kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

ΚΥΡΙΑΚΗ Β´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Ιουλίου, 2013

 
῾Οἱ δέ εὐθέως ἀφέντες τά δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ
Στήν περίοδο τῆς κλήσης τῶν πρώτων μαθητῶν τοῦ Κυρίου μᾶς μεταφέρει τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς Β´ Ματθαίου. Ὁ Κύριος περιδιαβαίνοντας τά παράλια τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας καλεῖ τόν ᾽Ανδρέα καί τόν ἀδελφό του Σίμωνα Πέτρο, καί λίγο ἀργότερα τόν ᾽Ιάκωβο καί τόν ἀδελφό του ᾽Ιωάννη, πού ἦταν ὅλοι ψαράδες, νά Τόν ἀκολουθήσουν, ὥστε νά γίνουν ἁλιεῖς τῶν ἀνθρώπων. ῾Δεῦτε ὀπίσω μου, καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων᾽. Κι ἐκεῖνοι ῾εὐθέως ἀφέντες τά δίκτυα ἠκολούθησαν Αὐτῷ᾽.
 Ὁ ᾽Ανδρέας καί ὁ Σίμων Πέτρος, ὁ ᾽Ιάκωβος καί ὁ ᾽Ιωάννης,  ἀκολούθησαν τόν Χριστό ὄχι διότι ἐκεῖνοι Τόν διάλεξαν, μέσα στά πλαίσια ἴσως μίας μεταφυσικῆς ἀναζήτησής τους, ὥστε νά ἔχουν τήν καύχηση τῆς δικῆς τους πρωτοβουλίας, ἀλλά διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τούς διάλεξε καί τούς κάλεσε, ὅπως σέ ἄλλη περίπτωση τούς τό σημείωσε: ῾οὐχ ὑμεῖς με ἐξελέξασθε, ἀλλ᾽ ἐγώ ἐξελεξάμην ὑμᾶς᾽. Κι αὐτό σημαίνει πολύ περισσότερο ὅτι κανείς ἀπό μόνος του δέν ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, κανείς ἀπό μόνος του δηλαδή δέν γίνεται χριστιανός, ἄν δέν δεχθεῖ τήν κλήση ἀπό τόν Θεό, συνεπῶς ἄν δέν μπεῖ στόν ῾ζυγό᾽ τῆς ὑπακοῆς σ᾽ ᾽Εκεῖνον. ῾Οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν᾽. Κι ἐννοοῦμε κλήση, ἡ ὁποία θά μιλήσει στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι θά κρούσει ἁπλῶς τά τύμπανα τῶν αὐτιῶν του. ῾Πολλοί γάρ οἱ κλητοί, ὀλίγοι δέ ἐκλεκτοί᾽. Μέ ἄλλα λόγια μιλᾶμε γιά μία κλήση, ἡ ὁποία συναντᾶ τόν ἄνθρωπο σέ κατάσταση ἑτοιμότητας πρός ἀνταπόκριση, σέ κατάσταση δηλαδή ὡριμότητας γιά σχέση μέ τόν Θεό.
Πολύ συχνά, ἰδίως στό εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη, ἡ κατάσταση αὐτή χαρακτηρίζεται ὡς ῾ὥρα᾽, πού προσδιορίζεται ἐπακριβῶς: εἶναι ἡ ὥρα τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Κύριος κατέληγε σχεδόν πάντα τόν ὅποιο λόγο Του πρός τούς ἀνθρώπους μέ τήν ἐπισήμανση: ῾ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω᾽. ῏Ωτα βεβαίως πνευματικά καί ὄχι σωματικά. Εἶναι εὐνόητο λοιπόν ὅτι οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ὁ ᾽Ανδρέας καί ὁ Σίμων Πέτρος, ἦταν ἕτοιμοι νά κληθοῦν, διότι εἶχαν ἑτοιμαστεῖ γι᾽ αὐτό καί ἀπό τή δική τους τή διάθεση ἀναζήτησης καί ἀπό τόν μέχρι τότε δάσκαλό τους μέγα ᾽Ιωάννη Πρόδρομο, ὁ ὁποῖος εἶχε ὡς ἔργο τήν κλήση πρός μετάνοια τῶν ἀνθρώπων καί τήν ἀναγγελία τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Μεσσία.
Ποιό τό χαρακηριστικό τῆς ἀκολουθίας τοῦ Χριστοῦ; Πῶς διακρίνει κανείς τή γνησιότητα τῆς κλήσης Του ; Ὁ Κύριος ἀπαντᾶ: ῾ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων᾽. Ἡ ἀκολουθία τοῦ Χριστοῦ δηλαδή ὁδηγεῖ ἀμέσως στό ἄνοιγμα πρός τόν συνάνθρωπο καί σέ ἱεραποστολική δράση. Δέν μπορεῖ εἰδικά ἕνας ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ νά εἶναι καί νά παραμένει ἀπόστολος, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἀπέκτησε ἕνα ἀξίωμα πρός προσωπική ἀπόλαυσή του. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει μία κοσμικοῦ τύπου κατανόηση τοῦ ἀξιώματος, πού ὁ Κύριος τό ἔλεγξε μέ ἰδιαίτερη βδελυγμία. ῾Οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν. Οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν᾽. Ὁ Κύριος καλεῖ τόν ἄνθρωπο νά Τόν ἀκολουθήσει, γιά νά ἀγκαλιάσει καί νά διακονήσει τόν συνάνθρωπό του μέ σκοπό τή σωτηρία του, πού σημαίνει ὅτι ὁ ἀπόστολος γίνεται συνεργός τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό συμβαίνει ὄχι μόνο στούς ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά σέ ὅλους τούς πιστούς Του, ἀνεξάρτητα ἀπό τό διακόνημα πού μπορεῖ νά ἔχουν ἀναλάβει: εἶναι μαθητές, ἀκολουθοῦν τόν Χριστό, στό βαθμό πού ἀγαποῦν μέ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς τους τόν ὅποιο συνάνθρωπό τους, ἀκόμη καί τόν ἐχθρό τους. Διότι ῾ὁ ἀγαπῶν τόν Θεόν και μισῶν τόν πλησίον ψεύστής ἐστι᾽.
Κατανοεῖ κανείς ὅτι μία τέτοια κατάσταση ἔχει τόν χαρακτήρα τῆς θυσίας. Διότι συνήθως οἱ ἄνθρωποι, μπροστά στήν ἀγάπη τοῦ χριστιανοῦ – συνέχεια τῆς ἀγάπης του πρός τόν Θεό – πού ἐκφράζεται πρωτίστως μέ τή συμπεριφορά του καί δευτερευόντως μέ τά λόγια του, ἀντιδροῦν καί ἐναντιώνονται, συχνά δέ τούς ὁδηγοῦν καί στό μαρτύριο. Ὁ Κύριος δέν ὑποσχέθηκε στούς ἀκολούθους Του δάφνες καί ροδοπέταλα. Τούς εἶπε ὅτι θά ὑποστοῦν βάσανα καί διωγμούς, ἀλλά μέ τόν τρόπο αὐτό θά παραμένουν ἑνωμένοι μέ ᾽Εκεῖνον καί θά βοηθοῦν οὐσιαστικά τούς ἀνθρώπους – ὅ,τι συνέβη δηλαδή καί στόν ῎Ιδιο: ῾ἰδού γάρ ἦλθε γιά τοῦ σταυροῦ χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ᾽. ῾᾽Ιδού ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων᾽. ῾᾽Εν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἕξετε᾽. Καί κυρίως: ῾Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι᾽. Γι᾽ αὐτό καί ἡ χριστιανική πίστη δέν εἶναι πρός λαϊκή κατανάλωση καί δέν μπορεῖ ποτέ νά γίνει τοῦ ῾συρμοῦ᾽. ᾽Απαιτεῖ γενναιότητα καί πραγματική ἀγάπη πρός τόν Χριστό, κάτι πού ἐξηγεῖ καί τή συρρίκνωσή της σέ στατιστικά στοιχεῖα παγκοσμίως.
Ποιές οἱ προϋποθέσεις αὐτῆς τῆς ἀκολουθίας τοῦ Χριστοῦ; Στήν κλήση τῶν πρώτων μαθητῶν παίρνουμε ἐπίσης τήν ἀπάντηση:
(α) ῾ἀφέντες τά δίκτυα᾽. Μπορεῖ καί ἀκολουθεῖ κανείς τόν Χριστό, ὅταν προβεῖ σέ ἀποταγή ὁποιουδήποτε στοιχείου τόν δένει μέ τόν κόσμο, ἔστω κι ἄν αὐτό θεωρεῖται, κοσμικά, καλό. Τό ζητούμενο δηλαδή πάντοτε γιά τόν Χριστιανό δέν εἶναι ἄλλο ἀπό αὐτό πού συνιστᾶ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. ῎Αν τό θέλημα ᾽Εκείνου περνᾶ μέσα ἀπό τό ῾ἄφημα᾽ ἀκόμα καί τῆς δουλειᾶς του, τῶν πάντων καλύτερα – ῾ἰδού ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καί ἠκολουθήσαμέν σοι᾽ θά ποῦν ἀλλοῦ οἱ ἀπόστολοι στόν Χριστό – τότε αὐτή εἶναι ἡ προτεραιότητα τοῦ πιστοῦ. Μέ ἄλλα λόγια, ἄν κάτι μέ ῾δένει᾽ παθολογικά μέ τόν κόσμο, ὅσο κι ἄν θεωρεῖται κοντινό καί ἀπαραίτητο σέ μένα, πρέπει νά εἶμαι ἕτοιμος νά τό ἀφήσω. Κι αὐτή ἡ ἀποταγή πού γίνεται πρός χάρη τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ καί τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. ᾽Αρκεῖ βεβαίως νά ἔχω τή διάκριση νά καταλαβαίνω κάθε φορά ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
(β) ῾εὐθέως᾽, δηλαδή χωρίς ἀναβολή, ἀμέσως. Ὅταν μέ καλεῖ ὁ Θεός, ὅταν γνωρίζω τό ἅγιο θέλημά Του, ἀλλά ἀναβάλλω τήν ἀνταπόκρισή μου καί τήν ἐφαρμογή αὐτοῦ τοῦ θελήματος στή ζωή μου, ἀπό κεῖ καί πέρα ἀρχίζει ἡ εὐθύνη τῆς ἐναντίωσής μου στόν Θεό. Γίνομαι, κατά κάποιο τρόπο, θεομάχος, συνεπῶς θέτω ἐμπόδιο στήν αἴσθηση τῆς χάρης Του στήν ὕπαρξή μου. Καί συνήθως συμβαίνει τό ἑξῆς: διαρκῶς καί μεταθέτω τήν ἀπόφαση ἀκολουθίας τοῦ Χριστοῦ γιά…ἀργότερα, ἄρα δέν Τόν ἀκολουθῶ ποτέ. ῞Ενα παλιό γνωμικό ἐπισημαίνει: ῾Ἡ ἀναβολή ὁδηγεῖ στή χώρα τοῦ ποτέ᾽. Ἡ κατάσταση αὐτή συνιστᾶ ἕνα ἐκ δεξιῶν λεγόμενο ὅπλο τοῦ διαβόλου. Δέν πολεμᾶ ὁ πονηρός κατευθεῖαν τόν πιστό, μέ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μέ ἀποδοχή τοῦ θελήματός Του, ἀλλά γιά ἀργότερα. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή, ἡ χριστιανική ζωή ἔχει τό στοιχεῖο τῆς ἀποφασιστικότητας. ῎Ανθρωπος πού ἔχει πειστεῖ γιά τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καί γιά τή σωτηρία πού προσφέρει ὡς ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό, δέν μπορεῖ νά ἀναβάλλει. ᾽Εκτός ἀπό τούς ἀποστόλους πού ἀνταποκρίθηκαν ἄμεσα, βλέπουμε τήν ἀμεσότητα ἀνταπόκρισης σέ ὅλους τούς ἁγίους, οἱ ὁποῖοι καί γι᾽ αὐτό ἅγιασαν. ᾽Εν προκειμένῳ ἄς θυμηθοῦμε καί τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος, μετά τή θαυμαστή συνάντησή του μέ τόν ἀναστημένο Χριστό, τήν ὥρα πού δίωκε τούς χριστιανούς στόν δρόμο τῆς Δαμασκοῦ, ἀμέσως ἀλλάζει ζωή, καί τήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, ἡ ὁποία μόλις καί αὐτή συνειδητοποιεῖ τήν κατάντια τῆς ζωῆς της καί ποῦ βρίσκεται ἡ ἀλήθεια, ἀμέσως φεύγει γιά τήν ἔρημο, χωρίς ποτέ νά ἐπιστρέψει στόν κόσμο.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η αγάπη δέν χάνει ποτέ την αξία της

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Ιουλίου, 2013

Ἡ ἀγάπη δέν χάνει ποτέ τήν ἀξία της, ἀλλά ἀφοῦ γίνει αἰτία νά ἐκπληρώνει στόν παρόντα αἰώνα τούς θείους νόμους ἐκεῖνος πού τήν ἔχει, τόν συνοδεύει καί στόν μέλλοντα.
Ὅσιος Φιλόθεος ὁ Σιναΐτης

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Δώσε την καρδιά σου!

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Ιουλίου, 2013

 
«Ὁ μόνος τρόπος νά κερδίσει κανείς
μιά καρδιά ἀνθρώπινη
εἶναι νά χαρίσει πρῶτα τή δική του».

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το πεζοδρόμιο του γείτονα

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Ιουλίου, 2013

Ἔρριξα ἕνα περιφρονητικό βλέμμα στό πεζοδρόμιο τοῦ γείτονα. Γεμάτο χῶμα, ξερά φύλλα, πεταμένα χαρτάκια, σβησμένες γόπες. Κι ὕστερα μέ κρυφό καμάρι γύρισα στό δικό μου, καθαρό, φρεσκοσκουπισμένο, νοικοκυρεμένο. Πόση διαφορά!
«Καθένας κάνει τίς ἐπιλογές του», σκέφτηκα. «Δέν μπορῶ νά τόν κάνω μέ τό ζόρι νοικοκύρη». Μάζεψα τήν σκούπα καί τό φαράσι μέ ἱδρωμένο τό μέτωπο ἀλλά μέ τήν συνείδησι ἥσυχη.
Λίγη ὥρα ἀργότερα ἕνα ἐλαφρύ καλοκαιρινό βοριαδάκι ἔφερε τά πάνω κάτω! Ὅλα τά σκουπίδια ἀπό τό διπλανό πεζοδρόμιο, λές καί ὑπάκουσαν σέ ἕνα μυστικό πρόσταγμα, στροβιλίστηκαν λίγο κι ὕστερα στρογγυλοκάθισαν ἀναπαυτικά στό δικό μου πεζοδρόμιο!
Ἄδικα τό καμάρι, ἄδικος ὁ κόπος καί ὁ χρόνος πού ἔχασα. Τί κρίμα!
Προβληματίστηκα. Γιά νά εἶναι καθαρό τό πεζοδρόμιο μπροστά στό σπίτι μου, δέν ἀρκεῖ λοιπόν νά τό σκουπίσω. Δέν εἶναι περιφραγμένο, γιά νά ἐξαρτᾶται ἡ καθαριότητά του ἀποκλειστικά ἀπό μένα.
Ὑπάρχουν κι ἄλλοι παράγοντες πού μπορεῖ νά ἀνατρέψουν ὅ,τι ἐγώ μέ τόση ἐπιμέλεια φρόντισα. Κι αὐτούς εἶναι καλό νά τούς ἔχουμε πάντα ὑπόψιν μας. Νά τούς ἐρευνοῦμε. Νά ἐπιδιώκουμε, κατά τό δυνατόν, νά τούς ἀντιμετωπίζουμε. Διαφορετικά θά βρισκόμαστε συχνά μπροστά σέ δυσάρεστες ἐκπλήξεις.
Κι ἄς ἔχουμε στόν νοῦ μας ὅτι, ὅπως τά πεζοδρόμια δέν εἶναι ἀπομονωμένα, ἀλλά ἡ καθαριότητα τοῦ ἑνός ἐπηρεάζει τήν καθαριότητα τοῦ ἄλλου, ἔτσι συμβαίνει καί στήν ζωή. Ἡ καθαρότητα τοῦ ἑνός ἐπηρεάζει τήν καθαρότητα τοῦ ἄλλου. Κι ἀρκεῖ ἕνα ἐλαφρύ καλοκαιρινό βοριαδάκι γιά νά μεταφέρη τά ξένα σκουπίδια στήν δική μας καρδιά. Καί τότε… ἄδικα τό καμάρι! Κρίμα στόν κόπο μας!
Ἄς διευρύνουμε τούς ὁρίζοντές μας. Κι ἄς συνειδητοποιήσουμε ὅτι δουλεύοντας γιά τήν ἀναβάθμισι τοῦ συνόλου, δουλεύουμε συγχρόνως γιά τήν οἰκογένειά μας. Προσφέροντας στήν κοινωνία, εὐεργετοῦμε συγχρόνως τό σπίτι μας.
Σκορπώντας φῶς κι ἀγάπη στόν κόσμο, ὠφελούμαστε πρῶτοι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι. Ἀνεβάζοντας τό ἐπίπεδο τῆς τοπικῆς ἤ εὐρύτερης κοινωνίας, διασφαλίζουμε τά δικά μας παιδιά.
Ἡ κοινωνία κι ἐγώ εἴμαστε συγκοινωνοῦντα δοχεῖα. Δίνουμε καί ταυτόχρονα παίρνουμε. Προσφέρουμε καί ταυτόχρονα εἰσπράττουμε.
Ἄν ὑπό τό πρίσμα αὐτῶν τῶν σκέψεων νοιαστοῦμε τό σπίτι μας, σίγουρα θά ἔχουμε ἀποτελέσματα, καί ἐντυπωσιακότερα, καί μονιμότερα.
Πηγή: Περιοδικό «ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ», τεῦχος 483, Ἰούνιος 2013.

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ: “Ψηφιακή άνοια”, η νέα μάστιγα της νεολαίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Ιουλίου, 2013

Η «ψηφιακή άνοια» εξελίσσεται σε νέα μάστιγα για τους ανθρώπους νεαρής ηλικίας που βασίζονται όλο και περισσότερο στην τεχνολογία, αφήνοντας έτσι τον εγκέφαλό τους να «ατροφήσει». Επιστήμονες από τη Νότια Κορέα έχουν παρατηρήσει αύξηση κρουσμάτων αυτού του είδους της «άνοιας» στους νέους, οι οποίοι εμφανίζουν επιδείνωση των νοητικών ικανοτήτων τους αντίστοιχη με αυτή που εμφανίζουν ασθενείς που έχουν υποστεί τραυματισμό στο κεφάλι ή πάσχουν από κάποια ψυχιατρική νόσο. «Η υπερβολική χρήση “έξυπνων” κινητών και βιντεοπαιχνιδιών διασαλεύει την ισορροπημένη ανάπτυξη του εγκεφάλου» υπογραμμίζει ο Μπιουν Γκι-γον, γιατρός του Κέντρου Ισορροπίας Εγκεφάλου της Σεούλ, σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα «JoongAng».

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Νότια Κορέα είναι μία από τις χώρες με τη μεγαλύτερη διείσδυση της τεχνολογίας στον γενικό πληθυσμό αλλά και με τα περισσότερα κρούσματα εθισμού στο Διαδίκτυο.«Οι άνθρωποι που κάνουν υπερβολική χρήση τεχνολογίας είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν την αριστερή πλευρά του εγκεφάλου τους, αφήνοντας έτσι τη δεξιά υπανάπτυκτη» συμπληρώνει ο δρ Γκι-γον. Η δεξιά πλευρά του εγκεφάλου συνδέεται με τη συγκέντρωση και, όταν δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένη, επηρεάζει την ικανότητα προσοχής και μνήμης, οδηγώντας μάλιστα στο 15% των περιπτώσεων και σε πρόωρη άνοια.
Οι πάσχοντες από «ψηφιακή άνοια» φέρεται επίσης να είναι και ψυχολογικά υπανάπτυκτοι, με τα παιδιά να διατρέχουν ακόμη πιο σοβαρό κίνδυνο από τους ενήλικες, αφού ο εγκέφαλός τους είναι σε εξελικτική διαδικασία. Η κατάσταση φαίνεται να επιδεινώνεται στη Νότια Κορέα, καθώς το ποσοστό των ανθρώπων ηλικίας 10 έως 19 ετών που χρησιμοποιούν «έξυπνα» κινητά πάνω από επτά ώρες κάθε μέρα ξεπερνά το 18,4%, ποσοστό που έχει αυξηθεί 7% σε σύγκριση με πέρυσι.
Τα ανησυχητικά συμπεράσματα των Κορεατών έρχονται έπειτα από μια έρευνα που πραγματοποίησε το UCLA, η οποία έδειξε ότι οι νεαροί Αμερικανοί εμφανίζουν όλο και πιο συχνά προβλήματα μνήμης. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι το 14% νεαρών ανδρών και γυναικών, ηλικίας από 18 έως 39 ετών, παραπονούνται ότι η μνήμη τους είναι κακή. Σε αυτήν την περίπτωση ωστόσο, το πρόβλημα αποδίδεται γενικότερα στον σύγχρονο τρόπο ζωής.
[Πηγή espressonews.gr]

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Αληθινός φίλος…

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Ιουλίου, 2013

filia

Ο Αληθινός φίλος…
(Α) λλοιώνει το θυμό σου
(Β) οηθάει όποτε και όταν τον χρειαστείς
(Γ) αληνεύει τις ταραχές σου…
(Δ) ωρίζει ακατάπαυστα πράγματα και συναισθήματα
(Ε) λευθερώνει αισθήματα αγάπης και χαράς
(Ζ) ωντανεύει την ζωή σου
(Ή) λιος είναι σε περιόδους θλίψεων
(Θ) υσίες κάνει για να σ΄έχει στο πλευρό του
(Ι) λαρότητα εκπέμπει όταν σε κοιτάει
(Κ) ολυμπάει στις τρικυμίες της ζωής μαζί σου
(Λ) ιώνει την μοναξιά απο την ζωή σου
(Μ) οιράζεται τα όνειρα μαζί σου
(Ν) ιώθει τον πόνο σου
(Ξ) εχνάει την άσχημη συμπεριφορά σου
(Ο) ραματίζεται την πληρότητα σου
(Π) ροσφέρει την καρδιά του
(Ρ) ωμαλαία σε υπερασπίζεται
(Σ) υγχωρεί τα λάθη σου
(Τ) ρέφει το πνεύμα σου
(Υ) πολογίζει σε εσένα
(Φ) ωνάζει όταν δεν θέλεις να ακούσεις
(Χ) αίρεται όταν προοδεύεις
(Ψ) ηλά κοιτά για να σε συναντήσει
(Ω) ! φίλε της καρδιάς μου, πόσο στ΄ αλήθεια κοντά Στο Θεό κατοικείς ( ; ) ! …

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Γέροντας Παΐσιος για τη μέλλουσα Κρίση

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Ιουλίου, 2013

g paisios_new_monk

Γέροντα, πώς εξαγνίζεται η ψυχή;

– Όταν ο άνθρωπος εργασθεί τις εντολές του Θεού. κάνει δουλειά στόν εαυτό του και καθαρισθεί από τά πάθη, τότε ο νους φωτίζεται, φθάνει σέ ύψος θεωρίας, καί η ψυχή λαμπρύνεται καί γίνεται όπως ήταν πριν από την πτώση των Πρωτοπλάστων. Σέ τέτοια κατάσταση θά βρίσκεται μετά την ανάσταση των νεκρών. Μπορεί όμως ο άνθρωπος νά δει την ανάσταση της ψυχής του πριν από την κοινή ανάσταση, αν καθαρισθεί τελείως από τα πάθη. Τό σώμα του τότε θα είναι αγγελικό, άϋλο, και δέν θά νοιάζεται γιά τροφή υλική.

– Γέροντα, πώς θά γίνει η μέλλουσα Κρίση;

– Στήν μέλλουσα Κρίση θά αποκαλυφθεί σέ μιά στιγμή η κατάσταση του κάθε άνθρωπου καί μόνος του καθένας θά τραβήξει γιά ‘κει που είναι. Καθένας θά βλέπει σάν σέ τηλεόραση τά δικά του χάλια και την πνευματική κατάσταση του άλλου. Θα καθρεφτίζει τον εαυτό του στόν άλλον και θά σκύβει τό κεφάλι και θά πηγαίνει στήν θέση του. Δέν θά μπορεί λ.χ. νά πει μιά νύφη πού καθόταν μπροστά στήν πεθερά της σταυροπόδι και η πεθερά της μέ σπασμένο πόδι φρόντιζε τό εγγονάκι: «γιατί, Χριστέ μου, βάζεις την πεθερά μου στόν Παράδεισο κι εμένα δέν μέ βάζεις;», επειδή θά έρχεται μπροστά της εκείνη η σκηνή. Θά θυμάται την πεθερά της πού στεκόταν όρθια μέ σπασμένο πόδι και φρόντιζε τό εγγονάκι της και δέν θά έχει μούτρα νά πάει στόν Παράδεισο, άλλά ούτε και θά χωράει στόν Παράδεισο. Ή οι μοναχοί θά βλέπουν τί δυσκολίες, τί δοκιμασίες είχαν οι κοσμικοί και πώς τις αντιμετώπισαν καί, αν δέν έχουν ζήσει σωστά, θά σκύψουν τό κεφάλι καί θά τραβήξουν μόνοι τους γιά εκεί πού θά είναι.

Θά δουν εκεί οι μοναχές, πού δέν ευαρέστησαν στον Θεό, ηρωίδες μάνες, που ούτε υποσχέσεις έδωσαν, ούτε τις ευλογίες καί τις ευκαιρίες τις δικές τους είχαν, πώς αγωνίσθηκαν καί σέ τί κατάσταση πνευματική έφθασαν, καί εκείνες, καλόγριες, μέ τί μικροπρέπειες ασχολούνταν και βασανίζονταν, καί θά ντρέπονται! Έτσι μου λέει ο λογισμός ότι θά γίνει η Κρίση. Δέν θά πει δηλαδή ο Χριστός: «έλα εδώ εσύ, τί έκανες;» ή «εσύ θά πάς στήν κόλαση, εσύ στον Παράδεισο», αλλά ο καθένας θά συγκρίνει τον εαυτό του μέ τον άλλον καί θά τραβήξει γιά εκεί που θα είναι.

 Πηγέςproskynitis.blogspot.gr  –apantaortodoxias.blogspot.gr 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ιερομόναχος Νίκων Καρουλιώτης, ο Ρώσος. Ο Γέροντας που γνώριζε 14 ξένες γλώσσες!

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Ιουλίου, 2013

 Σαν Πρόλογος
Ένας από τους εικονογραφικούς τύπους που εισήχθησαν επί τουρκοκρατίας στην ορθόδοξη αγιογραφία ήταν η σκηνή που παριστάνει τον αββά Σισώη  μπροστά στον τάφο του Μ. Αλεξάνδρου. Η σκηνή αυτή που αποτελεί την πιο εποπτική αποστομωτική έκφραση της ματαιότητος της εγκόσμιου δόξης, εκφρασμένης στο πιο απόλυτο ίσως σημείο της, έχει την εξής επιγραφή: «Ο μέγας εν ασκηταίς Σισώης έμπροσθεν του τάφου του βασιλέως των Ελλήνων Αλεξάνδρου, του πάλαι διαλάμψαντος εν δόξη, φρίττει, και το άστατον του καιρού και της δόξης της πρόσκαιρου λυπηθείς, ιδού, κλαίει: Ορών σε τάφε, καρδιοστάλακτον δάκρυον χέω, χρέος το κοινόφλητον εις νουν λαμβάνων. Πως ουν μέλλω διελθείν πέρας τοιούτον; Ε! Θάνατε! Τις δύναται φυγείν σε;». Δεν ξέρομε αν ο Νίκων ο Καρουλιώτης με τον οποίο ασχολείται το μικρό αυτό βιβλίο είχε εμπνευστεί από αυτή την σκηνή και είχε εγκαταλείψει τα εγκόσμια-πράγμα απίθανο-αυτό όμως που ξέρομε είναι ότι διαπνεόταν από την ίδια ακριβώς λογική του μέλλοντος αιώνος που δεν καταισχύνεται, όσο και αν στον παρόντα η ζωή που συνεπάγεται φαντάζει παραλογισμός.
 Δυστυχώς, βλέπουμε τα πράγματα εγκοσμιοκρατικά, ορθολογιστικά και υλιστικά και δουλεύουμε στην ειρκτή αυτών των καταστάσεων. Ωστόσο, κάποιες πλευρές και συνθήκες, όπως τα λυπηρά της ζωής, η τέχνη, ο έρωτας δίνουν πάντα δυνατότητες στον άνθρωπο να βρεθεί στην ανεστραμμένη λογική του αληθινού κόσμου. Ακόμα και η ίδια η φύση μας ανοίγει παράθυρα για να εισέλθει μια αναλαμπή της αιώνιας πραγματικότητας, ένα νόημα μυστικό που δεν μπορούμε να αποκωδικοποιήσουμε, παραδομένοι στην υλιστική παχυλότητα και την αισθησιακή μακαριότητα μας, όπως, ας πούμε τα όνειρα, όταν αυτά δεν είναι τόσο ψυχοφυσιολογικά όσο μυστικά, όπου βλέπουμε τα πράγματα ανάποδα, γιατί σε αυτά ενώνονται οι όχθες του παρόντος και του υπερκείμενου κόσμου. Μια τέτοια πραγματικότητα μας δείχνει ο Φλωρένσκυ  μέσα από μια πραγματική ονειρική εικόνα, όπου θα μας πει ότι «ένας συγγενής μου, που θλιβόταν στη σκέψη των πεθαμένων γονιών και φίλων του, είδε κάποτε στον ύπνο του πως περπατούσε σε ένα νεκροταφείο.
 Ο άλλος κόσμος του παρουσιάστηκε σκοτεινός και ανατριχιαστικός, αλλά οι νεκροί του εξήγησαν … πόσο λαθεμένη ήταν αυτή η ιδέα. Ακριβώς, κάτω από την επιφάνεια της γης φυτρώνει, αλλά αντεστραμμένο, με τις ρίζες στον αέρα και τα φύλλα προς τα κάτω, το ίδιο πράσινο και θαλερό χορτάρι, αυτό του νεκροταφείου, κι ακόμα πιο πράσινο και πιο όμορφο, τα ίδια δένδρα, με την κορφή κάτω και τις ρίζες στον αέρα κι αυτά, τα ίδια πουλιά τραγουδούν, ο γαλανός αιθέρας είναι το ίδιο καθαρός και ο ίδιος ήλιος λάμπει, κι όλα αυτά ακτινοβολούν και είναι πιο όμορφα απ’ ότι στον επάνω κόσμο».
Ο τρόπος λειτουργίας του ανθρώπινου σώματος έχει πολλά να μας μάθει για την ανατροπή στον αληθινό κόσμο των κατεστημένων λογικών του παρόντος αιώνος. Αν στον αμφιβληστροειδή του ματιού σχηματίζονται τα είδωλα αντεστραμμένα, αυτό σημαίνει ότι το μεγαλύτερο επιχείρημα ενάντια στον ανθρώπινο εγωισμό προέρχεται από τις ίδιες τις ανθρώπινες βιολογικές λειτουργίες. Όποιος ατενίζει τη γιγάντια λιθοδομή της πυραμίδας του Χέοπα έχει την ακλόνητη αίσθηση ότι θα μείνει αμετακίνητη για πάντα. 
Όμως η αυτόματη ανατροπή του ειδώλου της αποτελεί την πιο ειρωνική υπόμνηση για τη ματαιότητα της ανθρώπινης κενοδοξίας. Αν ο Φαραώ διέπραξε το σφάλμα αυτό ακριβώς μόλις την είδε, αυτό σημαίνει ότι έγινε σε ένα ελάχιστο κλάσμα του δευτερολέπτου, όσο ακριβώς χρειάστηκε μέχρι ο εγκέφαλος του να μεταφράσει τα μηνύματα που με τη μορφή ασθενικών ηλεκτρικών σημάτων αποτελούν τα εκατομμύρια φωτοευαίσθητων κυττάρων  που αναλύουν την εικόνα στα επιμέρους συστατικά της και να δημιουργήσει την αντίληψη του κτίσματος, όρθιου.
 Ωστόσο, την ίδια στιγμή που η φυσική λειτουργία εμπαίζει τον εγωιστή, επιβεβαιώνει τον ταπεινό, καταφάσκοντας την ανάγκη μιας ψυχοσωματικής ενότητας και αρμονίας. Όταν ο νεαρός βλαστός της τσαρικής αριστοκρατίας έβλεπε τις τιμές και τις δόξες της Αυλής σαν σκύβαλα και σκουπίδια, εκείνη τη στιγμή επιβεβαιωνόταν χωρίς να το γνωρίζει μέσα στην ίδια τη λειτουργία της οράσεως και της διαδικασίας παραγωγής των οπτικών του αισθημάτων. 
Το ίδιο το μάτι που δημιουργεί την οπτική εντύπωση και παρέχει την οπτική πληροφορία, αυτό το ίδιο το μάτι ενέπαιξε από την πρώτη στιγμή με τρόπο αθέατο και μυστικό την ανθρώπινη ματαιοδοξία, ενώ συγχρόνως αποτελεί την πιο απτή απόδειξη ότι οι πάσης φύσεως πυραμίδες πρέπει εν ταπεινώσει να ανατρέπονται. Ας μη ξεχνάμε ότι στη γλώσσα μας ο ήλιος βασιλεύει όταν δύσει , όχι όταν είναι στο απόγειο της εκτυφλωτικής του λάμψης. Και η διαπίστωση αυτή δεν αποτελεί μόνο υπόμνηση για την «ανατολή νέου φωτός και άκτιστου φέγγους» γι ‘αυτόν που διήνυσε με συνέπεια στις εντολές του Χριστού την πορεία της επίγειας ζωής, δεν αποτελεί δηλαδή ανατροπή μόνο των νόμων της φθοράς, αλλά και μια παραδοχή της ίδιας της φύσης ότι η όντως μεγαλοπρέπεια δεν ευρίσκεται στο ανώτερο, αλλά στο έσχατο σημείο της τροχιάς, όχι στη λάμψη του χρυσού στέμματος, αλλά στη μεγαλοπρέπεια της πορφύρας που ταπεινώνεται.
Οι παραπάνω αλήθειες επαληθεύονται και στο φυσικό φαινόμενο του αντικατοπτρισμού. Ας δούμε μια εντελώς φανταστική ιστορία, η οποία κάλλιστα θα μπορούσε να είναι αληθινή. Δυο νέοι βιολόγοι μελετούν το ζωικό κόσμο μιας μικρής λίμνης. Είναι από κείνους που έπεσαν στην παγίδα να εξισώσουν την επιστήμη με το Θεό και για τους οποίους οι Γραφές προειδοποιούν ότι η γνώση φυσιοί. Μόλις τελειώνουν τις μετρήσεις τους ο ένας ζητά από τον άλλο να τον αποθανατίσει πάνω σε ένα μικρό λόφο που υψώνεται πίσω ακριβώς από τη λίμνη. Δεν είναι τόσο γιατί η θέα από κει είναι πολύ υποσχετική, όσο γιατί θέλει να βλέπει τη φωτογραφία αυτή σαν προτύπωση των σίγουρων μελλοντικών επιστημονικών του ανακαλύψεων και την κυριαρχία του πνεύματος και των επιτευγμάτων του στη διεθνή επιστημονική κοινότητα. 
Πραγματικά, το αποτέλεσμα της φωτογραφικής αποτύπωσης είναι καταπληκτικό. Ένα μοναδικής ομορφιάς τοπίο και ένας ολόκληρος λόφος που χώρεσε ανάποδα μέσα στο αρυτίδωτο γυαλένιο νερό κι αυτός να καθρεφτίζεται στην κορυφή με  πολύ   σαφήνεια   και   καθαρότητα.   Έτσι   που   την   κοιτούσε απορροφημένος ρεμβάζοντας, αναρωτήθηκε: τι είναι άραγε καλύτερο; να είσαι στην κορυφή ή στον πυθμένα; Τότε σκέφτηκε: αν είμαι εγωιστικά στην κορυφή, είμαι στην πραγματικότητα στον πάτο, όπως μου δείχνει η φωτογραφία, ενώ αν είμαι τελευταίος, είμαι αυτόματα πρώτος. Ο ίδιος ο σκοτεινός θάλαμος της φωτογραφικής μηχανής το επαληθεύει, καθώς σχηματίστηκαν το φυσικό πρόσωπο και ο αντικατοπτρισμός του αντεστραμμένα.
 
Οι παραπάνω αναφορές που, ίσως, θα φάνταζαν παράταιρες σε ένα τυπικό πρόλογο, δικαιολογούνται εδώ από την πρόθεση μας να εξηγήσομε το λόγο που μας ώθησε να ασχοληθούμε με το Νίκωνα-αν μπορούμε να ερμηνεύσομε κάτι το τόσο απροσδιόριστο-η οποία μας έκανε να αναζητάμε με ένα συνεχές ανανεούμενο ενδιαφέρον και μια ακόρεστη δίψα πληροφορίες σε ότι αφορούσε το πρόσωπο και τη ζωή του. Αυτή η κατά κάποιο τρόπο μυστική σχέση έχει ένα πολύ ορατό στοιχείο που αποτέλεσε ίσως και την αφετηρία της: ο θαυμασμός μας γι’ αυτό το πνευματικό καλλιτέχνημα που δημιουργήθηκε από τον εγκεντρισμό της ανακτορικής κομψότητας στη Χάρη του Θεού για να δημιουργηθεί μια προσωπικότητα γεμάτη πνευματική αριστοκρατικότητα και ταπεινό μεγαλείο.
Δεν είχαμε σκοπό να γράψουμε μια βιογραφία του Νίκωνα. Άλλωστε ένα τέτοιο εγχείρημα θα προϋπέθετε μια εργώδη προσπάθεια, καθώς θα έπρεπε να αναζητηθούν οι πηγές όχι μόνο στη Ρωσία, αλλά και σε άλλες χώρες, αφού ο μακαριστός γέροντας υπήρξε πολίτης του κόσμου. Αυτό σημαίνει ότι στο μέλλον χρειάζεται επίπονη και εμπεριστατωμένη έρευνα, ώστε να έρθει στο φως και να παρουσιαστεί πρισματικά αυτή η σπουδαία πνευματική φυσιογνωμία, πράγμα το οποίο οι ποικίλες υποχρεώσεις μας δεν θα το επέτρεπαν. Ο σκοπός ο δικός μας ήταν εξ αρχής άλλος: να αποτελέσει το βιβλίο αυτό, το πρώτο μιας σειράς, η οποία θα έχει σαν θέμα τις επισκέψεις περιηγητών και διανοουμένων στο Αγιον Όρος και η οποία θα τιτλοφορείται “Περιηγητές και Διανοούμενοι στο Αγιον Όρος”. Μια τέτοια θεματική θα μπορούσε να αποτελέσει άλλη μια γέφυρα στο διάλογο ανάμεσα στη διανόηση και την ορθόδοξη πνευματικότητα όπως βιώνεται μέσα στη μακραίωνη ασκητική παράδοση του Αγίου Όρους. Εξυπακούεται ότι ένα τέτοιο θέμα δεν μπορεί να έχει περιεχόμενο ακραιφνώς πνευματικό, καθώς  η     γόνιμη  συνάντηση     διαφορετικών-πολλές     φορές κοσμοθεωρητικών αντιλήψεων και η εύρεση κοινής συνισταμένης προϋποθέτει τη συγκαταβατική αντιμετώπιση των πατέρων και πιο επιφανειακές συζητήσεις.
 
Έχει πολύ ενδιαφέρον να δει κανείς την εξέλιξη των κοσμοθεωρητικών ενδιαφερόντων των επισκεπτών που αντικατοπτρίζουν την εξέλιξη των ποικίλλων κοσμοθεωρητικών ρευμάτων, τη μοναδικότητα της προσωπικότητας τους, η οποία αποτυπώνεται στις απορίες ή τις τοποθετήσεις τους, πράγμα το οποίο, τουλάχιστον στην περίπτωση του Νίκωνα δεν είναι εφικτό λόγω ελλείψεως στοιχείων.
Θα θέλαμε εδώ να ευχαριστήσομε από την καρδιά μας τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη π. Νήφωνα Βασιλάκη, Δρ. Θεολογίας και τον δόκιμο φιλαθωνίτη συγγραφέα κ. Αντώνη Στιβακτάκη για το έμπρακτο ενδιαφέρον τους στην εκπόνηση αυτής της εργασίας, καθώς και τη δεσποινίδα Μαρία Χουστουλάκη, πτυχιούχο Αγγλικής Φιλολογίας για την αξιόπιστη μετάφραση του προλόγου του Νίκωνα στην αγγλική μετάφραση της Φιλοκαλίας από τα ρωσικά των E. KADLOUBOVSKY και G.E.H. PALMER. Τέλος, ευχαριστούμε τον Σεβ. Αρχιεπίσκοπο Κρήτης κ.κ. Ειρηναίο, το πρόσωπο του οποίου αποτελεί πάντα για μας πηγή δημιουργικής έμπνευσης και αφορμή ευχαριστίας στο Θεό.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΗ ΣΤΟ ΑΓΙΟ  ΌΡΟΣ  
 ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Α ΠΕΤΡΑΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ
ΣΤΟ ΕΡΗΜΗΤΗΡΙΟ ΤΟΥ Π. ΝΙΚΩΝΑ ΤΟΥ ΚΑΡΟΥΛΙΩΤΗ(1874- 1964)

 http://agioritikesmnimes.blogspot.gr/2013/06/3319-14.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Επίσκοπος Βοδενών Νικόδημος (Πρωτοπρ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού)

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Ιουλίου, 2013

Nikodimos1

του Πρωτοπρ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού,

Ομοτ. Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών

Μεγάλα προβλήματα όμως δημιουργούσε και η εμφάνιση και ανάπτυξη της δραστηριότητας της τοπικής Ουνίας, στα όρια της επαρχίας[1]. Κατά την ιστορική ερευνά η Ουνία εμφανίσθηκε στα Γιαννιτσά το 1859[2], αλλά προσπαδούσε να εδραιωθεί και στις γύρω περιοχές.

Έτσι στο γράμμα του με ημερ. 23 Δεκεμβρίου 1859 ο Νικόδημος με ικανοποίηση αναγγέλλει στο Σχολάρχη, ότι «εξήλασεν εκ της γειτονευούσης επαρχίας Πολυανής το μίασμα της πλάνης». Επειδή όμως παράλληλα με την Ουνία, αναπτυσσόταν και η προπαγάνδα του «Βουλγαρισμού», ίσως να υπονοείται έδω ο δεύτερος αυτός κίνδυνος. Στη συνέχεια όμως της άλληλογραφίας τα πράγματα διαλευκαίνονται.

Στο ημερ. 15 Σεπτεμβρίου 1860 γράμμα του δηλώνεται η δύσκολη θέση του: «Λυπούμαι όμως και κατατήκομαι και ως άλλος Ιερεμίας απαρηγόρητα θρηνολογω την αθλίαν και οικτράν κατάστασιν της Εκκλησίας», την οποία πιστεύει αμετάθετα, ότι συμμερίζεται εξίσου με αυτόν ο Σχολάρχης: «…Πιστεύσατέ μοι, σεβαστέ Πάτερ και διδάσκαλε, ότι μελαγχολικός κατήντησα, αναλογιζόμενος μάλιστα πόσον καταθλίβεται εκ του σύνεγγυς». Το τελευταίο σημαίνει: λόγω της αμεσότερης επαφής του με το πατριαρχικό Κέντρο. Γι’ αυτό μακαρίζεται ο Σχολάρχης, που αξιώθηκε να επισκεφθεί και προσκυνήσει το Άγιον Όρος. Στο ίδιο γράμμα ο ευγνώμων μαθητής ευρίσκεται συνάμα στην ευχάριστη θέση να πληροφορήσει το δάσκαλό του και για θετικές εξελίξεις στον αγώνα του. Οι τομείς, στους οποίους ρίχνει το βάρος, είναι η εκπαίδευση και το κήρυγμα, πράγματα άμεσα συνδεόμενα μεταξύ τους: «Χάρις τω Θεώ, διάγω ευαρέστως και εναρμονίως μετά του θεόθεν εμπιστευθέντος μοι ποιμνίου. Καταγίνομαι προς βελτίωσιν του ιερατείου μου, προς σύστασιν τουλάχιστον τριών κεντρικών σχολείων ή παιδαγωγείων και τούτο εν μέρει κατώρθωσα μεν, αλλ’ επισφαλώς εισέτι, διότι τα μέσα ελλείπουσιν, ένεκα του ότι ελλείπει το κεφάλαιον πάντων, η φιλομάθεια και ο ζήλος». Ιδιαίτερα όμως σημαντικό γι’ αυτόν είναι, ότι «ο βουλγαρισμός»[3] δεν έχει χώραν στην περιοχή του. Αυτό σημαίνει, ότι «βουλγαρίζοντες», κατά τον ισχύοντα τότε όρο, δεν υπήρχαν, για να αναπτύξουν δραστηριότητες στην επαρχία του. Έτσι, μπορούσε να αντιμετωπίσει ηρεμότερα το πρόβλημα της βουλγαρικής γλώσσας; «Ως προς το κήρυγμα του θείου λόγου, παρατηρήσας ότι ουδέν ποιώ ομιλών εις ξένην γλώσσαν, εύρον την ευκολίαν να συνθέτω τάς διδασκαλίας μου εις ύφος απλούστατον, να τας μεταφράζη βουλγαριστί εις ενταύθα, ειδήμων οπωσούν της ελληνικής, και ούτω διά τετραδίου να τα απαγγέλλω εις τον λαόν, όστις ως διψαλέα έλαφος[4] συντρέχει, οσάκις πρόκειται ν’ ακούση λόγον Θεού. Κατ’ αρχάς ουκ ολίγον εδυσκολεύθην, αλλά προϊόντος του καιρού ευκολύνθην ήδη και κατά προφοράν της βουλγαρικής γλώσσης».

Αυτό είναι εκπληκτικό, διότι γίνεται σε εποχή κατακόρυφης ανόδου του εθνοφυλετισμού, του ρατσιστικού δηλαδή εθνικισμού, έκφραση του οποίου ήταν και ο κατακρινόμενος εδώ «Βουλγαρισμός». Ο εθνικισμός όμως είχε ήδη κυριαρχήσει και στον ελλαδικό χώρο, ως αλυτρωτισμός (αναρρίπιση-ανάπτυξη της Μεγάλης Ιδέας από τον Ιωάννη Κωλέττη το 1844) ακριβώς δε την εποχή που γράφεται το αναλυόμενο εδώ γράμμα ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος ελέγχει το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που δεν «εξελλήνισε» (αφομοίωσε δηλαδή εθνικιστικά) τους μη Έλληνες[5]. Ο πράγματι ελληνορθόδοξος επίσκοπος όμως —και αυθεντικά πατριώτης— ενεργεί ευαγγελικά και πατερικά. Ενδιαφερόμενος για την πνευματική, πάνω απ’ όλα, ωφέλεια του ποιμνίου του, χρησιμοποιεί τη γλώσσα στο κήρυγμα, υπερνικώντας τον τόσο εύκολο στη εποχή αυτή εθνικιστικό μονισμό και κάθε αντίληψη περί «ιεράς γλώσσης». Σκέπτεται και ενεργεί ορθόδοξα και υπερεθνικά, όπως είχε διδαχθεί από το Σχολάρχη του, που για το σκοπό ακριβώς αυτό είχε εισάγει το μάθημα της σλαβωνικής στη Σχολή και κατηγορήθηκε γι’ αυτό με σοβαρές συνέπειες.

NikodimosB1

Ο Νικόδημος επανέρχεται στο θέμα της παιδείας: «Εκ των τριών σχολέων, ότι να προείπον, το των Βοδενών, τότε ελληνικόν και το αλληλοδιδακτικόν, αρκετά καλώς διωργανίσθη και ήδη εις τας ετησίους εξετάσεις ευχαρίστους οπωσούν καρπούς έδειξαν. Το των Γενιτζών συστηθέν κυμαίνεται ένεκα της ελλείψεως πόρων, αλλ’ ελπίζω τη του Θεού βοηθεία να στερεωθή. Το δε της Γουμενίτζας συσταθέν, δυστυχώς, ήδη διελύθη διά την αθλιότητα του Διδασκάλου, δραπετεύσαντος εκείθεν». Στο γράμμα αυτό σώζεται και απάντηση του Σχολάρχου (13 Οκτωβρίου 1860), ο οποίος τον επαινεί «διά τον ποιμαντορικόν ζήλόν του» και την «φιλόθεον μέριμναν, ην αδιαλείπτως καταβάλλει υπέρ της εφικτής (εφετής;) ωφελείας του λογικού ποιμνίου του».

Το σοβαρότερο όμως πρόβλημα της επαρχίας αυτής προερχόταν από τη δράση της παπικής Ουνίας, του σκληρότερου και δυναμικότερου όπλου του Παπισμού στην καταδολίευση της Ορδοδοξίας. Η έρευνα έχει επιβεβαιώσει ότι η Ουνία, που πρωτοεμφανίσθηκε στα Γιαννιτσά το 1859, είχε προέλευση βουλγαρική. Γι’ αυτό και χαρακτηρίζεται στην παρούσα αλληλογραφία «βουλγαροδυτική». Ο δε Σχολάρχης χρησιμοποιεί στο γράμμα του τον όρο «βουλγαρουνίται». Αποκαλυπτικότατο για το πρόβλημα αυτό είναι το με ημερ. 7 Αυγούστου 1861 γράμμα του Βοδενών Νικοδήμου προς το Σχολάρχη. Σ’ αυτό παρουσιάζεται η δημιουργηδείσα από την εισβολή της Ουνίας κατάσταση —ήδη αρκετά προχωρημένη— και γι’ αυτό επώδυνη: «Βέβαιος δε διετέλεσα, ότι και η πατρική και φιλόστοργος ψυχή Της ήλγησεν υπέρ πάντα άλλον, ακούσασα τας δεινάς δοκιμασίας, ας εσχάτως υπέστη ο κατά πνεύμα υιός της υπό επαράτου ουνιτισμού, τον οποίον πεπωρωμένοι τινές συνειδήσεις, ώνια της Βουλγαροδυτικής προπαγάνδας εν Θεσσαλονίκη[6], διά δολίων εισηγήσεων, δελεαστικών υποσχέσεων, και ποικίλων παραμορφώσεων των σατανικών αυτών σχεδίων, ηθέλησαν να διαδώσωσι και εις το μικρόν λογικόν του Χριστού ποίμνιον, αγωνισθέντες όλαις δυνάμεσιν υπούλως και κρύβδην, όπως εξαπατήσωσι σχεδόν και τους εκλεκτούς». Η αγωνία του ιεράρχη διήρκεσε «τρεις μήνες», διότι έβλεπε «ουκ ολίγους ευολίσθους και ευαπατήτους…, σπεύδοντας τυφλοίς σχεδόν όμμασιν εις τον κρημνόν της απώλειας». Επικεφαλής της κινήσεως αυτής ήταν ένας γέρων κληρικός («πρωταθλούντος φεύ! ενός παλιού και εβδομηκοντούτου των Γενιτζών ιερέως» (του παπα-Δήμου). Ο ιεράρχης αισθάνεται ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη στην αρωγή του Θεού, κάτι που διατυπώνει με πολύ χαρακτηριστικές εκφράσεις, διότι «ο ουνίτης ιεραπόστολος οκταήμερος απήλθεν εκ Γενιτζών. Οι δε υπό της ιδίας μάλλον διαστροφής και εθελοκακίας απατηθέντες επανήλθον εις την λογικήν μάνδραν του Χριστού, εξαιτησάμενοι την συγχώρησιν, εφ’ οις ήμαρτον και αδίκως με παρηνόχλησαν». Ο Νικόδημος βέβαια, κάνει λόγο για «σκευωρία και επιβουλή»: «Τοιούτον τέλος έσχεν η κατά της Εκκλησίας του Χριστού μάλλον ή κατ’ εμού καταχθόνιος σκευωρία και επιβουλή αυτή». Περισσότερο όμως φωτίζει τα πράγματα μία αναφορά του Πρεσλάβας Ανθίμου, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Σημασία εδώ έχει ότι ο Σχολάρχης έχει σημειώσει, κατά τη συνήθειά του, την περίληψη του γράμματος με τα εξής χαρακτηριστικά λόγια: «Του άγιου Βοδενών κυρίου Νικοδήμου περί των εν τη παροικία αυτού φανέντων ασέβων και επαράτων βουλγαροουνιτών».

Υποσημειώσεις:

1. Η διείσδυση του Παπισμού μέσω της Ουνίας και η δράση της στη Βουλγαρία και τις επηρεαζόμενες από αυτή ελληνικές περιοχές ήταν ανησυχητική. Βλ. Δημήτριος Β. Γόνης, Ιστορία των Ορθοδόξων Εκκλησιών της Βουλγαρίας και Σερβίας, 132 εξ.

2. Ειδικά για την ουνιτική κίνηση στα Γενιτσά βλ. Γ. Τουσίμης, «Προβλήματα Ουνίας μέσα στα όρια της Μητροπόλεως Βοδενών (Εδέσσης)», Ανάλεκτα 2 (1992) 19- 25· Γ. Τουσίμης, «Αγώνες της Ελληνικής Κοινότητας Γενιτσών κατά της Ουνίας», Ο Φίλιππος 2 (1993) 7- 11· Γ. Τουσίμης, Ουνία Γενιτσών. Αρχές και εξέλιξη. Ανακοίνωση στο ΙΕ΄ Συνέδριο της Ελληνικής Ιστορικής Εταιρείας, 27-29 Μαΐου 1994, Θεσσαλονίκη· Τιμόθεος Τιμοθεάδης, Η Ουνία των Γιαννιτσών και η πολιτική τον Βατικανού χθές και σήμερα, Γιαννιτσά 1992.

3. Για την κίνηση βλ. Γεράσιμος Ι. Κονιδάρης, Η άρσις τον Βουλγαρικού σχίσματος.

4. Ψαλμ. 41,1.

5. Η θέση αυτή, ως κατηγορία, διατυπώνεται και από εθνικιστές-νεοπαγανιστές ως σήμερα!

6. Έντονη ήταν στην κατεύθυνση αυτή η δράση των Λαζαριστών. Βλ. A. Droule, Histore de la Mission Lazflriste de Thessalonique, Istanbul 1945, παπικού μισσιοναριστικού τάγματος. Η δράση του εκτεινόταν και στην Κασσάνδρα. Βλ. Rudof Grulich.Ife Unierte Kirche in Mazedonien (1836-1919), 48.

Πηγή: : Ομοτίμου Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, Εθναρχική Δράσις Ιεραρχών Αποφοίτων της Iεράς Θεολογικής Σχολής Χάλκης (ιθ’ αι.), Εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος», Εβδομαδιαία Έκδοσις της Πανελληνίου Ορθοδόξου Ενώσεως (Π.Ο.Ε.), αριθμός φύλλου: 1960, Αθήναι, 25 Ιανουαρίου 2013.

http://www.diakonima.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΣΥΝΤΑΓΗ ΣΩΤΗΡΙΑΣ (ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΙΣΪΟΥ)‏

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Ιουλίου, 2013

Η «συνταγή» σωτηρίας του Γέροντα προς όλους τους κοπιώντας και πεφορτισμένους, ήταν απλή και σαφής:

« -Αναζητήστε σανίδα σωτηρίας κοντά στο Θεό.

-Περιορίστε τις υλικές ανάγκες σας, γιατί δημιουργούν τεράστια βάρη και άγχη.

-Μη ζηλεύετε ανθρώπους που έχουν χρήματα, ανέσεις, δόξα και ισχύ, αλλά εκείνους που ζουν με αρετή, λογική και ευσέβεια.

-Μη ζητάτε από τον Θεό πράγματα που στηρίζουν μόνο το σώμα σας, αλλά, κυρίως, ό,τι είναι καλό και ωφέλιμο για τη ψυχή σας.

-Αλλάξτε ζωή, ανακαλύψτε το νόημα της ζωής, κερδίστε τον χρόνο που χάσατε στη μέχρι τώρα πορεία σας στη γη.

-Μη εμπιστεύεστε το φρόνημα κοσμικών ανθρώπων.

-Θεραπευτείτε από αρρώστιες που κυριαρχούν στη ζωή ανθρώπων που δεν έμαθαν να νηστεύουν, να εγκρατεύονται, να προσεύχονται, να ελπίζουν.

-Μην απελπίζεστε. Ο Θεός είναι πανταχού παρών και αγαπάει τον άνθρωπο.

-Κόψτε κάθε σχέση με το κακό, ζήστε ελεύθερα, σύμφωνα με το θέλημα του Κυρίου.

-Αποδείξτε την πίστη σας και με έργα αγάπης προς τον πλησίον.

-Αποφασίστε, τί θέλετε πιο πολύ: τη συμπάθεια του κόσμου ή την επιστροφή κοντά στο Θεό;

-Σχεδόν όλα τα προβλήματα ξεκινούν από το στόμα (από το πώς μιλάς) και, επίσης, από το πόσο εξαρτάσαι από τα πάθη σου.

-Να αγαπάς τη γυναίκα σου πιο πολύ απʼ τον εαυτό σου. Με έργα, όχι με λόγια. Και να μη της μιλάς ποτέ άσχημα, γιατί καμιά φορά η γλώσσα σκοτώνει και καταστρέφει την αγάπη. Επίσης, να προσέχετε, γιατί μερικοί γονείς χαϊδεύουν πολύ τα παιδιά τους και τους κάνουν όλα τα χατίρια. Και όταν χαϊδεύεις πολύ το παιδί, θα γίνει εγωιστής και θα πάρει στραβό δρόμο. Πολλοί γονείς φροντίζουν περισσότερο να δώσουν υλικά πράγματα στα παιδιά τους. Αυτό είναι λάθος. Το σώμα έχει πολλές υλικές επιθυμίες, αλλά σύντομη ζωή. Η ψυχή έχει συνέχεια, άλλη πορεία. Η ψυχή δεν καταλήγει στο χώμα, άλλα στο Θεό. Όλοι σήμερα ασχολούνται με το σώμα τους, όχι με τις ανάγκες της ψυχής τους.

-Ποιες είναι οι ανάγκες της ψυχής;

-Να, πώς να στο πω; Οι ανάγκες της ψυχής είναι διαφορετικές. Και οι χαρές της ψυχής είναι αλλιώτικες από τις χαρές του σώματος. Το σώμα εύκολα το βολεύεις, τη ψυχή όχι. Αν έχεις λεφτά και μπεις σε ένα μεγάλο μαγαζί, το σώμα βολεύτηκε. Αλλά τί μπορείς να βρεις σε ένα, πώς τα λένε αυτά τα μεγάλα μαγαζιά, ναι, σουπερ μάρκετ, για τη ψυχή σου; Η ψυχή χρειάζεται άλλα πράγματα. Η ψυχή έχει ανάγκη από ειρήνη, ησυχία, επικοινωνία με το Θεό. Για να συντηρηθεί το σώμα, χρειάζονται αργύρια και επιούσιος άρτος. Η ψυχή για να συντηρηθεί χρειάζεται θεία τάλαντα, τον επουράνιο Άρτο».

(από το βιβλίο «Τέσσερις ώρες με τον π. Παΐσιο»)

http://www.romnios.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Ιουλίου, 2013

Σπυρίδωνος K. Τσιτσίγκου

Αν. Καθ. Παν. Αθηνών-Δρ. Θεολογίας & Δρ. Ψυχολογίας

            Η αγανάκτηση είναι ένα γενικό συναίσθημα δυσφορίας, που προκαλείται από την πεποίθηση ότι ένα άτομο, ή ένα σύνολο ατόμων, ή μία ιδεολογία ή μία πράξη προσβάλλει καταφώρως κάποιον ή κάποιους.

            Η αγανάκτηση μπορεί να προκληθεί για διάφορους λόγους: ψυχολογικούς, ηθικούς, κοινωνικούς, οικογενειακούς, θρησκευτικούς κ.λπ. Για παράδειγμα, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος προτρέπει οι άνδρες να μην αγανακτούν κατά των συζύγων τους. Ομοίως, οι Αρχαίοι Έλληνες παρήγγειλαν στα παιδιά να υποφέρουν την πατρική οργή, χωρίς να αγανακτούν (Αιλιανού, Ποικίλαι Ιστορίαι, Βιβλ. Θ’, 33).

Στην Αγία Γραφή αναφέρονται περιπτώσεις φιλοδίκαιων ανθρώπων που αγανάκτησαν για τις κοινωνικές αδικίες, για την παράβαση ηθικών Αρχών και για την περιφρόνηση θρησκευτικών εντολών.

Η «ιερή» (θρησκευτική) αγανάκτηση δημιουργείται, όταν λ.χ. ένας ή πολλοί (ο Μωυσής, ο προφήτης Ηλίας, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο Χριστός, οι μαθητές τού Χριστού, ο Αρχισυνάγωγος, οι Αρχιερείς και οι Γραμματείς, ο απόστολος Παύλος, άγιος Νικόλαος κ.ά.) βλέπουν (σκανδαλιζόμενοι) κάποιον ή κάποιους συνανθρώπους τους (λαϊκούς ή κληρικούς) να απομακρύνονται ή να στρέφονται ―αντικειμενικώς ή υποκειμενικώς― κατά τού Θεού ή τού Νόμου Του, αν και οι τελευταίοι έχουν υπερβαλλόντως ελεηθεί από Αυτόν.

Ο φιλόσοφος και ψυχολόγος Philipp Lersch (1898-1972) διέκρινε τον θυμό από την αγανάκτηση ή τηνοργή. Η αγανάκτηση ξεσπά, όταν από πολύ χρόνο συσσωρεύονται απωθημένες ματαιώσεις (ορμών, αναγκών, αξιών κ.λπ.). Βλέπουμε, μάλιστα, ότι οι Άγιοι που χαρακτηρίζονταν κατ’ εξοχήν για την πραότητά τους (Μωυσής, προφήτης Ηλίας, άγ. Νικόλαος κ.ά.), αυτοί, από ιερή αγανάκτηση, εξερράγησαν ψυχολογικώς και έφθασαν μέχρι και αυτής τής σωματικής βίας.

Ως Χριστιανοί, συμβουλεύει ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, όπως και ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, δεν θα πρέπει να αγανακτούμε, όταν αδικούμαστε εμείς οι ίδιοι, αλλ’ όταν υβρίζεται ο Θεός· και πάλι, όμως, χωρίς να θυμώνουμε. Γιατί μία εξωφρενική αγανάκτηση, ακόμα και για χάρη τού Θεού, δεν ευχαριστεί τον ίδιο τον Θεό: «ανθρώπου κατεξανίστασθαι ουκ οφείλεις, ου μάλλον ή αγγέλου. Ο μεν γαρ άγγελος τή φύσει σού διέστηκεν, όπερ ούτε εγκώμιον εκείνου, ούτε κακία γένοιτο· άνθρωπος δε ανθρώπου ουκέτι φύσει, αλλά προαιρέσει διέστηκε· και έστι και εν ανθρώποις άγγελος. Ώστε ει κατ’ αγγέλων μη κατεξανίστασαι, πολλώ μάλλον κατά ανθρώπων τών εν τή φύσει ταύτη γενομένων αγγέλων. Ει γαρ γένοιτο εν ανθρώποις ενάρετος ούτως ως άγγελος, πολύ σου μάλλον ούτος μείζων, ή εκείνος εστι».

http://www.romnios.gr/%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7/

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ, ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γέροντας Παΐσιος:Η αποκάλυψη των παθών.

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Ιουλίου, 2013

Γέροντα, όταν κάποιο πάθος μου δεν εκδηλώνεται για ένα διάστημα, σημαίνει ότι δεν υπάρχει πια μέσα μου;
Αν υπάρχει μέσα σου ένα πάθος, κάποια στιγμή θα εκδηλωθεί. Γι’ αυτό, όταν ξέρεις ότι μέσα σου κρύβεται κάποιο πάθος, πρέπει να προσέχεις.
Αν ξέρεις λ.χ. ότι κάπου έξω από το κελλί σου κρύβεται ένα φίδι, όταν βγαίνεις έξω, θα ρίχνεις καμιά ματιά προς τα εκεί και θα προσέχεις μήπως βγει και σε τσιμπήσει.
Επικίνδυνο δεν είναι, όταν ξέρεις ότι βρίσκεται εκεί το φίδι και έχεις τον νου σου πότε θα βγει, για να το σκοτώσεις · επικίνδυνο είναι, όταν δεν ξέρεις ότι είναι εκεί και, ενώ περπατάς αμέριμνη, μπορεί να έρθει να σε τσιμπήσει. Θέλω να πω, επικίνδυνο είναι, όταν ο άνθρωπος δεν παρακολουθεί τον εαυτό του και δεν γνωρίζει τα πάθη του.
Όταν γνωρίζει τα πάθη του και κάνει τον σχετικό αγώνα, τότε και ο Χριστός τον βοηθάει για το ξερίζωμα τους.
Γέροντος Παϊσίου Λόγοι Ε’, Πάθη και Αρετές Ιερόν Ησυχαστήριον “Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος”, Σουρωτή Θεσσαλονίκης.
http://imverias.blogspot.gr/2013/07/blog-post_5643.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ ΚΟΣΜΑΣ ΚΑΙ ΔΑΜΙΑΝΟΣ ΟΙ ΕΚ ΡΩΜΗΣ (1 ΙΟΥΛΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Ιουλίου, 2013

Μέσα στό πλῆθος τῶν ἁγίων ᾽Αναργύρων, πού ἡ ᾽Εκκλησία μας ἔχει στό ἑορτολόγιό της, εἶναι καί οἱ σήμερον ἑορταζόμενοι, Κοσμᾶς καί Δαμιανός οἱ ἀπό Ρώμης, γιά νά διακρίνονται ἀπό τούς ἄλλους ᾽Αναργύρους τούς προερχομένους ἀπό τή Μ. ᾽Ασία. ῾Αὐτοί ζοῦσαν στή Ρώμη, ὅταν βασιλιάς ἦταν ὁ Καρίνος, ἰατροί στό ἐπάγγελμα, πού παρεῖχαν ἀμισθί τίς ὑπηρεσίες τους, θεραπεύοντας ἀνθρώπους καί κτήνη, μέ  μόνη ῾ἀπαίτησή᾽ τους τήν ὁμολογία καί πίστη τῶν θεραπευθέντων ἀνθρώπων στόν ᾽Ιησοῦ Χριστό. Διαβλήθηκαν ὅμως στόν βασιλιά ὅτι τίς θεραπεῖες τίς ἐπιτελοῦν μέ τήν τέχνη τῆς μαγείας, κι ἐπειδή ὁδηγοῦνταν ἄλλοι γιά χάρη τους στόν βασιλιά, οἱ ἴδιοι παρέδωσαν τούς ἑαυτούς τους. Οἱ ἅγιοι ὄχι μόνον βεβαίως δέν πείστηκαν νά ἀρνηθοῦν τόν Χριστό, ἀλλά καί τόν Καρίνο ἀπήλλαξαν ἀπό τή δυσσέβειά του, ὅταν πρόσφεραν τήν ἴαση καί σ᾽ ἐκεῖνον. Διότι τήν ὥρα πού τούς ἀνέκρινε καί τούς ἀπειλοῦσε γιά νά ἀρνηθοῦν τήν πίστη τους, ἡ θέση τοῦ προσώπου του ἄλλαξε θέση καί τό κεφάλι του ἔγειρε πρός τά πίσω, ὁπότε οἱ ἅγιοι τόν θεράπευσαν, γεγονός πού ἔκανε τούς παρευρισκομένους νά πιστεύσουν στόν Χριστό. Καί μαζί μέ αὐτούς ὁμολόγησαν τήν πίστη στόν Χριστό  καί ὁ βασιλιάς μέ ὅλους τούς οἰκείους καί συγγενεῖς του, κι ἀκόμη περισσότερο,  μέ τιμές πιά ἔστειλε πίσω τούς ἁγίους στό σπιτικό τους. Ὕστερα ὅμως ἀπό αὐτά, αὐτός πού ἐπιστατοῦσε τήν ἰατρική τους τέχνη, τούς φθόνησε, γι᾽ αὐτό, κι ὅταν τούς ἀνέβασε σ᾽ ἕνα βουνό, τάχα γιά συλλογή ἰατρικῶν βοτάνων, τούς ἐπιτέθηκε καί μέ λίθους τούς σκότωσε᾽.

Ἡ ὑμνολογία τῆς ἡμέρας ἀφενός δέν φείδεται ἐπαίνων, προκειμένου νά προβάλει τό μέγεθος τῆς ἁγιότητάς τους –οὐρανοπολῖται᾽, ῾θεόφρονες᾽, ῾δυάς ἱερά᾽, ῾φωταυγής ξυνωρίς᾽, ῾ὧν καί μόνα τά ὀνόματα νόσους ἐκ βροτῶν ἀπελαύνουσι᾽ κ.π.ἄ. –  ἀφετέρου τονίζει μέ πολλές εἰκόνες καί ἀναφορές τά βασικά στοιχεῖα τῆς κατά Χριστόν βιοτῆς τους. Μία ἀπό τίς πολλές ἀναφορές πού φωτίζει μέ συνοπτικό τρόπο τήν πορεία τῆς ἁγιότητάς τους εἶναι καί αὐτή πού ἐπισημαίνει: ῾διά πάντων (οἱ ἅγιοι)ὑπήκοοι γενόμενοι Χριστῷ ἐν παρρησίᾳ πρεσβεύουσιν ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν᾽.  Οἱ ἅγιοι Κοσμᾶς καί Δαμιανός δηλαδή  ἅγιασαν, πού σημαίνει δέχτηκαν στήν ὕπαρξή τους ὅλη τήν ἁγία Τριάδα, ῾Πνεύματι θείῳ χρυσωθέντες᾽, διότι ἀποφάσισαν στή ζωή τους νά κάνουν ὑπακοή στόν Χριστό. Δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ἁγιασμοῦ, κατά τήν πίστη μας, ζωντανῆς σχέσης δηλαδή μέ τόν Θεό,  πέραν τῆς ὑπακοῆς σέ ὅ,τι ὁ Χριστός ἐπιτάσσει καί παρακαλεῖ.  ῾Δεῦτε ὀπίσω μου᾽. ῾Χριστός ἔπαθεν ὑπέρ ὑμῶν, ὑμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν, ἵνα ἐπακολουθήσητε τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ᾽.

Ποιά τά σημάδια τῆς ὑπακοῆς στόν Χριστό; Μά τίποτε ἄλλο, πέρα ἀπό αὐτά πού βλέπουμε στή ζωή τοῦ ῎Ιδιου: τήν ἀγάπη στόν ἄνθρωπο καί τήν ταπείνωση. Οἱ ἅγιοι ἀποτελοῦν κυριολεκτικά τή συνωνυμία τῆς ἀγάπης. Ὅπου ὑπῆρχε νόσημα καί πρόβλημα, ἐκεῖ καί ἡ παρουσία τους λειτουργοῦσε ἰαματικά καί θεραπευτικά, πάντοτε εἰς εὐεργεσίαν. Κι ὄχι μόνον ὅσο ἦταν ἐν ζωῇ, ἀλλά καί μετά θάνατον. Κι ἡ ἀγάπη τους αὐτή, ὡς συνέχεια τῆς ἀγάπης τοῦ ἴδιου τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἐνεργοῦσε καί σέ ἀνθρώπους καί σέ κτήνη: ῾ἀνθρώποις τε καί κτήνεσι, τάς εὐεργεσίας μετέδωκαν᾽. ῎Ισως εἶναι οἱ κατεξοχήν ἅγιοι, τῶν ὁποίων ἡ ζωή ἀποτελεῖ ὑπομνηματισμό τῆς ἐπισήμανσης τοῦ ὁσίου ᾽Ισαάκ τοῦ Σύρου περί τοῦ τί εἶναι ἡ ἐλεήμων καρδία. ῾Καρδία ἐλεήμων ἐστί καῦσις καρδίας ὑπέρ πάσης τῆς κτίσεως…᾽. Ἡ ἀγάπη τους αὐτή ἀπό τήν ἄλλη ἐπιβεβαιωνόταν ὅτι ἦταν καθαρή, ξένη ἀπό προσμείξεις ἐγωϊσμοῦ, λόγω τῆς μεγάλης ταπείνωσής τους. Οἱ ἅγιοι ποτέ δέν κόμπασαν γιά τά κατορθώματά τους, γιά τά θαύματα πού γίνονταν διαρκῶς μέσω αὐτῶν. Διότι γνώριζαν ὅτι ἦταν ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἔδινε τή συγκεκριμένη δύναμη. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ὑμνολογία μας σημειώνει: ῾Μεγάλων ἀξιωθέντες δωρεῶν πανεύφημοι, ἐν ταπεινότητι βίου ἐν τῇ γῇ ἐπολιτεύσασθε᾽.

Τό ἀποτέλεσμα μίας τέτοιας ἁγίας βιοτῆς εἶναι πάντοτε τό ἴδιο: ἡ παρρησία πού ἔχουν οἱ ἅγιοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μας. Παρρησία, δύναμη καί θάρρος δηλαδή μπροστά στόν Θεό,  γιά νά πρεσβεύουν ἀδιάκοπα γιά μᾶς, πού χειμαζόμαστε ἀκόμη στό πέλαγος τοῦ βίου αὐτοῦ. Εἶναι ἡ ὑπόσχεση πού ἔχει δώσει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὅτι ἐκεῖνος πού θά Τόν ἀκολουθεῖ μέ συνέπεια, θά γίνεται ἕνα μ᾽ Αὐτόν καί θά εἰσπράττει τίς  δυνάμεις Του. Οἱ ἅγιοι γίνονται κατά κάποιο τρόπο παντοδύναμοι, λόγω τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. ῾Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ᾽, πού λέει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Κυρίως ὅμως τονίζουν τήν ἀλήθεια αὐτή τά λόγια τοῦ Κυρίου: ῾᾽Εάν μείνητε ἐν ἐμοί καί τά ρήματά μου ἐν ὑμῖν μείνῃ, ὅ ἐάν θέλῃτε αἰτήσασθε, καί γενήσεται ὑμῖν᾽.

παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Απόστολος Παύλος, ο διδάσκαλος της αγάπης (Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουνίου, 2013

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ-ΠΑΥΛΟΣ

Απόκτη­σε την αγάπη του Παύλου και θα έχεις τέλειο το στεφάνι.

(Εγκώμιο στον Άγιο Απόστολο Παύλο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)

Ομιλία Γ΄.

Ο μακάριος Παύλος δείχνοντας τη δύναμη της ανθρώπι­νης προθυμίας και ότι μπορούμε να πετάξουμε και προς αυτόν τον ουρανό, αφήνοντας τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους και τις άλλες δυνάμεις, άλλοτε διά μέσου του εαυτού του μόνο προτρέπει τους πιστούς να γίνονται μιμητές του Χριστού λέγοντας, «Να γίνεστε μιμητές μου, όπως και εγώ του Χριστού», και άλλοτε χωρίς τον εαυτό του ανεβάζει τους πιστούς προς τον ίδιο το Θεό λέγοντας, «Να γίνεστε λοιπόν μιμητές του Θε­ού, σαν τέκνα αγαπητά».

Έπειτα για να δείξει ότι τίποτε δεν κάνει τη μίμηση αυτήν τόσο, όσο το να ζει κανείς για το κοινό καλό και να αποβλέπει προς ό,τι είναι χρήσιμο για τον καθένα, πρόσθεσε· «Να συμπεριφέρεστε με αγάπη». Γι’ αυτό αφού εί­πε, «Να γίνεστε μιμητές μου», αμέσως μιλά για την αγάπη, δεί­χνοντας ότι κυρίως αυτή η αρετή φέρει κοντά στο Θεό. Γιατί οι άλλες αρετές είναι βέβαια κατώτερες από αυτήν και περιστρέ­φονται όλες γύρω από τους ανθρώπους· όπως ο αγώνας εναντίον της επιθυμίας, ο πόλεμος για τη λαιμαργία, η μάχη προς τη φιλαργυρία, ο αγώνας εναντίον του θυμού. Η αγάπη όμως είναι κοινό γνώρισμα των ανθρώπων και του Θεού. Γι’ αυτό και ο Χριστός έλεγε· «Να προσεύχεστε για εκείνους που σας παρενοχλούν, για να ομοιάσετε προς τον Πατέρα σας, ο οποίος εί­ναι στους ουρανούς».

Αυτό λοιπόν και ο Παύλος γνωρίζοντας ότι είναι το κυριότερο από τα αγαθά, το εφάρμοσε με πολλή προσοχή. Κανένας δεν αγάπησε τόσο τους εχθρούς του, κανένας δεν ευεργέτησε τόσο εκείνους που τον επιβουλεύονταν, κανένας δεν έπαθε τόσα για χάρη εκείνων που τον είχαν λυπήσει. Γιατί δεν έβλεπε σ’ εκείνα που πάθαινε, αλλά σκεφτόταν ότι και αυτοί ήταν άνθρω­ποι, και όσο περισσότερο εξαγριώνονταν εκείνοι, τόσο περισ­σότερο τους συγχωρούσε τη μανία. Και όπως θα συμπεριφερό­ταν ένας πατέρας προς το παιδί του, όταν το πιάνει μανία (για­τί όσο και αν τον βρίζει και τον κτυπά σκληρά ο πάσχων, τόσο περισσότερο τον ευσπλαχνίζεται και κλαίει), έτσι και εκείνος επειδή σκεπτόταν την ασθένεια, από την επενέργεια των δαι­μόνων, εκείνων που έκαμαν αυτά εναντίον του, διεγειρόταν για περισσότερη φροντίδα.

Άκουσε λοιπόν αυτόν πως με πραότητα και με συμπάθεια μας λέγει γι’ αυτούς, οι οποίοι τον μαστίγωσαν πέντε φορές, τον λιθοβόλησαν, τον φυλάκισαν, οι οποίοι διψούσαν για το αί­μα του και καθημερινά επιθυμούσαν να τον θανατώσουν. «Για­τί βεβαιώνω γι’ αυτούς», λέγει, «ότι έχουν ζήλο για το Θεό, αλλά όχι με σωστή γνώση». Και πάλι αναχαιτίζοντας εκείνους που τον επιτιμούσαν τους έλεγε· «Να μην υπερηφανεύεσαι, αλλά να έχεις φόβο. Γιατί, αν ο Θεός δε λυπήθηκε τους φυσικούς κλάδους, μήπως δεν θα λυπηθεί και σένα». Όταν όμως είδε ότι η απόφαση του Κυρίου στράφηκε εναντίον τους, έκανε εκείνο που μπορούσε να κάνει. Συνέχεια έκλαιγε γι’ αυτούς, θλιβόταν, εμπόδιζε εκείνους που ήθελαν να τους ακολουθήσουν στην κα­ταστροφή και προσπαθούσε, όσο του ήταν δυνατό, να βρει ί­χνος συγγνώμης γι’ αυτούς. Και επειδή δεν μπορούσε να τους πείσει με τα λόγια, γιατί ήταν ανένδοτοι και σκληροί, έκανε συνέχεια προσευχές λέγοντας· «Αδελφοί, η σφοδρή μου επιθυμία και η δέησή μου, που απευθύνεται προς το Θεό, είναι υπέρ αυτών για τη σωτηρία τους».

Υπόσχεται όμως σ’ αυτούς και αγαθές ελπίδες λέγοντας, «Δεν μετανοεί ο Θεός για τα χαρίσματα και την κλήση», ώστε να μη απελπισθούν εντελώς και χαθούν. Όλα αυτά ήταν γνώ­ρισμα ανθρώπου που φρόντιζε και φλεγόταν υπερβολικά γι’ αυτούς, καθώς όταν λέγει, ότι «Θα έλθει από τη Σιών ο λυτρωτής και θα διαλύσει την ασέβεια των Ισραηλιτών». Γιατί πληγωνόταν βαθιά και θλιβόταν όταν τους έβλεπε να χάνονται. Γι’ αυτό επινοούσε πολλές παρηγοριές στον εαυτό του για τον πό­νο του αυτόν, άλλοτε λέγοντας, «Θα έρθει ο λυτρωτής και θα διαλύσει την ασέβεια των Ισραηλιτών», και άλλοτε, «Έτσι και αυτοί απείθησαν από το δικό σας έλεος, για να ελεηθούν και αυτοί». Κάνει όμως αυτό και ο Ιερεμίας, αγωνιζόμενος και προσπαθώντας να βρει κάποια δικαιολογία για εκείνους που έχουν αμαρτήσει, άλλοτε λέγοντας, «Αν και οι αμαρτίες μας μαρτυρούν εναντίον μας, ενέργησε για το όνομά σου», και άλλοτε πάλι, «Ο άνθρωπος δεν ορίζει το δρόμο του, ο άνθρω­πος προχωρεί και δεν κατευθύνει την πορεία του». Και αλλού πάλι λέγεται· «Θυμήσου ότι είμαστε χώμα». Γιατί είναι συνή­θεια εκείνοι που παρακαλούν για τους αμαρτωλούς, και αν ακόμη δεν μπορούν να πουν τίποτε το εύλογο, να επινοούν κά­ποια ασήμαντη δικαιολογία, χωρίς να είναι ακριβής, ούτε να μπορεί να λογαριασθεί σαν αλήθεια, να παρηγορεί όμως εκείνους που υποφέρουν γι’ αυτούς που χάνονται.

Ας μην εξετάζουμε λοιπόν και εμείς αυτές τις δικαιολο­γίες με λεπτομέρεια, αλλά κατανοώντας ότι είναι γνώρισμα ψυχής που υποφέρει και επιζητεί να πει κάτι υπέρ των αμαρτωλών, έτσι ας παίρνουμε τα λεγόμενα. Άραγε λοιπόν μόνο προς τους Ιουδαίους συμπεριφερόταν έτσι ο Παύλος και προς τους εθνικούς όχι; Ήταν πιο πράος απ’ όλους και προς τους δικούς του και προς τους ξένους. Λοιπόν άκουσε τι λέγει στον Τιμόθεο· «Ο δούλος όμως του Κυρίου δεν πρέπει να φιλονικεί, άλλα να είναι ήπιος προς όλους, ικανός στο να διδάσκει, ανεξίκακος, με πραότητα να σωφρονίζει εκείνους που έχουν αντίθετα φρονήματα, μήπως τους δώσει καμιά φορά ο Θεός μετάνοια για να γνωρίσουν καλά την αλήθεια, και συνέλθουν από την παγίδα του διαβόλου, και τους συλλάβει αυτός για να κάνουν το θέλημα του Θεού». Θέλεις να δεις αυτόν πώς ομιλεί και προς τους αμαρτωλούς; Άκουσε τι λέγει στους Κορινθίους όταν έγραφε την επιστολή του· «Και φοβούμαι μήπως, όταν έλ­θω, δεν σας βρω τέτοιους που σας θέλω»· και αμέσως παρακά­τω, «Φοβούμαι μήπως όταν έλθω σ’ εσάς με ταπεινώσει ο Θεός και πενθήσω πολλούς που έχουν ήδη αμαρτήσει και δεν μετα­νόησαν για την ασέλγεια και την ακαθαρσία, την οποία έπραξαν». Και προς τους Γαλάτες όταν έγραφε έλεγε· «Παιδιά μου, τους οποίους σας αναγέννησα, μέχρις ότου να μορφωθεί μέσα σας ο Χριστός».

Και για εκείνον που έκαμε την πορνεία άκουσε τον Παύλο, πως δεν υποφέρει λιγότερο από τον ίδιο και παρακαλεί λέγοντας· «Να δείξετε δημόσια σ’ αυτόν αγάπη». Και όταν τον απομάκρυνε από την Εκκλησία, το έκανε αυτό με πολλά δάκρυα. «Γιατί σας έγραψα, λέγει, από πολλή θλίψη και στε­νοχώρια της ψυχής, όχι για να λυπηθείτε, αλλά για να γνωρίσε­τε την αγάπη, που υπερβολικά έχω προς εσάς». Και πάλι λέγει· «Έγινα στους Ιουδαίους σαν Ιουδαίος, σ’ εκείνους που βρίσκονται κάτω από το νόμο σαν να είμαι υπό το νόμο, στους ασθενείς στην πίστη σαν ασθενής, σ’ όλους έγινα τα πάντα, για να σώσω με κάθε τρόπο μερικούς». Και αλλού πάλι λέγει· «Για να παρουσιάσω κάθε άνθρωπο τέλειο στο όνομα του Ιη­σού Χριστού».

Είδες ψυχή που αξίζει περισσότερο απ’ όλη τη γη; Προσ­δοκούσε να παρουσιάσει κάθε άνθρωπο τέλειο, και όσο εξαρτιόταν απ’ αυτόν, τους παρουσίασε όλους. Γιατί πραγματικά σαν να γέννησε αυτός ολόκληρη την οικουμένη, έτσι ανησυχούσε, έτσι έτρεχε, έτσι προσπαθούσε να οδηγήσει όλους στη βασιλεία των ουρανών, θεραπεύοντας, παρηγορώντας, δίνον­τας υποσχέσεις, προσευχόμενος, ικετεύοντας, φοβερίζοντας τους δαίμονες, απομακρύνοντας εκείνους που διέφθειραν τους άλλους, με την παρουσία του, με επιστολές, με λόγους, με πρά­ξεις, με τους μαθητές, ανορθώνοντας με το παράδειγμά του εκείνους που κλονίζονταν στην πίστη τους, στηρίζοντας εκείνους που ήταν σταθεροί, σηκώνοντας εκείνους που είχαν πέ­σει, θεραπεύοντας εκείνους που είχαν συντριβεί, παρακινών­τας τους αδιάφορους, βγάζοντας φοβερές κραυγές προς τους εχθρούς, ρίχνοντας φοβερό βλέμμα πάνω στους αντιπάλους. Σαν να ήταν κάποιος στρατηγός ή άριστος ιατρός, ο ίδιος ήταν σκευοφόρος, ο ίδιος υπασπιστής, ο ίδιος υπερασπιστής, ο ίδιος παραστάτης, ο ίδιος γινόταν τα πάντα στο στρατόπεδο. Και όχι μόνο στα πνευματικά, αλλά και στα υλικά έδειχνε μεγάλη φροντίδα, μεγάλη προσπάθεια.

Άκουσε λοιπόν τον Παύλο, πως λέγει για μία γυναίκα ό­ταν γράφει επιστολή προς ολόκληρη πόλη· «Σας συνιστώ ωστόσο τη Φοίβη, την αδελφή μας, η οποία είναι διακόνισσα της Εκκλησίας των Κεγχρεών, για να την δεχθείτε, όπως ο Κύ­ριος επιβάλλει, καθώς αξίζει στους Χριστιανούς, και να της συμπαρασταθείτε σ’ ό,τι σας χρειαστεί». Άκουσε αυτόν και πάλι·«Γνωρίζετε το σπίτι του Στεφανά· ώστε και εσείς να υποτάσσεστε σε τέτοιους Χριστιανούς»· και πάλι· «Αναγνω­ρίζετε αυτούς». Γιατί και αυτό είναι γνώρισμα της φιλοστορ­γίας των αγίων, το να βοηθούν δηλαδή και σε τέτοιες περιστά­σεις. Έτσι και ο Ελισσαίος τη γυναίκα που τον φιλοξένησε, δεν την βοηθούσε μόνο στα πνευματικά, αλλά και στα υλικά φρόντιζε να τη βοηθήσει· γι’ αυτό και έλεγε, «Έχεις να πεις τί­ποτε στο βασιλιά ή τον άρχοντα;».

Και γιατί απορείς, αν με τις επιστολές του ο Παύλος έκανε συστάσεις, αφού και όταν προσκαλούσε κάποιους κοντά του, δεν το θεωρούσε ότι είναι ανάξιο και αυτό, το να φροντίσει δη­λαδή και για τα εφόδιά τους και να το αναφέρει αυτό στην επιστολή του; Γιατί πραγματικά γράφοντας προς τον Τίτο λέγει· «Το Ζηνά το νομοδιδάσκαλο και τον Απολλώ κατευόδωσέ τους με επιμελή προετοιμασία, για να μη τους λείπει τίποτε». Εάν όμως, όταν τους έστελνε, έδινε εντολή να τους χορηγή­σουν τόσα εφόδια, πολύ περισσότερο θα έκανε τα πάντα, αν τους έβλεπε να κινδυνεύουν κάπου. Πρόσεξε λοιπόν και όταν γράφει προς το Φιλήμονα, πόσο φροντίζει για τον Ονήσιμο και με πόση σύνεση, με πόσο ενδιαφέρον πατρικό γράφει. Αυτός όμως που δεν απέφυγε να γράψει επιστολή υπέρ ενός δούλου, ο οποίος μάλιστα είχε δραπετεύσει και είχε αρπάξει πολλά από τα πράγματα του κυρίου του, σκέψου ποιός ήταν για τους άλ­λους.

Γιατί ένα μόνο πράγμα θεωρούσε ότι είναι ντροπή, το να παραβλέπει δηλαδή κανείς εκείνο που έπρεπε να γίνει για τη σωτηρία κάποιου. Γι’ αυτό τα πάντα κινούσε, και τίποτε δεν δί­σταζε να σπαταλά για χάρη εκείνων που σώζονταν, ούτε λόγια, ούτε χρήματα, ούτε το σώμα του. Γιατί αυτός που παρέδωσε πάρα πολλές φορές τον εαυτό του σε θανάτους, πολύ περισσό­τερο δεν θα λυπόταν τα χρήματα, εάν βέβαια τα είχε. Και γιατί λέγω, εάν βέβαια τα είχε; Γιατί είναι πραγματικά δυνατό να αποδείξει, ενώ δεν τα είχε, ότι δεν τα λυπόταν. Και να μη νομί­σεις ότι είναι αίνιγμα ο λόγος μου, αλλά άκουσε πάλι τον ίδιο που λέγει ότι, «Με μεγάλη ευχαρίστηση θα δαπανήσω χρήματα και ο ίδιος θα δαπανηθώ ολοκληρωτικά για τη σωτηρία των ψυχών σας». Και όταν μιλούσε στους Εφεσίους έλεγε· «Ε­σείς οι ίδιοι γνωρίζετε ότι στις ανάγκες μου και σ’ αυτούς που ήταν μαζί μου, υπηρέτησαν, αυτά τα χέρια μου».

Και ενώ ήταν μεγάλος ως προς το αποκορύφωμα των αρετών, την αγάπη, ήταν πιο ορμητικός από κάθε φλόγα. Και όπως ακριβώς το σίδερο, όταν πέσει μέσα σε φωτιά, γίνεται ολόκληρο φωτιά, έτσι και ο Παύλος αφού άναψε από τη φλόγα της αγάπης, έγινε ολόκληρος αγάπη. Και σαν να ήταν ο κοινός πατέρας όλης της οικουμένης, έτσι προσπαθούσε να μιμηθεί τους πατέρες, ή καλύτερα ξεπέρασε όλους τους πατέρες και σχετικά με τις φροντίδες του για τα σωματικά και πνευματικά, και διαθέτοντας χρήματα και λόγια και το σώμα και την ψυχή και τα πάντα για τους αγαπημένους του. Γι’ αυτό και την ονόμαζε συμπλήρωμα του νόμου, και σύνδεσμο τελειότητας, και μητέρα όλων των αγαθών και αρχή και τέλος της αρετής. Γι’ αυτό και έλεγε, «Και το τέλος της παραγγελίας μου είναι αγά­πη από καθαρή καρδιά και αγαθή συνείδηση». Και πάλι, «Γιατί το, δεν θα μοιχεύσεις, δεν θα φονεύσεις και κάθε άλλη εντολή συνοψίζονται σ’ αυτό το παράγγελμα, στο να αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου».

Αφού λοιπόν η αρχή και το τέλος και όλα τα αγαθά είναι η αγάπη, ας ακολουθήσουμε και σ’ αυτήν τον Παύλο, γιατί από την αγάπη αυτός έγινε τέτοιος. Και μη μου πεις τους νεκρούς τους οποίους ανέστησε, ούτε τους λεπρούς, τους οποίους κα­θάρισε. Τίποτε από αυτά δεν θα σου ζητήσει ο Θεός. Απόκτη­σε την αγάπη του Παύλου και θα έχεις τέλειο το στεφάνι. Ποιός τα λέγει αυτά; Ο ίδιος ο πατέρας της αγάπης, ο ίδιος που την προτίμησε από τα σημεία και τα θαύματα και από πά­ρα πολλά άλλα. Γιατί αφού την είχε επιτύχει σε υπερβολικό βαθμό, γι’ αυτό και με ακρίβεια γνωρίζει τη δύναμή της. Από αυτήν και ο Παύλος έγινε τέτοιος, και τίποτε δεν τον έκαμε τό­σο άξιο, όσο η δύναμη της αγάπης. Γι’ αυτό και έλεγε· «Επιδιώκετε με ζήλο τα ανώτερα χαρίσματα. Και σας δείχνω ακόμη δρόμο έξοχο και υπέροχο για την απόκτησή τους», εννοώντας την αγάπη, τον πιο καλό και εύκολο δρόμο.

Αυτόν λοιπόν το δρόμο ας βαδίζουμε και εμείς, για να δούμε και τον Παύλο, ή καλύτερα τον Κύριο του Παύλου, και για να επιτύχουμε τα αιώνια στεφάνια, με τη χάρη και τη φιλαν­θρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη, τώρα και πάντοτε, και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Ι. Χρυσοστόμου, Έργα, Ε.Π.Ε. τ. 36, σ. 433-445)

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μοναχός Δομέτιος ὁ κουφός († 1905) – Τό ὁσιακό τέλος του

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουνίου, 2013

Μοναχός Δομέτιος ο κουφός († 1905) - Το Οσιακό τέλος του

Έτσι ήτο γνωστός στο μοναστήρι του αυτός ο μοναχός. Είναι αλήθεια ότι δεν άκουε, αλλά ζούσε μέσα στην καρδιά του την αγάπη και την χαρά του Χριστού. Είχε έλθει στο μοναστήρι από μικρός, από το 1850. Τότε δεν είχε καταστραφή η ακοή του.
Το μοναδικό του διακόνημα επί 60 περίπου χρόνια ήτο η φροντίδα του για τα ζώα της Μονής. Καθημερινά μετέφερε τα περισσεύματα των τροφών και τα έδινε στα ζώα του, τα οποία υπεραγαπούσε. Έλεγε αδιάκοπα την προσευχή με τελεία σιωπή και πνευματική ευφροσύνη. Στο κελλί του δεν είχε τίποτε άλλο παρά ένα ράσο, ένα Ωρολόγιο της Εκκλησίας, μία εικόνα της Θεοτόκου και το βιβλίο των Ψαλμών. Δεν είχε κρεβάτι, ούτε στρωσίδια, ούτε τραπέζι, ούτε σκαμνί, ούτε παξιμάδι, ούτε λουκέτο για την πόρτα.
Στα γεράματά του έχασε την ακοή του και οι πατέρες τον ωνόμαζαν «Δομέτιος ο κουφός». Είχε θαυμαστό τέλος. Ας ακούσωμε τον αείμνηστο ηγούμενο της Συχαστρίας π. Ιωαννίκιο Μορόι να μας διηγηθή κάτι σχετικά με το τέλος του, εφ’ όσον παλαιά αυτός ήτο αδελφός της μονής Νεάμτς:
– Πατέρες, ενίοτε πηγαίνω με την σκέωι μου στην μονή Νεάμτς, όπου προ ολίγων ετών έζησε εκεί ένας αξιομνημόνευτος μοναχός, ο Δομέτιος ο κουφός. Τον εβλέπαμε συχνά με τα ξυλοπέδιλα κρεμασμένα στην πλάτη του για να μη τα φθείρη γρήγορα. Επήγαινε τροφή στα μοσχαράκια. Ήτο πάντοτε ειρηνικός και χαρούμενος. Αλλά οι Πατέρες της Μονής δεν τον εκτιμούσαν, αφού αυτός ζούσε πάντοτε με τα ζώα του και συχνά εκοιμόταν κοντά τους! Πολλοί από τους μοναχούς δεν τον εγνώριζαν καθόλου, ούτε ήξεραν το όνομά του, αφού τότε αριθμούντο περί τους 400.
Κάποια ημέρα του φθινοπώρου του 1905, όταν επήγαινα στην εκκλησία, διότι ήμουν τυπικάρης, άκουσα τον ιερομ. π. Γεννάδιο, τον εκκλησιαστικό μας, να λέγη:
-Πατέρες, ο Δομέτιος ο κουφός από τον σταύλο απέθανε. Τον ευρήκαν το πρωί κάτω στο δάπεδο του κελλιού του πεθαμένο. Δεν είχε τίποτε κοντά του, παρά μόνο ένα παλαιό Ωρολόγιο, ένα Ψαλτήριο και μία εικόνα της Παναγίας.
Κατόπιν ο εκκλησιαστικός, κατά την μοναχική μας τάξι, εφόρεσε τον μανδύα του, επήγε και ενέδυσε το νεκρό σώμα του και το μετέφερε στον εξωνάρθηκα της κεντρικής εκκλησίας για τρεις ημέρες και μετά να γίνη η ακολουθία της κηδείας του.
Ο π. Γεννάδιος ερώτησε ποιος θ’ αρχίση να διαβάζη το Ψαλτήριο δίπλα στο σκήνωμά του, αλλά κανείς δεν προθυμοποιείτο. Έλεγαν: «Τι ευλογία θα πάρουμε από ένα τέτοιο μοναχό που κάθε ημέρα ήταν παρέα με τα ζώα και τις ακαθαρσίες τους;». Τότε ερώτησε εμένα και δέχθηκα να διαβάσω. Εφόρεσα τον μανδύα μου, το κουκούλι μου, επήρα το βιβλίο και άρχισα να διαβάζω με δυνατή φωνή δίπλα στο φέρετρό του. Ήμουν μόνος μου και παντού υπήρχε πλήρης ησυχία. Όλοι εκοιμούντο. Όταν εδιάβαζα, ώρα 10 την νύκτα, είδα ένα συγκλονιστικό φαινόμενο. Ο π. Δομέτιος εσήκωσε ψηλά έξω από το φέρετρο το δεξιό του πόδι. Εγώ εξεπλάγην. Σκέφθηκα. Τι να σημαίνη άραγε αυτό; Είπα μέσα μου ότι ο Δομέτιος απέθανε, αλλά όχι και τα καλά του έργα. Πάλι σκέφθηκα ότι βγήκε το πόδι του έξω, διότι μέσα ήτο πολύ πιεσμένο. Ήμουν κατάπληκτος και από την ακτινοβόλο μορφή του προσώπου του. Ο π. Δομέτιος απέθανε, αλλά εγώ τον έβλεπα να κοιμάται. Έκαμα το σημείο του σταυρού, εσκέπασα το πρόσωπο του νεκρού με το ράσο του και κατέβασα και πάλι το πόδι του μέσα στο φέρετρο. Συνέχισα πάλι να διαβάζω το Ψαλτήρι. Μετά από λίγη ώρα ο Γερο-Δομέτιος, ο «βουρδουνάρης» της μονής Νεάμτς, εσήκωσε και έβγαλε έξω το αριστερό του πόδι. Τότε πραγματικά έφριξα μ’ αυτό το τερατούργημα.
Πράγματι, ο π. Δομέτιος είναι ζωντανός, είπα μέσα μου. Πλησίασα στο στόμα του να διαπιστώσω εάν αναπνέη. Τίποτε. Έπιασα τον σφυγμό του. Ο Γέροντας δεν ανέπνεε και το σώμα του ήτο κρύο!
Καθώς τον εκοίταζα έκπληκτος, αμέσως βλέπω να ανοίγη το στόμα του και μέσα απ’ αυτό να εξέρχεται μία ωραία ευωδία, την οποία ουδέποτε είχα αισθανθή στην ζωή μου. Αμέσως η ευωδία αυτή σκορπίσθηκε μέσα σ’ όλη την εκκλησία. Εγέμισε και η μεγάλη αυλή της Μονής. Τότε είπα με δάκρυα χαράς: «Ο π. Δομέτιος είναι ένας μοναχός άγιος».
Στις 11 το βράδυ, όταν κτύπησε η καμπάνα για τον Όρθρο των Πατέρων στην εκκλησία, όλοι ερωτούσαν: «Από πού έρχεται αυτή η ευωδία;». Όταν τους είπα τι συμβαίνει, τότε μαζεύθηκαν όλοι γύρω από το φέρετρό του. Λογομαχούσαν ποιος θα διαβάση τώρα το Ψαλτήρι για να πάρη ευλογία. Με δάκρυα προσηύχοντο όλοι τώρα μπροστά του και έλεγαν: «Όσιε πάτερ Δομέτιε, πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών». Περίπου 300 μοναχοί είχαν κατακλύσει τον χώρο και όλη την εκκλησία τριγύρω και με δάκρυα παρακαλούσαν τον Γερο-Δομέτιο τον κουφό να προσεύχεται για την σωτηρία τους. Κανείς τώρα δεν τολμούσε να σκεφθή ότι ο Γερο-Δομέτιος ήταν ελεεινός και ακάθαρτος, διότι περνούσε την ζωή του μαζί με τα βόδια και τα γουρούνια της Μονής τους.
Και παρέμεινε η ευωδία του αγίου λειψάνου του επί τρεις ημέρες και νύκτες, όσες έμεινε το σκήνωμά του εκεί. Μετά την τρίτη ημέρα έδωσε εντολή ο ηγούμενος της Μονής, ο επίσκοπος Νάρκισσος, να ενδυθούν όλοι οι ιερείς και διάκονοι της αδελφότητος, περί τους 80, για την κηδεία του Οσίου. Ανάμεσα τους εστάθη και ο ίδιος. Όταν μεταφέραμε το λείψανο του προς τον τάφο, η ευωδία ξεχύθηκε και στην ατμόσφαιρα παντού. Τότε ο επίσκοπος Γέροντάς μας, συγκινημένος από την μοναδική αυτή μυσταγωγία που όλοι μας εζούσαμε, είπε τα εξής αξέχαστα λόγια για τον ταπεινό αγωνιστή της αρετής, τον όσιο Δομέτιο:
-Βλέπετε, οσιώτατοι Πατέρες, ποιον εδόξασε ο Παντοδύναμος Θεός μας; Όχι τους πλουσίους, όχι τους μορφωμένους. Όχι τους ενδόξους της γης. Εδόξασε αυτόν τον ταπεινό, τον πτωχό, τον υποτακτικό μέχρι θανάτου. Αυτόν που προσευχόταν ακατάπαυστα, που υπέμενε τα πάντα, που δεν ζητούσε μισθό και τιμές από τους ανθρώπους, αλλά μόνο από τον Χριστό. Ιδού το θαύμα το οποίο σήμερα έχουμε όλοι μπροστά στα μάτια μας! Ιδού τι πνευματική ευωδία εξήλθε από το στόμα του πατρός μας οσίου Δομετίου! Βλέπετε τώρα ποιος εισήλθε πρώτος στον παράδεισο. Ο π. Δομέτιος που υπηρέτησε σε όλη του την ζωή τα ζώα της Μονής μας, βλέπετε τώρα ότι είναι με τούς Αγίους στον παράδεισο. Ο πτωχός Δομέτιος τώρα είναι πλούσιος. Αυτοί που μέχρι προ ολίγου τον περιφρονούσαν και τον κακολογούσαν, τώρα αυτοί τον τιμούν και του ασπάζονται το χέρι. Ενώ ο Όσιος αυτός προσεύχεται στον Θεό για όλους εμάς. Αυτό το ασκητικό του σώμα ανέπνεε σε όλη την ζωή του την μπόχα από τούς σταύλους των ζώων και τώρα είναι μέσα στα ευώδη περιβόλια του Παραδείσου με τούς Αγγέλους του Θεού. Τα πόδια του, που αγωνίσθηκαν να βαδίσουν την οδό της υπακοής, τώρα παραμένουν, και μετά θάνατο, ζωντανά, διότι δοξάσθηκαν από τον Θεό, ο Οποίος δοξάζει τους υπάκουους μοναχούς…
Μετά από πολλά χρόνια, ο τάφος του οσίου Δομετίου ξεχάσθηκε. Τα λείψανά του ίσως να ευρίσκωνται στο οστεοφυλάκιο της Μονής. Όμως αυτός δεν ξεχνά ποτέ να προσεύχεται αδιακόπως στον Θεόν για την Μονή μας και για όλο τον κόσμο.
Οσιακές Μορφές του Ρουμάνικου Μοναχισμού
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»
 http://agiosvasileiospeiraiws.blogspot.gr- hristospanagia5

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το πνευματικό πορτραίτο των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στο βιβλίο των Πράξεων.

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουνίου, 2013

AgioiPetrosPaulos02

Ποίοις πνευματικοίς άσμασιν, επαινέσωμεν Πέτρον και Παύλον; τα την αθεότητα σφάττοντα, και μη αμβλυνόμενα στόματα, της φρικτής του Πνεύματος μαχαίρας…”.

Πραγματικά πρόκειται για τις δύο αυτές κορυφαίες φυσιογνωμίες, που σαγήνευσαν με τον λόγο τους και δίδαξαν με την βιοτή τους, “τούς διηρημένους τοις σώμασι, και ηνωμένους τω πνεύματι”.

Ο  ευαγγελιστής Λουκάς στο βιβλίο των Πράξεων, µας παρέχει την προσωπογραφία των δύο αυτών αποστόλων, εµπνευσµένος από τον τρόπο σκιαγράφησης του Ιησού: τους συγκρίνει µε τον Αναστηµένο ∆ιδάσκαλο που είναι ζωντανός και ενεργεί µέσα από τα πρόσωπα. Αυτό που αναδεικνύεται µέσα από τις σελίδες του βιβλίου των Πράξεων είναι δύο ξεχωριστές προσωπικότητες που συνθέτουν διαφορετικούς (διαφορετικούς δε σηµαίνει αντίθετους) τρόπους εµφύτευσης της Εκκλησίας.

Αυτή η διαφορετικότητα στον τρόπο τού να είναι απόστολοι του Αναστηµένου Χριστού, κρύβει, στις σελίδες των Πράξεων, την εµπέδωση της ετερότητας και της πολυµορφίας ως δοµικό πλούτο της αρχέγονης Εκκλησίας. Ο Λουκάς προβάλει τον Πέτρο και τον Παύλο, πρώτ’ απ’ όλα, µαζί. Έπειτα θέτει τον καθένα µαζί µε τους άλλους, σε γεωγραφικά πλαίσια που ποικίλουν και που επεκτείνονται πολύ περισσότερο για τον Παύλο παρά για τον Πέτρο. Αµφότεροι ωθούνται από τον άνεµο και τη φλόγα του Πνεύµατος, γενόµενοι οι δύο πνεύµονες, οι δύο στυλοβάτες της Εκκλησίας των πρώτων δεκαετιών.

ƒΣτην Ιερουσαλήµ, κρυµµένοι από φόβο για το διωγµό των Ιουδαίων, οι 11 απόστολοι βρίσκονται µαζί (Πραξ 1,13). Μαζί δέχονται το Πανάγιο Πνεύµα, ως άνεµο κι ως βροχή φωτιάς, και ξεπερνώντας το φόβο για τη ζωή τους, παύουν να κρύβονται. ∆ηµόσια ο Πέτρος, εξ ονόµατος όλων, άρχισε να κηρύττει ότι ο Ιησούς ήταν ο Χριστός και ότι ο Θεός τον ανάστησε από τους νεκρούς (2,36). Τα λόγια του Πέτρου είχαν πλέον µια µοναδική συνεκτική δύναµη, τη δυναµική µιας «µεγάλης ψαριάς», τόσο που να ενσωµατώσει στην πρώτη Εκκλησία ένα υπέρογκο πλήθος ανθρώπων. Άφοβα ο Πέτρος κατηγορεί µε δυνατή φωνή τους κατοίκους της Ιερουσαλήµ και τους αρχηγούς τους, για το θάνατο του Ιησού (2,14 εξ). Η κατηγορία που απαγγέλλει δεν είναι καταδίκης µε την έννοια του αποκλεισµού από την Εκκλησία ή από τη σωτηρία. Στόχευε µάλλον στη µεταστροφή όσων άκουγαν στα λόγια του Πέτρου το κάλεσµα σωτηρίας του Ιησού. Βαθύτατα εντυπωσιασµένοι απ’ αυτά τα λόγια, οι ακροατές ζητούν από τον Πέτρο και τους άλλους αποστόλους: «Αδέλφια, τι πρέπει να κάνουµε;», για να λάβουν την απάντηση του Πέτρου: «Μετανοήστε κι ο καθένας σας ας βαπτιστεί στο όνοµα του Ιησού Χριστού για να λάβει την άφεση των αµαρτιών του και να λάβει τη δωρεά του Αγίου Πνεύµατος» (2,37-38). Τα λόγια του Πέτρου εισάγουν στη συγχώρεση και στη δωρεά του Αγίου Πνεύµατος.

Στο τρίτο κεφάλαιο των Πράξεων περιγράφεται η συνήθεια του Πέτρου και του Ιωάννη να πηγαίνουν στο ναό για να προσευχηθούν καθηµερινά την ένατη ώρα (δηλ. στις τρεις το απόγευµα). Βλέποντάς τους να µπαίνουν, ένας παράλυτος καθισµένος στην είσοδο του ναού, ζήτησε ελεηµοσύνη (3,3). κοιτάζοντας τον ανάπηρο στα µάτια µαζί µε τον Ιωάννη του είπε: «κοίταξέ µας»  (3,4). Ποιος µπορεί να ξέρει πόσο γενναιόδωρη ελεηµοσύνη περίµενε να λάβει από τους δύο αυτούς ευλαβείς! Ο Πέτρος όµως ξεπερνά κάθε του προσδοκία: «Ασήµι και χρυσάφι δεν έχω, αυτό όµως που έχω σου το δίνω: στο όνοµα του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, περπάτα!» (3,6). Αυτό που έχει ο Πέτρος είναι µια ουσιαστική συµµετοχή στις πασχαλινές ικανότητες του Ιησού, δηλ. είναι ικανός να κάνει τους ανθρώπους να περνούν (γιατί Πάσχα σηµαίνει πέρασµα) από µιακατάσταση σε µια άλλη, όπως έκανε ο Ιησούς.

Στο πλήθος που έτρεξε να δει, ο Πέτρος δηλώνει ότι δεν είναι αυτός που έκανε τον παράλυτο να περπατήσει αλλά ο Ιησούς, ο «Κύριος». Ακριβώς γι’ αυτό,  γεµάτος Πνεύµα Άγιο ο Πέτρος απευθύνθηκε µε θάρρος στους «αρχηγούς και τους πρεσβυτέρους του λαού» δίχως να τηρήσει το πρωτόκολλο. Εκείνοι, «βλέποντας το θάρρος του Πέτρου και του Ιωάννη και καταλαβαίνοντας από την άλλη ότι πρόκειται για αµόρφωτους και απλούς ανθρώπους, ήταν έκπληκτοι αναγνωρίζοντας ότι αυτοί ήταν εκείνοι που βρίσκονταν κοντά στον Ιησού» (4,13). Ο Πέτρος είναι εκείνος ο οποίος στο όνοµα του Ιησού, κι όπως ο Ιησούς, υπακούει στο Θεό µάλλον παρά στους ανθρώπους (βλ. 4,19).

Η ανυπακοή στις έννοµες θρησκευτικές αρχές γίνεται σε µερικές περιπτώσεις η µοναδική δυνατότητα µαρτυρίας του Ευαγγελίου. Η ανυπακοή στους ανθρώπους ως υπακοή στο Θεό γίνεται το χαρακτηριστικό της αποστολής του Πέτρου (βλ. 5,29) αλλά και του Παύλου. Ο Πέτρος δεν είναι κοµφορµιστής, ισοπεδωµένος από την κυρίαρχη σκέψη της αστικής ή θρησκευτικής κοινωνίας του καιρού του και δεν του αρέσει η υποκρισία, όπως δείχνει στην περίπτωση του Ανανία και της γυναίκας του, εις βάρος της Εκκλησίας (5,3). Το να εξαπατήσεις την Εκκλησία, τους φτωχούς της Εκκλησίας, χρηµατικά, είναι σα να εξαπατάς το Πνεύµα, είναι σιµωνία. Κι απ’ αυτή την αµαρτία δεν υπάρχει διέξοδος (5,8-9). Πέρα απ’ αυτό το επεισόδιο όπου ο Πέτρος είναι αυστηρός, η προσωπικότητά του, όπως εκείνη του Ιησού, γίνεται για το Λουκά ένα εκπληκτικό σηµείο συνοχής, «τόσο που οι ασθενείς µεταφέρονται στις πλατείες µαζί µε τα κρεβάτια τους, για να πέσει πάνω σε κάποιον απ’ αυτούς έστω και η σκιά του Πέτρου όταν περνούσε» (5,15).

ƒΓια να µας παρουσιάσει ο Λουκάς το Σαύλο, πρέπει να περιµένουµε µέχρι το 7ο κεφάλαιο των Πράξεων. Ο Σαύλος παίρνει µέρος στη θρησκευτική δολοφονία του Στέφανου (7,58) και στο διωγµό και τη διασπορά των χριστιανών της Ιερουσαλήµ (8,1). Ενώ ο Πέτρος κι οι άλλοι 10 απόστολοι παραµένουν στην πόλη, ο Σαύλος «κατέστρεφε την Εκκλησία: έµπαινε µε τη βία στα σπίτια, έσερνε έξω άντρες καιγυναίκες και τους έριχνε στη φυλακή» (8,3). Πιθανόν ο Λουκάς, περιγράφοντας τα έντονα χαρακτηριστικά του Σαύλου, να θέλει να υπογραµµίσει ένα κοινό στοιχείο κάθε θρησκευτικού θεσµού (παρόν αργότερα και στην ίδια την Εκκλησία): τη βία.

Για να παραµείνει συνεπής στο πιστεύω της, η Συναγωγή αισθάνεται την ανάγκη πρώτα να ανακηρύξει αιρετικό κι εποµένως να καταδιώξει, ακόµα και να θανατώσει, όποιον, όπως ο Ιησούς, έχει διαφορετική θρησκευτική αντίληψη στους κόλπους των Ιουδαίων.

Μέσα σ’ αυτή τη λογική ενεργεί κι ο Σαύλος, ως ιδιαίτερα δραστήριο θρησκευτικό στέλεχος, προασπίζοντας τις πατρώες παραδόσεις δηλ. τασσόµενος ενάντια στο Χριστό. Ο νόµος κι οι θεσµοί δεν του επαρκούν, γι’ αυτό παρουσιάζεται στον αρχιερέα (9,1) µε σκοπό να πάρει πρωτοβουλία να µεταβεί στη ∆αµασκό και να εξοντώσει τους αφορισµένους της αίρεσης της καινούργιας «οδού». Στη διαδροµή όµως πέφτει στο έδαφος: «Ακούει µια φωνή που του λέει: Σαύλο, Σαύλο, γιατί µε καταδιώκεις;» (9,4). Ο Σαύλος σηκώνεται όρθιος αλλά δε βλέπει τίποτα, είναι τυφλός. Παίρνοντάς τον από το χέρι οι συνοδοί του τον οδηγούν στη ∆αµασκό (9,8) για να µάθει να σέβεται τους µαθητές του Ιησού και τον Ιησού και να τους υπακούει (βλ. 9,11-16). Ο Σαύλος πλέον είναι στην Εκκλησία, όχι ως αιχµάλωτος αλλά ως απόστολος, κι αυτός «πληρωµένος (πληµµυρισµένος) από το Άγιο Πνεύµα» (9,17).

Η µεταστροφή στον Ιησού, τον αληθινό Χριστό, τον αναστηµένο από το θάνατο του δείχνει τη φιλευσπλαχνία του Θεού που θέλει να σώσει ολόκληρο τον κόσµο. Ο Σαύλος κατάλαβε ότι δεν έχει άλλη επιλογή, εφόσον έγινε χριστιανός, από το να είναι απόστολος. Ο Λουκάς σηµειώνει: «ο Σαύλος ενισχυόταν όλο και περισσότερο και δηµιουργούσε σύγχυση στους Ιουδαίους που κατοικούσαν στη ∆αµασκό,αποδεικνύοντας τους ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας» (9,22). Από τότε, κι ο Παύλος εισέρχεται στον αριθµό όσων καταδιώκονται (βλ. 9,24), εκείνων που οµολογούν το Χριστό µέχρι αίµατος. Η ζωή του Αναστηµένου οµολογείται µε το θάρρος που δείχνουν οι µαθητές του για να ζήσουν και να πεθάνουν άφοβα γι’ Αυτόν.

ƒΩστόσο, οι απόστολοι που παρέµειναν στην Ιερουσαλήµ όταν έµαθαν ότι η Σαµάρεια είχε δεχθεί τον ευαγγελικό λόγο από τους καταδιωγµένους χριστιανούς της Ιερουσαλήµ, έστειλαν τον Πέτρο και τον Ιωάννη για να στηρίξουν στην πίστη τους καινούργιους πιστούς. Η συνάντηση του Πέτρου µε το µάγο Σίµωνα, ο οποίος θεωρούσε το χρήµα πολυτιµότερο από το Πνεύµα, είναι ακόµα µια ευκαιρία για νατονιστεί ότι ο Πέτρος είναι ελεύθερος έναντι των υλικών αγαθών. «Να χαθείς κι εσύ και τα λεφτά σου!» (8,20) θα πει ο Πέτρος στο µάγο. Στις Πράξεις (9,32) ο Λουκάς επανέρχεται στον Πέτρο, ο οποίος «περνώντας απ’ όλες αυτές τις Εκκλησίες, κατέβηκε και στους χριστιανούς που κατοικούσαν στη Λύδδα». Ήδη το περιστατικό της θεραπείας του Αινέα (9,34) σηµατοδοτεί το χαρακτήρα τηςαποστολής του Πέτρου, να είναι δηλαδή απόστολος του Αναστηµένου (9,38) και του Πνεύµατος. Στη Λύδδα αντιµετωπίζει το θάνατο της Ταβιθά (9,39), νικώντας τον µε λόγια παρόµοια µ’ εκείνα του Ιησού: «Ταβιθά, σήκω πάνω» (9,40).

Στην Ιόππη, κοντά στη Λύδδα, ο Πέτρος µαθαίνει από το Πνεύµα να µη διακρίνει πλέον ζώα και ανθρώπους µε βάση το παλαιό σύστηµα αποκλεισµού για τη καθαρότητα σύµφωνα µε το νόµο. Κι οι ειδωλολάτρες εξαγνίστηκαν από το Πνεύµα πριν ακόµα φτάσει σ’ αυτούς το κήρυγµα του Ευαγγελίου (9,43-10,44). Το Πνεύµα κατευθύνει το Ευαγγέλιο και την πίστη, όπου, όταν και σε όποιον θέλει,ελεύθερα. «Ο Πέτρος τότε έλαβε το λόγο και είπε: πραγµατικά, τώρα καταλαβαίνω ότι ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις» (10,34). Ο Πέτρος µιλούσε για τον αναστηµένο Ιησού. Όµως «ενώ ακόµα ο Πέτρος έλεγε αυτά τα λόγια, κατέβηκε το Άγιο Πνεύµα πάνω σε όλους όσοι άκουγαν το κήρυγµα» (10,44). Στην πραγµατικότητα, αυτή η επιφοίτηση φανερώνει το νόηµα της αποστολής του Πέτρου: η Εκκλησίακαθίσταται από το Πνεύµα µια αδελφότητα ανοικτή και ελεύθερη. Η έκπληξη (αλλά κι η εχθρότητα) προέρχεται από το ότι δε γίνεται κατανοητή η κατεύθυνση της σωτηρίας: είναι για όλους τους καιρούς και όλους τους ανθρώπους. ∆εν είναι αποκλειστικά για κάποια οµάδα ή κάποιο συγκεκριµένο λαό. Ο Πέτρος το κατάλαβε και θα αντικρούσει µε σθένος την επίκριση ότι ήταν πολύ πιοσυγκαταβατικός µε τους ειδωλολάτρες, εντάσσοντας τους ανάµεσα στους µαθητές του Ιησού (βλ. 10,46 και 11,2-13).

Σ’ αυτό το σηµείο ο Λουκάς επανατοποθετεί το Σαύλο ο οποίος έχει ενταχθεί στους αποστόλους και γίνεται ένας από τους πρωταγωνιστές της αποστολής στους ειδωλολάτρες. Ο Βαρνάβας, ο µετέπειτα σύντροφος του Σαύλου (11,30), τον αναζητεί στην Ταρσό (11,25). Ακολουθεί η σύλληψη του Πέτρου τις ηµέρες του Πάσχα, όπως εκείνη του Ιησού (12,3). «Ενώ όµως ήταν στη φυλακή, η Εκκλησία προσευχόταν αδιάκοπα στο Θεό γι’ αυτόν» (12,5). Ήταν θέληµα του ∆ιδασκάλου η απελευθέρωσή του. Ο Ιησούς, όπως είχε υποσχεθεί, συνόδευε πραγµατικά, περισσότερο µε πειστικά σηµεία παρά µε λόγια, την αποστολή των αποστόλων του.

Στο 12ο κεφ. ο Λουκάς κάνει λόγο για το Σαύλο και το Βαρνάβα, πρώτα στην Ιερουσαλήµ κι έπειτα στην Αντιόχεια. Στη δεύτερη αυτή πόλη η Εκκλησία κινείται µέσα στους εθνικούς µε νοµοθέτη κι εµπνευστή της το Πνεύµα (13,1-2). Ο ανθύπατος Σέργιος Παύλος, ένας έξυπνος ρωµαίος, καλεί το Βαρνάβα και το Σαύλο για ν’ ακούσει το Λόγο του Θεού (13,7). Ο Λουκάς σηµειώνει: «Τότε ο Σαύλος,που λεγόταν και Παύλος, πληµµύρισε από το Άγιο Πνεύµα» (13,9). Η αλλαγή του ονόµατος, από εβραϊκό σε ελληνορωµαϊκό, εξηγείται ίσως από την επιθυµία του να γίνει τα πάντα τοις πάσι, µέχρι και εθνικός µε τους εθνικούς, ορµώµενος από χριστιανική αγάπη.

Ο Παύλος γίνεται ο ακούραστος ταξιδευτής που φθάνει οπουδήποτε, ακολουθώντας ένα σχέδιο που δεν καθόρισε µόνος του, για να φέρει το χριστιανισµό στην ίδια την καρδιά της αυτοκρατορίας, τη Ρώµη. Η γεωγραφία των ταξιδιών του είναι δυναµική: αλλάζουν συνεχώς στις σελίδες των Πράξεων τα ονόµατα των µικρών και των µεγάλων πόλεων που επισκέπτεται. Ολόκληρη η αυτοκρατορία γίνεται µία µόνη Εκκλησία του Χριστού, ανάµεσα σε αναρίθµητες προσωπικές επιτυχίες και δυσκολίες, ενώ ο ίδιος ο διωγµός γίνεται τρόπος επαλήθευσης της αυθεντικότητας της αποστολής.

Όπως ο Πέτρος, κι όπως ο Ιησούς, ο Παύλος θεραπεύει (14,9) και φλογίζει όποιον ακούει απ’ αυτόν το όνοµα του Ιησού (βλ. 14,11-14). Όπως για τον Ιησού και ακόµα περισσότερο για τον Πέτρο, η αποστολική υπόσταση του Παύλου σύντοµα τίθεται σε αµφισβήτηση, κι όχι µόνο προφορικά. Συχνά θα λιθοβοληθεί και θα οδηγηθεί στο δικαστήριο (14,19). Η πολεµική που προξενεί ανάµεσα στους ιουδαίους η δράση του Παύλου, είναι η αιτία της σύγκλησης µιας Συνόδου στην Ιερουσαλήµ (15,2). Εδώ εµφανίζεται ο Πέτρος ο οποίος υπερασπίζεται, µε τη φωνή του Αγίου Πνεύµατος αν κι όχι ακόµα µε τη φωνή ολόκληρης της Εκκλησίας, τον Παύλο (15,7). Ο Λόγος του Θεού, διαµέσου του Αγίου Πνεύµατος, απευθύνεται σε όλους, χωρίς διάκριση φυλής ή πολιτισµού. Εκείνο που µετράει είναι η πίστη στον Ιησού το «Χριστό» (για τους ιουδαίους) και «Κύριο» (για τους ειδωλολάτρες) (15,12.14). «Τότε αποφάσισαν οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι µαζί µε όλη την Εκκλησία (για πρώτη φορά) να εκλέξουν από ανάµεσά τους, µερικούς που να τους στείλουν στην Αντιόχεια µαζί µε τον Παύλο και το Βαρνάβα» (15,22). Η αποστολή του Παύλου βρίσκει διέξοδο και µαζί µε το Βαρνάβα µπορεί να συνεχίσει να διδάσκει και να κηρύττει το Λόγο του Κυρίου οπουδήποτε (15,35 εξ). Ο Παύλος όµως παραµένει µια δύσκολη προσωπικότητα (ακόµα και για το Λουκά), µε ένα τόσο άκαµπτο προσανατολισµό (να ευαγγελίσει τον κόσµο όλο) ώστε η ρήξη µε τον πιο συγκρατηµένο Βαρνάβα να είναι αναπόφευκτη (15,8). Για καινούργιο σύντροφο στα ταξίδια του, ο Παύλος διαλέγει το Σίλα (15,40).

ƒ

Απ’ αυτό το σηµείο, ο Λουκάς επικεντρώνεται στα επόµενα κεφάλαια στον Παύλο και στην ιεραποστολική του µέθοδο (φτάνοντας ο ίδιος προσωπικά, αυτοπροσώπως ή γραπτά, στις διάφορες πόλεις του ελληνικού και του ρωµαϊκού κόσµου). Η Εκκλησία της Αντιόχειας σχεδόν εκλείπει ενώ άλλες Εκκλησίες φυτρώνουν εδώ κι εκεί χάρη στην ιδρυµατική δράση του Παύλου και της οµάδας του. Στο βιβλίο των Πράξεων ο Παύλος αναφέρεται πολλές ακόµα φορές, σχεδόν πάντα για θλιβερά περιστατικά (16,3.9.14.17 εξ 25.28.36 17,2.4.10.13 εξ 22.33 18,1 εξ). Τον παρηγορούν όµως ολοένα και καινούργιες φιλίες, όπως το ζεύγος Ακύλα και Πρίσκιλλα (18,2.18.26) που του κάνουν λόγο για τη Ρώµη. Ο Παύλος είναι ταγµένος στην υπόθεση του Ευαγγελίου (18,5.8), ενθαρρυµένος και στηριγµένος από τον Κύριο, ο οποίος ενεργεί µαζί Του έργα θαυµαστά (19,13.15). Για τον Παύλο η Ιερουσαλήµ και η Ρώµη παραµένουν σταθµοί της περιήγησης του (19,21), υπερβαίνοντας την ειδωλολατρία από τη µια µεριά και σχετικοποιώντας τον παλαιό νόµο της περιτοµής και της καθαρότητας από την άλλη. Όπως ο Πέτρος έτσι κι ο Παύλος ξαναδίνει ζωή σ’ ένα νεκρό, τον Εύτυχο (20,7.9-10) για να υπογραµµίσει ότι ο αναστηµένος Κύριος είναι συνεχώς ενεργός και µέσω αυτού όπως και µέσω του Πέτρου.

Για το Λουκά, ο Παύλος δεν είναι φυγόπονος (20,13.16.37). Σταλµένος από το Χριστό, ο απόστολος δεν αποφεύγει τις πλέον δύσκολες και επικίνδυνες καταστάσεις, θέλοντας να δώσει µαρτυρία όχι µόνο ανθρώπινης σύνεσης αλλά µαρτυρία του αναστηµένου Κυρίου, οπουδήποτε, ανάµεσα σε φίλους και εχθρούς δικαίωση και θάρρος συνεχίζουν να του χορηγούνται από εκείνη τη θεµελιώδη πρώτη συνάντηση µε τον Αναστηµένο στο δρόµο για τη ∆αµασκό, στην οποία επανέρχεται νοερά πολλές φορές (22,7.13.24). Στη φυλακή ή στο στρατόπεδο ή µπροστά στο δικαστήριο είναι έτοιµος να δώσει λόγο για το «έγκληµα» του ευαγγελισµού και να υποστεί τις νοµικές συνέπειες, όπως ο Πέτρος. Σε αντίθεση όµως µε τον Πέτρο, ο Παύλος είναι υπερήφανος που µπορεί να πει ότι είναι «ρωµαίος πολίτης» για να αποταθεί στον Καίσαρα κι έτσι να φτάσει στη Ρώµη (22,25.28). Είναι άξιο µνήµης, σύµφωνα µε το Λουκά, να παρατηρηθεί ότι η αποστολή του Παύλου συνάντησε πολύ περισσότερα εµπόδια προκατάληψης από τις θρησκευτικές παρά από τις στρατιωτικές αρχές. Η οικογενειακή θαλπωρή που βρίσκει ο Παύλος στην αδελφή του µε το γιο της, τον βοηθούν να ξεπεράσει επικίνδυνες καταστάσεις (23,16.18.20.24.31.33). Από την Ιερουσαλήµ η δίκη µεταφέρεται στην Καισάρεια. Ο Λουκάς σηµειώνει την κακία των πιο θρησκευόµενων ανθρώπων και τη σύνεση (και τη σοφία) των ειδωλολατρικών αρχών (24,1.10.23.26-27 25,2-3.6.8.14.19.21.23 26,1). Το µυστικό του Παύλου για ν’ αντέξει όλες αυτές τις δοκιµασίες, βρίσκεται πάντοτε στην ιστορία, την ελάχιστα πιστευτή για πολλούς, της συνάντησης της ∆αµασκού, ως σαν από τότε να αποκτούν γι’ αυτόν όλα νόηµα, η ίδια η ζωή κι η αποστολή του (26,14.24-25).

Στις δίκες ο Παύλος αποδεικνύεται καλός δικηγόρος του εαυτού του, χρησιµοποιώντας τη θέση του κατηγορουµένου για να κηρύξει το Ευαγγέλιο (26,28 εξ). Ακόµα και το ταξίδι του στη Ρώµη όπου ήταν αλυσοδεµένος, γίνεται ιεραποστολικό (27,1.3.9.11.21.33-34) γιατί ο Αναστηµένος είναι µαζί του. Η Ρώµη υποδέχεται τον Παύλο ως αδελφό κι όχι ως εχθρό (28,15). «Όταν ήρθαµε στη Ρώµη, δόθηκε άδεια στον Παύλο να µείνει σε ιδιωτικό κατάλυµα µαζί µε το στρατιώτη που τον φύλαγε» (28,16). Γι’ άλλη µια φορά ο Παύλος αποδεικνύει και σωµατικά ότι ο Λόγος του Θεού είναι ελεύθερος, ότι δεν αλυσοδένεται. Η κατ’ οίκον φυλάκιση γίνεται σχολείο ευαγγελίου για τους επισκέπτες, κυρίως τους «εθνικούς» (28,25 εξ).

ƒΟ Πέτρος κι ο Παύλος µιλούν κι ενεργούν ως απόστολοι κι όχι ως φιλόσοφοι, ως διδάσκαλοι κοινωνικών θεωριών. Αµφότεροι, µαζί και µε άλλους, αντιπροσωπεύουν το Χριστό σταυρωµένο και αναστηµένο. Ο λόγος που τους έχει εµπιστευθεί επικυρώνεται από σηµεία του Θεού. Το θάρρος, το κουράγιο τους δεν είναι κάτι που έχει µια ψυχολογική εξήγηση. Γνωρίζουν ότι πάνε ενάντια στο ρεύµα και το πράττουν µε παρρησία ακόµα και µπροστά στους πιο απόλυτους άρχοντες, αρχιερείς, πρεσβυτέρους, φαρισαίους, κυβερνήτες και υπάτους.

Παραµένοντας όρθιοι µπροστά στους ισχυρούς µε τα ίδια λόγια που παρουσιάζονται στο πλήθος, ενισχυµένοι από το Άγιο Πνεύµα. Στις Πράξεις των Αποστόλων, οι προσωπογραφίες του Πέτρου και του Παύλου είναι πνευµατικά όµοιες, µε την έννοια ότι αυτό που προέχει δεν είναι το ανθρώπινο (δηλ. η γνώση ή η ισχύ). Η συνεκτική τους δύναµη κι εποµένως αυτή που ιδρύει την Εκκλησία και την αδελφοσύνη όλων των ανθρώπων, προέρχεται από το Πνεύµα. Εκείνο που υποσχέθηκε και έστειλε ο Ιησούς, µε τη µορφή φλόγας και ανέµου, σε όποιον θέλει κι όποτε θέλει.

“Διαφορετικοί λοιπόν όσον άφορα τον τόπο γεννήσεως και τον πολιτισμό, τη μόρφωση, οι Άγιοι Πέτρος και Παύλος κλήθηκαν να γίνουν απόστολοι πάλι με διαφορετικό τρόπο και δέχτηκαν από τον Χριστό και από τις Εκκλησίες διαφορετικές αποστολές: ο Άγιος Πέτρος να κηρύσσει το Ευαγγέλιο στους Ιουδαίους και ο Άγιος Παύλος στα έθνη. ….

….Τί έχουν κοινό οι Άγιοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος; … Έχουν κοινή και την δυνατή τους αγάπη για τον Χριστό και την Εκκλησία Του. Η Εκκλησία είναι θεμελιωμένη επάνω στην πέτρα της ομολογουμένης από τον Πέτρο πίστης, δηλαδή επάνω στην ομολογία της θεότητας του Ιησού Χριστού (Μθ. 16, 13-20).
….Οι Άγιοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος έχουν κοινό και το μαρτύριό τους στη Ρώμη, την εποχή των διωγμών του αυτοκράτορα Νέρωνα εναντίον των χριστιανών, το έτος 67, το οποίο μαρτύριο γιορτάζεται στην παράδοση της Εκκλησίας κάθε 29 Ιουνίου. Έτσι, αυτοί μπορούν να ονομαστούν Απόστολοι της Ευρώπης και Μάρτυρες της Ευρώπης…( Μητροπ. Μολδαβίας Δανιήλ (Daniel Ciobotea)

Επιμέλεια:π.Δ.Α

ΠΗΓΕΣ

Α.ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ.ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ

Β.ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Γ.ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

Δ. Μητροπ. Μολδαβίας Δανιήλ (Daniel Ciobotea), Καθηγητού στο Παν/μιο του Ιασίου, «Πέτρος και Παύλος:απόστολοι και μάρτυρες της Ευρώπης», ΙΑ΄Παύλεια-Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου Ι. Μ. Βεροίας και Ναούσης, «Εκκλησία και κοινωνία κατά τον Απ. Παύλο» – Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΩΝ ΔΩΔΕΚΑ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ (30 ΙΟΥΝΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουνίου, 2013

Ἡ ἑορτή τῆς σύναξης τῶν δώδεκα ἀποστόλων ἀποτελεῖ ἀντανάκλαση τῆς μεγάλης χθεσινῆς ἑορτῆς τῶν πανευφήμων καί πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, προεκτείνει δηλαδή τήν τιμή πού ἀποδίδει ἡ ᾽Εκκλησία μας στούς μεγάλους αὐτούς ἀποστόλους: κατά τήν ὑμνολογία, στόν μέν Πέτρο τήν τιμή τοῦ  προεξάρχοντος τοῦ κύκλου τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, στόν δέ Παῦλο τήν τιμή  τοῦ κοπιάσαντος ὑπέρ πάντας ἄλλους στό κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου σέ ὅλα τά ἔθνη. Συμβαίνει κάτι παρόμοιο μέ ὅ,τι διαπιστώνουμε στίς μεγάλες ἑορτές τῆς ᾽Εκκλησίας: μετά ἀπό ἕνα σπουδαῖο γεγονός, τήν ἑπομένη τιμᾶται τό πρωταγωνιστοῦν πρόσωπο, ὅπως π.χ. τήν ἑπομένη τῶν Χριστουγέννων ἑορτάζουμε τή σύναξη τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, τήν ἑπομένη τῶν Θεοφανείων ἑορτάζουμε τή σύναξη τοῦ ᾽Ιωάννη τοῦ Προδρόμου κ.ο.κ. ᾽Αντιστοίχως λοιπόν σήμερα: μετά τήν ἑορτή τῶν πρωτοθρόνων λεγομένων ἀποστόλων ἑορτάζουμε συνολικά ἐκείνους πού εἶχαν τήν ἴδια ἰδιότητα μέ αὐτούς, τήν ἰδιότητα καί τό χάρισμα τοῦ ἀποστόλου.

Ἡ σύναξη τῶν ἀποστόλων, πέραν τοῦ ὅτι δίνει τήν ἀφορμή γιά νά δεῖ κανείς τήν κατά Χριστόν βιοτή καί τό ἔργο καθενός ἀπό αὐτούς, θέτει τόν προβληματισμό τῆς ἀποστολικότητας τῆς ᾽Εκκλησίας, τί σημαίνει δηλαδή ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία εἶναι ἀποστολική, ὅπως τό ὁμολογοῦμε διαρκῶς στό σύμβολο τῆς πίστεως:  πιστεύουμε ῾εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν ᾽Εκκλησίαν᾽. Ἡ ᾽Εκκλησία μας λοιπόν εἶναι ἀποστολική, διότι θεμελιώνεται ῾ἐπί τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων᾽. Βασικός θεμέλιος λίθος, βασικό ἀγκωνάρι εἶναι ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός – ὁ Ἱδρυτής καί ἡ Κεφαλή τῆς ᾽Εκκλησίας – ὑπόλοιποι θεμέλιοι λίθοι, κατά τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι οἱ ἀπόστολοί Του. ᾽Εκεῖνοι κλήθηκαν ἀπό τόν Χριστό καί ἔλαβαν τήν ἐντολή νά εἶναι οἱ μάρτυρές Του, ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς, νά φανερώνουν δηλαδή τή ζωή Του καί νά συνδέουν μέσω αὐτῶν τούς ἀνθρώπους μέ τόν Χριστό καί διά τοῦ Χριστοῦ ἐν Πνεύματι ἁγίῳ μέ τόν Θεόν Πατέρα. ῾Ὅ ἀκηκόαμεν, ὅ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὅ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περί τοῦ λόγου τῆς ζωῆς,… ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καί ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ᾽ ἡμῶν. Καί ἡ κοινωνία δέ ἡ ἡμετέρα μετά τοῦ πατρός καί μετά τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ (Α´᾽Ιωάν. 1, 1-3).

῎Ετσι κανείς δέν μπορεῖ νά ἔχει σχέση μέ τόν Χριστό ἔξω ἀπό τήν κοινωνία μέ τούς ἀποστόλους, πού σημαίνει δέν μπορεῖ κανείς νά ζεῖ τόν Θεό ἔξω ἀπό τήν ᾽Εκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι ἀποστολική. Κάθε διαφορετική ἐκτός ᾽Εκκλησίας σχέση μέ τόν Θεό – διότι ῾τό Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ᾽ – συνιστᾶ ἁπλῶς δρόμο, πού ὁδηγεῖ τόν καλοπροαίρετο ἄνθρωπο μέσα στήν ᾽Εκκλησία καί ὄχι κατευθεῖαν στόν Θεό. ῎Ας θυμηθοῦμε ἐν προκειμένω τόν ἅγιο Κορνήλιο: μπορεῖ οἱ προσευχές του νά ἀνέβαιναν ὡς θυμίαμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅπως σημειώνουν οἱ Πράξεις τῶν ᾽Αποστόλων, ᾽Εκεῖνος ὅμως ἔστειλε τόν ἀπόστολο Πέτρο, προκειμένου νά τόν κατηχήσει καί νά τόν βαπτίσει, ὥστε ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας νά ἔχει ζωντανή καί ἐνεργή σχέση μαζί Του. 

Μέ βάση τά παραπάνω: ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ τελειώνει μέ τόν θάνατο καί τοῦ τελευταίου τῶν ἀποστόλων, συνεπῶς ἡ ἀποκάλυψη δέν συνεχίζεται, ἐνῶ  κοινωνία μέ τούς ἀποστόλους  στό χῶρο τῆς ᾽Εκκλησίας σημαίνει  1) ὑπακοή σέ ὅ,τι ἐκεῖνοι δίδαξαν γιά τόν Χριστό, ὅτι δηλαδή εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός πού ἦρθε πρός σωτηρία τοῦ κόσμου, 2) μίμηση, ὅσον τό δυνατόν σέ ἐμᾶς, τῆς θεοφιλοῦς ζωῆς τους: νά ἀκολουθοῦμε δηλαδή τά δικά τους χνάρια ζωῆς, τά ὁποῖα ῾πατᾶνε᾽ πάνω στά χνάρια τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ.

  παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΕΝΑΓΚΑΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ (29 ΙΟΥΝΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουνίου, 2013

Ὁ μήνας ᾽Ιούνιος καταυγάζεται ἀπό τή μεγάλη ἑορτή τῶν πρωτοκορυφαίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου (29 ᾽Ιουνίου). Δέν πρόκειται περί μίας ἁπλῆς ἑορτῆς, ὅπως συνήθως ἑορτάζουμε τίς ὑπόλοιπες ἑορτές τῶν ἁγίων μας: νά θυμηθοῦμε τήν κατά Χριστόν πολιτεία τους καί στό μέτρο τῶν δυνατοτήτων μας νά τούς μιμηθοῦμε. Στόν ἐναγκαλισμό τῶν δύο ἀποστόλων, ὅπως τόν βλέπουμε στή γνωστή εἰκόνα τους, ἡ ᾽Εκκλησία μας πρόβαλε τή σύζευξη τῆς πίστεως καί τῶν ἔργων, μέ ἄλλα λόγια εἶδε τούς ἀποστόλους αὐτούς ὡς σύμβολο καί τύπο τῆς παραδόσεώς της.

Ὑπῆρξε, καί ὑπάρχει ἀκόμη σέ ὁρισμένους αἱρετικούς, ἡ ἄποψη ὅτι οἱ πρωτοκορυφαῖοι ἀπόστολοι ἀκολουθοῦν διαφορετικές παραδόσεις καί ἐκφράζουν διαφορετικές θεολογίες: ὁ ἀπόστολος Πέτρος – λένε –  τονίζει τά ἔργα ὡς δρόμο σωτηρίας, γεγονός πού τόν σχετίζει περισσότερο μέ τήν ᾽Ιουδαϊκή παράδοση, καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει κυρίως τήν πίστη, ἄρα εἶναι ὁ ρηξικέλευθος καί ὁ ἀληθινός χριστιανός. Τόν Πέτρο εἶδαν πολλοί ὡς πρότυπο τῆς θεολογίας τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ, ἡ ὁποία πράγματι ὑπερτονίζει τά καλά ἔργα εἰς βάρος συχνά τῆς πίστεως, καί τόν Παῦλο ἀπό τήν ἄλλη σχέτισαν μέ τόν Προτεσταντισμό, ὁ ὁποῖος ὑποβαθμίζει τά ἔργα ὑπέρ τῆς πίστεως.
Γιά ἐμᾶς τούς ὀρθοδόξους ὅμως μία τέτοια διασπασμένη κατανόηση τῆς θεολογίας τῶν ἀποστόλων αὐτῶν ἀποτελεῖ μεγάλη πλάνη. Καί τοῦτο γιατί καί οἱ δύο ἀπόστολοι ἐκφράζουν τήν ἴδια τελικῶς θεώρηση τῆς πίστεως. Δέν προβάλλει ἄλλον Χριστό ὁ Πέτρος καί ἄλλον ὁ Παῦλος. Καί οἱ δύο καταθέτουν τήν ἴδια ἐμπειρία, τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία, γιά τήν ὁποία καί οἱ δύο ἔδωσαν μέ μαρτυρικό τρόπο τή ζωή τους. Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἄλλωστε πού τούς φώτιζε, ἦταν καί εἶναι πάντοτε τό ἴδιο. Ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γιά παράδειγμα, τονίζει τήν πίστη ὡς προϋπόθεση τῆς σωτηρίας, ἐξαγγέλλει τήν κοινή μαρτυρία καί τῶν ἄλλων ἀποστόλων, ποεξάρχοντος τοῦ Πέτρου (Βλ. π.χ. Α´Πέτρ. 1, 5-9. 21κ.ἀ.), κατά τήν ὁποία, ναί μέν ῾ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται᾽ (Ρωμ. 1,17), ἀλλά ἡ πίστη αὐτή ἐκφράζεται μέ τά ἔργα τῆς πίστεως, μέ τή μετάνοια δηλαδή τοῦ ἀνθρώπου, καί μέ τόν καρπό τῆς πίστεως, τήν ἀγάπη. ῾Πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽ (Γαλ. 5, 6) κατά τή συνοπτική διατύπωσή του, πού σημαίνει ὅτι τότε ἡ χριστιανική πίστη ζωντανεύει καί ἐνεργοποιεῖται, ὅταν ἀκολουθεῖ τόν δρόμο τῆς ἀγάπης. Πρόκειται γιά διαφορετική διατύπωση τῆς διδασκαλίας καί τοῦ ἀποστόλου ᾽Ιακώβου, κατά τήν ὁποία ῾ἡ πίστις χωρίς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι᾽ (2, 18). Διαφορετικά, ἡ πίστη μόνη μπορεῖ νά θεωρηθεῖ καί ὡς δαιμονική, ἀφοῦ ῾καί τά δαιμόνια πιστεύουσιν καί φρίττουσι᾽( ᾽Ιακ. 2,19).

῎Ετσι πίστη καί ἔργα (πίστεως) συμπορεύονται στή χριστιανική παράδοση, ἐνῶ ὁποιαδήποτε διάσπαση τῆς πίστεως ἀπό τά ἔργα ἑρμηνεύεται ὡς τό ἀποτέλεσμα τῆς συγχύσεως τῆς ψυχῆς καί τοῦ διασπασμένου νοῦ τῶν αἱρετικῶν. Ἡ ἐσωτερική δηλαδή διάσπαση, τήν ὁποία ζοῦν οἱ αἱρετικοί, λόγω τῆς ἐνεργούσας μέσα τους ἁμαρτίας, τούς ὁδηγεῖ καί στό νά βλέπουν διασπασμένη τή θεολογία τῶν ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου. Μέ ἄλλα λόγια καί στό σημεῖο αὐτό ἐπιβεβαιώνεται ἡ ψυχολογική ἀρχή, σύμφωνα μέ τήν ὁποία  ὁ κάθε ἄνθρωπος γιά τήν κατανόηση τοῦ κόσμου προβάλλει στήν πραγματικότητα τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό: αὐτό πού ζεῖ, τό προεκτείνει καί πρός τά ἔξω.

Στήν πιθανή ἔνσταση ὅτι ἱστορικά ὑπῆρξε κάποια σύγκρουση τῶν πρωτοκορυφαίων – ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος τότε πού ῾ἦρθε ὁ Πέτρος στήν ᾽Αντιόχεια, τοῦ ἀντιμίλησε κατά πρόσωπο, γιατί ἦταν ἀξιοκατάκριτος. Γιατί πρίν ἔρθουν μερικοί ἄνθρωποι τοῦ ᾽Ιακώβου, ἔτρωγε στά κοινά δεῖπνα μαζί μέ τούς ἐθνικούς. Σάν ἦρθαν ὅμως, ὑποχωροῦσε καί διαχώριζε τή θέση του, ἐπειδή φοβόταν τούς ᾽Ιουδαίους᾽ (Πρβλ. Γαλ. 2,11 ἑξ.) – ἡ ἀπάντηση δέν εἶναι διαφορετική: ἡ διαφωνία ἦταν γιά τήν τακτική τοῦ Πέτρου ἀπέναντι στούς ἐθνικούς καί ὄχι γιά τήν πίστη καί τήν ἀλήθεια πού ζοῦσε. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ᾽Εκκλησία μας, εἴπαμε, πρόβαλε καί προβάλλει συνεχῶς τήν  ἑ ν ό τ η τ ά  τους μέσα καί ἀπό τήν εἰκόνα τῆς ἑορτῆς τους, ὅπου τούς τοποθετεῖ σέ ἐναγκαλισμό.

Ἡ μεγάλη λοιπόν ἑορτή τῶν ἁγίων ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, πού ἡ ᾽Εκκλησία μας τή συνοδεύει καί μέ νηστεία (γι᾽ αὐτούς γίνεται ἡ νηστεία καί ὄχι γιά τήν ἑπομένη, τῆς σύναξης τῶν ἀποστόλων), μᾶς ὑπενθυμίζει τή βασική ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας ὅτι δέν μποροῦμε νά σωθοῦμε καί νά σχετιστοῦμε μέ τόν Χριστό, ἄν μαζί μέ τήν πίστη μας σέ ᾽Εκεῖνον δέν κινητοποιηθεῖ καί ὅλη ἡ ζωή μας. Μέ ἁπλά λόγια, ἡ ἀγάπη μας γιά τόν συνάνθρωπο (αὐτό σημαίνει κυρίως κινητοποίηση τοῦ ἑαυτοῦ μας) ἀποτελεῖ καί τή σπουδαιότερη ἐπιβεβαίωση τῆς πραγματικῆς πίστεώς μας.

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΣΑΜΨΩΝ Ο ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ (27 ΙΟΥΝΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουνίου, 2013

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΑΜΨΩΝ Ο ΞΕΝΟΔΟΧΟΣ (27 ΙΟΥΝΙΟΥ)

“Αὐτός ὁ ἅγιος καταγόταν ἀπό τή Ρώμη καί ἔζησε τόν 6ο μ. Χ. αἰώνα. Τόν πλοῦτο πού τοῦ ἄφησαν οἱ γονεῖς του τόν μοίρασε στούς πτωχούς καί ἀναγκεμένους συνανθρώπους του καί στή συνέχεια ἦλθε στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου περνοῦσε τόν καιρό του ὡς ἡσυχαστής μέσα στόν κόσμο, δηλαδή ζώντας τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ἡμέρας μέσα στούς ναούς, προσευχόμενος διαρκῶς καί μελετώντας τίς ῞Αγιες Γραφές. Ἡ ἁγία βιοτή του ἔγινε γνωστή στόν πατριάρχη Μηνᾶ, ὁ ὁποῖος τόν κάλεσε στήν ἱερωσύνη καί τόν χειροτόνησε πρεσβύτερο. ᾽Από κεῖ καί πέρα, ὡς κληρικός πιά ὑπῆρξε σωτήριο λιμάνι γιά ὅλους τούς πτωχούς καί τούς ἔχοντες ἀνάγκη, θέτοντας μάλιστα στήν ὑπηρεσία τῶν συνανθρώπων του καί τήν ἐμπειρία του στήν ἰατρική ἐπιστήμη. Τήν ἀγάπη του καί τίς ἰατρικές του γνώσεις ἔνιωσε καί ὁ ἴδιος ἀκόμη ὁ αὐτοκράτορας ᾽Ιουστινιανός, ὁ ὁποῖος θεραπεύτηκε ἀπό τόν ἅγιο, ὅταν προσῆλθε σέ αὐτόν, λόγω κάποιου ἀνιάτου πάθους πού τόν διακατεῖχε. ᾽Από τό γεγονός αὐτό ὁρμώμενος ὁ βασιλιάς, θαυμάζοντας ὑπέρμετρα τήν ἀρετή τοῦ ἄνδρα καί ἀπονέμοντας σεβασμό σ᾽ αὐτόν, μετά τόν ναό τῆς ῾Αγίας Σοφίας κατασκεύασε ξενώνα καί κατέστησε τόν ἅγιο σκευοφύλακα τῆς μεγάλης ᾽Εκκλησίας. Ὁ Σαμψών ἀφοῦ ἔζησε μέ καλό καί θεοφιλή τρόπο καί ἔγινε πρόξενος σωτηρίας γιά πολλούς, μέ τό νά τούς ὁδηγεῖ σέ ζῆλο καί μίμηση τοῦ δικοῦ του χριστιανικοῦ τρόπου ζωῆς, ἐκεῖ καί ἀναπαύτηκε. Τό τίμιο λείψανό του κατατέθηκε στόν μέγιστο ναό τοῦ ἁγίου Μωκίου, βρύοντας καθημερινά ἰαματοφόρα νάματα, ῾εἰς δόξαν καί αἶνον Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν”.

Μυροβλήτης λοιπόν καί ὁ ὅσιος αὐτός, προσφέροντας μέ τή χάρη τοῦ Χριστοῦ  τήν ἴαση στούς ἐν πίστει προσερχομένους στόν τάφο του. Κατά τον ιερό υμνογράφο μάλιστα, τον άγιο Ιωσήφ, το μύρο το προχεόμενο από τον τάφο του ήταν σαν το μέλι που πήρε ο Σαμψών, ο κριτής της Παλαιάς Διαθήκης, από τη γνάθο του λιονταριού όταν το σκότωσε με τα χέρια του και το βρήκε έπειτα με πλήθος μελισσών μέσα στο κουφάρι του. ῾Έβγαλε να πιει μέλι ο Σαμψών παλιά από τη γνάθο, ενώ ο Σαμψών τώρα αναβρύει μύρο από τον τάφο᾽(῾Εξήγεν ο πριν εκ γνάθου Σαμψών πόμα. Ο νυν δε Σαμψών μύρον εκ τάφου βρύει᾽) (στίχοι συναξαρίου). Η μυροβολία ἐκ τοῦ τάφου του  ἦταν βεβαίως συνέχεια τῆς μυροβολίας τῆς καρδιᾶς του, ἐνόσω ζοῦσε. Μόνον ἕνας πού μυροβολεῖ ἐν ζωῇ, δηλαδή ἔχει πλούσια ἀγάπη στήν καρδιά, μπορεῖ νά χαριτωθεῖ ἀπό τόν Χριστό, ὥστε νά μυροβολεῖ καί μετά θάνατο.  Τόν πλοῦτο τοῦ μύρου τῆς καρδιᾶς του, τήν ἀγάπη του, τόν εἰσέπραξαν καθ᾽ ὅλη τή ζωή του ὅσοι τόν προσήγγισαν, ἀδιακρίτως θέσεως καί τάξεως, πλούτου, μόρφωσης ἤ ἡλικίας. Εἴτε πτωχός εἴτε καί ὁ ἴδιος ὁ βασιλιάς, ἀνεξαιρέτως ὅλοι, μέσω τοῦ ἁγίου ἔρχονταν σέ ἐπαφή μέ τήν ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας. Ὁ ἅγιος ἦταν τό ὄργανο τοῦ Θεοῦ, προκειμένου νά θεραπευτεῖ καί στήν ψυχή καί στό σῶμα ὁ κάθε ἄνθρωπος. Κατά τον ιερό υμνογράφο ῾Φάνηκες η συμπαθέστατη βοήθεια των πτωχών και ο άριστος ιατρός των ασθενών, όσιε, και των ταλαιπωρουμένων η βοήθεια᾽(῾Ώφθης πτωχών συμπαθεστάτη βοήθεια και ασθενούντων, όσιε, ιατρός άριστος, και καταπονουμένων αντίληψις᾽) (ωδή α´)

Ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο πού τόν διακατεῖχε, ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἀγάπης του πρός τόν Θεό. ῾Μιμήθηκε (ο Σαμψών) την ευσπλαχνία του Θεού και έγινε συμπαθής στους αρρώστους και το ένδυμα όλων των γυμνών᾽(῾Θεού μιμούμενος ευσπλαγχνίαν, συμπαθής νοσούσι γέγονε, γυμνουμένων τε πάντων περιβόλαιον᾽) (ωδή γ´). Κι εἶναι γνωστό: κανείς δέν μπορεῖ νά ἀγαπήσει σωστά τόν συνάνθρωπό του, ἀκόμη καί τόν ἐχθρό του, ἄν δέν ἔχει στραφεῖ πρός τόν Θεό καί δέν ἔχει ἐξαρτήσει τήν ὕπαρξή του ἀπό Αὐτόν. Διαφορετικά, ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο, παρόλες ἴσως τίς καλές διαθέσεις πού μπορεῖ κάποιος νά ἔχει, θά εἶναι μέ ἡμερομηνία λήξεως. Ποιός θά μποροῦσε, γιά παράδειγμα, νά ἀγαπήσει τόν ἐχθρό του χωρίς λόγο; Μόνον ὁ ἀγαπῶν τόν Θεό ἔχει λόγο νά ἀγαπήσει καί τόν κάθε πλησίον του. Κι ἡ ἀγάπη τοῦ ὁσίου πρός τόν Θεό ἦταν ὁρατή ῾μακρόθεν᾽: ἐντρυφοῦσε ἀδιάκοπα στήν προσευχή καί τή μελέτη τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, χαρά του ἦταν ἡ διαμονή μέσα στίς ἐκκλησίες. Ὁπότε καί τά ῾μάτια᾽  του ἀνοίχτηκαν, γιά νά βλέπει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί στά πρόσωπα τῶν εἰκόνων ᾽Εκείνου, τῶν συνανθρώπων του. ῾Ανέθεσες τον εαυτό σου, Σαμψών, ολοκληρωτικά στον Κύριο᾽(῾Ολικώς ανετέθης, ω Σαμψών, τω Κυρίω᾽) (εξαποστειλάριο όρθρου).
Ἡ ἀγάπη ὅμως πρός τόν Θεό δέν γεννιέται αὐτόματα οὔτε εἶναι ἕνα χάρισμα πού δίνεται ἀπό τόν Θεό ῾τυφλά᾽. Πρέπει καί ὁ ἄνθρωπος νά συνεργήσει σέ αὐτό. Καί συνεργεῖ, ὅταν κι ὁ ἴδιος θέλει νά εἶναι μέ τόν Θεό – τό κάτι πού ζητάει ὁ Θεός ἀπό τόν ἄνθρωπο, ὅπως ἔλεγε ὁ ἁγιασμένος Γέροντας Πορφύριος. Πότε διατηρεῖται ἡ ἐπιθυμία αὐτή στόν ἄνθρωπο; Ὅταν δέν ἀφήνει τόν ἑαυτό του νά παρασυρθεῖ ἐντελῶς ἀπό τόν πονηρό, ὅταν, ἔστω καί λίγο, προσπαθεῖ νά διατηρήσει τόν νοῦ του καθαρό ἀπό ἐμπαθεῖς λογισμούς. Ὁπότε ὁ Θεός, παίρνοντας ἀφορμή ἀπό τήν καλή αὐτή διάθεση, δίνει τή χάρη Του πλούσια γιά νά καθαριστεῖ ἐντελῶς ὁ νοῦς, νά γίνει θεοειδής καί νά βλαστάνει διαρκῶς τήν ἀγάπη πρός Αὐτόν καί πρός τόν συνάνθρωπο, κάτι πού τό βλέπουμε στούς ἁγίους μας, καί ἰδίως στόν σήμερα ἑορταζόμενο ὅσιο Πατέρα Σαμψών.῾Φάνηκες καθαρός ναός του παναγίου και σεπτού Πνεύματος, επειδή καθάρισες τον εαυτό σου πραγματικά από τη λάσπη των παθών, θεοφόρε Πατέρα᾽(῾Ώφθης ναός καθαρός του παναγίου και σεπτού Πνεύματος, της των παθών ιλύος καθάρας σεαυτόν ως αληθώς, Πάτερ θεοφόρε᾽) (ωδή ε´). 
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουνίου, 2013

Τοιγαροῦν καί ἡμεῖς τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων…᾽ 
(῾Εβρ. 12, 1) 
α. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος μέ ἐντελῶς φυσικό τρόπο συνδέει τήν Παλαιά Διαθήκη μέ τήν Καινή καί τήν ἐποχή τῆς ᾽Εκκλησίας: οἱ ἅγιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης – Πατριάρχες, κριτές, προφῆτες καί ἁπλοί πιστοί τοῦ ᾽Ισραήλ –  μέ κύριο χαρακτηριστικό τήν πίστη τους στόν ἀληθινό Θεό πού ἐπιβεβαιώθηκε ἀκόμη καί μέ τήν θυσία τῆς ζωῆς τους, εἶναι ἐκεῖνοι πού περιβάλλουν τούς χριστιανούς, παρακολουθώντας καί ἐνισχύοντας τόν πνευματικό τους ἀγώνα, μετά μάλιστα τόν ἐρχομό τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. Γιά τόν ἀπόστολο Παῦλο ὁ ἀγώνας τοῦ χριστιανοῦ γίνεται πιά ἐν Χριστῷ καί Πνεύματι ῾Αγίῳ, ἀλλά μετέχει σ᾽ αὐτόν καί ὁ πνευματικός κόσμος τῶν ἁγίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. ῾Τοιγαροῦν καί ἡμεῖς, τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων,…δι᾽ ὑπομονῆς τρέχωμεν τόν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα...᾽ (῎Εχοντας λοιπόν κι ἐμεῖς τριγύρω μας ἕνα τόσο μεγάλο καί πυκνό σύννεφο ἁγίων ἀνθρώπων πού μαρτύρησαν γιά τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως…ἄς τρέχουμε μέ ὑπομονή τόν ἀγώνα πού προβάλλει μπροστά μας…). ῞Ολοι οἱ πιστοί πού ἀνταποκρίθηκαν στήν κλήση τοῦ Θεοῦ ἔμπρακτα καί στήν πρώτη καί στήν δεύτερη φάση τῆς ἀποκαλύψεώς Του εἶναι μέτοχοι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. ῾Η Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔχει μέλη της τούς μάρτυρες τῆς πίστεως. Οἱ μάρτυρες συνιστοῦν τούς ἁγίους τῆς ᾽Εκκλησίας.
β. 1. ῞Αγιος λοιπόν εἶναι ὁ μάρτυρας. ῎Οχι μόνον βεβαίως μέ τήν ἔννοια τῆς μαρτυρίας τῆς πίστεώς του: τήν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ ὡς Κυρίου καί Θεοῦ του, κάτι πού θεωρεῖται δεδομένο γιά ἕναν χριστιανό –  ῾πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. ῞Οστις δ᾽ ἄν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτόν κἀγώ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς᾽ –  ἀλλά κυρίως μέ τήν μαρτυρία τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς του, τήν ἔμπρακτη φανέρωση δηλαδή ὅτι ἀνήκει κανείς στόν Κύριο καί τήν ᾽Εκκλησία Του διά τῆς τηρήσεως τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν, γεγονός πού φτάνει σ᾽ ἕνα πολύ μεγάλο ποσοστό καί στήν ἀπώλεια τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς. Κι αὐτό γιατί σ᾽ ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία πού ὁ ἐγωϊσμός καί τό συμφέρον συνιστᾶ τήν προτεραιότητα, ἡ πιστότητα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ θεωρεῖται ἐλάττωμα πού πρέπει νά ἐξαφανιστεῖ. ῾Ο κόσμος τῆς ἁμαρτίας δέν ἀνέχεται τό διαφορετικό ἀπό αὐτόν. Τό διαφορετικό ἀποτελεῖ ἔλεγχο τοῦ ἁμαρτωλοῦ τρόπου ζωῆς του, γι᾽ αὐτό καί ἐπιδιώκει πάντοτε τόν ἐξαφανισμό του. Κατά τόν ἀψευδή λόγο τοῦ Κυρίου: ῾πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ᾽.
2. Δέν παραξενεύει λοιπόν τό γεγονός ὅτι ἅγιοι γιά τήν ᾽Εκκλησία μας εἶναι οἱ μάρτυρες τῆς πίστεως πού ἔδωσαν καί τήν ζωή τους προκειμένου νά σταθοῦν ἀμετακίνητοι πάνω στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τό ἀπολυτίκιο μάλιστα τῆς ἡμέρας τῶν ἁγίων Πάντων ἔρχεται μέ μία ἐξαίσια εἰκόνα νά ἐπιβεβαιώσει τήν ἀλήθεια αὐτή. ῾Τῶν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ μαρτύρων σου, ὡς πορφύραν καί βύσσον τά αἵματα ἡ ᾽Εκκλησία Σου στολισαμένη...᾽, λέει συγκεκριμένα. ῾Η ᾽Εκκλησία Σου, δηλαδή, Χριστέ Θεέ μας, στολισμένη μέ τά αἵματα τῶν μαρτύρων σου σέ ὅλον τόν κόσμο, ἔχει σάν ἔνδυμά της τό πορφυρό χρῶμα.  Αὐτό εἶναι τό χρῶμα τῆς ᾽Εκκλησίας: τό πορφυρό, γιατί τό μαρτύριο τοῦ αἵματος εἶναι τό χαρακτηριστικό ὅλων τῶν ἁγίων. Καί πῶς νά εἶναι ἀλλιῶς, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ ἀρχηγός τῆς πίστεως καί ἡ κεφαλή τῆς ᾽Εκκλησίας, ἔφυγε μαρτυρικά ἀπό τήν ζωή αὐτή; ῎Αν Αὐτός πού συνιστᾶ τό ἀπόλυτο κριτήριο ζεῖ καί φεύγει ἀπό τόν κόσμο τοῦτο μαρτυρικά, ποιός χριστιανός ὡς μαθητής Του μπορεῖ νά ζήσει μέ ἄλλον τρόπο; Γι᾽ αὐτό καί τό μαρτύριο εἶναι ἡ φυσιολογική κατάσταση γιά τήν ᾽Εκκλησία. Στό μαρτύριο βρίσκει πάντοτε ἡ ᾽Εκκλησία τόν ἑαυτό της. ᾽Εκκλησία πού δέν ζεῖ μαρτυρικά, πού ἡ πιστότητα στό θέλημα τοῦ Κυρίου δέν ὁδηγεῖ σέ σύγκρουση μέ τόν διεστραμμένο κόσμο τῆς ἁμαρτίας, δέν εἶναι ᾽Εκκλησία. Γιατί προφανῶς θά ἔχει ξεφύγει ἀπό τά χνάρια τοῦ ἀρχηγοῦ της. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν᾽ εἶπε ὁ ῎Ιδιος. ῾῞Οστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι᾽. Διότι ῾ὅστις θέλει φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται᾽, ἀφοῦ ῾οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν᾽.
Κατά συνέπεια ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος γιά τήν ᾽Εκκλησία εἶναι ἡ λεγόμενη ἐκκοσμίκευση: ἡ ᾽Εκκλησία δηλαδή – ἐννοεῖται πάντοτε κατά τό ἀνθρώπινο αὐτῆς, πού σημαίνει ἀπό πλευρᾶς τῶν πιστῶν της – νά συσχηματισθεῖ μέ τόν κόσμο, νά γίνει καί ἡ ἴδια κόσμος. ῞Οταν ἡ κοσμική ἐξουσία ἀρχίζει νά ῾χαϊδεύει᾽ τήν ᾽Εκκλησία, ὅταν ᾽Εκκλησία καί ἐξουσία ἀρχίζουν νά συμβαδίζουν, τότε ἤ ἡ κοσμική ἐξουσία ἔχει ἡγέτες τέτοιους χριστιανούς πού λειτουργοῦν ὡς γνήσια τέκνα της, (ἀλήθεια, γίνεται αὐτό;), ἤ ἡ ᾽Εκκλησία ἔχει βάλει ῾πολύ νερό στό κρασί της᾽, ὅπως λέμε, συνεπῶς ἔχει χάσει τήν αὐθεντικότητά της καί ἔχει ξεπέσει στήν ῾μωρίαν τοῦ ἅλατος᾽ πού λέει ὁ Κύριος. Τό φυσικό ἐπακόλουθο μᾶς τό λέει καί πάλι ὁ ῎Ιδιος: ῾νά πεταχτεῖ καί νά ποδοπατηθεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους᾽. Γι᾽ αὐτό καί οἱ ἅγιοί μας, τίς ῾εἰρηνικές᾽ ἐποχές, ἐκεῖ πού τά πράγματα φαίνονται ὅτι βαίνουν καί κυλοῦν ῾καλά᾽, τίς θεωροῦν ὡς τίς πιό ἐπικίνδυνες ἐποχές καί καλοῦν σέ ἀδιάκοπη καί συνεχή ἐγρήγορση. Πότε ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς κινδυνεύει ἕνας χριστιανός; ῞Οταν σταματήσουν σ᾽ αὐτόν οἱ πειρασμοί καί οἱ δοκιμασίες τῆς ζωῆς. Τότε εὔκολα μπορεῖ νά ῾ἀποκοιμηθεῖ᾽. ῾῎Επαρον τούς πειρασμούς καί οὐδείς ὁ σωζόμενος᾽ κατά τό γνωστό ἀσκητικό λόγιο. Τό ἴδιο λοιπόν καί γιά τίς χωρίς πειρασμούς ἐποχές.
3. Κι ἐδῶ ἀκριβῶς ἔχει θέση ἡ προβολή καί ἑνός ἄλλου εἴδους μαρτυρίου γιά τήν ᾽Εκκλησία. Ναί μέν τό μαρτύριο τοῦ αἵματος εἶναι τό πιό καθοριστικό ὡς αὐτό πού ἐπιβεβαιώνει στόν ἀπόλυτο δυνατό βαθμό τήν γνησιότητα τῆς πίστεως, ὅμως ὑπάρχει καί τό λεγόμενο μαρτύριο τῆς συνειδήσεως, τό ὁποῖο, ὄχι λιγότερο εἶναι ἀλήθεια, φανερώνει τό πόσο ὁ χριστιανός πορεύεται ὀρθά στήν ζωή του. Καί τοῦτο γιατί μαρτύριο τῆς συνειδήσεως εἶναι ἡ προσπάθεια πού καταβάλλει μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ συνεπής πιστός νά μένει πάνω στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου. Χαρακτηρίζεται δέ ἔτσι, διότι στήν τήρηση τῶν ἐντολῶν –  στήν πραγματικότητα στήν τήρηση τῆς διπλής ἐντολῆς: τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο – ἐναντιώνεται ὁ ζῶν ἀκόμη στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου ἐγωϊσμός, ὅπως καί ὁ πόλεμος πού ἐπιτρέπει ὁ Κύριος ἀπό τόν Πονηρό διάβολο. ᾽Εδῶ ἔχει θέση το ἄλλο γνωστό πατερικό λόγιο: ῾δός αἷμα καί λάβε Πνεῦμα᾽. ῾Η συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου λοιπόν εἶναι ἐκείνη πού καθορίζει τήν ποιότητα τῆς χριστιανικότητάς του, μέ ἄλλα λόγια ἡ παρθενικότητά της ἤ τό διάτρητο αὐτῆς φανερώνει τήν ἁγιότητα τοῦ πιστοῦ.
᾽Από τήν ἄποψη αὐτή τό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως θεωρεῖται ἰσοστάσιο τοῦ μαρτυρίου τοῦ αἵματος, μᾶλλον δέ καί προϋπόθεση αὐτοῦ.  ῎Αν μέ ἄλλα λόγια δέν μπορεῖ κανείς νά κρατήσει τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου, πῶς εἶναι δυνατόν νά δώσει καί τήν ζωή του γι᾽ Αὐτόν; Καί δέν εἶναι μία προσφορά ζωῆς ἡ θυσία τοῦ ἑαυτοῦ πρός χάριν τοῦ ἄλλου; ῾Φλέγομαι ἀπό τό πόθο νά μαρτυρήσω γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, εἶπε μιά μέρα ἕνας ἀρχάριος μοναχός σ᾽ ἕναν ἔμπειρο Γέροντα. – Ἄν τήν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ σηκώσης εὐχαρίστως τό βάρος τοῦ ἀδελφοῦ σου, τοῦ ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, εἶναι σἄν νά ρίχτηκες στήν κάμινο τῶν τριῶν Παίδων᾽ (ἀπό τό Γεροντικό). Καί δέν πρέπει νά λησμονοῦμε τόν συγκλονιστικό λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου στόν περίφημο ὕμνο τῆς ἀγάπης. Σημειώνει ὁ ἀπόστολος τήν θεωρούμενη, χωρίς νά εἶναι ὅμως μέ βάση τά παραπάνω, παραδοξότητα, ὅτι μπορεῖ κάποιος νά δώσει τό σῶμα του γιά νά καεῖ πρός χάρη τῆς πίστεώς του, νά μήν τόν ὠφελήσει ὅμως αὐτή ἡ θυσία του, ἄν δέν διακατέχεται ἀπό ἀγάπη. ῾Καί ἄν παραδῷ τό σῶμά μου, ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δέ μή ἔχω, οὐδέν ὠφελοῦμαι᾽.
4. Μάρτυρας λοιπόν κατά τήν ᾽Εκκλησία μας κάθε πιά πιστός: εἴτε τῆς συνειδήσεως πάντοτε εἴτε καί τοῦ αἵματος, ἄν ζητηθεῖ κάτι τέτοιο λόγω τῶν συνθηκῶν τῆς ἐποχῆς. Καί ὁ ἀπόστολος ἔρχεται στήν συνέχεια καί καθορίζει πιό συγκεκριμένα τό πλαίσιο αὐτοῦ τοῦ πνευματικοῦ μαρτυρικοῦ ἀγώνα: Μέ τήν συμπαράσταση ὅλων τῶν μαρτύρων ἁγίων ὁ πιστός, συνεπῶς ἐν ᾽Εκκλησίᾳ εὑρισκόμενος, εἶναι ἀπολύτως προσανατολισμένος πρός τόν Κύριο, τόν ἀρχηγό τῆς πίστεως, κάνοντας πέρα συνεπῶς ὁποιοδήποτε φορτίο ἀπό τά βιοτικά πράγματα, κυρίως ὅμως τήν ἁμαρτία πού εὔκολα παρασύρει τόν ἄνθρωπο. Κι ἐπειδή ἡ ἁμαρτία λειτουργεῖ ὡς δεύτερη φύση καί ὁ διάβολος δέν κάνει διακοπές στίς κατά τῶν πιστῶν ἐπιθέσεις του, γι᾽ αὐτό καί ἀπαιτεῖται ὑπομονή. ῾Μέ ὑπομονή λοιπόν τρέχουμε τόν ἀγώνα πού προβάλλει μπροστά μας, χωρίς νά στρέφουμε πουθενά ἀλλοῦ τά βλέμματά μας καί τήν προσοχή μας παρά μόνο στόν ᾽Ιησοῦ, πού εἶναι ὁ ἀρχηγός καί θεμελιωτής τῆς πίστεώς μας καί μᾶς τελειοποιεῖ σ᾽ αὐτήν᾽.
γ. ῾Ο ἀπόστολος μιλώντας γιά τούς ἁγίους μάρτυρες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πολύ περισσότερο ἑπομένως γιά τούς μετά Χριστόν, σημειώνει κάτι ἐξαιρετικό: ῾ὧν (αὐτῶν τῶν ἁγίων μαρτύρων) οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος᾽ (ὁλόκληρος ὁ κόσμος δέν ἄξιζε ὅσο οἱ ἅγιοι αὐτοί ἄνδρες, κι οὔτε μποροῦσε νά συγκριθεῖ μ᾽ αὐτούς). Οἱ μάρτυρες δηλαδή τοῦ Θεοῦ, οἱ εὑρισκόμενοι πάνω στό θέλημά Του, ἀποτελοῦν τό κόσμημα τοῦ κόσμου. Οἱ ἅγιοι συνιστοῦν τό ποιοτικό στοιχεῖο τοῦ κόσμου, τήν ἀναφορά καί τήν εὐλογία του. Μέ τήν ἁγιασμένη ζωή τους λειτουργοῦν ὡς οἱ εὐεργέτες αὐτοῦ, γι᾽ αὐτό καί κανονικά μέ ὀρθά κριτήρια ὁ κόσμος θά ἔπρεπε νά τούς εὐγνωμονεῖ καί νά τούς δοξολογεῖ. Μέ τούς ἁγίους μάρτυρες στέκεται τελικά ὁ κόσμος – ὁ Θεός δι᾽ αὐτῶν συνεχίζει νά κρατάει τόν κόσμο. ῾Η συναίσθηση αὐτῆς τῆς ἀλήθειας καί γιά ἐμᾶς σημαίνει ἤδη χάρη Θεοῦ. Μακάρι ὅμως νά μποῦμε καί στήν χάρη τῆς πράξης καί τῆς ζωῆς τους. 
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 
http://pgdorbas.blogspot.gr/2013/06/blog-post_7214.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουνίου, 2013

Ἔχει ὀρθά τονιστεῖ ὅτι ἡ σχέση τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς μέ τήν ἑορτή τῶν ῾Αγίων Πάντων στήν ᾽Εκκλησία μας ἀποτελεῖ σχέση αἰτίου καί αἰτιατοῦ, δηλαδή ἐκεῖνο πού δημιουργεῖ τό γεγονός τῆς ἁγιότητας εἶναι τό Πανάγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖο ἀπέστειλε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός, μετά τήν ἔνδοξη ἀνάληψή Του εἰς τούς οὐρανούς, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Μέ ἄλλα λόγια οἱ ἅγιοι συνιστοῦν τά ἔργα τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, κάτι πού μᾶς ὁδηγεῖ στήν κατανόηση ὅτι μιλώντας γιά τούς ἁγίους μιλᾶμε γιά γεγονός πού ὑπερβαίνει τήν ὁριζόντια ἀνθρώπινη μόνο κατανόησή τους. Οἱ ἅγιοι, ὅπως πιστεύουμε ὅτι θά δείξουμε καί στή συνέχεια, φανερώνουν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, συνιστοῦν τήν προέκταση τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου μέσα στά πλαίσια τοῦ ἐδῶ καί τοῦ τώρα. Εἶναι οἱ ῾ἐν σαρκί περιπολοῦντες Θεοί᾽, κατά γνωστή ἔκφραση ἐκκλησιαστικοῦ Πατέρα. Ἡ ἑορτή τῶν ἁγίων Πάντων λοιπόν θέτει κάθε φορά αὐτό τό ἐρώτημα, τό ὁποῖο κάθε χριστιανός πρέπει νά τό θέτει καί στόν ἑαυτό του: ῾Ποιός εἶναι ὁ ἅγιος;᾽ Νά ἐξηγήσουμε λίγο περισσότερο τήν παραπάνω περί ἁγίων τοποθέτηση. 
Κατά πρῶτον θά πρέπει νά ὑπερβοῦμε τήν ἁπλή ἀντίληψη πολλῶν συνανθρώπων μας, ἀκόμη καί χριστιανῶν, πού τήν ἁγιότητα τήν ἐξαρτοῦν ἀπό συνθῆκες μόνον τοπικές, δηλαδή ὅτι ἕνα συγκεκριμένο πλαίσιο ζωῆς ὁδηγεῖ καί στήν ἁγιότητα, εἴτε μέ τήν ἔννοια ὅτι ἅγιος γίνεται ἐκεῖνος πού ἀπομακρύνεται ἀπό τόν κόσμο, σάν ἕνα εἶδος ὑπερανθρώπου ἀσκητῆ, εἴτε μέ τήν ἔννοια ἐκείνου πού ἀγωνίζεται μέσα στόν κόσμο, σάν ἕνα εἶδος κοινωνικοῦ ἐργάτη. Ὁ ἅγιος εἶναι πέρα ἀπό τέτοιες ἁπλουστεύσεις καί ῾ἀγκυλώματα᾽. Ὅπως τό ὑπονοήσαμε καί παραπάνω καί τό τονίζει διαρκῶς ἡ ἐκκλησιαστική μας παράδοση, ἅγιος εἶναι ἁπλῶς ὁ συνεπής πιστός: αὐτός πού προσπαθεῖ νά ζεῖ σωστά ὡς μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας, πού σημαίνει προσπαθεῖ νά κρατάει ἀνοιχτή τή θύρα τῆς ψυχῆς του ἀπέναντι στόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Κι αὐτό μπορεῖ νά γίνει εἴτε κανείς πηγαίνοντας σ᾽ ἕνα μοναστήρι εἴτε μένοντας στόν κόσμο, διότι ἀκριβῶς τό ζητούμενο εἶναι ἡ διακράτηση τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ πού ὁ ἄνθρωπος παίρνει μέ τήν εἴσοδό του στήν ᾽Εκκλησία διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος καί ὄχι ὁ τόπος στόν ὁποῖο κάποιος θά ἐπιλέξει νά μείνει.
 Ὁ πιστός λοιπόν χριστιανός, πού λειτουργεῖται καί λειτουργεῖ στό σῶμα τῆς ᾽Εκκλησίας, εἶναι ὁ ἅγιος. Γι᾽ αὐτό καί στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες ἡ λέξη ῾ἅγιος᾽ ἦταν ἡ φυσιολογική προσφώνηση γιά τούς χριστιανούς. Καί τί σημαίνει χριστιανός; Ὅπως ἐπιγραμματικά μᾶς τό λέει καί ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος ῾Χριστιανός ἐστι μίμημα Χριστοῦ κατά τό δυνατόν ἀνθρώπῳ᾽. Χριστιανός εἶναι ὅποιος ῾μιμεῖται᾽ τόν Χριστό, μέσα στά πλαίσια τῶν ἀνθρωπίνων δυνατοτήτων. Συνεπῶς ἅγιος εἶναι καί γίνεται κάθε χριστιανός πού βαδίζει πάνω στά χνάρια τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, αὐτός πού ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, ὅπως διαρκῶς τό ζητοῦσε ὁ ῎Ιδιος – ῾ἀκολούθει μοι᾽ (Ματθ. 8, 22 κ.ἀ.) ἦταν πάντοτε ἡ κλήση Του πρός κάθε μαθητή Του – κι ὅπως προέτρεπαν στή συνέχεια καί οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ ὅλους τούς ἀνθρώπους:῾ἐν αὐτῷ περιπατεῖτε᾽ (Κολ. 2, 6). Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἐπισημαίνουμε καί στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς: ῾ἰδού ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καί ἠκολουθήσαμέν σοι᾽ (Ματθ. 19, 27).
Ἡ ἀκολουθία αὐτή τοῦ Χριστοῦ δημιουργεῖ σχέση φιλίας καί ἀγάπης ἀνάμεσα στόν Χριστό καί τούς πιστούς καί ἐξηγεῖ, ἀφενός, τή δύναμη τήν ὁποία ἔχουν στόν κόσμο, δύναμη στήν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ πού ἐνεργεῖ μέσω αὐτῶν, καί, ἀφετέρου, τήν τιμή, τήν ὁποία ἀπολαμβάνουν στήν ᾽Εκκλησία μας, κάτι πού δέν φαίνεται νά κατανοοῦν ὁρισμένες ὁμάδες αἱρετικῶν, γιατί ἀκριβῶς δέν ἔχουν ὀρθές θεολογικές προϋποθέσεις, μή ἀποδεχόμενοι δηλαδή τό μυστήριο τῆς σχέσης ταύτισης πού δημιουργεῖ ὁ Χριστός μέ τούς ἴδιους τούς πιστούς Του. ῾Ὑμεῖς φίλοί μού ἐστε, ἐάν ποιῆτε ὅσα ἐντέλλομαι ὑμῖν᾽ (᾽Ιωάν. 15, 14), εἶπε ὁ Κύριος, ῾ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα᾽ (15,5 ), ἐνῶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος τονίζει τό ἀποτέλεσμα τῆς σχέσης μέ τόν Χριστό: ῾πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ᾽ (Φιλ. 4, 13). Μέ τούς ὅρους αὐτούς, χαρακτηριστικά τοῦ ἁγίου, ὅπως τά ἐπισημαίνουμε γενικῶς ἀπό αὐτά πού ἔχει πεῖ ὁ Κύριος καί ἔχουν διδάξει οἱ ἀπόστολοι, εἶναι ἡ πίστη καί ἡ ὑπακοή στόν Θεό, ἡ χωρίς ὅρια ἀγάπη στόν συνάνθρωπο, ἡ ταπείνωση, ὡς συναίσθηση τῆς μηδαμινότητας καί ἁμαρτωλότητας τοῦ ἑαυτοῦ.
Ὁ ἅγιος ἑπομένως δέν εἶναι μία αὐτονομημένη καί ἀτομοκεντρική ὕπαρξη. ᾽Αντιθέτως, εἶναι ὁ πλήρως ἐξαρτημένος ἀπό τόν Θεό, αὐτός πού ἀναφέρει ῾ἑαυτόν καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν αὐτοῦ Χριστῷ τῷ Θεῷ᾽. ῞Αγιος μ᾽ ἕναν λόγον εἶναι, ὅπως ἤδη εἴπαμε, ὁ ἐνεργούμενος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐνέργεια αὐτή τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ ὅμως ἐξαρτᾶται ἀπό τή δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου. ᾽Ανάλογα μέ τή δεκτικότητα αὐτοῦ, ἄρα ὄχι ἀπό τήν προσφορά τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία εἶναι χωρίς ὅρια – ῾οὐκ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεός τό Πνεῦμα᾽ (᾽Ιωάν. 3, 34) – λαμβάνει ὁ πιστός τή χάρη τοῦ Θεοῦ, πού θά πεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εὐθύνεται ἀποκλειστικά γιά τήν πνευματική του κατάσταση. ῎Ανθρωπος πού ἀνταποκρίνεται ἐν ἀγάπῃ πρός τό ἄνοιγμα ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ῾βλέπει᾽ πλούσια καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή του. ῎Ανθρωπος, ἀπό τήν ἄλλη, πού διστάζει καί ἀπιστεῖ πρός αὐτήν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, βιώνει τήν ἀπουσία τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ ἤ τήν ὀλιγότητά της στήν ὕπαρξή του. Κι αὐτό αἰτιολογεῖ καί τή διαβάθμιση πού ὑπάρχει στήν ἁγιότητα. Δέν εἶναι ὅλοι οἱ ἅγιοι στό ἴδιο ὕψος ἁγιότητας. ῾᾽Αστήρ ἀστέρος διαφέρει᾽ (Α´ Κορ. 15, 41) βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος, ἐνῶ καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς ἀποκάλυψε ὅτι ῾ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός του πολλαί μοναί εἰσι᾽ (᾽Ιωάν, 14, 2). Ὑπάρχει, λοιπόν, ὅπως πολύ ὀρθά ἔχει εἰπωθεῖ ῾ἅγιος μέ ἄλφα μικρό καί ῞Αγιος μέ ἄλφα κεφαλαῖο᾽.
Τί προσδιορίζει τή δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν ὁποία μιλᾶμε; ᾽Από τί ἐξαρτᾶται αὐτή; Κατά τήν πίστη μας, ἀπό τόν βαθμό τῆς ταπείνωσης τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσο πιό μεγάλη εἶναι ἡ ταπείνωση, τόσο μεγαλύτερος εἶναι ὁ χῶρος πού ἀνοίγεται στήν καρδιά του γιά τή λήψη τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ὅσο λιγότερη ταπείνωση ὑπάρχει, τόσο καί λιγότερο Πνεῦμα Θεοῦ δέχεται ἡ ὕπαρξή του. Καί τοῦτο γιατί ῾ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν᾽ (Α´Πέτρ. 5,5). Κι εἶναι εὐνόητο: ἡ ἀνυπαρξία τῆς ταπείνωσης δηλώνει τήν ὑπερηφάνεια καί τόν ἐγωϊσμό τοῦ ἀνθρώπου, ἄρα καί τήν ἔλλειψη στήν καρδιά του χώρου γιά τόν Θεό. Τό ἀνθρώπινο ἐγώ εἶναι ἀδηφάγο καί κυριαρχικό. Ποῦ νά σταθεῖ λοιπόν ἐκεῖ ὁ Θεός; ῎Ετσι ἡ ταπείνωση, ὡς ἀγώνας ἐξαλείψεως τοῦ ἐγωϊσμοῦ καί δημιουργίας συνθηκῶν ἀγάπης, ῾συντονίζει᾽ τόν ἄνθρωπο μέ τόν Θεό, φανερώνει δηλαδή καί τόν βαθμό κάθαρσης τῆς καρδιᾶς του, γι᾽ αὐτό καί ἡ ταπείνωση θεωρεῖται κατά τούς ἁγίους μας καί τό κριτήριο γιά τή γνησιότητα τῆς πίστης στόν Θεό καί τῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο. Μέ ἄλλα λόγια, βάση ὅλων τῶν ἀρετῶν – ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη χαρακτηρίζονται ὡς ἡ συμπύκνωση ὅλων τῶν ἀρετῶν – θεωρεῖται ἡ ταπείνωση. Ἡ ταπείνωση εἶναι τελικῶς τό κριτήριο τῆς ἁγιότητος.
 ῾Κάποτε – μᾶς διηγεῖται ἡ ἀσκητική παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας – ἐπισκέφθηκαν τόν ἅγιο ᾽Αντώνιο ὁρισμένοι μοναχοί. Εἶχαν μεταξύ τους καί ἕναν νεαρό μοναχό, πού τόν ἐπαίνεσαν ὡς καλό ἀδελφό. Ὁ ᾽Αντώνιος τόν πρόσβαλε ἐπίτηδες καί διαπίστωσε ὅτι ἐκεῖνος ἀντέδρασε καί ἄρχισε τίς δικαιολογίες. Τότε ὁ ᾽Αντώνιος τόν συμβούλευσε νά προσέχει, γιατί ἐξωτερικά μέν φαίνεται ὡς ὡραία πόλη, πού ὅμως τή λυμαίνονται ἀπό πίσω ληστές᾽. Οἱ δικαιολογίες δηλαδή τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ ἦταν καίριο σημάδι γιά τόν ὅσιο ὅτι αὐτός δούλευε ἀκόμη στόν ἐγωϊσμό του, ἀφοῦ εἶναι γνωστό ὅτι ὁ ταπεινός ἄνθρωπος ἀποφεύγει τίς δικαιολογίες, συχνά κι ἄν ἀκόμη ἔχει δίκιο.
 ῞Αγιος λοιπόν δέν εἶναι τόσο ὁ ἐνάρετος, ὅσο ὁ ταπεινός. ᾽Αρετή χωρίς ταπείνωση δέν σημαίνει τίποτε. ῾᾽Απούσης ταπεινοφροσύνης πάντα τά ἡμέτερα ἕωλα᾽ σημειώνει καί πάλι ὁ τῆς Κλίμακος ἅγιος. ᾽Ενάρετοι μπορεῖ νά βρεθοῦν σέ πολλούς χώρους, ἀκόμη καί ἐξωχριστιανικούς, μά ταπεινοί μόνο στό χῶρο τοῦ χριστιανισμοῦ καί μάλιστα στήν ᾽Ορθόδοξη ᾽Εκκλησία. ῾Ἡ ταπείνωση εἶναι κατόρθωμα μόνον τῶν ὀρθοδόξων. Στούς ἑτεροδόξους, ὅσο καί νά ψάξεις, δέν πρόκειται ποτέ νά τήν βρεῖς᾽ (᾽Ιωάννης Κλίμακος). Βεβαίως, ὁ ταπεινός, ὅπως εἴπαμε, εἶναι γεμᾶτος ἀπό ἀρετές, γιά τίς ὁποῖες ὅμως δέν καυχιέται, γιατί τίς ἀνάγει στόν χορηγό αὐτῶν, τόν ἴδιο τόν Θεό. Ἡ ἀρετή δηλαδή εἶναι καρπός τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ καί ὄχι μίας δικῆς του αὐτονομημένης προσπάθειας.
Μετά τά παραπάνω εἶναι πιά πασιφανές ὅτι δέν ὑπάρχει ἰδιαίτερη ὁμάδα ἀνθρώπων, γιά τήν ὁποία καί μόνο νά θεωρεῖται προνόμιο ἡ ἁγιότητα. Τό νά γίνουμε ἅγιοι εἶναι ἐντολή καί προτροπή τοῦ Κυρίου γιά ὅλους μας. ῾῞Αγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιός εἰμι᾽ (Α´ Πέτρ. 1,16). ῾Ο εἰκονισμός τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο εἶναι ἡ θεολογική βάση γι᾽ αὐτόν τόν κοινό κλῆρο. ῾῞Α λέγω ὑμῖν, πᾶσι λέγω᾽ (Μάρκ. 13, 37) βεβαίωνε ὁ Κύριος ἐπίσης τούς μαθητές Του. ῞Ολοι λοιπόν εἴμαστε κλημένοι στήν ἁγιότητα. Οἱ ἀποστροφές: ῾Αὐτά εἶναι γιά τούς καλόγερους καί τούς παπάδες᾽ ἤ ῾ἅγιοι θά γίνουμε;᾽ εἶναι διαστροφές καί δείχνουν, τό λιγότερο, ἀνευθυνότητα καί ἄγνοια τῆς Γραφῆς καί τῆς Παράδοσης τῆς ᾽Εκκλησίας μας. Βεβαίως, χρειάζεται καί πάλι νά τονιστεῖ ὅτι πηγή τῆς ἁγιότητας εἶναι ὁ Τριαδικός Θεός καί χῶρος φανέρωσής της ἡ ᾽Εκκλησία. ᾽Εμεῖς μόνον κατά μετοχή στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ μποροῦμε νά γίνουμε ἅγιοι. ῾Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, ᾽Ιησοῦς Χριστός᾽ ψέλνουμε στή Θεία Λειτουργία, ἐνῶ ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως ὅτι πιστεύουμε ῾εἰς μίαν, ἁγίαν, καθολικήν καί ἀποστολικήν ᾽Εκκλησίαν᾽. ᾽Επειδή δηλαδή εἶναι ἁγία ἡ κεφαλή ὀντολογικά, γι᾽ αὐτό καί ἐμεῖς ὡς ἐνταγμένα στό σῶμα μέλη γινόμαστε ἅγιοι.
 Ἡ ἁγιότητα ἔτσι ὡς ζωντανή σχέση προσώπων, Θεοῦ καί ἀνθρώπου, δέν κρίνεται ἀπό ἐξωτερικά τυπικά σημεῖα: ἐνδυμασία, κόμμωση κλπ. ῎Αν κρινόταν ἔτσι, δέν θά ἐπρόκειτο γιά ζωντανή πραγματική σχέση, ἀλλά γιά νομική –τυπική. Εἶναι πολύ γνωστό τό πρωτοχριστιανικό κείμενο τῆς ἐπιστολῆς πρός Διόγνητον, πού τονίζει πολύ καθαρά τήν πραγματικότητα αὐτή. ῾Οἱ χριστιανοί δέν διαφέρουν ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους οὔτε στήν ἐπίγεια πατρίδα οὔτε στήν ὁμιλία οὔτε στά ἔθιμα. Γιατί πουθενά δέν κατοικοῦν σέ ἰδιαίτερες πόλεις οὔτε χρησιμοποιοῦν κάποια διαφορετική γλῶσσα… Πλήν ὅμως, ἐνῶ κατοικοῦν σέ πόλεις ἑλληνικές καί βαρβαρικές – ἐκεῖ πού βρέθηκε ὁ καθένας – καί ἀκολουθοῦν τά ἐγχώρια ἔθιμα στήν ἐνδυμασία, τή διατροφή καί τίς ἄλλες πλευρές τῆς ζωῆς, ὁ τρόπος τῆς ζωῆς τους εἶναι στ᾽ ἀλήθεια θαυμαστός καί παράδοξος᾽.
 Τελειώνοντας: ὁ ἅγιος εἶναι ὁ ὁρατός τόπος πού φανερώνεται ὁ Θεός στόν κόσμο, εἶναι ἡ αἰσθητή παρουσία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Τόν Θεό ἔτσι Τόν βρίσκουμε στά πρόσωπα τῶν ἁγίων Του, πού καί σήμερα ὑπάρχουν πάρα πολλοί, ἀρκεῖ νά ἔχουμε ἀνοικτά τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, γιά νά τούς ῾ἀφουγκραζόμαστε᾽. ῎Αν ὁ ἀρχαῖος ῞Ελληνας φιλόσοφος ῾Ηράκλειτος εἶχε ἐπισημάνει ὅτι ῾ἡ ἀλήθεια κρύπτεσθαι φιλεῖ᾽: ἡ ἀλήθεια ἀγαπᾶ νά κρύβεται, πολύ περισσότερο τοῦτο ἰσχύει στή χριστιανική μας πίστη. Ἡ ἁγιότητα δηλαδή δέν εἶναι ἕνα προϊόν πρός διαφήμιση, ἀλλά μία ἐσωτερική πραγματικότητα τῆς καρδιᾶς, πού τήν φανερώνει ὁ Θεός στόν κόσμο μέ τόν τρόπο πού ᾽Εκεῖνος ἐπιλέγει. Ἡ Κυριακή τῶν ἁγίων Πάντων ἔτσι μᾶς προβληματίζει κάθε φορά πάνω στήν κλήση μας αὐτή τῆς ἁγιότητας, χωρίς τήν ὁποία δέν πρόκειται κανείς νά δεῖ τόν Κύριο (πρβλ. ῾Εβρ. 12,14 ). ᾽Ιδιαιτέρως σήμερα, μέ ὅ,τι συμβαίνει στόν κόσμο καί τήν πατρίδα μας, ἡ ἁγιότητα ὡς προοπτική καί σκοπός μας εἶναι ὅ,τι πιό ἀπαραίτητο μπορεῖ νά ὑπάρξει γιά ἐμᾶς. Εἶναι ἡ μόνη ἐλπίδα στή ζωή μας.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης
http://pgdorbas.blogspot.gr/2013/06/blog-post_27.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή των Αγίων Πάντων – Οι άγιοι και η εποχή μας

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουνίου, 2013

 

         Πόσο εφικτή είναι η αγιότητα στην εποχή μας;  Μπορεί να υπάρξει άγιος σήμερα;  Το ερώτημα τίθεται για τον πρόσθετο λόγο ότι η αγιότητα δεν είναι άγνωστο φαινόμενο, όπως όταν πρωτοξεκίνησε η Εκκλησία. Τότε ο κόσμος δεν ήξερε τι σημαίνει Τριαδικός Θεός, τι σημαίνει πίστη, τι σημαίνει χριστιανική ζωή, τι σημαίνει κάποιος να λαμβάνει ως καρπό της καθόδου του Αγίου Πνεύματος την αγιότητα ως την μέγιστη δωρεά και στην παρούσα και στην αιώνια ζωή. Για τον κόσμο η αγιότητα ήταν μία κατάσταση που ούτε κατά λέξιν ούτε κατά διάνοιαν μπορούσε να υπάρξει. Σήμερα, η αγιότητα μπορεί να περιφρονείται από τους πολλούς, ωστόσο θεωρείται μία δεδομένη κατάσταση, έστω και μόνο για τον παρόντα κόσμο από αυτούς που δεν πιστεύουν στο Θεό ή για την μεταφυσική κατάσταση του ανθρώπου, σύμφωνα με όσους πιστεύουν, αλλά θεωρούν ότι η Εκκλησία υπάρχει για το επέκεινα.

                Η εορτή των Αγίων Πάντων μας δείχνει ότι για το Ευαγγέλιο και τον αψευδή λόγο του Χριστού η αγιότητα χαρακτηρίζει τον άνθρωπο κάτω από τρεις προϋποθέσεις: την ομολογία, την υπέρβαση των δεσμών συγγένειας με τον κόσμο και τους οικείους και την ανάληψη του σταυρού, που συνεπάγεται η ακολούθηση του Χριστού. Ομολογία σημαίνει τη συνειδητή απόφαση του ανθρώπου να δηλώνει με το λόγο και την βιωτή του ότι πιστεύει στο Χριστό ως τον Θεό, τον Σωτήρα και τον Αναγεννητή της ύπαρξής Του, αλλά και ολόκληρου του ανθρώπινου γένους. Η υπέρβαση των δεσμών της συγγένειας με τον κόσμο και τους οικείους σημαίνει την συνειδητή απόφαση του ανθρώπου να μην αγκιστρώνεται στις προτεραιότητες της ζωής αυτής, ακόμη κι αν χρειάζεται η παραίτηση από την πρόταξη της αγάπης στα οικεία πρόσωπα. Να μην θεωρεί δηλαδή ο άνθρωπος ότι του ανήκουν είτε πρόσωπα είτε αγαθά και ότι η ζωή του εξαρτάται αποκλειστικά από αυτά, αλλά να τα βλέπει στην προοπτική της κοινωνίας με το Χριστό. Αυτό σημαίνει ότι αποδίδει την τιμή και την αγάπη σ’  αυτά, αλλά βλέπει ευρύτερα τη ζωή. Όλοι συμπορευόμαστε προς την αιωνιότητα. Στόχος μας είναι η κοινωνία με το Χριστό. Αν το συναίσθημα, η οικειότητα, ακόμη και η αγάπη προς τα πρόσωπα με τα οποία συνδεόμαστε μας χωρίζουν από την αγάπη του Θεού, μας κρατούνε δηλαδή καθηλωμένους στο τώρα, η συγγένεια λειτουργεί ως εμπόδιο ή πειρασμός στην αγιότητα. Ο δρόμος της αγιότητας, εξάλλου, δεν είναι δρόμος εύκολος. Προϋποθέτει την ανάληψη του σταυρού που αναλογεί στον καθέναν. Και σταυρός σημαίνει θυσία, παραίτηση από το ίδιον θέλημα και ταύτιση της πορείας μας με τον δρόμο του Ευαγγελίου και των εντολών που καταγράφονται σ’  αυτό και βιώνονται στην Εκκλησία.
                Αυτές οι τρεις προϋποθέσεις βιώθηκαν από μυρίους μυριάδων Αγίους ανά τους αιώνες. Αποτελεί αυτό το γεγονός παρήγορη διαπίστωση σε όσους αισθανόμαστε ότι η αγιότητα δεν είναι εφικτή στο σήμερα. Η ανθρώπινη φύση δεν έχει αλλάξει εντός της. Τυραννιέται από την ανάγκη να αναζητήσει νόημα για την ύπαρξη, να ερμηνεύσει την πορεία της, να βρει ελπίδα για την αιωνιότητα. Παλεύει εναντίον του κακού με τις πολυποίκιλες μορφές του. Οργανώνει κοινωνίες, για να μπορέσει να το τιθασεύσει. Θέλει να απαντήσει στο ερώτημα περί του Θεού. Συναντά τις εξουσίες του αιώνος του κόσμου τούτου και καλείται να διαμορφώσει στάση έναντί τους. Αξιοποιεί το νου και τις ιδέες που γεννά και διατυπώνει κοσμοθεωρίες, στην προσπάθεια για απαντήσεις. Και ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν, εξακολουθεί να συμβαίνει και σήμερα. Μόνο που στις ημέρες μας ο κόσμος έχοντας υπερβολική πεποίθηση στον πολιτισμό και τα επιτεύγματά του, λειτουργεί με την οίηση  ότι μπορεί τα πάντα χωρίς το Θεό. Έτσι, η αγιότητα δεν συμπεριλαμβάνεται στις πιθανές απαντήσεις στις υπαρξιακές αναζητήσεις του σύγχρονου ανθρώπου.  
                Ωστόσο, δεν έπαψαν ούτε θα πάψουν να υπάρχουν πλείστοι όσοι συνεχίζουν και θα συνεχίζουν να δίδουν την απάντηση της αγιότητας που ο Χριστός προσφέρει στον κόσμο και τον άνθρωπο. Και είναι γεγονός ότι ακόμη και όσοι δεν πιστεύουν στην αγιότητα, θαυμάζουν, φανερά ή κρυφά, τα όσα αυτή περιλαμβάνει. Παρότι δεν θεωρούν ότι είναι για αυτούς, εντούτοις απορούν πώς άνθρωποι ομολογούν το Χριστό, ανεξαρτήτως των συνεπειών που μια τέτοια ομολογία μπορεί να έχει, κυρίως στο κοινωνικό επίπεδο, όπου η ομολογία συνοδεύεται συνήθως από περιφρόνηση και απόρριψη και ειρωνεία που γίνεται αφορμή συνεχούς μείωσης της αξίας της ανθρώπινης υπόστασης. Απορούν πώς υπάρχουν άνθρωποι που δεν βάζουν το συμφέρον, αλλά και την συγγένεια και την ανάγκη για πρόταξη των οικείων δεσμών, αλλά είναι ζούνε με απόφαση η Αλήθεια και η Δικαιοσύνη που φέρει η πίστη να είναι πιο πάνω από τα συναισθήματά τους, ακόμη κι αν αυτό μοιάζει ιδιαίτερα σκληρό και ακατανόητο, αληθινό μαρτύριο. Απορούν πώς υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι είναι έτοιμοι να φέρουν το σταυρό τους, αρνούμενοι να υποκύψουν στα «γιατί»  που τον συνοδεύουν, αλλά εμπιστευόμενοι το Χριστό και την Εκκλησία και ζώντας σε ένα ήθος αυταπάρνησης και αφιέρωσης που τους κάνει να αγαπούνε το Θεό και τον συνάνθρωπο όχι απλώς όπως τον εαυτό τους, αλλά και περισσότερο.
                Μπορεί ο δρόμος της αγιότητας να φαίνεται ακατόρθωτος ή ξεπερασμένος στην εποχή μας. Όμως η Εκκλησία παραμένει η πόλις επάνω όρους κειμένη και στην εποχή μας και σε κάθε εποχή. Και οι Άγιοί της είναι τα λυχνάρια που φέγγουν σε όλο τον κόσμο, δίδοντάς μας τη δυνατότητα να παραδειγματιζόμαστε από την ομολογία, την υπέρβαση των δεσμών με τον κόσμο, αλλά και την πορεία του σταυρού που ακολουθούν και να τους έχουμε πρεσβευτές και στον δικό μας αγώνα. Ας είναι λοιπόν η δική τους πορεία η αφορμή για να ξαναβλέπουμε τη ζωή μας στην προοπτική της κοινωνίας με το Χριστό εν τη Εκκλησία. Και η χάρις του Πνεύματος θα μας ενισχύει, για να μη νικιόμαστε από την αντίρροπη νοοτροπία, όπως κι αν αυτή εκφράζεται.
 Κέρκυρα, 30 Ιουνίου 2013
  π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »