kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Οι Νεομάρτυρες

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Αυγούστου, 2013

Απαγχονισμός Αγίου Νεομάρτυρα Αργυρίου-Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου Επανωμή Θεσσαλονίκης Φωτό:diakonima.gr

Απαγχονισμός Αγίου Νεομάρτυρα Αργυρίου-Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου Επανωμή Θεσσαλονίκης Φωτό:diakonima.gr

Η ορολογία «Νεομάρτυρας» εμφανίζεται στην Εκκλη­σιαστική Γραμματεία αμέσως μετά τις εικονομαχικές έριδες, προκειμένου να διαχωρίσουν τους μάρτυρες της εποχής εκεί­νης από τους παλαιούς.

Σήμερα όμως χρησιμοποιείται ο όρος αυτός για τους μάρ­τυρες εκείνους που ήθλησαν κατά την περίοδο από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι και την απελευθέρωση της Ελλάδας. Στη χορεία των Νεομαρτύρων της περιόδου αυτής συμπεριλαμβάνονται όχι μόνο Έλληνες αλλά και Γεωργιανοί, Αιγύπτιοι, Σέρβοι, Βούλγαροι και Ρώσοι χριστιανοί, καθώς και Τούρκοι που ασπάσθηκαν το χριστιανισμό.

Βασικά η κύρια αιτία των αιματηρών φρικαλεοτήτων της περιόδου αυτής υπήρξε η μισαλλοδοξία και ο θρησκευτικός φανατισμός των Τούρκων. Κάθε χριστιανός που καταδικάζο­νταν από τα τούρκικα δικαστήρια, για οποιαδήποτε αιτία, αφήνονταν αμέσως ελεύθερος αν δεχόταν να αρνηθεί την Ορθοδοξία και να ασπασθεί το μουσουλμανισμό. Ο αρνησίχριστος απαλλάσσονταν από κάθε φορολογία, απολάμβανε ιδιαί­τερες τιμές και διακρίσεις και του δίδονταν η ευκαιρία να ανέλθει και σε ανώτατα αξιώματα της πολιτείας.

Μερικές αιτίες και αφορμές που μπορούσαν να οδηγήσουν στο δίλημμα του εξισλαμισμού ή του μαρτυρίου ήταν:

Η απλή φιλονικία χριστιανού με Τούρκο.

Η συκοφαντία σχετικά με τυχών σχέσεις χριστιανού με μουσουλμάνιδα.

Η αμφίεση Χριστιανού, έστω για αστείο, με τούρκικα ενδύματα.

Ο φθόνος των Τούρκων για το σωματικό κάλλος, τη σωφροσύνη και την ευσέβεια των χριστιανών νέων.

Η ακόλαστη διάθεση των Τούρκων και ιδιαίτερα των Γενίτσαρων σε βάρος χριστιανών νεανίδων ή μουσουλμανίδων εναντίον χριστιανών νέων.

Ο φανατισμός του τούρκικου όχλου.

Η αποστολική και κοινωνική δράση κληρικών και μοναχών.

Οι επαναστάσεις και οι ανταρσίες.

Ο ενθουσιασμός και ο πόθος των χριστιανών για μαρ­τύριο.

Η προσέλευση των πρώτων χριστιανών στο μαρτύριο και η γενναία αντιμετώπιση των σκληρών βασανιστηρίων εντυπωσίαζε βαθειά τους πιστούς και τους γέμιζε με αισθήματα θαυμασμού, υπερηφάνειας, συμπόνιας και αγάπης για τους Μάρτυρες. Δεν έμειναν όμως ανεπηρέαστοι και οι ειδωλολάτρες θεατές. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που οι φύλακες ή οι βασανιστές των Μαρτύρων ομολόγησαν και αυτοί πίστη στο Χριστό και στη συνέχεια αναδείχθηκαν Μάρτυρες.

Αν και επίσημα από την Εκκλησία έχουμε μέχρι σήμερα λίγες αναγνωρίσεις Νεομαρτύρων, εν τούτοις στη συνείδηση του χριστεπώνυμου λαού τιμάται η μνήμη όλων εκείνων των μαρτύρων, που αντιτάχθηκαν στην προσπάθεια των Τούρκων να εκριζώσουν τη χριστιανική πίστη. Πολλοί λόγιοι άνδρες έχουν συντάξει ασματικές ακολουθίες των Νεομαρτύρων αυ­τών.

Τα ιερά λείψανα των ηρώων αυτών της πίστεώς μας εντα­φιάζονταν με τιμές από τους πιστούς, ενώ σε κάποιες περι­πτώσεις εξαγοράζονταν από τούς χριστιανούς αντί μεγάλης αμοιβής που προσέφεραν στους Τούρκους. Σήμερα φυλάσσο­νται σε πολύτιμες λάρνακες ως μαργαριτάρια της πίστεώς μας και παρέχονται στους πιστούς προς ασπασμό, ως ευλογία και άγιασμό τους. Ναοί ανεγείρονται προς τιμήν τους, εικόνες ιστορούν την άθλησή τους, ενώ καθιερώνονται τοπικές εορτές στον τόπο της γεννήσεώς των ή του μαρτυρίου τους.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν προβάλλει τους μάρτυρές της, για να λαμπρύνει μόνο το τελετουργικό της ή για να τους τιμήσει με ιδιαίτερες εορταστικές εκδηλώσεις. Ο κύριος λό­γος της προβολής και του εορτασμού τους, όπως και όλων των αγίων, είναι παιδαγωγικός και αγιαστικός. Οι πιστοί διδάσκονται τα κατορθώματα των μαρτύρων, για να είναι έ­τοιμοι, αν χρειασθεί, να τους μιμηθούν.

Σήμερα οι εξωτερικές συνθήκες δημιουργούν όλο και πιο πολλά εμπόδια στο να ζήσει κανείς στην πληρότητά της την εν Χριστώ ζωή. Οι ολοκληρωτικές πολιτικές ιδεολογίες προ­σπαθούν να εμφυσήσουν στο σύγχρονο άνθρωπο το δικό τους τρόπο σκέψης και να μεταμορφώσουν τα άτομα σε πειθήνιες αγέλες από φανατισμένους οπαδούς. Από την άλλη μεριά η καταναλωτική κοινωνία και ο τεχνοκρατικός πολιτισμός προ­βάλλουν το δικό τους ιδιόμορφο ευδαιμονισμό, που νεκρώνει τα ιδανικά, θεριεύει τη μανία για τα υλικά αγαθά και αποκτηνώνει τον άνθρωπο.

Παρατηρώντας σήμερα προσεκτικά τα «σημεία των και­ρών» πρέπει να μην ετοιμαζόμαστε μόνο για το «μαρτύριο της συνειδήσεως». Ίσως δεν είναι πολύ μακρυά ο χρόνος που θα κληθούν και πάλι οι χριστιανοί να απαντήσουν στην ερώτηση του Κυρίου προς τους Αποστόλους· «Δύνασθε πιείν το ποτήριον, ο εγώ μέλλω πιείν;» (Ματθ. 20, 22). Τότε θα φανεί ποιά είναι τα πραγματικά παιδιά του Θεού.

Πηγή: Πρωτοπρεσβυτέρου Αθανασίου Δ. Κατζιγκά, Ο Νεομάρτυς Άγιος Αργύριος ο Επανωμίτης, Έκδοση Προσκυνηματικού Ναού Αγίου Αργυρίου, Επανομή 1999.

diakonima.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΔΑΥΙΔ Ο ΜΕΓΑΣ Ο ΚΟΜΝΗΝΟΣ Ο τελευταίος αυτοκράτορας του Πόντου ανακηρύχθηκε άγιος

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Αυγούστου, 2013

Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας θεωρείται πλέον ο τελευταίος αυτοκράτορας της Τραπεζούντας Δαυίδ Κομνηνός καθώς και τα παιδιά του, Βασίλειος, Γεώργιος και Μανουήλ μαζί με τον ανιψιό και διάδοχο του θρόνου του, Αλέξιο.
Την απόφαση της Αγιοκατατάξεως των νέων Αγίων της Εκκλησίας που πέθαναν μαρτυρικά στην Κωνσταντινούπολη το 1463, αποφάσισε η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου ύστερα από πρόταση του Μητροπολίτη Δράμας κ. Παύλου.
Ο φάκελος κατατέθηκε από τον Μητροπολίτη στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία με τη σειρά της αφού έκρινε ότι συντρέχουν οι λόγοι, προώθησε τον φάκελο στο Φανάρι.
Σύμφωνα με την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου το οποίο εξέδωσε σχετική Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη, η μνήμη των νέων Αγίων θα τιμάται κάθε χρόνο την 1Η Νοεμβρίου, ημέρα κατά την ιστορία μαρτύρησαν.
Διαβάστε τα ιστορικά γεγονότα και το τέλος των νέων πλέον Αγίων της Εκκλησίας μας, όπως το έδωσε στη δημοσιότητα η Μητρόπολη Δράμας:
ΔΑΒΙΔ Ο ΜΕΓΑΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ
Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ 
ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ
15 Αὐγούστου 1461. Ὁ Μωάμεθ ὁ πορθητής μετά ἀπό σκληρή πολιορκία καταλαμβάνει τήν πρωτεύουσα τῶν Μεγάλων Κομνηνῶν, τήν Τραπεζούντα. Ἡ ὕστατη ἰσχυρή ἔπαλξη τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Ἑλληνισμοῦ στήν Ἀνατολή ἔπαψε νά φωτίζει. Ἡ αὐτοκρατορία ἐσβέσθη καί ἡ κληρονομία ἡμῶν μετεστράφη ἀλλοτρίοις. 

Ὁ Ἑλληνισμός τοῦ Πόντου ἔζησε δύσκολες καί κρίσιμες στιγμές. Πολλές φορές αἰσθάνθηκε τήν ἀνάσα τοῦ θανάτου. Καί αὐτός ὅμως ὁ θάνατος στό προπύργιο αὐτό τοῦ ἑλληνισμοῦ, πού ὀνομάζεται Πόντος, δέν ἀντίκρυσε τίποτε ἄλλο παρά ψυχές ὄρθιες καί ἀκατάβλητη ἀπόφαση.
Ὁ τελευταῖος αὐτοκράτορας Δαβίδ, ὁ Μέγας Κομνηνός, ὅμηρος στά χέρια τοῦ πορθητή μαζί μέ τά τρία του παιδιά καί τόν ἀνεψιό του καί διάδοχο Ἀλέξιο τόν Ε΄ ἐκτοπίζεται στήν Ἀδριανούπολη. Ἡ σωτηρία τῆς Τραπεζούντας εἶναι ἀσφαλῶς ἀδύνατη. 
Εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ ἀγριότητα τῆς ἅλωσης ὑπῆρξε μικρότερη λόγω τῆς συνθηκολογήσεως. Συνήθεια ὑπάρχει γιά κάθε καταστροφή νά ρίχνονται οἱ εὐθύνες μόνο στούς ἡγήτορες. 
Τά πραγματικά ὅμως αἴτια ἐνυπάρχουν σέ σύνθετες καταστάσεις καί ἡ νηφάλια διάγνωση παραθεωρεῖται. Αὐτός πού ἔχει τήν ἀτυχία νά κυβερνᾶ τίς τελευταῖες αὐτές ὧρες καί νά ὑφίσταται τούς κλονισμούς τῆς καταστροφῆς, αὐτός εἶναι καί ὁ ἐκ τοῦ προχείρου ὑπεύθυνος, ὁ ἄνανδρος, ὁ προδότης. Τέτοιο διπλό θῦμα ὑπῆρξε καί ὁ αὐτοκράτορας Δαβίδ.
Ἐδῶ πρέπει νά τονίσουμε ὅτι πάρα πολλοί ἦσαν ἐκεῖνοι πού θεωροῦσαν τήν ἀντίσταση μάταιη καί ἐπίεζαν γιά τή λύση τῆς συνθηκολογήσεως ἐλπίζοντας ὅτι θά ἐμετριάζετο τό κακό καί ἡ ὀργή τοῦ πορθητοῦ. Ἐμᾶς ὅμως μᾶς ἐνδιαφέρει τό τέλος τοῦ αὐτοκράτορα.
Τό ἀνώνυμο συναξάριο τοῦ γένους μέ λιτές γραμμές ἀναφέρεται στό μαρτυρικό του τέλος. 
«Κατά τήν 26ην τοῦ μηνός Μαρτίου τῆς ΙΑ΄ Ἰνδικτιῶνος τοῦ 1463 ἔτους, ἡμέρα Σαββάτω, πικροτάτη, ὥρα γ΄ ἐκρατήθη ὁ Ἅγιος ἡμῶν Αὐθέντης καί Βασιλεύς Τραπεζοῦντος κύριος Δαβίδ ὁ Μέγας Κομνηνός ἐν Ἀνδριανουπόλει καθειρχθείς σύν ἁλύσεσι ἐν τῷ Πύργῳ ».1
«Ἐν δέ τῇ πρώτῃ Νοεμβρίου, ἡμέρα Κυριακή καί ὥρα τετάρτη τῆς νυκτός ἐτελειώθη τῷ ξίφει ὁ αὐτός σύν ἅμα τοῖς τρισίν αὐτοῦ υἱοῖς καί τῷ ἀνεψιῷ, τῷ 1463 ἰνδικτιῶνος ΙΒ΄ ἐν Κωνσταντινουπόλει».2
Οἱ παραπάνω συναξαριακές σημειώσεις βρίσκονται σέ μεμβράνινο χειρόγραφο εὐαγγελιστάριο τῆς Μονῆς τῆς Θεοτόκου στή νῆσο Χάλκη. Τώρα τό χειρόγραφο μέ τίς ἐνθυμίσεις βρίσκεται στό σκευοφυλάκειο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
Ὅταν ὁ Δαβίδ παρουσιάσθηκε στόν Μωάμεθ αὐτός τοῦ πρότεινε ἕνα ἀπό τά δυό, ἤ νά μείνει ζωντανός ἐφόσον ἀπαρνηθεῖ τήν πίστη του ἤ νά θανατωθοῦν αὐτός καί ὅλη ἡ οἰκογένειά του. Ἀπό τήν τρομερή αὐτή πρόταση ὁ Δαβίδ διάλεξε τή δεύτερη λύση λέγοντας μέ παρρησία στόν Μωάμεθ ὅτι : «Κανένα μαρτύριο δέν πρόκειται νά μέ φέρει στό σημεῖο ν’ ἀπαρνηθῶ τήν πίστη τῶν πατέρων μου».3 Ἔτσι πέρασε ὁ Δαβίδ στήν αἰωνιότητα ἀνταλλάσσοντας τή βασιλική ἁλουργίδα μέ τό φωτοστέφανο τοῦ μάρτυρα.
Ὅλοι ὅσοι ἀσχολήθηκαν μέ τό τραγικό τέλος τῆς Τραπεζουντιακῆς αὐτοκρατορίας κατατάσσουν τόν Δαβίδ στή χορεία τῶν μαρτύρων, ἐκφράζοντας τήν κοινή συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος.
Ὁ Σάββας Ἰωαννίδης στό ἔργο του «Ἱστορία καί στατιστική Τραπεζοῦντος» γράφει : «Καί ὁ Ἑλληνισμός, πρός τιμή του, ἔχει νά ἐπιδείξει δυό αὐτοκράτορες, ἕναν νά πεθαίνει μέ γενναιότητα πολεμώντας γιά τήν πατρίδα, τόν Κωνσταντῖνο Παλαιολόγο, καί ἕναν νά μαρτυρεῖ γιά τήν πίστη του. Δηλαδή τόν τελευταῖο αὐτοκράτορα τῆς Τραπεζούντας Δαβίδ, τόν Μεγάλο Κομνηνό.
Καί ἔτσι καθώς δυό εἶναι τά στοιχεῖα τῆς ἐθνικῆς ὕπαρξης τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ, δηλαδή ἡ πίστη στήν πατρίδα καί ἡ θρησκεία, ἡ Θεία πρόνοια συνεισφέρει σ’ αὐτόν μέ τόν Κωνσταντῖνο ὡς ἔφορο καί ἥρωα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί μέ τόν Δαβίδ ὡς ἔφορο καί ἥρωα τοῦ χριστιανισμοῦ».4 
«Ἀλλά καί μάρτυρες τῆς πίστης ἔγιναν πολλοί σέ πολλά μέρη, ἀκόμα καί σήμερα ἀνάμεσα στά ἀπρόσιτα χριστιανικά χωριά καί ἔχουν ὑποστεῖ μαρτυρικές διώξεις. Καί πρῶτος ἀπ’ ὅλους εἶναι δίκαιο νά μνημονευθεῖ ὁ τελευταῖος ἀπό τούς Μεγάλους Κομνηνούς, ὁ Δαβίδ, μαζί μέ τά παιδιά καί τούς συγγενεῖς του, πού προτίμησε τό μαρτυρικό θάνατο ἀντί νά ζήσει καί νά ἀπολαύσει τιμές, ὅπως ἔκαναν ἄλλοι πού εἴδαμε, οἱ ὁποῖοι ἐπιθύμησαν τά πρόσκαιρα ἀντίγιά τά αἰώνια καί τήν ἐφήμερη ἐκτίμηση ἀντί γι’ αὐτήν πού προέρχεται ἀπό τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους».5 
Ὁ λόγιος ἀρχιμανδρίτης Πανάρετος Τοπαλίδης, ἡγούμενος τῆς ἱστορικῆς μονῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου Βαζελῶνος στό περισπούδαστο ἔργο του «Ὁ Πόντος ἀνά τούς αἰῶνας», σχολιάζει ὡς ἑξῆς τό μαρτυρικό τέλος τοῦ αὐτοκράτορα : « …. καί μετά τινας μῆνας τίθεται ὠμῶς ἀντιμέτωπος τοῦ διλήμματος, ἤ νά ἐξομόση, ἤ νά σφαγῆ μετά τῶν τέκνων του. Προείλετο τό δεύτερον καί εἶδε σφαζομένους τούς υἱούς του καί τόν ἀνεψιόν του Ἀλέξιον καί μετ’ αὐτούς ἐσφάγη καί αὐτός ἐπί λόφου καλουμένου «Πέγιογλου» ὑπό τῶν Τούρκων, καί κειμένου ἀντίπεραν τοῦ λόφου ἐφ’ οὗ μαχόμενος ἔπεσε πρό δέκα ἐτῶν ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος. Καί οὕτω συνεπληρώθη τό μαρτύριον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῷ προσώπῳ τῶν δυό αὐτοκρατόρων αὐτοῦ, τοῦ μέν πεσόντος ἐν μάχῃ ἀμύνης ὑπέρ ἐλευθερίας, τοῦ δέ σφαγέντος ἐν μαρτυρίᾳ ὑπέρ τῆς ἀληθείας».6 
Ὁ ἐκλεκτός Πόντιος ἐπιστήμονας Ὀδυσσέας Λαμψίδης σχολιάζει : «Τραγικός ἥρως ὁ Δαβίδ, διά τοῦ θανάτου σφραγίζει τήν ἱστορίαν τῶν Μεγάλων Κομνηνῶν. Ἡ μοῖρα δέν ἠθέλησε νά χορηγήση εἰς αὐτόν τόν θάνατον ἑνός πολεμιστοῦ, ἀλλά ὥρισεν εἰς αὐτόν τό τέλος ἑνός μάρτυρος «ξίφει τελειοῦται» ».7 
Ἀπό τίς παραπάνω μαρτυρίες καί ἀπόψεις, ἀβίαστα συμπεραίνουμε ὅτι βρισκόμαστε μπροστά σ’ ἕναν μάρτυρα στεφανωμένο καί δικαιωμένο ἀπό τόν δικαιοκρίτη Θεό, ἀδικημένο ὅμως ἀπό ὁλόκληρο τόν ἑλληνισμό, ἀφοῦ δέν προβάλλεται ἡ θυσία του καί δέν τιμᾶται τό μαρτύριό του. 
Πολλοί εἶναι οἱ λόγοι γιά τούς ὁποίους δέν τιμήθηκε πρεπόντως ὁ μάρτυς Βασιλεύς. Ἦρθε ὅμως ἡ ὥρα ἐμεῖς οἱ ἀπόγονοι καί κληρονόμοι τῆς Τραπεζουντιακῆς αὐτοκρατορίας νά ἀναδείξουμε τήν κοινή συνείδηση περί τοῦ μαρτυρίου του ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ, νά ἀποδώσουμε πρός αὐτόν τά ὀφειλόμενα ὡς υἱοί φιλοπάτορες καί νά ἐπαληθεύσουμε τήν χρυσοστομικήν ρῆσιν πού λέγει : «ὥσπερ γάρ τόν ἥλιον ἀμήχανον σβεσθῆναι, οὕτω καί τήν μνήμην τῶν μαρτύρων».8 
Ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης πρώην Λεοντοπόλεως Σωφρόνιος Εὐστρατιάδης στό ἐπιστημονικό του ἔργο : «Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας» γράφει τά ἑξῆς γιά τό χρέος μας ἔναντι τῶν μαρτύρων πού βρίσκονται στήν ἀφάνεια χωρίς νά ἀποδίδονται σ’ αὐτούς οἱ νενομισμένες τιμές : 
«Διά τοῦτο ἔχομεν καθῆκον ἱερόν νά ἀναστήσωμεν τούς νεκρούς ἐπί τῆς γῆς καί ζῶντας ἐν τοῖς οὐρανοῖς, νά ἀποδώσωμεν εἰς τήν Ἐκκλησίαν τήν δόξαν αὐτῆς καί τό κάλλος, τάς μορφάς καί τά ὀνόματα τῶν ἡρώων τῆς πίστεως, οἵτινες διά τοῦ αἵματος αὐτῶν, καί διά τοῦ βίου αὐτῶν ἐστερέωσαν τά θεμέλια αὐτῆς καί εἶναι μέρος τοῦ ἀκηράτου στεφάνου αὐτῆς, ἀδάμαντες ἐκπεσόντες ἐκ τοῦ πολυτίμου στέμματος, θησαυρός ἱερός τῆς ἡμετέρας πίστεως. Ἔχομεν ἱερόν καθῆκον νά ἀναζητήσωμεν καί εὕρωμεν τούς κρυπτομένους ἀπό τά νέφη ἀστέρας καί τοποθετήσωμεν εἰς τό ἡρῶον τῆς πίστεως. 
Αἱ κατά ἀνατολάς Ἐκκλησίαι διά τάς περιπετείας αὐτῶν ἀπώλεσαν τόν ἴδιον αὐτῶν κώδικα καί τά δίπτυχα καί τάς περγαμηνάς αὐτῶν˙ διεσκορπίσθησαν εἰς τούς τέσσαρας ἀνέμους ὑπό τῆς λύσσης τῶν ἐχθρῶν καί ἠφανίσθησαν πολλά πολύτιμα τῆς κληρονομίας ἡμῶν μνημεῖα καί πειστήρια˙ ἐναπέμειναν ὅθεν γεραρά λείψανα καί ταῦτα ἀπόκεινται εἰς ἡμᾶς νά περισυλλέξωμεν μετ’ εὐλαβείας».9 
Σύμφωνα μέ τήν παράδοση τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς ἐκκλησίας τόν πρῶτο λόγο στήν ἀναγνώριση ἑνός ἁγίου ἔχει τό πλήρωμα τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας. Ἡ αὐθόρμητη ἀναγνώριση ἀπό τήν συνείδηση τῶν πιστῶν εἶναι καθοριστικός παράγων. Εἰδικά γιά τήν τιμή στούς μάρτυρας ὁ πολυγραφώτατος Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης παρατηρεῖ : «τῶν μαρτύρων τά λείψανα προσκυνοῦνται ὡς ἅγια καί χωρίς θαυμάτων καί εὐωδίας, μέ τό νά γίνεται φανερόν εἰς ὅλους διά τῆς ἐμπράκτου ἀποδείξεως τοῦ μαρτυρίου, ἡ εἰς Θεόν τελεία πίστις καί τελεία ἀγάπη αὐτῶν».10
Καί ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος ὁ Πάριος παρατηρεῖ τά ἑξῆς : « …. ἤ πού ἠκούσθη εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ οἱ Θεῖοι Μάρτυρες νά καρτεροῦν τήν ἐπίγειον κρίσιν νά κυρώση τό μαρτύριόν τους, καί νά βεβαιώση ἐκείνους, ὅπου ἤδη ἐσφράγισαν τό τέλος τους μέ τήν ὁμολογίαν τῆς θείας πίστεως, καί τούς ὁποίους εὐθύς ἐν τῷ ἅμα ὁ ἀγωνοθέτης Χριστός ἄνωθεν ἐστεφάνωσεν ;
Τί ἄλλο εἶναι ἡ ἑορτή, παρά μακαρισμός καί δόξα καί τιμή, καί νά προβάλλωμεν εἰς τόν Θεόν πρέσβυν καί μεσίτην τόν ἑορταζόμενον, διά νά λαμβάνωμεν δι’ αὐτοῦ παρά Θεοῦ τῶν ψυχικῶν μας παθῶν τήν ἴασιν ; Εἶναι ἄλλο τίποτας ἡ ἑορτή παρά ταῦτα ; Ἔπειτα …. δέν ἤκουσαν ποτέ τους, πώς εὐθύς ὁπού πέση εἰς τήν γῆν ἡ κεφαλή τοῦ Μάρτυρος, οἱ παρόντες Χριστιανοί ἀπό ψυχῆς καί καρδίας χαίροντες, καί τόν Θεόν δοξάζουσι καί τόν Μάρτυρα μακαρίζουσι».11 
Ὁ Βασιλεύς Δαβίδ θυσίασε πρόθυμα τά πάντα, Πατρίδα, γένος, ὕπαρξη, οἰκογένεια, γιά τήν ἀγάπη τοῦ ἐπουρανίου βασιλέως Χριστοῦ. Εἶναι ἡ καλή ἀπαρχή τῶν Νεομαρτύρων τοῦ Ποντιακοῦ Ἑλληνισμοῦ. Γι’ αὐτό δέν πρέπει ἡ λήθη νά καλύψει μέ τό σιωπηλό της πέπλο τό μαρτυρικό θάνατο τοῦ τελευταίου αὐτοκράτορα τῆς Τραπεζοῦντος Δαβίδ γιά πολλούς σοβαρούς λόγους, πού ἔχουν σχέση μέ τήν ἐθνική μας, τήν Ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία μας καί τό μέλλον μας στό ἱστορικό γίγνεσθαι.
Πρέπει νά τιμοῦμε τήν ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου του ἀποδεικνύοντας σέ ὅλους ἐκείνους, πού ἴσως συνέφερε νά παραδοθεῖ στήν ἀφάνεια τό πρόσωπο αὐτό καί τό μαρτυρικό του τέλος, ὅτι τά παιδιά τῶν ξεριζωμένων, ὅσο περνοῦν τά χρόνια, ὄχι μόνο δέν ξεχνοῦν˙ ἀλλά περισσότερο μέ ἱερό δέος ἐγκύπτουν στήν προγονική ἱστορία, τή σπουδάζουν καί ἀντλοῦν διδάγματα, ἀξίες καί δύναμη καί προχωροῦν καί διαπλέουν σ’ ὅλον τόν κόσμο μέ τήν «Ἀργώ» πού δέν σταμάτησε τό ταξίδι της. 
Τά παιδιά τῶν ποντίων δέν ξεχνοῦν, διότι ἠχεῖ μέσα τούς ἡ φωνή τῶν Πατέρων τους, ὅπως τήν διασάλπισε ὁ ἀείμνηστος Λεωνίδας Ἰασωνίδης : «Ξηρανθήτω ἡμῖν ὁ λάρυγξ, ἐάν ἐπιλαθόμεθά σου ὦ πάτριος ποντία γῆ».
——————————————————————————————
1 Μητροπολίτου Τραπεζοῦντος Χρυσάνθου, «Ἡ ἐκκλησία Τραπεζοῦντος», Ἀθῆναι 1933, σ. 521.
2 ὅ.π., σ. 522 (Σκευοφυλάκειο Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀριθμ. 8, φύλ. 294α).
3 WEISZ WELTGESCHICTE – GRAZ LEIPZIG 1892 VII 117.
4 Σάββα Ἰωαννίδη,«Ἱστορία καί στατιστική τῆς Τραπεζοῦντος», Θεσσαλονίκη 1988, σ. 95 (Α΄ ἔκδοσις Κωνσταντινούπολις 1870). 
5 ὅ.π., σ. 124.
6 Ἀρχιμ. Παναρέτου Τοπαλίδου, «Ὁ Πόντος ἀνά τούς αἰῶνας», Δράμα 1929, σ. 63-64.
7 Ἀρχεῖον Πόντου, Ἀθῆναι 1961, τόμος 24, σ. 28.
8 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, εἰς τόν Ἅγιον Ἱερομάρτυρα Φωκᾶ, MIGNE, P.G. 50,699.
9 Σωφρονίου Εὐστρατιάδου, Μητροπολίτου πρ. Λεοντοπόλεως, «Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου ἐκκλησίας», Ἀθῆναι 1995, σ. ιε΄.
10 Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, «Νέον Μαρτυρολόγιον», Ἀθῆναι 1961, σ. 24.
11 Π.Β.Πάσχου, «Ἐν ἀσκήσει καί μαρτυρίῳ», Ἀθῆναι 1996, (Ἀθανασίου Παρίου περί νεομαρτύρων), σ. 81-82.

Κείμενο του Ανδρέα Λουδάρου

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αύγουστος: ο μήνας της Παναγίας.

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Αυγούστου, 2013

Ο Αύγουστος για τoν Ελληνισμό, είναι ο μήνας της Παναγίας, καθώς θυμάται και τιμά την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου. Η γιορτή της Παναγίας, θεωρείται από τις κορυφαίες της Χριστιανοσύνης, ενώ η προετοιμασία των πιστών, που 
αρχίζει από την 1η Αυγούστου με τη νηστεία, διαρκεί 15 ολόκληρες ημέρες,
μέχρι τον ευλογημένο Δεκαπενταύγουστο.
Σε ολόκληρη την Ελλάδα όπως και στις χώρες της διασποράς, όπου διαμένουν οι απόδημοι Έλληνες, τιμάται με τον δυνατόν καλύτερο η μνήμη της Θεομήτορος και η μετάστασή της από την γη στον ουρανό.
Κατά τον συναξαριστή, τη μετάσταση της Παναγίας ανήγγειλε στην ίδια ο Άγγελος τρεις μέρες πριν την πραγμάτωσή της. Εκείνη με χαρά δέχτηκε το άγγελμα αφού θα συναντούσε τον πολυαγαπημένο και
μονάκριβο γιο της στην Άνω Ιερουσαλήμ, στη θριαμβεύουσα Εκκλησία Του.
«Κάλεσε στο σπίτι της συγγενείς και γείτονες, τους ανακοίνωσε το επίκεντρο μεγάλο ταξίδι «σαροϊ την οικίαν, ετοιμάζει την κλίνη και
πάντα τα προς ταφήν επιτήδεια».
 
Οι γυναίκες καθώς άκουσαν για την αναχώρηση από την παρούσα ζωή της
Θεομήτορος, «μετ’οιμωγής ωλοφύροντο». Η Παναγία τις διαβεβαίωσε πως δεν θα παύσει να φροντίζει για όλον τον κόσμο και μετά την μετάσταση. Θα γίνει η μεσίτρια στον Υιό της  για τη σωτηρία του κόσμου. Υπόσχεση που τηρεί μέχρι
σήμερα. Και θα τηρεί ως τη συντέλεια του κόσμου.
Εμείς οι Έλληνες και ως έθνος έχουμε πολλές φορές βεβαιωθεί για την τήρηση της μεγάλης αυτής υπόσχεσης. Η Παναγία είναι η Μάνα η δική μας και του έθνους μας.
Ο Αύγουστος είναι όπως είπαμε ο μήνας της Παναγίας, της Μάνας που αγκαλιάζει όλο τον κόσμο. Και μεσιτεύει στον υιό της για τη σωτηρία της ανθρωπότητας.
Έτσι, περισσότερο από κάθε άλλο ιερό πρόσωπο, ο λαός μας τιμά και σέβεται την Παναγία, την οποία επικαλείται σε κάθε δύσκολη στιγμή της ζωής του.
Εκκλησίες της βρίσκονται πολυάριθμες σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο, ιδιαίτερα το νησιωτικό, ορισμένες δε, όπου υπάρχουν θαυματουργικές εικόνες της, αποτελούν πανελλήνια θρησκευτικά προσκυνήματα, όπως η Παναγία της Τήνου.
Η ομορφιά της Παναγίας
Είναι συγκλονιστική η “Κοίμηση της Θεοτόκου”, στη βυζαντινή αγιογραφία, όπου φαίνεται να
κοιμάται η Παναγία με τη γαλήνη απλωμένη στη μορφή της σε απόλυτη εναρμόνιση με την ψυχική της ομορφιά.
Μια ομορφιά που διακρίνει κατεξοχήν την Παναγία με την “ωραιότητα της παρθενίας” της και το
“υπέρλαμπρον το της αγνείας” της. 
Αυτή η ομορφιά που θα γίνει ακόμα πιο αισθητή τη βραδιά του Δεκαπενταύγουστου, κατά τη μεγάλη γιορτή της “Πλατυτέρας των Ουρανών” που θα
λάμψει αυτή τη νύχτα στον ουρανό, σκορπίζοντας το γαλάζιό της φως παντού πάνω στη γη.
Παναγία – Προσωνυμία της Θεοτόκου Μαρίας, από τον  3οαιώνα ως την αγιώτατη από όλους τους
αγίους.
Στον ελληνικό λαό η επωνυμία Παναγία έχει καθιερωθεί ως η συνηθέστερη επίκληση της Θεοτόκου, η οποία συνδυάζεται πολλές φορές και με άλλες προσωνυμίες προς την Κεχαριτωμένη Βασίλισσα του Κόσμου.
Οι επωνυμίες προς τη Θεοτόκο προέρχονται
από διάφορες αιτίες:
α) Από τον εικονογραφικό τύπο παραστάσεως της Παναγίας: Βρεφοκρατούσα, Γλυκοφιλούσα, Γαλατούσα, Μεγαλομάτα, Θρηνούσα κ.α.
β) από ιδιότητες της Παναγίας: Ελεούσα, Κυρία, Μεγαλόχαρη, Σωτήρα, Βοήθεια, Οδηγήτρια, Φανερωμένη κ.α.
γ) από την παλαιότητα της εικόνας της: Μαυριώτισσα, Μαχαιρωμένη, Γερόντισσα κ.α.
δ) από τον τρόπο εύρεσης της εικόνας της ή από θαύμα της: Θεοσκέπαστη, Σπηλαιώτισσα, Τρυπητή, Πλατανιώτισσα, Πορταϊτισσα, Μυρτιδιώτισσα, Φιδού κ.α.
ε) από τον τόπο προέλευσης της εικόνας της:
Σουμελά, Αθηνιώτισσα, Πολίτισσα, Χρυσοκαστριώτισσα κ.α.
στ) από ιδιάζοντα χαρίσματά της: Αμπελακιώτισσα, Δαμάσια, Παλατιανή, Ολυμπιώτισσα, Υψηλή κ.α.
ζ) από τον κτήτορα του ναού της: Λυκοδήμου, Καλιγού, Περλιγού, Στεφάνα κ.α.
η) από το χρόνο του εορτασμού της ή από την εποχή των αγροτικών εργασιών με τις οποίες συμπίπτει η εορτή της: Φλεβαριανή, Μεσπορίτισσα, Πολυσπορίτισσα, Ακαθή (εκ του Ακάθιστου Ύμνου) κ.α.
Η Παναγία της Σιάτιστας
Ιδιαίτερα επιβλητικός και γραφικός είναι ο γιορτασμός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο ιστορικό μοναστήρι της Παναγίας Μικροκάστρου στη Σιάτιστα.
Στο μοναστήρι αυτό εκατοντάδες πιστοί από όλη την Δυτική Μακεδονία προσκυνούν κάθε χρόνο την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας που
χρονολογείται από το 1603. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποτελεί η αναβίωση του
εθίμου των προσκυνητών καβαλάρηδων Σιατιστινών οι οποίοι με τα στολισμένα άλογα τους κατεβαίνουν στο μοναστήρι της Παναγίας και ύστερα επιστρέφουν στη Σιάτιστα όπου και γίνεται μεγαλοπρεπής η υποδοχή τους από τις αρχές και το λαό. 
Το έθιμο έχει τις ρίζες του στα χρόνια της τουρκοκρατίας όταν το πανηγύρι του μοναστηριού στις15 Αυγούστου έδινε την ευκαιρία στους κατοίκους της περιοχής να ζήσουν μια μέρα ελευθερίας. 
Οι αδούλωτοι Σιατιστινοί τότε έβρισκαν την ευκαιρία, έφιπποι, με στολισμένα τα άλογα τους κάτω από τα μάτια των Τούρκων, να δείξουν την λεβεντιά τους και να διατρανώσουν την ελπίδα για την αποτίναξη του ζυγού της δουλείας.
Παναγία Σουμελά:
Το σύμβολο της ποντιακής πίστης
Μια ιστορία, μια παράδοση και ένας θρύλος
αγκαλιάζουν το σύμβολο του Πόντου, την Παναγία Σουμελά. Ο Νεόφυτος Καυσικαλυβίτης μας πληροφορεί ότι ο Ευαγγελιστής Λουκάς χάραξε τη μορφή της Παναγίας πάνω σε ξύλο. Την εικόνα της Σουμελά, έφερε στην Αθήνα, μετά το θάνατο του Λουκά, ο μαθητής του Ανανίας και την τοποθέτησαν σε περικαλλή ναό της Θεοτόκου. Για αυτό το λόγο, αρχικά είχε ονομαστεί ως η Παναγία η Αθηνιώτισσα.
Στο τέλος του 4ου αιώνα (380- 386) ιδρύθηκε στο όρος Μελά της Τραπεζούντας, το μοναστήρι της  Παναγίας Σουμελά, από τους μοναχούς Βαρνάβα και Σωφρόνιο (κατά κόσμο Βασίλειος και Σωτήρχος,
θείος και ανιψιός, κάτοικοι και οι δυο Αθηνών).
 
Η παράδοση λεει ότι οι μοναχοί, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα της Παναγίας, ακολούθησαν την πορεία της εικόνας της που πέταξε ως τον Πόντο. Πέρασαν από τα Μετέωρα, τη Χαλκιδική και από την παραλία της μονής Βατοπεδίου, ένας άγνωστος τους πήρε με το καράβι του και τους πήγε ως τη Μαρώνεια. Από κει, πεζοπορώντας πέρασαν τη Ραιδεστό, έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη και με ένα πλοιάριο πήγαν στην Τραπεζούντα.
Εκεί, τους εμφανίσθηκε και πάλι η Παναγία, πληροφορώντας τους ότι η εικόνα της προπορεύεται στο όρος Μελά. Συνέχισαν αγόγγυστα το ταξίδι τους.
Με πυξίδα τον Πυξίτη ποταμό, ανηφόρησαν προς το όρος Μελά. Εκεί, βρέθηκαν μπροστά σε μια σπηλιά από την είσοδο της οποίας παρατήρησαν μια χρυσαφένια λάμψη. Ήταν το φως της Εικόνας της Αθηνιώτισσας.
Γονατιστοί και δακρυσμένοι, ευχαρίστησαν την Παναγία και της υποσχέθηκαν ότι στο σημείο, θα χτίσουν προς τιμήν της ναό.
Με μοναδικά εφόδια την πίστη, την επιμονή και την εργατικότητα, οι δυο
ερημίτες μοναχοί, κατόρθωσαν να χτίσουν την εκκλησία της Σουμελιώτισσας, σκαλιστή μέσα στο βουνό. Από τότε έγινε γνωστή ως ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ (Εις του Μελά-στου Μελά-Σουμελά).
Μέχρι το 1922, υπήρξε ο οδηγός, ο παρηγορητής,
ο συμπαραστάτης, το καταφύγιο και ο εμψυχωτής των ποντίων. Υπήρξε επίσης ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες διατήρησης της ελληνικής γλώσσας και ταυτότητας, καθώς και της αναζωπύρωσης της εθνικής και θρησκευτικής
συνείδησης των πιστών.
Ο αναπάντεχος ξεριζωμός, ερήμωσε μαζί με τον αλησμόνητο Πόντο και τη Βίγλα της Σουμελιώτισσας. Με την ανταλλαγή, τα ιερά κειμήλια παραχωρήθηκαν, και το 1931 τα ξέθαψε και τα έφερε στην Ελλάδα, ο Αμβρόσιος ο Σουμελιώτης προς την τουρκική κυβέρνηση του Ισμέντ Ινονού.
Από το 1952, αρχίζει μια νέα περίοδος. Η ελλαδική ιστορία της Παναγίας
Σουμελά.
Από το 1952 που χτίστηκε ο  ναός, η Εικόνα θρονιάστηκε στο νέο της θρόνο. Σκοπός της ανέγερσης της Μονής δεν ήταν η ίδρυση στον ελλαδικό χώρο, ακόμη ενός μοναστηριού, αλλά η ανέγερση ενός προσκυνήματος που θα αποτελούσε σύμβολο και φάρο.
Παναγία
της Εκατονταπυλιανής
Ο ναός της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής βρίσκεται στην Παροικία, πρωτεύουσα της νήσου Πάρου.
Yπάρχουν δύο ονομασίες
γι’ αυτό το ναό: ” Καταπολιανή ” και ” Εκατονταπυλιανή “.
Μέχρι πριν λίγα χρόνια, επικρατούσε η άποψη ότι το πραγματικό όνομα του ναού είναι το πρώτο, και τούτο γιατί βρισκόταν “κατά την πόλιν”, προς το μέρος
δηλαδή της αρχαίας πόλης, και ότι το δεύτερο είναι δημιούργημα των λογίων του 17ου αιώνα, που θέλησαν να δώσουν
 μ’ αυτό περισσότερη μεγαλοπρέπεια στο ναό. Νεώτερες όμως έρευνες στις
πηγές απέδειξαν ότι και οι δύο αυτές ονομασίες είναι σύγχρονες και βρίσκονταν σε παράλληλη χρήση από τα μέσα του 16ου αιώνα. Σήμερα η επίσημη ονομασία του ναού είναι Εκατονταπυλιανή.
Η παράδοση που διασώζεται μέχρι σήμερα σχετικά με την ονομασία Εκατονταπυλιανή έχει ως εξής: “Ενενήντα εννέα φανερές πόρτες έχει η Καταπολιανή. Η εκατοστή είναι κλειστή και δεν φαίνεται. Θα φανεί η πόρτα αυτή και θα ανοίξει, όταν οι Έλληνες πάρουν την Πόλη”…
Πολλές παραδόσεις αναφέρονται στην ίδρυση της Εκατονταπυλιανής. Η πρώτη μας πληροφορεί ότι, όταν    η Αγία Ελένη μητέρα του πρώτου χριστιανού
αυτοκράτορα Κων/νου του Μεγάλου, πήγαινε στην Παλαιστίνη για να βρει τον
Τίμιο Σταυρό , ήλθε με το πλοίο της στην Πάρο. Κοντά στο λιμάνι, στη θέση που βρίσκεται η Εκατονταπυλιανή, υπήρχε τότε ένας μικρός ναός. Σ’ αυτό το ναό προσευχήθηκε κι έκανε ένα τάμα:
Αν βρει τον Τίμιο Σταυρό, να κτίσει στη θέση αυτή έναν μεγάλο ναό. Η προσευχή της εισακούστηκε, βρήκε τον Τίμιο Σταυρό και, πραγματοποιώντας το τάμα της, ανήγειρε αυτόν τον μεγαλόπρεπο ναό.
Μια άλλη παράδοση αναφέρει ότι η Αγ. Ελένη δεν πρόφτασε να πραγματοποιήσει την υπόσχεσή της. Έδωσε όμως εντολή στον γιο της, τον αυτοκράτορα
Κωνσταντίνο, ο οποίος πραγματοποίησε το τάμα της μητέρας του, κτίζοντας αυτόν το ναό.
Τα φίδια της Κεφαλονιάς
Στη νότια Κεφαλονιά, κοντά στο χωριό Μαρκόπουλο, συναντάμε την εκκλησία της Κοιμήσεως.
Εκεί κάθε Δεκαπενταύγουστο συμβαίνει κάτι περίεργο και θαυμαστό. Από την εορτή της Μεταμορφώσεως εμφανίζονται μέσα κι έξω από τον ναό φίδια. Είναι τα λεγόμενα «φίδια της Παναγίας».
Στο μέρος αυτό, λεει η μνήμη του λαού, υπήρχε ένα παλιό μοναστήρι της
Παναγιάς , μεγάλο και πλούσιο. Το έζωναν τείχη ψηλά και στην καρδιά του το υπηρετούσαν πολλές καλόγριες. Φθονερό και πεινασμένο το μάτι του πειρατή και κουρσάρου που θέριζε το Ιόνιο , έβαλε σκοπό να γυμνώσει το μοναστήρι.
Στον αγώνα της λευτεριάς και στο κράτημα της πίστης οι καλόγριες δεν το
παρέδωσαν… Μη μπορώντας όμως να κάνουν αλλιώς, αφού ο αγώνας των όπλων και της βολής έλλειπε, όταν κυκλώθηκαν από τις πύρινες γλώσσες της φωτιάς των επιδρομέων, συγκεντρώθηκαν όλες τριγύρω από την Αγία Τράπεζα για μια τελευταία έκκληση προς το Θείο, για την ύστατη προσευχή σωτηρίας!
Κύκλος πίστης, κύκλος χρόνου, κύκλος Γιορτής, ζήτησαν από την Παναγιά
Προστάτη τους να τις κάνει πουλιά ή φίδια, να φύγουν, να πετάξουν, τα σώματά τους αγνά και αμόλυντα να μείνουν…
Έτσι σαν φίδια Ιερά πλέον γυρίζουν και δίνουν το παρόν, ελέγχουν την πίστη και παρακολουθούν την ορθή πορεία μας στο δρόμο που αυτές χάραξαν, εκεί στην Παναγία την Φιδούσα στο Μαρκόπουλο.
 
Όσο περνούν οι μέρες πληθαίνουν κι αυτά, και την παραμονή της Κοιμήσεως
αυξάνονται υπερβολικά. Από που βγαίνουν, αλλά και που κρύβονται μετά την εορτή, κανείς δεν γνωρίζει. Παραμένει ένα μυστήριο.
 
Την ώρα του εσπερινού κυκλοφορούν ελεύθερα ανάμεσα στους πιστούς, στα προσκυνητάρια και στα στασίδια, χωρίς να φοβούνται κανένα.
Φεύγοντας η 15η Αυγούστου, αναχωρούν και τα φίδια. Γερμανοί φυσιοδίφες τα εξέτασαν, αλλά δεν μπόρεσαν να τα κατατάξουν σε κανένα από τα γνωστά είδη.  
Είναι γκρίζα, λεπτά, και δεν περνούν το μέτρο.
Όταν τα χαϊδεύεις, νιώθεις το δέρμα τους βελούδινο και βλέπεις δυο ματάκια σπινθηροβόλα. Στο πλατύ τους κεφάλι σχηματίζεται ένας μικρός σταυρός, καθώς επίσης και στην άκρη της λεπτής γλώσσας τους.
Αν κάποια χρονιά τα φίδια δεν παρουσιασθούν, είναι κακό σημάδι. Αυτό συνέβη το 1940, καθώς και το 1953, οπότε δοκιμάσθηκε το νησί από τους σεισμούς.
 Από τη Σοφία Καρυπίδου
πηγή:εδώ

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ (1)

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Αυγούστου, 2013

Νῦν πεποιθώς ἐπί τήν σήν κατέφυγον ἀντίληψιν κραταιάν, καί πρός τήν σήν σκέπην ὁλοψύχως ἔδραμον, καί γόνυ κλίνω, Δέσποινα, καί θρηνῶ καί στενάζω, μή με παρίδῃς τόν ἄθλιον, τῶν Χριστιανῶν καταφύγιον᾽.
(Τώρα μέ πίστη κατέφυγα στήν δική σου ἰσχυρή βοήθεια καί ἔτρεξα ὁλόψυχα στήν δική σου σκέπη. Καί κλίνω τό γόνυ, Δέσποινα, καί θρηνῶ καί στενάζω: μή μέ περιφρονήσεις τόν ἄθλιο, σύ πού εἶσαι ἡ καταφυγή τῶν χριστιανῶν).
Μέ αἴσθηση ψυχῆς ὁ ποιητής τοῦ μεγάλου παρακλητικοῦ κανόνα βασιλιάς Θεόδωρος Δούκας ὁ Λάσκαρις στόν συγκεκριμένο ὕμνο καθορίζει τήν στάση τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στήν Παναγία Μητέρα. ᾽Απέναντι σ᾽ Αὐτήν δηλαδή πού κατά τόν ἴδιο καί ὅλους τούς ὀρθοδόξους πιστούς εἶναι ἡ Δέσποινα τοῦ κόσμου, ἡ ἰσχυρή βοήθεια, ἡ σκέπη ὅλων, ἡ καταφυγή τῶν χριστιανῶν. Κι αὐτό βεβαίως διότι ὁ Υἱός καί Θεός της τήν ἀνέδειξε σ᾽ αὐτήν τήν ὑπέρ φύσιν χαρισματική κατάσταση λόγω τῶν ἀρετῶν της καί τῆς ἐπιλογῆς ᾽Εκείνου νά γίνει ἡ Μητέρα Του ὡς ἀνθρώπου. Γιά νά ἐπαναλάβουμε ὅ,τι ἡ ᾽Εκκλησία μας διά τῶν Πατέρων της τονίζει: ἡ Παναγία ὑπῆρξε τό καλύτερο ἄνθος σύνολης τῆς ἀνθρωπότητας, ἐκείνη πού εἶχε διαλεχθεῖ ἀνάμεσα ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους προκειμένου νά γίνει ἡ κλίμακα διά τῆς ὁποίας ὁ Θεός θά κατέβαινε στήν γῆ.
Μπροστά σ᾽Αὐτήν λοιπόν πού ἡ δέησή της ἰσχύει πολύ ἐνώπιον τοῦ Υἱοῦ της καί γίνεται ἡ μεσίτριά μας γιά ὅλα τά παθήματα πού ὑφιστάμεθα στόν κόσμο τοῦτο τόν πεσμένο στήν ἁμαρτία, ἡ στάση μας καθορίζεται ἀνάλογα. ῎Οχι μέ τήν ἔννοια μιᾶς ἐξωτερικῆς προσαρμογῆς σέ κάποιους τύπους – αὐτό θά συνιστοῦσε ἠθικισμό τοῦ χειρίστου εἴδους καί ἔκφραση ἀνυπαρξίας ζωντανῆς πίστεως στόν Θεό – ἀλλά μέ τήν ἔννοια τῆς καρδιακῆς αἴσθησης τοῦ ῾ἀεί σχοινοβατεῖν᾽ στήν ζωή αὐτή, ὅπου ἡ σωτηρία ὡς σχέση μέ τόν Θεό ἀποτελεῖ διακύβευμα καί ἀγωνιῶδες ζητούμενο μέχρι τό τέλος τοῦ βίου. Θέλουμε νά ποῦμε πώς ὁ πιστός, ὅπως τόν ἐκφράζει ὁ βασιλιάς ὑμνογράφος, στέκεται μπροστά στήν Παναγία μέ τήν αἴσθηση τοῦ ἀνθρώπου πού ταλαιπωρεῖται ἀπό τά δεινά τοῦ βίου καί πού ὁ θρῆνος καί ὁ στεναγμός ἀπό ὅ,τι ὑφίσταται – προφανῶς ἀπό τά πάθη του, ἀπό τόν γύρω του κόσμο, ἀπό τόν διάβολο – θεωροῦνται δεδομένα. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή τό δραματικό στοιχεῖο εἶναι ἐντονότατο στόν ὕμνο, γιατί ἀκριβῶς ἐκφράζει τήν θερμή πίστη τοῦ συγγραφέα του.
Πῶς στέκεται λοιπόν ὁ πραγματικά πιστός μπροστά στήν Παναγία, κατά τόν ποιητή, κάτι πού συνιστᾶ μέτρο καί γιά τήν δική μας πίστη;
– ῾Νῦν᾽, τώρα. ᾽Απευθυνόμαστε στήν Παναγία συγκεντρωμένοι σ᾽ αὐτό πού κάνουμε τώρα. Συγκεντρωμένοι δηλαδή μέ τόν νοῦ καί τήν ψυχή μας στήν ἀναφορά μας πρός Αὐτήν, πού σημαίνει στήν ἀναφορά μας στόν ἴδιο τόν Κύριο. Δέν μπορεῖ κανείς νά λέει ὅτι προσεύχεται καί τό μυαλό του νά περισπᾶται ἀπό ἐδῶ καί ἀπό ἐκεῖ. Εἶναι εὐνόητο ὅτι ἄν ὁ ἴδιος ὁ πιστός δέν προσέχει αὐτά πού λέει καί δέν νιώθει ὅτι στέκεται μπροστά στόν Κύριο καί τήν Παναγία Μητέρα Του, οὔτε ὁ Κύριος οὔτε ἡ Παναγία θά τόν προσέξουν.
– ῾πεποιθώς᾽, μέ πίστη. Προστρέχουμε στήν Παναγία μέ αἴσθηση βεβαίως τῆς ταλαιπωρίας μας, ἀλλά μέ πίστη ὅτι Αὐτή, λόγω τῆς δύναμης τῆς μεσιτείας της στόν Θεό, μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει δραστικά στήν ὑπέρβαση τῶν προβλημάτων μας. Χωρίς ἐμπιστοσύνη στήν δύναμή της ἡ προσευχή μας εἶναι δεδομένο ὅτι πάσχει ριζικά.
– ῾ὁλοψύχως᾽. ῾Ο ὑμνογράφος ἐπιτείνει αὐτά πού εἶπε καί προηγουμένως. Στόν Θεό καί τήν Παναγία δέν πηγαίνουμε μέ διψυχία, μέ κλονισμένη δηλαδή τήν πίστη μας, γιατί τοῦτο φανερώνει  ἀκαταστασία ψυχῆς. ῾Ο νοῦς, ἡ καρδιά μας, ἡ ἐπιθυμία μας, ὅλος δηλαδή ὁ ψυχικός κόσμος μας μέ πίστη ἀναφέρεται στήν Θεοτόκο.
– ῾ἔδραμον᾽, ἔτρεξα. Ζητᾶμε τήν λύση τῶν προβλημάτων μας ἤ ἐκφράζουμε τίς εὐχαριστίες καί τίς δοξολογίες μας ὄχι μέ τρόπο χαλαρό καί ἀμελῆ. Ἡ σχέση μας μέ τόν Θεό καί τούς ἁγίους δέν μπορεῖ νά γίνεται ῾σέρνοντας᾽ καί νά ἔχουμε τήν ἀπαίτηση νά εἶναι θετική ἡ ἀνταπόκρισή τους ἀπέναντί μας. ᾽Απαιτεῖται σπουδή καί θερμή διάθεση, λέει ὁ βασιλιάς ποιητής.
– ῾καί γόνυ κλίνω…ὁ ἄθλιος᾽. Τό σημαντικότερο ἐξ ὅλων ἀφήνει στό τέλος ὁ ὑμνογράφος. Τότε εἶναι ἀληθινή ἡ προσευχή μας, τότε προκαλεῖται ἡ χάρη τῆς Παναγίας μας – χάρη στήν πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ μας ὅπως εἴπαμε – ὅταν Τήν προσεγγίζουμε μέ ταπείνωση. ῾Η αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας καί τῆς ἀθλιότητάς μας στήν ζωή αὐτή, πού μᾶς κάνει νά θρηνοῦμε καί νά στενάζουμε, ἀποτελεῖ τήν δραστικότερη προϋπόθεση πού συγκινεῖ τόν Θεό μας καί ᾽Εκείνην. ῾Ταπεινοῖς ὁ Θεός δίδωσι χάριν᾽. Κι αὐτή ἡ ταπείνωση ἐκφράζεται καί ψυχικά ἀλλά καί σωματικά διά τῆς κλίσεως τῶν γονάτων. Δέν ὑπάρχει πιό δυνατή προσευχή, σημειώνουν πολλοί ἅγιοί μας, ἀπό τήν προσευχή τῶν λυγισμένων γονάτων. Γιατί φανερώνει τό ἦθος τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ μας.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Αυγούστου, 2013

Τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες᾽ (Ρωμ. 12, 12)
α. Στό μικρό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς ἀπό τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὁ μεγάλος ἀπόστολος ἀναφέρεται στά εἰδικά ἀλλά καί στά γενικά χαρίσματα πού ὁ Θεός χαρίζει στούς πιστούς. ῾Ο καθένας, σημειώνει, ἀνάλογα μέ τόν χαρακτήρα του καί τήν θέση του στήν ᾽Εκκλησία πρέπει νά καλλιεργεῖ ἐκεῖνο τό χάρισμα πού βλέπει ὅτι τόν ἐκφράζει καί πού τοῦ ἔχει ἀνατεθεῖ: τό προφητικό γιά παράδειγμα, τό διδασκαλικό, ἡ προϊσταμενία, ἡ διακονία τῶν ἄλλων. ᾽Αλλά ἀνεξάρτητα ἀπό τό τί ὁ καθένας εἶναι ὡς προσωπικότητα, πέρα ἀπό τήν θέση πού πιθανόν κατέχει στήν ᾽Εκκλησία, εἶναι ὑποχρεωμένος ὡς χριστιανός νά καλλιεργεῖ τό χάρισμα τῆς ἀγάπης, νά εἶναι ταπεινός, νά ὑπακούει μέ ὅλην τήν καρδιά του τόν Κύριο, νά ὑπομένει στίς θλίψεις, νά μετέχει στήν ἀνάγκη τῶν ἄλλων, νά ἐπιδιώκει τήν φιλοξενία. Καί μέσα σ᾽ αὐτά τά γενικά χαρίσματα πού θεωρεῖ ὁ ἀπόστολος ὡς δεδομένα γιά νά εἶναι κανείς χριστιανός εἶναι ἡ προσευχή, καί μάλιστα ἡ ἐπιμονή σ᾽ αὐτήν, κάτι πού θά μᾶς ἀπασχολήσει περισσότερο στήν συνέχεια.  ῾Τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες᾽ λέει.
β. 1. Θά πρέπει καταρχάς νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι γιά τήν πίστη μας ἡ προσευχή δέν θεωρεῖται μία ἐπιμέρους ἀρετή ἤ ἕνα χάρισμα πού ἔχει δοθεῖ ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ σέ ὁρισμένους πιστούς ξεχωριστῆς ἰδιοσυγκρασίας. Πρόκειται γιά χάρη πού σφραγίζει τόν κάθε πιστό ἀπό τήν στιγμή πού θά εἰσέλθει στήν ᾽Εκκλησία διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί θά τόν συνοδεύει σέ ὁλόκληρη τήν ζωή του, τήν ἐδῶ ἀλλά καί τήν μετέπειτα. Κι αὐτό σημαίνει βεβαίως ὅτι ἡ προσευχή συνιστᾶ τό κέντρο καί τόν πυρήνα τῆς ἐν Χριστῷ ὑπάρξεως σέ σημεῖο τέτοιο, ὥστε θά μποροῦσε ὁ χριστιανός νά ὁριστεῖ ἀκριβῶς ἔτσι: ὡς ὁ ἐν προσευχῇ ζῶν καί ὑπάρχων. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή εἶναι αὐτονόητο ὅτι μιλᾶμε γιά μία κατάσταση πού ὑπερβαίνει τήν ἀντίληψη τῆς προσευχῆς ὡς ἔκφρασης  λόγων καί λέξεων μόνο, κι ἀκόμη τήν κατανόησή της μέ τό βάθος τῆς νοερᾶς καί καρδιακῆς ἀναφορᾶς πρός τόν Κύριο. ῾Ο βαπτισμένος καί χρισμένος πιστός γίνεται ὁ ἴδιος μία ἀένναη καί ἀδιάκοπη προσευχή, ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξή του λειτουργεῖ προσευχητικά, πού θά πεῖ ὅτι ὁ χριστιανός προσεύχεται εἴτε λέγοντας προσευχές εἴτε σιωπώντας εἴτε σκεπτόμενος εἴτε κινούμενος καί εὑρισκόμενος σέ ὁποιαδήποτε ἐργασία στόν κόσμο τοῦτο.
2. ῾Υπερβολή μήπως; Εἶναι πραγματικότητα τά παραπάνω; Καί ναί καί ὄχι. Ναί, γιατί ὑπάρχει ἕνα δεδομένο.  ῎Οχι, γιατί ὑπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις.
Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ἀσφαλῶς ἡ ὕπαρξη τοῦ χριστιανοῦ λειτουργεῖ προσευχητικά, μέ τό δεδομένο τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος. ᾽Αφ᾽ ἧς στιγμῆς ὁ ἄνθρωπος βαπτίζεται καί χρίεται, ἐνσωματώνεται στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί γίνεται μέλος ᾽Εκείνου λαμβάνοντας τά χαρίσματα τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Συνεπῶς ἡ ὕπαρξή του χριστοποιεῖται καί φανερώνει στόν κόσμο τόν Χριστό ῾ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ᾽. ῾Ο ῎Ιδιος ὁ Κύριος δέν ὑποσχέθηκε μέ τό ἀψευδές στόμα Του ὅτι ᾽Εκεῖνος εἶναι ἡ ἄμπελος καί οἱ πιστοί τά κλήματα; ῾Ο πιστός λοιπόν γίνεται προέκταση ᾽Εκείνου, συνεπῶς ἡ σχέση του μέ τόν Χριστό εἶναι σχέση χαρισματικά ὀργανική, ὁπότε ἀναπνέει ἀδιάκοπα Χριστό. Μέ ἄλλα λόγια ὁ χριστιανός δέν τοποθετεῖται ἀπέναντι στόν Χριστό ἤ στό πλάι Του σάν νά εἶναι Αὐτός κάτι ἄλλο ἀπό τόν ἴδιο. ῾Ο πιστός ἀποτελεῖ συνέχεια τοῦ Χριστοῦ, Χριστός ὅπως εἴπαμε καί αὐτός, γιατί αὐτήν τήν χάρη ἔδωσε ὡς δωρεά ὁ Κύριος στούς ἀνθρώπους. ῾Η προσευχή λοιπόν θεωρεῖται ἔκφραση τῆς σχέσεως αὐτῆς τοῦ πιστοῦ μέ τόν Κύριο, ἡ ἀναπνοή τοῦ Κυρίου μέσα ἀπό τήν καρδιά καί ὅλην τήν ὕπαρξη τοῦ πιστοῦ. ῾Αὐτός διδούς εὐχήν τῷ εὐχομένῳ᾽ κατά τόν λόγο τῆς Γραφῆς. Κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιά νά δείξει τήν μυστική αὐτήν πραγματικότητα πού εἶναι κρυμμένη βεβαίως ἀπό τίς αἰσθήσεις τῶν ἀνθρώπων καί μάλιστα τῶν ἀμυήτων τῆς πίστεως, σημειώνει ὅτι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ προσεύχεται γιά ἐμᾶς μέσα στήν καρδιά μέ ἀλάλητους στεναγμούς. ῾Τό γάρ τί προσευξώμεθα καθ᾽ ὅ δεῖ οὐκ οἴδαμενἀλλ᾽ αὐτό τό Πνεῦμα ὑπερεντυγχάνει ὑπέρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις᾽ (᾽Εμεῖς δέν ξέρουμε οὔτε τί οὔτε πῶς νά προσευχηθοῦμε. Τό Πνεῦμα ὅμως μεσιτεύει τό ῎Ιδιο στόν Θεό γιά μᾶς μέ στεναγμούς πού δέν μποροῦν νά ἐκφραστοῦν μέ λέξεις). Καί παραλείποντας πολλούς ἄλλους νά θυμηθοῦμε τόν ὅσιο ᾽Ιωάννη τῆς Κλίμακος σέ λόγο του περί προσευχῆς: ῾Προσευχή εἶναι συνουσία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό᾽.
 ᾽Αλλά ὑπάρχει καί τό ὄχι τῶν προϋποθέσεων. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι αὐτό πού μᾶς δίδεται ὡς δεδομένο: νά εἴμαστε μέλη Χριστοῦ καί ἡ προσευχή νά λειτουργεῖ κατά τρόπο ἐντελῶς φυσικό, σταματᾶ νά εἶναι ἔτσι, γιατί ἀπαιτεῖται καί ὁ ἄνθρωπος νά ἀνταποκριθεῖ στήν δωρεά αὐτή. ῎Αν ὁ ἄνθρωπος δέν συνεργήσει, ἄν δέν ἐνεργοποιήσει τήν χάρη τοῦ βαπτίσματος, πού σημαίνει νά μένει στίς ἐντολές τοῦ Κυρίου συνεπῶς νά ζεῖ τήν ζωή ᾽Εκείνου ὡς δική του ζωή, ἡ προσευχή δέν ὑφίσταται. Κι αὐτό εἶναι ἐκεῖνο πού ἐξηγεῖ καί τήν ἀδυναμία ἤ τήν φοβερή δυσκολία πολλές φορές τῶν ἀνθρώπων νά προσευχηθοῦν, γιατί πέρα ἀπό τόν διάβολο πού πολεμάει τήν διάθεση προσευχῆς τοῦ πιστοῦ εἶναι καί ἡ χαλαρή καί ἀμελής ἀντιμετώπιση τῆς δωρεᾶς νά εἶναι κανείς μέλος Χριστοῦ. Μήν λησμονοῦμε ὅτι σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη τῆς διαρκοῦς ἐπιβεβαίωσης τῶν χαρισμάτων τοῦ Θεοῦ. ῞Ο,τι ὁ Θεός μᾶς ἔχει δώσει καί μᾶς δίνει ἀπαιτεῖται νά τό ἀποδεχόμαστε καί νά τό ἐνεργοποιοῦμε μέ τήν θέλησή μας. Καί μάλιστα ὅταν γνωρίζουμε ὅτι συχνά ὁ Κύριος, προκειμένου νά ἐνισχυθεῖ ἡ ἀδύνατη αὐτή θέλησή μας, αἴρει τήν χάρη Του ἤ τήν κρύβει καλύτερα, γιά νά φανερωθεῖ καί ἡ δική μας ἐπιθυμία νά εἴμαστε μαζί Του.
Ναί λοιπόν. ῾Η προσευχή εἶναι φυσική κατάσταση γιά τόν πιστό καί ὅ,τι πιό εὔκολο μπορεῖ νά θεωρηθεῖ, σάν τήν ἀναπνοή τοῦ ἀνθρώπου προκειμένου νά ζήσει κι ἀκόμη περισσότερο. ῾Μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον᾽ πού λέει καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, προεκτείνοντας τό ῾ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε᾽ τοῦ ἄλλου λόγου καί πάλι τοῦ ἀποστόλου Παύλου.
  ῎Οχι ἀπό τήν ἄλλη, γιατί στόν κόσμο τοῦτο τίποτε δέν θεωρεῖται δεδομένο κατά τρόπο μαγικό. Τό συμπέρασμα; ῾Ο ἄνθρωπος καλεῖται ἀδιάκοπα νά γίνεται αὐτό πού τοῦ ἔχει ἤδη δοθεῖ. Νά ἀγωνίζεται δηλαδή στήν προσευχή, ἡ ὁποία εἶναι ἤδη δοσμένη σ᾽ αὐτόν δωρεά, μέ τόν τρόπο πού εἴπαμε. ῎Ετσι ἐξηγεῖται καί τό ῾προσκαρτεροῦντες᾽ τοῦ ἀποστόλου: νά ἐπιμένετε στήν προσευχή, τό ὁποῖο καί αὐτό ἀποτελεῖ διαφορετική διατύπωση τοῦ λόγου τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου ῾περί τοῦ δεῖ πάντοτε προσεύχεσθαι καί μή ἐκκακεῖν᾽.
3. Σπεύδουμε νά κάνουμε δύο διευκρινίσεις. Πρῶτον. ᾽Ασφαλῶς καί ὑφίσταται προσευχή καί ἐκτός τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Κανείς δέν ἀρνεῖται ὅτι ἡ προσευχή ὡς ἀναφορά τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεό ἤ πρός κάτι ἀνώτερο ἀπό αὐτόν ὑπάρχει καί στίς ἄλλες θρησκεῖες. ᾽Αλλά ὑπάρχει μία τεράστια διαφορά: στίς ἄλλες θρησκεῖες οἱ ἄνθρωποι προσεύχονται ἀπευθυνόμενοι σέ κάτι πού ἀγνοοῦν ἤ ἀπλῶς ὑποψιάζονται. Ἡ ἁμαρτία δυστυχῶς πού εἰσῆλθε στό ἀνθρώπινο γένος ἀλλοίωσε τήν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καί τόν ἔκανε νά χάσει τήν ἐπαφή του μέ τόν ἀληθινό Θεό. ῾Οπότε ἐνῶ ὁ Θεός ὑπάρχει οἱ ἄνθρωποι δέν Τόν γνωρίζουν. Στίς κραυγές καί τίς ἐναγώνιες φωνές τους ἡ ἀπάντηση συνήθως εἶναι ὅ,τι σημειώνει ἡ Παλαιά Διαθήκη γιά τούς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ ἐπί προφήτη ᾽Ηλία: ῾καί οὐκ ἦν φωνή οὐδέ ἀκρόασις᾽. Μόνο στίς περιπτώσεις πού ὑπάρχει καλή διάθεση καί γνήσια ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ ὁ Θεός ἀποδέχεται τίς προσευχές τῶν ἀνθρώπων καί τούς καθοδηγεῖ ἔτσι, ὥστε νά Τόν εὕρουν μέσα στήν ᾽Εκκλησία. Σάν τήν περίπτωση τοῦ ἀγίου Κορνηλίου πού οἱ προσευχές του καί οἱ ἐλεημοσύνες του ἀνέβαιναν ὡς θυμίαμα ἐνώπιον Αὐτοῦ, κατά τήν μαρτυρία τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, γι᾽ αὐτό καί ἔστειλε τόν ἀπόστολο νά κηρύξει σ᾽ αὐτόν καί νά τόν βαπτίσει, ὥστε εἰσερχόμενος στήν ᾽Εκκλησία νά Τόν λατρεύσει ἀληθινά.
Δεύτερον. Μέ τά παραπάνω ἀναφερθέντα γίνεται σαφές ὅτι προσευχή ἀληθινή ὑπάρχει, ὅπως εἴπαμε, ἐκεῖ πού ὁ ἄνθρωπος καί εἶναι μέλος Χριστοῦ καί  ἀγωνίζεται πνευματικά στήν ἀσκητική ὁδό τῆς πίστεως διά τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ. Γιά νά τό ξανατονίσουμε: μόνον ὡς μέλος Χριστοῦ μπορεῖ νά προσευχηθεῖ ὅπως πρέπει ὁ χριστιανός. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἀτομική προσευχή ξέχωρα ἀπό τούς ἄλλους δέν ὑπάρχει. ῎Οχι ὅτι δέν προσεύχεται μόνος του ὁ χριστιανός, ἀλλά καί αὐτή ἡ κατ᾽ ἰδίαν προσευχή θεωρεῖται ὡς προέκταση καί συνέχεια τῆς λειτουργικῆς προσευχῆς, τῆς μετά τῶν ἁγίων γινομένης. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ὁ χριστιανός προσεύχεται λειτουργούμενος στήν ᾽Εκκλησία καί συνεχίζει τήν λειτουργία αὐτῆς στήν καθημερινή του βιοτή. Γι᾽ αὐτό κάθε λόγος, κάθε πράξη καί κάθε σκέψη ἑνός τέτοιου χριστιανοῦ ἔχει σφραγίδα ἐκκλησιαστική κι ὅλη ἡ ζωή του ἔτσι εἶναι ἕνα λιβανωτό πρός τόν Κύριο. ῾Ο χριστιανός δηλαδή δέν κάνει προσευχές. ῎Εχει γίνει καί εἶναι ὁ ἴδιος προσευχή.
γ. Συχνά στά διάφορα Γεροντικά διαβάζουμε ὅτι πολλοί ὅσιοι ἀββάδες ἐξέφραζαν τό παράπονό τους ὅτι οἱ χριστιανοί, ἀκόμη κι οἱ καλόγεροι, ἀφήσανε τό κύριο ἔργο τους, τήν προσευχή, καί ἀσχολοῦνται μέ τά πάρεργα, τά διάφορα διακονήματα καί τίς ἄλλες κατασκευές γιά τό μοναστήρι τους. Κι ἀκόμη διαβάζουμε  στά ἴδια κείμενα γιά ἀσκητές πού ὅταν τούς καλοῦσαν μετά ἀπό κάποια συζήτηση  ἤ μετά ἀπό τό φαγητό νά κάνουν προσευχή, ἐκεῖνοι μέ ἀπορία ἔλεγαν: ῾Μά τόση ὥρα τί κάναμε; ῾Η συζήτησή μας ἤ καί τό φαγητό μας δέν ἦταν παράλληλα καί προσευχή;᾽ Πίσω ἀπό τό παράπονό τους ἤ τήν ἀπορία τους βρίσκεται ἡ παραπάνω βαθειά θεολογία τῆς ᾽Εκκλησίας μας γιά τήν προσευχή ὡς ἔκφραση τοῦ ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου. Μακάρι τό ἦθος αὐτῶν τῶν ἁγίων ἀσκητῶν νά γίνεται τό μέτρο καί τό δικό μας. Γιατί ἤ θά σπεύδουμε ἔστω καί ἐπ᾽ ἐλάχιστον νά τό ἀντιγράφουμε ἤ θά ὁδηγούμαστε σέ δάκρυα μετανοίας καί πένθους γιά τήν ἀμέλειά μας. Εἴτε τό ἕνα εἴτε τό ἄλλο πάντως εἶναι ὁδός σωτηρίας.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Αυγούστου, 2013

«Και ιδών ο Ιησούς την πίστιν αυτών, είπε τω παραλυτικώ: Θάρσει, τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου»
Ο Κύριος, ως ο ενσαρκωθείς Θεός μας, έρχεται στον κόσμο προς σωτηρία του κόσμου, ανατρέποντας όμως όλες τις θεωρούμενες λογικές παραμέτρους. Ο ερχομός Του συνιστά αν όχι την κατάργηση της λογικής, σίγουρα όμως την υπέρβασή της. Με τον Χριστό, βρισκόμαστε σε άλλο επίπεδο ζωής, που ναι μεν «πατάει» στο έδαφος, αλλά κινείται στο χώρο του ουρανού. Όλα με τον Χριστό δηλαδή λειτουργούν θεανθρώπινα. Αυτή είναι η αίσθηση που αποκομίζει κανείς και από το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα: ο Κύριος θεραπεύει έναν παράλυτο, τον οποίο φέρνουν ενώπιόν Του κάποιοι φίλοι του παραλύτου. Κι ο Κύριος αποκαθιστώντας τον σώο, του θεραπεύει ταυτόχρονα και την ψυχή. Πριν δηλαδή δώσει την εντολήν «άρον σου την κλίνην και ύπαγε εις τον οίκον σου», τον βεβαιώνει: «τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». Τι θέλουμε να πούμε πιο συγκεκριμένα;
1. Δύο είναι στο περιστατικό οι «ανατροπές» της ανθρώπινης λογικής. Ο Κύριος, με το δεδομένο της θέλησής Του να θεραπεύσει τον παράλυτο, πρώτον: θα έπρεπε να απευθυνθεί  σε αυτόν δίνοντας εντολή για την αποκατάσταση του προβλήματός του: να γίνει υγιής σωματικά, να σηκωθεί από το κρεβάτι του και να περπατήσει, κάτι που γίνεται, αλλά δευτερογενώς, δεύτερον: θα έπρεπε να απευθυνθεί σε αυτόν αποκλειστικά, αφού αυτός μόνος είχε το πρόβλημα. Του παραλύτου μόνον η πίστη θα έπρεπε να ήταν η προϋπόθεση για να ενεργοποιηθεί η δύναμη του Χριστού, όπως το συναντούμε σε άλλες περιπτώσεις, π.χ. του παραλύτου της κολυμβήθρας της Βηθσαϊδά.
2. Όμως ο Κύριος συμπεριφέρεται διαφορετικά από το ανθρωπίνως προβλεπόμενο. Κ α ι  η προτεραιότητά του είναι όχι η παραλυσία του ανθρώπου, αλλά οι αμαρτίες του, η ψυχική του δηλαδή κατάσταση, κ α ι  η «όρασή» Του είναι ευρύτερη, αφού κοιτά την πίστη όλων, και του παραλύτου και των φίλων του, προκειμένου να τον θεραπεύσει. Γιατί λοιπόν αυτές οι «ανατροπές»; Η απάντηση δεν φαίνεται να είναι ιδιαιτέρως δύσκολη. Στην πρώτη «ανατροπή», ο Κύριος, μέσα από τη συγκεκριμένη περίπτωση, μάς επισημαίνει την αλήθεια ότι το κεντρικό και ουσιαστικό πρόβλημα του ανθρώπου δεν είναι τόσο η σωματική του κατάσταση, όσο η πνευματική. Η αμαρτία δηλαδή είναι εκείνο που αρρωσταίνει τον άνθρωπο, τον παραλύει ψυχικά και τον κάνει να καταστρέφεται και να οδηγείται στον θάνατο, αφού αυτή τον χωρίζει από τον Θεό, την πηγή της ζωής. Ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος να ζει φυσιολογικά με τον Θεό, γι’  αυτό και κάθε αμαρτία αποτελεί διαστροφή, τραύμα και πληγή στην ύπαρξή του. «Τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος». Η σωματική παραλυσία, η σωματική ασθένεια, αποτελεί αντανάκλαση της πνευματικής παραλυσίας, συνεπώς η πραγματική θεραπεία ξεκινάει από την ψυχή. Πολλές φορές βέβαια υφίσταται η υγεία της ψυχής χωρίς να είναι υγιές και το σώμα, όπως συμβαίνει και το αντίθετο, κάτι που ανάγεται στις ανεξερεύνητες βουλές του Θεού, που έχει συγκεκριμένο σχέδιο για τον κάθε άνθρωπο. Στην προκειμένη περίπτωση του σημερινού ευαγγελίου όμως, η αμαρτία του παραλύτου ήταν και η αιτία της σωματικής του παραλυσίας, γι’ αυτό και ο Κύριος «κτυπάει» τη ρίζα του κακού.
Στη δεύτερη «ανατροπή», ο Κύριος μάς προσανατολίζει σε μία βαθειά αλήθεια: κοιτώντας όχι μόνον την πίστη του παραλύτου αλλά και των φίλων του, που φαίνεται να τη λαμβάνει σοβαρότατα υπ’  όψιν, είναι σαν να μας αποκαλύπτει τη δύναμη της κοινωνίας των ανθρώπων μεταξύ τους, το πόσο δηλαδή συγκινεί τον Θεό να μας βλέπει ενωμένους για την πραγμάτωση ενός καλού, ώστε αυτό που οι πολλοί ή οι περισσότεροι του ενός επιθυμούν και το ζητούν από Εκείνον, να γίνεται αμέσως ενέργεια και πράξη. Και βεβαίως γνωρίζουμε  ως χριστιανοί ότι αυτό συνιστά και τον σκοπό του ερχομού του Χριστού στον κόσμο: «ίνα τα τέκνα του Θεού τα διεσκορπισμένα συναγάγη εις εν». Αυτό ήταν και το βασικό αίτημα του Χριστού στην αρχιερατική προσευχή Του, λίγο πριν από το Πάθος Του. Ζητούσε από τον Ουράνιο Πατέρα «ίνα ώσιν (οι άνθρωποι) εν, καθώς και ημείς εν εσμέν». Κι αιτία για την «ευαισθησία», θα λέγαμε, του Θεού μας στο θέμα της ενότητας προφανώς δεν είναι κάτι άλλο, από το ότι η ενότητα αποτελεί το σημάδι της ύπαρξης της αγάπης, η οποία πάντοτε συνιστά και το κύριο θέλημα του Θεού. Διότι «ο Θεός αγάπη εστί». Στη σημερινή περίπτωση λοιπόν οι φίλοι του παραλύτου φανερώνουν την αγάπη τους προς τον φίλο τους και η ενότητά τους αυτή δίνει ώθηση και στην αγάπη του Χριστού να εκφραστεί με αμεσότητα.
3. Η αντίδραση του Χριστού όμως να θεραπεύσει ψυχοσωματικά τον παράλυτο, με τη συνέργεια βεβαίως της πίστεως και των φίλων του, αποκαλύπτει, εκτός από τη δύναμη της αγάπης και της ενότητας, όπως είπαμε, τη θεότητα και από την άποψη αυτή του Ιησού Χριστού. Ο Χριστός ως Κύριος ο Θεός είναι ο μόνος που μπορεί να συγχωρεί τις αμαρτίες των ανθρώπων, κάτι που ναι μεν προκαλεί τους Φαρισαίους, επιβεβαιώνεται όμως από το θαύμα που ακολουθεί. Κι είναι η μόνη πραγματικότητα που οδηγεί τον άνθρωπο σε ψυχοσωματική ισορροπία. Διότι είναι αποδεδειγμένο ότι εκείνο που προκαλεί ταραχή στον άνθρωπο, επιθετικότητα και θλίψη, είναι η ενοχή που δημιουργεί πάντοτε η αμαρτία. Επομένως, μόνον όταν ο άνθρωπος απαλλαγεί από τις ενοχές του, δηλαδή όταν εν μετανοία στραφεί προς τον Χριστό, θα μπορέσει να γαληνέψει και να σταθεί με καλό τρόπο απέναντι και στον κάθε συνάνθρωπό του.
Η δύναμη της κοινής πίστεως, η βίωση της αφέσεως των αμαρτιών. Πνευματικές καταστάσεις, που τις ζούμε στο ζωντανό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, και μάλιστα εκεί που κατεξοχήν φανερώνεται αυτή, στη Θεία Λειτουργία. Μέσα στις προκλήσεις της σύγχρονης εποχής και στη «θολούρα» των παθών του κόσμου, η λύση είναι πέραν των ανθρωπίνων «λογικών». Είναι εκεί που υπάρχει ο ίδιος ο Χριστός, ο μόνος ικανός να θεραπεύσει την όποια παραλυσία.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα είδη του πολέμου των λογισμών.

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Αυγούστου, 2013

 
Περί των ειδών του πολέμου των λογισμών, και ότι πρέπει με πολύ κόπο να αντιστεκόμαστε στα πάθη μας.
Οι Άγιοι Πατέρες είπαν για τον νοητό πόλεμο ότι το πρώτο στάδιο είναι η προσβολή του λογισμού, κατόπιν ο συνδυασμός, μετά η συγκατάθεση, ύστερα η αιχμαλωσία και τέλος το πάθος.
Η προσβολή, έγραψαν οι Πατέρες, Ιωάννης της Κλίμακος, Φιλόθεος Σιναΐτης και πολλοί άλλοι, είναι έ­νας απλός λογισμός η παρουσία στον νου μιας εντυπώσεως, η οποία εισέρχεται στην καρδιά και εκδηλώνεται στον νου. Γρηγόριος ο Σιναΐτης λέγει ότι η προσβολή εί­ναι μία ενθύμηση, την οποία κάνει ο εχθρός λέγοντας: «Κάνε αυτό ή εκείνο», όπως ακριβώς εμφανίσθηκε στον Κύριο και τον προέτρεπε: «Ειπέ ίνα οι λίθοι ούτοι άρτοι γένωνται» (Ματθ. 4, 3), και γενικά οποιαδήποτε σκέψη που γίνεται στον ανθρώπινο νου από τον διάβολο. Γι’ αυ­τό οι Άγιοι Πατέρες λέγουν αυτό το είδος πολέμου δεν συνιστά αμαρτία για τον άνθρωπο, διότι είναι μία νοερά προσβολή του εχθρού της σωτηρίας μας, η οποία, όπως λέγει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, δεν προέρχεται από εμάς και συνεπώς δεν μας μεγαλύνει ούτε μας ταλαιπωρεί. Μ’ αυτό τον τρόπο προσέβαλε ο διάβολος τους πρωτοπλάστους και εξεδίωξε εκ του παραδείσου και του Θεού, λόγω της παραβάσεως της εντολής Του, ώστε να μπορεί κατόπιν να προσβάλει κάθε άνθρωπο με τους κα­κούς λογισμούς. Μόνον οι τέλειοι μπορούν να μένουν ακλόνητοι, παρότι και αυτοί μερικές φορές προσβάλλον­ται, όπως λέγει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος.
Ο συνδυασμός, λέγουν οι Πατέρες είναι η εμπαθής ή απαθής συνομιλία με τον λογισμό που εμφανίζεται, όπως την δέχεται ο νους από τον νοητό εχθρό, δηλαδή η συζήτηση και εκούσια απασχόληση με αυτόν. Αυτή η εκδήλωση του λογισμού δεν είναι τελείως αναμάρτητος και είναι αξιέπαινος αυτός που θα διορθώσει τον κακό λογι­σμό με την βοήθεια του Θεού. Έτσι λοιπόν, εάν δεν αποκρούσει αμέσως την προσβολή του λογισμού που κάνει ο διάβολος στον άνθρωπο και θελήσει λίγο να ομιλήσει μ’ αυτόν, ο διάβολος αναγκάζει την σκέψη του να προχωρήσει προς την αμαρτία. Πρέπει λοιπόν να αγωνιζόμαστε να επανέλθει ο νους μας προς το καλλίτερο, και πως πρέπει να επιστρέψουμε τον νου μας προς τους καλούς λογι­σμούς, θα το φανερώσουμε παρακάτω με την βοήθεια του Θεού.
Η συγκατάθεση, είπαν οι Πατέρες, είναι η κάμψη της ψυχής, λόγω ηδονής, στον εμφανισθέντα λογισμό ή στην μορφή που σχηματίσθηκε στον νου. Αυτό συμβαίνει εάν δεχθούμε την φαντασία ή την πονηρά ενθύμηση του εχθρού και λίγο-λίγο υποχωρήσουμε στις προτροπές του. Αυτό, είπαν οι Πατέρες, συμβαίνει σ’ αυτούς που δεν ασκούνται στην πνευματική εργασία. Συνεπώς λοιπόν, εάν δεν μάθει κάποιος την άσκηση της εργασίας των αρετών και ενώ έλαβε πλήρως από τον Θεό την βοήθεια για την αποδίωξη των κακών λογισμών, ζει με ακηδία και δεν αγωνίζεται, δεν είναι απαλλαγμένος της αμαρτίας, λόγω της αδιαφορίας του στην απόκρουση των κακών και πονηρών λογισμών. Και εάν θα είναι κάποιος από τους αδόκιμους και αρχαρίους μοναχούς και αδύνατος στην εκδίωξη των λυσσαλέων επιθέσεων του πονηρού, αμέσως να τρέχει κράζοντας προς τον Κύριο, με ταπείνωση και εξουθένωση του εαυτού του, να τον βοηθήσει, όπως είναι γραμμένο: «Εξομολογείσθε τω Κυρίω και επικαλείσθε το όνομα το άγιον αυτού» (Ψαλμ. 84, 1). Και ο Θεός κατά το μέγα έλεός Του θα τον συγχωρήσει για την αδυναμία του αυτή. Αυ­τά είπαν οι Πατέρες γι’ αυτούς που είναι στον πνευματικό αυτό πόλεμο και νικήθηκαν όχι με την θέλησή τους αλλά λόγω της ισχυρής προσβολής του λογισμού. Όμως ο νους να ανδρειώνεται για να μην κάνει την ανομία με την πράξη, όπως λέγει ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης.
Η αιχμαλωσία είναι η υποχώρηση στο πάθος. Γι’ αυ­τήν είπε ο ανωτέρω άγιος Γρηγόριος: Όποιος δέχεται με την θέλησή του τις πονηρές προτροπές του νοητού εχθρού, συζητά και συγκαταβαίνει σ’ αυτές, νικήθηκε πλέον, δεν αντιδρά στην αμαρτία και επιθυμεί να την πράξει ακόμη και όταν δεν είναι βολικό με το έργο, επειδή ίσως δεν είναι ο κατάλληλος καιρός ή ο τόπος ή εμποδίζει κάποια άλλη δυσκολία. Αυτή η εκούσια προσχώρηση στο κακό είναι πολύ εφάμαρτη και χωρίς αμφιβολία τιμωρείται.
Η υποδούλωση η αναγκαστική και ακούσια της καρδιάς ροπή, καταστρέφει την προσωπική μας φρόνηση και το αυτεξούσιο, επειδή ενώθηκε με αυτήν (καρδιά) ο εμπαθής λογισμός. Έτσι λοιπόν, εάν θα υποδουλωθεί η καρδιά από τον κακό λογισμό και σύρεται με βία χωρίς να μπορεί να αντιδράσει, θα μπορέσει μόνο με την βοήθεια του Θεού να επιστρέψει στην πρώτη της κατάστασή. Και εάν κυβερνάται σαν από θύελλα και κύματα από τους πονηρούς λογισμούς χάνοντας την ελευθερία της και μην μπορώντας να επανέλθει στην ψυχική της αρμονία και ει­ρήνη, αυτό οφείλεται στην εσωτερική ταραχή που δημιουργείται από την υπερβολική και ακράτητη είσοδο των πονηρών λογισμών. Έτσι επέρχεται μία σύγχυση με­ταξύ των αμαρτωλών σκέψεων και της ψυχικής αρμο­νίας της ψυχής. Η σύγχυση αυτή με άλλο τρόπο κρίνεται, όταν συμβαίνει στον καιρό της προσευχής, και με άλ­λο τρόπο όταν γίνεται σε άλλη στιγμή. Άλλο το είδος των λογισμών όταν είναι συνηθισμένο και άλλο όταν έρ­χεται έξωθεν από τους κακούς λογισμούς. Έτσι λοιπόν, είναι πιο εφάμαρτο εάν αιχμαλωτισθεί ο νους από τους κακούς λογισμούς στην ώρα της προσευχής διότι εκείνη την στιγμή ο νους πρέπει να κατευθύνεται προς τον Θεό και να προσέχει στην προσευχή, προφυλασσόμενος από οποιαδήποτε ξένη σκέψη. Εάν δεν γίνεται στην ώρα της προσευχής και οι λογισμοί εισέλθουν, λόγω διαφόρων πειρασμών της ζωής, αυτό δεν είναι αμαρτία, διότι και οι άγιοι ασχολούντο με συστηματικό πρόγραμμα με τα χρει­ώδη της ζωής. Πάντως πρέπει πάντοτε να προφυλαγόμαστε  από τους κακούς λογισμούς.
Ενώ το πάθος, λέγουν οι Πατέρες είναι αυτό το οποίο για πολύ χρόνο φωλιάζει στην ψυχή και την ταράζει πάντοτε με τους εμπαθείς λογισμούς που σπείρει ο νοη­τός εχθρός μας. Και από την συχνή και αλλεπάλληλη υποχώρηση στο κακό, γιγαντώνεται και γίνεται συνήθεια η αμαρτία, που ενισχύεται ακόμη από την φαντασία και επανάληψη του κακού. Αυτό συμβαίνει, διότι ο διάβολος παρουσιάζει ενώπιον του ανθρώπου κάθε είδους εμπαθή έργα και του ανάβει την φλόγα για ν’ απολαύσει αυτά. Περισσότερο όμως οφείλεται αυτό, όταν ο ίδιος ο άνθρωπος συνομιλεί με τον λογισμό του και από απροσεξία συγκατατίθεται σ’ αυτόν ή με τη θέλησή του σκέπτεται το πα­ράνομο έργο, αφού πλέον δεν έχει τον φόβο των αιωνίων βασάνων και αδιαφορεί για την μετάνοια· δηλαδή δεν του φαίνεται κακό και δεν προσεύχεται για να λυτρωθεί από το πάθος. Όταν ένας κολάζεται στα αιώνια βάσανα του άδου δεν σημαίνει ότι κολάσθηκε επειδή πολεμήθηκε από κάποιο πάθος αλλά από αμετανοησία, διότι εάν συνέβαινε αυτό δεν θα υπήρχε για κανέναν συγχώρηση, έως ότου φθάσουν στην τελεία απάθεια, όπως λέγει ο Πέτρος ο Δα­μασκηνός. Διότι είπαν οι Πατέρες ότι, αυτοί που κυριεύθηκαν από πάθη, πρέπει να τα καταπολεμήσουν κατόπιν με πολλή άσκηση. Επί παραδείγματι, εάν κάποιος υπετάγη στο πάθος της πορνείας πρέπει να απομακρυνθεί ολοκληρωτικά με εκείνο το πρόσωπο που αμάρτησε και από κάθε σχέση και συνομιλία μαζί του, από την ψαύση ενδυμάτων του και από τα διεγερτικά μυρωδικά του. Διότι εάν δεν φυλάξει εκείνος τον εαυτό του από όλα αυτά, επαναλαμβάνει το πάθος και πορνεύει με τον λογισμό στην καρδιά του, ανάβοντας μόνος του την κάμινο των παθών του και επιτρέποντας να μπαίνουν μέσα του, σαν ένα θηρίο, όλοι οι κακοί λογισμοί.
Οσίου Νείλου Σόρσκυ, 
Περί νοεράς εργασίας
εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», σ. 29-33
πηγή:εδώ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΙΚΡΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ (1)

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Αυγούστου, 2013

῾᾽Απολαύοντες, πάναγνε, τῶν σῶν δωρημάτων εὐχαριστήριον ἀναμέλπομεν ἐφύμνιον, οἱ γινώσκοντές σε Θεομήτορα
(᾽Απολαμβάνουμε, πάναγνη Παναγία, αὐτά πού μᾶς δίνεις ὡς δωρεές, γι᾽ αὐτό καί σοῦ ἀναπέμπουμε εὐχαριστήριο ὕμνο, ἐμεῖς πού σέ γνωρίζουμε ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ).
Ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής τοῦ μικροῦ παρακλητικοῦ κανόνα, εἴτε εἶναι κατά τήν παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας μας ὁ μοναχός Θεοστήρικτος εἴτε ὁ ἅγιος Θεοφάνης, δίνει τό στίγμα τῆς ταυτότητας τοῦ ἀνθρώπου  πού στέκεται παρακλητικά ἔναντι τῆς Θεοτόκου: πρόκειται γιά τόν ὀρθόδοξο πιστό, ὁ ὁποῖος εἶναι μέλος τῆς ἁγίας ᾽Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, συνεπῶς ἀποδέχεται τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων της καί εὑρίσκεται ἔτσι σέ εὐθεῖα σχέση πρός τούς Πατέρες αὐτῆς καί τούς ἁγίους ᾽Αποστόλους. Καί τό λέμε αὐτό, γιατί κανείς χωρίς νά εἶναι μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας δέν μπορεῖ νά ἀναγνωρίσει στό πρόσωπο τῆς Παναγίας τήν Μητέρα τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, τήν Θεομήτορα καί Θεοτόκο Μαρία, σύμφωνα μέ τόν ὅρο τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. ᾽Απαιτεῖται μέ ἄλλα λόγια ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἱκανώνει τόν πιστό νά δεῖ στό πάντιμο πρόσωπό της ὄχι μία ἁπλή γυναίκα, ὅπως λένε διάφοροι αἱρετικοί, ἀλλά τήν ἴδια τήν Μάνα τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου. Κι εἶναι ἡ ὁμολογία τῆς Παναγίας ὡς Θεομήτορος ὁμολογία στήν πραγματικότητα τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ ὡς τελείου Θεοῦ καί τελείου ἀνθρώπου.
Καί τί λέει ὁ ὑμνογράφος μετά τήν ὁμολογία αὐτή; Σοῦ τραγουδᾶμε, Παναγία, ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι πιστοί εὐχαριστήριο ὕμνο: ῾εὐχαριστήριον ἀναμέλπομεν ἐφύμνιον᾽. Παράκληση φτιάχνει ὁ ποιητής καί τοῦ βγαίνει εὐχαριστία. Δέν κάνει λάθος. Εἶναι γνήσιος πιστός καί ξέρει ὅτι τότε μία παράκληση εἶναι γνήσια καί ἀληθινή, ὅταν σ᾽ αὐτήν συνυπάρχει καί τό στοιχεῖο τῆς εὐχαριστίας. Διότι πιστεύει ὅτι ἀπευθύνεται σέ ᾽Εκείνην πού ἔχει τήν δύναμη νά μεσιτεύσει στόν Κύριο καί νά τοῦ δώσει Αὐτός τό αἴτημα τῆς καρδιᾶς του πρός χάρη Της. ῾Πολύ ἰσχύει δέησις Μητρός πρός εὐμένειαν Δεσπότου᾽. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι στόν συγκεκριμένο ὕμνο, ὅπως καί σέ πολλούς ἀντίστοιχους ἄλλους βεβαίως καί τῶν δύο Παρακλήσεων, ἔχουμε τήν καθολική θεώρηση τοῦ κάθε παρακλητικοῦ κανόνα πρός τήν Παναγία: δέν εἶναι μόνο παράκληση, ἀλλά καί εὐχαριστία πρός Αὐτήν. Αὐτή εἶναι ἡ διπλή διάσταση κάθε ἱκετευτικῆς ἀναφορᾶς πρός τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου: Τήν παρακαλοῦμε καί Τήν εὐχαριστοῦμε. Γι᾽ αὐτό καί εἴμαστε βέβαιοι γιά τήν προσφορά καί τήν δωρεά τοῦ Χριστοῦ ἀπέναντί μας:  βρισκόμαστε στήν θέση τοῦ λεπροῦ πού μετά τήν θεραπεία του ἀπό τόν Κύριο ἐπαινέθηκε ἀπό Αὐτόν γιά τήν στάση τῆς εὐχαριστίας του καί σώθηκε. ῾Οὐχί οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; Οἱ δέ ἐννέα ποῦ;᾽
Κι ὁ ὑμνογράφος κινεῖται πάνω σ᾽ αὐτό ἐμπειρικά: ἡ ἴδια ἡ ζωή του, ὅπως καί τῶν ἄλλων πιστῶν, ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῶν δωρεῶν τῆς Παναγίας γιά ὅ,τι ζήτησε εἴτε σέ σωματικό πειρασμό εἴτε σέ ψυχικό. Σέ εὐχαριστοῦμε, Παναγία, γιατί ἀπολαμβάνουμε τίς δωρεές σου. ῾᾽Απολαύοντες, πάναγνε, τῶν σῶν δωρημάτων᾽. ῾Ο ὑμνογράφος ἔρχεται νά βεβαιώσει αὐτό πού ζεῖ πάντοτε ἡ ᾽Εκκλησία μας: ἡ Παναγία εἶναι ζωντανή, μᾶς ἀκούει, μᾶς πονᾶ, ἐπεμβαίνει στήν ζωή μας, μᾶς καθοδηγεῖ. ῞Ο,τι ἡ ἴδια εἶπε κατά τήν Κοίμησή της γίνεται ἁπτή πραγματικότητα στήν ζωή τοῦ κάθε πιστοῦ: δέν μᾶς ἔχει ἐγκαταλείψει καί εἶναι συνεχῶς μαζί μας. ῾᾽Εν τῇ Κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε᾽. ῾Υπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΔΟΚΙΜΟΣ Ο ΔΙΚΑΙΟΣ (31 ΙΟΥΛΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Αυγούστου, 2013

 
“Αυτός ο μακάριος έζησε επί της βασιλείας του Θεοφίλου του μισόχριστου, τον ένατο μ.Χ. αι.Οι γονείς του ήταν πατρίκιοι, καταγόταν δηλαδή ο άγιος από αρχοντική οικογένεια, κι ήταν γνωστοί ορθόδοξοι, Βασίλειος και Ευδοκία στο όνομα και Καππαδόκες στο γένος. Γι’ αυτό και ο Ευδόκιμος ανατράφηκε με πολύ ενάρετο τρόπο, παίρνοντας το τιμητικό αξίωμα του κανδιδάτου από τον Θεόφιλο, γενόμενος στρατοπεδάρχης πρώτα της γης των Καππαδοκών, κι έπειτα ολόκληρης της γης των Ρωμαίων. Ήταν εξαιρετικά δίκαιος, διαφυλάττοντας την ισότητα απέναντι σε όλους και κάνοντας πολλές ελεημοσύνες καθημερινά. Ζούσε έντονα την εκκλησιαστική ζωή, φροντίζοντας τις χήρες και τα ορφανά και ενεργοποιώντας κάθε είδος αρετής. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο μακάριος πολιτεύτηκε κατά Θεόν, μέχρις ότου αρρώστησε βαριά και παρέθεσε έτσι το πνεύμα του σ’ Εκείνον. Μετά την τελευτή του, κατόπιν εντολής που είχε δώσει όσο ζούσε, έθαψαν το τίμιο σώμα του με τα ενδύματα και τα υποδήματά του, το οποίο σώμα του δοξάσθηκε από τον Θεό με θαύματα πολλά, τα οποία τώρα αδυνατούμε να τα διηγηθούμε λεπτομερώς. Η μετακομιδή του λειψάνου του προς το Βυζάντιο έγινε στις 6 Ιουνίου, η δε αγία κοίμησή του, στις 31 Ιουλίου».

     Το τέλος του μηνός Ιουλίου καταυγάζεται από τη φωτεινή μνήμη, όπως λάμπει ο ήλιος που ανατέλλει, του αγίου και δικαίου Ευδοκίμου. «Ως όρθρος, ως ήλιος ανέτειλε η μνήμη σου», διατρανώνει ο υμνογράφος της εορτής του. Ο ίδιος διαρκώς τονίζει το πόσο ο άγιος ευδοκίμησε πνευματικά στη ζωή του, τόσο που τον θεωρεί ως τύπο του ορθοδόξου πιστού. Στο πρόσωπο και τη ζωή δηλαδή του αγίου Ευδοκίμου κατανοούμε το τι σημαίνει να είναι κανείς αληθινά ορθόδοξος, κάτι που μας δίνει το δικαίωμα να κρίνουμε με ορθά κριτήρια τις διάφορες «εκδόσεις» ορθοδοξίας που προβάλλονται σήμερα, με την απαίτηση μάλιστα από ορισμένες να θεωρούνται και οι μοναδικά αυθεντικές. Τι τονίζει λοιπόν εν προκειμένω ο υμνογράφος; «Τα δόγματα των Πατέρων φυλάττων αλώβητα, ορθόδοξον φρόνημα συ εκ νεότητος έσχηκας, βίον ακηλίδωτον και ευσυμπάθητον γνώμην, αξιάγαστε». Δηλαδή: Φύλαξες τα δόγματα (την πίστη) των Πατέρων καθαρά και ανόθευτα, αξιοθαύμαστε Ευδόκιμε, γι’ αυτό και απέκτησες από τη νεότητά σου ορθόδοξο φρόνημα, βίο αγνό και ακηλίδωτο και διάθεση γεμάτη αγάπη στους συνανθρώπους σου.

     Ο άγιος Ευδόκιμος λοιπόν από τη νεότητά του είχε ορθόδοξο φρόνημα. Σπεύδει αμέσως όμως ο ποιητής να μας πει ότι η ορθοδοξία του δεν ήταν ένα είδος ιδεολογίας: μία αποδοχή προτάσεων πίστεως, έστω και αληθινών, αλλά εμψυχωνόταν από την ίδια τη ζωή του, την οποία ζούσε καθημερινώς με αγνότητα και αγάπη. Με άλλα λόγια, η ορθοδοξία του αγίου ναι μεν είχε όλα τα στοιχεία της ορθής στον Χριστό πίστεως – ό,τι τελικώς ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως – αλλά την πίστη αυτή τη ζούσε στο εκάστοτε παρόν με έλεγχο των επιθυμιών του, ώστε η εγκράτεια και η σωφροσύνη να τον καθοδηγούν, και με πλήρωση της καρδιάς του από αγάπη. Διότι μία πίστη που δεν ζωντανεύει με την αγάπη, μέσα στα πλαίσια της εγκρατείας, σταματάει να είναι χριστιανική και μπορεί μάλιστα να θεωρείται και δαιμονική: Διότι «και τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίττουσι».

     Ο υμνογράφος όμως με τον λιτό κι επιγραμματικό του τρόπο, μας λέει το πώς ο άνθρωπος, όπως το βλέπουμε στον άγιο Ευδόκιμο, μπορεί να λειτουργεί έτσι ορθόδοξα: «τα δόγματα των Πατέρων φυλάττων αλώβητα». Μόνον εκείνος που βρίσκεται στον ίδιο δρόμο με τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, δηλαδή κρατάει καθαρή τη δική τους παράδοση, συνεπώς και τη δική τους αγιασμένη ζωή, μπορεί τελικώς να είναι ορθόδοξος. Εκείνος που θα πιστέψει ότι είναι ορθόδοξος, διαγράφοντας την Πατερική παράδοση και στήνοντας μία δική του κατανόηση της χριστιανικής πίστεως, πλανάται πλάνην οικτράν. Και τούτο γιατί η ακολουθία των Πατέρων συνιστά ακολουθία του ίδιου του Χριστού, δεδομένου ότι αυτοί έζησαν με τον πιο δυνατό και αυθεντικό τρόπο, και μάλιστα τις περισσότερες φορές δίνοντας και την ίδια τη ζωή τους, τη ζωή Εκείνου. Γι’ αυτό και τονίζεται ποικιλοτρόπως ότι η Εκκλησία μας είναι μεταξύ των άλλων Πατερική, άρα και ορθά αποστολική. Ο άγιος Ευδόκιμος λοιπόν αναδείχθηκε άγιος και δίκαιος, γιατί έζησε σωστά ως ορθόδοξος: πατερικά και εκκλησιαστικά. Κι αυτό μας προτρέπει να κάνουμε κι εμείς, αν επιθυμούμε τον αγιασμό μας.

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΑ ΙΕΡΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Ιουλίου, 2013

 
Η Βαγκαβαντγκίτα και η Αβέστα
      Τις τελευταίες δεκαετίες, η Ελλάδα – πιθανόν λόγω και της γεωγραφικής της θέσης – έγινε ο τόπος πολλών μεταναστών από διαφορετικές χώρες του κόσμου, με διαφορετική κουλτούρα και το κυριότερο με διαφορετική θρησκευτικότητα, η οποία λόγω άγνοιας ξένιζε και ξενίζει πολλούς από τους γηγενείς Έλληνες. Προς βοήθεια λοιπόν της κατανόησης της διαφορετικής κουλτούρας και θρησκευτικότητας των μεταναστών που ήδη πολλοί από αυτούς είναι και γείτονές μας, είναι και το παρακάτω άρθρο που δημοσιεύουμε, το οποίο ασχολείται με τα ιερά βιβλία των θρησκειών, ούτως ώστε ο αναγνώστης να πάρει μία γεύση τι περίπου πρεσβεύει η κάθε θρησκεία. Επιθυμώντας το άρθρο μας να είναι ολοκληρωμένο παραθέτουμε στο τέλος «το Βιβλίο των Νεκρών» που δεν ανήκει σε μια συγκεκριμένη θρησκεία αλλά σε πολλές. Τις θρησκείες τις έχουμε με αλφαβητική σειρά, όπως και τα βιβλία τους, οπότε ο αναγνώστης, πατώντας πάνω σε όποια θρησκεία επιθυμεί, οδηγείται αμέσως σε αυτή. Στην αρχή δημοσιεύουμε και ένα παγκόσμιο χάρτη με την κατανομή της κάθε θρησκείας. Πιστεύουμε πως παραδίδουμε στο αναγνωστικό μας κοινό, που τόσο μας στηρίζει όλα αυτά τα χρόνια, μία από τις πιο ολοκληρωμένες δουλειές μας. Πριν σας αφήσουμε να απολαύσετε την έρευνά μας, αξίζει να αναφέρουμε πόσο είναι πληθυσμιακά η κάθε θρησκεία. Επικαλεστήκαμε την τελευταία απογραφή που βρήκαμε, που είναι από το έτος 2009:
 
Μεγάλες θρησκείες του κόσμου (μέσα του 2009)
 
Χριστιανοί
2.264.492.000
Μουσουλμάνοι
1.523.212.150
Ινδουιστές
935.460.000
Βουδιστές
483.821.000
Κινεζική λαϊκή θρησκεία
454.579.800
Σιχ
24.222.700
Εβραίοι
14.549.000
 
Ακολουθούν οι θρησκείες με αλφαβητική σειρά:
1. ΒΟΥΔΙΣΜΟΣ
2. ΙΝΔΟΥΪΣΜΟΣ
3. ΙΟΥΔΑΪΣΜΟΣ
4. ΙΣΛΑΜ Ή ΜΩΑΜΕΘΑΝΙΣΜΟΣ
5. ΚΟΜΦΟΥΚΙΑΝΙΣΜΟΣ
6. ΠΑΡΣΙΣΜΟΣ
7. ΣΙΚΧΙΣΜΟΣ
8. ΣΙΝΤΟΪΣΜΟΣ
9. ΤΑΟΪΣΜΟΣ
10. ΤΖΑΪΝΙΣΜΟΣ
11. ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ
12. ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ
 
Παγκόσμιος Χάρτης των Θρησκειών
ΒΟΥΔΙΣΜΟΣ
1. Αβαντάνας: Ιερό βιβλίο του Βουδισμού, στο οποίο εξαίρεται ο ρόλος των Μποντισάττβες. Οι Μποντισάττβες είναι λαμπρά όντα, τα οποία προχωρούν να γίνουν φωτισμένοι δηλαδή Βούδες. Ενώ όμως έχουν την δυνατότητα να εισέλθουν στην Νιρβάνα, τον Παράδεισο τρόπο τινά των Βουδιστών, εξακολουθούν με τη θέλησή τους να παραμένουν στον φθαρτό αυτό κόσμο από συμπόνια προς τα άλλα όντα να τα βοηθήσουν και να συμβάλλουν στην σωτηρία τους. Η λέξη αβαντάνα σημαίνει την πράξη που είναι άξια σεβασμού και θαυμασμού, η οποία μπορεί να είναι είτε η αυτοθυσία ενός ατόμου για το καλό των συνανθρώπων του είτε η οικοδόμηση ενός ιερού του Βούδα. Τα «Αβαντάνας» περιέχουν διηγήσεις που αποδίδονται στον Βούδα και έχουν ηθικό χαρακτήρα. Είναι γραμμένα στην σανσκριτική γλώσσα. Κύριο δίδαγμά τους είναι ότι «από λευκές πράξεις προέρχονται λευκοί καρποί και από μαύρες μαύροι».
2. Κα – τζιουρ, Ταν – τζιουρ: Συλλογές ιερών βιβλίων του Ταντρικού ή Βατζραγιάνα Βουδισμού. Οι συλλογές αυτές βασίζονται κυρίως στην Θιβετιανή βουδιστική γραμματεία, στην οποία στηρίζεται κυρίως ο Ταντρικός Βουδισμός και αναπτύχτηκε από τον 8ο αιώνα μ.Χ. και μετά όταν άρχισαν οι μεταφράσεις από τα Σανσκριτικά πρότυπα. Η «Κα – τζιουρ» (bka – ‘gyur) είναι συλλογή από 100 τόμους με περιεχόμενα το μοναχικό κανόνα και ταντρικά κείμενα. Η «Ταν – τζιουρ» (bs Tan – ‘gyur) αποτελείται από 225 και περιλαμβάνει υπομνήματα και ποικίλες θρησκευτικές πραγματείες.
3. Κανόνας Πάλι: Ιερό βιβλίο του ενός από τους τρεις κλάδους του Βουδισμού του Τεραβάντα. Ονομάστηκε έτσι από τη γλώσσα στην οποία έχει συνταχτεί. Ονομάζεται επίσης «Τιπίτακα» ή στα Σανσκριτικά «Τριπίτακα», κάτι αντίστοιχο με τον ελληνικό όρο «τρίπτυχο», που σημαίνει «Τρεις Κάλαθοι». Αποτελείται από τις συλλογές «Βινάγια Πίτακα» η οποία είναι ο μοναχικός κανόνας που περιέχει τις αρχές και τις υποχρεώσεις της βουδιστικής μοναχικής ζωής, τη «Σούττα Πίτακα» που εκθέτει τη βουδιστική διδασκαλία, απηχώντας βασικά το κήρυγμα του Βούδα, και την «Αμπιντάμμα Πίτακα», συλλογή που περιέχει αναλύσεις, ερμηνείες και ταξινομήσεις φιλοσοφικών και ψυχολογικών θεωριών. Ο κανόνας αυτός οριστικοποιήθηκε το 1ο π.Χ. αιώνα στη Σρι Λάνκα (Κεϋλάνη) με βάση προγενέστερο κανόνα που ήταν γραμμένος στη γλώσσα Μαγκάντι και ο οποίος είχε διαμορφωθεί στη 3η βουδιστική Σύνοδο.
4. Κινέζικη Τριπίτακα: Συλλογή του Μαχαγιάνα Βουδισμού. Πρέπει όμως να ειπωθεί εδώ πως ο Μαχαγιάνα Βουδισμός, αντίθετα με τον Τεραβάντα Βουδισμό δεν διαθέτει κανόνα ιερών βιβλίων, ο οποίος να διαμορφώθηκε με απόφαση βουδιστικής Συνόδου. Έτσι ο πιστός ανάλογα σε ποια σχολή ανήκει δίνει ιδιαίτερη έμφαση και σημασία σε ορισμένα από τα πολλά κείμενα του Μαχαγιάνα Βουδισμού. Αυτά αποτελούν ογκωδέστατη γραμματεία, της οποίας η δημιουργία άρχισε πριν 2.000 σχεδόν χρόνια. Ελάχιστο μόνο μέρος της διατηρείται στα Σανσκριτικά, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της είναι μεταφράσεις σε διάφορες γλώσσες κυρίως στα Κινεζικά, όπως η «Κινέζικη Τριπίτακα». Η διάταξή της είναι παρόμοια με αυτής του «Κανόνα Πάλι». Χωρίζεται λοιπόν, στο «Μοναχικό Κανόνα» (Λου), «Διδασκαλία» (Τσινγκ) και «Σχολαστική φιλοσοφία» (Λουν). Πρόκειται ουσιαστικά για ολόκληρη βιβλιοθήκη από ιερά και θύραθεν κείμενα. Ο παλαιότερος κατάλογος της  «Κινέζικης Τριπίτακα», από τις αρχές του 6ου μ.Χ. αιώνα, αναφέρει 2.113 έργα. Η τελευταία ιαπωνική έκδοση η Taisho που έγινε το 1924 – 1929 εκτείνεται σε 55 τόμους, ο καθένας από τους οποίους έχει περίπου 1000 σελίδες. Αργότερα μάλιστα δημοσιεύτηκε και συμπλήρωμα 35 τόμων.
    
ΙΝΔΟΥΪΣΜΟΣ
1. Αγκάμας: Ιερά ινδουϊστικά κείμενα που περιέχουν διδασκαλίες και λατρευτικά τυπικά. Είναι γνωστά 100 βισνουιστικά, 28 σιβαϊτικά και 77 σακτικά Αγκάμας.
2. Αρανυάκας: Ινδικά ιερά βιβλία. Η ονομασία τους σημαίνει «Βιβλία του Δάσους» δηλαδή προορισμένα να τα μελετάει κάποιος στην μοναξιά του δάσους. Οι «Αρανυάκας» συνεχίζουν τα πιο γνωστά βιβλία του Ινδουϊσμού τις «Βραχμάνες» και πραγματεύονται κατά κανόνα θέματα θυσιαστικού μυστικισμού και συμβολισμού.
3. Βαγκαβαντγκίτα ή Μπαγκαβάτ – Γκιτά: Ινδουϊστικό θρησκευτικό ποίημα, που η επιγραφή του σημαίνει «Άσμα του Υψίστου» και που αποτελείται από 700 στίχους που ενσωματώθηκε αργότερα στο περίφημο έπος του Ινδουϊσμού «Μαχαβαράτα». Θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας ποίησης, εφάμιλλο των Ομηρικών Επών και του Άσμα Ασμάτων της Βίβλου. Η σύνθεσή του τοποθετείται ανάμεσα στον 2ο αιώνα π.Χ. και στο 2ο αιώνα μ.Χ. και έχει σχολιαστεί από τους μεγάλους δασκάλους της θεολογίας του Ινδουϊστικού θεού Κρίσνα, ως το κυριότερο ιερό κείμενο αυτής της ομολογίας. Η «Βαγκαβαντγκίτα» διαπραγματεύεται όσα ειπώθηκαν υπό μορφή διαλόγου μεταξύ του βασιλιά Ντριταράστρα και του ηνιόχου του Σαντζάγια, για μια μάχη που έγινε ανάμεσα σε δυο συγγενείς αλλά αντίπαλες φυλές της ΒΔ Ινδίας, από τις οποίες η μία έχει στις τάξεις της τον Αρτζούνα γιο του θεού Ίντρα. Ο Σαντζάγια μεταφέρει στον βασιλιά του τον διάλογο μεταξύ του Αρτζούνα και του θεού Κρίσνα, ο οποίος στην αρχή παρουσιάζεται σαν θνητός, αλλά αργότερα αποκαλύπτει την πραγματική του φύση. Στο έργο γίνεται συστηματική αναφορά στην πρακτική των θυσιών που αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της ινδικής θρησκευτικής παράδοσης, στης οποίας τα πλαίσια, το έργο τοποθετεί και τη Γιόγκα, μέθοδο για την προσέγγιση της πραγματικότητας, που η «Βαγκαβαντγκίτα» ταυτίζει με την απόλυτη αρχή του σύμπαντος το αποκαλούμενο «Βράχμαν». Υπεράνω του «Βράχμαν», κατά το έργο, βρίσκεται το Θείο, το Απόλυτο, που μπορεί να κάνει αισθητή την παρουσία του με όποιο τρόπο αυτό θελήσει. Προς το τέλος το έργο παίρνει φιλοσοφικό χαρακτήρα και πραγματεύεται κυρίως τη θεωρία της γνώσης και τις ιδιότητες της φύσης. Ο διάλογος μεταξύ του πρίγκιπα Αρτζούνα και του Κρίσνα καθορίζεται από το θεό, ο οποίος έτσι προσφέρει στο θνητό συνομιλητή του την θεία έκλαμψη και τον κάνει να δεχτεί να δώσει  την τελική μάχη, που θα φέρει τον θρίαμβο στη φυλή των Παντάβας.         
4. Βέδα ή Βέδες: Συλλογή από τα αρχαιότερα ιερά βιβλία του Ινδουϊσμού και ταυτόχρονα τα αρχαιότερα σε ολοκληρωμένη μορφή σωζόμενα κείμενα της οικογένειας των ινδο – ευρωπαϊκών γλωσσών. Το όνομα Βέδα δηλώνει τη γνώση και προέρχεται από την ρίζα vid-, από την οποία παράγονται το ελληνικό ειδέναι = γνωρίζω και το λατινικό videre = βλέπω και το γερμανικό Wissen = γνώση. Τα βιβλία που την αποτελούν θεωρούνται από τους Ινδουϊστές θεόσταλτα και περιλαμβάνουν ύμνους και ωδές, διατάξεις που ρυθμίζουν τις τελετές και τις θυσίες, λυρικές προσευχές, μαγικούς τύπους και επωδούς. Αυτά τα βιβλία αρχικά μεταδίδονταν από γενιά σε γενιά προφορικά και αργότερα καταγράφτηκαν. Η συλλογή χωρίζεται σε τέσσερα τμήματα, που το καθένα διαδόθηκε από διαφορετική σχολή του Ινδουϊσμού: «Ριγκ – Βέδα», «Γιατζούρ – Βέδα», «Σάμα – Βέδα» και «Αθάρβα – Βέδα». Υπάρχουν διαφορές απόψεων ως προς την χρονολόγησή τους. Η επικρατούσα για την «Ριγκ – Βέδα» είναι ότι αυτή ανήκει στο 1000 π.Χ. αν και μερικοί από τους ύμνους της φαίνεται πως υπήρχαν ήδη από το 1500 π.Χ. Τα βεδικά κείμενα είναι βέβαια θρησκευτικού περιεχομένου, φωτίζουν όμως ταυτόχρονα, εκτός από την ιστορία της θρησκείας, και τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτιστικές σχέσεις των λαών της Ινδικής χερσονήσου της παλιότερης εποχής, χωρίς βέβαια να παρέχουν ακριβή χρονολογικά στοιχεία. Πρόκειται κυρίως για τις φυλές των Αρίων, πολεμικών φυλών από το Ιράν, που εισέβαλαν στην ΒΔ Ινδία γύρω στο1500 π.Χ. και προχώρησαν προς τα ανατολικά και τα νότια.
       Από τα τέσσερα τμήματα της συλλογής η «Ριγκ – Βέδα» είναι η αρχαιότερη και η σπουδαιότερη σε θρησκευτική σημασία και περιέχει 1.028 ύμνους (Σούκτα), συνολικά 10.562 στροφές, που αποτελούν 10 βιβλία (Μαντάλα). Οι ύμνοι έχουν ποικίλη έκταση, ο πιο σύντομος, ο πιο εκτεταμένος πενήντα οκτώ. Πρόκειται βέβαια για συνθέσεις διαφορετικών εποχών, που περιέχουν εγκώμια στους θεούς, προσευχές, κατάρες και μυθικές διηγήσεις. Σ’ αυτές γίνονται επικλήσεις σε πολλούς θεούς, οι σπουδαιότεροι όμως από αυτούς είναι ο Ίντρα ο βασιλιάς των θεών και ο Αγκνί ο θεός της φωτιάς. Πολλοί ύμνοι περιέχουν λυρικές περιγραφές για το άναμμα της φωτιάς, τις προσφορές, την προετοιμασία και τη σπονδή (Σόμα). Λίγοι ύμνοι περιλαμβάνουν ιστορικές περιγραφές, μυθικά θέματα και πολύ λίγο κοσμογονικές και εσχατολογικές διδασκαλίες. Ιεραρχία σε ορισμένο πάνθεο δεν υπάρχει. Οι θεότητες παρουσιάζονται να επηρεάζονται από τις προσευχές και τις θυσίες των ανθρώπων και σε αντάλλαγμα να προσφέρουν πλούτο, περιουσία σε ζώα και τύχη στον πόλεμο, ενώ η αμαρτία θεωρείται ως δεσμός, που καταργείται με τον τελετουργικό καθαρμό. Κατά τον ύμνο 10,90 η δημιουργία του κόσμου είναι αποτέλεσμα θυσίας και διαμελισμού ενός αρχέγονου ανθρώπου (Πουρούσα), που από τα μέλη του δημιουργήθηκε το σύμπαν. Αυτός ο ύμνος αντιπροσωπεύει το κοινωνικό πρότυπο των τεσσάρων τάξεων (Βάρνα), αφού κατά την περιγραφή του, οι Βραχμάνες – οι ιερείς του Ινδουϊσμού – προέρχονται  από το στόμα του διαμελισμένου, οι Ξατρίες, η βασιλική και στρατιωτική τάξη, από τα χέρια του, οι Βαϊσίες, έμποροι, από τους μηρούς του και οι Σούντρες, κατώτερη τάξη, από τα πόδια του.
       Η «Γιατζούρ – Βέδα» αποτελείται από 5 τμήματα, από τα οποία τα 4 πρώτα χαρακτηρίζονται ως μαύρη «Γιατζούρ – Βέδα» και το πέμπτο ως λευκή «Γιατζούρ – Βέδα». Η μαύρη περιλαμβάνει πεζά ερμηνευτικά κείμενα και η λευκή, μεταγενέστερη από τη μαύρη, λατρευτικούς τύπους και προσευχές. Το ιδιαίτερο στοιχείο της είναι οι τύποι θυσιών (Γιατζούρ).
       Η «Σάμα – Βέδα» αποτελείται από τρία έμμετρα βιβλία, και τέσσερις συλλογές ασμάτων. Το περιεχόμενό της είναι σε μεγάλο μέρος παρμένο από την «Ριγκ – Βέδα», έχει μελωδία αρκετά πρωτόγονη και αναφέρεται σε διατάξεις που ρυθμίζουν τις τελετές και τις θυσίες. Η «Ριγκ – Βέδα», η «Γιατζούρ – Βέδα» και η «Σάμα – Βέδα» αποτελούν ενότητα, γνωστή ως «Τριβέδα», την οποία κάθε Βραχμάνος θα πρέπει να κατέχει καλά.
       Η «Αθάρβα – Βέδα», το τέταρτο τμήμα, είναι γραμμένη σε πεζό λόγο, αποτελείται από 20 βιβλία, περιλαμβάνει μαγικούς τύπους και επωδές και διασώθηκε σε δυο τύπους, τη «Σαουνάκα», που είναι η πιο πλατιά διαδεδομένη, και την «Παιπαλάντα», την οποία ακολουθούν σήμερα μόνο μερικές οικογένειες στην Ορίσα, ένα ομόσπονδο κράτος στην ανατολική Ινδία. Επίσης περιέχει κοσμογονικές διδασκαλίες, που όμως δεν βρίσκονται στο επίπεδο της «Ριγκ – Βέδα». Έτσι σε έναν ύμνο της ο χρόνος (κάλα) θεωρείται η αρχή όλων των πραγμάτων, ενώ στο βιβλίο των ύμνων «Ροχίτα», ο Ροχίτα = κόκκινος δηλ. ο ήλιος, εξυμνείται ως αρχή του κόσμου.
5. Βεδάντα: Ο τίτλος του βιβλίου αυτού σημαίνει «Το τέλος της “ Βέδας”». Είναι μια συλλογή από 108 Ινδουϊστικά, μικρά θρησκευτικά και φιλοσοφικά κείμενα, που ανήκουν στις παλαιότερες «Ουπανισάδες» λέξη που σημαίνει μυστικές συνεδριάσεις και είναι κάτι αντίστοιχο με την Καινή Διαθήκη του Χριστιανισμού.
       Όταν οι Βραχμάνες, οι ιερείς του Ινδουϊσμού, οδήγησαν την Βεδική θρησκεία σε άκρατο τελετουργισμό, η θρησκεία κατάντησε μια τεχνική, που ενδιέφερε μόνο την τάξη των ιερέων και δεν μπορούσε να ικανοποιήσει ούτε τις ανάγκες του απλού λαού, που αναζητούσε μια πίστη και μια παρηγοριά, ούτε τις ανάγκες των μορφωμένων, που ερευνούσαν για την αρχή των πραγμάτων και για την ουσία της ζωής. Έτσι οι ανώτερες τάξεις όχι μόνο αρνήθηκαν την νεκρή τελετουργία, αλλά δημιούργησαν μια πνευματική κίνηση, που βρήκε την έκφρασή της στις «Ουπανισάδες».
       Η «Βεδάντα» είναι γραμμένη σε πεζό λόγο και διανθισμένη με διδακτικές και κατά περίπτωση λυρικές στροφές. Τα αρχαιότερα, μεγαλύτερα και σημαντικότερα κείμενά της είναι η «Μπριχανταρανυάκα Ουπανισάδα» και η «Τσαντόγκια Ουπανισάδα». Τα κείμενα αυτά αναφέρονται στα προβλήματα του «Είναι» και του «μη Είναι» δηλαδή της ύπαρξης ή της μη ύπαρξης, και ειδικότερα παρουσιάζουν το Άτμαν, την ψυχή τρόπο τινά του Ινδουϊσμού, του κάθε ατόμου όχι ως θνητό εγώ, αλλά ως μυστική παρουσία πάνω από τον τόπο και τον χρόνο, πέρα από κάθε πάθος και ενιαίο, παρόλο που αυτό υπάρχει σε όλα, ταυτιζόμενο έτσι με το Βράχμαν, δηλαδή την εσχάτη αρχή του σύμπαντος. Για πρώτη φορά με την «Βεδάντα», η σωτηρία δεν προκύπτει από την τελετουργική πράξη, αλλά από τη γνώση. Το πρόβλημα που τίθεται εδώ είναι να βρεθεί η εξήγηση, του πως προκύπτει η ανθρώπινη και κοσμική δυαδικότητα μεταξύ του «Είναι» και του «Γίγνεσθαι», χρόνου και αιωνιότητας, Άτμαν (εδώ το Άτμαν εκλαμβάνεται ως η «παγκόσμια ψυχή») και πραγμάτων. Ήδη σε μερικές «Ουπανισάδες» αυτή η διαδικασία συσχετίζεται από τη μία με το Κάρμα, δηλαδή τις πράξεις που έκανε εν ζωή το άτομο και του προσέδωσε ανάλογα θετική ενέργεια ή αρνητική ενέργεια, και από την άλλη με την Αβίντια, την άγνοια. Έτσι υποστηρίζεται, πως από την άγνοια προκύπτει η πράξη, ότι κάθε πράξη σέρνει μια αλυσίδα από σκέψεις και ενέργειες, ότι μόνο η γνώση μπορεί να οδηγήσει στην απελευθέρωση από τον φθαρτό κόσμο που ζούμε και ότι το Κάρμα, ορίζει πως οι πράξεις της ύπαρξης του κάθε ατόμου προκαθορίζουν αναγκαστικά την νέα ύπαρξη που θα γεννηθεί από την μετενσάρκωση ή μετεμψύχωση. Η βασική θεωρία της «Βεδάντα» είναι μονιστική. Σύμφωνα με αυτή, το μόνο πραγματικό είναι το «Βράχμαν» ή «Άτμαν», που δεν εκφράζεται, ούτε ορίζεται, ενώ ο κόσμος των φαινομένων δηλ. η εξωτερική ύπαρξη (φύση κ.λ.π.) είναι μια πλάνη, μια ψευδαίσθηση, που αποκαλείται «Μάγια».                
6. Βραχμάνες: Ιερά κείμενα των Ινδών, τα οποία είναι σχόλια στα άλλα ιερά κείμενα του Ινδουϊσμού τις «Βέδες» και η σύνταξη των «Βραχμάνων» ανάγεται γύρω στο 700 π.Χ. περίπου. Το κύριο περιεχόμενό τους είναι η ερμηνεία των τρόπων της θυσίας, της σημασίας τους και της σχέσης της κάθε μιας θυσίας με τα κοσμικά, φυσικά και άλλα στοιχεία και φαινόμενα.
       Στο κλάδο του Ινδουϊσμού που εκπροσωπείται από τη Βεδική θρησκεία η καθαρή τελετουργία κερδίζει βαθμιαία, ολοένα και μεγαλύτερη σημασία. Έτσι στους ύμνους της «Σάμα – Βέδας» και της «Γιατζούρ – Βέδας» η πράξη της θυσίας βρίσκεται στο κέντρο βάρους της θρησκευτικότητας που εκδηλώνει ο πιστός, ενώ η θεότητα, στην οποία η θυσία αναφέρεται περνάει σε δεύτερη θέση. Αυτή η υποχώρηση της θεότητας σε σχέση με τη τελετουργία βρίσκει το απόλυτό της στις «Βραχμάνες». Οι κανόνες (βίντι) και οι επεξηγήσεις τους (αρθαβάντα) έχουν προκύψει από τις συζητήσεις των βεδικών σχολών. Πολλές φορές μάλιστα συμπλέκονται τα κείμενα των «Βεδών» με αυτά των «Βραχμάνων». Λόγου χάρη η «Σάμα – Βέδα» περιέχει δύο «Βραχμάνες» ή στη λευκή «Γιατζούρ – Βέδα» ανήκει η «Σαταπάθα – Βραχμάνα».
       Οι θεοί στις «Βραχμάνες» είναι οι ίδιοι με τους θεούς της Βεδικής θρησκείας μόνο που κάποιοι από αυτούς αλλάζουν ονόματα και προορισμό όπως π.χ. ο Σίβα καθιερώνεται με το όνομα Ρούντρα κ.λ.π. Η Κοσμογονία βασίζεται στο μύθο του Πρατζαπάτι, της θεότητας δηλαδή που δημιούργησε τον άνθρωπο και ο οποίος μέσω του ασκητισμού (τάπας) απελευθερώνει τον κόσμο. Στις «Βραχμάνες» επίσης γίνεται και το πρώτο βήμα για τη βασική διδασκαλία της μετεμψύχωσης, αφού προβάλλεται για πρώτη φορά η ιδέα πως τα καλά έργα μπορούν να επιδράσουν στη ζωή των καλών και αυτών που είχαν προσφέρει θυσίες, με αποτέλεσμα στο υπερπέραν να βρουν ένα νέο θάνατο, επομένως και μια νέα γέννηση.      
       Ακόμα οι «Βραχμάνες» αποτελούν την αρχική φάση της ινδικής φιλοσοφίας καθώς και εννοιών οι οποίες αργότερα θα αποκτήσουν μεγάλη σημασία, όπως οι έννοιες ρούπα (μορφή, ορατό) και νάμα (όνομα, αόρατο, εσωτερική ουσία).
7. Γκιταγκοβίντα: Ιερό βιβλίο του Ινδουϊσμού, το εξοχότερο δείγμα θρησκευτικής – ερωτικής ποίησης της Ινδίας, έργο του «θαυματουργού» ποιητή της Βεγγάλης, Τζαγιαντέβα (12ος αιώνας μ.Χ.). Σ’ αυτό περιγράφεται ο έρωτας της Ράντα και του θεού Κρίσνα, η μεταξύ τους ζηλοτυπία, ο χωρισμός τους και η επανένωσή τους. Η Ράντα ήταν η πιο αγαπημένη από τις ερωμένες – συζύγους του Κρίσνα. Του αποδίδεται και μυστικό νόημα, καθώς η Ράντα συμβολίζει την ψυχή, που θέλγεται από το θεό.            
8. Μαχαβαράτα: Το ένα από τα δύο μεγαλύτερα εθνικά έπη της Ινδίας – το άλλο είναι η Ραμαγιάνα -, που είναι η βασική πηγή για τη γνώση του Ινδουϊσμού. Ασχολείται με τη διαμάχη του μυθικού γένους των Καουράβας με το άλλο μυθικό γένος των Παντάβας. Περιέχει επίσης τεράστιο υλικό από μυθικές, κοσμολογικές, ηθικές και φιλοσοφικές παραδόσεις του Ινδουϊσμού. Αποδίδεται στον αοιδό Βυάσα, που θεωρείται πως κωδικοποίησε και τα άλλα ιερά βιβλία του Ινδουϊσμού, τις «Βέδες» και τις «Πουράνας». Αποτελείται από 100.000 τα αποκαλούμενα «σλόκας» και διαιρείται σε 18 βιβλία. Συγκρινόμενο με τα θαυμαστά έπη του Ομήρου την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια» πρέπει η «Μαχαβαράτα» να είναι περίπου δεκαπλάσια. Η θρησκευτική του σημασία είναι πολύ μεγάλη για τους πιστούς του Ινδουϊσμού και αυτό φαίνεται και από την εξής πρόταση που περιέχεται στην αρχή του: «Όποιος ακούσει αυτό το άσμα, λυτρώνεται από κάθε αμάρτημα που έκανε με τον λόγο του, την πράξη του ή το μυαλό του».     
9. Ουπανισάδες: Σημαίνουν «μυστικές συνεδριάσεις» και είναι Ινδουϊστικά ιερά κείμενα που ως υπομνήματα και συμπληρώσεις στις «Βέδες» συνεχίζουν τις συλλογές «Αρανυάκας» και «Βραχμάνες». Πρόκειται για κείμενα διαφόρων εποχών και αποτελούν την κύρια πηγή του Βραχμανισμού. Η σχέση τους απέναντι στις «Βέδες» είναι κατ’ αντιστοιχία κάτι ανάλογο με τη σχέση της Καινής Διαθήκης απέναντι στην Παλιά. Οι «Ουπανισάδες» τονίζουν την ενότητα του Άτμαν και του Βράχμαν και χαρακτηρίζονται από το γεγονός πως στα θρησκευτικά πράγματα δίνουν προτεραιότητα στη γνώση έναντι οτιδήποτε άλλου.    
10. Πουράνας: Η λέξη σημαίνει «αρχαίες διηγήσεις». Είναι ιερά βιβλία του Ινδουϊσμού, ανάλογα με τις «Βέδες» του Βεδισμού και του Βραχμανισμού. Υπάρχουν 18 διαφορετικές Πουράνες, από τις οποίες σπουδαιότερες θεωρούνται η Πουράνα του Βαγκαβάτ και η Πουράνα του θεού Βίσνου. Η σύνταξη αυτών των διαφόρων ιερών βιβλίων χρονολογείται από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, ωστόσο είναι αυτονόητο πως μεγάλο μέρος του υλικού τους ανάγεται σε παλιότερες εποχές. Σύμφωνα με παλιό ορισμό, κάθε Πουράνα πρέπει να πραγματεύεται τα εξής 5 θέματα: 1. Τη Δημιουργία 2. Την Αναδημιουργία, δηλαδή την περιοδική καταστροφή και ανανέωση των κόσμων 3. Τη γενεαλογία των θεών 4. Τις εποχές του Μάνου, δηλαδή τις μεγάλες περιόδους, που καθεμιά τους ορίζεται από ένα νέο γενάρχη του ανθρώπινου γένους 5. Την ιστορία των γενών, δηλαδή των παλιότερων και των νεότερων βασιλικών οικογενειών, που η αρχή τους ανάγεται στον Ήλιο και τη Σελήνη. Σ’ αυτό το πλαίσιο ενυφαίνεται το ποικίλο μυθικό, διδακτικό τελετουργικό, υμνογραφικό κ.λ.π. υλικό της παράδοσης του Ινδουϊσμού.  
11. Ραμάγιανα: Το σημαντικότερο, μετά τη «Μαχαβαράτα», εθνικό έπος των Ινδών και ταυτόχρονα Ιερό βιβλίο του Ινδουϊσμού. Η επίδρασή του στη σκέψη και το πνεύμα ιδιαίτερα της Βόρειας Ινδίας έχει παρατηρηθεί και επισημανθεί από τους ειδικούς πως ξεπερνάει και αυτό ακόμα της Βίβλου στο πνεύμα της Δύσης. Το έργο εκθέτει τους αγώνες του θεού Ράμα, ο οποίος πιστευόταν πως ήταν η 7ηενσάρκωση του θεού Βίσνου, εναντίον του αρχηγού των δαιμόνων Ράξας, τον Ραβάνα. Αποτελείται από 24.000 δίστιχα (σλόκας), έχει δηλαδή υπερδιπλάσια έκταση από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια μαζί. Αποδίδεται στον Βαλνίκι, «τον πρώτο επώνυμο ποιητή των Ινδών», και θεωρείται πως έχει γραφτεί ανάμεσα στον 4ο και στον 3ο αιώνα π.Χ.
12. Σούτρες: Το τρίτο στρώμα της θρησκευτικής λογοτεχνίας των αρχαίων Ινδών, ύστερα από τις «Βέδες» και τις «Βραχμάνες». Πρόκειται για τελετουργικά τυπικά, γραμμένα σε πεζό λόγο και στο ύφος του αφορισμού και προορισμένα να απομνημονεύονται από τους μαθητές. Διακρίνονται σε Σραούτα – Σούτρες, που αναφέρονται στις μεγάλες θυσιαστικές τελετές, σε Γκρύγια – Σούτρες, που πραγματεύονται τους κανονισμούς τελετουργιών που γίνονται στο σπίτι, κατά τη γέννηση, το γάμο, το θάνατο κ.λ.π. και σε Ντάρμα – Σούτρες που κανονίζουν τα σχετικά καθήκοντα σε κάθε περίπτωση. 
13. Τάντρας: Ινδικές πραγματείες που ενέπνευσε το ρεύμα του Ταντρισμού, μία από τις αρχαιότερες τάσεις της ινδικής θρησκευτικότητας. Κατά την Ινδουϊστική παράδοση, οι Τάντρας είναι διδακτικές συνομιλίες του θεού Σίβα με τη σύζυγό του Ντέβι, ενώ κατά την βουδιστική παράδοση είναι διαλογισμοί του Βούδα ως ιστορικού προσώπου. Τα κείμενα αυτά παρουσιάζουν ασάφειες στην διατύπωση και στους συμβολισμούς, με πολλές ελλειπτικές προτάσεις, οι οποίες έγιναν επίτηδες, με απώτερο σκοπό να μην είναι χρήσιμα στον αμύητο. Οι Τάντρας είναι συνήθως ανώνυμες, αλλά οι συνόψεις τους και τα ερμηνευτικά υπομνήματα σ’ αυτές είναι έργα επώνυμων συγγραφέων. Υπάρχουν ακόμα και ταντρικές  «Ουπανισάδες» άλλα δηλαδή Ινδουϊστικά ιερά κείμενα, ύμνοι και λατρευτικά τυπικά.
 
ΙΟΥΔΑΪΣΜΟΣ
1. Εβραϊκή Βίβλος (Παλαιά Διαθήκη): Είναι μια συλλογή από ιερά βιβλία. Η συγκρότηση της συλλογής αυτής που είναι ένα είδος καταλόγου και ονομάζεται «κανόνας» ακολούθησε μια μακρόχρονη και πολύπλοκη πορεία που δεν είναι σε όλες της τις φάσεις γνωστή. Παρότι αρκετά βιβλία της Εβραϊκής Βίβλου, αποτελούν προϊόν συλλογής κειμένων, όπως λόγου χάρη το βιβλίο των «Ψαλμών» που είναι μια συλλογή ύμνων, προσευχών και άλλων ποιημάτων, οι απαρχές της συγκρότησης του «κανόνα» θα πρέπει να τοποθετηθεί τον 5ο αιώνα π.Χ., όπου ο ιερέας και γραμματέας της Ιουδαϊκής κοινότητας, η οποία μόλις είχε συγκροτηθεί μετά από την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας, διαμορφώνει την συλλογή των βιβλίων του «Νόμου» (εβραϊκά Τορά) τη γνωστή ως «Πεντάτευχο». Παράλληλα με το «Νόμο» άρχισαν να αποκτούν κανονική ισχύ και συλλογές λόγων των προφητών ή έργων που αναφέρονταν στην δράση τους ή αποδίδονταν σ’ αυτούς, καθώς επίσης και ποιητικές συλλογές ή έργα που περιείχαν σοφά λόγια και ρήσεις κ.λ.π. Μάλιστα όπως μαρτυρεί ο πρόλογος της ελληνικής μετάφρασης ενός βιβλίου της Εβραϊκής Βίβλου, η «Σοφία Σειράχ», ήδη κατά τον 2ο αιώνα π.Χ. είχε συγκροτηθεί μια συλλογή από ιερά κείμενα του Ιουδαϊσμού, που περιλάμβανε τρεις ομάδες βιβλίων: «Νόμος», «Προφήτες» και «Πάτρια» ή «Λοιπά Βιβλία». Ιδού και η αναφορά: «Γι’ αυτό και ο παππούς μου, ο Ιησούς, ασχολήθηκε πάνω από όλα με τη μελέτη του νόμου, των προφητών και των άλλων πάτριων βιβλίων και εξοικειώθηκε με αυτά». Την ύπαρξη μιας ανάλογης συλλογής με τριμερή διαίρεση «Νόμος», «Προφήτες» και «Ψαλμοί»υπαινίσσεται και το δεύτερο ιερό βιβλίο του Χριστιανισμού, η Καινή Διαθήκη, στο Κατά Λουκά Ευαγγέλιο: «Αυτά εννοούσα με τα λόγια που σας έλεγα όταν ήμουν ακόμη μαζί σας, πως δηλαδή πρέπει να εκπληρωθούν όλα όσα είναι γραμμένα για μένα στο νόμο του Μωϋσή, στους προφήτες και τουςΨαλμούς» Λουκ. 24:44. Τελικά ο «κανόνας» της Εβραϊκής Βίβλου παίρνει την οριστική μορφή του το 90 μ.Χ. σε μια ραβινική σύνοδο στην πόλη Ιάμνεια της Παλαιστίνης. Ο «κανόνας» αυτός περιλαμβάνει 39 βιβλία που διαιρούνται σε 3 ομάδες: «Νόμος», «Προφήτες» και «Αγιόγραφα». Η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα βιβλία της Εβραϊκής Βίβλου είναι η Εβραϊκή, εκτός από ορισμένα τμήματα των βιβλίων Δανιήλ και Έσδρας που είναι γραμμένα στα αραμαϊκά, την γλώσσα η οποία μετά τον 5ο αιώνα π.Χ. έγινε η καθομιλουμένη στο χώρο της Παλαιστίνης. Από τον 3ο αιώνα π.Χ., επειδή πολλοί Ιουδαίοι που ζούσαν εκτός της Παλαιστίνης και ιδιαίτερα στην Αλεξάνδρεια όπου υπήρχε μεγάλη και ακμάζουσα Εβραϊκή κοινότητα, είχαν λησμονήσει την μητρική τους γλώσσα, αρχίζει μια προσπάθεια μετάφρασης των βιβλίων της Εβραϊκής Βίβλου στα Ελληνικά, την διεθνή γλώσσα εκείνης της εποχής, που είναι γνωστή με την επωνυμία «μετάφραση των Εβδομήκοντα» ή «Ο΄», επειδή κατά την παράδοση την μετάφραση την ανέλαβαν να φέρουν εις πέρας 72 (λόγω στρογγυλοποίησης του αποκαλούμε Εβδομήκοντα) σοφοί Ιουδαίοι που γνώριζαν την Ελληνική. Ακολουθεί ο πίνακας με τα βιβλία της Εβραϊκής Βίβλου, πως αποκαλούνται στα Εβραϊκά και δίπλα πως μας είναι γνωστά σε εμάς:
 
 
Η Εβραϊκή Βίβλος
2. Ταλμούδ: Η λέξη σημαίνει διδασκαλία, σπουδή, σοφία. Είναι η προφορική παράδοση του Ιουδαϊσμού η οποία καταγράφηκε μεταξύ του 5ου αιώνα π.Χ. και 6ου αιώνα μ.Χ. και περιέχει διδασκαλίες, συζητήσεις, γνώμες και σχολιασμούς του Νόμου και των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, σοφιολογικές παροιμίες, ανέκδοτα και επιστημονικές πραγματείες. Για το λόγο αυτό έχει μεγάλη σημασία και αξία και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως είδος γενικής ιουδαϊκής γραμματολογίας.
       Το «Ταλμούδ» έχει δυο μορφές, την ιεροσολυμιτική ή παλαιστινή και τη βαβυλωνιακή. Το ιεροσολυμιτικό ή παλαιστινό «Ταλμούδ» είναι το αρχαιότερο, περιλαμβάνει την παράδοση των Ιουδαίων της Παλαιστίνης και γράφτηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. στην Καισάρεια της Παλαιστίνης σε γλώσσα δυτική αραμαϊκή. Αυτό είναι κατά 2/3 συντομότερο του βαβυλωνιακού, επειδή χάθηκε το μεγαλύτερο μέρος του και σώζεται σε αποσπασματική μορφή. Το βαβυλωνιακό «Ταλμούδ», νεότερο και εκτενέστερο, περιέχει την παράδοση του Ιουδαϊσμού της Βαβυλώνας, ολοκληρώθηκε τον 6ο αιώνα μ.Χ., γράφτηκε σε γλώσσα ανατολική αραμαϊκή και θεωρείται από τον ορθόδοξο Ιουδαϊσμό ως ο γνώμονας που ρυθμίζει στην πράξη την καθημερινή ζωή των Ιουδαίων.
       Το πρώτο και αρχαιότερο μέρος του «Ταλμούδ» είναι η «Μισνά» δηλαδή η επανάληψη και ερμηνεία του Νόμου, η οποία περιλαμβάνει 63 πραγματείες, ολοκληρώθηκε στο τέλος του 2ου και στην αρχή του 3ου αιώνα μ.Χ., είναι γραμμένη στην μεταβιβλική εβραϊκή γλώσσα, αλλιώς μισναϊκή, η οποία διαφέρει πολύ από τη βιβλική στη σύνταξη και το λεξιλόγιο, και χρησιμοποιεί πολλές αραμαϊκές, ελληνικές και λατινικές λέξεις. Η «Τοσεφτά» αποτελεί συμπλήρωση της «Μισνά», με διάφορες διατάξεις που προστέθηκαν αργότερα στο αρχικό σώμα. Επέκταση και ερμηνεία της «Μισνά» αποτελεί η «Γκεμαρά» ως το δεύτερο και μεταγενέστερο μέρος του «Ταλμούδ». Αυτή επεξεργάζεται και διασαφηνίζει δυσνόητα χωρία της «Μισνά»  και παραθέτει πάνω σ’ αυτά νομικές συζητήσεις διαπρεπών Ραβίνων δασκάλων δηλαδή του Ιουδαϊσμού, κανόνες ηθικής και θρησκευτικής ζωής, προσευχές και σοφιολογικά αποφθέγματα.
       Τώρα όσον αφορά την κατανόηση του «Ταλμούδ» αυτή επιτυγχάνεται μέσα από τις ερμηνευτικές μεθόδους της «Χαλαλά» και «Χαγκαδά». Η «Χαλαλά» έχει νομικό χαρακτήρα και διευκρινίζει νομικές διατάξεις. Η «Χαγκαδά» έχει εποικοδομητικό χαρακτήρα και αποσκοπεί στην ιστορική θρησκευτική και ηθική εξήγηση του «Ταλμούδ». Ωστόσο οι περιεχόμενες στην «Χαγκαδά» ιστορικές πληροφορίες δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένες. Τέλος αξίζει να λεχθεί και αυτό πως η «Χαγκαδά» εκτός από τα θρησκευτικά θέματα περιέχει και μεταφυσικές αναζητήσεις, οράματα για το μέλλον, Γεωμετρία, Ιατρική, Αστρονομία, Φυσική, Βοτανική κ.λ.π. 
 
ΙΣΛΑΜ Ή ΜΩΑΜΕΘΑΝΙΣΜΟΣ
1. Κοράνι: Το Κοράνι (al–Qur’an) είναι το ιερό βιβλίο του Ισλάμ. Η αραβική λέξη «κουράν» προέρχεται από το σημιτικό ρήμα qara’a και σημαίνει ανάγνωση, αναγγελία, κήρυγμα. Μέχρι το θάνατο του Μωάμεθ 632 μ.Χ. δεν φαίνεται να υπήρξε κάποια γραπτή εκδοχή των αποκαλύψεων που ο Μωάμεθ ισχυρίζεται πως δέχτηκε από το Θεό/Αλλάχ. Σύμφωνα με την ισλαμική παράδοση ο διάδοχος του Μωάμεθ, Αμπού Μπακρ 632 – 634 μ.Χ. έκανε μια απόπειρα περισυλλογής και συστηματοποίησης των αποκαλύψεων αυτών. Όμως επειδή κυκλοφορούσαν διάφορες εκδοχές των αποκαλύψεων αυτών, ο τρίτος Χαλίφης ο Οθμάν 644 – 656 διαμόρφωσε – μέσω μιας επιτροπής – το κείμενο του Κορανίου το οποίο αναγνωρίστηκε ως αυθεντικό και δόθηκε η εντολή να καταστραφεί κάθε άλλη γραφή ή παραλλαγή.
     Και δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού το γήινο Κοράνι θεωρείται πιστό αντίγραφο του ουρανίου το οποίο βρίσκεται συνεχώς μαζί με το Θεό/Αλλάχ. Συνεπώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχουν στον ουρανό πάνω από ένα Κοράνι. Βέβαια η ιδέα που διατύπωσε ο Μωάμεθ περί ουρανίου Κορανίου στο «Αντίθετα αυτό είναι ένα Δοξασμένο Κοράνιο, (που έχει γραφεί) σε πίνακα καλά Προφυλαγμένο, (από τη  μετατροπή και τη φθορά)» Κοράνι 85:21 – 22 κάθε άλλο παρά πρωτότυπη είναι.
Υπάρχει στην Ιουδαιοχριστιανική αποκαλυπτική Γραμματεία.
      Συγκεκριμένα στο Ιουδαϊκό απόκρυφο βιβλίο των «Ιωβηλαίων» όπου διηγείται την ιστορία της Γενέσεως έως της Εξόδου κεφάλαιο 12. Η ιστορία λοιπόν αυτή δίδεται υπό μορφή αποκάλυψης του Θεού εις τον Μωϋσή η οποία στηρίζεται σε πηγή που είναι γραμμένη «σε ουράνιες πλάκες» στο «Και δια το λόγο αυτό εγράφη η εντολή επί των ουρανίων πλακών εν σχέσει προς την γεννώσαν»Ιωβηλαία 3:10, αλλά και στα 3:31, 4:5 κ.ο.κ. Όσον αφορά το Χριστιανισμό είναι το απόκρυφο βιβλίο «Ο Ποιμήν του Ερμά» το οποίο ισχυρίζεται πως το συγκεκριμένο βιβλίο δίδεται ως αντίγραφο θείου τινός πρωτοτύπου βιβλιαρίου, Όρασις 2:1.
    Αλλά και η αποκάλυψις του Κορανίου από τον αρχάγγελο Γαβριήλ εις τον Μωάμεθ «(ότι)  αυτό  (το  Κοράνιο)  είναι πραγματικά  ο  λόγος  ενός  τιμημένου Αγγελιαφόρου (Γαβριήλ), του προικισμένου με Δύναμη και θέση τιμημένη στον Κύριο του Θρόνου, με εξουσία υπακούοντας εκεί (και) άξιος  εμπιστοσύνης στην  μεταφορά της έμπνευσης. Και (Ω!  Λαέ!),  ο Σύντροφός σας (ο  Μουχάμμεντ) δεν είναι τρελός. Και  – χωρίς αμφιβολία  – (ο Μουχάμμεντ) τον είδε (τον Γαβριήλ) στον καθαρό ορίζοντα.» Κοράνι 81:19 – 23 υπάρχει παρομοίως επί των «Ιωβηλαίων» τα οποία αποκαλύπτουν, πως άγγελος Κυρίου ελάλησε προς τον Μωϋσή το τι ακριβώς πρέπει να γράψει στην Πεντάτευχο: «Και ο άγγελος του προσώπου ελάλησε προς τον Μωϋσή κατά τον λόγον του Κυρίου, λέγων: Γράψον όλην την ιστορίαν της δημιουργίας…» Ιωβηλαία 2:1. Ωσαύτως και το απόκρυφο βιβλίο του Ενώχ εμφανίζεται ότι γράφτηκε υπό του Ενώχ κατόπιν ουρανίας οπτασίας και ότι του το αποκάλυψαν οι άγγελλοι και μάλιστα ότι το έμαθε από τις ουράνιες πλάκες. Ιδού και η απόδειξις: «Και ο Ενώχ είπε: “Περί των τέκνων της δικαιοσύνης και περί των εκλεκτών του κόσμου και περί του φυτού της ευθύτητος θα λαλήσω αυτά τα πράγματα, μάλιστα εγώ ο Ενώχ θα κάμω γνωστά εις σας, υιοί μου, συμφώνως προς ό,τι ενεφανίσθη εις εμέ εν τη ουρανίω οπτασία, το οποίον εγνώρισα δια του λόγου των αγίων αγγέλων και έμαθα εκ των ουρανίων πλακών”»  Ενώχ 93:2
    Έπειτα αν και το κείμενο του Κορανίου υποτίθεται ότι αποτελεί τον ίδιο τον Λόγο του Θεού/Αλλάχ – κάτι απολύτως κατανοητό και σεβαστό εκ μέρους μας για ένα πιστό μουσουλμάνο – παρατηρούμε πως το πρώτο πρόσωπο του κειμένου δεν είναι πάντα ο Θεός/Αλλάχ: κάποιες φορές, όπως στο πρώτο κεφάλαιο, είναι ο πιστός που απευθύνεται στο Θεό/Αλλάχ μέσω προσευχής, άλλες φορές είναι ο προφήτης Μωάμεθ που μιλάει, κεφάλαιο11:2 – 3  και άλλες φορές όπως στο κεφάλαιο 85, δεν είναι σαφές το υποκείμενο. Πολύ περισσότερο βέβαια το Κοράνι δεν μπορεί να είναι ο Λόγος του Θεού/Αλλάχ γιατί δεν είναι δυνατόν ο Θεός/Αλλάχ να μπερδεύει την Μαρία(Παναγία) με την Μαριάμ την αδελφή του Ααρών, Κοράνι 19:27 – 28. Ούτε πάλι είναι δυνατόν ο Θεός/Αλλάχ να ισχυρίζεται πως δημιούργησε τα άστρα – τα  οποία είναι βλήματα – για  να διώχνουν τους δαίμονες!!: «Κι  έχουμε  πράγματι  στολίσει  τον κατώτερο ουρανό (τον  χαμηλότερο),  με Λαμπτήρες  (αστέρια) και τα έχουμε κάνει βλήματα για (να διώχνουν μακριά) τους Δαίμονες, που  γι’  αυτούς  έχουμε ετοιμάσει τα βασανιστήρια της φλογερής Φωτιάς.» 67:5
   Σε ότι αφορά το περιεχόμενο και τη δομή του κειμένου του Κορανίου, τον αναγνώστη που έχει εθιστεί στην ανάγνωση της Αγίας Γραφής τον περιμένει μία μεγάλη έκπληξη. Γιατί το κείμενο του Κορανίου χαρακτηρίζεται από μια ετερογένεια και έλλειψη χρονολογικής αλληλουχίας των γεγονότων που περιγράφονται, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει εσωτερική δομή. Άλλωστε τα πρώτα κεφάλαιά του αναφέρονται σε αποκαλύψεις που έγιναν εκ των υστέρων στη πόλη Μεδίνα και τα τελευταία σε αποκαλύψεις που έγιναν εκ των προτέρων στη πόλη της Μέκκας. Έτσι το Κοράνι περιλαμβάνει κομμάτια προφητικά, που αναγγέλλουν το τέλος του κόσμου, την ημέρα της κρίσης, απειλώντας τους άθεους, τους άπιστους και τους υποκριτές με τα χειρότερα βασανιστήρια ή αντίθετα υποσχόμενα στους πιστούς ανταμοιβή από τον Θεό/Αλλάχ και ακολουθούν μετά πιο αφηγηματικά κομμάτια, τα οποία έχουν δανειστεί στοιχεία από τον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό. Τέλος το σύνολο συμπληρώνεται από ορισμένα εδάφια, σχετικά λίγα – κάτω από το 10% – που μπορούν να θεωρηθούν κανονιστικά, τα οποία επιβάλλουν κατά συνέπεια ένα δίκαιο. Ας φέρουμε παράδειγμα το κεφάλαιο 3. Μιλάει για την Παναγία, την μάχη του Μπαντρ, την συγχώρεση των αμαρτιών, για τον Παράδεισο και τα ποτάμια που τον διασχίζουν, τον Ιησού, για τους φιλάργυρους, για όσους πεθαίνουν στη μάχη και πολλά άλλα.
    Το Κοράνι που αποκαλείται και Βιβλίο χωρίζεται σε 114 κεφάλαια(σούρατ), που με τη σειρά τους χωρίζονται σε εδάφια(αγιάτ). Η κάθε σούρατ φέρει και τίτλο όπως Η Αγελάδα, Τα Κοπάδια, Η Μέλισσα, Ο Ύψιστος κ.λ.π.
2. Χαντίθ: Η θρησκευτική παράδοση του Ισλάμ που συμπληρώνει το Κοράνι και θεωρείται η δεύτερη μετά από αυτό πηγή του. Βγαίνει από την αραβική λέξη hadit που σημαίνει αναγγελία και χρησιμοποιείται με την έννοια της αναγγελίας ρητών ή τρόπου αντιμετώπισης από τον Μωάμεθ πρακτικών θεμάτων της θρησκείας.
       Η «Χαντίθ» άρχισε να δημιουργείται από τη στιγμή που μετά το θάνατο του Μωάμεθ, οι πιστοί θέλησαν να ανατρέξουν σε γραπτές ή προφορικές πληροφορίες σχετικά με το πώς είχε αντιμετωπίσει αυτός διάφορα συγκεκριμένα προβλήματα, τι είχε εκφράσει ως συμβουλή ή εντολή, τι θέση πήρε σε διάφορα ερωτήματα και πως έπραξαν οι ακόλουθοί του μετά τις συμβουλές από αυτόν. Επειδή μέχρι το τέλους του 7ου αιώνα μ.Χ. εμφανίστηκαν διάφοροι με σύντομα κείμενα που υποστήριζαν πως είναι του Προφήτη που όμως είχαν αναμίξει προϊσλαμικά ή εξωϊσλαμικά στοιχεία, εμφανίστηκαν ταυτόχρονα κάποιοι που ονομάστηκαν «άντρες της παράδοσης» στα αραβικά ahl al – hadith οι οποίοι ήταν γνώστες των γνήσιων παραδόσεων προφορικών ή γραπτών που δημιούργησαν και τις πρώτες συλλογές.
       Παρέμενε όμως το πρόβλημα πως θα ξεχωρίσουν οι γνήσιες παραδόσεις από τις ψεύτικες. Η πρόταση που έκαναν κάποιοι πως κανόνας γνησιότητας να είναι η συμφωνία τους με το Κοράνι ή η συχνή χρήση τους κρίθηκε ανεπαρκής και έτσι όσες θεωρήθηκαν γνήσιες κατατάχτηκαν σε 3 κατηγορίες:1. Γνήσιες (sahih) 2. Ωραίες (hasan) και όχι τελείως αξιόπιστες 3. Αδύνατες (daif), οι οποίες αντιμετωπίζονται με πολλή περίσκεψη.
       Μέχρι το τέλος του 9ου αιώνα μ.Χ. οι «Χαντίθ» ήταν ταξινομημένες με το όνομα του φορέα τους (musnad). Μετά ταξινομήθηκαν κατά θέματα σύμφωνα με τις πρακτικές ανάγκες της ισλαμικής νομολογίας. Η πιο σημαντική συλλογή ονομάζεται as – Sahih (Το ορθό) και έγινε από τον al – Buhari(810 – 870 μ.Χ). Συνολικά είναι 6 συλλογές. Οι άλλες 5 είναι οι εξής: Muslim (817/821 – 875 μ.Χ), Abu –Dawud (817 – 888 μ.Χ), al Tirmidhi (892 μ.Χ), Ibn Madja (824 – 886 μ.Χ) και al – Nasa’ i (915 μ.Χ).
       Οι 6 αυτές συλλογές θεωρούνται ως κανονικές από το μεγαλύτερο δόγμα του Ισλαμισμού τους Σουνίτες που αποτελούν το 90% των απανταχού Μουσουλμάνων. Το άλλο δόγμα του Ισλαμισμού οι Σιίτες έχουν δική τους «Χαντίθ», θεωρώντας ως γνήσιες όσες αναφέρονται στον Αλή τον γαμπρό του Μωάμεθ και τους οπαδούς του.              
 
ΚΟΜΦΟΥΚΙΑΝΙΣΜΟΣ
1. Κινγκ ή Χινγκ: Όρος που στην κινέζικη γλώσσα σημαίνει το βιβλίο και που χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει μια συλλογή από 5 βιβλία (Wu – King), που για τους Κινέζους αποτελούν κάτι αντίστοιχο με την χριστιανική «Βίβλο». Τα βιβλία αυτής της συλλογής είναι τα ακόλουθα: Ι – Κινγκ (I – King)  ή Γι – Κινγκ (Yi– King) που σημαίνει «Βιβλίο των μεταβολών» και ασχολείται με την  Κοσμολογία και την Μαντική, Σου – Κινγκ (Schu – King) δηλαδή «Βιβλίο πηγών» και έχει να κάνει με την Ιστορία, Σι – Κινγκ (Schi – King) «Βιβλίο των ωδών» και ασχολείται με την Ποίηση, Λι – Κι (Li – Ki) «Βιβλίο της εθιμοτυπίας» που στους ανατολικούς λαούς παίζει σπουδαίο ρόλο και ειδικά όσον αφορά το Τυπικό των ιεροτελεστιών και το Τσουν – Τσίου (Tsch’un – ts’iu) δηλαδή «Άνοιξη και Φθινόπωρο» που ασχολείται με την Ηθική. Τα έργα αυτά η παράδοση τα έχει αποδώσει σε ένα από τους μεγαλύτερους δασκάλους της Κίνας τον Κουνγκ Φου Τσε, γνωστό στη Δύση ως Κομφούκιο, θεωρούνται όμως μεταγενέστερα, με μεγάλη όμως πιθανότητα να διασώζουν στο περιεχόμενό τους παλαιότερο υλικό. 
2. Στσε – σου: Συλλογή από 4 κλασικά βιβλία του Κομφουκιανισμού, τα οποία, όπως και τα βιβλία Βου – Κινγκ, ανήκουν στον κανόνα της Κομφουκιανικής λογοτεχνίας. Η συλλογή Στσε – σου, που περιλαμβάνει βιβλία της μετακομφουκιανικής εποχής, αποτελείται από το Λουν – γκου που περιέχει συνομιλίες του Κομφούκιου με τους μαθητές του και με ηγεμόνες της εποχής του, το Τα – σίο δηλαδή «Μεγάλη διδαχή» και το Κουνγκ – γιουνγκ που σημαίνει «Μέτρο και μεσότητα». Όλα αυτά είναι σύντομα συγγράμματα που αποδίδονται στον εγγονό του Κομφούκιου τον Κουνγκ – Κιχ. Ως τέταρτο βιβλίο αναγνωρίζεται το φιλοσοφικό έργο του Μενγκ – τσε, του γνωστού και με το λατινικό όνομα Mencius (Μένκιος) που έζησε το 372 – 289 π.Χ., ο οποίος υποστήριξε πως μια πολιτεία μπορεί να σταθεί μόνο πάνω σε ηθικές αρχές.    
 
ΠΑΡΣΙΣΜΟΣ
1. Αβέστα: Συλλογή ιερών βιβλίων του Ζωροαστρισμού, του Μασδακισμού, του Μασδαϊσμού, και του Ζενδισμού. Η αντίληψη για την «Αβέστα» στηρίζεται στην κατανόηση του καθενός από τα βιβλία την αποτελούν:
       Οι «Γκάθας» δηλαδή οι Ψαλμοί αποδίδονται στον Ζωροάστρη, τον ιδρυτή του Ζωροαστρισμού και υποτίθεται πως ο προφήτης τους έγραφε στα μισά του 7ου αιώνα π.Χ. κάπου στην Κεντρική Ασία, εξ ολοκλήρου τότε κατοικημένη από τα ανατολικά ιρανικά φύλα. Οι «Γκάθας» εκφράζουν την θρησκευτική επανάσταση του Ζωροάστρη κατά του ιρανικού πολυθεϊσμού. Αποτελούν 248 στροφές από 17 κεφάλαια της «Γιάσνα».
       Λειτουργικά κείμενα αποτελούν το υπόλοιπο τμήμα της «Γιάσνα» = Λειτουργία. Από τη γλώσσα και το περιεχόμενό της φαίνεται πως οι συγγραφείς της, μεταγενέστεροι του Ζωροάστρη, συνδέονται με τη διατήρηση παλαιοτέρων ιρανικών θεών, τους οποίους ο μεγάλος προφήτης είχε απορρίψει.
       Το «Βισπράτ» = όλοι οι διαιτητές, είναι συλλογή ύμνων και επικλήσεων, που το περιεχόμενό τους τονίζει επίσης την αλλοίωση της διδασκαλίας του Ζωροάστρη.
       Οι «Γιαστς» = ύμνοι βοηθούν στην ανασύσταση του πολυθεϊστικού ιρανικού υποστρώματος, πιστοποιούν την κοινή ινδοευρωπαϊκή ρίζα της θρησκείας των Ιρανών και Ινδών και βοηθούν στην κατανόηση της διάσπασης της Ζωροαστρικής πίστης και του τέλους της αχαιμενιδικής θρησκείας. Στους«Γιαστς» συγκαταλέγονται και ύμνοι σε ιδιαίτερους θεούς: στην Κυρία των υδάτων, την Αρεντβί Σούρα Ανάχιτα = τη «μεγαλοδύναμη, άμωμη Αρεντβί», η οποία μεταγενέστερα εξελίχθηκε στη μιθραϊκή, τη μασδαϊκή και την ζενδική Ανάχιτα, στον Τίσρυα, το θεοποιημένο αστέρα Σείριο, στο Μίθρα, στο Βεραθράγνα, αντίστοιχο του ινδουϊστικού Ίντρα, στις Φραβασίς, Χαόμα, στο Σραόσα κ.ά. Επίσης σε πολλούς άλλους ύμνους ανευρίσκεται ήδη η καταγωγή της επικής μυθολογίας του Μασδαϊσμού, καθώς εμφανίζονται όλοι οι μυθικοί ηγεμόνες από το Χουσάνγκ ως το Βιστάσπα και άλλα κορυφαία πρόσωπα, όπως ο μέγας διδάσκαλος Καρσάσπ, ο νομοθέτης Ουρβάξ – σαγιά κ.ά. Έτσι στους «Γιαστς» υπάρχει όχι μόνο η θεολογική βάση της αρσακιδικής πολυθεϊστικής θρησκείας, αλλά και το υπόστρωμα του σασσανιδικού εθνικισμού, το οποίο χρησιμοποιήθηκε, για να την ανατρέψει, αφήνοντας πλέον εντελώς ανεφάρμοστη τη σασσανιδική πρόθεση επαναφοράς του αρχικού Ζωροαστρικού πνεύματος.
       Η «Βιντεβντάτ» η οποία στα αρχαία Περσικά προφέρονταν «Βεντιντάντ» και σημαίνει «Νόμος εναντίον των κακών πνευμάτων», είναι πλούσια σε μυθικά επικά στοιχεία και σε πληροφορίες για λατρείες, τύπους, ήθη, έθιμα και κοινωνικά χαρακτηριστικά, και προσφέρει άρτια την εικόνα του τέλους των αχαιμενιδικών και της αρχής των αρσακιδικών χρόνων. Ορισμένα άλλα μικρά κείμενα βρίσκονται στο τέλος της «Αβέστα», μερικά όμως από αυτά δεν θεωρήθηκαν πάντα τμήματά της.
       Η παράδοση της «Αβέστα» είναι σε πολλά αμφισβητήσιμη. Δύο αρχικά, καταγραμμένα σε χρυσές πινακίδες, συνεπώς σε σφηνοειδή αχαιμενιδική γραφή, αντίγραφά της θα πρέπει να είχαν χαθεί κατά την ελληνική κατάκτηση της Περσέπολης, από τον Μ. Αλέξανδρο, και αποσπάσματά τους να είχε συγκεντρώσει μετά από πεντέμισι αιώνες ο ιδρυτής της σασσανιδικής δυναστείας Αρταξέρξης Α΄ Παπακάν (Αρντασίρ Α΄, 224 – 241 μ.Χ.), σύμφωνα όμως με άλλη, περισσότερο ανταποκρινόμενη στα πράγματα, παράδοση, αντίγραφο των πινακίδων σε περγαμηνή είχε διασωθεί στην εκτός αλεξανδρινής επικράτειας περιοχή στην Αδάρ Γουσνάπ σημερινή Ταχτ – ε – Σουλεϋμάν, τον κυριότερο ιερό χώρο του περιορισμένου ήδη από τα αχαιμενιδικά χρόνια Ζωροαστρισκού ιερατείου. Με την παράδοση και καταγραφή της «Αβέστα» στα σασσανιδικά χρόνια σχετίστηκαν ο Τανσάρ, ημιμυθικό πρόσωπο, ο Σαπούρ Β΄ (309 – 379 μ.Χ.) και ο ιερέας Ατουρπάτ, γιος του Μαχρασπάντ, ο οποίος γύρω στο 340 μ.Χ. έδωσε την έγκριση στην τότε επιλογή κειμένων της «Αβέστα». Η σύγκρουση με τον Μασδακισμό αποκάλυψε σοβαρές διαφορές για την αξιοπιστία πολλών διαφημισμένων τότε ως αυθεντικών, αβεστικών κειμένων. Το ίδιο προκύπτει και από τη διαμόρφωση του Ζερβανισμού και του Γκαγιομαρντισμού. Καθώς η Αδάρ Γουσνάπ δεν είχε καταστραφεί και το Ταμπαριστάν το σημερινό Μαζανταράν που είναι μια μακρόστενη λωρίδα γης ανάμεσα στο Ελμπούρζ και την Κασπία θάλασσα είχε μεταβληθεί σε τόπο συγκέντρωσης σασσανιδικού αρχειακού υλικού και αντιμουσουλμάνων εθνικιστών, αναλήφθηκε προσπάθεια ανασύστασης του εθνικού ιρανικού παρελθόντος, εμφανιζόμενου όμως ως διακαιωμένου μέσα στο Ισλάμ και ειδικά στη σιιτική εκδοχή του. Σ’ αυτή τη προσπάθεια οφείλονται και τα αρχαιότερα σήμερα σωζόμενα χειρόγραφα της «Αβέστα» 13ος – 14ος  αιώνας μ.Χ., τα οποία διαδόθηκαν στους ομόθρησκους του ιρανικού οροπεδίου και τους Ζενδιστές της Ινδίας, όπου το 1758 τα βρήκε ο Αβραάμ Υάκινθος Ανκετί – Ντυπερρόν, πρώτος «ιρανολόγος», και ακολούθως και άλλοι επιστήμονες. Στην όλη επιχείρηση ανασύστασης της «Αβέστα» από σύγχρονους επιστήμονες 18ος – 19ος  αιώνας μ.Χ. συνέβαλε καθοριστικά η μετάφραση μεσοπερσικών «μεταβεστικών» ιερών κειμένων αλλά και τμημάτων κυρίως της «Γιάσνα» στα σανσκριτικά και στα Γκουτζρατί, τα οποία είναι και σήμερα ζωντανή ινδική γλώσσα, όπως βεβαίως και τα σανσκριτικά. Όμως αυτά τα μεταφρασμένα τμήματα της «Αβέστα» στηρίζονταν σε άλλες μεταφράσεις από τα μέσα περσικά τα γνωστά ως παχλεβί. Αυτές λοιπόν οι Ζενδιστές τις αποκαλούσαν Ζαντ και το ιερό κείμενο «Ζενδ – Αβέστα», όρο που οι επιστήμονες κακώς χρησιμοποιούσαν μέχρι τον προηγούμενο αιώνα. Οι μεταφράσεις της «Αβέστα» στα μέσα περσικά στόχευαν στην αντιμετώπιση του τότε ανερχομένου Μασδακισμού, που τα ιερά κείμενά του ήταν γραμμένα στη ζωντανή γλώσσα του λαού και φυσιολογικά είχαν αμεσότερη και μεγαλύτερη απήχηση για την εξάπλωση του Μασδακισμού.
2. Άιν – Ναμέ: Ιερό μασδαϊστικό βιβλίο των σασσανιδικών χρόνων, το οποίο είναι γνωστό μόνο από αραβικές μεταφράσεις του. Σημαίνει «Βιβλίο των Κανόνων» και πραγματεύεται θέματα Κανόνων συμπεριφοράς, πολλοί από τους οποίους διασώθηκαν αυτούσιοι στο σιιτικό Ισλάμ. Ο ρητορικός και πομπώδης τόνος του αντιστοιχεί στην αυτοκρατορική τάξη της σασσανιδικής αυλής και τον εθνικό χαρακτήρα του Μασδαϊσμού.
 
ΣΙΚΧΙΣΜΟΣ
1. Γκρανθ: Το όνομά του σημαίνει Βίβλος. Είναι συλλογή από 3.384 ύμνους, που αποτελούν το ιερό βιβλίο της θρησκείας Σιχ ή του Σικχισμού όπως λέγεται αλλιώς. Αυτή η συλλογή έγινε από το 1604 από τον Αρτζούνα, πέμπτο Γκουρού δηλαδή δάσκαλο αυτής της θρησκείας. Στην αρχή ο Αρτζούνα κωδικοποίησε τις προσωπικές του συνθέσεις και τις συνθέσεις των τεσσάρων προηγούμενων Γκουρού της θρησκείας που αυτός εκπροσωπούσε. Αργότερα η συλλογή διευρύνθηκε, περιλαμβάνοντας τις συνθέσεις των διαδόχων του Αρτζούνα. Περιλαμβάνει επίσης και στίχους μουσουλμάνων και ινδουϊστών διδασκάλων. Πάντως, οι οπαδοί της θρησκείας αυτής μιλούν και για μια Αντι – Γκρανθ δηλαδή για μια πρωταρχική Βίβλο. Η οριστική του διάπλαση έγινε το 1706 από τον δέκατο Γκουρού, τον Γκομπίντ Σινγκ, ο οποίος το ανακήρυξε και διάδοχό του το 1708. Όπως και να έχει όμως, αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός πως οι οπαδοί του Σικχισμού αποδίδουν σ’ αυτό καθαυτό το βιβλίο λατρεία. Ένα πολυτελές αντίγραφό του είναι πάντοτε εκτεθειμένο σε λαϊκό προσκύνημα στο «χρυσό ναό» του Αμριτσάρ στην περιοχή της Ινδίας, και κάθε βράδυ γίνεται επίσημη περιφορά του με λαμπαδηφορία που προβλέπει διανυκτέρευσή του σε ένα μαρμάρινο ανάκτορο και κάθε πρωί επιστροφή του στο «χρυσό ναό», όπου οι πιστοί ραίνουν το προσκυνητάριο με λουλούδια. Μάλιστα στην εποχή της Βρετανικής κυριαρχίας, του αποδίδονταν και στρατιωτικές τιμές. Ο ιδρυτής του Σικχισμού, Νάνακ συνέθεσε τους ύμνους του στη γλώσσα πουντζάπι. Αργότερα καταγράφηκαν με το ιδιαίτερο αλφάβητο, που δημιούργησε ο δεύτερος Γκουρού, ο Άνκαντ, το γνωστό ως γκουρμούκχι.        
 
ΣΙΝΤΟΪΣΜΟΣ
1. Κοτζίγκι: Συλλογή από ιαπωνικά κείμενα, που μαζί με την συλλογή Νιχόνγκι, αποτελεί την κύρια πηγή της παράδοσης του Σιντοϊσμού της παραδοσιακής θρησκείας των Ιαπώνων. Η ονομασία του έργου σημαίνει «Ιστορία των συμβάντων στην αρχαιότητα». Το έργο συντάχθηκε το 712 μ.Χ. με προτροπή της αυτοκρατορικής αυλής, και περιέλαβε ολόκληρο το μυθικό και θρησκευτικό υλικό, που ως τότε παραδιδόταν προφορικά. Απαρτίζεται από 3 βιβλία, από τα οποία το πρώτο περιέχει τους μύθους των θεών και τα άλλα δύο τις παραδόσεις για το παρελθόν της Ιαπωνίας ως την χαραυγή των ιστορικών της χρόνων. 
2. Νιχόνγκι: Συλλογή ιαπωνικών κειμένων, που μαζί με την συλλογή Κοτζίγκι αποτελεί την κύρια πηγή της παράδοσης του Σιντοϊσμού της παραδοσιακής θρησκείας των Ιαπώνων. Είναι νοητή ως «Χρονικά της Ιαπωνίας» και αποτελεί την πρώτη επίσημη ιστορία του ιαπωνικού κράτους, γραμμένη αρχικά σε κινέζικη γλώσσα. Έχει συνταχθεί σε οριστική μορφή περίπου το 720 μ.Χ. και αποτελείται από 30 βιβλία. Διακρίνεται από το Κοτζίγκι – το οποίο πραγματεύεται το μυθολογικό και θρησκευτικό υλικό – επειδή ασχολείται αποκλειστικά με το ιστορικό υλικό του Σιντοϊσμού.      
 
ΤΑΟΪΣΜΟΣ
1. Τάο – τε – κινγκ: Ιερό βιβλίο του Ταοϊσμού μία από τις τρεις κύριες θρησκείες της Κίνας (οι άλλες δύο είναι ο Κομφουκιανισμός και ο Βουδισμός). Το Τάο – τε – κινγκ σημαίνει το βιβλίο (κινγκ) με τη δύναμη (τε) του Τάο. Η λέξη Τάο, η οποία για την ακρίβεια προφέρεται Ντάο, σημαίνει το δρόμο την κατεύθυνση και έχει στην κινέζικη σκέψη τη βαρύτητα που έχει στην ελληνική φιλοσοφία η έννοια του «λόγου». Θεωρείται πως το έγραψε ο ιδρυτής του Ταοϊσμού, Λάο – Τσε, αποτελείται από 5.000 λέξεις και διαιρείται σε 81 σύντομα κεφάλαια. Πραγματεύεται με αφοριστικό τρόπο την οντολογική διδασκαλία και την ηθική του Ταοϊσμού. Αναμφισβήτητα πάντως περιέχει οπωσδήποτε στοιχεία της αρχαίας κινεζικής σοφίας.   
 
ΤΖΑΪΝΙΣΜΟΣ
1. Ανουγιόγκα: Ιερό βιβλίο των Ντιγκαμπάρα κλάδου του Τζαϊνισμού ή Τζινισμού, ινδικού θρησκεύματος ασκητικών, δυαλιστικών και αθεϊστικών αρχών. Οι Ντιγκαμπάρα ισχυρίζονται πως οι ιερές τζαϊνικές Γραφές «Σιντάντα» καταστράφηκαν το 789 μ.Χ. και έτσι στη θέση τους δέχονται την Ανουγιόγκα. Η λέξη Ανουγιόγκα σημαίνει Εκθέσεις και είναι μια ιερή συλλογή που πυρήνα της έχει δυο παλαιά κείμενα στο γλωσσικό ιδίωμα Πράκριτ  – ομάδα  αρχαϊκών ινδικών τοπικών διαλέκτων – που συμπληρώνεται με υπομνήματα και άλλα μεταγενέστερα κείμενα.
2. Σιντάντα: Ιερό βιβλίο των Σβετάμπαρα, κλάδου του Τζαϊνισμού ή Τζινισμού, ινδικού θρησκεύματος ασκητικών, δυαλιστικών και αθεϊστικών αρχών. Περιέχει 12 «κύρια μέρη» που αποκαλούνται Άνγκας και τα οποία παρουσιάζουν τον Μοναχισμό, τις αρχές του συστήματος του Μαχαβίρα – διαμορφωτή της διδασκαλίας του Τζαϊνισμού τον 6ο αιώνα π.Χ. – τις  παραβολές και τις αφηγήσεις του. Εκτός από τα «κύρια μέρη» περιέχει και 12 «δευτερεύοντα μέρη» τα Ουπάνγκας, που αναπτύσσουν μεθοδικότερα την διδασκαλία του Τζαϊνισμού. Η συλλογή περιλαμβάνει πεζά και έμμετρα κείμενα και απαρτίστηκε βαθμιαία. Τα κείμενα αυτά είναι γραμμένα στην Πράκριτ, ομάδα αρχαϊκών ινδικών τοπικών διαλέκτων.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ
1. Αγία Γραφή ή Βίβλος: Αποτελείται από δύο μεγάλες συλλογές ιερών κειμένων, την Παλαιά Διαθήκη και τη Καινή Διαθήκη. Η λέξη διαθήκη ως γνωστόν σήμερα σημαίνει την τελευταία επιθυμία κάποιου. Στη Βίβλο όμως η λέξη αυτή, σημαίνει την συμφωνία που έκλεισε ο Θεός με τους ανθρώπους. Για την Χριστιανική Εκκλησία η συγκρότηση του καταλόγου «κανόνα» των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, υπήρξε αρκετά περίπλοκη. Διότι από τον 3ο αιώνα π.Χ., επειδή πολλοί Ιουδαίοι που ζούσαν εκτός της Παλαιστίνης και ιδιαίτερα στην Αλεξάνδρεια όπου υπήρχε μεγάλη και ακμάζουσα Εβραϊκή κοινότητα, είχαν λησμονήσει την μητρική τους γλώσσα, άρχισε μια προσπάθεια μετάφρασης των βιβλίων της Εβραϊκής Βίβλου στα Ελληνικά, την διεθνή γλώσσα εκείνης της εποχής, που είναι γνωστή με την επωνυμία «μετάφραση των Εβδομήκοντα» ή «Ο΄», επειδή κατά την παράδοση την μετάφραση την ανέλαβαν να φέρουν εις πέρας 72 (λόγω στρογγυλοποίησης του αποκαλούμε Εβδομήκοντα) σοφοί Ιουδαίοι που γνώριζαν την Ελληνική. Όμως εκτός από τα 39 βιβλία της Εβραϊκής Βίβλου περιλαμβάνονταν και περισσότερα βιβλία, ορισμένα από τα οποία ή μέρη αυτών δεν ήταν μεταφράσεις από τα Εβραϊκά αλλά γραμμένα πρωτοτύπως στα Ελληνικά. Η διάδοση της «μετάφρασης των Εβδομήκοντα» επειδή βοήθησε την Χριστιανική ιεραποστολή, υιοθετήθηκε από την Εκκλησία ως ιερή Βίβλος χωρίς όμως να οριοθετηθεί από την αρχή σαφώς, ο αριθμός των βιβλίων, με αποτέλεσμα διάφορες τοπικές εκκλησίες να ακολουθούν διάφορες πρακτικές. Επιπλέον το σχίσμα Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας και αργότερα η Μεταρρύθμιση συνέβαλαν διαφορετικές παραδόσεις στο θέμα του κανόνα με αποτέλεσμα σήμερα να έχουμε διαφορετικό αριθμό βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης. Έτσι η παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας δέχεται ως ανήκοντα στον κανόνα δηλαδή «κανονικά» εκτός από τα 39 βιβλία της Εβραϊκής Βίβλου και 10 επιπλέον, τα «1 Έσδρας», «Τωβίτ», «Ιουδίθ», «1 – 2 – 3 Μακκαβαίων», «Σοφία Σολομώντος», «Σοφία Σειράχ», «Βαρούχ» και «Επιστολή Ιερεμίου», συνολικά δηλαδή 49 βιβλία. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ακολούθησε ανάλογη πρακτική δεχόμενη 46 βιβλία, τα οποία διακρίνει σε «πρωτοκανονικά» και «δευτεροκανονικά». Στα πρωτοκανονικά περιλαμβάνει τα 39 βιβλία της Εβραϊκής Βίβλου και στα δευτεροκανονικά τα βιβλία «Τωβίτ», «Ιουδίθ», «1 – 2  Μακκαβαίων», «Σοφία Σολομώντος», «Σοφία Σειράχ», «Βαρούχ» (+«Επιστολή Ιερεμίου») καθώς και τις ελληνικές προσθήκες στα βιβλία «Εσθήρ» και «Δανιήλ». Οι εκκλησίες που προέκυψαν από την Μεταρρύθμιση δέχτηκαν ως κανονικά τα 39 βιβλία της Εβραϊκής Βίβλου. Πάντως κοινό στοιχείο όλων είναι πως κατατάσσουν τα βιβλία σε τρεις ομάδες «Ιστορικά», «Ποιητικά – Διδακτικά» και «Προφητικά» με τη σειρά των βιβλίων να ποικίλει σε διάφορες εκδόσεις της Βίβλου.
       Ανάλογη περιπέτεια σε μικρότερο βαθμό όμως γνώρισε και ο «κανόνας» της Καινής Διαθήκης. Υπάρχουν ενδείξεις πως στα τέλη του 1ου αιώνα ή στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ. συγκεντρώθηκαν οι επιστολές του Παύλου σε ένα είδους κανόνα, καθώς επίσης ο μάρτυρας Ιουστίνος στα μέσα του 2ουαιώνα μ.Χ. αναφέρεται στα «ευαγγέλια» σε πληθυντικό αριθμό που τα χαρακτηρίζει ως «απομνημονεύματα των αποστόλων», τα οποία διαβάζονταν στις λατρευτικές συνάξεις των πιστών μαζί με τα συγγράμματα των προφητών. Το ερώτημα τώρα είναι, πότε τα ευαγγέλια μαζί με τις επιστολές και τα λοιπά βιβλία της Καινής Διαθήκης καθιερώθηκαν ως «Γραφή», ως «Καινή Διαθήκη». Μπορούμε να απαντήσουμε πως στα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. απαριθμούνται ως κανονικά τα περισσότερα από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης.
       Τελικός σταθμός στην εξέλιξη και οριστική διαμόρφωση του κανόνα θεωρείται η 39η εορταστική Επιστολή του Μ. Αθανασίου (367 μ.Χ.), στην οποία αναφέρονται ως κανονικά τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης. Ακολουθεί ο πίνακας των βιβλίων της Αγίας Γραφής σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία:   
 
Η Χριστιανική Βίβλος
 
ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ    
1. Βιβλίο των Νεκρών: Συλλογή κειμένων, που περιέχουν οδηγίες για καταξιωμένο θάνατο και για το ταξίδι της ψυχής στο υπερπέραν, νοητό βέβαια, σαν χώρο που η ζωή συνεχίζεται. Τέτοια βιβλία είναι γνωστά από διάφορους πολιτισμούς, και από τον αρχαίο ελληνικό, όπου και καλλιεργήθηκε, ως ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος, «η εις Άδου κατάβασις», με αναλυτικές περιγραφές του Κάτω Κόσμου. Από την παγκόσμια παραγωγή έχουν περισωθεί τα βιβλία των Νεκρών της αρχαίας Αιγύπτου, των Μάγιας, του Θιβέτ και του Ισλάμ.
       Το αιγυπτιακό αποτελείται από 190 κείμενα, που έχουν ποικίλη έκταση και σημασία και προέρχονται από διαφορετικές εποχές. Σ’ αυτά τα κείμενα αναπτύσσονται κυρίως οράματα του νεκρού σε σχέση με το μυθικό κύκλο του θεού Όσιρη και με την πρακτική της μαγείας.
       Το βιβλίο των Μάγιας δεν περιέχει διδασκαλίες αλλά τελετουργικό τυπικό με οδηγίες και προδιαγραφές. Έχει διασωθεί σε 3 χειρόγραφα (Παρισιού, Δρέσδης και Μαδρίτης), που οι Ισπανοί έφεραν από την Αμερική στην Ευρώπη. Σύμφωνα με το βιβλίο αυτό, ο θάνατος δεν είναι τέρμα, αλλά φάση μιας εξέλιξης από τη ζωή στο θάνατο και από τον θάνατο στη ζωή, που πραγματώνεται με μετενσαρκώσεις και προϋποθέτει τη χωρίς εσχατολογικό τέλος ύπαρξη και μεταλλαγή ζωντανών και νεκρών.
       Αντίθετα από το βιβλίο των Μάγιας, το βιβλίο του Θιβέτ αποτελεί οδηγό για την απαλλαγή του ανθρώπου από τον κύκλο των μετενσαρκώσεων και την τελική λύτρωση από τη ζωή. Έτσι ο πιστός καθοδηγείται να υπερκεράσει το θάνατο, αντιμετωπίζοντάς τον λυτρωτικό γεγονός. Η γνωστή μορφή του κειμένου είναι του 14ου αιώνα μ.Χ., φαίνεται όμως πως αυτή βασίζεται σε κείμενα του 8ου – 9ου αιώνα μ.Χ., που διέσωζαν παραδόσεις του 4ου – 5ου αιώνα μ.Χ. Το βιβλίο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την παράδοση του Βουδισμού και του Ταντρισμού. Ο Ταντρισμός είναι μία ακόμη τάση από τις πολλές που υπάρχουν, της ινδικής θρησκευτικότητας που εκφράζεται μέσα από τις θρησκείες του Ινδουϊσμού και του Βουδισμού. Στον μεν Ινδουϊσμό είναι οι διδακτικές συνομιλίες μεταξύ του θεού Σίβα και της συζύγου του Ντέβι, ενώ στον Βουδισμό είναι οι διαλογισμοί του Βούδα ως ιστορικού προσώπου.  
       Κατά το ισλαμικό βιβλίο, που η συγγραφή του αποδίδεται στον προφήτη Μωάμεθ, ο θάνατος είναι η αρχή νέας ζωής και η ενσώματη ζωή σταθμός ενός μακρινού ταξιδιού της ψυχής. Έτσι για τον πιστό ο θάνατος χάνει την τρομερότητά του και γίνεται ευκαιρία, για να σκεφτεί ο άνθρωπος την παντοδυναμία, το εργαλείο και την δικαιοσύνη του Θεού (Αλλάχ) και προϋπόθεση για να φτάσει στον τελικό προορισμό του.
      
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Εκπαιδευτική Εγκυκλοπαίδεια: Θρησκείες 
Αναστάσιος Γιαννουλάτος: Ίχνη από την αναζήτηση του υπερβατικού.
Ελληνική Βιβλική Εταιρεία: Η Αγία Γραφή

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Παγκόσμια Ορθοδοξία – Ιστολόγια του blogger Global Orthodoxy

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Ιουλίου, 2013

Ο κυβερνοχώρος, ως γνωστόν, είναι ένα δύσβατο δάσος και συχνά, εντελώς “τυχαία” ή κατά θεία συγκυρία και πρόνοια, μπορεί ν’ ανακαλύψει κάποιος διαμάντια…
Χθες ανακάλυψα τα ιστολόγια του ορθόδοξου blogger με το ψευδώνυμο Global Orthodoxy (Παγκόσμια – ή Καθολική, δηλ. παγκόσμια – Ορθοδοξία), που αφορούν στις Ορθόδοξες Εκκλησίες διαφόρων χωρών και λαών, κι επιθύμησα να τα μοιραστώ μαζί σας. Είναι βέβαια αξιοποιήσιμα και για ιεραποστολικούς σκοπούς, ενώ θα φανούν ιδιαίτερα χρήσιμα στους αδελφούς μας από κείνα τα μέρη, καθώς και σε όσους έχουν ως κύρια γλώσσα την αγγλική.

Από εδώ

Εύχομαι ο Θεός να ευλογεί, να φωτίζει και να προστατεύει από τους πειρασμούς το δραστήριο αδελφό και συνάδελφο.
Orthodox Church in America -OCA / Supporters
Estonian Apostolic Orthodox Church
Russian Orthodox Church Outside Russia (ROCOR) – Supporters
Church of Cyprus-Εκκλησία της Κύπρου
Diocese of the South-Orthodox Church in America (OCA) – Supporters
Polish Autocephalous Orthodox Church
Chinese Orthodox Church
Greek Orthodox Church-Supporters
Western Orthodox Saints-The Orthodoxy in Western World
Patristic Texts/Πατερικά Κείμενα
Επίσης, από τα ιστολόγια που παρακολουθεί, ενδιαφέροντα τα παρακάτω:
AngloSaxon & Celtic Orthodoxy
Ecumenical Patriarchate Friends Association
Palestinian Greek Orthodox Community (PGOC) – Rum Orthodox
Ενορία Αγίου Παντελεήμονος Καπαρελλίου Θηβών 

Από εδώ

http://o-nekros.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τί είναι το κομποσκοίνι; πού εμφανίστηκε για πρώτη φορά; ποιοί το χρησιμοποιούσαν; σε τι χρησίμευε και σε τι χρησιμεύει; πόσα είδη κομποσκοινίων έχουμε;

Συγγραφέας: kantonopou στις 31 Ιουλίου, 2013

Το κομποσκοίνι  ή κομποσχοίνιον (= κόμπος + σκοινί) είναι γνωστό, ότι είναι ένα αντικείμενο πού χρησιμοποιούν οι Μοναχοί, όταν επαναλαμβάνουν την μονολόγιστη ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», όταν δηλαδή επικαλούνται τον Κύριο. Σήμερα το φορούν πολλοί άνθρωποι, νέοι, ηλικιωμένοι, επιστήμονες, επαγγελματίες, καλλιτέχνες, πολιτικοί κ.λ.π. Το κομποσκοίνι πωλείται σε διάφορα μέρη, αν και οι περισσότεροι πού ενδιαφέρονται να το αγοράσουν προτιμούν να το παραγγείλουν σε Μοναχούς.
Τί είναι όμως το κομποσκοίνι; πού εμφανίστηκε για πρώτη φορά; ποιοί το χρησιμοποιούσαν; σε τι χρησίμευε και σε τι χρησιμεύει; πόσα είδη κομποσκοινίων έχουμε;
Θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε με το σύντομο αυτό άρθρο στα ερωτήματα αυτά για να δούμε τί είναι το κομποσκοίνι. Είναι ιερό αντικείμενο ή μέσο επίκλησης τού Θεού;

Στις  διάφορες θρησκείες συναντούμε αντικείμενα (κομβολόγια / κομβολόγιον = κόμβος + λόγιον1), κατασκευασμένα από μικρά σφαιρίδια περασμένα σε χοντρό νήμα. Συνήθως χρησιμοποιούν σαν υλικό κατασκευής των σφαιριδίων το ελεφαντόδοντο, όμως μπορεί αυτά να είναι χρυσά ή αργυρά ή ξύλινα. Ήταν δυνατό να χρησιμοποιηθούν σαν υλικό ακόμη και άνθη, αν τα κομβολόγια ήταν μιας χρήσης2.
Τα αντικείμενα αυτά τα χρησιμοποιούσαν οι πιστοί και πιο πολύ οι Χριστιανοί για να μετρούν τις προσευχές προς τον Θεό τους. Πίστευαν πολλοί ότι είχαν θαυματουργικές ιδιότητες, όπως π.χ. το πολωνικό κομβολόγιο, το οποίο οι άνθρωποι, όταν είχε σφοδρές κακοκαιρίες, το περιέφεραν τρείς φορές γύρω από το σπίτι τους3.
Γενικά μπορούμε να πούμε, ότι τα αντικείμενα αυτά βοηθούσαν τούς πιστούς των θρησκειών να επικαλούνται τον θεό τους με τρόπο συστηματικό και πιο οργανωμένο4. Αποτελούσαν δηλαδή ένα εργαλείο, με την βοήθεια τού οποίου θα έφθαναν στον σκοπό τους, πού ήταν η επίκληση τού θείου. Έτσι μπορούμε να κατατάξουμε τα κομβολόγια στην ομάδα των ιερών αντικειμένων, μέσω των οποίων ο πιστός οδηγείται από τα αισθητά στα αόρατα (per sensibilia ad invisibilia)5.

Για πρώτη φορά εμφανίστηκαν τά αντικείμενα αυτά στα ινδικά θρησκεύματα, όπου και χρησιμοποιήθηκαν ευρύτατα. Στον Ινδουισμό χρησιμοποιήθηκαν για την επίκληση των θεών Βίσνου και Σίβα. Επίσης είναι γνωστά στον Βουδισμό, τον Ζαϊνισμό κ.ά. Στον Βουδισμό μάλιστα, τον ονομαζόμενο Βουδισμό του «Μεγάλου Οχήματος», έχουμε απεικονίσεις όπου οι Boddhisattvas τα κρατούν σαν σύμβολα στα χέρια τους. Σε άλλες εικόνες απεικονίζονται γυναικείες θεότητες πού φέρουν το κομβολόγιο6.
Το κομβολόγιο χρησιμοποιείται επίσης στο Ισλάμ. Οι πρώτοι πού έκαναν χρήση τού αντικειμένου αυτού ήσαν οι «Σούφι» τον 9ο αι. μ.Χ. Στην συνέχεια η χρήση των αντικειμένων αυτών επεκτάθηκε στο υπόλοιπο Ισλάμ. Η χρήση τους διευκόλυνε τον πιστό όταν επεκαλείτο τον Αλλάχ να μην λησμονεί κανένα από τα 99 ονόματά του7.
Βέβαια οι Σούφι, ενώ υιοθετούν την χρήση τού κομβολογίου, δεν υπερεκτιμούν την χρησιμότητά του. Το θεωρούν ότι βοηθά στην προσευχή, δεν χρειάζεται όμως όταν ο Σούφι ανεβεί σε υψηλότερα επίπεδα σοφίας. Τότε, όπως λέει και ένας επιφανής εκπρόσωπός τους8, το κομβολόγιο και οι χάντρες της προσευχής μοιάζουν σαν «το ζωγραφισμένο στο λουτρό λιοντάρι», είναι δηλαδή χωρίς ζωή, νόημα και αξία9.

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε εδώ και τα φυλακτήρια των Ιουδαίων, δηλαδή τα μικρά εκείνα δερμάτινα κουτάκια πού περιείχαν αποσπάσματα από το Νόμο. Αυτά οι πιστοί Ιουδαίοι τα έδεναν με δερμάτινους ιμάντες στο μέτωπό τους και γύρω από το αριστερό τους χέρι όταν απήγγελναν κάθε πρωί το «Άκουε, Ισραήλ…» (Δευτ. 6,4-9)10. Το μόνο κοινό πού έχουν όμως με τα κομβολόγια είναι οι δερμάτινοι ιμάντες, πού είναι παρεπόμενο τού ιερού αντικειμένου και όχι το ίδιο το ιερό αντικείμενο.

ΕΠΙΣΗΣ, στον Χριστιανισμό είναι γνωστή η χρήση τού κομβολογίου. Μπορούμε μάλιστα να τα διακρίνουμε στο κομβολόγιο πού χρησιμοποιούν οι ρωμαιοκαθολικοί Μοναχοί (κομβολόγιο) και σε αυτό πού χρησιμοποιούν οι ορθόδοξοι Μοναχοί (κομποσκοίνι).
Το κομβολόγιο, όπως βεβαιώνεται μέσα από ταφικά ευρήματα στην Ιταλία, υπάρχει εν χρήσει από τον 13ο αιώνα. Αυτός πού συστηματοποίησε την προσευχή με το κομβολόγιο ήταν ο [παπικός] άγιος Δομίνικος και το αντικείμενο αυτό αποτέλεσε ένα από τα κύρια γνωρίσματα τού Τάγματός του.
Αρχικά το κομβολόγιο κατέληγε σε σταυρό και απετελείτο από πέντε δεκάδες κόκκους (5×10=50). Κάθε δεκάδα χωριζόταν από την άλλη με μεγαλύτερους κόκκους. Σε κάθε μεγάλο κόκκο απήγγελαν το «Πάτερ ημών» και σε κάθε μικρό το «Χαίρε Μαρία». Αργότερα, το 1470, έγινε μεγαλύτερο και περιελάμβανε δεκαπέντε δεκάδες κόκκους (15×10=150)11.

Παράλληλα, ιδρύθηκε και η Αδελφότητα τού Κομβολογίου και το 1583 καθιερώθηκε από τον πάπα Γρηγόριο τον 13ο και η γιορτή τού κομβολογίου (κάθε πρώτη Κυριακή τού Οκτωβρίου) σε ανάμνηση της ναυμαχίας της Ναυπάκτου (7 Οκτωβρίου 1571)12. Το κομποσκοίνι τού Ορθόδοξου Μοναχισμού13, σε αντίθεση μέ το κομβολόγιο των ρωμαιοκαθολικών, είναι απλό· αποτελείται από ένα μάλλινο14 σχοινί πού έχει συνήθως 33 ή 100 κόμβους. Ο κάθε κόμβος είναι πλεγμένος με τέτοιο τρόπο πού να σχηματίζεται το σημείο τού σταυρού15. Ανάμεσα στους κόμβους τοποθετείται μια χάντρα, πού δηλώνει το τέλος τού κομποσκοινίου. Ο Μοναχός σε όλη τη διάρκεια της πλέξης τού κομποσκοινίου προσεύχεται.
Χρησιμοποιείται από τούς Μοναχούς με πολλούς τρόπους και ένας από αυτούς είναι να κρατά ο Μοναχός το κομποσκοίνι με το αριστερό χέρι και με το δεξιό να κάνει το σημείο τού σταυρού. Το κομποσκοίνι συνδυάζεται με την καθημερινή προσευχή των Μοναχών και μάλιστα με την μονολόγιστη ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με»16. Σε κάθε κόμβο ο Μοναχός κάνει το σημείο του σταυρού και επαναλαμβάνει την ευχή. Η μέτρηση αυτή των κόμβων αποσκοπεί να βοηθήσει τον Μοναχό να συγκεντρωθεί και να αποκτήσει ένα ορισμένο ρυθμό και όχι να μετράει απλώς τις φορές πού την επαναλαμβανει17.
Οι Αθωνίτες Μοναχοί επαναλαμβάνουν την προσευχή με την μέτρηση των κόμβων συνήθως 12 φορές18 την ημέρα, συνδυάζοντας την προσευχή και το κομποσκοίνι με τις γονοκλυσίες.

ΤΟ ΚΟΜΠΟΣΚΟΙΝΙ των Ορθοδόξων όπως και το κομβολόγιο των Ρωμαιοκαθολικών κατάγονται από την Ανατολή. Οι περισσότεροι ερευνητές δέχονται ότι είναι δάνειο των θρησκειών της ινδικής Χερσονήσου19.
Ο Heiler20 μάλιστα πιθανολογεί ότι το κομβολόγιο διαδόθηκε στην δυτική χριστιανοσύνη μέσω των Μουσουλμάνων, χωρίς να αναφέρεται καν στην ορθόδοξη χριστιανοσύνη. Η θέση αυτή είναι μάλλον λανθασμένη, γιατί στους Μουσουλμανους εμφανίζεται το κομβολόγιο σχετικά αργά (9ος αι. μ.Χ.). Πιο πιθανό είναι να αποτελεί μια κοινή κληρονομιά των λαών της Ανατολής, πού είναι δύσκολο να βρούμε την αρχή.
Εξ’ ίσου πιθανό είναι το κομποσκοίνι των Ορθοδόξων όπως και το κομβολόγιο των Ρωμαιοκαθολικών να έλκει την καταγωγή του από τούς Μοναχούς της Αιγύπτου.
Ο Σωζόμενος, στην Εκκλησιαστική του Ιστορία21, αναφέρει ότι ο αβάς Παύλος εν Φέρμῃ της Θηβαΐδος «…ηύχετο δε μόνον, ώσπερ φόρον τινά τριακοσίας ευχάς εκάστης ημέρας αποδιδούς τώ Θεώ. Ίνα δε μη λαθών διαμάρτῃ τού αριθμού, τριακοσίας ψηφίδας τω κόλπω εμβάλλων, καθ εκάστην ευχήν ψηφίδα εκρίπτει. Αναλωθέντων δε των λίθων, δήλον εγένετο τάς ισαρίθμους τοίς λίθοις ευχάς πεπληρώσθαι».
Το ίδιο περιστατικό αναφέρει και ο Παλλάδιος στο «Λαυσαϊκόν»22 και τονίζει ότι για τον αβά Παύλο «…έργον δε αυτώ της ασκήσεως γέγονεν, το αδιαλείπτως προσεύχεσθαι. Ούτος τετυπωμένας είχεν τάς ευχάς τριακοσίας, τοσαύτας ψήφους συνάγων, και εν τώ κόλπω κατέχων, και ρίπτων καθ εκάστην ευχήν εκ τού κόλπου ψήφον μίαν…».

Στις δύο αυτές αφηγήσεις έχουμε μια σειρά από σημαντικές πληροφορίες χρήσιμες για το θέμα της προέλευσης τού κομποσκοινίου.
Στη προσευχή των Αναχωρητών εφαρμόζεται η προτροπή του Απ. Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθαι» (Αʹ Θεσ. 5,17). Ο Αναχωρητής επαναλαμβάνει την προσευχή σε τακτά χρονικά διαστήματα πολλές φορές την ημέρα, γεγονός πού τον αναγκάζει να βρει τρόπους, πού θα τον βοηθήσουν να πετύχει τον σκοπό του.
Οι ψηφίδες δίνουν την αρχική λύση στο πρόβλημά του. Μπορεί να βρει πολλές από αυτές στην έρημο, όπου ζει. Είναι σκορπισμένες γύρω του και το μόνο πού χρειάζεται είναι να τις συγκεντρώσει. Η μέτρηση των ψηφίδων βέβαια μπορεί να καταστεί πρόβλημα, γιατί χρειάζεται να επαναλαμβάνεται συχνά. Ένα επιπλέον πρόβλημα ίσως θα αποτελούσε και η φύλαξη των ψηφίδων. Η λύση πού σκέφτηκε ο αβάς Παύλος τον βοηθά στην απομνημόνευση της προσευχής και ανοίγει παράλληλα και τον δρόμο για την επόμενη λύση, πού θα ξεπερνά τα μειονεκτήματα της πρώτης, διατηρώντας όμως τα θετικά στοιχεία. Σε ένα απλό νήμα θα μπορούσε ο Μοναχός να δέσει όσους κόμβους ήθελε και να αποκτήσει έτσι ένα απλό, εύχρηστο εργαλείο, πού θα τον βοηθούσε στην επανάληψη της μονολόγιστης προσευχής.

Συγκρίνοντας το απλό κομποσκοίνι των Ορθοδόξων Μοναχών με το ιδιαίτερα πολύπλοκο και πολυτελές κομβολόγιο των ρωμαιοκαθολικών, διακρίνουμε την έμφαση πού δίνουν οι Ορθόδοξοι Μοναχοί στην λειτουργικότητα τού κομποσκοινιού και όχι στο κομποσκοίνι αυτό καθεαυτό. Το υλικό δεν αυτονομείται ούτε λατρεύεται, απλώς αποτελεί ένα εργαλείο πού βοηθά στην προσευχή. Η απλότητα όμως κυριαρχεί και στην προσευχή. Η επίκληση «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με» περιέχει απλώς το όνομα του Ιησού Χριστού23. Ανεξάρτητα αν αργότερα εμπλουτίστηκε και παρουσιάζεται και σαν «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησόν με», διαφαίνονται τα δύο χαρακτηριστικά στοιχεία της προσευχής: 
α) από την μιά μεριά η επίκληση πού γίνεται στον Χριστό και β) από την άλλη ο χριστολογικός χαρακτήρας της προσευχής24.

Στα δύο αυτά στοιχεία φαίνεται και η βιβλική σφραγίδα της προσευχής. Για την πρώτη Χριστιανική Κοινότητα πηγή σωτηρίας αποτελεί η επίκληση τού ονόματος τού Κυρίου, δηλαδή του Χριστού, η αναγνώριση δηλαδή της σωτηριώδους παρουσίας του: «πας γάρ ος αν επικαλέσηται το όνομα Κυρίου σωθήσεται…» (Ρωμ. 10,13)25.
Γι αυτό και στην λατρευτική Σύναξή της, η πρώτη Κοινότητα ομολογεί «…ότι εαν ομολογήσῃς εν τώ στόματί σου Κύριον Ιησούν και πιστεύσῃς εν τη καρδία σου ότι ο Θεός αυτόν ήγειρεν εκ νεκρών, σωθήσῃ…» (Ρωμ. 10,9). Η επίκληση τού ονόματος τού Κυρίου είναι τόσο σημαντική, ώστε καθίσταται πλέον συνώνυμη τού Χριστιανός ή ακριβέστερα είναι η πρώτη περιγραφή-ονομασία τού Χριστιανού. Ο Απ. Παύλος, στον χαιρετισμό του στην Αʹ πρός Κορινθίους επιστολή, αφού χαιρετίζει τούς Κορινθίους, απευθύνεται «πάσι τοίς επικαλουμένοις το όνομα τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού εν παντί τόπω αυτών τε και ημών…» (Αʹ Κορ. 1,2) δηλαδή στους κατοπινά ονομασθέντες Χριστιανούς.

ΑΥΤΗ η Παράδοση των πρώτων Χριστιανών συνεχίζεται κατά κάποιο τρόπο μέχρι σήμερα. Στην Αθωνική Πολιτεία, η Παράδοση αυτή συνδέθηκε ιδιαίτερα με το κομποσκοίνι και την μονολόγιστη ευχή. Αυτό το βλέπουμε και μέσα από ένα περιστατικό από την ζωή τού αγίου Νικόδημου τού Αγιορείτη το οποίο και παραθέτουμε: «…Επιστρέφων εκ της εργασίας του εις τινα Βιβλιοθήκην Μονής, διενυκτέρευσεν ο Άγιος εις ένα Κελλίον Ιβηριτικόν, εν ημέρᾳ εορτής μετ’ Αγρυπνίας. Καλώς ωρίσατε διδάσκαλε να συνεωρτάσωμεν, τον υπεδεχθησαν οι Μοναχοί. Όταν έφθασεν η ώρα της Αγρυπνίας και ητοιμάσθησαν τα βιβλία της ψαλμωδίας, ο διδάσκαλος λέγει: Πατέρες, είναι πολύ καλλίτερον το κομβοσχοίνι από τας ψαλμωδίας, διότι κατά τον ουρανοφάντορα Μ. Βασίλειον, αι ψαλμωδίαι επενοήθησαν διά τους νενεκρωμένους τα ήθη . Τότε καλά, διδάσκαλε, ας αρχίσωμε το κομβοσχοίνι· και εκ περιτροπής τούς εύρεν η πρωΐα. Περατωθείσης της Αγρυπνίας, ο διδάσκαλος δηλοί εις τους αδελφούς τού Κελλίου, ότι ποτέ δεν ησθανθη τόσην ευχαρίστησιν εκ της προσευχής, όσην εκείνην την νύκτα μαζύ τους με το κομβοσχοινάκι και το Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ τού Θεού ελέησόν ημας . Και είχεν ασφαλώς δίκαιον, ο θείος Πατήρ, επειδή και οι Άγγελοι λατρεύουν τον Θεόν με ένα μονολεκτικόν αλληλούϊα»26.

ΑΠΟ την Αθωνική Πολιτεία η χρήση τού κομποσχοινίου επεκτάθηκε και στους λαϊκούς.
Χαρακτηριστικές είναι οι συμβουλές τού γνωστού Ισαπόστολου και Εθνομάρτυρα Κοσμά τού Αιτωλού, ο οποίος στις Διδαχές του προτρέπει τούς Χριστιανούς, κυρίως τους λαϊκούς να χρησιμοποιούν το κομποσχοίνι όταν προσεύχονται. Λέγει χαρακτηριστικά: «Τώρα εις το τέλος σας συμβουλεύω να κάμετε όλοι σας από ένα κομπολόγι, μικροί και μεγάλοι, ανδρες και γυναίκες, παιδιά και κορίτσια και να έχει εκατόν τρία σπυριά και να το κρατήτε με το αριστερόν χέρι και με το δεξιόν να σμίγης τα τρία σου δάκτυλα, να κάνης τον σταυρόν σου και να λέγης: Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε τού Θεού τού ζώντος, διά της Θεοτόκου και πάντων των Αγίων, ελέησόν με τον αμαρτωλόν και ανάξιον δούλόν σου. Μέσα εις το Κύριε Ιησού Χριστέ θεωρείται η Αγία Τριάς, ο Θεός, η ένσαρκος Οικονομία τού Χριστού μας, η Δέσποινά μας η Θεοτόκος και πάντες οι Άγιοι»27.

Ο Άγιος Κοσμάς τούς προτρέπει μάλιστα: «Και αν ημπορήτε, το ημερόνυκτο να κάμετε και πενήντα και εκατό κομποσχοίνια28, καλόν και άγιον είναι έργον. Και να προσεύχεσθε πάντοτε την αυγήν και το βράδυ και μάλιστα το μεσόνυκτον όλον οπού είναι ησυχία»29.
Στις προτροπές του προς τούς λαϊκούς να χρησιμοποιούν το κομποσχοίνι, φαίνεται ο Κοσμάς ο Αιτωλός να προτιμά τον όρο «κομπολόγι – κομβολόγι» από τον όρο «κομποσχοίνι».
Αυτό φαίνεται, εκτός από τις προηγούμενες παραθέσεις των Διδαχών του, και στους ακόλουθους λόγους, μέ τούς οποίους ο Άγιος καλεί τούς Χριστιανούς να προσευχηθούν:
«Τώρα τί έχομε να κάμωμε, Χριστιανοί μου; Έχετε σταυρούς, κομβολόγια; Σηκωθήτε επάνου και κρατείτε τα υψηλά εις τα χέρια σας να παρακαλέσωμεν τον Χριστόν να τα ευλογήση…».
Σε άλλο σημείο: «Φυλάττετε τούς σταυρούς, Χριστιανοί μου, και βάλετε τα κομπολόγια εις τον λαιμό σας, εις βοήθειαν ψυχικά και σωματικά…».

Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, λοιπόν, δίνει την εντύπωση, ότι συνδέει τον όρο «κομπολόγι» με τούς λαϊκούς, και επιφυλάσσει τον όρο «κομποσχοίνι» για τούς Μοναχούς. Δίδεται έτσι η εντύπωση ότι θεωρεί αυτά τα αντικείμενα διαφορετικά. Αντίθετα, όταν αναφέρεται στην χρήση των δύο αυτών αντικειμένων, τα θεωρεί ότι είναι ίδια. Γι αυτό, όταν θέλει να προτρέψει τούς λαϊκούς να επαναλαμβάνουν πολλές φορές την προσευχή με το «κομβολόγι – κομπολόγι», χρησιμοποιεί την έκφραση «κάνω τόσα κομποσχοίνια», μια έκφραση πού είναι περισσότερο γνωστή και οικεία στους Μοναχούς.

ΤΟ ΚΟΜΠΟΣΚΟΙΝΙ λοιπόν, αυτό το απλό εργαλείο, βοηθά τούς Μοναχούς στην αυτοσυγκέντρωση και στην καθημερινή προσευχή τους. Η επέκταση της χρήσης του κομβοσχοινίου και στους λαϊκούς, όπως επισημάναμε στην αρχή, αν συνδυαστεί και με την επίκληση τού Κυρίου για άμεση βοήθεια στα ποικίλα προβλήματά τους, θα βοηθήσει ασφαλώς τον άνθρωπο της εποχής μας να έλθει ακόμη πιο κοντά στον Θεό, στον συνάνθρωπο και στον κόσμο ολόκληρο.

1. Άλλες ονομασίες:
α) Στα ινδικά θρησκεύματα λέγονται «τζεπιαν», ονομασία πού έχει σχέση μέ την λέξη «ζάπα», πού σημαίνει την επανάληψη ιερών λέξεων (Βλ. Σ. Δεβάρη, «Κομβολόγιον», Μεγ. Ελλ. Εγκυκλοπαίδεια, τ. 14, σελ. 744· Μπαγκαβάτ Γκίτα, μετ. Γ. Ζωγραφάκη, σελ. 236).
β) Στον Βουδδισμό τού Θιβέτ ονομάζονται tibet-Æpren-ba ή ten-wa (Βλ. W. Zöchler, «Rosenkranz», Realencyklopädie für protestantische Theologie und Kirche, τ. 17, σελ. 145).
γ) Στο Ισλάμ ονομάζονται Tesbih ή Tespi (Βλ. W. Zöchler, ό.π. σ. 145).
δ) Στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ονομάζονται Rosarium, Paternoster, Capellina, Preculae, Beatae Mariae Virginis, Corona (Βλ. W. Zöchler, ό.π., σελ. 145).
2. Βλ. Σ. Δεβάρη, ό.π., σελ. 744· W. Zöchler, ό.π., σελ. 145.
3. Βλ. F. Heiler, Erscheinungsformen der Religion, σελ. 69· G. Lanczkowski, LexThK,τ. VIX, σελ. 45· Σ. Δεβάρη, ό.π., τ. 14, σελ. 744.
4. Βλ. A. Bertholet, Wörterbuch der Religionen, σελ. 520.
5. Βλ. A. Bertholet, Wörterbuch der Religion, σελ. 69· G. Lanczkowski, LexThK, τ. VIX, σελ. 45· Σ. Δεβάρη, ό.π., τ. 14, σελ. 744.
6. Αναλυτικά βλ. G. Lanczkowski, ό.π., σελ. 45· Σ. Δεβάρη, ό.π., σελ. 744 εξ.· W. Zöchler ό.π., σελ. 145 εξ.
7. Αναλυτικά βλ. G. Lanczkowski, ό.π., σελ. 45· Σ. Δεβάρη, ό.π., σελ. 744 εξ.·W. Zöchler, ό.π., σελ. 145 εξ. Ειδικά για το Σουφικό dhirk, τη συνεχή δηλαδή μνήμη τού Θεού και την χρήση τού κομβολογίου στο Ισλάμ, βλ. Α. Γιαννουλάτου, Ισλάμ, σελ. 190 κ.εξ. Για την χρήση τού κομβολογίου και των 99 ονομάτων τού Θεού βλ. A. Schimmel, Mystische Dimensionen des islam, σελ. 252 εξ.
8. Ο Ruzbihan BAQLI.
9. A. Schimmel, ό.π., σελ. 245 εξ. Αλλες παρόμοιες περιγραφές Σούφι γιά την χρησιμότητα ή μή τού κομπολογίου βλ. στο ίδιο, σελ. 168-169· 222-223.
10. Δευτ. 6,4-9: «Άκουε, Ισραήλ· Κύριος ο Θεός ημών Κύριος εις εστίν· και αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της δυνάμεώς σου και έσται τά ρήματα ταύτα, όσα εγώ εντέλλομαί σοι σήμερον, εν τή καρδίᾳ σου και εν τη ψυχή σου· και προβιβάσεις αυτά τούς υιούς σου και λαλήσεις εν αυτοίς καθήμενος εν οίκω και πορευόμενος εν οδώ και κοιταζόμενος και διανιστάμενος· και αφάψεις αυτά εις σημείον επί της χειρός σου, και έσται ασάλευτον πρό οφθαλμών σου· και γράψετε αυτά επί τας φλιάς των οικιών υμών και των πυλών υμών». Μέσα στα φυλακτήρια, εκτός από το Δευτ. 6, 4-9, ήταν τοποθετημένες περγαμηνές με τα χωρία της Εξ. 13,3 10, 11-16 και τού Δευτ. 11,13-21.
11. Γιά τίς παραλλαγές τού ρωμαιοκαθολικού κομβολογίου, τίς αντίστοιχες ονομασίες του, πού είναι αρκετές (π.χ. το δομινικανικό κομβολόγιο, το συνηθισμένο -rosario, το μεσσαίο, το μικρό, το αγγελικό ροσάριο — Rosarium angelicum, capellaria-corona), καθώς επίσης και για την εν γένει χρήση του, βλ. αναλυτικά W. Zöchler, ό.π., σελ. 146-150.
12. Κατά την ναυμαχία αυτή ο συμμαχικός στόλος της Βενετίας, της Ισπανίας και τού πάπα Πίου τού Εʹ νίκησε κατά κράτος τον τουρκικό στόλο. Ήταν η πρώτη νίκη χριστιανικών δυνάμεων κατά των οθωμανικών και πολύ σημαντική, γιατί απέδειξε ότι οι Τούρκοι δεν ήσαν αήττητοι. Η λαμπρή αυτή νίκη αποδόθηκε στην δύναμη της προσευχής τού κομβολογίου. Βλ. περισσ. W. Zöchler, ό.π., σελ. 149.
13. Βλ. W. Zöchler, ό.π., σελ. 150· F. Kattenbusch, Lehrbuch, σελ. 535.
14. Στο Άγιο Όρος οι Μοναχοί κατασκευάζουν κομποσκοίνια και από το αποξηραμένο άνθος ενός φυτού, πού είναι γνωστό ως το «δάκρυ της Παναγιάς». Βλ. «Το κομποσχοίνι. Σκέψεις ενός Αγιορείτου Μοναχού», (ανάτυπο από το περιοδικό «Αγιορείτικη Μαρτυρία» της Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου, τ. 12-13, σελ. 155, 1991), Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 8.
15. Κάθε κόμβος πλέκεται επί εννέα φορές και συμβολίζει τα εννέα αγγελικά Τάγματα ή, σύμφωνα με άλλη προφορική παράδοση των Μοναχών, κάθε κόμβος πλέκεται επί επτά φορές και συμβολίζει τα επτά Μυστήρια της Εκκλησίας.
16. Επίσης, με την ευχή «Υπεραγία Θεοτόκε πρέσβευε υπέρ ημών» ή με την ευχή προς ένα Άγιο «Άγιε/Αγία… πρέσβευε υπέρ ημών». Η ευχή προς τον Άγιο επαναλαμβάνεται στην χάντρα τού κομποσκοινίου.
17. Γιά περισσότερα, βλ. Επισκ. Διοκλείας Ware, Η Δύναμη τού ονόματος, σελ. 27-29. Ο συγγραφέας για το θέμα της επανάληψης της ευχής, μεταξύ άλλων, παραθέτει (ό.π., σελ. 28) και την συμβουλή τού Επισκόπου Αγίου Θεοφάνους τού Εγκλείστου, πού είναι διαφωτιστική: «Μη σε πειράζει το πόσες φορές λες την ευχή. Ας είναι τούτη η μοναδική σου έγνοια: να ξεπηδήσει από την καρδιά σου με αυξανόμενη ορμή, σαν πηγή ζωντανού νερού. Απόδιωξε ολοκληρωτικά από το πνεύμα σου κάθε σκέψη για ποσότητα…».
18. Ο αριθμός των επαναλήψεων εξαρτάται από τον Κανόνα τού Γέροντα και ποικίλλει από Μονή σε Μονή.
19. Βλ. K. Nitzschke, «Rosenkranz», Evangelisches Kirchenlexikon, σελ. 629· A. Bertholet, Wörterbuch der Religionen, σελ. 520· την ίδια πιθανότητα υποστηρίζει και ο F. Heiler, Erscheinungsformen der Religion, σελ. 69.
20. Ο.π., σελ. 69.
21. Migne, PG 67, 1377D. 1380Α.
22. «Πρός Λαύσον Ιστορίαν», Migne, PG 34, 1068 B-C.
23. Για να δούμε από πόσο παλιά ίσχυε η αρχή αυτή της απλότητας, θα αναφέρουμε το ακόλουθο απόσπασμα από την ζωή τού Αβά Μακαρίου πού παραθέτει ο J. Meyendorff (τού ιδίου, Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σελ. 33): «Ρώτησαν κάποτε τον Αβά Μακάριο: Πώς πρέπει να προσευχόμαστε; Ο Γέροντας απάντησε: Δεν υπάρχει ανάγκη να χάνεσαι στα λόγια. Είναι αρκετό ν απλώσεις τά χέρια και να πεις: Κύριε, όπως θέλεις και όπως ξέρεις ελέησόν με. Αν σε πιέζει η μάχη πες: Κύριε, βοήθα! Αυτός ξέρει τι χρειάζεσαι και θα σε ελεήσει». Μετά την παράθεση ο J. Meyendorff (ό.π., σελ. 33) εκφράζει την άποψη ότι: «Η πρωταρχική μορφή της Προσευχής τού Ιησού φαίνεται λοιπόν πως είναι το Κύριε ελέησον και πού η μόνιμη επανάληψή του στις ανατολικές λειτουργίες ανάγεται ως τούς Πατέρες της Ερήμου».
24. Ο J. Meyendorff, ό.π., σελ. 31, σημειώνει την τεράστια σημασία τού τελευταίου στοιχείου, πού το περιέλαβε η Ορθόδοξη Μοναχική Παράδοση στην αδιάλειπτη νοερή προσευχή, διορθώνοντας τον Ευάγριο Ποντικό († 399 μ.Χ.), πού δεν αναφέρονταν στο πρόσωπο τού Ιησού. Έτσι από την αρχή δόθηκε χριστολογική διάσταση στην νοερή προσευχή.
25. Η Χριστιανική Κοινότητα, ομολογώντας τα παραπάνω, στην ουσία ξαναδιάβασε τον Προφήτη Ιωήλ και την ρήση του, ότι κατά την Ημέρα του Κυρίου, δηλαδή κατά τούς έσχατους χρόνους, «…και έσται πας γάρ ος αν επικαλέσηται το όνομα Κυρίου σωθήσεται…» (Ιωήλ 3,5) και είδε πλέον την ρήση τού Προφήτη να εκπληρώνεται στο πρόσωπο τού Κυρίου Ιησού Χριστού.
26. Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, σελ.262-263.
27. Βλ. Κοσμά τού Αιτωλού, Διδαχή Εʹ (έκδ. Ι. Μενούνου, σελ. 273).
28. Εννοεί να «γυρίσουν», να ολοκληρώσουν τη μέτρηση των κόμβων του κομποσχοινίου και να την επαναλάβουν πενήντα και εκατό φορές.
29. Βλ. Ι. Μενούνου, ό.π., σελ. 274.

==================================================================== 

 Επί τη ιερά μνήμη Οσίου Νικοδήμου Αγιορείτου (14η Ιουλίου)
Το κομποσκοίνι Ιερό αντικείμενο ή μέσο επίκλησης τού Θεού; 
Περιοδ. «Γρηγόριος ο Παλαμας», αριθ. 770

[www.egolpio.com   ]

http://agiosgeorgioslatsia.com/312.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Διακοπή του καπνίσματος: Χρειάζεται οργάνωση καλύτερη & επιμονή.

Συγγραφέας: kantonopou στις 30 Ιουλίου, 2013

 
Διακοπή του καπνίσματος: Χρειάζεται οργάνωση καλύτερη & επιμονή.
ΓΑΛΗΝΗ ΦΟΥΡΑ, δημοσιογράφος.
Ή μείωση του καπνίσματος είναι μια θετική συνέπεια της οικονομικής κρίσης. Το χαμηλό εισόδημα και ή αύξηση της φορολογίας των προϊόντων καπνού τα τελευταία τρία χρόνια, έδιωξε πολλούς καπνιστές από τα νόμιμα σημεία πώλησης. Την πενταετία 2006-2011, ‘όπως ανακοίνωσε ή Εθνική “Επιτροπή κατά του Καπνίσματος, μειώθηκε κατά 50% ό αριθμός των καπνιστών πού αγοράζουν καθημερινά τσιγάρα από τα περίπτερα. Όμως τη θετική αυτή εξέλιξη σκιάζει ή εντυπωσιακή διόγκωση της παράνομης αγοράς προϊόντων καπνού.
Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες ή αγορά λαθραίων τσιγάρων εκτινάχθηκε το 2012 στο 25% των συνολικών πωλήσεων από 2% πού ήταν το 2008. Λόγω των ελκυστικών τιμών και της χρήσης του διαδικτύου, ή λαθραία διακίνηση έχει εξελιχθεί σε «μαύρη» επιχείρηση πολλών εκατομμυρίων ευρώ, πού εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους για τη δημόσια υγεία.
Ωστόσο, και παρά την εκτεταμένη παραοικονομία, το Υπουργείο Οικονομικών το 2012 είχε έσοδα 2,7 δίς από τούς καπνιστές, όταν από την κατανάλωση βενζίνης τα έσοδα δεν ξεπέρασαν τα 2,5 δίς. ευρώ. Έρευνα γνώμης σε 20.000 φοιτητές έδειξε ότι ή κατάσταση στην Ελλάδα παραμένει ανεξέλεγκτη, αφού το κράτος δεν λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή του νόμου κατά του καπνίσματος. Μόνο ένας στους δέκα από τούς φοιτητές πού ρωτήθηκαν ανέφερε ότι δυσκολεύτηκε να αγοράσει τσιγάρα όταν ήταν παιδί.
Οι στατιστικές δείχνουν ότι το κάπνισμα περιορίζεται κυρίως στους νέους και τούς ενήλικες κάτω των 44 ετών. Το 2006 τέσσερις στους δέκα νέους, 40%, από δεκαοχτώ έως είκοσι τεσσάρων ετών, κάπνιζαν καθημερινά, όμως το 2011 το ποσοστό αυτό μειώθηκε σε 32%. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε εξέλιξη ή επεξεργασία μιας νέας κοινοτικής νομοθεσίας για τα προϊόντα καπνού και οι αντικαπνιστικές ενώσεις προτείνουν ρυθμίσεις, για να αποθαρρύνονται οι νέοι να αρχίσουν το κάπνισμα
Ή Ευρωπαϊκή Εταιρεία Καρδιολογίας εισηγείται να υπάρχουν αυστηρά πρόστιμα σε καταστήματα πού πωλούν τσιγάρα σε παιδιά και έφηβους, να αυξηθεί στο 75% ό χώρος των προειδοποιήσεων για τούς κινδύνους στα πακέτα των τσιγάρων και να απαγορευτούν τα προϊόντα καπνού με βελτιωμένες γεύσεις, όπως ή βανίλια και ή σοκολάτα.
Το βάρος πέφτει στην πρόληψη, επειδή οι νέοι στην πλειονότητα τους αγνοούν ότι το κάπνισμα εθίζει. Έξι στους δέκα θεωρούν ότι δεν πειράζει να δοκιμάσουν, εφόσον αργότερα το κόψουν και το 26% ότι οι καπνιστές μπορούν να το διακόψουν οπότε θελήσουν. Είναι δύσκολο να πειστούν τα παιδιά ότι ένα προϊόν πού διαφημίζεται, πωλείται παντού, για το όποιο υπάρχει κοινωνική αποδοχή ή έστω ανοχή, μπορεί να βλάψει τόσο την υγεία τους. Προβληματίζονται λίγο, δοκιμάζουν και μετά από δύο χρόνια, σύμφωνα με έρευνες, έχουν ήδη εθιστεί. Το 94% των καπνιστών αρχίζουν να καπνίζουν πριν συμπληρώσουν το 25° έτος της ηλικίας τους, γι` αυτό και ή πολιτική κατά του καπνίσματος εστιάζεται στην πρόληψη. Στόχος της προηγούμενης εκστρατείας (ΗΕΕΡ) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την περίοδο 2005-2010 ήσαν οι νέοι από 15 έως 25 ετών. Από το 2011 ή Επιτροπή ξεκίνησε νέα εκστρατεία για να ενθαρρύνει τούς νέους από 25 έως 31 ετών να διακόψουν το κάπνισμα. Ή εκστρατεία αυτή δίνει μεγαλύτερη έμφαση στα πλεονεκτήματα της διακοπής παρά στους κινδύνους του καπνίσματος.
Τον τελευταίο χρόνο, το 31% των καπνιστών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιχείρησαν να κόψουν το κάπνισμα. Όμως, αν και έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος, το 28% του πληθυσμού και το 29% των νέων έως 24 ετών εξακολουθούν να καπνίζουν, παρότι γνωρίζουν ότι οι καπνιστές ζουν τα περισσότερα χρόνια της ζωής τους με προβλήματα υγείας και οι μισοί πεθαίνουν πρόωρα, κατά μέσον όρο 14 χρόνια νωρίτερα. Νέοι άνθρωποι, κάτω των πενήντα, έχουν πενταπλάσιο κίνδυνο να πάθουν έμφραγμα, ενώ ό κίνδυνος για τούς μεγαλύτερους είναι διπλάσιος.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΤΟΥΣ ΡΥΘΜΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ. ΤΕΥΧΟΣ 239

http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2013/07/blog-post_30.html

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΕΚ ΤΩΝ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ ΣΙΛΑΣ, ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ, ΚΡΗΣΚΗΣ, ΕΠΑΙΝΕΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 30 Ιουλίου, 2013

«Οι άγιοι αυτοί απόστολοι, από τον ευρύτερο κύκλο των μαθητών του Κυρίου, τους εβδομήντα, κήρυξαν στη Καρχηδόνα, την Ιταλία και σε όλο τον κόσμο, με πολλή δύναμη και παρρησία, τον λόγο της πίστεως του Χριστού, κι αφού δίδαξαν πολλούς από τους ειδωλολάτρες και τους βάπτισαν, εν ειρήνη παρέδωσαν τα πνεύματά τους στον Θεό».
       Ο Κύριος είναι γνωστό ότι δεν είχε μόνο τους δώδεκα αποστόλους ως μαθητές, αλλά και έναν ευρύτερο κύκλο, τους εβδομήντα. Πέραν αυτών, Τον ακολουθούσαν περιστασιακά και διάφοροι άλλοι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ώστε να μπορούμε να λέμε ότι είχε και έναν ακόμη μεγαλύτερο κύκλο ακολούθων Του. Οι δώδεκα βεβαίως είναι αναντικατάστατοι, αποτελώντας τα «θεμέλια της Εκκλησίας», αλλά και οι εβδομήντα εξίσου θεωρούνται απόστολοι, μέτοχοι του αποστολικού αξιώματος, άμεσοι συνεργάτες των δώδεκα μαθητών του Κυρίου. Το χαρισματικό τους στοιχείο κατανοείται από το γεγονός ότι και αυτοί υπήρξαν εξίσου μέτοχοι του αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, αναλαμβάνοντας το έργο του ευαγγελισμού των ανθρώπων, εν υπακοή πάντοτε προς τους μεγάλους αποστόλους και καθοδηγούμενοι από εκείνους. Έτσι και οι σήμερα εορταζόμενοι άγιοι έδωσαν τη ζωή τους ακριβώς γι’ αυτόν τον ευαγγελισμό των ανθρώπων, κηρύσσοντας τη σάρκωση του Χριστού, το Πάθος και την Ανάστασή Του, τη σωτηρία δηλαδή την οποία έφερε στον κόσμο ο Ιησούς Χριστός. 

     Ένας ύμνος από την τετάρτη ωδή του κανόνα της εορτής τους μάλιστα, μάς δίνει το στίγμα συγκεκριμένα του έργου που επιτελούσαν, σε σχέση με τους δώδεκα. Αναφέρεται κυρίως στον άγιο Σίλα, συνεργάτη του αποστόλου Παύλου, αλλ’ εξίσου φωτίζει το έργο και των υπολοίπων. «Στηρίζων παρειμένας, ένδοξε, διανοίας τω λόγω, Σίλα, συν Παύλω τω κήρυκι, πεπόρευσαι εις πάντα κόσμον…». Δηλαδή: Γύρισες όλον τον κόσμο, Σίλα, μαζί με τον Παύλο τον κήρυκα, στηρίζοντας τις παραλυμένες διάνοιες με τον λόγο του Θεού. Ο υμνογράφος ξεκινά με το βασικό ανθρωπολογικό δεδομένο: ο άνθρωπος μετά την πτώση του στην αμαρτία αλλοιώθηκε και η εικόνα του Θεού μέσα του σκοτείνιασε. Αυτό σημαίνει το «παρειμένας διανοίας». Η διάνοια του ανθρώπου, εκείνο που αναφέρεται κατεξοχήν στο λογιστικό της ψυχής του, έχασε τη δύναμή της, διότι ενώ ο Θεός είχε δημιουργήσει τον άνθρωπο ενοποιημένο, δηλαδή όλες οι ψυχικές του δυνάμεις: η διάνοιά του, οι επιθυμίες του, τα συναισθήματά του, να λειτουργούν σε συντονισμό μεταξύ τους και σε αναφορά προς Αυτόν, με αποτέλεσμα και το σώμα να λειτουργεί εν υπακοή σε μια τέτοια ψυχή, ώστε ολόκληρος ο άνθρωπος ως ψυχοσωματική οντότητα να είναι μία διαρκής δοξολογία προς τον Θεό με συνεχή αυξητική πορεία, η αμαρτία ήρθε με τη θέληση του ανθρώπου και με την προτροπή του διαβόλου και τραυμάτισε καίρια αυτήν την ενότητα. Έκτοτε οι ψυχικές δυνάμεις, χάνοντας την αναφορά προς τον Θεό, αποσυντονίστηκαν: η διάνοια «επιμελώς έγκειται εκ νεότητος επί τα πονηρά», το επιθυμητικό στράφηκε μόνο στις επίγειες ηδονές, αγόμενο και φερόμενο από τα σαρκικά πάθη, και το θυμοειδές, τα συναισθήματα δηλαδή, κυριαρχήθηκαν από το έλλειμμα της αγάπης, το μίσος συνεπώς και την έχθρα, ώστε οι ανταγωνισμοί και οι πόλεμοι να γίνουν «φυσική» κατάσταση πια των ανθρώπων. Γι’ αυτό και οι Πατέρες, ιδίως οι νηπτικοί, με τα δεδομένα αυτά, θεωρούν ότι «νόμος της ανθρώπινης διάνοιας έγινε η πλάνη», θέτοντας συνεπώς εν αμφιβόλω οτιδήποτε αυτή συλλαμβάνει μέσα στη διάσπαση του νου και της ψυχής

     Οι άγιοι λοιπόν απόστολοι, μετά τον ερχομό του Χριστού, ο Οποίος ακριβώς ήλθε για να αποκαταστήσει τον άνθρωπο, ενώνοντάς τον με τον Εαυτό Του και δι’ Εαυτού με τον Θεό Πατέρα, συνεπώς φέρνοντας και την αρχική ενότητα στον ίδιο τον άνθρωπο – η ενότητα με τον Θεό αποκαθιστά και τον ίδιο τον άνθρωπο, δηλαδή ο άνθρωπος βρίσκει την κανονική, φυσική του πορεία ως κατ’ εικόνα Θεού δημιουργημένος – κλήθηκαν από Εκείνον για να μαρτυρήσουν αυτήν την ενότητα που έφερε ο Χριστός. Τις παραλυμένες διάνοιές τους να τις στηρίξουν με αυτό που φέρνει τη δύναμη του Θεού, τον ίδιο τον λόγο Του, και συνεπώς ο άνθρωπος να βρει τη σωτηρία του. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευεργεσία στο ανθρώπινο γένος, δεν υπάρχει μεγαλύτερη προσφορά στον άνθρωπο από τη μαρτυρία του λόγου του Θεού: τη σάρκωση του Χριστού, το Πάθος, την Ανάστασή Του. Αυτά που κηρύσσει δηλαδή πάντοτε η Εκκλησία μας και τα ζούμε, εάν θέλουμε, μέσα στα άγια μυστήριά της.

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 
http://pgdorbas.blogspot.gr/2013/07/blog-post_30.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τελικά οι καπνιστές επιθυμούν να σταματήσουν το κάπνισμα;

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουλίου, 2013

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ. ΓΚΟΥΜΑΣ, Ά ν. Διευθυντής Καρδιολογικής Κλινικής, Ευρωκλινική Αθηνών, Πρόεδρος Ομάδας Εργασίας Πρόληψης και Επιδημιολογίας Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας.
Ή χώρα μας έχει το θλιβερό προνόμιο να κατέχει την πρώτη θέση σε ποσοστό καπνιστών σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικά στις πιο παραγωγικές ηλικίες, από 18 έως 52 έτη, τα ποσοστά των καπνιστών ξεπερνούν το 60% στους άνδρες και το 40% στις γυναίκες. Επιπλέον, οι Έλληνες κατέχουν την πρώτη θέση και στον αριθμό τσιγάρων ανά καπνιστή, με αριθμούς πού μπορεί να είναι ακόμη και τετραπλάσιοι συγκρινόμενοι με άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα ή Νορβηγία Με δεδομένες τις ολέθριες συνέπειες πού έχει το κάπνισμα στην υγεία μας, εύκολα καταλαβαίνει κανείς το τεράστιο πρόβλημα πού αντιμετωπίζει μια χώρα, όταν ή πλειονότητα του πληθυσμού της με το κάπνισμα πολλαπλασιάζει την πιθανότητα να νοσήσει και να πεθάνει από έμφραγμα, εγκεφαλικό, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και καρκίνο!
Εύκολα αναρωτιέται κάποιος αν είναι ευτυχισμένοι όλοι αυτοί οι Έλληνες και Ελληνίδες πού είναι εξαρτημένοι από το τσιγάρο. Αν νοιώθουν καλά με την παρέα αυτού του «φίλου» ή «συντρόφου», όπως πολλοί τον περιγράφουν, παρά το γεγονός ότι είναι πολύ ακριβό το τίμημα: ξοδεύουν ένα σωρό χρήματα για να τον έχουν, θυσιάζουν καλούς φίλους, πού τούς αποφεύγουν επειδή τούς ενοχλεί ό καπνός του τσιγάρου τους, μυρίζουν τα ρούχα τους και ή αναπνοή τους, δέ μπορούν να ανέβουν έναν ανήφορο χωρίς να λαχανιάσουν, δεν μπορούν να γυμναστούν, βήχουν με τις ώρες μετά το πρωινό ξύπνημα και δεν μπορούν να γευτούν το φαγητό όπως οι μη καπνιστές, απογοητεύουν και τον άριστο μάγειρα.
Ή απάντηση είναι αυτή πού οι περισσότεροι περιμέναμε: Οι 4 στους 5 καπνιστές δηλώνουν ότι δεν θα άρχιζαν ποτέ το κάπνισμα αν μπορούσαν να γυρίσουν το χρόνο πίσω και να ξαναζήσουν τη ζωή τους από την αρχή. Αυτό άλλωστε εξηγεί και τα υψηλά ποσοστά των καπνιστών πού προσπαθούν να κόψουν το κάπνισμα και φτάνουν το 60% τα τελευταία 5 χρόνια Λίγοι είναι οι πραγματικά αμετανόητοι καπνιστές, αυτοί πού δεν τούς περνάει καθόλου από το μυαλό ή σκέψη να κόψουν το κάπνισμα, ακόμη κι όταν έχουν ήδη υποστεί ένα έμφραγμα ή εγκεφαλικό ή ήδη πάσχουν από ένα σοβαρό σχετιζόμενο με τον καπνό καρκίνο!
Γιατί, όμως, είναι τόσο δύσκολο να κόψει κάποιος το κάπνισμα και γιατί, από όλους αυτούς πού προσπαθούν να το κόψουν μόνοι τους χωρίς ειδική βοήθεια, ή πλειονότητα δεν τα καταφέρνει; Μόνο το 3-5% των καπνιστών πετυχαίνουν το στόχο τους όταν αποφασίζουν να διακόψουν αυτή την κακή συνήθεια χωρίς την καθοδήγηση, ψυχολογική και φαρμακευτική υποστήριξη ενός ειδικού ιατρείου. Ό λόγος είναι ή ισχυρή σωματική εξάρτηση από τη νικοτίνη, αλλά και ή ισχυρότατη ψυχολογική εξάρτηση από τη συνολική «ιεροτελεστία» του καπνίσματος. Ό εθισμός στη νικοτίνη είναι πραγματικός εθισμός σε ναρκωτική ουσία.
Ή νικοτίνη από τους πνεύμονες εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος φτάνοντας πολύ γρήγορα στον εγκέφαλο. Εκεί διεγείρει τούς υποδοχείς της νικοτίνης και οδηγεί στην παραγωγή δοπαμίνης, ή οποία με τη σειρά της προκαλεί αισθήματα ευχαρίστησης και ανταμοιβής. Όσο περνάει χρόνος από το τελευταίο τσιγάρο και ανάλογα με το βαθμό εξάρτησης, ό καπνιστής νοιώθει την έλλειψη της νικοτίνης και της δοπαμίνης πού έχει συνηθίσει, και «λαχταράει» να ξαναπάρει «τη δόση του».
 Έτσι, ή ηρεμία πού νοιώθει όταν καπνίσει και πάλι δεν είναι τίποτα άλλο παρά ό κατευνασμός του συνδρόμου στέρησης πού έχει αναπτυχθεί! Στην πραγματικότητα το τσιγάρο δεν προσφέρει ηρεμία, το αντίθετο μάλλον. Ή εξάρτηση από τη νικοτίνη διαρκεί περίπου 4 εβδομάδες, κατά τη διάρκεια των οποίων ό καπνιστής πού προσπαθεί να το κόψει εμφανίζει ευερεθιστότητα, απογοήτευση, θυμό, άγχος, νευρικότητα και ανυπομονησία, δυσφορία και καταθλιπτική διάθεση καθώς και διαταραχές του ύπνου.
Μετά τις 4 πρώτες εβδομάδες από τη διακοπή του καπνίσματος τα συμπτώματα της στέρησης υποχωρούν, παραμένει όμως ή πολύ ισχυρή ψυχολογική εξάρτηση πού ενισχύεται από όλα εκείνα τα περιβαλλοντικά και κοινωνικά ερεθίσματα πού έχουν συνδεθεί με το κάπνισμα: τα διαλείμματα στην εργασία, ένα ωραίο γεύμα ή δείπνο, ό καφές ή ένα ποτό με ένα φίλο.
Οι μη καπνιστές δεν το καταλαβαίνουν, αλλά αυτοί πού καπνίζουν έχουν συνήθως οργανώσει όλη τη ζωή τους με επίκεντρο το τσιγάρο. Έχουν πάντα στο μυαλό τους το επόμενο τσιγάρο πού θα ανάψουν, φροντίζουν πάντα να έχουν προμηθευτεί αρκετά για να μην ξεμείνουν, προτιμούν να πηγαίνουν σε μέρη πού το κάπνισμα δεν απαγορεύεται ή τουλάχιστον όπου θα υπάρχει πρόβλεψη τμήματος καπνιστών. Όταν, λοιπόν, έρθει ή στιγμή πού θα δοκιμάσουν να το κόψουν, δεν αρκεί να ξεπεράσουν τη σωματική εξάρτηση από τη νικοτίνη, αλλά θα πρέπει να είναι έτοιμοι να αλλάξουν κοινωνικές συνήθειες κι αυτό είναι το πιο δύσκολο! Για όλους αυτούς τούς λόγους οι περισσότεροι καπνιστές εμφανίζουν υποτροπή εντός των πρώτων 8 ήμερων. Ή προσπάθεια διακοπής του καπνίσματος απαιτεί μακροχρόνια κλινική παρέμβαση, όπως άλλωστε και όλες οι εθιστικές διαταραχές, ενώ ή υποτροπή είναι συνήθης και οφείλεται στη φύση του εθισμού και όχι στην αποτυχία του ίδιου του καπνιστή.
Ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο ένας καπνιστής δεν παίρνει εύκολα την απόφαση να σταματήσει το κάπνισμα είναι το άγχος πού του δημιουργείται στην ιδέα ότι πρέπει να αποφασίσει να κόψει το κάπνισμα για πάντα. Έχοντας κάνει το τσιγάρο αναπόσπαστο μέρος της ζωής του και μέρος όλων σχεδόν των καθημερινών του δραστηριοτήτων, τρομάζει στην ιδέα ότι θα πρέπει ξαφνικά όλα αυτά να αλλάξουν και ότι αυτές οι αλλαγές θα είναι μόνιμες. Το γεγονός αυτό μπορεί να μη γίνεται εύκολα αντιληπτό από ένα μη καπνιστή, όμως πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά ύπ’ όψιν από τον επαγγελματία υγείας, πού αναλαμβάνει να υποστηρίξει ψυχολογικά και συμβουλευτικά τον καπνιστή, πού βρίσκεται στη διαδικασία της διακοπής.
Έτσι, για το αρχικό διάστημα της προσπάθειας του, ή διακοπή του καπνίσματος θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια προσωρινή αλλαγή της ζωής του, ένα πείραμα, μια δοκιμή. Όσο περνούν οι μέρες και ή σωματική εξάρτηση υποχωρεί, μέσα από μια διαδικασία ενίσχυσης των ευεργετικών αποτελεσμάτων της διακοπής του καπνίσματος, ό καπνιστής θα εξοικειωθεί σιγά- σιγά με την προοπτική της μόνιμης διακοπής και στο τέλος θα την καλωσορίσει με ανακούφιση και χαρά!
Ή διακοπή του καπνίσματος δεν είναι εύκολη υπόθεση, όταν όμως επιτευχθεί είναι το πιο ωραίο και πολύτιμο δώρο πού μπορεί ένας καπνιστής να κάνει στον εαυτό του! 
Ίσως το πιο δύσκολο σημείο σε αυτή τη διαδικασία είναι ή λήψη της απόφασης έναρξης της προσπάθειας διακοπής. Ή απόφαση αυτή δεν πρέπει να παίρνεται επιπόλαια, αφού ό καπνιστής θα πρέπει να είναι αποφασισμένος να διαθέσει όλη την ψυχική του δύναμη προκειμένου να πετύχει το στόχο του.
Θα πρέπει, όμως, όλοι οι καπνιστές πού αποφασίζουν να προσπαθήσουν να διακόψουν το κάπνισμα, να γνωρίζουν ότι δεν είναι και ούτε πρέπει να είναι μόνοι τους. Στο τηλέφωνο 1535 μπορεί κάθε πολίτης να αναζητήσει πληροφορίες για τα Ιατρεία διακοπής καπνίσματος στα δημόσια νοσοκομεία. Τα ιατρεία αυτά είναι στελεχωμένα με πνευμονολόγους, καρδιολόγους, ψυχολόγους και διαιτολόγους, πού μπορούν να προσφέρουν σημαντική βοήθεια μέσω ειδικής ψυχολογικής, συμβουλευτικής και φαρμακευτικής υποστήριξης.
Επιπλέον, στο διαδίκτυο υπάρχουν ειδικές ψηφιακές πλατφόρμες, όπως είναι για παράδειγμα το icoach, βασικό εργαλείο της καμπάνιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο: «Αν το σταματήσεις, δέ σε σταματάει τίποτε», πού επίσης μπορεί να αποδειχτεί πολύτιμος αρωγός στην προσπάθεια των καπνιστών να απαλλαγούν από το τσιγάρο.
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΤΟΥΣ ΡΥΘΜΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ. ΤΕΥΧΟΣ 239

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Παιδί και καλοκαίρι. Ιδιαιτερότητες άσκησης στις διακοπές.

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουλίου, 2013

 
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗΣ, Μsc, Ρhd. Διδάσκων ΤΕΦΑΑ Κομοτηνής. Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.
Μετά από ένα κοπιαστικό χειμώνα για τα παιδιά κάθε ηλικίας έφτασε ή ώρα των καλοκαιρινών διακοπών. Αφήνοντας πίσω μια χρονιά με άγχος και κούραση τα παιδιά είναι έτοιμα να απολαύσουν τις διακοπές τους. Για το χρονικό διάστημα των τριών περίπου μηνών πού διαρκούν οι καλοκαιρινές διακοπές, τα παιδιά θα πρέπει να αξιοποιήσουν δημιουργικά τον ελεύθερο χρόνο τους με παιχνίδι ή κάνοντας αθλητικές δραστηριότητες. Συχνά τόσο οι γονείς όσο και τα παιδιά καλούνται να απαντήσουν σε διλήμματα όπως: παιχνίδι ή οργανωμένη άθληση στις καλοκαιρινές διακοπές, να συνεχίσει το παιδί μου το καλοκαίρι να κάνει ότι έκανε τον χειμώνα ή να ασχοληθεί με κάτι άλλο εντελώς διαφορετικό;
Οι απαντήσεις για όλα τα παραπάνω ερωτήματα έρχονται από την επιστήμη τού αθλητισμού. Ή πλειονότητα των ερευνητών προτείνει τα παιδιά 4-8 ετών να ασχολούνται κυρίως με παιχνίδια κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών τους διακοπών. Αυτά μπορεί να είναι παιχνίδια με μπάλα, π. χ. ποδόσφαιρο, βόλεϊ η παιχνίδια της γειτονιάς, π. χ. κρυφτό, κυνηγητό, μήλα, τους κανόνες των οποίων ορίζει ή ελληνική κουλτούρα και ή τοπική παράδοση και μεταφέρονται από γενιά σε γενιά Τα παιχνίδια αυτά μπορεί να γίνουν στη φύση και στις αλάνες ανάμεσα στα χρώματα και τις μυρωδιές της καλοκαιρινής Ελλάδας. Ή παιγνιώδης αύτη άθληση καλλιεργεί την ευρηματικότητα και την επικοινωνία των παιδιών, ενώ ενισχύει την «πατριδογνωσία» και την κοινωνικοποίηση τους, ανταλλάσοντας ιδέες για παραλλαγές γνωστών τους παιχνιδιών ή προτείνοντας νέα Τα παιχνίδια πού συνήθως παίζουν τα παιδιά 4-8 ετών αναπτύσσουν πολύ τον κινητικό τους έλεγχο και τη μάθηση με ευχάριστο και δημιουργικό τρόπο, συμπληρώνοντας κινητικές δεξιότητες, τις όποιες έχουν ήδη αποκτήσει από το μάθημα της Φυσικής Αγωγής στο δημοτικό. Το μεγάλο πλεονέκτημα τού παιχνιδιού είναι ότι μπορεί να γίνει ανά πάσα στιγμή, πρωί (9-11 π.μ.) και απόγευμα (6-10 μ.μ.) δίνοντας σημαντικό χρόνο καθημερινής άθλησης στις καλοκαιρινές διακοπές των παιδιών. Παράλληλα, ή ποικιλία των παιχνιδιών, όπως και ό συνδυασμός τους με άλλες μορφές κίνησης, π.χ. το ποδήλατο και το κολύμπι στη θάλασσα, δεν αφήνουν τα παιδιά να πλήξουν, δίνοντας τους το κίνητρο για συνεχή παιγνιώδη άθληση.
Επιπλέον, ή προσέγγιση της άθλησης στις καλοκαιρινές διακοπές παιδιών, ηλικίας 9-13 ετών, πού ασχολούνται με τον αθλητισμό από χόμπι είναι τελείως διαφορετική σε σχέση με αυτά πού ασχολούνται με τον αγωνιστικό αθλητισμό. Προτείνεται, λοιπόν, τα παιδιά αυτά να κάνουν στον τόπο των καλοκαιρινών τους διακοπών κάποια μορφή οργανωμένης άθλησης, διαφορετική από αυτή πού μέχρι τότε ασχολούνταν, με την προϋπόθεση να είναι καθημερινή και να έχει χαρακτήρα άθλησης αναψυχής. Έτσι, έκτος τού ότι τα παιδιά γνωρίζουν και άλλα αθλήματα, γυμνάζονται πολύπλευρα, βελτιώνοντας σημαντικά τις βιολογικές τους ικανότητες, γεγονός πού αποτελεί παρακαταθήκη υγείας για την ενήλικη ζωή τους.
Αντίθετα, ή τάση πού επικρατεί σχετικά με την άθληση των παιδιών-αθλητών τριών ηλικίας 9-13 ετών στις διακοπές τού καλοκαιριού είναι ή συνέχιση των αθλητικών δραστηριοτήτων πού τα παιδιά έκαναν κατά τη διάρκεια τού χειμώνα. Έτσι, οι κολυμβητές θα πρέπει να αθλούνται με κολύμπι, οι ποδοσφαιριστές να παίζουν ποδόσφαιρο ή οι δρομείς τού στίβου να τρέχουν. Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης λένε τι είναι χρήσιμο κατά τις καλοκαιρινές διακοπές τα παιδιά-αθλητές/τριες να συνεχίζουν σε ήπιους ρυθμούς αυτή τη «μεταβατική προπόνηση», ώστε με την έναρξη της επόμενης περιόδου να βρίσκονται σε υψηλό επίπεδο φυσικής κατάστασης. Έτσι τα παιδιά, πού είναι αθλητές/τριες σε αγωνιστικό επίπεδο, θα πρέπει να αθλούνται κατά τις καλοκαιρινές τους διακοπές με κάποιο πρόγραμμα προπόνησης αλλά με συχνότητα, διάρκεια, όγκο και ένταση άσκησης χαμηλότερη από αυτή της χειμερινής περιόδου
Συμπερασματικά, τα παιδιά ανεξάρτητα από ηλικία θα πρέπει να απολαμβάνουν τις καλοκαιρινές διακοπές τους ξέγνοιαστα και ευχάριστα. Παράλληλα, είναι σημαντικό τα παιδιά να μείνουν μακριά από τηλεοράσεις, ηλεκτρονικά παιχνίδια και υπολογιστές και να αθλούνται. Ή κα-καλοκαιρινή τους άθληση, με οποίο τρόπο και να γίνεται, ας πάει χέρι-χέρι με την ευλογημένη ελληνική φύση. Άλλωστε οι διακοπές δεν είναι μόνο για τα παιδιά αλλά και για όσους αισθάνονται παιδιά! 
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΤΟΥΣ ΡΥΘΜΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ. ΤΕΥΧΟΣ 239

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οσία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου (28/7)

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουλίου, 2013

Η οσία Ειρήνη από την Καππαδοκία, που ασκήτευσε στη Μονή του Χρυσοβαλάντου ( 28 Ιουλίου)

Η οσία Ειρήνη ζούσε στην Καππαδοκία στους κόλπους πλούσιας και ευγενούς οικογένειας, μετά τον θάνατο του εικονομάχου αυτοκράτορα Θεοφίλου (842). Όταν η Θεοδώρα ανέλαβε την αντιβασιλεία, αναζήτησε σε όλη την Αυτοκρατορία σύζυγο για τον γιο της, τον αυτοκράτορα Μι­χαήλ Γ’ (842-867). Οι απεσταλμένοι της αυλής πρόσεξαν την ομορφιά και ευγένεια των ηθών της Ειρήνης και την έστειλαν στην Κωνσταντι­νούπολη μαζί με την αδελφή της, η οποία παντρεύτηκε αργότερα τον καίσαρα Βάρδα, αδελφό της Θεοδώρας. Στο δρόμο τους πέρασαν κοντά από το όρος Όλυμπος της Βιθυνίας και η Ειρήνη επισκέφθηκε τον άγιο Ιωαννίκιο τον Μέγα [+ 4 Νοεμ.], ο οποίος την χαιρέτησε προλέγοντας ότι θα γινόταν ηγουμένη της Μονής Χρυσοβαλάντου.

28_07_agia_eirini_xrisovalantou

Η θεία Πρόνοια εμπό­δισε το γάμο της με τον αυτοκράτορα και, με την καρδιά της ξαλαφρωμένη και γεμάτη χαρά, μοίρασε τα υπάρχοντά της και αποσύρθηκε στην Μονή Χρυσοβαλάντου, την οποία είχε ιδρύσει ο πατρίκιος Νικήτας (Νικόλαος), κοντά στην στέρνα του Άσπαρ, σε τόπο ευάερο, μακριά από τις πλατείες και τα θορυβώδη μέρη. Στη μοναχική κουρά της, η μακαρία μαζί με τις τρίχες της κεφαλής έκοψε και κάθε δεσμό που την κρατούσε στον κόσμο και δόθηκε με ζήλο στους ασκητικούς αγώνες γνω­ρίζοντας ότι στο μέτρο που εξασθενίζει το σώμα, ο έσω άνθρωπος ανα­καινίζεται και πλησιάζει το Θεό (Β΄ Κορ. 4. 16).

Έχοντας μόνο έναν χιτώνα που άλλαζε μία φορά τον χρόνο, τρεφόμενη με νερό και ψωμί, υποτασσόταν πρόθυμα και με χαρά σε ό,τι της όριζαν, αγνοώντας τις αντιρρήσεις και τους γογγυσμούς. Η διαρκής κατάνυξη χαροποιούσε την καρδιά της και έκανε το πρόσωπό της να λάμπει και σαν γόνιμη γη έφερε τους πλούσιους καρπούς των αγίων αρετών. Έβλεπε όλες τις αδελφές της σαν βασίλισσες και θεωρούσε τον εαυτό της ως θεραπαινίδα τους, προσφερόμενη στις πιο ευτελείς εργασίες για να τις διακονεί. Από το στόμα της έβγαιναν μόνον λόγια των Γραφών ή των αγίων Πατέρων, τους οποίους μελετούσε αδιάκοπα.

Ενώ ήταν λιγότερο από έναν χρόνο στο μοναστήρι, έχοντας διαβάσει με θαυμασμό το Βίο του αγίου Αρσε­νίου [+ 8 Μαΐου], ο οποίος προσευχόταν από τη δύση του ηλίου έως την αυγή, προσπάθησε να τον μιμηθεί. Και με την βοήθεια της θείας χάριτος κατάφερε σιγά-σιγά να στέκει όρθια, με υψωμένα τα χέρια σε προσ­ευχή, όλη την ημέρα και όλη την νύκτα. Αγωνιζόταν με τέτοια σοφία να δουλαγωγήσει το σώμα στην ανάταση της ψυχής της προς τον Θεό, ώστε καμιά μηχάνευση του δαίμονα δεν μπορούσε να την πλήξει. Όταν εκείνος της υπέβαλλε μνήμες από την δόξα και την ευμάρεια της ζωής που είχε εγκαταλείψει, πήγαινε να εξομολογηθεί τους λογισμούς της στην ηγουμένη της, διπλασίαζε την άσκησή της και αμέσως ελευθερωνόταν από τις αναμνήσεις αυτές.

Μετά το θάνατο της ηγουμένης, υποδείχθηκε παρά την θέλησή της ως διάδοχός της και χειροτονήθηκε από τον πατριάρχη άγιο Μεθόδιο [+ 14 Ιουν.]. Ενθυμούμενη την προφητεία του αγίου Ιωαννικίου και λογίζοντας ως καθήκον της να μην αναζητεί τα αρεστά στην ίδια αλλά τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζειν (Ρωμ. 15, 1), έζησε έκτοτε ως άγγελος επίγειος, επιμηκύνοντας τις νηστείες της, προσευχόμενη όλη τη νύκτα και κάνοντας αμέτρητες μετάνοιες. Με τα μέσα αυτά προσείλκυσε την χάριν του Θεού και έλαβε τόση σοφία, ώστε να δύναται να οδηγεί πλήθος ψυχών στην οδό της Σωτηρίας. Ζητούσε από τις αδελφές να μην την θεωρούν ως ανώτερή τους, αλλά ως μία συμμονάστριά τους που είχε ορισθεί να τις υπηρετεί.

Με γλυκύτητα και υπομονή τις παραι­νούσε να πολιτεύονται στα πάντα κατά το πνεύμα του Ευαγγελίου, απο­τάσσοντας τα μάταια θέλγητρα της δόξας και της εκτίμησης των ανθρώ­πων. Αν δεν ήθελαν η αποταγή τους να είναι επιφανειακή, όφειλαν να φροντίζουν να διατηρούν όχι μόνο την αγνεία τους, αλλά και την πραό­τητα, αρετές υπεράνω της φύσης που χαρίζονται από τον Χριστό σε όσους προσεύχονται με πίστη. Ό,τι κι αν κατακτούσαν, συμβούλευε τις μαθήτριές της να το θεωρούν ως δώρο του Θεού και να τελούν αδιαλείπτως σε κατάνυξη αναπέμποντας ευχαριστίες. Απαγόρευε εξάλλου σ’ αυτές να προσεύχονται για την υγεία τους, λέγοντας ότι τίποτε δεν είναι λυσιτελέστερο για την ψυχή από την ασθένεια που γίνεται δεκτή με ευγνω­μοσύνη.

Έχοντας λάβει από άγγελο Κυρίου το προορατικό χάρισμα, η οσία ήταν σαν προφήτις του Θεού στην μονή της. Αφού αναπαυόταν για λίγο μετά την Ακολουθία του Όρθρου, καλούσε τις αδελφές και μία-μία, με τέχνη και διάκριση, τις βοηθούσε να εμφανίζονται αγνές και ανυπόκριτες ενώπιον του Θεού, αποκαλύπτοντάς τους τούς πιο κρυφούς λογισμούς τους. Γρήγορα κατέστη περιώνυμη σε όλη την Βασιλεύουσα για τις αρετές και τη σοφία με την οποία καθοδηγούσε την αδελφότητά της, ώστε κάθε είδους άνθρωποι, πλούσιοι και πτωχοί, μικροί και τρανοί, προσ­έρχονταν κοντά της για να λάβουν τις συμβουλές της και να εναποθέσουν την ελπίδα τους στις προσευχές της. Σε όλους δίδασκε την ωφέ­λεια της μετανοίας, που σε κάθε στιγμή μπορεί να καταστήσει το Θεό ευμενή έναντι ημών.

Με την στήριξη της θείας χάριτος πρόκοβε ασταμάτητα στην άσκηση και την καθαρά προσευχή. Κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, μέχρι το Πάσχα, δεν έτρωγε ψωμί, αλλά λίγα μόνα λαχανικά, μία φορά την εβδομάδα. Η ολονύκτια αγρυπνία τής είχε γίνει τόσο φυσική όσο ο ύπνος στους άλλους ανθρώπους, και περνούσε τις νύκτες της με τα χέρια υψω­μένα προς τον ουρανό, βυθισμένη σε άγιες θεωρίες. Ενίοτε έμενε στην στάση αυτή δύο ημέρες συνέχεια, ακόμη και μία ολόκληρη εβδομάδα, σε σημείο που οι μαθήτριές της χρειαζόταν στο τέλος να την βοηθήσουν να κατεβάσει τα μουδιασμένα χέρια της.

Μία νύκτα, μια μοναχή κοιτάζον­τας στην αυλή είδε την οσία Ειρήνη να προσεύχεται ανυψωμένη θαυματουργικά από το έδαφος, ενώ τα δύο πελώρια κυπαρίσσια που ορθώ­νονταν στην αυλή του μοναστηριού είχαν λυγίσει τις κορφές τους μέχρι το έδαφος· επανήλθαν δε στην θέση τους μόνο όταν σφραγίστηκαν από την οσία με το σημείο του Σταυρού. Αυτή η νυκτερινή προσευχή ήταν φοβερή για τους δαίμονες, οι οποίοι διπλασίαζαν τις επιθέσεις τους μέσα στη νύκτα.

Μία φορά ένας από αυτούς έριξε πάνω της το αναμμένο φι­τίλι μιας κανδήλας. Τα ρούχα της Ειρήνης πήραν αμέσως φωτιά. Παρέμεινε ωστόσο ατάραχη και θα είχε καεί ολόκληρη αν μία μοναχή που ξύπνησε από τη μυρωδιά της σάρκας και των ρούχων που καίγονταν δεν έμπαινε στο κελλί της ηγουμένης παραβιάζοντας την πόρτα. Μέσα στους πυκνούς καπνούς είδε την οσία στις φλόγες όρθια και απαθή να προσεύχεται. Καθώς την έσπρωξε προσπαθώντας να σβήσει τις φλόγες, η Ειρήνη χαμήλωσε τα χέρια της και της είπε επιτιμητικά: «Γιατί μου στέρησες μια τόσο μεγάλη απόλαυση με την απότομη αυτή παρέμβασή σου; Ένας άγγελος στεκόταν μπροστά μου πλέκοντάς μου ένα στεφάνι από άφθαρτα άνθη, τέτοια που δεν έχει δει ανθρώπου μάτι και ήταν έτοι­μος να με πάρει από δω, όταν εσύ τον έδιωξες». Κι όταν η μαθήτρια της ξεκόλλησε τα ράκη του υφάσματος από τη σάρκα της, θεσπέσια ευω­δία γέμισε το μοναστήρι.

Μιαν άλλη φορά ένας ναυτικός που ήλθε από την Πάτμο παρουσιάστηκε στο μοναστήρι και έδωσε στην οσία τρία υπέροχα μήλα, τα οποία ο άγιος Απόστολος Ιωάννης του είχε αναθέσει να της παραδώσει. Το πρώτο μήλο στάθηκε αρκετό να την τρέφει για σαράντα ημέρες, κατά τις οποίες το στόμα της ανέδιδε μία υπερκόσμια ευωδία· μοίρασε το δεύ­τερο στην αδελφότητα την Μεγάλη Πέμπτη και κράτησε το τρίτο ως ακριβό φυλαχτό, αρραβώνα των άφθαρτων αγαθών του Παραδείσου.

Χάρις στο προφητικό χάρισμα, η αοίδιμος Ειρήνη επιτέλεσε πλήθος άλλων θαυμάτων και προέβλεψε συγκεκριμένα τη δολοφονία του Βάρδα, την οποία ακολούθησε λίγο αργότερα εκείνη του Μιχαήλ Γ’ (867), καθώς και την ανάληψη της εξουσίας από το Βασίλειο Α’ το Μακεδόνα. Με την βοήθεια του αγίου Βασιλείου του Μεγάλου και της αγίας Αναστα­σίας της Φαρμακολυτρίας θεράπευσε δαιμονισμένους και έσωσε έναν συγ­γενή της, τον οποίο ο αυτοκράτορας είχε κατά νου να εκτελέσει ως προ­δότη, εμφανιζόμενη στον ηγεμόνα, απαστράπτουσα και πλήρης δόξης. Ο αυτοκράτορας Βασίλειος αναγνώρισε το σφάλμα του, ζήτησε συγγνώμη και έκτοτε έδειξε την ευμένειά του απέναντι στο μοναστήρι.

Η οσία Ειρήνη έφθασε σε ηλικία εκατόν τριών ετών, διατηρώντας όλη την δροσιά και την φυσική ομορφιά της, σημάδι του κάλλους της ψυχής της.  Ο Φύλακας Άγγελός της την προειδοποίησε ένα έτος πριν για τον χρόνο της τελευτής της και όταν έφθασε η ημέρα συγκέντρωσε τις αδελ­φές της, όρισε την ηγουμένη που είχε επιλέξει ο Θεός και αφού τις προέτρεψε να περιφρονούν ό,τι είναι πρόσκαιρο ώστε να ζουν τον αγαπημένο Νυμφίο τους, έκλεισε γαλήνια τα μάτια της και παρέδωσε την ψυχή της εις χείρας Θεού. Ενταφιάσθηκε στο παρεκκλήσιο του αγίου μάρτυρος Θεο­δώρου και ο τάφος της ανέδιδε διαρκώς μία ουράνια ευωδία, φανερώνον­τας σε όλους την παρρησία που είχε αποκτήσει παρά τω Θεώ, ενώ μέ­χρι τις ημέρες μας η οσία Ειρήνη δεν παύει να μεσιτεύει υπέρ εκείνων που την επικαλούνται με πίστη.

(Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας-Ιούλιος, εκδ. Ίνδικτος, σ. 318-321)

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γέροντας Σωφρόνιος: Ποιος κάνει “κουμάντο” μέσα στην οικογένεια;

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουλίου, 2013

 
Αν η γυναίκα εργάζεται εξίσου με τον άνδρα, τότε πάλι καταργείται η δικαιοσύνη, επειδή η γυναίκα στην οικογένεια, παράλληλα με την εργασία, βαστάζει και άλλα βάρη, επιπρόσθετα καθήκοντα, επειδή ακριβώς αυτή είναι η μητέρα των παιδιών. Θα νόμιζε κάποιος ότι, επειδή η γυναίκα βαρύνεται από μεγαλύτερες ευθύνες και ασκεί πολυπλοκότερο ρόλο, σε αυτήν πρέπει να ανήκει το προνόμιο να «κατευθύνει» την οικογένεια. Ασφαλώς κάποιος πρέπει να κατευθύνει την οικογένεια, όπως και κάθε άλλο ανθρώπινο καθίδρυμα. Έτσι, σε πολλές οικογένειες ανακύπτει η πάλη για εξουσία, που πολύ συχνά γίνεται καταστροφική για την οικογένεια. Συνεπώς, όπου και αν στρέψουμε τήν προσοχή μας, παντού βλέπουμε υπερβολικά πολύπλοκα προβλήματα, και δεν πλησιάσαμε ακόμη στην επίλυσή τους.
Έκανα τις λίγες αυτές παρατηρήσεις, για να δω τα πράγματα έτσι όπως τα βλέπει η πλειονότητα των ανθρώπων. Νομίζω όμως ότι εμείς ως χριστιανοί βλέπουμε ακόμη και εκείνα που οι άλλοι δεν προσέχουν. Θεωρούμε ότι το σπουδαιότερο θέμα γενικά για κάθε άνθρωπο είναι το ερώτημα: Τί είναι ο άνθρωπος; Ποιός είναι ο προορισμός του; Γιατί και για ποιό λόγο εμφανίστηκε στον κόσμο; Ποιός σκοπός υπάρχει μπροστά του; Ποιό είναι το νόημα της υπάρξεώς του; Αν δεν απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να λύσουμε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε ούτε σε ένα επίπεδο. Είναι αδύνατον για παράδειγμα να επιτύχουμε αληθινά δίκαια δομή της κοινωνίας χωρίς τη γνώση αυτή. Δεν μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα της κρατικής οργανώσεως, αν δεν έχουμε απάντηση στο κύριο αυτό ερώτημα. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας γράφεται με άσκοπη περιδίνηση, παράλογους πολέμους, άδικη καταπίεση του ισχυρού επάνω στον ασθενή, όπως βλέπουμε στο ζωικό κόσμο. Συνεπώς, τί είναι ο άνθρωπος; Τήν απάντηση στο ερώτημα αυτό την παίρνουμε από την Άγια Γραφή: «Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, κατ’ εικόνα Θεού… άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς» (Γέν. 1,27). Και λίγο πιο κάτω διαβάζουμε: «Έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χουν από της γης, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν» (Γέν. 2,7).
Αν λοιπόν ο Θεός δημιούργησε τον άνδρα και την γυναίκα ως ενιαία ανθρωπότητα, τότε είναι φυσικό ότι το θέμα της σχέσεως μεταξύ ανδρός και γυναικός ήταν και θα είναι πάντοτε ένα από τα σπουδαιότερα ζωτικά θέματα. Αν στρέψουμε την προσοχή μας στα φυσικά χαρίσματα της γυναίκας και τα συγκρίνουμε με τα αντίστοιχα τους στον άνδρα, θα δούμε από την μακρόχρονη πείρα ότι τα χαρίσματα αυτά είναι ποικίλα· κάποτε συμπίπτουν, ενώ κάποτε γίνονται συμπληρωματικά το ένα του άλλου. Γνωρίζουμε επίσης από την ιστορία και από την Αγία Γραφή ότι στην Ανατολή, όπου γεννήθηκαν όλες οι μεγάλες θρησκείες, η κυριότητα του άνδρα επάνω στη γυναίκα ήταν υπερβολικά ισχυρή. Η γυναίκα στη συνείδηση της Ανατολής ήταν κατά κάποιο τρόπο κατώτερο ον. Ακόμη και στο Ευαγγέλιο βλέπουμε παρόμοια χωρία, όπως για παράδειγμα: «ΟΙ δε εσθίοντες ήσαν άνδρες ωσεί πεντακισχίλιοι χωρίς γυναικών και παιδίων» (Ματθ. 14,21). Ελάμβαναν οπ’ όψιν μόνο τους άνδρες, ενώ τις γυναίκες ούτε καν τις μετρούσαν. Αλλά αυτό δεν το βλέπουμε μόνο στην Ανατολή.
Έτυχε να διαβάσω, όταν ήμουν νέος, κάποιες στατιστικές που έκαναν μερικοί Γερμανοί μορφωμένοι άνθρωποι για τον ρόλο του άνδρα και τον ρόλο της γυναίκας στην ιστορία του πολιτισμού. Οι πολυμαθείς αυτοί Γερμανοί παρουσίαζαν τα κατορθώματα του άνδρα ως άκρως σημαντικά (παρομοιάζοντας τα ως όρη υψηλά), ενώ από τα κατορθώματα της γυναίκας σημείωναν μόνο μερικά που ούτως ή άλλως γράφτηκαν στην ιστορία του πολιτισμού.
Μου φαίνεται ότι η παρεξήγηση αυτή εμφανίστηκε ως συνέπεια της απώλειας της συνειδήσεως εκείνης, που περιέχεται στη Γραφή: «Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον κατ’ εικόνα Θεού… άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς» (Γεν. 1,27).
Αυτό το ξεχνούν όχι μόνο οι άνδρες, αλλά και οι ίδιες οι γυναίκες. Για να διορθώσουμε λοιπόν τη ζωή μας σε όλα τα επίπεδά της, αρχίζοντας από την οικογένεια, οφείλουν οι γυναίκες να ανυψωθούν με το πνεύμα και να φανερώσουν στον κόσμο την αυθεντική αξία τους, τον υψηλό ρόλο τους. Για την χριστιανική Εκκλησία το θέμα του ρόλου της γυναίκας γίνεται κάθε χρόνο διαρκώς οξύτερο.
Βλέπουμε ότι στις χώρες όπου ο άθεος κομμουνισμός διεξάγει ανοικτή πάλη εναντίον της Εκκλησίας με την εφαρμογή κάθε είδους εκβιασμών, διασώζει την Εκκλησία η ανδρεία των γυναικών, η αυτοθυσία τους, η ετοιμότητά τους για κάθε είδους παθήματα. Παντού παρατηρούμε ότι οι γυναίκες στις Εκκλησίες αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό. Μπορούμε να πούμε ότι στις Εκκλησίες κατά τις ακολουθίες οι γυναίκες συνιστούν την πλειονότητα, κάποτε τα τρία τέταρτα, κάποτε όμως και περισσότερο. Αν τώρα όλες οι γυναίκες αποχωρούσαν από την Εκκλησία, τότε αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρχει, γιατί οι άνδρες που εκπληρώνουν υψηλή ποιμαντική διακονία, κατέχοντας υψηλές ιεραρχικές θέσεις, θα έμεναν ολιγάριθμοι και, με απλά λόγια, θα ήταν γι’ αυτούς από υλικής πλευράς αδύνατον να διατηρήσουν την Εκκλησία.
Συνεπώς ο ρόλος της γυναίκας στην Εκκλησία είναι μεγάλος, και όλοι μας πρέπει να σκεφτούμε το φαινόμενο αυτό. Στη χριστιανική μας διδασκαλία για τον άνθρωπο, μιλώντας θεολογικά, η γυναίκα παρουσιάζεται στο ίδιο ακριβώς μέτρο ως άνθρωπος, όπως και ο άνδρας. Οι δυνατότητες της διακονίας της μέσα στην ιστορία είναι απεριόριστες. Το γεγονός ότι ο Θεός Λόγος σαρκώθηκε από γυναίκα καταδεικνύει ότι η γυναίκα δεν είναι καθόλου μειωμένη ενώπιον του Θεού.
αποσπάσματα από: Αρχιμ. Σωφρονίου, Το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής, Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ, 2010

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Θεολογία, Ψυχολογία καί Νευροεπιστήμη

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουλίου, 2013

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
(Περίληψη)
Η Εισήγηση τήν οποία έχω ετοιμάσει έχει μεταφρασθή στήν ρουμανική γλώσσα καί έχει ήδη δημοσιευθή σέ βιβλίο καί σάς έχει δοθή. Περιλαμβάνει τέσσερα σημεία, ήτοι: Πρώτον, πώς έφθασα νά ασχοληθώ μέ τό θέμα καί νά γράψω τό βιβλίο «Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία» δεύτερον, ο όρος «ορθόδοξη ψυχοθεραπεία» έχει γίνει αποδεκτός από τήν Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία τρίτον, ποιές είναι οι βασικές αρχές τής Ορθόδοξης Ψυχοθεραπείας καί τέταρτον, τό έργο τής Εκκλησίας από πλευράς σύγχρονης ψυχολογίας καί νευροεπιστήμης.
Στήν συνέχεια, θά τονίσω τρία άλλα σημεία, ως εισαγωγικά στό παρόν Συνέδριο καί άν χρειασθή θά επανέλθω στήν συζήτηση καί θά απαντήσω σέ τυχόν διευκρινιστικές ερωτήσεις.
1. Η ορθόδοξη ανθρωπολογία
Είναι σημαντικό νά εξετασθή ποιά είναι η ορθόδοξη ανθρωπολογία, δηλαδή ποιά είναι η διδασκαλία τής Ορθόδοξης Εκκλησίας γιά τόν άνθρωπο. Άν δέν ερευνηθή αυτό τό σημείο δέν θά μπορέσουμε νά δούμε τό ποιμαντικό έργο τής Εκκλησίας γιά τόν άνθρωπο.
Είναι σαφής η διδασκαλία τής Εκκλησίας ότι ο άνθρωπος είναι δισύνθετος, αποτελείται από ψυχή καί σώμα σέ μιά ενότητα. Υπάρχει δέ μεγάλη σχέση μεταξύ τους, όπως δύο ερωτευμένοι, κατά τήν εικόνα πού χρησιμοποιούν οι Πατέρες τής Εκκλησίας. Είναι μυστήριο πώς ενώθηκε η ψυχή μέ τό σώμα κατά τήν σύλληψη, αλλά είναι καί μυστήριο πώς χωρίζεται η ψυχή από τό σώμα κατά τόν θάνατο 
Η ψυχή συνδέεται στενά μέ τήν ζωή, δηλαδή δέν υπάρχει ζωή στό σώμα χωρίς τήν ύπαρξη τής ψυχής, καί επομένως η ψυχή ενεργεί σέ όλο τό σώμα, διαφοροτρόπως. Δέν συγκρατεί τό σώμα τήν ψυχή, αλλά η ψυχή κρατά σέ ενότητα τό σώμα.
Ο άνθρωπος, όμως, από τήν δημιουργία του έχει καί τήν Χάρη τού Θεού, τό λεγόμενο «πνεύμα». Δέν πρόκειται γιά τό τρισύνθετο, αλλά γιά τήν Χάρη τού Θεού πού χαρίτωνε τούς Πρωτοπλάστους καί στήν ψυχή καί στό σώμα.
Συγχρόνως ο άνθρωπος, κατά τήν διδασκαλία τής Παλαιάς Διαθήκης, είναι δημιουργημένος κατ’ εικόνα καί καθ’ ομοίωση Θεού. Τό κατ’ εικόνα είναι τό λογικό καί τό αυτεξούσιο, τό καθ’ ομοίωση είναι η θέωση. Έτσι, ο άνθρωπος από τήν δημιουργία του έχει ορμή νά οδηγηθή πρός τόν Θεό, νά γίνη θεούμενος. Επομένως, δέν αρκεί η βιολογική ζωή, ούτε τό λογικό καί τό αυτεξούσιο, αλλά η κοινωνία τού ανθρώπου μέ τόν Θεό, η θέωση, ο αγιασμός, η τελείωση.
Ο Απόστολος Παύλος κάνει λόγο στίς Επιστολές πού απέστειλε στούς Χριστιανούς τών Εκκλησιών τίς οποίες ίδρυσε, γιά τόν σαρκικό, ψυχικό καί πνευματικό άνθρωπο. Ο σαρκικός καί ψυχικός είναι αυτός πού έχει όλα τά στοιχεία τού ανθρώπου, τίς ικανότητες, αλλά δέν έχει τό Άγιον Πνεύμα. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι αυτός πού έχει ψυχή καί σώμα, αλλά καί τά δύο αυτά στοιχεία χαριτώνονται από τό Άγιον Πνεύμα.
Έτσι, πνευματική ασθένεια, γιά τήν οποία κάνει λόγο η Ορθόδοξη θεολογία, είναι η στέρηση τού Αγίου Πνεύματος, τό νά παραμένη ο άνθρωπος στήν φυσική ανθρωπολογία, στό σώμα καί τήν ψυχή, καί νά μή φωτίζεται καί αγιάζεται από τό Άγιον Πνεύμα. Μέσα από αυτήν τήν προοπτική κάνουμε λόγο γιά πνευματικές ασθένειες πού πρέπει νά θεραπευθούν, ώστε νά ικανοποιηθή ο απώτερος σκοπός τής δημιουργίας τού ανθρώπου. Ο Χριστός είναι θεραπευτής, γιατί θεραπεύει τίς πνευματικές ασθένειες, οι οποίες θεραπείες έχουν συνέπειες καί στό σώμα καί μερικές φορές ο Χριστός θεραπεύει καί σωματικές ασθένειες, όπως τό βλέπουμε στά θαύματα πού επετέλεσε καί επιτελεί διά τών αγίων.
2. Διάκριση λογικής καί νοεράς ενεργείας
Η ψυχή, κατά τήν διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά, «πανταχού τού σώματός εστιν». Συγχρόνως, είναι ενιαία καί πολυδύναμη, δηλαδή έχει πολλές δυνάμεις πού λειτουργούν παράλληλα. Μεταξύ τών δυνάμεων αυτών είναι η λογική ενέργεια καί η νοερά ενέργεια.
Η λογική ενέργεια τής ψυχής λειτουργεί στόν εγκέφαλο τού ανθρώπου καί χρησιμοποιεί όλα τά στοιχεία του γιά νά εκφρασθή. Είναι γνωστόν από τήν σύγχρονη νευροεπιστήμη ότι ο εγκέφαλος τού ανθρώπου είναι ένα εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας καί χημικών ενώσεων. Η ενέργεια παράγει χημικές ενώσεις (νευροδιαβιβαστές) καί οι χημικές ενώσεις παράγουν ενέργεια. Έτσι μεταδίδονται οι πληροφορίες στό κεντρικό νευρικό σύστημα, σχηματίζονται οι σκέψεις καί τά συναισθήματα. Οι νευρώνες, οι συνάψεις τών νευρώνων καί η έκκριση τών νεβροδιαβιβαστών βοηθούν στήν εκδήλωση τής λογικής ενέργειας τής ψυχής τού ανθρώπου. Όταν καταστρέφεται τό όργανο τού εγκεφάλου, τότε δέν εκφράζεται η λογική ενέργεια, όπως όταν βλάπτεται ο οφθαλμός δέν λειτουργεί η αίσθηση τής οράσεως, ενώ υπάρχει τό όργανο τού οφθαλμού.
Στό θέμα αυτό έχει πολλά νά μάς διδάξη η σύγχρονη νευροεπιστήμη, τής οποίας μάλιστα ένας κλάδος της ονομάζεται νευροψυχολογία, η οποία αποδέσμευσε τήν ψυχολογία από τήν φιλοσοφία καί διαδοχικά τήν συνέδεσε μαζί της, οπότε στήν εποχή μας υπάρχει η λεγόμενη γνωσιακή νευροεπιστήμη. Τό λέγω αυτό γιατί σήμερα οι ψυχολόγοι, οι ψυχοθεραπευτές καί οι θεολόγοι πρέπει νά λαμβάνουν σοβαρώς υπ’ όψη τους τά πορίσματα τής νευροεπιστήμης. Έχουν γίνει πολλές ανακαλύψεις στό θέμα αυτό μέ τήν μέθοδο τής λειτουργικής απεικόνισης τού εγκεφάλου, πού δέν μπορούμε νά αγνοούμε.
Αυτό σημαίνει ότι η κακή λειτουργία τού κεντρικού νευρικού συστήματος επηρεάζει τήν ψυχολογία τού ανθρώπου, καθώς επίσης καί η κακή ψυχολογία τού ανθρώπου, επηρεάζει τήν λειτουργία τού εγκεφάλου, αφού υπάρχει μιά αλληλεξάρτηση μεταξύ γονιδίων καί περιβάλλοντος.
Η νοερά ενέργεια τής ψυχής στήν φυσική της κατάσταση πρέπει νά ευρίσκεται στήν καρδιά. Όταν οι Πατέρες κάνουν λόγο γιά καρδιά εννοούν τήν «βαθεία καρδία» πού βρίσκεται στό βάθος τής σαρκικής καρδιάς. Όσοι έχουν εμπειρία αυτής τής καταστάσεως κάνουν λόγο γιά θερμότητα, γιά σκίρτημα. Φαίνεται ότι αυτή η χαρά καί η αγάπη κάνουν καί τό σωματικό όργανο τής καρδιάς νά κινήται, οπότε εκεί αισθάνονται τήν νοερά ενέργεια.
Από τίς μελέτες πού έκανα στά κείμενα τών αγίων Πατέρων τής Εκκλησίας διαπίστωσα ότι αυτό πού οι άγιοι Πατέρες χαρακτηρίζουν καρδιά είναι τό παθητικό μέρος τής ψυχής, δηλαδή τό επιθυμητικό καί τό θυμικό. Πρόκειται γιά μιά πνευματική εμπειρία. Εκεί στήν καρδιά ενεργεί η νοερά ενέργεια, όταν αποσπασθή από τήν δυναστεία τής λογικής, τών παθών καί τού περιβάλλοντος, εκεί γίνεται η εσωτερική λεγομένη νοερά καί καρδιακή προσευχή, εκεί φανερώνεται ο Θεός.
3. Η παρά φύσιν καί υπέρ φύσιν λειτουργία τής λογικής καί νοεράς ενεργείας
Κατά τήν διδασκαλία τών Πατέρων τής Εκκλησίας ο άνθρωπος δέν είναι μόνος καί αυτόνομος στόν κόσμο. Υπάρχει ο Θεός πού τόν δημιούργησε καί ο διάβολος, πού ήταν αρχάγγελος-εωσφόρος καί εξέπεσε από αυτήν τήν δόξα καί έγινε σκοτεινό πνεύμα.
Έτσι, η Χάρη τού Θεού καί η ενέργεια τού διαβόλου ενεργούν στήν σχέση μεταξύ ψυχής καί σώματος καί στήν σχέση μεταξύ λογικής καί νοεράς ενέργειας. Η Χάρη τού Θεού διαπορθμεύεται από τήν ψυχή στό σώμα καί χαριτώνει τήν λογική ενέργεια γιά νά έχη αγαθούς λογισμούς καί νά προσεύχεται λογικά, καί τήν νοερά ενέργεια γιά νά προσεύχεται νοερά. Αλλά καί ο διάβολος επηρεάζει τήν ψυχή καί τό σώμα καί ενεργεί στήν λογική ενέργεια τού ανθρώπου μέ τούς κακούς λογισμούς, καί στήν νοερά ενέργεια τού ανθρώπου μέ τήν σκότωσή της.
Οι Πατέρες διδάσκουν ότι η ψυχή καί οι ενέργειές της λειτουργούν κατά φύσιν, παρά φύσιν καί υπέρ φύσιν. Η κατά φύσιν λειτουργία τής λογικής καί νοεράς ενέργειας τής ψυχής είναι νά παραμένουν στά φυσιολογικά επίπεδα καί νά εκδηλώνωνται μέ μιά συναισθηματική καί κοινωνική ισορροπία, καί νά έχουν κίνηση πρός τόν Θεό. Η παρά φύσιν λειτουργία τής λογικής καί νοεράς ενέργειας τής ψυχής είναι νά κινούνται μακράν τού Θεού καί μέ εμπάθεια πού εκδηλώνεται μέ οργή, επιθετικότητα, μίσος εναντίον τών ανθρώπων. Καί η υπέρ φύσιν κίνηση τής λογικής καί νοεράς ενέργειας τής ψυχής είναι όταν υπερβαίνωνται τά πάθη καί η λεγόμενη φυσική ισορροπία καί αναφέρωνται στόν Θεό, διά τού φωτισμού καί τής θεοπτίας.
Αυτή η ανάλυση έχει μεγάλη σημασία γιατί υπάρχουν καταστάσεις πού είναι τής θείας Χάριτος καί δέν μπορούν νά κατανοηθούν καί νά ερμηνευθούν από τήν ανθρώπινη επιστήμη. Όπως υπάρχουν εκδηλώσεις πού είναι δαιμονικές καί διαφέρουν σαφώς από τίς ψυχολογικές. Έτσι, πρέπει κανείς νά έχη διάκριση γιά τό πότε μιά αρρώστια είναι ψυχολογική ή ψυχιατρική, πότε είναι δαιμονική καί πότε μιά κατάσταση είναι τής θείας Χάριτος. Δηλαδή, πρέπει νά διακρίνωνται τά ενεργήματα τής θείας Χάριτος από τίς δαιμονικές ενέργειες καί τίς φυσικές καταστάσεις. Συγκεκριμένα, γιά τίς ασθένειες πρέπει νά ξεχωρίζεται πότε είναι σωματικές, πότε είναι ψυχολογικές, πότε είναι δαιμονικές καί πότε, αλλά καί πόσο υφίσταται η αλληλεπίδραση μεταξύ τους.
Μέ βάση τήν ανάλυση αυτή μπορούμε νά σχηματίσουμε τέσσερεις περιπτώσεις, όπως τίς έχει επισημάνει ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Στήν πρώτη περίπτωση νά λειτουργή καλά η λογική ενέργεια καί νά μή λειτουργή καθόλου καλά ή νά υπολειτουργή η νοερά ενέργεια. Στήν δεύτερη περίπτωση νά μή λειτουργή καλά η λογική ενέργεια καί νά λειτουργή καλά η νοερά ενέργεια. Στήν τρίτη περίπτωση νά λειτουργούν καλά καί οι δύο ενέργειες, λογική καί νοερά. Καί στήν τέταρτη περίπτωση νά μή λειτουργούν καλά οι δύο αυτές ενέργειες.
Τό συμπέρασμα είναι ότι οι καλοί Πνευματικοί Πατέρες πρέπει νά γνωρίζουν τήν αρμοδιότητά τους, όπως τό ίδιο πρέπει νά γίνεται καί από τούς γιατρούς νευρολόγους- ψυχιάτρους καί τούς ψυχολόγους-ψυχοθεραπευτές, αλλά νά καθορίζουν καί τόν βαθμό καί τόν τρόπο τής συνεργασίας τους.
Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει βαθύ πόνο, είναι ολόκληρος μιά πληγή, η οποία εκδηλώνεται σωματικά, ψυχολογικά καί πνευματικά καί πρέπει όλοι νά αγωνιζόμαστε καί νά συνεργαζόμαστε γιά νά τόν βοηθήσουμε. Έχουμε χρέος απέναντί του, όχι μόνο γιά νά αποκτήση σωματική υγεία καί ψυχολογική ισορροπία, αλλά νά ικανοποιήση τήν ορμή του πρός τόν Θεό. 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουλίου, 2013

«Ο άγιος Καλλίνικος καταγόταν από την Κιλικία. Ήταν εξαιρετικά αγαθός άνθρωπος, κι αυτό γιατί οικοδόμησε τον εαυτό του με τον φόβο του Θεού. Έγινε για πολλούς δάσκαλος σωτηρίας και νουθετούσε ιδίως τους ειδωλολάτρες να απομακρυνθούν από τα μάταια και να αποκτήσουν επίγνωση του αληθινού Θεού, του Δημιουργού όλων. Γι’ αυτό συνελήφθη κι οδηγήθηκε στον ηγεμόνα Σακερδώνα. Υποβάλλεται λοιπόν από αυτόν σε όλα τα είδη των βασανιστηρίων, κι αφού του φόρεσαν στα πόδια σιδερένιες κρηπίδες που είχαν όρθια καρφιά, διατάσσεται να τρέξει μέχρι την πόλη της Γάγγρας, που απείχε ογδόντα στάδια. Αφού κάλυψε λοιπόν τα εξήντα, επειδή οι στρατιώτες που τον οδηγούσαν δίψασαν πολύ, δεν μπορούσε εξαιτίας τους να προχωρήσει άλλο. Γι’ αυτό προσευχήθηκε και από ξερό βράχο έβγαλε νερό, το οποίο ακόμη και τώρα χρησιμοποιείται ως πηγή. Όταν έφτασε στη Γάγγρα, τον έβαλαν μέσα σε καμίνι φωτιάς, όπου και παρέδωσε στον Θεό το πνεύμα του. Τελείται δε η σύναξή του πλησίον της Γέφυρας του Ιουστινιανού και πλησίον του Πετρίου».

       Στον άγιο μάρτυρα Καλλίνικο βλέπουμε το κύριο στοιχείο της αγιότητας: την υπέρβαση του φόβου του θανάτου, όπως το επισημαίνει ο υμνογράφος του, ήδη από το πρώτο στιχηρό του εσπερινού της εορτής του: « θεόφρον Καλλίνικε, υπέρ το ζην το θανείν, ευσεβώς προελόμενος, του Χριστού τον θάνατον αληθώς εξεικόνισας». Δηλαδή: μάρτυς θεόφρον Καλλίνικε, αφού προτίμησες λόγω της ευσέβειάς σου τον θάνατο παραπάνω από τη ζωή, εξεικόνισες αληθινά τον θάνατο του Χριστού. Η επιλογή του θανάτου παραπάνω από τη ζωή δεν οφείλετο βεβαίως σε λόγους ψυχολογικούς, σε μία βαθειά κατάθλιψη πιθανόν, ούτε και σε κάποια φιλοσοφική θεωρία. Οφείλετο στη μεγάλη αγάπη που είχε ο μάρτυρας για τον Χριστό – αυτό δηλώνει άλλωστε το επίρρημα «ευσεβώς» – η οποία τον έκανε να προτιμά πάντοτε Εκείνον από οτιδήποτε άλλο, έστω και την ίδια τη ζωή του. «Τη του Χριστού αγάπη τετρωμένος ο μάρτυς ανέκραζεν, εν τοις αγώσι εγκαρτερών: Εις οσμήν δραμούμαι μύρων, ακολουθών των πάθει Σου, τη αθλήσει τη δι’ αίματος». Στην πραγματικότητα δεν έκανε τίποτε άλλο, από το να προσπαθεί να παραμένει συνεπής στον λόγο του Χριστού, ο Οποίος προτρέπει και λέγει: «ο φιλών πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή τέκνα ή αγρούς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος». Δεν υπάρχει δηλαδή μεγαλύτερη αγάπη, από την αγάπη προς τον Χριστό, κι αυτό θέλησε να ζήσει με τρόπο συνεπή ο άγιος Καλλίνικος, όπως βεβαίως και όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας μας.

   Την επιλογή ακόμη και του θανάτου, προκειμένου ο πιστός να μείνει σταθερός στην αγάπη του Χριστού, την βλέπουμε ως το κατεξοχήν στοιχείο αγιότητας και στον απόστολο Παύλο, ο οποίος, πληγωμένος κι αυτός από την ίδια αγάπη, έλεγε: « Έχω την επιθυμίαν εν τω αναλύσαι και συν Χριστώ είναι». Επιθυμώ να πεθάνω και να είμαι μαζί με τον Χριστό. Να πεθάνει όχι γιατί βαρέθηκε τη ζωή, αλλά για να είναι πιο γρήγορα σε βαθύτερη σχέση με τον Χριστό. Κι αλλού: «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; Πέπεισμαι ότι ούτε θάνατος ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού, της εν Χριστώ Ιησού». Τα δυνατά αυτά συναισθήματα που συνέπαιρναν τον απόστολο Παύλο, ήταν εκείνα που βλέπουμε να διακατέχουν και τον άγιο Καλλίνικο. Κι είναι το στοιχείο τούτο, όπως είπαμε, το στοιχείο που αποκαλύπτει την αληθινή αγιότητα, όπως μας το λέει ωραία και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Ο άγιος επιθυμεί καθ’ ημέραν τον θάνατον». Για τους λόγους βεβαίως που εξηγήσαμε.

   Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι μία τέτοια αγάπη, η οποία αποκαλύπτει τα αληθινά όρια της πίστης στον Χριστό, προϋποθέτει τη μετάθεση του κέντρου βάρους του πιστού από τη ζωή αυτή, με όλα τα θέλγητρα και τους πειρασμούς της, στον ίδιο τον Χριστό. Αν κανείς, με άλλα λόγια, δεν έχει πιστέψει – και δεν βιώνει στην ύπαρξή του – ότι η αληθινή ζωή βρίσκεται στον Χριστό, την πηγή της ζωής, και όχι στα περιορισμένα όρια αυτού του κόσμου, ο οποίος «παράγει και παρέρχεται» ως φθαρτός, δεν μπορεί να πει ότι είναι πραγματικά χριστιανός. Και δεν πρέπει να σπεύσει κανείς να πει ότι αυτό είναι για τους λίγους και τους εξαίρετους, γιατί αυτή η σχέση με τον Χριστό δόθηκε σε όλους τους πιστούς ως δωρεά στο άγιο βάπτισμα, που απλώς καλούμαστε διαρκώς να επιβεβαιώνουμε στην καθημερινή μας ζωή. Μη ξεχνάμε ότι δια του βαπτίσματος γινήκαμε μέλη Χριστού και συνεπώς Εκείνος είναι η ρίζα μας και το σπίτι μας.

παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΙΑΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ (27 ΙΟΥΛΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Ιουλίου, 2013

 
«Ο άγιος Παντελεήμων έζησε επί της βασιλείας του Μαξιμιανού και καταγόταν από την πόλη Νικομήδεια. Ο πατέρας του Ευστόργιος ήταν ειδωλολάτρης κι ύστερα έγινε Χριστιανός με τις νουθεσίες του υιού του, ενώ η μητέρα του Ευβούλη προερχόταν από χριστιανική οικογένεια. Σπούδασε την ιατρική επιστήμη κοντά σ’  ένα σπουδαίο και δοξασμένο ιατρό, τον Ευφρόσυνο, αλλά την κατά Χριστόν ιατρική τέχνη και πίστη την έμαθε από τον πρεσβύτερο Ερμόλαο, με την οποία (πίστη), αφού επικαλέστηκε τον Χριστό, ανάστησε ένα παιδί, που πέθανε στο δρόμο από δάγκωμα μίας έχιδνας. Βαπτίζεται λοιπόν από τον πρεσβύτερο Ερμόλαο και χειραγωγείται από αυτόν προς τη χριστιανική πίστη. Το μαρτύριό του έγινε ως εξής: Κάποιος τυφλός, που προσήλθε σ’ αυτόν, ιατρεύτηκε από τον άγιο. Όταν ρωτήθηκε λοιπόν ο πρώην τυφλός από τον βασιλιά «Ποιος σε γιάτρεψε;», «ο Παντολέων», είπε (γιατί αυτό ήταν το προηγούμενο όνομά του), «καθώς επικαλέστηκε τον Χριστό, στον Οποίο και εγώ πιστεύω». Αμέσως ο βασιλιάς τού έκοψε το κεφάλι, ενώ ο Παντολέων προσήχθη σ’ αυτόν. Ο Μαξιμιανός, επειδή ο άγιος δεν κάμφθηκε καθόλου ούτε με τις υποσχέσεις ούτε με τις απειλές, για ν’  αρνηθεί την πίστη του Χριστού, διέταξε να κτυπηθεί φοβερά και να φλεχθεί με λαμπάδες. Του εμφανίστηκε όμως ο Χριστός, με το σχήμα του πρεσβυτέρου Ερμολάου, που του έδωσε θάρρος, και φάνηκε ότι ήταν μαζί του και στον βρασμένο μόλυβδο και στη θάλασσα που τον έριξαν. Αφού έμεινε αβλαβής από όλα, ρίχνεται στα θηρία, αλλά κι από αυτά, σαν άλλος Δανιήλ, παραμένει αλώβητος, οπότε τον δένουν σε τροχό γεμάτο μαχαίρια, που τον άφησαν να πέσει στο έδαφος από ψηλά. Τέλος, στην τελευταία απόφαση να τον θανατώσουν διά ξίφους, προσευχήθηκε κι ακούστηκε φωνή από τον ουρανό να τον καλεί Παντελεήμονα. Μόλις τελείωσε την προσευχή κι ενώ επρόκειτο να του κόψουν το κεφάλι, την ώρα που ο δήμιος άπλωσε το χέρι, γύρισε πίσω το σίδερο κι έλιωσε σαν κερί, θαύμα που έκανε τους στρατιώτες να πιστέψουν στον Χριστό. Τότε ο άγιος μάρτυρας πρότεινε μόνος του τον αυχένα και έτσι κόπηκε το κεφάλι του. Λέγεται δε ότι χύθηκε γάλα αντί αίμα, και η ελιά στην οποία είχε προσδεθεί, αμέσως διαμιάς καρποφόρησε».

Αν, κατά τον άγιο Ιάκωβο, «η κρίσις ανίλεώς εστιν τοις μη ποιήσασιν έλεος», δηλαδή η κρίση του Θεού θα είναι χωρίς έλεος γι’  αυτούς που δεν έδειξαν στη ζωή τους έλεος για τους άλλους, τι πρέπει αντιστρόφως να πούμε για τον άγιο Παντελεήμονα, ο οποίος όχι απλώς είχε και έδειξε έλεος και αγάπη στους συνανθρώπους του, αλλά είχε και έδειξε το μεγαλύτερο έλεος που μπορεί να βρεθεί σε άνθρωπο, και ενόσω ζούσε και μετά το μαρτυρικό του τέλος; Μία πραγματικότητα, που δεν την διαπιστώσαμε μόνοι μας οι άνθρωποι, αλλά την απεκάλυψε και ο ίδιος ο Θεός, ο Οποίος ακριβώς του έδωσε κι αυτήν την προσωνυμία. Κι αυτό σημαίνει ότι ο άγιος έφτασε πράγματι σε επίπεδα θεϊκά, αφού μόνον ο Θεός μπορεί κατ’  ουσίαν να χαρακτηριστεί ως καθ’  υπερβολήν και υπερθετικά Παντελεήμων, γεγονός που μας δίνει το δικαίωμα να λέμε ότι ο άγιος έγινε δίοδος των χαρίτων του Θεού στον κόσμο, φανέρωση της βασιλείας της αγάπης Του σε αυτόν. Και βεβαίως εννοούμε ότι το έλεος του αγίου – προέκταση κατ’ αλήθεια του ελέους του Θεού – εκτεινόταν και συνεχίζεται βεβαίως να εκτείνεται μέχρι σήμερα και στα σώματα, αλλά και στις ψυχές των ανθρώπων.

Δεν είναι τυχαίο που ο Κύριος τον χαρίτωσε μ’  αυτόν τον τρόπο. Ο Θεός, γνωρίζουμε, δίνει πλούσια το έλεός Του σ’ εκείνους που η καρδιά τους έχει και κάποια «φυσική» κλίση συμπαθείας προς τους συνανθρώπους τους. Ο άγιος από μικρός έδειξε την με αγάπη στροφή του προς τους άλλους, όταν θέλησε να σπουδάσει μία επιστήμη, που είναι ακριβώς κοντά στον άνθρωπο, μάλλον η πιο κοντινή σ’  αυτόν, διότι στέκεται δίπλα στον πόνο του: την ιατρική. Κανείς δεν σπουδάζει ιατρική – και μιλάμε με αληθινή έφεση ψυχής κι όχι επαγγελματικά – αν η καρδιά του δεν «κτυπάει», έστω και λίγο, συντονισμένα με τους κτύπους της καρδιάς των ανθρώπων. Πολλαπλασίως ο Θεός προσφέρει το έλεός Του σ’ εκείνους που επέλεξαν και αγωνίστηκαν στη ζωή τους να σταθούν στην κύρια εντολή Του, την αγάπη. Ο άγιος Παντελεήμων, λοιπόν, και από φυσικού του και με τη θέλησή του είδε να πολλαπλασιάζεται το έλεος του Θεού σ’ αυτόν, έλεος που τελικός αποδέκτης  του είμαστε εμείς οι άνθρωποι σ’  όλες τις εποχές.

Αυτήν τη φυσική, αλλά και χαρισματική ταυτόχρονα ανέλιξη του πνεύματός του μάς την προβάλλει με ωραιότατες εικόνες και χαρακτηρισμούς ο ποιητής της Εκκλησίας μας. Ο άγιος, εν πρώτοις, πέραν από πρώτο των αναργύρων αγίων της Εκκλησίας,   συνιστά, κατ’ αυτόν, έναν «παιδαριογέροντα», ένα γέροντα δηλαδή στη σύνεση, αλλά από την παιδική του ήδη ηλικία. «Ἀνατείλας οἷα περ ἀστήρ, φέρων ἐν νεότητι, πρεσβυτικὴν καὶ θεόφρονα σύνεσιν». Διότι από παιδάκι φανέρωσε τη στροφή του προς τον Θεό, όταν του δόθηκαν πολλές αφορμές ν’  ακολουθήσει άλλη πορεία από τη χριστιανική, με τις προτροπές του ειδωλολάτρη πατέρα του. Εκείνος όμως, σαν νέος Ηρακλής, στο κρίσιμο σταυροδρόμι της νεότητας, επιλέγει τον δρόμο που ακολουθεί η ευσεβέστατη μητέρα του και γίνεται χριστιανός. «Μεγαλέμπορον» τον χαρακτηρίζει εν προκειμένω ο υμνογράφος, διότι αντάλλαξε προσφυώς τα εύκολα πάθη της νεότητας και τον ολισθηρό δρόμο, στον οποίο αυτά οδηγούν, με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Από την άλλη, ο υμνογράφος επισημαίνει κι ένα βασικότατο στοιχείο της πνευματικής ζωής: τη χειραγωγία του από πνευματικό πατέρα. Ο άγιος Παντελεήμων ναι μεν «πειράστηκε» με ό,τι πρόβαλλε σ’  αυτόν ως πρότυπο ζωής ο πατέρας του, αλλά ευλογήθηκε από τον Θεό με τη χαρισματική μορφή πρώτα της μητέρας του, κυρίως όμως με την διακριτική καθοδήγηση του ιερέα Ερμολάου. Ο Ερμόλαος ήταν ο πνευματικός του, ο γέροντάς του, που διαρκώς τον ενίσχυε και τον προσανατόλιζε στον ουρανό. Και η επιβεβαίωση της χάρης αυτής του Θεού στον άγιο έρχεται με τον παραδοξότερο τρόπο, άνωθεν: ο ίδιος ο Χριστός τον ενισχύει στα μαρτύριά του, αλλά με τη μορφή του αγίου Ερμολάου. Αγαθή διάθεση ψυχής, γνωμικό θέλημα στραμμένο προς τον Θεό, πνευματική χειραγωγία από πνευματικό: τα στοιχεία που κινητοποιούν τη χάρη του Θεού, για να γίνει κανείς άγιος, έστω και σ’ ένα βαθμό, σαν τον άγιο Παντελεήμονα.  
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή Ε΄ Ματθαίου –Σκέψεις στον Απόστολο της Κυριακής

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Ιουλίου, 2013

῾᾽Αγνοοῦντες γάρ τήν τοῦ Θεοῦ δικαιοσύνην, καί τήν ἰδίαν δικαιοσύνην ζητοῦντες στῆσαι, τῇ δικαιοσύνῃ τοῦ Θεοῦ οὐχ ὑπετάγησαν᾽ (Ρωμ. 10, 3)
α. Θαυμάζει κανείς γιά μία ἀκόμη φορά στό συγκεκριμένο ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν πρός Ρωμαίους ἐπιστολή τῆς Κυριακῆς Ε´ Ματθαίου τήν τεράστια ἀφενός ἀγάπη τοῦ ἀποστόλου Παύλου γιά τούς συμπατριῶτες του ᾽Ιουδαίους πού ἐκφραζόταν ὡς σφοδρή ἐπιθυμία καί εὐαρέσκεια τῆς καρδιᾶς του καί δέηση πρός τόν Θεό γιά νά βροῦν τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία – ἀλλοῦ εἶχε πεῖ ὅτι θά προτιμοῦσε νά χωριστεῖ αὐτός ἀπό τόν Χριστό προκειμένου αὐτοί νά εἶναι μαζί Του – ἀλλά καί τήν βαθειά καί ἀπόλυτη πεποίθησή του ἀφετέρου ὅτι ἀκριβῶς ὁ μόνος τρόπος δικαίωσης τοῦ ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀποδοχή ᾽Εκείνου: ἡ στόματι καί καρδίᾳ ὁμολογία τῆς πίστης στόν Χριστό πού φέρνει τήν σωτηρία. Ἡ ἐξήγηση μάλιστα πού δίνει γιά τήν ἄρνηση τῶν ᾽Ιουδαίων νά δεχθοῦν τόν Κύριο ὡς Σωτήρα τους εἶναι πράγματι ἀποκαλυπτική: Δέν φρόντισαν νά γνωρίσουν τήν δικαίωση πού δίνει ὁ Θεός ἀπό ἀγαθότητα καί ζητοῦν νά στήσουν τήν δική τους ἀντίληψη σχετικά μέ τήν δικαίωση. Γι᾽ αὐτό καί δέν ὑπέταξαν τόν ἑαυτό τους στήν δικαίωση τοῦ Θεοῦ.
β. 1. Τό ζητούμενο γιά τόν ἀπόστολο Παῦλο προκειμένου ὁ ἄνθρωπος νά βρεῖ τήν σωτηρία του: τήν καλή σχέση του μέ τόν Θεό, εἶναι ἡ ἀποδοχή ἀπό αὐτόν τῆς δικαίωσης πού ἔφερε ὁ Χριστός, δηλαδή ἡ ὑποταγή του στήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Κι εἶναι εὐνόητο ὅτι δέν ἐννοεῖ μία ὑποταγή ἐξωτερικοῦ τύπου, σάν αὐτήν πού συναντᾶ κανείς μέσα στά ἀνθρώπινα πλαίσια: ἕναν καταναγκασμό λόγω φόβου ἤ ἀπειλῆς γιά τήν ζωή, ἀλλά ἐκείνην πού συνιστᾶ ὑπακοή σ᾽ Αὐτόν πού εἶναι ὁ Δημιουργός τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Προνοητής κι ὁ Διακυβερνητής καί ὁ Κριτής του, ὁ ῾Οποῖος μάλιστα ῾ἔκλινεν οὐρανούς καί κατέβη᾽ ἀπό ἄπειρη ἀγάπη πρός αὐτόν καί σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε γιά χάρη του. Μιλᾶμε λοιπόν γιά μία ὑπακοή πού κατανοεῖται ὡς ἡ ἀπάντηση τοῦ ἀνθρώπου πρός τήν προσφερθεῖσα ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σ᾽ αὐτόν, κατά τό ῾ἡμεῖς ἀγαπῶμεν ὅτι Αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς᾽ πού σημειώνει ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης, ἤ μέ τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου ῾ἐάν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε᾽. ῾Υποτάσσεται λοιπόν κανείς στήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, στόν ἴδιο τόν Χριστό δηλαδή καί τό ἅγιο θέλημά Του, γιατί ἀγαπᾶ τόν Χριστό, πού θά πεῖ ἔτσι ὅτι κινεῖται μέσα σέ πλαίσια ἀπόλυτης ἐλευθερίας, μέ ἀποτέλεσμα βεβαίως ἡ ὑπακοή αὐτή νά καθιστᾶ τόν ἄνθρωπο κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, κυριολεκτικά χάριτι καί αὐτόν Θεό, συνεπῶς εὑρισκόμενο μέσα στά πλαίσια τοῦ ῾καθ᾽ ὁμοίωσιν ᾽Εκείνου᾽ προορισμοῦ του. ῾Υπακούω στόν Θεό σημαίνει ἀγαπῶ τόν Χριστό, ζῶ μέσα στήν ἐλευθερία πού μοῦ δίνει, συντονίζομαι μέ τήν ἁγία ζωή Του, καθίσταμαι ὀργανικό κομμάτι τοῦ ζωντανοῦ σώματός Του, τῆς ᾽Εκκλησίας.
2. Τήν χαρισματική αὐτήν κατάσταση δέν θέλησαν νά ἀποδεχτοῦν καί νά ζήσουν οἱ ᾽Ιουδαῖοι, λέει ὁ ἀπόστολος, κι αὐτό συνιστοῦσε καί τήν τραγωδία τῆς ζωῆς τοῦ ἴδιου. Γιατί εἶχαν ζῆλο Θεοῦ οἱ συμπατριῶτες του, ὅπως σημειώνει, ῾ἀλλ᾽ οὐ κατ᾽ ἐπίγνωσιν᾽, ὄχι δηλαδή μέ σωστή γνώση γι᾽ Αὐτόν καί γιά τά καθήκοντα πού ἀπαιτοῦνται πρός Αὐτόν. Τί ἐξήγηση προσάγει; ῏Ηταν προσκολημμένοι στόν Νόμο τοῦ Μωϋσῆ, λέει. Δέν μπόρεσαν νά δοῦν ὅτι ὁ ἐρχομός τοῦ Κυρίου σήμαινε καί τό τέλος ῾τῆς σκιᾶς τοῦ Νόμου᾽, δηλαδή τό τέλος τῆς παιδαγωγίας πού ὁδηγοῦσε στόν Χριστό, συνεπῶς καί τόν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας πού ἔφερνε. Κι αὐτό περαιτέρω σήμαινε, ὅπως γράφει ἀλλοῦ, ὅτι δέν κατανοοῦσαν καί τόν ἴδιο τόν Νόμο ἀλλά καί τούς Προφῆτες σωστά. Γιατί κατά τήν ὡραία εἰκόνα πού δίνει, ὅπως οἱ παλαιοί ᾽Ισραηλίτες δέν μποροῦσαν νά δοῦν τό πρόσωπο τοῦ Μωϋσῆ ὅταν κατέβηκε ἀπό τό ὄρος Σινᾶ, λόγω τῆς λάμψης τοῦ προσώπου του ἀπό τήν θεοπτία πού τοῦ δόθηκε, κατά τόν ἴδιο τρόπο κι οἱ ᾽Ιουδαῖοι τῆς ἐποχῆς του: εἶχαν κάλυμμα στόν νοῦ τους γιά νά μήν μποροῦν νά δοῦν τό φῶς ἀπό τό ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ καί τήν διδασκαλία Του. ῾Τό φῶς ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον, ἀλλά ὁ κόσμος αὐτό οὐκ ἔγνω᾽, μέ τήν παρεμφερή διατύπωση αὐτήν τήν φορά τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη τοῦ εὐαγγελιστῆ. Καί δέν κατάλαβαν τήν παρουσία τοῦ φωτός, γιατί σέ ἔσχατη ἀνάλυση ῾ἦν πονηρά αὐτῶν τά ἔργα᾽. Δυστυχῶς ὅ,τι ἐκτίμηση κάνει ὁ ἀπόστολος γιά τούς εἰδωλολάτρες τῶν ὁποίων ὁ νοῦς ἦταν σκοτισμένος ἀπό τίς ἁμαρτίες τους, τήν ἴδια ἐκτίμηση κάνει καί γιά ἐκείνους τούς συμπατριῶτες του πού ἀπέρριψαν τόν Χριστό.
3. Τόν σκοτισμένο νοῦ αὐτῶν τῶν ᾽Ιουδαίων λόγω προφανῶς τῆς πονηρίας τῶν ἔργων τους ἐπιβεβαιώνει ὁ ἀπόστολος μέ τήν διατύπωσή του:  ῾τήν ἰδίαν δικαιοσύνην ζητοῦντες στῆσαι᾽ (ζητοῦν νά στήσουν τήν δική τους ἀντίληψη σχετικά μέ τήν δικαίωση). Γιά τόν ἀπόστολο δηλαδή τά πράγματα εἶναι πολύ σαφῆ:  ὅπου ὁ ἄνθρωπος, ἔστω κι ἄν θεωρεῖται πλησίον τοῦ Θεοῦ σάν τούς ᾽Ιουδαίους, ἐπιζητεῖ νά στήσει τήν δική του ἀντίληψη τῶν πραγμάτων παραθεωρώντας αὐτό πού ὁ Θεός φανερώνει, ἐκεῖ ἔχουμε ἀδυναμία συντονισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Κι αὐτό λόγω τοῦ ἐγωϊσμοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἐγωϊσμός καθιστᾶ τόν ἄνθρωπο κυριολεκτικά τυφλό, ὥστε νά μή βλέπει τίποτε πέρα ἀπό τόν ἑαυτό του καί τίς ἐπιλογές του. Τό ἐγωϊστικό στοιχεῖο μή λησμονοῦμε ὅτι εἶναι πλήρως κατακτητικό καί δέν ἀφήνει κανένα περιθώριο ὕπαρξης γιά ὁτιδήποτε ἄλλο, πολύ περισσότερο γιά τόν Θεό. Θεός καί ἐγωϊσμός εἶναι ἀντίθετες πραγματικότητες, διότι ἁμαρτία καί Θεός δέν μποροῦν ποτέ νά συνυπάρξουν. ῾Οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν᾽. Οἱ ᾽Ιουδαῖοι λοιπόν πού δέν ἀποδέχθηκαν τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ λειτουργοῦσαν μέσα στά πλαίσια αὐτοῦ τοῦ ἐγωϊσμοῦ τους: τό δικό τους τό ἔθεσαν σέ προτεραιότητα καί προσκολλήθηκαν σέ αὐτό. Ὁ Χριστός λοιπόν καί ἡ ἀποκάλυψή Του ἔπρεπε νά διαγραφεῖ. ῾Ο Χριστός ἔγινε ὁ ὑπ᾽ ἀριθμόν ἕνα ἐχθρός τους.
4. ᾽Εκεῖνο πού χρήζει ἰδιαιτέρας μνείας στήν πρόταση τοῦ ἀποστόλου εἶναι ἡ λέξη ῾ζητοῦντες᾽. Οἱ ἀπορρίψαντες τόν Κύριο δηλαδή ᾽Ιουδαῖοι δέν κινήθηκαν ἁπλῶς ἀπό μία στιγμιαία ἀδυναμία καί ἔστησαν τό δικό τους θέλημα στήν θέση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. ῎Η δέν ἦταν ἡ ἐπιλογή τῆς δικῆς τους ἀντίληψης μία περιστασιακή ἐκτροπή γιά νά ἐπανέλθουν στήν συνέχεια στήν ἀλήθεια. Τό ῾ζητοῦντες᾽ πού λέει ὁ ἀπόστολος σημαίνει τόν σταθερό προσανατολισμό τῆς θέλησής τους σ᾽ αὐτό πού ἦταν ἀντίθετο πρός τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Τοποθετήθηκαν ἀρνητικά πρός τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ πού δικαιώνει τόν ἄνθρωπο καί ἐπέμειναν σ᾽ αὐτό. Θυμίζει ἡ περίπτωσή τους τήν πτώση τῶν πρώτων ἀνθρώπων στήν ἁμαρτία. Δέν ἦταν ἡ ἀνυπακοή στήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ πού τούς ὁδήγησε στήν ἔξωση ἀπό τόν Παράδεισο καί τήν βίωση τοῦ θανάτου, ἀλλά ἡ ἐπιμονή πού ἐπέδειξαν μετά τήν κλήση τους ἀπό τόν Θεό γιά μετάνοια. ῎Αν μέ ἄλλα λόγια στό ῾᾽Αδάμ ποῦ εἶ;᾽ τοῦ Θεοῦ μετά τήν παρακοή τους, κλήση στήν οὐσία γιά μετάνοιά τους, ὁ Θεός εἰσέπραττε τήν αἴτηση συγγνώμης τοῦ ᾽Αδάμ καί τῆς Εὔας ὡς ἀναγνώριση τῆς ἁμαρτίας τους, τά πράγματα ἴσως εἶχαν ἐξελιχθεῖ διαφορετικά. ᾽Αλλά δέν ὑπῆρξε ἡ μετάνοια, ὅπως καί στούς ᾽Ιουδαίους ὑπῆρξε ἡ ἐμμονή στόν δικό τους τρόπο κατανόησης τῆς δικαίωσης. Ἡ ἀνυπακοή συνεπῶς τῶν ᾽Ιουδαίων ἀπέναντι στήν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἡ ἐνσυνείδητη καί ἐπίμονη ἐπιλογή τους καί ὄχι ἡ περιστασιακή ἤ ἡ ἐπιπόλαιη ἁπλῶς κλίση τῆς βούλησής τους.
γ. Ὅ,τι διαπιστώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στούς ᾽Ιουδαίους δυστυχῶς διαπιστώνεται διαχρονικά σέ πολλούς συνανθρώπους μας, δυστυχῶς ἀκόμη καί χριστιανούς. Τό βασικό πρόβλημά μας δηλαδή ἔναντι τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ἐγωϊσμός μας, ὁ ὁποῖος μᾶς ὁδηγεῖ στήν δαιμονική αὐτοθεοποίησή μας. Τό ῾ἔτσι μ᾽ ἀρέσει᾽, ῾αὐτό εἶναι τό γοῦστο μου᾽, εἶναι ὄχι λίγες φορές αὐτά πού ἀκοῦμε ἀπό τούς χριστιανούς μας, μέσα στούς ὁποίους βεβαίως ὑπάρχει καί ὁ ἑαυτός μας. ᾽Αλλά ἡ ἐπιλογή αὐτή σημαίνει τήν ἀνυπακοή καί τήν ἐναντίωσή μας στόν Θεό, συνεπῶς καί αὐτό πού φέρει ὡς ἀποτέλεσμα: τήν κόλαση ἤδη ἀπό τήν ζωή αὐτή. Τό ᾽χουμε ξαναπεῖ καί μακάρι νά τό πιστέψουμε καί νά τό ἐφαρμόζουμε: ἡ λύτρωσή μας, ὁ Παράδεισός μας, ἀπό τώρα, εἶναι τό ῾γενηθήτω τό θέλημά σου, Κύριε᾽. Κάποτε πρέπει νά ἀποδεχτοῦμε ὅτι ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι καλύτερη καί ὑπέρτερη ἀπό τήν δική μας.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »