kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Mην απορρίψεις ποτέ κανενός την ελπίδα

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Αυγούστου, 2013

Mην απορρίψεις ποτέ κανενός την ελπίδα, 

μπορεί να είναι το μόνο πράγμα

που του απομένει.

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΟ ΚΟΡΑΝΙ ΚΑΙ ΤΟ ΙΣΛΑΜ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Αυγούστου, 2013

   
      Το Ισλάμ ή Ισλαμισμός είναι η θρησκεία που ίδρυσε ο Άραβας Μωάμεθ (570 – 632 μ.Χ.). Η λέξη Ισλάμ σημαίνει υποταγή στο Θεό (Αλλάχ). Καλείται και Μουσουλμανισμός από την λέξη μουσλίμ που σημαίνει πιστός, αφοσιωμένος στο Θεό (Αλλάχ). Πολλές φορές ο Ισλαμισμός καλείται και Μωαμεθανισμός από τον ιδρυτή του τον Μωάμεθ, κάτι όμως που δεν αρέσει στους Μουσουλμάνους, διότι υποστηρίζουν πως δεν λατρεύουν τον Μωάμεθ που τον θεωρούν τον τελευταίο και μεγαλύτερο προφήτη του Αλλάχ, ούτε τον θεωρούν το κέντρο της ευσέβειάς τους, αλλά απλώς ακολουθούν την διδασκαλία του…
 
       Η διδασκαλία του αυτή είναι γραμμένη στο ιερό τους βιβλίο το οποίο αποκαλείται Κοράνι. Στην κυριολεξία η λέξη Κοράνι σημαίνει ανάγνωση. Είναι μια συλλογή από χαντίθ, διδακτικούς λόγους. Αποτελείται από 114 κεφάλαια, σούρατ, οι οποίες χωρίζονται σε εδάφια, αγιάτ. Η κάθε σούρατ φέρει και τίτλο όπως Η Αγελάδα, Τα Κοπάδια, Η Μέλισσα, Ο Ύψιστος κ.λ.π. Τα κεφάλαια δεν καταγράφηκαν ανάλογα με την χρονική στιγμή που κατά την παράδοση αποκαλύφτηκαν στον Μωάμεθ. Λόγω χάρη οι τελευταίες σούρες του Κορανίου αποτελούν τις πρώτες αποκαλύψεις που έγιναν στην πόλη της Μέκκας ενώ οι πρώτες σούρες αποτελούν τις μεταγενέστερες αποκαλύψεις που έγιναν στην πόλη της Μεδίνας.
       Έτσι το Κοράνι εμφανίζεται ως ένα κείμενο με διαφορετικό ύφος κατά αποσπάσματα. Ως προς την μορφή του, το α΄ ενικό και το α΄ πληθυντικό πρόσωπο αποδίδονται στον Αλλάχ και την σύμπνοια του θείου πνεύματος, ενώ οι αναφορές στο β΄ πληθυντικό πρόσωπο απευθύνονται στο Μωάμεθ. Περισσότερα για το Κοράνι μπορεί να δει ο αναγνώστης στο άρθρο μας «Τι λέει το Κοράνι για το Ευαγγέλιο και τους Χριστιανούς;».          
       Το Κοράνι αναφέρεται με μεγάλη ευλάβεια στην Παρθένο Μαρία. Την αποκαλεί «άσπιλο παρθένο» 21:91, «ενάρετο μητέρα του Ιησού» 5:75, «αγνή από κάθε κηλίδα μεταξύ όλων των γυναικών» 3:42. Περιγράφει επίσης και τα θαύματα που έχουν σχέση με την ζωή της, όπως: η εκλογή της ανάμεσα σε όλες τις γυναίκες του κόσμου, η γέννηση της, τα νεανικά της χρόνια, η σύλληψη του Ιησού. Της αφιερώνει μάλιστα και μια ολόκληρη σούρα την 19 με 98 στροφές, που επιγράφεται «σούρατ Μάριαμ». Θεωρεί την Μαρία και την Ελισάβετ την μητέρα του Προδρόμου ως αδελφές, την δε γέννηση του Ιησού από την Παναγία την διηγείται με τρόπο που να ταιριάζει στον πολιτισμό της ερήμου της Αραβίας. Διηγείται δηλαδή πως γέννησε τον Χριστό κάτω από μία χουρμαδιά.
       Οι Μουσουλμάνοι την σέβονται και την αγαπούν ως μητέρα του Μεσσία όχι όμως ως Θεοτόκο. Δεν δυσκολεύονται όμως να την προσφωνήσουν «Δέσποινα μας, κυρία μας Μαριάμ».
       Η Παναγία κατά το Κοράνι είναι το πρότυπο του ανθρώπου που είναι έτοιμος να πιστέψει και να υπακούσει. Ένας στίχος του μάλιστα, θέλοντας να απεικονίσει την τιμή που δόθηκε από τον Αλλάχ στον Ιησού και την μητέρα του, γράφει πως τους κατέστησε «σημείο όλου του κόσμου» 21:91.
       Πριν αρχίσουμε να παραθέτουμε τα εδάφια και τις σούρες που αφορούν το πρόσωπο της Παναγίας, θα θέλαμε να επισημάνουμε, πως παραθέτουμε ΟΛΕΣ τις σούρες και τα εδάφια που περιέχονται στο Κοράνιο και έχουν σχέση με την Παναγία.
       Το κείμενο του Κορανίου που θα χρησιμοποιήσουμε είναι το εγκεκριμένο από το συγκρότημα του Βασιλιά Φαχντ της Σαουδικής Αραβίας. Οι λέξεις που βρίσκονται μέσα στις παρενθέσεις δεν υπάρχουν στο κείμενο του Κορανίου αλλά έχουν μπει από τους μεταφραστές για την κατανόηση του.
       Κάνουμε έναρξη των εδαφίων του Κορανίου που αναφέρονται στη Θεοτόκο με το εδάφιο 2:87. Το εδάφιο αυτό αναφέρει πως η Μαρία είναι η μητέρα του Ιησού που είναι ένας απόστολος του Αλλάχ, ο οποίος έχει ενισχυθεί από το Άγιο Πνεύμα. Το περιεχόμενο αυτό του εδαφίου είναι από τα πιο συχνά αναφερόμενα, που συναντάται και σε άλλα μέρη του Κορανίου, γι’ αυτό και πιστεύουμε πως δεν υπάρχει ανάγκη να τα εκθέσουμε και αυτά. Αξίζει όμως να γίνει μια απλή αναφορά τους: 2:253, 5:46, 5:75, 5:78, 33:7, 43:57, 57:27, 61:6, 61:14.
87.Και  δώσαμε  στο Μωϋσή  το Βιβλίο
και  στη  συνέχεια  στείλαμε  αποστόλους
για διαδόχους του.  Δώσαμε στον  Ιησού
το γιο  της Μαριάμ τα φανερά σημεία.
Τον  ενισχύσαμε  με  το  Άγιο  Πνεύμα… 2,87.
 
       Εκτενής αναφορά στην γέννηση της Θεοτόκου, την ανατροφή της στο Ναό και τον Ευαγγελισμό της για την γέννηση του Χριστού, γίνεται στη σούρα 3, που επιγράφεται «σούρατ Ιμράν». Ο Ιμράν είναι ο Ιωακείμ ο πατέρας της Θεοτόκου. Τα όσα γράφονται σ’ αυτή τη σούρα είναι αποτέλεσμα της επίδρασης Χριστιανών αιρετικών πάνω στο Μωάμεθ, αφού δεν αναφέρονται στα κανονικά Ευαγγέλια αλλά στα απόκρυφα. Εύκολα μπορεί να αποδειχτεί αυτό, αφού μπορεί άνετα ο αναγνώστης να συγκρίνει το περιεχόμενα της «σούρατ Ιμράν» με το άρθρο μας «Η μορφή της Παναγίας στα απόκρυφα Ευαγγέλια» όπου θα βρει πολλές ομοιότητες. Αξίζει επίσης στην σούρα αυτή να προσεχθεί η ανισότητα των δύο φύλων που ισχύει στο Ισλάμ, αφού ο άντρας θεωρείται ανώτερος από την γυναίκα. Γράφει λοιπόν το Κοράνι επί λέξει το εξής: «Και  με  κανένα  τρόπο  το  αγόρι  δεν εξισώνεται με το κορίτσι» 3:36. 
35. Κοίτα! Η  γυναίκα του Ιμράν είπε:
“Ω! Κύριέ μου! Σου αφιέρωσα εκείνο που
βρίσκεται στη κοιλιά μου, για δική  Σου
έκτακτη εξυπηρέτηση. Δέξου λοιπόν  τούτο
από  εμένα γιατί Εσύ ακούς και γνωρίζεις
τα πάντα”.
36. Κι  όταν  την γέννησε  είπε: ”Ω!  Κύριέ
μου! Κοίτα! Λευτερώθηκα από μια κόρη”.
Ο ΑΛΛΑΧ βέβαια  γνώριζε  τι  γέννησε.
Και  με  κανένα  τρόπο  το  αγόρι  δεν
εξισώνεται με το κορίτσι.  “Την ονόμασα
Μαριάμ, και την  εμπιστεύομαι καθώς  και
τους  απογόνους  της,  στη  δική  Σου
προστασία  απ’  τον Σατανά  τον
απόβλητο”.
37.  Και τη δέχτηκε ο Κύριός της με
ευμενή  υποδοχή  κι  έκαμε  ώστε  να
μεγαλώσει  με καλό τρόπο, και την άφησε
στις φροντίδες του Ζαχαρία. Όσες φορές
ο Ζαχαρίας επισκεπτόταν στο  κελί της,
έβρισκε να  υπάρχουν  εκεί αρκετά  τρόφιμα,
κι  είπε:  “Ω!  Μαριάμ! Από πού έρχονται
αυτά σε σένα;!” Κι  εκείνη απάντησε: “Από
τον ΑΛΛΑΧ,  γιατί ο ΑΛΛΑΧ  προμηθεύει
τα προς  συντήρηση σ’  όποιον θέλει, χωρίς
λογαριασμό.
42.  Κοίτα!  Οι  άγγελοι  είπαν:  “Ω!
Μάριαμ! Ο ΑΛΛΑΧ σε  διάλεξε  και  σ’
εξάγνισε,  προτιμώντας σε ανάμεσα απ’
όλες τις γυναίκες των εθνών.
43.  “Ω!  Μαριάμ!  Να  υπακούεις
πάντοτε  στον Κύριό  σου, να υποτάσσεσαι
σ’  Αυτόν,  να προσεύχεσαι μαζί με αυτούς
που προσεύχονται σ’  Αυτόν.
44.  Αυτό  είναι  ένα  μέρος  από  τις
αποκαλύψεις  των  μυστηρίων  που  σου
φανερώνουμε  (Ω,  Απόστολε!)
αποκαλύπτοντας  σε σένα. Δεν ήσουν  μαζί
τους  όταν  έριχναν  κλήρο  με  τα  βέλη
τους,  για να δουν ποιος απ’  αυτούς θ’
αναλάμβανε τη φροντίδα της Μαριάμ κι
ούτε  ακόμη  ήσουν  μαζί  τους  όταν
φιλονικούσαν (γι’ αυτό).
45.Κοίτα!  Οι  άγγελοι  είπαν:  “Ω
Μαριάμ!  Ο ΑΛΛΑΧ σου  αναγγέλει
ευχάριστα νέα μ’  ένα Λόγο  του, το όνομά
του  θα  είναι  Μεσσίας Ιησούς (Χριστός
Ιησούς), το παιδί της Μαριάμ, θα τύχει
δε μεγάλης  τιμής σ’  αυτόν τον κόσμο και
στο μελλοντικό, και σύντροφος μ’  εκείνους
που  βρίσκονται  πολύ κοντά  στον ΑΛΛΑΧ.
46.  “Θα μιλάει  στους ανθρώπους απ’
τη παιδική του  ηλικία κι όταν  γίνει ώριμος
( άνδρας  ).  Και  θα  ανήκει  στην
συντροφιά εκείνων που κάνουν το καλό”.
47.  Κι εκείνη  ρώτησε: “Ω! Κύριέ μου!
Πώς είναι  δυνατό  ν’  αποχτήσω  παιδί,
ενώ  κανείς άνδρας δεν με πλησίασε;” Είπε:
“Έτσι  θα  γίνει,  ο  ΑΛΛΑΧ δημιουργεί
ό,τι θελήσει. Όταν  σχεδιάσει κάτι, διατάζει
και λέγει,  “Γεννηθήτω” και γίνεται.
48.“Και θα του διδάξει  (ο  ΑΛΛΑΧ)
το  Βιβλίο  (ή  τη γραφή)  τη  Σοφία, τον
Νόμο και το Ευαγγέλιο.
49.  “Και  (θα  ορίσει  αυτόν)  έναν
απόστολο  για  τα  Παιδιά  του  Ισραήλ…3,35 – 49.
 
       Τα παρακάτω εδάφια αναφέρονται στους Ιουδαίους που συκοφάντησαν την Παναγία και που νόμισαν πως σκότωσαν τον Χριστό με την σταύρωση, κάτι βέβαια που δεν έγινε αφού ο Αλλάχ τον πήρε κοντά του.
156.  Γιατί  κι  αρνήθηκαν  την  Πίστη
κι  είπαν, για  τη Μαριάμ (τη  μητέρα του
Ιησού)  μια  σοβαρή  ψεύτικη  κατηγορία.
( συκοφαντία ),
157.  Γιατί  ακόμη  καυχήθηκαν:
“Φονεύσαμε  τον Χριστό Ιησού, το παιδί
της Μαριάμ,  τον  Απόστολο  του ΑΛΛΑΧ”.
Κι όμως δεν τον σκότωσαν, κι  ούτε τον
σταύρωσαν,  αλλ’ έτσι φαίνεται σ’  αυτούς.
Εκείνοι  όμως  που  είχαν  διαφορετική
γνώμη  (που  διαφώνησαν)  σ’  αυτό  (το
θέμα), είναι γεμάτοι αμφιβολίες, γιατί δεν
γνωρίζουν (θετικά),  αλλά μόνο εικασίες
ακολουθούν, και μια βεβαιότητα ότι δεν
τον σκότωσαν,
158.  αλλά  ο  ΑΛΛΑΧ τον  σήκωσε
ψηλά κοντά Του, (τον πήρε σ’  ένα μέρος
που να  μην  μπορούν οι  εχθροί  να τον
βρουν) γιατί ο ΑΛΛΑΧ  είναι Πανίσχυρος,
Σοφός. 4,156 – 158.
 
       Πολύ συχνά επίσης συναντάται στο Κοράνι, πως ο Χριστός ο γιος της Μαρίας δεν είναι ούτε Θεός, ούτε μέλος κάποιας Τριάδος και πως δεν πρέπει να λατρεύετε. Την πίστη αυτή την βρίσκουμε στα εδάφια 4:171, 5:17, 5:72, 5:110 – 117, 9:31. Από τα παραπάνω παραθέτουμε το εδάφιο 4:171.
171. Ω! Οπαδοί  της Βίβλου’ Μη  κάνετε
κατάχρηση  της  θρησκείας  σας,  και μη
λέτε για τον ΑΛΛΑΧ  τίποτε άλλο,  παρά
μόνο την αλήθεια.  Ο Χριστός Ιησούς,  ο
γιος της Μαριάμ, δεν  είναι περισσότερο
από  Απόστολος  του ΑΛΛΑΧ,  κι ο Λόγος
Του  προς  τη  Μαριάμ,  κι  ένα  Πνεύμα
απ’  Αυτόν  (τον  ΑΛΛΑΧ).  Πιστεύετε
λοιπόν  στον  ΑΛΛΑΧ  και  στους
Αποστόλους Του  και  μη λέτε ‘Τριάδα”.
Παραιτηθείτε, θα είναι το καλύτερο για
σας.  Γιατί  ο  ΑΛΛΑΧ είναι ο  Θεός.  Ας
είναι δοξασμένος. Μεγάλη η Αξιοπρέπειά
Του, προ παντός απ’ το να  έχει παιδί. Σ’
Αυτόν  αvήκουν  όσα  βρίσκονται  στους
ουρανούς και στη γη. Κι αρκεί ο ΑΛΛΑΧ
για ρυθμιστής των υποθέσεων. 4,171
 
       Η σούρα 19, όπως έχουμε πει και πιο πάνω, επιγράφεται «σούρατ Μάριαμ» και περιγράφει τον Ευαγγελισμό της για την γέννηση του Χριστού, την γέννηση του Ιησού κάτω από μία χουρμαδιά, την βοήθεια από τον Αλλάχ που της προμήθεψε τροφή και νερό και πως όταν γεννήθηκε ο Χριστός μίλησε από την κούνια του, μια ακόμη διήγηση παρμένη από τα απόκρυφα Ευαγγέλια. Στη συγκεκριμένη σούρα ο Μωάμεθ συγχέει το πρόσωπο της Παναγίας με αυτό της αδελφής του Ααρών Μαριάμ, αφού αποκαλεί την Θεοτόκο ως αδελφή του Ααρών!! «Ω! αδελφή  του  Ααρών!» 19:18.
16.  Και να διηγηθείς στο Βιβλίο (το
Κοράνιο) (την ιστορία) της Μαριάμ,  όταν
αποσυρθεί – από  την οικογένειά της – σε
ένα τόπο στα Ανατολικά.
17. Είχε τοποθετήσει ένα προπέτασμα
(για  να προφυλάξει τον εαυτόν της) απ’
αυτούς. Τότε στείλαμε σ’  αυτήν  το πνεύμα
μας  (έναν  άγγελο)  που  παρουσιάστηκε
μπροστά της – σαν ένα τέλειο  ανθρώπινο
πλάσμα.
18. Εκείνη είπε: ‘Άναζητώ καταφύγιο,
από  σένα, στον Οικτίρμονα  (ΑΛΛΑΧ)  αν
(τον) φοβάσαι (μη με πλησιάζεις)”.
19.  Εκείνος  είπε:  “Είμαι  μόνο  ένας
απεσταλμένος  από τον  Κύριό  σου,  (να
χαρίσω) σε  σένα ένα άγιο υιό”.
20. Εκείνη είπε: “Πώς θα έχω γιο, εφ’
όσον κανένα ανθρώπινο πλάσμα δεν  μ’
έχει αγγίξει,  κι ούτε είμαι ακόλαστη;”
21. Εκείνος είπε: “Έτσι (θα γίνει), είπε
ο  Κύριός  σου, αυτό  για Μένα  είναι εύκολο.
Και  (επιθυμία  Μας  είναι)  να  τον
προσδιορίσουμε  σαν  ένα  Θεϊκό  Σημείο
για τους ανθρώπους  και Έλεος  από  Μας.
Είναι  μια  υπόθεση  που  (έτσι)  έχει
θεσπιστεί.”
22. “Ετσι τον σήκωσε (στη κοιλιά της)
– συνέλαβε – και αποσύρθηκε μαζί του σ’
ένα απόμακρο μέρος.
23.  Και την οδήγησαν οι  πόνοι του
τοκετού  στον κορμό  μιας χουρμαδιάς, και
είπε (μέσα στην αγωνία της):  ”  Αλίμονό
μου! Μακάρι να πέθαινα πριν απ’  αυτό
και  να  ήμουν ένα πράγμα ξεχασμένο κι
αόρατο”!
24. Αλλά (μια φωνή) την κάλεσε από
κάτω  της  (απ’  την  χουρμαδιά)  “Μην
λυπάσαι!  γιατί  ο  Κύριός  σου  έχει
προβλέψει ένα ποταμάκι κάτω  από  σένα”.
25. “Και κούνησε – προς τη μεριά σου
– τον  κορμό  της  χουρμαδιάς,  και  θα
πέσουν  πάνω σου  φρέσκοι  – ώριμοι
χουρμάδες”.
26. “Κι έτσι τρώγε και πίνε και δρόσισε
το  μάτι  (σου  να  ησυχάσεις),  Κι  αν δεις
κανένα  ανθρώπινο πλάσμα (και σε ρωτάει)
να του πεις  : Έχω, πραγματικά, υποσχεθεί
νηστεία  στο  Φιλεύσπλαχνο  (ΑΛΛΑΧ)
αυτή τη μέρα δεν θα μιλήσω με κανέναν
άνθρωπο”.
27. Τέλος, ήλθε μαζί (με το μωρό της)
στη γενιά της σηκώνοντάς το (στα χέρια
της).  Κι  (εκείνοι)  είπαν:  “Ω!  Μαριάμ!
Πραγματικά  έφερες  ένα  καταπληκτικό
πράγμα!
28. “Ω! αδελφή  του  Ααρών!  Ο  πατέρας
σου δεν ήταν ένας άνδρας του πονηρού,
κι  ούτε  η  μητέρα  σου  μια  γυναίκα
ακόλαστη!”
29. Εκείνη όμως  έδειξε προς το μωρό.
Είπαν: “Πώς- είναι δυνατό- να  μιλήσουμε
με ένα παιδί που είναι στην κούνια”;
30. Είπε (το παιδί): “Είμαι στ’ αλήθεια
-ένας  δούλος του  ΑΛΛΑΧ. Μου έδωσε
το Βιβλίο (την αποκάλυψη) και με έκανε
ένα προφήτη.
31.  “Και  με  έχει  κάνει  ευλογημένο
οπουδήποτε  κι  αν  βρίσκομαι,  και  έχει
επιτάξει  σε  μένα την  Προσευχή και  τη
φιλανθρωπία εφ’ όσον  βρίσκομαι  στη ζωή.
32.  “Και  (Αυτός)  μ’  έχει  κάνει
καλοκάγαθο  στη  μητέρα  μου,  και  όχι
υπεροπτικό ή άθλιο,
33.  “(Γι’  αυτό) η Ειρήνη είναι  πάνω
μου κατά την ήμερα, που γεννήθηκα, και
την ήμερα  που  θα πεθάνω, και την  ήμερα
που θα εγερθώ για (μια άλλη) ζωή”!
34. Αυτός (είναι) ο Ιησούς, ο γιος της
Μαριάμ. Ο λόγος της αλήθειας, που γι’
αυτόν (μάταια) φιλονικούν. 19,16 – 34
 
       Το εδάφιο 21:19 μιλάει για την αγνότητα της Παναγίας και την σύλληψη του Ιησού με το Άγιο Πνεύμα.
91.  Και (θυμήσου) αυτήν που φύλαξε
την αγνότητά της. Εμφυσήσαμε μέσα της
από  το Πνεύμα  Μας  (με τον άγγελο) και
κάναμε αυτήν και τον γιο της ένα (άξιο
θαυμασμού)  Σημείο για όλους τους λαούς. 21, 91
 
       Το εδάφιο 23:50 αναφέρει πως ο Αλλάχ κατέστησε τον Ιησού και την μητέρα του, «σημείο όλου του κόσμου» και πως κατοικούν σε υψηλό μέρος που έχει ηρεμία και πολλά πηγάδια με νερό.
50.  Και κάναμε το γιο  της  Μαριάμ
και τη μητέρα του Σημείο (θαύμα), και
τους  δώσαμε  καταφύγιο  σε  υψηλή
τοποθεσία,  (που  παρείχε)  ηρεμία  και
ασφάλεια  κι  εφοδιασμένο  με  πηγάδια
(νερού). 23, 50
      
       Και τελειώνουμε με το τελευταίο εδάφιο του Κορανίου που αναφέρεται στο πρόσωπο της Θεοτόκου. Πέραν αυτού αν και το Κοράνι περιέχει ακόμα δεκάδες σούρες δεν ξαναγίνεται λόγος για την Παναγία. Το εδάφιο αυτό αποκαλεί για μία ακόμη φορά την Παναγία ως κόρη του Ιμράν, εξαίρει την αγνότητά της και την θεοσέβειά της και αναφέρεται επίσης στον τρόπο της υπερφυσικής εγκυμοσύνης της:
12. Και τη Μαριάμ – τη θυγατέρα του
Ιμράν – που  φύλαξε την  αγνότητά της.
Κι εμφυσήσαμε (στο κορμί της) ένα μέρος
από το  πνεύμα  Μας, (τον  Χριστό),  κι
επιβεβαίωσε την αλήθεια των λόγων του
Κυρίου  της,  και  των  Γραφών  Του,  κι
ήταν  μια  από τους θεοσεβείς. 66, 12
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αναστάσιος Γιαννουλάτος: Ίχνη από την αναζήτηση του υπερβατικού.
Hans – Christian Huf: Κόλαση, Παράδεισος και Νιρβάνα – Βούδας, Ιησούς, Μωάμεθ

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΟΛΑΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΣΤΑ ΑΛΛΑ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Αυγούστου, 2013

Άγαλμα του Σινχάρτα Γκαουτάμα του μετέπειτα Βούδα -φωτισμένου- ιδρυτή του Βουδισμού

Πολλοί πιστοί έχοντας την Χριστιανική παιδεία πιστεύουν, πως και οι άλλοι πιστοί των άλλων θρησκευμάτων έχουν τις ίδιες αντιλήψεις και την ίδια διδασκαλία για την Κόλαση και τον Παράδεισο. Όμως όπως θα διαπιστώσουν διαβάζοντας το παρακάτω άρθρο, η γνώμη τους αυτή είναι λανθασμένη. Βέβαια το άρθρο μας επιδερμική μόνο αντιμετώπιση κάνει στο τόσο σπουδαίο αυτό θέμα. Πρόθεσή μας γράφοντας αυτό το άρθρο είναι, ο αναγνώστης να παρακινηθεί και να ψάξει μόνος του για να βρει περισσότερες λεπτομέρειες στο μεγάλο αυτό ζήτημα…

ΙΝΔΟΥΙΣΜΟΣ
Ο Ινδουισμός είναι η παραδοσιακή θρησκεία της Ινδίας και υπάρχει εδώ και χιλιάδες χρόνια. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε δεν αναφέρεται και ιδρυτής στην θρησκεία αυτή. Ο κόσμος για τους Ινδούς είναι χωρισμένος σε διάφορες βαθμίδες που αρχίζει από τις πιο κατώτερες μορφές π.χ. φυτά, ζώα και φθάνει μέχρι τους Θεούς. Ό άνθρωπος βρίσκεται κάπου ανάμεσα και μπορεί να ξαναγεννηθεί παίρνοντας διάφορες μορφές (μετενσάρκωση). Στη θέση της ψυχής έχουν το «άτμαν» που σημαίνει την βαθύτερη ουσία του κάθε όντος. Όταν πεθαίνει ο άνθρωπος το άτμαν φεύγει από το φυσικό σώμα για να κατοικήσει κάπου αλλού. Που θα κατοικήσει εξαρτάται από αυτό, που οι Ινδοί ονομάζουν «κάρμα», δηλαδή τις πράξεις που έκανε εν ζωή το άτομο και του προσέδωσε ανάλογα θετική ενέργεια, αν έκανε καλές ή αρνητική ενέργεια, αν έκανε κακές. Έτσι μπορεί το άτμαν (η κατά κάποιον τρόπο ψυχή) να κατοικήσει σε φυτά, ζώα ή πράγματα και εκεί που κάποιος ήταν άνθρωπος τώρα να είναι φυτό ή ζώο. Η αλλεπάλληλη αυτή αλυσίδα των γεννήσεων, θανάτων και αναγεννήσεων στην οποία είναι καταδικασμένος ο άνθρωπος ονομάζεται «σαμσάρα». Δηλαδή η σαμσάρα για τους Ινδούς είναι αντίστοιχη με τη δική μας Κόλαση. Άρα το άτμαν πρέπει να ξεφύγει από τη «σαμσάρα». Η λύτρωση («μόξα») επέρχεται με τα έργα, τη γνώση και την αφοσίωση. Τα έργα που πρέπει να κάνει κάθε Ινδός για να λυτρωθεί, είναι οι θυσίες στους Θεούς και τελετουργικές πράξεις με ακριβή τήρηση του τυπικού. Όταν λοιπόν τα κάνει όλα αυτά τότε τον αποδέχονται οι Θεοί. Για την ινδική σκέψη αμαρτία είναι κυρίως η άγνοια. Ο Ινδουισμός δεν επιθυμεί να μεταμορφώσει τον κόσμο, αλλά να βοηθήσει τον πιστό να απομακρυνθεί από αυτό τον κόσμο, τον οποίο θεωρεί ως απάτη – ψευδαίσθηση («μάγια») και να βυθιστεί στο πραγματικό κόσμο που είναι ο κόσμος του απρόσωπου Θείου και ονομάζεται «Μπράχμα». Το ξεπέρασμα δηλαδή του κόσμου και η βύθιση στο «Μπράχμα», είναι αυτό που εμείς ονομάζομαι Παράδεισο.

ΤΖΑΪΝΙΣΜΟΣ

Ο Τζαϊνισμός ξεκίνησε ως κλάδος του Ινδουισμού, με το πέρασμα όμως του χρόνου απετέλεσε ξεχωριστή θρησκεία στην Ινδία. Όπως και ο Ινδουισμός δεν έχει και αυτός ιδρυτή. Το παράξενο με τον Τζαϊνισμό είναι πως, αν και είναι θρησκεία δεν δέχεται την ύπαρξη του Θεού. Για τον Τζαϊνισμό ο κόσμος διαιρείται σε «ντζίβα» (ψυχές) και «άντζιβα» (άψυχα). Το κάρμα (το σύνολο δηλαδή των πράξεων εν ζωή του κάθε ανθρώπου), θεωρείται ως λεπτή μορφή ύλης. Η ύλη εφοδιάζει το κάρμα με διάφορα σώματα. Όλα τα ενσώματα όντα έχουν δύο σώματα το πύρινο και το καρμικό, το οποίο προέρχεται από τις προηγούμενες πράξεις και προσκολλάται στη «ντζίβα» (ψυχή), καθορίζοντας την μορφή που θα πάρει η ψυχή: ανθρώπινη, θεία, ζωϊκή ή καταχθόνια.

Η σωτηρία («μόξα»), επιτυγχάνεται με διανοητική και ηθική πειθαρχία έτσι ώστε να απελευθερωθεί η ψυχή από τα υλικά δεσμά και να φθάσει στη «νιρβάνα», η οποία είναι μια κατάσταση μη σύνθεσης, από την οποία απουσιάζει ο πόνος και η ενσάρκωση (η δικιά μας Κόλαση) και είναι μια ζωή απόλυτης μακαριότητας ( ο δικός μας Παράδεισος). Επειδή για τους τζαϊνιστές είναι ανύπαρκτη η ιδέα του Θείου («Μπράχμα») όπως είπαμε, η ατομικότητα παραμένει αιώνια.

ΣΙΚΚΙΣΜΟΣ

Ο Σικκισμός («σίκκα» = μαθητής) είναι μία μονοθεϊστική θρησκεία που ξεπήδησε και αυτός από τον ο Ινδουισμό. Θεωρείται μια προσπάθεια – οι οπαδοί του όμως δεν το δέχονται αυτό – να συνθέσει στην διδασκαλία του, τον Ινδουισμό με τον Μωαμεθανισμό. Ιδρυτής του θεωρείται ο Γκουρού (δάσκαλος), Νάνακ (1469 – 1539 μ.Χ.). Ο Σικκισμός δέχεται θεό που δημιούργησε τον κόσμο και πιστεύει στην αδελφοσύνη των ανθρώπων. Δέχεται επίσης πως ο Θεός όχι μόνο είναι η αιτία του υλικού κόσμου αλλά και των ψυχών. Διδάσκει πως κάθε τι που υπάρχει είναι μια μορφή του Θεού, ένα κύμα μέσα στον θείο ωκεανό. Επειδή έχει επηρεαστεί από τον Ινδουισμό θεωρεί τον αντικειμενικό κόσμο σαν μια οφθαλμαπάτη. Παράδεισος και λύτρωση για τον Σικκισμό είναι, το να αντιληφθεί ο άνθρωπος πως ο Θεός επιθυμεί να επικοινωνήσει με τον άνθρωπο και να του φανερωθεί με το λόγο του. Όποιος καταλάβει την φωνή αυτή του Θεού και απαντήσει με υπακοή επιτυγχάνει τη λύτρωση απ’ αυτή τη ζωή, η οποία ολοκληρώνεται μετά θάνατον στην «νιρβάνα». Αντίθετα Κόλαση όπως και για τον Ινδουισμό είναι, να επανέλθει πάλι ο άνθρωπος στα βάσανα της ζωής μέσω της μετενσαρκώσεως.

ΒΟΥΔΙΣΜΟΣ

Ο Βουδισμός ξεκίνησε ως αίρεση του Ινδουισμού. Ιδρυτής του θεωρείται ο Σινχάρτα Γκαουτάμα ( 6ος – 5ος αι. π.Χ.)που έγινε «Βούδας»δηλαδή «φωτισμένος». Σύμφωνα με αυτόν, η αιτία όλων των κακών και του πόνου στο άνθρωπο βρίσκεται στην επιθυμία. Όμως αυτή η στάση του ανθρώπου είναι λάθος, επειδή η φύση όλων των πραγμάτων είναι πρόσκαιρη και μεταβλητή. Το κακό βέβαια για τον άνθρωπο είναι πως δεν έχει επίγνωση αυτής της πραγματικότητας. Ο άνθρωπος μπορεί να υπερβεί την τραγικότητα της ζωής, εφόσον υπάρχει μια κατάσταση λυτρώσεως από τον πόνο η «νιρβάνα». Ο δρόμος που οδηγεί στην «νιρβάνα» βρίσκεται ανάμεσα στην εγωϊστική ικανοποίηση των παθών και την υπερβολική άσκηση. Γι’ αυτό καλείται και «μέση οδός». Η οδός αυτή οδηγεί στην επίγνωση που διαλύει την άγνοια, και αφού την διαλύσει κατευθύνει τελικά τον άνθρωπο στον «φωτισμό» που είναι μια κατάσταση απόλυτης γαλήνης και μακαριότητας. Και σ’ αυτό το σημείο αξίζει νομίζουμε να κάνουμε μία απαραίτητη διευκρίνιση. Ενώ όπως σημειώσαμε πιο πάνω ο Βουδισμός ξεπήδησε από τον Ινδουισμό, δεν ασπάστηκε όμως το κεντρικό σημείο του, που είναι το «άτμαν» κάτι αντίστοιχο με την δική μας έννοια της ψυχής. Ο Βουδισμός απορρίπτει τελείως την ύπαρξη αθάνατης ψυχής. Το εγώ είναι ένας συνεχώς μεταβαλλόμενος συνδυασμός φυσικών και διανοητικών δυνάμεων, που αποτελείται από πέντε σύνολα. Ένα ον έρχεται στην ύπαρξη όταν συναρτηθούν αυτά τα σύνολα. Για τον Βουδισμό, η «νιρβάνα» – ο δικός μας Παράδεισος – δεν δηλώνει εκμηδενισμό, σβήσιμο του εαυτού, εφόσον κατ’ αυτόν δεν υπάρχει εαυτός. Σημαίνει σβήσιμο της αυταπάτης του εαυτού και συγχρόνως την διάλυση των συνόλων που σχετίζονται μ’ αυτή τη ψευδαίσθηση.
Μετά το θάνατο του Βούδα, ο Βουδισμός διασπάστηκε στα δύο. Στον Μαχαγιάνα Βουδισμό και στον Χιναγιάνα Βουδισμό. Η διδασκαλία ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο δόγματα του Βουδισμού, που αφορά τη λύτρωση του ανθρώπου διαφοροποιήθηκε.
Ο Χιναγιάνα Βουδισμός καλλιέργησε το ιδεώδες πως λύτρωση πετυχαίνεται από τον «αραχάτι». Απ’ αυτόν δηλαδή που αξιώθηκε με δική του προσπάθεια – χωρίς την βοήθεια κανενός – να προχωρήσει στην γνώση και να πετύχει να λυτρωθεί από τη «σαμσάρα», τις αλλεπάλληλες δηλαδή γεννήσεις και μετενσαρκώσεις, αυτό που θεωρούν οι Ινδοί ως Κόλαση.
Αντίθετα στο Μαχαγιάνα Βουδισμό, την θέση του «αραχάτι» παίρνει ο «Μποτιτσάβα» αυτός δηλαδή που ενώ είχε γίνει «φωτισμένος» (Βούδας), αρνείται να μπει στην «νιρβάνα», γιατί θέλει να λυτρώσει τους ανθρώπους. Άρα όλοι οι άνθρωποι μπορούν και πρέπει να πετύχουν τη λύτρωση με τη βοήθεια ενός «Μποτιτσάβα». Ένας τέτοιος «Μποτιτσάβα» πιστεύουν πως ήταν ο Σινχάρτα Γκαουτάμα ο γνωστός σε μας ως Βούδας.

ΚΟΜΦΟΥΚΙΑΝΙΣΜΟΣ

Ιδρυτής του ο Κομφούκιος ( 551 – 479 π.Χ. ). Οι περισσότεροι άνθρωποι της Δύσης όταν ακούνε για τον Κομφούκιο πιστεύουν πως είναι Θεός ή κάτι ανάλογο. Ο Κομφούκιος όμως ποτέ δεν υποστήριξε κάτι τέτοιο, ούτε θέλησε να κηρύξει καμιά καινούργια θρησκεία ή κάποιο καινούργιο θρησκευτικό σύστημα. Απλώς όταν έγινε κυβερνήτης σε μια επαρχία στην Κίνα προσπάθησε να εφαρμόσει ένα είδους δικαιοσύνης, που θα βοηθούσε τους ανθρώπους να έχουν μεταξύ τους αρμονικές σχέσεις. Έτσι αποδέχτηκε την αρχαία παραδοσιακή θρησκεία της Κίνας, που ήταν πολυθεϊστική και ειδωλολατρική και τόνισε τον σεβασμό απέναντί της. Ο Κομφουκιανισμός διδάσκει πως μετά τον θάνατο όσοι είναι ενάρετοι εξακολουθούν να ζουν ως αγαθά πνεύματα στην ατμόσφαιρα, και μάλιστα στους τόπους που έμεναν όσο ήταν ζωντανοί, οι δε κακοί τιμωρούνται, με το να μην τους θυμάται κανένας, δηλαδή με την αιώνια λήθη.

ΤΑΟΪΣΜΟΣ

Ιδρυτής του ο Λάο – Τσε ( 6ος αιώνας π.Χ. ). Για τον Λάο – Τσε το σύμπαν δεν ενδιαφέρεται για τα ανθρώπινα και είναι αποστολή του ανθρώπου και του άρχοντα να βρει τρόπο εναρμονίσεώς του με το ρυθμό του σύμπαντος χωρίς να το παρεμποδίζει με προσπάθειες ανακαινιστικές. Επί δυναστείας των Χαν (206 π.Χ. – 220 μ.Χ.) η ταοϊστική θρησκεία παρουσιάζει στην Κίνα, τη μεγαλύτερη της ανάπτυξη. Βάζει για σκοπό της να οδηγήσει τους πιστούς στην αιώνια ζωή. Επειδή όμως ο άνθρωπος θεωρείται πως αποτελείται μόνο από ύλη, η αιώνια αυτή ζωή δεν εκλαμβάνεται ως πνευματική αθανασία της ψυχής, αλλά ως αθανασία υλική του σώματος. Με ποιο τρόπο θα γίνει αυτό; Με διάφορες ασκήσεις αποφαίνεται ο Ταοϊσμός, οι οποίες προοδευτικά θα αντικαταστήσουν τα θνητά όργανα με όργανα αθάνατα. Έτσι κάποτε όλο το θνητό σώμα αντικαθίσταται με αθάνατο σώμα, του οποίου η σάρκα αποτελείται πλέον από πολύτιμες ύλες. Όταν φτάσει λοιπόν ο πιστός στο σημείο αυτό, γίνεται αθάνατος, ανέρχεται στον ουρανό και στην κορυφή κάποιου όρους πεθαίνει. Όμως ο θάνατος αυτός είναι μία ψευδαίσθηση και αποκαλείται «απελευθέρωση του σκηνής». Παίρνει πρόσκαιρα τη μορφή πτώματος, ενώ το αθάνατο σώμα απομακρύνεται για να ζήσει με τους άλλους αθανάτους. Αυτό επιτυγχάνεται με ασκήσεις γυμναστικές, αναπνευστικές, σεξουαλικές και αλχημικές. Γι’ αυτό και παρασκεύαζαν το ελιξίριο της «αθανασίας», με αποτέλεσμα πολλοί να δηλητηριάζονται. Δηλαδή για να συνοψίσουμε. Παράδεισος για του Ταοϊστές είναι η μετατροπή του θνητού σε αθάνατο ενώ Κόλαση η αδυναμία μετατροπής του.

Επί δυναστείας Τανγκ (618 – 907 μ.Χ.) επηρεάζεται ο Ταοϊσμός από τον Βουδισμό, και πλησιάζει την δυτική άποψη για την Κόλαση και το Παράδεισο. Έτσι το βιβλίο Τάο – τσανγκ γράφει ανταμοιβές για αγαθές πράξεις και ποινές για κάθε αμαρτία. Μια θεότητα σημείωνε κατά την διάρκεια της ζωής του ανθρώπου τις διάφορες ενέργειές του και αποφάσιζε μετά θάνατο αν θα τον κατατάξει στον Παράδεισο ή την Κόλαση.

ΙΣΛΑΜ

Ιδρυτής του ο Μωάμεθ( 570 – 632 μ.Χ.). Ο μωαμεθανισμός επειδή έχει επηρεαστεί από τον Ιουδαϊσμό και το Χριστιανισμό, έχει σχεδόν τις ίδιες αντιλήψεις για την Κόλαση και τον Παράδεισο. Πιστεύει στην ανάσταση των νεκρών, στην αιώνια ζωή και στην τελική κρίση. Όταν θα συμβεί αυτή οι αμαρτωλοί θα καταδικαστούν και θα σταλούν στην Κόλαση, ενώ οι δίκαιοι θα ανταμειφθούν με τον Παράδεισο. Ο Παράδεισος όμως για τον πιστό μουσουλμάνο, δεν έχει τον πνευματικό χαρακτήρα που έχει στον Χριστιανισμό. Λόγω των έρημων και άνυδρων τόπων της Αραβίας στις οποίες ζούσαν οι πρώτοι Μουσουλμάνοι, με αποτέλεσμα η ζωή τους να είναι πολύ λιτή, φαντάστηκαν ένα υλιστικό Παράδεισο με ατέλειωτες απολαύσεις και φαγητά τα οποία θα απολαμβάνει ο πιστός Μουσουλμάνος. Έτσι σε διάφορα σημεία του Κορανίου, του ιερού τους βιβλίου, μπορεί να διαβάσει κανείς για τον υλιστικό αυτό Παράδεισο. Ποταμοί από νερά και γάλατα θα υπάρχουν, καθώς και άφθονο και ατέλειωτο κρασί. Ομοίως ποταμοί με μέλι και άφθονους καρπούς θα απολαμβάνει ο πιστός Μουσουλμάνος. Οι απολαύσεις αυτές θα συνεχίζονται και με πανέμορφες παρθένες κοπέλες και νέους υπηρέτες σαν μαργαριτάρια τα γνωστά στους περισσότερους ως «ουρί» του παραδείσου. Ιδιαίτερη θέση στον παράδεισο θα έχουν αυτοί που σκοτώθηκαν για την πίστη και την εξάπλωση του Ισλάμ.

http://antiairetikos.blogspot.gr/2008/10/blog-post_30.html

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Αυγούστου, 2013

Οι πρωτόπλαστοι έτοιμοι να γευτούν τον απαγορευμένο καρπό – με την προτροπή του Σατανά – από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού

Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε την Πατερική Θέση περί του κακού και του Αγαθού. Το θέμα είναι μεγάλο και δεν μπορεί να αναλυθεί σε ένα άρθρο. Σκοπός μας εδώ είναι να δώσουμε μια σφαιρική αντίληψη και επιλεκτική ανάλυση του κακού σε σχέση με το αγαθό αλλά και να τονίσουμε την απόλυτη ελευθερία του ανθρώπου να επιλέξει όποιο από τα δύο θέλει να πράξει.
Το Αγαθό δεν είναι κάτι απρόσωπο όπως είναι το κακό αλλά είναι ο ίδιος ο Θεός και κατά συνέπεια η αρετή του ανθρώπου και η πράξη του αγαθού προκύπτει από τον Θεό. Υπάρχει πάντοτε το αγαθό σε σχέση με το Θεό επειδή αυτός είναι το πλήρωμα των αγαθών ενώ ο άνθρωπος που είναι κατ’ εικόνα Θεού είναι μέτοχος του πληρώματος αυτού[1]. Ο Θεός ως μόνος αγαθός[2] ή ως «το πρώτον και κυρίως αγαθόν» που έχει ως φύση την αγαθότητα[3] δεν βρίσκεται μόνο έξω από τον κόσμο αλλά και μέσα σε αυτόν. Προσφέρεται εξίσου το αγαθό σε όλους τους ανθρώπους γιατί όλοι είναι δημιουργήματα «κατ’ εικόνα» και «καθ’oμοίωσιν[4]» Θεού και η οικείωση του γίνεται αιτία για την ολοκλήρωση τους όπως επίσης και για τη σύνδεση μεταξύ τους… 
Ο άνθρωπος ως δημιούργημα του Θεού φέρει τη σφραγίδα της θείας αγαθότητας και έχοντας αρχή υπόκειται σε τροπή γιατί η ίδια η αρχή είναι η πρώτη τροπή[5α]. Αυτός «η των όλων αιτία (ο Θεός)» είναι και παραμένει κατά φύσιν ο μόνος άτρεπτος και αναλλοίωτος[5β] γιατί είναι αδημιούργητος ενώ ο άνθρωπος που είναι κτιστός και «φύσει τρεπτός[5γ]» μπορεί να μεταβάλλεται.
Ο Θεός ως ο μόνος αγαθός και πηγή κάθε αγαθού βρίσκεται πάνω από τη διάκριση αγαθού και κακού. Η φύση του Θεού είναι αγαθή[5δ]. Δεν υπάρχει τίποτε «εναντίον» στη φύση του Θεού όπως δεν υπάρχει τίποτε εναντίον στην αγαθότητά του.
Έτσι το αγαθό δεν είναι ιδέα αλλά πραγματικότητα.
Η απόδοση του όρου αγαθός στο Θεό έχει αποφατική έννοια και έτσι τοποθετείται πάνω από κάθε ανθρώπινη έννοια ή αγαθότητα του Θεού.
Το κακό κατά τον Ωριγένη[6] και κατά τους Πατέρες γενικότερα δεν είναι παράγωγο του αγαθού Θεού αλλά και δεν προέρχεται από κάποιον άλλο Θεό πονηρό επειδή η διαρχία δεν υφίσταται. Δεν έχουμε δύο Θεούς έναν αγαθό και έναν πονηρό αλλά έναν Θεό αγαθό. Αλλά και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει «Την δε κακίαν, ουκ ουσίαν αλλά συμβεβηκός φησιν, έννοιάν τινα και λόγον και πράξιν παρά τον νόμον του Θεού εν τω εννοείσθαι και λέγεσθαι και πράττεσθαι την ύπαρξιν έχουσαν και άμα τω παύσασθαι αφανιζομένην[7]»
Η επιθυμία του αγαθού είναι έμφυτη στον άνθρωπο[8]. Αυτό αποδεικνύεται από την αποστροφή που αισθάνεται κάποιος προς το κακό.
Το αγαθό είναι πάντοτε ωραίο ενώ το κακό είναι άσχημο[9].
Η άρνηση του αγαθού είναι το κακό. Η κακία δεν είναι κάποια ιδιαίτερη ουσία ή ιδίωμα ουσίας[9α] αλλά εναντίωση στη αρετή και εκτροπή από το «καταφύσιν» στο «παραφύσιν».
Αυτό υποστηρίζει και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός ότι η απομάκρυνση του ανθρώπου από την αρετή και το αγαθό που είναι ο Θεός τον οδηγεί στο παραφύσιν που δεν είναι άλλο από το κακό: «Διότι μία αρχή του αγαθού υπάρχει, η οποία είναι ελεύθερη από κάθε κακία. Αλλά, ρωτούν, αν συμβαίνει αυτό, από πού προέρχεται το κακό; Διότι είναι αδύνατο να δημιουργηθεί το κακό από το αγαθό. Λέμε, λοιπόν, ότι το κακό δεν είναι τίποτε άλλο παρά στέρηση του αγαθού και παρεκτροπή από τη φυσική κατάσταση στην παρά φύση· διότι κανένα κακό δεν αποτελεί φυσική κατάσταση. Όλα, δηλαδή, όσα ο Θεός δημιούργησε είναι πολύ καλά, σύμφωνα με το δημιουργικό τους σκοπό. Αν, λοιπόν, παραμένουν έτσι, όπως δημιουργήθηκαν, «είναι πολύ καλά»· αν όμως απομακρυνθούν με τη θέλησή τους από τη φυσική κατάσταση και έλθουν στο παρά φύση καταλήγουν στο κακό. [9β]
Ενώ το αγαθό ενοποιεί και συνέχει τα διηρημένα το κακό διαιρεί και φθείρει τα ενωμένα[10]. Το κακό με τη σειρά του κατά τη διδασκαλία της Εκκλησίας δεν έχει οντολογική αρχή δεν έχει υπόσταση[10α] αλλά είναι η έλλειψη του αγαθού. Αν και δεν έχει οντολογική αρχή προκαλεί όμως διάστροφες οντολογικές καταστάσεις επειδή εκτρέπει τα όντα στο μη ον. Το κακό όμως πολλές φορές εμφανίζεται στον κόσμο ως πιο δυνατό από το αγαθό και έτσι φαίνεται να παραμερίζεται το καλό και να θριαμβεύει το κακό. Κατά τον Άγιο Συμεών όταν όμως επιλεγούν τα αιώνια αγαθά το φως και η ζωή τότε το σκοτάδι υποχωρεί και εξαφανίζεται και κάνει το κακό να φαίνεται ανυπόστατο[10β]. Αυτός είναι και ο λόγος ότι δεν υπάρχει πουθενά από μόνο του αλλά πάντοτε παρουσιάζεται με το σώμα του αγαθού που διαβρώνει. Η εγκατάλειψη του αγαθού από τον άνθρωπο επιφέρει το κακό το οποίο είναι η έλλειψη του αγαθού και οφείλεται στην προαίρεση του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να πράξει είτε το αγαθό είτε το κακό. Το γεγονός λοιπόν ότι υπάρχει ο άνθρωπος ως αυτεξούσιο ελεύθερο ον με προαίρεση, του δίνει τη δυνατότητα να αρνηθεί το αγαθό. Έτσι το κακό που είναι ανύπαρκτο όσο ο άνθρωπος πράττει το αγαθό, τώρα με την άρνηση του αγαθού το κακό φανερώνεται και αποκτά ύπαρξη στα αυτεξούσια όντα.
Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός εξαίρει τη δύναμη του αυτεξουσίου θέλοντας να πει ότι η ελευθερία του ανθρώπου προξενεί και το κακό όπως δημιουργεί το καλό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μετά την ελεύθερη κίνηση προς την εκτροπή ο άνθρωπος δεν υποδουλώνεται στο Διάβολο και δεν γίνεται θύμα του όπως το δέχεται η γενική γραμμή της Πατερικής θεολογίας κατά την οποία άλλωστε η σατανική επιρροή εξασθενίζει τη βούληση και την αντίσταση του ανθρώπου.

Η πτώση του Εωσφόρου

Ο Διάβολος δεν ήταν κακός εξ αρχής όπως ξέρουμε αλλά έγινε έτσι λόγω της απομάκρυνσής του από το Θεό. Επομένως ο Θεός «εποίησε» και τον διάβολο αγαθό και αυτεξούσιο εξ’ αρχής. Κάθε αυτεξούσιο ον είναι και ένα λογικό ον. Αυτό δηλώνει και η φράση «ουδέν κακόν αμιγές καλού». Έτσι δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτο κακό ενώ η φράση «ουδέν καλόν αμιγές κακού» δεν αληθεύει. Μπορεί όμως να υπάρξει απόλυτο καλό και αυτό είναι ο Θεός. Απόλυτη εξουσία δεν έχει το κακό. Ο Διάβολος εν συνέχεια με δική του προαίρεση έγινε κακός και προξένησε ο ίδιος την τιμωρία του.
Η τιμωρία αυτή δεν κατανοείται σαν μια τιμωρία που επιβάλλει κάποιος άνθρωπος σε άλλο άνθρωπο αλλά είναι αυτοτιμωρία. Δεν είναι ο Θεός αυτός που τιμωρεί τον διάβολο εκδικητικά αλλά ο ίδιος ο διάβολος αυτοτιμωρείται αφού δεν θέλει να έχει σχέση – κοινωνία με το Θεό που είναι το όντως ον[11]. Έτσι η απομάκρυνση από το Θεό συνεπιφέρει την αυτοκαταδίκη. Αυτό συνέβη επειδή μόνος του ο διάβολος προτίμησε να εκθρονίσει το Θεό και να καταστεί ο ίδιος Θεός κατά τον προφήτη Ησαΐα. Αλλά και ο Κύριος στο κατά Λουκάν ευαγγέλιο λέγει «εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα[12]». Ερμηνεύοντας αυτά τα λόγια ο Ωριγένης παρατηρεί ότι αυτό το γεγονός μάλλον έχει να κάνει με την πτώση του Εωσφόρου επειδή προκύπτει ότι ήταν άγγελος που μετείχε του Θείου φωτός[13].
Με τον άνθρωπο δεν έγινε έτσι. Δεν άφησε από μόνος του το αγαθό όπως ο σατανάς αλλά και δεν υπήρξε αφ’ εαυτού αίτιος της πτώσης του. Ο εισηγητής του κακού δεν είναι ο άνθρωπος.Ο εισηγητής του κακού είναι ο διάβολος. Ο άνθρωπος είναι θύμα του αρχέκακου διαβόλου επειδή ελεύθερα επέλεξε να δεχθεί αυτή ακριβώς την εισήγηση του διαβόλου να πράξει το κακό[13β]. Αυτή είναι η διδασκαλία της Αγίας Γραφής η οποία επιβεβαιώνεται και από την καθημερινή ζωή. Κανένας δεν επιλέγει το κακό ως κακό αλλά εξαπατάται και παρασύρεται από το αγαθό φαινομενικό – ψεύτικο στοιχείο που παρουσιάζει το κακό. Αυτό όμως δεν αποβάλλει την ευθύνη του ανθρώπου αλλά αντιθέτως ο καθένας μας πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του αρχηγό της κακίας που έχει μέσα του. Έτσι καταπολεμώντας την κακία που υπάρχει μέσα του καταπολεμάει την κακία στη ρίζα της.
Για το κατάντημα του σατανά ο Θεός δεν φέρει ευθύνη αφού τώρα και πάντοτε ο Θεός ως αγαθός παρέχει και προσφέρει το αγαθό στα όντα και τα καλεί προς μέθεξη. Θα μπορούσε ο Θεός να στερήσει το αγαθό από τα όντα του αλλά αυτό δεν το κάνει επειδή αντίκειται στη φύση του. Αυτής της αγαθότητας του Θεού κοινωνός μπορεί να γίνει και ο διάβολος αλλά δεν θέλει«ο Θεός και τω διαβόλω αεί παρέχει τα αγαθά αλλ’ εκείνος ου θέλει λαβείν». Τέλος ο Θεός «πηγή γαρ εστί των αγαθών βρύουσα την αγαθότητα έκαστος δε καθώς εαυτόν κατεσκεύασε δεκτικόν μετέχει του αγαθού[14]».
Ομοίως και τα πάθη του ανθρώπου δεν έχουν δική τους υπόσταση αλλά εμφανίζονται ως παραφύσιν καταστάσεις εξαιτίας της παραφθοράς της ψυχικής υγείας. Τα πάθη είναι αρρώστιες της ψυχής. Οι αρρώστιες αυτές όταν χρονίζουν στον άνθρωπο γίνονται δεύτερη φύση του και δεν απομακρύνονται. Ακόμα κι αν μετανοεί ο άνθρωπος δεν απαλλάσσεται δια μιας από τα πάθη αλλά όπως και στην περίπτωση της Μαρίας της Αιγυπτίας χρειάζεται να αφιερώσει κανείς χρόνο για την καταπολέμησή τους. Όσα χρόνια δούλευε στα πάθη η Μαρία η Αιγυπτία τόσα χρόνια χρειάσθηκε να αγωνιστεί για να εξαλείψει τις μνήμες των παθών.
 
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Γρηγορίου Παλαμά, Περί κατασκευής του ανθρώπου 16,PG 44,184B.
2. Ματθ 19,17.Μαρκ 10,18.O χαρακτηρισμός του Θεού ως αγαθού δεν ορίζει και δεν περιορίζει τον Θεό σε ανθρώπινες έννοιες αλλά ικανοποιεί την εσωτερική ανάγκη του ανθρώπου να σκεφτεί και να πει κάτι για το Θεό. Ο χαρακτηρισμός αυτός όπως και κάθε ανάλογος χαρακτηρισμός του Θεού αποτελεί μέσο αγαπητικής αναφοράς του ανθρώπου βλ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων ονομάτων 13,3,PG 3,981ΑΒ.
3. Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τον βίον του Μωυσέως 1, PG 44, 301A.
4. Γεν 1,26. Η αιτία της δημιουργίας των πάντων δεν είναι καμία άλλη από την άπειρη αγαθότητά του «ο γαρ του κάλλους γενεσιάρχης έκτισεν αυτά·» Σοφ. Σολ 13, 3.
5. Γρηγορίου Παλαμά, Ομιλία 22, PG 151,288B.
5β. Ιωάννου Δαμασκηνού, κατά Μανιχαίων Διάλογος, 68, PG 94, 1568 «Μόνον ουν φύσει άτρεπτον το Θείον, ως άκτιστον και αεί ον. Τα δε κτίσματα , όσα μεν λογικά εθελότρεπτα, τω θελήματι τρεπόμενα · τα δε λοιπά κατά το σώμα». Αλλά και ο Άγιος Συμεών σημειώνει σχετικά «έχει και μόνος εκείνος (ο Θεός) το άτρεπτον». Βλ. και Κατήχησις 19,SC 104,316. Ακόμη και οι Άγγελοι είχαν λάβει από την αρχή την τρεπτή φύση. Βλ. Ύμνος 2,SC 156,186. Σε άλλο ύμνο επισημαίνει ότι τίποτα στη ζωή δεν μένει άτρεπτο.
5γ. Ο άνθρωπος είναι φύσει τρεπτός «τρεπτής υπάρχων φύσεως ο προπάτωρ Αδάμ», Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Η βίβλος των θησαυρών, PG 75,336.
5δ. Ιω 4:8. Όταν ο άνθρωπος έρχεται σε σχέση με τα δημιουργήματα του Θεού ή μετέχει των άκτιστων ενεργειών του Θεού τότε έρχεται έμμεσα ή άμεσα σε σχέση με το αγαθό. Η γνώση αυτή του Θεού γίνεται αγάπη και η αγάπη γνώση. Βλ. Γρηγορίου Νύσσης, Περί Ψυχής και Αναστάσεως, PG 46,96D. Αρχιμ Σωφρονίου, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, σελ.260.
6. Ωριγένους, Περί της εις Θεόν ορθής πίστεως, 3,PG 11, 1805B.
7. Ιωάννου Δαμασκηνού, Προς τους διαβάλλοντας τας αγίας εικόνας,2,3,PG 94,1285C.Βλ. επίσης Έκδοσις Ακριβής της Ορθόδοξου Πίστεως κεφ.93 «Ότι ου δύο αρχαί .Ότι ου δύο αρχαί, μία αγαθή και μία πονηρά, εντεύθεν εισόμεθα ·εναντία γαρ αλλήλοις το αγαθόν και το πονηρόν και αλλήλων φθαρτικά και εν αλλήλοις ή συν αλλήλοις ουχ υφιστάμενα.»
8. Αριστοτέλους Νικομάχεια I,1,1094a1-3 «Πάσα τέχνη και πάσα μέθοδος , ομοίως δε πράξίς τε και προαίρεσις, αγαθού τινος εφίεσθαι δοκεί · διο καλώς απεφήναντο τα’ αγαθόν, ού παντ’εφίεται». Αλλά και ο Μ. Βασίλειος λέγει στο έργο του «Όροι κατά πλάτος» 2,1PG 31,912A. «Ούτω μεν ουν φυσικώς επιθυμητικοί των καλών οι άνθρωποι. Κυρίως δε καλόν και αγαπητόν το αγαθόν. Αγαθός δε ο Θεός · αγαθού δε πάντα εφίεται · Θεού άρα πάντα εφίεται».
9. Διονυσίου Αρεοπαγίτου, Περί θείων ονομάτων 4,7,PG 3,701C.
9α. Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής Ορθόδοξου Πίστεως 93,Ε.Π.Ε τ.1, σελ 529. «Όταν ουν εκουσίως τι των κτισμάτων αφηνιάση και παρήκοον του ποιήσαντος αυτό γένηται, εν εαυτώ συνεστήσατο την κακίαν· κακία γαρ ουκ ουσία τις εστιν, ουδέ ουσίας ιδίωμα, αλλά συμβεβηκός, ητοι εκ του κατά φύσιν εις το παρά φύσιν εκούσιος παρατροπή, όπερ εστίν η αμαρτία. Πόθεν ουν η αμαρτία; Της αυτεξουσίου γνώμης του Διαβόλου εύρημα.»
9β. Ένθα ανωτέρω.
10. Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον 16,PG 90,301A.
10α. Η αγαθή φύση του Θεού είναι και άτρεπτη και το κακό είναι το «μη ον». Σύμφωνα με την διδασκαλία της Ορθοδόξου Παραδόσεως το κακό είναι μη ον, είναι ανυπόστατο δεν έχει υπόσταση αλλά είναι «παρυπόστασις» είναι η στέρησις του αγαθού. Κατά τον Γρηγόριο Νύσσης η άρνηση του Θεού εκ μέρους του ανθρώπου είναι άρνηση και του εαυτού του της αυθεντικής υπάρξεώς του «Ο ουν εκβάλλων της εαυτού διανοίας του Θεού το είναι, εκ του εκείνον μη είναι λέγειν,εαυτού το είναι διέφθειρεν, έξω του όντος γενόμενος» Εις τας επιγραφάς των Ψαλμών 2, 13, PG 44, 565.
10β. Κατήχησις 17,SC 104,256 «Ώσπερ γαρ του Ηλίου κατά μικρόν ανατέλλοντος υποχωρεί το σκότος και αφανίζεται ούτω και της αρετής αυγαζούσης οία δη σκότος η κακία ελαύνεται και ανυπόστατος δείκνυται».
11. Ιωάννου Δαμασκηνού, Κατά Μανιχαίων 69,PG 94,1568Β.
12. Λουκ 10,18.
13. Ωριγένους, Περί της εις Θεόν ορθής πίστεως, 3,PG 11,1804D – 1805A. «Ο γαρ Σωτήρ βουλόμενος, το μεν πρότερον άγγελον υπό Θεού γενόμενον και φωτός μετέχοντα, ύστερον δε τη αυτεξουσιότητι τραπέντα επί το χείρον και πεσόντα από στάσεως, (ου γαρ ενδέχεται από πτώματος πίπτειν, αλλά από του εστάναι) λέγει το «ως αστραπήν» σαφώς δείξας ότι μετείχε φωτός,πριν ή τραπήναι και πεσείν, η γαρ αστραπή φωτός εστι δεκτική».
13β. Όταν κάποιος αμαρτάνει αποχωρίζεται από την Εκκλησία. Εκδύεται τη θεία ενδυμασία την οποία έχει ενδυθεί με το βάπτισμά του. Αυτό σημαίνει ότι τελικά εκδύεται τον ίδιο το Χριστό κατά τον Άγιο Συμεών «Και ώσπερ ο Αδάμ μετά την παράβασιν του παραδείσου και της τρυφής και της μετ’ Αγγέλων διαγωγής εκβάλλεται και γυμνούται και από όψεως γίνεται του Θεού, ούτω δη και ημείς της Εκκλησίας των αγίων δουλών αυτού χωριζόμεθα αμαρτάνοντες και της θείας καταστολής ην ενεδυσάμεθα οι βαπτιζόμενοι, αυτόν δηλαδή τον Χριστόν, ως πιστεύομεν, τούτον δια της αμαρτίας αποδυόμεθα…και των αιωνίων αγαθών, του αγιασμού και της υιοθεσίας στερούμεθα».Ηθικός 13,SC 129,414.
14. Ιωάννου Δαμασκηνού, ενθ. ανωτέρω.
Ιγνατίου Ε.Γ.

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

H Mεταμόρφωση του Χριστού.Φανέρωση της θεϊκής μεγαλοσύνης Του πριν από τα Πάθη Του.

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Αυγούστου, 2013

001002003004005006007008009010011012013016 θεολογική ερμηνεία του γεγονότος

Στο γεγονός της μεταμόρφωσης έχουμε τα έξης ενδιαφέροντα στοιχεία για μια ουσιαστική θεολογική προσέγγιση. Καταρχήν έχουμε την εμφάνιση του Μωϋσή και του Ηλία, δύο προσώπων της ιερής ιστορίας του Ισραήλ που συνδέονται άμεσα με την έλευση και την εμφάνιση του Μεσσία. Ο χαρακτήρας του γεγονότος, επομένως, είναι σαφώς μεσσιανολογικός και άρα η όλη ευαγγελική διήγηση είναι καθαρά χριστοκεντρική . Με άλλα λόγια έρχεται να φωτίσει το μυστήριο του προσώπου του Ιησού Χριστού και να δώσει σαφή απάντηση στο ιστορικό ερώτημα «τις γαρ ούτος έστιν ;».

Ο Ιησούς δεν είναι μόνο ιστορικό πρόσωπο, που γεννάται σε κάποιο συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, «εν Βηθλεέμ της Ιουδαίας και εν ημέραις Ηρώδου τον Μεγάλου», που γενεαλογείται ως μέλος κάποιας συγκεκριμένης οικογένειας της φυλής και του γένους Δαβίδ, αλλά είναι και ο αναμενόμενος δια μέσου των αιώνων Χριστός του Κυρίου που θα έρθει για τη σωτηρία της ανθρωπότητας. Αυτή δε η έλευση του θα επιβεβαιωθεί, κατά την παράδοση, από την παρουσία των αποκαλυπτικών προσώπων του Μωϋσή και του Ηλία.

Η παρουσία δε αυτή του Μωϋσή και του Ηλία έχει μια βαθιά παράδοση στην εσχατολογία και τη μεσσιανολογία του Ισραήλ. Όπως και η εμφάνιση, κατά μια άλλη παράλληλη παράδοση, του Μωϋσή και του Ενώχ. Τα πρόσωπα αυτά αποτελούν την εγγύηση και την επιβεβαίωση μιας αληθινής μεσσιανικής παρουσίας αλλά και θεοφάνειας . Και δεν επιβεβαιώνουν μόνο την παρουσία του Μεσσία -Χριστού στο ιστορικό παρόν, αλλά τα ίδια τα πρόσωπα αυτά υπάρχει παράδοση ότι θα συνοδεύσουν τον Χριστό και κατά τη δευτέρα και ένδοξη εσχατολογική παρουσία. Γι’ αυτό ακριβώς και το γεγονός της μεταμόρφωσης αποτελεί πρόγευση και προμήνυμα και της ένδοξης δευτέρας παρουσίας. Έτσι στο γεγονός αυτό έχουμε την ιστορία της μεταμόρφωσης, αλλά και την προοπτική της εσχατολογικής εξέλιξης και πλήρωσης.

Το δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο της μεταμόρφωσης είναι η εμφάνιση και η παρουσία του ακτίστου φωτός. Το φως της μεταμόρφωσης περιβάλλει κατά κύριο λόγο τον Ιησού Χριστό και κατ’ επέκταση τους μαθητές, τον κόσμο όλο και όλη την κτίση. Διερωτάται βέβαια κανείς τι είδους φως είναι αυτό και ποια η σημασία του. Μήπως πρόκειται για μια απλή ανταύγεια ακτίνων του ηλίου που φωτίζουν τα πράγματα και λαμπρύνουν τα αντικείμενα, ή πρόκειται για κάποιο άλλο «φως», άλλης φύσεως και άλλης ποιότητας; Το ερώτημα αυτό που τίθεται από πολλούς απαιτεί όχι μόνο ιστορική προσέγγιση αλλά και θεολογική διερεύνηση.

Η πατερική ερμηνευτική θεολογία κάνει ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις. Ειδικότερα ο Μέγας Βασίλειος στο έργο του «Εξαήμερος», σχολιάζοντας τα γεγονότα της αρχικής δημιουργίας, ομιλεί σε κάποιο σημείο για ένα πρωταρχικό «φως» της πρώτης ημέρας. Αυτό το «φως» το αποκαλεί «φως καθαρότατον », «ειλικρινές» και « άϋλον ».

Το διακρίνει δε με κάθε σαφήνεια από το γνωστό μας φως του ηλίου και της σελήνης και αφήνει να νοηθεί ότι μάλλον πρόκειται για κάποιο «άκτιστο» φως που να δηλώνει την παρουσία του δημιουργού Θεού. Πολύ αργότερα, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς θα μιλήσει και αυτός πάλι με μεγάλη σαφήνεια για την ύπαρξη ενός « ακτίστου φωτός» και θα το διακρίνει από κάθε κτιστό και υλικής φύσεως φως. Το κτιστό ανήκει στη δημιουργία και στον κόσμο μας, το άκτιστο ανήκει στο θεό και στην παρουσία του. Το ένα είναι υλικό και θαμπό, το άλλο είναι « άϋλο » και «καθαρότατο». Επομένως, η θεολογία του αγίου Γρηγορίου συναντάται με την ερμηνεία του Μεγάλου Βασιλείου και μπορεί να θεωρηθεί ως προηγούμενο για μας για την κατανόηση του φωτός της μεταμόρφωσης και του φωτός του κενού τάφου και της ανάστασης. Αυτό το ίδιο φως πληροί την πνευματική μας πορεία και μεταμορφώνει τις υπάρξεις μας. Υπ’ αυτή την έννοια το φως της μεταμόρφωσης του σημερινού ευαγγελικού αναγνώσματος επιδέχεται βαθιά θεολογική προσέγγιση και δεν μας επιτρέπει μονοσήμαντες και αφελείς ερμηνείες.

017

Η πνευματική προοπτική της Μεταμόρφωσης

Η μεταμόρφωση, πέρα από ιστορικό γεγονός με βαθύτατη θεολογική σημασία, προβάλλεται και ως πρόταση για εμπειρία ζωής. Η εμπειρία αυτή δεν πρέπει να συσχετίζεται μόνο με το πρόσωπο του μεταμορφωθέντος Χριστού, αλλά να αναφέρεται και στην προσωπική ζωή όλων μας. Η θεία εμπειρία αποτελεί τον τύπο και το σταθερό σημείο αναφοράς για μας. Ακριβώς, όπως η εμπειρία αυτή, καθαρά πνευματικής φύσεως, χαρακτήρισε αρχικά τους μαθητές του Κυρίου και στη συνέχεια όλο το λαό που παρίσταται στο θαύμα, ως συνέχεια και επακόλουθο του γεγονότος της μεταμόρφωσης.

Ο Χριστός με τη μεταμόρφωση έδειξε στον κόσμο το αληθινό του πρόσωπο και το μυστήριο της παρουσίας του. Δεν είναι μόνο άνθρωπος, είναι και Θεός. Προσέλαβε την κτισ τή ανθρώπινη φύση. Όμως στη μεταμόρφωση φάνηκε και η άκτιστη θεία λαμπρότητα και δόξα του. Στον κόσμο μας παρουσιάσθηκε ως ανθρώπινη και θεία παρουσία. Η προαιώνια θεία φύση του εισέρχεται στον κόσμο και ενανθρωπίζεται . Το άκτιστο συναντά και προσλαμβάνει τον κτιστό άνθρωπο και τον θεώνει . Αυτό είναι ένα αρχικό αλλά βαθύτατα ουσιαστικό στοιχείο του γεγονότος της μεταμόρφωσης.

Ως συνέπεια αυτού του γεγονότος έχουμε και τη συγκλονιστική εμπειρία των μαθητών του Κυρίου. Και η εμπειρία αυτή δεν ήταν τυχαία. Η συγκλονιστική εντύπωση τους και η ελκτικότητα του γεγονότος ήταν τόσο ισχυρή που εκφράζουν αμέσως την επιθυμία τους η εμπειρία αυτή να είναι διαρκείας και να τους συνοδεύσει σε όλη τους τη ζωή. Αυτό ακριβώς εκφράζει η πρόταση τους να φτιάξουν σκηνές και να παραμείνουν στο Θαβώρ, βιώνοντας αδιάκοπα την εμπειρία της μεταμόρφωσης. Δεν γνωρίζουμε επακριβώς το περιεχόμενο αυτής της εμπειρίας τους. Ο Ευαγγελιστής δεν μας περιγράφει δυστυχώς τι εσήμαινε για τους μαθητές η κορυφαία εκείνη στιγμή της μεταμόρφωσης του Κυρίου. Αυτό όμως που γνωρίζουμε είναι η αρχική συγκλονιστική τους εντύπωση και ότι οι ίδιοι άρχισαν να γεύονται τους εσχατολογικούς καρπούς της μεταμόρφωσης στην προσωπική τους ζωή.

Η μεταμόρφωση, επομένως, στην πνευματική διάσταση δεν πρέπει να ερμηνεύεται και να κατανοείται ως ατομικό γεγονός, που άφορα μόνο στο πρόσωπο του Ιησού . Και ούτε ακόμη περιοριστικά και επιλεκτικά, ωσάν να αναφέρεται μόνο σε τρεις εκλεκτούς μαθητές και σε δύο

αποκαλυπτικές μορφές του παρελθόντος. Είναι ένα γεγονός καθολικής σημασίας. Αρχικά ξεκινάει από τον Κύριο, συνεπαίρνει στη συνέχεια τους τρεις μαθητές, προεκτείνεται προς τους Δώδεκα και δι’ αυτών φτάνει σε όλο τον κόσμο και σε όλη την κτίση. Έτσι, κατά συνέπεια, δικαιούμαστε να ομιλούμε για τη μεταμόρφωση του ανθρώπου και του κόσμου, της φύσης και της κτίσης, για τη μεταμόρφωση όλης της δημιουργίας, είτε υλικής είτε πνευματικής.

015

Σχέση της Μεταμόρφωσης με το θαύμα

Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος σχετίζει το γεγονός της μεταμόρφωσης με το θαύμα της θεραπείας ενός υιού που «σεληνιάζεται και κακώς πάσχει». Ενώ οι τρεις μαθητές επιμένουν για μια μόνιμη κατοίκηση στο Θαβώρ και ουσιαστικά για «ιδιοποίηση» του γεγονότος της μεταμόρφωσης, ο μεταμορφωθείς Κύριος τους λέει ότι πρέπει να κατέβουν κάτω στην κοιλάδα, όπου οι υπόλοιποι μαθητές και ο λαός. Εκεί κάτω όλοι αναμένουν όχι μόνο ν’ ακούσουν το κήρυγμα από τον Διδάσκαλο, αλλά και να γευθούν τους θαβώριους καρπούς της μεταμόρφωσης.

Γνωρίζουμε από τη σχετική ευαγγελική διήγηση, ότι κατά τη διάρκεια του γεγονότος της μεταμόρφωσης ένας πατέρας έχει μεταφέρει τον άρρωστο γιο του και οι μαθητές προσπαθούν να τον θεραπεύσουν χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Όλοι και όλα βρίσκονται σε αδιέξοδο. Η πίστη παραμένει ανενεργός, η δύναμη των μαθητών δεν είναι αποτελεσματική και το θαύμα δεν τελεσιουργείται . Και αυτό οφείλεται στο γεγονός της «απουσίας» του Κυρίου, αφού «άνευ αυτού ου δύνασθε ποιήσαι ουδέν». Η μεταμόρφωση δεν είναι μια μαγική λέξη, αλλά ενεργός δύναμη πίστεως που τελεσιουργεί το θαύμα.

019

Ένας μεγάλος ζωγράφος της Αναγέννησης έχει ζωγραφίσει τον πίνακα της μεταμόρφωσης σε δύο εντυπωσιακά πλάνα. Στο επάνω μέρος με χρώματα ζωηρά και φωτεινά παρουσιάζεται ο κόσμος της μεταμόρφωσης. Στο κάτω πλάνο βρίσκεται η κοιλάδα του κλαυθμώνος , η οδυνηρή και αδιέξοδη ζωή των ανθρώπων. Ένας κόσμος χωρίς φως και ελπίδα. Ο επάνω κόσμος φωτεινός, ο κάτω σκοτεινός. Ο κόσμος του Ιησού και της μεταμόρφωσης από το ένα μέρος και από το άλλο ο κόσμος ο δικός μας, της παραμόρφωσης και της ασθένειας. Οι δύο αυτοί κόσμοι, κατά την ευαγγελική περικοπή, πρέπει να γίνουν ένας. Και κρίκος σύνδεσης των δύο αυτών κόσμων είναι ο ενανθρωπήσας και μεταμορφωθείς Κύριος. Αυτός ενοποιεί τον Θεό και τον άνθρωπο, τον ουρανό και τη γη. Το θαύμα τελεσιουργείται μόνο κάτω από το φως της μεταμόρφωσης.

Σ’ αυτή την προσέγγιση για την κατανόηση της μεταμόρφωσης ως λειτουργίας ζωής και για την πραγματοποίηση του θαύματος στην προσωπική μας πορεία, έχουμε τα εξής πνευματικής φύσεως στοιχεία. Μεταμόρφωση σημαίνει μετάνοια και αλλαγή πορείας. Σημαίνει ανάβαση στο Θαβώρ και κοινωνία μετά του Ιησού. Η μεταμόρφωση συνδέεται άμεσα και ουσιαστικά με την παρουσία του Κυρίου. Το ίδιο συμβαίνει και με το θαύμα, που έρχεται ως επακόλουθο της μεταμόρφωσης. Το θαύμα δεν τελεσιουργείται απόντος του Χριστού. Για να πραγματοποιηθεί το θαύμα ανάγκη είναι το γεγονός της μεταμόρφωσης να μεταφερθεί από το θαβώριο ύφος στην ιστορική πραγματικότητα της ζωής των ανθρώπων. Κατανοείται, έτσι, γιατί ο Κύριος καλεί τους μαθητές να κατέβουν και να πορευθούν προς το λαό, ενώ οι μαθητές επιμένουν να κατασκηνώσουν εκεί ψηλά σε μια εξωιστορική πραγματικότητα. Μόνο όταν εισέλθει στην ιστορία και κοινωνήσει με τους ανθρώπους ο μεταμορφωθείς Χριστός τότε συντελείται το θαύμα.

Το θαύμα επιφέρει την ίαση και τη θεραπεία, στην ουσία όμως είναι γεγονός μεταλλαγής και μεταμόρφωσης. Το θαύμα είναι η αποκατάσταση στο «κατά φύσιν ». Η υγεία και η αρετή είναι το κατά φύσιν του ανθρώπου. Η ασθένεια και η αμαρτία είναι το «παρά φύσιν ». Η φθορά και ο θάνατος είναι έξω από τη φύση της δημιουργίας. Το θαύμα ουσιαστικά συνιστά τη φύση της ζωής. Ζωή κατά κυριολεξία είναι υγεία, μα πάνω από όλα είναι κάλλος και ωραιότητα. Αυτό ακριβώς πραγματοποιείται και με τη μεταμόρφωση. Η μεταμόρφωση είναι λάθος να κατανοείται μόνο ως γεγονός υπερφυσικό και κατ’ επέκταση ως ανέφικτο για την παρούσα ιστορική μας ζωή. Η μεταμόρφωση είναι κατ’ ουσίαν λειτουργία ζωής και πραγματώνεται διαρκώς στο παρόν και στη ζωή, όπως ακριβώς φανερώθηκε με τη μεταμόρφωση του Κυρίου στο όρος Θαβώρ.

Κείμενα:Γεωργίου Πατρώνου-π.Δ.Α

ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΚΥΠΡΙΑΚΟ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η αισιοδοξία μακραίνει τη ζωή!

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Αυγούστου, 2013

Δεν είναι κάτι που απλώς υποψιαζόμαστε. Τώρα το επιβεβαιώνουν οι μεγαλύτερες επιστημονικές έρευνες εμείς οι ίδιοι, με την προσωπικότητά μας προσθέτουμε ή αφαιρούμε χρόνια από τη ζωή μας!
Η πεποίθηση ότι ο καθένας κρύβει μέσα του τον γιατρό του όχι μόνον κερδίζει συνεχώς έδαφος, αλλά αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις της νέας χιλιετίας στο χώρο της Υγείας.
Να τι λένε οι επιστήμονες
Η αισιοδοξία, η δυνατότητα προσαρμογής, το μαχητικό πνεύμα και η αντοχή, η ικανότητα έκφρασης των συναισθημάτων, ο αλτρουισμός εξασφαλίζουν μακροζωία, όταν συνοδεύονται από έναν υγιεινό τρόπο ζωής με φυσική άσκηση, σωστή διατροφή, χωρίς κάπνισμα.
Η απαισιοδοξία, η χρόνια επιθετικότητα, η αίσθηση ανικανότητας, ο συνεχής και παρατεταμένος θυμός, το χρόνιο άγχος και η ανησυχία αποδυναμώνουν το ανοσοποιητικό μας σύστημα.
Ας αρχίσουμε λοιπόν, να δημιουργούμε τα ατομικά μας αποθέματα υγείας με τη στάση μας απέναντι στη ζωή. Το μέλλον προβλέπεται συναρπαστικό, στο χέρι μας είναι να το ζήσουμε.
Πηγή ‘Καθημερινή’
http://elafosdorkas.blogspot.gr/2013/07/blog-post_18.html#more

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Περί λύπης (Άγιος Νείλος).

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Αυγούστου, 2013

Τα ασκητικά συγγράμματα δεν είναι μόνο για τους μοναχούς. Είναι για κάθε χριστιανό που ποθεί να ζήσει την πνευματική ζωή, στην οποία έχει κληθεί. Μπορούμε από αυτά, να πάρουμε πολλά πράγματα και για μας, τα οποία θα μας βοηθήσουν στην εν Χριστώ πορεία μας. Είτε κάποιος είναι μοναχός, είτε κληρικός, είτε λαϊκός, ο σκοπός είναι κοινός· η κάθαρση από τα πάθη, και ο αυξανόμενος φωτισμός, για την ομοίωση του Θεού. Παρακάτω, ο άγιος Νείλος, αναφέρεται στην λύπη.
 «Όταν το πονηρό πνεύμα της λύπης κυριεύσει την ψυχή, παραλύει όλη τη δύναμη και την καρτερικότητά της, την σκοτίζει, την ρίχνει κάτω και την καταποντίζει τελείως, κι όπως ο σκόρος τρώει το ρούχο και το σαράκι το ξύλο, την μασάει και την πνίγει, και δεν εννοεί να δεχτεί την παραμικρή παράκληση. Γιατί, γεμίζοντάς την με κάθε  πικρία, την κάνει να αποστρέφεται κάθε ευχαρίστηση, να παραμελεί, να παραλύεται, και να παραιτείται από όλα. Και έτσι με την αφροντισιά την κυριεύει ο δαίμονας.
Εμείς όμως πρέπει να αγωνιστούμε εναντίον της λύπης με την προσευχή και τηνελπίδα στον Θεό, την ανάγνωση των Θείων Γραφών και τη συναναστροφή και συζήτηση με ευλαβείς ανθρώπους.
Την κατά Θεόν λύπη όμως, για τα αμαρτήματα που κάνουμε και για το ότι δείχνουμε οκνηρία και εξοργίζουμε τον Θεό, πρέπει να την ασκούμε περισσότερο. Γιατί αυτή, αντίθετα με την άλλη, μας παρακινεί στην εφαρμογή των αρετών και μας κάνει πρόθυμους στην εκτέλεσή τους.
Αυτός που έχει πυρετό, δεν γνωρίζει τι γεύση έχει το μέλι, ούτε ο λυπημένος μοναχός την πνευματική ηδονή. Η λύπη είναι σαράκι της καρδιάς, που σύρει προς τον εαυτό της και περισπά τον νου. Ο λυπημένος δεν κινεί τον νου του στην θεωρία, ούτε αναπέμπει καθαρή προσευχή. Γιατί η λύπη είναι εμπόδιο κάθε κατορθώματος. Η λύπη χωρίς τα πάθη δεν έχει δύναμη. Διότι η λύπη είναι έλεγχος των παθών που δεν διαψεύδεται. Όποιος λοιπόν είναι κύριος των παθών του, είναι και κύριος της λύπης.
Ο ίκτερος αφαιρεί τη αίσθηση του σώματος, ενώ η λύπη αφαιρεί την αίσθηση της ψυχής. Αυτόν που δεν τον νίκησε η κοσμική ηδονή, δεν μπορεί ούτε η λύπη να τον νικήσει. Ξεφεύγοντας δηλαδή εκείνην, δεν κρατείται ούτε από αυτήν.
Το δηλητήριο της οχιάς, όταν δίδεται με μέτρο, αχρηστεύει τα δηλητήρια των άλλων θηρίων, όταν όμως πίνεται χωρίς μέτρο, σκοτώνει και αυτόν που το πίνει.
Ο δαίμονας της λύπης, όταν επιτίθεται μέτρια, εξαφανίζει τις φιληδονίες που υποβάλλονται από τους άλλους δαίμονες, όταν όμως επιτεθεί ορμητικότερα, καταποντίζει την άθλια ψυχή.
Το αδοκίμαστο χρυσάφι το καθαρίζει το χωνευτήρι, και την μολυσμένη καρδιά η κατά Θεόν λύπη.
Τα πολλά ξύλα καταπνίγουν την φλόγα, και η υπερβολική λύπη ξηραίνει το δάκρυ, κάνοντας την ψυχή καπνώδη και σκοτεινή».
(Έργα Αγίου Νείλου, Τ. Φ 11Β, σελ. 443- 445).

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι είναι προσκύνηση; Ποιοι οι τρόποι της; (Αγ. Ιωάννη Δαμασκηνού).

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Αυγούστου, 2013

Παρακάτω, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, κάνει μια μικρή ανάλυση για τους τρόπους της προσκύνησης.
 
Ου προσκυνώ τη ύλη, προσκυνώ δε τον της ύλης δημιουργόν, τον ύλη δι’ εμέ γενόμενον
«Η προσκύνηση λοιπόν είναι σημείο υποταγής, δηλαδή υποβιβασμού και ταπεινώσεως. Υπάρχουν πολλοί τρόποι προσκυνήσεως. Πόσοι τρόποι προσκυνήσεως υπάρχουν;
Πρώτος τρόπος προσκυνήσεως είναι εκείνος που γίνεται κατά τη λατρεία. Την προσκύνηση αυτή την προσφέρουμε μόνο στον από τη φύση του προσκυνητό Θεό, και γίνεται με διάφορους τρόπους. Πρώτα κατά τον τρόπο της δουλείας, γιατί τον προσκυνούν όλα τα κτίσματα, όπως οι δούλοι τον δεσπότη, γιατί λέει: ‘’τα σύμπαντα δούλα σα’’ (Ψαλμός 118, 91). Και τον προσκυνούν άλλοι εκούσια, και άλλοι ακούσια. Άλλοι δηλαδή τον προσκυνούν εκούσια με επίγνωση, όπως οι ευσεβείς, ενώ όσοι έχουν επίγνωση αυτού και χωρίς να θέλουν να προσκυνούν ακούσια όπως οι δαίμονες· άλλοι πάλι χωρίς να γνωρίζουν τον κατά φύση θεό, προσκυνούν ακούσια αυτόν που αγνοούν.
Δεύτερος τρόπος προσκυνήσεως είναι εκείνος που γίνεται από θαυμασμό και πόθο, και κατά τον τρόπο αυτόν προσκυνούμε μόνο τον Θεό για τη φυσική του δόξα, γιατί είναι ο μόνος δοξασμένος, χωρίς να έχει τη δόξα από κανέναν άλλο, και είναι ο ίδιος αίτιος κάθε δόξας και κάθε αγαθού, φως ακατάληπτο, γλυκασμός ασύλληπτος, κάλλος απρόσμενο, άβυσσος αγαθότητας, σοφία ανεξιχνίαστη, δύναμη απειροδύναμη, μόνος άξιος να θαυμάζεται για τον εαυτό του και να προσκυνείται και να δοξάζεται και να ποθείται.
Τρίτος τρόπος είναι εκείνος που γίνεται από ευχαριστία, για τα αγαθά που συμβαίνουν για χάρη μας, γιατί όλα τα όντα οφείλουν να ευχαριστούν τον Θεό και να του προσφέρουν διαρκή προσκύνηση, αφού όλα από αυτόν έχουν την ύπαρξή τους και σ’ αυτόν συγκροτούνται και σε όλα μεταδίδει άφθονα τις δωρεές του, και χωρίς να ζητούν, και θέλει όλοι να σωθούν και να μετέχουν στην αγαθότητά του και μακροθυμεί για μας όταν αμαρτάνουμε, ανατέλλει τον ήλιο σε δικαίους και αδίκους και βρέχει σε πονηρούς και αγαθούς, και ότι ο Υιός του Θεού για μας έγινε ό,τι είμαστε και μας έκανε κοινωνούς θείας φύσεως, γιατί ‘’όμοιοι αυτώ εσόμεθα’’, όπως λέει ο Ιωάννης ο Θεολόγος στην καθολική επιστολή του.
Τέταρτος τρόπος είναι εκείνος που γίνεται από ένδεια και ελπίδα ευεργεσιών, κατά τις οποίες, έχοντας επίγνωση ότι χωρίς αυτόν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, ή να αποκτήσουμε κάποιο αγαθό, τον προσκυνούμε ζητώντας από αυτόν ο καθένας αυτό που αισθάνεται ότι του λείπει και το οποίο ποθεί, και να σωθεί από τα κακά και να επιτύχει τα αγαθά.
Πέμπτος τρόπος προσκυνήσεως είναι ο τρόπος της μετάνοιας και της εξομολογήσεως, γιατί όταν αμαρτάνουμε προσκυνούμε και προσπίπτουμε στο Θεό παρακαλώντας ως δούλοι ευγνώμονες να συγχωρηθούν τα σφάλματά μας. Και αυτός ο τρόπος είναι τριπλός, γιατί , ή από αγάπη λυπάται κάποιος, ή για να μη χάσει τις ευεργεσίες του θεού, ή επειδή φοβάται τις τιμωρίες. Έτσι, ο πρώτος τρόπος γίνεται από ευγνωμοσύνη και πόθο για τον ίδιο το Θεό και από υιική διάθεση, ο δεύτερος από διάθεση συμφεροντολογική, και ο τρίτος από διάθεση δουλική».
(Απόσπασμα από τον Γ’ λόγο περί των εικόνων, έργα αγίου Ι. Δαμασκηνού, ΕΠΕ 3, σελ. 243- 247). 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΟΙΚΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΠΡΩΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Αυγούστου, 2013

 
Δεν γνωρίζουμε πολλά για την αρχιτεκτονική διαμόρφωση των αρχαίων Χριστιανικών Εκκλησιών. Διότι ως γνωστόν, λόγω των διωγμών που υφίστατο ο Χριστιανισμός από την Ρωμαϊκή εξουσία, οι Χριστιανοί εύρισκαν καταφύγιο σε υπόγειους χώρους κάτω από τη γη, τις λεγόμενες κατακόμβες (κατά + κύμβη = τάφος), οι οποίες δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά υπόγεια Ρωμαϊκά νεκροταφεία. Συγκεντρώνονταν όμως σ’ αυτές, ορισμένες μέρες, όχι για να τελέσουν την συνήθη λατρεία δηλαδή την Θεία Ευχαριστία, όπως νομίζουν πολλοί, αλλά προς τιμή ενός ή περισσοτέρων μαρτύρων…
     Οι συγκεντρώσεις αυτές ονομάσθηκαν Εκκλησίες από την σημασία της αρχαίας λέξεως την Εκκλησία του Δήμου, την κύρια δημοκρατική συνέλευση της πόλης – κράτος των Αθηνών που πραγματοποιούνταν στο λόφο της Πνύκας, στην Αγορά ή στο Θέατρο του Διονύσου. Ο Παύλος ήδη χαιρετίζει στις επιστολές του τις «κατ’ οίκον» Εκκλησίες: «Χαιρετήστε την Πρίσκιλλα και τον Ακύλα, τους συνεργάτες μου εν Χριστώ Ιησού, οι οποίοι χάριν της ζωής μου κινδύνευσαν να αποκεφαλισθούν και τους οποίους όχι μόνο εγώ ευχαριστώ αλλά και όλες οι Εκκλησίες των Εθνών. Χαιρετήστε επίσης την Εκκλησία του σπιτιού τους» Επιστολή προς Ρωμαίους 16:5.  Οι οικίες όμως, που πραγματοποιούνταν οι  συγκεντρώσεις – Εκκλησίες, δεν ανήκαν όπως είναι φυσικό και λογικό σε φτωχούς πιστούς διότι υπήρχε προφανώς έλλειψη χώρου, αλλά σε πλούσιους και ευκατάστατους Χριστιανούς, οι οικίες των οποίων μπορούσαν να στεγάσουν τις πρώτες δεκάδες των πιστών του Χριστιανισμού.
     Από τις πρώιμες πηγές που έχουμε, οι οποίες δεν είναι άλλες από το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων, φαίνεται πως οι συγκεντρώσεις της πρώτης Εκκλησίας γίνονταν στο ανώγειο (υπερώο) των ιδιωτικών οικιών: «Και κάθε μέρα προσήρχοντο όλοι με μια ψυχή στο ναό, έκοβαν τον άρτο εις τις οικίες τους,και έτρωγαν με αγαλλίαση και απλότητα καρδιάς, δοξολογούντες τον Θεό και αγαπώμενοι από όλο το λαό.» Πράξεις των Αποστόλων 2:46. Οι ιδιωτικές αυτές οικίες, όπως ήταν φυσικό, ήταν κατά τόπους διαφόρων τύπων. Στην Συρία και την Παλαιστίνη οι οικίες ήταν μονώροφοι, από πάνω δε, είχαν ανώγειο στο οποίο μπορούσε να ανέλθει κάποιος από εξωτερική σκάλα. Στη Μικρά Ασία, Ελλάδα και Μεσοποταμία επικρατούσε ο Ελληνιστικός τύπος οικίας που έφερε αίθριοδηλαδή υπαίθριο χώρο που είχε κίονες, οι οποίοι συγκρατούσαν υπόστεγα. Απέναντι του αίθριου υπήρχε η καλύτερη αίθουσα της οικίας, που ονομάζοντανανδρών.
     Σ’ αυτές τις οικίες συγκεντρώνονταν οι Χριστιανοί το βράδυ για το κήρυγμα, την κοινή προσευχή και τα κοινά δείπνα τις περίφημες «αγάπες», επιβίωσις των οποίων είναι η σημερινή αρτοκλασία. Αλλά, όταν, περί τα τέλη του 2ου αιώνα, οι Χριστιανικές κοινότητες πολλαπλασιάστηκαν, παρέστη η ανάγκη δημιουργίας ιδιαίτερου χώρου για την λατρεία. Αυτό έγινε και για ένα επιπλέον λόγο. Επειδή όλα αυτά γίνονταν σε ιδιωτικούς χώρους, υπήρχαν ανάμεσα στους πιστούς και αιρετικοί που με τη στάση τους δημιουργούσαν προβλήματα. Έτσι κατεβλήθει η προσπάθεια να συνέρχονται οι Χριστιανοί σε χώρους αναγνωρισμένους και ελεγχόμενους από την Εκκλησία, προς αποφυγή αταξιών.
     Ο χώρος όμως αυτός τον 2ο αιώνα μ.Χ. δεν ήταν κάποιος ιδιαίτερος ναός που είχε κτιστεί αποκλειστικά γι’ αυτό το σκοπό δηλαδή αναφορικά με τα της θείας λατρείας, αλλά κάποια αίθουσα που είχε παραχωρηθεί από κάποιο πλούσιο ιδιώτη ή την κοινότητα, η οποία όμως ήταν μόνιμα παραχωρημένη για λατρευτικούς σκοπούς, όπως μας πληροφορεί και ο Ωριγένης: «ο σταθερός χώρος ο οποίος αποτελεί την συγκέντρωση των επί τω αυτώ πιστευόντων …» Περί Ευχής 31:6. Αλλά και οι Κλημέντιες Αναγνωρίσεις, γράφουν για την καθιέρωση σε Εκκλησία της κατοικίας του Χριστιανού Θεόφιλου.
     Περί το 200 μ.Χ. ο κοινός αυτός χώρος που προορίζεται αποκλειστικά για τη λατρεία ονομάσθηκε «Εκκλησία» – όπως μας πληροφορεί ο Τερτυλλιανός – με την έννοια πλέον όχι της συγκέντρωσης, αλλά του χώρου στον οποίον λάμβανε χώρα η συγκέντρωση. Άλλες ονομασίες που χρησιμοποιήθηκαν για το χώρο αυτό είναι και οι παρακάτω: «Κυριακόν» από το Κύριος ή «Dominicum» από το Λατινικό Dominus= Κύριος, όπως μας παραδίδει ο Κυπριανός, «domus dei» = οίκος του Θεού, σύμφωνα με τον Ιππόλυτο, αλλά και «οίκος Κυρίου» και τέλος ως «sacraria» = ιερά όπως καλεί την Εκκλησία ο Μινούκιος Φήλιξ. Μορφολογικά οι Εκκλησίες αυτές (Ναοί) δεν διέφεραν σε τίποτα, από τις υπόλοιπες αστικές οικίες, δεν είχαν δηλαδή οικοδομηθεί με κάποιο  ιδιαίτερο ρυθμό = τρόπο ή δεν έφεραν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά με σκοπό να ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα κτίσματα, για λόγους καθαρά ασφαλείας των Χριστιανών. Οι οίκοι αυτοί γνωρίζουν ευρύτατη εξάπλωση τον  3ο αιώνα μ.Χ.
     Τέτοιου είδους οίκος είναι και ο ανακαλυφθείς εις την περιοχή Δούρα – Ευρωπός, ο οποίος χρονολογείται από το 250 π.Χ., μετατραπείς από ιδιωτική οικία που ήταν σε Χριστιανικό ευκτήριο. Η Δούρα – Ευρωπός ήταν μια μικρή πόλη στα ακραία ανατολικά σύνορα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, κοντά στον ποταμό Ευφράτη, στην εξελληνισμένη Μεσοποταμία, που κατοικήθηκε από Πέρσες επιδρομείς το 256. Η παραπάνω, κατ’ οίκον Εκκλησία ανακαλύφτηκε από αρχαιολόγους του πανεπιστημίου Γέηλ (Yale) και της Academie des Inscriptions, μεταξύ του 1931 και 1932.
     Το κτίριο, που είναι κοντά σε μια Συναγωγή, έχει τη μορφή ρωμαϊκής κατοικίας με περιστύλιο, σε δυο ορόφους, με χώρους διαφόρων διαστάσεων, προορισμένους, στο μεν ανώτερο για κατοικίες, στο δε ισόγειο για τη Χριστιανική λατρεία. Υπάρχουν δυο ευρύχωρες αίθουσες, η πρώτη σαν τόπος λατρευτικής τέλεσης και η δεύτερη πιθανώς ήταν χώρος για τους κατηχουμένους, την τάξη δηλαδή των πιστών που δεν είχαν βαπτιστεί ακόμα, ενώ υπάρχουν και άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως το βαπτιστήριο κ.ά.        
     Ανάλογα κτίρια με αυτό στη Δούρα – Ευρωπό υπήρχαν και στη Ρώμη που αποκαλούνταν εκτός από «domus ecclesiae» (κατ’ οίκον Εκκλησία) και tituli. Οι ρωμαϊκοί tituli, που πήραν την ονομασία τους από τις πινακίδες της εισόδου, με την ένδειξη του ιδιοκτήτη, ήταν ακίνητα με περισσότερα επίπεδα και πολυάριθμα διαμερίσματα. Σύμφωνα με το Liber Pontificatis, είναι γνωστή η παρουσία στη Ρώμη είκοσι πέντε tituli, που δραστηριοποιούνταν τον 2ο αιώνα μ.Χ. και που υφίσταντο και τον 4ο αιώνα μ.Χ., με ικανό αριθμό κληρικών, που ήταν διανεμημένοι σε καθένα από αυτούς.
     Αρχαιολογικές έρευνες έχουν επιβεβαιώσει τις πρώτες τοπο – ονομαστικές ενδείξεις, που εξάγονται από τις φιλολογικές πηγές, όπως είδαμε και πιο πάνω, για την ύπαρξη κατ’ οίκον Εκκλησιών τον 2ο  και 3ο αιώνα μ.Χ. (τοίχοι και ίχνη ανακατασκευών), κάτω από τις παλαιοχριστιανικές βασιλικές του San Clemente,Sant Anastasia και Santi Giovani e Paolo. Κάτω από τη σημερινή Εκκλησία τωνSanti Silvestro e Martino ai Monti της ρωμαϊκής πρωτεύουσας έχει αποκαλυφθεί ο πιθανός titulus equitii. Οι ίδιες αποκαλύψεις έγιναν επίσης κάτω από τις σημερινές κατασκευές των παλαιοχριστιανικών βασιλικών Ρώμης San Crisogono,Santa Sabina, Santa Susana, San Sistro κ.λ.π.
     Η στέγαση της Εκκλησίας σε ιδιωτικούς οίκους μέχρι και τον 3ο αιώνα μ.Χ. μας επιτρέπει να συμπεράνουμε, πως η εξωτερική διαμόρφωση της Θείας Λειτουργίας δεν είχε ακόμη συντελεσθεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως τα πενήντα τόσα έτη, που μεσολάβησαν από το διωγμό του αυτοκράτορα Δεκίου 250 μ.Χ. μέχρι του Διοκλητιανού 303 μ.Χ., υπήρξαν ευεργετικά για την ναοδομία. Κατά το διάστημα αυτό οικοδομήθηκαν αρκετές Εκκλησίες, συμπέρασμα στο οποίο οδηγούμαστε από τα λεγόμενα του πατέρα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Ευσέβιο Καισαρείας, ο οποίο περιγράφοντας τους διωγμούς επί εποχής Διοκλητιανού αναφέρει, πως οι Χριστιανοί «δεν αρκούνταν καθόλου στα οικοδομήματα που είχαν γίνει παλιά, αλλά σε μεγάλη κλίμακα σε κάθε πόλη από τα θεμέλια έχτιζαν Εκκλησίες» Εκκλησιαστική Ιστορία Η΄ 1. Αλλά και ο Λακτάντιος Νικομήδειας μας πληροφορεί πως τον 3ο αιώνα μ.Χ. ο Διοκλητιανός είχε δει μια μεγάλη Εκκλησία από το ανάκτορό του στο Σπλιτ της Δαλματίας. Ομοίως και ο Γρηγόριος Νύσσης, αφηγούμενος τον Βίο του Γρηγορίου του Θαυματουργού, μαθητή του Ωριγένη, μιλάει πως ήταν κατασκευαστής μιας μεγάλης Εκκλησίας στην Νεοκαισάρεια του Πόντου, μαζί με τα μέλη της κοινότητας, τα οποία συμμετείχαν στην ανοικοδόμηση με προσφορές και χειρωνακτική εργασία. Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία πως τον 3ο αιώνα μ.Χ. μεταβαίνομε από την κατ’ οίκον Εκκλησία στην αυτοτελή Εκκλησία, ιδιαίτερα την δεύτερη πεντηκονταετία του 3ου αιώνα μ.Χ.
     Κατά την περίοδο αυτή υπάρχουν οι προϋποθέσεις, οι οποίες επέδρασαν στην ανέγερση ιδίων Εκκλησιών, με ιδιαίτερα πλέον χαρακτηριστικά, που δεν είναι άλλα από του ρυθμού της βασιλικής.
     Εν πρώτοις οι «αγάπες», λόγω των ατασθαλιών που συνέβαιναν μέσα σ’ αυτές και της κατάργησης από τους Ρωμαίους των νυκτερινών συναθροίσεων, καταργήθηκαν. Αντί γι’ αυτές εισήχθησαν  κατά το πρωί της Κυριακής η τέλεση της Θείας Ευχαριστίας επάνω σε ξύλινο κατ’ αρχάς τραπέζι, μετέπειτα δε σταθερό και ακίνητο. Ακολούθως ο κλήρος κατέλαβε το λεγόμενο ιερό Βήμα, το οποίο χωρίστηκε με κάγκελα ή καταπέτασμα από το υπόλοιπο κτίριο. Η τάξη των πιστών έμενε στη μέση του Ναού, στο οποίο τοποθετήθηκε και ο άμβωνας, η δε τάξη των κατηχουμένων κατέλαβε το τελευταίο εναπομείναν τμήμα αυτού.
     Τα τελευταία χρόνια βρέθηκαν ναοί της περιόδου αυτής, οι οποίοι συμφωνούν με τα ανωτέρω εκτεθέντα και δια των οποίων μαθαίνουμε την μορφή των Εκκλησιών αυτών. Είναι οι δύο βασιλικές της Ακυληίας, που βρίσκεται στη βόρεια Αδριατική, τις οποίες ανέσκαψε ο Gnirs (1918) και τα δύο ιερά του Σάλωνα της Δαλματίας, τα οποία ερεύνησε ο Δανός αρχαιολόγος Dyggve.      
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Κωνσταντίνου Καλοκύρη: Εισαγωγή στη Χριστιανική και Βυζαντινή Αρχαιολογία (Η Τέχνη Ανατολής & Δύσεως) 
Κωνσταντίνος Χαραλαμπίδης: Η Χριστιανική Τέχνη στους τρεις πρώτους αιώνες. Συλλογικός Τόμος «Ιστορία της Ορθοδοξίας, οι απαρχές του Χριστιανισμού.»

Ιωάννη Αναστασίου: Εκκλησιαστική Ιστορία

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Αυγούστου, 2013

Ο Ορφέας Χριστός
Η ανάγκη του ανθρώπου να επικοινωνήσει με το θείο, να το νιώσει κοντά του και να το ευχαριστήσει, υπάρχει από τη πρώτη στιγμή της ύπαρξης του και εκφράστηκε όχι μόνο μέσω της λατρείας και της προσευχής, αλλά και μέσω της τέχνη
Έτσι ο άνθρωπος όλων των εποχών και όλων των θρησκειών, δημιούργησε έργα τέχνης άξια θαυμασμού, όπως τα τεράστια Ζιγκουράτ (είδος πυραμίδων) στην Αρχαία Μεσοποταμία, το Ναό του Σολομώντα στο Ισραήλ, το Παρθενώνα στην Αρχαία Ελλάδα, το Ταζ Μαχάλ στην Ινδία και έναν ακόμα ατέλειωτο κατάλογο κάθε μορφής και κάθε είδους τέχνης….
Ακόμα και όταν κάποιες μορφές της τέχνης θεωρούνται απαγορευμένες από το θρησκευτικό πιστεύω του ανθρώπου, αυτός μηχανεύεται τρόπους να ξεπεράσει αυτή την απαγόρευση ή δημιουργεί νέου είδους καλλιτεχνήματα μένοντας πιστός σ’ αυτή την απαγόρευση. Έτσι π.χ. όταν ο Μουσουλμάνος καλλιτέχνης θέλει να απεικονίσει τον προφήτη του Μωάμεθ – κάτι που απαγορεύεται στον Ισλαμισμό – μηχανεύεται το εξής. Ζωγραφίζει ολόκληρο τον προφήτη Μωάμεθ, αλλά τη θέση του προσώπου την αφήνει κενή. Αλλά και η απαγόρευση απεικόνισης του θείου δεν στέκεται εμπόδιο να εκφράσει τη τέχνη του και δημιουργεί τα περίφημα«αραβουργήματα» που στολίζουν τα τζαμιά και τα τεμένη του.
Κατ’ όμοιο τρόπο και ο πρώϊμος Χριστιανισμός φοβούμενος να μην ολισθήσει στην ειδωλολατρία – αφού ως γνωστόν η πλειοψηφία των πιστών του προέρχονταν από αυτή – αποφεύγει να απεικονίσει το Θείο. Αλλά η επιθυμία του πιστού της εποχής εκείνης να εκφραστεί μέσω της Τέχνης είναι τόσο μεγάλη και τόσο αδήριτη που δεν μπορεί να την καταπνίξει με τίποτα και θέλει οπωσδήποτε να την εκφράσει. Έτσι καταφεύγει στα σύμβολα με τα οποία ζητεί να εκφράσει τα βαθύτερα νοήματα τη πίστης του. Γι’ αυτό άλλωστε και η ζωγραφική των συμβόλων αδιαφορεί για τον νατουραλισμό και την φυσικότητα που εκφράζεται μέσω των τριών διατάσεων και καταφεύγει στην απεικόνιση των μορφών διά ελαφρών κινήσεων θέλοντας ταυτοχρόνως να αναδείξει την ιδέα του υπερφυσικού κόσμου. Η καταφυγή του στα σύμβολα γίνεται και για ένα πρόσθετο λόγο. Πως με τα σύμβολα και την αλληγορία προσπαθεί να συγκαλύψει τις ιδέες της πίστης του οι οποίες εδιώκοντο την εποχή εκείνη από την ειδωλολατρία.
Τα πρωτοχριστιανικά αυτά σύμβολα ιστορούνταν συνήθως σε τρία μέρη. Είτε σε μεμονωμένους τάφους των πιστών, είτε στις χριστιανικές σαρκοφάγους – ορθογώνιες λάρνακες των νεκρών – είτε το κυριότερον όπου άλλωστε αναδεικνύονταν και ο πλούτος της ζωγραφικής στις περίφημες κατακόμβες.
Τριμερής υπήρξε επίσης και το θεματολόγιο των συμβόλων το οποίο ήταν ειλημμένο από τον Ελληνιστικό και ειδωλολατρικό κόσμο, την Παλαιά Διαθήκη και την Καινή Διαθήκη.
ΘΕΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΚΟ ΚΟΣΜΟ
Ο μύθος του έρωτα και της ψυχής. Η ψυχή παριστάνεται σαν πεταλούδα ο δε έρωτας σαν πτερωτό παιδί. Συμβολίζει τον πόθο της ένωσης στην μακαριότητα του Παραδείσου. Πολλές φορές απεικονίζονται ερωτευμένοι νέοι να συλλέγουν σταφύλια ή άνθη. Ο συμβολισμός είναι ο ίδιος.
Οι τέσσερις εποχές. Από τα πιο προσφιλή θέματα. Εικονίζονται με την μορφή τεσσάρων γυναικών που φέρουν στα κεφάλια τους: ρόδα η Άνοιξη, στάχυα το Καλοκαίρι, κλήματα το Φθινόπωρο, κλάδους ελαίας ο Χειμώνας. Η ηλικία τους είναι ανάλογη με την εποχή που αντιπροσωπεύουν. Συμβολίζουν την ζωή που προέρχεται από τον θάνατο.
Η περιστερά. Ένα από τα κορυφαία σύμβολα. Άλλοτε φέρει κλαδί ελιάς ή δάφνης στο ράμφος της συμβολίζοντας την ψυχική ειρήνη στον Παράδεισο. Όταν κάθεται σε αγγείο ή πετάει σε παραδεισιακό τοπίο συμβολίζει την αθωότητα των ψυχών, όσων πέθαναν για τον Χριστό. Άλλοτε εικονίζονται δύο ή παραπάνω περιστερές να κάθονται σε κύλικα – αρχαίο κύπελλο – να πίνουν νερό πουσυμβολίζει το νερό της ζωής.

Η περιστερά επί του κύλικος

Ο ταώς (παγώνι). Ένα ακόμη προσφιλές θέμα. Συμβολίζει την αθανασία της ψυχής.
Το ελάφι. Συμβολίζει την ψυχή που επιποθεί τον Κύριο.
Τα ειδυλλιακά τοπίαΠαριστάνονται με φυτά και άνθη και συμβολίζουν τον Παράδεισο.
Ο φοίνικας. Συμβολίζει τον Παράδεισο. Όταν ζωγραφίζονται κλαδιά του φοίνικασυμβολίζουν την νίκη κατά του θανάτου. Ο φοίνικας θεωρείται κατ’ εξοχήν δέντρο της ζωής και πολλές φορές απεικονίζονται γύρω του οι Απόστολοι με την μορφή προβάτων.
Το αμπέλι με τα κλήματα. Από τα πιο γνωστά θέματα. Συμβολίζει τον Χριστό και την Εκκλησία σύμφωνα και με τα λόγια του Χριστού «εγώ είμαι το αμπέλι και εσείς τα κλήματα».
Η ναυς (καράβι). Άλλοτε έχει κυβερνήτη τον Χριστό και συμβολίζει την Εκκλησία που την οδηγεί στον ασφαλή λιμένα της πίστης και άλλοτε τον Επίσκοπο με την ίδια σημασία.
Η άγκυρα. Σύμβολο της ελπίδας. Ανεστραμμένη υπονοεί τον Σταυρό του Κυρίου.
Ο ΙΧΘΥΣ (το ψάρι). Ίσως το πιο γνωστό σύμβολο των Χριστιανών μετά το Σταυρό.Συμβολίζει τον Χριστό και η ακροστιχίδα του σημαίνει την σωτηρία που προσφέρει ο Χριστός. Ι (Ιησούς) Χ(Χριστός) Θ(Θεού) Υ(Υιός) Σ(Σωτήρ). Ο ιχθύς συμβόλιζε και την Θεία Ευχαριστία, όπως και την έννοια του Βαπτίσματος. Οι πολλοί ιχθείςσυμβολίζουν τους πιστούς.

Το σύμβολο ΙΧΘΥΣ

Ο Σταυρός. Το «Κυριακό σημείο» κατά τον Κλήμη Αλεξανδρείας είναι το πιο αγαπημένο σύμβολο των Χριστιανών. Είναι το κατ’ εξοχή σύμβολο που δηλώνει και ορίζει τον Χριστιανισμό. Με το γράμμα Ρ στην κεραία του είναι το μονόγραμμα του Χριστού. Από τον Δ΄ αιώνα και μετά συμπλέκεται το μονόγραμμα του Χριστού με τα αποκαλυπτικά γράμμα τα Α – Ω. Τον ανευρίσκουμε τον Σταυρό και στις κατακόμβες ως ταυόμορφο με την μορφή Τ δηλαδή στο μέσο ονομάτων. Π.χ. AGATPE.
Ο Ορφέας: Ο μυθικός ήρωας Ορφέας ο οποίος όταν έπαιζε την λύρα του ημέρωνε τα άγρια θηρία συμβολίζει τον Χριστό που θέλγει με την διδασκαλία του και εξημερώνει τα θηρία των παθών μας.
Εκτός των ανωτέρω απεικονίσεων στις κατακόμβες ζωγραφίζονται – σε σχέση με τα εθνικά δείπνα – ουράνια δείπνα στα οποία παριστάνονται πρόσωπα να τρώνε και να πίνουν. Τα ουράνια αυτά δείπνα πρέπει να εκλαμβάνονται συμβολικά και όχι κυριολεκτικά, διότι αναπαριστούν την μακαριότητα των τεθνεώτων οι οποίοι απολαμβάνουν τον άρτον και τον ιχθύν (Χριστό). Τέτοιου είδους έχουμε στην κατακόμβη της Αγίας Πρισκίλλας, του Αγίου Καλλίστου κ.λ.π.
ΘΕΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ
Αρκετές σκηνές της διήγησης της Παλαιάς Διαθήκης και γνωστά πρόσωπα αυτής χρησιμοποιούνται από την πρωτοχριστιανική Τέχνη. Προσοχή όμως. Οι σκηνές και τα ιστορικά αυτά πρόσωπα δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ιστορικώς αλλά συμβολικώς.
Η πτώση των πρωτοπλάστων.
 Από τα αρχαιότερα θέματα της Χριστιανικής ζωγραφικής. Συμβολίζει την αμαρτία και την απομάκρυνση του ανθρώπου από τη σχέση του με το Θεό (Παράδεισο).

Ο Νώε στη κιβωτό. Έχει την έννοια της δεομένης ψυχής.
Η θυσία του Αβραάμ. Συμβολίζει την ψυχή που θα λυτρωθεί με την θυσία.
Ο Μωϋσής αγένειος χτυπώντας με το ραβδί του για να βγάλει νερό.Σύμβολο της λυτρωτικής δύναμης του νερού κατά το Βάπτισμα.
Η ανάληψη του προφήτη Ηλία. Συμβολίζει την προς τον Παράδεισο φορά της ψυχής. Αργότερα θα εικονίζει την ανάληψη του Κυρίου.
Οι τρείς παίδες εν τη καμίνω και ο προφήτης Δανιήλ ανάμεσα στα λιοντάρια. Σύμβολα λυτρώσεως της ψυχής.
Ο προφήτης Ιωνάς. Από τα πιο αγαπημένα θέματα. Η ζωή του ιστορείται σε τρεις ή τέσσερις σκηνές. Συμβολίζει την ανάσταση των νεκρών. Αργότερα θασυμβολίσει την Ανάσταση του Κυρίου.

 
Ο προφήτης Ιωνάς ρίχνεται στη θάλασσα

ΘΕΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ
Ο καλός Ποιμήν. Συμβολίζει τον Χριστό «εγώ είμαι ο καλός Ποιμένας» Ιωάννη 15:11 ο οποίος ψάχνει να βρει και να σώσει το χαμένο πρόβατο (αμαρτωλό). Αγαπημένο θέμα κυρίως στη Χριστιανική γλυπτική των κοιμητηρίων. Ενέπνευσε και τις νεκρώσιμες ακολουθίες όπου ψάλλεται «το απολωλός πρόβατο εγώ ειμί».

Ο Χριστός ως “Καλός Ποιμήν”

Ο Χριστός ως αμνός. Όταν απεικονίζεται ένας συμβολίζει τον Χριστόν, δύο τους κορυφαίους αποστόλους Πέτρο και Παύλο. Οι πολλοί τους πιστούς. Τα 12 πρόβατα ολόγυρα του αμνού, τους 12 Αποστόλους. Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος του 692 απαγορεύει με τον 82 κανόνα της την απεικόνιση του Χριστού ως αμνού. Παρίσταται πλέον με ανθρώπινο χαρακτήρα. Περίφημη είναι η παράσταση του Χριστού ως αμνού στο ψηφιδωτό του Αγίου Βιταλίου στη Ραβέννα.
Η Βάπτιση του Χριστού. Έχει την συμβολική έννοια της λυτρωτικής δύναμης του νερού κατά το Βάπτισμα.
Η θεραπεία του τυφλού. Συμβολίζει την σωτηρία δια του Ιησού, ο οποίος άνοιξε τα μάτια της ψυχής μας.
Η θεραπεία του Παραλυτικού. Ζωγραφίζεται σε δύο φάσεις. Ως άρρωστος και μετά την θεραπεία του από το Χριστό να σηκώνει το κρεβάτι του και να φεύγει.Συμβολίζει την απαλλαγή από την αμαρτία.
Η θεραπεία της αιμορροούσας. Ομοίως συμβολίζει την λύτρωση εκ της αμαρτίας.
Ο χορτασμός των πεντασχιλίων. Οι πέντε άρτοι συμβολίζουν την ευδαιμονία του Παραδείσου.
Ο Ιησούς και η Σαμαρείτιδα. Απεικονίζεται η Σαμαρείτιδα είτε να μεταφέρει το δοχείο με το νερό ή να σκύβει και να το αντλεί από το πηγάδι. Συμβολίζει την αιώνια ζωή δια του Χριστού.
Η ανάσταση του Λαζάρου. Ως γνωστόν η ανάσταση του Λαζάρου τι άλλο μπορεί να υποδηλώνει από την ανάσταση των νεκρών.
Ο Χριστός και οι Απόστολοι. Εικονίζεται ο Χριστός ένθρονος να παραδίδει το Ευαγγέλιο είτε σε όλους τους Αποστόλους είτε στους κορυφαίους Πέτρο και Παύλο. Συμβολίζει την διάδοση των λόγων του Χριστού δια μέσου των Αποστόλων.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Κωνσταντίνου Καλοκύρη: Εισαγωγή στη Χριστιανική και Βυζαντινή Αρχαιολογία (Η Τέχνη Ανατολής & Δύσεως)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ (6 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Αυγούστου, 2013

Μία από τις μεγάλες Δεσποτικές λεγόμενες εορτές είναι η Μεταμόρφωση του Κυρίου: εκεί που στο όρος Θαβώρ ο Κύριος, έχοντας πάρει μαζί Του τους «προκρίτους των μαθητών», τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, «μετεμορφώθη έμπροσθεν αυτών», δηλαδή το πρόσωπό Του έλαμψε σαν τον ήλιο, τα ενδύματά Του έγιναν λευκά σαν το φως, δίπλα Του φάνηκαν οι προφήτες Μωϋσής και Ηλίας, ενώ ακούστηκε άνωθεν, από τον ουρανό, η φωνή του Θεού Πατέρα, η οποία έλεγε «Ούτός εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, αυτού ακούετε». Όλη αυτή η θεοφάνεια, η οποία βεβαίως θυμίζει και το «σκηνικό» της Βάπτισης του Κυρίου, πραγματοποιήθηκε μέσα σε ένα νέφος το οποίο περιέλαμψε τους μαθητές, οι οποίοι μη αντέχοντας το θέαμα έπεσαν πρηνείς, ενώ κάποια στιγμή ο Πέτρος, «μη ειδώς ο ελάλει», βλέποντας και τους Μωϋσή και Ηλία να συνομιλούν με τον Κύριο, είπε σ’ Αυτόν: «Κύριε, καλόν εστιν ημάς ώδε είναι». Μετά από λίγο, το συγκλονιστικό αυτό θέαμα και άκουσμα τελείωσε, κι ο Κύριος παίρνοντας τους έκθαμβους μαθητές τούς είπε να μην ειπούν τίποτε, έως ότου αναστηθεί εκ των νεκρών, προλέγοντας ταυτοχρόνως και τα γεγονότα του Πάθους Του.

Θα έλεγε κανείς ότι σ’ αυτό το γεγονός έχουμε συμπυκνωμένη τη θεολογία της Εκκλησίας μας, περί της φύσεως του Ιησού Χριστού, περί του σκοπού της ενανθρωπήσεώς Του, περί της ανακαινίσεως του σύμπαντος κόσμου, περί της σχέσεώς Του με την Παλαιά Διαθήκη, θέματα με τα οποία ασχολήθηκαν οι Πατέρες μας ιδίως του 14ου αι., και μάλιστα ο μεγάλος Πατέρας και Διδάσκαλος άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όταν δόθηκε η αφορμή από αιρετικούς, οι οποίοι αναφάνηκαν και αλλοίωσαν τη θεολογία της Εκκλησίας, και τα οποία η Εκκλησία μας πάντοτε τα ζει και τα προβάλλει στην πνευματική της ζωή. Ορισμένα από αυτά θα σχολιάσουμε στη συνέχεια:
1. Καταρχάς θα πρέπει να διευκρινίσουμε αυτό που τονίζει η Πατερική μας παράδοση: Η Μεταμόρφωση του Χριστού στην πραγματικότητα είναι Μεταμόρφωση των ίδιων των μαθητών: ο Χριστός, ων πάντοτε Θεός και άνθρωπος, έχοντας ενωμένες τις δύο Του φύσεις «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως» στη μία Του θεϊκή υπόσταση-προσωπικότητα, δεν αλλάζει ποτέ: παραμένει πάντοτε ο Ίδιος. Στο γεγονός της Μεταμορφώσεως λοιπόν δεν προσλαμβάνει κάτι που δεν το είχε, αλλά αυτό που ήταν, το δίνει «κατά μέρος», να το δουν και να το νιώσουν και οι τρεις μαθητές Του. Κι αυτό που τους αποκαλύπτει είναι η θεϊκή Του δόξα. Μέχρι τότε οι μαθητές ζούσαν τον Κύριο ως άνθρωπο, ενώ ελάχιστα διαισθάνονταν τη θεϊκή Του προέλευση. Στο όρος Θαβώρ ικανώνονται από το Πνεύμα του Θεού, το Οποίο ως νέφος τους περιέλαμψε και τους άνοιξε τους πνευματικούς οφθαλμούς – έχουμε και πνευματικές αισθήσεις που λειτουργούν ή όχι ανάλογα με τη σχέση που έχουμε με τον Θεό – να δουν με «μετασκευασμένους» οφθαλμούς τη θεϊκή λάμψη, το «άκτιστον φως» του Χριστού. Η Μεταμόρφωση λοιπόν είναι Μεταμόρφωση των μαθητών, που με άλλα μάτια είδαν τα συγκλονιστικά του όρους Θαβώρ, δηλαδή τον Χριστό, αλλά και στη θεϊκή Του διάσταση. Την πραγματικότητα αυτή η Εκκλησία μας διαρκώς τη διαλαλεί, καθημερινά, όταν μεταξύ των άλλων μας επισημαίνει: «Εν τω φωτί Σου, Κύριε, οψόμεθα φως». Μόνον όταν ο άνθρωπος λάβει το φως του Θεού, μπορεί τότε να δει το φως του Θεού. Ο άνθρωπος «βλέπει» ανάλογα με ό,τι έχει μέσα του.
2. Όπως είπαμε, αυτά που είδαν οι μαθητές για τον Χριστό ήταν ό,τι μπορούσαν να αντέξουν. Κατά το κοντάκιο της εορτής, «Επί του όρους μετεμορφώθης, και ως εχώρουν οι μαθητές Σου, την δόξαν Σου, Χριστέ ο Θεός, εθεάσαντο». Κι είναι ευνόητο: Ο άνθρωπος είναι πεπερασμένος και ο Θεός είναι άπειρος. Επομένως ο άνθρωπος, όπως και όλη η δημιουργία, ακόμη και οι άγγελοι, όχι μόνον δεν μπορεί να δει και να μετάσχει στην ουσία του Θεού – αυτό είναι μόνο για την αγία Τριάδα – αλλά μπορεί να δει και να μετάσχει σ’ αυτό που λέμε ενέργεια του Θεού, αλλιώς στη χάρη ή τη δόξα ή το φως Του, μόνον εκ μέρους, όσο αντέχει. Αυτό που λαμβάνει όμως από τον Θεό ως παροχή της χάρης Του είναι ό,τι ανώτερο για εκείνον. Κάτι παραπάνω θα τον «διέλυε» και θα τον «σκότωνε». «Κανείς δεν μπορεί να δει τον Θεό και να ζήσει».
3. Γιατί ο Κύριος θέλησε να τους δώσει αυτήν τη χάρη, να δουν τη θεϊκή Του δόξα; Διότι μετά από λίγο ακολουθούν τα γεγονότα του Πάθους, άρα έπρεπε οι μαθητές να κατανοήσουν ότι το Πάθος ήταν εκούσιο, ότι ήταν η επιλογή του ενανθρωπήσαντος Θεού, για να σώσει το ανθρώπινο γένος, αίροντας την αμαρτία του επί του Σταυρού. Όπως το επισημαίνει το κοντάκιο και πάλι: «ίνα όταν Σε ίδωσι σταυρούμενον, το μεν πάθος νοήσωσιν εκούσιον, τω δε κόσμω κηρύξωσιν ότι συ υπάρχεις αληθώς του Πατρός το απαύγασμα». Ο Χριστός «έδει παθείν», διότι η αμαρτία του ανθρωπίνου γένους ήταν τέτοια, που μόνον ο λόγος, το κήρυγμα δεν ήταν ικανό να σώσει τους ανθρώπους. Έπρεπε να πάθει ο Ίδιος ο Θεός εν σαρκί, γεγονός που φανερώνει την τραγικότητα στην οποία είχε περιέλθει η ανθρωπότητα, αλλά και το άπειρο μέγεθος της αγάπης του Θεού απέναντι σ’ αυτήν.
4. Στη μέσα στο φως της λάμψης του Θεού θέα του προσώπου του Χριστού, οι μαθητές συνειδητοποιούν και την προοπτική του ανθρώπου, μετά τον ερχομό Εκείνου. Όπως φανερώθηκε ο Χριστός, σαν ήλιος πρωϊνός, έτσι θα φανερωθούμε κι εμείς κατά τη Δευτέρα Του Παρουσία, όταν ακολουθούμε τον Χριστό. Μη ξεχνάμε ότι ο Χριστός ενσωμάτωσε τον άνθρωπο στον ίδιο Του τον εαυτό, κάτι που ενεργοποιείται έκτοτε δια του αγίου βαπτίσματος και βιώνεται αυξητικά μέσα στην Εκκλησία διά των μυστηρίων και της εφαρμογής των εντολών Του, κι αυτή η ενσωμάτωση τον έκανε μέλος Του, δηλαδή δική Του προέκταση, επομένως ό,τι Εκείνος ζει, αυτό αποτελεί και θα αποτελέσει ζωή και των πιστών ανθρώπων. Όταν ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι Πατέρες των Συνόδων του 14ου αι. τόνιζαν την πραγματικότητα μετοχής στο άκτιστο φως του Θεού, κατά αναλογία με ό,τι συνέβη στο όρος Θαβώρ με τους τρεις μαθητές, ήδη από τη ζωή αυτή, ας φανταστούμε την ασύλληπτη μέθεξη του πιστού σ’ αυτό το φως μετά τον ερχομό Του για δεύτερη φορά, όταν ο άνθρωπος όχι μόνον ως ψυχή, αλλά και με το σώμα του θα μετέχει σ’ Εκείνον. Τότε θα λάμψουν οι άγιοι ως ήλιος, όπως έλαμψε κι ο Χριστός. Με τη Μεταμόρφωση λοιπόν αποκαλύπτεται και το μεγαλείο της προοπτικής του ανθρώπου, αυτό που οι άγιοί μας το ονομάζουν «θέωση».
5. Σ’ αυτήν την ένθεη κατάσταση μετοχής στο φως του Χριστού βλέπουμε ότι ανακαινίζεται μαζί με τον άνθρωπο και η ίδια η φύση. Πώς το βλέπουμε αυτό; Μέσα από τα ενδύματα του Χριστού. Και αυτά έλαμψαν και έγιναν λευκά σαν το χιόνι. Δηλαδή, η χάρη του Χριστού μεταγγίστηκε κατά κάποιο τρόπο και στα υλικά πράγματα, σημείο μετοχής και της φύσεως, όπως είπαμε, στη δόξα του Θεού. Και τούτο γιατί η φύση δεν είναι κάτι κακό ή κατώτερο και συνεπώς αποβλητέο, αλλά στη χριστιανική πίστη αναβαθμίζεται και αυτή, βρίσκοντας την πραγματική της θέση: να είναι βοηθός του ανθρώπου στη σωτηρία του. Η φύση ανήκει στον Θεό και την έδωσε στον άνθρωπο για να είναι ο χώρος κατοικίας του, που σημαίνει ότι η φύση προσέβλεπε στον άνθρωπο ως τον βασιλιά της. Ξέπεσε στην αμαρτία ο άνθρωπος λοιπόν, ξέπεσε και η φύση. Και με την αποκατάσταση του ανθρώπου εν Χριστώ, αποκαθίσταται και αυτή. «Η προσμονή της φύσεως, μας λέει ο απόστολος Παύλος, είναι να σωθεί ο άνθρωπος, ώστε με τη σωτηρία αυτού να σωθεί και εκείνη». Έτσι η Μεταμόρφωση είναι μία ισχυρή απάντηση σ’ όλους εκείνους που ήθελαν και θέλουν να βλέπουν τον χριστιανισμό ως μία πνευματοκρατία ή ως ένα ιδεαλισμό, με υποτίμηση και άρνηση της φύσεως.
6. Φάνηκαν όμως ο Μωϋσής και ο Ηλίας στο όρος Θαβώρ, πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης, που έζησαν αιώνες πολλούς προ Χριστού. Τι σημαίνει τούτο; Πρώτον, ότι ο Κύριος είναι Κύριος της ζωής και του θανάτου. Το γεγονός ότι οι μαθητές βλέπουν αυτούς τους αγίους, κεκοιμημένους  ή απόντες από τον κόσμο αυτό από τόσο παλιά, είναι μία ισχυρότατη απόδειξη ότι αυτοί ζουν εν Θεώ. Ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος εναποθέτει το σώμα του, αλλά η ψυχή του, με τη χάρη του Θεού, συνεχίζει να ζει. Κι αυτό το σώμα, όπως η δυναμική της αναστάσεως του Κυρίου έφερε, θα αναστηθεί για να ενωθεί με την ψυχή και πάλι. Ο θάνατος λοιπόν με τον Χριστό έγινε μία απλή δίοδος, που μας οδηγεί μέσα στην αγκαλιά του Χριστού, πολύ πιο έντονα και άμεσα όμως: «πρόσωπον προς πρόσωπον». Μία προεικόνιση αυτού του γεγονότος είναι και η παρουσία των προφητών αυτών στο Θαβώρ. Κι από την άλλη: ο Κύριος φανερώνεται ότι αποτελεί το κέντρο και της Παλαιάς Διαθήκης. Η Παλαιά Διαθήκη, που συγκεφαλαιώνεται στον Νόμο και τους Προφήτες – τον Μωϋσή και τον Ηλία – συνιστά την πρώτη αποκάλυψη του Χριστού, με αποκορύφωση τον ερχομό Του στην Καινή. Παλαιά και Καινή αποτελούν ένα ενιαίο γεγονός, που δεν μπορεί κανείς να ξεχωρίσει, χωρίς να διαστρεβλώσει και τα δύο. Η Μεταμόρφωση λοιπόν δίνει απάντηση και στο θέμα αυτό. Η Παλαιά Διαθήκη έχει χριστοκεντρικό χαρακτήρα. Ο Κύριος συνιστά το νόημα και εκείνης.
Η θεολογία της Μεταμορφώσεως του Κυρίου είπαμε από την αρχή ότι συγκεφαλαιώνει όλη την πνευματική ζωή της Εκκλησίας. Αποκαλύπτει εκτός από τον Χριστό και τον άνθρωπο στην προοπτική του. Αλλά προϋποθέτει αυτό που προϋποθέτουν όλα τα πνευματικά γεγονότα στην Εκκλησία: την ετοιμότητα του ανθρώπου αποδοχής του πλούτου που περιέχει. Ποτέ δηλαδή κανένα πνευματικό γεγονός δεν προσφέρεται στον άνθρωπο, χωρίς αυτός να μπορεί πνευματικά να το αντέξει. Όπως ένα πλουσιότατο γεύμα δεν μπορεί να προσφερθεί σε ένα βρέφος, κατά τον ίδιο τρόπο ο πλούτος της χάριτος του Θεού, που τονίζεται στη Μεταμόρφωση απαιτεί τον «ενηλικιωμένο» χριστιανό. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας «τρέμει» μπροστά σε φαινόμενα νεανικού ενθουσιασμού, δηλαδή όταν νεαροί που ακούνε για «άκτιστον φως», νομίζουν ότι μπορούν χωρίς κόπο, εύκολα, να το αποκτήσουν. Και δυστυχώς τα αποτελέσματα είναι τραγικά. Τα λεγόμενα «νεανικά ναυάγια» δεν είναι μόνο σε θέματα ηθικής, αλλά δυστυχώς και σε θέματα πνευματικά. Κι εκείνο που πολύ καθαρά μας δίνει τις προϋποθέσεις βιώσεως της χορηγίας χάρης της Μεταμορφώσεως είναι ο ύμνος που λέει: «κα μες στράψωμεν, τας θείαις λλοιώσεσιν, ατν κατασπαζόμενοι (την θείαν Μεταμόρφωσιν). ρος ψηλότατον τν καρδίαν, κεκαθαρμένην κ παθν, χοντες ψόμεθα, Χριστο τν Μεταμόρφωσιν, φωτίζουσαν τν νον μν». Δηλαδή: Ας αστράψουμε κι εμείς από τις θείες αλλοιώσεις (της Μεταμορφώσεως), καταφιλώντας την (μέσα στην αγκαλιά μας). Έχοντας την καρδιά μας ως υψηλότατο όρος, καθαρισμένη από τα πάθη, θα δούμε τη Μεταμόρφωση του Χριστού να φωτίζει τον νου μας. Η κάθαρση της καρδιάς μας, δια της μετανοίας και της τηρήσεως των εντολών του Χριστού, είναι η προϋπόθεση για να δούμε κι εμείς το φως του Χριστού να λάμπει μέσα μας. Γένοιτο.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ (2)

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Αυγούστου, 2013

Σέ τήν ἁγνήν, σέ τήν Παρθένον καί ἄσπιλον, μόνην φέρω τεῖχος ἀπροσμάχητον, καταφυγήν, σκέπην κραταιάν, ὅπλον σωτηρίας᾽.
(᾽Εσένα, Παναγία, πού εἶσαι ἡ ἁγνή, ἡ Παρθένος καί ἄσπιλη, ᾽Εσένα μόνη ἔχω σάν ἀπροσμάχητο τεῖχος, καταφυγή, δυνατή σκέπη, ὅπλο σωτηρίας).
῾Ο ὑμνογράφος δέν παύει νά μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ἡ Παναγία πρός τήν ὁποία ἀπευθυνόμαστε παρακλητικά δέν εἶναι μία ἁπλή γυναίκα, ὑποκείμενη συνεπῶς στά ἀνθρώπινα πάθη, ἀλλά οὔτε αὐτή πού χαρακτηρίζεται ἀπό κάποιες ἀρετές, ἔστω καί σπουδαῖες, ὅπως τῆς ἁγνότητας καί τῆς παρθενίας. Οἱ ἀρετές γιά τόν ἄνθρωπο εἶναι πράγμα ἀσφαλῶς σημαντικό, ἀλλά μπορεῖ νά λειτουργοῦν καί ἀρνητικά γιά τήν πνευματική του ζωή, ὅταν αὐτονομοῦνται ἀπό τόν Θεό καί θεωροῦνται καρπός τοῦ προσωπικοῦ ἀγώνα τοῦ ἀνθρώπου. Σέ μία τέτοια περίπτωση ὁδηγοῦν αὐτόν σέ ὑπερηφάνεια καί καύχηση, συνεπῶς ἀντί νά τόν προάγουν τόν καταβαραθρώνουν. Μή λησμονοῦμε ὅτι οἱ πέντε κοπέλες τῆς παραβολῆς τῶν δέκα παρθένων εἶχαν τήν ἀρετή τῆς παρθενίας, ἀλλά ἔμειναν ἐκτός νυμφῶνος Χριστοῦ.
Ἡ Παναγία κατά τόν βασιλιά Θεόδωρο Λάσκαρι τόν Δούκα, ἐκφραστή τοῦ ἤθους τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου τῆς ᾽Εκκλησίας, ἀποτελεῖ τήν ἐνσάρκωση τῶν ἀρετῶν, πού σημαίνει ὅτι εἶναι  ἁγνή,  Παρθένος,  ἄσπιλος,  Μόνη μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Κι αὐτό γιατί Κύριος ὁ Θεός λόγω τῆς φυσικῆς ἀγαθότητάς της ἀλλά καί τῆς θελήσεώς της νά ὑπακούει στό ἅγιο θέλημά Του τήν κατέστησε δικό Του κατοικητήριο, πού θά πεῖ ὅτι οἱ ἀρετές της ἀποτελοῦσαν ἔκχυση τοῦ δικοῦ Του Πνεύματος καί τοῦ δικοῦ Του φωτός μέσα στόν κόσμο. Στό πρόσωπο μέ ἄλλα λόγια τῆς Παναγίας μας ψαύει κανείς ὁρατά καί ἀνάγλυφα τήν ἴδια τήν χάρη καί τήν δόξα τοῦ Οὐρανοῦ.
῾Η Παναγία λοιπόν γίνεται γιά τόν παραπάνω λόγο, μᾶς λέει ὁ ὑμνογράφος, ἡ καταφυγή μας, τό τεῖχος τό ἀπόρθητο, ἡ δυνατή σκέπη μας, κυρίως στίς ὧρες ἐκεῖνες πού ὄχι ἁπλῶς μᾶς συναντοῦν κάποιες θλίψεις καί συμφορές στήν ζωή μας, ἀλλά μᾶς ἔρχονται μέ τόν τρόπο πού ἐπιτίθεται μιά ξαφνική καταιγίδα στόν ἄνθρωπο, ἀπό τήν ὁποία δέν μπορεῖ νά προφυλαχτεῖ, ἤ ὅταν σέ μιά μεγάλη τρικυμία ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά καταποντίζεται. Τότε λοιπόν πού φτάνουμε σέ ὁριακά ἐπίπεδα καί ἡ ἀγωνία καταλαμβάνει τήν ψυχή καί τό σῶμα μας ἐνόψει ἑνός ἐπικείμενου θανάτου χωρίς νά ὑπάρχει δυνατότητα διαφυγῆς, ἐκείνη μόνη πού μπορεῖ νά μᾶς σώσει εἶναι ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας. Σάν τό μικρό παιδί πού μπροστά σέ κάτι πού τό φοβίζει βρίσκει καταφύγιο στήν ἀγκαλιά τῆς μάνας του.
῾Ο ὑμνογράφος ὅμως μᾶς δίνει καί μία ἄλλη διάσταση γιά τήν Παναγία. ῎Οχι μόνο εἶναι ἡ καταφυγή καί ἡ σκέπη μας, ἀλλά γίνεται καί τό ὅπλο τῆς σωτηρίας μας. Μᾶς τό ξαναλέει μάλιστα καί στήν ὠδή ε´, στό τροπάριο τῶν χαιρετισμῶν τῆς Παράκλησης: ῾χαῖρε, ὅπλον καί τεῖχον ἀπόρθητον᾽. Μέ ἄλλα λόγια ἡ Παναγία γίνεται καί ἡ ἄμυνά μας καί ἡ ἐπίθεσή μας. Μᾶς δέχεται φοβισμένους καί ἀπορημένους ἀπό ὅλα καί μᾶς ἀλλάζει τήν φορά, ὥστε νά σταθοῦμε μέ γενναιότητα καί ῾ἐπιθετικά᾽ ἀπέναντι στόν κόσμο. Γιατί; Διότι μᾶς παραπέμπει στόν Κύριο καί Θεό της, ὁπότε ἐν Αὐτῷ καί δι᾽ Αὐτοῦ νά ἀντιμετωπίζουμε τόν κόσμο μέ τήν δύναμη ᾽Εκείνου πού εἶναι ὁ παντοδύναμος. Κι ὅταν λέμε κόσμο ἐννοοῦμε καί τά πάθη μας καί τά ἁμαρτωλά στοιχεῖα τοῦ κόσμου καί τόν Πονηρό διάβολο. ῎Ετσι τά κλαυθμηρίσματα τῶν παρακλήσεών μας στήν Παναγία γίνονται μετά τήν καταφυγή μας σ᾽ αὐτήν βρυχηθμοί λιονταριοῦ. Ἡ ἀδυναμία μας μεταποιεῖται σέ παντοδυναμία.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αντιμέτωποι με την Κατάθλιψη

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Αυγούστου, 2013

rsz_79311_1309640729_depression

Ειρήνη (Μοναχή)

Η κατάθλιψη είναι μια πάθηση, που ταλαιπωρεί πολλούς ανθρώπους στην εποχή μας. Ανθρώπους που είτε πάσχουν οι ίδιοι από κατάθλιψη, είτε έχουν να αντιμετωπίσουν την κατάθλιψη κάποιου αγαπημένου τους προσώπου, που επίμονα αρνείται η αδυνατεί να κάνει κάτι, προκειμένου να βοηθήσει τον εαυτό του.

Άλλοι ζητούν τη βοήθεια κάποιου ειδικού της ψυχικής υγείας, και καταφεύγουν είτε σε θεραπεία με αντικαταθλιπτικά φάρμακα, είτε σε ψυχοθεραπεία, είτε σε συνδυασμό των δύο.

Η θεραπεία με φάρμακα τις πιο πολλές φορές βοηθάει στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της κατάθλιψης, τουλάχιστον προσωρινά, και ειδικά, όταν πρόκειται για σοβαρό καταθλιπτικό επεισόδιο, είναι συχνά απαραίτητη προκειμένου να αποφύγει κανείς μοιραίες αυτοκαταστροφικές πράξεις.

Από τις διάφορες υπάρχουσες μορφές ψυχοθεραπείας οι σύγχρονες έρευνες δείχνουν ότι η γνωσιακή θεραπεία επιφέρει καλύτερα αποτελέσματα, και σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, γι’ αυτό θα περιοριστώ εδώ ν’ αναφερθώ μόνο σ’ αυτήν.

Η γνωσιακή θεραπεία βασίζεται στη θεωρία ότι το άγχος μας η η κατάθλιψή μας οφείλονται σε λανθασμένες, αρνητικές αντιλήψεις σχετικά με τον εαυτό μας, το περιβάλλον μας και το μέλλον μας, οι οποίες επηρεάζουν και τη συναισθηματική μας κατάσταση (Κλεφτάρας, 1998). Οποιοδήποτε σημαντικό η και ασήμαντο γεγονός, μπορεί να είναι αφορμή για κάποιες «αυτόματες σκέψεις», οι οποίες ενεργοποιούν αυτές τις αρνητικές αντιλήψεις (Beck, 2004). Τέτοιες σκέψεις μπορεί να είναι π.χ. ότι «κανείς δεν μ’ αγαπάει» η «ποτέ δεν καταφέρνω τίποτα». Όταν δεχθεί κανείς μια τέτοιου είδους «αυτόματη σκέψη», αρχίζει να τον «παίρνει από κάτω» και να τον φέρνει σε κατάσταση απελπισίας και κατάθλιψης.

Η γνωσιακή θεραπεία αποσκοπεί στο να βοηθήσει το άτομο σε ένα πρώτο επίπεδο να μάθει να αναγνωρίζει άμεσα τις «αυτόματες σκέψεις» του και να μη τις αποδέχεται σαν αληθινές, και σε ένα πιο προχωρημένο επίπεδο να καταλάβει ότι οι αντιλήψεις του αυτές είναι εσφαλμένες, ότι δεν τον εξυπηρετούν, και να μπορέσει έτσι να τις αλλάξει και να τις αντικαταστήσει με άλλες πιο «υγιείς», που θα τον οδηγήσουν σε μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση και αυτοαποδοχή.

Η θεραπεία με αντικαταθλιπτικά έχει ένα αποτέλεσμα παρόμοιο με την ψυχοθεραπεία, αν και λιγότερο μόνιμο. Μάλιστα νευροεπιστημονικές έρευνες έχουν δείξει ότι η θεραπεία με φάρμακα και η ψυχοθεραπεία επιφέρουν παρόμοιες αλλαγές στην εγκεφαλική λειτουργία.

Με αυτές όμως τις μεθόδους το άτομο παραμένει το επίκεντρο του κόσμου του. Ιδιαίτερα η γνωσιακή θεραπεία «διδάσκει», θα λέγαμε, το άτομο πως να καλλιεργήσει την ανεξαρτησία του και την αυτονομία του, πως να μη εξαρτάται από την αποδοχή και την αγάπη των άλλων, και πως επίσης να μη εξαρτά την αξία του από τις προσωπικές και επαγγελματικές του επιτυχίες.

Η φιλοσοφία πίσω από τις σύγχρονες ψυχοθεραπευτικές μεθόδους είναι ότι ναι μεν δεν μπορεί να αποφύγει κανείς δυσάρεστα και θλιβερά γεγονότα στη ζωή του, μπορεί όμως να μάθει να στηρίζεται στον εαυτό του και να τα αντιμετωπίζει με αυτοπεποίθηση, με ηρεμία και αισιοδοξία.

Όμως παρ’ όλη την αισιόδοξη άποψη ψυχιάτρων και ψυχοθεραπευτών ότι η κατάθλιψη είναι μια αρρώστια που αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά, υπάρχει ένα μεγάλο ποσοστό καταθλιπτικών, που είτε αρνούνται να περάσουν το κατώφλι του γραφείου ενός «ειδικού», είτε το έχουν περάσει και έχουν φύγει απογοητευμένοι.

* * *

Έχοντας αυτά τα προηγούμενα υπόψη μου, σε μια συζήτηση σχετικά με τα αντικαταθλιπτικά άκουσα με έκπληξη μια μοναχή να λέει μεταξύ αστείου και σοβαρού : «Ας πούνε για μισή ώρα την ευχή, και να δούνε για πότε τους περνάει η κατάθλιψη». Η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι μάλλον δεν ξέρει τι λέει. Προφανώς, σκέφτηκα, δεν έχει βιώσει ποτέ κατάθλιψη, και της εύχομαι ποτέ να μη βιώσει, αλλά είναι πολύ αμφίβολο, αν ένα καταθλιπτικό άτομο μπορεί να εστιάσει για μισή ώρα το νου του στην ευχή. Μπορεί να επαναλαμβάνει μηχανικά επί μισή ώρα «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», αλλά ο νους του θα είναι μάλλον στην κατάθλιψή του. Ίσως να σκέφτεται: «μάλλον σε μισή ώρα δεν θα μου έχει περάσει, αφού έτσι κι αλλιώς, τίποτα δεν με βοηθάει εμένα».

Όμως, καθώς είχα ένα έντονο ενδιαφέρον να δω αν και πως και με ποιές προϋποθέσεις ο ορθόδοξος χριστιανικός δρόμος μπορεί να λειτουργήσει ψυχοθεραπευτικά, δεν ξέχασα την κουβέντα εκείνης της μοναχής, αλλά ξεκίνησα να διερευνώ πως η ορθόδοξη θεολογία αντιμετωπίζει την κατάθλιψη. Ως πολύ αρχάρια στον ορθόδοξο δρόμο, ζητώ να με συγχωρέσετε για το θράσος μου να αναλάβω ένα τέτοιο εγχείρημα. Για τη διερεύνησή μου αυτή βασίστηκα σε κάποια βιβλία που έτυχε να «πέσουν στα χέρια μου», σ  ἕνα CD με μια ομιλία του γέροντος Πορφυρίου για την κατάθλιψη, καθώς και σε συνομιλίες με τον πνευματικό μου.

Δεν άργησα να καταλάβω ότι διερωτώμενη, πως η Ορθοδοξία αντιμετωπίζει την κατάθλιψη, δεν έθετα σωστά το ερώτημα. Η ορθόδοξη θεολογία δεν αντιμετωπίζει κλινικά μια ορισμένη νόσο. Αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο σαν μια ενότητα σώματος, ψυχής και πνεύματος. Για την ορθόδοξη θεολογία η ζωή του ανθρώπου έχει ένα σαφές νόημα: Ο άνθρωπος είναι πλασμένος κατ’ εικόνα του Θεού και στοχεύει στο καθ’ομοίωσιν. Η πορεία του εκπεσμένου ανθρώπου προς το καθ’ομοίωσιν του Θεού είναι μια θεραπευτική διαδικασία. Πρόκειται για μια πραγματικά ολιστική θεραπεία, που έχει σαν πρώτο στάδιο την κάθαρση της ψυχής από τα πάθη.

Με αυτή την έννοια η κατάθλιψη είναι ένα πάθος από το οποίο η ψυχή πρέπει να απαλλαγεί. Αυτό το πάθος οι νηπτικοί πατέρες το ονόμαζαν «ακηδία». Κατά τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο, «Η ακηδία, που είναι ένας μεγάλος δαίμων, παραλύει τόσο το σώμα όσο και την πνευματική ζωή» (σ. 187).

Η κάθαρση από τα πάθη απαιτεί έναν πνευματικό αγώνα για αλλαγή του νου. Αυτή είναι εξ άλλου και η ετυμολογική έννοια της λέξης μετάνοια (μετα-νοώ = αλλάζω νου). Δεν πρόκειται όμως για έναν αγώνα, που κάνει κανείς μόνος του, στηριζόμενος στις δικές του δυνάμεις. Ξεκινώντας κανείς έναν τέτοιο αγώνα μόνος του, πέφτει ξανά και ξανά στα ίδια λάθη, η όπως λέει ο απόστολος Παύλος, «ο μισώ, τούτο ποιώ»[1], και συνειδητοποιεί σιγά-σιγά την αλήθεια των λόγων του Χριστού: «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» [2]. Η μετάνοια σημαίνει μια συνολική αλλαγή στάση ζωής, που συντελείται με την επενέργεια της Χάρης του Θεού πάνω στον άνθρωπο.

Ποιά είναι αυτή η αλλαγή στη στάση ζωής; Είναι η αλλαγή από τη ζωή του ατόμου, του περιχαρακωμένου πίσω από τα τείχη που το περιβάλλουν η που αυτό το ίδιο το άτομο έχει χτίσει για τον εαυτό του, προς τη ζωή του προσώπου, που βρίσκεται σε μια διαρκή σχέση, σε μια κοινωνία με τον Χριστό και με τον πλησίον του προς μια ζωή στραμμένη προς τον Χριστό, αναφερόμενη σ’ Αυτόν. Με αυτή την έννοια πάθος η αμαρτία είναι ο,τι μας χωρίζει από αυτή την κοινωνία και μας απομονώνει, κάθαρση η μετάνοια είναι ο,τι μας επανασυνδέει.

Όταν προσπαθούμε να ανέλθουμε βασιζόμενοι στις δικές μας δυνάμεις, στον εγωϊσμό μας και την κενοδοξία μας, τότε κινδυνεύουμε η κάθε αποτυχία να μας ρίξει σε κατάθλιψη. Όταν συνειδητοποιούμε τη δική μας αναξιότητα μπροστά στη μεγαλωσύνη του Θεού και, χωρίς να παραιτούμαστε από το δικό μας αγώνα, προσβλέπουμε με πίστη, δηλαδή με εμπιστοσύνη, στο έλεος και στην αγάπη του Θεού, τότε δεν χάνουμε την ελπίδα μας. Παραδόξως, όσο ταπεινώνουμε τον εαυτό μας, αποκτάμε ένα βαθύτερο, γνήσιο αυτοσεβασμό και αυτοεκτίμηση. Συνειδητοποιούμε την πραγματική μας αξία ως εικόνες και ναοί του Θεού.

Αν έχει κανείς μια τέτοια εσωτερική στάση, τότε είχε δίκιο εκείνη η μοναχή: αρκεί να λέει την ευχή για μισή ώρα και η κατάθλιψη διαλύεται μέσα στα δάκρυα της χαρμολύπης. Γιατί οι δαίμονες είναι ανίσχυροι μπροστά σε μια γνήσια ταπείνωση.

Τότε το επίκεντρο δεν είναι πια ο εαυτός, αλλά ο Χριστός. Το ενδιαφέρον μετατίθεται από το Εγώ προς το Εσύ, από τον εαυτό προς τον άλλο, προς τον Θεό και προς τον πλησίον. Αντί να μεριμνά κανείς για το πως θα κερδίσει το ενδιαφέρον, το σεβασμό, την εκτίμηση και την αγάπη των άλλων, αρχίζει να ενδιαφέρεται ο ίδιος για τους άλλους, να τους σέβεται, να τους εκτιμά και να τους αγαπά.

Ο γέρων Πορφύριος έδινε πολύ απλές και συγκεκριμένες οδηγίες για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης:

«Οι άγιοί μας είχαν βρει τον τρόπο να μεταβάλλουν την κατάθλιψη σε χαρά. Και αυτός ο τρόπος ήταν έτσι: ξέρανε πως να δοθούν στον Θεό: με την αγάπη προς τον Θεό, με την προσευχή… Η αγάπη προς τον Θεό είναι το μεγαλύτερο πράγμα που «αιχμαλωτίζει» την ψυχή, διότι δεν είναι απλώς μια ενέργεια της ψυχής προς τον Θεό, αλλά το σημαντικό είναι ότι είναι η Χάρη του Θεού που γεμίζει έπειτα την ψυχή και την κάνει «άλλο»…. Λοιπόν, αυτό είναι το μυστικό. Πως θα μπορέσει κανείς να γυρίσει, εκεί που τον έχει καταλάβει κάτι κακό, να σκεφτεί κάτι άλλο.»

Σε ανθρώπους που ζητούσαν τις συμβουλές του, για να απαλλαγούν από την κατάθλιψη, τους συνιστούσε να ασχοληθούν με κάτι ενδιαφέρον και δημιουργικό:

«Η εργασία, το ενδιαφέρον για τη ζωή. Η τέχνη, ο κήπος, τα λουλούδια… πολύ σπουδαία πράγματα. Η μελέτη της Αγίας Γραφής, το ενδιαφέρον προς τη θρησκεία, προς την αγάπη του Θεού».

Πολλούς αιώνες πριν οι γνωσιακοί θεραπευτές κάνουν λόγο για αρνητικές «αυτόματες σκέψεις» και αντίστοιχα συναισθήματα, οι πατέρες της Εκκλησίας μας είχαν μελετήσει αυτά τα φαινόμενα, τα οποία ονόμαζαν «λογισμούς». Όπως για τη σύγχρονη γνωσιακή θεραπεία είναι σημαντικό σαν πρώτο στάδιο να αναγνωρίζει κανείς τις αυτόματες σκέψεις και να μη τις αποδέχεται σαν αληθινές, οι νηπτικοί πατέρες μιλούσαν για επαγρύπνηση, ώστε μόλις έρχεται στο νου ένας κακός λογισμός να μη «συγκατατεθούμε» προς αυτόν, να μη υποκύψουμε σ’ αυτόν με το θέλημά μας, γιατί στη συνέχεια μας κάνει ο,τι θέλει, χωρίς εμείς να μπορούμε να ελέγξουμε την κατάσταση. Τότε καταλαμβανόμαστε από το αντίστοιχο «πάθος».

-285-_~1

Ο γέρων Πορφύριος το εκφράζει αυτό με πολύ απλά λόγια:

«Το μυστικό είναι να το προλαβαίνεις. Άμα το αφήσεις και σε πιάσει, πάει, σ’ έπιασε».

Σαν καλός ανατόμος της ψυχής, αναγνωρίζει τα δευτερογενή οφέλη από την κατάθλιψη, που μπαίνουν εμπόδιο στη θεραπεία και δημιουργούν αντιδραστικότητα (αντίσταση στη θεραπεία θα έλεγε κάποιος ψυχοθεραπευτής).

«Οι άνθρωποι που έχουν αυτά τα αντιδραστικά, τους ανθρώπους που γνωρίζουν εννοούν να τους παιδεύουν με διάφορα καμώματα».

Με αυτά τα «διάφορα καμώματα» πετυχαίνουν να ελκύουν την προσοχή και το ενδιαφέρον των γύρω τους. Και τις περισσότερες φορές το κάνουν αυτό ασυνείδητα.

«Γίνεται χωρίς να το καταλαβαίνουν», λέει ο γέρων Πορφύριος «ο διάβολος το ενεργεί…δηλαδή αυτά γίνονται μ  ἕναν τρόπο μυστηριώδη».

Για να παραιτηθεί κάποιος από τα δευτερογενή οφέλη της κατάθλιψης, χρειάζεται να αφήσει κατά μέρος τον εγωϊσμό του και να ταπεινωθεί, ώστε να πάψει να παιδεύει τους γύρω του με διάφορα καμώματα. Ο γέρων Πορφύριος τόνιζε ξανά και ξανά τη σημασία της ταπείνωσης.

«Το μεγάλο μυστικό είναι η ταπείνωση», έλεγε.
depression1

Το άτομο, που λειτουργεί εγωϊστικά, εμμένει πεισματικά να χρησιμοποιεί την κατάθλιψή του, με την έννοια της κλινικής νόσου, ως πρόσχημα, για να μη κάνει τίποτα. «Όταν του πεις κάτι, για να κόψει το θέλημά του, αντιδρά… “Δεν μπορώ, το λέει η επιστήμη”». Σε αυτό ο γέρων Πορφύριος απαντά: «Πες: “ας το λέει η επιστήμη, εγώ θα κάνω υπακοή στο γέροντα”».

Μια τέτοια στάση θα δήλωνε μια μεταβολή από το άτομο στο πρόσωπο, γιατί η υπακοή προϋποθέτει μια προσωπική σχέση με το γέροντα. «Δεν είναι εύκολο πράγμα: πρέπει να έχεις και τη δύναμη, να αποσπάσεις και τη χάρη του Θεού.…Το πιο μεγάλο είναι να δοθείς στην αγάπη του Θεού, στη λατρεία του Θεού, στην προσευχή, αλλά ο,τι κι αν κάνεις, αν δεν κατορθώσεις να αποκτήσεις ταπείνωση, τίποτα δεν κάνεις».

Το να ασχοληθεί κανείς είτε με κάτι ευχάριστο και δημιουργικό, είτε με την προσευχή, έπειτα από συμβουλή του γέροντα, είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή τεχνική του τύπου «να το ρίξει κανείς έξω» η να «σκέφτεται θετικά».

Είναι κάτι, που προϋποθέτει μια σχέση εμπιστοσύνης προς τον γέροντα, και κατ ἐπέκταση μια σχέση πίστης και αγάπης προς τον Θεό. Συνδέεται στενά με την ταπείνωση, την εκκοπή του ιδίου θελήματος και την υπακοή στο γέροντα, με τα ιερά μυστήρια της εξομολόγησης και της θείας μετάληψης, και γενικώτερα με την ενεργό συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας, δηλαδή με την ενεργό συμμετοχή στο σώμα του Χριστού, που δίνει ένα νέο νόημα στη ζωή του ανθρώπου.

Η συμμετοχή στο εκκλησιαστικό σώμα και στα μυστήρια της Εκκλησίας, η αμοιβαία συγχώρεση και κατανόηση, είναι ο,τι γκρεμίζει τα τείχη, που μας περιχαρακώνουν και κτίζει γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ μας. Έτσι ο πόνος μας γίνεται πιο ελαφρύς και η χαρά μας μεγαλύτερη, γιατί τα μοιραζόμαστε μεταξύ μας.

Αυτά συνοψίζονται στις δύο κύριες εντολές, που μας δίνει ο Χριστός: αγάπη προς τον Θεό, και αγάπη προς τον πλησίον [3]. Αυτή η αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον, είναι αυτό που κάνει την καρδιά να μαλακώνει και διαλύει το ασήκωτο βάρος της κατάθλιψης.

Παραπομπές:
1) Ρωμ. (7,15)
2) Ιωαν. (15,5)
3) Ματθ. (22, 37-39)

Βιβλιογραφία:

Beck, Judith: Εισαγωγή στη Γνωστική Θεραπεία. Αθήνα, Πατάκης, 2004.
Βιγγοπούλου Μυρσίνης: ᾽Από την ᾽Εγώπολη στην ᾽Εσύπολη. Αθήνα, Ακρίτας, Στ  ἔκδοση, 2007.
Γέροντος Πορφυρίου, ιερομονάχου: Συνομιλία για την κατάθλιψη. Εκδόσεις «Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος», Μήλεσι.
Κλεφτάρα Ι.: Η κατάθλιψη σήμερα. Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα,
1998.
Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου: “Θεραπευτική Αγωγή. Προεκτάσεις στην «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία»”. Λειβαδιά, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας) Ε´ έκδοση, 2003.
Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου: Ανθρωπολογίας Σιτομέτριον. Επιμέλεια ύλης και εκδόσεως Αρχιμ. Χρυσόστομος, Καθηγούμενος Ι. Μονής Αγ. Παρασκευής Μαζίου Μεγάρων. Μέγαρα, Ευεργέτις (υπό έκδοση).
Μπλούμφιλντ, Χάρολντ Χ. και Μακ Γουίλλιαμς, Πήτερ: Θεραπεύοντας την κατάθλιψη. Επιμέλεια: Νέστορος Ιωάννη. Αθήνα, Θυμάρι, 2003.
π. Ιωάννη Ρωμανίδη: Πατερική Θεολογία, Θεσσαλονίκη, Παρακαταθήκη, 2004.

Πηγή: http://www.agiazoni.gr/article.php?id=58535611428192633065

http://www.diakonima.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η μεταμόρφωση του Χριστού και η σημασία της για μας

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Αυγούστου, 2013

Η Μεταμόρφωση δεν είναι από τις εορτές που το περιεχόμενό τους μπορεί να εξαντληθεί στην ανάμνηση ενός γεγονότος. Η ευρύτητα του εορτασμού είναι ανάλογη και με το θεολογικό και σωτηριολογικό περιεχόμενο της εορτής. Η Εκκλησία έθεσε τη Μεταμόρφωση του Χριστού εορτολογικά στο κέντρο του διαστήματος από το Πάσχα μέχρι τα Χριστούγεννα. Χονδρικά μεσολαβεί περίπου το ίδιο διάστημα -τέσσερις μήνες- ανάμεσα στις τρεις μεγάλες Δεσποτικές εορτές. Η Μεταμόρφωση, μαζί με την Ενανθρώπιση και το Πάσχα, είναι ένας από τους πνευματικούς σταθμούς της ανθρώπινης πορείας μέσα στο χρόνο. Κι αυτό δείχνει πως η Εκκλησία δεν θεώρησε ποτέ τη Μεταμόρφωση ως ένα απλό θαύμα, αλλά ως μία πράξη του Χριστού τής ίδιας σημασίας για την σωτηρία μας με την Ενσάρκωση και την Ανάσταση. Γι’ αυτό πρόταξε την νηστεία, γι’ αυτό περικύκλωσε την κυρία ημέρα της εορτής με προεόρτια και μεθέορτα.
Μια και τόσο μεγάλη είναι η εορτή, καλό θα είναι να μιλήσουμε λίγο για το νόημά της, έτσι που ο εορτασμός μας να έχει μια σωστή θεμελίωση και να μην εξαντλείται στην τήρηση των πατροπαράδοτων εθίμων.
Η Μεταμόρφωση του Χριστού είναι ένα επεισόδιο από την επίγεια δράση του, που έλαβε χώρα λίγο πριν από την πορεία του προς την Ιερουσαλήμ, πορεία που απέληξε στο Πάθος και την Ανάσταση. Μαζί με την Βάπτιση έχει κοινή την αποκάλυψη της αγίας Τριάδος. Μαζί με την Ανάσταση έχει κοινή την αποκάλυψη της δόξας του Θεού. Μαζί με την Πεντηκοστή έχει κοινή την δημιουργική επενέργεια του Παρακλήτου.
Είναι αποκάλυψη του Θεού προς τον άνθρωπο η Μεταμόρφωση, που βοηθά στη σωτηρία μας με τη σωστή θεογνωσία και ανθρωπογνωσία που παρέχει. Αποκαλύπτεται σ’ αυτήν ποιός είναι ο Χριστός, αλλά συγχρόνως και ποιός είναι ο άνθρωπος και που βαδίζει η ιστορία μας. Αυτά τα τρία σημεία θα δούμε στη συνέχεια -χωρίς φυσικά και να εξαντλούμε το νόημά της.
Μας δείχνει η Μεταμόρφωση ποιός είναι ο Χριστός. Πολλοί σύγχρονοί μας έχουν για τον Χριστό την πλανεμένη αντίληψη πως είναι ένας μεγάλος δάσκαλος ή ένας ηθικολόγος. Η Μεταμόρφωσή του όμως αποκαλύπτει ότι είναι Υιός του Θεού. Η αλλαγή της μορφής του, το θεϊκό άκτιστο φως που το περιτριγύρισε, η ουράνια φωνή του Πατρός που μαρτύρησε για τη θεϊκή του φύση, όλα δείχνουν ότι είναι Θεός. Μπορεί να έζησε ανάμεσά μας με την μορφή δούλου, μπορεί από αγάπη για μας να υπέμεινε το σταυρικό θάνατο, δεν παύει όμως ούτε στιγμή να είναι ο Λόγος του Θεού που ενανθρώπησε, δίδαξε, έπαθε και αναστήθηκε από απέραντη αγάπη για το πλάσμα του, τον άνθρωπο. Επειδή είναι Θεός, γι’ αυτό είναι και σωτήρας μας. Επειδή είναι Θεός, γι’ αυτό τα λόγια του και η ζωή του είναι δεσμευτικά για τους πιστούς. Επειδή είναι Θεός, γι’ αυτό η ζωή και το έργο του είναι το κέντρο της πίστεώς μας.
Δεν είναι μόνο Θεός όμως ο Χριστός. Είναι και άνθρωπος, τέλειος άνθρωπος, ο πρώτος αληθινός άνθρωπος στην ιστορία του γένους μας. Είναι ο νέος Αδάμ, που συνομιλεί και πάλι με τον Θεό και Πατέρα, όπως ο παλαιός Αδάμ στον Παράδεισο. Είναι όμως πολύ παραπάνω από τον παλαιό, τον πρώτο Αδάμ ο Χριστός. Γιατί έχει ένα καινούριο γνώρισμα, που δεν μπόρεσε να αποκτήσει εκείνος, την ομοίωση με τον Θεό. Και ως άνθρωπος ο Χριστός είναι όμοιος με τον Θεό. Γιατί με την απόλυτη υπακοή του έγινε όμοιος με τον Λόγο, με τη θεϊκή φύση του. Η θέλησή του η ανθρώπινη ακολούθησε από την πρώτη στιγμή και μέχρι την ώρα του θανάτου τη θεϊκή του θέληση. Η επιθυμία του η ανθρώπινη ήταν ταυτισμένη με τη θεϊκή επιθυμία του. Έτσι έγινε και ως άνθρωπος αυτό που ήταν ως Θεός: Υιός του Θεού. Αυτό ακριβώς είναι που μας δίνει τη δυνατότητα της σωτηρίας, ότι δηλ. ο Χριστός θέωσε την ανθρώπινη φύση μας.
Ανέλαβε να κάνει ό,τι δεν κατόρθωσε ο παλαιός Αδάμ, να κάνει τον άνθρωπο υιό του Θεού με τη θέωση της φύσεώς του. Θεός αληθινός και άνθρωπος αληθινός αποκαλύπτεται κατά τη Μεταμόρφωσή του ο Χριστός. Θεός αληθινός, γιατί το μαρτυρεί η ουράνια φωνή και ο ερχομός του Μωυσή και του Ηλία. Θεός αληθινός, όπως το δείχνει η στάση των μαθητών του και η έκπληξή τους. Άνθρωπος αληθινός όπως το δείχνει η αλλαγή της μορφής του, όταν αποκαλύφθηκε στη θεωμένη μορφή της. Άνθρωπος αληθινός, όπως ήταν και πριν και μετά από τη Μεταμόρφωση ανάμεσά μας.
Μας αποκαλύπτει έτσι η Μεταμόρφωση του Χριστού και την αληθινή φύση του ανθρώπου. Γνωρίζοντας από κοντά την θεωμένη φύση του Χριστού, όπως αποκαλύφθηκε κατά την ένδοξη εμφάνισή του στο όρος Θαβώρ, μαθαίνομε συγχρόνως και τη δική μας αληθινή φύση. Δεν ήμαστε αυτό που με τόση ευκολία και ευπιστία νομίζομε. Δεν είναι η αληθινή φύση μας αυτή που θεωρούμε πραγματικότητα με βάση την καθημερινή εμπειρία. Αυτά όλα φαίνονται, μα δεν είναι αληθινά, γιατί δεν εκφράζουν την βούληση του Θεού για το γένος μας, όταν το έπλασε. Ίσως μιλήσει κάποιος για πραγματικότητα. Είναι όμως, αληθινά πραγματικότητα το μίσος, το άγχος, ο φόβος του θανάτου, τα κόμπλεξ, η αποξένωση από τον συνάνθρωπο; Είναι στ’ αλήθεια πραγματικότητα οι καυγάδες, η ζήλεια, ο πόλεμος και η διαμάχη ανάμεσα στους ανθρώπους, που ο Θεός έπλασε για να ‘ναι αδελφοί; Η απάντηση της Μεταμορφώσεως είναι μονοσήμαντη: όχι, δεν είναι αυτή η ανθρώπινη φύση, όπως την θέλει και την έπλασε ο Θεός. Η πραγματικότητα είναι η αλήθεια που παρουσιάστηκε ζωντανή στον κόσμο με τον Χριστό. Είναι η πραγματικότητα του Χριστού. Αυτός έδειξε ποιός είναι ο αληθινός άνθρωπος.
Η αληθινή ανθρώπινη ύπαρξη είναι όμως δυνατή μέσα στο κοινωνικό σύνολο, μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης ιστορίας. Κι αυτό μας το θυμίζουν τα πρόσωπα που παρίστανται στη Μεταμόρφωση. Την μέχρι τότε πορεία του ανθρώπου τη θυμίζουν ο Μωϋσής και ο Ηλίας. Ο μεγάλος νομοθέτης και ο Προφήτης που μετατέθηκε ζωντανός κοντά στο Θεό μέσα στο πύρινο άρμα της θεϊκής δόξας. Αυτοί είναι όσοι βάδισαν συνειδητά προς τον Χριστό, όσοι έζησαν προσμένοντας τη δόξα του. Και κοντά σ’ αυτούς οι τρεις Απόστολοι, οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας. Αυτοί προγεύονται την τελική δόξα. Ζουν από τώρα κιόλας, από το παρόν την αλλαγή που προσμένει όλους τους πιστούς στο μέλλον. Παίρνουν από τώρα μια γεύση της θαυμαστής αλλαγής. Για να μπορούν να μαρτυρήσουν μέσα στον κόσμο για τη θεϊκή δωρεά. Για να έχουν καθαρή την αίσθηση και να μη ξεγελιούνται από τα ψεύτικα φώτα του παρόντος. Για να φωτίσουν τους άλλους με το άκτιστο φως που την ομορφιά του πρώτοι οι ίδιοι δοκίμασαν. Βλέπουν οι Απόστολοι τον Χριστό «εν ετέρα μορφή», για να πάρουν μια ιδέα πώς θα γίνουν και οι ίδιοι, αλλά και όλοι οι πιστοί στο τέλος των καιρών, όταν το φως της παρουσίας του Θεού θα φωτίζει τον κόσμο. Για τον Μωϋσή και τον Ηλία η Μεταμόρφωση είναι η ώρα που εκπληρώνεται η προσδοκία τους. Για τους τρεις Αποστόλους και για μας είναι η στιγμή που ανοίγει ένα παράθυρο στον μελλούμενο κόσμο.
Αυτό το τελευταίο σημείο αξίζει να το δούμε από πιο κοντά. Ζούμε καθημερινά τις κραυγαλέες επαγγελίες διαφόρων ιδεολογιών για το μέλλον. Τη δική μας άποψη, τη χριστιανική τη δίνει η Μεταμόρφωση. Όχι με θεωρίες και λόγια, αλλά με μια αποκαλυπτική πράξη του Θεού.
Το τέλος του δρόμου μας δεν απολήγει σε μια υλική άνεση, όπως υποστηρίζουν παλαιοί και νέοι, θρησκευόμενοι ή άθεοι, χιλιαστές. Δεν βρίσκονται σ’ ένα συμπόσιο με υλικά αγαθά οι τρεις Απόστολοι. Δεν είναι η υλική ευημερία που τους θαμπώνει ούτε η τεχνολογική ανάπτυξη που τους εμπνέει αυτή τη στιγμή. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν σκέπτονται τί θα φάνε ή τί θα ντυθούν ή πού θα μείνουν. Τους αρκεί να κάνουν μια σκηνή -κι αυτήν όχι για τον εαυτό τους! Η ευτυχία τους δεν βρίσκεται στην ύλη, αλλά στην πνευματική αγαλλίαση, στη θέα του ακτίστου θεϊκού φωτός που τους περιβάλλει. Κι εδώ φαίνεται πόσο είχαν καταλάβει σωστά το νόημα της αποκαλύψεως του Θεού εν Χριστώ. Ο άνθρωπος ζητεί στην Κυριακή προσευχή να έλθει η βασιλεία του Θεού, να γίνει το θέλημά Του, να αγιαστεί το όνομά Του πάνω στη γη. Αυτά όλα μπορούν να συνοψισθούν στην αποκάλυψη της δόξας του Θεού. Κι αυτή τη δόξα την είχαν μπροστά στα μάτια τους οι μαθητές, όταν είδαν το φως της να λάμπει γύρω στον μεταμορφωμένο Χριστό. Τί άλλο ήθελαν; Είχαν κιόλας το πλήρωμα κάθε ανθρώπινης επιθυμίας…
Στο τέλος του δρόμου μας δεν βρίσκεται ούτε η ηθική πληρότητα ούτε η ολοκλήρωση της προσωπικότητας του ανθρώπου, με την έννοια που τους δίνομε συνήθως. Κάτι τέτοιο είναι καθαρά ανθρώπινο όνειρο, που βασίζεται στην ψευδαίσθηση του ανθρώπου, ότι μπορεί τάχα από μόνος του να φτάσει σ’ ένα τέλος. Η Μεταμόρφωση όμως δείχνει ότι ένας παρόμοιος δρόμος δεν οδηγεί πουθενά. Δεν αποκαλύπτεται το άκτιστο φως σε ηθικά τέλειους ανθρώπους σαν αμοιβή ούτε είναι το επιστέγασμα της ολοκληρώσεως της προσωπικότητάς των. Οι μαθητές του Χριστού δεν είναι τέλειοι με τα μέτρα των ηθικολόγων, παλαιών και συγχρόνων. Είναι απλά άνθρωποι, που ο Θεός τους δέχεται όπως είναι, με μόνο κριτήριο την απλότητα της καρδίας των που φλέγεται από αγάπη για τον Χριστό. Αυτό είναι το μοναδικό προσόν του ανθρώπου, που στη συνέχεια μεταμορφώνει και αλλάζει ριζικά το άγιο Πνεύμα.
Αυτό σημαίνει όμως ευθύνη και ελπίδα συνάμα για τον καθένα μας. Ελπίδα, γιατί πάντα μας προσμένει ο Θεός, για να μας αποκαλύψει με τη δύναμη του ακτίστου φωτός του τον καινούριο κόσμο και να μας μεταμορφώσει σε πολίτες της βασιλείας του. Ευθύνη, γιατί από τη δική μας αγάπη για τον Θεό και τον Κύριο Ιησού εξαρτάται η σωτηρία μας και η μετοχή μας στην δόξα του Θεού.
Το φως του Θαβώρ δεν περιορίστηκε στους τρεις Αποστόλους. Από την ημέρα της Πεντηκοστής καταυγάζει την Εκκλησία του Χριστού και σκορπίζεται στον κόσμο με την παρουσία των αγίων του. Δικό μας καθήκον και δική μας χαρά και ελπίδα είναι να δοκιμάσουμε την αγαλλίαση της δόξας του Θεού με τη δική μας προσωπική μετοχή σ’ αυτή την θεϊκή αποκάλυψη.

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Καντήλι, Κερί, Θυμίαμα: Ποια η σημασία και οι συμβολισμοί τους;

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Αυγούστου, 2013

Το Καντήλι

Η λέξη καντήλι προέρχεται από τη λατινική candela=κερί.

Στη χριστιανική Εκκλησία το Καντήλι τοποθετείται μπροστά στις άγιες εικόνες. Αυτό που τοποθετείται μπροστά στον Εσταυρωμένο, μέσα στο Ιερό Βήμα, διατηρείται πάντοτε αναμμένο και γι’ αυτό λέγεται «ακοίμητο» Καντήλι.

Ένα Καντήλι τοποθετείται επίσης στο εικονοστάσι του σπιτιού και ανάβεται κάθε μέρα, σύμφωνα με την ορθόδοξο παράδοση.

Μια συνήθεια που διατηρεί τον βαθύ χριστιανικό συμβολισμό της με το Φώς του Χριστού που φωτίζει κάθε άνθρωπο, που θερμαίνει την ελπίδα και που παρηγορεί και συντροφεύει στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς.

Το άναμμα του καντηλιού ενέχει τον συμβολισμό ότι προσφέρεται ως θυσία σεβασμού και τιμής προς τον Θεό και τους Αγίους του. Συμβολίζει επίσης, το φώς του Χριστού που φωτίζει κάθε άνθρωπο, καθώς επίσης συμβολίζει και το γνωστό παράγγελμα του Κυρίου μας ότι πρέπει να είμαστε, οι χριστιανοί, τα φώτα του κόσμου.

Το έλαιον, το λάδι δηλ. που καίει στα καντήλια μας, “τον του Θεού υπεμφαίνει έλαιον” γράφει ο Άγ. Συμεών Θεσσαλονίκης, το έλεος του Θεού που φανερώθηκε όταν η περιστερά του Νώε επέστρεψε στην Κιβωτό για να σημάνει την παύση του κατακλυσμού, έχοντας στο ράμφος της κλάδο ελαίας, ή όταν ο Ιησούς, καθώς επροσηύχετο εκτενώς, επότιζε με τους θρόμβους του ιδρώτος του την ελιά, κάτω από τα κλαδιά της οποίας γονάτισε την μαρτυρική εκείνη νύχτα, στο Όρος των Ελαιών.Βέβαιαόλοι ξέρουμε πως απείρως ανώτερος του υλικού φωτισμού είναι ο εσωτερικόςαγιοπνευματικός φωτισμός. Έγραφε λοιπόν ο Θεοφόρος Πατήρ Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός : “Φωτίσωμεν…γλώσσαν” και συμπληρώνει ο σχολιαστής του : Επετεύχθη τούτο ;

Το λάδι συμβολίζει το άπειρο έλεος του Θεούαλλά και τα κανδήλια συμβολίζουν την Εκκλησία που είναι μεταδοτική Θείου ελέους και φωτιστική. Συμβολίζουν βέβαια τους ίδιους τους αγίους που το Φώς τους έλαμψε, κατά το λόγο του Κυρίου, «έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσι τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα τον εν τοίς ουρανοίς».

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους πρέπει οι Ορθόδοξοι να ανάβουμε το καντήλι όπως για παράδειγμα

  1. για να μάς θυμίζει την ανάγκη για προσευχή,
  2. για να φωτίζει το χώρο και να διώκει το σκότος όπου επικρατούν οι δυνάμεις του κακού,
  3. για να μάς θυμίζει ότι ο Χριστός είναι το μόνο αληθινό Φώς και η πίστη σε Αυτόν είναι Φώς,
  4. για να μάς θυμίζει ότι η ζωή μας πρέπει να είναι φωτεινή,
  5. για να μάς θυμίζει ότι όπως το καντήλι απαιτεί το δικό μας χέρι για να ανάψει έτσι και η ψυχή απαιτεί το χέρι του Θεού, τη Χάρη Του δηλαδή,
  6. για να μάς θυμίζει ότι πρέπει το θέλημά μας να καεί και να θυσιαστεί
  7. για την αγάπη προς το Θεό κ.ά.

Εννοείται, βέβαια, ότι το λάδι των καντηλιών πρέπει να είναιελαιόλαδο και μάλιστα όσο το δυνατόν καλύτερης ποιότητος.Άλλωστε ο Κύριος προσευχήθηκε στον κήπο των Ελαιών και ο ναός με τα κανδήλια μετατρέπεται σε νέο κήπο και ελέους (λαδιού) και Ελέους Θεϊκού Το λάδι τους μας θυμίζει την ευσπλαχνία του Θεού και το φως τους στη ζωή μας, που πρέπει να είναι φωτεινή και άγια.

Η φωτοχυσία του ναού συμβολίζει το θείο φως της παρουσίας του Θεού που φωτίζει τις καρδιές όχι μόνο των νεοφώτιστων αλλά και όλων των χριστιανών. Ο Κύριος φανέρωσε αυτή τη μεγάλη αλήθεια για τον εαυτό Του με τα ακόλουθα λόγια: “Εγώ ειμι το φως του κόσμου” (Ιωάν.8/η: 12). Είναι φως όχι μόνο λόγω της φωτεινής διδασκαλίας Του, αλλά κυρίως λόγω της φωτεινής παρουσίας Του. Αυτό επιβεβαιώνεται κυρίως από τη θαυμαστή Μεταμόρφωσή Του, όπου “έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια αυτού εγένετο λευκά ως το φως” (Ματθ.17/ιζ: 2).

Στο Σύμβολο της Πίστεως ο Υιός του Θεού παρουσιάζεται ως “φως εκ φωτός“. Στην ακολουθία του Εσπερινού επίσης ο υμνογράφος παρουσιάζει τον Κύριο ως “φως ιλαρόν“. Και οι χριστιανοί με τα μυστήρια της Εκκλησίας και τον πνευματικό τους αγώνα μπορούν να δεχθούν το φως της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και να το ακτινοβολούν με τη ζωή τους.

Στην “επί του όρους” ομιλία ο Κύριος συμβουλεύοντας τους μαθητές Του είπε: “Υμείς εστε το φως του κόσμου…. ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς” (Ματθ 5/ε: 14-16). (Δηλαδή: Εσείς είστε το φως του κόσμου… έτσι να λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν τον πατέρα σας τον επουράνιο). Εδώ φαίνεται καθαρά ότι το φως των μαθητών του Χριστού είναι τα καλά έργα της αγιοπνευματικής ζωής τους. Οι άγιοι στην άλλη ζωή θα ομοιάσουν με τον Κύριο, θα γίνουν “θεοί κατά χάριν“. Αυτό το εκφράζει ο Κύριος καθαρά με τα προφητικά λόγια Του: “Τότε οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως ο ήλιος εν τη βασιλεία του πατρός αυτων” (Ματθ. 13/ιγ: 43).

 

Το Κερί

Και το κερί επίσης συμβολίζει το Φως του Χριστού , τη φλόγα της πίστεως.

Πίσω από το άναμμα του κεριού κρύβεται βαθύτατος συμβολισμός. Ο Συμεών Θεσσαλονίκης μας λέγει ότι το κερί που ανάβουμε έχει έξι συμβολισμούς:

  1. Συμβολίζει την καθαρότητα της ψυχής μας, γιατί είναι κατασκευασμένο από καθαρό κερί μέλισσας.
  2. ·Επίσης την πλαστικότητα της ψυχής μας, μια και εὔκολα πάνω του μπορούμε να χαράξουμε ο,τιδήποτε.
  3. Ακόμη την Θεία Χάρη, επειδή το κερί προέρχεται από τα άνθη που ευωδιάζουν.
  4. Επιπλέον συμβολίζει την θέωση, στην οποία πρέπει να φθάσουμε, επειδή το κερί ανακατεύεται με τη φωτιά και της δίνει τροφή.
  5. Και το φώς του Χριστού επίσης δείχνει, καθώς καίει και φωτίζει στο σκοτάδι.
  6. Και τέλος συμβολίζει την αγάπη και την ειρήνη που πρέπει να χαρακτηρίζουν κάθε χριστιανό, επειδή το κερί καίγεται όταν φωτίζει, αλλά και παρηγορεί τον άνθρωπο με το φώς του μέσα στο σκοτάδι.

Ανάβοντας κερί πρέπει να θυμόμαστε ότι πρέπει να ζούμε μέσα στο φώς που πήραμε με την βάπτισή μας. Γι αυτό τη βάπτιση την ονομάζουμε και Φώτισμα. Γι αυτό και στη διάρκεια της βαπτίσεως κρατάμε αναμμένες λαμπάδες. Το φώς αυτό είναι το πύρ της Πεντηκοστής, το φώς του Αγίου Πνεύματος. Και το φώς αυτό ανανεώνεται μέσα μας στην ψυχή μας, κάθε φορά που συμμετέχουμε στη Θεία Λειτουργία και κάθε φορά που κοινωνούμε και προσευχόμαστε. Γι αυτό στο τέλος κάθε Θείας Λειτουργίας ψάλλουμε: «Είδομεν το φώς το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες».

Το φως του Ναού όμως, πρέπει να πούμε, σώζει καλύτερα τους συμβολισμούς του και βοηθεί και την ψυχή να κατανυχθεί όταν είναι φυσικό, όπως στα περισσότερα από τα μοναστήρια μας, δηλαδή αποτελούμενο από κεριά και κανδήλια που καίνε και όχι τεχνητό που προέρχεται δηλ. από ηλεκτρικό ρεύμα.

Τα κ ε ρ ι ά όπως και το λ ά δ ι είναι μία προσφορά προς τον Θεό από αυτά τα υλικά αγαθά που ο ίδιος μάς δίνει ( τα Σά εκ των Σών) και συμβολίζουν τα μέν κεριά το εύπλαστο και μαλακό της ψυχής αλλά και την ενωτική δύναμη του αγίου Πνεύματος διότι τα κεριά κατασκευάζονται, έτσι τουλάχιστον θα έπρεπε, από το αγνό κερί που φτιάχνει η μέλισσα, η οποία για να παρασκευάσει το κερί μαζεύει τη γύρη από διάφορα λουλούδια. Για το λόγο αυτό το κερί μάς θυμίζει και την εργατικότητα της μέλισσας αλλά και το γεγονός ότι μαζεύει ό,τι καλό και απορρίπτει ό,τι ρυπαρό. Θυμίζει επίσης το κερί τον τρόπο με τον οποίο το Πύρ, η Θεότητα δηλαδή, ενώνεται με την εύπλαστη ψυχή και τη μαλακώνει αλλά και τη φωτίζει και την ίδια και όλους όσοι έρχονται σε κοινωνία μαζί της.

Το κερί, καθώς καίγεται, φωτίζει το περιβάλλον του. Έτσι και ο συνειδητός χριστιανός, όταν θυσιάζεται για την αγάπη του Θεού, φωτίζει τους συνανθρώπους του και τους δείχνει τον δρόμο της σωτηρίας.

Όταν ο πιστός εισέρχεται στον ναό, πρέπει να ανάβει στο μανουάλι ένα κερί για τους ζώντες κι ένα κερί για τους τεθνεώτες συγγενείς και γνωστούς του. Εάν όμως κάποιοι από τους ζώντες έχουν ιδιαίτερα προβλήματα, τότε καλό είναι να ανάβουμε κερί για τον καθένα ξεχωριστά. Το άναμμα του κεριού πρέπει πάντοτε να συνοδεύεται με λόγια προσευχής. Για τους ζώντες θα ζητάμε το έλεος και την προστασία του Θεού, ενώ για τους τεθνεώτες τη θεία ευσπλαχνία και αιώνια σωτηρία τους.

Το αγνό κερί που παράγεται από παρθένες μέλισσες συμβολίζει την ανθρώπινη φύση του Χριστού η οποία προήλθε από την πάναγνη και παρθένο Μαριάμ. Το τρικέρι του επισκόπου συμβολίζει την Αγία Τριάδα, ενώ το δικέρι τις δύο φύσεις του Χριστού. Τα κεριά ή οι λαμπάδες που ανάβουμε στη Βάπτιση συμβολίζουν το πνευματικό φως που λαμβάνει ο νεοφώτιστος. Τα κεριά της κηδείας, του τάφου και των μνημοσύνων συμβολίζουν το φως του Χριστού, στο οποίο ευχόμεθα να εισέλθει ο αποθανών. Ο Πολυέλαιος συμβολίζει την θριαμβεύουσα Εκκλησία των Ουρανών. Τα κεριά ή τα κανδήλια του συμβολίζουν τους αγίους. Στις μεγάλες γιορτές στις Ιερές Μονές σείουν τον Πολυέλαιο, για να φανερώσουν ότι και οι άγιοι στα επουράνια συνεορτάζουν και συγχορεύουν με την επίγεια Εκκλησία του Χριστού.

Το Θυμίαμα

Θυμίαμα καλείται από τα αρχαία χρόνια το αρωματικό ρετσίνι ή το κόμμι που βγαίνει από τις τομές στον κορμό του δέντρου λίβανος εξ ου και λιβάνι. Στο σπίτι καλό είναι να προσφέρεται θυμίαμα τακτικά και να συνοδεύεται πάντοτε με κάποια προσευχή. Οι πνευματικοί συμβολισμοί του θυμιάματος είναι:

1. Το θυμίαμα εν πρώτοις συμβολίζει την προσευχή, που ανεβαίνει προς τον θρόνον του Θεού. ” Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου. . . ” Είναι η ορμή της ψυχής προς τα άνω. Και ταυτόχρονα συμβολίζει και την ζέουσαν επιθυμία μας να γίνει η προσευχή μας δεκτή ” εις όσμήν ευωδίας πνευματικής “. Γράφει ο ιερός Χρυσόστομος ” Ώσπερ το θυμίαμα και καθ’ εαυτό καλόν και ευώδες, τότε δέ μάλιστα επιδείκνυται την ευωδίαν, όταν ομιλήση τώ πυρί. Ούτω δέ και η ευχή καλή μέν καθ’ εαυτήν, καλλίων δέ και ευωδεστέρα γίνεται όταν μετά και ζεούσης ψυχής αναφέρηται, όταν θυμιατήριον η ψυχή γένηται και πύρ ανάπτη σφοδρόν “. Γι ‘ αυτό και πρέπει, όταν προσεύχεται κανείς, καλόν είναι να καίει θυμίαμα στο σπίτι.

2. Συμβολίζει ακόμη τις γλώσσες πυρός της Αγ. Πεντηκοστής, όταν ο Κύριος εξαπέστειλε στους Μαθητές Του το Πανάγιό Του Πνεύμα ” έν είδει πυρίνων γλωσσών “. Στην ευχή που λέγει ο ιερεύς, όταν ευλογεί το θυμίαμα στην Πρόθεση, αναφέρει ” Θυμίαμά Σοι προσφέρομεν Χριστέ ο Θεός εις οσμήν ευωδίας πνευματικής, ο προσδεξάμενος εις το υπερουράνιόν Σου θυσιαστήριον, αντικατάπεμψον ημίν την χάριν του Παναγίου Σου Πνεύματος “. Με το θυμίαμα δηλ. ζητούμε από τον Κύριο να μάς στείλει την αγιοπνευματικήν Του χάρι. Γι’ αυτό και οι πιστοί, όταν τους θυμιάζει ο Ιερεύς, κλίνουν ελαφρώς την κεφαλή σε δείγμα αποδοχής της χάριτος αυτής. Ο Άγ. Συμεών Θεσσαλονίκης ερμηνεύει ως εξής την σημασίαν του θυμιάματος : ” Δηλοί την απ’ ουρανού χάριν και δωρεάν εκχυθείσαν τώ κόσμω διά Ιησού Χριστού και ευωδίαν του Πνεύματος και πάλιν εις τον ουρανόν δι’ αυτού αναχθείσαν”.

3. Το ευώδες θυμίαμα συμβολίζει εξ άλλου και τον αίνον, που απευθύνεται προς τον Θεό. Η καύση του θυμιάματος σημαίνει τη λατρεία και τον εξιλασμό. Το δέ ευχάριστο συναίσθημα, που δημιουργείται από το άρωμα του θυμιάματος σε όλο το χώρο του Ι. Ναού, σημαίνει την πλήρωση της καρδιάς μας από τη θεία ευαρέστηση, που είναι ο καρπός της αγάπης μας προς το Θεό. Στην περίπτωση αυτή κάθε πιστός μετατρέπεται σε ” ευωδίαν Χριστού “.

4. Το δέ θυμιατήριον, όπου καίγονται τα κάρβουνα και τοποθετείται το θυμίαμα, συμβολίζει την κοιλίαν της Θεοτόκου, η οποία δέχθηκε στα σπλάχνα της σωματικώς την Θεότητα, που είναι ” πύρ καταναλίσκον “, χωρίς να υποστή φθοράν ή αλλοίωση. Κατά τον άγιο Γερμανό, Πατριάρχη Κων/λεως ” Ο θυμιατήρ υποδεικνύει την ανθρωπότητα του Χριστού, το πύρ την θεότητα και ο ευώδης καπνός μηνύει την ευωδία του Αγίου Πνεύματος προπορευομένην “. Και αλλού ” Η γαστήρ του θυμιατηρίου νοηθείη αν ημίν η ηγιασμένη μήτρα της Θεοτόκου φέρουσα τον θείον άνθρακα Χριστόν εν ώ κατοικεί πάν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς. Διό και την οσμήν της ευωδίας αναδίδωσιν ευωδιάζον τα σύμπαντα “. Με απλά λόγια και ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός περιγράφει αυτόν τον συμβολισμόν, λέγοντας ” Το θυμιατό σημαίνει την Δέσποινα, την Θεοτόκο. Όπως τα κάρβουνα είναι μέσα στο θυμιατό και δεν καίεται, έτσι και η Δέσποινα η Θεοτόκος εδέχθηκε τον Χριστόν και δεν εκάηκε, αλλά μάλιστα εφωτίσθηκε.

Με το θυμίαμα που προσφέρουμε την ώρα της προσευχής υποβοηθείται η ανάταση της ψυχής προς τα υψηλά «άνω σχώμεν τάς καρδίας». Όπως το θυμίαμα θερμαινόμενο στον άνθρακα ανέρχεται προς τα άνω ευωδιάζοντας το περιβάλλον, έτσι και η ψυχή του πιστού με θερμή πίστη πρέπει να πτερουγίζει προς τα άνω μυροβλύζουσα, απαγγιστρωμένη από τις υλικές μέριμνες. Η βάση του θυμιατηρίου υποδεικνύει την ανθρωπότητα του Χριστού, η φωτιά την θεότητά Του και ο ευώδης καπνός μάς «πληροφορεί» την προπορευόμενη ευωδία του Αγίου Πνεύματος.

Ο Μωυσής υπακούοντας στον Θεό κατασκεύασε και τοποθέτησε στη Σκηνή του Μαρτυρίου Θυσιαστήριο του Θυμιάματος (Έξοδ. 30: 1-10). Ο τρόπος παρασκευής του Θυμιάματος διδάχθηκε από τον ίδιο τον Κύριο (Έξοδ. 30: 34-36). Η προσφορά Θυμιάματος στην Παλαιά Διαθήκη αποτελούσε εντολή του Θεού. Έπρεπε να προσφερθεί Θυμίαμα στην αρχή της ημέρας το πρωί και το βράδυ με το άναμμα των Λύχνων (Έξοδ. 30: 7-8).

Αυτή η καλή συνήθεια μεταφέρθηκε και στη χριστιανική λατρεία. Ιδιαίτερα προσφέρεται Θυμίαμα στον Εσπερινό με το ιλαρό φως της δύσεως του Ηλίου και στο ψάλσιμο του δεύτερου στίχου του 140 Ψαλμού, όπου ψάλλεται το “κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου”. Παρακαλούμε τον Κύριο να ανεβεί η προσευχή μας προς τον θρόνο Του, όπως ανεβαίνει το ευωδιαστό Θυμίαμα προς τον ουρανό.

Το λατρευτικό αυτό μέσο δημιουργεί κατανυκτικό κλίμα προσευχής και ελκύει την αγιαστική χάρη του Θεού. Η ευλογία του Θυμιάματος κατά την τελετή της Προσκομιδής δείχνει καθαρά τη μεγάλη ωφέλεια, που προξενείται στους εκκλησιαζόμενους από την προσφορά του Θυμιάματος. Λέει χαρακτηριστικά εκεί ο ευλογών λειτουργός: “Θυμίαμά σοι προσφέρομεν, Χριστέ ο Θεός ημών, εις οσμήν ευωδίας πνευματικής· ό προσδεξάμενος εις το υπερουράνιόν σου θυσιαστήριον, αντικατάπεμψον ημίν την χάριν του παναγίου σου Πνεύματος“. (Δηλαδή: Θυμίαμα σ’ Εσένα προσφέρουμε, Χριστέ Ύψιστε Θεέ, ως οσμή ευωδίας πνευματικής· αυτό, αφού δέχθηκες στο υπερουράνιό Σου Θυσιαστήριο, στείλε πίσω σε μας τη χάρη του παναγίου Σου Πνεύματος). Έκπληξη προκαλεί το ότι τα ίδια λόγια περίπου χρησιμοποιεί ο λειτουργός και για την προσφορά των Τιμίων Δώρων στη Θεία Λειτουργία: ” Όπως ο φιλάνθρωπος Θεός ημών, ο προσδεξάμενος αυτά εις το άγιον και υπερουράνιον και νοερόν αυτού θυσιαστήριον εις οσμήν ευωδίας πνευματικής, αντικαταπέμψη ημίν την θείαν χάριν και την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος, δεηθώμεν“. (Δηλαδή: Με σκοπό ο φιλάνθρωπος Θεός μας, που δέχθηκε αυτά στο άγιο και υπερουράνιο και πνευματικό Του Θυσιαστήριο ως οσμή ευωδίας πνευματικής, να στείλει πίσω σε μας τη θεία χάρη και τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, ας παρακαλέσουμε).

Όταν ο λειτουργός θυμιάζει τους πιστούς, αυτοί πρέπει να προσκυνούν ευλαβικά προσδοκώντας την ευλογία και τη χάρη του Θεού. Όταν ο λειτουργός θυμιάζει τις εικόνες των αγίων, επιζητεί τις μεσιτικές προσευχές τους προς τον Κύριο για βοήθεια των μελών της στρατευομένης Εκκλησίας. Δυστυχώς Πολλοί χριστιανοί, όταν τους θυμιά ο Ιερεύς, παραμένουν ακίνητοι (σάν κολώνες). Και τούτο, ασφαλώς, λόγω άγνοιας! Η μικρή υπόκλιση είναι δείγμα ότι συμμετέχουμε στα τελούμενα και μία ανταπόκριση στοιχειώδους ευγένειας προς τον λειτουργό που προσεύχεται για μάς!

Πηγές άντλησης απάντησης: http://www.alopsis.gr/, http://www.phys.uoa.gr/~nektar/, http://www.oodegr.com/, Εγκύκλιος Η’ Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Χριστοδούλου 11/10/01

http://orthodox-answers.blogspot.gr

http://xristodoulos.antibaro.gr/egyklioi/thymiama.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΙΔΡΥΤΕΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Αυγούστου, 2013

 
Τις θρησκείες, όχι μόνο τις παλιότερες αλλά και τις νεότερες, τις χωρίζουμε σε πολυθεϊστικές και μονοθεϊστικές, δηλαδή σ’ αυτές που δέχονται την ύπαρξη πολλών Θεών και σ’ αυτές που δέχονται την ύπαρξη ενός Θεού. Εκτός όμως από την παραπάνω διάκριση, οι θρησκείες χωρίζονται – άσχετα αν είναι πολυθεϊστικές ή μονοθεϊστικές – σ’ αυτές που χρωστούν την ύπαρξή τους σε κάποιο ιδρυτή και σ’ αυτές που υπήρχαν παραδοσιακά, χωρίς να τις έχει ιδρύσει κάποιος. Εμείς θα ασχοληθούμε με τις θρησκείες που έχουν ιδρυτή. Τους ιδρυτές των θρησκειών, τους αναφέρουμε όχι με την σειρά εμφάνισή τους αλλά με αλφαβητική σειρά προς υποβοήθηση των αναγνωστών.
Οι ιδρυτές των θρησκειών είναι οι παρακάτω:
1. Βούδας
2. Ζωροάστρης
3. Ιησούς Χριστός
4. Κομφούκιος
5. Λάο – Τσε
6. Μένκιος
7. Μωάμεθ
8. Νάνακ
 
Βούδας
 
Πριν αναφερθούμε στα βιογραφικά στοιχεία του Βούδα, είναι ωφέλιμο να γίνουν δύο απαραίτητες διευκρινίσεις, επειδή επικρατεί σύγχυση γύρω από αυτές στους περισσότερους ανθρώπους. Πρώτον, πως ο Βούδας δεν ονομαζόταν Βούδας, όπως θεωρούν οι περισσότεροι, ούτε πως το όνομα Βούδας σημαίνει Θεός. Άλλωστε ποτέ ο Βούδας δεν υποστήριξε πως είναι Θεός ή έστω γιος κάποιου Θεού.
Ο Σιντάρτα ή Σινχάρτα Γκαουτάμα – αυτό ήταν το πραγματικό όνομα του Βούδα – ήταν  γιος ενός πλούσιου ηγεμόνα του Σουντοντάνα που κυβερνούσε στη Σακύα, μια μικρή επαρχία στα βόρεια της Ινδίας, που σήμερα διχοτομείται από τα σύνορα με το Νεπάλ.
Για το έτος γεννήσεώς του δεν υπάρχει ομοφωνία. Επειδή οι διάφορες Βουδιστικές σχολές δεν συμφωνούν απόλυτα πότε έζησε ο Δάσκαλός τους. Έτσι είναι δύσκολο να εντοπιστεί αν γεννήθηκε τον 7οαιώνα ή τον 6ο αιώνα ή τον 5ο αιώνα π.Χ. Η Τεραβάντα που επικρατεί στην Νότια Ασία τοποθετεί τη ζωή του μεταξύ 623 και του 543 π.Χ. Οι Μαχαγιάνα Βουδιστές υποστηρίζουν διάφορες απόψεις. Επί πολλά χρόνια επικρατούσε η θεωρία πως έζησε ανάμεσα στο 563 έως το 483 π.Χ. Όλοι όμως συμφωνούν πως έζησε 80 χρόνια.
Σύμφωνα με μερικές Βουδιστικές ιστορίες, εμφανίζονται εικασίες πως προηγήθηκε μία άμωμος σύλληψη του Σιντάρτα από την μητέρα του Μάγια, κατά την οποία το Άγιο Πνεύμα – ανταποκρινόμενο στα έθιμα της χώρας – πήρε την μορφή ενός λευκού ελέφαντα. Η μητέρα του πέθανε, πριν καλά – καλά προλάβει να τον φέρει στον κόσμο και έτσι τον εμπιστεύτηκαν στην αδελφή της την Μαχαπρατζαπάτι που ήταν δεύτερη σύζυγος του πατέρα του.
Τα παιδικά και νεανικά του χρόνια τα πέρασε μέσα στην πολυτέλεια και την χλιδή. Στα 16 χρόνια του παντρεύτηκε μια όμορφη και ευγενική νέα την Γιασοντάρα ή Μπαντακακάνα που ήταν ξαδέλφη του. Το ζεύγος απέκτησε έναν γιο τον Ραχούλα 13 χρόνια μετά το γάμο του.
Σύμφωνα με την παράδοση είδε διαδοχικά «τέσσερα θεάματα»: ένα καταβεβλημένο γέροντα, ένα βαριά άρρωστο, ένα σώμα νεκρού και ένα γαλήνιο ασκητή. Τότε συνειδητοποιώντας την ματαιότητα της ζωής και την πιθανή διέξοδό της – στο πρόσωπο του ασκητή – εγκατέλειψε τα πάντα που είχε, όπως άνετη ζωή, γυναίκα και παιδί και στα 29 χρόνια του πήγε να μαθητεύσει σε ένα θρησκευτικό δάσκαλο και ασκητή τον Αλάρα Καλάμα που δίδασκε τις μεθόδους του αυτοβυθισμού και της αυτοσυνειδησίας. Απογοητεύτηκε όμως από τις περίπλοκες θεωρίες του και τον εγκατέλειψε γινόμενος μαθητής σε ένα άλλο ασκητή τον Ουντάκα Ραμαπούττα. Όμως την ίδια απογοήτευση ένοιωσε και εκεί και αφού τον εγκατέλειψε και αυτόν επιδόθηκε σε μια αμείλικτη άσκηση του σώματος πιστεύοντας πως έτσι θα βρει την λύτρωση. Τέλος αφοσιώθηκε σε μια παρατεταμένη βαθιά περισυλλογή κάτω από μια συκομοριά, την γνωστή πλέον ως «μπόντι – δέντρο». Ύστερα από 49 ημέρες εντατικής ενδοσκόπησης μια νύχτα του Μαΐου που είχε πανσέληνο, έφθασε σε μια εσωτερική έλλαμψη, συνειδητοποιώντας ξαφνικά πως το πρόβλημα στον άνθρωπο είναι η «τάχνα» δηλαδή η επιθυμία από την οποία οφείλει να απαλλαγεί ο άνθρωπος, για να μπει στην αιώνια μακαριότητα την «νιρβάνα». Έγινε λοιπόν ο Σιντάρτα Γκαουτάμα, «Βούδας» = «Φωτισμένος», αυτός που ανακάλυψε την αλήθεια, την οποία στο εξής έβαλε σκοπό στη ζωή του να μεταδώσει στους ανθρώπους. Αμέσως κάνει και τους πρώτους μαθητές στο πρόσωπο των πέντε πρώτων ασκητών που τον πλησίασαν, οι οποίοι αποδεχόμενοι την διδασκαλία του Βούδα γίνονται δεκτοί ως «μπίκου» = μοναχοί. Ο αριθμός τους σε λίγο αυξάνονται σε 60, στους οποίους αναθέτει – όπως έκανε άλλωστε και ο ίδιος – να περιοδεύουν σε πόλεις και χωριά για να κηρύττουν την θεωρία του. Σύντομα σε όλη την δυτική περιοχή του ποταμού Γάγγη ιδρύονται τα πρώτα ανδρικά Βουδιστικά μοναστήρια και πολύ αργότερα μετά από αρκετούς δισταγμούς δίνει την συγκατάθεσή του να ιδρυθεί και το πρώτο γυναικείο μοναχικό τάγμα στο οποίο προσχωρούν η θετή μητέρα του και η γυναίκα του.
Πολλοί βασιλείς και ηγεμόνες της Ινδίας, ίσως και λόγω της ευγενικής καταγωγής του, γίνονται αφοσιωμένοι οπαδοί του, όπως και πολλοί απλοί άνθρωποι από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Σαράντα πέντε χρόνια διήρκησε η διδασκαλία του και σε ηλικία 80 ετών, κατευθυνόμενος στην πόλη Βασάλι αρρωσταίνει βαριά, που όμως κατορθώνει να συνέρθει και να συνεχίσει την πορεία του. Φιλοξενούμενος αυτός και η συνοδεία του στο κτήμα του πιστού οπαδού του Τσούντα, γευματίζει ένα βαρύ φαγητό, χοιρινό με μανιτάρια που έμελλε να είναι και η αιτία του θανάτου του, όταν κατευθύνθηκε στην περιοχή της Κουσινάρα. Εκεί σβήνει – σύμφωνα με την παράδοση – μια  νύχτα του Μαΐου με πανσέληνο το 483 π.Χ., λέγοντας τα τελευταία διδακτικά λόγια: «Η φθορά είναι συνδεδεμένη με όλα τα σύνθετα πράγματα. Εργασθείτε για την σωτηρία σας με πολύ ζήλο» και περνάει πλέον στο απόλυτο τίποτα, «νιρβάνα».
Οι οπαδοί του και οι κάτοικοι της περιοχής καίνε το λείψανό του και του αποδίδουν τιμές για επτά ημέρες. Οι στάχτες του μοιράζονται στα οκτώ κρατίδια της περιοχής που έζησε και δίδαξε και αργότερα τοποθετούνται σε ειδικά μαυσωλεία τις λεγόμενες «στούπες», οι οποίες στην συνέχεια γίνονται τόποι λατρείας και προσκυνήματος των πιστών.
 
Ζωροάστρης
 
Ο Ζωροάστρης είναι ο ιδρυτής της Περσικής θρησκείας του Ζωροαστρισμού. Όπως συμβαίνει και με άλλους ιδρυτές θρησκειών, τα βιογραφικά του στοιχεία καλύπτονται από πέπλο για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, ότι βιογραφικά του στοιχεία έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα είναι ελάχιστα και αποσπασματικά και δεύτερον οι μύθοι για την ζωή του μπερδεύονται με την πραγματικότητα. Κατ’ αρχάς δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς έζησε. Οι παλαιότεροι ερευνητές τον τοποθετούν την περίοδο του 7ου ή 6ουαιώνα π.Χ., ενώ οι νεότεροι επιλέγουν την εποχή μεταξύ 1400 και 1000 π.Χ. Βλέπουμε δηλαδή μια διαφορά που φτάνει και τα 700 με 800 χρόνια. Το όνομά του το οποίο είναι η εξελληνισμένη μορφή του αρχαιοπερσικού «Ζαρατούστρα», σημαίνει «αυτός με τις ανοιχτόχρωμες καφέ καμήλες» ή το πιθανότερο «εκείνος που κατευθύνει τις καμήλες». Μέλος της υποφυλής Σπιτάμα, γεννήθηκε μάλλον στην επαρχία της Βακτριανής, περιοχή η οποία βρίσκεται σήμερα στα σύνορα Αφγανιστάν με Τουρκεστάν. Ανήκε στο ινδοϊρανικό κύμα που έφτασε στην Περσία στα μέσα της 2ης χιλιετηρίδας π.Χ. , τότε που ήταν μια μεταβατική περίοδος για τον γηγενή πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής, αφού εγκαταλείπονταν ο νομαδικός βίος προς χάρη του αγροτικού. Ο ίδιος ονομάζει τον εαυτό του «Ζαουτάρ», δηλαδή «ιερέα» που έχει την δυνατότητα να πέφτει σε έκσταση για να επικοινωνεί με το θείο και τα πνεύματα. Σύμφωνα με την παράδοση, νυμφεύτηκε τρεις φορές και απέκτησε από αυτούς τους γάμους τρεις γιους και τρεις θυγατέρες.
Όταν συμπλήρωσε την ηλικία των 30 ετών έλαβε την κλήση στο προφητικό έργο μέσα από ένα όραμα. Το όραμα αυτό τον προβλημάτισε και όταν ακολούθησαν και άλλα, βεβαιώθηκε πως ήταν ο εκλεκτός ο οποίος όφειλε να μεταδώσει στους ανθρώπους την θρησκευτική αποκάλυψη για την μοναδικότητα του Θεό του Καλού ο οποίος ονομάζονταν Αχούρα Μάσδα. Για να το πετύχει αυτό, έπρεπε να έρθει αντιμέτωπος με το μέχρι τότε θρησκευτικό κατεστημένο, γεγονός που έπραξε, με αποτέλεσμα να προκαλέσει και θερμή αφοσίωση στο πρόσωπό του αλλά και βίαιη αντίδραση. Αποδοκίμασε ορισμένες αιματηρές θυσίες και παραδοσιακά τελετουργικά του Παρσισμού της παραδοσιακής δηλαδή θρησκείας των Περσών, ενώ αντίθετα επέμενε στην καθαρότητα της ψυχής. Κράτησε όμως τον σεβασμό στη φωτιά, που θεωρούσε πως εκφράζει την λαμπρότητα του Αχούρα Μάσδα, αλλά και επειδή έχει και καθαρτική σημασία. Η διδασκαλία του Ζωροάστρη δεν έμελλε να βρει απήχηση και ανταπόκριση άμεσα από τους Πέρσες, αλλά παρόλα αυτά δεν απογοητεύτηκε. Δέκα ολόκληρα χρόνια χρειάστηκαν να περάσουν για να βρει τον πρώτο του οπαδό, ο οποίος μάλιστα ήταν και συγγενικό του πρόσωπο δηλαδή εξάδελφός του. Λόγω της αντίδρασης που συνάντησε αναγκάστηκε να φύγει από την φυλή του και να καταφύγει τελικά στην αυλή του βασιλιά Βιστάσπα, ο οποίος έγινε και οπαδός του. Με την υποστήριξη του Βιστάσπα ο Ζωροαστρισμός ανακηρύχτηκε επίσημη θρησκεία της Περσίας. Οι μαθητές του Ζωροάστρη είναι γνωστοί με διάφορα ονόματα όπως, «πτωχοί», «φίλοι», «γνώστες», «σύντροφοι στον όρκο», τα οποία προσδιορίζουν και τον χαρακτήρα τους.
Όλες οι πηγές συμφωνούν πως ο Ζωροάστρης πέθανε σε ηλικία 77 ετών. Σύμφωνα με κάποια μεταγενέστερη πληροφορία, φονεύθηκε από κάποιον ιερέα της παλιάς θρησκείας μπροστά σ’ ένα βωμό, σε μια επιδρομή εναντίον της πρωτεύουσας του Βιστάσπα.
 
Ιησούς Χριστός
 
Ιδρυτής της θρησκείας του Χριστιανισμού. Είναι ο μοναδικός ιδρυτής θρησκείας ο οποίος υποστήριζε πως είναι Θεός που σαρκώθηκε για να σώσει τους ανθρώπους από το κακό και τον θάνατο. Το όνομα Ιησούς σημαίνει «Σωτήρας» και το Χριστός «αυτός που έχει χριστεί». Η σύλληψη του από την μητέρα του έγινε με υπερφυσικό τρόπο, χωρίς την συμμετοχή άντρα, αλλά με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος και την δύναμη του Υψίστου.
Γεννήθηκε σε μια άσημη πόλη της Ιουδαίας την Βηθλεέμ την εποχή που αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Οκταβιανός Αύγουστος, μεταξύ των ετών 7 – 4 π.Χ. Την όγδοη μέρα από την γέννησή του, του έγινε περιτομή σύμφωνα με τα Ιουδαϊκά έθιμα και σαράντα ημερών τον πήγε στον Ναό η μητέρα του, όπου εκεί προφήτευσε ένας δίκαιος άνθρωπος ο Συμεών πως θα είναι «σημείο αντιλεγόμενο» για τους ανθρώπους. Αναγκάστηκε να φύγει για κάποιο χρονικό διάστημα με την μητέρα του Μαριάμ και τον θετό του πατέρα Ιωσήφ στην Αίγυπτο, διότι ο βασιλιάς Ηρώδης της Ιουδαίας ήθελε να τον εξολοθρεύσει, φοβούμενος πως θα του πάρει τον θρόνο, και επέστρεψε μετά το θάνατο αυτού το 4 π.Χ. Σε ηλικία 12 ετών επισκέφτηκε με τους γονείς του τον Ναό της Ιερουσαλήμ, όπου κατέπληξε τους σοφούς της εποχής του, με τις γνώσεις που διέθετε. Μέχρι την ηλικία των 30 ετών έμεινε με τους γονείς του στην πόλη της Ναζαρέτ, εξασκώντας το επάγγελμα του ξυλουργού. Στην ηλικία αυτή, αφού βαπτίστηκε από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο – ονομάστηκε έτσι γιατί μιλούσε για τον ερχομό αυτού – ξεκίνησε  την διδασκαλία του και την δημόσια δράση του, επιλέγοντας για βοηθούς του ένα στενό κύκλο 12 μαθητών και ένα ευρύτερο κύκλο 70 μαθητών. Ανάμεσα σ’ αυτούς υπήρχαν και γυναίκες μαθήτριες, πράγμα πρωτάκουστο για τους ραβίνους (δασκάλους) της Ιουδαϊκής θρησκείας. Το καινούργιο μήνυμα που έφερε ήταν η αγάπη προς όλους ακόμα και προς τους εχθρούς του καθενός. Το μήνυμά του δεν άρεσε στο κατεστημένο της εποχής του, γι’ αυτό αφού τον συνέλαβαν με δόλο κατόπιν προδοσίας του Ιούδα, ενός εκ των 12 μαθητών του, τον κατεδίκασαν σε θάνατο με σταύρωση. Η ποινή εκτελέστηκε το Πάσχα του 33 μ.Χ. την μεγαλύτερη γιορτή των Ιουδαίων. Μετά την ταφή του, αναστήθηκε και έκανε πολλές εμφανίσεις στους μαθητές του, τους οποίους μετά την ανάληψή του στους ουρανούς απέστειλε να διαδώσουν το μήνυμα του σε όλο τον κόσμο. Υποσχέθηκε πως θα έρθει ξανά στη γη, χωρίς να ορίσει συγκεκριμένη ημερομηνία, ένδοξα αυτή τη φορά και όχι ταπεινά όπως την πρώτη φορά για να αποδώσει δικαιοσύνη, ανταμείβοντας τους καλούς και τιμωρώντας τους κακούς.
 
Κομφούκιος
 
Ιδρυτής της ομώνυμης Κινέζικης θρησκείας του Κομφουκιανισμού. Είναι αυτός που έχει πει την περίφημη φράση «όταν το δάχτυλο δείχνει το φεγγάρι ο ηλίθιος κοιτάζει τα δάχτυλο», φράση που σημαίνει την ενασχόλησή μας στη ζωή με περιττά και μη ουσιώδη πράγματα. Βέβαια για να είμαστε απολύτως ακριβείς ο Κομφούκιος, δεν υπήρξε ακριβώς ιδρυτής θρησκείας αλλά διαμόρφωσε την μέχρι τότε υπάρχουσα παραδοσιακή θρησκεία της Κίνας. Το κανονικό όνομα του μεγάλου αυτού στοχαστή ήταν Κονκ Κίου και έζησε το 551 – 479 π.Χ. Ο τίτλος του, Κονκ φούτσι δηλαδή ο δάσκαλος του Κονκ εκλατινίστηκε από τους χριστιανούς ιεραποστόλους σε Κομφούκιος. Ο πατέρας του ονομάζονταν Σου – Λιανγκ – Χο καταγόταν από ευγενική οικογένεια και είχε φήμη γενναίου και σοβαρού ανθρώπου. Δυστυχώς τον έχασε σε ηλικία τριών ετών με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να αναπτύξει διάφορες ικανότητες για να ξεφύγει από την ανέχεια. Νυμφεύθηκε σε ηλικία 19 ετών και η γυναίκα του ανήκε στην οικογένεια Τζιεν Κουά από το κράτος του Σουνγκ. Του χάρισε ένα γιο, τον Λι και μια κόρη. Στα είκοσι τρία του χρόνια έχασε την μητέρα του και αποσύρθηκε τρία χρόνια για να την πενθήσει. Έζησε σε μια εποχή αλλαγής, στην οποία η αυξανόμενη ανεξαρτησία των φεουδαρχικών κρατών και η ταχύτατη εξάπλωση της αυτοκρατορίας υποβάθμιζαν την παλιά τάξη της φυλής η οποία ήταν και θρησκευτικά θεμελιωμένη. Το σύνολο αυτής της τάξης ήταν η παράδοση της παλιάς δυναστείας των Ζου 11ος π.Χ. αιώνας, που διατηρήθηκε στην πατρίδα του Κομφούκιου μέχρι τις μέρες του. Η Κινέζικη παράδοση αποκαλεί τον Κομφούκιο, δοξάζοντας αργότερα το πρόσωπό του, μεγάλο δάσκαλο, γεγονός που ισχύει, τουλάχιστον στον βαθμό που ο ίδιος απέδιδε μεγάλη αξία στην μόρφωση και την αγωγή. Προσπάθησε αρχικά να συλλάβει εννοιολογικά τις αταξινόμητες κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις της εποχής του, απορρίπτοντας τους χαρακτηρισμούς της εποχής των Ζου, οι οποίες σε τελευταία ανάλυση χρησιμοποιούνταν στα κοινωνικά δεδομένα και τις επανατοποθέτησε σε συνάρτηση με ηθικά δεδομένα. Η «διδασκαλία» του ανάγεται πίσω στο Λουνγιού = «Συζητήσεις», μια ανθολογία των παραδόσεών του, τις οποίες συγκέντρωσαν οι μαθητές του ή κατά άλλους τα εγγόνια τους. Σημαντικότερα κείμενα θεωρούνται του ίδιου του Κομφούκιου το βιβλίο των ιστορικών πηγών και κυρίως το βιβλίο των ασμάτων. Έτσι η θρησκεία και τα έθιμα, αν και δεν έπαιζαν κατ’ αυτόν κάποιο σημαντικό ρόλο, θεωρούνταν απαραίτητα στη διαμόρφωση και διατήρηση της κρατικής τάξης και κατ’ επέκταση στην ευημερία του λαού. Υπάρχει πλήρης απουσία των μεταφυσικών θεωριών στη σκέψη του Κομφούκιου. Αποδέχεται την παλιά Κινέζικη πίστη που στηρίζεται στην λατρεία των προγόνων και την αγροτική λατρεία. Θεωρεί πως το παρόν πρέπει να συγκρίνεται με την παλιά εποχή του «χρυσού αιώνα» και ο ηγεμόνας να προσπαθεί να μιμηθεί τους θρυλικούς ηγεμόνες του παρελθόντος που είχαν λάβει την ουράνια εντολή. Λέγεται πως ήταν τόσο αγαπητός στο λαό και δίκαιος, ώστε όταν ήταν υπεύθυνος σε μια επαρχία την Λου, δεν υπήρξε ούτε το παραμικρό  παράπτωμα από τους κατοίκους της. Δυστυχώς πολεμήθηκε από τους πλούσιους της περιοχής, οπότε αηδιασμένος από αυτό το γεγονός αποτραβήχτηκε από τα κοινά.
Το 482 π.Χ. έχασε τον γιο του Λι και τον επόμενο χρόνο τον αγαπημένο του μαθητή Γιεν Χούι, γεγονός που του στοίχισε ιδιαίτερα. Πέθανε το 479 στην αφάνεια σε ηλικία 73 ετών. Πολλοί αφοσιωμένοι μαθητές του τον θρήνησαν για τρία χρόνια.
Στη σημερινή λαϊκή θρησκεία της Κίνας εξακολουθεί να παίζει σημαντικό ρόλο. Στη Ταϊβάν αντιμετωπίζεται σαν άγιος και κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου γιορτάζουν τα γενέθλιά του. Στο ναό του όμως ο Κομφούκιος δεν τιμάται ως θεός αλλά ως προπάτορας.
Στους κλασικούς ναούς που τιμάται το πνεύμα των προγόνων, δεν υπάρχουν αγάλματά του αλλά πίνακες ψυχής ως φύλακες του προγονικού πνεύματος του δασκάλου και των σημαντικότερων μαθητών του.
 
Λάο – Τσε
 
Περίφημος Κινέζος φιλόσοφος, ιδρυτής της Κινέζικης θρησκείας του Ταοϊσμού. Τα βιογραφικά στοιχεία της ζωής τους, βρίθουν από μυθολογικά στοιχεία με αποτέλεσμα να είναι αρκετά νεφελώδης ο χρόνος δράσης του. Πιθανολογείται πως γεννήθηκε το 604 π.Χ. Ήταν επιμελητής της βασιλικής βιβλιοθήκης που βρίσκονταν στην πρωτεύουσα Λοχ η οποία κείτονταν όχι μακριά από την σημερινή Λοχ – Γιανγ της επαρχίας Χο – ναν. Το κύριο όνομά του ήταν Έρχ που σημαίνει αυτί και το επώνυμό του Λι που σημαίνει δαμάσκηνο. Έμεινε όμως γνωστός στην ιστορία με την επωνυμία Λάο – Τσε που σημαίνει «γέρο – δάσκαλος» ή «γέρο – φιλόσοφος» κυριολεκτικά όμως αποδίδεται ως «γεροντικό παιδί», γιατί σύμφωνα με την παράδοση κυοφορούνταν στην κοιλιά της μητέρας του επί 81 χρόνια και όταν τελικά γεννήθηκε τα μαλλιά του ήταν άσπρα και είχε όψη γέροντα. Από τους ερευνητές της αρχαίας Κινέζικης ιστορίας θεωρείται βέβαιο πως συναντήθηκε αρκετές φορές με την άλλη μεγάλη Κινέζικη φυσιογνωμία τον ονομαστό Κομφούκιο ο οποίος όμως φέρεται πως είναι πολύ προγενέστερός του. Μία από τις συναντήσεις αυτές έγινε το 571 π.Χ., η οποία όμως κάθε άλλο παρά φιλική ήταν, αλλά όμως έκανε ζωηρή εντύπωση στον Κομφούκιο η σοφία του Λάο – Τσε. Όσο για την χρονολογία θανάτου του από ιστορικής άποψης δεν είναι τίποτα απολύτως βέβαιο. Ο Κινέζος ιστορικός Σχη – μα – Τσιέν αναφέρει πως ο Λάο – Τσε έζησε για μακρό χρονικό διάστημα στην πρωτεύουσα. Βλέποντας όμως την κατάπτωση της δυναστείας των Τσεού, θέλησε να φύγει από αυτήν και να πορευτεί στα Β.Δ. της Κίνας. Στην αντίστοιχη όμως Β.Δ. πύλη της πόλης, αναγνωρίστηκε από τον φύλακα αυτής ονόματι Γιν – Χσι, ο οποίος και τον παρακίνησε να γράψει το βιβλίο «Ταό – Τεχ – Κινγκ» δηλαδή το βιβλίο για την θεότητα και την αρετή. Και πράγματι ο Λάο – Τσε γράφει αυτό το βιβλίο το οποίο είναι και η αρχή της θρησκείας του Ταοϊσμού. Ο εν λόγω ιστορικός αναφέρει στην συνέχεια, πως ο Λάο – Τσε, αφού το συνέγραψε το βιβλίο αυτό το παρέδωσε στον φύλακα της πόλης και αναχώρησε προς άγνωστο διεύθυνση και δεν μαθεύτηκε έπειτα ούτε το που ούτε το πότε πέθανε. Παραδόσεις αναφέρουν πως έζησε ως ερημίτης μέχρι τα βαθιά γεράματα έως τα εκατό πενήντα με διακόσια χρόνια. Η μορφή του Λάο – Τσε δεν έπαψε ποτέ να είναι σεβαστή σε όλα τα στρώματα της Κινέζικης κοινωνίας. Για τον λαό έγινε άγιος και θεοποιήθηκε. Μια επιγραφή που χρονολογείται από το 165 μ.Χ. τον περιγράφει ως «απόρροια του αρχέγονου χάους», «συναιώνιο με τα φωτεινά σώματα», δηλαδή τον ήλιο, το φεγγάρι και τα αστέρια. Η πρωτόγονη απλότητα είναι το ιδανικό του. Η στάση που προτείνει για τη ζωή συνοψίζεται στην περίφημη φράση «γουό γουάι» δηλαδή «μην κάνεις τίποτε» ή «κάνε το κάθε τι μην κάνοντας τίποτε».
 
Μένκιος
 
Ο Μενγκ – Τσε ή Μένκιος όπως είναι γνωστός στη Δύση υπήρξε ένας ακόμα μεγάλος Κινέζος σοφός, για τον οποίο πολλοί θεωρούν πως είναι του ίδιου επιπέδου με τον Κομφούκιο. Οι ερευνητές παλιότερα θεωρούσαν πως έζησε το 372 έως το 289 π.Χ., τώρα όμως υποστηρίζουν πως έζησε από το 390 έως το 305 π.Χ. Η συμβολή του στην ανάπτυξη και επικράτηση της διδασκαλίας του Κομφούκιου υπήρξε τεράστια, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί και ο πολιτισμός της Κίνας αλλά και όλης της Ανατολικής Ασίας. Θεωρείται κατ’ αναλογία, ένας «Απόστολος Παύλος» του Κομφουκιανισμού. Το όνομά του είναι λατινική μεταγραφή του Μενγκ – Τσε ή Μονγκ – Ντζι ή Μανγκ – Ντζι  και σημαίνει ο δάσκαλος Μενγκ.
Γεννήθηκε στο κρατίδιο Τσου από παλιά αρχοντική οικογένεια μια περιοχή που σήμερα ανήκει στην επαρχία Σαντούνγκ. Η ζωή του έχει αντίστοιχες αναλογίες με αυτές του Κομφούκιου. Ορφάνεψε τριών ετών από πατέρα γι’ αυτό και ανέλαβε την ανατροφή του η μητέρα του η οποία στην κινέζικη παράδοση αποτελεί το σύμβολο της εκλεκτής μητέρας.
Ένας μαθητής του Κομφούκιου που υπήρξε και εγγονός του, ο Τζου Σσου τον μύησε στην διδασκαλία του Κομφουκιανισμού την οποία ενστερνίστηκε με τέτοιο ενθουσιασμό και πάθος ώστε να γίνει ο πιο διάσημος δάσκαλος της διδασκαλίας του. Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα υπηρέτησε ως αξιωματούχος στο κρατίδιο Τσι, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε ταξιδεύοντας σε διάφορες περιοχές της απέραντης Κίνας όπως την Τανγκ, Λιανγκ, Λου, στις οποίες έτυχε όχι μόνο φιλοξενίας αλλά και μεγάλων τιμών και αυτός και η συνοδεία του, αφού οι διάφοροι ηγεμόνες τον προσεταιρίστηκαν ως σύμβουλό τους. Η περίοδος αυτή του Μένκιου, έμεινε ονομαστή ως περίοδος «των αντιμαχομένων βασιλείων». Όμως, ότι συνέβη στον Κομφούκιο συνέβη και σ’ αυτόν. Επειδή έδινε μεγάλη σημασία στο καλό το οποίο δεν ήταν αναγκαστικά και χρήσιμο και επειδή τόνιζε την αξία του απλού λαού, δυσαρέστησε τους Κινέζους ηγεμόνες αφού κάθε άλλο τους άρεσε αυτή η στάση του Μένκιου, με αποτέλεσμα να τους εγκαταλείψει και να επιστρέψει γεμάτος απογοήτευση στη γενέτειρά του όπου αφοσιώθηκε μέχρι τον θάνατό του στην διδασκαλία του πλήθους των μαθητών του και την καταγραφή των φιλοσοφικών και πολιτικών ιδεών του.
Η βάση της διδασκαλίας του ήταν η απέραντη αισιοδοξία που έτρεφε για την ανθρώπινη φύση, παρά τις απογοητεύσεις που γνώρισε από αυτήν, αγγίζοντας κάποιες φορές τα όρια της ουτοπίας. Ανύψωσε τον απλό λαό λέγοντας πως ο άρχοντας για να κυβερνήσει χρειάζεται την σιωπηλή συγκατάθεσή του, οι δε γεωργικές μεταρρυθμίσεις που πρότεινε κινούνταν σε σοσιαλιστικά επίπεδα. Είναι ιδιαίτερα αγαπητός στον Κινέζικο λαό, γιατί με την καλλιέργεια της ηθικής ισότητας που πρέσβευε, του έδωσε την χαμένη του αξιοπρέπεια.
 
Μωάμεθ
 
Ιδρυτής της θρησκείας του Ισλαμισμού ή Μουσουλμανισμού. Γεννήθηκε το 570 μ.Χ. στην Μέκκα της Αραβίας. Ο πατέρας του πέθανε λίγο πριν γεννηθεί. Ορφανός λοιπόν από πατέρα, σε νεαρή ηλικία μπήκε στην υπηρεσία μιας πλούσιας χήρας που ονομάζονταν Χαντίτζα την οποία και τελικά παντρεύτηκε αν και ήταν κατά πολύ μεγαλύτερή του. Σε ηλικία 40 ετών, όπως αναφέρει το Κοράνι – το ιερό βιβλίο των Μουσουλμάνων – εμφανίστηκε μπροστά του ο άγγελος Γαβριήλ αναγγέλλοντας του πως ο Θεός (Αλλάχ) τον επέλεξε για τον τελευταίο του προφήτη. Ο Μωάμεθ κήρυττε πως ο Αλλάχ δεν είναι ο κορυφαίος μεταξύ των θεών, αλλά ο μοναδικός Θεός και η λατρεία άλλων θεών είναι αμαρτία.
Το πολυθεϊστικό περιβάλλον της γενέτειράς του Μέκκας και ιδιαίτερα η πλούσια τάξη αυτής αντιμετώπισε με εχθρότητα το κήρυγμα του Μωάμεθ και επιχείρησε μάλιστα να τον εξοντώσει. Γιατί κήρυττε την κοινωνική υπευθυνότητα, υμνούσε την φιλευσπλαχνία του Αλλάχ και την προοπτική της παραδείσιας χαράς. Οι ισχυροί και οι πλούσιοι φοβήθηκαν πως η εξάπλωση των απόψεων του θα επιδρούσε αρνητικά στο εμπόριο και τις επιχειρήσεις τους, κυρίως επειδή οι προσκυνητές του ιερού λίθου Κάαβα – ενός μαύρου μετεωρίτη – μπορεί να μην επέστρεφαν.  Έτσι ο Μωάμεθ με τους οπαδούς του κατέφυγε στην πόλη Μεδίνα το 622 μ.Χ. Το γεγονός αυτό ονομάστηκε «Εγίρα» και θεωρείται από τους Μουσουλμάνους η αφετηρία της χρονολογίας τους δηλαδή το έτος 1 μ.Μ.
Στη Μεδίνα το κήρυγμα του βρήκε μεγάλη ανταπόκριση και η πόλη οργανώθηκε με βάση τη νέα θρησκεία. Προβλέποντας πως θα μπορούσε εξαιτίας της εξάπλωσης της διδασκαλίας του, να συγκρουστεί με τις αραβικές φυλές, οργάνωσε τους οπαδούς του σε μια στρατιωτική στρατιά. Έδειξε ιδιαίτερο αρχηγικό ταλέντο και ανέπτυξε διπλωματική ευελιξία και πειθώ στην ένωση των αραβικών φύλων. Οι πολιτικές δραστηριότητες του Μωάμεθ στον αραβικό ενωτικό αγώνα οδήγησαν συχνά σε αμφισβητήσεις, όσον αφορά στο γεγονός της αποκάλυψης και έγινε αιτία να του αποδοθεί από τους αντιπάλους του ο τίτλος του «ψευτοπροφήτη», γεγονός που είναι εμφανές μέσα στο Κοράνι.
Ο ίδιος ο Μωάμεθ, αν και θεωρούσε τον εαυτό του τελευταίο προφήτη, εν τούτοις πίστευε πως ως άνθρωπος δεν ήταν πρότυπο αλάθητου ανθρώπου. Στην πορεία της διαμόρφωσης της παράδοσης του Ισλαμισμού μεταβλήθηκε σε αλάθητο, απόλυτα τέλειο άνθρωπο. Η διδασκαλία του έχει έντονες επιδράσεις από τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό, τον οποίο όμως γνώρισε από μοναχούς της αίρεσης του Νεστοριανισμού. Αυτός είναι που έδωσε στους Μουσουλμάνους την εντολή να στρέφονται στην Μέκκα κατά την διάρκεια της προσευχής και να τιμούν το Ραμαζάνι ως μήνα σαραντάημερης νηστείας. Το 630 μ.Χ. επιτέθηκε στην Μέκκα και την κατέλαβε εδραιώνοντας έτσι την κυριαρχία του. Το 632 μ.Χ. πέθανε και τον διαδέχτηκε ο στενός του συνεργάτης Αμπού – Μπάακρ, που πήρε τον τίτλο του χαλίφη (διαδόχου).  
 
Νάνακ
 
Ιδρυτής της θρησκείας του Σικκισμού ή των Σιχ. Βλέποντας τις διαφορές και το μίσος που επικρατούσε ανάμεσα στους Ινδουϊστές και τους Μουσουλμάνους της Ινδίας, που πολλές φορές τους είχε οδηγήσει σε αποτρόπαια εγκλήματα, θέλησε να συγκεράσει και τις δύο θρησκείες, λαμβάνοντας στοιχεία και από την μία και από την άλλη, πιστεύοντας έτσι πως θα λύσει το πρόβλημα και θα φέρει την θρησκευτική ειρήνη.
Γεννήθηκε το 1469 μ.Χ. στο Ταλβάντι του Πουντζάμπ της Βόρειας Ινδίας, 65 χλμ περίπου νοτιοδυτικά της Λαχώρης. Ανήκε σε σημαντική κοινωνική τάξη (κάστα), αυτή των πολεμιστών «ξάτριγυας» η οποία ήταν αριστοκρατική κάστα. Ήταν ινδουϊστής στα πρώτα βήματά του και η περιοχή στην οποία ζούσε γίνονταν συχνά το θέατρο της βίας και του φανατισμού των Μουσουλμάνων και των Ινδουϊστών. Οι εμπειρίες αυτές τον οδήγησαν να αναζητήσει έναν συνδυασμό και μια υπέρβαση των θρησκευτικών αυτών ομάδων. Η μυστική ινδική παράδοση άσκησε επάνω του εντονότερη επίδραση από την μουσουλμανική.
Δίχως ν’ απαρνηθεί τον κόσμο, την εργασία και την οικογένεια, αφού είχε σύζυγο και δυο γιους, βυθίστηκε για χρόνια σε έντονο στοχασμό. Σε ηλικία 30 ετών έζησε μια πνευματική εμπειρία, πως τάχα βρέθηκε στην αυλή του Θεού, από τον οποίο έλαβε απ’ ευθείας τα θρησκευτικά του μηνύματα. Γι’ αυτό άρχισε να περιοδεύει σε διάφορες περιοχές της Ινδίας που ήταν τα μεγάλα ινδουϊστικά και μουσουλμανικά κέντρα και να διδάσκει τις εμπειρίες του αυτές. Διάφορες ιστορίες, με αμφισβητούμενη ιστορική ακρίβεια, οι οποίες κυκλοφόρησαν μετά το θάνατό του και συγκεντρώθηκαν αργότερα σε ανθολόγια γνωστά ως «Τζάναμ – σάκκις», αναφέρουν πως ταξίδεψε σε χώρες μακρινές, όπως Βαγδάτη, Μέκκα, Κεϋλάνη (σημερινή Σρι – Λάνκα), και ακόμα πως έφθασε ανατολικά μέχρι την Κίνα και δυτικά μέχρι την Ρώμη.
Το 1521 μ.Χ. με μερικούς αφοσιωμένους οπαδούς του εγκαταστάθηκε στο Καρταρπούρ, χωριό του κεντρικού Πουντζάμπ, όπου ίδρυσε την πρώτη κοινότητα των «σίκκα» (μαθητών). Είχε πια αναγνωριστεί ως «γκουρού»(δάσκαλος). Δίδασκε πως υπάρχει μόνο ένας Θεός που όμως δεν είναι δυνατόν να γίνει άνθρωπος. Δέχεται όπως και ο Ινδουϊσμός τον κύκλο των μετεμψυχώσεων για τον άνθρωπο και το νόμο του «κάρμα», πως δηλαδή την μορφή κάθε καινούργιας γέννησης καθορίζουν οι πράξεις της προηγούμενης ύπαρξης.
Στην κοινότητά του ήταν ευπρόσδεκτοι οι πάντες, άσχετα με το τι φύλλο ήταν ο καθένας και σε ποια κάστα ανήκε. Άλλοι από αυτούς έμεναν μόνιμα κοντά του, άλλοι όμως τον επισκέπτονταν συχνά για να πάρουν την ευλογία του και τις συμβουλές του. Προτού πεθάνει όρισε διάδοχό του τον Λέχνα, ονομάζοντάς τον «Άνγκαντ» δηλαδή μέλος του σώματός μου».
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αναστάσιος Γιαννουλάτος: Ίχνη από την αναζήτηση του υπερβατικού.
Δημήτρης Α. Τριανταφύλλου: Βοήθημα Θρησκευτικών Β΄ Ενιαίου Λυκείου
Hans – Christian Huf: Κόλαση, Παράδεισος και Νιρβάνα – Βούδας, Ιησούς, Μωάμεθ
Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη
Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Λαρούς»
Εγκυκλοπαίδεια των Θρησκειών
Θ.Η.Ε

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ἕνα κεράκι στά δειλινά τοῦ Δεκαπενταύγουστου

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Αυγούστου, 2013

alt

       Γιορτάζει ἡ Μάνα καί πλέκουμε στεφάνια καί τραγουδοῦμε γλυκά. Ἡ Μάνα εἶναι ἀναντικατάστατη ὕπαρξη γιά τόν καθένα μας. Μάνα θέλησε νά ἔχει καί ὁ Θεός Λόγος, ὅταν θέλησε νά σαρκωθεῖ. Καί ἔκανε μάνα Του τήν ταπεινή Κόρη τῆς Ναζαρέτ, καί ὕστερα τή χάρισε στόν ἄνθρωπο, «γύναι· ἴδε ὁ υἱός σου… ἰδού ἡ μήτηρ σου, καί ἀπ’ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητής αὐτήν εἰς τά ἴδια» (Ἰωάν. 19, 26-27).

     Καί ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ ἔγινε καί δική μας. Μᾶς ἀγκαλιάζει ὅλους, μᾶς ἀγαπάει, καί ἐμεῖς σάν παιδιά της τήν ἀγαποῦμε ἔστω κι ἄν κάνουμε σκανδαλιές, ἔστω κι ἄν ξεκόβουμε ἀπό τή μητρική ἔγνοια. Νοιάζεται καί παρακολουθεῖ. Εἶναι ξάγρυπνη καί περιμένει. Καί ἐμεῖς φτάνοντας στά ὅρια τῶν ἀντοχῶν μας στρεφόμαστε καί παρακαλοῦμε.

     Καί νά ὁ Δεκαπενταύγουστος ξεδιπλώνεται! Προσκαλεῖ ὅλους στή γιορτή τῆς Μάνας καί τρέχουμε στήν «Παράκληση». Τραγούδι πού ἐκπέμπεται ἀπό καρδιακές συχνότητες.

     Στούς ἀναρίθμητους ὕμνους πού ἔχουν γραφεῖ γιά τήν Παναγία Μητέρα ξεχωρίζουν οἱ Παρακλητικοί Κανόνες. Δροσιά στό καῦμα τοῦ σώματος λόγω ἐποχῆς, Αὔγουστος, ἀλλά καί στά πολυκαύματα τῆς ψυχῆς καί γι’ αὐτό ἀναπᾶσα στιγμή βάζουμε τό ἐπίθεμα τους πάνω στήν πληγή μας. Οἱ Παρακλητικοί Κανόνες, (Μικρά καί Μεγάλη Παράκληση), ψάλλονται ἐναλλάξ στούς Ἑσπερινούς στό πρῶτο δεκαπενθήμερο τοῦ Αὐγούστου (ἱερός Δεκαπενταύγουστος). Εἶναι ἀμέτρητα τά πλήθη τῶν πιστῶν πού τρέχουν σ’ ὅλους τούς Ἐνοριακούς Ναούς καί τά ταπεινά Παρεκκλήσια, γιά νά ἀκούσουν ἤ καλύτερα νά τούς σιγοψάλλουν μαζί μέ τόσα ἄλλα στόματα πού συντονίζει ἡ λαχτάρα τῆς καρδιᾶς στό ρυθμό πού δίνει ὁ χορός τῶν ἱεροψαλτῶν. Καρδιακή προσευχή μεταβάλλεται ὁ μεστός λόγος τοῦ Κανόνα τῆς Παρακλήσεως κάθε δειλινό. 

     Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ὅλοι οἱ χριστιανοί ἔχουν βαθειά στήν καρδιά  τους ριζωμένη τήν εὐλάβεια πρός τήν Παναγία. Ἐκείνη γιά ὅλους εἶναι τό στήριγμα, ἡ κατφυγή, ἡ παρηγοριά. Τά σημειώνει αὐτά καί ὁ ὑμνογράφος μέ τρόπο μοναδικό. Ἡ Μάνα μας εἶναι τῶν θλιβομένων ἡ χαρά, τῶν ἀδικουμένων ἡ προστασία, τῶν ξενητεμένων ἡ παρηγοριά, τῶν τυφλῶν ἡ βακτηρία, ὅσων ταλαιπωροῦνται ἡ βοήθεια, αὐτῶν πού βρίσκονται σέ κίνδυνο ἡ σκέπη, ἀλλά καί ὅσων βρίσκονται σέ κάποια ἀνάγκη, γίνεται ἡ ἀρωγός.

    Ἡ Μάνα μας Θεοτόκος δάνισε σάρκα στό Θεό Λόγο, ὁ ὁποῖος γιά χάρη μας λειτουργεῖ τό μυστήριο τῆς σωτηρίας μας. Τήν ἔκανε Μάνα. Τήν χάρισε στόν ἄνθρωπο, καί ἐμεῖς τήν κάναμε Μάνα μας.

     Σάν Μάνα γρικᾶ καί προσέχει τίς φωνές μας. Ἡ εὐαισθησία τῆς καρδιᾶς Της εἶναι δεδομένη ἀπό τή στιγμή. Ἡ καρδιά τῆς μάνας ἔχει μιά ἐκπληκτική εὐαισθησία γιά τό παιδί της. Μ’ ἕνα νεῦμα μας καταλαβαίνει τήν ἐπιθυμία ἤ τό πρόβλημα πού μᾶς ἀπασχολεῖ καί ἔρχεται κοντά μας προσπαθώντας νά δώσει λύση ἤ νά προσφέρει τό χάδι της πού τόσο γλυκαίνει τήν πίκρα μας τή στιγμή τοῦ πειρασμοῦ. Τό ἴδιο συμβαίνει καί στήν καρδιά τῆς Μεγάλης μας Μητέρας.

    Ὅλοι κάποια στιγμή καταφεύγαμε σ’ Ἐκείνη εἴτε μέ βαθειά πίστη, εἴτε καί μέ δυσπιστία, καί ζητοῦμε τή στοργική της πρεσβεία γιά τό προσωπικό μας αἴτημα. Ἡ συνδρομή της ἔρχεται καί τότε ἡ καρδιά μας ξεσπᾶ σέ μιά εὐχαριστία: «Οὐδείς προστρέχων ἐπί σοί κατῃσχημένος ἀπό σοῦ ἐκπορεύεται…», σημειώνει χαρακτηριστικά ἡ γραφίδα τοῦ ὑμνωδοῦ. Ἀπόδειξη τρανή τῆς συνδρομῆς της καί  τοῦ πλήθους τῶν πολλαπλῶν εὐεργεσιῶν της εἶναι οἱ χιλιάδες Ναοί καί Παρεκκλήσια πού εἶναι ἀφιερωμένα στή χάρη της. Ἀλλά καί σέ κάθε εἰκόνα της βλέπουμε νά εἶναι κρεμασμένα ἑκατομμύρια ἀπό ἀφιερώματα καί πού ἀποτελοῦν τούς ἀδιάψευστους μάρτυρες τῶν πολλῶν καί ἀμετρήτων εὐεργεσιῶν της.

     Τό ὄνομα της ἔχει γίνει καί τραγούδι. Ἀμέτρητοι οἱ στίχοι. Χιλιάδες οἱ ἀνώνυμοι καί ἐπώνυμοι οἱ ὑμνητές της πού μέσα ἀπό τήν ποιητική τους γραφή προσπάθησαν νά ἀποτυπώσουν σ’ αὐτούς τό βάθος τῆς θεολογικῆς τους εὐγνωμοσύνης πρός τήν Παναγία, «τήν Μητέρα τοῦ Φωτός».

     Μεταξύ τῶν ἀμέτρητων ὕμνων πρός τήν Κυρία Θεοτόκο εἶναι καί οἱ δυό γνωστοί Παρακλητικοί Κανόνες, Μικρός καί Μεγάλος, πού ψάλλονται σέ κάθε περίσταση ἀπό τά χείλη τῶν πιστῶν, τόσο νά παρακαλέσουν τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο νά συντρέξει στίς ποικιλότροπες ἀνάγκες, ὅσο καί νά ἀντλήσουν ἀπό τή θεία μορφή της δύναμη καί νά βροῦν τή ψυχική ἀντοχή στίς θλίψεις τους, μιά καί ἡ λέξη «Παράκληση» σημαίνει τήν παρηγοριά, πού τήν προσφέρει ἁπλόχερα σ’ ὅλους χωρίς διάκριση ἡ Κυρία Θεοτόκος.

     Οἱ Παρακλήσεις ψάλλονται πολύ συχνά καί στούς Ναούς, ἀλλά καί κατά μόνας ἀπό τούς πιστούς. Τώρα ὅμως τόν Δεκαπενταύγουστο, πού γιορτάζεται ἡ Κοίμηση τῆς Παναγίας, τό Μικρό Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ ὅπως ἔχει ἐπικρατήσει νά λέγεται, ψάλλονται κατά τήν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ, μιά ἡ Μικρή καί μιά ἡ Μεγάλη Παράκληση. Οἱ Παρακλήσεις δέν ψάλλονται στούς Ἑσπερινούς τοῦ Σαββατό-βραδου, ἀλλά οὔτε καί κατά τόν Ἑσπερινό τῆς Μεταμορφώσεως, ἐπειδή τό περιεχόμενο τῶν Παρακλήσεων εἶναι ἱκετευτικό καί δέν ταιριάζει μέ τό πανηγυρικό καί χαρμόσυνο ὕφος τῶν ἀναστασίμων καί  τῶν ἑορτίων ὕμνων.

    Ἡ διάκριση τῶν Παρακλήσεων σέ Μικρά καί Μεγάλη ὀφείλεται ἀποκλειστικά καί μόνο στήν ἔκταση τῶν τροπαρίων τῶν ὠδῶν, μιά καί τά τροπάρια τῆς Μικρᾶς Παρακλήσεως εἶναι πιό σύντομα ἀπ’ αὐτά τῆς Μεγάλης. Τά τροπάρια τοῦ Μικροῦ Παρακλητικοῦ Κανόνα εἶναι ἔργο ἀγνώστου ὑμνογράφου. Ὁρισμένοι θεωροῦν συντάκτη του κάποιο Θεοστήρικτο ἤ Θεοφάνη. Φαίνεται νά πρόκειται γιά τό ἴδιο πρόσωπο, πού ἀπό Θεοφάνης μετονομάστηκε Θεοστήρικτος, ὅταν ἔγινε μοναχός. Ἀντίθετα ὁ Μεγάλος Κανόνας εἶναι ἔργο τοῦ Θεοδώρου τοῦ Β’  τοῦ Δουκός, βασιλέως Νικαίας, τοῦ ἐπονομαζομένου καί Λασκάρεως, πού ἔζησε στά μέσα τοῦ 13ου αἰώνα. 

    Τά δυό αὐτά ἀριστουργήματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ὑμνογραφίας εἶναι πολύ ἀγαπητά σ’  ὅλους σχεδόν τούς χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνο τήν περίοδο τοῦ Δεκαπενταύγουστου, ἀλλά καί σέ πολλές ἄλλες περιστάσεις τῆς καθημερινότητος τίς διαβάζουν καί τίς ψάλλουν ἀποκομίζοντας περισσή ὠφέλεια.  Ἐξάλλου μέσα στήν πεζή καί δύσκολη περίοδο αὐτῶν τῶν καιρῶν πού βρεθήκαμε μέ τούς ρυθμούς νά ἐναλλάσσονται μέ τόση γρηγοράδα, ἡ καταφυγή στή μεσιτεία τῆς Κυρίας Θεοτόκου, εἶναι ἀναγκαία. Ὁ πολύς πόνος, ἡ θλίψη, ἡ ἀγωνία γιά τό αὔριο, ἡ κάθε λογίς δοκιμασία πού ταλαιπωροῦν τήν κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη, γίνονται προτρεπτικές γιά καταφυγή στήν πανάγια  μεσιτεία τῆς Μοναδικῆς μας Μάνας.

     Σ’ αὐτήν ἄς ἀκουμπίσουμε κι ἀπόψε τήν καρδιά μας, καί ἄς σιγοψάλλουμε στήν ἅγια μορφή της, «Τά νέφη τῶν λυπηρῶν ἐκάλυψαν  τήν ἀθλίαν μου ψυχήν καί καρδίαν καί σκοτασμόν ἐμποιοῦσί μοι, Κόρη· ἀλλ’ ἡ γεννήσασα φῶς τό ἀπρόσιτον ἀπέλασον ταῦτα μακράν τῇ ἐμπνεύσει τῆς θείας πρεσβείας σου». Ἀμήν.

 (+ π.Κ.Φ.)

http://www.imkifissias.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος,Τα χρήματα τα έχεις για ν’ ανακουφίζεις από τη φτώχεια, όχι για να διαπραγματεύεσαι με τη φτώχεια

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Αυγούστου, 2013

st-john-chrysostom (1)

Ξόδεψε, λοιπόν, τα χρήματά σου, για να έχεις τα πάντα δικά σου. Όπως εκείνος που ελέγχεται από τη συνείδησή του για τη διάπραξη παρανομιών, είναι ταλαίπωρος, έτσι κι εκείνος που έχει καθαρή τη συ­νείδησή του, ακόμα κι αν φοράει κουρέλια ή παλεύει με την πείνα, είναι πιο εύθυμος απ’ αυτούς που ξεφα­ντώνουν.
Τα χρήματα τα έχεις για ν’ ανακουφίζεις από τη φτώχεια, όχι για να διαπραγματεύεσαι με τη φτώχεια. Εσύ, όμως, δανείζοντας χρήματα με τόκο στον φτωχό συνάνθρωπό σου, του ετοιμάζεις μεγαλύτερη συμφο­ρά.

Κάνε αυτή τη συναλλαγή, δεν σε εμποδίζω, αλλά για τη βασιλεία των ουρανών. Ως αντάλλαγμα της βοήθειας, που προσφέρεις, μην πάρεις τόκο, αλλά την αιώνια ζωή. Γιατί γίνεσαι μικρολόγος και χάνεις κά­τι τόσο μεγάλο για λίγα χρήματα, που χάνονται; Για­τί αφήνεις το Θεό και επιδιώκεις το κέρδος;

Γιατί παραβλέπεις τον πλούσιο Κύριο και κυνηγάς τον φτωχό άνθρωπο; Ο Κύριος θα σου ανταποδώσει κάθε ευερ­γεσία που κάνεις, ενώ ο άνθρωπος στενοχωριέται, όταν επιστρέφει ό,τι του δάνεισες.

Αυτός δύσκολα σου δίνει και το ένα εκατοστό από τα δανεικά, ενώ Εκείνος εκατονταπλάσια σου ανταποδίδει και την αθανασία σου χαρίζει. Αυτός σου δίνει τα δανεικά με βαρυγγώμια και βρισιές, ενώ Εκείνος σου ανταποδί­δει τις αγαθοεργίες με επαίνους και εγκώμια.

Αυτός νιώθει για σένα μίσος, ενώ Εκείνος σου ετοιμάζει με αγάπη στεφάνια δόξας. Αυτός απρόθυμα σου δίνει σ’ αυτή τη ζωή ό,τι σου χρωστάει, ενώ Εκείνος πρόθυμα σου δίνει και σ’ αυτή τη ζωή και στην άλλη όσα δεν σου χρωστάει.

http://www.diakonima.gr

Κατηγορία Χωρίς κατηγορία | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακὴ ΣΤ΄ Ματθαίου – «Θάρσει τέκνον» (Ματθ. 9,2)

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Αυγούστου, 2013

 

Συχνά οι άνθρωποι λιγοψυχούμε στη ζωή μας. Οι δοκιμασίες, οι οποίες μας απειλούν με θάνατο ή κόπο ή αίρουν τη δυνατότητά μας να ζήσουμε φυσιολογικά, αλλά και ο φόβος της ήττας και της αποτυχίας, που γίνεται εμμονή, αλλά και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, με τις ειδήσεις και τα γεγονότα του κόσμου που μας γεμίζουν απαισιοδοξία, αποτελούν αφορμές ώστε η καρδιά και το φρόνημά μας να μην είναι ακμαία και να έρχεται η κατάσταση της ολιγοψυχίας. Λίγη η ψυχή. Ενώ είναι δώρο Θεού, που πληρώνει το σύνολο της ύπαρξής μας, αισθανόμαστε ότι λιγοστεύει. Ότι δεν έχουμε  δύναμη και κουράγιο να παλέψουμε. Ότι στερούμαστε την ελπίδα για να σταθούμε στα πόδια μας και να αντέξουμε. Και στρέφουμε το νου και την καρδιά μας, όπου είναι δυνατόν, για να αντλήσουμε θάρρος.

                Ο Χριστός, μετά την θεραπεία των δύο δαιμονισμένων στην περιοχή των Γεργεσηνών, επέστρεψε στην Καπερναούμ. Εκεί του έφεραν έναν παράλυτο, ξαπλωμένο στο κρεβάτι του. Βλέποντας ο Κύριος την πίστη των ανθρώπων στο πρόσωπό Του και την κίνησή τους να φέρουν τον φίλο ή συγγενή τους ενώπιόν Του για να αλλάξει την πορεία της ζωής του, κάνει ένα βήμα πιο πέρα. Δεν μιλά σ’ αυτούς, αλλά στον παραλυτικό και του λέει: «Θάρσει τέκνον» (Ματθ. 9,2). Αντιλαμβανόμαστε πόσο παρηγορητική ήχησε στ’ αυτιά τόσο του αρρώστου, όσο και εκείνων που τον αγαπούσαν αυτός ο λόγος. Ο Χριστός όμως προχώρησε και άλλο. Το θάρρος που έπρεπε να έχουν πήγαζε από το γεγονός ότι συγχωρέθηκαν οι αμαρτίες του παραλυτικού, η αιτία για την αρρώστια, αλλά και η ευκαιρία για μια νέα ζωή που ταυτίστηκε με την φωνή του Κυρίου.
                Γιατί τελικά η θεραπεία στην ολιγοψυχία, τον πόνο και την λύπη των ανθρώπων, δεν είναι άλλη από την φωνή του Χριστού. Ακούγοντας τον λόγο «θάρσει τέκνον», ξαναβλέπουμε τη ζωή μας διαφορετικά. Βλέπουμε το ουσιώδες της, που δεν είναι άλλο παρά η άφεση των αμαρτιών μας. Η συγχώρεση που είναι η μία και μοναδική μεγάλη ανάγκη την οποία έχουμε οι άνθρωποι και που δεν μπορούμε από μόνοι μας να εκπληρώσουμε.  Σε ό,τι έχει να κάνει με τα ανθρώπινα, μπορούμε να προσπαθήσουμε να βρούμε κάποια λύση. Σε ό,τι έχει να κάνει όμως με την ίδια μας την ψυχή, τον τρόπο που ζει σε σχέση με την πίστη στο Θεό, το Ευαγγέλιο και την αιωνιότητα, μόνο ο λόγος του Χριστού μπορεί να δώσει αληθινό θάρρος.
               Αξίζει να σταθούμε περισσότερο σ’ αυτόν το λόγο. Η ολιγοψυχία έχει ως ρίζα της την αδυναμία του ανθρώπου να πιστέψει ολοκληρωτικά στο Θεό και την ήττα του από το πνεύμα του ορθολογισμού, από τα πολλά και ποικίλα «γιατί;», όπως επίσης και από την επιθυμία του να δει το μέλλον σε μια διαφορετική προοπτική, αυτή της ζωής και της ευτυχίας σύμφωνα με τα δεδομένα που όλοι επιθυμούμε. Ένας παραλυτικός, που δεν έχει την ικανότητα να σταθεί στα πόδια του, να διαφυλάξει την αξιοπρέπειά του, να πορευτεί με τις δικές του δυνάμεις, αλλά βρίσκεται κατάκοιτος και εξαρτημένος από την ευσπλαχνία των άλλων, είτε ως αποτέλεσμα της αγάπης τους είτε της εξαγοράς της βοήθειας χάρις στα χρήματα, δεν μπορεί εύκολα να σκεφτεί τα περαιτέρω. Ότι δηλαδή υπάρχει και άλλο νόημα στη ζωή. Ότι ένα τέτοιο πρόβλημα, μια τέτοια δοκιμασία δεν έχει να κάνει μόνο με την αδυναμία της ύπαρξης προσωπικής αυτάρκειας, αλλά είναι μία αφορμή για συναίσθηση ότι το «εγώ» μας δεν επαρκεί για την ευτυχία μας. Ότι υπάρχουν παράγοντες που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, ενώ την ίδια στιγμή αγνοούμε καταστάσεις που έχουν να κάνουν με την δική μας εσωτερική πορεία.
               Είναι όμως βαθιά ανθρώπινη αυτή η κατάσταση. Είναι ο πρώτος λογισμός που έρχεται στην καρδιά μας και μάς οδηγεί στην ολιγοψυχία. Όποιος ισχυριστεί το αντίθετο, δύσκολα μπορεί να γίνει πιστευτός. Ότι δεν φοβάται την αδυναμία. Την απουσία προσωπικής αξιοπρέπειας.  Τον θάνατο. Απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση, οι άνθρωποι επιλέγουν είτε την συντροφιά των οικείων, στους οποίους μεταφέρουν την απογοήτευσή τους, είτε την βοήθεια ειδικών, όπως οι ψυχολόγοι και οι θεραπευτές, είτε καταβάλλονται από την λύπη και την ολιγοψυχία, παραιτούμενοι από κάθε ελπίδα για το αύριο, ενίοτε και από διάθεση για ζωή.
              Η Εκκλησία, μέσα από την θεραπεία του παραλυτικού, μάς δείχνει τον αληθινό τρόπο να υπερβούμε την ολιγοψυχία. Πρώτον μέσα από την πίστη στο Χριστό, η οποία όμως προϋποθέτει την εμφάνισή μας ενώπιον Του. Η πίστη δεν είναι μόνο εσωτερική κατάσταση και βίωμα. Απαιτεί την παρουσία μας ενώπιον του Κυρίου και αυτό επιτυγχάνεται τόσο με την ολόθερμη προσευχή, όσο και με την μετοχή μας στο σώμα του Χριστού, που είναι η εκκλησιαστική ζωή.Ταυτόχρονα, η συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μας μάς προφυλάσσει από την απόγνωση. Κάθε δοκιμασία αποτελεί για τον καθέναν μας αφορμή να δούμε την πραγματική μας κατάσταση και πορεία  σε σχέση με το Χριστό και την Εκκλησία. Δεν έχει σημασία αν η δοκιμασία αποτελεί συνέπεια καθαυτό της αμαρτωλότητάς μας. Μάς βοηθά να συνειδητοποιούμε τα όρια μας, να εντρυφούμε στην μετάνοια για κάθε έργο και κάθε λογισμό μας, αλλά  και να παραμένουμε ταπεινοί ή να βρίσκουμε την ταπεινότητα που οδηγεί στη Βασιλεία των Ουρανών. Τέλος, για να νικηθεί η ολιγοψυχία χρειάζεται και η παρουσία των άλλων ανθρώπων. Δεν μπορούμε να είμαστε μόνοι μας στη λύπη. Η παρουσία όμως αυτή δεν πρέπει να περιορίζεται στην εξωτερική συμπαράσταση. Χρειαζόμαστε από τους άλλους ενίσχυση στην πίστη μας. Κι εδώ έγκειται η μεγάλη ευθύνη όλων όσων αποτελούμε το σώμα του Χριστού. Δεν αρκεί να δηλώνουμε παρόντες ως προς την ανθρώπινη διάσταση στη δοκιμασία και την ολιγοψυχία των άλλων. Χρειάζεται με τον λόγο, την προσευχή μας και την δική μας παρουσία ενώπιον του Χριστού, να τους βοηθήσουμε να νιώσουν ότι μπορούν να μοιραστούν και από την δική μας πίστη και να πάρουν δύναμη.  
               Τίποτε από αυτά δεν είχαν οι γραμματείς των Ιουδαίων, που ήταν παρόντες στην εμφάνιση του παραλυτικού ενώπιον του Χριστού. Ούτε πίστη σ’ Εκείνον ότι είναι ο Υιός του Θεού, ούτε Του αναγνώριζαν το δικαίωμα να συγχωρέσει τις αμαρτίες και να ανακουφίσει ουσιαστικά τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο, όπως επίσης δεν θέλησαν καθόλου να συμμετάσχουν στην δοκιμασία του, ούτε να αποτελέσουν μέλη του σώματος εκείνων που πίστευε στο Χριστό και ήθελε να δώσει ο Κύριος την λύση στη δοκιμασία του παραλυτικού. Η στάση τους αποτελεί για όλους μας έλεγχο, μήπως κι εμείς κατ’ αυτό τον τρόπο σκεπτόμαστε και συμπεριφερόμαστε.
                  «Θάρσει τέκνον». Ο λόγος του Χριστού ας αποτελέσει για τον καθέναν μας στη δύσκολη εποχή της όχι μόνο της σωματικής, αλλά κυρίως της πνευματικής παράλυσης  ευκαιρία αναβαπτισμού στην πίστη, στην συναίσθηση της αμαρτωλότητας που γίνεται ταπείνωση και μετάνοια, αλλά και επαναπροσδιορισμού τι σημαίνει να είμαστε μέλη της Εκκλησίας, δηλαδή εκείνοι που μπορούμε να έχουμε και να προσφέρουμε ζωντανή πίστη στους άλλους. Για να μπορούμε να ενισχύουμε στην υπέρβαση της ολιγοψυχίας τόσο τον εαυτό μας, όσο και τους πλησίον μας.
Κέρκυρα, 4 Αυγούστου 2013
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο πόνος του Θεού για τις δοκιμασίες των ανθρώπων…… (Γέροντος Παϊσίου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Αυγούστου, 2013

Πόσα βάσανα έχει ο κόσμος! Πόσα προβλήματα! Και έρχονται μερικοί εδώ να μου τα
πουν σε δυο λεπτά στο πόδι, για να παρηγορηθούν λίγο. Μια βασανισμένη μάνα μου έλεγε:
«Γέροντα, έρχονται στιγμές που δεν αντέχω άλλο και τότε λέω : ‘’Χριστέ μου, κάνε μια μικρή διακοπή και ύστερα ας ξαναρχίσουν τα βάσανα’’». Πόση ανάγκη από προσευχή έχουν οι άνθρωποι! Αλλά και κάθε δοκιμασία είναι δώρο από τον Θεό, είναι ένας βαθμός για την άλλη ζωή. Αυτή η ελπίδα της ανταμοιβής στην άλλη ζωή μου δίνει χαρά, παρηγοριά και κουράγιο, και μπορώ να αντέξω τον πόνο για τις δοκιμασίες που περνούν πολλοί άνθρωποι.
Ο Θεός μας δεν είναι Βάαλ, αλλά Θεός αγάπης. Είναι Πατέρας που βλέπει την
ταλαιπωρία των παιδιών Του από τους διάφορους πειρασμούς και τις δοκιμασίες που περνούν και θα μας ανταμείψη, φθάνει να κάνουμε υπομονή στο μικρό μαρτύριο της δοκιμασίας ή μάλλον της ευλογίας.
– Γέροντα, μερικοί λένε: «Δεν είναι σκληρό αυτό που επέτρεψε ο Θεός; Δεν πονάει ο
Θεός;».
– Ο πόνος του Θεού για τους ανθρώπους που βασανίζονται από αρρώστιες, από δαίμονες,
από βαρβάρους κ.λπ. έχει συγχρόνως και χαρά για την ουράνια αμοιβή που τους έχει ετοιμάσει.
Έχοντας δηλαδή υπ’ όψιν Του ο Θεός την ανταπόδοση που θα λάβη στον Ουρανό όποιος
περνάει δοκιμασίες και γνωρίζοντας τι τον περιμένει στην άλλη ζωή, αυτό Τον κάνει να μπορή να «αντέχη» τον πόνο. Εδώ επέτρεψε να κάνη τόσα εγκλήματα ο Ηρώδης8. Δεκατέσσερις χιλιάδες νήπια έσφαξε και πόσους γονείς, που δεν άφηναν τους στρατιώτες να σκοτώσουν τα παιδιά τους, τους σκότωναν κι εκείνους! Οι βάρβαροι στρατιώτες, για να φανούν στους αρχηγούς τους καλύτεροι, έκοβαν τα παιδάκια κομματάκια. Όσο πιο πολύ βασανίζονταν τα παιδάκια, τόσο περισσότερο πονούσε ο Θεός, αλλά και τόσο περισσότερο χαιρόταν για την μεγαλύτερη δόξα που θα είχαν να απολαύσουν στον Ουρανό. Χαιρόταν για τα Αγγελουδάκια αυτά, που θα αποτελούσαν το αγγελικό μαρτυρικό τάγμα. Άγγελοι από Μάρτυρες
(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Δ΄ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ)
http://gerontes.wordpress.com

http://ahdoni.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Λουγκουζί της Ουγκάντας!! Ένα Ορθόδοξο χωριό γεννιέται!!

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Αυγούστου, 2013

Όπως γνωρίζετε η προσπάθειά μας συνεχίζεται στον Αφρικανικό αμπελώνα του Χριστού στην Ουγκάντα και με τη χάρη του Θεού επεκτείνεται. Θα θέλαμε να σας κάνουμε και πάλι 
κοινωνούς αυτής της δραστηριότητός μας αφού τρόπο απλό και ταπεινό αποτελείτε και σεις σημαντικό κομμάτι αυτής της διακονίας.
Το Σάββατο 13 Ιουλίου βαπτίσαμε ανάμεσα στις μπανανιές και τα καφεόδεντρα 89 ανθρώπους ,άνδρες ,γυναίκες και πολλά παιδιά!!! Την επόμενη μέρα λειτουργήσαμε στο χωριό και κοινώνησαν όλοι οι νεοφώτιστοι. Τους μάθαμε πως θα κοινωνούν ,πως θα κάνουν το σταυρό τους ,πως θα παίρνουν αντίδωρο. Ήταν συγκλονιστικό να βλέπεις ανθρώπους να τα ακούν πρώτη φορά και να τα πραγματοποιούν με μεγάλο σεβασμό και ευλάβεια. Και τις επόμενες Κυριακές λειτουργήσαμε στο χωριό και ξεκινήσαμε κατήχηση για τη Θεία Λειτουργία. Τα μικρά παιδιά συνέχισαν το κατηχητικό τους με τον Χριστοφόρο και βέβαια τις ζωγραφιές τους.
Μετά τη Θεία Λειτουργία καθίσαμε με τα μεγαλύτερα παιδιά που βαφτίστηκαν πρόσφατα, 12 αγόρια και τρία κορίτσια και μιλήσαμε λίγο για την Ορθοδοξία. Στο τέλος τους δώσαμε μπλούζες από την Ελλάδα που μας διέθεσε ο αδελφός μας κ.Αλέξανδρος και χάρηκαν πολύ. Η δημιουργία μιας μικρής ομάδας ποδοσφαίρου θα τους κρατά ενωμένους και δημιουργικούς .Τις επόμενες εβδομάδες προγραμματίζουμε συναντήσεις με τις γυναίκες του χωριού αλλά και συναντήσεις με όλο το χωριό με σκοπό να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε ερωτήσεις που αφορούν την Ορθοδοξία και την πίστη.
Εύχεσθε
Από την Ναμουγκόνα της Ουγκάντας π.Εφραίμ Παναούσης-π.Γεώργιος Νυόμπι 

Κατήχηση!! Πως κοινωνούμε ,πως πέρνουμε αντίδωρο! 
 Κατήχηση μετά τη Θεία Λειτουργία για τα μικρά παιδιά.
Και πολλές ζωγραφιές !!
Ο υπαίθριος Ναός μας !!

Αυτό το παιδί εξηγούσε στην κούκλα του κατά την ώρα της κατήχησης τα λόγια μας!! 
Τα παπαδάκια μας.Ο Αναστάσιος ,ο Σπυρίδων και ο Δαβίδ.Τα καλλύμματα των Τιμίων δώρων τα δημιούργησε η ομάδα της Ιεροραπτικής της Ιεράς Μονής Παναγίας Χρυσοπηγής

http://synodoiporia.blogspot.gr

Κατηγορία ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αγαπάτε τους εχθρούς υμών…….’Ιερομόναχου Γρηγορίου Αγιορείτου

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Αυγούστου, 2013

“Αφες ήμΐν τα όφειλήματα ημών, ώς και ημείς άφίεμεν….

“Οταν οι ‘Απόστολοι ζήτησαν άπό τον Χριστό να τους μάθη πώς να προσεύχωνται, Εκείνος τους δίδαξε την Κυριακή προσευχή (το Πάτερ ημών), με τήν οποία να ζητοΰν και το έξης: “Αφες ήμϊν τα όφειλήματα ημών, ώς και ήμεϊς άφίεμεν τοϊς οφειλέταις ημών. Δηλαδή, “συγχώρησε τις αμαρτίες μας με τον ίδιο τρόπο που συγχωρούμε κι εμείς όσους μάς έχουν βλάψει”. Ό Χριστός, μετά τήν διδασκαλία του Πάτερ ημών, πρόσθεσε: “Έάν συγχωρήσετε στους ανθρώπους ό,τι κακό σάς έχουν κάνει, θά συγχώρηση και σάς ό ουράνιος Πατέρας σας. Έάν όμως δέν συγχωρήτε στους αδελφούς σας τά αμαρτήματα τους, τότε ούτε και ό ουράνιος Πατέρας σας θά συγχώρηση τά αμαρτήματα σας”: Έάν άφήτε τοις άνθρώποις τά παραπτώματα αυτών, αφήσει καϊ ύμϊν ό Πατήρ υμών ό ουράνιος- έάν δε μή άφήτε τοις άνθρώποις τά παραπτώματα αυτών, ουδέ ό Πατήρ υμών αφήσει τά παραπτώματα υμών.
Ποιος άνθρωπος θά μπορούσε νά ίσχυρισθή πώς δεν έχει αμαρτήσει ενώπιον του Θεού; “Ολοι έχουμε αμαρτήματα, όφειλες στον ουράνιο Πατέρα μας. “Αν θέλουμε, λοιπόν, να μάς χαρισθοΰν οι όφειλές αυτές άπό τον Θεό, πρέπει εμείς πρώτοι να συγχωρήσουμε τους αδελφούς μας.
Ό Ιερός Χρυσόστομος απευθύνεται στον καθένα μας και λέγει: «Εσένα τον ίδιο έκανε κριτή της συγχωρήσεως τών αμαρτημάτων σου, αν συγχώρησης λίγα, θα σου συγχωρηθούν λίγα, αν συγχώρησης πολλά, θα σού συγχωρηθούν πολλά. “Αν συγχώρησης με τήν καρδιά σου και με ειλικρίνεια, έτσι θα σε συγχώρηση και ό Θεός. “Αν μετά τήν συγχώρηση κάνης και φίλο τον εχθρό σου, παρόμοια θα τοποθετηθή και ό Θεός απέναντι σου»

Θα μπορούσε βέβαια ό Θεός να συγχώρηση τις αμαρτίες μας και χωρίς να συγχωρήσουμε εμείς τους αδελφούς μας. Θέλει όμως να μάς σύνδεση μεταξύ μας με τον δεσμό της αγάπης. Ό Θεός εΐναι αγάπη και όποιος δεν έχει μέσα του αγάπη δεν μπορεί να μείνη κοντά στον Θεό οΰτε στην παροΰσα ζωή οΰτε στην μέλλουσα. Μόνος του καταδικάζει τον εαυτό του. ‘Αντίθετα, όποιος εφαρμόζει τους λόγους τοΰ Κυρίου συγχωρεί εύκολα και φθάνει να άγαπήση όλους τους ανθρώπους με την ίδια αγάπη. Πραγματικά, «είναι μακάριος ό άνθρωπος ό οποίος μπορεί ν’ άγαπήση εξίσου κάθε άνθρωπο»
Ό άγιος Μάξιμος μας προτρέπει: «”Ας αγαπήσουμε ό ένας τον άλλο και θα μάς αγαπά ό Θεός. “Ας δείξουμε μακροθυμία ό ένας προς τον άλλο και θα δείξη και ό Θεός μακροθυμία για τις αμαρτίες μας. “Ας μήν ανταποδώσουμε κακό για το κακό που μάς έκαναν, και δεν θα τιμωρηθούμε σύμφωνα με τις αμαρτίες μας. Διότι τήν συγχώρηση των παραπτωμάτων μας τήν βρίσκουμε στην συγχώρηση των αδελφών μας. Και το έλεος τοΰ Θεοΰ βρίσκεται κρυμμένο στην εύσπλαγχνία μας προς τον πλησίον… Νά, μάς χάρισε ό Κύριος τρόπο σωτηρίας, και μάς έδωσε εξουσία αιώνια νά γίνουμε τέκνα τοΰ Θεοΰ* στην θέληση μας λοιπόν βρίσκεται ή σωτηρία μας»
.
“Οποιος πλησιάζει τον ευεργέτη Θεό, πρέ πει να εΐναι και ό ίδιος ευεργέτης• όποιος πλησιάζει τον Φιλάνθρωπο, να εΐναι και ό ίδιος φιλάνθρωπος. “Οπως ό Θεός συγχωρεί και αγαπά, έτσι κι εμείς πρέπει να συγχωρούμε και να αγαπούμε τους αδελφούς μας. Ό άνθρωπος πού είναι σκληρός και δεν συγχωρεί τον αδελφό του αποκόπτει τον εαυτό του από την φιλανθρωπία του Θεοΰ.
Ό μεγάλος διδάσκαλος του Γένους, άγιος Κοσμάς ό Αιτωλός, δίνει ένα υποθετικό παράδειγμα: «”Ηλθαν δύο άνθρωποι να εξομολογηθούν, ό Πέτρος και ό Παύλος. Λέγει ό Πέτρος: “Έγώ, Πνευματικέ, από τον καιρό πού γεννήθηκα ώς τώρα, νηστεύω, προσεύχομαι, κάνω ελεημοσύνες και πολλά άλλα καλά, άλλα τον εχθρό μου δεν τον συγχωρώ”. Έγώ, λέγει ό άγιος Κοσμάς, τον αποφάσισα γιά την κόλαση και άν τύχη και άποθάνη νά μην τον θάψουν, άλλα νά τον ρίξουν στην στράτα νά τον φάγουν ο! σκύλοι. “Ερχεται και ό Παύλος και μού λέγει: “Εγώ, Πνευματικέ, ποτέ άπό τον καιρό πού γεννήθηκα δεν έκαμα κανένα καλό, άλλα έχω καμωμένα τόσα φονικά, έπόρνευσα με τόσες γυναίκες, έκλεψα τόσα πράγματα, όλες τις αμαρτίες εγώ τις έκαμα, μα τον εχθρό μου τον συγχωρώ”». Και συνεχίζει ό άγιος Κοσμάς: «Νά τί έκαμα εις αυτόν: Τον αγκάλιασα και τον φίλησα, τοΰ έδωσα και άδεια σε τρεις ήμερες νά μεταλάβη. Ναι, αδελφοί μου, έτσι έκαμα. Διότι ό πρώτος, ό Πέτρος, με τήν έχθρα που εΐχε στην ψυχή του γιά τον εχθρό του, όλα τά καλά που είχε κάμει τά έγύρισε και τά έκαμε φαρμάκι του Διαβόλου. Και έτσι τον αποφάσισα γιά τήν κόλαση. Ή συγχώρεση πάλι πού έκαμε ό Παύλος του εχθρού του, είναι ωσάν μία φλόγα που έκαψε όλες τις αμαρτίες του. Και τον αποφάσισα γιά τον Παράδεισο νά χαίρεται πάντοτε».
‘Από το παραστατικό παράδειγμα τοΰ αγίου Κοσμά καταλαβαίνουμε ότι είναι στην εξουσία μας να εισέλθουμε στην Βασιλεία του Θεοΰ. Αρκεί νά συγχωρούμε στους αδελφούς μας οποιοδήποτε κακό μάς έχουν κάνει.

“Όταν ό απόστολος Πέτρος ρώτησε τον Χριστό “Κύριε, πόσες φορές νά συγχωρήσω τον αδελφό μου, εάν έξακολουθή νά μοΰ κάνη κακό; Μέχρι επτά φορές;”, ό Χριστός άπάντησε: “Δέν σου λέγω μόνο μέχρι επτά φορές, άλλα μέχρι εβδομήντα φορές το επτά”. Ό απόστολος Πέτρος ήταν βέβαιος ότι άρκει να συγχωρήσουμε επτά φορές τον αδελφό μας, και ίσως περίμενε νά έπαινεθή γιά τις καλές διαθέσεις του. Ό Χριστός όμως τον διόρθωσε και τοΰ έδειξε ότι ή αγάπη πάντοτε συγχωρεί. Διότι με τήν απάντηση Του ό Χριστός «δέν ορίζει κάποιον αριθμό, άλλα εννοεί το άπειρο, το συνεχές, το παντοτινό»
.
Ή παραβολή των μυρίων ταλάντων -που εΐπε αμέσως μετά ό Χριστός- αποδεικνύει πολύ παραστατικά ότι πρέπει διαρκώς νά συγχωρούμε τους εχθρούς μας: “Ενας δούλος χρωστούσε στον Βασιλιά μύρια χρυσά τάλαντα, και κλήθηκε νά δώση λόγο. Στις παρακλήσεις τού δούλου, ό Βασιλιάς τον σπλαγχνίσθηκε και τού τά χάρισε όλα. Φεύγοντας ό δοΰλος εκείνος συνάντησε έναν σύνδουλό του πού τού ώφειλε το ευτελές ποσό τών εκατό δηναρίων. Και άντι νά τού φερθή όπως φέρθηκε στον ίδιο ό Βασιλιάς, εκείνος τον ώδήγησε στην φυλακή. “Οταν στή συνέχεια πληροφορήθηκε το γεγονός ό Βασιλιάς, τον κάλεσε και τού λέγει:
“Δεν έπρεπε και συ να έλεήσης τον σύνδουλό σου δπως κι εγώ σε ελέησα;”. Και με θυμό τον παρέδωσε στους βασανιστές μέχρις δτου να καταβάλη το τεράστιο χρέος του. Τελειώνον¬τας την παραβολή ό Χριστός κατέληξε: Ούτω και ό Πατήρ μου ό επουράνιος ποιήσει, υμϊν, εάν μη άφήτε έκαστος τω άδελφώ αυτοϋ άπο των καρδιών υμών τα παραπτώματα αυ¬τών18. Δηλαδή, με ανάλογο τρόπο θα φερθή και σε μάς ό Θεός, ό επουράνιος Πατέρας μας, αν δεν συγχωρήσουμε τον αδελφό μας με όλη τήν καρδιά μας.
“Αν συγκρίνουμε τήν οφειλή μας προς τον Θεό με εκείνα που μάς οφείλουν ο! αδελφοί μας, τα ποσά είναι δυσανάλογα. Και αυτό λόγω της μεγαλωσύνης τοΰ Θεοΰ και τών απείρων ευεργεσιών Του προς εμάς, και λόγω τών πολλών αμαρτημάτων που κάθε στιγμή με διαφόρους τρόπους διαπράττουμε. Και όμως ό Θεός μάς συγχωρεί το χρέος τών μυρίων τα¬λάντων, αν συγχωρήσουμε από καρδίας τα εκατό δηνάρια που μάς οφείλει ό αδελφός μας. Αυτός εΐναι ό εύκολος και απλός δρόμος για να εξοφλήσουμε τις αμαρτίες μας. Ρωτά ό θείος Χρυσόστομος: «Τί κόπος απαιτείται για να συγχώρησης αυτόν που σε λύπησε; Κόπος είναι το να μη συγχώρησης άλλα να διατηρής την έχθρα, ενώ το να απαλλαγής άπό τον θυμό,… για όποιον θέλει εΐναι πολύ εύκολο. Δεν χρειάζεται να πέρασης πέλαγος, οΰτε να κάνης μακρινό ταξίδι, οΰτε να διαβής κορυφές βουνών, να δαπανήσης χρήματα ή να ταλαιπωρήσης το σώμα σου. Φθάνει μόνο να θέλησης, και όλα τα αμαρτήματα σου έχουν διαγραφή»

‘Ακόμη και για τις περιπτώσεις εκείνες που αδικούμαστε άπό ανθρώπους τους οποίους έχουμε ευεργετήσει, πρέπει να παρέχουμε τήν συγχώρηση άπό καρδίας. Ρωτά ό Ιερός Χρυσόστομος: «Μήπως σου έκανε κακό εκείνος πού ευεργέτησες; Μα ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο, για εκείνον μεν να θρηνής και να πονάς, για τον εαυτό σου όμως να χαίρεσαι, διότι έγινες όμοιος με τον Θεό, πού ανατέλλει τον ήλιο Του και για τους καλούς και για τους κακούς».
Πολλές φορές, όταν υπάρχει κάποια έχθρα ανάμεσα μας, για να αναπαύσουμε τήν συνείδηση μας αρκούμαστε σε μια τυπική αίτηση συγγνώμης από τον αδελφό που μάς αδίκησε. Ό Ιερός Χρυσόστομος λέγει σ’ εκείνους που προσπάθησαν να συμφιλιωθούν με τον αδελφό τους άλλα εκείνος αρνήθηκε την συγγνώμη τους: «Μη λέγεις “παρεκάλεσα πολύ, Ικέτευσα, δεήθηκα άλλα δεν συμφιλιώθηκε”. Μην άπομακρυνθής αν δεν συμφιλιωθής πρώτα μαζί του… “Οσο περισσότερο κόπο απαιτήσει ή συμφιλίωση… τόσο λαμπρότεροι θα εΐναι ο! στέφανοι της υπομονής σου». Ή προσπάθεια της συμφιλιώσεως βέβαια προϋποθέτει ότι ή καρδιά μας εΐναι καθαρή άπό μνησικακία. Ή ειλικρινής αγάπη προς τον αδελφό κάποια στιγμή θα μιλήση στην καρδιά του. Και επιπλέον δίνει πολλή παρρησία στην προσευχή μας.
Κάποιος μοναχός πήγε στον άββά Σιλουανό και τοΰ εΐπε: «Πάτερ, έχω έναν εχθρό που μου έκανε πολλά κακά και το χωράφι μου άρπαξε, όταν ήμουν στον κόσμο, και πολλές φορές επιδίωξε το κακό μου, και τώρα έβαλε μάγους νά με φαρμακώσουν. Σκέπτομαι λοιπόν νά τον παραδώσω στον άρχοντα». Ό Γέροντας τοΰ αποκρίθηκε: «Κάνε όπως σοΰ αρέσει, παιδί μου». Ό αδελφός συνέχισε: «Στ’ αλήθεια, άββά, αν τιμωρηθή, πολύ θα ώφεληθή ή ψυχή του». «Κάνε όπως νομίζεις, παιδί μου», εΐπε πάλι ό Γέροντας. Είπε τότε ό αδελφός: «Σήκω, Γέροντα, να κάνουμε προσευχή, και θα πάω στον άρχοντα». Σηκώθηκαν λοιπόν, και καθώς προσεύχονταν και έφτασαν στό καϊ άφες ήμΐν τα όφειληματα ημών, ώς καϊ ημείς άφίεμεν τοϊς όφειλέταις ημών, ό Γέροντας είπε: «Και μή άφήσης ήμΐν τα όφειληματα ημών, ώς ουδέ ημείς άφίεμεν τοις όφειλέταις ημών». «”Οχι έτσι, Πάτερ», διέκοψε τον Γέροντα ό αδελφός. «Ναί, έτσι, παιδί μου. Πραγματικά, αν θέλης να πάς στον άρχοντα να σοΰ δώση το δίκιο σου, ό Σιλουανός δεν κάνει άλλη προσευχή για σένα». Μετά άπό αυτό έβαλε μετάνοια ό αδελφός και συγχώρησε τον εχθρό του.
Συνεχίζεται…
Από το βιβλίο « ‘Αγαπάτε τους εχθρούς υμών» του Γέροντα Ιερομονάχου Γρηγορίου Αγιορείτου
Εκδοτική Παραγωγή: Εκδόσεις Δόμος

http://ahdoni.blogspot.gr/2010/11/blog-post_6918.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »