
Κυριακή Γ΄ Ματθαίου. Των Αγίων Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (Απόστολος)
Συγγραφέας: kantonopou στις 12 Ιουλίου, 2013

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Κυριακή Γ΄ Ματθαίου. Των Αγίων Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου
Συγγραφέας: kantonopou στις 12 Ιουλίου, 2013

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Θεολογία, Ψυχολογία καί Νευροεπιστήμη
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Ιουλίου, 2013

Θεολογία, Ψυχολογία καί Νευροεπιστήμη
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
(Περίληψη)
Η Εισήγηση τήν οποία έχω ετοιμάσει έχει μεταφρασθή στήν ρουμανική γλώσσα καί έχει ήδη δημοσιευθή σέ βιβλίο καί σάς έχει δοθή. Περιλαμβάνει τέσσερα σημεία, ήτοι: Πρώτον, πώς έφθασα νά ασχοληθώ μέ τό θέμα καί νά γράψω τό βιβλίο «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» δεύτερον, ο όρος «ορθόδοξη ψυχοθεραπεία» έχει γίνει αποδεκτός από τήν Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία τρίτον, ποιές είναι οι βασικές αρχές τής Ορθόδοξης Ψυχοθεραπείας καί τέταρτον, τό έργο τής Εκκλησίας από πλευράς σύγχρονης ψυχολογίας καί νευροεπιστήμης.
Στήν συνέχεια, θά τονίσω τρία άλλα σημεία, ως εισαγωγικά στό παρόν Συνέδριο καί άν χρειασθή θά επανέλθω στήν συζήτηση καί θά απαντήσω σέ τυχόν διευκρινιστικές ερωτήσεις.
1. Η ορθόδοξη ανθρωπολογία
Είναι σημαντικό νά εξετασθή ποιά είναι η ορθόδοξη ανθρωπολογία, δηλαδή ποιά είναι η διδασκαλία τής Ορθόδοξης Εκκλησίας γιά τόν άνθρωπο. Άν δέν ερευνηθή αυτό τό σημείο δέν θά μπορέσουμε νά δούμε τό ποιμαντικό έργο τής Εκκλησίας γιά τόν άνθρωπο.
Είναι σαφής η διδασκαλία τής Εκκλησίας ότι ο άνθρωπος είναι δισύνθετος, αποτελείται από ψυχή καί σώμα σέ μιά ενότητα. Υπάρχει δέ μεγάλη σχέση μεταξύ τους, όπως δύο ερωτευμένοι, κατά τήν εικόνα πού χρησιμοποιούν οι Πατέρες τής Εκκλησίας. Είναι μυστήριο πώς ενώθηκε η ψυχή μέ τό σώμα κατά τήν σύλληψη, αλλά είναι καί μυστήριο πώς χωρίζεται η ψυχή από τό σώμα κατά τόν θάνατο.
Η ψυχή συνδέεται στενά μέ τήν ζωή, δηλαδή δέν υπάρχει ζωή στό σώμα χωρίς τήν ύπαρξη τής ψυχής, καί επομένως η ψυχή ενεργεί σέ όλο τό σώμα, διαφοροτρόπως. Δέν συγκρατεί τό σώμα τήν ψυχή, αλλά η ψυχή κρατά σέ ενότητα τό σώμα.
Ο άνθρωπος, όμως, από τήν δημιουργία του έχει καί τήν Χάρη τού Θεού, τό λεγόμενο «πνεύμα». Δέν πρόκειται γιά τό τρισύνθετο, αλλά γιά τήν Χάρη τού Θεού πού χαρίτωνε τούς Πρωτοπλάστους καί στήν ψυχή καί στό σώμα.
Συγχρόνως ο άνθρωπος, κατά τήν διδασκαλία τής Παλαιάς Διαθήκης, είναι δημιουργημένος κατ’ εικόνα καί καθ’ ομοίωση Θεού. Τό κατ’ εικόνα είναι τό λογικό καί τό αυτεξούσιο, τό καθ’ ομοίωση είναι η θέωση. Έτσι, ο άνθρωπος από τήν δημιουργία του έχει ορμή νά οδηγηθή πρός τόν Θεό, νά γίνη θεούμενος. Επομένως, δέν αρκεί η βιολογική ζωή, ούτε τό λογικό καί τό αυτεξούσιο, αλλά η κοινωνία τού ανθρώπου μέ τόν Θεό, η θέωση, ο αγιασμός, η τελείωση.
Ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο στίς Επιστολές πού απέστειλε στούς Χριστιανούς τών Εκκλησιών τίς οποίες ίδρυσε, γιά τόν σαρκικό, ψυχικό καί πνευματικό άνθρωπο. Ο σαρκικός καί ψυχικός είναι αυτός πού έχει όλα τά στοιχεία τού ανθρώπου, τίς ικανότητες, αλλά δέν έχει τό Άγιον Πνεύμα. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι αυτός πού έχει ψυχή καί σώμα, αλλά καί τά δύο αυτά στοιχεία χαριτώνονται από τό Άγιον Πνεύμα.
Έτσι, πνευματική ασθένεια, γιά τήν οποία κάνει λόγο η Ορθόδοξη θεολογία, είναι η στέρηση τού Αγίου Πνεύματος, τό νά παραμένη ο άνθρωπος στήν φυσική ανθρωπολογία, στό σώμα καί τήν ψυχή, καί νά μή φωτίζεται καί αγιάζεται από τό Άγιον Πνεύμα. Μέσα από αυτήν τήν προοπτική κάνουμε λόγο γιά πνευματικές ασθένειες πού πρέπει νά θεραπευθούν, ώστε νά ικανοποιηθή ο απώτερος σκοπός τής δημιουργίας τού ανθρώπου. Ο Χριστός είναι θεραπευτής, γιατί θεραπεύει τίς πνευματικές ασθένειες, οι οποίες θεραπείες έχουν συνέπειες καί στό σώμα καί μερικές φορές ο Χριστός θεραπεύει καί σωματικές ασθένειες, όπως τό βλέπουμε στά θαύματα πού επετέλεσε καί επιτελεί διά τών αγίων.
2. Διάκριση λογικής καί νοεράς ενεργείας
Η ψυχή, κατά τήν διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά, «πανταχού τού σώματός εστιν». Συγχρόνως, είναι ενιαία καί πολυδύναμη, δηλαδή έχει πολλές δυνάμεις πού λειτουργούν παράλληλα. Μεταξύ τών δυνάμεων αυτών είναι η λογική ενέργεια καί η νοερά ενέργεια.
Η λογική ενέργεια τής ψυχής λειτουργεί στόν εγκέφαλο τού ανθρώπου καί χρησιμοποιεί όλα τά στοιχεία του γιά νά εκφρασθή. Είναι γνωστόν από τήν σύγχρονη νευροεπιστήμη ότι ο εγκέφαλος τού ανθρώπου είναι ένα εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας καί χημικών ενώσεων. Η ενέργεια παράγει χημικές ενώσεις (νευροδιαβιβαστές) καί οι χημικές ενώσεις παράγουν ενέργεια. Έτσι μεταδίδονται οι πληροφορίες στό κεντρικό νευρικό σύστημα, σχηματίζονται οι σκέψεις καί τά συναισθήματα. Οι νευρώνες, οι συνάψεις τών νευρώνων καί η έκκριση τών νεβροδιαβιβαστών βοηθούν στήν εκδήλωση τής λογικής ενέργειας τής ψυχής τού ανθρώπου. Όταν καταστρέφεται τό όργανο τού εγκεφάλου, τότε δέν εκφράζεται η λογική ενέργεια, όπως όταν βλάπτεται ο οφθαλμός δέν λειτουργεί η αίσθηση τής οράσεως, ενώ υπάρχει τό όργανο τού οφθαλμού.
Στό θέμα αυτό έχει πολλά νά μάς διδάξη η σύγχρονη νευροεπιστήμη, τής οποίας μάλιστα ένας κλάδος της ονομάζεται νευροψυχολογία, η οποία αποδέσμευσε τήν ψυχολογία από τήν φιλοσοφία καί διαδοχικά τήν συνέδεσε μαζί της, οπότε στήν εποχή μας υπάρχει η λεγόμενη γνωσιακή νευροεπιστήμη. Τό λέγω αυτό γιατί σήμερα οι ψυχολόγοι, οι ψυχοθεραπευτές καί οι θεολόγοι πρέπει νά λαμβάνουν σοβαρώς υπ’ όψη τους τά πορίσματα τής νευροεπιστήμης. Έχουν γίνει πολλές ανακαλύψεις στό θέμα αυτό μέ τήν μέθοδο τής λειτουργικής απεικόνισης τού εγκεφάλου, πού δέν μπορούμε νά αγνοούμε.
Αυτό σημαίνει ότι η κακή λειτουργία τού κεντρικού νευρικού συστήματος επηρεάζει τήν ψυχολογία τού ανθρώπου, καθώς επίσης καί η κακή ψυχολογία τού ανθρώπου, επηρεάζει τήν λειτουργία τού εγκεφάλου, αφού υπάρχει μιά αλληλεξάρτηση μεταξύ γονιδίων καί περιβάλλοντος.
Η νοερά ενέργεια τής ψυχής στήν φυσική της κατάσταση πρέπει νά ευρίσκεται στήν καρδιά. Όταν οι Πατέρες κάνουν λόγο γιά καρδιά εννοούν τήν «βαθεία καρδία» πού βρίσκεται στό βάθος τής σαρκικής καρδιάς. Όσοι έχουν εμπειρία αυτής τής καταστάσεως κάνουν λόγο γιά θερμότητα, γιά σκίρτημα. Φαίνεται ότι αυτή η χαρά καί η αγάπη κάνουν καί τό σωματικό όργανο τής καρδιάς νά κινήται, οπότε εκεί αισθάνονται τήν νοερά ενέργεια.
Από τίς μελέτες πού έκανα στά κείμενα τών αγίων Πατέρων τής Εκκλησίας διαπίστωσα ότι αυτό πού οι άγιοι Πατέρες χαρακτηρίζουν καρδιά είναι τό παθητικό μέρος τής ψυχής, δηλαδή τό επιθυμητικό καί τό θυμικό. Πρόκειται γιά μιά πνευματική εμπειρία. Εκεί στήν καρδιά ενεργεί η νοερά ενέργεια, όταν αποσπασθή από τήν δυναστεία τής λογικής, τών παθών καί τού περιβάλλοντος, εκεί γίνεται η εσωτερική λεγομένη νοερά καί καρδιακή προσευχή, εκεί φανερώνεται ο Θεός.
3. Η παρά φύσιν καί υπέρ φύσιν λειτουργία τής λογικής καί νοεράς ενεργείας
Κατά τήν διδασκαλία τών Πατέρων τής Εκκλησίας ο άνθρωπος δέν είναι μόνος καί αυτόνομος στόν κόσμο. Υπάρχει ο Θεός πού τόν δημιούργησε καί ο διάβολος, πού ήταν αρχάγγελος-εωσφόρος καί εξέπεσε από αυτήν τήν δόξα καί έγινε σκοτεινό πνεύμα.
Έτσι, η Χάρη τού Θεού καί η ενέργεια τού διαβόλου ενεργούν στήν σχέση μεταξύ ψυχής καί σώματος καί στήν σχέση μεταξύ λογικής καί νοεράς ενέργειας. Η Χάρη τού Θεού διαπορθμεύεται από τήν ψυχή στό σώμα καί χαριτώνει τήν λογική ενέργεια γιά νά έχη αγαθούς λογισμούς καί νά προσεύχεται λογικά, καί τήν νοερά ενέργεια γιά νά προσεύχεται νοερά. Αλλά καί ο διάβολος επηρεάζει τήν ψυχή καί τό σώμα καί ενεργεί στήν λογική ενέργεια τού ανθρώπου μέ τούς κακούς λογισμούς, καί στήν νοερά ενέργεια τού ανθρώπου μέ τήν σκότωσή της.
Οι Πατέρες διδάσκουν ότι η ψυχή καί οι ενέργειές της λειτουργούν κατά φύσιν, παρά φύσιν καί υπέρ φύσιν. Η κατά φύσιν λειτουργία τής λογικής καί νοεράς ενέργειας τής ψυχής είναι νά παραμένουν στά φυσιολογικά επίπεδα καί νά εκδηλώνωνται μέ μιά συναισθηματική καί κοινωνική ισορροπία, καί νά έχουν κίνηση πρός τόν Θεό. Η παρά φύσιν λειτουργία τής λογικής καί νοεράς ενέργειας τής ψυχής είναι νά κινούνται μακράν τού Θεού καί μέ εμπάθεια πού εκδηλώνεται μέ οργή, επιθετικότητα, μίσος εναντίον τών ανθρώπων. Καί η υπέρ φύσιν κίνηση τής λογικής καί νοεράς ενέργειας τής ψυχής είναι όταν υπερβαίνωνται τά πάθη καί η λεγόμενη φυσική ισορροπία καί αναφέρωνται στόν Θεό, διά τού φωτισμού καί τής θεοπτίας.
Αυτή η ανάλυση έχει μεγάλη σημασία γιατί υπάρχουν καταστάσεις πού είναι τής θείας Χάριτος καί δέν μπορούν νά κατανοηθούν καί νά ερμηνευθούν από τήν ανθρώπινη επιστήμη. Όπως υπάρχουν εκδηλώσεις πού είναι δαιμονικές καί διαφέρουν σαφώς από τίς ψυχολογικές. Έτσι, πρέπει κανείς νά έχη διάκριση γιά τό πότε μιά αρρώστια είναι ψυχολογική ή ψυχιατρική, πότε είναι δαιμονική καί πότε μιά κατάσταση είναι τής θείας Χάριτος. Δηλαδή, πρέπει νά διακρίνωνται τά ενεργήματα τής θείας Χάριτος από τίς δαιμονικές ενέργειες καί τίς φυσικές καταστάσεις. Συγκεκριμένα, γιά τίς ασθένειες πρέπει νά ξεχωρίζεται πότε είναι σωματικές, πότε είναι ψυχολογικές, πότε είναι δαιμονικές καί πότε, αλλά καί πόσο υφίσταται η αλληλεπίδραση μεταξύ τους.
Μέ βάση τήν ανάλυση αυτή μπορούμε νά σχηματίσουμε τέσσερεις περιπτώσεις, όπως τίς έχει επισημάνει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Στήν πρώτη περίπτωση νά λειτουργή καλά η λογική ενέργεια καί νά μή λειτουργή καθόλου καλά ή νά υπολειτουργή η νοερά ενέργεια. Στήν δεύτερη περίπτωση νά μή λειτουργή καλά η λογική ενέργεια καί νά λειτουργή καλά η νοερά ενέργεια. Στήν τρίτη περίπτωση νά λειτουργούν καλά καί οι δύο ενέργειες, λογική καί νοερά. Καί στήν τέταρτη περίπτωση νά μή λειτουργούν καλά οι δύο αυτές ενέργειες.
Τό συμπέρασμα είναι ότι οι καλοί Πνευματικοί Πατέρες πρέπει νά γνωρίζουν τήν αρμοδιότητά τους, όπως τό ίδιο πρέπει νά γίνεται καί από τούς γιατρούς νευρολόγους- ψυχιάτρους καί τούς ψυχολόγους-ψυχοθεραπευτές, αλλά νά καθορίζουν καί τόν βαθμό καί τόν τρόπο τής συνεργασίας τους.
Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει βαθύ πόνο, είναι ολόκληρος μιά πληγή, η οποία εκδηλώνεται σωματικά, ψυχολογικά καί πνευματικά καί πρέπει όλοι νά αγωνιζόμαστε καί νά συνεργαζόμαστε γιά νά τόν βοηθήσουμε. Έχουμε χρέος απέναντί του, όχι μόνο γιά νά αποκτήση σωματική υγεία καί ψυχολογική ισορροπία, αλλά νά ικανοποιήση τήν ορμή του πρός τόν Θεό.
Εκκλησιαστική Παρέμβαση Ιούνιος 2013
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο τέταρτος (4ος) αιώνας ως ο «χρυσούς» αιώνας της Εκκλησίας
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Ιουλίου, 2013
Ο τέταρτος (4ος) αιώνας ως ο «χρυσούς» αιώνας τής Εκκλησίας
Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
Ομιλία στούς Εκπαιδευτικούς τής πόλεως Ναυπάκτου τήν 30η Ιανουαρίου 2013 καί στήν Ιερατική Σύναξη τής Ιεράς Μητροπόλεως Κηφισίας, τήν 14-2-2013
Ευχαριστώ γιατί ανταποκριθήκατε στήν πρόσκλησή μου νά έλθετε σήμερα στήν εκδήλωση αυτή, τήν οποία καθιέρωσα εδώ καί πολλά χρόνια, από τήν πρώτη χρονιά τής ελεύσεώς μου στήν Ναύπακτο.
Κάθε χρόνο αναπτύσσω διάφορα θέματα σέ σχέση μέ τήν ζωή, τήν διδασκαλία καί τό έργο τών Τριών Ιεραρχών καί προσπαθώ νά θίξω πλευρές πού ξεφεύγουν λίγο από τά τετριμμένα καί καθιερωμένα.
Τό θέμα τής σημερινής ομιλίας μου είναι «Ο τέταρτος αιώνας (στόν οποίον έζησαν οι Τρείς Ιεράρχες) ως ο “χρυσούς” αιώνας τής Εκκλησίας».
Ο τέταρτος (4ος) αιώνας έχει χαρακτηρισθή από πολλούς θεολόγους καί μελετητές τής εκκλησιαστικής ιστορίας ως ο «χρυσούς αιώνας τής Εκκλησίας». Αυτό οφείλεται σέ πολλούς παράγοντες. Πρώτον, στήν διοργάνωση τής εκκλησιαστικής ζωής μετά τό τέλος τών διωγμών καί τήν έκδοση τού Διατάγματος τών Μεδιολάνων. Δεύτερον, στήν συνάντηση μεταξύ μεγάλων θεολογικών καί θρησκευτικών ρευμάτων ήτοι τής ιουδαϊκής σκέψεως, τής χριστιανικής αποκαλύψεως, τής γνωστικής διδασκαλίας καί τής ελληνικής φιλοσοφίας. Τρίτον, στόν καθορισμό τών δογμάτων καί τής εκκλησιαστικής ζωής, λόγω τών πολλών αιρέσεων καί τών σχισματικών καταστάσεων πού παρατηρήθηκαν τήν εποχή εκείνη. Τέταρτον στήν εμφάνιση μεγάλων Πατέρων στήν Εκκλησία, μεταξύ τών οποίων καί τών Τριών Ιεραρχών.
Όλα αυτά θά τά δούμε αναλυτικότερα στήν συνέχεια καί έτσι θά μπορέσουμε νά καταλάβουμε καλύτερα τόν μεγάλο θησαυρό πού μάς κληροδότησαν καί τό καθήκον μας νά διατηρήσουμε γιά τίς επόμενες γενιές.
1. Τό Διάταγμα τών Μεδιολάνων
Ο 4ος αιώνας άρχισε μέ τούς μεγάλους καί σκληρούς διωγμούς πού είχε διατάξει ο Διοκλητιανός. Εκατομμύρια μάρτυρες θυσιάσθηκαν γιά νά ομολογήσουν τήν πίστη στόν Τριαδικό Θεό. Τόν διωγμό αυτόν τόν υποκίνησε στήν πραγματικότητα ο γαμβρός τού Διοκλητιανού Γαλέριος, ο οποίος αργότερα εξέδωσε διάταγμα τόν Απρίλιο τού 311 στήν Νικομήδεια ή στήν Σαρδική μέ τό οποίο έθεσε τέρμα στόν διωγμό. Ο Γαλέριος επέτρεψε τήν χριστιανική λατρεία, αλλά μέ τούς όρους νά μή πράττουν οι Χριστιανοί κάτι έναντι τών νόμων τού Κράτους, καί νά εύχωνται γιά τόν αυτοκράτορα. Επίσης, διέτασσε νά επιστραφούν στούς Χριστιανούς οι κατασχεθέντες καί απαλλοτριωθέντες τόποι προσευχής, έναντι αποζημιώσεως. Η έκδοση τού Διατάγματος αυτού οφειλόταν αφ’ ενός μέν στήν θετική επίδραση τού Μ. Κωνσταντίνου επάνω στόν Γαλέριο, αφ’ ετέρου δέ στήν ασθένεια τού Γαλερίου από τήν οποία απέθανε μετά από λίγο.
Δύο χρόνια μετά, καί συγκεκριμένα κατά τό έτος 313, εξεδόθη ένα Διάταγμα πού φέρει τήν ονομασία «Διάταγμα τών Μεδιολάνων», διότι υπογράφηκε στά Μεδιόλανα, σημερινό Μιλάνο τής Ιταλίας, κατόπιν συσκέψεως μεταξύ τού Μ. Κωνσταντίνου καί τού Λικινίου. Εφέτος ενθυμούμαστε τά 1700 χρόνια από τήν έκδοση τού Διατάγματος τών Μεδιολάνων, πού είναι πολύ σημαντικό.
Πρόκειται γιά δύο κείμενα τά οποία διαφέρουν μεταξύ τους. Τό ένα διασώζεται από τόν Λακτάντιο, ο οποίος αντέγραψε τό έγγραφο, τό οποίο δημοσιεύθηκε στήν Νικομήδεια από τόν Λικίνιο, μετά τήν απόσπαση τής Βιθυνίας (Μικράς Ασίας) από τόν Μαξιμίνο. Τό άλλο κείμενο διασώζεται από τόν Ευσέβιο ο οποίος μετέφρασε τό κείμενο πού δημοσιεύθηκε στήν Καισάρεια τής Παλαιστίνης. Τά δύο αυτά έγγραφα τά οποία ήταν ένα καί έφεραν τά ονόματα τού Μ. Κωνσταντίνου καί τού Λικινίου ονομάζονται Διάταγμα τών Μεδιολάνων. Οι ιστορικοί προσπαθούν νά εξηγήσουν αυτήν τήν διαφορά μεταξύ τους καί δίνουν διάφορες ερμηνείες πού δέν μάς αφορά εδώ.
Τό σημαντικό είναι ότι τό Διάταγμα τών Μεδιολάνων έδωσε πλήρη ελευθερία στούς πολίτες τού Ρωμαϊκού Κράτους νά ασπασθούν τόν Χριστιανισμό καί πλήρη ελευθερία τελέσεως τής λατρείας τους. Επίσης, διέτασσε τήν πλήρη επιστροφή τών απαλλοτριωθέντων ή δωρηθέντων τόπων τής προσευχής καί τών κοινοτικών κτημάτων, χωρίς νά δοθή από τούς Χριστιανούς αποζημίωση. Μέ τό Διαταγμα αυτό ο Χριστιανισμός ήταν ελεύθερος νά τελή τήν λατρεία του καί νά δέχεται πιστούς, αλλά δέν καθοριζόταν ότι ήταν επίσημη θρησκεία τού Κράτους.
Θά παραθέσω δύο φράσεις από τό Διάταγμα τών Μεδιολάνων, όπως διασώθηκε από τόν Ευσέβιο Καισαρείας καί αναφέρεται στό θέμα τής θρησκευτικής ελευθερίας.
Η μία φράση έχει ως εξής: «Ήδη μέν πάλαι σκοπούντες τήν ελευθερίαν τής θρησκείας ουκ αρνητέαν είναι, αλλ’ ενός εκάστου τή διανοία καί τή βουλήσει εξουσίαν δοτέον τού τά θεία πράγματα τημελείν κατά τήν αυτού προαίρεσιν έκαστον, κεκελεύκειμεν τοίς τε Χριστιανοίς τής αιρέσεως καί τής θρησκείας εαυτών τήν πίστιν φυλάττειν».
Η άλλη φράση έχει ως εξής: «Οπότε ευτυχώς εγώ Κωνσταντίνος ο Αύγουστος καγώ Λικίνιος ο Αύγουστος εν Μεδιολάνω εληλύθειμεν καί πάντα όσα πρός τό λυσιτελές καί τό χρήσιμον τώ κοινώ διέφερεν, εν ζητήσει έσχομεν ταύτα μεταξύ τών λοιπών άτινα εδόκει εν πολλοίς άπασιν επωφελή είναι, μάλλον δέ εν πρώτοις διατάξαι εδογματίσαμεν, οίς η πρός τό θείον αιδώς τε καί τό σέβας ενείχετο, τούτ’ έστιν, όπως δώμεν καί τοίς Χριστιανοίς καί πάσιν ελευθέραν αίρεσιν τού ακολουθείν τή θρησκεία ή δ’ άν βουληθώσιν…».
Πρόκειται γιά ένα Διάταγμα πού καθόριζε τήν λήξη τών διωγμών εναντίον τού Χριστιανισμού, έδινε ελευθερία στόν Χριστιανισμό νά επιτελή τήν λατρεία του καί άνοιγε τόν δρόμο γιά νά γίνη αργότερα ο Χριστιανισμός επίσημη θρησκεία τού Κράτους.
2. Η συνάντηση τών μεγάλων θεολογικών ρευμάτων
Ο Χριστιανισμός μέ τήν ελευθερία πού τού δόθηκε άρχισε νά αναπτύσσεται καί νά δέχεται νέα μέλη στούς κόλπους του, διά τού βαπτίσματος, τού Χρίσματος, καί τελούσε ελεύθερα τήν λατρεία του, ιδιαίτερα τό μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας. Άρχισε μιά αναζωογόνηση καί ανασυγκρότηση τής εκκλησιαστικής ζωής, ύστερα από τήν λαίλαπα τών διωγμών καί τών μαρτυρίων.
Όμως, η ελευθερία δημιούργησε άλλους πειρασμούς, ο κυριότερος από τούς οποίους ήταν οι αιρέσεις καί τά σχίσματα. Έτσι, η Εκκλησία προσπάθησε νά δημιουργήση τούς χώρους τής λατρείας, δηλαδή τού Ναούς, νά καθορίση τόν τρόπο μέ τόν οποίο θά δεχθή τά νέα μέλη της, νά συγκροτήση τόν τρόπο διοικήσεώς της καί φυσικά νά αντιμετωπίση τούς αιρετικούς καί τούς σχισματικούς.
Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα τού 4ου αιώνος είναι ότι συναντήθηκαν μεγάλα φιλοσοφικά καί θρησκευτικά ρεύματα τά οποία κυριαρχούσαν στούς πρώτους αιώνες τού Χριστιανισμού, ιδιαιτέρως τόν 2ο καί τόν 3ο αιώνα. Θά γίνη μιά παρουσίαση αυτών τών θρησκευτικών ρευμάτων γιά νά διαπιστωθή η μεγάλη σπουδαιότητα τής συναντήσεώς τους μέ τόν Χριστιανισμό.
Τό βασικό θρησκευτικό ρεύμα τήν εποχή εκείνη, ιδίως στήν Παλαιστίνη, ήταν ο Ιουδαϊσμός. Ο Χριστιανισμός αναπτύχθηκε στά μέρη τής Παλαιστίνης καί στήν συνέχεια εξήλθε από τά όριά της στόν γνωστό τότε κόσμο. Οι Απόστολοι ήταν Ιουδαίοι κατά τήν καταγωγή καί, όπως ήταν φυσικό, γνώριζαν τήν Παλαιά Διαθήκη, καί τίς ερμηνευτικές διατάξεις, τό Ταλμούδ, δηλαδή γνώριζαν τόν νόμο καί τίς ερμηνείες του, αλλά τελικά δέχθηκαν καί τήν νέα αποκάλυψη πού έφερε ο Χριστός στόν κόσμο.
Οι Απόστολοι από τήν ανάγνωση τής Παλαιάς Διαθήκης γνώριζαν ότι στούς Προφήτες αποκαλυπτόταν ο Κύριος τής δόξης, ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος καί τούς φανέρωνε τήν αλήθεια τού Θεού καί τήν ενσάρκωση τού Χριστού. Στήν συνέχεια βρήκαν τόν Μεσσία, κατάλαβαν από τήν πείρα τους ότι ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος, ο Γιαχβέ τής Παλαιάς Διαθήκης, ο Κύριος τής δόξης, έγινε άνθρωπος, βίωσαν τήν άκτιστη δόξα Του στό όρος Θαβώρ, Τόν είδαν αναστάντα καί έλαβαν τό Άγιον Πνεύμα τήν ημέρα τής Πεντηκοστής, οπότε έγιναν μέλη τού Σώματός Του.
Είναι φυσικό ότι η σκέψη τους καί η φρασεολογία τους ήταν καθαρά Παλαιοδιαθηκική. Ο Απόστολος Παύλος στίς επιστολές του έκανε λόγο γιά τόν Κύριο τής δόξης, γιά τόν σαρκικό, ψυχικό καί πνευματικό άνθρωπο, γιά τήν Εκκλησία ως Σώμα Χριστού, γιά τό Φώς τού Θεού στήν καρδιά τού ανθρώπου κ.λ.π. Έτσι, όλη η σκέψη καί η φρασεολογία τής Καινής Διαθήκης, δηλαδή τών Ευαγγελίων, τών Πράξεων τών Αποστόλων καί τών Επιστολών τους, είναι καθαρά εβραϊκή, αλλά μέ νέα ερμηνεία, σύμφωνα μέ τήν αποκάλυψη τού Χριστού.
Βεβαίως, οι Εβραίοι τής εποχής εκείνης πού δέν δέχθηκαν τόν Χριστό εξακολουθούσαν νά διαβάζουν τήν Παλαιά Διαθήκη, δέν μπορούσαν όμως νά αποδεχθούν τά σχετικά μέ τήν έλευση τού Χριστού, ούτε τό κήρυγμα τού Χριστού καί τών Αποστόλων ότι ο Χριστός είναι Υιός τού Θεού καί γι’ αυτό πολεμούσαν τούς Αποστόλους καί γενικά τούς Χριστιανούς. Ο Φίλων ο Ιουδαίος, πού έζησε στήν Αλεξάνδρεια καί ήταν σύγχρονος τού Χριστού, προσέλαβε καί μερικά ελληνιστικά στοιχεία στήν διδασκαλία του.
Κατά τόν 2ο αιώνα αναπτύχθηκε ένα ρεύμα πού ονομάσθηκε γνωστικισμός. Πρόκειται γιά ένα «φιλοσοφικό-πνευματιστικό-θρησκευτικό-μυστικιστικό-μαγικό πλέγμα διαφόρων απόψεων, πού διατυπώθηκαν στήν διάρκεια τών πρώτων χριστιανικών αιώνων». Ο γνωστικισμός συνιστά ένα θρησκευτικό συγκρητισμό τής εποχής εκείνης. Στήν διδασκαλία του συνυπάρχουν αναμεμειγμένα διάφορα «ετερόκλητα στοιχεία από τήν μυθολογία τών Αιγυπτίων, τών Βαβυλωνίων καί άλλων ανατολικών λαών, από τήν ελληνική παράδοση καί φιλοσοφία καί από τήν χριστιανική θεολογία».
Βασική αρχή τού γνωστικισμού είναι ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ αγαθού καί κακού Θεού, ότι ο αγαθός Θεός είναι ένα υπερβατικό όν πού δέν έχει σχέση μέ τόν κόσμο, αντίθετα ο δημιουργός τού κόσμου είναι ο κακός Θεός, όπως είναι ο Θεός τής Παλαιάς Διαθήκης. Η σωτηρία τού ανθρώπου δέν επιτυγχάνεται μέ τήν πίστη, αλλά μέ τήν γνώση, η οποία «αποτελεί μιά ανώτερη, πνευματική, ενορατική θεία μορφή γνώσης πού αντιδιαστέλλεται τόσο πρός τήν επιστήμη, η οποία έχει κοσμικό περιεχόμενο, όσο καί πρός τήν θρησκευτική πίστη, η οποία εκπορεύεται από τό δόγμα». Αυτή η γνώση είναι μιά εσωτερική σπίθα, καί ο άνθρωπος σώζεται δι’ αυτής. Ο Ιησούς είναι ο ύψιστος άρχων, ο σωτήρας πού απεστάλη από τόν αγαθό Θεό γιά νά αναζωπυρώση τίς σπίθες αυτές πού υπάρχουν μέσα στούς ανθρώπους καί νά βοηθήση στήν αποκατάστασή τους.
Γνωστικιστές τών πρώτων αιώνων έδρασαν σέ διάφορα μέρη τού τότε γνωστού κόσμου, όπως είναι ο Βασιλείδης στήν Αίγυπτο, ο Βαρδησάνης στήν Μεσοποταμία, ο Μαρκίων στήν Σινώπη καί τήν Ρώμη, ο Καρποκράτης στήν Αλεξάνδρεια καί ο Μάνης στήν Περσία πού είναι καί ο εισηγητής τού μανιχαϊσμού.
Τόν γνωστικισμό αντιμετώπισαν οι Αποστολικοί Πατέρες, κυρίως ο άγιος Ειρηναίος, Επίσκοπος Λυώνος, πού έγραψε τό βιβλίο «έλεγχος καί ανατροπή τής ψευδωνύμου γνώσεως». Ο γνωστικισμός θεωρήθηκε ως μιά απειλή εναντίον τού Χριστιανισμού γιατί αμφισβητούσε τήν θεότητα τού Χριστού, τίς αποκαλύψεις τού Θεού στήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη, υπονόμευε τήν απολυτρωτική θυσία τού Χριστού καί έθετε τίς βάσεις γιά έναν θεολογικό καί φιλοσοφικό δυϊσμό (διάκριση μεταξύ καλού καί κακού Θεού), αλλά καί υπερτόνιζε τήν αξία τού ανθρώπου, μέσα στόν οποίο υπάρχουν οι σπίθες τής γνώσεως, παραθεωρώντας τήν πίστη στήν Αποκάλυψη τού Θεού.
Ένα άλλο ρεύμα πού κυριαρχούσε τόν 3ο αιώνα ήταν η αρχαία ελληνική φιλοσοφία τού Πλάτωνος τού Αριστοτέλη, εκτός τών Αθηνών, καί στόν χώρο τής Αλεξάνδρειας καί τής Αντιοχείας, πού επηρέασε μερικούς Χριστιανούς θεολόγους. Εξακολουθούσαν νά λειτουργούν οι φιλοσοφικές σχολές στίς οποίες διδασκόταν η ελληνική φιλοσοφία, καί κυκλοφορούσαν τά έργα τών αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων.
Κυρίως από τόν 3ο αιώνα αναπτύχθηκε ο νεοπλατωνισμός πού ήταν μιά προσπάθεια αναβίωσης τού αρχαίου πλατωνισμού, μέ νέα στοιχεία. Βασική διδασκαλία τού νεοπλατωνισμού είναι ότι χωρίζεται η πραγματικότητα σέ τέσσερα επίπεδα, ήτοι τό έν πού είναι η ουσία, ο νούς, η ψυχή, καί ο αισθητός κόσμος. Κάθε ένα από αυτά προέρχεται από τό προηγούμενο, διά τής απορροής, καί μεταξύ τους υπάρχει η λεγόμενη «αλυσίδα τού όντος». Έτσι, από τό πλεόνασμα τού ενός –τής ουσίας– δημιουργήθηκε διά τής απορροής ο νούς από τό πλεόνασμα τού νού δημιουργήθηκε, διά τής απορροής, η ψυχή από τό πλεόνασμα τής ουσίας τής ψυχής δημιουργήθηκε, διά τής απορροής, ο αισθητός κόσμος.
Κατά τόν νεοπλατωνισμό η ψυχή διακρίνεται σέ κοσμική ψυχή «χάρη στήν οποία η απροσδιόριστη ύλη προσέλαβε μορφή» καί έτσι σχηματίζονται τά αισθητά πράγματα, καί στήν ανθρώπινη ψυχή «η οποία αποτελεί τή μορφή τού σώματος τού φορέα της». Ο προορισμός τού ανθρώπου είναι η επανάκαμψη τής ψυχής από τήν επιρροή τού σώματος στό αρχικό έν από τό οποίο προήλθε. Έτσι γίνεται λόγος γιά τρία στάδια, ήτοι τήν μονή, τήν πρόοδο καί τήν επιστροφή.
Ο νεοπλατωνισμός διαμορφώθηκε σέ διάφορες σχολές στίς μεγάλες πόλεις καί περιοχές τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπως τήν Ρώμη, τήν Αλεξάνδρεια, τήν Συρία, τήν Πέργαμο, τήν Αθήνα κ.λ.π. καί εκφραστές τους ήταν ο Πλωτίνος, ο Πορφύριος, ο Ιάβλιχος κ.ά. Ο νεοπλατωνισμός πού εμφανίσθηκε τόν 3ο αιώνα επέζησε μέ διάφορες μορφές σέ όλους τούς αιώνες, μέχρι τήν φιλοσοφία τής εποχής μας.
Αποστέλεσμα όλων αυτών τών φιλοσοφικών καί θρησκευτικών ρευμάτων ήταν ότι επηρεάσθηκαν μερικοί Χριστιανοί θεολόγοι, οι οποίοι φιλοσοφούσαν πάνω στήν αποκαλυπτική αλήθεια τού Χριστού καί ανέπτυξαν τόν λεγόμενο εξελληνισμένο Χριστιανισμό. Πρόκειται γιά μερικούς θεολόγους οι οποίοι προσπαθούσαν νά κατανοήσουν καί νά ερμηνεύσουν τήν χριστιανική διδασκαλία μέσα από τήν ελληνική φιλοσοφία καί τά φιλοσοφικά καί θρησκευτικά ρεύματα τής εποχής τους. Οι Χριστιανοί θεολόγοι αυτής τής κατηγορίας θεολογούσαν περισσότερο φιλοσοφικά, χωρίς νά διαθέτουν προσωπική εμπειρία τής αποκαλύψεως τού Χριστού, καί έτσι εξελλήνισαν τόν Χριστιανισμό, απομακρύνθηκαν από τήν χριστιανική διδασκαλία καί κατέληξαν σέ αιρέσεις.
Στήν κατηγορία αυτήν υπάγονται ο Παύλος Σαμοσατεύς, ο Λουκιανός Αντιοχεύς, ο Σαβέλλιος, ο Άρειος καί οι Αρειανοί, ο Ευνόμιος, τούς οποίους αντιμετώπιζαν οι Πατέρες τής Εκκλησίας. Όλοι αυτοί προσπαθούσαν νά ερμηνεύσουν τήν χριστιανική θεολογία, χρησιμοποιώντας τήν ελληνική φιλοσοφία, στά θέματα σχέσεως μεταξύ τών Προσώπων τής Αγίας Τριάδος, στήν ενανθρώπηση τού Λόγου τού Θεού καί τήν ένωση τών δύο φύσεων στόν Χριστό, καί τήν δημιουργία τού κόσμου. Έκαναν λόγο γιά πρόσωπα καί υπόσταση, γιά ουσία καί ενέργειες, γιά μεταφυσικά, αμετάβλητα καί μεταβλητά, γιά εντελέχεια κλπ.
Τά φιλοσοφικά, θρησκευτικά καί θεολογικά αυτά ρεύματα διαμόρφωσαν ένα κλίμα στήν Εκκλησία τών τριών πρώτων αιώνων καί κυριαρχούσαν στίς απόψεις μερικών θεολόγων γύρω από τά θεολογικά θέματα. Αυτές οι αιρετικές απόψεις επηρέαζαν τούς Χριστιανούς, όπως ήταν φυσικό, καί οι Επίσκοποι προσπαθούσαν νά τίς αντιμετωπίσουν. Επρόκειτο γιά μιά νέα πρόκληση στήν οποία βρέθηκε η Χριστιανική Εκκλησία. Ενώ στούς πρώτους αιώνες η πρόκληση αναφερόταν στήν ομολογία τής πίστεως η οποία εκφραζόταν διά τού μαρτυρίου καί ανέδειξε τούς μάρτυρες, κατά τόν 3ο καί 4ο αιώνα, η πρόκληση αναφερόταν στήν ομολογία τής πίστεως μέ όρους τής εποχής εκείνης καί ανέδειξε τούς Μεγάλους Πατέρες τής Εκκλησίας.
3. Η διαμόρφωση τής ορθόδοξης θεολογίας καί ζωής
Η Εκκλησία κατά τόν 4ο αιώνα βρέθηκε μπροστά σέ αυτές τίς προκλήσεις, πού προέρχονταν από τόν Ιουδαϊσμό, τόν γνωστικισμό, τήν ελληνική φιλοσοφία καί κυρίως τόν νεοπλατωνισμό. Χρειάσθηκε, επομένως νά αντιμετωπίση όλα αυτά τά φιλοσοφικά καί θρησκευτικά ρεύματα καί νά εκφράση τήν αποκαλυπτική της αλήθεια μέσα από τήν νέα ορολογία. Έτσι, χωρίς νά χάση καθόλου τό περιεχόμενο τής Αποκαλύψεως υιοθέτησε μιά νέα ορολογία. Μέ αυτόν τόν τρόπο αντιμετώπισε καί τόν κίνδυνο πού προερχόταν από τούς αιρετικούς πού εξέφραζαν τόν λεγόμενο εξελληνισμένο Χριστιανισμό, καί οι οποίοι μετέτρεπαν τόν Χριστιανισμό σέ μιά μορφή τού ελληνισμού, μέ τήν δική του φιλοσοφική σκέψη.
Έτσι, η Εκκλησία από αυτήν τήν συνάντηση, διά τών Πατέρων της, εξέφρασε τόν εκχριστιανισμένο ελληνισμό, όπως τό χαρακτήριζε ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκι. Τά ιδιαίτερα σημεία πού διακρίνουν αυτήν τήν προσπάθεια, πού είναι πραγματικά εργώδης, μπορούν νά εντοπισθούν σέ δύο ενδεικτικές χρονολογίες, ήτοι τό έτος 325 μ.Χ. πού συνεκλήθη η Α’ Οικουμενική Σύνοδος στήν Νίκαια τής Βιθυνίας, καί τό έτος 381 μ.Χ. πού συνεκλήθη η Β’ Οικουμενική Σύνοδος στήν Κωνσταντινούπολη.
Τό διάστημα πού προηγήθηκε τής Α’ Οικουμενικής Συνόδου, καί τό διάστημα μεταξύ τής Α’ καί Β’ Οικουμενικής Συνόδου ήταν πολύ σημαντικά γιά τήν Εκκλησία, γιατί τότε αγωνίσθηκε γιά νά διαμορφωθή η νέα πραγματικότητα, νά εκφρασθή η αυθεντική θεολογία μέσα από νέους όρους, οι οποίοι θά παραμείνουν έκτοτε στήν Εκκλησία μέχρι σήμερα. Υπέρμαχος στήν Α’ Οικουμενική Σύνοδο ήταν ο Μ. Αθανάσιος καί στήν Β’ Οικουμενική Σύνοδο ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, καί ακόμη έμμεσα ο Μ. Βασίλειος, ο οποίος είχε κοιμηθή πρίν συνέλθη η Σύνοδος (379 μ.Χ.) αλλά μέ τήν διδασκαλία καί τό έργο του προετοίμασε όλη τήν θεολογία τής Συνόδου αυτής.
Στήν συνέχεια θά τονισθούν μερικά σημεία τά οποία δείχνουν τό τί έγινε τόν 4ο αιώνα στήν Ορθόδοξη Εκκλησία, μόλις βγήκε από τήν περίοδο τών διωγμών καί τού μαρτυρίου, αλλά καί πώς αντιμετώπισε τήν πρόκληση τών αιρέσεων πάνω στό θέμα αυτό.
Στήν θεολογία, δηλαδή τήν τριαδολογία, χρησιμοποιήθηκε μιά νέα ορολογία μέσα στήν οποία διασώθηκε όλη η αποκαλυπτική θεολογία γιά τήν Αγία Τριάδα. Έτσι, ενώ μέχρι τότε έκαναν λόγο γιά τό τρισήλιο Φώς, τά τρία Φώτα –τού Πατρός, τού Υιού καί τού Αγίου Πνεύματος– τώρα οι Μεγάλοι Πατέρες, χωρίς νά αποδεσμευθούν καί από αυτήν τήν βιβλική ορολογία, έκαναν λόγο γιά πρόσωπα, ουσία, ενέργεια, τρόπο υπάρξεως, προκειμένου νά εκφράσουν τήν σχέση μεταξύ τους. Ο Θεός είναι τρία πρόσωπα-υποστάσεις, υπάρχει μιά κοινή ουσία καί ενέργεια, τό κάθε πρόσωπο έχει τόν ιδιαίτερο τρόπο υπάρξεώς του, τό λεγόμενο υποστατικό ιδίωμα, ο άνθρωπος μετέχει τής ενεργείας τού Θεού καί όχι τής ουσίας Του. Μέ τόν τρόπο αυτό οι Πατέρες τής Εκκλησίας αντιμετώπισαν όλες τίς εμφανισθείσες αιρέσεις καί διασώθηκε η αποκαλυπτική θεολογία. Αυτή είναι η λεγόμενη πολεμική θεολογία. Τελικά, στήν υμνογραφία τής Εκκλησίας, καθώς καί στά πατερικά κείμενα, διασώθηκαν τόσο η βιβλική όσο καί η πατερική ορολογία.
Στήν χριστολογία, οι Πατέρες, χρησιμοποιώντας τούς όρους τών φιλοσοφούντων θεολόγων, έκαναν κάποια άλλη χρήση τους γιά νά τό εκφράσουν καλύτερα. Ενώ ο Πατήρ, ο Υιός καί τό Άγιον Πνεύμα έχουν μία φύση καί ενέργεια στά Τρία Πρόσωπα, ο Χριστός έχει δύο φύσεις καί ενέργειες, θεία καί ανθρώπινη, στό ένα πρόσωπό Του. Στήν υμνογραφία τής Εκκλησίας, αλλά καί στά πατερικά κείμενα διασώθηκε καί στό θέμα αυτό τόσο η βιβλική θεολογία πού κάνει λόγο γιά τόν Μεγάλης Βουλής άγγελο, γιά τόν Κύριο τής δόξης, όσο καί η πατερική ορολογία, γιά τίς δύο φύσεις, θεία καί ανθρώπινη, πού ενώθηκαν στό ένα πρόσωπο τού Λόγου.
Στήν εκκλησιολογία έγινε μεγάλη προσπάθεια γιά νά κατοχυρωθή η ενότητα τών Τοπικών Εκκλησιών. Αυτό τό επέτυχαν οι Πατέρες μέ τούς ιερούς κανόνες στίς Τοπικές καί Οικουμενικές Συνόδους, όπου γίνεται λόγος γιά τόν τρόπο μέ τόν οποίο ενεργούν τά χαρίσματα κάθε μέλους τής Εκκλησίας, γιά τήν επισκοποκεντρική θεώρησή της. Επίσης, προσλήφθηκε τό διοικητικό σύστημα διοικήσεως τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μέ τίς Επαρχίες, τίς Διοικήσεις – Εξαρχίες καί τίς Υπαρχίες, γιά νά συγκροτηθή τό συνοδικό σύστημα διοικήσεως τής Εκκλησίας. Μέ αυτήν τήν ρύθμιση όρισαν τό Μητροπολιτικό σύστημα στήν Α’ Οικουμενική Σύνοδο, στήν Β’ Οικουμενική Σύνοδο θεσπίσθηκε τό υπερμητροπολιτικό σύστημα τό οποίο εξελίχθηκε σέ Πατριαρχικό σύστημα διοικήσεως. Μέ τόν τρόπο αυτό αντιμετωπίσθηκαν τά σχίσματα καί οι διαιρέσεις, καί διατηρήθηκε η ενότητα τής Εκκλησίας.
Στήν ευχαριστιολογία επικεντρώθηκε τό ενδιαφέρον καί η προσοχή στήν θεία Ευχαριστία σέ σχέση μέ τά άλλα Μυστήρια τής Εκκλησίας. Είναι γνωστόν ότι η θεία Ευχαριστία, σέ συνδυασμό μέ τά δόγματα καί τήν Αγία Γραφή, αποτελεί τό κέντρο τής εκκλησιαστικής ζωής. Οι Κληρικοί, μοναχοί καί λαϊκοί συνέρχονται στήν θεία Ευχαριστία γιά νά κοινωνήσουν τού Σώματος καί τού Αίματος τού Χριστού. Έτσι, καί οι Τρείς Ιεράρχες συνέταξαν ευχές γιά τήν θεία Ευχαριστία, πού έλαβαν καί τό όνομά τους.
Στήν ανθρωπολογία έγινε προσπάθεια νά καθορισθή η διδασκαλία τί είναι ο άνθρωπος, ποιός τόν δημιούργησε καί ποιός είναι ο σκοπός τής ζωής του. Αναπτύχθηκε ιδιαίτερα η διδασκαλία γιά τό κατ’ εικόνα καί τό καθ’ ομοίωση τού ανθρώπου καί ερμηνεύθηκαν οι όροι αυτοί θεολογικά. Παρουσιάσθηκε η αλήθεια ότι ο άνθρωπος δέν είναι δημιούργημα τού κακού Θεού, δέν είναι αποτέλεσμα τού μηδενός, αλλά ποίημα τού Θεού καί δέν προϋπήρχε η ψυχή τού σώματος ούτε τό σώμα τής ψυχής.
Στήν μοναχική ζωή καθορίσθηκαν οι κανόνες καί οι όροι μέσα από τούς οποίους μπορούν οι μοναχοί νά ζήσουν εκκλησιαστικά καί ευαγγελικά. Γιατί μετά τήν λήξη τών διωγμών καί τήν επελθούσα εκκοσμίκευση στόν χώρο τής εκκλησιαστικής ζωής αναπτύχθηκε στό έπακρο ο αναχωρητισμός πού μπορούσε νά εξελιχθή σέ έναν χριστιανικό αναρχισμό. Η Εκκλησία διά τών φωτισμένων Πατέρων καθόρισε τούς κανόνας βάσει τών οποίων θά οργανωθούν οι μοναχοί σέ κοινόβια καί τό κυριότερο θά είναι κάτω από τήν ποιμαντική καθοδήγηση τών Επισκόπων τής Πόλεως.
Στήν ποιμαντική καθοδήγηση τών μελών τής Εκκλησίας δόθηκε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι τά μέλη τής Εκκλησίας έπρεπε νά παιδαγωγούνται γιά νά ζούν πραγματικά τήν εν Χριστώ ζωή μέσα στήν Εκκλησία. Μέσα σέ αυτήν τήν προοπτική πρέπει νά δούμε τίς ομιλίες τών Πατέρων κατά τίς λειτουργικές καί λατρευτικές συνάξεις, πού αναφέρονται στό δόγμα καί τήν άσκηση.
Επομένως, η Εκκλησία, ιδιαίτερα τόν 4ο αιώνα, εργάσθηκε συστηματικά γιά τήν οργάνωση καί τήν ανάπτυξή της, αφού απέκτησε τήν ελευθερία της. Ο 4ος αιώνας είναι ένας αιώνας πολύ σημαντικός γιά όλη τήν εκκλησιαστική ζωή, πού αντιμετώπισε δημιουργικά όλες τίς προκλήσεις τής εποχής εκείνης.
4. Οι Τρείς Ιεράρχες, ιδιαιτέρως ο Μέγας Βασίλειος
Σέ αυτή τήν οργανωτική προσπάθεια τής Εκκλησίας έπαιξαν σημαντικό ρόλο μεγάλοι Πατέρες, όπως είναι οι Τρείς Ιεράρχες, ήτοι ο Μέγας Βασίλειος, ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος καί λίγο αργότερα ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Σέ αυτούς πρέπει νά προστεθούν ο Μέγας Αθανάσιος, πού προηγήθηκε καί τόν οποίο οι επόμενοι θεωρούσαν ως θεολογικό τους Γέροντα, όπως καί ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, αδελφός τού Μεγάλου Βασιλείου καί άλλοι Πατέρες.
Ο Μέγας Βασίλειος καί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος σπούδασαν στίς φιλοσοφικές σχολές τής εποχής εκείνης καί στήν Αθήνα, καί γνώρισαν όλη τήν παιδεία τής εποχής τους. Τό ίδιο έγινε καί μέ τόν άγιο Ιωάννη τόν Χρυσόστομο πού είχε διδάσκαλο τόν ρήτορα Λιβάνιο, ο οποίος τόν εκτιμούσε.
Έτσι, οι Τρείς Ιεράρχες είχαν εξαιρετικά χαρίσματα, ήτοι μεγάλη χωρητικότητα διανοίας, γνώση τών φιλοσοφικών ρευμάτων τής εποχής τους, καί επί πλέον πνευματική εμπειρία τού Θεού. Καί τά τρία αυτά γνωρίσματα ήταν ικανά νά τούς βοηθήσουν γιά νά διαδραματίσουν αυτόν τόν μεγάλο ρόλο τήν εποχή εκείνη. Πρόκειται γιά ιδανικούς παράγοντες προκειμένου νά συντελέσουν στήν συνάντηση μεταξύ τής χριστιανικής αποκαλύψεως καί τής ελληνικής σκέψεως, χωρίς νά επιτευχθή κάποιος συγκρητισμός. Αυτό δέν ήταν αποτέλεσμα μόνον τής γνώσεως τής παιδείας τής εποχής τους, πού απέκτησαν, ούτε απλώς καρπός τών μεγάλων διανοητικών χαρισμάτων τους πού είχαν, αλλά οφειλόταν καί στήν εμπειρία τού Θεού πού διέθεταν. Δέν γνώρισαν μόνον μεγάλους ασκητάς στήν εποχή τους, αλλά έζησαν οι ίδιοι στήν έρημο, καί διά τής καθάρσεως καί τού φωτισμού τού νού έφθασαν στήν θέα τής δόξης τού Θεού. Μέ τόσα μεγάλα χαρίσματα μπόρεσαν νά διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο στήν εποχή τους.
Προηγουμένως υπογραμμίσθηκε ότι ο Χριστιανισμός ξεκίνησε μέ άλλη ορολογία, δηλαδή τήν εβραϊκή σκέψη, όπως διαμορφώθηκε μέ τήν νέα Αποκάλυψη, συνάντησε τόν γνωστικισμό, καί τόν ελληνισμό, κυρίως τόν νεοπλατωνισμό καί τελικά διαρθρώθηκε στά βασικά σημεία, μέ τήν σημαντική βοήθεια τών Τριών Ιεραρχών.
Χωρίς νά παραγνωρίζεται η σπουδαιότητα όλων τών Πατέρων τής Εκκλησίας, γιατί ο καθένας έχει τό δικό του χάρισμα καί τήν ιδιαίτερη προσφορά του στήν Εκκλησία, θά μπορούσε νά σημειωθή η σημαντική παρουσία τού Μεγάλου Βασιλείου. Νομίζω ότι αποτελεί κεντρικό πρόσωπο μεταξύ τών Πατέρων τού 4ου αιώνος, καί αυτό αποδεικνύεται από τό ότι όλοι οι άλλοι άγιοι Πατέρες τόν ανεγνώριζαν ως ηγετική φυσιογνωμία. Θά γίνη μιά ενδεικτική αναφορά σέ μερικά σημεία στά οποία φαίνεται η προσφορά τού Μεγάλου Βασιλείου στήν Εκκλησία πάνω στά θεολογικά καί εκκλησιαστικά ζητήματα πού ανέκυψαν τόν 4ο αιώνα.
Στό θεολογικό θέμα (Τριαδικός Θεός) είναι εκείνος πού προσδιόρισε τήν διαφορά μεταξύ χρόνου, αιωνίου καί αϊδίου, καθώς επίσης τήν διαφορά μεταξύ τού «ό,τι εστιν ο Θεός», πού τό γνωρίζουμε από τίς ενέργειές Του, τού «τί εστι» η ουσία τού Θεού καί τό «πώς εστιν» τά πρόσωπα τής Αγίας Τριάδος τά οποία αγνοούμε. Ακόμη, ο Μέγας Βασίλειος ταύτισε τούς όρους πρόσωπο καί υπόσταση γιά νά αντιμετωπίση τούς διαφόρους αιρετικούς τής εποχής του, κυρίως τόν Ευνόμιο, καί προσδιόρισε τήν διαφορά μεταξύ τού προσώπου-υποστάσεως καί τής ουσίας. Επίσης, ομίλησε γιά τό αμέθεκτο τής ουσίας τού Θεού καί τό μεθεκτό τών ενεργειών Του, καί καθόρισε τήν αληθινή έννοια τού τρόπου υπάρξεως τών Προσώπων τής Αγίας Τριάδος.
Μέ συντονισμένες καί κοπιαστικές περιοδείες του, παρά τήν εύθραυστη υγεία του, διαφύλαξε τήν ενότητα τής Εκκλησίας, η οποία στό διάστημα μεταξύ τής Α’ Οικουμενικής Συνόδου καί τής Β’ Οικουμενικής Συνόδου ταλαιπωρείτο από σχίσματα καί διαιρέσεις. Οι περιοδείες πού έκανε καί οι επιστολές πού απέστειλε σέ διαφόρους Επισκόπους δείχνουν ότι ήταν ένας αληθινός εκκλησιαστικός ηγέτης.
Μέ αληθινή σοφία καί ποιμαντική ευαισθησία καθόρισε τά εκκλησιαστικά, κανονικά καί ποιμαντικά ζητήματα, πού απασχολούσαν τούς Επισκόπους καί Κληρικούς τής εποχής του, καί τά αντιμετώπισε μέ πνεύμα σοφίας καί συνέσεως. Είναι σημαντικές οι κανονικές επιστολές τού Μεγάλου Βασιλείου πού περικλείουν τούς 92 κανόνες του καί δείχνουν τήν σοφία καί τό μεγαλείο αυτού τού μεγάλου εκκλησιαστικού ανδρός καί αγίου τής Εκκλησίας. Η Εκκλησία μέ τόν 2ο Κανόνα τής Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου προσέλαβε καί κατοχύρωσε τά κείμενα αυτά ως εκκλησιαστικά καί κανονικά.
Διαβάζοντας κανείς τίς μεγαλοπρεπείς ευχές πού συνέταξε καί απήρτισαν τήν θεία Λειτουργία, πού φέρει τό όνομά του, θαυμάζει τόν πλούτο τής εσωτερικής του καταστάσεως, τήν θεολογική του πληρότητα, αλλά κυρίως τήν πνευματική του εμπειρία, αφού φαίνεται ο τρόπος μέ τόν οποίο πλησίαζε ο ίδιος τόν Θεό, ο τρόπος τής προσευχής του, καί οι πλούσιες πνευματικές εμπειρίες του.
Η διδασκαλία του γιά τόν άνθρωπο, η ανάλυση τού κατ’ εικόνα καί καθ’ ομοίωση, ο σκοπός τής υπάρξεώς του καί η αποστολή του στήν Εκκλησία αποτελεί έναν υπέροχο καθρέπτη τής όλης προσωπικότητάς του.
Τά ασκητικά κείμενά του, όπως οι ασκητικοί λόγοι, «οι όροι κατά πλάτος» καί «οι όροι κατ’ επιτομήν», καθώς επίσης καί «οι ασκητικές διατάξεις», τόν αποδεικνύουν ως τόν μεγάλο διοργανωτή τού μοναχικού βίου, καί διαβάζοντας κανείς τά κείμενα αυτά αντιλαμβάνεται τό πόσο γνώριζε στό βάθος τήν ψυχή τού ανθρώπου, τά πάθη πού τήν διακρίνουν, αλλά καί τόν τρόπο μέ τόν οποίο οι μοναχοί μπορούν νά επιτύχουν τήν ένωσή τους μέ τόν Θεό.
Οι ομιλίες του δείχνουν τόν πλούτο τής ψυχής του, τίς επιστημονικές γνώσεις πού είχε αποκτήσει, μέ τήν σπουδή καί τήν μελέτη, αφού στήν ερμηνεία στήν «εξαήμερο» κατόρθωσε νά συγκεντρώση όλες τίς επιστημονικές γνώσεις εκείνης τής εποχής καί νά τίς αντιμετωπίση θεολογικά. Επίσης, οι ερμηνευτικές αναλύσεις στούς ψαλμούς τού Δαυΐδ δείχνουν τήν προσευχή πού είχε καί τήν θεοπτική εμπειρία τήν οποία είχε αποκτήσει. Οι ομιλίες του φανερώνουν τήν διακριτική καί μαχητική αντιμετώπιση τών κοινωνικών ζητημάτων τής εποχής του καί αναφέρονται στούς πλουσίους καί τούς πτωχούς, στά ανθρώπινα πάθη καί τίς κοινωνικές ακαταστασίες.
Οι επιστολές πού απέστειλε στόν φίλο του άγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, τόν αδελφό του άγιο Γρηγόριο Νύσσης καί σέ άλλους Επισκόπους δείχνουν τήν ησυχαστική παράδοση πού είχε βιώσει, τίς θλίψεις καί τίς δοκιμασίες πού είχε περάσει.
Όταν διαβάση κανείς όλο τό θεολογικό καί εκκλησιαστικό έργο πού επετέλεσε ο Μέγας Βασίλειος, μέ τήν μεγάλη εμπειρική θεολογική γνώση, τήν καταπληκτική διάκρισή του, καί τήν εκκλησιαστική του σοβαρότητα, μάλιστα μέχρι τήν ηλικία τών 49 ετών, όπου καί κοιμήθηκε, εκπλήττεται γιά τήν μεγάλη χωρητικότητα τής διάνοιας, γιά τά σημαντικά διοργανωτικά του προσόντα καί τίς θεοπτικές εμπειρίες του, τίς οποίες είχε αποκτήσει στήν έρημο, αλλά καί στήν μετέπειτα ζωή του.
Αυτό δείχνει γιατί τά γραπτά του κείμενα ήταν εκείνα πού προσδιόρισαν τίς αποφάσεις τής Εκκλησίας κατά τά μετέπειτα χρόνια, όπως γιά παράδειγμα κατά τήν περίοδο τής εικονομαχίας, τήν απόφαση τής Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, αλλά καί τήν περίοδο τών ησυχαστικών ερίδων, αφού στήν διδασκαλία τού Μεγάλου Βασιλείου βρίσκεται εν σπέρματι όλη η ησυχαστική παράδοση καί εμπειρία, όπως καθορίσθηκε τόν 14ο αιώνα καί σέ αυτήν παραπέμπει καί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Σέ όλη τήν εκκλησιαστική ζωή κατέχει κεντρική θέση η προσωπικότητα, τό έργο καί η διδασκαλία τού Μεγάλου Βασιλείου.
Γιά νά φανή η μεγάλη προσωπικότητά του θά αναφερθούν τέσσερα σημαντικά βιβλία, μεταξύ πολλών άλλων πού κυκλοφορούν, στά οποία ο αναγνώστης μπορεί νά διαπιστώση τήν πολυεδρική προσωπικότητα τού Μεγάλου Βασιλείου.
Τό ένα είναι τό σύγγραμμα τού διακεκριμένου Καθηγητού τής Πατρολογίας Παναγιώτου Χρήστου, μέ τίτλο «ο Μέγας Βασίλειος», στό οποίο παρουσιάζεται όλη η ζωή καί τό θεολογικό έργο τού Μεγάλου Βασιλείου. Τό βιβλίο αυτό είναι γραμμένο μέ πλήρη επιστημονική επάρκεια καί επιστημονική ωριμότητα. Στό πρώτο μέρος μέ τίτλο «βίος καί πολιτεία» παρουσιάζει τήν καταγωγή, τίς σπουδές καί τίς αναζητήσεις τού Μεγάλου Βασιλείου, τήν ζωή του ως μοναχού καί πρεσβυτέρου, τήν επισκοπική, μητροπολιτική, εξαρχική καί οικουμενική του δραστηριότητα. Στό δεύτερο μέρος παρουσιάζει τόν Μέγα Βασίλειο ως συγγραφέα από τά κείμενά του πού έχουν διασωθή, ήτοι τό συγγραφικό του έργο καί τά ερμηνευτικά, δογματικά, ασκητικά συγγράμματα, τίς ομιλίες, τίς επιστολές καί τήν θεία Λειτουργία του. Στό τρίτο μέρος εκτίθεται η θεολογική σκέψη τού Μεγάλου Βασιλείου γιά τήν σχέση μεταξύ χριστιανικής καί ελληνικής παιδείας, γιά τό θεολογικό (τριαδολογικό) πρόβλημα, γιά τόν κόσμο καί τήν δημιουργία, γιά τόν Χριστό καί τήν Εκκλησία, γιά τίς κοινωνικές του απόψεις, γιά τόν μοναχικό καί πνευματικό βίο, καί γιά τήν εσχατολογική του διδασκαλία. Στό τέταρτο μέρος αναφέρει τά σχετικά μέ τό τέλος καί τήν μνήμη τού Μεγάλου Βασιλείου, τήν βιβλιογραφία καί διαφόρους πίνακες. Πρόκειται γιά ένα πανόραμα τού βίου, τής πολιτείας καί τής θεολογίας τού μεγάλου αυτού εκκλησιαστικού ανδρός καί αγίου.
Τό δεύτερο βιβλίο είναι τού καθηγητού τής Πατρολογίας Στυλιανού Παπαδοπούλου μέ τίτλο «η ζωή ενός Μεγάλου, Βασίλειος Καισαρείας». Στό εξαιρετικό καί μυσταγωγικό αυτό βιβλίο παρουσιάζεται η ζωή, η δράση καί η θεολογία τού Μεγάλου Βασιλείου μέσα από τά δικά του κείμενα, τίς απόψεις τών συγχρόνων του, όπως τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου, τού αγίου Γρηγορίου Νύσσης, αλλά καί τίς αρχαίες καί νεώτερες πηγές. Τό σημαντικό είναι ότι ο συγγραφέας μέ γνώση τών πηγών καί τών βοηθημάτων παρουσιάζει ανάγλυφα, γλαφυρά καί διηγηματικά τόν βίο, τήν πολιτεία καί τήν θεολογική σκέψη τού Μεγάλου Βασιλείου, από τά μικρά του χρόνια, τίς σπουδές του, τήν μοναχική ζωή, τήν ζωή του ως Κληρικού καί Επισκόπου, τούς αγώνες του γιά τήν ειρήνη καί τήν αλήθεια τής Εκκλησίας, γιά τήν ανακούφιση τού πόνου καί γιά τήν κοίμηση τού μεγάλου αυτού αγίου. Τό βιβλίο αυτό διαβάζεται μέ ευκολία, μέ ιερά μέθεξη, καί είναι υπόδειγμα γιά τό πώς η θεολογία μπορεί νά περάση στόν λαό. Η διήγηση είναι συγκινητική καί δημιουργεί έμπνευση.
Τό τρίτο βιβλίο μέ τόν τίτλο «Βασιλειάς» είναι συλλογικός τόμος καί συγκροτείται από εισηγήσεις πού έγιναν στήν Θεσσαλονίκη σέ συνεργασία τής Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, τής Θεολογικής Σχολής τού Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, καί τού Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών. Στόν συλλογικό αυτόν τόμο Κληρικοί καί Καθηγητές εξέθεσαν τίς έρευνές τους στίς διάφορες ουσιαστικές πλευρές τού βίου, τού έργου καί τής θεολογικής σκέψεως τού Μεγάλου Βασιλείου. Είναι ένας τόμος καταπληκτικός, διότι διάφοροι επιστήμονες παρουσιάζουν πολλές πλευρές τής προσωπικότητας τού Μεγάλου Βασιλείου.
Καί τό τέταρτο βιβλίο είναι η διδακτορική διατριβή τής Ολυμπίας Παπαδοπούλου-Τσανανά μέ τίτλο «η αθρωπολογία τού Μεγάλου Βασιλείου». Τό βιβλίο αυτό είναι πραγματικά υπόδειγμα διδακτορικής διατριβής πάνω στό θέμα τής ανθρωπολογίας, κατά τήν διδασκαλία τού Μεγάλου Βασιλείου καί διαρθρώνεται σέ πέντε κεφάλαια. Στό πρώτο κεφάλαιο μέ τίτλο «τούτο άνθρωπος» γίνεται λόγος γιά τήν δημιουργία τού ανθρώπου καί τήν ζωή τών Πρωτοπλάστων στόν Παράδεισο. Στό δεύτερο κεφάλαιο μέ τίτλο «Θεού αλλοτρίωσις» αναπτύσσεται τό θέμα τής πτώσεως τού ανθρώπου, οι συνέπειές της, καί γίνεται λόγος γιά τό πρόβλημα τού κακού, παρουσιάζοντας τήν σχετική διδασκαλία γιά τόν διαβολο, τόν θάνατο καί τήν αμαρτία. Στό τρίτο κεφάλαιο μέ τίτλο «η τού Υιού περί τόν άνθρωπον οικονομία» εκτίθεται η διδασκαλία τού Μεγάλου Βασιλείου γιά τό σεσιγημένο μέγα μυστήριο τής σωτηρίας τού ανθρώπου, γιά τήν ενανθρώπηση τού Χριστού καί τήν ανάκληση καί επάνοδο τού ανθρώπου στό αρχαίο κάλλος. Στό τέταρτο κεφάλαιο μέ τίτλο «Χριστού μίμησις» εκτίθεται η αναγέννηση τού ανθρώπου πού γίνεται μέσα στήν Εκκλησία, μέ τήν οικειοποίηση τών καρπών τής ενανθρωπήσεως τού Χριστού μέ τά Μυστήρια καί τήν ασκητική ζωή. Τέλος, στό πέμπτο κεφάλαιο μέ τίτλο «η συντέλεια τού αιώνος τούτου» παρουσιάζεται η διδασκαλία τού Μεγάλου Βασιλείου γιά τήν καθολική ανάσταση τών σωμάτων, τήν κρίση τού Θεού καί τήν θέωση τού ανθρώπου. Στό τέλος η σύνοψη καί τά συμπεράσματα διατρέχουν όλο τό περιεχόμενο τής διατριβής. Πράγματι, πρόκειται γιά μιά σημαντική διατριβή, στήν οποία τονίζονται υπέροχες αλήθειες, όλη η σκέψη τού Μεγάλου Βασιλείου γιά τόν άνθρωπο, τήν δημιουργία του, τήν πτώση του καί τήν θέωσή του, μέσα σέ λίγες σχετικά (133) σελίδες.
Ύστερα από όλα αυτά θά πρέπει νά υπογραμμισθή μιά παρατήρηση τήν οποία θεωρώ σημαντική πού είναι αποτέλεσμα όλων τών έως τώρα μελετών μου πάνω στήν εκκλησιαστική ζωή καί τήν πατερική διδασκαλία. Ο 4ος αιώνας αποτελεί κεντρικό σημείο στήν ζωή καί τήν διδασκαλία τής όλης Εκκλησίας, γιατί τότε διαμορφώθηκε καί εκφράσθηκε η διδασκαλία της στήν αντιμετώπιση όλων τών έως τότε θεολογικών καί φιλοσοφικών ρευμάτων, καθώς επίσης ότι αυτός απετέλεσε τήν βάση τής μετέπειτα θεολογίας μέχρι σήμερα.
Όλα όσα αναπτύχθηκαν στήν Εκκλησία στούς μετέπειτα αιώνες από άλλους αγίους Πατέρες, έχουν τήν εν σπέρματι αναφορά τους στόν 4ο αιώνα, δηλαδή στήν διδασκαλία τής Εκκλησίας, όπως εκφράσθηκε από τούς Τρείς Ιεράρχες, ιδιαιτέρως από τόν Μέγα Βασίλειο. Όλοι οι μεταγενέστεροι Πατέρες έχουν οπωσδήποτε υπ’ όψη τους τήν διδασκαλία τών Τριών Ιεραρχών καί παραπέμπουν σέ αυτούς, ή αναπτύσσουν τήν διδασκαλία τους, καί κυρίως αναφέρονται στήν μεγάλη προσωπικότητα τού Μεγάλου Βασιλείου καί τήν διδασκαλία του.
Γιά παράδειγμα, οι επόμενες Οικουμενικές Σύνοδοι σέ βασικά ζητήματα στηρίζονται στούς Τρείς Ιεράρχες ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογιτής τήν διδασκαλία τών Καππαδοκών Πατέρων γιά νά αντιμετωπίσει τίς Χριστολογικές αιρέσεις τής εποχής του ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο κορυφαίος αυτός δογματικός θεολόγος τής Εκκλησίας θεωρεί ως πνευματικό του πατέρα τόν άγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, πού έζησε τέσσερεις αιώνες πρίν από αυτόν ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς πού έζησε τόν 14ο αιώνα αντιμετωπίζοντας τόν Βαρλαάμ, πού εξέφραζε τήν αυγουστίνεια θεολογία, όπως τήν παρουσίαζε ο δυτικός σχολαστικισμός, παραπέμπει συχνά στήν διδασκαλία τών Πατέρων τού 4ου αιώνος καί ιδιαιτέρως τού Μεγάλου Βασιλείου, καί τό ίδιο κάνουν οι μετέπειτα Φιλοκαλικοί Πατέρες τού 18ου αιώνος.
Επομένως, ο πυρήνας τής ορθοδόξου θεολογίας τής Εκκλησίας, η οποία έφθασε μέχρι τίς ημέρες μας, η οποία βεβαίως είναι προφητική, αποστολική καί πατερική, είναι ο 4ος αιώνας, καί κατά βάση είναι η διδασκαλία τών Τριών Ιεραρχών, ιδιαίτερα τού Μεγάλου Βασιλείου.
Αγαπητοί μου,
Σέ πολλά σημεία τής ομιλίας αυτής τονίσθηκε ότι πολλοί θεολόγοι έχουν εντοπίσει ότι ο 4ος αιώνας, γιά τούς λόγους πού καταγράφηκαν πιό πάνω, κυρίως γιά τό θεολογικό έργο τών Μεγάλων Πατέρων, θεωρείται ως ο «χρυσούς αιώνας» τής Εκκλησίας. Τότε τέθηκαν οι βάσεις γιά τήν όλη διοργάνωση καί τήν θεολογική έκφραση τής εκκλησιαστικής ζωής. Όμως, τελικά θεωρώ ότι ο 4ος αιώνας χαρακτηρίζεται ως «χρυσούς αιώνας» τής Εκκλησίας, όχι απλώς γιά τίς αποφάσεις τών δύο πρώτων Οικουμενικών Συνόδων, ούτε απλώς γιά τήν διοργάνωση τής Εκκλησίας, αλλά γιά τήν ύπαρξη μεγάλων εκκλησιαστικών ανδρών, μεταξύ τών οποίων είναι οι Τρείς Ιεράρχες, ιδιαιτέρως ο Μέγας Βασίλειος, οι οποίοι ένωσαν στενά τήν πράξη μέ τήν θεωρία καί βοήθησαν τήν Εκκλησία σέ μιά δύσκολη περίοδο.
Όταν διαβάσουμε προσεκτικά τήν ζωή τους, θά διαπιστώσουμε ότι ακολούθησαν όλη τήν μέθοδο γνώσεως τού Θεού, όπως περιγράφεται από τούς Προφήτες, τούς Αποστόλους, καί τούς Πατέρας όλων τών αιώνων, πού είναι η κάθαρση, ο φωτισμός καί η θέωση. Πρόκειται γιά τήν ησυχαστική μέθοδο, τήν νοερά προσευχή καί τήν εμπειρία τής ακτίστου δόξης τού Θεού. Οι Πατέρες αυτοί στούς οποίους αναφερθήκαμε πιό πάνω είναι θεούμενοι μέ όλη τήν σημασία τής λέξεως. Καί μέ αυτήν τήν προοπτική βοήθησαν τά ποίμνιά τους νά ζούν τήν εκκλησιαστική ζωή, γι’ αυτό καί οδήγησαν πολλούς στήν αγιότητα καί τήν θέωση.
Αυτή ήταν η αιτία γιά τήν οποία ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης έλεγε ότι κάθε αιώνας στόν οποίο η πλειοψηφία τών Χριστιανών φθάνουν στήν θέωση, διά τής καθάρσεως καί τού φωτισμού, είναι «χρυσούς αιώνας» τής Εκκλησίας. Αυτό σημαίνει ότι τότε διατηρείται αυτή η μέθοδος γνώσεως τού Θεού. Άλλωστε, η πραγματική εκκλησιαστική ιστορία είναι τά συναξάρια τών αγίων. Όλα τά άλλα κινούνται στήν περιφέρεια καί τήν επιφάνεια. Οι άγιοι πού γνωρίζουν εμπειρικά τό μυστήριο τής θεολογίας καί τής σωτηρίας, διά τής πράξεως καί τής θεωρίας, είναι οι μυστικοί πνευματικοί αδένες τής εκκλησιαστικής ζωής. Έλεγε ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης:
«Κάθε φορά πού ένας ορθόδοξος Χριστιανός φθάνει στόν φωτισμό ήδη μετέχει στά αποτελέσματα τής εμπειρίας τής θεώσεως, πού προγεύεται μέ τόν φωτισμό καί ολοκληρώνεται πλέον, όταν φθάνη στήν θέωση. Οπότε, ο «χρυσούς αιών» μπορεί νά περιγραφή ως εξής νομίζω. Όταν, η πλειοψηφία τών Χριστιανών φθάνουν στόν φωτισμό, στήν κάθαρση τής καρδιάς καί πολλοί εξ αυτών φθάνουν καί στήν θέωση, έχουμε «χρυσούν αιώνα». Επομένως, αυτό είναι τό κριτήριο γιά τό πού βρισκόμαστε. Λοιπόν, είχαν αυτό τό πράγμα οι Χριστιανοί στούς πρώτους αιώνες; Βέβαια τό είχαν. Τό μαρτυρούν τόσα πολλά λείψανα, πού έχουμε από εκείνη τήν εποχή από τούς μάρτυρες».
Τό σημαντικό είναι ότι η πατερική περίοδος δέν τελείωσε ποτέ, αλλά υπάρχει μέσα στήν Εκκλησία, η οποία αναδεικνύει Πατέρες. Οι Πατέρες είναι οι μεγάλοι θεολόγοι, οι οποίοι γνώρισαν εκ πείρας τόν Θεό καί στήν συνέχεια θεολόγησαν απλανώς.
Η άποψη ότι τελείωσε η πατερική θεολογία τόν 8ο αιώνα, έπειτα αναπτύχθηκε η σχολαστική θεολογία τόν 11-13ο αιώνα, πού είναι ανώτερη από τήν πατερική, καί στήν συνέχεια αναπτύχθηκε η ρωσική θεολογία, πού είναι ανώτερη καί από τίς δύο προηγούμενες, είναι κακόδοξη από ορθοδόξου πλευράς. Είναι γνωστός ο λόγος τού αγίου Ιωάννου τού Δαμασκηνού: «Μή μέταιρε όρια αιώνια ά οι Πατέρες ημών έθεντο, μήδ’ υπέρβαινε τήν θείαν Παράδοσιν». Δυστυχώς, η σύγχρονη θεολογία έχει κάνει σοβαρά λάθη καί σέ μερικά βασικά σημεία έχει αποδεσμευθή από τήν εκκλησιαστική πατερική διδασκαλία.
Μέσα σέ αυτήν τήν προοπική εορτάζουμε τίς μνήμες τών αγίων, καί τήν εορτή τών Τριών Ιεραρχών. Δέν τιμάμε απλώς εκείνους πού εργάσθηκαν εγκεφαλικά καί συνέδεσαν τόν ελληνισμό μέ τόν χριστιανισμό, αλλά τιμάμε τούς μεγάλους εκείνους Πατέρας πού μέ τήν ζωή, τό έργο καί τήν θεολογία τους δόξασαν τόν Τριαδικό Θεό, καί δοξάσθηκαν από Αυτόν, καί αξιώθηκαν νά ζούν μέσα στό θείο καί άκτιστο Φώς, καί έτσι αποτελούν γιά όλους εμάς, Κληρικούς καί λαϊκούς, ποιμένας καί διδασκάλους, υποδείγματα τής θείας ζωής καί φωτεινά παραδείγματα πρός μίμηση.–
Εκκλησιαστική Παρέμβαση Ιούνιος 2013
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
«Η πολιτιστική σημασία του μοναστηριού της Αγίας Αικατερίνης στο θεοπάτητο όρος του Σινά»
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Ιουλίου, 2013
«Η πολιτιστική σημασία του μοναστηριού της Αγίας Αικατερίνης στο θεοπάτητο όρος του Σινά»
τού Πάνου Σκιαδά
Θά ήταν μεγάλη παράλειψη εκ μέρους τού κάθε επισκέπτη τών Αγίων Τόπων, άν δέν άδραχνε τήν ευκαιρία νά επισκεφθή τούς δύο ιστορικότερους, κατά τήν γνώμη μου, σπουδαιότερους χώρους τής Ορθόδοξης Θρησκευτικής καί Πολιτιστικής Κληρονομιάς μας.
Ο πρώτος χώρος είναι τό Κουμράν τής ιουδαϊκής ερήμου, όπου μέσα σέ σπήλαια, μεταξύ τού 1947 καί 1956, βρέθηκαν τά περίφημα χειρόγραφα τής Νεκράς Θάλασσας, μιά από τίς σπουδαιότερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις όλων τών αιώνων…
Ο δεύτερος χώρος πού προξενεί θαυμασμό στό μάτι καί δέος στήν ψυχή τού επισκέπτη είναι τό άγιο Μοναστήρι τής Αγίας Αικατερίνης, στίς ρίζες τού Θεοπάτητου Όρους τού Σινά. Αντικρύζοντάς το από μακριά αδίστακτα μπορεί νά πή κανείς ότι η ορατή φυσική ομορφιά του σπρώχνει άθελα τήν ψυχή σου πρός τόν αόρατο Θεό.
Τό Όρος τού Σινά μέ τό άγιο Μοναστήρι τής Αγίας Αικατερίνης στήν αγκαλιά του είναι γνωστό καί εμπνέει σεβασμό σέ όλον τόν κόσμο, όχι μόνον γιά τήν φυσική ομορφιά καί μεγαλοπρέπειά του, αλλά κυρίως γιατί εδώ καί τρείς χιλιάδες (3.000) χρόνια ο Θεός απεκάλυψε Εαυτόν κατά έναν ιδιάζοντα τρόπο.
Ήταν εδώ πού ο Προφήτης Μωϋσής αντίκρυσε τήν καιομένη αλλά μή φλεγομένη βάτο «…ώφθη δέ αυτώ άγγελος Κυρίου εν πυρί φλογός εκ τού βάτου καί ορά ότι ο βάτος καίεται πυρί ο δέ βάτος ου κατεκαίετο..» καί άκουσε τήν θεϊκή φωνή νά λέγη: «Μωϋσή, Μωϋσή, ο δέ είπεν, τί εστί; ο δέ είπε, μή εγγίσης ώδε. Λύσε τό υπόδημα εκ τών ποδών σου, ο γάρ τόπος εν ώ σύ έστηκας γή αγία εστί» (Έξοδος 3:2,5,6).
Οι πρώτες πληροφορίες γιά τήν ιστορία τού Μοναστηριού προέρχονται από τά Χρονικά τού Πατριάρχη Ευτυχίου τής Αλεξανδρείας, πού έζησε τόν 9ο αιώνα. Σύμφωνα μέ τίς πληροφορίες τών Χρονικών αυτών η αγία Ελένη, η μητέρα τού Κωνσταντίνου, εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από τήν ιερότητα τού χώρου τής καιομένης Βάτου, ώστε τό 330 μ.Χ. διέταξε τήν ανέγερση εξωκκλησίου πρός τιμήν τής Παναγίας. Οι αιματηρές επιδρομές τών νομαδικών φυλών τής ερήμου πού επακολούθησαν, ανάγκασαν τούς μοναχούς τού Μοναστηριού νά ζητήσουν αυτοκρατορική προστασία, όχι μόνον από τούς Βυζαντινούς αυτοκράτορες, αλλά καί από αυτόν τόν Προφήτη Μωάμεθ, ο οποίος έγραψε γιά τό Μοναστήρι προστατευτική επιστολή, αντίτυπο τής οποίας υπάρχει καί σήμερα στό μουσείο τού Μοναστηριού.
Τό έτος 530 ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός διέταξε τήν ανέγερση μιάς πολύ μεγαλύτερης βασιλικής, πού είναι σήμερα ο μεγαλοπρεπής ναός τής Μεταμορφώσεως, περιτριγυρισμένος μέ ογκώδεις τοίχους ύψους περίπου 12 καί 15 μέτρων. Περνώντας τούς τοίχους αυτούς καί μπαίνοντας στόν εσωτερικό χώρο τού Μοναστηριού, αισθάνεται κανείς ότι βρίσκεται στή μέση ενός μεσαιωνικού χωριού παρόμοιου μέ τού δικού μας Κάστρου τής Μονεμβασιάς. Τά κτίρια στριμωγμένα τό ένα μέ τό άλλο, μέ διαφορετικό ρυθμό καί αρχιτεκτονικό σχέδιο, σού δίνουν τήν εντύπωση ότι τυχαία ξεφύτρωσαν μέσα από τούς πρόποδες τού Όρους Σινά. Παρ’ όλα αυτά όμως η αίσθηση τής αρμονίας καί τής πνευματικότητας πού σού εμπνέουν, είναι ανεπανάληπτη.
Ο ναός τής Μεταμορφώσεως αποτελεί τήν καρδιά τού Μοναστηριού καί έχει τήν μεγαλύτερη καί αρχαιότερη συλλογή ορθόδοξων εικόνων όλου τού κόσμου. Διά μέσου τών αιώνων Χριστιανοί όλων τών πεποιθήσεων, ακόμη καί αυτοκράτορες, έκαναν δωρεές στό Μοναστήρι. Η συλλογή τών δώρων αυτών σέ εικόνες καί άλλα εκκλησιαστικά αντικείμενα κάνουν τήν εκκλησία μιά ζωντανή έκφραση βαθειάς χριστιανικής πίστης, πού επικρατούσε στό Σινά πρίν από περισσότερους από 17 αιώνες. Στούς τοίχους τού Ναού βλέπει κανείς εικόνες τού Μωϋσή νά βγάζη τά σανδάλια του μπροστά στήν καιομένη Βάτο καί νά δέχεται τίς Δέκα Εντολές από τό Χέρι τού αποκαλυφθέντος Θεού. Πίσω από τό εικονοστάσιο καί πάνω από τήν Αγία Τράπεζα αντικρύζει κανείς τόν μοναδικότερο θησαυρό τής βασιλικής, τό μωσαϊκό τής Μεταμορφώσεως τού Χριστού.
Φιλοτεχνημένο τόν 6ο αιώνα μέ τήν λεπτή αρμονία τών χρωμάτων, είναι ένα από τά σπουδαιότερα μωσαϊκά πού διασώζονται μέχρι σήμερα. Παρόμοιο σέ τεχνοτροπία μέ τό μωσαϊκό τής Αγίας Σοφίας τής Κωνσταντινουπόλεως απεικονίζει τόν μεταμορφωμένο Χριστό στό κέντρο, τούς δυό Προφήτες, τόν Μωϋσή καί τόν Ηλία στά αριστερά καί στά πόδια του Χριστού τούς Αποστόλους Πέτρο, Ιάκωβο καί Ιωάννη. Ιδού πώς ο Ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει τό γεγονός τής Μεταμορφώσεως τού Χριστού (Λουκάς 9:28-36): «Καί παραλαβών τόν Πέτρον καί Ιωάννην καί Ιάκωβον, ανέβη εις τό όρος (Θαβώρ) προσεύξασθαι καί εγένετο εν τώ προσεύχεσθαι αυτόν, τό είδος τού προσώπου αυτού έτερον καί ο ιματισμός αυτού λευκός εξαστράπτων…ταύτα δέ αυτού λέγοντος εγένετο νεφέλη καί επεσκίασεν αυτούς….»
Οι χιλιάδες εικόνες πού έχει στήν κατοχή του τό Μοναστήρι, αποτελούν τόν μεγαλύτερο θησαυρό τού Ορθόδοξου κόσμου. Τό 640, μετά τήν κατάκτηση τής Αιγύπτου από τούς Άραβες, τό Μοναστήρι έπαψε νά είναι υπό τήν επιρροή τής βυζαντινής εξουσίας.
Όταν η Ορθόδοξη Εκκλησία, κατά τήν περίοδο τής Εικονομαχίας, επί αυτοκράτορος Λέοντος ΙΙΙ τό 726, απαγόρευσε τήν λατρεία τών εικόνων, 8ο καί 9ο αιώνα, τό Μοναστήρι βρισκόταν υπό ισλαμική κατοχή καί έτσι η πολιτική τής Εικονομαχίας, τής καταστροφής τών εικόνων, άφησε τό Μοναστήρι ανεπηρέαστο.
Τό ευεργετικό αποτέλεσμα ήταν τό Μοναστήρι νά έχη σήμερα στήν κατοχή του τίς μόνες υπάρχουσες εικόνες τού 5ου αιώνα. Μέ τήν αναστήλωση τών εικόνων τό 843 η παραγωγή ορθόδοξων βυζαντινών εικόνων ξαναάνθισε σέ όλον τόν βυζαντινό ορθόδοξο κόσμο. Μιά από τίς πλέον εντυπωσιακές εικόνες πού έχει τό Μοναστήρι είναι εκείνη πού απεικονίζει μοναχούς επάνω σέ μιά σκάλα μέ πολλά σκαλοπάτια, επιζητούντες νά φθάσουν σέ όσο τό δυνατόν ψηλότερα επίπεδα πνευματικότητας καί θέωσης, ένα γεγονός πού περιγράφει στό βιβλίο του ο σιναΐτης μοναχός, γνωστός ως άγιος Ιωάννης τής Κλίμακος.
Η σπουδαιότητα τού Μοναστηριού τής Αγίας Αικατερίνης οφείλεται όχι τόσο στήν αρχαιότητά του καί τήν πλούσια συλλογή εικόνων καί θρησκευτικών εκκλησιαστικών αντικειμένων, όσο γιά τήν Βιβλιοθήκη του. Η Βιβλιοθήκη του γνωστή ως «θεραπείον ψυχής» θεωρείται ως η πλουσιότερη στόν κόσμο σέ κατοχή πρώϊμων μεσαιωνικών χειρογράφων, μετά τό Βατικανό. Η συλλογή αυτή γίνεται μεγαλύτερη σέ αριθμό, διότι πολλά από τά 3.300 αρχαία χειρόγραφα πού έχει η Βιβλιοθήκη είναι παλίμψηστοι, δηλαδή χειρόγραφα (περγαμηνές), τών οποίων η αρχική γραφή είχε σβηστή, έτσι ώστε οι γραφείς σβήνοντας τήν αρχική γραφή νά μπορούν νά ξαναχρησιμοποιούν τήν πολύτιμη περγαμηνή (περγαμηνές ήταν δέρματα νεογνών κυρίως ζώων, τά οποία μετά από κατάλληλη επεξεργασία τά χρησιμοποιούσαν οι γραφείς γιά γράψιμο). Γιά νά χρησιμοποιηθή μιά περγαμηνή ξανά, τό αρχικό κείμενο έπρεπε νά σβηστή μέ ξύσιμο. (Η λέξη παλίμψηστο είναι σύνθετη από τήν λέξη πάλιν καί το ρήμα ψάω= εξαφανίζω διά ξυσίματος).
Επιστήμονες καί ερευνητές σήμερα χάριν τών νέων μέσων ψηφιακής τεχνικής (spectral imaging an ultraviolet irradiation) έχουν τήν δυνατότητα νά εξαφανίσουν τήν ορατή γραφή καί νά αυξήσουν τήν ορατότητα τής αρχικής υποστρωματικής γραφής.
Οπως μάς εξήγησε ο π. Ιουστίνος, μοναχός τού Μοναστηριού, πού ασχολείται γιά πολλά χρόνια τώρα μέ τήν αποκρυπτογράφηση τών χειρογράφων αυτών, υπάρχουν 3.300 χειρόγραφα στήν Βιβλιοθήκη τού Μοναστηριού από τά οποία τά 130 είναι παλίμψηστοι. Τά περισσότερα χειρόγραφα είναι γραμμένα σέ περισσότερες από δέκα γλώσσες, Ελληνικά, Αραμαϊκά, Κοπτικά, Αραβικά, κλπ.
Τά κείμενα τών χειρογράφων είναι κυρίως θεολογικά, αλλά υπάρχουν καί χειρόγραφα μέ ιστορικό καί επιστημονικό περιεχόμενο. Από τήν Βιβλιοθήκη τού Μοναστηριού προέρχονται δύο από τούς σπουδαιότερους καί γνωστότερους κώδικες τής αρχαιότητας: Ο Codex Syriakus, Συριακός Κώδικας καί ο Codex Sinaitikus, Σιναϊτικός Κώδικας, ο οποίος είναι ο αρχαιότερος καί ο μόνος υπάρχων κώδικας πού περιέχει ακέραιο τό αρχικό ελληνικό κείμενο τής Βίβλου.
Ο Αρχιεπίσκοπος τού Μοναστηριού Δαμιανός καί οι ελληνικής καταγωγής μοναχοί του ενθαρρύνουν καί υποστηρίζουν τήν επιστημονική έρευνα τών χειρογράφων καί τών παλίμψηστων, ελπίζοντες ότι η αποκρυπτογράφησή τους θά φέρη στό φώς μεγάλον αριθμό αγνώστων μέχρι τώρα κειμένων μεγάλης πολιτιστικής σπουδαιότητας.
Χάρη στίς νέες επιστημονικές μεθόδους αποκρυπτογράφησης παλαιών χειρογράφων ερευνητές κατόρθωσαν νά ανακαλύψουν τά κείμενα από επτά μελέτες τού Αρχιμήδη από τίς οποίες «Η Μέθοδος» καί τό «Στομάχιον» δέν υπάρχουν σέ κανένα άλλο υπάρχον χειρόγραφο. Οι νέες μέθοδοι αποκρυπτογράφησης τών παλίμψηστων έχουν φέρει στό φώς όχι μόνον άγνωστες μέχρι τώρα μελέτες τού Αρχιμήδη, αλλά απεκάλυψαν καί άλλα αρχαία κείμενα, όπως λόγους τού αρχαίου Αθηναίου ρήτορα τού 4ου π. Χ. αιώνα Υπερίδη, κείμενα ιατρικού περιεχομένου τού Ιπποκράτη καί σχόλια τού 3ου μ.Χ. αιώνα πάνω στίς κατηγορίες τού Αριστοτέλη.
Άς ευχόμαστε, ο Θεός νά δίνη πάντα δύναμη στούς μοναχούς τού Μοναστηριού νά συνεχίσουν νά είναι αιώνιοι θεματοφύλακες τής Πολιτιστικής Ορθόδοξης Κληρονομιάς μας.
Εκκλησιαστική Παρέμβαση Ιούνιος 2013
Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η ιστορία του Σταυρού του Αποστόλου Ανδρέα
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Ιουλίου, 2013

Ο Άγιος Ανδρέας, πολιούχος της πόλης των Πατρών, είναι άμεσα συνδεδεμένος με την πόλη, αφού στον ομώνυμο Ιερό Ναό βρίσκεται ο τάφος, τα Ιερά Λείψανα του, η Τίμια Κάρα και ο Σταυρός πάνω στον οποίο μαρτύρησε.
Η ιστορία του Σταυρού του Αγίου, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή στο ευρύ κοινό. Που φυλασσόταν μέχρι να μεταφερθεί μόνιμα στην Πάτρα, από τι υλικό ήταν κατασκευασμένος και αν ο Απόστολος Ανδρέας άφησε όντως την τελευταία του πνοή πάνω στο συγκεκριμένο Σταυρό.
Θεωρείται ένα πολύ σημαντικό κειμήλιο για όλον τον Χριστιανικό κόσμο, και το πρωί της Πέμπτης θα αναχωρήσει για την Ρωσία, με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Πατρών κ. Χρυσόστομο.
Τον Σταυρό αναμένεται να προσκυνήσουν χιλιάδες πιστοί από τη Ρωσία μιας και η Ρωσική Εκκλησία, ετοιμάζει λαμπρή υποδοχή. Να σημειωθεί ότι είναι η πρώτη φορά που «φεύγει» ο Σταυρός από την Πάτρα από την μέρα που επέστρεψε από τη Γαλλία στις 19 Ιανουαρίου 1980.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1980
Από την ημέρα της σταύρωσης του Αποστόλου έως και την εποχή της Φραγκοκρατίας όπου και αρπάχθηκε , ο Σταυρός βρισκόταν στην Πάτρα. Η εποχή εκείνη χαρακτηρίζεται σκοτεινή γιατί πολλά κειμήλια της Εκκλησίας αρπάχτηκαν και μεταφέρθηκαν στη Δύση. Ένα από αυτά ήταν δυστυχώς και ο Σταυρός του Αποστόλου Ανδρέα.
Σύμφωνα με τα αρχεία του Δουκάτου της Βουργουνδίας, ο Σταυρός αρχικά τοποθετήθηκε στη Μονή Weaume στη Μασσαλία, ενώ αργότερα μεταφέρθηκε στη Μονή του Αγίου Βίκτωρος της ίδιας πόλης.
Κατά τη Γαλλική Επανάσταση επιχείρησαν να κλέψουν τον Σταυρό πράγμα που τελικά δεν επιτεύχθηκε. Τα τμήματα του, διασώθηκαν και τοποθετήθηκαν σε θήκη σχήματος κανονικού Σταυρού.
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ
Στις 9 Οκτωβρίου 1979 ο τότε Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος συναντήθηκε με τον τότε πρόεδρο της Γαλλικής Ιεραρχίας και ολόκληρης της Ρωμαιοκαθολικής Ιεραρχίας της Δυτικής Ευρώπης, Καρδινάλιο και Roger Etchegaray στη Μασσαλία, για να συζητήσουν το θέμα της επιστροφής του Σταυρού στη Πάτρα.
Αφού έγιναν διαβουλεύσεις μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων, ο Καρδινάλιος είπε στον Μητροπολίτη Πατρών «εφ όσον εκ Πατρών εκομίσθη ενταυθα ο Σταυρός, ανήκει εις Πάτρας».
Σύντομα άρχισαν οι επαφές και οι συζητήσεις των δυο πλευρών για την επιστροφή του Σταυρού στην Πάτρα.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενημερώθηκαν για το θέμα .
Στις 18 Ιανουαρίου 1980 αεροπλάνο της πολεμικής αεροπορίας με την αντιπροσωπεία της Ιεράς Μητρόπολης Πατρών, αναχώρησε για τη Γαλλία για την παραλαβή και τη μεταφορά του Σταυρού στην Πάτρα.
Αφού μετέβησαν στη Μασσαλία, παραδόθηκε ο Σταυρός στην ελληνική αντιπροσωπεία, μέσω μιας «άτυπης» τελετής.
Την επόμενη μέρα 19 Ιανουαρίου , αφίχθη στο αεροδρόμιο του Άραξου το αεροπλάνο που μετέφερε το σταυρό, και τις δυο αντιπροσωπείες, των Ορθόδοξων και των Ρωμαιοκαθολικών, και στη συνέχεια και έγινε η επίσημη υποδοχή.
ΤΟ ΥΛΙΚΟ
Όσον αφορά το είδος του ξύλου του Σταυρού, υπάρχουν διαφορετικές αναφορές. Ο Ιππόλυτος Ρώμης αναφέρει για ξύλο ελιάς, ο Επιφάνιος μιλάει για σταυρό χωρίς να προσδιορίσει το ξύλο, ο Αρσένιος Κέρκυρας αναφέρεται σε ένα φυτό το οποίο δεν προσδιορίζει, ενώ ο ιστορικός Στέφανος Θωμόπουλος μιλά επίσης για δέντρο ελιάς.
Σε μελέτες που έχουν γίνει πάντως έχει αποδειχθεί πως πρόκειται πράγματι για ξύλο ελιάς και χρονολογείται στον πρώτο αιώνα.
Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΩΣΗΣ
Για τον τρόπο σταύρωσης δεν υπάρχει ομοφωνία. Υπάρχουν αναφορές περί «προσηλώσεως» και όχι περί «προσδέσεως». Στο δεξί πέλμα του Αγίου Ανδρέα, υπάρχει ουλή από το καρφί το οποίο καρφώθηκε στο ξύλο πάνω στο οποίο πέθανε.
Οι υμνογράφοι της Εκκλησίας μιλούν για «προσήλωσιν επί Σταυρού» ενώ παλαιοχριστιανικά έγγραφα μιλούν περί «πρόσδέσεως του Αποστόλου επι του Σταυρού»
ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
Υπάρχουν διαφορετικές απόψεις όσον αφορά το σχήμα του Σταυρού. Αγιογραφίες και φορητές εικόνες σε Ναούς, απεικονίζουν τον Απόστολο Ανδρέα πάνω στο Σταυρό με κάθετα τα δύο ξύλα του ενώ άλλες τον απεικονίζουν πάνω στο σταυρό με το κεφάλι προς τα κάτω.
Ωστόσο η επικρατέστερη άποψη είναι εκείνη που λέει ότι ο Σταυρός ήταν σε σχήμα Χ.Η άποψη αυτή είναι τόσο διαδεδομένη έτσι ώστε συνηθίζεται πλέον τους Σταυρούς σε σχήμα Χ να τους χαρακτηρίζουν ως «Σταυρός του Αποστόλου Ανδρέου».
Κατά τη μεταφορά του στην Πάτρα, το 1980, ήταν τοποθετημένος σε θήκη σχήματος κανονικού Σταυρού αλλά αντικαταστάθηκε από μεγαλύτερη και πιο επιβλητική θήκη, αυτή τη φορά σε σχήμα Χ.
Χαρακτηριστικό της δυναμικής του Σταυρού του Αγίου Ανδρέα είναι το γεγονός πως το Χ, από το σχήμα του είναι το σύμβολο του Πολεμικού Ναυτικού της Ρωσίας το οποίο έχει τον Απόστολο Ανδρέα προστάτη του.
Κείμενο:Θεοδώρα Αβαγιανού
Πηγή:dogma.gr
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΦΗΜΙΑ
Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Ιουλίου, 2013
Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΠΑΝΕΥΦΗΜΟΣ ΕΥΦΗΜΙΑ

Η αγία Ευφημία έγινε ιδιαιτέρως γνωστή στις ημέρες μας, γιατί σχετίστηκε με μία θαυμαστή παρουσία της στον Γέροντα Παΐσιο, τον αγιορείτη, το 1987. Όπως ο ίδιος διηγήθηκε, σε κάποια κρίση που τότε υπήρξε μεταξύ της Εκκλησίας και της Πολιτείας, ο Γέροντας δέχτηκε την επίσκεψή της στο Άγιον Όρος, προφανώς γιατί ο Γέροντας έκανε έμπονη προσευχή για την υπέρβαση της κρίσης. Και ο Θεός θέλησε να του φανερώσει την εξέλιξη των πραγμάτων, στέλνοντας την αγία εκείνη, που σε ανάλογη εποχή κρίσης, όπως είδαμε και στο συναξάρι, έδωσε την απάντηση. Αλλά πέραν αυτού, ο Γέροντας είχε την ευκαιρία να θαυμάσει, όπως είπε, το πώς μία νεαρή κοπέλα άντεξε τόσα βασανιστήρια για χάρη του Χριστού, ενώ άκουσε άμεσα από το στόμα της ό,τι ο απόστολος Παύλος διακηρύσσει στην Καινή Διαθήκη: «ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν εις υμάς αποκαλυφθήναι δόξαν».

Η ολοζώντανη παρουσία της αγίας Ευφημίας στον Γέροντα υπήρξε μία απτή επιβεβαίωση του πόσο ζωντανοί είναι οι άγιοί μας, ακόμη και μετά θάνατον. Ο θάνατος δηλαδή δεν συνιστά ένα τέλος, ως εξαφάνιση και εκμηδένιση του ανθρώπου – αυτό που πρεσβεύει η αθεΐα – αλλά ένα απλό όριο, που τον μεταθέτει στην όντως ζωή, εκεί που είναι η αληθινή πατρίδα, κατά το «ουκ έχομεν μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» του αποστόλου Παύλου. Η μέλλουσα αυτή πόλη είναι στην πραγματικότητα ο ίδιος ο Χριστός, η ζωή δηλαδή και πάλι μέσα σ’ Αυτόν, με την έννοια ότι αυτό που ζει ένας πιστός εδώ, στον κόσμο τούτο, συνεχίζεται με πολύ καθαρότερο και ορατότερο τρόπο και μετέπειτα. «Εάν τε ζώμεν, εάν τε αποθνήσκωμεν, του Κυρίου εσμέν». Διότι δεν υφίσταται πια η παχύτητα του σκηνώματός μας, του σώματος, και έτσι ατενίζει ο πιστός τον Χριστό – τον Οποίο και στον κόσμο αυτό ζούσε, αλλά θολά και ανιγματικά – «πρόσωπον προς πρόσωπον». Ότι βεβαίως η κατάσταση αυτή συνιστά την παραδείσια χαρμόσυνη κατάσταση των αγίων, θεμελιωμένη στην ανάσταση εκ των νεκρών του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, είναι περιττό και να πούμε.

Την πραγματικότητα αυτή της μετά θάνατον ζωής, που διακηρύσσει η Εκκλησία μας, ως το κατεξοχήν βάθρο της πίστης της – ο Χριστός γι’ αυτό κυρίως ήρθε: «ίνα ζωήν έχωσιν οι άνθρωποι, και περισσόν έχωσιν» – προβάλλει με τον αισθητότερο τρόπο και η εορτή της αγίας Ευφημίας. Ένα τροπάριο μάλιστα από την ακολουθία του όρθρου μάς γοητεύει εμμελώς: «Ώ, ξένον τεράστιον! νεκρά μεν εν τω μνήματι, θαύματα τελεί δ’ ώσπερ τις ζώσα, κρείττονα λίαν ή κατά άνθρωπον, αιμάτων εκβλύζουσα κρουνούς, είς ένδειξιν μείζονα, ότι ζώσιν οι δίκαιοι». Δηλαδή: Ώ, παράξενο τεράστιο! νεκρή μεν στο μνήμα (η αγία), κάνει θαύματα σαν ζωντανή, πολύ ανώτερα απ’ όσα μπορεί ο άνθρωπος, με το να εκβλύζει κρουνούς αιμάτων, σε ένδειξη μεγάλη, ότι ζουν οι δίκαιοι (και μετά θάνατον). Και για να μιλήσουμε, πάνω στο θέμα, και με τον λόγο ενός συγχρόνου αγαπημένου αγίου, του Σιλουανού του ΄Αθω: «οι άγιοι ζουν σ’ άλλον κόσμο κι εκεί βλέπουν με το ΄Αγιο Πνεύμα τη θεία δόξα και την ομορφιά του προσώπου του Κυρίου. Αλλά με το ίδιο ΄Αγιο Πνεύμα βλέπουν και τη ζωή και τα έργα μας. Γνωρίζουν τις θλίψεις μας κι ακούνε τις θερμές προσευχές μας…Κι αν στη γη η αγάπη δεν μπορεί να λησμονήσει τον αδελφό, πολύ περισσότερο στους ουρανούς οι άγιοι δεν μας λησμονούν και δέονται για μας».
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Σύντομη εξήγηση ακολουθίας εγκαινίων ιερού ναού
Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιουλίου, 2013

Αρχιδιακόνου Διονυσίου Γκόλια
Στα πρωτοχριστιανικά χρόνια η Θεία Ευχαριστία τελούνταν επάνω στους τάφους των Μαρτύρων. Ο κάθε Μαρτυρικός τάφος ήταν και Αγία Τράπεζα. Στη συνέχεια με την ανέγερση των Ναών επειδή δεν ήταν δυνατό σε κάθε Ναό να υπάρχει και Μαρτυρικός τάφος , όρισε η Εκκλησία να εγκαινιάζεται κάθε Ναός με την τοποθέτηση στην Αγία Τράπεζα Τιμίων Λειψάνων Αγίων Μαρτύρων, οι οποίοι απέδειξαν την αγάπη και αφοσίωσή τους στον Κύριο με το μαρτύριό τους. Σεμνοί, ταπεινοί αλλά και θαρραλέοι δε φοβήθηκαν να ομολογήσουν τον Αληθινό Θεό μπροστά σε σκληρούς διώκτες. Στη συνέχεια με λίγα απλά λόγια θα εξηγήσουμε τι ακριβώς συμβαίνει στην τελετή των Εγκαινίων. Τα Εγκαίνια τελούνται από τον Επίσκοπο, ο οποίος και προσκομίζει τα Ιερά Λείψανα στο Ναό που πρόκειται να εγκαινιασθεί.
Φθάνοντας ο Επίσκοπος στο Ναό, τοποθετεί τα Ιερά Λείψανα επάνω στην Αγία Τράπεζα. Τότε ψάλλετε μια ειδική ακολουθία της υποδοχής η οποία περιέχει Μαρτυρικά και άλλα τροπάρια. Στους αίνους του Όρθρου ο Επίσκοπος διαβάζει δυο προκαταρκτικές ευχές των εγκαινίων του Καλλίστου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Μετά την απόλυση της ακολουθίας του Όρθρου αρχίζει η τελετή των εγκαινίων με μία σύντομη προσευχή μπροστά στην Αγία Τράπεζα, στην οποία ο Επίσκοπός παρακαλεί τον Κύριό μας να αναδείξει και μας μιμητές των Αγίων Μαρτύρων. Στη συνέχεια βγαίνουν όλοι έξω από το Ναό. Ο Επίσκοπος κρατάει στα χέρια του τα Άγια Λείψανα, προπορευομένων των Ιερέων με το Ευαγγέλιο, και ακολουθούντων όλων των Χριστιανών. Πραγματοποιούνται τρεις λιτανείες γύρω από το Ναό. Στο τέλος των δυο πρώτων λιτανειών αναγιγνώσκονται δυο Αποστολικά και δύο Ευαγγελικά Αναγνώσματα. Στο τέλος της τρίτης λιτανείας, γίνεται η είσοδος στο Ναό με ένα ιδιόμορφο τρόπο. Οι πόρτες είναι κλειστές. Ο Επίσκοπος προστάζει αυτούς που είναι πίσω από τις πόρτες να τις ανοίξουν στο Βασιλιά της δόξης, λέγοντας τα λόγια του Δαυίδ «Άρατε πύλας οι άρχοντες ημών…», και από μέσα ακούγονται τα λόγια που οι Άγγελοι έλεγαν αναμεταξύ τους κατά την ανάληψη του Κυρίου. «Τις εστιν ούτος ο Βασιλεύς της δόξης». Αφού επαναληφθεί τρεις φορές αυτός ο διάλογος ο Επίσκοπος εισέρχεται θριαμβευτικά στο Ναό, τοποθετώντας τα Άγια Λείψανα στην Αγία Τράπεζα, ενώ ψάλλετε το απολυτίκιο «Ως του άνω στερεώματος την ευπρέπειαν…». Τώρα είμαστε έτοιμοι να εισέλθουμε στο κυριώτερο μέρος της τελετής. Ο Επίσκοπος εκχύει τρείς φορές Άγιο Μύρο στα Ιερά Λείψανα, ευχόμενος να είναι «αιωνία η μνήμη των κτητόρων του Αγίου Οίκου τούτου». Στη συνέχεια, αφού τα ασφαλίσει σε ειδική θήκη, τα τοποθετεί στο κέντρο της Αγίας Τράπεζας στην ειδική οπή που υπάρχει για το λόγο αυτό και ονομάζεται «φυτόν». Πάνω από τα Άγια Λείψανα ρίχνει μαρμαρόσκονη και εκχύει κηρομαστίχη. Το μίγμα αυτό αποτελείται από καθαρό κερί, μαστίχα, σμύρνα, αλόη, θυμίαμα, ρητίνη και λάδανο. Αυτά συμβολίζουν τα μύρα με τα οποία ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας άλειψε το Σώμα του Κυρίου, και τα εκχύει για τη στερέωση του ανεγειρομένου Τάφου. Αφού σφραγισθεί το «φυτόν», ο Επίσκοπος φοράει ένα λευκό χιτώνα που ονομάζεται σάβανο, σύμβολο της σινδόνης με την οποία τυλίχθηκε το Άγιο Σώμα του Κυρίου και διαβάζει μια ευχή παρακαλώντας το Θεό να στείλει το Πανάγιο Πνεύμα και να αγιάσει τον Οίκον τούτον. Στη συνέχεια ακολουθούν τα ειρηνικά. Κατόπιν ο Επίσκοπος ευλογεί μια ποσότητα χλιαρού νερού, σύμβολο του Αγίου Πνεύματος και το εκχύει σταυροειδώς στην Αγία Τράπεζα. Με λευκά σαπούνια την πλένει και με σφουγγάρια την στεγνώνει, ενώ ψάλλεται ο 43ος ψαλμός «Ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου, Κύριε των δυνάμεων».
Η τελετή μας θυμίζει βάπτισμα. Η Αγία Τράπεζα εικονίζει το Σωτήρα και δέχεται τα του βαπτίσματος όπως Εκείνος. Στη συνέχεια ραντίζει πάλι την Αγία Τράπεζα με ειδικά αρώματα ψάλλοντας το « Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσωμαι…» και αφού δοξάσει το Θεό σταυρώνει την Αγία Τράπεζα με Άγιο Μύρο, το οποίο αλείφει στη συνέχεια με τα χέρια του. Το Άγιο μύρο φέρνει τη Χάρη του Θεού στη γη. Είναι η δύναμη του Θυσιαστηρίου, η οποία ενεργοποιείται με τη χάρη των Ιερών Λειψάνων. Κατόπιν καθαγιάζει πάνω στην Αγία Τράπεζα Ιερά Αντιμήνσια. Η λέξη Αντιμήνσιο προέρχεται από την ελληνική λέξη αντί και τη λατινική λέξη Μένσα, που σημαίνει Τράπεζα. Το κάθε Αντιμήνσιο μόλις καθαγιασθεί από τον Επίσκοπο είναι μια μικρή Αγία Τράπεζα. Είναι απαραίτητο σε κάθε Λειτουργία. Μάλιστα με το Αντιμήνσιο μπορεί να τελεστεί σε έκτατες περιπτώσεις η Θεία Λειτουργία και εκεί όπου δεν υπάρχει Ναός. Στη συνέχεια ο Επίσκοπος τοποθετεί τις εικόνες των τεσσάρων Ευαγγελιστών αποτυπωμένες σε λινό ύφασμα στις τέσσερις γωνίες της Αγίας Τραπέζης, επειδή με τα Ευαγγέλιά τους συνέβαλαν στη στερέωση της Εκκλησίας Κατόπιν σκεπάζει την πλάκα της με ένα λευκό ύφασμα που ονομάζεται «κατασάρκιο». Αυτό το ύφασμα ποτέ δεν βγαίνει από την Αγία Τράπεζα. Πάνω από αυτό τοποθετούνται τα επίσημα καλλύματα, ενώ ψάλεται ο 62ος ψαλμός « Ο Κύριος εβασίλευσεν, ευπρέπειαν ενεδύσατο…». Στη συνέχεια ο Επίσκοπος κρατώντας στα χέρια του ένα καλάμι στο άκρο του οποίου υπάρχει σφουγγάρι με κηρομαστίχη και Άγιο Μύρο, σχηματίζει το μονόγραμμα του Χριστού (ΧΡ) στα τέσσερα σημεία του Ναού. Κατόπιν ανάβει την Κανδήλα και ευλογεί, ψάλλοντας τον πρώτο στίχο της δοξολογίας «Δόξα Σοι τω δείξαντι το Φως…». Στη συνέχεια αφαιρεί το σάβανο που φορούσε σε όλη τη διάρκεια της τελετής και φοράει τα υπόλοιπα Αρχιερατικά του άμφια. Αυτό το σάβανο τεμαχίζεται σε πολλά μικρά κομματάκια και εμβαπτίζεται μέσα στην κηρομαστίχη που περίσσεψε. Φεύγοντας από το Ναό, συνηθίζεται οι πιστοί να λαμβάνουν ευλογία από το σάβανο. Αυτή είναι με λίγα λόγια η ακολουθία των Ιερών Εγκαινίων, μετά την οποία ακολουθεί και η πρώτη Αρχιερατική Θεία Λειτουργία στο νέο Ιερό Ναό.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Πνευματικός αγώνας:Αποφθέγματα σύγχρονων γερόντων.
Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιουλίου, 2013

Γέροντας Αμβρόσιος μονής Δαδίου
Στην Εκκλησία βρίσκουμε την υγεία, την παρηγοριά, την ελπίδα και τη σωτηρία της ψυχής μας.
Γέροντας Αμβρόσιος Μονής Δαδίου
και επιτρέπεις στο διάβολο να μεγαλώσει το κακό. Εσύ πάντοτε να προσεύχεσαι, να αγαπάς και να συγχωρείς, διώχνοντας από μέσα σου κάθε κακό λογισμό.
Γέροντας Παΐσιοs
Γέροντας Παΐσιος
Γέροντας Παΐσιος
Γέροντας Παΐσιος
Γέροντας Ιωσήφ ο ησυχαστής
Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΟΙ ΕΝ ΝΙΚΟΠΟΛΕΙ ΤΗΣ ΑΡΜΕΝΙΑΣ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΕΣ (10 ΙΟΥΛΙΟΥ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιουλίου, 2013



Η φιλοθεΐα τους αυτή και ο πόθος τους για τα αιώνια τους έκανε να μπορούν να κρίνουν ορθά τα πράγματα της ζωής τους: να επιλέξουν το μαρτύριο για τον Χριστό, αντί να ζήσουν ως αρνησίχριστοι λίγα χρόνια επί της γης χωρίς νόημα και σκοπό. Διότι πράγματι τότε, κατά την πίστη μας, λειτουργεί ορθά η κρίση του ανθρώπου, όταν βλέπει την επίγεια ζωή υπό το πρίσμα της αιώνιας ζωής. Αν με άλλα λόγια δεν μεταθέσει κανείς το κέντρο της ζωής του στον Χριστό, ώστε εν Χριστώ να ζει, να κινείται και να υπάρχει (῾εν Αυτώ γαρ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν᾽, κατά τον απόστολο Παύλο), τότε ο πιστός πρέπει να αμφισβητήσει την πίστη του, ευρισκόμενος σε κατάσταση σκότωσης και πλάνης. Κι αιτία για την εν Χριστώ αυτή οπτική είναι το γεγονός ότι ο πιστός βαπτισμένος στο όνομα του Χριστού έχει γίνει μέλος του ζωντανού σώματός Του, της Εκκλησίας, συνεπώς είναι και νιώθει οργανικά δεμένος με Εκείνον. Η σύνεση αυτή των αγίων σαράντα πέντε μαρτύρων που τους έδινε τη φωτισμένη κρίση για τη ζωή τους τονίζεται επαρκώς από τον υμνογράφο της ακολουθίας τους: ῾Κοσμηθήκατε από σύνεση, στρατιώτες του Χριστού, και πνίξατε τον καταστροφέα διάβολο, τον αρχαίο όφι, μέσα στα ποτάμια των αιμάτων σας᾽(῾Συνέσει στρατιώται Χριστού κεκοσμημένοι, τον αλάστορα αρχαίον όφιν επνίξατε εν τοις ρείθροις των αιμάτων υμών᾽) (ωδή γ´).

Κι εκείνο που τους έδινε την εν Χριστώ σύνεση και τη φωτισμένη διάκριση ήταν που ως μέλη Χριστού ενεργοποιούσαν στη ζωή τους τη χριστιανικότητά τους με τη συνεχή μελέτη του λόγου του Θεού που την μετουσίωναν σε πράξη. Οι άγιοι μάρτυρες δηλαδή ζούσαν το μαρτύριο της συνειδήσεως διά της τηρήσεως των εντολών του Χριστού πριν φθάσουν στο μαρτύριο του αίματος. Που σημαίνει: δεν είναι εύκολο να φτάσει κάποιος στο χαρισματικό σημείο της προσφοράς και της ζωής του για την πίστη του, αν δεν έχει ασκηθεί πάνω στην ετοιμότητα αυτή με την προσαρμογή της ζωής του σε ό,τι επιτάσσει ο λόγος του Θεού. Κατά τον άγιο υμνογράφο μας μάλιστα: ῾Θρεμμένοι οι μάρτυρες, με τα λόγια του αγίου Πνεύματος κατάργησαν την αλογία των ειδώλων᾽(῾Λογίοις τεθραμμένοι του Πνεύματος του Αγίου, ειδώλων οι μάρτυρες την αλογίαν κατήργησαν᾽) (ωδή ε´). Γι᾽ αυτό και ο υμνογράφος επισημαίνει μία ιδιαίτερη χάρη που ο Χριστός έδωσε στους μάρτυρες, όσο ακόμη βρίσκονταν στη φυλακή, προκειμένου να τους ενισχύσει για να φτάσουν μέχρι το τέλος: να δουν το άκτιστο φως. ῾Είδαν το απρόσιτο φως οι αθλοφόροι στη φυλακή, αποκτώντας ισχύ από τη δύναμη του Θεού, κι έτσι διέλυσαν το πολύθεο σκοτάδι της ειδωλολατρικής μέθης᾽(῾Φως απρόσιτον ιδόντες οι αθλοφόροι εν φρουρά, την πολύθεον αχλύν ειδωλικής παροινίας διεσκέδασαν, θεία δυναστεία νευρούμενοι᾽) (ωδή δ´). ῾Ταις αυτών αγίαις πρεσβείαις ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν᾽.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Πώς μας βλέπουν τα παιδιά
Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Ιουλίου, 2013
Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΟΣΙΟΣ ΣΙΣΩΗΣ Ο ΜΕΓΑΣ
Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Ιουλίου, 2013
Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΙΣΩΗΣ Ο ΜΕΓΑΣ




Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΕΝ ΤΩ ΑΘΩ (5 ΙΟΥΛΙΟΥ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Ιουλίου, 2013




Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Άγιος Λουκάς ο Ιατρός:Γιατί ο Θεός να μην θεραπεύει πάντα το σώμα μας;
Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Ιουλίου, 2013
Με είχε ρωτήσει κάποιος φίλος τις προάλλες γιατί να γίνονται και γιατί να μην γίνονται θαύματα σε όλους τους ανθρώπους από τον Χριστό, -που είναι η προσωπική Αλήθεια- από την Παναγία, τους Αγίους και άλλους μεσίτες και πρεσβευτές. Γιατί ένας άνθρωπος να θεραπεύεται από τον καρκίνο και άλλος να ζεματίζεται και να πονάει και υποφέρει, σωματικά πάντα…; Επιθυμεί κάτι τέτοιο ο φιλάνθρωπος Θεός;
Πρώτα-πρώτα, ο Θεός δεν γίνεται φορτικός και δεν είναι «κομπλεξικός», όπως εμείς. Απεναντίας, εάν δεν Τον θέλουμε στην ζωή μας, δεν έρχεται, αν και μας ευεργετεί και πάλι όσο Του το επιτρέπουμε. Είναι ο μανικότερος των εραστών, ο πιο τρελός των ερωτευμένων και παράλληλα ο «ευγενής», που σεβεται απεριόριστα την ελευθερία μας. (Επίσης, είναι αυτός που φέρεται όπως ο πατέρας στην παραβολή του Ασώτου- δεν ζητάει κανένα λόγο, ούτε … «κάνει μούτρα», αλλά απλώς χαίρεται με την επιστροφή μας στο καλό.) Με άλλα λόγια, μας αφήνει να πάμε όπου θέλουμε, είτε με τα λόγια και τις εξωτερικές ενέργειες κάνουμε τους ευσεβείς, είτε όχι. Εκεί έχει ο άνθρωπος ακέραια την ευθύνη.
Τώρα, στην περιπτωση που πράγματι έχουμε αγάπη ή έστω «φόβο» Θεού, τότε ο Θεός επεμβαίνει στην ζωή μας. Και η προτεραιότητά του είναι να γιατρέψει την ψυχή πρώτα και έπειτα το σώμα. Έτσι, σε αυτό το πλαίσιο και υπό αυτές τις προϋποθέσεις, οι ασθένειες είναι οι «αγάπες του Θεού», όπως έλεγε ένας γέροντας σύγχρονος μεγάλος. Κι αυτό, διότι «ον αγαπά ο Κύριος παιδεύει», δηλαδή αυτόν που «αγαπά»(όλους εξ ίσου τους αγαπά, εδώ ο Απόστολος μιλάει για την αγάπη με ανταπόκριση προφανώς) ο Θεός τον παιδαγωγεί, τον εκπαιδεύει, ώστε να βελτιωθεί και να Του μοιάσει περισσότερο, ΣΤΟ ΜΈΤΡΟ της θέλησης και της αντοχής του κάθε ανθρώπου κάθε φορά. Ο γέροντας Πορφύριος είχε πει κάτι ακραίο: ο Θεός δεν άνοιξε το μυαλό των γιατρών, για να βρουν την θεραπεία του καρκίνου, που είναι μπροστά στα μάτια τους, διότι «είδε ότι έτσι γέμισε ο Παράδεισος». (Παράλληλα, είχε πει ότι «η πνευματική υγεία αδρανοποιεί τον καρκίνο.)
Είναι, όμως, πραγματικό αυτό; Ή μήπως ο Θεός είναι αντί για την αυτοευσπλαχνία «δίκαιος και αμείλικτος»; Θα σας πω κάτι από την προσωπική μου εμπειρία: έχω δει ανθρώπους που μια ολόκληρη ζωή φέρονταν με μεγάλη σκληρότητα, αυταρχισμό κ.α. σε κοντινούς τους ανθρώπους [συνήθως στους άλλους κάνουμε τους ευγενικούς άλλωστε, έτσι δεν είναι; ] να έχουν ΜΕΤΑΒΆΛΕΙ ΆΡΔΗΝ την συμπεριφορά τους με αυτήν την ασθένεια. Να έχουν μετανοήσει και μάλιστα εμπράκτως. Διότι, σκεφτείτε, πόσο πωρωμένοι είμαστε εμείς οι άνθρωποι… Όταν έχουμε την υγεία μας και ασχολούμαστε κανονικά με τις μάταιες βιοτικές μας μέριμνες -και λοιπές εφήμερες ανοησίες και γελοιότητες-διαμορφώνουμε τεράστιο εγωισμό και αυτοδικαίωση. Συχνά κάνουμε κόλαση την ζωή των κοντινών μας ανθρώπων, αφού έχουμε θανατώσει τις ψυχές μας… Αυτά κάνουμε εμείς οι άνθρωποι, δουλεύουμε στα πάθη μας, στην ανθρωπαρέσκεια, κατατυραννούμε τους άλλους που είχαν την κακή τύχη να έχουμε κάποια εξουσία πάνω τους και κλαιγόμαστε από πάνω, όταν δεν μας κάνουν τα χατίρια.
Λοιπόν, τι θα έπρεπε να κάνει ο Θεός που τόσο μας αγαπά σε αυτήν την περιπτωση, αφού έχει μυριάκις μακροθυμήσει; Θα έπρεπε μήπως να μας αφήσει σε αυτήν την κατάσταση ή να μας δώσει μια κατάσταση που μόνον Αυτός ξέρει πως θα μας βοηθήσει και να μας βγάλει από την ματαιότητα ΄που ζούμε, αφού Τον ζητάμε -παρ’ όλ ‘αυτά- στην ζωή μας;
Συμπέρασμα: Όλες οι ασθένειες είναι κατ’αρχήν απευκταίες, αλλά η αγάπη πολλές φορές βρίσκεται ακραίες οδούς, για να μας βγάλει από την τύφλωσή μας. Και «αν σήκωνες τις δυσκολίες, κανείς δεν θα σωζόταν».
Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Υπάρχει Θεός;
Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Ιουλίου, 2013
Υπάρχει Θεός;
Ένα καθημερινώς βιούμενο γεγονός είναι η αμφισβήτηση της υπάρξεως του Τριαδικού Θεού. Η ανθρώπινη αναφορά, θετική ή αρνητική στον Θεό, τον Δημιουργό του Σύμπαντος και του ανθρώπου, δεν είναι φαινόμενο της εποχής μας, αλλά αποτελεί διαχρονικό και παγκόσμιο φαινόμενο.
Πάντοτε υπήρχαν και υπάρχουν εκείνοι οι άνθρωποι που δέχονται την ύπαρξη του Θεού από ψυχολογική ανάγκη, θεωρώντας Τον ως κάτι το υπερβατικό που διατηρεί τον κόσμο σε μια ηθική τάξη και αρμονία και που ειρηνεύει τον άνθρωπο που πιστεύει σ’ Αυτόν.
Παράλληλα υπάρχουν και εκείνοι που δέχονται την ύπαρξη του Θεού επειδή η λογική τους και μόνον αυτή τους οδηγεί στην apriori αποδοχή Του. Βεβαίως, τις περισσότερες φορές η κατηγορία αυτή των ανθρώπων συνδυάζει με την λογική πίστη και ορισμένες “θρησκευτικές συνήθειες” και τελετουργικούς τύπους, τους καθιερωμένους στο κοινωνικό περιβάλλον που ζουν. Μέσα τους, ωστόσο, υπάρχει ένα ερώτημα και ένας βαθύς αγνωστικισμός, ο οποίος βρίσκει την πληρότητά του στην αφηρημένη άποψη και αποδοχή ενός “ανώτατου όντος”.
Υπάρχει ταυτόχρονα και τρίτη ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι αποδέχονται την ιστορική εμπειρία της Θείας Αποκαλύψεως. Ο Θεός αποδεικνύει την ύπαρξή Του μέσω των παρεμβολών του μέσα στην ανθρώπινη Ιστορία και μάλιστα, όπως καθαρά φαίνεται στην Παλαιά Διαθήκη, μέσα από μια προσωπική εμπειρία. Αποκαλυπτόμενος στον Μωϋσή, ομιλεί μαζί του “ενώπιος ενωπίω, ως ει τις λαλήσαι προς τον εαυτού φίλον” (Έξ. 33, 11). Κυρίως, όμως, αποδέχονται το μυστήριο της θείας οικονομίας, δηλαδή την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου.
Οι τρείς αυτές περιπτώσεις αποκλείουν την άποψη ότι υπάρχει οντολογικά άθεος. Υπάρχει άνθρωπος που δεν πιστεύει στην ύπαρξη του Θεού; Ο Ντοστογιέφσκυ είναι κατηγορηματικός: Άθεοι δεν υπάρχουν. Υπάρχουν άνθρωποι των παθών που θέλουν να μην υπάρχει εκείνος που θα τους πει το “μη”, κι αυτός είναι ο Θεός(Ι. Πόποβιτς, “Ο Ντ. ενώπιον των αιώνιων προβλημάτων”, Σπουδή στον Ντ., Imago, σελ. 11-21). Ο δε Πασκάλ λέγει χαρακτηριστικά: “Μας λείπει η καθαρότητα καρδιάς. Τα πάθη μας μάς οδηγούν στην αθεΐα μας”.
Ως εκ τούτου αποδεικνύεται ότι ακόμη και δεδηλωμένοι άθεοι βρίσκονταν και βρίσκονται στο σκοτάδι. Προσπαθούν να εύρουν το φως. Η ύπαρξη του σκοταδιού, όμως, δεν ενοχοποιεί το φως. Το φως υπάρχει. Τα μάτια τους υποφέρουν από τις διάφορες προσωπικές ή ομαδικές καταπιέσεις και νευρώσεις και δεν μπορούν να διαπιστώσουν την ύπαρξή του. Για τον λόγο αυτό επιζητούν αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού.
Η μεγαλύτερη, όμως, απόδειξη της υπάρξεως του Θεού είναι ότι δεν αποδεικνύεται. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός το διατυπώνει με σαφήνεια: “Άπειρον ουν το θείον και ακατάληπτον, και τούτο μόνον αυτού καταληπτόν, η απειρία και ακαταληψία” (Έκδ.Ακρ.Ορθ.Πίστ., Θεσ/νίκη 1976, σελ. 38).
Εάν αποδεικνυόταν η ύπαρξη του Θεού, τότε δεν θα ήταν ο άπειρος Θεός, αλλά ένα ον πεπερασμένο και ανθρώπινο, όχι όμως ο Θεός. Ο Τριαδικός Θεός αυτοαποκαλύπτεται στον άνθρωπο και αυτή η αυτοαποκάλυψη βιώνεται προσωπικά και καρδιακά. Έτσι, το άχρονο εισέρχεται μέσα στο χρονικό, το άναρχο μέσα στο φθαρτό, το αχώρητο μέσα στο χωρητό, το ακίνητο μέσα στο μεταβλητό, το μακάριο “είναι” μέσα στο ανήσυχο “γίγνεσθαι”.
Για τον λόγο αυτό χρειάζεται, κατά τον Κίρκεγκωρ, “ένα απεγνωσμένο άλμα στον χώρο του παρα-δόξου, του παρα-λόγου, του α-νοήτου. Απαιτείται η συντριβή του λόγου, η σταύρωση της λογικής, που όμως σημαίνει σωτηρία και ανάσταση για την ύπαρξη” (PhilosophischeBrockeniv 233).
Mπορούμε, λοιπόν, να ισχυριζόμαστε ότι αληθινά υπαρκτό είναι μόνον ό,τι αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας και επιβεβαιώνει η λογική μας ή υπάρχει και πραγματικότητα που γνωρίζεται μέσω της αμέσου εμπειρικής, μυστικής και καθολικής σχέσεως; Αυτό συμβαίνει και εδώ. Η άμεση εκκλησιαστική και προσωπική – εμπειρική σχέση με τον Θεό αποδεικνύει την υπαρξή Του.
*Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Πελοπόννησος» των Πατρών στις 7/7/2013
Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Σχολικός Εκφοβισμός (bullying)
Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουλίου, 2013
Σχολικό εκφοβισμό συνιστά η διαρκής βία -σωματική ή ψυχολογική που διεξάγεται από ένα άτομο ή μία ομάδα εναντίον κάποιου ατόμου που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του στην παρούσα κατάσταση. O σχολικός εκφοβισμός (bullying) με άλλα λόγια είναι μια μορφή επιθετικήςσυμπεριφοράς κατά κανόνα εσκεμμένη και επιζήμια. Συχνά είναι επίμονη, κάποιες φορές συνεχιζόμενη επί εβδομάδες, μήνες ή ακόμη και έτη. Αυτοί που τον υφίστανται είναι πολύ δύσκολο να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Τα κύρια χαρακτηριστικά του σχολικού εκφοβισμού είναι τα εξής: πρόθεση του δράστη να βλάψει, ζημιά του στόχου – θύματος, την έλλειψη συχνά δικαιολογίας για την πράξη, την επανάληψη της συμπεριφοράς ξανά και ξανά, την ικανοποίηση που αντλεί ο δράστης από τη βλάβη του θύματος. Ο σχολικός εκφοβισμός, ανάλογα με τα μέσα που χρησιμοποιεί ο δράστης για να βλάψει το θύμα, παίρνει διάφορες μορφές. Έτσι διακρίνουμε τους εξής τύπους εκφοβισμού:
α.Τον άμεσο ή σωματικό εκφοβισμό (physical bullying): ο θύτης μεταχειρίζεται φυσική βία, όπως γρονθοκοπήματα, κλωτσιές, σπρωξιές, καθώς επίσης άρπαγμα ή / και φθορά της ατομικής ιδιοκτησίας.
β. Το λεκτικό εκφοβισμό (verbal bullying): εδώ ο δράστης πειράζει κατ” επανάληψη το στόχο του και σε ενοχλητικό για τον δεύτερο βαθμό, τον κοροϊδεύει, του κολλάει παρατσούκλια, τον βρίζει και τον προσβάλλει γενικότερα με λόγια και βωμολοχίες.
γ. Τον έμμεσο ή κοινωνικό εκφοβισμό (indirect/social/relational bullying): σε αυτήν τη μορφή σχολικού εκφοβισμού τα μέσα που μεταχειρίζεται ο δράστης, ή κατά κανόνα οι δράστες, είναι η κοινωνική απομόνωση του θύματος και ο αποκλεισμός του από την παρέα, μέσω της χειραγώγησης της ομάδας ομηλίκων. Πιο συγκεκριμένα, οι δράστες συσπειρώνονται σε μία κλίκα και πολύ συντονισμένα αγνοούν το συμμαθητή ή τη συμμαθήτριά τους, τους κάνουν να αισθάνονται αόρατοι, δεν τους επιτρέπουν να παίξουν ή τους αναθέτουν τα πιο δυσάρεστα καθήκοντα στις ομαδικές δραστηριότητες, τρέχουν να τους κρυφτούν (δείχνοντας επιδεικτικά ότι θα ήθελαν να τους εγκαταλείψουν) και γενικά τους περιφρονούν. Ο έμμεσος εκφοβισμός πλήττει κυρίως τις διαπροσωπικές σχέσεις του θύματος καθώς με ύπουλα μέσα, όπως είναι το κουτσομπολιό και η διάδοση κακών φημών, το αποκλείουν σταδιακά από όλες τις παρέες. Αυτή είναι και η μορφή που δυσκολεύονται τα θύματα περισσότερο να αναφέρουν, ακριβώς διότι εκφράζεται έμμεσα, συγκαλυμμένα.
Η χρόνια θυματοποίηση συνδέεται με ψυχολογικά προβλήματα, όπως η υπερβολική αναστολή, η μοναξιά, το άγχος και η κατάθλιψη. Το παιδί που θυματοποιείται μπορεί να παρουσιάσει άρνηση για το σχολείο, φόβο για ανάπτυξη σχέσεων, αλλαγές στη διάθεση του, σωματικά παράπονα και μαθησιακά προβλήματα εξαιτίας του γεγονότος ότι η σχολική ζωή είναι μια ανυπόφορη εμπειρία.
Όσον αφορά τα σημάδια του εκφοβισμού είναι δύσκολο να αναγνωρίσεις ότι το παιδί σου είναι θύμα εκφοβισμού. Οι πληγές στο σώμα είναι σπάνιες. Πιο συχνά θα παρατηρηθούν αλλαγές στη συμπεριφορά του όπως είναι η άρνηση του να πάει στο σχολείο, το άγχος για το σχολείο, η εμφάνιση συναισθημάτων λύπης, η μείωση της σχολικής επίδοσης και η παραίτηση από χόμπι.
Τα θύματα του εκφοβισμού χρειάζονται την υποστήριξη των γονιών τους. Ζητείται από τους γονείς να ακούσουν προσεχτικά το παιδί τους και να προσπαθήσουν να αντιληφθούν τα όσο βιώνει. Τα παιδιά που είναι θύματα τυχαίνει συχνά να το κρύβουν από τους γονείς τους. Φοβούνται τις αντιδράσεις τους. Το σημαντικότερο είναι να καταφέρουν οι γονείς να ενισχύσουν την αυτοεκτίμηση του παιδιού , πείθοντας το ότι δεν διαφέρει και δεν του αξίζει να θυματοποιείται. Γενικότερα ενθαρρύνεται το να κάνει νέες φιλίες εντός και εκτός σχολείου. Η εμπλοκή του σε ομαδικές δραστηριότητες κατά την διάρκεια του απογεύματος βοηθά στην επίτευξη του στόχου αυτού.
Συγγραφέας: Mαρία Θεοφίλου
http://www.iator.gr/2013/05/14/sxolikos-ekfovismos-bullying/
Κατηγορία ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Το bullying στο σχολείο συνδέεται με κατάθλιψη και κρίσεις άγχους και πανικού
Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουλίου, 2013
Τα παιδιά που έχουν υποστεί ή διαπράξει σχολικό εκφοβισμό διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο κατάθλιψης, άγχους και πανικού χρόνια αργότερα, σύμφωνα με αμερικανική έρευνα.
Οι ερευνητές γνώριζαν ότι το “bullying” έχει ψυχολογικές επιπτώσεις τόσο στα θύματα όσο και στους θύτες, αλλά δεν είναι σαφές για πόσο χρονικό διάστημα μπορεί να διαρκέσουν.
Σύμφωνα με τα ευρήματα όμως της τελευταίας έρευνας που δημοσιεύεται στn επιθεώρηση JAMA Psychiatry, η κατάθλιψη και το άγχος που συνδέονται με τη σχολική κακοποίηση παραμένουν μέχρι τα μέσα της τρίτης δεκαετίας της ζωής ενός ατόμου.
Η ερευνητική ομάδα του κλινικού ψυχολόγου Ουίλιαμ Κόουπλαντ του Duke University Medical Center της Βόρειας Καρολίνας εξέτασε 1.420 νέους θέτοντας ερωτήσεις σχετικά με τις εμπειρίες τους από πράξεις σχολικού εκφοβισμού στις ηλικίες ανάμεσα στα 9 και τα 16 χρόνια και στη συνέχεια τούς παρακολούθηκε μέχρι τα 26 τους χρόνια για ψυχιατρικές διαταραχές.
Περισσότερο από το 25% των παιδιών και των γονιών τους ανέφεραν ότι έπεσαν θύματα εκφοβισμού τουλάχιστον μία φορά και περί το 10% δήλωσαν ότι υπήρξαν θύτες.
Αφού εκτίμησαν το οικογενειακό ιστορικό των συμμετεχόντων στην έρευνα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι σε σύγκριση με τους νέους ενήλικες που δεν είχαν ιστορικό σχολικού εκφοβισμού, τα πρώην θύματα διέτρεχαν μεγαλύτερο κίνδυνο να παρουσιάσουν ψυχικές διαταραχές.
Για παράδειγμα, μόλις το 6% των άνευ ιστορικού νέων παρουσίαζε αγχώδη διαταραχή, έναντι του 24% των πρώην θυμάτων σχολικού εκφοβισμού και του 32% των ατόμων που υπήρξαν ταυτόχρονα θύματα και θύτες.
Παιδιά ταυτόχρονα θύτες και θύματα έχουν τις μεγαλύτερες πιθανότητες να παρουσιάσουν αργότερα ως νέοι ενήλικες διαταραχές πανικού, κατάθλιψη ή τάσεις αυτοκτονίας.
Το γεγονός δεν προκαλεί έκπληξη, διότι μέρος αυτών αντιδρά στην τραυματική εμπειρία του να έχει υπάρξει θύμα και να το φέρει, λέει ο Μαρκ Σούστερ, διευθυντής Γενικής Παιδιατρικής στο Παιδιατρικό Νοσοκομείο της Βοστώνης και καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ.
“Αυτά τα άτομα έχουν υποστεί τον εκφοβισμό και αντί να αισθάνονται συναισθηματική ταύτιση (empathy) … γίνονται περισσότερο αντιδραστικά και αντιμετωπίζουν το “bullying” μάλλον ως τρόπο για να προσελκύσουν την προσοχή”, σύμφωνα με τον Ουίλιαμ Κόουπλαντ.
Παιδιά θύτες διατρέχουν τέσσερις φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν διαταραχή αντικοινωνικής προσωπικότητας, που χαρακτηρίζεται από την έλλειψη συναισθηματικής ταύτισης και την κακοποίηση των άλλων.
Οι ψυχιατρικές διαταραχές στην παιδική ηλικία και η ύπαρξη οικογενειακών προβλημάτων συνδέονται με τον σχολικό εκφοβισμό, αλλά δεν εξηγούν πλήρως την ύπαρξη μελλοντικών προβλημάτων, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας. Ορισμένες από τις διαταραχές κατά την ενήλικη ζωή φαίνεται ότι προέρχονται από το ίδιο το “bullying”.
“Η έρευνα προειδοποιεί για το πόσο σοβαρό μπορεί να είναι το “bullying”, και ενισχύει ό,τι έχουμε μάθει ότι ο σχολικός εκφοβισμός δεν αποτελεί απλώς ένα τελετουργικό, δεν είναι απλώς τμήμα του μεγαλώματος ενός παιδιού ή εμπειρία για όλα τα παιδιά μέσα από την οποία γίνονται ισχυρότερα…μπορεί να έχει σοβαρές μακροπρόθεσμες συνέπειες”, προειδοποιούν οι ερευνητές.
http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22768&subid=2&pubid=63786887
Κατηγορία ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Κυριακή Β΄ Ματθαίου – Οι καταρτίζοντες τα δίκτυα
Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Ιουλίου, 2013

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Bullying: ερωτήσεις που πρέπει να κάνεις στο παιδί σου
Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Ιουλίου, 2013

Οι ακόλουθες ερωτήσεις έχουν σχεδιαστεί για να βοηθήσουν τους γονείς να αποκαλύψουν συμπεριφορές σχετικές με τον εκφοβισμό, τις οποίες μπορεί να υιοθέτησαν τα παιδιά τους ή να τις παρατήρησαν σε άλλους.
Θέτοντας ερωτήσεις σχετικά με συγκεκριμένες συμπεριφορές που αφορούν τους χώρους στους οποίους μπορεί να υπέστη το παιδί εκφοβισμό, μπορείτε να συλλέξετε τις πληροφορίες που χρειάζεστε για να αντιμετωπίσετε αποτελεσματικά τον εκφοβισμό.
Μπορείτε να προσαρμόσετε αυτές τις ερωτήσεις στη συγκεκριμένη περίσταση. (Οι καλές ερωτήσεις αφορούν συγκεκριμένες συμπεριφορές).
Προσπαθήστε να σκεφτείτε ποιες πληροφορίες θέλετε να συγκεντρώσετε. Μπορεί να είναι ένα σύνολο ερωτήσεων για το πώς εξελίσσεται κάθε τομέας της κοινωνικής ζωής του παιδιού σας.
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα σχετικό με το σχολείο.
Ξεκινήστε με ερωτήσεις που αφορούν το πρώτο κομμάτι της μέρας, όταν τα παιδιά πηγαίνουν στο σχολείο. Αν το παιδί πηγαίνει στο σχολείο με σχολικό λεωφορείο, θα ξεκινήσετε κάνοντας ερωτήσεις για το σχολικό. Αν τηρείται μια διαδρομή με το σχολικό, είναι σημαντικό να ρωτήσετε γι’αυτή, επειδή ο εκφοβισμός συντελείται όταν η επιτήρηση είναι ανεπαρκής, και στο σχολικό η εποπτεία μπορεί να απουσιάζει. Αν το παιδί πηγαίνει στο σχολείο με τα πόδια, προσπαθήστε να μάθετε αν κάποιος τον χαιρετάει ή αν το παιδί ακολουθεί μερικές φορές διαφορετική διαδρομή για να αποφύγει κάποιον.
Σκεφτείτε σε ποια μέρη το παιδί σας μπορεί να έχει λιγότερη εποπτεία και θέστε ερωτήσεις σχετικά με αυτούς τους χώρους: διάλειμμα, γεύμα, σχολικό, διάδρομος, τουαλέτα κλπ.
Έχοντας υπόψη τα μέρη στα οποία το παιδί βρίσκεται μακριά από την εποπτεία των ανηλίκων, αρχίστε να σκέφτεστε πως να κάνετε ερωτήσεις που αφορούν αυτούς τους συγκεκριμένους χώρους.
Οι ερωτήσεις που ακολουθούν ίσως είναι οι πλέον ενδεδειγμένες ώστε να πάρετε συγκεκριμένες απαντήσεις και πληροφορίες που θα σας κινητοποιήσουν απέναντι στο πρόβλημα:
- Με ποιον μιλάς στο σχολείο;
- Κάθεσαι με τα ίδια παιδιά κάθε μέρα;
- Αυτό το παιδί έχει καθίσει ποτέ με κάποιον άλλο;
- Με ποιον κάθισες σήμερα;
- Έχεις καθίσει ποτέ μόνος σου;
- Τι θα έκανες αν αυτό το παιδί ήταν άρρωστο; Με ποιον θα καθόσουν αν έπρεπε να βρεις άλλο παιδί;
- Υπάρχει κάποιο παιδί που το πειράζουν ή που το αποκαλούν με διάφορα ονόματα κατά τη διάρκεια της διαδρομής;
- Συμβαίνει ποτέ σε ‘σένα;
- Το κάνεις ποτέ εσύ σε κάποιον;
- Υπάρχει κάποιος που τον έχουν διώξει από τη θέση του στο σχολικό;
- Σου έχει συμβεί ποτέ;
- Τα παιδιά συμπεριφέρονται σαν να υπάρχουν καθορισμένες θέσεις για το καθένα; Το έχει αμφισβητήσει ποτέ κάποιος;
- Σου έχει θυμώσει ποτέ κανείς επειδή κάθισες στη θέση του; Τι σου έκανε αυτό το άτομο;
- Με ποιον τρως μεσημεριανό κάθε μέρα;
- Έχει συμβεί ποτέ να μην… είναι εκεί η παρέα σου; Αν συμβεί κάτι τέτοιο με ποιόν θα καθίσεις για φαγητό;
- Παίζεις με κάποιον στο διάλειμμα;
- Με ποιον έπαιξες στο διάλειμμα σήμερα;
- Έχεις παρατηρήσει αν υπάρχει κάποιος που τον πειράζουν ή που τον εξαιρούν από το μεσημεριανό ή το διάλειμμα;
- Υπάρχει κάποιος που τον εξαιρούν από το παιχνίδι στο διάλειμμα ή που δεν παίζουν μαζί του επίτηδες;
- Σου έχει συμβεί ποτέ αυτό;
- Σε ποιον θα το έλεγες αν σου συνέβαινε
- Αν το παιδί αποκαλύψει ότι του συμβαίνουν περιστατικά σαν αυτά…
- Το γνωρίζουν οι φίλοι σου;
- Τους έχεις ζητήσει ποτέ να σε βοηθήσουν;
- Έχεις μιλήσει σε κάποιον στο σχολείο σχετικά με αυτό;
- Με ποιους ενηλίκους νιώθεις ασφαλής στο σχολείο;
- Με ποια παιδιά νιώθεις ασφαλής στο σχολείο;
- Υπάρχει κανείς που το έχει δει και το έχει αναφέρει σε κάποιον ενήλικο;
- Σου παρέχει το σχολείο τη δυνατότητα να αναφέρεις το περιστατικό χωρίς να αισθάνεσαι ότι τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα;
Οι πρώτες ερωτήσεις – με ποιον κάθεται στο σχολικό, με ποιον παίζει στο διάλειμμα κλπ.- έχουν σκοπό να ελέγξετε αν το παιδί έχει φίλους στους χώρους όπου ο εκφοβισμός ευδοκιμεί. Το παιδί που έχει φίλους έχει μια προστασία. Αν το παιδί εκφοβίζεται, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν φίλοι γύρω του, αυτοί οι φίλοι ίσως χρειάζονται βοήθεια για να κατανοήσουν πως μπορούν να συνδράμουν.
Ίσως είναι πιο εύκολο για το παιδί σας να απαντήσει σε ερώτηση σχετική με το αν έχει παρακολουθήσει ποτέ κάποιο περιστατικό εκφοβισμού παρά για το αν έχει υπάρξει το ίδιο στόχος.
Από τη στιγμή που θα μιλήσει για το θέμα και θα διαπιστώσει ότι η αντίδρασή σας είναι μάλλον συμπονετική παρά επικριτική, μπορεί να νιώσει λιγότερο αμήχανα και να συζητήσει τις δικές του εμπειρίες.
Η τρίτη ομάδα ερωτήσεων φανερώνει πόσο εύκολο είναι για το παιδί σας και τους συνομήλικους του να ζητήσουν βοήθεια από τους άλλους. Μπορεί να ανακαλύψετε ότι το παιδί σας το έχει αναφέρει ήδη σε κάποιο δάσκαλο ή ότι δεν ήξερε πως θα έπρεπε να το αναφέρει. Μπορεί να ανακαλύψετε ότι προτιμάει να “φάει λάσπη” παρά να “μαρτυρήσει”. Σκοπός σε αυτό το στάδιο δεν είναι να νουθετήσετε το παιδί σας ή να το πείσετε για το τι πρέπει να κάνει, παρά μόνο να συλλέξετε πληροφορίες.
Το παιδί μπορεί να απαντάει ελεύθερα σε κάποιες ερωτήσεις αλλά όχι σε κάποιες άλλες. Βεβαιωθείτε ότι παρατηρείτε τις εκφράσεις του προσώπου του, το ύφος και την αλλαγή των συναισθημάτων του όταν θέτετε συγκεκριμένες ερωτήσεις. Η τυχόν αποφυγή κάποιων ερωτήσεων ή ο δισταγμός κατά την απάντηση πρέπει να σας θέσει σε επαγρύπνηση. Μην πιέσετε το παιδί σας να απαντήσει σε κάποια ερώτηση που το δυσκολεύει αλλά κρατήστε σημειώσεις και επαναλάβετε τις ερωτήσεις ή τις απαντήσεις που φάνηκαν να φέρνουν το παιδί σε δύσκολη θέση. Με επιμονή και αποφασιστικότητα, με το ενδιαφέρον, την στοργή και την επαγρύπνηση, μόνο έτσι θα πάρετε τις πληροφορίες που που ζητάτε. Μπορεί να μην το κατορθώσετε με την πρώτη προσπάθεια.
Το να θέτετε αυτές τις ερωτήσεις σε σταθερή βάση σας επιτρέπει, επίσης να ελέγχετε την αξιοπιστία των απαντήσεων των παιδιών σας. Απαντήσεις που είναι ασαφείς ή διαφορετικές από τις παλαιότερες δίνουν το στίγμα ενός πιθανού ζητήματος που μπορεί να φέρνει τα παιδιά σε δύσκολη θέση. Αν υποπτεύεστε ότι κάτι δεν πάει καλά, διαβεβαιώστε τα παιδιά σας ότι είστε δίπλα τους, στη διάθεσή τους, για να σας μιλήσουν όταν θα είναι έτοιμα. Αυτό τους επιτρέπει να εμπιστευτούν τον εαυτό τους και εσάς, οπότε, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, ίσως ακούσετε αυτό που θα σας βοηθήσει να συνδέσετε τα κομμάτια του παζλ.
Πηγή: boro.gr
Αναρτήθηκε από: admin
Κατηγορία ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
“Βάλε φωτιά στις σκέψεις μου…”!
Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Ιουλίου, 2013
(του Ἁγίου Ἰγνατίου Brianchaninov)
Ξεχύνω τά λόγια τῆς καρδιᾶς μου, πού ἁπαλά σκιρτᾶ ἀπό χαρά ἄφθαρτη κι ἀνέκφραστη. Ἀδελφοί, ἄν εἰσχωρήσετε στά λόγιά μου μέ καθαρό λογισμό, θά εὐφρανθεῖτε σάν σέ συμπόσιο πνευματικό! Ἡ πίστη στό Χριστό εἶναι ζωή. Ὅποιος τρέφεται μέ τήν πίστη, γεύεται ἤδη, στή διάρκεια τῆς ἐπίγειας πορείας του, τήν αἰώνια ζωή, πού ἑτοιμάστηκε γιά τούς δικαίους στό τέλος αὐτῆς τῆς πορείας. Ὁ Κύριος εἶπε: «Ὅποιος πιστεύει σ’ ἐμένα, αὐτός ἔχει τήν αἰώνια ζωή».
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης (+4 Ιουλίου)
Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Ιουλίου, 2013
Ἡ ζωή καί τό ἔργο του
Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἱεροσολυμίτης ὑπῆρξε μιά πολύ ἀξιόλογη φυσιογνωμία στήν ἐποχή του κι ἕνας ἀπό τούς κορυφαίους ποιητές καί ὑμνογράφους μας. Εἶναι ὁ συντάκτης τοῦ θεσπεσίου Μεγάλου Κανόνος. Ἡ γνώση τοῦ βίου τοῦ μεγάλου τούτου Ἱεράρχη καί ποιητῆ δέν εἶναι ἡ ἀνάλογη μέ τήν ἀξία πού ἔχει καί τή σημασία πού ἀπόχτησε στή λειτουργική συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ὁ Μέγας Κανών. Καί νά σκεφθεῖ κανείς ὅτι ὑπῆρξε μιά μεγάλη
ἐκκλησιαστική μορφή μ᾿ ἕνα ὑπέροχο ποιμαντικό ἔργο καί μιά πλούσια συγγραφική προσφορά!
Γεννήθηκε γύρω στό 660 μ.Χ. στήν ξακουστή Δαμασκό, μία ἀπ᾿ τίς πιό ἀρχαῖες καί μεγάλες πόλεις τῆς Ἀνατολῆς. Ἐδῶ ἔγινε ἡ θαυμαστή ἐπιστροφή τοῦ ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν Παύλου. Στήν πόλη τούτη βαπτίστηκε, ἔλαβε τή δωρεά τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί ἐκφώνησε τά πρῶτα κηρύγματά του. Γι᾿ αὐτό εἶναι τό καύχημα καί ἡ δόξα της. Ἔδωσε στήν Ἐκκλησία ἕνα «σκεῦος ἐκλογῆς» (Πράξ. 9,15)· στήν οἰκουμένη ὁλόκληρη «πατέρα καί διδάσκαλον εὐσεβείας». Καί ὁ θεῖος Παῦλος, ὅπως παρατηρεῖ ὁ βιογράφος τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα Μακάριος Μακρῆς, τῆς ἐπιφύλαξε μιά μεγάλη τιμή· «φύειν ἄνδρας ἀγαθούς καί διδασκάλους τῷ τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας πληρώματι». ῞Ενας τέτοιος καρπός ἦταν κι ὁ ἱερός Ἀνδρέας.
Ὑπῆρξε γόνος οἰκογένειας πού τή διέκρινε ἡ εὐσέβεια καί τή στόλιζε τό ἄνθος τῆς χριστιανικῆς ἀρετῆς. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Γεώργιος καί ἡ μητέρα του Γρηγορία, «ἄνθρωποι θεοφιλεῖς τε καί κόσμιοι καί ἀρετῆς μᾶλλον ἤ τῆς κάτω κτήσεως πλούτου κομῶντες καί σεμνυνόμενοι». Μέχρι τά ἑπτά του χρόνια ὁ μικρός Ἀνδρέας ἀδυνατοῦσε νά μιλήσει. Ἡ γλώσσα του ἦταν δεμένη. ῞Οταν ὅμως συμπλήρωσε τά ἑπτά χρόνια καί ἦρθε μιά μέρα στόν ναό μέ τούς γονεῖς του γιά νά τελέσουν τή θεία Λειτουργία καί κοινώνησε τό ἄχραντο σῶμα καί αἷμα τοῦ Κυρίου, ἡ γλώσσα του κατά τρόπο θαυμαστό λύθηκε καί ἄρχισε χωρίς καμιά δυσκολία πλέον νά ὁμιλεῖ. Ἐδῶ στή Δαμασκό διδάχτηκε τά πρῶτα γράμματα καί ποτίστηκε μέ τό ἄδολο γάλα τῆς εὐσέβειας, πού πολύ σύντομα ἔγινε πόθος φλογερός πού πυρπόλησε τήν καρδιά του καί τόν παρακινοῦσε ν᾿ ἀφιερώσει τήν ὕπαρξή του στήν ἀγάπη καί τή λατρεία τοῦ Θεοῦ.
Ἡ θερμή αὐτή ἀγάπη του γιά τόν Χριστόν ὁδηγεῖ τά βήματά του σέ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν περίπου στήν ῾Αγία Πόλη. Ἀποφασίζει ν᾿ ἀφιερωθεῖ στόν πανίερο ναό τῆς Ἀναστάσεως. Οἱ γονεῖς του ὄχι μόνο δέν ἀντιδροῦν ἀλλ᾿ ὅπως σημειώνουν οἱ βιογράφοι του, οἱ ἴδιοι τόν προσάγουν γιά νά τόν ἀφιερώσουν. Σημάδι καί τοῦτο τοῦ βάθους τῆς πνευματικότητας τῆς οἰκογένειας τοῦ ῾Αγίου, μές στήν ὁποία γεννήθηκε καί μεγάλωσε.
Τά Ἱεροσόλυμα ὑπῆρξαν ὁ τόπος, ὅπου ὁ Ἀνδρέας μορφώθηκε πλατιά καί καλλιεργήθηκε βαθιά. Καί στή θύραθεν παιδεία καί στά θεολογικά γράμματα. Τόν βοηθοῦσαν ἄλλωστε σ᾿ αὐτό τά πολλά πνευματικά χαρίσματα μέ τά ὁποῖα τόν εἶχε προικίσει ὁ Θεός. Ἐκεῖ ἔγινε μοναχός καί ἀνέλαβε καθήκοντα πατριαρχικοῦ νοταρίου (γραμματέα δηλαδή) κοντά στόν πατριάρχη Θεόδωρο. Ἄν καί κυρίως στήν Κωνσταντινούπολη διακρίθηκε καί ἡ Κρήτη ὑπῆρξε ὁ τόπος τῆς μεγάλης του προσφορᾶς, ἐν τούτοις τό πέρασμά του ἀπό τά Ἱεροσόλυμα τοῦ ἔδωσε τόν τίτλο τοῦ Ἱεροσολυμίτη, πού τόν συνόδευε σ᾿ ὁλόκληρη τή ζωή του καί συνεχίζει νά τόν παρακολουθεῖ καί μετά τήν κοίμησή του.
Γύρω στά 685 μ.Χ. ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων χρειάστηκε νά ἐκφράσει ἐγγράφως τήν ὁμολογία πίστεώς της στά ὅσα ἀποφασίστηκαν γύρω ἀπό τίς δύο θελήσεις καί ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν Ϛ´ Οἰκουμενική Σύνοδο (680-81) καί νά τήν ἀποστείλει στή Βασιλεύουσα. Στήν ἀποστολή αὐτή τῆς ὁμολογίας χρησιμοποιήθηκε ὁ πατριαρχικός νοτάριος Ἀνδρέας μαζί μέ ἄλλους δύο γέροντες «τῶν τοῦ κλήρου λογάδων»· «τόν προκείμενον ἡμῖν ἄνδρα, τόν ἄξιον τοῦ Θεοῦ δοῦλον, εἰ καί ἐν ἡλικίᾳ νέᾳ ὑπῆρχε, μεγάλως διά τήν σεμνότητα τῶν τρόπων ἐπιλεξάμενοι καί τούτῳ ἐγχειρίσαντες καί ἐμπιστεύσαντες τά τῶν εἰρημένων εὐσεβῶν δογμάτων ἀντίγραφα, ἤγουν τῆς ὀρθῆς αὐτῶν πίστεως τήν ὁμολογίαν, μετά τῶν δύο εὐλαβῶν γερόντων τοῦτον πρός τόν αὐτόν ἀνέπεμψαν βασιλέα».
Ἀπό τήν ἀποστολή αὐτή ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἔμελλε νά μήν ἐπιστρέψει ποτέ πίσω στά Ἱεροσόλυμα. Γιά λόγους πού δέν μποροῦμε νά ξέρουμε, ἔμεινε στήν Κωνσταντινούπολη καί ὑπηρέτησε ἐκεῖ τήν Ἐκκλησία. Ἴσως ἀρχικά νά ἐγκαταβίωσε στήν περίφημη μονή τῆς Θεοτόκου τῶν Βλαχερνῶν, πρός τιμήν τῆς ὁποίας ἀργότερα, ὅταν ἔγινε ἐπίσκοπος, ἔχτισε στήν Κρήτη μεγαλοπρεπή ναό. Χειροτονεῖται διάκονος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καί τοῦ ἀνατίθεται ἡ φροντίδα δύο φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, τοῦ «εὐαγοῦς ὀρφανοτροφείου» καί «τῶν Εὐγενείου», στή διοίκηση τῶν ὁποίων ὁ Ἅγιος ἐπέδειξε τόν πλοῦτο τῆς ἀγάπης του καί τίς πολλές ἱκανότητές του. Ἀσφαλῶς στό χρονικό διάστημα τῆς εἰκοσάχρονης παραμονῆς του στήν Κωνσταντινούπολη ὁ ἅγιος Ἀνδρέας διακρίθηκε καί ὡς ρήτορας καί ὡς διδάσκαλος.
Πολύ γρήγορα τό ἦθος, ἡ πλούσια παιδεία, τό χάρισμα τοῦ λόγου καί ὅλα τ᾿ ἄλλα προσόντα πού διέθετε ὁ Ἅγιος ἔγιναν εὐρύτερα γνωστά. Ἡ φήμη τοῦ ὀνόματός του ἁπλώθηκε παντοῦ. Γι᾿ αὐτό καί γύρω στό 711 ἤ 712 ἐκλέγεται ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης. Ὁ λαός τόν ὑποδέχτηκε μέ θερμές ἐκδηλώσεις τιμῆς καί ἀγάπης.
Τό ποιμαντικό ἔργο τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ὑπῆρξε πλούσιο καί καρποφόρο. Συνδύασε ἄριστα τά θεωρητικά ἐνδιαφέροντα καί τήν ἀγάπη του γιά τήν ποίηση μέ τά πρακτικά ποιμαντικά ζητήματα. ῾Ως ἐπίσκοπος, ὅπως ἀναφέρει ὁ βιογράφος του, «ἔδειξε τό τε μεγαλοφυές αὐτοῦ τῆς ψυχῆς καί τό τῆς ἀρετῆς ἀπαράμιλλον καί τήν τελεωτάτην ἕξιν τῆς ποιμαντικῆς ἐπιστήμης». Τό ἐνδιαφέρον του πρωταρχικά στράφηκε πρός τόν ἱερό κλῆρο. Γνώριζε τό ὕψος τῆς ἱερωσύνης. Εἶχε συνειδητοποιήσει βαθιά τό μεγαλεῖο τῆς ἱερῆς ἀποστολῆς καί τίς εὐθύνες πού συνεπάγεται γιά κείνους πού ἀναδέχονται τό χάρισμα τοῦ Θεοῦ. ῞Ολα αὐτά προσπάθησε ὄχι μόνο νά τά μεταδώσει μέ τόν λόγο καί τή διδαχή στόν κλῆρο τῆς ἐπισκοπῆς του, ἀλλά καί νά τά ἀκτινοβολήσει μέσα ἀπό τή δική του ἱερατική ζωή καί τό προσωπικό του παράδειγμα.
Ἡ φροντίδα τοῦ ἐπισκόπου ἀγκάλιασε ἀκόμη καί τούς μονάζοντες· «τούς παρθενῶνας καί τά σεμνεῖα ρυθμίζει καί περί βίου νομοθετεῖ μοναχῶν». Ἀπ᾿ τό ἱερό τάγμα τῶν μοναζόντων θά ἐπιλέξει καί τούς ἱερωμένους πού θά ἐγκαταστήσει στόν ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, τόν ὁποῖο ὁ ἴδιος ἀνοικοδόμησε.
Τό μεγάλο χρέος κάθε ἐπισκόπου εἶναι ἡ προστασία καί ὁ στηριγμός τοῦ λαοῦ. Ἡ καθοδήγησή του μέ τό φῶς τῆς ἀληθείας τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἁγιασμός του μέ τή ζωοποιό χάρη τῶν θείων μυστηρίων. Ἡ διαφύλαξή του ἀπό τή λύμη τῆς αἱρέσεως καί τίς ἐπιθέσεις τοῦ πονηροῦ. Στό ἱερό τοῦτο χρέος του ὁ ἐπίσκοπος Ἀνδρέας ἀνταποκρίθηκε μ᾿ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς του. ῞Οπως ἀναφέρει ὁ βιογράφος του, «παιδαγωγεῖ τήν νεότητα, συνετίζει τήν πολιάν, τούς ἁμαρτάνοντας ἐπιστρέφει, τοῖς μετανοοῦσιν ἐγγυᾶται τόν θεῖον ἔλεον, τούς ἀγωνιζομένους ἀλείφει, τοῖς καλῶς τρέχουσιν εὐτονίαν προστίθησιν, ἀμύνει πολεμουμένοις, περιτρεπομένους ὑπανέχει, πίπτοντας ἀνορθοῖ, ὑποστηρίζει τούς ὀκλάζοντας, νικῶντας στεφάνοις λαμπροῖς ἀναδεῖ· γίνεται μέν ἑστῶσιν ἀσφάλεια, τοῖς δέ κειμένοις ἀνάστασις, ἀσθενοῦσι ῥῶσις, ἀθυμοῦσι παραμυθία, ὀλιγωροῦσιν ἀναψυχή, πατήρ ὀρφανῶν, προστάτης χηρῶν, πενήτων ἄσυλος θησαυρός, πεινώντων τροφή, ριγώντων ἐσθής». ῞Οταν τά νότια παράλια τῆς Κρήτης θά δεχτοῦν μεγάλη ἐπιδρομή τῶν Ἀράβων καί ὁ χριστιανικός πληθυσμός θά καταφύγει στό κάστρο «τοῦ Δριμέως», ἀνάμεσά τους θά σταθεῖ καί ὁ ἐπίσκοπος δοκιμάζοντας κι ἐκεῖνος τίς ταλαιπωρίες τοῦ λαοῦ, ἐμψυχώνοντάς τον καί προσευχόμενος θερμά γιά τή σωτηρία του. Ἄλλοτε πάλι, πού εἶχε ἐνσκήψει μεγάλη ἀνομβρία καί ξηρασία στή νῆσο, οἱ θερμές προσευχές τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου ἄνοιξαν τούς οὐρανούς· «τόν συνήθη τῇ γῇ δίδωσιν ὑετόν καί καταψύχει τούς ἐκτακέντας καί τήν μάστιγα ἀναστέλλει τοῦ λιμοῦ».
Ἡ στοργή τοῦ ἐπισκόπου στράφηκε ἀκόμη καί πρός τούς πονεμένους. Γιά χάρη τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν τοῦ ᾿Ιησοῦ οἰκοδόμησε ἕνα τεράστιο φιλανθρωπικό ἵδρυμα «τόν Ξενῶνα». «Ἔτι τε καί ξενῶνα ἐξ αὐτῶν κρηπίδων ἱδρύεται, ὡς θεραπείαν γεγηρακότων, εἰς ἰατρείαν καί ἄκος νοσούντων, εἰς ξένων καί πενήτων σκέπην τε καί κατανομήν. Οἷς οὐ μόνον δαψιλῶς ἐχορήγει τά πρός χρείαν ἅπασαν καί διατροφήν, τά τοῦ Θεοῦ θείως καί πανσόφως ὁ πάνσοφος ἀνακαλῶν, ἀλλά καί τόν αὐτοῦ Δεσπότην μιμούμενος καί διδάσκαλον, ὡς κἄν τοῖς ἄλλοις ἅπασιν, οἰκείαις τοῖς νοσοῦσι διηκονεῖτο χερσί, λεντίῳ ζωννύμενος καί τοῖς ποσί χεῖρας νίπτων καί κεφαλάς, καί ἕλκη καθαίρων, καί τούς μυδῶντας ἰχῶρας μονονού τῇ γλώττῃ ἀπομάττων καί ἐκμυζῶν. Οὕτως αὐτόν εἷλεν ἡ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πλησίον ἀγάπη».
Πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο ἔτρεφε πολλή ἀγάπη καί βαθιά εὐλάβεια. Τό διαπιστώνουμε ἀπό τούς ὕμνους πού τῆς ἀφιέρωσε. Ἀπό τούς λόγους πού ἐκφώνησε καί τά ἐγκώμια πού ἔπλεξε γιά τό ἅγιο πρόσωπο καί τίς ἑορτές της. Ἔκφραση ἀκόμη αὐτῆς τῆς ἀγάπης ὑπῆρξε καί ἡ ἀνέγερση μεγαλοπρεποῦς ναοῦ πρός τιμήν τῆς Παναγίας, πού τόν ὀνόμασε Βλαχέρνες· «ναόν ἐκ νέας εὐπρεπῶς ᾠκοδόμησε τῆς Παναχράντου καί πανυμνήτου Θεοτόκου Μαρίας, τοῦ ἐμψύχου καί ἡγιασμένου τοῦ Θεοῦ Λόγου ναοῦ, Βλαχέρνας τόν τοιοῦτον παρ᾿ αὐτοῦ οἰκοδομηθέντα ναόν ὀνομάσας, ἱερεῖς λειτουργούς ἐκ τοῦ μοναχικοῦ σχήματος ἐν αὐτῷ πρός ὑμνῳδίαν καί δοξολογίαν Θεοῦ θεοπρεπῶς ἐγκαταστήσας, εἰς ἀντίδωρον τῶν μεγαλοδωρεῶν καί ἀντιλήψεων τῶν εἰς αὐτόν παρά τῆς τοῦ Θεοῦ πύλης προελθόντων». Δέν παρέλειψε ἀκόμη νά φροντίσει καί γιά τούς παλαιούς καί «ἠμελημένους» ναούς. Τούς ἐπισκεύασε καί «εὐπρεπῶς αὐτούς κατεκόσμησε» μέ ὅσα ἦταν ἀναγκαῖα γιά τήν ἱερή λειτουργία τους «πλουσίᾳ καί φιλοτίμῳ χειρί»
«Χρείας καλεσάσης» ὁ σεβάσμιος ἐπίσκοπος Κρήτης μετέβη στήν Κωνσταντινούπολη. Ποιά ἦταν αὐτή ἡ ἀνάγκη πού τόν ἔφερε στή Βασιλεύουσα δέν γνωρίζουμε. Καί οἱ δύο βιογράφοι του –πολύ μεταγενέστεροι βέβαια– σιωποῦν. Πολλοί ἀπό τούς νεωτέρους ἐρευνητές συσχετίζουν τό ταξίδι του αὐτό μέ τήν εἰκονομαχία πού εἶχε ἤδη ἐκραγεῖ καί τήν εἰκονόφιλη στάση πού ἀσφαλῶς θά ἔλαβε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας. Στήν Κωνσταντινούπολη πολλοί τόν ὑποδέχτηκαν μέ ἀγάπη καί σεβασμό καί τόν συναναστράφηκαν γιά νά ὠφεληθοῦν πνευματικά· «πολλοί πρός αὐτόν ὠφωλείας χάριν ἀόκνως παρεγίνοντο… τῷ ὑετῷ τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ τάς καρδίας καταρδευόμενοι». Ἐδῶ στήν Κωνσταντινούπολη προεῖδε τό τέλος τῆς πρόσκαιρης ζωῆς του καί ὅτι «ἐν τῇ μητροπόλει αὐτοῦ ἔτι ζῶν οὐ μή παραγένηται». Πράγματι. Ἐπιστρέφοντας ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη στήν Κρήτη, ἀπέθανε στήν Ἐρεσσό τῆς νήσου Λέσβου στίς 4 ᾿Ιουλίου τοῦ 740 μ.Χ. καί ἐνταφιάστηκε ἐκεῖ στόν ναό τῆς ἁγίας μάρτυρος Ἀναστασίας. Ἡ καθιέρωσή του ὡς ῾Αγίου ἔγινε ἀρκετά νωρίς, ἄν κρίνουμε ἀπ᾿ τό γεγονός ὅτι τόν Κανόνα τῆς Ἀκολουθίας του συνέταξε ὁ Θεοφάνης ὁ Γραπτός († 845). Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη του τήν 4η ᾿Ιουλίου, ἡμέρα τῆς μακάριας κοιμήσεώς του.
Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας διακρίθηκε ὡς ἐκκλησιαστικός ρήτορας καί ποιητής. Τό πεζογραφικό ἔργο του εἶναι ὅλο σχεδόν ἐγκωμιαστικό. Ἐγκωμίασε μέ ἱερό πάθος τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Διασώθηκαν θαυμάσιες ὁμιλίες του στή Σύλληψη, τή Γέννηση, τήν Ὑπαπαντή, τά Εἰσόδια, τόν Εὐαγγελισμό, τήν Κοίμηση, καθώς καί στόν Ἀκάθιστο ῞Υμνο. Ὁμιλίες του ἔχουμε καί σέ μεγάλες Δεσποτικές ἑορτές, ὅπως στή Γέννηση, τήν Περιτομή καί τή Μεταμόρφωση. ῞Ενας ἄλλος κύκλος ὁμιλιῶν του εἶναι τά ἐγκώμια σέ διαφόρους ἁγίους, ὅπως ἀποστόλους (᾿Ιωάννης, Λουκᾶς, ᾿Ιάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος, Τίτος), συγγενικά πρόσωπα τοῦ Κυρίου (᾿Ιωακείμ καί Ἄννα, ᾿Ιωάννης ὁ Πρόδρομος), μάρτυρες (Δέκα ἐν Κρήτῃ, Γεώργιος, Ἀνάργυροι Κοσμᾶς καί Δαμιανός), τόν ἅγιο Νικόλαο, τόν ὅσιο Πατάπιο καθώς καί στόν Τίμιο Σταυρό.
Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὑπῆρξε κυρίως ποιητής. Γι᾿ αὐτό καί οἱ λόγοι του εἶναι ἔντονα ἐπηρεασμένοι ἀπό τό ἐνθουσιαστικό στοιχεῖο τῆς ποιήσεως. Ὁ λόγος του εἶναι ζωντανός, γοργός καί χειμαρρώδης. Γνώριζε καλά τά μυστικά τῆς ρητορικῆς τέχνης καί εἶχε βαθιά γνώση τῆς ἀττικῆς γλώσσας, ὅπως βέβαια χρησιμοποιόταν μές στήν Ἐκκλησία. Ἀπό τίς ὁμιλίες του ἀποδεικνύεται ἀκόμη καί βαθύς γνώστης τῆς ῾Αγίας Γραφῆς καί μάλιστα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τήν ὁποία ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἑρμηνεύει ἀλληγορικά γιά νά συναγάγει χρήσιμα συμπεράσματα γιά τόν ἠθικό βίο τῶν ἀκροατῶν του.
«Διά πρώτην φοράν, παρατηρεῖ νεώτερος συγγραφέας, τότε καί ἀσφαλῶς μοναδικήν ἕως σήμερον ἠκούσθησαν εἰς Κρήτην κηρύγματα μέ τά δύο τυπικά χαρακτηριστικά τῶν λόγων τοῦ Ἀνδρέου, τήν ἔντεχνον ρητορικήν ἐπεξεργασίαν καί τά ὑψηλά θεολογικά νοήματα». Ὁ Ehrhard τόν χαρακτηρίζει ὡς «τόν καλύτερον ἐκκλησιαστικόν ρήτορα τῆς Βυζαντινῆς ἐποχῆς. Τό ὕφος του εἶναι ζήτημα ἄν τό ἔφθασε ἄλλος κανείς εἰς πλοῦτον ἀποχρώσεων, πάθους καί τεχνικῆς».
Πολύ πιό πλούσιο ὑπῆρξε τό ποιητικό ἔργο του. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας θεωρεῖται ὁ εὑρετής τῆς ποιήσεως τῶν ἀσματικῶν Κανόνων. Συνέταξε τό κείμενο καί τό μέλος πολυάριθμων Εἱρμῶν καί Κανόνων, ᾿Ιδιομέλων καί Στιχηρῶν. Ἡ σύνθεση τῶν Κανόνων ἀπ᾿ τόν ἅγιο Ἀνδρέα καί τούς δύο ἄλλους μεγάλους μελωδούς, ἐπίσης Ἱεροσολυμίτες, τόν Κοσμᾶ Μαϊουμᾶ καί ᾿Ιωάννη τόν Δαμασκηνό, παραμέρισε πλήρως τό προγενέστερο ποιητικό εἶδος τῶν Κοντακίων. Ὁ Κανών ἀναδείχτηκε κυρίαρχο ποιητικό εἶδος στή λειτουργική ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί ἐξακολουθεῖ νά δεσπόζει μέχρι σήμερα.
Κανόνες στήν ἐκκλησιαστική ὑμνογραφία ὀνομάστηκαν ἐκτενεῖς ὕμνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦνται ἀπό Ὠδές πού ποικίλλουν ἀπό πλευρᾶς ἀριθμοῦ καί δέν ξεπερνοῦν ποτέ τίς ἐννιά. Κάθε Ὠδή πάλι περιλαμβάνει μιά εἰσαγωγική στροφή, τόν Εἱρμό, καί τρεῖς ὥς τέσσερις ἀκόμη στροφές, πού ψάλλονται σύμφωνα μέ τό μέλος τοῦ Εἱρμοῦ καί ὀνομάζονται τροπάρια. Οἱ Κανόνες πολλές φορές ἔχουν ἀκροστιχίδα. Ἡ ἀκροστιχίδα εἶναι μικρή φράση πού μᾶς δίνει τό ὄνομα τοῦ ποιητῆ τοῦ Κανόνα ἤ ἀναφέρεται στήν ὑπόθεση τῆς ἑορτῆς πού ὁ Κανόνας ἐξυμνεῖ καί σχηματίζεται ἀπ᾿ τό πρῶτο γράμμα τῶν Εἱρμῶν καί τῶν τροπαρίων ὁλόκληρου τοῦ Κανόνα. Μερικές φορές ἡ ἀκροστιχίδα εἶναι ἀλφαβητική.
Κάθε Κανόνας ἀποτελεῖται, ὅπως ἀναφέραμε, ἀπό διάφορο ἀριθμό Ὠδῶν. Ποτέ ὅμως δέν ξεπερνᾶ τίς ἐννιά, ὅσες δηλαδή εἶναι καί οἱ βιβλικές ὠδές (ὠδές πού περιέχονται στήν ῾Αγία Γραφή), τίς ὁποῖες χρησιμοποιοῦσε ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία στή λατρεία της μαζί μέ τούς Ψαλμούς. Σχολιάζοντας τούς Εἱρμούς τοῦ Μεγάλου Κανόνος κάνουμε ἐκτενή λόγο γιά τίς ἐννιά αὐτές βιβλικές ὠδές.
Οἱ Κανόνες τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ἔχουν ὡς θέματα τόν Χριστό, τή Θεοτόκο, τόν Πρόδρομο, τούς ῾Αγίους, ἑορτές τοῦ Τριωδίου καί τοῦ Πεντηκοσταρίου καί διάφορα ἄλλα. Ἡ ποίησή του διακρίνεται γιά τή σαφήνεια, τή μεγαλοπρέπεια καί τόν διδακτικό της χαρακτήρα. Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἐκφράζοντας τόν πλοῦτο τῶν αἰσθημάτων του καί τή βαθιά του γνώση γύρω ἀπό τά διάφορα θέματα τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, γίνεται χειραγωγός τοῦ κάθε πιστοῦ, πού ψάλλει ἤ ἀκούει τούς ὕμνους του, στήν ἀπόκτηση μετανοίας, συντριβῆς, βαθύτερης βιώσεως τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΚΥΡΙΑΚΗ Β´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΓΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ) (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)
Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Ιουλίου, 2013

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »








