kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Ιωακείμ Ιβηρίτης (1931-1932)

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Ιουνίου, 2013

Ιωακείμ Ιβηρίτης (1)

Μια από τις ξεχωριστές αγιορείτικες μορφές ήταν ο Ιωακείμ ο Ιβηρίτης. Γεννήθηκε στον Χορτιάτη της Θεσσαλονίκης το 1868[1]. Ήταν ο νεώτερος γιος από τα επτά παιδιά του ιερέως Δημητρίου Παπαδημητρίου. Όταν αποφάσισε να φύγει για το Άγιον Όρος για να μονάσει, φοιτούσε στην Ε’ τάξη του Γυμνασίου Θεσσαλονίκης. Πήγε στην Ι. Μονή Ιβήρων και υποτάχθηκε στον Γέροντα Κύριλλο. Εκάρη μοναχός και από Άγγελος, που ήταν το βαπτιστικό του, μετονομάστηκε σε Ιωακείμ[2]. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης[3] και διετέλεσε γραμματέας και Αντιπρόσωπος της Ι. Μονής του. Μετείχε στην τριμελή επιτροπή του Αγίου Όρους για να αποτρέψει τη διεθνοποίηση του Αγίου Όρους. Σ’ αυτή μετείχαν και οι αντιπρόσωποι της Ι. Μονής Κουτλουμουσίου Γέροντας Χαρίτων και της Ι. Μονής Οσίου Γρηγορίου Γέροντας Βαρλαάμ. Στις 29 Ιανουαρίου 1913 η Ι. Κοινότητα αποφάσισε, η παραπάνω επιτροπή να ενεργήσει «προς απόκρουσιν της μελετωμένης ταύτης διεθνοποιήσεως υπεράσπισιν της ακεραιότητος των προνομίων και καθεστώτων του Ιερού ημών Τόπου» (Συνεδρία Η’ /29-1-1913).[4]

Η Επιτροπή συναντήθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τους πολίτικους ηγέτες και επέδωσε υπόμνημα[5]. Την Επιτροπή βοήθησε και ο Κοινός Επίτροπος του Αγίου Όρους και πρώην Σχολάρχης της Αθωνιάδας Κυριάκος Ζαχαριάδης, ο οποίος συνεργάστηκε με το Οικουμενικό Πατριαρχείο[6] για την αποτροπή της διεθνοποιήσεως του Αγίου Όρους.

Ο Ιωακείμ το 1918 μετείχε στην οκταμελή επιτροπή προς σύνταξη του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους.

Το 1923 διορίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ηγούμενος της Ι.Μονής Βλατάδων[7].

Το 1928 «οι εν Αγίω Όρει » φίλοι του τον προέτρεψαν να αναλάβει τη διεύθυνση της Αθωνιάδας και να επιστρέφει στο Άγιον Όρος.

Ο Ιωακείμ τότε απευθύνθηκε στον Σωφρόνιο Ευστρατιάδη και με επιστολή του ζήτησε τη συμβουλή του. Ο Ευστρατιάδης τον απέτρεψε από την ανάληψη της Σχολαρχίας και τον συμβούλεψε να μείνει ηγούμενος στην Ι. Μ. Βλατάδων: «Έν μόνον σοι λέγω· να μή εμπιστευθής ουδενί, να κρατήσης την θέσιν σου και την ηγουμενικήν ράβδον σφικτά και να μεταβής παρακαλούμενος ως ξένος και χρήσιμος, όχι ως εις εκ των εκεί, ιστάμενος σταθερώς επί των Βλατάδων και τείνων μόνον βοήθειας χείρα εις τα εκεί… μη σε πλανήση η δόξα· έχε την ταπείνωσιν σύμβολον και την μετριοφροσύνην κανόνα…»[8]

Ο Ιωακείμ άκουσε τη συμβουλή του Ευστρατιάδη και αρνήθηκε τη θέση του Σχολάρχου της Αθωνιάδας.

Τον Αύγουστο όμως του 1931 ο Ανδριανός ο Βατοπαιδινός του απέστειλε επιστολή[9] και τον πληροφορούσε ότι μετά την παραίτηση του Αθανασίου Παντοκρατορινού από τη θέση του Σχολάρχου η Ιερά Κοινότητα τον εξέλεξε Σχολάρχη της Αθωνιάδας. Ο Ιωακείμ τότε αποδέχτηκε την πρόσκληση και ήλθε και ανέλαβε τη Σχολαρχία από τον Σεπτέμβριο του 1931 έως το 1932.

Παραπομπές

1. Γεωργίου Α. Στογιόγλου, Η εν Θεσσαλονίκη Πατριαρχική Μονή των Βλατάδων. Ανάλεκτα Βλατάδων 12, Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1971 σ. 349-356. Ο Βασίλειος Σταυρίδης αναφέρει ότι ο Ιωακείμ γεννήθηκε στην Πρίγκηπο (Η Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης…, ο.π., σ. 271)· αντίθετα ο Γεώργιος Στογιόγλου αλλά και τα υπάρχοντα έγγραφα στην Αθωνιάδα αναφέρουν πατρίδα του τον Χορτιάτη της Θεσσαλονίκης.

2. Γεωργίου Α. Στογιόγλου, Η εν Θεσσαλονίκη Πατριαρχική Μονή των Βλατάδων…, ο.π., σ. 350.

3. Βασιλείου Σταυρίδου, Η Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, ο.π., σ. 271.

4. Αρχιμ. Βησσαρίωνος Γρηγοριάτου, Οι Αγώνες του Αγίου Όρους κατά της διεθνοποιήσεως αυτού. Θεσσαλονίκη, 1971, Έκδοσις Β’ σ. 5.

5. Αρχιμ. Βησσαρίωνος Γρηγοριάτου, Οι Αγώνες του Αγίου Όρους…, ο.π., σ. 6, 14.

6. Αρχιμ. Βησσαρίωνος Γρηγοριάτου, Οι Αγώνες του Άγιου Όρους…, ο.π., σ. 21.

7. Γεωργίου Α. Στογιόγλου, Η εν Θεσσαλονίκη Πατριαρχική Μονή των Βλατάδων…, ο.π., σ. 351.

8. Γεωργίου Α. Στογιόγλου, Η εν Θεσσαλονίκη Πατριαρχική Μονή των Βλατάδων… ο.π., σ. 356.

9. Επιστολή Ανδριανού Βατοπαιδινού προς τον Ιωακείμ Ιβηρίτη της 18-8-1931: «Η ιερά κοινότης εξελέξατο την υμετέραν πανοσιολογιότητα σχολάρχην της Αθωνιάδος σχεδόν παμψηφεί».

Πηγή: Νικηφόρου Κωνσταντίνου (Μικραγιαννανίτου) Μητροπολίτου Κεντρώας Αφρικής (πρώην σχολάρχου Αθωνιάδος Εκκλησιαστικής Ακαδημίας), Η Αθωνιάδα Ακαδημία κατά τη δεύτερη περίοδο (1842-1940), Μικρά Αγία Άννα, Άγιον Όρος, Α΄έκδοση 2012

http://www.diakonima.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΟΣΙΟΣ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ ΚΑΙ Η ΔΙΨΑ ΤΟΥ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΥ ΤΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Ιουνίου, 2013

Ο ἀββᾶς Βησσαρίων ἔριξε στό μικρό ταγάρι του λίγα παξιμάδια, κάποιους ξηρούς καρπούς καί τό φλασκί μέ τό λιγοστό νερό του.
῾Δόξα Σοι ὁ Θεός᾽ ψιθύρισαν γιά πολλοστή φορά τά χείλη του. ῾Σ᾽ εὐχαριστῶ, Κύριε, πού μᾶς ἀξιώνεις καί φέτος νά πᾶμε στό προσκύνημα τοῦ ἁγίου Σου. Δυνάμωσέ μας καί ἐλέησέ μας᾽.
Στράφηκε στόν νεαρό ὑποτακτικό του Δουλᾶ. ῾Μήν καθυστερεῖς, παιδί μου᾽, τοῦ εἶπε γεμάτος στοργή καί ἀγάπη. ῾῎Εχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας. ῟Ωρες θά μᾶς πάρει τό προσκύνημά μας αὐτό. ῾Ετοιμάσου καί σύ γρήγορα᾽.
῎Εκανε λίγα βήματα πρός τό προσκυνητάρι τῆς καλύβας τους. ῾Ο ᾽Εσταυρωμένος τόν κοιτοῦσε μέ πόνο, ἀλλά καί μέ ἄπειρη ἀγάπη. Σάν νά ᾽νιωσε τά ἁπλωμένα χέρια του Κυρίου νά τόν ἀγκαλιάζουν μέ θέρμη. Προσκύνησε μέ μεγάλη μετάνοια. Τό μέτωπό του ἄγγιξε τό ἔδαφος καί στάθηκε ἐκεῖ λίγη ὥρα. ῾῾Ο Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ᾽, κτυποῦσε ἡ καρδιά του στόν ρυθμό τῆς εὐχῆς. Σηκώθηκε. Φίλησε τά πόδια τοῦ Κυρίου. ᾽Ασπάσθηκε μέ τήν ἴδια θέρμη καί τήν Παναγία Μητέρα πού βρισκόταν δίπλα στόν ᾽Εσταυρωμένο. ῾῾Υπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς᾽, κινήθηκαν καί πάλι τά ἁγιασμένα χείλη.
῾Δουλᾶ, παιδί μου, προσκύνησε καί σύ. Φεύγουμε᾽.
῾Ο νεαρός δόκιμος καλόγερος, ἕτοιμος κι αὐτός, προσκύνησε καί περνώντας τό ταγάρι στόν ὧμο ἀκολούθησε τόν Γέροντα.
῏Ηταν ἡ πρώτη φορά πού θά πήγαινε στό προσκύνημα τοῦ ἁγίου Προδρόμου, ψηλά στόν βουνό. ῾Ο Γέροντας πού τόν εἶχε δεχτεῖ πρίν ἀπό λίγους μῆνες, τοῦ εἶχε μιλήσει γι᾽ αὐτό. Εἶχε παραξενευτεῖ ὁ νεαρός γιά τήν μεγάλη ἀγάπη του στό ἐκκλησάκι – ἕνα βαθούλωμα σ᾽ ἕνα βράχο ἦταν – πού γιά νά τό φτάσει κανείς, κατά τά λεγόμενα τοῦ ἴδιου τοῦ Γέροντα, ἔπρεπε πράγματι νά κουραστεῖ πάρα πολύ κι ἴσως καί νά κινδυνέψει.
῏Ηρθε κοντά στόν Γέροντα Βησσαρίωνα, γιατί εἶχε ἀκούσει γιά τήν ἁγιότητά του, τήν μεγάλη ἀσκητικότητα πού τόν χαρακτήριζε, τήν ἀγάπη του στόν Θεό. Δεύτερο χιτώνα στήν ζωή του, λέγανε, δέν ἀπέκτησε ἀφότου ἔγινε καλόγερος. ᾽Ακόμη καί θαύματα εἶχε ἀκούσει ὅτι εἶχε κάνει ἐνόσω ζοῦσε. Θέλησε λοιπόν νά μετρήσει καί ὁ ἴδιος τίς δικές του δυνάμεις. Θά μποροῦσε ἄραγε νά ἀκολουθήσει τήν πορεία αὐτοῦ τοῦ ἀφιερωμένου στόν Θεό ἀνθρώπου, πού ἡ μόνη ἔγνοια του ἦταν πῶς νά μένει στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; 
῾Ο Γέροντας τόν δέχτηκε, ἀλλά τόν ἄφησε ἐλεύθερο νά ἀποφασίσει ἄν τελικά θά παρέμενε κοντά του. Τοῦ ἐξήγησε τίς δυσκολίες τῆς μοναχικῆς ἀσκητικῆς ζωῆς, τῆς ἀπομόνωσης, τοῦ κακοτράχαλου τρόπου διαβίωσης.
῾᾽Εδῶ, παιδί μου, μένεις μόνος μόνῳ Θεῷ. Δέν ἔχεις ἀνθρώπινες παρηγοριές. Τό μόνο στήριγμά σου εἶναι ὁ Θεός καί ὁ ἑαυτός σου. Κι ἀπό τήν ἄλλη πρέπει νά εἶσαι ἕτοιμος νά ἀντιμετωπίσεις τίς ἐνέργειες τοῦ Πονηροῦ. ῾Ο Κύριος, θά ἔχεις ἀκούσει, ἐπιτρέπει τίς ὁλομέτωπες ἐπιθέσεις του στά ἀφιερωμένα σ᾽ Αὐτόν πλάσματά Του, γιά νά τούς δώσει τήν εὐκαιρία μέ τούς πειρασμούς αὐτούς νά δοκιμαστοῦν, νά γίνουν ἔμπειροι τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, νά ἀνέβουν πνευματικά ἐπίπεδο. Καί στόν κόσμο βέβαια δρᾶ καί ἐνεργεῖ ὁ διάβολος, ἀλλά ἐκεῖ κυρίως μέσα ἀπό τά ὑπάκουα σ᾽ αὐτόν ὄργανά του. Οἱ ἄνθρωποι γίνονται τίς περισσότερες φορές οἱ πειρασμοί τοῦ ἀνθρώπου. ᾽Εδῶ ὅμως…᾽.
Σάν νά φοβήθηκε ὁ νεαρός καί ἔκανε μία σύσπαση τό πρόσωπό του. Τό εἶδε ὁ Γέροντας καί χαμογέλασε.
῾Μή φοβᾶσαι, παιδί μου᾽, εἶπε. ῾῾Η δράση τοῦ διαβόλου δέν εἶναι ἀνεξέλεγκτη. Μᾶς πειράζει, ὅσο τοῦ ἐπιτρέπει ὁ Κύριος. ᾽Εκεῖνος εἶναι πού ἔχει τόν πρῶτο καί τόν τελευταῖο λόγο. Διαφορετικά ὁ πονηρός, ἄν ἦταν στήν ἐξουσία του, θά μᾶς εἶχε ἐξολοθρεύσει ὅλους᾽.
Πέρασε ἀρκετή ὥρα περπατώντας. ῾Ο Βησσαρίων πήγαινε μπροστά καί ἀκολουθοῦσε ὁ δόκιμος. ᾽Αρκετές φορές συμβάδιζαν. ῾Ο ἥλιος εἶχε πιά σηκωθεῖ ἀρκετά. ῾Ο δρόμος πράγματι ἦταν δύσκολος. ῎Οχι μόνο πέτρες καί βράχια πλήγωναν πολλές φορές τά πόδια τους, ἀλλά καί ἡ ταλαιπωρία ἀπό τήν πορεία κατά μῆκος τῆς Νεκρᾶς θάλασσας αὔξανε τόν κόπο.
Τά λόγια πού ἀντήλλασσαν μεταξύ τους ἦταν ἐλάχιστα. Λίγο στήν ἀρχή ὁ Γέροντας εἶπε στόν νεαρό δόκιμο γιά τίς ἐργασίες πού συνήθως κάνει ἐκεῖ στήν σπηλιά, τό πῶς τήν καθαρίζει, τά καντήλια πού ἀνάβει, τίς προσευχές πού λέει. Κι ἔπειτα σιωπή. ῾Ο Γέροντας φαινόταν βυθισμένος στήν προσευχή. Συχνά πυκνά ὁ νεαρός ἔπιανε μέ τ᾽ αὐτί του τό ῾δόξα Σοι ὁ Θεός᾽ τοῦ Γέροντα καί τό ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ…᾽.
῾Γέροντα, δέν θά σταματήσουμε κάπου νά ξεκουραστοῦμε;᾽ ἀκούστηκε κάποια στιγμή ἡ φωνή τοῦ ὑποτακτικοῦ. ῾Κουράστηκα. Λίγο νά ξεδιψάσουμε᾽.
Σταμάτησαν. Ξεδίψασαν ἀπό τό λιγοστό νεράκι τους, τό ὁποῖο ὅμως εἶχε σχεδόν τελειώσει, ἀφοῦ κατά καιρούς κάτω ἀπό τόν καυτό ἥλιο τό ἔπιναν. ῾Ο Γέροντας μάλιστα ἔδωσε καί ὅ,τι εἶχε ἀπομείνει ἀπό τό δικό του στόν παλληκάρι. ῎Εφαγαν καί λίγα παξιμάδια.
῾Γέροντα, θέλουμε πολύ ἀκόμα; Τά ἐφόδιά μας δέν μᾶς ἀρκοῦν γιά πολύ. Εἴμαστε ἀκόμη στήν θάλασσα καί δέν ἔχουμε πάρει κἄν τόν δρόμο γιά τό βουνό. Πῶς θά βαδίσουμε στήν ἀνηφόρα;᾽, εἶπε ὁ Δουλᾶς κι αἰσθάνθηκε μία ἔντονη κόπωση, περισσότερο ψυχική παρά σωματική.
῾Εἴμαστε στά μισά τοῦ δρόμου, παιδί μου᾽, εἶπε μέ συγκατάβαση ὁ ἀββᾶς. ῾Μή στενοχωριέσαι, ὅμως. Χωρίς νά τό καταλάβεις ἀπό ἐδῶ καί πέρα, θά φτάσουμε. Εἶναι ἡ χάρη τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη πού μᾶς ἐνισχύει. Ξέρει ὅτι ἐρχόμαστε γιά ἐκεῖνον καί ἤδη παρακολουθεῖ τόν δρόμο μας. Τήν κούρασή μας τήν δέχεται σάν εὐωδιαστό λιβάνι ἐνώπιόν του᾽. ῎Εκανε μία μικρή παύση ὁ Βησσαρίων, ὁ ὁποῖος εἶχε συνηθίσει τόν κόπο καί τόν ὑποπιασμό τοῦ σώματος νά τά θεωρεῖ ὡς ἀνάπαυση,  καί συνέχισε σάν νά μονολογεῖ. ῾Μή σκέπτεσαι τόν δρόμο καί τήν κούραση. Στρέψε τήν σκέψη καί τήν προσοχή σου στόν ἅγιο καί τό προσκύνημά του᾽.
 
Συνέχισαν. ῾Ο ἥλιος τώρα ἔκαιγε τό σῶμα τους καί ὁ ἱδρώτας σάν ποτάμι κυλοῦσε πάνω τους. Σάν ἐφιάλτης ἦλθε ἡ σκέψη στόν δόκιμο. ῾Δέν ἔχουμε νερό. Τί θά κάνουμε τώρα;᾽ ῎Εσφιξε τά δόντια, προσπάθησε νά κάνει πράξη τήν συμβουλή τοῦ Γέροντα. Γιά λίγο τά κατάφερε. ῾Η δίψα ὅμως τόν ἔκαιγε. Οἱ αἰσθήσεις του τόν κυρίευαν. Αὐτό πού τώρα ζοῦσε τόν κατέλαβε ὁλοσχερῶς.
῾Γέροντα, διψάω᾽, εἶπε ξεψυχισμένα καί παρακλητικά. ῾Καί δέν ἔχουμε ἄλλο νερό. Τί θά γίνει; ῾Ο δρόμος μας εἶναι μόνο ἡ θάλασσα. Κι αὐτή γεμάτη θειάφι καί ἁλάτι. Πουθενά δέν φαίνεται κάποια πηγή. Γέροντα, προσευχήσου στόν Κύριο! Θά πεθάνουμε!᾽. ῾Η φωνή του ἀκούστηκε γεμάτη ἀπό ἀπελπισία.
Κάθιδρος ὁ Γέροντας σταμάτησε καί στράφηκε μέ τρυφερότητα πρός τόν ὑποτακτικό του. Μία σκέψη φάνηκε νά φωτίζει τά κοκκινισμένα ἀπό τόν ἥλιο μάτια του.
῾Κύριε, δῶσε τήν εὐκαιρία στόν δοῦλο Σου Δουλᾶ νά δεῖ ὁρατά τήν δύναμή Σου. Βλέπεις τήν ταλαιπωρία του καί τήν καλή του διάθεση. ῞Οπως παλιά μέ τόν ἅγιό Σου Μωϋσῆ πού μεταποίησες τά πικρά νερά τῆς Μερρᾶ σέ γλυκά γιά χάρη τοῦ λαοῦ Σου, ὅπως ἀνέβλυσες ἀπό τόν βράχο τῆς Χωρήβ νερό, ἔτσι κι ἐδῶ, κάνε τό θαῦμα Σου!᾽
Πλησίασε κοντά στήν θάλασσα καί γονάτισε. Τό ἴδιο ἔκανε καί ὁ ὑποτακτικός. Τά χείλη τοῦ Γέροντα ψιθύριζαν προσευχές. Σήκωσε τά μάτια σέ λίγο ψηλά στόν οὐρανό.
᾽Ανασηκώθηκε. Πῆρε τό ραβδί του καί σταύρωσε ἕνα κομμάτι τῆς ἀκτῆς. ῾Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος᾽, εἶπε μέ σταθερότητα καί πίστη. ῾Σύ, Κύριε, μᾶς ὑποσχέθηκες πώς ὅ,τι ζητήσουμε στό ὄνομά Σου θά μᾶς τό δώσεις. Γλύκανέ μας, Κύριε, λίγο νερό!᾽ ῎Εβαλε μέσα στήν θάλασσα τό ραβδί. ῾Πιές᾽, ἔδωσε ἐντολή στόν ὑποτακτικό.
῾Ο Δουλᾶς δέν πίστευε αὐτό πού διαδραματιζόταν. ῎Ηξερε τήν ἁγιότητα τοῦ πνευματικοῦ πατέρα του, μά αὐτό ξεπερνοῦσε κάθε φαντασία. Νερό πόσιμο ἀπό τήν Νεκρά θάλασσα; ῎Οχι, δέν μποροῦσε νά τό κάνει.
῾Πιές, παιδί μου, τό δῶρο τοῦ Κυρίου᾽, ξανάπε ὁ Γέροντας, σάν νά εἶχε συμβεῖ τό πιό φυσικό πράγμα τοῦ κόσμου. ῾Πιές νά ξεδιψάσεις᾽.
῎Εσκυψε καί ἤπιε ἀπό τό θαλασσινό νερό μέ ἐπιφύλαξη. Τό γυρόφερε μέσα στό στόμα γιά τήν γεύση του.
῾Μά, τοῦτο τό νερό εἶναι γλυκό καί καθάριο σάν ἀπό τήν καλύτερη βουνίσια πηγή!᾽ φώναξε κατάπληκτος. ῎Ηπιε καί ξανάπιε. Τό ἴδιο ἔκανε κι ὁ Γέροντας καί ξεδίψασε κι αὐτός. ῾Εὐλογημένο τό ὄνομά Σου, Κύριε᾽ ψιθύρισε. ῾Δόξα Σοι᾽.
῾Μά, τί κάνεις ἐκεῖ;᾽ φώναξε ξαφνικά καί ἀπότομα ὁ Βησσαρίων στόν Δουλᾶ.
῾Γέροντα, γεμίζω τά φλασκιά μας. Τόσο δρόμο ἔχουμε ἀκόμα. Θά χρειαστοῦμε καί ἄλλο νερό. Κι ἴσως οὔτε κι αὐτό μᾶς φτάσει᾽ εἶπε ξαφνιασμένος καί μουδιασμένος ἀπό τήν φωνή τοῦ Γέροντα ὁ δόκιμος.
῾Παιδί μου, δέν κατάλαβες τίποτα; Γιατί γίνεσαι ὀλιγόπιστος;᾽ ἀκούστηκε λίγο ἀπογοητευμένος ὁ ὅσιος. ῾Δέν εἶδες μπροστά στά μάτια σου ὅτι ἡ Πρόνοια τοῦ Κυρίου μᾶς συνοδεύει; ῾Ο Κύριος, Δουλᾶ, εἶναι ἐδῶ παρών, μαζί μας. ᾽Εκεῖνος μᾶς κρατᾶ στήν ὕπαρξη καί μᾶς φροντίζει. ῎Αν, ὅπως εἶπε ὁ ῎Ιδιος, καί τό παραμικρότερο πουλάκι, καί τό παραμικρότερο χορταράκι, τό φροντίζει καί τό τρέφει ᾽Εκεῖνος, πόσο περισσότερο ἐμᾶς πού εἴμαστε κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσίν Του δημιουργημένοι;᾽
Καί πάλι ἔδειχνε νά μήν καταλαβαίνει ὁ Δουλᾶς.
῾Γέροντα, δέν καταλαβαίνω. ῾Ο Κύριος μᾶς ἔδωσε τό νερό. ῎Ας τό πάρουμε καί γιά μετά᾽. ῾Η ἀπορία του φαινόταν καθαρά μέσα στά μάτια του.
῾Παιδί μου᾽ εἶπε ὁ ὅσιος, μέ τήν ἀπόλυτη πίστη τοῦ ἀνθρώπου πού ἔχει πλήρως ἐγκαταλειφθεῖ πιά στόν Θεό καί τά μάτια του βλέπουν διαρκῶς τήν πανταχοῦ παρουσία Του. ῾῾Ο Κύριος πού εἶναι ἐδῶ καί γλύκανε τήν κατάπικρη θάλασσα, ὁ ῎Ιδιος θά εἶναι καί παραπέρα πού ἐξίσου θά Τόν χρειαστοῦμε. ῾Ο Κύριος ἐδῶ καί ὁ Κύριος ἐκεῖ᾽
Τά μάτια τοῦ Δουλᾶ φάνηκαν νά ἀλλοιώνονται. Γιά πρώτη φορά στήν ζωή του ἄρχισε νά καταλαβαίνει τί σημαίνει ἀληθινή πίστη στόν Θεό. ῎Ενιωσε ὅτι βρισκόταν ἤδη μέ τόν ὅσιο Γέροντά του μέσα στήν σπηλιά τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη, ὁ ὁποῖος τούς χαμογελοῦσε μέσα σέ οὐράνιο φῶς.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η απεικόνιση της Αγίας Τριάδος.

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Ιουνίου, 2013

988647_380790558688846_1629569133_n

Η απεικόνιση της Αγ. Τριάδας είναι απότοκος της Θεολογίας της και καταγράφει τις σχέσεις μεταξύ των τριών προσώπων. Είναι γνωστό ότι στην Ορθόδοξη Εικονολογία επιτρεπτή είναι η απεικόνιση μόνον όσων είδαμε και συνέβησαν ιστορικά, των προφητικών οράσεων και συμβόλων, του σαρκωθέντα Υιού και Λόγου του Θεού, της Θεοτόκου και των Αγίων.

Η απεικόνιση της Αγίας Τριάδας ως τριών προσώπων, όπου απεικονίζεται ο Πατέρας ως “παλαιός των ημερών”, ο Υιός ως νέος και το Άγ. Πνεύμα “εν είδει περιστεράς” είναι εικόνα ξένη προς την διδασκαλία των Πατέρων, μεταφερθείσα στον Ορθόδοξο χώρο από τη Δύση, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης.

Η απεικόνιση αυτή αποτελεί συγκαλυμμένη ειδωλολατρία, καθώς μέσα από ορθολογιστικές διαδικασίες περιθέτει σωματικά σχήματα στη θεότητα. Η αποτύπωση των ενδοτριαδικών σχέσεων ευνοεί την παπική αντίληψη περί του τρόπου ύπαρξης του Αγ. Πνεύματος, δηλ. εκπορευόμενου από τον Πατέρα και τον Υιόν εξ ίσου, που είναι η γνωστή πλάνη του filioque. Επίσης η εικόνα αυτή, παρουσιάζοντας διαφορά στις μορφές Πατέρα και Υιού ως προς τη σωματική ηλικία, δίνει την εντύπωση πως ο Υιός είναι νεώτερος του Πατέρα, αντίληψη που ευνοεί τους νέο-Αρειανούς Χιλιαστές και τους αρνητές της θεότητας του Υιού, Εβραίους και Μουσουλμάνους.

Για το θέμα αυτό της απεικόνισης της Αγίας Τριάδας έχει διατυπώσει η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία ως γνωστόν ασχολήθηκε αποκλειστικά με το θέμα των εικόνων, τη θέση της καθολικής Εκκλησίας. Στον δογματικό όρο της Συνόδου αναφέρεται ρητά, σε τι υλικό και με πια ύλη πρέπει να ζωγραφίζεται μια εικόνα και σε ποια τοποθεσία είναι δυνατόν να υπάρχει: “….. ανατίθεσθαι τας σεπτάς και αγίας εικόνας, τας εκ χρωμάτων και ψηφίδος και ετέρας ύλης επιτηδείως εχούσης, εν ταις αγίαις του Θεού εκκλησίαις, εν ιεροίς σκεύεσι και εσθήσι, τοίχοις τε και σανίσιν, οίκοις τε και οδοίς…..“.

Το θέμα της απεικόνισης του Θεού Πατέρα ως “παλαιού των ημερών” σε απεικονίσεις παλαιοδιαθηκικών οραμάτων (όπως π.χ. του οράματος του Δανιήλ) υπήρξε αντικείμενο εξέτασης κατά τη διάρκεια της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Εκεί οι Πατέρες της Συνόδου ρωτούν δια του στόματος του Πάπα Ρώμης αγίου Γρηγορίου Β΄: “Δια τι τον πατέρα του Κυρίου Ιησού Χριστού ουχ ιστορούμεν και ζωγραφούμεν;” για να δώσουν αμέσως την απάντηση: “Επειδή ουκ οίδαμεν τις εστίν (…) και ει εθεασάμεθα και εγνωρίσαμεν καθώς τον υιόν αυτού, κακείνον αν είχομεν ιστορήσαι και ζωγραφήσαι” (PG XII 963 E).

Επίσης για την απεικόνιση του αγίου Πνεύματος η ίδια η Σύνοδος αναφέρει: “….. καίτοι των ευαγγελικών ουδαμώς παραδεδοκότων γραμμάτων, ότι γέγονε περιστερά το άγιον πνεύμα, αλλά ότι εν είδει περιστεράς ώφθη ποτέ” (PG XIII 181 A).

Πρέπει να σημειωθούν εδώ δύο στάσεις ριζικά αντιφατικές προς το κείμενο των πράξεων της Ζ΄ Οικ. Συνόδου, δυο αγίων της Εκκλησίας μας, του αγίου Μακαρίου Καλοχερά εκ Πάτμου και του αγίου Νικοδήμου του αγιορείτη. Ο πρώτος κτυπώντας τους ρωμαιοκαθολικούς ρωτά: “Είναι χριστιανοί αυτοί, που αντίθετα προς την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, αναπαριστάνουν τον αόρατο Πατέρα;”. Από την πλευρά του ο άγιος Νικόδημος παρατηρεί: “Συμπεραίνεται ότι ο άναρχος Πατήρ πρέπει να ζωγραφίζεται καθώς εφάνη εις τον προφήτην Δανιήλ ως παλαιός των ημερών. Ει δε και Πάπας Γρηγόριος εν τη προς τον Ίσαυρον Λέοντα επιστολή λέγει, ότι δεν ιστορούμεν τον Πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. αλλά τούτο λέγει απλώς, αλλ’ ότι δεν εζωγραφούμεν αυτόν κατά την θείαν φύσιν” (Πηδάλιο, σελ. 320).

Ο άγιος Νικόδημος μοιράζεται σ’ αυτό το θέμα την άποψη, που είναι αποδεκτή από την εποχή του αγίου Μακαρίου (18ος αιώνας) και απομακρύνεται από τον τρόπο που η Εκκλησία αντιλαμβάνεται τα οράματα των προφητών.

Είναι αλήθεια, ότι για την Εκκλησία η αγιότητα δεν ήταν ποτέ συνώνυμη του αλάθητου. Καθώς το είπε με σοφία ο Εφέσου άγιος Μάρκος, για τον ωριγενισμό του αγίου Γρηγορίου Νύσσης: “συμβαίνει κάποιος να είναι διδάσκαλος και ωστόσο να μην τα λέει όλα τέλεια σωστά. Διότι ποια ανάγκη θα υπήρχε για τους Πατέρες να κάνουν Οικουμενικές Συνόδους, αν καθένας τους σε τίποτε δεν απομακρυνόταν από την αλήθεια;”.

Αλλά το θέμα της απεικόνισης  της Αγίας Τριάδας έχει λήξει τελεσίδικα στην Μεγάλη Σύνοδο της Μόσχας το 1666, όπου μέσα στις πράξεις της Συνόδου, το κεφάλαιο 43 είναι αφιερωμένο στο ζήτημα της εικόνας της θεότητας και ιδιαίτερα του Θεού Πατέρα. Αυτό το κεφάλαιο έχει τον τίτλο: “Περί των εικονογράφων και του Σαβαώθ”.

Στις αποφάσεις της Συνόδου για το συγκεκριμένο θέμα, αναφέρονται τα εξής: “Θεσπίζουμε ότι ένας ικανός ζωγράφος που, ταυτόχρονα, είναι ένας καλός άνθρωπος (με εκκλησιαστική αξιοπρέπεια), θα διορίζεται διδάσκαλος των εικονογράφων, αρχηγός και επιμελητής. ΄Ετσι οι αγνοούντες δεν θα μπορούν να χλευάζουν τις άγιες εικόνες του Χριστού, της Μητέρας του και των αγίων Του, τις άσχημες και κακοζωγραφισμένες. και θα σταματήσει η ματαιοδοξία μιας δήθεν σοφίας, που έχει οδηγήσει στην συνήθεια να ζωγραφίζει ο καθένας κατά τη φαντασία του χωρίς αυθεντική αναφορά και μάλιστα ξεκινώντας από ποικίλες αναπαραστάσεις, τον Κύριο Σαβαώθ. Εντελλόμεθα να μην ζωγραφίζεται στο εξής η εικόνα του Κυρίου Σαβαώθ σύμφωνα με μη λογοκριμένες οράσεις και ανάρμοστες, διότι κανείς δεν έχει δει τον Κύριο Σαβαώθ (δηλαδή τον Θεό Πατέρα) με σάρκα. Μόνος ο Χριστός έχει εικονιστεί, όπως τον είδαν σαρκωμένο, δηλαδή αναπαριστανόμενο με το σώμα Του και όχι κατά την θεότητά Του. το ίδιο και η υπεραγία Μητέρα του Θεού και οι άλλοι άγιοί Του…..

….. Είναι εντελώς παράλογο να εικονογραφούν τον Κύριο Σαβαώθ (δηλαδή τον Πατέρα), με άσπρα γένια, με τον μονογενή Υιό στο στήθος Του και ένα περιστέρι ανάμεσά Τους, διότι κανείς δεν είδε τον Πατέρα μέσα στην Θεότητά Του. ο Πατέρας, πράγματι δεν έχει σάρκα και ο Υιός δεν εγεννήθη κατά σάρκα από τον Πατέρα προ των αιώνων. Κι’ αν ο προφήτης Δαβίδ λέει: “εκ γαστρός προ εωσφόρου εγέννησά σε” (Ψαλμ. ΡΘ΄ 3), αυτή η γέννηση, σίγουρα, δεν είναι σωματική. αυτή ήταν ανέκφραστη και απερινόητη. Διότι ο ίδιος ο Χριστός λέει στο Ευαγγέλιο: “ουδείς γινώσκει τον Πατέρα ειμή ο Υιός“. Και ο προφήτης Ησαΐας ζητά στο 40ο κεφάλαιο: “τίνι ωμοιώσατε κύριον και τίνι ομοιώματι ωμοιώσατε αυτόν; μη εικόνα εποίησεν τέκτων ή χρυσοχόος χωνεύσας χρυσίον περιεχρύσωσεν αυτόν ομοίωμα κατασκεύασεν αυτόν; (18-19)”. Το ίδιο και ο άγιος απόστολος Παύλος λέει στο κεφάλαιο 17 των Πράξεων: “γένος ουν υπάρχοντες του Θεού ουκ οφείλομεν νομίζειν χρυσώ ή αργύρω ή λίθω χαράγματι τέχνης και ενθυμήσεως ανθρώπου το θείον είναι όμοιον“. Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει επίσης (Περί ουρανού, κεφ. 20 για την εικόνα): “Μόνον δε το Θείον απερίγραπτόν εστι πάντα πληρούν και πάντα περιέχον και πάντα περιορίζον ως υπέρ πάντα ον και πάντα δημιουργήσαν“. Ο άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος το απαγορεύει επίσης με παρόμοιο τρόπο. Να γιατί ο Κύριος Σαβαώθ που είναι η Θεότητα και η γέννηση του μονογενούς Υιού προ των αιώνων, γίνονται αντιληπτοί μόνο από το πνεύμα μας. όσο για την αναπαράστασή τους σε εικόνα δεν αρμόζει σε καμία περίπτωση ούτε είναι δυνατή.

Εξ άλλου στη θ. λειτουργία του αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου χαρακτηριστική είναι η ευχή που υποδηλώνει το αδύνατο της αναπαράστασης του Κυρίου Σαβαώθ: “Συ γαρ ει Θεός ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος…..“.

Και το Άγιον Πνεύμα δεν είναι από τη φύση του ένα περιστέρι, αλλά Θεός. Κανείς, λοιπόν, δεν είδε ποτέ το Θεό, καθώς μαρτυρεί ο άγιος ευαγγελιστής και θεολόγος Ιωάννης. Ωστόσο, στην αγία βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό, το Άγιον Πνεύμα φάνηκε με τη μορφή περιστεριού και γι’ αυτό ακριβώς μπορούμε να το αναπαριστάνουμε με τη μορφή αυτή σ’ αυτό μόνο το μέρος. Αλλού, αυτοί που κατανοούν τα πράγματα πνευματικά δεν εικονίζουν το Άγιον Πνεύμα με τη μορφή περιστεριού. στο Όρος Θαβώρ, για παράδειγμα, παρουσιάστηκε με τη μορφή γνόφου (νεφέλης) και αλλού με άλλο τρόπο” (υπενθυμίζεται η καιόμενη βάτος στον Μωϋσή και οι πύρινες γλώσσες της Πεντηκοστής).

“Κατά τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, Σαβαώθ μεταφράζεται από την εβραϊκή γλώσσα με την έκφραση “ο κύριος των Δυνάμεων”. Επομένως, ο Κύριος των Δυνάμεων είναι η Αγία Τριάς, ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα. Και αν ο προφήτης Δανιήλ λέει ότι είδε τον παλαιό των ημερών καθήμενον επί θρόνου κρίσεως, δεν εννοεί τον Πατέρα, αλλά τον Υιό, ο οποίος στην Δευτέρα Παρουσία Του, θα κρίνει παν έθνος δια της φοβεράς Του κρίσεως.

Ζωγραφίζουν επίσης στις εικόνες του Ευαγγελισμού τον Κύριο Σαβαώθ, που φυσά με το στόμα Του κι αυτή η πνοή φθάνει στην κοιλιά της αγίας Θεομήτορος. Αλλά ποίος το είδε αυτό και ποία αγία Γραφή το μαρτυρεί; Από πού το πήραν αυτό; είναι φανερό, ότι μια τέτοια χρήση και άλλα παρόμοια πράγματα τα υιοθέτησαν και τα δανείστηκαν από ανθρώπους μάταιης γνώσης ή μάλλον από πνεύμα διαταραγμένο ή απόν. Να γιατί παραγγέλλουμε να σταματήσουν στο εξής αυτές οι μεταφερμένες από αλλού εικονογραφίες, που η μάταιη γνώση γέννησε…..”.

Και η Σύνοδος καταλήγει: “Τα λέμε αυτά για να αποστομώσουμε τους εικονογράφους, για να σταματήσουν να κάνουν λαθεμένες εικόνες και μάταιες και στο εξής να μη ζωγραφίζουν τίποτε σύμφωνα με τις ατομικές τους ιδέες και χωρίς αυθεντικές αναφορές”.

Υπάρχει όμως παράσταση της Αγίας Τριάδας, που να συμφωνεί με τα ιερά κείμενα; Ναι υπάρχει και αυτή είναι η κλασσική εικόνα της φιλοξενίας του Αβραάμ, που τόσο επιτυχημένα έχει εικονίσει ο άγιος Ανδρέας Ρουμπλιέφ (Andrei Rublev) (τον 14ο αιώνα), δηλ. την φιλοξενία των τριών προσώπων (αγγέλων) από τον Αβραάμ.

Η Τριάδα του Ρουμπλιέφ ακολουθεί με αυστηρή συνέπεια την τάξη του Συμβόλου της Πίστης (από αριστερά στα δεξιά): Πατέρας, Υιός, Άγιο Πνεύμα. Τα ενδύματα του μεσαίου αγγέλου έχουν τα χρώματα του σαρκωμένου Λόγου, στα οποία περιλαμβάνεται ο μανδύας, προφανώς πάνω στο ιμάτιο – σύμβολο μηνύματος. Ένα μανδύα λιγότερο εμφανή, οπωσδήποτε στον τόνο του ιματίου, βλέπουμε στο δεξιό Άγγελο – σύμβολο της τρίτης υπόστασης.

Όσο για τον εικονογραφικό συμβολισμό, αυτή η εικόνα παρουσιάζει την θεμελιώδη εκκλησιαστική θέση: η Εκκλησία είναι η αποκάλυψη του “Πατρός εν Υιώ και Αγίω Πνεύματι”. Το κτίσμα, σπίτι του Αβραάμ, είναι μια εικόνα της Εκκλησίας πάνω από τον Άγγελο του πρώτου προσώπου. η δρυς του Μαμβρή – δένδρο της ζωής και του ξύλου του Σταυρού, πάνω από τον Άγγελο του δευτέρου προσώπου – είναι ένδειξη της οικονομίας του Υιού του Θεού. τέλος, έχουμε το βουνό, σύμβολο πνευματικής ανόδου, πάνω από τον Άγγελο του τρίτου προσώπου. Πρέπει να προστεθεί, ότι το νόημα αυτής της εικόνας είναι επικεντρωμένο στο ποτήρι της ευχαριστίας, θείο δείπνο. Επίσης παρατηρείται, ότι ο αριστερά Άγγελος (Πατέρας) ατενίζει με βλέμμα κατά πολύ υψηλότερο, απ’ ότι οι άλλοι δυο, οι οποίοι έχουν ελαφρά κλίση της κεφαλής προς αυτόν.

Ακριβώς σ’ αυτή την εικόνα, “η ενέργεια του πνεύματος” μισάνοιξε στον μοναχό Ανδρέα Ρουμπλιέφ την έννοια της παλαιοδιαθηκικής αποκάλυψης, μια νέα θέα της τριαδικής ζωής. Η εικόνα θ’ αποδειχθεί τόσο δυνατή ώστε, “μεταξύ όλων των φιλοσοφικών αποδείξεων της ύπαρξης του θεού, το πιο πειστικό είναι το συμπέρασμα: Υπάρχει η Τριάδα του Ρουμπλιέφ, υπάρχει ο Θεός”.

Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Απαγορευμένες απεικονίσεις της Αγίας Τριάδος
5977_380790538688848_1216027064_n988230_380790485355520_867257663_n1003427_380790992022136_521623816_n1003641_380790678688834_2058949528_n1013065_380790472022188_1532657515_n1016635_380790595355509_961784349_n1017592_380790462022189_711802206_n

 http://fdathanasiou.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: Αν είσαι άνθρωπος,απόδειξέ το με τη διαγωγή σου. (Αρετή και Κακία)

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Ιουνίου, 2013

womanΌποιος θέλει, μπορεί ν’ αφήσει τη γη και ν’ ανέβει στον ουρανό. Δεν του χρειάζονται γι’ αυτό παρά προαίρεση και αρετή! «Θέλω αλλά δεν μπορώ» , λένε πολλοί, «γιατί η αρετή είναι δύσκολη». Δεν είναι καθόλου δύσκολη, αν έχεις ζήλο και πόθο Θεού.
Για συλλογίσου αυτούς που μονάζουν στα βουνά και στις ερημιές! Τι κάνουν; Αφήνουν τα σπίτια τους, τους συγγενείς τους, την περιουσία τους και κάθε άνεση, κλείνονται σ’ ένα μικρό κελλί και ταλαιπωρούν το σώμα τους με νηστεία, αγρυπνία, με σκληρές ασκήσεις. Και μη μου πεις: «Εκείνοι μπορούν να κάνουν αυτά τα πράγματα, εγώ όμως δεν μπορώ». Γιατί πολλοί μοναστές, μολονότι ήταν πιο αδύναμοι και πιο καλομαθημένοι από σένα , εντούτοις αποφάσισαν να ζήσουν τη σκληρή παραχωρητική ζωή. Θα μου πεις ακόμα πως ο αγώνας αυτός είναι τόσο μεγάλος, που δεν τον αντέχουν όλοι; Τότε, λοιπόν, κάνε έναν αγώνα μικρότερο, επιδίωξε άσκηση και αρετή κατώτερη.
Δεν μπορείς να ξοδεύεις τα χρήματά σου για τους φτωχούς; Τουλάχιστον μην αρπάζεις όσα ανήκουν σε άλλους. Δεν μπορείς να νηστεύεις; Τουλάχιστον μη ρίχνεσαι στις υλικές απολαύσεις. Δεν μπορείς να δίνεις ευχές σ’ αυτούς που σε βρίζουν; Τουλάχιστον υπόμεινε τις βρισιές με σιωπή και μακροθυμία. Δεν μπορείς να ευεργετείς αυτούς που σε βλάπτουν; Τουλάχιστον μην τους εκδικείσαι.
Ο Χριστός έπαθε τόσα για χάρη σου, όντας αθώος και αναμάρτητος. Κι εσύ δεν θέλεις να πάθεις τίποτα για χάρη Του, ή μάλλον για τη δική σου ψυχική ωφέλεια και σωτηρία; Πώς, λοιπόν, θα παρουσιαστείς μπροστά Του την ημέρα της Κρίσεως; Τι απολογία θα δώσεις για την παράβαση των εντολών Του; Μην εξαπατάς τον εαυτό σου λέγοντας: «Ας απολαύσω τώρα τις ηδονές της ζωής, ας αδικήσω τον συνάνθρωπό μου, ας εκδικηθώ τον εχθρό μου, ας κάνω κάθε αμαρτία, και στα γεράματά μου θα μετανοήσω» .Πες μου, ποιος σε βεβαίωσε ότι θα ζήσεις τόσο πολύ; Δεν βλέπεις πόσους νέους επισκέπτεται καθημερινά ο θάνατος; Μα κι αν πεθάνεις σε μεγάλη ηλικία, πώς θ’ αντικρίσεις τότε τον Κύριο, έχοντας για μιαν ολόκληρη ζωή περιφρονήσει Εκείνον και υπηρετήσει τον διάβολο;
Ο Δημιουργός σ’ έκανε ανώτερο απ’ όλα τα κτίσματα∙ σ’ έκανε άνθρωπο. Γιατί γίνεσαι προδότης της θείας ευεργεσίας και καταφρονητής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας; Γιατί εξομοιώνεις τον εαυτό σου με άλογο ζώο, με πλάσμα δίχως αθάνατη ψυχή, εσύ που σε άλογα ζώα δίνεις ανθρώπινες ιδιότητες; Να, στον παπαγάλο, ύστερ’ από κατάλληλη εκγύμναση, δίνεις ανθρώπινη λαλιά. Στο λιοντάρι, με επιδέξια αγωγή, δίνεις ανθρώπινη ημερότητα. Και τα πιο άγρια θηρία μπορείς να τα δαμάσεις. Πώς, λοιπόν, γίνεσαι δούλος των άγριων και άλογων παθών, που βρίσκονται μέσα σου;
Αν είσαι άνθρωπος , απόδειξέ το με τη διαγωγή σου. Πλάστηκες σύμφωνα με την εικόνα και την ομοίωση του Θεού. Και αφού Εκείνος είναι άγιος, πρέπει να είσαι κι εσύ. Έτσι πρόσταξε ο ίδιος ήδη από τα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης. «Να είστε άγιοι, γιατί και εγώ, ο Κύριος και Θεός σας, είμαι άγιος» ( Λευιτ. 11:44 ) . Πώς όμως θα φτάσεις στην αγιότητα; Τηρώντας τις θείες εντολές, όλες τις εντολές και όχι μία ή δύο μόνο. Γιατί όπως δεν μπορεί να παραχθεί μουσική από έναν κιθαριστή, αν αυτός χρησιμοποιεί μία μόνο χορδή της κιθάρας του και όχι όλες, έτσι δεν μπορεί ν’ αποκτηθεί και αρετή από ένα χριστιανό, αν αυτός τηρεί μία μόνο εντολή και όχι όλες. Τι θα κερδίσει εκείνος που δίνει ελεημοσύνη, με χρήματα όμως που αποκτάει άνομα; Τι θα κερδίσει εκείνος που αποκτάει χρήματα με τρόπο τίμιο, ελεεί όμως επιδεικτικά, για να τον βλέπουν και να τον επαινούν οι άνθρωποι; Τι θα κερδίσει εκείνος που δεν ελεεί επιδεικτικά, υπερηφανεύεται όμως εσωτερικά για τις αγαθοεργίες του; Τι θα κερδίσει εκείνος που δεν υπερηφανεύεται, παραδίνεται όμως στη λαιμαργία, την ασέλγεια και τιε άλλες ηδονές; Και τι θα κερδίσει εκείνος που δεν παραδίνεται στις ηδονές, είναι όμως δούλος της φιλαργυρίας;
Ας αγωνιζόμαστε , λοιπόν, να τηρούμε όλες τις εντολές και ν’ αποκτούμε όλες τις αρετές. Σ’ αυτόν τον αγώνα αποτελεσματική βοήθεια μας προσφέρουν οι ενάρετοι και φιλάγαθοι άνθρωποι, που με τις καλές συμβουλές και το ωφέλιμο παράδειγμά τους μας παρακινούν σε άγια ζωή. Γι’ αυτό ,άλλωστε, ο Θεός μας έβαλε στον ίδιο κόσμο με όλους, κακούς και καλούς, για να μειώνεται η αχρειότητα των πρώτων από την συναναστροφή τους με τους δεύτερους. Έτσι, ενώ οι καλοί είναι διπλά αξιοτίμητοι, επειδή και το δρόμο της αρετής ακολουθούν αλλά και από τη συναναστροφή τους με τους κακούς δεν ζημιώνονται, οι αμετανόητοι κακοί είναι διπλά αξιοτιμώρητοι, επειδή και το δρόμο της κακίας ακολουθούν αλλά και από τη συναναστροφή τους με τους καλούς δεν ωφελούνται.
Δυστυχώς, όμως, οι περισσότεροι άνθρωποι ζηλεύουν όχι τους καλούς αλλά τους κακούς- τους πονηρούς και πανούργους, τους διπλοπρόσωπους και ραδιούργους, τους πλεονέκτες και συμφεροντολόγους- επειδή είναι ικανοί για όλα, επειδή, βλάπτοντας και αδικώντας αδίστακτα τους άλλους, αποκτούν πλούτο ή αναρριχώνται σε αξιώματα. Αυτούς, όμως, αντί να τους ζηλεύουν , θα έπρεπε να τους λυπούνται, γιατί στην πραγματικότητα βλάπτουν τον εαυτό τους και όχι τους άλλους. Ολέθριο, βλέπεις, δεν είναι το να αδικείται κανείς, αλλά το να αδικεί. Ο Θεός δεν είναι άδικος. Έτσι, είτε σ’ ετούτη τη ζωή είτε στην άλλη, η αδικία πληρώνεται όσο της πρέπει, όπως άλλωστε και η αρετή…
… Γνώρισμα του αληθινού ανθρώπου, που έχει πλαστεί σύμφωνα με την εικόνα του Θεού, είναι το να μοιάζει στον Πλάστη του και να Τον ευαρεστεί. Όποιος, λοιπόν, δεν θέλει ούτε ν’ ακούσει για το πώς θα ευαρεστήσει το Θεό, μπορεί να λέγεται άνθρωπος; Κάθε άλλο. Θηρίο μάλλον πρέπει να λέγεται. Και σκέψου πόσο φοβερό κατάντημα είναι, ενώ ο Χριστός θέλει από ανθρώπους να μας κάνει όμοιους με τους αγγέλους, ή καλύτερα όμοιους με τον Ίδιο, εμείς ούτε καν άνθρωποι να μη μένουμε, αλλά να γινόμαστε θηρία. Γιατί θηρίων γνωρίσματα είναι η αλόγιστη υποδούλωση στα ένστικτα, η αρπακτικότητα, η σκληρότητα, η καταφρόνηση των εντολών του Θεού. Ανθρώπων γνωρίσματα, από το άλλο μέρος, είναι η έλλογη κυριαρχία πάνω στα πάθη, η καλοσύνη, η ευσπλαχνία, η αποφυγή του κακού και η επιτέλεση του καλού.
Ο Θεός έβαλε μέσα στον άνθρωπο τον νόμο, τη συνείδηση, που τον πληροφορεί ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό. Γι’ αυτό και όσοι αμαρτάνουν, από συναίσθηση ενοχής και ενδόμυχη ντροπή δεν θέλουν να χαρακτηρίζονται με το όνομα των κακών τους πράξεων. Αν, λ.χ. φωνάξεις , «Μοιχέ!» , σ’ έναν άνθρωπο που μοιχεύει θα του κακοφανεί, μολονότι ευχαριστιέται όταν διαπράττει τη μοιχεία…
… Καμία κακία , άλλωστε δεν εμφανίζεται με το αληθινό της πρόσωπο. Πάντα δανείζεται τη μορφή κάποιας αρετής. Όταν ο ψεύτης λέει ψέματα , υποκρίνεται ότι λέει την αλήθεια. Όταν ο δολερός ραδιουργεί ,προσποιείται τον έντιμο και ειλικρινή. Και όταν ο συκοφάντης διαβάλλει, υποστηρίζει πως οι κατηγορίες του είναι βάσιμες…
«Και γιατί δεν αφανίζει τους κακούς, που δημιουργούν τα σκάνδαλα, ώστε να μη βλάπτονται οι υπόλοιποι;», ρωτάνε μερικοί. Επειδή από τα σκάνδαλα βλάπτονται μόνο οι κακοπροαίρετοι και από την ξένη κακία επηρεάζονται μόνο οι εθελόκακοι. Άλλωστε, αν ο Θεός αφάνιζε τους κακούς, τότε κανένας μας δεν θα γλύτωνε. Τη δική μας κακία, όμως, δεν τη βλέπουμε, γι’ αυτό και δεν μετανοούμε, δεν διορθωνόμαστε, δεν αγιαζόμαστε. Την κακία των άλλων μόνο παρατηρούμε, σχολιάζουμε και καταδικάζουμε, ξεχνώντας πως ο Κύριος δεν θα μας ζητήσει λόγο την ημέρα της Κρίσεως για τα έργα των συνανθρώπων μας, μα για τα δικά μας έργα.
Ας εγκαταλείψουμε , λοιπόν, χωρίς καθυστέρηση ή αναβολή τον ψυχόλεθρο δρόμο της κακίας και ας τραβήξουμε τον ψυχοσωτήριο δρόμο της αρετής, γιατί έτσι και στην πρόσκαιρη τούτη ζωή θα έχουμε την ευλογία του Θεού και στην άλλη ζωή θ’ απολαύσουμε τα άφθαρτα αγαθά της βασιλείας Του.
από το βιβλίο: «Θέματα Ζωής» Β”
Ιερά Μονή Παρακλήτου
Πηγή:imverias

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το ρίσκο της αγάπης πού ταπεινώνει.

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Ιουνίου, 2013

Ἡ ἀγάπη γιά τόν συνάνθρωπο ὁλοκληρώνεται μέσα ἀπό τό ρίσκο πού παίρνει  κανείς: «Οὐ μή φάγω κρέα εἰς τόν αἰῶνα ἵνα μή τόν ἀδελφόν μου  σκανδαλίσω» (Α΄ Κορ. η΄ 13).
Ὁ Παῦλος εἶναι ἕτοιμος νά κόψει ὅλα τά  δικαιώματά του, ἄν αὐτά πρόκειται νά διαταράξουν τήν ἀγάπη  του μέ τούς ἀδελφούς. Πόσο μακριά εἴμαστε ἀπό αὐτό τό πνεῦμα; Ἐμεῖς,  προκειμένου νά ἱκανοποιήσουμε τίς ἐπιθυμίες μας εἴμαστε ἔτοιμοι  νά ἰσοπεδώσουμε τόν ἀδελφό…
Ὅποιος αὐξάνει στήν ἀγάπη, θέλοντας καί  μη, περιορίζει τά δικαιώματά του ἀλλά καί τίς ἀδυναμίες του. Αὐτό  ὅμως ἐπισυμβαίνει μέ ἕναν τρόπο φυσικό καί ἀνεπαίσθητο. Κάποιος νέος  ἄνθρωπος πού ἀγάπησε πολύ ἕναν ἀδικημένο τόλμησε νά ρισκάρει τήν καλή  θέση του. Χωρίς νά σκέφτεται μήπως τόν ὑποσκελίσουν, μίλησε καί ἔγραψε  μέ παρρησία στούς ἁρμόδιους γιά τή λεβεντιά, τό ὕφος καί τήν ἀνωτερότητα  τοῦ ἀδικημένου καί παρεξηγημένου ἀδελφοῦ του. 
Ὁ ἄνθρωπος πού  τελειώθηκε στήν ἀγάπη δέν προσβάλλει τόν ἀδελφό του. Κάνει παρέα μαζί  του, ἔστω κι ἄν ξέρει ὅτι ὁ ἀδελφός του τόν συκοφαντεῖ. Γνώρισα ἕναν  τέτοιο ἄνθρωπο πού συμπεριφερόταν μέ περίσσια ἄνεση σέ γνωστό του, ὁ  ὁποῖος τόν κατηγοροῦσε σέ τρίτους.
Προσπαθοῦσε, ὁποτε βρισκόταν κοντά  του νά κινεῖται μέ ἀγάπη. Δέν ἤθελε νά τόν στριμώξει οὔτε μ’ ἕνα σκληρό  βλέμμα. Παράπονο ἤ πικρία δέν βγῆκε ἀπό τό στόμα του. Ὁ φιλόψογος  ἐκεῖνος ἄνθρωπος ποτέ του δέν ἔμαθε πώς ὁ φίλος του γνώριζε ὅλα ὅσα  διέδιδε γι’ αὐτόν. Τελικά, ἡ φιλία δέν χάλασε καί ὁ ἁμαρτωλός φίλος,  μετανιωμένος, ἄρχισε νά τόν σέβεται καί νά τόν ἐκτιμᾶ.
Τί κοινό ἔχουν ὁ  Θεός μας, ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ἀπόστολος Πέτρος καί ὁ πατέρας τοῦ  Ἀσώτου Υἱοῦ τῆς παραβολῆς; Ὅλοι τους τόλμησαν ἀπό  μεγάλη ἀγάπη νά  κάνουν κινήσεις πού τούς ταπείνωναν καί, τελικά, βγῆκαν κερδισμένοι.  
Ὁ  Θεός ἔδωσε ἐλευθερία στόν ἄνθρωπο καί ταπεινώθηκε ἕως ἐσχάτων ἀπό τά  λάθη τοῦ δημιουργήματός Του πάνω στόν Σταυρό. Τελικά ἀναστήθηκε καί  ἀνέστησε καί τό πλάσμα Του.
Ὁ ἀπ. Παῦλος δίωκε ἀπό ζῆλο καί  ὑπέρμετρη ἀγάπη πρός τόν Θεό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τούς χριστιανούς καί  ταπεινώθηκε στόν δρόμο πρός τή Δαμασκό. Τυφλώθηκε. Τελικά, ἔγινε  Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν.Ὁ ἀπ. Πέτρος ἀπό ἀγάπη στόν Χριστό ἔκοψε τό αὐτί τοῦ  Μάλχου, ἀρνήθηκε τόν Χριστό, παραλίγο νά πνίγει στή θάλασσα καί ἄκουσε  τό «πίσω μου σ’ ἔχω, σατανᾶ». Τελικά ἔγινε ὁ στῦλος τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ  πατέρας τῆς παραβολῆς τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ ἔδωσε τό μερίδιο τῆς περιουσίας  πού ἀναλογοῦσε στόν γιό του ἀπό ἀγάπη. Ταπεινώθηκε ἀπό τή φυγή τοῦ  ἄσωτου παιδιοῦ του, ἀλλά μέ τήν ὑπέρμετρη ἀγάπη του κέρδισε τήν  ἐπιστροφή αὐτοῦ.
Ἀρχιμ. Ἀρσενίου Κωτσόπουλου, «Ἐκπλήξεις Χάριτος»,  Ἀθήνα 2010, σελ. 543-544
ΛΕΙΜΩΝΑΣ -Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Λόγοι Αγίων Πατέρων για το Άγιο Πνεύμα

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Ιουνίου, 2013

Το Άγιο Πνεύμα είναι Πνεύμα Θεού, Πνεύμα Χριστού, νους Χριστού, Πνεύμα Κυρίου, Κύριος, Πνεύμα Υιοθεσίας, αληθείας, ελευθερίας, Πνεύμα σοφίας, συνέσεως, βουλής, ισχύος, γνώσεως, ευσεβείας, φόβος Θεού.
Το Άγιο Πνεύμα είναι Πνεύμα δημιουργό που αναγεννά δια του βαπτίσματος και δια της Αναστάσεως. Είναι Πνεύμα που γνωρίζει τα πάντα, διδάσκει, πνέει όπου και όσο θέλει, οδηγεί, λαλεί και αποστέλλει.
Το Άγιο Πνεύμα αποκαλύπτει, φωτίζει, ζωοποιεί, μάλλον δε είναι το ίδιο φως και ζωή. Καθιστά τους ανθρώπους ναούς, τους θεοποιεί και τους τελειοποιεί.
Το Άγιο Πνεύμα είναι η πηγή της σοφίας και μπορεί να εξηγεί και να διασαφηνίζει τα πάντα, είναι αυτεξούσιο και αναλλοίωτο, είναι παντοδύναμο, επιβλέπει τα πάντα και διεισδύει σ’ όλα τα πνεύματα. Το Άγιο Πνεύμα είναι αυτό που μοιράζει τα χαρίσματα, είναι νοερό, πολυμερές, σαφές, ευκρινές, ανεμπόδιστο και αμόλυντο.
 Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
Το σώμα του Χριστού υπήρξε καρπός του Αγίου Πνεύματος, διότι το Άγιο Πνεύμα και δύναμη προερχομένη από τον Ύψιστο επισκέφθηκε την αγία Παρθένο, η οποία δι’ αυτού του τρόπου συνέλαβε τον Σωτήρα.
Μέγας Αθανάσιος
Όπως το σώμα μας, είτε ασθενεί είτε όχι, είναι αδύνατο να κινείται ή γενικά να ζει χωρίς ψυχή, έτσι και η ψυχή, είτε αμαρτήσει είτε όχι, χωρίς το Άγιο Πνεύμα είναι νεκρή και δεν μπορεί να ζήσει την αιώνια ζωή.
Όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος
ΠΗΓΗ-Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Eυάλωτα τα παιδιά στην ακτινοβολία κινητών τηλεφώνων

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Ιουνίου, 2013

Untitled-190004Πιο ευάλωτα στην ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία των κινητών τηλεφώνων είναι, πιθανότατα, τα παιδιά ηλικίας έως 16 ετών σε σχέση με τους ενήλικες καθώς μέχρι αυτή την ηλικία δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη η ανάπτυξη του εγκεφάλου. “Η μυελίνωση των νευρικών ινών, διαδικασία που τους παρέχει μόνωση και προστασία, συνεχίζεται μέχρι την ηλικία των 16 ετών.

Αυτό σημαίνει ότι μέχρι τότε ο εγκέφαλος είναι πιθανόν πιο ευαίσθητος σε φυσικούς παράγοντες έκθεσης σε επιβλαβείς συνθήκες, όπως η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία αλλά και σε χημικούς ή άλλους παράγοντες” εξηγεί στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Φυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεόδωρος Σαμαράς, με αφορμή την παρουσίαση των σχετικών ερευνητικών δεδομένων στο διεθνές συνέδριο BioEM2013 που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, με θέμα την αλληλεπίδραση των ηλεκτρομαγνητικών πεδίων με την έμβια ύλη.

“Τα αποτελέσματα των ερευνών που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο έδειξαν ότι δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε ενήλικες και παιδιά ως προς την απορρόφηση της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας από τον οργανισμό. Υπάρχει, ωστόσο, σημαντική διαφορά στη φυσιολογία ενηλίκων και παιδιών καθώς ο εγκέφαλος των τελευταίων αναπτύσσεται κατά την εφηβεία” προσθέτει ο κ. Σαμαράς. Αυτός είναι, άλλωστε, ο λόγος που πριν από έναν χρόνο το Γαλλικό Τμήμα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, που έχει την ευθύνη της κατηγοριοποίησης διαφόρων παραγόντων έκθεσης του οργανισμού (φυσικών, χημικών, βιολογικών και άλλων) στον κίνδυνο της καρκινογένεσης, τοποθέτησε την ακτινοβολία από κινητά τηλέφωνα στην κατηγορία 2Β, που περιέχει τους ενδεχόμενους καρκινογόνους παράγοντες.

Αναγκαία η συνέχιση της έρευνας Παρ όλα αυτά, καθώς η έρευνα για την ακτινοβολία των κινητών τηλεφώνων ξεκίνησε στις αρχές του 2000, δεν έχει μεσολαβήσει ακόμη αρκετός χρόνος για τη μελέτη των επιπτώσεών τους, κάποιες από τις οποίες χρειάζονται αρκετό καιρό και μια λανθάνουσα περίοδο για να εμφανιστούν. “Οι επιστήμονες συμφωνούν πως χρειάζεται ακόμη περισσότερη έρευνα και μελέτη, κυρίως επιδημιολογική για τις πιθανές επιπτώσεις της χρήσης των κινητών τηλεφώνων αλλά και για τις επιδράσεις της ταυτόχρονης έκθεσης του οργανισμού σε περισσότερους παράγοντες, φυσικούς και χημικούς. Ένα τέτοιο παράδειγμα αφορά τη χρήση κινητών τηλεφώνων από ανθρώπους που λαμβάνουν ισχυρή φαρμακευτική αγωγή, ή βρίσκονται σε ρυπασμένο περιβάλλον, ή πάσχουν από κάποια ασθένεια. Τέτοιες έρευνες δεν έχουν γίνει ακόμη” σημειώνει ο κ. Σαμαράς.

Στο επίπεδο της έρευνας, με ενδιαφέρον αναμένονται τα ευρήματα μεγάλης διεθνούς επιδημιολογικής μελέτης στην οποία συμμετέχουν 13 χώρες και από ελληνικής πλευράς το Εργαστήριο Υγιεινής, Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το πρόγραμμα ξεκίνησε το 2009 και βρίσκεται αυτή τη στιγμή στη φάση της ολοκλήρωσης της συλλογής των στοιχείων. Θα ακολουθήσει η ανάλυση και αναμένονται τα πρώτα αποτελέσματα εντός του 2015.

Ενημερωτικό πρόγραμμα για την Ηλεκτρομαγνητική Ακτινοβολία “ΕΝΗΓΜΑ” Στο μεταξύ, το κατά πόσο οι Έλληνες γιατροί είναι ενήμεροι για τις επιπτώσεις της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας από τα κινητά τηλέφωνα και άλλες ηλεκτρικές συσκευές μελετά το πρόγραμμα «ΕΝΗΓΜΑ» που υλοποιείται από την Ελληνική Εταιρία Κοινωνικής Παιδιατρικής και Προαγωγής της Υγείας με επιστημονική καθοδήγηση της Υπεύθυνης του Κέντρου Έρευνας και Πρόληψης Ατυχημάτων Ελένης Πετρίδου, Καθηγήτριας Προληπτικής Ιατρικής και Επιδημιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. “Το πρόγραμμα “τρέχει” από το 2007, οπότε ξεκίνησαν έρευνες με 300 περίπου γιατρούς και 200 φοιτητές ιατρικής. Τα δεδομένα δεν έχουν ακόμη αναλυθεί σε βάθος, όμως από τις πρώτες εκτιμήσεις προκύπτει ότι οι γιατροί έχουν ελλιπή ενημέρωση για τα δεδομένα της τρέχουσας σχετικής βιβλιογραφίας.

Χρήσιμες συμβουλές για τους χρήστες κινητών Μέχρι να υπάρξουν περισσότερα ερευνητικά δεδομένα, οι επιστήμονες, συνιστούν αρχικά εκλογικευμένη χρήση των κινητών από όλους τους ενήλικες και χρήση από παιδιά ηλικίας κάτω των 16 ετών μόνο όταν κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο.

Προτείνεται επίσης η λειτουργία των ενσύρματων ή ασύρματων ακουστικών (hands free και bluetooth) και η αποστολή γραπτών μηνυμάτων. Σε κάθε περίπτωση υπογραμμίζεται ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κινητά τηλέφωνα την ώρα που κάποιος οδηγεί ή διασχίζει έναν δρόμο, λόγω της απόσπασης της προσοχής του που μπορεί να προκαλέσει σοβαρά ατυχήματα και δυστυχήματα.

Πιο συγκεκριμένα στον ειδικό οδηγό που εκπονήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «ΕΝΗΓΜΑ» συνιστάται, μεταξύ άλλων,: -η αγορά κινητών τηλεφώνων με χαμηλό Ρυθμό Ειδικής Απορρόφησης (SAR).

O συγκεκριμένος δείκτης αποτελεί ένδειξη της ποσότητας ενέργειας που απορροφάται από το σώμα κατά τη χρήση του κινητού τηλεφώνου και αναγράφεται στο εγχειρίδιο χρήσης που δίνεται με την αγορά της συσκευής, -η χρήση του κινητού κρατώντας το χαμηλά στη βάση του καθώς όταν καλύπτεται μεγάλη επιφάνεια της συσκευής, καλύπτεται και η κεραία και αυξάνεται η ισχύς της μεγαλώνοντας την εκπομπή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, -η χρήση του κινητού τηλεφώνου σε σημείο με καλό σήμα, καθώς όσο πιο καλό είναι το σήμα τόσο μικρότερη είναι η εκπομπή της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, -η χρήση των κινητών από παιδιά μόνο τις ώρες που κάτι τέτοιο θεωρείται απαραίτητο, δηλαδή όταν λείπουν για ώρες από το σπίτι και δεν υπάρχει τρόπος επικοινωνίας με σταθερό τηλέφωνο.

Πηγή:ikypros.com

http://www.diakonima.gr/

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γνώσις και βιώμα της Ορθοδόξου πίστεως….Πρ. Στεφάνου Αναγνωστόπουλου

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Ιουνίου, 2013

4271_91506907224_583382224_1609845_2317222_nΠρίν από χρόνια, όταν ήμουν εφημέριος στον ιερό Ναό του Αγίου Βασιλείου Πειραιώς, μ’ εκάλεσαν νά εξομολογήσω εκτάκτως, κατόπιν δικής του επιθυμίας, ένα νέο άνδρα, 42 ετών, του οποίου το όνομα, ήτο Ξενοφών.Όταν πήγα, ήταν σε κακή κατάστασι. Ο καρκίνος με τις ραγδαίες μεταστάσεις τον είχε προσβάλλει καί στό κεφάλι.

Οι μέρες του μετρημένες.
Ήταν μόνος στον θάλαμο, το διπλανό κρεββάτι ήταν άδειο, κι έτσι βρεθήκαμε μόνοι μας. Και μου είπε τα έξης, για το πως πίστεψε, αφού υπήρξε, όπως το τόνισε, “σκληρός άθεος” καί άπιστος.«Ήλθα εδώ πριν από 35 περίπου μέρες, σαυτό τό δωμάτιο των δύο κλινών.
Δίπλα μου ήταν ήδη κάποιος άλλος άρρωστος, μεγάλος στην ηλικία, 80 περίπου ετών. Αυτός ό άρρωστος, πάτερ μου, παρά τους φοβερούς πόνους πού είχε στά κόκκαλα -εκεί τον είχε προσβάλει ό καρκίνος- συνεχώς αναφωνούσε “Δόξα Σοι, ό Θεός! Δόξα Σοι, ό Θεός!…”
Στη συνέχεια έλεγε καί πολλές άλλες προσευχές, πού εγώ ό άνεκκλησίαστος και άθεος τις άκουγα για πρώτη φορά.
Κι όμως, πολλές φορές μετά από τις προσευχές του ηρεμούσε -κι εγώ δέν ξέρω με ποιόν τρόπο- και τον έπαιρνε γλυκύτατος ύπνος.
“Υστερα άπό δυό-τρεις ώρες ξυπνούσε άπό τους αφόρητους πόνους, γιά νά ξαναρχίση καί πάλιν “το Χριστέ μου, Σ ευχαριστώ! Δόξα στό όνομα Σου!…Δόξα Σοι, ό Θεός!…Δόξα Σοι, ο Θεός!…”
20155_105781599441497_100000289733724_150387_2953551_n

‘ Εγώ μούγκριζα άπό τους πόνους, κι αυτός ό συνασθενής μου, μέ τους αφόρητους πόνους, δοξολογούσε τόν Θεό.’ Εγώ βλαστημούσα τόν Χριστό καί τήν Παναγία, κι αυτός μακάριζε τόν Θεό, Τόν ευχαριστούσε γιά τόν καρκίνο πού τοϋ έδωσε καί τους πόνους πού είχε. Τότε εγώ αγανακτούσα όχι μόνο άπό τους πόνους τους φρικτούς πού είχα, άλλα καί γιατί έβλεπα αυτόν, τόν συνασθενή μου, νά δοξολογή συνεχώς τόν Θεό. Αυτός έπαιρνε σχεδόν κάθε μέρα “τήν Θεία Μεταλαβιά” κι έγώ ό άθλιος ξερνούσα άπό αηδία.

– Σκάσε, επί τέλους. σκάσε επί τέλους νά λές συνεχώς “Δόξα Σοι, ό Θεός”! Δέν βλέπεις πώς Αυτός ό Θεός, πού έσύ Τόν δοξολογείς, Αυτός μας βασανίζει τόσο σκληρά; Θεός είναι αυτός; Δέν υπάρχει.”Οχι! δέν υπάρχει…
Καί αυτός μέ γλυκύτητα απαντούσε:

‘Υπάρχει, παιδί μου, υπάρχει καί είναι στοργικός Πατέρας, διότι με την αρρώστια καί τους πόνους μας καθαρίζει άπό τίς πολλές μας αμαρτίες. “Οπως αν ασχολιόσουν μέ καμμιά σκληρή δουλειά, όπου τά ροϋχα σου και τό σώμα σου θά βρωμούσαν κυριολεκτικώς, θά χρειαζόσουν μία σκληρή βούρτσα γιά νά καθαριστής καλά, κι έσύ καί τό σώμα σου καί τά ροϋχα σου, κατά τόν ίδιο τρόπο καί ό Θεός χρησιμοποιεί τήν αρρώστια σάν ευεργετικό καθαρισμό της ψυχής, γιά νά τήν προετοιμάση γιά τή Βασιλεία των ουρανών.

Οι απαντήσεις του μ’ εκνεύριζαν ακόμη περισσότερο καί βλαστημούσα θεούς καί δαίμονες. Δυστυχώς οι αντιδράσεις μου ήσαν αρνητικές, μέ τό νά φωνάζω:
-Δέν υπάρχει Θεός.,.Δέν πιστεύω σέ τίποτα…Ούτε στον Θεό οϋτε ο αυτά τά «κολοκύθια» πού μου λές περί Βασιλείας του Θεού σου…Θυμάμαι τίς τελευταίες του λέξεις:

-Περίμενε καί θά δής μέ τά μάτια σου πώς χωρίζεται ή ψυχή άπ’ τό σώμα ενός χριστιανού πού πιστεύει. Είμαι αμαρτωλός, αλλά τό έλεος Του θά μέ σώση. Περίμενε, θά δής καί θά πιστέψεις!
Καί ή μέρα αυτή έφθασε. Από τό νοσοκομείο θέλησαν νά βάλουν ένα “παραβάν”, όπως ήταν καθήκον τους, αλλά έγώ διαμαρτυρήθηκα. Τους είπα “όχι, γιατί θέλω νά δω πώς αυτός ό γέρος θά πεθάνει!!!”.

Τόν έβλεπα λοιπόν νά δοξολογή συνεχώς τόν Θεό. Πότε έλεγε κάποια “Χαίρε” γιά τήν Παναγία, πού αργότερα έμαθα ότι λέγονται “Χαιρετισμοί”. Κατόπιν σιγοέψαλλε τό “Θεοτόκε Παρθένε”, τό “Άπό των πολλών μου αμαρτιών…”, τό “Άξιον έστι”, κάνοντας συγχρόνως καί πολλές φορές τό σημείο του σταυρού.

28805_1204120242198_1804389568_402805_3595466_n

Σήκωσε κάποια στιγμή τά χέρια του καί είπε: “Καλώς τόν Άγγελο μου! Σ ευχαριστώ, πού ήλθες μέ τόση λαμπρά συνοδεία νά παραλάβεις τήν ψυχή μου. Σ’ ευχαριστώ!… Σ ευχαριστώ!…” Ανασηκώθηκε λίγο, ξανασήκωσε τά χέρια του ψηλά, έκαμε τό σημείο του σταυρού, σταύρωσε τά χεράκια του στό στήθος του καί έκοιμήθη!

Ξαφνικά τό δωμάτιο πλημμύρισε άπό φώς, λές καί μπήκαν μέσα δέκα ήλιοι καί περισσότεροι, τόσο πολύ φωτίστηκε τό δωμάτιο! Ναί, έγώ ό άπιστος, ό άθεος, ό υλιστής, ό “ξιπασμένος”, ομολογώ ότι όχι μόνον έλαμψε τό δωμάτιο άλλα καί μιά ωραιότατη μυρωδιά απλώθηκε σ’αύτό, ακόμη καί σέ ολόκληρο τόν διάδρομο, καί μάλιστα όσοι ήσαν ξυπνητοί καί μπορούσαν, έτρεχαν εδώ κι εκεί, γιά νά διαπιστώσουν άπό που ήρχετο ή παράξενη αυτή μυρωδιά.

“Ετσι, πάτερ μου, πίστεψα, γι’ αυτό καί φώναξα γιά Εξομολόγο ύστερα άπό τρεις ημέρες. Τήν άλλη μέρα όμως, τά βαλα μέ τους δικούς μου, την μάνα μου καί τον πατέρα μου, ύστερα με τά δύο μεγαλύτερα αδέλφια μου, μέ τη γυναίκα μου, μέ τους συγγενείς καί τους φίλους, καί τους φώναζα καί τους έλεγα:

–Γ ιατί δέν μου μιλήσατε ποτέ γιά τόν Θεό, τήν Παναγία καί τους Αγίους; Γιατί δέν μέ οδηγήσατε ποτέ στην ‘Εκκλησία; Γιατί δέν μου είπατε ότι υπάρχει Θεός καί υπάρχει καί θάνατος καί κάποτε αυτη ή ψυχή θά χωρισθή από τό σώμα γιά νά δώση τόν λόγο της; Γιατί μέ σπρώξατε μέ τήν συμπεριφορά σας στην αθεΐα καί στον μαρξισμό; ‘ Εσείς μέ μάθατε νά βλαστημώ, νά κλέβω, νά απατώ, νά θυμώνω, νά πεισμώνω, νά λέω χιλιάδες ψέματα, νά αδικώ, νά πορνεύω…

Εσείς μέ μάθατε νά είμαι πονηρός, καχύποπτος, ζηλιάρης, λαίμαργος, φιλάργυρος καί κακός. Γιατί δέν μου διδάξατε τήν αρετή; Γιατί δέν μοΰ διδάξατε τήν αγάπη; Γιατί δέν μου μιλήσατε ποτέ γιά τόν Χριστό; Γιατί;… Άπό αυτή τή στιγμή μέχρι πού νά πεθάνω, θά μοϋ μιλάτε μόνο γιά τόν Θεό, τόν Χριστό, τήν Παναγία, τους ‘Αγγέλους, τους ‘Αγίους. Γιά τίποτε άλλο.

 

4239_90746832224_583382224_1599438_8348546_n


Ηρχοντο οι δικοί μου, οι συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, καί τους ρωτούσα τόν καθένα χωριστά ή όλους μαζί:

–”Εχετε νά μου πείτε κάτι σημαντικό γιά τόν Θεό; διότι Αυτόν θά συναντήσω! Λέγετε…..’Εάν δέν ξέρετε, νά μάθετε. Οί μέρες περνάνε κι εγώ θά φύγω.

Καί σ’ ένα – δυό επισκέπτες:
-Άν δέν ξέρης ή αν δέν πιστεύης, νά φύγης!…

Τώρα πιστεύω μέ όλη μου τήν καρδιά, καί θέλω νά εξομολογηθώ όλες τίς αμαρτίες μου άπό μικρό παιδί…»
Ήτο σταθερός καί αμείλικτος μέ τό παλαιό εαυτό του ό Ξενοφών. Καί τό έλεος του Θεού ήταν μεγάλο, πολύ μεγάλο!’ Εξομολογήθηκε μέ ειλικρίνεια, κοινώνησε δυό-τρεις φορές καί υστέρα άπό πάλη μερικών ημερών μέ τόν καρκίνο, έφυγε εν πλήρη μετάνοια, μέ ζέουσα τήν πίστι, ειρηνικά, όσιακά, δοξολογώντας κι’ αυτός τόν Θεό

Ευχαριστούμε το Δάσκαλο μας κ Παναγιώτη Μανιάτη για την επιλογή του θέματος όπως και για τη βοήθεια…!!!

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εσπερινός της γονυκλισίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Ιουνίου, 2013

«Θεέ μου…Είμαι πεσμένος… Σήκωσέ με. 
Ανάστησέ με. Σώσε με!…»
Κατά την «έσχατη» και «μεγάλη» και «σωτήρια» ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία μας αποκαλύφθηκε και προσκυνούμε και δοξάζουμε το μέγα μυστήριο της Αγίας και Ομοουσίου και Ζωοποιού και Αδιαιρέτου και Ασυγχύτου Τριάδας, του Ενός και Μοναδικού Θεού του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αμέσως μετά την Πανηγυρική Θεία Λειτουργία, τελούμε τον «Εσπερινό της Γονυκλισίας», κατά τον οποίο ψάλλουμε ύμνους αφιερωμένους κατ’ εξοχήν στο Πανάγιο Πνεύμα, το τρίτο Πρόσωπο της Τρισηλίου Θεότητας, που είναι «φως και ζωή και ζώσα πηγή νοερά. Πνεύμα σοφίας, Πνεύμα συνέσεως, αγαθόν, ευθές, νοερόν, ηγεμονεύον, καθαίρον τα πταίσματα, Θεός και θεοποιούν, πυρ εκ πυρός προϊόν, λαλούν, ενεργούν, διαιρούν τα χαρίσματα».
Αμέσως μετά την «Είσοδο» του Εσπερινού, κι αφού ψαλεί το «Φως ιλαρόν» και το πανηγυρικό Μέγα Προκείμενο «Τίς Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια μόνος!» σε ήχο βαρύ, μεγαλόπρεπο, αντάξιο του νοήματος και του μηνύματός του, ο Διάκονος μας καλεί, κλήρο και λαό, να γονατίσουμε και ν’ απευθύνουμε στο Θεό γονυπετείς λόγο ικεσίας: «Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Από τη λαμπροχαρμόσυνη αγία ημέρα του Πάσχα μέχρι και σήμερα, η γονυκλισία ήταν απαγορευμένη. Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, και για να υπογραμμίζεται το χαρούμενο και σωτήριο μήνυμα των αναστάσιμων βιωμάτων της Εκκλησίας, η προσευχή των Ορθοδόξων γίνεται «ορθοστάδην». Σε όρθια δηλαδή στάση, και όχι με γονυκλισία. Όμως την ώρα τούτη το «ορθοστάδην» παραμερίζεται, όχι μόνο για να χαιρετίσουμε θεοπρεπώς το Πανάγιο Πνεύμα, «δι’ ου Πατήρ γνωρίζεται και Υιός δοξάζεται, και παρά πάντων γινώσκεται μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις τής Αγίας Τριάδος», μα και για να πούμε κατά πως ταιριάζει σε παραστρατημένους, όπως είμαστε όλοι μας, χωρίς εξαίρεση, το «ημάρτομεν!», και να ζητήσουμε το έλεος του Θεού, την άφεση, την κάθαρση, τη συγγνώμη.
Τη γονυκλισία την ονομάζει ο λαός μας και «μετάνοια». Γιατί η στάση του μετανοούντος είναι το «κλίνειν τα γόνατα». Κάτω τα γόνατα, κάτω και το πρόσωπο.
Σημαίνει απλούστατα: «Θεέ μου, βρίσκομαι κάτω. Είμαι πεσμένος. Έχω καταντήσει “γη και σποδός”. Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…». Έτσι, σήμερα που ήρθε στον κόσμο ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας το «καθαίρον(που καθαρίζει) τα πταίσματα», καλούμαστε να πάρουμε στάση (όχι μόνο σώματος, μα και ζωής!) μετανοούντος:
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».
Στην Κρήτη λένε οι παλαιότεροι: «Και στην κορυφή του βουνού να βρεθείς τούτη την ημέρα ολομόναχος, θα πρέπει να γονατίσεις και να κάμεις το σταυρό σου». Και κρύβουν τα λόγια τούτα την αίσθηση της πραγματικής μετοχής στη ζωή του Ενός Σώματος της Εκκλησίας, ανεξάρτητα από εξωτερικές συνθήκες. Την αίσθηση της εν Θεώ τω εν Τριάδι οργανικής ενότητας των πιστών, όπου κι αν οι συγκυρίες της ζωής τους θέλουν να βρίσκονται… Και γονατίζει ο πιστός όπου κι αν είναι: Στην εκκλησιά του· στο σπίτι του ή στο νοσοκομείο, αν είναι άρρωστος·· στο πλοίο του, αν θαλασσοπορεί· στο βουνό στον κάμπο· στη στάνη· στο δάσος· στην ξενιτιά· στο κάτεργο· στη φυλακή… Όπου βρίσκεται!
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».
Η πρώτη Ευχή της Γονυκλισίας απευθύνεται στον «Άχραντο, αμίαντο, άναρχο, αόρατο, ακατάληπτο, ανεξιχνίαστο, αναλλοίωτο, ανυπέρβλητο, αμέτρητο, ανεξίκακο Κύριο», τον «Πατέρα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» και Τον παρακαλεί, με μόνο συνήγορό μας τη δική Του «συμπάθεια», να μας δεχθεί καθώς προσπέφτουμε ενώπιον Του μετανοημένοι και φωνάζοντας το «ημάρτομεν!».
Του θυμίζει πως από τη μήτρα της μητέρας μας ήδη, Αυτόν μονάχα είχαμε για Θεό μας, αλλά, επειδή τη ζωή μας τη χαραμίσαμε στη ματαιότητα, μείναμε γυμνοί από τη βοήθειά Του και δεν έχουμε λόγια για ν’ απολογηθούμε. Όμως παίρνουμε Θάρρος από τους οικτιρμούς Του και κράζουμε: «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής, και εκ των κρυφίων ημών καθάρισον ημάς».(Μη θυμηθείς τις αμαρτίες που κάναμε στα νιάτα μας, όταν είχαμε άγνοια των εντολών Σου, και από τα κρυφά και ανομολόγητα κρίματα της καρδιάς μας καθάρισέ μας). Του ζητά, πριν βρεθούμε πίσω στο χώμα, σ’ Αυτόν να μας αξιώσει να επιστρέψουμε! Να ζυγομετρήσει τις αμαρτίες μας με τους οικτιρμούς Του και ν’ αντιπαραθέσει την άβυσσο των οικτιρμών και του ελέους Του στο πλήθος των πλημμελημάτων μας! Να μας ρύσει, να μας γλυτώσει από την αβάσταχτη τυραννία του διαβόλου! Ν’ ασφαλίσει τη ζωή μας μέσα στους άγιους και ιερούς Του νόμους και να μας συνάξει όλους στη Βασιλεία Του. Και καταλήγει ικετευτικά: «Δος συγγνώμη σε όσους ελπίζουν σε Σένα… καθάρισέ μας με την ενέργεια του Αγίου Σου Πνεύματος».
Πρόκειται για προσευχή «αντρίκια»! Εξομολογητική, χωρίς προσπάθειες άσκοπης δικαιολογίας ή αποποιήσεως ευθυνών. «Ημάρτομεν!» «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής!» «Εκ των κρύφιων ημών καθάρισον ημάς!» «Δος συγγνώμην τοις ελπίζουσιν επί Σε!» Δεν είναι λόγια αυτά! Είναι βέλη που σαϊτεύουν την πατρική καρδιά του Ανεξίκακου και Πολυέλεου και Φιλάνθρωπου Θεού!…
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Η δεύτερη Ευχή απευθύνεται στο Κύριο ημών Ιησού Χριστό, το «απαύγασμα του Πατρός»(που πηγάζει από τον πατέρα), τον «της ουσίας και της φύσεως Αυτού απαράλλακτον και αμετακίνητον χαρακτήρα», την «πηγή της σωτηρίας και της χάριτος» και Του ζητά να μας ανοίξει Αυτός, ο «διδούς ευχήν τω εύχομένω»(αυτός που δίνει προσευχή στον προσευχόμενο), τα αμαρτωλά μας χείλη και να μας διδάξει «πώς δει και υπέρ ων χρή προσεύχεσθαι» – ρεαλιστική παραδοχή πως χωρίς Αυτόν, ούτε να Τον ζητήσουμε μπορούμε, ούτε να Του ζητήσουμε τα συμφέροντα ξέρουμε. Κι αφού Του δηλώσει με ταπείνωση πως περιμένουμε η ευσπλαχνία Του να νικήσει το άμετρο πλήθος των αμαρτιών μας. Του λέει πως με φόβο θείο στεκόμαστε μπροστά Του, έχοντας ρίξει την απελπισία της ψυχής μας μέσα στου ελέους Του το πέλαγος, και Του ζητάει για λογαριασμό μας: «Κυβέρνησε μου την ζωήν… και γνώρισέ μου το δρόμο που θα πορευτώ». «Το Πνεύμα της Σοφίας Σου, χάρισε στη σκέψη μου. Πνεύμα συνέσεως δώρισε στην «αφροσύνη» μου. Τα έργα μου ας τα κατευθύνει πνεύμα θεοφοβίας. Πνεύμα ευθές και ηγεμονικό μη μου στερήσεις, για ν’ αξιωθώ, με του Αγίου Πνεύματος την καθοδήγηση, να εργάζομαι τις εντολές Σου και πάντοτε να νιώθω την παρουσία Σου». Και κορυφώνει: «Την Σην ικετεύω αγα­θότητα. Όσα ηυξάμην απόδος μοι εις σωτηρίαν»(την καλοσύνη Σου ικετεύω: Όσα σχετικά με τη σωτηρία μου Σου ζήτησα προσευχόμενος, χάρισέ μου), για να Του υπογραμμίσει πιο κάτω πως Αυτός είναι η μοναδική μας ελπίδα, παρά τις αμαρτίες μας: «Σε Σένα μόνο αμαρτάνουμε, αλλά και Σένα μόνο λατρεύουμε. Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε άλλο Θεό, ούτε να υψώνουμε ικετευτικά τα χέρια μας σε κάποιο άλλο Θεό ». Κι αυτός ο τονισμός ότι Αυτός είναι ο μοναδικός μας Θεός, το μοναδικό μας, δηλαδή, και έσχατο καταφύγιο, θέλει -αν μπορούμε να το πούμε έτσι (χωρίς, πάντως, άσεβη διάθεση)- να κινήσει το φιλότιμο του Θεανθρώπου να μας δώσει χέρι βοηθείας, να μας χαρίσει την άφεση και τα προς σωτηρία αιτήματα, δεχόμενος τη γονυκλισία και την προσευχή μας, «ως θυμίαμα δεκτό, αναλαμβανόμενο ενώπιον της υπεράγαθης Βασιλείας Του».
Είναι και τούτη η ευχή μια προσευχή τολμηρή. «Σοι μόνω αμαρτάνομεν, αλλά και Σοι μόνω λατρεύομεν». Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε ξένο θεό, ούτε να υψώνουμε χέρια ικετευτικά σ’ άλλο θεό έξω από Σένα! Ομολογία πτώσεως, φθοράς, εξαχρειώσεως, έσχατου κινδύνου! Αλλά ταυτόχρονα και ομολογία πίστεως, θεοφοβίας, ζωντανής ελπίδας σ’ Αυτόν που είναι «η ελπίς πάντων των περά­των της γης» (Ψαλμ. 64: 6), και αγάπης λατρευτικής γι’ Αυτόν που «πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α’ Ίωάν. 4: 19). Προσευχή δίχως φαρισαϊσμούς και υποκρισίες. Σωστό ξέσπασμα αληθινά ορθόδοξης καρδιάς!…
«Έτι και έτι κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Ακολουθεί η τρίτη Ευχή, που απευθύνεται κι αύτη στο δεύτερο Πρόσωπο της Υπερουσίου Τριάδος, που είναι «η πηγή που πάντοτε και ασταμάτητα αναβλύζει ζωή και φως, η δημιουργική Δύναμη που είναι αιώνια όπως ο Πατέρας, Εσύ που εκπλήρωσες κατά τον καλύτερο τρόπο, πανέμορφα, ό,τι χρειαζόταν για τη σωτηρία των ανθρώπων», Ιησούς Χριστός, που έλυσε τους άλυτους δεσμούς του θανάτου και έσπασε του άδη τα κλειδιά και καταπάτησε τα πλήθη των πονηρών πνευμάτων, και πρόσφερε τον Εαυτό Του για χατίρι μας «άμωμον ιερείον»(αψεγάδιαστη θυσία) και θυσία άχραντη, και με θεόσοφο δόλωμα αγκίστρωσε τον «αρχέκακο και βύθιο δράκοντα» και τον δέσμευσε για πάντα, και τον κατέστησε αδύναμο κι ανίσχυρο, να περιμένει το «πυρ το άσβεστο» (Μάρκ. 9: 45) και το «σκότος το εξώτερο» (Ματθ. 25: 30). Απευθύνεται στον Υιό που είναι «η μεγαλώνυμος Σοφία του Πατρός», «αΐδιον φως εξ αϊδίου φωτός. Ήλιος δικαιοσύνης» και Τον καθικετεύει:. Συ που μας αξίωσες να φτάσουμε σ’ αυτή τη μεγάλη ήμερα της Πεντηκοστής, δέξου ακόμα μια ικεσία μας. Όχι για μας τους ίδιους τούτη τη φορά, μα γι’ αυτούς που έφυγαν πριν από μας. Για τους κεκοιμημένους συγγενείς μας κατά σάρκα και όλους τους «οικείους της πίστεως». Συ που και κατ’ αυτή τήν «παντέλεια» και «σωτηριώδη» εορτή μας αξίωσες να δέχεσαι «ιλασμούς ικεσίους» γι’ αυτούς που βρίσκονται στον Αδη, δίνοντας μας μεγάλες ελπίδες, άκουσε τη φωνή μας που αξιοσυμπάθητα Σου απευθύνουμε: «Ανάπαυσον τας ψυχάς των δούλων Σου των προκεκοιμημένων», εκεί που υπάρχει, το φως κ’ η δροσιά κ’ η αναψυχή, εκεί που δεν υπάρχει πόνος, λύπη ή στεναγμός. Ανάπαυσε τα πνεύματά τους με τους δικαίους, γιατί αυτοί που βρίσκονται στον Άδη δεν μπορούν να Σου ζητήσουν συγγνώμη, αλλά μονάχα εμείς που ζούμε Σε ευλογούμε και Σε ικετεύουμε και τις εξιλαστήριες ευχές και ιερουργίες Σου προσφέρουμε για τις ψυχές τους!
Κι επισυνάπτεται σ’ αυτή και δεύτερη Ευχή υπέρ των τεθνεώτων, των νεκρών, απευθυνόμενη σ’ Αυτόν που είναι «της αναστάσεως ημών Αρχηγός και των βεβιωμένων(όσων πράξαμε) αδέκαστος και φιλάνθρωπος Κριτής και της μισθαποδοσίας Δεσπότης και Κύριος», ικετεύοντας Τον: «Ανάπαυσον πάντας, τους πατέρας εκάστου και μητέρας και αδελφούς και αδελφάς και τέκνα, και ει τι άλλον ομογενές και ομόφυλον, και πάσας τας προαναπαυσαμένας ψυχάς επ’ ελπίδι αναστάσεως, ζωής αιωνίου, και κατάταξον τα πνεύματα αυτών και τα ονόματα εν βίβλω ζωής», στην αγκαλιά του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, στη Χώρα των Ζώντων, στη Βασιλεία των ουρανών, στον Παράδεισο. Και ανάστησε και τα σώματα όλων μας κατά την αγία ήμερα της επαγγελίας Σου. Γιατί είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει θάνατος για τους δούλους του Θεού, μα φεύγουν απ’ το σώμα κι έρχονται σε Σένα, τον Κύριο. Φεύγουν από τα λυπηρά κι έρχονται «στα καλύτερα και τα πιο ευχάριστα», σε Σένα, που είσαι η ανάπαυση και η χαρά!
Ζητά γι’ άλλη μια φορά συγχώρηση αμαρτημάτων για όλους, ζώντες και κεκοιμημένους, από τον μόνο Αναμάρτητο: «Δος μας συγγνώμη, άφεση και συγχώρηση για τα παραπτώματά μας, τα θεληματικά και τα αθέλητα, αυτά που κάναμε ξέροντας πως είναι κρίματα, και αυτά που κάναμε έχοντας άγνοια, τα φανερά, τα κρυφά, όσα διαπράξαμε με έργα, με το λογισμό μας και με λόγια, κάθε συναναστροφή και σε κάθε κίνησή μας… » και καταλήγει: «Και στους μεν αποβιώσαντες δώρισε ελευθερία και άνεση δώρισε, και εμάς που είμαστε εδώ ευλόγησε, χαρίζοντας μας το τέλος της ζωής μας καλό και ειρηνικό».
Λέει κάποιος Άγιος πως τίποτε δεν συγκινεί τόσο το Θεό, όσο η προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων. Επειδή «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια», οι προαπελθόντες δεν έχουν πια τη δυνατότητα να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Έτσι, μοναδική φωνή γι’ αυτούς είναι η φωνή μας! Μοναδική ικεσία τους η δική μας ικεσία! Μοναδική προσευχή τους η προσευχή μας! Για το λόγο αυτό , αυτή η τρίτη Ευχή της Γονυκλισίας έχει ξεχωριστή βαρύτητα και σημασία! Είναι προσευχή αγάπης και ελεημοσύνης και φιλαδελφίας και ευγνωμοσύνης, για πρόσωπα που βρίσκονται πια στα χέρια του Θεού!
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα…»
Τί να προσθέσει κανείς στην τριπλή αυτή γονυκλινή ευχή της Εκκλησίας; Τί επί πλέον να ζητήσει από το Θεό; Μονάχα έναν ύμνο εκκλησιαστικό που είναι ιερή υπόσχεση με την ευκαιρία της Πεντηκοστής, ύμνο του Εσπερινού της παραμονής, διαλέγω σαν επίλογο καί επιστέγασμα των ταπεινών τούτων γραμμών:
«Εν ταις αυλαίς Σου υμνήσω Σε τον Σωτήρα του κόσμου, και κλίνας γόνυ προσκυνήσω Σου την αήττητον δύναμιν, έν εσπέρα και πρωί και μεσημβρία, και εν παντί καιρώ ευλογήσω Σε, Κύριε»! Που θέλει να πει: «Στις εκκλησίες Σου μέσα θα Σε υμνήσω, τον Σωτήρα του κόσμου, και θα γονατίσω να προσκυνήσω την αήττητη δύναμή Σου, και βράδυ, και πρωί, και μεσημέρι, και κάθε ώρα και στιγμή θα Σε ευλογήσω, Κύριε».
Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ, «Οσμή ζωής», εκδ. Άθως.

http://www.orthmad.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή της Πεντηκοστής -Το Άγιο Πνεύμα και η δόξα

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Ιουνίου, 2013

«Ο πιστεύων εις εμέ, καθώς είπεν η Γραφή, ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος. Τούτο δε είπε περί του Πνεύματος ου έμελλον λαμβάνειν οι πιστεύοντες εις αυτόν . ούπω γαρ ην Πνεύμα Άγιον, ότι Ιησούς ουδέπω εδοξάσθη» (Ιωάν. 7, 38-39). Με τη φράση αυτή ο ευαγγελιστής Ιωάννης μας δείχνει τις ευλογίες και τον τρόπο ζωής που αποκτά όποιος είναι μέλος του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας δηλαδή. Και αυτό γίνεται την στιγμή που λαμβάνουμε, στο μυστήριο του Βαπτίσματος, το Χρίσμα, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα μας καθιστά τέλεια μέλη του σώματος του Χριστού, δίδοντάς μας την χάρη και το δικαίωμα να συμμετέχουμε όχι μόνο στα μυστήρια, αλλά και στην αιώνια δόξα την οποία ο Χριστός πρώτος προσέδωσε στην ανθρώπινη φύση, συνεργεία του Αγίου Πνεύματος. Και είναι τρία τα χαρακτηριστικά αυτής της δόξας, η οποία ξεκινά από τον παρόντα χρόνο και κόσμο και τελειούται στην αιώνια ζωή: είναι ο κορεσμός της δίψας για νόημα, αιωνιότητα και όντως ζωή. Είναι η έκλυση αυτού του ζώντος ύδατος από τα εσώτερα της ύπαρξης προς όλο τον κόσμο. Και είναι η διατήρηση του Αγίου Πνεύματος  στην πίστη και τη ζωή της Εκκλησίας.  Αυτά τα τρία στοιχεία οδηγούν τον άνθρωπο από δόξης εις δόξαν.
                Η παρουσία του τρίτου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Αγίου Πνεύματος, στην ζωή μας λύνει το μεγάλο ερώτημα που ταλαιπωρεί κάθε άνθρωπο: «γιατί υπάρχουμε; ποιος είναι ο προορισμός μας; τι συμβαίνει όταν πεθαίνουμε;». Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος μάς δείχνει ότι υπάρχουμε γιατί ο Θεός το θέλησε. Είμαστε παιδιά Του. Και σκοπός της ζωής μας είναι να ανακαλύπτουμε την υιότητά μας. Να βρίσκουμε σε κάθε περίσταση της ζωής μας, ευχάριστη και δυσάρεστη, ακόμη και στο βιολογικό μας τέλος, τα σημάδια της αγάπης του Θεού και τελικά τον Ίδιο.  Δεν είμαστε αυτόφωτοι και αυθύπαρκτοι. Έχουμε αρχή και τέλος στο χρόνο, όχι όμως και σε ό,τι αφορά στη σχέση μας με το Θεό που υπερβαίνει το χρόνο. Και σκοπός της ζωής μας είναι να πράττουμε κατά τις εντολές του Θεού, για να αναβαπτιζόμαστε στη χάρη που η σχέση μας μαζί Του μας προσφέρει. Και αυτή η σχέση γίνεται αιώνια. Δεν αφήνει ο Θεός την ψυχή μας στον Άδη (Ψαλμ. 15). Δεν εκμηδενιζόμαστε στην κόλαση της ανυπαρξίας ή της μοναξιάς, αλλά ζούμε την υιότητα για πάντα.
                Το βίωμα της υιότητας γίνεται κατάσταση που αγκαλιάζει όλη την ύπαρξή μας. Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος ξεχειλίζει. Είναι γενναιόδωρη. Και ό,τι πλημμυρίζει, δεν κρύβεται. Πληροί και αυτόν που το ζει και γίνεται πηγή που ξεδιψά και τους άλλους. Αυτός είναι ο δρόμος και ο τρόπος της αγιότητας. Ο άνθρωπος που πιστεύει στο Χριστό και λαμβάνει το Άγιο Πνεύμα στη ζωή της Εκκλησίας αποκτά την αγιότητα. Και άγιος είναι εκείνος που αυθόρμητα αναλαμβάνει την αποστολή να δώσει αυτό που έχει και ζει, ανεξαρτήτως αν οι άλλοι οι άνθρωποι καταλάβουν τη χαρά που ζει. Καταλάβουν το φως που έχει στην καρδιά του. Καταλάβουν  γι’Αυτόν που τους μιλά και γι’ αυτό που ζει. Για την ανακαίνιση της ύπαρξης χάρις στην πίστη. Για την επιλογή της θυσίας και της αγάπης. Για την άσκηση και την μετάνοια. Για τον αγώνα εναντίον του πολυποίκιλου κακού. Για την συγχώρεση και την συνύπαρξη.   Για το μαρτύριο του αίματος και της συνείδησης. Για την επιλογή της διαφορετικότητας που όμως δεν αποκόπτει, αλλά περιλαμβάνει τους πάντες. Κι αν κόμη εκείνοι δεν θέλουν, δε λησμονεί την προσευχή για όλους. Τον κόσμο και την δημιουργία. Ο άγιος είναι αυτός που νιώθει να ξεχειλίζει η ύπαρξή του από τη χάρη του Πνεύματος και την παρουσία του Θεού. Και γίνεται η πηγή που ξεδιψά όσους το επιθυμούν. Ακόμη κι αν  αμφισβητούν και την πηγή και το ζων ύδωρ.
                Η υιότητα και η αγιότητα γίνονται φως τοις πάσι. Γίνονται ζωή στον κόσμο αυτό και στην αιωνιότητα. Και είναι η δόξα του ανθρώπου που φωτίζεται από το Άγιο Πνεύμα εντελώς διαφορετική από αυτήν που τα ανθρώπινα μέτρα προσφέρουν. Δεν έχει να κάνει με τις τιμές των ανθρώπων ούτε την υστεροφημία. Δεν έχει να κάνει με τα οικονομικά κίνητρα, ούτε με την ενασχόληση των άλλων με αυτόν που εν Αγίω Πνεύματι δοξάζεται.   Ούτε με πρωτοσέλιδα ή επαίνους. Η εν Αγίω Πνεύματι δόξα αποδίδει στον άνθρωπο το αρχαίον κάλλος. Του δίδει την ελευθερία από κάθε ανάγκη. Του δίδει την χάρη της Αληθείας. Τον καθιστά δυνατό στην καρδιά. Και αίρει κάθε φόβο από την ύπαρξη. Την ίδια στιγμή κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται την οδό της πνευματικότητας.  Σκέπτεται το Θεό και ζει κατά Θεόν. Δεν επιδιώκει τα του κόσμου, αλλά υπερβαίνει τον κόσμο. Και αγαπώντας το Θεό και το συνάνθρωπο, ο δεδοξασμένος παρά του Αγίου Πνεύματος, ζει την ανάσταση από τον θάνατο της εκκοσμίκευσης και της κακότητας, όπως επίσης υπερβαίνει και την ανάγκη προσαρμογής στα δεδομένα του κόσμου, γιατί ξέρει ποια είναι η αληθινή του πατρίδα. Και δεν παραδίδεται στο θέλημα και τον τρόπο των πολλών, αλλά αναζητεί το Θεό σε κάθε στιγμή και σε κάθε πρόσωπο, ενώ σε κάθε πρόκληση έχει μέσα του αυτόματο ως φυσική του κατάσταση το τι θέλει ο Θεός.  
                Καθώς εορτάζουμε την Πεντηκοστή, καλούμαστε να ξαναβρούμε στη ζωή μας αυτά τα τρία στοιχεία: την υιότητα, την αγιότητα και την πνευματικότητα. Και τα τρία μας δίνουν τη δόξα που ξεπερνά τα μέτρα του κόσμου. Για να τα βρούμε και να τα σπουδάσουμε προϋπόθεση είναι η ζωή της Εκκλησίας, η οποία μας αγιάζει και μας δείχνει το Άγιο Πνεύμα. Η δόξα της πίστης, όσο κι αν δεν φαίνεται να  συγκινεί τον κόσμο μας, είναι μία πρόκληση να την αναζητήσουμε, υπερβαίνοντας έτσι  τα στίγματα των πταισμάτων και ζώντας την Αλήθεια του Τριαδικού Θεού. Φώτιση και επιφοίτηση, αγώνας και ελπίδα η πρόταση ζωής της Εκκλησίας. Ας την αναζητήσουμε εν Πνεύματι και αληθεία.
 Κέρκυρα, 23 Ιουνίου 2013
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιατί δεν απεικονίζεται η Θεοτόκος στην Ορθόδοξη εικόνα της Πεντηκοστής.(Λ. Οὐσπένσκυ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Ιουνίου, 2013

Πεντηκοστή 1

Η εικόνα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος αντιστοιχεί πλήρως προς τα λειτουργικά κείμενα της Πεντηκοστής μεταφέροντας ολοκληρωμένα την σημασία της· το δογματικό περιεχόμενο της εικόνας δεν επιδέχεται κανένα είδος επέμβασης, όπως αυτή της Παρθένου. Η εισαγωγή της Θεοτόκου στον αποστολικό κύκλο θα έθετε το ερώτημα: τι σημαίνει η παρουσία Της; Ποιά τροποποίηση φέρνει στην σημασία της εικονογραφίας της Πεντηκοστής; Υπάρχουν πολλές εξηγήσεις για την παρουσία Της· ας την δούμε καλύτερα.

Στο έργο που ήδη αναφέραμε, ο L. Reau εκφράζει την παρακάτω σκέψη: «Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η Παρθένος σημαίνει, εδώ, ο,τι και στην Ανάληψη· συμβολίζει την Εκκλησία. Οι απόστολοι σχηματίζουν κύκλο γύρω από την Παρθένο που προεδρεύει της σύναξης χωρίς να μετέχει στο θαύμα».

Αυτό όμως δεν είναι ακριβές από ορθόδοξη άποψη: η Θεοτόκος μετέχει του θαύματος. Δεν συμμετέχει στα άμεσα αποτελέσματα και δεν παίζει κάποιο ενεργό ρόλο στο κήρυγμα και στα μυστήρια. Γιά ο,τι αφορά στον συμβολισμό της Εκκλησίας μέσα από το Πρόσωπο της Παρθένου μία ανάλογη εκτίμηση διατυπώθηκε από τους ορθοδόξους στην διάρκεια της συζήτησης: «Η Θεοτόκος είναι μία εικόνα της Εκκλησίας, πράγμα που σημαίνει ότι η χάρη του Αγίου Πνεύματος αναπαύεται όχι μόνο στους δώδεκα αλλά σ᾿ ολόκληρη την Εκκλησία»).

Αυτός ο συλλογισμός, όπως και του L.Reau, συγκροτείται βάσει αναλογίας με την εικόνα της Αναλήψεως. Δεν είναι δυνατόν όμως να χαράζεται με τέτοιο μηχανικό τρόπο μία αναλογία ανάμεσα σε δυό εικόνες των οποίων η σημασία είναι πολύ διαφορετική. Αν κατανοήσουμε με τον ίδιο τρόπο την παρουσία της Παρθένου, η Εκκλησία εικονίζεται δυό φορές: απ᾿ αυτήν την ίδια την Θεοτόκο και από τους δώδεκα αποστόλους, εκτός κι αν βλέπει κανείς τους αποστόλους ως αντιπροσώπους της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Είναι σωστό ότι η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος συντελέσθηκε για όλη την Εκκλησία. Οι πύρινες γλώσσες όμως τοποθετήθηκαν πάνω σε κάθε πρόσωπο που ήταν παρόν κατέβηκαν χωριστά για καθένα μέλος της Εκκλησίας, όπως και για την Θεοτόκο ως ανθρώπινο πρόσωπο. Ο αγιασμός του Αγίου Πνεύματος δεν δόθηκε σ᾿ ένα πρόσωπο μέσω άλλου, αλλά άμεσα στο καθένα ως μέλος της Εκκλησίας. Γι᾿ αυτό και η κάθοδός Του στην Θεοτόκο δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως μια κάθοδος στο σύνολο της Εκκλησίας μέσω του προσώπου Της. Μιά προσωποποίηση δεν θα είχε κανένα νόημα εδώ. Η Θεοτόκος μπορεί να προσωποποιήσει την Εκκλησία ως δοχείον περιέχον την θεότητα αλλά όχι ως το σύνολο των ανθρώπων που συνιστούν το σώμα της Εκκλησίας. Κανένα συγκεκριμένο πρόσωπο δεν μπορεί να προσωποποιήσει ένα άλλο, η ένα σύνολο ανθρώπων. Γενικά μπορούμε να προσωποποιήσουμε ο,τι τα πρόσωπα εκείνα έχουν κοινό, όπως την ανθρώπινη φύση, πεπτωκυία πριν από την Σάρκωση, καθαγιασμένη μετά απ᾿ αυτήν.

Η Πεντηκοστή είναι το δώρο της αγιότητας πάντα μοναδικό και προσωπικό και που δεν αντικαθίσταται από κανέναν άλλον· η αγιότητα του προσώπου της Θεοτόκου είναι μία ιδιαίτερη περίπτωση και δεν μπορεί να συγκριθεί με άλλη περίπτωση. Είναι αλήθεια ότι κατά την Πεντηκοστή, κατά την θέωση δηλαδή του ανθρώπου, η Παναγία βρίσκεται πρώτη και υψηλότερα από κάθε άλλο αγιασμένο πιστό. Γιά τον λόγο αυτό μερικοί βλέπουν στην απεικόνισή Της στην Πεντηκοστή. Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι η Εκκλησία εξαίρεσε από την ακολουθία της Πεντηκοστής το θέμα της θέωσης μεταφέροντας το σε μία άλλη ημέρα: την πρώτη Κυριακή μετά την Πεντηκοστή. Η ημέρα αυτή αφιερώθηκε στον εορτασμό των αποτελεσμάτων της Πεντηκοστής· μετά Πάντων των Αγίων η Θεοτόκος τιμάται ιδιαίτερα: «Προ δε πάντων και εν πάσι και μετά πάντων την των Αγίων Αγίαν, την υπεραγίαν και αυτών υπερσυγκρίτως κρείττονα των αγγελικών ταγμάτων, την Κυρίαν ημών και Δέσποιναν Θεοτόκον, Μαρίαν την αειπάρθενον» (Συναξάριον της Κυριακής των Αγίων Πάντων).

Δεν υπάρχουν, όπως είπαμε, θεολογικές μελέτες της εικονογραφίας της Πεντηκοστής. Βρίσκουμε όμως αναφορές, όπως αυτή του επισκόπου Κασσιανού και του M. Spassky. Ο π. Σέργιος Μπουλγκάκωφ δεν αναφέρεται στην εικονογραφία της Πεντηκοστής αλλά εξηγεί την παρουσία της Θεοτόκου στην αποστολική σύναξη. Κατ᾿ αυτόν «η Θεοτόκος είχε δεχθεί την προσωπική της Πεντηκοστή κατά τον Ευαγγελισμό όταν το Άγιο Πνεύμα κατήλθε επ᾿ Αυτήν (κατά την μαρτυρίαν της εικονογραφίας πήρε μορφή περιστεράς όπως και κατά την Βάπτιση) και είχε ήδη προσωπικά τέλεια καθαγιασθεί και χαριτωθεί…», όμως «όφειλε μ᾿ ολόκληρη την ανθρωπότητα και την κτίση να δεχθεί το Άγιο Πνεύμα την Πεντηκοστή, που θα σήμαινε για Εκείνην την «σωτηρία», δηλαδή την κατάργηση της δύναμης του προπατορικού αμαρτήματος σ᾿ ολόκληρη την κτίση κι Εκείνην προσωπικά. την εικόνα του πρώτου ανθρώπου που ενώθηκε με τον Θεό.

Η Θεοτόκος ΗΤΑΝ ΠΑΡΟΥΣΑ στην σύναξη της Πεντηκοστής και εδέχθη πύρινη φλόγα για Εκείνην προσωπικά και για ολόκληρη την δημιουργία».

Βλέπουμε εδώ μια αναλογία ανάμεσα σε δυό γεγονότα θεμελιωδώς διαφορετικά: τον Ευαγγελισμό – την συγκατάθεση και την υποδοχή του Θεού από την Παρθένο Μαρία εκ μέρους ολόκληρης της κτίσης (όρος της σωτηρίας μας, διαφορετικά ο Ευαγγελισμός θα σήμαινε μία εξατομικευμένη υπόθεση) και την Πεντηκοστή, δηλαδή την κάθοδο του Τρίτου Προσώπου του Θεού πάνω σε κάθε άνθρωπο, σε κάθε μέλος της Εκκλησίας.

Αν η Θεοτόκος συγκεφαλαιώνει εδώ, όπως και στον Ευαγγελισμό, ολόκληρη την κτίση, για την οποία θα λάβαινε το Άγιο Πνεύμα, η κάθοδος του Παρακλήτου στ᾿ άλλα μέλη της Εκκλησίας γίνεται ακατανόητη.

…Αν παραμείνουμε στην παραδοσιακή σύνθεση της εικόνας της Πεντηκοστής και εισαγάγουμε μόνο την Παρθένο δημιουργείται διαφωνία ανάμεσα στην εικόνα και την ακολουθία της εορτής. Επί πλέον, όποια κι αν είναι η εξήγηση της παρουσίας της Θεοτόκου μέσα στην εικόνα διπλασιάζει, κάτι η κάποιον: αν πούμε ότι προσωποποιεί την κτίση η την αντιπροσωπεύει, τότε σε τι χρησιμεύει η απεικόνιση του «Κόσμου»;

Αν πούμε ότι δηλώνει την «καινή κτίση», την Εκκλησία, τότε γιατί να υπάρχουν οι απόστολοι; Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος συγχρόνως σ᾿ Εκείνη που εκπροσωπεί τα μέλη της Εκκλησίας και στα μέλη που εκπροσωπούνται διά της παρουσίας Της δεν είναι το ίδιο ακατανόητο;

Γεγονός είναι ότι η εικόνα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος και της Θεοτόκου είναι τόσο πλούσιες η καθεμιά από το δικό της περιεχόμενο, που δεν μπορούν να συζευχθούν. Μπορούμε να πούμε ότι η εικόνα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος με την παρουσία της Θεοτόκου είναι όχι μόνο λανθασμένη, αλλά παύει να είναι εικόνα της Πεντηκοστής.

Δεν είναι ζήτημα συνύπαρξης δυό εικονογραφιών της Πεντηκοστής με η χωρίς την Παρθένο.

Την περίοδο παρακμής της εικονογραφίας, στα τέλη του ΙΣΤ´ και κατά τον ΙΖ´ αιώνα, άρχισαν στην Ρωσία να εικονίζουν την Παρθένο στις εικόνες της Πεντηκοστής.

Δεν έμειναν όμως εκεί. Από την εποχή αυτή, κατά την βαθυστόχαστη παρατήρηση ενός σύγχρονου ιστορικού της τέχνης, οι εικονογράφοι «αρχίζουν να σκέφτονται». Αρχίζοντας λοιπόν να σκέφτονται, θυμήθηκαν ότι ο απόστολος Παύλος ήταν απών από την σύναξη. Τον καταργούν λοιπόν. Στην συνέχεια περιβάλλουν την Θεοτόκο με τις μυροφόρες γυναίκες, αφού ήταν παρούσες, και προσθέτουν μερικούς πιστούς. Ο «Κόσμος» καταργείται. Σύμφωνα με την περιγραφή των Πράξεων η σύνθεση γεμίζει αταξία και ποικιλία. Μ᾿ άλλα λόγια αναπαρέστησαν ο,τι έβλεπαν άνθρωποι ξένοι προς την Εκκλησία κι όχι αυτό που βλέπει η Εκκλησία, αυτό από το οποίο ζεί, αυτό στο οποίο μας καλεί. Ολόκληρη η σύνθεση της εικόνας αποσυντέθηκε στην κυριολεξία, χάνοντας την αρμονία και τον ρυθμό της, με τρόπο που το εκκλησιολογικό της νόημα και το περιεχόμενό της εξαφανίσθηκαν. Έτσι η εικόνα της Πεντηκοστής μεταμορφώθηκε σ᾿ ένα πίνακα ιστορικού θέματος φθάνοντας, στην καλύτερη περίπτωση, να χρησιμεύει ως εικονογράφηση του χωρίου των Πράξεων, αλλά αδυνατώντας πλέον να μεταδώσει το νόημα της εορτής.

Αν παρατηρήσουμε τους σύγχρονους εικονογράφους, θα δούμε ότι αυτοί που εισάγουν την Θεοτόκο στην εικόνα της Πεντηκοστής ακολουθούν τον ίδιο δρόμο σε γενικές γραμμές. Είναι αδύνατο να μη διακρίνουμε μία λογική συνέπεια.

Η εισαγωγή της Θεοτόκου οδηγεί στην τροποποίηση ολόκληρης της σύνθεσης της εορτής και στην εξαφάνιση του δογματικού της χαρακτήρα καθώς και του πλούτου του περιεχομένου της. Λογική αναγκαιότητα απαιτεί την κατάργηση του «Κόσμου» κι η εικόνα από τριαδολογική γίνεται εικόνα της Θεοτόκου, της παράστασής Της ανάμεσα στους αποστόλους παρόμοια μ᾿ εκείνη του Χριστού ανάμεσα στους αποστόλους.

…Γιατί λοιπόν μία εικόνα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος παύει να είναι εικόνα της Πεντηκοστής όταν εισαγάγουμε την Παρθένο; Το ερώτημα επανέρχεται και για την ακολουθία της Πεντηκοστής, όπου η Θεοτόκος δεν αναφέρεται ανάμεσα στα πρόσωπα και τιμάται μόνο μέσα στα χριστολογικά πλαίσια.

Στην Ανάληψη, είδαμε ότι η Παρθένος εικονίζεται γιατί η εικόνα της εορτής αυτής είναι εικόνα της Εκκλησίας και η πληρότητά της βρίσκεται στον εικονισμό της Κεφαλής της, του Ιησού Χριστού, της Μητρός Του, των αποστόλων και των αγγέλων.

Αντίθετα, στην εικόνα της Πεντηκοστής, που είναι επίσης μια εικόνα της Εκκλησίας, η πληρότητα βρίσκεται ακριβώς στην παρουσία μόνο των αποστόλων χωρίς κάποιο πρόσωπο στην κεφαλή του κύκλου τους. Η Θεοτόκος είναι απούσα όχι γιατί, επαναλαμβάνουμε, δεν ήταν στην σύναξη, αλλά γιατί η παρουσία Της δεν ταιριάζει σε ο,τι η Εκκλησία θέλει να μας αποκαλύψει διά της εικόνος και της Λειτουργίας της Πεντηκοστής.

Μέσα στην σειρά των μεγάλων εορτών η Πεντηκοστή έχει μία ιδιαίτερη σημασία, γιατί πανηγυρίζει την αρχή της οικονομίας του Τρίτου Προσώπου, του Αγίου Πνεύματος.

Στην Ανάληψη ολοκληρώθηκαν τα σωματικά έργα του Χριστού, «τα σωματικά του Χριστού πέρας έχει, μάλλον δε τα της σωματικής ενδημίας». Τι αναφέρεται στον Χριστό; ρωτάει.

«Η Παρθένος, η γέννηση, η φάτνη…» δηλαδή ο,τι συνδέεται άμεσα με την Μητέρα Του, πρόσωπο που πραγμάτωσε την Σάρκωση μεταδίδοντας στον Χριστό τον χαρακτήρα της ανθρώπινης φύσης μας. Με την Πεντηκοστή «αρχίζουν τα έργα του Πνεύματος» συνεχίζει ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, η επίγεια οδός της Εκκλησίας μέσα στην πληρότητα της ζωής της, μέσα στην Χάρη.

1893

Η Πεντηκοστή είναι πάνω απ᾿ όλα πνευματική γέννηση του ανθρώπου εν Αγίω Πνεύματι. «Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός». Κατά την ενανθρώπηση ο Θεός γεννάται μέσα στην σάρκα, γίνεται άνθρωπος. Από την Πεντηκοστή κι ύστερα ο άνθρωπος διά της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος μπορεί να θεωθεί. Διά του Αγίου Πνεύματος «ο Θεός Λόγος του Πατρός εμβαίνει και εις ημάς», λέει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, «καθώς και εις την κοιλίαν της Αειπαρθένου, τον οποίον τον δεχόμεθα διδασκόμενοι την ευσέβειαν και ευρίσκεται μέσα εις ημάς, ωσάν σπόρος… και ημείς συλλαμβάνομεν αυτόν όχι σωματικώς, καθώς συνέλαβεν αυτόν η Παρθένος και Θεοτόκος Μαρία, αλλά πνευματικώς μεν, ουσιωδώς δε».

Μιλώντας στην συνέχεια για την πνευματική γέννηση του ανθρώπου ο άγιος Συμεών υπογραμμίζει την διαφορά από την εν σαρκί γέννηση του Χριστού:

«Ότι άλλη είναι η ένσαρκος γέννησις του Θεού Λόγου οπού έγινεν από την Θεοτόκον και άλλη εκείνη όπου γίνεται πνευματικώς από ημάς. Διατί η σαρκική γέννησις, όπου εγέννησε τον Υιόν και Λόγον του Θεού όπου εσαρκώθη, εγέννησε το μυστήριον της αναπλάσεως του ανθρωπίνου γένους, και την σωτηρίαν όλου του κόσμου, όπου είναι ο Κύριος ημών και Θεός Ιησούς Χριστός, όπου ένωσε με τον εαυτόν του τα χωρισμένα, ήγουν τον Θεόν και τον άνθρωπον, και εβάστασε την αμαρτίαν του κόσμου. Αυτή δε η πνευματική γέννησις όπου γεννά πάντοτε με την χάριν του Αγίου Πνεύματος τον Λόγον της γνώσεως του Θεού εις τας καρδίας μας, τελειώνει το μυστήριον της ανακαινουργώσεως των ανθρωπίνων ψυχών και κάμνει την κοινωνίαν και ένωσιν ημών με τον Υιόν και Λόγον του Θεού και Θεόν».

Η κατά χάριν «μητρότης» είναι επομένως ένα καθήκον προορισμένο για κάθε άνθρωπο. Μέσα σ᾿ αυτά τα πλαίσια η Θεοτόκος είναι ένα ανθρώπινο ον μοναδικό και ξεχωριστό. Κατά την Πεντηκοστή το Άγιο Πνεύμα δίδεται σ᾿ Εκείνην, στο Πρόσωπό Της, για να καταστεί το μέσον της θεώσεως Της· ο δρόμος όμως της ένωσής Της με τον Χριστό είναι δρόμος μοναδικός, γιατί, θα πεί ο άγιος Συμεών «ότι ανίσως εκείνη τον εγέννησε σωματικώς, όμως βεβαιότατα τον είχεν όλον και πνευματικώς μέσα της, και τον έχει και τώρα και πάντοτε ομοίως αχώριστον». Γιά τον λόγο αυτό κανένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα δεν μπορεί να τοποθετηθεί στην ίδια θέση, όποια κι αν είναι η αγιότητά του, ακόμα και η αποστολική του αγιότητα. Επομένως η εικόνα της Πεντηκοστής είναι μία εικόνα της Εκκλησίας με τα μυστήρια της, την διδασκαλία της, τους θεσμούς της, την αγιότητά της, δηλαδή τις δομές που η Εκκλησία μας προτείνει.

Η Εκκλησία θεμελιώθηκε στην διπλή έλευση του Λόγου και του Πνεύματος μέσα στον κόσμο. Όπως γνωρίζουμε, η οικονομία του Δευτέρου Προσώπου του Θεού, καθώς και του Τρίτου Προσώπου, έχει καθεμιά τον δικό της χαρακτήρα και νόημα. Είναι αδιαίρετες μεταξύ τους και γι᾿ αυτό στον κανόνα του όρθρου την Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος επαναλαμβάνουμε τον ειρμό της Γέννησης του Χριστού. Πράγματι στο φως του Αγίου Πνεύματος μας αποκαλύπτεται η Θεότητα του Χριστού και η Γέννησή Του ως γέννηση του Θεανθρώπου. Οι δυό αυτές οικονομίες δεν μπορούν, κατά τον ίδιο τρόπο, να αναμειχθούν. Τα λόγια του αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού και του αγίου Συμεώνος του Νέου Θεολόγου δείχνουν ξεκάθαρα ότι η Εκκλησία χαράζει ανάμεσά τους ένα όριο αρκετά καθαρό. Μήπως δεν είναι γι᾿ αυτό που στην Πεντηκοστή εξαιρείται από την εικόνα ο χαρακτήρας της εν σαρκί οικονομίας του Χριστού, δηλαδή η Παρθένος, και δεν παρουσιάζεται ανάμεσα στα πρόσωπα που έλαβαν το Άγιο Πνεύμα;

 Η Θεοτόκος δεν συνδέθηκε με την οικονομία του Τρίτου Προσώπου του Θεού, με τα «έργα του Πνεύματος», το ίδιο άμεσα, όπως έγινε με την ενανθρώπηση του Υιού του Θεού. Κατά την οικονομία της σωτηρίας μας ο κυρίαρχος ρόλος Της, δηλαδή ως συμμετεχούσης στην απολύτρωση, είναι πέραν της Πεντηκοστής. Όσον αφορά στην οικονομία του Αγίου Πνεύματος, ο πλήρης αγιασμός της Παρθένου αποτελεί έναν από τους σκοπούς του, αναμφίβολα τον πρώτο, ωστόσο η Παναγία δεν αποτελεί ένα μέσον της σωτηρίας μας, όπως συνέβαινε κατά την οικονομία του Λόγου. Δεχόμενη η Θεοτόκος το Άγιο Πνεύμα, όπως και οι άλλοι, δεν το μεταδίδει σε κανέναν, γιατί αποτελεί την προσωπική δωρεά της θέωσής της. Η παρουσία της μέσα στην εικόνα παριστά μία ειδική περίπτωση προσωπικής θέωσης. Καμμία εικόνα, όμως, λειτουργική δεν μπορεί να περιορίζεται σε μία ειδική περίπτωση. Γι᾿ αυτό μόνο οι απόστολοι εικονίζονται, και δεν πρόκειται στο σημείο αυτό περί ενός αριθμητικού συμβολισμού· επειδή οι απόστολοι δεν είναι μόνο άνθρωποι που έλαβαν την θέωση αλλά και συνεχιστές του έργου του Χριστού.

Η παρουσία της Θεοτόκου απαλείφει τα όρια ανάμεσα στην οικονομία του Υιού και του Πνεύματος.Συγχέει ο,τι χαρακτηρίζει το μυστήριο «της αναπλάσεως του ανθρωπίνου γένους» με το μυστήριο της «ανακαινίσεως των ανθρωπίνων ψυχών διά της χάριτος του Αγίου Πνεύματος»· συγχέει δηλαδή ο,τι αφορά στην φύση με ο,τι αναφέρεται στα πρόσωπα. Η Πεντηκοστή γίνεται μ᾿ άλλα λόγια μία απλή συνέχεια της σάρκωσης.

Η Θεοτόκος παίρνει την κεντρική θέση σε μία τριαδική εικόνα. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια αντινομία: η εικόνα της Πεντηκοστής είναι μία καθαρά τριαδική εικόνα και κατ᾿ αυτήν την έννοια ξεπερνά την εικόνα της Θεοτόκου.

Η παρουσία Της καλύπτει το ουσιαστικό στοιχείο της εικόνας – την Αγία Τριάδα. Όσο βαθιά και αν είναι η προσκύνηση της Θεοτόκου μέσα στην Ορθοδοξία δεν μπορεί να επικαλύψει την προσκύνηση των Τριών Προσώπων του Θεού. Η εικόνα της Πεντηκοστής, όπως είδαμε, είναι και εικόνα της Εκκλησίας· μας δίνει τους κανόνες της θέωσης του ανθρώπου. Υπ᾿ αυτή την έννοια είναι υποδεέστερη της εικόνας της Θεοτόκου γιατί η Θεοτόκος ξεπερνά κάθε κανόνα και η παρουσία της εδώ θα ελαχιστοποιούσε την μοναδική της αξία. Θέλοντας να τιμήσουμε την Παναγία θα καταλήγαμε στο αντίθετο αποτέλεσμα.

Απόσπασμα από το άρθρο “Η  εικόνα στο φως της Ορθόδοξης ερμηνείας¨”

Επιμέλεια κειμένου.π.Δημ.Αθανασίου.

fdathanasiou.wordpress.com/

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πεντηκοστή -Το σημείο που ξεκινά η Αποστολική Διαδοχή και Διδαχή

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Ιουνίου, 2013

Γράφει ο Ἀρχ. Ἰωήλ Κωνστάνταρος Ἱεροκήρυκας – Γενικός Ἀρχιερατικός Ἐπίτροπος Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης

Στὴ ζωὴ καὶ στὴ συνείδηση τῆς Ὀρθοδοξίας μας, ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες ἑορτές, ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ἡ Γενέθλιος ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας μας. Καὶ ὅπως ὅλα τὰ μεγάλα γεγονότα ποὺ ἔχουν καθοριστικὴ σημασία γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ὅλη δημιουργία, εἶχαν προφητευθεῖ, τὸ ἴδιο καὶ στὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον «τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν Προφητῶν», μέσω τοῦ Προφήτου Ἰωήλ, αἰῶνες ὁλόκληρους πρίν, εἶχε ἀποκαλύψει καὶ τὸ σωτήριο γεγονὸς τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς, θὰ πρέπει νὰ προσέξουμε πῶς ἀκριβῶς ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, περιγράφει τὸ μοναδικὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς. Ἀλλὰ καὶ μόνοι μας εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετήσουμε τὴ συνέχεια τοῦ Β΄ κεφαλαίου τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, γιὰ νὰ δοῦμε τὸν Ἄπ. Πέτρο στὴν πρώτη του ὁμιλία πρὸς τὰ πλήθη, νὰ ἑρμηνεύει τὴν καταπληκτικὴ προφητεία τοῦ Πρ. Ἰωήλ, ἡ ὁποία πραγματοποιεῖται τὴν ἡμέρα αὐτὴ τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ θέμα τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι ἀνεξάντλητο, ἀρκεῖ καὶ μόνο κανείς, νὰ ρίξει μίαματιὰ στὸν θησαυρὸ τῶν πατερικῶν κειμένων ποὺ…. κατέχουμε ὡς εὐλογημένη κληρονομιὰ στὰ χέρια μας…
Ἐμεῖς τώρα σ’ ἕνα σημαντικὸ καὶ καθοριστικὸ σημεῖο θὰ σταθοῦμε, τὸ ὁποῖο ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν ὀρθόδοξή μας συνείδηση ἀλλὰ καὶ τὸν ὀρθὸ τρόπο ζωῆς στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας.
Τὸ ὅτι ἡ ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, θεωρεῖται, καὶ εἶναι βέβαια ἡ γενέθλιος ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦτο ἔχει Ἐκκλησιολογικὲς καὶ ὑπαρξιακὲς προεκτάσεις γιὰ ἐμᾶς ἀφοῦ ἀπὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο ξεκινᾶ ἡ χρονικὴ Ἀποστολικὴ Διαδοχὴ ἀλλὰ καὶ Διδαχή. 
Καθορίζει ἡ ἀλήθεια αὐτὴ μία ἀπὸ τὶς πλέον σημαντικές μας θέσεις ποὺ θέλοντας καὶ μὴ δέχεται κανείς, ἀφοῦ τὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς δὲν εἶναι κάτι τὸ ὑποκειμενικό, ἀλλὰ ἕνα ἱστορικῶς ἀποδεδειγμένο γεγονός.
Ὅσο κι ἂν φαίνεται ἁπλὸ ἢ συνηθισμένο γιὰ ἐμᾶς ποὺ τὸ ζοῦμε, γιὰ τὰ ἐκτὸς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σχήματα, ἡ Πεντηκοστὴ ἀποτελεῖ τὴν «Λυδία λίθο», ποὺ βοηθᾶ, τοὺς καλοπροαίρετους τουλάχιστον, μὴ ὀρθοδόξους, νὰ συνειδητοποιήσουν ὅτι πλὴν τῆς Ὀρθοδοξίας, οὐδεμία ἄλλη «Ἐκκλησία» δὲν διαθέτει τὴν ἀδιάσπαστη, μέσω τῶν αἰώνων, παρακαταθήκη ποὺ μᾶς παρέδωκαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι.
Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ «χριστιανικὲς ὁμολογίες», δὲν βλέπου μὲ τόσο «καλὸ μάτι» τὴν ἱστορικὴ ἀνασκόπηση τοῦ παρελθόντος, μέσω τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας. Καὶ γιατί τοῦτο; Μὰ διότι φαίνεται ξεκάθαρα ποιά χρονικὴ στιγμὴ ξεκινᾶ κανεὶς τὴν ἱστορική του πορεία καὶ ἀκόμα τί ἔχει προσθέσει ἢ τί ἔχει ἀφαιρέσει στὴν παρακαταθήκη τῆς Ἀποστολικῆς Διδαχῆς.
Εἶναι, νομίζετε, μικρὸ πράγμα νὰ διαθέτουμε ὡς Ὀρθόδοξοι, ἐπακριβῶς τὸν θησαυρὸ τῶν Ἐπισκοπικῶν καὶ Πατριαρχικῶν καταλόγων, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι καὶ τῶν ἡμερῶν μας, χωρὶς νὰ ὑφίσταται ἀπολύτως καμμία διάσπαση στὴ χρυσὴ αὐτὴ Ἀποστολικὴ ἁλυσίδα;
Βέβαια στὸ σημεῖο αὐτό, εἶναι ἀνάγκη νὰ τονιστεῖ ὅτι μαζὶ μὲ τὸ προηγούμενο, τὴν ἀδιάσπαστη δήλ. Ἀποστολικὴ Διαδοχή, θὰ πρέπει νὰ ὑφίσταται καὶ ἡ Ἀποστολικὴ Διδαχή. Πιὸ ἁπλά; Νὰ κηρύττονται καὶ νὰ ἐφαρμόζονται τόσο τὸ δόγμα ὅσο καὶ τὸ ἦθος. Νὰ κατέχουμε καὶ νὰ ἐφαρμόζουμε ἐπακριβῶς, ὅλα ὅσα οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι παρέλαβαν ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ μᾶς παρέδωσαν.
Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται ἡ μεγάλη μας εὐθύνη. Εὐθύνη κλήρου καὶ λαοῦ.
Ἔχουμε, ἀλήθεια, συνειδητοποιήσει τὴν παρακαταθήκη ποὺ φέρνουμε στοὺς ἀσθενικούς μας ὤμους ἢ βλέπουμε τὴν Ὀρθοδοξία ὡς ἕνα folklore ποὺ «χαλαρώνει» ἁπλῶς τὶς κουρασμένες μᾶς ὑπάρξεις καὶ ποὺ μὲ τὸ πέρασμα τῶν καιρῶν, ὅπως ὅλα ἀλλάζουν θέλοντας καὶ μή, θὰ ἀλλάξει καὶ ἡ οὐσία τοῦ σωτήριου μηνύματος;
Ἔχουμε σταθεῖ, ἔστω καὶ γιὰ λίγες στιγμές, νὰ ἐμβαθύνουμε στὴν ἀξία ὅλων αὐτῶν τῶν καταστάσεων; Ἀλλὰ μελετοῦμε καὶ τὶς εἰδικὲς ὑποχρεώσεις τὶς ὁποῖες ἔχουμε ἀναλάβει ὡς βαπτισμένοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί; Συνειδητοποιοῦμε ὅλα αὐτὰ ἢ μία κρούστα συνειδησιακῆς ἀναισθησίας, ἐμποδίζει τὴν χάρη τῆς Πεντηκοστῆς νὰ πνεύσει καὶ νὰ ἀνάψει μέσα στὴν ὕπαρξη τὴ φλόγα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;
Καὶ κάτι ἀκόμα. Μήπως ὁρισμένα καινὰ (κενὰ) κηρύγματα, οἰκουμενιστικὴς χροιᾶς ποὺ τελευταίως ἀκούγονται καὶ προβάλλονται κατὰ κόρον ἀπὸ τὰ Μ.Μ.Ε., ὅτι δῆθεν ὅλες οἱ θρησκεῖες εἶναι παράλληλοι δρόμοι ποῦ ὁδηγοῦν στὸν Θεό, μήπως μᾶς ἔχουν ἀμβλύνει τὴν δογματική μας συνείδηση; Καὶ μήπως μαζὶ μὲ τὴν δογματικὴ παρέκκλιση ἔχουμε προχωρήσει καὶ σὲ συνειδησιακὲς ἀλλοιώσεις μὲ ἀποτέλεσμα, πράγματα ἀπαράδεκτα γιὰ συνειδητοὺς πιστούς, τώρα νὰ φαντάζουν στὰ μάτια μᾶς «φυσιολογικά», διότι δῆθεν ἄλλαξαν οἱ ἐποχές.
Ὁπωσδήποτε θὰ πρέπει νὰ γινόμαστε πάρα πολὺ προσεκτικοί, ἀφοῦ εἶναι ἐπιταγὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «…μετὰ φόβου καὶ τρόμου τὴν ἑαυτῶν σωτηρίαν κατεργάζεσθε» (Φιλίπ. Β΄ 12).
Εἴθε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ «σοφώτατον καὶ φιλανθρωπότατον» (Γρηγόριος Θεολόγος), ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ μὲ ἄπειρη ἀγάπη καὶ ποθεῖ τὴν σωτηρία καὶ εὐτυχία μας, νὰ ἐφευρίσκει μὲ τὴν ἀγάπη του καὶ τὴ σοφία τοῦ μύριους τρόπους γιὰ νὰ μᾶς εὐεργετεῖ. Καὶ γίνεται φυσικὰ αὐτό, ἐὰν ἐμεῖς καταφεύγουμε μὲ πίστη στὴ Χάρη του καὶ προσέχουμε ὥστε νὰ μὴ Τὸ λυποῦμε μὲ θεληματικὲς ἁμαρτίες. Νὰ προσέχουμε καὶ νὰ φροντίζουμε ὁλοένα καὶ περισσότερο, νὰ μελετοῦμε καὶ νὰ ἐφαρμόζουμε τὴν πίστη μας, ὅπως ἀκριβῶς παραλάβαμε τὸ δόγμα καὶ τὸ ἦθος, καὶ τέλος νὰ γευόμαστε τὰ δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε ἡ ζωή μας νὰ γίνεται ζωὴ χαρᾶς καὶ εὐλογίας.
Ἀμήν. 

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιατί γονατίζουμε τρεις φορές στον Εσπερινό της Πεντηκοστής;

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Ιουνίου, 2013

Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ

«Θεέ μου…Είμαι πεσμένος… Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…»
Κατά την «έσχατη» και «μεγάλη» και «σωτήρια» ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία μας αποκαλύφθηκε και προσκυνούμε και δοξάζουμε το μέγα μυστήριο της Αγίας και Ομοουσίου και Ζωοποιού και Αδιαιρέτου και Ασυγχύτου Τριάδας, του Ενός και Μοναδικού Θεού. του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αμέσως μετά την πανηγυρική Θεία Λειτουργία, τελούμε τον «Εσπερινό της Γονυκλισίας», κατά τον οποίο ψάλλουμε ύμνους αφιερωμένους κατ’ εξοχήν στο Πανάγιο Πνεύμα, το τρίτο Πρόσωπο της Τρισηλίου Θεότητας, που είναι «φως και ζωή και ζώσα πηγή νοερά. Πνεύμα σοφίας, Πνεύμα συνέσεως, αγαθόν, ευθές, νοερόν, ηγεμονεύον, καθαίρον τα πταίσματα, Θεός και θεοποιούν, πυρ εκ πυρός προϊόν, λαλούν, ενεργούν, διαιρούν τα χαρίσματα».
Αμέσως μετά την «Είσοδο» του Εσπερινού, κι αφού ψαλεί το «Φως ιλαρόν» και το πανηγυρικό Μέγα Προκείμενο «Τίς Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια μόνος!» σε ήχο βαρύ, μεγαλόπρεπο, αντάξιο του νοήματος και του μηνύματός του, ο Διάκονος μας καλεί, κλήρο και λαό, να γονατίσουμε και ν’ απευθύνουμε στο Θεό γονυπετείς λόγο ικεσίας: «Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Από τη λαμπροχαρμόσυνη αγία ημέρα του Πάσχα μέχρι και σήμερα, η γονυκλισία ήταν απαγορευμένη. Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, και για να υπογραμμίζεται το χαρούμενο και σωτήριο μήνυμα των αναστάσιμων βιωμάτων της Εκκλησίας, η προσευχή των Ορθοδόξων γίνεται «ορθοστάδην». Σε όρθια δηλαδή στάση, και όχι με γονυκλισία. Όμως την ώρα τούτη το «ορθοστάδην» παραμερίζεται, όχι μόνο για να χαιρετίσουμε θεοπρεπώς το Πανάγιο Πνεύμα, «δι’ ου Πατήρ γνωρίζεται και Υιός δοξάζεται, και παρά πάντων γινώσκεται μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις τής Αγίας Τριάδος», μα και για να πούμε κατά πως ταιριάζει σε παραστρατημένους, όπως είμαστε όλοι μας, χωρίς εξαίρεση, το «ημάρτομεν!», και να ζητήσουμε το έλεος του Θεού, την άφεση, την κάθαρση, τη συγγνώμη.
Τη γονυκλισία την ονομάζει ο λαός μας και «μετάνοια». Γιατί η στάση του μετανοούντος είναι το «κλίνειν τα γόνατα». Κάτω τα γόνατα, κάτω και το πρόσωπο,σημαίνει απλούστατα: «Θεέ μου, βρίσκομαι κάτω. Είμαι πεσμένος. Έχω καταντήσει “γη και σποδός”. Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…». Έτσι, σήμερα που ήρθε στον κόσμο ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας το «καθαίρον(που καθαρίζει)  τα πταίσματα», καλούμαστε να πάρουμε στάση (όχι μόνο σώματος, μα και ζωής!) μετανοούντος:
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».
Στην Κρήτη λένε οι παλαιότεροι: «Και στην κορυφή του βουνού να βρεθείς τούτη την ημέρα ολομόναχος, θα πρέπει να γονατίσεις και να κάμεις το σταυρό σου». Και κρύβουν τα λόγια τούτα την αίσθηση της πραγματικής μετοχής στη ζωή του Ενός Σώματος της Εκκλησίας, ανεξάρτητα από εξωτερικές συνθήκες. Την αίσθηση της εν Θεώ τω εν Τριάδι οργανικής ενότητας των πιστών, όπου κι αν οι συγκυρίες της ζωής τους θέλουν να βρίσκονται… Και γονατίζει ο πιστός όπου κι αν είναι: Στην εκκλησιά του· στο σπίτι του ή στο νοσοκομείο, αν είναι άρρωστος·· στο πλοίο του, αν θαλασσοπορεί· στο βουνό στον κάμπο· στη στάνη· στο δάσος· στην ξενιτιά· στο κάτεργο· στη φυλακή… Όπου βρίσκεται!
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».
Η πρώτη Ευχή της Γονυκλισίας απευθύνεται στον «Άχραντο, αμίαντο, άναρχο, αόρατο, ακατάληπτο, ανεξιχνίαστο, αναλλοίωτο, ανυπέρβλητο, αμέτρητο, ανεξίκακο Κύριο», τον «Πατέρα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» και Τον παρακαλεί, με μόνο συνήγορό μας τη δική Του «συμπάθεια», να μας δεχθεί καθώς προσπέφτουμε ενώπιον Του μετανοημένοι και φωνάζοντας το «ημάρτομεν!». Του θυμίζει πως από τη μήτρα της μητέρας μας ήδη, Αυτόν μονάχα είχαμε για Θεό μας, αλλά, επειδή τη ζωή μας τη χαραμίσαμε στη ματαιότητα, μείναμε γυμνοί από τη βοήθειά Του και δεν έχουμε λόγια για ν’ απολογηθούμε. Όμως παίρνουμε Θάρρος από τους οικτιρμούς Του και κράζουμε: «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής, και εκ των κρυφίων ημών καθάρισον ημάς».(Μη θυμηθείς τις αμαρτίες που κάναμε στα νιάτα μας, όταν είχαμε άγνοια των εντολών Σου, και από τα κρυφά και ανομολόγητα κρίματα της καρδιάς μας καθάρισέ μας).  Του ζητά, πριν βρεθούμε πίσω στο χώμα, σ’ Αυτόν να μας αξιώσει να επιστρέψουμε! Να ζυγομετρήσει τις αμαρτίες μας με τους οικτιρμούς Του και ν’ αντιπαραθέσει την άβυσσο των οικτιρμών και του ελέους Του στο πλήθος των πλημμελημάτων μας! Να μας ρύσει, να μας γλυτώσει από την αβάσταχτη τυραννία του διαβόλου! Ν’ ασφαλίσει τη ζωή μας μέσα στους άγιους και ιερούς Του νόμους και να μας συνάξει όλους στη Βασιλεία Του. Και καταλήγει ικετευτικά: «Δος συγγνώμη σε όσους ελπίζουν σε Σένα… καθάρισέ μας με την ενέργεια του Αγίου Σου Πνεύματος».
Πρόκειται για προσευχή «αντρίκια»! Εξομολογητική, χωρίς προσπάθειες άσκοπης δικαιολογίας ή αποποιήσεως ευθυνών. «Ημάρτομεν!» «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής!» «Εκ των κρύφιων ημών καθάρισον ημάς!» «Δος συγγνώμην τοις ελπίζουσιν επί Σε!» Δεν είναι λόγια αυτά! Είναι βέλη που σαϊτεύουν την πατρική καρδιά του Ανεξίκακου και Πολυέλεου και Φιλάνθρωπου Θεού!…
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Η δεύτερη Ευχή απευθύνεται στο Κύριο ημών Ιησού Χριστό, το «απαύγασμα του Πατρός»( που πηγάζει από τον πατέρα), τον «της ουσίας και της φύσεως Αυτού απαράλλακτον και αμετακίνητον χαρακτήρα», την «πηγή της σωτηρίας και της χάριτος» και Του ζητά να μας ανοίξει Αυτός, ο «διδούς ευχήν τω εύχομένω»(αυτός που δίνει προσευχή στον προσευχόμενο), τα αμαρτωλά μας χείλη και να μας διδάξει «πώς δει και υπέρ ων χρή προσεύχεσθαι» – ρεαλιστική παραδοχή πως χωρίς Αυτόν, ούτε να Τον ζητήσουμε μπορούμε, ούτε να Του ζητήσουμε τα συμφέροντα ξέρουμε. Κι αφού Του δηλώσει με ταπείνωση πως περιμένουμε η ευσπλαχνία Του να νικήσει το άμετρο πλήθος των αμαρτιών μας. Του λέει πως με φόβο θείο στεκόμαστε μπροστά Του, έχοντας ρίξει την απελπισία της ψυχής μας μέσα στου ελέους Του το πέλαγος, και Του ζητάει για λογαριασμό μας: «Κυβέρνησε μου την ζωήν… και γνώρισέ μου το δρόμο που θα  πορευτώ». «Το Πνεύμα της Σοφίας Σου, χάρισε στη σκέψη μου. Πνεύμα συνέσεως δώρισε στην «αφροσύνη» μου. Τα έργα μου ας τα κατευθύνει πνεύμα θεοφοβίας. Πνεύμα ευθές και ηγεμονικό μη μου στερήσεις, για ν’ αξιωθώ, με του Αγίου Πνεύματος την καθοδήγηση, να εργάζομαι τις εντολές Σου και πάντοτε να νιώθω την παρουσία Σου». Και κορυφώνει: «Την Σην ικετεύω αγα­θότητα. Όσα ηυξάμην απόδος μοι εις σωτηρίαν»(την καλοσύνη Σου ικετεύω: Όσα σχετικά με τη σωτηρία μου Σου ζήτησα προσευχόμενος, χάρισέ μου), για να Του υπογραμμίσει πιο κάτω πως Αυτός είναι η μοναδική μας ελπίδα, παρά τις αμαρτίες μας: «Σε Σένα μόνο αμαρτάνουμε, αλλά και Σένα μόνο λατρεύουμε. Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε άλλο  Θεό, ούτε να υψώνουμε ικετευτικά τα χέρια μας σε κάποιο άλλο Θεό ». Κι αυτός ο τονισμός ότι Αυτός είναι ο μοναδικός μας Θεός, το μοναδικό μας, δηλαδή, και έσχατο καταφύγιο, θέλει -αν μπορούμε να το πούμε έτσι (χωρίς, πάντως, άσεβη διάθεση)- να κινήσει το φιλότιμο του Θεανθρώπου να μας δώσει χέρι βοηθείας, να μας χαρίσει την άφεση και τα προς σωτηρία αιτήματα, δεχόμενος τη γονυκλισία και την προσευχή μας, «ως θυμίαμα δεκτό, αναλαμβανόμενο ενώπιον της υπεράγαθης Βασιλείας Του».
Είναι και τούτη η ευχή μια προσευχή τολμηρή. «Σοι μόνω αμαρτάνομεν, αλλά και Σοι μόνω λατρεύομεν». Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε ξένο θεό, ούτε να υψώνουμε χέρια ικετευτικά σ’ άλλο θεό έξω από Σένα! Ομολογία πτώσεως, φθοράς, εξαχρειώσεως, έσχατου κινδύνου! Αλλά ταυτόχρονα και ομολογία πίστεως, θεοφοβίας, ζωντανής ελπίδας σ’ Αυτόν που είναι «η ελπίς πάντων των περά­των της γης» (Ψαλμ. 64: 6), και αγάπης λατρευτικής γι’ Αυτόν που «πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α’ Ίωάν. 4: 19). Προσευχή δίχως φαρισαϊσμούς και υποκρισίες. Σωστό ξέσπασμα αληθινά ορθόδοξης καρδιάς!…
«Έτι και έτι κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Ακολουθεί η τρίτη Ευχή, που απευθύνεται κι αύτη στο δεύτερο Πρόσωπο της Υπερουσίου Τριάδος, που είναι «η πηγή που πάντοτε και ασταμάτητα αναβλύζει ζωή και φως, η δημιουργική Δύναμη που είναι αιώνια όπως ο Πατέρας, Εσύ που εκπλήρωσες κατά τον καλύτερο τρόπο, πανέμορφα, ό,τι χρειαζόταν για τη σωτηρία των ανθρώπων», Ιησούς Χριστός, που έλυσε τους άλυτους δεσμούς του θανάτου και έσπασε του άδη τα κλειδιά και καταπάτησε τα πλήθη των πονηρών πνευμάτων, και πρόσφερε τον Εαυτό Του για χατίρι μας «άμωμον ιερείον»(αψεγάδιαστη θυσία) και θυσία άχραντη, και με θεόσοφο δόλωμα αγκίστρωσε τον «αρχέκακο και βύθιο δράκοντα» και τον δέσμευσε για πάντα, και τον κατέστησε αδύναμο κι ανίσχυρο, να περιμένει το «πυρ το άσβεστο» (Μάρκ. 9: 45) και το «σκότος το εξώτερο» (Ματθ. 25: 30). Απευθύνεται στον Υιό που είναι «η μεγαλώνυμος Σοφία του Πατρός», «αΐδιον φως εξ αϊδίου φωτός. Ήλιος δικαιοσύνης» και Τον καθικετεύει:. Συ που μας αξίωσες να φτάσουμε σ’ αυτή τη μεγάλη ήμερα της Πεντηκοστής, δέξου ακόμα μια ικεσία μας. Όχι για μας τους ίδιους τούτη τη φορά, μα γι’ αυτούς που έφυγαν πριν από μας. Για τους κεκοιμημένους συγγενείς μας κατά σάρκα και όλους τους «οικείους της πίστεως». Συ που και κατ’ αυτή τήν «παντέλεια» και «σωτηριώδη» εορτή μας αξίωσες να δέχεσαι «ιλασμούς ικεσίους» γι’ αυτούς που βρίσκονται στον Αδη, δίνοντας μας μεγάλες ελπίδες, άκουσε τη φωνή μας που αξιοσυμπάθητα Σου απευθύνουμε: «Ανάπαυσον τας ψυχάς των δούλων Σου των προκεκοιμημένων», εκεί που υπάρχει, το φως κ’ η δροσιά κ’ η αναψυχή, εκεί που δεν υπάρχει πόνος, λύπη ή στεναγμός. Ανάπαυσε τα πνεύματά τους με τους δικαίους, γιατί αυτοί που βρίσκονται στον Άδη δεν μπορούν να Σου ζητήσουν συγγνώμη, αλλά μονάχα εμείς που ζούμε Σε ευλογούμε και Σε ικετεύουμε και τις εξιλαστήριες ευχές και ιερουργίες Σου προσφέρουμε για τις ψυχές τους!
Κι επισυνάπτεται σ’ αυτή και δεύτερη Ευχή υπέρ των τεθνεώτων, των νεκρών, απευθυνόμενη σ’ Αυτόν που είναι «της αναστάσεως ημών Αρχηγός και των βεβιωμένων(όσων πράξαμε) αδέκαστος και φιλάνθρωπος Κριτής και της μισθαποδοσίας Δεσπότης και Κύριος», ικετεύοντας Τον: «Ανάπαυσον πάντας, τους πατέρας εκάστου και μητέρας και αδελφούς και αδελφάς και τέκνα, και ει τι άλλον ομογενές και ομόφυλον, και πάσας τας προαναπαυσαμένας ψυχάς επ’ ελπίδι αναστάσεως, ζωής αιωνίου, και κατάταξον τα πνεύματα αυτών και τα ονόματα εν βίβλω ζωής», στην αγκαλιά του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, στη Χώρα των Ζώντων, στη Βασιλεία των ουρανών, στον Παράδεισο. Και ανάστησε και τα σώματα όλων μας κατά την αγία ήμερα της επαγγελίας Σου. Γιατί είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει θάνατος για τους δούλους του Θεού, μα φεύγουν απ’ το σώμα κι έρχονται σε Σένα, τον Κύριο. Φεύγουν από τα λυπηρά κι έρχονται «στα καλύτερα και τα πιο ευχάριστα», σε Σένα, που είσαι η ανάπαυση και η χαρά!
Ζητά γι’ άλλη μια φορά συγχώρηση αμαρτημάτων για όλους, ζώντες και κεκοιμημένους, από τον μόνο Αναμάρτητο: «Δος μας συγγνώμη, άφεση και συγχώρηση για τα παραπτώματά μας, τα θεληματικά και τα αθέλητα, αυτά που κάναμε ξέροντας πως είναι κρίματα, και αυτά που κάναμε έχοντας άγνοια, τα φανερά, τα κρυφά, όσα διαπράξαμε με έργα, με το λογισμό μας και με λόγια, κάθε συναναστροφή και σε κάθε κίνησή μας… » και καταλήγει: «Και στους μεν αποβιώσαντες δώρισε  ελευθερία και άνεση δώρισε, και εμάς που είμαστε εδώ ευλόγησε, χαρίζοντας μας  το τέλος της ζωής μας  καλό και ειρηνικό».
Λέει κάποιος Άγιος πως τίποτε δεν συγκινεί τόσο το Θεό, όσο η προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων. Επειδή «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια», οι προαπελθόντες δεν έχουν πια τη δυνατότητα να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Έτσι, μοναδική φωνή γι’ αυτούς είναι η φωνή μας! Μοναδική ικεσία τους η δική μας ικεσία! Μοναδική προσευχή τους η προσευχή μας! Για το λόγο αυτό , αυτή η τρίτη Ευχή της Γονυκλισίας έχει ξεχωριστή βαρύτητα και σημασία! Είναι προσευχή αγάπης και ελεημοσύνης και φιλαδελφίας και ευγνωμοσύνης, για πρόσωπα που βρίσκονται πια στα χέρια του Θεού!
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα…»
Τί να προσθέσει κανείς στην τριπλή αυτή γονυκλινή ευχή της Εκκλησίας; Τί επί πλέον να ζητήσει από το Θεό; Μονάχα έναν ύμνο εκκλησιαστικό που είναι ιερή υπόσχεση με την  ευκαιρία της Πεντηκοστής, ύμνο του Εσπερινού της παραμονής, διαλέγω σαν επίλογο καί επιστέγασμα των ταπεινών τούτων γραμμών:
«Εν ταις αυλαίς Σου υμνήσω Σε τον Σωτήρα του κόσμου, και κλίνας γόνυ προσκυνήσω Σου την αήττητον δύναμιν, έν εσπέρα και πρωί και μεσημβρία, και εν παντί καιρώ ευλογήσω Σε, Κύριε»! Που θέλει να πει: «Στις εκκλησίες Σου μέσα θα Σε υμνήσω, τον Σωτήρα του κόσμου, και θα γονατίσω να προσκυνήσω την αήττητη δύναμή Σου, και βράδυ, και πρωί, και μεσημέρι, και κάθε ώρα και στιγμή θα Σε ευλογήσω, Κύριε».

(Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ, «Οσμή ζωής», εκδ. Άθως)/πηγή

http://proskynitis.blogspot.gr/2013/06/blog-post_1551.html

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: Απελπισία και Αμέλεια.

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιουνίου, 2013

 
Στη ζωή του χριστιανού η απελπισία και η αμέλεια είναι καταστροφικές. Εκείνον που έπεσε σε αμάρτημα, η απελπισία δεν τον αφήνει να σηκωθεί∙ κι εκείνον που είναι όρθιος, η αμέλεια τον κάνει να πέσει. Η απελπισία στερεί τον άνθρωπο από τ’ αγαθά που έχει αποκτήσει ∙ η αμέλεια δεν τον αφήνει ν’ απαλλαγεί από τα κακά που τον βαραίνουν. Η αμέλεια σε κατεβάζει και απ’ αυτούς τους ουρανούς, ενώ η απελπισία σε γκρεμίζει ολότελα στην άβυσσο της κακίας. Κοίτα να δεις τη δύναμη που έχουν και οι δύο.
Ο διάβολος πρώτα ήταν αγαθός άγγελος∙ επειδή ,όμως, έδειξε αμέλεια και κυριεύθηκε από απόγνωση, έπεσε σε τόση κακία, που δεν μπορεί πια να σηκωθεί. Το ότι ήταν αγαθός πρώτα, το βεβαιώνει ο Κύριος, που λέει: «Είδα το σατανά να πέφτει από τον ουρανό σαν αστραπή» (Λουκ. 10:18 ) . Η παρομοίωσή του με την αστραπή φανερώνει και τη λαμπρότητα της προηγούμενης καταστάσεώς του και τη σφοδρότητα της πτώσης του.
Ο Παύλος ήταν βλάσφημος και διώκτης και υβριστής∙ επειδή , όμως, δεν κυριεύθηκε από απόγνωση και σηκώθηκε από την αμαρτία, έγινε ίσος με τους αγγέλους. Ο Ιούδας ήταν απόστολος∙ επειδή ,όμως, έδειξε αμέλεια, έγινε προδότης. Ο ληστής , ύστερ’ από τόσα κακουργήματα που έκανε, δεν απελπίστηκε∙ έτσι μπήκε πρώτος απ’ όλους στον παράδεισο.
Ο Φαρισαίος ,επειδή υπερηφανεύθηκε, έπεσε από τα ύψη της αρετής∙ και ο τελώνης , επειδή δεν απελπίστηκε, ανέβηκε τόσο ψηλά, ώστε ξεπέρασε την αρετή του Φαρισαίου.
Θέλεις να σου δείξω και όλη ολόκληρη που έκανε το ίδιο; Η πόλη των Νινευϊτών μ’ αυτόν τον τρόπο σώθηκε, μολονότι η απόφαση του Θεού τους οδηγούσε σε απόγνωση∙ γιατί δεν είπε πως , αν μετανοήσουν ,θα σωθούν, αλλά : «Τρεις μέρες ακόμα και η Νινευή θα καταστραφεί» (Ιων.3:4 ) . Όμως, αν και απειλούσε ο Θεός, αν και φώναζε ο προφήτης Ιωνάς, αν και η απόφαση δεν είχε αναβολή ή περιορισμό, οι Νινευϊτες δεν έχασαν τον θάρρος και την ελπίδα τους. Και γιατί δεν έβαλε κανέναν όρο; Γιατί δεν είπε: «Αν μετανοήσουν, θα σωθούν»; Για να παραδειγματιστούμε εμείς και, όταν ακούμε καταδικαστική απόφαση του Θεού χωρίς όρο κι περιορισμό, ούτε τότε ν’ απελπιζόμαστε, αλλά να μετανοούμε.
Αυτά, λοιπόν, έχοντας υπόψη μας, ποτέ να μην απελπιζόμαστε. Κανένα όπλο δεν είναι τόσο αποτελεσματικό στα χέρια του διαβόλου όσο η απόγνωση. Γι’ αυτό και δεν του προξενούμε τόση ευχαρίστηση όταν αμαρτάνουμε, όση όταν απελπιζόμαστε…
… Γνωρίζοντας λοιπόν, πως ο ουράνιος Πατέρας μας , ο Καλός Ποιμένας , όχι μόνο δεν μας περιφρονεί, όταν επιστρέφουμε σ’ Αυτόν, αλλά και με μεγαλύτερη προθυμία και στοργή μας δέχεται απ’ ό,τι εκείνους που κατόρθωσαν την αρετή, γνωρίζοντας πως όχι μόνο δεν τιμωρεί τους πλανεμένους, αλλά και βγαίνει σε αναζήτησή τους και χαίρεται περισσότερο γι’ αυτούς, όταν τους βρει, παρά για όσους έχει κοντά Του, ούτε ν’ απελπιζόμαστε πρέπει, όταν βρισκόμαστε στην αμαρτία, ούτε όμως και να ξεθαρρεύουμε όταν κάνουμε το καλό∙ αλλά, και όταν αμαρτάνουμε, να μετανοούμε, και όταν ασκούμε την αρετή, να προσέχουμε μην πέσουμε. Γιατί προδοσία της σωτηρίας μας είναι και τα δυο τούτα, δηλαδή τόσο το να ξεθαρρεύουμε , όταν βρισκόμαστε στο δρόμο της αρετής, όσο και το ν’ απελπιζόμαστε, όταν πέφτουμε στην αμαρτία…
… «Σήμερα», λοιπόν, όσο δηλαδή διαρκεί η παρούσα ζωή, ας μην απελπιζόμαστε. Στηρίζοντας τις ελπίδες μας στον Κύριο και αναγνωρίζοντας την άπειρη φιλανθρωπία Του, ας πετάξουμε πρόθυμοι μακριά μας κάθε κακία, ας πιαστούμε από την αρετή, ας δείξουμε απέραστη μετάνοια, ας καθαριστούμε εδώ απ’ όλα τ’ αμαρτήματά μας, για να μπορέσουμε με παρρησία να σταθούμε στο φοβερό βήμα του Χριστού και να μπούμε στη βασιλεία των ουρανών, με τη χάρη του Θεού μας.
από το βιβλίο: “Θέματα Ζωής” Β’
Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου
Ιερά Μονή Παρακλήτου

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ψυχοσάββατο. Μέρα ξεχασμένη για τους πολλούς του κόσμου…

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιουνίου, 2013


π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός / Προσκυνητής 
Ψυχοσάββατο. Μέρα ξεχασμένη για τους πολλούς του κόσμου. Ο θάνατος είναι άλλωστε για τη νοοτροπία της εποχής μας το τέρμα. Οι κεκοιμημένοι μάς πονούν, αλλά πρέπει να ζήσουμε. Να προχωρήσουμε. Και το μνημόσυνο είναι μόνο ατομική υπόθεση. Όταν συμπληρώνονται οι μέρες, οι σαράντα, ο χρόνος, θυμόμαστε. Πάμε στο ναό. Έρχονται και όσοι μας αγαπούν και όσοι αγαπούσαν τον κεκοιμημένο. Και φτάνει. Γιατί άραγε όλοι μαζί, να έχουμε δύο ημέρες το χρόνο στις οποίες να θυμόμαστε πάντας (όλους) τους κεκοιμημένους. 

Έτσι δεόμεθα υπέρ μακαρίας μνήμης και αιωνίου αναπαύσεως πάντων των απ’ αιώνος κεκοιμημένων ορθοδόξων χριστιανών, βασιλέων, πατριαρχών, αρχιερέων, ιερέων, ιερομονάχων, μοναχών, γονέων, προγονέων, πάππων, προπάππων, διδασκάλων, αναδόχων ημών εν τη πίστει…

Κι όμως. Στο ψυχοχάρτι του Σαββάτου των Απόκρεω, πριν την Κυριακή της ανάμνησης ότι θα έρθει η τελευταία Κρίση, όπως και το Σάββατο πριν τηνΠεντηκοστή, πριν την Κυριακή του ξεκινήματος της παρουσίας της Εκκλησίας στον κόσμο, αποτυπώνεται όχι μόνο η μνήμη, αλλά και η ελπίδα. 
Μνήμη ότι οι αγαπημένοι μας ουκ απέθανον αλλά κοιμώνται. Μνήμη ότι η αγάπη δεν νικήθηκε από το θάνατο. Ότι μπορεί ένα κομμάτι μας να έφυγε μαζί του, να τάφηκε στο χώμα, κι όχι μόνο από όσους γνωρίσαμε, αλλά και από όλους όσους έζησαν πολύ πριν από εμάς, απ’ αιώνος, όμως τίποτε δεν τελείωσε. Επειδή Χριστός Ανέστη ο θάνατος εσκυλεύθη. Επειδή Χριστός Ανέστη θα βρεθούμε ξανά με όλους όσους προηγήθηκαν. Κοντά στον Θεό των πνευμάτων και πάσης σαρκός. Εν τόπω φωτεινώ και χλοερώ και αναψύξεως. Και δεν θα είναι η συνάντησή μας μόνο εν πνεύματι. Δικό μας και δικό τους.
Θα έρθει η ώρα που το σώμα τους και το δικό μας θα βγούνε από τις κρύπτες του θανάτου. Και θα ενωθεί η συμφυΐα, σε έναν τρόπο αιώνιο και χωρίς μετατροπή. Όπου ο έσχατος εχθρός θα καταργηθεί. Και θα είναι η ύπαρξη συνάντηση με το Φως και την γλυκύτητα της ωραιότητος του προσώπου του Χριστού και των Αγίων Του. Η Εκκλησία που δεν θα είναι μόνο μια πρόσκληση ένταξης στο σώμα του Χριστού, αλλά το ίδιο το Σώμα από το οποίο δεν θα χρειαστεί να περιμένουμε. 
Προγευόμαστε αυτή την χαρά να είμαστε μέλη του Σώματος κάθε φορά που τελούμε την Θεία Λειτουργία. Αυτήν στην οποία πιστεύουμε και ζούμε το διαρκές παρόν της Βασιλείας του Θεού. Της συνάντησης ζώντων και κεκοιμημένων, αγίων και αμαρτωλών, μελίσματος και μη διαίρεσης, βρώσεως και μη δαπανήσεως εν τω Χριστώ. Μόνο που τα δύο αυτά Σάββατα νιώθουμε τους κεκοιμημένους πιο κοντά μας. Γιατί δεν είμαστε μόνο εμείς που έχουμε να θυμόμαστε. Αλλά όλο το σώμα του Χριστού. Και η μνημόνευση των ονομάτων, μακρόσυρτη υπό τον ήχο του «Κύριε ελέησον», μάς υπενθυμίζει ότι η αγάπη δεν είναι μόνο για τους οικείους και συγγενείς, αλλά για όλους που εν Χριστώ γίνονται οι κατεξοχήν οικείοι μας. Οι αδελφοί μας. 
Ας βρεθούμε το απόγευμα της Παρασκευής και το πρωί του Σαββάτου στο ναό της γειτονιάς μας. Μεγαλύτεροι και μικρότεροι. Πρέπει να ζήσουμε, αυτό είναι δεδομένο. Έτσι κι αλλιώς ο θάνατος για μας δεν είναι τέρμα, αλλά μια στάση και ένα πέρασμα, ένα Πάσχα. Τη στάση την περνάμε μόνοι μας, ακόμη κι αν έχουμε την ώρα του θανάτου κοντά μας αυτούς που μας αγαπούνε. Ο θάνατος είναι η προσωπική μας έξοδος, στην οποία κανείς δεν μπορεί να βοηθήσει, να καταλάβει, να συντροφεύσει. Μία ροπή όμως είναι η στάση. Και μπαίνουμε στο πέρασμα της ανάστασης. Συντροφευμένοι από όσους έχουν προηγηθεί και πρωτίστως όσους αγάπησαν το Θεό και τον άνθρωπο. Κι αυτοί θα μας οδηγήσουν στο να αναγνωρίσουμε Εκείνον που θανάτω τον θάνατον επάτησε. 
Ας Τον παρακαλέσουμε λοιπόν. Και των κεκοιμημένων μνημόνευσον Σωτήρ μου, εν δόξη όταν έλθης. Των δικών μας και όλων των ανθρώπων. Να συναντιόμαστε στην αγάπη Σου!

http://o-nekros.blogspot.gr/2013/06/blog-post_7767.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: Γιατί το Άγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε με τη μορφή πύρινης γλώσσας;

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιουνίου, 2013

Όταν ο Κύριος βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη το Αγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε εν είδει περιστεράς. Εμφανίσθηκε όχι για να προσθέσει κάτι στον Χριστό, αλλά συμβολικά, έτσι ώστε να δείξει αυτό που υπάρχει μέσα στον Χριστό: την ακακία, την καθαρότητα και την ταπεινότητα.
Αυτό συμβολίζει το περιστέρι. Όταν οι απόστολοι συγκεντρώθηκαν την πεντηκοστή ημέρα από την ήμερα της Ανάστασης, το Άγιο Πνεύμα εμφανίσθηκε με τη μορφή πύρινων γλωσσών. Εμφανίσθηκε ως πύρινη γλώσσα για να τους αφαιρέσει κάτι και να τους προσθέσει κάτι. Δηλαδή, να αφαιρέσει από αυτούς κάθε αμαρτία, κάθε αδυναμία, φόβο και ακαθαρσία της ψυχής και να τους δωρίσει τη δύναμη, το φως και τη ζεστασιά. Οι πύρινες γλώσσες επισημαίνουν συμβολικά αυτά τα τρία: τη δύναμη, το φως και τη ζεστασιά.
Γνωρίζεις ότι το πυρ είναι δυνατό, γνωρίζεις πως φωτίζει και ζεσταίνει. Αλλά όταν μιλάς για το Άγιο Πνεύμα πρόσεξε να μην σκέπτεσαι υλικά αλλά πνευματικά. Γίνεται λόγος λοιπόν, για την πνευματική δύναμη, για το πνευματικό φώς και για την πνευματική ζεστασιά. Και αυτά είναι: η δυνατή θέληση, ο φωτισμένος νους και η ζέση της αγάπης. Μ΄ αυτά τα τρία πνευματικά όπλα εξόπλισε το Άγιο Πνεύμα τους στρατιώτες του Χριστού για να αντιμετωπίσουν τον κόσμο. Ο Διδάσκαλος τους είχε απαγορεύσει ακόμα και ράβδο να φέρουν από τα επίγεια όπλα.
Γιατί το πυρ εμφανίζεται με τη μορφή γλωσσών πάνω άπό τα κεφάλια τους; Επειδή οι απόστολοι έπρεπε μέσω της γλώσσας να κηρύξουν στους λαούς το χαρμόσυνο νέο, την ευαγγελική αλήθεια και ζωή, την επιστήμη της μετάνοιας και της συγχώρεσης. Με τον λόγο έπρεπε να διδάξουν, με τον λόγο να θεραπεύουν, με τον λόγο να παρηγορούν, με τον λόγο να αγιάζουν και να καθοδηγούν, με τον λόγο να φροντίζουν την Εκκλησία. Επίσης, με τον λόγο να αμύνονται, αφού τους είπε ό Οδηγός να μην φοβούνται τους διώκτες και να μην υπερασπίζονται εαυτούς στα δικαστήρια κατά το δοκούν, επειδή είναι απλοί άνθρωποι, και τους βεβαίωσε: «Ου γαρ υμείς έστε οι λαλούντες αλλά το Πνεύμα του πατρός υμών το λαλούν εν υμίν» (Ματθ. 10,20). Θα μπορούσαν άραγε να μιλούν τη συνηθισμένη γλώσσα των ανθρώπων για το μέγιστο χαρμόσυνο νέο το όποιο έφθασε ποτέ στα αυτιά των ανθρώπων, ότι ο Θεός εμφανίσθηκε στη γη και άνοιξε στους ανθρώπους τις πύλες της αθάνατης ζωής; Θα μπορούσε άραγε ο άνθρωπος με τη θνητή ανθρώπινη φύση να διαδώσει αυτό το ζωοποιό βάλσαμο μέσα από τη δυσωδία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και μάλιστα έως την άκρη του κόσμου; Με τίποτα και ποτέ. Μόνο το πύρινο Πνεύμα του Θεού μπορούσε να το κάνει, το οποίο διά στόματος αποστόλων σκόρπισε ουράνιες σπίθες στο επίγειο σκοτάδι.
Αλλά, άνθρωπε, δεν αισθάνθηκες ποτέ το Πνεύμα του Θεού μέσα σου; Δες, και εσύ είσαι βαπτισμένος με Πνεύμα· με νερό και Πνεύμα. Άραγε ποτέ δεν σε ξάφνιασε μέσα σου κάποια μεγάλη και φωτεινή σκέψη, σιωπηρός λόγος του Αγίου Πνεύματος; Ποτέ δεν σε ξάφνιασε σαν άνεμος και δεν φούντωσε μέσα στην καρδιά σου η αγάπη για τον Δημιουργό σου φέρνοντας σου δάκρυα στα μάτια;
Παραδώσου στην θέληση του Θεού και φύλαξε αυτό που δονεί την ψυχή· θα γνωρίσεις το θαύμα της Πεντηκοστής, που στάθηκε πάνω από τους αποστόλους.
Ειρήνη και χαρά από το Άγιο Πνεύμα.
“Η τραγωδία της Πίστεως”
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
http://imverias.blogspot.gr/2013/06/blog-post_4497.html

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιουνίου, 2013

Πεντηκοστήν ἑορτάζομεν…”
Δέκα ἡμέρες μετά τήν ᾽Ανάληψη τοῦ Κυρίου ἡ ᾽Εκκλησία μας ἑορτάζει τό γεγονός τῆς Πεντηκοστῆς, τότε πού τό Πνεῦμα τό ῞Αγιον κατῆλθε καί ἐπιφοίτησε στίς κεφαλές ὅλων τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, στά ᾽Ιεροσόλυμα. Μέ τήν ἐπιφοίτηση αὐτή ἀρχίζει ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας, γι᾽ αὐτό καί ἡ Πεντηκοστή θεωρεῖται ἡ γενέθλια ἡμέρα της. Ἡ κάθοδος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἀποτελεῖ τήν ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Κυρίου ὅτι θά ἔλθει ἄλλος Παράκλητος μετά τή δική Του ᾽Ανάληψη, ὁ ῾Οποῖος θά μείνει μαζί μέ τούς μαθητές Του καί θά τούς διδάξει καί ὁδηγήσει ῾εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν᾽ (᾽Ιωάν. 16, 13).
῎Ετσι τό ῞Αγιον  Πνεῦμα ἐρχόμενο στόν κόσμο ῾ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς ᾽Εκκλησίας᾽ καί παραμένει σ᾽ αὐτήν ὡς ἡ ψυχή τῆς ᾽Εκκλησίας. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία μέ τή διηνεκή παρουσία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ζεῖ μία διαρκή Πεντηκοστή. Ζωή λοιπόν στήν ᾽Εκκλησία σημαίνει ζωή ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι, κάτι πού διαπιστώνεται κ α ί στή διδασκαλία τῆς ᾽Εκκλησίας κ α ί στή λατρεία της κ α ί στήν ἀσκητική της ζωή καί πού δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τό νομικό-τυπικό πνεῦμα τοῦ ᾽Ιουδαϊσμοῦ ἤ μέ τήν καπηλεία τοῦ Πνεύματος ἀπό τίς διάφορες προτεσταντικές ὁμάδες, ἀλλά εἶναι ἐλευθερία καί ἀγάπη καί παράκληση.
῎Ετσι ἡ ἐμπειρία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί ἡ μετοχή στίς δωρεές Του (πρέπει νά) ἀποτελοῦν στοιχεῖα ζωῆς ὅλων τῶν μελῶν τῆς ᾽Εκκλησίας, δηλαδή στήν πραγματικότητα τό κάθε μέλος της, ἄν ὀρθά εἶναι μέλος, πρέπει νά βρίσκεται σέ μία συνεχή κατάσταση ἐκπλήξεως, σέ μία πορεία πνευματικῆς αὐξήσεως, ῾ἀπό δόξης εἰς δόξαν᾽. Διότι ἀκριβῶς εἶναι μέτοχος τοῦ ἀπείρου Θεοῦ – ῾Αγίου Πνεύματος. Μέ τόν τρόπο αὐτό, ὁ πιστός γίνεται ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας πνευματικός. Πνευματικός δέν εἶναι αὐτός πού θεωρεῖται ἔτσι ἀπό τόν πολύ κόσμο: ὁ ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων καί τῶν τεχνῶν, ὁ ἐπιστήμονας, ὁ ποιητής, ὁ ἠθοποιός. Μᾶλλον μπορεῖ νά θεωρηθεῖ κι αὐτός πνευματικός, ἀλλά ὄχι μέ τή χριστιανική κατανόηση τοῦ ὅρου: ἀσχολεῖται μέ τό ἀνθρώπινο πνεῦμα καί ὄχι μέ τό ῞Αγιον Πνεῦμα. Γιά τούς χριστιανούς  πνευματικός εἶναι αὐτός πού ἔχει ἐμπειρία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, πού τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ σέ αὐτόν. ῾Ὑμεῖς δέ οὐκ ἐστέ ἐν σαρκί, ἀλλ᾽ ἐν Πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν᾽ λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γιά νά συνεχίσει: ῾Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὔκ ἐστιν αὐτοῦ᾽ (Ρωμ. 8,9). Κι ὁ ἅγιος Χρυσόστομος παρατηρεῖ ἐπ᾽ αὐτοῦ ὅτι ὁ ἄνθρωπος λέγεται πνευματικός ῾ἀπό τῆς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείας᾽.
Μιλώντας ὅμως γιά μετοχή στό ῞Αγιον Πνεῦμα στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, μιλᾶμε γιά ἕνα γεγονός πού παραπέμπει κατ᾽ εὐθεῖαν στόν ἴδιο τόν Χριστό. Ἡ ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι ζωή εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ζωή. Αὐτό συμβαίνει διότι τόν Χριστό Τόν γνωρίζουμε στόν βαθμό πού τό ῞Αγιον Πνεῦμα μέσα στήν ᾽Εκκλησία Τόν φανερώνει στίς καρδιές μας. ῎Αν τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δέν ἐνεργοῦσε μέσα μας, ἄν ᾽Εκεῖνο δέν μᾶς φώτιζε, ὁ Χριστός μπορεῖ νά εἶχε ἐπιτελέσει τό ἀπολυτρωτικό Του ἔργο γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, ἀλλά θά παρέμενε ἕνας ξένος γιά ἐμᾶς. ᾽Εκεῖνο πού τό γενικό ἔργο σωτηρίας τοῦ Χριστοῦ τό ἔκανε καί τό κάνει οἰκεῖο, δικό μας, εἶναι τό τρίτο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τό Παράκλητον Πνεῦμα, τό ῾Οποῖο ὁ Κύριος ἔστειλε στόν κόσμο μετά τήν ἄνοδό Του στούς Οὐρανούς, ἐνεργοποιώντας ἔτσι τήν ἵδρυση τῆς ᾽Εκκλησίας ἀπό ᾽Εκεῖνον ὡς ζωντανοῦ σώματός Του. Ὅπως τό εἶπε, ἄλλωστε, παρηγορώντας τούς μαθητές Του: ῾᾽Εάν ἐγώ μή ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς᾽ (᾽Ιωάν. 16, 7).
῎Ετσι ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται στήν ᾽Εκκλησία, καλούμενος οὐσιαστικά ἀπό τόν ῎Ιδιο τόν Θεό – ῾οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽ (᾽Ιωάν. 6, 44) – καί εἰσερχόμενος διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος μετέχει τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες διακονούμενες ἀπό τό Παράκλητον Πνεῦμα μετά πιά τήν ᾽Ανάληψη τοῦ Χριστοῦ, Τοῦ ἀποκαλύπτουν Αὐτόν στήν καρδιά του, μέ τήν ἔννοια ὅτι τόν ἐνσωματώνουν μέσα στόν ῎Ιδιο κάνοντάς τον μέλος Χριστοῦ. Καί γενόμενος ὁ ἄνθρωπος μέλος Χριστοῦ, μετά τήν προσωπική αὐτή Πεντηκοστή του, ὁδηγεῖται κατά φυσικό τρόπο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος σημειώνει ὅτι ῾οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν, εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽ (Α´Κορ. 12,3), ὅπως καί ὁ Κύριος ἀποκάλυψε ὅτι ῾οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα, εἰ μή δι᾽ ἐμοῦ᾽ (᾽Ιωάν. 14,6). ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή κατανοοῦμε ὅτι ὁ Θεός μας εἶναι Θεός τάξεως καί ὄχι ἀκαταστασίας, ὅπως κι ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἔχει χαρακτήρα Τριαδικό κι αὐτό σημαίνει ὅτι Θεολογία, Χριστολογία, Πνευματολογία, ᾽Εκκλησιολογία, Σωτηριολογία πᾶνε μαζί στήν ὀρθόδοξη πίστη καί ὁποιαδήποτε διάσπασή τους ἀποκαλύπτει τήν αἵρεση ἤ ὁδηγεῖ σ᾽ αὐτήν, ἄρα στήν ἔκπτωση ἀπό τή ζωή καί τή σωτηρία. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς εὔκολα τώρα, γιατί ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ τόνιζε ὅτι ῾σκοπός τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος᾽. Γιατί ὅποιος ἔχει τό ῞Αγιον Πνεῦμα ἔχει τόν ῎Ιδιο τόν Τριαδικό Θεό.
 Τό ἐρώτημα λοιπόν τό ὁποῖο τίθεται εἶναι: πῶς κανείς ἀποκτᾶ τό ῞Αγιον Πνεῦμα;Βεβαίως ἀμέσως ἡ σκέψη μας, ὅπως ὑπονοήθηκε παραπάνω, πηγαίνει στά μυστήρια. Γιατί αὐτά ἀποτελοῦν τούς κρουνούς ἀπό τούς ὁποίους προχέεται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ στούς πιστούς. ᾽Αλλά τά μυστήρια δέν ἐπενεργοῦν θετικά κατά τρόπο μαγικό στούς ἀνθρώπους. ᾽Απαιτεῖται ἡ προσωπική τους συμμετοχή καί προσπάθεια. Κι ἐδῶ εἰσέρχεται κανείς σ᾽ αὐτό πού ὀνομάζουμε ἀσκητική καθαρή πνευματική ζωή. Ἡ ἀσκητική ζωή, ὡς προσωπικός ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελεῖ τήν προϋπόθεση γιά νά ἐνεργοποιοῦνται τά μυστήρια πρός σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί νά μήν καταντοῦν ῾εἰς κρίμα ἤ εἰς κατάκριμα᾽. Μέ τήν παρατήρηση βεβαίως ὅτι καί ὁ ἀγώνας αὐτός δέν γίνεται ἐρήμην τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἡ χάρη Αὐτοῦ δίνει τή δυνατότητα καί τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς. ῾Οὐ τοῦ θέλοντος οὐδέ τοῦ τρέχοντος, ἀλλά τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ᾽ (Ρωμ. 9, 16).
Τί μᾶς διδάσκει λοιπόν ἡ βιβλικο-πατερική παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας μας, πάνω στό θέμα τῆς ἀποκτήσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί τῶν μυστικῶν τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς; Ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά ἀποκτήσει τή χάρη αὐτή τῆς παρουσίας Του, νά ἔχει συνεπῶς κανείς τόν Θεό μέσα του, ἄν δέν ἀγωνιστεῖ νομίμως. Καί νομίμως σημαίνει – μέ τή βοήθεια βεβαίως τοῦ Θεοῦ – νά ἀρχίσει τόν ἀγώνα καθάρσεως τοῦ ἑαυτοῦ του ἀπό τά ψεκτά λεγόμενα πάθη, ἰδίως κατά τοῦ κεντρικοῦ πάθους τοῦ ἀνθρώπου, τῆς φιλαυτίας (ἤ ἐγωϊσμοῦ), μέ τά παρακλάδια της, τῆς φιληδονίας, τῆς φιλαργυρίας καί τῆς φιλοδοξίας. ῎Ετσι ὁ πνευματικός ἀσκητικός ἀγώνας εἶναι στοχευμένος: ὁ πιστός καλεῖται νά μεταστρέψει τή φιλαυτία σέ φιλοθεΐα καί φιλανθρωπία, σέ ἀγάπη ἀληθινή δηλαδή, γι᾽ αὐτό καί στή θέση τῶν τέκνων τῆς φιλαυτίας θέτει τήν ἐγκράτεια, τήν ἐλεημοσύνη καί προσφορά, τήν ταπείνωση. Στό βαθμό πού ὁ ἐκκλησιαστικός πνευματικός αὐτός ἀγώνας γίνεται μέ σωστό τρόπο, μέ τήν καθοδήγηση δηλαδή τῶν ἁγίων μας καί τῶν ἐμπειροτέρων ἀπό ἐμᾶς χριστιανῶν, κυρίως δέ τοῦ πνευματικοῦ μας πατέρα, ἡ φιλαυτία ἐξαλείφεται, καθαρίζεται ἡ καρδιά μας καί τή θέση της παίρνει, εἴπαμε, ἡ χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὅπου ἀγάπη ὅμως, ἐκεῖ καί ὁ Θεός, ὁ ἄνθρωπος δηλαδή φτάνει στό σημεῖο νά εἶναι κατοικητήριον ᾽Εκείνου.
Τήν κατάσταση αὐτή πού ἀκολουθεῖ τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀρχίζει καί κυριαρχεῖ μέσα του, οἱ ἅγιοί μας ἔχουν ὀνοματίσει φωτισμό καί στή συνέχεια θέωση. Γι᾽ αὐτό καί συχνά ἀκοῦμε γιά τά στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς: τήν κάθαρση, τό φωτισμό, τή θέωση. Εἶναι φανερό ὅτι ἀπό τά τρία αὐτά στάδια μόνο τό πρῶτο σχετίζεται ἰδιαιτέρως μέ τήν ἀσκητική προσωπική προσπάθεια, ἐκεῖ πού ὁ πιστός φανερώνει τήν ἀγαθή του προαίρεση γιά προαγωγή τῆς σχέσης του μέ τόν Θεό. Μολονότι καί τό στάδιο αὐτό πραγματοποιεῖται μέ τήν ἐνίσχυση τοῦ Θεοῦ, τό δεύτερο καί τό τρίτο θεωροῦνται καθαρά δῶρα τοῦ Θεοῦ, γιά τά ὁποῖα ὁ πιστός δέν πρέπει νά ἀνησυχεῖ καθόλου οὔτε καί νά τά θέτει ὡς ὅραμα καί προορισμό του. Ὁ πιστός ὡς ὅραμά του ἔχει τή σχέση μέ τόν Θεό, ἀγωνίζεται στή βασική ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, τήν ἀγάπη, μέ τήν ὁποία καθαρίζει τήν καρδιά του, καί ἀφήνει τόν Θεό ῾ἐλεύθερο᾽ νά προσφέρει, ὅσο θέλει καί ὅποτε θέλει, τά δῶρα τῆς παρουσίας Του, τό φωτισμό καί τή θέωση.
Γι᾽ αὐτό καί τό οὐσιαστικότερο στοιχεῖο τελικῶς τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑπομονή. ῎Ανθρωπος πού ξεκινᾶ τήν πνευματική ζωή καί ἀπαιτεῖ γρήγορα τήν ἀπόκτηση τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ, ἤδη ἔχει βάλει ῾νάρκη᾽ στήν προσπάθειά του. Ὁ Θεός δέν εἶναι παιχνίδι ὥστε ἐμεῖς νά Τόν ῾κανονίζουμε᾽ στίς ἐνέργειές Του, ἀλλά ὁ παντοδύναμος καί πανάγαθος Θεός πού ἔχει τόν ἀπόλυτο ἔλεγχο τῶν πάντων, γνωρίζοντας τά πάντα καί στό ἔσχατο βάθος τους. ῎Ετσι ἡ ἀνυπομονησία ἀποτελεῖ σημάδι τελικῶς ταραγμένης ψυχῆς, ἄρα στήν πραγματικότητα φανερώνει τήν ἀπιστία τοῦ ἀνθρώπου καί τήν παρουσία τοῦ πονηροῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ μέγας ᾽Ισαάκ ὁ Σύρος, στά ἀσκητικά του ἔργα, μνημονεύει ἕνα σπουδαῖο Γέροντα, ὁ ὁποῖος καθοδηγώντας ἕναν ἄπειρο νεαρό μοναχό, πού ῾βιαζόταν᾽ ν᾽ ἀποκτήσει τά χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι ὁ ἴδιος ἄρχισε νά νιώθει τά χαρίσματα αὐτά μετά τά τριάντα πρῶτα χρόνια τῆς ἔντονης ἀσκητικῆς του ζωῆς.
Ἡ ἑορτή λοιπόν τῆς Πεντηκοστῆς μᾶς ἀποκαλύπτει γιά μία ἀκόμη φορά τό μεγαλεῖο τῆς πίστεώς μας, ἀφοῦ εἴμαστε κλημένοι σέ ἄπειρη αὔξηση μετοχῆς στό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί συγχρόνως μᾶς δείχνει τίς δυσκολίες πού ὑπάρχουν λόγω τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν καί ἀδυναμιῶν. Εἶναι στή δική μας ὅμως τήν εὐθύνη νά ἀνταποκριθοῦμε στήν κλήση αὐτή, πού συνιστᾶ καί τήν ὑψηλότερη κλήση πού ὑπάρχει στόν κόσμο: νά εἴμαστε καί νά γίνουμε ῾συγκληρονόμοι Χριστοῦ᾽ (Ρωμ. 8, 17).
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΜΕΘΟΔΙΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΠΑΤΑΡΩΝ (20 ΙΟΥΝΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιουνίου, 2013

 
Αυτός ο μακάριος ανέθεσε τον εαυτό του από την παιδική του ηλικία στον Θεό, γι᾽ αυτό και έγινε θείο σκεύος και δοχείο του αγίου Πνεύματος. Έλαβε την ιερωσύνη από τη θεία χάρη, με το θέλημα του Θεού, και ποίμανε καλώς και θεοφιλώς το ποίμνιο που του εμπιστεύτηκε η Εκκλησία, καταφωτίζοντας με λόγια παράκλησης το πλήρωμα της Εκκλησίας. Όταν είδε να διαχέεται η πλάνη του Ωριγένη, σαν άριστος ποιμένας την κατέφλεξε με τη θεία φλόγα, διαλύοντας έτσι τη θολούρα και τη μανία του σκοταδιού με τη σοφία των λόγων του και τη θεία χάρη. Η αστραπή μάλιστα των λόγων του και η σάλπιγγα της γνώσης έφτασε σε όλη τη γη. Γι᾽ αυτό, μη υποφέροντας ο εχθρός την παρρησία και την αντιρρητική δύναμη των λόγων του μεγάλου αυτού, οπλίζει τους υπηρέτες του για την εξόντωσή του. Αυτός δε αφού ντύθηκε πριν από το μαρτύριο τη ζωηφόρο νέκρωση, με αποτομή διά ξίφους της κεφαλής του, μετατέθηκε προς την καλύτερη ζωή. Πρώτα μεν ιερουργώντας τον αμνό του Θεού, ύστερα δε θυσιαζόμενος, οδηγήθηκε στον Χριστό ως ζωντανή θυσία. Γι᾽ αυτό και κατακοσμήθηκε με διπλούς στεφάνους ο γενναίος υπερασπιστής της αλήθειας. Κι αφού έλαβε το τέλος με μαρτυρικά αίματα, αναπαύτηκε αιώνια.
Αυτός ο θείος πράγματι ιερέας του Θεού και μάρτυρας μάς άφησε συγγράμματα της φιλοπονίας του, που είναι γεμάτα από κάθε γνώση και ωφέλεια. Αλλά και για τα μέλλοντα με μεγάλη σαφήνεια προφήτευσε και προανήγγειλε καθαρότατα, για τις εναλλαγές των βασιλειών και τις μεταβολές και τις αλλαγές τους, και για τις επεκτάσεις εθνών και τις ερημώσεις χωρών και τόπων και τους αφανισμούς. Για ορθοδόξους και αιρετικούς βασιλείς και για τη συντέλεια του κόσμου, και για τον Αντίχριστο και τη βασιλεία του, και για τον αφανισμό και την πανωλεθρία κάθε ανθρώπου. Όλα αυτά σαφέστατα ο θείος αυτός άνδρας τα προφήτευσε”.

Ο υμνογράφος άγιος Θεοφάνης για μία ακόμη φορά αφορμάται από το όνομα του αγίου, προκειμένου να το αξιοποιήσει από πλευράς πνευματικής. Το όνομα του αγίου λειτουργεί κατ᾽ αυτόν με τρόπο που υπενθυμίζει τη μέθοδο που πρέπει να ακολουθεί κανείς για τη σωτηρία του, δηλαδή για να οδεύει τον δρόμο της αρετής που οδηγεί προς τον Θεό.῾Η μνήμη σου, Ιεράρχα Μεθόδιε, που φέρνει σε εμάς την οδό της σωτηρίας, έφτασε με λαμπρότητα᾽(῾Μέθοδον η μνήμη σου ημίν σωτήριον φέρουσα, Ιεράρχα Μεθόδιε, λαμπρώς επεδήμησε᾽) (στιχηρό εσπερινού). ῾Δίδαξέ με, μακάριε μύστη, τη μέθοδο της αρετής᾽ (῾Της αρετής μέθοδόν με, πανόλβιε μύστα, δίδαξον᾽ (ακροστιχίδα κανόνα). ῾Δίδαξέ με, ιερομύστα, δείχνοντάς μου τον δρόμο της σπουδαιότατης οδού που οδηγεί προς τον Θεό᾽(῾Τρίβου συντονωτάτης προς τον Θεόν με φερούσης, δεικνύων την μέθοδον, ιερομύστα, δίδαξον᾽) (ωδή α´). Κι αυτό συμβαίνει, κατά τον άγιο υμνογράφο, διότι ο άγιος Μεθόδιος με τους λόγους του, αλλά και με το μαρτύριό του φώτισε το πλήρωμα της Εκκλησίας, διαλύοντας το σκοτάδι της πολυθεΐας, κι έφτασε στο αιώνιο φως της Βασιλείας του Θεού. Συνεπώς η ζωή του η ίδια συνιστά την ορθή μέθοδο που ακολουθώντας την κανείς εκβάλλει στη Βασιλεία του Θεού. ῾Καταφώτισες με τους λόγους σου το πλήρωμα της Εκκλησίας, θεοφάντορα Μεθόδιε. Και με τη λαμπρότητα των άθλων σου μείωσες το σκοτάδι της πολυθεΐας, οπότε τώρα έχεις φτάσει στο αιώνιο φως᾽(῾Λόγοις κατεφώτισας της Εκκλησίας το πλήρωμα, θεοφάντορ Μεθόδιε. Άθλων δε λαμπρότητι, της πολυθεΐας εμείωσας ζόφον και μεταβέβηκας προς φως, ιεροφάντα, νυν το ανέσπερον᾽) (στιχηρό εσπερινού).

Ο υμνογράφος επιμένει ιδιαιτέρως στη διπλή θυσία που πρόσφερε στον Θεό ο άγιος Μεθόδιος. Πρώτα πρόσφερε ως ιερέας τις αναίμακτες θυσίες στον Θεό κι έπειτα ολόκληρο τον εαυτό του διά του μαρτυρίου. ῾Πρόσφερες αναίμακτες θυσίες, ιερουργέ, στον Θεό. Κι αφού αθλήθηκες πολύ σταθερά και θυσιάστηκες, προσφέρθηκες ως θυσία, Μεθόδιε, σ᾽ Εκείνον που θυσιάστηκε για χάρη μας᾽(῾Αναιμάκτους, ιερουργέ, προσήγαγες θυσίας Θεώ. Αθλήσας δε στερρότατα και τυθείς, προσηνέχθης θυσία, ω Μεθόδιε, δι᾽ ημάς τω τυθέντι᾽) (κάθισμα όρθρου). Γι᾽ αυτό και τονίζει ο Θεοφάνης ότι άστραψε με δύο στεφάνια ο άγιος Μεθόδιος: με το στεφάνι της ιερωσύνης και με το στεφάνι του μαρτυρίου. ῾Έχοντας ως κόσμημα το στεφάνι του μαρτυρίου και το μύρο της ιερωσύνης, μακάριε, και με τα δύο άστραψες᾽(῾Στέφει του μαρτυρίου ιερωσύνης τε μύρω, παμμάκαρ, κοσμούμενος, δι᾽ αμφοτέρων ήστραψας᾽) (ωδή α´). Προβαίνει όμως ο άγιος υμνογράφος σε μία πολύ σημαντική παρατήρηση, αναφερόμενος στις αναίμακτες θυσίες λόγω της ιερωσύνης του. Ο άγιος Μεθόδιος δεν λειτουργούσε ως ιερέας με έναν τρόπο τυπικό και επιφανειακό. Το πρώτο θυσιαστήριο, πάνω στο οποίο πρόσφερε την αναίμακτη θυσία, ήταν η ίδια η καρδιά του. ῾Είχες κάνει ωραίο θυσιαστήριο την καρδιά σου, ιερουργέ, και πάνω σ᾽ αυτό πρόσφερες τις αναίμακτες θυσίες στον Θεό᾽(῾Θυσιαστήριον τερπνόν την καρδίαν αποτελέσας εν αυτώ αναιμάκτους, ιερουργέ, προσήγαγες θυσίας Θεώ᾽) (κάθισμα όρθρου). Με άλλα λόγια ο άγιος Μεθόδιος είχε ως πρώτη αγία Τράπεζα για να λειτουργεί στον Θεό την ίδια την καρδιά του, γεγονός που σημαίνει ότι ο ιερέας αν τη θυσία που επιτελεί χάριτι Θεού δεν την επιτελεί καρδιακά, δεν είναι σωστός ιερέας. Η αλήθεια αυτή υπενθυμίζει αυτό που υπάρχει ως παράδοση στην πίστη μας, ότι δηλαδή σε περίπτωση που ελλείπει από κάπου αγία Τράπεζα αλλά υπάρχει ιερέας, το στήθος του ιερέα μπορεί να παίξει τον ρόλο της αγίας αυτής Τραπέζης. Πόσο ζωντανή και με αισθήματα καθιστά την πίστη μας μία τέτοια τοποθέτηση της θείας ιερουργίας σαν αυτή που προβάλλει ο άγιος Θεοφάνης για τον άγιο Μεθόδιο. Και βεβαίως είναι ευνόητο ότι μία τέτοια πυρακτωμένη καρδιά που λειτουργεί στον Θεό με τέτοιο τρόπο καταλήγει εύκολα και στη θυσία της ζωής, όταν συντρέξουν οι συνθήκες.

Ο Θεοφάνης συνεχίζει το παραπάνω σκεπτικό και με άλλο τρόπο. Η καρδιακή ιερουργία του αγίου Μεθοδίου αποδείκνυε ότι ο ίδιος είχε νεκρωθεί κατ᾽ άνθρωπον ως προς τις αμαρτίες του. Διότι βεβαίως κανείς δεν μπορεί να έχει τον Χριστό στην καρδιά του, αν δεν έχει εξορύξει από εκεί την αμαρτία. ῾Ουδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν᾽, όπως είπε ο Κύριος. Έτσι ο άγιος Μεθόδιος ήδη ήταν νεκρωμένος και πριν από το μαρτυρικό τέλος του, είχε δηλαδή ενεργοποιηθεί σε αυτόν η εν Χριστώ ανάστασή Του – η νέκρωση της αμαρτίας συνιστά την ανάσταση μέσα μας του Χριστού – συνεπώς το μαρτύριό του ήταν η μετάθεσή του προς την αιώνια ζωή. ῾Ντύθηκες, πάτερ, τη ζωηφόρο νέκρωση πριν από το τέλος σου, και όταν αποτεμνόσουν την κεφαλή με το ξίφος κατά το μαρτύριό σου, μετατέθηκες, ένδοξε, προς ζωή απείρως καλύτερη από την εδώ᾽(῾Νέκρωσιν ζωηφόρον ενεδύσω, πάτερ, προ τελευτής σου, και ξίφει τεμνόμενος τω του μαρτυρίου σου, προς ζωήν απειροπλασίως μετετέθης, ένδοξε, κρείττονα᾽) (ωδή ε´). Η επισήμανση αυτή του αγίου υμνογράφου παραπέμπει στο γνωστό ασκητικό λόγιο, που ηχεί λίγο παράδοξα, εκφράζει όμως τη βαθύτατη παραπάνω πνευματική αλήθεια: ῾αν πεθάνεις πριν πεθάνεις, δεν θα πεθάνεις, όταν πεθάνεις᾽. Ο άγιος λοιπόν πριν ακόμη πεθάνει σωματικά, είχε πεθάνει ως προς την αμαρτία. Συνεπώς εν Χριστώ ήταν αναστημένος, κάτι που επιβεβαιώθηκε ακόμη περισσότερο και με το άγιο μαρτύριό του.

Ο άγιος Θεοφάνης όμως δεν μπορεί να μην αναφερθεί και στο κηρυκτικό έργο του αγίου ιερομάρτυρα. Ο άγιος Μεθόδιος υπήρξε χαρισματούχος δάσκαλος της Εκκλησίας, σε βαθμό τέτοιο μάλιστα, που ορισμένοι, υπερτονίζοντας το έργο του αυτό,  επιμένουν, λανθασμένα βεβαίως, ότι ήταν μόνον δάσκαλος και όχι ιερέας. Ως δάσκαλος όχι μόνο κήρυσσε με τον προφορικό λόγο, αλλά και με τον γραπτό. Μας άφησε μάλιστα και σπουδαία συγγράμματα, όπως ήδη αναφέρθηκε στο συναξάρι του. Το κήρυγμά του στρεφόταν τόσο κατά των αιρετικών, των οπαδών της πλάνης του Ωριγένη εν προκειμένω, όσο και στην προβολή της χριστιανικής πίστης και διδασκαλίας. Κατά τον υμνογράφο μας: ῾Είδες να διαχέεται η απάτη του Ωριγένη, κι επειδή ήσουν άριστος ποιμένας κατέφλεξες σύντομα όλη την αχλύ εκείνου με το θείο πυρ᾽(῾Επιπολάζουσαν ιδών την του Ωριγένους απάτην, ως υπάρχων άριστος ποιμήν, τω θείω πυρί συντόμως έφλεξας πάσας εκείνου την αχλύν᾽) (ωδή γ´). Ενώ: ῾κήρυξες την ορθόδοξη πίστη, πανσεβάσμιε, και δίδαξες το ποίμνιό σου᾽ (῾Την ορθόδοξον εκήρυξας πίστιν, πανσεβάσμιε, και εδίδαξας σου το ποίμνιον᾽) (ωδή δ´). Και το κήρυγμά του αυτό ήταν ῾γλυκασμός ψυχωφελής που προέρχεται σαν από πηγή, η οποία ευφραίνει όλους τους μετόχους της και καταγλυκαίνει τα αισθητήρια της ψυχής᾽(῾Ο γλυκασμός ο ψυχωφελής των σων δογμάτων ως πηγή προέρχεται, τους μετέχοντας ευφραίνουσα και καταγλυκαίνουσα τα της ψυχής ημών αισθητήρια᾽) (ωδή δ´).

Βρίσκει μάλιστα την ευκαιρία ο άγιος Θεοφάνης να προβάλει έμμεσα το γνωστότερο έργο του αγίου Μεθοδίου, ο οποίος περισσότερο είναι γνωστός ως Μεθόδιος Ολύμπου, παρά Πατάρων, το ῾Συμπόσιον ή περί Παρθενίας᾽, κατά αντιστοιχία προς το διάσημο έργο του αρχαίου Έλληνα φιλόσοφου Πλάτωνα ῾Συμπόσιον᾽. Στο έργο αυτό ο άγιος, χωρίς να υποβαθμίζει τον γάμο, τονίζει όμως τη σπουδαιότητα της παρθενίας, κι αυτό έχοντας υπόψη του ο Θεοφάνης σημειώνει: ῾Το αξιοσέβαστο της παρθενίας και το κάλλος της αγνότητας τα έμαθες από την πείρα σου, ένδοξε, γι᾽αυτό με τη σοφία σου και τη χάρη των λόγων σου υποδεικνύεις σε όλους την ομορφιά αυτών και την αιώνια χαρμοσύνη τους, θεόφρονα᾽(῾Της παρθενίας το σεπτόν και της αγνείας το κάλλος, διά πείρας, ένδοξε, μαθών, σοφία τη ση και λόγων χάριτι πάσι την τούτων καλλονήν υποδεικνύεις, θεόφρον, και την αιωνίζουσαν φαιδρότητα᾽) (ωδή ´). 

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΟΙΜΗΝ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΞΙΛΑΡΙ

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιουνίου, 2013

῾Η ἀτμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι. Τά πνεύματα μέσα στήν μικρή συνοδεία τῶν μοναχῶν ἦταν πολύ ἠλεκτρισμένα. ῾Η κατάσταση δέν ἔπαιρνε ἄλλο. Μᾶλλον εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα νά πάρει ὁ πειρασμός πόδι ἀπό τόν τόπο τους. Νά πάει ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, μόνος ἤ ἔστω μέ ἄλλους πού τά κριτήριά τους ὅμως θά ἦταν πολύ πιό κάτω ἀπό τά δικά τους. ῎Οχι μόνο τούς προκαλοῦσε μέ τήν στάση του, ἀλλά γινόταν καί πολύ κακό παράδειγμα γιά τούς διάφορους προσκυνητές πού τύχαινε νά περάσουν ἀπό ἐκεῖ καί νά βρεθοῦν μάλιστα σέ κάποια ἀγρυπνία τους. ῾Η κακή εἰκόνα του ἀντανακλοῦσε σέ ὅλους τους. Τί θά λέγανε καί γι᾽ αὐτούς;
Στήν ἀρχή δέν πολυέδωσαν σημασία. Τό ἀντιμετώπισαν μᾶλλον χαλαρά. ῾Ορισμένοι ἴσως καί νά τό διασκέδασαν. ᾽Αλλά ὅταν παρόλη τήν παρατήρηση πού τοῦ ἔγινε, ἀρχικά ἀπό κάποιον ἀδελφό κι ἔπειτα ἀπό τόν ἴδιο τόν Γέροντα, ἐκεῖνος συνέχιζε τήν ἴδια τακτική, ἄρχισαν νά τό θεωροῦν ἐνοχλητικό. Καί ἡ ἐνόχληση γρήγορα πῆρε τήν μορφή τῆς ταραχῆς καί τῶν νεύρων. Ναί, ὁ νέος καλόγερος πού εἶχε φτάσει στήν συνοδεία τους πρίν ἀπό μερικές μῆνες, μέ καλές συστάσεις εἶναι ἀλήθεια, χωρίς νά προκαλεῖ κάποιο ἄλλο πρόβλημα πέρα ἀπό αὐτό, ἔγινε τό ἀγκάθι τοῦ μικροῦ μοναστηριοῦ τους.
῾Μά νά μήν ἀκούει οὔτε καί τόν Γέροντα; Μεγάλη ψυχή ἔχει ὁ Γέροντάς μας πού τόν ἀνέχεται ἀκόμη καί δέν τόν ἔχει διώξει᾽, ἦταν τό μόνιμο σχεδόν σχόλιο τῶν παλαιοτέρων καί γεροντοτέρων καλογέρων.
Κάνα δυό προσπάθησαν νά τόν δικαιολογήσουν. ῾Νέος εἶναι. Κάνει τόν ἀγώνα του. Δέν μᾶς ἐνοχλεῖ σέ ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό αὐτό. ᾽Αλλά, καί σ᾽ αὐτό πού φαίνεται ὅτι ἐνοχλεῖ, κοιτάξτε: ἔρχεται πάντα στίς ἀκολουθίες καί στίς ἀγρυπνίες. Δέν ἔλειψε ποτέ. ῾Απλῶς…τόν πιάνει ὁ ὕπνος᾽.
Νά, λοιπόν, τό πρόβλημα μέ τόν καλόγερο ᾽Αγάθωνα πού εἶχε γίνει ἀγκάθι γιά τούς πολλούς καί τούς τάραζε: στίς ἀκολουθίες καί μάλιστα στίς ἀγρυπνίες μετά ἀπό λίγο κοιμόταν.
Τόν πρῶτο καιρό, εἴπαμε, δέν ἔδωσαν σημασία. ῞Υστερα ὅμως πήγαιναν καί τόν ξυπνοῦσαν. Μαλακά στήν ἀρχή, ἔπειτα πιό ἀπότομα. Κάποτε κυριολεκτικά τόν τράνταζαν. Κι αὐτός πεταγόταν ἐπάνω, συγχυσμένος, τρομαγμένος, ψελλίζοντας ῾συγγνώμη᾽, γιά νά σταθεῖ γιά λίγο ξυπνητός καί πάλι στήν συνέχεια νά καταπέσει.
Εἶναι ἐκπληκτικό γιά ἐμᾶς τούς ταλαίπωρους ἀνθρώπους τό πῶς ἕνα μικρό θεωρούμενο πρόβλημα μπορεῖ νά γίνει μεγάλο. Κάτι ἀνεπαίσθητο πού σέ ἄλλες στιγμές δέν τοῦ δίνουμε σημασία, κάτω ἀπό συγκεκριμένες συνθῆκες μπορεῖ νά πάρει τεράστιες διαστάσεις καί νά φτάσει στό σημεῖο νά μᾶς ῾σπάει τά νεῦρα᾽. Μία σταγόνα νεροῦ γιά παράδειγμα. Ποιός τῆς δίνει σημασία; Κι ὅμως, ὅταν σταλάζει ἐπίμονα, στόν ἴδιο τόπο, μέ τόν ἴδιο ρυθμό, συνέχεια καί συνέχεια, γίνεται ἐνόχληση, βάσανο, μαρτύριο.
Κάτι παρόμοιο ἔγινε καί στούς συγκεκριμένους καλόγερους. ῾Η μικρή κοινωνία τους ταράχτηκε καί συγχύσθηκε ἀπό ἕνα ἐλάχιστο πρόβλημα: τήν ἀδυναμία ὕπνου ἑνός νέου καλογέρου, πού δέν ἄντεχε στίς ἀγρυπνίες. Καί δέν εἶναι κάτι ἄγνωστο τό πόσο μεγαλοποιοῦνται τά θέματα, τά ὅποια θέματα, ἐκεῖ πού συνυπάρχουν πολλές φορές λίγοι. ῾Μικρό χωριό κακό χωριό᾽ δέν λέει ἡ παροιμία; Νά, λοιπόν, πῶς τό τίποτα ἤ τό ὀλίγιστο κατάντησε νά γίνει μεγάλο. Νά δημιουργηθεῖ πρόβλημα, νά φτάσουν στό σημεῖο οἱ καλόγεροι νά συζητᾶνε καί νά ζητᾶνε ἀπό τόν Γέροντα νά διώξει τόν…πειρασμό.
῾Ο Γέροντας τούς ἄκουσε. Προσπάθησε νά κατανοήσει τόν πειρασμό τους, πού εἶχε ἀρχίσει νά γίνεται πειρασμός καί γιά τόν ἴδιο. ᾽Αλλά κάτι μέσα του τόν ἔτρωγε. ῎Ενιωθε ὅτι τό νά ἀπομακρύνει τόν ᾽Αγάθωνα μπορεῖ νά φαίνεται ὡς λύση, ἀλλά μᾶλλον θά ἀποτελεῖ καί δική τους ἧττα. Θά τούς εἶχε νικήσει ὁ πειρασμός. ᾽Αλλά πάλι ἔτσι, ἡ ταραχή θά συνεχιζόταν.
῾᾽Επερώτησον τόν πατέρα σου καί ἀναγγελεῖ σοι᾽, μουρμούρισε. Νόμισε πώς βρῆκε τήν λύση. ῾Ναί, αὐτός θά μᾶς κατευθύνει σωστά. Θά μᾶς πεῖ ἄν εἶναι σωστό νά τόν ἀπομακρύνουμε ἤ ὄχι. ῾Ο ἀββᾶς Ποιμήν. ῾Ο μεγάλος Γέροντας, ὁ διορατικός καί προορατικός, ὁ σοφός καί συνετός, πού ἡ ἀγάπη του εἶναι μιά ἀγκαλιά γιά ὅλον τόν κόσμο. ᾽Αρκεῖ νά δεχτεῖ βεβαίως τήν πρόσκλησή μου᾽.

῾Ο ἀββᾶς δέχτηκε. Δέν μποροῦσε νά ἀρνηθεῖ τό πέρασμά του ἀπό ἐκεῖ πού ὑπῆρχαν ἀδελφοί πού πάλευαν καί ἀγωνίζονταν τόν πνευματικό ἀγώνα. Γιατί ἤξερε τό πόσο ὁ πονηρός πολεμάει τούς ἀνθρώπους καί μάλιστα τούς καλόγερους. ῾Λιοντάρι πού ὠρύεται καί ζητάει ποιόν νά καταπιεῖ᾽, κατά πῶς γράφει καί ὁ μαθητής τοῦ Κυρίου ἅγιος Πέτρος.

῎Εκανε θερμή προσευχή πρός τόν Κύριο νά ἐλεήσει τά πλάσματά Του. Νά τοῦ δώσει φώτιση νά κατανοήσει τό πρόβλημα γιά τό ὁποῖο τόν εἰδοποιοῦσε ὁ ἡγούμενος. Νά γίνει τό ὄργανο ᾽Εκείνου, ὥστε ἀφενός νά καταντροπιασθεῖ ὁ πονηρός, ἀφετέρου νά δοξαστεῖ τό ἅγιο ὄνομα τοῦ Κυρίου.
Τόν ὑποδέχτηκαν ὅλοι μέ μεγάλες τιμές. Ἡ παρουσία του κάθε φορά συνοδευόταν πράγματι μέ ἐκδηλώσεις πού ἔφθαναν κάποιες φορές καί σέ ἐπίπεδο ὑπερβολῆς. ῾Ο ἀββᾶς Ποιμήν ἦταν καί γιά τήν συνοδεία αὐτή ὁ μεγάλος καθοδηγητής τους. ῎Ηξεραν πώς ὅ,τι τοῦ ἔθεταν ὡς πρόβλημα καί λογισμό θά ἔπαιρναν τήν ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ. Περίμεναν λοιπόν καί γιά τό συγκεριμένο πού εἶχε ἀναφανεῖ. Γιατί ὁ ἡγούμενος, ὁ ὁποῖος εἶχε φροντίσει νά στείλει σέ ἐξωτερικό διακόνημα τόν ᾽Αγάθωνα, τούς εἶχε πληροφορήσει γιά τόν σκοπό τοῦ ἐρχομοῦ του.
῾Ο ὅσιος Πατέρας ἄκουσε τό πρόβλημα. Εἶδε τήν ταραχή. Καί κατάλαβε αὐτό πού τόν λύπησε πιό πολύ ἀπό ὅλα: ὄχι τήν ἀδυναμία τοῦ ἀδελφοῦ μέ τόν ὕπνο, ἀλλά τήν ἀδυναμία τῶν ὑπολοίπων ἀδελφῶν νά τόν ὑπομείνουν καί νά ἀντιμετωπίσουν τόν τρισκατάρατο πού βρισκόταν καλά κρυμμένος ἀπό πίσω, δουλεύοντάς τους μέ τά ἐκ δεξιῶν λεγόμενα ὅπλα: τήν διακράτηση ἐν προκειμένῳ ἑνός τυπικοῦ. ῾Η αὐστηρότητά τους σχεδόν τόν τρόμαξε.

῾᾽Αδελφοί᾽ εἶπε. ῾Χαίρομαι πού βρίσκομαι ἀνάμεσά σας, ἀνάμεσα σέ πιστούς πού λατρεύουν τόν Κύριο καί ἀγωνίζονται τόν καλόν ἀγώνα. ῾Η χάρη τοῦ Κυρίου πού σᾶς δίνεται καί θά σᾶς δοθεῖ εἶναι πλούσια. ᾽Αλλά δέν βλέπετε τί γίνεται μέ τήν συγκεκριμένη περίπτωση πού μοῦ λέτε; Δέν βλέπετε πώς τό ἔλλειμμα βρίσκεται στήν δική σας πλευρά ὡς ἔλλειμμα ἀγάπης; ῾Ο ἀπόστολος δέν λέει πώς ῾ἡ ἀγάπη πάντα στέγει, πάντα ὑπομένει, οὐδέποτε ἐκπίπτει᾽;  ῾Η ἀγάπη ὅλα τά ἀνέχεται, ὅλα τά ὑπομένει, ποτέ δέν ξεπέφτει. Ποῦ εἶναι ἡ δική σας ἡ ἀνοχή; Ποῦ εἶναι ἡ ὑπομονή σας; Ποῦ ἡ διάρκεια τῆς ἀγάπης σας; Καί ἡ ἔλλειψη αὐτή δέν ἀποδεικνύει ὅτι δέν ζεῖτε σωστά ὡς μέλη τοῦ Κυρίου μας; ῾Ο καθένας μας δέν συνιστᾶ μέλος τοῦ σώματος ᾽Εκείνου, συνεπῶς εἴμαστε δεμένοι καί μέ ᾽Εκεῖνον ὡς κεφαλή ἀλλά καί μεταξύ μας; ῎Αν ὑπάρχει κάποια ἀδυναμία σέ ἕνα μέλος, σημαίνει ὅτι τά ἄλλα μέλη πρέπει νά τήν δοῦν καί ὡς δική τους ἀδυναμία. Πιστεύετε λοιπόν ὅτι ἡ αὐστηρότητα, ἡ ἀπότομη στάση σας ἀπέναντι στόν ἀδελφό σας θά τόν διορθώσει; ῎Αλλη στάση ζωῆς ἔξω ἀπό τήν ἀγάπη δέν ὑπάρχει, ἄν θέλουμε νά διορθώσουμε τόν πάσχοντα συνάνθρωπό μας᾽.

῎Εκανε παύση ὁ ἀββᾶς. Δέν εἶχε συνηθίσει νά ρητορεύει. Μόνιμη ἐπιλογή του ἦταν νά εἶναι τό παράδειγμα καί ὅποιος θέλει μετά νά τόν ἀκολουθεῖ. ῾῾Ο ποιήσας καί διδάξας᾽ ἦταν ἡ κατευθυντήρια γραμμή του.
῾Δέν αἰσθάνομαι καλά πού σᾶς κάνω τόν δάσκαλο᾽, εἶπε καί ἔσκυψε τό κεφάλι πρός τό μέρος τῆς καρδιᾶς. Τό ἀνασήκωσε καί πάλι. ῾᾽Αλλά ἐπειδή μέ κινεῖ τό πνεῦμα τῆς ὑπακοῆς στόν ἡγούμενο σᾶς τά λέω. ῾Τῷ αἰτοῦντί σε δίδου᾽, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου μας. Καί δέν θέλω νά σᾶς περιπαίζει ὁ διάβολος᾽ συμπλήρωσε.
῾Γέροντα, σέ καταλαβαίνουμε καί ὁ λόγος σου μᾶς φέρνει καί πάλι στόν ἴσιο δρόμο τοῦ Χριστοῦ μας᾽ εἶπε μέ συστολή ὁ ἡγούμενος. ῾Τί νά κάνουμε συγκεκριμένα ὅμως μέ τόν ἀδελφό; Νά μήν τοῦ ποῦμε ὅτι πρέπει νά εἶναι ξύπνιος στίς ἀκολουθίες; Νά μήν τόν ξυπνᾶμε᾽; Κοντοστάθηκε. ῾Γέροντα, ἐσύ τί θά ἔκανες; Πές μας καί θά τό κάνουμε κι ἐμεῖς᾽.

Πιάστηκε ἡ ἀναπνοή τους. ῾Η ἀπάντηση τοῦ ὁσίου θά καθόριζε καί τήν δική τους στάση. ῎Ηδη μέσα τους ἡ συνείδηση τούς ἔλεγχε. Καταλάβαιναν ὅτι δέν λειτουργοῦσαν ἀπέναντι στόν ἀδελφό μέ ἀγάπη. ῞Οτι ἡ στάση τους δέν ἦταν χριστιανική. ῞Οτι συμπεριφέρονταν σάν τούς Φαρισαίους τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ, μέ ὑπερηφάνεια.

῾Ο ἀββᾶς δέν ἔσπευσε νά ἀπαντήσει. Φαινόταν ὅτι προσευχόταν μέ ἔνταση καί θέρμη. Δάκρυα πῆραν νά ἀναβλύζουν στά ἁγιασμένα μάτια του.
῾᾽Αδελφοί᾽, εἶπε σιγά, ἔχοντας ἐπίγνωση τοῦ βάρους τῶν λόγων του. ῾Στήν θέση σας ἐγώ, ὅταν ἔβλεπα τόν ἀδελφό νά κοιμᾶται…᾽
-τά μάτια τῶν ἀδελφῶν ἀνοίχτηκαν διάπλατα καί τά αὐτιά τους τεντώθηκαν στό ἔπακρο μή χάσουν τό παραμικρό ἀπό τά λεγόμενά του-
 
῾…στήν θέση σας, λοιπόν, θά ἔπαιρνα ἕνα μαξιλάρι νά τό βάλω κάτω ἀπό τό κεφάλι του γιά νά τόν ἀναπαύσω περισσότερο. Γιατί ὁ ἀδελφός γιά μένα εἶναι ὁ κρυμμένος Χριστός᾽. 
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οικοδομώντας τον Ναό του Θεού μέσα μας και μέσα στους αδελφούς μας.

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Ιουνίου, 2013

Οικοδομώντας τόν Ναό τού Θεού μέσα μας καί μέσα στούς αδελφούς μας.

Αρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας

Τήν Δευτέρα 15 Απριλίου ο π. Ζαχαρίας, επισκεπτόμενος τήν Ναύπακτο καί τήν Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Βομβοκούς τής οποίας είναι ο Πνευματικός, ομίλησε στήν Σύναξη τής Δευτέρας, αντί τού Σεβασμιωτάτου, ο οποίος απουσίαζε στήν Κρήτη. Τό κείμενο τής ενδιαφέρουσας ομιλίας τού π. Ζαχαρία δημοσιεύουμε κατωτέρω.

Ακόμη καί όταν βρισκόμαστε γιά πολλά χρόνια «επί τής οδού», καί πάλι δέν πρέπει νά χαλαρώσουμε. Οι Πατέρες συνήθιζαν νά λένε ότι κάθε μέρα πρέπει νά βάζουμε μιά καινούργια αρχή καί νά ζητάμε από τόν Θεό βοήθεια γιά νά κάνουμε αυτήν τήν καινούργια αρχή. Όταν έχουμε μιά τέτοια στάση καί προσευχόμαστε γιά νά κάνουμε μιά καινούργια αρχή, τότε αυτό σημαίνει ότι βρισκόμαστε στήν αρχή τής σωτηρίας. Εάν κάθε μέρα ζητάμε από τόν Θεό νά μάς βοηθήση νά κάνουμε μιά καινούργια αρχή καί εμείς κάνουμε ό,τι μπορούμε, τότε αυτό σημαίνει ότι βρισκόμαστε στήν οδό πρός τήν σωτηρία. Έτσι, «ηρξαίμην ποτέ τή ευδοκία Σου».

Είναι πολύ σημαντικό νά εξετάζουμε τούς εαυτούς μας γιά νά δούμε κατά πόσον ίσως έχουμε χαλαρώσει, κατά πόσον έχουμε πέσει σέ αμέλεια. Δέν αρκεί τό νά απέχουμε από τό κακό, πρέπει νά εργαζόμαστε καί τό αγαθό. Δέν αρκεί τό νά έχουμε μιά ψυχολογική ειρήνη, πρέπει νά αποκτήσουμε τήν πνευματική ειρήνη πού προέρχεται από τό «περισσόν» τής παρακλήσεως πού μάς δίνει ο Θεός. Ακούμε στήν Παραβολή τών Ταλάντων νά κατακρίνεται ο οκνηρός δούλος, όχι επειδή έκανε κάτι κακό -μάλιστα είχε φυλάξει καί τό τάλαντο πού τού είχε δώσει ο κύριός του -, αλλά καταδικάζεται επειδή δέν τό πολλαπλασίασε, δέν εργάστηκε μέ αυτό, δέν έδειξε ζήλο. Τό νά έχουμε ζήλο είναι πολύ σημαντικό.

Βρισκόμαστε όλοι «επί τής οδού» καί δέν πρέπει νά ξεχνάμε ότι ο Χριστιανισμός ονομάζεται «η Οδός». Διαβάζουμε ότι ο Απ. Παύλος πήγαινε στήν Αντιόχεια γιά νά συλλάβη όλους εκείνους πού ήταν «επί τής οδού», «όπως εάν τινας εύρη τής οδού όντας» (Πρ. θ’ 2), τής οδού τού Ιησού, τής οδού τού νέου Προφήτη πού αποκαλούσε τόν Εαυτό του Μεσσία, Υιό τού Θεού. Βεβαίως, ο ίδιος ο Κύριος είπε «εγώ ειμι η οδός» (Ιω. ιδ’, 6) καί είναι σημαντικό νά γνωρίζουμε τήν δική Του οδό. Γνωρίζουμε ότι τό «σημείο» τής οδού τού Κυρίου είναι η ταπείνωση, επειδή η οδός Του είναι οδός καταβάσεως από τόν ουρανό μέχρις εμάς τούς ανθρώπους καί ακόμη περισσότερο μέχρι τά κατώτατα μέρη τής γής. Επομένως, καί εμείς γινόμαστε όμοιοι μέ τόν Κύριο, μόνον όταν ταπεινώσουμε τούς εαυτούς μας καί όχι όταν έχουμε υπερηφάνεια.

Όλοι οι λόγοι πού εκπορεύονται από τό στόμα τού Κυρίου είναι λόγοι ταπεινώσεως καί τόν λόγο πού δεχόμαστε από Εκείνον, όταν τόν εφαρμόσουμε στήν ζωή μας, κατεργάζεται μέσα μας πνεύμα ταπεινώσεως καί προετοιμάζει τήν καρδιά γιά νά μπορέση νά δεχθή τό έλεός Του, όπως Εκείνος είπε: «έλεον θέλω καί ου θυσίαν. ου γάρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. θ’, 13), δηλαδή, «δέν θέλω εξωτερικές λατρευτικές πράξεις ευσεβισμού, θέλω η καρδιά σας νά μπορή νά ανοίξη γιά νά δεχθή τό έλεός μου».

Ο Κύριος ήλθε γιά τούς αδυνάτους καί τούς ασθενείς καί όχι γιά όσους είναι αυτάρκεις καί ικανοποιημένοι μέ τούς εαυτούς τους. Μέ άλλα λόγια, γιά νά πορευθούμε τήν οδό τού Κυρίου πρέπει νά έχουμε πνευματικό ζήλο. Ο πνευματικός ζήλος είναι κάτι πολύ παράδοξο, όπως καί όλα όσα έχουν νά κάνουν μέ τον Θεό μας είναι παράδοξα, καί τό Ευαγγέλιό Του είναι ένα παράδοξο Ευαγγέλιο, μέ τήν έννοια ότι δέν είναι κατά άνθρωπον, είναι από έναν άλλον κόσμο.Ο Απ. Παύλος λέει ότι τό Ευαγγέλιον τού Κυρίου δέν είναι κατά άνθρωπον «τό ευαγγέλιον τό ευαγγελισθέν υπ εμού ότι ουκ έστι κατά άνθρωπον ουδέ γάρ εγώ παρά ανθρώπου παρέλαβον αυτό ούτε εδιδάχθην, αλλά δι αποκαλύψεως Ιησού Χριστού» (Γαλ. α’ 11-12).

Έτσι, λοιπόν, τά λόγια τού Κυρίου μάς βάζουν μέσα στήν δική Του οδό. Είναι πολύ σημαντικό νά μπούμε καί πάλι στήν δική Του οδό, όσο μακριά καί άν βρισκόμαστε, αρκεί νά βρεθούμε καί πάλι μέσα στήν οδό τού Κυρίου, επειδή Εκείνος είναι η οδός καί Εκείνος θά γίνη καί ο δικός μας συνοδοιπόρος. Στήν παραβολή τών ταλάντων είδαμε ότι εκείνος πού δέχθηκε πέντε τάλαντα εργάσθηκε καί «εποίησεν» άλλα πέντε καί εκείνος πού έλαβε δύο εργάσθηκε καί κέρδισε καί άλλα δύο. Καί στούς δύο δόθηκε ο ίδιος έπαινος, η ίδια ανταμοιβή, επειδή εκείνο πού έχει σημασία είναι νά αυξηθούμε μέσα στήν οδό τού Κυρίου καί έτσι νά εισέλθουμε στήν αιώνια αύξησή μας εν τώ Θεώ. Στήν πρός Κολοσσαείς επιστολή του ο Απ. Παύλος μιλάει γιά τήν αιώνια αύξηση «τήν αύξησιν τού Θεού» (Κολ. β’ 19).

Πρέπει νά εξασκηθούμε σέ αυτήν τήν οδό καί ο ίδιος ο Κύριος μάς καθοδηγεί λέγοντάς μας: « Δεύτε πρός με καί μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί καί ταπεινός τή καρδία καί ευρήσετε ανάπαυσιν ταίς ψυχαίς υμών» (Ματθ. ια’, 28-29). Δέν είπε: «Δεύτε πρός με, ότι παντοδύναμος καί πάνσοφος ειμί», αλλά «ότι πράος ειμί καί ταπεινός τή καρδία». Αυτοί είναι οι δύο απαραίτητοι όροι, νά είμαστε πράοι καί ταπεινοί τή καρδία, γιά νά μπορέσουμε νά νεκρώσουμε τόν εγωϊσμό μας, νά νεκρώσουμε τόν παλαιό εαυτό μας πού «απ’ αρχής» εξεγείρεται εναντίον τού Θεού. Πρέπει, λοιπόν, νά διδαχθούμε από τόν Κύριο ταπείνωση καί πραότητα.

Καί οι νόμοι πού μάς κατευθύνουν σέ αυτήν τήν οδό τού Κυρίου είναι οι Μακαρισμοί. Οι Μακαρισμοί είναι η περίληψη ολοκλήρου τού Ευαγγελίου καί απαρτίζουν τήν νομοθεσία πού μάς κατευθύνει στήν οδό. Ακόμη καί όταν μελετούμε ανώτερα Μαθηματικά, πρέπει νά θυμόμαστε καί τήν απλή αριθμητική, ότι ένα καί ένα κάνουν δύο. Μέ τόν ίδιο τρόπο καί η βάση τής νομοθεσίας τού Ευαγγελίου είναι η πνευματική πτωχεία «Μακάριοι οι πτωχοί τώ πνεύματι ότι αυτών εστίν η βασιλεία τών ουρανών» (Ματθ. ε’, 3). Πάνω απ? όλα πρέπει νά έχουμε συναίσθηση τής μηδαμινότητάς μας, τής πτωχείας μας, τής αχρειότητάς μας, γιατί τότε μπορεί νά ποθήσουμε νά βγούμε πάνω από όλα αυτά. Εκτός τού ότι είναι ο πρώτος Μακαρισμός, αποτελεί καί τό θεμέλιο τής ζωής μας, πού είναι ταπείνωση καί αυταπάρνηση, δηλαδή, τό νά αποδεχτούμε τήν μηδαμινότητά μας, τήν αμαρτωλότητά μας, τήν αχρειότητά μας, πού είναι μία πραγματικότητα καί νά τά ξεπεράσουμε.

Αυτά είναι τα θεμέλια τού ναού τού Θεού μέσα μας. Βεβαίως, όταν έχουμε τέτοια στερεά θεμέλια, τότε αρχίζουμε νά χτίζουμε πάνω σέ αυτά καί αμέσως ακολουθεί ο δεύτερος Μακαρισμός, ο δεύτερος νόμος πού διέπει τήν οδό τού Θεού, πού λέει «Μακάριοι οι πενθούντες, (οι κλαίοντες λέει ο Λουκάς) ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. ε’, 4). Βέβαια, εκείνοι πού έθεσαν τά σωστά θεμέλια καί στέκουν ενώπιον τού Θεού μεμφόμενοι τούς εαυτούς τους ως αχρείους καί αναξίους εξαιτίας τής αθλιότητάς τους, σίγουρα θά χύνουν δάκρυα, σίγουρα θά θρηνούν τόν νεκρό πού φέρουν μέσα τους, ο οποίος νεκρός είναι η καρδιά μας πού στερείται τής αισθήσεως τού Θεού. Φέρουμε μέσα μας ένα πτώμα. Εάν δέν ζωοποιηθή η καρδιά μας μέ τήν αίσθηση τού Θεού, νομίζουμε ότι είμαστε ζωντανοί -έχουμε μία αντλία μέσα μας πού στέλνει αίμα, αλλά, όμως, εκείνο πού πραγματικά φέρουμε μέσα μας είναι ένα πτώμα. Η καρδιά μας είναι ζωντανή, μόνον όταν έχουμε τήν «ειρήνην τήν πάντα νούν υπερέχουσαν» (Βλ. Φιλιπ.δ’, 7), όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, καί τήν γλυκύτητα τής θείας παρακλήσεως.

Αρχίσαμε νά χτίζουμε πάνω σέ αυτό τό μονοπάτι, «Μακάριοι οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται». Καί άν δέν παρηγορηθούμε σέ αυτήν τήν ζωή, δέν θά μπορέσουμε νά κάνουμε πρόοδο, δέν θά μπορέσουμε νά δράμουμε τήν οδό τών εντολών Του, επειδή είναι η δική Του παρηγοριά πού μάς ενδυναμώνει γιά νά δράμουμε τήν οδόν Του.

«Ευλογητός ο Θεός καί Πατήρ τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ο πατήρ τών οικτιρμών καί Θεός πάσης παρακλήσεως, ο παρακαλών ημάς εν πάση τή θλίψει ημών, εις τό δύνασθαι ημάς παρακαλείν τούς εν πάση θλίψει διά τής παρακλήσεως ής παρακαλούμεθα αυτοί υπό τού Θεού» (Β’Κορ. α’, 3)

Η παρηγοριά πού μάς δίδεται είναι κατά τό μέτρο τών θλίψεων πού βαστάζουμε (Βλ. Β’ Κορ. α’, 5). Μέσα σέ πέντε στίχους ο Απόστολος χρησιμοποιεί δέκα φορές τή λέξη παράκληση ή παρηγοριά. Καί είναι απολύτως απαραίτητο γιά εμάς νά έχουμε αυτήν τήν παρηγοριά, γιά νά μπορέσουμε νά σταθούμε στήν μοναχική ζωή έναντι τών επιθέσεων τού εχθρού, καί γιά νά έχουμε έμπνευση νά δράμουμε τήν οδόν χαίροντες. Δέν υπάρχει καμία χαρά στή ζωή μας, εάν δέν μπορούμε νά τρέξουμε τήν οδό μέ προθυμία.

Ο λόγος πού τά λέω όλα αυτά είναι γιά νά δείξω ότι μέ τήν εφαρμογή τών Μακαρισμών η ταπείνωση πού εμπεριέχεται μέσα τους μεταδίδεται καί σέ εμάς. Καί συνεχίζει, «Μακάριοι οι πραείς ότι αυτοί κατακληρονομήσουσι τήν γήν» (Ματθ. ε’, 5). Πραότητα είναι, όπως συνήθιζε νά λέη ο Γέροντας, αυτό πού εκφράζει στήν Κλίμακα ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, τό νά παραμένη ασάλευτος ο άνθρωπος είτε τόν προσβάλουν είτε τόν επαινούν. Καί τά δύο είναι δύσκολα. Εάν καί στίς δύο περιπτώσεις παραμένουμε οι ίδιοι, αυτό είναι πραότητα. Αυτοί, λοιπόν, πού είναι πραείς καί έχουν πάντοτε ειρήνη, θά κληρονομήσουν τήν γή, θά κατέχουν, δηλαδή, τήν καρδιά τους. Ο Γέροντας συχνά χρησιμοποιεί τόν όρο γή, όταν αναφέρεται στήν καρδιά : «Γενηθήτω τό θέλημά σου, ως εν ουρανώ καί επί τής γής» (Ματθ. στ’ 10), δηλαδή, «μακάρι νά κυριαρχήση στήν καρδιά μας τό θέλημά Σου, όπως βασιλεύει καί στόν ουρανό».

Όταν είμαστε πράοι, μπορούμε νά κληρονομήσουμε τήν γή. Στήν αρχαιότητα η γή ήταν η Χαναάν, η Παλαιστίνη, τήν οποία ο Κύριος υποσχέθηκε στούς Εβραίους τόν καιρό τής αιχμαλωσίας. Η γή όμως τήν οποία ο Κύριος τώρα μάς υπόσχεται είναι η «καινή γή», η «καινή κτίσις» καί αυτή η «καινή κτίσις» μάς αποκαλύπτεται, όταν ακολουθούμε τούς Μακαρισμούς τού Κυρίου.

«Μακάριοι οι πεινώντες καί διψώντες τήν δικαιοσύνην ότι αυτοί χορτασθήσονται»(Ματθ. ε’ 6) Εδώ χρονίζοντες στήν μέση τών Μακαρισμών, ο Κύριος αναμοχλεύει τόν ζήλο μας, λέγοντας ότι η πείνα καί η δίψα μας δέν πρέπει ποτέ νά ελαττωθούν, αλλιώς δέν είμαστε γιά Εκείνον. Έχουμε ανάγκη από ζήλο. Ο Κύριος μάς αποκάλυψε τήν οδόν Του καί μάς αποκάλυψε καί τον δικό Του ζήλο. Καί ο ζήλος Του ήταν νά εξαγνίση τόν Οίκο τού Θεού, δηλαδή νά «κτίση καρδιές καθαρές» (Πρβλ. Ψαλ. ν’ 12) πού γνωρίζουν τόν Κύριο, πού δέν έχουν ανάγκη νά τούς διδάξουν οι άλλοι «Ου μή διδάξωσιν έκαστος τόν πολίτην αυτού καί έκαστος τόν αδελφόν αυτού, λέγων, γνώθι τόν Κύριον» (Εβρ. η’ 11), αλλά καρδιές πού ήδη γνωρίζουν τόν Κύριο. Η οδός τού Κυρίου είναι γεμάτη από τόν ζήλο Του γιά τόν ναό τού Θεού. Καί ο ζήλος Του ήταν τέτοιος, πού τελικά Τόν κατέφαγε καί ο Κύριος τό θεωρούσε αυτό ως τό βάπτισμα μέσα από τό οποίο επρόκειτο νά περάση γιά χάρη τών ανθρώπων. Αυτός ο ζήλος τού Κυρίου εκφράστηκε ακόμη καί μέ εξωτερικό τρόπο, όταν καθάρισε τόν Ναό καί προκάλεσε τήν οργή τών εχθρών Του καί όλη η οργή καί η κακία τών εχθρών Του έπεσε πάνω Του. Ο ζήλος τού Κυρίου νά οικοδομήση, νά χτίση τόν ναό Του μέσα μας ήταν τόσο μεγάλος, πού τελικά τόν κατέφαγε μέχρι τέλους.

Πρέπει καί εμείς νά έχουμε αυτόν τόν ζήλο γιά τόν ναό τού Θεού μέσα μας. Πρέπει πάντοτε νά διαφυλάττουμε αυτόν τόν ναό -καί ο τρόπος γιά νά κάνουμε αυτό είναι μέσα από τήν νήψη, όπως είπαμε, ώστε κανένας αλλότριος λογισμός νά μήν μπορή νά κυριαρχήση εκεί καί νά αιχμαλωτίση τήν καρδιά. Δέν φτάνει, όμως, νά μήν έχουμε κακούς λογισμούς, αλλά πρέπει καί νά εργαζόμαστε λίγο-λίγο, μέρα μέ τή μέρα, ώστε νά συσσωρευθή στήν καρδιά μας η αίσθηση τού Θεού, όλη η παρηγοριά τού Θεού ή ο εξαγνισμός τού ναού τού Κυρίου. Μέρα μέ τή μέρα «επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού» (Β’Κορ. ζ’ 1). Εάν έχουμε αυτόν τόν ζήλο, τότε παραμένουμε στήν οδό τού Κυρίου. Εάν έχουμε ταπείνωση καί ζήλο, τότε όλες οι δυνάμεις τής ψυχής μας κατευθύνονται πρός τόν Θεό καί τότε χτίζουμε τόν ναό τού Κυρίου μέσα μας.

Ακόμη καί αυτό όμως δέν είναι αρκετό. Πρέπει νά φροντίσουμε τό ναό τού Θεού πού υπάρχει μέσα στούς άδελφούς μας καί νά κάνουμε ό,τι μάς είναι δυνατόν γιά νά προστατέψουμε τό ναό αυτόν μέσα τους, νά μήν προσβάλουμε μέ κανέναν τρόπο τόν αδελφό μας. Ο Απόστολος Παύλος λέει: «Ει βρώμα σκανδαλίζει τόν αδελφόν μου, ου μή φάγω κρέα εις τόν αιώνα ίνα μή τόν αδελφόν μου σκανδαλίσω» (Α’ Κορ. η’ 13). Επειδή γνώριζε αυτό τόν ζήλο καί φύλαγε καλή συνείδηση μέ τούς αδελφούς του, λέει, γιατί νά φέρω πρόσκομμα στόν αδελφό μου «δι’ όν Χριστός απέθανεν» (Α’Κορ. η’ 11), γιατί νά προσβάλλω τόν αδελφό μου καί νά τόν εμποδίσω από τό νά χτίση τόν δικό του ναό στήν καρδιά του;

Έτσι ο κάθε ένας από τούς εν Χριστώ αδελφούς μας, κάθε ένας από τούς αδελφούς μας είναι ναός τού Θεού, κατοικητήριον τού Αγίου Πνεύματος. Αυτό είναι τό καθήκον τής ζωής μας : νά χτίσουμε τόν ναό τού Θεού μέσα μας καί νά τόν διαφυλάξουμε ακόμα καί μέσα στούς αδελφούς μας, μέ τήν ευγένεια, μέ τήν προσευχή, μέ τήν αγαθοεργία μας, ό,τιδήποτε προωθεί τό χτίσιμο τού ναού τού Θεού μέσα στούς αδελφούς μας, καί κατά έναν παράδοξο τρόπο αυτό θά αντανακλάται καί σέ εμάς τούς ίδιους.

Έτσι, όταν έχουμε μιά αρνητική σκέψη γιά τούς αδελφούς μας, αυτό είναι μία επίθεση – προσβολή κατά τού ναού τού Θεού πού υπάρχει μέσα τους. Καί όταν κρατάμε μνησικακία εναντίον τού αδελφού μας, αυτό διατηρεί τό πνεύμα τής κακίας μέσα μας καί διατηρεί τήν αντίσταση στήν οικοδόμηση τού ναού τού Θεού. Είναι όμως φοβερό νά ακούη κανείς τόν λόγο τού Κυρίου μέσω τού Αποστόλου Παύλου «Εί τις τόν ναόν τού Θεού φθείρει, φθερεί τούτον ο Θεός» (Α’Κορ. γ’ 17). Καθώς δουλεύουμε μαζί, πρέπει νά είμαστε προσεκτικοί μεταξύ μας, ώστε νά κάνουμε τά πάντα γιά νά χτίσουμε τόν ναό τού Θεού μέσα μας καί επίσης αυτόν τόν ναό νά τόν διαφυλάξουμε καί ακόμη καί νά προωθήσουμε τήν οικοδομή του μέσα στούς αδελφούς μας. Όταν μάς έχουν προσβάλει μέ κάτι, δέν κερδίζουμε τίποτα μέ τό νά ανταποδώσουμε τήν προσβολή, εάν ακούσουμε έναν κακό λόγο γιά εμάς καί ανταποδίδουμε άλλους πέντε κακούς λόγους ή όταν μάς κάνουν κριτική καί δικαιολογούμαστε, μέ αυτόν τόν τρόπο δέν οικοδομούμε τόν ναό τού Θεού ούτε σέ μάς, αλλά ούτε καί στούς αδελφούς μας. Αλλά όταν μάς προσβάλλουν καί εμείς ταπεινωνόμαστε γιά χάρη τής προστασίας τού ναού τού Θεού, τότε σίγουρα θά φέρουμε σέ φιλότιμο τόν αδελφό μας, ώστε νά αρχίση καί εκείνος νά ταπεινώνη τόν εαυτό του καί νά αναζητά συμφιλίωση – καταλλαγή μέ τόν Θεό, νά αναζητά μιά καλύτερη σχέση μέ τόν Θεό καί μέ τούς αδελφούς του καί νά μπορέση τελικά νά οικοδομήση καί αυτός τόν ναό τού Θεού μέσα του.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι πού μπορεί νά γίνη αυτό. Ο πιό σημαντικός είναι τό νά προσευχόμαστε ο ένας για τόν άλλον. Όταν ετοιμαζόμαστε γιά τήν Λειτουργία, ο κάθε ένας έρχεται στήν Λειτουργία μέ μεγάλη αγωνία, ώστε νά τόν δεχθή ο Κύριος καί νά γίνη δεκτός σέ αυτήν τήν ανταλλαγή ζωής πού γίνεται μέσα στήν Λειτουργία. Η αγωνία μας είναι : «Θά μέ δεχθή ο Κύριος, εμένα πού είμαι τόσο ανάξιος;». Γιατί νά μήν θυμηθούμε τούς αδελφούς μας πού περνάνε μέσα από τήν ίδια αγωνία καί νά πούμε: «Κύριε, ευλόγησον καί τήν παράσταση τών αδελφών μου καί πλήρωσον τάς καρδίας αυτών μέ τά δώματα τού Πνεύματός Σου καί μέ τήν άφθαρτη παράκληση τής χάριτός Σου». Άν έχουμε τέτοιες διαθέσεις, η ζωή μας θά αυξάνη μέ θαυμαστό τρόπο, θά «κτίζουμε τήν ζωή», όπως θά έλεγε ο Γέροντας. Ο Γέροντας συχνά θά τό εξέφραζε αυτό μέ έναν πολύ γενικό τρόπο : «Νά κτίσουμε ζωή», καί εννοούσε τήν οικοδομή τού ναού τού Θεού μέσα μας καί μέσα στούς αδελφούς μας. Είναι πραγματικά θαυμάσιο, όταν ξέρουμε ότι ο αδελφός μας λειτουργεί ή προσέρχεται νά κοινωνήση, νά προσευχηθούμε ώστε νά έχη μία ευλογημένη παράσταση καί νά γίνη δεκτός από τόν Κύριο. Άν επιθυμούμε αυτό γιά τούς αδελφούς μας, σίγουρα καί η δική μας Θεία Μετάληψη θά ειναι διαφορετική. Δοκιμάστε καί θά δείτε, θά είναι σάν νά κοινωνείτε γιά πρώτη φορά. Ακόμη καί όταν δέν μπορούμε νά είμαστε στήν Λειτουργία καί βρισκόμαστε στό δωμάτιό μας λόγω κάποιας ασθένειας ή κάποιας επείγουσας εργασίας καί προσευχόμαστε γιά τούς αδελφούς μας πού είναι στήν Λειτουργία καί γιά τόν Ιερέα πού λειτουργεί, σάς λέω, θά λάβετε τήν ίδια χαρά καί τήν ίδια παρηγοριά, όπως καί οι αδελφοί σας μέσα στήν Λειτουργία. Έτσι, πρέπει νά κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν γιά νά στηρίξουμε, νά διατηρήσουμε τόν ναό τού Θεού.

Μέρα μέ τή μέρα πρέπει νά κάνουμε καινούργια αρχή. Εάν βάζουμε καινούργια αρχή, οι Πατέρες μας μάς διαβεβαιώνουν ότι βρισκόμαστε εις οδόν σωτηρίας. Μιά νέα αρχή οικοδόμησης τού ναού τού Θεού μέσα μας, αλλά καί διαφύλαξης τής οικοδομής τού ναού τού Θεού μέσα στούς αδελφούς μας. Όταν κάνουμε έτσι, εκπληρώνουμε τίς δύο μεγάλες εντολές από τίς οποίες κρέμονται τά πάντα: Τό νά αγαπούμε τόν Θεό δίνοντάς Του όλον τόν χώρο μέσα μας, καί νά αγαπούμε τούς αδελφούς μας, συμβάλλοντας στό νά γίνη τό ίδιο μέσα τους( δηλαδή νά δώσουν καί εκείνοι όλον τόν χώρο στόν Θεό).

Όταν ήμουν μικρό παιδί, άκουσα μιά γριά στό χωριό μας νά λέη στόν γιό της : «Μήν τό κάνεις αυτό, όχι επειδή είναι ανήθικο ή κακό, αλλά επειδή φθείρεις τόν ναό τού Θεού». Ήταν απλή γυναίκα, αλλά ο νούς της ήταν πολύ θεολογικός: δέν ήθελε τήν αμαρτία επειδή η αμαρτία φθείρει, καταστρέφει τόν ναό τού Θεού. Πολύ θεολογική, πολύ ευαγγελική! Ενώ, άν πούμε ότι η αμαρτία είναι κάτι ανήθικο, αντικοινωνικό ή κάτι κακό κλπ. θά υπάρχη πάντοτε ένα ενάντιο επιχείρημα σέ όλα αυτά. Όταν όμως βάλουμε τόν νού μας στήν οικοδομή τού ναού τού Θεού, αυτό είναι τόσο αληθινό, τόσο πραγματικό καί αιώνιο πού δέν μπορεί νά υπάρξη αντίλογος.

Ο Κύριος επετέλεσε μία παγκόσμια νίκη κατά τού εχθρού καί κατά τού θανάτου – αυτούς τούς δύο εχθρούς τής ανθρωπότητας. Επετέλεσε αυτήν τήν νίκη μέ έναν παράδοξο τρόπο: οι επιθέσεις (προσβολές) καί η οργή τού εχθρού, όπως λέει ο Προφήτης Ησαΐας, συνέτριψαν τόν Κύριο. Εάν ήταν δυνατόν, ο εχθρός θά συνέτριβε ακόμη καί τά οστά του. Γιά χάρη μας ο Κύριος έγινε όλος μιά πληγή, από τήν κορυφή ως τά άκρα τών ποδών Του, έτσι πού νά μήν υπάρχη τόπος γιά νά μπή επίδεσμος πάνω Του, λέει ο Ησαΐας ( Βλ. Ησαΐα 1, 6). Διέκρινε ο Προφήτης μέ έναν τόσο ρεαλιστικό τρόπο τό τραγικό γεγονός τής θυσίας τού Θεού γιά τήν σωτηρία μας. Όλη η σκαιότητα τού κακού πού είχε συσσωρευθή από τήν αρχή τής πτώσεως τού Εωσφόρου μέχρι τήν πτώση τού ανθρώπου, έπεσε πάνω στόν Κύριο. Καί ο Κύριος έσκυψε κάτω από αυτό τό κύμα χωρίς νά αντισταθή. Τά αποδέχτηκε όλα γιά χάρη μας, επειδή «Ούτω γάρ ηγάπησεν ο Θεός τόν κόσμον, ώστε τόν υιόν αυτού τόν μονογενή έδωκεν» (Ιω. γ’ 16). Αναδύθηκε πίσω από αυτό τό κύμα, εγηγερμένος εκ νεκρών, καί βασιλεύει εις τούς αιώνας. Έτσι καί εμείς, όταν ένας πειρασμός ξεσηκώνεται εναντίον μας, είτε από έναν αδελφό, είτε από μία ασθένεια ή από κάτι άλλο, καί εμείς ταπεινώνουμε τους εαυτούς μας στερεώνοντας τό βλέμμα μας σέ Εκείνον πού πορεύθηκε αυτήν τήν οδό πρίν από εμάς καί μπορεί νά μάς ελεήση, καί πηγαίνουμε κάτω από τό κύμα, τότε θά αναδυθούμε αβλαβείς από τήν άλλη πλευρά τού κύματος, δηλαδή θά γίνουμε μέτοχοι τής νίκης τού Κυρίου.

Αληθινά μεγάλος, λοιπόν, δέν είναι εκείνος πού δείχνει τήν δύναμή του, βάζει τόν «αντίπαλό» του στή θέση του καί αφήνει τόν εγωϊσμό του νά κυριαρχή. Αυτό δέν είναι νίκη γιατί τό κακό γίνεται διπλό, τριπλό καί πολλαπλασιάζεται. Η αληθινή νίκη είναι νά μπορούμε νά σκύψουμε κάτω καί νά αναδυθούμε από πίσω, μέτοχοι τής νίκης τού Χριστού. Η ταπείνωση είναι η νίκη. Τό έχουμε δεί αυτό πολλές φορές στίς διηγήσεις τών Πατέρων. Στόν άγιο Αββά Δωρόθεο διαβάζουμε ότι ένας από τούς συμμοναστές του, πού έμενε πάνω από τόν Αββά Δωρόθεο, έριχνε πάνω του τά ούρα του καί τίναζε τίς κουβέρτες του πού ήταν γεμάτες κοριούς. Ο Αββάς Δωρόθεος όπως ήταν κουρασμένος από τίς δουλειές πού έκανε γιά τή Μονή, κοιμόταν τήν νύχταν αλλά τό πρωΐ έβρισκε τόν εαυτό του τσιμπημένο παντού από τούς κοριούς πού είχε ρίξει ο συμμοναστής του πάνω του. Καί ποτέ του δέν είπε κουβέντα σέ αυτόν τόν μοναχό, γιά νά μήν ταράξη τήν συνείδησή του. Εκείνος ο μοναχός, όντας απλός καί χωρίς νά γνωρίζη ακριβώς τί έκανε, ίσως νά σώθηκε μέ τίς ευχές τού Αββά Δωροθέου. Καί ο Αββάς Δωρόθεος είναι ζωντανός καί δοξασμένος σέ όλη τήν αιωνιότητα ενώπιον τού Θεού καί εμείς τόν τιμούμε ως Διδάσκαλο καί Πατέρα μας.

Στούς Πατέρες τής ερήμου βρίσκουμε πολλά τέτοια παραδείγματα. Έβγαιναν νικητές όταν, ενώ τούς ράπιζαν “επί τήν δεξιά σιαγόνα» (Βλ. Ματθ. ε’, 39) αυτοί έστρεφαν καί τήν αριστερή χωρίς νά ανταποδίδουν τό κακό. Νίκη γιά αυτούς ήταν τό νά αντιδράσουν μέ ταπείνωση καί νά μήν ανταποδώσουν τό κακό. Ο θυμός είναι σάν νά ανάβη κανείς μιά φωτιά, όπως μάς λένε οι Πατέρες μας. Γι’ αυτόν τόν λόγο καί οι Άγιοι Πατέρες λένε ότι απλώς καί μόνον τό νά δικαιολογούμε τόν εαυτό μας – πόσο μάλλον όταν ανταποδίδουμε τό κακό – σημαίνει ότι μισούμε τήν ψυχή μας, επειδή, όταν δικαιολογούμαστε καί υπερασπιζόμαστε τά δικαιώματά μας, χάνουμε τήν ευκαιρία πού μάς δίδεται νά αποκτήσουμε μιά νίκη γιά τήν ψυχή μας. Όπως λέει καί ο Απόστολος Παύλος: «διατί ουχί μάλλον αδικείσθε; διατί ουχι μάλλον αποστερείσθε;» (Α’ Κορ. στ’, 7). Γιατί έτσι θά γίνετε μέτοχοι τής νίκης τού Κυρίου, ο Οποίος είπε γιά τόν εαυτό του ότι: «Εγενόμην νεκρός, καί ιδού ζών ειμί εις τούς αιώνας τών αιώνων» (Αποκ. α’ 18).

Αυτή είναι η οδός γιά κάθε νίκη, νά μήν δικαιολογούμαστε, αλλά πάντοτε νά ταπεινώνουμε τούς εαυτούς μας καί μέ αυτόν τόν τρόπο θά βγαίνουμε νικητές. Άς είμαστε πάντοτε έτοιμοι νά ζητήσουμε συγνώμη, ακόμη καί όταν νομίζουμε ότι δέν φταίμε καί τόσο πολύ, γιατί είμαι βέβαιος ότι αυτό θά φέρη τόν αδελφό μας σέ φιλότιμο καί θά τόν κάνη νά υπολογίση σοβαρά καί εμάς, αλλά καί τίς εντολές τού Θεού καί νά βρή τήν δύναμη νά αρχίση καί αυτός νά κτίζη τόν ναό τού Θεού μέσα του. Αληθινή νίκη είναι νά μάθουμε ταπείνωση καί όλα όσα κάνουμε στήν μοναχική ζωή αποσκοπούν στό νά δράμουμε τήν ταπεινή οδό τού Κυρίου, επειδή «εν τή ταπεινώσει αυτού η κρίσις αυτού ήρθη» (Ησ. νγ’ 8), δηλαδή, μέσα από τήν ταπείνωσή Του ο Κύριος έφερε τή νίκη.

Εάν αγαπούμε τήν αθάνατη ψυχή μας – καί όχι τό κακό πού έχει γίνει ψυχή μας, τό οποίο θά έπρεπε νά μισούμε – τότε δέν πρέπει ποτέ νά δικαιολογούμαστε, αλλά πάντοτε νά μεμφόμαστε τούς εαυτούς μας ενώπιον τού Θεού καί κάνοντας αυτό εκπληρώνουμε όλες τίς εντολές. Ο Κύριος είπε: «Όταν ποιήσετε πάντα τά διαταχθέντα υμίν, λέγετε ότι δούλοι αχρείοί εσμεν, ότι ό ωφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. ιζ’ 10).

Μόνον όταν ένεργούμε κατ’ αυτόν τόν τρόπο ανοίγουμε χώρο γιά τήν Χάρη τού Θεού νά εργαστή μέσα μας. Η αρχή είναι πάντοτε δύσκολη, όταν όμως δείξουμε επιμονή στό ξεκίνημα, τότε έρχεται η παράκληση τής Χάριτος τού Θεού καί αυτή η παράκληση κάνει τήν δουλειά γιά εμάς καί γίνεται εύκολη η οδός, τότε γνωρίζουμε μεγάλη ανάπαυση, μεγάλη παρηγοριά σέ αυτήν τήν οδό γιατί τότε πραγματικά αρχίζουμε νά γινόμαστε «διδακτοί θεού» (Ιω. στ’ 45).

 

Ερώτηση: Πάτερ, σέ περίπτωση ασθένειας πώς πηγαίνει κάποιος κάτω από τό κύμα;

Απάντηση: Μέ τό νά λέμε στόν Κύριο: «Κύριε, γνωρίζω πώς είσαι αγαθός καί η πηγή κάθε αγαθού καί άν Εσύ επέτρεψες νά μέ βρή αυτή η ασθένεια, αυτό σημαίνει πώς είναι γιά τό καλό μου. Αλλά όμως, επειδή είμαι τυφλός, βοήθησέ με νά δώ πώς θά βρώ αυτό πού είναι καλό γιά εμένα βοήθησέ με νά μάθω ταπείνωση, ώστε νά αποκτήσω τήν χάρη Σου, καί η δική Σου χάρη θά σκεπάση τήν ασθένειά μου καί ακόμη θά αναπληρώση τά υστερήματά μου».

Πολλές φορές, εάν ταπεινωθούμε, μπορεί νά μήν γίνουμε καλά, αλλά όμως η παρηγοριά πού θά λάβουμε θά μάς ανεβάση πάνω από τήν ασθένειά μας, καί αυτή είναι η αληθινή νίκη.

Εάν μετατρέπουμε τήν ασθένειά μας σέ γιορτή, έχουμε τήν άφθαρτη παρηγοριά τού Θεού πού μάς σκεπάζει καί αυτό είναι «κρείσσον υπέρ ζωάς» (Πρβλ. Ψαλ. ξδ’ 4). Έτσι, πρέπει πάντοτε νά μαθαίνουμε νά μεμφόμαστε τούς εαυτούς μας ότι πάνω από όλα μάς αξίζει αυτή η ασθένεια πού μάς βρήκε, ότι ίσως ο Θεός τό επέτρεψε γιά νά μάς διδάξη κάτι καινούργιο, νά μάς θυμίση τήν ταπεινή οδό πού θά έπρεπε νά έχουμε στήν ζωή μας. Πρέπει νά πιστεύουμε πώς είναι γιά τό καλό μας καί ακόμη καί όταν δέν τό βλέπουμε αυτό, πρέπει νά ζητάμε από τόν Θεό νά μάς τό δείχνη. Ο Θεός, όμως, πάντα παραμένει ευλογητός εις τούς αιώνας (Βλ. Ιώβ α’ 21), όπως συνήθιζε νά μάς διδάσκη ο Γέροντας. Αυτή είναι μία σταθερά στή ζωή μας, ότι ο Θεός παραμένει ευλογητός επειδή είναι αγαθός. Κρατάμε αυτήν τήν σταθερά ως ένα στύλο τής ζωής μας καί περιστρεφόμαστε γύρω του, μέχρι νά δούμε τό καλό πού βγαίνει από τήν ασθένειά μας.

Μερικές φορές φοβόμαστε νά μιλήσουμε, όμως άν μελετήσουμε τήν οδό τού Κυρίου, θά δούμε τί υπέφερε Εκείνος σέ αυτήν τήν οδό, καί θά δούμε καί όλα όσα είναι πολύτιμα στά μάτια τού Κυρίου. Γι’ αυτό τό νά πάσχη κανείς μέ καλή συνείδηση ενώπιον τού Θεού, δηλαδή, γιά χάρη τών εντολών Του, έχει μεγάλη δόξα, λέει ο Απόστολος Πέτρος (Α’Πετ. α’ 20) Κάθε είδους πάθημα όμως μπορεί νά γίνη δεκτό μέ τρόπο σύμφωνο πρός τίς εντολές Του, εάν ταπεινώνουμε τούς εαυτούς μας, οπότε καί θά λάβουμε μεγαλύτερη δόξα.

Αυτό πού πραγματικά όμως ήθελα νά πώ είναι: Νά θυμόμαστε ότι είμαστε ο ναός τού Θεού καί πώς ο σκοπός τής ζωής μας είναι νά κτίσουμε αυτόν τόν ναό μέσα μας. Αλλά αυτό είναι μόνον τό μισό τού πράγματος. Τό άλλο μισό είναι νά βοηθήσουμε τούς αδελφούς μας καί νά έχουμε τέτοια συναναστροφή μαζί τους, ώστε να στηρίζουμε καί νά διαφυλάττουμε τόν ναό τού Θεού μέσα τους. Όλο αυτό γιά νά γίνη πρέπει νά φυλάττουμε τά λόγια τού Κυρίου, επειδή τά λόγια Του καί οι εντολές Του προέρχονται από τό ταπεινό Πνεύμα καί η ταπείνωση φέρνει τήν χάρη πού κάνει τά πάντα γιά εμάς.

Σέ όλα τά αναγνώσματα τών Ευαγγελίων τών Κυριακών πρίν τήν Μεγάλη Σαρακοστή -τού Τελώνη καί τού Φαρισαίου, τού Ασώτου υιού, τών Ταλάντων, τής Κυριακής τής Κρίσεως- βλέπουμε ότι ολόκληρη η ανθρωπότητα χωρίζεται σέ δύο κατηγορίες: σέ εκείνους πού δικαιώνουν τούς εαυτούς τους καί σέ εκείνους πού μέμφονται τούς εαυτούς τους καί παίρνουν τό πταίσμα επάνω τους. Εκείνοι πού μπορούν νά μεμφθούν τούς εαυτούς τους στέκουν μέ τόλμη ενώπιον τού Κυρίου, όπως γιά παράδειγμα αυτοί πού εργάστηκαν μέ επιμέλεια τά τάλαντα πού τούς δόθηκαν είπαν: «Κύριε, ιδού…», καί ο Κύριος τούς δόξασε, αλλά αντίθετα καταδίκασε εκείνους πού δικαίωναν τούς εαυτούς τους.

Αυτές είναι οι δύο στάσεις πού βρίσκουμε στίς δύο κατηγορίες τής ανθρωπότητας, οι οποίες μάς συνοδεύουν καί μετά τόν τάφο.

Άς επιλέξουμε τήν αγαθή στάση.

Συγχωρέστε με.

Εκκλησιαστική Παρέμβαση  ΜΑΪΟΣ 2013

http://www.parembasis.gr/2013/13_05_13.htm

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Γέροντας Πορφύριος απαντά στο ερώτημα: Γιατί ο Θεός δεν μας δίνει πάντα ότι του ζητάμε;

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Ιουνίου, 2013

Ὅταν ὁ Θεός δέν μᾶς δίνει κάτι, πού ἐπίμονα τοῦ ζητοῦμε, τότε δύο πράγματα μποροῦν νά συμβαίνουν: Ἤ δέν μᾶς τό δίνει γιά τό καλό μας, ἤ ἐμεῖς δέν ξέρουμε πῶς καί πότε νά τοῦ τό ζητήσουμε, χωρίς νάἀποκλείεται νά συμβαίνουν καί τά δύο μαζί. Ὅσον ἀφορᾶ τήν πρώτη περίπτωση, κανείς δέν μπορεῖ νά γνωρίζει τό γιατί. Καί τοῦτο, διότι εἶναι ἀνεξερεύνητες οἱ βουλές τοῦ Κυρίου! Γι’ αὐτό σιωπῶ.
Γιά τήν δεύτερη, ὅμως, περίπτωση, θά μποροῦσα νά σοῦ πῶ πάραπολλά.Πρῶτα-πρῶτα, ὅταν ζητᾶμε κάτι ἀπό τόν Θεό δέν πρέπει νά στυλώνουμε τά πόδια μας καί νά τοῦ λέμε:
Τώρα θέλω αὐτό. Διότι, κάτι τέτοιο, δέν εἶναι μόνονἀπαράδεκτον, ἀλλά ἀποτελεῖ καί μεγάλη ἀσέβεια πρός τόν Δημιουργό μας. Ποιός εἶσαι ἐσύ, ἤ ἄν θέλεις, ποιός εἶμαι ἐγώ, πού μπορῶ νά ζητήσω ἀπαιτητικά κάτι ἀπό τόν Θεό μας καί μάλιστα νά τοῦπροσδιορίσω καί τόν χρόνο χορηγήσεώς του;
– Μά, Παππούλη μου, ἐγώ οὔτε ἀπαιτητικά τό ζήτησα, οὔτε χρονικά ὅρια ἔθεσα. Αὐτό τό γνωρίζετε πολύ καλά. Γιατί τό θέμα μου χρονίζει…
– Άκριβῶς αὐτό σοῦ ἐξηγῶ καί ἐγώ. Τήν αίτία πού χρονίζει. Ὅταν ζητᾶμε κάτι ἀπό τόν Θεό, τό ζητᾶμε παρακλητικά καί εὐγενικά, γιά ἕναὁρισμένο χρονικό διάστημα. Ἐάν δοῦμε, ὅτι ὁ Θεός μᾶς τό ἀρνεῖται τότεσταματοῦμε και ἐμεῖς νά τόν ἐνοχλοῦμε. Διότι, ὅσο ἐπιζητοῦμε κάτι, τόσο ἀπομακρύνεται. Γι’ αὐτό παύουμε νά τό ζητᾶμε. Καί ὅταν πλέον,ἐμεῖς θά τό ἔχουμε ξεχάσει, αὐτό θά ἔλθει, χωρίς νά τό καταλάβουμε. Γιατί ὁ Θεός δέν ξεχνᾶ. Ἔλαβε τό μήνυμά μας! Τό συγκρατεῖ καί ὅτανἐκεῖνος κρίνει, ὅτι ἐπέστη ὁ καιρός, μᾶς τό χορηγεῖ! Γι’αὐτό, δέν πρέπει νά ἐπιμένουμε στόν Θεό, ντέ καί καλά, νά μᾶς κάνει αὐτό πού θέλουμε ἐμεῖς καί μάλιστα, ὅποτε ἐμεῖς τό θέλουμε. Ἡ ἐπιμονή σέ αὐτές τίς περιπτώσειςἀντενδείκνυται. Γιατί κάνει κακό, ἀντί γιά καλό. Καί ὅταν μάλιστα ἡ ἐπιμονή εἶναι ἔντονη καί προέρχεται ἀπό ἄτομοἀνυποχώρητο, ὅπως λ.χ. εἶσαι ἐσύ, τότε, μόνο καλό δέν φέρνει. Γενικά, παιδί μου, θέλω νά καταλάβεις, ὅτι δέν πρέπει νά ἐπιμένουμε νά ἀλλάξουμε τήν θέληση τοῦ Θεοῦ, γιατί ἔτσι μᾶς ἀρέσει ἐμᾶς καί μάλιστα, ὅποτε θέλουμεἐμεῖς ἀφ’ ἑνός, καί ἀφ’ ἑτέρου, ὅταν θέλουμε κάτι νά ἀποκτήσουμε, δέν πρέπει νά τό κυνηγᾶμε, ἀλλά νά τόἀφήνουμε στή θέληση τοῦ Θεοῦ. Διαφορετικά, ὅσο κυνηγᾶμε κάτι, τόσο ἀπομακρύνεται! Αὐτό τό κάτι, νά τό παρομοιάσεις μέ τήν σκιά σου. Ὅσο καί νά τρέξεις, δέν πρόκειται νά τήν πιάσεις ποτέ. Γιατί ὅσο τρέχεις ἐσύ, τρέχει καί αὐτή! Τά κατάλαβες, παιδί μου, αὐτά πού σοῦ εἶπα, γιά τήν ἐπιμονή;
-Τά κατάλαβα, Παππούλη, ἀλλά δέν μπορῶ νά συμφωνήσω…
-Ἔ, τότε θά σοῦ πῶ ἕνα ἁπλό παράδειγμα καί θά δεῖς πώς θά συμφωνήσεις μαζί μου.Ἐάν πάρουμε ἕνα μεγάλο μπουκάλι, τοῦ ὁποίου τό στόμιο νά ἔχει τόσο ἄνοιγμα, ὅσο νά χωράει νά μπεῖ μέσα τό χέρι σου καί ἐπομένως καί νά βγεῖ καί ἀφοῦ βάλεις μέσα στό μπουκάλι τό χέρι σου τό κλείσεις γροθιά καί προσπαθήσεις νά τά βγάλεις, θά διαπιστώσεις, ὅτι κάτι τέτοιο εἶναι ἀδύνατο, ὅσο καί ἐάν ἐπιμένεις. Μπορεῖς νά ἐπιμένεις μέρες, μῆνες, χρόνια χωρίς κανένα ἀπολύτως ἀποτέλεσμα. Μόλις, ὅμως ἀφήσεις τό χέρι σου ἐλεύθερο, πάψεις, δηλαδή, νά τό σφίγγεις σέ πηγμή (μπουνιά), αὐτό θά βγεῖ μέ τήν ἴδια εὐκολία πού μπῆκε! Τό ἴδιο, ἀκριβῶς συμβαίνει καί μέ τό πρόβλημά σου.Ὅσο ἐπιμένεις νά ἔλθει ἡ λύση του, τόσο αὐτή ἀπομακρύνεται. Καί νά μέ θυμᾶσαι. Ἐάν θέλεις, νά ἐπιτύχεις τήνἐπίλυση τοῦ προβλήματός σου, σταμάτα νά ἐπιμένεις. Ὁ Θεός γνωρίζει τό πρόβλημά σου. Ἐσύ ἔκανες τήν αἴτησή σου. Ἐκεῖνος θά ἀποφασίσει. Περίμενε τήν ἀπάντησή του μέ ἡρεμία καί πίστη. Ἐάν ἐνεργήσεις ἔτσι, θά ἔχεις θετικόἀποτέλεσμα. Ἐάν ἐξακολουθεῖς νά ἐπιμένεις, μέ τόν τρόπο πού ἐσύ ἐπιμένεις, τότε θά ἔχεις τό ἀντίθετο ἀποτέλεσμα. Σέ συμβουλεύω, νά πάψεις νά ἀσχολεῖσαι μέ τό πρόβλημά σου, ἐάν θέλεις νά ἀσχοληθεῖ μέ αὐτό ὁ Θεός!
-Καί τό «κρούετε καί ἀνοιγήσεται καί αἰτῆτε καί δοθῆσεται» τί γίνεται Παππούλη; Δέν ἰσχύει γιά τήν περίπτωσή μου; Ἐάν πάψω νά χτυπῶ τήν πόρτα τοῦ Θεοῦ, πῶς θά μοῦ τήν ἀνοίξει; Καί ἐάν, πάλι, πάψω νά τοῦ τό ζητῶ, πῶς θά μοῦ τό δώσει;
-Ἐξαρτᾶται πῶς θά χτυπήσεις μία πόρτα, γιά νά σοῦ ἀνοίξει καί ἐξαρτᾶται, πάλι, πῶς θά ζητήσεις κάτι γιά νά σοῦ δοθεῖ.Ἐάν π.χ. τολμήσεις νά χτυπήσεις μία πόρτα μέ τρόπο ἀναιδή καί ἀπειλητικό, νά εἶσαι βέβαιος, πώς ἡ πόρτα αὐτή δέν θά σοῦ ἀνοίξει ποτέ! Ἀλλά καί ἐάν σοῦ ἀνοίξει, νά μήν περιμένεις νά δεχθεῖς τήν φιλοξενία τοῦ ἰδιοκτήτη,ἀλλά τό ξυλοφόρτωμα! Ἀντιθέτως, ἐάν χτυπήσεις τήν πόρτα εὐγενικά καί παρακλητικά, αὐτή θά σοῦ ἀνοίξει διάπλατα καί ὁ οἰκοδεσπότης θά σοῦ παράσχει κάθε εἴδους φιλοξενία! Τό ἴδιο, ἀκριβῶς, θά συμβεῖ καί στήν περίπτωση, πού θά ζητήσεις κάτι, ἀπό κάποιον. Ἐάν τό ζητήσεις μέ ἀναίδεια καί ἀπειλή, δέν θά τό λάβεις ποτέ! Ἐνῶ,ἐάν τό ζητήσεις μέ εὐγένεια καί παρακλητικά, θά τό λάβεις ἀμέσως. Κατά μείζονα λόγο αὐτά ἰσχύουν γιά τόν Θεό, ὁὉποῖος οὔτε πιέσεις, οὔτε ἀναίδειες καί πολύ περισσότερο, οὔτε ἀπειλές δέχεται ἀπό κανέναν. Ἀλοίμονον, ἐάν συνέβαινε τό ἀντίθετο. Βλέπεις, λοιπόν, ὅτι δέν φθάνει μόνο νά χτυπᾶμε τήν πόρτα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νά ξέρουμε καί τόν τρόπο, πῶς νά τήν χτυπᾶμε, ἐάν θέλουμε κάποτε νά μᾶς ἀνοίξει. Τό ἴδιο συμβαίνει και ὅταν ζητᾶμε κάτι ἀπό τόν Θεό. Καί σ’ αὐτή τήν περίπτωση, ἐκεῖνο πού μετράει δέν εἶναι ὁ ἀριθμός τῶν αἰτήσεων, ἀλλά ὁ τρόπος ὑποβολῆς τους »

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: Η φροντίδα της ψυχής μας.

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Ιουνίου, 2013

Όσοι υπερηφανεύονται για τα καλά τους έργα και δεν έχουν πίστη στο Θεό, μοιάζουν με λείψανα νεκρών, που είναι ντυμένα με ωραία ρούχα, αλλά δεν αισθάνονται την ωραιότητά τους. Σε τι ωφελείται, δηλαδή, ο άνθρωπος , όταν έχει ψυχή ντυμένη με καλά έργα αλλά νεκρή; Τα έργα γίνονται για τον Κύριο και με την ελπίδα των επουράνιων βραβείων. Αν , λοιπόν, αγνοείς Εκείνον που προκηρύσσει τα βραβεία , τότε για ποιόν αγωνίζεσαι;

Για να φάει κανείς, πρέπει να είναι ζωντανός. Όποιος δεν έχει ζωή, δεν είναι δυνατό να δεχθεί τροφή. Για να ζήσει κανείς αιώνια, πρέπει να έχη πίστη στο Χριστό, πίστη που τρέφεται και με τα καλά έργα. Όποιος δεν έχει πίστη στο Χριστό, ακόμα κι αν κάνει καλά έργα, δεν είναι δυνατό να κερδίσει την ουράνια βασιλεία, αν έχει ζωντανή πίστη. Και θα σας το αποδείξω στη συνέχεια.
Ο ληστής, που σταυρώθηκε μαζί με τον Κύριο, κέρδισε τον παράδεισο μόνο και μόνο με την πίστη του.
Ο εκατόνταρχος Κορνήλιος έκανε πολλές ελεημοσύνες και προσευχές, αλλά δεν γνώριζε το Χριστό.
Επειδή , λοιπόν, τα έργα δίχως πίστη είναι νεκρά, ο αγαθός και δίκαιος Θεός, για να επιβραβεύσει τα έργα του Κορνήλιου, του έστειλε έναν άγγελό Του , που του είπε: « Κορνήλιε, οι προσευχές σου και οι ελεημοσύνες σου ανέβηκαν ως το Θεό, κι Αυτός δεν σε ξεχνάει» ( Πραξ. 10: 4) . Θα απόρησε , βέβαια, ο εκατόνταρχος. “Μα αν οι προσευχές μου και οι ελεημοσύνες μου έγιναν δεκτές από τον Θεό, τι μου λείπει ακόμα για να είμαι δίκαιος;”, θα αναρωτήθηκε. Και ο άγγελος του εξήγησε: «Στείλε ανθρώπους στην Ιόππη και κάλεσε τον Σίμωνα, που λέγεται και Πέτρος. Αυτός θα σε διδάξει, πώς θα σωθείς κι εσύ και όλη η οικογένειά σου» ( Πραξ. 11:13- 14 ) . Αν, λοιπόν, ο Κορνήλιος σώθηκε με όσα τον δίδαξε ο Πέτρος, αυτό σημαίνει ότι δεν ήταν δυνατό να σωθεί μόνο με τα καλά του έργα. Χρειαζόταν και την πίστη.
Λένε για έναν ειδωλολάτρη φιλόσοφο, ότι , μπαίνοντας στο μέγαρο κάποιου άρχοντα και βλέποντας τους τοίχους καλυμμένους μ’ αστραφτερά μάρμαρα, την οροφή χρυσοστόλιστη και το πάτωμα στρωμένο μ’ ακριβά χαλιά, γύρισε κι έφτυσε τον οικοδεσπότη καταπρόσωπο∙ και όταν τον ρώτησαν, γιατί το έκανε αυτό, απάντησε, πως, επειδή δεν ήταν δυνατό να φτύσει κάπου αλλού, μια και το σπίτι όλο ήταν τόσο λαμπρά διακοσμημένο, αναγκάστηκε να φτύσει στο πρόσωπο του άρχοντα.
Βλέπεις, πόσο καταγέλαστος γίνεται εκείνος που φροντίζει μόνο για τα εξωτερικά, τα υλικά, τα φθαρτά , και πόσο περιφρονείται από τους συνετούς ανθρώπους; Και πολύ σωστά ,βέβαια. Γιατί, όταν στολίζεις τοίχους και πατώματα, αδιαφορείς όμως για την αθάνατη ψυχή και την αφήνεις με κουρέλια, την αφήνεις πεινασμένη και πληγωμένη, την αφήνεις να κατασπαράζεται από τα νοητά θηρία, πες μου, δεν είσαι αξιοκατάκριτος, δεν είσαι για γέλια και για κλάματα;
Αν χάσεις χρήματα, μπορείς ν’ αποκτήσεις πάλι∙ το ίδιο αν χάσεις το σπίτι σου, το ζώο σου, οτιδήποτε από τα υπάρχοντά σου. Αν όμως χάσεις την ψυχή σου, άλλη ψυχή δεν θα μπορέσεις ν’ αποκτήσεις. Κι αν όλος ο κόσμος είναι δικός σου, δεν θα μπορέσεις, δίνοντας όσα έχεις και την οικουμένη ολόκληρη, ν’ αγοράσεις μια ψυχή.
Φοράς όχι ένα αλλά χίλια βασιλικά στέμματα; Αν το σώμα σου προσβληθεί από αγιάτρευτη αρρώστια, δεν θα μπορέσεις να αποκαταστήσεις την υγεία του, δίνοντας ακόμα και το βασίλειό σου ολόκληρο. Κι ας εξουσιάζεις τόσα και τόσα υγιή σώματα, τα σώματα των υπηκόων σου. Αυτό, λοιπόν, που δεν μπορείς να κάνεις για το σώμα σου, πολύ περισσότερο δεν μπορείς να το κάνεις για την ψυχή σου.
Ο Θεός μας έδωσε δυο χέρια, δυο πόδια, δυο μάτια, δυο αυτιά. Έτσι, αν το ένα απ’ αυτά πάθει κάποια βλάβη, μπορούμε να εξυπηρετηθούμε με το άλλο. Ψυχή, όμως, μας έδωσε μόνο μία. Αν τη χάσουμε, πού θα βρούμε άλλη;
Η ψυχή, όταν κυριεύεται ολοκληρωτικά από ένα πάθος, εύκολα λέει και αδίσταχτα πράττει όσα προξενούν την οργή του Θεού, αφού γίνεται δούλα κάποιου άλλου, που της επιβάλλει τα αντίθετα ακριβώς από τον Κύριο.
Η ψυχή, όταν απελπίζεται ολότελα για τη σωτηρία της, δεν απέχει πολύ από την παραφροσύνη. Τότε, αφού παραδώσει τα χαλινάρια της σωτηρίας της στις άλογες επιθυμίες, τρέχει ασυγκράτητη παντού, όπου υπάρχει αμαρτία, ώσπου να γκρεμιστεί στο βάραθρο της αιώνιας απώλειας.
Η ψυχή, όταν συμβιβαστεί με την αμαρτία, που είναι ανελέητη, επιδεικνύει τρομακτικά την ασθένειά της. Όπως το γουρούνι, όταν κυλιέται στη λάσπη, ευχαριστιέται, έτσι και η ψυχή, όταν αιχμαλωτιστεί από την κακή συνήθεια, δεν αντιλαμβάνεται τη δυσωδία των αμαρτιών της. Και όπως η γη, όσο σπόρο κι αν της ρίξεις, όταν δεν ποτιστεί από τη βροχή ,δεν είναι δυνατό να δώσει σιτάρι, έτσι και η ψυχή, όσα λόγια κι αν σπείρεις μέσα της, όταν δεν φωτιστεί πρώτα από τις άγιες Γραφές , δεν είναι δυνατό να παρουσιάσει κάποιο έργο αρετής. Τι δίνει η γη που δεν καλλιεργείται; Αγριόχορτα, αγκάθια και τριβόλια. Τι κάνει η ψυχή που δεν καλλιεργείται πνευματικά; Άνομα και πονηρά έργα. Όσο πιο ακαλλιέργητη μένει η γη, τόσο αυξάνονται και θεριεύουν τ’ αγριόχορτά της. Όσο πιο ακαλλιέργητη μένει η ψυχή, τόσο αυξάνονται και θεριεύουν τα πάθη της, τόσο περισσότερες και βαρύτερες γίνονται οι αμαρτίες της, που την οδηγούν τελικά στο θάνατο.
Τι παράξενο, αλήθεια! Όλοι παρακολουθούν με το στόμα ανοιχτό τα φευγαλέα επίκαιρα θέματα της πρόσκαιρης τούτης ζωής∙ για τα μελλοντικά και αιώνια θέματα, όμως, ούτε σκέψη δεν περνάει από το νου τους. Για τα φαγοπότια και τις σωματικές απολαύσεις είναι πάντοτε βιαστικοί∙ τις ψυχές τους ,όμως, τις αφήνουν να λιώνουν από πνευματική πείνα. Για την περιποίηση και τον καλλωπισμό του σώματος φροντίζουν όσο μπορούν∙ για την ψυχή, όμως, αδιαφορούν.
Για το σώμα, όταν αρρωστήσει, και γιατρούς καλούν και φάρμακα χρησιμοποιούν και χρήματα πολλά ξοδεύουν, ώσπου να το θεραπεύσουν∙ για την ψυχή, όμως, που υποφέρει από τη θανάσιμη αρρώστια της αμαρτίας, δεν κάνουν τίποτα. Και το χειρότερο είναι, ότι, ύστερ’ από τόσες φροντίδες για το θνητό σώμα, όχι μόνο αυτό πεθαίνει, αλλά και η ψυχή καταδικάζεται στην ατελεύτητη κόλαση.
Επειδή, λοιπόν, λυπάμαι κατάκαρδα για την αφροσύνη, το σκοτισμό και την πώρωση των ανθρώπων, θα ήθελα να έχω φωνή τόσο βροντερή, που να φτάνει στου κόσμου τα πέρατα, και, αφού βρω ένα σημείο πολύ ψηλό, το πιο ψηλό της γης, ν’ ανεβώ εκεί πάνω και να φωνάξω σ’ όλα τα έθνη και τις φυλές εκείνο που είπε οι προφήτης Δαβίδ: «Άνθρωποι, ως πότε θα είστε σκληρόκαρδοι (προσηλωμένοι στη γη ) ; » ( Ψαλμ. 4:3 ) . Πονάω και κλαίω για το κατάντημά σας. Ναι, κλαίω, γιατί παραγνωρίζετε τη μακροθυμία του Θεού, που σας ανέχεται, περιμένοντας τη μετάνοιά σας, και δεν σας τιμωρεί παιδαγωγικά.
Δεν πρέπει, βλέπετε, να κλαίμε τον πληγωμένο, που βογγάει σπαραχτικά από τους πόνους , όταν ο γιατρός καυτηριάζει τις πληγές του∙ γιατί τους πόνους, που προξενεί η καυτηρίαση, τους ακολουθεί η επούλωση των τραυμάτων. Ας κλαίμε τον πληγωμένο, που κείτεται στο κρεβάτι του πόνου δίχως καμιάν ιατρική φροντίδα∙ γιατί οι πληγές του θα κακοφορμίσουν και θα τον οδηγήσουν στο θάνατο. Όμοια, στην περίπτωση μιας ψυχής πληγωμένης από την αμαρτία, δεν πρέπει να λυπόμαστε, όταν ο Θεός της επιβάλλει παιδαγωγικές τιμωρίες, γιατί αυτές τη θεραπεύουν. Ας λυπόμαστε και ας θρηνούμε για την ψυχή που αμαρτάνει χωρίς να τιμωρείται, γιατί την περιμένει τιμωρία αιώνια.
Όποιος καθαρίσει την ψυχή του από την αμαρτία και τη στολίσει με την αρετή, θα την κάνει κατοικία του Χριστού. Και ποιός είναι πιο μακάριος, ποιός είναι πιο ευτυχισμένος από κείνον που έχει στην ψυχή του το Χριστό, την Πηγή της ζωής, της χαράς , της αθανασίας;
Ο προφυλακισμένος εγκληματίας βασανίζεται ψυχικά από τη λύπη, ειδικά τη μέρα που πρόκειται να οδηγηθεί από τη φυλακή στο δικαστήριο. Εκεί, όταν , στο τέλος της δίκης , σηκωθεί από το εδώλιο, για ν’ ακούσει την αυστηρή φωνή του δικαστή, που θ’ αναγγέλλει την καταδίκη του, παγώνει από το φόβο του και μοιάζει σαν νεκρός. Έτσι και η ψυχή, όταν στον κόσμο τούτο διαπράττει αμαρτίες, υποφέρει και στενοχωριέται. Πολύ περισσότερο όμως, βασανίζεται, όταν, αφού εγκαταλείψει τον κόσμο, πρόκειται να οδηγηθεί στο φοβερό δικαστήριο του Θεού, όπου θα λογοδοτήσει για τις πράξεις της. Γι’ αυτό συχνά τρέμει και φοβάται και κάνει πίσω, όταν έρθει η στιγμή ν’ αποχωριστεί από το σώμα. Γιατί τότε ακριβώς κάθε αμαρτία, που έκανε στην παρούσα ζωή, παρουσιάζεται μπροστά της σαν σκληρός κατήγορός της.
Ας φροντίσουμε, λοιπόν, την αθάνατη ψυχή μας, ας προτιμήσουμε τα ουράνια από τα γήινα και τα άφθαρτα από τα φθαρτά αγαθά, τα οποία εύχομαι ν’ απολαύσουμε όλοι, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
από το βιβλίο: “Θέματα Ζωής Β”
Ιερά Μονή Παρακλήτου

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία | Δε βρέθηκαν σχόλια »