴ δυνατότητα στὸν ἄλλον νὰ βγάλει τὰ ἀπωθημένα του. Γιὰ νὰ ἐκτονωθοῦν οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ ποῦν τὸ λογισμό τους, γιὰ νὰ δείξουν τὴν ἀπογοήτευσή τους, γιὰ νὰ φτάσουν στὴν ἀπόγνωση. Λέει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερο ὅπλο ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση. Γιατί ὅταν κανεὶς ἀπογοητευθεῖ ἀπὸ ὅλα τὰ ἐγκόσμια, ὅπως λέει κι ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὅταν φτάσουμε στὴν ἀπιστία γιὰ τὸν ἑαυτό μας τότε ἀρχίζει νὰ ἀναδύεται μία ἄλλη πίστη καὶ μία ἄλλη δύναμη νὰ ὑπάρχει μέσα μας.

Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία δὲν εἶναι ἂν θὰ ποῦμε μία κουβέντα σὰν ἀπάντηση. Μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα μας καὶ νὰ ἀναχθεῖ ὅλο τὸ εἶναι μας σὲ ἕνα ἄλλο χῶρο; Μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε στὴν ἀνάσταση τῶν σωμάτων; Αὐτὸ εἶναι ποὺ δίδει ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι ὄχι νὰ λύνουμε τὶς ἀπορίες μας μὲ ἕνα τρόπο ἐγκυκλοπαιδικό, μὲ τὴ λογικὴ τοῦ κομπιοῦτερ, ἀλλὰ εἰ δυνατὸν νὰ μετανοοῦμε, νὰ μπαίνουμε στὴν ἄλλη λογική, τὴ λογικὴ τῆς Ἐκκλησίας. Τότε καταλαβαίνουμε ὅτι ὅταν ὁ Χριστὸς φανερώνεται, κρύπτεται. Ὅταν γίνεται ἄφαντος φανερώνεται. Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης: «ὁ Χριστὸς ἀπαντᾷ δι᾿ ὧν ἀρνεῖται νὰ ἀπαντήσει». Ἄν, λοιπόν, δὲν μποροῦμε νὰ ἀκοῦμε τὴ σιωπή Του, σημαίνει ὅτι δὲν καταλαβαίνουμε τὸν λόγο Του. Ἂν τυχὸν νομίζουμε ὅτι τὸν καταλαβαίνουμε, κάτι δὲν πάει καλὰ μέσα μας.

Τὸ μεγάλο πρᾶγμα εἶναι ὅτι ὑπάρχει ἡ μητέρα μας Ἐκκλησία, μποροῦμε νὰ βάλουμε τὸν ἑαυτό μας μέσα ἐκεῖ, ὥστε σιγὰ-σιγὰ νὰ παίρνει αὐτὴν τὴν ἄλλη λογική. Πρέπει μὲ ταπείνωση νὰ τρεφόμαστε ἀπὸ τὴν στερεὰ τροφὴ ποὺ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία καὶ τότε νομίζω ὅτι συνέχεια ἡ καρδιά μας θὰ εὐφραίνεται. Ἔχουμε ἕνα μεγάλο χρέος: διὰ τῆς ταπεινώσεως καὶ διὰ τῆς ὑπομονῆς νὰ δεχτοῦμε αὐτὰ τὰ μεγάλα, τὰ ὁποῖα τελεσιουργεῖται στὸν ὑπερῷον τόπο τὸν λειτουργικό, γιὰ νὰ μπορέσουμε καὶ ἐμεῖς νὰ καταλάβουμε τί εἶναι ἄνθρωπος, νὰ χαροῦμε τὴ ζωή μας καὶ μετὰ χωρὶς ἄλλα σχόλια νὰ δώσουμε τὴ δυνατότητα καὶ στοὺς ἄλλους νὰ χαροῦν τὴν ζωή τους.

Αὐτὸ ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε εἶναι νὰ νιώσουμε ὅτι ἡ ἀγάπη «ἐκ τοῦ μὴ ὄντως εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγε» καὶ ἐὰν τυχὸν ὑπομένομε, στὸ τέλος ἀπὸ τὴ δοκιμασία βγαίνει μία χαρὰ καὶ μία ἀγαλλίαση ἡ ὁποία ξεπερνᾷ ὅλες τὶς δοκιμασίες.

Μιὰ στιγμὴ στὸν καθένα μας μπορεῖ νὰ δημιουργηθοῦν διάφορες ἀπορίες: Τί σημαίνει θάνατος, τί σημαίνει ἀνυπαρξία, μιὰ στιγμὴ νὰ νιώσουμε ὅτι ὅλα εἶναι ἄχρωμα καὶ ἄοσμα, τότε τί νὰ κάνουμε; Ἐγὼ λέω ἕνα πρᾶγμα: Νὰ περιμένομε. Νὰ περιμένομε ποῦ; Μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὅπου νιώθεις ὅτι ὑπάρχει μία ζεστασιὰ καὶ μία εὐρυχωρία. Ὅπως λέμε τὸ ἔμβρυο μένει μέσα στὴ μήτρα τῆς μάνας του καὶ ἐπειδὴ μένει ἐκεῖ, συνέχεια αὐξάνει. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ μένομε μέσα στὴ μήτρα τῆς μητέρας μας Ἐκκλησίας, αὐτὸ ποὺ λέμε μετὰ ἀπὸ τὴν πορεία: «μεῖνον μεθ᾿ ἡμῶν», μεῖνε μαζί μας καὶ ἐμεῖς θὰ μείνουμε μαζί Σου. Ἄλλα σχόλια δὲν θέλουμε πιά. Ἐμεῖς θέλουμε νὰ μείνουμε μαζί Σου. Αὐτὸ μᾶς φτάνει. Ἔχει μεγάλη σημασία νὰ μείνουμε κάπου καὶ νὰ δοῦμε αὐτὸ «τὸ κάπου», τὸ Ἕνα γιὰ τὸ ὁποῖο εἴμαστε καὶ τὸ ὁποῖο μᾶς ἐκκολάπτει. Ὁ πόνος ἔχει νόημα ἐπειδὴ βρισκόμαστε στὴ μήτρα κάποιου ποὺ μᾶς ἀγαπάει. Ἐκεῖ ὅποιος πολὺ πονάει σημαίνει ὅτι εἶναι ἠλεημένος καὶ μπορεῖ νὰ δεχτεῖ μεγάλα χαρίσματα.

Κλείνοντας, ἐγὼ λέω ἕνα πρᾶγμα γιὰ τὸ ὁποῖο εἶμαι σίγουρος: Προσωπικὰ εἶμαι χαμένος, ἀλλὰ σᾶς λέω ἀδελφικὰ ὅτι ΜΠOΡΕΙ ΝΑ ΖΗΣΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠOΣ. Καὶ αὐτὴ ἡ ζωὴ ἡ ἀπεριόριστη, ἡ αἰώνια ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ τώρα ἱερουργεῖται καὶ ὑπάρχει στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τὴν μικρὴ τὴν ἐλάχιστη καὶ περιφρονημένη ἡ ὁποία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς…

Μὴ μοῦ κάνετε ἄλλες ἐρωτήσεις, δῶστε ἄλλες ἀπαντήσεις. Ἐγὼ θὰ σας πῶ μόνο αὐτό: Κοιτάξτε, εἴμαστε χαμένοι, μπορεῖ ἐν στιγμῇ χρόνου νὰ σταματήσει ἡ καρδιά μας ἀλλὰ κάτι δὲν σταματᾷ, βρὲ παιδάκι μου, καὶ ἐγὼ θέλω ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα νὰ πᾶμε. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα πᾶμε μὲ τὸ σῶμα καὶ ἔρχεται ἡ ἀγαλλίαση καὶ ἡ χάρη τῆς θεότητας μέσα στὸ σῶμα μας καὶ ἁγιάζεται ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ζοῦμε».

http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/basileios_gontikakhs/dialogos_8anatos_kai_xara.htm

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και Ευαγγελιστής, ο ηγαπημένος μαθητής

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Μαΐου, 2013

Ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής καταγόταν από κάποιο φτωχό χωριό της Γαλιλαίας που ονομαζόταν Βηθσαϊδά. Ήταν γιος του ψαρά Ζεβεδαίου και της Σαλώμης που ήταν συγγενής της Παναγίας Μητέρας του Χριστού. Πολύ νωρίς έγινε μαθητής του Ιωάννου Προδρόμου ενώ παράλληλα εργαζόταν και στην τέχνη του ψαρά κοντά στον πατέρα του και τον αδελφό του Ιάκωβο.
Κάποια μέρα λοιπόν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος βάδιζε αργά στις όχθες του Ιορδάνου διδάσκοντας τον λαό την μετάνοια και βαπτίζοντας στον Ιορδάνη. Μαζί του ήσαν και δύο από τους μαθητές του, ο αδελφός του Πέτρου, και ο Ιωάννης. Καθώς ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος τον Ιησούν Χριστόν παράξενα ακούγονται τα λόγια του: «Ίδε ο αμνός του Θεού».


Η καρδιά των δύο μαθητών σκιρτά στο άκουσμα των λόγων αυτών. Μήπως είναι ο Μεσσίας που περιμένουν;…
Μόλις τον βλέπουν ν’ απομακρύνεται τον ακολουθούν με κάποια προσμονή και ελπίδα. Ο Ιησούς γνωρίζοντας τον πόθο τους να τον πλησιάσουν στρέφεται και τους ρωτά:
-Τι ζητείται;
-Ραββί, που μένεις; του απαντούν.
-Έρχεσθε και ίδετε. Ελάτε να διαπιστώσετε μόνοι σας. Ήλθαν λοιπόν και έμειναν κοντά του όλο εκείνο το ευτυχισμένο απόγευμα…
Ύστερα από λίγες μέρες καθώς τακτοποιούσαν και ετοίμαζαν τα δίχτυα ο Ιωάννης με τον πατέρα του και τον αδελφό του Ιάκωβο, βλέπει και πάλι τον Ιησούν να τον πλησιάζη. Η καρδιά του και πάλι σκυρτά στο αντίκρυσμα του θεϊκού εκείνου προσώπου και περιμένει ν’ ακούση κάτι πολύ σημαντικό από το στόμα του Διδασκάλου.
Πράγματι, ο λόγος του τους καλεί να τον ακολουθήσουν και οι δύο αδελφοί στον ιερό και ύψιστον έργον του. Και αυτοί, χωρίς να υπολογίσουν τα καΐκια και τα δίχτυα, περιουσία και τον πατέρα που θα άφηναν μόνο του στην εργασία, τα εγκαταλείπουν όλα και τον ακολουθούν.
Από τη μέρα εκείνη ο σύνδεσμος του Ιωάννου με τον Ιησούν γίνεται βαθύς, άρρηκτος, ισόβιος. Εκείνος ο αγαπημένος διδάσκαλος και αυτός ο αγαπημένος, ο κατ’ εξοχήν αγαπημένος μαθητής του. Τον ακολουθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της δημοσίας ζωής του επί τρία χρόνια. Όταν ο Κύριος ανέβηκε στο όρος Θαβώρ για να μεταμορθωθή, ανέβηκε μαζί και αυτός ο αγαπημένος μαθητής μαζί με τον Πέτρον και τον Ιάκωβον και είδε εκεί την Μεταμόρφωσι του Θεού Λόγου και την φωνή του Θεού Πατρός που έλεγε: «ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός εν ώ ηυδόκησα αυτού ακούετε».
Επίσης κατά τον Μυστικόν Δείπνον εκάθισε κοντά στον αγαπημένο του Διδάσκαλο και όταν έμαθαν οι μαθηταί ότι κάποιος απ’ αυτούς θα τον προδώση, αυτός έπεσε πάνω στο στήθος του Ιησού και τον ερώτησε:
– Κύριε, ποιος είναι αυτός που θα σε προδώση;
Όταν πάλι έπιασαν τον Χριστόν οι Ιουδαίοι αυτός τον ακολούθησε και μπήκε στην αυλή του Αρχιερέως σαν γνωστός του και κοντά σ’ αυτόν μπήκε και ο Πέτρος.
Όταν τέλος εσταυρώθη ο Κύριος αυτός ήτο παρών κοντά στον Σταυρό εκείνες τις στιγμές, ενώ όλοι τον είχαν εγκαταλείψει, ο Διδάσκαλος αναθέτει στον αγαπημένο του μαθητή την μητέρα του απευθυνόμενος στοργικά της λέει: «Γύναι, ιδού ο υιός σου», γυρίζοντας κατόπιν προς τον Ιωάννην του λέγει: «Ιδού η μήτηρ σου». Τι άλλο μπορεί να υπάρξη πιο μεγάλη ευτυχία από τον λόγον αυτόν;
Από την ώρα εκείνη λοιπόν, επήρε, όπως ήταν άξιο και πρέπον, στο σπίτι του την Μητέρα και Παρθένον, αυτός που ήταν κατά το σώμα και την ψυχήν Παρθένος. Και όταν ανεστήθη ο Κύριος, αυτός αφού πρόλαβε τον Κορυφαίον Πέτρον και αφού έσκυψε πρώτος στον τάφο, είδε τα εντάφια και τον Χριστόν που ποθούσε. Δέχεται απ’ Αυτόν το ζωογόνον φύσημα και προβάλλεται της Οικουμένης όλης Απόστολος. Αυτός είδε τον Κύριον όταν ανελήφθη.
Αυτός έπειτα εδέχθη την επιφοίτησιν του Παρακλήτου εν είδει πυρίνων γλωσσών μαζί με τους άλλους συμμαθητάς κατά την ημέραν της Πεντηκοστής. Αυτός τέλος και μέχρι την Κοίμησιν της Θεοτόκου έμεινε στα Ιεροσόλυμα, υπηρετώντας αυτήν σ’ όλες τις ανάγκες.
ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ
Ύστερα από την καταστροφήν της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. από τον Τίτον, έπεσε ο κλήρος ο Ιωάννης να έλθη στην Μικρά Ασία, που ήταν γεμάτη από είδωλα και ολόκληρη ήταν αφημένη στην ειδωλολατρική πλάνη.
Για το πράγμα αυτό λυπήθηκε ο Απόστολος και επειδή σαν άνθρωπος τον έπιασε αγωνία και δεν ήλπισε καθόλου στην ανίκητη δύναμη του Θεού, έπεσε κατά παραχώρησιν Θεού σε πειρασμό, ώστε να συγχωρεθη με τον πειρασμό το ανθρώπινο σφάλμα του. Διότι οι μεγάλοι και τέλειοι άνδρες στην αρετή πρέπει να φυλάγουν την ακρίβεια και στα μικρότερα πράγματα. Προλέγει λοιπόν ο Ιωάννης στον μαθητή του Πρόχορον την τρικυμία και το ναυάγιο που επρόκειτο να  υποστούν και ότι μόνον ο Ιωάννης επρόκειτο να πειρασθή στην θάλασσα για σαράντα ημέρες.
Αφού λοιπόν έγινε η τρικυμία, όπως το προείπε ο Απόστολος, τα κύματα της θαλάσσης έβγαλαν τον Πρόχορον στην Σελεύκειαν. Εκεί κατασυκοφαντήθηκε ότι είναι μάγος και ότι πήρε χρήματα από το πλοίο που ναυάγησε και τα ξοδεύει. Από την Σελεύκεια επήγε σ’ έναν τόπο της Ασίας που λέγεται Μαρμαρεώτης σε διάστημα σαράντα ημερών.
Όταν πήγε ευρήκε τον δάσκαλο του Ιωάννη που τον είχε βγάλει εκεί η θάλασσα. Δόξασαν λοιπόν και οι δύο τον Θεόν που τους εγλύτωσε και τον ευχαρίστησαν.
ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΟ.
ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΟ ΛΟΥΤΡΟ.
Έπειτα πήγαν και οι δύο στην Έφεσο, όπου συνάντησαν μια γυναίκα με το όνομα Ρωμάνα, που ήταν ξακουστή για την κακία της ως την Ρώμη. Αυτή λοιπόν αφού πήρε τον μέγαν Ιωάννην και τον μαθητήν του Πρόχορον τούς ανάγκασε να δουλεύουν σ’ ένα δικό της λουτρό. Επειδή δε ο Ιωάννης, καθώς ήταν άπειρος από τέτοια δουλειά συνέβαινε να κάνει μερικά σφάλματα σε μερικές εργασίες, τούς μεταχειριζόταν εκείνη η κακή γυναίκα με τόση μεγάλη ωμότητα και απανθρωπιά, σαν να τους είχε εξαγορασμένους δούλους. Τον Ιωάννη τον είχε υπηρέτη για να χύνη νερό σ’ όσους έκαναν λουτρό.
Μέσα σ’ εκείνο το λουτρό κατοικούσε και ένας άγριος Δαίμονας που συνήθιζε τρεις φορές κάθε χρόνο να πνίγη ένα νέον ή μια νέα. Επήρε δε την άδεια και άρχισε να κάνη τέτοιον φόνον ο διάβολος, διότι όταν θεμελιωνόταν εκείνο το λουτρό έπεισε ο σιχαμερός εκείνους που έκτιζαν να χώσουν μέσα στα θεμέλια ένα νέον και μια νέα, με σκοπό τάχα να αντιλαλή και να βγάζη μεγάλον ήχον το λουτρό. Απ’ αυτό λοιπόν αφού πήρε αφορμή ο ανθρωποκτόνος διάβολος, έπνιγε εκεί συχνά τους ανθρώπους.
ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΟΜΝΟΥ ΚΑΙ ΔΙΟΣΚΟΥΡΙΔΟΥ.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΑΥΤΩΝ
Ύστερα από τρεις μήνες λοιπόν, αφ’ ότου πήγαν στο λουτρό ο Ιωάννης και ο Πρόχορος, καθώς έμπαινε στο λουτρό για να λουσθή κάποιος Δόμνος, παιδί του Διοσκορίδου του συζύγου της Ρωμάνας, πνίγηκε από τον Δαίμονα. Θρηνούσε λοιπόν η Ρωμάνα απαρηγόρητα για τον θάνατο του Δόμνου.
Ο πατέρας του Διοσκουρίδης όταν έμαθε την ξαφνική είδησι τού θανάτου του επέθανε από την υπερβολική λύπη. Παρακαλούσε λοιπόν η Ρωμάνα την ψευτοθεά Άρτεμιν για να αναστήση τον Δόμνον και έκοβε τις σάρκες της. Όμως μάταια τα έκανε όλα αυτά.
Ο Ιωάννης λοιπόν ρώτησε τον Πρόχορο για ποια αιτία θρηνεί η Ρωμάνα. Εκείνη όταν τους είδε να συνομιλούν έπιασε και άρχισε να τον συκοφαντή ότι είναι μάγος και τέλος να τον φοβερίζη ότι πρόκειται να τον θανατώση, εάν δεν μεταχειρισθή κάθε μέσον για να αναστήση τον Δόμνον.
Αφού λοιπόν αναγκάσθηκε έτσι ο Απόστολος έκανε προσευχήν. Και, ώ του θαύματος! Αμέσως ανεστήθη ο Δόμνος. Αυτό το θαύμα όταν είδε η Ρωμάνα έμεινε εκστατική και άρχισε να αποκαλή τον Ιωάννην Θεόν και υιόν Θεού.
Ύστερα αφού εξωμολογήθηκε ειλικρινά τις αμαρτίες της και αφού ζήτησε συγχώρησι για τις κακοπάθειες που προξένησε στον Απόστολο και τον μαθητή του, επέστρεψε στον Χριστό και βαπτίσθηκε. Ύστερα δε από τον Δόμνον ο Ιωάννης ανέστησε και τον πατέρα του τον Διοσκουρίδη και τον εβάπτισε. Επίσης εβάπτισε και τον αναστηθέντα υιόν του και όλους τους άλλους που έτρεξαν εκεί. Έδιωξε δε και τον πονηρό Δαίμονα που κατοικούσε μέσα στο λουτρό.
ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ
Επειδή οι Εφέσιοι ετελούσαν μεγάλη γιορτή στην ψευτοθεά Άρτεμιν, γι’ αυτό ο Απόστολος επήγε κατά τον καιρό της γιορτής και ανέβηκε επάνω σ’ εκείνο το μέρος, όπου στεκόταν το είδωλον της Αρτέμιδος. Οι όχλοι όμως βλέποντας τον θύμωσαν πολύ και άρχισαν να τον λιθοβολούν. Όμως οι πέτρες δεν χτύπησαν καθόλου τον Άγιον, αλλά το είδωλον μέχρι που το συνέτριψαν.
Εκείνοι όμως οι ανόητοι δεν θέλησαν να έλθουν σε συναίσθησιν, αλλά βλέποντας τον Απόστολον να τους μιλάη για πίστι, πάλι τον λιθοβολούσαν. Οι πέτρες όμως παράδοξα επέστρεφαν και κτυπούσαν τους ίδιους και τους επλήγωναν. Τότε ο θείος Απόστολος έκανε προσευχή στον Θεό και αμέσως έγινε σεισμός και μεγάλος βρασμός της γής και χάθηκαν απ’ αυτόν διακόσιοι άνθρωποι. Βλέποντας αυτό οι υπόλοιποι άνθρωποι μόλις και μετά βίας απαλλάχθηκαν από την μέθη και τον σκοτισμό της πλάνης και παρακαλούσαν θερμά τον Απόστολο να ελεηθούν και οι ίδιοι και να αναστηθούν όσοι πέθαναν. Πάλι λοιπόν, αφού προσευχήθηκε ο Απόστολος, αμέσως όλοι αναστήθηκαν. Και επειδή έγινε πάλι βρασμός της γής, γι’ αυτό έπεσαν όλοι στα πόδια του Αποστόλου και, αφού πίστεψαν στον Χριστό, βαπτίσθηκαν.
Έπειτα πήγε ο θείος Απόστολος σ’ ένα τόπον που ωνομαζόταν Τύχη και εκεί θεράπευσε ένα παράλυτο που ήταν κατάκοιτος δώδεκα ολόκληρα χρόνια.
Επειδή λοιπόν έκανε ο Απόστολος και άλλα πολλά θαύματα και η φήμη τους έτρεχε παντού, βλέποντας αυτά εκείνος ο Δαίμονας, που έμενε και κατοικούσε στον ναόν της Αρτέμιδος, και γνωρίζοντας ότι και ο ίδιος θα διωχθή απ’ εκεί απ’ τον Ιωάννη μεταμορφώθηκε σε στρατιώτη, κρατώντας στα χέρια χαρτιά και κλαίγοντας ότι δήθεν έφυγαν απ’ τα χέρια του δυο μάγοι άριστοι και εξαιρετικοί που του δόθηκαν από την εξουσία να τους φυλάγη. Εξ’ αιτίας αυτού τον έβαλαν σε μεγάλον κίνδυνο με τη φυγή τους. Έδειχνε δε στους ανθρώπους εκεί και ένα δέμα φλωριά και υποσχόταν να το δώση σ’ αυτούς εάν βρουν τους μάγους και τους θανατώσουν.
Ακούγοντας λοιπόν αυτά πολλοί κινήθηκαν εναντίον του σπιτιού του Διοσκουρίδου φοβερίζοντας ότι θα το κατακαύσουν μαζί μ’ αυτόν, αν δεν παραδώση στα χέρια τους, τους μάγους. Ο ευλαβής όμως και ευγνώμων Διοσκουρίδης προτιμούσε καλύτερα να καή παρά να παραδώση τους Αποστόλους, που του φανήκαν ευεργέτες του. Ο δε μέγας Ιωάννης προγνωρίζοντας με την προορατικήν χάριν του Αγίου Πνεύματος, ότι αν παραδοθή σ’ αυτούς πρόκειται πάλι να κάνη θαύματα και απ’ αυτό να επιστρέψη πολλούς στην ζωή της ευσεβείας παρέδωκε τον εαυτό του ο ίδιος μαζί με τον Πρόχορον στους απίστους.
Αφού λοιπόν σύρθηκαν από τους απίστους οι Απόστολοι του Κυρίου, όταν πήγαν στον ναό της Αρτέμιδος, προσευχήθηκαν στον Θεό να γκρεμισθή ο ναός, αλλά κανένας άνθρωπος να μη πάθη κακό. Και, ώ του θαύματος! Αμέσως έγινε αυτό. Τότε ο μέγας Απόστολος διατάζει τον Δαίμονα που κατοικούσε εκεί με αυτά τα λόγια:
– Σε σένα ομιλώ τον ακάθαρτο Δαίμονα.
– Τι θέλεις; Αποκρίθηκε η φωνή.
– Θέλω να ομολογήσης φανερά πόσα χρόνια κατοικείς εδώ και αν είσαι συ που ξεσήκωσες τόσον λαόν εναντίον μας, ξανάπε ο Απόστολος.
Πιεζόμενος ο Δαίμονας από την θέλησιν του Αγίου αποκρίθηκε.
– Διακόσια σαράντα εννιά χρόνια κατοικώ σ’ αυτόν τον ναό. Πράγματι, εγώ είμαι αυτός που εκίνησα όλους αυτούς εναντίον σας.
– Σου παραγγέλω εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου να μη κατοικήσης πια σ’ αυτόν τον τόπον, είπε πάλι ο Απόστολος.
Αμέσως λοιπόν έφυγε ο Δαίμονας από την πόλι της Εφέσου. Οι Έλληνες δε βλέποντας αυτά εφοβήθηκαν και οι περισσότεροι απ’ αυτούς τρόμαξαν. Απ’ το γεγονός αυτό πίστεψαν πολλοί στον Κύριο Ιησού και βαπτίσθηκαν στο Όνομά Του.
ΕΞΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΤΜΟ.
Επειδή λοιπόν έκανε και άλλα πολλά θαύματα ο Ιωάννης, και γύρισε πολύ πλήθος Ελλήνων στην πίστι του Χριστού και έπειτα επειδή η φήμη τους έφθασε στ’ αυτιά του τότε βασιλέως Δομιτιανού που εβασίλευε κατά το 82, ο Δομιτιανός έστειλε και έφερε μπροστά του τον μέγαν Ιωάννην μαζί με τον Πρόχορον.
Αφού λοιπόν τους έκανε ερωτήσεις και είδε την σταθερότητα που έδειξαν για την πίστι τους τούς υπέβαλε σε βασανιστήρια. Τους έβαλε να πιούν δηλητήριο και αφού δεν έπαθαν τίποτε τους έριξε σ’ ένα πιθάρι μεγάλο με βραστό λάδι. Αφού και απ’ εκεί βγήκαν χωρίς να πάθουν το παραμικρό με διαταγή του Δομιτιανού εξορίζονται στην νήσο Πάτμο. Ο Κύριος όμως είχε προλάβει και εφανέρωσε με όραμα στον Ιωάννη για την υπόθεσι αυτή. Δηλαδή ότι πρόκειται να πάθη πολλούς πειρασμούς και ότι θα εξορισθή σ’ ένα νησί που έχει μάλιστα πολύ μεγάλη ανάγκη της δικής του παρουσίας.
Πλέοντας λοιπόν στην θάλασσα ο Απόστολος μαζί με τους σωματοφύλακες του βασιλέως ανέστησε ένα στρατιώτη που πέθανε στον δρόμο. Αλλά και την τρικυμία που έγινε ύστερα απ’ αυτά στην θάλασσα την μετέβαλε σε γαλήνη. Κατά παράκλησιν του στρατιώτη θεράπευσε και ένα από τους σωματοφύλακες που έπασχε από δυσεντερία και κινδύνευε να πεθάνη ύστερα από λίγο. Βλέποντας λοιπόν αυτά οι σωματοφύλακες επίστεψαν όλοι στον Χριστό και βαπτίσθηκαν.
Αφού λοιπόν έφθασε ο Ιωάννης στην Πάτμο, ελευθέρωσε τον Απολλωνίδη, το παιδί του Μύρωνος από το μαντικό πνεύμα που κατοικούσε σ’ αυτόν και το εξώρισε μακρυά απ’ το νησί. Απ’ το θαύμα αυτό επίστευσαν στον Χριστό και βαπτίσθηκαν όλοι οι άνθρωποι που ευρίσκοντο στο σπίτι του Μύρωνος. Το ίδιο και ο Απολλωνίδης που ελευθερώθηκε και η θυγατέρα του Χρυσίππη με τους ανθρώπους της. Ύστερα δε βαπτίσθηκε και ο ίδιος ο Ανθύπατος, δηλαδή ο άρχοντας της χώρας της Πάτμου.
ΚΥΝΩΨ Ο ΜΑΓΟΣ
Ευρίσκετο στην Πάτμο κάποιος μάγος που ωνομαζόταν Κύνωψ, που κατοικούσε σ’ έρημο τόπο από αρκετά χρόνια μαζί με τα ακάθαρτα Δαιμόνια. Αυτόν τον μάγον όλοι όσοι κατοικούσαν στο νησί τον θεωρούσαν σαν θεό, για τις φαντασίες και ενέργειες των Δαιμόνων που εγίνοντο απ’ αυτόν. Οι δε ιερείς του ψεύτικου θεού Απόλλωνος καθώς είδαν τον Ιωάννη που εδίδασκε με πολλή παρρησία την πίστη στον Χριστό, έτρεξαν στον Κύνωπα και τον παρακάλεσαν γονατιστοί να κινηθή κατά του Ιωάννου, επειδή αυτός ερήμωσε σχεδόν τον ναόν του Απόλλωνος και απεμάκρυνε όλους από τον σεβασμό και την λατρεία των θεών.
Ο Κύνωψ λοιπόν όταν άκουσε αυτά υπερηφανεύθη και έκρινε ανάξιο της υπολήψεως του το να πάη μόνος στη χώρα. Αφ’ ενός μεν διότι για διάστημα πολλών χρόνων βρισκόταν στην έρημο κλεισμένος. Αφ’ ετέρου δε επειδή αυτοί που βρίσκονταν στην χώρα της Πάτμου αυτοί πήγαιναν σ’ αυτόν και όχι αυτός προς εκείνους. Γι’ αυτό υποσχέθηκε στους ιερείς ότι αυτός θα στείλη έναν πονηρόν Άγγελον στο σπίτι του Μύρωνος που πίστεψε, για να πάρη την ψυχή του Ιωάννου που έμενε εκεί και να την παραδώση σε καταδίκη αιώνια.
Έστειλε λοιπόν ο Κύνωψ ένα άρχοντα των πονηρών Δαιμόνων προς τον Ιωάννη, όπως υποσχέθηκε. Ο Δαίμονας δε αφού πήγε στο σπίτι του Μύρωνος, στάθηκε στο μέρος εκείνο όπου ήτο ο Ιωάννης.
Μόλις όμως τον γνώρισε ο θείος Απόστολος του λέγει:”
– Σου παραγγέλω στο όνομα του Ιησού Χριστού να μη βγης από τον τόπο που στέκεσαι έως ότου μου φανερώσης για ποια αιτία ήλθες σε μένα.
Και αμέσως με τον λόγο του Αποστόλου στάθηκε το Δαιμόνιον δεμένο και απήντησε ως εξής πιεζόμενο από την θεία δύναμι:
–   Οι ιερείς το Απόλλωνος ήλθαν στον Κύνωπα και είπαν πολλά
εναντίον σου και τον παρακάλεσαν να έλθη εδώ στην χώρα και
να σε θανατώση. Ο Κύνωψ όμως δεν καταδέχθηκε λέγοντας.
Είναι πολλά χρόνια που δεν βγήκα από τον τόπο αυτό και τώρα
για ένα άνθρωπο μικρόν και ασήμαντο να αφήσω την αγαπητή
μου ερημιά και ζωή; Γυρίστε όμως πίσω και αύριο θα στείλω
Άγγελον πονηρόν για να πάρη την ψυχή του Ιωάννου και να
την φέρη σ’ εμένα για να την παραδώσω σε κρίσιν.
Και ο Ιωάννης του είπε:
– Εστάλης ποτέ από τον Κύνωπα για να πάρης ψυχή ανθρώπου και την πήγες σ’ αυτόν;
– Με έστειλε και θανάτωσα μεν άνθρωπον, αλλά ψυχήν ανθρώπου ποτέ δεν παρέδωσα σε κόλασιν, αποκρίθηκε ο Δαίμονας.
– Για ποιόν λόγο υπακούετε στον Κύνωπα; Ρώτησε ο Ιωάννης.
– Όλη η δύναμη του Σατανά κατοικεί μέσα σ’ αυτόν. Και έχει συμφωνίαν αυτός μεν να είναι πάντα μαζί μας εμείς δε πάντα μαζί του. Και ο Κύνωψ ακούει εμάς τους Δαίμονες, εμείς δε οι Δαίμονες ακούμε τον Κύνωπα.
– Άκουσε, πνεύμα πονηρό. Σε διατάζει ο Ιωάννης, ο Απόστολος του Υιού του Θεού, άλλη φορά να μην ενοχλήσης άνθρωπον, ούτε να γυρίσης στον τόπο σου. Αλλά να φύγης έξω απ’ αυτό το νησί και να περιπλανάσαι εδώ και εκεί.
Και αμέσως το πνεύμα έφυγε μακρυά απ’ το νησί.
Βλέποντας λοιπόν ο Κύνωψ ότι δεν επέστρεψε σ’ αυτόν το πρώτο Δαιμόνιον έστειλε και δεύτερο. Αλλά επειδή και αυτό έπαθε τα ίδια, έστειλε ακόμη και άλλα δύο Δαιμόνια από τα αρχοντικά, για να μπη το ένα στο σπίτι όπου έμενε ο Ιωάννης και το άλλο να σταθή έξω και να ιδή αυτά που γίνονται και να γυρίση να τα φανερώση στον Κύνωπα. Επειδή λοιπόν πήγε το ένα Δαιμόνιο και διώχθηκε έξω απ’ το νησί όπως διώχθηκαν και τα δύο πρώτα, εκείνο το Δαιμόνιο που στεκόταν έξω γύρισε και φανέρωσε στον Κύνωπα αυτά που έγιναν. Ωργίσθηκε λοιπόν ο Κύνωψ και πήρε μαζί του όλα τα πλήθη των Δαιμόνων και πήγε στην Χώρα. Ηχολόγησε όλη η Χώρα και ταράχθηκε μόλις είδε τον Κύνωπα και όλοι τον προσκυνούσαν. Πρόφθασε δε τον Ιωάννη ο Κύνωψ, την ώρα που δίδασκε τον λαόν, και κυριεύθηκε από θυμόν πολύν και είπε στον λαό.
– Άνθρωποι ανόητοι και τυφλοί, ακούστε. Αν είναι δίκαιος ο Ιωάννης και όσα λέγει αν είναι αλήθεια θα θεραπεύση και σας και μένα. Αν μπορέση να κάνη εκείνο που θα πω σ’ αυτόν τότε και εγώ πιστεύω σ’ όλα όσα λέγει.
Αφού κράτησε λοιπόν ο Κύνωψ ένα νέον που ήτο εκεί του λέγει:
– Νέε, ζη ο πατέρας σου;
– Ναυάγησε και πνίγηκε στον βυθό της θαλάσσης, απεκρίθηκε ο νέος.
Τότε λέγει ο Κύνωψ στον Ιωάννη:
– Να, δείξε πράγματι αν είναι αληθινά τα λόγια σου, και αφού ανεβάσης από το βάθος της θαλάσσης τον πατέρα του νέου αυτού φέρε τον μπροστά σ’ όλους μας ζωντανό και υγιή.
– Δεν με έστειλε ο Χριστός για να ανασταίνω νεκρούς, αλλά για να διδάσκω πλανεμένους ανθρώπους.
Είπε λοιπόν ο Κύνωψ προς όλον τον λαόν.
– Τώρα λοιπόν να καταλάβετε και να πεισθήτε ότι αυτός είναι πλάνος και σας ξεγελά με μαγικές τέχνες. Κρατήστε τον λοιπόν μέχρι που να φέρω εγώ από την θάλασσα τον πατέρα του νέου και να τον παρουσιάσω ζωντανό.
Αφού κρατήθηκε ο Ιωάννης, άπλωσε τα χέρια του ο Κύνωψ και τα κτύπησε. Έγινε λοιπόν στην παραλία μεγάλος κρότος, ώστε όλοι φοβήθηκαν. Τότε ο Κύνωψ εξαφανίσθηκε από τα μάτια όλων των ανθρώπων. Αμέσως δε φώναξαν δυνατά και είπαν: «Μεγάλος είσαι Κύνωψ και εκτός από σένα δεν υπάρχει άλλος». Ξαφνικά λοιπόν βγήκε από την θάλασσα ο Κύνωψ έχοντας μαζί του ένα Δαίμονα που φαινόταν να μοιάζη στο πρόσωπο του πνιγμένου πατέρα του νέου, και όλοι εθαύμασαν.
Έπειτα λέγει προς τον νέον:
– Αυτός είναι ο πατέρας σου;
– Ναι, κύριε, απήντησε ο νέος.
Και έτσι όλοι προσκύνησαν τον Κύνωπα και ήθελαν να θανατώσουν τον Ιωάννη. Ο Κύνωψ όμως δεν άφησε να τον θανατώσουν λέγοντας: «Όταν δήτε μεγαλύτερα θαύματα απ’ αυτά τότε να τιμωρηθή όπως του αξίζει».
Αφού κάλεσε λοιπόν πάλι άλλον άνθρωπον του είπε:
– Είχες υιόν;
– Ναι, κύριε, είχα και κάποιος τον εφθόνησε και τον θανάτωσε, απεκρίθη εκείνος.
– Θα αναστηθή ο υιός σου, του είπε ο Κύνωψ.
Και αμέσως κάλεσε με το άνομα και τον φονιά και τον φονευθέντα. Πράγματι και οι δυο μαζί παρουσιάσθηκαν μπροστά. Είπε λοιπόν ο Κύριος στον άνθρωπο:
– Αυτός είναι ο υιός σου; Και αυτός είναι εκείνος που τον εφόνευσε;
– Ναι, Κύριε, απεκρίθη ο άνθρωπος.
Τότε καυχώμενος ο Κύνωψ είπε στον Ιωάννη.
– Τι θαυμάζεις, Ιωάννη;
– Εγώ δεν θαυμάζω καθόλου γι’ αυτά.
– Όταν δης μεγαλύτερα θαύματα απ’ αυτά τότε θα θαυμάσης, είπε ο Κύνωψ.
– Τα θαύματά σου γρήγορα θα διαλυθούν, απήντησε ο Ιωάννης.
Όταν άκουσε αυτόν τον λόγο ο όχλος αμέσως ώρμησε και άρχισε να κτυπά άγρια τον Ιωάννη και ολίγον έλειψε να τον αφήση νεκρόν. Επειδή δε ενόμισε ο Κύνωψ ότι πέθανε ο Ιωάννης είπε προς τον λαόν. Αφήστε τον άταφον για να τον φάγουν τα όρνια. Μόλις πληροφορήθηκαν λοιπόν όλοι ότι πέθανε ο Ιωάννης, έφυγαν απ’ εκεί με χαρά και επαίνους για τον Κύνωπα.
ΕΞΑΦΑΝΙΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΝΩΠΟΣ.
Ύστερα απ’ αυτά, όταν άκουσε ο Κύνωψ ότι ο Ιωάννης ζη και διδάσκει τον λαό σ’ ένα τόπο που ονομάζεται Λίθου Βολή, κάλεσε τον Δαίμονα εκείνον που χρησιμοποίησε για τις νεκρομαντείες. Αφού πήγε  λοιπόν στον Ιωάννη του είπε:
– Εγώ επειδή ήθελα να σου προξενήσω περισσότερη ντροπή και καταδίκη γι’ αυτό ως τώρα σε άφησα να ζης. Αλλά έλα τώρα να πάμε στον γιαλό κι εκεί θα δης την δύναμί μου και θα ντροπιασθής.
Τον ακολουθούσαν δε και οι τρεις Δαίμονες εκείνοι που νομίσθηκαν ότι αναστήθηκαν εκ νεκρών.
Αφού λοιπόν κτύπησε τα χέρια του κι έκανε κρότον, έγινε άφαντος από τα μάτια των ανθρώπων αφού βυθίστηκε ξαφνικά στον βυθόν της θαλάσσης. Οι όχλοι πάλι φώναζαν: «Είσαι μεγάλος, Κύνωψ, και δεν υπάρχει άλλος όπως συ». Ο Ιωάννης λοιπόν διέταξε τους Δαίμονες, που εστέκοντο μαζί με τον Κύνωπα σε σχήμα ανθρώπων, να μην κινηθούν απ’ την θέσι τους. Και αμέσως προσευχήθηκε στον Θεό να μην φανή πλέον ζωντανός ο Κύνωψ.
Όταν λοιπόν βυθίστηκε ο Κύνωψ έγινε μεγάλος θόρυβος στη θάλασσα. Το νερό δε της θαλάσσης στράφηκε στο μέρος που βυθίστηκε ο Κύνωψ και δεν μπόρεσε πλέον ο άθλιος να βγή από την θάλασσα. Οι Δαίμονες δε που ήσαν με το σχήμα των ανθρώπων που αναστήθηκαν διώχθηκαν απ’ τον Ιωάννη εν τω ονόματι του Ιησού Χριστού μακρυά από την Πάτμο και έγιναν άφαντοι.
Επειδή λοιπόν ο λαός στάθηκε τρία ημερόνυχτα περιμένοντας να βγη ο Κύνωψ απ’ την θάλασσα, από την νηστεία και τις φωνές που έβγαζαν και από τη ζέστη του ηλίου ξαπλώθηκαν στη γη άφωνοι οι περισσότεροι απ’ αυτούς ώστε και τρία παιδιά πέθαναν. Εξ’ αιτίας αυτού τους λυπήθηκε ο μέγας Ιωάννης όλους αυτούς και τα μεν παιδιά που πέθαναν τα ανέστησε, τους δε παραλυμένους ανθρώπους τους δυνάμωσε. Και αφού είπε σ’ αυτούς πολλά για την πίστι τους έπεισε όλους να πιστέψουν στον Χριστό και να βαπτισθούν, αφού ο άθλιος Κύνωψ καταποντίσθηκε πια στην θάλασσα, όπως παλαιά ο Φαραώ.
ΠΕΡΙ ΠΡΟΚΛΙΑΝΗΣ ΚΑΙ ΣΩΣΙΠΑΤΡΟΥ.
Κάποια γυναίκα που λεγόταν Προκλιανή κατελήφθη από έρωτα πονηρόν για τον υιόν της που λεγόταν Σωσίπατρος (αλλοίμονον!μέχρι που φθάνει η κακία του σαρκικού έρωτα!). Επειδή δε δεν πέτυχε την βρωμερή της επιθυμία κατηγόρησε τον γιο της στον Άρχοντα του νησιού ότι την εβίασε.
Ενώ λοιπόν επρόκειτο να τιμωρηθή ο Σωσίπατρος άδικα από τον Άρχοντα, τον εβοήθησε ο Ιωάννης, επειδή δεν ήταν ένοχος, ως εξής: Ξεράθηκε αμέσως το δεξί χέρι τόσο του Άρχοντος όσο και της αισχρής Προκλιανής, αφού προηγουμένως σείσθηκε η γη μ’ ένα μεγάλο ήχο και τρίξιμο.
Όταν λοιπόν έπαθαν αυτήν την τόσο μεγάλη θεϊκή τιμωρία, πίστεψαν και οι δυο στον Χριστό και βαπτίσθηκαν. Και έτσι τα χέρια τους γιατρεύθηκαν και η γη σταμάτησε να κλονίζεται.
ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ.
Όταν εβασίλευε ο βασιλιάς Τραϊανός ύστερα από τον Νερουάν κατά το έτος 98, εστάλησαν βασιλικά γράμματα στην Πάτμο που καλούσαν τον θείο Ιωάννη από την εξορία. Ήθελε λοιπόν ο Ιωάννης ν’ αναχωρήση από την από την Πάτμο και να πάη στην Έφεσο. Οι Χριστιανοί όμως της Πάτμου θρηνούσαν και έκλαιγαν για τον απόχωρισμό του. Και τι δεν έκαναν για να μη χάσουν τέτοιον καλό Ποιμένα. Επειδή όμως δεν μπορούσαν να τον εμποδίσουν γι’ αυτό πρόβαλαν ένα διπλό ζήτημα στον μέγα Απόστολον
Δηλαδή να αφήση σ’ αυτούς αντί για τον εαυτό του τους λόγους του και να γράψη σε βιβλίο το Μυστήριον όλης της Οικονομίας του Χριστού για μας.
Ο Ιωάννης λοιπόν, επειδή υπάκουσε στην δίκαιη επιθυμία τους αφ’ ενός, αφ’ ετέρου δε παρεκινήθη από την άνωθεν θεία Πρόνοια, ενήστεψε τρεις μέρες έχοντας και τους άλλους Χριστιανούς να νηστεύουν και να τον βοηθούν με την προσευχήν. Ανέβηκε έπειτα στο βουνό που ήταν εκεί με τον μαθητή του Πρόχορον και ανέβασε όλη του τη σκέψι στον Θεό. Και, ώ του Θαύματος! Αμέσως ακούγονται βροντές και αστραπές φοβερές και σαλεύεται όλο το βουνό, ώστε ο μαθητής του Πρόχορος πέφτει από τον φόβο του με το πρόσωπο στην γη και γίνεται σαν νεκρός.
Ο Ιωάννης όμως δεν φοβάται, αλλά στέκεται όρθιος. Επειδή η τέλεια αγάπη που είχε στον Θεό έδιωχνε τον φόβο απ’ την καρδιά του όπως ο ίδιος είπε «η τέλεια αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α΄Ιωάν. δ΄18). Άκουσε λοιπόν μια βροντερή φωνή που έλεγε αυτά «εν αρχή ήν ο Λόγος, και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν και Θεός ήν ο Λόγος» (Ιωάν.α΄1). Αυτήν την φωνή την φανέρωσε ο Ιωάννης στον μαθητή του Πρόχορο, αφού προηγουμένως τον σήκωσε απ’ το χέρι και έδιωξε απ’ αυτόν λίγο τον φόβο.
Αφού τέλειωσε λοιπόν όλο το θείον Ευαγγέλιο και το έγραψε με το χέρι του Προχόρου, το παρέδωσε στους Χριστιανούς που το ζήτησαν. Απ’ εκεί διαδόθηκε σ’ όλα τα πέρατα του κόσμου.
Ο ΝΕΟΣ ΛΗΣΤΗΣ.
Αφού έφυγε από το νησί Πάτμο ο μέγας Απόστολος πήγε σ’ ένα τόπο που λεγόταν Αγροικία. Και εκεί αφού γιάτρεψε ένα τυφλόν επήγε σε μια γειτονική πόλι. Εκεί ευρήκε ένα νέον ευγενικό στην ψυχή και ωραίον στο πρόσωπο και τον ωδήγησε στον Χριστό. Έπειτα αφού τον παρεκίνησε να είναι ενάρετος και αφού τον παρέδωκε στα χέρια του Επισκόπου της πόλεως, σαν σε μάρτυρα του Χριστού, για να φροντίζη γι’ αυτόν, έφυγε για την Έφεσο. Αφού λοιπόν τακτοποίησε καλά τα εκκλησιαστικά πράγματα εκεί και κατήρησε όλο το ποίμνιον του Χριστού με την διδασκαλία του, και αφού επισκέφθηκε τις άλλες πόλεις που ήσαν κοντά και χειροτόνησε σ’ αυτούς Επισκόπους, τότε πάλι επανήλθε στην πόλι που είπαμε προηγουμένως.
Όταν ζήτησε τον νέον εκείνον που παρέδωσε στον Επίσκοπο, έμαθε ότι έγινε αρχηγός των κλεφτών, διότι επήρε άσχημο δρόμο από τις διασκεδάσεις και τις κακές συναναστροφές των συνομηλίκων του νέων, (διότι είναι εύκολος και κατηφορικός ο δρόμος της κακίας). Λυπήθηκε, λοιπόν πολύ ο Απόστολος του Κυρίου για το κατάντημα του νέου εκείνου.
Ξεκίνησε λοιπόν και πήγε μόνος στον τόπο των κλεφτών και παραδόθηκε σ’ αυτούς θεληματικά και μέσω αυτών ωδηγήθηκε και βρήκε τον νέο. Όταν τον συνήντησε, επειδή προσπάθησε εκείνος να φύγη (διότι κατάλαβε ότι είναι ο ευεργέτης του Ιωάννης) τον προσείλκυσε ο Απόστολος κοντά του με τα γλυκά και θελκτικά του λόγια.
Κατώρθωσε να τον πάρη μαζί του με τη Χάρι του Κυρίου και επέστρεψε στην πόλι. Και τόσο τον έκανε να προκόψη στην αρετή με τις συμβουλές του που έσταζαν μέλι και τις ιερές νουθεσίες, ώστε έγινε παράδειγμα αρετής και μετανοίας πολύ λαμπρό και στους άλλους ανθρώπους.
ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΕΦΕΣΟΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΣ.
Αφού επανήλθε πάλι στην Έφεσο ο επιστήθιος του Χριστού μαθητής, εκεί επέρασε την υπόλοιπη ζωή του. Ήτο πενήντα εξ ετών όταν έφυγε από τα Ιεροσόλυμα για το κήρυγμα. Επέρασε δε εννέα χρόνια κηρύττοντας έως ότου εξωρίσθηκε. Στην εξορία στην Πάτμο πέρασε δεκαπέντε χρόνια. Ύστερα δε από την εξορία έζησε άλλα εικοσιέξ χρόνια. Ώστε όλα τα έτη της ζωής του που πέρασε ήσαν εκατόν πέντε και επτά μήνες.
Ετσι έζησε ο Απόστολος του Κυρίου και αγωνίσθηκε για την ευσέβεια μέχρις αίματος. Έκανε πάρα πολλά θαύματα και επέστρεψε αμέτρητα πλήθη απίστων από διάφορα έθνη στην πίστι του Χριστού. Πέρασε αρκετόν χρόνον της ζωής του στο σπίτι του Δόμνου, που ο ίδιος τον ανέστησε μαζί με τους επτά μαθητές του, και τέλος έφυγε μαζί μ’ αυτούς από το σπίτι.
Αφού έφθασε σ’ ένα τόπο στους μεν μαθητές του παρήγγειλε να καθίσουν εκεί, αυτός δε αφού προχώρησε μπροστά σε μικρή απόστασι, προσευχήθηκε. Ήταν δε ώρα πρωϊνή.
Έπειτα, αφού επέστρεψε, πρόσταξε τους μαθητές του να σκάψουν τη γη σε σχήμα σταυρού, τόσο μόνον, όσο ήτο το μέτρον του σώματός του. Αφού ξαπλώθηκε λοιπόν μέσα σ’ εκείνον τον σκαμμένον τόπον, αποχαιρέτησε τους μαθητές του που έκλαιγαν πικρά και είπε: «Σύρετε το χώμα της γης που είναι μητέρα μου και με αυτό σκεπάστε με». Εκείνοι αφού τον ασπάσθηκαν και τον αποχαιρέτησαν, σκέπασαν το σώμα του μέχρι τα γόνατα. Έπειτα πάλι αφού τον ασπάσθηκαν τον σκέπασαν μέχρι τον λαιμό. Και πάλι αφού για τρίτη φορά τον ασπάσθηκαν έβαλαν πάνω στο ιερό του πρόσωπο ένα μανδήλι. Και έτσι κλαίγοντας πικρά σκέπασαν όλο το σώμα του. Τότε ανέτειλε και ο ήλιος.
Αφού έκλαψαν οι μαθηταί, γιατί έμειναν ορφανοί από τον δάσκαλό τους, εγύρισαν στην πόλι διηγούμενοι τα σχετικά με τον Απόστολον. Οι άλλοι αδελφοί όταν τα άκουσαν αυτά επήγαν στον τάφο και αφού έσκαψαν δεν βρήκαν τίποτε. Τότε λοιπόν επέστρεψαν κλαίγοντας θερμώς για τη στέρησι τέτοιου ποιμένος.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 26 Σεπτεμβρίου και 8 Μαΐου.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ήχος β΄

Απόστολε, Χριστώ τω Θεώ ηγαπημένε, επιτάχυνον, ρύσαι λαόν αναπολόγητον δέχεταί σε προσπίπτοντα, ο επιπεσόνα τω στήθει καταδεξάμενος όν ικέτευε Θεολόγε, και επίμονον νέφος εθνών διασκεδάσαι, αιτούμενος ημίν ειρήνην, και το μέγα έλεος.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ήχος β΄Αυτόμελον

Τα μεγαλεία σου, Παρθένε, τις διηγήσεται; βρύεις γαρ θαύματα και πηγάζεις ιάματα και πρεσβεύεις υπέρ των ψυχών ημών, ως Θεολόγος και φίλος Χριστού.

http://www.impantokratoros.gr/root.el.aspx

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΝΙΑ ΔΕΥΤΕΡΑ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (8)

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Μαΐου, 2013

Ποίηση μόνον είναι Κείνο που απομένει. Ποίηση. Δίκαιη και ουσιαστική κι ευθεία Όπως μπορεί και να την φαντασθήκαν οι πρωτόπλαστοι Δίκαιη στα στιφά του κήπου και στο ρολόι αθάνατη («Ως Ενδυμίων»,Δυτικά της Λύπης)

Στο τέλος της γιορτής τι απομένει; Η συνέχεια της ζωής με τη γιορτή να ξεχάστηκε; Η εργασία, οι σχέσεις, η κούραση, η ξεκούραση, οι ανάγκες; Για τους πολλούς γιορτή ήταν και πέρασε. Θα ξανάρθει. Του χρόνου. Το ίδιο θα γίνει και τότε.

Όμως η Ανάσταση δεν είναι μια γιορτή που επαναλαμβάνεται.  Η Ανάσταση είναι ποίηση του ανθρώπου και του κόσμου σε καινότητα. Σε χαρά γιατί ελευθερωθήκαμε από τα δεσμά του θανάτου. Τίποτε δεν είναι όπως πριν. Είναι ποίηση δίκαιη, γιατί δεν εξαιρεί κανέναν, ούτε βασιλέα, ούτε στρατιώτη, ούτε πλούσιο, ούτε πένητα, ούτε δίκαιο, ούτε αμαρτωλό.  Είναι ουσιαστική, γιατί αναπλάθει την ουσία της ύπαρξης, δίδοντας στο πνεύμα την αθανασία της αγάπης και στο σώμα την προσδοκία της πνευματοποίησής του, όταν θα ηχήσει η σάλπιγγα. Είναι ευθεία, γιατί δεν θα γυρίσουμε σε ένα παρελθόν, αλλά αφού πασχάσουμε το έσχατο, θα υπάρχουμε υπέρ τον χρόνο, ανοιξιάτικοι, φωτεινοί, ελεύθεροι.

Η Ανάσταση είναι η ποίηση των πρωτοπλάστων. Αυτή που ονειρεύτηκαν με λάθος τρόπο στον Παράδεισο. Γιατί το όραμα της θέωσης και της αθανασίας, της υπέρβασης των μέτρων του ανθρώπου ζήτησαν να πετύχουν. Αφ’ εαυτού των. Χωρίς το Θεό. Και γεύτηκαν θάνατο. Όμως ο Αναστάς τους ξαναδίνει την δυνατότητα να δοκιμάσουν μαζί Του το όραμά τους.  Κάνοντάς το αγιότητα.

Δίκαιη στα στιφά του κήπου η Ανάσταση. Στιφή η ζωή. Με σταυρούς. Χωρίς εξαιρέσεις. Όμως και η Ανάσταση δίκαιη στη στιφότητα. Αν πιστέψουμε, αν συναντηθούμε στην Εκκλησία, αν αγαπήσουμε υπερβαίνοντας το ρολόι του συμφέροντος, των δικαιωμάτων, της ηδονής για τον εαυτό μας και μόνο, τότε η Ανάσταση δεν είναι απλώς δυνατότητα. Είναι δικαίωμα «του γενέσθαι τέκνα Θεού». Αθάνατα στην αγάπη Του και στην αγάπη μας. Ανέσπερα.

Ο ποιητής μας δίνει το ταξίδι. Η Εκκλησία το καράβι. Ο Αναστημένος την οδό και το τέλος. Θα θελήσουμε να κρατηθούμε στη γιορτή;

Νια Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/2013/05/8.html

Δείτε και:

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (7)

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (6)

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (5)

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (4)

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (3)

ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (2)

ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

550 χρόνια από το μαρτύριο των αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Μαΐου, 2013

550 χρόνια από το μαρτυρικό θάνατο των Αγίων ιερομάρτυρος Ραφαήλ, Νικολάου διακόνου του οσιομάρτυρος και Ειρήνης της Παρθενομάρτυρος

Οι Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη συγκαταλέγονται στη χορεία των Νεοφανών Αγίων και μάλιστα εκείνων που μαρτύρησαν το 1463, δέκα χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Σχετικά με το βίο τους γνωρίζουμε λίγα πράγματα. Οι πρώτες πληροφορίες για την ύπαρξη των Αγίων ιστορούνται με θαυματουργικό και αποκαλυπτικό τρόπο από το έτος 1959.

rafail

Στις 23 Ιουνίου 1959, κατά την διάρκεια εργασιών αποκατάστασης ενός ναϋδρίου σ’ έναν λόφο κοντά στο χωριό Θερμή της Λέσβου, ο εργάτης Δούκας Τσολάκης ανακάλυψε έναν τάφο με οστά αγνώστων. Άνθρωπος ολιγόπιστος τότε και ανευλαβής παράτησε τα τίμια λείψανα στην ρίζα ενός δένδρου, περιγελώντας τα. Γρήγορα όμως τιμωρήθηκε και μπόρεσε να κινήσει ξανά τα χέρια του μόνον αφού έκανε το σημείο του Σταυρού, για πρώτη φορά μετά είκοσι επτά χρόνια. Είδε κατόπιν τον ίδιο τον άγιο Ραφαήλ κοντά στο ναΰδριο, μετεστράφη από την απιστία του και έγινε διάπυρος κήρυκας της χάριτος του νεοφανούς αυτού αγίου του Θεού. Προηγουμένως, η σύζυγός του Μαρία υπήρξε μάρτυς της εμφάνισης στο υπό κατασκευή ναΰδριο ενός ιερομόναχου με επιβλητικό παράστημα, ο άνδρας της όμως την είχε αποπάρει. Έκτοτε, ο άγιος εμφανίστηκε πολλές φορές στον ύπνο και στο ξύπνιο, στην σύζυγο του ιδιοκτήτη του χωραφιού και σε άλλες ευλαβείς γυναίκες του χωριού, καθώς και σε παιδιά και σε ώριμους άνδρες, χωρίς να υπάρξει προσυνεννόηση μεταξύ των προσώπων αυτών. Σε άλλους ο άγιος εμφανιζόταν χωρίς να μιλά, ως ιερομόναχος, φορώντας άμφια η ράσο. Σε άλλους αποκάλυπτε το όνομά του, λέγοντας: «Λέγομαι Ραφαήλ» και τους ανήγγειλε ότι ήταν πλέον καιρός να τον τιμήσουν μαζί με τους συναθλητές του, να φιλοτεχνήσουν εικόνα του και να εορτάζουν την μνήμη του την Τρίτη της Διακαινησίμου, διότι επρόκειτο να επιτελέσει πολλά θαύματα. Σε άλλους εμφανίστηκε συνοδευόμενος από την Παναγία και την αγία Παρασκευή και διηγιόταν λεπτομερώς το μαρτύριό του, οι δε διηγήσεις συμφωνούσαν απόλυτα μεταξύ τους. Ο τάφος και το λείψανο του Αγίου Νικολάου ανακαλύφθηκαν στις 13 Ιουνίου 1960.

Ο Άγιος Ραφαήλ καταγόταν από τους Μύλους της Ιθάκης και γεννήθηκε το έτος 1410. Το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος Λάσκαρης η Λασκαρίδης. Ο πατέρας του ονομαζόταν Διονύσιος και η μητέρα του Μαρία ήταν δε πολύ ευσεβείς άνθρωποι και έδωσαν στον Γεώργιο χριστιανική ανατροφή και μεγάλη μόρφωση. Χάρη στον σύζυγο της αδελφής του φεύγει στα 13 χρόνια του στον Μυστρά για σπουδές στην Δυτική και μετέπειτα Ελληνική φιλοσοφία. Παρακολουθεί και ιατρική που του άρεσε ιδιαίτερα.

Πριν γίνει κληρικός είχε σταδιοδρομήσει στο βυζαντινό στρατό και έφτασε μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Σε ηλικία τριάντα πέντε ετών γνώρισε έναν ασκητικό και σεβάσμιο γέροντα, τον Ιωάννη, ο οποίος τον προσείλκυσε στην εν Χριστώ ζωή. Κάποια Χριστούγεννα ο γέροντας κατέβηκε από τον τόπο της ασκήσεώς του, για να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τους στρατιώτες, και κήρυξε το λόγο του Θεού. Τότε ο αξιωματικός Γεώργιος, όταν ο γέροντας κατέβηκε πάλι τα Θεοφάνεια, αποχαιρέτησε τους στρατιώτες και τον ακολούθησε.

Μετά την κουρά του σε μοναχό χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, τιμήθηκε δε και με το οφφίκιο του αρχιμανδρίτη και του πρωτοσυγκέλλου. Μαζί με τις άλλες αποκαλύψεις ο Άγιος Ραφαήλ ανέφερε ότι απεστάλη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Δύση, στην πόλη της Γαλλίας που ονομάζεται Μορλαί, για να εκπληρώσει την εντολή που του ανατέθηκε. Αυτό έγινε λίγο πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως.

Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τον διάκονο Νικόλαο, ο οποίος έγινε συνεργάτης του και πνευματικό του τέκνο. Η καταγωγή του ήταν από την Θεσσαλονίκη. Ήταν πλουσιόπαιδο ο Νικόλαος, παιδί συμβολαιογράφου που τον έστειλαν οι γονείς του να σπουδάσει σε γαλλικό πανεπιστήμιο Ιατρική. Συγκινημένος από την χριστιανική διδασκαλία ο νεαρός σπουδαστής Νικόλαος, εγκατέλειψε την κοσμική ζωή και τον ακολούθησε. Γύρισε μαζί του στην Ελλάδα και ασπάστηκε το Μοναχικό βίο. Ουδέποτε χωρίστηκαν έκτοτε, εκτός όταν χώριζαν για να διαδώσουν τον λόγο του Θεού.

Ακόμη απεκάλυψε ο άγιος Ραφαήλ ότι κήρυξε το λόγο του Ευαγγελίου στην Αθήνα, στο λόφο που είναι το μνημείο του Φιλοπάππου. Δίδαξε ως εφημέριος και ιεροκήρυκας για λίγο στο ναό του Αγίου Δημητρίου Μυροβλύτη που κατόπιν ονομάστηκε, Λουμπαρδιάρης.

Λίγα χρόνια πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, περί το έτος 1450, ο Άγιος βρέθηκε μετά από περιπλανήσεις στην περιοχή της Μακεδονίας και μόναζε εκεί. Κοντά στον Άγιο Ραφαήλ βρισκόταν εκείνο το διάστημα ο Άγιος Νικόλαος ως υποτακτικός. Ο Νικόλαος εκάρη μοναχός και στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος.

Μόλις έπεσε η Κωνσταντινούπολη στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι εισέβαλαν ορμητικά στη Θράκη, και καταλύθηκε οριστικά η βυζαντινή αυτοκρατορία, ο φόβος για γενικούς διωγμούς κατά των Χριστιανών στάθηκε ως αφορμή να καταφύγει ο Άγιος Ραφαήλ με τη συνοδεία του από το λιμάνι της Αλεξανδρουπόλεως στη Λέσβο, που ήταν το ασφαλέστερο νησί την εποχή εκείνη.

Η επιλογή της Λέσβου δεν είναι καθόλου τυχαία καθώς το νησί αυτό: απολάμβανε ακόμα υψηλών προνομίων από τον Σουλτάνο, είχε ηγεμόνα δίκαιο και σεβάσμιο απέναντι στους Ορθοδόξους και τα μοναστήρια των Ορθοδόξων λειτουργούσαν κανονικά στο Νησί.

Ζήτησαν πληροφορίες για το πού μπορεί να υπάρχει ένα ησυχαστήριο για να μονάσουν και τότε τους υπέδειξαν την Ιερά Μονή των Γενεθλίων της Θεοτόκου που βρισκόταν στον λόφο των Καρυών πάνω από την Λουτρόπολη Θέρμης η οποία με την σειρά της απέχει 14 χιλιόμετρα από την Μυτιλήνη.

Σε μερικές εμφανίσεις του ο Άγιος Ραφαήλ φαίνεται να συνοδεύεται από πολλούς, οι οποίοι διάνυσαν πριν απ’ αυτόν τον ασκητικό βίο στη Μονή των Καρυών, όπως είπε σ’ εκείνους που τα έβλεπαν αυτά. Αποκάλυψε επίσης ότι η μονή αυτή, η οποία ήταν γυναικεία, υπέστη επιδρομή από τους αιμοχαρείς πειρατές κατά το έτος 1235 μ.Χ. Κατά την επιδρομή εκείνη αγωνίστηκε μαζί με τις άλλες μοναχές τον υπέρ του Χριστού καλό αγώνα η καταγόμενη από την Πελοπόννησο ηγουμένη Ολυμπία και η αδελφή της Ευφροσύνη. Η Ολυμπία τελειώθηκε αθλητικώς στις 11 Μαΐου του έτους 1235, εμφανίσθηκε δε μαζί με τον μεγάλο και θαυματουργό Άγιο Ραφαήλ.

Στον χώρο εκείνο λοιπόν, προϋπήρχε ιστορικό μοναστήρι αφιερωμένο στο Γενέσιο της Θεοτόκου. Μαζί με την Παναγία στο Μοναστήρι τιμούσαν και την Αγία Παρασκευή. Ήταν η 14η Μαρτίου του 1454 όταν έφτασαν στην Θέρμη της Μυτιλήνης με το πλοιάριο. Στη Μονή βρήκε δύο πρόσωπα (Ρουβήμ και Ακίνδυνο) ο Άγιος Ραφαήλ. Στην Μυτιλήνη την περίοδο αυτή επικρατούσε μεγάλη αναταραχή. Το ίδιο και στην υπόλοιπη Ελλάδα και Αιγαίο. Οι Τούρκοι καταλάμβαναν ολόκληρη την Ελλάδα σκοτώνοντας και καταστρέφοντας κάθε στοιχείο πολιτισμού. Ηγούμενος της μονής εξελέγη στη συνέχεια ο Άγιος Ραφαήλ.

Υπό την ηγουμενία του Αγίου Ραφαήλ πάντως, πέρασαν με ειρήνη και ομόνοια 9 χρόνια μέχρι την 17 Σεπτεμβρίου 1462, χάρη στους Γενουάτες που είχαν για χρόνια την κυριαρχία του νησιού. Το μοναστήρι αυτό ήταν το πλέον σημαντικό του νησιού και όλα τα υπόλοιπα υπάγονταν σε αυτό. Ο Άγιος Ραφαήλ φιλοξενούσε και πολλά παιδάκια στο Μοναστήρι τα οποία τάιζε και βοηθούσε στα γράμματα. Με τις ιατρικές του γνώσεις ο Ηγούμενος Ραφαήλ και Διάκονος Νικόλαος προσέφεραν σημαντικές ιατρικές υπηρεσίες και λειτουργούσαν στο Μοναστήρι σαν κέντρο προληπτικής ιατρικής.

Αρχές Σεπτεμβρίου, του 1462 αρχίζει η πολιορκία του νησιού που θα οδηγούσε σε μεγάλη καταστροφή. Μετά από 17 ημέρες πολιορκία, στις 17 Σεπτεμβρίου 1462, το νησί πέφτει μόνιμα πλέον στα χέρια των Τούρκων. Οι Τούρκοι αν και κατέστρεψαν όλα τα Μοναστήρια τον Σεπτέμβριο του 1462, που κατέλαβαν το νησί δεν πείραξαν το Μοναστήρι του Αγίου Ραφαήλ για 6 ολόκληρους μήνες.

Είναι πολύ πιθανό το Μοναστήρι να απολάμβανε ιδιαίτερων προνομίων που έδιδε τότε επιλεκτικά ο πρώτος Πατριάρχης της σκλαβωμένης Πόλης με την συναίνεση του Σουλτάνου σε κάποια Μοναστήρια.

Τον Απρίλιο του 1463 έγινε μια τοπική εξέγερση εναντίον των Τούρκων. Την Μεγάλη Παρασκευή επάνω στο Μοναστήρι βρίσκονταν ο Ηγούμενος Ραφαήλ – Διάκονος Νικόλαος – Προεστός Βασίλειος – Δάσκαλος Θεόδωρος – η σύζυγος αυτού με το μωρό ( Μικρός Ραφαήλ) – η μικρή Ειρήνη – και ένα ακόμη κοριτσάκι η ανεψιά του προεστού Ελένη καθώς και άλλοι Μοναχοί που είχαν φύγει στο βουνό. Ο Άγιος στέλνει στο βουνό με οδηγίες τον επιστάτη Ακίνδυνο και τον μοναχό Σταύρο.

Ο Ηγούμενος Ραφαήλ είχε ήδη κρύψει σε ειδική κρύπτη τα Άγια Σκεύη, Εικόνες και Άμφια. Μαζί με αυτά βρισκόταν και η εικόνα της Παναγίας που είχε φέρει μαζί του ο Άγιος Ραφαήλ στην Λέσβο. Αυτή είναι η κρύπτη και η εικόνα που όλοι ζητούσαν την τριετία των αποκαλύψεων αλλά ποτέ δεν βρήκαν. Η Παναγία δήλωσε τότε σε ενύπνια κατοίκων ότι κάποια ημέρα θα βρεθεί η εικόνα της αλλά από άνθρωπο άλλης γενεάς με μεγάλη πίστη.

Ο Άγιος Ραφαήλ λειτούργησε για τελευταία φορά τη Μεγάλη Πέμπτη. Την Μεγάλη Παρασκευή έβρεχε πολύ δυνατά. Ο ουρανός θρηνούσε τον δεύτερο Γολγοθά. Ο Άγιος Ραφαήλ βγαίνει στην πόρτα της Μονής και αντικρίζει τους Τούρκους που πλησιάζουν. Τους φωνάζει ότι το σώμα του μπορούν να το κάνουν ότι θέλουν η ψυχή του όμως ανήκει στον Θεό του. Σε μια στιγμή ο Άγιος σηκώθηκε όρθιος, τράβηξε από το λαιμό του ένα μεγάλο Σταυρό που φορούσε και τους είπε: “Εμείς αυτόν προσκυνούμε και ποτέ δεν θα τον εγκαταλείψουμε”. Τότε εκείνοι άρχισαν να τον τραβούν από τα γένια και να τον σέρνουν στη γη.

Όπως απεκάλυψε ο Άγιος: “Οι Τούρκοι μου έκαναν πολλά μαρτύρια. Πρώτα με χτύπησαν με τα ρόπαλα τους και με έριξαν κάτω παράλυτο. Έπειτα με κεντούσαν με τα κοντάρια τους, με τραβούσαν από τα γένια και με έσερναν καταγής. Ύστερα με έδεσαν σε μια καρυδιά και με χτυπούσαν απάνθρωπα επί ένα εικοσιτετράωρο. Όταν με βασάνιζαν, είπα “θα αντέξω τα πάντα για το θέλημα του Κυρίου, μέχρι την τελευταία μου πνοή”. Κρεμασμένος έβλεπα που κλωτσούσαν και κτυπούσαν τους άλλους καλόγηρους, αλλά έλεγα: “Εδώ, στον αγώνα μέχρι την τελευταία μου πνοή”. Γι’ αυτό είχα και έχω αυτές τις δυνάμεις”. Με κατέβαζαν έως κάτω και πάλι με ανέβαζαν επάνω και με ξανακατέβαζαν, σέρνοντάς με στις πέτρες που είχαν βαφεί κόκκινες από το αίμα μου. Έπειτα με κρέμασαν ανάποδα εικοσιτέσσερις ώρες σε αυτήν την καρυδιά. Στο τέλος με πριόνισαν μέσα στο στόμα και με αποκεφάλισαν”. Ήμουν τότε πενηντατριών ετών” είπε σε κάποιον, όταν εμφανίσθηκε στο όνειρό του, τον Απρίλιο του 1961. Ο σκελετός που βρήκε ο εργάτης πράγματι δεν είχε σιαγόνα, και μόνο μετά από εμφάνιση του αγίου βρέθηκε αυτή σε μικρή απόσταση.

Λίγο πριν ο επιστάτης Ακίνδυνος και ο Σταύρος είχαν προλάβει να ανέβουν στην σπηλιά του γέροντα ασκητή Ιωσήφ ( μετά από προτροπή του αγίου Ραφαήλ). Τις επόμενες ημέρες ο επιστάτης Ακίνδυνος και ο μοναχός Σταύρος βρήκαν τους νεκρούς, και αμέσως έτρεξαν στον ιερέα του χωριού ονόματι Σάββα και με κλάματα διηγήθηκαν τα όσα συνέβησαν. Τυφλός και ανήμπορος στα 112 χρόνια του κατάφερε με την βοήθεια των δύο άλλων να ανέβει στο Λόφο των Καρυών κρυφά.

«Θεέ μου, δος μου το φως μου να τους ιδώ για τελευταία φορά. Έπλυνα τα μάτια μου με λίγο αγίασμα που μου έδωσε ο Ακίνδυνος. Την ίδια στιγμή βγήκε μια λάμψη και ανέβλεψα. Όμως αυτό που είδα να μην αξιώνεται κανείς να το βλέπει. Το αγίασμα γεμάτο αίματα, τα σώματα των Μαρτύρων μέσα στο αίμα, και ο πολυαγαπημένος μου ηγούμενος Ραφαήλ κρεμασμένος ανάποδα σε μια καρυδιά και σφαγμένος. Τους θάψαμε με κλάματα και έπειτα ο Ακίνδυνος με τον Σταύρο με κατέβασαν πάλι στο χωριό».

Τον άγιο Ραφαήλ σαν ηγούμενο τον έθαψαν μέσα στην καμένη Εκκλησία, ενώ τον άγιο Νικόλαο στο αριστερό προαύλιο. Ο μοναχός Σταύρος προσωρινά μόνο γλίτωσε από την σφαγή. Όπως αποκάλυψε η ίδια η αγία Ειρήνη σε ενύπνιο της 2ας Δεκεμβρίου 1961, ένας από τους καλόγηρους έφυγε και σώθηκε, ο πατήρ Σταύρος. Επειδή δεν μπορούσαν να τον βρουν, βγήκαν αποσπάσματα στα βουνά και τον έψαχναν. Τέλος το έπιασαν, τον κατέβασαν στο ίδιο μέρος όπου σκότωσαν τους αγίους και τον σκότωσαν και εκείνον. Ένας χριστιανός τον έθαψε κοντά στην εκκλησία.

Έμεινε μόνος του πια στο βουνό, ο επιστάτης Ακίνδυνος να περιμένει τον Ηγούμενο Ραφαήλ να έρθει να τον πάρει όπως του είχε υποσχεθεί. Δώδεκα μήνες μετά την σφαγή Τούρκοι πιάνουν και αυτόν και τον αποκεφαλίζουν κλείνοντας το λουτρό αίματος. Μετά τη σφαγή στο Μοναστήρι επάνω από τον τάφο του αγίου έκτισαν ένα χαμηλοτάβανο εκκλησάκι με πορτούλα για να μπαίνουν και να προσκυνούν το λείψανό του.

Τον Άγιο Νικόλαο τον είχαν δέσει σε μια καρυδιά και βλέποντας να πριονίζουν τον αγαπημένο του Ηγούμενο, με τις πρώτες λόγχες που τον κεντούσαν έπαθε συγκοπή. Ο Νικόλαος αποκάλυψε σε πολλούς ανθρώπους το ακριβές σημείο του τάφου του. Μετά από αρχικούς δισταγμούς, φοβούμενοι ότι θα κατέληγαν περίγελως των ολιγόπιστων σε περίπτωση αποτυχίας, οι πιστοί έσκαψαν και βρήκαν στις 13 Ιουνίου 1960, το λείψανο του αγίου Νικολάου.

Μαζί με τους Αγίους συνάθλησε και η μόλις δώδεκα χρόνων Ειρήνη, θυγατέρα του Βασιλείου, προεστού της Θερμής, η οποία και εμφανίζεται μαζί τους. Αυτή μαρτύρησε ως εξής: Οι ασεβείς αλλόθρησκοι της απέκοψαν το ένα χέρι και ακολούθως την έβαλαν σε ένα πιθάρι και κατέκαψαν την αγνή αυτή παρθένο, υπό τα βλέμματα των δύστυχων γονέων της, οι οποίοι και θρηνούσαν γοερά για το φρικτό θάνατο του παιδιού τους. Μετά από εμφανίσεις και αποκαλύψεις, βρέθηκαν όντως τα λείψανα της αγίας Ειρήνης, στο πιθάρι και κοντά στους τάφους των αγίων Ραφαήλ και Νικολάου.

Επίσης μαζί με τους Αγίους μαρτύρησαν ο πατέρας της Αγίας Ειρήνης Βασίλειος, η σύζυγός του Μαρία, το μόλις πέντε ετών παιδί τους Ραφαήλ, η ανιψιά τους Ελένη, ο δάσκαλος Θεόδωρος και ο ιατρός Αλέξανδρος, των οποίων τα οστά βρέθηκαν κοντά στους τάφους των Αγίων, μέσα σε ξεχωριστούς τάφους. Το μαρτύριό τους συνέβη την Τρίτη της Διακαινησίμου, στις 9 Απριλίου του έτους 1463.

Οι αφηγήσεις των ντόπιων μέχρι το 1959 που άρχισε ο κύκλος των αποκαλύψεων, περιγράφουν έκτοτε συχνές εμφανίσεις ενός καλόγερου στο μέρος που έγινε η σφαγή. Ο άγιος Ραφαήλ επέτρεψε επίσης να ανακαλυφθεί μια εικόνα του Χριστού και ένα αγίασμα που επιτέλεσαν πολυάριθμα θαύματα. Οι άγιοι δεν περιορίστηκαν να αποκαλύψουν τα τίμια λείψανά τους και τις συνθήκες του μαρτυρίου τους, αλλά επίσης κατέδειξαν και καταδεικνύουν την παρρησία που έχουν ενώπιον του Θεού με θαύματα, των οποίων ο αριθμός συνεχώς αυξάνει. Μέχρι τις ημέρες μας, ο άγιος Ραφαήλ εμφανίζεται στον ύπνο η στο ξύπνιο πολλών ανθρώπων, ευσεβών η αδιάφορων, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Αμερική και την Αυστραλία. Θεραπεύει ασθενείς που πάσχουν από ανίατα νοσήματα, ξυπνά συνειδήσεις πωρωμένες από την αμαρτία, ανακουφίζει δεινοπαθούντες και πάσχοντες και καταδεικνύει ότι ο Κύριος δοξάζεται εν τοις αγίοις αυτού, σήμερα, όπως και χθες, και αιωνίως.

Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Βίος και μαρτύριο του αγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου (2ο μέρος)

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Μαΐου, 2013

Η φήμη διαδόθηκε γρήγορα. Η βασίλισσα, γεμάτη από θεϊκό έρωτα, κατέφθασε στον τόπο και κήρυττε άφοβα τον Χριστό σαν αληθινό Θεό. Και από τον λαό, όλο και περισσότεροι πίστευαν.

Agios-Georgios-15

Ο βασιλιάς ζήτησε να του φέρουν τον Άγιο και του είπε: «Είμαι σε απορία, ποιός επιτέλους σε κρατάει ζωντανό;». «Γνωρίζω είπε ο Γεώργιος ότι αν σας πω την αλήθεια δεν θα πιστέψετε. Η Θεία Γραφή λέει για σας ότι η σοφία σε κακότεχνη ψυχή δεν εισέρχεται. Γι’ αυτούς όμως που είναι γύρω από σας και πιστεύουν, θα πω ότι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος, με φυλάει από κάθε βάσανο, όπως φυλάει και κάθε πιστό. Να λοιπόν, σας το ξαναλέω!».

Απορούσε ο βασιλιάς με ποιό φρικτό θάνατο, θα μπορούσε να νικήσει επιτέλους τον «αθάνατο» αυτό νεαρό, που τον είχε ρεζιλέψει τόσες φορές. Ξεπήδησε τότε ένας μάγος που λεγόταν Αθανάσιος και είπε στον βασιλιά, προκειμένου να αποσπάσει την εύνοιά του: «Διάταξε βασιλιά, να τον ποτίσω ένα δηλητηριώδες ποτό που μόλις το πιεί, θα κοπούν τα σπλάγχα του και με φρικτούς πόνους θα πεθάνει μπροστά μας». «Κάνε γρήγορα του λέγει ο βασιλιάς διότι με έχει ταλαιπωρήσει με τα περίεργα που κάνει. Και για να βεβαιωθούμε για την ενέργεια του δηλητηρίου που λες, να βγει από την φυλακή ένας κακούργος και να πιεί αμέσως από αυτό, για να βεβαιωθούμε μήπως κι εσύ κάνεις κάτι υπέρ του Γεωργίου». Πότισαν τον κακούργο και σχεδόν αμέσως έπεσε σπαράζοντας στην γη, άφριζε και έβγαζε αίμα από το στόμα, μέχρι που πέθανε ελεεινά μέσα σε αφόρητους πόνους.

Χάρηκε ο Διοκλητιανός και είπε στον Γεώργιο: «Έφθασε ο καιρός του θανάτου σου άθλιε. Τώρα θα ελεγχθούν οι προηγούμενες μαγείες σου». Διαταζει τον Αθανάσιο να δώσει στον Γεώργιο το φάρμακο. Όλοι κοίταζαν με φόβο και λύπη προς τον μάρτυρα. Αυτός ομως άρπαξε κυριολεκτικά το δηλητήριο, το σταύρωσε με πίστη και θάρρος και είπε: «Κυριε Ιησού Χριστέ, εσύ που είπες σ’ αυτούς που Σε πιστεύουν, ότι κι αν ακόμα πιουν κάτι θανατηφόρο δεν θα τους βλάψει, δείξε και τώρα την δύναμή σου». Ήπιε όλο το δηλητήριο όπως κάποιος πολύ διψασμένος πίνει νερό και ενώ περίμεναν όλοι να πάθει ότι και ο κακούργος, ο Γεώργιος είπε: «Μάταια κουράζεσαι βασιλιά! Μάθε ότι ούτε δηλητήρια, ούτε φωτιά και θηρία, ούτε τροχοί και μαστίγια, ούτε οποιοδήποτε άλλο μαρτύριο επινοήσεις, θα με χωρίσει από τον Χριστό μου».

Ο Αθανάσιος και πολύ πλήθος κόσμου, βλέποντας τον κακούργο νεκρό και τον Γεώργιο υγιέστατο να μιλάει με τέτοια αφοβία στον βασιλιά, είπαν: «Αλήθεια, τι άλλο είναι αυτό, παρά παρουσία της θεότητος του Χριστού που έσωσε τον Γεώργιο. Ας ξεχάσουμε τις πλάνες των ειδώλων. Ο Θεός του Γεωργίου είναι αληθινός και ζωντανός ανάμεσά μας».

Ο θυμός του βασιλιά ξεπέρασε κάθε όριο. Διατάζει πάραυτα τον θάνατο του Αθανα-σίου και όσων τόλμησαν να πουν ότι ο Χριστός είναι Θεός και γυρνώντας μανιασμένος λέει στον Γεώργιο: «Εγώ θα διαλύσω τα σοφίσματα και τις μαγείες σου». Διέταξε τότε να φερουν σιδερένια παπούτσια γεμάτα καρφιά, τα έκαψαν ισχυρά στην φωτιά, τα φόρεσαν με μανία στα πόδια του Γεωργίου, κρατώντας τα με λαβίδες και τον έστειλε να κλειστεί στην φυλακή.

Έβλεπε κανείς την προθυμία του μάρτυρα, διέκρινε τον θεϊκό του ζήλο, αλλά αδυνατούσε προς στιγμή να περπατήσει από τους πόνους. Τότε με ρόπαλα τον κτυπούσαν να περπατήσει• δάκρυα ξεπήδησαν από τα μάτια του. «Τρέχε Γεώργιε» είπε και ταυτόχρονα ψέλλισε: «Κύριε, Κύριε σώσέ με στην θλίψη μου. Εσύ είσαι η καταφυγή μου, για το όνο¬μα σου πάσχω. Γνωρίζεις την προθυμία της ψυχής μου και του σώματός μου την αδυναμία. Μη με εγκαταλείπεις, να μην πουν οι άθεοι αυτοί, που είναι ο Θεός του Γεωργίου; Να μην πει ο διάβολος ότι έγινε ισχυρότερος από Σένα». Και πάλι απάντηση με φωνή δόθηκε από τον Θεό στην ψυχή του: «Θάρρος Γεώργιε, μαζί σου είμαι». Άκουσε την φωνή αυτή και ταυτόχρονα πήρε πνευματική δύναμη, ώστε να περπατήσει μέχρι την φυλακή με τα φοβερά αυτά υποδήματα.

Και πάλι το πρωί στο δικαστικό βήμα ο βασιλιάς του είπε: «Με πολύ θράσος υπομένεις τα βάσανα• μέχρι πότε θα αντέξεις;». Και ο Γεώργιος του είπε: «Εγώ βέβαια, δέχομαι αντιλήψεις της χάριτος του Θεού μου και κάνω υπομονή με την δύναμή του, έτσι που τα βασανιστήριά σου να τα θεωρώ παιχνίδια μικρών παιδιών. Εσύ όμως είσαι πνευματικά τυφλός και παιχνίδι στα χέρια των δαιμόνων• ποιά είναι η ελπίδα σου να λατρεύεις αναίσθητα και κωφά ξόανα για θεούς; Καλύτερα να ντρέπεσαι να ονομάζεις θεούς αυτούς που έζησαν με πορνείες και φόνους και τώρα βρίσκονται στην άσβεστη φωτιά, που περιμένει κι όσους τους σέβονται».

Πάλι ντροπή, έκπληξη και θυμός ακολούθησαν τα λόγια του μάρτυρος και διαταγές να τον μαστιγώνουν με νεύρα βοδιών και νύχια σιδερένια να ξεσχίζουν τις σάρκες του. Αλλά αυτός ήταν έμπλεως θείας Χάριτος και φαινοταν σαν να έπασχε κάποιος άλλος.

Ο Μαγνέντιος υποκρινόμενος φιλανθρωπία, ζήτησε να κατεβάσουν τον Γεώργιο από το ξύλο του μαρτυρίου, το οποίο αφού έγινε, του είπε: «Εάν θέλεις, σύμφωνα με την διδασκαλία σου να γίνουμε Χριστιανοί, δείξέ μας ένα θαύμα. Βλέπεις εκείνους τους τάφους; Ανάστησε έναν από τους νεκρούς και θα πιστέψουμε στον Θεό σου».

Ο Γεώργιος του είπε: «Στον Θεό μου, που δημιούργησε τα πάντα “εκ του μη όντος”, είναι εύκολο να αναστήσει και τον νεκρό, αλλά το σκοτάδι της ασεβείας σας σκεπάζει και είστε μεθυσμένοι από την απάτη του εχθρού. Κι αυτό το θαύμα θα γίνει, και πάλι άπιστοι θα μείνετε. Αλλ’ εγώ για τον κόσμο που είναι γύρω μας, θα παρακαλέσω την φιλανθρωπία του Θεού, να κάνει αυτό το θαύμα μπροστά στα μάτια σας». Γονάτισε κι από το βάθος της καρδιάς προσευχήθηκε: «Χριστέ Βασιλεύ, που για την σωτηρία των ανθρώπων ανέχθηκες Σταυρό και υπέμεινες επονείδιστο θάνατο• Εσύ που θέλεις όλοι οι άνθρωποι να σωθούν και να έλθουν σε επίγνωση της αλήθειάς Σου• Εσύ που με τους Αγίους Αποστόλους Σου εμεγάλυνες την παρουσία Σου με τα θαύματα που εργάστηκες δι’ αυτών, για την επιστροφή των πεπλανημένων λαών• Αυτός και τώρα άκουσε την προσευχή μου και ανάστησε έναν από αυτούς τους νεκρούς, για την δόξα του προσκυνητού Σου Ονόματος και του συνανάρχου Σου Πατρός και του Αγίου Πνεύματος».

Τελείωσε την προσευχή του και ισχυρός σεισμός έγινε• σωρός από χωματα μετακινήθηκε και εμφανίστηκε κάποιος από αυτούς που είχαν πεθάνει από παλιά. Το πλήθος έμεινε άναυδο! Ο νεκρός, ζωντανός πλέον, διέσχισε το πλήθος και έπεσε στα πόδια του Μάρτυρος λέγοντας: «Σε παρακαλώ, δούλε του Υψίστου Θεού, δώσε μου την εν Χριστώ σφραγίδα (δηλ. το Βαπτισμα)». Κι ο Γεώργιος του είπε: «Εάν πιστεύεις στον Θεό που σου ξανά¬δωσε την ζωή, θα σωθείς». Κι αυτός: «Πιστεύω –είπε– στον Χριστό, τον μεγάλο Θεό• Αυτόν που μόλις με την προσευχή σου από τους νεκρούς με ανέστησε». Αλλ’ ο βασιλιάς και οι γύρω από αυτόν, γεμάτοι έκπληξη, γρήγορα ρωτούσαν: «Πες μας το όνομά σου• με ποιό τρόπο έζησες και πότε;». Κι αυτός: «Το όνομά μου είναι Τωβίδ, ιερέας δε των ψεύτικων θεών ήμουν και πέθανα πριν την παρουσία του Χριστού και παραπέμφθηκα στους τόπους της αιώνιας κολάσεως με τους ομοίως υποδουλωμένους στην πλάνη μου». Κι ο Γεώργιος: «Σε σένα μιλώ, που επανήλθες παράδοξα από τον θάνατο στην ζωή. Πήγαινε σε έναν ποταμό, κατάδυσε τον εαυτό σου τρεις φορές μέσα στα νερά, στο Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, καθαρίσου στο θείο αυτό λουτρό και πήγαινε χαρούμενος στον παράδεισο με όποιον τρόπο γνωρίζει ο Κύριος». Ήταν φυσικό, μετά από αυτό το γεγονός, να πιστέψουν πλήθος κόσμου και στρατιωτών στον Κύριο Ιησού Χριστό, θαυμάζοντας την δύναμή Του.

Ο σκληροτράχηλος όμως και αλαζόνας Διοκλητιανός, βλέποντας τι έγινε, γεμάτος από ακάθεκτη μανία είπε: «Μα τους Θεούς, ο Γεώργιος είναι μάγος και παρουσίασε σε σχήμα ανθρώπου κάποιο πνεύμα για να εξαπατήσει τους αφελείς». Κοιτώντας αυτόν και τους περί αυτόν, λυπημένος ο Γεώργιος είπε: «Αλλοίμονο στην αφροσύνη και την ανοησία σας• με τόση πείρα γευθήκατε και είδατε την δύναμη του Θεού μου και ακόμα τολμάτε να βλαστημάτε; Φαντασία θεωρείτε αυτό το τεράστιο γεγονός της δυνάμεώς Του; Ας μην απατάσθε• οι πονηρές φαντασίες δεν αντέχουν ούτε την επίκληση του ονόματος του Χριστού!».

Ο βασιλιάς έστειλε σιδηροδέσμιο τον Γεώργιο πάλι στην φυλακή κι αυτός γεμάτος ντροπή πήγε στο παλάτι.

Το υπερφυές όμως γεγονός της αναστάσεως του νεκρού, διαφημίστηκε σε κάθε πόλη και χώρα, ώστε σαν ποτάμια ο κόσμος έτρεχε στην φυλακή, έδιναν χρήματα και δώρα στους δεσμοφύλακες για να δουν τον Γεώργιο και ν’ ακούσουν την διδασκαλία του. Ταυτόχρονα πολλοί άρρωστοι γίνονταν υγιείς –όπως την εποχή των Αποστόλων– πράγμα που χαροποιούσε το πληθος και πίστευαν• και η πίστη στον Χριστό εξαπλωνόταν.

Την εποχή εκείνη οι αγρότες χρησιμοποιούσαν τα βόδια για το όργωμα και τις μετα-φορες. Ένας αγρότης με το όνομα Γλυκέριος, έφθασε πονεμένος στην φυλακή, διότι ψόφησε το βόδι του και παρακαλούσε τον Γεώργιο λέγοντας: «Κύριε το βόδι αυτό, μου ήταν τόσο χρήσιμο• ζούσα απ’ αυτό και πριν από λίγο ξεψύχησε». «Εάν πιστεύεις στον Θεό μου, θα αναστηθεί το ζώο σου» του είπε ο Γεώργιος και βεβαιώνοντας ο Γλυκέριος ότι πιστευει, ο Γεώργιος του είπε: «Πήγαινε και θα το βρεις υγιές». Πράγματι, έτσι συνέβη! Ομως, ενώ ο Γλυκέριος έγινε απόστολος του γεγονότος, αμέσως τον συνέλαβαν οι στρατιώτες και τον παρέστησαν στον βασιλια, ο οποίος διέταξε να τον κατακόψουν μεληδόν.

Ο Γλυκέριος δάκρυσε και αμέσως ζήτησε με προσευχή την δύναμη του Χριστού, επι-καλούμενος τις προσευχές του Γεώργιου κι άκουσε φωνή που του έλεγε: «Έλα, Γλυκεριε, κοντά μου με χαρά• μου είσαι αγαπητός και χρήσιμος». Μ’ αυτόν τον τρόπο μαρτύρησε.

Τα θαυμαστά γεγονότα συνέχιζαν να συμβαίνουν στην φυλακή συνεχως, ώστε να πληθαίνουν οι πιστοί. Ο Διοκλητιανός, που πίστευε ότι με τον διωγμό θα εξαφανίσει τους πιστούς και την Εκκλησία, βλέποντας αντίθετα αποτελέσματα με την επιρροή του Γεωργίου, έπεσε σε μελαγχολία και γεμάτος μανία διέταξε να πυρωθεί ένα χάλκινο κρεβάτι και να απλώσουν δέσμιο τον Γεώργιο πάνω σ’ αυτό. Κι ενώ ήδη άρχισαν να δαπανώνται οι σάρκες του, ο Γεώργιος έχοντας την πείρα της απερίγραπτης προστασίας του Κυρίου, ζητούσε με προσευχή την ανίκητη του Χριστού συμμαχία, που κατά το πλήθος των θλίψεών του έσπευσε και γέμισε την καρδιά του με παρηγοριά, την φωτιά την έκανε δροσιά, τις αλυσίδες τις έσπασε και τον Γεώργιο τον παρέστησε τελείως υγιή.

Τέτοια απερίγραπτα σε μεγαλοσύνη γεγονότα, διαβάζουμε στους βίους των Αγίων Αποστόλων, όπως του Ιωάννη του Θεολόγου, του Πέτρου και του Παύλου κ.α.. Θαυμάζει όμως κανείς την πόρωση και τον σκοτισμό του ηγεμόνα. Και μπορούμε να θυμηθούμε την παραβολή του πλούσιου και του πτωχού Λαζάρου στο Ευαγγέλιο, όταν ο πλούσιος μέσα από τις τιμωρίες παρακαλούσε να στείλει ο Θεός τον Λάζαρο στους ζωντανούς συγγενείς του, ο Πατριάρχης Αβραάμ του είπε: «Έχουν τον Μωυσή και τους Προφήτες• αν δεν ακούσουν σ’ αυτούς, ούτε και νεκρό αν δουν αναστημένο θα πιστέψουν».

Ο Διοκλητιανός θεώρησε μαγεία το γεγονός και ο Μαξιμιανός ζήτησε να ποτίσουν τον Γεώργιο, λιωμένο σε μεγάλη θερμοκρασία μολύβι «για να δούμε είπε αν μπορεί να νικήσει την εσωτερική φλόγα, όπως νίκησε την έξω». Όμως και πάλι τίποτε δεν συνέβη στον Γεώργιο και η απορία με τον θυμό, κατέκαιγαν τους ηγεμόνες.

Του έδεσαν μια πέτρα στον λαιμό, τον κρέμασαν ανάποδα σε ξύλο, άναψαν φωτιά και τον κάπνιζαν μέχρι το βράδυ που τον έκλεισαν πάλι στην φυλακή.

Την επομένη, τον έρριξαν σε ένα φοβερό χαλκούργημα, όπου κυριολεκτικά κατακο-πηκε το σώμα του από το πλήθος των σπαθιών και μαχαιριών που υπήρχαν εκεί. Σ’ αυτή την φρικτή κατάσταση έθεσαν σε λεκάνη πλέον το σώμα του Αγίου και τον έκλεισαν πάλι στην φυλακή. Την νύκτα όμως αυτός ο ίδιος ο σαρκωθείς Χριστός, μέσα σε φως ουράνιας δόξας, στάθηκε δίπλα του και του είπε: «Έχε θάρρος Γεώργιε! Δεν έφθασε ο καιρός της μεταστάσεώς σου. Πρέπει να ανταγωνιστείς ακόμη τους βασιλείς της γης, μέχρι να καταβάλεις την ασέβειά τους. Και πολλά πλήθη πιστών θα μου προσφέρεις• και μετά θα σε πάρω κοντά μου• θα σε ενδύσω με την στολή της αφθαρσίας και θα κατακοσμήσω το κεφάλι σου με ολόφωτο δοξασμένο στεφάνι της δικής μου βασιλείας».

Η παράδοξη αυτή παρουσία του Κυρίου, του χάρισε αυτομάτως πληρη υγεία, του έδωσε ευεξία και χαρά υπερβάλλουσα, είδε φανερά μπροστά του μέσα στο γλυκύτατο φως σαν αστραπή, τον Κύριο και άκουσε τα γεμάτα γλυκύτητα λόγια Του, έγινε κοινωνός της δοξας που του υποσχέθηκε, πρόσπεσε στα πόδια Του ευχαριστώντας με δάκρυα την τόση πολλή πατρική προστασία Του. Ο Κύριος όμως γεμάτος αγάπη τον ανασήκωσε, τον ευλόγησε με το δεξί Του χέρι και του είπε: «Έχε ανδρεία Γεώργιε• νίκησε μέχρι τέλους την μανία των βασιλέων». Αυτά είπε και εξαφανίστηκε. Ο μάρτυς όμως μέσα στην φυλακή, ήταν όλος μέσα στο φως και στην χαρά και η αγαλλίαση που του άφησε η παρουσία του Κυρίου ήταν ανέκφραστη.

Agios-Georgios-57-577x1024

Έμαθε και πάλι ο βασιλιάς ότι ο Γεώργιος στην φυλακή είναι τελείως υγιής και χαρούμενος και έμεινε άναυδος γεμάτος ταραχή και σύγχυση. Αισθανόταν ότι τα γεγονότα ήταν η συμφορά του και δεν γνώριζε με ποιό τρόπο η τιμωρία θα μπορούσε επιτέλους να τον εξοντώσει, εφόσον τα συμβάντα ξεπερνούσαν τα ανθρώπινα. Αγωνία, φόβος και θυμός τον κατέλαβαν. Ένιωθε την παρουσία του Μάρτυρα να γίνεται δήμιος της ζωής του. Βρίζοντας, έδωσε διαταγή να τον φέρουν και πάλι μπροστά του.

Η διαταγή εκτελέστηκε και ο Γεώργιος οδηγείται δέσμιος μπροστά στον αυτοκράτο-ρα, αλλά για όποιον πρόσεχε την ψυχική του κατάσταση καταλάβαινε ότι υπήρχε κάτι ακατανόητο σε σχέση με τα γεγονότα. Πήγαινε πάλι σε κριτήριο, σε ύβρεις, σε τιμωρίες και θάνατο, αλλά όμως καμμιά ταραχη η ανησυχία διακρινόταν στα μάτια του. Χαμογελούσε σαν να γνωριζε τι θα συμβεί. Φαινόταν να πηγαίνει σε γιορτή και χαρά παρά σε κριτήριο που θα έβγαζε σίγουρα απόφαση θανάτου. Και ακολούθησε ο εξής διάλογος:

Ο βασιλιάς: «Μέχρι πότε θα υπερηφανεύεσαι για τις ραδιουργίες σου και δεν αλλάζεις γνώμη»;

Και ο Άγιος: «Έως ότου υπάρχει η κατ’ εικόνα Θεού ψυχή στο σώμα μου, δεν θα σταμα-τήσω να ελέγχω την ασέβειά σου. Μην αναβάλλεις, κάνε γρήγορα, γιατί δεν θα έχεις μικρό αγώνα. Αγωνίζεσαι με μένα που αγαπώ τον Θεό και ο αγώνας αυτός είναι κατά του κεφαλιού σου και των κατάπτυστων θεών σου».

Αυτά τα λόγια, προκάλεσαν έκρηξη θυμού στον τύραννο και απάντησε: «Λοιπόν είναι ανάγκη να βγάλω την ψυχή σου από το σώμα σου γρήγορα, για να απαλλαγώ μεμιάς από τον αγώνα εναντίον σου και να έχω επιτέλους και γαλήνια ζωή»; Και η διαταγή ήταν να διχοτομηθεί με πριόνι.

Οι δήμιοι με λύσσα έφεραν σανίδες και με δύναμη τον πίεσαν για να του κόψουν το κεφάλι, αλλά ο ηγεμόνας Δαδιανός σηκώθηκε από την καθέδρα και είπε: «Παρακαλώ αθάνατε και μέγιστε βασιλεύ, δεν πρέπει να πεθάνει τόσο σύντομα ο δυσσεβής αυτός εδώ. Καλύτερα να τον λύσουν και να τον πετάξουν σε καζάνι με λιωμένο μολύβι• να συνεχίζει όμως από κάτω να καίει η φλόγα μέχρι να λιώσουν κι αυτά τα κόκκαλά του». Δέχθηκε ο βασιλιάς το αίτημά του και αφού τον έλυσαν, ετοίμασαν την τιμωρία.

Όταν το μολύβι έβραζε σαν υγρό, τον έδεσαν οι δήμιοι με χειροπέδες και προσπαθούσαν να τον πετάξουν στο καζάνι με το μολύβι. Εμποδίζονταν όμως από την δυνατή φλόγα. Ο Μάρτυρας μόλις τους είδε να απορούν και να δυσκολεύονται είπε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Εσύ που δημιούργησες τον σύμπαντα κόσμο και φύλαξες ακατάφλεκτους στο καμίνι τους οσίους Παίδες, κι έμένα αν και ανάξιο φύλαξέ με αβλαβή».

Οι χειροπέδες έπεσαν, έκανε τον σταυρό του και πήδησε μόνος μέσα στο καζάνι με θάρρος, όπως πέφτει κανείς σε νερό κατά την ώρα του καύσωνα. Για την πίστη του αυτή, άνεση παρά τιμωρία έγινε γι’ αυτόν το μαρτύριο, γιατί ο Κύριος έδειχνε ποιά είναι η πραγματική δύναμη του Σταυρού Του στα μέλη αυτού του μεγάλου αθλητή της ευσέβειας. Ο Γεώργιος δοξολογούσε μέσα στις φλόγες τον Κύριο. Όσοι όμως ήταν κοντά στην φωτιά, έπαθαν σοβαρά εγκαύματα από το μολύβι που τινάχθηκε. Και πάλι έκσταση και φόβος στους γύρω, ενώ ταυτόχρονα δυνατή βροχή έσβηνε την φωτιά και έκανε τους πάντες να φύγουν.

Μόνος έμεινε και πάλι ελεύθερος γυρνώντας στους δρόμους και στις πλατείες της πόλεως. Περισσότερο με την παρουσία του και λιγότερο με τα λόγια του, έπειθε τους πάντες –παρόλους τους διωγμούς– να γίνονται Χριστιανοι. Τα θαύματα που γίνονταν ανάμεσα στο πλήθος που τον προσήγγιζε ήσαν πολλά και εκπληρωνόταν σ’ αυτόν το ρητό της Σοφίας: «Η Σοφία στις διεξόδους των δρόμων υμνείται και στις πλατείες ο σοφός με παρρησία συμπεριφέρεται».

Έτσι, το μαρτύριο του Διοκλητιανού συνεχιζόταν και διέταξε και παλι να τον συλλάβουν. Αυτός ο «αθάνατος» και «αήττητος», όπως του άρεσε να τον αποκαλούν, πολεμούσε να θανατώσει κάποιον που πέρασε τόσες πολλές φορές μέσα από τον θάνατο, χωρίς να πάθει τίποτε και ταυτόχρονα το ότι πολεμάει με κάποια ξένη υπερφυσική δύναμη που συμμαχούσε με τον Γεώργιο, τον είχε καταβάλει τελείως. Οι καθημερινές υποθέσεις της δημόσιας διοίκησης ήταν πολλές και η θλίψη ότι νικιέται συνεχώς από ένα νεαρό τελείως άοπλο, αυτός ο «αήττητος», σούβλιζαν εσωτερικά την ύπαρξή του.

Όταν ο Γεώργιος βρέθηκε και πάλι δεμένος μπροστά του, το βλέμμα του Διοκλητιανού ήταν τελείως ανήσυχο, ταραγμένο και σκοτεινό, αβυσσαλέο από οργή, που δεν μπορούσε να κορέσει το μίσος που κατοικούσε στην ψυχή του. «Όπως φαίνεται –του είπε– επειδή ασχολούμαι πολύ με τις δημόσιες υποθέσεις, εσύ νόμισες, ότι επιμελούμενος άλλα πράγματα, δεν έχω την δυνατότητα να σε εξαφανίσω από την γη. Περιέρχεσαι λοιπόν και μας διασύρεις και πείθεις τους αφελείς να αφήσουν την πίστη των αθανάτων θεών και να πιστέψουν σ’ έναν Σταυρωμένο• εγώ όμως θα περιποιηθώ αμέσως την αυθάδειά σου». Διέταξε να τον ρίξουν κάτω, να τοποθετήσουν καρβουνα στο κεφάλι του, μετά να τον κρεμάσουν σε ξύλο και να ξένουν με σιδερένια νύχια το σώμα του. Και ενώ ήδη φαίνονταν τα σπλάγχνα και τα κόκκαλα του σώματός του, διέταξε με δαδιά αναμμένα να κάψουν το σώμα του. Κι ενώ τα βασανιστήρια κρατούσαν για πολλή ώρα, ο νους του Μάρτυρα βρισκόταν με προσευχή μέσα στην καρδιά του και το Πνεύμα το Άγιο τον ανακούφιζε, ώστε ούτε αναστεναγμός δεν ακουγόταν. Σε κάποια στιγμή θεωρήθηκε και πάλι από όλους νεκρός. Δόθηκε διαταγή να βάλουν ότι απέμεινε σε ένα κοφίνι και να τον πετάξουν στο βουνό που λεγόταν «Ήλικας», ώστε να μη βρουν τίποτε από το λείψανό του οι Χριστιανοί.

Agios-Georgios-94-772x1024

Αυτό έγινε• και καθώς οι στρατιώτες γυρνούσαν από το όρος, έγινε σεισμός και βροχή. Πλύθηκαν και θεραπεύθηκαν οι πληγές του Μάρτυρα κι ακούστηκε φωνή από τον ουρανό που έλεγε: «Να είσαι ανδρείος Γεώργιε, Εγώ είμαι μαζί σου». Σαν από ύπνο ξύπνησε υγιέστατος και με όλα τα μέλη του σώματός του άρτια• ευχαρίστησε θερμά τον Χριστό και με θάρρος και σπουδή κατέβηκε στην πόλη κι έφθασε στα ανάκτορα. Οι στρατιώτες που τον είχαν μεταφέρει, τον γνώρισαν. Έκθαμβοι διηγούνταν ο ένας στον άλλο τα γεγονότα και πίστευαν όλο και περισσότεροι. Ο Διοκλητιανός, για να σταματήσει τα γεγονότα, διέταξε αμέσως να θανατωθούν έξω στο βουνό, όσοι κατ’ εκείνη την ώρα πίστεψαν, πράγμα που έγινε και αναδείχθηκαν μάρτυρες.

Ο Γεώργιος και πάλι συλλαμβάνεται. Ο Μαγνέντιος είπε στον βασιλια: «Είναι πολύ πείσμονες οι Χριστιανοί. Προσπάθησε καλύτερα, με ηπιότητα, κολακείες και δώρα να τον πάρεις με το μέρος σου». Ο Γεώργιος μυστικά προσευχόταν. Ο βασιλιάς άλλαξε τακτική: «Μα τον βασιλιά ήλιο του είπε και όλους τους θεούς, εάν πεισθείς σε μένα και θυσιάσεις στους θεούς, θα σε δοξάσω υπέρμετρα σ’ όλη την γη, θα σε κάνω συμβασιλέα, γιατί σ’ έχω εκτιμήσει βαθύτατα και δεν θέλω να χαθείς».

«Εάν είχα σκοπό να υποχωρήσω σ’ αυτές τις μάταιες υποσχέσεις σου, δεν θα έδινα τον εαυτό μου σε μύριους θανάτους. Τώρα μετά από τόσα βάσανα και τιμωρίες που έπαθα μπροστά σ’ όλη την Σύγκλητο, νομίζεις ανόητα ότι θ’ αφήσω την πίστη μου; Και γιατί έχω υποστεί τέτοια ατιμία, αν είχα σκοπό να πεισθώ στις κολακείες σου;».

«Επειδή τώρα σου συμπεριφέρομαι σαν πατέρας, όπως βλέπεις, ας είσαι χαριστικός προς εμένα, σαν στον πατέρα σου, και ξέχασέ τα όλα. Ορκίζομαι στους θεούς ότι με μεγάλα αξιώματα, δόξα και πλούτη θα σε τιμήσω• μόνο θυσίασε στους θεούς».

«Επειδή βασιλεύ, βλέπω την τόσο καλή σου για μένα διάθεση, θα κάνω κι εγώ ότι επιθυμείς. Θα ήταν αγνωμοσύνη να αθετήσω τέτοια φιλία• ας πάμε γρήγορα στους θεούς».

Ο βασιλιάς τινάχθηκε αγαλλόμενος, αγκάλιασε τον Γεώργιο και με πασίχαρη φωνή είπε δυνατά: «Ας ευφρανθούν οι θεοί• αγαλλιάσθε άνθρωποι• δέξου Απόλλων αυτόν που σε παρόργισε τόσο πολύ, τώρα δε μετανόησε γνήσια και επιστρέφει σε σένα». Αυτά είπε και έδωσε διαταγές να μαζευτεί στο ιερό όλη η Σύγκλητος, τα πιο τιμημένα στρατεύματα και οι κήρυκες να γυρίζουν στους δρόμους φωνάζοντας σ’ όλη την πόλη ότι: «Ο του Γαλιλαίου πρώην πιστός Γεώργιος, πηγαίνει στον μεγάλο Απόλλωνα να θυσιάσει».

Οι Χριστιανοί γεύθηκαν απερίγραπτη θλίψη και πένθος, οι ειδωλολάτρες γέμισαν από χαρά. Βγήκαν παράφορα στους δρόμους και φώναζαν: «Ο Απόλλων νίκησε! Βασίλευε στους αιώνες αυτοκράτωρ Διοκλητιανέ! Ζήτω η αυτοκρατορία των Ρωμαίων! Μεγάλοι οι θεοί του βασιλιά!».

Μπήκαν μέσα στον ναό του Απόλλωνα. Έγινε σχεδόν νεκρική σιγή και ο Γεώργιος προχώρησε μόνος μπροστά, απέναντι από το άγαλμα του Απόλλωνα. Τα πλήθη παρατηρούσαν με κομμένη την αναπνοή και ο Γεώργιος είπε στο άγαλμα κοιτώντας σταθερά προς αυτό: «Εσύ είσαι Θεός και εσένα πρέπει να σέβονται οι άνθρωποι»; Και αμέσως το δαιμόνιο που κρυβόταν πίσω από το άγαλμα, καιγόμενο από το Άγιο Πνεύμα είπε: «Δεν είμαι εγώ Θεός και κανένας δικός μου. Ένας είναι ο αληθινός Θεός και Υιός Του είναι ο Χριστός, δια του οποίου έγιναν τα πάντα. Εμείς είμαστε πριν άγγελοί του και τώρα σαν αποστάτες γίναμε δαίμονες και κοροϊδεύουμε τους ανθρώπους να μας λατρεύουν σαν θεούς». Τα πλήθη έμειναν έκθαμβα και ο Μάρτυρας είπε: «Και εφόσον δεν είστε θεοί, γιατί σφετερίζεστε τιμή που δεν σας ανήκει και κοροϊδεύετε τους ανθρώπους να σας θεωρούν θεούς; Και πως τολμάτε τώρα να μένετε εδώ, εφόσον μπροστά σας στέκομαι εγώ που έχω ονομαστεί δούλος Θεού και μέσα μου κατοικεί ο Χριστός, ο των όλων Θεός»;

Ταραχή μεγάλη και φοβισμένες δαιμονικὲς φωνὲς ακούστηκαν και σαν καπνός έφευγαν από τον ναό. Μετά ο Γεώργιος σταύρωσε τα αγάλματα, που έπεσαν πάραυτα και συντρίφθηκαν. Ο βασιλιάς έμεινε εμβρόντητος. Οι ιερείς όμως των ειδώλων άρπαξαν σαν λύκοι τον Μάρτυρα: «Σκότωσέ τον βασιλιά, σκότωσε τον μάγο• καθόλου μην τον λυπάσαι γιατί με τις μαγείες του εξαπάτησε τόσο κόσμο και τώρα σύντριψε και τους θεούς». Και ο βασιλιάς από την ντροπή και τα γεγονότα, αλλά και από τις φωνές των ιερέων, έγινε έξαλλος: «Βρωμερό κεφάλι και από κάθε ραδιουργία γεμάτο –είπε– δεν συμφώνησες να θυσιάσεις στον μεγάλο θεό Απόλλωνα»; Και ο Άγιος είπε: «Τέτοιους θεούς, που με ένα λόγο συντρίβονται στο έδαφος, δεν ντρέπεσαι να τους ονομάζεις θεούς; Δεν καταλαβαίνεις ότι θυσίασα τους θεούς σου στον επουράνιο Θεό μου; Γιατί δεν πείθεσαι τουλάχιστον στον θεό σας, που μαρτύρησε ότι είναι δαίμονες, αποστάτες που σας εξαπατούν, για να γίνεις φίλος Θεού; Τι παραλογισμός, τι τύφλωση, τι παράνοια είναι αυτή, ώστε να μην μπορείτε να δεχθείτε την αληθινή θεογνωσία; Αν σου έχουν μείνει ακόμα τίποτε ξόανα, δείξέ μου πόσα και που είναι και μην έχεις φροντίδα• θα το φροντίσω εγώ».

Πολλοί από την Σύγκλητο άλλαξαν γνώμη. Η γυναίκα του Διοκλητιανού Αλεξάνδρα, έλεγχε τον σύζυγό της πλέον φανερά. Ο βασιλιάς κατέπεσε ψυχικά, πήρε τον Μαξιμιανό και τον Μαγνέντιο, βγήκαν έξω και τοὺς εἶπε: «Τι θα κάνουμε φίλοι μου; Να, όλοι, ακόμα και η βασίλισσα πιστεύουν αυτόν τον μάγο κι εγώ δεν ξέρω με ποιά τιμωρία –μα τους θεούς– να τον εξοντώσω». Ο Μαγνέντιος, πιο έξυπνος από τον Μαξιμιανό, είπε: «Εάν συνεχίσουμε με τιμωρίες, θα είναι ανώφελο για μας και θα γεμίσουμε λύπη. Έχω πειστεί ότι οποιαδήποτε τιμωρία με βάσανα θα προκαλέσει τον κόσμο να πιστέψουν όλοι στον Σταυρωμένο. Καλύτερα να οδηγηθεί αμέσως σε θανατο». Ο Μαξιμιανός είπε: «Πιο αμείλικτο, αυστηρό και φοβερό άνδρα στην ζωή μου δεν γνώρισα. Κοίταξε, απάτησε ακόμα και την βασίλισσα μὲ τὶς μαγείες του, συντάραξε την βασιλεία σου, άλλαξε την γνώμη της Συγκλήτου, βάσανα και τιμωρίες εξωτερικές δεν τον αγγίζουν• φόβος τον νου του δεν ταράζει, ο θάνατος δεν συγκλονίζει την ψυχή του, τα αγαθά και οι δόξες δὲν τὸν κολακεύουν. Εάν μου ακούς, με ξίφος κόψε το κεφάλι του, ταυτόχρονα και την αναίδειά του».

Συμφώνησαν οι σύμβουλοι στα λεχθέντα και ο Διοκλητιανός είπε να φέρουν τον Μάρτυρα. «Ιδού, γεμάτε από κάθε κακία, πανάθλιε, με την ολέθρια αναισθησία σου, ἔχασες τὶς υπεσχημένες από μένα δωρεές• με τις μαγείες σου ξεπέρασες όλες τις τιμωρίες και όχι μόνο τράβηξες πλήθος κόσμου από την εξουσία μου, αλλά κι αυτήν την βασίλισσα πλάνεψες και κατέστρεψες τους θεούς μας. Ποιών λοιπόν αμοιβών εἶσαι ἄξιος; Θα σε ανταμείψουμε με θάνατο για όσα τόλμησες να κάνεις εναντίον μας. Κανένας άλλος δεν μας ταλαιπώρησε τόσο επί της γης». Και διέταξε: «Ο Γεώργιος, ο μύστης του Γαλιλαίου, που αθέτησε τους θεούς και απάτησε μὲ δόλο την βασίλισσα, να αποτμηθεί το κεφάλι μαζί με αυτήν».

Αμέσως οι στρατιώτες τους έβγαλαν έξω από την πόλη. Αυτοί πρόθυμα ακολουθούσαν και προσεύχονταν σ’ όλο τον δρόμο. Η βασίλισσα πρόσεχε στον ουρανό και τα χείλη της διαρκώς κινούνταν φανερά σε προσευχή. Και ο Κύριος την άκουσε, δέχθηκε την αγάπη, τον πόθο της, την καταφρόνηση των γηίνων, την αποκοπή δια ξίφους της κεφαλής της και ενώ κάπου κάθησε για λίγο, ο Χριστός πήρε κοντά του –πριν την αποτομή της κεφαλης– την μακαρία ψυχή της.

Agios-Georgios-95-732x1024

Όταν έφθασε και ο Γεώργιος στον τόπο της αποτομής, ζήτησε λίγο χρόνο και με στεναγμό από την καρδιά του, προσευχήθηκε: «Εσύ, Κύριε ο Θεός μου, που υπάρχεις προ των αιώνων και στον οποίο εγώ από την νεότητά μου κατέφυγα και μου έδωσες την δύναμη να αγωνιστώ μέχρι τέλους στὸ μαρτύριο μου, άκουσέ με παρακαλώ και δέξαι με ειρήνη την ψυχή μου• σώσε με από τα πνεύματα της πονηρίας που κατοικούν στον αέρα και συναρίθμησέ με σ’ αυτούς που αγαπούν το όνομά σου. Συγχώρεσε τους διώκτες για όσα κακά διέπραξαν σε βάρος μας και φώτισε τους οφθαλμούς της καρδιάς τους, ώστε να γνωρίσουν την αλήθειά σου και να καταξιωθούν της επουράνιας ζωής και της αιώνιας βασιλείας σου, δοξάζοντας την αγαθότητα του Πατρός και τοῦ Υἱοῦ και του Αγίου Πνεύματος εις τους αιώνας, αμήν».

Έτσι προσευχήθηκε και προτείνοντας με ευχαρίστηση τον αυχένα, έκοψαν την αγία του κεφαλή, ημέρα Παρασκευή και ώρα εβδόμη, την 23η του Απριλίου μηνός. Το άγιο Λείψανό του από την Νικομήδεια ανεκομίσθη στην Διόσπολη της Παλαιστίνης, στην πατρίδα της μητέρας του.

Η έντονη παρουσία του Θεού στην ζωή του Αγίου Γεωργίου, προβληματίζει τον σύγχρονο άνθρωπο σχετικά με τα υπερφυσικά θαυμάσια ποὺ συνόδευαν το μαρτύριό του και ιδιαίτερα γιατί σήμερα δεν βλέπει κανείς τόσο έντονα υπερφυσικά γεγονότα.

Όποιος μελετά συνεχώς το Ευαγγέλιο προσευχόμενος και γνωρίζει αλη¬θινά εν Αγίω Πνεύματι την ζωή του Χριστού στην γη, εμβαθύνοντας στον βίο του Αγίου Γεωργίου, θα θυμηθεί τα λόγια του Κυρίου που είπε ότι «όποιος πιστεύει σ’ εμένα, θα κάνει ακόμη μεγαλύτερα θαύματα από μένα». Πραγματικά, πόσες φορές ο Κύριος έδειξε την θαυμάσια δύναμή Του! Κατ’ αρχάς αυτό το ίδιο τὸ σύμπαν, όλη η κτίση και ο ίδιος ο άνθρωπος είναι σαν δημιουργία ένα θαύμα. Στην συνέχεια όταν ο Κύριος περπατούσε ανάμεσά μας, εκτός από άλλα θαύματα, ανάστησε την κόρη του Ιαείρου, τον γιο της χηρας στην Ναΐν, τον τετραήμερο Λάζαρο. Αναστήθηκε στο τέλος και ο Ίδιος, αφού προηγουμένως είχε πει: «Εγώ τίθημι την ψυχήν μου ίνα πάλιν λάβω αυτήν. Ουδείς αίρει αυτήν απ’ εμού, αλλ’ εγώ τίθημι αυτήν απ’ ἐμαυ¬του• εξουσίαν έχω θείναι αυτήν και εξουσίαν έχω πάλιν λαβείν αυτήν» (Ιω. 10, 17-18).

Ποιός άνθρωπος μπορεί να μιλήσει με τέτοια εξουσία εναντίον του θανατου; Μόνον ο Χριστός μπορούσε να πει ως πραγματικός Θεός ότι, «έχω εξουσία και να πεθάνω και να αναστηθώ», δείχνοντας έμπρακτα σε μας ότι με την θυσία τῆς αγάπης και της δικαιοσύνης ως Θεός –παρόλο που ήταν και άνθρωπος– χάρισε ουσιαστικά την νίκη κατά της κακίας, κατά του ιδίου του θανάτου.

Στην ζωή του Χριστού, κατά την εναγώνια προσευχή του στο Όρος των Ελαιών, έγινε ο ιδρώτας Του σαν θρόμβοι αίματος. «Πατέρα –έλεγε– εάν είναι δυνατόν να παρέλθη από μένα το ποτήριο αυτό (του ατιμωτικού θανάτου)• πλην όχι όπως θέλω εγώ, αλλά όπως θέλεις Εσύ». Στην τέλεια αυτή αυταπάρνηση καλεί και κάθε πιστό, διότι όλοι πρέπει να αγωνιζόμαστε για την τελειότητα.

«Και ώφθη Άγγελος Κυρίου ενισχύων Αυτόν». Και στον μιμητή της ζωής Του, τον Άγιο Γεώργιο, βλέπουμε να εμφανίζεται Άγγελος, να του χαρίζει την υγεία, να τον ενισχύει. Στο Βάπτισμα, στην Μεταμόρφωση, την Κυριακή των Βαΐων πριν την Σταύρωση, ακούστηκε η φωνή του Θεού Πατέρα• αλλά και στον Άγιο Γεώργιο την ώρα που κινδύνευε, μέσα στους αφόρητους πόνους, η φωνή του ίδιου του Κυρίου, του έδινε κουράγιο. Και πολλάκις οπως συνέβαινε στους Αγίους Αποστόλους, ο ίδιος ο Ιησούς παρουσιαζοταν και συνομιλουσε μαζί τους• αυτό συνέβη και στον Άγιο Γεώργιο. Υπήρξε πραγματικά «σκεύος εκλογής» του ίδιου του Κυρίου για να δοξαστει το όνομα και η αλήθεια του Χριστού στην γη.

Η τόσο ευγενική διδασκαλία του Χριστιανισμού ήταν δύσκολο να εννοηθεί από έναν κόσμο αγροίκο, που ζούσε μέσα στους κινδύνους και τους συνεχεις πολέμους, από έναν κόσμο χωρίς καμμιά παιδεία και που ταυτόχρονα είχε θεοποιήσει την ηδονή των παθών, τον πόλεμο, την ίδια την κτίση.

Μέσα από την εἰδωλολατρία, που στην πραγματικότητα λατρευόταν ο διάβολος, είχε αναπτυχθεί πάρα πολύ η μαντεία και η μαγεία. Οι ιερείς των ειδώλων ενεργούσαν με την ενέργεια του σατανά διάφορα φανταστικά γεγονότα, που όμως δεν ήταν συνειθισμένα, γι’ αυτό καθηλωνόταν γενικότερα ο κόσμος. Προκειμένου ένας τέτοιος κόσμος να δεχθεί μια τόσο υψηλή διδασκαλία, ο πανάγαθος Θεός συγκατέβαινε και γι’ αυτό επιτελούσε τόσο μεγάλα θαυμάσια, ώστε να γίνεται κατανοητή η απάτη, να φαίνεται η πραγματική δύναμή Του ἔναντι τῆς φανταστικής του εχθρού, να διδάσκεται έμπρακτα η ανεξικακία και η αγάπη.

Η διδασκαλία του Χριστού, διαχρονικά, είναι πάρα πολύ υψηλή. Θέτει αξίες και ηθικές αρχές δυσθεώρητες για τους πολλούς και ο πανάγαθος Θεός προκειμένου να βοηθήσει την ανθρωπότητα, ενίσχυσε ψυχές ευγενικές και καθαρές σαν του Αγίου Γεωργίου, ώστε με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος να φθάσουν σε μεγάλη τελειότητα και να εφαρμόσουν τις εντολές του ευαγγελίου. Επειδή όμως το ύψος αυτό τῆς ἀγάπης προς τους εχθρούς και όλο τον κόσμο, από την πονηρία των ανθρώπων θεωρείται ανοησία –αν και στην πραγματικότητα συμβαίνει τελείως το αντίθετο διότι είναι σοφία που πάνω σ’ αυτήν έγκειται ἡ τελειότητα της ανθρωπίνης φύσεως– γι’ αυτό και ο Κύριος, επειδή δύσκολα άγγιζε τον κόσμο μόνο η διδασκαλία Του, ενεργούσε τα τεράστια θαύματα, ώστε να συγκινείται το πλήθος, να πιστέψουν και να αλλάξουν τελείως τα ήθη.

Η υπερηφάνεια και η σαρκική ζωή, είναι μέχρι σήμερα θεότητες και ο κόσμος ευκολώτερα υποτάσσει την ανώτερη ψυχή στα κατώτερα ένστικτα. Παλαιότερα που είχε επικρατήσει η ανοησία ώστε τα ένστικτα να τα θεοποιήσει κιόλας, δεν τολμούσε κανείς να φύγει από το κατεστημένο. Αυτό ήταν και συνεχίζει να είναι το έργο των δαιμόνων στὴν γη μέσα από ψεύτικες φιλοσοφίες αλλά και ανατολίτικες δοξασίες, που δυστυχώς και σήμερα μετά από 2000 χρόνια απατούν πολλούς ανθρώπους. Τότε έπρεπε να χυθεί αίμα πολύ, από αγνές και πιστές στον Θεό υπάρξεις, για να τοποθετηθούν νέες αρχές, πράγμα που κράτησε πάνω από 300 χρόνια και στοίχισε σε μυριάδες ανθρώπων τον πρόσκαιρο θάνατο. Σήμερα όμως όλοι αυτοί τιμώνται σαν Άγιοι από την Εκκλησία, διότι πρωτοστά¬τησαν και πέτυχαν τὸν ἀληθινὸ στόχο και σκοπό της ανθρωπίνης φύσεως που είναι η θέωση και ταυτόχρονα αγίασαν με την μαρτυρία τους την κτίση, έλαβαν δύναμη κατά των δαιμόνων και προώθησαν στις καρδιές των ανθρώπων το φως του Χριστού.

Σήμερα, η νοησιαρχία συνδεδεμένη με την υπερηφάνεια δὲν μπορεῖ να εξαλείψει τον σπόρο της Αλήθειας που υπάρχει μέσα στις ψυχές των ανθρώπων. Ιδιαίτερα, δεν μπορεί, όπου η Εκκλησία καλλιεργεί αυτόν τον σπόρο και οι αξίες όσο και να μην εφαρμόζονται, αναγνωρίζονται. Στην εποχή μας, το μαρτύριο σπάνια είναι σωματικό, αλλά ο πραγματικός Χριστιανός, προσπαθώντας να τηρήσει τις εντολές του Χριστού, θα κοπιάζει και θα γίνει μαρτυρας συνειδήσεως, προκειμένου τα συναισθήματα της καρδιάς του, οι σκεψεις του, ο νους του, η θέλησή του κι όλη η ύπαρξή του να Χριστοποιηθεί.

Στην προσπάθεια αυτή, μαζὶ με την προσευχή και την ανάγνωση, χρειάζεται συμπαράσταση πνευματικών Πατέρων που εβίωσαν αυτή την πραγματικότητα απλανώς.

Σήμερα αυτοί σπανίζουν και μυστηριωδώς όσοι εμφανίζονται πάντως διώκονται. Όμως το έργο του Θεού στην γη δεν σταματάει κι όσοι ειλικρινά ποθούν τον Θεό, και ανθρώπους θα βρουν και πολύ περισσότερο Εκείνον τον Ίδιο.

Οι Άγιοι όμως Μάρτυρες της εποχής εκείνης δεν εφάρμοζαν διαφορετική διδασκαλία από αυτήν των συγχρόνων αγίων Πατέρων. Προκειμένου να υπομείνουν τις θλίψεις του μαρτυρίου, βίωναν αυτά που οι Άγιοι της Εκκλησίας μας μέχρι σήμερα διδάσκουν. Ο Γέροντας Πορφύριος σε μια διδασκαλία του λέει: «Η τέλεια υπακοή στὸν Θεό, έστω κι αν ορισμένα πράγματα φαίνονται δύσκολα και παράλογα, η τέλεια εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού, αυτή είναι η αγία ταπείνωση. Αυτή μεταμορφώνει τον άνθρωπο, τον καθιστά θεάνθρωπο». Τι άλλο βίωσε ο Άγιος Γεώργιος; Μπροστά στα πιο δύσκολα και παράλογα μαρτύρια και τις θλίψεις, είχε μάθει να αφήνει τον εαυτό του στα χέρια του Θεού, σαν στον ίδιο τον πατέρα του. Αὐτὸ δείχνει ότι γνώριζε να προσεύχεται αδιάλειπτα, όπως ο άγιος Απόστολος Παύλος λέει: «Αδιαλειπτως προσεύχεσθε» και ταυτόχρονα προσευχόμενος έβρισκε την χάρη του Θεού που τον ενίσχυε σ’ όλες τις θλίψεις και τις ανάγκες του και η καρδιά του ήταν γεμάτη ευγνωμοσύνη και ευχαριστία προς τον Θεό, σύμφωνα με το «εν παντί ευχαριστείτε». Ο Άγιος Σιλουανός να τι λέει σὲ μια διδασκαλία του: «Ο Κύριος νουθετεί με το έλεός Του τον άνθρωπο, για να δέχεται με ευγνωμοσύνη τις θλίψεις. Ποτέ, σ’ όλη μου την ζωή, ούτε μια φορά δεν γόγγυσα για τις θλίψεις, αλλά τα δεχόμουν όλα σαν φάρμακο από τα χέρια του Θεού. Γι’ αυτό και ο Κύριος μου έδωσε να υπομένω ελαφρά τον αγαθό ζυγό Του». Ο ίδιος λέει ότι πολλές θλίψεις μας περικυκλώνουν και φαίνονται αφόρητες στους ανθρώπους γιατί δεν αφήνουν οι άνθρωποι την γνώμη τους και την θέλησή τους ενώπιον του Θεού, ώστε ο,τι συμβαίνει να το αποδέχονται σαν φαρμακο από την Θεία Πρόνοιά Του.

Να γιατί χρειάζεται η συμπαράσταση πνευματικού ανθρώπου στον ἀγωνιζομενο. Όταν η ψυχή βάλλεται από κάθε είδους θλίψεις, ο ίδιος ο πάσχων έχει την αίσθηση –που δεν είναι αλήθεια– ότι εγκαταλείφθηκε από τὸν Θεό. Δύο πράγματα μπορούν να τον επαναφέρουν: Κατ’ αρχάς η πίστη προς τον Θεό, αλλά η παρουσία, η συμβουλή και η παρηγορία του λογου ενός πνευματικού Γέροντα η εάν ο αγωνιζόμενος είναι έμπειρος ανακαλει την ειρήνη και εν προσευχή μετανοίας –κατά την οποία ο αγωνιζόμενος πρέπει να θεωρεί ότι πάσχει για το πλήθος των αμαρτιών του– προσεύχεται με πόνο και βάθος ταπεινώσεως, που προκαλεί η αποδοχή ότι ο ίδιος είναι αίτιος της θλίψεως, έστω κι αν δεν φαίνεται ότι φταίει στην συγκεκριμένη περίπτωση, σίγουρα όμως ξέρει ότι σε άλλα φταίει και με άλλους τρόπους μας παιδεύει η Χάρις του Θεού. Συνήθως στους αρχαρίους πνευματικά, είναι πιο έντονη η ανάγκη παρουσίας του Γέροντα, ενώ στους εμπειροτέρους πιο λίγο, αλλά σ’ όλους τους ανθρώπους ἡ πνευματικὴ αναφορα, είναι απόλυτα αναγκαία.

pemptousia.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Βίος και μαρτύριο του αγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου (1ο μέρος)

Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Μαΐου, 2013

Από κάθε πιστό ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος θεωρούνται στύλοι της Εκκλησίας πάνω στην υπερφυή μαρτυρία των οποίων στηρίχθηκαν οι πρώτοι Χριστιανοί, αλλά και οι οποίοι μέχρι σήμερα δεν έπαψαν να προστατεύουν τους ευσεβείς και κάθε επικαλούμενο το όνομά τους.

Agios Georgios (leptomereia IMMB) 98

Πριν το έτος 313 μ.Χ., κατά το οποίο ο Μέγας Κωνσταντίνος αναγνώρισε και προστά-τεψε τους Χριστιανούς, η θεία διδασκαλία του ενανθρωπήσαντος Θεού εδιωκετο• και είναι πράγμα παράδοξο, διότι όχι μόνο τότε, αλλά και σήμερα που φαίνεται ότι υπάρχει δημοκρατία, οι πραγματικά ευσεβείς μυστηριωδώς μισούνται και διώκονται.

Ποιά διδασκαλία η ποιά φιλοσοφία υπήρξε τόσο σαφής, ώστε να εντέλλεται να αγαπαμε όχι μόνο όσους μας αγαπούν, αλλά ακόμη και τους εχθρούς; Κι αν αγαπάμε τους εχθρους, πόσο μάλλον τους φίλους; Η διδασκαλία αυτή εφαρμοσμένη από οποιονδήποτε ανθρωπο, του δίνει την αίσθηση ότι είναι παγκόσμιος, αφού αγαπά όλους τους ανθρώπους.

Πόσο ακίνδυνους έχει καταστήσει τους πραγματικούς Χριστιανούς αυτή η εντολή του Χριστού, εφόσον ο επ’ αληθεία τηρητής των εντολών Του, είναι υποχρεωμένος, αγαπωντας τους εχθρούς, να αγαπά τους πάντες; Κι όμως αυτοί οι τόσο ακίνδυνοι άνθρωποι του Θεού, που στην πραγματικότητα είναι ευεργέτες των λαών ως φίλοι Θεού, διώχθηκαν σαν να ήταν οι πιο επικίνδυνοι ληστές, σαν να ήταν η παρουσία τους, η καταστροφή του κόσμου. Κι αυτοί σαν άκακα αρνιά πορεύονταν στην θυσία.

Το μυστήριο αυτό το έζησε πρώτος ο Δημιουργός του κόσμου, που από άπειρη ευσπλαγχνία έγινε άνθρωπος, χωρίς να χωριστεί την θεότητά Του –τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος– ο Οποίος όχι μόνο ήταν ακίνδυνος, αλλά λόγω της δυνάμεώς Του ως Δημιουργός και απόλυτη Αγάπη, υπήρξε μόνο ευεργέτης! Ποιό αληθινά είναι το μυστήριο αυτό που εκδηλώνεται σαν άσπονδο μίσος έως μυρίων θανάτων, εναντίον εκείνων οι οποίοι έχουν μέσα τους την άφατη αγάπη για όλους τους ανθρώπους;

«Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσι τα καλά υμών έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα ημών τον εν τοις Ουρανοίς». Το απρόσιτο φως που κατοικούσε στην καρδιά και στο σώμα του Θεανθρώπου Ιησού, έλαμψε παντοδύναμα και παντοκρατορικά, όχι μόνο όταν δημιουργησε τον κόσμο, αλλά πολύ περισσότερο όταν συγχώρεσε τους σταυρωτές Του. Κατά την δυσκολότερη στιγμή της γήϊνης υπάρξεώς Του, που θα έπρεπε να εφαρμόσει μόνο την δικαιοσύνη Του, Εκείνος είπε: «Πατέρα, συγχώρεσέ τους• δεν γνωρίζουν τι κάνουν». Από αυτή την διάθεσή του να πάθει εκουσίως, προέκυψε ότι έχει την θεϊκή δύναμη αγκαλιάζοντας τους σταυρωτές Του, στην ουσία, να αγκαλιάσει όλη την ανθρώπινη φύση, εφόσον συγχωρώ σημαίνει ότι βρίσκομαι στον ίδιο χώρο μαζί με όλους όσους συν-χωρώ. Και επειδή η συγχώρηση είναι καρδιακό συναίσθημα, ο Θεάνθρωπος Ιησούς, είχε μέσα στην καρδιά Του –εκεί απ’ όπου πηγάζει το θεϊκό φως Του– όλους τους ανθρώπους.

Άραγε, αυτή η δυσκατόρθωτη για τους κοινούς θνητούς πράξη, αφορούσε μόνο τον παντοδύναμο Ιησού και μόνο Αυτός κατόρθωσε να αγαπήσει έως θανάτου τους εχθρούς Του; Είναι σαφές πως όχι, διότι αναφέρεται ότι «όσοι έλαβον Αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι, τοις πιστεύουσιν εις το όνομα Αυτού». Όλα τα τέκνα του Θεού, είναι υιοί φωτός και δια του Αγίου αυτού φωτός, κατορθώνουν τα ίδια έργα που εργάστηκε ο Πατέρας τους στην γη.

Agios-Georgios-09-804x1024

Ο Άγιος μεγαλομάρτυς Γεώργιος έζησε 300 περίπου χρόνια μετά την έλευση του Χριστού στην γη. Λίγο πριν παύσουν οι διωγμοί των Χριστιανων, εβίωσε το αβυσσαλέο μίσος, που είναι αποκύημα της παραλόγου υπερηφανείας, για να φανεί για μια ακόμη φορά στην γη ότι οι άνθρωποι αν θέλουν μπορούν να επιλέγουν οι ίδιοι την επανάληψη της επιλογής του πρώτου Αδάμ, όταν υπερήφανα θέλησε να γίνει Θεός άνευ του δημιουργού Θεού, όταν αντί να δεχθεί με ευγνωμοσύνη τις ακτίνες του θεϊκού φωτός, θεώρησε ότι μπορεί να είναι ο ίδιος «φως» πράγμα που είναι ίδιο μόνο του Δημιουργού.

Δεν ήταν όμως πρώτος ο άνθρωπος που συνέλαβε την παράλογη σκεψη ότι μπορεί να υπάρχει σαν Θεός άνευ του δημιουργού Θεού. Πιο πριν, μέρος των νοερών Ουσιών που μετείχαν –κατά χάριν και δωρεάν– στο φως του Θεού, ακολούθησαν με την θέλησή τους την παράλογη σκέψη και ορμή να αντικαταστήσουν τον Θεό. Είδαν το κάλλος και την ομορφιά του φωτός με το οποίο ήσαν στολισμένοι από τον Θεό και αντί να θαυμάσουν τον δωρεοδότη Θεό, θαύμασαν τον εαυτό τους, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί λυπημένο το Άγιο εκείνο και γλυκύτατο φως. Και στις νοερές αυτές και λογικές δυνάμεις, που από φως έγιναν σκότος, να έχει μείνει άκρατη η επιθυμία να δοξάζονται σαν Θεοί, στην θέση του Θεού, και να δέρνουν αλύπητα όλη την οικουμένη μέχρι σήμερα, δημιουργώντας πλήθος φανταστικών θεών αλλά και φιλοσοφικών ιδεών, πίσω από τα οποία κρύβονται, προκειμένου να εκπληρώνουν –έστω και για λίγο– απατώντας τους λαούς, το άκρατο πάθος τους να λατρεύονται σαν Θεοί. Η υπερήφανη επιθυμία των φιλοδόξων ανθρώπων ταυτίζεται με την υπερήφανη διάθεση των πονηρών πνευμάτων να δοξάζονται. Η ανεκπλήρωτη αυτή επιθυμία ξεσπάει σαν μίσος και έχθρα εναντίον όσων δεν αποδίδουν σ’ αυτούς την δόξα που επιθυμούν. Πιο ισχυρό γίνεται το μίσος και η έχθρα όταν παρουσιάζεται κάποια σημαντική προσωπικότητα που τιμάται αντ’ αυτών λόγω της ηθικής της αξίας αλλά και της σημαντικότητάς της, πράγμα που συνέβη στον ίδιο τον Κύριο, όταν ακόμα και ο Πιλάτος γνώριζε ότι πάντως «δια φθόνον παρέδωκαν Αυτόν».

Αυτή ήταν η στάση και η θέση των περισσοτέρων Ρωμαίων αυτοκρατόρων, και όχι μόνο. Μεθυσμένοι από τη γήϊνη εξουσία και δόξα, απατήθηκαν, θεώρησαν τους εαυτούς τους θεούς, ξεχνώντας ότι και αυτοί ήσαν θνητοί ολιγοχρόνιοι άνθρωποι. Λάτρευαν δε σαν θεούς, όχι τον αληθινό Θεό και μόνο δημιουργό, ο οποίος προκειμένου να σώσει το αν-θρώπινο γένος από αυτή τη μέγιστη επιθανάτια απάτη, έγινε και άνθρωπος, αλλά λάτρευαν τις πονηρές και ταλαιπωρημένες αυτές νοερές ουσίες και δυνάμεις, οι οποίες γκρεμισμένες μαζί με την ανθρώπινη φύση στην ταλαίπωρη αυτή γη, επιθυμουν άκρατα να λατρεύονται σαν θεοί. Από όσους όμως γνώρισαν τον αληθινό Θεό, όχι μόνο δεν λατρεύονται, αλλά και εμπαίζονται και έτσι εξηγείται –από μέρους– γιατί τόσο μίσος εναντίον των υιών του φωτός.

Οι Άγιοι μαρτυρούν την Αλήθεια με τα έργα, τα λόγια, την παρουσία, την αγάπη τους. Αναγνωρίζουν και λατρεύουν ταπεινά και ευγνωμόνως τον Δημιουργό τους, πράγμα που δεν δέχονται ούτε οι πονηροί δαίμονες, ούτε όσοι από τους ανθρώπους παραμένουν αμετανόητοι στη μοναξιά της αυτοθεωσεώς τους.

Ο Διοκλητιανός ήταν ένας από τους μεθυσμένους από την αυτοθέωσή τους αυτοκράτορες, ο οποίος λάτρευε αντί του Δημιουργού, τα πονηρά σκοτεινά κτίσματά Του, που έπαιζαν θεατρινίστικα τον ρόλο του Θεού. Ο Διοκλητιανός ήταν στην εξουσία, όταν πάνω σ’ αυτή τη γη έλαμψε μοναδικά, για να συνεχίσει πλέον να λάμπει αιώνια, ο μεγαλομάρτυς Γεώργιος.

Για τους γονείς του Αγίου Γεωργίου γνωρίζουμε από τον βιογράφο του μαρτυρίου του –που ήταν πιστός ακόλουθός του– ότι καταγόταν από γενεα Χριστιανών προγόνων και ότι και οι δύο υπήρχαν τόσο ενάρετοι ώστε σήμερα να τιμώνται ως Άγιοι. Ο μεν πατέρας του Γερόντιος μαρτύρησε ενώ ήταν στρατηλάτης στο αξίωμα, η δε μητέρα του ζώντας οσιακά, μεγάλωσε το μονάκριβο ορφανό της και πέθανε ειρηνικά πριν γνωρίσει την μελλοντική ουράνια δόξα του.

Η Καππαδοκία ήταν η πατρίδα τους και από τέτοιους γονείς ήταν τελείως φυσικό να προβάλει ο συγκεκριμένος υιός, ο Γεώργιος, που έγινε στην συνέχεια η παρηγοριά κάθε Χριστιανού, όπως ο ποιητής αναφέρει στο απολυτίκιό του: «Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτης και των πτωχών υπερασπιστής• ασθενούνων ιατρός, βασιλέων υπέρμαχος, τροπαιοφόρε μεγαλομαρτυς Γεώργιε• πρέσβευε Χριστω τω Θεώ σωθήναι τας ψυχάς ημών».

Agios-Georgios-Tropaioforos-13-816x1024

Νέος στην ηλικία, γεννημένος μέσα στο φως της προσευχής των γονέων του, αναθρεμμένος με τις αρετές που εκείνο το φως μεταδίδει στους λατρες του, γεμάτος από συνεση, σωφροσύνη και σοφία, πρόσθεσε, με την αυξηση της ηλικίας του, στην σεμνότητά του, την δικαιοσύνη και σαν ιδιαίτερο τελείως δικό του χαρακτηριστικό, μια αξεπέραστη ανδρεία, που πήγαζε από την μεγάλη πίστη του προς τον Χριστό και την πρόνοιά Του, πίστη που προερχόταν από την πλούσια θεωρία του φωτός του Θεού, που κατοικούσε μέσα του.

Αυτό το φως διηύθυνε τις αισθήσεις του, τις σκέψεις του, τα λόγια του. Αυτό το φως τον δίδασκε γνώση όχι μόνο στα υπεραισθητά, αλλά και σ’ αυτά ακόμη τα γήϊνα, ώστε να ξεχωρίζει ανάμεσα στους πολλούς και πολύ σύντομα να του δοθούν αξιώματα πολιτικού και στρατιωτικού διοικητού.

Δεν ξεπερνούσε τα 22 χρόνια της ζωής του κι ενώ τον περίμεναν μεγαλύτερα αξιώματα, μια που εκτός των αρετών του, της φυσικής ομορφιάς και σωματικής δυνάμεώς του είχε κληρονομήσει και γήϊνα πλούτη από τους γονείς του, ξαφνικά τα μοίρασε όλα στους φτωχούς και πήρε την μεγάλη απόφαση –σαν μυθικός ήρωας που όμως ήταν κατά πάντα συνάνθρωπός μας– γυμνός από τα γήϊνα –πράξη αυτοθυσίας που ο κάθε εχέφρων αντιλαμβανεται το μέγεθός της– να περπατήσει τον δρόμο που πρώτος περπάτησε ο Θεός στην γη για μας• κι αυτό δεν έγινε καθόλου άκαιρα.

Ο Διοκλητιανός –δια του Μαξιμιανού του γαμβρού του– είχε πετύχει μεγάλες νίκες κατά των Περσών. Ο Μαξιμιανός είχε τότε την έδρα του στην Νικομήδεια, κι αφού κατ’ αρχάς είχε πολλάκις νικηθεί από τους Πέρσες, που κατέστρεφαν την περιοχή του, την Παλαιστίνη, την Αρμενία και την Καππαδοκία, κάλεσε τον Διοκλητιανό, που με την σημαντικότερη στρατειά του κατέφθασε από την Ρώμη με την γυναίκα του Αλεξάνδρα –η οποία ήθελε να δει την κόρη της που είχε παντρευτεί τον Μαξιμιανό– έχοντας μαζί τους, τους πιο στενούς συγγενείς τους, Μαγνέντιο, Θεόγνι και Δαδιανό, οι οποίοι ήσαν τοπάρχες της Λιβύης, της Αιγύπτου και της Συρίας, ενίσχυσε τον Μαξιμιανό με την στρατεία του, ο οποίος τελικά πέτυχε ολοκληρωτικές νίκες κατά των Περσών και γύρισε πίσω στην Νικομήδεια, όπου συναθροίστηκαν όλοι οι συγγενείς, βασιλείς και ηγεμόνες.

Μετά από αυτή την επιτυχία, θέλησαν, με μεγάλες πανηγύρεις, να κάνουν θυσίες στους θεούς και μάλιστα στον Απόλλωνα, που λατρευόταν ιδιαίτερα σ’ εκείνα τα μέρη. Τότε θυμήθηκαν ότι υπήρχαν κάτω από την εξουσία τους άνθρωποι, οι Χριστιανοί, που δεν λάτρευαν τους θεούς τους. Αὐτὸ τοὺς πίκρανε αφάνταστα και αποφάσισαν ότι όλοι αυ¬τοι η έπρεπε να λατρεύουν τους θεούς τους η να πεθάνουν. Οι θεοί τους είναι φανερό ότι δεν ενδιαφέρονταν για την εντολή της αγάπης, αλλά μόνο για την δόξα τους.

Μαζεύτηκαν λοιπόν όλοι οι ηγεμόνες, με πρόεδρο και πρώτο τον αυτοκράτορα και αποφάσισαν να στείλουν παντού αυτοκρατορικά διατάγματα, που έλεγαν περίπου τα εξής: «Ο Διοκλητιανός, ο μέγιστος αεισέβαστος αιώνιος βασιλιάς, στους στρατηγούς και ηγεμόνες και προϊσταμένους που ηγεμονεύουν στις χώρες και επαρχίες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, χαίρετε! Επειδή ακούσαμε ότι μία ασεβέστατη προς τους θεούς θρησκεία, η λεγομένη των Χριστιανών, με την παρουσία της σαλεύει την ειρήνη στην κραταιά αυτοκρατορία μας και σέβεται κάποιον Ιησού, που κατακρίθηκε από τους Ιουδαίους σε σταυρικό θανατο, βλασφημούν δε και ειρωνεύονται τον μέγα θεό Απόλλωνα, τον Ερμή και τον Διονυσο, τον Ηρακλή και τον Δία, οι οποίοι χαρίζουν ειρήνη στην αυτοκρατορία, γι’ αυτό διατάζουμε να συλλαμβάνονται και να τιμωρούνται αυστηρότατα, ἄνδρες και γυναίκες, ώστε να αρνούνται την θρησκεία τους. Αν με τις απειλές και τις τιμωρίες αλλάξουν άποψη, να τους δινονται σοβαρές δωρεές, σε διαφορετική όμως περίπτωση –μετά από πολλά βάσανα και τιμωρίες να αποκεφαλίζονται με ξίφος. Εάν δεν εφαρμόσετε με ακρίβεια τα προστασσόμενα, θα υποστείτε τις ίδιες τιμωρίες. Σπουδάστε να εκτελέσετε τις διαταγές μας!».

Τα διατάγματα στάληκαν σε κάθε χώρα, σε κάθε πόλη. Ετοιμάστηκαν βασανιστήρια όργανα και δόθηκε η ευκαιρία σ’ όσους έτρεφαν έχθρα και μίσος κατά των Χριστιανών να εκπληρώσουν την επιθυμία τους αυτή, προδίδοντας τους πιστούς στους άρχοντες. Και άλλοι μεν από τους πιστούς προετοιμασμένοι με την πίστη και την αρετή, αγωνίζονταν περνώντας από φρικαλέα βασανιστήρια και νικούσαν, «μάρτυρες γενόμενοι της αληθείας» και σαν άλλα νοητά αστέρια και ήλιοι λάμπουν μέχρι σήμερα στο στερέωμα της Εκκλησίας. Άλλοι όμως δυστυχώς δεν άντεχαν μέχρι το τέλος και έχαναν τον στέφανο του μαρτυρίου.

Ανάμεσα στον πόνο και στον θόρυβο των ημερών, περιερχόταν ο εικοσιδυάχρονος Γεώργιος παρακολουθώντας τα δρώμενα. Ήταν ήδη τιμημένος με το αξίωμα του Κόμη και του είχε υποσχεθεί ο Διοκλητιανός και το αξίωμα του Στρατηλάτη. Σεμνός, ανδρείος και δυνατός στο σώμα και στην ψυχή, αναλογιζόταν προσευχόμενος την παρουσία του Θεού στην γη, πως τον προδωσε ο μαθητής Του, τον συνέλαβαν, πως τον οδήγησαν οι συνάνθρωποί του στο πραιτώριο, πως τον ενέπαιζαν, πως τον κοροΐδευαν, πως τον ράπιζαν και τον οδήγησαν οι Ρωμαίοι στρατιώτες μπροστά στον Πιλάτο να απολογηθει, πως υπέμεινε την συκοφαντική επίθεση των Ιουδαίων αρχιερέων που σουβλιζε την καρδιά μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής• «περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου» είχε πει ο Κύριος που προγνώριζε ότι θα συμβούν όλα αυτά.

Όμως μετά το διασυρμό, το μαστίγωμα και τις τόσες άλλες δυσκολίες, την ώρα της Σταυρώσεώς Του όταν παρέδωσε το Πνεύμά Του, σαλεύθηκε η γη, ο ήλιος έχασε το φως του, οι δίκαιοι νεκροί αναστήθηκαν και μετά από τρεις μέρες νικήθηκε μέχρι τέλους ο θανατος. Ο Ιησούς ο Θεός αναστήθηκε, το μαρτυρούσε η Χάρις του Αγίου Πνεύματος που κατοικούσε πλούσια στην καθαρή του καρδιά. Θεουργικός έρωτας πρόσθετε πάνω στην ανδρεία του ψυχή την δύναμη που χρειαζόταν να ομολογήση και εκείνος για τον σαρκωθέντα Ιησού, να μιμηθεί το πάθος Του, να βρεθεί κοντά στον αγαπημένο, που πρώτος έπαθε γι’ αυτον, για όλους τους ανθρώπους. Η Χάρις του Θεού τον παρότρυνε «μη φοβηθήτε από αυτους που σκοτώνουν το σώμα, δεν μπορούν όμως να σκοτώσουν την ψυχή» και όποιος «μέσα στην δική μου Χάρη με ομολογήσει αληθινό Θεό και άνθρωπο μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω κι εγώ μέσα στην ίδια ύπαρξή του, μπροστά στον Ουράνιο Πατέρα μου».

Παρουσία φωτός αρρήτου, έρωτας γλυκύτατος, έπαψαν οι αισθήσεις οι γήϊνες, η πρόσκληση ήταν βεβαία. Ο Ιησούς σαν φίλος και αγαπητός, καλούσε τον Γεώργιο κοντά Του• πως θα μπορούσε να αρνηθεί τέτοια προσκληση; Δάκρυα χαράς, αίσθηση μεγάλης ταπεινώσεως, πρόσκληση σ’ αυτόν τον θνητό Γεώργιο από τον ουράνιο Φίλο στο αξίωμα της αθανασίας, στο χάρισμα της υιοθεσίας, συγκληρονόμος Χριστού.

Πήρε αμέσως την απόφαση, χάρισε όλα τα υπάρχοντά του στους πτωχους, ελευθέρωσε τους δούλους του. Ο πιο πιστός απ’ αυτούς, που ήταν και Χριστιανός, πληροφορήθηκε τι έμελλε να κάνει ο κύριός του και δεν τον εγκατέλειψε, έμεινε κοντά του. Από αυτόν γνωρίζουμε το μαρτύριό του.

Η υπερηφάνεια –ο θεός του Διοκλητιανού– μεγάλωνε, η σύγχυση και η ταραχή στον λαό επίσης. Η απόφαση να μη μείνει κανένας Χριστιανός στην γη, έκανε τον Διοκλητιανό να καλέσει μεγάλο ανοικτό συνέδριο με πολλούς ηγεμόνες, διοικητές και στρατηλάτες –παρουσία και του λαού– και να ανακοινώσει αλαζονικά ότι θα γίνουν μεγάλες θυσίες στους θεούς, ότι θα αφανιστεί από την γη κάθε Χριστιανός. Εκεί βρισκόταν και ο Γεώργιος, γιατί σε λίγο θα έπρεπε να λάβει το αξίωμα του στρατηλάτη.

Μπροστά στα πρόθυρα των βασιλικών ανακτόρων πολλά βασανιστήρια όργανα και μηχανήματα εκτέθηκαν και δημιουργούσαν κατάπληξη στο να τα βλέπει κανείς. Ο Γεώργιος κοντοστάθηκε, τα κοίταξε: «Αυτά ήταν λοιπόν τα φόβητρα• πανάγαθε Χριστέ Ιησού μου, βοήθησέ με» ψιθύρισε και πάλι με πίστη ατένισε στον Γολγοθά, στον εσταυρωμένο Ιησού. Δεν ήταν άπειρη η ψυχή του από μάχες και θανάτους, αφού ήταν αξιωματούχος του ρωμαϊκού στρατού, εδώ όμως ανοιγόταν στάδιο αγώνα κατά του θανάτου, με θεωρούς βασιλείς και ηγεμόνες, την αφρόκρεμα της πόλης, τους συστρατιώτες του, τους γνωστούς, τους φίλους, με θεωρούς τους ουράνιους αγγέλους, τους Αγίους, αυτούς τους ίδιους τους γονείς του, που προσεύχονταν γι’ αυτόν στον ουράνιο Κύριο• θα ήταν επίσης και η παρουσία του ίδιου του Κυρίου και της πανάχραντης Μητέρας Του.

Στο στάδιο είχε να αγωνιστεί με δύο εχθρούς. Τα παμπόνηρα πνευματα της πονηρίας που λυσσαλέα επιζητούσαν τιμές θεών η τέλος πάντων να καταστρέψουν την ψυχή του χωρίζοντάς την από τον Χριστό, και με τον αξιολύπητο εκείνο και δυστυχή αυτοκρατορα και τους ηγεμόνες, που ήταν αιχμάλωτοι των δαιμόνων. Όντως ψυχές για λύπηση!

Η πολιτική του αυτοκράτορα είχε πετύχει. Οι Χριστιανοί ήταν ήδη ταλαιπωρημένοι. Εκείνος διασκέδαζε με εορτές και λατρείες των θεών του, την στιγμή που αυτοί έκλαιγαν τους νεκρούς τους και ανέμεναν με πόνο την αυριανή σύλληψή τους, χωρίς να έχουν κανένα ακόμα μεγάλο παράδειγμα ανδρείας και ομολογίας, όπως άκουγαν πως συνέβαινε σε άλλες περιοχές η λίγο πιο πριν με άλλους μεγάλους μάρτυρες. Η παρουσία των μεγάλων μαρτύρων ήταν υπέρτατο στήριγμα σ’ αυτούς, γιατί εκτός από το κουράγιο που έπαιρναν από την πίστη και την ανδρεία τους, ο Θεός συνόδευε την μαρτυρία τους με πολύ θαυμαστά γεγονότα, που τους μεν βασιλείς εξέπλητταν, στους Χριστιανοὺς ἐπιβεβαίωναν την πίστη τους και τους ενθαρρυναν.

Πολλοί ειδωλολάτρες που ήταν καλόψυχοι πίστευαν στον Χριστό και η φήμη των γεγονότων έφτανε μέχρι τις πιο απομακρυσμένες πόλεις, ακόμη και στην Ρώμη, έτσι ώστε εκεί που οι αυτοκράτορες νόμιζαν ότι ο Χριστιανισμός θα χαθεί, χιλιάδες και μυριάδες πιστοί ξεφύτρωναν, από την έμπρακτη ομολογία των μαρτύρων και τα θαυμαστά γεγονότα της παρουσίας του Θεού στην μαρτυρία τους.

Στο συνέδριο οι πάντες συναινούσαν με τις απόψεις του βασιλιά, λέγοντες: «Εμείς μέγιστε και αήττητε βασιλιά, αναγνωρίζοντας πόσο μας προστατεύεις και μας προνοείς, αποδεχόμαστε με χαρά να τιμήσουμε τους θεούς μας μαζί σου. Συμφωνούμε επίσης να καταστρέφεται με βάσανα όποιος ονομαζει τον εαυτό του Χριστιανό». Ἔτσι ἔλεγαν γιατί απολάμβαναν της τιμής, της δόξας και της ευπορίας, που ο Διοκλητιανός τους χάριζε.

Ο Γεώργιος, μέχρι στιγμής, δεν είχε πει τίποτα. Έκρινε όμως ότι ήταν η καταλληλοτερη στιγμή να δώσει την μάχη του. Κατ’ άνθρωπον φαινόταν τελείως μόνος• μέσα του όμως ο θεουργικός έρωτας μαρτυρούσε ότι ο Κύριος ήταν μαζί του. Είχε εξάλλου εμπειρία μεγάλη στην ζωή του από την προστασία που του παρείχε ο Κύριος, όταν σ’ όλες τις μάχες αυτος έβγαινε νικητής και σ’ όλες τις δύσκολες στιγμές, με θαυμαστό τρόπο τον έσωζε ο Κύριος.

Agios Georgios, Moni Zografou

Agios Georgios, Moni Zografou

Ζήτησε τον λόγο από τον βασιλιά, προχώρησε με παρρησία στο βήμα. Όλων τα μάτια στράφηκαν πάνω του. Τι θα έλεγε ο νεαρός αυτός κόμης με το ανδρείο και ευγενικό παράστημα μπροστά στον φοβερό αυτοκράτορα, που με ένα νεύμα του και μόνο μπορούσε να του αφαιρέσει την ζωή, μπροστά σ’ όλους αυτούς που ήταν έτοιμοι να κατασπαράξουν όποιον του αντιμιλούσε, μπροστά στους τόσους ηγεμόνες και στρατηλάτες που τον έτρεμαν, μπροστά στα φοβισμένα μάτια του κόσμου;

«Μεγαλειότατε, δεν θα σας κουράσω! Παρακολουθώ τον πόλεμο κατά των Χριστια-νων• τον θεωρώ τελείως ανίερο. Η ειρήνη και η δικαιοσύνη ανάμεσα στον λαό, πρέπει να εκπορεύεται από σας που είστε οι κυβερνήτές του. Εσείς όμως εναντίον δικαίων και αγίων ανθρώπων κηρύξατε πόλεμο, γιατί πιστεύουν σ’ Αυτόν που δημιούργησε τον ουρανό και την γη, χωρίς να έχουν πράξει κανένα κακό, αφού οι εντολές Του είναι μόνο αρετές, μόνο αγάπη. Μεγαλειότατε, δεν ανέχομαι να μη λατρεύεται ο Χριστός ο Υιός του Θεού, να πορευεστε μέσα στο σκοτάδι, να λατρεύετε ἀναίσθητα είδωλα και δαίμονες για θεούς. Ακούστε με! Αφήστε το σκοτάδι! Ελάτε στο θεϊκό φως που είναι η επίγνωση Ιησού του Θεού, για να αξιωθείτε αιώνια δόξα! Η δόξα που έχετε τώρα, είναι πρόσκαιρη και ματαία• σαν χορτάρι θα μαραθεί κι είναι για μένα καλύτερο να με παραδώσετε σε μύριους θανάτους παρά να ακούω τις βλασφημίες σας».

Ο βασιλιάς ταράχθηκε, κοκκίνισε, θύμωσε, δεν μπορούσε να μιλήσει. Έκανε νεύμα στον ηγεμόνα Μαγνέντιο να μιλήσει, κι’ αυτός είπε:

– Ποιό είναι το όνομά σου, ποιός είσαι που με τόσο θράσος ανέβηκες σ’ αυτό το φοβερό βήμα για νὰ μιλήσεις έτσι μπροστά σ’ όλους μας;

– Το πιο τίμιο όνομα που μου προκαλεί χαρά και δόξα είναι το Χριστιανός. Το από την γέννησή μου Γεώργιος, όπως ο Θεός μου θέλησε.

– Και για ποιά αιτία παρουσιάστηκες σήμερα εδώ στο μέγα τούτο κριτήριο;

– Η αλήθεια με παρότρυνε.

– Και τι είναι αλήθεια;

– Η αλήθεια είναι Χριστὸς ὁ Θεός που εσείς καταδιώκετε. Αυτός όμως είναι Θεός αληθινός και οι βασιλείς της γης από Αυτόν έχουν την εξουσία, ενώ τα σεβάσματά σας αξίζουν μόνο εμπαιγμό, γιατί είναι μύθοι και εφεύρεση διαβολική, που στέλνουν στην καταστροφή αυτούς που ασχολούνται με την λατρεία τους.

Μετά από αυτή την απάντηση, σύγχυση και θόρυβος μεγάλος έγινε στο πλήθος και ο αυτοκράτορας πρόσταξε τους φύλακες να κρατήσουν την τάξη. Επικράτησε σιγή. Ο Μαγνέντιος δεν περίμενε τέτοιο θάρρος. Ο Διοκλητιανός παρακολουθούσε την νεότητά του, την συμμετρία των μελών του, την ωραιότητα του προσώπου του, το γεμάτο ανδρεία νεανικό παράστημα του, την παρρησία του που δεν έκρυβε κανένα φόβο και σάστισε θαυμάζοντας. Μετά όμως με υποκριτική ηρεμία είπε:

– Γεώργιε, εγώ γνωρίζω για σένα ότι είσαι ευγενής, από πλούσια οικογένεια, με συνετή σκέψη και ανδρεία κοσμημένος, με πολλὰ ἐπίσης αξιώματα που σου χαρίστηκαν από την βασιλεία μου, τα οποία πιστεύω ότι τα έλαβες από την πρόνοια των μεγάλων θεών. Μην είσαι αγνώμων και αχάριστος προς τους ευεργέτες. Προτιμώ να σου μιλώ πατρικά και να σου παρουσιάσω πόσες ακόμα τιμές και δόξες θα πάρεις, αν αφήσεις την ανώφελη αυτή πίστη και θυσιάσεις στους θεούς, παρά να σου εκθέσω πόσα βασανιστήρια και ποιά οξύτατα βάσανα σε περιμένουν, που προκαλούν φρίκη μόνο στο άκουσμά τους.

– Οι τιμές σου βασιλιά και οι ατιμίες δεν με ενδιαφέρουν. Θα εξαφανιστούν κι αυτές ως φθαρτές, αφού κι εσύ φθαρτός είσαι, κι εσύ που αυτή την στιγμή φαίνεται ότι υποτάσσεις τα πάντα, μετά από λίγο δεν θα υπάρχεις κι ούτε ίχνος από την τωρινή ευτυχία σου δεν θα φαίνεται στην ζωή αυτή. Γι’ αυτό καλύτερα να πιστέψεις στον αληθινό και αιώνιο Θεό μου, για να σου χαρίσει την επουράνια βασιλεία Του. Και μην πιστεύεις ότι θα με πείσεις να θυσιάσω στους δαίμονες, ούτε να αφήσω το φως για χάρη του σκοταδιού, γιατί η σύνεση διδάσκει από τον θάνατο προς την ζωή να επιστρέφουμε.

Κι ο βασιλιάς είπε:

– Κι έτσι απλά καταστρέφεις την νεότητά σου και αφήνεις την γλυκιά ζωή και προτιμάς την ἀπώλειά σου και τον θάνατο;

– Δεν είναι βασιλιά ο θάνατος αυτός εδώ απώλεια, αλλά χαρά, γλυκύτητα, και αγαλλίαση. Μ’ αυτά που εσύ νομίζεις θλιβερά, εμείς θα απολαύσουμε την αιώνια ζωή και μακαριότητα κι όσα δεν μπορείς να φανταστείς αγαθά, που μας ετοίμασε ο Θεός.

Ο βασιλιάς εξοργίστηκε και κοιτώντας τον θυμωμένος, φώναξε:

– Εγώ θέλοντας να σε σώσω και να σου δώσω πολλά αγαθά, ανέχθηκα την αναίδειά σου. Εσύ όμως δὲν ὑπολογίζεις όσα σου πρόσφερα και ονειροπολείς, από τα βάσανα που θα σου δώσω, ότι θα κερδίσεις αιώνια αγαθά. Πάρε λοιπόν αυτά που θέλεις και να δούμε ποιά είναι η ελπίδα σου.

Και αμέσως διέταξε τους πιο ισχυρούς φρουρούς να τον κτυπήσουν με μαστίγια, από βοδινά νεύρα κατασκευασμένα. Ο Γεώργιος πολλή ώρα υπέμεινε, χωρίς να στενάξει και ο βασιλιάς διέταξε να τον κρεμάσουν από ένα ξύλο και να τον κτυπήσουν με δόρυ στην κοιλιά, γιὰ να χυθούν έξω τα σπλάγχνα του. Όμως το σιδερένιο δόρυ, κατά το κτύπημα, στράβωσε σαν να ήταν μολυβένιο κι ο μάρτυς είπε:

– Σ’ ευχαριστώ Χριστέ μου, γιατί το σπαθί του υπηρέτη του διαβόλου απέστρεψες από μένα και την υπερηφάνειά του κατέστρεψες.

Μετά από τόσα κτυπήματα που με ανδρεία και πραότητα υπέμεινε ο Γεώργιος, μετὰ από την θαυμαστή διάσωσή του από τον θάνατο, αντί να ταπεινωθεί η αλαζονεία του υπερήφανου, θύμωσε πιο πολύ και με μανία διέταξε να τον ξέουν με νύχια σιδερένια. Κατόπιν τον έστειλε στην φυλακή, τα πόδια του τα έβαλαν στο τιμωρητικό ξύλο και πάνω στο στήθός του ἔβαλαν με σχοινιά μια τεράστια πέτρα, προκειμένου να συντριφθεί το σώμα του. Την ώρα που οι ισχυροί άνδρες έβαζαν στο στήθός του τον ογκόλιθο, εκείνος ευχα-ριστούσε τον Θεό και επέζησε, παρόλο που ο βασιλιάς νόμιζε ότι θα είχε πεθάνει.

Μόνο καρδιά, ψυχή και σώμα γεμάτα από Άγιο Πνεύμα μπορούσαν να αντέξουν σ’ αυτές τις φρικαλεότητες. Ο Γεώργιος έχοντας μέσα στην καρδιά του τον θεουργικό έρωτα του Ιησού, αναπολούσε τα ουράνια αγαθά, την συναυλία με τους Αγίους, βίωνε πολύ έντονα την ἀγάπη τοῦ Χριστού για την οποία περνούσε μέσα απ’ αυτές τις θλίψεις, ένιωθε την παρουσία του Ιησού να ελάφρύνει τον σταυρό του. Αγαπημένε Γεώργιε έλεγε• «Ο ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστι».

Την επομένη, έμαθε ο Διοκλητιανός από τους φρουρούς, ότι ο Γεώργιος παρ’ ελπίδα ζει. Αυτό του προξένησε ἔκπληξη, αλλά αιχμάλωτος από τα πάθη του, δεν μπορούσε να εν-νοήσει ότι υπερφυσική ήταν πάντως η σωτηρία του. Προστάζει με μανία να κατασκευαστεί ένας μεγάλος τροχός, με τον άξονά του να ἀνεβοκατεβαίνει πάνω σε δύο στύλους και ανάμεσα στους στύλους κάτω από τον τροχό, να τοποθετηθεί δοκάρι ξύλινο, πάνω στο οποίο θα έπρεπε να φυτευθούν καρφιά οξύτατα, διάφορα σπαθιά και μαχαίρια, ώστε όταν ο τροχος θα γύριζε κατεβαίνοντας σιγά-σιγά, να κατέκοβε το σώμα του Γεωργίου έως θανάτου.

Όταν τον έφεραν στον τόπο που ήταν ο τροχός και είδε με τι διαβολική τέχνη ήταν κατασκευασμένος, θυμήθηκε και πάλι τον εσταυρωμένο ανάμεσα στους δύο ληστές Ιησού, έδωσε κουράγιο στον εαυτό του και ψιθύρισε: «Εσύ, που αν και αθάνατος γεύτηκες για την σωτηρία μας θάνατο, δώσε μου αυτή την ώρα να φυλάξω την πίστη και την ομολογία μου. Φύλαξε την ψυχή μου από τις τέχνες του εχθρού», και παραδόθηκε όλος στην φλόγα της προσευχής και του θείου πόθου να πάθει γι’ Αυτόν που για μας έπαθε.

Οι δήμιοι σαν θηρία τον άρπαξαν αμέσως στο νεύμα του τυράννου, άρχισαν να δενουν και να καρφώνουν τα χέρια και τα πόδια του στον τροχό, να σφίγγουν πάνω σ’ αυτόν με σιδερένια δεσίματα το σώμα του και να περιστρέφουν και κατεβάζουν σιγά-σιγά τον τρο-χο. Έτριζε ο τροχός και τα κοφτερά ξίφη άρχισαν να τεμαχίζουν σιγά-σιγά το σώμα του. Οἱ σαρκες διαλύονταν, τα οστά συντρίβονταν, ποτάμια το αίμα και οι παρόντες έστρεφαν αλλου το πρόσωπό τους, επειδή δεν μπορούσαν να βλέπουν το θέαμα. Ο Γεώργιος ούτε καν βογγούσε. Η παρουσία της Χάριτος, μετέβαλλε τους πόνους σε χαρά και ο θάνατος, που φυσιολογικά θὰ ἔπρεπε να είχε ήδη έρθει, δεν έφθανε, γιατί εκεί ήταν Εκείνος που είπε• «Εγώ ειμί η Ζωή• ο πιστεύων εις εμέ, καν απόθάνει ζήσεται». Αλλά ο Διοκλητιανὸς νόμιζε και παλι ότι ο Γεώργιος πέθανε και με κομπασμό είπε στους παρισταμένους: «Βλεπετε όλοι σας, ότι δεν υπάρχει άλλος θεός, εκτός από τον Απόλλωνα, τον Ποσειδώνα και τους αλλους θεούς. Που είναι τώρα ο Θεός του Γεωργίου; Γιατὶ δὲν φάνηκε να τον σώσει από τα βασανα που του κάναμε;». Διέταξε λοιπόν να παραμείνει στον τροχό ο Γεώργιος έτσι πεθαμένος, προς εξουδενωση τοῦ Χριστοῦ και φόβητρο του κόσμου κι αυτός πήγε στα βασίλεια.

Κατά τις μία η ώρα το μεσημέρι, σκοτείνιασε ο ήλιος από βαριά σύννεφα, αστραπές και βροντές έσειαν τον αέρα και φωνή ακούστηκε που έλεγε: «Μείνε ανδρείος Γεώργιε! Να είσαι αδίστακτος στην πίστη σου και πολλοί εξαιτίας σου θα πιστέψουν σε μένα».

Οι στρατιώτες της φρουράς φοβήθηκαν και τόβαλαν στα πόδια. Άγγελος όμως Κυρίου εμφανίστηκε μπροστά στον Γεώργιο, τον ἔλυσε, τον αποκατέστησε τελείως υγιή και του είπε: «Να χαίρεσαι εν Κυρίω πραγματικά Γεώργιε. Είσαι αληθινά ευτυχής, γιατί έδωσες τον εαυτό σου σε θάνατο για Εκείνον που για σένα πρώτος λογίστηκε στοὺς νεκρούς. Πάρε δύναμη από την δύναμή Του, νίκησε κατά κράτος την ασέβεια και με στεφάνι δόξας ουρα-νίου φωτός, θα κατακοσμηθείς από τον βασιλιά της δόξης Χριστό».

Ήταν τόσο μεγάλη και ένδοξη η παρουσία του ουράνιου συμπαραστάτη που γέμισε την ψυχή του με ουράνια χαρά και ευφροσύνη. Τον θείο έρωτα που μυστικά ζούσε μέσα στην ψυχή του, όχι μόνο επιβεβαίωσε η ουράνια αυτή παρουσία, αλλά πολλαπλασίασε απείρως κατά τὴν πίστη και τους αγώνες του. Αυτές οι παρουσίες, καθώς και κάθε παράκληση της θείας Χάριτος δεν ξεχνιούνται ποτέ, ώστε να μπορεί ο αγωνιστής της ευσεβείας να τις φέρνει στην μνήμη του και να ενδυναμώνει την ψυχή του μὲ την πίστη, τις ώρες που ο Κύριος επιθυμεί να δοθεί από αυτούς που τον αγαπούν και η δική τους προσωπική κατάθεση στην προθυμία της αγάπης και της θυσίας.

Με άνεση, μόνος και πάλι, ξεκίνησε για το επόμενο αγώνισμα. Η ψυχή του ήταν ήδη στον ουρανό, η αγάπη για τους συνανθρώπους του μεγάλη και ο πόθος να δώσει και πάλι την παρουσία του Χριστού στους συνανθρώπους του, τὸν έκαναν να φύγει αμέσως για τα βασίλεια, όπου έμαθε ότι ο αυτοκράτορας θυσίαζε στον ναό του Απόλλωνα, περικυκλωμένος από το συνωστισμένο πλήθος.

Φλεγόμενος από τον πόθο να μαρτυρήσει για την αλήθεια, έσπρωχνε δεξιά και αριστερά το πλήθος για να φθάσει γρήγορα μπροστά στον βωμό που ήταν ο αυτοκράτορας. Έκπληξη και ταραχή, όχι λίγη, προκάλεσε η παρουσία του. Η τελετή σταμάτησε, ανησυχία με απορία δημιουργήθηκε και ο Γεώργιος σαν να παράβλεπε τον αυτοκράτορα, είπε προς το πλήθος: «Γιατί φίλοι θυσιάζετε τις ψυχές σας στους δαίμονες; Μέχρι πότε θα βρίσκεστε στο σκοτάδι τῆς ἀθεΐας, εκουσίως θα κλείνετε τα μάτια της ψυχής σας και δεν θέλετε να κοιτάζετε στο φως τον ήλιο της δικαιοσύνης Χριστό; Ελάτε κοντά Του, νικήστε τον θάνατο, ατενίστε στο άχρονο φως, γίνετε παιδιὰ τοῦ φωτός και της ημέρας. Δαίμονες σκοτεινοί είναι τα σεβάσματά σας και στην αιώνια φωτιά θα σας στείλουν. Θεός αληθινός είναι ο Χριστός, ο Θεός μου, ο οποίος θα συνδοξάσει και θα χαρίσει αιώνια ζωή, σ’ αυτούς που τον πιστεύουν». Στην συνέχεια στράφηκε προς τον βασιλιά και του είπε: «Πρόσεξέ με καλά βασιλιά και ταυτόχρονα πίστεψε στον Θεό μου, που με έσωσε από το μηχάνημά σου που κατασκεύασες για να με θανατώσεις».

Η δόξα του προσώπου του Γεωργίου που έλαμπε από το θεϊκό φως, η επίγνωση του φρικτού μαρτυρίου που ο ίδιος ο βασιλιάς παρακολούθησε, δεν τον άφηναν να πιστέψει ότι αὐτὸς εἶναι ο Γεώργιος. «Ποιός είσαι άνθρωπε»; είπε σαν ναρκωμένος. «Ποιός είσαι που τόλμησες να προκαλέσεις τόση ταραχή την ὥρα τῆς θυσίας»; Και ο Γεώργιος είπε: «Εγώ είμαι ο Γεώργιος που σας έχω ήδη μιλήσει για την αληθινή πίστη, αλλά κι αυτή την στιγμή, βεβαιώνω την δύναμη του αληθινού Θεού μου με την ζωντανή παρουσία μου. Ὁ Θεός μου, σώζει αυτούς που τον πιστεύουν, όχι μόνο από τα χέρια των ανόμων αλλά και από αὐτὸ τὸν ίδιο τον θάνατο και από κάθε θάνατο».

Ο βασιλιάς τον πρόσεχε καλύτερα και έλεγε: «Μήπως είναι το φάντασμα του και μας κοροϊδεύει»; Κι ο Μαγνέντιος έλεγε: «Όχι κάποιος άλλος θα είναι που του μοιάζει». Πως μπορούσαν να πιστέψουν ότι ο Γεώργιος μετά από τέτοιο φρικιαστικό θάνατο ήταν ζωντανός και υγιής μπροστά τους σε διάστημα λίγων ωρών, και ενώ αυτοί θυσίαζαν για να γιορτάσουν την νίκη τους; Ο Γεώργιος διέκοψε και πάλι την απορία τους και είπε: «Εγώ είμαι ο Γεώργιος, ο δούλος και φίλος του Χριστού μου. Μην αμφιβάλλετε μεταξύ σας για μένα• καλύτερα πιστέψτε χωρίς ενδοιασμούς, γιατί είναι παντοδύναμος και τους νεκρούς ακόμη ζωοποιεί και τους χαρίζει την ανάσταση».

Agios-Georgios-Kelli-Agiou-Georgiou-Faneromenou-Agion-Oros-707x1024

Οι ηγεμόνες έμειναν εμβρόντητοι. Οι στρατηλάτες τους όμως Ανατόλιος και Πρωτο-λέων που είχαν παρακολουθήσει τα γενόμενα με πολύ πλήθος κόσμου, έλεγαν μεταξύ τους ότι αυτός είναι ο Γεώργιος και ότι ο Χριστός είναι αληθινός Θεός. Αυτή η ομολογία τους ήταν αρκετή για να διατάξει ο βασιλιάς να αποκεφαλιστοῦν, με όσους πίστεψαν, έξω από την πόλη, πράγμα που έγινε.

Όμως και η γυναίκα του βασιλιά, η αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα, που είχε παρακολουθήσει τα γεγονότα, είπε προς τον βασιλιά: «Κι εγώ πιστεύω τον Χριστό σαν Θεό, όπως ο Γεώργιος μας είπε». Κι ο Μαγνέντιος της είπε: «Γιατί καταφρονεις τους θεούς για χάρη ενός σταυρωμένου ανθρώπου»; Βέβαια ήταν γνωστό σ’ αυτούς και οι ίδιοι το εφάρμοζαν, να σκοτώνουν δηλαδή, μεταξύ των άλλων, τους κακούργους με σταυρικό θάνατο. Η Αλεξάνδρα του είπε: «Ανώτερα πράγματα μας έδειξε ο Γεώργιος για τον Εσταυρωμένο• οι θεοί σας είναι άξιοι κάθε καταφρονήσεως».

Πολλές συγχρόνως συγκλητικές γυναίκες πίστεψαν, βλέποντας την πνευματική δόξα του Γεωργίου και το θάρρος της βασίλισσάς τους. Τότε ο βασιλιάς διέταξε αμέσως να ρίξουν τον Γεώργιο μέσα σε λάκκο με σβησμένο ασβέστη, ώστε αφού μείνει τρεις μέρες εκεί, να μη βρεθούν ούτε τα οστά του.

Έγινε όπως διέταξε, και οι φύλακες φρουρούσαν τον λάκκο. Πέρασαν τρεις μέρες και ο βασιλιάς διατάζει να πετάξουν ότι απέμεινε από τα οστά του για να μην τα προσκυνουν οι Χριστιανοί. Πλήθος όμως κόσμου περικύκλωσε τον λάκκο περιμένοντας με αγωνία να δουν τι απέγινε ο Γεώργιος. Τον είχαν δει τόσες φορές να νικάει τον θάνατο, που μέσα τους πίστευαν ότι πάλι ζωντανό θα τον δοῦν. Κι έτσι έγινε! Ο Γεώργιος ήταν τελείως υγιής και δοξασμένος, που προκάλεσε τα πλήθη σε ζητοκραυγές, σαν να παρακολουθουσαν πλέον έναν τιτάνιο αγώνα μεταξύ ζωής και θανάτου, Χριστού και δαιμόνων, του Γεωργίου και του βασιλιά ως εκπροσώπων τους.

pemptousia.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (7)

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Μαΐου, 2013

Στους χίλιους ύπνους ένας βγαίνει ο ξυπνητός αλλά για πάντοτε  («Ως Ενδυμίων», Δυτικά της Λύπης) Χρόνια που μοιάζουν ατελεύτητα κι αν μόλις  χθες γεννήθηκες («Προς Τροίαν», Δυτικά της Λύπης)

Μόνο Ένας βγήκε από τους κοιμηθέντας. Κι Αυτός για πάντα. Είναι ο Θεός που έγινε Άνθρωπος.  Το παρήγορο είναι πως όσοι θέλουν να  μπούνε στο όνειρο που Αυτός μάς προσφέρει βγαίνουν-ήδη βγήκαν-  κι εκείνοι ξυπνητοί. Εις τους αιώνας. Είναι το μοναδικό όνειρο στο οποίο δεν πρωταγωνιστούν καταστάσεις, αλλά Πρόσωπο. Η όντως Αλήθεια και Ζωή. Και είναι ο μοναδικός ύπνος που γίνεται φυσίζωος.

Συμμετέχουμε στο όνειρο στο Σπίτι του Προσώπου.  Κι ας μας κατηγορούνε ότι κοιμόμαστε. Είναι η όψη που βλέπει ο καθένας τα πράγματα. Το οξύμωρο. Ενώ όλοι έχουν δικαίωμα στο όνειρο, οι περισσότεροι προτιμούν να ζούνε την αλήθειά τους και την αλήθεια του κόσμου, στον οποίο νομίζουν ότι ανήκουν.  Λυπάσαι. Πώς να τους αφήσεις έτσι;  Ο πόνος της ελευθερίας.

Μα εσύ το νιώθεις. Είναι η Ανάσταση που σε έφερε στον κόσμο. Μόλις χθες γεννήθηκες.  Μα μοιάζουν ατελεύτητα τα χρόνια, γιατί αγαπάς.  Εκείνον που σε αναγέννησε και όλες τις εικόνες Του. Τις κεκοιμημένες και τις ζωντανές. Αυτές που ελπίζουν κι αυτές που καγχάζουν.

Τελικά μόνο η Αγάπη νικά το χρόνο και τον κάνει αιωνιότητα. Κι όταν αγαπάς, έχεις ήδη αναστηθεί.

Κυριακή του Πάσχα, 5 Μαΐου 2013

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/2013/05/7.html

Δείτε και:

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (6)

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (5)

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (4)

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (3)

ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (2)

ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Μαΐου, 2013

Ο ένδοξος και θαυμαστός και μέγας Μάρτυς Γεώργιος έζησε κατά τους χρόνους του βασιλιά Διοκλητιανού, καταγόταν από τη χώρα των Καππαδοκών, ήταν από επίσημο γένος και διέπρεψε στο στράτευμα των Τριβούνων. Όταν δε επρόκειτο να μαρτυρήσει, είχε το αξίωμα του Κόμη. Επειδή λοιπόν ο βασιλιάς ξεκίνησε  τον πόλεμο κατά των Χριστιανών κι έβγαλε διαταγή όσοι από τους χριστιανούς αρνούνται και αθετούν τον Χριστό να αξιώνονται τιμές και δωρεές βασιλικές, ενώ όσοι δεν πείθονται να θανατώνονται, ο άγιος παρουσιάστηκε μόνος του και ομολόγησε ότι είναι χριστιανός, ελέγχοντας ταυτόχρονα τη ματαιότητα και αδυναμία των ειδώλων και κοροϊδεύοντας αυτούς που πιστεύουν σε αυτά.

Επειδή δε δεν υποχώρησε  ούτε στις κολακείες και τις υποσχέσεις του τυράννου, τις οποίες του έδωσε πλούσια, ούτε όμως και στις απειλές του, αλλά φαινόταν ότι τα περιφρονεί όλα, πρώτα από όλα κτυπιέται στην κοιλιά με κοντάρι. Ενώ το κοντάρι άγγιξε τη σάρκα του, τόσο που έτρεξε πολύ αίμα, και βγήκε έπειτα η άκρη του, ο άγιος παρέμεινε αβλαβής. Έπειτα τον έδεσαν σε τροχό που είχε σιδερένιες άκρες και άφησαν τον τροχό να κυλίσει στο έδαφος. Το σώμα του αγίου κομμιατάστηκε σε πολλά μέρη, αλλά πάλι αποκαταστάθηκε υγιής με επιστασία θείου αγγέλου.

Εμφανίστηκε τότε στον βασιλιά και στον Μαξέντιο τον σύνεδρό του που θυσίαζαν στα είδωλα, οπότε καθώς φάνηκε σώος τράβηξε πολλούς προς την πίστη του Χριστού. Με την προσταγή του βασιλιά τα κεφάλια αυτών που πίστεψαν αποκόπηκαν έξω από την πόλη. Πίστεψε δε στον Χριστό και η βασίλισσα Αλεξάνδρα, η οποία ομολόγησε ενώπιον του τυράννου τον Χριστό ως Θεό. Πίστεψαν μάλιστα και πολλοί άλλοι στον Χριστό, όταν είδαν τον άγιο να εξέρχεται αβλαβής από τον λάκκο της ασβέστου στον οποίο τον είχαν βάλει. Μετά από αυτά έδεσαν τα πόδια του σε σιδηρένιες κρηπίδες που είχαν καρφιά, εξαναγκάζοντάς τον να τρέξει. Κι ακόμη, τον κτύπησαν ανελέητα με ξερά νεύρα βοδιών. Ο Μαξέντιος τότε ζήτησε από τον άγιο κάποιο θαύμα και συγκεκριμένα αν μπορεί να αναστηθεί κάποιος από αυτούς που βρίσκονταν σε έναν παρακείμενο τάφο με πεθαμένους πριν από πολύ καιρό. Ο άγιος προσευχήθηκε πάνω από το κάλυμμα του τάφου και αναστήθηκε ένας νεκρός, ο οποίος προσκύνησε τον άγιο και δόξασε τη θεότητα του Χριστού. Όταν ρώτησε ο βασιλιάς ῾ποιος ήταν και πότε έφυγε από τη ζωή αυτή᾽, εκείνος είπε ότι έζησε πριν από την παρουσία του Χριστού και ότι λόγω τη πλάνης του προς τα είδωλα κατακαίεται τόσα χρόνια  σε φωτιά. Από το γεγονός αυτό πολλοί πίστεψαν στον Χριστό και προστέθηκαν στην πίστη, οπότε με μιά φωνή όλοι δόξαζαν τον Θεό. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Γλυκέριος, του οποίου το βόδι ο άγιος, όταν ψόφησε, το ανέστησε. Καθώς ο Γλυκέριος βεβαιώθηκε για την πίστη του Χριστού από το θαύμα αυτό, δέχτηκε το στεφάνι του μαρτυρίου, γενόμενος πολλά κομμάτια από τα ξίφη των απίστων.

Επειδή λοιπόν προσέρχονταν στον Χριστό διαρκώς και περισσότεροι από όσα γίνονταν, κι ακόμη από το ότι ο άγιος μάρτυρας Γεώργιος εισήλθε στον ναό των ειδώλων και πρόσταξε ένα από τα ξόανα να πει αν αυτός ήταν ο Θεός και ότι πρέπει αυτόν να προσκυνούν, ο δαίμονας που βρισκόταν στο ξόανο θρηνώντας αποκρίθηκε ότι μόνος Θεός είναι ο Χριστός. Από αυτό ταράχτηκαν τα είδωλα όλα, κατέπεσαν και συντρίφτηκαν. Οι λατρευτές των ειδώλων τότε, μη υποφέροντας άλλο, συνέλαβαν τον άγιο, προκειμένου να τον οδηγήσουν προς τον βασιλιά και να ζητήσουν τη θανατική του καταδίκη. Ο βασιλιάς πράγματι διέταξε να θανατωθούν με ξίφος και ο Γεώργιος και η βασίλισσα Αλεξάνδρα. Και του μεν αγίου κόψανε το κεφάλι, η βασίλισσα όμως προσευχήθηκε στη φυλακή που ήταν και παρέδωσε το πνεύμα της στον Θεό. Τελείται η σύναξη του αγίου στο αγιότατο Μαρτύριό του που βρίσκεται στο Δεύτερο᾽.

Η εορτή του αγίου μεγαλομάρτυρα Γεωργίου είναι κατά την Εκκλησία μας ιδιαιτέρως χαρμόσυνη όχι μόνον από το γεγονός ότι η ημέρα του μαρτυρίου ενός αγίου είναι η ημέρα της δόξας του ως εισερχομένου τότε θριαμβευτικά στη βασιλεία των Ουρανών, αλλά και από το γεγονός ότι πάντοτε συνοδεύει την ῾εορτήν των εορτών και την πανήγυριν των πανηγύρεων᾽, την Ανάσταση του Κυρίου. Κατά τον άγιο υμνογράφο ῾ιδού, ανέτειλε η άνοιξη της χάρης. Έλαμψε η Ανάσταση του Χριστού σε όλους και λάμπει μαζί με αυτήν τώρα η πανέορτη και φωτοφόρα ημέρα Γεωργίου του μάρτυρα. Εμπρός λοιπόν όλοι, λαμπροφορώντας ένθεα, ας γιορτάσουμε χαρμόσυνα᾽ (῾Ανέτειλεν ιδού, το της χάριτος έαρ· επέλαμψε Χριστού η Ανάστασις πάσι, και ταύτη συνεκλάμπει νυν Γεωργίου του μάρτυρος η πανέορτος και φωτοφόρος ημέρα· δεύτε άπαντες λαμπροφορούντες ενθέως φαιδρώς εορτάσωμεν᾽) (κάθισμα όρθρου). ῾Έλαμψε σ᾽ εμάς η πανένδοξη μνήμη του δούλου του Χριστού μαζί με την Ανάστασή Του, κατά την οποία αφού μαζευτούμε οι πιστοί, ας γιορτάσουμε χαρμόσυνα᾽ (῾Σύνδρομος εξέλαμψεν ημίν η πανένδοξος μνήμη η του θεράποντος τη Αναστάσει Χριστού, εν η συνελθόντες οι πιστοί φαιδρώς εορτάσωμεν᾽) (ωδή γ´).

Είναι τόσο μεγάλη η χαρά μάλιστα της εορτής, ώστε ο άγιος υμνογράφος κινούμενος σε υψηλά επίπεδα λυρισμού αναφέρει ότι με τον μεγαλομάρτυρα Γεώργιο υπερβαίνεται και η παροιμία ῾ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη᾽. ῾Να λοιπόν, πιστέ λαέ του Θεού – σημειώνει στην ωδή ς´ – που και ένα καλό χελιδόνι  αναπληρώνει τη χάρη της άνοιξης κατά τρόπο θαυμαστό, κι αυτό το χελιδόνι είναι ο Γεώργιος᾽ (῾Ιδού σοι και μία τερπνή χελιδών, θεοσύλλεκτε λαέ, την του έαρος χάριν αναπληροί θαυμαστώς, ο Γεώργιος᾽). Πού έγκειται η μεγάλη χάρη του αγίου μεγαλομάρτυρα, τόσο που χαρακτηρίζεται ῾γνήσιος φίλος του Χριστού, πρωταθλητάρχης Αυτού, πάμφωτος λαμπτήρας της οικουμένης, φαεινότατος αστέρας, τιμαλφέστατη λυχνία᾽; (ωδή δ´) Η απάντηση που δίνουν οι ύμνοι της Εκκλησίας μας δεν είναι άλλη από αυτήν που δίνουν για όλους τους αγίους: η βαθιά πίστη του αγίου στον Χριστό και η θερμότατη αγάπη του σ᾽Εκείνον και στους ανθρώπους, δηλαδή η τελεία υπακοή του στις διδαχές Του.  Απλώς αυτό που είναι ο πυρήνας της αγιότητας το δίνουν οι υμνογράφοι μας με πολλούς τρόπους και σε πολλά επίπεδα. Για παράδειγμα: ῾Γεώργιε, ακολούθησες τις διδαχές του Δεσπότη Χριστού᾽ (῾Του Δεσπότου ταις διδαχαίς ηκολούθησας᾽) (δοξαστικό εσπερινού). ῾Στερέωσες τον πόθο σου για τον Χριστό πάνω στην πίστη Του, έδιωξες τον φόβο με την ελπίδα, απέκτησες τα ουράνια με την αγάπη᾽(῾πίστει πόθον ενστησάμενος, ελπίδι φόβον απωσάμενος, αγάπη εκτήσω τα ουράνια, πανεύφημε᾽) (λιτή). ῾Στηρίχτηκες στην ελπίδα, περιφράχτηκες από την αγάπη και την πίστη, Γεώργιε, και δυναμώθηκες από τη δύναμη του Χριστού, γι᾽αυτό και κατανίκησες την πλάνη των ειδώλων᾽(῾Ελπίδι στηριζόμενος και αγάπη και πίστει τε περιφραχθείς, Γεώργιε, και δυνάμει Χριστού ρωννύμενος, των ειδώλων την πλάνην καταβέβληκας᾽) (ωδή γ´).

Εκείνο που τονίζουν κατεξοχήν οι ύμνοι της Εκκλησίας μας είναι η δύναμη της ψυχής του αγίου και ο θερμός ζήλος του για τον Χριστό. Δεν διστάζει ο υμνογράφος να χαρακτηρίσει τον Γεώργιο ως ῾λιοντάρι που με ρωμαλέο φρόνημα πήγε μόνος του προς το μαρτύριο, γιατί καταφρόνησε το σώμα ως φθαρτό και φρόντισε πρωτίστως την άφθαρτη ψυχή του᾽ (῾Ρωμαλέω φρονήματι πεποιθώς ηυτομόλησας, ώσπερ λέων, ένδοξε, προς την άθλησιν, υπερορών μεν του σώματος ως φθείρεσθαι μέλλοντος, της αφθάρτου δε ψυχής σοφώς επιμελούμενος᾽) (στιχηρό εσπερινού), όπως και  νέο Δαυίδ που νίκησε τον αντίπαλο Γολιάθ με τις βολές όμως των λόγων του. ῾Φάνηκες νέος στους πολέμους, με ικανότητα στο χέρι, σαν άλλος ανδρείος Δαυίδ. Διότι όπως αυτός νίκησε τον αντίπαλο Γολιάθ, το ίδιο και εσύ νικάς ρίχνοντας κάτω τον αντίπαλο με τις βολές των λόγων σου᾽(῾Νέος ώφθης εν πολέμοις ικανός τη χειρί, άλλος Δαυίδ ανδρείος· ως γαρ αυτός τον Γολιάθ τον αντίπαλον και συ νικάς καθελών, βολαίς των λόγων σου᾽) (ωδή α´). Κι η λιονταρίσια αυτή δύναμή του ερμηνεύεται από τον υμνογράφο όχι ως μία αποκοτιά, αλλά ως ενσυνείδητη έκφραση του πόθου και του ζήλου του για τον Χριστό, αφού ῾ο πόθος ενίκα την φύσιν᾽ (δοξαστικό εσπερινού). Ο άγιος Γεώργιος αποτελεί την επιβεβαίωση αυτού που σημειώνει ο μέγας απόστολος Παύλος, ότι δηλαδή η αγάπη για τον Χριστό υπερβαίνει τον όποιο φόβο για τον θάνατο, για τους κινδύνους, για τις όποιες ταλαιπωρίες. ῾Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία ή κίνδυνος ή μάχαιρα; Πέπεισμαι γαρ ότι ουδέν δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Χριστού της εν Χριστώ Ιησού᾽ (Πρβλ.Ρωμ. 8). ῾Βρέθηκες ντυμένος την πανοπλία του Χριστού, Γεώργιε, κι ήσουν γεμάτος φωτιά από αγάπη του Χριστού…και στους παρανόμους κραύγαζες: Ούτε τα θηρία ούτε οι τροχοί, ούτε η φωτιά ούτε το μαχαίρι έχουν τη δύναμη να με χωρίσουν από την αγάπη του Χριστού του Θεού μας᾽ (῾Ενδεδυμένος Χριστού την πανοπλίαν ευρέθης Γεώργιε…υπέρ Χριστού πυρπολούμενος…και τοις παρανόμοις εκραύγαζες: ουδέ γαρ θήρες ουδέ τροχοί, ου πυρ ουδέ μάχαιρα, εμέ χωρίσαι κατισχύσουσι της αγάπης του Χριστού του Θεού ημών᾽) (Στιχηρό εσπερινού).

Το σημείο όμως στο οποίο αναλώνεται πάρα πολύ η έμπνευση του υμνογράφου για τον άγιο είναι το ίδιο το όνομά του. Το όνομα Γεώργιος λαμβάνεται ως αφορμή, όπως συνήθως γίνεται για πολλούς αγίους, προκειμένου ο υμνογράφος να περιγράψει, έστω και λίγο, το ύψος της αγιότητάς του. Και το όνομά του κατανοείται διπλά: και ότι ο Γεώργιος υπήρξε ο ίδιος γεωργός στην εποχή του, με την έννοια ότι καλλιέργησε τη γεμάτη αγκάθια και πλάνη γη των ψυχών των ανθρώπων, φυτεύοντας σ᾽αυτές το κλήμα της ορθόδοξης πίστης, και ότι ο Θεός υπήρξε ο γεωργός στο χωράφι της ψυχής του ίδιου, κάνοντάς το να καρποφορήσει όλες τις αρετές. ῾Άξια προς το όνομά σου πολιτεύτηκες, στρατιώτη Γεώργιε. Διότι σηκώνοντας τον σταυρό του Χριστού στους ώμους σου καλλιέργησες τη γη που είχε χερσωθεί από τη διαβολική πλάνη. Κι αφού ξερίζωσες τη γεμάτη αγκάθια θρησκεία των ειδώλων, φύτεψες βαθιά το κλήμα της ορθόδοξης πίστης…Γι᾽αυτό και αναδείχτηκες δίκαιος γεωργός της αγίας Τριάδος᾽ (῾Αξίως του ονόματος επολιτεύσω, στρατιώτα Γεώργιε. Τον σταυρόν γαρ του Χριστού επ᾽ώμων αράμενος, την εκ διαβολικής πλάνης χερσωθείσαν γην εκαλλιέργησας, και την ακανθώδη θρησκείαν των ειδώλων εκριζώσας, της ορθοδόξου πίστεως κλήμα κατεφύτευσας…Και Τριάδος γεωργός δίκαιος ανεδείχθης᾽) (δοξαστικό εσπερινού). ῾Έγινες γεωργός στα ανώτερα με τα ανδραγαθήματα των άθλων σου, παμμακάριστε μάρτυρα Γεώργιε, και πρόσφερες στον Χριστό έτσι τους κόπους των καρπών σου᾽(῾Αριστείαις άθλων γεωργών τα κρείττονα, τους πόνους των καρπών σου τω Χριστώ προσήνεγκας, παμμακάρστε Μάρτυς Γεώργιε᾽) (λιτή). ῾Έγινες ευγενικό χωράφι του Θεού, Γεώργιε, που καλλιεργήθηκε από τις πράξεις του μαρτυρίου᾽ (῾Ευγενές γεώργιον Θεού γέγονας, Γεώργιε, μαρτυρικαίς γεωργούμενον πράξεσι῾) (ωδή α´). ῾Καλλιεργήθηκες από τον Θεό και αναδείχθηκες τιμιώτατος γεωργός της ευσέβειας, καθώς συνέλεξες για τον εαυτό σου τα δράγματα των αρετών᾽(῾Γεωργηθείς υπό Θεού ανεδείχθης της ευσεβείας γεωργός τιμιώτατος, των αρετών τα δράγματα συλλέξας σεαυτώ᾽) (κοντάκιο).

Είναι ευνόητο μετά τα παραπάνω ότι ο άγιος τροπαιοφόρος ῾εκμιμούμενος τον Δεσπότην Χριστόν᾽ (ωδή ζ´) απέκτησε και τη δύναμή Του, τόσο ώστε να συμβασιλεύει μαζί Του (῾συμβασιλεύεις τω βασιλεί των Δυνάμεων᾽) (ωδή η´), και να γίνεται εύκαιρος προστάτης και βοηθός για κάθε πιστό που τον επικαλείται, οπουδήποτε στη γη. Όλοι οι πιστοί έχουν νιώσει την αγάπη του, γι᾽αυτό και το όνομά του ψέλνεται παντού. ῾Δεν υπάρχει ούτε γη ούτε θάλασσα, ούτε πόλη ούτε έρημος, όπου αληθινά δεν ξεχυλίζουν οι κρουνοί των θαυμάτων σου σαν πέλαγος. Διότι το θαυμαστό όνομά σου άδεται σε όλη τη γη᾽(῾Ουκ έστιν ουδέ γη ουδέ θάλασσα, ου πόλις ουκ έρημος, ένθα αληθώς των σων θαυμάτων οι κρουνοί, πελαγίζοντες, Μάρτυς, ουχ υπερβλύζουσι. Το σον γαρ θαυμαστόν εν πάση τη γη άδεται όνομα᾽) (ωδή ζ´). Λοιπόν: ῾Αυτώ βοήσωμεν: Αθλοφόρε, ικέτευε, εις το σωθήναι τας ψυχάς ημών᾽ (δοξαστικό αίνων).

παπα Γιώργης Δορμπαράκης

http://pgdorbas.blogspot.gr/2013/05/blog-post_5.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός…» (Κυριακή του Πάσχα)

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Μαΐου, 2013

anastasisΧριστός Ανέστη!

Εορτάζει όλη η φύση, συμμετέχει όλη η δημιουργία στο φως της Αναστάσεως και ο λαός ξεχύνεται  με το φως της Αναστάσεως να καίει στο λυχνάρι της υπάρξεώς του στους δρόμους, στους αγρούς, μεταφέρει το φως στο σπίτι του, την κατ’ οίκον εκκλησία του.

Ο Αναστάς Χριστός είναι «το Φως του κόσμου»·.

Στη χαρά αυτή «εισέλθετε πάντες».

Γιατί ο Κύριος «δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον… και τον ύστερον ελεεί και τον πρώτον θεραπεύει.

Κακείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται.

Και τα έργα δέχεται και την γνώμην ασπάζεται, και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί…» (Κατηχητικός Λόγος αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου).

Γνωρίζουμε πια το μυστήριο του ζωοδότου θανάτου του Χριστού.

Ο Άδης πατήθηκε.

Ο θάνατος νικήθηκε.

Το Φως της Αναστάσεως

Ίσως, αύριο, η καθημερινότητα να μη μας αφήσει να καταλάβουμε τι έγινε τις ημέρες αυτές.

Το αναστάσιμο φως θα μεταφερθεί με τις λαμπάδες που θα φέρουν στα χέρια τους τα παιδιά μας.

Στολισμένες όμως, σε κάποιες περιπτώσεις, με τον πόνο και τη βία.

Ο θάνατος νικήθηκε και εμείς θα επιμένουμε να κρατάμε κι αυτή τη στιγμή στα χέρια μας τον ίδιο τον θάνατο.

Εάν με ρωτήσετε τί θα γίνει, δεν έχω απάντηση να σας δώσω.

Ο Θεός γνωρίζει.

Αλλά αν επιμένετε να σας δώσω ένα απειροελάχιστο δείγμα του τρόπου και του μέσου για να νικήσουμε τον θάνατο, θα μου επιτρέψετε να δανειστώ ένα μικρό κομμάτι του Ντοστογιέφσκυ από το αριστούργημά του «ΑΔΕΛΦΟΙ ΚΑΡΑΜΑΖΩΦ».

Η ιστορία

«Κάποτε ζούσε μια κακιά γυναίκα.

Πέθανε χωρίς να κάνει κάποιο καλό και οι διάβολοι την πέταξαν στη φλογισμένη λίμνη.

Ο φύλακας άγγελός της όμως προσπάθησε να θυμηθεί κάποια καλοσύνη της για να τη βοηθήσει ενώπιον του Θεού. Θυμήθηκε και τό ’πε στον Θεό, ότι κάποτε αύτη έβγαλε από το περιβόλι της ένα φρέσκο κρεμμυδάκι και τό ’δωσε σε μια ζητιάνα.

Ο Θεός του απήντησε τότε: “Πάρε το ίδιο κρεμμυδάκι και πήγαινε πάνω από τη λίμνη. Βάστα το από τη μια άκρη και αν πιαστεί από την άλλη, τότε τράβα την.

Αν τα καταφέρει, ας πάει στον Παράδεισο. Όμως αν σπάσει το κρεμμυδάκι, θα πει πως καλά είναι εκεί που είναι”. Έτρεξε ο άγγελος στη γυναίκα και της λέει: “Πιάσου, γερά από το κρεμμυδάκι κι εγώ θα σε τραβήξω”. Κι άρχισε να την τραβάει προσεχτικά. Την είχε βγάλει ολάκερη σχεδόν απ’ τη λίμνη, μα μόλις είδαν οι άλλοι αμαρτωλοί πως την τραβάνε έξω, γαντζώθηκαν όλοι πάνω της για να βγουν και αυτοί μαζί της.

Μα η γυναίκα ήταν κακιά, μέγαιρα σωστή, κι άρχισε να τους κλωτσάει φωνάζοντας: “Εμένα, εμένα θέλουν να βγάλουν κι όχι εσάς. Δικό μου είναι το κρεμμυδάκι κι όχι δικό σας”.

Μόλις τό ’πε αυτό, το κρεμμυδάκι έσπασε. Κι αύτη ξανάπεσε στη λίμνη… Κι ο άγγελος έβαλε τα κλάματα κι έφυγε!».

Σας ανέφερα το διήγημα αυτό για να το συμπληρώσω με μια φράση του αγίου Γρηγορίου: «Απέθανεν, ίνα σώση, ανήλθεν, ιν’ ελκύσει προς εαυτόν κάτω κειμένους εν τω της αμαρτίας πτώματι…».

Με άλλα λόγια, ο ίδιος ο Χριστός ανέβηκε στους ουρανούς για να μας ελκύσει κοντά Του με «ένα απλό κρεμμυδάκι». Επάνω του κρέμεται όλη η ανθρώπινη αμαρτία μας και όλη αυτή η περίοδος μας δίδαξε ότι ο ίδιος ο Χριστός υπέστη τον θάνατο για όλους μας μέχρι το τέλος. Συμμετοχή ή απόρριψη;

Στη Βασιλεία του Θεού, που τη βεβαιότητά της μας αναγγέλλει η Ανάσταση, ή μοιράζεσαι το κρεμμυδάκι που σου δίνει ο Θεός με τους άλλους ή τραβάς την οδό της απωλείας. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!


(Αγαθαγγέλου, Επισκόπου Φαναρίου, Η Ζύμη του Ευαγγελίου, εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 113-116)

vatopaidi

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γράφοντας για εναν λαμπριάτικο ψάλτη

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Μαΐου, 2013

ceb1cf80

του Αθανάσιου Γιαλούρη

Για που τόσο βιαστικός κυρ-αλέξανδρε;

Προχωρεί με βήμα γοργό, σκυφτός, με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά. Τα γένια του απλώνονται άταχτα, το ντύσιμο του είναι απλό, μάλλον φτωχικό, οι άκρες των μανικιών του ξεφτισμένες. Είναι τέτοια η αντίθεση με τον καλοντυμένο κύριο που του απευθύνει το λόγο ώστε θα μπορούσε κανείς, αν

δεν τον ήξερε,να τον περάσει για υπηρέτη. Κι όμως ο κύριος απέναντι του είναι φανερό πως τον αντιμετωπίζει με σεβασμό.

—Γυρίζω στην «Ακρόπολη». ΄Εχω αρκετή δουλειά γι’ απόψε.

—Μα τόσο αργά πηγαίνετε στην εφημερίδα;

—Όχι, ήμουν εκεί από το μεσημέρι αλλά έλειψα για δύο ώρες και επιστρέφω. Είχα πάει, βλέπετε, να προφτάσω τον ήλιο.

—Να προφτάσετε τον ήλιο; Τι εννοείτε;

Ο ταπεινός γέροντας χαμηλώνει ακόμη περισσότερο τα μάτια και

τα μάγουλα πάνω απ’ τα λευκά γένια σαν να γίνονται πιο κόκκινα.

—Να, ξεύρετε, ήταν τόσο γλυκό αυτό το ανοιξιάτικο απόγευμα που δεν άντεξα στον πειρασμό. Τα παράτησα όλα και περπάτησα ως το Ζάππειο να χαρώ τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου. Αλλά τώρα πρέπει να επιστρέψω και να καθίσω ως το βράδυ.Πρέπει σήμερα να παραδώσω το πασχαλινό διήγημα για την εφημερίδα.

—Καλή δουλειά τότε, εύχεται ο καλοντυμένος κύριος και συνεχίζει το δρόμο του. Το ίδιο κάνει κι ο σκυφτός γεράκος μέχρι που φτάνει στην είσοδο του κτιρίου της εφημερίδας και γλιστρά μέσα αλαφροπατώντας σαν ίσκιος. Χώνεται σ’ ένα γραφειάκι χωρίς να συναντήσει κανέναν, παίρνει τα σύνεργα του, σκέφτεται λίγο κι αρχίζει να γράφει σε μία κόλλα καθαρό χαρτί:

«Ο κυρ-Κωνσταντός ο Ζμαροχάφτης, τρίτος πάρεδρος του δήμου…»

Καθώς συνεχίζει φέρνει στο νου του τον κυρ-Στάθη το Μπόζα, τρίτο πάρεδρο στο δικό του τόπο, που κάθε φορά που γίνονταν εκλογές τα κατάφερνε να βγαίνει δίχως κόπο τρίτος πάρεδρος αφού δεν υπήρχε τέταρτος υποψήφιος.

«…υπεσχέθη να πάγη να συλλειτουργήση με τον παπα-Διανέλλον τον Πρωτέκδικον, έξω εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου… διά να ψάλη και συνεορτάσωσιν ομού την Ανάστασιν…»

Βρίσκεται κιόλας με τη φαντασία του πίσω στο νησί

του, κοντά στους ανθρώπους τους απλούς κι αγαπημένους που τόσο του λείπουνε μέσα στην άχαρη και πολυάνθρωπη τούτη πόλη όπου όλοι του είναι ξένοι. Πόσο θα το ‘θελε τούτο το Μεγαλοβδόμαδο που πλησιάζει να ήταν κι εκείνος εκεί και να γιόρταζε την Ανάσταση σ’ ένα φτωχικό αλλά σεπτό εκκλησάκι, χτισμένο κοντά σε μίαν ακτή απ’ όπου θ’ ακουγόταν ο χτύπος απ’ το κύμα.

—Εργάζεσθε ακόμη κύριε Παπαδιαμάντη; Η βαριά φωνή τον

ξαναφέρνει στην πραγματικότητα.

—Ναι, κύριε Διευθυντά.Ετοιμάζω ένα διήγημα για το πασχαλινό φύλλο.

—Μα η μετάφρασις του αγγλικού μυθιστορήματος; παρατηρεί με κάποια δόση ανησυχίας ο κύριος Διευθυντής.

—Την ετελείωσα το μεσημέρι και την έχω ήδη παραδώσει, τον καθησυχάζει ο γεράκος καθώς σηκώνεται με σεβασμό απ’ την καρέκλα του.

—Α,πολύ καλά, άπαντα ο άλλος και στρέφεται να φύγει αλλά στη συνέχεια κοντοστέκεται.

—Διήγημα είπατε;

—Μάλιστα, πασχαλινό.

—Και πως επιγράφεται παρακαλώ;

—«Λαμπριάτικος ψάλτης».

Το ύφος του κυρίου Διευθυντού δεν προδίδει μεγάλο ενθουσιασμό:

—Δεν πιστεύω να είναι πάλι καμιά από αυτές τις ιστορίες του νησιού σας με τους παπα-Μπεφάνηδες κι εκείνες τις θειάδες, τις Αρετούδες και τις Μαλαμούδες;

—Κάπως έτσι, απαντά ντροπαλά ο κυρ-Αλέξανδρος.

—Μα αγαπητέ μου, χωρίς να θέλω να σας προσβάλω, πιστεύετε ότι μας χρειάζεται κάτι τέτοιο; Θαρρείτε πως το κοινό θέλγεται από τις αναμνήσεις σας η ότι συγκινείται από τα αισθήματα σας; Το κάματε μία φορά, το κάματε δύο, δε φτάνει πια; Δεν βλέπετε ότι το αιώνιο θέμα σας εξαντλήθηκε και ότι ευρίσκεσθε στην ανάγκη να προσπαθείτε με το ζόρι να παρουσιάσετε κάθε χρόνο απλώς μια παραλλαγή των προηγουμένων;

Ο κυρ-Αλέξανδρος ακούει σκυφτός το χείμαρρο του συνομιλητή του. Δεν κάνει καμιά κίνηση, δε δείχνει καμιάν αντίδραση.΄Ομως μία φλεβίτσα στο μέτωπο του φαίνεται να χτυπάει όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο δυνατά. Ο άλλος συνεχίζει:

—Όλα αυτά σας τα λέγω με όλο το θάρρος γιατί ξέρετε πόσο πολύ σας εκτιμώ ως μεταφραστή και άριστο κάτοχο τόσο της ελληνικής όσο και των ξένων γλωσσών.Συνεχίστε αυτήν την ενασχόληση που είναι και επιτυχής και αποδοτική. Η, αν επιθυμείτε τόσο την παραγωγή πρωτότυπης εργασίας, επιστρέψτε εις τα ιστορικά μυθιστορήματα που εγράφατε παλιότερα. Το μυθιστόρημα σας για τον Γεώργιο Γεμιστό ήταν εξαιρετικό αν παραβλέψουμε την ατυχή επιλογή να του δώσετε το όνομα μιας… γυφτοπούλας. Αλλά να επανέρχεσθε συνεχών στα ναΐδρια και τις θρησκευτικές τελετές του τόπου σας είναι ακατανόητο.

Ο Κύριος Διευθυντής ξεροβήχει και επανέρχεται χαμογελαστός:

—Δε θα σας ενδιέφερε να σας ενθυμούνται οι άνθρωποι μετά από είκοσι, πενήντα,εκατό ας πούμε χρόνια; Όλοι

μας θα το θέλαμε. Πιστεύω ότι μπορείτε να κάμετε κάτι που να μείνει και μετά την αποχώρηση σας από αυτό τον κόσμο. Αλλά αυτό δεν θα μπορούσε, βέβαια, να είναι τα διηγήματα για τη θειά το Μαλαμώ. Φαντάζεσθε έστω και έναν άνθρωπο του επομένου, του 21ου αιώνος, να ενδιαφέρεται να διαβάσει αυτόν τον -πως τον είπατε,- το «Λαμπριάτικο ψάλτη σας»;

Το αστείο φαίνεται πολύ χαριτωμένο στον κύριο Διευθυντή που χαϊδεύει αυτάρεσκα τα μουστάκια του.΄Ομως ο άνθρωπος απέναντι του δεν είναι πια σκυφτός.΄Εχει ορθώσει το κορμί του και το βλέμμα του είναι σκέτη φωτιά καθώς τον κοιτάζει για πρώτη φορά κατάματα. Μόνο η φωνή του είναι ακόμα κάπως σιγανή:

—Στα διηγήματα που δημοσίευσα κατά καιρούς τα Χριστούγεννα η το Πάσχα εμπνεύσθηκα αληθινά από τις αναμνήσεις μου και τα αισθήματα μου. Πουθενά,σχεδόν, δεν θα βρείτε, ότι επιδίωξα μία βεβιασμένη λύση για να εξάψω την περιέργεια του αναγνώστη. Μίλησα για τουςξενιτεμένους που γυρίζουν αυτές τις μέρες η θυμούνται με κάποιον τρόπο τους δικούς τους,πράγμα που το είδα πολλές φορές να συμβαίνει στην πραγματικότητα. Μίλησα για τα ήθη και τα έθιμα του τόπου μου κι όσα είπα ήταν αληθινά. Δεν ξέρω πόσους μπορεί να ενδιαφέρει το πως ένας χωριάτης Ιερέας ξεκίνησε για να λειτουργήσει σ’ ένα ξωκλήσι για χάρη μιας μικρής ομάδας από αγρότες η βοσκούς όμως αυτό το έχω ζήσει και μπορώ να σας βεβαιώσω ότι είναι πολύ πιο αληθινό απ’ ο,τι θα μπορούσα να γράψω για τους φιλόσοφους η τους ιππότες του Μεσαίωνα. Θα μου πείτε «τι μας νοιάζει πως ήταν το εσωτερικό του ναΐσκου, με τα νυσταλέα καντήλια και τις μαυρισμένες μορφές των αγίων ολόγυρα; Εμείς θέλουμε διήγημα που να είναι όλο ποίηση, όχι πεζή πραγματικότητα»…

Όσο προχωρεί η φωνή του γίνεται όλο και πιο δυνατή. Τώρα φωνάζει σχεδόν:

—Κι εγώ λοιπόν σας λέω πως όσο ζω και αναπνέω και έχω τα λογικά μου δε θα πάψω πάντοτε να υμνώ με λατρεία το Χριστό μου, να περιγράφω με έρωτα τη φύση και να ζωγραφίζω με στοργή τα γνήσια Ελληνικά ήθη. «Εάν επιλάθωμαί σου, Ιερουσαλήμ,επιλησθείη η δεξιά μου, κολληθείη η γλώσσα μου τω λαρύγγι μου, εάν ου μη σου μνησθώ».

Ο κύριος Διευθύντης κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι του. «Αυτός ο άνθρωπος είναι ανεπίδεκτος μαθήσεως» σκέφτεται. Χαμογελάει

συγκρατημένα:

—Καλά, αγαπητέ μου, όπως νομίζετε. Δε θα χαλάσουμε γι’ αυτό τις καρδιές μας, του λέει και αποχωρεί με ήρεμη αυτοπεποίθηση.

Ο κυρ-Αλέξανδρος κάθεται ξανά στο κάθισμα του. Θα χρειαστεί λίγη ώρα μέχρι να ηρεμήσει.Η θύμηση του νησιού του θα τον βοηθήσει τελικά σ’ αυτό. Και να που ξαναπιάνει το νήμα της αφήγησης:

«΄Αλλον βοηθόν ο παπάς δεν είχεν· ο νεώτερος υιός του, ετοιμαζόμενος εφέτος δι’εξετάσεις εις το διδασκαλείον, δεν ηδυνήθη να έλθη το Πάσχα…»

΄Εξω έχει τελείως σκοτεινιάσει. Μέσα εκείνος συνεχίζει ως το τέλος:

«…του είχε φυλάξει ολίγα τεμάχια του αμνού διά να φάγη και κάμη Λαμπρήν ο πειναλέος ανθρωπίσκος.»

Πηγή:Μηνιαίο Περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς «Πειραϊκή Εκκλησία», Έτος 18ο, Αριθμός Φύλλου 204, Μάϊος 2009.

vatopaidi

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Έτσι αποτύπωσαν τη Σταύρωση του Χριστού οι μεγαλύτεροι δυτικοί ζωγράφοι [εικόνες]

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Μαΐου, 2013

exw_12

Υπήρξε αγαπημένο θέμα του Ελ Γκρέκο, του Νταλί, του Ρέμπραντ, του Μπέικον… Η Σταύρωση του Χριστού συγκινεί και εμπνέει. Σήμερα Μεγάλη Πέμπτη, ανατρέχουμε σε μερικά από τα ιστορικά έργα που αποτυπώνουν τη Σταύρωση και που βρίσκονται στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου.

Christ of St John of the Cross, Salvador Dali

Christ of St John of the Cross, Salvador Dali

Crucifixion, El Grego 1596-1600

Crucifixion, El Grego 1596-1600

Crucifixion, Pablo Picasso, 1930

Crucifixion, Pablo Picasso, 1930

Crucifixion, Giotto

Crucifixion, Giotto

Crucifixion, Francis Bacon

Crucifixion, Francis Bacon

Σπουδή για φιγούρα με βάση τον πίνακα Crucifixion, Francis Bacon
Σπουδή για φιγούρα με βάση τον πίνακα Crucifixion, Francis Bacon
Crucifixion, Tintoretto, 1565

Crucifixion, Antony van Dyck, 1622

Crucifixion, Antony van Dyck, 1622

Crucifixion, Rembrandt

Crucifixion, Rembrandt

Crucifixion, Velazquez

Crucifixion, Velazquez

Crucifixion, Veronese, 1580

Crucifixion, Veronese, 1580

Πηγή:iefimerida.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (6)

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Μαΐου, 2013

Λιγότερο από νου και περισσότερο από Χουν είναι η δεύτερη και η τρίτη μέσα μας υπόσταση –  Σ’ όλες τις γλώσσες το α δ ύ ν α τ ο ν διαρκεί («Το μαρμάρινο τραπέζι», Δυτικά της Λύπης)

Κρύψαμε το νόημα της ύπαρξής μας στο μυαλό μας. Το κάναμε θεό. Μ’ αυτό κρίνουμε τη ζωή και το θάνατο, το αληθινό και το ψεύτικο. Τα πάντα μ’ αυτό.

Κι όμως, λιγότερο από νου είναι η μέσα μας υπόσταση. Γιατί όσα δε φτάνει αυτός, τα φανερώνει η ψυχή. Κι αυτή μπορεί να φαίνεται ότι έχει λιγότερη αξία, όμως Κάποιος απαθανάτισε το πρόσλημμα. Της έδωσε αιωνιότητα και αφθαρσία.

Κι έτσι, μέσα στα ταμεία του Άδου περισσότερο από Χουν απέκτησε η υπόστασίς μας η εν Αδάμ. Δεν απερχόμαστε εις γην, αλλά προσδοκούμε ανάστασιν. Και ζωήν μέλλοντος αιώνος. Μπορεί ο κόκκος του σίτου να πεθαίνει. Φέρει όμως καρπόν πολύν.

Στην προοπτική του νοός όλα αυτά φαντάζουν ότι ανήκουν στο αδύνατον. Όμως σ’ όλες τις γλώσσες, είτε των λαών, είτε των συναισθημάτων, είτε του φωτός, το αδύνατον διαρκεί. Ως ελπίδα. Ως πίστη. Ως άνοιγμα αγάπης.

Στη δική μας το αδύνατον ονομάζεται Ανάσταση!

Μεγάλο Σάββατο, 4 Μαΐου 2013

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/2013/05/6.html

Δείτε και:

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (5)

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (4)

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (3)

ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (2)

ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (5)

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Μαΐου, 2013

Ποιος πλην του θανάτου μας διεκδικεί; Ποιος επ’ αμοιβή πράττει το άδικο; Μια συγχορδία η ζωή όπου ένας τρίτος ήχος παρεμβάλλεται («Σε μπλε Ιουλίτας», Δυτικά της Λύπης)

Ο Θεός κι ο θάνατος μας διεκδικούν. Για το θάνατο είμαστε βέβαιοι. Έτσι μας λένε τα μάτια και η αίσθηση του απαρφανισμού.  Για το Θεό δεν ξέρουμε.  Γιατί θέλει άλλα μάτια και άλλη ιδέα για την πατρότητα.

Κι ο ίδιος ο Θεός διάλεξε το θάνατο. Όχι όμως γιατί αυτός τον διεκδίκησε. Αλλά γιατί ο Θεός, θέλοντας να μας δείξει ότι για να μας συνάξει εκ δεξιών Του, για να μας δώσει τη ζωή, ήταν αποφασισμένος να κατέλθη μέχρις Άδου ταμείων.

Είναι άδικος ο θάνατος για κάθε ύπαρξη. Και τον πληρώνουμε πανάκριβα. Του χαρίζουμε το χρόνο μας. Τις αναμνήσεις και τα όνειρά μας. Του αφήνουμε εκείνους που αγαπούμε. Και τέλος, του αφήνουμε και τον ίδιο τον εαυτό μας.

Μόνο η μουσική απομένει από το ταξίδι της ύπαρξης. Μια συγχορδία, που δείχνει ο καθένας τι  ήχο διαλέγει για τη ζωή του. Κι ανάμεσα λίγος τρίτος ήχος, της χαράς. Του πανηγυριού. Των στιγμών που ο καθένας θέλει να θυμάται.  Ότω τις έραται.

Μόνο που ο τρίτος ήχος  είναι αυτός που φωνάζει ότι ο Θεός πρωτότοκος των νεκρών εγένετο.  Και εκ κοιλίας Άδου ερύσατο ημάς.

Τελικά, αξίζει να αφεθούμε στο να μας διεκδικήσει ο Θεός .

Μεγάλη Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/2013/05/5.html

Δείτε και:

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (4)

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (3)

ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (2)

ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

“Eνας 15χρονος είμαι ρε παιδιά. Δεν ήξερα που είναι το πάγκρεας”

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Μαΐου, 2013

"Eνας 15χρονος είμαι ρε παιδιά. Δεν ήξερα που είναι το πάγκρεας"
Στην Αθήνα βρέθηκε ο Τζάκ Αντράκα, ο μαθητής λυκείου από το Μέριλαντ, που εφήυρε το φάρμακο για τον καρκίνο στο πάγκρεας! Ο 15χρονος έδωσε μια πραγματικά εντυπωσιακή ομιλία στο TEDMED live Athens 2013, που πραγματοποιείται στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση.
«Ένας 15χρονος είμαι ρε παιδιά. Δεν ήξερα που είναι το πάγκρεας και ποια είναι η λειτουργία του. Αν ένας 15χρονος έκανε κάτι τέτοιο, φανταστείτε τι μπορείτε να κάνετε εσείς…».
Με αυτά τα απλά λόγια έκλεισε την ομιλία του ο Τζάκ Αντράκα , ο οποίος έχει εφεύρει ένα φθηνό και ευαίσθητο αισθητήρα σε μορφή ράβδου για την ταχεία και έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του παγκρέατος, των ωοθηκών και του πνεύμονα.
Ο Τζακ Αντράκα, ανέπτυξε το θέμα «το μέλλον των ιατρικών διαγνώσεων», και εξήγησε πως με αφορμή τον θάνατο κοντινών του προσώπων από καρκίνο στο πάγκρεας- σκέφτηκε να εργαστεί για τη λύση του προβλήματος, που απασχολεί εδώ και χρόνια την επιστημονική κοινότητα.
«Δεν ήξερα καν ότι είχα πάγκρεας, αλλά βρήκα τον τρόπο να το θεραπεύσω, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία του ίντερνετ που χρησιμοποιούν όλοι οι έφηβοι, το Google και το Wikipedia».
Εργάστηκε με πάθος και μάλιστα, όπως είπε, «η μαμά μου νόμιζε ότι έφτιαχνα εκρηκτικά στο υπόγειο του σπιτιού μας. Δεν μπορούσα να της εξηγήσω τι έκανα», αλλά και επιμονή, παρά τις αρνητικές απαντήσεις από πανεπιστημιακούς ερευνητές στους οποίους απευθύνθηκε, προκειμένου να του δώσουν τα απαραίτητα εργαστηριακά μέσα και την υποστήριξη, ώστε να υλοποιήσει το όραμά του.
«Εστειλα 200 αιτήσεις προς ερευνητικές ομάδες και με απέρριψαν οι 199, θεωρώντας ανοησίες αυτά που έκανα». Μόνο ένας τον δέχθηκε , αλλά όπως είπε του υπέβαλε τόσες πολλές ερωτήσεις, «που ευτυχώς απάντησα σε όλες, με σκοπό να με απορρίψει και αυτός».
Με αυτή την ομάδα δούλεψε για 7 μήνες στο εργαστήριο για να αναπτύξει την πιο αποτελεσματική και φθηνή μέθοδο διάνγωσης του καρκίνου του παγκρέατος. Το τέστ είναι 100% αποτελεσματικό και κοστίζει ελάχιστα. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι αποτελεί μια μέθοδο διάγνωσης που μπορεί να γίνει τόσο νωρίς ώστε οι πιθανότητες επιβίωσης αγγίζουν το 100%.
«Απέτυχα πολλές φορές αλλά επέμενα και κατάφερα να φτιάξω ένα χάρτινο αισθητήρα που λειτουργεί 26.000 φορές πιο γρήγορα και κοστίζει 26.000 λιγότερο και μπορεί να ανιχνεύσει σε πρώιμο στάδιο τον καρκίνο του παγκρέατος».
Ο Τζακ Αντράκα, στα 15 του άνοιξε δρόμους στην επιστημονική κοινότητα, δίνοντας ώθηση στη διάγνωση και κατά συνέπεια και στη θεραπεία του καρκίνου του παγκρέατος. Η ερευνά του διεξήχθη στο εργαστήριο του Δρ Anirban Maitra στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, στο τμήμα Παθολογίας του Ερευνητικού Κέντρου Sol Goldman.
Σήμερα, όπως είπε, με φίλους του από το Γυμνάσιο εργάζονται πάνω σε μια άλλη μέθοδο και προσπαθούν να φτιάξουν ένα εργαλείο σε μέγεθος ενός κύβου ζάχαρης με ελάχιστο κόστος. «Μέσω του διαδικτύου τα πάντα είναι δυνατά. Δεν χρειάζεται να έχεις πτυχία αρκεί να έχεις ιδέες. Αυτές είναι που μετράνε» υπογράμμισε, εκφράζοντας την ευχή «μακάρι όλοι οι άνθρωποι, με αφορμή ένα προσωπικό τους θέμα και ας μην είναι ειδικοί, να ασχοληθούν με πάθος με κάτι που θα βοηθήσει την ανθρωπότητα».

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (4)

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Μαΐου, 2013

Στα κρυφά φεύγω με όλα τα κλοπιμαία στο νου μου. Για μιαν απ’ την αρχή ζωή απροσκύνητη («Της Εφέσου», Δυτικά της Λύπης)

Τι μας ανήκει στη ζωή μας; Τι έχουμε που δεν μας δόθηκε; Κι όμως, καυχόμαστε ότι μας ανήκουν ο χαρακτήρας, οι γνώσεις, τα χρήματα, τα αγαθά, οι ηδονές, ο εαυτός μας. Και όταν έρχεται η ώρα που κάνουμε αποτίμηση της ζωής μας, της πορείας μας, όταν έρχεται η ώρα που καλούμαστε να δείξουμε ότι δε χάσαμε τη νιότη της ψυχής μας, προσπαθούμε να στηριχθούμε σε όσα είναι αγορασμένα, μα δεν είναι δικά μας.  Γιατί πουληθήκαμε και πουλιόμαστε στη ζωή μας για μια στάλα ευτυχία, για μια στάλα χαρά, που δεν ξέρουμε πού αληθινά βρίσκεται.

Μόνο ο εξόριστος με τη θέλησή του άνθρωπος από το πνεύμα του κόσμου, γνωρίζει πως ό,τι έχει του δόθηκε. Και κάνει την απόπειρα σ’ αυτό που έχει να προσθέσει κρυφά ό,τι μπορεί να κλέψει, για να φύγει. Και να ξεκινήσει από την αρχή μια ζωή απροσκύνητη. Κι αν πιστεύει στο Θεό, Εκείνος του δίνει την άδεια να κλέψει. Λίγη από την Αγάπη. Λίγη από την Ταπεινοσύνη. Λίγη από την Ελευθερία. Λίγη από τη Θυσία. Και να το σοδιάσει στο νου του, με επίγνωση ότι δεν θα λείψουν από το Θεό.

Και την ώρα που ο κόσμος θα κατηγορήσει αυτόν που πιστεύει στο Θεό και σαν τους χωροφύλακες στους Αθλίους θα τον ξαναφέρει με το κηροπήγιο μπροστά στο Δίκαιο Κριτή, Εκείνος θα του πει: Ξέχασες αδελφέ μου και το Σώμα και το Αίμα μου. Πάρτο ντυμένο κηροπήγιο  και πήγαινε στο καλό.

Οι χωροφύλακες και όσοι τους μιμούνται δεν θα καταλάβουν. Είναι γερασμένοι εξ αρχής. Όμως αυτός που πιστεύει θα μνημονεύσει αιώνια. Θα φορέσει πένθος τη νύχτα των Παθών.  Και θα αναγνωρίσει το Θεό ως τον Πατέρα Του τον αληθινό. Εκείνον που του δίνει από την αρχή μια ζωή απροσκύνητη. Και τον κάνει να έχει μοναδικά δική του την Ελπίδα.

Μεγάλη Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/2013/05/4.html

Δείτε και:

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (3)

ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ (2)

ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το φυτικό βασίλειο και η θρησκεία

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2013

Το φυτικόν βασίλειον και η θρησκεία

Το φυτικόν βασίλειον και η θρησκεία

ΕΙΣ όλας τας θρησκείας τα προϊόντα της βλαστήσεως, άνθη, φυτά και δένδρα, προσέλαβαν ιδιάζουσαν θρησκευτικήν, συμβολικήν και τελετουργικήν σημασίαν.

Οι πρωτόγονοι λαοί, τρεφόμενοι με τους καρπούς του δένδρου, ενδυόμενοι με τα φύλλα του, προφυλασσόμενοι από της βροχής και των καυστικών του ηλίου ακτινών με τα φυλλώματά του, θερμαινόμενοι με τα ξύλα του, ησθάνθησαν ευγνωμοσυνην προς το δένδρον και το ελάτρευσαν ως προστάτην και θεόν. Και τοιουτοτρόπως αρχαιόθεν το δένδρον ετιμήθη ως ιερόν και -θείον υπό των διαφόρων λαών. Οι αρχαίοι Μογγόλοι εθεώρουν την σημύδα ως το κατ’ εξοχήν ιερόν δένδρον. Ο θεός της βροντής και των νεφών των αρχαίοι Ρώσων, ο Περούν είχεν ως ιερόν σύμβολον την δρυν. Οι Ινδοί ετίμων κατ΄ εξοχήν την συκήν, και ο ιδρυτής του Βουδισμού Σιδάρτα Γοτάμα Βούδδας γεννάται και βραδύτερον αποκτά την πλήρη γνώσιν υπό την σκιάν ιεράς συκής. Και ο λωτός εθεωρείτο ιερόν φυτόν εν Ινδίαις, συχνά δε οι θεοί των Ινδών εικονίζονται επί ανθούς λωτού, το οποίον ιδίως εις το Θιβέτ εχρησιμοποιείτο εις τας θρησκευτικάς τελετάς και ως κόσμημα ναών και ειδώλων. Εξ Ινδιών πιθανώτατα ο συμβολισμός του λωτού εισήχθη και εις άλλους ανατολικούς λαούς, και μάλιστα εις την Αίγυπτον, οπού εθεωρήθη ως σύμβολον του ηλίου, των τεσσάρων στοιχείων, της ευφορίας και της μετενσαρκώσεως, και ως εκ τούτου εγίνετο συχνότατη χρήσις αυτού εις την λατρείαν και τας διακοσμητικός τέχνας. Και ο Όσιρις, ιδίως εις το Δέλτα του Νείλου, ελατρεύετο υπό μορφήν άφυλλου δένδρου.

Και οι αρχαίοι Έλληνες, κατανοούντες την μεγάλην αξίαν του δένδρου, ετίμων δένδρα τινά ως ιερά, ως τον ιερόν φοίνικα εις το λητώον της Δήλου, την ιεράν δάφνην των Τεμπών, το ιερόν δένδρον της Ρόδου. Και ο λωτός δεν ήτο άγνωστος εις την αρχαίαν Ελλάδα, Σπαρτιάτιδες δε παρθένοι, ανήρτων στέφανον εκ λωτού εις τον ιερόν πλάτανον της «δενδρίτιδος» Ελένης εν Λακωνία.

Δένδρα εθεωρούντο ως σύμβολα θεών, ως κατ΄ εξοχήν η δρυς του ευδένδρου Διός, η άμπελος του δενδρίτου Διονύσου, η δάφνη του Απόλλωνος, η ελαία της Αθηνάς, η κυπάρισσος του Πλούτωνος. Άλση έτιμώντο ως ιερά θεοτήτων, και αι νύμφαι Δρυάδες η Αμαδρυάδες κατώκουν εις ιεράς δρυς, ή και κυπαρίσσους και άλλα δένδρα, και επιστεύετο ότι έζων όσον και εκείνα, έχουσαι «ισόδενδρον» ζωήν.

Εις την Ρώμην, κατά τους ιστορικούς έτι χρόνους, ετιμώντο ως ιερά διάφορα δένδρα, και κατ’ εξοχήν η δρυς και η συκή. Η λατρεία των δένδρων ήτο εν χρήσει και εις την αρχαίαν περσικήν και την γερμανικήν θρησκείαν. Οι Σημίται ελάτρευον επίσης ως ιερά μεγάλα πράσινα δένδρα. Οι δε Ισραηλίται, κατά την προμωισαϊκήν εποχήν, εθεώρουν σύμβολα της θεότητος λίθους και δένδρα΄ βραδύτερον, εις την θρησκείαν της παλαιάς διαθήκης, ο Θεός αποκαλύπτεται εις το μέσον της ανθούσης φύσεως, ως παρά την δρυν Μαμβρή και παρά την φλεγομένην αλλά μη καιομένην βάτον. Η ευτυχία του ανθρώπου ετίθετο εν μέσω του πρασίνου, τόσον ώστε και η κατοικία των πρωτοπλάστων και ο τόπος της αμοιβής των ενάρετων τίθεται εις παράδεισον, δηλαδή εις κήπον, οπού υπήρχε «πάν ξύλον ωραίον εις όρασιν και καλόν εις βρώσιν». Συμβολική σημασία ανθέων και φυτών είναι συχνή εις την πάλαιαν διαθήκην και πολλάκις χρησιμεύουν ταύτα ως σύμβολα υψηλότερων εννοιών και εις αλληγορίας και παραβολάς. Εις το «άσμα των ασμάτων» εξαίρεται η ωραιότης της φύσεως κατά την άνοιξιν, ότε τα άνθη στολίζουν την γήν και τα δένδρα καρποφορούν : «Ιδού ο χειμών παρήλθεν, ο υετός απήλθεν, επορεύθη εαυτώ, τα άνθη ώφθη εν τη γη, καιρός της τομής έφθακε, φωνή της τρυγόνος ηκούσθη εν τη γη ημών, η συκή εξήνεγκεν ολύνθους αυτής, αι άμπελοι κυπρίζουσιν, έδωκαν οσμήν». Το θυμίαμα, φυτικόν προϊόν, είναι σύμβολον της προσευχής και της θυσίας, με το αρωματικόν δε φυτόν ύσσωπον εγίνοντο τελετουργικοί ραντισμοί. Η καλλιέργεια της γης εθεωρείτο θεία επιταγή και ο προφήτης Ιερεμίας βροντοφωνεί «φυτεύσατε παραδείσους, φυτεύσατε και αινέσατε» (*).

Και εις τα ευαγγέλια και τα άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης γίνεται συχνότατα λόγος περί ανθέων, φυτών και δένδρων. Ο Σωτήρ εις τας ομιλίας του και τας παραβολάς του συχνότατα μεταχειρίζεται, εικόνας εκ του φυτικού βασιλείου. Ολίγας ημέρας προ του μαρτυρίου του ο όχλος των Ιεροσολύμων τον υποδέχεται με βάϊα, ως νικητήν του θανάτου΄ δι’ αυτό, κατ΄ αρχαίον έθιμον μαρτυρούμενον από του τετάρτου αιώνος, διανέμονται βάϊα εις τους πιστούς κατά την λειτουργίαν της Κυριακής των Βαΐων. Κατά τας τελευταίας ώρας της επιγείου ζωής του, έρχεται εις τον κήπον Γεθσημανή δια να προσευχηθή απερίσπαστος προς τον ουράνιον Πατέρα. Κατ’ αρχαίαν παράδοσιν, παρά τον σταυρόν του Σωτήρος εφύετο βασιλικός, δια τούτο παλαιόθεν κατά τας εορτάς του σταυρού διενέμετο εις τους πιστούς βασιλικός.

Με αποστάγματα ανθέων, με μύρα, ο Νικόδημος, οι μαθηταί και αι μυροφόροι αλείφουν το άχραντον σώμα του Κυρίου.

Κατά τους χρόνους όμως της δεινής πάλης, εις την οποίαν μοιραίως απεδύθη η εκκλησία προς τον εθνικόν κόσμον, ήτο επόμενον ότι αυτή προσέλαβεν εχθρικήν στάσιν προς πάν ό,τι συνεδέετο προς εκείνον οπωσδήποτε, φοβούμενη άλλως μη δι’ ανοχής εθίμων συνδεομένων προς την εθνικήν λατρείαν υποκαίηται η προς την ειδωλολατρείαν συμπάθεια. Εντεύθεν εξηγείται η πολεμική, την οποίαν αρχαίοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς διεξήγαγαν ου μόνον κατά της εθνικής σοφίας και τέχνης, άλλα και κατά διαφόρων εθίμων, ως του δι’ ανθέων στολισμού. Τοιουτοτρόπως Κλήμης ο αλεξανδρεύς, κατά τα τέλη του δευτέρου αιώνος, εις το σύγγραμμα του «παιδαγωγός» διακηρύττει ότι άνθη και στέφανοι μόνον εις τα είδωλα αρμόζουν και ότι οι χριστιανοί «είργονται στεφάνων». Ο Τερτιλλυανός, κατά τον τρίτον αιώνα, εις πραγματείαν του «περί στεφάνου» (de corona) ευρίσκει άτοπον οι χριστιανοί να περιβάλλωνται με στέφανον, διότι εις τον χριστιανόν αρμόζει να φέρη μόνον τον στέφανον του μαρτυρίου. Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, κατά τον τέταρτον αιώνα, εις τον β’ λόγον του κατά Ιουλιανού του Παραβάτου, συνιστά οι χριστιανοί να μη πανηγυρίζουν με φαιδρότητα και πολυτέλειαν, μηδέ να στέφουν με άνθη τας αγυιάς.

Εις τας κηδείας όμως φαίνεται ότι εγένετο χρήσις ανθέων.

Άλλα μετά τον δια του μεγάλου Κωνσταντίνου θρίαμβον του χριστιανισμού, ότε ημβλύνθη η προς τον εθνισμόν αντίθεσις, ήρχισαν βαθμηδόν διαλλακτικότεροι τάσεις, και η χρήσις των ανθέων εν τη λατρεία εγενικεύθη. Ο Αυγουστίνος ήδη μαρτυρεί ότι λείψανα αγίων εκοσμούντο με άνθη, ο δ’ Ιερώνυμος μαρτυρεί ότι ναοί κατεκοσμούντο δι’ ανθέων και κλάδων΄ ως είπομεν δ’ ανωτέρω και η συνήθεια της διανομής βαΐων και βασιλικού μαρτυρείται αρχαιόθεν. Αρχαίοι εκκλησιαστικοί ύμνοι μαρτυρούν ότι κατά τας εκκλησιαστικός εορτάς οι ναοί εκοσμούντο με άνθη’ τοιουτοτρόπως το κατά την εορτήν του αγίου Γεωργίου ψαλλόμενον ιδιόμελον μαρτυρεί ότι «η του Χριστού εκκλησία τοις άνθεσιν ωραϊζομένη, Γεώργιε, βοά σοι…». Και κατά την πρώτην καλουμένην ανάστασιν, ήδη από του δωδεκάτου αιώνος μαρτυρείται η συνήθεια, κατά την εκφώνησιν του «Ανάστα ο Θεός…» να ραίνωνται οι πιστοί με δάφνην και άνθη. Ως μαρτυρεί Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος, όταν ο αυτοκράτωρ του Βυζαντίου ήρχετο, κατά τας εορτάς των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων, εκ του παλατιού εις τον ναόν, αι οδοί εστολίζοντο με δάφνην, μυρσίνην, δενδρολίβανον και πριονίδια αρωματικών ξύλων. Άνθη και φυτά προσέλαβαν ενωρίς συμβολικήν σημασίαν’ το κρίνον εθεωρήθη σύμβολον της αγνότητας, δι’ ο και εις τας βυζαντινάς εικόνας του ευαγγελισμού παρίσταται ο άγγελος Γαβριήλ προσφέρων κρίνον εις την Θεοτόκον’ η δάφνη εθεωρήθη σύμβολον της δόξης’ η ελαία της αθανασίας και της θείας ειρήνης. Και εις την υμνολογίαν της εκκλησίας συχνότατα μνημονεύονται άνθη και φυτά με συμβολικήν σημασίαν’ ούτω λ.χ. εις τους χαιρετισμούς της Θεοτόκου, αυτή παρίσταται ως «δένδρον αγλαόκαρπον, εξ’ ου τρέφονται πιστοί και ξύλον ευσκιόφυλλον, ύφ’ ου σκέπονται πολλοί».

Η βραχεία αυτή επισκόπησις καταδεικνύει πόσον συνυφασμένη είναι με την θρησκευτικότητα εις πάντας τους λαούς η έννοια του φυτικού βασιλείου. Δεν είναι του παρόντος να εξάρωμεν την αξίαν του φυτικού βασιλείου δια τον άνθρωπον’ δεν είναι μόνον στοιχείον απαραίτητον δια την συντήρησιν και υγείαν του ανθρώπου, άλλα και συντελεί εις εξευγένισιν και ανύψωσιν αυτού. Δι’ αυτό ό,τι γίνεται δια την πρόοδον της ανθοκομίας και δια την διάδοσιν του πρασίνου είναι έργον εθνοοφελές και θεάρεστον, συντελούν εις την πρόοδον της κοινωνίας.

Είναι αληθές ότι φανατικοί τίνες, νομίζοντες ότι πάσα τέρψις’ και ευχαρίστησις αντίκειται εις το πνεύμα της θρησκείας, ήγειραν πολεμικήν και εις την εποχήν μας κατά των αθώων ανθέων. Τοιουτοτρόπως όταν προ τίνων ετών έγινεν εορτή των ανθέων εις τας Πάτρας, ο τότε επίσκοπος Πατρών, Ιερόθεος, αντέδρασε κατ’ αυτής και εχαρακτήρισε τα άνθη «ως όργανα του Σατανά», μιμούμενος τον Απόστολον Μακράκην, όστις εξηγέρθη κατά της τελέσεως Ολυμπιακών αγώνων εν Αθήναις, χαρακτηρίσας την αναβίωσιν αυτών «επιβολήν κατά του Χριστιανισμού». Αύται είναι όλως εσφαλμένοι αντιλήψεις, αποκυήματα ασυγχώρητου φανατισμού, δια του οποίου όχι μόνον δεν εξυπηρετείται αλλά μεγάλως ζημιούται η έννοια της θρησκευτικότητας και ο Χριστιανισμός. Αν εις τους πρώτους Χριστιανικούς αιώνας εδικαιολογείτο, δι’ ους λόγους είπαμεν, η πολεμική κατ’ αθώων τέρψεων, σήμερον, ότε οι λόγοι εκείνοι εξέλιπαν, θα απετέλει αυτή ασυγχώρητον αναχρονισμόν και ουτοπίαν, και ουδέν θα εδικαιολόγει την φαρισαϊκήν αντίδρασιν κατ’ αθώων τέρψεων και της ψυχαγωγίας, ήτις είναι ανθρωπινή αναγκαιότης, ουδόλως απαγορευομένη υπό της υγιούς θρησκευτικότητας. Ουδέν θα ήτο δυνατόν να δικαιολόγηση την πολεμικήν κατά των ανθέων, των λαμπρών αυτών δημιουργημάτων του Θεού, προς τα όποια φιλίως προσβλέπων ο Σωτήρ είπεν, ότι είναι τόσον λαμπρώς ενδεδυμένα όσον «ουδ’ ο Σολομών εν όλη τη δόξη αυτού».

(*) Υπό του ιεροδιακόνου και προλύτου της Θεολογίας Τιμοθέου Έμμ. Ματθαιάκη εξεδόθη «Το πράσινον εν τη Αγία Γραφή» (Αθήναι 1939, σελίδες 100).

ΔΗΜ. Σ. ΜΠΑΛΑΝΟΣ

Της Ακαδημίας Αθηνών

Από το περιοδικό ΠΕΙΡΑΪΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ(Αφιερωμένα στα Λουλούδια), τεύχος 2, Μάϊος 1940

http://www.zoiforos.gr/ar8rografia/laikoi-2/diafora/item/8878-to-fytikon-vasileion-kai-i-thriskeia

ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ

ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Άνθη και φυτά εις την χριστιανικήν τέχνην

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άνθη και φυτά εις την χριστιανικήν τέχνην

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2013

Άνθη και φυτά εις την χριστιανικήν τέχνην

Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ απ’ αυτής της εμφανίσεως του ως κυριώτατον διάκοσμον των μνημείων του, των έργων δηλαδή, της χριστιανικής τέχνης, είχε τα άνθη και τα φυτά, συμβολίζων δια τούτων τον Παράδεισον ή την αιωνίαν κατοικίαν των δικαίων.

Εις την διακόσμησιν των χριστιανικών τάφων δια τοιχογραφιών οι χριστιανοί, ακολουθούντες την γενικώς διαδεδομένην κατά την αρχαιότητα συνήθειαν — να φαιδρύνουν την αιωνίαν κατοικίαν των θανόντων δια διακόσμου αναλόγου προς τον στολισμόν των οικιών των, — εζωγράφιζον γάστρας, δοχεία (εις τα αρχαία σχήματα των κρατήρων κυλίκων ή αβαθών φιαλών), κάνιστρα πλήρη ανθέων και καρπών, γιρλάνδες εξ ανθέων, κλάδους ελαίας, δάφνης, φοίνικος, αμπέλου κ. α. πάντοτε με την έννοιαν του Παραδείσου. Ωρισμένα είδη έχουν και ιδιαιτέραν συμβολικήν σημασίαν, όπως ο κλάδος της ελαίας συμβολίζει την ειρήνην, ο κλάδος του φοίνικος την νίκην κατά του θανάτου, το κλήμα της αμπέλου και ο βότρυς σταφυλής• αυτόν τον Χριστόν και την θείαν ευχαριστίαν, όταν δε εικονίζεται δια των κλάδων τούτων στέφανος συμβολίζει την νίκην και το επαθλον, όπως και όταν φέρεται ο στέφανος υπό περιστερών δήλοι την ειρήνην.

Εις τους Βυζαντινούς χρόνους τα άνθη και οι κλάδοι προσλαμβάνουν σχηματικόν χαρακτήρα και διακοσμούν τα πλαίσια μεγάλων μωσαϊκών συνθέσεων ή τοιχογραφιών, την στεφάνην των τρούλων, τας τοξοστοιχίας κτλ. ως βλέπομεν πρώτον και εις χριστιανικός βασιλικάς της Ελλάδος (ναοί: Αχειροποιήτου και Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης) και δεύτερον εις τους διασώζοντας την μωσαϊκήν των διακόσμησιν βυζαντινούς ναούς (Δαφνιού, Οσίου Λουκά, Νέας Μονής της Χίου κ. ά.). Το ίδιον παρατηρούμεν και εις τας βυζαντινάς και μεταβυζαντινάς εικόνας. Εις αυτάς μάλιστα αναπτύσσεται ολόκληρος λαογραφικός κύκλος, έχων τας πηγάς του εις την εκκλησιαστικήν υμνολογίαν, τους βίους των αγίων και κατ’ εξοχήν τους Ύμνους των χαιρετισμών της Παναγίας, όπου εξυμνείται η Θεοτόκος ως «το ρόδον το αμάραντον», «το ανθός της αφθαρσίας», «το οσφράδιον (μυρωδικόν) του μόνου βασιλέως», «το ευσκιόφυλλον ξύλον», «το του αμάραντου βλαστού κλήμα» κτλ.

Ούτω δημιουργείται εικονογραφικός τύπος της Παναγίας, φέρων την επιγραφήν «Ρόδον το αμάραντον» και εικονίζων την Θεοτόκον εν προτομή αναδύουσαν εκ ρόδου και φέρουσαν εις τας αγκάλας της τον Χριστόν ως Αρχιερέα. Η Δύσις το ρόδον αντικαθιστά με τον κρίνον και εικονίζει τούτον προσφερόμενον υπό του Γαβριήλ εις την Θεοτόκον κατά τον Ευαγγελισμόν αυτής, εκείθεν δε εισάγεται ο κρίνος και εις την ημετέραν εικονογραφίαν.

Κατωτέρω παραθέτω τμήμα ανεκδότου εικόνος αγορασθείσης εσχάτως υπό του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών και επιγραφομένης: «Επί Σοι χαίρει, Κεχαριτωμένη, πάσα η Κτίσις». Η είκών φέρει την υπογραφήν του μεταβυζαντινού Κρητός ζωγράφου Θεοδώρου Πουλάκη, ακμάσαντος κατά το δεύτερον ήμισυ του 17ου αιώνος και ανήκοντος εις την λεγομένην «κρητικήν σχολήν μεταβυζαντινής ζωγραφικής». Εν αύτη εικονογραφείται εις εννέα σκηνάς ο ύμνος ο ψαλλόμενος και εν τη λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου «Επί Σοι χαίρει, Κεχαριτωμένη, πασά η Κτίσις, αγγέλων το σύστημα, και ανθρώπων το γένος, ηγιασμένε Ναέ και Παράδεισε λογικέ, Παρθενικόν καύχημα΄ εξ ης Θεός εσαρκώθη και παιδίον γέγονεν ο προ αιώνων υπάρχων Θεός ημών».

Εις τας παρατιθεμένας σκηνάς του κέντρου της όλης παραστάσεως εικονίζονται οι στίχοι : «Παράδεισε λογικέ», και «εξ ης Θεός έσαρκώθη». Εις την πρώτην εικονίζεται ο Χριστός εν τω Παραδείσω δοξολογούμενος υπό των αγγέλων καθήμενος επί του θρόνου της μεγαλειότητας με τα σύμβολα των τεσσάρων Ευαγγελιστών εις τα τέσσαρα άκρα του θρόνου και παρ’ αυτόν ο Ληστής. Εις την δευτέραν — δεξιά — εικονίζεται ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου εντός παρομοίου παραδεισιακού τοπείου. Αμφότεροι αι σκηναί με την γραφικότητα την ιδιάζουσαν εις τον Πουλάκην είναι θαυμάσιαι συνθέσεις του μεγάλου Κρητός ζωγράφου του 17ου αιώνος. Πλην των εικόνων, κρίνα και ρόδα, μόνα η φυόμενα εκ γάστρας, κοσμούν τα ξυλόγλυπτα, τέμπλα, άμβωνας, επισκοπικούς θρόνους και προσκυνητάρια των εκκλησιών μας, ζωγραφούνται εις εικόνας με λαϊκήν μορφήν, και διαδίδονται και εις ξυλόγλυπτα, διακοσμούντα παλαιάς οικίας, ως οικίας λ. χ. της Καστοριάς και Σιατίστης εν Μακεδονία, των Αμπελοκήπων εν Θεσσαλία και αλλαχού.

Ούτω τα άνθη και τα φυτά καταλαμβάνουν μέγα μέρος εις την διακοσμητικήν της βυζαντινής και μεταβυζαντινής τέχνης.

Γ. Α. ΣΩΤΗΡΙΟΥ

Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Από το περιοδικό ΠΕΙΡΑΪΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ(Αφιερωμένα στα Λουλούδια), τεύχος 2, Μάϊος 1940

http://www.zoiforos.gr/ar8rografia/laikoi-2/diafora/item/8879-anthi-kai-fyta-eis-tin-xristianikin-texnin

ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ:

ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου, 2013

«Ρανάτωσαν γλυκασμόν τα όρη»

«Ρανάτωσαν γλυκασμόν τα όρη»

(ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ)

Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ψυχή είναι σαν περιβόλι ευωδιασμένο. Τα τροπάρια της, τα τραγούδια της, τα λόγια της, τα εικονίσματα της είναι όλα μοσχοβολημένα. Κι’ αυτό το μοσχοβόλημα το κληρονόμησε υστερότερα ή ρωμιοσύνη, π’ αγαπά τα ευωδιασμένα λουλούδια και τα μυρωδικά της Ανατολής, την κανέλα, τα μοσχοκάρφια, τα μοσχοκάρυδα, περιφρονημένα ως βάρβαρα• από πολλούς ξευγενισμένους δικούς μας.

Οι εκκλησιές και τα ρημοκλήσια ευωδιάζουνε με μιαν εξωτική ευωδιά, από το κερί, το λάδι, το λιβάνι και από τ’ αγριολούλουδα του βουνού.

Πολλοί έχουνε την πλανημένη Ιδέα πώς οι βυζαντινοί δεν αγαπούσανε τη Φύση, γιατί τάχα δε ζωγραφίζανε τοποθεσίες σάμπως οι αρχαίοι Έλληνες κάνανε στο μάρμαρο τοποθεσίες και δέντρα; Τα μοναστήρια βρίσκουνται χτισμένα πάντα σε τοποθεσίες εξαίσιες, διαλεγμένα από ανθρώπους πού φαίνεται πώς είχανε πολύ βαθύ αίσθημα της φυσιολατρείας’ κ’ είτανε ευτυχισμένοι πού ζούσανε μέσα στην ευλογημένη τούτη χώρα, πούνε στολισμένη μ’ όλες τις φυσικές χάρες, με βουνά ήμερα π’ αγναντεύουνε τα περισσότερα τη θάλασσα, με ακρωτήρια πού ξεπετιούνται προς κάθε μεριά, με κοιλάδες ζωγραφιστές, με βράχους παράξενους, με νησιά που λες κ’ είναι ο επίγειος παράδεισος.

Στη μέση στέκεται βουνό δασωμένο από δέντρα και βότανα, το φημισμένο Άγιον Όρος. Είναι φουντωμένο από δέντρα κάθε λογής, καστανιές, έλατα, πυξάρια, κι’ από χαμόδεντρα μυριστικά, αγιοκλήματα, μυρσίνες, δάφνες. Στην περιφανή κορφή του, πού στέκεται πάνω από τ’ αφρισμένο πέλαγο, φυτρώνουνε σπάνια βότανα πού δε βρίσκουνται σ’ αλλά μέρη της γης. Ο οδοιπόρος περπατά σε μονοπάτια ευωδιασμένα από αγνότατα ανθιά, ανάμεσα σε σκοίνους και σε λυγαριές ποτισμένες από δροσερά νερά, πατάει απάνω σ’ ένα χαλί ατίμητο, πιο ακριβό κ’ άπ’ το ρούχο του Σολομώντα, όπως είπε ο Χριστός, ενώ ανάμεσα από τα κλαριά φτερουγίζει τ’ αγέρι της θάλασσας, φέρνοντας του την πελαγίσια μοσκοβολιά. «Αγαλλιάσθω έρημος και ανθήτω ως κρίνον».

Από τ΄ Άγιον Όρος ας τραβήξουμε κι’ ας πάμε στην άλλη άκρη, στο Μοριά, κει πούναι χτισμένο το βυζαντινό κάστρο του Μυστρά. Μοσκοβολά ο Ταΰγετος με τα μυρίπνοα λουλούδια του και με τα ακατάδεχτα ελατά του, πού δεν κατεβαίνουνε ποτές στον κάμπο, μόνο γεννιούνται και πεθαίνουνε στα καρφοβούνια. Μοσκοβολά και το χωριό του Μυστρά από τις πορτοκαλλιές, ως και τ’ αρχαία κτίρια, τα γκρεμισμένα τα κάστρα, τα σπίτια και οί εκκλησιές, και κείνα ευωδιάζουνε σαν αγία λείψανα.

Οι παλαιοί, παρεκτός από τα κοσμήματα πού παραστένουνε μεταμορφωμένα ανθιά κι’ αγριοβότανα, στις εκκλησιές δε ζωγραφίζανε πολλά δέντρα μηδέ λουλούδια, τα λίγα δμως πού ζωγραφίζανε, τα βάζανε μόνο εκεί που-πρεπε, εκεί που το ζήταγε η Τέχνη, για τούτο, ένα ψηλόλιγνο κλαράκι, άπονου στο βράχο, ένα αγριοδέντρι φυτρωμένο στο βουνό, σε συνεπέρνει πειότερο από το πλήθος τα λουλούδια πού σωριάζουνε χωρίς μέτρο άλλοι ζωγράφοι, πασκίζοντας μάταια να ευωδιάσουνε τα έργα τους. Αγριολούλουδα και κάτι λιγοστά δέντρα, βάζουνε στη Γέννηση του Χρίστου, -στη Βάπτιση κοντά στον Ιορδάνη ποταμό, στη Βαϊοφόρο πού σκαρφαλώνουνε τα παιδιά τα δέντρα και κόβουνε τα βάγια, στην Ανάληψη του Χρίστου λίγα εληόδεντρα απάνω στα βράχια, που και που κανένα κυπαρισσάκι, καμμιά βαλανιδιά, κανένα πουρνάρι και λιγοστά αγριολούλουδα, ρείκια, θυμάρια, ανεμώνες, μυρώνια, αγκάθια ανθισμένα και τέτοια. Κι’ ο Θεοτοκόπουλος βάζει και κείνος λιγοστά δέντρα κι’ άνθια στα έργα του, με πολλή οικονομία, για τούτο κ’ η ευωδιά τους στέκεται αλησμόνητη, όπως είναι τα κλαριά πού σκεπάζουνε τους τρεις μαθητές στη Γεθσημανή και τα άϋλα χορτάρια πούνε φυτρωμένα ατό βράχο, τα λουλούδια πώχει βαλμένα μέσα σε μια γλάστρα στον Ευαγγελισμό, κάτι περισσότερα στην Ανάληψη της Παναγίας, λίγον κισσό στον Απόστολο Πέτρο και στη Μαγδαληνή, κι’ άλλου κάπου – κάπου. Στο μαρτύριο τ’ Άγιου Μαυρικίου, ξεχωρίζουνε απάνου στα βράχια κάτι χορτάρια ανθισμένα, κ’ Μνα δέντρο κομμένο με το τσεκούρι, πού αξίζει πειό πολύ παρά ένας λόγγος ολάκερος.

Κλαρί ολοπράσινο βαστάνε στο χέρι οι Μάρτυρες, σαν βραβείο για το μαρτύριο. Ένα άγιο πρινάρι είναι ζωγραφισμένο κοντά στον Άγιο Γιάννη τον Πρόδρομο.

Έμενα όμως περισσότερο με συγκινάνε κείνα τα ταπεινά φυτά πού ζωγραφίζουνε σαν πλουμίδια κοντά στους Αγίους, στα χρόνια της σκλαβιάς, μόνο μ’ Μνα χρώμα καφεδί, πού παραστένουνε αγιόκλημα, βάτο, αγριοτριανταφυλλιά (αγρία ροδή) και τέτοια.

Στα σκαλιστά εικονοστάσια και στα προσκυνητάρια πούναι καμωμένα από ξύλο, παραστένουνε πολλά άνθια, περιπλοκάδες και κληματαριές.

Άλλα την πειό ουράνια μυρωδιά τη σκορπάνε τα άνθη της βυζαντινής Υμνωδίας, φυτουργημένα από μεγάλους ποιητές. Εκεί πνέει «το έαρ της αφθαρσίας». Εκεί είναι οι «αμάραντοι στέφανοι», πού αξιώνουνται όσοι μαρτυρήσανε για την πίστη του Χριστού. Εκεί ανθίζουνε τα «μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου».

Η Παναγία είναι το πλέον εύοσμον άνθος της Ορθοδοξίας, σύμβολο της σεμνότητας για τις γυναίκες της Ελλάδας. Στολίζουνε την εικόνα της με δροσερά λουλούδια, όσο πού να φαίνεται μοναχά το μαντηλωμένο γλυκομελάχροινο και μελαγχολικό πρόσωπο της, π’ ακουμπά απάνου στο μάγουλο του παιδιού της, και τη θυμιατίζει ο παπάς και να της ψέλνει τους Χαιρετισμούς, πού λες κ’ είνε μαδημένα τριαντάφυλλα και γαρύφαλλα: «Χαίρε το άνθος της αφθαρσίας.— Χαίρε βλαστού αμάραντου κλήμα. — Χαίρε ότι λειμώνα της τρυφής αναβάλλεις. — Χαίρε δένδρον αγλαόκαρπον εξ ου τρέφονται πολλοί΄ χαίρε ξύλον ευσκιόφυλλον, ύφ’ ου σκέπονται πολλοί —Χαίρε οσμή της Χριστού ευωδιάς».

Κ’ οι ψαλτάδες ψέλνουνε: «Ρόδον το αμάραντον. — Στάχυν η βλαστήσασα τον θείον, — Σε την πλέξασαν τω κοσμώ αχειρόπλοκον στέφανον. — Εκ σου η δρόσος απέσταξε, φλογμόν πολυθεΐας η λύσασα’ όθεν βοώμεν σοι: χαίρε ο πόκος ο ένδροσος, ον Γεδεών, Παρθένε, προεθεάσατο. — Άμπελος αληθινή, τον βότρυν τον πέπειρον η γεωργήσασα. — Άνθος το αμάραντον η εξανθήσασα. — Μύρον το ακένωτον».

Τα λουλούδια πού αγαπούσανε πειότερο οι Βυζαντινοί και τ’ αγαπάνε κ’ οι σημερινοί Έλληνες, όσοι δεν τώχουνε ντροπή, είτανε ο βασιλικός, το τριαντάφυλλο, το γαρύφαλλο, η μυρσίνη, η δάφνη, ο δυόσμος, η μαντζουράνα, το δεντρολίβανο κι’ άλλα φυτά του μυστηρίου.

Το εικόνισμα της Παναγίας βρέθηκε μέσα στις μυρσίνες και την είπανε «Μυρτιδιώτισσα». Ο Άγιος Δημήτριος μοσκοβολούσε ο τάφος του στη Θεσσαλονίκη και τον είπανε «Μυροβλήτη». Το μοναστήρι με τα φημισμένα ψηφιά, πούνε κοντά στην Αθήνα, επειδή είτανε χτισμένο μέσα στις δάφνες, το βγάλανε «Δαφνί». Τ’ αγία λείψανα αναβρύζανε μύρα. Στη γιορτή του Σταυρού ο παπάς βγαίνει από τ’ άγιο Βήμα σαν αρχαίος ιερέας, βαστώντας απάνου στο κεφάλι του το δίσκο με τα λουλούδια κι’ υστέρα μοιράζει στο λαό το Χριστολούλουδο. Τον Επιτάφιο τον στολίζουνε με λουλούδια της άνοιξης΄ ο παπάς ραίνει την εκκλησία με άνθη, ψέλνοντας «Έρραναν τον τάφον αι Μυροφόροι μύρα, λίαν πρωΐ ελθούσαι». Στην Ανάσταση πάλι, ο παπάς λευκοφορεμένος σκορπά δαφνόφυλλα στα μάρμαρα ψέλνοντας «Ανάστα ο Θεός κρίνων την γήν!».

Πλήθος τροπάρια ευωδιάζουν με την εξωτική μυρωδιά της πίστης. Όσοι έχουνε την ιδέα πώς η Βυζαντινή Τέχνη είναι ξερή έρημο, είναι πλανημένοι. Η Βυζαντινή Τέχνη δεν έχει γλύκες και λιποθυμιές αισθηματικές, κι’ ο χαλασμένος Έλληνας αυτά θέλει και δεν τα βρίσκει• ας πάει να βοσκήσει σ’ άλλο λειβάδι.

Από τα πολλά τροπάρια της Ορθοδοξίας, σταχολογώ λιγοστά, όσα έρχουνται στο νου μου τώρα :

Στην Αγία Παρασκευή: «Ποίοις ευφημιών άνθεσι στέψωμέν σε, την αγίαν, την βδελυξαμένην τα γήινα και ασπασαμένην τα άφθαρτα;.. .». Στους Άγιους Πατέρας τους εν Νικαία: «Τα μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου, τα πάγχρυσα στόματα του λόγου». Στη γιορτή του Σταυρού : «Αγαλλέσθω τα δρυμού ξύλα σύμπαντα, αγιασθείσης της φύσεως αυτών» και «Μυστικός ει, Θεοτόκε, παράδεισος αγεωργήτως βλαστήσασα Χριστόν, ύφ’ ου το σταυρού ζωηφόρον εν γη πεφυτούργηται δένδρον». Στον Άγιο Συμεών: «Εκ ρίζης αγαθής αγαθός εβλάστησε καρπός». Στη Σταύρωση: «Ο την γην ζωγραφίσας τοις άνθεσιν». Στη 1η Σεπτεμβρίου, πού είναι η αρχή του χρόνου: «Εύλογησον, Κύριε, τον στέφανον του ενιαυτού»• (ο ποιητής παρομοιάζει το γύρο του Χρόνου με στεφάνι από λουλούδια). Στη Γέννηση του Χριστού : «Ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί και ανθός εξ αυτής, Χριστέ, εκ της Παρθένου ανεβλάστησας εξ όρους, ο εναιτός, κατασκίου δασέως». Στη Γέννηση της Παναγίας: «Ράβδος άνθος φέρουσα» και «Σήμερον εβλάστησε της παρθενίας, η ράβδος εξ ης ανθήσει άνθος», «Η θεία μυροθήκη, το ευώδες μύρον ένδον φέρουσα». «Ωραίος φανείσα γαρ βλαστός, εξήνθησας τω κοσμώ την ζωήν», «Ήνθησε το μήλον το ευώδες», «Της παρθενίας το θείον απάνθισμα». Στην Ύψωση του Σταυρού : «Μυστικός ει, Θεοτόκε, παράδεισος αγεωργήτως βλαστήσασα Χριστόν». Στον Ευαγγελιστή Ιωάννη: «Το φυτόν της αγνείας, το μύρον της ευωδιάς, πάλιν ανέτειλεν ημίν». Των Άγιων Πατέρων : «Ρανάτωσαν γλυκασμόν τα όρη και αγαλλίασιν». Της Αγίας Αικατερίνης : «Και ταύτην τοις επαίνοις, ως άνθεσι, καταστέψωμεν». Στα προ-εόρτια του Ευαγγελισμού, για την Παναγία: «Ως ρόδον κοιλάδων καθαρόν, ως κρίνον εύοσμον». Στους δικαίους : «Δίκαιος ως φοίνιξ ανθίσει και ως η κέδρος η εν τω Λιβάνω πληθυνθήσεται». Της Αγίας Μαρίνας: «Ως αλάβαστρον μύρον το αίμα σου προσενήνοχας τω σω νυμφίω Χριστώ, Μαρίνα αθλοφόρε». Στους ασκητές, όπως στον Άγιο Αντώνιο: «Ταις των δακρύων σου ροαίς της ερήμου το άγονον εγεώργησας». Του Προδρόμου : «Ως άνθη τερπνά του θείου λόγου συμπλέξαντες εγκωμίων τον στέφανον σοι προσάγομεν».

Πολλά βιβλία εκκλησιαστικά έχουνε ονόματα παρμένα από λουλούδια : «Άνθος – Ανθολόγιον – Παράδεισος – Κήπος χαρίτων – Λειμώναριον» και τέτοια.

Αχ ! η Ελληνική ψυχή είναι το έαρ με τα άνθη.

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥΣ

Από το περιοδικό ΠΕΙΡΑΪΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ(Αφιερωμένα στα Λουλούδια), τεύχος 2, Μάϊος 1940

http://www.zoiforos.gr/pnevmatiki-zoi/logoi/or8odoksi-latreia/item/8880-ranatosan-glykasmon-ta-ori

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »