kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Γέροντας Παΐσιος: Για να είσαι ελεύθερος.

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Ιουνίου, 2013

π ΠαισιοςΗ παρακολούθηση του εαυτού μας είναι απαραίτητη όπως κάνουν και οι μπακάληδες, που εὰν δεν παρακολουθούν τα κέρδη απ’ τις ζημιές τους για να τις προσέξουν, γρήγορα χρεοκοπούν.

Επίσης, και η προσοχὴ στους λογισμοὺς είναι απαραίτητη, διότι απὸ απροσεξία μικρή, πολλοὶ έκαψαν τα σπίτια τους και έμειναν στους δρόμους δυστυχισμένοι.
Όποιος ελευθερώνεται απ’ τα υλικὰ πράγματα, πολὺ γρήγορα ελευθερώνει την καρδιά του για να τη δώσει στον Θεό, καθὼς και τα πάθη κόβονται εύκολα.
Η διπλὴ ελευθερία αυτὴ είναι τα δύο φτερά που ανεβάζουν την ψυχὴ κοντὰ στον Θεό.
Στον προορισμό της.
Απὸ το βιβλίο «Επιστολὲς» του γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, εκδόσεις Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου – Σουρωτή.

Αόρατη Γωνιὰ

diakonima.gr

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο εθισμός των νέων στο διαδίκτυο: Στατιστικά στοιχεία

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Ιουνίου, 2013

e8ismos

Με το γενικό όρο εθισμό ορίζουμε την έλξη του υποκειμένου προς την κατεύθυνση ενός ικανοποιητικού συναισθήματος. Πρόκειται για την αποτυχία απώθησης μίας παρόρμησης, μίας ορμής η ενός πειρασμού για την εκτέλεση μίας πράξης, η οποία είναι επιβλαβής για το άτομο η για άλλους. Όπως λοιπόν και στις υπόλοιπες μορφές εθισμού έτσι και στην προκειμένη περίπτωση του διαδικτυακού εθισμού, η ενασχόληση με το διαδίκτυο συνδέεται αναμφισβήτητα με την άντληση αισθήματος ικανοποίησης, που επιτυγχάνεται με την αύξηση του χρόνου που καταναλώνεται για την άντληση αυτού του συναισθήματος, ενώ συχνά συνοδεύεται και από το «άγχος της αποσύνδεσης».

Οι έρευνες των ειδικών Ψυχικής Υγείας επί του φαινομένου του εθισμού στο διαδίκτυο, ήδη από το 1996, δεν έχουν οδηγήσει σε πλήρη συμφωνία μεταξύ τους σχετικά με την ονομασία, τα κριτήρια η τα εργαλεία διάγνωσής του. Μερικές από τις ορολογίες που έχουν προταθεί για την υπερβολική χρήση του διαδικτύου είναι οι εξής: «Διαταραχή του εθισμού από το διαδίκτυο», «παθολογική χρήση του διαδικτύου», «προβληματική χρήση του διαδικτύου», ή «εξάρτηση από το διαδίκτυο».

Ανεξάρτητα όμως από το όνομα που επιλέγει κανείς προκειμένου να περιγράψει το φαινόμενο του διαδικτυακού εθισμού, διαπιστώνει πως το στοιχείο της εξάρτησης του υποκειμένου από το διαδίκτυο είναι αναμφισβήτητο. Εξάρτηση υπάρχει, «εφόσον μία συμπεριφορά, που στοχεύει να προκαλεί ευχάριστα συναισθήματα και να καταπραΰνει από ένα δυσάρεστο ψυχικό φορτίο, χρησιμοποιείται με τέτοιο τρόπο, ώστε να διακρίνεται κατ’ επανάληψη αδυναμία του ατόμου να ελέγξει αυτήν τη συμπεριφορά και επιδίωξή της, παρά τις σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις της».

Η συγκεκριμένη αδυναμία του υποκειμένου που εθίζεται στη χρήση του διαδικτύου είναι αναμφισβήτητη. Μελετώντας τα στοιχεία πρόσφατων στατιστικών ερευνών αλλά μεταφέροντας και εικόνες της καθημερινής κοινωνικής πραγματικότητας που όλοι βιώνουμε, διαπιστώνουμε ότι σήμερα η χρήση του διαδικτύου στην Ελλάδα είναι «σύμφυτη» με την καθημερινότητα των εφήβων και έχει πάρει εκρηκτικές διαστάσεις. Αξίζει να επικαλεστούμε ορισμένα στατιστικά στοιχεία σχετικής έρευνας του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγιεινής, προκειμένου να αποδείξουμε του λόγου το αληθές. Η έρευνα του ΕΠΙΨΥ κατέδειξε ότι ένας στους τέσσερις εφήβους (ποσοστό 24,3%) ασχολείται για τουλάχιστον τρεις ώρες την ημέρα τις καθημερινές με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και το Ίντερνετ, ενώ το ποσοστό αυτό σχεδόν διπλασιάζεται τα σαββατοκύριακα (41%).

Οι μαθητές γυμνασίου και λυκείου αφιερώνουν πολύ από τον ελεύθερο χρόνο τους σε εβδομαδιαία βάση για να «κατεβάσουν» μουσική από το διαδίκτυο, να « ανεβάσουν » φωτογραφίες, να παίξουν παιχνίδια και να επικοινωνήσουν με τους φίλους τους μέσω των ιστότοπων κοινωνικής δικτύωσης (facebook, twitter κ.λπ.). Τα ποσοστά αυξάνονται ανάλογα με την ηλικία: 14,1% των 11χρονων, 25,8% των 13χρονων και 33,7% των 15χρονων. Ταυτόχρονα, ποικίλλουν ανάλογα με το φύλο: 26,8% των αγοριών έναντι 21,9% των κοριτσιών. Από το 2006 έως το 2010 έχει τετραπλασιαστεί ο αριθμός των εφήβων που ασχολούνται με τον υπολογιστή και το διαδίκτυο για τουλάχιστον τρεις ώρες καθημερινά ( από 5,7% σε 21,7% αντίστοιχα).

Παράλληλα, σχεδόν ένας στους έξι 15χρονους εμφανίζει συμπεριφορές εξάρτησης από τη χρήση του διαδικτύου. Το 5,5% του συνόλου των εφήβων – κυρίως αγόρια – αναφέρουν συμπτώματα εξάρτησης από τα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Τρεις στους πέντε 15χρονους μαθητές (ποσοστό 59,4%) παραμένουν στο Ίντερνετ περισσότερες ώρες απ’ όσο αρχικά προγραμματίζουν. Δύο στους πέντε (ποσοστό 42,3%) παραδέχονται ότι το διαδίκτυο βρίσκεται συνεχώς στο μυαλό τους, ενώ σχεδόν ένας στους τρεις (ποσοστό 30,8%) χρησιμοποιεί το διαδίκτυο ως μέσο για να ξεφύγει από τα προβλήματά του και να ανακουφίσει δυσάρεστα συναισθήματα, όπως την απελπισία, την ενοχή, το άγχος, τη κατάθλιψη και άλλα.

Επιπλέον, ένας στους τέσσερις (ποσοστό 25,4%) αισθάνεται ότι πρέπει να βρίσκεται στο διαδίκτυο ολοένα και περισσότερο προκειμένου να αντλήσει ικανοποίηση, ενώ ανάλογο ποσοστό έχει πει ψέματα στην οικογένειά του η σε κάποιον άλλο για να αποκρύψει το βαθμό ενασχόλησής του μ’αυτό. Ταυτόχρονα, ένας στους πέντε εφήβους (ποσοστό 19,7%) αναφέρει ότι έχει προβεί κατ’ επανάληψη σε αποτυχημένες προσπάθειες να ελέγξει, να περιορίσει η να σταματήσει τη χρήση του διαδικτύου, ενώ ένας στους έξι (ποσοστό 16,8%) έχει θέσει σε κίνδυνο κάτι σημαντικό (π.χ. σχέση, εργασία, εκπαίδευση) λόγω της υπερβολικής ενασχόλησής του με το διαδίκτυο. Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τα αναλυτικά στοιχεία του τελευταίου ευρωβαρόμετρου «Safer Ιnternet 2008» για την Ελλάδα, σύμφωνα με τα οποία 3 στους 10 Έλληνες γονείς δεν κάθονται ποτέ μαζί με τα παιδιά τους όταν αυτά σερφάρουν στο διαδίκτυο και ένα 35% των γονέων στην Ελλάδα δεν θέτει κανέναν περιορισμό στις διαδικτυακές δραστηριότητες των παιδιών του.

Αντίθετα μόνο ένας στους δέκα Έλληνες γονείς απαγορεύει το κατέβασμα μουσικής, ταινιών και παιχνιδιών. Σε άλλη διεθνή έρευνα το 74,4% των ερωτώμενων παιδιών απαντά πως έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο οποτεδήποτε θέλει, χωρίς κανέναν περιορισμό και ένα 9,7% αποκαλύπτει σε ερωτηματολόγιο – όχι στους γονείς τους – ότι έγινε στόχος παιδόφιλων μέσω chat room, email η κάποιας ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης. Είναι επίσης εντυπωσιακό ότι σύμφωνα με διεθνείς έρευνες, ο μέσος όρος ηλικίας πρώτης επαφής με την πορνογραφία θεωρούνται τα έντεκα έτη, η μεγαλύτερη κατανάλωση πορνογραφίας γίνεται μεταξύ δώδεκα και δεκαεπτά χρονών, ενώ εκατό χιλιάδες διαδικτυακοί τόποι προσφέρουν άφθονο υλικό παιδικής πορνογραφίας.

Το 80% των εφήβων ηλικίας 15-17 ετών παραδέχεται ότι έχει εκτεθεί πολλές φορές σε σκηνές βίαιου σεξ. Το 90% των παιδιών ηλικίας από 8-16 ετών δηλώνει ότι έχει δει πορνό ενώ κάνει τις σχολικές του εργασίες». Εκτός της περιπλάνησής τους σε διαδικτυακούς τόπους πορνογραφικού περιεχομένου συχνά τα παιδιά εκπαιδεύονται στο τζόγο, παρωθούνται στη λήψη ναρκωτικών, καλούνται να παίξουν παιχνίδια που προκαλούν τον αυτο-τραυματισμό η ενθαρρύνονται να αυτοκτονήσουν. Τα διαδικτυακά παιχνίδια βίας, τα οποία προωθούν το μίσος, το σαδισμό και το θάνατο, είναι ένας άλλος σημαντικός κίνδυνος.

Ταυτόχρονα πολλές πορνογραφικές δραστηριότητες μπορούν να πραγματοποιηθούν μέσω του διαδικτύου. Οι νέοι μπορούν να αναζητούν πορνογραφικές ιστοσελίδες, να αγοράζουν η να πωλούν σεξουαλικά εμπορεύματα, να παραγγέλνουν από εικονικά sex shop, να βρίσκουν σεξοθεραπευτές, συνοδούς, πόρνες, άτομα απελευθερωμένα στο sex, και άλλα είδη υλικών με σκοπό τον αυνανισμό.

Όλα τα παραπάνω στοιχεία εντάσσονται βεβαίως στο ευρύτερο πλαίσιο της σταδιακής αύξησης των ωρών χρήσης του διαδικτύου από τους Έλληνες, με το 55% του συνολικού πληθυσμού, δηλαδή πέραν των 5.100.000 Ελλήνων, να είναι πλέον καθημερινά συνδεδεμένοι. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, τα στοιχεία ανακηρύσσουν τους Έλληνες κορυφαίους στην περιήγηση στο διαδίκτυο. Συγκεκριμένα, ο Έλληνας ξοδεύει online 17,1 ώρες την εβδομάδα, περισσότερες δηλαδή και από τις 16,9 που αφιερώνει στην τηλεόραση και 2,3 ώρες πάνω από το μέσο όρο χρήσης στην Ε.Ε. Εκτιμάται μάλιστα ότι το 2020 οι χρήστες του διαδικτύου διεθνώς θα φθάσουν τα 5 δισεκατομμύρια, ενώ μέσα στην επόμενη τριετία όλα τα κινητά τηλέφωνα θα είναι «smartphones».

Με βάση όλα τα παραπάνω στατιστικά στοιχεία, καθίσταται προφανές πως το πρόβλημα του εθισμού των νέων στο διαδίκτυο προσλαμβάνει πλέον απειλητικές διαστάσεις για τη ψυχοσωματική τους υγεία. Ωστόσο, η ενδελεχής μελέτη των συνεπειών που επιφέρει στους εφήβους η υπερβολική και ανεξέλεγκτη χρήση του διαδικτύου απ’αυτούς οδηγεί στο συμπέρασμα πως η θεραπευτική αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος δεν αφορά μόνο στους ψυχολόγους, ψυχιάτρους, κοινωνικούς λειτουργούς η άλλους επιστήμονες των ψυχικών νοσημάτων του ανθρώπου.

Αθανάσιος Κολιοφούτης 

pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

π. Δημήτριος Στανιλοάε, Τα είδη των Εικόνων διά μέσου των οποίων αποκαλύπτεται ο Θεός

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Ιουνίου, 2013

π.Δημ.Στανιλοάε

Ο Αγγλικανός θεολόγος Austin Farrer, ο πρώτος στη Δύση που ξανανακάλυψε την σημασία των εικόνων ως μέσων αποκαλύψεως, λέει: «Υπάρχει ένα διαδεδομένο και πάρα πολύ ανόητο δόγμα ότι το σύμβολο προκαλεί συγκίνηση και ο ακριβής πεζός λόγος δηλώνει πραγματικότητα. Τίποτε δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από αυτό από την αλήθεια: ο ακριβής πεζός λόγος αποσπά από την πραγματικότητα, το σύμβολο την παρουσιάζει. Και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, τα σύμβολα έχουν κάτι από την πολυμέρεια της άγριας φύσεως.

Ο σκοπός των συμβόλων είναι να κατανοούνται αμέσως, ο σκοπός της εξηγήσεώς του είναι να αποκαταστήσει και ενδυναμώσει μια τέτοια κατανόηση. Αυτό είναι έργο κάποιας λεπτότητας. Ο συγγραφέας δεν είχε ενσυνείδητα σκεφθεί κάθε έννοια, κάθε διασύνδεση των εικόνων του. Είχαν εργασθεί στη σκέψη του, δεν τα είχε σκεφθεί. Εάν προσπαθήσουμε να τα εκθέσουμε, θα εμφανισθούμε ότι υπερδιανοητικοποιούμε την διαδικασία του μυαλού του, ότι παρουσιάζουμε μία φανταστική γέννηση ως συλλογιστικό κατασκεύασμα. Μία τέτοια παρουσίαση δεν εκθέτει απλώς, καταστρέφει επίσης την πίστη, διότι κανένας δεν μπορεί να πιστεύει στη διαδικασία όταν έτσι παρουσιάζεται.

Κανένα μυαλό, διαπιστώνουμε, δεν θα μπορούσε να σκέπτεται με τέτοια πολυπλοκότητα, χωρίς να καταστρέφει τη ζωή του προϊόντος της σκέψεως… Ας λεχθεί άπαξ διά παντός ότι δεν θα ληφθεί κατά γράμμα ο κανόνας της διανοητικοποιήσεως. Δεν υποκρινόμαστε όταν κάνουμε διάκρισή μεταξύ αυτού που ασυνάρτητα σκέφθηκαν και αυτού που διαισθητικά συνέλαβαν στο μυαλό που διαπέρασε τις εικόνες του με νοημοσύνη και ρίζωσε τις διανοητικές του πράξεις στη φαντασία». Ό,τι λέει ο Farrer εδώ είναι πολύτιμο, αλλά δεν εξηγεί επαρκώς την γέννηση των εικόνων.

Είναι πεποίθησή μας ότι οι εικόνες της αποκαλύψεις παράγονται αναπόφευκτα στο σημείο όπου συναντώνται πνεύμα και ορατή μορφή. Επειδή ο ίδιος ο άνθρωπος Είναι ενσαρκωμένο πνεύμα· δεν μπορεί να συλλαμβάνει και να εκφράζει το πνεύμα σ’ όλη του την καθαρότητα· πρέπει να χρησιμοποιεί την οθόνη της ορατής μορφής. Το ίδιο το ανθρώπινο πνεύμα είναι εκ φύσεως συνηθισμένο σε μια τέτοια οθόνη και είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με ολόκληρο τον κόσμο των ορατών μορφών διά μέσου των οποίων γνωρίζει και εκφράζει την δική του γνώση και αντανάκλαση. Ιδιαίτερα η πνευματική πραγματικότητα δεν μπορεί να συλληφθεί και διατυπωθεί όπως είναι αυτή καθ’ εαυτή από τον άνθρωπο που είναι ενσαρκωμένο πνεύμα. Η υλική πραγματικότητα μέσω της οποίας καμία πνευματική παρουσία δεν λάμπει δεν μεταφέρεται από τον άνθρωπο διά μέσου εικόνων αλλά άμεσα ή επιστημονικά. Μόνον όταν καλείται να βοηθήσει να μεταφέρει μία πνευματική πραγματικότητα μία ορατή μορφή λαμβάνει τη λειτουργία της εικόνας.

Η θεία πραγματικότητα, όπως η πνευματική πραγματικότητα par excellence, λόγω της φύσεώς της, δεν μπορεί να κατανοηθεί και να διατυπωθεί στην ακριβή ουσία της. Αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή η κάβε προσέγγιση του ανθρώπου στη θεία πραγματικότητα και κάθε ανθρώπινη επαφή του με αυτήν είναι μία επαφή που γίνεται από αυτόν που αντιλαμβάνεται και εκφράζει το δικό του πνεύμα και κάθε πνευματική πραγματικότητα με μορφές που δανείζονται από τον ορατό υλικό κόσμο. Μόνον μία πλήρως αποφατική θεολογία, δηλαδή μία θεολογία σιωπής, της αρνήσεως κάθε διατυπώσεως για τον Θεό, είναι ελεύθερη από εικόνες.

Αλλά ας εξετάσουμε πρώτα τα είδη των εικόνων που χρησιμοποιούνται στην αποκάλυψη. Στο επίπεδο της αποκαλύψεως υπάρχουν διάφορες κατηγορίες εικόνων. Μερικά είναι οντολογικά, δηλαδή είναι συγκεκριμένες ενότητες που συγκροτήθηκαν από την πραγματική και οριστική ενοίκηση του Αγίου Πνεύματος σε μία ορατή μορφή. Αυτό είναι κάπως ανάλογο με το ανθρώπινο πρόσωπο ή σώμα που είναι εικόνα του πνεύματος που είναι οριστικά ενωμένο με αυτό. Αυτές οι εικόνες είναι τα αποτελέσματα, ορισμένων πράξεων από τις στιγμές αποκαλύψεως. Με αυτήν την έννοια, η πιο πραγματική ζωτική και οντολογική εικόνα του Θεού ήταν το ανθρώπινο στοιχείο του Χριστού, μία εικόνα που ήρθε στην ύπαρξη με την πράξη της ενσαρκώσεως. Η εικόνα, που τόσο τιμάται στην Ορθοδοξία, είναι η καλλιτεχνική μετάδοση αυτής της εικόνας του Θεού, που ο Υιός του Θεού προσέλαβε. Ο Χριστός ως άνθρωπος είναι η ανθρώπινη εικόνα του εαυτού του ως Θεού αφού συγχρόνως είναι ο ίδιος ο Θεός. Η ενσάρκωση δεν είναι μύθος, ούτε υποκειμενικό ανθρώπινο δημιούργημα· έχει πραγματοποιήσει μία πραγματική και οριστική ένωση θείας πνευματικότητας και ορατής ανθρώπινης πραγματικότητας. Δεν έχουμε στον Χριστό την θεία πραγματικότητα πλήρως αποκαλυμμένη, και συνεπώς δεν μπορούμε να την αντιληφθούμε και να την εκφράσουμε στην πληρότητα της άπειρης πολυπλοκότητας και πλούτου της. Αλλά δεν κρύβει πλήρως την θεία πραγματικότητα ούτε η ζωντανή εικόνα, που είναι το ανθρώπινο στοιχείο του· στην πραγματικότητα την αποκαλύπτει μέχρι του σημείου εκείνου που είναι δυνατόν για τους ανθρώπους να την συλλάβουν.

Στην αναστημένη του κατάσταση ο Χριστός ως άνθρωπος είναι ομοίως μία ανθρώπινη εικόνα της θείας ζωής ανίκητης από τον θάνατο, μία εικόνα στην οποία η θεότητα είναι ακόμη περισσότερο διαφανής. Ακόμη και τώρα, ως Θεός, ο αναστημένος Χριστός δεν εγκαταλείπει τον χαρακτήρα του ως εικόνα διότι τότε θα εγκατέλειπε το ίδιο το ανθρώπινό του στοιχείο. Και αυτή η ανθρώπινη εικόνα της θείας ζωής, ανίκητης από τον θάνατο, ήταν που έδειξε στους Αποστόλους.

Κατά τον ίδιο τρόπο η Ανάληψη του Χριστού στους ουρανούς είναι μία εικόνα της εξυψώσεως του αναστημένου ανθρωπίνου στοιχείου στον Χριστό στο επίπεδο της θείας δόξας. Πάλι, ο άνθρωπος δεν μπορεί να συλλάβει ή να εκφράσει αυτό που είναι η θεία δόξα. Οι Απόστολοι την είδαν στην εικόνα του σώματος του Κυρίου που αναλήφθηκε και που έλαμψε πιο λευκό από το χιόνι στο όρος Θαβώρ. Όλα αυτά είναι θεανθρώπινες πραγματικότητες, στάδια αυξανόμενης πνευματοποιήσεως του ανθρώπινου που ελκύεται προς το θείο. Δεν είναι μύθοι, δηλαδή υποκειμενικά δημιουργήματα κενά περιεχομένου.

Μεταδίδουν πραγματικότητες που είναι πέραν από την νόησή μας και συνεπώς πρέπει να προσέχουμε μήπως τις αντιλαμβανόμαστε πάρα πολύ στενά, μήπως τις υποβιβάσουμε στο επίπεδο των αντικειμένων, σ’ αυτό που μπορούμε να δούμε μόνον. Αυτές οι πραγματικότητες έχουν απροσμέτρητα πνευματικά βάθη και όμως τα βάθη τους τα εκφράζουν σωστά αν και πολύ περιεκτικά οι οροί: ενσάρκωση, ανάσταση, ανάληψη, κ.λπ.

Στην Παλαιά Διαθήκη, όμως, πριν από την εποχή του Χριστού, ο Θεός δεν διέμενε σε μία δημιουργημένη ανθρώπινη μορφή σε τόσο πλήρη και οριστικό βαθμό. Εμφανιζόταν μόνο φευγαλέα, στη μία ή στην άλλη από τις ενέργειές του, μέσα σε ορατή μορφή. Αυτά ήσαν διαφορετικά είδη εικόνων της θείας αποκαλύψεως, επί παραδείγματι: η νεφέλη ή η στύλη πυρός που οδηγούσε τους Ισραηλίτες στην έρημο (Εξοδος ιγ ‘ 21-22), ή η φωτιά που κατέφαγε την θυσία του Ηλία ή η γαλήνια και μικρή φωνή που αποκαλύφθηκε στον ίδιο προφήτη (Α’ Βασ. ιη’ 38-39, ιθ’ 11-13). Μερικοί από τους τρόπους αυτούς του θείου ήσαν περισσότερο διαρκείς, αλλά ακόμη κι αυτοί ήσαν μόνον απόμακρες εμφανίσεις της θείας δυνάμεως, όχι προσωπικές ενσαρκώσεις που να κάνουν δυνατή μία συνεχή φανέρωση του Θεού με σαφείς προσωπικές πράξεις. Μια τέτοια παρουσία ήταν η ενοίκηση του Θεού στην κιβωτό του Νόμου, στους τόμους που περιείχε η κιβωτός και μέσα σ’ ολόκληρη τη Σκηνή του Μαρτυρίου (η ίδια μία εικόνα του Θεού) που ο Μωΰσης έχει δει στο Σινά. Όμοιες μ’ αυτή ήσαν ορισμένες απεικονίσεις που περιείχαν μία ακόμη περιορισμένη θεία παρουσία, και που είχαν τον χαρακτήρα εικόνων, διότι ήσαν τα προϊόντα θείων ενεργειών, η παραστατική διατύπωση ορισμένων μέσων ικανοποιήσεως πνευματικών αναγκών ή επειδή ήσαν σημεία της καλωσύνης του Θεού, όπως το νερό από την πέτρα, το μάννα κ.λπ.

Όλες αυτές οι εικόνες ήσαν φευγαλέες σκιές συγκρινόμενες με την σταθερή εικόνα του ανθρώπινου στοιχείου του Χριστού (Εβρ. ι’ 1) στην οποία βρίσκεται πλήρως ο Υιός του Θεού κατά τρόπο και προσωπικό και οριστικό. Ο χαρακτήρας τους ήταν προφητικός. Μόνες τους δεν είχαν καμία πλήρη θεία πραγματικότητα, αλλά ήσαν προαγγελίες μιας θείας πραγματικότητας που επρόκειτο να έλθει. Ο Θεός, που στην αποκάλυψή του τις εδήλωνε ως εξεικονίσεις, αποκάλυπτε επίσης διά μέσου αυτών ένα σχέδιο, που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στο μέλλον, ένα σχέδιο για να ολοκληρωθεί ιστορικά. Μέσω αυτών των εξεικονίσεων ο Θεός δημιούργησε μία ιστορική και ιεραποστολική συνείδηση στον λαό του τον Ισραήλ, μία προσδοκία, ή ακριβέστερα μία μεσσιανική ένταση. Ο λαός εγνώριζε ότι εκινείτο ή καθοδηγείτο διά μέσου της ιστορίας προς έναν ανώτερο πνευματικό σκοπό και ότι οι προαγγελίες, που περιείχαν ένα εχέγγυο της παρουσίας του Θεού σε μικρογραφία, στο μέλλον θα έδιναν τη θέση τους στην πλήρη πραγματικότητα αυτής της παρουσίας. Η μυθολογία αντιθέτως δεν ακολουθεί κανένα σχέδιο. Είναι μία κυκλική επανάληψη, διότι οι θεοί της είναι οι προσωποποιήσεις των κυκλικών επαναλήψεων της φύσεως και των παθών κατά κάποια έννοια δεν είναι ελεύθεροι, και δεν έχουν την ικανότητα να επιδιώκουν ποικίλους στόχους.

Λόγω της ελλείψεως αυτής της πληρότητας της παρουσίας του Θεού στις εξεικονίσεις της Παλαιάς Διαθήκης, και ως εκ τούτου και στους ανθρώπους των χρόνων της Παλαιάς Διαθήκης, οι ίδιες οι εικόνες ελήφθησαν από τα στοιχεία της φύσεως και ακόμη από τον ζωικό κόσμο. Η ανάπτυξη του ανθρώπου δεν του επέτρεψε ακόμη να κάνει χωρίς την χρησιμοποίηση ορισμένων φυσικών στοιχείων ως εικόνων του Θεού. Είναι σωστό εάν πούμε ότι γενικά οι εικόνες αυτές δεν εξεπλήρωναν τον σκοπό τους μόνες τους, αλλά δυνάμει μιας ειδικής θείας ενέργειας — σαφής ένδειξη της διακρίσεως μεταξύ του Θεού και αυτών των εξεικονίσεων. Συνεπώς, όπως ακριβώς στη Γένεση, στον Δανιήλ και την Αποκάλυψη, ο Υιός του Ανθρώπου εμφανίζεται αφού έχουν εμφανισθεί τα άγρια ζώα (Γεν. α’ 26, Δανιήλ ζ’ 13, Αποκάλ. ιδ’ 14), έτσι στο αποκορύφωμα της αποκαλύψεως ο Θεός προσλαμβάνει την εικόνα του ανθρώπου αφού έχει ήδη χρησιμοποιήσει τα στοιχεία ως φευγαλέα και ατελή σύμβολα. Η ιστορία της αποκαλύψεως συνδέεται με την ιστορία του ανθρωπίνου γένους. Καθώς ο άνθρωπος προοδεύει πνευματικά ή αυξάνει στην επίγνωση της ανωτερότητάς του έναντι της φύσεως, φθάνει στη συνειδητοποίηση ότι ο ίδιος ο άνθρωπος είναι η πιο επαρκής εικόνα του Θεού και έτσι ο άνθρωπος γίνεται πράγματι αυτή η εικόνα. Εφ’ όσον δεν καταλάβαινε το δικό του μεγαλείο και φοβόταν την επιβλητική φύση και τη δύναμη των στοιχείων, αδυνατούσε ν ’ απεικονίσει τον Θεό αντάξια υπεράνω της φύσεως. Σαφώς κυριαρχία επί των αγρίων ζώων δεν σήμαινε μόνον κυριαρχία πάνω σ’ αυτά ως ζωολογικών ειδών· περιελάμβανε επίσης επιβολή πάνω στον άνθρωπο που συνέχιζε να διατηρεί πολύ από τον τρόπο ενέργειας των ζώων. Όταν ο άνθρωπος συνειδητοποίησε ότι ήταν η εικόνα του Θεού και όταν σ ’ αυτό το επίπεδο ο Θεός εν Χριστώ αληθινά μορφοποίησε την πιο ικανοποιητική εικόνα του από την ανθρώπινη φύση, άρχισε η ανάπτυξη του ανθρώπινου στοιχείου σε κάθε τι που είναι ειδικά ανθρώπινο, κάθε τι που διακρίνει τον άνθρωπο από το ζώο. Και έτσι άρχισε επίσης η αιώνια και διαρκώς περισσότερο τέλεια κυριαρχία του ανθρώπου, ή του ανθρώπινου στοι¬χείου πάνω σ’ ολόκληρο το σύμπαν και πάνω σε κάθε τι που είναι ζωώδες. Ο σκοπός που επιδιώκει αυτή η κυριαρχία, και η δύναμη που την ελκύει και την διαπερνά, είναι ο αναστημένος και εξυψωμένος Χριστός. Τίποτε δεν μπορεί να είναι περισσότερο εξαϋλωμένο Από άνθρωπο που είναι πνεύμα (αν και ο παράγοντας αυτής της διαδικασίας είναι προφανώς ο ενσαρκωμένος Θεός), και κανένας δεν μπορεί να θέσει την σφραγίδα της πνευματικότητας πάνω σ’ όλα τα πράγματα περισσότερο κατηγορηματικά από τον άνθρωπο. Και ο Θεός είναι εκείνος που θέλει αυτήν την κυριαρχία.

Όταν αυτή η εικόνα του Θεού και υπέρτατος τύπος ανθρώπινης υπάρξεως που είναι ο Χριστός υψώθηκε μπροστά στα μάτια του ανθρώπου, ο σκοπός των προφητικών και άστατων εξεικονίσεων, οι παρατυπώσεις, τελείωσαν (Εβρ. ι’ 1). Τώρα υπάρχει ένα πρότυπο που συνδέεται οντολογικώς με κάθε άνθρωπο και που εξασκεί πραγματική δύναμη πάνω σ’ όλους τους ανθρώπους. «Η σκιά του Νόμου παρήλθε» για να μπορεί να φαίνεται η ουσία της πραγματικότητας, πλήρης αποτελεσματικής δυνάμεως πάνω σ’ ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. «Τα μέλλοντα αγαθά» μπορούσαν ν’ αποκαλυφθούν μόνον από μακρυά με στοιχεία προσεκτικά δανεισμένα από την φύση. Αλλά για να μπορούν να κατανοηθούν ευκολώτερα με την απερίγραπτη ωραιότητά τους, μία ωραιότητα που δεν έχει το αντίστοιχό της στην παρούσα πραγματικότητα, αυτά «τα αγαθά», η Παλαιά Διαθήκη χρησιμοποίησε επίσης «οράματα». Τα οράματα αυτά συνδύαζαν κάποιες πλευρές της παρούσας πραγματικότητας κατά παράδοξο και αντιφατικό τρόπο και τις πρόβαλαν σε γιγαντιαίες διαστάσεις για να δείξουν ότι τα μέλλοντα αγαθά δεν είναι ακριβώς όμοιες μ’ αυτές τις πλευρές, αφού οι δεύτερες πιο συχνά αντλούνται από την φύση και τα πάθη, αλλά ότι είναι ένα είδος απερίγραπτης διαστάσεως αυτών των συστατικών στοιχείων και έχουν μία προοπτική που υπερβαίνει όλες τις γνωστές διαστάσεις. Όμως με την έλευση του Χριστού στον όποιον αυτά τα οράματα εκπληρώθηκαν και μάλιστα ξεπεράστηκαν σ’ όλη τους την έκταση, τα ίδια τα οράματα δεν είχαν πλέον κανέναν σκοπό. Όταν δίδεται οποιαδήποτε περιγραφή αυτών των «αγαθών» στην τελική πλήρη επέκτασή τους σ’ όλους τους ανθρώπους, το σημείον αφετηρίας είναι πάντοτε η πραγματικότητα του Χριστού, και με λέξεις μεταδίδεται η έννοια αυτής της γενικής επεκτάσεως. Αυτό συμβαίνει συχνά με τον Απ. Παύλο ( Εφεσ, α ‘ 3 – 4). Μόνος ο Αγ. Ιωάννης χρησιμοποιεί οράματα, επιμένοντας και στην παγκόσμια εμφάνιση της ένδοξης παρουσίας του Χριστού και επίσης στην απόσταση που ήδη διανύθηκε προς την κατεύθυνση του σκοπού αυτού. Αλλά ακόμη κι αυτά τα οράματα συγκεντρώνονται γύρω από τον Χριστό τον Αμνό που σφαγιάστηκε, τον Υιό του Ανθρώπου που θα κερδίσει την τελική νίκη, τον Νυμφίο που θα εορτάσει το γαμήλιο δείπνο με την νύμφη που είναι η παγκόσμια Εκκλησία.

Ο Αγ. Γρηγόριος Νύσσης λέει κάπου ότι οι άγγελοι δεν έχουν καθόλου ανάγκη από φαντασία, διότι η θεία πραγματικότητα πού βλέπουν υπερβαίνει πολύ κάθε γέννημα φαντασίας. Ίσως αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον οι πνευματικοί Πατέρες (ο Διάδοχος Φωτικής επί παραδείγματι) εφιστούν την προσοχή έναντι όλων των εξεικονίσεων, εικόνων και οραμάτων, διότι στον Χριστό οι χριστιανοί έχουν περισσότερα από ό,τι θα μπορούσαν να βρουν σ’ οποιοδήποτε δημιούργημα φαντασίας. Οι Πατέρες ακόμη εφιστούν την προσοχή έναντι απεικονίσεων ή οραμάτων που έχουν ως αντικείμενό τους τον Χριστό, διότι γνωρίζουμε περισσότερα από την πίστη και από την εμπειρία από τα θεανδρικά βάθη του Χριστού παρά από όσα γνωρίζουμε με οποιαδήποτε βοήθεια μπορούμε να έχουμε διά μέσου απεικονίσεων ή οπτικών παραστάσεων του.

Ο Farter μιλά για ένα είδος αναγεννήσεως των εικόνων» διά μέσου του Χριστού και, εν είδει παραδείγματος, προβάλλει το κήρυγμα και τα κείμενα των Αποστόλων. Ο Fairer κάνει καλά που περιορίζει αύτη την αναγέννηση στους Αποστόλους· παρ’ όλα αυτά, είναι άποψή μας ότι η αναγέννηση αυτή πρέπει να νοείται κατά ορισμένους συγκεκριμένους τρόπους. Ο πρώτος από αυτούς είναι ότι ο Χριστός γίνεται η αληθινή εικόνα του Θεού, και ο δεύτερος είναι ότι Εκείνος είναι το κέντρο όλων των λεκτικών εικόνων. Θα δούμε πιο κάτω επί πλέον διαστάσεις αυτής της αναγεννήσεως, αλλά δεν θα βρούμε πουθενά την ιδέα ότι μετά την εποχή του Χριστού και των Αποστόλων οποιαδήποτε δραστηριότητα της φαντασίας με την έννοια των οραμάτων και των δημιουργημάτων της φαντασίας είτε άμεσα για τον Χριστό είτε για άλλα πράγματα ανεξάρτητα από αυτόν πρέπει να ενθαρρύνεται.

Ο Χριστός έχει προκαλέσει μίαν αναγέννηση εικόνων πρώτον διότι έδωσε ένα πραγματικό χαρακτήρα στην εικόνα του Θεού και δεύτερον διότι όλα τα λόγια μας για τον Θεό τώρα δεν έχουν κανένα άλλο έργο από το να περιγράφουν τον Χριστό, που είναι η αληθινή εικόνα του Θεού. Όπως σ’ ολόκληρη την ιστορία της αποκαλύψεως, έτσι στην αποκάλυψη του Χριστού, ο Λόγος παραμένει απαραίτητος, αλλά ο κύριος σκοπός του «είναι να περιγράφει την ανθρώπινη εικόνα με τις διάφορες ενέργειές της, διά μέσου των οποίων ο Θεός αποκάλυψε τον εαυτόν του εν Χριστώ. Χωρίς αυτή την εικόνα και τις ενέργειες που ανήκουν σ’ αυτή οι λέξεις θα αδυνατούσαν να περιγράψουν τον πλούτο και την δύναμη της θεότητας που αποκαλύπτεται. Και αντιστρόφως, χωρίς την βοήθεια των λόγων, οι ενέργειες, οι εικόνες και οπτικές παραστάσεις της εν Χριστώ αποκαλύψεως θα παρέμεναν, στις περισσότερες περιπτώσεις, απαρατήρητες και ακατανόητες. Γενικά οι λόγοι, που μεταδίδουν τις θείες ενέργειες και την θεία παρουσία, που φανερώνονται με απεικονίσεις και οπτικές παραστάσεις, φέρουν μέσα τους το αποτύπωμα της φανταστικής διατυπώσεως, και πάντα είναι κατώτεροι από αυτό που οι ίδιες οι ενέργειες και απεικονίσεις περιέχουν. Ο λόγος «ο Θεός είναι δυνατός» είναι μία φανταστική διατύπωση, διότι κάποια πράξη του ισχυρού τρόπου ενέργειας του Θεού βιώθηκε. Βεβαίως η θρησκευτική σκέψη μερικές φορές απόσπασε τον φανταστικό λόγο από την εικόνα την ίδια ή την οπτική παράσταση, και είναι πιθανό κατά την περίσταση, ο Θεός να έκανε αυτοαποκάλυψη περιγράφοντας τον εαυτόν του με αυτό το είδος της φανταστικής γλώσσας. Παρ’ όλα αυτά, είναι δύσκολο να βρει κανείς μία μοναδική λέξη για τον Θεό που να μην έχει έναν φανταστικό χαρακτήρα ή κάποια αισθητή μορφή ως σημείο αφετηρίας του.

Λόγοι επίσης συνοδεύουν την εν Χριστώ αποκάλυψη του Υιού του Θεού που είναι η συνεπής, λεπτομερής και οριστική εικόνα του θείου Προσώπου. Και αυτοί οι λόγοι αντανακλούν τον φανταστικό χαρακτήρα της εν Χριστώ αποκαλύψεως του Θεού. Αλλά οι λέξεις αυτές καθ’ εαυτές που περιγράφουν την αποκάλυψη του Θεού στην εικόνα του ανθρώπινου στοιχείου που προσωπικά προσέλαβε μπορούν ν’ αλλάξουν· δεν είμαστε υποχρεωμένοι να παραμένουμε αποκλειστικά με τις λέξεις του Ιησού ή των Αποστόλων, αν και πρέπει πάντα να τις θεωρούμε ως πρότυπες.

Με αυτήν την έννοια συνεπώς δεν μπορούμε να δεχθούμε την φράση του Farrer ότι έλαβε χώρα εν Χριστώ μία «αναγέννηση εικόνων». Μπορεί να γίνει δεκτή με την έννοια ότι όλοι οι λόγοι μας βασίζονται στην πραγματική εικόνα του Θεού εν Χριστώ, στην περιγραφή του ανθρώπινου ως της πιο επαρκούς εικόνας του Θεού, μία εικόνα που πληρούται με τον Θεό. Νοούμενη κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορεί ακόμη να γίνει μία προσαρμογή των λέξεων που χρησιμοποιούνται για τον Χριστό σ’ οποιονδήποτε δεδομένο χρόνο· ποικίλα διαφορετικά σύμβολα και λεκτι-κές εικόνες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να μεταδώσουν την εικόνα ή τις θεμελιώδεις και οριστικές εικόνες του Θεού εν Χριστώ. Αυτό που δεν μπορεί να γίνει δεκτό, όμως, χωρίς να εγκαταλείψουμε τον Χριστιανισμό πλήρως, είναι οποιαδήποτε απόπειρα να καταργήσουμε πλήρως αυτές τις θεμελιώδεις εικόνες. Θεολογική πρόοδος συνίσταται μόνον στην εξήγηση αυτών των εικόνων με την χρησιμοποίηση άλλων λέξεων. Αλλά αυτό δεν είναι πλέον αποκάλυψη, για να ακριβολογούμε, διότι δεν υπάρχει καμία πρόσθετη αποκάλυψη οποιωνδήποτε ουσιαστικών νέων εικόνων του Θεού, εικόνων που κάνουν απηρχαιωμένη την εικόνα του ανθρώπινου στοιχείου του Χριστού.

Οι λόγοι πρέπει πάντα να είναι εδραιωμένοι στην τέλεια εικόνα του Θεού, που είναι το ανθρώπινο στοιχείο του Χριστού, δηλαδή, ο Χριστός ως άνθρωπος. Οι εικόνες του Χριστού εξυπηρετούν αυτόν τον ίδιο σκοπό. Οι Προτεστάντες, που έχουν καταργήσει τις εικόνες του Χριστού, έχουν στερήσει τους Λόγους τους από ένα στήριγμα και έναν σταθερό οδηγό. Θα μπορούσε να φαίνεται ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της φράσεως των Πατέρων ότι οι πιστοί πρέπει να προσέχουν να μην επιβάλλουν τον σχηματισμό μιας εικόνας του Χριστού μέσα στην φαντασία τους, και της επιβεβαιώσεως της αξίας των εικόνων. Πράγματι, ο χριστιανός είναι εκτεθειμένος στον κίνδυνο να εισαγάγει υποκειμενικά στοιχεία, παρμένα από την δική του εσωτερική φαντασία, στην εικόνα του Χριστού, και αυτά μπορεί θαυμάσια να αντιπροσωπεύουν μία κατάπτωση από την αληθινή εικόνα του Χριστού. Γι’ αυτόν τον λόγο οι εικόνες πάντα ζωγραφίζονται σύμφωνα με καθορισμένους κανόνες που δεν επιτρέπουν την προσθήκη ακόμη και του ελάχιστου υποκειμενικού στοιχείου.

Αυτή η αφοσίωση στον Χριστό, το ανθρώπινο στοιχείο του οποίου είναι η πραγματική και οριστική εικόνα του Θεού, και η διάπλαση των πιστών σύμφωνα με αυτήν την εικόνα και διατηρούνται και επιτυγχάνονται διά της μιμήσεως των πράξεών του μέσα στα μυστήρια και με την όλη προσπάθεια που οι χριστιανοί καταβάλλουν να ζουν μία ζωή όμοια με τη ζωή του Χριστού. Η μίμηση αυτών των πράξεών του αντιπροσωπεύει και μία επιθυμία γι’ αυτόν και μία προσπάθεια για μίμησή του. Και μέχρις ορισμένου σημείου επιτυγχάνει ό,τι αποσκοπούσαν οι δικές του ενέργειες, ακόμη περισσότερο αφού η προσπάθεια ενισχύεται από δύναμη που εκπέμπεται από αυτόν που οι πιστοί επιθυμούν να μιμηθούν και που ήδη υπάρχει σ’ εκείνη την αναστημένη κατάσταση στην οποία οι πιστοί ποθούν να συμμετέχουν αντιγράφοντας με τις πράξεις τους το πρότυπο των δικών του πράξεων,

Οι εικόνες και τα μυστήρια συνεπώς διατηρούν την πραγματική, οντολογική εικόνα του Θεού, που είναι ο Χριστός, ή ακριβέστερα το ανθρώπινο στοιχείο του Χριστού, πάντα παρόν και ενεργό στη συνείδηση και τη ζωή των πιστών. Είναι τρόποι με τους οποίους η κεντρική και οριστική εικόνα της αποκαλύψεως εξασκεί μία συνεχή επίδραση πάνω στη ζωή του ανθρώπου.

Ο λόγος του κηρύγματος πρέπει να βρίσκεται σε πολύ στενό σύνδεσμο με τις εικόνες και τα μυστήρια, όπως στην περίοδο που ο Θεός πρωτοαποκάλυψε τον εαυτόν του μέσω της κεντρικής του εικόνας και μέσω των διαφορετικών της στιγμών, ενεργειών και σταδίων.

Επειδή ο Προτεσταντισμός δεν διατήρησε αυτήν την εικόνα ζωντανή και ενεργό με την χρησιμοποίηση των εικόνων και την μίμηση των διαφόρων σταδίων της μέσα στα μυστήρια, και μ’ αυτόν τον τρόπο κράτησε μόνον τον λόγο αποκομμένο από την πρακτική ενέργεια της εικόνας, δεν αποτελεί έκπληξη που μερικοί Προτεστάντες θεολόγοι έχουν υιοθετήσει ακόμη και την ιδέα της αντικαταστάσεως της ίδιας της θεμελιώδους εικόνας, διότι θεωρούν την ενσάρκωση του Υιού του Θεού ως καθαρό μύθο.

(+Δημητρίου Στανιλοάε, «Θεολογία και Εκκλησία», εκδ. Τήνος, σ. 124-133).

.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πώς και με τί μέσα αγωνιζόμαστε, όταν έχουμε τον πόλεμο των λογισμών;

Συγγραφέας: kantonopou στις 18 Ιουνίου, 2013

neilos_sorsky- μέσα αγώνος....

Γι’ αυτή την άσκηση της αντιμετωπίσεως των αοράτων εχθρών μάς ομιλούν όλες οι Γραφές. Συνεπώς λοιπόν, να μην εξασθενούμε ψυχικά ούτε να οργιζόμαστε, όταν πολεμούμεθα από τους πονηρούς λογισμούς, ούτε να παύουμε να μετανοούμε κατά την περίοδο της μάχης. Διότι αυτή είναι η πονηρά πλάνη του διαβόλου να μας κάνει να ελπίζουμε στη νίκη επί των ακαθάρτων λογισμών με τις δυνάμεις μας και να μην τρέχουμε στο Θεό με τη μετάνοια για να προσευχηθούμε εναντίον τους. Όμως εμείς να καταπολεμούμε τον δαίμονα και τους λογισμούς με την παντοτεινή μετάνοια, την αδιάκοπη προσευχή και να μην αφήνουμε τα νώτα μας αφύλακτα στους εχθρούς μας, έστω και να πληγωθούμε χιλιάδες φορές κάθε ημέρα. Να λάβουμε μέσα μας γενναία απόφαση, ότι μέχρι θανάτου να μη χωρισθούμε ουδέποτε από αυτό το πνευματικό καθήκον της ζωής μας, το οποίον επιφέρει σταδιακά, μυστικά και αθόρυβα το έλεος του Θεού. Αυτά συμβαίνουν όχι μόνο στους εμπαθείς και αδυνάτους, αλλά και στους κεκαθαρμένους, τους ενάρετους και ζώντας στην ησυχία υπό την προστασία του Θεού, οι οποίοι έχουν πτώσεις εις τους λογισμούς των και κατόπιν έρχεται η ειρήνη, η θεία παρηγοριά, οι καθαροί λογισμοί και η πραότητα.

Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέγει: «Όταν συναισθανθεί ο άνθρωπος τις αδυναμίες του και ελέγχεται συνεχώς για τα αμαρτωλά έργα του, τότε είναι ώρα να αρπάξει το τόξο από τα χέρια του γιγαντιαίου εχθρού και να δώσει τη μάχη. Το όνομά του θα είναι τιμημένο και επαινετό περισσότερο απ’ αυτούς που γίνονται αγγελιοφόροι της νίκης και των στεφάνων». Τα ίδια μας λέγουν και όλοι οι άγιοι, που αποβλέπουν να μας βγάλουν κάθε αμφιβολία, ώστε να μην τα χάνουμε, όταν πολεμούμαστε από κάποιον λογισμό στην περίοδο της ταραχής και των ρυπαρών λογισμών. Και απεναντίας, όταν μας συμβουλεύει η Χάρις να μην είμεθα οκνηροί, να μη φρονούμε τα υψηλά, αλλά να εξομολογούμαστε στο Θεό, να τον ευχαριστούμε, ενθυμούμενοι τα πταίσματά μας τα οποία διαπράξαμε στον καιρό της θείας εγκαταλείψεως, σε τι πτώσεις είχαμε υποπέσει και τι κτηνώδη νου είχαμε. Σκεπτόμενοι αυτά και την αθλιότητα της φύσεώς μας, την ακαθαρσία των λογισμών, η οποία προήλθε από εμάς, πώς δεν θα αντικρίζουμε το σκότος στο οποίο ευρισκόμεθα, ότι υποχωρήσαμε στα πάθη και συνομιλήσαμε με αυτά μέσα στο σκοτάδι της άγνοιάς μας; Όταν σκεπτόμαστε όλα αυτά, κατανοούμε ότι επετράπησαν κατ’ οικονομίαν Θεού για να ταπεινωθούμε. Ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης λέγει: «Εάν δεν παραχωρηθεί στον άνθρωπο να νικηθεί και αιχμαλωτισθεί στα πάθη, τους λογισμούς και τα πνεύματα της πονηρίας, να αισθανθεί αβοήθητος και από το Θεό, και από τα έργα του και από οποιονδήποτε άλλον, δεν θα φθάσει στην απελπισία για όλα εκείνα τα μάταια στα οποία στηρίζεται και ελπίζει. Δεν μπορεί να ταπεινωθεί, ούτε να θεωρήσει τον εαυτόν του κατώτερο από όλους τους άλλους οι οποίοι είναι έσχατοι και δούλοι όλων, αλλά και χειρότερος από τους δαίμονες από τους οποίους πολεμείται και νικάται. Αυτή λοιπόν είναι η πρόνοια και φροντίδα του Θεού η οποία εκδηλώνεται προηγουμένως και κατόπιν ταπεινώνει τον άνθρωπο με διαφόρους τρόπους. Με αυτό τον τρόπο μάς χαρίζει ο Θεός τις πολλές και ουράνιες δωρεές Του. Ας ενθυμηθούμε με φόβο και αυτό: Εάν δεν ταπεινώσουμε την θεωρουμένη κοσμική σοφία μας, θα μας εγκαταλείψει η Χάρις και θα κάνουμε τα θελήματα των κακών λογισμών μας. Διότι μόνο στην Χάρι πρέπει να στηριζόμαστε και όχι στα δήθεν καλά μας έργα. Αυτή είναι, λοιπόν, εκείνη η οποία μας ανοίγει τις αγκάλες της και μας προφυλάσσει από όλους τους εχθρούς μας».

Να θυμηθούμε και αυτό: ότι χρειάζεται πολλή προσοχή μήπως, εξ αιτίας μας, δυναμώσουν εναντίον μας οι πονηροί λογισμοί, επειδή ίσως δεν θα ζούμε κατά τις εντολές του Θεού και θα έχουμε ταραχή και αφύλακτη την ψυχή μας. Διότι, κατά τις θείες Γραφές, με πολύ ζήλο και άσκηση πρέπει να επαυξάνουμε την Χάρι σ’ όλη την ζωή μας, ζώντας όσο είναι δυνατόν με ταπείνωση, με σεμνότητα και όλος μας ο πνευματικός κόπος να γίνεται για την αγάπη του Θεού και με αληθινό πόθο για την σωτηρία μας. Και κάθε έργο του Κυρίου μας να το εκτελούμε όχι με οκνηρία αλλά με ιερό ασκητικό πόθο.

Περί ενισχύσεως σε κάθε έργο της ζωής μας.

Κάθε τι που κάνουμε στην ζωή μας είτε γίνεται αυτό με το έργο είτε με τον λόγο είτε με τον νου μας να γίνεται ψυχή τε και σώματι κατά το θέλημα του Θεού, όσο βέβαια αυτό είναι δυνατόν. Ιδού τι λέγει ο μακάριος Φιλόθεος ο Σιναΐτης: «Οποιονδήποτε τρόπο ζωής έχουμε στον κόσμο είμεθα υποχείριοι της απατηλής αμαρτίας, τόσο με τον νου όσο και με την αίσθηση. Έτσι λοιπόν, πρέπει, τώρα που πλησιάσαμε στην κατά Χριστόν ζωή, με όλον μας τον νου και τις δυνάμεις της ψυχής να υπηρετούμε τον Ζώντα και Αληθινόν Θεό, τις δικαιοσύνες και τα θελήματα Αυτού. Να επιτελούμε τις άγιες εντολές Του, αποχωριζόμενοι τελείως από όλα τα κακά μας θελήματα, όπως λέγει και η Γραφή: «Διά τούτο προς πάσας τας εντολάς σου κατωρθούμην, πάσαν οδόν άδικον εμίσησα» (Ψαλμ. 118, 128).

Έτσι λοιπόν όταν εγειρώμεθα από τον ύπνο της αναισθησίας, πρώτα πρώτα να δοξάζουμε και μεγαλύνουμε τη δόξα του Θεού. Κατόπιν να ασχολούμεθα με τα εξής πνευματικά έργα: Με την προσευχή, την ψαλμωδία, την ανάγνωση, την σωματική εργασία κλπ. Να έχουμε πάντοτε μεγάλη ευλάβεια και ελπίδα προς τον Θεό σκεπτόμενοι ότι όλα πρέπει να τα κάνουμε για την ευαρέστηση του Θεού και όχι για την ματαιοδοξία και ευαρέσκεια των ανθρώπων. Επίσης να γνωρίζουμε καλά ότι ο Θεός είναι κοντά μας διότι είναι ο «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών». Αυτός ο οποίος δημιουργεί τα αυτιά και τα μάτια μας, άραγε δεν τα βλέπει όλα;

Να προφυλαγόμαστε ακόμη από τις μεμψιμοιρίες, τις μηνύσεις εναντίον άλλων, από τα κενόδοξα λόγια και τις αφορμές για καυγάδες. Ομοίως να χρησιμοποιούμε το φαγητό και το ποτό με φόβο Θεού, ενώ κατά την ώρα του ύπνου να ξαπλώνουμε με ειρηνικό τον λογισμό μας και τα μέλη μας εξωτερικά να είναι όλα καλά σκεπασμένα. Διότι αυτός ο λίγος του σώματος ύπνος είναι απεικόνιση του αιωνίου ύπνου δηλ. του θανάτου. Και την κατάκλιση στο κρεββάτι να την θεωρούμε ότι μπαίνουμε μέσα στον τάφο. Για όλα αυτά πάντοτε να έχουμε προ των οφθαλμών μας τον Θεό, όπως λέγει ο Δαβίδ: «Προωρώμην τον Κύριον ενώπιόν μου διά παντός, ότι εκ δεξιών μου έστι, ίνα μη σαλευθώ» (Ψαλμ. 15, 8). Όποιος κάνει πάντοτε αυτά, ευρίσκεται στην προσευχή.

Εάν κάποιος είναι κατά το σώμα εύρωστος και υγιής, πρέπει να το εξασκεί στην νηστεία, την αγρυπνία, τα κοπιώδη σωματικά έργα και τις μετάνοιες. Να καταπονεί το σώμα για να υπακούει στην ψυχή και με την Χάρι του Θεού να το ελευθερώνει από τα πάθη. Ενώ, εάν το σώμα είναι αδύνατο, να το κυβερνά ανάλογα με τη δύναμή του. Αλλά για την προσευχή πάντοτε να φροντίζουν τόσο ο αδύνατος όσο και ο εύρωστος. Ακόμη και στη σωματική εργασία ο νους να προσεύχεται μυστικά διότι και αυτός πρέπει να τελειωθεί στο φόβο του Θεού. Οι σωματικοί κόποι να γίνονται με διάκριση από τους υγιείς, κατά τη δύναμη που έχει δηλ. ο καθένας. Ενώ αυτοί που ευρίσκονται σε μεγάλη αδυναμία, να κοπιάζουν με τον νου, να τρέφουν με τη σκέψη τους μεγάλη αγάπη και ελπίδα για τον Θεό και να κατευθύνονται από την αγάπη Του. Παρομοίως και ενώπιον των συνανθρώπων μας πρέπει να συμπεριφερόμαστε κατά τις εντολές του Θεού, δηλ. με αγάπη και εάν είναι πολύ γνωστοί ή και γείτονές μας, να εκδηλώνουμε την αγάπη μας με λόγια και με έργα, όσο βέβαια είναι σε εμάς δυνατόν, με τη βοήθεια του Θεού. Και εάν είναι άγνωστοι ή μακριά μας, να ενωνόμαστε με αυτούς νοερώς διά της αγάπης και κάθε κακία που εμφωλεύει στο νου μας γι’ αυτούς να την διώχνουμε από την καρδιά μας και με ταπείνωση στην ψυχή να επιζητούμε να ευχαριστήσουμε όλους.

Εάν δει ο Θεός ότι ζούμε με αυτόν τον τρόπο, θα συγχωρήσει τις αμαρτίες μας, θα δεχθεί την προσευχή μας σαν ένα ακριβό δώρο και θα μας χαρίσει πλουσίως το μέγα έλεός Του.

Ιδού, με την Χάρι του Θεού, μίλησα από τα ιερά συγγράμματα των Πατέρων περί της νοεράς εργασίας και των διαφόρων τρόπων του εσωτερικού πολέμου με τους οποίους ο νοητός εχθρός μάς επιτίθεται, και ότι είναι μεγάλο έργο να έχει κανείς τον νου του καθαρό από λογισμούς στην ώρα της προσευχής.

(Οσίου Νείλου Σόρσκυ, Περί νοεράς εργασίας, εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», σ. 48-53)

pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΑΝΑΔΟΧΟΣ;

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Ιουνίου, 2013

ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΑΝΑΔΟΧΟΣ;
To πρόσωπο του Αναδόχου είναι ιερό, συνάπτει δεσμούς πνευματικής συγγένειας με τον Αναδεκτό και την οικογένειά του.Και λόγω της φύσεώς του λειτουργήματός του επιβάλλεται να τυγχάνει εμπιστοσύνης και εγκρίσεως της Εκκλησίας. Ο Ανάδοχος πρέπει να ξαναβρεί το ρόλο του, δηλ να γίνει για τον Αναδεκτό«εγγυητής εις Χριστόν, ώστε τηρείν τα της πίστεως και Χριστιανικώς ζην».

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι: «Αν οι Ανάδοχοι ήξεραν το τι λένε, τι υπόσχονται κατά τις κατηχήσεις και το βάπτισμα και τι μεγάλη ευθύνη αναλαμβάνουν, δεν θα ήθελαν να βαπτίσουν, ούτε και αν με θερμά παρακάλια τους παρότρυναν». 

Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης αναφέρει σχετικά με τον Ανάδοχο:«Αναδόχους ποιείσθαι φιλευσεβείς και διδασκάλους σχεδόν της πίστεως». 

Ο σύγχρονος άγιος κοιμηθείς Γέροντας της Ρουμανίας π. Κλεόπας Ήλιε έλεγε για τους Αναδόχους: «Αντιλαμβάνονται όσοι γίνονται Ανάδοχοι, ότι θα δώσουν λόγο ενώπιον του Θεού για τα πνευματικά των παιδιά; Μπορούμε να πούμε ότι πολλοί Ανάδοχοι σώζονται από τα πνευματικά τους παιδιά, εάν τα αναθρέψουν με φόβο θεού. Αλλά οι περισσότεροι τιμωρούνται για την οκνηρία και αδιαφορία των προς τα πνευματικά τους παιδιά». 

Γενικά-εισαγωγικά 
1. Ο Ανάδοχος είναι ο πνευματικός πατέρας ή η πνευματική μητέρα. 

2. Ο Ανάδοχος προκειμένου να αναλάβει τη βαριά διακονία του οφείλει να είναι Ορθόδοξος Χριστιανός, όχι μόνο στα χαρτιά του, αλλά και σε όλη τη βιωτή του. 

3. Ο Ανάδοχος οφείλει να κάνει Μυστηριακή ζωή, να μετέχει απαραιτήτως των μυστηρίων της εξομολογήσεως και της τακτικής θείας Κοινωνίας. 

4. Ο Ανάδοχος οφείλει να μελετά το Λόγο του Θεού, όπως αυτός είναι αποτυπωμένος μέσα στην Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη. 

5. Ο Ανάδοχος οφείλει απαραιτήτως να εκκλησιάζεται τακτικά, να έχει γνήσια λειτουργική ζωή και όχι μόνον κατά τις μεγάλες εορτές της Χριστιανοσύνης, Πάσχα και Χριστούγεννα, και μάλιστα μόνο για άναμμα κεριού ή στο προαύλιο του ναού. 

6. Ο Ανάδοχος οφείλει να γνωρίζει εκτός της Αγίας Γραφής και τους βίους των Αγίων, Πατερικά συγγράμματα, τα λεγόμενα θρησκευτικά βιβλία. Να γνωρίζει καλά την ορθόδοξη πίστη. 

7. Ο Ανάδοχος οφείλει να τηρεί κατά γράμμα τις Παραδόσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, όπως νηστείες και προσευχές. Δεν μπορεί για παράδειγμα να πηγαίνει ο Ανάδοχος τον Αναδεκτό του στο ναό για να τον μεταλάβει κι ο ίδιος ποτέ του να μη δίδει πρώτος το παράδειγμα της μετοχής στα Άχραντα Μυστήρια. 

8. Ο Ανάδοχος οφείλει εκτός των υλικών δώρων, τα οποία για την Εκκλησία θεωρούνται υποδεέστερα, όποιας μάρκας κι αν αυτά είναι,να προσφέρει πνευματικά δώρα, όπως είναι πνευματικά βιβλία, CD, DVD κ.ά. 

9. Ο Ανάδοχος οφείλει να μαθαίνει στον Αναδεκτό του την προσευχή, τον τακτικό εκκλησιασμό, τις επισκέψεις σε μέρη πνευματικά, ως είναι οι εκκλησίες μας, τα μοναστήρια μας, τα κατηχητικά σχολεία, οι πνευματικές κατασκηνώσεις, συνάξεις κ.ά. 

10. Ο Ανάδοχος οφείλει να συμβάλει για την ορθόδοξη πνευματική πορεία του Αναδεκτού του. Δεν νοείται ο Ανάδοχος να βλέπει μόνο τον Αναδεκτό του μία ή δύο φορές το χρόνο. Η τακτική επικοινωνία μεταξύ τους θεμελιώνει γερές πνευματικές βάσεις και μάλιστα σε εποχές δύσκολες που όλα γύρω μας είναι διαβρωμένα και σάπια. Ο Ανάδοχος μπορεί να ορθώσει λόγο δυνατό και πολλές φορές καθοριστικό σε λάθος επιλογές του Αναδεκτού του και να αποτρέψει κάτι που ούτε η ίδια η οικογένεια μπορεί να πετύχει. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει οι σχέσεις μεταξύ των γονέων, Αναδόχου και Αναδεκτού να είναι σταθερές και ακύμαντες από μικρότητες που δημιουργεί ο κοσμικός βίος. Ως εκ τούτου ο Ανάδοχος είναι πρόσωπο του σπιτιού, έχει λόγο, δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο, ούτε εκλαμβάνεται ως δωροθέτης και «Santa Claus». 

11. Ο Ανάδοχος ενδιαφέρεται για τις πνευματικές επιδόσεις του Αναδεκτού του, όποιες και αν είναι αυτές, χαίρεται όταν υπάρχει χαρά και κλαίει μαζί του όταν υπάρχει αποτυχία, δυστυχία και θλίψη. Αυτό σημαίνει ότι μεταξύ Αναδόχου και Αναδεκτού υπάρχει ένας πνευματικός δεσμός μεγάλος που δεν μπορεί να διαρραγεί με τίποτα. Δηλαδή κι αν ακόμη ο Αναδεκτός έχει παιδί ίδιας ηλικίας με το βαπτιστήρι του πρέπει, όπως αγωνίζεται για το ίδιο το σαρκικό του παιδί, εξίσου να πασχίζει και για το πνευματικό του παιδί. Οι ίντριγκες και τα φαβορί που κατά καιρούς συμβαίνουν στην παραπάνω περίπτωση δεν ανήκουν σε αληθινές πνευματικές σχέσεις που δημιουργεί η Αναδοχή, αλλά σε επιφανειακές σχέσεις που έχουν μεταξύ Αναδόχου και Αναδεκτού ημερομηνία λήξεως. 

12. Ο Ανάδοχος δεν τελειώνει το έργο του στο ναό ανήμερα στης Βαπτίσεως. Ούτε όλη η γιορτή, ή το πανηγύρι όπως κάποιοι το ονομάζουν, τελειώνει με ένα τραπέζι που οφείλουν να κάνουν οι γονείς του νεοβαπτιζόμενου σ’αυτόν. Αλλά ίσα-ίσα από την ημέρα της βαπτίσεως ο Ανάδοχος επωμίζεται μεγάλη πνευματική ευθύνη.Μπορεί σήμερα η επιδερμική προσέγγιση του μυστηρίου να μην οδηγεί στο ποθούμενον της ορθοδόξου καθιερώσεως του σκοπού του θεσμού του Αναδόχου αλλά αυτό δεν αίρει την αληθινή αιτία υπάρξεως του, ασχέτως με τον τρόπο που σήμερα αυτός ο θεσμός προσεγγίζεται. Η κατάσταση αυτή δεν ζημιώνει αυτή την ίδια την ύπαρξη της Θεοΐδρυτης Εκκλησίας, αλλά αδικεί όλους εμάς που δεν συμμορφωνόμεθα στις Εντολές του Θεού, της Αγίας μας Εκκλησίας και των Ιερών Παραδόσεων μας. Ως εκ τούτου ο Ανάδοχος οφείλει και πρέπει να βρει και πάλι τον αρχικό του σκοπό υπάρξεως, που δεν είναι άλλος, του πνευματικού πατέρα και εν Χριστώ αδελφού. 

13. Στην αρχαία Εκκλησία των πρώτων αιώνων υπάρξεώς Της ο Ανάδοχος ως θεσμός δεν υπήρχε στη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα γιατί τα Βαπτίσματα των χριστιανών γίνονταν σε προχωρημένη ηλικία. Αυτό σήμαινε ότι ο βαπτιζόμενος όχι μόνον είχε επίγνωση του τι έκανε, αλλά προκειμένου να ασπαζόταν τον Χριστιανισμό έπρεπε να περάσει από δοκιμασία εξετάσεων, σχετικά με την πιστοποίηση της Ορθοδοξίας και Ορθοπραξίας του. Γεγονός που διασφάλιζε την υγιά παρουσία του μέσα στην Εκκλησία. Από τότε που στην Εκκλησία μας καθιερώθηκε ο νηπιοβαπτισμός ως απαραίτητος θεσμός την ευθύνη για την πνευματική άνδρωση των νηπίων, μαζί με τους γονείς αναλαμβάνουν και οι Ανάδοχοι. Η παρουσία των Αναδόχων είναι λοιπόν εκ προοιμίου μια ασφαλιστική δικλείδα για την Εκκλησία, ότι το νήπιο θα αναπτυχθεί εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, μέσα στο Ορθόδοξο περιβάλλον της χριστιανικής κατά πάντα οικογένειας, μέσα στον Ορθόδοξο ναό με τον τακτικό Εκκλησιασμό και τη αδιάλειπτη άσκηση της Μετοχής των Αχράντων Μυστηρίων και της προσευχής. Αυτήν την εγγύηση της ορθοδοξότητας των βαπτισμένων πιστών μελών Της η Εκκλησία την φιλτράρει διά μέσου των Ορθοδόξων Αναδόχων, πιστών κατά πάντα τέκνων της. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι για να γίνει κάποιος Ανάδοχος οφείλει να έχει τη σφραγίδα της Ορθοδοξότητάς του. Αυτό η Εκκλησία το διασφαλίζει ανά τους αιώνες με το μυστήριο της Εξομολογήσεως. Άρα Ανάδοχος μπορεί να γίνει μόνον εκείνος που μετανοεί και κατά συνέπεια εκείνος που κάνει πνευματική ζωή.Δηλαδή Ανάδοχος γίνεται ο κάθε αμαρτωλός, ενσυνείδητα όμως μετανοημένος, διά του μυστηρίου της Εξομολογήσεως. 

14. O Aνάδοχος οφείλει να σέβεται την Εκκλησία και το ιερατείο.Δεν μπορεί να αναλαμβάνει κάποιος να βαπτίσει και να αποστρέφεται την Εκκλησία και τους υπουργούς των Ιερών Μυστηρίων Της, δηλαδή τους ιερείς. Οφείλει ο κάθε Ανάδοχος να αποδέχεται τις πνευματικές συστάσεις και νουθεσίες των ιερέων χωρίς εγωισμούς και απαξιώσεις. Τελευταίως, εξαιτίας του ότι πολλοί εκ των πιστών μας έχουν απομακρυνθεί από την Εκκλησία απόμεινε στους ιερείς να κρατούν, ως μόνοι θεματοφύλακες, τις Ιερές Παραδόσεις της Ορθοδοξίας. Αυτό έχει ως συνέπεια να δέχονται εκ μέρους των «πιστών» πολλές φορές απειλές για δημοσιεύσεις σε ΜΜΕ και εξευτελισμούς προκειμένου να επιτύχουν αυτοί το όποιο απάδον προς τα θεσμά της Εκκλησίας θέλημά τους. Για παράδειγμα τελευταίως πολλά ευτράπελα συμβαίνουν στους ναούς εκ μέρους των Αναδόχων, αλλά και των γονέων των νηπίων που προσέρχονται στους Ορθόδοξους Ναούς μας. Π.χ. εμφανίζονται Ανάδοχοι που πλήρωσαν για πολύχρωμα μπαλόνια να επιθυμούν το στολισμό τους μέσα στους Ιερούς Ναούς. Κάποιοι άλλοι σκέπτονται να παρουσιάσουν προγράμματα ζογκλέρ και κλόουν μέσα στο ναό, προκειμένου να διασκεδάσουν τους παρευρισκομένους , κάποιοι άλλοι επιμένουν στο στολισμό της κολυμβήθρας, ως μη όφειλε περιττά έξοδα, με κάθε είδους στολίσματα. Και μπορεί εν πρώτοις να αποδέχεται η Εκκλησία τα στολίσματα με αληθινά άνθη, καθότι στολίζει και η ίδια τα εικονίσματα των Αγίων της μ’αυτά, όμως απάδει στο στολισμό της κολυμβήθρας να κρέμονται κλόουν, παιχνιδάκια, αυτοκινητάκια, αρκουδάκια, ψαράκια κι αυτά ακόμη τα άνθη και οτιδήποτε ακαθόριστο και βέβηλο για το ίδιο το Μυστήριο. Πόσο μάλλον όταν ειδωλολατρικές μορφές και σχήματα προβάλλονται μέσα στον ορθόδοξο χώρο της. 

15. Εκτός τούτων των ανωτέρω πρέπει να σημειώσουμε ότι οι Ανάδοχοι οφείλουν να εμβαθύνουν και στους διάφορους ακόμη συμβολισμούς των τελουμένων στο μυστήριο του Βαπτίσματος, αλλά και των ειδών που χρησιμοποιούνται στο μυστήριο. Είδη όπως έλαιο, πρέπει πάντοτε να είναι ελαιόλαδο, λαμπάδες από γνήσιο κερί μελίσσης, λαμπάδα βαπτίσεως και όχι στατ κεριού με στολίσματα εξεζητημένα και προσβλητικά καθότι κατά την ψαλμωδία του «όσοι εις Χριστόν» θα πρέπει ο Ανάδοχος μετά λαμπάδος και νεοβαπτιζομένου να κάνουν γύρους πέριξ της κολυμβήθρας. Αλλά και τα ρούχα, τα λεγόμενα «εμφώτια» του νεοβαπτιζομένου πρέπει να είναι λευκά, γιατί συμβολίζουν την αγνότητα και καθαρότητα. Ως εκ τούτου χρωματιστά ρούχα, χρωμάτων μπλε για τα αγοράκια και ροζ ή κόκκινα για τα κοριτσάκια απάδουν στον ανωτέρω συμβολισμό και δεν γίνονται αποδεκτά από την Εκκλησία. 

16. Το πόσο σπουδαία θεωρεί την πνευματική σχέση μεταξύ αναδόχου και αναδεκτού η Ορθόδοξη Εκκλησία φαίνεται και εκ του γεγονότος ότι θεωρεί αυτή τη σχέση πλέον ως συγγένεια και για τον λόγο αυτό κωλύει (=απαγορεύει) την τέλεση θρησκευτικού γάμου μεταξύ τους. Φυσικά το κώλυμα αυτό ίσχυε στην Ορθόδοξη Ελλάδα μας μέχρι τότε που ήταν σε ισχύ Νόμου μόνον ο θρησκευτικός γάμος. Από τότε όμως που εισήχθη και ισχύει στην Ελλάδα ο πολιτικό γάμος (1982) το κώλυμα αυτό δεν ισχύει πλέον για την πολιτεία. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία ισχύει ως κώλυμα και είναι μεγάλη αμαρτία. 

17. Ένα παράδοξο φαινόμενο που παρατηρείται τελευταίως στην Εκκλησία μας είναι η παρουσία πολλών Αναδόχων. Αυτό δεν συνηθίζεται κατά την Ορθόδοξη Παράδοσή μας. Η ικανοποίηση πιθανόν πολλών φίλων μας και η ωφεμιλιστική εμπορευματοποίηση του Μυστηρίου εκ μέρους των γονέων, τους οδηγεί να επιλέγουν πολλούς Αναδόχους, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι κ.ο.κ. Όμως αυτό αντιβαίνει καθ’ολοκληρίαν στο γεγονός ότι εκ της κολυμβήθρας ένας κανονικά αναδέχεται στην αγκαλιά του τον Αναδεκτό του. Δεν είναι δυνατόν σε τρεις αγκαλιές να αναδεχθεί το νήπιο, πολύ μάλιστα περισσότερο όταν οι Ανάδοχοι είναι περισσότεροι. Ας είμαστε πιο συγκρατημένοι σε τέτοιου είδους αποφάσεις εμείς οι μεγαλύτεροι γονείς. Το παιδί πρέπει να έχει έναν Ανάδοχο, να τον γνωρίζει και να συναναστρέφεται μαζί του. Καθίσταται δύσκολο οι πολλοί Ανάδοχοι να βλέπουν είτε από κοινού τον Αναδεκτό τους είτε χωριστά. Μάλιστα σήμερα που τα προγράμματα των ανθρώπων είναι τόσο δύσκολα και ο χρόνος επαφής καθίσταται πολυτέλεια, αντιλαμβανόμεθα τι θα γίνεται όταν οι τρεις, τέσσερις ή και παραπάνω Ανάδοχοι αποφασίζουν σε διαφορετικές ημέρες και ώρες να συναντούν τον Αναδεκτό τους! 

Ορισμένα πράγματα πρέπει να τα βλέπουμε όχι βραχυπρόθεσμα αλλά μακροπρόθεσμα. Όπως η σαρκική πατρότητα χρεώνεται στον πατέρα του παιδιού, έτσι και η πνευματική πατρότητα ασκείται από έναν Ανάδοχο, και όχι από πολλά πρόσωπα. Εάν ακόμα είναι μόδα οι πολλοί Ανάδοχοι, να ξέρουμε ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει μόδα, αλλά πίστη. Ως εκ τούτου είναι διαφορετικά το να ζει κάποιος εκκλησιαστικά, από κάποιον άλλο που ζει μόνον κοσμικά. Αυτό άλλωστε είναι και το μεγάλο πρόβλημα της Εκκλησίας μας, ότι ενώ η ίδια δεν μπορεί να συμβουλεύει για τη μόδα, το τι θα φορεθεί μια σαιζόν ή να προτείνει δια μέσου των Μ.Μ.Ε. για τρόπους ζωής ή ηθικής τον κόσμο, ο κόσμος που ζει μακριά από αυτήν (ενν. την Εκκλησία) να προσπαθεί να εισάγει καινοφανή ήθη και έθιμα, απάδοντα προς την ίδια την Εκκλησία και μάλιστα απαιτητικά και απειλητικά! Αυτό όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί με τίποτε άλλο, εκτός από εκκοσμίκευση και αλλοίωση των Ορθοδόξων Παραδόσεων μας που θεματοφύλακες τυγχάνουν οι επίσκοποι και το ιερατείο. Ως εκ τούτου κάθε φορά που προσπαθούν να εισάγονται νέα έθιμα και πρωτοτυπίες επιδειξιομανίας στα της Εκκλησίας μας, εκείνο που πρέπει να γίνεται, όχι μόνον εκ μέρους των κληρικών, αλλά και εκ μέρους των πιστών, που αγαπούν και σέβονται την Εκκλησία, είναι η απόρριψη και η συμμόρφωση στα της Ιεράς Παραδόσεώς μας, κατά το του αποστόλου Παύλου «στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις». Για παράδειγμα η νεοφανής συνήθεια να στολίζονται με μπαλόνια οι Ναοί εξωτερικά κατά τα Βαπτίσματα, αντί να ιεροποιεί τον χώρο που προσερχόμαστε να αγιασθούμε, τον αποϊεροποιεί, οπότε εύκολα χάνεται και ο προσανατολισμός για τον οποίο και προσερχόμαστε, δηλ. ο αγιασμός μας. 

18. Με τα όσα προαναφέραμε καλό θα είναι όσοι σκέπτονται να γίνουν Ανάδοχοι να κάνουν πρώτα οι ίδιοι πνευματική υπακοή σε πνευματικό-εξομολόγο, να δείχνουν επίγνωση της εκκλησιαστικής ζωής τους και να μορφώνονται ζώντας χριστιανικά τον εν Τριάδι Θεό, ούτως ώστε να φέρουν σε αίσιον πέρας το δύσκολο έργο τους που είναι η πνευματική πατρότητα. Στην προοπτική αυτή, καλόν θα είναι και οι κληρικοί να έχουν μια καλή επαφή ή καλύτερα να οργανώνουν κάποιες συναντήσεις με τους Αναδόχους πριν τη βάπτιση. Στις επαφές αυτές ο ιερεύς μπορεί να καθοδηγεί σωστά τον μέλλοντα Ανάδοχο. Κατά ενορίες μπορεί να συστήνονται και «Σχολές Αναδόχων» για την προετοιμασία καλών και χριστιανών Αναδόχων. 

Πηγή: η Αγάπη πάντα ελπίζει

http://evaggelismostheotokou.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εξομολόγηση – εξομολόγος – εξομολογούμενος-ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Ιουνίου, 2013

Η εξομολόγηση είναι θεοπαράδοτη εντολή και αποτελεί ένα των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Η εξομολόγηση δεν είναι μία τυπική, από συνήθεια «για το καλό» και λόγω των επικείμενων εορτών, βεβιασμένη και πρόχειρη πράξη από ένα και μόνο καθήκον ή υποχρέωση και προς ψυχολογική εκτόνωση.
Η εξομολόγηση θα πρέπει νάναι συνδυασμένη πάντοτε με τη μετάνοια. Μας έλεγε Αγιορείτης Γέροντας: Πολλοί εξομολογούνται, λίγοι μετανοούν!(Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης). 
Η μετάνοια είναι μία ελεύθερη, καλλιεργημένη, εσωτερική διεργασία επιμελημένη, συντριβής και λύπης, για την απομάκρυνση από τον Θεό διά της αμαρτίας.
Η μετάνοια η αληθινή δεν συνδυάζεται με την αφόρητη θλίψη, την υπερβολική στενοχώρια και τις αδυσώπητες ενοχές. Τότε δεν είναι μάλλον ειλικρινής μετάνοια, αλλά κρυφός εγωισμός, στραπατσάρισμα του «εγώ», θυμός με τον εαυτό μας, που εκδικείται γιατί εκτίθεται και ντροπιάζεται και δεν ανέχεται κάτι τέτοιο.
Μετάνοια σημαίνει αλλαγή νου, νοοτροπίας, μεταβολισμός, εγκεντρισμός χρηστοήθειας, μίσος της αμαρτίας. Μετάνοια ακόμη σημαίνει αγάπη της αρετής, καλοκαγαθία, επιθυμία, προθυμία και διάθεση σφοδρή επανασυνδέσεως με τον Χριστό διά της Χάριτος του πανσθενουργού Αγίου Πνεύματος. Η μετάνοια ξεκινά από τα βάθη της καρδιάς, ολοκληρώνεται όμως απαραίτητα στο μυστήριο της θείας και ιεράς εξομολογήσεως.
Ο εξομολογούμενος εξομολογείται ειλικρινά και ταπεινά ενώπιον του εξομολόγου, ως εν προσώπω του Χριστού. Κανένας επιστήμονας, ψυχολόγος, ψυχαναλυτής, ψυχίατρος, κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, θεολόγος δεν μπορεί ν” αντικαταστήσει τον εξομολόγο. Καμία εικόνα, έστω και η πιο θαυματουργή, δεν μπορεί να δώσει αυτό που δίνει το πετραχήλι του εξομολόγου, την άφεση των αμαρτιών. Ο εξομολόγος αναλαμβάνει τον εξομολογούμενο, τον υιοθετεί και τον αναγεννά πνευματικά, γι” αυτό και ονομάζεται πνευματικός πατέρας. Η πνευματική πατρότητα κανονικά είναι ισόβια, ιερή και δυνατή, δυνατότερη και συγγενικού δεσμού. Ο πνευματικός τοκετός είναι οδυνηρός. Ο εξομολόγος με φόβο Θεού «ως λόγον αποδώσων», γνώση, ταπείνωση και αγάπη παρακολουθεί τον αγώνα του εξομολογούμενου και τον χειραγωγεί διακριτικά στην ανοδική πορεία της εν Χριστώ ζωής.
Ο εξομολόγος ιερεύς έχει ειδική ευλογία από τον επίσκοπο για το εξομολογητικό του έργο. Κανονικά όμως το χάρισμα του «δεσμείν και λύειν» αμαρτίες το λαμβάνει με τη χειροτονία του εις πρεσβύτερο. Καθίσταται διάδοχος των αγίων αποστόλων. Έτσι σημασία κύρια και μεγάλη έχει η εγκυρότητα και η κανονικότητα της αποστολικής διαδοχής διά των επισκόπων. Το μυστήριο της εξομολογήσεως όπως και όλα τ” άγια μυστήρια της Εκκλησίας μας τελεσιουργούνται και χαριτώνουν τους πιστούς όχι κατά την αξία, ικανότητα, επιστημοσύνη, λογιοσύνη, ευφράδεια, δραστηριότητα και τέχνη του ιερέως, ακόμη και την αρετή και αγιότητά του, αλλά τη διά της κανονικότητος της ιερωσύνης και του Τελεταρχικού Παναγίου Πνεύματος. Οι τυχόν αμαρτίες του ιερέως δεν εμποδίζουν τη θεία Χάρη των μυστηρίων. Αλλοίμονο αν αμφιβάλλουμε αν κατά την αναξιότητα του ιερέως το ψωμί και το κρασί έγινε σώμα και αίμα Χριστού κατά τη θεία Λειτουργία. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι ο ιερεύς δεν θα πρέπει μόνιμα ν” αγωνίζεται για την καθαρότητά του. Έτσι δεν υπάρχουν καλοί και κακοί εξομολόγοι. 
Όλοι οι εξομολόγοι την ίδια άφεση δίνουν. Έχουμε όμως το δικαίωμα επιλογής του εξομολόγου. Μπορούμε να προστρέξουμε σε αυτόν που αληθινά μας αναπαύει. Δεν είναι σοβαρή όμως η συνεχής αλλαγή εξομολόγου. Δεν φανερώνει κάτι τέτοιο πνευματική ωριμότητα. Ούτε όμως και οι εξομολόγοι θα πρέπει να στενοχωρούνται παράφορα και να δημιουργούν μάλιστα και προβλήματα όταν αναχωρήσει κάποιο πνευματικό τους τέκνο. Ίσως τούτο σημαίνει πως ήταν νοσηρά συνδεδεμένοι μαζί του, συναισθηματικά, προσωποπαγώς, δεμένοι με το πρόσωπό του και όχι με τον Χριστό και την Εκκλησία, και θεωρούν την αναχώρηση προσβολή, μείωση, ότι δεν υπάρχει καλύτερος ή μία αίσθηση ότι οι άλλοι μας ανήκουν αποκλειστικά και μπορούμε να τους εξουσιάζουμε και να τους φερόμαστε μάλιστα εξαναγκαστικά ως καταπιεσμένους και ανελεύθερους υποτακτικούς. Είπαμε βέβαια πως ο εξομολόγος είναι πνευματικός πατέρας και ο πνευματικός τοκετός ενέχει οδύνη. Έτσι είναι φυσικό να λυπάται για την αναχώρηση του υιού του. Προτιμότερο όμως είναι να εύχεται για την πνευματική του πρόοδο και τη σύνδεσή του με την Εκκλησία, έστω και παρά την αποσύνδεσή του από τον ίδιο. Να εύχεται και όχι να απεύχεται.
Το έργο του εξομολόγου δεν είναι μόνο η απλή ακρόαση των αμαρτιών του εξομολογούμενου και η ανάγνωση στο τέλος της συγχωρητικής ευχής. Ούτε πάλι περιορίζεται μόνο στην ώρα της εξομολογήσεως. Ο εξομολόγος σαν καλός πατέρας φροντίζει συνεχώς το τέκνο του, το ακούει και το παρακολουθεί προσεκτικά, το νουθετεί κατάλληλα, το κατευθύνει ευαγγελικά, τονίζει τα τάλαντά του, δεν του θέτει υπερβολικά βάρη, το κανονίζει μέτρια όταν πρέπει, το οικονομεί όταν απογοητεύεται, βαρύνεται, δυσανασχετεί, αποκάμνει, το θεραπεύει ανάλογα, δεν το αποθαρρύνει ποτέ, συνεχίζοντας τον αγώνα παθοκτονίας και αρετοσυγκομιδής, μορφώνοντας στην ψυχή του την αθάνατη Χριστό.
Η αναπτυσσόμενη αυτή πατρική και υιική σχέση εξομολόγου και εξομολογούμενου δημιουργεί μία άνεση, εμπιστοσύνη, σεβασμό, ιερότητα και ανάταση. Ο εξομολογούμενος ανοίγει την καρδιά του στον εξομολόγο και του εκθέτει τα πιο κρύφια, τα πιο δόλια, τα πιο ακάθαρτα, όλα τα μυστικά του, πράξεις απόκρυφες και επιθυμίες βλαβερές, ακόμη και αυτά που δεν θέλει να ομολογήσει στον ίδιο του τον εαυτό και δεν λέει στον πιο στενό συγγενή του και τον καλύτερο φίλο του. Έτσι ο εξομολόγος θα πρέπει απόλυτα να σεβασθεί αυτή την απεριόριστη εμπιστοσύνη του εξομολογούμενου. Η εμπιστοσύνη αυτή επαυξάνεται οπωσδήποτε και από το γεγονός ότι ο εξομολόγος είναι αυστηρά δεσμευμένος, μέχρι θανάτου μάλιστα, από τους θείους και Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας με το απόρρητο της εξομολογήσεως.

Στην ορθόδοξη εξομολογητική δεν υπάρχουν βέβαια γενικές συνταγές, γιατί η πνευματική καθοδήγηση της κάθε μοναδικής ψυχής γίνεται εξατομικευμένα. Ο κάθε άνθρωπος είναι ανεπανάληπτος, με ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση, άλλο χαρακτήρα, διάφορες δυνάμεις και δυνατότητες, όρια, εφέσεις, αντοχές, γνώσεις, ανάγκες και διαθέσεις. Ο εξομολόγος με τη Χάρη του Θεού και τη θεία φώτιση θα πρέπει να διακρίνει όλ” αυτά, ώστε ν” αποφασίσει τί καλύτερα θα πρέπει να χρησιμοποιήσει για να βοηθήσει τον εξομολογούμενο. Άλλοτε χρειάζεται η επιείκεια και άλλοτε η αυστηρότητα. Δεν είναι για όλους πάντοτε τα ίδια. Ούτε ο εξομολόγος θα πρέπει νάναι πάντα αυστηρός, έτσι μόνο για να λέγεται αυστηρός και να εκτιμάται. Ούτε υπερβολικά επιεικής, για να προτιμάται και να λέγεται πνευματικός πατέρας πολλών. Χρειάζεται φόβος Θεού, διάκριση, τιμιότητα, ειλικρίνεια, ταπείνωση, μελέτη, γνώση και προσευχή. Η «οικονομία» δεν απαιτείται από τον εξομολογούμενο. Ούτε είναι ορθό να γίνει κανόνας από τον εξομολόγο. Η «οικονομία» θα πρέπει να παραμείνει εξαίρεση. Η «οικονομία» επίσης θα πρέπει να είναι πάντα προς καιρόν (Αρχιμ. Γεώργιος Γρηγοριάτης). Όταν εκλείψουν οι λόγοι που την επιβάλλουν ασφαλώς δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται. Για την ίδια αμαρτία μπορούμε να έχουμε πολλούς διαφορετικούς τρόπους προς αντιμετώπισή της.

Ο κανόνας δεν είναι πάντοτε απαραίτητος. Ο κανόνας δεν είναι τιμωρία. Είναι παιδαγωγία. Ο κανόνας δεν τίθεται προς ικανοποίηση του προσβληθέντος Θεού και εξιλέωση του αμαρτωλού ενώπιον της Θείας δικαιοσύνης. Αυτή είναι μια καθαρά αιρετική διδασκαλία. Ο κανόνας συνήθως τίθεται στην ανώριμη μετάνοια, προς συναίσθηση και συνειδητοποίηση του μεγέθους της αμαρτίας. Η αμαρτία κατά την ορθόδοξη διδασκαλία δεν είναι τόσο παράβαση του νόμου, όσο έλλειψη αγάπης στο Θεό. Αγάπα και κάνε ό,τι θέλεις, έλεγε ο ιερός Αυγουστίνος. Ο κανόνας τίθεται προς ολοκλήρωση της μετάνοιας του εξομολογούμενου, γι” αυτό, καθώς ορθά λέγει ο π. Αθανάσιος Μετεωρίτης, όπως ο εξομολόγος δεν επιτρέπεται να κοινοποιεί τις αμαρτίες του εξομολογούμενου, έτσι κι ο εξομολογούμενος δεν επιτρέπεται να κοινοποιεί στους άλλους τον κανόνα που του έθεσε ιδιαίτερα ο εξομολόγος, που είναι συνισταμένη πολλών παραμέτρων.

Ο εξομολόγος λειτουργεί ως χορηγός της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Κατά την ώρα του μυστηρίου δεν λειτουργεί ως ψυχολόγος και επιστήμονας. Λειτουργεί ως ιερεύς, ως έμπειρος ιατρός, ως φιλόστοργος πατέρας. Ακούγοντας τ” αμαρτήματα του εξομολογούμενου προσεύχεται να τον φωτίσει ο Θεός. να δώσει το καλύτερο φάρμακο προς θεραπεία, να σφυγμομετρήσει τον βαθμό και την ποιότητα της μετανοίας του. Ο εξομολόγος δεν στέκεται απέναντι στον εξομολογούμενο με περιέργεια, καχυποψία, ζήλεια, υπερβολική αυστηρότητα, εξουσιαστικότητα και αλαζονεία, αλλά ούτε και αδιάφορα, επιπόλαια, απρόσεκτα και κουρασμένα. Η ταπείνωση, η αγάπη και η προσοχή του εξομολόγου θα βοηθήσει πολύ τον εξομολογούμενο. Ούτε ο εξομολόγος θα πρέπει να κάνει πολλές, περιττές και αδιάκριτες ερωτήσεις. Ιδιαίτερα θα πρέπει να διακόπτει τις λεπτομερείς περιγραφές διαφόρων αμαρτημάτων και ιδιαίτερα σαρκικών, ακόμη και τις αναφορές ονομάτων, ώστε ν” ασφαλίζεται περισσότερο. Ο εξομολογούμενος πάλι δεν θα πρέπει να φοβάται, να δειλιάζει και να ντρέπεται, αλλά να σέβεται, να εμπιστεύεται, να τιμά και να ευλαβείται τον εξομολόγο. Αυτό το κλίμα πάντως της ιερότητος, αλληλοσεβασμού και εμπιστοσύνης κυρίως θα το καλλιεργήσει, εμπνεύσει και δημιουργήσει ο εξομολόγος.
Η αγία μητέρα μας Ορθόδοξη Εκκλησία είναι το σώμα του Αναστημένου Χριστού, είναι ένα απέραντο θεραπευτήριο, αποθεραπείας των ασθενών αμαρτωλών πιστών, από τα τραύματα, τις πληγές και τις ασθένειες της αμαρτίας, των παθογόνων δαιμόνων και των ιοβόλων δαιμονικών παγίδων και επηρειών των δαιμονοκίνητων παθών.
Η Εκκλησία μας δεν είναι παράρτημα του υπουργείου κοινωνικής προνοίας, ούτε συναγωνίζεται να ξεπεράσει τους διάφορους συλλόγους κοινωνικής ευποιΐας, δίχως διόλου ν” αρνείται το σπουδαίο και αγαθό αυτό έργο και να μη το επιτελεί πλούσια, επαινετά και θαυμάσια, αλλά κυρίως είναι η χορηγός νοήματος της ζωής, λυτρώσεως και σωτηρίας των πιστών «υπέρ ων Χριστός απέθανεν» διά της συμμετοχής τους στα μυστήρια της Εκκλησίας. Το πετραχήλι του Ιερέως είναι πλάνη, όπως έλεγε ο Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης, που λειαίνει και ισιάζει τους ανθρώπους, είναι θεραπευτικό νυστέρι παθοκτονίας και όχι μιστρί εργασιομανίας ή σύμβολο εξουσίας. Είναι υπηρετική ποδιά διακονίας των ανθρώπων προς θεραπεία και σωτηρία.

Ο Θεός χρησιμοποιεί τον ιερέα για τη συγχώρηση του πλάσματός του. Το λέγει χαρακτηριστικά η ευχή: «Ο Θεός συγχωρήσαι σοι δι” εμού του αμαρτωλού πάντα, και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι. και ακατάκριτόν σε παραστήσαι εν τω φοβερώ αυτού Βήματι. περί δε των εξαγορευθέντων εγκλημάτων μηδεμίαν φροντίδα έχων, πορεύου εις ειρήνην». Ανεξομολόγητες αμαρτίες θα βαραίνουν τον άνθρωπο και στον μέλλοντα αιώνα. Εξομολογημένες αμαρτίες δεν εξομολογούνται. Είναι σαν να μη πιστεύει κανείς στην χάρη του μυστηρίου. Ο Θεός τα γνωρίζει, αλλά θα πρέπει προς άφεση, ταπείνωση και ίαση να εξαγορευθούν. Η ενίοτε επιτίμηση αμαρτιών δεν αναιρεί την αγάπη της Εκκλησίας, αλλά αποτελεί παιδαγωγική επίσκεψη προς καλύτερη συναίσθηση των πταισμάτων.

Κατά τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη «η εξομολόγησις είναι μία θεληματική διά στόματος φανέρωσις των πονηρών έργων και λόγων και λογισμών, κατανυκτική, κατηγορητική, ευθεία, χωρίς εντροπήν, αποφασιστική, προς νόμιμον πνευματικόν γινομένη». Ο θεοφόρος όσιος ευσύνοπτα, μεστά και σημαντικά αναφέρει πως η εξομολόγηση πρέπει να γίνεται θεληματικά, ελεύθερα, αβίαστα, ανεξανάγκαστα, δίχως ο εξομολόγος ν” άγχεται να εκμαιεύσει την ομολογία του εξομολογούμενου. Με κατάνυξη, συναίσθηση δηλαδή της λύπης που προκάλεσε ειλικρινά με την αμαρτία στον Θεό. Όχι συναισθηματικά, υποκριτικά, λιπόψυχα δάκρυα. Κατάνυξη γνήσια που σημαίνει συντριβή, μεταμέλεια, μίσος της αμαρτίας, αγάπη της αρετής, επίγνωση ευγνωμοσύνης στον Δωρεοδότη Θεό. Κατηγορητική σημαίνει υπεύθυνη εξομολόγηση, δίχως δικαιολογίες, υπεκφυγές, στρεψοδικίες, ανευθυνότητες και μεταθέσεις, με ειλικρινή αυτομεμψία και γνήσια αυτοεξουθένωση, που φέρει τη χαρμολύπη και το χαροποιό πένθος της Εκκλησίας. Ευθεία σημαίνει εξομολόγηση με κάθε ειλικρίνεια, ευθύτητα και ακρίβεια, ανδρεία και θάρρος, αυστηρότητα και γενναιότητα. Συμβαίνει ακόμη και την ώρα αυτή ο άνθρωπος να μη παραδέχεται την ήττα του, την πτώση και την αδυναμία του και με ωραιολογίες και μακρυλογίες να μεταθέτει τα ποσοστά ευθύνης του, με περιστροφές και μισόλογα, κατηγορώντας και τους άλλους, προκειμένου να φυλάξει ακόμη και τώρα ατσαλάκωτο το εγώ του. Χωρίς εντροπή εξομολόγηση σημαίνει παρουσίαση του πραγματικού οικτρού εαυτού μας. Η ντροπή είναι καλή προ της αμαρτίας και όχι μετά και μπροστά στον εξομολόγο. Η προ του εξομολόγου ντροπή λέγουν θα μας ελευθερώσει από τη ντροπή στην έσχατη κρίση, αφού ό,τι συγχωρήσει ο εξομολόγος δεν θα ξανακριθεί. Αποφασιστική εξομολόγηση σημαίνει να είναι καθαρή, συγκεκριμένη, ειλικρινής και με την απόφαση να μη επαναλάβει τα εξομολογηθέντα αμαρτήματα ο πιστός. Ακόμη η εξομολόγηση θα πρέπει να είναι συνεχής, ώστε τα φιλεπίστροφα, κατά τον όσιο Ιωάννη της Κλίμακος, πάθη να μη ισχυροποιούνται, αλλά αντίθετα σύντομα να θεραπεύονται. Έτσι δεν λησμονούνται οι αμαρτίες, υπάρχει τακτικός έλεγχος, αυτοπαρατήρηση, αυτοέλεγχος, αυτογνωσία και αυτομεμψία, δεν εγκαταλείπει η Θεία Χάρη και οι δαιμονικές παγίδες συντρίβονται ευκολότερα και η μνήμη του θανάτου δεν είναι φοβερή και τρομακτική.
Συμβαίνει συχνά-πυκνά και τ” ομολογούμε με πολύ πόνο και περισσή αγάπη το κήρυγμα να μην είναι τόσο ορθόδοξο. Δηλαδή να εξαντλείται σ” ένα ακόμη σχολιασμό της φθηνής επικαιρότητος και να μετατρέπεται κατά κάποιο τρόπο ο ιερός άμβωνας σε τηλεοπτικό «παράθυρο», όπου λέμε και εμείς τη γνώμη μας για τα τρέχοντα και συμβαίνοντα. Όμως τ” ορθόδοξο κήρυγμα κυρίως είναι εκκλησιολογικό, χριστολογικό, σωτηριολογικό, αγιολογικό και ψυχωφελές. Το κήρυγμα της μετανοίας από των Προφητών, του Τιμίου Προδρόμου, του Σωτήρος Χριστού και πάντων των αγίων παραμένει λίαν επίκαιρο και αναγκαίο. Βασική προϋπόθεση της μετοχής στ” άγια μυστήρια και της ανοδικής πνευματικής πορείας είναι η καθαρότητα της καρδιάς. Καθαρότητα από την ποικίλη αμαρτία, το πνεύμα της απληστίας και της ευδαιμονίας της σύγχρονης υπερκαταναλωτικής κοινωνίας, το πνεύμα της αντίθεης υπερηφάνειας ενός κόσμου ναρκισσευόμενου, ατομικιστικού, αταπείνωτου, αφιλάνθρωπου, υπερφίαλου και παράδοξου, το δαιμονικό πνεύμα των πονηρών λογισμών, των φαντασιών και φαντασιώσεων, των καχυποψιών και ζηλοφθονιών, των ακάθαρ­των και σκοτεινών.
Κατάντησε δυσεύρετο κόσμημα η καθαρότητα της καρδιάς, στις αδελφικές σχέσεις, τις συζυγίες, τις συναδελφικές υποχρεώσεις, τις φιλίες, τις συζητήσεις, τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τις ιερατικές κλήσεις. Τα λεγόμενα μέσα μαζικής ενημερώσεως ξέπεσαν σε ρυπογόνες εστίες. Λησμονήθηκε η νηπτική εγρήγορση, η ασκητική νηφαλιότητα, η παραδοσιακή ολιγάρκεια, απλότητα και λεβεντιά. Έτσι μολύνεται το λογιστικό της ψυχής, διεγείρεται στην απληστία το επιθυμητικό και αμβλύνεται σοβαρά το βουλητικό, ώστε αδύναμος ο άνθρωπος να παρασύρεται στο κακό δίχως φραγμό και όρια.
Επικρατεί η αυτοδικαίωση, η δικαιολόγηση των παθών, η ωραιοποίηση της αμαρτίας, η κατοχύρωσή της διά νέων ψυχολογικών ερεισμάτων. Θεωρείται μείωση, αδυναμία και λάθος η παραδοχή του λάθους, η ανάληψη της ευθύνης και η ταπεινή αποδοχή του σφάλματος. Η συνεχής δικαιολόγηση του εαυτού μας και η επιμελημένη μετάθεση ευθυνών δημιουργούν ένα άνθρωπο συγχυσμένο, διχασμένο, ταραγμένο, ταλαιπωρημένο, δυστυχισμένο και εγωπαθή, εμπαιζόμενο από τον δαίμονα, αιχμαλωτιζόμενο από αυτόν στ” άφωτα δίχτυα του.
Κυριαρχεί ένας ανόητος ορθολογισμός, ο οποίος επιλέγει ευαγγελικές αρετές και συνοδικούς κανόνες, κατά την αρέσκεια, προτίμηση και ευκολία, σε σοβαρά θέματα νηστειών, εγκράτειας, τεκνογονίας, ήθους, σεμνότητος, αιδούς, τιμιότητος και ακριβείας.
Κατόπιν όλων τούτων, τα οποία δεν νομίζω ότι υπερβάλλουμε, θεωρούμε ότι οι εξομολόγοι δεν έχουν εύκολο έργο. Δεν αρκεί πλέον η χειραγωγία στη μετάνοια και η καλλιέργεια της ταπεινώσεως, αλλά χρειάζεται το ποίμνιο κατήχηση, επαναευαγγελισμό, κα­τάρτιση, μεταβολισμό πνευματικό προς απόκτηση ισχυρών αντισωμάτων. Απαραίτητη η αντίσταση, αντίδραση και αντιμετώπιση του σφοδρού ρεύματος της αποϊεροποιήσεως, της εκκοσμικεύσεως, του αποηρωισμού, του ευδαιμονισμού, του πλουτισμού και κορεσμού. Ιδιαιτέρως προσοχής, διδαχής και αγάπης έχουν ανάγκη οι νέοι, που η αγωγή δεν τους βοηθά να συνειδητοποιήσουν το νόημα και το σκοπό της ζωής, το κενό, το άκοσμο, το άνομο, το άφωτο της αμαρτίας.

Σοβαρό πρόβλημα αποτελεί ακόμη και για τους χριστιανούς μας η αγχώδης συχνά αναζήτηση μιας ά­κοπης, άμοχθης και άλυπης ζωής. Αναζητούμε Κυρηναίους. Δεν αποδεχόμεθα την άρση του προσωπικού μας σταυρού. Δεν γνωρίζουμε το βάθος και το εύρος του σταυρού. Προσκυνούμε τον σταυρό στην εκκλησία, κάνουμε τον σταυρό μας, αλλά δεν ασπαζόμαστε τον προσωπικό μας σταυρό. Τελικά θέλουμε ένα ασταύρωτο Χριστιανισμό. Δεν υπάρχει όμως Πάσχα δίχως Μεγάλη Παρασκευή.
Τιμάμε τους μάρτυρες και τους οσίους, αλλά δεν θέλουμε εμείς καμιά κακοπάθεια, καμιά καθυστέρηση, καμιά δυσκολία. Δυσκολευόμαστε στη νηστεία, δυσανασχετούμε στην ασθένεια, δεν ανεχόμαστε πικρό λόγο, ακόμη και όταν φταίμε, οπότε πώς να υπομένουμε αδικία, συκοφαντία, κατατρεγμό και εξορία, όπως οι άγιοί μας; Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο πως το σύγχρονο κοσμικό πνεύμα της ευκολίας, της ανέσεως και του υπερκαταναλωτισμού έχει επηρεάσει ισχυρά το μέτρο της πνευματικής ζωής. Θέλουμε γενικά ένα αντιασκητικό Χριστιανισμό. Η Ορθοδοξία όμως βάση έχει το ασκητικό Ευαγγέλιο.
Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας είναι η νοσηρή και υπερβολική εμπιστοσύνη του ανθρώπου στη λογική, τη διάνοια, τη γνώση και την κρίση του. Πρόκειται για τον παχυλό και κουραστικό εν τέλει ορθολογισμό. Η νηπτική ορθόδοξη θεολογία μας δι­δάσκει το νου να τον έχουμε εργαλείο και να τον κατεβάσουμε στην καρδιά. Η Εκκλησία μας δεν καλλιεργεί και παράγει διανοούμενους. Για μας ο ορθολογισμός δεν είναι φιλοσοφική νοοτροπία, αλλά μία καθαρά αμαρτητική βιοθεωρία, μία μορφή αθεΐας, αφού αντιβαίνει στην εντολή της πίστεως, της ελπίδος, της αγάπης και της εμπιστοσύνης στον Θεό. Ο ορθολογιστής κρίνει τα πάντα με την κρισάρα του μυαλού, μόνο με τον πεπερασμένο νου του, κέντρο είναι ο εαυτός του και το κυρίαρχο εγώ του και δεν εμπιστεύεται τη θεία Πρόνοια, τη θεία Χάρη και θεία Βοήθεια στη ζωή του.
Θεωρώντας συχνά τον εαυτό του αλάνθαστο ο ορθολογιστής δεν επιτρέπει στον Θεό να επέμβει στη ζωή του και να τον κρίνει. Έτσι δεν θεωρεί ότι έχει ανάγκη εξομολογήσεως. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος όμως λέγει πως το να νομίζει κάποιος πως δεν έπεσε σε αμαρτήματα, αυτό είναι η πιο μεγάλη πτώση και πλάνη και το πιο μεγάλο αμάρτημα. Παρασυρμένοι ορισμένοι νεώτεροι θεολόγοι μιλούν γι” αστοχία και όχι για αμαρτία, θέλοντας ν” αμβλύνουν τη φυσική διαμαρτυρία της συνειδήσεως. Η αυτάρκεια ορισμένων εκκλησιαζομένων και νηστευόντων χριστιανών κρύβει ενίοτε ένα λανθάνοντα φαρισαϊσμό, ότι δεν είναι όπως οι λοιποί των ανθρώπων και ως εκ τούτου δεν χρήζουν εξομολογήσεως.
Κατά τους αγίους πατέρες της Εκκλησίας μας το μεγαλύτερο κακό είναι η υπερηφάνεια, η μητέρα όλων των παθών κατά τον όσιο Ιωάννη της Κλίμακος. Πρόκειται για πολύτεκνη μητέρα με πρώτες θυγατέρες την κενοδοξία και την αυτοδικαίωση. Η υπερηφάνεια είναι μία μορφή άρνησης Θεού, είναι εφεύρεση των πονηρών δαιμόνων, αποτέλεσμα πολλών κολακειών και επαίνων, που επιφέρει την εξουδένωση και εξουθένωση των ανθρώπων, τη θεομίσητη κατάκριση, τον θυμό, την οργή, την υποκρισία, την ασπλαχνία, τη μισανθρωπία, τη βλασφημία. Η υπερηφάνεια είναι ένα πάθος φοβερό, δύσκολο, δυνατό και δυσθεράπευτο. Η υπερηφάνεια επίσης είναι πολυδύναμη και πολυπρόσωπη. Εκδηλώνεται ως ματαιοδοξία, μεγαλαυχία, οίηση, αλαζονεία, υπεροψία, φυσίωση, τύφωση, καύχηση, ιταμότητα, έπαρση, μεγαλομανία, φιλοδοξία, φιλαυτία, φιλαρέσκεια, φιλοχρηματία, φιλοσαρκία, φιλαρχία, φιλοκατηγορία και φιλονικία. Ακόμη ως αυταρέσκεια, προσωποληψία, αυθάδεια, αναίδεια, παρρησία, αναλγησία, αντιλογία, ισχυρογνωμοσύνη, ανυπακοή, ειρωνεία, πείσμα, περιφρόνηση, προσβολή, τελειομανία και υπερευαισθησία. Η υπερηφάνεια τελικά οδηγεί στην αμετανοησία.
Όργανο της υπερηφάνειας συχνά γίνεται η γλώσσα. Με την αργολογία, τη φλυαρία, την πολυλογία, το κουτσομπολιό, τη μωρολογία, τη ματαιολογία, την ανειλικρίνεια, την αδιακρισία, τη διγλωσσία, τη διπλωματία, την ευτραπελία, την προσποίηση και τον εμπαιγμό.
Από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα προέρχονται πολλά άλλα πάθη. Αφού αναφέραμε τα της υπερηφάνειας, ερχόμαστε στη φιλαργυρία, που γεννά τη φιλοχρηματία, την πλεονεξία, την απληστία, την τσιγγουνιά, την ανελεημοσύνη, τη σκληροκαρδία, την απάτη, την τοκογλυφία, την αδικία, τη δολιότητα, τη σιμω­νία, τη δωροληψία, τον τζόγο. Η πορνεία έχει μύριες εκφάνσεις όπως ο φθόνος με τις ύπουλες και πονηρές κακίες του, η αχόρταγη γαστριμαργία, ο θυμός και η ύποπτη ακηδία και αμέλεια.
Ιδιαιτέρως προσοχής χρήζουν πολλά ανορθόδοξα στοιχεία στην οικογενειακή ζωή και φρονούμε πως θα πρέπει να θεαθούν προσεκτικά από εξομολόγους και εξομολογουμένους. Η αποφυγή της τεκνογονίας, η ειδωλοποίηση των τέκνων, θεωρούμενα προέκταση του εγώ των γονέων, υπερπροστατευόμενα, παρακολουθούμενα συνεχώς και εξουσιαζόμενα βάναυσα. Ο γάμος είναι στίβος ταπεινώσεως, αλληλοπεριχωρήσεως και αλληλοσεβασμού και όχι παράλληλη όδευση δύο εγωισμών, παρά την ισόβια σύζευξη και συνύπαρξη. Χορεύει ο δαίμονας όταν δεν υπάρχει συγχώρεση στις ανθρώπινες αδυναμίες και τα καθημερινά σφάλματα. Οι γονείς θα βοηθήσουν σημαντικά τα παιδιά τους όχι με την πλούσια ευγένεια έξω από το σπίτι αλλά με το ειρηνικό, νηφάλιο και αγαπητικό παράδειγμα καθημερινά μέσα στο σπίτι τους. Η συμμετοχή των παιδιών μαζί με τους γονείς τους στο μυστήριο της εξομολογήσεως θα τους ενδυναμώσει με τη θεία Χάρη και θα τους στερεώσει στη βιωματική εμπειρία με τον Χριστό. Ζητώντας οι σύζυγοι ειλικρινά συγγνώμην διδάσκουν τα παιδιά τους την ταπείνωση, που καίει τις δαιμονικές πλεκτάνες. Σ” ένα σπιτικό που ανθεί η αγάπη, η ομόνοια, η κατανόηση, η ταπείνωση και ειρήνη υπάρχει πλούσια η ευλογία του Θεού και γίνεται κάστρο απόρθητο στην κακία του κόσμου. Η με τη συγχωρητικότητα αγωγή των παιδιών δημιουργεί μία υγιά οικογενειακή εστία που τα εμπνέει και τα ενισχύει για το μέλλον τους.
Ένα άλλο μεγάλο θέμα, που αποτελεί σοβαρό εμπόδιο για τη μετάνοια και την εξομολόγηση είναι η αυτοδικαίωση, που μαστίζει και πολλούς ανθρώπους της Εκκλησίας. Βάση της έχει, όπως είπαμε, τη δαιμονική υπερηφάνεια. Κλασικό παράδειγμα ο Φαρισαίος της παραβολής του Ευαγγελίου.
Ο αυτοδικαιούμενος άνθρωπος έχει φαινομενικά καλά, για τα οποία υπεραίρεται και θέλει να τιμάται και επαινείται. Χαίρεται να τον κολακεύουν, να εξουθενώνει και ταπεινώνει τους άλλους. Αυτοεκτιμάται υπερβολικά, αυτοδικαιώνεται παράφορα και θεωρεί τον Θεό αναγκαστικά υποχρεωμένο να τον ανταμείψει. Πρόκειται τελικά για ταλαίπωρο άνθρωπο, όπου ταλαιπωρούμενος ταλαιπωρεί και τους άλλους. Διακατέχεται από νευρικότητα, ταραχή, απαιτητικότητα, που τον αυτοφυλακίζει και δεν τον αφήνει ν” ανοίξει τη θύρα του θείου ελέους, διά της μετανοίας.
Γέννημα της υπερηφάνειας είναι και η κατάκριση, που δυστυχώς αποτελεί συνήθεια και πολλών χριστιανών, που ασχολούνται περισσότερο με τους άλλους παρά με τον εαυτό τους. Φαινόμενο της εποχής μας και της κοινωνίας που ωθεί τον κόσμο στη συνεχή ετεροπαρατήρηση και όχι την αυτοπαρατήρηση. Οι μύριες ασχολίες και δραστηριότητες του σύγχρονου ανθρώπου δεν τον θέλουν να μείνει ποτέ μόνο προς μελέτη, περίσκεψη, προσευχή, αυτογνωσία, αυτομεμψία, αυτοέλεγχο και μνήμη θανάτου. Τα λεγόμενα μέσα μαζικής ενημερώσεως ασταμάτητα ασχολούνται σκανδαλοθηρικά, επίμονα και μακρόσυρτα με τα πάθη, τις αμαρτίες, τα παραπτώματα των άλλων. Όλ” αυτά προκαλούν, εντυπωσιάζουν και αν δεν σκανδαλίζουν πάντως φορτώνουν την ψυχή και το νου με τα βρωμερά και άσχημα και μάλιστα καθησυχάζουν, αφού εμείς είμαστε καλύτεροι. Έτσι ο άνθρωπος συνηθίζει στη μετριότητα, χλιαρότητα και εφημερότητα της φθηνής καθημερινότητος, μη συγκρινόμενος με τους αγίους και τους ήρωες.
Έτσι η κατάκριση κυριαρχεί στις μέρες μας, θεωρώντας ο άνθρωπος ότι ενεργεί δίκαιη κάθαρση, σπιλώνοντας άλλους και μολύνοντας τον εαυτό του, δημιουργώντας κακίες, μίση, έχθρες, μνησικακίες, ζηλοφθονίες και ψυχρότητες. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μάλιστα αναφέρει πως εκείνος που περιεργάζεται συνεχώς τις αμαρτίες των άλλων ή κρίνει τον αδελφό του από υποψία και μόνο, αυτός δεν έκανε ακόμη αρχή μετανοίας, ούτε άρχισε την έρευνα για να γνωρίσει τις αμαρτίες του.
Λέγονται πολλά και διάφορα. ένα τελικά είναι το καίριο, σημαντικό και εξέχον. η σωτηρία μας, για την οποία δεν πολυνοιαζόμαστε παντοτεινά. Η σωτηρία δεν επιτυγχάνεται παρά μόνο με ειλικρινή μετάνοια και καθαρή εξομολόγηση. Η μετάνοια δεν ανοίγει μόνο τον ουράνιο παράδεισο, αλλά και τον επίγειο με την πρόγευση, έστω εν μέρει, της ανεκλάλητης χαράς της ατελεύτητης βασιλείας των ουρανών και της υπέροχης ειρήνης από τώρα. Οι εξομολογημένοι άνθρωποι μπορούν νάναι οι αληθινά γνήσια χαρούμενοι, οι ειρηνικοί και ειρηνοφόροι, οι κήρυκες της μετανοίας, της αναστάσεως, της μεταμορφώσεως, της ελευθερίας, της χάριτος, της ευλογίας του Θεού στις ψυχές τους και τη ζωή τους. Η πλούσια χάρη του Θεού κάνει τον λύκο πρόβατο, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Καμιά αμαρτία δεν υπερβαίνει την αγάπη του Θεού. Κανείς αμαρτωλός αν θέλει δεν αδυνατεί ν” αγιάσει. Μας το αποδεικνύουν οι πολλοί μετανοημένοι άγιοι του Συναξαριστή.
Ο εξομολόγος εξομολογεί και συγχωρεί τους εξομολογούμενους με τ” άγιο πετραχήλι του. Δεν μπορεί όμως να αυτοεξομολογηθεί και να θέσει ο ίδιος το πετραχήλι του στο κεφάλι του για να συγχωρηθεί. Πρέπει απαραίτητα να σκύψει σε άλλο οπωσδήποτε πετραχήλι. Έτσι λειτουργεί ο πνευματικός νόμος, έτσι τα έθεσε η πανσοφία και η φιλευσπλαγχνία του Θεού.
Δεν μπορεί να εξομολογούμε και να μη εξομολογούμεθα. Να διδάσκουμε και να μη πράττουμε. Να μιλάμε για μετάνοια και να μη μετανοούμε οι ίδιοι. Να μιλάμε για εξομολόγηση και να μη εξομολογούμεθα τακτικά. Ουδείς αυτοκαθαίρεται και ουδείς αυτοσυγχωρείται ποτέ. Οι ασύμβουλοι, οι ανυπάκουοι, οι ανεξομολόγητοι αποτελούν σοβαρό πρόβλημα της Εκκλησίας μας.
Αδελφοί μου αγαπητοί, το πετραχήλι του πνευματικού δύναται να γίνει θαυματουργό νυστέρι αφαιρέσεως κακοήθων όγκων, ν” αναστήσει νεκρούς, ν” ανανεώσει και μεταμορφώσει τον άκοσμο κόσμο, να χαροποιήσει γη και ουρανό. Η Εκκλησία μας εμπιστεύ­θηκε το μέγα λειτούργημα, το ιερό υπούργημα, στους ιερείς μας και όχι στους αγγέλους, για να τους πλησιάζουμε άνετα και άφοβα ως ομοιοπαθείς και ομόσαρκους.
Όλα τα παραπάνω, ειλικρινά και διόλου ταπεινόσχημα, ειπώθηκαν από ένα συναμαρτωλό, που δεν θέλησε να κάνει τον δάσκαλο, αλλά τον συναγωνιζόμενο συμμαθητή σας. Θέλησε από αγάπη να σας θυμίσει με απλά και άτεχνα λόγια τη ζώσα παράδοση της αγίας μητέρας μας Εκκλησίας επί του πάντοτε επίκαιρου θέματος της θεοΰφαντης και θεομακάριστης μετάνοιας και της θεοπαράδοτης και θεαγάπητης ιεράς Εξομολογήσεως.

«ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ» ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ». ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

http://evaggelismostheotokou.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα Λειτουργικά Σκεύη.

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Ιουνίου, 2013

Για την τέλεση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας και των άλλων Μυστηρίων ή Ιεροπραξιών απαιτείται ή χρήση διαφόρων σκευών, αποκλειστικά για το σκοπό αυτό. Αυτά είναι:
α. Το Άγιο Ποτήριο
Ποτήρι χρυσό ή αργυρό με υψηλή βάση, στο όποιο ρίχνεται ο οίνος και το ύδωρ την ώρα πού τελείται ή Αγία Προσκομιδή. Στη Θεία Λειτουργία αγιαζόμενα μετατρέπονται σε Αίμα Χρίστου. Μέσα στο Άγιο Ποτήριο τίθεται και το Σώμα του Χρίστου, μετά τον καθαγιασμό απ’ οπού μεταλαμβάνουν οι πιστοί.
Εικονίζει το Ποτήριο εκείνο στο όποιο ο Κύριος Ιερούργησε και παράδωσε στους Αποστόλους το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας (Λουκ. κβ’, 20).
β. Ό Δίσκος ή το Άγιο Δισκάριο
Μικρός, αβαθής, στρογγυλός δίσκος, χρυσός ή αργυρός, στον όποιο τοποθετείται, την ώρα πού τελείται ή Προσκομιδή, ο Αμνός και αγιάζεται στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων. Ομοίως πάνω σ” αυτόν τοποθετούνται οι μερίδες της Παναγίας, των Αγίων (των εννέα Ταγμάτων), των ζώντων και τεθνεώτων.
Συμβολίζει τη φάτνη της Βηθλεέμ, τη νεκρική κλίνη και τη γη.
γ. Ή Λαβίδα
Ό αρχαίος τρόπος μεταλήψεως των πιστών ήταν αυτός πού τηρείται σήμερα από τους Λειτουργούς πρώτα το Σώμα του Χρίστου από το Δίσκο και μετά το Αίμα από το Ποτήριο. Ή λέξη λαβίδα δήλωνε τότε μεταφορικά τη «λαβίδα» των ιερατικών δακτύλων και χεριών, με τα όποια το Άγιο Σώμα εισαγόταν στα στόματα των πιστών. Το κοχλιάριο (κουταλάκι) χρησιμοποιήθηκε αργότερα τοπικά και γενικεύθηκε το 10ο αιώνα, αλλάζοντας τον τρόπο Μεταλήψεως. Ή ονομασία όμως της λαβίδας έμεινε στο κουταλάκι.
Συμβολίζει τη λαβίδα των Σεραφείμ πού είδε στο όραμα του ο Ησαΐας.
δ. Ό Αστερίσκος Σταυροειδές έλασμα το όποιο συγκρατεί το κάλυμμα πάνω από το Δισκάριο, όταν ο Λειτουργός μετά το πέρας της Ακολουθίας της Αγίας Προσκομιδής «καλύπτει» τα προετοιμασθέντα Δώρα.
Συμβολίζει το στερέωμα του ουρανού και τον αστέρα των Μάγων.
 
1. Άγιο Ποτήριο. 2. Άγιο Δισκάριο. 3. Λαβίδα. 4. Αστερίσκος. 5. Καλύμματα. 6. Αήρ. 7. Λόγχες. 8. Ζέον. 9. Μούσα. 10. Σπόγγος. 11. Μάκτρα. 12. Αρτοφόριο μικρό. 13. Κατζίο. 14. Δοχείο οί­νου. 15. Δοχείο ύδατος.
 
ε. Τα Καλύμματα
Δύο ισομεγέθη καλύμματα σε σχήμα σταυρού με τα όποια καλύπτονται ο Δίσκος και το Ποτήριο κατά την Άγία Προσκομιδή.
Συμβολίζουν τα σπάργανα του Θείου Βρέφους, όταν το Δισκάριο εικονίζει τη Φάτνη και τα νεκρικά οθόνια του Χριστού, όταν το Δισκάριο γίνεται νεκρική κλίνη.
στ. Ό Αήρ
Κάλυμμα ορθογώνιο μεγαλύτερο από τα προηγούμενα, με το όποιο καλύπτονται τα Τίμια Δώρα στην Ιερά Πρόθεση και αργότερα, μετά την απόθεση τους, στην Αγία Τράπεζα.
 
Αυτό το κάλυμμα στην μεγάλη Είσοδο ο Ιερέας ή ο Διάκονος, όταν υπάρχει, το φέρει στην πλάτη του.
Συμβολίζει ο,τι και τα καλύμματα.
ζ. Ή Λόγχη
Μαχαίρι σε σχήμα λόγχης. Μ” αυτό κόπτεται ο άρτος και εξάγεται ο Αμνός και οι μερίδες στην Προσκομιδή.
Συμβολίζει τη λόγχη του στρατιώτη με την οποία ελόγχισε την πλευρά του Χριστού επάνω στο Σταυρό.
η. Το Ζέον
Μικρό δοχείο πού χρησιμοποιείται για τη μεταφορά θερμού (ζέοντος)1* ύδατος και έκχυση του μέσα στο Άγιο Ποτήριο πριν από τη Θεία Κοινωνία.
Με αυτό τον τρόπο εξαίρεται ή ζέση του Αγίου Πνεύματος και παρακινούμαστε με τέτοια θερμότητα πίστεως να προσερχόμαστε στη Θεία Μετάληψη.
Συμβολίζει το ζεστό αίμα πού έρρευσε από την πλευρά του Χριστού μετά τη λόγχευσή Του.
θ. Ή Μούσα
Είναι σπόγγος «πεπλατυσμένος» χρησιμοποιείται στη συστολή, δηλ. στην απόμαξη (καθάρισμα) του Δίσκου και του Αντιμηνσίου. Φυλάσσεται μέσα στο Αντιμήνσιο.
ι. Ό Σπόγγος
Σφαιρικό σφουγγάρι πού τοποθετείται μέσα στο Άγιο Ποτήριο 2*   – για να απορροφά την υγρασία του – μετά την κατάλυση από τον Ιερέα των υπολειμμάτων της Θείας Κοινωνίας μετά τη Μετάληψη των πιστών.
Συμβολίζει το σπόγγο με τον όποιο στο Γολγοθά έπότισαν τον Κύριο οξος.
ία. Τα Μάκτρα
Κόκκινα μανδήλια πού χρησιμοποιούνται στη Θεία Μετάληψη Κλήρου και Λάου. Μ” αυτά σπογγίζουμε το στόμα μας. Όταν τα κρατάμε σωστά (με τα δύο χέρια μας, κάτω από το πηγούνι μας), προφυλάσσουν την τυχόν πτώση Μαργαριτών στο δάπεδο από απροσεξία ή από στιγμιαία αδεξιότητα.
ιβ. Ό Κωδωνίσκος
Μικρό καμπανάκι το όποιο κτυπά ο Ιερέας κάποια στιγμή του Όρθρου κατά τη διάρκεια της Προσκομιδής, σαν συνθηματικό ενάρξεως, ώστε, ο μεν Λαός να μνημονεύει νοερά τα ονόματα των ζώντων και κεκοιμημένων του, ο δε Λειτουργός να εξάγει μερίδες στο Άγιο Δισκάριο για όλους αυτούς πού «κατά διάνοιαν» έχει.
ιγ. Το Αρτοφόριο
Είναι ένα κατάλληλο ειδικό μεταλλικό συνήθως κουτί πού χρησιμοποιείται για τη φύλαξη της Θείας Κοινωνίας. Περιέχει Άγιο Άρτο εμβαπτισμένο στο τίμιο Αίμα του Κυρίου (δηλ. το Σώμα και το Αίμα Του). Εξάγεται τη Μεγάλη Πέμπτη και αποξηραίνεται για να διατηρείται. Κατά τη χρήση υγραίνεται για να μαλακώσει με κοινό οίνο. Χρησιμοποιείται σε έκτακτες ανάγκες, εκτός Θείας Λειτουργίας, κατά τη διάρκεια του έτους και κοινωνούν οι Ιερείς τους ασθενείς και άτομα πού δεν μπορούν να μεταβούν στο Ναό.
Αρτοφόριο λέγεται και το πρόσθετο κυτίο στο όποιο διαφυλάσσεται ο Αμνός του Κυρίου, (το Σώμα και το Αίμα Του), από την Κυριακή μέχρι την ημέρα πού θα χρησιμοποιηθεί στην προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.
ιδ. Ό Τίμιος Σταυρός
Ανάλογα με τη λειτουργική του χρήση έχουμε:
(1)  Το Σταυρό των λιτανειών,
(2)  Το Σταυρό του αγιασμού,
(3)  Το Σταυρό ευλογίας της Αγίας Τραπέζης,
(4)  Τον «Εσταυρωμένο» του Ιερού, πού εξάγεται τη Μεγάλη Πέμπτη για προσκύνηση στο μέσον του Ναού.
ιέ. Ό Επιτάφιος
Είναι κατάλληλο ύφασμα με κεντημένο ή ζωγραφισμένο τον Χριστό νεκρό, όπως ήταν μετά την αποκαθήλωση. Αργότερα στον Επιτάφιο προστέθηκαν, γύρω από τον Χριστό ή Παναγία, ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, ο Ιωάννης, Μυροφόρες και Άγγελοι, σε «επιτάφιο θρήνο».
Αυτό τον Επιτάφιο προσκυνούμε και περιφέρουμε τη Μεγ. Παρασκευή στρωμένο πάνω σ” ένα διασκευασμένο τραπέζιο το λεγόμενο Κουβούκλιο, πού συμβολίζει το λίθο, πάνω στον όποιο το Σώμα του Χριστού δέχτηκε τις μεταθανάτιες περιποιήσεις.
ιστ. Τα Θυμιατήρια
Είναι κινητά πύραυνα, (κατάλληλα μεταλλικά σκεύη), πού δέχονται τα κάρβουνα και το θυμίαμα, με τα όποια θυμιώνται ή Άγία Τράπεζα, οι Άγιες εικόνες και ο Λαός, όπως και όταν το Τυπικό καθορίζει στις διάφορες Ακολου­θίες. Εξαρτώνται από αλυσίδες με ή χωρίς κωδωνίσκους και ή βάση τους είναι με ή χωρίς κάλυμμα.
Στις Ακολουθίες των Μεγάλων Ωρών και σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται απλούστερα Θυμιατήρια χειρός, τα «κατζία» σαν ένα είδος κυμβάλου πού συνοδεύει την ψαλμωδία (ιδίως μετά από ανάλογη εκπαίδευση).
Με το θυμίαμα πού προσφέρουμε την ώρα της προσευχής υποβοηθείται ή ανάταση της ψυχής προς τα υψηλά «άνω σχώμεν τάς καρδίας». Όπως το θυμίαμα θερμαινόμε­νο στον άνθρακα ανέρχεται προς τα άνω εύωδιάζοντας το περιβάλλον, έτσι και ή ψυχή του πιστού με θερμή πίστη πρέπει να πτερουγίζει προς τα άνω μυροβλύζουσα, άπαγγιστρωμένη από τις υλικές μέριμνες. Ή βάση του θυμιατηρίου υποδεικνύει την ανθρωπότητα του Χριστού, ή φωτιά τη θεότητα Του και ο ευώδης καπνός μας «πληροφορεί» την προπορευόμενη εύωδία του Αγίου Πνεύματος.
ιζ. Τα Έξαπτέρυγα
Είναι μεταλλικοί δίσκοι με ανάγλυφες, άμφιπρόσωπες παραστάσεις εξαπτέρυγων Σεραφείμ, τοποθετημένοι σε κοντάρι. Χρησιμοποιούνται στη μικρή και μεγάλη Είσοδο και στις λιτανείες. Σήμερα εξυπηρετούν διακοσμητικό και συμβολικό σκοπό. Παλαιότερα κατασκευάζονταν από υμένες ή πτερά ζώων και τα χρησιμοποιούσαν οι Διάκονοι σαν ριπίδια (βεντάλιες) για να εκδιώκουν τα έντομα κυρίως πά­νω από το Άγιο Ποτήριο. Σήμερα ή κίνηση αυτή συμβολικά γίνεται με τον Αέρα διπλωμένο, όταν ο Λειτουργός εκφωνεί: «Στώμεν καλώς…».
ιη. Τα Λάβαρα
Είναι είδος ιερών σημαιών με άμφιπρόσωπες παραστάσεις Αγίων, κεντητές ή ζωγραφιστές, πού χρησιμοποιούνται στις λιτανείες.
ιθ. Τα κηροπήγια
Είναι μεταλλικές βάσεις για στήριξη λαμπάδων πού α­νάβονται για φωτισμό ή για ένδειξη ευλάβειας δύο συνήθως στην Άγία Τράπεζα και μία στην Προσκομιδή. Συνθετότερα κηροπήγια είναι και αυτά στα όποια οι πιστοί ανάβουν τα κεριά τους στα προσκυνητάρια.
κ. Τα Σήμαντρα και οι Κώδωνες
Είναι οι καμπάνες με τις όποιες καλούνται οι πιστοί στους Ί. Ναούς με ανάλογη σήμανση για Θ. Λειτουργία, για λιτανεία, για εκφορά νεκρών κ.λπ.
Στίς  Ιερές Μονές υπάρχουν και σήμαντρα, κόπανοι και «τάλαντα», με τα όποια οι Μοναχοί, ανάλογα με το τυπικό κάθε Μονής, ειδοποιούνται λεπτομερώς για την προετοιμασία ή την πρόοδο των Ακολουθιών.
******

1*.Πολλοί “Ιερείς φροντίζουν στο Ζέον οι βοηθοί τους να τους φέρνουν καυτό νερό, ώστε στη Θεία Μετάληψη οι μεταλαμβάνοντες να αισθάνονται τη θερμότητα της Θείας Κοινωνίας. Γι” αυτό στους Κανόνες καθορίζεται ότι, εάν ο Ιερέας δεν έχει ζεστό νερό να μην τελεί Θεία Λειτουργία!
2*.Εάν ο Σπόγγος αυτός εφάπτεται μονίμως στα τοιχώματα του Ποτηριού λόγω μεγέθους, διατηρεί την υγρασία πάνω στα τοιχώματα και σιγά – σιγά καταστρέφει το Άγιο Ποτήριο από αυτή την υγρασία. Γι” αυτό ο Σπόγγος πρέπει να έχει διάμετρο μικρότερη από το κοίλωμα του Ποτηρίου.

ΠΗΓΗ-pigizois.net/ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ

http://evaggelismostheotokou.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΙ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Ιουνίου, 2013

Σταμάτησαν σ᾽ ἕνα ξέφωτο νά ξαποστάσουν. Προσπάθησαν νά βροῦν λίγη σκιά, κάτω ἀπό τά ἀραιά φύλλα κάποιων μικρῶν δέντρων. ῾Ο ἥλιος φαινόταν νά τούς εἶχε τσακίσει. ῾Ο ἱδρώτας ἔτρεχε ποτάμι ἀπό τό μέτωπό τους, ἐνῶ οἱ μανδύες τους κολλοῦσαν πάνω στά κουρασμένα κορμιά τους. Καί οἱ τρεῖς ἔκαναν τήν ἴδια κίνηση: ἔβγαλαν γρήγορα τό φλασκί ἀπό τό ταγάρι τους καί τό σήκωσαν στά διψασμένα χείλη τους. ᾽Ανασήκωσαν λίγο ἀπό τό κεφάλι τους καί τόν μαῦρο σκοῦφο τους.
῾Δόξα Σοι, ὁ Θεός᾽, ἀκούστηκε ψιθυριστή ἡ φωνή τους.
῾Σέ λίγο φτάνουμε στόν προορισμό μας᾽, εἶπε μέ ἀνακούφιση ὁ μεγαλύτερος, ὁ π. ᾽Αββακούμ, ἕνας λιοκαμένος καλόγερος μεσαίου ἀναστήματος πού τώρα ἔπαιρναν τά γένια του λίγο ν᾽ ἀσπρίζουν.
῾᾽Ελπίζουμε νά βροῦμε καί πάλι τόν Γέροντα, ὅπως καί πέρσι᾽, συμπλήρωσε ὁ νεώτερος, ὁ π. ᾽Ιωάννης, ψηλός καί ἀρκετά ἀδύνατος αὐτός, μέ ἀραιά λεπτά μαῦρα γένια.
῾῾Ο Γέροντας δέν φεύγει ἀπό τήν καλύβη του ποτέ, ἐκτός κι ἄν συντρέξει πολύ μεγάλη ἀνάγκη᾽, πῆρε τόν λόγο ὁ τρίτος, ὁ π. Βαρνάβας, ὁ πιό εὔσωμος ἀπό τούς ἄλλους καστανογένης καλόγερος, μέ ρόζους στά χέρια ἀπό τίς πολλές χειρωνακτικές ἐργασίες.
῾Νά, σάν τήν περίπτωση πρίν λίγα χρόνια, πού ἔμαθε γιά τούς χριστιανούς πού διώκονταν λόγω τῆς πίστης τους στήν ᾽Αλεξάνδρεια. ῎Ενιωσε τήν ἀνάγκη, εἶπε, νά πάει νά τούς δεῖ, νά τούς παρασταθεῖ, νά προσευχηθεῖ γιά τήν καλή ὁμολογία τους. Κι ἀκόμη νά τούς ἐνισχύσει μέ τήν δική του παρουσία. ῞Ολοι δά ξέρουν τήν μεγάλη φήμη του ὡς ἁγίου. Καί μόνο ἡ ἐμφάνισή του στήν δίκη τους – ἄς τήν ποῦμε δίκη βέβαια – ἔκανε τούς ὑποψήφιους μάρτυρες νά πάρουν μεγάλο θάρρος. ῎Ακουσα μάλιστα ὅτι καί ὁ ἴδιος ὁ κριτής σάν νά φοβήθηκε πού τόν εἶδε μπροστά του. Θά ἐπέτρεψε φαίνεται ὁ Κύριός μας τό φῶς τῆς ἁγιότητάς του νά τό δεῖ κι ἐκεῖνος. Σάν φωτιά πού κατακαίει βεβαίως᾽, ἔσπευσε ἀμέσως νά συμπληρώσει.
῎Επεσε σιωπή γιά λίγο. ῾Η ἀνάσα τους ὅλο καί γινόταν καί πιό ἥσυχη καί κανονική. ῾Η ἀνάπαυση καί τό νερό ἀνανέωναν τίς δυνάμεις τους. Βυθίστηκε ὁ καθένας στίς σκέψεις του.

῏Ηταν γνωστοί μεταξύ τους. ᾽Ασκήτευαν καί οἱ τρεῖς σέ κοντινές ἀποστάσεις, ἀλλά ἐκεῖνο πού τούς ἕνωσε περισσότερο ἦταν ὅταν πρίν μερικά χρόνια ἀποφάσισαν νά πᾶνε νά ἐπισκεφτοῦν μαζί τόν μεγάλο Γέροντα, τόν ᾽Αντώνιο.  ῾Ο καθένας εἶχε τούς δικούς του ξεχωριστούς λόγους, ἀλλά καί οἱ τρεῖς ἑνώνονταν κάτω ἀπό τόν κοινό παρανομαστή: ἡ χάρη τοῦ ἁγίου νά τούς καθοδηγήσει στά δύσκολα μονοπάτια τῆς ζωῆς πού εἶχαν διαλέξει νά ἀκολουθήσουν.

 Εἶχαν ξεκινήσει μέ ἐνθουσιασμό. Κάποιοι λιγοστοί ἀσκητές στά περίχωρα τῶν χωριῶν τους τούς γοήτευσαν στήν ἐπιλογή τῆς ἀφιερωμένης ζωῆς. ῎Εβλεπαν ἔντονα τήν διαφορά πού εἶχαν αὐτοί ἀπό τούς ἄλλους χριστιανούς τοῦ κόσμου. Οἱ κοσμικοί χριστιανοί μέ τούς ὁποίους ζοῦσαν, ὅπως ἄλλωστε καί οἱ ἴδιοι, χριστιανοί ἦταν βεβαίως, ἀλλά σάν νά τούς ἔλειπε κάτι: δέν ὑπῆρχε ἐκείνη ἡ μυστική χαρά πού φαίνεται νά βγαίνει μέσα ἀπό τήν καρδιά, γιά τήν ὁποία διάβαζαν στά εὐαγγέλια καί τίς ἐπιστολές τῶν ἀποστόλων. Στούς πολλούς ἦταν ἔντονη ἡ στροφή στά πράγματα τοῦ κόσμου. Οἱ δουλειές τους τούς ἀπορροφοῦσαν. Τά προβλήματα τῆς οἰκογένειάς τους τούς κατέβαλλαν. Μιά μελαγχολία καί μιά κατήφεια γυρόφερνε τήν μίζερη ζωή τους. Κι ὅταν συνάντησαν αὐτούς τούς ἀσκητές, πού ἀπομακρύνθηκαν ἀπ᾽ τούς ἄλλους σάν μιά ἀντίδραση στόν ἀποχρωματισμένο χριστιανισμό τους, κι εἶδαν τήν χαρά πού ἀνέβλυζε ἀπό τά μάτια τους, ἔνιωσαν σάν νά τούς καλοῦσε ὁ Θεός νά γίνουν σάν κι αὐτούς. Ναί, ποθοῦσαν μιά ζωή ἀφιερωμένη στόν Κύριο.
Τό ἔκαναν, ἀλλά μετά ἀπό κάποιο διάστημα ἄρχισαν τά προβλήματα. Λογισμοί ἄρχισαν νά τούς τυραννοῦν μέ ἀποτέλεσμα νά τούς ὁδηγοῦν σέ σύγχυση. Τό ξεκάθαρο προηγουμένως τοπίο γινόταν τώρα θολό μέσα στήν ψυχή τους. ῾Η ἀπελπισία ἄρχισε νά ἐμφανίζεται δειλά στήν ἀρχή, πιό ἔντονα ἔπειτα, στήν ζωή τους, χωρίς νά ξέρουν ἀκριβῶς τί γίνεται. ῾Η ἀπειρία στήν πνευματική ζωή ἔδειχνε φανερά τά σημάδια της. Κατέφυγαν γι᾽ αὐτό στούς ἀσκητές τῆς περιοχῆς τους. ᾽Αλλά οἱ ἀπαντήσεις τους δέν γέμισαν τήν καρδιά. Δέν τούς πληροφόρησαν ὅσο ἤθελαν. Τότε ἦταν πού σκέφτηκαν τόν μεγάλο ἅγιο. ῾Ο ἀββᾶς ᾽Αντώνιος φάνταζε σάν ἡ μόνη λύση. ῾Θεοφιλή᾽ τόν ὀνόμαζαν ὅλοι. ῏Ηταν βεβαιωμένο ὅτι αὐτός ἤξερε τά μυστικά τῆς καρδιᾶς, καί μάλιστα δοσμένα ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό. Καί τό ἀποφάσισαν. ῾Ετοιμάστηκαν νά πᾶνε νά τόν δοῦν, νά τόν συναντήσουν, νά τόν ρωτήσουν. Καί τό ἔκαναν μιά φορά, δυό φορές, τρεῖς φορές. Γιατί στόν ἅγιο βρῆκαν αὐτό πού ἔψαχναν: ὁ ἀββᾶς ᾽Αντώνιος τούς ἔδινε κάθε φορά ὅ,τι  διψοῦσε ἡ καρδιά τους. Καί τό συγκλονιστικότερο: χωρίς κάποιες φορές κἄν νά τόν ρωτήσουν. ῾Ο φωτισμένος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νοῦς του διέβλεπε τά μύχια τῆς ψυχῆς τους.
Κάθε φορά ὅμως ρωτοῦσαν οἱ δύο μεγαλύτεροι. ῾Ο π. ᾽Αββακούμ καί ὁ π. Βαρνάβας. Αὐτοί, ἴσως λόγω καί τοῦ μεγαλύτερου θάρρους ἀπό τήν ἡλικία τους ἔθεταν τά ζητήματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς τους. Τό τί τούς ἀπασχολοῦσε κάθε φορά μέ τούς λογισμούς τους. Τούς πειρασμούς πού ἀντιμετώπιζαν ἀπό τίς δαιμονικές ἐπιθέσεις. Τίς τρικλοποδιές πού τούς ἔβαζε ὁ πονηρός μέ τά ἐκ δεξιῶν ὅπλα. ῾Ο νεώτερος, ὁ π. ᾽Ιωάννης, ἄκουγε καί δέν ρωτοῦσε τίποτε. ῾Ο μεγάλος ἀββάς τό ἔβλεπε ἀλλά δέν ἔλεγε τίποτε. Ποτέ δέν στράφηκε στόν ᾽Ιωάννη νά τοῦ κάνει κάποια παρατήρηση. Νά ρωτήσει ἐκεῖνος γι᾽ αὐτόν.
Φέτος λοιπόν ἦταν ἡ τέταρτη φορά τῆς ἐπίσκεψής τους. Οἱ λογισμοί καί τά προβλήματα εἶχαν καί πάλι σωρευτεῖ. ῾Ο ἅγιος ἦταν ἡ λύση καί ἡ παρηγοριά τους.

῾Μήπως πρέπει νά φεύγουμε;᾽ ρώτησε σεμνά καί μέ συστολή ὁ ᾽Ιωάννης. ῾῎Αν ἀργήσουμε θά μᾶς πάρει τό βράδυ καί θά κινδυνέψουμε᾽.

Σηκώθηκαν. Μάζεψαν τά πράγματά τους πού τά εἶχαν ἀφήσει παράμερα καί μέ ζωντάνια κατευθύνθηκαν στόν προορισμό τους.
Κάποτε ἔφτασαν. ῾Ο ᾽Αντώνιος σάν νά τούς περίμενε καί ἦταν ἔξω ἀπό τό καλύβι του.
῾Καλῶς τούς ἅγιους πατέρες᾽, φώναξε εὐδιάθετα. ῾Εἴχατε καλή πορεία;᾽
῾Μέ τίς εὐχές σου, δόξα τῷ Θεῷ᾽, εἶπε ὁ π. ᾽Αββακούμ. ῾Γέροντα, παρακαλούσαμε τόν Κύριο νά σέ  βροῦμε ἐδῶ καί ὑγιῆ᾽, ξανάπε. ῾Σοῦ φέραμε καί κάποια παξιμάδια καί χορταρικά, ἀπό αὐτά πού τρῶς᾽.
῾Εὐλογημένο τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ᾽, εἶπε ὁ ἅγιος. ῾Καλοδεχούμενα, ἀφοῦ εἶναι προσφορά τῆς ἀγάπης καί τῆς καρδιᾶς σας. Νά᾽ στε εὐλογημένοι κι ἐσεῖς᾽. 

Τούς ὑποδέχτηκε ὁ ἅγιος καί τούς φίλεψε ὅ,τι εἶχε στό φτωχό καλύβι του. ᾽Αφοῦ λίγο ξεκουράστηκαν ἦρθε κατευθεῖαν στό θέμα: ῾Τί εἶναι αὐτό πού σᾶς ἀπασχολεῖ αὐτήν τήν φορά, ἀδελφοί μου; Γιατί καί πάλι ὑποβληθήκατε σ᾽ αὐτόν τόν μεγάλο κόπο, νά ἐπισκεφθεῖτε τόν ἀχρεῖο δοῦλο τοῦ Θεοῦ ᾽Αντώνιο;᾽

῾᾽Αββᾶ, σέ εὐχαριστοῦμε γιά τήν ἀγάπη σου᾽, πῆρε τόν λόγο ὁ π. Βαρνάβας. ῾Κάθε φορά ὁ λόγος σου χύνεται σάν βάλσαμο στίς ψυχές μας καί φεύγουμε μέ μεγάλη παρηγοριά καί δύναμη. Νιώθουμε ἀπό τήν ἄλλη ὅτι οἱ προσευχές σου μᾶς συνοδεύουν ὅλη τήν χρονιά καί μᾶς ἀνοίγουν δρόμο ἐκεῖ πού ἄλλοτε ἤμασταν στό σκοτάδι. Μά, αὐτήν τήν φορά θέλω νά σέ ρωτήσω γιά κάτι πού μέ ταλαιπωρεῖ καί δέν μέ ἀφήνει νά ἡσυχάσω ὁλάκερες βραδιές. Σάν νά ἔχει κολλήσει ἡ σκέψη μου σ᾽ αὐτό καί μοῦ δημιουργεῖ μεγάλη ἀναταραχή᾽.
῾Γιά τί πράγμα πρόκειται;᾽ ρώτησε μέ μεγάλο ἐνδιαφέρον ὁ ᾽Αντώνιος καί τά μαῦρα μάτια του γεμάτα ἀπό ἀγάπη κοίταξαν ἴσια στά μάτια τοῦ π. Βαρνάβα.
῾Γέροντα, πῶς νά τό πῶ; Διαβάζω στόν λόγο τοῦ Θεοῦ γιά τά πονηρά πνεύματα πού μᾶς πολεμοῦν, ἐνῶ βλέπω τήν δική μου καθημερινά ἀδυναμία. Πῶς, πατέρα μου, θά μπορέσω νά ἀντιμετωπίσω τόν διάβολο καί τά ὄργανά του; Μέ πιάνει μιά λιποψυχία καί ἔχω ἀρχίσει νά πιστεύω ὅτι δέν θά μπορέσω νά περάσω ἀπό τά τελώνια, ὅταν θά φεύγει ἡ ψυχή μου ἀπό τό ρυπαρό σῶμα μου. ῾Η κόλαση μοῦ ἔχει γίνει ἐφιάλτης. Νιώθω ἤδη ὅτι βρίσκομαι ἐκεῖ καί βασανίζομαι χωρίς ἐπιστροφή καί διέξοδο. Γέροντα, εἶμαι φοβισμένος καί ἀπελπισμένος᾽. Σταμάτησε ὁ καλόγερος καί δάκρυα ἄρχισαν νά αὐλακώνουν τό πρόσωπό του, πού εἶχε γείρει κατάκοπο πρός τά κάτω. 
Σάν φωνή ἀπό τόν οὐρανό ἀκούστηκε μετά ἀπό λίγο ἡ φωνή τοῦ ἁγίου: ῾Μήν ἀνησυχεῖς, παιδί μου. ῾Ο πειρασμός τοῦ πονηροῦ σοῦ δημιουργεῖ ὅλη αὐτήν τήν κατάσταση. Γιατί αὐτό μόνο μπορεῖ νά κάνει ὁ τρισκατάρατος: νά δημιουργεῖ φόβο. ῾Ο φόβος εἶναι τό κλίμα καί ἡ ἀτμόσφαιρά του. Καταβάλλεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό αὐτόν, χάνει τήν ἀνδρειοσύνη του, εἶναι ἕτοιμος νά ὑποταχτεῖ. Τό ἴδιο δέν συμβαίνει καί στά ἀνθρώπινα; Τί κάνει ἕνας ἐχθρός γιά νά ὑποτάξει τόν ἀντίπαλο; Προσπαθεῖ νά τοῦ δημιουργήσει φόβο. Νά τόν κάνει νά πιστέψει ὅτι ὁ ἴδιος εἶναι μεγαλύτερος καί ἰσχυρότερος ἀπό αὐτόν. ῎Αν τοῦ δημιουργήσει κλίμα ἡττοπάθειας, ἤδη τόν ἔχει στό χέρι. ῾Η ὑποδούλωσή του εἶναι θέμα μικροῦ χρόνου. Αὐτή λοιπόν εἶναι καί ἡ τακτική τοῦ διαβόλου. Νά δημιουργήσει φόβο στήν ψυχή. Κι ὅταν δεῖ τόν φόβο σ᾽ αὐτήν, τότε εἶναι εὔκολο νά τήν ὁδηγήσει στά νύχια του. 
᾽Εκτός ὅμως ἀπό φόβο δέν μπορεῖ νά προκαλέσει κάτι ἄλλο στόν ἄνθρωπο ὁ διάβολος. Γιατί δέν ἔχει τήν ἐξουσία. Καί μάλιστα σ᾽ ἐμᾶς τούς βαπτισμένους χριστιανούς. Μή ξεχνᾶς, ἀδελφέ μου, ὅτι ὁ διάβολος εἶναι ἕνας ἡττημένος, ἀφότου ἦλθε ὁ Χριστός μας. ῾Ο Χριστός τόν κατήργησε καί τόν ἐξαφάνισε. ῎Αν ἐξακολουθεῖ καί ὑπάρχει καί δρᾶ, εἶναι γιατί ᾽Εκεῖνος τόν ἀφήνει καί τόν ἀξιοποιεῖ γιά τό λυτρωτικό Του ἔργο. Ποτέ δηλαδή ὁ Θεός δέν καταστρέφει τά δημιουργήματά Του, ἔστω κι ἄν πρόκειται γιά τόν διάβολο, καί ποτέ βεβαίως δέν μᾶς ἀφήνει ἀπροστάτευτους. Λοιπόν, ὁ διάβολος δέν εἶναι ἀνεξέλεγκτος. ῞Ο,τι δράση παρουσιάζει εἶναι ἡ δράση πού τοῦ ἐπιτρέπει ὁ Κύριος, κι αὐτό γιά τό καλό μας. ῎Αν ἦταν στήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου θά μᾶς εἶχε ἀφανίσει ὅλους, ὡς ἀνθρωποκτόνος ἀπαρχῆς. ᾽Αλλά δέν ἔχει, εἴπαμε, τήν ἐξουσία. 
Εἶπα, ὅμως, ὅτι δέν ἔχει ἐξουσία ἰδίως σέ ἐμᾶς τούς βαπτισμένους. Καί ἐδῶ θέλω, ἀδελφοί μου᾽, στράφηκε καί στούς ἄλλους ὁ ἅγιος Γέροντας, ῾νά προσέξετε ἰδιαιτέρως. Γιατί ἄν καταλάβουμε αὐτό πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός μέ τό ἅγιο βάπτισμά μας, θά δοῦμε ὅτι ἔχουμε τήν λύση ὅλων τῶν πνευματικῶν προβλημάτων μας στά χέρια μας. Θέλω νά πῶ᾽, ἀνασηκώθηκε λίγο ὁ Γέροντας καί ἄλλαξε λίγο στάση, ῾ὅτι μέ τό βάπτισμα γίναμε μέλη τοῦ Χριστοῦ. Κλαδιά στό δέντρο πού εἶναι ᾽Εκεῖνος. Ναός τοῦ ῾Αγίου Πνεύματός Του. ῾Η σχέση μας δηλαδή μέ τόν Χριστό εἶναι μιά σχέση ἄμεση καί οὐσιαστική. Εἴμαστε, θά λέγαμε, ἡ προέκτασή Του. Δέν εἶναι ἄλλο πιά ὁ Χριστός καί ἄλλο ἐμεῖς. Εἴδατε πῶς ὁ μεγάλος ἀπόστολος Παῦλος τό λέει; Τό σῶμα μας εἶναι ναός τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί γι᾽ αὐτό δέν ἀνήκουμε στόν ἑαυτό μας, ἀλλά στόν Θεό. Δέν ζῶ ἐγώ, σημειώνει ἀλλοῦ, ἀλλά ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός. 
Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ λογισμός μας δέν πρέπει νά ἀποπροσανατολίζεται σέ λογισμούς τοῦ πονηροῦ. ῾Ο λογισμός μας πρέπει νά δένεται, νά εἶναι κολλημένος πράγματι, στήν ἀλήθεια πού ἀποκάλυψε γιά ἐμᾶς ὁ ῎Ιδιος: Τοῦ ἀνήκουμε καί εἴμαστε κομμάτι Του. Ποῦ νά σταθεῖ λοιπόν ὁ φόβος καί ἡ ἀπελπισία; Ποῦ νά ἀφεθοῦμε ἔτσι στήν κυριαρχία τῆς κόλασης ὡς ζωῆς πού μᾶς περιμένει; Τό μυαλό καί ἡ καρδιά μας στόν Χριστό καί μόνο σ᾽ Αὐτόν. Αὐτή εἶναι ἡ λύση καί ἡ διέξοδος σέ ὅλα. Καί τότε, κατά πόσο σκεφτόμαστε καί ἀγαπᾶμε τόν Κύριο καί κατά πόσο φανερώνουμε αὐτήν τήν ἀγάπη μας ἀπέναντι στόν συνάνθρωπό μας πού εἶναι μιά ἄλλη παρουσία δική Του, ἀρχίζουμε καί αἰσθανόμαστε σέ ὅλη τήν ὕπαρξή μας τήν χάρη Του, καί στήν ψυχή καί στό σῶμα μας. Τό μυστικό λοιπόν τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι νά εἴμαστε στραμμένοι πάντοτε μέ ἀγάπη πρός τόν Κύριο. Νά νιώθουμε τήν δωρεά πού μᾶς ἔκανε μέ τό βάπτισμά μας. Γι᾽ αὐτό καί μᾶς τρέφει ἔπειτα καί μέ τό σῶμα Του καί τό αἷμα Του᾽.
Εἶπε ὁ Γέροντας καί σκούπισε τά μάτια του πού εἶχαν πλημμυρίσει ἀπό δάκρυα ἀγάπης καί εὐγνωμοσύνης πρός τόν Κύριο.

῾Γέροντα, παρόμοιες σκέψεις ταλαιπωροῦν καί ἐμένα᾽, ψιθύρισε μέ συστολή καί βαθύ σεβασμό καί ὁ π. ᾽Αββακούμ. ῾Μέ τά λεγόμενά σου πῆρα ἀπάντηση καί στούς δικούς μου ταραγμένους λογισμούς καί προβληματισμούς. Καταλαβαίνω ὅτι πράγματι εἶναι πειρασμός τοῦ Πονηροῦ νά μήν μένουμε στήν βασική ἐντολή τοῦ Θεοῦ μας, δηλαδή νά Τόν ἀγαπᾶμε μέ ὅλη τήν καρδιά καί τήν ψυχή μας, ὅπως τό ἴδιο καί τόν συνάνθρωπό μας. Τώρα συνειδητοποιῶ ὅτι δίνοντας ὤθηση στήν σκέψη καί τήν καρδιά μου νά βρίσκομαι ἐκεῖ πού εἶναι ἡ ἐντολή Του, δέν ὑπάρχουν περιθώρια γιά ἄλλους λογισμούς πειρασμικούς. Γέροντα, σέ εὐχαριστῶ καί σέ παρακαλῶ νά συνεχίσεις νά προσεύχεσαι γιά ἐμᾶς. Εἴμαστε τόσο ἀδύναμοι᾽, ἀναστέναξε μέ πόνο.

῾Ο νεώτερος καλόγερος, ὁ π. ᾽Ιωάννης, δέν ἔλεγε καί πάλι τίποτε. Φαινόταν κατανυγμένος κι ἦταν ἀλλοιωμένη ἡ ὄψη του, σάν νά ἀντίκρυζε ἕνα ὑπερκόσμιο φῶς. Τό βλέμμα του κοιτοῦσε πότε στό χῶμα, ἐκεῖ πού καθόταν, καί πότε τό ὕψωνε μέ λαχτάρα στό πρόσωπο τοῦ ᾽Αντωνίου. Τό στόμα του ὅμως τό κρατοῦσε κλειστό.

῾Ο ἅγιος δέν ἄντεξε αὐτήν τήν φορά. ῾Παιδί μου᾽, τοῦ εἶπε, ῾οἱ ἄλλοι ὅλα τά προηγούμενα χρόνια, ὅπως καί φέτος, ἔρχονται καί κάθε φορά κάτι μέ ρωτᾶνε. ᾽Εσύ ἔρχεσαι καί ποτέ δέν μοῦ θέτεις κάποιον προβληματισμό σου. Δέν θέλεις κάτι νά μέ ρωτήσεις; Κάνεις πού κάνεις τόν κόπο, γιατί δέν ἐκμεταλλεύεσαι τήν εὐκαιρία; Δέν εἶναι κόπος γιά ἐμένα νά ἀπαντῶ σέ ὅ,τι ταλαιπωρεῖ τόν ἀδελφό μου. Γιά μένα, ὁ καθένας ἀπό ἐσᾶς εἶναι καί ἕνας Χριστός.  ῞Οπως τό εἴπαμε καί προηγουμένως γιά τό βάπτισμά μας. Τό ἀναφέρει ὅμως καί ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη: Εἶδες τόν ἀδελφό σου, εἶδες Κύριον τόν Θεόν σου. Μή φοβᾶσαι λοιπόν ὅτι θά μέ κουράσεις. Χαρά μου εἶναι ἡ βοήθεια, ὅταν μπορῶ νά τήν προσφέρω. Πές λοιπόν καί σύ τόν προβληματισμό σου᾽.

῾᾽Αββᾶ᾽, ψιθύρισε ὁ π. ᾽Ιωάννης. ῾Βεβαίως ἔχω καί ἐγώ  λογισμούς μέ τούς ὁποίους παλεύω. Βεβαίως ἀντιμετωπίζω κινδύνους στήν πνευματική μου ζωή. ᾽Αλλά ἀπό τήν μιά ἔχω τούς καλούς ἐδῶ ἀδελφούς μου, οἱ ὁποῖοι μέ τά δικά τους ἐρωτήματα ἐκφράζουν καί τούς δικούς μου προβληματισμούς, ὁπότε οἱ ἀπαντήσεις πού παίρνουν ἰσχύουν καί γιά ἐμένα. ᾽Αλλά ἀπό τήν ἄλλη…᾽. Κοντοστάθηκε ὁ καλόγερος. ῾᾽Από τήν ἄλλη…᾽ ξανάπε, χωρίς νά ὁλοκληρώσει.
῾᾽Από τήν ἄλλη;᾽ ρώτησε ὁ μέγας ῞Ηλιος καί τό βλέμμα του καί πάλι σάν ἀκτίνα ἱλαροῦ φωτός χάϊδεψε τό ταπεινό πλάσμα τοῦ Θεοῦ.
῾᾽Από τήν ἄλλη, ἀρκεῖ μοι τό βλέπειν σε, Πάτερ. Μοῦ ἀρκεῖ νά σέ βλέπω, Πατέρα. Μέ μόνη τήν θωριά σου σβήνονται ὅλες οἱ ἀπορίες μου καί οἱ προβληματισμοί μου. Σάν νά βλέπω τόν ἴδιο τόν Θεό καί τήν ἀγάπη Του. Καί νιώθω ὅτι δέν ὑπάρχουν πιά ἐρωτήματα. Μπροστά σου τά καταλαβαίνω ὅλα᾽.

῞Εν᾽ ἀεράκι φάνηκε νά φυσάει ἁπαλά ἐκείνη τήν ὥρα καί μιά γλυκιά αὔρα δροσιᾶς τύλιξε τούς πνευματοφόρους συνομιλητές, φέρνοντας μιάν ἀπόκοσμη εὐωδία σάν ἀπό πανάκριβο μύρο. ῎Αν κανείς τούς ἔβλεπε ἀπό κάποια ἀπόσταση, θά ἔβλεπε ὅτι καί οἱ τρεῖς μέ τόν μεγάλο ἀββᾶ ἀνάμεσά τους ἦταν μέσα σ᾽ ἕνα γαλαζόλευκο φῶς πού ὅμοιό του στήν γῆ δέν μπορεῖ κανείς νά ἀντικρύσει. 

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιουνίου, 2013

«…Ὅσοι οὗν σεπτοί ναοί καθιερώθησαν ἐκτός ἁγίων λειψάνων μαρτύρων, ὁρίζομεν ἐν αὐτοῖς κατάθεσιν γίνεσθαι λειψάνων μετά τῆς συνήθους εὐχῆς». = (Ὅσοι λοιπόν ἱεροί ναοί καθιερώθηκαν χωρίς ἅγια λείψανα μαρτύρων, ὁρίζομε να γίνεται σ’ αυτούς κατάθεση λειψάνων μαζί μὲ τὴ συνηθισμένη εὐχή.)

Κανών 7ος τῆς ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἱερώς ἀπεδόθη σου
τῆ σῆ πόλει τὰ λείψανα,
Θεοφόρε πάνσοφε, δι’ ἀθλήσεως
ἁγιασθέντα λαμπρότερον
καὶ χάριτι στίλβοντα
τὴν ἐπάνοδον ἡμῖν,
πανηγύρεως πρόξενον ἀπειργάσατο,
εὐφροσύνης πληροῦντα θεοπνεύστου,
θυμηδίας ἐμπιπλῶντα
τοὺς εὐσεβῶς σὲ γεραίροντας.
Στιχηρόν Ἑσπέριον
ἐπί τῆ ἀνακομιδῆ τῶν Λειψάνων
Ἁγ. Ἱερομάρτυρος Ἰγνατίου
(Ἰανουαρίου 29).

Οἱ ἅγιοι ὡς μέτοχοι καὶ μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ φανερώνουν μὲ τὰ χαρίσματά τοῦς τὸ Χριστό ποὺ κατά τὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή μένει αἰσθητά ἀθέατος. Ἡ μίμηση τῶν ἁγίων εἶναι μίμηση τοῦ Χριστοῦ καὶ συμπόρευση μὲ τὸ ἐνιαῖο καὶ ἀδιαίρετο σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησία. Ἀναφερόμενο τὸ κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας στοῦς ἁγίους καὶ ἀκολουθώντας τὴν ὁδό ποὺ αὐτοί «ἐπόμενοι τῶ Χριστῶ» ὑπέδειξαν, ἀποκτᾶ «ὁμοήθειαν Χριστοῦ».

Στὴν προοπτική αὐτή κατανοεῖται καὶ ἡ ἰδιαίτερη τιμή ποὺ ἀποδίδει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὰ ἱερά λείψανα τῶν ἁγίων ἀποτελοῦν γιά τούς πιστούς ταμεῖα χάριτος, πηγές ἱαμάτων, ἁπτή αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῆς ζωογόνου αὔρας ποὺ ἐμφυςᾶ στὴν ζωή τῆς Ἐκκλησίας.Ἐκφράζουν τὴν προσδοκία τῆς Ἀναστάσεως ἀπό τὸ σῶμα τῶν πιστῶν γι’ αὐτό εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι μερικοί διῶκτες τῶν χριστιανῶν ἔκαιαν τὰ σώματα τῶν μαρτύρων καὶ προσπαθούσαν νὰ τὰ ἐξαφανίσουν μὲ κάθε τρόπο, νομίζοντας ὅτι κατ’ αὐτό τὸν τρόπο  θὰ ἐπετύγχαναν νὰ ἐξαφάνιζαν τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως ποὺ ἐνθάρυνε καὶ ζωοποιοῦσε τοὺς χριστιανοὺς καὶ ἤλεγχε τὰ ἔργα τους.

Διά τῶν ἁγίων λειψάνων αἰσθανόμαστε καὶ προγευόμαστε τὴν Δόξα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ποὺ μὲ ὁρατά σημεῖα χαριτώνει τὰ σώματα αὐτῶν πού ἀπό αὐτῆ τὴ ζωή ἔζησαν μέσα στὴ δωρεά τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἐπιβεβαιώνεται ὅτι ὁ δεσμός ψυχής καὶ σώματος, ὕλης καὶ πνεύματος εἶναι ἄρηκτος καὶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος καλεῖται ὡς ψυχοσωματική ὀντότητα καὶ πρόσωπο νὰ σωθεί καὶ νὰ δοξασθεῖ ἀπό τὸ Θεό. Δοξάζονται λοιπόν καὶ τὰ σώματά των ἐνῶ τὸ πνεῦμα τοῦς «συνεφρένεται ἐν οὐρανοῖς», αὐτῶν πού δι’ ἔργων «ἔκλιναν ὑπήκοα» στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ.

Γιά τὸ λόγο αὐτό ὁ καλύτερος τρόπος νὰ προσεγγίσουμε ὀρθόδοξα τὴν πραγματικότητα τοῦ σώματος εἶναι νὰ προσκυνήσουμε τὰ ἱερά λείψανα τῶν Ἁγίων. Ὁ ἀσπασμός ἐνός ἁγίου λειψάνου μεταγγίζει Χάρη στό σῶμα μὰς, παρέχει στὴν ὑπαρξή μας μέσα ἀπό τὴ σωματική μας αἴσθηση τὸ νὰ συνειδητοιεῖ τόσο τὸ περιορισμένο ὅσο καὶ τὴ μεγαλωσύνη, τὴ φθορά καὶ τὴν ἀφθαρσία τοῦ σώματός μας · μὲ ἄλλα λόγια προγευόμαστε τὸ μυστήριο τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ Θεοῦ.

Ἡ μετάγγιση τῆς Ζωῆς μέσα ἀπό τὰ νεκρά ἀλλά ζωηφόρα σώματα τῶν Ἁγίων περνᾶ στὰ δικά μας σώματα καὶ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ μιὰ ρεαλιστική ὑλικοπνευματική ἀνθρωπολογία ἀπό τὴν ὁποία τόση ανάγκη ἔχουμε στὶς μέρες μας καὶ τῆς ὁποίας οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἔχουν σαφῶς θέσει τὰ θεμέλεια.

 

Τό σκήνωμα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου στὸν Ἱ. Ναό τῆς Νέας Καρβάλης.

Υπάρχουν καὶ πάθη μακάρια καὶ κοινές ἐνέργειες ψυχῆς καὶ σώματος οἱ ὁποίες δὲν προσηλώνουν τὸ πνεῦμα στὴ σάρκα ἀλλά ἀνυψώνουν τὴ σάρκα κοντά στὴν ἀξία τοῦ πνεύματος καὶ πείθουν καἰ αὐτή νὰ κυττάξει πρὸς τὰ πάνω. Ποιές εἶναι αὐτές; Οἱ πνευματικές οἱ ὁποῖες δὲν προχωρούν ἀπό τὸ σῶμα πρὸς τὸ νοῦ, ὅπως εἴπαμε καὶ προηγουμένως, ἀλλά διαβαίνουν ἀπό τὸ νοῦ πρὸς τὸ σῶμα καὶ δι’ αὐτῶν τῶν ἐνεργημάτων καὶ παθημάτων τὸ μετασχηματίζουν πρὸς τὸ καλύτερο καὶ τὸ θεουργοῦν. Ὅπως δηλαδή κοινή στό σῶμα καὶ στήν ψυχή εἶναι ἡ θεότητα τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία θέωσε τὴν σάρκα διὰ μέσου τῆς ψυχῆς, ἔτσι καὶ στοὺς πνευματικούς ἄνδρες ἡ χάρη τοῦ πνεύματος, καθώς διαδίδεται διὰ μέσου τῆς ψυχής πρὸς τὸ σῶμα, ἐπιτρέπει καὶ σ’ αὐτό νὰ πάσχει τὰ θεῖα καὶ νὰ συμπάσχει μακαρίως μὲ τὴν ψυχή ποὺ ἔχει πάθει τὰ θεῖα, ἡ ὁποῖα, ἐπειδή πάσχει τὰ θεῖα, ἔχει ὁπωσδήποτε καὶ παθητικό ἐπαινετό καὶ θεῖο· μᾶλλον δὲ, ἀφοῦ ἕνα εἶναι σ’ ἐμᾶς παθητικό, ἔχει τὴν ἰδιότητα νἀ παίρνει τέτοια μορφή. Ἀφοῦ λοιπόν προέλθει καὶ τὸ σῶμα στὴ μακαρία αὐτή κατάσταση θεουργεῖ, μή κινούμενο τότε ἀπό τὰ σωματικά καὶ ὑλικά μαθήματα, ἄν καὶ (εἶναι) δυνατόν νὰ φαίνεται ἔτσι σ’ αὐτούς ποὺ δὲν ἔχουν ἐμπειρία (τέτοια), ἀλλά ἐπιστρέφοντας τὸ ἴδιο τὸ σῶμα πρὸς τὸν ἐαυτό τοῦ, ἀπομακρυνόμενο ἀπό τὴ σχέση τοῦ πρὸς τὰ χειρότερα καὶ ἐμπνέοντας τὸ ἴδιο (τὸ σῶμα) ἀπό μόνο του ἁγιασμό καὶ ἀναφαίρετη θεώρηση, τοῦ ὁποίου ἐναργές τεκμήριο εἶναι οἱ θαυματοποιοί σοροί τῶν ἁγίων. Τοῦ δὲ πρωταγωνιστῆ Στεφάνου, καὶ ὅταν ζοῦσε ἀκόμα «τὸ πρόσωπον ἐφάνη ὡς πρόσωπον ἀγγέλου». Ἅρα λοιπόν δὲν ἔπαθε τὰ θεῖα καὶ τὸ σῶμα; Ἐπομένως τόσο αὐτό τὸ πάθος ὅσο καὶ ἡ κατά αὐτό ἐνέργεια εἶναι κοινή τῆς ψυχής καὶ τοῦ σώματος.

Γρηγορίου Παλαμᾶ «Ὑπέρ τῶν ἱεῶς ἡσυχαζόντων, λόγος 2».

 

Οἱ τίμιες κάρες τοῦ Ἁγίου Ἀγαθονίκου καὶ τῆς Ὁσίας Ξένης στὸν Ἱ. Ναό Τιμίου Προδρόμου Καβάλας.

Ήδη ἀπό τὴν ἐποχήν τῶν διωγμῶν οἱ Χριστιανοί τιμοῦσαν τὰ λείψανα τῶν Μαρτύρων. Ἀργότερα, περί τὸ 400 μ. Χ., ἡ τιμή ἐπεξετάθηκε καὶ εἰς τὰ ἅγια λείψανα τῶν ὁμολογητῶν καὶ ὁσίων, ἀφοῦ καὶ οἱ μοναχοί, ὡς «μαρτυρούντες τῆ συνειδήσει», προσέφεραν τὴν ζωή τους θυσία εὐάρεστη στὸν Θεόν, ἔγιναν ὄργανα ἐκλεκτά τῆς Χάριτος τοῦ  Ἁγίου Πνεύματος καὶ πῆραν ξεχωριστή θέσι στὶς ψυχές τῶν πιστῶν. Ἐνῶ ἀκόμη ζοῦσαν τελοῦσαν θαύματα μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦσαν προικισμένοι.

Ἡ ἴδια θαυματουργική δύναμις, καὶ ὕστερα ἀπό τὴν ἔξοδον τῆς ψυχῆς ἀπό τὸ σῶμα, κατοικεῖ μέσα στὰ ἅγια λείψανα καὶ αὐτή εἶναι, ποὺ ἐνεργεῖ τὰ θαύματα. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὡραῖα ἐξηγεῖ, ὅτι ἡ δύναμις, ποὺ ἐκπηγάζει ἀπό τὰ λείψανα τῶν ἁγίων, εἶναι «ἡ τοῦ πνεύματος χάρις, ἡ τοῖς ὀστέοις παρακαθημένη καὶ τοῖς ἁγίοις συνοικοῦσα». Εἶναι δηλαδή ἡ δύναμις, ποὺ εἶχε ἡ πνευματοφόρος καὶ χρισσστοφόρος ψυχή κάθε ἁγίου, ἀπό τότε πού βρισκόταν στὴν ζωή καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ συνοδεύη τὸ νεκρόν σῶμα. Τοῦτο διδάσκει καὶ ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσλύμων, ὅταν γράφη: «καὶ ψυχῆς μὴ υπαρχούσης ἐν τῶ νεκρῶ σώματι, ἔγκειταί τις δύναμις εἰς τὰ σώματα τῶν Ἁγίων καὶ τῶν μαρτύρων, διά τὴν ἐν τοσούτις ἔτεσιν ἐνοικήσασαν ἐν αὐτοῖς δικαίαν ψυχήν». Ἡ δύναμις αὐτή – πάλιν κατά τὸν ἱερόν Χρυσόστομον – δὲν μένει στάσιμος, ἀλλά «ἁπό ψυχῆς εἰς σώματα καὶ ἀπό σωμάτων εἰς ἱμάτια καὶ ἀπό ἱματίων εἰς ὑποδήματα καὶ ἀπό ὑποδημάτων εἰς σκιάς ἐκτρέχει».

Ἡ θεία Χάρις, λοιπόν, ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού κατοικεῖ μέσα εἰς τοὺς Ἁγίους, ἀποτελεῖ μόνιμο κτῆμα καὶ ιδιότητα, ὄχι μόνον τῆς ψυχῆς, ἀλλά καὶ τοῦ σώματός των, μὲ τὸ οποῖον ἡ ψυχή στενά συνδεόταν κατά τὴν διάρκεια τῆς ἐπιγείου ζωής, καὶ Αὐτή εἶναι ποὺ θαυματουργεῖ. Θὰ σημειώσωμε, ἀκόμη, ὅτι τὰ θαύματα, ποὺ γίνονται, διά τῶν λειψάνων ἀπό τὶς «χριστοφόρες» ψυχές τῶν Ἁγίων, ἀποτελοῦν συνέχεια τῶν θαυματουργικῶν πράξεων τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος διαβεβαίωσε τοὺς μαθητάς Του ὅτι «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ τὰ ἔργα ἅ ἐγώ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσεις καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (Ἰωάν. 14, 12).

Καὶ οἱ Χριστιανοί, ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ἀνοικτοὺς «τῆς πίστεως τοὺς ὀφθαλμούς», ἀξιώνονται τῆς Χάριτος αὐτῆς, ποὺ ξεχύνεται πλούσια ἀπό τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων. «Ἡ γάρ ἐπλανθοῦσα (τοῖς λειψάνοις) χάρις διανέμει τὰ δῶρα, τῆ πίστει τῶν προσιόντων τὴν φιλοτιμίαν μετροῦσα».

Τέλος ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος παρομοιάζει τὰ σωζόμενα λείψανα τῶν ἁγίων μὲ ρίζες δένδρων , ποὺ τὰ κλαδιά των ἀνυψώνονται στοὺς οὐρανούς, τοὺς καρπούς των ὅμως οἱ πιστοί ἀπολαμβάνουν, παίρνοντάς τους ἀπό τὶς ρίζες. «Λείψανα ἁγίων – γράφει – ρίζαι κάτω πεφυτευμέναι, καὶ τοὺς κλάδους εἰς τὸν οὐρανόν ἀνατείνουσαι. Βούλει καὶ τῶν κλάδων τούτων τοὺς καρπούς ἰδεῖν; Ἄνοιξον ἡμίν τοὺς τῆς πίστεως ὀφθαλμούς καὶ εὐθέως ἐπεδείξω σοι φύσιν καρπῶν θαυμαστῶν˙ … σωμάτων πεπυρωμένων ἴασις καὶ ἁμαρτημάτων συγχώρησις καὶ κακίας  ἀναίρεσις … Πόσοι γοῦν ἐξ οὗ τὸ σῶμα ἐφυτεύθη τοῦτο ἐν τῆ γῆ, μυρίας ἐτρύγησαν ἰάσεις ἀπὸ τῆς ἁγίας ταύτης θήκης, καὶ οὐκ ἀπέλιπεν ὁ καρπός».

Σεβ. Μητροπολίτου Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου κ.κ. ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ, «Ἡ Μονή τοῦ Ὁσίου Παταπίου».

Τεμάχια ἀπό τά ἱερά λείψανα τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ στὸν Ἱ. Ναό Ἁγ. Ἀναργύρων Καβάλας.

Πρέπει νὰ τιμοῦμε τοὺς ἁγίους ὡς φίλους τοῦ Χριστοῦ, ὡς παιδιά καὶ κληρονόμους τοῦ Θεοῦ, ὅπως λέει ὁ θεολόγος καὶ εὐαγγελιστής Ἰωάννης˙ «Ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοίς τέκνα Θεοῦ γενέσθαι» «Ὥστε οὔκ εἰσιν ἔτι δοῦλοι, ἀλλ’ υἱοί˙ οἱ δὲ υἱοί καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μεν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ».

(Οἱ ἅγιοι) ἔχουν γίνει θησαυροφυλάκια τοῦ Θεοῦ καὶ καθαρά καταλύματα. «Ἐνοικήσω γὰρ ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω», λέει ὁ Θεός, «καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός».

Λέει βέβαια ἡ θεία Γραφή ὅτι «ψυχαί δικαίον ἐν χειρί Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν ὁ θάνατος»˙ γιατί ὁ θάνατος˙ «Ἐκοπίασαν γὰρ εἰς τὸν αἰῶνα καὶ ζήσονται εἰς τέλος». Καὶ˙ «Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐτοῦ». Λοιπόν τὶ πολυτιμότερον «ὑπάρχει ἀπό τὸ νὰ εἶναι κανείς στὸ χέρι τοῦ Θεοῦ; Διότι ὁ Θεός εἶναι ζωή καὶ φῶς, καὶ αὐτοί ποὺ εἶναι μέσα στὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, εἶναι μέσα στὴ ζωή καὶ μέσα στὸ φῶς.

Ὅτι πάλι κατοίκησε καὶ μέσα στὰ σώματά των ὁ Θεός διά μέσου τοῦ νοῦ, τὸ λέει ὁ ἀπόστολος˙ «Οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σῶματα ὑμῶν ναός τοῦ ἐνοικοῦντος ἐν ὑμῖν Ἁγίου Πνεύματος ἐστίν; Ὁ δὲ Κύριος τὸ Πνεῦμα ἐστι». Καὶ «Εἰ τις τὸν ναόν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός». Πῶς λοιπόν δὲν πρέπει νὰ τιμοῦμε τοὺς ἔμψυχους ναούς τοῦ Θεοῦ; Αὐτοί ζωντανοί στέκονται μὲ παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Δεσπότης Χριστός μᾶς χάρισε ὡς σωστικές πηγές τὰ λείψανα τῶν ἁγίων, ποὺ πηγάζουν μὲ πολλούς τρόπους τὶς εὐεργεσίες, ποὺ ἀναβρύουν μύρο εὐωδίας˙ καὶ κανείς νὰ μὴν ἀπιστεῖ. Γιατί, ἄν ἀπό σκληρό καὶ ἀπόκρημνο βράχο πήγασε νερό στὴν ἔρημο, ἐπειδή θέλησε ὁ Θεός, καὶ ἀπό τὴν σιαγόνα ὄνου, ὅταν δίψασε ὁ Σαμψών, εἶναι ἀπίστευτο νὰ αναβλύζει εὐωδιαστό μύρο ἀπό λείψανα μαρτύρων; Καθόλου γι’ αὐτούς ποὺ γνωρίζουν τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν τιμή ποὺ ἔχουν οἱ ἅγιοι ἀγιοι ἀπ’ Αὐτόν.

Γιά τόν νόμο ἦταν ἀκάθαρτος καθένας ποὺ ἄγγιζε νεκρό, ἀλλά αὐτοί δὲν ἦταν νεκροί νεκροί. Γιατί ἀπό τὴ στιγμή ποὺ ἡ αὐτοζωή, ὁ αἴτιος τῆς ζωῆς, συγκαταριθμήθηκε μὲ τοὺς νεκρούς, δὲν ὀνομάζουμε νεκρούς αὐτούς ποὺ κοιμήθηκαν μὲ τὴν πίστη σ’ Αὐτόν. Γιατί πῶς εἶναι δυνατό νὰ θαυματουργεῖ νεκρό σῶμα;

Πῶς λοιπόν ἐκδιώκονται μὲ αὐτά οἱ δαίμονες, ἀπομακρύνονται οἱ ἀρρώστιες, θεραπεύονται οἱ ἀσθενεῖς, ἀποκτοῦν τὸ φῶς των οἱ τυφλοί, καθαρίζονται λεπροί, παύουν οἱ πειρασμοί καὶ οἱ θλίψεις, κάθε καλή δόση κατέρχεται διά μέσου αὐτῶν ἀπό τὸν Πατέρα τῶν φώτων σ’ αὐτούς ποὺ τὴ ζητούν μὲ ἀδίστακτη πίστη; Πόσο θὰ κοπίαζες γιά νὰ βρεῖς προστάτη νὲ σὲ παρουσιάσει σὲ θνητό βασιλιά καὶ νὰ μιλήσει σ’ αὐτόν γιά χάρη σου; Λοιπόν δὲν πρέπει νὰ τιμοῦμε τοὺς προστάτες ὅλου τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ποὺ παρακαλοῦν τὸ Θεό γιά χάρη μας;

Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ «Ἕκδοσις Ἀκριβής τὴς Ὀρθοδόξου Πίστεως». Μεταφρ. Δ. Στρατῆ.

Τεμάχια λειψάνων τῶν Ἁγίων Στεφάνου, Γεωργίου καὶ Θεοδώρου στὸν Ἱ. Ναό Μεταμορφώσεως Καβάλας.

Ἔρχεται λοιπόν ὁ ἀρχιερεύς εἰς τὸν παλαιόν ἅγιον ναόν, ὅπου εἶχε βάλη πρότερον τὰ λείψανα, καὶ ἄφ’ οὗ εἶπη δύο εὐχάς, αἱ ὁποῖαι εὐχαριστίαν ἔχουσι πρὸς τὸν Θεόν διά τὴν δωρεάν τῶν μαρτυρικῶν λειψάνων, φέρει αὐτά ἐπί κεφαλῆς καὶ ἐλθών εἰς τὸν νέον ναόν, τὰ βάλλει κάτω κατά τὴν τάξιν˙ ἐπειδή δὲν εἶναι συκεχωρημένον καὶ νόμιμον νὰ ἐκτελῆται ἡ καθιέρωσις ἄνευ λειψάνων μαρτυρικῶν ἤ ὁσίων ἁγίων, καθότι οἱ μάρτυρες εἶναι τὰ θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας οἰκοδομηθέντα ἐπάνω εἰς τὸ θεμέλιον τοῦ Σωτῆρος. Διά τοῦτο πρέπει νὰ ἦναι αὐτοί εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου διότι τοῦτο εἶναι ἡ κυρίως Ἐκκλησία καὶ ὁ θρόνος τοῦ Θεοῦ. Ὅθεν καὶ χρίεται μὲ μύρον καὶ ἔχει τὸ Εὐαγγέλιον, καὶ καλῶς καὶ πρεπόντως εἶναι ὑπ’ αὑτό τῶν ἁγίων τὰ λείψανα, καὶ δὲν εἶναι δυνατόν ἄνευ λειψάνων ἁγίων νὰ καθιερωθῆ ναός, καθώς οἱ ἅγιοι ἐθέσπισαν.

Τὰ λείψανα δὲ βάλλονται πρότερον εἰς ναόν ἄλλον παλαιόν ὡς ἡγιασμένα, καὶ θυσιαστήρια Χριστοῦ, διότι ἐθυσιάσθησαν δι’ αύτόν, καὶ βάλλονται δὲ εἰς δίσκον ἱερώτατον, ἐπειδή μετέχουσι τῆς ἰδίας τιμῆς τοῦ Δεσπότου, ὡς ἠγωνισμένοι δι’ αὐτόν, καὶ βάλλονται ἐπί τραπέζης καθιερωμένης, ἐπειδή συναπέθανον τῶ Χριστῶ, καὶ παρίστανται εἰς τὸν θεῖον θρόνον τῆς δόξης του. Διά τοῦτο τὰ ὑψόνει μὲ δίσκον, καὶ ὑπέρ τὴν κεφαλήν ὁ Ἀρχιερεύς τιμῶν αὐτά καθώς καὶ τὸ αίμα τοῦ Δεσπότου. Ἄν πρὸς ὅλους τοὺς πιστούς ἁπλῶς λέγει ὁ Παῦλος˙ «Ὑμεῖς ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους», πολλῶ μᾶλλον θέλουν εἶναι σῶμα καὶ μέλη Χριστοῦ ὅσοι διά τὴν δόξαν του ἠγωνίσθησαν καὶ τὸν θάνατόν του ἐμιμήθησαν.

 

Ἱερά λείψανα τῶν πέντε Μαρτύρων Εὐγενίου, Αὑξεντίου, Μαρδαρίου, Ὁρέστου καὶ Εὐστρατίου
στὸν Ἱ. Ναὸ Πολυστύλου Καβάλας.

Ἡ ἀνταπόκριση τοῦ κτίσματος στὴ θεία κλήση συντελεῖται στὴν Ὀρθοδοξία μὲ τὴν ἐκούσια (ἐλεύθερη) ἀποδοχή τῆς θεραπείας τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως, ποὺ αὐτή προσφέρει. Συνίσταται δὲ ἡ θεραπεία σὲ μιά πορεία, πού ἀναλύεται σὲ τρία στάδια: α) κάθαρση τῆς καρδιάς ἀπό τὰ πάθη καὶ τοῦ νοῦ ἀπό τοὺς λογισμούς (καλούς καὶ κακούς), β) φωτισμό-ἐπίσκεψη τῆς καρδιάς ἀπό τὸ ἅγιο Πνεῦμα καὶ γ) θέωση, ἀποκατάσταση δηλ. τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως μὲ τὸν δοξασμό της μέσα στὴν ἄκτιστη ἁγιοτριαδική χάρη. Αὐτή τὴ σωστική πορεία ἀκολουθοῦν οἱ Ἅγιοι (πρβλ. τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου: «καὶ καθαίρεις, καὶ λαμπρύνεις, καὶ φωτός ποιεῖς μετόχους»). Μυστήρια καὶ ἄσκηση συμπορεύονται σὲ μία συμπληρωματική σχέση στὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ ἄσκηση, ὡς «ἐκ τοῦ παρά φύσιν εἰς τὸ κατά φύσιν ἐπάνοδος» (Ἰ. Δαμασκηνός, PG. 94, 976) καὶ τὰ Μυστήρια ὡς μεταδοτικά τῆς Χάριτος μέσα.

Κατανοεῖται, συνεπῶς , γιατί ἡ αντίθεση ἀσκητισμοῦ καὶ ἠθικισμοῦ εἶναι στὴν Ὀρθοδοξία ἀγεφύρωτη. Ὁ ἠθικισμός ρυθμίζει τὸ ἦθος, ὑποβάλλοντας στὶς ἐπιταγές κάποιας Ἠθικῆς, βασιζόμενος στὶς φυσικές δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, Ἔτσι καταλήγει ἀναπόφευκτα στὸν φαρισαϊσμό, δηλαδή τὴν «αυτοδικαίωση» καὶ «εργοσωτηρία». Ὁ ἀσκητισμός -ἀντίθετα- ἐπιζητεῖ, μὲ τὰ θεόσδοτα μέσα ποὺ διαθέτει, τὴν κάθαρση τῆς καρδιάς γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν -ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ- ναός τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὥστε νὰ ἀναβλύζει «τὸν καρπό του» (Γαλ. 5, 22). Ὁ ὀρθόδοξος ἀσκητισμός ἀποκαθιστᾶ τὸν λυτρωτικό διάλογο κτιστοῦ καὶ Ἀκτίστου ὡς κοινωνία μεταξύ τους καὶ δυνατότητα θεώσεως τοῦ κτίσματος, δεδομένου, μάλιστα, ὅτι ἡ θέωση δὲν εἶναι ἀντιμισθία, ἀλλά Χάρη. Ἡ ἄσκηση ἁπλῶς καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο δεκτικό τῆς σωτηρίας.

Ἡ Ἐκκλησία, λειτουργεῖ ἱστορικά ὡς ἐσχατολογική κοινωνία, δηλαδή κοινωνία θεώσεως.

Ἡ θεραπεία τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως ὡς ἀπελευθέρωσή της ἀπό τὴν θνητότητα καὶ τὴ φθορά συνεπιφέρει καὶ τὴν ελευθερία ὅλης τῆς κτίσεως, ὡς φύσεως, «ἀπό τῆς δουλείας τῆς φθοράς» 9Ρωμ. 8, 21). «Δεῖ γάρ τὸ φθαρτόν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν καὶ τὸ θνητόν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν» (Α’ Κορ. 15, 53).

Ἡ ἐμπειρία τῆς Ὀρθοδοξίας φανερώνει –καὶ αὐτό εἶναι ἄγνωστο στὴ Μὴ Ὀρθοδοξία- ὅτι ὁ λόγος αὐτός δὲν ἀφορᾶ σὲ καταστάσεις τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ἀλλά καὶ τοῦ παρόντος. Ἡ ὑπέρβαση τῆς φθορᾶς ἀπό τὸ κτιστό εἶναι γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία πραγματικότητα ποὺ συντελεῖται μέσα στὸν ἱστορικό χρόνο, ὅπως ἀποδεικνύουν τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων, μὲ τὴν ἀναστολή τῆς φυσικῆς φθορᾶς καὶ τῆς φυσικῆς διαλύσεως τοῦ κυτταρικοῦ τους συστήματος. Τὰ ἱερά λείψανα, ὅπως ἐκεῖνο τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος († 348) στὴν Κέρκυρα, εἶναι ἁπτή γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἀπόδειξη τοῦ γογονότος τῆς θεώσεβω, τὴς κοινωνίας κτιστού – Ἀκτίστου, ἀλλά συγχρόνως καὶ αὐτοβεβαίωσή της. Τὸ ἴδιο μπορεῖ νὰ λεχθεῖ καὶ γιὰ τὴν ὐπέρβαση τῆς φθορᾶς στὴν ἴδια τὴν ἄλογη κτίση, ὄπως συμβαίνει μὲ τὴν ἀφθαρσία τοῦ ἁγιασμένου ὕδατος (ἁγιασμοῦ). Μὲ ἀυτά τὰ θεουργικά γεγονότα σώζεται διαχρονικά ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ὄχι μὲ τὶς μεταφυσικές πτήσεις καὶ τὶς στοχαστικές ὡραιολογίες ἡμῶν κατ’ ἐπάγγελμα Θεολόγων.

π. Γ. Μεταλληνοῦ, «Λόγος ὡς ἀντίλογος».

Λειψανοθήκη Ἱ. Μονῆς Ἁγίου Σίλα Καβάλας.

http://www.im-philippon.gr/10/10.htm

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ- Η ΑΙΩΝΙΟΣ ΖΩΗ

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιουνίου, 2013

            
 Η χριστιανική πίστη βλέπει την προοπτική του κόσμου με κριτήριο την αιωνιότητα. Εχθρός ακατανίκητος ο θάνατος. Δεν έχει σημασία αν είναι αποτέλεσμα της φυσικής φθοράς και του χρόνου ή της πνευματικής φθοράς εξαιτίας της αμαρτίας που οδηγεί σ’ αυτόν «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται».  Ο θάνατος υφίσταται ως ο προορισμός του καθενός μας. Ψάχνουμε παρηγοριά στις θρησκείες, στη φιλοσοφία, ενίοτε στην υλιστική ζωή. Και μπορεί πρόσκαιρα να ανακουφιζόμαστε, όμως το γεγονός του θανάτου δεν αλλάζει.
                Η χριστιανική πίστη όμως δεν μένει στο θάνατο. Δεν μας έχει δοθεί απλώς ως παρηγοριά για το μελλούμενο. Η πίστη στο Χριστό αποτελεί τη γέφυρα για την αιωνιότητα. Ο άνθρωπος δεν υπάρχει για να πεθάνει, αλλά για να ζήσει αιώνια. Και ο λόγος του Χριστού είναι ξεκάθαρος: «Αύτη δε εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και όν απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (Ιωάν. 17, 3). Αιώνια ζωή είναι η επίγνωση του αληθινού Θεού και του ιδίου του Κυρίου μας. Αν γνωρίσουμε και αναγνωρίσουμε Ποιος είναι ο Δημιουργός  και Ποιος Αυτός που μας δίνει την Ανάσταση και την αιωνιότητα, τότε ο θάνατος γίνεται Πάσχα, πέρασμα, μία ροπή, από την οποία θα περάσουμε, αλλά δεν θα νικηθούμε.
             Πώς όμως γνωρίζουμε τον αληθινό Θεό και τον Χριστό που απέστειλε στον κόσμο;
             Οι θρησκείες ακολουθούν το δρόμο της παρατήρησης. Βλέπουν τον φυσικό κόσμο και τα φαινόμενά του και θεωρούν ότι τίποτε από αυτά δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Οι αρχαίες παραδόσεις θεοποιούσαν τη φύση. Ο ορθολογισμός έχει διαγράψει αυτή την διάσταση, χωρίς όμως να μπορεί δια της επιστήμης να δώσει απάντηση στο Ποιος και Γιατί έχει δημιουργήσει τον κόσμο, με αποτέλεσμα η απάντηση του Θεού να παραμένει σταθερή και ακατανίκητη. Υπάρχει κι ένας δεύτερος δρόμος, τον οποίο ακολουθούν οι θρησκείες. Είναι αυτός της κατασκευής διδασκαλίας και της διαμόρφωσης ηθικής διδασκαλίας από τους ιδρυτές των θρησκειών, οι οποίοι προσπαθούν να ηθικοποιήσουν την κοινωνία και όσους πιστεύουν, με σκοπό την βελτίωση της ζωής και των ανθρώπινων προσώπων, αλλά και την αντοχή σε όλες τις δοκιμασίες.  Ο τρίτος δρόμος έχει να κάνει με την πίστη σε μια μεταθανάτια πραγματικότητα, η οποία είναι πνευματική και ψυχική, για όσους ακολουθούν το δρόμο της θρησκείας και συνδέεται με την ανταμοιβή για την προσπάθεια στην παρούσα ζωή.  Ο πιστός που επέδειξε ήθος και τήρησε τις εντολές θα ανταμειφθεί από την θεότητα απολαμβάνοντας χαρά και τιμή  και αιώνια παρουσία στον ουρανό. Οι ανατολικές θρησκείες, μάλιστα, μιλούν για μετενσάρκωση και τελικό εκμηδενισμό του ανθρώπου, με σκοπό την αιώνια ευτυχία.
            Η χριστιανική πίστη δεν εγκλωβίζεται σε λογικά κατασκευάσματα, στην ηθική της βελτίωσης του ανθρώπου ούτε στη λογική της μεταθανάτιας ανταμοιβής. Μιλά και βιώνει τη σχέση με το Χριστό ως την αιώνια ζωή. Γιατί όποιος γνωρίζει τον Χριστό, την ίδια στιγμή μπορεί να γνωρίσει τον Θεό-Πατέρα (Ιωάν. 14,9). Και αυτός είναι ο δρόμος της αποκάλυψης που ο Χριστός έφερε στον άνθρωπο και τον κόσμο και όχι ένα  ανθρώπινο γέννημα.   Αιωνιότητα σημαίνει συνεχής κοινωνία της ύπαρξης με το Χριστό. Πρόγευση αυτής της κοινωνίας είναι το μυστήριο της Εκκλησίας, μέσα από το οποίο ο άνθρωπος υπενθυμίζει στον εαυτό του ότι πλάστηκε κατ’ εικόνα και ομοίωσιν Θεού και ακολουθώντας τις εντολές του Χριστού σπουδάζει την αγάπη και την ελευθερία. Αγάπη προς κάθε άνθρωπο, για τον οποίο ο Χριστός σταυρώθηκε και αναστήθηκε, και προς τον κόσμο που ο Θεό δημιούργησε, για να μπορεί ο άνθρωπος να ζει και να δοξάζει το Θεό και να κοινωνεί με τον πλησίον, δημιουργώντας πολιτισμό και κάθε καλό. Ελευθερία από τα πάθη και το κακό, που σημαίνει την απουσία του Χριστού από τη ζωή και την κυριαρχία της αδιαφορίας έναντι του άλλου και της απόρριψης για λόγους που έχουν να κάνουν με το «εγώ» μας, αλλά και την παρουσία του πονηρού πνεύματος, που συμβάλλει στην αμαρτία.  Οι εντολές του Χριστού δεν μας δίδονται για να μας βελτιώσουν ή να μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους. Είναι σημεία της αγάπης, που μας οδηγούν στη βίωση του μυστηρίου της πίστεως στην Εκκλησία (Ιωάν. 15, 10).  Και η αιωνιότητα γίνεται προέκταση του μυστηρίου αυτού. Περνώντας από το θάνατο ο άνθρωπος ξεκινά την αναστημένη ζωή μαζί με τον Χριστό που γνώρισε από τον κόσμο αυτό. Και προσδοκά την ανάσταση του σώματός του, για να γεύεται με πληρότητα την σωτηρία και την ανακαίνιση του κόσμου με αυτόν μέσα. Κι αυτό καθίσταται εφικτό, διότι ο Χριστός, δια της Αναλήψεώς Του, οδήγησε την ανθρώπινη φύση και πάλι στην κοινωνία με τον Θεό Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, «δίχα αμαρτίας και φθοράς».
             Αυτό είναι και το πνεύμα των Πατέρων της Εκκλησίας, τους οποίους η πίστη μας θυμάται την Κυριακή μετά την Ανάληψη του Χριστού, στα πλαίσια της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου. Μέσα από αυτούς μας υπενθυμίζει ότι η αιωνιότητα δεν είναι θεωρητική αποδοχή μιας πεποίθησης αλλά ξεκίνημα αποστολής να γίνει γνωστή στον κόσμο η βίωση της αγάπης του Χριστού και το μυστήριο της Εκκλησίας. Γιατί οι Πατέρες έζησαν και ζούνε την κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού και ό,τι έγραψαν ή πρότειναν στον κόσμο ήταν αποτέλεσμα του φωτισμού και της κοινωνίας με το Θεό, δηλαδή της γνώσης εκείνης που δεν περιορίστηκε στα ανθρώπινα όρια, αλλά ήταν καρπός του Αγίου Πνεύματος. Και οι Πατέρες έθεσαν στην κρίση της Εκκλησίας τα βιώματα, τους λόγους και τις αποφάνσεις τους, για να φανερώνεται η Αλήθεια που γίνεται Αιώνιος Ζωή.
             Το πατερικό πνεύμα αποτυπώνει την υπέρβαση της θρησκείας. Είναι όμως μία οδός ιδιαίτερα δύσκολη, γιατί απαιτεί αγώνα για αγάπη και ελευθερία, για κοινωνία με το Χριστό και αίσθηση αποστολής στον κόσμο μας. Οι πολλοί επαναπαυόμαστε στην θρησκευτική οδό. Είναι λιγότερο κοπιαστική και έχει ορατά αποτελέσματα, ενώ ικανοποιεί και την μεταφυσική μας αγωνία. Βεβαίως ο Χριστός δεν απορρίπτει κανέναν άνθρωπο. Η πίστη όμως χρειάζεται πρόοδο συνεχή, κατά τα μέτρα του καθενός. Ο καθένας μας ας μην αφήσει την ευλογία να ζήσει στο βάθος του το μυστήριο της Εκκλησίας χάριν της θρησκευτικής ευκολίας. Οι καιροί μάς επιβάλλουν υπερβάσεις. Με γνώμονα τους Πατέρες  ας προχωρήσουμε και ας αντιμετωπίσουμε τον θάνατο κάθε μορφής στη ζωή μας. Και Εκείνος που γνωρίζουμε ως τον Απεσταλμένο του Θεού-Πατρός δεν θα μας αφήσει.
Κέρκυρα, 16 Ιουνίου 2013   
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιουνίου, 2013

Αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας ᾽Ιησοῦν Χριστόν”  (᾽Ιωάν. 17,3)
Τό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν Πατέρων ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου, τήν ὁποία ἀπηύθυνε πρός τόν Οὐράνιο Πατέρα Του λίγο πρίν ἀπό τή σύλληψή Του στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Ὁ Κύριος ἀναφέρεται στήν ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου Του ἐπί τῆς γῆς καί συνεπῶς στήν ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς πού Τοῦ ἀνέθεσε ὁ Θεός Πατέρας καί πού δέν ἦταν ἄλλη ἀπό τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, γεγονός πού συνιστᾶ ταυτοχρόνως, κατά τά δικά Του λόγια, καί τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Τίς πραγματικές διαστάσεις αὐτοῦ τοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ, πού ἀποκαλύπτουν καί τήν ὁμοουσιότητά Του ἀπέναντι στόν Πατέρα Του προσπάθησαν νά διακρατήσουν καί νά διατρανώσουν καί οἱ Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας, καί μάλιστα τῆς Α´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τό 325 μ.Χ., ὅταν παρουσιάστηκαν αἱρετικοί, ἀμφισβητίες δηλαδή καί διαστρεβλωτές τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ – μέ προεξάρχοντα τόν ἱερέα ῎Αρειο – οἱ ὁποῖοι λίγο-πολύ θέλησαν κατ᾽ οὐσίαν νά ὑποβιβάσουν Αὐτόν στό ἐπίπεδο τοῦ κτίσματος καί συνεπῶς νά θέσουν ἐν ἀμφιβόλῳ τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Προϋπόθεση βεβαίως τῆς ἀμφισβήτησης αὐτῆς ἦταν ἡ δαιμονική ἐξύψωση τῆς λογικῆς τῶν αἱρετικῶν ὑπεράνω τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ἀποκάλυψής Του, κάτι πού σήμαινε ὅτι μέ τήν αἵρεση ἀναμετριόταν στήν πραγματικότητα ὁ ἀνθρώπινος μέ τόν Θεϊκό λόγο! ᾽Εκεῖνος ὁ λόγος μάλιστα τοῦ Κυρίου πού μᾶς καθοδηγεῖ στήν κατανόηση τῆς ἀποστολῆς Του καί τῆς θεανδρικῆς φύσεώς Του εἶναι ὁ ἑξῆς: ῾Αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας ᾽Ιησοῦν Χριστόν᾽ (᾽Ιωάν. 17,3).
 1. Δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά βεβαίως πού ὁ Κύριος κάνει λόγο γιά τήν αἰώνια ζωή. Διαρκῶς ἀναφέρεται σ᾽ αὐτήν καί μάλιστα θεωρεῖται ὁ σκοπός τῆς ἀναζήτησης καί τῶν ᾽Ιουδαίων στήν Παλαιά Διαθήκη. ῎Ας θυμηθοῦμε γιά παράδειγμα τήν προσέγγιση τοῦ Κυρίου ἀπό τόν νομοδιδάσκαλο ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θέτει στόν Κύριο ἀκριβῶς αὐτόν τόν προβληματισμό: ῾Διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω;᾽ (Λουκ. 10,25), προβληματισμό πού δίνει ἀφορμή στόν Χριστό νά πεῖ καί τή γνωστή παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη.
Ἡ αἰώνια ζωή λοιπόν προβάλλεται ὡς τό ὅραμα τῆς Π. Διαθήκης, ἀλλά καί ὁ σκοπός τῆς ἀποστολῆς τοῦ Κυρίου, ὅπως μᾶς ἀφήνει νά κατανοήσουμε αὐτόν καί ὁ λόγος τοῦ ῎Ιδιου στό σημερινό Εὐαγγέλιο: ῾Πάτερ…δόξασόν Σου τόν Υἱόν…καθώς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὅ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωήν αἰώνιον᾽ (᾽Ιωάν. 17, 1-2).
 2. Ὁ Κύριος σπεύδει νά διευκρινίσει τί σημαίνει αἰώνια ζωή. Δέν πρόκειται περί μιᾶς ἄλλης ζωῆς πού ἐκτείνεται μετά τήν ἐδῶ-στόν κόσμο τοῦτο ζωή. Οὔτε πολύ περισσότερο περί τῆς συνέχειας τῆς ζωῆς αὐτῆς χωρίς τέλος καί θάνατο. Τέτοιες κατανοήσεις ἀκούγονται καί λέγονται, ἀλλά συνιστοῦν παραποιήσεις, διότι διαιωνίζουν τήν κατάσταση τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία κόσμου καί πρωτίστως δέν λαμβάνουν καθόλου ὑπόψιν τή σωτηριώδη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ στόν κόσμο, συνεπῶς εἶναι κατανοήσεις ἀπιστίας. Ἡ αἰώνια ζωή, κατά τόν Κύριο, συναρτᾶται ἄμεσα μέ τόν ῾Εαυτό Του: εἶναι ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἄνθρωπο καί τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀπεσταλμένου τοῦ Θεοῦ. ῾Αὕτη ἐστίν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί Σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας ᾽Ιησοῦν Χριστόν᾽.
 3. Ἡ γνώση αὐτή δέν ἔχει χαρακτήρα νοησιαρχικό: δέν εἶναι δηλαδή θέμα ἐγκεφάλου, δέν πρόκειται γιά κάποιες πληροφορίες πού κινητοποιοῦν τίς νοητικές ἱκανότητες τοῦ ἀνθρώπου – τέτοια γνώση ὑπάρχει καί ὑφίσταται, ἀλλ᾽ ὅταν μιλᾶμε γιά τά πράγματα τοῦ παρόντος κόσμου. Ἡ γνώση γιά τήν ὁποία κάνει λόγο ὁ Κύριος ἀποκτᾶται ἀπό τήν προσωπική σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ ᾽Εκεῖνον, πού θά πεῖ τήν αἰώνια ζωή βιώνει ὁ ἄνθρωπος πού δέχτηκε τήν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ νά Τόν ἀκολουθήσει καί νά μετάσχει ἔτσι στή δική Του ζωή. ῾Γνῶσίς ἐστιν μετουσία᾽, θά πεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ὁ βαθύς καί ἐμφιλόσοφος αὐτός θεολογικός νοῦς, ἀδελφός τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Πρέπει νά μετάσχει δηλαδή κανείς στόν Θεό, νά κοινωνήσει μαζί Του, γιά νά μπορέσει νά πεῖ ὅτι Τόν γνωρίζει. Κι αὐτή ἡ γνώση ὡς κοινωνία μέ τόν Θεό, πού δηλώνει τήν παρουσία ᾽Εκείνου μέσα στόν ἄνθρωπο, συνιστᾶ ἀκριβῶς τήν αἰώνια ζωή. Μέ ἄλλα λόγια ἡ αἰώνια ζωή εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐνέργεια τῆς χάριτός Του, τήν ὁποία μπορεῖ καί ζεῖ στά προσωπικά του ὅρια, τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, ὁ ἄνθρωπος πού θά πιστέψει στόν Χριστό. Προϋπόθεση γι᾽ αὐτό, κατά τόν Κύριο, εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν. ῎Ανθρωπος πού ἐν πίστει θά τηρήσει τίς ἐντολές Του, καί μάλιστα τήν περιεκτική ἐντολή τῆς ἀγάπης, θά διαπιστώσει ῾ἰδίοις ὄμμασι᾽ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐγκατοίκησή Του μέσα σ᾽ Αὐτόν. Τότε ἐμπειρικά θά γνωρίσει τόν Θεό. Αὐτό ἀποκάλυψε ὁ Κύριος καί προκάλεσε τόν κάθε πιστό Του νά ῾πειραματιστεῖ᾽ στόν ἑαυτό του προκειμένου νά τό ἐπιβεβαιώσει. ῾Ὁ λέγων ἔγνωκα αὐτόν καί τάς ἐντολάς αὐτοῦ μή τηρῶν ψεύστης ἐστίν (Α´᾽Ιωάν. 2,4). ῾Ὁ μή ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τόν Θεόν, ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί᾽. (Α´ ᾽Ιωάν. 4,8). ῾᾽Εάν τις ἀγαπᾷ με τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα καί μονήν παρ᾽ αὐτῷ ποιήσομεν᾽ (᾽Ιωάν. 14, 23 ).
4. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, τόν κάνει νά πλατύνεται τόσο, ὥστε νά ζεῖ τήν αἰώνια ζωή μέσα στά ἀσφυκτικά καί περιορισμένα πλαίσια τῆς ζωῆς αὐτῆς, μέσα στό ἐδῶ καί στό τώρα, νά ζεῖ δηλαδή, ὅπως εἴπαμε, τήν ἐνέργεια τῆς χάριτος τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, νά γίνεται καί ὁ ἴδιος ἄκτιστος. ῾Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽ (Γαλ. 2,20) κατά τή μαρτυρία τοῦ ἀπ. Παύλου. Κι αὐτό εἶναι τό μυστήριο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς: σέ παίρνει ὁ Χριστός, σέ κάνει ἕνα μέ ᾽Εκεῖνον, κι ἐνῶ φαίνεσαι ὅτι ζεῖς τήν ἴδια ζωή μέ τούς ἄλλους, ἐσύ ἔχεις γίνει ἕνας μικρός Θεός, ῾ἐν σαρκί περιπολῶν Θεός᾽ κατά τήν ἔκφραση ἐκκλησιαστικοῦ Πατέρα. Ὁπότε καταλαβαίνει κανείς ὅτι αὐτό πού λέμε ζωή εἶναι πέρα ἀπό αὐτό πού ἐπισημαίνουν οἱ αἰσθήσεις. Ζωή μπορεῖ νά εἶναι ἡ αἰώνια ζωή: ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ μέσα στόν ἄνθρωπο, μπορεῖ ὅμως νά εἶναι καί μία νέκρωση πού ἁπλῶς φαίνεται ὡς ζωή. Σάν τήν περίπτωση πού λέει ὁ Κύριος γιά ἐκείνους πού δέν τόν ἀκολουθοῦσαν καί τούς χαρακτήρισε ὡς ζωντανούς νεκρούς. ῾῎Αφες τούς νεκρούς θάψαι τούς ἑαυτῶν νεκρούς᾽ (Ματθ. 8,22).
 5. Εἶναι περιττό βεβαίως καί νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι τή ζωή αὐτή στήν ὁποία μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος, μπορεῖ κανείς νά τή ζήσει μέσα στό ζωντανό σῶμα Του, τήν ᾽Εκκλησία, γιατί, ἐκεῖ, ὡς μέλος αὐτοῦ τοῦ σώματος, ἱκανώνεται ἀπό τόν Χριστό νά τηρεῖ τίς ἅγιες ἐντολές Του. ῎Εξω ἀπό τήν ᾽Εκκλησία ὁ ἄνθρωπος ὄχι μόνον ἀδυνατεῖ νά τηρήσει τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τίς θεωρεῖ πολλές φορές ἀνοησία. Ποιός ῾λογικός᾽ ἄνθρωπος, μή χριστιανός, θά θεωροῦσε ὡς κάτι φυσικό, γιά παράδειγμα, τήν ἀγάπη πρός τόν ἐχθρό; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δέν εἶπε ὅτι ῾χωρίς Αὐτοῦ οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδέν;᾽(Πρβλ.᾽Ιωάν. 15, 5). Αὐτό σημαίνει ὅμως ὅτι καί ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἔξω ἀπό τήν ᾽Εκκλησία εἶναι ἀδύνατη καί τό βάθος τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ – ἡ ἴδια ἡ αἰώνια ζωή – δέν εἶναι κατορθωτό.
Οἱ Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας μας, ὅπως οἱ συγκεκριμένοι 318 τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, αὐτό προσπάθησαν νά διασφαλίσουν: τήν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ, τή ζωή τῆς ᾽Εκκλησίας, τήν αἰώνια ζωή μέσα στή ζωή αὐτή, τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ὡς πραγματική σχέση μέ τόν Θεό ἐν Χριστῷ. Γι᾽ αὐτό καί τούς τιμᾶμε καί τούς γεραίρουμε. Καί τούς παρακαλοῦμε νά εὔχονται γιά μᾶς, ὥστε νά μένουμε στήν ἴδια μέ ἐκείνους χάρη, δηλαδή στή χάρη τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ μας.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α´ ΕΝ ΝΙΚΑΙᾼ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Ιουνίου, 2013

Καί ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν᾽
(Πρ. ᾽Απ. 20, 30) 
α. ῎Ενταση δραματική χαρακτηρίζει τούς λόγους τοῦ ἀποστόλου Παύλου, καθώς ἀπευθύνεται στούς προσκεκλημένους ἀπό αὐτόν στήν Μίλητο πρεσβυτέρους τῆς ᾽Εκκλησίας τῆς ᾽Εφέσου: ἡ προσοχή τους πρέπει νά εἶναι ἄγρυπνη γιά τόν ἑαυτό τους καί τό ποίμνιό τους. Γιατί ἀφενός ὑπηρετοῦν τόν Κύριο, μέ τό αἷμα τοῦ ῾Οποίου συστήθηκε ἡ ᾽Εκκλησία, ἀφετέρου καιροφυλακτεῖ ὁ Πονηρός καί τά ὄργανά του προκειμένου νά ταράξουν καί νά ἀλλοιώσουν ὅ,τι ᾽Εκεῖνος ἔφερε ὡς σωτηρία. Τούς προβάλλει μάλιστα τό δικό του παράδειγμα: ἐπί τριετία συνεχῶς νύκτα καί ἡμέρα δέν σταμάτησε νά νουθετεῖ μέ δάκρυα τόν καθένα τους ξεχωριστά. ῾Η ἔνταση ἀποκορυφώνεται ὅταν μέ προφητικό λόγο τούς ἀποκαλύπτει ὅτι οἱ ἐχθροί τῆς πίστεως, ῾οἱ λύκοι οἱ βαρεῖς᾽,  θά βγοῦν καί ἀπό ἀνάμεσά τους, (τρόπον τινά σάν νέοι ᾽Ιοῦδες), ῾μή φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου᾽, πού θά διδάσκουν πλάνες γιά νά παρασύρουν τούς πιστούς μέ τό μέρος τους. Πιό ταιριαστό ἀνάγνωσμα γιά τούς Πατέρες τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού καί αὐτοί ἀσχολήθηκαν μέ τούς ῾λύκους᾽ τοῦ ἀρειανισμοῦ δέν θά μποροῦσε νά ἐπιλεγεῖ.
β. 1. Κάνει ἐντύπωση καταρχάς ἡ βεβαιότητα μέ τήν ὁποία μιλᾶ ὁ ἀπόστολος γιά τήν ἐμφάνιση τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων, ἐνεργουμένων ἀπό τόν πατέρα τους Διάβολο. Δέν λέει ῾ἴσως᾽ ἤ ῾μπορεῖ᾽. ῾Ο λόγος του εἶναι ὁριστικός: ῾ἐγώ γάρ οἶδα τοῦτο᾽: ἐγώ τό ξέρω. Πῶς τό ξέρει; Πέρα ἀπό ὅσα ἡ ἴδια ἡ ζωή τοῦ Κυρίου καί ὁ λόγος Του βεβαίωναν περί αὐτοῦ – μή ξεχνᾶμε ὅτι ἀπαρχῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου καί μετέπειτα ἡ ἐναντίωση τῶν πονηρῶν δυνάμεων, πνευμάτων καί ἀνθρώπων, ἦταν ἀδιάκοπη –  πέρα ἀπό ὅσα τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀπεκάλυπτε γιά τήν ἀνύστακτη δράση τοῦ κοσμοκράτορος τοῦ αἰῶνος τούτου, τίς ἐπιθέσεις τοῦ ὁποίου ἐπανειλημμένως εἶχε δεχθῆ καί ὁ ἴδιος: ῾οὐκ ἔστι ἡ πάλη ἡμῶν πρός αἷμα καί σάρκα, ἀλλά πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας, πρός τόν κοσμοκράτορα τοῦ αἰῶνος τούτου᾽, καί: ῾οὐ γάρ ἀγνοοῦμεν τά νοήματα αὐτοῦ᾽, ἦταν ἀκριβῶς ἡ ἐμπειρία του, πνευματική καί ἀνθρώπινη, πού τοῦ ἔδινε τήν βεβαιότητα. Μέ ἄλλα λόγια ὁ ἀπόστολος δέν πετοῦσε στά σύννεφα, καθώς λέμε. Τό ἀκριβῶς ἀντίθετο. ᾽Επειδή σχετιζόταν ἀληθινά μέ τόν Θεό,  ἦταν ἀπόλυτα ρεαλιστής: ἤξερε τό πῶς κινοῦνται τά ἀνθρώπινα πάθη,  τό πῶς ὁ Πονηρός τά ὑποκινεῖ καί τά ἐξάπτει, τό πῶς αὐτός λειτουργεῖ πάντοτε ὡς σατανάς: σέ ἐναντίωση πρός τόν Θεό καί τό ἅγιό θέλημά Του ἐπί τῆς γῆς. Κι αὐτό γιατί ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἐπιτρέπει κάτι τέτοιο, ἀξιοποιώντας τήν ἐναντίωση τοῦ διαβόλου, προκειμένου μέ τίς προκλήσεις του νά ἀποκαλύπτονται οἱ πραγματικοί διαλογισμοί τῶν ἀνθρώπων καί νά γίνεται πιό στέρεα ἔτσι ἡ πίστη τους. ῾Δεῖ γάρ ταῦτα γενέσθαι᾽ λοιπόν, κατά τήν ρήση τοῦ Κυρίου μας, σ᾽ ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία καί κυριαρχημένο σέ μεγάλο βαθμό, ὅπως εἴπαμε, ἀπό τόν Πονηρό.
2. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ὅμως δίνει καί τά χαρακτηριστικά τῶν ὀργάνων τοῦ Πονηροῦ, τά ὁποῖα παραχωρεῖ ὁ Κύριος γιά νά ταράσσουν τήν ἁγία Του ᾽Εκκλησία:
(α) ῾ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες᾽. Αὐτοί πού θά προκαλοῦν τά περισσότερα προβλήματα στήν ὁμαλή πορεία τῶν πιστῶν τῆς ᾽Εκκλησίας θά εἶναι ἄνθρωποι τῆς ᾽Εκκλησίας. ῾Η ἴδια ἡ ἐκκλησιαστική ἱστορία τό ἐπιβεβαιώνει διαρκῶς: ὄχι μόνον ὁ ᾽Ιούδας, ὡς ἕνας ἐκ τῶν δώδεκα μαθητῶν τοῦ Κυρίου, παρουσιάζεται προδότης, ἀλλά καί ὁ πρῶτος κλονισμός στήν πίστη ἦλθε ἀπό τούς ἰουδαιοχριστιανούς, δηλαδή ἀπό χριστιανούς πού θεωροῦσαν ὅτι ἡ προτεραιότητα ἦταν ἡ ἰουδαϊκή πίστη καί ὄχι ἡ χριστιανική: τοῦ Χριστοῦ κατ᾽ αὐτούς προηγεῖτο ὁ Μωϋσῆς, συνεπῶς ὁ χριστιανισμός ἐρχόταν ἁπλῶς νά βελτιώσει τόν ἰουδαϊσμό. ῎Επειτα ἡ αἵρεση τῶν γνωστικῶν: ῾χριστιανῶν᾽ πού ἐπικαλοῦντο ἄλλες παραδόσεις πέραν τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀποστόλων γιά νά μιλήσουν γιά τόν Χριστό. Κι αὐτοί ὑπῆρξαν μεγάλη ἀπειλή γιά τήν ᾽Εκκλησία. ῎Επειτα βεβαίως ὅλες οἱ ἄλλες αἱρέσεις πού ἀλλοίωναν τήν πίστη στήν ῾Αγία Τριάδα καί τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό: ὁ ἀρειανισμός (τοῦ ὁποίου τήν καταδίκη ἀπό τούς Πατέρες τῆς Α´ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἑορτάζουμε σήμερα), οἱ Πνευματομάχοι, ὁ νεστοριανισμός, ὁ μονοφυσιτισμός, ἡ εἰκονομαχία. Πρωτεργάτες τῶν πλανῶν καί ἀκόλουθοι αὐτῶν ἦταν ἀκριβῶς ἄνθρωποι τῆς ᾽Εκκλησίας, καί μάλιστα πολλοί θεωρούμενοι ῾πρῶτοι᾽ τῆς ᾽Εκκλησίας. ῾Η προφητεία τοῦ ἀποστόλου Παύλου – συνέχεια λόγων τοῦ Κυρίου – ἐπιβεβαιώθηκε καί ἐπιβεβαιώνεται σέ ὅλη τήν πορεία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.
 (β) ῾λαλοῦντες διεστραμμένα᾽. Οἱ τέτοιου εἴδους ἄνθρωποι διδάσκουν διδασκαλίες πού διαστρέφουν τήν ἀλήθεια. Τό σημειώσαμε παραπάνω: ῾λύκοι βαρεῖς᾽ μέ ἔνδυμα προβάτου, κατά τήν εἰκόνα τοῦ Κυρίου πού ἐπαναλαμβάνει ὁ ἀπόστολος, οἱ ὁποῖοι ἀδυνατοῦν νά δοῦν σωστά τόν Κύριο καί τήν ἀποκάλυψή Του. Βλέπουν ὄχι τήν εἰκόνα τοῦ Κυρίου ὡς τελείου Θεοῦ καί τελείου ἀνθρώπου χωρίς ἁμαρτίας, ἀλλά αὐτό πού προβάλλει καί ἐκφράζει ἡ νοσηρή φαντασία τους. ῾Ο λόγος τους συνεπῶς ἦταν ἔκφραση τοῦ διεστραμμένου ἐνδιαθέτου λόγου τους, περιεχόμενο τοῦ ὁποίου ἦταν ἡ ἐνέργεια τῶν πονηρῶν πνευμάτων.
Γιατί αὐτό; Ποιά ἡ αἰτία τῆς διαστροφῆς τῶν ἐκκλησιαστικῶν αὐτῶν προσώπων; ῾Ο ἐγωϊσμός τους ἀσφαλῶς, πού τούς ἔκανε νά τυφλώνονται ἀπέναντι στήν πίστη καί νά μή βλέπουν οὔτε Θεό οὔτε ἄνθρωπο. ῾Μή φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου᾽ σημειώνει ὁ ἀπόστολος. Δηλαδή οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἀπό τά σπλάχνα τῶν πιστῶν, δέν εἶχαν καθόλου ἀγάπη. ῾Η προτεραιότητά τους ἦταν μόνον ὁ ἑαυτός τους καί τά στενά προσωπικά τους συμφέροντα, γι᾽ αὐτό καί λειτουργοῦσαν μέ  ῾ἀδόκιμον νοῦν᾽. Πού θά πεῖ: ῞Οσο ὁ ἄνθρωπος εἶναι στραμμένος στόν ἑαυτό του, τόσο καί τό σκοτάδι τῆς ψυχῆς του καλύπτει τόν νοῦ του, γινόμενος ἔτσι ὡς ἐνεργούμενο τοῦ διαβόλου τυφλός καί ὁδηγός τυφλῶν. Καί ῾τυφλός τυφλόν ἐάν ὁδηγῇ ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται᾽.
(γ) ῾τοῦ ἀποσπᾶν  τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν᾽. Καί νά ἡ ἐπιβεβαίωση τῆς παραπάνω ἀλήθειας: οἱ πλανεμένοι ῾χριστιανοί᾽, οἱ διάφοροι αἱρετικοί, ἐπειδή ἀκριβῶς βρίσκονται στήν ὑπηρεσία τοῦ ἑαυτοῦ τους, συνεπῶς καί τοῦ ῾πατέρα αὐτῶν διαβόλου᾽, ἔχουν ὡς σκοπό ὄχι νά ὁδηγοῦν στόν Χριστό ὡς Σωτήρα τοῦ κόσμου, ὄχι νά παραπέμπουν μέ τήν ζωή καί τόν λόγο τους σ᾽᾽Εκεῖνον, κατά τά πρότυπα τῶν ἁγίων πού λένε πάντοτε σάν τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη Πρόδρομο ῾᾽Εκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι᾽, ἀλλά νά δημιουργοῦν ὀπαδούς καί ἀκολούθους τους. Τί τραγική ἀλήθεια κατάσταση! Νά πιστεύει κάποιος ὅτι μπορεῖ νά γίνει καθοδηγητής τῶν ἀνθρώπων, σάν νά μήν ὑφίσταται σέ αὐτόν ἡ ἁμαρτία, σάν νά μήν ἔχει ἔρθει ἡ ἀλήθεια στόν κόσμο, ὁ Χριστός, σάν νά μήν ὑπάρχει τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ ᾽Εκκλησία. ᾽Αλλά ἡ πνευματική τύφλωση πού προκαλεῖ ὁ ἐγωϊσμός ἐκεῖ ἀκριβῶς ὁδηγεῖ: στήν δαιμονική ὑπερηφάνεια καί στήν γι᾽ αὐτό παντελή ἔλλειψη τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. ῾Η βλασφημία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος σέ ὅλο της τό μεγαλεῖο! Δέν εἶναι τυχαῖο λοιπόν ὅτι γιά τούς ἁγίους Πατέρες μας δέν ὑπάρχει μεγαλύτερο κακό στόν κόσμο ἀπό τήν αἵρεση. Δέν φοβοῦνται τόσο τήν ἁμαρτία, ὅσο τήν πλάνη πού ἐπιμένει, καί μάλιστα ὅταν ἡ ἐπιμένουσα πλάνη, ἡ αἵρεση, συνδυάζεται μέ θεωρούμενη ῾ἁγία᾽ ζωή. Γιατί ξέρουν ὅτι στήν ἁμαρτία ὑπάρχει ἡ ταπείνωση τῆς μετάνοιας, ἐνῶ στήν ῾ἁγία᾽ ζωή τῆς αἵρεσης ὑπάρχει ἡ αὐτοδικαίωση καί ἡ αὐτοθεοποίηση.
3. Μπροστά στήν τραγικότητα αὐτή ὁ ἀπόστολος δίνει τήν σώζουσα κατεύθυνση: Οἱ πρεσβύτεροι, (ἀλλά καί κατ᾽ ἐπέκταση ὅλος ὁ πιστός λαός), πρέπει
– πρῶτα ἀπό ὅλα νά ἔχουν σωστή ἐκκλησιαστική συνείδηση: ὑπηρετοῦν τήν ᾽Εκκλησία τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ ὡς ὄργανα ᾽Εκείνου καί τοῦ Πνεύματός Του. ῾Οποιαδήποτε αὐτονόμηση ἀπό τήν ᾽Εκκλησία σημαίνει ἔκπτωση στήν πλάνη καί τήν αἵρεση. Οἱ πιστοί τόν Χριστό ἀκολουθοῦμε καί ὄχι τίς ἐπιταγές ὁποιουδήποτε ἄλλου, πολλῷ μᾶλλον τοῦ ἑαυτοῦ μας·
– ἔπειτα νά προσέχουν τόν ἑαυτό τους καί τό ποίμνιό τους. Ἡ προσοχή γιά τό ποίμνιο συνυπάρχει μέ τήν προσοχή τοῦ ἑαυτοῦ. Δέν εἶναι δυνατόν δηλαδή ἕνας ποιμένας νά λειτουργεῖ καί νά ἀσκεῖ τό ὅποιο ποιμαντικό ἔργο του, ἔστω καί μέ μεγάλη ῾ἐπιτυχία᾽, χωρίς ἡ προτεραιότητά του νά βρίσκεται στήν καλλιέργεια τοῦ ἑαυτοῦ του. Τόσο καλύτερα προσέχει τό ποίμνιό του καί προσφέρει δυνατότητες ἁγιασμοῦ αὐτοῦ, ὅσο περισσότερο καλλιεργεῖ τίς ἀρετές καί προσέχει τήν πνευματική του ζωή. ῾Ο ἅγιος Γέροντας Πορφύριος τό ἐπεσήμαινε συχνά στούς ἱερεῖς: ῾Αγιάστε τόν ἑαυτό σας καί θά δεῖτε ὅτι χωρίς κόπο θά ἁγιάζετε καί τό ποίμνιό σας.
– κι ἀκόμη: ἡ ἐγρήγορση ὡς προσοχή τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τῶν ἄλλων περιέχει τήν μνημόνευση τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων μας. ῾Ο ἀπόστολος δέν μποροῦσε νά ἦταν περισσότερο σαφής: ῾γρηγορεῖτε᾽, λέει, ῾μνημονεύοντες ὅτι τριετίαν νύκτα καί ἡμέραν οὐκ ἐπαυσάμην μετά δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον᾽. ῞Οσο μελετοῦμε τήν ζωή τῶν ἀποστόλων μέσα ἀπό τήν Καινή Διαθήκη, ὅσο ἐμβαθύνουμε στήν ζωή καί τόν λόγο τῶν ἁγίων μας μέσα ἀπό τά συναξάρια τους, τούς ὕμνους τῆς ᾽Εκκλησίας μας, τά κείμενά τους, τόσο ξυπνᾶμε πνευματικά, τόσο ἡ λήθη πού ταλανίζει ὡς ῾δομικό᾽ στοιχεῖο τήν ψυχή μας ἐξαλείφεται. Εἶναι πράγματι περίεργη ἡ πεποίθηση ὅτι μπορεῖ ἄνθρωπος, κυρίως ὁ ποιμένας, νά παραμένει σέ κάποιο πνευματικό ἐπίπεδο ἄξιο τοῦ λειτουργήματός του ὡς χριστιανοῦ πρῶτα καί κληρικοῦ ἔπειτα, χωρίς συνεφή ἀναφορά σ᾽ ἐκείνους πού ἀποτελοῦν τά πρότυπά μας, δηλαδή τούς ἁγίους μας. Καί ποῦ ἐπικεντρώνει ὁ ἀπόστολος; ῎Οχι σέ ἁπλῶς βιογραφικά στοιχεῖα ἐπιφάνειας, ἀλλά στόν πυρήνα τῆς κατά Χριστόν ζωῆς, τήν ἀγάπη: τήν προσωπική σχέση μέ τούς ἄλλους λόγω τῆς πίστεως στόν Χριστό.
γ. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος μέ τά λόγια του ἀποκαλύπτει τήν ζωή του καί τό μεγαλεῖο τῆς ἔνθεης ψυχῆς του. Στό μῆκος κύματός του βρίσκονταν καί οἱ ἅγιοι Πατέρες πού ἑορτάζουμε σήμερα. Τό ὅραμα τοῦ οἰκουμενικοῦ ἀποστόλου κινοῦσε καί ἐκείνων τίς καρδιές, ὥστε μέ φωτισμό Θεοῦ νά δώσουν τήν ἀπάντηση στούς πλανεμένους τῆς ἐποχῆς τους καί νά ὁριοθετήσουν τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Σ᾽ αὐτό τό ὅραμα καί τήν ζωή καλούμαστε νά βαδίζουμε καί ἐμεῖς. ῞Οπως τό ἔχουμε ξανασημειώσει: ῾Ο δρόμος τῆς ᾽Εκκλησίας ὡς προσανατολισμός στόν Χριστό εἶναι μονόδρομος. Γιατί  δρόμος καί τέλος δρόμου εἶναι ᾽Εκεῖνος.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Απόστολος Παύλος στους Φιλίππους (49-50 μ.χ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιουνίου, 2013

Ἀφοῦ πέρασαν τὴν Φρυγία καὶ τὴν χώρα τῆς Γαλατίας, ἐπειδὴ ἐμποδίσθησαν ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ κυρήξουν τὸν Θείο λόγο στὴν Ἀσίαν, ὅταν ἔφθασαν στὰ μέρη τῆς Μυσίας, προσπαθοῦσαν νὰ βαδίσουν πρὸς τὴν Βιθυνία, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἄφησε τὸ Πνεῦμα. Ἀφοῦ προσπέρασαν τὴν Μυσίαν, κατέβηκαν στὴν Τρωάδα. Κατὰ τὴν νύκτα παρουσιάστηκε ὅραμα στὸν Παῦλο· κάποιος ἄνδρας Μακεδὼνας στεκόταν καὶ τὸν παρακαλοῦσε λέγων, «Πέρασε στὴν Μακεδονία καὶ βοήθησέ μας». Ὅταν εἶδε τὸ ὅραμα, ζητήσαμε ἀμέσως νὰ φύγουμε γιὰ τὴν Μακεδονία, διότι συμπεράναμε ὅτι ὁ Κύριός μας προσκάλεσε νὰ φέρουμε σ’αυτοὺς τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα.

Ἀφοῦ λοιπὸν ξεκινήσαμε ἀπὸ τὴν Τρωάδα πλεύσαμε κατ’ εὐθείαν στὴν Σαμοθράκη, τὴν δὲ ἑπομένη στὴν Νεάπολη καὶ ἀπ’ ἐκεῖ στοὺς Φιλίππους, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πρώτη πόλις τῆς περιοχῆς ἐκείνης τῆς Μακεδονίας, μία ἀποικία Ρωμαϊκή, καὶ μείναμε στὴν πόλη αὐτὴ μερικὲς ἡμέρες. Τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου βγήκαμε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη σὲ μέρος κοντὰ στὸν ποταμόν, ὅπου νομίζαμε ὅτι ὑπῆρχε τόπος προσευχῆς καὶ καθήσαμε καὶ μιλούσαμε στὶς γυναῖκες ποὺ εἶχαν μαζευθεῖ ἐκεῖ. Κάποια γυναίκα ἀπὸ τὴν πόλη τῶν θυατείρων, ὀνομαζομένη Λυδία, ἡ ὁποία πουλοῦσε πορφύρα, γυναίκα θεοσεβής, ἄκουε καὶ ὁ Κύριος της ἄνοιξε τὴν καρδιά, για νὰ προσέχει σε ὅσα ἔλεγε ὁ Παῦλος. Ὅταν βαπτίσθηκε αὐτὴ καὶ οἱ οἰκιακοί της, μᾶς εἶπε· «Ἐὰν μὲ κρίνατε ὅτι εἶμαι πιστὴ στὸν Κύριον, ἐλᾶτε νὰ μείνετε στὸ σπίτι μου», καὶ μᾶς πίεζε. Καθὼς πηγαίναμε στὸν τόπον τῆς προσευχῆς μας συναντησε κάποια ὑπηρέτρια ποὺ εἶχε πνεῦμα μαντικό, καὶ μὲ τὴν μαντεία ἔφερνε πολλὰ κέρδη στοὺς κυρίους της.

Ὅταν ὅμως οἱ κύριοί της εἶδαν ὅτι χάθηκε ἡ ἐλπίδα τῶν κερδῶν τοὺς ἔπιασαν τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλα καὶ τοὺς ἔσυραν στὴν ἀγορὰ πρὸς τις ἀρχές, καὶ ὅταν τοὺς ἔφεραν στοὺς στρατηγοὺς εἶπαν· «Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶναι Ἰουδαῖοι, δημιουργοῦν ταραχὴ στὴν πόλη μας, κηρύττουν διδασκαλίες τις ὁποίες ἐμεῖς ποὺ εἴμαστε Ρωμαῖοι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τᾶς παραδεχθοῦμε ἢ νὰ τις ἐφαρμόσουμε».

Ξεσηκώθηκε καὶ ὁ ὄχλος ἐναντίον τους, οἱ Δὲ στρατηγοὶ τοὺς ἐξέσχισαν καὶ διέταξαν νὰ τοὺς ραβδίσουν. Ἀφοῦ τοὺς ἔδωκαν πολλὰ ραβδίσματα, τοὺς ἔρριξαν στὴν φυλακὴ καὶ παρήγγειλαν στὸν δεσμοφύλακα νὰ τοὺς φυλάττη καλά.

Αὐτὸς ἀφοῦ ἔλαβε τέτοια παραγγελία, τοὺς ἔβαλε στὴν πιὸ βαθειὰ φυλακὴ καὶ ἔδεσε τὰ πόδια τοὺς στὸ ξύλο γιὰ ἀσφάλεια.

Κατὰ τὰ μεσάνυχτα ὁ Παῦλος καὶ ὁ Σϊλας προσεύχονταν καὶ ἔψαλλαν ὕμνους στὸν Θεό, καὶ οἱ ἄλλοι φυλακισμένοι τοὺς ἄκουαν. Ἔξαφνα ἔγινε σεισμὸς μεγάλος, ὥστε σαλεύθηκαν τὰ θεμέλια της φυλακῆς, καὶ ἀμέσως ἄνοιξαν ὅλες οἱ πόρτες καὶ ὅλων τὰ δεσμὰ λύθηκαν. Ὅταν ξύπνησε ὁ δεσμοφύλακας καὶ εἶδε ἀνοιχτὲς τὶς πόρτες τῆς φυλακῆς, ἔσυρε τὸ μαχαίρι του καὶ ἐπρόκειτο ν’αὐτοκτονήση, ἐπειδὴ νόμιζε ὅτι οἱ φυλακισμένοι εἶχαν φύγει. Ἀλλ’ ὁ Παῦλος τοῦ φώναξε δυνατά· «Μὴν κάνεις κανένα κακὸ στὸν ἑαυτόν σου, διότι ὅλοι εἴμαστε ἐδῶ».

Ἀφοῦ ζήτησε φῶτα, πήδηξε μέσα καὶ τρομαγμένος ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Παύλου καὶ τοῦ Σίλα.Ὕστερά τους ὁδήγησε ἔξω καὶ εἶπε· «Κύριοι τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ σωθῶ;». Ἐκεῖνοι Δὲ εἶπαν, «Πίστεψε στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ θὰ σωθεῖς ἐσὺ καὶ οἱ οἰκιακοί σου». Καὶ κύρηξαν τὸν λόγον τοῦ Κυρίου σ’ αὐτὸν καὶ σε ὅλους ποὺ ἤταν στὸ σπίτι του. Ἐκείνη τὴν νυχτερινὴ ὥρα τοὺς πῆρε καὶ ἔπλυνε τὶς πληγές τους καὶ ἀμέσως κατόπιν βαπτίσθηκε αὐτὸς καὶ ὅλοι οἱ δικοί του. Τοὺς ἔφερε στὸ σπίτι του,τοὺς ἔδωσε φαγητὸ καὶ χαιρόταν μὲ ὅλους τους δικούς του για τὴν πίστη τοῦ στὸν θεό. Ὅταν ἔγινε ἡμέρα, ἔστειλαν οἱ στρατηγοὶ τοὺς ραβδούχους μὲ τὴν ἐντολή· «Ἀπόλυσε τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους».

Ὁ δεσμοφύλακας ἀνήγγειλε τὰ λόγια αὐτὰ στὸν Παῦλο καὶ τοῦ εἶπε, «Οἱ στρατηγοὶ ἔστειλαν ἐντολὴ νὰ ἀπολυθεῖτε. Τώρα λοιπὸν βγῆτε καὶ πηγαίνετε στὸ καλό». Ὁ Παῦλος ὅμως τοὺς εἶπε· «Μᾶς ἔδειραν δημόσια χωρὶς νὰ ἔχουμε δικασθῆ, ἂν καὶ εἴμαστε Ρωμαῖοι πολίτες, μᾶς ἔρριξαν στὴν φυλακὴν καὶ τώρα θέλουν νὰ μᾶς βγάλουν ἔξω κρυφά; Ἅ, ὄχι· ἂς ἔλθουν οἱ ἴδιοι νὰ μᾶς βγάλουν».

Οἱ ραβδοῦχοι ἀνήγγειλαν τὰ λόγια αὐτὰ στοὺς στρατηγούς, οἱ ὁποῖοι ἐφοβήθηκαν, ὅταν ἄκουσαν ὅτι εἶναι Ρωμαῖοι καὶ ἦλθαν νὰ τοὺς καταπραΰνουν.

Ὕστερά τους ἔβγαλαν ἔξω καὶ τοὺς παρακάλεσαν νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν πόλη. Ὅταν βγήκαν ἀπὸ τὴν φυλακή, πῆγαν στὸ σπίτι τῆς Λυδίας καὶ ἀφοῦ εἶδαν τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τοὺς ἐνίσχυσαν, ἀναχώρησαν.

Μεγάλος της πίστεως καὶ τῆς ἱστορίας ὑπῆρξε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Γι’ αὐτὸ ἐπιτυχημένα τὸν χαρακτήρισαν ὡς τὸν «πρῶτο μετὰ τὸν Ἕνα». Κάθε πτυχὴ τῆς ζωῆς, τῆς δράσης καὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ εἶναι ἐνδιαφέρουσα για τον μέγα Ιεραπόστολο. Ἰδιαίτερα γιὰ τὸ Πλήρωμα τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας τῶν Φιλίππων, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε ὁ ἱδρυτὴς καὶ φωτιστῆς της. Ἀξίζει νὰ ἐπικεντρώσουμε τὸ ἐνδιαφέρον μας στὶς ἐπισκέψεις τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στοὺς Φιλίππους, διότι ὁ ἀριθμὸς τοὺς συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν ἱεραποστολική του μέριμνα, μὲ τοὺς ἐσώψυχους δεσμοὺς τοῦ Πνευματικοῦ Πατέρα πρὸς τὰ παιδιά του, τοὺς χριστιανοὺς τῆς Ἐκκλησίας τῶν Φιλίππων.

Ἕνα ἔτος μετὰ τὴν ἔναρξη (Θέρος 48 μ.Χ.), τῆς δεύτερης ἀποστολικῆς περιοδείας ὁ Παῦλος καὶ οἱ συνεργάτες τοῦ Σίλας καὶ Τιμόθεος, στοὺς ὁποίους προστέθηκε καὶ ὁ Λουκᾶς, ἐπισκέπτονται γιὰ πρώτη φορᾶ τοὺς Φιλίππους, πόλη κολωνίαν, πρώτη δηλαδὴ ἀπὸ τὶς Ρωμαϊκὲς ἀποικίες στὴ Μακεδονία. Ἀπὸ τὸ 16ο κεφάλαιο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων πληροφορούμεθα ὅσα προηγήθηκαν τῆς ἐπισκέψεως καὶ ὅσα συνέβησαν μετὰ τὴν ἄφιξη τοῦ Παύλου στὴν πόλη.

Μὲ λεπτομέρειες μαθαίνουμε γιὰ τὸ ἀποκαλυπτικὸ ὅραμα τῆς Τρωάδας, ποὺ ἐσήμανε τὴν ἀπαρχὴ τῆς διδαχῆς τοῦ Εὐαγγελίου στὴ Μακεδονία καὶ τὴν ὑπόλοιπη Εὐρώπη καὶ τὸ Θαλάσσιο ταξίδι ἀπὸ τὴν Τρωάδα μέσω τῆς Σαμοθράκης καὶ τῆς Νεαπολέως (σημερινὴ Καβάλα), ποὺ τελικὰ διὰ τῆς ἐγνατίας ὁδοῦ ἔφερε τοὺς Ἀποστόλους στοὺς Φιλίππους. Στὴ συνέχεια παρακολουθοῦμε τὴν συνάντησή τους «ἔξω τῆς πόλεως παρὰ τὸν ποταμόν» μὲ τὶς «σεβόμενες τὸν Θεόν» γυναῖκες καὶ τὴν ἐγκατάστασή τους στὸ σπίτι τῆς πορφυροπώλιδος Λυδίας, μετὰ ἀπὸ ἐπίμονες παρακλήσεις της καὶ ἀφοῦ προηγουμένως δέχθηκε τὸ κήρυγμα τοῦ Παύλου μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Κυρίου. Ἀκολουθεῖ τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τῆς μαντευομένης παιδίσκης, ἡ σύλληψη καὶ ἡ δίκη στὴν Ἀγορὰ μὲ τὴν κατηγορία, ὅτι ταράσσουν τὴν πόλη κηρρύτοντας ἰδέες καὶ ξένα στοὺς Ρωμαίους ἤθη, οἱ ραβδισμοὶ καὶ ὁ ἐγκλεισμός τους στὴ φυλακή. Ἀκόμα οἱ προσευχὲς καὶ οἱ δοξολογίες τῶν φυλακισμένων, ὁ ἰσχυρὸς σεισμός, ποὺ τοὺς ἐλευθερώνει, ἡ σωτηρία τοῦ δεσμοφύλακα ποὺ ἦταν ἕτοιμος νὰ αὐτοκτονήσει, ἡ κατήχησή του καὶ ἡ βάπτιση ὅλης της οἰκογένειάς του. Τέλος ἡ ἀποφυλάκιση τῶν Ἀποστόλων καὶ ἡ συνάντησή τους μὲ τοὺς ὀλίγους πιστοὺς στὸ σπίτι τῆς Λυδίας, ὅπου εὐχαριστοῦν τὸν Θεό.

Ἐνῶ ὁ Λουκᾶς παραμένει στοὺς Φιλίππους, ὁ Παῦλος καὶ ὀΣίλας ἀναχωροῦν μέσω τῆς Ἀμφιπόλεως καὶ τῆς Ἀπολλωνιάδος στὴ Θεσσαλονίκη καὶ στὴ λοιπὴ Ἑλλάδα.

Κατ’αὐτὴν τὴν πρώτη ἐπίσκεψη στοὺς Φιλίππους ἱδρύεται ἡ πρώτη Ἐκκλησία, στὸ Εὐρωπαϊκὸ ἔδαφος. Μία τοπικὴ ἐκκλησία ποὺ ὄχι μόνο δὲν δημιουργεῖ πράγματα, ἀλλὰ δείχνει πάντοτε στοργή, ἀφοσίωση καὶ ἀγάπη στὸ Φωτιστῆ της. Γι’αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος συνεχίζει νὰ ἐπικοινωνεῖ μὲ τοὺς Φιληππησίους, εἴτε μὲ ἀπεσταλμένους, εἴτε μὲ ἐπιστολές, εἴτε αὐτοπροσώπως σὲ νέες ἐπισκέψεις.

Ἐνῶ διαρκεῖ ἡ Τρίτη ἀποστολικὴ περιοδεία (Ἄνοιξη 52-Ἄνοιξη 57 μ.Χ.) καὶ ἀφοῦ ὁ Παῦλος περιόδευσε «τὴν Γαλατικὴ χώραν καὶ τὴν Φρυγίαν, στηρίζων εἰς τὴν πίστην ὅλους τους μαθητᾶς» (Πράξ.18,23) καὶ ἐπὶ δυὸ χρόνια στὴν Ἔφεσο διδάσκει τὸ λόγο τοῦ Κυρίου σὲ Ἰουδαίους καὶ Ἕλληνες, σκέπτεται νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴν Μακεδονία καὶ τὴν Ἀχαΐα. Ἀναβάλλει ὅμως τὸ ταξίδι του καὶ στέλνει τὸν Τιμόθεο καὶ τὸν Ἔραστο, ποὺ συναντῶνται μὲ τοὺς Χριστιανοὺς τῶν Φιλίππων. Τὴν ἐπιθυμία τοῦ πραγματοποιεῖ τὸ ἑπόμενο ἔτος, μετὰ τὶς ταραχὲς ποὺ ξέσπασαν στὴν Ἔφεσο σὲ βάρος του ἀπὸ τὴν συντεχνία τῶν ἀργυροκόπων καὶ ἰδιαίτερα τοῦ Δημητρίου (Πράξ. 19,23-40). Τὸ φθινόπωρο τοῦ 56 μ.Χ., «ὅταν κατέπαυσεν ὁ θόρυβος προσκάλεσε ὁ Παῦλος τοὺς μαθητές, τοὺς ἀποχαιρέτησε καὶ ἀναχώρησε γιὰ τὴν Μακεδονία» (Πράξ. 20,1). Τὸ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον του γιὰ τοὺς Φιλίππους τὸν φέρνει γιὰ δεύτερη φορᾶ κοντὰ στοὺς Φιλιππησίους ἀδελφούς. Ἐδῶ συναντᾶται μὲ τὸν Τίτο, ποὺ ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν Κόρινθο τοῦ φέρνει καλὲς εἰδήσεις, καὶ ἐδῶ στοὺς Φιλίππους γράφει τὴ δεύτερη πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή. Μετὰ τὶς ἐπισκέψεις τοῦν «εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα» (Πραξ. 20,2), δηλαδὴ τοὺς Φιλίππους, τὴ Θεσσαλονίκη καὶ τὴ Βέροια, ὁ Παῦλος κατευθύνεται στὴν Ἀχαΐα καὶ τὴν Κόρινθο.

Στὴν Κόρινθο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος παραμένει ἕνα τρίμηνο. Θέλοντας νὰ ἐπιστρέψει στὴ Συρία καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα μὲ πλοῖο, ἀλλάζει τὰ σχέδια του, ὅταν πληροφορεῖται τὴ συνομωσία τῶν Ἰουδαίων, ποὺ ἤθελαν νὰ τὸν σκοτώσουν κατὰ τὸ ταξίδι τοῦ (Πράξ. 20,3). Ἔτσι ἐπιστρέφει διὰ ξηρᾶς καὶ φθάνει στοὺς Φιλίππους τὶς παραμονὲς τοῦ Πάσχα, 8 Ἀπριλίου 57 μ.Χ. Μετὰ τὸν ἑορτασμὸ τῶν ἀζύμων ὁ Παῦλος καὶ οἱ συνοδοί του ἀπὸ τὴ Νεάπολη μὲ πλοῖο φθάνουν στὴν Τρωάδα, ὅπου τοὺς περιμένουν καὶ ἄλλοι συνεργάτες, ποὺ νωρίτερα εἶχαν φύγει ἀπὸ τοὺς Φιλίππους (Πράξ. 20,4-5).Ὅλοι τους εἶχαν προορισμὸ νὰ φθάσουν στὰ Ἱεροσόλυμα, κομίζοντας τὸ προϊὸν ἐράνου ἀπὸ τὶς ἐκκλησίες τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἀχαΐας γιὰ τοὺς χριστιανοὺς τῶν Ἱεροσολύμων (Ρώμ. 15,16. Β’Κόρ. 9,5 Α’ Κορινθ. 16,1-4).

Ἡ ἔνταση τῆς ζωῆς καὶ τῆς δράσης τοῦ Ἀποστόλου Παύλου κορυφώνεται στὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του. Κατὰ τὸ ἔτος 62 μ.Χ. ἀφήνεται ἐλεύθερος στὴ Ρώμη μετὰ ἀπὸ δυὸ χρόνια φυλακῆς, ὅπως μας πληροφοροῦν οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. «Ἔμεινε δὲ ὁ Παῦλος διετίαν ὅλην ἐν ἰδίῳ μισθώματι…». Ἐδῶ σταματοῦν τὴν διήγησή τους περὶ τοῦ Παύλου. Γιὰ τὴ συνέχιση τῶν δραστηριοτήτων τοῦ μαθαίνουμε ἀπὸ σκόρπιες πληροφορίες τῶν Πομαντικῶν ἐπιστολῶν του. Σύμφωνα μὲ αὐτὲς ὁ Παῦλος ἀρχίζει τὴν τέταρτη περιοδεία του στὶς περιοχὲς τὶς Ἀνατολικῆς Μεσογείου καὶ τῆς Μακεδονίας. Στὴν Ἀ’ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολὴ τοῦ (κέφ. 1,3) γράφει «ὅταν πήγαινα εἰς τὴν Μακεδονίαν σὲ παρεκάλεσα νὰ παραμείνεις εἰς τὴν Ἔφεσον, διὰ νὰ περαγγείλεις εἰς μερικοὺς νὰ μὴ διδάσκουν ξένες διδασκαλίες…». Ἡ ἔμμεση μαρτυρία τοῦ ἴδιου του Παύλου ἀποκαλύπτει, ὅτι μετὰ τὰ ἐλαφρὰ δεσμὰ τοῦ φθάνει στὴν Ἔφεσο, ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Τροία καὶ ἔπειτα στὴν προσφιλέστατη πόλη τῶν Φιλίππων. Ἐκπληρώνει ἔτσι τὴν ὑπόσχεση ποὺ δίνει στοὺς Φιλιππησίους, κατὰ τὴν ὁποία «ἐλπίζω-τοὺς γράφει- εἰς τὸν Κύριον Ἰησοῦν νὰ σᾶς στείλω γρήγορα τὸν Τιμόθεον, διὰ νὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ ἥσυχος, ὅταν μάθω νέα σας… ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν Κύριον ὅτι ἐγὼ ὁ ἴδιος γρήγορα θὰ ἔλθω» (Φιλιπ. 2,19-24).

Μετὰ τὴν προηγούμενη ἐπίσκεψή του ὁ Παῦλος διαχειμάζει στὴ Νικόπολη καὶ ἀπὸ κεῖ ἐπισκέπτεται περιοχὲς τῆς Δαλματίας. Πρὶν ἀπὸ τὸν χειμώνα τοῦ 64 μ.Χ., ἐπιστρέφοντας στὴν Ἀσία ὁ Παῦλος καὶ οἱ συνοδοί του, περνοῦν καὶ πάλι ἀπὸ τοὺς Φιλίππους, ἀπ’ὅπου παίρνει καὶ τὸν Λουκᾶ. Στὸν ἑπόμενο σταθμό, ποὺ ἦταν ἡ Τρωάδα, αἰφνίδια συλλαμβάνεται ἀπὸ Ρωμαίους καὶ ὁδηγεῖται στὴ Ρώμη (ἄνοιξη-θέρος 65 μ.Χ.). Τὸν περιμένει ἐκεῖ αὐστηρὴ φυλακὴ καὶ ὕστερα μαρτυρικὸς θάνατος (τέλος 65 ἢ ἀρχὲς 66 μ.Χ.).

Μέσα ἀπὸ τὰ προαναφερθέντα στοιχεῖα προβάλλουν οἱ ἀναμφισβήτητοι δεσμοὶ ἀνάμεσα στὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ τοὺς Φιλιππησίους. Πνευματικοὶ καὶ ἐσώψυχοι δεσμοὶ μὲ πλούσιους καρποὺς ἀγάπης καὶ ἀφοσιώσεως, ποὺ διαχρονικὰ βιώνονται στὸ Μυστήριο τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας μας.

               

Στα ίχνη του Αποστόλου Παύλου στην Ελλάδα, αρχίζοντας από τους Φιλίππους, βαδίζουν στους καιρούς μας
οργανωμένες ομάδες και μεμονωμένοι προσκυνητές χριστιανοί, Ορθόδοξοι και ετερόδοξοι.
Τον οκτώμβριο του 1977, ορθόδοξοι κληρικοί και λαϊκοί από την Αμερική, με επικεφαλής τον Σεβ. Αρχιεπίσκοπο
Βορείου και Νοτίου Αμερικής Ιάκωβο, προσκύνησαν τις Παλαιοχριστιανικές Βασιλικές των Φιλίππων και στο Βαπτιστήριο
του Ζυγάκτη ποταμού. Τους ξεναγεί ο αείμνηστος καθηγητής Στ. Πελεκανίδης.

Χάρτης με τις περιοδείες του Απ. Παύλου.

http://www.im-philippon.gr/06/06.htm

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Μάρκος ο Ασκητής: Τα 200 κεφάλαια περί του πνευματικού νόμου

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιουνίου, 2013

Άγιος Μάρκος ο Ασκητής: Τα 200 κεφάλαια περί του πνευματικού νόμου (Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, α΄ τόμος)1. Επειδή πολλές φορές θελήσατε να μάθετε πώς ο νόμος είναι πνευματικός(1) κατά τον Απόστολο, και τι πρέπει να γνωρίζουν και να κάνουν εκείνοι που θέλουν να τον φυλάξουν, πάνω σ αυτό το ζήτημα θα σας πω κατά τη δύναμή μου.

2. Πρώτα-πρώτα γνωρίζομε ότι ο Θεός είναι αρχή κάθε καλού και μεσότητα και τέλος. Το καλό δεν είναι δυνατό να πράττεται ή να πιστεύεται, παρά μόνο με την ένωση με τον Ιησού Χριστό και με την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος.
3. Κάθε αγαθό, κατ΄ οικονομίαν έχει χαριστεί στους ανθρώπους. Κι εκείνος που πιστεύει έτσι δεν θα το χάσει ποτέ.
4. Η βέβαιη πίστη είναι ένας πύργος. Ο Χριστός γίνεται τα πάντα στον πιστεύοντα.
5. Σε κάθε προσπάθειά σου, βάλε αρχή τον Θεό που είναι η αρχή κάθε αγαθού, για να γίνει κατά Θεόν εκείνο που αποφάσισες να κάνεις.
6. Όποιος έχει ταπεινοφροσύνη και εργασία πνευματική, όσα διαβάζει στις θείες Γραφές, όλα θα τα εννοήσει για τον εαυτό του και όχι για άλλον.
7. Να παρακαλείς το Θεό να ανοίξει τα μάτια της ψυχής σου, για να δεις την ωφέλεια της προσευχής και της μελέτης εκείνης που εφαρμόζεται στην πράξη.
8. Εκείνος που έχει κάποιο πνευματικό χάρισμα και συμπαθεί εκείνους που δεν έχουν, με τη συμπάθεια φυλάγει το χάρισμα. Ο αλαζόνας και υπερήφανος θα το χάσει από τους αλαζονικούς λογισμούς του.
9. Το στόμα του ταπεινόφρονα λέει την αλήθεια. Εκείνος που αντιλέγει στην αλήθεια είναι όμοιος με τον υπηρέτη εκείνον που ράπισε τον Κύριο στο πρόσωπο(2).
10. Μη γίνεις μαθητής εκείνου που επαινεί τον εαυτό του, για να μη μάθεις υπερηφάνεια αντί ταπείνωση.
11. Μην υψηλοφρονήσεις επειδή εννοείς τις Γραφές, για να μην περιπέσεις στο πνεύμα της βλασφημίας.
12. Μην προσπαθείς να λύσεις κάποιο δύσκολο πρόβλημα με φιλονεικία, αλλά με τα μέσα που επιβάλλει ο πνευματικός νόμος, δηλαδή με την υπομονή, την προσευχή και την απλότητα της ελπίδας.
13. Εκείνος που προσεύχεται σωματικά χωρίς να έχει ακόμη γνώση πνευματική, είναι τυφλός που φωνάζει: «Υιέ Δαβίδ ελέησόν με»(3).
14. Ο άλλοτε τυφλός όταν θεραπεύτηκε η τύφλωσή του και είδε τον Κύριο, δεν τον αποκάλεσε πλεόν υιό του Δαβίδ, αλλά αφού Τον ομολόγησε «Υιό Θεού»(4), Τον προσκύνησε.
15. Μην υπερηφανευτείς αν χύνεις δάκρυα στην προσευχή σου. Είναι ο Χριστός που άγγιξε τα μάτια σου και θεράπευσε την τύφλωση του νου σου.
16. Εκείνος που μιμήθηκε τον τυφλό και έβγαλε το ρούχο του και πλησίασε τον Κύριο(5), έγινε ακόλουθός Του και κήρυκας των τελειοτέρων δογμάτων.
17. Η κακία, όταν την μελετά κανείς με την σκέψη του, αποθρασύνει την καρδιά. Εκείνος που σκοτώνει την κακία με την εγκράτεια και την ελπίδα, δίνει στην καρδιά του συντριβή.
18. Υπάρχει συντριβή καρδιάς ήρεμη και ωφέλιμη που φέρνει κατάνυξη σ’ αυτή. Και υπάρχει και άλλη συντριβή ανώμαλη και επιβλαβής, που πληγώνει την καρδιά.
19. Αγρυπνία και προσευχή και υπομονή των θλιβερών, φέρουν συντριβή ασφαλή και ωφέλιμη στην καρδιά, αρκεί να μην διαλύσομε την ισορροπία των τριών αυτών με την πλεονεξία. Εκείνος που υπομένει σ’ αυτά, θα λάβει βοήθεια και στα άλλα. Εκείνος όμως που τα αμελεί και διασκορπίζεται εδώ κι εκεί, θα νιώσει ανυπόφορη οδύνη κατά την ώρα του θανάτου.
20. Η καρδιά που αγαπά τις ηδονές γίνεται φυλακή και αλυσίδα στην ψυχή κατά την ώρα του θανάτου. Ενώ η φιλόπονη καρδιά είναι πόρτα ανοιχτή.
21. Σιδερένια πόρτα που οδηγεί στην πόλη είναι η σκληρή καρδιά. Σ’ εκείνον όμως που κακοπαθεί και είναι θλιμμένος, ανοίγεται από μόνη της, όπως και στον Πέτρο(6).
22. Πολλοί είναι οι τρόποι της προσευχής και διαφέρει ο ένας από τον άλλον. Αλλά κανένας τρόπος προσευχής δεν είναι επιβλαβής, εκτός αν δεν είναι προσευχή, αλλά σατανική εργασία.
23. Κάποιος άνθρωπος θέλησε να κάνει κακό, αλλά από συνήθεια προσευχήθηκε προηγουμένως. Και κατ’ οικονομία Θεού εμποδίστηκε και ύστερα πολύ ευχαρίστησε τον Θεό.
24. Ο Δαβίδ θέλοντας να φονεύσει τον Νάβαλ τον Καρμήλιο θυμήθηκε την θεία ανταπόδοση και παραιτήθηκε από τον σκοπό του. Ευχαρίστησε πολύ το Θεό γι’ αυτό(7). Γνωρίζομε πάλι τι έκανε όταν λησμόνησε τον Θεό, και δε σταματούσε την αμαρτία, μέχρις ότου ο προφήτης Νάθαν τον έφερε στην μνήμη του Θεού(8).
25. Όταν θυμάσαι το Θεό, πολλαπλασίασε τη δέησή σου, για να σου θυμίσει ο Κύριος όταν Τον λησμονήσεις.
26. Όταν διαβάζεις τις θείες Γραφές, να εννοείς τα κρυμμένα σ’ αυτές νοήματα. Γιατί όσα γράφτηκαν στο παρελθόν, όλα έχουν γραφτεί για διδασκαλία μας(9).
27. Η Γραφή ονομάζει την πίστη «υπόσταση όσων ελπίζομε»(10) και εκείνους που δεν αισθάνονται ότι ο Χριστός είναι μέσα τους, τους ονομάζει «αδόκιμους»(11), δηλαδή άξιους αποδοκιμασίας.
28. Όπως με τα έργα και τα λόγια φανερώνεται ο στοχασμός, έτσι με τις ευεργεσίες του Θεού που δέχεται η καρδιά, φανερώνεται η μελλοντική ανταπόδοση.
29. Η καρδιά που οικτίρει τους άλλους, θα οικτιρηθεί. Είναι φανερό και το αντίθετο.
30. Ο νόμος της ελευθερίας (δηλ. του Ευαγγελίου) διδάσκει όλη την αλήθεια. Και οι πολλοί τον διαβάζουν μόνο για να λάβουν μια γνώση του. Λίγοι όμως τον εννοούν, ανάλογα με την εκτέλεση των εντολών.
31. Μη ζητάς την τελειότητα αυτού του νόμου σε ανθρώπινες αρετές, γιατί τέλειος σ’ αυτές δεν υπάρχει. Η τελειότητά του είναι κρυμμένη στο Σταυρό του Χριστού.
32. Ο νόμος της ελευθερίας, με την αληθινή γνώση διαβάζεται, με την εργασία των εντολών γίνεται αντιληπτός, η πλήρωσή του όμως γίνεται με τους οικτιρμούς του Χριστού.
33. Όταν βιάσομε τον εαυτό μας να κατορθώσομε όλες τις εντολές του Θεού, τότε θα εννοήσομε ότι ο νόμος του Κυρίου είναι αψεγάδιαστος(12), κι ότι εμείς τον εκτελούμε με τα αγαθά μας έργα, χωρίς όμως τους οικτιρμούς του Θεού δεν μπορεί να τηρηθεί τέλεια από τους ανθρώπους.
34. Όσοι δε λογαριάζουν ότι είναι υπόχρεοι να τηρούν όλες τις εντολές του Χριστού, αυτοί διαβάζουν σωματικά το νόμο του Θεού, και δεν εννοούν μήτε εκείνα που λένε, μήτε εκείνα για τα οποία δίνουν διαβεβαιώσεις(13). Γι’ αυτό και νομίζουν ότι τάχα εκπληρώνουν το νόμο με τα έργα τους.
35. Υπάρχει πράξη που φαίνεται καλή, αλλά ο σκοπός εκείνου που την κάνει δεν είναι καλός. Υπάρχει και άλλη πράξη που φαίνεται κακή και ο σκοπός εκείνου που την κάνει είναι αγαθός. Και αυτό συμβαίνει όχι μόνο σε έργα αλλά και σε λόγια. Αυτή η αντίθεση άλλοτε οφείλεται σε απειρία ή άγνοια, άλλοτε σε πονηρή πρόθεση, άλλοτε όμως σε ευσεβή σκοπό.
36. Εκείνος που μέσα στους επαίνους κρύβει κατηγορία και μομφή, δε φανερώνεται εύκολα στους πιο απλούς ανθρώπους. Όμοιος μ’ αυτόν είναι εκείνος που κενοδοξεί ενώ εκδηλώνεται με ταπεινό σχήμα. Αυτοί κρύβοντας για πολύ καιρό την αλήθεια μέσα στο ψεύδος, ύστερα φανερώνονται από τα πράγματα.
37. Υπάρχει άνθρωπος που κάνει κάτι φαινομενικά καλό, στην πραγματικότητα όμως για να αμυνθεί κατά του πλησίον. Και υπάρχει άλλος που με το να μην το κάνει αυτό, ωφελείται πνευματικά.
38. Υπάρχει έλεγχος που γίνεται από κακία ή από άμυνα, και άλλος που γίνεται από φόβο Θεού και αγάπη για την αλήθεια.
39. Εκείνον που έπαψε να αμαρτάνει και ήδη μετανοεί, μην τον ελέγχεις πλέον. Αν ισχυρίζεσαι ότι τον ελέγχεις κατά Θεόν, φανέρωσε πρώτα τις δικές σου αμαρτίες.
40. Κάθε αρετής προέλευση είναι ο Θεός, όπως του καθημερινού φωτός ο ήλιος.
41. Όταν κατορθώσεις κάποια αρετή, θυμήσου το Χριστό που είπε: «Χωρίς τη βοήθειά μου δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα»(14).
42. Τα αιώνια αγαθά θα δοθούν στους ανθρώπους αφού θα υποστούν θλίψεις(15). Ομοίως και τα κακά σε όσους περνούν με κενοδοξία και ηδονή.
43. Εκείνος που αδικείται από τους ανθρώπους γλυτώνει αμαρτίες και βρίσκει βοήθεια ανάλογη με τη θλίψη.
44. Εκείνος που πιστεύει στο Χριστό που μιλάει για ανταπόδοση, υποφέρει κάθε αδικία πρόθυμα, ανάλογα με την πίστη του.
45. Εκείνος που προσεύχεται για εκείνους που τον αδικούν, χτυπά με ορμή τους δαίμονες. Εκείνος που αντιστέκεται σ’ εκείνους που τον αδικούν, πληγώνεται από τους δαίμονες.
46. Καλύτερα να σε αδικούν οι άνθρωποι και όχι οι δαίμονες. Εκείνος που ευαρεστεί τον Κύριο, τους νίκησε και τους δύο.
47. Κάθε καλό έρχεται από τον Κύριο κατ’ οικονομίαν. Αυτό διαφεύγει με τρόπο μυστικό από τους αχάριστους και αγνώμονες και οκνηρούς.
48. Κάθε κακία καταλήγει στην απαγορευμένη ηδονή, και κάθε αρετή σε πνευματική παρηγοριά. Όταν επικρατήσει η πρώτη, ερεθίζει τα σχετικά με αυτήν. Αντίστοιχα γίνεται και με τη δεύτερη,
49. Κατηγορία από τους ανθρώπους φέρνει θλίψη στη καρδιά, εξαγνίζει όμως όποιον την υπομένει.
50. Η άγνοια κάνει τον άνθρωπο να αντιλέγει στα ωφέλιμα. Και όταν αποθρασύνεται, αυξάνει την προϋπάρχουσα κακία.
51. Όταν δεν σου συμβαίνει καμιά ζημία, περίμενε θλίψη. Και επειδή πρόκειται να δώσεις λόγο(16), διώξε την πλεονεξία σου.
52. Όταν αμαρτήσεις κρυφά, μην προσπαθείς να κρυφτείς, επειδή όλα είναι γυμνά και ξεσκεπασμένα στα μάτια του Κυρίου(17), προς τον Οποίο θα δώσομε λόγο για τις πράξεις μας.
53. Φανέρωνε νοερά τον εαυτό σου στον Κύριο. Γιατί ο άνθρωπος βλέπει στο πρόσωπο, ενώ ο Θεός στην καρδιά(18).
54. Τίποτε να μην σκέφτεσαι ούτε να κάνεις, χωρίς σκοπό σύμφωνο με το θέλημα του Θεού. Γιατί εκείνος που βαδίζει άσκοπα, ματαιοπονεί.
55. Εκείνος που αμαρτάνει χωρίς κάποια ανάγκη, δύσκολα μετανοεί, γιατί η δικαιοσύνη του Θεού δεν κάνει λάθος.
56. Κάθε λυπηρό περιστατικό φέρνει τη μνήμη του Θεού στον φρόνιμο άνθρωπο και προκαλεί ανάλογη θλίψη σ’ εκείνον που λησμονεί το Θεό.
57. Κάθε αθέλητη θλίψη να σου γίνεται αφορμή να θυμάσαι το Θεό, και ποτέ δεν θα σου λείψει αφορμή προς μετάνοια.
58. Η λησμοσύνη μόνη της δεν έχει καμιά δύναμη, αλλά από τη δική μας αμέλεια ισχυροποιείται ανάλογα.
59. Μη λες: «Τι να κάνω; Εγώ δεν θέλω κι όμως (η λησμοσύνη) έρχεται». Επειδή όταν θυμόσουν το Θεό, δεν έκανες ό,τι όφειλες.
60. Κάνε το καλό που θυμάσαι. Το καλό που δε θυμάσαι θα σου φανερωθεί. Και μην παραδώσεις το νου σου σε άκριτη λησμοσύνη.
61. «Ο άδης και η απώλεια είναι φανερά στον Κύριο»(19), λέει η Γραφή. Αυτά αναφέρονται στην άγνοια και τη λησμοσύνη που αναπτύσσονται στην καρδιά μας.
62. Άδης είναι η άγνοια, γιατί και τα δύο δε φαίνονται. Απώλεια είναι η λησμοσύνη, γιατί χάσαμε κάτι που είχαμε.
63. Εξέταζε τις δικές σου αμαρτίες και όχι του πλησίον σου, και δεν θα διαρπαγεί από τους δαίμονες το νοερό σου εργαστήριο.
64. Η αμέλεια στο να κάνομε όλα τα κατά τη δύναμή μας καλά δύσκολα συγχωρείται. η ελεημοσύνη όμως και η προσευχή επανορθώνουν όσους αμέλησαν να κάνουν το καλό.
65. Κάθε θλίψη κατά Θεόν, είναι έργο ευσέβειας πραγματικό. Γιατί η αληθινή αγάπη δοκιμάζεται από τα αντίθετα.
66. Μην πεις ότι απόκτησες αρετή χωρίς θλίψη. γιατί είναι αδοκίμαστη η αρετή που απόκτησες με άνεση.
67. Κάθε αθέλητης θλίψεως να αναλογίζεσαι το αποτέλεσμα, και θα βρεις σ’ αυτό, το σβήσιμο κάποιας αμαρτίας.
68. Πολλές συμβουλές των άλλων μας προσφέρονται για το συμφέρον μας. Για τον καθένα όμως τίποτε δεν είναι καταλληλότερο από τη δική του γνώμη.
69. Αν ζητάς να θεραπευτείς, φρόντισε τη συνείδησή σου και κάνε ό,τι σου λέει, και πολύ θα ωφεληθείς.
70. Τα κρυφά του ανθρώπου τα γνωρίζει ο Θεός και η συνείδηση, και από αυτά τα δύο ας διορθώνεται ο καθένας.
71. Ο άνθρωπος όσα μπορεί, προσπαθεί κατά το θέλημά του. Ο Θεός όμως το αποτέλεσμα των πράξεων του ανθρώπου το φέρνει κατά το δίκαιο.
72. Αν θέλεις να επαινείσαι από τους ανθρώπους χωρίς να έχεις ευθύνη, αγάπησε πρώτα να ελέγχεσαι για τις αμαρτίες σου.
73. Όση ντροπή δεχτεί κανείς με ευχαρίστηση για χάρη της αλήθειας του Χριστού, εκατονταπλάσια θα δοξαστεί από πολλούς. Και είναι καλύτερο κάθε αγαθό να το ενεργεί ο άνθρωπος για χάρη των μελλοντικών αγαθών.
74. Όταν ο άνθρωπος ωφελήσει άνθρωπο με λόγια ή με πράξεις, να σκέφτονται και οι δύο ότι είναι Θεού δωρεά. Εκείνος που δεν το εννοεί αυτό, θα εξουσιαστεί από εκείνον που το εννοεί.
75. Εκείνος που επαινεί τον πλησίον του υποκριτικά, θα τον κατηγορήσει κάποτε και αυτός θα ντραπεί.
76. Εκείνος που δεν γνωρίζει την ενέδρα των εχθρών, εύκολα σφάζεται. κι εκείνος που δεν γνωρίζει τις αιτίες των παθών, εύκολα πέφτει.
77. Από τη φιληδονία έρχεται η αμέλεια και από την αμέλεια η λησμοσύνη των καλών. Γιατί ο Θεός έχει χαρίσει σε όλους τη γνώση εκείνων που μας συμφέρουν.
78. Ο άνθρωπος συμβουλεύει τον πλησίον του, καθώς γνωρίζει. Ο Θεός πάλι ενεργεί σ’ αυτόν που ακούει κατά την πίστη του.
79. Είδα αμαθείς και απλούς ανθρώπους που ήταν ταπεινόφρονες στην πράξη, και έγιναν πιο σοφοί από τους σοφούς.
80. Άλλος αμαθής, όταν άκουσε να επαινούνται οι προηγούμενοι, δε μιμήθηκε την ταπεινοφροσύνη τους, αλλά κενοδόξησε για την αμάθειά του κι απόκτησε υπερηφάνεια.
81. Εκείνος που εξευτελίζει τη φρόνηση και καυχιέται για αμάθεια, δεν είναι μόνο αμαθής κατά το λόγο, αλλά και κατά τη γνώση(20).
82. Όπως άλλο είναι σοφία λόγου και άλλο φρόνηση, έτσι άλλο είναι αμάθεια και άλλο αφροσύνη.
83. Δεν βλάπτει διόλου η αμάθεια των λόγων τον ευλαβέστατο, όπως ούτε η σοφία των λόγων βλάπτει τον ταπεινόφρονα.
84. Μη λες, δεν γνωρίζω το πρέπον και επομένως δεν αμαρτάνω που δεν το πράττω. Γιατί αν έκανες όσα καλά γνώριζες, θα σου φανερώνονταν στη συνέχεια και τα λοιπά, όπως βλέπεις καθώς προχωρείς το ένα σπίτι μετά το άλλο. Δεν σε συμφέρει πριν εργαστείς τα πρώτα, να μάθεις τα δεύτερα. Επειδή η γνώση φουσκώνει, δηλαδή φέρνει υπερηφάνεια εξαιτίας της αργίας, ενώ η αγάπη οικοδομεί, γιατί υπομένει τα πάντα(21).
85. Μελέτα τα λόγια της θείας Γραφής με την πράξη και μην επεκτείνεσαι σε πολυλογία, υπερηφανευόμενος για σκέψεις θεωρητικές.
86. Εκείνος που άφησε την πράξη και βασίζεται σε μια απλή γνώση, αντί για δίκοπο μαχαίρι κρατά καλαμένιο ραβδί, το οποίο σε καιρό πολέμου, κατά την Γραφή, θα του τρυπήσει το χέρι και θα μπει μέσα σ’ αυτό και θα του βάλει το φυσικό δηλητήριο προτού του το βάλουν οι εχθροί(22).
87. Ο Θεός κρίνει και ζυγίζει κάθε διαλογισμό μας. Μπορεί το ίδιο πράγμα να το σκεφτεί κανείς ή απλά ή με εμπάθεια.
88. Εκείνος που εκτελεί κάποια εντολή, ας περιμένει τον πειρασμό που επισύρει. Γιατί η αγάπη προς τον Χριστό με τα αντίθετα δοκιμάζεται.
89. Μην καταφρονήσεις ποτέ και αμελήσεις τους λογισμούς σου. Γιατί ο Θεός γνωρίζει χωρίς λάθος κάθε λογισμό.
90. Όταν έχεις λογισμό που σε προτρέπει να ζητήσεις ανθρώπινη δόξα, να ξέρεις καλά, ότι σου προετοιμάζει αισχύνη.
91. Γνωρίζει ο εχθρός το δίκαιο του πνευματικού νόμου και γι’ αυτό ζητά μόνο τη νοερά συγκατάθεση. Έτσι ή θα αναγκάσει αυτόν που νικήθηκε να υποβληθεί στους κόπους της μετάνοιας, ή αν δεν μετανοεί, θα τον θλίψει με ακούσιες συμφορές. Κάποτε τον κάνει να γογγύζει εξαιτίας των συμφορών, ώστε και εδώ να πολλαπλασιάσει τις οδύνες, και κατά την ώρα του θανάτου να τον αποδείξει άπιστο εξαιτίας της ανυπομονησίας του.
92. Εναντίον των θλίψεων πολλοί πολλά αντέταξαν. Αλλά χωρίς προσευχή και μετάνοια κανείς δεν διέφυγε τις συμφορές.
93. Τα κακά παίρνουν δύναμη το ένα από το άλλο. Επίσης και τα καλά αυξάνονται το ένα με τη δύναμη του άλλου, και τον άνθρωπο που μετέχει σ’ αυτά τον προτρέπουν περισσότερο προς τα εμπρός.
94. Τα μικρά αμαρτήματα ο διάβολος τα δείχνει μηδαμινά επειδή διαφορετικά δεν μπορεί να φέρει τον άνθρωπο στα μεγαλύτερα κακά.
95. Ρίζα της αισχρής επιθυμίας είναι ο ανθρώπινος έπαινος, όπως και της σωφροσύνης ο έλεγχος της κακίας, όχι όταν τον ακούμε μόνο, αλλά όταν τον παραδεχόμαστε.
96. Τίποτε δεν ωφελήθηκε εκείνος που εγκατέλειψε τον κόσμο και ζει με ηδυπάθεια, επειδή εκείνο που έκανε με τα χρήματα το κάνει και τώρα που δεν έχει τίποτε.
97. Παρομοίως ο εγκρατής, αν αποκτά χρήματα, είναι αδελφός του προηγουμένου κατά τη διάνοια. Έχει την ίδια μητέρα με αυτόν, δηλ. την νοερά ηδονή, πατέρα όμως διαφορετικό, γιατί πρόκειται για άλλο πάθος.
98. Υπάρχει άνθρωπος που κόβει ένα πάθος για χάρη μεγαλύτερης ηδυπάθειας, και από εκείνους που αγνοούν το σκοπό του επαινείται. Ίσως και ο ίδιος αγνοεί τον εαυτό του, ότι εργάζεται ανώφελα.
99. Αιτία κάθε κακίας είναι η κενοδοξία και η ηδονή. Εκείνος που δεν τα μίσησε αυτά, δεν νικά κανένα πάθος.
100. Ρίζα όλων των κακών ονομάστηκε η φιλαργυρία(23), αλλά αυτή σαφώς αποτελείται από εκείνες (δηλ. την κενοδοξία και την ηδονή).
101. Τυφλώνεται ο νους με τα τρία αυτά πάθη, τη φιλαργυρία, την κενοδοξία και την ηδονή.
102. Τρεις θυγατέρες της βδέλλας είναι αυτές κατά την Γραφή, που τις αγαπά η μητέρα τους η αφροσύνη.
103. Η γνώση και η πίστη που είναι σύντροφοι της ανθρώπινης φύσεως, από τίποτε άλλο, παρά από τις ανωτέρω κακίες εξασθένησαν.
104. Θυμός και οργή και πόλεμοι και φόνοι και όλα τα λοιπά κακά γι’ αυτές τις τρεις κακίες πολύ έχουν δυναμώσει μεταξύ των ανθρώπων.
105. Πρέπει λοιπόν να μισήσουμε τη φιλαργυρία, τη κενοδοξία και την ηδονή, ως μητέρες των κακών και μητρυιές των αρετών.
106. Γι’ αυτές τις κακίες έχομε προσταγή να μην αγαπούμε τον κόσμο μηδέ τα πράγματα του κόσμου(25). Όχι για να μισήσομε χωρίς διάκριση τα κτίσματα του Θεού, αλλά για να περικόψομε τις αφορμές των τριών αυτών κακιών.
107. Κανένας που παίρνει μέρος σε εκστρατεία δεν μπλέκεται σε βιοτικές υποθέσεις(26). Γιατί εκείνος που θέλει να νικήσει τα πάθη ενώ είναι μπλεγμένος στα βιοτικά, μοιάζει μ’ εκείνον που θέλει να σβήσει τη φωτιά με άχυρα.
108. Εκείνος που εξαιτίας χρημάτων ή δόξας ή ηδονής οργίζεται κατά του πλησίον, δεν γνωρίζει ότι ο Θεός διοικεί τα πάντα με δικαιοσύνη.
109. Όταν ακούσεις τον Κύριο να λέει: «Καθένας που δεν απαρνιέται όλα τα υπάρχοντά του, δεν είναι άξιος για μένα»(27), μην εννοήσεις ότι λέει μόνο για χρήματα, αλλά και για όλες τις πράξεις της κακίας.
110. Εκείνος που δεν γνωρίζει την αλήθεια, ούτε μπορεί να πιστεύει αληθινά. Γιατί η γνώση, φυσικά προηγείται της πίστεως.
111. Όπως σε κάθε πράγμα που βλέπομε, ο Θεός έδωσε κατάλληλες φυσικές ιδιότητες, έτσι έκανε και στους ανθρώπινους λογισμούς είτε θέλομε είτε δεν θέλομε.
112. Όποιος αμαρτάνει φανερά χωρίς να μετανοεί και δεν έπαθε τίποτε μέχρι το θάνατό του, γι’ αυτόν να πιστεύεις ότι η κρίση θα είναι χωρίς έλεος.
113. Εκείνος που προσεύχεται με φρόνηση, υπομένει τα συμβαίνοντα θλιβερά. Εκείνος που έχει μνησικακία, δεν προσευχήθηκε ακόμη καθαρά.
114. Αν ζημιωθείς ή υβριστείς ή εκδιωχτείς από κάποιον, μη λογαριάσεις το παρόν, αλλά περίμενε το μέλλον. και θα βρεις ότι σου έγινε πρόξενος πολλών καλών, όχι μόνο στον παρόντα, αλλά και στον μέλλοντα αιώνα.
115. Όπως μερικούς αρρώστους τους ωφελεί η πικρή αψιθιά, έτσι τους διεστραμμένους τους συμφέρει να υποφέρουν συμφορές. Γιατί στους πρώτους τα φάρμακα δίνουν ευεξία, ενώ τους δεύτερους τους κάνουν να μετανοούν.
116. Αν δεν θέλεις να κακοπαθείς, μην θέλεις να κακοποιείς. Γιατί το ένα ακολουθεί αναπόφευκτα το άλλο. Επειδή ό,τι σπείρει ο άνθρωπος, τούτο και θα θερίσει(28).
117. Όταν σπείρομε με τη θέλησή μας τα κακά και έπειτα ακούσια τα θερίζομε, πρέπει να θαυμάζομε τη δικαιοσύνη του Θεού.
118. Επειδή μεταξύ σποράς και θερισμού μεσολαβεί καιρός, γι’ αυτό απιστούμε για την ανταπόδοση.
119. Αν αμαρτήσεις, μην κατηγορείς την πράξη αλλά την ιδέα. Γιατί αν δεν πήγαινε μπροστά ο νους, δεν θα ακολουθούσε το σώμα.
120. Από εκείνους που αδικούν φανερά, πιο πονηρός είναι εκείνος που αδικεί κρυφά. Γι’ αυτό και σκληρότερα κολάζεται.
121. Εκείνος που δολοπλοκεί και κάνει κακό στα κρυφά είναι φίδι, κατά τη Γραφή, που κάθεται στο δρόμο και δαγκώνει το άλογο στη φτέρνα(29).
122. Εκείνος που συγχρόνως επαινεί και κατηγορεί τον άλλον, αυτός κατέχεται από κενοδοξία και φθόνο. Και με τους επαίνους προσπαθεί να κρύψει το φθόνο, ενώ με τις κατηγορίες συνιστά τον εαυτό του ως καλύτερο από εκείνον.
123. Όπως δεν είναι δυνατό να βόσκουν μαζί πρόβατα και λύκοι, έτσι είναι αδύνατο να τύχει έλεος εκείνος που δολιεύεται τον πλησίον του.
124. Εκείνος που μαζί με την εντολή ανακατώνει κρυφά το δικό του θέλημα, είναι μοιχός καθώς δηλώνεται στη Σοφία(30), και από έλλειψη φρενών υποφέρει λύπες και ατιμίες.
125. Όπως είναι αδύνατη η συνύπαρξη φωτιάς και νερού, έτσι είναι ενάντιες η δικαιολογία και η ταπείνωση.

126. Εκείνος που ζητεί άφεση, αγαπά την ταπεινοφροσύνη. Εκείνος που κατακρίνει τον άλλον επισφραγίζει τις αμαρτίες του.
127. Μην αφήσεις αμαρτία χωρίς να την εξαλείψεις, ακόμα και αν είναι πολύ μικρή, για να μη σε παρασύρει κατόπιν σε μεγαλύτερα κακά.
128. Αν θέλεις να σωθείς, αγάπησε τον αληθινό λόγο και μην αποστραφείς ποτέ αδιάκριτα έλεγχο από άλλον.
129. Λόγος αληθινός, δηλ. έλεγχος, μετέβαλλε τα «γεννήματα εχιδνών» και υπέδειξε να φύγουν από την «μέλλουσα οργή»(31).
130. Εκείνος που δέχεται λόγους αλήθειας, υποδέχεται το Θεό Λόγο. Γιατί λέει: «Εκείνος που δέχεται εσάς, δέχεται εμένα»(32).
131. Παραλυτικός που τον κατέβασαν από το δώμα στον Ιησού είναι ο αμαρτωλός, που ελέγχεται κατά Θεόν από πιστούς και για την πίστη εκείνων λαμβάνει την άφεση(33).
132. Καλύτερα να προσεύχεσαι με ευλάβεια για τον πλησίον σου, παρά να τον ελέγχεις για κάθε αμάρτημα.
133. Εκείνος που μετανοεί σωστά, περιπαίζεται από τους ανόητους ανθρώπους. Και αυτό είναι σημάδι ότι ευαρεστεί το Θεό.
134. Εκείνος που αγωνίζεται, εγκρατεύεται απ’ όλα και δεν σταματά να εγκρατεύεται, μέχρις ότου εξολοθρεύσει ο Κύριος το σπέρμα από τη Βαβυλώνα(34).
135. Πες πως είναι δώδεκα τα πάθη. Αν ένα από αυτά αγαπήσεις με το θέλημά σου, είναι ικανό να αναπληρώσει και τα άλλα έντεκα.
136. Φωτιά που καίει είναι η αμαρτία. Όσο λοιπόν κόψεις το υλικό που την τροφοδοτεί, τόσο και θα σβηστεί. Και όσο υλικό ρίξεις μέσα στη φωτιά, τόσο περισσότερο θα φουντώσει.
137. Αν σε επαινέσουν και υπερηφανευτείς, περίμενε ατιμία. Γιατί λέει: «Όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί»(35).
138. Όταν διώξομε από το νου μας κάθε ακούσια κακία, τότε θα πολεμήσομε και εναντίον των παθών, στα οποία πέφτομε από πρόληψη.
139. Πρόληψη είναι, των προηγουμένων αμαρτιών αθέλητη μνήμη. Και στον αγωνιστή εμποδίζεται να εξελιχθεί σε πάθος, ο νικητής όμως με την πρώτη προσβολή τον ανατρέπει.
140. Προσβολή είναι κίνηση καρδιάς χωρίς αμαρτωλό ομοίωμα ή φαντασία σαν μια κλεισούρα που την έχουν καταλάβει οι έμπειροι προηγουμένως. (Κλεισούρα = στενό πέρασμα μεταξύ δύο βουνών).
141. Όπου υπάρχουν εικόνες από το λογισμό, εκεί έχει γίνει συγκατάθεση. Μόνον η χωρίς εικόνα προσβολή είναι αναμάρτητη. Υπάρχει άνθρωπος που φεύγει από αυτά σαν δαυλός που ξεφεύγει από τη φωτιά(36), και υπάρχει κι εκείνος που δεν γυρίζει πίσω μέχρις ότου φουντώσει η φλόγα.
142. Μη λες ότι έρχεται ο πειρασμός χωρίς να θέλω. Γιατί οπωσδήποτε κι αν δεν αγαπάς την αμαρτωλή πράξη, αγαπάς όμως τις αιτίες της.
143. Εκείνος που ζητεί έπαινο, βρίσκεται μέσα σε πάθος. Κι εκείνος που οδύρεται για θλίψη που του ήρθε, αγαπά την ηδονή.
144. Σαν να είναι πάνω σε ζυγαριά είναι άστατη η σκέψη του φιλήδονου. Άλλοτε κλαίει και θρηνεί για τις αμαρτίες του, άλλοτε πολεμά και αντιλέγει κατά του πλησίον επιδιώκοντας τις ηδονές.
145. Εκείνος που όλα τα ελέγχει(37) και κατέχει ό,τι καλό εύρει, στη συνέχεια θα αποφύγει και κάθε πονηρό.
146. Ο άνθρωπος που μακροθυμεί, έχει πολλή φρόνηση(38). Όμοιος με αυτόν είναι όποιος τεντώνει το αυτί του για να ακούει λόγους πνευματικής σοφίας.
147. Χωρίς μνήμη Θεού, αληθινή γνώση δεν υπάρχει. Η πνευματική γνώση χωρίς τη μνήμη του Θεού είναι νόθος.
148. Τον σκληρόκαρδο ωφελεί λόγος πιο λεπτής γνώσεως, που να τον φέρνει σε φόβο. Γιατί χωρίς φόβο δεν δέχεται ευχαρίστως τους κόπους της μετάνοιας.
149. Τον πράο άνθρωπο ωφελούν λόγοι περί πίστεως, γιατί δεν ενοχλεί τη μακροθυμία του Θεού και δεν τον κατηγορεί η συνείδησή του για συχνές παραβάσεις.
150. Άνθρωπο με σημαντική δύναμη μη τον ελέγξεις για κενοδοξία, αλλά υπόδειξέ του την επιδρομή της μελλοντικής ατιμίας. Γιατί με αυτόν τον τρόπο ελέγχεται ο φρόνιμος άνθρωπος.
151. Εκείνος που μισεί τον έλεγχο(39) έχει παραδοθεί θεληματικά στο πάθος. Εκείνος που δέχεται τον έλεγχο, είναι φανερό ότι παρασύρεται στο πάθος από προηγούμενη κακή συνήθεια.
152. Μη θέλεις να ακούς ξένες πονηρίες, γιατί έτσι σου εντυπώνονται και τα περιστατικά και χαρακτηριστικά των ξένων πονηριών.
153. Όταν ακούσεις κακά λόγια, να οργίζεσαι εναντίον του εαυτού σου και όχι εναντίον εκείνου που τα είπε. Γιατί αν πονηρά ακούσεις, πονηρά θ’ αποκριθείς.
154. Αν κανείς συναπαντηθεί με ανθρώπους που μιλούν μάταια, να νομίζει τον εαυτό του υπεύθυνο για τους μάταιους αυτούς λόγους. Κι αν δεν είναι από πρόσφατη, είναι χρεώστης από παλιά αμαρτία.
155. Αν κανείς σε επαινεί υποκριτικά, περίμενε κάποια ώρα και κατηγορία από τον ίδιο.
156. Τις θλίψεις του παρόντος να τις ανταλάσσεις προκαταβολικά με τα μελλοντικά αγαθά, και ποτέ δεν θα ατονήσει ο αγώνας σου από αμέλεια.
157. Όταν σε βοηθήσει κανείς υλικώς και τον επαινέσεις ως αγαθό, χωρίς να λογαριάσεις το Θεό, ύστερα ο ίδιος θα σου φανεί πονηρός.
158. Κάθε καλό έρχεται από τον Κύριο κατ’ οικονομία και από θεία συγκατάβαση. Κι εκείνοι που τα φέρνουν είναι υπηρέτες των καλών.
159. Τις εναλλαγές των καλών και των κακών να τις δέχεσαι με ηρεμία. Έτσι ανατρέπει ο Θεός τις ανωμαλίες των πραγμάτων.
160. Αυτά που μας συμβαίνουν, οφείλονται στους αμαρτωλούς λογισμούς μας. Γιατί ο Θεός τα αθέλητα τα απέδωσε ταιριασμένα στα εκούσια.
161. Τα αισθητά είναι γεννήματα των νοερών και αποδίδουν το πρέπον με απόφαση του Θεού.
162. Από καρδιά που τρυφά και ζει ηδονικά, γεννιούνται λογισμοί και λόγοι πονηροί και θανατηφόροι. Και από τον καπνό καταλαβαίνουμε τι είναι εκείνο που καίγεται.
163. Να παραμένεις με νήψη μέσα στο νου σου και δεν θα κοπιάσεις σε ώρα πειρασμών. Αν φύγεις από εκεί, υπόμενε τις επερχόμενες θλίψεις.
164. Να προσεύχεσαι να μη σου έρθει πειρασμός(40). Όταν όμως έρθει, δέξου τον σαν δικό σου και όχι σαν ξένο.
165. Πάψε να σκέφτεσαι οποιαδήποτε πλεονεξία, και τότε θα μπορέσεις να δεις τις απάτες και τις πανουργίες του διαβόλου.
166. Εκείνος που λέει ότι γνωρίζει όλες τις τέχνες και τις απάτες του διαβόλου, μας δείχνει ότι δεν γνωρίζει τέλεια τον εαυτό του.
167. Όταν ο νους απαλλαγεί από τις σωματικές φροντίδες, βλέπει ανάλογα τις πανουργίες των εχθρών.
168. Εκείνος που παρασέρνεται από τους λογισμούς του, τυφλώνεται από αυτούς και ενώ βλέπει τις ενέργειες της αμαρτίας, τις αιτίες τους δεν μπορεί να τις δει.
169. Υπάρχει άνθρωπος ο οποίος φανερά εκτελεί θεϊκή εντολή, ενώ δουλεύει σε πάθος, και με τους πονηρούς λογισμούς καταστρέφει την αγαθή πράξη.
170. Όταν βρίσκεσαι στην αρχή του κακού, μην πεις: «Δεν θα με νικήσει». Γιατί όσο βρίσκεσαι μέσα στο κακό, τόσο έχεις ήδη νικηθεί.
171. Κάθε πράγμα από λίγο αρχίζει, και σιγά σιγά αναπτύσσεται και μεγαλώνει.
172. Δίχτυ πολύπλοκο είναι η μέθοδος της κακίας, κι εκείνος που έμπλεξε λίγο, αν αμελήσει σφίγγεται εξ ολοκλήρου,
173. Μη θέλεις να ακούς την δυστυχία των εχθρών σου. Εκείνος που ακούει τη διήγηση αυτή, μαζεύει τους καρπούς της κακής του προθέσεως.
174. Μη νομίζεις ότι κάθε θλίψη έρχεται στους ανθρώπους εξαιτίας των αμαρτιών. Υπάρχουν άνθρωποι που ευαρεστούν τον Θεό και όμως έχουν θλίψεις. Γιατί λέει η Γραφή: «Θα διωχτούν οι άνομοι και οι απόγονοι των ασεβών θα εξολοθρευτούν»(41). Αλλ’ επίσης λέει: «Όλοι όσοι θέλουν να ζουν με ευσέβεια στο όνομα του Ιησού Χριστού, θα υποστούν διωγμούς»(42).
175. Στον καιρό της θλίψεως να προσέχεις την προσβολή της ηδονής, γιατί εύκολα γίνεται παραδεκτή, επειδή παρηγορεί τη θλίψη.
176. Μερικοί λέγουν φρόνιμους εκείνους που μπορούν να διακρίνουν και να αναλύουν τα αισθητά πράγματα. Φρόνιμοι όμως είναι εκείνοι που εξουσιάζουν τα κακά τους θελήματα.
177. Πριν από την εξαφάνιση των κακών, μην υπακούσεις στην καρδιά σου. Γιατί ό,τι της βάλεις, από αυτό το πράγμα ζητά κι άλλο.
178. Όπως υπάρχουν φίδια στα δασώδη φαράγγια και άλλα που φωλιάζουν μέσα στα σπίτια, έτσι υπάρχουν και πάθη που διαμορφώνονται με τη σκέψη και άλλα που γίνονται με τη πράξη, αν και από άλλες εικόνες, μεταμορφώθηκαν σε άλλες.

179. Όταν δεις εκείνα που βρίσκονται μέσα σου σταθερά, να κινούνται και να προκαλούν τον νου, που είναι ήσυχος, σε κάποιο πάθος, να γνωρίζεις ότι ο νους σου κάποτε προηγήθηκε και έφερε σε πράξη και τα έβαλε μέσα στην καρδιά.

180. Δεν γίνεται σύννεφο χωρίς να πνεύσει λίγος άνεμος, και δε γεννιέται πάθος χωρίς λογισμό.

181. Αν δεν πράττομε πλέον τα σαρκικά θελήματα κατά τη Γραφή(43), εύκολα με τη βοήθεια του Κυρίου θα σβήσουν αυτά, τα οποία προηγουμένως είχαμε μέσα μας.
182. Οι εικόνες που βρίσκονται χαραγμένες μέσα στο νου είναι πονηρότερες και δυνατότερες. Οι εικόνες που διαμορφώνονται με τη σκέψη είναι αιτίες αυτών και έχουν προηγηθεί (δηλ. πρώτα τις σκέφτηκε ο νους, δεν τις έδιωξε και τότε εγκαταστάθηκαν στο βάθος της καρδιάς ως νοσηροί λογισμοί και πάθη).
183. Υπάρχει κακία που εγκατάσταθηκε στη καρδιά εξαιτίας της μακροχρόνιας συνήθειας. Και υπάρχει κακία που πολεμά με λογισμούς μέσω των καθημερινών πραγμάτων.
184. Ο Θεός τις πράξεις μας τις λογαριάζει σύμφωνα με τις προθέσεις μας. Γιατί λέει η Γραφή: «Να σου δώσει ο Κύριος κατά την καρδιά σου»(44).
185. Εκείνος που δεν καρτερεί στη μελέτη και εξέταση της συνειδήσεως, ούτε τους σωματικούς κόπους για την ευσέβεια δέχεται ευχάριστα.
186. Η συνείδηση είναι ένα βιβλίο που το έχομε από τη φύση μας. Εκείνος που το μελετά στην πράξη, δέχεται βοήθεια.
187. Εκείνος που δεν προτιμά τους κόπους για χάρη της ευσέβειας θεληματικά, παιδεύεται σκληρότερα από τους αθέλητους κόπους.
188. Εκείνος που γνώρισε το θέλημα του Θεού και κατά τη δύναμή του το εκτελεί, με μικρούς κόπους θα αποφύγει τους μεγάλους.
189. Εκείνος που θέλει να νικήσει τους πειρασμούς χωρίς προσευχή και υπομονή, δεν θα τους διώξει αλλά θα περιπλακεί περισσότερο.
190. Ο Κύριος είναι κρυμμένος μέσα στις εντολές Του, και σ’ εκείνους που Τον ζητούν, βρίσκεται ανάλογα με την προθυμία και την εργασία των εντολών.
191. Μην πεις: «Έκανα τις εντολές και δεν βρήκα τον Κύριο». Γιατί γνώση και αρετή, κατά την Γραφή, πολλές φορές βρήκες. Και όποιοι ορθά Τον ζητούν, θα εύρουν ειρήνη(45).
192. Ειρήνη είναι η απαλλαγή από τα πάθη, η οποία χωρίς την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος δεν βρίσκεται.
193. Άλλο είναι εκτέλεση εντολής και άλλο αρετή, αν και η μία από την άλλη παίρνει την αφορμή.
194. Εκτέλεση εντολής είναι το να κάνει κανείς το διαταγμένο από το θείο νόμο. Αρετή, το να αρέσκεται κανείς πραγματικά στην εκτέλεση της θείας εντολής.
195. Όπως ένας είναι ο υλικός πλούτος, αλλά αποκτιέται με διάφορους τρόπους, έτσι μία είναι η αρετή, αλλά είναι πολλών ειδών οι εργασίες της.
196. Εκείνος που εφευρίσκει και λέει λόγους ευσεβείς χωρίς να έχει έργα, πλουτίζει από αδικία και οι κόποι του, κατά τη Γραφή, μπαίνουν σε ξένα σπίτια(46).
197. Όλα υπακούουν στο χρυσό, λέει η παροιμία. Και από τη χάρη του Θεού, όλες οι σκέψεις τακτοποιούνται και διορθώνονται.
198. Συνείδηση αγαθή βρίσκεται με την προσευχή. Και προσευχή πάλι καθαρή, με τη συνείδηση. Γιατί το ένα έχει ανάγκη το άλλο εκ φύσεως.
199. Ο Ιακώβ έραψε για τον Ιωσήφ πολύχρωμο φόρεμα(47). Και ο Κύριος χαρίζει στον πράο την γνώση της αλήθειας, όπως είναι γραμμένο: «Θα διδάξει ο Κύριος στους πράους τους δρόμους Του»(48).
200. Πάντοτε να πράττεις το αγαθό κατά δύναμη, και στον καιρό που χρειάζεται το μεγαλύτερο, μην προτιμάς το μικρότερο, γιατί λέει η Γραφή: «Κανένας που έβαλε το χέρι του στο άροτρο και κοιτάει πίσω δεν είναι κατάλληλος για την βασιλεία των Ουρανών»(49).
———– —————- ——————–
1. Ρωμ. 7, 14.
2. Ιω. 18, 22.
3. Λουκ. 18, 38.
4. Ιω. 9, 38.
5. Μαρκ. 10, 50.
6. Πραξ. 12, 10.
7. Α΄ Βασιλ. 25.
8. Β΄ Βασιλ. 12.
9. Ρωμ. 15, 4.
10. Εβρ. 11, 1.
11. Β΄ Κορ. 13, 5.
12. Ψαλμ. 18, 8.
13. Α΄ Τιμ. 1, 7.
14. Ιω. 15, 5.
15. Πραξ. 14, 22.
16. Εβρ. 13, 17.
17. Εβρ. 4, 13.
18. Α΄ Βασιλ. 16, 7.
19. Παροιμ. 15, 11.
20. Β΄ Κορ. 11, 6.
21. Α΄ Κορ. 8, 1. 13, 7.
22. Δ΄ Βασιλ. 18, 21.
23. Α΄ Τιμ. 6, 10.
24. Παροιμ. 24, 50.
25. Α΄ Ιω. 2, 15.
26. Β΄ Τιμ. 2, 4.
27. Λουκ. 14, 33.
28. Γαλ. 6, 7.
29. Γεν. 49, 17.
30. Παροιμ. 6, 32.
31. Ματθ. 3, 7.
32. Ματθ. 10, 40.
33. Μαρκ. 2, 4.
34. Ιερ. 27, 16.
35. Λουκ. 14, 11
36. Ζαχ. 3, 2.
37. Α΄ Θεσ. 5, 21.
38. Παροιμ. 14, 29.
39. Παροιμ. 12, 1.
40. Ματθ. 6, 18.
41. Ψαλμ. 36, 28.
42. Β΄ Τιμ. 3, 12.
43. Εφ. 2, 3.
44. Ψαλμ. 19, 5.
45. Παροιμ. 16, 8.
46. Παροιμ. 5, 10.
47. Γεν. 37, 3.
48. Ψαλμ. 24, 9.
49. Λουκ. 9, 62.
————————————–
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, α΄τόμος, σελ. 129-142).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Θεολογική ερμηνεία της εικόνας της Αναλήψεως.

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Ιουνίου, 2013

Στην εικόνα της Αναλήψεως ο Κύριος με φωτεινά ενδύματα και κυριαρχική στάση, εικονίζεται μέσα σε «δόξα», που είναι άλλοτε στρογγυλή, όπως στην εικόνα μας και άλλοτε ελλειψοειδής. Κάθεται σε ουράνιο τόξο ευλογώντας με το ένα του το χέρι και κρατώντας όρθιο ειλητάριο με το άλλο. Το ειλητάριο είναι σύμβολο του διδασκάλου.
Τη «δόξα», μέσα στην οποία βρίσκεται ο Κύριος υποβαστάζουν δύο άγγελοι. Συμβολίζουν και εκφράζουν τη θεία μεγαλειότητα και εξουσία. «Ο Κύριος ως παντοδύναμος δεν είχε ανάγκη τους αγγέλους για να αναληφθεί στους ουρανούς). Σε μερικές εικόνες της Αναλήψεως οι άγγελοι δεν ανακρατούν το δίσκο της δόξας, αλλά ατενίζουν τον Κύριο σε στάση προσευχής. Όπως λένε τα τροπάρια της εορτής, απορούν και θαυμάζουν, γιατί ο Χριστός αναλήφθηκε όχι μόνον ως Θεός, αλλά και ως άνθρωπος, δηλαδή με το άφθαρτο και δοξασμένο σώμα του.
Άλλοτε οι άγγελοι εικονίζονται να σαλπίζουν σύμφωνα με το ψαλμικό στίχο «ἀνέβη ὁ Θεός ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος» (Ψαλμ. 46, 6). Ο στίχος αυτός αναφέρεται αυτούσιος στην υμνολογία της Αναλήψεως, γιατί «ἡ εἰς οὐρανούς ἄνοδος διά τούτων (των λέξεων) τοῦ Κυρίου σημαίνεται» (Μ. Αθανάσιος, ΒΕΠ 32, 116).
β) Οι απόστολοι. Χωρισμένοι κάτω σε δύο ομίλους έχοντας την Παναγία στη μέση «θεωρούν τον αναλαμβανόμενο Κύριο με χειρονομίες και στάσεις που δηλώνουν έκπληξη, αμηχανία, θάμβος και ταραχή». Πίσω της βρίσκονται δύο λευκοφορεμένοι άγγελοι, που δείχνουν με υψωμένο το χέρι τον αναλαμβανόμενο Κύριο. Ως αγγελιοφόροι του Θεού διαβεβαιώνουν και παρηγορούν τους παριστάμενους πως ο Κύριος θα επανέλθει κατά τη Δευτέρα παρουσία του.
Στο κείμενο της Αγίας Γραφής (Λουκ. 24, 50-52. Πραξ. 1, 9-11) που αναφέρεται στην Ανάληψη, η Θεοτόκος δεν είναι ανάμεσα στα πρόσωπα που παραβρίσκονται στο γεγονός. Για την παρουσία της μας πληροφορεί η ιερά παράδοση, όπως τη βλέπουμε άλλωστε στα τροπάρια του εσπερινού της εορτής και το συναξάριο της ημέρας∙ «τήν γάρ ἐν τῷ πάθει σου μητρικῶς πάντων ὑπεραλγήσασαν (=που πόνεσε πιο πολύ), ἔδει καί τῇ δόξῃ τῆς σαρκός σου ὑπερβαλλούσης ἀπολαῦσαι χαρᾶς (Δοξαστικό της λιτής). Άξια προσοχής είναι η θέση και η στάση της Θεοτόκου στην εικόνα. Βρίσκεται ακριβώς κάτω από τον υιό της και είναι άξονας της όλης σύνθεσης. «Η κάθετη γραμμή που ενώνει το κεφάλι του Σωτήρος με εκείνο της Θεοτόκου μοιράζει το σύνολο ακριβώς σε δύο όμοια μέρη, διασταυρώνεται με την οριζόντια γραμμή και σχηματίζει ένα τέλειο σταυρό» (Π. Ευδοκίμωφ). Οι απόστολοι με τις χειρονομίες τους και έχοντας τα κεφάλια τους στραμμένα προς τον Κύριο έρχονται σε αντίθεση με την ατάραχη κα ήρεμη μορφή της Παναγίας. Η ηρεμία της, όπως ειπώθηκε, εκφράζει την αναλλοίωτη αλήθεια της Εκκλησίας. Ο αγιογράφος της εικόνας μας θέλησε με τους αποστόλους που κυκλώνουν την Παναγία να παρουσιάσει την Εκκλησία, στην οποία ο Κύριος θα έστελνε την Πεντηκοστή το Άγιο Πνεύμα για να την ζωοποιήσει και κινητοποιήσει. Για την αποστολή του Αγίου Πνεύματος στους μαθητές και της επιδημίας του στον κόσμο μιλούν και τα τροπάρια της Αναλήψεως.«Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, ὁ τῶν Ἀγγέλων βασιλεύς, τόν Παράκλητον ἡμῖν ἐκ τοῦ Πατρός ἀποστεῖλαι» (α΄τροπάριον, ωδή δ΄). Έτσι τα δύο κοσμοσωτήρια και κοσμοϊστορικά γεγονότα, της Αναλήψεως και της Πεντηκοστής, συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους.
Δεξιά από τη Θεοτόκο, το πρώτο πρόσωπο που βλέπει στον ουρανό με το χέρι μπροστά στα μάτια του, είναι ο απόστολος Παύλος. Φυσιολογικά δεν έχει θέση μεταξύ των αποστόλων, γιατί η μεταστροφή του έγινε μετά την Ανάληψη. Στην εικόνα τοποθετείται συμβολικά. Θα γίνει κι αυτός μέλος της Εκκλησίας και μάλιστα εκλεκτό. Ο ορθόδοξος αγιογράφος αποσπά τον Παύλο από την εποχή του και τον συγκαταριθμεί μεταξύ των αποστόλων. Έτσι και η θέση του Ιούδα αναπληρώθηκε και η παράσταση της Εκκλησίας έγινε δυναμική, εκφραστική και συμβολική.
Τα υψωμένα σε δέση χέρια της Παναγίας θυμίζουν τον ρόλο της κοντά στον Υιό της. Είναι αυτή που παρακαλεί και μεσιτεύει. Όπως ψάλλει η Εκκλησία μας, «ἄλλην γάρ οὐκ ἔχομεν, ἁμαρτωλοί πρός Θεόν, ἐν κινδύνοις καί θλίψεσιν, ἁεί μεσιτείαν». Παρακαλούμε τον Χριστό να μας σώσει και ελεήσει «ταῖς πρεσβίαις τῆς Παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἁειπαρθένου Μαρίας».
Στην εικόνα η Θεοτόκος εικονίζεται ορθοστημένη, αλύγιστη. Με την ακινησία της φαίνεται να εκφράζει τα αμετακίνητα δόγματα της Εκκλησίας. Από το άλλο μέρος οι απόστολοι με τις διάφορες χειρονομίες τους συμβολίζουν τις διάφορες γλώσσες και τα ποικίλα μέσα, με τα οποία σπέρνεται ο λόγος του Θεού στις καρδιές των ανθρώπων.
Ωραία παρατηρήθηκε: «Ένα αίσθημα ειρήνης, προσευχής και αίνου καλύπτει το παν, γιατί εκεί οπού βρίσκεται το κεφάλι τοποθετείται η χαρμόσυνη ελπίδα του σώματος», δηλαδή της Εκκλησίας, που είναι το Σώμα του Χριστού. Όπως το είπε ο άγιος πάπας Λέων Α΄ (440-461): «Η Ανάληψη του Χριστού είναι δική μας ανύψωση και όπου η δόξα της Κεφαλής προπορεύτηκε, εκεί καλείται η ελπίδα του Σώματος».
Πηγή: apostoliki-diakonia.gr

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

O άγ. Πέτρος Αθωνίτης (+ 12 Ιουνίου) στη Ρώμη

Συγγραφέας: kantonopou στις 12 Ιουνίου, 2013

O Σατανάς εμφανίζεται στον όσιο Πέτρο τον Αθωνίτη σαν άγγελος

Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς 

“… Έτσι λοιπόν πληγωμένος με το βέλος της θείας αγάπης, άρχισε να βαδίζει προς τη Ρώμη χωρίς καμία αναβολή, με σκοπό να αφιερωθεί εκεί τελειότερα, να περιβληθεί το Μοναχικό Σχήμα και να εκπληρώσει το τάμα του. Ο δε μέγας Νικόλαος [1] πάλι τον συνόδευε αφανώς και μάλιστα προφθάνοντας βρίσκεται εγκαίρως στην πόλη και συναντά νοερά τον Πάπα. Είχε καθίσει εκείνος επάνω στον υψηλό θρόνο του, όπως ήταν φυσικό τότε, άνδρας θαυμάσιος και σπουδαίος, με εμπειρίες νοερών θαυμάτων. Του συνιστά λοιπόν τον Πέτρο, πριν ακόμη τον δει, και του διηγείται τα σχετικά μ’ αυτόν, και τον διατάζει, όταν θα έλθει, να τελέσει σ’ εκείνον όσα είναι κανονισμένα να γίνονται σ’ αυτούς που προτίμησαν τη Μοναχική ζωή. Του υπέδειξε μάλιστα και μερικά σημεία για το πώς θα τον αναγνωρίσει, λέγοντας και τ’ όνομά του. Έτσι εκείνος τελείωσε τη συνάντηση.

Ο δε Πέτρος εισέρχεται στην πόλη χωρίς να γνωρίζει τίποτε απ’ όσα έχει πράξει ο προστάτης του Άγιος και προχωρεί κατευθείαν προς τη Μητρόπολη. Έφτασε έτσι στις ιερές πύλες και με τα γόνατα στη γη προσκυνούσε τις άγιες Εικόνες. Ο Πάπας αμέσως τον προσκαλεί, τον διδάσκει τα της Μοναχικής πολιτείας και τον ενδύει με την ανάλογη προς την πολιτεία αυτή ενδυμασία. Αυτός τότε με μια χαρούμενη έκπληξη για το γεγονός αυτό – πώς ήταν δυνατόν να μη χαρεί; – δόξαζε το Θεό και με υψωμένα τα χέρια του συνεχώς Τον ευχαριστούσε. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και αύξανε διαρκώς την καλή και αγαθή προθυμία του και με τη ζέση του Αγίου Πνεύματος ζητούσε τόπο που θα τον βοηθούσε στην πρόθεσή του.

Αφού κατέβηκε λοιπόν στην παραλία, κατά θεία Πρόνοια συναντά μερικούς ναυτικούς, οι οποίοι ήταν έτοιμοι να αναχωρήσουν απ’ την πόλη και να αποπλεύσουν. Είχαν αποφασίσει μέσω της Κρήτης να φτάσουν στην Ασία. Μαζί τους λοιπόν αναχωρεί κι αυτός, με την ελπίδα να επιτύχει έτσι εκείνα που σκεφτόταν. Τώρα όμως μάλλον εμπιστευόταν το Θεό, ο Οποίος απεργάζεται κάθε τι ωφέλιμο και συμφέρον για τους ανθρώπους”.

[1] Ο άγ. Νικόλαος, που προστάτευε και καθοδηγούσε τον Πέτρο.

Από το “Λόγον εις τον θαυμαστόν και ισάγγελον βίον του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Πέτρου του Αθωνίτου”, του αγ. Γρηγορίου Παλαμά, έκδ. Ι.Μ. Σταυρονικήτα, Άγιο Όρος 1991, σ. 27-29

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Ανάληψη του Χριστού.

Συγγραφέας: kantonopou στις 12 Ιουνίου, 2013

 
Ένα γεγονός δόξας και χαράς που ολοκληρώνει την Πασχαλινή περίοδο είναι η Ανάληψη του Χριστού μας στους ουρανούς. Έρχεται η στιγμή που ο Νικητής του θανάτου δείχνει τον τελικό προορισμό του ανθρώπου. Μέσα σε μία υπερκόσμια δόξα ο Κύριος αποχαιρετά την ανθρωπότητα και επιστρέφει στον ουρανό. Τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος σπαργανώνεται ως βρέφος στη Βηθλεέμ.
 Ως Θεάνθρωπος ζει τα τριάντα τρία χρόνια Του πάνω στη γη, διδάσκει, θαυματουργεί, ευεργετεί, αποκαλύπτεται, αποκρύπτεται, διαλέγεται, σιωπά, χαίρεται, δακρύζει, πονάει, προδίδεται, ματώνει, σκανδαλίζει, συγχωρεί, πεθαίνει, ανασταίνεται και αναστημένος δεν εξαφανίζεται, αλλά ζει και φανερώνεται άλλοτε καθαρά και άλλοτε «εν ετέρα μορφή», για να καταλήξει που; Γιατί όλ’ αυτά; Γιατί φοράει τη σάρκα μας ο Θεός; Γιατί ντύνει την υπέρφορτη λαμπρότητα της Θεότητός Του με την παχυλότητα του ανθρωπίνου σώματος; Γιατί κάνει φίλους Του εμάς, που είμαστε έτοιμοι με κάθε ευκαιρία να Τον προδώσουμε; Όλ’ αυτά τα κάνει ο Χριστός για να καταλήξει στο μεγάλο γεγονός της Αναλήψεως.
Έρχεται ο Θεός στη γη, ξεγελάει τον διάβολο, αρπάζει τον άνθρωπο από το θάνατο και τη φθορά και τον ανεβάζει τόσο ψηλά, ώστε να τον κάνει συγκάτοικο στο θρόνο της Αγίας Τριάδος. Ο Χριστός, χωρίς να πάψει να είναι τέλειος Θεός, γίνεται και τέλειος άνθρωπος και έτσι, ως τέλειος άνθρωπος ανεβαίνει στους ουρανούς με την Ανάληψή Του, για να πραγματοποιήσει τη μεγαλύτερη νίκη όλων των εποχών, τη νίκη κατά της λάσπης. Ακόμη και η νίκη κατά του θανάτου, δηλ. η Ανάσταση του Χριστού, δεν θα είχε ολοκληρώσει το σκοπό της, αν ο Κύριος έμενε κάτω στη γη, έστω και αναστημένος. Με την Ανάληψή Του ο Χριστός μας δίνει το μήνυμα πως η αληθινή μας ελπίδα δεν βρίσκεται μόνο στο ότι κάποτε όλοι θα αναστηθούμε. Η αληθινή μας ελπίδα δεν πηγάζει μόνον από το ότι δεν φοβόμαστε τη μεγαλύτερη συμφορά που μπορεί να μας βρει, δηλ. το θάνατο. Η πραγματική μας ελπίδα δεν βρίσκεται στο ότι μας περιμένει μία αιώνια ζωή, αλλά στο ότι μας περιμένει μία αιώνια ζωή κοντά στο θρόνο της Αγίας Τριάδος. Είμαστε ξεπεσμένοι πρίγκιπες που δεν χαιρόμαστε, επειδή απλώς μας βρήκε ο Βασιλιάς μας, αλλά επειδή μας βρήκε και μας οδηγεί στο παλάτι Του, για να χαρούμε κι εμείς συμβασιλεύοντας μαζί Του στην αιώνια Βασιλεία Του.
Η εορτή της Αναλήψεως λοιπόν δεν είναι μία εορτή του Θεού μόνον. Περισσότερο είναι ένα πανηγύρι του ανθρώπου. Είναι ένας θρίαμβος για τον ταπεινό και ξεπεσμένο άνθρωπο, ο οποίος, στο πρόσωπο του Χριστού, ανεβαίνει τόσο ψηλά, ώστε ξεπερνάει ακόμη και αυτά τα τάγματα των αγγέλων και γίνεται συγκάτοικος του Θεού. Ο Χριστός παίρνει τον άνθρωπο από την εξορία και τον οδηγεί στην πατρίδα. Αρπάζει το πλάσμα του από τη λάσπη αυτής της πεπερασμένης πραγματικότητος και το ανεβάζει στη δόξα και στο φως της Αγίας Τριάδος. Μόνον η αγάπη του Θεού μπορούσε να σκεφτεί μία τέτοια τύχη για το δημιούργημά Του. Ούτε οι άνθρωποι ούτε ακόμη και οι άγγελοι ήταν δυνατόν να σκεφτούν πως ο Θεός αγαπάει τόσο πολύ τον άνθρωπο, ώστε  να τον πλάσει με σκοπό να τον κάνει κι’ εκείνον θεό κατά χάριν. Αυτό ήταν το πρώτο σχέδιο του Θεού για το πλάσμα Του και κανείς και κανένα εμπόδιο δεν θα ήταν δυνατόν να εμποδίσουν αυτό το αρχικό θεϊκό σχέδιο. Αυτό λοιπόν συμβαίνει την ημέρα της Αναλήψεως. Ο Νικητής του θανάτου και Λυτρωτής του κόσμου πραγματοποιεί το αρχέγονο σχέδιό Του, θεώνει την ανθρώπινη φύση και στο πρόσωπο του Χριστού την ανεβάζει στο ύψος της Τρισηλίου Θεότητος.
Είναι δύσκολο αυτή η μεγαλοσύνη να εκφρασθεί με λόγια. Ο καθένας εισπράττει από τούτη την ενέργεια της αγάπης του Θεού ο,τι του επιτρέπει η διάθεσή του. Άλλος σκιρτά από χαρά και ελπίδα για τη δόξα που μας περιμένει όλους και άλλος μένει ψυχρός και αδιάφορος. Σε μία εποχή που η λάσπη μπούκωσε τόσο τα λαρύγγια των ανθρώπων, ώστε πλέον δεν έχουν τη δύναμη ούτε να φωνάξουν ούτε να αντισταθούν, σε μία τέτοια εποχή η Ανάληψη του Χριστού έρχεται σαν μία τελευταία και μοναδική ελπίδα να μας δώσει παρηγοριά, δύναμη και χαρά.
 Η Ανάληψη του Χριστού μας διδάσκει πως τίποτε από την ψεύτικη πραγματικότητα που ζούμε δεν πρέπει να μας στεναχωρεί «ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν». Ο, τι ζούμε, θα τελειώσει. και αυτό που μας περιμένει, αυτό για το οποίο πλασθήκαμε είναι τόσο καλύτερο από την ψεύτικη πραγματικότητά μας, ώστε δεν μπορεί να το χωρέσει το μυαλό μας!
Καθώς ο Κύριος ανεβαίνει στον ουρανό, ανεβάζει και την πεσμένη φύση μας μαζί Του. Μας δίνει την υπέροχη ελπίδα πως Του ανήκουμε, μας περιμένει να ενωθούμε μαζί Του, αφού πρώτα Εκείνος ενώθηκε μαζί μας. Ο Αναλαμβανόμενος εις τους ουρανούς Χριστός μας δείχνει τον τελικό σκοπό της ζωής μας. Ζούμε όχι για να περάσουμε εδώ καλά, ούτε για να στεναχωριόμαστε, όταν περνάμε άσχημα. Ζούμε για να προετοιμάσουμε τους εαυτούς μας για τον ουρανό. Εκείνον στοχεύουμε, διότι εκείνος μας ανήκει για πάντα. 
Όσο πιο πολύ προετοιμαζόμαστε για τον ουρανό, τόσο γίνεται πιο ευχάριστη, πιο χαρούμενη και πιο ήρεμη η ζωή μας εδώ κάτω στη γη. Ας μη δίνουμε αξία και σημασία σε ό,τι γίνεται γύρω μας. Όλα είναι ψεύτικα και μάταια. 
Πολύτιμα και παντοτινά είναι αυτά στα οποία μας οδηγεί ο Αναλαμβανόμενος Χριστός. είναι όλα αυτά που σχεδίασε να μας χαρίσει με την υπέροχη και υπέρλογη ανάβασή Του.
http://imverias.blogspot.gr/2013/06/blog-post_2533.html#more

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Ανάληψη του Κυρίου

Συγγραφέας: kantonopou στις 12 Ιουνίου, 2013

1. ῾Ολοκλήρωση τοῦ σωτηριώδους ἔργου Του. 
 Μέ τήν ᾽Ανάληψή Του ὁ Κύριος ὁλοκλήρωσε τό ἀπολυτρωτικό καί σωτηριῶδες ἔργο Του στή γῆ. Ἡ εἰς Οὐρανούς ἄνοδός Του ἦταν ἡ συνέχεια τῆς Γεννήσεώς Του, τῆς Βαπτίσεώς Του, τοῦ διδασκαλικοῦ ἔργου Του, τῆς Σταυρώσεως καί τῆς ᾽Αναστάσεώς Του. Ὅ,τι ξεκίνησε ὁ Κύριος ἐρχόμενος στόν κόσμο ἔφτασε στό πέρας του μέ τήν Θεία Του ᾽Ανάληψη: ἕνωσε τούς ἀνθρώπους μέ τόν Τριαδικό Θεό. Σύμφωνα μέ τό κοντάκιο τῆς ἑορτῆς, πού συμπυκνώνει τήν οὐσία της, ὁ Κύριος ἀνελήφθη ἐν δόξῃ ῾τήν ὑπέρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν καί τά ἐπί γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις᾽.
Ἡ ἐν δόξῃ αὐτή ᾽Ανάληψη δέν ἀποτελεῖ ἀπόρριψη ἀπό τόν Κύριο τοῦ φυσικοῦ σκηνώματός Του καί ἐπάνοδό Του ὡς Θεοῦ μόνου στά δεξιά τοῦ Πατέρα. Ὁ Κύριος ἀναλαμβάνεται στούς Οὐρανούς, ῾ὅπου ἦν τό πρότερον᾽, μέ τό ἅγιο σῶμα Του, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ δέν ἦταν μία παρένθεση στήν ὅλη ζωή Του. Τέτοιες παρενθέσεις βλέπουμε στίς ῾θεότητες᾽ τῶν ᾽Αρχαίων ῾Ελλήνων ἤ καί ἄλλων λαῶν, ὅταν κάποιος ῾Θεός᾽ φανερώνεται ὡς ἄνθρωπος στόν κόσμο, γιά νά ἐπιτελέσει κάποια συγκεκριμένη ἀποστολή, προκειμένου στή συνέχεια νά ἐπανέλθει στήν κανονική του τάξη. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, σαρκώνεται ὡς ἄνθρωπος, προσλαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύση καί τήν κρατάει διαπαντός. ῎Αν ἡ ἀνθρωπότητα θεραπεύτηκε ἀπό τό τραῦμα τῆς ἁμαρτίας ἦταν γιατί ὁ Θεός μας ἀπό ἄπειρη ἀγάπη κινούμενος ἕνωσε τή ζωή Του μέ ἐμᾶς. Γιά πάντα στή Θεότητα ὑπάρχει πιά καί ἡ ἀνθρώπινη φύση. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἐν Χριστῷ ὁ ἄνθρωπος ῾κατέκτησε᾽ τούς οὐρανούς. ῎Ηδη βρισκόμαστε μέσα στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῾Πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν᾽ εἶπε ὁ Κύριος (᾽Ιωάν. 14,2).
Ἡ μεγάλη αὐτή ἀλήθεια ἀποκαλύπτει πέρα ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀξία πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἕνα ὄν τυχαῖα ριγμένο στόν κόσμο. Δέν εἶναι ἀκόμη ἕνα ἀπό τά πολλά ὄντα τοῦ κόσμου. Μέ τήν πρόσληψή του ἀπό τόν Θεό καί τή διαπαντός διακράτησή του ἀπό ᾽Εκεῖνον μέσα Του φανέρωσε τήν ἄπειρη ἀξία πού ἔχει καί ὁ ἴδιος. ᾽Αξία ὅμως πού δέν ἀποκτᾶ ἀπό μόνος του, ἀλλά ἀπό τή σύνδεση καί τή σχέση του μέ τό Δημιουργό Του.῾Ο Θεός εἶναι ᾽Εκεῖνος πού δίνει ἀξία στόν ἄνθρωπο καί ὄχι κάτι πού κατέχει αὐτός. Εἶναι στήν πραγματικότητα τό ῾κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ’ στόν ἄνθρωπο, τό ὁποῖο καθάρισε ὁ Χριστός ἐρχόμενος στόν κόσμο καί τό ἔφτασε στό ἀπώγειό του ὡς ῾καθ᾽ ὁμοίωσιν᾽ μέ τήν ἔνδοξη ᾽Ανάληψή Του. Διαφορετικά, ἀπό μόνοι μας, χωρίς τόν Θεό, εἴμαστε ὅ,τι ἐπισημαίνουν ὅλοι οἱ ἅγιοι ὅλων τῶν ἐποχῶν: ῾γῆ καί σποδός᾽, ῾σκωλήκων βρῶμα καί δυσωδία᾽, κυριολεκτικά ἕνα τίποτα: ῾χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν᾽, πού εἶπε καί ὁ Κύριος ( ᾽Ιωάν. 15,5). Κατά συνέπεια ἡ ἀξία πού δίνει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο ὁδηγεῖ στήν καταδίκη κάθε ρατσιστικῆς ἀντίληψης καί στήν ὑπέρβαση κάθε ἀριστοκρατικῆς θεώρησης ὁμάδων ἀνθρώπων. Κανείς δέν εἶναι ἀνώτερος ἀπό κάποιον ἄλλον. Εἴτε λευκός εἴτε μαῦρος, εἴτε φτωχός εἴτε πλούσιος, εἴτε μορφωμένος εἴτε ἀμόρφωτος, εἴτε νέος εἴτε γέρος, ὅλοι ἔχουμε τήν ἴδια ἀξία πού μᾶς δίνει ὁ Θεός μας. ῾Οὐκ ἔνι ᾽Ιουδαῖος οὐδέ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδέ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ. Πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ᾽Ιησοῦ᾽ (Γαλ. 3, 28). Ἡ ᾽Ανάληψη λοιπόν τοῦ Κυρίου, πέρα ἀπό τήν ὁλοκλήρωση τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, σημαίνει καί τή μεγάλη ἀξία τοῦ ἀνθρώπου.
2. ᾽Ανάληψη καί Πεντηκοστή: ἡ ἵδρυση τῆς ᾽Εκκλησίας. 
 Ναί μέν ὁ Κύριος μέ τήν ᾽Ανάληψή Του ὁλοκλήρωσε τό ἔργο Του ἐπί τῆς γῆς, ἀλλά καί δέν σώθηκε ὁ κόσμος ἀκόμη. Αὐτό πού ἔφερε ἔπρεπε νά γίνει προσωπικό κτῆμα τοῦ καθενός. Τό γενικό καί ἀντικειμενικό νά γίνει ἀτομικό. Καί τό ἔργο αὐτό τῆς προσωπικῆς οἰκείωσης τῆς σωτηρίας ἔγινε μέ τήν κάθοδο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Κατά τήν Πεντηκοστή, τό τρίτο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τό ῞Αγιον Πνεῦμα, ἀναλαμβάνει τή διακονία τῆς κοινῆς ἐνέργειας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ: νά φανερώνει τόν Χριστό στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, νά πραγματοποιεῖ τόν ἁγιασμό τους. Ὅπως ὁ Θεός Πατέρας διακόνησε τίς κοινές ἐνέργειες τῆς Θεότητος τήν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, προκειμένου νά προετοιμάσει τούς ἀνθρώπους γιά τόν ἐρχομό τοῦ Υἱοῦ Του, ὅπως ὁ Θεός Υιός διακόνησε τίς κοινές ἐνέργειες τῆς Θεότητος τήν ἐποχή τῆς Καινῆς Διαθήκης μέ τό ὅλο ἀπολυτρωτικό ἔργο Του, ἔτσι καί ὁ Θεός ῞Αγιον Πνεῦμα διακονεῖ ἀπό τήν Πεντηκοστή καί ἐφεξῆς τίς ἐνέργειες αὐτές: φανερώνει τήν ᾽Εκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ καί κάνει τόν ἄνθρωπο μέλος ᾽Εκείνου (Πρβλ. ᾽Ιωάν. 16, 13-15). ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἡ ᾽Ανάληψη τοῦ Κυρίου παραπέμπει στό γεγονός τῆς Πεντηκοστῆς. Χωρίς τήν Πεντηκοστή – τήν ἐπιφοίτηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος – ἡ ᾽Ανάληψη, ὅπως καί ὅλη ἡ ἐπί γῆς ζωή τοῦ Κυρίου, θά παρέμενε παντελῶς ἀνενέργητη. Χωρίς τήν παρουσία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ὁ Χριστός μας θά παρέμενε ἕνας ξένος γιά μᾶς. ῎Ισως σάν τήν ἠλεκτρική ἐγκατάσταση ἑνός σπιτιοῦ πού δέν ἔχει διακόπτες παροχῆς τοῦ ρεύματος. Χωρίς τούς διακόπτες ἡ ὕπαρξη τοῦ ρεύματος δέν χρησιμεύει πουθενά. Ἡ ὑμνολογία τῆς ᾽Εκκλησίας μας τονίζει ἐπαρκῶς τή διάσταση αὐτή τῆς ᾽Αναλήψεως: ῾ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς τούς οὐρανούς, ἵνα πέμψῃ τόν Παράκλητον τῷ κόσμῳ᾽. Ἡ πέμψη τοῦ Παρακλήτου ῾Αγίου Πνεύματος κατανοεῖται ὡς ὁ σκοπός τῆς ᾽Αναλήψεως, γιά τό λόγο πού εἴπαμε: νά ἱκανωθεῖ ὁ ἄνθρωπος γιά νά γνωρίσει τόν Χριστό, γιά νά γίνει μέτοχος τῶν δωρεῶν πού ἔφερε ᾽Εκεῖνος στόν κόσμο, γιά νά νιώσει τήν εὐλογία καί τή μεγαλωσύνη νά εἶναι μέλος Του. Μ᾽ ἕνα λόγο ἡ Πεντηκοστή ὡς συνέχεια τῆς ᾽Αναλήψεως μᾶς ἔδωσε τή δυνατότητα νά εἴμαστε ἡ προέκταση τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, ᾽Εκεῖνος μέσω ἡμῶν. ῾Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός᾽ (Γαλ. 2,20).
῎Ετσι ὁ Κύριος φεύγει ἀπό τόν κόσμο γιά νά ξανάρθει μέ ἄλλη μορφή: μέσω τοῦ Πνεύματός Του. Ἡ ἐν ἀγίῳ Πνεύματι ζωή τῆς ᾽Εκκλησίας εἶναι μία διαρκής παρουσία τοῦ Κυρίου μέ ἄλλον τρόπο ἀπό ὅ,τι ἦταν ἐδῶ στή γῆ. Ἡ ἵδρυση τῆς ᾽Εκκλησίας ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι καί βεβαίως ἡ διακυβέρνησή της ἀπό Αὐτόν ἀοράτως εἶναι ἡ συνέχεια τῆς ᾽Αναλήψεως τοῦ Χριστοῦ. Σύμφωνα μέ ὅ,τι βεβαίωσε ὁ ῎Ιδιος: ῾Συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγώ ἀπέλθω. ᾽Εάν γάρ ἐγώ μή ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς. ᾽Εάν δέ πορευθῶ, πέμψω αὐτόν πρός ὑμᾶς᾽ (᾽Ιωάν. 16,7).
 3. ᾽Ανάληψη καί Δευτέρα Παρουσία.
Ἡ ᾽Ανάληψη δέν παραπέμπει μόνο στήν Πεντηκοστή. Παραπέμπει καί στή Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Τά λόγια τῶν ᾽Αγγέλων στούς ἔκπληκτους μαθητές τή στιγμή τῆς ᾽Αναλήψεως εἶναι ἐνδεικτικά: ῾῎Ανδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τόν οὐρανόν; Οὗτος ὁ ᾽Ιησοῦς ὁ ἀναληφθείς ἀφ᾽ ὑμῶν εἰς τόν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὅν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτόν πορευόμενον εἰς τόν οὐρανόν᾽ (Πρ. ᾽Απ. 1,11). Ὁ ἐν δόξῃ ἐρχομός τοῦ Κυρίου γιά δεύτερη φορά ἀποτελεῖ συνέχεια τῆς πρώτης παρουσίας Του, τέλος τῆς ὁποίας ἦταν ἡ ᾽Ανάληψη, ἀλλά καί τῆς μυστηριώδους παρουσίας Του ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι στήν ᾽Εκκλησία. Ἡ Δευτέρα Παρουσία ἀποτελεῖ τήν προοπτική καί τήν προσμονή τῶν Χριστιανῶν. Οἱ Χριστιανοί τρεφόμαστε και ἀπό τό μέλλον. Τό ῾ἔρχου, Κύριε ᾽Ιησοῦ᾽ (᾽Απ. ᾽Ιωάν. 22,20) εἶναι ἡ κραυγή τοῦ πιστοῦ πού νιώθει τήν καρδιά του νά φλέγεται ἀπό τόν ῾᾽Ηγαπημένον᾽ (Πρβλ. ᾽Εφ. 1,6), τόν ᾽Ι. Χριστό.
 Ἡ Δευτέρα Παρουσία ὅμως θά φέρει καί τήν τελική κρίση τῶν ἀνθρώπων. Στήν κρίση αὐτή καί στή συνέχειά της, τήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, κατά τήν ὁποία θά κυριαρχεῖ πλήρως ὁ Κύριος, βλέπουμε τήν ὁριστική καί τελική ἔκφραση τοῦ βασιλικοῦ ἀξιώματος τοῦ Κυρίου, στοιχεῖο τοῦ ὁποίου εἶναι καί ἡ ᾽Ανάληψή Του. Ὁ Χριστός βασιλέας εἶναι ὁ νικητής Χριστός: κατά τῆς ἁμαρτίας, κατά τοῦ διαβόλου, κατά τῶν παθῶν τοῦ ἀνθρώπου. ῾Δεῖ γάρ αὐτόν βασιλεύειν ἄχρις οὗ ἄν θῇ πάντας τούς ἐχθρούς ὑπό τούς πόδας αὐτοῦ…῞Οταν δέ ὑποταγῇ αὐτῷ τά πάντα, τότε καί αὐτός ὁ υἱός ὑποταγήσεται τῷ ὑποτάξαντι αὐτῷ τά πάντα, ἵνα ᾖ ὁ Θεός τά πάντα ἐν πᾶσιν᾽ (Α´Κορ. 15, 25.28).
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΣΙΟΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 12 Ιουνίου, 2013

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΟΝΟΥΦΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ

 
Ο όσιος Ονούφριος ήταν από την Αίγυπτο και ζούσε σε κοινόβιο που βρισκόταν στην Ερμούπολη Θηβών. Όταν άκουσε τον βίο του προφήτη Ηλία και του αγίου Προδρόμου, άφησε το κοινόβιο και κατοίκησε στην έρημο επί εξήντα χρόνια, χωρίς να έχει δει καθόλου άνθρωπο. Τον όσιο Ονούφριο βρήκε ο μέγας Παφνούτιος, τότε που προχώρησε στα ενδότερα της ερήμου, προκειμένου να ευλογηθεί από άγιους άνδρες. Αφού είχε διανύσει λοιπόν ο Παφνούτιος δεκαεπτά ημέρες και έφτασε στον τόπο που ζούσε ο άγιος, τον πλησίασε και παρακάλεσε να του πει το όνομά του και να του εξηγήσει όλα τα σχετικά με τη ζωή του. Πράγματι τα έμαθε και αργότερα τα διηγήθηκε στους ασκητές μοναχούς, όχι μόνο γι᾽ αυτόν τον θεοφόρο Πατέρα Ονούφριο, αλλά και για άλλους, τους οποίους προχωρώντας βρήκε στην έρημο.
Τότε μάλιστα, όταν παρευρισκόταν ο Παφνούτιος εκεί, επειδή ο όσιος Ονούφριος εκδήμησε προς τον Κύριο, έσκισε το ένδυμά του σε δύο μέρη, και το ένα το έριξε πάνω στο άγιο λείψανο (διότι ήταν γυμνό, καλυπτόμενο από μόνες τις λευκές τρίχες), ενώ το άλλο το κράτησε για τη δική του κάλυψη. Θάβει λοιπόν το άγιο λείψανο σ᾽ αυτόν τον τόπο, κι αμέσως η καλύβα κατέπεσε και ο φοίνικας ξεράθηκε και το νερό χάθηκε. Τελείται δε η σύναξή του στο αγιότατο ευκτήριό του, που βρίσκεται στη Μονή του Αγίου Αλυπίου”.
Για έναν μεγάλο ασκητικό Πατέρα σαν τον όσιο Ονούφριο δεν περιμένει κανείς κάτι άλλο από αυτό που κάνει η υμνολογία της ημέρας: να τονίζει την ασκητική του διαγωγή, τις αρετές του, τη διαρκή αναγωγή του στον Θεό, και μάλιστα στην έρημο που είχε καταφύγει. Πράγματι λοιπόν το πρώτο που προβάλλει ο άγιος υμνογράφος για τον μεγάλο Ονούφριο είναι η απόσυρσή του από την κοινωνία του κόσμου πρώτα και του κοινοβίου έπειτα, σε ερημική τοποθεσία, ώστε μόνος μόνω Θεώ να λατρεύει ακατάπαυστα Εκείνον. Κι αυτό γιατί; Διότι έστω και σε κοινόβιο ευρισκόμενος ζούσε πολλές φορές τη σύγχυση που προκαλεί η συναναστροφή με τους άλλους. ῾Πατέρα θεόφρον Ονούφριε, απομάκρυνες τον εαυτό σου από την κοσμική σύγχυση και ανέβηκες στην υπερκόσμια ακρότητα᾽ (῾Πάτερ θεόφρον Ονούφριε, της κοσμικής σεαυτόν αποστήσας συγχύσεως, προς την υπερκόσμιον ανηνέχθης ακρότητα᾽) (στιχηρό εσπερινού). Ποια η αιτία της επιθυμίας του για πλήρη απομόνωση; Όχι βεβαίως ο δαιμονικός εγωισμός που δεν ανέχεται την παρουσία άλλων, αλλά ο πλούτος της αγάπης προς τον Θεό, η οποία κινεί τον άγιο άνθρωπο να μένει εντελώς απερίσπαστος στη λατρεία του Θεού. ῾Ανέβηκες στην υπερκόσμια ακρότητα, γιατί πόθησες την ίδια την πηγή των αγαθών, κι έφτασες αυτό το αληθινά αγαθό, τον Θεό᾽(῾Προς την υπερκόσμιον ανηνέχθης ακρότητα, αυτήν ποθήσας, των αγαθών την πηγήν, αυτό το όντως αγαθόν έφθασας᾽) (στιχηρό εσπερινού). ῾Μπήκες στον ζυγό του Χριστού, Ονούφριε, γιατί ποθούσες να συναναστρέφεσαι Αυτόν μόνος σου σε άβατες ερήμους και να νιώθεις την τρυφή από το κάλλος της θείας δόξης Του᾽(῾Υπήλθες τον Χριστού ζυγόν, Ονούφριε, ερήμοις αβάτοις συ καταμόνας ομιλείν επιποθών αυτώ και του κάλλους τρυφάν δόξης της θείας αυτού᾽) (ωδή γ´).
Χρειάζεται ιδιαιτέρως να επιμείνουμε σ᾽αυτήν την ερημική απόσυρση του οσίου. Διότι ίσως κάποιος να σκεφτεί ότι μπορεί κι αυτός να κάνει το ίδιο, αν θέλει να βρει τον Θεό. Ο όσιος Ονούφριος, το εξηγήσαμε, εξήλθε από τον κόσμο πηγαίνοντας σε κοινόβιο. Κι αφού έμεινε εκεί αρκετά χρόνια ασκούμενος μαζί με άλλους, κινήθηκε από την αγάπη του Θεού για πλήρη μόνωση, έχοντας ως παράδειγμα τους αγίους προφήτες Ηλία και Ιωάννη Πρόδρομο (῾την Ιωάνου γαρ και Ηλιού εζήλωσας πολιτείαν, παμμάκαρ Ονούφριε᾽) (ωδή ς´).  Αυτή είναι η κανονική πορεία: πρώτα εισέρχεται κανείς σε κοινόβιο κι έπειτα, αν νιώσει την κλήση του Θεού, ζητεί ευλογία για μεγαλύτερη μόνωση. Διότι αν κανείς, χωρίς να έχει αντιπαλέψει τα πάθη του σε σχέση με τους άλλους, χωρίς δηλαδή να έχει ῾στρογγυλοποιηθεί᾽ στον χαρακτήρα του, όπως διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες – η ῾στρογγύλευση᾽ αυτή γίνεται μόνον όταν σχετιζόμαστε με τους άλλους – απλώς στην έρημο θα μεταφέρει τα πάθη του και θα εμπαίζεται από τον διάβολο. Ο όσιος Ονούφριος λοιπόν αποσύρθηκε στην έρημο, διότι η σχέση του με τους άλλους τον είχε οδηγήσει ήδη σε εκείνη την πνευματική καλή κατάσταση της αγάπης, ώστε να ποθεί τη μεγαλύτερη ένωση με τον Θεό. Κι η ένωση αυτή επιβεβαιώθηκε ως αληθινή από το γεγονός ότι πλούτισε τόσο σε αγάπη προς τον Θεό, ώστε η αγάπη του προς τον συνάνθρωπο – η αγάπη προς τον συνάνθρωπο είναι η απόδειξη της αγάπης προς τον Θεό – να φτάνει μέχρι βαθμού θυσίας γι᾽ αυτόν. Ο άγιος υμνογράφος σε έκσταση σχεδόν ευρισκόμενος μπροστά στο μέγεθος αυτής της διπλής αγάπης του οσίου, προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, κραυγάζει: ῾Και την εντολή να δίνει κανείς τον ένα χιτώνα του, όταν έχει δύο, πάτερ, εσύ την ξεπέρασες, γιατί τα έδωσες όλα και έμεινες γυμνός εντελώς᾽(῾Και την ενός χιτώνος εντολήν, πάτερ, υπερβέβηκας, γυμνητεύσας εις τέλος᾽) (στίχοι συναξαρίου). Στον οίκο δε του κοντακίου πράγματι ξεσπά: ῾Ω αγάπη, το υπέρλαμπρο φως! Ω η ανακεφαλαίωση όλων των αρετών! Αυτή που γεμίζει πάντοτε τα ουράνια τάγματα από ευφροσύνη και χάρη. Αυτή που ενοίκησε στους αγίους: τους Πατριάρχες, τους Προφήτες και τους Αποστόλους᾽(῾Ω αγάπη, το φως το υπέρλαμπρον! Ω πασών αρετών το κεφάλαιον! Η αεί τα ουράνια τάγματα ευφροσύνης πληρούσα και χάριτος. Η ενοικήσασα τοις Αγίοις, Πατριάρχαις, Προφήταις και Αποστόλοις᾽).
Είναι απορίας άξιο πώς ένας τόσο ασκητικός Πατέρας, με τόση σκληρή ασκητική ζωή φτάνει σε τέτοια ευαισθησία καρδιάς και τέτοια αγάπη. Συνήθως οι απομονωμένοι άνθρωποι αποκτούν μία σκληρότητα στη συμπεριφορά τους. Αλλά αυτό συμβαίνει σε κοσμικούς ανθρώπους ή σε ασκητές άλλων θρησκειών. Ο χριστιανός ασκητής, σαν τον μέγα Ονούφριο, ασκητεύει, γίνεται σκληρός αλλά μόνον ως προς τον εαυτό του. Με σκοπό, υποτάσσοντας τα πάθη του και τα ενεργήματα του διαβόλου, να μαλακώσει στην καρδιά και να γίνει κατοικητήριο του αγίου Πνεύματος και όλης της αγίας Τριάδος. Συνεπώς η αγάπη του Θεού γίνεται αγάπη και δική του. ῾Απομάκρυνες μεν τον εαυτό σου από τον κοσμικό τρόπο ζωής, όσιε, ζώντας όμως στις ερημιές έλαβες τον ουράνιο άρτο. Διότι είχες τον Χριστό ως σιτοδότη σου᾽(῾Εμάκρυνας μεν σεαυτόν εκ κοσμικής διαίτης, όσιε, εν ερημίαις δ᾽ αυλιζόμενος, άρτον ουράνιον είληφας. Είχες γαρ Χριστόν σιτοδότην᾽) (ωδή ζ´). ῾Επειδή επιθυμούσες την ουράνια μακαριότητα, θεώρησες, θεσπέσιε, ως τρυφή την εγκράτεια, την πτωχεία ως πλούτο, την ακτημοσύνη ως αληθινή περιουσία και την ταπείνωση ως δόξα᾽(῾Της μακαριότητος της υπέρ νουν ορεγόμενος, ελογίσω, θεσπέσιε, τρυφήν την εγκράτειαν, την πτωχείαν πλούτον, την ακτημοσύνην περιουσίαν αληθή, και ευδοξίαν την μετριότητα᾽) (απόστιχο εσπερινού). Αυτή είναι η πνευματική άσκηση: τα παρακλάδια της ουσίας της αμαρτίας ( που είναι ο εγωισμός), τη φιληδονία δηλαδή, τη φιλαργυρία και τη φιλοδοξία, να τα μεταποιεί ο πιστός με τη χάρη του Θεού σε παρακλάδια της ίδιας της ενέργειας της Θεότητας ( που είναι η αγάπη), δηλαδή σε εγκράτεια, σε ακτημοσύνη και πτωχεία, σε ταπείνωση.
Κι αξίζει να κάνει κανείς το παρακάτω σχόλιο, μέσα στα πλαίσια της πνευματικής άσκησης του οσίου, εξαφορμής  ενός και πάλι αποστίχου του εσπερινού. ῾Απαρνήθηκες, θεόσοφε, κάθε ηδυπάθεια καταπιέζοντας το σώμα σου, με το να πικραίνεις την αίσθηση με τους κόπους της εγκράτειας και της σκληραγωγίας, και με την υπομονή των πειρασμών και την καρτερία των περιστάσεων᾽(῾Πάσαν ηδυπάθειαν υπωπιάζων το σώμά σου, απηρνήσω, θεόσοφε, πικραίνων την αίσθησιν, εγκρατείας πόνοις και σκληραγωγίας, υπομονή τε πειρασμών και καρτερία των περιστάσεων᾽). Έχουν επισημάνει οι ιατροί με διάφορες έρευνές τους ότι ο καρκίνος που κατατρώγει το σώμα του ανθρώπου τρέφεται από τις ζάχαρες και τα εν γένει γλυκίσματα. Αντιθέτως, η λήψη πικρών ουσιών από τον άνθρωπο προλαμβάνει πολλές φορές την ανάπτυξη του καρκίνου, συχνά δε τον καταπολεμά. Αυτό που συμβαίνει στο σώμα, συμβαίνει και στην ψυχή. Η στροφή του ανθρώπου στις διάφορες ηδυπάθειες, στην καλλιέργεια δηλαδή της φιληδονίας, αυξάνει τον εγωισμό, δηλαδή την ουσία της αμαρτίας, άρα κάνει τον άνθρωπο έρμαιο του διάβολου και έρημο της χάρης του Θεού. Αντιθέτως, η στροφή του στην πικρότητα της εγκράτειας και της σκληραγωγίας,  ό,τι δηλαδή επισημαίνει και το τροπάριο για τον όσιο Ονούφριο, οδηγεί τον άνθρωπο στην υπέρβαση της φιληδονίας και τον καθιστά καλό έδαφος για την παρουσία  της χάρης του Θεού, συνεπώς της αληθινής αγάπης. Ο άγιος υμνογράφος θα χαιρόταν ιδιαιτέρως αν ζούσε στις ημέρες μας, που και η ίδια η ιατρική επιστήμη επιβεβαιώνει στο επίπεδο του σώματος ό,τι συμβαίνει και στην ψυχή. 
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Λουκάς ο ιατρός, Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Ιουνίου, 2013

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΝΕΟΣ, Ο ΙΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΥΜΦΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΚΡΙΜΑΙΑΣ, Ο ΡΩΣΟΣ (11 ΙΟΥΝΙΟΥ)

 
Ο άγιος Πατήρ ημών Λουκάς ο νέος ήταν από την πόλη Κερτς της Χερσονήσου της Κριμαίας της Ρωσίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Φέλικας Στανισλάβοβιτς κι ήταν Ρωμαιοκαθολικός στην πίστη, κι η μητέρα του Μαρία Δημητρίεβνα κι ήταν πιστή ορθόδοξη. Γεννήθηκε το 1877. Πολλές φορές βρέθηκε κοντά στα άγια λείψανα των οσίων της Λαύρας του Κιέβου, όπου και έλαβε τα σπέρματα της θείας χάρης, τα οποία και αύξησε πολύ στην καρδιά του. Όταν μεγάλωσε σπούδασε την επιστήμη των ιατρών στο Πανεπιστήμιο του Κιέβου, στην οποία και αρίστευσε με τις επιδόσεις του. Έπειτα νυμφεύτηκε την Άννα Βασιλίγιεβνα, με την οποία απέκτησε τέσσερα τέκνα. Όταν πέθανε πρόωρα η γυναίκα του, χειροτονήθηκε ιερέας και μετά από λίγο επίσκοπος, αφού κάρηκε προηγουμένως μοναχός και έλαβε το όνομα Λουκάς, αφήνοντας το προηγούμενο Βαλεντίνος. Ως ιατρός και ιεράρχης ενισχύθηκε από τη θεία χάρη και ομολόγησε με θάρρος το όνομα του Χριστού ενώπιον δικαστικών βημάτων και αθέων ανδρών. Πέρασε αρκετό χρόνο από τη ζωή του στις φυλακές και υπέστη για την πίστη του διωγμούς και μαρτύρια, χωρίς να δειλιάσει καθόλου μπροστά στις απειλές και τα μηχανήματα του αρχεκάκου εχθρού. Ζώντας ο μακάριος πότε στη μία και πότε στην άλλη πόλη, λόγω της κατ᾽ αυτού μανίας των διωκτών αθέων, ως επίσκοπος στήριξε θεοφιλώς το πλήρωμα του λαού στις επισκοπές Τασκένδης, Ταμπώφ και Συμφερουπόλεως της Κριμαίας και αλλού, ενώ ως ιατρός διέσωσε από τον θάνατο σε πάρα πολλούς τόπους της Ρωσίας πολλούς αρρώστους. Του χάρισε ο Θεός και στην επίγεια ζωή, αλλά και μετά τον θάνατό του να ενεργεί υπερφυσικές δυνάμεις. Κοιμήθηκε εν ειρήνη στη Συμφερούπολη το 1961, αφήνοντας φήμη αγίου Ιεράρχου, σοφού ιατρού και ανυποχώρητου ομολογητή της ορθόδοξης πίστεώς μας”.
Ο άγιος Λουκάς ο νέος δεν είναι μόνον ότι έζησε πολύ κοντά στην εποχή μας, φανερώνοντας κι αυτός, όπως και πλήθος άλλων βεβαίως, ότι το Πνεύμα του Θεού ενεργεί σε κάθε εποχή εξίσου με τις παλαιές, αρκεί να βρει το κατάλληλο έδαφος της καρδιάς, αλλά και ότι υπήρξε μέγας επιστήμονας, διεθνούς φήμης και ακτινοβολίας, τόσο που οι μελέτες και τα συγγράμματά του πάνω σε θέμα ιατρικής θεωρούνται ορόσημα και πρωτοποριακά ακόμη και στις ημέρες μας, όπου η ιατρική και οι άλλες επιστήμες έχουν προχωρήσει πάρα πολύ λόγω των αλμάτων που έχει γίνει στην τεχνογνωσία. Κι όμως! Για την Εκκλησία μας, εκείνο που προέχει δεν είναι φυσικά η επιστημοσύνη του και το λαμπρό μυαλό του – αξιοσημείωτα πράγματι ως τάλαντα του Θεού –  αλλά η αγιότητά του, με την οποία βοήθησε παρηγορητικά πάρα πολύ τους ανθρώπους που συναναστράφηκε, όπως και τους ανθρώπους της κάθε εποχής, αφού ανήκοντας πια στη θριαμβεύουσα Εκκλησία, έχει την παρρησία εκείνη ενώπιον του Θεού, ώστε να μεσιτεύει για κάθε άνθρωπο, που προσέρχεται εν πίστει σ᾽ εκείνον και τα άγια λείψανά του. Κι αυτήν την προτεραιότητα της αγιωσύνης του επισημαίνουμε και στην ελληνική ακολουθία του αγίου, ποίημα του εξαιρέτου υμνογράφου της Εκκλησίας μας αρχιμανδρίτου τότε που την εποίησε, Μητροπολίτου τώρα Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας κ. Ιωήλ Φραγκάκου. Ο υμνογράφος δεν υποβαθμίζει ασφαλώς τη μεγαλοφυΐα του αγίου στον τομέα τον ιατρικό. Χωρίς να παραλείπει κάποιες αναφορές σ᾽ αυτήν, επιμένει όμως στις κατά Θεόν αρετές του, στην μαρτυρική ομολογία της πίστεώς του, στο χάρισμα της θαυματουργίας του. Και δικαίως: ο υμνογράφος κινείται θεολογικά, έχοντας ως κριτήριο το στοιχείο της αγιότητας, που μένει εις τον αιώνα, και όχι τα επίγεια και φυσικά προσόντα, τα οποία και παρέρχονται αλλά και μπορεί να καταστρέψουν τον άνθρωπο, αν δεν τα διαχειριστεί κατά το θέλημα του Θεού.
Έτσι π.χ. διαβάζουμε και ακούμε: ῾Γνωρίζοντας καλά την επίγεια, θύραθεν, σοφία, άγιε, θέλησες να γνωρίσεις την ιερή αλήθεια του Χριστού᾽(῾Σοφίαν την θύραθεν επιγιγνώσκων καλώς, ηθέλησας, άγιε, την ιεράν του Χριστού γνωρίσαι αλήθειαν᾽) (κάθισμα όρθρου). ῾Ξεχύθηκε, θεόφρον, η ιατρική σου χάρη σε όλη τη Ρωσία και έγινες ιατρός των νοσούντων, συγχρόνως όμως και χρημάτισες αρχιερέας αγιότατος, Συμφερουπόλεως και Κριμαίας και άλλων πόλεων, και φάνηκες άριστος ποιμενάρχης των λογικών προβάτων της Εκκλησίας του Χριστού᾽(῾Εξεχύθη, θεόφρον, η ιατρική σου χάρις επί πάσαν την Ρωσίαν, και γέγονας ιατρός των νοσούντων, άμα δε και χρηματίσας Αρχιερεύς εννομώτατος, Συμφερουπόλεως και Κριμαίας, και άλλων πόλεων, ώφθης ποιμενάρχης άριστος των λογικών προβάτων της Εκκλησίας του Χριστού᾽) (ιδιόμελο αντιφώνου όρθρου). Ο π. Ιωήλ διακρίνει τον πνευματικό τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε ο άγιος Λουκάς ο νέος τις όποιες τιμές του απονέμονταν λόγω των ιατρικών γνώσεών του και της προσφοράς του στην πατρίδα του, όπως για παράδειγμα το βραβείο Στάλιν το 1946. Δέχτηκε μεν το βραβείο, αλλά δεν υπερηφανεύτηκε καθόλου, γιατί είχε τη  συναίσθηση πως ό,τι έκανε, το έκανε,  ευρισκόμενος απλώς πάνω στο καθήκον του ως χριστιανός. Γιατί; Διότι δεν έμενε στα πρόσκαιρα, όπως είπαμε, αλλά στα αιώνια του Θεού. ῾Σε εξύψωσαν στη γη οι άνθρωποι, αλλά έμεινες ταπεινός, Λουκά, γιατί ζήλεψες τα αιώνια και ανέφερες στον Θεό τα αξιοτίμητα δικά σου χαρίσματα, άγιε Πατέρα᾽(῾Υψώθης εν γη υπό ανθρώπων, αλλ᾽ έμεινας άτυφος, Λουκά, ζηλώσας τα ακίνητα και τω Θεώ απέδωκας τα σα αξιοτίμητα, άγιε Πάτερ, χαρίσματα᾽) (ωδή γ´).

Ο υμνογράφος επιμένει πολύ σε δύο ιδιαίτερα γνωρίσματα της αγιότητας του αγίου Λουκά: στο ανάργυρο των ιατρικών του υπηρεσιών και στη μαρτυρική ομολογία της πίστεώς του. Ο άγιος ανήκει στους αναργύρους ιατρούς. Ό,τι παλαιότερα ήταν οι άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός, Παντελεήμων και Ερμόλαος, Κύρος και Ιωάννης, Σαμψών και Διομήδης, Θαλέλλαιος και Ερμόλαος, το ίδιο είναι στην εποχή μας ο άγιος Λουκάς ο νέος.  ῾Λουκάν τον νέον άγιον…τον ένδοξον Ανάργυρον…ανευφημήσωμεν πάντες᾽(εξαποστειλάριο). Και μολονότι ανάργυρος, ως έχοντας σύζυγο την πτωχεία, έτρεφε όμως τους πάντες, και με τον λόγο του από πλευράς πνευματικής, και με την προσφορά διαφόρων τροφών. ῾Αν και είχες λάβει την πτωχεία ως σύζυγο στη ζωή σου, έθρεψες πράγματι τα πλήθη του λαού σου με τα θεία σου λόγια και με τις τροφές, ως μέγας σιτοδότης του σώματος και του Πνεύματος, σε όλη τη Ρωσία, Λουκά θαυμάσιε᾽(῾Την πτωχείαν ως σύζυγον ειληφώς εν τω βίω σου, πλήθη του σου λαού τοις θείοις σου ρήμασι και τροφαίς οντως έθρεψας, ως σιτοδότης μέγας, σαρκός και του Πνεύματος, εν τη Ρωσία πάση, Λουκά αξιάγαστε᾽) (κάθισμα όρθρου). Ο άγιος Λουκάς όμως αποτελεί και τον νέο ομολογητή της πίστεως. Υπερασπίστηκε με θυσία της ζωής του – με φυλακές, εξορίες, διωγμούς –  τη χριστιανική πίστη όχι μόνο απέναντι στην ανοησία των αθέων, αλλά και απέναντι στους σχισματικούς που έπαιζαν το παιχνίδι της άθεης εξουσίας, κι ακόμη απέναντι και σε θεωρούμενους ῾δικούς᾽ του ανθρώπους. ῾Η σταθερή σου πίστη και ένσταση κλόνισε τις ανοησίες των τυράννων, ξήρανε τον χείμαρρο των σχισματικών κι έδωσε θάρρος στα πλήθη της Εκκλησίας᾽(῾Η εδραία σου πίστις και ένστασις τας των τυραννούντων ανοίας διέσεισε, σχισματικών τον χειμάρρουν εξήρανε και της Εκκλησίας τα πλήθη εθάρρυνε᾽) (λιτή). ῾Δέχτηκες ολομέτωπο πράγματι πόλεμο και την εχθρότητα από τους άθεους άνδρες, τους ψευδάδελφους ιερείς και τους θεωρούμενους δικούς σου, αλλά συ προχώρησες περιχαρής στα σκάμματα της καλής ομολογίας᾽(῾Ολομέτωπον εδέχθης όντως πόλεμον και την εχθρότητα εκ των αθέων ανδρών, θυτών ψευδαδέλφων τε, και των οικείων σου, αλλ᾽ εχώρησας περιχαρής εις σκάμματα της καλής ομολογίας᾽) (ωδή ζ´).

Στους αγώνες του υπέρ της πίστεως, όπου ῾περπατούσε την οδό του Χριστού την επίπονη, στενή και θλιμμένη᾽(῾οδόν Χριστού την επίπονον, στενήν και τεθλιμμένην διώδευσας᾽) (ωδή στ´), είχε ως άμεση βοήθεια εκτός από τον ίδιο τον Κύριο και την αγαπημένη του Παναγία Μητέρα του Κυρίου. Η Παναγία ήταν αυτή που επικαλείτο πάντοτε και έβλεπε την άμεση αρωγή της και στις διάφορες πάντοτε ιατρικές εγχειρίσεις του, αλλά και σε όλη τη ζωή του. ῾Έβαλες τη θεία εικόνα της μητέρας του Κυρίου μπροστά στα μάτια σου, πανεύφημε, παίρνοντας δύναμη και θάρρος από αυτήν στις εγχειρίσεις σου, Λουκά᾽(῾Εικόνα την θείαν της μητρός του Κυρίου έθηκας προ οφθαλμών σου, πανεύφημε, λαμβάνων δύναμιν εξ αυτής και θάρσος εν ταις εγχειρίσεσι, Λουκά᾽) (στιχηρό εσπερινού). ῾Η εικόνα της Θεοτόκου κρεμόταν στο χειρουργείο σαν πηγή αγιάσματος, θάρρους και ελπίδας, από την οποία λάμβανες θεία δύναμη, Πάτερ, και θεράπευες τα τραύματα των ασθενών᾽(῾Η εικών της Θεοτόκου ως πηγή αγιάσματος, θάρσους και ελπίδος εν τω χειρουργείω εκρέματο, εξ ης ελάμβανες, Πάτερ, θείαν δύναμιν και τα τραύματα των ασθενών εθεράπευες᾽) (ωδή δ´). Έτσι λειτουργεί πάντα ένας άγιος: χρησιμοποιεί τις δυνάμεις του, αξιοποιεί όλα τα χαρίσματα που του έχει δώσει ο Θεός, αλλά γνωρίζει ότι τελικώς τα πάντα εξαρτώνται από τη χάρη του Θεού και τη δύναμη των αγίων Του.

Ο π. Ιωήλ υμνολογώντας την κατά Χριστό πολιτεία του αγίου Λουκά δίνει πάρα πολλές αφορμές για πολλά θέματα της χριστιανικής πίστεως και ζωής. Παραλείποντας πολλά και σημαντικά άλλα, αναφέρουμε ακόμη ένα: ο άγιος, πριν γίνει ιερέας και έπειτα μοναχός και επίσκοπος, υπήρξε έγγαμος. Η αρχική επιλογή της κατά Χριστόν ζωής του ήταν ο έγγαμος βίος, στον οποίο στάθηκε ως πρότυπο. Τι μας επισημαίνει ο π. Ιωήλ; Κινούμενος ο άγιος Λουκάς από αγάπη του Χριστού επέλεξε αυτό που έβλεπε ως χάρισμα του Θεού στον ίδιο: τον έγγαμο βίο. Κι είναι βεβαίως γνωστό ότι η Εκκλησία μας δύο δρόμους προτείνει, πλην εκτάκτων περιπτώσεων, για τον χριστιανό: τον έγγαμο βίο ή τον μοναχικό βίο. Διότι και στους δύο μπορεί να πραγματοποιηθεί το θέλημα του Θεού, δηλαδή η πνευματική του προαγωγή προς ένωση με τον Χριστό. Ποτέ η μονομέρεια του ενός ή του άλλου δρόμου δεν ήταν η πρόταση της Εκκλησίας. Ο πιστός καλείται να κοιτάξει μέσα του, να δει πού κλίνει η καρδιά του και να επιλέξει ό,τι του ταιριάζει. Προσπάθειες από ορισμένους να εκβιάσουν καταστάσεις, να σπρώξουν χωρίς τη θέληση του ανθρώπου σε έναν από τους δύο δρόμους, είναι εκτός της χάρης του Θεού και του αγίου θελήματός Του. Ο άγιος υμνογράφος λοιπόν μεταξύ άλλων επί του θέματος σημειώνει: ῾Αγάπησες από παιδί τον Χριστό και προτίμησες την έγγαμη ζωή, Λουκά σεβασμιώτατε, και έγινες το άριστο πρότυπο του γάμου, πάτερ, με τον καθαρό τρόπο ζωής σου᾽(῾Χριστόν αγαπήσας παιδιόθεν, προείλες την έγγαμον ζωήν, Λουκά σεβασμιώτατε, και γέγονας το πρότυπον του γάμου, πάτερ, άριστον, τη καθαρά πολιτεία σου᾽) (ωδή γ´).

Δεν θέλουμε να μακρηγορήσουμε. Θα ήταν όμως ώρα χάρης πράγματι για τον καθένα να μάθει περισσότερα για τον άγιο Λουκά τον νέο. Η ιερά Μονή Σαγματά της Μητροπόλεως Θηβών και Λεβαδείας θεωρείται στην Ελλάδα το κέντρο αναφοράς στον άγιο. Ο ηγούμενός της π. Νεκτάριος Αντωνόπουλος έχει γράψει εξαιρετικό βιβλίο γι᾽ αυτόν, η ιερά Μονή έχει τεμάχια των λειψάνων του, πάμπολλα θαύματα έγιναν και γίνονται με την προσκυνηματική επίσκεψη πιστών εκεί. Ο υμνογράφος δεν μπορεί να μην κάνει συγκεκριμένη αναφορά. ῾Η Μονή του Σαγματά χαίρει, Λουκά επίσκοπε. Διότι έχοντας σαν πάντιμο δώρο μέρος των λειψάνων σου πανηγυρίζει σήμερα τη θεία μνήμη σου και υμνεί τα πολυάριθμα ιάματα στη Ρωσία και εδώ᾽(῾Η του Σαγματά Μονή επαγάλλεται, Λουκά επίσκοπε, ως γαρ δώρον πάντιμον των σων λειψάνων σχούσα μερίσματα πανηγυρίζει σήμερον την θείαν μνήμην σου, και γεραίρει τα σα πολυάριθμα εν Ρωσία και ώδε ιάματα᾽) (ωδή θ´κ.α.). 

 
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Ιουνίου, 2013

Ο άγιος Θεόδωρος ζούσε την εποχή του Λικινίου, γεννημένος στα Ευχάιτα και από εκεί καταγόμενος, ζώντας όμως στην Ηράκλεια του Πόντου. Ήταν ωραίος κατά το σώμα, αλλά ωραιότερος κατά την ψυχή, κοσμημένος με λόγο και γνώση και την υπόλοιπη σοφία, γι᾽ αυτό και μερικοί τον ονόμαζαν Βρυορρήτορα. Ο άγιος, αφού πέρασε από όλα τα βασανιστήρια, άφησε το μεν μακάριο σώμα του στη γη, το οποίο εκβλύζει ποταμούς ιαμάτων σε όλους αυτούς που το πλησιάζουν με πίστη. Το δε άγιο πνεύμα του αυλίζεται στους ουρανούς. Αυτού του τιμίου και αγίου σώματος τη μετακοδική εορτάζουμε”.
Όπως συνήθως συμβαίνει, η εορτή της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου δεν περιέχει τίποτε από το καθαυτό γεγονός της ανακομιδής. Η ακολουθία όλη αναλίσκεται στην προβολή της αγιότητας και των αρετών του αγίου – εδώ ο υμνογράφος άγιος Θεοφάνης αξιοποιεί επανειλημμένως και το όνομά του για να πει ότι ο άγιος είναι ῾επώνυμος των του Θεού δωρεών᾽(ωδή α´ κ.α.) – όπως και στο μαρτύριο το οποίο υπέστη. Το φρικτό μαρτύριο μάλιστα του αγίου Θεοδώρου δίνει και την αφορμή στον Θεοφάνη να προβεί, έστω δι᾽ ολίγων, και στη θεολογία του μαρτυρίου, που αξίζει ιδιαιτέρως να προσεχτεί για μία ακόμη φορά. Το μαρτύριο δεν είναι βάσανα που υφίσταται ο μάρτυρας μέσα σε μία αυθυπέρβαση της φύσεώς του, αναγόμενος σε υπεράνθρωπες καταστάσεις και γινόμενος πρότυπο ηρωισμού και γενναιότητας. Μία τέτοια θέαση συνιστά οριζόντια και κοσμική κατανόηση των όσων υπέστη. Το χριστιανικό μαρτύριο αποτελεί χαρισματικό γεγονός, το οποίο υφίσταται και υπάρχει με τη δύναμη του Χριστού ως μετοχή στα πάθη Εκείνου. Με άλλα λόγια το μαρτύριο ενός χριστιανού αγίου, όπως εν προκειμένω του αγίου Θεοδώρου, αποτελεί προέκταση του μαρτυρίου του ίδιου του Χριστού, είναι δηλαδή η συσταύρωση του μέλους του Χριστού με τον εσταυρωμένο Κύριο. Όπως ο Κύριος υπέστη το πάθος του Σταυρού, ως αποκορύφωμα του όλου πάθους της ζωής Του, έτσι και ο μάρτυρας του Χριστού, όταν δοθεί η ευκαιρία, υφίσταται και αυτός τα διάφορα μαρτύρια, σαν να είναι και αυτός ανεβασμένος πάνω στον Σταυρό. Με αποτέλεσμα βεβαίως να δέχεται με τη χάρη του Θεού και την αναστάσιμη ενέργεια, η οποία ακολουθεί πάντοτε τον Σταυρό.

῾Έλαμψες από ομορφιά, πάνσοφε, γιατί ένωσες τα σεπτά παθήματά σου με τα παθήματα του Δεσπότη Χριστού, και γιατί αξιώθηκες τη λαμπρότητά του και τη χαρά που ποθούσες᾽(῾Ωραιώθης, τοις παθήμασι του Δεσπότου, σου τα σεπτά παθήματα, πάνσοφε, συνάψας, και καταξιούμενος αυτού της λαμπρότητος και της ποθουμένης φαιδρότητος᾽) (ωδή δ´). ῾Από πίστη σε Σένα, που υπέμεινες σταυρό και θάνατο για μένα, σταυρώνομαι κι εγώ, Δέσποτα, και πληγώνομαι από τα τοξεύματα και δέχομαι τις φοβερές πληγές, Κύριε, φώναζες, γενναιόφρον μάρτυς Θεόδωρε, την ώρα της άθλησής σου᾽(῾Εν σοι πεποιθώς, τω δι᾽ εμέ σταυρόν και θάνατον καθυπομείναντι, σταυρώ ανήρτημαι, Δέσποτα, και τιτρώσκομαι τοξεύμασι και χαλεπαίς προσομιλώ αικίαις, Κύριε, ανεβόας, μάρτυς, αθλών, γενναιόφρον Θεόδωρε᾽) (ωδή η´).  Έτσι το μαρτύριο χάριν του Χριστού συνιστά την κατεξοχήν πράξη πίστεως σ᾽ Αυτόν. Τότε ο χριστιανός φτάνει στο υψηλότερο σημείο πίστεως, όταν δίνει και την ίδια τη ζωή του για να μείνει σταθερός στο θέλημα του Χριστού.

 

Έχουμε πει επανειλημμένως όμως ότι συνήθως στο μαρτύριο ενός πιστού υπάρχει κάποιος ή κάποιοι άλλοι χριστιανοί που τον ενισχύουν, γινόμενοι αλείπτες αυτού. Στην περίπτωση του αγίου Θεοδώρου δεν φαίνεται να υπάρχει τέτοιος αλείπτης. Κι όμως! Ο άγιος Θεοφάνης μάς υπενθυμίζει ότι τέτοιο αλειπτικό έργο ανέλαβε ο ίδιος ο Κύριος. Στη φυλακή ευρισκόμενος ο άγιος Θεόδωρος δέχεται την εμφάνιση του Χριστού, ο Οποίος τον ενισχύει να αντέξει τα μαρτύρια και τον παροτρύνει στους αγώνες κατά του εχθρού. ῾Την ώρα που αθλούσες νόμιμα, σου φανερώνεται ο Χριστός στη φυλακή που ήσουν κλεισμένος, ο Οποίος σε παρότρυνε σαν αγωνοθέτης προς τους αγώνες, να παλέψεις κατά του εχθρού, ένδοξε᾽(῾Νομίμως εναθλούντι Χριστός σοι οπτάνεται, εν τη φρουρά κεκλεισμένω, επαλείφων οία αγωνοθέτης, προς αγώνας, προς εχθρού τα παλαίσματα, ένδοξε᾽) (ωδή ς´). Ο Θεός δεν μας αφήνει ποτέ χωρίς ενίσχυση. Είτε μέσω δικών Του πιστών ανθρώπων είτε με την προσωπική Του παρουσία, πάντοτε  έρχεται αρωγός στις δυσκολίες μας, όταν μάλιστα αυτές υφίστανται από υπακοή προς το άγιο θέλημά Του. Πρόκειται για μία πραγματικότητα που δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ, αρκεί να υπάρχει μέσα μας έστω και μία σπίθα αληθινής πίστεως!

παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΝΑ ΜΗΝ ΚΡΙΝΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΒΛΕΠΟΥΜΕ

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Ιουνίου, 2013

Την ημέρα της Κρίσεως, όταν ο Θεός θα κρίνει τους ανθρώπους, δε θα κοιτάξει ούτε τα βασιλικά στέμματα, ούτε τα υψηλά αξιώματα. Θα ζητήσει να εξετάσει τις καρδιές μας. Και τότε, οι πιο ταπεινοί άνθρωποι, ο φτωχός χωριάτης, ο «καραβοτσακισμένος» από τα βάσανα της ζωής άνθρωπος, ο αγράμματος τσοπάνης, ο φυλακισμένος, ο ξενιτεμένος, ο ασθενής, η δυστυχισμένη χήρα, που κάθεται μαζί με τα παιδιά της μέσα στη φτώχεια και τη δυστυχία, γιατί κανείς δεν τους ανοίγει την πόρτα, όλοι αυτοί, αν σήμερα προσεύχονται με δάκρυα στο Θεό, κατά την ημέρα της Κρίσεως θα είναι ανώτεροι από όλους τους ηγεμόνες του κόσμου, τους σημερινούς και τους αυριανούς.

Κάποια μέρα λοιπόν ένας μεγάλος και ένδοξος βασιλιάς έτρεχε στο δρόμο μέσα στη χρυσή του άμαξα, περιστοιχισμένος από τους αυλικούς του. Κι εκεί που πήγαιναν όλοι μαζί, συνάντησαν σε μια γωνιά του δρόμου δύο άνδρες με σκισμένα, βρόμικα ρούχα και πρόσωπα μαραμένα από την άσκηση. Ο βασιλιάς κατάλαβε αμέσως πως επρόκειτο για αγίους ανθρώπους του Θεού, που το σώμα τους είχε λιώσει από τη νηστεία, τους ασκητικούς αγώνες και την αϋπνία, ενώ η ψυχή τους έλαμπε από το φως του Θεού. Σταμάτησε λοιπόν αμέσως, κατέβηκε από την άμαξα και έπεσε γονατιστός στα πόδια τους, κάνοντας μετάνοιες. Στη συνέχεια σηκώθηκε και ασπάστηκε το χέρι τους με σεβασμό.

Οι αυλικοί του όμως, δε χάρηκαν καθόλου με αυτό που είδαν. Όλη την ώρα μουρμούριζαν:

-Δες εδώ… Είναι σωστό τώρα αυτό; Ένας ολόκληρος βασιλιάς, και τόσο ένδοξος μάλιστα, να φέρεται έτσι;

-Άκουσον, άκουσον. Να πέσει στα πόδια των ζητιάνων! Πώ πώ ντροπή…

Δεν τολμούσαν όμως να πουν τίποτα στον ίδιο, αλλά πήγαν στον αδελφό του:

-Θα σε παρακαλέσουμε να πεις στο βασιλιά μας, άλλη φορά να μην εξευτελίσει έτσι τη φήμη και το βασιλικό του στέμμα! Αυτό κι αυτό έκανε στο δρόμο που πηγαίναμε…

Κι εκείνος ο καημένος κάποια στιγμή το μετέφερε στον αδελφό του, ο οποίος όμως τον κατσάδιασε για την απερισκεψία και την ανοησία του και τον έδιωξε κακήν κακώς από κοντά του.

Ξέχασα να σας πω ότι ο βασιλιάς αυτός είχε τη συνήθεια, όταν επρόκειτο να τιμωρήσει κάποιον με θάνατο, να στέλνει έξω από το σπίτι του έναν αγγελιαφόρο, για να τον ειδοποιεί με τη σάλπιγγα. Έτσι όποιος άκουγε τον ήχο της σάλπιγγας έξω από την πόρτα του γνώριζε ότι την επόμενη μέρα δε θα ζούσε.

Όταν λοιπόν βράδιασε, ο βασιλιάς έστειλε τον αγγελιαφόρο με τη σάλπιγγα να σαλπίσει έξω από την πόρτα του αδελφού του. Μόλις εκείνος άκουσε τη σάλπιγγα του θανάτου, τρομοκρατήθηκε. Όλη τη νύχτα την πέρασε ξάγρυπνος, μέσα στην αγωνία και την απελπισία! Και ταυτόχρονα, προσπάθησε όπως όπως να τακτοποιήσει όλα τα θέματα του σπιτιού του, ώστε να είναι έτοιμος για ό,τι θα ακολουθούσε.

Όταν ξημέρωσε, φόρεσε όπως και όλα τα μέλη της οικογένειάς του – η γυναίκα και τα παιδιά του – μαύρα, πένθιμα ρούχα κι αμέσως μετά πήγε στον αδελφό του το βασιλιά, κλαίγοντας και στενάζοντας για το τρομερό κακό που τον περίμενε.

Μόλις τον είδε ο βασιλιάς να κλαίει έτσι, τον κάλεσε ιδιαιτέρως, σε κάποιο δωμάτιο.

-Βρε άνθρωπε ανόητε και απερίσκεπτε! του είπε. Εάν εσύ φοβήθηκες τόσο πολύ από τη σάλπιγγα του θανάτου και τον αδελφό σου, που είναι άνθρωπος σαν και σένα και που απέναντί του σε τίποτα δεν έσφαλες ούτε είσαι ένοχος για κάτι, πώς μπόρεσες να κατηγορήσεις εμένα, που ασπάστηκα με ταπείνωση τους αγγελιοφόρους του Θεού μου; Εκείνοι, βρε, μου υπενθυμίζουν τον θάνατο και τη φοβερή κρίση του Θεού, πολύ περισσότερο από όσο η σάλπιγγα αυτή! Διότι άνθρωπος είμαι κι εγώ κι έχω κάνει πολλά λάθη στη ζωή μου και μεγάλες αμαρτίες ενώπιον του Θεού. Ησύχασε λοιπόν. Μόνο την ανοησία σου ήθελα να σου δείξω και γι’ αυτό σε τρόμαξα με τη σάλπιγγα.

-Συγχώρεσε σε με, αδελφέ μου, που τόσο απερίσκεπτα σε κατέκρινα, του απάντησε ανακουφισμένος εκείνος.

-Εντάξει, αδελφέ μου, σε συγχωρώ. Αλλά σε λίγο θα διαπιστώσεις και μόνος σου την ανοησία εκείνων που σε παρακίνησαν να έρθεις και να μου πεις αυτά τα πράγματα.

Και αφού με τον τρόπο αυτό τον καθησύχασε και τον συνέτισε, τον άφησε να πάει στο σπίτι του. Κατόπιν πρόσταξε τους τεχνίτες του να φτιάξουν τέσσερα ξύλινα κιβώτια. Τα δύο από αυτά τους είπε και τα κάλυψαν ολόκληρα με φύλλα χρυσού, τα γέμισαν με δυσώδη οστά και τα σκέπασαν με επίχρυσο καπάκι.

Τα άλλα δύο τα άλειψαν εξωτερικά με πίσσα, τα γέμισαν με πολύτιμες πέτρες, μαργαριτάρια και άλλα πολύτιμα αντικείμενα και αρώματα και τα τύλιξαν με ένα τρίχινο πλεκτό από μαλλί γίδας.

Ύστερα κάλεσε τους άρχοντες και τους φίλους τους, εκείνους δηλαδή που τον είχαν κατακρίνει, επειδή γονάτισε μπροστά στους ανθρώπους του Θεού. Έβαλε λοιπόν μπροστά τους όλα τα κιβώτια και τους ζήτησε να εκτιμήσουν την αξία αυτών που ήταν επικαλυμμένα με φύλλα χρυσού και των άλλων, που είχαν την επίστρωση πίσσας.

Εκείνοι βέβαια του απάντησαν ότι τη μεγαλύτερη αξία την έχουν τα κιβώτια που ήταν επενδυμένα εξωτερικά με φύλλα χρυσού, πιστεύοντας ότι μέσα τους κρύβονταν θησαυροί, πολύτιμα πράγματα και πολυτελή υφάσματα, ενώ για τα άλλα, που ήταν αλειμμένα με πίσσα, είπαν ότι δεν είχαν καμμία αξία.

-Ήξερα πολύ καλά τι θα λέγατε! τους απάντησε ο βασιλιάς. Μόνο που κάνατε λάθος… Διότι ποτέ δεν πρέπει να κρίνουμε ένα πράγμα ή άνθρωπο από αυτό που εκ πρώτης όψεως βλέπουμε, αλλά πρέπει προηγουμένως να εξετάζουμε το εσωτερικό του, εάν είναι άξιο τιμής ή περιφρόνησης.

Οι άρχοντες τον άκουγαν με απορία: «Τί να εννοούσε, άραγε;».

-Ανοίξτε τα χρυσά κιβώτια! πρόσταξε τους υπηρέτες του.

Και μόλις εκείνοι άνοιξαν τα κιβώτια, ξεχύθηκε από μέσα τους μια ανυπόφορη δυσωδία. Παραξενεμένοι οι αυλικοί πλησίασαν κοντά και διαπίστωσαν πως το περιεχόμενο ήταν πράγματι απωθητικό και αξιοκαταφρόνητο.

-Έτσι ακριβώς μοιάζουν κι εκείνοι που είναι ντυμένοι με ωραία και ακριβά ρούχα και υπερηφανεύονται για τη μεγάλη τους περιουσία και για τη δόξα τους, ενώ η καρδιά τους είναι γεμάτη από έργα πονηρά, αμαρτωλά και βρόμικα, είπε με νόημα ο βασιλιάς.

Αμέσως μετά πρόσταξε ν’ ανοίξουν και τα κιβώτια που ήταν αλειμμένα με πίσσα. Όταν τα άνοιξαν, μία εξαίσια ευωδία πλημμύρισε το δωμάτιο και, πλησιάζοντας οι αυλικοί του, διαπίστωσαν ότι περιείχαν πολύτιμα πράγματα, ακριβά και σπάνια.

-Ξέρετε με τι μοιάζουν αυτά τα κιβώτια; συνέχισε ο βασιλιάς. Με εκείνους τους δύο ταπεινούς ανθρώπους, που ήταν ντυμένοι προχθές με σκισμένα ρούχα, που τα μάγουλά τους ήταν ζαρωμένα και τα πρόσωπά τους χλωμά από την άσκηση και τους κόπους. Κι εσείς τους είδατε και αμέσως με κατακρίνατε, επειδή τους έβαλα μετάνοια. Όμως εγώ, αντιλαμβανόμενος με τα μάτια της ψυχής την καθαρότητα και τη λαμπρότητα των ψυχών τους, που ήταν άγιες και γι’ αυτό πολυτιμότερες και από το στέμμα μου και από τη βασιλική μου δόξα, ώστε όλα μου τα μεγαλεία να είναι μπροστά τους ένα μηδενικό, τους πλησίασα ταπεινά ζητώντας την ευλογία τους.

Μ’ αυτό τον τρόπο τους δίδαξε ο σοφός βασιλιάς ότι δεν πρέπει ποτέ να κρίνουν την αξία του κάθε πράγματος και του κάθε ανθρώπου από τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά, αλλά μονάχα από τα εσωτερικά του γνωρίσματα.

Παρόμοια να κάνουμε λοιπόν κι εμείς και να τιμούμε τους δούλους του Θεού, διότι όλοι είναι αδελφοί Του. Και να μην ξεχνάμε ποτέ πως ο Θεός την Ημέρα της Κρίσεως δεν θα εξετάσει κανενός την όψη, όπως είπε και ο προφήτης Σαμουήλ, όταν εξέλεξε για βασιλιά τον Δαβίδ.

Ο Θεός, όπως και τώρα, έτσι και τότε θα ερευνήσει την καρδιά του ανθρώπου. Και τότε θα δοξασθούν οι ταπεινοί, οι περιφρονημένοι, οι περιγελώμενοι, οι διωγμένοι για τη θεία δικαιοσύνη, οι πτωχοί στο πνεύμα, εκείνοι δηλαδή που πιστεύουν ότι τα έργα τους είναι ελεεινά και άχρηστα, εκείνοι που επιθυμούν να εφαρμόζεται στον κόσμο η θεία δικαιοσύνη καθώς και όλοι όσους εμακάρισε ο Κύριος. Τότε θα λάμψουν όλοι οι περιφρονημένοι, αυτοί για τους οποίους πίστευαν πως ήταν το σκουπίδι της κοινωνίας.

Τα ανόητα και περιφρονημένα του κόσμου θα ντροπιάσουν τα σοφά. Τα μικρά και αδύνατα θα ντροπιάσουν τα δήθεν ισχυρά. Γι’ αυτό λέει ο Σωτήρας μας πως οι τελευταίοι θα γίνουν πρώτοι.

Εκείνοι οι οποίοι θεωρούνται από εμάς ασήμαντοι και αποτυχημένοι, εάν σ’ αυτή τη ζωή προσεύχονται στον Θεό με όλη την καρδιά τους, στη βασιλεία των ουρανών θα λάμπουν περισσότερο και από τον ήλιο! Ενώ οι βασιλείς του κόσμου και οι δυνατοί της γης, εάν δεν πιστέψουν στο Θεό, θα παρουσιαστούν ενώπιόν Του γυμνοί από αρετές και τελευταίοι απ’ όλους. Και αυτή την αντιστροφή των πραγμάτων μαζί με όλα αυτά τα εκπληκτικά γεγονότα θα τα δούμε όλοι μας να συμβαίνουν, διότι ο Θεός είναι δίκαιος και η δικαιοσύνη Του μένει στον αιώνα.

Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα

σελ, (76-82) Εκδόσεις Άθως

http://www.romnios.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »