kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Το πνευματικό πορτραίτο των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στο βιβλίο των Πράξεων.

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούνιος 29, 2013

AgioiPetrosPaulos02

Ποίοις πνευματικοίς άσμασιν, επαινέσωμεν Πέτρον και Παύλον; τα την αθεότητα σφάττοντα, και μη αμβλυνόμενα στόματα, της φρικτής του Πνεύματος μαχαίρας…”.

Πραγματικά πρόκειται για τις δύο αυτές κορυφαίες φυσιογνωμίες, που σαγήνευσαν με τον λόγο τους και δίδαξαν με την βιοτή τους, “τούς διηρημένους τοις σώμασι, και ηνωμένους τω πνεύματι”.

Ο  ευαγγελιστής Λουκάς στο βιβλίο των Πράξεων, µας παρέχει την προσωπογραφία των δύο αυτών αποστόλων, εµπνευσµένος από τον τρόπο σκιαγράφησης του Ιησού: τους συγκρίνει µε τον Αναστηµένο ∆ιδάσκαλο που είναι ζωντανός και ενεργεί µέσα από τα πρόσωπα. Αυτό που αναδεικνύεται µέσα από τις σελίδες του βιβλίου των Πράξεων είναι δύο ξεχωριστές προσωπικότητες που συνθέτουν διαφορετικούς (διαφορετικούς δε σηµαίνει αντίθετους) τρόπους εµφύτευσης της Εκκλησίας.

Αυτή η διαφορετικότητα στον τρόπο τού να είναι απόστολοι του Αναστηµένου Χριστού, κρύβει, στις σελίδες των Πράξεων, την εµπέδωση της ετερότητας και της πολυµορφίας ως δοµικό πλούτο της αρχέγονης Εκκλησίας. Ο Λουκάς προβάλει τον Πέτρο και τον Παύλο, πρώτ’ απ’ όλα, µαζί. Έπειτα θέτει τον καθένα µαζί µε τους άλλους, σε γεωγραφικά πλαίσια που ποικίλουν και που επεκτείνονται πολύ περισσότερο για τον Παύλο παρά για τον Πέτρο. Αµφότεροι ωθούνται από τον άνεµο και τη φλόγα του Πνεύµατος, γενόµενοι οι δύο πνεύµονες, οι δύο στυλοβάτες της Εκκλησίας των πρώτων δεκαετιών.

ƒΣτην Ιερουσαλήµ, κρυµµένοι από φόβο για το διωγµό των Ιουδαίων, οι 11 απόστολοι βρίσκονται µαζί (Πραξ 1,13). Μαζί δέχονται το Πανάγιο Πνεύµα, ως άνεµο κι ως βροχή φωτιάς, και ξεπερνώντας το φόβο για τη ζωή τους, παύουν να κρύβονται. ∆ηµόσια ο Πέτρος, εξ ονόµατος όλων, άρχισε να κηρύττει ότι ο Ιησούς ήταν ο Χριστός και ότι ο Θεός τον ανάστησε από τους νεκρούς (2,36). Τα λόγια του Πέτρου είχαν πλέον µια µοναδική συνεκτική δύναµη, τη δυναµική µιας «µεγάλης ψαριάς», τόσο που να ενσωµατώσει στην πρώτη Εκκλησία ένα υπέρογκο πλήθος ανθρώπων. Άφοβα ο Πέτρος κατηγορεί µε δυνατή φωνή τους κατοίκους της Ιερουσαλήµ και τους αρχηγούς τους, για το θάνατο του Ιησού (2,14 εξ). Η κατηγορία που απαγγέλλει δεν είναι καταδίκης µε την έννοια του αποκλεισµού από την Εκκλησία ή από τη σωτηρία. Στόχευε µάλλον στη µεταστροφή όσων άκουγαν στα λόγια του Πέτρου το κάλεσµα σωτηρίας του Ιησού. Βαθύτατα εντυπωσιασµένοι απ’ αυτά τα λόγια, οι ακροατές ζητούν από τον Πέτρο και τους άλλους αποστόλους: «Αδέλφια, τι πρέπει να κάνουµε;», για να λάβουν την απάντηση του Πέτρου: «Μετανοήστε κι ο καθένας σας ας βαπτιστεί στο όνοµα του Ιησού Χριστού για να λάβει την άφεση των αµαρτιών του και να λάβει τη δωρεά του Αγίου Πνεύµατος» (2,37-38). Τα λόγια του Πέτρου εισάγουν στη συγχώρεση και στη δωρεά του Αγίου Πνεύµατος.

Στο τρίτο κεφάλαιο των Πράξεων περιγράφεται η συνήθεια του Πέτρου και του Ιωάννη να πηγαίνουν στο ναό για να προσευχηθούν καθηµερινά την ένατη ώρα (δηλ. στις τρεις το απόγευµα). Βλέποντάς τους να µπαίνουν, ένας παράλυτος καθισµένος στην είσοδο του ναού, ζήτησε ελεηµοσύνη (3,3). κοιτάζοντας τον ανάπηρο στα µάτια µαζί µε τον Ιωάννη του είπε: «κοίταξέ µας»  (3,4). Ποιος µπορεί να ξέρει πόσο γενναιόδωρη ελεηµοσύνη περίµενε να λάβει από τους δύο αυτούς ευλαβείς! Ο Πέτρος όµως ξεπερνά κάθε του προσδοκία: «Ασήµι και χρυσάφι δεν έχω, αυτό όµως που έχω σου το δίνω: στο όνοµα του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, περπάτα!» (3,6). Αυτό που έχει ο Πέτρος είναι µια ουσιαστική συµµετοχή στις πασχαλινές ικανότητες του Ιησού, δηλ. είναι ικανός να κάνει τους ανθρώπους να περνούν (γιατί Πάσχα σηµαίνει πέρασµα) από µιακατάσταση σε µια άλλη, όπως έκανε ο Ιησούς.

Στο πλήθος που έτρεξε να δει, ο Πέτρος δηλώνει ότι δεν είναι αυτός που έκανε τον παράλυτο να περπατήσει αλλά ο Ιησούς, ο «Κύριος». Ακριβώς γι’ αυτό,  γεµάτος Πνεύµα Άγιο ο Πέτρος απευθύνθηκε µε θάρρος στους «αρχηγούς και τους πρεσβυτέρους του λαού» δίχως να τηρήσει το πρωτόκολλο. Εκείνοι, «βλέποντας το θάρρος του Πέτρου και του Ιωάννη και καταλαβαίνοντας από την άλλη ότι πρόκειται για αµόρφωτους και απλούς ανθρώπους, ήταν έκπληκτοι αναγνωρίζοντας ότι αυτοί ήταν εκείνοι που βρίσκονταν κοντά στον Ιησού» (4,13). Ο Πέτρος είναι εκείνος ο οποίος στο όνοµα του Ιησού, κι όπως ο Ιησούς, υπακούει στο Θεό µάλλον παρά στους ανθρώπους (βλ. 4,19).

Η ανυπακοή στις έννοµες θρησκευτικές αρχές γίνεται σε µερικές περιπτώσεις η µοναδική δυνατότητα µαρτυρίας του Ευαγγελίου. Η ανυπακοή στους ανθρώπους ως υπακοή στο Θεό γίνεται το χαρακτηριστικό της αποστολής του Πέτρου (βλ. 5,29) αλλά και του Παύλου. Ο Πέτρος δεν είναι κοµφορµιστής, ισοπεδωµένος από την κυρίαρχη σκέψη της αστικής ή θρησκευτικής κοινωνίας του καιρού του και δεν του αρέσει η υποκρισία, όπως δείχνει στην περίπτωση του Ανανία και της γυναίκας του, εις βάρος της Εκκλησίας (5,3). Το να εξαπατήσεις την Εκκλησία, τους φτωχούς της Εκκλησίας, χρηµατικά, είναι σα να εξαπατάς το Πνεύµα, είναι σιµωνία. Κι απ’ αυτή την αµαρτία δεν υπάρχει διέξοδος (5,8-9). Πέρα απ’ αυτό το επεισόδιο όπου ο Πέτρος είναι αυστηρός, η προσωπικότητά του, όπως εκείνη του Ιησού, γίνεται για το Λουκά ένα εκπληκτικό σηµείο συνοχής, «τόσο που οι ασθενείς µεταφέρονται στις πλατείες µαζί µε τα κρεβάτια τους, για να πέσει πάνω σε κάποιον απ’ αυτούς έστω και η σκιά του Πέτρου όταν περνούσε» (5,15).

ƒΓια να µας παρουσιάσει ο Λουκάς το Σαύλο, πρέπει να περιµένουµε µέχρι το 7ο κεφάλαιο των Πράξεων. Ο Σαύλος παίρνει µέρος στη θρησκευτική δολοφονία του Στέφανου (7,58) και στο διωγµό και τη διασπορά των χριστιανών της Ιερουσαλήµ (8,1). Ενώ ο Πέτρος κι οι άλλοι 10 απόστολοι παραµένουν στην πόλη, ο Σαύλος «κατέστρεφε την Εκκλησία: έµπαινε µε τη βία στα σπίτια, έσερνε έξω άντρες καιγυναίκες και τους έριχνε στη φυλακή» (8,3). Πιθανόν ο Λουκάς, περιγράφοντας τα έντονα χαρακτηριστικά του Σαύλου, να θέλει να υπογραµµίσει ένα κοινό στοιχείο κάθε θρησκευτικού θεσµού (παρόν αργότερα και στην ίδια την Εκκλησία): τη βία.

Για να παραµείνει συνεπής στο πιστεύω της, η Συναγωγή αισθάνεται την ανάγκη πρώτα να ανακηρύξει αιρετικό κι εποµένως να καταδιώξει, ακόµα και να θανατώσει, όποιον, όπως ο Ιησούς, έχει διαφορετική θρησκευτική αντίληψη στους κόλπους των Ιουδαίων.

Μέσα σ’ αυτή τη λογική ενεργεί κι ο Σαύλος, ως ιδιαίτερα δραστήριο θρησκευτικό στέλεχος, προασπίζοντας τις πατρώες παραδόσεις δηλ. τασσόµενος ενάντια στο Χριστό. Ο νόµος κι οι θεσµοί δεν του επαρκούν, γι’ αυτό παρουσιάζεται στον αρχιερέα (9,1) µε σκοπό να πάρει πρωτοβουλία να µεταβεί στη ∆αµασκό και να εξοντώσει τους αφορισµένους της αίρεσης της καινούργιας «οδού». Στη διαδροµή όµως πέφτει στο έδαφος: «Ακούει µια φωνή που του λέει: Σαύλο, Σαύλο, γιατί µε καταδιώκεις;» (9,4). Ο Σαύλος σηκώνεται όρθιος αλλά δε βλέπει τίποτα, είναι τυφλός. Παίρνοντάς τον από το χέρι οι συνοδοί του τον οδηγούν στη ∆αµασκό (9,8) για να µάθει να σέβεται τους µαθητές του Ιησού και τον Ιησού και να τους υπακούει (βλ. 9,11-16). Ο Σαύλος πλέον είναι στην Εκκλησία, όχι ως αιχµάλωτος αλλά ως απόστολος, κι αυτός «πληρωµένος (πληµµυρισµένος) από το Άγιο Πνεύµα» (9,17).

Η µεταστροφή στον Ιησού, τον αληθινό Χριστό, τον αναστηµένο από το θάνατο του δείχνει τη φιλευσπλαχνία του Θεού που θέλει να σώσει ολόκληρο τον κόσµο. Ο Σαύλος κατάλαβε ότι δεν έχει άλλη επιλογή, εφόσον έγινε χριστιανός, από το να είναι απόστολος. Ο Λουκάς σηµειώνει: «ο Σαύλος ενισχυόταν όλο και περισσότερο και δηµιουργούσε σύγχυση στους Ιουδαίους που κατοικούσαν στη ∆αµασκό,αποδεικνύοντας τους ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας» (9,22). Από τότε, κι ο Παύλος εισέρχεται στον αριθµό όσων καταδιώκονται (βλ. 9,24), εκείνων που οµολογούν το Χριστό µέχρι αίµατος. Η ζωή του Αναστηµένου οµολογείται µε το θάρρος που δείχνουν οι µαθητές του για να ζήσουν και να πεθάνουν άφοβα γι’ Αυτόν.

ƒΩστόσο, οι απόστολοι που παρέµειναν στην Ιερουσαλήµ όταν έµαθαν ότι η Σαµάρεια είχε δεχθεί τον ευαγγελικό λόγο από τους καταδιωγµένους χριστιανούς της Ιερουσαλήµ, έστειλαν τον Πέτρο και τον Ιωάννη για να στηρίξουν στην πίστη τους καινούργιους πιστούς. Η συνάντηση του Πέτρου µε το µάγο Σίµωνα, ο οποίος θεωρούσε το χρήµα πολυτιµότερο από το Πνεύµα, είναι ακόµα µια ευκαιρία για νατονιστεί ότι ο Πέτρος είναι ελεύθερος έναντι των υλικών αγαθών. «Να χαθείς κι εσύ και τα λεφτά σου!» (8,20) θα πει ο Πέτρος στο µάγο. Στις Πράξεις (9,32) ο Λουκάς επανέρχεται στον Πέτρο, ο οποίος «περνώντας απ’ όλες αυτές τις Εκκλησίες, κατέβηκε και στους χριστιανούς που κατοικούσαν στη Λύδδα». Ήδη το περιστατικό της θεραπείας του Αινέα (9,34) σηµατοδοτεί το χαρακτήρα τηςαποστολής του Πέτρου, να είναι δηλαδή απόστολος του Αναστηµένου (9,38) και του Πνεύµατος. Στη Λύδδα αντιµετωπίζει το θάνατο της Ταβιθά (9,39), νικώντας τον µε λόγια παρόµοια µ’ εκείνα του Ιησού: «Ταβιθά, σήκω πάνω» (9,40).

Στην Ιόππη, κοντά στη Λύδδα, ο Πέτρος µαθαίνει από το Πνεύµα να µη διακρίνει πλέον ζώα και ανθρώπους µε βάση το παλαιό σύστηµα αποκλεισµού για τη καθαρότητα σύµφωνα µε το νόµο. Κι οι ειδωλολάτρες εξαγνίστηκαν από το Πνεύµα πριν ακόµα φτάσει σ’ αυτούς το κήρυγµα του Ευαγγελίου (9,43-10,44). Το Πνεύµα κατευθύνει το Ευαγγέλιο και την πίστη, όπου, όταν και σε όποιον θέλει,ελεύθερα. «Ο Πέτρος τότε έλαβε το λόγο και είπε: πραγµατικά, τώρα καταλαβαίνω ότι ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις» (10,34). Ο Πέτρος µιλούσε για τον αναστηµένο Ιησού. Όµως «ενώ ακόµα ο Πέτρος έλεγε αυτά τα λόγια, κατέβηκε το Άγιο Πνεύµα πάνω σε όλους όσοι άκουγαν το κήρυγµα» (10,44). Στην πραγµατικότητα, αυτή η επιφοίτηση φανερώνει το νόηµα της αποστολής του Πέτρου: η Εκκλησίακαθίσταται από το Πνεύµα µια αδελφότητα ανοικτή και ελεύθερη. Η έκπληξη (αλλά κι η εχθρότητα) προέρχεται από το ότι δε γίνεται κατανοητή η κατεύθυνση της σωτηρίας: είναι για όλους τους καιρούς και όλους τους ανθρώπους. ∆εν είναι αποκλειστικά για κάποια οµάδα ή κάποιο συγκεκριµένο λαό. Ο Πέτρος το κατάλαβε και θα αντικρούσει µε σθένος την επίκριση ότι ήταν πολύ πιοσυγκαταβατικός µε τους ειδωλολάτρες, εντάσσοντας τους ανάµεσα στους µαθητές του Ιησού (βλ. 10,46 και 11,2-13).

Σ’ αυτό το σηµείο ο Λουκάς επανατοποθετεί το Σαύλο ο οποίος έχει ενταχθεί στους αποστόλους και γίνεται ένας από τους πρωταγωνιστές της αποστολής στους ειδωλολάτρες. Ο Βαρνάβας, ο µετέπειτα σύντροφος του Σαύλου (11,30), τον αναζητεί στην Ταρσό (11,25). Ακολουθεί η σύλληψη του Πέτρου τις ηµέρες του Πάσχα, όπως εκείνη του Ιησού (12,3). «Ενώ όµως ήταν στη φυλακή, η Εκκλησία προσευχόταν αδιάκοπα στο Θεό γι’ αυτόν» (12,5). Ήταν θέληµα του ∆ιδασκάλου η απελευθέρωσή του. Ο Ιησούς, όπως είχε υποσχεθεί, συνόδευε πραγµατικά, περισσότερο µε πειστικά σηµεία παρά µε λόγια, την αποστολή των αποστόλων του.

Στο 12ο κεφ. ο Λουκάς κάνει λόγο για το Σαύλο και το Βαρνάβα, πρώτα στην Ιερουσαλήµ κι έπειτα στην Αντιόχεια. Στη δεύτερη αυτή πόλη η Εκκλησία κινείται µέσα στους εθνικούς µε νοµοθέτη κι εµπνευστή της το Πνεύµα (13,1-2). Ο ανθύπατος Σέργιος Παύλος, ένας έξυπνος ρωµαίος, καλεί το Βαρνάβα και το Σαύλο για ν’ ακούσει το Λόγο του Θεού (13,7). Ο Λουκάς σηµειώνει: «Τότε ο Σαύλος,που λεγόταν και Παύλος, πληµµύρισε από το Άγιο Πνεύµα» (13,9). Η αλλαγή του ονόµατος, από εβραϊκό σε ελληνορωµαϊκό, εξηγείται ίσως από την επιθυµία του να γίνει τα πάντα τοις πάσι, µέχρι και εθνικός µε τους εθνικούς, ορµώµενος από χριστιανική αγάπη.

Ο Παύλος γίνεται ο ακούραστος ταξιδευτής που φθάνει οπουδήποτε, ακολουθώντας ένα σχέδιο που δεν καθόρισε µόνος του, για να φέρει το χριστιανισµό στην ίδια την καρδιά της αυτοκρατορίας, τη Ρώµη. Η γεωγραφία των ταξιδιών του είναι δυναµική: αλλάζουν συνεχώς στις σελίδες των Πράξεων τα ονόµατα των µικρών και των µεγάλων πόλεων που επισκέπτεται. Ολόκληρη η αυτοκρατορία γίνεται µία µόνη Εκκλησία του Χριστού, ανάµεσα σε αναρίθµητες προσωπικές επιτυχίες και δυσκολίες, ενώ ο ίδιος ο διωγµός γίνεται τρόπος επαλήθευσης της αυθεντικότητας της αποστολής.

Όπως ο Πέτρος, κι όπως ο Ιησούς, ο Παύλος θεραπεύει (14,9) και φλογίζει όποιον ακούει απ’ αυτόν το όνοµα του Ιησού (βλ. 14,11-14). Όπως για τον Ιησού και ακόµα περισσότερο για τον Πέτρο, η αποστολική υπόσταση του Παύλου σύντοµα τίθεται σε αµφισβήτηση, κι όχι µόνο προφορικά. Συχνά θα λιθοβοληθεί και θα οδηγηθεί στο δικαστήριο (14,19). Η πολεµική που προξενεί ανάµεσα στους ιουδαίους η δράση του Παύλου, είναι η αιτία της σύγκλησης µιας Συνόδου στην Ιερουσαλήµ (15,2). Εδώ εµφανίζεται ο Πέτρος ο οποίος υπερασπίζεται, µε τη φωνή του Αγίου Πνεύµατος αν κι όχι ακόµα µε τη φωνή ολόκληρης της Εκκλησίας, τον Παύλο (15,7). Ο Λόγος του Θεού, διαµέσου του Αγίου Πνεύµατος, απευθύνεται σε όλους, χωρίς διάκριση φυλής ή πολιτισµού. Εκείνο που µετράει είναι η πίστη στον Ιησού το «Χριστό» (για τους ιουδαίους) και «Κύριο» (για τους ειδωλολάτρες) (15,12.14). «Τότε αποφάσισαν οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι µαζί µε όλη την Εκκλησία (για πρώτη φορά) να εκλέξουν από ανάµεσά τους, µερικούς που να τους στείλουν στην Αντιόχεια µαζί µε τον Παύλο και το Βαρνάβα» (15,22). Η αποστολή του Παύλου βρίσκει διέξοδο και µαζί µε το Βαρνάβα µπορεί να συνεχίσει να διδάσκει και να κηρύττει το Λόγο του Κυρίου οπουδήποτε (15,35 εξ). Ο Παύλος όµως παραµένει µια δύσκολη προσωπικότητα (ακόµα και για το Λουκά), µε ένα τόσο άκαµπτο προσανατολισµό (να ευαγγελίσει τον κόσµο όλο) ώστε η ρήξη µε τον πιο συγκρατηµένο Βαρνάβα να είναι αναπόφευκτη (15,8). Για καινούργιο σύντροφο στα ταξίδια του, ο Παύλος διαλέγει το Σίλα (15,40).

ƒ

Απ’ αυτό το σηµείο, ο Λουκάς επικεντρώνεται στα επόµενα κεφάλαια στον Παύλο και στην ιεραποστολική του µέθοδο (φτάνοντας ο ίδιος προσωπικά, αυτοπροσώπως ή γραπτά, στις διάφορες πόλεις του ελληνικού και του ρωµαϊκού κόσµου). Η Εκκλησία της Αντιόχειας σχεδόν εκλείπει ενώ άλλες Εκκλησίες φυτρώνουν εδώ κι εκεί χάρη στην ιδρυµατική δράση του Παύλου και της οµάδας του. Στο βιβλίο των Πράξεων ο Παύλος αναφέρεται πολλές ακόµα φορές, σχεδόν πάντα για θλιβερά περιστατικά (16,3.9.14.17 εξ 25.28.36 17,2.4.10.13 εξ 22.33 18,1 εξ). Τον παρηγορούν όµως ολοένα και καινούργιες φιλίες, όπως το ζεύγος Ακύλα και Πρίσκιλλα (18,2.18.26) που του κάνουν λόγο για τη Ρώµη. Ο Παύλος είναι ταγµένος στην υπόθεση του Ευαγγελίου (18,5.8), ενθαρρυµένος και στηριγµένος από τον Κύριο, ο οποίος ενεργεί µαζί Του έργα θαυµαστά (19,13.15). Για τον Παύλο η Ιερουσαλήµ και η Ρώµη παραµένουν σταθµοί της περιήγησης του (19,21), υπερβαίνοντας την ειδωλολατρία από τη µια µεριά και σχετικοποιώντας τον παλαιό νόµο της περιτοµής και της καθαρότητας από την άλλη. Όπως ο Πέτρος έτσι κι ο Παύλος ξαναδίνει ζωή σ’ ένα νεκρό, τον Εύτυχο (20,7.9-10) για να υπογραµµίσει ότι ο αναστηµένος Κύριος είναι συνεχώς ενεργός και µέσω αυτού όπως και µέσω του Πέτρου.

Για το Λουκά, ο Παύλος δεν είναι φυγόπονος (20,13.16.37). Σταλµένος από το Χριστό, ο απόστολος δεν αποφεύγει τις πλέον δύσκολες και επικίνδυνες καταστάσεις, θέλοντας να δώσει µαρτυρία όχι µόνο ανθρώπινης σύνεσης αλλά µαρτυρία του αναστηµένου Κυρίου, οπουδήποτε, ανάµεσα σε φίλους και εχθρούς δικαίωση και θάρρος συνεχίζουν να του χορηγούνται από εκείνη τη θεµελιώδη πρώτη συνάντηση µε τον Αναστηµένο στο δρόµο για τη ∆αµασκό, στην οποία επανέρχεται νοερά πολλές φορές (22,7.13.24). Στη φυλακή ή στο στρατόπεδο ή µπροστά στο δικαστήριο είναι έτοιµος να δώσει λόγο για το «έγκληµα» του ευαγγελισµού και να υποστεί τις νοµικές συνέπειες, όπως ο Πέτρος. Σε αντίθεση όµως µε τον Πέτρο, ο Παύλος είναι υπερήφανος που µπορεί να πει ότι είναι «ρωµαίος πολίτης» για να αποταθεί στον Καίσαρα κι έτσι να φτάσει στη Ρώµη (22,25.28). Είναι άξιο µνήµης, σύµφωνα µε το Λουκά, να παρατηρηθεί ότι η αποστολή του Παύλου συνάντησε πολύ περισσότερα εµπόδια προκατάληψης από τις θρησκευτικές παρά από τις στρατιωτικές αρχές. Η οικογενειακή θαλπωρή που βρίσκει ο Παύλος στην αδελφή του µε το γιο της, τον βοηθούν να ξεπεράσει επικίνδυνες καταστάσεις (23,16.18.20.24.31.33). Από την Ιερουσαλήµ η δίκη µεταφέρεται στην Καισάρεια. Ο Λουκάς σηµειώνει την κακία των πιο θρησκευόµενων ανθρώπων και τη σύνεση (και τη σοφία) των ειδωλολατρικών αρχών (24,1.10.23.26-27 25,2-3.6.8.14.19.21.23 26,1). Το µυστικό του Παύλου για ν’ αντέξει όλες αυτές τις δοκιµασίες, βρίσκεται πάντοτε στην ιστορία, την ελάχιστα πιστευτή για πολλούς, της συνάντησης της ∆αµασκού, ως σαν από τότε να αποκτούν γι’ αυτόν όλα νόηµα, η ίδια η ζωή κι η αποστολή του (26,14.24-25).

Στις δίκες ο Παύλος αποδεικνύεται καλός δικηγόρος του εαυτού του, χρησιµοποιώντας τη θέση του κατηγορουµένου για να κηρύξει το Ευαγγέλιο (26,28 εξ). Ακόµα και το ταξίδι του στη Ρώµη όπου ήταν αλυσοδεµένος, γίνεται ιεραποστολικό (27,1.3.9.11.21.33-34) γιατί ο Αναστηµένος είναι µαζί του. Η Ρώµη υποδέχεται τον Παύλο ως αδελφό κι όχι ως εχθρό (28,15). «Όταν ήρθαµε στη Ρώµη, δόθηκε άδεια στον Παύλο να µείνει σε ιδιωτικό κατάλυµα µαζί µε το στρατιώτη που τον φύλαγε» (28,16). Γι’ άλλη µια φορά ο Παύλος αποδεικνύει και σωµατικά ότι ο Λόγος του Θεού είναι ελεύθερος, ότι δεν αλυσοδένεται. Η κατ’ οίκον φυλάκιση γίνεται σχολείο ευαγγελίου για τους επισκέπτες, κυρίως τους «εθνικούς» (28,25 εξ).

ƒΟ Πέτρος κι ο Παύλος µιλούν κι ενεργούν ως απόστολοι κι όχι ως φιλόσοφοι, ως διδάσκαλοι κοινωνικών θεωριών. Αµφότεροι, µαζί και µε άλλους, αντιπροσωπεύουν το Χριστό σταυρωµένο και αναστηµένο. Ο λόγος που τους έχει εµπιστευθεί επικυρώνεται από σηµεία του Θεού. Το θάρρος, το κουράγιο τους δεν είναι κάτι που έχει µια ψυχολογική εξήγηση. Γνωρίζουν ότι πάνε ενάντια στο ρεύµα και το πράττουν µε παρρησία ακόµα και µπροστά στους πιο απόλυτους άρχοντες, αρχιερείς, πρεσβυτέρους, φαρισαίους, κυβερνήτες και υπάτους.

Παραµένοντας όρθιοι µπροστά στους ισχυρούς µε τα ίδια λόγια που παρουσιάζονται στο πλήθος, ενισχυµένοι από το Άγιο Πνεύµα. Στις Πράξεις των Αποστόλων, οι προσωπογραφίες του Πέτρου και του Παύλου είναι πνευµατικά όµοιες, µε την έννοια ότι αυτό που προέχει δεν είναι το ανθρώπινο (δηλ. η γνώση ή η ισχύ). Η συνεκτική τους δύναµη κι εποµένως αυτή που ιδρύει την Εκκλησία και την αδελφοσύνη όλων των ανθρώπων, προέρχεται από το Πνεύµα. Εκείνο που υποσχέθηκε και έστειλε ο Ιησούς, µε τη µορφή φλόγας και ανέµου, σε όποιον θέλει κι όποτε θέλει.

“Διαφορετικοί λοιπόν όσον άφορα τον τόπο γεννήσεως και τον πολιτισμό, τη μόρφωση, οι Άγιοι Πέτρος και Παύλος κλήθηκαν να γίνουν απόστολοι πάλι με διαφορετικό τρόπο και δέχτηκαν από τον Χριστό και από τις Εκκλησίες διαφορετικές αποστολές: ο Άγιος Πέτρος να κηρύσσει το Ευαγγέλιο στους Ιουδαίους και ο Άγιος Παύλος στα έθνη. ….

….Τί έχουν κοινό οι Άγιοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος; … Έχουν κοινή και την δυνατή τους αγάπη για τον Χριστό και την Εκκλησία Του. Η Εκκλησία είναι θεμελιωμένη επάνω στην πέτρα της ομολογουμένης από τον Πέτρο πίστης, δηλαδή επάνω στην ομολογία της θεότητας του Ιησού Χριστού (Μθ. 16, 13-20).
….Οι Άγιοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος έχουν κοινό και το μαρτύριό τους στη Ρώμη, την εποχή των διωγμών του αυτοκράτορα Νέρωνα εναντίον των χριστιανών, το έτος 67, το οποίο μαρτύριο γιορτάζεται στην παράδοση της Εκκλησίας κάθε 29 Ιουνίου. Έτσι, αυτοί μπορούν να ονομαστούν Απόστολοι της Ευρώπης και Μάρτυρες της Ευρώπης…( Μητροπ. Μολδαβίας Δανιήλ (Daniel Ciobotea)

Επιμέλεια:π.Δ.Α

ΠΗΓΕΣ

Α.ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ.ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ

Β.ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Γ.ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ

Δ. Μητροπ. Μολδαβίας Δανιήλ (Daniel Ciobotea), Καθηγητού στο Παν/μιο του Ιασίου, «Πέτρος και Παύλος:απόστολοι και μάρτυρες της Ευρώπης», ΙΑ΄Παύλεια-Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου Ι. Μ. Βεροίας και Ναούσης, «Εκκλησία και κοινωνία κατά τον Απ. Παύλο» – Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Αφήστε μια απάντηση