kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

ΣΤΙΣ ΘΛΙΨΕΙΣ Ο ΘΕΟΣ ΔΙΝΕΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ (ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Ιουνίου, 2013

Ο Θεός βλέπει από κοντά τις ταλαιπωρίες των παιδιών Του και τα παρηγορεί σαν καλός Πατέρας. Γιατί, τι νομίζεις, θέλει να βλέπη το παιδάκι Του να ταλαιπωρήται; Όλα τα βάσανά του, τα κλάματά του, τα λαμβάνει υπʼ όψιν Του και ύστερα πληρώνει. Μόνον ο Θεός δίνει στις θλίψεις την αληθινή παρηγοριά. Γιʼ αυτό, άνθρωπος που δεν πιστεύει στην αληθινή ζωή, που δεν πιστεύει στον Θεό, για να Του ζητήση το έλεός Του στις δοκιμασίες που περνάει, είναι όλο απελπισία και δεν έχει νόημα η ζωή του. Πάντα μένει αβοήθητος, απαρηγόρητος και βασανισμένος σʼ αυτήν την ζωή, αλλά καταδικάζει και αιώνια την ψυχή του.

Οι πνευματικοί όμως άνθρωποι, επειδή όλες τις δοκιμασίες τις αντιμετωπίζουν κοντά στον Χριστό, δεν έχουν δικές τους θλίψεις. Μαζεύουν τις πολλές πίκρες των άλλων, αλλά παράλληλα μαζεύουν και την πολλή αγάπη του Θεού. Όταν ψάλλω το τροπάριο «Μη καταπιστεύσης με ανθρωπίνη προστασία, Παναγία Δέσποινα», καμμιά φορά σταματώ στο «αλλά δέξαι δέησιν του ικέτου σου…».  Αφού δεν έχω θλίψη, πως να πω «θλίψις γαρ έχει με, φέρειν ου δύναμαι»; Ψέμματα να πω; Στην πνευματική αντιμετώπιση δεν υπάρχει θλίψη, γιατί, όταν ο άνθρωπος τοποθετηθή σωστά, πνευματικά, όλα αλλάζουν. Αν ο άνθρωπος ακουμπήση την πίκρα του πόνου του στον γλυκύ Ιησού, οι πίκρες και τα φαρμάκια του μεταβάλλονται σε μέλι.

Αν καταλάβη κανείς τα μυστικά της πνευματικής ζωής και τον μυστικό τρόπο με τον οποίο εργάζεται ο Θεός, παύει να στεναχωριέται για ό,τι του συμβαίνει, γιατί δέχεται με χαρά τα πικρά φάρμακα που του δίνει ο Θεός για την υγεία της ψυχής του. Όλα τα θεωρεί αποτελέσματα της προσευχής του, αφού ζητάει συνέχεια από τον Θεό να του λευκάνη την ψυχή. Όταν όμως οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις δοκιμασίες κοσμικά, βασανίζονται. Αφού ο Θεός όλους μας παρακολουθεί, πρέπει να παραδίνεται κανείς εν λευκώ σʼ Αυτόν. Αλλιώς είναι βάσανο· ζητάει να του έρθουν όλα, όπως εκείνος θέλει, αλλά δεν του έρχονται όλα όπως τα θέλει, και ανάπαυση δε βρίσκει.

Είτε χορτάτος είναι κανείς είτε νηστικός, είτε τον επαινούν, είτε τον αδικούν, πρέπει να χαίρεται και να τα αντιμετωπίζη όλα ταπεινά και με υπομονή. Τότε ο Θεός συνέχεια θα του δίνη ευλογίες, ώσπου να φθάση η ψυχή του σε σημείο να μη χωράη, να μην αντέχη την καλωσύνη του Θεού. Και, όσο θα προχωράη πνευματικά, τόσο θα βλέπη την αγάπη του Θεού σε μεγαλύτερο βαθμό και θα λειώνη από την αγάπη Του.

Γέροντας Παϊσιος

http://www.romnios.gr

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

O Απόστολος Βαρνάβας και η Εκκλησία της Κύπρου

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Ιουνίου, 2013

Ο Απόστολος Βαρνάβας ήταν Κύπριος, ιουδαϊκής καταγωγής και από τη φυλή του Λευΐ. Ανήκε στον ευρύτερο κύκλο των «Εβδομήκοντα» μαθητών και κατείχε εξέχουσα θέση στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων. Αποκαλούνταν «υιός παρακλήσεως», επειδή είχε την ικανότητα να στηρίζει αποτελεσματικά τους νεοφώτιστους στην εκκλησιαστική κοινότητα. Είναι εκείνος που έπεισε τους χριστιανούς των Ιεροσολύμων να δεχθούν στους κόλπους τους τον Παύλο, καθώς δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι ο πιο απηνής διώκτης τους είχε μεταστραφεί στη δική τους πίστη.

varnavas apostolos-400x400

Αφού διέδωσε το Χριστιανισμό στην Αντιόχεια και τη Σελεύκεια, φλεγόταν από επιθυμία να κηρύξει στην πατρίδα του. Στην επιθυμία του αυτή βρήκε πρόθυμο συνεργάτη τον Απόστολο Παύλο και οι δυο τους μαζί με τον άγ. Μάρκο, ανεψιό του Βαρνάβα, κήρυξαν σε όλο το νησί. Μάλιστα, κατάφεραν να προσελκύσουν στη νέα πίστη μέχρι και το Ρωμαίο ανθύπατο Σέργιο Παύλο στην Πάφο. Το γεγονός αυτό στάθηκε οπωσδήποτε καθοριστικό στην πρόσληψη του ευαγγελικού μηνύματος τόσο από τους Κύπριους όσο και από τη ρωμαϊκή διοίκηση γενικότερα. Οι Απόστολοι τιμώρησαν στην ίδια περιοδεία και τον Ιουδαίο ψευδοπροφήτη και μάγο Ελίμα (Βαριησού). Υπολογίζεται δε, ότι η περιοδεία αυτή συντελέστηκε μεταξύ των ετών 45-46. Στη συνέχεια, συνόδευσε τον Απ. Παύλο στη διάδοση του χριστιανικού κηρύγματος στη Μ. Ασία, σε μια ταραχώδη περιοδεία, που δημιούργησε μεγάλες αναστατώσεις στις ιουδαϊκές κοινότητες της περιοχής, αλλά προσέλκυσε επίσης και πολλούς εθνικούς στο Χριστιανισμό .

Ο Βαρνάβας μαζί με το Μάρκο επέστρεψαν αργότερα σε μια δεύτερη περιοδεία στο νησί. Είχε προηγηθεί διαφωνία του Βαρνάβα με τον Παύλο, καθώς ο δεύτερος δεν ήθελε να πάρουν μαζί τους το Μάρκο, επειδή κατά την πρώτη περιοδεία τους, τους είχε εγκαταλείψει, για να επιστρέψει στα Ιεροσόλυμα… Σ’ αυτήν οργάνωσε περισσότερο τις χριστιανικές κοινότητες που είχαν δημιουργηθεί, αλλά και υπέστη διώξεις από την ιουδαϊκή κοινότητα της νήσου. Τελικά το σώμα του υπέκυψε κατά τη διάρκεια λιθοβολισμού, στην πόλη της Σαλαμίνας, περί το έτος 57. Η παράδοση λέει ότι τον έθαψε ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Μάρκος, μαζί με ένα αντίγραφο τουΚατά Ματθαίον Ευαγγελίου, το οποίο έφερε πάντοτε μαζί του. Η ανακάλυψη του τάφου του έγινε από τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου Ανθέμιο, στα χρόνια του αυτοκράτορα Ζήνωνα (474-491) και το γεγονός πήρε μεγάλη δημοσιότητα.

Ο σπόρος που έριξαν ρίζωσε γερά, αφού δεν εμφανίστηκαν αργότερα ιδιαίτερες αιρετικές διδασκαλίες που να ταλάνισαν τη νεοσύστατη χριστιανική κοινότητα, ενώ απεναντίας η μεγαλόνησος έδωσε στην Εκκλησία πλήθος μαρτύρων και αγίων, αλλά και μεγάλων και σημαντικών μοναστικών κέντρων.

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΚΥΠΡΙΑΚΟ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Άγιος Μητροφάνης Τσί-Σοὺνκ (Κινέζος) και οι μαζὶ μ᾿ αυτὸν μαρτυρήσαντες: Τατιανὴ η Πρεσβυτέρα του, Ησαΐας και Ιωάννης οι γιοι του, Μαρία η νύφη του και άλλοι 222 Κινέζοι Μάρτυρες

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Ιουνίου, 2013

0611_AgMitrofanis

 Στη δύση τοῦ 19ου αιώνα μ.Χ., στη Κίνα, αναπτύσσετε το κίνημα των Μπόξερ που αποτελούταν απὸ ξενόφοβους συντηρητικοὺς αριστοκράτες που εναντιώνονταν σε οτιδήποτε νέο και εκσυγχρονιστικό. Οι Μπόξερ, έπνιγαν στο αίμα κάθε αντίδραση και ζητούσαν την έξωση όλων των ξένων ποτ ζούσαν στην Κίνα, στους οποίους κατὰ την γνώμη τους οφειλόταν κάθε κακὸ που συνέβη σ’ αυτή.

Οι χριστιανοὶ έχουν την πρώτη και κύρια θέση στο διωγμὸ που επέβαλαν οι Μπόξερ.

Στις 11 Ιουνίου του 1900 μ.Χ., στο Πεκίνο, μία πομπὴ με Μπόξερ, ξεκίνησε με αναμμένους δαυλούς, υψώνοντας σταχέρια τα είδωλα των πατροπαράδοτων θεών της κινέζικης φυλής και κρατώντας θυμιατήρια για να τους θυμιάσουν οι χριστιανοί, σρνούμενοι την «ξενόφερτη» πίστη τους.

Η πίεση ήταν αφόρητη και τα μαρτύρια των χριστιανών φρικτά.

Πολλοὶ δυστυχώς κάμφθηκαν και έκαιγαν θυμίαμα για να σώσουν τη ζωή τους.

Άλλοι όμως ομολογούσαν θαρραλέα την πίστη τους στο Χριστό.

Ανάμεσα στους τελευταίους ήταν και ο Άγιος Μητροφάνης Τσὶ-Σούνγκ, ο πρώτος Κινέζος ορθόδοξος ιερέας που είχε χειροτονηθεί απὸ τον Άγιο Νικόλαο της Ιαπωνίας.

Στην αρχή, οι Μπόξερ άρχισαν να τον χτυπούν βάναυσα με γροθιὲς στο στήθος.

Έσφαξαν μπροστὰ στα μάτια του την πρεσβυτέρα του Τατιανὴ και τον 23χρονο γιο της Ησαΐα, ενώ έκοψαν τη μύτη, τα αυτιὰ και τσ δάκτυλα τωνν ποδιῶν του μικρότερου γιου του, Ιωάννη.

Τέλος εκτέλεσαν και τον Άγιο Μητροφάνη.

Λίγο αργότερα, έφτασε στον τόπο του μαρτυρίου και η νύφη του Μητροφάνη, Μαρία, μνηστὴ του μάρτυρα πια Ησαΐα, 19 ἐτών, επιθυμώντας να πεθάνει με την οικογένεια του μνηστήρα της.

Οι Μπόξερ, αφού την βασάνισαν την σκότωσαν και αυτή.

Απὸ τους περίπου χίλιούς της ενορίας του Πεκίνου, οι τριακόσιοι χάθηκαν στα αιματηρὰ γεγονότα της 11ης Ἰουνίου 1900 μ.Χ., εκ των οποίων 222 έλαβαν το στέφανο του μαρτυρίου.

Περισσότερες λεπτομέρειες για τη ζωὴ αυτών των αγίων της ορθοδοξίας, μπορεί να βρει ο  αναγνώστης στο βιβλίο “Συναξάριον Ορθοδόξων Κινέζων Μαρτύρων”,

του Γεωργίου Ε. Πιπεράκη, Αθήναι 1997.

Απολυτίκιον 
Ἦχος α’ Χορὸς ἀγγελικός.
Χριστῷ ἱερουργῶν, ἱερεὺς ὧν τῆς δόξης, θυσίαν λογικὴν καὶ τὸ ἄμωμον θύμα, ἀθλήσεως στάδιον, σεαυτὸν προσενήνοχας σὺν ποιμνίω σου, πάτερ Τσὶ-Σοὺνγκ ἐν Πεκίνω, ὅθεν πρέσβευε, ὑπὲρ τῶν πίστει ὑμνούντων τὴν παντιμον μνήμην σου.

Έτερον Απολυτίκιον
Ἦχος β’.
Καὶ τρόπων μέτοχος καὶ θρόνων διάδοχος, τῶν Ἀποστόλων γενόμενος τὴν πράξη εὖρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν• δὶ’ ἰ πίστει ἐνήθλησας ἐν Πεκίνω, μέχρις αἵματος, ἱερομάρτυς Τσὶ-Σούνγκ. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῶ, σωθῆναι τὰς ψυχᾶς ἠμῶν.

Μεγαλυνάριον
Ἦχος γ’
Χαίροις τοῦ Πεκίνου ἱερουργὸς σὺν τῷ σῶ ποιμνίω, μαρτυρήσας πανευκλεῶς, δυσσεβοὺς τυράννου, τὰς μηχανᾶς συνθλίψας, δυνάμει τοῦ Κυρίου, πάτερ Μητρόφανες.

http://www.diakonima.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ*

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Ιουνίου, 2013

Βασιλείου Κωστόπουλου

 συγγραφέα

Εἶχε φτάσει ἡ ὥρα πού ὅλοι οἱ μαθητές περιμένουν μέ ἀγωνία. Στήν τάξη ἐπικρατοῦσε ἀναβρασμός. Τά παιδιά, ἀνυπόμονα γιά τίς καλοκαιρινές διακοπές πού θά ἄρχιζαν σέ λίγες μέρες, ἔκαναν ὄνειρα. Μόνο ὁ δάσκαλος σώπαινε προβληματισμένος. Ἀπό αὐτά τά ἀξιολάτρευτα πλάσματα πού εἶχε ἀπέναντί του, καί πού τά ἀγαποῦσε ὅλα, χωρίς καμιά διάκριση, θά ἔπρεπε νά διαλέξει ἐκεῖνα πού ἄξιζαν νά προβιβαστοῦν στήν ἑπόμενη τάξη καί νά ἀπορρίψει ἐκεῖνα πού δέν εἶχαν δουλέψει ἀρκετά ὥστε νά εἶναι τώρα σέ θέση νά γευτοῦν τούς καρπούς τῶν κόπων τους. Ἡ θέση του, δέν ἦταν καθόλου εὔκολη. Ἤξερε πώς ἡ ἀποτυχία πονοῦσε περισσότερο καί ἄν αὐτό θά βοηθοῦσε ἀληθινά τά παιδιά, θά τά πέρναγε ὅλα, χωρίς καμία ἐξαίρεση. Ἀλλά αὐτό θά ἦταν καταστροφικό γιά τήν ζωή τους γιατί ἔτσι δέν θά μάθαιναν ποτέ νά ἀγωνίζονται. Ἔτσι, γιά τό δικό τους καλό, ἔπρεπε νά φανεῖ αὐστηρός παρά τή θλίψη πού τοῦ προξενοῦσε αὐτή ἡ ἰδέα.

Ἀναζητοῦσε μάταια ἕνα τρόπο νά τούς τό πεῖ. Νά τούς δώσει νά καταλάβουν πώς αὐτή ἡ ἀναγκαία πράξη ἦταν σημαντική γιά τή ζωή τους καί ὄφειλαν νά τή δοῦν ἔτσι, καί μάλιστα νά πάρουν ἀπό αὐτή ἕνα μάθημα πού θά τούς ἦταν πολύ περισσότερο χρήσιμο ἀπό τά μαθηματικά ἤ τή γεωγραφία.Σκέφτηκε πολύ ὥσπου στό τέλος βρῆκε τόν τρόπο. Μετά τό τελευταῖο διάλειμμα τά κάλεσε στήν αἴθουσα καί τούς ζήτησε νά κλείσουν τά βιβλία καί νά τόν ἀκούσουν προσεκτικά.

Τά παιδιά τόν κοίταξαν παραξενεμένα, μά εἶχαν μάθει νά ἀκοῦνε τόν καλό τους δάσκαλο καί νά κάνουν ὅ,τι τούς ζητοῦσε χωρίς ἀντιρρήσεις. Ἔτσι ἔκαναν καί τώρα.

Ὅταν τά βιβλία μπῆκαν στίς τσάντες καί ἔγινε ἡσυχία, ὁ δάσκαλος κατέβηκε ἀπό τήν ἕδρα του, προχώρησε στό κέντρο τῆς αἴθουσας καί μέ φωνή πού ἔτρεμε ἀπό συγκίνηση τούς εἶπε:

ἀγαπητά μου παιδιά, ὁ χρόνος αὐτός φτάνει στό τέλος του. Περάσαμε πολλά μαζί, στιγμές ὄμορφες καί στιγμές δύσκολες. Ἐγώ, σάν δάσκαλός σας προσπάθησα ὅσο μποροῦσα μέ ἀγάπη καί σεβασμό σέ σᾶς, νά σᾶς μάθω ὅσα περισσότερα μποροῦσα ἀπό ἐκεῖνα πού θά σᾶς φανοῦν χρήσιμα αὔριο. Ἔκανα κάθε τί γιά νά βάλω στήν ψυχή σας τό σπόρο τῆς Γνώσης, ὅπως ἔκαναν καί οἱ δικοί μου δάσκαλοι πρίν πολλά χρόνια. «Τώρα, ἦρθε ἡ ὥρα νά κάνω κάτι ἀκόμα. Μέ βῆμα σταθερό πλησίασε στήν ἕδρα καί πῆρε ἕναν καθρέφτη πού ἦταν ἐκεῖ. Ὕστερα, τόν σήκωσε ψηλά γιά νά τόν δοῦν ὅλοι, καί πρίν προφτάσουν νά ρωτήσουν τίποτα τά παιδιά πού τόν κοίταζαν ἔκπληκτα, τόν ἄφησε νά πέσει μέ δύναμη στό πάτωμα. Ὁ καθρέφτης, μέ ἕνα δυνατό θόρυβο ἔπεσε στό πάτωμα καί ἔγινε θρύψαλα. Τά παιδιά ἔβγαλαν ἕνα ἐπιφώνημα ἀπογοήτευσης καί στήν τάξη ἐπικράτησε ἀναταραχή.

Ὁ δάσκαλος ὅμως δέν ἐπέτρεψε νά συνεχιστεῖ ἄλλο ὁ θόρυβος.

Ἡσυχία! Μήν βιάζεστε! Θά σᾶς ἐξηγήσω ἀμέσως! Παρακαλῶ σηκωθεῖτε ἥσυχα – ἥσυχα, πάρτε ὁ καθένας ἀπό ἕνα μόνο κομμάτι καί γυρίστε στίς θέσεις σας. Τά παιδιά ἔκαναν ὅ,τι τούς εἶπε.

Τώρα σηκῶστε ὁ καθένας τό κομμάτι πού πήρατε. Τά παιδιά σήκωσαν ψηλά τά κομμάτια τους. Τό κάθε κομμάτι ἦταν διαφορετικό ἀπό τά ἄλλα. Ἕνα ἦταν μεγάλο, ἄλλο πιό μικρό, ἄλλο ἀκόμα μικρότερο.

Ὁ καθρέφτης, εἶπε ὁ δάσκαλος, ἦταν ἡ γνώση πού σᾶς πρόσφερα. Ἦταν ἕνα καί μοναδικό κομμάτι μά καθώς ἔπεφτε ἀνάμεσά σας ὁ καθένας ἀπό ἐσᾶς πῆρε ἕνα δικό του. Ἄλλος πῆρε μεγάλο, καί ἄλλος μικρότερο. Αὐτό τό κομμάτι πάρτε το μαζί σας καί φυλάξτε το καλά. Θά εἶναι ἕνα ἐνθύμιο ἀπό τόν δάσκαλό σας καί ἕνα πολύτιμο μάθημα γιά τή ζωή σας. «Τά ἀποτελέσματα τῶν ἐξετάσεων δέν θά εἶναι καλά γιά ὅλους. Ἄλλος ἀπό σᾶς θά προχωρήσει στήν ἑπόμενη τάξη καί θά συνεχίσει τίς σπουδές του, ἄλλος θά μείνει στάσιμος καί θά ἀναγκαστεῖ ἤ νά ἐπαναλάβει τήν τάξη ἤ νά ἀναζητήσει ἀλλοῦ τήν τύχη του. Δέν πρέπει νά στεναχωρηθεῖτε καλά μου παιδιά γιατί κανένας δέν πάει χαμένος. Ὁ καθένας ἔχει τά δικά του χαρίσματα καί τίς δικές του ἀξίες καί μέ αὐτές ὁδηγό καί τό Θεό προστάτη του νά βρεῖ τόν δρόμο του. Ἄλλος θά σπουδάσει, ἄλλος θά μάθει Τέχνη, ἄλλος θά γίνει ἀγρότης. Ὅλοι ὅμως θά βροῦν τόν δρόμο τους. Καί σέ αὐτή τήν προσπάθεια κρατῆστε τά λόγια μου καί αὐτό τό κομμάτι τοῦ καθρέφτη καί ὁδηγό.

Πέρασαν χρόνια καί χρόνια. Ποτέ δέν ξέχασα ἐκείνη τή μέρα. Ἤμουν κι ἐγώ ἕνας ἀπό ἐκείνους τούς μαθητές πού ἀναγκάστηκαν νά ἐγκαταλείψουν τό σχολεῖο καί νά βγοῦν στή βιοπάλη. Μά τά λόγια τοῦ δασκάλου μου ἔμειναν γιά πάντα χαραγμένα στή μνήμη μου. Κάποια φορᾶ πού εἶχα πάει στό χωριό, εἶδα τό δάσκαλό μου, γέροντα πιά, νά κάθεται στό καφενεῖο. Στήν ψυχή μου κάτι σκίρτησε. Κάθισα καί ἔγραψα αὐτό τό γράμμα γιά ἐκεῖνον τόν σπουδαῖο ἄνθρωπο καί τοῦ τό ἔδωσα μία μέρα στήν πλατεία:

«Ἀγαπημένε μου Δάσκαλε

Πάει καιρός ἀπό τότε πού ἄφησα τά μαθητικά θρανία καί ἴσως νά μή μέ θυμᾶσαι πιά. Μά ἐγώ ποτέ δέν σέ ξέχασα. Θυμᾶμαι ἀκόμη ἐκείνη τήν παραβολή πού μᾶς εἶπες τήν τελευταία μέρα πού πέρασα στήν τάξη μας, τή μέρα πού ἔσπασες τόν καθρέφτη. Πρόλαβα καί πῆρα ἕνα μικρό κομματάκι γιατί τά ἄλλα τά μεγαλύτερα τά πῆραν οἱ συμμαθητές μου. Ὅμως αὐτό τό κομμάτι τό πῆρα μέ λατρεία καί τό ἔβαλα πάνω στήν καρδιά. Τό ἕσφιξα τόπο πολύ πού ἡ χούφτα μου σκίστηκε καί γέμισε αἵματα. Ἡ πληγή δέν μέ τρόμαξε γιατί ἤξερα πώς τά σοφά σου λόγια ξεπερνοῦσαν κάθε πόνο. Προσπαθοῦσα νά καταλάβω τό νόημά τους, αὐτό τό νόημα πού προσπαθοῦσες νά περάσεις σέ ἐμᾶς τούς μαθητές σου.

Τό κομμάτι αὐτό τό ἔχω πάντα μαζί μου. Τό κρατάω σάν φυλαχτό ἱερό. Πολλές φορές τό παίρνω στή χούφτα μου καί τό κοιτῶ καί εἶναι σάν νά βλέπω ἐσένα καί μέσα ἀπό αὐτό ἀκούω τή φωνή σου καί τά σοφά σου λόγια πού μέ βοηθοῦν  νά γίνω ἄνθρωπος σωστός καί νά κάνω τό καλό στούς συνανθρώπους μου.  Ἤσουν τό δέντρο γιά μένα καί ἐγώ ὁ τυχερός πού δοκίμασα τούς σπάνιους καρπούς τῆς ψυχῆς σου.

Ἐσύ μέ ὁδήγησες! Ἐσύ μου στάθηκες! Τά λόγια σου μέ ἔκαναν νά σταθῶ στά πόδια μου κάθε φορᾶ πού μέ χτύπαγαν οἱ μπόρες. Ἄν γιά τόν Σαμψῶν ἡ δύναμη ἦταν στά μακριά του μαλλιά, ἡ δική μου δύναμη ἦταν αὐτό τό μικρό κομμάτι τοῦ σπασμένου καθρέφτη. Γί αὐτό καί δάσκαλέ μου τώρα πού σέ εἶδα ξαναένιωσα τήν ἀνάγκη νά σοῦ τά γράψω ὅλα αὐτά καί νά σοῦ πῶ, ἔστω καί μετά ἀπό τόσα χρόνια ἕνα μεγάλο εὐχαριστῶ πού μοῦ ἔδειξες τόν δρόμο αὐτό, πού μέ στήριξες ὅλα αὐτά τά χρόνια καί πού μέ βοήθησες νά γίνω ὅ,τι ἔγινα.»

Ὅση ὥρα ἐκεῖνος διάβαζε ἐγώ ἔμενα στό πλάι σιωπηλός. Παρακολουθοῦσα τά μάτια του πού ἔτρεχαν εὐτυχισμένα δάκρυα. Ὅταν τελείωσε ἔκλαιγε πιά μέ λυγμούς. Σηκώθηκε, μέ ἀγκάλιασε καί μέ φίλησε συγκινημένος. Τότε ἐγώ, πού δέν ἤμουν πιά μικρός μαθητής, ἐγώ πού εἶχα ἤδη τά δικά μου παιδιά ἔκανα αὐτό πού ἡ ψυχή μου ἔλεγε. Ἔσκυψα καί μέ συγκίνηση τοῦ φίλησα τό χέρι.

*(Περιοδικό, ‘Τό σχολεῖο καί τό σπίτι’, Μάρτ. 2004

http://www.romnios.gr/

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιο Πνεύμα και χαρίσματα κατά τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας (Αρχιεπ. Αμερικής Δημητρίου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Ιουνίου, 2013

ag-Kyrillos-strog-nef-2011

1.Τό εξηγητικό έργο του Κυρίλλου Αλεξανδρείας στην Α’ προς Κορινθίους δεν έχει δυστυχώς διασωθεί στην πληρότητά του όπως του Χρυσοστόμου. Είναι όμως ευτύχημα ότι στην περικοπή Α΄Κορ. 12, 1-12 έχουμε στην διάθεσή μας σημαντικά ερμηνευτικά αποσπάσματα του Αλεξανδρινού πατρός. Αυτά μας παρέχουν ουσιαστικό υλικό και πολλαπλές ενδείξεις για την επισήμανση και κατανόηση των βασικών του απόψεων.

Και ο Κύριλλος, όπως και ο Χρυσόστομος, περιγράφει τα χαρίσματα που απαριθμούνται στο Α΄Κορ. 12, 4-11, εξηγεί συνοπτικά το περιεχόμενό τους και παρουσιάζει στοιχεία από τη λειτουργία τους μέσα στην Εκκλησία. Το κέντρο όμως του ενδιαφέροντός του δεν φαίνεται να είναι τα χαρίσματα καθ’ εαυτά, ούτε η κατάσταση ή οι αντιδράσεις των ανθρώπων, στους οποίους αυτά είχαν δοθεί. Τούτο αποδεικνύεται από την απουσία, τουλάχιστον στα ερμηνευτικά αποσπάσματα που έχουν διασωθεί, οιασδήποτε αμέσου αναφοράς στην κατάσταση ανωμαλίας που είχε δημιουργηθεί στην Κόρινθο εξαιτίας των χαρισμάτων. Ο ιερός πατήρ έχει μεταφέρει ολόκληρη την προσοχή του από τα χαρίσματα στο χορηγό τους, το Άγιον Πνεύμα, για να περάσει πάντοτε και να καταλήξει, χωρίς σχεδόν εξαίρεση, στην απώτατη και ουσιαστική πηγή τους, την «αγία και ομοούσιο Τριάδα». Γι’ αυτό και το ερμηνευτικό κείμενο του Κυρίλλου στο Α΄ Κορ. 12, 1-12 θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως δοκίμιο περί της ενεργείας και φανερώσεως του Τριαδικού Θεού μέσω των χαρισμάτων. Η αφετηρία, η κατάληξη και η σταθερή εστία της σκέψεώς του καθώς ξεδιπλώνει την ερμηνεία του Α΄ Κορ. 12,1-12 είναι η Αγία Τριάς.

Αυτό διαφαίνεται ήδη στην αρχική παράγραφο της ερμηνείας του, όταν ο Κύριλλος συγκεφαλαιώνει την ουσία και τον σκοπό των διαφόρων χαρισμάτων στην «απλανή και αμώμητον γνώσιν» του Θεού και στην «θεοπτίαν», για να μεταχειρισθούμε τις δικές του εύστοχες εκφράσεις. Μια γνώση και θεοπτία που προσφέρεται ως δώρο και χάρισμα του Τριαδικού Θεού στους πιστούς διά του Αγίου Πνεύματος. Γράφει σχετικά ο Αλεξανδρινός πατήρ: Οι πραγματικοί πιστοί αποδεικνύονται από το ότι έχουν μυηθή στην θεοπτία (που εδώ συνδέε-ται με την αναγνώριση και ομολογία της θεότητος και κυριότητος του Χριστού) διά του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιον Πνεύμα, επειδή ερευνά τα πάντα και επειδή γνωρίζει τα βάθη του Θεού και «τα εν τω Θεώ κεκρυμμένα», τα μεταφέρει στις ψυχές των πιστών και εμφυτεύει σ’ αυτές απλανή και αμώμητη γνώση. Μάρτυς της αληθείας αυτής είναι ο θεσπέσιος Παύλος όταν λέγει, «διαιρέσεις δε χαρισμάτων εισί, το δε αυτό Πνεύμα· και διαιρέσεις διακονιών είσιν· και ο αυτός Κύριος· και διαιρέσεις ενεργημάτων εισίν· ο δε αυτός Θεός ο ενεργών τα πάντα εν πάσιν» (Α΄ Κορ. 12,4-6). Όπως αυτοί που έχουν επίγεια εξουσία και είναι βασιλείς, απονέμουν στους γνησιώτερους υπασπιστές τους διάφορες τιμές, έτσι και η αγία και ομοούσιος Τριάς διανέμει άφθονες τις δωρεές των ουρανίων αγαθών σ’ αυτούς που την αγαπούν «εξ υγιούς καρδίας» και με ολόκληρη την ψυχή και την διάνοιά τους. Και τις διανέμει «δι’ ενός, του Πνεύματος, ως διά Χριστού παρά του Πατρός». Διότι όλα γίνονται και προέρχονται «παρά του Πατρός δι’ Υιού εν Πνεύματι».

Στο παραπάνω απόσπασμα η θεοκεντρική φορά της ερμηνείας του Κυρίλλου είναι εμφανής και έντονη. Η τροχιά της σκέψεώς του ακολουθεί αντίστροφα την διαδρομή των πνευματικών γεγονότων. Έχοντας προσδιορίσει την φύση και λειτουργία των χαρισμάτων ως φορέων της γνώσεως του Θεού, ανατρέχει στον άμεσο χορηγό τους το Άγιον Πνεύμα, για να αναχθεί εν τέλει στην μακαρία Τριάδα, την υπέρτατη και υπερούσια πηγή των ουρανίων δωρεών και χαρισμάτων. Στην πολύ ενδεικτική Τριαδολογική διατύπωση με την οποία κατέληξε το προηγούμενο απόσπασμα, ο Κύριλλος ξαναγυρίζει και πάλι καθώς ομιλεί για τα χαρίσματα μέσα στην Εκκλησία σύμφωνα με το Α΄Κορ. 12, 1-12. Δεν περιορίζεται όμως, όπως διαπιστώνουμε, σε μια γενική διακήρυξη ότι ο Τριαδικός Θεός είναι η πηγή των χαρισμάτων. Το βαθύ και έντονο θεολογικό του ενδιαφέρον, τον ωθεί στην χρησιμοποίηση ειδικών διατυπώσεων για τις ενέργειες των Τριών θείων Προσώπων στο ζήτημα αυτό.

Επειδή είναι προικισμένος και οξυδερκής ερμηνευτής και δεν χάνει από το οπτικό του πεδίο το κείμενο, ο Κύριλλος ξεκινά συνήθως από το Άγιον Πνεύμα, διότι για το Άγιον Πνεύμα ομιλεί κυρίως ο Παύλος στο Α΄ Κορ. 12,1-12. Τα σχετικά με την περικοπή εξηγητικά αποσπάσματα του Κυρίλλου βρίθουν διατυπώσεων που περιγράφουν την άμεση ενέργεια του Αγ. Πνεύματος στην παροχή και διανομή των χαρισμάτων. Ενδεικτικά καταχωρίζουμε μερικές τέτοιες εκφράσεις: «χαρίσματα ιαμάτων εν τω Πνεύματι», «λαλείν εν Πνεύματι», «μυσταγωγείσθαι διά Πνεύματος», «διανέμειν διά του Πνεύματος», «χορηγείσθαι διά του Πνεύματος», «η διά του Πνεύματος ενέργεια», «ενεργεί το Πνεύμα», «προφητεύειν ου δίχα του Πνεύματος», «διακρίσεις πνευμάτων εν τω Πνεύματι», «δυνάμεων ενεργήματα εν Πνεύματι», «δίδοσθαι διά του Πνεύματος».

Ο ιερός όμως πατήρ σπεύδει πάντοτε να διευκρινίσει ότι η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος στο ζήτημα των χαρισμάτων δεν είναι άσχετη προς τον Υιό. Έτσι λ.χ. σημειώνει ότι το χάρισμα της αποστολικής διακονίας το ενεργεί ο Υιός διά του Αγίου Πνεύματος. Πολύ ενδεικτική επίσης είναι και η παρατήρηση που κάνει αναφορικά με τα χαρίσματα των ιαμάτων (Α΄ Κορ. 12,9): Ενώ λέγεται ότι το Πνεύμα τα διανέμει, εν τούτοις ο Χριστός είναι εκείνος που τα δίδει. Διότι ο Χριστός είπε στους μαθητές του «ασθενούντας θεραπεύετε, νεκρούς εγείρετε, λεπρούς καθαρίζετε» (Μτ. 10,8). Του Χριστού επίσης είναι και τα «ενεργήματα δυνάμεων» (Α΄ Κορ. 12,10), αλλά «εν Πνεύματι τω ενί».

Η υπέρτατη όμως και αρχική πηγή των χαρισμά¬των είναι ο Πατήρ. Η θεμελιώδης διατύπωση του Κυρίλλου συναντάται στην φράση «πάντα παρά του Πατρός», μια φράση που αναφαίνεται σταθερά και αναλλοίωτα στα σπουδαιότερα σημεία της ερμηνείας του. Η μνεία του Πατρός γίνεται πάντοτε σε συσχέτιση με τον Υιό και το Άγιον Πνεύμα σε έξοχες Τριαδολογικές εκφράσεις. Μέσω των εκφράσεων αυτών, ο Αλεξανδρινός ερμηνευτής προβάλλει την κύρια θεολογική του άποψη που είναι η παρουσία και ενέργεια του Τριαδικού Θεού σε κάθε περίπτωση πνευματικών δωρεών και χαρισμάτων. Αξίζει στο σημείο αυτό να παραθέσουμε, χωρίς συντμήσεις, ένα εύγλωττο σχετικό απόσπασμα. Ερμηνεύοντας το Α΄ Κορ. 12,4-11, 0 Κύριλλος παρατηρεί μεταξύ άλλων ότι το χάρισμα του «λόγου σοφίας» και του «λόγου γνώσεως» (στ. 8) χορηγείται σ’ εκείνους που προκρίθηκαν ως άξιοι «δι’ ενός του Πνεύματος, παρά του Πατρός δι’ Υιού», ο οποίος λέγεται ότι διανέμει τις διακονίες (στ. 5). Και συνεχίζει ο Αλεξανδρινός πατήρ: Επομένως, ο μεν Υιός διανέμει τις διακονίες, το πράγμα όμως αυτό το ενεργεί «μετ’ εξουσίας» το Πνεύμα το Άγιον, διότι είναι Πνεύμα του Υιού (πρβλ. Ρωμ. 8,9-11). Αλλά και τα ενεργήματα των δυνάμεων (στ. 6), δηλαδή τα θαυμαστά σημεία που γίνονται διά των αγίων, κι’ αυτά τα ολοκληρώνει και τα αποτελειώνει ο Θεός. Διότι, όπως είπα, τα πάντα είναι «παρά του Πατρός δι’ Υιού εν Πνεύματι». Και με όλα τα θαυμαστά επιτεύγματα διακηρύσσεται η δόξα και η αγιότητα της ομοουσίου Τριάδος. Πρόσεξε, συμπεραίνει ο Κύριλλος, πως ο Παύλος αρχίζει από το Άγιον Πνεύμα, γιατί αυτό είναι «εν ημίν» και αυτό ενεργεί την διανομή των χαρισμάτων. Μετατοπίζει στην συνέχεια τον λόγο στον Υιό, που είναι Υιός «κατά φύσιν», για να φθάσει και να καταλήξει τελικά στον Πατέρα, απονέμοντας σ’ Αυτόν μέσω του Υιού την διά του Αγίου Πνεύματος ενέργεια.

Ο μελετητής έστω και μόνο του αποσπάσματος αυτού του Κυρίλλου, διακρίνει αμέσως τους θεολογικούς του στόχους. Η συζήτηση για τα χαρίσματα γίνεται Θεοκεντρική ή, ακριβέστερα, Τριαδοκεντρική. Με τον τρόπο αυτόν ο ιερός πατήρ δείχνει πού πρέπει ν’ αναζητηθεί η ουσία του ζητήματος, πού βρίσκονται οι προσβάσεις για την προσέγγιση στις σωστές λύσεις των προβλημάτων των σχετικών με τα χαρίσματα. Τα χαρίσματα δίδονται και λειτουργούν ως δείκτες που προσανατολίζουν τον πιστό και την εκκλησιαστική κοινότητα προς το μυστήριο του Θεού. Το Άγιον Πνεύμα τα χορηγεί ως «μυσταγωγικές» οδούς προς την «θεοπτία» και γνώση της υπερουσίου Τριάδος. Μέσα σε μια τέτοια προοπτική, το θέμα της διαβαθμίσεως των χαρισμάτων χάνει αυτομάτως την οξύτητά του και οι συναφείς συγκρούσεις ή αντιζηλίες υποχωρούν και εμφανίζονται χωρίς νόημα. Οι επιπτώσεις από την προτεραιότητα της Τριαδολογικής αυτής θέας τόσο στην ανθρωπολογία όσο και στην Εκκλησιολογία είναι άμεσες και αποφασιστικές.

2.Μιά τέτοια ουσιώδη επίπτωση μνημονεύει στην ερμηνεία του ο ιερός πατήρ. Είναι η ενότητα της Εκκλησίας που οικοδομείται με την ποικιλία των χαρισμάτων. Το Άγιον Πνεύμα, σημειώνει, ενεργεί διαφορετικά στον καθένα την διανομή των χαρισμάτων, έτσι ώστε η Εκκλησία, που είναι το σώμα του Χριστού, να συγκροτεί σε τελειότατη μορφή την νοητή ενότητα που απαρτίζεται από το μεγάλο πλήθος των Αγίων (οι οποίοι είναι φορείς των ποικίλων χαρισμάτων). Διότι, παρατηρεί περαιτέρω ο Κύριλλος, έχουμε ενωθεί μεταξύ μας, έχουμε γίνει «σύσσωμοι εν Χριστώ» ο οποίος μας συνήγειρε μαζί του και μας συνδέει με το ένα και το αυτό και σε όλους ενοικούν Άγιον Πνεύμα. Επομένως, έχοντας κληθεί διά του Πνεύματος εις ενότητα, έχοντας γίνει σύσσωμοι με τον Χριστό, ας τηρήσουμε τον σύνδεσμο της αγάπης αδιάσπαστο.

Στην περίπτωση αυτή ο Κύριλλος δεν κάνει ρητή αναφορά στην Αγία Τριάδα. Εν τούτοις, με το να έχει δείξει σε κάθε βήμα την ενότητα των θείων Προσώπων στο ζήτημα της παροχής των χαρισμάτων στην Εκκλησία, με το να τονίζει την αμεσότητα και το ενιαίο της παρουσίας και ενεργείας του Υιού και του Αγίου Πνεύματος στην διαδικασία οικοδομής της ενότητος των πιστών, κατέστησε ολοφάνερο το από πού εξαρτά και πού θεμελιώνει την εκκλησιαστική ενότητα. Η τελειότητα της «νοητής ενότητος» της Εκκλησίας, για την οποία ο Κύριλλος συνηγορεί με τόση δύναμη, δεν είναι συνέπεια της ποικιλίας των χαρισμάτων αλλά της πηγής των χαρισμάτων αυτών, της ομοουσίου Τριάδος.

Ο Τριαδοκεντρικός προσανατολισμός της εξηγητικής του Κυρίλλου, όπως τον είδαμε να λειτουργεί και να εκφράζεται στην ανάλυση του Α΄ Κορ. 12,1-12, φωτίζει με ένα ιδιαίτερο φως την περικοπή αυτή. Δείχνει τις απεριόριστες προεκτάσεις της. Και προβάλλει την πάντοτε επίκαιρη αλήθεια που πρέπει να οδηγεί σταθερά τον ερευνητή των Γραφών: Στο τέλος, στο βάθος των βιβλικών κειμένων αποκαλύπτεται πάντοτε ο εν Τριάδι Θεός.

(Αρχιεπ. Αμερικής Δημητρίου, Παρουσία του Αγίου Πνεύματος, εκδ. Σήμαντρο, Αθήνα 1984, σ.100-107).

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι πρώτοι φωτογράφοι του Αγίου Όρους

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Ιουνίου, 2013

Όταν στις 19 Αυγούστου του 1839 ο Fransois Arago ανακοίνωσε στην Ακαδημία των επιστημών και καλών τεχνών στο Παρίσι την εφεύρεση της νταγγεροτυπίας τόνισε την ιδιαίτερη σημασία της φωτογραφικής τεχνικής στην αρχαιολογία αλλά και στις τέχνες γενικότερα. Δεν είναι τυχαίο που τρία χρόνια αργότερα, ο Καναδός  Joly de Lotdiniere πραγματοποίησε τις πρώτες λήψεις της Ακρόπολης.

Η Ελλάδα και ιδιαίτερα το Άγιον Όρος ως ένας ενδιάμεσος σταθμός του μεγάλου ταξιδιού προς  τις χώρες του Ανατέλλοντος Ηλίου ήταν ένας προορισμός που προσέλκυσε το φωτογραφικό φακό. Μέχρι τα τέλη του 19ου αι. τα ταξίδια προς το Άγιον Όρος και τη Θεσσαλονίκη διεξάγονταν συχνά ακτοπλοϊκώς από τη Μασσαλία και την Κωνσταντινούπολη.

DSC00488

Εδώ πρέπει να επισημαίνουμε ότι η νέα τεχνική της φωτογραφίας είχε διαφοροποιήσει σε μεγάλο βαθμό τη γενικότερη πρόσληψη του εξωτερικού κόσμου στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Η ανυπέρβλητη αίσθηση ρεαλισμού και αδιάψευστης αλήθειας των φωτογραφικών λήψεων υποκαθιστούσε συχνά ακόμα και το βίωμα του ίδιου του ταξιδιού. Έως και τις αρχές του 20ού αιώνα, το φωτογραφικό άλμπουμ έπαιζε έναν σημαντικό ρόλο στο «εικονικό ταξίδι» των επιστημόνων, καλλιτεχνών, περιηγητών και τουριστών που επισκέπτονταν το Άγιον Όρος και τη Θεσσαλονίκη.

Παράλληλα είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η διάδοση της φωτογραφίας στην Ελλάδα «έγραψε» μία από τις σημαντικότερες σελίδες της ιστορίας της στην Αθωνική Χερσόνησο. Οι πρώτοι που πραγματοποίησαν φωτογραφικές λήψεις στο Άγιον Όρος ήταν ο Γάλλος μηχανικός Ernest Caranza, επίσημος φωτογράφος του Σουλτάνου το 1854, και ο Ρώσος κόμης Pierre de Sebastastioanoff περίπου στα 1857.

DSC00491

Γύρω στα 1870 ιδρύθηκαν στο Άγιον Όρος φωτογραφικά εργαστήρια, όπως αυτό της Ιεράς Μονής του Αγίου Παντελεήμονος, του Βενιαμίν Κοντράκη και αργότερα του Ιερομονάχου Στέφανου στις Καρυές. Να υπενθυμίσουμε ότι, μέχρι αυτή την περίοδο, οι μεγάλοι χρόνοι λήψης και ο βαρύς εξοπλισμός της τεχνικής οριοθετούσε και δυσχέραινε τις εικονογραφικές λήψεις σε στατικά θέματα, όπως τα μνημεία, δίπλα στα οποία τοποθετούσαν συχνά ανθρώπινες παρουσίες για συσχετισμό κλίμακας. Μόνο μετά τα 1880, η μεγάλη τομή ή «επανάσταση», που επέφερε η ανακάλυψη της φωτοευαίσθητης επιφάνειας του ζελατινο-βρωμιούχου αργύρου, είχε ως συνέπεια σημαντικές βελτιώσεις στην ιστορία του μέσου: ελάττωση του χρόνου λήψης (ενσταντανέ), απλούστευση της χρήσης και δυνατότητα αποτύπωσης της κίνησης (που οδήγησε τελικά στην εγγραφή τηw κινηματογραφικής εικόνας).

DSC00503

Με αυτήν την «εκ δημοκρατικοποίηση» του φωτογραφικού μέσου την ευρύτερη πρόσβαση, όλο και περισσότερο ερασιτέχνες ταξιδιώτες, επιστήμονες και καλλιτέχνες μυήθηκαν στη φωτογραφία Ένας από τους πρώτους που φαίνεται να αξιοποίησαν τις νέες τεχνικέ δυνατότητες του μέσου ήταν ο νεαρός Άγγλος συγγραφέας Athelstan Riley, τo 1883. Παράλληλα, συντελέστηκε ένα άνοιγμα και μια άνοδος στη εμπορευματοποίηση της φωτογραφίας με αποτέλεσμα να αυξηθούν τα φωτογραφικά ατελιέ και οι επαγγελματίες φωτογράφοι.

Βασίλειος Χάδος

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιοι, μοναχοί και αυτοκράτορες

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Ιουνίου, 2013

άγιοι ηγεμόνες

Δεν είναι χωρίς λόγο που το Βυζάντιο αποκλήθηκε «εικόνα της ουράνιας Ιερουσαλήμ». Η θρησκεία βρισκόταν σε κάθε πτυχή της ζωής του Βυζαντίου. Οι γιορτές του Βυζαντινού ήσαν θρησκευτικά πανηγύρια· οι αγώνες που παρακολουθούσε στον Ιππόδρομο άρχιζαν με ύμνους· στα εμπορικά του συμβόλαια επικαλείτο την Αγ. Τριάδα και έβαζε σ’ αυτά το σημείο του σταυρού. Σήμερα, σε μια αθεολόγητη εποχή, είναι αδύνατο να καταλάβουμε πόσο τρομερό ενδιαφέρον έδειχνε η κάθε κοινωνική τάξη, οι λαϊκοί και οι κληρικοί, οι φτωχοί και οι αγράμματοι, αλλά συνάμα οι αυλικοί και οι λόγιοι, για τα θρησκευτικά ζητήματα.

Ο Βυζαντινός επίσκοπος δεν ήταν απλώς μια απόμακρη μορφή που παρακολουθούσε αφ’ υψηλού τις συνόδους· ήταν σε πολλές περιπτώσεις και ο αληθινός πατέρας για τον λαό του, ένας φίλος και προστάτης στον οποίο ο κόσμος στρεφόταν με εμπιστοσύνη όταν βρισκόταν σε ανάγκη. Τη μέριμνα για τους φτωχούς και καταπιεσμένους που έδειχνε ο αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος τη βρίσκουμε και σε πολλούς άλλους. Ο αγ. “Ιωάννης ο Ελεήμων, Πατριάρχης Αλεξάνδρειάς (πέθανε το 619), παραδείγματος χάριν, αφιέρωνε όλον τον πλούτο της επισκοπής του για να βοηθεί εκείνους που ονόμαζε «αδελφούς και αδελφές μου, τους φτωχούς». Όταν στέρεψαν οι δικοί του πόροι, έκανε έκκληση στους άλλους: «Συνήθιζε να λέει», όπως μας το διέσωσε κάποιος σύγχρονός του, «πως αν κάποιος, χωρίς βέβαια να το κάνει από έχθρα, γύμνωνε κάποιον πλούσιο από τα πλούτη του για να τα δώσει στους φτωχούς, δεν θα έκανε κακό». «Αυτούς που εσύ ονομάζεις φτωχούς και ζητιάνους», έλεγε ο αγ. Ιωάννης, «εγώ τους αποκαλώ κυρίους και βοηθούς μου. Γιατί αυτοί, και μόνον αυτοί, μπορούν να μας βοηθήσουν πραγματικά να εισέλθουμε στη Βασιλεία των Ουρανών». Η Εκκλησία στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν παρέβλεπε τις κοινωνικές υποχρεώσεις της, και μια από τις κύριες λειτουργίες της ήταν το φιλανθρωπικό έργο.

Ο Μοναχισμός έπαιζε αποφασιστικό ρόλο στη θρησκευτική ζωή του Βυζαντίου, όπως και σε κάθε άλλη Ορθόδοξη χώρα. Πολύ σωστά έχει ειπωθεί πως «ο καλύτερος τρόπος για να διεισδύσει κάποιος στην Ορθόδοξη πνευματικότητα είναι μέσω του Μοναχισμού». «Μεγάλος πλούτος μορφών πνευματικής ζωής βρίσκεται μέσα στην Ορθοδοξία, αλλά ο Μοναχισμός παραμένει η κλασικότερη μορφή απ’ όλες». Η μοναχική ζωή ως καθορισμένος θεσμός εμφανίστηκε κατ’ αρχάς στην Αίγυπτο και στη Συρία τον τέταρτο αιώνα και από εκεί επεκτάθηκε ραγδαία σε ολόκληρη τη Χριστιανοσύνη. Δεν είναι σύμπτωση το ότι ο Μοναχισμός αναπτύχθηκε αμέσως μετά τη μεταστροφή του Κωνσταντίνου, όταν δηλαδή έπαυσαν οι διωγμοί και ο Χριστιανισμός έγινε της μόδας. Οι μοναχοί, με την αυστηρή τους ζωή, έγιναν μάρτυρες σε μια εποχή που δεν υφίστατο πλέον το μαρτύριο του αίματος· αποτελούσαν το αντίβαρο σ’ έναν κατεστημένο Χριστιανισμό. Οι άνθρωποι στη Βυζαντινή κοινωνία κινδύνευαν να ξεχάσουν πως το Βυζάντιο ήταν μια εικόνα και ένα σύμβολο, και όχι μια πραγματικότητα· διέτρεχαν τον κίνδυνο να ταυτίσουν τη Βασιλεία του Θεού μ’ ένα επίγειο βασίλειο. Οι μοναχοί, αποσυρόμενοι στην έρημο, εκπλήρωναν ένα προφητικό και εσχατολογικό λειτούργημα στη ζωή της Εκκλησίας. Υπενθύμιζαν στους χριστιανούς πως η Βασιλεία του Θεού δεν είναι εκ του κόσμου τούτου.

Ο Μοναχισμός έλαβε τρεις κυρίες μορφές, που είχαν και οι τρεις εμφανιστεί στην Αίγυπτο ήδη από το 350 μ.Χ. και παραμένουν εν ισχύι μέχρι σήμερα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Κατ’ αρχήν είναι οι ερημίτες, ασκητές που ζουν μόνοι τους σε καλύβες ή σπηλιές, ακόμη και σε τάφους, στα κλαδιά των δέντρων και στην κορυφή στύλων. Το μέγα πρότυπο της ερμητικής ζωής είναι ο πατέρας του ίδιου του Μοναχισμοί, ο άγ. Αντώνιος της Αιγύπτου (251-356). Μετά έρχεται η κοινοβιακή ζωή, στην οποία οι μοναχοί μένουν μαζί υπό κοινό κανόνα, σε ένα καθιδρυμένο μοναστήρι, Εδώ πρωτοπόρος υπήρξε ο άγ. ΙΙαχώμιος της Αιγύπτου (286-346). συντάκτης του κανόνα τον οποίο αργότερα χρησιμοποίησε ο άγ. Βενέδικτος στη Δύση. Ο Μέγας Βασίλειος, που τα ασκητικά του γραπτά επηρέασαν αποφασιστικά τον ανατολικό Μοναχισμό, ήταν σφοδρός υπέρμαχος της κοινοβιακής ζωής, αν και επηρεάστηκε μάλλον περισσότερο από τα Συριακά παρά τα Παχωμιανά μοναστήρια που επισκέφτηκε. Προσέδωσε μια κοινωνική έμφαση στον Μοναχισμό, παρακινώντας τα μοναστήρια να φροντίζουν για τους αρρώστους και τους φτωχούς, ιδρύοντας νοσοκομεία και ορφανοτροφεία, και να εργάζονται άμεσα για το καλό ολόκληρης της κοινωνίας. Εν γένει όμως τον ανατολικό Μοναχισμό τον απασχολεί πολύ λιγότερο η δράση απ’ ό,τι τον δυτικό. Στην Ορθοδοξία το πρωταρχικό καθήκον ενός μοναχού είναι η ζωή της προσευχής και μέσω αυτής μπορεί να διάκονεί τους άλλους. Δεν ενδιαφέρει τόσο πολύ τί κάνει ένας μοναχός όσο το τί είναι. Τελικά υπάρχει μία μορφή μοναχικής ζωής μεταξύ των δύο πρώτων, μια ημι-ερημητική ζωή, «ένας μέσος δρόμος», όπου αντί της μιας πολύ οργανωμένης κοινότητας υπάρχει ένα σύνολο μικρών οικημάτων με χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους, όπου το κάθε οίκημα περιλαμβάνει περίπου δύο έως έξι μέλη, τα οποία ζουν μαζί υπό την καθοδήγηση ενός γέροντα. Τα μεγάλα κέντρα της ημι-ερημιτικής ζωής στην Αίγυπτο ήταν η Νιτρία και η Σκήτις, τα οποία με το τέλος του τέταρτου αιώνα είχαν δημιουργήσει πολλούς φημισμένους μοναχούς -τον Άμμωνα, ιδρυτή της Νιτρίας, τον Μακάριο τον Αιγύπτιο και τον Μακάριο Αλεξάνδρειάς, τον Ευάγριο Ποντικό και τον Αρσένιο τον Μεγάλο. (Αυτό το ημι-ερημιτικό σύστημα δεν απαντάται μόνο στην Ανατολή, αλλά και στην ακρότατη Δύση, στον Κελτικό Χριστιανισμό.) Από την αρχή η μοναχική ζωή θεωρήθηκε σε Ανατολή και Δύση ως μια κλήση για άνδρες και γυναίκες, και υπήρχαν αναρίθμητα γυναικεία μοναστήρια.

Λόγω αυτών των μοναστηριών η Αίγυπτος του τέταρτου αιώνα θεωρείτο ως μια δεύτερη Αγία Γη και αυτοί που ταξίδευαν στην Ιερουσαλήμ θεωρούσαν πως το προσκύνημά τους δεν θα ολοκληρωνόταν αν δεν περιλάμβανε και τα ασκητήρια του Νείλου. Τον πέμπτο και έκτο αιώνα τα σκήπτρα στο μοναστικό κίνημά τα πήρε η Παλαιστίνη, με τον άγ. Ευθύμιο τον Μεγάλο (πέθανε το 473) και τον μαθητή του άγ. Σάββα (πέθανε το 532). Το μοναστήρι που ίδρυσε ο άγ. Σάββας στην κοιλάδα του Ιορδάνη έχει μια αδιάλειπτη ιστορία μέχρι σήμερα· σ’ αυτήν την κοινότητα ανήκε ο άγ. Ιωάννης Δαμασκηνός. Η Μονή της αγ. Αικατερίνης του όρους Σινά, ιδρυμένη από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό (βασίλεψε 527-565), έχει σχεδόν την ίδια αδιάλειπτη ιστορία. Όταν η Παλαιστίνη και το Σινά έπεσαν στα χέρια των Αράβων, τα σκήπτρα του Μοναχισμού πέρασαν, τον ένατο αιώνα, στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, στη Μονή του Στουδίου, στην Κωνσταντινούπολη. Ο άγ. Θεόδωρος, που έγινε Ηγούμενος εκεί το 799, επανενεργοποίησε την κοινότητα, αναθεώρησε τον κανονισμό της και έτσι προσέλκυσε μεγάλο πλήθος μοναχών.

Από τον δέκατο αιώνα ο Άθωνας έγινε το κύριο κέντρο του Ορθόδοξου Μοναχισμού. Ο Άθωνας είναι μια βραχώδης χερσόνησος στη Βόρεια Ελλάδα που εισχωρεί στο Αιγαίο και καταλήγει σε μια κορυφή ύψους περίπου 2000 μ. Γνωστός ως «Άγιον Όρος», ο Άθωνας περιλαμβάνει είκοσι «κυρίαρχες» μονές και ένα μεγάλο αριθμό μικρότερων κτισμάτων καθώς και ερημητήρια. Ολόκληρη η χερσόνησος είναι αφιερωμένη εξ ολοκλήρου στη μοναστική διαβίωση, και την εποχή της μεγάλης του ακμής λέγεται πως περιλάμβανε γύρω στους σαράντα χιλιάδες μοναχούς. Η Μεγίστη Λαύρα, η μεγαλύτερη από τις είκοσι κυρίαρχες μονές, έχει η ίδια αναδείξει 2ο πατριάρχες και 144 επισκόπους: αυτό δίνει κάποια ιδέα για τη σημασία που έχει ο Άθωνας στην Ορθόδοξη ιστορία.

Δεν υπάρχουν «Τάξεις» στον Ορθόδοξο Μοναχισμό. Στη Δύση ο μοναχός ανήκει στους Καρθουσιανούς, στους Σιστερσιανούς ή σε κάποια άλλη Τάξη· στην Ανατολή είναι απλώς μέλος μιας μεγάλης αδελφότητας που περιλαμβάνει όλους τους μοναχούς και τις μοναχές, σε οποιοδήποτε μοναστήρι κι αν ανήκει ο καθένας ή η καθεμία. Δυτικοί συγγραφείς μερικές φορές αποκαλούν τους Ορθόδοξους μοναχούς «Βασιλειανούς μοναχούς» ή «μοναχούς της Βασιλείου Τάξεως», αλλά αυτό δεν είναι σωστό. Ο άγ. Βασίλειος είναι μια σπουδαία μορφή στον Ορθόδοξο Μοναχισμό, αλλά δεν ίδρυσε κάποια Τάξη, και παρόλο που δύο έργα του είναι γνωστά ως Εκτενείς Κανόνες και Βραχείς Κανόνες δεν μπορούν καθόλου να συγκριθούν με τον Κανόνα του αγ. Βενεδίκτου.

Μια χαρακτηριστική μορφή του Ορθόδοξου Μοναχισμού είναι ο «γέροντας» (στα ρωσικά στάρετς, πληθ, στάρτσι). Ο γέροντας είναι ένας μοναχός με πνευματική διάκριση και σοφία, τον οποίον οι άλλοι είτε μοναχοί είτε κοσμικοί  τον αποδέχονται ως πνευματικό τους καθοδηγητή. Μερικές φορές είναι ιερέας, αλλά συνήθως είναι ένας απλός μοναχός· δεν έχει λάβει καμιά ειδική χειροτονία ή τοποθέτηση για το έργο του γέροντα, αλλά καθοδηγείται σ’ αυτό υπό την άμεση επίνευση του αγ. Πνεύματος. Σ’ αυτό το λειτούργημα μπορούν να προσκληθούν άνδρες και γυναίκες, επειδή είναι γνωστό πως στην Ορθοδοξία υπάρχουν «πνευματικές μητέρες» όπως και «πνευματικοί πατέρες». Ο γέροντας διακρίνει μ’ ένα συγκεκριμένο και πρακτικό τρόπο πιο είναι το θέλημα του Θεού σε σχέση με τον κάθε άνθρωπο που έρχεται να τον συμβουλευτεί: αυτό είναι το ιδιαίτερο χάρισμα του γέροντα. Ο αρχαιότερος και γνωστότερος γέροντας ήταν ο ίδιος ο Μέγας Αντώνιος. Το πρώτο μέρος της ζωής του, από τα δέκα οκτώ μέχρι τα πενήντα πέντε του, το πέρασε σε απομόνωση και αναχώρηση. Κατόπιν, παρόλο που συνέχισε να ζει στην έρημο, εγκατέλειψε τη ζωή της πλήρους απομόνωσης, και άρχισε να δέχεται επισκέπτες. Γύρω του μαζεύτηκαν αρκετοί μαθητές του, και πέρα απ’ αυτούς τους μαθητές του υπήρχε ένας πολύ ευρύτερος κύκλος ανθρώπων που έρχονταν, συχνά από μακρινά μέρη, για να τον συμβουλευτούν· ήταν τέτοιο το ρεύμα των προσκυνητών, ώστε, σύμφωνα με τον βιογράφο του άγ. Αθανάσιο, έγινε ο γιατρός όλης της Αιγύπτου. Ο Μέγας Αντώνιος είχε πολλούς διαδόχους, και στους περισσότερους βρίσκουμε την ίδια σειρά εξωτερικών γεγονότων  την απόσυρση με σκοπό την επάνοδο. Ο μοναχός πρέπει πρώτα να αποσυρθεί, και να μάθει στην ησυχία την αλήθεια για τον Θεό και τον εαυτό του. Κατόπιν, μετά τη μακρά και έντονη προετοιμασία στην απομόνωση, έχοντας αποκτήσει το χάρισμα της διάκρισης, το τόσο αναγκαίο για ένα γέροντα, μπορεί να ανοίξει την πόρτα του κελλιού του και να δεχτεί τον κόσμο από τον οποίο είχε πριν απομακρυνθεί.

Στην καρδιά του χριστιανικού πολιτεύματος του Βυζαντίου βρισκόταν ο Αυτοκράτορας, που δεν ήταν ένας συνηθισμένος κυβερνήτης αλλά ο εκπρόσωπος του Θεού πάνω στη γη. Αν το Βυζάντιο ήταν η εικόνα της ουράνιας Ιερουσαλήμ, τότε η επίγεια μοναρχία του Αυτοκράτορα ήταν η εικόνα της μοναρχίας του Θεού πάνω στη γη· στην εκκλησία οι άνθρωποι προσκυνούσαν την εικόνα του Χριστού, και στο παλάτι προσέπεφταν μπροστά στη ζωντανή εικόνα του Θεού στον Αυτοκράτορα. Το πολυδαίδαλο παλάτι, η Αυλή με το εκλεπτυσμένο τελετουργικό, η αίθουσα του θρόνου όπου μηχανικά λιοντάρια βρυχιούνταν και μουσικά πτηνά τραγουδούσαν: όλα αυτά τα πράγματα ήσαν σχεδιασμένα για να φανερώνουν την ιδιότητα του Αυτοκράτορα ως εκπροσώπου του Θεού. «Μ΄ αυτά τα μέσα», έγραφε ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος, «προβάλλουμε την αρμονική κίνηση του Δημιουργού Θεού μέσα στο σύμπαν, ενώ η αυτοκρατορική εξουσία διακρατείται κατ’ αναλογία και τάξη». Ο Αυτοκράτορας κατείχε μια ειδική θέση στη λατρεία της Εκκλησίας: δεν μπορούσε φυσικά να τελέσει τη θεία Ευχαριστία, αλλά κοινωνούσε με «τον τρόπο των ιερέων», -λαμβάνοντας στα χέρια του τον καθαγιασμένο άρτο και πίνοντας από το ποτήριο αντί να κοινωνήσει με το κοχλιάριο-, κήρυσσε, και σε ορισμένες γιορτές μάλιστα θυμιάτιζε την αγία Τράπεζα. Τα άμφια, που φορούν τώρα οι Ορθόδοξοι επίσκοποι, ήσαν η στολή που κάποτε φορούσε ο Αυτοκράτορας στην εκκλησία.

Η ζωή του Βυζαντίου αποτελούσε ένα ενιαίο όλο, και δεν υπήρχε καμία σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ του θρησκευτικού και του κοσμικού, μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας: και οι δύο θεωρούνταν ως τμήματα ενός μόνου οργανισμού. Γι’ αυτό ήταν αναπόφευκτο ο Αυτοκράτορας να παίζει έναν τέτοιο ενεργητικό ρόλο στις υποθέσεις της Εκκλησίας. Όμως δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει ταυτόχρονα το Βυζάντιο για Καισαροπαπισμό, για υποταγή της Εκκλησίας στην Πολιτεία. Αν και Εκκλησία και Πολιτεία σχημάτιζαν ένα οργανικό σύνολο, όμως μέσα σ’ αυτόν τον οργανισμό υπήρχαν δύο διακεκριμένα στοιχεία, η ιερωσύνη (sacerdotium) και η αυτοκρατορική εξουσία (imperium)· αν και τα στοιχεία αυτά συνεργάζονταν στενά, το καθένα βρισκόταν στη δική του σφαίρα αυτονομίας. Μεταξύ τους υπήρχε μία «συμφωνία» ή «αρμονία», και κανένα στοιχείο δεν εξασκούσε απόλυτο έλεγχο πάνω στο άλλο.

Αυτή είναι η πρακτική που ενσωματώθηκε από τον Ιουστινιανό στον μεγάλο νομικό κώδικα του Βυζαντίου (βλ. την έκτη Νεαρά) και επαναλήφθηκε σε τόσα άλλα Βυζαντινά κείμενα. Ας πάρουμε για παράδειγμα τα λόγια του Αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή: «Αναγνωρίζω δύο αρχές, την ιερωσυνη και την αυτοκρατορία· ο Δημιουργός του κόσμου εμπιστεύτηκε στην πρώτη τη φροντίδα των ψυχών και στη δεύτερη τον έλεγχο των σωμάτων. Καμιά από τις δύο αρχές δεν πρέπει να προσβληθεί, για να μπορεί έτσι ο κόσμος να απολαμβάνει την ευημερία». Ήταν λοιπόν καθήκον του Αυτοκράτορα να συγκαλεί συνόδους και να θέτει σε εφαρμογή τις αποφάσεις τους, το να υπαγορεύει όμως το περιεχόμενο αυτών των αποφάσεων βρισκόταν πέρα από τις δυνάμεις του: μόνο οι επίσκοποι, οι συγκεντρωμένοι εν συνόδω μπορούσαν να αποφασίσουν ποιά ήταν η αληθινή πίστη. Οι επίσκοποι αναδεικνύονταν από τον Θεό ως διδάσκαλοι της πίστεως, ενώ ο Αυτοκράτορας ήταν προστάτης της Ορθοδοξίας, και όχι διερμηνευτής της. Αυτή ήταν η θεωρία, και αυτή ήταν επίσης η πράξη κατά μεγάλο μέρος. Ομολογουμένως υπήρξαν πολλές περιπτώσεις που ο Αυτοκράτορας αναμείχτηκε άνευ εγγυήσεων στα εκκλησιαστικά ζητήματα· όταν όμως ανέκυπτε ένα σοβαρό ζήτημα αρχών

(principle), τότε οι εκκλησιαστικές αρχές γρήγορα έδειχναν πως διέθεταν τη δική τους θέληση. Η Εικονομαχία, παραδείγματος χάριν, υποστηρίχτηκε από μία σειρά Αυτοκράτορες, όμως παρ’ όλα αυτά απορρίφθηκε από την Εκκλησία. Στη Βυζαντινή ιστορία, Εκκλησία και Πολιτεία ήσαν στενά συνδεδεμένες, καμιά όμως δεν ήταν υποταγμένη στην άλλη.

Υπάρχουν πολλοί σήμερα, και όχι μόνο έξω από την Ορθόδοξη Εκκλησία, που ασκούν οξεία κριτική στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και στην ιδέα της Χριστιανικής κοινωνίας που αυτή εκπροσωπούσε. Είχαν όμως οι Βυζαντινοί εντελώς άδικο; Πίστευαν πως ο Χριστός, που έζησε ως άνθρωπος πάνω στη γη, είχε λυτρώσει κάθε πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης, και υποστήριζαν πως κατέστη έτσι δυνατό να βαπτίζονται όχι μόνο οι άνθρωποι, αλλά ολόκληρο το πνεύμα και η οργάνωση της κοινωνίας. Έτσι αγωνίστηκαν να δημιουργήσουν ένα εντελώς Χριστιανικό Πολίτευμα ως προς τις αρχές (principles) της διακυβέρνησης και ως προς την καθημερινή ζωή. Το Βυζάντιο στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτε άλλο από μια προσπάθεια να γίνουν αποδεκτές και να μπουν σε πράξη οι πλήρεις συνέπειες της Σάρκωσης. Βεβαίως, η προσπάθεια αυτή είχε τους κινδύνους της: συγκεκριμένα οι Βυζαντινοί συχνά έπεσαν στο λάθος να ταυτίσουν το επίγειο βασίλειο του Βυζαντίου με τη Βασίλεια του Θεού, τους Έλληνες ή μάλλον τούς «Ρωμαίους», σύμφωνα με τον όρο που οι ίδιοι χρησιμοποιούσαν για να περιγράφουν τους εαυτούς τους, με τον λαό του Θεού. Βεβαίως το Βυζάντιο δεν ήρθη πολλές φορές στο ύψος των στόχων που είχε θέσει στον εαυτό του, και η αποτυχία του ήταν συχνά αξιοθρήνητη και καταστροφική. Οι ιστορίες για τη διπλοπροσωπία του Βυζαντίου, τη βιαιότητα και την απανθρωπιά είναι τόσο γνωστές που δεν χρειάζεται να τις επαναλάβουμε εδώ. Είναι αληθινές – αλλά είναι μέρος της αλήθειας. Πίσω όμως απ’ όλες τις ελλείψεις του Βυζαντίου μπορούμε πάντοτε να διακρίνουμε το μεγάλο δράμα που ενέπνεε τους Βυζαντινούς: να εγκαθιδρύσουν εδώ πάνω στη γη μια ζωντανή εικόνα της επουράνιας πολιτείας του Θεού.

(Μητροπ. Διοκλείας Καλλίστου Ware, «Η Ορθόδοξη Εκκλησία», εκδ. Ακρίτας, σ. 64-76)

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ: Σκέψεις στην ακροθαλασσιά

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Ιουνίου, 2013

Σκέψεις στην ακροθαλασσιά. ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ

ΜΕ ΠΟΙΟΝ μοιάζει o χριστιανός, πού σηκώνει τις θλίψεις της επίγειας ζωής με αληθινή πνευματική σύνεση; Μ’ έναν οδοιπόρο, πού στέκεται στην ακροθαλασσιά σε ώρα τρικυμίας.

Τα αγριεμένα άσπρα κύματα πλησιάζουν τον οδοιπόρο και, αφού σπάσουν στην άμμο, διαλύονται πάνω στα πόδια του σε αναρίθμητες μικρές σταγόνες. Ή θάλασσα, φιλονικώντας με τον άνεμο, βρυχιέται, υψώνει κύματα σαν βουνά, βράζει, παφλάζει. Το ένα κύμα γεννά και στη συνέχεια καταβροχθίζει το άλλο. Οι κορυφές τους είναι στεφανωμένες με κάτασπρο αφρό. Όλη ή θάλασσα είναι καλυμμένη απ’ αυτά τα κύματα, πού μοιάζουν με τερά­στιο λάρυγγα φοβερού τέρατος δίχως δόντια.
Ό οδοιπόρος παρατηρεί το φοβερό θέαμα με ήρεμο λογισμό. Τα μάτια του είναι στη θάλασσα. Πού είναι, όμως, ή σκέψη του; Και πού ή καρδιά του; Ή σκέψη του είναι στις πύλες του θανάτου. Και ή καρδιά του στην κρί­ση του θεού. Εκεί είναι ήδη με τον νου του· εκεί είναι με το αίσθημα του- εκεί είναι οι φροντίδες του· εκεί είναι ό φόβος του.

Από τον φόβο τούτο φεύγει μακριά ό φόβος των επίγειων πειρασμών, θα κοπάσουν οι άνεμοι, θα γαληνέψει ή θάλασσα. Εκεί πού πρώτα μάνιαζαν τα τεράστια οργισμένα κύματα, δεν θα βλέπει κανείς παρά μιαν επίπεδη επιφάνεια από νερά ακίνητα, νερά κουρασμένα από τη θύελλα. Μετά τη μεγάλη θαλασσοταραχή, τα νερά θα καταπέσουν σε μια νεκρική ακινησία. Στον διάφανο καθρέφτη τους θα αντανακλά ό βραδινός ήλιος, όταν θα σταθεί πάνω από την Κρονστάνδη, θα σκορπίσει τις ακτίνες του σ’ όλον τον Φιννικό Κόλπο και θα συναντήσει τον ποταμό Νιεβα προς την Πετρούπολη. Θέαμα σαν ζω-γράφημα, γνωστό στους κατοίκους της ερήμου του Άγιου Σεργίου. Αυτόν τον ουρανό, αυτή την ακροθαλασσιά, αυτά τα κτίρια πόσοι τα είδαν; Πόσοι είδαν τα άφροστεφανωμένα, τα περήφανα, τα άγρια κύματα; Πάρα πολλοί. Και όλοι αυτοί έφυγαν, Όλοι βρίσκονται τώρα στην ησυχία του τάφου. Εκεί θα βρεθούν και όσοι σήμερα τα αντικρίζουν. Πόσο άστατα, πόσο φευγαλέα είναι τα επίγεια -όσο των κυμάτων τα άφροστέφανα!

Κοιτάζοντας από τον ήσυχο αρσανά τη θάλασσα του βί­ου να φουσκώνει από τα κύματα των παθών, Σε ευγνω­μονώ, Βασιλιά και Θεέ μου! Μ’ έφερες σ’ ετούτη την άγια μονή. Μ’ έκρυψες «στο απόκρυφο καταφύγιο της θείας Σου παρουσίας από τις άδικες επιθέσεις των ανθρώπων» και με φύλαξες «από συκοφαντικές γλώσσες»1. Για τούτο μόνο πονάει ή ψυχή μου, για τούτο συνταράζεται το άγνω­στο: Θα περάσω, άραγε, από δω, από την ακροθαλασσιά του άστατου και ψεύτικου βίου, «στον τόπο της σκηνής της θαυμαστής, στον οίκο του Θεού, με φωνές χαράς και δοξολογίας, μέσα σε ήχους γιορτινούς»2; Θα κατοικήσω, άραγε, εκεί αιώνια; Τί κι αν έχω θλίψεις στον κόσμο; «Εγώ στήριξα τις ελπίδες μου στον Θεό, κι έτσι δεν έχω να φοβηθώ ότι κι αν μου κάνει άνθρωπος»3.

Έρημος Άγιου Σεργίου, 1843

1. Ψαλμ. 30:21. 2. Ψαλμ. 41:5. 3. Ψαλμ. 55:12.

ΒΙΒΛ. ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ

ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ.
Ι.Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ.

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ – ΑΥΤΟΣ ΗΛΙΚΙΑΝ ΕΧΕΙ, ΑΥΤΟΝ ΕΡΩΤΗΣΑΤΕ

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Ιουνίου, 2013

 Η ανακαίνιση της ύπαρξης του τυφλού από τον Χριστό με το δόσιμο της όρασης αποτελεί για όσους πιστεύουμε στο Θεό μία αφορμή να συνειδητοποιήσουμε τον τρόπο της πίστης μας. Αυτό φαίνεται  από το πώς αντιδρούμε στην αμφισβήτησή της τόσο από τους άλλους, όσο και από τον εαυτό μας. Ο τυφλός, μόλις ξαναβρήκε το φως του, κλήθηκε από το κοινωνικό και θρησκευτικό περιβάλλον, το οποίο μέχρι τότε γνώριζε την τυφλότητά του, να δώσει εξηγήσεις για το θαύμα που βίωσε. Η απάντηση του περιβάλλοντος για το πώς και ποιος έκανε το θαύμα ήταν η απόρριψη του Χριστού. Δεν μπορούσαν να αποδεχτούν ότι ο παραβάτης του Σαββάτου θα είχε τέτοια δύναμη ή τέτοια παρρησία ενώπιον του Θεού, ώστε να μπορεί να θαυματουργεί. Έτσι, το περιβάλλον του πρώην τυφλού ζητά από αυτόν να δοξάσει το Θεό. Δεν μπορεί να ερμηνεύσει το θαύμα και γι’ αυτό το αποδέχεται παθητικά. Κατ’ αυτούς δεν μπορεί να συμμετέχει ο Χριστός σ’ αυτό.
       Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση των γονέων του πρώην τυφλού. Στα επίμονα ερωτήματα των Ιουδαίων οι γονείς απαντούν για το γιο τους: «αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε» (Ιωάν. 9, 21). Η στάση τους είναι διπλωματική. Γνωρίζουν Ποιος θεράπευσε το παιδί τους. Δεν θέλουν όμως να το ομολογήσουν δημόσια, γιατί προτιμούν να μην απορριφθούν από την κοινότητα στην οποία ανήκουν. Επιλέγουν να μην λάβουν θέση πάνω στην Αλήθεια, για να μπορούν να κρατήσουν τη θέση τους στην κοινωνία. Ένας κοντόφθαλμος υπολογισμός. Απουσία θάρρους. Βλέπουν αυτό που τους ανήκει, δηλαδή την κοινωνική θέση, και αρνούνται αυτό που έλαβαν, την θεραπεία του παιδιού τους. Δεν θέλουν να πιστέψουν στο Χριστό και να προχωρήσουν με γενναιότητα στην ομολογία, αλλά και την ίδια στιγμή κρύβονται πίσω από το παιδί τους.
               Εκείνο όμως δεν κάνει πίσω. Εκείνο γνωρίζει την Αλήθεια. Ξέρει Ποιος τον θεράπευσε και, καθώς έχουν ανοιχτεί και τα μάτια της ψυχής του, ομολογεί ότι ο θεραπευτής του είναι εκ του Θεού. Δεν κρύβεται. Δεν το  ενδιαφέρει η τιμωρία. Δεν προτιμά να κρατήσει την κοινωνική του θέση, αλλά και δεν θέλει να μοιραστεί μια κολοβωμένη χαρά, μια κολοβωμένη αλήθεια. Αποδέχεται το να γίνει αποσυνάγωγο, γιατί γνωρίζει ότι ο Θεός δεν δέχεται τους χλιαρούς. Και επιβεβαιώνει την θέση των γονιών του. Όντως έχει ηλικία. Όχι όμως για να παίζει παιχνίδια ιδιοτέλειας, αλλά για να μαρτυρεί την αλήθεια.
               Οι χριστιανοί συχνά καλούμαστε στη ζωή μας να αποδείξουμε ότι έχουμε ηλικία. Κι αυτή δεν έχει να κάνει μόνο με τα χρόνια της ζωής μας, αλλά κυρίως με την πνευματική μας κατάσταση. Η πνευματική ηλικία του ανθρώπου αποδεικνύεται από την πίστη στην Αλήθεια που είναι ο Χριστός. Αποδεικνύεται από την δίψα η Αλήθεια να μη μένει κρυμμένη. Αποδεικνύεται από την θέληση να μη μείνουμε προσαρμοσμένοι στα δεδομένα της εποχής μας και στην κοινωνική μας θέση. Αποδεικνύεται από τον τρόπο που ζούμε την πίστη μας. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με την καύχησή μας για τα πνευματικά μας κατορθώματα, που δεν είναι εκ Θεού κατάσταση, αλλά με την ταπεινή, σταθερή και ευλογημένη απόφασή μας να μην αρνηθούμε ό,τι μας έχει δώσει ο Θεός.
              Κι αυτή η ομολογία γίνεται ενώπιον του κόσμου. Γιατί η συμμετοχή μας στη ζωή της Εκκλησίας είναι μία δημόσια μαρτυρία της πίστης μας. Σε έναν κόσμο που θεωρεί την χριστιανική πίστη ιδιωτική υπόθεση και σπεύδει να γελοιοποιήσει όποιον αποδέχεται την αγάπη του Θεού, ο χριστιανός που εκκλησιάζεται, που συμμετέχει στη ζωή της ενορίας του, που αγωνίζεται να τηρήσει τις εντολές του Θεού, που αγαπά, που δεν ανταποδίδει το κακό, που είναι έτοιμος να συγχωρήσει, που αναγνωρίζει την αμαρτωλότητά του, που δεν φοβάται την περιθωριοποίηση, που έχει τελικά το πνευματικό θάρρος να δει τον κόσμο με τα μάτια της ψυχής, που αντιστέκεται στο κακό, δείχνει ότι έχει βρει την οδό της Βασιλείας του Θεού και έχει απαλλαγεί από το σκοτάδι του να έχει μάτια και να μην βλέπει.
              Για να γίνει αυτό χρειάζεται η πνευματική μεθηλικίωση. Αυτή που επιτυγχάνεται δια της προσευχής και της εμπιστοσύνης στο Θεό, όπως επίσης και δια των μυστηρίων της πίστης μας. Χρειάζεται όμως και η νίκη κατά της μικροδιοτέλειας και της διπλωματίας που αρνείται να κρατήσει  την Αλήθεια. Χρειάζεται η απαγκίστρωση από το πνεύμα της αθεΐας, όπως επίσης και της προσκόλλησης στους τύπους των όσων νομίζουμε ότι είναι η Αλήθεια. Και είναι επίπονος ο δρόμος αυτός. Γιατί χρειάζεται αυτοσυνειδησία  και την ίδια στιγμή παραίτηση από την ευκολία να απορρίπτουμε τους άλλους που βλέπουν και ζούνε την Αλήθεια. Χρειάζεται παραίτηση από την οίηση ότι εμείς γνωρίζουμε και κανείς άλλος και από τη νοοτροπία να ποιούμε αποσυναγώγους  από την ψυχή και τη ζωή μας όσους τολμούν να μας υποδείξουν οδούς προς το Χριστό. Χρειάζεται τελικά η εμπιστοσύνη στο Χριστό και σ’ αυτούς που Τον ζούνε και παλεύουν γι’ Αυτόν. Σ’ αυτούς που  και ηλικίαν έχουν και είναι διατεθειμένοι να ομολογήσουν το Φως
 Κέρκυρα, 9 Ιουνίου 2013
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εγκύκλιος της Ι.Μ. Σπάρτης : ”Περί της αξίας του δάσους και της προστασίας αυτού”

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Ιουνίου, 2013

Πρός
 τούς εὐσεβεῖς Χριστιανούς 
τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας.

Θέμα: «Περί τῆς ἀξίας τοῦ δάσους καί τῆς προστασίας αὐτοῦ».

Χριστιανοί μου Ἀγαπητοί,


Μέ τήν εὐλογία τοῦ Πανάγαθου Θεοῦ φθάσαμε σιγά-σιγά στήν ὡραία περίοδο τοῦ Καλοκαιριοῦ.

Στήν ἐποχή μέ τό πολύ πράσινο, μέ τά πολύχρωμα εὐωδιαστά λουλούδια, μέ τούς ἄφθονους καί εὔγευστους καρπούς.

Στήν ἐποχή πού ὁ ἄνθρωπος λόγω τῆς ζέστης ἀναζητᾶ τή δροσιά ὄχι μόνο στίς παραλίες ἀλλά καί κοντά στά δένδρα καί ψηλά στά βουνά.


Πάντοτε τό βλέμμα τοῦ ἀνθρώπου στρέφεται πρός τά δένδρα, γιατί δημιουργοῦν μιά εὐχάριστη εἰκόνα καί πάντοτε ἡ σκέψη του τρέχει στά δάση, γιατί ἀπό ἐκεῖ παίρνει χρήσιμα διδάγματα καί γιατί αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη τους καί ἀπολαμβάνει συχνά-πυκνά τά ἀγαθά τους.

Ὅπως ὁ εὐγενής, ὁ λεπτός, ὁ πολιτισμένος καί ψυχικά καλλιεργημένος ἄνθρωπος σκέπτεται πάντοτε τόν εὐεργέτη του καί τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο εὐεργετήθηκε, ἔτσι καί ὁ πιστός καί καλός χριστιανός πάντοτε σκέπτεται τόν Μεγάλο Εὐεργέτη καί Δημιουργό του Θεό καί ὅλα ἐκεῖνα τά μέσα μέ τά ὁποῖα τόν εὐεργετεῖ καθημερινά, μεταξύ τῶν ὁποίων εἶναι τά δένδρα καί τά δάση.


Καί πράγματι τό δάσος προσφέρει τά ξύλα του γιά τή θέρμανση τόν χειμῶνα καί γιά τήν κατασκευή σπιτιῶν, πλοίων καί ἄλλων πολλῶν χρήσιμων πραγμάτων. Προσφέρει τή δροσιά του πλούσια καί ἀδιάκριτα σέ κάθε κουρασμένο διαβάτη, ἀκόμη καί σέ ἐκεῖνον πού κρατάει τσεκούρι ἤ πριόνι.


Ἐπίσης τά δένδρα τοῦ δάσους, ἰδίως τά ψηλότερα, λειτουργοῦν καί ὡς φυσικά, ἀνέξοδα ἀλεξικέραυνα πού ἐξουδετερώνουν τούς κεραυνούς καί προστατεύουν τίς κατοικημένες περιοχές.

Ἀκόμα ἀποδεικνύονται φιλόστοργοι οἰκονόμοι τοῦ πολυτιμότατου ἀγαθοῦ τοῦ νεροῦ, ἀφοῦ τό ἀποθηκεύουν τόν χειμῶνα σέ ὑπόγειες δεξαμενές, κάτω ἀπό τίς ρίζες τους καί τό προσφέρουν τό καλοκαίρι, τότε πού ἡ ἀξία του εἶναι ἀφάνταστα μεγάλη.


Τό δάσος, ἐπιπλέον, περιορίζει ἀξιοθαύμαστα τήν πνιγηρή θερμότητα τοῦ καλοκαιριοῦ καί τό παγερό κρύο τοῦ χειμῶνα καί ἀποτελεῖ τό δραστικότατο φάρμακο ἐναντίον τῆς μόλυνσης.

Ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι εἶναι τό ἐργοστάσιο πού δέν ἀπεργεῖ ποτέ, πού πάντοτε παράγει καθαρό, πολύτιμο καί ἀπαραίτητο γιά τήν ὕπαρξη τῆς ζωῆς ὀξυγόνο πού τό παρέχει ἄφθονο καί χωρίς χρήματα σ΄ὅλους τούς ἀνθρώπους χωρίς διάκριση.

Ὅμως καί ἡ αἰσθητική του σημασία εἶναι τεράστια, διότι στολίζει τόν τόπο μέ τούς διάφορους σχηματισμούς του καί μέ τό καταπράσινο καί δροσερό φύλλωμά του.

Περιοχή μέ ὡραῖες οἰκοδομές καί μέ πολλές ἀνέσεις, ἀλλά χωρίς δένδρα μοιάζει μέ γυναίκα πού ἔχει πολύ καλά διακοσμημένο ὅλο της τό σῶμα καί τό πρόσωπο, ἀλλά τό κεφάλι της εἶναι χωρίς μαλλιά.
Κάποτε ἕνας σοφός εὔστοχα χαρακτήρισε τό δάσος ὡς ἀλάνθαστο μέτρο πολιτισμοῦ.

Πράγματι! Ὅπου βλέπουμε νά ὑψώνονται δένδρα περιποιημένα καί θαλερά ἐκεῖ ἀκμάζει ἡ ἡμερότητα καί ἡ ἀγάπη. Ἀντίθετα, ὅπου προβάλλουν γυμνές, μαῦρες καί ρυτιδωμένες οἱ ράχες τῶν βουνῶν, γιατί πέρασε ἡ φωτιά καί τό τσεκούρι, ἐκεῖ κάτι σοβαρό συμβαίνει στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων.


Ἀδελφοί μου, Τί περίεργοι πού εἴμαστε οἱ ἄνθρωποι. Θέλουμε νά μᾶς δίνει τό δάσος καθαρό ἀέρα καί ὀξυγόνο. Ἀπολαμβάνουμε τή σκιά καί τή δροσιά του. Ξεκουράζεται τό μάτι μας καί γαληνεύει ἡ ψυχή μας κοντά του. Μόνο πού δέ σκεπτόμαστε νά τό φυλάξουμε καί νά τό προστατεύσουμε γιά τό δικό μας καλό.

Δυστυχῶς ὄχι μόνο δέν τό προστατεύουμε ἀπό τούς ἐχθρούς του, ἀλλά οἱ ἴδιοι ἐμεῖς, πού εὐεργετούμαστε πολλαπλῶς, καταντήσαμε οἱ χειρότεροι ἐχθροί του. Βάζουμε φωτιά καί τό καῖμε ἀπό τή ρίζα. Δέν κόβουμε ἕνα κλαδί, οὔτε καῖμε ἕνα γέρικο δένδρο, ἀλλά καταστρέφουμε χιλιάδες δένδρα, ὁλόκληρα δάση.

‘Υπάρχει μεγαλύτερη ἀχαριστία καί κακία ἀπό αὐτή;

Αὐτή ἡ ἐνέργειά μας εἶναι ἕνα στίγμα γιά τόν πολιτισμό μας καί ἕνα κακό σημάδι, ὅτι δέ λειτουργεῖ σωστά τό λογικό μας. Μήπως ἑτοιμάζουμε μόνοι μας τήν καταστροφή μας, καίγοντας τά δάση, πού μᾶς ξανανιώνουν καί μᾶς ἀναζωογονοῦν;


Αὐτές τίς ἁπλές σκέψεις ἀπευθύνω σέ ὅλους σας καί ὡς πνευματικός σας πατέρας σᾶς παρακαλῶ νά προσέξετε αὐτό τό σπουδαῖο καί ζωτικό θέμα. Τοῦτο τό Καλοκαίρι καμιά πυρκαγιά νά μήν ἐκδηλωθεῖ στόν χῶρο τῆς ὡραίας μας Λακωνίας.

Κανενός ἡ ἀδυναμία, τό παράπονο, ὁ ὑπολογισμός, ἡ ἰδιοτέλεια, ἡ ἐκδίκηση νά μήν ξεσπάσουν ἐπάνω στά δάση μας. Καί ἄν, ἀπό ἀπροσεξία καί ἄθελά του, κάποιος γίνει ἐμπρηστής, τότε ὅλοι μας νά γίνουμε πυροσβέστες.

Μέ πνεῦμα θυσίας καί μέ πολλή ἀγάπη, χωρίς καθυστέρηση νά τρέξουμε γιά τήν κατάσβεση τῆς φωτιᾶς. Ἡ ἴδια ἡ φύση ἀποστρέφεται τό κενό. Μήν ἀπογυμνώνουμε τά ὄμορφα βουνά μας. Τά δάση μαρτυροῦν τόν πολιτισμό μας, εἶναι ἡ ζωή μας. Προστατεύοντάς τα προστατεύουμε τήν ἴδια τήν ζωή μας.

Ε ὐ χ έ τ η ς π ρ ό ς Κ ύ ρ ι ο ν

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ Ο ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΣΠΑΡΤΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ

http://www.immspartis.gr/?p=19297

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Συγχώρεση (αποφθέγματα)

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Ιουνίου, 2013

 
Η λέξη ‘’ Συγχωρώ ‘’ είναι σύνθετη λέξη και αποτελείται από τις λέξεις Συν + Χωρώ, με άλλα λόγια ‘’ χωράμε και οι δυο μαζί ‘’ ή ‘’ βρίσκεις χώρο μέσα μου ‘’. Είναι η συνειδητή αυτή στάση να αφήσουμε κάποιον να ‘’ χωρέσει στην καρδιά μας ’’. Όταν αρνούμαστε να συγ-χωρήσουμε τον διπλανό μας θωρακίζουμε την ψυχή μας κατά τέτοιο τρόπο ώστε δε βρίσκει χώρο μέσα μας.
Αν και ο θυμός είναι ένα ανθρώπινο συναίσθημα που πολλές φορές προκαλείται από πραγματικά αίτια και δικαιολογείται, ωστόσο δε θα πρέπει να αποτελεί τρόπο ζωής. Αντίθετα, η συγχωρητικότητα είναι θεραπευτική και είναι ωφέλιμο να γίνει τρόπος ζωής. Η συγχωρητικότητα δεν είναι συναισθηματική ενέργεια αλλά απόφαση που βασίζεται στη γνώση της ανθρώπινης φύσης ως αδύναμης και περιορισμένης και στην επιείκεια που πηγάζει από αυτή την γνώση.
 Αποφθέγματα περί Συγχώρεσης
“Εάν δε αμαρτήση εις σε ο αδελφός σου, επιτίμησον αυτώ. Και εάν μετανοήση, άφες αυτώ. Και εάν επτάκις της ημέρας αμαρτήση εις σε και επτάκις της ημέρας επιστρέψη προς σε λέγων, μετανοώ, αφήσεις αυτώ.” [Λουκ. ιζ’ 3-4]
Άβυσσος βαθιά η καρδιά της μάνας. Στα βάθη της πάντα η συγχώρεση. Μπαλζάκ
Εάν θέλετε ν’ αγαπήσετε, πρώτα απ’ όλα να μάθετε να συγχωρείτε. Βαμπίλοφ Α.
Εκείνος που εκδικείται, συνήθως λυπάται για την πράξη του. Εκείνος που συγχωρεί δε λυπάται για αυτό. Δουμά Α.
Η αγάπη είναι μια ατέλειωτη συχώρεση, ένα βλέμμα τρυφερό, που σου γίνεται συνήθεια. Ουστίνοφ Πήτερ
Η εκδίκηση εξισώνει τον άνθρωπο με τον εχθρό του, η συγγνώμη τον κάνει ανώτερό του. Γκράχαμ
Η ικανότητα να συγχωρέσει είναι η ιδιότητα του δυνατού. Η αδύναμοι ποτέ δεν συγχωρούνε. Γκάντι Μ.
Η καρδιά της μητέρας είναι μια άβυσσος, που στο βάθος της βρίσκεται πάντοτε η συγγνώμη. Βίων
Η συγχώρεση είναι η οικονομία της καρδιάς… σε σώζει από τη δαπάνη του θυμού, το κόστος του μίσους, τη σπατάλη του πνεύματος. Μορ Χάνα
Η συγχώρεση είναι η τελική μορφή της αγάπης. Νιμπούρ Ρέινολντ
Να συγχωρείς, ναι! Αλλά να μην ξεχνάς. Το πρώτο σε δείχνει μεγαλόψυχο, το δεύτερο σε κάνει σοφό. Χρύσας Α.
Ο ανόητος ψάχνει τα λάθη των άλλων, ο έξυπνος, του εαυτού του, αλλά ο σοφός όλους συγχωρεί. Μπεντνόβα Β.
Πρέπει κανείς να συμπληρώσει το ευεργέτημα που έκανε, συγχωρώντας την αχαριστία του ευεργετηθέντος. Τεριέ
Συγχώρεση είναι να απελευθερώνεις έναν φυλακισμένο και να ανακαλύπτεις ότι ο φυλακισμένος ήσουν Εσύ! Σύγχρονο ρητό

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή του τυφλού – ῾μαντευομένη᾽ (Αποστολικό ανάγνωσμα)

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Ιουνίου, 2013

μαντευομένη᾽ (Πρ. ᾽Απ. 16,17) 
α. ῾Η θεραπεία ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο μίας δαιμονισμένης κοπέλας μέ μαντικό πνεῦμα, τήν ὁποία ἐκμεταλλεύονταν ὁρισμένοι ἐπιτήδειοι, ὅπως καί ἡ μεταστροφή στήν χριστιανική πίστη ἑνός δεσμοφύλακα καί ἔπειτα καί τῆς οἰκογενείας του, ὅταν οἱ ἀπόστολοι Παῦλος καί Σίλας εἶχαν ριχτῆ στήν φυλακή ὑπέρ τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ στούς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας, εἶναι τό περιεχόμενο τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος τῆς Κυριακῆς τοῦ Τυφλοῦ. ῾Η περίπτωση μάλιστα τῆς κοπέλας, ἐπειδή παρουσιάζει πολλά ἐπικαιρικά στοιχεῖα – καί σήμερα δυστυχῶς παρουσιάζονται τέτοια φαινόμενα – εἶναι ἐκείνη πού μᾶς προκαλεῖ περισσότερο, γι᾽ αὐτό καί σ᾽ αὐτήν περισσότερο θά ἐπικεντρώσουμε τήν προσοχή μας.
β. 1. ῾Η κοπέλα τῶν Φιλίππων λοιπόν εἶχε ῾πνεῦμα πύθωνος᾽, μαντικό πνεῦμα, κατά τίς Πράξεις, πού μέ τίς μαντεῖες της ἀπέφερε πολλά κέρδη στούς κυρίους της. Κι εἶναι εὐνόητο ὅτι μιλώντας γιά μαντεία τήν ἐποχή ἐκείνη μιλᾶμε γιά τό ἴδιο φαινόμενο πού παρατηρεῖται καί στίς μετέπειτα ἐποχές μέχρι σήμερα: μία ἀπόπειρα πρόγνωσης τοῦ μέλλοντος ἀφενός καί ἀποκαλύψεως κεκρυμμένων πραγματικοτήτων τοῦ κόσμου τούτου ἀφετέρου. Προϋποτίθεται λοιπόν στό φαινόμενο τῆς μαντείας ἡ βαθειά ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου νά γνωρίσει ὅ,τι οἱ πεπερασμένες δυνάμεις του τόν κρατοῦν σέ ἄγνοια: τά μυστηριώδη τῆς ζωῆς καί τῶν ἀνθρώπων· τό ἄδηλο μέλλον. Τό φαινόμενο τῆς μαντείας δηλαδή εἶναι ἀποδεικτικό τῆς διπλῆς κατάστασης στόν ἄνθρωπο: τῆς μικρότητας τῶν δυνάμεών του πρῶτον, τῆς ἀπειρίας τῶν ἐπιθυμιῶν του δεύτερον. ῾Ο ἄνθρωπος θέλει καί ἐπιθυμεῖ, ἀλλά δέν μπορεῖ. Διέξοδος λοιπόν σ᾽ αὐτήν τήν διπλότητα φάνηκε ἀπό παλιά ἡ μαντεία: ἕνας δρόμος πού δέν σχετιζόταν μέ τήν λογική ἐπεξεργασία τῶν δεδομένων τῆς ἐμπειρίας, ἀλλά μέ τήν ἀναγωγή σέ ὑπέρ τά συνήθη δυνάμεις,  θρησκευτικῆς ὡς ἐπί τό πλεῖστον φύσεως, εἴτε ἄμεσα, ὅπως τά διάφορα μαντεῖα τῶν ἀρχαίων λαῶν, εἴτε ἔμμεσα, τύπου ἀστρομαντείας, χειρομαντείας, καφεμαντείας.
2. Δέν θά ἐπιμείνουμε σέ ἑρμηνεῖες τοῦ φαινομένου, ψυχολογικῆς ἤ κοινωνιολογικῆς τάξεως. Θά μείνουμε στήν πνευματική ἑρμηνεία πού μᾶς δίνει ὁ ἴδιος ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ στήν προκειμένη περίπτωση τῆς νεαρῆς κοπέλας: διακατεχόταν αὐτή ἀπό ῾πνεῦμα πύθωνος᾽, δηλαδή ἀπό δαιμονικό πνεῦμα. ῞Ο,τι μαντεία πρόσφερε ἡ κοπέλα ὡς ἀποκάλυψη ἀγνώστων πραγμάτων ἤ μελλοντικῶν γεγονότων ὀφείλετο στήν παρουσία δαιμονικῶν δυνάμεων πού τήν διακατεῖχαν. Οἱ δαίμονες – τά ἐκπεσμένα αὐτά πλάσματα τοῦ Θεοῦ πού διακρατοῦνται ἀπό τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτό καί ὑφίστανται – ἦταν τό ποιητικό αἴτιο τῶν μαντευμάτων της καί ὄχι βεβαίως κάποια ἰδιαίτερη δική της περίεργη δύναμη. Κι εἶναι φυσικό: οἱ δαίμονες ὡς πνεύματα ἔχουν τήν δυνατότητα νά γνωρίζουν πολύ περισσότερα καί κρυμμένα πράγματα ἀπό ὅ,τι συνήθως οἱ ἄνθρωποι, ἔχουν δέ μεγαλύτερες δυνάμεις ἀπό αὐτούς. ῎Ετσι γιά τήν ᾽Εκκλησία μας ἡ μαντεία συνιστᾶ δαιμονικό γεγονός, τό ὁποῖο ἀφενός ὁδηγεῖ σέ καταβαράθρωση τόν ἄνθρωπο πού τήν ὑπηρετεῖ ὡς ἐνεργούμενο τῶν δαιμόνων, ἀφετέρου καθιστᾶ τούς δεχομένους τήν μαντική ἐνέργεια ἄμεσα ἤ σταδιακά δούλους τῶν πονηρῶν αὐτῶν δυνάμεων.
3. Κύριο γνώρισμα βεβαίως τῆς μαντείας ὡς δαιμονικοῦ γεγονότος εἶναι ἡ πονηρία καί τό ψεῦδος. Αὐτά εἶναι τά στοιχεῖα ἄλλωστε μέ τά ὁποῖα κινεῖται πάντοτε ὁ διάβολος καί τά ὄργανά του γιά νά πλανήσει τούς ἀνθρώπους. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι οἱ μαντεῖες ἐνῶ τίς περισσότερες φορές δέν ἐκφράζουν τήν ἀλήθεια, ὅμως ὑπάρχουν φορές πού τήν ὑπηρετοῦν, ἤ τήν ὑπηρετοῦν μέ θολό τρόπο: ἀναμειγμένη μέ ψεῦδος. Καί νά τό παράδειγμα ἀπό τό περιστατικό τῶν Φιλίππων: ἡ ῾μαντευομένη᾽ κοπέλα βρίσκεται καταρχάς κοντά σέ τόπο προσευχῆς, γιατί κάπου ἐκεῖ τήν συνάντησαν οἱ ἀπόστολοι. Πού σημαίνει: ἐκεῖ πού οἱ ἄνθρωποι ἀναζητοῦν τόν Θεό, ἐκεῖ πάντοτε θά ὑπάρχει καί ἡ ῾παγίδα᾽ πού θά στήνει καί ὁ διάβολος. ῾Η μεγαλύτερη πονηρία ὅμως ἔγκειται στήν ῾θεολογία᾽ τῶν δαιμόνων. Οἱ δαίμονες προκειμένου νά κερδίσουν τήν ἐμπιστοσύνη τῶν ἀνθρώπων, ὥστε ἔτσι νά τούς παρασύρουν σ᾽ αὐτούς,  γίνονται ἀκόμη καί ἀληθινοί κήρυκες τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ!
Τό κείμενο εἶναι συγκλονιστικό: ῾αὕτη (ἡ μαντευομένη) κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καί τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα: οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν ὁδόν σωτηρίας᾽ (Αὐτή ἀκολούθησε ἀπό πίσω τόν Παῦλο καί τόν Σίλα καί φώναζε λέγοντας: Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου, καί μᾶς γνωστοποιοῦν τόν δρόμο τῆς σωτηρίας καί τόν ἀσφαλή τρόπο μέ τόν ὁποῖο θά σωθεῖτε). ῾Ο πονηρός λοιπόν διάβολος δέν λέει πάντοτε ψέματα. Συχνά λέει τήν ἀλήθεια, ἀλλά μέ σκοπό, ὅπως εἴπαμε, πονηρό: νά δημιουργήσει κλίμα ἐμπιστοσύνης ὑπέρ αὐτοῦ, ὥστε νά παρασύρει ἔπειτα τούς ἀνθρώπους. Εἶναι αὐτό πού λέει σέ ἄλλο σημεῖο ὁ ἀπόστολος, ὅτι ῾οὐκ ἀγνοοῦμεν τά νοήματα αὐτοῦ᾽, ἤ αὐτό πού ἀποκαλύπτουν οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, γιά τά ἀριστερά ἀλλά καί τά δεξιά (τά καλά δηλαδή) ὅπλα πού χρησιμοποιεῖ ὁ διάβολος. Καί τήν πονηρία αὐτήν τῶν δαιμόνων βλέπουμε νά συναγωνίζονται σέ ἕναν βαθμό καί οἱ ἄνθρωποι: τήν κοπέλα ἐκμεταλλεύονταν ἐπιτήδειοι, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ὅταν θεραπεύτηκε ἀντέδρασαν μέ τρόπο ἐξίσου πονηρό: ἔκαναν ψευδεῖς καταγγελίες, μέ διάθεση φονική ἀπέναντι στούς ἀποστόλους.
4. ῾Η στάση τῶν ἀποστόλων στό φαινόμενο τῆς μαντείας λειτουργεῖ ὡς κατευθυντήρια γραμμή: ὀργή καί ἀγανάκτηση κατά τοῦ δαιμονικοῦ πνεύματος· ἄρνηση τῆς ῾ἀλήθειας᾽ τῶν δαιμόνων· ἐξορκισμός αὐτῶν.
– ῾Η ὀργή καί ἡ ἀγανάκτηση δέν εἶναι πάντα ἀρνητικά στοιχεῖα. Τό ἀντίθετο: ὅταν ὑπηρετοῦν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γίνονται οἱ κατεξοχήν δυνάμεις γιά νά πολημηθεῖ ὁ διάβολος. ῾Η ὀργή εἶναι πάθος καταστροφικό ὅταν στρέφεται κατά τοῦ ἀληθινοῦ ἑαυτοῦ μας καί κατά τῶν συνανθρώπων μας. ῞Οταν στρέφεται κατά τῶν παθῶν μας καί τοῦ διαβόλου εἶναι ἡ πιό εὐλογημένη δύναμη.
– ῾Οτιδήποτε ἐκπορεύεται ἀπό τόν πονηρό διάβολο, ἔστω καί ἀληθινό, πρέπει νά ἀποβάλλεται. Εἴπαμε ὅτι ἡ πονηρία εἶναι τό γνώρισμα τῆς τακτικῆς του. Τούς προπάτορες ὁ ἀρχαῖος ὄφις  τούς ἐξαπάτησε μέ τήν ἀλήθεια ὅτι εἶναι δημιουργημένοι καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ. Τούς ὑπέδειξε ὅμως ἄλλον δρόμο πέραν τῆς ὑπακοῆς στόν Θεό  πραγμάτωσης τοῦ σκοποῦ τους. Κι αὐτό ὑπῆρξε ἡ ἀπαρχή τῆς πτώσης τους. Ποτέ λοιπόν δέν ῾πιάνουμε κουβέντα᾽ μέ τόν Πονηρό εἴτε ὡς πρόταση ὀργάνου του ἀνθρώπου εἴτε ὡς πρόταση λογισμοῦ.
– Καί τούς ἐξορκίζουμε. Μήν θεωρηθεῖ τοῦτο βεβαίως ὡς διάβασμα εὐχῶν ἐξορκισμοῦ. Τοῦτο δέν θεωρεῖται οὔτε ἐποικοδομητικό οὔτε ἀσφαλές γιά τόν πιστό, ἀκόμη καί τόν ἱερέα. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ ῾Ιερά Σύνοδος τῆς ᾽Εκκλησίας μας, ἤδη πρό μερικῶν χρόνων, συνέστησε τήν προσοχή τῶν ἱερέων γιά τούς ἐξορκισμούς, προτρέποντάς τους νά μήν τούς διαβάζουν. Διότι, ὅπως ἔλεγαν καί οἱ ἅγιοι Γέροντες Πορφύριος καί Παΐσιος, μέ αὐτούς γίνεται περισσότερη ἀναταραχή τῶν δαιμονίων. Μόνον σέ ἐξαιρετικές περιπτώσεις μπορεῖ νά συμβεῖ αὐτό, καί μάλιστα μετά ἀπό συνεννόηση μέ ἔμπειρους πνευματικούς. ᾽Εξορκισμούς ἔτσι κι ἀλλιῶς διαβάζουμε ὅταν ὁ ἀβάπτιστος ἄνθρωπος πρόκειται νά βαπτισθεῖ. Τότε στό ὄνομα τοῦ ἐσταυρωμένου Χριστοῦ ἐξορκίζουμε τά δαιμόνια. Σέ ὅλες τίς ἄλλες περιπτώσεις χρειάζεται ἐξαιρετική προσοχή καί ἔμπονη προσευχή, κατεξοχήν δέ διάκριση ἄν πρόκειται ὄντως περί δαιμονίου ἤ κάποιας ψυχικῆς νόσου.  Λοιπόν, μιλώντας γιά ἐξορκισμό ὡς τρόπο ἀντίδρασης γιά τήν μαντεία ἐννοοῦμε πρωτίστως τήν ἐπίκληση τοῦ Κυρίου καί τήν προσκόλλησή μας σ᾽ Αὐτόν καί τό θέλημά Του, πού θά πεῖ ὁδό μετανοίας μέ τήν ἐπαναβίωση τοῦ ἁγίου βαπτίσματός μας. ῞Οσο ὁ ἄνθρωπος θυμᾶται τό ἅγιο βάπτισμά του, τήν ἀπόταξη τοῦ διαβόλου καί τήν σύνταξη μέ τόν Κύριο, τήν ἔνδυσή του μέ Αὐτόν, τόσο καί συνειδητοποιεῖ ὅτι ὅποιο πνεῦμα ἀντίθετο τοῦ Κυρίου καί νά ὑπάρχει, ἐξορίζεται καί χάνεται.
γ. Σέ μία ἐποχή πνευματικής κρίσης σάν τήν σημερινή, ὅπου ἡ θόλωση συνιστᾶ τό κύριο γνώρισμά της μέ ἀποτέλεσμα νά ῾κάνουν θραύση᾽ καθώς λέμε οἱ διάφορες μαντεῖες, ἡ περίπτωση τῶν ἀποστόλων μέ τήν ῾μαντευομένην᾽ κοπέλα λειτουργεῖ ὡς πυξίδα προσανατολισμοῦ. ῾Η λύση βρίσκεται στήν σχέση μέ τόν Χριστό. Σχέση ὅμως ζωντανή καί πραγματική. Σχέση μέσα στό ζωντανό σῶμα Του, τήν ᾽Εκκλησία.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή του τυφλού – Ποῦ ἐστιν ᾽Εκεῖνος;᾽

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Ιουνίου, 2013

῾Ποῦ ἐστιν ᾽Εκεῖνος;᾽ (᾽Ιωάν. 9, 12)
Μπροστά στό μεγάλο θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ ἀπό τόν ᾽Ιησοῦ οἱ ᾽Ιουδαῖοι τά χάνουν καί ἀναζητοῦν τόν αἴτιο: ῾Ποῦ ἐστιν ᾽Εκεῖνος;᾽ Κι ὁ πρώην τυφλός πού δέχεται τήν ἐρώτηση, δέν μπορεῖ νά δώσει ἀπάντηση, πέρα ἀπό τό ὄνομα τοῦ ᾽Ιησοῦ καί τό γεγονός τῆς θεραπείας του. Διότι ὁ Κύριος, τόν ῾Οποῖο ὁ τυφλός ἀγνοεῖ, τόν ἔστειλε πρός νίψη στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, ὁπότε ἐκεῖνος πιστεύοντας στόν λόγο καί ἀνταποκρινόμενος ὄντως θεραπεύεται. ᾽Αναζητοῦν λοιπόν οἱ ᾽Ιουδαῖοι τόν Χριστό.
᾽Αλλ᾽ ἡ ἀναζήτηση τοῦ ᾽Ιησοῦ εἶναι φαινόμενο πού ἐπισημαίνουμε σέ πολλά ἐπίπεδα μέσα στό Εὐαγγέλιο:
– ἀναζητεῖ τόν ᾽Ιησοῦ ὡς νήπιο ὁ ῾Ηρώδης, γιατί Τόν βλέπει ὡς ἀπειλή, ἀφοῦ εἶναι κατά τούς μάγους ῾ὁ τεχθείς βασιλεύς τῶν ᾽Ιουδαίων᾽,
 – ἀναζητοῦν τόν ᾽Ιησοῦ πολλές φορές οἱ Φαρισαῖοι καί οἱ θρησκευτικοί ἄρχοντες τοῦ ᾽Ισραήλ, γιατί εἶναι ῾ἐπικίνδυνος᾽, ἀφοῦ καταλύει τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου καί καταργεῖ τίς παραδόσεις τους,
– ἀναζητεῖ ὁ ἁπλός λαός τόν ᾽Ιησοῦ, γιατί τούς ἔδωσε νά φάει,
 – ἀναζητεῖ τόν ᾽Ιησοῦ ὁ ῾Ηρώδης ᾽Αντίπας, γιατί θέλει νά ῾διασκεδάσει᾽, ἀφοῦ ἔχει ἀκούσει γιά τήν ἱκανότητά Του νά κάνει θαύματα.
 ᾽Αλλά καί: – ἀναζητοῦν οἱ μαθητές τοῦ ᾽Ιωάννη Προδρόμου τόν ᾽Ιησοῦ, γιατί Αὐτόν ὑποδείκνυε ὡς Μεσσία ὁ δάσκαλός τους,
– ἔρχεται πρός ἀναζήτησή Του ὁ Ναθαναήλ πού ἄκουσε θαυμαστά γι᾽ Αὐτόν ἀπό τόν φίλο του Φίλιππο,
– ἔρχονται πρός ἀναζήτησή Του οἱ Σαμαρεῖτες, γιατί προκλήθηκαν ἀπό τή μαρτυρία τῆς συμπατριώτισσάς τους, πού εἶπε ὅτι ὁ ᾽Ιησοῦς τῆς ἀπεκάλυψε ὅλη της τή ζωή.
 Κι ὄχι μόνο τότε στά χρόνια τοῦ ᾽Ιησοῦ. Σέ κάθε ἐποχή, κι ὅσο θά ὑπάρχει κόσμος, θά ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ἀναζητοῦν τόν ᾽Ιησοῦ. Δέν θά Τόν ἀναζητοῦν ὅμως ὅλοι γιά τούς ἴδιους λόγους καί γιά τόν ἴδιο σκοπό. ῞Οπως τότε, ἔτσι καί πάντα: ἄλλος ἀναζητεῖ τόν Χριστό κινούμενος ἀπό μίσος καί ἔχθρα πρός Αὐτόν, ἄλλος ἀπό περιέργεια, ἄλλος ἀπό γνήσια ἀναζήτηση τῆς καρδιᾶς του, ψάχνοντας ῾τό ὕδωρ τό ζῶν᾽ κι ἄλλος ἀπό ἀγάπη πρός Αὐτόν, βλέποντας ὅτι ἡ φλόγα πού ἔχει ἀναφθεῖ μέσα του γιά τόν Χριστό διαρκῶς καί φουντώνει.
 ῎Ετσι τό ῾ποῦ ἐστιν ᾽Εκεῖνος;᾽ ἀποτελεῖ αἴτημα καί τῶν ἐγγύς καί τῶν μακράν τοῦ Χριστοῦ, πού ἐπιβεβαιώνει τήν εὐαγγελική καί διαχρονική ἀλήθεια ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά σταθεῖ ἀδιάφορος μπροστά Του. Πάντοτε δηλαδή μπροστά στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὑποχρεωμένος κάποιος νά πάρει μιά ἀπόφαση εἴτε θετική εἴτε ἀρνητική. ῞Οπως ὁ ῎Ιδιος ὁ Κύριος τό ἔχει ἀποκαλύψει: ῾ὁ μή ὤν μετ᾽ ἐμοῦ κατ᾽ ἐμοῦ ἐστι καί ὁ μή συνάγων μετ᾽ ἐμοῦ σκορπίζει᾽. Κι ἄν ἤθελε κανείς νά κρίνει τήν ποικιλία τῶν ἀρνητῶν τοῦ Χριστοῦ, εἴτε δηλαδή τῶν καθαρά ἐχθρῶν καί πολεμίων Του εἴτε τῶν ἀδιάφορων ἀπέναντί Του, θά ἔλεγε ὅτι οἱ ἀδιάφοροι εἶναι καί οἱ χειρότεροι ἐχθροί Του, γιατί σ᾽ αὐτούς πού φανερά Τόν ἐχθρεύονται καί Τόν πολεμοῦν ὑπάρχει ἐλπίδα ἀκόμη καί σύντομης μεταστροφῆς τους – ἀσχολοῦνται μέ ᾽Εκεῖνον ἔστω καί ἀρνητικά – ἐνῶ στούς ἀδιάφορους πού μπορεῖ νά μήν ἀρνοῦνται κἄν τόν Χριστό, δέν ὑπάρχει προβληματισμός καί ἐνδιαφέρον. ῾῎Οφειλες νά εἶσαι ἤ ψυχρός ἤ θερμός. ᾽Επειδή ὅμως εἶσαι χλιαρός (καί στούς χλιαρούς βεβαίως ἀνήκουν καί οἱ ἀδιάφοροι μέ τήν πίστη) θά σέ ἐμέσω ἀπό τό στόμα μου᾽ (᾽Αποκ. ᾽Ιωάννη).
 ῾Ποῦ ἐστιν ᾽Εκεῖνος;᾽ Στήν ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ καί μάλιστα ὡς Σωτήρα τῆς ζωῆς μας δέν ὑπάρχει ἕνας δρόμος. Κι ἀπό τήν ἄλλη κανείς δέν μπορεῖ νά ἐξασφαλίσει τή συγκεκριμένη ἀπάντησή Του. ᾽Εμεῖς (πρέπει νά) Τόν ἀναζητοῦμε κι ᾽Εκεῖνος θά κρίνει τό ποῦ καί τό πῶς τῆς ἐμφάνισής Του. Αὐτό πού γνωρίζουμε εἶναι ὅτι ἡ ἐμφάνισή Του αὐτή ἔχει πάντα τό στοιχεῖο τῆς ἔκπληξης:
῎Ερχεται ἐκεῖ πού δέν τό περιμένεις καί πού ῾φαίνεται᾽ ὅτι δέν συντρέχουν οἱ συνθῆκες τῆς παρουσίας Του.
῎Ερχεται ῾κεκλεισμένων τῶν θυρῶν᾽ ἤ ἐκεῖ πού παλεύεις μέ τά κύματα τῆς ζωῆς, ἕτοιμος νά καταποντιστεῖς – κι ᾽Εκεῖνος εἶναι πάνω στά κύματα δίπλα σου.
Πλησιάζεις κάποιον πού πιστεύεις ὅτι μπορεῖ νά σέ βοηθήσει γιά νά Τόν βρεῖς καί ἀκοῦς ᾽Εκεῖνον νά σέ προσφωνεῖ μέ τ᾽ ὄνομά σου.
Συνοδοιπορεῖς μέ ἄγνωστο καί σοῦ ῾βγαίνει᾽ ὁ ῎Ιδιος ῾ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ᾽.
῎Ερχεται κυρίως στήν ῾κλᾶσιν τοῦ ἄρτου᾽, στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, καί μόλις Τόν αἰσθανθεῖς καί πᾶς νά Τόν ῾πιάσεις᾽, ῾ἄφαντος γίνεται ἀπό Σοῦ᾽.
Μά ἐκεῖ πού μᾶς εἶπε ὅτι θά Τόν βρίσκουμε πάντα στήν ὅποια ἀναζήτησή μας εἶναι στό πρόσωπο τοῦ κάθε ἀδελφοῦ, καί μάλιστα τοῦ ἐλαχίστου. ῾᾽Εφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε᾽!
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 
http://pgdorbas.blogspot.gr/2013/06/blog-post_7.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το καλό τέλος του υποτακτικού

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Ιουνίου, 2013

Ο γέρων Χατζη-Γεώργιος διηγήθηκε στον Ρώσσον Αρχιμανδρίτη και Πνευματικό παπα-Μακάριο την κοίμηση ενός μαθητού του, του πατρός Γαβριήλ, και τις επιθανάτιες οπτασίες που είδε εκείνος ως εξής: Τις προάλλες εκοιμήθη ο αδελφός μας μεγαλόσχημος μοναχός Γαβριήλ, ο οποίος ήταν 26 χρονών.
Πριν κοιμηθεί, ήταν άρρωστος μόνο δύο εβδομάδες. Τρεις μέρες πριν από την κοίμησή του είδε το εξής όραμα. Του παρουσιάστηκαν τέσσερις νέοι, που φορούσαν διακονικά στιχάρια και ήταν περιζωσμένοι με οράρια. Αυτοί οι νέοι τον προσκαλούσαν να πάει μαζί τους ταξίδι. Τους απάντησε:
 – Παρ’ ότι θα με ευχαριστούσε πολύ να ταξιδέψω μαζί σας, όπου και αν πάτε, χωρίς ευλογία του Γέροντά μου, δεν τολμώ να κάνω ούτε ένα βήμα έξω απ’ αυτό το κελί. Περιμένετε λίγο μέχρι να ζητήσω την ευλογία του. Εκείνοι συμφώνησαν να περιμένουν. Ο π. Γαβριήλ κάλεσε εμένα και μου είπε:
– Πάτερ, να, ήρθανε να με πάρουν τέσσερις νεαροί διάκοι ντυμένοι με ιερά άμφια. Με καλούν να πάω κάπου μαζί τους. Δωσ’ μου την ευλογία σου να πάω μαζί τους. Βλέπω ότι είναι πολύ καλοί άνθρωποι, ότι με αγάπησαν και θέλουν να με πάρουν εκεί όπου μένουν οι ίδιοι. Όπου και να με πάνε, μαζί τους παντού θα αναπαύομαι. Λοιπόν σε παρακαλώ, Πάτερ, άφησέ με να φύγω μαζί τους γρήγορα.
Αφού τα άκουσα αυτά σκέφθηκα, μήπως παραληρεί ο π. Γαβριήλ λόγω της σοβαρής του ασθένειας ή μήπως βρίσκεται σε δαιμονική πλάνη. Γι’ αυτό του είπα:
– Κάνε το Σταυρό σου, πες την ευχή του Ιησού, και πες σ’ αυτούς που ήρθαν να σε πάρουν:
– Δεν μπορώ να έρθω μαζί σας, δε μ’ αφήνει ο Γέροντας, επειδή δεν ξέρουμε ούτε αυτός ούτε εγώ τι άνθρωποι είσαστε. Αυτά που του είπα να κάνει τα έκανε αμέσως, μπροστά μου. Αλλά οι εμφανισθέντες νέοι του είπαν:
– Σου δίνουμε τρεις μέρες προθεσμία ακόμη, στις οποίες μπορείς να σκεφθείς καλά-καλά και να προετοιμασθείς να φύγεις μαζί μας. Μετά από τρεις μέρες θα’ ρθούμε να σε πάρουμε οπωσδήποτε. Και ύστερα έγιναν άφαντοι.
Ο ασθενής, αφού μου μετέφερε αυτά, ήταν πολύ χαρούμενος και ήσυχος, λες και τελείως ανάρρωσε. Και όμως παρ’ όλη αυτήν την αλλαγή προαισθανόμουν ότι δε θα ζήσει πολύ και γι’ αυτό συνέστησα στον ιερομόναχό μου να του κάνει το Μυστήριον του Αγίου Ευχελαίου και καθημερινά να τον κοινωνάει, αφού και ο ίδιος ο ασθενής, βέβαια, το ήθελε.
Την τρίτη ημέρα μετά από την εμφάνιση των νέων ο ασθενής άρχισε γρήγορα να εξασθενεί σωματικά, ενώ το πνεύμα του ήταν ήσυχο, όπως και πριν.
Δεν έχασε τις αισθήσεις του μέχρι και της τελευταίας αναπνοής. Μία ώρα πριν από την κοίμησή του ένας παρευρισκόμενος αδελφός, ο οποίος μένει κοντά μας σ’ ένα ερημητήριο, ζήτησε από τον ασθενή να του αφήσει ως ευλογία κάτι από τα προσωπικά του πράγματα. Ο ασθενής με σταθερή φωνή απήντησε:
– Μα, τι να σου δώσω; Αφού ξέρεις ότι δεν έχω τίποτε δικό μου. Να, άμα θέλεις πάρε από εκείνη τη γωνία καμιά από τις πέντε πετρούλες, τις οποίες εναλλάξ κρατούσα στο στόμα μου για να μην αργολογώ. Αλλά ένας άλλος αδελφός, που ήταν κοντά, του είπε:
– Μα, ούτε οι πέτρες είναι δικές σου, είναι του Θεού και δεν μπορείς να τις δώσεις σε κανένα χωρίς την ευλογία του Γέροντά μας.
– Τότε συγχωρήστε με για το θέλημά μου, είπε ο ασθενής. Μετά άρχισε να αναπνέει πιο συχνά και πιο βαριά από πριν και να κοιτάζει δεξιά-αριστερά. Εκείνη την ώρα τον κοιτούσα προσεκτικά και είδα ότι χαμογελάει. Μετά όλοι μας ακούσαμε πως είπε:
– Να, ήρθαν να με πάρουν εκείνοι οι τέσσερις διάκονοι και μαζί τους ακόμη ένας άλλος καινούριος διάκος. Γι’ αυτό τώρα να με συγχωρήσεις, πάτερ, και να μου δώσεις την ευλογία να πάω μαζί τους.
– Ο ίδιος ο Θεός να σε ευλογήσει, τέκνον, να μετοικήσεις εις την αιώνια ζωή, να πας και να προσεύχεσαι εκεί στην Αγία Τριάδα για μας τους αμαρτωλούς, του απήντησα. Αμέσως μετά, χωρίς να προφέρει λέξη, ήσυχα και ειρηνικά απεδήμησε προς τον Κύριον.
Ο μακαριστός π. Γαβριήλ ήλθε στο Κελί μας, όταν ήταν 16 χρονών, και εκοιμήθη εν Κυρίω στον εικοστό έκτο χρόνο της ζωής του. Όλα τα χρόνια που έζησε μαζί μας ήταν πολύ πράος και υπάκουος, είχε αγάπη σε όλους και τον αγαπούσαν όλοι. Ο Θεός να τον αξιώσει της Βασιλείας των ουρανών.
Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη παράδοση
Εκδόσεις
Ιερόν Ησυχαστήριον
“Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος”
σελ. 333-336
Ἐπιμέλεια κειμένου Αναβάσεις

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Χατζηγιώργης μοναχός, ο περιβόητος ασκητής του Άθω (†1886)

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Ιουνίου, 2013

 
Χατζηγιώργης μοναχός, ο περιβόητος ασκητής του Άθω (†1886)
 
…Ο ρηθείς Χατζή Γιώργης ην Μικρασιάτης την πατρίδα, απλούς το ήθος και ασκητικώτατος, διαμένων εν Κερασιά της Λαύρας και εν τω κελλίω του Αγίου Δημητρίου. Είτα δε αποβληθείς ένεκα του Ρώσσου Παρθενίου υποτακτικού αυτού, όστις ην ο κύριος μοχλός των πράξεων και ψευδών θαυματουργικών αγγελμάτων εις Ρωσσίαν, ηγόρασε το παρά τον υδροπρίονα της Μονής Γρηγορίου κελλίον «ο Άγιος Θεολόγος», έχων μεθ’ εαυτού μεγάλην ακολουθίαν εκ Ρώσσων και Ελλήνων Μοναχών. Αποβληθέντα όμως και εντεύθεν υπό των φιλοπατρίδων Γρηγοριατών ένεκα των ρωσσικών σχεδίων του Παρθενίου, ενεκολπώθησαν αυτόν στενώτερον οι του Ρωσσικού, εγκαθιδρύσαντες εν τω μνησθέντι κελλίω του Πρωτομάρτυρος Αγίου Στεφάνου, απέχοντι μίαν ώραν εκ Καρυών. 
 
 
Μεγαλόσχημος μοναχός Γεώργιος Χατζής 1828
 
Επειδή όμως η αρετή του Χατζη Γιώργη διεφημίσθη ανά την Ρωσσίαν, ένθα εθεωρείτο άγιος, η ρωσσική Μονή φοβουμένη την υπεροχήν αυτού και των μετ’ αυτού Ρώσσων και Ελλήνων απεφάσισε την εξόντωσιν αυτού καταστιγματίσασα όλως ασπλάχνως. Όθεν δια των πανισχύρων μέσων της Μονής του Ρωσσικού παρά τη Ιερά Κοινότητι εξορισθείς μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν, ένθα και ετελεύτησε τω 1886, αφειδώς ελεών τους πένητας εκ των αποστελλομένων αυτώ εκ Ρωσσίας βοηθημάτων…
 
Απόσπασμα από το βιβλίο του Γερασίμου Σμυρνάκη ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ (1903), σελ. 235

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Ιουνίου, 2013

Οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου

Όλοι μας ταλαιπωρούμαστε στη γη και ζητάμε ελευθερία, μα λίγοι ξέρουν τι είναι η ελευθερία και που βρίσκεται.
Κι εγώ θέλω επίσης ελευθερία και την αναζητώ μέρα και νύχτα. Έμαθα πως βρίσκεται κοντά στο Θεό και δίνεται απʼ Αυτόν σʼ όσους έχουν ταπεινή καρδιά, σʼ όσους μετανόησαν και έκοψαν το θέλημά τους ενώπιον του Κυρίου. Σʼ όποιον μετανοεί, ο Θεός δίνει την ειρήνη Του και την ελευθερία να Τον αγαπάει. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα πολυτιμότερο στον κόσμο από την αγάπη του Θεού και του πλησίον. Σʼ αυτά βρίσκει η ψυχή ανάπαυση και χαρά.

*Η καρδιά μου πονάει για όλο τον κόσμο και προσεύχομαι με δάκρυα γιʼ αυτόν, να μετανοήσουν όλοι και να γνωρίσουν το Θεό, να ζήσουν με αγάπη και να γευθούν τη γλυκύτητα της ελευθερίας του Θεού.
Ω, όλοι οι άνθρωποι, προσευχηθείτε και κλάψτε για τις αμαρτίες σας, για να σάς συγχωρήσει ο Κύριος. Όπου υπάρχει άφεση αμαρτιών, εκεί βρίσκεται η ελευθερία της συνειδήσεως και η αγάπη, έστω και λίγη. …

*Ο Κύριος μας έδωσε την εντολή να αγαπάμε ο ένας τον άλλον. Αυτή είναι η αληθινή ελευθερία: η αγάπη για το Θεό και τον πλησίον. Εδώ βρίσκεται και η ελευθερία και η ισότητα. Στην κοσμική τάξη είναι αδύνατο να υπάρξει ισότητα- αυτό όμως δεν έχει σημασία για την ψυχή. Δεν μπορεί να είναι ο καθένας βασιλιάς ή άρχοντας, πατριάρχης ή ηγούμενος ή διοικητής. Μπορεί όμως ο καθένας, σε όποια τάξη κι αν ανήκει, νʼ αγαπάει το Θεό και να είναι ευάρεστος σʼ Εκείνον- κι αυτό είναι το σπουδαίο. Και όσοι αγαπούν περισσότερο το Θεό στη γη, θα έχουν περισσότερη δόξα στη βασιλεία των ουρανών και θα είναι πιο κοντά στον Κύριο. Ο καθένας θα δοξαστεί κατά το μέτρο της αγάπης του.

*Η θεία χάρη δεν αφαιρεί την ελευθερία, αλλά συνεργεί μόνο στην εκπλήρωση των εντολών του Θεού. Ο Αδάμ βρισκόταν στην κατάσταση της χάριτος, αλλά δεν του αφαιρέθηκε το αυτεξούσιο. Οι άγγελοι παραμένουν επίσης στο Άγιο Πνεύμα, αλλά δεν τους έχει αφαιρεθεί η ελεύθερη βούληση.

*Ο Κύριος έδωσε στη γη το Άγιο Πνεύμα· και όσοι το έλαβαν, αισθάνονται τον παράδεισο μέσα τους.
Ίσως πεις: «Γιατί λοιπόν δεν έχω κι εγώ μια τέτοια χάρη;». Επειδή εσύ δεν παραδόθηκες στο θέλημα του Θεού, αλλά ζεις σύμφωνα με το δικό σου θέλημα.

*Παρατηρήστε εκείνον που αγαπάει το θέλημά του: Δεν έχει ποτέ ειρήνη στην ψυχή του και δεν ευχαριστιέται με τίποτα. Γι’ αυτόν όλα γίνονται όπως δεν θα έπρεπε. Όποιος όμως δόθηκε ολοκληρωτικά στο θέλημα του Θεού, έχει την καθαρή προσευχή και η ψυχή του αγαπάει τον Κύριο.

*Έτσι δόθηκε στο Θεό η Υπεραγία Παρθένος: «Ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ. 1, 38).
Αν λέγαμε κι εμείς, «Ιδού ο δούλος Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», τότε τα ευαγγελικά λόγια του Κυρίου θα ζούσαν στις ψυχές μας, η αγάπη του Θεού θα βασίλευε σ΄ όλο τον κόσμο και η ζωή στη γη θα ήταν απερίγραπτα ωραία.
Αλλά μολονότι τα λόγια του Κυρίου ακούγονται τόσους αιώνες σ΄ όλη την οικουμένη, οι άνθρωποι δεν τα καταλαβαίνουν και δεν θέλουν να τα παραδεχθούν. Όποιος όμως ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αυτός θα δοξαστεί και στον ουρανό και στη γη.

http://www.romnios.gr

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΩΣ ΘΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΘΕΟ

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Ιουνίου, 2013

Οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου

Πολύ μας αγαπάει ο Κύριοςʼ αυτό το έμαθα από το Άγιο Πνεύμα, που μου έδωσε Εκείνος κατά το μέγα Του έλεος. Γέρασα και ετοιμάζομαι για το θάνατο και γράφω την αλήθεια από αγάπη για τους ανθρώπους. Το Άγιο Πνεύμα, που μου έδωσε ο Κύριος, θέλει να σωθούν όλοι, να γνωρίσουν όλοι το Θεό. Ήμουνα χειρότερος κι από έναν βρωμερό σκύλο, εξαιτίας των αμαρτιών μουʼ σαν άρχισα όμως να ζητώ συγχώρηση από το Θεό, Αυτός μου έδωσε όχι μόνο τη συγχώρηση αλλά και το Άγιο Πνεύμα. Έτσι, εν Πνεύματι Αγίω, γνώρισα το Θεό. Βλέπεις αγάπη που έχει ο Θεός για μας; Ποιος, αλήθεια, θα μπορούσε να περιγράψει την ευσπλαχνία Του; Αδελφοί μου, πέφτω στα γόνατα και σας παρακαλώ,  πιστεύετε στο Θεό, πιστεύετε πως υπάρχει το Άγιο Πνεύμα, που μαρτυρεί για το Θεό σʼ όλες τις εκκλησίες μας, αλλά και στην ψυχή μου.  Το Άγιο Πνεύμα είναι αγάπη. Και η αγάπη αυτή πλημμυρίζει όλες τις ψυχές των ουρανοπολιτών αγίων. Και το ίδιο Άγιο Πνεύμα είναι στη γη, στις ψυχές όσων αγαπούν το Θεό. Εν Πνεύματι Αγίω οι ουρανοί βλέπουν τη γη, ακούνε τις προσευχές μας και τις προσκομίζουν στο Θεό. * Ζούμε στη γη και δεν βλέπουμε το Θεό, δεν μπορούμε να Τον δούμε. Αλλά σαν έρθει το Άγιο Πνεύμα στην ψυχή, τότε θα δούμε το Θεό, όπως Τον είδε ο άγιος Στέφανος (Πραξ. 7, 55-56). Η ψυχή και ο νους αναγνωρίζουν αμέσως με το Άγιο Πνεύμα ότι Αυτός είναι ο Κύριος. Έτσι ο άγιος Συμεών ο Θεοδόχος, με το Άγιο Πνεύμα, αναγνώρισε στο μικρό βρέφος τον Κύριο (Λουκ. 2, 25-32). Έτσι και ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, με το Άγιο Πνεύμα επίσης, αναγνώρισε τον Κύριο και Τον υπέδειξε στους ανθρώπους. …Και στον ουρανό και στη γη ο Θεός γνωρίζεται μόνο με το Άγιο Πνεύμα, όχι με την επιστήμη. Και τα παιδιά που δεν σπούδασαν καθόλου, γνωρίζουν τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Χωρίς το Άγιο Πνεύμα κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει το Θεό και πόσο πολύ μας αγαπάει. Ακόμα κι αν διαβάζουμε ότι μας αγάπησε και έπαθε από αγάπη για μας, σκεφτόμαστε γιʼ αυτά μόνο με το νου, αλλά δεν καταλαβαίνουμε όπως πρέπει, με την ψυχή, την αγάπη του Χριστού. Όταν όμως μας διδάξει, τότε γνωρίζουμε με ενάργεια και αισθητά την αγάπηʼ τότε γινόμαστε όμοιοι με τον Κύριο. * Καθένας μας μπορεί να κρίνει για το Θεό κατά το μέτρο της χάριτος του Αγίου Πνεύματος που γνώρισε. Γιατί πώς είναι δυνατό να σκεφτόμαστε και να κρίνουμε για πράγματα που δεν είδαμε ή δεν ακούσαμε και δεν ξέρουμε; Οι άγιοι λένε πως είδαν το Θεό. Αλλά υπάρχουν και άνθρωποι που λένε ότι δεν υπάρχει Θεός. Είναι φανερό πως μιλούν έτσι, γιατί δεν Τον γνώρισαν΄ αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου πως ο Θεός δεν υπάρχει.  Οι άγιοι μιλούν για πράγματα που πραγματικά είδαν και γνωρίζουν. Δεν λένε, για παράδειγμα, πως είδαν ένα άλογο μήκους ενός χιλιομέτρου ή ένα πλοίο δέκα χιλιομέτρων, που δεν υπάρχουν. Κι εγώ νομίζω, πως, αν δεν υπήρχε Θεός, δεν θα μιλούσαν καν γιʼ Αυτόν στη γη. Οι άνθρωποι όμως θέλουν να ζουν σύμφωνα με το δικό τους θέλημα και γιʼ αυτό λένε πως δεν υπάρχει Θεός, βεβαιώνοντας έτσι μάλλον πως υπάρχει.  Όλων των λαών η ψυχή αισθανόταν πως υπάρχει ο Θεός, αν και δεν ήξεραν να λατρεύουν τον αληθινό Θεό. Το Άγιο Πνεύμα όμως δίδαξε πρώτα τους προφήτες, έπειτα τους αποστόλους, ύστερα τους αγίους πατέρες και επισκόπους μας, κι έτσι έφτασε ως εμάς η αληθινή πίστη. Εμείς γνωρίσαμε τον Κύριο με το Άγιο Πνεύμα. Και όταν Τον γνωρίσαμε, τότε στερεώθηκε σʼ Αυτόν η ψυχή μας. Γνωρίστε, λαοί, ότι πλαστήκαμε για να δοξάζουμε τον ουράνιο Θεό,  και να μην προσκολλάστε στη γη, γιατί ο Θεός είναι Πατέρας μας και μας αγαπάει σαν πολυπόθητα παιδιά Του. Όποιος δεν γνωρίζει τη χάρη, δεν την επιζητεί. Οι άνθρωποι προσκολλήθηκαν στη γη, γιʼ αυτό οι πιο πολλοί δεν ξέρουν πως τίποτα το γήινο δεν μπορεί να συγκριθεί με τη γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος. * Πολλοί φιλονικούν για την πίστη – και δεν υπάρχει τέλος σʼ αυτές τις φιλονικίες-, ενώ, αντί να φιλονικούμε, πρέπει να προσευχόμαστε μόνο στο Θεό και την Παναγία, και ο Κύριος θα μας δώσει το φωτισμό χωρίς φιλονικίες, και μάλιστα γρήγορα.  Πολλοί μελέτησαν όλες τις θρησκείες, αλλά δεν γνώρισαν την αληθινή πίστη όπως πρέπει. Όποιος όμως προσεύχεται στο Θεό με ταπείνωση να τον φωτίσει, σʼ αυτόν ο Κύριος θα δώσει να μάθει πόσο αγαπάει τον άνθρωπο. Οι υπερόπτες ελπίζουν να μάθουν τα πάντα με τον νου τους, αλλά ο Θεός τους έθεσε όρια.  * Ο Κύριος είπε: «Όπου ειμί εγώ, εκεί και ο διάκονος ο εμός έσται… ίνα θεωρή την δόξαν την εμήν» (πρβλ. Ιω. 12, 26ʼ 17, 24). Οι άνθρωποι όμως δεν κατανοούν τις Γραφές, τις βρίσκουν σχεδόν ακατανόητες. Μόνο όταν τους διδάξει το Άγιο Πνεύμα, τότε όλα γίνονται κατανοητά και η ψυχή αισθάνεται σαν να είναι στους ουρανούς. Γιατί το ίδιο Άγιο Πνεύμα είναι στους ουρανούς και στη γη και στην Αγία Γραφή και στις ψυχές όσων αγαπούν το Θεό. Χωρίς Πνεύμα Άγιο οι άνθρωποι πλανώνται και αδυνατούν να γνωρίσουν αληθινά το Θεό και την ανάπαυση κοντά Του, έστω κι αν μελετούν συνεχώς.  * Ω αδελφοί, σας παρακαλώ και σας ικετεύω στο όνομα της ευσπλαχνίας του Θεού: Πιστεύετε στο Ευαγγέλιο και στη μαρτυρία της Αγίας Εκκλησίας, και τότε θα γευθείτε, ήδη απʼ  αυτή τη γη, τη μακαριότητα του παραδείσου. Αληθινά, η βασιλεία του Θεού είναι μέσα μας: Η αγάπη του Θεού χαρίζει στην ψυχή τον παράδεισο. Πολλοί πρίγκιπες και άρχοντες εγκατέλειψαν τους θρόνους τους, όταν γνώρισαν την αγάπη του Θεού. Κι αυτό είναι ευνόητο, γιατί η αγάπη του Θεού είναι φλογερή. Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος η χαρά της ψυχής φτάνει ως τα δάκρυα, και τίποτα επίγειο δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της.  Πόσο ευτυχισμένοι είμαστε εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί! Τι Θεό έχουμε! Είναι αξιολύπητοι όσοι δεν γνώρισαν το Θεό. Αυτοί δεν βλέπουν το αιώνιο φως, και μετά το θάνατο πορεύονται στο αιώνιο σκοτάδι. Αυτό το ξέρουμε, γιατί το Άγιο Πνεύμα πληροφορεί μέσα στην Εκκλησία τους αγίους για το τι υπάρχει στον ουρανό και τι στον άδη.  Ω, πόσο αξιολύπητοι είναι οι πλανεμένοι άνθρωποι! Αυτοί δεν μπορούν να ξέρουν τι είναι η αληθινή χαρά. Μερικές φορές διασκεδάζουν και γελούν, αλλά το γέλιο και η απόλαυση, που δοκιμάζουν, θα μεταβληθούν σε θρήνο και θλίψη. Δική μας χαρά είναι ο Χριστός. Με τα πάθη Του μας έγραψε στο βιβλίο της ζωής, και στη βασιλεία των ουρανών θα είμαστε αιώνια με το Θεό και θα βλέπουμε τη δόξα Του και θα ευφραινόμαστε μαζί Του. Η χαρά μας είναι το Άγιο Πνεύμα. Είναι τόσο γλυκό και ευχάριστο! Αυτό μαρτυρεί στην ψυχή για τη σωτηρία.  * Τα επίγεια μαθαίνονται με την επίγεια διάνοια, ενώ ο Θεός και όλα τα επουράνια γνωρίζονται μόνο με το Άγιο Πνεύμα. Γιʼ αυτό παραμένουν απρόσιτα στο νου που δεν αναγεννήθηκε.

http://www.romnios.gr

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μητροπολίτης Χαλεπίου Παύλος, Η πολιτική εξουσία κατά τον ιερό Χρυσόστομο

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιουνίου, 2013

Μητροπ. Χαλεπίου Παύλος

Η εσχατολογική προϋπόθεση της χριστιανικής ηθικής κατά το Χρυσόστομο σ’ όλα τα θέματα δεν σημαίνει φυγή ή αποφυγή του κόσμου, αλλ’ αντιθέτως είναι αντιμετώπισή του και προσανατολισμός προς τον αληθινό προορισμό του, χωρίς τον οποίο χάνει κάθε νόημα. Η πολιτεία πλην των άλλων είναι και «αρχή», η οποία, αποπροσανατολισμένη στην πραγματικότητα, εδραιώνει κι ενισχύει τη βασιλεία του διαβόλου· όταν όμως προσανατολιστεί προς το σωστό προορισμό της, επαναφέρει τη βασιλεία του Θεού. Αντίφαση Εκκλησίας και πολιτείας υπάρχει, όταν ο εσχατολογικός ενιαίος στόχος διαφοροποιείται.

α΄. «Διάκονος Θεού»

Ο Χρυσόστομος εξετάζει την πολιτεία πάντοτε μέσα από τις εσχατολογικές της διαστάσεις1. Γι’ αυτόν η πολιτεία είναι μορφή του παρόντος βίου. Η δουλεία στους άρχοντες δεν υπήρχε στον παράδεισο, στην αρχέγονη και απαλλαγμένη από κάθε δουλεία κατάσταση. Αυτό βέβαια αντιτίθεται στη ρωμαιοκαθολική αντίληψη, η οποία την εξουσία αυτή και τη δουλεία την ανάγει στη φύση και στη δημιουργία (societas naturalis)· σύμφωνα δηλαδή μ’ αυτή την αντίληψη η διαβάθμιση εξουσίας δουλείας θα εμφανιζόταν και χωρίς την πτώση, διότι είναι δήθεν αιώνιος νόμος· διευκρινίζεται μόνον ότι οποιαδήποτε κατάχρηση οφείλεται στη μεταπτωτική φθορά του ανθρώπου. Ο ι. πατήρ, όπως εκτέθηκε στα προηγούμενα, συνδέει κάθε «δουλεία» με την «αμαρτία. Έτσι σαν αίτια της δουλείας θεωρεί την αμαύρωση του «κατ’ εικόνα» και τη μη ομαλή συμβίωση των ανθρώπων. Τη «δουλεία» αυτή την αναλύει στην 29η ομιλία και στο 4ο λόγο του στη Γένεση, όπου, όπως ορθώς παρατηρεί ο π. Θ. Ζήσης, θεμελιώνει την επεισαγωγή της στην «αμαρτία» του Νεβρώδ, στην κατάχρηση δηλαδή της σωματικής του ισχύος, χάρη στην οποία επιβλήθηκε σαν «τύραννος και αυθάδης» και «άρχων και βασιλεύς», και «έτερον δουλείας εφεύρε τρόπον». Συνεπώς η μορφή αυτή είναι αναγκαία, αν θεωρηθεί σαν προερχομένη από την πρόνοια και τη φιλανθρωπία του Θεοί· καν σα μέτρο θεραπείας. H εσχατολογική προοπτική του ι. πατρός προσδιορίζει όχι μόνο την προέλευση του φαρμάκου αλλά και το θεραπευτικό προορισμό του.

Ερμηνεύοντας ο Χρυσόστομος τη ρήση του Παύλου «υπό του Θεού τεταγμέναι», λεγόμενη για τις εξουσίες, εξαίρει όχι μόνο την αναγκαιότητα του φαρμάκου της εξουσίας σαν συνέπειας της αμαρτίας, αλλά και τη χρησιμότητά του σαν μέτρου και αποτελέσματος της θείας φιλανθρωπίας και προνοίας. Στα εφεξής θα παρακολουθήσουμε τη σκέψη του ι. πατρός στο πως ερμηνεύει το μέτρο αυτό εσχατολογικά.

Η παρομοίωση του θεσμού της πολιτείας, με «φάρμακον» και των αρχόντων με «ιατρούς» εκφράζει την εσχατολογική προϋπόθεση και τον προορισμό του θεσμού. Παρομοιάζει επίσης την πολιτεία με «παιδαγωγία» και τους άρχοντες με «παιδαγωγούς», που διακρατούν τους ανθρώπους από τη ροπή στη ραθυμία. Άλλοτε βλέπει την εξουσία της πολιτείας να επιτελεί σπουδαίο έργο, όταν προφυλάσσει τους ανθρώπους από την αναρχία και καθιστά δυνατή τη συμβίωσή τους. Διότι αν εκλείψουν από τις πόλεις οι άρχοντες «θηρίων αλόγων αλογώτερον βιωσόμεθα βίον». Τονίζει ότι η εξουσία είναι «πρόξενος ειρήνης». Από τις αναγκαίες τέχνες τη θεωρεί σαν την πιο απαραίτητη· «ταύτης άνευ ουδέν εκείνων όφελος», λέγει. Πέρα απ’ αυτά η θετική προσφορά του άρχοντος έγκειται, όπως είναι ευνόητο, στο

ότι αυτός είναι παράγων που προτρέπει στην άσκηση της αρετής «και τω φόβω και ταις τιμαίς»· μ’ αυτό τον τρόπο «προευτρεπίζει» τις ψυχές να δέχονται «εικότως» το λόγο της διδασκαλίας. Γι’ αυτό και υιοθετεί για τον άρχοντα την έκφραση του Παύλου «Θεού διάκονος» (Ρωμ. 13, 4). Γι’ αυτό επίσης ο Χρυσόστομος αναγνωρίζει το ανέκαθεν ισχύον δικαίωμα των αρχόντων να τρέφονται από το λαό. Παρατηρεί μάλιστα ότι, όταν ο Χριστός αποκρίνεται στην ερώτηση, αν πρέπει να δίδεται στον Καίσαρα ο κήνσος, εκφράζεται με το ρήμα «αποδίδωμι» (Ματθ. 22, 17-21) που δηλώνει «απόδοσιν», επιστροφή του οφειλομένου χρέους στον πραγματικό του ιδιοκτήτη σαν αμοιβή δηλαδή για τις θετικές του υπηρεσίες. Εξ άλλου ο Παύλος παραγγέλλει και να προσευχόμαστε για τους άρχοντες (Α’ Τιμ. 2, 2). Συνεπώς η εξουσία θεωρείται σαν κάτι που συμβάλλει στην άσκηση της αρετής, βοηθάει στην επάνοδο και στην τελείωση του ανθρώπου, και «διακονεί» το εσχατολογικό σχέδιο του Θεού.

Είναι όμως γεγονός ότι στη μεταπτωτική αυτή και φθαρτή κατάσταση του κόσμου υπάρχει ο παντοτινός κίνδυνος και η αιώνια ροπή ν’ αντιστραφεί τελείως η τάξη, κι αυτός ο «διάκονος» και «παιδαγωγός» και «Καίσαρ» να θεοποιήσει τον εαυτό του, να υπερβεί τους «οικείους όρους» κατά τη διαχείριση της από το Θεό δοσμένης εξουσίας του, και να γίνει στην πραγματικότητα ένας αντάρτης και πλάνος. Αποτέλεσμα της περιπτώσεως αυτής είναι η κατάχρηση της εξουσίας, η σύγκρουση με το θέλημα του Θεού. Η εκ μέρους όμως ορισμένων αρχόντων κατάχρηση της εξουσίας δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το θεσμό σαν θετικό παράγοντα και παιδαγωγό, αλλά δίνει στο Χρυσόστομο την αφορμή να επισημάνει τις άλλες διαστάσεις της εσχατολογικής του τοποθετήσεως· η θεραπεία προϋποθέτει και το σωστό ιατρό. Επανειλημμένως τονίζει ότι πρώτιστο έργο του άρχοντος είναι το «εαυτού άρχειν» και η εφαρμογή του νόμου. Ο εντοπισμός της εννοίας του άρχοντος στη «διακονία» και στο «ωφελείν τους αρχομένους και ευεργετείν» προϋποθέτει μια ανιδιοτελή διακονία του και καθαρότητα της ψυχής του από τα πάθη.

Ο Χρυσόστομος, ακλουθώντας τον Παύλο και τη Βίβλο γενικώς, φθάνει να παραδέχεται την υποταγή του Χριστιανού και σε απίστους άρχοντες. Υπενθυμίζει ότι, όταν ο Παύλος παρήγγελλε την υποταγή στους άρχοντες, διατελούσε κάτω από την εξουσία διώκτου. Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει άρνηση του θελήματος του Θεού, αλλ’ ότι κάτω από την εσχατολογική θεώρηση η υποταγή αυτή είναι πρόσκαιρη κι έχει σα σκοπό την ειρηνική διευθέτηση των τρεχόντων προβλημάτων μόνο. Σε περίπτωση που απουσιάζουν από τον άρχοντα οι ηθικές αρχές, έργο του Χριστιανού είναι όχι να σωθεί δραπετεύοντας ή επαναστατώντας, αλλά να σώσει τον ίδιο τον άρχοντα από την έκτροπή. Στο γνωστό λόγο των αποστόλων «Πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πράξ. 5, 29) δεν φαίνεται να βλέπει ο ερμηνευτής μια επανάσταση, αλλ’ εξαίρει την επιείκεια των αποστόλων, το «ακατάπληκτον», την αφοβία, και την προσπάθειά τους να βγάλουν τους άρχοντες από την πλάνη. Στη συνέχεια τονίζει, με εσχατολογική σημασία, ότι η αδικία των αρχόντων κατά βάθος ήταν για τους αποστόλους αίτιο χαράς· μόνη αδικία είναι η αμαρτία· επαινεί δε την εν τη θλίψει υπομονή των αποστόλων. Σε κανένα κείμενό του δεν φαίνεται να έχει μια επαναστατική θέση. Η προσπάθεια του Χριστιανού είναι ν’ απαλλαχθεί όχι από αδίκους άρχοντες αλλ’ από την αμαρτία. Η άρση της αδικίας του άρχοντος σαν μέριμνα του Χριστιανού υπάρχει για χάρη του άρχοντος κι όχι του εαυτού του. Την ίδια στάση τήρησε ο άγιος πατήρ κι όταν εξορίστηκε· πουθενά δεν φαίνεται να οργανώνει μια αντίσταση, αλλά χαίρεται στις θλίψεις του. Δέχεται το θεσμό, παραβλέπει τα πρόσωπα. Η ενδεδειγμένη λύση γι’ αυτόν είναι η ανθρώπινη επάνοδος και η εξάπλωση του κηρύγματος, το οποίο μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο. Η νοοτροπία αυτή οφείλεται φυσικά και στον καιρό της εμφανίσεως της Κ. Διαθήκης· το κήρυγμα βρισκόταν στο ξεκίνημά του και έπρεπε να φανεί σαφώς ότι οι Απόστολοι δεν δίδασκαν την ανατροπή των κοινών και καθεστώτων νόμων· αυτό θα τους προσέθετε πειρασμούς και περιττούς και ακάρπους.

β. Ιεράρχηση εκκλησιαστικής και πολιτικής εξουσίας.

Εξηγώντας ο Χρυσόστομος το λόγο για τον οποίο αναγνωρίζει την εγκόσμια πολιτεία, και πόσο σπουδαία είναι αυτή η αναγνώρισή της σαν «διακονίας» του θείου σχεδίου, και πόσο συμβάλλει η πολιτεία στην τελείωση του ανθρώπου, καθιστά αντιληπτό ότι σαν «διάκονο» τη θεωρεί πολύ κατώτερη από την Εκκλησία. Η διακονία της πολιτείας βοηθάει μόνο το έργο της Εκκλησίας, προετοιμάζει και προευτρεπίζει τις ψυχές για να τις βρει έτσι η διακονία του λόγου του Θεού. Η Εκκλησία διαφέρει από την πολιτεία όσο ο ουρανός από τη γη κι όσο η ψυχή από το σώμα· ο ιερεύς είναι ανώτερος από το βασιλέα, όσο το πνεύμα από τη σάρκα. Εκτός από την υπόδειξη της ανωτερότητος στις παρομοιώσεις αυτές εκφράζεται και η άποψη του ι. πατρός για την αποστολή κάθε αρχής. Η ανωτερότητα της Εκκλησίας προέρχεται αποκλειστικά από την εσχατολογική της διάσταση, από την οποία στερείται η πολιτεία. Η Εκκλησία λ. χ. έχει την εξουσία του «δεσμείν και λύειν εν τω ουρανώ», ενώ η πολιτεία μόνο πάνω στη γη. Η πολιτεία δεν ενδιαφέρεται για τα πέρα από τον «ψυχικόν άνθρωπον», ενώ η εκκλησία μόνη αναπλάθει τον «πνευματικόν». Η υπεροχή της Εκκλησίας έγκειται στα πνευματικά και όχι στα εγκόσμια. Άλλη υπεροχή της έγκειται στη μέθοδό της. Η πολιτεία πείθει με τον εξαναγκασμό, η Εκκλησία με την ελευθερία· εκείνη απαγορεύει, αυτή νουθετεί· εκείνη ενδιαφέρεται μόνο να τιμωρήσει, αυτή να θεραπεύσει και να εξαλείψει την πηγή της κακίας. Η πολιτεία έχοντας σαν πηγή της νομοθεσίας της την ανθρώπινη σκέψη, κάποτε πλανάται, η Εκκλησία στηριζόμενη στη Γραφή είναι πάντοτε θεόπνευστη. Η πολιτεία σκοπεύει στο να καταστήσει τη συμβίωση των ανθρώπων απλώς δυνατή, της Εκκλησίας όμως σκοπός είναι η αδελφοσύνη. Κι ενώ η εγκόσμια εξουσία χωρίζει τους ανθρώπους, η Εκκλησία αντιθέτως είναι το της «ενώσεως και συμφωνίας όνομα». Η διοργάνωση των πολιτικών εορτών και εκδηλώσεων γίνεται με βάση το διαχωρισμό και τη διαίρεση των ανθρώπων, ενώ αντίθετα τα αντίστοιχα στην Εκκλησία ενώνουν τους διαχωρισμένους, η τράπεζα είναι κοινή, η χάρη δεν κάνει διακρίσεις, οι νόμοι δεν δημιουργούν τάξεις· η Εκκλησία γενικώς «ου τοις αξιώμασι διαιρεί την κοινωνίαν». Ο πνευματικός άνθρωπος εκπληρώνει και ξεπερνάει τους νόμους της πολιτείας, εφαρμόζει δε και τους ανωτέρους νόμους της Εκκλησίας γενόμενος έτσι ελεύθερος από το νόμο της πολιτείας διότι η Εκκλησία δεν περιορίζεται στο να ζητήσει απλώς ευθύνες για το κακό, αλλά τον προάγει στην εργασία της αρετής. Το συμπέρασμα που βγάζει ο Χρυσόστομος είναι ότι ουσιαστικά ο Χριστιανισμός με τη μέθοδό του συγκρατεί τη ζωή μας πολύ περισσότερο από το κράτος, όπως λέγει χαρακτηριστικά μετά την παραπάνω σύγκριση στη 15η ομιλία της ερμηνείας του στη Β’ προς Κορινθίους· «Ώστε πολλώ μάλλον των έξωθεν νόμων ο Χριστιανισμός τον ημέτερον συνέχει βίον». Γι’ αυτόν από την Εκκλησία προέκυψε και θα προκύψει «πάσα ωφέλεια του βίου και η της οικουμένης διόρθωσις».

’Εξάλλου το ότι ο Χρυσόστομος έφυγε, μόνον όταν εκδηλώθηκε βία, σημαίνει μόνον ότι είχε την πεποίθηση ότι ο Χριστιανός βασιλεύς έπρεπε να υποταχθεί στην Εκκλησία διότι στα πνευματικά ο βασιλεύς οφείλει να υποτάσσεται στον ιερέα.

Εν συμπεράσματι η ιεράρχηση αυτή είναι εξ ολοκλήρου εσχατολογική. Συνεπώς, όταν η Εκκλησία χάνει την εσχατολογική της προοπτική, χάνει αυτομάτως και τη μοναδική της ιδιότητα, και μεταβάλλεται σ’ ένα θεσμό εγκόσμιο στην ίδια περιοχή που καλύπτει το κράτος, οπότε είναι φυσικό, προκειμένου να δικαιολογεί την ύπαρξή της και την ανάγκη της, να προσφεύγει ή στην επέμβασή της στην πολιτική ή στην επιτέλεση κοινωνικού έργου, κάτι που παρατηρείται τόσο στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία όσο και στον Προτεσταντισμό

(Μητροπ. Χαλεπίου-Συρίας Παύλου Yazigi, «Εσχατολογία και ηθική», Διατριβή επί Διδακτορία, Θεσ/νίκη 1992, σ. 364-372)

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Διαχείριση του άγχους

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιουνίου, 2013

Οι φοιτητές παρακολουθούσαν με μεγάλο ενδιαφέρον το μάθημα για τη διαχείριση του άγχους, όταν ο καθηγητής έπιασε ένα ποτήρι και το σήκωσε ψηλά. Και… ρώτησε: 
– Πόσο βαρύ είναι αυτό το ποτήρι με το νερό;
Οι απαντήσεις που έδωσαν οι φοιτητές κυμάνθηκαν από 200 μέχρι 600 γραμμάρια. Όμως ο καθηγητής διαφώνησε:
– Το απόλυτο βάρος δεν έχει σημασία. Εξαρτάται από το πόση ώρα κρατάω το ποτήρι. Αν το κρατάω ψηλά για ένα λεπτό, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Αν το κρατήσω έτσι για μια ώρα, θα αρχίσει να πονάει το χέρι μου. Αν το κρατήσω για μια μέρα, το χέρι μου θα μουδιάσει και θα παραλύσει. Σε κάθε περίπτωση, το βάρος του ποτηριού δεν αλλάζει, αλλά όσο περισσότερο το κρατώ τόσο βαρύτερο γίνεται.
Το στρες, οι ανησυχίες και τα προβλήματα της ζωής είναι σαν το ποτήρι του νερού. Αν τα σκεφτείτε τα για λίγο, δεν πειράζει. Αν τα σκέφτεστε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, θα αρχίσουν να σας πληγώνουν. Και αν σας προβληματίζουν όλη την ημέρα, στο τέλος θα σας παραλύσουν και θα νιώσετε ανίκανοι να κάνετε οτιδήποτε. Είναι σημαντικό να θυμόσαστε να χαλαρώνετε και να διώχνετε το στρες. Μην κουβαλάτε τα προβλήματα μαζί σας μέχρι το βράδυ, ακόμα και τη νύχτα. Μη ξεχνάτε να κατεβάζετε το ποτήρι!

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ὅταν ἡ ἀρετή γίνει δική μας…

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιουνίου, 2013

«Δέν εἶναι μικρό τό κέρδος, ὅταν οἱ ψυχές τῶν νέων συνηθίζουν καί κάνουν δική τους τήν ἀρετή. Ὅσα ὁ ἄνθρωπος ἀφομοιώνει στήν τρυφερή ἡλικία του, μένουν ἀσάλευτα. Γιατί ἡ ψυχή εἶναι ἀκόμα ἁπλῆ τότε καί ὅ,τι δέχεται, ἐντυπώνεται πολύ βαθειά μέσα της».
(Μέγας Βασίλειος)
http://elafosdorkas.blogspot.gr/

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΛΟΥΚΙΛΛΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤῼ (3 ΙΟΥΝΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιουνίου, 2013

 
῾῾Ο ἅγιος Λουκιλλιανός ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ βασιλιᾶ Αὐρηλιανοῦ. Πρίν γίνει χριστιανός ὑπῆρξε ἱερέας τῶν εἰδώλων, ἦταν προχωρημένης ἡλικίας μέ ἄσπρα μαλλιά καί γένια, ἐνῶ κατοικοῦσε ὄχι μακριά ἀπό τήν πόλη τῆς Νικομήδειας. Πίστεψε ὅμως στόν Χριστό, γι᾽ αὐτό καί ὁδηγήθηκε στόν ἄρχοντα Λιβάνιο, ὁ ὁποῖος ἐπειδή ὁ ἅγιος δέν πείσθηκε νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό καί νά ἐπανέλθει στήν προτέρα θρησκεία του, ἔδωσε ἐντολή νά σπάσουν τά σαγόνια του, νά κτυπηθεῖ μέ ράβδους καί νά κρεμαστεῖ ἀνάποδα. ῎Επειτα ρίχτηκε στήν φυλακή, ὅπου ἐκεῖ βρῆκε τέσσερα παιδιά πού ἐπίσης ἦταν φυλακισμένα γιά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Μαζί μέ αὐτά ὁδηγεῖται καί πάλι στόν ἄρχοντα. ᾽Επειδή ἐπέμενε στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ, τόν ἔβαλαν μαζί μέ τά παιδιά σέ κάμινο πυρός. ῞Ομως ἦλθε βροχή ἀπό τόν οὐρανό καί ἔσβησε τήν φλόγα, ὁπότε βγῆκαν ὅλοι ἀβλαβεῖς. Τότε ὁ κόμης πρόσταξε νά ὁδηγηθοῦν στό Βυζάντιο, κι ἐκεῖ τῶν μέν παιδιῶν ἔκοψαν τά κεφάλια, τόν δέ ἅγιο Λουκιλλιανό τόν σταύρωσαν. Στόν σταυρό παρέθεσε τήν ψυχή του στόν Θεό, ἐνῶ παρευρισκόταν καί ἡ ἁγία παρθένος Παύλα, ἡ ὁποία ὅσο ἀκόμη ζοῦσε ὁ ἅγιος φρόντιζε τίς πληγές του, ὅταν ὅμως τελειώθηκε μάζεψε τά λείψανα τῶν ἁγίων. ῾Η Παύλα ἦταν πιστή γυναίκα ἀπό τούς γονεῖς της κι ἔκανε αὐτό τό ἔργο: πήγαινε στίς φυλακές καί περιποιεῖτο αὐτούς πού ἔπασχαν ὑπέρ Χριστοῦ, τούς γιάτρευε καί τούς ἔτρεφε.
Συνελήφθη ὅμως κι αὐτή καί ὁδηγήθηκε πρός τόν κόμη. ᾽Επειδή βεβαίως δέν πείσθηκε νά θυσιάσει στά εἴδωλα, πρῶτον μέν τήν γύμνωσαν, ἔπειτα τήν κτύπησαν μέ ἱμάντες κι ὕστερα μέ ράβδους. Τό σῶμα της ἀπό τά κτυπήματα ἔγινε μιά πληγή, ἀλλά μέ τήν φροντίδα ἀγγέλου ἀποκαταστάθηκε ὑγιής καί πῆρε θάρρος γιά τό μαρτύριο. Πάλι ὁδηγήθηκε στόν κόμη, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολή νά τῆς κτυπήσουν τό στόμα, ἐπειδή τόν ἔλεγχε γιά τήν εἰδωλολατρία του. Ρίχτηκε στήν φυλακή, καί πάλι ὁδηγήθηκε πρός ἐξέταση. Τήν ἔβαλαν μέσα σέ καμίνι, ἀπό ὅπου βγῆκε ἄφλεκτη, ὁπότε δόθηκε ἡ ἐντολή ἀπό τόν κόμη νά φονευτεῖ μέ ξίφος. Τήν ὁδήγησαν στό Βυζάντιο καί τήν πῆγαν στόν τόπο ὅπου ὁ ἅγιος Λουκιλλιανός τελειώθηκε μαζί μέ τά παιδιά. ᾽Εκεῖ τῆς ἔκοψαν τό κεφάλι καί ἔτσι ἔλαβε τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου. Τελεῖται ἡ σύναξή τους στό ἁγιότατο Μαρτυρεῖο τους, πού βρίσκεται κοντά στόν ἀρχάγγελο Μιχαήλ στήν ᾽Οξεῖα (ἡ ὁποία εἶναι νησί τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἤδη ἔρημο).
῾Ο ἅγιος Λουκιλλιανός ἔγινε γνωστός στό εὐρύ πλήρωμα τῆς ᾽Εκκλησίας ἀπό τόν γνωστό ἁγιασμένο μεγάλο Γέροντα  τῆς ἐποχῆς μας π. Παΐσιο τόν ἁγιορείτη. Τήν ἐποχή πού λίγο πρίν τό 1980 πῆγε στό Κουτλουμουσιανό κελλί ῾Παναγούδα᾽, κι ὅταν ἀκόμη δέν εἶχε βγάλει τά λιγοστά πράγματά του καί τά ἐκκλησιαστικά του βιβλία ἀπό τίς κοῦτες, θέλησε νά κάνει τήν ἀκολουθία τῆς ἡμέρας τήν 3η ᾽Ιουνίου μέ τό κομποσχοίνι του. ῞Οταν ἦλθε ἡ ὥρα νά μνημονεύσει τόν ἅγιο πού ἑόρταζε προβληματίστηκε γιατί δέν θυμόταν ποιός ἑόρταζε. Κι εἶδε τότε μέ ἔκπληξη νά ἐμφανίζονται στό κελλί του δύο ἄνδρες, ὁ ἕνας νεώτερος καί ὁ ἄλλος μεγαλύτερος. Καί τόν μέν νεώτερο τόν ἀνεγνώρισε: ἦταν ὁ ἅγιος Παντελεήμων. Τόν ἄλλον ὅμως ὄχι. Στήν ἐρώτησή του ποιός εἶναι, ὁ δεύτερος ἅγιος ἀπάντησε: εἶμαι ὁ ἅγιος Λουκιλλιανός. Δέν ἄκουσε καλά ὁ Γέροντας καί ξαναρώτησε: πῶς; ὁ ἅγιος Λουκιανός; ῎Οχι, ξανάπε ὁ ἄγνωστος γι᾽ αὐτόν. ῾Ο ἅγιος Λουκιλλιανός. Κι οἱ ἅγιοι ἐξαφανίστηκαν. Κατανύχτηκε ὁ Γέροντας πού ὁ Θεός ἀπάντησε ἔστω καί στόν λογισμό του, θέλησε ὅμως νά ἐπιβεβαιώσει τό ὅραμα. ῎Εψαξε τίς κοῦτες, βρῆκε τό Μηναῖο τοῦ ᾽Ιουνίου καί εἶδε μέ μεγάλη συγκίνηση  ὅτι πράγματι στίς 3 ᾽Ιουνίου ἡ ᾽Εκκλησία μας ἑορτάζει τόν ἅγιο Λουκιλλιανό. ῎Εκτοτε ὁ Γέροντας τιμοῦσε ἰδιαιτέρως τόν συγκεκριμένο ἅγιο καί εἶχε εἰκονάκι του μέσα στό ταπεινό ἐκκλησάκι τῆς Παναγούδας.

Τό περιστατικό εἶναι βεβαίως ἀξιόπιστο, γιατί εἶναι ἀξιόπιστος ὁ ἅγιος Γέροντας, μᾶς κάνει ὅμως νά καταλάβουμε γιά μία ἀκόμη φορά πόσο οἱ ἅγιοί μας εἶναι ζωντανοί, ἔστω κι ἄν μέ τίς σωματικές αἰσθήσεις μας ἀδυνατοῦμε νά τούς δοῦμε καί νά τούς ἀκούσουμε. Εἶναι ὅμως οἱ ἅγιοι τῆς κάθε ἐποχῆς, σάν τόν ἁγιασμένο π. Παΐσιο, οἱ ὁποῖοι γίνονται οἱ δίοδοι γιά νά αἰσθανθοῦμε κι ἐμεῖς οἱ ταλαίπωροι λόγω τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν μας – πού ἔχουμε ἐξαιτίας αὐτῶν σφαλισμένες καί τίς πνευματικές μας αἰσθήσεις –  λίγο τήν ἀμεσότητα τῆς παρουσίας τους, ὁπότε νά αὐξήσουμε τήν πίστη μας σέ αὐτό πού μᾶς καλεῖ καθημερινά ἡ ᾽Εκκλησία μας: νά ἀπευθυνόμαστε σέ αὐτούς καί νά τούς μιλοῦμε σάν σέ ζωντανά πρόσωπα καί ὄχι σάν μυθεύματα καί ἀποκυήματα τῆς φαντασίας. Πρόκειται δηλαδή γιά τήν βασική ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία μας εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού ἔχει κεφαλή μέν τόν ῎Ιδιο, ἀπαρτίζεται δέ καί ἀπό τήν στρατευόμενη καί ἀπό τήν θριαμβεύουσα διάστασή της. Καί θά ἔλεγε κανείς μέ βεβαιότητα ὅτι οἱ ἅγιοι τῆς θριαμβεύουσας ᾽Εκκλησίας εἶναι πολύ περισσότερο ζωντανοί ἀπό ὅ,τι ἐμεῖς πού βρισκόμαστε σ᾽ αὐτόν ἀκόμη τόν κόσμο, τόν ἀνύπαρκτο ἐν πολλοῖς λόγω τοῦ σκότους τῶν ἁμαρτιῶν του. Τί ἄλλο μαρτυρεῖ ἡ ᾽Εκκλησία μας ὅταν γιά παράδειγμα μᾶς καλεῖ στό σημερινό ἀπολυτίκιο τῶν ἁγίων μαρτύρων  ῾νά τούς ἱκετεύσουμε, γιατί αὐτοί παρακαλοῦν τόν Θεό γιά τήν δική μας σωτηρία᾽; ῾Τούς μάρτυρας Χριστοῦ ἱκετεύσωμεν πάντες. Αὐτοί γάρ τήν ἡμῶν σωτηρίαν αἰτοῦνται᾽.

Ο ἅγιος ὑμνογράφος μάλιστα μᾶς δίνει τήν πνευματική ὅρασή τους: ὄχι μόνο εἶναι ζωντανοί καί πρεσβεύουν γιά ἐμᾶς καί τήν σωτηρία μας, ἀλλά καί στήν ἐποχή τους καί σέ κάθε ἐποχή εἶναι σάν τόν ἥλιο πού λάμπει καί φωτίζει τούς ἀνθρώπους. ῾Σάν ἥλιοι φάνηκαν πραγματικά στήν ᾽Εκκλησία Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ οἱ μάρτυρες καί λάμπουν τό φῶς τῆς ὁμολογίας᾽ (῾῾Εωσφόροι φανέντες ἀληθῶς τῇ ᾽Εκκλησίᾳ Χρστοῦ τοῦ Θεοῦ οἱ μάρτυρες, λάμπουσι τῆς ὁμολογίας τό φῶς᾽) (ὠδή θ´).  Κι ἀλλοῦ: ῾Λυχνάρι φωτεινότατο ἔγινες γι᾽ αὐτούς πού ἀθλοῦσαν μαζί σου᾽ (῾Λύχνος φαεινότατος τοῖς συναθλοῦσί σοι γέγονας᾽ (ὠδή γ´). ῾᾽Απαστράπτεις μέ τά λόγια σου καί φωταγωγεῖς τόν κόσμο μέ τούς ἄθλους σου᾽ (῾᾽Απαστράπτεις τοῖς λόγοις σου καί φωταγωγεῖς τόν κόσμον τοῖς ἄθλοις σου᾽) (ωδή δ´). Κι αὐτό σημαίνει βεβαίως ὅτι οἱ ἅγιοί μας καί μέ τά λόγια τους, κυρίως ὅμως μέ τήν ζωή τους εἶναι οἱ καθοδηγητές μας καί τά παραδείγματά μας. Σ᾽ ἕναν κόσμο ἀποπροσανατολισμένο ἰδίως, σάν τόν σημερινό, ὅπου προβάλλονται ὡς πρότυπα ἄνθρωποι μέ κάθε εἴδους πάθη καί διαστροφές, ἡ ᾽Εκκλησία μας ἐπιμένει στήν ἀλήθεια: πρότυπα καί φωτεινοί ὁδοδεῖκτες εἶναι οἱ ἅγιοί μας. Κι αὐτό γιατί; Διότι αὐτοί ἀκολούθησαν μέ κάθε δυνατή συνέπεια τόν ἴδιο τόν ἀρχηγό τῆς πίστεώς μας τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, ἀποδεικνύοντας ὅτι προτεραιότητά τους ἦταν ἡ ἀγάπη σ᾽ ᾽Εκεῖνον. ᾽Εν προκειμένῳ γιά τόν ἅγιο Λουκιλλιανό ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής ᾽Ιγνάτιος δέν διστάζει νά τόν παραλληλίσει μέ τό ἴδιο τό ἐκλεκτό σκεῦος τοῦ Χριστοῦ ἀπόστολο Παῦλο: ῾Μαζί μέ τόν Παῦλο φώναζες, μάρτυς τοῦ Χριστοῦ: Δέν θά μέ χωρίσει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ οὔτε ὁ κίνδυνος οὔτε ἡ λύπη οὔτε ὁ λιμός οὔτε τό ξίφος᾽ (῾Μετά Παύλου ἐβόας: Οὐ χωρίσει με, μάρτυς, ἐκ τῆς ἀγάπης Χριστοῦ οὐ κίνδυνος οὐ λύπη, λιμός τε οὐδέ ξίφος᾽) (ὠδή ζ´).
Κι εἶναι ἡ παραπάνω ἀλήθεια αὐτή πού ἐξηγεῖ καί τήν δύναμη τήν ὁποία ἔχουν οἱ ἅγιοί μας: ζώντας τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, κυρίως μέ τήν διακράτηση τοῦ λόγου Του μέσα στήν καρδιά τους – αὐτό εἶναι τό ἀποδεικτικό τῆς ἀγάπης πρός τόν Χριστό κατά τοῦ ῎Ιδιου τήν ρήση: ῾ἐάν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε᾽ – ἔχουν ὁλοζώντανο ᾽Εκεῖνον στήν ὕπαρξή τους καί τήν δύναμή Του ἐνεργοῦσα σ᾽ αὐτούς. ῾Ο Κύριος πάλι δέν βεβαιώνει ὅτι ῾ἐάν μείνητε ἐν ἐμοί καί τά ρήματά μου ἐν ὑμῖν μείνῃ, ὅ ἄν θέλητε αἰτήσασθε καί γενήσεται ὑμῖν᾽; (ἐάν μείνετε ἑνωμένοι μέ ᾽Εμένα καί τά λόγια μου τά κρατήσετε στήν ὕπαρξή σας, ὅ,τι θέλετε ζητήστε το καί θά σᾶς γίνει). Αὐτό σημειώνει μεταξύ ἄλλων καί ὁ ἅγιος ὑμνογράφος: ῾῎Εχοντας κάνει κτῆμα στήν καρδιά σου τά ρήματα ζωῆς τοῦ Κυρίου, σοφέ, ἀπονέκρωσες μέ τήν ἔνστασή σου τίς θωπεῖες καί κολακεῖες  τῶν τυράννων, ἀοίδιμε᾽ (῾Ρήματα ζωῆς ἐν καρδίᾳ κεκτημένος, σοφέ, τῶν τυράννων τά θωπεύματα τῇ σῇ ἐνστάσει ἀπενέκρωσας, ἀοίδιμε᾽) (ωδή ε´).
Ταῖς τοῦ ἁγίου σου πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν.  
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, Η παρουσία Ρώσων μοναχών στον Άθω (11ος – 20ός αι.)

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Ιουνίου, 2013

..Κεφάλαια 

…..1. Οι πρώτες επαφές των Ρώσων με τον Άθω 
…..2. Η δημιουργία ρωσικής μονής στον Άθω 
…..3. Διαπρεπείς Ρώσοι μοναχοί στον Άθω τον 14ο και 15ο αιώνα 
…..4. Προσωπικότητες του 18ου και 19ου αιώνα 
…..5. Η Επανάσταση του 1917, οι συνέπειες για το ρωσικό μοναχισμό στον Άθω και ο 20ός αιώνας
…….1. Οι πρώτες επαφές των Ρώσων με τον Άθω
Το Άγιον Όρος Άθω κατέχει μία ξεχωριστή θέση στην Ιστορία όχι μόνον του Βυζαντίου, στο χώρο του οποίου ανήκε, αλλά και ολόκληρης της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ως μεγάλο μοναστικό κέντρο, το οποίο στη διάρκεια των αιώνων ανέδειξε πολλές προσωπικότητες αγίων ανθρώπων και διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη του ορθοδόξου μοναχισμού, ήταν φυσικό να αποτελέσει έναν πολύ ισχυρό πόλο έλξης για τους λαούς οι οποίοι δέχθηκαν τον Χριστιανισμό από το Βυζάντιο και εντάχθηκαν στη σφαίρα της πολιτιστικής και πνευματικής του επιρροής. Ανάμεσα στους λαούς αυτούς βεβαίως συγκαταλέγεται και το μεγάλο γένος των Ρώσων, οι οποίοι από το έτος 988 είχαν εκχριστανισθεί και ενταχθεί στη χορεία των ορθοδόξων κρατών.
Είναι δύσκολο να καθοριστεί με ακρίβεια η χρονολογία έναρξης των σχέσεων της Ρωσίας με το Άγιον Όρος. Η δυσκολία στην έρευνα του θέματος έγκειται όχι μόνο στην έλλειψη επαρκών ιστορικών πηγών, αλλά και στην ασάφεια που παρουσιάζουν οι λίγες που διασώθηκαν. Εκείνο που μπορεί με θετικότητα να λεχθεί περί της αρχής των πνευματικών σχέσεων της Ρωσίας με την αγιορειτική χερσόνησο είναι ότι αυτή συμπίπτει σχεδόν με την εποχή του πλήρους εκχριστιανισμού της Ρωσίας και της οργάνωσης μέσα σ’ αυτήν του μοναχικού βίου, δηλαδή ανάγεται στον ίδιο τον 10ο αιώνα.
Το Άγιον Όρος άρχισε να ασκεί μία ιδιαίτερη πνευματική γοητεία μεταξύ των νεοφύτων στην ορθόδοξη πίστη Σλάβων κυρίως από την εποχή της εμφάνισης του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου και της οργάνωσης από αυτόν του κοινοβίου της Μονής της Λαύρας το έτος 963. Μεταξύ των μαθητών του αγίου Αθανασίου υπήρχαν ήδη Ίβηρες, κοντά δε στη μονή της Λαύρας ασκούνταν Ιταλοί μοναχοί από το Αμάλφι, οι οποίοι νωρίς είχαν αποκτήσει δικό τους μοναστήρι. Δεν είναι καθόλου απίθανο, μεταξύ των μαθητών του αγίου Αθανασίου να υπήρχαν και Σλάβοι της Βαλκανικής. Η υπόθεση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι οι Σλάβοι αναφέρονται στο Βίο του αγίου Αθανασίου. Επίσης στα αρχαιότερα αθωνικά έγγραφα μνημονεύονται οι Βούλγαροι. Στο χρυσόβουλλο του αυτοκράτορα Ρωμανού του έτους 960 υπέρ της μονής Κολοβού γίνεται λόγος για 40 παροίκους που απελευθερώθηκαν, οι οποίοι ήταν από τους «Σκλάβους Βουλγάρους» που «είχαν εγκατασταθεί» στην περιοχή της Ιερισσού. Εκτός από αυτό όμως, σε έγγραφο της Μονής των Ιβήρων του έτους 982 υπογράφει σε γλαγολιτική γραφή, την αρχαιότερη δηλαδή σλαβική γραφή, ο ιερέας Γεώργιος. Είναι πιθανόν κάποιοι από τους Βουλγάρους, που μνημονεύονται στο χρυσόβουλλο του Ρωμανού, να μόνασαν στο Άγιον Όρος, και έτσι να υπάρχει δόση ιστορικής αλήθειας στη Διήγηση του Ζωγράφου, σύμφωνα με την οποία η ίδρυση της μονής αυτής ανάγεται στον 10ο αιώνα.
Η μαρτυρία για ύπαρξη Σλάβων μοναχών στο Άγιον Όρος την εποχή αυτή, κοντά στα άλλα, επιβεβαιώνεται και από αξιόλογα μνημεία της αρχαίας σλαβικής εκκλησιαστικής γραμματείας, τα οποία είχαν γραφεί στον Άθω. Αυτά είναι δύο αρχαιότατα Ευαγγέλια σε γλαγολιτική γραφή. Εκτός από αυτά διασώζεται και αρχαία σλαβική μετάφραση τῶν Όρων κατά πλάτος του Μεγάλου Βασιλείου, η οποία μαρτυρά γλωσσολογικώς έργο Βούλγαρου μοναχού από την Ανατολική Βουλγαρία. Τα γραπτά αυτά μνημεία μιλούν σαφώς όχι μόνο περί προσέλευσης Σλάβων και Βουλγάρων στο Άγιον Όρος, αλλά και περί ύπαρξης σ’ αυτό σλαβικής μοναστικής εστίας, μέσα στην οποία συνεχιζόταν το έργο των πρώτων Σλάβων μαθητών των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, δηλαδή η εκπόνηση μεταφράσεων από ελληνικά εκκλησιαστικά κείμενα, ώστε να εμπλουτιστεί η σλαβική εκκλησιαστική γραμματεία, που βρισκόταν ακόμη στις απαρχές της.
Από την εποχή της εισόδου τους στον Χριστιανισμό, οι Ρώσοι είχαν συγκεκριμένους λόγους να εκτιμούν το μοναχικό βίο και να γοητεύονται από αυτόν. Αυτοί γνώριζαν ότι οι απόστολοι των Σλάβων άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος είχαν δεχθεί το μοναχικό σχήμα, ήταν δε επίσης γνωστό σ’ αυτούς ότι μεταξύ των κληρικών που είχαν έρθει από το Βυζάντιο προς τον ηγεμόνα τους άγιο Βλαδίμηρο, αυτόν δηλαδή που τους οδήγησε στο βάπτισμα, υπήρχαν και μοναχοί. Η φήμη του Άθω, ως μεγάλου μοναστικού κέντρου της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, δεν άργησε να φθάσει στη Ρωσία και να δημιουργήσει εκεί ευνοϊκό κλίμα για τη μετάβαση και εγκαταβίωση Ρώσων στις αγιορειτικές μονές. Ήδη στη διάρκεια του 10ου αιώνα οι στενές σχέσεις της Ρωσίας με το Βυζάντιο και τη Βουλγαρία επέτρεπαν τη δημιουργία πνευματικής επικοινωνίας με τα μοναστικά κέντρα του Βυζαντίου, ιδιαίτερα μάλιστα με αυτά του Αγίου Όρους. Οι Ρώσοι, που μόλις είχαν προσέλθει στη χριστιανική πίστη, προκειμένου να εφοδιαστούν με εκκλησιαστικά βιβλία στη σλαβική γλώσσα, στρέφονταν κατά πρώτο λόγο προς τη Βουλγαρία, η οποία τελούσε σε συνεχή επαφή με το Βυζάντιο και ανέπτυσσε την πρώτη σλαβική γραμματεία. Έτσι οι πληροφορίες ότι οι Βούλγαροι επεξεργάζονται αξιόλογες μεταφράσεις στο Άγιον Όρος, ασφαλώς επαύξαναν τη φήμη της μοναστικής πολιτείας στη νεοφώτιστη Ρωσία.
Αναφορικά με την εμφάνιση των πρώτων Ρώσων στο Άγιον Όρος τίποτε δεν μπορεί να λεχθεί με απόλυτη βεβαιότητα. Η μόνη σαφής ιστορική είδηση, σχετική με έλευση Ρώσου στο Άγιον Όρος, υπάρχει στο αρχαίο χρονικό του Κιέβου, τη Διήγηση των παρωχημένων χρόνων (Повесть временных лет), και ανάγεται στο έτος 1051. Αναφέρεται λοιπόν εδώ ότι κάποιος κοσμικός, που καταγόταν από τη πόλη Λιούμπετς (Любечь), αποφάσισε να ταξιδέψει εκτός Ρωσίας και κατέληξε στον Άθω. Αφού επισκέφθηκε κάποιες αγιορειτικές μονές, έμεινε τελικά σε μία από αυτές, και ζήτησε από τον ηγούμενο να τον κείρει μοναχό. Πράγματι, ο ηγούμενος τον έκειρε και του έδωσε το όνομα Αντώνιος, αφού δε του δίδαξε τα σχετικά με το μοναχικό σχήμα, του είπε: «Πήγαινε και πάλι στη Ρωσία και έχε την ευλογίαν του Αγίου Όρους, διότι από εσένα θα προέλθουν πολλοί μοναχοί» («Иди на Русь обратно и да будет на тебе благословение Святой Горы, ибо от тебя пойдет много чернецов»). Μετά την επιστροφή του στο Κίεβο, ο Αντώνιος αναρωτιόταν πού να εγκαταβιώσει, γιατί τα υπάρχοντα μοναστήρια δεν τον ικανοποιούσαν. Μετά από περιπλάνηση, κατέληξε σε ένα λόφο, στον οποίο προηγουμένως είχε ανοίξει σπήλαιο και ασκείτο ο μοναχός Ιλαρίων, ο οποίος στη συνέχεια κατέστη μητροπολίτης Ρωσίας. Το σπήλαιο άρεσε στον Αντώνιο, ο οποίος εγκαταστάθηκε σ’ αυτό και άρχισε να προσεύχεται, λέγοντας: «Κύριε, στερέωσέ με στον τόπο αυτό, και να μένει σ’ αυτόν η ευλογία του Αγίου Όρους και του ηγουμένου μου, που με έκειρε» («Господи! Устрой меня на месте этом, и да будет на нем благословение Святой Горы и моего игумена, постригшего меня»). Από τότε ο Αντώνιος έμεινε στο σπήλαιο, συνάχθηκαν δε γύρω του δώδεκα μοναχοί, με τη βοήθεια των οποίων διεύρυνε το σπήλαιο και έκτισε ναό· έλεγε δε στους συμμοναστές του: «Αδελφοί, ο Θεός σάς επέλεξε, και βρίσκεστε εδώ με την ευλογία του Αγίου Όρους, με την οποία με έκειρε ο ηγούμενός του, και εγώ έκειρα εσάς. Ας είναι πρώτη επάνω σας η ευλογία από τον Θεό και δεύτερη από το Άγιον Όρος» («Это Бог вас, братия, собрал, и вы здесь по благословению Святой Горы, по которому меня постриг игумен ее, а я вас постриг —да будет благословение на вас, первое от Бога, а второе от Святой Горы»). Αφού ευλόγησε τους αδελφούς, ο Αντώνιος εξέλεξε ηγούμενο ένα μοναχό, τον Βαρλαάμ, ο ίδιος δε αναχώρησε στην έρημο, όπου έζησε σε άσκηση επί σαράντα συνεχή χρόνια. Λίγο μετά την αναχώρηση του Αντωνίου από το σπήλαιο, ήρθαν σ’ αυτόν μοναχοί και ζήτησαν την ευλογία του για να κτίσουν μεγαλύτερο ναό έξω από το σπήλαιο. Αργότερα ζήτησαν και πάλι την ευλογία του, για να ιδρύσουν μοναστήρι. Ο Αντώνιος άκουσε με ιδιαίτερη χαρά την απόφασή τους να ιδρύσουν μοναστήρι και τους έδωσε την ευλογία του, λέγοντας: «Ευλογητός ο Θεός εν παντί, και η ευχή της αγίας Θεοτόκου και των Αγιορειτών πατέρων να είναι μαζί σας» («Благословен бог во всем, и молитва святой Богородицы и святогорских отцов да будет с вами»). Στη συνέχεια ο Αντώνιος ζήτησε τη βοήθεια του ηγεμόνα του κράτους του Κιέβου Ιζιασλάβ, ο οποίος την πρόσφερε πρόθυμα και έτσι ιδρύθηκε η περίφημη Σπηλαιωτική Λαύρα του Κιέβου (Киевопечерская лавра), για την οποία το χρονικό σημειώνει: «Και το σπηλαιωτικό μοναστήρι ξεκίνησε από την ευλογία του Αγίου Όρους» («Пошел же монастырь Печерский от благословения Свтятой Горы»).
Όσο σαφείς και αν φαίνονται σε μια πρώτη ανάγνωση οι ειδήσεις του χρονικού για τον Αντώνιο και τη μετάβασή του στο Άγιον Όρος, εντούτοις, όταν τεθούν υπό αυστηρό έλεγχο αποδεικνύονται συγκεχυμένες. Αυτό οφείλεται στους ιστορικούς αναχρονισμούς του χρονικογράφου και στο γεγονός ότι βασικός του σκοπός, όταν μιλάει για τη μετάβαση του Αντωνίου στο Άγιον Όρος, δεν είναι η εξιστόρηση της πρώτης επαφής των Ρώσων με την αγιορειτική χερσόνησο, αλλά η εξιστόρηση των περιστατικών της ίδρυσης της Λαύρας του Κιέβου. Γνωρίζουμε ότι ο Αντώνιος έζησε στο σπήλαιο σαράντα χρόνια και ότι πέθανε το έτος 1073. Γνωρίζοντας όμως ότι αυτός πέθανε σε ηλικία 90 ετών, προκύπτει ότι το 1051, που αποφάσισε να μεταβεί στο Άγιον Όρος, διήγε το 68ο έτος της ηλικίας του, πράγμα που είναι απίθανο και δημιουργεί υπόνοιες όσον αφορά στην ακρίβεια των χρονολογικών δεδομένων.
Аπό την παραπάνω διήγηση του ρωσικού χρονικού προκύπτει σαφώς ότι ο συγγραφέας του, επιθυμώντας να εξιστορήσει τα σχετικά με την ίδρυση της Λαύρας του Κιέβου, αρχίζει με τη μετάβαση του Αντωνίου στο Άγιος Όρος και συνδέει την ίδρυση του περίφημου αυτού μοναστηριού με την ίδια τη μοναστική πολιτεία του Άθω. Με τη συσχέτιση αυτή η ρωσική μονή αποκτούσε ένα ιδιαίτερο κύρος, αφού θα είχε την ευλογία του Αγίου Όρους, γεγονός το οποίο τη συνέδεε απευθείας με το μεγαλύτερο την εποχή εκείνη μοναστικό κέντρο του ορθοδόξου κόσμου. Τα χρονολογικά προβλήματα που δημιουργούνται από το χρονικό φαίνεται να τα λύνει κάπως ο Ρώσος μοναχός Νέστωρ, μία αφήγηση του οποίου για τον Αντώνιο έχει περιληφθεί στο Πατερικό της Σπηλαιωτικής Λαύρας του Κιέβου (Киевопечерский патерик). Εδώ γίνεται λόγος για δύο μεταβάσεις του Αντωνίου στο Άγιον Όρος, μία επί εποχής του ηγεμόνα Βλαδιμήρου (978-1015) και μία αργότερα, επί Ιζιασλάβ (1054-1073, 1076-1078). Η είδηση αυτή φαίνεται ελάχιστα πιθανή, μολονότι είχε βρει υποστηρικτές στο παρελθόν. Όπως και να έχει το πράγμα, το έτος 1051, το οποίο προτείνει το χρονικό για την άφιξη του Αντωνίου στο Άγιον Όρος, πρέπει οπωσδήποτε να απορριφθεί, εφόσον τα πάντα πείθουν ότι αυτός είχε έρθει εδώ ενωρίτερα. Εξάλλου, από τη φιλολογική κριτική του κειμένου, προκύπτει ότι το ταξίδι του Αντωνίου συνδέθηκε με το έτος 1051, επειδή τον ίδιο χρόνο ο προκάτοχος του σπηλαίου Ιλαρίων εκλέχθηκε μητροπολίτης Ρωσίας και στο σπήλαιο ήρθε και κατοίκησε στη συνέχεια, ανακηρυχθείς μάλιστα σε άγιο, ο Αντώνιος ο Σπηλαιώτης (святой Антоний Печерский).
Δεν είναι στις προθέσεις της παρούσας εξιστόρησης να προχωρήσει σε μία αυστηρή κριτική των πηγών που μνημονεύθηκαν, αλλά αντιθέτως να επισημάνει εδώ δύο βασικά δεδομένα, τα οποία προκύπτουν σαφώς από αυτές. Το πρώτο είναι ότι ο ιδρυτής της περιβόητης Σπηλαιωτικής Λαύρας του Κιέβου, ο άγιος Αντώνιος, εκάρη μοναχός στο Άγιον Όρος, και το δεύτερο είναι ότι η ίδρυση της περίφημης αυτής ρωσικής μονής συνδέεται με το μοναχισμό της αθωνικής χερσονήσου. Αυτά τα δύο δεδομένα προσέδιδαν ένα βασικό και διαχρονικό κύρος στις απαρχές του ρωσικού μοναχισμού, εφόσον αυτός είχε λάβει τις αρχές του από έναν ιερό τόπο ο οποίος είχε καταστεί διορθόδοξο μοναστικό κέντρο.
Για επαφές των Ρώσων με το Άγιον Όρος υπάρχουν έμμεσες πληροφορίες, οι οποίες τις ανάγουν σε εποχή προγενέστερη της επίσκεψης του αγίου Αντωνίου. Στον Βίο του αγίου Μωυσέως, του Ούγγρου, λέγεται ότι μετά το 1019, ενόσω αυτός ήταν αιχμάλωτος στην Πολωνία και υφίστατο μαρτύρια, καθώς επίσης και μεγάλους πειρασμούς από μία πολιτικώς ισχυρή γυναίκα, «εκείνες τις ημέρες έφθασε κάποιος μοναχός από το Άγιον Όρος, ιερέας σε βαθμό, σταλμένος από τον Θεό, και ήρθε προς τον μακαριστό και τον έντυσε με το αγγελικό σχήμα» («В те дни приехал, из Святой Горы некий монах, саном иерей, присланый Богом, и пришел к блаженному и облек его ангельским чином»). Στη συνέχεια του δίδαξε πολλά περί καθαρότητας και ότι δεν πρέπει να υποχωρεί μπροστά στον εχθρό. Ανεξάρτητα από το πόσο ιστορικά ακριβής είναι αυτή η είδηση, εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι εκείνος που διηγείται τη ζωή του αγίου Μωυσή, στις πολύ δύσκολες στιγμές που αυτός περνούσε, εμφανίζει έναν Αγιορείτη ιερομόναχο να έρχεται από Θεού για να τον λυτρώσει από τον πειρασμό και την πνευματική υποδούλωση, δίνοντάς του μάλιστα το μοναχικό σχήμα. Εκτός από αυτή τη διήγηση όμως υπάρχει και μία πληροφορία που προέρχεται από μεταγενέστερο ρωσικό χρονικό, σύμφωνα με την οποία η ρωσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος στο Άγιον Όρος είχε κτιστεί από τον ηγεμόνα Βλαδίμηρο, επί του οποίου βαπτίσθηκε το ρωσικό έθνος. Η είδηση αυτή προέρχεται από μία παλαιά σλαβική παράδοση, η οποία αναζωογονήθηκε τον 16ο αιώνα.
2. Η δημιουργία ρωσικής μονής στον Άθω
Σε επίρρωση των παραδόσεων αυτών έρχονται σαφέστερες πια ειδήσεις που προκύπτουν από αγιορειτικά έγγραφα, οι οποίες δεν επιτρέπουν να υπάρξει καμία αμφιβολία ότι, ήδη από τις αρχές του 11ου αιώνα, όχι μόνο υπήρχαν Ρώσοι μοναχοί στο Άγιον Όρος, αλλά είχαν και δική τους μονή. Οπωσδήποτε μεμονωμένως και σποραδικώς είχαν εμφανιστεί Ρώσοι επί της αγιορειτικής χερσονήσου πολύ πρίν από την ίδρυση εκεί δικής τους μονής, δηλαδή γύρω στα τέλη του 10ου αιώνα. Σε ένα από τα έγγραφα της Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Αθανασίου έχει περιληφθεί η υπογραφή του ηγουμένου της πρώτης ρωσικής μονής στον Άθω. Το έγγραφο αυτό είναι του έτους 1016 και αποτελούσε ένα συμφωνητικό μεταξύ των μοναχών Νικολάου και Συμεών και αφορούσε στη διοίκηση της μονής Ατζιϊωάννου. Μεταξύ των άλλων υπογραφών που βεβαιώνουν τη συμφωνία διαβάζουμε: «Γεράσιμος μοναχὸς ἐλέῳΘεοῦ πρεσβύτερος καὶ ἡγούμενος τῆς μονῆς τοῦ ῾Ρῶς μαρτυρῶν ὑπέγραψα ἰδιοχείρως». Οπωσδήποτε δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία ότι εδώ έχουμε μαρτυρία για ύπαρξη ρωσικής μονής στο Άγιον Όρος. Την εποχή εκείνη οι Ρώσοι και η χώρα τους προσδιορίζονταν ακόμη με το άκλιτο όνομα Ρς, το οποίο για πρώτη φορά μνημονεύεται σε έγγραφο του πατριάρχου Φωτίου του έτους 867. Βεβαίως είναι δύσκολο να προσδιοριστεί πού ακριβώς βρισκόταν αυτή η μονή, διότι απλούστατα τίποτε περισσότερο δεν λέγεται γι’ αυτήν.
Ρωσική αγιορειτική μονή μνημονεύεται και πάλι στα αγιορειτικά έγγραφα το έτος 1030, αλλά αυτή τη φορά με την ονομασία «τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Ξυλουργού». Προφανώς κάποιος από τους Ρώσους μοναχούς που κατοικούσαν στη μονή ήταν φημισμένος ξυλουργός και γι’ αυτό η μονή πήρε το όνομά της από αυτή την ιδιότητά του. Ποιές υπήρξαν οι σχέσεις της μονής αυτής με τη Ρωσία είναι εντελώς άγνωστο, πάντως δεν στερείται πιθανότητας η υπόθεση, ότι υπήρχαν μέσα σ’ αυτήν αρκετοί Ρώσοι μοναχοί και ότι την ενίσχυσε ο ηγεμόνας του Κιέβου Γιαροσλάβ, του οποίου άλλωστε το ενδιαφέρον για τα εκκλησιαστικά γενικώς πράγματα ήταν οπωσδήποτε γνωστό. Το έτος 1030 η Μονή Ξυλουργού αγόρασε το κελλί του Δημητρίου Χαλκέως, γεγονός το οποίο δηλώνει ότι αυτή ήταν οικονομικώς εύρωστη. Δεν είναι λοιπόν απίθανο η ρωσική μονή του Αγίου Όρους να είχε ήδη αρχίσει να λαμβάνει οικονομική βοήθεια από τη Ρωσία.       
Την άνοιξη του έτους 1043, με αφορμή τη δολοφονία ενός διακεκριμένου ρωσικού προσώπου στην Κωνσταντινούπολη, οι σχέσεις Ρωσίας και Βυζαντίου διακόπηκαν. Οι Ρώσοι επιτέθηκαν από τη θάλασσα εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως, και έτσι άρχισαν εχθροπραξίες μεταξύ των δύο κρατών. Ο ρωσικός στόλος εμφανίστηκε στον Βόσπορο, με σκοπό να επιτεθεί στην πρωτεύουσα του βυζαντινού κράτους, αλλά νικήθηκε από τους Βυζαντινούς. Τελικά οι σχέσεις Βυζαντίου και Ρωσίας αποκαταστάθηκαν και πάλι γύρω στο έτος 1047, με την υπογραφή συμφώνου ειρήνης, έγιναν μάλιστα πολύ στενές μετά τη σύναψη γάμου μεταξύ του Βσέβολοντ, γιού του ηγεμόνα Γιαροσλάβ και της κόρης του Βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μονομάχου. Ο ρωσοβυζαντινός αυτός πόλεμος είχε αναπόφευκτα συνέπειες στη ζωή της ρωσικής μονής του Αγίου Όρους. Η εμφάνιση ρωσικού στόλου στα βυζαντινά χωρικά ύδατα θα επέτρεψε ίσως στους Αγιορείτες να σκεφθούν, ότι οι Ρώσοι επιδρομείς θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προπύργιο στη ρωσική μονή του Αγίου Όρους, η οποία, όπως άλλωστε οι περισσότερες μονές της εποχής, ήταν κτισμένη σε σχήμα φρουρίου, με τείχος και πύργους. Αγιορειτική πράξη που χρονολογείται στο έτος 1048, δηλαδή ένα χρόνο μετά τη λήξη του πολέμου, υποχρέωνε τον ηγούμενο Γρηγόριο της Μονής Δομετίου να αποζημιώσει τη Μονή Ξυλουργού για τις καταστροφές που είχαν επιφέρει οι μοναχοί του στο επίνειο και τις λέμβους της ρωσικής μονής. Πρέπει να υποθέσουμε ότι οι καταστροφές έγιναν, για το λόγο που αναφέρθηκε, στη διάρκεια του ρωσοβυζαντινού πολέμου. Η υποχρέωση να αποζημιώσει το ρωσικό μοναστήρι επιβαλλόταν στον ηγούμενο Γρηγόριο σύμφωνα με αυτοκρατορικό πιττάκιο, το οποίο είχαν προκαλέσει οι μοναχοί της ρωσικής μονής και είχε σταλεί από τον αυτοκράτορα στον Πρώτο του Αγίου Όρους. Το γεγονός ότι οι Ρώσοι μοναχοί τόλμησαν να απευθυνθούν απευθείας στον αυτοκράτορα, ο οποίος, μόλις πριν από τρία χρόνια, τον Σεπτέμβριο του 1045, είχε επικυρώσει το αγιορειτικό Τυπικό, στο οποίο ρητώς αναφερόταν ότι απαγορεύεται στους μοναχούς του Αγίου Όρους να αποτείνονται στον αυτοκράτορα, για υποθέσεις που μπορούσαν να λυθούν από τις αγιορειτικές αρχές, δείχνει ότι οι ρωσοβυζαντινές σχέσεις διατηρούσαν τέτοιο χαρακτήρα που επέτρεπε στους Ρώσους μοναχούς να έχουν παρρησία ενώπιον του Βυζαντινού αυτοκράτορα.
Από όσα λέχθηκαν γίνεται φανερό ότι, όταν έφθασε στο Άγιον Όρος ο άγιος Αντώνιος, για τον οποίο έγινε λόγος, ο ρωσικός μοναχισμός είχε ήδη αποκτήσει εκεί κάποια παράδοση. Ερχόμενος ο άγιος Αντώνιος στον Άθω βρήκε ήδη οργανωμένη τη ρωσική μονή, στην οποία εγκαταβίωσε, αφού προηγουμένως θα επισκέφθηκε και άλλα καθιδρύματα, στα οποία ζούσαν Σλάβοι μοναχοί. Ο άγιος Αντώνιος υπήρξε ο περισσότερο διακεκριμένος για την οσιότητά του Ρώσος μοναχός την περίοδο αυτή. Η συμβολή του στην άνθηση του μοναχισμού στη Ρωσία υπήρξε ύψιστης σημασίας, αυτός δε ακριβώς ήταν ο λόγος για τον οποίο ο χρονικογράφος θεώρησε σκόπιμο να εξιστορήσει τα σχετικά με την επίσκεψή του στο Άγιον Όρος, διότι ο άγιος Αντώνιος μετέφερε στη Ρωσία το πρότυπο του μοναχισμού και την ευλογία του ιερού αυτού τόπου.
Από ένα έγγραφο του έτους 1142 πληροφορούμαστε ότι στη ρωσική μονή πραγματοποιήθηκε  σύναξη πολλών ηγουμένων μονών και μοναχών, οι οποίοι προέβησαν σε απογραφή των αντικειμένων της κινητής περιουσίας της μονής. Ο όγκος και ο μεγάλος αριθμός των αξιόλογων και μεγάλης αξίας αντικειμένων, τα οποία μάλιστα ήταν σχεδόν όλα ρωσικής προέλευσης, επιτρέπει να υποθέσει κανείς ότι η μονή είχε αρκετά μεγάλη μοναστική  αδελφότητα, με αξιόλογο αριθμό πατέρων. Ιδιαίτερη σημασία έχει η καταγραφή ρωσικών βιβλίων που υπήρχαν σ’ αυτήν, και τα οποία ήταν: Απόστολοι 5, Παρακλητικές 2, Οκτώηχοι 5, Ειρμολόγια 5, Συναξάρια 5, Μηναία 12, Πατερικά 2, Ψαλτήρια 5, έργα του αγίου Εφραίμ, Βίος αγίου Παγκρατίου, Ωρολόγια 5 και ένας Νομοκάνων, συνολικά 49 βιβλία. Η ύπαρξη τόσων χειρόγραφων σλαβικών βιβλίων στη μονή αποτελεί μαρτυρία και για αξιόλογο αριθμό μοναχών, αλλά και για το ότι μέσα σ’ αυτήν εκπονούνταν αντίγραφα και μεταφράσεις εκκλησιαστικών έργων από την ελληνική γλώσσα. Έτσι το έγγραφο του έτους 1142 αποτελεί έμμεση μαρτυρία για το ότι η ρωσική μονή την εποχή  εκείνη ήταν αξιόλογο πνευματικό κέντρο, από το οποίο προφανώς η Ρωσία εφοδιαζόταν ένα σημαντικό αριθμό από χειρόγραφα με μεταφράσεις ελληνικών κειμένων.
Η συνεχής αύξηση των μοναχών, οι οποίοι έρχονταν από τη Ρωσία, φαίνεται ότι δημιούργησε πρόβλημα χώρου διαβίωσής τους μέσα στη Μονή Ξυλουργού. Συντόμως ο ηγούμενος Παγκράτιος βρέθηκε στην ανάγκη να αναζητήσει έναν άλλο τόπο μέσα στο Άγιον Όρος, στον οποίο θα μπορούσε να μεταφερθεί μαζί με τους πολυπληθείς μοναχούς του. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο, στις 15 Αυγούστου 1169, ο Παγκράτιος παρουσιάστηκε στη Σύναξη του Αγίου Όρους και ζήτησε να δοθεί στους Ρώσους μια εγκαταλειμμένη και ερειπωμένη μονή για να μετοικήσει σ’ αυτήν μαζί με την αδελφότητά του. Η αγιορειτική Σύναξη εξέτασε το ζήτημα και τελικώς παραχώρησε στον ηγούμενο της ρωσικής μονής την άλλοτε ανθηρή Μονή του Θεσσαλονικέως, η οποία βρισκόταν ήδη σε κατάσταση ερείπωσης. Η μονή αυτή βρισκόταν ψηλά, στο βουνό, και είναι αυτή που σήμερα ονομάζεται Παλιομονάστηρο. Μέσα στη νέα μονή, η οποία επισκευάστηκε κατάλληλα, η ρωσική αδελφότητα συνέχισε τη ζωή της στο ρυθμό που τηρούσε και προηγουμένως.
Περί των Ρώσων Αγιορειτών κατά τη διάρκεια του 12ου και 13ου αιώνα υπάρχουν ειδήσεις από σλαβικές πηγές, από τις οποίες προκύπτει ότι η μονή τους ήταν καλά επανδρωμένη, διατηρούσε δε επαφές με τις σλαβικές χώρες. Γύρω στα τέλη του 12ου αιώνα βρισκόταν στη Σερβία ένας Ρώσος Αγιορείτης, ο οποίος, με το κήρυγμά του είλκυσε προς το μοναχισμό τον γιο του ηγεμόνα (κράλη-краль) της Σερβίας Στέφανο Νέμανια (Неманья), ο οποίος, με το όνομα Σάββας, που έλαβε ως μοναχός, αναδείχθηκε σε μεγάλο άγιο του σερβικού έθνους. Ο άγιος Σάββας ήρθε στο Άγιον Όρος γύρω στα 1192 και αρχικά κοινοβίασε στη ρωσική Μονή του Θεσσαλονικέως, η οποία τιμόταν ήδη στο όνομα του Αγίου Παντελεήμονος. Στη συνέχεια, μαζί με τον πατέρα του, ο οποίος επίσης ασπάστηκε το μοναχικό βίο, ίδρυσε το 1198 τη Μονή Χελανδαρίου. Την εποχή εκείνη οι Ρώσοι κατείχαν στο Άγιον Όρος την τρίτη θέση μεταξύ των εθνοτήτων που υπήρχαν εκεί, μετά τους Έλληνες και τους Ίβηρες.
Εάν οι Ρώσοι Αγιορείτες την εποχή εκείνη είχαν στενές σχέσεις με τους νότιους Σλάβους, με τους οποίους είχαν φυλετική και γλωσσική συγγένεια, ήταν φυσικό να έχουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό σχέσεις με την πατρίδα τους τη Ρωσία. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, ο Άθως έγινε γνωστός στη Ρωσία πολύ σύντομα μετά τον εκχριστιανισμό της χώρας, οι δε περιοδείες των Ρώσων στους Αγίους Τόπους της Ανατολής, που άρχισαν από τον 11ο αιώνα, συντέλεσαν σε μεγάλο βαθμό στη γνωριμία τους με τον Άθω και τη δημιουργία σχέσεων με αυτόν. Τρία ήταν κυρίως τα πνευματικά κέντρα της Ορθοδοξίας, με τα οποία οι Ρώσοι επιδίωκαν να αναπτύξουν στενές επαφές, η Κωνσταντινούπολη, τα Ιεροσόλυμα και το Άγιον Όρος. Οι Ρώσοι στρέφονταν προς τα κέντρα αυτά επιθυμώντας να διδαχθούν από την πείρα των Ελλήνων μοναχών και να εφοδιαστούν με βιβλία, τα οποία θα συνέβαλλαν στην ανάπτυξη ρωσικής εκκλησιαστικής γραμματείας.
Γύρω στα μέσα του 13ου αιώνα το Άγιον Όρος είχε αποκτήσει στη Ρωσία τέτοιο κύρος, ώστε σε ορισμένες επισκοπές να προκρίνονται ως υποψήφιοι επίσκοποι κληρικοί οι οποίοι είχαν αγιορειτική προέλευση. Χαρακτηριστική περίπτωση προτίμησης Αγιορείτη για τον επισκοπικό θρόνο είναι εκείνη της επισκοπής της πόλης Βλαδίμηρο. Οι ηγεμόνες της Γαλικίας Δανιήλ και Βασίλειος Ρομάνοφ πέτυχαν να εκλεχθεί επίσκοπος Βλαδιμήρου ο Ρώσος Αγιορείτης Ιωάσαφ, όταν δε αυτός πέθανε τον διαδέχθηκε ο επίσης Αγιορείτης Βασίλειος. Την ίδια περίπου εποχή, στην επισκοπή Τσερνίγοβ (Чернигов) εκλέχθηκε επίσκοπος ο Αγιορείτης μοναχός Ευφρόσυνος, ο οποίος μάλιστα, σύμφωνα με κάποια παράδοση, μετέφερε από τον Άθω στη Ρωσία την περίφημη εικόνα της Παναγίας Οδηγήτριας.
Η φήμη των Αγίων Τόπων και του Άθω είχε επεκταθεί μέχρι και αυτή τη βορειοδυτική Ρωσία, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από το εξής περιστατικό. O γιος του ηγεμόνα της ειδωλολατρικής Λιθουανίας, ο οποίος λεγόταν Βόϊσελγκ (Войшелг), είχε κατηχηθεί στην ορθόδοξη πίστη, πιθανότατα από Ρώσους που είχαν έρθει στη χώρα του. Οι νέες θρησκευτικές πεποιθήσεις τού υπαγόρευσαν να εγκαταλείψει το 1265 την πατρίδα του και να μεταβεί στις βυζαντινές χώρες, την πηγή της Ορθοδοξίας, προκειμένου να δεχθεί το ορθόδοξο βάπτισμα. Αρχικώς αυτός κατευθύνθηκε στη Μονή Σινά, όπου συμπληρώθηκε η κατήχησή του και έγινε δεκτός στο βάπτισμα, ύστερα όμως μετέβη στο Άγιον Όρος, και εκεί εκάρη μοναχός και έζησε επί τρία ολόκληρα χρόνια. Στη συνέχεια επέστρεψε στην πατρίδα του και έγινε ένθερμος κήρυκας της ορθόδοξης πίστης, συνάντησε όμως την αντίδραση του πατέρα του Μίντοβγκ (Миндовг) και γι’ αυτό εγκαταστάθηκε σε τόπο στον οποίο ζούσαν χριστιανοί, όπου και ίδρυσε μοναστήρι, μεταλαμπαδεύοντας έτσι τον ορθόδοξο μοναχισμό, όπως τον γνώρισε στο Σινά, προπαντός όμως στο Άγιον Όρος, εκεί δηλαδή όπου είχε λάβει το μοναχικό σχήμα.
Κοντά στην πόλη Βλαδίμηρο της δυτικής Ρωσίας υπήρχε μονή, η οποία ονομαζόταν «Αγιορειτική μονή» (Святогорский монастырь) και διατηρούσε στενές σχέσεις με τη Σπηλαιωτική Λαύρα του Κιέβου. Είναι προφανές ότι η μονή εκείνη έλαβε την ονομασία «αγιορειτική» λόγω των επαφών που θα είχε με το Άγιον Όρος. Αλλά και η Σπηλαιωτική Λαύρα, η οποία υπήρξε το σπουδαιότερο μοναστήρι της ρωσικής γης στους αρχαίους χρόνους, διατηρούσε στενότατες σχέσεις με το Άγιον Όρος γενικώς, ασφαλώς δε ειδικότερα, όπως πρέπει να υποθέσουμε, θα είχε δημιουργήσει δεσμούς με την εκεί ρωσική μονή από την εποχή που αυτή ιδρύθηκε. Οι σχέσεις της δυτικής Ρωσίας με τον Άγιον Όρος, οι οποίες είχαν αναπτυχθεί σε μεγάλο βαθμό, δοκίμασαν μία μεγάλη κρίση όταν, μεταξύ των ετών 1237 και 1240, πραγματοποιήθηκε η επέλαση των Τατάρων στο Κράτος του Κιέβου, το οποίο τελικώς και κατέλυσαν, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να διακοπεί η οικονομική ενίσχυση την οποία αυτό παρείχε στη ρωσική μονή. Έτσι η μονή αυτή εισήλθε σε μακρά περίοδο φτώχειας και μεγάλης ανέχειας. Αλλά και η συνέχεια στην ιστορία του Βυζαντίου και των βαλκανικών σλαβικών κρατών κατά τον 13ο, 14ο και 15ο αιώνα, με τις επιδρομές των Φράγκων, Καταλανών και τελικά την τουρκική κατάκτηση του Βυζαντίου, της Βουλγαρίας και της Σερβίας, δημιούργησε πάρα πολύ δυσμενείς όρους για την επικοινωνία των Ρώσων με το Άγιον Όρος και ιδιαιτέρως με την εκεί μονή τους.  Ιδιαίτερη βλάβη από τις επιθέσεις των Καταλανών υπέστη η ρωσική μονή το έτος 1309, όταν αυτοί την πυρπόλησαν, με αποτέλεσμα να καούν όλοι οι θησαυροί της, τα χειρόγραφα και τα πολύτιμα έγγραφα που διασώζονταν σ’ αυτήν. Από τη φωτιά γλύτωσε μόνο ο πύργος της μονής. Με την απώλεια αυτή έχασε η μονή και τα αποδεικτικά έγγραφα για τα περιουσιακά της στοιχεία. Σε αναπλήρωση αυτών των απωλειών, τον Σεπτέμβριο του 1312 ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ ο Παλαιολόγος απέλυσε χρυσόβουλλο με το οποίο επικύρωνε τα κυριαρχικά δικαιώματα της «σεβασμίας των Ρώσων Μονής» σε κτήματά της στη Θεσσαλονίκη, την Καλαμαριά και τη Χαλκιδική.
3. Διαπρεπείς Ρώσοι μοναχοί στον Άθω τον 14ο και 15ο αιώνα
Παρά τις πολύ δυσμενείς συνθήκες που αναφέρθηκαν και τη διακοπή οικονομικής ενίσχυσης που ερχόταν από τη Ρωσία, οι επισκέψεις Ρώσων στο Άγιον Όρος δεν έπαψαν εντελώς. Είναι γεγονός ότι κατά τον 14ο αιώνα στη ρωσική μονή εγκαταβίωσαν και Σέρβοι μοναχοί. Ωστόσο το Άγιον Όρος συνέχιζε να γίνεται όλο και πιο γνωστό στη Ρωσία χάρη στους Ρώσους περιηγητές, οι οποίοι κατά καιρούς το επισκέπτονταν. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν όσα έχει γράψει για το Άγιον Όρος ο αρχιμανδρίτης Δοσίθεος, της σπηλαιωτικής Μονής της Αναλήψεως του Κάτω Νόβγκοροντ (Нижный Новгород), ο οποίος πραγματοποίησε επίσκεψη στον Άθω στα τέλη του 14ου με αρχές του 15ου αιώνα, παρέμεινε μάλιστα εκεί για αρκετό διάστημα. Από την παραμονή του στο Άγιον Όρος άφησε ο Δοσίθεος δύο συγγραφές, οι οποίες παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον για την πνευματική ιστορία του ιερού τόπου, αλλά και για τα διδάγματα που έπαιρνε από αυτόν η Ρωσία. Η μία από αυτές επιγράφεται Τυπικό (Устав) και η άλλη Κανών(Чин). Σ’ αυτές περιγράφονται πτυχές της πνευματικής ζωής των Αγιορειτών πατέρων, ιδιαιτέρως μάλιστα των κελλιωτών και ησυχαστών. Σε μία από αυτές, η οποία αποτελεί απάντηση σε ερωτήματα που είχε θέσει στον Δοσίθεο ένας ηγούμενος ρωσικής μονής, λέγεται το εξής: «Οι υποτακτικοί στον Άθω ζουν κατά το θέλημα και την ευλογία των γερόντων. Όσοι αδελφοί ζουν σε δικά τους κελλιά, τηρούν σε όλη τους τη ζωή τον ίδιο κανόνα, διαβάζοντας καθημερινώς το μισό του Ψαλτηρίου και λέγοντας εξακόσιες φορές την ευχή: “Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με”. Εάν δε κάποιος επιθυμεί να υπερβεί [τον κανόνα] απόκειται στο θέλημά του. Εκτός από αυτά εκτελούν από τριακόσιες έως πεντακόσιες μετάνοιες. Επιπροσθέτως όμως, σε κάθε στιγμή, είτε κάθονται είτε περπατούν, είναι ξαπλωμένοι ή κάνουν εργόχειρο, αδιαλείπτως επαναλαμβάνουν με τη γλώσσα και την καρδιακή αναπνοή: “Κύριε Ιησού Χριστέ”. Σε όσους δεν γνωρίζουν γράμματα [έχει οριστεί], εκτός από τις μετάνοιες, κατά το εκκλησιαστικό τυπικό, να εκτελούν ανά επτά χιλιάδες φορές την ευχή του Ιησού. Για τους αδυνάτους είναι ευκολότερος ο κανόνας. Για τους πρεσβύτερους [έχει οριστεί να ενδιατρίβουν] στην ευχή του Ιησού και να κάνουν μετάνοιες κατά δύναμη. Οι Αγιορείτες, με τη χάρη του Θεού, επιμελώς τηρούν και αγαπούν τη σιωπή, αποφεύγουν δε την τύρβη και το θόρυβο, τις φιλίες και τις κοσμικές συζητήσεις. Και για χάρη του Θεού, πείτε τα αυτά και στους υπόλοιπους αδελφούς, εάν κάποιος ρωτήσει· ότι οι άγιοι πατέρες στη Ρωσία συνηθίζουν να διαβάζουν ολόκληρο τον Ψαλτήρα τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή και στις άλλες νηστείες, ενώ όταν δεν υπάρχει νηστεία δεν διαβάζουν ούτε έναν Ψαλμό. Οι Αγιορείτες όμως δεν κάνουν έτσι· αυτοί τηρούν τον κανόνα σε ολόκληρη τη ζωή τους. Κάθε αδελφός ενδείκνυται να έχει στο κελλί του εικονοστάσι ή σταυρό, και μπροστά από αυτά να εκτελεί τον καθιερωμένο κανόνα. Αυτός που δεν μπορεί να διαβάσει οφείλει να υπηρετεί με τη χειρωνακτική εργασία, με υποταγή στην ακολουθία και με αποκοπή της βούλησης».
Με τις πληροφορίες του αυτές ο Δοσίθεος παρουσίαζε στους μοναχούς της Ρωσίας ένα υπόδειγμα μοναχικής ζωής, έτσι όπως αυτό είχε διαμορφωθεί στο κατεξοχήν πνευματικό κέντρο του ορθοδόξου μοναχισμού την εποχή εκείνη. Μέσα από αυτές τις πληροφορίες το Άγιον Όρος παρέμενε ένας διδάσκαλος πνευματικότητας και ασκητισμού για τη Ρωσία. Μολονότι ο Δοσίθεος περιγράφει πτυχές της πνευματικής ζωής των πατέρων του Άθω, εντούτοις δεν μνημονεύει καθόλου κάποια παρουσία Ρώσων μοναχών εκεί, ούτε και αναφέρει ύπαρξη ρωσικής μονής. Οπωσδήποτε αυτή η σιγή του δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε ρωσική μονή, αλλά απλώς ότι αυτό δεν ήταν στις προθέσεις του, να αναφερθεί δηλαδή σ’ αυτήν. Εκτός από την αδιαμφισβήτητη αυτή πραγματικότητα, πρέπει να δεχθούμε ακόμη ότι οι Ρώσοι μοναχοί στον Άθω, κατά τη διάρκεια των ησυχαστικών ερίδων του 14ου αιώνα, όσοι και αν ήταν εκεί, τάσσονταν οπωσδήποτε με το μέρος των Ησυχαστών πατέρων, κορυφαίοι των οποίων ήταν οι άγιοι Γρηγόριος Σιναΐτης, Γρηγόριος Παλαμάς, Φιλόθεος Κόκκινος, καθώς και άλλοι, οι οποίοι είχαν διατελέσει επίσης μοναχοί στο Άγιον Όρος.
Στη διάρκεια του 15ου αιώνα ήταν αρκετοί οι Ρώσοι που επισκέφθηκαν το Άγιον Όρος ή έζησαν εκεί για κάποιο χρονικό διάστημα. Αυτοί βεβαίως μετέφεραν στη Ρωσία πληροφορίες σχετικές με τα μοναστήρια και τη ζωή των μοναχών του Αγίου Όρους, με τις οποίες εμπλουτίζονταν οι γνώσεις των συμπατριωτών τους για την ιερή χερσόνησο. Στους ανθρώπους αυτούς οφειλόταν μία προέκταση της αθωνικής μοναστικής παράδοσης στη Ρωσία. Μέσα στη συνάφεια αυτή άξια ιδιαίτερης προσοχής υπήρξε η περίπτωση του αγίου μοναχού Νείλου Σόρσκυ (1433-1508), ο οποίος έμεινε στην ιστορία του ρωσικού μοναχισμού ως μία από τις επιφανέστερες μορφές του και καθιέρωσε μία παράδοση η οποία είχε συνέχεια στην πνευματική ζωή της χώρας του. Δυστυχώς για τη ζωή του Νείλου πολύ λίγα είναι γνωστά, διότι οι σχετικές βιογραφικές πηγές γι’ αυτόν έχουν χαθεί. Γνωρίζουμε απλώς ότι καταγόταν από τη Μόσχα και το οικογενειακό του όνομα ήταν Μάϊκοφ (Майков). Η οικογένειά του είχε ευγενή καταγωγή και ο ίδιος από μικρός ασχολείτο με την αντιγραφή βιβλίων, είναι δε φανερό ότι είχε μάθει και την ελληνική γλώσσα.  
Ο Νείλος αρχικώς εγκαταβίωσε στη Μονή του Αγίου Κυρίλλου στην περιοχή της Λευκής Λίμνης της βόρειας Ρωσίας (Кирилло-Белозерский монастырь), στη συνέχεια δε, συνοδευόμενος από τον μαθητή του Ιννοκέντιο Οχλιάμπιν, ήρθε στο Άγιον Όρος. Πόσο διάστημα έμεινε εδώ δεν είναι γνωστό, πάντως αυτό πρέπει να ήταν αρκετά μεγάλο, όπως αποδεικνύεται και από τη μοναστική πρακτική που δημιούργησε, αλλά και από το συγγραφικό έργο το οποίο άφησε, έχοντας και αυτό ως βάση την αγιορειτική παράδοση. Έχει υπολογιστεί ότι παρέμεινε στο Άγιον Όρος περίπου μία δεκαετία. Προφανώς στον Άθω ο Νείλος δεν έζησε σε μοναστήρι, αλλά επέλεξε τον ερημιτικό βίο, σε σκήτη ή σε κάποιο κελλί, διότι σε ένα τέτοιο συμπέρασμα οδηγεί το ίδιο το συγγραφικό του έργο. Εκτός από τρεις επιστολές και τη Διαθήκη του, ο Νείλος κατέλιπε τρία αξιόλογα έργα, την Υποθήκη προς τους οικείους μαθητές, τοΣκητιωτικό τυπικό και το Συνοδικό βίων Ελλήνων αγίων. Στο πρώτο από τα έργα αυτά παρέχονται οδηγίες για έναν πολύ αυστηρό μοναχικό βίο, ο οποίος θα βασίζεται στις παραδόσεις μεγάλων πατέρων της Εκκλησίας. Εδώ κηρύσσεται η πλήρης ακτημοσύνη, η υπακοή και η αποκοπή του ιδίου θελήματος. Το Σκητιωτικό τυπικό είναι έργο με καθαρώς ησυχαστικές αρχές, με οδηγίες για την τήρηση του νου και την πρακτική της νοεράς προσευχής, έτσι όπως την είχαν διδάξει οι πατέρες της Εκκλησίας και την ασκούσαν οι Αθωνίτες μοναχοί. Γενικώς ο Νείλος προέβαλλε τις αρετές του αναχωρητικού βίου, τη συνοίκηση ελάχιστων μοναχών σε έρημο τόπο και την άσκηση, τα πνευματικά προβλήματα αυτού του βίου, οι πειρασμοί και η αντίσταση σ’ αυτούς και η απάρνηση των υλικών αγαθών. Το τρίτο έργο του είναι μία συλλογή βίων αγίων, μεγάλων ασκητών, μεταξύ των οποίων και των Αθωνιτών αγίων Πέτρου και Αθανασίου, του ιδρυτή του κοινοβίου της Λαύρας. Γενικώς ο Νείλος δημιούργησε στη Ρωσία μία σχολή με ησυχαστικά και αθωνικά πρότυπα, η οποία ήταν κατά της κατοχής χωριών και κτηματικής περιουσίας των μοναστηριών, όπως επίσης και κατά της σε θάνατο καταδίκης των αιρετικών. Αργότερα με τους πνευματικούς διαδόχους του Νείλου, που ακολουθούσαν τις ίδιες κατευθύνσεις, ήρθε σε επαφή και τους βρήκε συμπαραστάτες στις εναντίον του κατηγορίες ο διαπρεπής Αθωνίτης Μάξιμος ο Γραικός (1470-1556), μοναχός της Μονής Βατοπαιδίου, ο οποίος ζούσε στη Ρωσία. Στον ίδιο κύκλο ανήκε και ο Ρώσος ιεροδιάκονος Δαμασκηνός, ο οποίος επισκέφθηκε το Άγιον Όρος στα τέλη του 17ου με αρχές 18ου αιώνα, και συνέγραψε ένα πόνημα στο οποίο παραλλήλιζε την αυστηρή σε πραδόσεις ρωσική Μονή Σολόβκι με το μοναχισμό του Αγίου Όρους. Στο πόνημα αυτό, ο Δαμασκηνός έγραφε: «Στο όρος Άθω υπάρχει ο τέλειος μοναχισμός… εκεί είναι η τέλεια παράδοση και οι [πνευματικοί] γέροντες… διότι το όρος Άθω είναι η μοναστική πρωτεύουσα, η αρχή και το θεμέλιο, η ρίζα και η πηγή του μοναχισμού, τόσο κατά την εσωτερικότητα όσο και κατά την εξωτερικότητα». 
Είναι άξιο προσοχής το γεγονός ότι ο Νείλος δεν έκανε λόγο περί Ρώσων μοναχών στο Άγιον Όρος. Την εποχή που αυτός επισκέφθηκε τον Άθω η ρωσική μονή κατοικείτο μάλλον από Σέρβους μοναχούς, γεγονός που μαρτυρείται από τις προσφορές προς αυτήν των Σέρβων ηγεμόνων σε όλη τη διάρκεια του 14ου και μέχρι τις αρχές του 15ου αιώνα. Είναι γνωστό ότι κατά καιρούς εκπρόσωποι της Μονής επισκέπτονταν τη Ρωσία και λάμβαναν οικονομική βοήθεια από τους μεγάλους ηγεμόνες της Μόσχας και αργότερα τους τσάρους της Ρωσίας, εφόσον εμφανίζονταν ως μοναχοί της «μονής των Ρώσων», διότι η Μονή του Αγίου Παντελεήμονος συνέχιζε πάντοτε να θεωρείται των Ρώσων. Τον 17ο αιώνα η μονή πέρασε σε μεγάλη ανέχεια, σε σημείο να αναγκαστεί να πουλήσει κτήματά της. Σε ελληνικό μάλιστα έγγραφο του 1693 διαβάζουμε: «εὑρίσκεται τὸ μοναστήριον τῶν ῾Ρωσῶν ἔρημον». Ο Ουκρανός περιηγητής και στη συνέχεια μοναχός Βασίλειος Γκρηγκορόβιτς-Μπάρσκυ (1701-1747) επισκέφθηκε το Άγιον Όρος δύο φορές, το 1725-26 και το 1744, και άφησε δύο πολύ μεγάλης ιστορικής αξίας περιγραφές για τα μοναστήρια, τους μοναχούς και τα κειμήλια των μονών. Το 1726 στη Μονή του Αγίου Παντελέημονος ο Μπάρσκυ βρήκε μόνο δύο Βουλγάρους και δύο Ρώσους μοναχούς, ενώ το 1744 αναφέρει ότι στο μοναστήρι εγκαταβίωναν γύρω στους δώδεκα Έλληνες μοναχοί και κανένας Ρώσος. Έτσι βλέπουμε τη ρωσική μονή να μην έχει πια Ρώσους μοναχούς, αλλά στη συνέχεια και να σβήνει οριστικά περί τα τέλη του 18ου αιώνα, ύστερα από πυρκαγιά, της οποίας τα αίτια παραμένουν αδιευκρίνιστα. Το 1803 αναβίωσε η Μονή Ρωσικού στην παραλία του Αγίου Όρους, στο πρώην επίνειό της, εκεί όπου υπάρχει σήμερα. Η νέα μονή κτίστηκε με χρηματοδότηση του Έλληνα ηγεμόνα της Μολδαβίας Σκαρλάτου Καλλιμάχη και κράτησε το παραδοσιακό όνομά της προς τιμήν του Αγίου Παντελεήμονος. Από τη στιγμή αυτή αρχίζει μία νέα περίοδος στην ιστορία των Ρώσων μοναχών του Αγίου Όρους. Έως τώρα ο λόγος γινόταν περισσότερο περί επισκεπτών και περιηγητών ενώ, από το σημείο αυτό και μετά, θα αφορά σε συγκεκριμένες προσωπικότητες, ώστε να οδηγηθούμε και σε περιγραφικές προσωπογραφίες.
4. Προσωπικότητες του 18ου και 19ου αιώνα
Μία από τις διαπρεπέστερες προσωπικότητες που προήλθαν από τον ρωσικό χώρο τον 18ο αιώνα, και των οποίων η δραστηριότητα για την αναβίωση της αθωνικής ησυχαστικής πνευματικότητας στο σλαβικό και ρουμανικό κόσμο υπήρξε πολύ μεγάλης σπουδαιότητας, ήταν ο από την Πολτάβα της Ουκρανίας καταγόμενος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794). Aυτός νεαρός άρχισε τις σπουδές του στην Ακαδημία Μογίλα του Κιέβου, όπου όμως απογοητεύθηκε εντελώς από τις δυτικού τύπου σπουδές που γίνονταν εκεί, και για το λόγο αυτό εγκατέλειψε την Ακαδημία. Μετά από περιπλάνηση σε μοναστήρια της Ουκρανίας και της Μολδαβίας, τελικά το 1746 ήρθε στο Άγιον Όρος και μόνασε στην περιοχή της Καψάλας, όπου υπήρχαν κελλία ερημιτῶν. Απέφυγε τη διαβίωση σε μοναστήρι, γιατί τα οικονομικά προβλήματα της εποχής ανάγκαζαν τους μοναχούς σε μετακινήσεις και κοσμικές επαφές, οι οποίες τους απέσπαζαν από τον ησυχαστικό βίο και τη νοερά προσευχή. Το 1750 ήρθε στο Άγιον Όρος ο επίσης Ουκρανός ιερομόναχος Βασίλειος, ηγούμενος της Μονής Ποϊάνα Μέρουλουι της Βλαχίας, ο οποίος συνάντησε τον Παΐσιο και για ένα χρονικό διάστημα ασκήτευσαν μαζί. Ο Βασίλειος του έδωσε το μικρό μοναχικό σχήμα, μετά το οποίο απέβαλε το όνομα Πέτρος λαμβάνοντας το Παΐσιος. Ο Βασίλειος είχε βαθιά γνώση της μέχρι την εποχή του μεταφρασμένης στη σλαβονική βυζαντινής ασκητικής και μυστικής γραμματείας, ο ίδιος είχε μάλιστα συγγράψει στη σλαβονική και εισαγωγές στα συγγράμματα των αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτου, Φιλοθέου του Σιναΐτου και Ησυχίου του Πρεσβυτέρου. Η επαφή του Παϊσίου με τον Βασίλειο υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για την περαιτέρω πνευματική εξέλιξη και ενασχόληση του νεαρού μοναχού.
Η φήμη του Παϊσίου και οι αρετές του έφεραν κοντά του αριθμό μοναχών, οι οποίοι ήθελαν να διδαχθούν από αυτόν. Τελικά όλοι μαζί μεταφέρθηκαν σε ένα ερειπωμένο κελλί του Προφήτου Ηλιού, το οποίο αναδείχθηκε σε αξιόλογη ρωσική σκήτη. Οι μοναχοί που συνάχθηκαν κοντά του έφθασαν τους πενήντα και δεν χωρούσαν πια στη σκήτη του Προφήτου Ηλιού. Έτσι, ο Παΐσιος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη σκήτη, και για ένα διάστημα με τη συνοδεία του να μετοικήσουν στη Μονή Σίμωνος Πέτρας, της οποίας όμως δεν κατώρθωσε να εξοφλήσει τα προς τους Τούρκους πιστωτές χρέη, με αποτέλεσμα το 1764 να παραλάβει τους μοναχούς του και να αναχωρήσει στη Βλαχία, στη δε συνέχεια να εγκατασταθεί οριστικώς στη Μολδαβία, όπου ανέπτυξε αξιολογότατη συγγραφική και πνευματική δραστηριότητα.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Άγιον Όρος, ο Παΐσιος έμαθε την ελληνική γλώσσα και επιδόθηκε με ξεχωριστό ζήλο στη διόρθωση παλαιών μεταφράσεων στη σλαβονική γλώσσα και την εκπόνηση νέων έργων μεγάλων ασκητών και νηπτικών πατέρων της Εκκλησίας. Στα χρόνια της παραμονής του στον Άθω βρισκόταν σε επαφή με τον εκεί ασκούμενο τέως πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σεραφείμ Β΄, ο οποίος υπήρξε και ο δημιουργός της μετέπειτα ρωσικής Βατοπαιδινής Σκήτης του Αγίου Ανδρέου. Ο Σεραφείμ τον εκτιμούσε πάρα πολύ και προσπάθησε να τον κρατήσει στον Άθω, αλλά οι λόγοι που υπαγόρευαν την αναχώρηση του Παϊσίου ήταν ακριβώς η μεταφορά των αθωνικών εμπειριών και παραδόσεων σε έναν άλλο γεωγραφικό χώρο, ορθόδοξης επίσης παράδοσης. Πραγματικά ο Παΐσιος δημιούργησε τόσο μέσα στο Άγιον Όρος, όσο στη συνέχεια και στη Βλαχία και τη Μολδαβία, μία μεγάλη ασκητικοφιλολογική σχολή, στην οποία μεταφράζονταν έργα της βυζαντινής ησυχαστικής γραμματείας, αλλά επίσης συγχρόνως εφαρμοζόταν και στην πράξη οι αρχές που αυτή υπαγόρευε. Στα γραπτά μνημεία λόγου που άφησε ο Παΐσιος περιλαμβάνεται και ένα στο οποίο αναφέρεται καταλεπτώς στο πώς ανακάλυψε στο Άγιον Όρος τα έργα των Βυζαντινών ασκητών και μυστικών Πατέρων και πώς τα μετέφρασε στη σλαβονική γλώσσα. Το σπουδαιότερο έργο του ήταν η σύνταξη της σλαβονικής Φιλοκαλίας, η οποία υπήρξε αποτέλεσμα της, μέσω του μαθητή του Γρηγορίου, επαφής του με τον τέως μητροπολίτη Κορίνθου άγιο Μακάριο, ο οποίος υπήρξε ο συλλέκτης πατερικών ασκητικών και μυστικών έργων και δημιουργός της ελληνικής Φιλοκαλίας. Έτσι τελικώς στον Παΐσιο, στις επί 18 χρόνια αγιορειτικές εμπειρίες του και στο έργο που επιτέλεσε στον Άθω, οφείλεται η αναβίωση του βυζαντινού μυστικισμού και ησυχασμού στις ρουμανικές και σλαβικές χώρες τον 18ο και 19ο αιώνα.
Μέσα στη συνάφεια αυτή πρέπει να μνημονευθεί και η παροσία στο Άγιον Όρος του Ουκρανού  Βασιλείου-Γκρηγκορόβιτς Μπάρσκυ, για τον οποίο έγινε λόγος παραπάνω. Αυτός όταν ήρθε στο Άγιον Όρος δεν ήταν ακόμη μοναχός, αλλά άφησε τις δύο περίφημες και λεπτομερέστατες περιγραφές των αγιορειτικών μονών, οι οποίες είναι μοναδικές στο είδος τους. Αυτές παρείχαν μία γενική πληροφόρηση για τα μοναστήρια, περιλαμβάνοντας πληροφορίες για τα κτίρια, τους ναούς, τα μνημεία τέχνης, τις βιβλιοθήκες και ένα άλλο πλήθος από λεπτομέρειες, που αποτελούν σπανιότατη πηγή για τους μελετητές του Αγίου Όρους. Εκείνο μάλιστα το στοιχείο που έχει ιδιαίτερη αξία είναι οι απεικονίσεις των μοναστηρίων, που εκπόνησε με ιδιάζουσα τεχνική και ακρίβεια ο Μπάρσκυ, και οι οποίες αποτελούν σημαντικότατη εικαστική πηγή για τη μελέτη της αρχιτεκτονικής των μονών. Βεβαίως και οι πληροφορίες του για τη ζωή των μοναχών και ιδιαιτέρως για  μοναχούς  που διακρίνονταν για την αρετή τους, αποτελούν αξιόλογη πηγή για τη μελέτη της ιστορίας του Αγίου Όρους κατά τον 18ο αιώνα.
Στη διάρκεια του 19ου αιώνα παρουσιάζεται μία άνθηση του ρωσικού μοναχισμού στο Άγιον Όρος και μία πολύ μεγάλη προσέλευση Ρώσων μοναχών. Η Μονή του Αγίου Παντελεήμονος ανθεί, επίσης η Σκήτη του Προφήτου Ηλιού, όπως και η Σκήτη του Αγίου Ανδρέου, στις οποίες εγκαταβιώνουν μοναχοί, κτίζονται ναοί και μεγαλοπρεπή κτήρια, μεταφέροντας αρχιτεκτονικά πρότυπα καθαρώς ρωσικά. Η εξέλιξη των ρωσικών μοναστικών αυτών ιδρυμάτων συνδέεται συγχρόνως και με την εμφάνιση κάποιων διενέξεων και αντιπαλοτήτων μεταξύ Ρώσων και Ουκρανών μοναχών, όπως και Ελλήνων και Ρώσων, οι οποίες έχουν την αιτία τους σε εθνικιστικές ή τοπικιστικές διαφορές. Αυτή η διαμάχη αποτελεί ένα κεφάλαιο το οποίο στερείται δυστυχώς πνευματικότητας και βρίσκεται μακριά από το πνεύμα της αγάπης, η οποία είναι η απαραίτητη προϋπόθεση συμβίωσης ανθρώπων και προπαντός μοναχών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν πρόκειται να αναφερθούμε σε αυτές τις θλιβερές διενέξεις, αλλά θα επικεντρώσουμε την αφήγησή μας στην καταγραφή προσώπων που διαδραματίζουν έναν ουσιαστικό ρόλο στην απεικόνιση της πνευματικότητας του Άθω ή δημιουργούν τα ίδια πνευματικές καταβολές και τις μεταδίδουν στους συγχρόνους τους.
Τον Ιούνιο του 1835 ήρθε στο Άγιον Όρος ως προσκυνητής ο Ρώσος ιερομόναχος Ανίκητος Σιρίνσκυ-Σιχμάτοφ (Аникита Ширинский-Шихматов), ο οποίος προερχόταν από πριγκηπική οικογένεια και είχε πολύ μεγάλη μόρφωση.
Είχε ασχοληθεί με τη ρωσική λογοτεχνία, εγνώριζε δε άριστα τη Γαλλική, Γερμανική, Αγγλική, Ελληνική και Λατινική. Νεότατος έφθασε να γίνει πλοίαρχος του πολεμικού ναυτικού και μέλος της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών. Η άφιξη στον Άθω ενός τόσο διαπρεπούς και μορφωμένου προσώπου είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία νέων προοπτικών ανάπτυξης του ρωσικού μοναχισμού. Αρχικώς ο Ανίκητος επισκέφθηκε τη Σκήτη του Προφήτου Ηλιού, στην οποία ζούσαν μοναχοί από την Ουκρανία, και στη συνέχεια, συνοδευόμενος από δεκαπέντε Ρώσους μοναχούς, ήρθε στη Μονή Παντελεήμονος, φέροντας μάλιστα μαζί του και την εικόνα του αγίου Μητροφάνους του Βορόνεζ (Митрофан Воронежский), προς τον οποίο έτρεφε ιδιαίτερη τιμή και σεβασμό. Ο Ανίκητος εγχείρισε στους προεστώτες της μονής ένα πολύ σεβαστό ποσό για την αποπεράτωση ναού, ο οποίος θα τιμάτο στο όνομα του αγίου Μητροφάνους, και στη συνέχεια αναχώρησε στα Ιεροσόλυμα. Μετά την επιστροφή του τον Μάϊο του 1836, βλέποντας ότι ο ναός δεν αποπερατώθηκε, παρέλαβε τους Ρώσους μοναχούς που είχαν έρθει μαζί του, και επέστρεψε και πάλι στη Σκήτη του Προφήτου Ηλιού. Στη συνέχεια εκλήθη να υπηρετήσει ως ιερέας του ρωσικού ναού στην Αθήνα. Ο Ανίκητος είχε τις αρετές μοναχού, αγάπησε την αγιορειτική παράδοση και είχε μελετήσει τους πατέρες της Εκκλησίας. Πάσχοντας από μία χρόνια αιμορραγική ασθένεια, στα 54 χρόνια του, όταν έφθασε στα τελευταία του, τον ρώτησαν αν ήθελε να συντάξει τη διαθήκη του. Απάντησε: «Είμαι μοναχός, αποδώστε ό,τι μου απομένει στη Σκήτη του Προφήτου Ηλιού». Το πρωΐ της επόμενης, αφήνοντας την τελευταία του πνοή, πρόφερε τις λέξεις: «Καιρός, καιρός για την Ιερουσαλήμ». Έτσι έφυγε από τη ζωή ένας πολύ ενάρετος άνθρωπος, ο οποίος, μολονότι δεν έζησε για μακρύ χρόνο στο Άγιον Όρος, εντούτοις το αγάπησε πολύ και συνδέθηκε πνευματικώς βαθιά με αυτό.  
Μέσα σε ένα απολύτως ανάλογο πνευματικό κλίμα ανήκε και ο ιερομόναχος Σεραφείμ, κατά κόσμον Συμεών Βέσλιν, ο οποίος ήρθε στο Άγιον Όρος στις 19 Οκτωβρίου 1843 και εγκαταβίωσε στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος. Ο ιερομόναχος αυτός, ζώντας ασκητικότατα και έχοντας μία βαθιά ταπείνωση και αγάπη για τον συνάνθρωπο, παρουσίαζε μία ιδιοτυπία, η οποία απέβη πάρα πολύ σημαντική για τη μελέτη της ιστορίας όχι μόνο της ρωσικής μονής, κατά τα χρόνια που αυτός έζησε στον Άθω, αλλά και όλων των μοναστικών καθιδρυμάτων του τόπου εκείνου. Η ιδιοτυπία του αυτή συνίστατο στη σύνταξη επιστολών και την αποστολή τους στη Ρωσία, στις οποίες αυτός έδινε περιγραφές και λεπτομέρειες για τα αγιορειτικά σκηνώματα και για τη ζωή των μοναχών. Οι επιστολές αυτές δημοσιεύονταν στη Ρωσία και αποτελούσαν ένα προσφιλέστατο ανάγνωσμα, με το οποίο ο Ρώσος μεταφερόταν νοερώς στο Άγιον Όρος και δεχόταν τις συγκινήσεις που δημιουργούσε ο ιερός αυτός τόπος. Οι επιστολές αυτές, με τίτλο Επιστολές Αγιορείτου προς φίλους του περί του Αγίου Όρους Άθω, εκδόθηκαν στη Ρωσία σε δύο τεύχη το 1850, στη συνέχεια δε από τη Μονή Παντελεήμονος σε τρία τεύχη, 538 συνολικώς σελίδων, γνώρισαν δε από το 1866 έως το 1913 εννέα εκδόσεις. Οι επιστολές καλύπτουν την περίοδο της διαμονής του στον Άθω, από την άφιξή του εκεί το 1843 έως τον θάνατό του στη Μονή Παντελεήμονος στις 17 Δεκεμβρίου 1853. Οι επιστολές του Σεραφείμ, γραμμένες σε ωραία ρωσική γλώσσα, περιγράφουν μοναστήρια, σκήτες, προσκυνητήρια, πρόσωπα μοναχών, ιστορικά και σύγχρονα γεγονότα, θαύματα ιερών εικόνων, και μέσα σε όλες αυτές δηλώνεται η θερμή του αγάπη για το Άγιον Όρος και ο βαθύτατος σεβασμός και η τιμή προς την Θεοτόκο, την προστάτιδα του ιερού αυτού τόπου. Όλη του η διάθεση προσφοράς και τα συναισθήματά του αποτυπώνονται σε κάποια σημειώματα που βρέθηκαν στο κελλί του και φέρουν τον τίτλο Τα κελλιωτικά μου σημειώματα, τα οποία είναι ιδιαίτερα συγκινητικά, χάρη στη λεπτότητα και ευγένεια των συναισθημάτων που απηχούν. Είχε προηγηθεί ένα θλιβερό συμβάν. Όταν άρχισε ο Κριμαϊκός πόλεμος, ο Σεραφείμ, παρά τις αντίθετες υποδείξεις του ηγουμένου της Μονής, αποφάσισε να φύγει στη Ρωσία, αλλά διάφορες αντίξοες συνθήκες ματαίωσαν το ταξίδι του. Έτσι επέστρεψε στη μονή. Τα σημειώματά του τελειώνουν με ημερομηνία 16ης Μαΐου 1853, είναι δε άξια παράθεσης τα λόγια με τα οποία αυτά καταλήγουν: «Κύριε, μνήσθητί μου εν τη Βασιλεία Σου. Μνήσθητι και πάντων των φίλων και των εχθρών μου, διότι όλοι είμαστε άνθρωποι· η αδυναμία και οι ασθένειες ανήκουν στον δικό μας νου και την καρδιά. Γι’ αυτό, Κύριε, συγχώρεσε όλους μας, ελέησε και σώσε, διότι είσαι ο μόνος αναμάρτητος, αγαθός και ελεήμων. Αμήν. Δόξα τῷ Θεῷπερί πάντων! Δόξα και τη ουρανίω Βασιλίδι περί πάντων». Μέσα σε τέτοιο πνεύμα προσευχής και αγάπης άφησε ο ιερομόναχος Σεραφείμ την τελευταία του πνοή.
Στη διάρκεια του 19ου αιώνα υπήρξαν κάποιες προσωπικότητες Ρώσων μοναχών που διακρίθηκαν για τις αρετές, την ασκητικότητα και την πνευματικότητά τους. Ιδιαιτέρως πρέπει να μνημονευθούν δύο πρόσωπα της Ιεράς Μονής Παντελεήμονος, στα οποία οφείλεται και η πνευματική άνοδος των Ρώσων μοναχών της μονής, όσο και η επιτυχία μιας ειρηνικής συμβίωσης Ρώσων και Ελλήνων μέσα στην αδελφότητα. Τα πρόσωπα αυτά υπήρξαν ο πνευματικός της Μονής Παντελεήμονος π. Ιερώνυμος (1806-1885) και ο ηγούμενος Μακάριος (1821-1889), στην πνευματικότητα, τη δραστηριότητα και την αγάπη προς τους συμμοναστές των οποίων οφείλεται κυρίως η άνθηση του ρωσικού μοναχισμού στο Άγιον Όρος κατά το δεύτερο μισό του 19ο αιώνα.
Ο π. Ιερώνυμος, του οποίου το κατά κόσμον όνομα ήταν Ιωάννης Πάβλοβιτς Σολομέντσοφ, προερχόταν από ευσεβή πολυμελή οικογένεια εμπόρων, μέλη της οποίας είχαν ασπασθεί τον μοναχισμό. Αρχικώς μόνασε σε μοναστήρια της Ρωσίας, αλλά τελικώς τον Σεπτέμβριο του 1836 ήρθε στο Άγιον Όρος. Εδώ συνάντησε τον Ρώσο ιερομόναχο και πνευματικό Αρσένιο (†1846), ο οποίος άσκησε επάνω του μεγάλη πνευματική επιρροή. Η πρώτη επιλογή του π. Ιερωνύμου ήταν η αγορά ενός κελλιού στην περιοχή της Μονής Σταυρονικήτα, όπου μόνασε λαμβάνοντας το όνομα Ιωαννίκιος. Ενώ βρισκόταν εδώ χειροτονήθηκε σε ιερέα. Έζησε στο κελλί αυτό τέσσερα χρόνια και τον Σεπτέμβριο του 1840, συνοδευόμενος από τους δύο συνασκητές του, ήρθε και κοινοβίασε στη Μονή Παντελεήμονος. Τον επόμενο χρόνο έλαβε το μεγάλο σχήμα και μετονομάστηκε σε Ιερώνυμο. Έτσι άρχισε μια νέα, δύσκολη ζωή, διότι, μολονότι αγάπησε πολύ το μοναστήρι, εντούτοις είχε προτίμηση στον ησυχαστικό βίο. Αυτό όμως δεν τον πτόησε, αλλά κατάλαβε ότι άρχιζε γι’ αυτόν μία αποστολή, και η αποστολή αυτή ήταν η προσπάθεια να βοηθήσει πνευματικώς τη ρωσική αδελφότητα της μονής, την οποία υπηρέτησε σε όλη του τη ζωή με ιερό ζήλο και μεγάλη αγάπη. Ο π. Ιερώνυμος κατέστη τελικώς ο πνευματικός των πατέρων της μονής, και όχι μόνο αυτής, αλλά και πολλών άλλων Ρώσων μοναχών που προσέτρεχαν προς αυτόν, είτε για να εξομολογηθούν είτε για να ζητήσουν πνευματική βοήθεια. Πολύ γρήγορα αναγνωρίστηκε σχεδόν σαν ένα νέος Πατέρας της Εκκλησίας. Τον διέκρινε βαθιά γνώση των Πατέρων, άκρα ταπείνωση και αγάπη για τους αδελφούς. Ήταν απόμακρος από την κοσμικότητα, αγαπούσε τη σιγή και ήταν απόλυτα αφοσιωμένος στην προσευχή.
Όλη η πνευματικότητα του π. Ιερωνύμου έχει αποτυπωθεί στα γραπτά που άφησε και τα οποία αποτελούν πολύ αξιόλογα κείμενα. Εκτός από ένα πολύ μεγάλο πλήθος επιστολών προς διάφορα πρόσωπα, οι οποίες είναι γεμάτες από συμβουλές, στη γραφίδα του π. Ιερωνύμου ανήκουν γραπτές συμβουλές και προς την μοναστηριακή αδελφότητα, κανόνες για μοναχούς, υποτακτικούς και δοκίμους, διδακτικοί λόγοι, προπαντός όμως το Τυπικό της Μονής Παντελεήμονος, το οποίο περιλαμβάνει 22 κεφάλαια και καλύπτει όλες της πτυχές της ζωής μιας μονής. Με αυτό το τυπικό τέθηκαν οι βάσεις για την ομαλή λειτουργία της μονής και τη συμπεριφορά των μοναχών της. Τρέφοντας βαθύ σεβασμό προς τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, ο π. Ιερώνυμος άφησε και έναν ωραιότατο Ακάθιστο Ύμνο προς τιμήν του αγίου. 
Έχουν γραφεί πολλά για τον π. Ιερώνυμο από συγχρόνους του, τα οποία αποτελούν μνημείο για την ιστορία του ρωσικού μοναχισμού στον Άθω τον 19ο αιώνα. Ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση αυτή έχει η περιγραφή που έδωσε ό Ρώσος διπλωμάτης, μεγάλος στοχαστής, συγγραφέας και θαυμαστής του βυζαντινού πολιτισμού Κωνσταντίνος Νικολάεβιτς Λεόντιεφ (1831-1891). Γράφει λοιπόν για τον π. Ιερώνυμο: «Αυτός υπήρξε όχι μόνο υψηλού βίου μοναχός, αλλά άνθρωπος περισσότερο από υπέροχος. Δεν θα είμαι εγώ αυτός που θα τον ονομάσει άγιο – αυτό αποτελεί δικαίωμα της Εκκλησίας και όχι κάποιου ιδιώτη, εγώ όμως θα τον αποκαλέσω ευθέως μεγάλον, άνθρωπο με μεγάλη ψυχή και με ασυνήθιστο νου». Αυτός ήταν λοιπόν ο π. Ιερώνυμος, ο οποίος με τις συμβουλές του, την πνευματικότητά του και τα γεμάτα διδάγματα γράμματά του, προσέλκυσε πολλούς Ρώσους στον αγιορειτικό μοναχικό βίο, και κατέστησε περισσότερο γνωστό τον Άθω στη Ρωσία. Πέρα από την πνευματική του προσφορά, ο π. Ιερώνυμος διεδραμάτισε ένα σοβαρό ρόλο στη εξομάλυνση της αντιδικίας που υπήρχε στις σχέσεις Ρώσων και Ελλήνων μοναχών της Μονής Παντελεήμονος, αντιδικίας που βρίσκονταν σε έξαρση λόγω παρεξηγήσεων και υπερβολών και των δύο πλευρών. Ο π. Ιερώνυμος υπήρξε και σ’ αυτή την περίπτωση ένας ειρηνοποιός.
Η άλλη διαπρεπής προσωπικότητα, όπως σημειώθηκε, υπήρξε ο π. Μακάριος, του οποίου το κοσμικό όνομα ήταν Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Σούσκιν. Αυτός καταγόταν από πλούσια οικογένεια εμπόρων. Ήταν μορφωμένος και ευσεβής νέος, ο οποίος αποφάσισε να πραγματοποιήσει ένα ταξίδι στους αγίους τόπους της Ανατολής. Επισκέφθηκε το Σινά, την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, και τελικώς την 3η Νοεμβρίου 1851 κατέληξε στο Άγιον Όρος. Ενώ βρισκόταν στη Μονή Κουτλουμουσίου παρουσίασε έναν υψηλό πυρετό και έπεσε στο κρεβάτι. Τα σχετικά με όλα αυτά τα περιστατικά πληροφορήθηκαν οι Ρώσοι μοναχοί της Μονής Παντελεήμονος, και τότε ο π. Ιερώνυμος αποφάνθηκε ότι θα έπρεπε να τον μεταφέρουν στη ρωσική μονή. Πραγματικά τον μετέφεραν αλλά παρέμενε ακόμη σε πολύ κρίσιμη κατάσταση. Βλέποντας ότι η κατάστασή του διαρκώς επιδεινώνεται, και ακούοντας τη γνώμη των ιατρών, ότι δεν έχει ελπίδα να επιζήσει, επικράτησε σε κάποιους μοναχούς η σκέψη ότι θα έπρεπε να καρεί μοναχός, αφού με αυτή την απόφαση είχε έρθει στο Άγιον Όρος. Ο π. Ιερώνυμος είχε αρχικώς επιφυλάξεις για μια τέτοια πράξη, στο τέλος όμως συγκατένευσε και έτσι στις 27 Νοεμβρίου, ενώ ήταν κλινήρης και αναμενόταν η τελευτή του, τον έκειραν μοναχό και του έδωσαν το μέγα σχήμα με το όνομα Μακάριος. Η κατάστασή του επιδεινώθηκε και χρειάστηκε να του διαβάσουν την ευχή σε ψυχορραγούντα, αναμένοντας πια το τέλος του. Στις 23 Δεκεμβρίου, ενώ έδειχνε ότι ξεψυχούσε του διάβασαν την εξόδιο ακολουθία. Παρόλα αυτά, όχι μόνο δεν πέθανε, αλλά στις 6 Ιανουαρίου τον επισκέφθηκαν οι ιερομόναχοι της μονής, του έδωσαν αγιασμό και σε λίγο συνήλθε. Τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή κανοναρχούσε ήδη μέσα στον ναό από αναλόγιο σε αναλόγιο. Στη συνέχεια λάμβανε μέρος σε όλα τα διακονήματα της μονής, τα οποία την εποχή εκείνη ήταν για όλους τους μοναχούς κοινά.
Στις 20 Φεβρουαρίου 1854 ο Μακάριος χειροτονήθηκε διάκονος και ήταν ο μόνος διάκονος που υπήρχε στη μονή. Παρά το γεγονός ότι η μονή αριθμούσε ήδη διακόσιους μοναχούς είχε μόνο έναν διάκονο και τέσσερις ιερείς. Στο μεταξύ είχε αρχίσει ο Κριμαϊκός πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, γεγονός που έφερε φόβο και πανικό στους Ρώσους μοναχούς του Αγίου Όρους, οι οποίοι βρίσκονταν μέσα σε τουρκοκρατούμενο χώρο. Οι μοναχοί της Μονής Παντελεήμονος ζήτησαν από τον π. Μακάριο να οργανώσει τη φυγή τους στη Ρωσία. Έγινε τότε μία σύναξη Ρώσων και Ελλήνων μοναχών, στην οποία ο Έλληνας ηγούμενος της Μονής, π. Γεράσιμος, είπε ότι ο μοναχός ποτέ δεν εγκαταλείπει τη μονή του λόγω δυσκολιών, και μέχρι στιγμής δεν είχε φανεί κάποιος λόγος που να πείθει ότι θα έπρεπε να φύγουν οι Ρώσοι. Τελικώς μόνο δέκα Ρώσοι μοναχοί αποφάσισαν να φύγουν.
Καθώς τα χρόνια περνούσαν η παρουσία των Ρώσων στον Άθω γινόταν πολυπληθέστερη. Σε αυτό συνέβαλλε η μεγάλη οικονομική βοήθεια που λάμβαναν από τη Ρωσία και μπορούσαν να διαβιώνουν με πιο άνετο τρόπο. Αναπόφευκτο ήταν και ο αριθμός των Ρώσων μοναχών στη Μονή Παντελεήμονος να αυξάνει συνεχώς, γεγονός που ενίσχυε τις ελληνορωσικές εκεί διενέξεις. Μεσολάβησαν ατέλειωτες διαπραγματεύσεις, ενστάσεις, προσφυγές στην Ιερά Κοινότητα και αποφάσεις, χωρίς ειρηνικό αποτέλεσμα. Το 1870, ο γέροντας πια Έλληνας ηγούμενος π. Γεράσιμος, προαισθανόμενος ότι θα έφθανε στο τέλος της ζωής του, σε γενική σύναξη των γερόντων της αδελφότητας, υπέδειξε ως διάδοχό του τον π. Μακάριο. Ο ηγούμενος π. Γεράσιμος πέθανε σε ηλικία 103 ετών στις 10 Μαΐου 1875. Εκείνες τις ημέρες ο π. Μακάριος βρισκόταν στην Κωσταντινούπολη, από όπου επέστρεψε επειγόντως, και δίδοντας υπόσχεση ότι δεν πρόκειται ποτέ να εγκαταλείψει τη μονή, έλαβε το μέγα σχήμα. Στις 20 Ιουλίου 1878 εξελέγη πανηγυρικώς ηγούμενος της Μονής Παντελεήμονος, την δε εκλογή του επικύρωσε με πατριαρχικό σιγίλλιο ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ Β΄. Ο π. Μακάριος διετέλεσε ηγούμενος της μονής μέχρι τις 19 Ιουνίου 1889. Την ημέρα εκείνη λειτούργησε, κοινώνησε, διάβασε την ευχαριστήριο ευχή και συνέχισε με την καθιερωμένη από αυτόν ανάγνωση του Ακαθίστου Ύμνου στην Θεοτόκο. Ενώ διάβαζε με δάκρυα στα μάτια, κατέπεσε, και μετά έξι ώρες, παρά τις προσπάθειες των γιατρών και τις προσευχές των πατέρων της μονής, εγκατέλειψε την πρόσκαιρη αυτή ζωή. Λίγο πριν την εκδημία του είχε συντάξει τη διαθήκη του. Αυτό είναι ένα κείμενο που εκφράζει βαθιά ταπείνωση και αγάπη προς τους αδελφούς. Τους παρακαλεί να μείνουν ενωμένοι με την αγάπη που δίδαξε ο Χριστός, και το «εγώ» του καθενός να μην είναι εμπόδιο στην ενότητα της αδελφότητας. Καταλήγοντας γράφει: «Και επίσης η εγκάρδια διαθήκη μου προς εσάς, πατέρες και αδελφοί: οι θύρες της μονής να μην κλείνουν ποτέ για τους φτωχούς και ενδεείς και για κάθε επαίτη. Ο ίδιος ο Κύριος κατέθεσε μαρτυρία μπροστά στα μάτια όλων μας, προσφέροντας πλούσια τα ελέη Του στη μονή μας, διότι δεν έκλειναν οι θύρες και για τις ελεημοσύνες σε όσους είχαν ανάγκη». Με την εκδημία του ηγουμένου Μακαρίου έκλεισε μία ολόκληρη εποχή άνθησης του ρωσικού μοναχισμού στο Άγιον Όρος.
Ο π. Μακάριος ήταν άνθρωπος επικοινωνιακός και άκρως εργατικός, πραγματικώς ακάματος. Στις μέρες του ο ρωσικός μοναχισμός στον Άθω παρουσίασε εξαιρετική άνθηση, συγχρόνως όμως με τις επαφές του με τη Ρωσία έκανε τη μοναστική πολιτεία του Άθω, το Περιβόλι αυτό της Παναγίας, ευρύτερα γνωστό στη Ρωσία. Το γεγονός ότι η μοναστική πολιτεία ήταν ένας τόπος όπου δεν υπήρχαν γυναίκες, και η μόνη γυναίκα που ήταν δεκτή εκεί ήταν η Θεομήτωρ, καθιστούσε τον Άθω στις συνειδήσεις των Ρώσων έναν τόπο απόκοσμο και κατεξοχήν ιερό. Αυτό ακριβώς συνειδητοποιώντας και ο π. Ιερώνυμος είχε εγκαταλείψει το μοναστήρι στην πατρίδα του για να έρθει σ’ αυτόν τον επίγειο πνευματικό παράδεισο. Το παράδειγμά του μιμήθηκαν χιλιάδες άλλοι Ρώσοι, και έτσι οι μοναχοί στη Μονή Παντελεήμονος ξεπέρασαν τους χίλιους, ενώ σ’ ολόκληρο το Άγιον Όρος είχαν φθάσει τις τρεις χιλιάδες. Στη ρωσική μονή κτίστηκαν νέα κτήρια, δημιουργώντας έτσι μία μεγάλη επέκταση και εισάγοντας στο Άγιον Όρος αρχιτεκτονικούς τύπους καθαρώς ρωσικού χαρακτήρα. Διαμορφώθηκε ο λιμένας της μονής, ενώ συγχρόνως αυτήαπέκτησε τα δικά της ιστιοφόρα πλοία. Στον λιμένα αυτόν κατέπλεαν και πλοία από τη Ρωσία, τα οποία μετέφεραν κατά εκατοντάδες τους προσκυνητές. Εντός του Αγίου Ὀρους λειτουργούσαν, πλήρως επανδρωμένα, και εξαρτήματα της Μονής Παντελεήμονος. Αυτά ήταν τα εξής: Το Παλαιομονάστηρο, δηλαδή η παλαιά μονή επάνω στο βουνό, η οποία ανακαινίστηκε και απέκτησε μεγάλο ωραιότατο ναό, η Χρωμίτσα, η Γουρουνοσκήτη ή Νέα Θηβαΐς, όπως ονομάστηκε στη συνέχεια, και η Σκήτη Μπογκορόντιτσα. Αυτά τα σκηνώματα ανήκαν στη Μονή Παντελεήμονος και είχαν εξάρτηση από αυτήν. Μετόχια της μονής δημιουργήθηκαν και εκτός Αγίου Όρους, κυρίως στη Ρωσία, αλλά και στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη. Εκείνο που πρέπει επίσης να τονιστεί είναι η μεγάλη εκδοτική δραστηριότητα της Μονής Παντελεήμονος, η οποία αναπτύχθηκε κυρίως την εποχή της ηγουμενείας του π. Μακαρίου. Τα βιβλία και τα φυλλάδια που εκδόθηκαν από τη Μονή Παντελεήμονος ανέρχονταν σε εκατοντάδες, ανάμεσα σ’ αυτά δε περιλαμβανόταν η Φιλοκαλία, το δίτομο Πατερικό του Άθωνος, με τις βιογραφίες των Αθωνιτών Πατέρων ανά τους αιώνες, Βίοι και έργα Πατέρων της Εκκλησίας, ταΑθωνικά φυλλάδια, με εποικοδομητικό περιεχόμενο, των οποίων εκδόθηκαν περισσότερα από πεντακόσια τεύχη. Με όλες αυτές τις εκδόσεις η Μονή Παντελεήμονος απέκτησε μια τεράστια πνευματική ακτινοβολία σε ολόκληρο τον τεράστιο ρωσικό κόσμο. Η Μονή Παντελεήμονος δημιούργησε και αξιολογώτατη βιβλιοθήκη, η οποία στεγάστηκε σε ιδιαίτερο κτήριο, και περιέλαβε πολλές χιλιάδες βιβλίων. Μεταξύ των βιβλίων αυτών υπάρχει και αξιόλογος αριθμός χειρογράφων, σλαβικών και ελληνικών, η συλλογή των οποίων κατέστη δυνατή χάρη στον ζήλο του βιβλιοθηκαρίου Ματθαίου. Αυτός, γνωρίζοντας καλώς την ελληνική γλώσσα, ήταν σε θέση να εκτιμήσει ό,τι ήταν δυνατόν να αποκτηθεί, και σ’ αυτόν οφείλεται η πολύ αξιόλογη συλλογή ελληνικών χειρογράφων και ελληνικού αρχειακού υλικού, που αφορούν την ιστορία του Αγίου Όρους κατά τον 19ο και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα.
Εκτός από τη Μονή Αγίου Παντελεήμονος, ανεξάρτητες σκήτες, που επανδρώθηκαν τον 19ο αιώνα με Ρώσους μοναχούς και απέκτησαν μεγάλα κτηριακά συγκροτήματα, είναι η του Αγίου Ανδρέου, που ανήκει στη Μονή Βατοπεδίου, και του Προφήτου Ηλιού, που ανήκει στη Μονή Παντοκράτορος. ΟΙ σκήτες αυτές κατοικήθηκαν επίσης από Ρώσους μοναχούς τους οποίους διέκρινε αξιόλογη πνευματικότητα, όπως επίσης και ποιμαντική και διοικητική δραστηριότητα. Στη Σκήτη του Προφήτου Ηλιού διακρίθηκαν οι ηγούμενοι Παΐσιος Β΄ (1796-1871) και Γαβριήλ (1849-1901), στη δε Σκήτη του Αγίου Ανδρέου οι Βαρσανούφιος (†1850) και Βησσαρίων (†1862), οι οποίοι και έθεσαν τα πνευματικά θεμέλια των μοναστικών αυτών ιδρυμάτων, τα οποία στη διάρκεια του 19ου αιώνα γνώρισαν μεγάλη ακμή.
Εκτός από τις ρωσικές σκήτες, στη διάρκεια του ίδιου αιώνα, δημιουργήθηκε και μεγάλος αριθμός κελλιών, τα οποία επανδρώθηκαν με Ρώσους μοναχούς και ανήκαν το κάθε ένα σε μία διαφορετική αγιορειτική μονή. Στις αρχές του 20ού αιώνα ο αριθμός των ρωσικών κελλιών έφθανε τον αριθμό των 66. Μερικά από τα κελλιά συτά ήταν μεγαλοπρεπή κτήρια, στα οποία ζούσαν μοναχοί των οποίων ο αριθμός σε πολλές περιπτώσεις υπερέβαινε τους εκατό. Μερικά από τα κελλιά αυτά είχαν και μετόχια εκτός Αγίου Όρους, μάλιστα και στην Κωνσταντινούπολη. Στις 14 Μαΐου 1896, με πρωτοβουλία του Ρώσου ιερομονάχου Κυρίλλου και σε ανάμνηση της στέψης του αυτοκράτορα Νικολάου Β΄, ιδρύθηκε η Αδελφότητα των ρωσικών κελλιών του Άθω. Αμέσως συντάχθηκε καταστατικό, αποτελούμενο από 34 άρθρα. Στο πρώτο άρθρο, που περιγράφονται οι σκοποί της Αδελφότητας, λέγεται το εξής: «Να δοθεί βοήθεια σε όλα γενικώς τα φτωχά ρωσικά καθιδρύματα, στους ερημίτες και αναχωρητές του Αγίου Όρους Άθω, σε περιπτώσεις άκρας ένδειας και φτώχειας τους, επίσης δε στήριξη σε περίπτωση πτώσης των πνευματικών-ηθικών δυνάμεων». Το συμβούλιο της Αδελφότητας συνεδρίαζε κατά διαστήματα, αλληλογραφούσε με τις ρωσικές διπλωματικές αρχές της Θεσσαλονίκης και Κωνσταντινουπόλεως, κρατούσε δε πρακτικά και αρχείο.
Η ακτινοβολία που απέκτησε ο μοναχισμός του Αγίου Όρους στην Αυτοκρατορία της Ρωσίας οφειλόταν καταρχήν στη δραστηριότητα των Ρώσων μοναχών, οι οποίοι το κατέστησαν εκεί ευρύτερα γνωστό. Τόσο οι Αγιορείτες μοναχοί που επισκέπτονταν τη Ρωσία, όσο και οι Ρώσοι επισκέπτες του Αγίου Όρους, γίνονταν ένθερμοι προπαγανδιστές του αγιορειτικού μοναχισμού στη μεγάλη αυτή χώρα, και έστρεφαν το ενδιαφέρον του ευσεβούς ρωσικού λαού προς τη μοναδική μοναχική πολιτεία στον κόσμο, στην οποία το όνομα του Ιησού μνημονευόταν και δοξαζόταν αδιακόπως. Όταν επέστρεφαν οι προσκυνητές στην πατρίδα τους δεν παρέλειπαν να διηγηθούν με ενθουσιασμό στους συμπατριώτες τους τις εντυπώσεις τους από τον ιερό τόπο, ενώ κάποιοι πιο μορφωμένοι τις δημοσίευαν σε εκκλησιαστικά περιοδικά και εφημερίδες. Η επίδραση όλων αυτών στον ρωσικό λαό ήταν εντυπωσιακή, προκαλούσε δε όχι μόνο αύξηση της ροής των προσκυνητών στον Άθω, αλλά επίσης και των υποψηφίων μοναχών. Μεταξύ των προσκυνητών ήταν και διαπρεπείς προσωπικότητες, όπως μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας, ευγενείς, διπλωμάτες και επιστήμονες. Αυτοί οι τελευταίοι δεν ήταν απλοί προσκυνητές, αλλά συγχρόνως και ερευνητές στις μοναστηριακές βιβλιοθήκες του Αγίου Όρους, οι οποίοι στη συνέχεια προέβαιναν και σε αξιόλογες δημοσιεύσεις. Το 1855 ο Ρώσος ιερομόναχος Παρθένιος Αγκεΐεφ δημοσίευσε σε τέσσερις τόμους το οδοιπορικό του σε χώρες της Ρωσίας, Μολδαβίας, Τουρκίας και των Αγίων Τόπων. Στον δεύτερο και τέταρτο τόμο περιέγραφε την παραμονή του στο Άγιον Όρος, δίνοντας γοητευτικές λεπτομέρειες για τη ζωή κυρίως των Ρώσων μοναχών εκεί. Μεταξύ αυτών των συγγραφέων ήταν επίσης οι κληρικοί Πορφύριος Ουσπένσκι (1804-1885) και Αντωνίνος Καπούστιν (1817-1894), ενώ για τη ζωή και τη δράση του ηγουμένου Μακαρίου, έγραψαν βιβλία ο καθηγητής στη Μόσχα Ι.Φ. Κρασκόβσκυ (1889) και ο καθηγητής της Θεολογικής Ακαδημίας του Κιέβου Α. Ντμιτριέβσκυ (1895). Το  βιβλίο του τελευταίου είναι πολύ εκτενέστερο και έχει ιδιαίτερη αξία, επειδή υπήρξε αποτέλεσμα όχι μόνο προσωπικών απομνημονευμάτων αλλά και σοβαρής έρευνας.
5. Η Επανάσταση του 1917, οι συνέπειες για το ρωσικό μοναχισμό στον Άθω και ο 20ός αιώνας
Η εκπληκτική ακμή που παρουσίασε ο ρωσικός μοναχισμός στο Άγιον Όρος τον 19ο αιώνα δέχθηκε ισχυρότατο πλήγμα με την Επανάσταση του 1917. Ξαφνικά διακόπηκε κάθε επαφή της Ρωσἰας με το Άγιον Όρος. Η σημαντική οικονομική ενίσχυση που δέχονταν οι Ρώσοι μοναχοί από την πατρίδα τους έπαψε να παρέχεται πια, οι επισκέψεις Ρώσων στο Άγιον Όρος πέρασαν και αυτές στο παρελθόν, αλληλογραφία των μοναχών με πρόσωπα στη Ρωσία και με αγαπημένους συγγενείς τους ήταν αδύνατη. Οι Ρώσοι πατέρες μόνη παρηγορία εύρισκαν πια στην προσευχή και στην επίκληση της βοήθειας της προστάτιδος του Αγίου Όρους, της Παναγίας Παρθένου. Μη έχοντας τα μέσα επικοινωνίας έσπευδαν να ρωτούν τους Έλληνες και τους ξένους επισκέπτες ποιά είναι τα νέα από την πατρίδα τους, μερικά μάλιστα αθώα και αγράμματα γεροντάκια ρωτούσαν τους ξένους μήπως ήξεραν πώς πήγε η παραγωγή του σιταριού εκείνη τη χρονιά στη Ρωσία. Η κατάσταση ήταν πράγματι τραγική, διότι οι γηραιότεροι πατέρες άρχισαν ο ένας μετά τον άλλο να φεύγουν από τη ζωή και αντικαταστάτες δεν υπήρχαν πια για να τελούν τις ακολουθίες και τα διακονήματα. Με πολύ γοργό ρυθμό άρχισαν τα κελλιά των Ρώσων να ερημώνουν.
Τις συνέπειες αυτής της τραγικής εξέλιξης άρχισε να τις δέχεται και η Μονή Παντελεήμονος. Mία κάποια παρηγοριά ήταν η προσέλευση κάποιων Ρώσων της διασποράς, οι οποίοι επισκέπτονταν το Άγιον Όρος και αποφάσιζαν να μονάσουν στη Μονή Παντελεήμονος ή στις μεγάλες σκήτες του Αγίου Ανδρέου και Προφήτου Ηλιού. Έτσι κατά την πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο εποχή ζούσαν στη Μονή Παντελεήμονος κάποια πρόσωπα, τα οποία διακρίνονταν για τις αρετές τους, τη μόρφωσή τους και τη δυνατότητα επικοινωνίας με τους επισκέπτες, Έλληνες και ξένους. Πρώτη και σπουδαιότερη προσωπικότητα υπήρξε ο π. Σιλουανός, για τον οποίο έχουν γραφεί ήδη πολλά βιβλία και άρθρα, έχουν μάλιστα πραγματοποιηθεί και συνέδρια αφιερωμένα σ’ αυτόν. Το κοσμικό του όνομα ήταν Συμεών και ήρθε από τη Ρωσία στο Άγιον Όρος το 1892, εγκαταβίωσε στη Μονή Παντελεήμονος και έλαβε το μοναχικό όνομα Σιλουανός. Προερχόταν από ένα αγροτικό περιβάλλον και είχε μόνο πολύ στοιχειώδη μόρφωση, γι’ αυτόν δε τον λόγο δεν περίμενε να τοποθετηθεί σε υπηρεσία της μονής που θα απαιτούσε κάποια ειδίκευση υψηλού επιπέδου. Καθώς ήταν ταπεινός και υπάκουος, ο π. Σιλουανός ήταν έτοιμος να δεχθεί αδιαμαρτυρήτως οποιαδήποτε εντολή του έδιναν οι ανώτεροί του, αυτό μάλιστα έπραξε όταν τον διέταξαν να εργαστεί στον μύλο του μοναστηριού. Μέσα σ’ ένα τόσο τεράστιο μοναστήρι, όπως ήταν την εποχή εκείνη ο Άγιος Παντελεήμων -έχοντας φθάσει τον αριθμό σχεδόν των 1800 μοναχών, οι οποίοι ζούσαν εκεί- οι χειρώνακτες ήταν περιζήτητοι. 
Ο π. Σιλουανός εργαζόταν στο αρτοποιείο. Εκεί κοντά βρισκόταν το παρεκκλήσιο του Προφήτη Ηλία, όπου πήγαιναν οι μοναχοί για την ακολουθία του Εσπερινού. Μπροστά στην εικόνα του Σωτήρος Χριστού, που υπήρχε στο παρεκκλήσι, ο μοναχός Σιλουανός είδε το όραμα του Ιησού, του Οποίου το φως τον περιέλουσε με τη γλυκιά του λάμψη. Τη σπουδαία αυτή λεπτομέρεια και εμπειρία της ζωής του, την εμπιστεύθηκε αργότερα ο π. Σιλουανός στον π. Σωφρόνιο, κάτι που δεν έκανε για να υπερηφανευθεί, αλλά για να διδάξει τον μαθητή του.
Η αγάπη της ησυχίας και της εσωτερικής γαλήνης οδηγούσαν συχνά τα βήματα του π. Σιλουανού σε μέρη όπου η νοερά προσευχή, την οποία εργαζόταν με θέρμη, θα μπορούσε να γίνει πιο εντατική. Επίσης όταν ήθελε να συναντήσει κάποιο πρόσωπο από το οποίο θα ζητούσε συμβουλή, ή με το οποίο θα μπορούσε να κάνει «εξαγορά των λογισμών», τότε απομακρυνόταν από το μοναστήρι επιζητώντας την ησυχία. Η «εξαγορά λογισμών» είναι μία αγιορειτική πρακτική έως τις μέρες μας, σύμφωνα με την οποία ο μοναχός εξομολογείται τους λογισμούς του σε κάποιο υψηλής πνευματικότητας σεβαστό πρόσωπο, με σκοπό το τελευταίο αυτό να μπορέσει να κρίνει αν ο μοναχός βαδίζει σε σωστό δρόμο ή αν έχει παρεκκλίνει, πιασμένος κιόλας από τις παγίδες του διαβόλου. Φαίνεται ότι η συνάντηση του π. Σιλουανού με τον γέροντα Ανατόλιο στο Παλαιομονάστηρο είχε έναν τέτοιο χαρακτήρα. Στο μετόχι αυτό ο π. Σιλουανός συνάντησε μεγάλους ασκητές, όπως π.χ. τον π. Στρατόνικο και τον π. Βενιαμίν, με τους οποίους συζητούσε προβλήματα της πνευματικής ζωής. Ωστόσο ο ίδιος αποδείχτηκε πιο προχωρημένος στην ησυχαστική πνευματικότητα από ό,τι οι συνομιλητές του, και αντί να διδαχθεί από αυτούς, παρόλη τη βαθιά ταπείνωσή του, τελικά γινόταν αυτός δάσκαλός τους.
Ο μοναχός Σιλουανός ήταν άνθρωπος σχεδόν αγράμματος. Έχοντας παρακολουθήσει στο δημοτικό σχολείο του χωριού που γεννήθηκε τα μαθήματα για δύο μόνο χειμώνες, είχε μάθει απλώς να διαβάζει. Εντούτοις παρουσίασε ένα νοητικό βάθος και άφησε γραπτά που δηλώνουν μία εκπληκτική πνευματικότητα. Σ’ αυτό δεν υπάρχει τίποτε που να εκπλήσσει. Ο Άθως υπήρξε ανέκαθεν ένα μεγάλο σχολείο για τους μοναχούς. Ο π. Σιλουανός αγαπούσε πολύ την ανάγνωση, όμως μόνο βιβλίων που μπορούσαν να αποφέρουν κάποιο όφελος στην ψυχή. Από τα αναγνώσματα του μοναχού απέκλειε εντελώς τις εφημερίδες και τα βιβλία κοσμικού περιεχομένου, διότι αυτά οδηγούσαν μακριά από τον δρόμο τον οποίο είχε αποφασίσει να διατρέξει. Αντιθέτως είχε μεγάλη αγάπη για τα βιβλία των Πατέρων και γενικώς για την ασκητική και μυστική γραμματεία. Ο π. Σιλουανός ανήκει σε μία πλειάδα Αγιορειτών, μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατέχουν οι Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Η διδασκαλία του περί ησυχίας του πνεύματος και νοεράς προσευχής, λογισμών, ακτίστου φωτός και των τρόπων θέας του, είναι αναγνώσματα που θυμίζουν τους μεγάλους αυτούς διδασκάλους της ορθόδοξης πνευματικότητας. Ο π. Σιλουανός τοποθετείται δίπλα σε μεγάλους ησυχαστές πατέρες, οι οποίοι είχαν λάβει το χάρισμα της μεθέξεως στο άκτιστο φως. Αυτό που του έλειπε ήταν η θεολογική ορολογία, ώστε να παρουσιάσει με πιο συστηματικό τρόπο αυτό που είχε να εκφράσει είτε ως γνώση είτε ως εμπειρία. Εν πάση περιπτώσει, οι λόγοι του, ειλικρινείς και απλοί, μαρτυρούν πολύ καθαρά το βάθος της σκέψης του και την εσωτερική του εμπειρία.
Η ένωση με τον Ιησού ήταν πάντοτε ο επιθυμητός σκοπός του π. Σιλουανού, και σ’ αυτήν δεν θα έφτανε παρά με τον θάνατο. Τον ανησυχούσε ένα μόνο πράγμα, ότι δεν είχε φτάσει ακόμη στο μέτρο της ταπείνωσης που χρειαζόταν για να περάσει στην αιωνιότητα. Μετά από σαρανταέξι χρόνια έντονης άσκησης έφτασε η στιγμή της αναχώρησης. Ύστερα από μία σύντομη ασθένεια, της οποίας η φύση δεν ανακαλύφθηκε ποτέ, ο π. Σιλουανός άφησε την τελευταία του πνοή, εντελώς μόνος, στο νοσοσκομείο της μονής. Ο θάνατος ήρθε χωρίς αγωνία, χωρίς φόβο και χωρίς συναίσθημα αβεβαιότητας. Η προσδοκία του θανάτου, ως προσδοκία ένωσης με τον Ιησού, πλημμύριζε την ψυχή του Αγιορείτη ησυχαστή π. Σιλουανού με ένα συναίσθημα γαλήνης. Ο ιερομόναχος Σεραφείμ, τον οποίο έχουμε ήδη αναφέρει, διηγείται δύο περιπτώσεις θανάτων Ρώσων μοναχών, των οποίων υπήρξε προσωπικώς μάρτυρας. Αυτό που θαύμασε σ’ αυτούς ήταν προπαντός η γαλήνη και η χαρά με την οποία υποδέχθηκαν το γεγονός που τρομάζει τους κοσμικούς ανθρώπους. Δεν παρέλειψε να αναρωτηθεί: «Γιατί στον κόσμο όλοι φοβούνται τον θάνατο, ενώ εδώ κοιμούνται τόσο γαλήνια τον αιώνιο ύπνο;». Συνεχίζοντας αυτή την αγιορειτική παράδοση, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο εγκατέλειψε αυτό τον κόσμο και ο στάρετς Σιλουανός. Από τη στιγμή που πάτησε το πόδι του στο έδαφος του μοναστηριού, έως τη στιγμή που το εγκατέλειψε για πάντα, παρέμεινε ένας αληθινός Αγιορείτης.
Σχετικά με τον π. Σιλουανό ο οποίος άφησε την εγκόσμια ζωή το 1938 στη Μονή Παντελεήμονος δεν θα γνωρίζαμε σχεδόν τίποτε, αν δεν είχε φροντίσει γι’ αυτό ο συμμοναστής του π. Σωφρόνιος, κατά κόσμον Σέργιος Σάχαροφ (1896-1993), ο οποίος διέσωσε τα σημειώματά του και τα δημοσίευσε επανειλημμένως. Το 1921 ο Σέργιος Σάχαροφ κατέφυγε στο Παρίσι, όπου ζούσαν πολλοί και διακεκριμένοι Ρώσοι μετανάστες. Στην ψυχή του έκαιγε η φλόγα της πίστης, την οποία του είχε μεταδώσει η μητέρα του. Ο Σέργιος είχε μεγάλη κλίση προς τη ζωγραφική, και στο Παρίσι ήρθε σε επαφή με καλλιτεχνικά κέντρα, έκανε μάλιστα και εκθέσεις έργων του. Ωστόσο μέσα του φλεγόταν από τη μεταφυσική αναζήτηση, προπαντός δε από το ερώτημα «πώς να ζήσω σ’ αυτό τον κόσμο αναμάρτητος». Και έτσι τελικώς το φθινόπωρο του 1925 επισκέφθηκε το Άγιον Όρος, στο οποίο εκάρη μοναχός με το όνομα Σωφρόνιος και παρέμεινε εκεί οριστικώς. Τον απασχολούσαν σοβαρώς πολλά πνευματικά προβλήματα, απορίες και ανησυχίες.Την άνοιξη του 1930 συνάντησε για πρώτη φορά τον π. Σιλουανό, με τον οποίο ανέπτυξε πνευματικό δεσμό και εκείνος στη συνέχεια του εμπιστεύθηκε τα σημειώματά του, στα οποία ο π. Σωφρόνιος ανακάλυψε εναν νέο πνευματικό κόσμο. Στο Παρίσι είχε γνωρίσει ρωσικές προσωπικότητες με μεγάλη μόρφωση στη θεολογία και φιλοσοφία, εκείνο όμως που δεν είχε βρει ήταν η καθοδήγηση σε μία βαθύτερη πνευματική ζωή και εμπειρία, σαν αυτή στην οποία οδηγεί η ησυχαστική προσευχή, και αυτό ακριβώς βρήκε στον π. Σιλουανό. Μετά τον θάνατο του π. Σιλουανού ο π. Σωφρόνιος αναχώρησε στην αγιορετική έρημο, κοντά στη Νέα Σκήτη και έζησε εκεί μέσα σε μία καλύβα, μέχρι το 1946. Δεν λησμόνησε ποτέ τις ημέρες της ερημιτικής ζωής, την αυτοσυγκέντρωση, τη δύναμη για προσευχή. Έχοντας πια αυτή τη βαθιά εμπειρία μέσα του, και συγκλονισμένος από αυτήν, εγκατέλειψε το Άγιον Όρος για να έρθει στο Παρίσι. Η αιτία της αναχώρησής του ήταν η απόφασή του να φροντίσει να εκδώσει τα σημειώματα του π. Σιλουανού και να τα καταστήσει γνωστά σ’ ολόκληρο τον ρωσικό, αλλά και στον δυτικό κόσμο, πράγμα που έγινε με επιτυχία. Ο π. Σωφρόνιος, μολονότι εγκατέλειψε το Άγιον Όρος, δεν έπαψε ποτέ να αισθάνεται ότι είναι Αγιορείτης και να τρέφει αγάπη για τον ιερό αυτόν τόπο, διότι εκεί γνώρισε τον π. Σιλουανό και εκεί ίδε το ανέσπερο φως της ησυχαστικής ακατάπαυστης νοεράς προσευχής. Στη συνέχεια συνέγραψε και ο ίδιος βιβλία, άφησε δε και την αλληλογραφία του, η οποία και δημοσιεύθηκε. Όλα τα γραπτά του αποπνέουν το ίδιο ακριβώς αθωνικό πνευματικό άρωμα, το οποίο με τα έργα του π. Σωφρονίου διαχέεται στις ημέρες μας σε πολλές χώρες και εμπνέει και στηρίζει ανθρώπους.
Μεταξύ των ιδιαιτέρως διακρινομένων Ρώσων μοναχών της Μονής Παντελεήμονος κατά τον 20ό αιώνα πρέπει να μνημονευθούν δύο, οι οποίοι διακρίνονταν για τη μεγάλη θεολογική μόρφωσή τους. Ο ένας από αυτούς ήταν ο γιός του Αλεξάνδρου Βλαντίμιροβιτς Κριβοσέιν, τελευταίου υπουργού Γεωργίας της αυτοκρατορικής Ρωσίας επί αυτοκράτορος Νικολάου Β΄, ο Βσέβολοντ Αλεξάντροβιτς Κριβοσέϊν. Αυτός το 1920 κατέφυγε στο Παρίσι, όπου σπούδασε φιλολογία στη Σορβόνη. Ήταν νέος μορφωμένος και γνώριζε ξένες γλώσσες. Το 1924 επισκέφθηκε το Άγιον Όρος και αποφάσισε να μείνει στη Μονή Παντελεήμονος, όπου και έγινε μοναχός με το όνομα Βασίλειος. Εκείνο που τον διέκρινε ήταν η αγάπη του για την πατερική ησυχαστική θεολογία, την οποία μελετούσε επιστημονικώς. Έτσι το 1936 δημοσίευσε μία αξιόλογη μελέτη για τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, η οποία εγκαινίασε διεθνώς ένα ενδιαφέρον για τη μελέτη του μεγάλου αυτού βυζαντινού θεολόγου και πατέρα της Εκκλησίας. Στο Άγιον Όρος έμεινε μέχρι το 1947, μερικά δε χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αγγλία, τελικώς δε χειροτονήθηκε επίσκοπος και διετέλεσε αρχιεπίσκοπος Βρυξελλών της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας του Πατριαρχείου της Μόσχας. Ο Βασίλειος ασχολήθηκε με τη μυστική θεολογία και τα έργα του για τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά και τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο αποτελούν σταθμό στη σχετική έρευνα. Μολονότι είχε εγκαταλείψει τον Άθω αυτός δεν έπαυε να ζει έντονα στις αναμνήσεις του.
Η άλλη αξιόλογη προσωπικότητα που έζησε για κάποιο διάστημα στη Μονή Παντελεήμονος ήταν ο Σεργκεϊ Σεργκέγιεβιτς Μπεζομπράζοφ (1892-1965). Αυτός καταγόταν από την Πετρούπολη, στο Πανεπιστήμιο της οποίας σπούδασε φιλολογία. Γνώριζε άριστα τα αρχαία ελληνικά καθώς και ευρωπαϊκές γλώσσες. Το 1922 εγκατέλειψε τη Ρωσία και ήρθε στην Ευρώπη και κατέληξε στο Παρίσι, όπου διορίστηκε καθηγητής της Καινής Διαθήκης και της ελληνικής γλώσσας στο νεοσυσταθέν ρωσικό Ινστιτούτο Ορθοδόξου Θεολογίας. Το 1932 εκάρη μοναχός με το όνομα Κασσιανός και το 1934 χειροτονήθηκε ιερέας. Τον Αύγουστο του 1939 ήρθε να επισκεφθεί το Άγιον Όρος, αλλά τότε άρχισε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, οι δρόμοι έκλεισαν, και ο π. Κασσιανός αποκλείσθηκε εκεί. Τότε έμεινε στη Μονή Πανετλεήμονος, όπου έζησε ως απλούς μοναχός μέχρι το 1947. Ο π. Κασσιανός υπήρξε ασκητικότατος, άνθρωπος της προσευχής και της νηστείας. Σ’ ολόκληρη τη ζωή του δεν έφαγε κρέας, τηρούσε δε τις παραδόσεις που είχε διδαχθεί στο Άγιον Όρος. Μετά την επιστροφή του στο Παρίσι συνέχισε να διδάσκει Καινή Διαθήκη, χειροτονήθηκε επίσκοπος Κατάνης και εκλέχθηκε πρύτανης του Ινστιτούτου Ορθοδόξου Θεολογίας. Ο επίσκοπος Κασσιανός υπήρξε διεθνώς αναγνωρισμένος ως ένας από τους μεγαλύτερους ειδικούς στην Καινή Διαθήκη του 20ού αιώνα. Τόσο στον Βασίλειο Κριβοσέιν όσο και στον Κασσιανό Μπεζομπράζοφ τα χρόνια παραμονής τους στο Άγιον Όρος άφησαν βαθιά στην ψυχή τους τα ίχνη μιας εμπειρικής κατανόησης της Θεολογίας, και αυτό είναι φανερό στο έργο τους.
Η Μονή Παντελεήμονος επί πολλά χρόνια μετά το 1917 πέρασε περίοδο μεγάλης δοκιμασίας. Οι πατέρες εγκατέλειπαν τον κόσμο ο ένας μετά το άλλο, αυτοί δε που τους αντικαθιστούσαν από τη ρωσική διασπορά ήταν πολύ λίγοι. Στη δεκαετία του 1950 ηγούμενος ήταν ο π. Ιουστίνος, ένας ήσυχος, ταπεινός, σιωπηλός, όχι μορφωμένος μοναχός. Μετά βίας αναγνώριζες στο πρόσωπό του έναν ηγούμενο. Τον π. Ιουστίνο, ο οποίος κοιμήθηκε το 1958, διαδέχθηκε στην ηγουμενεία ο π. Ηλιανός (1883-1971). Αυτός ήταν ένας πολύ ήρεμος και αγαθός άνθρωπος. Καταγόταν από την Πετρούπολη από ευσεβή οικογένεια, αφού και η μητέρα του είχε γίνει και αυτή μοναχή. Τον διέκρινε μια βαθύτατη ευσέβεια, μία εμφανής οσιότητα. Ένιωθε πόνο ψυχής για τη λειψανδρία που γνώριζε η μονή, η οποία ενώ κάποια εποχή είχε φθάσει να αριθμεί δύο χιλιάδες μοναχούς, όταν ανέλαβε την ηγουμενεία ο π. Ηλιανός είχαν απομείνει μόνο εκατόν σαράντα, και αυτοί γέροντες. Ήταν λεπτός και ασκητικός, κοντά του αισθανόταν κανείς να αποπνέει την καλοσύνη και να τον τυλίγει η γαλήνη που είχε αυτός μέσα στην ψυχή του. Είχε μια βαθιά αγάπη για το μοναστήρι και νοιαζόταν για το μέλλον του εναποθέτοντας ευλαβικά τις ελπίδες του στην Παναγία και στον Άγιο Παντελεήμονα, τον προστάτη της μονής.
Στις ημέρες που ηγουμένευε ο π. Ηλιανός ζούσαν στο μοναστήρι κάποιοι μοναχοί που διακρίνονταν για την εργατικότητα και την προσφορά τους σ’ αυτό. Ένας από αυτούς ήταν ο π. Υπάτιος, κατά κόσμον κόμης Δημήτριος Φρέντεριξ, άνθρωπος μεγάλης μορφώσεως και γλωσσομάθειας. Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο άτομο. Ο αδελφός του πατέρα του ήταν ο κόμης Β.Β. Φρέντεριξ, υπουργός του αυτοκρατορικού οίκου επί τσάρου Νικολάου Β΄. Ο π. Υπάτιος ήταν ένας δυστυχής άνθρωπος. Περπατούσε με δυσκολία ακουμπώντας επάνω σε ένα μπαστούνι. Αντί για παπούτσια είχε στα πόδια του δύο χοντρούς δερμάτινους κυλίνδρους, διότι δεν είχε πέλματα, τα είχε χάσει από κρυοπαγήματα. Ο π. Υπάτιος προσέφερε υπηρεσίες γραμματέα, αλλά προπαντός, μιλώντας ευρωπαϊκές γλώσσες, ασκούσε χρέη διερμηνέα ή ξεναγού επισκεπτών. Βιβλιοθηκάριος της μονής ήταν ο π. Βησσαρίων, ο οποίος ένιωθε πόνο διότι δεν υπήρχαν πια μορφωμένοι μοναχοί να κάνουν χρήση της υπέροχης, πολύ πλούσιας, βιβλιοθήκης που επόπτευε. Έτσι χαιρόταν πολύ όταν επισκέπτες έδειχναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον να περιεργαστούν στα ράφια τις αμέτρητες σειρές των βιβλίων. Αρχοντάρης ήταν ο π. Αντώνιος, γέρος και αυτός, αλλά πρόθυμος να εξυπηρετεί τους επισκέπτες. Ένας άλλος γηραιός μοναχός, ο π.  Βαρσανούφιος, άνθρωπος πολύ πρόσχαρος και ευγενικός, ήταν αυτός που φρόντιζε τον ναό της Αγίας Σκέπης. Ήταν μια ψυχή γεμάτη αγάπη και πνευματική χαρά. Το 1955 ήρθε ως επισκέπτης στη μονή ο Κωνσταντίν Αλεξάντροβιτς Λέμπεντεφ, ο οποίος την εποχή εκείνη, σε μεγάλη ηλικία, σπούδαζε Θεολογία στο ρωσικό Ινστιτούτο Ορθοδόξου Θεολογίας στο Παρίσι. Ο Λέμπεντεφ τόσο πολύ εντυπωσιάστηκε από τη Μονή Παντελεήμονος, ώστε αποφάσισε να μείνει εκεί για πάντα ως μοναχός. Έλαβε λοιπόν το μοναχικό σχήμα με το όνομα Κύριλλος. Οι πατέρες τον συμπάθησαν, όταν δε εκλέχθηκε ηγούμενος ο π. Ηλιανός φρόντισε να χειροτονηθεί ο Κύριλλος διάκονος στον οποίο ανατέθηκαν τα καθήκοντα του βιβλιοθηκαρίου της μονής. Ο π. Κύριλλος είχε μια βαθιά ευσέβεια, ήταν άνθρωπος της προσευχής και της ολόψυχης αφοσίωσης στα μοναστηριακά του καθήκοντα.
Ένας μοναχός που ξεχώριζε και ήταν σεβαστός και αγαπητός όχι μόνο στη Μονή Παντελεήμονος αλλά και σε ολόκληρο το Άγιον Όρος ήταν ο π. Δαβίδ. Αυτός, του οποίου το κοσμικό επώνυμο ήταν Τζουμπέρα, είχε γεννηθεί το 1904 στην πόλη Ούζγκοροντ της δυτικής Ουκρανίας. Έφυγε από την πατρίδα του εγκαίρως και βρέθηκε στην Ελλάδα, ήρθε δε νεαρός στο Άγιον Όρος και εγκαταβίωσε στη Μονή Παντελεήμονος. Ο π. Δαβίδ είχε έφεση για τα γράμματα και εισήλθε στην Αθωνιάδα Σχολή, στην πρωτεύουσα του Αγίου Όρους τις Καρυές, την οποία τελείωσε και έτσι έμαθε θαυμάσια την ελληνική γλώσσα, ενώ μιλούσε άπταιστα και τα ουγγρικά.  Οι γνώσεις του τον κατέστησαν γραμματέα της μονής, ενώ συγχρόνως ασχολείτο και με τις εξωτερικές υποθέσεις της. Όλοι τον αγαπούσαν και τον εκτιμούσαν στο Άγιον Όρος για τον ήπιο και συγκαταβατικό χαρακτήρα του. Τον χαρακτήριζαν η διάκριση και η σύνεση, γεγονός που ωφέλησε πολύ τις σχέσεις της Μονής Παντελεήμονος με την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους και τις ελληνικές κρατικές και διοικητικές αρχές. Άλλος Καρπαθορώσος ήταν ο π. Σεραφείμ, άνθρωπος πρόσχαρος και γελαστός, πάντοτε πρόθυμος στη φιλοξενία και την ελεημοσύνη. Αυτός φρόντιζε να πουλάει βιβλία, εκδόσεις της μονής, τα οποία έστελνε στο εξωτερικό, σε Ρώσους της διασποράς, ώστε να εξασφαλίζει έσοδα για τη μονή του.
Η μείωση του αριθμού των μοναχών ήταν πιο αισθητή στις ρωσικές σκήτες, οι οποίες είχαν περιέλθει σε παρακμή. Στη Σκήτη του Προφήτου Ηλιού ηγούμενος ήταν ο π. Νικόλαος, ένας συμπαθεστατος και πνευματικότατος γέροντας ο οποίος ενέπνεε βαθύ σεβασμό. Ζούσε μέσα σε μια ατμόσφαιρα κατάνυξης, ήταν αγαθότατος και αντιμετώπιζε με υπομονή τη φτώχεια που έπληττε τη σκήτη. Για να εξοικονομίσει έσοδα αναγκαζόταν να πουλάει πολύτιμα αντικείμενα και βιβλία της σκήτης. Η επαφή μαζί του μετέδιδε συγκίνηση και συμπάθεια. Ήταν ο π. Νικόλαος ένας τίμιος και γενναίος αγωνιστής, γεμάτος πίστη και ελπίδα. Η φτώχεια που είχε κτυπήσει τους Ρώσους μοναχούς αύξαινε μέρα με την ημέρα. Στην έρημο των Κατουνακίων ζούσε ο ιερομόναχος π. Μητροφάνης με τον υποτακτικό του. Ήταν και αυτός μία οσιακή μορφή που εξέπεμπε πνευματική αύρα. H έλλειψη πόρων ανάγκασε και αυτόν και τον υποτακτικό του να μετακομίσουν στη Μονή Παντελεήμονος, όπου έγιναν αδελφικώς δεκτοί, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους στον ναό. Ο π. Μητροφάνης μέχρι το τέλος της ζωής του διατηρούσε τα χαρακτηριστικά του ερημίτη, όντας απόμακρος και αφοσιωμένος στην προσευχή. Ένας άλλος Ρώσος ερημίτης ήταν ο π. Αλεξάντρ. Αυτός ήταν ένα κοντό γεροντάκι, ρακένδυτο, έχοντας έναν μικρό σακίδιο κρεμασμένο από τον λαιμό του, μέσα στο οποίο μάζευε ξεροκόμματα ψωμί από τη ζητεία σε μοναστήρια και κελλιά. Ο π. Αλεξάντρ ήταν ανέστιος, δεν είχε κελλί, αλλά περιφερόταν εδώ και εκεί ζητιανεύοντας για να ζήσει. Η μορφή του ήταν μορφή αγίου. Κρατούσε διαρκώς ένα μεγάλο κομποσχοίνι και επαναλάμβανε αδιαλείπτως την ευχή του Ιησού: «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» Με αυτή την ευχή στα χείλη και στην καρδιά άφησε τον μάταιο κόσμο ο π. Αλέξανδρος.
Ένας άλλος μεγάλος Ρώσος ασκητής υπήρξε ο π. Νίκων. Αυτός είχε γεννηθεί το 1874 και προερχόταν από ευγενή οικογένεια, είχε διατελέσει δε ανώτερος αξιωματικός του τσαρικού στρατού. Είχε μεγάλη μόρφωση, και μιλούσε ξένες γλώσσες. Μετά το 1917 κατέφυγε στην Αγγλία και το 1935 ήρθε στο Άγιον Όρος. Είχε ζήσει την κοσμική ζωή, την οποία απαρνήθηκε, για να έρθει στο Περιβόλι της Παναγίας και να ασκητεύσει στα Καρούλια, σε ένα από τα πιο άγρια και ερημικά μέρη. Ζούσε σε μία καλύβη, στην οποία υπήρχε συγχρόνως και ένα μικρό παρεκκλήσι. Κοιμόταν καταγής, έχοντας για προσκέφαλο μία πέτρα, και επάνω σε ένα ράφι υπήρχαν τα κρανία δεκαεπτά πατέρων, οι οποίοι είχαν ζήσει προηγουμένως εκεί. Ο π. Νίκων ήταν ένας πολύ αυστηρός ασκητής. Αγαπούσε τους νηπτικούς και ησυχαστές Πατέρες, και όταν το 1951 εκδόθηκε η αγγλική μετάφραση τηςΦιλοκαλίας, τον πρόλογο τον είχε γράψει αυτός. Ήταν βαθιά ορθόδοξος και έλεγε ότι η Ανατολική Ορθοδοξία αποτελεί το μέγιστον του Χριστιανισμού, ότι είναι η μόνη αλήθεια
Η καταγραφή προσώπων διακεκριμένων Ρώσων μοναχών στο Άγιον Όρος θα κλείσει με ένα περιστατικό που συνέβη στο τέλος της δεκαετίας 1940, το οποίο αξίζει να μνημονευθεί. Στην πρωτεύουσα του Αγίου Όρους, τις Καρυές, υπάρχει το αντιπροσωπείο της Ιεράς Μονής Διονυσίου, το οποίο τιμάται στο όνομα του αγίου Στεφάνου του πρωτοδιακόνου και πρωτομάρτυρα. Τη χρονιά εκείνη, την ημέρα της εορτής του αγίου Στεφάνου, επειδή δεν είχαν διάκονο για τη θεία λειτουργία, ο αντιπρόσωπος της Μονής στην Ιερά Κοινότητα π. Γρηγόριος παρακάλεσε τον επίσης αντιπρόσωπο της Μονής Παντελεήμονος, τον π. Νικόστρατο, ο οποίος ήταν ένας ηλικιωμένος, σεμνός ιεροδιάκονος, να έρθει να ιερουργήσει με τον ιερέα. Πράγματι, τα χαράματα ο αγαθός π. Νικόστρατος ήρθε στην ώρα του, αλλά μόλις μπήκε στον ναΐσκο, όπου ήταν συναγμένοι οι πατέρες και διάβαζαν τις Ώρες, αυτός σταμάτησε, κοίταξε προς το ιερό, και τους είπε: «Γιατί με καλέσατε, αφού έχετε διάκονο, ο οποίος έχει μάλιστα κιόλας φορέσει το στιχάρι;» Οι πατέρες τον κοίταξαν όλοι παρεξενεμένοι και τον ρώτησαν: «Πού βλέπεις, πάτερ Νικόστρατε τον διάκονο;» Ο π. Νικόστρατος έμεινε για λίγο άφωνος και ύστερα, βαθιά συγκινημένος και με δάκρυα στα μάτια, τους είπε: «Αυτός ήταν, τον είδα ολοζώντανο, λουσμένο μέσα στο φως, με τη στολή και το θυμιατήρι στο χέρι», και έδειξε την εικόνα του πρωτομάρτυρος Στεφάνου που υπήρχε στο τέμπλο. Οι πατέρες θαύμασαν γι’ αυτό που συνέβη, δόξασαν τον Κύριο και τον άγιο Στέφανο, και με μεγάλη κατάνυξη άρχισαν τη θεία λειτουργία.
Το περιστατικό αυτό έκρυβε έναν βαθύ συμβολισμό. Το όραμα του π. Νικοστράτου ήταν η συνέχεια παρομοίων εμπειριών για τις οποίες διαβάζουμε στους Βίους αγίων πατέρων και μοναχών. Ήταν συγχρόνως ένα όραμα μέλλοντος, μιας βέβαιας ελπίδας, ότι οι άγιοι είναι κοντά και δίπλα στους Αθωνίτες πατέρες και δεν τους εγκαταλείπουν ποτέ, όπως δεν τους εγκαταλείπει και η προστάτιδα του Αγίου Όρους η Θεομήτωρ Παρθένος Μαρία.
Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος 
Καθηγητής Πανεπιστημίου, Ακαδημαϊκός
…….Το άρθρο δημοσιεύτηκε στα ρωσικά στον κατάλογο της έκθεσης «Όρος Άθως – εικόνες του ιερού τόπου», σελ. 44-61(http://gora-afon.ru/#/book)

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ, ΡΩΣΙΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »