kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ Γράφει ο μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης

Συγγραφέας: kantonopou στις 12 Αυγούστου, 2013

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Γράφει ο μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, μέγας θεολόγος, είδε την Παναγία σε όραμα και γράφει: Ποιος ανθρώπινος λόγος μπορεί άραγε να περιγράψει τη θεοφώτιστη ωραιότητά σου, Θεοτόκε Παρθένε; Οι χάρες σου είναι αδύνατον να προσδιοριστούν ούτε με λόγια ούτε με σκέψεις. Μόνη η θεία όψη της χαρίζει αίγλη, ευφροσύνη και αγαλλίαση. Η ωραιότητα του προσώπου της πηγάζει από την ωραία ψυχή της και την καθαρή καρδιά της. Σαν φως που χύνεται από τα μέσα προς τα έξω και χαρίζει αυτή την απαράμιλλη ευπρέπεια, την πάγκαλη καλλονή.
Η ωραιότητα, η προερχόμενη από την καθαρότητα, τη σεμνότητα και ταπεινότητά της, ήλκυσε το μάτι του Θεού πάνω της και την έκανε μητέρα του Θεού και των ανθρώπων. Ο Θεοφόρος Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης προτρέπει όλους να ενστερνισθούν το άγιο θεομητορικό φρόνημα. Να ευπρεπίσουμε κατάλληλα την καρδιά μας ώστε να κατασκηνώσουν οι αρετές της Παναγίας, ώστε βλέποντάς τες πάνω μας να μας χαρίσει πλούσια πνευματικές χάριτες και ουράνια αγαθά.
Έφθασε ο θεομητορικός Δεκαπενταύγουστος. Ο χρόνος μέχρι τώρα έδωσε νεκρούς στην Ιαπωνία, στη Συρία, στην Αίγυπτο, στη Λιβύη, στην Κύπρο, στη Νορβηγία και αλλού. Καθημερινά μας τηλεφωνούν και μας γράφουν να μνημονεύουμε βαριά ασθενείς και νεκρούς, από καρδιά, από καρκίνο, από διάφορα ανίατα νοσήματα, ν’ ανάψουμε κερί στην Παναγία. Η Παναγία πόνεσε πολύ και γνωρίζει καλά να συμπονά, να συμπαρίσταται και να παρηγορεί.
Στους θερμούς εσπερινούς του ωραίου Αυγούστου οι παρακλήσεις σαν βάλσαμο θωπεύουν τις πονεμένες καρδιές κι αισθάνονται δρόσο γλυκιά εξαίσιας αναψυχής. Οι θαυματουργές πολλές εικόνες της, με τα ακοίμητα καντήλια, τις άσβεστες λαμπάδες από μελισσοκέρι, τα μύρια αφιερώματα, τ’ ασημένια περίτεχνα πουκάμισα, τις μετάνοιες, τα δάκρυα, τους ασπασμούς, τα τάματα, τις υποσχέσεις, τις παρακλήσεις και τις ευχαριστίες. Νηστεύουν, εξομολογούνται, μεταλαμβάνουν πολλοί. Σαγηνεύει το ιερό και ωραίο πρόσωπο της Θεοτόκου. Σε κάνει να καταθέσεις το βάρος σου, τον πόνο σου, τον πικρό λογισμό σου, την αθυμία, την κόπωση, τον στεναγμό και τη στεναχώρια σου.
Γεμάτη η Ελλάδα, η Κύπρος, όλη η Ορθοδοξία, από εκκλησιές της, μονές, ησυχαστήρια, προσκυνήματα στη χάρη της. Χιλιάδες οι προσκυνητές. Στο Άγιον Όρος, το θαυμαστό περιβόλι της, άπειροι ύμνοι στην Οικονόμισσα, την Παραμυθία, την Πορταΐτισσα, την Τριχερούσα, του Ακαθίστου, τη Φοβερά Προστασία, τη Γλυκοφιλούσα, τη Γοργοϋπήκοο, τη Μυροβλύτισσα, τη Γαλακτοτροφούσα, του Άξιον Εστί. Πανηγυρίζει ο πάνσεπτος ιερός ναός του Πρωτάτου στην Κοίμηση, η μονή των Ιβήρων, πολλά κελιά. Το θεομητροφρούρητο Άγιον Όρος αγάλλεται. Η θεομητροσκέπαστη Ελλάδα ευφραίνεται

Η ωραιότατη στην όψη και την καρδιά, η πανυπέραγνη, η τιμιωτέρα των Χερουβείμ Παναγία, είναι πάνω απ’ όλους τους αγίους. Δεν υπήρξε πιο άγιος άνθρωπος, πιο καλή γυναίκα. Κόσμημά της η καθαρότητά της, η σεμνότητά της, η ταπεινοφροσύνη της, η σιωπή της. Δίδασκε ωραία με το παράδειγμά της, με τον ενάρετο βίο της. Οι καιροί μας έχουν ανάγκη από εμπνευσμένες και καθοδηγητικές μορφές. Η φλυαρία, η αναίδεια, η ξετσιπωσιά, η υψηλοφροσύνη, η ασχήμια, η βρομιά, η αδιαφάνεια κούρασε πολύ. Όλοι πλέον διψούν για διαφάνεια, εντιμότητα, αιδώ, σιγή, σοβαρότητα, καθαρότητα, γνήσια ταπείνωση. Ο αρχόμενος Δεκαπενταύγουστος ας οδηγήσει σε περισυλλογή, σε συνάντηση με τη Θεοτόκο, με την πρόσληψη των ένθεων αρετών της, με τον ασπασμό της εικόνας της, με την ακρόαση του βίου της, με τη συμψαλμώδηση του ωραίου παρακλητικού της κανόνος.
 http://ntprodromoy.blogspot.gr/2013/08/blog-post_10.html

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος: Περί των 8 λογισμών της Κακίας.

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Αυγούστου, 2013

 
ΣΥΝΤΟΜΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ο όσιος πατέρας μας Κασσιανός ο Ρωμαίος ζούσε όταν βασίλευε ο Θεοδόσιος οΜικρός, γύρω στο έτος 451 μ.Χ. Από τα έργα τα οποία έγραψε, συμπεριλήφθηκανεδώ ο λόγος «Περί των οχτώ λογισμών» και ο λόγος «Περί διακρίσεως», γιατί σταλάζουν κάθε λογής ωφέλεια και χάρη. Αυτούς τους λόγους τους αναφέρει καιο σοφότατος Φώτιος, λέγοντας στην 157η ανάγνωσή του τα εξής: «Και ο δεύτερος λόγος προς τον ίδιο (τον Κάστορα δηλαδή) απευθύνεται και επιγράφεται «περί των οχτώ λογισμών», περί γαστριμαργίας, πορνείας, φιλαργυρίας, οργής, λύπης,ακηδίας, κενοδοξίας και υπερηφανείας.

Οι λογισμοί αυτοί είναι χρήσιμοι και ωφέλιμοι όσο κανένας άλλος για κείνους πουέχουν αναλάβει τον ασκητικό αγώνα.. Και τρίτος μικρός λόγος διαβάστηκε… που διδάσκει τι είναι διάκριση και ότι η διάκριση είναι μεγαλύτερη απ’ όλες τιςαρετές, και από τι γεννιέται αυτή, και ότι κυρίως είναι ουράνια δωρεά κ.λπ.». Η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του στις 29 Φεβρουαρίου, βραβεύοντάς τον με τιμές και εγκώμια.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
Ο άγιος Ιωάννης Κασσιανός, ο επικαλούμενος Ρωμαίος, ανήκει στη χορεία τωνασκητικών συγγραφέων. Αφού μόνασε στα μοναστικά κέντρα της Αιγύπτου,έγινε μαθητής του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και αργότερα έκτισεμοναστήρι στη Μασσαλία, στο οποίο έγινε ηγούμενος. Έλαβε μέρος στις ακραίες αντιθέσεις μεταξύ Αυγουστίνου και Πελαγίου, υποστηρίζοντας την ορθόδοξηδιδασκαλία, κατά την οποία απορρίπτεται εξίσου τόσο ο απόλυτος προορισμός του πρώτου, όσο και η αυτάρκεια της φύσεως του δευτέρου.
Ο άγιος Κασσιανός – του οποίου η μνήμη εορτάζεται στις 29 Φεβρουαρίου –έγραψε έργα ασκητικά, από τα οποία οι εκδότες της Φιλοκαλίας ξεχώρισαν το λόγο «περί των οκτώ της κακίας λογισμών», που απέστειλε στον επίσκοποΚάστορα, και τον λόγο «περί διακρίσεως», που έστειλε στον ηγούμενο Λεόντιο. Τόσο ο ένας όσο και ο άλλος λόγος είναι πολύ ωφέλιμοι και στάζουν χάρη, κατά τον άγιο Νικόδημο. Πράγματι πρόκειται για συστηματική μελέτη των «οκτώλογισμών της κακίας», όπου συμπυκνώνονται η εμπειρία των ασκητών Αγίωνπου βίωσαν τις διάφορες φάσεις
των ενεργημάτων των παθών αυτών.
Οι «λογισμοί» κατά βάθος αποτελούν τα θανάσιμα λεγόμενα πάθη, όταν, απότην μη σωστή χρήση τους, σταδιακά γίνονται έξεις, αποκτούν δύναμη, στερεώνονται στην ψυχή, αναχωνεύονται με τη νοερή ουσία της και μεταβάλλονται σε «σκληρές ουσίες», κατά την έκφραση του αββά Ισαάκ του Σύρου.
Ο άγιος Κασσιανός προβαίνει στην ανάλυση των «λογισμών» αυτών,ακολουθώντας ορισμένους αγίους Πατέρες που διακρίνουν το πάθος τηςυπερηφάνειας σε υπερηφάνεια και κενοδοξία και αριθμούν τα θανάσιμα πάθη σε οκτώ, ενώ άλλοι θεωρούν την κενοδοξία ως μία ενέργεια της υπερηφάνειαςκαι τα αριθμούν σε επτά, όπως έχει πλέον επικρατήσει στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Το περί παθών της ψυχής θέμα αγνοείται από πολλούς και τα πάθη θεωρούνται ως συμφυή με τη φύση της, ενώ πρόκειται για παραφυσικές καταστάσεις, η αφετηρία των οποίων είναι ο λογισμός. Και είναι καταπληκτικό το φαινόμενο, κατά το οποίο μία νοερή ουσία αγαθή, θεόπλαστη «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεού», που είναι η ψυχή (μαζί με το σώμα), αποκτάει τα τυραννικά αυτά πάθη εξ αφορμής της σφαλερής χρήσεως της ελευθερίας της.
Φαίνεται περίεργο το γεγονός ότι τα θανάσιμα πάθη, (θανάσιμα γιατί πεθαίνει πνευματικώς η ψυχή), σχηματίζονται σταδιακά από έννοιες. Όμωςείναι γνωστό από την κλασσική φιλοσοφία, ότι είχε γίνει παραδεκτό, πως ησυνήθεια, η έξη, δημιουργεί δεύτερη φύση. Σε τελευταία ανάλυση, τα διάφορα πάθη αποτελούν στερεωμένους λογισμούς, που έχουν επαναληφθεί και έχουνβιωθεί. Κλασσικό είναι το απόφθεγμα: «εκ του οράν τίκτεται το εράν». Η επανάληψη μιας σκέψεως, μιας ιδέας, μιας φαντασίας αποκτάει ανάλογηδύναμη, είτε πονηρή είναι είτε αγαθή.
Αλλά για τα αγαθά πάθη δεν γίνεται λόγος από τον άγιο Ιωάννη τον Κασσιανό. Στην υπόψη πραγματεία προβαίνει σε μία διεξοδική ανάλυση τωναμαρτωλών παθών ως προς τη γένεσή τους και τη θεραπεία τους, ακολουθώνταςτην ασκητική και πνευματική παράδοση που θεμελιώνεται στις θείες Γραφές, στις οποίες συνεχώς παραπέμπει. Με τις λεπτές παρατηρήσεις του επάνω στα πάθη, προσφέρει πολύτιμη υπηρεσία στην Εκκλησία.
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΚΑΣΤΟΡΑ
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΟΧΤΩ ΛΟΓΙΣΜΩΝ ΤΗΣ ΚΑΚΙΑΣ
Αφού πρωτύτερα συντάξαμε τον λόγο «περί διαμορφώσεως των Κοινοβίων»,έχοντας το θάρρος στις προσευχές σου, επιχειρούμε πάλι να γράψομε για τουςοχτώ λογισμούς της κακίας· της γαστριμαργίας, λέω, και πορνείας, φιλαργυρίας,οργής, λύπης, ακηδίας, κενοδοξίας και υπερηφάνειας.
1. ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΚΟΙΛΙΑΣ
Πρώτα θα κάνω λόγο για την εγκράτεια στα φαγητά, η οποία είναι αντίθετητης γαστριμαργίας, και για τον τρόπο των νηστειών και την ποσότητα των φαγητών. Και αυτά, όχι από τον εαυτό μου, αλλά καθώς παραλάβαμε από τουςαγίους Πατέρες. Εκείνοι λοιπόν, δεν έχουν παραδώσει ένα κανόνα νηστείας, ούτεένα τρόπο της διατροφής, ούτε το ίδιο μέτρο, γιατί δεν έχουν όλοι την ίδιαδύναμη, είτε λόγω ηλικίας, είτε ασθένειας, είτε καλύτερης συνήθειας του σώματος. Έχουν όμως παραδώσει σε όλους ένα σκοπό, να αποφεύγομε τηναφθονία και να αποστρεφόμαστε τον χορτασμό της κοιλιάς. Έχουν δει στην πράξη ότι είναι ωφελιμότερο και βοηθά στην καθαρότητα το να τρώει κανείς μία φορά την ημέρα από το να τρώει κάθε τρεις η τέσσερις η εφτά ημέρες. Γιατί λένε,εκείνος που επεκτείνεται υπέρμετρα στη νηστεία, υπέρμετρα κατόπιν τρώει. Καιαπό αυτό, άλλοτε εξαιτίας της υπερβολής της αποχής από την τροφή ατονεί το σώμα και γίνεται πιο απρόθυμο για τις πνευματικές εργασίες, και άλλοτε ότανγεμίσει από το βάρος των τροφών προκαλεί αμέλεια και εξασθένηση της ψυχής.
Και πάλι οι άγιοι Πατέρες δοκίμασαν και είδαν ότι δεν είναι για όλουςκατάλληλη η διατροφή με χόρτα, ούτε με όσπρια, ούτε όλοι μπορούν να τρέφονται μόνο με ξερό ψωμί. Και άλλος, καθώς είπαν, ενώ τρώει δύο λίτρες ψωμί, πεινά ακόμη, ενώ άλλος τρώει μία λίτρα η εξ ουγγιές και χορταίνει.
Σε όλους λοιπόν, όπως είπα, ένα κανόνα εγκράτειας έχουν παραδώσει, το να μην ξεγελιούνται με τον χορτασμό της κοιλιάς(Παροιμ. 24, 15), ούτε να παρασύρονται από την ηδονή του λάρυγγα. Γιατί δεν είναι μόνο η διαφορά της ποιότητας των τροφών, αλλά και η ποσότητα που ανάβει τα πυρωμένα βέλη(Εφ. 6,16) της πορνείας. Γιατί με οποιαδήποτε τροφή όταν γεμίσει η κοιλιά, γεννά το σπόρο της διαφθοράς. Και πάλι δεν είναι μόνο η κραιπάλη του κρασιού που φέρνει μέθη στη διάνοια, αλλά και η αφθονία του νερού και κάθε τροφής η υπερβολική χρήση, τη ζαλίζει και φέρνει νύστα σ’ αυτήν. Αιτία της καταστροφής των Σοδομιτών δεν ήταν η κραιπάλη του κρασιού και των διαφόρων φαγητών,αλλά η αφθονία του άρτου, κατά τον προφήτη(Ιεζ. 16,49).
Η ασθένεια του σώματος δεν είναι αντίθετη με την καθαρότητα της καρδιάς,όταν δώσομε στο σώμα εκείνα που απαιτεί η ασθένεια, όχι ο,τι θέλει η ηδονή. Τις τροφές τις χρησιμοποιούμε τόσο ώστε να ζήσομε, όχι για να σκλαβωθούμε στιςορμές της επιθυμίας. Η μετρημένη και μέσα σε λογικά όρια τροφή βοηθά στηνυγεία του σώματος, δεν αφαιρεί την αγιότητα. Ακριβής κανόνας εγκράτειας,όπως παρέδωσαν οι Πατέρες, είναι να σταματούμε να τρώμε πριν χορτάσομε. Καιο Απόστολος που είπε: «Μη φροντίζετε για την σάρκα, πως να ικανοποιήσετε τιςεπιθυμίες της»(Ρωμ. 13,14), δεν εμπόδισε την αναγκαία κυβέρνηση της ζωής,αλλά απαγόρευσε την φιλήδονη φροντίδα.
Άλλωστε, για την τέλεια καθαρότητα της ψυχής, δεν αρκεί μόνο η εγκράτεια στα φαγητά, αν δεν συντρέχουν και οι υπόλοιπες αρετές. Λοιπόν, η ταπείνωση με την υπακοή και την καταπόνηση του σώματος, ωφελούν πολύ. Η αποχή από τη φιλαργυρία, όχι μόνον το να μην έχει κανείς χρήματα, αλλά και το να μην τα επιθυμεί, οδηγεί στην καθαρότητα της ψυχής. Η αποχή από την οργή, από την λύπη, από την κενοδοξία, από την υπερηφάνεια, όλα αυτά προξενούν τη γενική καθαρότητα της ψυχής. Τη μερική καθαρότητα της ψυχής, μέσω της σωφροσύνης, ιδιαίτερα κατορθώνουν η νηστεία και η εγκράτεια. Γιατί είναι αδύνατον εκείνος που έχει γεμάτη την κοιλιά του, να κάνει νοερό πόλεμο εναντίον του πνεύματος της πορνείας.
Ώστε λοιπόν πρώτος αγώνας μας ας είναι να συγκρατούμε την κοιλιά μας και να υποδουλώνομε το σώμα. Όχι μόνο με νηστεία, αλλά και με αγρυπνία και κόπο και πνευματικά αναγνώσματα και με το να μαζεύομε την καρδιά μας πάνω στο φόβο της κολάσεως και στον πόθο της βασιλείας των Ουρανών.
2.Περί του πνεύματος της πορνείας και της σαρκικής επιθυμίας
Δεύτερος αγώνας που έχομε να κάνομε είναι εναντίον του πνεύματος της πορνείας και της σαρκικής επιθυμίας, η οποία επιθυμία αρχίζει από τη μικρήηλικία να ενοχλεί τον άνθρωπο. Ο αγώνας αυτός είναι μεγάλος και δύσκολος καιέχει δύο μέτωπα. Γιατί ενώ τα άλλα ελαττώματα κάνουν τη μάχη μόνο μέσα στη ψυχή, ο σαρκικός πόλεμος είναι διπλός, και στη ψυχή και στο σώμα. Και γι’ αυτό πρέπει να αναλάβομε διπλό πόλεμο. Γιατί δεν είναι αρκετή η σωματική νηστεία για να αποκτήσομε την τέλεια σωφροσύνη και αληθινή αγνεία, αν δενακολουθεί και συντριβή καρδίας και πυκνή προσευχή προς τον Θεό και συχνή μελέτη των Γραφών και κόπος και εργασία των χεριών, τα οποία μπορούν νααναστέλλουν τις ακατάστατες ορμές της ψυχής και να ανακαλούν την ψυχή απότις αισχρές φαντασίες. Προπάντων βοηθά η ταπείνωση της ψυχής, χωρίς τηνοποία ούτε την πορνεία, ούτε άλλο πάθος μπορεί κανείς να νικήσει. Πρώτα – πρώτα λοιπόν πρέπει με κάθε προσοχή να φυλάγει κανείς την καρδιά του (5) απόρυπαρούς λογισμούς. Γιατί από την καρδιά βγαίνουν – όπως είπε ο Κύριος – διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείες, πορνείες και τα λοιπά(6).
Και η νηστεία δεν έχει διαταχθεί μόνον για κακοπάθεια του σώματος, αλλά και για την προσοχή και νηφαλιότητα του νου, για να μη σκοτιστεί ο νους από τη πολυφαγία και γίνει αδύνατος στην επιτήρηση των λογισμών. Πρέπει λοιπόν όχιμόνο στη σωματική νηστεία να βάζομε όλη την επιμέλειά μας, αλλά και στην προσοχή των λογισμών και στην πνευματική μελέτη, χωρίς τα οποία είναιαδύνατο να ανέβομε στο ύψος της αληθινής αγνείας και καθαρότητας. Πρέπει λοιπόν να καθαρίζομε πρώτα, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου, το εσωτερικότου πιάτου και του ποτηρίου, για να γίνει και το εξωτερικό τους καθαρό (7).
Γι’ αυτό ακριβώς, αν υπάρχει μέσα μας η φροντίδα να πολεμήσομε νόμιμα και να στεφανωθούμε (8), αφού νικήσομε το ακάθαρτο πνεύμα της πορνείας, να μηνέχομε θάρρος στη δική μας δύναμη και άσκηση, αλλά στη βοήθεια του Κυρίου μας και Θεού. Γιατί δεν παύει ο άνθρωπος να πολεμείται από αυτό το πνεύμα, μέχρις ότου πιστέψει αληθινά ότι όχι με τη δική του επιμέλεια και το δικό του κόπο, αλλά με τη βοήθεια του Θεού ελευθερώνεται από αυτή την αρρώστια καιανεβαίνει στο ύψος της αγνείας. Και αυτό είναι υπόθεση πάνω από τη φύση· κατά κάποιο τρόπο υπερβαίνει το σώμα εκείνος που έχει υποτάξει τουςερεθισμούς της σάρκας και τις ηδονές της. Και γι’ αυτό είναι αδύνατον ο άνθρωπος (για να το πω έτσι) με τα δικά του φτερά να πετάξει προς το υψηλό και ουράνιο βραβείο της αγιοσύνης και να γίνει μιμητής των Αγγέλων, αν δεν τον σηκώσει η χάρη του Θεού από τη γη και τη λάσπη. Γιατί με καμιά άλλη αρετή οιάνθρωποι με τη σάρκα που φέρουν δεν εξομοιώνονται περισσότερο με τουςαγγέλους, όσο με την αρετή της σωφροσύνης. Με την αρετή αυτή, ενώβρίσκονται ακόμη στη γη, έχουν το πολίτευμα στους ουρανούς, κατά τονΑπόστολο (9).
Δείγμα του ότι αποκτήσαμε τελείως αυτή την αρετή είναι να μη προσηλώνεταιη ψυχή κατά τον ύπνο σε καμία εικόνα αισχρής φαντασίας. Γιατί αν και δεν λογαριάζεται ως αμαρτία αυτή η κίνηση στον ύπνο, είναι όμως γνώρισμα ότι ηψυχή είναι άρρωστη και δεν έχει ελευθερωθεί από το σαρκικό πάθος. Γι’ αυτό τις αισχρές φαντασίες που μας έρχονται στον ύπνο, πρέπει να πιστεύομε ότι είναιέλεγχος της προηγούμενης αμέλειας και της ασθένειάς μας, αφού την κρυμμένη μέσα στα απόκρυφα της ψυχής μας νόσο την κάνει φανερή η ρεύση κατά τηνανάπαυση του ύπνου. Γι’ αυτό και ο Γιατρός των ψυχών μας, στα απόκρυφα της ψυχής έβαλε το φάρμακο, όπου γνώριζε ότι βρίσκονται και οι αιτίες τηςασθένειας, λέγοντας: «Καθένας που βλέπει γυναίκα με σκοπό να την επιθυμήσει,έκανε κιόλας μοιχεία μαζί της μέσα στην καρδιά του» (10). Δε διορθώνει τόσο τους περίεργους και πορνικούς οφθαλμούς, όσο την ψυχή που έχει την κατοικία της μέσα μας, η οποία κακώς μεταχειρίζεται τα μάτια τα οποία έδωσε ο Θεός για το καλό του ανθρώπου. Γι’ αυτό και η σοφή Παροιμία δε λέγει: «Με κάθε τρόπο να προσέχεις τα μάτια σου», αλλά. «Με κάθε τρόπο να προσέχεις την καρδιά σου» (11). Έβαλε δηλαδή το φάρμακο της προσοχής στην καρδιά που μεταχειρίζεται τα μάτια για ο,τι θέλει.
Λοιπόν αυτή ας είναι η φρουρά και προφύλαξη της καρδιάς μας. όταν έρθειστο νου μας ενθύμηση γυναίκας που ξεφύτρωσε από διαβολική δολιότητα, είτε μητέρας η αδελφής η άλλων ευλαβών γυναικών, αμέσως να την διώξομε από την καρδιά μας, μήπως επιμένοντας πολύ σ’ αυτή την ενθύμηση, μας κυλήσειεκείνος που μας εξαπατά στο κακό, ο διάβολος, και μας ρίξει μέσα στο γκρεμό των αισχρών και βλαβερών σκέψεων. Αλλά και η εντολή που δόθηκε από το Θεό στον πρωτόπλαστο διατάζει, να συντρίβομε το κεφάλι του φιδιού (12), δηλαδή των αρχή των βλαβερών λογισμών, μέσω των οποίων επιχειρεί αυτό να συρθεί μέσα στις ψυχές μας. Αλλιώς με το να παραδεχτούμε το κεφάλι, που είναι η αρχήτου λογισμού, θα παραδεχτούμε και το υπόλοιπο σώμα του φιδιού, που είναι η συγκατάθεση στην ηδονή, και αυτό θα κατακρημνίσει τη διάνοιά μας στην παράνομη πράξη. Αλλά πρέπει κατά την Γραφή, κάθε πρωί να εξολοθρεύομε όλους τους αμαρτωλούς της γης (13), δηλαδή με το φως της γνώσεως να διακρίνομε και να εξολοθρεύομε τους αμαρτωλούς λογισμούς από τη γη, η οποίαείναι η καρδιά μας, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Κυρίου. Και όσο είναι ακόμηνήπια οι γιοι της Βαβυλώνας, δηλαδή οι πονηροί λογισμοί, να τους χτυπάμε στοέδαφος και να τους τσακίζομε πάνω στην πέτρα (14), η οποία πέτρα είναι οΧριστός. Γιατί αν οι νήπιοι λογισμοί μεγαλώσουν και γίνουν άνδρες λόγω της συγκαταθέσεώς μας σ’ αυτούς, τότε δεν θα νικηθούν χωρίς μεγάλο στεναγμό και κόπο.
Μετά τα όσα είπαμε από την Αγία Γραφή, καλό είναι να θυμηθούμε και λόγουςαγίων Πατέρων. Είπε λοιπόν ο άγιος Βασίλειος, επίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας. «Και γυναίκα δε γνωρίζω και παρθένος δεν είμαι». Τόσο πολύ γνώριζε ότι το δώρο της παρθενίας δεν κατορθώνεται μόνο με αποχή απόγυναίκα, όσο με την αγιοσύνη της ψυχής και την καθαρότητα, η οποίακατορθώνεται με το φόβο του Θεού. Λένε επίσης και τούτο οι Πατέρες, ότι δεν μπορούμε να αποκτήσομε τελείως την αρετή της αγνείας, αν δεν αποκτήσομεπρωτύτερα την αληθινή ταπεινοφροσύνη μέσα στην καρδιά μας. Ούτε μπορούμε να κριθούμε άξιοι ν’ αποκτήσομε την αληθινή θεία γνώση, αν μέσα στααπόκρυφα της ψυχής έχει θρονιαστεί το πάθος της πορνείας. Θα δείξομε και απότον Απόστολο πόσο μεγάλο είναι το κατόρθωμα της σωφροσύνης, και αφού αναφέρομε μία φράση του μόνο, θα τελειώσομε: «Επιδιώκετε να έχετε ειρήνη μεόλους και τον αγιασμό, που χωρίς αυτόν κανένας δεν θα δει τον Κύριο» (15). Ότι αναφέρεται στο θέμα μας, είναι φανερό από εκείνο που λέει αμέσως παρακάτω: «Κανένας πόρνος και βέβηλος όπως ο Ησαύ» (16). Όσο λοιπόν ουράνιο καιαγγελικό είναι το κατόρθωμα της αγιοσύνης, τόσο με βαρύτερες συνωμοσίες και δόλους πολεμείται από τους εχθρούς δαίμονες. Και γι’ αυτό οφείλομε να φροντίζομε να έχομε όχι μόνον εγκράτεια σώματος, αλλά και συντριβή καρδίας και πυκνές προσευχές με στεναγμούς, ώστε το καμίνι της σάρκας μας, το οποίο οβασιλιάς της Βαβυλώνας ανάβει καθημερινά με τους ερεθισμούς της επιθυμίας, να το σβήσομε με τη δρόσο του Αγίου Πνεύματος(17).
Εκτός από αυτά, μέγιστο όπλο για τον πόλεμο αυτό είναι η κατά Θεόναγρυπνία. Γιατί όπως η προσοχή και η προφύλαξη της ημέρας ετοιμάζει τη νυχτερινή αγιοσύνη, έτσι η νυχτερινή κατά Θεόν αγρυπνία ετοιμάζει και διευκολύνει την ψυχή στην καθαρότητα της ημέρας.
3. Η Φιλαργυρία
Τρίτος είναι ο αγώνας εναντίον του πνεύματος της φιλαργυρίας, αγώνας ξένος και έξω από την ανθρώπινη φύση, που βρίσκει αφορμή την απιστία του μοναχού. Γιατί οι ερεθισμοί των άλλων παθών, εννοώ του θυμού και της επιθυμίας, έχουντις αφορμές από το σώμα, και κατά κάποιο τρόπο είναι έμφυτα και έχουν τηναρχή από την γέννηση. Γι’ αυτό και χρειάζεται πολύς καιρός για να νικηθούν. Η αρρώστια όμως της φιλαργυρίας έρχεται από έξω και μπορεί ευκολότερα να κοπεί αν καταβάλλει κανείς επιμέλεια και προσοχή. Αν όμως παραμεληθεί, γίνεται πιο απαιτητική από τα άλλα πάθη και δύσκολα φεύγει. γιατί είναι ρίζαόλων των κακών (Α  Τιμ. 6, 10), κατά τον Απόστολο.
Ας σκεφτούμε ως εξής: οι φυσικές κινήσεις του σώματος υπάρχουν όχι μόνο στα παιδιά, στα οποία κρίση του καλού και του κακού δεν υπάρχει ακόμα, αλλάκαι σ’ αυτά τα νήπια που τρώνε γάλα, που δεν έχουν ούτε ίχνος ηδονής, δίνουνόμως σημάδι ότι έχουν εκ φύσεως κίνηση στη σάρκα τους. Επίσης και το κεντρί του θυμού παρατηρείται στα νήπια, όταν τα βλέπομε να διεγείρονται ζωηράεναντίον εκείνων που τα λύπησαν. Και αυτά δεν τα λέω για να κατηγορήσω τη φύση σαν αιτία της αμαρτίας· μη γένοιτο· αλλά για να δείξω ότι ο θυμός και η επιθυμία, αν και για καλό ενώθηκαν με τον άνθρωπο από τον Δημιουργό και είναι κάπως από τα φυσικά προσόντα του σώματος, εξαιτίας της αμέλειαςξεπέφτουν σε πράξεις έξω από τη φύση. Γιατί η κίνηση του σώματος δόθηκε απότον Δημιουργό για τη γέννηση απογόνων και την παράταση της ανθρωπότηταςκατά διαδοχή και όχι για την πορνεία. Και ο θυμός έχει κατασπαρεί μέσα μας για τη σωτηρία, για να θυμώνομε εναντίον της κακίας και όχι να γινόμαστε θηρίαεναντίον των ανθρώπων. Αν λοιπόν χρησιμοποιούμε για κακό το θυμό και τηνεπιθυμία, δεν είναι η ανθρώπινη φύση αμαρτωλή ούτε θα κατηγορήσομε τον Πλάστη, όπως δεν κατηγορούμε εκείνον που έδωσε στον άλλον ένα σιδερένιοεργαλείο για μία αναγκαία και ωφέλιμη εργασία, και αυτός το χρησιμοποίησε σε φόνο.
Αυτά τα είπαμε για να φανερώσομε ότι το πάθος της φιλαργυρίας δεν προέρχεται από τη φύση, αλλά μόνο από πολύ κακή και διεφθαρμένη διάθεση. Γιατί η αρρώστια αυτή της φιλαργυρίας, όταν βρει στην αρχή της αποταγήςχλιαρή και άπιστη την ψυχή, της υποβάλλει δίκαιες τάχα και ευλογοφανείς προφάσεις για να κατακρατήσει μερικά από εκείνα που έχει. Του λέει ότι θα έχειμακροχρόνια γηρατειά και ασθένεια και ότι εκείνα που δίνει για τις ανάγκες το κοινόβιο δεν είναι αρκετά όχι για άρρωστο, αλλά ούτε για υγιή, και ότι εδώ δεν φροντίζουν όπως χρειάζεται τους αρρώστους, αλλά με πολλή αμέλεια, και αν δενέχει κρύψει χρυσάφι, θα πεθάνει άθλια. Τελευταία του υποβάλλει τη σκέψη, ότιούτε στο μοναστήρι μπορεί να μείνει πολύ, λόγω της βαριάς εργασίας και της αυστηρότητας του ηγουμένου. Και όταν παραπλανήσει τη διάνοια με τέτοιες σκέψεις, για να αποκτήσει έστω και ένα δηνάριο, τότε τον καταφέρνει καιεργασία του χεριού να μάθει κρυφά από τον ηγούμενο, από την οποία θα μπορέσει να αυξήσει το χρήμα που τόσο επιθυμεί. Και παραπέρα τον εξαπατάτον άθλιο με κρυφές ελπίδες και του ψιθυρίζει το κέρδος που θα έχει από τηνεργασία του και την ανάπαυση και αμεριμνησία που θα αποκτήσει. Και αφούπαραδοθεί ολόκληρος στη σκέψη του κέρδους, κανένα άλλο κακό δεν προσέχει. ούτε την παραφορά της οργής αν του συμβεί καμιά ζημιά, ούτε το σκοτάδι της λύπης αν δεν πετύχει το κέρδος, αλλά όπως σε άλλους γίνεται θεός η κοιλιά τους (Φιλιπ. 3, 19), έτσι και σ’ αυτόν γίνεται θεός ο χρυσός. Γι’ αυτό ο μακάριοςΑπόστολος γνωρίζοντάς τα αυτά, όχι μόνο ρίζα όλων των κακών ονόμασε τη φιλαργυρία, αλλά και ειδωλολατρία την είπε (Α’ Τιμ. 6, 10).
Ας δούμε λοιπόν σε πόση κακία η αρρώστια αυτή σέρνει τον άνθρωπο, ώστενα τον ρίξει και στην ειδωλολατρία· γιατί αφού απομακρύνει ο φιλάργυρος το νου του από την αγάπη του Θεού, αγαπά είδωλα, δηλ. ανάγλυφες εικόνες ανθρώπωνπου είναι χαραγμένες πάνω στα νομίσματα. Με τέτοιους λογισμούς λοιπόν αφούσκοτισθεί ο μοναχός και προχωρήσει στο χειρότερο, δεν μπορεί να έχει διόλουυπακοή, αλλά αγανακτεί, νομίζει ότι πάσχει άδικα, και για την κάθε εργασίαγογγύζει, αντιλέγει και χωρίς διόλου ευλάβεια σαν άλογο σκληρότατο βαδίζει στο γκρεμό. Ούτε στην καθημερινή τροφή αρκείται, και διαμαρτύρεται ότι δεν μπορεί να υποφέρει μέχρι τέλος. Και λέει ότι ο Θεός δεν είναι μόνο εκεί, ούτε ότι εκεί αποκλειστικά βρίσκεται η σωτηρία του· και ότι αν δεν
φύγει από το μοναστήρι εκείνο, θα χαθεί. Και έτσι έχοντας για συνεργό της διεφθαρμένης γνώμης του τα χρήματα που φυλάει, τα αισθάνεται σαν φτερά και με αυτά μελετά να φύγει από το μοναστήρι. Και λοιπόν απαντά υπερήφανα καιάγρια σε όλες τις εντολές που του δίνουν, και νομίζοντας τον εαυτό του ξένο καιεξωμέριτη, αν δει στο μοναστήρι ότι κάτι έχει ανάγκη να διορθωθεί, αμελεί και περιφρονεί και κατηγορεί όλα όσα γίνονται. Έπειτα ζητάει προφάσεις για ναοργιστεί και να λυπηθεί, για να μην τον νομίσουν επιπόλαιο και ότι φεύγει απότο μοναστήρι χωρίς αιτία. Κι αν μπορέσει με κρυφομιλήματα και μάταια λόγια να εξαπατήσει και άλλον και να τον βγάλει από το μοναστήρι, κι αυτό το κάνει, για να έχει και συνεργό. Έτσι λοιπόν με το να ανάβει από τη φωτιά των χρημάτων του ο φιλάργυρος, ποτέ δεν μπορεί να ησυχάσει στο μοναστήρι του ούτε να ζήσει κάτω από κανόνα. Κι όταν ο διάβολος σαν λύκος τον αρπάξει απότην μάνδρα και τον ξεχωρίσει από το ποίμνιο και τον πάρει για να τον φάει, τότε τον φέρνει στο σημείο, τα έργα που βαριόταν να κάνει τις ορισμένες ώρες στο κοινόβιο, αυτά να τα κάνει στο κελί του μέρα και νύχτα με μεγάλη προθυμία. Και ούτε τις συνήθειες των προσευχών, ούτε τις νηστείες, ούτε τον κανόνα τωναγρυπνιών επιτρέπει να τηρεί, αλλά αφού τον δέσει με τη μανία της φιλαργυρίας,όλη του την προθυμία τον πείθει να την δείξει στο εργόχειρό του.
Είναι τρεις τρόποι αυτής της αρρώστιας, τους οποίους εξίσου απαγορεύουν οι θείες Γραφές και οι διδασκαλίες των Πατέρων. Ένας είναι που κάνει όσους ήτανφτωχοί, να προσπαθούν εκείνα που δεν είχαν στον κόσμο να τα αποκτήσουντώρα. Άλλος είναι που κάνει να μετανοούν όσοι αρνήθηκαν μία φορά τα χρήματα όταν έγιναν μοναχοί και τους βάζει να ζητούν εκείνα που πρόσφεραν στο Θεό. Τρίτος είναι αυτός, ο οποίος αφού από την αρχή δέσει το μοναχό μεαπιστία και χλιαρότητα, δεν του επιτρέπει να απαλλαγεί τελείως από τις κοσμικές ασχολίες, με το να του υποβάλλει φόβο της φτώχειας και απιστία στην πρόνοια του Θεού, και να τον κάνει παραβάτη των υποσχέσεών του που έδωσε,όταν αρνήθηκε τον κόσμο. Τα παραδείγματα αυτών των τριών τρόπων βρήκαμεότι κατακρίνονται στην Αγία Γραφή. Έτσι ο Γιεζή, επειδή επιθύμησε νααποκτήσει χρήματα που δεν είχε πρωτύτερα, δεν πέτυχε την προφητική χάρη, την οποία ο διδάσκαλος ήθελε να του αφήσει ως κληρονομιά. Και αντί ευλογία, κληρονόμησε αιώνια λέπρα με την κατάρα του Προφήτη (Δ Βασ. 5, 25).
Και ο Ιούδας που θέλησε να πάρει χρήματα, τα οποία είχε εγκαταλείψειπροηγουμένως, αφού ακολούθησε το Χριστό, όχι μόνο γλύστρησε στην προδοσία του Κυρίου και χωρίστηκε από τον χορό των Αποστόλων, αλλά και τη ζωή του τελείωσε με βίαιο θάνατο (Ματθ. 27, 5).
Ο Ανανίας και η Σαπφείρα με το να φυλάξουν μερικά από εκείνα που είχαν, τιμωρούνται με θάνατο από το αποστολικό στόμα (Πραξ. 5, 1-10).
Ο μέγας Μωυσής στο Δευτερονόμιο παραγγέλει με μυστικό τρόπο σ’ εκείνουςπου υπόσχονται να αποταχθούν και να φύγουν από τον κόσμο και από φόβοαπιστίας πάλι κρατιούνται από τα γήινα πράγματα: «Αν είναι κανείς φοβιτσιάρης και δειλός να μη βγει στον πόλεμο, αλλά να πάει σπίτι του και να καθίσει, μη τυχόν κάνει και τους αδελφούς του να φοβηθούν και αυτοί» (Δευτ. 20, 8).
Υπάρχει άλλη πιο σίγουρη και καθαρή μαρτυρία; Δεν μαθαίνομε απ’ αυτά ότι εκείνοι που απαρνούνται τον κόσμο, πρέπει τελείως να τα απαρνούνται όλα κιέτσι να βγαίνουν στον πόλεμο, και όχι με το να κάνουν αρχή νωθρή και διεφθαρμένη, να απομακρύνουν τους άλλους από την ευαγγελική τελειότητα και να τους φέρνουν σε δειλία; Αυτό που λέει καλώς η θεία Γραφή: «Φέρνει μακαριότητα πιο πολύ το να δίνεις παρά το να παίρνεις» (Πραξ. 20, 35), τοερμηνεύουν κακώς, καθώς βιάζονται προς εξαπάτησή τους και προς τηνεπιθυμία της φιλαργυρίας, παρεξηγώντας την έννοια του ρητού και την διδασκαλία του Κυρίου που λέει: «Αν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε ταυπάρχοντά σου, και δώστα στους φτωχούς και θ’ αποκτήσεις θησαυρό στον ουρανό, και έλα ακολούθησέ με» (Ματθ. 19, 21). Και έτσι συμπεραίνουν ότι απότην ακτημοσύνη είναι ανώτερο το να εξουσιάζουν τον πλούτο τους και απόαυτόν να δίνουν σε όσους έχουν ανάγκη.
Ας μάθουν αυτοί ότι δεν απαρνήθηκαν ακόμα τον κόσμο, ούτε έφτασαν την μοναχική τελειότητα, αφού ντρέπονται να γίνουν φτωχοί για χάρη του Χριστού σαν τον Απόστολο Παύλο και με την εργασία των χεριών τους να συντηρούν και τον εαυτό τους και να εξυπηρετούν και όσους έχουν ανάγκη (Πραξ. 20, 34) και μεέργα να εκπληρώσουν την μοναχική υπόσχεση και να δοξαστούν μαζί με τονΑπόστολο. Και αφού διασκορπίσουν τον παλιό πλούτο, να αγωνίζονται μαζί με τον Παύλο με πείνα και δίψα, με κρύο και γύμνια τον καλό αγώνα (Β Τιμ. 4,7). Γιατί αν γνώριζε ο Απόστολος ότι ο παλιός του πλούτος ήταν πιο χρήσιμος για την τελειοποίηση του ανθρώπου, δεν θα τον περιφρονούσε, αφού ήταν και διακεκριμένος Ρωμαίος πολίτης (Πραξ. 22,25). Αλλά και οι χριστιανοί τωνΙεροσολύμων πουλούσαν τα σπίτια και τα χωριάφια τους και έβαζαν το αντίτιμοκαταγής κοντά στα πόδια των Αποστόλων (Πραξ. 4,34). Δεν θα το έκαναν αυτόαν γνώριζαν ότι οι Απόστολοι θεωρούσαν καλύτερο να τρέφονται από τα δικά τους χρήματα και όχι από τον προσωπικό τους κόπο και από τις προσφορές τωνεθνικών. Ακόμα πιο καθαρά διδάσκει γι’ αυτά ο Απόστολος Παύλος μ’ εκείνα που γράφει προς τους Ρωμαίους: «Τώρα πηγαίνω στην Ιερουσαλήμ για να διακονήσω τους αγίους… Το θέλησαν να τους βοηθήσουν, αλλά ήταν και οφειλέτεςτους»(Ρωμ. 15, 27). Και ο ίδιος, καθώς ήταν σε δεσμά και φυλακές πολλές φορές και ταλαιπωρημένος από την οδοιπορία, πράγμα που τον εμπόδιζε να εργάζεται όπως συνήθιζε με τα χέρια του για να προμηθεύεται τα αναγκαία, διδάσκει ότιαυτά τα πήρε από τους αδελφούς που ήρθαν από τη Μακεδονία, λέγοντας: «Τουστέρημά μου το συμπλήρωσαν οι αδελφοί που ήρθαν από τη Μακεδονία» (Β Κορ. 11,9). Και προς τους Φιλιππησίους γράφει: «Ξέρετε και σεις, Φιληππήσιοι,ότι αφού αναχώρησα από την Μακεδονία, καμία άλλη εκκλησία δεν με βοήθησε, παρά μόνο σεις, γιατί και στη Θεσσαλονίκη και μία και δύο φορές μου στείλατε τα αναγκαία (Φιλ. 4, 15)». Ας είναι λοιπόν και αυτοί κατά την γνώμη των φιλαργύρων πιο ευτυχείς από τον Απόστολο επειδή από τα υπάρχοντά τους του χορήγησαν τα αναγκαία. Αλλά δεν θα φτάσει κανείς σε μία τόσο μεγάληανοησία, να το πει αυτό.
Αν λοιπόν θέλομε να ακολουθήσομε την ευαγγελική εντολή και όλη εκείνη τηνΕκκλησία την θεμελιωμένη από την αρχή πάνω στους Αποστόλους, να μη στηριζόμαστε στις υποκειμενικές γνώμες μας, ούτε όσα έχουν καλά ειπωθεί να τα εξηγήσομε άσχημα. Αλλά, αφού πετάξομε μακριά τη χλιαρή και άπιστηγνώμη μας, να εντυπώσομε καλά στο νου μας την ακρίβεια του Ευαγγελίου. Έτσιθα μπορέσομε να ακολουθήσομε και τα ίχνη των Πατέρων και ποτέ να μηναπομακρυνθούμε από την προσοχή και την επιμέλεια του κοινοβίου και τον κόσμο τούτο να τον απαρνηθούμε αληθινά. Καλό είναι λοιπόν και εδώ να θυμηθούμε τον λόγο κάποιου αγίου. Ο άγιος Βασίλειος, λοιπόν, ο επίσκοποςΚαισαρείας της Καππαδοκίας, σε κάποιον συγκλητικό που απαρνήθηκε με χλιαρότητα τον κόσμο και κράτησε μερικά από τα χρήματά του, λέγεται ότι του είπε ένα τέτοιο λόγο: Και τον συγκλητικό έχασες και μοναχός δεν έγινες».
Πρέπει λοιπόν με κάθε επιμέλεια να ξεριζώνομε από την ψυχή μας τη ρίζαόλων των κακών, που είναι η φιλαργυρία, γνωρίζοντας καλά ότι όταν μένει ηρίζα, εύκολα φυτρώνουν τα κλαδιά. Αλλά την αρετή αυτή είναι δύσκολο να την κατορθώσομε αν δεν μένομε σε κοινόβιο. Γιατί στο κοινόβιο δεν έχομε φροντίδα ούτε για τις απαραίτητες ανάγκες μας. Έχονας εμπρός μας στα μάτια μας, την καταδίκη του Ανανία και της Σαπφείρας, να μας πιάνει φρίκη αν θέλομε νααφήσομε τίποτε στα χέρια μας από την παλιά περιουσία μας. Επίσης αςφοβηθούμε το παράδειγμα του Γιεζή, ο οποίος εξαιτίας της φιλαργυρίας του παραδόθηκε σε αιώνια λέπρα, κι ας φυλαχτούμε μήπως μαζέψομε για τουςεαυτούς μας χρήματα τα οποία ούτε στον κόσμο είχαμε. Κι ακόμη έχοντας στο νου μας το κρέμασμα του Ιούδα, ας φοβηθούμε να πάρουμε πίσω κάτι από εκείναπου καταφρονήσαμε όταν γίναμε μοναχοί. Πάνω απ’ όλα, ας έχομε πάντοτεεμπρός μας την αδηλότητα του θανάτου, μήπως σε ώρα που δεν περιμένομε έρθει ο Κύριός μας (Ματθ. 24,44) και βρει λερωμένη τη συνείδησή μας από φιλαργυρία και μας πει εκείνα που είπε στο Ευαγγέλιο προς τον πλούσιο εκείνο: «Ανόητε, αυτή τη νύχτα απαιτούν από σένα τη ψυχή σου· σε ποιόν θα πάνε αυτά πουετοίμασες (Λουκ. 12,20);
4. Πέρι της Οργής
Τέταρτος αγώνας είναι εμπρός μας εναντίον του πνεύματος της οργής. Και είναι ανάγκη, με τη βοήθεια του Θεού, το θανατηφόρο δηλητήριο της οργής να το κόψομε από το βάθος της καρδιάς μας. Γιατί όσο το πονηρό τούτο πνεύμα κάθεται στην καρδιά μας και τυφλώνει με τις σκοτεινές αναταραχές τα μάτια της καρδιάς μας, ούτε το συμφέρον της ψυχής μας μπορούμε να διακρίνομε, ούτε να φτάσομε ποτέ την πνευματική γνώση, ούτε την τελειότητα αγαθής σκέψεως να πάρομε στην κατοχή μας, ούτε να γίνομε μέτοχοι της αληθινής πνευματικής ζωής, ούτε το θείο και αληθινό φως μπορεί να δεχτεί ο νους μας· γιατί λέει ηΓραφή: «Ταράχθηκαν τα μάτια μου από το θυμό» (36). Ούτε θα γίνομε μέτοχοι της θείας σοφίας, και αν ακόμη οι άλλοι μας νομίζουν για πολύ σοφούς, γιατί είναι γραμμένο: «Στον κόρφο των ανοήτων αναπαύεται ο θυμός» (Εκκλ. 7,9). Αλλά ούτε και τις σωτήριες σκέψεις της διακρίσεως μπορούμε να αποκτήσομε και αν ακόμη οι άνθρωποί μας νομίζουν για φρόνιμους, γιατί είναι γραμμένο: «Η οργήκαταστρέφει και τους φρόνιμους» (Παροιμ. 15,1). Αλλά ούτε θα μπορέσομε νααποδώσομε το δίκαιο με προσεκτική και νηφάλια καρδιά, καθώς είναι γραμμένο: «Ο θυμός του ανθρώπου δεν πραγματοποιεί τη δικαιοσύνη του Θεού» (Ιακ. 1,20). ούτε την κοσμιότητα και σεμνότητα που όλοι οι άνθρωποι την επαινούνμπορούμε να αποκτήσομε, γιατί είναι γραμμένο: «Άνθρωπος που θυμώνει δεν είναι κόσμιος» (Παροιμ. 11, 25). Όποιος λοιπόν θέλει να φτάσει την τελειότητα καιεπιθυμεί να αγωνιστεί νόμιμα τον πνευματικό αγώνα, ας είναι ξένος από τοελάττωμα της οργής και του θυμού, και ας ακούει τι παραγγέλει το σκεύος τηςεκλογής, ο απ. Παύλος: «Κάθε έχθρα και οργή και θυμός και κραυγή και βλασφημία, ας φύγει από σας μαζί με κάθε κακία» (Εφες. 4,31). Λέγοντας τη λέξη «κάθε», δε μας άφησε καμία πρόφαση θυμού ούτε σαν αναγκαία, ούτε σαν εύλογη. Εκείνος λοιπόν που θέλει να διορθώσει τον αδελφό του όταν αμαρτάνει ηνα του βάλει επιτίμιο, ας φροντίζει να παραμένει ατάραχος, μήπως θέλοντας να θεραπεύσει άλλον, αρρωστήσει ο ίδιος και ακούσει τα ευαγγελικά λόγια: «Γιατρέ, θεράπευσε πρώτα τον εαυτό σου» (Λουκ. 4, 23). Και πάλι: «Γιατί βλέπεις το άχυροστο μάτι του αδελφού σου και δεν παρατηρείς το δοκάρι μέσα στο δικό σου μάτι;» (Ματθ. 7, 3). Γιατί αν από οποιαδήποτε αιτία η κίνηση της οργής θερμανθεί πολύ, τυφλώνει τα μάτια της ψυχής και δεν την αφήνει να δει τον ήλιο της δικαιοσύνης. Όπως εκείνος που βάζει πάνω στα μάτια του χρυσά καλλύματα ημολύβδινα, εμποδίζει εξίσου την όραση και καμιά διαφορά δεν προκαλεί στη τύφλωση η αξία του χρυσού, έτσι από οποιαδήποτε αιτία, εύλογη δήθεν ηπαράλογη, και αν ανάψει η οργή, σκοτίζεται η πνευματική όραση.
Τότε μόνο χρησιμοποιούμε κατά φύση το θυμό, όταν τον στρέφομε εναντίοντων εμπαθών και φιλήδονων λογισμών. Έτσι διδάσκει και ο προφήτης: «Ναοργίζεστε και να μην αμαρτάνετε». δηλαδή να οργίζεστε κατά των παθών σας και των πονηρών λογισμών, και μην αμαρτάνετε εκτελώντας όσα αυτοί σαςυπαγορεύουν. Κι αυτό θέλει να πει και η συνέχεια: «Για όσα λέτε μέσα στις καρδιές σας, πάνω στο κρεβάτι σας να κατανύγεστε» (Ψαλμ. 4, 5), δηλαδή όταν έρθουν στην καρδιά σας οι πονηροί λογισμοί, αφού τους διώξετε με την οργή, τότε ευρισκόμενοι στην ησυχία της ψυχής σαν σε κάποιο κρεβάτι, μετανοείτε με κατάνυξη. Συμφωνεί σ’ αυτό κι ο μακάριος Παύλος, που ανέφερε αυτόν τον στίχο και πρόσθεσε: «Ο ήλιος να μην βασιλεύει αφήνοντάς σας θυμωμένους, ούτε να δίνετε τόπο στο διάβολο» (Εφες. 4, 27), δηλ. μη διαθέτετε έτσι τον Κύριο Ιησού, τονΉλιο της δικαιοσύνης, παροργίζοντάς Τον με τη συγκατάθεσή σας στους κακούς λογισμούς, ώστε να δύει στις καρδιές σας και να φεύγει, για να μη βρίσκει τόπο ο διάβολος με την αναχώρηση του Χριστού. Γι’ αυτόν τον ήλιο λέει και ο Θεός δια μέσου του προφήτη: «Θ’ ανατείλει ο ήλιος της δικαιοσύνης και τα φτερά του θα φέρουν την θεραπεία» (Μαλ. 4, 2). Αν πάλι εννοήσομε το ρητό κατά γράμμα, ούτε μέχρι τη δύση του ηλίου δεν μας επιτρέπεται να διατηρούμε τηνοργή.
Τι λοιπόν θα πούμε γι’ αυτά, εμείς όπου από αγριότητα και μανία της εμπαθούςψυχικής καταστάσεώς μας, όχι μόνο μέχρι την δύση του ηλίου διατηρούμε τηνοργή, αλλά και για πολλές μέρες την κρατάμε; Και δε μιλάμε εκφράζοντας τηνοργή με λόγια, αλλά με την σιωπή μεταξύ μας αυξάνομε το δηλητήριο της μνησικακίας για ψυχική καταστροφή μας. Και δεν γνωρίζομε ότι πρέπει όχι μόνο να απέχομε από την ενεργητική οργή, αλλά και από την κατά διάνοια, για να μη σκοτεινιάσει ο νους μας από το σκοτάδι της μνησικακίας και ξεπέσει από το φως της πνευματικής γνώσεως και της διακρίσεως, και στερηθεί την κατοίκηση μέσα του, του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό και ο Κύριος στα Ευαγγέλια παραγγέλει να αφήνομε το δώρο μας στο θυσιαστήριο και να μονιάζομε πρώτα με τοναδελφό μας (Ματθ. 5, 23), γιατί δεν είναι δυνατό να γίνει ευπρόσδεκτο, ανδιατηρούμε μέσα μας θυμό και μνησικακία. Αλλά και ο Απόστολος το ίδιο μας διδάσκει, λέγοντας: «Να προσεύχεστε αδιάλειπτα» (Α  Θεσ. 5, 17), και «σε κάθε τόπο να υψώνετε σε προσευχή όσια χέρια, χωρίς οργή και λογισμούς απιστίας» (Α  Τιμ. 2, 8). Δεν μένει λοιπόν, παρά η να μην προσευχόμαστε ποτέ, οπότε είμαστευπεύθυνοι στην αποστολική παραγγελία, η να φροντίζομε να τηρούμε τη διαταγή και να προσευχόμαστε χωρίς οργή και μνησικακία. Και επειδή πολλές φορές αν λυπηθούν η ταραχθούν οι αδελφοί, αδιαφορούμε λέγοντας ότι δεν λυπήθηκαν εξαιτίας μας, ο Γιατρός των ψυχών, θέλοντας να ξεριζώσει τις προφάσεις, παραγγέλει να αφήσομε το δώρο και να συνδιαλλαγούμε όχι μόνο ανείμαστε εμείς λυπημένοι κατά του αδελφού μας, αλλά και αν αυτός είναι λυπημένος εναντίον μας δίκαια η άδικα, να τον θεραπεύομε δίνοντας εξηγήσεις, και τότε να προσφέρομε το δώρο μας. Αλλά γιατί να διατρίβομε πολύ στα ευαγγελικά παραγγέλματα αφού και από τον παλαιό νόμο μπορούμε να μάθομε,ο οποίος αν και θεωρείται πιο συγκαταβατικός, λέει: «Μη νιώσεις μέσα σου μίσος για τον αδελφό σου» (Λευϊτ. 2, 8), και αλλού λέει: «Ο δρόμος του μνησίκακουοδηγεί στο θάνατο» (Παροιμ. 12, 28). Και εδώ όχι μόνον την ενεργητικήμνησικακία τιμωρεί, αλλά και την κατά διάνοια.
Πρέπει λοιπόν σύμφωνα με τους θείους νόμους, να αγωνιζόμαστε με όλη τη δύναμή μας εναντίον του πνεύματος της οργής και της αρρώστιας που έχομεμέσα μας. και όχι, επειδή στρέφομε το θυμό εναντίον των ανθρώπων, ναεπιδιώκομε την ερημία και την απομόνωση, γιατί δήθεν εκεί δεν υπάρχουν αφορμές να μας παρακινούν στην οργή, και στη μόνωση θα κατορθώσομε εύκολα την αρετή της μακροθυμίας. Επειδή είμαστε υπερήφανοι και δεν θέλομε να κατηγορούμε τον εαυτό μας και να αποδίδομε στη δική μας αμέλεια τιςαφορμές της ταραχής, επιθυμούμε να χωριστούμε από τους αδελφούς μας. Ενόσωλοιπόν αποδίδομε στους άλλους τις αφορμές της ασθένειάς μας, είναι αδύνατονα φτάσομε την τελειότητα της μακροθυμίας.
Το κυριότερο λοιπόν μέρος της διορθώσεώς μας και της ειρήνης μας δεν κατορθώνεται από τη μακροθυμία των άλλων απέναντί μας αλλά από τη δική μας ανεξικακία προς τους άλλους. Όταν όμως, αποφεύγοντας τον αγώνα της μακροθυμίας, επιδιώκομε την έρημο και την μόνωση, τότε, όσα πάθη φέρνομεαθεράπευτα εκεί, είναι κρυμμένα μέσα μας και δεν χάθηκαν. Επειδή η ερημία καιη αναχώρηση σε όσους δεν έχουν απαλλαγεί από τα πάθη τους, ξέρει όχι μόνον να τα διατηρεί, αλλά και να τα σκεπάζει. και ούτε επιτρέπει να αισθάνονται σε ποιό πάθος νικιούνται. Απεναντίας η έρημος υποβάλλει σ’ αυτούς να φαντάζονται ότι απόκτησαν αρετή και τους πείθει να πιστεύουν ότικατόρθωσαν τη μακροθυμία και την ταπείνωση, όσο δεν είναι παρών κάποιος που να τους ερεθίζει και να τους φέρνει σε δοκιμασία. Και όταν τύχει αφορμήθυμού που τους προκαλεί και τους δοκιμάζει, αμέσως τα πάθη που βρίσκονται μέσα αποθηκευμένα και λανθάνοντα, σαν άλογα χωρίς χαλινάρι ξεπηδούν απότον τόπο που ησύχαζαν, θρεμμένα από την μακρά ησυχία και αργία, και με μεγαλύτερη σφοδρότητα και αγριότητα σύρουν στον όλεθρο τον άνθρωπο που κάθεται πάνω σ’ αυτά. Γιατί περισσότερο εξαγριώνονται τα πάθη ότανστερούνται τη δοκιμασία που προέρχεται από τους ανθρώπους. Και αυτήν ακόμητην σκια της υπομονής και μακροθυμίας, την οποία φαινομενικά νομίζομε, ότανείμαστε μαζί με τους αδελφούς, ότι είχαμε, τη χάνομε από την αμέλεια τηςεκγυμνάσεως και της απομονώσεως. Όπως τα φαρμακερά φίδια στην ερημιάπου ησυχάζουν στη φωλιά τους, τότε δείχνουν τη μανία τους, όταν τα πλησιάσει κανείς, έτσι και οι εμπαθείς άνθρωποι που ησυχάζουν όχι λόγω της αρετής, αλλά αναγκαστικά εξαιτίας της ερημιάς, τότε χύνουν το δηλητήριό τους, όταν αρπάξουν κάποιον που τους πλησιάζει και τους ερεθίζει. Και γι’ αυτό πρέπειεκείνοι που επιζητούν την τελειότητα της πραότητας, να φροντίζουν όσομπορούν περισσότερο, όχι μόνο εναντίον των ανθρώπων να μην οργίζονται, αλλάούτε και εναντίον των ζώων, ούτε κατά των αψύχων. Γιατί θυμούμαι, όταν ήμουνστην έρημο θύμωσα εναντίον καλαμιού που δεν μου άρεσε το πάχος η λεπτότητά του. Επίσης θύμωσα και εναντίον ξύλου που δεν μπόρεσα να το κόψω αμέσως.Επίσης και εναντίον πέτρας από εκείνες που βγάζουν φωτιά, όταν προσπάθησα να βγάλω φωτιά και δεν έβγαλε γρήγορα. Έτσι είχε δυναμώσει η οργή, ώστε να στρέφεται και κατά των αναισθήτων πραγμάτων.
Αν λοιπόν επιθυμούμε να επιτύχομε το μακαρισμό του Κυρίου, όχι μόνον τηνενεργητική οργή, όπως είπαμε, αλλά και την κατὰ διάνοια πρέπει να εμποδίσομε. Γιατί δεν ωφελεί τόσο πολύ να συγκρατούμε το στόμα μας στο καιρό του θυμού να μη λέει λόγια μανιασμένα, όσο να καθαρίζομε την καρδιά μας από την μνησικακία και να μη στριφογυρίζομε μέσα στο μυαλό μας πονηρούς λογισμούςεναντίον του αδελφού. Γιατί η ευαγγελική διδασκαλία παραγγέλει να κόβομε τις ρίζες των αμαρτημάτων, παρά τους καρπούς. επειδή όταν κοπεί η ρίζα του θυμούαπό την καρδιά, ούτε μίσος ούτε φθόνος προχωρεί σε έργο. Όποιος μισεί τοναδελφό του, έχει ονομαστεί ανθρωποκτόνος (Α’ Ιω. 3, 15), που φονεύει αυτόν με την διάθεση του μίσους κατά διάνοια· αυτού το αίμα δεν το βλέπουν οι άνθρωποι,αφού δεν χύθηκε με χτύπημα ξίφους· αλλά ότι κατά διάνοια και κατά διάθεση φονεύτηκε, το βλέπει ο Θεός, ο Οποίος όχι μόνο για τις πράξεις, αλλά και για τους λογισμούς και τις προαιρέσεις αποδίδει στον καθένα στεφάνια η τιμωρίες, καθώς λέει ο Ίδιος δια μέσου του προφήτη: «Ιδού, έρχομαι για να συγκεντρώσω τα έργα και τις σκέψεις τους» (Σ. Σειρ. 35, 22). Και πάλι, ο Απόστολος λέει: «Ότανοι λογισμοί τους κατηγορούν αναμεταξύ τους η και απολογούνται, κατά τηνημέρα που ο Θεός θα κρίνει τα κρυφά έργα των ανθρώπων» (Ρωμ. 2, 15). Αυτός ο Ίδιος ο Κύριος διδάσκει να αποβάλλομε κάθε οργή και λέει στα Ευαγγέλια: «Όποιος οργίζεται κατά του αδελφού του, θα είναι ένοχος στο δικαστήριο» (Ματθ. 5, 22). Τα ακριβή αντίγραφα (του Ευαγγελίου) έτσι περιέχουν αυτό το χωρίο. Γιατί η λέξη «εική» δηλ. χωρίς λόγο, είναι μεταγενέστερη προσθήκη. κι αυτό είναι φανερό και από το πνεύμα της Γραφής. Επειδή το θέλημα του Κυρίου είναι να κόβομε με κάθε τρόπο τη ρίζα και το σπινθήρα της οργής και να μην κρατάμε καμιά πρόφαση οργής· μήπως θυμώνοντας στην αρχή εύλογα τάχα,ύστερα πέσομε στη μανία του παράλογου θυμού.
Η τέλεια θεραπεία της ασθένειας της οργής είναι αυτή: να πιστέψομε ότι ούτε για δίκαιες ούτε για άδικες αφορμές επιτρέπεται ποτέ να θυμώνομε. Επειδή όταν η οργή σκοτίσει τη διάνοια, ούτε διάκριση, ούτε σωστή σκέψη, ούτε δικαιοσύνη θα βρεθεί μέσα μας· ούτε και ναός του αγίου Πνεύματος μπορεί να γίνει η ψυχή μας, αλλά θα μας κατακυριεύσει το πνεύμα της οργής σκοτίζοντας τη διάνοιά μας. Τελευταίο απ’ όλα, πρέπει να έχομε εμπρός στα μάτια μας κάθε ημέρα, τηναβεβαιότητα της ώρας του θανάτου μας, κι έτσι να φυλαγόμαστε από την οργή. Και ας γνωρίζομε ότι ούτε η σωφροσύνη, ούτε η απάρνηση του υλικού κόσμου, ούτε οι νηστείες και αγρυπνίες θα μας ωφελήσουν κατά την ημέρα της κρίσεως,αν βρεθούμε ένοχοι επειδή κατεχόμαστε από οργή και μίσος.
5. Περί της Λύπης
Πέμπτος είναι ο αγώνας εναντίον του πνεύματος της λύπης, το οποίο σκοτίζει την ψυχή από κάθε πνευματική θεωρία και την εμποδίζει από κάθε αγαθήπράξη. Επειδή όταν το πονηρό αυτό πνεύμα αρπάξει την ψυχή και την σκοτίσειολόκληρη, δεν της επιτρέπει να προσεύχεται με προθυμία· δεν την αφήνει ναεγκαρτερεί στην ωφέλεια των ιερών αναγνωσμάτων· δεν ανέχεται να είναι ο άνθρωπος πράος και να κινείται εύκολα σε κατάνυξη και συμπάθεια προς τουςαδελφούς· για όλες τις εργασίες και εναντίον ακόμη της υποσχέσεως του μοναχικού βίου φέρνει μίσος. Και γενικά η λύπη, αφού ανακατώσει όλες τις σωτήριες σκέψεις της ψυχής και παραλύσει τη δραστηριότητα και την καρτερία της, τη φέρνει σε σημείο να είναι σαν ανόητη και ηλίθια, δένοντάς την με τον λογισμό της απελπισίας.
Γι’ αυτό, αν έχομε σκοπό να αγωνιστούμε τον πνευματικό αγώνα και να νικήσομε, με τη βοήθεια του Θεού, τα πονηρά πνεύματα, όσο μπορούμε με μεγαλύτερη προσοχή ας φυλάξομε την καρδιά μας από το πνεύμα της λύπης. Γιατί όπως ο σκόρος τρώει το ρούχο και το σκουλήκι το ξύλο, έτσι η λύπη κατατρώγει την ψυχή του ανθρώπου. Πείθει τον άνθρωπο να αποφεύγει κάθε καλή πνευματική συναναστροφή και δεν επιτρέπει ούτε από γνήσιους φίλους να δέχεται συμβουλή, ούτε καλή και ειρηνική απάντηση να δίνει σ’ αυτούς, αλλά αφού καταλάβει όλη την ψυχή, τη γεμίζει με δυσαρέσκεια, πλήξη και μελαγχολία. Και τότε τη βάζει να αποφεύγει τους ανθρώπους, γιατί γίνονται σ’ αυτήν αίτιοι ταραχής. Και δεν επιτρέπει στην ψυχή να εννοήσει, ότι όχι απέξω αλλά μέσα της έχει την αρρώστια, η οποία τότε φανερώνεται, όταν έρθουν οι πειρασμοί και με την δοκιμασία την φέρουν στην επιφάνεια. Γιατί ποτέ δεν μπορεί να βλαφτεί ο άνθρωπος από άλλον, αν δεν έχει μέσα του αποθηκευμένεςτις αφορμές των παθών.
Και γι’ αυτό ο Δημιουργός των πάντων και Γιατρός των ψυχών, ο Θεός, ο μόνος που γνωρίζει ακριβώς τα τραύματα της ψυχής, δεν παραγγέλει να αποφεύγομετις συναναστροφές των ανθρώπων, αλλά να κόβομε τις αιτίες της κακίας που είναι μέσα μας, και να γνωρίζομε ότι η υγεία της ψυχής δεν κατορθώνεται με τον χωρισμό από τους ανθρώπους, αλλά με την διαμονή και εξάσκηση με τουςενάρετους ανθρώπους. Όταν λοιπόν για προφάσεις που τις νομίζομε δήθεν εύλογες, εγκαταλείπομε τους αδελφούς, δεν κόψαμε τις αφορμές της λύπης αλλάμόνον κάναμε εναλλαγή τους, γιατί η αρρώστια που έχομε μέσα μας τις ανακινείπάλι εξαιτίας άλλων πραγμάτων. Γι’ αυτό όλος ο πόλεμος ας είναι εναντίον των παθών που είναι μέσα μας, γιατί αν αυτά με τη χάρη και τη βοήθεια του Θεού, βγουν από την καρδιά μας, όχι μόνο με τους ανθρώπους, αλλά και με τα άγριαθηρία εύκολα μπορούμε να ζήσομε, όπως λέει ο μακάριος Ιώβ: «Τα άγρια θηρία θα γίνουν ειρηνικά μαζί σου» (Ιώβ 5, 23).
Πρώτα πρώτα λοιπόν να αγωνιστούμε εναντίον του πνεύματος της λύπης, που φέρνει την ψυχή στην απελπισία, για να το εξορίσομε από την καρδιά μας. Γιατί αυτό το πνεύμα δεν επέτρεψε στον Κάιν να μετανοήσει μετά την αδελφοκτονία, ούτε στον Ιούδα μετά την προδοσία του Κυρίου.
Μία μόνο λύπη να έχομε, την μετάνοια για τις αμαρτίες μας ενωμένη με τηναγαθή ελπίδα, για την οποία ο Απόστολος λέει: «Η κατά Θεόν λύπη προξενεί μετάνοια που οδηγεί σε οριστική σωτηρία» (Β  Κορ. 7, 10). Κι αυτό, γιατί η κατά Θεόν λύπη τρέφοντας την ψυχή με την ελπίδα που ακολουθεί την μετάνοια, είναιανάμικτη με χαρά. Γι’ αυτό και πρόθυμο και υπάκουο για κάθε καλή πράξη, ευκολοπλησίαστο, ταπεινό, πράο, ανεξίκακο, υπομονετικό σε κάθε αγαθό κόπο και κάθε συντριβή κάνει τον άνθρωπο η λύπη αυτή, αφού είναι κατά Θεόν. Και με αυτό λοιπόν γίνονται οι καρποί του αγίου Πνεύματος φανεροί στον άνθρωπο, δηλαδή η χαρά, η αγάπη, η ειρήνη, η μακροθυμία, η αγαθότητα, η πίστη, η εγκράτεια (Γαλ. 5, 22). Από την αντίθετη λύπη είναι φανεροί οι καρποί του πονηρού πνεύματος, οι οποίοι είναι ακηδία, ανυπομονησία, θυμός, μίσος,αντιλογία, απελπισία, οκνηρία στην προσευχή. Αυτή την λύπη πρέπει να τηναποφεύγομε, όπως και την πορνεία, και τη φιλαργυρία και το θυμό και ταυπόλοιπα πάθη. Αυτή η λύπη θεραπεύεται με την προσευχή και την ελπίδα στον Θεό και την μελέτη των θείων λόγων και με την συναναστροφή με ευλαβείςανθρώπους.
6. Περί της Ακηδίας
Έκτος είναι ο αγώνας μας εναντίον της ακηδίας (αμέλεια, πλήξη) πουενώνεται και βοηθεί το πνεύμα της λύπης. Δεινός και βαρύς δαίμονας αυτός, πολεμά πάντοτε τους μοναχούς. Αυτός επιτίθεται εναντίον του μοναχού κατά το μεσημέρι προκαλώντας του ατονία και φόβο και μίσος εναντίον του τόπου όπου ασκείται και εναντίον των αδελφών που είναι μαζί του και εναντίον κάθεεργασίας, ακόμη και της αναγνώσεως των θείων Γραφών. Του υποβάλλει ακόμηκαι λογισμούς μεταβάσεως σε άλλο τόπο, και ότι αν δεν πάει αλλού, μάταια κοπιάζει εδώ και χάνει τον καιρό του.
Επίσης του φέρνει κατά το μεσημέρι και πείνα τόση, όση δεν θα προξενούσε σ’ αυτόν τριήμερη νηστεία η μακρά οδοιπορία η βαρύτατος κόπος. Έπειτα τουυποβάλλει λογισμούς ότι με κανένα άλλο τρόπο δεν μπορεί να απαλλαγεί από τηνασθένεια αυτή και το βάρος της, παρά με το να βγαίνει έξω συνεχώς και ναεπισκέπτεται τους αδελφούς, τάχα για ωφέλεια η επίσκεψη των ασθενών. Κιόταν δεν μπορέσει να τον εξαπατήσει με αυτά, τότε αφού του φέρνει πολύ βαρύύπνο, επιτίθεται εναντίον του σφοδρότερος και δυνατότερος, και δεν μπορεί διαφορετικά να νικηθεί, παρά με την προσευχή και την αποχή από τηναργολογία και με την μελέτη των θείων λόγων και την υπομονή στους πειρασμούς. Γιατί αν δεν τον βρει ασφαλισμένο με αυτά τα όπλα, τότε αφού τον κατατρυπήσει με τα βέλη του, τον κάνει άστατο, ονειροπόλο, ράθυμο, άεργο και τον οδηγεί να επισκέπτεται πολλά μοναστήρια και να μην φροντίζει για τίποτεάλλο, παρά που γίνονται τραπέζια και συμπόσια. Γιατί η διάνοια αυτού πουέπεσε σε ακηδία τίποτε άλλο δεν φαντάζεται παρά τις μάταιες σκέψεις όσων αναφέραμε. Από αυτά τον δεσμεύει και σε κοσμικά πράγματα και τον δελεάζει λίγο-λίγο σε επιβλαβείς ασχολίες, μέχρις ότου και από αυτή τη μοναχική ζωή τον διώξει.
Ο Απόστολος, γνωρίζοντας πόσο βαριά είναι αυτή η αρρώστια και επειδή ήθελε ως σοφός γιατρός να τη βγάλει μαζί με τη ρίζα από τις ψυχές μας, μας φανερώνει τις αιτίες από τις οποίες γεννιέται και λέει: «Σας παραγγέλομεαδελφοί, στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να αποχωρίζεστε από κάθεαδελφό που συμπεριφέρεται άτακτα και όχι σύμφωνα με την παράδοση που παραλάβατε από εμάς. Γνωρίζετε πως πρέπει να μας μιμείστε, επειδή δε ζήσαμεως άτακτοι ανάμεσά σας, ούτε πήραμε από κανέναν το φαγητό μας δωρεάν,αλλά εργαζόμαστε ημέρα και νύχτα με κόπο και μόχθο για να μην επιβαρύνομεκανένα σας. όχι γιατί δεν είχαμε τέτοιο δικαίωμα, αλλά για να σας δώσομε παράδειγμα να μας μιμείστε. Και όταν είμαστε κοντά σας, αυτή την εντολή σας δίναμε, ότι όποιος δεν θέλει να εργάζεται, ούτε να τρώει. Γιατί μαθαίνομε ότιμερικοί από σας δεν εργάζονται, αλλά περιεργάζονται ξένες υποθέσεις. Σ’ αυτούς παραγγέλομε, στ’ όνομα του Ιησού Χριστού, να εργάζονται ήσυχα για να κερδίζουν το ψωμί τους»(Β  Θεσ. 3, 6-12).
Ας ακούσομε πόσο καθαρά φανερώνει τις αιτίες της ακηδίας ο Απόστολος.Εκείνους που δεν εργάζονται τους ονομάζει άτακτους, φανερώνοντας με μία λέξη πολλή κακία. Γιατί ο άτακτος, είναι και ανευλαβής και αυθάδης στα λόγια και πρόχειρος σε κατηγορίες και γι’ αυτό είναι ακατάλληλος για την ησυχία και δούλος της ακηδίας. Παραγγέλει λοιπόν να αποχωριζόμαστε από αυτούς σαν ναέχουν κολλητική αρρώστια. Με τη φράση «και όχι σύμφωνα με την παράδοση που παραλάβατε από εμάς», φανερώνει ότι αυτοί είναι υπερήφανοι και καταφρονητές και ακυρώνουν τις αποστολικές παραδόσεις. Κατόπιν λέει: «Δεν πήραμε το φαγητό μας δωρεάν από κανένα, αλλά εργαζόμαστε νύχτα και ημέραμε κόπο και μόχθο». Ο δάσκαλος των εθνών, ο κήρυκας του Ευαγγελίου, πουανέβηκε μέχρι τον τρίτο ουρανό, αυτός που λέει ότι ο Κύριος διέταξε τους κήρυκες του Ευαγγελίου να συντηρούνται από τους ακροατές του κηρύγματος(Α  Κορ. 9, 14), αυτός εργάζεται ο ίδιος νύχτα και ημέρα με κόπο και μόχθο για να μηνεπιβαρύνομε κανένα. Τι λοιπόν θα κάνομε εμείς, που είμαστε στην εργασία οκνηροί και επιδιώκομε την σωματική ανάπαυση, εμείς που ούτε κήρυγμα του Ευαγγελίου μας έχει ανατεθεί, ούτε η μέριμνα για τις Εκκλησίες, αλλά μόνο ηφροντίδα για την ψυχή μας; Κατόπιν για να δείξει πιο καθαρά την βλάβη που φέρνει η αργία, καταλήγει: «Δεν εργάζονται καθόλου αλλά περιεργάζονται». Γιατί από την αργία γεννιέται η περιέργεια, από την περιέργεια η αταξία και απότην αταξία κάθε κακία. Για την θεραπεία όλων αυτών, συμπληρώνει: «Ναεργάζονται ήσυχα για να κερδίζουν από το ψωμί τους». Και για να τους επιπλήξειπερισσότερο, λέει: «Όποιος δεν θέλει να εργάζεται, ούτε να τρώει».
Αυτές τις αποστολικές διαταγές έχοντας υπόψη οι άγιοι πατέρες της Αιγύπτου, δεν αφήνουν ποτέ να μένουν αργοί οι μοναχοί και μάλιστα οι νεώτεροι, επειδήγνωρίζουν ότι με την υπομονή της εργασίας και την ακηδία διώχνουν, και την τροφή τους προμηθεύονται, και βοηθούν όσους έχουν ανάγκη. Γιατί δενεργάζονται μόνο για τις δικές τους ανάγκες, αλλά και σε ξένους και φτωχούς και φυλακισμένους δίνουν από την εργασία τους, πιστεύοντας ότι η αγαθοεργίααυτή είναι θυσία αγία και ευπρόσδεκτη στο Θεό. Και λένε επίσης οι πατέρες, ότι ο εργαζόμενος πολεμά με ένα δαίμονα πολλές φορές και στενοχωρείται απόαυτόν, ενώ ο αργός αιχμαλωτίζεται από χιλιάδες πονηρά πνεύματα.
Καλό είναι ακόμα να θυμηθούμε και το λόγο που μου είπε ο αββάς Μωυσής, που ήταν πολύ άξιος μεταξύ των πατέρων. Αφού είχα καθήσει λίγο καιρό στηνέρημο, με πείραξε ο δαίμονας της ακηδίας. Τον επισκέφθηκα τότε και του είπα: «Χθες ενοχλήθηκα πάρα πολύ από την ακηδία και εξασθένησα υπερβολικά. και δε γλύτωσα από αυτή, παρά όταν σηκώθηκα και επισκέφτηκα τον αββά Παύλο». Σ’ αυτά μου αποκρίθηκε ο αββάς Μωυσής: «Έχε θάρρος. δεν ελευθερώθηκες απότην ακηδία, αλλά μάλλον παραδόθηκες και υποδουλώθηκες σ’ αυτή. Να γνωρίζεις λοιπόν ότι τώρα θα σε πολεμήσει περισσότερο ως λιποτάκτη, αν στοεξής δεν φροντίσεις με την υπομονή και την προσευχή και την εργασία των χεριών σου να παλέψεις εναντίον της και να τη νικήσεις».
7. Περί της Κενοδοξίας
Έβδομος είναι ο αγώνας κατά της κενοδοξίας. Αυτό το πάθος είναι πολύμορφο και πολύ λεπτό και δεν το εννοεί γρήγορα ούτε εκείνος που πειράζεται από αυτό.Επειδή οι προσβολές των άλλων παθών είναι πιο φανερές και ευκολότερα καταπολεμούνται, καθώς η ψυχή αναγνωρίζει τον εχθρό και με την αντίρρησηστις προσβολές του και την προσευχή, αμέσως τον ανατρέπει. Η κενοδοξία όμως, με το να είναι πολύμορφη όπως είπαμε, δύσκολα νικιέται. Γιατί φανερώνεται σε κάθε πράξη και σε φωνή και σε λόγο και σε σιωπή και σε έργο και σε αγρυπνίακαι σε νηστεία και σε προσευχή και σε πνευματικές αναγνώσεις και σε ησυχίακαι σε μακροθυμία. Με όλα αυτά προσπαθεί να προσβάλλει το στρατιώτη του Χριστού.
Όποιον δεν μπόρεσε να απατήσει στην κενοδοξία με την πολυτέλεια των ρούχων, δοκιμάζει να τον πειράξει με το φτωχικό ρούχο. Όποιον δεν μπόρεσε να πολεμήσει με την τιμή, τον πολεμά με το να νομίζει ότι υπομένει την ατιμία. Καιόποιον δε μπόρεσε να καταφέρει στην κενοδοξία με τη γνώση των λόγων, τον δελεάζει με την σιωπή, να κενοδοξεί δήθεν ως ήσυχος. Και όποιον δε μπόρεσε να φέρει σε χαλαρότητα με την πολυτέλεια των τροφών, τον κάνει να επιζητεί τονέπαινο με τη νηστεία. Και γενικά κάθε έργο, κάθε απασχόληση δίνει αφορμήστον πονηρό αυτό δαίμονα.
Ακόμη αυτός υποβάλλει επιθυμία για το αξίωμα της ιερωσύνης. Θυμάμαι κάποιον γέροντα, όταν ήμουν στη σκήτη, που πήγε στο κελί ενός αδελφού γιαεπίσκεψη, και αφού πλησίασε την πόρτα, τον άκουσε να μιλάει από μέσα. Ογέροντας νόμισε ότι μελετά κάτι από την Γραφή και στάθηκε για να ακούσει. Κατάλαβε τότε ότι ο αδελφός είχε βγει από τα λογικά του από την κενοδοξία και χειροτονούσε τον εαυτό του διάκονο και έκανε απόλυση των κατηχουμένων.Όταν λοιπόν ο γέροντας τα άκουσε αυτά, έσπρωξε την πόρτα και μπήκε. Ο αδελφός αφού τον υποδέχτηκε, τον προσκύνησε κατά την συνήθεια και τονερώτησε να μάθει αν στεκόταν πολλή ώρα εμπρός στην πόρτα. Ο γέροντας με χαριτωμένο τρόπο του είπε: «Τώρα ήρθα, όταν έκανες την απόλυση των κατηχουμένων». Ο αδελφός μόλις το άκουσε, έπεσε στα πόδια του γέροντα και τον παρακαλούσε να προσευχηθεί γι’ αυτόν, για να ελευθερωθεί από αυτή την πλάνη. Αυτό το θυμήθηκα για να δείξω σε πόση αναισθησία φέρνει τονάνθρωπο αυτός ο δαίμονας.
Εκείνος λοιπόν που θέλει να πολεμήσει τέλεια και να στεφανωθεί με το στεφάνι της δικαιοσύνης, πρέπει με κάθε τρόπο να φροντίσει να νικήσει το πολύμορφο αυτό θηρίο, έχοντας πάντοτε μπροστά στα μάτια του το ρητό του Δαβίδ: «ΟΚύριος διασκόρπισε τα κόκκαλα των ανθρωπαρέσκων» (Ψαλμ. 52, 6). Και να μην κάνει τίποτε επιδιώκοντας τον ανθρώπινο έπαινο, αλλά να επιζητεί την αμοιβήμόνο από τον Θεό. Και αποβάλλοντας πάντοτε τους λογισμούς που έρχονται στην καρδιά του και τον επαινούν, να εξουθενώνει τον εαυτό του ενώπιον του Θεού.Έτσι θα μπορέσει με τη βοήθεια του Θεού να απαλλαγεί από το πνεύμα της κενοδοξίας.
8. Περί της Υπερηφανείας
Όγδοος είναι ο αγώνας κατά της υπερηφάνειας. Φοβερότατος αυτός ο αγώναςκαι από όλους τους προηγούμενους αγριότερος. Αυτός πολεμά προπάντων τους τελείους και προσπαθεί να καταστρέφει εκείνους που ανέβηκαν σχεδόν στην κορυφή των αρετών. Και όπως μία κολλητική και θανατηφόρα αρρώστια δεν καταστρέφει ένα μέλος του σώματος, αλλά ολόκληρο το σώμα, έτσι και η υπερηφάνεια όχι μόνον ένα μέρος της ψυχής, αλλά ολόκληρη την καταστρέφει. Και το καθένα από τα άλλα πάθη, αν και ταράζει την ψυχή, αλλά με το να πολεμά μία μόνο αρετή, εκείνη που είναι αντίθετή του, και να προσπαθεί αυτή να νικήσει, σκοτίζει και ταράζει την ψυχή εν μέρει. Ενώ το πάθος της υπερηφάνειαςσκοτίζει ολόκληρη την ψυχή και την ρίχνει σε τέλεια πτώση.
Για να εννοήσουμε καλύτερα τα λεγόμενα, ας σκεφτούμε ως εξής: Ηγαστριμαργία προσπαθεί να διαφθείρει την εγκράτεια· η πορνεία, τη σωφροσύνη· η φιλαργυρία την ακτημοσύνη· ο θυμός, την πραότητα· και όλα τα λοιπά είδη της κακίας, τις αντίθετες αρετές. Η υπερηφάνεια όμως, όταν κυριεύσει την άθλια ψυχή, σαν φοβερότατος τύρρανος που κατέλαβε μία μεγάλη και δοξασμένη πόλη, την καταστρέφει ολόκληρη και την κατεδαφίζει από τα θεμέλια. Μάρτυρας γι’ αυτό είναι ο άγγελος εκείνος που έπεσε από τον ουρανόεξαιτίας της υπερηφάνειάς του, ο οποίος αν και δημιουργήθηκε από τον Θεό και στολίστηκε από Αυτόν με κάθε αρετή και σοφία, δεν θέλησε να τα αποδίδει όλααυτά στον Κύριο, αλλά στη δική του φύση. Και έτσι νόμιζε ότι είναι ίσος με τον Θεό.
Ελέγχοντας αυτήν την σκέψη του, ο προφήτης έλεγε: «Συ είπες με το νου σου. θα καθήσω πάνω σε ψηλό βουνό, θα στήσω το θρόνο μου πάνω στα σύννεφα, θα γίνω όμοιος με τον Ύψιστο. Και όμως εσύ είσαι άνθρωπος και όχι θεός» (Ησ. 14, 13). Και πάλι άλλος προφήτης λέει: «Γιατί καυχιέται μέσα στην κακία του οδυνατός;» (Ψαλμ. 51, 1) Γνωρίζοντας αυτά, ας φοβηθούμε και με κάθε προσοχή αςφυλάξομε την καρδιά μας από το θανατηφόρο πνεύμα της υπερηφάνειας, λέγοντας πάντοτε στον εαυτό μας, όταν κατορθώσομε κάποια αρετή, τον λόγο του Αποστόλου: «Όχι εγώ, αλλά η χάρη του Θεού που είναι μαζί μου» (Α  Κορ. 15, 10), και τον λόγο του Κυρίου: «Ότι χωρίς τη βοήθειά Μου, δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε» (Ιω. 15,5). Επίσης, το λόγο του προφήτη: «Αν ένα σπίτι δεν το οικοδομήσειο Κύριος, μάταια κουράστηκαν οι οικοδόμοι (Ψαλμ. 126, 1), και το: «Δεν εξαρτάται από εκείνον που θέλει, ούτε από εκείνον που τρέχει, αλλά από το Θεό που θα δείξειέλεος» (Ρωμ 9, 16). Επειδή και αν ακόμη έχει κανείς ολόθερμη προθυμία καιαποφασισμένη προαίρεση, εφόσον είναι δεμένος με σάρκα και αίμα, δεν μπορεί να φτάσει την τελειότητα, παρά μόνο με την χάρη και το έλεος του Χριστού. Και ο Ιάκωβος λέει: «Κάθε ωφέλιμη δωρεά προέρχεται από ψηλά» (Ιακ. 1, 17). Και ο απ. Παύλος: «Τι έχεις που δεν το πήρες από το Θεό; Κι αν έχεις πάρει, γιατί καυχιέσαι σαν να μην πήρες (Α  Κορ.4, 7), αλλά υπερηφανεύεσαι σαν να είναι δικά σου;» Ότιμε τη χάρη και το έλεος του Θεού έρχεται η σωτηρία, είναι μάρτυρας αληθινός εκείνος ο ληστής, ο οποίος κέρδισε τη βασιλεία των Ουρανών όχι ως ανταμοιβήτης αρετής του, αλλά με τη χάρη και το έλεος του Θεού (Λουκ. 23, 43).

Γνωρίζοντας αυτά οι Πατέρες μας όλοι, με μία γνώμη, μας παρέδωσαν ότι δεν μπορούμε διαφορετικά να φτάσομε στην τελειότητα της αρετής, παρά μόνο με την ταπείνωση, η οποία έρχεται στον άνθρωπο από την πίστη και το φόβο του Θεού, από την πραότητα και την τέλεια ακτημοσύνη. Με τις αρετές αυτές κατορθώνεται και η τέλεια αγάπη, με την χάρη και την φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες. Αμήν. 

 πηγή:εδώ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ανάμνηση του θαύματος του Αγίου Σπυρίδωνος στην Κέρκυρα +11 Αυγούστου

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Αυγούστου, 2013

Στις 11 Αυγούστου γιορτάζεται η ανάμνηση του θαύματοςτης σωτηρίας της Κέρκυρας από την τουρκική επιδρομή του 1716, όπου κάθε χρόνο συγκεντρώνονται πλήθος κόσμου από κάθε μεριά της Ελλάδος, αλλά και προσκυνητές από την Ρωσία, Ρουμανία όπου αγαπούν τον Άγιο Σπυρίδωνα πάρα πολύ.
Ο Άγιος Σπυρίδων γεννήθηκε περί το 270 μ.Χ. στο χωριό Άσσια της Κύπρου. Στα νεανικά του χρόνια ζούσε ως ένας απλός αλλά πολύ ενάρετος βοσκός. Παντρεύτηκε καιαπόκτησε μια κόρη, την Ειρήνη. Μετά τη χηρεία του ασπάσθηκε το μοναχικό βίο, μελέτησε πολύ, απόκτησε μεγάλη σοφία και χάρη στις θρησκευτικές του αρετές, πολύ σύντομα έγινε Επίσκοπος της Τριμυθούντας. Έλαβε μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο το 325, όπου και θαυματούργησε. Κοιμήθηκε το 348 μ.Χ.
Το λείψανό του, που διατηρήθηκε ακέραιο μετά την ταφή και ανέδιδε ευώδεις αναθυμιάσεις, αρχικά διατηρήθηκε σε εκκλησία της πατρίδας του. Μετά την κατάληψη της Κύπρου από τους Άραβες, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, το 691. Τρία χρόνια μετά την άλωση της Πόλης, ο ιερέας Γεώργιος Καλοχαιρέτης μετέφερε το λείψανο, μαζί μ’ εκείνο της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, σ’ ένα χωριό κοντά στην Άρτα και στη συνέχεια για μεγαλύτερη ασφάλεια μεταφέρθηκαν στην Κέρκυρα.

Αν υπάρχει κάτι με το οποίο η Κέρκυρα είναι έκτοτε αναπόσπαστα δεμένη μέσα στη νεότερη ιστορική της πορεία, σίγουρα είναι ο προστάτης και πολιούχος της Άγιος Σπυρίδων. Η λατρεία των Κερκυραίων στον θαυματουργό τους Άγιο δεν είναι απλά ένα οποιοδήποτε θρησκευτικό συναίσθημα, είναι η αγάπη, η ελπίδα και η παρηγοριά τους.
Το 1715 ο καπουδάν Χοντζά πασάς, αφού κατέκτησε την Πελοπόννησο κατά διαταγή του σουλτάνου προχωρεί για να καταλάβει και τα Επτάνησα. Και πρώτα – πρώτα βαδίζει προς την Κέρκυρα, που τόσο αυτή, όσο και τα άλλα νησιά βρισκόντουσαν κάτω από την Ενετική κυριαρχία.
Ένα πρωί της 24ης Ιουνίου 1716 η τουρκική στρατιά με επικεφαλής τον σκληρό στρατηγό της πολιόρκησε την πόλη κι απ’ την ξηρά κι από τη θάλασσα. Επί πενήντα μέρες το αίμα χυνόταν ποτάμι κι από τις δύο μεριές. Οι υπερασπιστές Έλληνες και Βενετσιάνοι αγωνιζόντουσαν απεγνωσμένα για να σώσουν την πόλη. Τα γυναικόπαιδα, μαζεμένα στον Ιερό Ναό του Αγίου μαζί με τους γέρους κι όσους δεν μπορούσαν να πάρουν όπλα προσεύχονται στα γόνατα και με στεναγμούς επιζητούν του προστάτη Αγίου τη μεσιτεία. Σαν πέρασαν οι πενήντα μέρες οι εχθροί αποφάσισαν να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους και να κτυπήσουν με πιο πολλή μανία την πόλη. Κερκόπορτα ζητούν κι εδώ οι εχθροί για να τελειώσουν μια ώρα γρηγορότερα το έργο τους. Απ’ την Κερκόπορτα δεν μπήκαν κι οι προγονοί τους και κατέκτησαν τη Βασιλεύουσα; Γι’ αυτό και προβάλλουν δελεαστικές υποσχέσεις, για να πετύχουν κάποια προδοσία.
Το επόμενο πρωινό ένας Αγαρηνός με τηλεβόα κάνει προτάσεις στους μαχητές να παραδοθούν, αν θέλουν να σωθούν. Την ίδια ώρα όμως αραδιάζει κι ένα σωρό απειλές στην περίπτωση, που οι υπερασπιστές δεν θα δεχόντουσαν τη γενναιόδωρη πρόταση του.
Περνούν οι ώρες. Η αγωνία κι ο φόβος συνέχει τις ψυχές. Οι Αγαρηνοί ετοιμάζονται για το τελειωτικό κτύπημα, όπως λένε. Μα κι οι υπερασπιστές εμψυχωμένοι από τις προσευχές τόσο των ίδιων, όσο και των ιδικών τους μένουν αλύγιστοι κι ακλόνητοι στις θέσεις τους. Η πρώτη επίθεση αποκρούεται με πολλά τα θύματα κι από τις δύο μεριές. Η πόλη της Κέρκυρας περνά τρομερά δύσκολες στιγμές. Ο λαός ελπίζει και προσεύχεται. Προσεύχεται και πιστεύει πώς ο ακοίμητος φρουρός και προστάτης ‘Αγιος του, δεν θα τον εγκαταλείψει.
Στον Ιερό Ναό οι προσευχές του άμαχου πληθυσμού συνεχίζονται θερμές κι αδιάκοπες.
Ξημέρωσε η 10η Αυγούστου. Κάτι ασυνήθιστο για την εποχή παρατηρείται την ήμερα αυτή από το πρωί. Ο ουρανός είναι σκεπασμένος με μαύρα πυκνά σύννεφα. Από στιγμή σε στιγμή ετοιμάζεται να ξεσπάσει τρομερή καταιγίδα. Και να! Πολύ πριν από το μεσημέρι μια βροχή, καταρρακτώδης, βροχή κατακλυσμιαία αρχίζει να πέφτει στη γη. Μοναδική η περίπτωση. Νύχτωσε κι ακόμη έβρεχε. Σαν αποτέλεσμα της κακοκαιρίας αυτής καμιά επιθετική προσπάθεια δεν αναλήφθηκε εκείνη την ήμερα. Η νύχτα περνά ήσυχα. Περί τα ξημερώματα της 11ης Αυγούστου συνέβη κάτι το εκπληκτικό, το αναπάντεχο. Μια Ελληνική περίπολος που έκαμνε αναγνωριστικές επιχειρήσεις, για να εξακριβώσει από που οι εχθροί θα επιτίθεντο, βρήκε τα χαρακώματα των Τούρκων γεμάτα νερό από τη βροχή και πολλούς Τούρκους στρατιώτες πνιγμένους μέσα σ’ αυτά. Νεκρική σιγή βασίλευε παντού. Στο μεταξύ ξημέρωσε για καλά. Οι χρυσές ακτίνες του ήλιου πέφτουν στη γη και χαιρετούν την άγρυπνη πόλη. Οι τηλεβόες σιγούν. Οι εχθροί δεν φαίνονται. Μήπως κοιμούνται; Τι να συμβαίνει άραγε;
Όλη τη νύχτα ο θαυματουργός εκείνος υπερασπιστής της νήσου, ο Άγιος Σπυρίδωνας της Κύπρου με ουράνια στρατιά συνοδεία κτύπησε άγρια τους Αγαρηνούς, και τους διέλυσε και τους διασκόρπισε. Αυτά ομολογούσαν οι ίδιοι οι Αγαρηνοί το πρωί που έφευγαν. Τα απομεινάρια της τούρκικης στρατιάς μαζεμένα στα λίγα πλοία που απέμειναν, φεύγουνε ντροπιασμένα για την Κωνσταντινούπολη.
Η ανέλπιστη σωτηρία της νήσου από την εκστρατεία των Τούρκων ανάγκασε κι αυτή την αριστοκρατία των Ενετών, να αναγνωρίσει ως ελευθερωτή της Κέρκυρας τον Άγιο Σπυρίδωνα. Και ως εκδήλωση ευγνωμοσύνης να προσφέρει στον Ναό μια ασημένια πολύφωτη κανδήλα, και να ψηφίσει ώστε το λάδι που θα χρειαζόταν κάθε χρόνο για το άναμμα της κανδήλας αυτής, να προσφέρεται από το Δημόσιο. Με ψήφισμα της πάλι η Ενετική διοίκηση καθιέρωσε την 11 Αυγούστου, σαν ημέρα Εορτής του Αγίου και Λιτανεύσεως του Ιερού Σκηνώματός Του.

Το Σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνος λιτανεύεται στην Κέρκυρα κάθε χρόνο τέσσερις φορές:
1. Την Κυριακή των Βαΐων σε ανάμνηση θαύματος για την απαλλαγή των κατοίκων από την πανώλη, το 1629.
2. Το Μεγάλο Σάββατο σε ανάμνηση θαύματος για τη διάσωση της Κέρκυρας από δεινή σιτοδεία, το 1533.
3. Την 11η Αυγούστου σε ανάμνηση θαύματος που συνδέεται με τη διάσωση της Κέρκυρας από την τρομερή επιδρομή των Τούρκων το 1716.
4. Την πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου σε ανάμνηση θαύματος για τη διάσωση των κατοίκων από μια δεύτερη επιδημία πανώλης, το 1673.
Η μνήμη του Αγίου γιορτάζεται στις 12 Δεκεμβρίου.
Η εκκλησία, η οποία στεγάζει σήμερα το σεπτό Σκήνωμα του Αγίου, κτίστηκε στα 1589 και ανήκει στο ρυθμό της μονόκλιτης βασιλικής. Το ψηλό και πυργωτό καμπαναριό, ως συμπλήρωμα της εκκλησίας, κτίστηκε το 1620. Το σημερινό τέμπλο του ναού, καμωμένο από μάρμαρο της Πάρου, κατασκευάστηκε το 1864 και είναι έργο του Αυστριακού αρχιτέκτονα Μάουερς. Η ουρανία είναι ζωγραφισμένη από τον κερκυραίο ζωγράφο Νικόλαο Ασπιώτη το 1852, ενώ οι εικόνες του τέμπλου είναι φτιαγμένες από τον επίσης κερκυραίο ζωγράφο, Σπύρο Προσαλένδη. Η σημερινή μεγαλόπρεπη λάρνακα φτιάχτηκε στη Βιέννη το 1867. Είναι από σκληρό, πολυτελές ξύλο με εξωτερική ασημένια επένδυση. Βρίσκεται τοποθετημένη μέσα στην κρύπτη, η οποία δημιουργήθηκε ειδικά για να δεχθεί το ιερό λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα, ο οποίος γαλήνιος και σεμνός, τείνει πάντοτε «ευήκοον ους», όχι μόνο προς τους Κερκυραίους αλλά και προς τους χιλιάδες ξένους επισκέπτες, οι οποίοι ευλαβικά ζητούν καταφύγιο στη χάρη του.

STUYDIO B&G // ΜΠΟΥΓΙΩΤΗΣ ΡΑΣΣΙΑΣ
 http://eisagios.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το έργο των πατέρων και το έργο των φιλοσόφων (Στυλιανός Παπαδόπουλος)

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Αυγούστου, 2013

ΠΑΤΡΟΛΟΓΙΑ ΤΟΜΟΣ Α’ ΑΘΗΝΑ 1977  σ.σ. 58-61 
Συχνά οι ερευνητές και αποτιμητές της πνευματικής προσφοράς των φιλοσόφων και των Πατέρων δημιουργούν παρεξηγήσεις που οδηγούν σε απαράδεκτη υποτίμηση των Πατέρων και του έργου τους. Το συνηθέστερο πρίσμα, κάτω από το οποίο θεωρείται συγκριτικά το πρόβλημα, είναι το εξής:
Οι Πατέρες, υποχρεωμένοι να είναι παραδοσιακοί, γίνονται φορείς και μόνον ερμηνευτές της αληθείας, την οποία μάλιστα δεν απέκτησαν με ζήτηση επίπονη, αλλά έλαβαν από την Εκκλησία ή την αποκάλυψη του Θεού. Με τους φιλοσόφους συμβαίνει το αντίθετο. Οι φιλόσοφοι αναζητούν με άπειρη αγωνία την αλήθεια, που οι Πατέρες έχουν έτοιμη. Στο έργο λοιπόν του φιλοσόφου έχομε την πρωτοτυπία, η οποία λείπει από το έργο του Πατρός. Και η τελική αξιολόγηση του Πατρός και του φιλοσόφου εξαρτάται από την πρωτοτυπία. Όλα όμως αυτά δεν είναι παρά μία σχολαστική θεώρηση του θέματος, που προδίδει άγνοια και ανεπίτρεπτη αφέλεια εκείνου που την επιχειρεί και την αποδέχεται. Οι Πατέρες οπωσδήποτε είναι φορείς κι εκφραστές της αληθείας, που φέρεται διατυπωμένη στη Γραφή και την Παράδοση. Αλλά τούτο σε καμμία περίπτωση δε σημαίνει κάτι το εύκολο κι έτοιμο. 
Κατ’ αρχήν η προσέγγιση και η θεολογία της αληθείας σε βαθμό αξιόλογο προϋποθέτει την αναβίωση από το πρόσωπο της αληθείας, η οποία και για τον απλό πιστό είναι έπαθλο υπαρξιακού αγώνα. Η αποκάλυψη του Θεού, παρέχεται μόνο στον άνθρωπο που κατ’ εξοχήν μοχθεί για την αλήθεια. Έπειτα το έργο των Πατέρων ευρίσκεται πέρα από την αναβίωση της αληθείας. Έργο τους είναι: α) η έκφραση της αληθείας της Παραδόσεως στη γλώσσα της εποχής και μέσω της ιδιομορφίας των ανθρώπων. Η δυσκολία έγκειται στο ότι η προς έκφραση αλήθεια δεν είναι στατική πραγματικότης. Και άρα η διαδικασία της θεολογίας αποβαίνει έργο καθαρά δημιουργικό. Η θεολογία μιας εποχής εκφράζει την προσπάθεια του θεολόγου να νικήση το πνευματικό περιβάλλον και να πείση γι’ αυτό τον οποιοδήποτε πιστό της Εκκλησίας, να πείση περί του ότι το κήρυγμα και η θεολογία αγκάλιασαν τον άνθρωπο με τα προβλήματά του και τον ελευθέρωσαν από τις ποικίλες απατηλές αγκάλες που άλλοτε τον περιέσφιγγαν. Πρόκειται για τη δημιουργία ενός ολόκληρου κόσμου, σχεδόν νέου κάθε φορά, αφού ο θεολόγος καλείται να υψώση το κατασκεύασμά του, να πραγματοποιήση τη νίκη του, σε κόσμους κάθε φορά διάφορους, σ’ εποχές άλλες, σε πνευματικό χώρο που συνεχώς μεταβάλλεται. Έργο ακόμη των Πατέρων είναι β) να εισέλθουν βαθύτερα κι ευρύτερα στην ήδη γνωστή αλήθεια, τούτο αποτελεί τη δυσχερέστερη διαδικασία στο χώρο της θεολογίας. Βάσει -αυτής όμως έχομε τις εκάστοτε διευρύνσεις της διδασκαλίας της Εκκλησίας, δηλ. τις λύσεις στα εκάστοτε κρίσιμα προβλήματά της. Αλλά και χάρη στη διαδικασία αυτή γίνονται μερικοί θεολόγοι Πατέρες και Διδάσκαλοι, γίνονται πρόσκοποι στην Ιστορία γενικά του πνεύματος και του πολιτισμού.
  ΟΙ Πατέρες αγωνιούν, κοπιάζουν, αναλίσκονται κυριολεκτικά για να πραγματώσουν την προσφορά τους, που είναι κάτι το νέο από πολλές πλευρές και χωρεί πέρα του σημείου στο οποίο είχαν σταθή οι προγενέστεροί τους θεολόγοι. Αναζητούν και είναι πρωτότυποι όπως και οι φιλόσοφοι. Διαφέρουν όμως ριζικά οι μεν από τους δε στο είδος και την ποιότητα της μεθόδου και της προσφοράς. Οι φιλόσοφοι παρουσιάζουν αλήθεια του μέτρου της διεργασίας των λογικών δεδομένων, της ενοράσεως, της φαντασίας και της μελέτης της φύσεως. Οι Πατέρες δημιουργούν τη θεολογία της εποχής με την αναβίωση της αλήθειας της Παραδόσεως και εκφράζουν σε θεολογικά σχήματα την ευρύτερη εμπειρία της θείας αλήθειας, δηλ. της μόνης πραγματικότητος.
Από έποψη μεθόδου το σπουδαιότερο σημείο που διαφοροποιεί θεμελιακά το έργο των Πατέρων και των φιλοσόφων μπορεί να συνοψισθή στα εξής: Ο φιλόσοφος θεωρητικά τουλάχιστον διανοείται και στοχάζεται ανεξάρτητα προς τη σκέψη των προγενεστέρων του, δηλαδή δε δεσμεύεται βασικά από την απάντηση που άλλοι φιλόσοφοι έδωσαν στο πρόβλημα που και αυτός ερευνά. Φιλοδοξεί να δώση προσωπική λύση στο αίνιγμα του κόσμου και να πείση για την ορθότητα ή την ευλογοφάνεια της αυτόνομης σκέψεώς του. Έτσι με την παρουσία κάθε μεγάλου φιλοσόφου έχομε και νέα ερμηνεία ή κατάλυση του μυστηρίου κόσμος, με τη δημιουργία ενός συστήματος φιλοσοφικού, στα όρια του οποίου οφείλει να κινείται ο άνθρωπος. Νέο φιλοσοφικό σύστημα σημαίνει νέα γνωσιολογική μέθοδο και άρα νέα οριοθέτηση. ΤΟ αντίθετο συμβαίνει με τους Πατέρες. Ο Πατήρ δεν εργάζεται ερήμην του πνευματικού πλούτου της Εκκλησίας. Υποχρεωτικά είναι δυναμικός φορέας κι ερμηνευτής των στοιχείων που οι προγενέστεροί του Πατέρες προσέφεραν στο χώρο της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Και το νέο του βήμα, η προσωπική του προσφορά, συνιστά: το άνοιγμα ενός ακόμη παράθυρου για την αλήθεια στα ήδη υπάρχοντα τη διεύρυνση του πνευματικού ορίζοντα· το περαιτέρω άνοιγμα των πτερών για νέες πνευματικές εμπειρίες την υπόδειξη ότι, εκκινώντας από το σταθερό έδαφος της Παραδόσεως, δεν υπάρχουν όρια και φραγμοί στη θεία εμπειρία και γνώση έξω από την ανθρώπινη αδυναμία. Ο φιλόσοφος κατασκευάζει νέα οικοδομή, χρησιμοποιώντας αν θέλη και υλικά αχρηστεμένης από τον ίδιο παλαιάς οικοδομής. Ο Πατήρ συνεχίζει την ανέγερση ανύψωση της οικοδομής που ήδη υπάρχει. Ο πρώτος, με την αυτόνομη σκέψη του, αμφισβητεί και καταλύει το παρελθόν · ο δεύτερος, με τη θεόνομη σκέψη του, καταφάσκει και συνεχίζει το παρελθόν, που έτσι γίνεται πάντοτε παρόν.

(Πηγή: egolpion.com) http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=2790

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΙΣ ΦΟΡΗΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Αυγούστου, 2013

Τον Νοέμβριο του 2005 η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών οργάνωσε το Β΄Διεθνές Συμπόσιο με θέμα «Άγιον Όρος. Πνευματικότητα και Ορθοδοξία – Τέχνη».
Στα δημοσιευθέντα Πρακτικά του Συμποσίου υπάρχει η ενδιαφέρουσα ανακοίνωση, της Αναπλ. Καθηγήτριας του Τμήματος Θεολογίας του Α.Π.Θ., κας Μαρίας Ι . Καζαμία – Τσέρνου, «Η Παναγία στις φορητές  Εικόνες του Αγίου Όρους: Εικονογραφική Σημειολογία» (σελ. 70 έως 113).
Οι φωτογραφίες των φορητών Θεομητορικών Εικόνων που ακολουθούν, είναι δημοσιευμένες στα Πρακτικά του Συμποσίου:

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Αυγούστου, 2013

Ο Γεώργιος Χατζηκώνστας γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1753 και ήταν παντρεμένος με την Αικατερίνη Μελαχρινού με την οποία απέκτησε 8 παιδιά.

Τα πρώτα μαθητικά του χρόνια σπούδασε στα Γιάννενα, κοντά στους περίφημους δασκάλους της εποχής Μπαλάνους και στη συνέχεια φεύγει για την Κωνσταντινούπολη.

Εκεί δραστηριοποιείται με το εμπόριο πολύτιμων ειδών, για να μετακομίσει το 1815 στη συνέχεια και να εγκατασταθεί τελικά στην Μόσχα μετά τον θάνατο του αδελφού του. Στην Μόσχα καταλυτική είναι η γνωριμία του με τους ήδη γνωστούς και οικονομικά εύπορους Ηπειρώτες αδερφούς Ριζάρη και Ζωσιμάδες.

Οι αγνές ευαισθησίες του και το πατριωτικό του συναίσθημα δεν αργούν να εκδηλωθούν.

Η αγάπη για την ιδιαίτερη πατρίδα του, τα Ιωάννινα, είναι τέτοια, που μετά το 1840 αναλαμβάνει την αποπεράτωση των Ιερών Ναών του Αγίου Νικολάου Αγοράς και του Αγίου Αθανασίου.

Ανεγείρει επίσης προς ανακούφιση των πασχόντων Νοσοκομεία στα Ιωάννινα και στο Μεσολόγγι, τα οποία φέρουν το όνομά του.
Βοηθά επίσης οικονομικά κάθε έκδοση βιβλίου, που έχει σχέση με τον Διαφωτισμό και ενισχύει οικονομικά σχολεία, αλλά και απλούς φτωχούς πολίτες.
Η ευεργετική του δράση απλώνεται και στην πόλη των Αθηνών, όπου ανεγείρει το ορφανοτροφείο αρρένων, ορίζοντας ισόβιο Πρόεδρό του τον επίσης γνωστό Ηπειρώτη Τραπεζίτη και Ιδρυτή της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος Γεώργιο Σταύρου.

Πέθανε το 1845.

http://www.romnios.gr

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ: ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΟΜΠΟΛΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Αυγούστου, 2013

Ο Ιωάννης Δομπόλης γεννήθηκε το 1769 στην Πετρούπολη.

Ηπειρώτης στην καταγωγή από το χωριό Κρετσούνιτσα της επαρχίας Κουρέντων και γιος του Τριαντάφυλλου Δομπόλη, ο Ιωάννης έμαθε τα πρώτα του ελληνικά γράμματα στη γεννέτηρά του, την Πετρούπολη.
Παράλληλα μαθαίνει γαλλικά και ρωσικά.

Επαγγελματικά ασχολείται με το εμπόριο και με διάφορες τραπεζικές επιχειρήσεις , μεγαλώνοντας έτσι την ήδη μεγάλη περιουσία του πατέρα του.

Δημιουργεί σχέσεις με επιφανείς ομογενείς καθώς και με μέλη της Αυτοκρατορικής Αυλής της Ρωσίας.

Σημαντική υπήρξε η γνωριμία του το 1809 με τον Ιωάννη Καποδίστρια ,τον μετέπειτα Υπουργό των Εξωτερικών της Αυτοκρατορικής Ρωσίας και αργότερα πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδος.

Το 1811 ανέλαβε την οικονομική διαχείριση της περιουσίας του , ενώ από το 1815 και μέχρι το 1820 του ανατέθηκε η ευθύνη του ταμείου της Φιλομούσου Εταιρείας της Ρωσίας. 

Το 1828, με την εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως Κυβερνήτη του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, έρχεται στην Ελλάδα και εγκαθίσταται στην Αίγινα, αναλαμβάνοντας γενικός ταμίας των Οικονομικών της Ελλάδος, θέση που διατηρεί ως τον Νοέμβριο 1829.

Το 1830 επιστρέφει στην Πετρούπολη λόγω προβλημάτων υγείας , όπου ζει μέχρι το θάνατό του το 1850, τιμώμενος μάλιστα με τίτλο ευγενείας.

Κατά την θητεία του ως «πρόβουλος Οικονομίας» (Υπουργός Οικονομικών) συμβάλλει τα μέγιστα στην ίδρυση Εθνικής Χρηματικής Τράπεζας στο Ναύπλιο, πρωτεύουσας του τότε Ελληνικού Κράτους, καταθέτοντας δικά του χρήματα για τα πρώτα κεφάλαια της νεοσύστατης Τράπεζας.
Χαρακτηριστικό στοιχείο της φιλοπατρίας που διέκρινε τον Ιωάννη Δομπόλη είναι και το γεγονός ότι εργάσθηκε αμισθί, διαθέτοντας τα χρηματικά ποσά που απέρρεαν από τις διάφορες θέσεις που κατείχε για τις ανάγκες του Έθνους.

Από τις σημαντικότερες προσφορές του στο Έθνος υπήρξε αυτή της διάθεσης του συντριπτικά μεγαλύτερου μέρους της περιουσίας του για την ανέγερση και συντήρηση στην πρωτεύουσα του Ελληνικού Κράτους νέου Ιδρύματος Ανώτατης Εκπαίδευσης, το οποίο θα ονομαζόταν προς τιμή του πρώτου Κυβερνήτη της Χώρας μας Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο.

Ελπίδα μάλιστα του ευεργέτη ήταν το νέο Πανεπιστήμιο να ανεγερθεί στην Κωνσταντινούπολη, η οποία ήλπιζε κατά την εκτέλεση της διαθήκης του ότι θα ήταν η πρωτεύουσα του Ελληνικού Κράτους.
Επειδή κάτι τέτοιο δεν έγινε και στην Αθήνα υπήρχε ήδη το Εθνικό Πανεπιστήμιο, το έτος 1911 το Πανεπιστήμιο της Αθήνας, για να κληρονομήσει την τεράστια περιουσία του Ιωάννη Δομπόλη, διχοτομείται σε δύο «τύποις» ανεξάρτητες νομικά οντότητες, το Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον, στο οποίο υπάγονταν οι θεωρητικές σχολές και στο Εθνικόν Πανεπιστήμιον, στο οποίο υπάγονταν οι θετικές σχολές.
Ακολούθως το 1932 τα δύο νομικά πρόσωπα συγχωνεύθηκαν ξανά και το ίδρυμα μετονομάστηκε σε «Αθήνησι Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον», ονομασία που διατηρεί σχεδόν αναλλοίωτη μέχρι και σήμερα, ανακηρύσσοντας παράλληλα και τον Ιωάννη Δομπόλη σε Μέγα Ευεργέτη του.

http://www.romnios.gr

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ: ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Αυγούστου, 2013

Ανιψιός των αδελφών Τοσίτσα, ο Νικόλαος Στουρνάρας γεννήθηκε το 1806 στο Μέτσοβο.

Ταξιδεύει αρχικά στο Λιβόρνο της Ιταλίας και στη συνέχεια με παρότρυνση των εύπορων θείων του σπουδάζει στο Παρίσι ανώτερες εμποροβιομηχανικές σπουδές. Μετά τις σπουδές του εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και εργάζεται στον εμπορικό οίκο, που διατηρούν οι θείοι του Τοσίτσας Μιχαήλ, Νικόλαος, Κωνσταντίνος και Θεόδωρος.
Οξύς νους, εμπορικό πνεύμα και εργατικότητα χαρακτηρίζουν τον Νικ. Στουρνάρα, ο οποίος γρήγορα διακρίνεται για τις ικανότητές του και τον δυναμισμό του, στοιχεία που του αποφέρουν οικονομική ευμάρεια.

Με έντονο το πατριωτικό αίσθημα και γαλουχημένος με την ιδέα της προσφοράς προς τον πλησίον, αλλά και την αναγκαιότητα των Επιστημών και της Παιδείας ως μοχλών ανάπτυξης του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, αφήνει με την διαθήκη του ολόκληρη την περιουσία του για να κτισθεί στην Αθήνα «λαμπρόν Πολυτεχνείο, όπου θα διδάσκονται οι βάναυσοι και ωραίαι τέχναι». 

Είναι ο πρώτος από τους Μετσοβίτες ευεργέτης του Πολυτεχνείου, προς τιμή των οποίων (οι άλλοι ήσαν οι Μιχαήλ και Ελένη Τοσίτσα και Γεώργιος Αβέρωφ) το σπουδαίο τούτο πνευματικό Ίδρυμα ονομάστηκε «Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο».

Σημαντικές υπήρξαν επίσης και οι δωρεές που άφησε για την ανέγερση και χρηματοδότηση σχολείων και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων τόσο στην ιδιαίτερη πατρίδα του το Μέτσοβο, όσο και στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
Πεθαίνει νέος σε ηλικία 47 ετών, βυθίζοντας σε βαρύ πένθος τους οικείους του και τον Ελληνισμό γενικότερα .

http://www.romnios.gr

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ: ΜΙΧΑΗΛ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΤΟΣΙΤΣΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Αυγούστου, 2013

Μετσοβίτης στην καταγωγή ο Μιχαήλ Τοσίτσας γεννήθηκε στις 3 -1 -1787. Τα πρώτα βασικά γράμματα τα έμαθε στο Μέτσοβο και σε ηλικία 10 χρονών συνεχίζει τις σπουδές του στην Θεσσαλονίκη, όπου μαθαίνει παράλληλα την τέχνη της γουναρικής στην βιοτεχνία γουναρικών, που διατηρεί εκεί ο πατέρας του Αναστάσιος.

Ακολούθως, σε ηλικία μόλις 20 ετών, μαζί με τα άλλα του αδέρφια Νικόλαο, Κωνσταντίνο και Θεόδωρο αναλαμβάνουν την επιχείρηση του πατέρα τους και επεκτείνονται εμπορικά προς την Αίγυπτο, την Ρωσία και την Ιταλία. Ο ίδιος εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου η οικονομική του ευμάρεια φθάνει στο αποκορύφωμά της.

Αποκτά τεράστιες καλλιεργήσιμες εκτάσεις από βαμβάκι και τίθεται γενικός επίτροπος και διαχειριστής της γης του Τούρκου ηγεμόνα Μεχμέτ Αλή, του οποίου κερδίζει την συμπάθεια και εύνοιά του. Στις επιχειρήσεις του μετέχει πλέον και ο αγαπημένος του ανιψιός Νικ. Στουρνάρας
Υπήρξε ο πρώτος πρόξενος του Νεοελληνικού Κράτους στην Αλεξάνδρεια.
Οι δωρεές του Μιχ. Τοσίτσα αρχίζουν να διαδέχονται η μία την άλλη. 
Στην Αλεξάνδρεια όπου ζει, προσφέρει οικόπεδο και ανεγείρει τον μεγαλοπρεπή Ναό του Ευαγγελισμού. Δημιουργεί Παρθεναγωγείο, Ελληνικό και Αλληλοδιδακτικό Σχολείο, διαθέτει χρήματα για τις ανάγκες σε νεκροταφείο της εκεί ομογένειας, ιδρύει την Τοσιτσιαία Δημοτική Σχολή Αλεξανδρείας στο κτίριο της οποίας στεγάζεται σήμερα τα ομώνυμο Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο και ανακαινίζει το Νοσοκομείο, που είχε οικοδομηθεί προηγουμένως με δωρεά του αδελφού του Θεοδώρου.
Κατά την διάρκεια της Επανάστασης και με την βοήθεια της γυναίκας του ενισχύει τον απελευθερωτικό αγώνα με διάφορους τρόπους . Διαθέτει χρήματα για την εξαγορά Ελλήνων σκλάβων αιχμαλώτων της Πελοποννήσου, μετά την επιδρομή του Ιμπραήμ. Αρκετούς από αυτούς τους στέλνει για σπουδές σε ευρωπαϊκές χώρες, φροντίζοντας παράλληλα για την μετέπειτα αποκατάστασή τους.

Αφιερώνει σημαντικά χρήματα για αγαθοεργούς και πολιτισμικούς σκοπούς στο Μέτσοβο, ενώ όσον αφορά την μητέρα Ελλάδα δαπανά τεράστια ποσά σε έργα εξωραϊσμού οδών και πλατειών των Αθηνών και χρηματοδοτεί εξίσου πλουσιοπάροχα το φτωχοκομείο Αθηνών, το Αρσάκειο Οικοτροφείο, το Οφθαλμιατρείο, διάφορα Νοσοκομεία, το Ελληνικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης κι άλλα.

Από τις πιο σημαντικές ευεργεσίες του αποτελεί η διάθεση του ποσού των εκατό χιλιάδων (100.000) γαλλικών φράγκων από την περιουσία του για το Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, επηρεαζόμενος και από τον απροσδόκητο θάνατο του αγαπημένου του ανιψιού Νικ. Στουρνάρα, ο οποίος είχε αφήσει την περιουσία του στο ίδιο Ίδρυμα.

Αξιοσημείωτη και αξιομνημόνευτη ήταν επίσης η δράση και η προσφορά της συζύγου του Ελένης Τοσίτσα, η οποία με την σειρά της αφιέρωσε αρκετά χρηματικά ποσά στο Αμαλίειο Ορφανοτροφείο, στην Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία για την ανέγερση Αλληλοδιδακτικού Σχολείου και στον καταρτισμό Πανεπιστημιακής Εθνοφυλακής. Μερίμνησε και διέθεσε επίσης οικόπεδα για την ανέγερση κτιρίων του Πολυτεχνείου και του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

http://www.romnios.gr

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ: ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΑΓΚΑΣ (Η ΠΑΓΚΑΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Αυγούστου, 2013

Ο Ιωάννης Μπάγκας ( ή Πάγκας ) γεννήθηκε το 1814 στην Κορυτσά της Βορείου Ηπείρου. Έμπορος στο επάγγελμα, ο Ιωάννης Μπάγκας κατέχει ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στον κατάλογο των Ηπειρωτών για τον λόγο ότι αφήνει όλη του την περιουσία «δια έργα εθνωφελή ή φιλάνθρωπα» καθώς βρίσκεται ο ίδιος εν ζωή, κρατώντας ένα μικρό ποσό για τον εαυτό του ίσα – ίσα για να μπορεί να συντηρείται. Σε νεαρή ηλικία εγκαταλείπει την πατρίδα του και κατοικεί στην αρχή στη Θήβα και στη συνέχεια στην Χαλκίδα, όχι όμως για μακρύ χρονικό διάστημα.

Ακολουθούν ως νέοι τόποι εγκατάστασης η Αίγυπτος, η Ρουμανία και τέλος η Αθήνα.

Οξύς νους και εργατικός χαρακτήρας, ο Ιωάννης Μπάγκας αποκτά μεγάλη περιουσία, την οποία αρχίζει να διαθέτει αρχικά στην ιδιαίτερη πατρίδα του.

Έτσι το 1887-88 προσφέρει σημαντική χορηγία για την ομαλή λειτουργία της Ελληνικής Σχολής στην Κορυτσά, για τον εμπλουτισμό της βιβλιοθήκης της και την πληρωμή των διδακτηρίων. 

Οικοδομεί επίσης ένα κτιριακό μέγαρο στο κέντρο της Αθήνας στην πλατεία Ομονοίας, που στα χρόνια που ακολουθούν γίνεται ξενοδοχείο, το γνωστό «Μέγας Αλέξανδρος».

Στις 16 Αυγούστου 1889 δωρίζει επίσημα με συμβολαιογραφική πράξη ολόκληρη την περιουσία του στο  ελληνικό κράτος, κρατώντας μόνο 1.000 δραχμές τον μήνα για την συντήρησή του.

Δωρίζει ακόμη στο Ελληνικό Δημόσιο την οικία του στην Αθήνα , έργο του γνωστού αρχιτέκτονα της εποχής Τσίλλλερ, καθώς και ένα κτιριακό μέγαρο, που φέρει την ονομασία «Μπάγκειον».

Πέθανε σε ηλικία 81 ετών στην Αθήνα.

http://www.romnios.gr

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Αυγούστου, 2013

Γιος του Ιωάννη Σταύρου, προεστού της πόλης των Ιωαννίνων, ο Γεώργιος Σταύρου γεννήθηκε στην ομώνυμη πόλη το 1787, όπου και σπούδασε στα πρώτα χρόνια της μαθητικής ζωής του.

Δάσκαλοί του οι περίφημοι λόγιοι της εποχής του Μπαλαναίοι και Ψαλίδας.
Ακολούθως έφυγε για την Βιέννη, όπου συνέχισε τις σπουδές του στην Περίφημη τότε Εμπορική Σχολή της Βιέννης.

Το 1811 αναλαμβάνει την διεύθυνση του Εμπορικού γραφείου, που διατηρούσε ο πατέρας του και ανέρχεται γρήγορα σε ιδιαίτερη οικονομική μορφή του Ελληνισμού στο Εξωτερικό.

Η εταιρεία του αποτυπώνει στο καθολικό λογιστικό της βιβλίο, το εμπόριο των  συναλλαγματικών σε συνάρτηση με το εμπόριο βαμβακιού στο βαλκανικό χώρο, με συνακόλουθη ενέργεια την αντίστροφη ροή των συναλλαγματικών και των νομισμάτων. Επιτυγχάνει έτσι τον υπολογισμό της αξίας των συναλλαγμάτων στην τιμή του βαμβακιού στις ευρωπαϊκές χώρες. 

Υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ σε ηλικία μόλις 27 ετών γίνεται μέλος της «Φιλόμουσου Εταιρείας» Βιέννης.

Επιστρέφει στην επαναστατημένη Ελλάδα το 1824 και εργάζεται ως γραμματέας του Γ. Κουντουριώτη.

  Κατόπιν, μετά την έλευση στην Ελλάδα του πρώτου Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, γίνεται μέλος πολλών επιτροπών με εξέχουσες αυτές του Ελεγκτή του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Οικονομίας καθώς και της Εθνικής Χρηματιστικής Τράπεζας.

Το 1841 ιδρύει την Εθνική Τράπεζα, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό για την οικονομική υπόσταση του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους.

Τελεί ο πρώτος της διευθυντής, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην στήριξη και ομαλή λειτουργία του πρώτου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος του Κράτους.

Ταυτόχρονα μεριμνά για την ανέγερση οικοτροφείου Αρρένων στα Ιωάννινα και ενισχύει με σημαντικά ποσά μοναστήρια, εκκλησίες και βοηθά τους φτωχούς και τους ηλικιωμένους, χρηματοδοτώντας Νοσοκομεία και γηροκομεία.

Πέθανε το 1869.

http://www.romnios.gr

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή Ζ΄Ματθαίου – «εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια» (Ματθ. 9, 34).

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Αυγούστου, 2013

       
        Μονίμως αμφισβητούνταν και αμφισβητείται ο Χριστός. Η ελευθερία, με την οποία προίκισε τον κόσμο, τόσο τον ουράνιο, όσο και τον επίγειο, δεν θα μπορούσε να έχει άλλο αποτέλεσμα, από τη στιγμή που το κτίσμα θέλει να εξυψωθεί ως τον Κτίστη και να Του δείξει ότι είναι ανώτερο από Αυτόν. Προαιώνια η αποστασία του διαβόλου και των δαιμόνων, η οποία έλαβε διάρκεια, παγιώθηκε και είναι μη αναστρέψιμη, γιατί είναι ο μοναδικός λόγος ύπαρξης αυτών των πνευμάτων. Οι άγγελοι υπάρχουν για να λατρεύουν το Θεό και να χαίρονται με την κοινωνία μαζί Του και τον κόσμο που Εκείνος δημιούργησε. Ο διάβολος και οι δαίμονες μισούν το Θεό και βάζουν τον εαυτό τους συνεχώς στη θέση Του, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να υπάρξουν διαφορετικά. Πυρ έχει ετοιμασθεί γι’ αυτούς, μετά τη Δευτέρα Παρουσία, το οποίο όμως το βιώνουν ήδη οντολογικά, από τη στιγμή που η αγάπη που έλαβαν από το Θεό μετεστράφη σε μίσος και κακία.
                Αλλά και οι άνθρωποι, αβούλητοι του συνιέναι, επιλέγουν τη δαιμονική οδό της άρνησης της αγάπης του Θεού. Δεν τους ενδιαφέρει ότι ο Θεός τους αγαπά. Δεν τους ενδιαφέρει η ευλογία να Τον αγαπούνε. Μόνη επιλογή το γκρέμισμα της παρουσίας Του. Γι’  αυτό, ευκαίρως – ακαίρως, τολμούν και αμφισβητούν ό,τι ο Θεός δίνει στον κόσμο , αλλά και σ’  εκείνους. Τη ζωή, αλλά και την δυνατότητα της χαράς και της πληρότητας. Την υπέρβαση του πόνου, της αρρώστιας και του θανάτου. Ενίοτε, αρνούνται και τα θαυμάσια του Θεού. Γεγονότα που υπερβαίνουν τις φυσικές μας δυνατότητες και που είναι ολοφάνερο ότι δεν ερμηνεύονται με τις πεπερασμένες δυνατότητες του λογικού μας.
                Αν περιμένουμε την αμφισβήτηση από εκείνους που δεν θέλουν να πιστεύουν στο Θεό, ιδιαίτερη εντύπωση μας κάνει όταν αυτή προέρχεται από τους ανθρώπους που θρησκεύουν, που έχουν δυνατότητες να αναγνωρίσουν το Θεό και που η ζωή τους δείχνει μία ιδιαίτερη επιμέλεια στην τήρηση των τυπικών, των εξωτερικών στοιχείων της πνευματικής ζωής. Και μπορεί τα ολοφάνερα να τα αποδέχονται, όμως υπάρχει μία σειρά στοιχείων, τα οποία σε διάφορες στιγμές της ζωής, κάνουν τους ανθρώπους που υποστηρίζουν ότι πιστεύουν να βιώνουν αμφισβήτηση έναντι του Θεού.
                Αμφισβητείται η αγάπη του Θεού και η πρόνοιά Του για τα πρόσωπά μας. Νομίζουμε ότι ο Θεός είναι υποχρεωμένος να εκπληρώνει τα θελήματά μας ως ανταπόδοση για τη θρησκευτικότητά μας. Να κάνει τους άλλους να σκέφτονται όπως θέλουμε εμείς. Να μας προφυλάσσει από τα προβλήματα που οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν. Και να δίδει μαγικές λύσεις στις δυσκολίες μας, για να μας αποδείξει ότι υπάρχει και ότι είναι παρών στη ζωή μας. Κι αν ο Θεός δεν παρεμβαίνει με τον τρόπο που εμείς επιζητούμε, επέρχεται η θλίψη, η απογοήτευση και η απόρριψή Του.  Όμως ο Θεός δρα με κριτήριο την σωτηρία μας. Το αληθινό όφελος της ύπαρξής μας, που δεν μπορεί να περιοριστεί στην εκπλήρωση των μικροθελημάτων μας για να μας έχει ευχαριστημένους. Από την άλλη, μας βολεύει να μην αναλαμβάνουμε τις ευθύνες για τη δική μας ζωή και να της αποδίδουμε στο Θεό. Έτσι, για το κακό και την αποτυχία δεν φταίμε ποτέ εμείς, αλλά και δεν χρειάζεται να αναλάβουμε το κόστος των επιλογών μας και να ξεκινήσουμε να τις διορθώσουμε, όσο είναι εφικτό, με τη φώτιση του Θεού και το πνεύμα της μετανοίας.
                   Αμφισβητείται η αιωνιότητα και η ανάσταση που ο Θεός μας παρέχει. Μπροστά στο θάνατο μας καταλαμβάνει η απελπισία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορούμε στην ψυχή μας  να κάνουμε το επόμενο βήμα που έγκειται στην πίστη ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος για να μας οδηγήσει στην αιώνια κοινωνία κοντά Του, με την υπέρβαση της αμαρτίας και του θανάτου. Ο υλιστικός τρόπος ζωής και ο πολιτισμός της τεχνολογίας και της ψευδαίσθησης ότι μπορούμε να αναστείλουμε τη φθορά και να παρατείνουμε της ζωή μας από μόνοι μας, σκληραίνει την καρδιά μας, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να αντέξουμε το γεγονός του θανάτου ούτε να το δούμε ως Πάσχα, ως πέρασμα στην αιώνια κοινωνία με το Θεό. Γι’  αυτό την καρδιά μας την κατατιτρώσκουν τα βέλη των θλίψεων και το βίωμα των Αγίων που διασώζεται στην Εκκλησία φαντάζει πολύ μακριά από τη δική μας πραγματικότητα.
                 Αμφισβητείται ενίοτε και ο τρόπος που ο Θεός επέλεξε για να μας καθιστά γνωστό τόσο το θέλημά Του όσο και τη ζωή που μας προτείνει, δηλαδή η Εκκλησία. Σκάνδαλο για την ύπαρξή μας τα πρόσωπα. Άλλοτε τα θεοποιούμε, με αποτέλεσμα να ταυτιζόμαστε μαζί τους και να απογοητευόμαστε όταν δεν μας φέρονται όπως θα θέλαμε και άλλοτε είμαστε ευεπίφοροι στις κριτικές εις βάρος τους και εις βάρος της θεσμικής τους υπόστασης και λειτουργίας. Μας ενδιαφέρει το υλικό κομμάτι της σχέσης μαζί τους ή το ηθικό. Ψάχνουμε να βρούμε ψεγάδια, για να αναπαύσουμε το λογισμό μας για τις δικές μας ατέλειες ή  για να αυτοδικαιωθούμε. Έτσι, η Εκκλησία από τρόπος και χώρος κοινωνίας με το Θεό και τον συνάνθρωπο, γίνεται σημείον αντιλεγόμενον.
                  Το χειρότερο ενίοτε έχει να κάνει με το φθόνο που καλλιεργείται μέσα στην ύπαρξή μας για το ότι ο Θεός προσφέρει σε άλλους αυτά που δεν φαίνεται ή δεν θέλουμε να προσφέρει σε μας.  Εκεί, την απογοήτευσή μας συνοδεύει η οργή, φανερή ή κεκαλυμμένη εναντίον Του.  Και η οργή γίνεται συκοφαντία, διαστροφή του μηνύματος του Ευαγγελίου, άρνηση της δυνατότητάς μας να κοινωνήσουμε μαζί Του και, κυρίως, υπερτονισμός του δικού μας τρόπου σκέψης, του «εγώ»  μας. Γινόμαστε το αυτοκριτήριο της αυθεντικότητας. Γινόμαστε διορθωτές του ίδιου του Θεού και του Ευαγγελίου Του. Και, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, βλασφημούμε τελικά το όνομά Του.
                     Όταν ο Χριστός θεράπευσε δύο τυφλούς και έναν κωφό δαιμονιζόμενοι, οι Φαρισαίοι, βιώνοντας όλη αυτή την αμφισβήτηση προς το πρόσωπό Του, αρνήθηκαν να δεχτούν ότι είναι ο Υιός του Θεού και έσπευσαν να Τον κατηγορήσουν ότι «εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια» (Ματθ. 9, 34).  Συνταυτίστηκαν οι ίδιοι με τον άρχοντα των δαιμονίων και κατέστησαν το «εγώ»  τους κριτήριο ερμηνείας του κόσμου και του Θεού. Και επειδή Εκείνος δεν χωρούσε σ’  αυτό, Τον απέρριψαν. Μήπως τελικά ο κόσμος μας, ιδίως σήμερα, μοιάζει απελπιστικά σ’  αυτόν τον τρόπο θεώρησης;

Κέρκυρα, 11 Αυγούστου 2013

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Διδαχές του Αββά Ζωσιμά

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου, 2013

Έλεγε  ο μακάριος:

1. Ρωτήθηκα πώς πρέπει να συγκρατεί κανείς το θυ­μό του. Και αποκρίθηκα, πως η αρχή της συγκρα­τήσεως του θυμού είναι να μη μιλάει κανείς όταν τα­ράζεται. Γι’ αυτό ο αββάς Μωϋσής δεν αντιμίλησε όταν τον πρόσβαλαν με τα λόγια “Τί θέλει κι έρχε­ται και τούτος ο αράπης ανάμεσα μας;”, αλλά είπε: “Αν και ταράχθηκα, όμως δεν μίλησα”. Στη δεύτε­ρη όμως προσβολή όχι μόνο δεν ταράχθηκε, μα τα έ­βαλε και με τον εαυτό του, λέγοντας: “Καρβουνόπετσε, μαύρε, καλά σου κάνανε! Αφού δεν είσαι άνθρω­πος, τί έρχεσαι κι ανακατεύεσαι με τους ανθρώπους;”.

san-marco12

2. Αλλά εμείς, επειδή πνευματικά είμαστε πολύ χαμηλά και από την πολλή μας αμέλεια δεν μπο­ρούμε να φτάσουμε ούτε στων αρχαρίων τη διαγωγή, νομίζουμε πως οι εντολές είναι βαριές κι ανεφάρμο­στες. Γιατί το να ταράζεται κανείς και να μη μιλάει δεν είναι γνώρισμα των τελείων αλλά των αρχα­ρίων. Ενώ είναι βέβαια μεγάλο πράγμα το να μην ταράζεται κανείς καθόλου, σύμφωνα με τον άγιο προ­φήτη, που είπε «ητιμάσθην και ουκ εταράχθην». Εμείς όμως ούτε καν να βάλουμε αρχή δεν επιζη­τούμε, ούτε προαίρεση τέτοια δείχνουμε, έτσι που να ελκύουμε και τη χάρη του Θεού σε βοήθειά μας. Αλλά κι αν φαίνεται πως δείχνουμε κάποια προαίρεση, είναι τόσο νωθρή και ασήμαντη, που δεν αξίζει να πάρει οποιοδήποτε αγαθό από το Θεό.

3.Όλος ο πνευματικός αγώνας μας είναι σαν τη σπορά και την καρποφορία. Προσφέρει κανείς τον κόπο της προαιρέσεως, και παίρνει τα δώρα της χάριτος. Και όπως ο γεωργός σπέρνει μεν λίγα, κερδί­ζει όμως πολλά, αν ο Θεός ευχαριστηθεί από τον κό­πο του — όπως ακριβώς έχει γραφτεί και για τον Ι­σαάκ, ότι, «έσπειρεν εν τη γη εκείνη και εποίησεν εν τω ενιαυτώ εκείνω εκατοστεύουσαν κριθήν» —, έ­τσι, αν μείνει ευχαριστημένος ο Θεός από την προαί­ρεσή μας, μπορούμε έπειτα ανώδυνα, αβίαστα και άνετα να τα κάνουμε όλα και να κερδίζουμε απ’ όλα. Λόγου χάρη, η προσευχή που γίνεται με βία και υπο­μονή, γεννάει την καθαρή προσευχή που γίνεται με άνεση. Η άσκηση βίας ανήκει στην προαίρεση, ενώ η άνεση ανήκει στη θεία χάρη.

4. Αλλά και σ’ όλες τις τέχνες τα ίδια βλέπου­με. Όταν δηλαδή έρχεται κάποιος να μάθει μια τέ­χνη, στην αρχή κοπιάζει και δυσκολεύεται και πολ­λές φορές αποτυχαίνει. Όμως δεν χάνει το κουράγιο του, αλλά πάλι προσπαθεί. Κι αν πάλι αποτύχει, δεν το βάζει κάτω, φανερώνοντας έτσι στο μάστορα την προαίρεσή του. Αν όμως λιποψυχήσει και κάνει πί­σω, δεν μαθαίνει τίποτα. Αποτυχαίνοντας έτσι πολ­λές φορές και μην υποχωρώντας, αλλ’ επιμένοντας στον κόπο και στη δουλειά, συνηθίζει τελικά, με τη βοήθεια του Θεού, και τα κάνει όλα άκοπα και άνετα. Κι έτσι κατορθώνει να βγάζει το ψωμί του από την τέχνη του.

Το ίδιο συμβαίνει και στα πνευματικά. Αν καταπιαστεί κανείς με την εργασία της αρετής, δεν πρέ­πει να νομίζει πως θα την κατορθώσει αμέσως. Γιατί αυτό είναι αδύνατο. Πρέπει όμως να προσπαθήσει. Κι αν αποτύχει, να μην κάνει πίσω, επειδή δεν μπο­ρεί να κατορθώσει τίποτα, αλλά να ξαναπροσπαθή­σει, όπως αυτός που θέλει να μάθει μια τέχνη. Έτσι, υπομένοντας πολλές αποτυχίες και μην αγανακτών­τας, κινεί τη συγκατάνευση του Θεού στον κόπο της προαιρέσεώς του, που του δίνει το χάρισμα να κάνει τα πάντα αβίαστα.

5. Αυτό είναι που είπε και ο αββάς Μωϋσής: «Η δύναμη αυτών που θέλουν ν’ αποκτήσουν τις αρετές, εδώ φαίνεται: Αν δηλαδή πέσουν, να μη λιποψυχή­σουν, αλλά να προσπαθήσουν πάλι».

5. Έλεγε ακόμα, πως κάθε αρετή απαιτεί και κόπο και χρόνο και τη θέλησή μας, προπαντός όμως χρειάζεται τη συνέργεια του Θεού. Γιατί αν ο Θεός δεν συνεργαστεί με την προαίρεσή μας, ματαιοπονούμε, όπως ακριβώς ματαιοπονεί και ο γεωργός που καλλιέργησε κι έσπειρε το χωράφι του, αν ο Θεός δεν βρέξει στο σπόρο του. Αλλά η συνέργεια του Θεού προϋποθέτει τις προσευχές και τις παρακλήσεις μας. Μ’ αυτές ελκύουμε τη βοήθεια του Θεού, που έρχεται να μας συμπαρασταθεί. Αν όμως αμελήσουμε την προσευχή, πώς αλλιώς να συγκατανεύσει ο Θεός στην εργασία μας, παρά νωθρά και απρόθυμα κι Ε­κείνος; Αν πάλι γρήγορα λιποψυχήσουμε, όπως λέω πάντα, τίποτα δεν αξιωνόμαστε να πάρουμε. Γιατί ο Θεός δίνει σημασία στην προαίρεση, και χαρίζει α­νάλογα μ’ αυτή και τις δωρεές Του.

6. Μήπως, αλήθεια, κι ο αββάς Μωϋσής δεν ήταν πρώτα αρχιληστής; Μήπως δεν έκανε μύρια κακά, ώστε, εξαιτίας της δυστροπίας του, να τον διώξει και ο κύριός του; Επειδή όμως δόθηκε στην άσκηση με γενναιότητα και τόσο θερμή προαίρεση, ξέρουμε όλοι σε ποιά μέτρα αρετής έφτασε, ώστε, σύμφωνα με το συγγραφέα που διηγήθηκε τα σχετικά μ’ αυ­τόν, να συναριθμείται με τους εκλεκτούς δούλους του Θεού. Ενώ εμείς και τη θέρμη, που φαίνεται να έχουμε στην αρχή της αποταγής μας, τη χάνουμε σιγά-σιγά από την αμέλειά μας, καθώς μας απορρο­φούν πράγματα ψυχρά και ασήμαντα και χωρίς αξία, και ανταλλάζουμε μ’ αυτά την αγάπη του Θεού και του πλησίον, και τα σφετεριζόμαστε σα να ‘ναι δικά μας, σα να μην τα πήραμε από το Θεό. «Τι γαρ έ­χεις», λέει, «ο ουκ έλαβες; ει δε και έλαβες, τι καυχάσαι, ως μη λαβών;».

7. Μην είναι τάχα φτωχός ο Κύριος και ανίκανος να μας πλουτίσει με τ’ αγαθά, όπως πλούτισε τους αγίους πατριάρχες, αν έβλεπε πως θα βγαίναμε από­λυτα κερδισμένοι απ’ όσα θα μας έδινε; Επειδή όμως βλέπει ότι, από την επιπολαιότητά μας, ζημιωνόμα­στε στα μικρά και στα λίγα, γι’ αυτό, σαν φιλάνθρωπος, δεν μας εμπιστεύεται πολλά, για να μην καταστραφούμε εντελώς. Γιατί, όπως είπα πριν, αν έβλεπε ότι κερδίζαμε στα λίγα, δεν θα Του ήταν αδύνατο να μας προσφέρει και τα πολλά. Ποιός, αλήθεια, έ­πεισε τους ανθρώπους εκείνους να ρίχνουν τα χρήμα­τα στα πόδια των Αποστόλων; Αλλά, καθώς λέω συχνά-πυκνά, ο Θεός, σαν αγαθός, μας έδωσε τη δυ­νατότητα να κερδίζουμε απ’ όλα. Εμείς όμως, με την υπερβολική προσήλωση στα υλικά, κάνουμε κακή χρήση των θείων δωρεών. Τις εξανεμίζουμε και τις διώχνουμε μακριά μας. Έτσι ζημιωνόμαστε από τ’ αγαθά που μας χαρίζει ο Θεός, εξαιτίας της κακογνωμίας μας.

8. Κανείς δεν μπορεί να βλάψει μια πιστή ψυχή. Αλλά οτιδήποτε κι αν πάθει, υπολογίζεται σαν κέρ­δος της. Ενώ ο άπιστος τιμωρείται από την ίδια του την απιστία, όπως ο εργάτης, που κοπιάζει χωρίς να ελπίζει πώς θα πληρωθεί μετά τον κόπο. Ο πιστός, αντίθετα, βρίσκει πολλή παρηγοριά, επειδή ακριβώς και τότε που κοπιάζει είναι πιστός, κι ελπίζει ν’ α­μειφθεί για την υπομονή του. Ενώ ο άπιστος, αφού δεν πιστεύει πως θα πάρει μισθό από τον Κύριο, τί παρηγοριά να βρει;

Και το παραμικρό λοιπόν να πάθει, κάθεται και σαπίζει στους λογισμούς του, και συλλογίζεται “και μου είπε”, “και έχω να του πω”, μνησικακώντας και βάζοντας με το νου του πράγμα­τα αδύνατα, που συχνά δεν μπορεί να τα πραγματο­ποιήσει. Οι άνθρωποι, βλέπετε, δεν κατορθώνουν όσα σκέφτονται, αλλά μόνο όσα τους επιτρέπει ο Θεός, κι αυτά για τους λόγους που μόνο Εκείνος ξέρει. Πολ­λές φορές, λόγου χάρη, επιχειρεί ένας άνθρωπος να κάνει κακό σ’ άλλον, κι ο σκοπός του ματαιώνεται, επειδή δεν το επιτρέπει ο Θεός. Και το μόνο που δοκι­μάζεται έτσι, είναι οι προαιρέσεις των ανθρώπων.

Πόσοι προσπάθησαν να κακοποιήσουν τους αγίους πατριάρχες, και, επειδή δεν το επέτρεψε ο Θεός, κα­νένας δεν μπόρεσε να τους βλάψει, καθώς είναι γραμ­μένο: «Ουκ αφήκεν άνθρωπον αδικήσαι αυτούς και ήλεγξεν υπέρ αυτών βασιλείς· μη άπτεσθε των χρι­στών μου και εν τοις προφήταις μου μη πονηρεύεσθε» ;

9. Κατά το μέτρο, πάλι, που θα θελήσει να φανε­ρώσει τη μεγάλη Του δύναμη, παρακινεί σε ευσπλα­χνία ακόμα και τις καρδιές των άσπλαχνων ανθρώ­πων, καθώς είναι γραμμένο και στον προφήτη Δανιήλ: «και έδωκεν ο Θεός τον Δανιήλ εις έλεον και εις οικτιρμόν ενώπιον του αρχιευνούχου». Μακάρια είναι η ψυχή που, με το να διψά το Θεό, ετοιμάστηκε σωστά για να δεχτεί τις δωρεές Του. Γιατί σε καμιά περίπτωση δεν την εγκαταλείπει, αλλά τη συντρέ­χει πάντα, ακόμα και σε όσα από άγνοια δεν Του ζη­τάει.

Καλά έλεγε κάποιος σοφός, πως το σοφό άνθρωπο τον υπερασπίζεται ο Θεός. Πόσες φορές, για παρά­δειγμα, δεν δοκίμασε ο Σαούλ να σκοτώσει το μακά­ριο Δαυίδ; Τί δεν έκανε; Τί δεν μηχανεύτηκε; Επειδή όμως ο Δαυίδ είχε υπερασπιστή τον Κύριο, κάθε επιβουλή του Σαούλ ματαιωνόταν. Και όχι μόνο τούτο, αλλά κι έπεφτε στα χέρια του αγίου εκείνου, που όμως τον λυπόταν (και του χάριζε τη ζωή). Δεν είχε, βλέπετε, κακία που παροργίζει και ερεθίζει.

10. Τον ρώτησαν πάλι:

Πώς μπορεί κανείς, όταν τον εξευτελίζουν ή τον κακολογούν ορισμένοι, να μη θυμώνει;

             Και αποκρίθηκε:

Αν θεωρεί κανείς τον εαυτό του τιποτένιο, δεν ταράζεται, καθώς είπε ο αββάς Ποιμήν: «Αν εξευ­τελίσεις τον εαυτό σου, θα βρεις ανάπαυση».

(Αββά Ζωσιμά, «Κεφάλαια ωφέλιμα», εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου, σ. 53-65)

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

190 χρόνια από τη μεγάλη θυσία του Μάρκου Μπότσαρη

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου, 2013

Γράφει ὁ Γεώργιος Κουρκούτας
Αὔγουστος 1823 – Αὔγουστος 2013
Στὶς 9 Αὐγούστου 1823, πρὶν ἀπὸ 190 χρόνια, στὸ Κεφαλόβρυσο Καρπενησίου φονεύεται σὲ πολεμικὴ ἐπιχείρηση ἐναντίον τῶν Τούρκων ὁ Μάρκος Μπότσαρης. Εἶναι μία ἀπὸ τὶς ἐμβληματικὲς μορφὲς τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821. Ἐκπρόσωπος τοῦ Σουλίου στὴν ἀγωνιζόμενη Ἑλλάδα, ἀναδείχθηκε, μὲ τὴν συμμετοχὴ καὶ τὴν ἡρωική του θυσία σὲ ἡλικία μόλις 33 ἐτῶν, σὲ θρυλικὴ μορφὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΟΥΛΙ
Τὸ Σούλι ἀποτελοῦσε πρὶν τὸ 1821 μία ἰδιότυπη μορφὴ κοινοπολιτείας ἑλληνικῶν χωριῶν στὴν Ἤπειρο ἀπὸ τέσσερα χωριά: τὸν Ἀβαρίκο, τὴν Σαμονίβα, τὸ Σούλι καὶ τὴν Κιάφα. Στὴν συνέχεια, κατὰ τὸν 18ο αιώνα στὸ τετραχώρι αὐτὸ προσεχώρησαν καὶ ἄλλα χωριὰ καὶ διαμορφώθηκε μία αὐτόνομη περιοχὴ στὴν καρδιὰ τῆς Ἠπείρου, ποὺ δὲν ὑπολόγιζε τὰ Σουλτανικὰ στρατεύματα. Δεῖγμα αὐτῆς τῆς ἀνυπότακτης νοοτροπίας ἦταν τόσο οἱ διαρκεῖς πολεμικὲς ἀντιπαραθέσεις μὲ τοὺς Στρατοὺς ποὺ ἔστελναν οἱ Ὀθωμανοί, ἀλλὰ καὶ τὸ πεῖσμα τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ νὰ καταλάβει τὸ Σούλι (κάτι ποὺ τὸ κατάφερε τὸ 1803). Με μία σειρὰ πολέμων ἀπέναντι στὴν τουρκικὴ διοίκηση τῆς περιοχῆς οἱ Σουλιῶτες διατήρησαν τὸ ἀνυπότακτο φρόνημά τους. Εἶχαν Ὀρθόδοξη πίστη, Ἑλληνικὴ-Ρωμαίικη συνείδηση (αὐτὸ μαρτυροῦν ὅλες οἱ προσωπικὲς μαρτυρίες, ἀπὸ τὰ γράμματά τους ὡς τὰ Δημοτικά τους τραγούδια, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐν γένει στάση τους στοὺς Ἐθνικοὺς Ἀγῶνες τοῦ Ἑλληνισμοῦ), ἀλλὰ ὁμιλοῦσαν ὡς δίγλωσσοι καὶ τὴν ἀρβανίτικη γλώσσα. 
Ὁ Μάρκος Μπότσαρης ἦταν μέλος τῆς σουλιώτικης φάρας, γνωστῆς μὲ τὸ ὄνομα Μποτσαραῖοι ἢ Μποτσαράτες. Ὑπῆρξε μέχρι τὸ 1800 ἡ πιὸ ἰσχυρὴ φάρα τοῦ Σουλίου. Ἀντίπαλοί τους ἦταν ἡ ἰσχυρὴ φάρα τῶν Τζαβελαίων. Τὸ 1790 γεννήθηκε στὸ Σούλι…

ὁ Μάρκος, υἱὸς τοῦ Κίτσου Μπότσαρη καὶ 2 χρόνια μετὰ ὁ ἀδελφός του Κώστας. Τὸ 1800 πεθαίνει ὁ ἀρχηγὸς τῆς φάρας τῶν Μποτσαράτων Γιώργης Μπότσαρης καὶ τὴν θέση του παίρνει υἱὸς του Κίτσος (ὁ πατέρας τοῦ Μάρκου). Τὸ Σούλι ὅμως δεχόταν συνεχῶς ἐπιθέσεις καὶ μάλιστα λυσσαλέες ἀπὸ τὸν Ἀλὴ Πασὰ καὶ τὸν υἱὸ τοῦ Βελή. Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1803 πέφτει τὸ Σούλι καὶ οἱ περισσότεροι Σουλιῶτες καταφεύγουν στὴν Πάργα.

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΩΝ ΣΟΥΛΙΩΤΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΗ
Στὶς 7 Ἀπριλίου 1804 γίνεται φονικὴ μάχη στὴν Μονὴ Κοιμήσεως Θεοτόκου κοντὰ στὸ χωριὸ Σέλτσο στὰ Ἄγραφα, ὅπου εἶχαν καταφύγει Σουλιῶτες. Ἀνάμεσα στοὺς ἐλάχιστους ποὺ διασώθηκαν καὶ κατέφυγαν στὴν Πάργα ἦταν καὶ ὁ Κίτσος Μπότσαρης καὶ ὁ μικρὸς Μάρκος. Ὁ Μάρκος ἀκολουθεῖ τὸν πατέρα του σὲ Κέρκυρα καὶ Λευκάδα, ὅπου ἐντάσσεται σὲ στρατιωτικὰ σώματα. Νυμφεύεται δύο φορές, πρῶτα τὴν Ἑλένη Καρακίτσου καὶ μετὰ τὴν Χρυσούλα Καλογήρου. Οἱ Σουλιῶτες στὰ Ἑπτάνησα δημιουργοῦν ἀξιόλογα στρατιωτικὰ τμήματα, ὅπου ἀναδεικνύουν τὴν πολεμική τους ἱκανότητα. Παράλληλα ἔρχονται σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια ποὺ βρισκόταν γιὰ κάποιο διάστημα ἐκεῖ.
Ἀφοῦ ὁ Ἀλὴς πασὰς εἶχε ἐξοντώσει τὸν κίνδυνο γιὰ τὴν ἐξουσία του ποὺ λεγόταν Σούλι, ἀποφάσισε νὲ δελεάσει πολλοὺς ἀπὸ τοὺς παλιούς του ἐχθρούς, δίνοντάς τους ἀξιώματα. Ἔτσι τὸ 1813 ὁ Κίτσος Μπότσαρης ἐπιστρέφει στὴν Ἤπειρο καὶ ἀναλαμβάνει ἀπὸ τὸν Ἀλὴ τὸ ἁρματολίκι τῶν Ἀγράφων, δολοφονεῖται ὅμως ἀπὸ τὸν ἀνταγωνιστὴ του Γῶγο Μπακόλα (ποὺ μετὰ τὸ 1821 θὰ φτάσει μὲ τὰ «καπάκια»του μὲ τοὺς Τούρκους στὴν προδοσία). Ὁ Μάρκος (νέος ἀρχηγὸς τῆς φάρας) ἐγκαθίσταται ἀπὸ τὸν Ἀλὴ πασὰ στὸν Κακολάκκο Πωγωνίου, ὅπου καὶ διαμένει ὡς τὴν ἀποστασία τοῦ Ἀλῆ πασᾶ.
Τὸ 1820 ὁ Ἀλὴς πασὰς κηρύσσεται ἀπὸ τὴν Ὑψηλὴ Πύλη ἀποστάτης. Ὁ Μάρκος βρίσκεται σὲ δίλημμα καὶ ἀντιμετωπίζει τὸ θέμα διπλωματικά, μὲ ἀπώτερο στόχο τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Σουλιωτῶν στὴν περιοχὴ Σουλίου.
Ἔτσι, ἀπὸ τὴν μία ἐντάσσεται αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του στὶς σουλτανικὲς δυνάμεις (ποὺ πολιορκοῦν τὰ Ἰωάννινα καὶ τὸν Ἀλή), ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλην διεξάγουν μυστικὲς διαπραγματεύσεις μὲ τὸν Ἀλὴ γιὰ ἐπιστροφὴ στὸ Σούλι. Τὸ τελευταῖο τὸ κατορθώνουν τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1820, ἀφοῦ ἐγκατέλειψαν κρυφὰ τὸ σουλτανικὸ στρατόπεδο, ἀλλὰ τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας του κρατοῦνταν στὰ Ἰωάννινα ὡς ὅμηροι τοῦ Ἀλῆ.
Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ 1821
Ἀφοῦ οἱ ὑπόλοιποι Ἕλληνες (μὲ τὸν συντονισμὸ τῆς Φιλικῆς Ἐταιρίας) ἐκμεταλλεύτηκαν τὴν ἐνδοοθωμανικὴ διαμάχη (μὲ τὴν ἀποστασία τοῦ Ἀλῆ) καὶ κήρυξαν τὴν ἐπανάσταση στὰ περισσότερα μέρη, συμμετέχουν σὲ αὐτὴν καὶ σουλιώτικα τμήματα. Στὰ τέλη Ἀπριλίου 1821 Σουλιῶτες μαζὶ μὲ τοὺς συμμάχους τοὺς ἐπιτίθενται στὸ χωριὸ Λοῦρος (μεταξὺ Ἰωαννίνων καὶ Πρεβέζης) καὶ τοὺς ἑπόμενους μῆνες καταλαμβάνουν τὸ φρούριο τῆς Ρινιάσας, τοὺς Βαριάδες, τὰ Πέντε Πηγάδια καὶ τὰ Δερβίζιανα, ὅπου διακρίνεται καὶ ἡ πολεμικὴ εὐφυΐα τοῦ Μάρκου Μπότσαρη, ἐνῶ τὸν Νοέμβριο καταλαμβάνει τὴν Ἄρτα.
Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1822 φονεύεται ὁ Ἀλὴς καὶ ὁ Χουρσὶτ μετὰ ἀπὸ διαπραγματεύσεις ἀπελευθερώνει τὴν οἰκογένεια τοῦ Μάρκου. Οἱ Σουλιῶτες ἔχουν ἐπιστρέψει στὸ Σούλι, τὸ ὁποῖο ὅμως τὸν Μάιο τοῦ 1822 πολιορκεῖται ἐκ νέου ἀπὸ τὶς σουλτανικὲς δυνάμεις τοῦ Χουρσὶτ πασᾶ καὶ τοῦ Ὀμὲρ Βρυώνη. Στὶς μάχες συμμετέχει καὶ μανιάτικο σῶμα ὑπὸ τὸν Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ὁ ὁποῖος στὴν μάχη τῆς Σπλάντζας πέφτει ἡρωικὰ στὶς 4 Ἰουλίου 1822, ἐνῶ μία ἑβδομάδα πιὸ πρίν, στὴν μάχη τῆς Πλάκας συγκρούονται οἱ Σουλιῶτες μὲ τοὺς ἀντιπάλους τους. Τὸ ὄνειρο τῆς ἀπελευθέρωσης τοῦ Σουλίου χάνεται καὶ στὶς 28 Ἰουλίου 1822 ὑπογράφεται στὸ ἀγγλικὸ προξενεῖο τῆς Πρέβεζας ἡ συμφωνία παράδοσης τοῦ Σουλίου καὶ ἔνοπλης ἀποχώρησης τῶν Σουλιωτῶν, ποὺ πραγματοποιήθηκε στὶς 2 Σεπτεμβρίου (ἡ σύζυγος Χρυσούλα καὶ τὰ 4 παιδιὰ τοῦ Μάρκου ἀναχωροῦν γιὰ τὴν Ἀγκώνα τῆς Ἰταλίας).
Ο ΗΡΩΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ
Στὴν κυρίως ἐπαναστατημένη Ἑλλάδα ἔχει σχηματιστεῖ Κυβέρνηση (Ἐκτελεστικὸ καὶ Βουλευτικό). Τὸ Βουλευτικὸ στὶς 11 Ὀκτωβρίου 1822 ἐγκρίνει τὸν διορισμὸ τοῦ 32χρονου Μάρκου σὲ Στρατηγὸ τῆς Δυτικῆς Στερεᾶς, περιοχῆς ὅπου κυριαρχοῦσε πολιτικὰ ὁ Ἀλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Οἱ δύο ἄνδρες πρωταγωνιστοῦν στὸν ἄθλο τῆς ἀπόκρουσης τῆς Α’ πολιορκίας τοῦ Μεσολογγίου (ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο ὡς τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1822). Μετὰ τὴν νίκη ὅμως ἀρχίζουν οἱ διχόνοιες ποὺ θὰ ἐξελιχθοῦν στὸν καταστροφικὸ Ἐμφύλιο.
Ἀποτέλεσμα αὐτῶν τῶν διαμαχῶν στὴν Στερεὰ ἦταν ἡ ἀντιπαράθεση Σουλιωτῶν ὁπλαρχηγῶν μὲ τοὺς Στερεοελλαδίτες, κάτι ποὺ ὁδήγησε τὸν Μάρκο νὰ σχίσει (ἀφοῦ πρῶτα τὸ φίλησε!) τὸ δίπλωμα τῆς Στρατηγίας. Μία μαρτυρία μιλᾶ γιὰ τὴν ἀντιπαλότητα (ποὺ συνεχιζόταν) μὲ τὴν νεοαφιχθεῖσα στὸ Μεσολόγγι φάρα τῶν Τζαβελαίων (ἀπὸ τοὺς τρεῖς ἀρχηγοὺς στὴν Ἔξοδο τοῦ 1826 οἱ δύο ἦταν ἀπὸ τὶς δύο φάρες τοῦ Σουλίου: ὁ Νότης Μπότσαρης καὶ ὁ Κίτσος Τζαβέλας). Ὅμως ὅποια καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἡ φράση τοῦ Μάρκου ὅταν ἔσκιζε τὸ δίπλωμα εἶναι ἔνδειξη τῆς ἀνδρείας του: «ὅποιος εἶναι ἄξιος, λαμβάνει δίπλωμα μεθαύριον ἔμπροσθεν τοῦ ἐχθροῦ» (μαρτυρία Σπ. Τρικούπη) (ἢ κατὰ ἄλλους, ὅπως τὸν Νίκ. Κασομούλη, «Ἰδοὺ τὸ δίπλωμα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐνοχλεῖ (καὶ τὸ ἐξέσχισεν), καὶ ὅποιος εἶναι παλληκάρι εἰς τὸν Σκόδραν [τὸν Τοῦρκο πασὰ ποὺ ἦλθε ἐναντίον τῆς Ἐπανάστασης] φαίνεται».
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΟΥ ΗΡΩΑ
Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς Ἰουνίου 1823 ἔφθασαν εἰδήσεις στὸ Μεσολόγγι ὅτι ὁ Μουσταφὰ πασὰς τῆς Σκόδρας ξεκίνησε ἀπὸ τὸν Αὐλώνα μὲ 10.000 στρατιῶτες καὶ κατεύθυνση τὴν Λάρισα. Σκοπὸς τῆς νέας αὐτῆς τουρκικῆς ἐκστρατείας ἦταν ἡ ὑποταγὴ τῆς Δυτικῆς Στερεᾶς. Ὁ πασὰς τῆς Σκόδρας φθάνοντας στὴν Θεσσαλία θὰ προχωροῦσε μέσω Καρπενησίου πρὸς τὸ Ἀγρίνιο, ὅπου θὰ ἑνωνόταν μὲ τὸν Ὀμὲρ πασὰ Βρυώνη (ὁ ὁποῖος θὰ κατέβαινε ἀπὸ τὴν Ἤπειρο).
Ἡ προφυλακὴ τοῦ Μουσταφᾶ πασᾶ ἔφθασε στὸ Καρπενήσι στὶς 5 Αὐγούστου, ἀποτελούμενη ἀπὸ 5.000 πεζοὺς καὶ ἱππεῖς ὑπὸ τὸν Τζελαλεντὶν μπέη, ὁ ὁποῖος στρατοπέδευσε στὸ Κεφαλόβρυσο. Μία ἑβδομάδα πιὸ πρὶν εἶχε ξεκινήσει ἑλληνικὸ σῶμα 1.200 ἀνδρῶν ὑπὸ τὴν ἡγεσία Στερεοελλαδιτῶν καὶ Σουλιωτῶν ὁπλαρχηγῶν. Ἡ ἀριθμητικὴ ὑπεροχὴ τῶν Τούρκων ἔπεισε τὸν Μάρκο (ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ ἑλληνικοῦ σώματος) νὰ ἀξιοποιήσει τὴν σουλιώτικη πολεμικὴ ἐμπειρία (ποὺ ἐνεργοῦσαν μὲ συχνὲς καταδρομὲς καὶ χτυποῦσαν καίρια τὸν ἐχθρό).
Ἀνάμεσα στὶς μεθόδους ποὺ χρησιμοποιήθηκαν ἦταν ἡ χρήση ἴδιας γλώσσας καὶ ἐνδυμασίας ἀπὸ τοὺς ἀρβανιτόφωνους Σουλιῶτες, γιὰ νὰ προκαλέσουν σύγχυση στὸν ἀντίπαλο (κάτι ποὺ σήμερα θεωρεῖται παραβίαση πολεμικῶν κανόνων καὶ τιμωρεῖται μὲ θάνατο στὶς πολεμικὲς ἐπιχειρήσεις). Τὸ εἶχε ξαναεφαρμόσει ὁ Μάρκος καὶ στὰ Δερβίζιανα δύο χρόνια πιὸ πρίν.
Παρότι δὲν εἶχε τὴν στήριξη τῶν ἄλλων ὁπλαρχηγῶν, ὁ Μάρκος Μπότσαρης μὲ σῶμα 350 Σουλιωτῶν διείσδυσε στὸ ἐχθρικὸ στρατόπεδο τὴν νύχτα τῆς 8ης προς 9η Αυγούστου (μόνο ὁ Κίτσος Τζαβέλας ἀπὸ τοὺς ὁπλαρχηγοὺς ἔδωσε τὸ παρὼν στὴν μάχη).
Ἡ ἐπίθεση εἶχε ἐπιτυχία, ἀλλὰ ὁ Μάρκος Μπότσαρης τραυματίζεται θανάσιμα. Τὸν θάνατό του ἀπέκρυψαν οἱ συμπολεμιστές του, γιὰ νὰ μὴν δειλιάσουν οἱ λοιποί, καὶ τὸν μετέφεραν κρυφὰ ἐκτός τοῦ πεδίου τῆς μάχης. Οἱ τοῦρκοι ὑπέστησαν μεγάλη ἥττα: ἔπεσαν στὰ χέρια τῶν Ἑλλήνων 690 τυφέκια, 1000 πιστόλες, δύο σημαῖες, πολλοὶ ἵπποι καὶ ἡμίονοι. Ἀπὸ τοὺς ἕλληνες φονεύθηκαν περίπου 36 καὶ πληγώθηκαν 20. Ὁ Σπυρίδων Τρικούπης ἀναφέρει γιὰ τὸν θάνατό του: «Τὴν δὲ 10 Αὐγούστου μετεκομίσθη ὁ νεκρός του Μάρκου εἰς Μεσολόγγι ὅπου ἐκηδεύθη λαμπρῶς. Μέγα δὲ πένθος καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα διήγειρεν ὁ θάνατός του, θεωρηθεῖς δικαίως ἐθνικὸν δυστύχημα».
Ἦταν μόλις 33 ἐτῶν. Τὴν δράση του θὰ συνεχίσει ὁ ἀδελφός του Κώστας.
Τόσο ἡ θρυλική του ζωὴ ὅσο καὶ ὁ ἡρωικός του θάνατος μετέτρεψαν τὸν Μάρκο σὲ σύμβολο θάρρους καὶ τιμιότητας. Ὑπηρέτησε τὴν πατρίδα ὅπου χρειάστηκε κεῖ συνέβαλε στὴν ἀνάδειξη τοῦ ἡρωισμοῦ τῶν Σουλιωτῶν. Ὁ τάφος του στὸ Μεσολόγγι (τὸ πρωτότυπο εἶναι στὸ Ἱστορικὸ Μουσεῖο-Παλαιὰ Βουλὴ) καὶ τὰ ἔργα τέχνης ποὺ πρόβαλαν τὴν προσφορὰ του μέχρι σήμερα μιλοῦν γιὰ μία εὐγενικὴ καὶ θαρραλέα ψυχή, ποὺ ἔφυγε νέος γιὰ τὴν Ἀθανασία.
Κλείνουμε τὸ ἀφιέρωμα αὐτὸ μὲ ἔνα ἐπίγραμμα τοῦ Γεωργίου Γαζῆ στὴν «Βιογραφία τῶν Ἡρώων Μάρκου Μπότσαρη καὶ Καραϊσκάκη» ποὺ ἐξεδόθη στὴν Αἴγινα μόλις τὸ 1828:
Πύρρος κατὰ Ρωμαίων ἀπεδείχθη θαυμαστὸς
Καὶ Σκενδέρμπεης δὲ πάλιν κατὰ Τούρκων τρομερός.
Μαρκομπότζιαρης δ’ ὠσαῦτος ἀνεφάνη ὁ αὐτός,
Εἰς τὸ Μεσολόγγι κεῖται, στήσας τρόπαιον λαμπρὸν.
Ἐνδεικτικὴ βιβλιογραφία
1. Βάσω Ψιμούλη-Μάρκος Μπότσαρης-ἐκδόσεις Τὰ Νέα
2. Σπύρ. Τρικούπης-Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, Ἀθήνα 1888
3. Γιῶργος Καραμπελιᾶς –Συνωστισμένες στὸ Ζάλογγο-Ἐναλλακτικὲς ἔκδ.
4.Χριστόφορος Περραιβὸς-Ἱστορία Σουλίου καὶ Πάργας-Βενετία 1815
5. Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους-τόμος ΙΒ’- Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΜΙΚΡΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ (3)

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου, 2013

῎Εμπλησον ἁγνή, εὐφροσύνης τήν καρδίαν μου, τήν σήν ἀκήρατον διδοῦσα χαράν, τῆς εὐφροσύνης, ἡ γεννήσασα τόν αἴτιον᾽.
(Γέμισε, ἁγνή Παρθένε, τήν καρδιά μου ἀπό εὐφροσύνη, δίδοντάς μου τήν δική σου καθαρή χαρά, γιατί γέννησες τόν αἴτιο τῆς εὐφροσύνης Χριστό).
῞Ενα ἀπό τά πιό ἀγαπημένα αἰτήματα τοῦ Μικροῦ ἀλλά καί τοῦ Μεγάλου Παρακλητικοῦ Κανόνα εἶναι ἡ ἐκζήτηση ἀπό τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας τῆς χαρᾶς καί τῆς εὐφροσύνης τῆς καρδιᾶς, καί μάλιστα σέ βαθμό πληρότητας: ῾῎Εμπλησον εὐφροσύνης τήν καρδίαν μου᾽, ῾χαρᾶς μου τήν καρδίαν πλήρωσον, Παρθένε᾽. Κι αὐτό σημαίνει βεβαίως κυρίως δύο πράγματα:
1. ῾Η ἀληθινή χαρά τήν ὁποία αἰτεῖ ὁ ὑμνογράφος ἐκ προσώπου ὅλων τῶν πιστῶν εἶναι ἡ χαρά καί ἡ εὐφροσύνη πού ἀναφέρεται στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι τόσο στήν ἱκανοποίηση τῶν αἰσθήσεων τοῦ σώματος. Χωρίς νά ἀρνεῖται κανείς τήν εὐφροσύνη καί τοῦ σώματος – ἡ ᾽Εκκλησία μας δέν πάσχει ἀπό κανένα σύνδρομο αἱρετικοῦ δυαλισμοῦ, κατά τό ὁποῖο τό σῶμα εἶναι κακό καί συνεπῶς ἀποβλητέο – ἐκεῖνο πού προσφέρει τήν πραγματική εὐφροσύνη ὡς βαθειά ἱκανοποίηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ πληρότητα τῆς καρδιᾶς. Εἶναι γνωστό ὅτι ἄνθρωπος πού εἶναι στραμμένος ἀποκλειστικά στίς ἡδονές τοῦ σώματος μπορεῖ γιά λίγο νά εὐφραίνεται, σάν τόν ἄφρονα πλούσιο τῆς ὁμώνυμης παραβολῆς τοῦ Κυρίου ὁ ὁποῖος ῾ηὐφραίνετο καθ᾽ ἡμέραν λαμπρῶς᾽, τελικῶς ὅμως αὐτό πού τοῦ μένει εἶναι μία πίκρα καί μία στυφάδα πού δέν ἀπέχει καί πολύ ἀπό τήν αἴσθηση τῆς κόλασης. Κι ἀπό τήν ἄλλη: ἄνθρωπος πού ἔχει γεμάτη τήν καρδιά του δέν θεωρεῖ δυστυχῆ τόν ἑαυτό του, ὅταν πάσχει σωματικῶς.
2. Ἡ χαρά καί ἡ εὐφροσύνη τῆς καρδιᾶς κατανοεῖται μόνο σέ βαθμό πληρότητας. ῾Η καρδιά δηλαδή γιά νά νιώσει χαρούμενη χρειάζεται νά πληρωθεῖ ὁλόκληρη ἀπό χαρά. Κι αὐτό γιατί ὁ ἄνθρωπος, κέντρο τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ καρδιά, λειτουργεῖ σωστά ὅταν ὡς ὅλον εἶναι προσανατολισμένος κάπου κι ἐκεῖ ἔχει ἀκουμπήσει τήν ὕπαρξή του. Καί ποῦ ἀλλοῦ μπορεῖ νά στραφεῖ καί νά ἐξαρτήσει ἀπολύτως τόν ἑαυτό του παρά ἐκεῖ πού εἶναι ἡ πηγή του, δηλαδή ὁ Δημιουργός Κύριος ὁ Θεός του; Εἶναι γνωστό ὄχι μόνο ἀπό τήν θεωρητική γνώση ἀλλά καί ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ καθενός μας ὅτι ὅταν ἡ καρδιά μας βρίσκεται μισή ἐδῶ καί μισή ἀλλοῦ ζεῖ διασπασμένα καί διχασμένα, δηλαδή ζεῖ τήν ταραχή καί τήν ἀπώλεια τοῦ ἴδιου τοῦ ἑαυτοῦ. Γι᾽ αὐτό ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μέ σαφήνεια καί μέ ἀπολυτότητα ἐξαγγέλλει ὅτι ῾οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν᾽. Καί ῾ἀνήρ δίψυχος ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ᾽. Τό αἴτημα λοιπόν τοῦ ὑμνογράφου γιά πλήρωση τῆς καρδιᾶς ἀπό τήν χαρά τῆς Θεοτόκου καί τοῦ Κυρίου δέν ἐκφράζει παρά τήν ἀλήθεια περί τοῦ ἀνθρώπου καί ἀποκαλύπτει τό πόσο βαθειά ἀνθρωπογνώστης ἦταν ὁ συντάκτης τοῦ ὕμνου.
Τονίζει κι αὐτό ὅμως ὁ ἅγιος ὑμνογράφος καί τό σημειώσαμε κι ἐμεῖς παραπάνω: ἡ πηγή τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς πού μόνη αὐτή μπορεῖ νά γεμίσει τήν ψυχή καί τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός. Γιατί εἶναι ὁ Θεός καί Δημιουργός μας καί μᾶς προσέλαβε στόν ἑαυτό Του ἀφ᾽ ἧς στιγμῆς κατῆλθε στόν κόσμο κι ἔγινε ἄνθρωπος. Καί μαζί μ᾽ αὐτόν γίνονται δεύτερες πηγές χαρᾶς κι εὐφροσύνης καί ὅλοι οἱ ἅγιοί Του πού ἔγιναν κατοικητήριά Του, κατεξοχήν δέ ἡ Παναγία Μητέρα Του.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ (4)

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου, 2013

Εθαυμάστωσας ὄντως, νῦν ἐπ᾽ ἐμοί Δέσποινα, τάς εὐεργεσίας σου Κόρη, καί τά ἐλέη σου· ὅθεν δοξάζω σε, καί ἀνυμνῶ καί γεραίρω, τήν πολλήν καί ἄμετρον κηδεμονίαν σου᾽.
(Μέ θαυμαστό τρόπο πράγματι, Δέσποινα,  μοῦ πρόσφερες τώρα τίς εὐεργεσίες σου, Κόρη, καί τά ἐλέη σου. Γι᾽ αὐτό σέ δοξάζω καί ἀνυμνῶ καί διαλαλῶ μέ δύναμη τήν πολλή καί χωρίς τέλος κηδεμονία σου).
῾Ο βασιλιάς ὑμνογράφος συνεχίζει τήν ἴδια λογική τῶν ὕμνων του πρός τήν ῾Υπεραγία Θεοτόκο: ἀφενός προστρέχει σ᾽ αὐτήν ὡς τήν μοναδική διέξοδό του λόγω τοῦ πλήθους τῶν συμφορῶν πού ἀντιμετωπίζει ψυχικά καί σωματικά στόν κόσμο τοῦτο, ἀφετέρου τήν δοξάζει καί τήν ὑμνολογεῖ λόγω τῆς αἴσθησης τῆς πρός αὐτόν βοηθείας της, τήν ὁποία βιώνει ὡς εὐεργεσία καί ἔλεός της. Ἡ Παναγία δηλαδή κατά τόν ὑμνογράφο εἶναι ἐκείνη πού λόγω τῆς ἀγάπης της πρός τά πιστά τέκνα της ἐπεμβαίνει στήν ζωή τους, ὅταν τήν ἐπικαλοῦνται, γι᾽ αὐτό καί ἡ ἐπέμβαση καί ἡ κηδεμονία της αὐτή κατανοεῖται ὄχι ὡς αὐθαιρεσία ἤ ὡς καταπίεση ἀλλ᾽ ὡς εὐεργεσία πρός αὐτά.
᾽Αξίζει ἰδιαιτέρως νά ἐπιμείνει κανείς στήν κατανόηση τῆς κηδεμονίας τῆς Παναγίας ὡς εὐεργεσίας πρός τούς πιστούς, διότι ὁ ὅρος κηδεμονία κατά καιρούς προσέλαβε καί προσλαμβάνει ἀρνητικό περιεχόμενο, κατανοούμενος ὡς ἀφ᾽ ὑψηλοῦ ἐπέμβαση τοῦ δυνατοῦ πρός τόν ἀδύνατο, τοῦ ὥριμου πρός τόν ἀνώριμο, κατά τόν τρόπο πού πολλές φορές διαπιστώνεται μέσα στά πλαίσια τῆς κηδεμονίας ἑνός παιδιοῦ ἀπό τόν γονιό του ἤ ἕναν μεγαλύτερο. Σ᾽ αὐτήν τήν περίπτωση συχνά ἡ κηδεμονία ἐγείρει ἐπαναστατική διάθεση, καθώς ὑποκρύπτει ὄχι λίγες φορές ἕναν ἐγωϊσμό, κάτι πού διαπιστώθηκε καί στά νεώτερα χρόνια ἀπό πλευρᾶς ὁρισμένων φιλοσόφων, οἱ ὁποῖοι ἔφτασαν στό σημεῖο, λόγω ἄγνοιας τῶν πραγματικῶν δεδομένων τῆς πίστεως ἤ κακῆς διάθεσής τους, νά διαγράψουν τόν ῾κηδεμόνα Θεό᾽, γιατί ἐπιτέλους καί οἱ ἴδιοι ὡρίμασαν. Στήν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας δηλαδή ἡ ἀθεΐα τῶν νεώτερων χρόνων ἑρμηνεύτηκε καί ἀπό τήν ἄποψη αὐτή: τῆς ἐπανάστασης τῶν ῾ἀνώριμων᾽ πού ῾ἐνηλικιώθηκαν᾽, ἀπέναντι σ᾽ ἕναν Θεό πού στανικά ἤθελε νά κρατάει τούς ἀνθρώπους στήν κατάσταση τῆς ῾παιδικότητας᾽ καί νά μήν τούς ἀφήνει νά μεγαλώσουν.
Θεωρώντας περιττό νά ἐπαναλάβουμε ὅτι τά πραγματικά αἴτια τῆς ἐπανάστασης κατά τοῦ Θεοῦ ἦταν ὁ ἐγωϊσμός τῶν ἴδιων τῶν ἀνθρώπων ἀλλά καί ἡ διαστρεβλωμένη δυστυχῶς εἰκόνα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἀπό τήν παρεκτραπεῖσα στά θέματα τῆς πίστεως Δύση, ἐπιμένουμε στήν πραγματική ἔννοια τοῦ ὅρου κηδεμονία γιά τήν Παναγία καί βεβαίως γιά τόν Υἱό καί Θεό της, Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. ῾Η Παναγία μας, ὅπως βιώνει τήν ἐπέμβασή της ὁ πιστός βασιλιάς ὑμνογράφος, εἶναι ἡ κηδεμόνας μας, γιατί ἐμεῖς οἱ πιστοί τό θέλουμε αὐτό στήν ζωή μας μέ τίς ἀδιάκοπες πρός αὐτήν ἐπικλήσεις καί παρακλήσεις μας καί γιατί ἡ κηδεμονία της φανερώνεται ὡς ταπεινή ἀλλά καί συνάμα παντοδύναμη βοήθεια καί συμπαράστασή της σέ ὅλες τίς δύσκολες στιγμές τῆς ζωῆς μας μέ σκοπό νά παραμένουμε στό ὕψος τῆς κατά Χριστόν κλήσεώς μας. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἡ κηδεμονία τῆς Παναγίας, συνεπῶς ἀκόμη περισσότερο καί τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, λειτουργεῖ ὄχι καταπιεστικά στόν ἄνθρωπο, ἀλλά σπλαχνικά καί ἀπελευθερωτικά. ῞Οπως τό ἔχουμε καί πάλι σημειώσει: σάν τήν ἀγκαλιά τῆς Μάνας πού τό μόνο πού τήν ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ παιδιοῦ της.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου, 2013

῞Ινα ὁμοθυμαδόν ἐν ἑνί στόματι δοξάζητε τόν Θεόν καί πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ (Ρωμ. 15,6)
α. ῞Ενα ἀπό τά πιό δυνατά ἀποσπάσματα τῆς πρός Ρωμαίους ἐπιστολῆς μᾶς δίνει ἡ ᾽Εκκλησία μας στήν συγκεκριμένη Κυριακή Ζ´ Ματθαίου. ῎Οχι μόνο ἀπό πλευρᾶς πίστεως, ἀλλά κυρίως ἤθους τοῦ πιστοῦ, τό ὁποῖο στό μέτρο πού τό ἀνάγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος λειτουργεῖ ὡς μαστίγωμα τοῦ ἐκκοσμικευμένου ἤ καί φαρισαϊκοῦ πολλές φορές ἤθους ἡμῶν τῶν συγχρόνων χριστιανῶν. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι κατά τόν ἀπόστολο ἡ ὀρθή δοξολογία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ πού ἀπεκάλυψε ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός ἀπαιτεῖ τίς προϋποθέσεις τοῦ ἤθους τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τοῦ ἤθους τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης. Μόνον αὐτός πού ζεῖ σάν τόν Κύριο, ῾χωρίς νά ἀρέσει στόν ἑαυτό του᾽, μπορεῖ νά δοξολογεῖ τό ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Κατά τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ ἀποστόλου: ῾Ὁ δέ Θεός τῆς ὑπομονῆς καί τῆς παρακλήσεως δῴη ὑμῖν τό αὐτό φρονεῖν ἐν ἀλλήλοις κατά Χριστόν ᾽Ιησοῦν, ἵνα ὁμοθυμαδόν ἑν ἑνί στόματι δοξάζητε τόν Θεόν καί πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ ( Ρωμ. 15, 5-6) (Εἴθε ὁ Θεός, πού χαρίζει τήν ὑπομονή καί τήν ἐνθάρρυνση, νά σᾶς δώσει τήν ὁμόνοια σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῎Ετσι ὅλοι μαζί μέ μιά φωνή θά δοξάσετε τόν Θεό, τόν Πατέρα τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ).
β. 1. Ἡ εὐχή τοῦ ἀποστόλου Παύλου στούς πιστούς τῆς Ρώμης εἶναι ὁ κάθε πιστός νά φτάσει στό σημεῖο νά δοξάζει ὀρθά τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί Πατρός τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. Κι εἶναι αὐτονόητο βεβαίως ὅτι ὁ ἀπόστολος θεωρεῖ ὅτι ὁ δοξασμός αὐτός συνυπάρχει μέ τόν δοξασμό τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, δεδομένου  ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἕνας στήν Τριαδικότητά Του, ἀφοῦ ὁ Χριστός ὡς τό δεύτερο πρόσωπο τῆς ῾Αγίας Τριάδος μᾶς ἀποκαλύπτει τόν Πατέρα, ὅπως καί τόν Χριστό μᾶς Τόν φανερώνει στήν θεότητά Του τό ῞Αγιον Πνεῦμα. Ἡ ὀρθή δοξολογία λοιπόν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ εὐχή τοῦ ἀποστόλου κι αὐτό συνιστᾶ ὡς προοπτική τῶν πιστῶν.
Αἰτία γι᾽ αὐτό δέν εἶναι ἀσφαλῶς μία ἐγωϊστικοῦ τύπου ἀπαίτηση τοῦ Θεοῦ λόγω τῆς μεγαλειότητάς Του – αὐτό εἶναι βλασφημία – ἀλλά ἡ ὀρθή ἀνάπτυξη τοῦ ἀνθρώπου ὡς δημιουργημένου κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν τοῦ Θεοῦ. Τότε δηλαδή ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται μέσα στήν φυσιολογική κατάστασή του, ὅταν ὑπάρχει, κινεῖται καί σκέπτεται σέ ἀναφορά πρός τήν πηγή του, τόν Δημιουργό καί Πατέρα του Θεό. Καί ναί μέν λόγω τῆς ἁμαρτίας ἔχασε τήν ἀρχική δοξολογική πρός τόν Θεό φυσιολογική ζωή του, ἐκπίπτοντας στήν βλασφημία τῆς ῾κολλήσεώς᾽ του σέ μόνο τόν κόσμο τοῦτο τῶν αἰσθήσεων, ὅμως ὁ ἐρχομός τοῦ Χριστοῦ καί ἡ πρόσληψή του ἀπό Αὐτόν τοῦ ἔδωσε ἐκ νέου τήν δυνατότητα αὐτή: νά βρεῖ καί πάλι τόν δρόμο του, νά δοξολογεῖ ὅπως πρέπει τό ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ του.
Κατά συνέπεια ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ καί Πατρός ἀποτελεῖ ἔκφραση τῆς φυσιολογίας τοῦ ἀνθρώπου καί συνιστᾶ τήν μεγαλύτερη εὐεργεσία πρός τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι καί οἱ ἅγιοι ἄγγελοι ὡς πρώτιστο ἔργο τους ἔχουν τήν δοξολογία τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ. ῾῞Αγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ᾽ ὑμνολογοῦν ἀδιάκοπα, κάτι πού κρατᾶ κι ἐκείνους ἀνοικτούς διαρκῶς στήν χάρη τοῦ Θεοῦ. ᾽Ενῶ οἱ ἐκπεσμένοι ἄγγελοι, οἱ πονηροί δαίμονες, ὄχι μόνο ἀδυνατοῦν νά δοξολογήσουν τόν Θεό, ἀλλά καί μόνο ἡ ἀναφορά τοῦ ὀνόματός Του λειτουργεῖ ὡς κάψιμο καί καταδίκη τους.
2. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος θέτει καί τίς προϋποθέσεις τῆς ὀρθῆς δοξολογίας τοῦ Θεοῦ: ῾ὁμοθυμαδόν᾽, ῾ἐν ἑνί στόματι᾽. Μέ μία καρδιά καί μέ ἕνα στόμα. ῞Ολοι μαζί μέ μία φωνή. ῾Η παρατήρησή του εἶναι ἐξόχως βαρυσήμαντη: ὁ Θεός δέν δοξάζεται ἀτομικά καί μεμονωμένα, παρά μόνον ἐκεῖ πού ὑπάρχει καί λειτουργεῖ τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ ᾽Εκκλησία. ῾Ο Χριστός ἦρθε καί ἵδρυσε τήν ᾽Εκκλησία ἀκριβῶς γιά νά μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά βρίσκει τόν ἀληθινό ἑαυτό του καί νά ἀναφέρεται ὀρθά καί δοξολογικά πρός τόν Θεό. ῞Οταν ἤδη ἀπό τίς ἀπαρχές τοῦ χριστιανισμοῦ ὑπῆρχε ἡ ἐξαγγελία ὅτι ῾ἐκτός τῆς ᾽Εκκλησίας δέν ὑπάρχει σωτηρία᾽ – ῾extra ecclesiam salus non est’ – ἦταν γιατί ὁ ἄνθρωπος χωρίς τήν ἔνταξή του σέ αὐτήν, χωρίς δηλαδή τήν ἐνσωμάτωσή του στόν ἴδιο τόν Χριστό, ὁ ἄνθρωπος παραμένει ξένος πρός τόν Θεό, ὑποκείμενος στά πάθη καί τίς ἁμαρτίες του, τόν θάνατο καί  τόν διάβολο. Κι ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξη τῆς ἀλήθειας αὐτῆς εἶναι τό γεγονός ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία μας τίς προϋποθέσεις αὐτές τοῦ ἀποστόλου τίς ἔθεσε γιά τήν ὀρθή κατανόησή τους μέσα στήν Θεία Λειτουργία: στήν σύναξη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ πού ἐπιβεβαιώνει τήν ταυτότητά του.  Μετά τήν μεταβολή τῶν τιμίων Δώρων καί πρό τῆς Θείας Κοινωνίας ὁ ἱερέας ἐκφωνεῖ πρός τόν λαό: ῾Καί δός ἡμῖν ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ δοξάζειν καί ἀνυμνεῖν τό πάντιμον καί μεγαλοπρεπές ὄνομά Σου, τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος᾽. 
3. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή καταλαβαίνει κανείς ὅτι ὀρθή δοξολογία τοῦ Θεοῦ καί συνεπῶς φυσιολογία καί σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ὄχι μόνο δέν ὑφίσταται ἐκτός ᾽Εκκλησίας ἀλλ᾽ οὔτε καί μέσα σ᾽ αὐτήν, ὅταν  ὑπάρχει ἡ ὁποιαδήποτε διάσπαση καί τό ὁποιοδήποτε σχίσμα. Μία καρδιά κι ἕνα στόμα, λέει ὁ ἀπόστολος. Τό στόμα ὁμολογεῖ αὐτό πού ὑπάρχει στήν καρδιά καί ἡ καρδιά ὁδηγεῖ στήν μία φωνή. Γιατί σ᾽ αὐτήν, τήν καρδιά, εἶναι ριζωμένη ἡ ὀρθή πίστη ὡς ἐνέργεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ὁπότε κατά φυσικό τρόπο ἐκφωνεῖται καί ἀπό τό στόμα. ῞Οταν λοιπόν ὑπάρχουν σχίσματα, ὅταν ἀκούγονται διάφορες φωνές πού ἐκφράζουν ἀντιπαλότητες καί ἐχθρικές διαθέσεις, τότε σημαίνει ὅτι ἐκεῖ δέν ὑφίσταται ἀληθινή καρδιακή πίστη, μέ ἀποτέλεσμα νά ἀκυρώνεται καί ἡ ὀρθή δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό ἐν τέλει θά πεῖ: ἡ δοξολογία τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ ταυτοχρόνως καί ὕμνο πρός τήν ἑνότητα τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἀπόστολος μᾶς προσανατολίζει ὄχι στήν ἐπιφανειακή ἑνότητα τῶν λόγων, ἀλλά στήν οὐσιώδη καί ἀληθινή τῶν καρδιῶν, δηλαδή στήν πραγματική ἔννοια τῆς ᾽Εκκλησίας.
4. ῾Ο λόγος τοῦ ἀποστόλου ὅμως πού δικαιολογεῖ κατά ἀπόλυτο τρόπο ὅ,τι συνιστᾶ γιά τήν ὀρθή δοξολογία τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ἀρχικός τῆς φράσης του: ῾τό αὐτό φρονεῖν ἐν ἀλλήλοις κατά Χριστόν ᾽Ιησοῦν᾽ (νά φρονεῖτε μεταξύ σας σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ). Κι αὐτό τό φρόνημα τό κατανοεῖ ὡς χάρη τοῦ Θεοῦ: ῾ὁ Θεός…δῴη ὑμῖν᾽. Εἴθε ὁ Θεός νά σᾶς δώσει. Μέ ἄλλα λόγια ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πρέπει νά ἐνεργήσει στίς καρδιές, ὥστε νά ἔχουν οἱ πιστοί τῆς ᾽Εκκλησίας ἐκείνη τήν ὁμόνοια πού θέλει ὁ Χριστός. Κι αὐτό πού θέλει ὁ Χριστός, λέει ὁ ἀπόστολος, εἶναι τό ῾μή ἑαυτοῖς ἀρέσκειν᾽, νά μήν κάνουμε ὅ,τι ἀρέσει σ᾽ ἐμᾶς, ἀλλά αὐτό πού ἀρέσει στόν πλησίον, ὥστε νά τόν βοηθάει νά προκόβει στό ἀγαθό. Αὐτό ὅμως σημαίνει τήν ἀγάπη. ῾Η ἀγάπη πρός τόν πλησίον ἔτσι ὡς θυσία τοῦ ἑαυτοῦ ἀποτελεῖ τήν βάση γιά νά ὑπάρχει ἡ ὁμόνοια, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ καί στήν σωστή δοξολογία τοῦ Θεοῦ. ῞Οτι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή ἡ δοξολογία τελικῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀγώνισμα πού ἀπαιτεῖ τήν δόση αἵματος, κατά τήν πατερική φράση, τό μαρτύριο κυριολεκτικά τῆς συνειδήσεως, εἶναι περιττό καί νά ποῦμε. Δοξάζει τόν Θεό πράγματι ἐκεῖνος πού ἔχει τήν συνείδηση μάρτυρα.
γ. ῎Αν συχνά λέγεται καί ἀκούγεται ὅτι οἱ χριστιανοί πολλές φορές ἐκκλησιαζόμαστε χωρίς καμμία ἀλλοίωση τῆς ζωῆς μας, δηλαδή πηγαίνουμε στήν Θεία Λειτουργία καί ἐξερχόμαστε ἀπό αὐτήν ῾ἀδιάβροχοι᾽ ἀπό τήν χάρη της, γιά νά συνεχίσουμε τόν ἴδιο ἐγωϊστικό καί ἁμαρτωλό τρόπο ζωῆς, εἶναι γιατί δέν ὑπάρχει τό σταυρικό καί θυσιαστικό ἦθος τοῦ Κυρίου μας καί συνεπῶς δέν ὑπάρχει καί ἡ ὀρθή δοξολογία τοῦ Θεοῦ μας. Βγαίνοντας ἀπό τήν ᾽Εκκλησία ὁ χριστιανός (πρέπει νά) ὁμολογεῖ ὅτι ῾εἶδε τό φῶς τό ἀληθινόν καί ἔλαβε Πνεῦμα ἐπουράνιον᾽. Γιατί ἀκριβῶς ὀρθά ἀναφέρθηκε στόν Θεό καί βίωσε γιά μία ἀκόμη φορά τήν ἑνότητά του μαζί μέ τά ἄλλα μέλη τῆς ᾽Εκκλησίας. ῾Ο ἀπόστολος μᾶς ὑπενθυμίζει τό μέτρο. ῾Ο λόγος του εἶναι κοφτερός. ᾽Εμεῖς τί κάνουμε;
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Σκέψεις στο Ευαγγέλιο της Κυριακής Ζ´ Ματθαίου

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Αυγούστου, 2013

Εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια
Δύο θαύματα του Κυρίου προβάλλει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα: το θαύμα της θεραπείας δύο τυφλών και το θαύμα της θεραπείας ενός δαιμονισμένου. Τα θαύματα συνιστούν μία πρόκληση, είτε θετική είτε αρνητική, για όλες τις εποχές –  κάτι που το διαπιστώνουμε και  στο ανάγνωσμα – αλλά και στη σημερινή εποχή, ακόμη και σε θεωρούμενους χριστιανούς, γι’  αυτό και μία προσέγγισή τους ίσως βοηθήσει λίγο περισσότερο στην κατανόησή τους. Η αρνητική αντίδραση μάλιστα των Φαρισαίων «εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια» μας δίνει την ιδιαίτερη αφορμή.
1. Καταρχάς είναι αδιαμφισβήτητη η πραγματικότητα των θαυμάτων του Χριστού, δεδομένου ότι πλην ορισμένων περιπτώσεων  τα πραγματοποιούσε ενώπιον πλήθους ανθρώπων, μέσα στο οποίο βρίσκονταν και πολλοί ενάντιοι και εχθροί του, σαν τους Φαρισαίους του σημερινού αναγνώσματος. Ήταν μάλιστα τόσο ολοφάνερα τα θαύματα αυτά, ώστε κανείς δεν μπορούσε να τα αμφισβητήσει, ούτε κι αυτοί οι Φαρισαίοι, οι οποίοι όμως φρόντιζαν να τα ερμηνεύουν με τον δικό τους τρόπο. Πράγματι, τα θαύματα του Χριστού ήταν μέσα στην καθημερινότητα της επί γης παρουσίας Του. Όπως το σημειώνει και το ευαγγέλιο: «εκήρυσσε το ευαγγέλιον της βασιλείας του Θεού και εθεράπευε πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ». Κήρυγμα και θαύματα πάνε πάντα μαζί, όταν μιλάμε για τον Κύριο. Γι’  αυτό και το θαύμα θεωρείται στην πραγματικότητα προέκταση και επιβεβαίωση του κηρύγματός Του, κάτι ανάλογο ίσως  με τη σφραγίδα ενός εγγράφου, που βεβαιώνει τη γνησιότητά του.
Έτσι φαίνεται πολύ καθαρά ότι όλες οι προσπάθειες που έγιναν παλαιότερα, από προτεστάντες μελετητές της Αγίας Γραφής, να απομυθοποιήσουν, καθώς έλεγαν, το Ευαγγέλιο, δηλαδή να διαγράψουν ως μύθο το θαύμα από το κήρυγμα του Χριστού, έπεσαν στο κενό: αλλοίωσαν δραματικά το ίδιο το ευαγγέλιο και διέστρεψαν το πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αλλά από αιρετικούς που δεν πιστεύουν στη θεότητα του Κυρίου μας, δεν περιμένει κανείς περισσότερα πράγματα.  Ακόμη και σ’  αυτούς όμως τα πράγματα σήμερα έχουν αλλάξει.
2. Ενώ λοιπόν το θαύμα κατανοείται ως «παράθυρο που φανερώνει τη Βασιλεία του Θεού», όπως εύστοχα έχει χαρακτηριστεί, όμως απαρχής αντιμετωπίστηκε μ’  ένα διπλό τρόπο, κάτι που μας το δείχνει και το υπ’ όψιν ευαγγελικό ανάγνωσμα: ο μεν απλός λαός «εθαύμασε» για το θαύμα του Χριστού, θεωρώντας μοναδική την παρουσία Του, οι δε Φαρισαίοι αντέδρασαν δίνοντας τη γεμάτη άρνηση και απιστία ερμηνεία τους: «εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια». Τι σημαίνουν αυτά;
(1) Ο λαός θαυμάζει, γιατί με την απλότητά του πιστεύει ότι το θαύμα φανερώνει ακριβώς την παρουσία του Θεού: ό,τι μόλις παραπάνω επισημάναμε. Κι η στάση του απλού πιστού λαού είναι συνήθως η δοξολογία του ονόματος του Θεού. Αυτό συνιστά και το κριτήριο διάκρισης των αληθινών από τα ψεύτικα θαύματα, τα οποία βεβαίως υφίστανται, αλλά ως προερχόμενα από τις δαιμονικές δυνάμεις: το εκ Θεού θαύμα, το αληθινό, κινητοποιεί τον καλοπροαίρετο άνθρωπο στην αναφορά του προς τον Θεό, το εκ δαιμόνων «θαύμα», το ψεύτικο, πέραν του ότι έχει προσωρινό χαρακτήρα, δημιουργεί φόβο στον άνθρωπο και αποσκοπεί στην υποδούλωση του στον πονηρό. Το ένα φέρνει το «οξυγόνο» της ελευθερίας του Πνεύματος του Θεού, το άλλο φέρνει το «πνίξιμο» της δαιμονικής παρουσίας.
(2)  Οι Φαρισαίοι αντιδρούν και αμφισβητούν, μη αποδεχόμενοι την ενέργεια  του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αποκαλύπτονται λοιπόν τυφλοί πνευματικά, όπως άλλωστε πολλές φορές ο Κύριος τους είχε χαρακτηρίσει έτσι. Διότι η αδυναμία επισημάνσεως της χάριτος του Θεού στην παρουσία και την ενέργεια του Κυρίου, αδυναμία δηλαδή να δουν το φως του Θεού, σημαίνει τη σκοτεινιά της ψυχής τους, την οποία βεβαίως δημιουργούν οι πονηρές δυνάμεις. Ο διάβολος είναι αυτός που κρατάει κλειστά τα «μάτια» των ανθρώπων, λόγω βεβαίως των ενεργουμένων παθών τους, της υπερηφάνειας και του μίσους. Η κατάσταση αυτή συνιστά αυτό που ο Κύριος έχει χαρακτηρίσει  ως βλασφημία του αγίου Πνεύματος. Ποιος άλλος βλασφημεί το Πνεύμα του Θεού, ει μη ο αρνούμενος να αποδεχτεί την ενέργειά Του, συνεπώς ο αμετανόητος; Κι ο Κύριος είπε τα σκληρότερα και φοβερότερα λόγια για την κατάσταση αυτή: δεν πρόκειται ποτέ να λάβει κανείς τη συγχώρηση του Θεού, ούτε στον κόσμο τούτο ούτε στην αιωνιότητα.
Το γεγονός ότι με την ερμηνεία τους οι Φαρισαίοι αποκαλύπτονται οι ίδιοι δαιμονοκρατούμενοι, επιβεβαιώνεται πολλαπλώς σήμερα, ακόμη και εκτός της χριστιανικής πίστεως. Η ίδια η ψυχολογία, ήδη από της αρχής της εμφανίσεώς της ως επιστήμης, έχει μιλήσει για το ψυχολογικό φαινόμενο της «προβολής», δηλαδή το φαινόμενο κατά το οποίο κάποιος ερμηνεύει αυτό που βλέπει με βάση το περιεχόμενο της καρδιάς του: ό,τι έχει μέσα του αυτό και «βλέπει» – το προβάλλει – στους άλλους. Οι Φαρισαίοι λοιπόν αυτό που είχαν – τα δαιμόνια – αυτό και έβλεπαν στον Χριστό.
3. Το θαύμα λοιπόν, για να επανέλθουμε, απαιτεί την πίστη του ανθρώπου, όταν αυτός έχει καλή προαίρεση και η πονηρία δεν έχει διαβρώσει την ψυχή του. Η πίστη που απαιτείται για την αποδοχή του λόγου του Θεού, η ίδια απαιτείται και για την «όραση» του θαύματος. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κύριος, όπως φαίνεται και στη θεραπεία των δύο σήμερα τυφλών, ζητά πάντοτε την πίστη των ανθρώπων, ως εμπιστοσύνη στο πρόσωπό Του, προκειμένου να τους παράσχει τη θεραπευτική χάρη Του. Και μάλιστα ο Κύριος προχωράει και πιο πέρα: «κατά την πίστιν υμών, λέει, γενηθήτω υμίν». Θα βλέπετε δηλαδή ενεργούμενη τη δύναμή μου, κατά την αναλογία της πίστης σας. Μεγάλη πίστη, μεγάλο θαύμα και μεγάλη θεϊκή παρουσία. Μικρή πίστη, λειψό και το αποτέλεσμα. Εν προκειμένω, πρόσωπα καθοδηγητικά για τη μεγάλη πίστη και τα σημάδια της, γίνονται ο ρωμαίος εκατόνταρχος που ζητούσε τη θεραπεία του δούλου του, η Χαναναία γυναίκα που ζητούσε τη θεραπεία της κόρης της.
4. Κι είναι βεβαίως γνωστό σε όλους ότι η πίστη αυτή, που φέρνει τη δραστική παρουσία της χάριτος του Θεού και κινητοποιεί και βουνά, υπάρχει και αυξάνει, στο βαθμό που ο άνθρωπος μπαίνει στην τροχιά της αγάπης, του κεντρικού θελήματος του Θεού γι’ αυτόν. Όσο κανείς αγαπά και αγωνίζεται να εξαλείφει από την καρδιά του οποιαδήποτε πίκρα και κακία κατά των συνανθρώπων του, ακόμη και των εχθρών του, τόσο θα βλέπει να φουντώνει και η πίστη του, συνεπώς το θαύμα θα γίνεται ένα με την ύπαρξή του. Πράγματι, στη ζωή όλων των αγίων μας, λόγω ακριβώς της μεγάλης τους πίστης, ενεργουμένης ως αγάπης, το θαύμα ήταν στοιχείο της φυσικής τους ζωής, της καθημερινότητάς τους.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Προφήτης Μιχαίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Αυγούστου, 2013

Προφήτης Μιχαίας  (14 Αυγούστου)

Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα

Ο Προφήτης Μιχαίας γεννήθηκε στήν πόλη Μορασθή, γι’ αυτό καί ονομάσθηκε Μορασθίτης. Ανήκε στήν φυλή τού Ιούδα καί συγκαταλέγεται μεταξύ τών δώδεκα μικρών Προφητών. Έζησε στήν Ιερουσαλήμ τό 748-696 π.Χ., στά χρόνια τών βασιλέων Ιωάθαμ, Άχαζ καί Εζεκίου, σέ μιά εποχή πού τό βασίλειο τού Ιούδα υπέφερε από συνεχείς επεμβάσεις τών Ασσυρίων. Ήταν σχεδόν σύγχρονος τού Προφήτου Ησαΐα. Τό βιβλίο του, πού γράφηκε στήν εβραϊκή γλώσσα, διακρίνεται γιά τήν γλαφυρότητα καί τήν σαφήνεια τών φράσεών του καί αποτελείται από επτά κεφάλαια. Στά πρώτα τρία κεφάλαια προαναγγέλλεται η καταστροφή τής Σαμά¬ρειας. Στά επόμενα δύο προφητεύεται η σάρκωση τού Λόγου τού Θεού, τού Δευτέρου Προσώπου τής Αγίας Τριάδος. «Καί σύ, Βηθλεέμ, οίκος τού Εφραθά, ολιγοστός εί τού είναι εν χιλιάσιν Ιούδα εκ σού μοι εξελεύσεται τού είναι εις άρχοντα εν τώ Ισραήλ, καί αι έξοδοι αυτού απ αρχής εξ ημερών αιώνος… καί ποιμανεί τό ποίμνιον αυτού εν ισχύϊ Κύριος, καί εν τή δόξη ονόματος Κυρίου Θεού αυτών υπάρξουσι, διότι νύν μεγαλυνθήσονται έως άκρων τής γής». Στά δύο τελευταία κεφάλαια ο Προφήτης ελέγχει τόν λαό τού Ισραήλ, τόν προτρέπει σέ μετάνοια καί υπό τύπον ερωτήσεως τού υπενθυμίζει τό πώς πρέπει νά πορεύεται στήν ζωή του. Τού λέγει: «Τί ζητά από σένα ο Θεός, παρά μόνον νά είσαι δίκαιος, ευσπλαχνικός καί πρόθυμος νά πορεύεσαι σύμφωνα μέ τίς εντολές τού Κυρίου τού Θεού σου;». Αυτή η υπενθύμηση είναι ασφαλώς διαχρονική καί επίκαιρη.

Ο Προφήτης Μιχαίας δέν δίστασε νά ελέγξη τίς παρανομίες τού βασιλέα Αχαάβ, γι’ αυτό καί διώχθηκε αρκετές φορές. Τελικά συνελήφθη καί απαγχονίσθηκε, επί βασιλείας τού γιού του Ιωράμ. Τό σώμα του περισυνέλεξαν οι συγγενείς του καί τό ενταφίασαν στήν Μορασθή.

Ο βίος καί η πολιτεία του μάς δίνουν τήν αφορμή νά τονίσουμε τά ακόλουθα:

Πρώτον. Οι περισσότεροι Προφήτες στήν Παλαιά Διαθήκη είχαν μαρτυρικό τέλος. Αυτό μαρτυρείται από τά συναξάρια, αλλά καί από τόν ίδιο τόν Χριστό, ο οποίος είπε στούς γραμματείς καί φαρισαίους -μετά τά σκληρά εκείνα ουαί πού τούς απηύθηνε- τά εξής: «διά τούτο ιδού εγώ αποστέλλω πρός υμάς προφήτας καί σοφούς καί γραμματείς, καί εξ αυτών αποκτενείτε καί σταυρώσετε καί εξ αυτών μαστιγώσετε εν ταίς συναγωγαίς υμών καί διώξετε από πόλεως εις πόλιν όπως έλθη εφ υμάς πάν αίμα δίκαιον εκχυνόμενον επί τής γής από τού αίματος Άβελ τού δικαίου έως τού αίματος Ζαχαρίου υιού Βαραχίου, όν εφονεύσατε μεταξύ τού ναού καί τού θυσιαστηρίου… Ιερουσαλήμ Ιερουσαλήμ, η αποκτέννουσα τούς προφήτας καί λιθοβολούσα τούς απεσταλμένους πρός αυτήν!» (Ματθ. κγ’, 34-37). Αυτό δείχνει ότι ο κλήρος τών ανθρώπων τού Θεού σέ αυτόν τόν κόσμο είναι οι θλίψεις καί τό μαρτύριο. Αλλά οι θλίψεις τών δικαίων δέν είναι απαράκλητες, αφού τούς επισκιάζει η άκτιστη Χάρη τού Θεού, η οποία τούς παρηγορεί, τούς ενισχύει καί τούς λυτρώνει, όπως τονίζει ο Προφητάναξ Δαυΐδ: «Πολλαί αι θλίψεις τών δικαίων, καί εκ πασών αυτών ρύσεται αυτούς ο Κύριος… λυτρώσεται Κύριος ψυχάς δούλων αυτού» (Ψαλ. λγ’, 20, 23). Καθώς, επίσης, δείχνει ότι όλοι εκείνοι πού δέν αγαπούν τό Φώς, επειδή γίνονται φανερά τά πονηρά έργα τά οποία πράττουν «εν τώ κρυπτώ», δέν μπορούν νά ανεχθούν τό καθαρό καί φωτεινό κήρυγμα τής αγάπης, πού εξαγγέλλουν οι Προφήτες όλων τών εποχών. Γι’ αυτό καί πολεμούν όσους «ορθοτομούν τόν λόγον τής Αληθείας» καί μέ διαφόρους τρόπους προσπαθούν νά τούς φιμώσουν καί νά τούς εξοντώσουν. Ωστόσο όμως υπάρχει καί τό «εκλεκτόν λήμμα», ο νέος Ισραήλ, «ο λαός τού Θεού ο άγιος», πού είναι, όπως λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, οι «βεβαπτισμένοι καί βεβαιόπιστοι». Δηλαδή, όλοι εκείνοι οι οποίοι έχουν βαπτισθή καί αγωνίζονται μέσα στήν Εκκλησία νά ζούν μέ δικαιοσύνη, νά είναι ευσπλαχνικοί καί νά εφαρμόζουν μέ προθυμία τίς εντολές τού Χριστού. Αυτοί αποτελούν τήν «μικράν ζύμην», η οποία ζυμώνει «όλον τό φύραμα», καθώς επίσης καί τό πνευματικό αλάτι πού συγκρατεί τήν κοινωνία από τήν σήψη καί τήν αποσύνθεση.

Δεύτερον. Στήν Παλαιά Διαθήκη ο Προφήτης Μιχαίας προτρέπει τούς ανθρώπους νά είναι δίκαιοι, νά έχουν αγάπη καί νά ζούν σύμφωνα μέ τό θέλημα τού Θεού. Αλλά καί στήν Καινή Διαθήκη ο Χριστός εμακάρισε εκείνους πού πεινούν καί διψούν τήν δικαιοσύνη, καθώς επίσης εδίδαξε τήν τέλεια αγάπη η οποία αγκαλιάζει καί αυτούς ακόμα τούς εχθρούς. Μάλιστα τήν ταύτισε μέ τήν τήρηση τών εντολών Του, λέγοντας ότι «ο έχων τάς εντολάς μου καί τηρών αυτάς ούτός εστιν ο αγαπών με». Η δικαιοσύνη, η ευσπλαχνία καί η τήρηση τών εντολών τού Θεού είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους, επειδή εκείνος ο οποίος αγαπά τόν Θεό καί τηρεί τίς εντολές Του, αυτός αγαπά καί τούς συνανθρώπους του, καθώς καί όλη τήν κτίση, καί αγωνίζεται νά είναι δίκαιος. Άλλωστε, η δικαιοσύνη τού Θεού ταυτίζεται μέ τήν αγάπη Του, καί όταν λέμε ότι ο Θεός είναι δίκαιος, εννοούμε ότι ο Θεός είναι αγάπη. Εάν ο Θεός ήταν δίκαιος μέ τήν νομική έννοια τού όρου, τότε θά τιμωρούμασταν καθημερινά όλοι, αφού συνεχώς αμαρτάνουμε καί ίσως νά μή παρέμενε κανένας ζωντανός πάνω στήν γή.

Όπου υπάρχει αληθινή αγάπη, η οποία είναι ταυτόσημη μέ τήν θυσία, εκεί υπερβαίνεται τό δίκαιο. Αντίθετα, όταν μειώνεται ή χάνεται η αγάπη τότε ο καθένας ψάχνει νά βρή τό δίκαιό του. Π.χ. μιά μητέρα πού αγαπά αληθινά τό παιδί της δέν ψάχνει νά βρή τό δίκαιό της, αλλά θυσιάζεται γιά τό παιδί της, έστω καί άν τήν έχη πικράνει μέ τόν έναν ή τόν άλλον τρόπο, επειδή η αληθινή αγάπη σκεπάζει καί υπομένει τά πάντα. Αλλά καί μεταξύ τών συζύγων όταν παύση νά υπάρχη η αγάπη, τότε καταφεύγουν στήν δικαιοσύνη καί ο καθένας ψάχνει νά βρή τό δίκαιό του.

Τό κήρυγμα τής δικαιοσύνης, τής αγάπης καί τής υπακοής στόν Τριαδικό Θεό, τήν Εκκλησία καί τούς εκκλησιαστικούς θεσμούς, σέ μιά κοινωνία στήν οποία επικρατούν οι μηχανορραφίες, οι δολοπλοκίες, η ανειλικρίνεια καί τό ατομικό συμφέρον, σίγουρα προκαλεί αντιδράσεις. Αλλά ριζώνει, ανθίζει καί καρποφορεί εκεί πού υπάρχει αγαθή διάθεση, ταπείνωση καί ειλικρίνεια.

ΙΟΥΛΙΟΣ 2013

http://www.parembasis.gr/2013/13_07_06.htm

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΙΜΑ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Αυγούστου, 2013

“Η Παντάνασσα”, ψηφιδωτό. Βρίσκεται στον Ιερό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνα Αιγάλεω. Έργο του Λαμιώτικου ζεύγους καλλιτεχνών, αγιογράφων, ψηφιδοτοποιών και συντηρητών Θεόδωρου και Ένζας Μώρη
Σε λίγες μέρες η εκκλησία μας θα τιμήσει την κοίμηση του πιο αγαπητού προσώπου της, μετά τον Τριαδικό Θεό. Την μάννα όλων μας, την Παναγία.
Θέλοντας και εμείς να αποδώσουμε ένα είδος τιμής στο πρόσωπό της σκεφτήκαμε να ασχοληθούμε, πως μέσα από την Παναγία η εκκλησία μας τιμά την γυναίκα.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ
Είναι γνωστό σε όλους πως η θέση της γυναίκας στον αρχαίο κόσμο ήταν υποτιμημένη. Υπήρχε μόνο να τεκνοποιεί και να ασχολείται αποκλειστικά με τις οικιακές εργασίες οι οποίες λόγω της έλλειψης τεχνολογίας ήταν άκρως κοπιαστικές. Η δυνατότητα μόρφωσής της και κοινωνικής ζωής ήταν ανύπαρκτη αφού τον περισσότερο χρόνο της τον περνούσε στο σπίτι. Άλλωστε ένα τμήμα του σπιτιού χρωστάει το όνομά του σ’ αυτήν (ο γυναικωνίτης).
Υπήρχαν βέβαια και κοινωνίες (π.χ. Σπάρτη) όπου η θέση της γυναίκας ήταν καλύτερη με κάποια στοιχεία υποτυπώδους μόρφωσης και κοινωνικής ζωής. Όμως αυτά ήταν εξαιρέσεις που απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Εξαίρεση σε όσα περιγράψαμε πιο πάνω δεν αποτέλεσε ούτε η ιουδαϊκή κοινωνία. Παρόλο που η γλαφυρή διήγηση της Γένεσης για την δημιουργία της Εύας από το πλευρό του Αδάμ σήμαινε την ισοτιμία ανδρός και γυναικός, οι άνδρες Ιουδαίοι κάθε άλλο παρά το ελάμβαναν υπόψη. Το αντίθετο μάλιστα. Ήθελαν τις γυναίκες παντελώς υποταγμένες σ’αυτούς. Η μαρτυρία τους στα δικαστήρια δεν λαμβάνονταν υπόψη και απαγορεύονταν στους άντρες να τις μιλούν στο δρόμο! Πολλοί Ιουδαίοι κλείνοντας την προσευχή τους έλεγαν: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου που δεν μ’ έκανες γυναίκα!»
ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ
Σ’ αυτόν λοιπόν τον κόσμο κάνει την εμφάνισή του ο Χριστιανισμός. Με την διδασκαλία του και την ζωή των πιστών του βάζει βόμβα στα θεμέλια του τότε κόσμου και βοηθάει να ξεπεραστούν παγιωμένες αντιλήψεις για την θέση της γυναίκας. Εκείνος βέβαια ο οποίος δίνει το έναυσμα για την αλλαγή στάσης στην αντιμετώπιση της γυναίκας είναι ό ίδιος ο Χριστός. Δείχνει για τις γυναίκες και τα παιδιά, τις πιο υποβαθμισμένες τάξεις εκείνης της εποχής μια ιδιαίτερη αδυναμία.
Είναι ο πρώτος και μοναδικός ραββί (δάσκαλος), που έχει γυναίκες μαθήτριες (Μαρία Μαγδαληνή, Σαλώμη, Σουζάνα κ.λ.π.). Επαινεί την χήρα που ρίχνει στο θησαυροφυλάκιο του Ναού ένα δίλεπτο ως δωρεά. Ανασταίνει το γιο της χήρας από την κωμόπολη Ναΐν. Και το κορυφαίο όλων. Συγχωρεί την μοιχαλίδα που του φέρνουν οι εξαγριωμένοι Ιουδαίοι μπροστά του για λιθοβολισμό, θυμίζοντας πως η αμαρτία είναι κοινό κτήμα ανδρών – γυναικών με την περίφημη φράση «ο αναμάρτητος ας ρίξει πρώτος την πέτρα». Τέλος όταν ανασταίνεται εμφανίζεται πρώτα στις γυναίκες.
Την θέση του Χριστού αργότερα παίρνουν οι μαθητές του, που μέσα από τα κείμενα της Καινής Διαθήκης διακηρύττουν την ισοτιμία μπροστά στο Θεό όλων των ανθρώπων. Και σιγά – σιγά μέσα και από προσωπικούς αγώνες των ίδιων των γυναικών, η γυναίκα τουλάχιστον στον Δυτικό κόσμο παίρνει την θέση που της αρμόζει.
Η ΔΕ ΓΥΝΗ ΙΝΑ ΦΟΒΕΙΤΑΙ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ
Υπάρχουν δύο αποστροφές από ένα χωρίο (κομμάτι) της επιστολής προς Εφεσίους του Αποστόλου Παύλου που διαβάζεται ως ευαγγελικό ανάγνωσμα κατά την ακολουθία του γάμου και οι οποίες έγιναν αιτία να κατηγορηθεί ο Παύλος –και κατ’ επέκταση ο Χριστιανισμός – ως μισογύνης και πολέμιος της ισότητας της γυναίκας. Τα επίμαχα αυτά σημεία είναι τα εξής: «Οι γυναίκες να υποτάσσονται στους άντρες του ….» στίχος 22 από το κεφάλαιο 5, και «η δε γυναίκα να φοβάται τον άντρα της» στίχος 33 από το ίδιο κεφάλαιο .
Πράγματι εκ πρώτης όψεως ιδωμένα τα συγκεκριμένα αυτά σημεία όχι μόνο δείχνουν υποτίμηση στο πρόσωπο της γυναίκας αλλά έγιναν και αιτία καταπίεσης και κακομεταχείρισης της γυναίκας εκ μέρους πολλών αντρών.
Πριν προχωρήσουμε να αναλύσουμε τα επίμαχα αυτά σημεία πρέπει να ξεκαθαρίσουμε εξ αρχής το εξής. Ο Παύλος ούτε μισογύνης είναι, ούτε πολέμιος της ισότητας της γυναίκας. Γιατί αν είναι έτσι τα πράγματα όπως παρουσιάζονται τότε ο Παύλος θα αντέφασκε με τον ίδιο του τον εαυτό. Επειδή στην προς Γαλάτας επιστολή του, κεφάλαιο 3, στίχος 28 διακηρύττει : «Δεν υπάρχει Ιουδαίος ούτε Έλλην, δεν υπάρχει δούλος ούτε ελεύθερος, δεν υπάρχει άνδρας και γυναίκα, διότι όλοι είστε ένας άνθρωπος εν Χριστώ Ιησού».Τότε τι συμβαίνει;
Πολύ απλά, τα επίμαχα αυτά σημεία αν τα δει κάποιος ξεκομμένα και μόνα τους δεν του αφήνουν καμιά αμφιβολία πως υποτιμούν την γυναίκα. Αν τα δει όμως σε συνάρτηση με τους άλλους στίχους της επιστολής τότε σχηματίζει τελείως διαφορετική γνώμη.
O Παύλος γνωρίζει πολύ καλά πως για να επιβιώσει η οικογένεια χρειάζεται τις Χριστιανικές αρετές της γυναίκας, που είναι η σεμνότητα και η ταπεινοφροσύνη και τις οποίες καλείται να μεταδώσει στα παιδιά της. Άξιο μνείας επίσης είναι πωςη υποταγή της γυναίκας στον άντρα είναι σχετική, και μόνον εφόσον αυτός την αγαπάει και της φέρεται Χριστιανικά. Γιατί αλλιώς μπαίνει σε εφαρμογή το:«Είναι προτιμότερο να πειθαρχούμε στον Θεό παρά στους ανθρώπους». Πράξεις των Αποστόλων, κεφάλαιο 5, στίχος 30.Το ότι ο Παύλος με την λέξη υποταγήεννοεί την αρετή της ταπεινοφροσύνης –κύριο γνώρισμα του Χριστιανισμού – την οποία πρέπει να έχουν όλοι ανεξάρτητα αν είναι άντρες ή γυναίκες, φαίνεται από τον αμέσως προηγούμενο στίχο της επιστολής: « Να ευχαριστείτε τον Θεό και Πατέρα πάντοτε για το κάθε τι στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, και να υποτάσσεστε ο ένας εις τον άλλον με φόβο Χριστού». Επιστολή προς Εφεσίους, κεφάλαιο 5, στίχοι 20 – 21.Επίσης με τους παρακάτω στίχους της επιστολής που έπονται του στίχου 22 δεν αφήνει καμιά αμφιβολία γιατί το τι πράγματι εννοεί. Επειδή παραγγέλνει στους άντρες να αγαπούν τις γυναίκες τους αλλά όχι με οποιαδήποτε αγάπη. Με μια αγάπη που ξεπερνάει τα ανθρώπινα όρια. «Όπως ο Χριστός αγάπησε την εκκλησία..». Δεν είναι δυνατόν λοιπόν σε μια τέτοια σχέση αγάπης να υπάρχει η υποτίμηση και η περιφρόνηση του άλλου.
Τώρα όσον αφορά τον περίφημο στίχο «η δε γυναίκα να φοβάται τον άντρα» δεν έχουμε να πούμε και πολλά. Επειδή η λέξη φόβος στα αρχαία Ελληνικά δεν σημαίνει μόνο το φόβο αλλά και το σεβασμό. Γιατί αν εννοούσε τον φόβο θα ήταν ακατανόητοι όλοι οι προηγούμενοι στίχοι που μιλούν όπως είπαμε για την αγάπη του άντρα προς την γυναίκα του. Σύμφωνα δε και με τη Γραφή «η αγάπη έξω διώχνει τον φόβο».
ΤΟ ΑΒΑΤΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
Με την λέξη άβατο εννοούμε την απαγόρευση της εισόδου σε χώρους, τόπους, κτίρια που θεωρούνται ιερά. Σημειωτέον το άβατο ίσχυε για όλους τους λαούς και για όλες τις εποχές. Η απαγόρευση αυτή ποικίλει. Μπορεί να αναφέρεται σε φύλλα (γυναίκες – άνδρες), ηλικία (μικροί – μεγάλοι) κ.λ.π.
Στην Ορθοδοξία το άβατο ισχύει συνήθως για τις μονές ή για ένα τμήμα του Ναού π.χ. Ιερό Βήμα. Έτσι π.χ. δεν μπορεί να παραμείνει το βράδυ, άντρας σε κάποιες γυναικείες μονές και το αντίστοιχο γυναίκα σε αντρικό μοναστήρι ή να εισέλθει κάποιος λαϊκός στο Ιερό Βήμα κ.λ.π.
Εκεί βέβαια που γίνεται πολύς λόγος και ακούγονται μύρια όσα, είναι για το άβατο που ισχύει στο Άγιο Όρος για τις γυναίκες. Πολλοί βλέπουν ανισότητα σ’ αυτή την απαγόρευση και καταφρόνηση της γυναίκας. Δεν υπάρχει ψευδέστερο τούτου γιατί ως γνωστό το Άγιο Όρος είναι αφιερωμένο στην πιο γλυκιά γυναίκα που υπήρξε ποτέ, την Παναγία. Άλλωστε «περιβόλι της Παναγίας» καλείται.Η απαγόρευση βέβαια ισχύει για πρακτικούς λόγους περισσότερο παρά για οτιδήποτε άλλο. Γιατί ενώ ο χώρος στην οποιαδήποτε μονή εκτός του Αγίου Όρους μπορεί να ελεγχθεί, επειδή είναι περιορισμένος κάτι ανάλογο δεν μπορεί να συμβεί στο Άγιο Όρος. Επειδή όχι μόνο η έκτασή του είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη με την οποιαδήποτε μονή αλλά υπάρχουν και εκατοντάδες μοναχοί που ζουν εκτός των μονών του Αγίου Όρους, σε διάφορα κελιά (σκήτες), σε σπηλιές και σε άλλα ιδιόρρυθμα οικήματα.
Και αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, είναι εύκολο να φανταστεί κανείς, το τι τεράστια πρόκληση θα ήταν για τους εκεί μοναχούς, η είσοδος χιλιάδων γυναικών, όταν δε πολλές από αυτές θα ήταν και προκλητικά ντυμένες, ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες.
Και επιτέλους! Μπορεί συνέχεια να μιλάμε για τα δικαιώματά μας θα πρέπει όμως να σκεφτούμε και να σεβαστούμε και τα δικαιώματα των μοναχών του Αγίου Όρους που επέλεξαν αυτό τον τρόπο ζωής. 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Λογισμοί και πλάνη – Ἅγ.Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Αυγούστου, 2013

Νὰ θυμᾶσαι καὶ νὰ φοβᾶσαι δύο λογισμούς. Ὁ ἕνας λέει: «Εἶσαι ἅγιος»·καὶ ὁ ἄλλος: «Δὲν θὰ σωθεῖς». Κι οἱ δύο αὐτοὶ λογισμοὶ προέρχονται ἀπὸ τὸν ἐχθρό, καὶ δὲν ἔχουν ἀλήθεια μέσα τους. Ἐσύ, ὅμως, νὰ σκέφτεσαι: «Ἐγὼ εἶμαι μεγάλος ἁμαρτωλός, ἀλλὰ ὁ Ἐλεήμων Κύριος ἀγαπᾶ πολύ τούς ἀνθρώπους καὶ θὰ συγχωρέσει καὶ σ΄ ἐμένα τὶς ἁμαρτίες μου».
  Πίστευε ἔτσι, καὶ θὰ γίνει σύμφωνα μὲ τὴν πίστη σου: Θὰ σὲ συγχωρήσει ὁ Κύριος. Μὴ βασίζεσαι, ὅμως, στοὺς προσωπικούς σου ἀγῶνες, ἔστω καὶ ἂν εἶσαι μεγάλος ἀσκητής. Ἕνας ἀσκητής μου ἔλεγε: «Βεβαίως θὰ ἐλεηθῶ, γιατί κάνω τόσες μετάνοιες τὴν ἡμέρα». Ὅταν, ὅμως, ἦρθε ὁ θάνατος, «διέρρηξε τὰ ἱμάτιά του».
  Ὄχι, λοιπόν, γιὰ τὶς ἀσκήσεις μας, ἀλλὰ δωρεάν, κατὰ τὴ χάρη Του ἐλεεῖ ὁ Κύριος. Ὁ Κύριος θέλει τὴν ψυχὴ νὰ εἶναι ταπεινή, ἄκακη, καὶ νὰ συγχωρεῖ τοὺς πάντες μὲ ἀγάπη· τότε καὶ ὁ Κύριος συγχωρεῖ μὲ χαρά. Ὁ Κύριος τούς ἀγαπᾶ ὅλους, καὶ ἐμεῖς ὀφείλουμε νὰ Τὸν μιμούμαστε καὶ νὰ ἀγαποῦμε τοὺς πάντες, καὶ ἂν δὲν μποροῦμε, τότε πρέπει νὰ Τὸν παρακαλοῦμε, καὶ ὁ Κύριος δὲν θὰ ἀρνηθεῖ, ἀλλὰ θὰ βοηθήσει μὲ τὴ χάρη Του. 
 Ὅταν ἤμουν ἀκόμα ἀρχάριος, γνώρισα τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἀπερίγραπτη. Ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται σὺν Θεῷ καὶ ἐν Θεῷ, καὶ τὸ πνεῦμα χαίρεται γιὰ τὸν Κύριο, ἔστω καὶ ἂν τὸ σῶμα ἀποκάμνει ἀπὸ τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Μπορεῖς, ὅμως, νὰ χάσεις αὐτὴν τὴν χάρη καὶ μὲ ἕναν κακὸ λογισμό.
  Μὲ τὸν κακὸ λογισμὸ εἰσέρχεται μέσα μας μία ἐχθρικὴ δύναμη, καὶ τότε σκοτίζεται ἡ ψυχὴ καὶ τὴ βασανίζουν κακὲς σκέψεις. Τότε ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται τὴν ἀπώλειά του καὶ καταλαβαίνει ὅτι ὁ ἴδιος, χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, εἶναι μόνο «γῆ καὶ σποδός».
  Ἡ ψυχὴ ποὺ γνώρισε τὸν Κύριο, μαθαίνει ἀπὸ τὴ μακροχρόνια πείρα της, ὅτι, ἂν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές, τότε αἰσθάνεται, ἔστω καὶ λίγο, τὴ χάρη μέσα του κι ἔχει παρρησία στὴν προσευχή. Ἄν, ὅμως, ἁμαρτήσει μὲ κάποιον λογισμὸ καὶ δὲν μετανοήσει, τότε κρύβεται ἡ χάρη καὶ ἡ ψυχὴ θρηνεῖ καὶ ὀδύρεται ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ.
 Ἔτσι ἡ ψυχὴ διέρχεται ὅλη της τὴ ζωὴ στὸν ἀγώνα μὲ τοὺς λογισμούς. Ἐσύ, ὅμως, μὴ μένεις στὴν ἀκηδία ἐξαιτίας τοῦ ἀγώνα, γιατί ὁ Κύριος ἀγαπᾶ τὸν ἀνδρεῖο ἀγωνιστή.
 Πονηροὶ λογισμοὶ καταπονοῦν τὴν ὑπερήφανη ψυχή, καὶ ἂν δὲν ταπεινωθεῖ, δὲν θὰ βρεῖ ἀνάπαυση ἀπὸ αὐτούς. Ὅταν ἁμαρτωλοὶ λογισμοὶ σὲ πολιορκοῦν, φώναζε πρὸς τὸν Θεὸ σὰν τὸν Ἀδάμ: «Κύριε, Ποιητή μου καὶ Πλάστη μου, βλέπεις ὅτι ἡ ψυχή μου τυραννιέται ἀπὸ τοὺς λογισμούς… Ἐλέησέ με». Καὶ ὅταν στέκεσαι ἐνώπιόν τοῦ Δεσπότου, νὰ θυμᾶσαι πάντα ὅτι Αὐτὸς θὰ ἐκπληρώσει ὅλα τὰ αἰτήματά σου, ἂν εἶναι ὠφέλιμα σὲ σένα.
 Ἦρθαν σύννεφα, κρύφτηκε ὁ ἥλιος καὶ σκοτεινίασε. Ἔτσι γιὰ ἕνα λογισμὸ ὑπερηφάνειας στερεῖται ἡ ψυχὴ τὴ χάρη καὶ τὴν καλύπτει τὸ σκοτάδι. Ἀλλὰ καὶ πάλι μὲ ἕναν ταπεινὸ λογισμὸ ἐπανέρχεται ἡ χάρη. Αὐτὸ τὸ γνώρισα ἐκ πείρας.
Νὰ ξέρεις ὅτι, ἂν ὁ λογισμός σου συνηθίζει νὰ παρατηρεῖ ἀνθρώπους, πῶς ζεῖ ὁ ἕνας ἢ ὁ ἄλλος, αὐτὸ εἶναι ἔνδειξη ὑπερηφάνειας.
 «Πρόσεχε τὸν ἑαυτό σου». Παρατήρησε τὸν ἑαυτό σου καὶ θὰ δεῖς: Μόλις ἡ ψυχὴ ἀποκτήσει ἔπαρση ἔναντι τοῦ ἀδελφοῦ, ἀμέσως ἀκολουθεῖ κάποιος λογισμὸς ὄχι εὐάρεστος στὸν Θεό, καὶ αὐτό, γιὰ νὰ ταπεινωθεῖ ἡ ψυχή.
Ἄν, ὅμως, δὲν ταπεινωθεῖ, τότε ἔρχεται ἕνας μικρὸς πειρασμός.
Καὶ ἂν πάλι δὲν ταπεινωθεῖ, ἀρχίζει ὁ πόλεμος τῆς σαρκός.
Καὶ ἂν πάλι δὲν ταπεινωθεῖ, τότε πέφτει πάλι σὲ κάποιο μικρὸ ἁμάρτημα.
Ἂν καὶ τότε δὲν ταπεινωθεῖ, θὰ ἔλθει μεγαλύτερη ἁμαρτία.
Κι ἔτσι θὰ ἁμαρτάνει, ὡσότου ταπεινωθεῖ.
  Μόλις, ὅμως, ταπεινωθεῖ, ἀμέσως θὰ δώσει ὁ Ἐλεήμων Κύριος στὴν ψυχὴ εἰρήνη καὶ κατάνυξη, καὶ τότε θὰ περάσουν ὅλα τὰ κακὰ καὶ θὰ ἀπομακρυνθοῦν ὅλοι οἱ ἐχθρικοὶ λογισμοί. Ἔπειτα, ὅμως, πρέπει νὰ κρατᾶς μὲ ὅλες σου τὶς δυνάμεις τὴν ταπείνωση, ἀλλιῶς θὰ ξαναπέσεις στὴν ἁμαρτία.
 Βλέποντας ὁ Κύριος ὅτι ἡ ψυχὴ δὲν εἶναι στερεωμένη στὴν ταπείνωση, ἀπομακρύνει τὴ χάρη, ἀλλὰ ἐσὺ μὴ φοβᾶσαι: Ἡ χάρη εἶναι μέσα σου, ἀλλὰ κρυμμένη. Μάθε νὰ σταματᾶς ἀμέσως τοὺς λογισμούς. Ἄν, ὅμως, ξεχάσεις καὶ δὲν τοὺς διώξεις ἀμέσως, τότε πρόσφερε μετάνοια. Κοπίασε σὲ αὐτό, γιὰ νὰ ἀποκτήσεις τὴ συνήθεια. Ἡ ψυχὴ ἀποκτᾶ συνήθεια, ἂν τὴν διδάξεις, καὶ ἐνεργεῖ ἔτσι σὲ ὅλη της τὴ ζωή.
 Ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἔχει ἀγαθοὺς λογισμοὺς καὶ ὁ πονηρὸς πονηρούς. Ὅλοι, ὅμως, ὀφείλουν νὰ μάθουν τὸν πόλεμο μὲ τοὺς λογισμούς, καὶ νὰ μάθουν νὰ μετατρέπουν τοὺς κακοὺς λογισμοὺς σὲ ἀγαθούς. Αὐτὸ εἶναι σημάδι πεπειραμένης ψυχῆς.
Ρωτᾶς πῶς γίνεται αὐτό;
 Νά! Ὅπως ὁ ζωντανὸς ἄνθρωπος αἰσθάνεται πότε κρυώνει καὶ πότε ζεσταίνεται, τὸ ἴδιο καὶ ὅποιος γνώρισε ἐκ πείρας τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀκούει πότε ὑπάρχει στὴν ψυχή του ἡ χάρη καὶ πότε ἔρχονται τὰ πονηρὰ πνεύματα.
Ὁ Κύριος δίνει στὴν ψυχὴ τὴ σύνεση νὰ ἀναγνωρίζει τὴν ἔλευσή Του καὶ νὰ Τὸν ἀγαπᾶ καὶ νὰ κάνει τὸ θέλημά Του. Ἐπίσης ἡ ψυχὴ ἀναγνωρίζει τοὺς λογισμοὺς τοῦ ἐχθροῦ ὄχι ἀπὸ τὴν ἐξωτερική τους μορφή, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐπενέργειά τους στὴν ψυχή.
Οἱ ἐχθροὶ εὔκολα ἐξαπατοῦν ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει τὴν πείρα αὐτή.
 Οἱ ἐχθροὶ ἔπεσαν ἀπὸ ὑπερηφάνεια καὶ μᾶς παρασύρουν στὴν ἴδια πτώση, ὑποβάλλοντας λογισμοὺς ἐπαίνου. Καὶ ἂν ἡ ψυχὴ δεχθεῖ τὸν ἔπαινο, τότε ἡ χάρη φεύγει, ἐφόσον δὲν ταπεινώνεται ἡ ψυχή. Καὶ ἔτσι σὲ ὅλη τὴ ζωὴ ὁ ἄνθρωπος θὰ μαθητεύει στὴν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ. Ἂν δὲν τὸ μάθει αὐτὸ ἡ ψυχή, δὲν θὰ γνωρίσει ἀνάπαυση ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς καὶ δὲν θὰ μπορέσει νὰ προσευχηθεῖ μὲ καθαρὸ νοῦ.
Ἀπὸ τὸ βιβλίο, «Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης»:
Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου ΕΣΣΕΞ,

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΔΙΨΑΣΜΕΝΟΙ ΓΙΑ ΛΙΓΗ ΛΑΜΨΗ ΟΡΟΥΣ ΘΑΒΩΡ

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Αυγούστου, 2013

 
Άπλες αμάλαγες του Ιουνίου νομάδες άνεμοι
Χαρακωμένα καστανά χώματα που ανεβήκαμε
Διψασμένοι για λίγη λάμψη όρους Θαβώρ
(Οδ. Ελύτης, «Παλίντροπον», Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά)
                 Λιγοστοί θυμόμαστε τη γιορτή της Μεταμόρφωσης. Το γεγονός, ίσως. Την λάμψη του Θαβώρ όμως ακόμη πιο λίγοι τη διψούμε.  «Καθώς ηδύναντο», μας λέει το απολυτίκιο. Κι επειδή εμείς «δεν», μένουμε  στην αφήγηση. Χωρίς να μπορούμε να συλλάβουμε το σκοπό της λάμψης.  Την πρόσκληση για σχέση τόσο εν ζωή όσο και μετά θάνατον. Με γνώμονα το νόμο και την έξοδο εκ γης Αιγύπτου, όπως έκανε ο Μωυσής. Με γνώμονα την προφητεία και την άνοδο στον ουρανό, όπως ο Ηλίας.
                Ολοένα και περισσότερο παραμένουμε κολλημένοι στη γη. Στο έδαφος. Δυσκολευόμαστε να ανεβούμε. Λες και η άνοδος δεν μας αφορά. Δυσκολευόμαστε να σκεφτούμε τι σημαίνει ακολουθώ το Χριστό, γιατί διψώ για τη λάμψη Του. Διψώ για Φως. Να μη μείνουν τα ιμάτιά μου στο χρώμα του κόσμου, στο χρώμα του σκοταδιού είτε αυτό λέγεται αμαρτία, είτε απόγνωση, είτε κρίση, είτε απουσία αγάπης και κοινωνίας, αλλά να γίνουν «λευκά ως το φως», να βγάλουν χαρά, θερμότητα, κάθαρση, ματιά αιωνιότητας.
                Ολοένα και περισσότερο λησμονούμε ότι κληθήκαμε να ανεβαίνουμε καστανά χώματα. Να αφήνουμε την άσφαλτο και τους τροχούς που μικραίνουν τις αποστάσεις και μας κάνουν να μην κουραζόμαστε και να χρησιμοποιήσουμε τα πόδια, τις αισθήσεις μας, του σώματος και της ψυχής, για να δούμε την λάμψη Του. Να αφήσουμε κατά μέρος τις μέριμνες.  Να ανοιχτεί η καρδιά μας. Προς Εκείνον. Προς την Αγάπη. Προς τη Ζωή που μας δίνει. Να ανοιχτεί  η ψυχή μας στο θαύμα. Αυτό που νικά τον θάνατο αιώνια. Και μας χαρίζει μίαν άλλη θέαση.
                Λίγη λάμψη όρους Θαβώρ. Τούτες τις μέρες καταλαβαίνουμε πόσο διαφορετικοί είμαστε οι χριστιανοί από το πνεύμα του κόσμου. Και πόσο αυτό το πνεύμα μάς κρατά  καρφωμένους στο δήθεν. Ας πάρουμε τα βήματά μας. Μπορούμε. Κι Εκείνος θα μας χαρίσει και θα μας χαριστεί. Όπως στους Αποστόλους και τους Αγίους. Μέσα στη νεφέλη που δεν φέρνει βροχή, αλλά Φως. Κι εδώ το θαύμα. Ξεδιψάμε πίνοντας Φως. Πίνοντας λίγη από τη λάμψη. Που δεν θα πάψει να μας μεταμορφώνει. Αρκεί…
Κέρκυρα, 7 Αυγούστου 2013
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »