kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

ΤΟ ΕΝ ΧΩΝΑΙΣ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛ (6 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Σεπτεμβρίου, 2013

«Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος κήρυξε μεταξύ άλλων και στην Ιεράπολη της Φρυγίας, προφήτευσε δε ότι η περιοχή θα ευλογηθεί από αγίασμα του αρχαγγέλου Μιχαήλ. Πράγματι, στις Κολοσσές, κοντά στην Ιεράπολη, ανέβλυσε αγίασμα, στο οποίο προσέρχονταν πολλοί άνθρωποι καθημερινά και έβρισκαν την ίαση από κάθε είδους ασθένεια και ανάγκη. Κάποτε, ένας πλούσιος ειδωλολάτρης, που είχε μεγάλο πρόβλημα με την κωφαλαλία της κόρης του, είδε όνειρο, στο οποίο του φανερωτόταν ότι αν δεν πάει την κόρη του στο αγίασμα, η κόρη του δεν επρόκειτο να γίνει καλά. Πήγε και με το αγίασμα η κόρη του αμέσως θεραπεύτηκε. Μπροστά στο μεγάλο αυτό θαύμα, πίστεψε ο ίδιος και όλη η οικογένειά του, οι οποίοι και βαπτίστηκαν, γενόμενοι ένθερμοι χριστιανοί. Από ευγνωμοσύνη, έδωσε τα χρήματα που χρειάζονταν για να κτιστεί περικαλλής ναός επ’  ονόματι του ταξιάρχη Μιχαήλ, στο οποίο προσέτρεχαν τώρα ακόμη περισσότεροι άνθρωποι. Μετά από έναν αιώνα περίπου, ένας νεαρός, ονόματι Άρχιππος, ένιωσε έντονη επιθυμία, λόγω αγάπης του προς τον αρχάγγελο, να πάει να υπηρετήσει στον ναό, ως νεωκόρος, και ο ίδιος γινόταν μάρτυρας καθημερινά των θαυμασίων που τελούνταν εκεί. Ο διάβολος όμως δεν άντεξε και θέλησε διά των οργάνων του να χαλάσει τον ναό και το αγίασμα. Παρακίνησε λοιπόν τους ειδωλολάτρες της περιοχής, ώστε τα δύο ποτάμια που περνούσαν από εκεί, να τα ενώσουν και να τα στρέψουν κατά του ναού. Άρχισαν τις σατανικές αυτές εργασίες, τις οποίες είδε και κατάλαβε ο Άρχιππος, οπότε με δάκρυα στα μάτια προσευχόταν στον Θεό και στον αρχάγγελο να επέμβουν για να μη πραγματοποιηθούν τα μιαρά σχέδια των ειδωλολατρών. Και πράγματι: όταν τα νερά έρχονταν πια ορμητικά, με τρόπο που διαμιάς θα καταστρεφόταν ο ναός, είδε τον αρχάγγελο να κτυπά με ραβδί το μέρος μπροστά στον ναό, ανοίγοντας ένα βαθύ ρήγμα, στο οποίο χωνεύτηκαν τα νερά και πέρασαν από την άλλη μεριά του ναού. Τα σχέδια των υιών του διαβόλου απέτυχαν και η δύναμη του Θεού δια του αρχαγγέλου έκανε τους πιστούς να μεγαλύνουν το όνομα του Θεού και να ενισχυθούν ακόμη περισσότερο στην πίστη τους. Έκτοτε το μεγάλο αυτό θαύμα διαλαλείται σε όλους τους αιώνες, και η Εκκλησία μας το τιμά την 6η Σεπτεμβρίου».
Δύο πράγματα προβάλλει η Εκκλησία μας σήμερα εξ αφορμής του θαύματος του αγίου Μιχαήλ: πρώτον, τη μαρτυρία της για τον αρχάγγελο Μιχαήλ, που επεκτείνεται δι’  ολίγων και  στον αρχάγγελο Γαβριήλ, και δεύτερον τη δοξολογική αναφορά προς το θαύμα. Η όλη ακολουθία του εσπερινού και του όρθρου πράγματι έρχεται και επανέρχεται στη σπουδαία θέση την οποία κατέχει ο αρχάγγελος και ως προς τον Θεό και ως προς τους υπόλοιπους αγγέλους και ως προς τον άνθρωπο. Αξιοποιώντας το υμνογραφικό του ταλέντο μάλιστα ο υμνογράφος χαρακτηρίζει τον ταξιάρχη, πέραν των άλλων, ως παραστάτη, ως πρωτοστάτη, ως προστάτη.
Είναι παραστάτης του Θεού, «της τρισηλίου Θεότητος» όπως αναφέρει συγκεκριμένα, και καταυγάζεται επομένως από τις θεϊκές ελλάμψεις, γενόμενος δεύτερο φως μετά τον Θεό, και   συνεπώς ζώντας πλούσια την αγάπη του Θεού. Διότι αυτό σημαίνει φως και δόξα και χάρη Θεού: αγάπη Εκείνου βιούμενη από τους μετέχοντες σ’  Αυτόν. Από την άποψη αυτή ο αρχάγγελος ως πολύ κοντά στον Θεό ευρισκόμενος ζει αυτήν την αγάπη, την οποία εκδηλώνει ως δοξολογία προς τον Θεό και ως «άνοιγμα» προς τους υπόλοιπους αγγέλους και   τους ανθρώπους. Πόση πλάνη υπάρχει σ’  εκείνους που έχουν συνδέσει τον ταξιάρχη με κάτι φοβερό και τρομερό, ενώ αν έχει τέτοια μεγάλη θέση στο εκκλησιαστικό στερέωμα είναι λόγω ακριβώς της μεγάλης του αγάπης. Μόνον για τους εχθρούς της πίστεως, τους αρνητές του Θεού, τον διάβολο δηλαδή και τα όργανά του, γίνεται ο πρωτάγγελος αυτός πράγματι φόβητρο και απειλή. Το σημειώνει και ο υμνογράφος: «πυρφόρον το είδος σου» που αφενός φωτίζει τους πιστούς και αφετέρου κατακαίει τους εχθρούς και απίστους.
 Ως παραστάτης λοιπόν του Θεού, με τον τρόπο που  λέει ο υμνογράφος, είναι με τη θέληση του Θεού πρωτοστάτης των αγγέλων, δηλαδή ο αρχηγός τους που τους καθοδηγεί σε ό,τι ο ίδιος επιτελεί: δοξολογία προς τον Δημιουργό, αγάπη και πρόνοια για τους ανθρώπους. Κι είναι πολύ μεγάλη η χαρά των αγγέλων, σημειώνει ο υμνογράφος, γιατί έχουν τέτοιο αρχηγό, που τους καθοδηγεί με τον συγκεκριμένο τρόπο.
Και βεβαίως, ο αρχάγγελος, όπως και οι λοιπές ουράνιες δυνάμεις, γίνεται προστάτης των ανθρώπων. Η προστασία του ανθρώπου αποτελεί έκφραση της αγάπης του, που διαπιστώνεται και στην ψυχή του ανθρώπου, με την έννοια ότι  ο αρχάγγελος προστατεύει τον άνθρωπο από τις επιθέσεις του πονηρού – «όπου επισκιάσει η χάρις σου, αρχάγγελε, εκεί του διαβόλου φυγαδεύεται η δύναμις» – αλλά και από τις επιθέσεις των ίδιων των παθών του, και στους σωματικούς κινδύνους και τις ασθένειες που μπορεί να περάσει – κάθε ένας που με πίστη θα επικαλεστεί τον άγιο Μιχαήλ θα δει τη θεραπευτική επέμβασή του – και στην ώρα όμως του θανάτου.

Ο  υμνογράφος, δεύτερον, όπως είπαμε, αναφέρεται δοξολογικά προς το θαύμα του αρχαγγέλου. Προβάλλει το θαύμα ως ενέργεια της χάρης του Θεού, που περνά όμως από την παρουσία του αρχαγγέλου,  και του δίνεται η ευκαιρία να συσχετίσει τον αρχάγγελο με άγια και σπουδαία πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης, όπως τον Νώε, τον Μωυσή, τον Ιησού του Ναυή. Με τον Νώε, για παράδειγμα, διότι όπως αυτός κατασκεύασε την Κιβωτό, κατ’  εντολήν του Θεού, προκειμένου να σωθούν άνθρωποι και ζώα από τον κατακλυσμό, έτσι και ο αρχάγγελος, προκειμένου να σώσει τον ναό του και τους πιστούς ανθρώπους από τον κατακλυσμό των ποταμίων ρευμάτων, «κατασκευάζει» ένα χωνί στο έδαφος, για να απορροφήσει τα νερά. Με τον Μωυσή, διότι και με τη διάβαση της Ερυθράς θάλασσας σώζονται από τα νερά οι Ισραηλίτες, και στον βράχο Χωρήβ έπειτα, κτυπά με το ραβδί και βγαίνουν νερά για να ξεδιψάσουν οι Ιουδαίοι. Και στα δύο θαυμαστά γεγονότα έχουμε ύδατα και σωτηρία των ανθρώπων. Έτσι και με τον πρωτάγγελο του Θεού: έχουμε και πάλι ύδατα και σωτηρία ανθρώπων. Αλλά και με τον Ιησού του Ναυή: τον μνημονεύει ο υμνογράφος, διότι όπως στην εποχή του Ιησού είδε αυτός τον αρχάγγελο με πύρινη ρομφαία να καθοδηγεί τον λαό, έτσι και στο προκείμενο θαύμα: ως ρομφαία το ραβδί του ταξιάρχη προκαλεί ρήγμα στο έδαφος και σώζει τον νέο  λαό του Θεού, τους χριστιανούς.

Μένει κανείς έκθαμβος μπροστά στα θαυμαστά που επιτελεί ο Κύριος μέσω των αγίων Του, είτε αγγέλων είτε ανθρώπων. Και η εορτή δίνει την ευκαιρία να κάνει κάποιος και ευρύτερες ανθρωπολογικές και κοινωνικές  παρατηρήσεις. Και πρώτον, ο ίδιος ο υμνογράφος εύχεται όπως τότε ο αρχάγγελος έσωσε τον ναό από τον κατακλυσμό των υδάτων, κατά παρόμοιο τρόπο να επέμβει για να σώσει εμάς από τον κατακλυσμό των λογισμών μας. Ο ποιητής ζει έντονη και βαθειά πνευματική ζωή και γνωρίζει ότι πολλοί χριστιανοί ταλαιπωρούμαστε από τους λογισμούς, που έρχονται πολλές φορές μ’  έναν τρόπο ανεξέλεγκτο και επικίνδυνο, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να συγκεντρώσουμε τον νου μας. Ο αρχάγγελος λοιπόν μπορεί να επέμβει και σ’  αυτό το επίπεδο. Όπως βεβαίως ενόψει της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, που έχει τονιστεί επανειλημμένως ότι πρόκειται για παγκόσμια πνευματική κυρίως κρίση, κάτι που το ζούμε έντονα και στη δική μας πατρίδα, μπορεί και εδώ να επέμβει. Θέλουμε να πούμε ότι καθημερινώς μας «βομβαρδίζουν» με απειλητικές ειδήσεις ότι έρχονται τα χειρότερα. Ότι σαν ποτάμι, σαν «τσουνάμι» θα επιπέσουν επάνω μας όλα τα άσχημα αποτελέσματα της κρίσης και πολλοί, δικαιολογημένα, πανικοβάλλονται και καταρρέουν. Έρχεται λοιπόν σήμερα η μνήμη του αρχαγγέλου και μας υπενθυμίζει τη θαυμαστή επέμβασή του: μπροστά σε κάθε κατακλυσμό, μπροστά σε κάθε τσουνάμι απειλητικό, μπορεί να σταθεί μπροστά εκείνος. Και με τη δύναμη του Θεού μπορεί να «χωνεύσει» αυτό το τσουνάμι, όπως και την κάθε απειλή. Ένα μόνον απαιτείται για να δει κανείς να ενεργοποιείται αυτή η δύναμη του ταξιάρχη: η πίστη του ανθρώπου και η με πόθο θερμό επίκλησή του. Αυτό μας λέει η εμπειρία της Εκκλησίας μας, αυτό έχει υποσχεθεί ο ίδιος ο Θεός μας.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Σεπτεμβρίου, 2013

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ, ΠΑΤΗΡ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

«Ο άγιος Ζαχαρίας, που εορτάζει σήμερα,  εβραϊκό όνομα που σημαίνει «αυτός που θυμάται τον Κύριο», είναι άλλος από τον προφήτη Ζαχαρία που ανήκει στον κύκλο των δώδεκα μικρών λεγομένων προφητών της Παλαιάς Διαθήκης. Κι αυτός χαρακτηρίζεται προφήτης, γιατί πράγματι είχε προφητικό χάρισμα, και τα σχετικά με αυτόν καταγράφονται από τον ευαγγελιστή Λουκά, ο οποίος αναφέρει ότι την περίοδο της ιερατείας του στον Ναό, ως ιερεύς που ήταν, δέχτηκε οπτασία του αρχαγγέλου Γαβριήλ, προαναγγέλλοντάς του τη γέννηση του υιού του Ιωάννη, παρ’  όλα τα λογικά εμπόδια: το γήρας του ίδιου, το γήρας και τη στειρότητα της γυναίκας του Ελισάβετ. Λόγω της αμφισβήτησής του, ο αρχάγγελος τον «τιμωρεί» με αφωνία, η οποία λύεται με τη γέννηση του Ιωάννη, γεγονός που οδηγεί τον Ζαχαρία σε ύμνους και δοξολογίες, όπως και σε προφητεία για το παιδί του. Το τέλος του υπήρξε μαρτυρικό, όπως σημειώνεται και στην Κανή Διαθήκη, τον σκότωσαν δηλαδή οι συμπατριώτες του, κατά τη γνωστή συνήθειά τους, μεταξύ του Ναού και του θυσιαστηρίου».
Ο προφήτης Ζαχαρίας, παρ’  όλη τη σύνδεση της μνήμης του με τη δυσπιστία του σ’  αυτό που του ανήγγειλε ο αρχάγγελος Γαβριήλ, τιμάται ιδιαιτέρως από την Εκκλησία μας, σε αναφορά πάντοτε με τον τρισμέγιστο υιό του, Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ο υμνογράφος μάλιστα της ακολουθίας του τον βλέπει καταστολισμένο μ’  ένα τριπλό στεφάνι: το στεφάνι του πιστού ιερέα του Θεού, του άριστου μάρτυρα και του ένδοξου προφήτη: «εν ιερεύσι πιστός και εν μάρτυσιν άριστος, και προφήτης ένδοξος…τριπλώ στεφάνω κατακοσμούμενος». Όμως εκείνο που οι πολλοί φέρνουν στη μνήμη τους είναι, όπως είπαμε, η αμφισβήτηση της ουράνιας οπτασίας, για την οποία ο ιερός Χρυσόστομος λέει ότι έφερε ως αποτέλεσμα την κώφευση και την αλαλία του, διότι φανέρωνε την προτεραιότητα της λογικής του έναντι της παντοδυναμίας του λόγου του Θεού. Είναι δυνατόν, διερωτάται μάλιστα ο άγιος Πατέρας, να υπάρξει η όποια λογική αντίρρηση σ’  Εκείνον που ο λόγος Του συστήνει και δημιουργεί τα σύμπαντα;

Κι όμως! Αν κρίναμε την αντίδραση του αγίου Ζαχαρία με τα κριτήρια των μετέπειτα αγίων μας, ιδίως των νηπτικών Πατέρων και Διδασκάλων, θα έπρεπε να τον επαινέσουμε. Διότι ακριβώς δεν έσπευσε να αποδεχθεί την οπτασία, το όραμα. Οι άγιοί μας δηλαδή, βασισμένοι στον λόγο του Θεού αλλά και την εμπειρία τους, μας διδάσκουν ότι η πρώτη αντίδρασή μας σε τέτοια φαινόμενα, αν παρουσιαστούν, θα πρέπει να είναι η επιφύλαξη, κι ίσως η αμφισβήτηση. Κι αυτό γιατί δεν είναι μόνον ο Θεός, ο Οποίος μπορεί να φανερωθεί δι’  αγγέλου Του ή δι’  άλλου τρόπου, αλλά και ο πονηρός διάβολος. Ο διάβολος μάλιστα είναι εκείνος συνήθως, ο οποίος προσβάλλει τον άνθρωπο με τον συγκεκριμένο τρόπο, γι’  αυτό και η επιφυλακτικότητα θεωρείται τελικώς ότι είναι…εκ Θεού. Θυμόμαστε τα λόγια αγίου ασκητή του αγίου Όρους, ο οποίος έλεγε ότι από τα τριακόσια περίπου οράματα που δέχτηκε ως καλόγερος, μόνον τα τρία ήταν εκ Θεού. Ο έπαινος επομένως θα ήταν η ορθή αντίδρασή μας μπροστά στην αμφισβήτηση του αγίου Ζαχαρία. Και  το ίδιο το ευαγγελικό κείμενο δεν φαίνεται να είναι αρνητικό σε κάτι τέτοιο. Η «τιμωρία» του προφήτη μάλλον λειτουργεί ως απλή παιδαγωγία, γι’  αυτό και μόλις γεννιέται το παιδί Ιωάννης, λύνεται και η γλώσσα του αγίου.

Η ακολουθία της ημέρας μάς δίνει όμως και μία άλλη ερμηνεία της κώφευσης και αλαλίας του Ζαχαρία, εντάσσοντας αυτήν μέσα στα πλαίσια του προφητικού του χαρίσματος: η κώφευσή του προφητεύει τη σιγή της Παλαιάς Διαθήκης, που ολοκληρώνει το έργο της με την εμφάνιση του φωτός της χάρης του Θεού, το οποίο υποδεικνύεται με τη γέννηση του Ιωάννη. «Ω, του παραδόξου θαύματος! Της Παλαιάς την σιγήν, και της Νέας την έκφανσιν, Ζαχαρίου κώφευσις, προφητεύει σαφέστατα. Την γάρ νόμου σιγήσας πλήρωσιν, το φως υπέδειξε το της χάριτος». Πρόκειται για μία συμβολική αναγωγή της αλαλίας του προφήτη, για την οποία συγκινούμαστε, γιατί μας δείχνει με τι ευρύ πνεύμα η Εκκλησία μας αντιμετωπίζει τα γεγονότα της Θείας Οικονομίας και πόσο το Πνεύμα του Θεού την καθοδηγεί για την ορθή όρασή τους. Και πέραν τούτου: η ίδια η ακολουθία, δηλαδή η όραση και πάλι των γεγονότων με θείο φωτισμό, μας προσανατολίζει σε κάτι που έχει άμεση αναφορά και στη δική μας ζωή. «Ο προφήτης σου, Δέσποτα – επισημαίνει ο άγιος υμνογράφος – τύποις λογικοίς πιστώς ελειτούργει σοι, και της χάριτος ηξίωται, κατιδείν εν γνώσει την αλήθειαν». Δηλαδή: ο προφήτης σου, Κύριε, λειτουργούσε πιστά στους λογικούς τύπους (της Παλαιάς Διαθήκης), γι’ αυτό αξιώθηκε να δει με επίγνωση και την αλήθεια της χάριτος (με τον ερχομό του Χριστού). Όταν με άλλα λόγια και εμείς επιμένουμε, μένοντας σταθεροί και πιστοί σ’  αυτά  που έστω και τυπικά μπορούμε να επιτελέσουμε από τον νόμο του Θεού – την προσευχή μας, τον εκκλησιασμό μας, τη μελέτη του λόγου του Θεού, την ελεημοσύνη μας – θα δούμε τη χάρη του Θεού να ενεργοποιείται και να γλυκαίνει την καρδιά μας. Μία περίοδος πνευματικής ξηρότητας δηλαδή, όταν δεν γίνεται αφορμή για να αποκλίνουμε από τον λόγο του Θεού, φέρνει συνήθως πλούσια έπειτα τη δροσιά της παρουσίας του Θεού.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Περιβαλλοντική πενία και προσωπική ευθύνη

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2013

sunset

Στο πλαίσιο της Ημέρας Προσευχής για την Ακεραιότητα της Δημιουργίας, που έχει θεσπίσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως για την αρχή της Ινδίκτου (αρχή του εκκλησιαστικού έτους, 1 Σεπτεμβρίου), δημοσιεύουμε απόσπασμα της Εισήγησης του Φυσικού & Διδ. Θεολογίας Π. Παναγιωτόπουλου, από τη Διημερίδα που οργάνωσε το ΚΠΕ Θέρμου, με θέμα “Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός και Φυσικό Περιβάλλον”, στο Θέρμο Αιτωλοακαρνανίας (5-6 Ιουνίου 2011).

«Περιβαλλοντική πενία και προσωπική ευθύνη.

Η επιστήμη συναντά το λόγο των αγίων»

Η υποβάθμιση της ποιότητας του περιβάλλοντος στο οποίο ζούμε αποτελεί μια αναντίρρητη πραγματικότητα. Πολλοί άνθρωποι εδώ και δεκαετίες αναγνωρίζουν τη σημασία του, λιγότεροι δυστυχώς ευαισθητοποιούνται έμπρακτα και αναλαμβάνουν δράσεις, αν και σχεδόν όλοι μας υφίστανται τις συνέπειές του.

Ο λόγος της επιστήμης αναπόφευκτα εμπλέκεται στο ζήτημα αυτό. Καταρχήν η σημερινή πραγματικότητα τού αποδίδει περίπου αυτοδίκαια μερίδιο σε κάθε είδος συζήτησης που γίνεται στο δημόσιο χώρο. Κατόπιν, επειδή είναι σαφές ότι οι τεχνολογικές εφαρμογές φέρουν μεγάλο μέρος της ευθύνης για την οικολογική κρίση, είτε επειδή σε πολλά προβλήματα οι λύσεις έρχονται μέσα από την επιστημονική σκέψη.

Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί ένας έντονος εκκλησιαστικός λόγος στο συγκεκριμένο ζήτημα. Είτε σε θεολογικό επίπεδο, είτε σε θεσμικό (και μάλιστα, στο υψηλότερο δυνατό) επίπεδο, είτε ακόμα στο πεδίο της δράσης ενοριών και απλών πιστών, οι οικολογικές ανησυχίες έχουν αυξηθεί κατακόρυφα. Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί παρά να αποτιμηθεί ως θετική και δε μένει άλλο παρά να αποτυπωθούν και στην πράξη τα ευεργετικά της αποτελέσματα.

Είναι εντυπωσιακό πώς ο σεβασμός και η αγάπη για την κτίση διαπερνά το λόγο, το πνεύμα και το βίο των ανθρώπων που έχουν διαποτίσει την ύπαρξή τους με το πνεύμα της αγάπης και της καταλλαγής. Κοντά 250 χρόνια πριν, ο πατρο-Κοσμάς συνέδεε την αληθινή φτώχεια με την έλλειψη αγάπης στα δέντρα. Και κάπου 100 χρόνια μετά από εκείνον, ένας άλλος μεγάλος, ο «άγιος των ρωσικών γραμμάτων», ο Φιοντόρ Ντοστογέφσκι έλεγε ότι δεν μπορεί να καταλάβει πώς μπορεί κάποιος να περνά δίπλα από ένα δέντρο και να μην αγάλλεται στη θέα του.

Η αληθής ευαισθησία απέναντι στα πράγματα, λοιπόν, εκδηλώνεται είτε υπάρχει κρίση είτε όχι. Και η πλήρης πνευματική παχύτητα, από την άλλη, γίνεται φανερή είτε υπάρχει ανάγκη αντιμετώπισης ενός προβλήματος είτε όχι. Πολλοί άγιοι έζησαν αρμονικά με το περιβάλλον τους, χωρίς να έχουν εκδηλωθεί τα συμπτώματα της παράχρησης και της κατάχρησής του. Και πολλοί χριστιανοί σήμερα, που ο κίνδυνος μιας οικολογικής καταστροφής είναι ορατός, εξακολουθούν να αδιαφορούν για τις περιβαλλοντικές συνέπειες του τρόπου της ζωής τους. Αν όμως, όπως λέγεται, η ορθή τίμηση ενός αγίου είναι η μίμηση του βίου του, οφείλουμε σήμερα παρά ποτέ άλλοτε να μετατρέψουμε τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς μας σε απτό έργο και να μην εξαντληθούμε σε ευχολόγια. Προώθηση ήπιων μορφών ενέργειας, διαφύλαξη της χλωρίδας, της πανίδας και των υδάτινων πόρων του τόπου διαβίωσης, ανάπτυξη αντικαταναλωτικού πνεύματος είναι μόνο μερικές ενδεικτικές ιδέες προς αυτή την κατεύθυνση. Εξάλλου, η δράση έχει πάντοτε έναν αυτοτροφοδοτικό χαρακτήρα: μέσα από αυτήν ανακαλύπτει κανείς νέες ευκαιρίες.

Οι λύσεις που διεθνώς προτείνονται σήμερα για την αντιμετώπιση του οικολογικού προβλήματος δεν είναι μονοσήμαντες ούτε μονοδιάστατες. Ας δούμε για παράδειγμα τι συμβαίνει σε ένα καινοφανή τομέα του λόγου, τη λεγόμενη Περιβαλλοντική Ηθική. Είναι γνωστό λ.χ. ότι στη νεώτερη δυτική σκέψη και πρακτική έχει επικρατήσει ένα ανθρωποκεντρικό πνεύμα, γνωστό και ως ουμανισμός (humanismus). Στο πλαίσιο αυτού του πνεύματος έχει αναπτυχθεί μία αντίστοιχη ανθρωποκεντρική φιλοσοφία (human centered, anthropocentric), η οποία θεωρεί ότι επίκεντρο και σημείο αναφοράς του κόσμου είναι ο άνθρωπος. Κάτι τέτοιο συνεπάγεται ισοδύναμα ότι στη φύση αποδίδεται μια σχετική ηθική αξία, δηλαδή διαρκώς μεταβαλλόμενη, ανάλογα με τις ανθρώπινες ανάγκες και διαθέσεις.

Συνηθίζουμε στον τόπο μας να θεωρούμε το πνεύμα αυτό ως υπεύθυνο για πολλά δεινά. Συνηθίζουμε επίσης να πιστεύουμε – χωρίς να το δηλώνουμε βέβαια – ότι κάτι τέτοιο μόνο εμείς το καταλαβαίνουμε και οφείλουμε να το στηλιτεύσουμε. Αυτό όμως δεν είναι απόλυτα ακριβές. Από πολλές πλευρές επισημαίνεται στο δυτικό κόσμο ότι αυτή η άκρατη προσήλωση στην εξυπηρέτηση των ανθρώπινων διαθέσεων έχει οδηγήσει σε πολλά κοινωνικά προβλήματα, ανάμεσα στα οποία το ζήτημα του περιβάλλοντος κατέχει εξέχουσα θέση. Και στην αντιρρητική αυτή φιλολογία υπάρχουν πολλές παραλλαγές (Κοινωνική ΟικολογίαΒιοκεντρική Ηθική κ.ά.).

…Όταν όμως κανείς ζει και σκέπτεται μέσα από τη χριστιανική σκοπιά, έχει διαφορετικές αφετηρίες και προσανατολισμούς. Συγκεκριμένα, μιλώντας για τις ασθένειες, τόσο για τις επαπειλούμενες όσο και γι’ αυτές που έχουν προκύψει ήδη, δεν μπορεί να παραμείνει μόνο στην ατμόσφαιρα της απειλής, αλλά οφείλει να προχωρά στη βαθύτερη ουσία που περικλείεται. Διότι, κοντά στα άλλα που παράδοξα που βλέπει ο κόσμος στη διδασκαλία που εκπορεύεται από τις αρχές του Ευαγγελίου, είναι και τούτο: η ασθένεια να θεωρείται ως ευεργεσία, ως αφορμή και πρόξενος σωτηρίας. Κάτι δηλαδή σαν αυτό που ακούμε συχνά στις μέρες μας, να δούμε την κρίση ως ευκαιρία. Γιατί μπορεί φυσικά η Εκκλησία να μην επιθυμεί την ασθένεια ή ακόμα και να προβλέπει ειδικές ευχές ίασης των ασθενών – όταν όμως η ασθένεια επισκεφθεί τον άνθρωπο, τον καλεί να την αξιοποιήσει για την υγεία της ψυχής του. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος δηλώνει: «κρείττων ευημερίας αχαλινώτου νόσος φιλόσοφος» (Επιστολή 35) [είναι προτιμότερη η φιλοσοφημένη αρρώστια από την αχαλίνωτη ευημερία]και σε άλλη περίπτωση προτρέπει να προτιμούμε την «οσία νόσο» από την ασύνετη υγεία (Λόγος 14, 34). Αλλά και ο Μ. Βασίλειος προτιμά απερίφραστα την παραμονή στη σωματική ασθένεια, με την ελπίδα να αποκτήσει μέσω αυτής ο άνθρωπος συναίσθηση της πραγματικής του κατάστασης (Όροι κατ’ επιτομήν, 140).

Και αυτή η λογική όμως δεν είναι θεωρητική ούτε αποτελεί προνόμιο μόνο κάποιων φωτισμένων ασκητών ή άλλων χαρισματικών προσώπων που έφτασαν σε μέτρα πνευματικής τελειότητας. Και αυτό το επιβεβαιώνει μια άλλη πτυχή της έρευνας που προαναφέραμε: Στο ερώτημα για το προφίλ του Ελληνα που διαθέτει την περισσότεο αφυπνισμένη οικολογική συνείδηση, «πρωταθλήτριες» αναδεικνύονται οι γυναίκες, 55 ετών και άνω, κατώτερης και μέσης εκπαίδευσης, που προέρχονται από ημιαστικές ή αγροτικές περιοχές[1]. Εξίσου εντυπωσιακή με το εύρημα αυτό είναι και η ερμηνεία του: όπως προκύπτει και από παρόμοιες ευρωπαϊκές έρευνες, η περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση που δείχνουν συνήθως οι γυναίκες οφείλεται στη σύνδεση που επιτελούν, ως μητέρες ή γιαγιάδες, μεταξύ της υποβάθμισής του και του μέλλοντος των ερχόμενων γενεών.

Και εδώ συναντούμε ακριβώς ένα άλλο κεντρικό σημείο της χριστιανικής παράδοσης: την ανάδειξη της σχέσης ως διαύλου προσωπικής ολοκλήρωσης αλλά και ανακαίνισης. Κατανοώντας την τριαδική θεότητα ως σχέση προσώπων, το σχέδιο της θείας Οικονομίας ως απόρροια της σχέσης που θέλησε ο Θεός με το πλάσμα του, την ίδια την ουσία της αγάπης ως το αποκορύφωμα μιας σχέσης. Το αρχετυπικό σύμβολο της μάνας που βλέπει στην πληγή της μάνας φύσης να τέμνονται τα διαχρονικά δεινά της παρούσας γενιάς με τις επόμενες συναντά τη θεώρηση του ανθρώπου ως όντος που βρίσκεται στο μεθόριο μεταξύ κτιστού και ακτίστου και ως ιερέας της κτίσης την προσάγει ευχαριστιακά στον κοινό Δημιουργό. Συναντά τον κοινό πόνο του αγίου Κοσμά και του Ντοστογέφσκι για τα δέντρα, για τη φύση ολόκληρη δηλαδή. Σε ένα άλλο επίπεδο συναντά τον καημό του πατρο-Κοσμά που δε βάσταγε να μείνει άλλο στο μοναστήρι και θέλησε τη σχέση του με τους συνανθρώπους του να την τραβήξει ως τα όριά της: «Όθεν άφησα την ιδικήν μου προκοπήν, το ιδικόν μου καλόν, και εβγήκα να περιπατώ από τόπον εις τόπον και … είπα: Ας χάση ο Χριστός εμένα, ένα πρόβατον, και ας κερδίση τα άλλα. Ίσως η ευσπλαγχνία του Θεού και η ευχή σας σώση και εμένα». Ίσως και να συναντά τον αγωνιστή παπα-Γιάννη (Οικονομίδη) από τα Οινόφυτα Βοιωτίας, που παλεύει μόνος – κατά κόσμον μόνος – να διασώσει τον πληθυσμό της περιοχής του από την αναλγησία και την ασυνειδησία των βιομηχανιών της[2]. Ενός ιερέα δηλαδή που μάλλον δε συμμερίζεται την άποψη που θέλει το περιβαλλοντικό πρόβλημα να λύνεται περίπου μαγικά, αφού «αποκαταστήσουμε το Θεό μέσα στην καρδιά μας», όπως λέγεται.

Η επιστημονική σκέψη αναζητά και αυτή σχέσεις. Ψάχνει να ανακαλύψει τις διασυνδέσεις των πραγμάτων του κόσμου και να ανακαλύψει τη λογική που αυτά κρύβουν. Σίγουρα της λείπουν πολλοί κρίκοι ακόμα, αλλά και με όσα κατάφερε ως τώρα, μπόρεσε να διώξει πολλές εστίες αμάθειας και δεισιδαιμονίας που ταλαιπωρούσαν τον άνθρωπο. Μάλιστα, τελευταία έχει στρέψει το ενδιαφέρον της πιο εξειδικευμένα στην έννοια της σχέσης. Μελετά τη λειτουργία δικτύων, προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο όχι σαν ένα σύνολο από θραυσμένα και απομονωμένα κομμάτια, αλλά σαν ένα ολοκληρωμένο πλέγμα συνδεδεμένων μεταξύ τους λειτουργιών και αναγνωρίζει πως η κοινωνική δικτύωση μπορεί να ενισχύσει πολλαπλά τις άμυνες του ανθρώπινου οργανισμού.

[1] Θα πρέπει να διευκρινιστεί ωστόσο ότι ο λόγος που οι πιο νέοι άνθρωποι δεν εμφανίζονται να διαθέτουν «υψηλό δείκτη περιβαλλοντικής ευαισθησίας» είναι όχι γιατί είναι πράγματι ανενεργοί, αλλά γιατί κρίνουν πολύ αυστηρότερα τον εαυτό τους σε σχέση με τους γηραιότερους.

[2] Μαζί με τον Χημικό Θανάση Παντελόγλου συνέβαλαν στην ανάδειξη του μεγαλύτερου – ακόμη και για τα ευρωπαϊκά δεδομένα – οικολογικού εγκλήματος: Συνέβαλαν στην αναγνώριση της τοξικής ρύπανσης του υδροφορέα της περιοχής με το καρκινογόνο εξασθενές χρώμιο και άλλα επικίνδυνα βαρέα μέταλλα. Εδώ και χρόνια αγωνίζεται χρόνια για να αφυπνίσει συνειδήσεις, σχετικά με το έγκλημα που συντελείται στα Οινόφυτα, στη Θήβα, στη Βάγια, αλλά και στην Τανάγρα, στον Αυλώνα, το Δήλεσι, τον Ωρωπό, το Χαλκούτσι…. Για να διεκδικήσουν όλοι μαζί το δικαίωμα σε ένα καθαρό περιβάλλον.

pemptousia.gr

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αγ. Ερμιόνη, η γιατρός που νικούσε τις φωτιές (4 Σεπτεμβρίου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2013

agErmion

Μνήμη της αγίας Ερμιόνης, μιας των τεσσάρων θυ­γατέρων Φιλίππου του αποστόλου (4 Σεπτεμβρίου)

Από τις τέσσερες θυγατέρες του αποστόλου Φιλίππου του διακόνου, οι οποίες κατά την μαρτυρία των Πράξεων των Αποστόλων (21,8-9) ήσαν παρθένοι, και προφήτιδες, η Ερμιόνη και η Ευτυχίς πήγαν στην Έφεσο, για να συναντήσουν τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Επειδή όμως ο ηγαπημένος απόστολος είχε ήδη μεταστεί στους ουρανούς, ακολούθησαν τον μαθητή του Πετρώνιο. Η Ερμιόνη, η οποία γνώριζε την ιατρική τέχνη, έμαθε κοντά του να θεραπεύει και τις ψυχές των ανθρώπων.

Τον καιρό εκείνο, διερχόμενος ο Τραϊανός από την Έφεσο για την εκστρατεία κατά των Πάρθων(114), άκουσε πολλά για τις θαυματουργίες και προφητείες της Ερμιόνης και διέταξε να του την παρουσιάσουν. Στην αρχή δοκίμασε να την εξαναγκάσει να αρνηθεί τον Χριστό, αλλά δεν την έπεισε και πρόσταξε να την ραπίσουν στο πρόσωπο. Η αγία έβλεπε τον Χριστό να κάθεται στο κριτήριο με το σχήμα του Πετρωνίου και δεχόταν με χαρά τα ραπίσματα. Όταν δε του προφήτευσε ότι και τους Πάρθους θα νικήσει και μετά από εκείνον δεν θα πάρει άλλος τον θρόνο αλλά ο γαμβρός του από την θυγατέρα του, ο Τραϊανός την άφησε ελεύθερη. Από τότε η Ερμιόνη ίδρυσε στην Ασία φιλόπτωχο πανδοχείο, στο οποίο εύρισκαν οι ξένοι ψυχική και σωματική παρηγοριά.

Όταν το 117, σύμφωνα με την προφητεία, έλαβε την βασιλεία ο Αδριανός, πληροφορήθηκε για την αγία και έστειλε να του την φέρουν. Στις ερωτήσεις του για την ηλικία και την καταγωγή της η Ερμιόνη αποκρίθηκε: «Ο Χριστός μου γνωρίζει πόσων ετών είμαι και από ποια πατρίδα κατάγομαι». Ο βασιλεύς οργισμένος από την τόλμη της διέταξε να γυμνωθεί, να μαστιγωθεί αλύπητα και να ριφθεί σε λέβητα γεμάτο από κοχλάζουσα πίσσα, θειάφι, άσφαλ­το και μολύβι. Μόλις η Ερμιόνη εισήλθε, η φωτιά σβήσθηκε και η μάρτυς φαινόταν σαν να στέκεται μέσα σε δροσιά. Θέλοντας ο Αδριανός να βεβαιωθεί για τα παράδοξα που έβλεπε, πλησίασε και άγγιξε τον λέβητα με το χέρι του. Αμέσως αποσπάσθηκε το δέρμα του και έπεσαν τα νύχια του. Τότε η Ερμιόνη του φώναξε μέσα από το χάλκωμα: «Μέγας είναι  ο Θεός των χριστιανών». Κατησχυμμένος ο βασιλεύς πρόσταξε να την ρίξουν γυμνή σε μεγάλο πυρα­κτωμένο τηγάνι. Ο άγγελός της όμως την προστάτευσε και διασκόρπισε την φωτιά, κατακαίοντας όσους ευρίσκοντο κοντά.

Μετά τα θαυμαστά αυτά σημεία, η μάρτυς προσποιήθηκε ότι θέλει να προσφέρει θυσίες στους θεούς και οδηγήθηκε σε ειδωλολατρικό ναό. Με την προσευχή της έριξε στην γη και κατασυνέτριψε όλα τα αγάλματα. Ο Αδριανός φέροντας βαρέως τον τελευταίο αυτόν εμπαιγμό την παρέδωσε στους δημίους Θεότιμο και Θεόδουλο, να την αποκεφαλίσουν έξω από την πόλη.

Καθώς εκείνοι όρμησαν να εκτελέσουν την εντολή, τα χέρια τους παρέλυσαν. Φωτίσθηκε τότε ο νους τους, πίστευσαν στον Χριστό και την ίδια στιγμή θεραπεύθηκαν. Παρεκάλεσαν δε την αγία να προσευχηθεί γι’ αυτούς και παρέδωσαν εν ειρήνη το πνεύμα τους. Έχοντας διαφύγει όλα τα τεχνάσματα του διαβόλου, παρέδωσε έπειτα και η αγία Ερμιόνη τη ψυχή της στο Θεό και ετάφη στην Έφεσο.

(Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Σεπτέμβριος, εκδ. Ίνδικτος, σ.48-49)

pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αθανασία και Ανάσταση των Ψυχών

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2013

Ανάσταση-Μονή-της-Χώρας

Η αθανασία της ψυχής αποτελεί βασική θρησκευτική δοξασία με βαρύνουσα δογματική και εσχατολογική αναγωγή. Η πίστη δηλαδή, ότι η ζωή συνεχίζεται μετά το θάνατο είναι κοινή – στο βασικό πυρήνα της – σε πολλά θρησκεύματα, ανάλογα βέβαια με τις κατά τόπους πολιτιστικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες [1]. Στην παρούσα φάση, το ενδιαφέρον μας εστιάζεται στην Ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία της Ανατολικής Εκκλησίας και στην ποικιλία των θέσεων και αληθειών που υιοθετούν οι Πατέρες της Εκκλησίας, που κυμαίνονται και διανθίζουν τόσο την αλληλοσυμπλήρωση και ¨ιδιοθεσία¨ των όρων ¨αθανασία – ανάσταση¨ όσο και τη συγκαταβατική παραλληλία μεταξύ τους [2].

Αμέσως μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, ο Πανάγαθος Θεός υποσχέθηκε τη λύτρωση τους από τον διάβολο και κατ΄ επέκταση από τον θάνατο [3]. Πριν την Ανάσταση του Θεανθρώπου, ο θάνατος ήταν φοβερός για τον άνθρωπο. Μετά την Ανάσταση, γίνεται ο άνθρωπος φοβερός για τον θάνατο. «Μέχρι της Αναστάσεως του Θεανθρώπου Χριστού, ο θάνατος ήτο η Δευτέρα φύσις του ανθρώπου. Η πρώτη ήτο η ζωή και ο θάνατος η Δευτέρα. Ο άνθρωπος είχε συνηθίσει τον θάνατον ως κάτι το φυσικόν. Αλλά μετά την Ανάστασίν Του , ο Κύριος ήλλαξε τα πάντα. Η αθανασία έγινε η Δευτέρα φύσις του ανθρώπου, έγινε κάτι το φυσικόν εις τον άνθρωπον και το αφύσικον κατέστη ο θάνατος»[4].

Διατρανώνουμε με παρρησία τον λόγο του Αποστόλου Παύλου: «Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις ημών»[5]. Άλλωστε, «πώς θα συνεχίσουμε να είμαστε Χριστιανοί, αν πιστεύουμε ότι ο Χριστιανισμός έχει θεμελιωθεί πάνω σε μια πλάνη;»[6]. Ως ορθόδοξοι, πιστεύουμε ότι υπήρξε αληθινή ανάσταση ¨εκ των νεκρών¨ [7], με την έννοια ότι το ανθρώπινο σώμα του Χριστού ξαναενώθηκε με την ανθρώπινη ψυχἠ του και ότι ο τάφος βρέθηκε αδειανός. Επομένως, κάθε πιστός αντιμετωπίζει τον θάνατο με θάρρος, πίστη και ελπίδα ισόποση του μέρους και του ποσού που ο  ίδιος, δια της συμμετοχής του στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας, προσέρχεται σε κοινωνία με τον Κύριο της Δόξης Ιησού Χριστό. Ο ίδιος ο Κύριος μας, αποδεκάτισε τον Άδη, συνέτριψε και αφόπλισε τον θάνατο και δώρησε στη συμπαντική κοινότητα τη νέα οδό της Αναστάσεως. «Η Ανάσταση του Χριστού και η ανάσταση μας μέσα σ΄ Αυτόν μαζί Του, μέσα στο σώμα της Εκκλησίας Του, είναι η μοναδική και χρονική και υπερχρονική διάβαση – το Πάσχα της του κόσμου θαλάσσης – και αιώνιο τέλος και σκοπός και πλήρωμα της ανθρώπινης ζωής και υπάρξεως. Γι΄ αυτό, η πίστις μας, η Ορθὀδοξη Πίστις, είναι πίστις στην Ανάσταση και όχι πίστις σε κάποια πρόοδο χωρίς Χριστό»[8].

Εδραιωμένος και ζωοποιημένος λοιπόν ο πιστός, πλημμυρισμένος από το Αναστάσιμο φως του Ζωοδότου Χριστού, αντιμετωπίζει το μυστήριο του θανάτου με συγκρατημένα και πειθαρχημένα απέναντι στο φόβο και στην απαισιοδοξία συναισθήματα. «Γνωρίζουν τον Χριστόν μόνον εκείνοι των οποίων η εσωτερική ζωή είναι όμοια προς την επίγειον Αυτού Ζωήν»[9]. Και συμπληρώνει ο γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ: «Η ζωή του Θεού υποστασιούται εν τω ανθρώπω δια του αυτού τρόπου, δι΄ ου σαρκωθείς ο Θεός ενυποστασίασε – προσέλαβεν εν τη υποστάσει Αυτού – την κτισθείσαν υπ΄ Αυτού μορφήν της υπάρξεως ημών. Εν τω μέλλοντι αιώνι, η ενότης του Θεού μετά του ανθρώπου θα καταστή πλήρης εν παντί τω περιεχομένω του είναι Αυτού, εκτός, εννοείται, της ταυτότητος κατά την Ουσίαν»[10]. Αυτή την ενότητα προσδοκά κάθε πιστός στην αιωνιότητα και διατυμπανίζει χαρμόσυνα και γηθόσυνα μετά του Ιερού Χρυσοστόμου: «Μηδείς φοβείσθω θάνατον. Ηλευθέρωσε γαρ ημάς ο του Σωτήρος Θάνατος. Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες. Ανέστη Χριστός και χαίρουσιν άγγελοι»[11].

Ο μακαριστός χαρισματικός γέροντας π. Ιουστίνος Πόποβιτς καταθέτει χαρακτηριστικά: «Εις τέσσαρας μόνον λέξεις συγκεφαλαιούνται και τα τέσσαρα Ευαγγέλια του Χριστού: Χριστός Ανέστη! Αληθώς Ανέστη!…Εις εκάστην εξ αυτών ευρίσκεται από έναν Ευαγγέλιον, και εις τα τέσσαρα Ευαγγέλια ευρίσκεται όλον το νόημα όλων των κόσμων του Θεού, των ορατών και αοράτων»[12].

Παραπομπές:

1. Μπέγζου Μάριου, Ψυχολογία της Θρησκείας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1996, σελ. 94-99, βλ. σχ., Μαρκάκη Γιούλια, Τα αρχαία Μυστήρια και η Αθανασία της ψυχής, (Αιγυπτιακά, Ιουδαϊκά, Μινωϊκά, Ορφικά, Ελευσίνια), Αθήνα 1981.

2. Μπέγζου Μ., Ψυχολογία της Θρησκείας, σελ. 99.

3. Γεν. γ΄ 15.

4. Πόποβιτς Ιουστίνου, (Αρχιμανδρίτου), Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1970, σελ. 40-41.

5. Α΄ Κορ. 15,14.

6. Ware Καλλίστου, (Επισκόπου Διοκλείας), Ο Ορθόδοξος δρόμος, Επτάλοφος, Αθήνα 1984, σελ. 99.

7. Για την αναίρεση των αμφισβητήσεων περί της Αναστάσεως του Ιησού Χριστού βλ. σχ., Στύλιου Ευθυμίου, (Επισκόπου Αχελώου), Αθώος, εκδ. Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1988.

8. Γιέφτιτς Αθανασίου,(πρ.Επισκόπου Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης), Χριστός, η Χώρα των Ζώντων, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2007, σελ. 82-83.

9. Σωφρονίου Σαχάρωφ, (Αρχιμανδρίτου), Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί, εκδ. Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1992, σελ. 190.

10. Αυτόθι, σελ. 190.

11. Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Λόγος Κατηχητικός στην Ανάσταση του Ιησού Χριστού

12. Πόποβιτς Ι., Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, σελ. 45.

Δημήτριος Λυκούδης, Θεολόγος – Φιλόλογος, ΜΑ. Χρ.  Αγωγής και Ποιμαντικής

pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Anthony Bloom: Τελικά θέλουμε κάτι από τον Χριστό ή θέλουμε τον ίδιο τον Χριστό;

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2013

Ο Θεός είναι διατεθειμένος να μείνη τελείως έξω από την ζωήμας, είναι έτοιμος να το σηκώση αυτό σαν ένα σταυρό, αλλά δεν είναι καθόλου διατεθειμένος να γίνη απλώς ένα μέρος της ζωής μας.
Έτσι όταν σκεπτόμαστε την απουσία του Θεού, δεν αξίζει να ερωτήσουμε τον εαυτό μας: ποιος φταίει γι’ αυτό;
Πάντοτε αποδίδουμε την ενοχή στον Θεό, πάντοτε κατηγορούμε Εκείνον, είτε κατ’ ευθείαν, είτε μπροστά στους ανθρώπους, ότι είναι απών, ότι ποτέ δεν είναι παρών όταν Τον χρειαζόμαστε, ποτέ δεν ανταποκρίνεται οσάκις καταφεύγουμε σ’ Αυτόν.
Είναι στιγμές που είμαστε περισσότερο «ευσεβείς» και λέμε ευλαβικά: «ο Θεός δοκιμάζει την υπομονή μου, την πίστη μου, την ταπείνωσί μου». Βρίσκομε ένα σωρό τρόπους για να μεταβάλουμε την εναντίον μας κρίσι του Θεού σε έπαινό μας. Είμαστε τόσο υπομονετικοί ώστε μπορούμε να υποφέρουμε ακόμα και τον Θεό!
Όταν πάμε να προσευχηθούμε όλες τις φορές θέλουμε ΚΑΤΙ από Εκείνον και καθόλου ΕΚΕΙΝΟΝ. Μπορεί αυτό να λεχθεί σχέση; Συμπεριφερόμαστε με τον τρόπο αυτόν στους φίλους μας; Αποβλέπουμε κυρίως σ’ αυτό που η φιλία μπορεί να μας δώση ή αγαπάμε τον φίλο; Συμβαίνει το ίδιο στις σχέσεις μας με τον Θεό;
Ας σκεφθούμε τις προσευχές μας, τις δικές σας και τις δικές μου. Σκεφθήτε την θέρμη, το βάθος και την έντασι που έχει η προσευχή σας, όταν αφορά κάποιον που αγαπάτε, ή κάτι που έχει σημασία για την ζωή σας. Τότε η καρδιά σας είναι ανοιχτή, όλος ο εσωτερικός σας εαυτός είναι προσηλωμένος στην προσευχή. Μήπως αυτό σημαίνει ότι ο Θεός έχει κάποια σημασία για σας; ΌΧΙ, καθόλου! Απλώς σημαίνει ότι το θέμα της προσευχής σας  απασχολεί.
Όταν κάνετε την γεμάτη πάθος, βαθειά και έντονη προσευχή, την σχετική με το αγαπώμενο πρόσωπο, ή την κατάστασι που σας στεναχωρεί και μετά στραφήτε στο επόμενο αίτημα, που δεν σας απασχολεί και πολύ και ξαφνικά παγώση η διάθεσί σας, τι άλλξε; «Ψυχράθηκε» μήπως ο Θεός; Ή έχει «απομακρυνθεί»; Όχι ασφαλώς. Αυτό σημαίνει ότι όλη η έξαρσι, όλη η έντασι της προσευχής σας δεν γεννήθηκε από την παρουσία του Θεού, ούτε από την προς Αυτόν πίστι σας, την σφοδρή γι’ Αυτόν αγάπη, από την αίσθησι της παρουσίας Του. Αλλά γεννήθηκε, μόνο και μόνο, από την ανησυχία σας για κείνο το πρόσωπο ή για κείνη την υπόθεσι, και όχι για τον Θεό.
Γιατί λοιπόν μας εκπλήττει το γεγονός ότι αυτή η απουσία του Θεού μας πλήττει; Εμείς είμαστε εκείνοι που απουσιάζουμε, εμείς γινόμαστε ψυχροί, αφού δεν μας ενδιαφέρει πλέον ο Θεός. Γιατί; Διότι ο Θεός δεν έχει τόσο σημασία για εμάς.
Υπάρχουν επίσης και άλλες περιπτώσεις που ο Θεός είναι «απών». Εφόσον εμείς είμαστε πραγματικοί, δηλαδή είμαστε, αληθινά, ο εαυτός μας, ο Θεός μπορεί να είναι παρών και να κάνη κάτι για εμάς. Αλλά από την στιγμή που προσπαθούμε να γίνουμε ότι στην ουσία δεν είμαστε, τότε δεν μένει τίποτε να πούμε ή να έχουμε. Γινόμαστε μία φανταστική προσωπικότης, μία ανειλικρινής παρουσία, και την παρουσία αυτήν δεν μπορεί να την πλησιάσει ο Θεός.
Για να μπορέσουμε ναν προσευχηθούμε πρέπει να ζήσουμε στην κατάστασι η οποία καθορίζεται σαν Βασιλεία του Θεού. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι Αυτός είναι ο Θεός, ο Βασιλεύς, οφείλουμε να παραδοθούμε σ’ Αυτόν. Τουλάχιστον πρέπει ναν ενδιαφερόμαστε για το θέλημά Του, ακόμη και αν δεν είμαστε ικανοί να το εκπληρώσουμε. Αλλά αν δεν είμαστε ικανοί γι’ αυτό, αν φερόμαστε στον Θεό όπως ο πλούσιος νεανίας που δεν μπορούσε να ακολουθήση τον Χριστό γιατί ήταν πάρα πολύ πλούσιος, τότε πώς θα Τον συναντήσουμε;
Πολύ συχνά, ότι θα θέλαμε να είχαμε αποκτήσει δια της προσευχής, δια της βαθείας σχέσεως με τον Θεό, την οποίαν τόσο επιθυμούμε, είναι απλώς μια επιθυμία ευτυχίας και τίποτα παραπάνω. Δεν είμαστε προετοιμασμένοι να πουλήσουμε όλα όσα έχουμε για ναν αγοράσουμε τον πολύτιμο μαργαρίτη. Έτσι πως είναι δυνατόν να κερδίσουμε αυτόν τον πολύτιμο μαργαρίτη; Είναι Αυτός η προσδοκία μας;
Τελικά θέλουμε κάτι από τον Χριστό ή θέλουμε τον ίδιο τον Χριστό;
από το βιβλίο: “Μάθε να προσεύχεσαι”
εκδ. “Η ΕΛΑΦΟΣ”

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Χρόνος και Εκκλησία

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2013

roloi ekklisia

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Ομότιμος καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Η έλευση του Χριστού έφερε στον κόσμο τη βασιλεία του Θεού. Και ο χώρος, όπου φανερώνεται η βασιλεία του Θεού, είναι η Εκκλησία. Αυτή διατηρεί την αιωνιότητα μέσα στην Ιστορία και προσφέρει στην Ιστορία την προοπτική της αιωνιότητας. Η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού, που υπερβάλλει το χώρο και το χρόνο, συνάπτοντας τους ανθρώπους σε μια υπερχρονική και υπερβατική κοινωνία, όπου τα πάντα είναι παρόντα εν Αγίω Πνεύματι. Στην Εκκλησία σώζεται ο χρόνος και ο κόσμος ολόκληρος. ‘Ο,τι πρόσφερε ο Θεός στον κόσμο, υπάρχει μέσα στην Εκκλησία και μετά δίδεται στον άνθρωπο για τη σωτηρία και ανακαίνισή του.

Η βασιλεία του Θεού δεν αναμένεται μόνο ως μέλλουσα, αλλά γίνεται αισθητή και ως παρούσα. Και η εν Χριστώ ανάσταση και ανακαίνιση των ανθρώπων δεν αναμένεται μόνο στο μέλλον, αλλά και προσφέρεται ήδη στο παρόν: «Έρχεται ώρα, και νυν έστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του Υιού του Θεού, και οι ακούσαντες ζήσονται»[1]. Η φωνή του Χριστού, που ακούστηκε ήδη και προσκάλεσε τους ανθρώπους από το θάνατο στη ζωή, θα προσκαλέσει και αυτούς που βρίσκονται στα μνήματα και θα τους ζωοποιήσει. Η ώρα που έρχεται, αλλά και που είναι ήδη παρούσα, είναι η ώρα της παρουσίας του Χριστού. Είναι ο ίδιος ο Χριστός. Τα έσχατα υπάρχουν στον έσχατο Αδάμ, τον Χριστό. Τα προσδοκώμενα προσφέρονται ήδη στο πρόσωπό του. Η περίοδος της παρουσίας  του Χριστού και της ‘Εκκλησίας του

είναι η περίοδος των «εσχάτων ημερών» [2]. Είναι η περίοδος κατά την οποία φανερώνεται στην Ιστορία ο Θεός και η βασιλεία του [3]. Είναι η απαρχή της αιώνιας ζωής, που δεν διακόπτεται από το θάνατο [4].

Ήδη η Μεταμόρφωση και η Ανάσταση του Χριστού αποτελούν φανερώσεις της βασιλείας του Θεού μέσα στον κόσμο. Και οι καιροί μετά την έλευση του Χριστού είναι οι έσχατοι καιροί. Η φανέρωση της δόξας του Θεού στην Εκκλησία με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, όπως και οι προσωπικές φανερώσεις στους αγίους της Εκκλησίας, είναι εσχατολογικά γεγονότα. Και οι εμπειρίες των γεγονότων αυτών είναι εμπειρίες της έσχατης φανερώσεως του Θεού, που επειδή πραγματοποιούνται μέσα στο χώρο και το χρόνο, όπου εξακολουθεί να υπάρχει η φθορά και ο θάνατος, έχουν τον χαρακτήρα του «εκ μέρους» [5]. Έτσι τα έσχατα είναι ταυτόχρονα παρόντα και αναμενόμενα, βιούμενα και προσδοκώμενα.

Με τη σύσταση της Εκκλησίας πραγματοποιήθηκε η κοινωνία του Θεού με τους ανθρώπους. Ο άκτιστος και αιώνιος Θεός ενώθηκε οντολογικά με τον κτιστό και θνητό άνθρωπο. Η αιώνια ζωή φανερώθηκε μέσα στην πρόσκαιρη. Έτσι ο κτιστός και θνητός άνθρωπος γίνεται κατά χάρη άκτιστος, αιώνιος και αΐδιος, δηλαδή άναρχος, γιατί άκτιστη, αιώνια και άναρχη είναι και η χάρη που ανακαινίζει την ύπαρξή του. Δεν απομένει πλέον τίποτε, που να εμποδίζει τη σύναψη κτιστού και ακτίστου, χρονικού και αιωνίου, παρούσας και μέλλουσας ζωής. Ο καιρός κατά τον οποίο πραγματοποιούνται τα γεγονότα αυτά είναι έσχατος. Η μέρα και η ώρα είναι έσχατη. Τίποτε πια δεν αναμένεται. Ούτε Μεσσίας, ούτε Παράκλητος,  ούτε Αντίχριστος. Όλα είναι παρόντα. Και ο Χριστός και ο Παράκλητος και ο Αντίχριστος. Ο Χριστός είναι παρών με το Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία. Και ο Αντίχριστος είναι παρών ως πονηρό πνεύμα, που πολεμάει την Εκκλησία [6]. Η παρουσία του Αντιχρίστου αποτελεί εσχατολογικό φαινόμενο όχι τόσο καθ’ εαυτήν, όσο σε σχέση, η ακριβέστερα σε αντιπαράθεση προς την εσχατολογική Παρουσία του Χριστού. Όλα όσα συντελούνται με την ένσαρκη φανέρωση του Θεού μέσα στην Ιστορία, με τη σταύρωση και την Ανάστασή του, δημιουργούν τους έσχατους καιρούς, την έσχατη μέρα, την έσχατη ώρα, που υπάρχει έδώ και τώρα.

Τα έσχατα λοιπόν δεν περιορίζονται στο τέλος της Ιστορίας αλλά υπάρχουν ήδη στη ζωή της. Ολόκληρη η περίοδος μετά την έλευση του Χριστού είναι οι έσχατοι χρόνοι. Και ο Χριστός που είναι «το Α και το Ω… ο ων και ο ην και ο ερχόμενος» [7], είναι ο Κύριος, η αρχή και το τέλος της Ιστορίας. Όποιος έχει το Χριστό, έχει τη ζωή [8]. Η εμπειρία της ζωής αυτής υπάρχει ήδη μέσα στην Εκκλησία. Η εν Χριστώ ανακαίνιση και θέωση του ανθρώπου, που άναμένεται στον μέλλοντα αιώνα, βιώνεται ήδη από την παρούσα ζωή: «Νυν τέκνα Θεού εσμεν, και ούπω εφανερώθη τι εσόμεθα· οίδαμεν δε ότι εάν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα αυτόν καθώς εστιν» [9].

Η βασιλεία του Θεού, μολονότι εμφανίζεται στον κόσμο «δι’ εσόπτρου εν αινίγματι» [10], δεν παύει να είναι αληθινά παρούσα. Τα σύμβολα με τα οποία προσφέρεται δεν είναι μεταφορικά ή αναλογικά, αλλά πραγματικά. Το άκτιστο φως της Μεταμορφώσεως, της Αναστάσεως, της Πεντηκοστής, όπως και αυτό που βλέπουν οι άγιοι της Εκκλησίας, είναι το φως της βασιλείας του Θεού. Είναι το πραγματικό σύμβολο της παρουσίας του.

Το μεγάλο λάθος, που γίνεται από τη δυτική κυρίως θεολογία στο σημείο αυτό, είναι ότι η συμβολική ή η «εκ μέρους φανέρωση της βασιλείας του Θεού στον κόσμο λαμβάνεται με μεταφορική ή αναλογική έννοια. Αυτό απέκρουσε με ιδιαίτερη έμφαση ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς κατά τη διαμάχη του με τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό. Το φως της Μεταμορφώσεως, που είναι το ίδιο με το φως το οποίο βλέπουν οι άγιοι της Εκκλησίας, δεν είναι κτιστό σύμβολο της βασιλείας του Θεού, αλλά φυσικό σύμβολό Της. Είναι δηλαδή το ίδιο το φως της βασιλείας του Θεού, που φανερώνεται εκ «μέρους», για να γίνει προσιτό στον άνθρωπο. Όπως η αυγή που προέρχεται από το φως του ήλιου αποτελεί το φυσικό σύμβολο ή το προοίμιο της φανερώσεώς του, έτσι και το άκτιστο φως που φανερώνεται στην Εκκλησία αποτελεί το φυσικό σύμβολο της βασιλείας του Θεού [11].

Ο εσχατολογικός χαρακτήρας της Εκκλησίας αποκαλύπτεται ιδιαίτερα στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Η τέλεση του μυστηρίου αυτού είναι η κεντρική και η κατεξοχήν εσχατολογική πράξη της Εκκλησίας. Είναι η Λειτουργία της. Αυτή συγκροτεί την τέλεια κοινωνία, που υπερβάλλει τις διαιρέσεις του χώρου και του χρόνου και φανερώνει στον κόσμο τη βασιλεία του Θεού. Η μετοχή στη Θεία Ευχαριστία είναι κοινωνία με το Χριστό. Είναι μετοχή στην αιώνια ζωή του [12]. Είναι είσοδος στη βασιλεία του. Αυτά δεν παρουσιάζονται μεταφορικά, αλλά συντελούνται πραγματικά και προσφέρονται βιωματικά στα μέλη της Εκκλησίας. Η χριστιανική ζωή έχει εμπειρικό χαρακτήρα. Και το περιεχόμενο της εμπειρίας αυτής είναι η παρουσία της βασιλείας του Θεού. Αυτήν προϋποθέτει, προς αυτήν κατευθύνεται και από αυτήν τρέφεται η ζωή των πιστών μέσα στην Εκκλησία.

roloi ekklisia1

Η μετοχή στη βασιλεία του Θεού διενεργεί υπέρβαση του χρόνου. Όπως και η παρουσία της βασιλείας του Θεού στον κόσμο καταργεί τις διαιρέσεις του χρόνου. Η Λειτουργία της Εκκλησίας, η Θεία Ευχαριστία που είναι και ο αρραβώνας της βασιλείας του Θεού, ανατρέπει κάθε έννοια χρονικής ακολουθίας. Είναι το δείπνο, στο οποίο προσφέρει ο Χριστός το σώμα και το αίμα του πριν από τη Σταύρωσή του, και το οποίο εξακολουθεί να λειτουργεί μετά την Ανάστασή του.

Η Εκκλησία του Χριστού δεν είναι μια συμβατική ή επιμέρους κοινωνική ομάδα, αλλά κοινωνία καθολική. Και είναι καθολική, γιατί εκτείνεται όχι μόνο «πανταχού της οικουμένης» αλλά και «πανταχού των χρόνων» [13]. Ακόμα η Εκκλησία υποδηλώνει μέσα στον κόσμοό την αιωνιότητα και κατευθύνει τον κόσμο προς αυτήν. Οι θεσμοί της Εκκλησίας, παρατηρεί ο Μ. Βασίλειος, μεταφέρουν το νου του ανθρώπου «από των παρόντων επί τα μέλλοντα». Έτσι, συνεχίζει ο ίδιος ιεράρχης, με κάθε γονυκλισία και ανόρθωση ο πιστός μαρτυρεί έμπρακτα «ότι διά της αμαρτίας εις ην κατερρύημεν, και δια της φιλανθρωπίας του κτίσαντος ημάς εις ουρανούς ανεκλήθημεν» [14].

Η απλή και εκφραστική αυτή εκδήλωση της γονυκλισίας δίνει στο Μ. Βασίλειο την αφορμή να μνημονεύσει τις νέες διαστάσεις, μέσα στις οποίες εκδιπλώνεται η ζωή του πιστού. Με την αποδοχή της φιλανθρωπίας του Θεού (ως δυνάμεως που ανυψώνει από τη γη στον ουρανό, διαπιστώνει ο άνθρωπος νέους προσανατολισμούς μέσα στον ευθύγραμμο χρόνο της Ιστορίας. Η αιωνιότητα συνδέεται με τη χρονικότητα. ‘Έτσι κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή στον ευθύγραμμο χρόνο προσλαμβάνει απεριόριστη ευρύτητα και απύθμενο βάρος. Γίνεται δοχείο της αίωνιότητας και προσφέρεται ως δυνατότητα κοινωνίας του πεπερασμένου με το υπερβατικό. Το αιώνιο γίνεται μεθεκτό μέσα στο χρόνο. Και ο χρόνος δεν περιορίζεται σε μια φευγαλέα και μη αντιστρεπτή ροή, αλλά η κάθε στιγμή του παρέχει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να ενταχθεί στην άπειρη αγάπη του αιώνιου Θεού.

Η Εκκλησία δεν υποτάσσεται στο χρόνο, αλλά οδηγεί από το χρόνο στην αιωνιότητα. Ως σώμα Χριστού και κοινωνία θεώσεως η Εκκλησία εισάγει τον κόσμο στη βασιλεία του Θεού. Αλλά και πάλι ως σώμα Χριστού και κοινωνία θεώσεως η Εκκλησία φανερώνει μέσα στον κόσμο τη βασιλεία του Θεού. ‘Ο κόσμος και η βασιλεία του Θεού συνδέονται και συνυφαίνονται, δημιουργώντας έτσι την εσχατολογική περίοδο της παρουσίας της Εκκλησίας. Ο χρόνος της Ιστορίας γίνεται «χώρος» εντάξεως στην αιωνιότητα.

Η υπέρβαση του κόσμου πραγματοποιείται εν Χριστώ μέσα στην Εκκλησία με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος [15]. Η Εκκλησία δεν καταλύεται μαζί με τον κόσμο. Το τέλος του κόσμου, που θα είναι και το τέλος του χρόνου, δεν θ’ αποτελέσει και τέλος της Εκκλησίας. Η Εκκλησία οδηγεί στη βασιλεία του Θεού. Και όπως η φανέρωση της βασιλείας του Θεού δεν γίνεται δια μιας, αλλά κλιμακώνεται, έτσι και το τέλος του κόσμου δεν έρχεται δια μιας, αλλά παρουσιάζεται ως προανάκρουσμα και ως ολοκλήρωση. Προανάκρουσμα του τέλους ήταν η καταστροφή των Ιεροσολύμων και ολοκλήρωσή του θα είναι η τελική καταστροφή.

Αναφερόμενος ο Χριστός στη συντέλεια του κόσμου συνδέει την καταστροφή των Ιεροσολύμων με την καταστροφή του κόσμου και καταλήγει με τη διαβεβαίωση: «Αμήν λέγω υμίν, ου μη παρέλθη η γενεά αύτη έως αν πάντα ταύτα γένηται. Ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσιν» [16]. Η καταστροφή των Ιεροσολύμων πραγματοποιήθηκε, πριν παρέλθει η γενιά προς την όποία μίλησε ο Χριστός. Και η τελική καταστροφή θα πραγματοποιηθεί, πριν παρέλθει η γενιά των Χριστιανών [17].

Το τέλος του κόσμου, όπως και η αρχή του, δεν μπορεί να τοποθετηθεί σε κάποια χρονική στιγμή. Η αρχή και το τέλος του κόσμου νοούνται από τον άνθρωπο μόνο σε σχέση με τη συμβατική τους θέση μέσα στο χρόνο. Έτσι, χωρίς να συνιστούν υποκειμενικά φαινόμενα, συνδέονται αναπόφευκτα με την υποκειμενική θέση του ανθρώπου μέσα στην Ιστορία και είναι απροσπέλαστα ως θελήματα του Θεού. Σωστότερα λοιπόν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε όχι για το τέλος του κόσμου, αλλά για το μυστήριο του τέλους του κόσμου, που θα είναι και μυστήριο του τέλους του χρόνου, όπως οφείλουμε να μιλούμε και για το μυστήριο της αρχής του κόσμου, που είναι και μυστήριο της αρχής του χρόνου.

Πριν από το χρόνο, όπως και μετά το χρόνο, υπάρχει η υπέρχρονη αιωνιότητα και η αϊδιότητα [18]. Ο χρόνος αποκτά νόημα, γιατί συνδέεται με την αιωνιότητα και την αϊδιότητα. Γίνεται πραγματική Ιστορία, γιατί ενώνεται με την εσχατολογία [19]. Η Ιστορία δεν έχει νόημα χωρίς κάποιο τέλος. Και το τέλος της Ιστορίας μετά την έλευση του Χριστού υπάρχει σε κάθε στιγμή της. Έτσι το νόημα της Ιστορίας για την ‘Εκκλησία βρίσκεται στο απεριόριστο βάθος κάθε στιγμής της και όχι στις εξωτερικές εναλλαγές της χρονικής ροής. Το μήκος του χρόνου και της Ιστορίας αποκτά αξία με την αξιοποίηση του βάθους τους. Και το βάθος του χρόνου και της Ιστορίας προσφέρει τη μόνη ουσιαστική δικαίωση του μήκους τους.

Ο περιορισμός του χρόνου σε μονοδιάστατη κίνηση οδηγεί αναπόφευκτα στη διάψευση και την απογοήτευση. Η Ιστορία των πολιτισμών είναι Ιστορία διαψεύσεων. Και ο λεγόμενος χριστιανικός πολιτισμός, ως ανθρώπινη δημιουργία στον ευθύγραμμο Ιστορικό χρόνο, έχει την ίδια απόληξη. ‘Εκείνο όμως που προσφέρει η ‘Εκκλησία είναι η διέξοδος από το κοσμικό αδιέξοδο. Είναι η μετάβαση από την άσκοπη χρονική ροή και περιδίνηση στην πληρότητα της θείας αγάπης και ζωής.

‘Ο κοσμικός χώρος και ο κοσμικός χρόνος συνδέονται με την απάτη του κόσμου. Μετατρέπονται όμως σε θετικούς παράγοντες, όταν χρησιμοποιούνται ως αφορμές για την ένταξη στην αλήθεια της αιώνιας ζωής. Η παρούσα ζωή, παρατηρεί ο Μ. Βασίλειος, είναι στην πραγματικότητα θάνατος. Άλλη είναι η ζωή στην οποία καλεί τον άνθρωπο ο Χριστός [20]. Είναι η ζωή που δεν υπόκειται στην απάτη του κόσμου και τη διάψευση του θανάτου. Είναι η ζωή που μεταμορφώνει τον άνθρωπο και τον τοποθετεί πέρα από τις ανθρώπινες δυνατότητες και προοπτικές. Είναι η ζωή της βασιλείας του Θεού, που φανερώνεται μέσα στην ‘Εκκλησία του Χριστού και προσφέρεται στον άνθρωπο εδώ και τώρα.

‘Ο Χριστιανός καλείται να χρησιμοποιεί σωστά το χρόνο του και να τον επενδύει στην προοπτική της αιώνιας ζωής [21]. Η σχετικότητα και η ανωμαλία της παρούσας ζωής δεν αποτελούν αρνητικές καταστάσεις η απλά επεισόδια, αλλά δυνατότητες για τη μετάθεση εκ «των δρωμένων και σαλευομένων επί τα εστώτα και μη κινούμενα» [22]. Στην προοπτική αυτή όλα βρίσκουν τη θέση και τη δικαίωσή τους. Τίποτε δεν εγκαταλείπεται. Τίποτε δεν παραθεωρείται. Τίποτε δεν αντιμετωπίζεται ως συμπτωματικό. ‘Ο Θεός είναι ο Κύριος του κόσμου και της Ιστορίας, ο Παντεπόπτης και Παντοκράτωρ. Η χαρά και ο πόνος, η επιτυχία και η αποτυχία, η πρόοδος και η καταστροφή δεν αλληλοαφανίζονται, αλλά προσφέρονται ως μέσα για την ολοκλήρωση του ανθρώπου· για την καθολική καταξίωση της ζωής του, που πραγματοποιείται στην Εκκλησία.

Η Εκκλησία δεν αποστρέφεται το χρόνο, αλλά φανερώνεται μέσα στο χρόνο. Λε λυπάται γι’ αυτό που έφυγε, ούτε αγωνιά γι’ αυτό που έρχεται. Το κλείσιμο της μέρας που περνάει γίνεται απαρχή της μέρας που έρχεται. Κάθε Εσπερινός εισάγει στην καινούργια μέρα. Κι ενώ ο άνθρωπος μπορεί να στενοχωρείται γι’ αυτό που έχασε ή να χαίρεται γι’ αυτό που περιμένει, ενώ μπορεί να λυπάται για το παρελθόν και να φοβάται για το μέλλον, η Εκκλησία τον καλεί σταθερά και αδιατάρακτα σε μια πορεία εμπιστευμένη στα χέρια του Θεού. Αυτού που είναι ο Κύριος του χρόνου και της Ιστορίας, ο ΙΙαντοκράτωρ.

1. Ιω. 5,25.

2. Πρβλ. Πράξ. 2,17. Β΄ Τιμ. 3,1. Εβρ. 1,2. Ιακ. 5,3. Α’ Ιω. 2,18. Μ. Αθανασίου, Κατά Αρειανών 1,55, ΡG 26,125C.

3. Βλ. Ματθ. 16,28. Μάρ. 9,1. Λουκ. 9,27,

4. Βλ. Σ. Αγουρίδου, «Χρόνος και αιωνιότης (εσχατολογία και μυστικοπάθεια), εν τη θεολογική διδασκαλία Ιωάννου του Θεολόγου», Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής, τόμ. 3, Θεσσαλονίκη 1958, σ. 156.

5. Α΄ Κορ. 13, 9.

6. «Παιδία, εσχάτη ώρα εστί, και καθώς ηκούσατε ότι ο αντίχριστος έρχεται, και νυν αντίχριστοι πολλοί γεγόνασιν· όθεν γινώσκομεν ότι εσχάτη ώρα εστίν», Α΄ Ιω. 2,18. Πρβλ. και 4,3. Περισσότερα για τον αντίχριστο βλ. στη μελέτη μας, Ορθόδοξη Θεολογία και κοινωνική ζωή, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 126-35.

7. Αποκ. 1,8.

8. Α΄ Ιω. 5, 11.

9. Α΄ Ιω. 3,2.

10. Α΄ Κορ. 13, 12.

11. Βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 3,1,14, Συγγράμματα, τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1962, σ. 628. Αντιρρητικός προς Ακίνδυνον 5,8,33, Συγγράμματα, τόμ. 3, Θεσσαλονίκη 1970, σ. 311.

12. Βλ. Ιω. 6, 33-7.

13. Ιω. Χρυσοστόμου, Ερμηνεία εις ψαλμόν 144,4, ΡG 469-70.

14.Περί Αγίου Πνεύματος 27,66, ΡG32,192C.

15. Πρβλ. “Ελθέτω χάρις και παρελθέτω ο κόσμος ούτος”.

16. Ματθ. 24,34-5.

17. Για την ερμηνεία της λέξεως «γενεά» ως γενεάς των Χριστιανών βλ. Ιω. Χρυσοστόμου, Ομιλία εις Μστθαίον 77, ΡG 58, 502.

18. «Ην τις πρεσβυτέρα της του κόσμου γενέσεως κατάστασις ταις υπερκοσμίοις δυνάμεσι πρέπουσα, η υπερχρόνιος, η αιωνία, η αΐδιος». Μ. Βασιλείου, Εις Εξαήμερον 1,5,ΡG 29,13Α,

19. Πρβλ. O. Clement, Transfigurer le temps. Notes sur letemps a la lumiere de la tradition orthodoxe, Neuchatel 1959, σ. 130.

20. Ομιλία εις Ψαλμόν 33,9,PG 29,373A.

21. Βλ. Εφ. 5,16. Κολ. 4,5.

22. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 7,19,ΡG 35,780Β.

pemptousia &pemptousia

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γέρων Ευδόκιμος Αγιοπαυλίτης

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2013

 
Ο γερω-Ευδόκιμος ο Αγιοπαυλίτης, κατά κόσμον Ευάγγελος Τραυλός, γεννήθηκε το έτος 1910 στο Φανάρι Καρδίτσας. Όταν απολύθηκε από το στρατό, είπε να γράψουν στο φύλλο πορείας Δάφνη, και έτσι δεν πήγε στο χωριό του, αλλά ήρθε κατευθείαν για μοναχός. Ήταν να κοινοβιάσει αλλού. Στάθμευσε για ένα βράδυ στον Άγιο Παύλο, του άρεσε η τάξη κι έμεινε. Τον κράτησαν. Ήταν εγγράμματος, απόφοιτος Σχολαρχείου. Ο Ηγούμενος τον είχε βοηθό του. Το 1935 έγινε η κουρά του.
Η μητέρα του, οι αδελφές του και ο αδελφός του δεν ήθελαν να γίνει μοναχός.
Αυτός, αφότου έγινε μοναχός, ποτέ του δεν πήγε στο χωριό να δει τους συγγενείς του. Και στον κόσμο βγήκε μετά από τριάντα χρόνια, γιατί είχε αιμορραγία ακατάσχετη από τη μύτη και ο γιατρός φοβήθηκε μην πεθάνει.
Μια χρονιά έγινε σεισμός και οι πατέρες κοιμόνταν έξω στον πίσω κήπο, στα πεζούλια. Ο γερω-Ευδόκιμος δεν βγήκε. Κοιμόταν στο κελί του και όταν τον ρωτούσαν γιατί δε φοβάται, απαντούσε:
“Εγώ ήρθα για το Μοναστήρι. Άμα θέλει η Παναγία να ρίξει το Μοναστήρι, τί την θέλω τη ζωή μου;”. Ο ίδιος άναβε τα καντήλια και καθ’ όλη τη διάρκεια του σεισμού δε βγήκε από το Μοναστήρι.
Μετάνοιες και νηστείες δεν έκανε πολλές.
Με την ευχή ασχολείτο. Δεν ξάπλωσε ποτέ του. Το κελί του ήταν γεμάτο πράγματα άχρηστα. Το παράθυρο δεν το έκλεινε ποτέ, χειμώνα-καλοκαίρι. Ο μόνος κενός χώρος ήταν ένας διάδρομος από την πόρτα ως το σημείο του κρεβατιού.
Κοιμόταν καθιστός και σκεπαζόταν με μία τσέργα. Τον ρωτούσαν γιατί δεν ανάβει φωτιά, και απαντούσε: “Πού είναι τα κρύσταλλα; Δεν βλέπω κρύσταλλα για να βάλω φωτιά”. Το ίδιο απαντούσε και όταν του έλεγαν να κλείσει το παράθυρο.
Είχε πηγαίο χιούμορ, αλλά ποτέ δεν κατέκρινε. Να τον έβριζες με τα χειρότερα λόγια, στεκόταν λίγο σιωπηλός και ύστερα έλεγε: “Καλά, Γέροντα, ευχαριστώ”, και έφευγε.
Ήταν αγαπητός σε όλους και ανεξίκακος. Ήταν πάντα πρόθυμος και υπάκουος σε όλους που τον καλούσαν σε διακονία. Να τον έβριζες και μετά να του έλεγες, “πάτερ Ευδόκιμε”, έλεγε με διάθεση και προθυμία, “ευλόγησον”, σαν να μην είχε συμβεί τίποτε.
Κάποτε, όταν συζητούσαν για κάποιο θέμα του Μοναστηριού και είπε ο γερω-Ευδόκιμος τη γνώμη του, κάποιος συνεργεία διαβολική τον αποπήρε λέγοντάς του:
– Πάψε εσύ, δεν είσαι προϊστάμενος.
– Ευλόγησον, έχεις δίκαιο, είπε και έσκυψε το κεφάλι του.
Το χειμώνα μετά την τράπεζα πήγαινε κατ’ ευθείαν στην Εκκλησία. Καθόταν σ’ ένα στασίδι, κατέβαζε το κουκούλι να μη φαίνεται, άπλωνε το κομποσχοίνι και έλεγε την ευχή. Τον ρωτούσε ένα καλογέρι: “Τι κάνεις, γερω-Ευδόκιμε;”. Απαντούσε: “Τον πολεμάω. Βλέπεις το κανόνι;”, και έδειχνε το τριακοσάρι του.
Τόσα χρόνια στο Μοναστήρι κανείς δεν τον είδε θυμωμένο ποτέ. Είχε το ακατάκριτον και το αγόγγυστον. Είχε επίσης και φυσική ευγένεια. Όταν ήθελε κάτι, έλεγε: “Πού είσαι, Γέροντα (και τα νέα καλογέρια έτσι τα αποκαλούσε), αν μ’ αγαπάς, φέρε μου αυτό”.
Συνήθως ήταν με το ράσο και το κουκούλι στην πόρτα. Είχε το διακόνημα του πορτάρη και συμβούλευε τους προσκυνητές.
Ήθελαν να τον κάνουν προϊστάμενο, αλλά αυτός για να αποφύγει κρυβόταν στην ασβεσταριά. Τρεις μέρες τον έψαχναν. Ο Γέροντας τον παρατήρησε και του είπε να παρουσιασθεί στη Σύναξη να πει όχι, αν δε θέλει. Όταν πήγε και του πρότειναν, είπε: “Ευχαριστώ πολύ, Γέροντα, η Παναγία να πληρώσει τον κόπο σας. Έχετε κάτι άλλο;… Ευλογείτε”· και έφυγε.
Τον ρωτούσε κάποιος, αν μετάνιωσε που δεν έγινε προϊστάμενος. “Όχι”, απάντησε, “χαίρομαι που δεν φαίνεται η υπογραφή μου σε κάποιο χαρτί”.
Συμβουλευόταν τον γερω-Ιωσήφ τον Ησυχαστή, για τον οποίο έλεγε ότι ήταν άγιος άνθρωπος, και από εκείνον έμαθε την ευχή. Την εξασκούσε όχι συστηματικά, όπως άλλοι, αλλά απλά. Είχε προσπάθεια να λέγει όσο συχνότερα μπορούσε την ευχή.
Συμβούλευε: “Παιδί μου, να λες την ευχή συνέχεια, όχι μόνο στον κανόνα. Αν καμιά φορά κουράζεσαι, να το γυρνάς στον πλάγιο του πρώτου και να τη λες λίγο ψαλτά και μετά πάλι νοερώς. Και όταν ανεβαίνεις τις σκάλες, να λες σε κάθε σκαλοπάτι, “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” “.
Όταν γήρασε και τον ανέλαβε ο γηροκόμος, πρώτα του άδειασε το κελί από τα άχρηστα πράγματα, το τακτοποίησε και έκλεισε το παράθυρο. Όταν τον έφερε στο κελί του, ο γερω-Ευδόκιμος ρωτούσε: “Καλά, Γέροντα, στο κελί μου πότε θα πάω;¨. Πίστεψε ότι τον είχαν μεταφέρει σε άλλο κελί. Έλεγε: “Πενήντα χρόνια έχω να ξαπλώσω”.
Είχε γηροκομήσει αρκετά γεροντάκια και είχε μαζέψει μία σακούλα γυαλιά. Του έλεγε ο γηροκόμος του:
– Εσύ βρήκες εμένα τον ταλαίπωρο και σου δίνω ένα ποτήρι νερό. Εμένα άραγε θα με γηροκομήσει κανείς; Απαντούσε ήρεμα:
– Μην στεναχωριέσαι, Γέροντα, θα σε οικονομήσει ο Θεός, όπως οικονόμησε και μένα. Εφτά γεροντάκια γηροκόμησα και δε μ’ άφησε ο Θεός. Και σένα δε θα σ’ αφήσει.
Ο γηροκόμος θα γινόταν μεγαλόσχημος και του το ανακοίνωσε. Ο γερω-Ευδόκιμος χάρηκε πάρα πολύ και του ευχήθηκε. Του ζήτησε συμβουλές και του είπε: “Δύο κεφάλαια Καινή Διαθήκη να διαβάζεις κάθε μέρα. Δύο κεφάλαια. Μην τ’ αφήνεις. Να κάνεις την Παράκληση, να λες τους Χαιρετισμούς και το κομποσχοίνι. Θα δουλεύεις την ευχή, ώσπου να ακούσεις από μέσα σου τη φωνή. “Αν δεν την ακούσεις, δεν προχώρησες. Όταν θα λες “Κύριε Ιησού Χριστέ”, θα ακούς μέσα σου φωνή: “Τι θέλεις;”. “Ελέησόν με” “. Το ζούσε. Επίσης έλεγε: “Ούτε ένα σκαλί να μην ανέβεις μέσα στο Μοναστήρι, χωρίς να πεις μία ευχή”.
Τον αγαπούσαν οι πατέρες και ο Γέροντας και κάθε βράδυ περνούσαν να τον δουν στα τελευταία του. Όταν κουραζόταν, ενώ ήταν σκεπασμένος με τη φλοκάτη, έβγαζε το κεφάλι του και έλεγε με απλότητα: “Ο πατήρ Ευδόκιμος τώρα θέλει ησυχία, αν με αγαπάτε…”, και πάλι σκεπαζόταν.
Έκανε υπακοή στο γηροκόμο. Τον άφησε για πρώτη φορά να του πλύνει το σώμα του. Ύστερα είπε: “Πενήντα χρόνια είχε να δει νερό το κορμάκι μου”. Ποτέ του δε γόγγυσε και δεν παραπονέθηκε ούτε ποτέ είπε, “αχ, πονώ”. Ήταν πάντα εύχαρις και δοξολογούσε τον Θεόν. Έλεγε: “Δόξα σοι ο Θεός. Εμείς όλα τάχουμε. Πού να δεις στα Νοσοκομεία άλλους χωρίς χέρια και χωρίς πόδια. Εμείς τι έχουμε;”
Τον περιποιόταν ο γηροκόμος και του έλεγε ο γερω-Ευδόκιμος:
– Η Παναγία να πληρώσει τον κόπο σου. Δόξα σοι, ο Θεός! Όλα καλά, όλα πλούσια. Καλά περνάμε.
– Εδώ καλά περνάμε, γερω-Ευδόκιμε, εκεί τι θα κάνουμε;
– Και εδώ καλά και εκεί καλύτερα.
– Πώς το’ χεις τόσο σίγουρο ότι θα σωθούμε;
– Γέροντα, πώς να μην το’ χω σίγουρο; Εμείς για τη σωτηρία μας ήρθαμε εδώ. Πενήντα χρόνια αγωνιζόμαστε. Αν βρω δυσκολία, θα φωνάξω το Γέροντα, τον Άγιο Παύλο: “Γέροντα, μισόν αιώνα σε διακόνησα, τώρα δε θα με βοηθήσεις;”, και ήταν σίγουρος ότι θα εισακουστεί.
Και έλεγε στο καλογέρι το γηροκόμο του: “Μην πτοείσαι, Γέροντα. Ο Γέροντάς μας δε θα μας αφήσει”. Πριν καταπέσει, πήγαινε πού και πού στο Νοσοκομείο. Μια φορά τον επισκέφτηκε ο Ηγούμενος και τον ρώτησε:
– Τι κάνεις; Είσαι καλά; Σου λείπει τίποτε;
– Όχι, δόξα τω Θεώ. Μόνο τα πνευματικά.
Έκανε λεπτομερή εξομολόγηση και κοινωνούσε κάθε μέρα στα τελευταία του. Την τελευταία ημέρα της ζωής του πριν από την ακολουθία είχε το βλέμμα του προσηλωμένο προς τα πάνω και δε μιλούσε. Τον ρώτησε ο γηροκόμος, αν βλέπει κάτι, και με το πηγαίο χιούμορ του απάντησε:
– Όχι ακόμα, αργότερα θα σου πω, χωρίς να γυρίσει να τον δει.
– Βάραινες. Μήπως φεύγεις; Τον ξαναρώτησε.
– Όχι ντε… Θα σου το έλεγα.
– Μήπως να φέρουμε να σε κοινωνήσουμε τώρα;
– Να τελειώσει η Λειτουργία!
Στη δοξολογία πήγε να τον δει. Αισθανόταν χαρά ανεξήγητη, που όλο αυξανόταν, όσο πλησίαζε στο κελί του. Επικρατούσε σιγή και όταν μπήκε στο κελί είδε το γερω-Ευδόκιμο τελειωμένο. Η ψυχή του είχε πετάξει προς τον ποθούμενο Κύριο και στο πρόσωπό του έμενε ένα πλατύ χαμόγελο. Ήταν μεγάλη Σαρακοστή, Δ’ Κυριακή των Νηστειών, του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, 16 Μαρτίου του έτους 1987, και ο γερω-Ευδόκιμος διήνυε το 77ο έτος της ηλικίας του. Το απόγευμα έγινε η κηδεία του.
Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.
Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη παράδοση
Εκδόσεις Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος» σελ. 216-223

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Προσκύνημα στην κορυφή του Άθω (φωτογραφίες)

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Σεπτεμβρίου, 2013

Τις τελευταίες ημέρες του Αυγούστου, ο αγαπητός φίλος Μιχάλης πραγματοποιώντας προσκυνηματική επίσκεψη στο Άγιο Όρος, ανέβηκε στην κορυφή του Άθω (2033 μ.) όπου και διανυκτέρευσε.  Την μοναδική εμπειρία τόσο της διαδρομής (ανέβηκε από την πλευρά του Αγίου Παύλου) όσο και της παραμονής του στην κορυφή, όπου θαύμασε την δύση και την ανατολή του ήλιου, κατέγραψε με την φωτογραφική του μηχανή. Ένα μικρό δείγμα, το οποίο μου έστειλε, μοιράζομαι μαζί σας:

agioritikesmnimes

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γέροντας Πορφύριος: Οικογένεια και παιδιά

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Σεπτεμβρίου, 2013

Κ. Ι.: Ὑπάρχει ἕνα τεράστιο κεφάλαιο, ποὺ ἀφορᾶ τὴν πλειονότητα τῶνἀνθρώπων· τὸ κεφάλαιο τοῦ ἔγγαμου βίου, μὲ τὰ πάμπολλα προβλήματά του καὶτὶς δυσκολίες του. Ἀπὸ προσωπικὴ ἐμπειρία γνωρίζω ὅτι ὁ Γέρων Πορφύριοςἐνδιαφερόταν τὰ μέγιστα γιὰ τὴ διατήρηση τῶν σωστῶν συζυγικῶν σχέσεων καὶ τοῦ ἱεροῦ θεσμοῦ τῆς οἰκογένειας. Μόνιμη δὲ ἔγνοια του ἦταν ἡ σωστὴἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν μέσα σὲ μία ὑγιῆ, εἰρηνικὴ κι ἀγαπημένη οἰκογένεια.

Χ.Μ.Π.: Ἔχετε ἀπόλυτο δίκαιο. Ὁ Γέρων Πορφύριος ἀσχολεῖτο κατὰ κύριο λόγο μὲ τὶς σχέσεις συζύγων καὶ τὶς σχέσεις γονέων καὶ παιδιῶν.
Ὅταν πήγαινε κάποιος παντρεμένος, ποὺ δὲν εἶχε καλὴ σύζυγο ἢ μία παντρεμένη, τῆς ὁποίας ὁ σύζυγος δὲν ἦταν καλὸς καὶ σήκωνε τὸ σταυρό του ἢτὸ σταυρό της μὲ ὑπομονή, τὸν ἀποκαλοῦσε ἅγιο· κι ἂν ἦταν γυναίκα, τὴνἀποκαλοῦσε ἁγία.
Κάποια φορὰ πῆγε νὰ τὸν δεῖ ἕνας παντρεμένος, ποὺ δὲν ἦταν καθόλου καλὸς σύζυγος, ἐνῶ παράλληλα ἔκτιζε μία ἐκκλησία καὶ τοῦ εἶπε:
— Γέροντά μου, ἐγὼ κτίζω μία ὡραία ἐκκλησία.
— Τί κτίζεις, εὐλογημένε, αὐτὴ τὴ μικρὴ ἐκκλησία, ἀφοῦ χάλασες τὴν ἄλλη μεγάλη ἐκκλησία, ποὺ εἶναι τὸ σπίτι σου;
Κ. Ι.: Πάρα πολὺ ὡραῖο αὐτό.
Χ.Μ.Π.: Πάντοτε συμβούλευε τοὺς γονεῖς νὰ μὴν καβγαδίζουν ποτὲ μπροστὰστὰ παιδιά τους, διότι τὰ παιδιά, ὅταν ἀκοῦν τοὺς γονεῖς τους νὰ καβγαδίζουν, νιώθουν σὰν νὰ πέφτει τὸ σπίτι ἐπάνω στὸ κεφάλι τους.
Κ. Ι.: Ἔτσι καὶ εἶναι.
Χ.Μ.Π.: «Τὰ παιδιά», ἔλεγε, «πρέπει νὰ μεγαλώνουν μὲ τὸ χάδι τῆς μητέρας καὶμὲ τὸ χάδι τοῦ πατέρα, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ προσέχει, ὥστε νὰ μὴν εἶναι πολὺσκληρός. Κι ἂν χρειαστεῖ νὰ ἐπιβάλει κάποτε μία τιμωρία, νὰ τὸ κάνει μὲ πολλὴπροσοχὴ καὶ πολὺ μέτρο, γιὰ νὰ μὴ δημιουργήσει στὸ παιδὶ κανένα τραῦμα».
Μιὰ φορὰ μᾶς διηγήθηκε τὴν ἀκόλουθη ἱστορία:
— Κάποτε πῆρα μία μεγάλη ποσότητα καραμέλες καὶ πῆγα σ’ ἕναὀρφανοτροφεῖο. Μοίρασα τὶς καραμέλες στὰ ὀρφανὰ παιδιά, ἀλλὰ ἔβλεπα βαθιὰμέσα στὶς ψυχές τους, ποὺ ἦταν πιασμένες, μαζεμένες κι ἔτσι τὰ παιδιὰ δὲν εἶχαν τὴν ἄνεση νὰ χαμογελάσουν. Ἔφυγα ἀπ’ ἐκεῖ καὶ πῆγα νὰ πάρω τὸ λεωφορεῖο.Ὅταν μπῆκα στὸ λεωφορεῖο, εἶδα κάποιους ἐπιβάτες νὰ τσακώνονται μεταξύ τους: «Σήκω ἀπ’ ἐδῶ… κάθησε πιὸ πέρα… μάζεψε τὰ πόδια σου…» κ.ο.κ.. Φώναζαν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, διαπληκτίζονταν ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλο. Σκέφτηκα τότε: «Ἐκεῖνα τὰ παιδιά, στὸ ὀρφανοτροφεῖο, ὀρφανὰ ἀπὸ τὸν ἐπίγειο πατέρα τους· αὐτοὶ ἐδῶ, τὰ μεγάλα αὐτὰ παιδιά, ὀρφανὰ κι αὐτὰ ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα τους».
Καὶ συνέχισε ὁ Γέρων Πορφύριος νὰ μοῦ ἐξηγεῖ:
— Λόγω αὐτῆς τῆς ὀρφάνιας, ποὺ ἔχει ὁ κόσμος σὲ σχέση μὲ τὸ Θεό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ χαρά, δὲν ξέρει τί κάμνει καὶ παραφέρεται. Ἂν ὁ ἄνθρωπος μπεῖ στὴγραμμὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας καὶ γνωρίσει τὸν Πατέρα του τὸν οὐράνιο, τότε δὲν θὰ συμπεριφέρεται πλέον ὡς ὀρφανὸς καὶ θὰ ἔχει μόνιμα τὴ χαρά. Τὸἄγχος τί εἶναι; Εἶναι, ἀκριβῶς, αὐτὴ ἡ ὀρφάνια ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα.
Μιὰ φορὰ μοῦ εἶπε:
— Ἐσὺ εἶσαι εὐλαβής. Κι αὐτή σου τὴν εὐλάβεια, αὐτή σου τὴν πίστη, θέλεις νὰἐπιβάλεις στοὺς γύρω σου. Νομίζεις ὅτι βγαίνει τίποτε ἔτσι; Κακὸ κάνεις. Διότι οἱἄνθρωποι εἶναι ἀντιδραστικοί. Λὲς στὸν ἄλλο νὰ κάνει κάτι καὶ δὲν τὸ κάνει,ἐπειδὴ τοῦ τὸ εἶπες. Ἀντιδρᾶ καὶ δὲν τὸ κάνει. Ἂν δεῖ ἐσένα νὰ κάνεις αὐτὸ τὸπρᾶγμα, ἴσως τὸ κάνει κι ἐκεῖνος, γιατὶ θὰ σκεφτεῖ «ἀφοῦ τὸ κάνει αὐτός, νὰ τὸκάνω κι ἐγώ».
Καὶ συνέχισε:
— Ἄν, ὅμως, θελήσεις νὰ προσευχηθεῖς στὸ Χριστὸ καὶ νὰ τοῦ πεῖς «Χριστέ μου, σὲ παρακαλῶ, φώτισε ἢ ἐλέησε ἢ κατεύθυνε αὐτὸ τὸ πρόσωπο» καὶ κάμνεις συνεχῶς αὐτὴ τὴν προσευχή, τότε ὁ Χριστὸς ἀρχίζει καὶ στέλλει στὸ πρόσωποἐκεῖνο καλοὺς λογισμούς. Κάθε φορά, ποὺ ἐσὺ λές, γιὰ παράδειγμα, «Κύριε,ἐλέησον τὸ παιδί μου», τὸ παιδί σου παίρνει ἕνα ἀγαθὸ λογισμὸ ἀπὸ τὸν Χριστό. Κι ὅσο ἐσὺ συνεχίζεις νὰ προσεύχεσαι, τόσο περισσότερους ἀγαθοὺς λογισμοὺς παίρνει τὸ παιδί σου. Κι ἂν τώρα τὸ παιδί σου εἶναι ὅπως ἕνα ἄγουρο πορτοκάλι, σιγὰ-σιγὰ θὰ ὡριμάσει καὶ θὰ γίνει ὅπως τὸ θέλεις. Αὐτὸς εἶναι ἀποδεδειγμένα,ἀπὸ τὴ δική μου πείρα, ὁ πιὸ ἀποτελεσματικὸς τρόπος γιὰ νὰ λύει ὁ ἄνθρωπος τὰπροβλήματά του σ’ ὁποιοδήποτε τομέα θέλει. Διότι ὅλοι οἱ ἄλλοι τρόποι, ποὺ οἱἄνθρωποι ἐφαρμόζουν ἀπὸ ἔνστικτο, τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς ἀποτυγχάνουν.
Κ. Ι.: Θὰ ἔχετε, ὑποθέτω, νὰ μᾶς ἀφηγηθεῖτε καὶ κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐπαληθεύθηκαν καὶ αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Γέροντος Πορφυρίου.
Χ.Μ.Π.: Ναί. Τοῦ ζητοῦσα κι ἐγὼ νὰ μοῦ ἀναφέρει διάφορα παραδείγματα γιὰκαθετί, πού μου ἔλεγε. Στὴ συγκεκριμένη περίπτωση μοῦ ὑπέδειξε τὴν περίπτωσηἑνὸς ἀνδρογύνου, ποὺ ἡ κόρη τους εἶχε ξεφύγει ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ἡσυμπεριφορὰ κι ὁ τρόπος ζωῆς τῆς κοπέλας αὐτῆς εἶχε δημιουργήσει τέτοια κατάσταση μέσα στὸ σπίτι, ποὺ ὁ πατέρας εἶχε βγεῖ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἦταν πῦρ καὶ μανία ἐναντίον τῆς κόρης του, ἤθελε νὰ τὴ σκοτώσει καὶ ἄλλες τέτοιεςὑπερβολές. Τελικὰ δέχθηκε καὶ πῆγε μαζὶ μὲ τὴ γυναίκα του στὸ Γέροντα Πορφύριο.
Ὁ Γέροντας εἶπε τότε στὸν πατέρα:
— Δὲν καταλαβαίνεις ἐδῶ τί γίνεται; Ἐδῶ τὸ παιδί σου τὸ ἔχει καβαλικέψει ὁδιάβολος καὶ τὸ κάμνει ὅ,τι θέλει καὶ τὸ πάει ὅπου θέλει. Δὲν βγαίνει τίποτε ἔτσι, ποὺ συμπεριφέρεσαι. Τὸ πρόβλημα αὐτὸ χρειάζεται προσευχή. Ἐσὺ κι ἡ γυναίκα σου, κι οἱ δυό σας μαζί, θ’ ἀρχίσετε νὰ προσεύχεστε συνεχῶς γιὰ τὴν κόρη σας καὶ δὲν θὰ τῆς μιλᾶτε καθόλου γιὰ τὸ θέμα αὐτό.
Καὶ συνέχισε:
— Κι ὅταν ἔρχεται ἀργὰ τὸ βράδυ στὸ σπίτι, ὅπως συνηθίζει νὰ ἔρχεται, θὰ τῆς πεῖτε: «Παιδί μου τὸ φαγητό σου εἶναι μέσα στὸ ψυγεῖο καὶ κάθησε νὰ φᾶς». Ἡκόρη σας τότε θὰ πέσει ἀπὸ τὰ σύννεφα. «Ποῦ βρῆκαν», θὰ σκεφτεῖ, «οἱ γονεῖς μου οἱ βάρβαροι ὅλη αὐτὴ τὴν εὐγένεια»; Ἐσεῖς δὲν θὰ σταματήσετε στὸ μεταξὺνὰ προσεύχεστε. Καὶ νὰ ξέρετε ὅτι ἡ κόρη σας θὰ τσακωθεῖ μὲ τὸ ἄλλο πρόσωπο, ποὺ κάνουν τὴν κακὴ παρέα. Κι ὅταν θὰ ’ρθει νὰ σᾶς πεῖ ὅτι τὰ χάλασε μ’ ἐκείνη τὴν παρέα, νὰ μὴ τῆς πεῖτε «μπράβο, μπράβο, καλὰ ἔκανες», ἀλλὰ νὰπροσποιηθεῖτε τοὺς ἀδιάφορους καὶ νὰ τῆς πεῖτε «ἐμεῖς, παιδί μου, δὲν ξέρουμε,ἐσὺ ξέρεις».
Καὶ πράγματι, ἔτσι ἐκτυλίχθηκαν τὰ γεγονότα. Μιὰ μέρα ἡ κοπέλαἀνακοίνωσε στοὺς γονεῖς της ὅτι τὰ χάλασε μ’ ἐκείνη τὴν παρέα. Μπῆκε ἀπὸτότε στὸ σωστὸ δρόμο καὶ σώθηκε.
Κ. Ι.: Ἰδοὺ πῶς ὁ Γέρων Πορφύριος, μὲ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, βοηθοῦσε κι ἔσωζε τοὺς ἀνθρώπους.
Γεροντικὸ τοῦ 20οῦ αἰῶνος
πηγή:εδώ

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γερμανίδα μαμά σε τιμωρία για τις χιλιάδες κοπάνες του γιου της

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Σεπτεμβρίου, 2013

Screen Shot 2013-08-27 at 12.59.33 AM

Μετά βίας γραφή και ανάγνωση

Βερολίνο: «Θα μπορούσατε να έχετε μεγαλώσει έναν θαυμάσιο νέο, αλλά το κάνατε αδύνατο γι’ αυτόν» είπε ο δικαστής στη μητέρα ενός 17χρονου που έχασε 1.000 ημέρες σχολικών μαθημάτων.

Η ποινή που της επέβαλε είναι εννέα μήνες αστυνομικής επιτήρησης.

Το περιφερειακό δικαστήριο του Βερολίνου πληροφορήθηκε ότι ο γιος της κατηγορούμενης έμαθε μετά δυσκολίας γραφή κι ανάγνωση.

Ο νεαρός παρακολουθούσε σποραδικά μόνο τα μαθήματα στα σχολεία όπου είχε εγγραφεί, τόσο στο Βερολίνο όσο και στο Λουντβιχσάφεν, από τον Σεπτέμβριο του 2003 ως τον Ιανουάριο του 2012.

Η 43χρονη, αναλφάβητη και μητέρα πέντε παιδιών δεν έκανε καμιά δήλωση κατά τη δίκη.

Πηγές: ΑΠΕ-ΜΠΕ, Γερμανικό – philenews.com

Κατηγορία ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η πνευματική περιτομή στην Νέα Διαθήκη. Μερικές Πατερικές αναφορές.

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Σεπτεμβρίου, 2013

Σε αυτό το δεύτερο μέρος για το θέμα της «περιτομής», παραθέτουμε σημαντικότατεςΠατερικές ερμηνείες, για να κατανοήσουμε πως η Εκκλησία ερμηνεύει θεοπνεύστως την περιτομή. Θα δούμε πόσο αντιδιαστέλλεται ο Χριστιανισμός από τον Ιουδαϊσμό (και) στο θέμα της περιτομής, και πόσο ανώτερος και πνευματικότερος είναι ο Χριστιανισμός.
O 8ος Κανόνας της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου αναφέρεται σε εκείνους τους Εβραίους που έγιναν χριστιανοί υποκριτικά, διατηρώντας τα Ιουδαϊκά τους έθιμα. Με αυτούς, κανείς δεν πρέπει να συμπροσεύχεται. Στο προκειμένω, αυτό που μας ενδιαφέρει να δούμε είναι η διάσταση μεταξύ Χριστιανισμού και Ιουδαϊσμού, όπως φαίνεται από τον σημαντικό αυτό κανόνα, και μάλιστα με το κύρος της Οικουμενικής Συνόδου.
«[…] πλανώμενοι τινές εκ της των Εβραίων θρησκείας μυκτηρίζειν έδοξαν Χριστόν τον Θεόν ημών, προσποιούμενοι μεν χριστιανίζειν, αυτόν δε αρνούμενοι κρύβδην και λαθραίως σαββατίζοντες, και ετέρα Ιουδαϊκά ποιούντες […]» (Πηδάλιο, σελ. 330).
Αναφέρεται στην θρησκεία των Εβραίων, επομένως στον Ιουδαϊσμό, και ότι κάποιοι από αυτούς προσποιούνται τους Χριστιανούς και αρνούνται τον Χριστό διότι κρατούν λαθραία το νομικό Σάββατο και «ετέρα Ιουδαϊκά».
Το «ετέρα Ιουδαϊκά», κατά την ερμηνεία του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη που δίνει στον κανόνα, είναι «[…] το να περιτέμνουσι τους υιούς των, να νομίζουσιν ακάθαρτον εκείνον οπού πιάση νεκρόν ή λεπρόν, και άλλα όμοια […]» (Πηδάλιο, σελ. 330).
Είναι και η Ιουδαϊκή περιτομή μέσα σε αυτά που όταν κάποιος τα εκτελεί, αρνείται τον Χριστό.
Ο άγιος Ιππόλυτος Ρώμης, στο έργο του «Κατά Πασών Αιρέσεων», στο βιβλίο Θ’, αναφέρεται σε μία αρχαία αίρεση, τους Ηλχασαίτες, που μεταξύ των άλλων, είχαν την Ιουδαϊκή περιτομή. Γράφει: «(Ο Ηλχασαί) […] φάσκων δειν περιτέμνεσθαι και κατά νόμον ζην τους πεπιστευκότας […]» (ΒΕΠΕΣ 5, 354).
Ο Μ. Αθανάσιος, στον πρώτο του Λόγο «Κατά των Αρειανών», αναφέρεται στην επιστολή του αποστόλου Παύλου προς τους Γαλάτες, και από το σχόλιό του προκύπτει αβίαστα ότι η Ιουδαική περιτομή ανήκε στο παρελθόν και ότι καταργήθηκε με την έλευση του Χριστού: «[…] όπως και οι Γαλάται, ενώ είχεν ελθεί το πλήρωμα του χρόνου, αυτοί επροτιμούσαν ακόμη την περιτομήν» (ΕΠΕ 2, σελ. 185).
Ο άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, στην επιστολή 125, αναφέρει ότι οι Ιουδαίοι είχαν την περιτομή, και οι Χριστιανοί έχουμε το βάπτισμα. Αναφερόμενος στην περίπτωση που η γυναίκα του Μωυσή, η Σεπφώρα, έκανε περιτομή στον γιο τους, διορθώνοντας έτσι την αμέλεια του Μωυσή, γράφει: «Πράγματι συμβαίνει συνήθως στις γυναίκες να βρίσκουν συντομότερα από τους άνδρες τρόπους να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες και να καταφεύγουν στον Θεό με μεγαλύτερη ειλικρίνεια. Έκανε λοιπόν εκείνο που και τώρα λέγεται ότι συμβαίνει σε περιπτώσεις μεγάλης ανάγκης. Περικυκλωθήκαμε από πολλές δυσκολίες· ας βαπτίσουμε αμέσως τα παιδιά μας. Ίσως με αυτόν τον τρόπο ο άγγελος σεβαστεί το μυστήριο. Γιατί οι Ιουδαίοι είχαν την περιτομή αντί για το βάπτισμα»(ΕΠΕ 1, σελ. 147).
Ο ιερός Δαμασκηνός, παραθέτοντας την Δογματική γραμμή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γράφει: «Αυτός (ο σταυρός) μας δόθηκε σαν σημάδι πάνω στο μέτωπό μας, όπως στον Ισραήλ δόθηκε η περιτομή· μ’ αυτόν οι πιστοί ξεχωρίζουμε από τους απίστους και γινόμαστε γνωστοί»(Έκδοσις της Ορθοδόξου Πίστεως, κεφ. 84)
Στο ίδιο έργο, γράφει: «Επομένως, η περιτομή ήταν σημάδι που ξεχώριζε τον Ισραηλιτικό λαό από τα ειδωλολατρικά έθνη, με τα οποία ζούσε μαζί. Ήταν μάλιστα τύπος του βαπτίσματος. Διότι, όπως η περιτομή αποκόπτει ένα  αχρείαστο μέλος του σώματος, άχρηστο πλεόνασμα, έτσι και με το άγιο βάπτισμα αποκόπτουμε την αμαρτία […] Αφού, λοιπόν, η αλήθεια φανερώθηκε, ο τύπος και η σκιά δεν έχουν νόημα. Επομένως, τώρα η περιτομή είναι περιττή και αντίθετη στο άγιο βάπτισμα.» (Κεφ. 98).
Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, στην 5η Κατήχησή του, αναφέρει: «Με το Βάπτισμα περιτεμνόμαστε από το Άγιο Πνεύμα, όχι στο σώμα, αλλά στην καρδιά, όπως λέει ο Ιερεμίας: ‘’Και να κάνετε περιτομή για χάρη του Θεού, στην ακροβυστία της καρδιάς σας’’ (Ιερεμίας, 4:4). Και όπως λέει ο απόστολος Παύλος: ‘’Με την περιτομή του Χριστού, ενταφιαστήκατε μαζί Του κατά το Βάπτισμα’’ (Κολ. 2: 11-12).
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής γράφει: «Πνευματική περιτομή της καρδιάς είναι η πραγματοποιούμενη τέλεια αφαίρεση των ενεργειών της αίσθησης και του νου σχετικά με τα αισθητά και τα νοητά, με την παρουσία του Πνεύματος που προκαλεί την άμεση ολική μεταμόρφωση στο σώμα και την ψυχή» (Τ. Φ 14, σελ. 469).
Ο ιερός Χρυσόστομος, αναφέρει στον δεύτερο λόγο του «Κατά Ιουδαίων» για την κατάργηση της Ιουδαϊκής περιτομής- την οποία αναφέρει ως πλάνη-  για μας τους Χριστιανούς: «[…] πάσαν την Ιουδαϊκήν αποθήσονται πλάνην […] Ναι, τοσαύτη της περιτομής η βλάβη, ου παρά την οικείαν φύσιν, αλλά παρά την αγνωμοσύνην. Ην ποτέ καιρός, ότε χρήσιμος ην και αναγκαίος ο νόμος· νυν ουν επαύσατο και αργεί».
Στο τρίτο του λόγο «Κατά Ιουδαίων», αναφέρει ο ιερός Πατέρας: «Και όπερ ο Παύλος προς Γαλάτας έλεγε, ‘’Τούτο και εγώ υμίν λέγω· Γίνεσθε ως εγώ, ότι καγώ ως υμείς’’. Τι δε τούτο εστίν; Έπειθεν αυτούς αποστήναι περιτομής […]». 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η περιτομή στην Παλαιά Διαθήκη και στην Νέα. (Πρώτο μέρος).

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Σεπτεμβρίου, 2013

Η περιτομή, κατά σάρκα, γίνονταν στην Παλαιά Διαθήκη, και δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια μικρή κοπή στην φύση των αρσενικών παιδιών. Αυτό σήμαινε ότι ο περιτεμνόμενος ανήκε στον λαό του Θεού. Ήταν ένα τυπικό εξωτερικό σημείο από το οποίο διακρίνονταν ο πιστός από τον άπιστο, ο Ισραηλίτης από τον εθνικό και ειδωλολάτρη, στον λαό του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη. Η περιτομή ήταν στοιχείο του μωσαϊκού νόμου, αν και είχε δοθεί παλαιότερα στον Αβραάμ, πριν τον νόμο. Ίσχυε στην εποχή του νόμου, όμως ο απ Παύλος μας εξηγεί ότι «ο νόμος, έχων σκιάν των μελλόντων αγαθών, ουχί αυτήν την εικόνα των πραγμάτων» (Εβραίους, 10: 1). Από την στιγμή που ο νόμος ήταν σκιά και όχι η αληθινή εικόνα των πραγμάτων, επόμενο είναι ότι και η κατά σάρκα περιτομή, ως στοιχείο του νόμου, ήταν μια σκιά τότε που σήμερα στην Νέα Διαθήκη σημαίνει κάτι πιο ουσιαστικό. Το τι σημαίνει για μας σήμερα, θα προσπαθήσουμε να το δούμε μέσα από την διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας του Ιησού Χριστού. Σε αυτό το πρώτο μέρος, θα αναφέρουμε κάποια πράγματα από την Αγία Γραφή, και στο δεύτερο κάποια στοιχεία από τους αγίους Πατέρες, αναφορικά με την περιτομή.
 Η περιτομή στην Παλαιά Διαθήκη.
Όπως γράψαμε, η περιτομή δόθηκε για πρώτη φορά στον Αβραάμ ως σημείο διάκρισης μεταξύ πιστού και απίστου, ως διαθήκη μεταξύ του Θεού και του Αβραάμ, πολύ πριν τον νόμο του Μωυσή. Αναφέρεται στο βιβλίο της Γένεσης: 
«Και είπεν ο Θεός προς τον Αβραάμ, συ δε την διαθήκην μου θέλεις φυλάξει, συ και το σπέρμα σου μετά σε εις τας γενεάς αυτών. Αύτη είναι η διαθήκη μου την οποίαν θέλετε φυλάξει, αναμέσον εμού και υμών και του σπέρματός σου μετά σέ· παν άρσεν υμών θέλει περιτέμνεσθαι. Και θέλετε περιτέμνει την σάρκα της ακροβυστίας υμών, και θέλει είσθαι εις σημείον της διαθήκης μεταξύ εμού και υμών· και παιδίον οκτώ ημερών θέλει περιτέμνεσθαι μεταξύ σας, παν άρσεν εις τας γενεάς υμών ο γεγεννημένος εν τη οικία, και ο αργυρώνητος εκ παντός ξένου, όστις δεν είναι εκ του σπέρματός σου· θέλει εξάπαντος περιτέμνεσθαι ο γεγεννημένος εν τη οικία σου, και ο αργυρώνητός σου· και θέλει είσθαι η διαθήκη μου επί της σαρκός υμών εις διαθήκην αιώνιον· και το απερίτμητον άρσεν, του οποίου δεν ήθελε περιτμηθή η σαρξ της ακροβυστίας αυτού, η ψυχή εκείνη θέλει εξολοθρευθή εκ μέσου του λαού αυτής· την διαθήκην μου παρέβη» (Γένεση, 17: 9-14).
Το σημείο της περιτομής συνέχισε να ισχύει και στην εποχή του Μωυσή αλλά και μετέπειτα, σε όλη την ιστορία του κατά σάρκα Ισραήλ.
Μάλιστα, στην αρχή της διακονίας του, ο Μωυσής είχε παραλείψει να κάνει περιτομή στον γιό του, κάτι που θα είχε κακά αποτελέσματα για εκείνον, και το οποίο διόρθωσε η γυναίκα του η Σεπφώρα (Έξοδος, 4: 24-26). Χαρακτηριστικό είναι και το πρόσταγμα του Νόμου για όλους τους Ισραηλίτες: «Και την ογδόην ημέραν θέλει περιτέμνεσθαι η σαρξ της ακροβυστίας αυτού» (Λευιτικό, 12: 3).
Ο Θεός όμως που έδωσε τον Νόμο, που μιλούσε για την κατά σάρκα περιτομή, έδινε αμυδρά και την πνευματική της διάσταση«Περιτέμετε λοιπόν την ακροβυστίαν της καρδίας σας και μη σκληρύνητε πλέον τον τράχηλόν σας» (Δευτερονόμιο, 10:16).
Ο Χριστός και η περιτομή.
Ακόμα και στον Κύριο Ιησού Χριστό, όπως και σε όλα τα αγόρια, έκαναν την περιτομή. Ο ευαγγελιστής Λουκάς γράφει: 
«Και ότε επληρώθησαν αι οκτώ ημέραι διά να περιτέμωσι το παιδίον, εκλήθη το όνομα αυτού Ιησούς, το ονομασθέν υπό του αγγέλου πριν συλληφθή εν τη κοιλία. Και ότε επληρώθησαν αι ημέραι του καθαρισμού αυτής κατά τον νόμον του Μωϋσέως, ανεβίβασαν αυτόν εις Ιεροσόλυμα διά να παραστήσωσιν εις τον Κύριον, καθώς είναι γεγραμμένον εν τω νόμω του Κυρίου, ότι παν αρσενικόν διανοίγον μήτραν θέλει κληθή άγιον εις τον Κύριον, και διά να προσφέρωσι θυσίαν κατά το ειρημένον εν τω νόμω του Κυρίου, ζεύγος τρυγόνων ή δύο νεοσσούς περιστερών»(Λουκάς, 2: 21-24). 
Το ότι αναφέρεται ότι ο Κύριος έκανε την περιτομή, εξυπηρετεί σε δύο κυρίως σκοπούς: α) ότι ο Χριστός κατά σάρκα είναι Ισραηλιτικής καταγωγής, και β) ότι έγινε πραγματικά άνθρωπος και όχι φαινομενικά. Σε καμία περίπτωση αυτό το γεγονός της περιτομής του Κυρίου δεν συστήνεται και για τους πιστούς στην Χριστιανική Εκκλησία, όπως θα δούμε και παρακάτω. Ο Χριστός υποτάχθηκε στον Νόμο για να μας εξαγοράσει από τον Νόμο. Ο απ Παύλος είναι σαφής:«[…] ότε όμως ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού, όστις εγεννήθη εκ γυναικός και υπετάγη εις τον νόμον, διά να εξαγοράση τους υπό νόμον, διά να λάβωμεν την υιοθεσίαν» (Γαλάτας 4:4-5). Δηλαδή, όχι μόνο δεν συστήνεται η περιτομή επειδή περιετμήθη και ο Χριστός, αλλά το αντίθετο! Μας εξαγόρασε από τον Νόμο και μας ελευθέρωσε από τα τυπικά για να μας συστήσει την αληθινή περιτομή της καρδιάς.
 
Ο Χριστός ερμήνευσε πολλά πράγματα από τον τυπικό παλαιό νόμο, και έδωσε την ουσία, όχι καταργώντας την εντολή, αλλά δίνοντάς της μεγαλύτερες διαστάσεις και κάνοντάς την πνευματικότερη. Αυτά τα ερμήνευσε στην περίφημη «Επί του Όρους ομιλία», που διασώζεται από τον ευαγγελιστή Ματθαίο στα κεφάλαια 5, 6, και 7. Πουθενά δεν κάνει λόγο ο Χριστός ότι πρέπει να κάνουμε την περιτομή των Ιουδαίων. Ο ίδιος είπε ότι ήρθε να εκπληρώσει τον Νόμο. Να δώσει την ουσία του Νόμου, που δεν μπορούσε να δοθεί στον σκληρό Ισραήλ, εξ αιτίας της απείθειας που είχαν ως λαός . Ήρθε να δώσει νόμο πνευματικό σε ανθρώπους που ο ίδιος θα έκανε πρώτα πνευματικούς. Έτσι, όπως προφήτευσε ο Ιεζεκιήλ: «Και θέλω ράνει εφ’ υμών καθαρόν ύδωρ και θέλετε καθαρισθή· από πασών των ακαθαρσιών σας και από πάντων των ειδώλων σας θέλω σας καθαρίσει. Και θέλω δώσει εις εσάς καρδίαν νέαν, και πνεύμα νέον θέλω εμβάλει εν υμίν, και αποσπάσας την λιθίνην καρδίαν από της σαρκός σας θέλω δώσει εις εσάς καρδίαν σαρκίνην. Και θέλω εμβάλει εν υμίν το Πνεύμα μου και σας κάμει να περιπατήτε εν τοις διατάγμασί μου και να φυλάττητε τας κρίσεις μου και να εκτελήτε αυτάς» (Ιεζεκιήλ, 36: 25-27).
Η Αποστολική Σύνοδος.
Αργότερα, όταν η Εκκλησία άρχιζε τα βήματά της στα ίχνη του Κυρίου της, παρουσιάστηκε μια μερίδα Χριστιανών, που προέρχονταν από πρώην Ιουδαίους, οι οποίοι ζητούσαν από τους εθνικούς που προσέρχονταν στον Χριστιανισμό να κάνουν την Ιουδαϊκή περιτομή. Ότι χωρίς εκείνη, η πίστη στον Χριστό δεν μπορούσε να σώσει. Η Εκκλησία έκρινε ότι το θέμα ήταν πολύ σημαντικό και ότι έπρεπε να συσκεφτούν, ώστε να βγάλουν μια απόφαση εν Αγίω Πνεύματι, ώστε να παύσει η αντιλογία και να υπάρχει ενότητα στην διδασκαλία μεταξύ των αδελφών. Έτσι, συγκλήθηκε η Αποστολική Σύνοδος στα Ιεροσόλυμα (περίπου το 49- 50 μ. Χ), με πρόεδρο τον Επίσκοπο Ιεροσολύμων Ιάκωβο, και με μέλη τον απ. Παύλο, τον απ. Βαρνάβα, τους πρεσβυτέρους της Ιερουσαλήμ, τον απ. Πέτρο, τον Σίλα κλπ. Μετά από συζητήσεις, η Εκκλησία δογμάτισε εν Αγίω Πνεύματι, ότι οι αδελφοί που προέρχονται από τα έθνη δεν έχουν καμία υποχρέωση να κάνουν την Ιουδαϊκή περιτομή. Τις αποφάσεις αυτές, τις έγραψαν σε επιστολή και τις μετέδωσαν σε κάθε τοπική Εκκλησία. Παραθέτουμε ολόκληρη την επιστολή, όπως την διασώζει ο ευαγγελιστής Λουκάς, στις «Πράξεις των αγίων Αποστόλων»:
«Οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι και οι αδελφοί προς τους εξ εθνών αδελφούς τους κατά την Αντιόχειαν και Συρίαν και Κιλικίαν, χαίρειν. Επειδή ηκούσαμεν ότι τινές εξ ημών εξελθόντες σας ετάραξαν με λόγους και διαστρέφουσι τας ψυχάς σας, λέγοντες να περιτέμνησθε και να φυλάττητε τον νόμον, εις τους οποίους ημείς δεν παρηγγείλαμεν τούτο, εφάνη εύλογον εις ημάς, συνελθόντας ομοθυμαδόν, να εκλέξωμεν άνδρας και να πέμψωμεν προς εσάς μετά των αγαπητών ημών Βαρνάβα και Παύλου, ανθρώπων οίτινες παρέδωκαν τας ψυχάς αυτών υπέρ του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Απεστείλαμεν λοιπόν τον Ιούδαν και τον Σίλαν διά να σας απαγγείλωσι και αυτοί διά στόματος τα αυτά. Διότι εφάνη εύλογον εις το Άγιον Πνεύμα και εις ημάς να μη επιβάλλωμεν εις εσάς μηδέν πλειότερον βάρος εκτός των αναγκαίων τούτων, να απέχητε από ειδωλοθύτων και αίματος και πνικτού και πορνείας· από των οποίων φυλάττοντες εαυτούς θέλετε πράξει καλώς. Έρρωσθε» (Πράξεις, 15: 23-29).
Η απόφαση ελήφθη εν Αγίω Πνεύματι από θεούμενους ανθρώπους που έλαβαν μέρος στην πρώτη αυτή σύνοδο της Εκκλησίας τον πρώτο αποστολικό αιώνα, και έγινε δεκτή από το πλήρωμα της Εκκλησίας. Παράλληλα, καταδικάζεται ως κακοδοξία η υποχρεωτική κατά σάρκα περιτομή ως δήθεν απαραίτητη για την σωτηρία εν Χριστώ. 
Δυστυχώς όμως, κάποιοι παράκουσαν την Εκκλησία και συνέχισαν να διδάσκουν αντίθετα από δογματισμένες αποφάσεις της. Ο απ Παύλος, με την αποστολική εξουσία που έλαβε από τον Κύριο και που αναγνωρίστηκε από την Εκκλησία, και με γνώμονα την απόφαση της Εκκλησίας, αργότερα τους αναθεματίζει, όταν γράφει στην προς Γαλάτας επιστολή, αναφερόμενος σε ανθρώπους που διέστρεφαν το Ευαγγέλιο του Χριστού και οι οποίοι σύστηναν την περιτομή και τα του Ιουδαϊκού Νόμου. Γράφει: «Θαυμάζω ότι τόσον ταχέως μεταφέρεσθε από εκείνου, όστις σας εκάλεσε διά της χάριτος του Χριστού, εις άλλο ευαγγέλιον, το οποίον δεν είναι άλλο, αλλ’ υπάρχουσί τινές, οι οποίοι σας ταράττουσι και θέλουσι να μετατρέψωσι το ευαγγέλιον του Χριστού. Αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού σας κηρύττη άλλο ευαγγέλιον παρά εκείνο, το οποίον σας εκηρύξαμεν, ας ήναι ανάθεμα. Καθώς προείπομεν, και τώρα πάλιν λέγω· Εάν τις σας κηρύττη άλλο ευαγγέλιον παρά εκείνο, το οποίον παρελάβετε, ας ήναι ανάθεμα» (Γαλάτας, 1: 6-9).
Τι αναφέρει η Καινή Διαθήκη για την περιτομή.
Επειδή το θέμα της περιτομής ήταν φλέγον θέμα στην αρχαία Εκκλησία, μιας και άρχιζε να διακρίνεται σταδιακά ο Χριστιανισμός από τον Ιουδαϊσμό, οι αναφορές είναι πολλές. Εμείς θα αρκεστούμε στις πιο χαρακτηριστικές.
«Επειδή ωφελεί μεν η περιτομή, εάν εκτελής τον νόμον· εάν όμως ήσαι παραβάτης του νόμου, η περιτομή σου έγεινεν ακροβυστία. Εάν λοιπόν ο απερίτμητος φυλάττη τα διατάγματα του νόμου, η ακροβυστία αυτού δεν θέλει λογισθή αντί περιτομής; και ο εκ φύσεως απερίτμητος, εκτελών τον νόμον, θέλει κρίνει σε όστις, έχων το γράμμα του νόμου και την περιτομήν, είσαι παραβάτης του νόμου. Διότι Ιουδαίος δεν είναι ο εν τω φανερώ Ιουδαίος, ουδέ περιτομή η εν τω φανερώ η γινομένη εν σαρκί, αλλ’ Ιουδαίος είναι ο εν τω κρυπτώ Ιουδαίος, και περιτομή η της καρδίας κατά πνεύμα, ουχί κατά γράμμα, του οποίου ο έπαινος είναι ουχί εξ ανθρώπων, αλλ’ εκ του Θεού» (Ρωμαίους, 2: 25-29).
Ο απ. Παύλος, απευθύνεται στους πιστούς της Ρώμης που προέρχονταν από τον Ιουδαϊσμό, όπως φαίνεται από το εδάφιο 17, που γράφει: «[…] συ επονομάζεσαι Ιουδαίος […]». Προσπαθεί να τους πείσει ότι η σαρκική περιτομή από μόνη της δεν έχει καμία αξία αν δεν πράττουν όλες τις άλλες τυπικές διατάξεις του νόμου. Εκείνος που δεν έκανε περιτομή αλλά πράττει το θέλημα του Θεού, είναι ανώτερος από τον περιτετμημένο που δεν το κάνει. Επίσης, εδώ ο απόστολος αποκαλύπτει ότι ο πνευματικός Ιουδαίος (ο άνθρωπος του Θεού) και η πραγματική περιτομή δεν συνίσταται από τα εξωτερικά σχήματα, αλλά ο πιστός άνθρωπος του οποίου έχει ενεργήσει περιτομή μέσα στην καρδιά του το Άγιο Πνεύμα και όχι χέρι ανθρώπου. Είναι η κάθαρση του κρυπτού ανθρώπου της καρδιάς, μέσα από το στάδιο της κάθαρσης, του φωτισμού, και της θέωσης, όπως θα διδάξουν αργότερα οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας.
Με αυτήν την έννοια της πνευματικής περιτομής, ίσως να εξηγείται ο λόγος του Θεού προς τον Αβραάμ ότι η περιτομή θα είναι «εις διαθήκην αιώνιον». Αυτή η άποψη ενισχύεται αν λάβουμε υπόψη ότι ο νόμος ήταν σκιά των μελλόντων και όχι η αληθινή εικόνα. Σκιά ο Νόμος, εικόνα η Νέα Διαθήκη, η πραγματικότητα ο Ουρανός και η Βασιλεία του Θεού, καθώς ο απόστολος Παύλος γράφει: «Διότι τώρα βλέπομεν διά κατόπτρου αινιγματωδώς, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον· τώρα γνωρίζω κατά μέρος, τότε δε θέλω γνωρίσει καθώς και εγνωρίσθην» (Ά Κορινθίους 13: 12).
«Εν τη ελευθερία λοιπόν, με την οποίαν ηλευθέρωσεν ημάς ο Χριστός, μένετε σταθεροί, και μη υποβληθήτε πάλιν εις ζυγόν δουλείας. Ιδού, εγώ ο Παύλος σας λέγω ότι εάν περιτέμνησθε, ο Χριστός δεν θέλει σας ωφελήσει ουδέν. Μαρτύρομαι δε πάλιν προς πάντα άνθρωπον περιτεμνόμενον, ότι είναι χρεώστης να εκτελή όλον τον νόμον. Απεχωρίσθητε από του Χριστού όσοι δικαιόνεσθε διά του νόμου, εξεπέσατε από της χάριτος· διότι ημείς διά του Πνεύματος προσδοκώμεν εκ πίστεως την ελπίδα της δικαιώσεως. Διότι εν Χριστώ Ιησού ούτε περιτομή έχει ισχύν τινά, ούτε ακροβυστία, αλλά πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη. Ετρέχετε καλώς· τις σας ημπόδισεν ώστε να μη πείθησθε εις την αλήθειαν;» (Γαλάτας, 5:1-7).
Εδώ, ο απ. Παύλος γράφοντας στις τοπικές εκκλησίες της Γαλατίας, αποχωρίζει από τον Χριστό και την Εκκλησία -βάση της Χριστιανικής διδασκαλίας- όλους εκείνους τους Ιουδαίζοντες που σύστηναν την περιτομή. Ενώ, σε άλλο σημείο της ίδιας επιστολής του, βάζει τον πνευματικό κανόνα ότι η περιτομή δεν ισχύει αλλά η νέα κτίση, δηλαδή η πορεία του ανθρώπου από την πτώση στην σωτηρία, δια της οδού της καθάρσεως και του φωτισμού του Αγίου Πνεύματος.
«Όσοι θέλουσι να αρέσκωσι κατά την σάρκα, ούτοι σας αναγκάζουσι να περιτέμνησθε, μόνον διά να μη διώκωνται διά τον σταυρόν του Χριστού. Διότι ουδέ οι περιτεμνόμενοι αυτοί φυλάττουσι τον νόμον· αλλά θέλουσι να περιτέμνησθε σεις, διά να έχωσι καύχησιν εις την σάρκα σας. Εις εμέ δε μη γένοιτο να καυχώμαι ειμή εις τον σταυρόν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, διά του οποίου ο κόσμος εσταυρώθη ως προς εμέ και εγώ ως προς τον κόσμον. Διότι εν Χριστώ Ιησού ούτε περιτομή ισχύει τι ούτε ακροβυστία, αλλά νέα κτίσις. Και όσοι περιπατήσωσι κατά τον κανόνα τούτον, ειρήνη επ’ αυτούς και έλεος, και επί τον Ισραήλ του Θεού» (Γαλάτας, 6:12-16).
Σε άλλη επιστολή, προειδοποιεί να προσέχουμε από όσους ψευδοδιδασκάλους συστήνουν Ιουδαϊκά έθιμα, ως δήθεν σωτήρια για τους Χριστιανούς. Μάλιστα, ξεκαθαρίζει ποια είναι η αληθινή περιτομή, το να λατρεύει κανείς τον Θεό εν Αγίω Πνεύματι, και όχι να έχει καύχηση στην σάρκα του και στην καταγωγή του.
«Το λοιπόν, αδελφοί μου, χαίρετε εν Κυρίω. Το να σας γράφω τα αυτά εις εμέ μεν δεν είναι οχληρόν, εις εσάς δε ασφαλές. Προσέχετε τους κύνας, προσέχετε τους κακούς εργάτας,προσέχετε την κατατομήν· διότι ημείς είμεθα η περιτομή, οι λατρεύοντες τον Θεόν εν Πνεύματικαι καυχώμενοι εις τον Χριστόν Ιησούν και μη έχοντες την πεποίθησιν εν τη σαρκί»(Φιλιππησίους, 3:1-3).
«[…] εις τον οποίον και περιετμήθητε με περιτομήν αχειροποίητον, απεκδυθέντες το σώμα των αμαρτιών της σαρκός διά της περιτομής του Χριστού, συνταφέντες μετ’ αυτού εν τω βαπτίσματι,διά του οποίου και συνανέστητε διά της πίστεως της ενεργείας του Θεού, όστις ανέστησεν αυτόν εκ των νεκρών […]» (Κολοσσαείς, 2:11-12).
Εδώ, αναφέρει ότι η κατά σάρκα περιτομή που έκαναν στον Χριστό, είναι για τους Χριστιανούς η αχειροποίητη περιτομή, δηλαδή το άγιο βάπτισμα.
(Συνεχίζεται…).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΘΩΟΤΗΣ-ΑΓΑΠΗ-ΣΥΜΠΟΝΟΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Σεπτεμβρίου, 2013

ΑΘΩΟΤΗΣ-ΑΓΑΠΗ-ΣΥΜΠΟΝΟΙΑ

agiografikesmeletes

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΡΩΤΗ ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ: ΕΝΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΩΙΜΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ

Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Σεπτεμβρίου, 2013

Του Ευθύμιου Αχείλα

Ο Ιουστίνος ο μάρτυρας και απολογητής υπήρξε από τους πρώτους φιλοσόφους που προσχώρησε στην αληθινή φιλοσοφία – όπως ο ίδιος έλεγε – τον Χριστιανισμό. Και ήταν εκείνος, ο οποίος έδωσε σ’ αυτόν τα περισσότερα όπλα να επεκταθεί την εποχή εκείνη στις τάξεις των διανοουμένων.
Γεννήθηκε στην Φλαβία Νεάπολη της Παλαιστίνης το 110 μ.Χ. και μαρτύρησε στην Ρώμη πιθανόν το 165 μ.Χ. επί αυτοκράτορος Μάρκου Αυρηλίου.
Ήταν από τους πρώτους Χριστιανούς που ανέλαβε να υπερασπίσει τους ομοπίστους του οι οποίοι εδιώκοντο από το Ρωμαϊκό Κράτος. Και το έκανε αυτό γράφοντας Απολογίες, στις οποίες εξέθετε την πίστη των Χριστιανών και αναιρούσε όλα τα μυθεύματα και τις συκοφαντίες των ειδωλολατρών, που ήταν αιτία να διώκονται οι Χριστιανοί.
Οι Απολογίες του αυτές όμως, εκτός των άλλων, είναι πραγματικά διαμάντια για μας σήμερα, διότι μας παρέχουν άφθονες πληροφορίες για την πίστη και την ζωή των πρώτων Χριστιανών καθώς και άλλες σημαντικές πληροφορίες για την εποχή που έζησε. Πρόθεσή μας είναι,  σταχυολογώντας την Πρώτη Απολογία του να αναδείξουμε τα στοιχεία εκείνα που όχι μόνο θα στηρίξουν την πίστη μας σήμερα αλλά θα αποδείξουν πως υπάρχει οργανική συνέχεια στην πίστη αυτή, ήδη από τους πρώτους Χριστιανικούς αιώνες.
Την Πρώτη Απολογία του ο Ιουστίνος θεωρείται πως την έγραψε το 150 μ.Χ. Την απευθύνει στον αυτοκράτορα Αντωνίνο τον Ευσεβή (138 – 161 μ.Χ.), τους θετούς υιούς του Μάρκο Αυρήλιο και Λούκιο Αίλιο Βήρο, την Ρωμαϊκή Σύγκλητο και τον λαό της Ρώμης.
Αθεΐα: Κατά πρώτον προσπαθεί να αποσείσει την πρώτη κατηγορία που αποδίδονταν στους Χριστιανούς περί αθεΐας, λέγοντας πως κάθε άλλο παρά οι Χριστιανοί είναι άθεοι αφού πιστεύουν στον αληθινό Θεό που είναι ο Πατέρας της δικαιοσύνης. Αρνούνται όμως να πιστέψουν στους Θεούς των ειδωλολατρών οι οποίοι – και αξίζει να προσεχτεί ιδιαίτερα αυτό – δεν είναι τίποτα άλλο κατά τον Ιουστίνο, από τους πονηρούς δαίμονες οι οποίοι ανακήρυξαν τους εαυτούς τους Θεούς παρασύροντας τους ανθρώπους να τους πιστέψουν ως τέτοιους:
«Εις αυτόν (εννοεί τον Χριστό) λοιπόν αφού πεισθήκαμε εμείς, λέμε πως οι δαίμονες που τα έκαναν αυτά, όχι μόνο δεν είναι θεοί, αλλά είναι κακοί και ανόσιοι δαίμονες, οι οποίοι δεν έχουν καν τις ίδιες πράξεις με τους ανθρώπους που ποθούν την αρετή. Γι’ αυτό λοιπόν αποκαλούμεθα και άθεοι. Και ομολογούμε ως προς αυτούς που νομίζονται ως θεοί πως είμαστε άθεοι, αλλά δεν είμαστε ως προς τον αληθινό και πατέρα της δικαιοσύνης και σωφροσύνης και των άλλων αρετών και απαλλαγμένο από κάθε κακία Θεό» Α΄ Απολογία 5, 4 – 6,1.
Δημιουργία κόσμου:  Πιο κάτω αναφερόμενος στην δημιουργία του κόσμου από το Θεό σημειώνει πως αυτή έγινε από την αγαθότητα του Θεού και για χάρη των ανθρώπων. Αξίζει όμως να σημειωθεί πως στο σημείο αυτό, δηλαδή της δημιουργίας του κόσμου, ο Ιουστίνος διαφοροποιείται θεολογικά από τον Χριστιανισμό γιατί επηρεασμένος από την Πλατωνική φιλοσοφία την δημιουργία αυτή δεν την δέχεται εκ του μηδενός αλλά πως ο κόσμος γίνεται,  ναι μεν από το Θεό, αλλά αφού χρησιμοποιεί αυτός την προϋπάρχουσα άμορφη ύλη:
«Και έχουμε διδαχτεί ότι λόγω της αγαθότητάς του δημιούργησε στην αρχή τα πάντα από άμορφη ύλη προς χάρη των ανθρώπων» Α΄ Απολογία 10, 2.
Βασιλεία Ουρανών και όχι γήινη: Σημαντική είναι και η αναφορά του Ιουστίνου για το τι είδους Βασιλεία επιζητούσαν οι Χριστιανοί, η οποία όχι μόνο αποσείει την κατηγορία των ειδωλολατρών πως συνωμοτούσαν κατά της κρατικής εξουσίας αλλά είναι και μία απάντηση σε όλους αυτούς σήμερα που πρεσβεύουν, πως ο Χριστιανισμός ήταν ένα επαναστατικό κοινωνικό κίνημα που επιθυμούσε την αλλαγή του υπάρχοντος συστήματος (λατινιστί status quo) δια της βίας. Ο Ιουστίνος ξεκαθαρίζει μια και καλή πως οι Χριστιανοί επιθυμούσαν και επιθυμούν την Βασιλεία του Θεού. Αξίζει δε να προσεχθεί και κάτι άλλο που αναφέρει ο Ιουστίνος. Πως η ομολογία κάποιου πως είναι Χριστιανός επισύρει την ποινή του θανάτου και πως οι Χριστιανοί δεν φοβούνται τον θάνατο αυτό:
«Εσείς δε όταν ακούσατε πως αναμένουμε βασιλεία, υποθέσατε ακρίτως πως εννοούμε την ανθρώπινη, ενώ εμείς εννοούμε την μετά του Θεού, όπως φαίνεται και από το γεγονός ότι, εξεταζόμενοι από εσάς ομολογούμε πως είμαστε Χριστιανοί, αν και γνωρίζουμε ότι στον ομολογούντα επιβάλλεται η ποινή του θανάτου. Γιατί αν αναμέναμε ανθρώπινη βασιλεία, θα αρνιόμασταν τουλάχιστον, για να μην σκοτωθούμε, και θα φροντίζαμε να ζούμε κρυφά, για να πετύχουμε τις προσδοκίες μας. Επειδή όμως δεν θέτουμε στα παρόντα πράγματα τις ελπίδες μας, δεν ανησυχούμε που μας εκτελείτε, εφόσον μάλιστα οπωσδήποτε το χρέος μας είναι να πεθάνουμε» Α΄ Απολογία 11, 1 – 2.  
Ενδοτριαδικές σχέσεις:  Πιο κάτω γινόμαστε μάρτυρες της ρευστότητας και της πολυμορφίας που επικρατούσαν στους τότε θεολογικούς κύκλους για τις σχέσεις μεταξύ των θείων προσώπων, σχέσεις που ως γνωστόν  ξεκαθάρισαν μετά από δύο αιώνες με την σύγκληση των δύο πρώτων Οικουμενικών Συνόδων οι οποίες και συνέταξαν το «Σύμβολο της Πίστης».  Επηρεασμένος λοιπόν και ο Ιουστίνος από το κλίμα της εποχής του τοποθετεί του Υιό στην δεύτερη θέση μετά τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα στην τρίτη. Πέραν όμως τούτων τα όσα λέει ο Ιουστίνος στην Απολογία του είναι μια πρώιμη μορφή συμβόλου Πίστης, η οποία πιθανώς χρησιμοποιούνταν στην Εκκλησιαστική κοινότητα της Ρώμης:
« Θα αποδείξουμε επίσης πως τιμούμε ελλόγως τον γενόμενον σε μας διδάσκαλο αυτών και για αυτό το λόγο γεννηθέντα Ιησού Χριστό, που σταυρώθηκε επί Ποντίου Πιλάτου, ο οποίος ήταν επίτροπος στην Ιουδαία κατά τους χρόνους του Τιβερίου Καίσαρος, και έχουμε διδαχτεί πως είναι ο Υιός αυτού του πραγματικού Θεού και τον τοποθετούμε στη δεύτερη θέση και το προφητικό Πνεύμα στη τρίτη τάξη» Α΄ Απολογία 13, 3. 
Κοινοκτημοσύνη: Συνεχίζοντας την Απολογία του ο Ιουστίνος μας προσφέρει μία ακόμη απόδειξη της αγάπης που επικρατούσε στις τότε Χριστιανικές κοινότητες. Γιατί στις κοινότητες αυτές δεν υπήρχε «δικό μου» και «δικό σου», αλλά συνεχίζοντας την πρακτική της πρώτης Εκκλησίας των Ιεροσολύμων που ιδρύθηκε μετά την Πεντηκοστή  τα είχαν όλα κοινά (Πράξεις των Αποστόλων κεφάλαιο 2, στίχοι 42 – 47 ).  Και όλα αυτά συνέβαιναν μετά από 120 χρόνια περίπου! Στο ίδιο σημείο της Απολογίας του ο Ιουστίνος επισημαίνει και κάτι άλλο. Την αλλαγή του τρόπου ζωής και των ηθών που επέφερε ο Χριστιανισμός στους πρώην ειδωλολάτρες:
«Εμείς οι οποίοι άλλοτε διασκεδάζαμε με τις πορνείες τώρα ικανοποιούμεθα μόνο με την σωφροσύνη, χρησιμοποιούσαμε και μαγικά τεχνάσματα τώρα αναθέσαμε τους εαυτούς μας στον αγαθό και άκτιστο Θεό, αγαπούσαμε περισσότερον από κάθε τι άλλο τα μέσα αποκτήσεως χρημάτων και κτημάτων τώρα όσα έχουμε τα φέρνουμε σε κοινό ταμείο και τα μοιραζόμαστε με όλους όσους έχουν ανάγκη». Α΄ Απολογία 14, 2.   
Νηπιοβαπτισμός: Ράπισμα (χαστούκι) δυνατό δέχονται οι πάσης φύσεως αιρετικοί οι οποίοι αρνούνται τον νηπιοβαπτισμό και ισχυρίζονται πως δεν τελούνταν στους πρώτες αιώνες της Εκκλησίας, αλλά επιβλήθηκε αντιγραφικά τους μετέπειτα αιώνες. Γιατί ο Ιουστίνος αποδεικνύει μέσα από την Απολογία του πως τελούνταν το βάπτισμα σε παιδική ηλικία παράλληλα με το βάπτισμα σε μεγάλη ηλικία. Εξηντάρηδες και εβδομηντάρες υπηρετούν τον Χριστό από παιδική ηλικία γράφει στην Απολογία του αποδεικνύοντας, του λόγου το αληθές:
«Πολλοί δε και πολλαί εξήντα και εβδομήντα ετών, οι οποίοι εμαθήτευσαν στον Χριστό από παιδικής ηλικίας παραμένουν άφθοροι» Α΄ Απολογία 15, 6.  
Αθανασία της ψυχής: Στη ύπαρξη της ψυχής και της αθανασίας αυτής, καθώς και ότι οι ψυχές μετά θάνατον έχουν συνείδηση τιμωρούμενες οι των αδίκων και απολαμβάνοντας ευτυχία οι των δικαίων σημειώνει σε δύο σημεία της Απολογίας του:
«Διότι οι νεκρομαντείες, οι οράσεις αθώων παιδιών, οι επικλήσεις των ψυχών αποθανόντων ανθρώπων, οι λεγόμενοι από τους μάγους ονειροπομπές και φύλακες και τα γινόμενα από τους γνωρίζοντες αυτά, ας σας πείσουν, ότι και μετά θάνατο οι ψυχές έχουν συνείδηση» Α΄ Απολογία 18, 3.
Ομοίως:
«Με το να λέμε ότι οι ψυχές των αδίκων τιμωρούνται ευρισκόμενες σε αίσθηση και μετά θάνατο, ενώ οι των σπουδαίων θα ευτυχούν απαλλαγμένες από τιμωρίες, θα φανεί πως διδάσκουμε τα ίδια με τους ποιητές και τους φιλοσόφους» Α΄ Απολογία 20, 4.
Θεοποίηση Καίσαρα:  Ράπισμα (χαστούκι) δυνατό είναι και για τους σημερινούς νεοπαγανιστές (νεοειδωλολάτρες) η πιο κάτω αποστροφή του Ιουστίνου που αναφέρεται στην θεοποίηση των αυτοκρατόρων της εποχής εκείνης. Αναφέρει συγκεκριμένα με ποιο τρόπο θεοποιήθηκε ο Καίσαρας. Εμφανίστηκε κάποιος που ορκίστηκε πως είδε τον κατακαέντα Καίσαρα να ανέρχεται στον ουρανό! Και μετά έχουν το θράσος να ειρωνεύονται τα όσα γράφει το Ευαγγέλιο για την Ανάσταση και την Ανάληψη του Κυρίου:
«Τι χρειάζεται να μνημονεύσουμε τους αποθνήσκοντας μεταξύ σας αυτοκράτορας, δια τους οποίους ισχυρίζεσθε ότι αποθανατίζονται και παρουσιάζουν κάποιον ο οποίος ορκίζεται ότι είδε τον κατακαέντα Καίσαρα να ανέρχεται στον ουρανό;» Α΄ Απολογία 21, 3 – 4.
Ανηθικότητα Ρωμαϊκής Κοινωνίας: Συνεχίζοντας την Απολογία του ο Ιουστίνος έρχεται να καταγγείλει την ανηθικότητα και την παράλυση της Ρωμαϊκής κοινωνίας όπως έκθεση βρεφών δηλαδή γεννούσαν παιδιά και επειδή δεν τα ήθελαν τα άφηναν στο δρόμο, ιδιαίτερα αν ήταν και κορίτσια, παράδοση στην πορνεία όχι μόνο των κοριτσιών αλλά και των αγοριών από τους ίδιους τους γονείς! από την οποία η πολιτεία εισέπραττε και φόρους, αιμομιξία και αποκοπή των γεννητικών οργάνων για θυσία στην Θεά Κυβέλη. Και η αποκορύφωση του παραλογισμού. Όλα τα παραπάνω που έκαναν οι ειδωλολάτρες στα φανερά ισχυρίζονταν πως τα έκαναν οι Χριστιανοί στα κρυφά, όταν δηλαδή μαζεύονταν για να κάνουν την Θεία Ευχαριστία!:
«Εμείς δε έχουμε διδαχτεί ότι είναι πονηρό και το να εκθέτουμε τα βρέφη, ώστε να μη διώκουμε κανένα και αν μην ασεβούμε, κυρίως διότι βλέπουμε ότι όλοι σχεδόν παραδίδουν στην πορνεία όχι μόνο τις κόρες αλλά και τα αγόρια, και καθώς λέγεται για τους παλιούς ότι έτρεφαν αγέλες από βόδια ή κατσίκια ή πρόβατα ή φοράδες αλόγων, έτσι τώρα τρέφουν παιδιά μόνο για αισχρή χρησιμοποίηση. Ομοίως πλήθη από γυναικών και κίναιδων και αισχρουργών από κάθε έθνος έχουν σταθεί σ’ αυτούς τους κακόφημους οίκους. Και από αυτούς παίρνετε μισθούς και εισφορές και τέλη, ενώ έπρεπε να τους αποκόψετε από την πολιτεία σας. Και αυτός που χρησιμοποιεί αυτούς, εκτός από την άθεο και ασεβή και ασφαλή μίξη, μπορεί να τύχει να έλθει σε μίξη με το παιδί του ή συγγενή του ή αδελφό του. Εάν δε προάγουν στην πορνεία και τα παιδιά τους και τις συζύγους τους, κόβουν τα όργανά τους για κιναιδισμό και τα φέρνουν ως αφιερώματα στη μητέρα των θεών. Άλλωστε πλησίον σε κάθε ένα από εσάς που νομίζετε ως θεός ζωγραφίζεται ένα φίδι σαν σύμβολο και μυστήριο. Και εκείνα που γίνονται και τιμώνται από εσάς φανερά αποδίδετε σε μας, αφού τάχα ανατρέπεται το φως και δεν υπάρχει πλέον»  Α΄ Απολογία 27, 1 – 4.
Γάμος και εγκράτεια Χριστιανών: Αντίθετα με όλα τα παραπάνω ο Ιουστίνος δείχνει το καινούργιο ήθος των Χριστιανών που είναι η μη έκθεση των παιδιών και η αποφυγή της πορνείας με την σύναψη του γάμου ο οποίος έχει σκοπό την τεκνοποιΐα. Άξιον προσοχής είναι και αυτό που γράφει για όσους δεν επιθυμούν να παντρευτούν. Τηρούν τέλεια εγκράτεια. Βλέπουμε λοιπόν πως ήδη από τα πρώτα μόλις χρόνια του Χριστιανισμού υπήρχαν ασκητικές τάσεις σε αρκετούς πιστούς:
«Και δια να επανέλθουμε, δεν εκθέτουμε τα παιδιά μην τυχόν κάποτε από τα έκθετα πριν περιμαζευθεί πεθάνει και γίνουμε ανθρωποκτόνοι. Εξ’ άλλου καθόλου δεν συνάπτομε γάμο παρά μόνον χάρη τεκνοποιΐας ή παραμερίζοντες τον γάμο τηρούμε τέλεια εγκράτεια» Α΄ Απολογία 29, 1.    
Βέβαια η Απολογία του Ιουστίνου δεν τελειώνει εδώ. Έχει πολλά και ενδιαφέροντα ακόμη με αποκορύφωμα την μαρτυρία του για την τέλεση των μυστηρίων και της Θείας Ευχαριστίας στην πρώιμη ακόμη Χριστιανοσύνη που πιθανόν θα αποτελέσουν την αφορμή για ένα ξεχωριστό άρθρο.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Περί πονηρής συνείδησης

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Σεπτεμβρίου, 2013

Πονηρή συνείδηση είναι η συνείδηση του ανθρώπου που παραβαίνει τον θείο ηθικό νόμο, ζητώντας πάντα την επικράτηση του δικού του θελήματος, το οποίο του υπαγορεύει το ίδιο του το εγώ. Η συνείδηση αυτού του ανθρώπου έχει πλέον διαστραφεί από την εσκοτισμένη του διάνοια και την επικράτηση μέσα του του νόμου της αμαρτίας, και δεν ξεσηκώνεται πια, ούτε διαμαρτύρεται για τις παραβάσεις του ηθικού νόμου, διότι αθέτησε και νόμο και Νομοθέτη, και η αμαρτία σκοτείνιασε τα μάτια της ψυχής του, ώστε να μη βλέπει το φως του ηθικού νόμου, το φως της αλήθειας. Βούλωσε τα’ αυτιά του για να μην ακούει τον λόγο του Θεού , σκότισε τον νου του ώστε να μην κατανοεί, σκλήρυνε και απολίθωσε την καρδιά του ώστε να μην συναισθάνεται. Η συνείδηση ενός τέτοιου ανθρώπου έχει πωρωθεί.
Αυτός που έχει πονηρή συνείδηση, ζει μέσα στην κακία, σκέπτεται και επιδιώκει τα πονηρά, επιθυμεί τα κακά και εργάζεται την ανομία. Σε τίποτα δεν έχει θάρρος . Τρέμει ακόμη και τους δούλους και βλέπει τους πάντες καχύποπτα. Στην καρδιά του βασιλεύει ταραχή και την κατακυριεύουν ο θυμός και η οργή. Αυτός που έχει πονηρή συνείδηση κολάζεται από την πονηρία, πριν από την ώρα της κόλασης, σαν να βρίσκεται κιόλας σ’ αυτή.
Πηγή: «Το γνώθι σαυτόν ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ» ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ Γ΄ΕΚΔΟΣΗ Απόδοση στη Νέα Ελληνική: Ευανθία Χατζή Επιμέλεια κειμένου- Επίμετρο: Γιώργος Μπάρλας ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ Αθήνα 2011

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιατί πιστεύουμε στην Mεταβολή του άρτου και του οίνου σε πραγματικό Σώμα και Αίμα Χριστού

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Σεπτεμβρίου, 2013

Γιατί πιστεύουμε στην μεταβολή.
Σε αυτό το πρώτο άρθρο θα επιχειρήσουμε να δώσουμε μια σύντομη απάντηση σχετικά με την πίστη μας στην μεταβολή του άρτου και του οίνου σε πραγματικό Σώμα και Αίμα Χριστού, μέσα από την Αγία Γραφή και την Πατερική μαρτυρία.
Όπως γράφει ο π. Ν. Σκρέττας· «Αυτής της Εκκλησίας είναι ανενδοίαστη διαχρονικά η πίστη ότι τα καθαγιασμένα δώρα, κατά την άκτιστη ενέργεια της Αγίας Τριάδος, είναι αυτό το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, στα οποία μετέχουν οι πιστοί με τη Θεία μετάληψη. Αυτή δε η μετουσία και η ένωση δεν είναι ούτε νοερή, ούτε εγκεφαλική, ούτε φανταστική, ούτε ενοραματική, ούτε μία οποιαδήποτε, δια των δυνατοτήτων του νου, μυστηριώδης θέαση του Χριστού, αλλά οντολογική και υπαρξιακή, σωματοειδής και πνευματική, περιγραπτή και απερίγραπτη, πραγματική πάντως ένωση και σύγκραση με το σχηματόγραπτον Σώμα και Αίμα του Χριστού» («Η Θεία Ευχαριστία και τα προνόμια της Κυριακής», σελ. 68). 
Στο δεύτερο άρθρο που θα ακολουθήσει, θα εξηγήσουμε γιατί χρησιμοποιείτε ο όρος «αντίτυπα» στα Πατερικά κείμενα περί των τιμίων δώρων, ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με δήθεν σύμβολα, όπως επίσης γιατί λέγεται το Σώμα και το Αίμα του Χριστού «πνευματικό».

Η πίστη στην μεταβολή των τιμίων δώρων σε αληθινό Σώμα και Αίμα Χριστού στηρίζεται στην ενανθρώπηση του Λόγου. Ο Λόγος του Θεού έγινε πραγματικά άνθρωπος για την σωτηρία μας. Με το σώμα Του έπαθε, με το Σώμα Του πέθανε, και με τον ένδοξο Σώμα της Αναστάσεως (το οποίο και κοινωνούμε) εγέρθηκε εκ νεκρών. Η σωτηρία μας, εν ολίγοις, οφείλεται στην ενανθρώπηση του Λόγου. «Επειδή λοιπόν τα παιδία εμέθεξαν από σαρκός και αίματος, και αυτός παρομοίως μετέλαβεν από των αυτών, διά να καταργήση διά του θανάτου τον έχοντα το κράτος του θανάτου, τουτέστι τον διάβολον, και ελευθερώση εκείνους, όσοι διά τον φόβον του θανάτου ήσαν διά παντός του βίου υποκείμενοι εις την δουλείαν» (Εβραίους, β 14-15). 
Ο καθηγητής Χρήστος Ανδρούτσος, αναφέρει στην δογματική του· «…η μεν ευχαριστία δια την πραγματικήν παρουσίαν υπελήφθη ως συνέχεια άμα και επέκτασις του μυστηρίου της ενανθρωπήσεως, αποτελούσα μετά του δόγματος της αγίας Τριάδας και του της ενσαρκώσεως το ύψιστον και αγιώτατον της Χριστιανικής θρησκείας μυστήριον» (Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, σελ. 346). 

Έτσι, ο άγιος Ιγνάτιος, του οποίου η θεολογία «φέρει τη σφραγίδα του μεγάλου έργου, είναι γνήσια κι έγινε φρόνημα, ήθος και Παράδοση της Εκκλησίας’’ (Α’ τόμος Πατρολογίας Παπαδόπουλου, σελ. 174), αντιμετωπίζοντας τους Γνωστικούς Δοκήτες οι οποίοι δεν δέχονταν ότι ο Ιησούς έλαβε πραγματικά σώμα, γράφει· «Καταμάθατε τους ετεροδοξούντας εις την χάρην Ιησού Χριστού την εις ημάς ελθούσα, πως ενάντιοι εισί τη γνώμη του Θεού. Περί αγάπης ου μέλει αυτοίς, ου περί χήρας, ου περί ορφανού, ου περί θλιβομένου, ου περί δεδεμένου ή λελυμένου, ου περί πεινώντος ή διψώντος. Ευχαριστίας και προσευχής απέχονται δια το μη ομολογείν, την ευχαριστίαν σάρκα είναι του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, την υπέρ ημών παθούσα, ην τη χρηστότητι ο Πατήρ ήγειρε…» (Αποστολικοί Πατέρες άπαντα τα έργα, τόμος 4ος, προς Σμυρναίους, VI- VII).
Οι ετεροδοξούντες Δοκήτες, δεν πίστευαν ότι η Ευχαριστία είναι η αναστημένη Σάρκα του Κυρίου διότι δεν πίστευαν στην ενανθρώπησή Του. Ο καθηγητής πατρολογίας Στ. Παπαδόπουλος αναφέρει σχετικά· «…στη θεολογία του ευχαριστιακού ρεαλισμού φθάνει ο Ιγνάτιος, αντιμετωπίζοντας τις δοκητικές αντιλήψεις, που είχαν εισχωρήσει σε κύκλους εκκλησιαστικούς και που σύμφωνα με τις οποίες ο Χριστός έπαθε φαινομενικά μόνο. Η πραγματικότης του πάθους και της αναστάσεως του Κυρίου είναι απαραίτητη προϋπόθεση της πραγματικής παρουσίας αυτού στην Ευχαριστία». (Α’ τόμος πατρολογίας Στ. Παπαδόπουλου, σελ. 175).
Τα ίδια αναφέρει στην Δογματική του και ο Ανδρούτσος· «Προς τους Δοκήτας αρνουμένους μετά της σωματικής φύσεως του Κυρίου και την Ευχαριστίαν οι Πατέρες παρατηρούσιν ότι η Ευχαριστία είναι η σάρξ η εκ Μαρίας συλληφθείσα…» (Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, σελ. 350).

Ο άγιος Ειρηναίος της Λυών, στηρίζει επίσης την μεταβολή στην ενανθρώπηση του Λόγου, χάρη στην οποία υπάρχει Ανάσταση σωματική. Ο μεγάλος αυτός Πατέρας της Εκκλησίας, ο οποίος αποτελεί έναν από τους «γνησιώτερους και σημαντικώτερους θεολογικούς σταθμούς στην πορεία της Παραδόσεως των δύο πρώτων μεταποστολικών αιώνων», κατά τον Στ. Παπαδόπουλο 
(Ά τόμος πατρολογίας, σελ. 294), γράφει: «…και προσλαμβανόμενα τον λόγον του Θεού, ευχαριστία γίνεται, όπερ εστί το σώμα και αίμα του Χριστού• ούτω και τα ημέτερα σώματα εξ αυτής τρεφόμενα, και τεθέμενα εις την γην, και διαλυθέντα εν αυτή, αναστήσεται εν τω ιδίω καιρώ, του Λόγου του Θεού την έγερσιν αυτοίς χαριζομένου εις δόξαν Θεού και Πατρός» (ΒΕΠΕΣ 5, σελ.161).
Όπως σχολιάζει ο Παπαδόπουλος για την θεολογία του αγίου Ειρηναίου, «Ο ρεαλισμός του Ειρηναίου εκτείνεται σε όλα τα θέματα που αφορούν την σωτηρία, ακριβώς διότι βασίζεται στο πρόσωπο του Χριστού. Έτσι πχ, η Θεία Ευχαριστία συνιστά γεγονός απόλυτα ρεαλιστικό, γι’ αυτό και καθιστά δυνατή την ανάσταση των νεκρών. Διότι δηλαδή γίνεται πραγματική μεταβολή του άρτου και του οίνου σε σώμα και αίμα Χριστού κατά την Ευχαριστία και διότι ο άνθρωπος κοινωνεί και μετέχει του πραγματικού Χριστού, είναι αληθινή η ανάσταση των νεκρών» (Α’ τόμος πατρολογίας Στ. Παπαδόπουλου, σελ. 298- 299).

Αλλά και ο άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυρας ομολογεί ότι η Θεία Ευχαριστία είναι πραγματικά το Σώμα και το Αίμα του Χριστού,στηριζόμενος και αυτός στην ενανθρώπηση. «Ον τρόπον δια λόγου Θεού σαρκοποιηθείς Ιησούς Χριστός, ο σωτήρ ημών και σάρκα και αίμα υπέρ σωτηρίας ημών έσχεν, ούτως και την δι’ ευχής λόγου του παρ’ αυτού ευχαριστηθείσαν τροφήν, εξ ης αίμα και σάρκες κατά μεταβολήν τρέφονται ημών, εκείνου του σαρκοποιηθέντος Ιησού και σάρκα και αίμα εδιδάχθημεν είναι [Α’ Απολογία, 66]».
Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, τον μεγαλύτερο ερμηνευτή της αρχαίας Εκκλησίας, ο Χριστός μας τρέφει με το ίδιο Του το Σώμα για να μας πείσει ότι έλαβε την δική μας σάρκα. 
«Ενί εκάστω των πιστών αναμίγνυσιν εαυτόν δια των μυστηρίων, και ους εγέννησεν, εκτρέφει δι’ εαυτού, και ουκ άλλω εκδίδωσι, και τούτω σε πείθων, ότι σάρκα έλαβε την σην». Και συνεχίζει· «Ουκ εστί ανθρωπίνης δυνάμεως έργα τα προκείμενα. Ο τότε ταύτα ποιήσας εν εκείνω τω δείπνω, ούτος και νυν αυτά εργάζεται, Ημείς υπηρετών τάξιν επέχομεν, ο δε αγιάζων αυτά και μετασκευάζων, αυτός». Δηλαδή, «Δεν είναι έργα ανθρωπίνης δυνάμεως όσα προτίθενται. Εκείνος ο οποίος έκαμε αυτά τότε εις εκείνο το Δείπνον, αυτός τελεί και τώρα τα μυστήρια αυτά. Εμείς επέχομεν θέσιν υπηρετών, ενώ εκείνος που τα αγιάζει και τα μεταβάλλει είναι Αυτός» (Ομιλία πβ στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 12).

Το χωρίο του ευαγγελιστή Ιωάννη  «η γαρ σάρξ μου αληθής εστί βρώσις και το αίμα μου αληθής εστί πόσις», ερμηνεύεται από τον Χρυσόστομο ως εξής: 
«πιστώσασθαι αυτούς περί των ειρημένων, ώστε μη νομίζειν αίνιγμα είναι το ειρημένον και παραβολήν, αλλ’ ειδέναι ότι πάντως δει φαγείν το σώμα».
Μετάφραση: «θέλει να τους κάμει να πιστεύσουν εις τα λόγια του, ώστε να μη νομίζουν ότι αυτά είναι αίνιγμα και παραβολή, αλλ’ ότι πρέπει να ξεύρουν, ότι θα φάγουν το σώμα του οπωσδήποτε» (Έργα Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 13 Α, Ομιλία ΜΖ).
Αλλά και κατά τον μεγάλο νηπτικό μας Πατέρα, άγιο Γρηγόριο Νύσσης, πιστεύουμε ότι ο άρτος μεταποιείτε σε Σώμα Χριστού επειδή ενανθρώπησε ο Λόγος. «Καλώς ουν και νυν τον τω λόγω θεού αγιαζόμενον άρτον εις σώμα του Θεού Λόγου μεταποιείσθαι πιστεύομεν. Και γαρ εκείνο το σώμα άρτος τη δυνάμει ην, ηγιάσθη δε τη επισκηνώσει του λόγου σκηνώσαντος εν τη σαρκί. Ουκούν όθεν ο εν εκείνω τω σώματι μεταποιηθείς άρτος εις θεία μετάστη δύναμιν, δια του αυτού και νυν το ίσον γίνεται» (37ο κατηχητικός λόγος).

Η φράση του Κυρίου Ιησού Χριστού, όταν παρέδιδε το Μυστήριο στους αποστόλους, «λαβετε φαγετε τουτο εστιν το σωμα μου» και « τούτο γαρ εστιν το αίμα μου» (Ματθαίος, κη 26-28), κατανοείται από την αρχαία Εκκλησία ακριβώς όπως ειπώθηκε από τον Κύριο. «Αυτό είναι το Σώμα μου, αυτό είναι το Αίμα μου». Δεν είπε ότι είναι σύμβολα, ούτε είπε ότι είναι ‘’δια της πίστεως’’, αλλά είναι πραγματικά το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Όταν λέμε ότι κάτι είναι, σημαίνει ότι είναι πραγματικά. 

Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, «μια από τας μεγάλας μορφάς της αρχαίας Εκκλησίας, των οποίων η επίδρασις εις τον εκκλησιαστικόν βίον και την χριστιανικήν διδασκαλίαν υπήρξε αποφασιστική», κατά τον καθηγητή πατρολογίας Π. Χρήστου (Δ’ τόμος πατρολογίας, σελ. 339), γράφει: «Δεικτικώς είπε, τούτο μου εστί το σώμα και τούτο μου εστί το αίμα, ίνα μη νομίσεις τύπον είναι τα φαινόμενα, αλλά δια τινός αρρήτου του πάντα ισχύοντος Θεού μεταποιείσθαι εις σώμα και αίμα Χριστού κατά το αληθές τα παρενηνεγμένα» (Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας-Υπόμνημα Εις το Κατά Ματθαίον, Π Τρεμπέλα, σελ. 461- 462).
Ο ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύει:«Επεί ουν ο λόγος φησί, «τούτο εστί το σώμα μου», και πειθώμεθα και πιστεύωμεν, και νοητοίς αυτό βλέπωμεν οφθαλμοίς. Ουδέν γαρ αισθητόν παρέδωκεν ημίν ο Χριστός· αλλ’ εν αισθητοίς μεν πράγμασι, πάντα δε νοητά». Δηλαδή, «Όταν λοιπόν λέγει «τούτο εστιν το σωμά μου’’ (Ματθαίος, κστ 26), ας πειθώμεθα και ας πιστεύωμεν και ας το βλέπομεν με τους νοητούς οφθαλμούς μας. Διότι τίποτε το αισθητόν δεν μας παρέδωκεν ο Χριστός, αλλά με αισθητά μεν πράγματα, όλα όμως νοητά». Και στην συνέχεια αναφέρει: «Πόσοι νυν λέγουσι, εβουλόμην αυτού την μορφήν ιδείν, τον τύπον, τα ιμάτια, τα υποδήματα. Ιδού αυτόν οράς, αυτού άπτη, αυτόν εσθίεις. Και συ μεν ιμάτια επιθυμείς ιδείν, αυτός δε εαυτόν σοι δίδωσιν, ουκ ιδείν μόνον, αλλά και άψασθαι, και φαγείν, και λαβείν ένδον», που σημαίνει: «Πόσοι τώρα λέγουν· «ήθελα να ιδώ την μορφήν Του, τα χαρακτηριστικά Του, τα ενδύματα, τα υποδήματα! Να, τον βλέπεις, τον εγγίζεις, τον τρώγεις. Και συ μεν επιθυμείς να ιδείς ενδύματα, ενώ αυτός σου δίδει τον εαυτό Του, όχι μόνον να τον ιδής, αλλά και να τον πιάσεις και να τον φάγης και να τον πάρης μέσα σου». (Χρυσόστομος, ΠΒ ομιλία εις τον Ματθαίον, ΕΠΕ 12).

Ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, που κατά τον καθηγητή Π. Χρήστου είναι «ο πλέον διακεκριμένος επίσκοπος Ιεροσολύμων κατ’ αυτήν την περίοδον, τα δε συγγράμματα του τον τοποθετούν εις την πρώτην σειράν των οικουμενικών διδασκάλων» (Δ’ τόμος της πατρολογίας, σελ. 480), σχολιάζει το χωρίο ως εξής: «Αυτού αποφηναμένου και ειπόντος περί του άρτου· Τούτο μου εστί το σώμα, τις τολμήσει αμφιβάλλειν λοιπόν; Και αυτού βεβαιωσαμένου και ειρηκότος· Τούτο μου εστί το αίμα, τις ενδοιάσει ποτέ λέγων μη είναι αυτού το αίμα;» (Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, Δ’ Μυσταγωγική Κατήχηση, PG 33, 1097).

Τέλος, ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας και ο Ζηγαβηνός, αναφέρουν: «Ου γαρ είπε, τούτο εστίν αντίτυπον, αλλά τούτο εστί το σώμα μου• αρρήτω γαρ ενεργεία μεταποιείται, καν φαίνηται ημιν άρτος. Επεί γαρ ασθενείς έσμεν και ουκ αν εδεξάμεθα κρέας εσθίειν ωμόν και ανθρώπου σάρκα, δια τούτο άρτος μεν ημίν φαίνεται, σάρξ δε τω όντι εστί» (Θεοφύλακτος Βουλγαρίας-Υπόμνημα Εις το Κατά Ματθαίον, Π Τρεμπέλα, σελ. 461- 462).
«Ταύτα εισίν αυτό το σώμα και αυτό το αίμα. Ώσπερ γαρ υπερφυώς εθέωσε την προσληφθείσα σάρκα• ούτως απορρήτως μεταποιεί και ταύτα εις αυτό το ζωοποιών αυτού σώμα και εις το τίμιον αυτού αίμα» (Ζηγαβηνός-Υπόμνημα Εις το Κατά Ματθαίον, Π.Τρεμπέλα, σελ. 461- 462).
Εργασία: Στέλιου Μπαφίτη
Επιμέλεια: Σοφία Ντρέκου

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μνημόσυνα· πρακτική της αρχαίας εκκλησίας ή μεταγενέστερη διδασκαλία;

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Σεπτεμβρίου, 2013

του Στέλιου Μπαφίτη

Σε αυτό το άρθρο, θα θέλαμε να παρουσιάσουμε κάποια στοιχεία σχετικά με τα μνημόσυνα και αν αυτά υπήρχαν στην πρακτική της αρχαίας Εκκλησίας. Πριν προχωρήσουμε στο θέμα μας, καλό είναι να δούμεποια έννοια έχουν τα μνημόσυνα στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Κυρίου, και τούτο προς αποφυγή παρεξηγήσεων.
Μνημόσυνο είναι, η τέλεση θείας Λειτουργίας κατά την ημέρα του θανάτου του μάρτυρα προς τιμή του, η σύναξη της Εκκλησίας προς τιμή του την επέτειο του μαρτυρίου του, η προσευχή της Εκκλησίας υπέρ των κεκοιμημένων και η μνημόνευση του ονόματος του Μάρτυρα στη θεία Λειτουργία. Αναπέμπονται δεήσεις υπέρ των κεκοιμημένων και σύσσωμη η Εκκλησία εορτάζει και δέεται στον Κύριο όπως αναπαύσει την ψυχή του μάρτυρα.
Κατά τα λόγια του απ.Παύλου, «Εάν τε λοιπόν ζώμεν, εάν τε αποθνήσκομεν, του Κυρίου είμεθα» (Ρωμαίους, ιδ 8). Υπάρχει λοιπόν η εκκλησία στην γη (η στρατευόμενη), υπάρχει όμως και η εκκλησία στον ουρανό (η θριαμβεύουσα), στην οποία πηγαίνει κάθε άνθρωπος που κοιμάται εν Κυρίω.Η μνήμη των κεκοιμημένων (το μνημόσυνο) είναι μέλος της λειτουργικής δομής της εκκλησίας και αποτελεί κοινωνία ζώντων και τεθνεώτων στο ένα σώμα της σύναξης. Ο Ν. Ματσούκας αναφέρει στην Δογματική του· «η αγάπη του Θεού δεν υπόκειται σε κανένα νόμο, αν η ψυχή τον ζητάει και τον θέλει. Το έλεος Του είναι απροσμέτρητο. Αυτό το νόημα έχουν οι ευχές και τα μνημόσυνα» (Δογματική και Συμβολική θεολογία Γ’, σελ. 547).
Τα μνημόσυνα τελούνται για τα πιστά παιδιά της Εκκλησίας. Ο Ανδρούτσος αναφέρει στην Δογματική του· «Το γενικόν όμως πόρισμα της περί τούτου διδασκαλίας των Πατέρων είναι ότι οι παντελώς κακοί και αδιόρθωτοι αποθνήσκοντες δεν δύνανται να καρπωθώσι τι εκ των υπέρ αυτών ελεημόνων έργων των επιζώντων ή των ευχών της Εκκλησίας». (Δογματική Ανδρούτσου, σελ. 428- 429). Σε άλλο σημείο αναφέρει χαρακτηριστικά· «…αι υπέρ των κεκοιμημένων δεήσεις παρίστανται ως απλαί δεήσεις του θείου ελέους επι τους εν πίστει κεκοιμημένους…». (σελ. 434).
Και τέλος, αναφέρει· «…ο ιερός Δαμασκηνός παρατηρών ότι ο Θεός «βούλεται ίνα υπ άλλων οι πάντες ευεργετώμεθα και ζώντες και μετά θάνατον», ο δε «υπέρ της του πλησίον σωτηρίας αγωνιζόμενος πρώτον εαυτόν ονίνησιν, είτα το πέλας». Ότι η εξήγησις αύτη των μνημοσύνων είναι η μόνη υγιής, αποδίδουσα το πνεύμα της αρχαίας εκκλησίας μνήμην των κεκοιμημένων ποιουμένης, εμβλέπει τις και εν τη γενική των μνημοσύνων χρήσει. Εν ω δήλα δε κατά θεωρίαν διδάσκεται Ορθοδόξως ότι τα μνημόσυνα ωφελούσι μόνον μετανοήσαντας ή μη βαρέως αμαρτήσαντας, ουδέ πρέπει να τελώνται υπέρ αμετανόητων, καθόσον όμως αγνοείται η ηθική κατάστασις των αποδημούντων, πρακτικώς τα μνημόσυνα τελούνται υπέρ πάντων…». (σελ. 436). 
Ουδεμία σχέση έχουν οι επιμνημόσυνες δεήσεις με δήθεν περί αποκαταστάσεως των πάντων ή άλλων παρόμοιων διδασκαλιών. Ο Τρεμπέλας στην Δογματική του, αναφέρει την αντίληψη της Πατέρων και της Εκκλησίας που επιβεβαιώνουν το παραπάνω.  «Είναι λοιπόν σαφές, ότι αμφότεροι οι μνημονευθέντες Πατέρες [ενν. Κύριλλο Ιεροσολύμων και Χρυσόστομο] ποιούμενοι λόγον περί ονήσεως [δηλ. οφέλους] και βοηθείας τινός εκ μέρους των ζώντων προς τους τεθνεώτας παρεχομένης, δεν εννοούσι ταύτην ως απαλλαγήν μεν εκ των δεινών του Άδου, ως μεταβίβασιν δ’ αυτών από της κολάσεως εις τον Παράδεισον, αλλ’ ως ανακούφισιν και βοήθειαν μικράν, «βοηθείν όμως δυναμένην», ως ‘κούφην την κόλασιν». (Τρεμπέλας Ν. Παν., «Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», τόμ. Γ’, 3η έκδ., Ο Σωτήρ, Αθήναι 2003, σελ. 412).
Κλείνοντας τα περί της εννοίας των μνημοσύνων, παραθέτουμε από το βιβλίο του π. Σεραφείμ Ρόουζ· «Οι Προτεστάντες γενικώς θεωρούν τις προσευχές της Εκκλησίας για τους νεκρούς κατά κάποιο τρόπο ασύμβατες με την ανάγκη να βρει ο άνθρωπος τη σωτηρία στην επίγεια ζωή του. «εάν μπορούμε να σωθούμε μέσω της Εκκλησίας μετά το θάνατο, τότε γιατί να μπούμε στον κόπο να παλέψουμε ή να αποκτήσουμε πίστη σε αυτήν την ζωή? Ας φάμε, ας πιούμε, κι ας γλεντήσουμε…».
Φυσικά, κανείς απ’ όσους εφάρμοσαν αυτήν την φιλοσοφία όσο ζούσαν δεν σώθηκε ποτέ χάρη στις προσευχές της Εκκλησίας μετά τον θάνατό του, και είναι προφανές ότι ένα τέτοιο επιχείρημα είναι απολύτως τεχνητό, ακόμα και υποκριτικό. Οι προσευχές της Εκκλησίας δεν μπορούν να σώσουν τον οιονδήποτε δεν επιθυμεί την σωτηρία του, ή αυτόν που ποτέ δεν αγωνίστηκε ο ίδιος να την κατακτήσει κατά την διάρκεια της ζωής του. Κατά μία έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι προσευχές της Εκκλησίας ή του κάθε χριστιανού ξεχωριστά για κάποιο νεκρό δεν προκύπτουν παρά ως αποτέλεσμα του τρόπου ζωής του…». (Η Ψυχή μετά θάνατον, σελ. 296-297).
Οι ψυχές δεν βρίσκονται από τώρα στην τελική κατάστασή τους. Δεν ήρθε ακόμα η ώρα της τελικής κρίσης. Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός γράφει· «Εμείς δεν ισχυριζόμαστε ούτε ότι οι δίκαιοι απολαμβάνουν τελείως τον δικό τους κλήρο και εκείνη την μακαρία κατάσταση την οποία προετοίμασαν για τους εαυτούς τους από την παρούσα ζωή ούτε ότι οι αμαρτωλοί αμέσως μετά τον θάνατο οδηγούνται στην αιώνια κόλαση, στην οποία θα βασανίζονται αδιαλείπτως, αλλά ότι αυτά, και τα δύο, θα γίνουν υποχρεωτικά μετά την έσχατη ημέρα της Κρίσεως και την Ανάσταση όλων των ανθρώπων». (Η Ψυχή μετά θάνατον, Δεύτερη Απολογία προς Λατίνους, αγίου Μάρκου του Ευγενικού)
Μνημόσυνα· πρακτική της αρχαίας εκκλησίας ή μεταγενέστερη διδασκαλία;
Αυτή η ώρα έρχεται μετά την ανάσταση λοιπόν. Στην Αποκάλυψη αναφέρεται· «Και είδον θρόνον λευκόν μέγαν και τον καθήμενον επ’ αυτού, από προσώπου του οποίου έφυγεν η γη και ο ουρανός, και δεν ευρέθη τόπος δι’ αυτά. Και είδον τους νεκρούς, μικρούς και μεγάλους, ισταμένους ενώπιον του Θεού, και τα βιβλία ηνοίχθησαν· και βιβλίον άλλο ηνοίχθη, το οποίον είναι της ζωής· και εκρίθησαν οι νεκροί εκ των γεγραμμένων εν τοις βιβλίοις κατά τα έργα αυτών. Και έδωκεν η θάλασσα τους εν αυτή νεκρούς, και ο θάνατος και ο άδης έδωκαν τους εν αυτοίς νεκρούς, και εκρίθησαν έκαστος κατά τα έργα αυτών. Και ο θάνατος και ο άδης ερρίφθησαν εις την λίμνην του πυρός· ούτος είναι ο δεύτερος θάνατος. Και όστις δεν ευρέθη γεγραμμένος εν τω βιβλίω της ζωής, ερρίφθη εις την λίμνην του πυρός». (Αποκάλυψη, κ 11-15).
Ο Ιησούς Χριστός, αφού θανατώθηκε κατά σάρκα, μετά «…εκήρυξε και προς τα πνεύματα τα εν τη φυλακή, τα οποία ηπείθησάν ποτέ, ότε η μακροθυμία του Θεού επρόσμενέ ποτέ αυτούς εν ταις ημέραις του Νώε…» (Α’ Πέτρου, γ’ 19-20). Μάλιστα ο απ Πέτρος αναφέρει και τον λόγο· «Επειδή διά τούτο εκηρύχθη το ευαγγέλιον και προς τους νεκρούς, διά να κριθώσι μεν κατά ανθρώπους εν σαρκί, να ζώσι δε κατά Θεόν εν πνεύματι» (Α’ Πέτρου, δ 6). Επειδή ο Χριστός «είναι έτοιμος να κρίνη ζώντας και νεκρούς» (Α’ Πέτρου, δ 5).
Ο ίδιος ο Κύριος μίλησε για δυνατότητα άφεσης και συγχώρεσης μετά θάνατον· «Πάσα αμαρτία και βλασφημία θέλει συγχωρηθεί εις τους ανθρώπους. Η κατά του Πνεύματος όμως βλασφημία δεν θέλει συγχωρηθεί εις τους ανθρώπους. Και όστις είπει λόγον κατά του υιού του ανθρώπου, θέλει συγχωρηθεί εις αυτόν, όστις όμως είπει κατά του Πνεύματος του Αγίου, δεν θέλει συγχωρηθεί εις αυτόν ούτε εν τούτω τω αιώνι, ΟΎΤΕ ΕΝ ΤΩ ΜΈΛΛΟΝΤΙ» (Ματθαίος ιβ’ 31-32). Ώστε, υπάρχει δυνατότητα συγχώρεσης ΚΑΙ στον μέλλοντα αιώνα. Διαφορετικά, θα ήταν περιττό να το πει. Παρατηρούμε ταύτιση του χωρίου αυτού με χωρίο του Χρυσοστόμου· «Χήραι περιεστώσαι και δακρύουσαι, ουχί τού παρόντος, αλλά και τού μέλλοντος δύνανται εξαρπάσαι θανάτου» (Ιωάννου Χρυσοστόμου, ΚΑ Ομιλία εις τας Πράξεις τών Αποστόλων, P.G. τόμ.60, σελ.169). 
Και οι δύο λόγοι υπαινίσσονται ή υπονοούν άφεση  αμαρτημάτων και πέρα από τον τάφο, εκτός από το αμάρτημα της βλασφημίας του αγίου Πνεύματος. Την ίδια ερμηνεία δίνει και ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός· «…από το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, στο οποίο ο Σωτήρας λέει ότι «δεν θα συγχωρεθούν οι αμαρτίες σε αυτόν που έχει βλασφημήσει το Άγιο Πνεύμα, ούτε σε αυτήν ούτε στην μέλλουσα ζωή», επειδή υφίσταται η άφεση και στη μέλλουσα ζωή». (Η Ψυχή μετά θάνατον, Ομιλία πρώτη αγίου Μάρκου του Ευγενικού-απολογία προς τους Λατίνους, σελ. 319).
Μνημόσυνα· πρακτική της αρχαίας εκκλησίας
Τα μνημόσυνα στην παλαιά διαθήκη
Τα μνημόσυνα, υπήρχαν στην πρακτική του λαού του Θεού της Παλαιάς Διαθήκης. Βλέπουμε τον Δαβίδ και όσοι ήταν μαζί του να νηστεύουν για τον νεκρό Σαούλ, τον Ιωνάθαν, αλλά και για όλο τον λαό που σκοτώθηκε στον πόλεμο.· «Τότε πιάσας ο Δαβίδ τα ιμάτια αυτού, διέσχισε αυτά και πάντες ομοίως οι άνδρες οι μετ’ αυτού. Και επένθησαν, και έκλαυσαν, και ενήστευσαν, δια τον Σαούλ, και δια τον Ιωνάθαν τον υιόν αυτού, και δια τον λαόν του Κυρίου, και δια τον οίκον του Ισραήλ, διότι έπεσον δια ρομφαίας». (Β’ Σαμουήλ, α 11-12). Εντάξει να πενθήσεις και να κλαύσεις, αλλά γιατί να νηστεύσεις κιόλας για τους νεκρούς; 
Ο λαός επί εποχής Νεεμία νήστευσε και πένθησε για τις ανομίες των ίδιων αλλά και των πατέρων τους. «Και εν τη εικοστή τετάρτη ημέρα τούτου του μηνός συνήχθησαν οι υιοί Ισραήλ με νηστείαν και με σάκκους και με χώμα εφ’ εαυτούς. Και εχωρίσθη το σπέρμα του Ισραήλ από πάντων των ξένων· και σταθέντες εξωμολογήθησαν τας αμαρτίας αυτών και τας ανομίας των πατέρων αυτών. Και σταθέντες εν τω τόπω αυτών, ανέγνωσαν εν τω βιβλίω του νόμου Κυρίου του Θεού αυτών, εν τέταρτον της ημέρας· και εν τέταρτον, εξωμολογούντο και προσεκύνουν Κύριον τον Θεόν αυτών». (Νεεμίας, θ’ 1-3). Σε ποιους άραγε αναφέρεται με την λέξη «πατέρας»; 
Στο ίδιο κεφάλαιο του ιδίου βιβλίου, γίνεται φανερό με τα λόγια του Ιησού, του Καδμιήλ, και των λοιπών που μίλησαν επί του βήματος και έφεραν δημόσια προσευχή· «…είδες την θλίψιν των πατέρων ημών εν Αιγύπτω, και ήκουσας την κραυγήν αυτών επί την Ερυθράν θάλασσαν και έδειξας σημεία και τέρατα επί τον Φαραώ και επί πάντας τους δούλους αυτού και επί πάντα τον λαόν της γης αυτού…Εκείνοι δε και οι πατέρες ημών υπερηφανεύθησαν και εσκλήρυναν τον τράχηλον αυτών και δεν υπήκουσαν εις τας εντολάς σου… Μάλιστα, ότε έκαμον εις εαυτούς χωνευτόν μόσχον και είπον, Ούτος είναι ο Θεός σου όστις σε ανήγαγεν εξ Αιγύπτου, και έπραξαν μεγάλους παροργισμούς… αφού ανεπαύθησαν, εστράφησαν εις το να πράττωσι πονηρά ενώπιόν σου· όθεν εγκατέλιπες αυτούς εις την χείρα των εχθρών αυτών, και εξουσίασαν αυτούς…». Είναι φανερό λοιπόν ότι λέγοντας «πατέρες», δεν εννοούν τους ζώντες πατέρες τους, αλλά αναφέρονται στις προηγούμενες γενεές. Στην γενεά που ελευθερώθηκε από την δουλεία του Φαραώ και μετέπειτα. Για αυτό και εστιάζει η δημόσια προσευχή στο ότι αμάρτησαν και δεν έμειναν πιστοί, εξ ου και όλα τα κακά.
Μια ακόμα ξεκάθαρη μαρτυρία είναι από το βιβλίο των Μακκαβαίων·  ο Ιούδας ο Μακκαβαίος προσέφερε θυσία υπέρ πεσόντων για εξιλασμό των αμαρτιών: «…συγκέντρωσε συνεισφορές από κάθε άντρα κι έστειλε στα Ιεροσόλυμα δύο χιλιάδες δραχμές ασήμι, για να χρηματοδοτήσει μια θυσία για την εξιλέωση της αμαρτίας. Αυτή τη θεάρεστη πράξη την έκανε επειδή πίστευε πως υπάρχει ανάσταση νεκρών. Γιατί αν δεν πίστευε ότι θ’ αναστηθούν αυτοί, που λίγο πριν είχαν σκοτωθεί, θα ήταν περιττό κι ανόητο να προσεύχεται γι’ αυτούς. Εξάλλου ο Ιούδας ήταν βέβαιος ότι όσοι πέθαιναν έχοντας πίστη στο θεό, θα είχαν εξαιρετική μεταχείριση· γι’ αυτό επρόκειτο για μια άγια και θεάρεστη σκέψη. Έτσι, έκαναν τη θυσία για την εξιλέωση των νεκρών, ώστε οι τελευταίοι ν’ απαλλαγούν από την αμαρτία που είχαν διαπράξει». (Β’ Μακκαβαίων, ιβ 43).
Σε αυτό το σημείο είναι καλό να πούμε ότι το βιβλίο αυτό ανήκει στον κανόνα των βιβλίων της Αγίας Γραφής, όπως το παραλάβαμε από την Εκκλησία. Συγκεκριμένα, ο ΠΕ αποστολικός κανόνας το κατατάσσει στα άγια και σεβάσμια βιβλία της Αγίας Γραφής. Δεν έχουμε επομένως κανέναν λόγο να απορρίψουμε το συγκεκριμένο βιβλίο. Απεναντίας, αξίζει να αναφέρουμε μία πολύ σημαντική λεπτομέρεια· ο απ Παύλος στην Εβραίους ια 35 γράφει· «Ελαβον γυναίκες εξ αναστάσεως τούς νεκρούς αυτών. Άλλοι δε ετυμπανίσθησαν, ου προσδεξάμενοι την απολύτρωσιν, ίνα κρείττονος αναστάσεως τύχωσιν» (ΕΒΡ. ΙΑ:35). Δηλαδή· «Γυναίκες έλαβον πίσω ανεστημένους τούς νεκρούς τους. Άλλοι δε εβασανίσθησαν δεμένοι εις το τύμπανο και δεν εδέχθησαν να απαλλαγούν από τα βασανιστήρια, για να επιτύχουν ανωτέρα σωτηρία». Το μαρτύριο τού τυμπάνου, αναφέρεται μόνο στο βιβλίο των Μακκαβαίων (Β’ Μακκαβαίων στ 18, 28), εκεί που αναφέρονται και τα μνημόσυνα. Από εκεί άντλησε πληροφορίες ο απ Παύλος περί του τυμπανισμου. Αν ο απ.Παύλος δίδει κύρος σε αυτό, γιατί να μην έχουν κύρος και τα μνημόσυνα που αναφέρονται επίσης σε αυτό? 
Αν αυτή η πρακτική ήταν λανθασμένη, θα την στηλίτευε η Αγία Γραφή και ο Θεός θα τιμωρούσε παραδειγματικά όσους τέλεσαν τέτοιες αξιόποινες πράξεις, όπως έκανε σε άλλες περιπτώσεις.  Όμως, δεν υπάρχει κανένα σημείο στην Αγία Γραφή που ο Θεός να κατακρίνει αυτή την πρακτική. Το αντίθετο. «ει γαρ μη τούς προπεπτωκότας αναστήναι προσεδόκα, περισσόν αν ήν και ληρώδες υπέρ νεκρών προσεύχεσθαι» (Β’ ΜΑΚ. ΙΒ:44)
«Διότι εάν δεν επίστευε, ότι οι φονευθέντες στρατιώτες εις την μάχη θα αναστηθούν, ήτο ανωφελές και ανόητο να προσεύχωνται υπέρ τών νεκρών»
«πάνυ καλώς και αστείως πράττων υπέρ αναστάσεως διαλογιζόμενος» (στίχ.43). «Ωραία και ευγενική πράξη εμπνευσθείσα εκ τής πίστεως εις την ανάσταση»
Όχι μόνον επαινεί την συγκεκριμένη ενέργεια τού Ιούδα τού Μακκαβαίου, αλλά θέτει την ανάσταση ως προϋπόθεση των μνημοσύνων. Εάν δεν υφίστατο η πίστη εις την ανάσταση, ΑΡΑ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΑΠΟΔΟΣΗ, ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΤΟΤΕ ήτο ανώφελος η δέηση υπέρ των κεκοιμημένων. 
Ο Ιούδας ο Μακκαβαίος, λέγει το ιερό κείμενο, «υπέρ αναστάσεως διαλογιζόμενος», «απέστειλεν εις Ιεροσόλυμα προσαγαγείν περί αμαρτίας θυσίαν» (στίχ.43). Εδώ γεννάται ένα ερώτημα: Ας υποθέσουμε ότι ο Ιούδας επλανήθη και οι συν αυτώ, κι ετέλεσαν κάτι που δεν είναι πιστεύω τού Ιουδαισμού. Μα το κέντρο πίστεως τής Ιουδαικής θρησκείας, τα Ιεροσολύμα δηλαδή εις τα οποία απέστειλε τον έρανο που έκανε για να τελέσουν την θυσία περί αμαρτίας τεθνεώτων ανθρώπων, επλανήθη και αυτό; Δεν ευρέθη ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ να σταματήσει μία πλανημένη ενέργεια που επεχείρησε ο Ιούδας και οι συν αυτώ; ΑΠΑΝΤΕΣ ΕΠΛΑΝΗΘΗΣΑΝ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΩΣ;  
Μνημόσυνα· πρακτική της αρχαίας εκκλησίας ή μεταγενέστερη διδασκαλία;
Μνημόσυνα στην Καινή Διαθήκη
Στην Καινή Διαθήκη, βλέπουμε τον απ.Παύλο να προσεύχεται για τον κεκοιμημένο Ονησιφόρο: «Ας δώσει ο Κύριος να βρει έλεος από το Θεό εκείνη την ημέρα» (Β’ Τιμ. 1,18). Για το συγκεκριμένο εδάφιο, κάποιοι ισχυρίζονται ότι ο Ονησιφόρος δεν έχει πεθάνει. Όμως, στην συνάφεια της συγκεκριμένης επιστολής, η φράση «εκείνη τη ημέρα» που σημαίνει την Κρίση, συνδέεται με όποιον φεύγει από αυτόν τον κόσμο, διότι ο Παύλος λέει για τον εαυτό του: «έφτασε ο καιρός να φύγω απ’ αυτό τον κόσμο … θα με ανταμείψει ο Κύριος εκείνη την ημέρα, ο δίκαιος κριτής» (Β’ Τιμ. 4,6-8). Δηλαδή, στη συνάφεια της ίδιας επιστολής, αυτός που περιμένει «εκείνη τη ημέρα» πρέπει πρώτα να “φύγει απ’ αυτό τον κόσμο». Δευτερευόντως, το γεγονός ότι ο Ονησιφόρος έχει πεθάνει, διαφαίνεται από τον διαχωρισμό του από την οικογένειά του: «Ο Κύριος ας δείξει το έλεός του στην οικογένεια του Ονησιφόρου» (Β’ Τιμ. 1,16)«Ας δώσει ο Κύριος να βρει έλεος [ο Ονησιφόρος] από το Θεό εκείνη την ημέρα» (Β’ Τιμ. 1,18)
Καταρχάς, θα μπορούσε να πει ο Παύλος, “ας δώσει έλεος ο Κύριος στον Ονησιφόρο και τον οίκο του”. Επίσης, διαφοροποιεί ο Παύλος τις ευχές και η μία μιλά για το παρόν και η άλλη για το μέλλον. Στο τέλος της επιστολής, ξανά, αναφέρει την οικογένεια μόνη: «Χαιρέτησέ μου την Πρίσκα και τον Ακύλα, και την οικογένεια του Ονησιφόρου» (Β’ Τιμ. 4,19).
Μνημόσυνα· πρακτική της αρχαίας εκκλησίας ή μεταγενέστερη διδασκαλία;
Μνημόσυνα στην μεταποστολική εποχή

α) Ο Τερτυλλιανός (†220) μας πληροφορεί για τη χήρα χριστιανή που προσεύχεται για την ανάπαυση της ψυχής του νεκρού συζύγου της: «Εnim vero et pro anima ejus orat, et refrigerium interim adpostulat ei, et in prima resurrection consortium, et offert annuis diebus dormitionis eju». (De monogamia 10,PL 2,942C- περίπου το 210-211). Ο Τερτυλλιανός αναφέρεται ιδιαίτερα στο γεγονός της κατ’ έτος επετείου του θανάτου των κεκοιμημένων αδελφών, αλλά και της υπέρ αυτών τελέσεως της θείας Ευχαριστίας. (De corona 3, PL 2,79B-208 μ Χ) «Oblationes pro defunctis, pro nataliciis, annua die facimus». Ο ίδιος πάλι στο Μαρτύριο της Περπετούας, έργο μάλλον δικό του, αναφέρεται στην έντονη προσευχή της μάρτυρος για τη σωτηρία της ψυχής του αδελφού της Δεινοκράτη, ο οποίος είχε πεθάνει σε ηλικία 7 ετών αβάπτιστος. Τα αποτελέσματα αυτής της προσευχής ήταν λυτρωτικά για τον βασανιζόμενο μετά θάνατον, λόγο του άκυρου θανάτου του, αδελφού της. (J.B.Robinson, The passion of S.Perpetua. Textes and Studies, Cambridge at the University Press 1(2),1891, s.204). 

β) Στο μαρτυρολόγιο του αγίου Πολυκάρπου (β’ αιώνας) περιγράφεται μνημόσυνο. Εκεί λέγεται ότι στον τόπο, όπου θάφτηκαν τα μαρτυρικά λείψανα, θα συνάγονται οι πιστοί «εν αγαλλιάσει και χαρά», ώστε να επιτελούν «την του μαρτυρίου αυτού ημέραν γενέθλιον εις τε την των προαθλησάντων μνήμην και των μελλόντων άσκησιν τε και ετοιμασίαν»·  XVIII. «Και έτσι εμείς ύστερα, περισυλλέγοντας τα τιμιώτερα και από πολύτιμους λίθους και δοκιμασμένα περισσότερο από το χρυσάφι οστά του, τα αποθέσαμε όπου ήταν φυσικό. Συναθροιζόμενοι εκεί όσο μας είναι δυνατό με αγαλλίαση και χαρά, να δώσει ο Κύριος να εορτάζουμε τη γενέθλια μέρα του μαρτυρίου του, για να θυμόμαστε τη μνήμη αυτών που άθλησαν προηγουμένως και να ασκούνται και προετοιμάζονται αυτοί που πρόκειται να αθλήσουν στο μέλλον». (Αποστολικοί Πατέρες, άπαντα τα έργα, τόμος 4, Π. Παπαευαγγέλου). 
Ήταν συνήθεια της Εκκλησίας, αφού είχε ορισθεί άνθρωπος να καταγράφει τα ονόματα των μαρτύρων καθώς και την ημερομηνία του θανάτου τους, ώστε να τελείται το μνημόσυνό τους κατά το τυπικό που περιγράφεται: Επί των ημερών του Κυπριανού ένας πιστός, που ονομαζόταν Τέρτυλλος, φρόντιζε επιμελέστατα τους ομολογητές και ανέγραφε με κάθε ακρίβεια την ημέρα της άθλησης, ώστε κατά την επέτειο να τελείται η λειτουργία και να μνημονεύεται το μαρτυρικό όνομα στην οικεία θέση. Epist. 12,2.
γ) Στο απόκρυφο κείμενο «Πράξεις Ιωάννου» (2ος αιών), μικρασιατικής προέλευσης, καταγράφεται η μαρτύρια ότι στον τάφο της χριστιανής Δρουσιανής τελέσθηκε θεία Ευχαριστία και ανεπέμφθησαν προσευχές την τρίτη ημέρα από το θάνατό της ‘’Τη δε εξής ήμερα παραγίνεται ο Ιωάννης άμα τω Ανδρονίκω και τοις αδελφοίς εξ εωθινής εις το μνήμα , τρίτην εχούσης της Δρουσιανής, όπως άρτον κλάσωμεν εκεί… Και ταύτα ειπών ο Ιωάννης επευξάμενος και λαβών άρτον εκόμισεν εις το μνήμα κλάσαι. Και είπε Δοξάζομέν σοι το όνομα το επιστρέφον ημάς εκ της πλάνης και ανηλεούς απάτης. Και ευξάμενος ούτως και δοξάσας εξήει του μνήματος, κοινωνήσας τοις αδελφοίς πάσι της του Κυρίου Ευχαριστίας». (Παν.Σκαλτσή, Η υπέρ των Νεκρών φροντίδα της Αρχαίας Εκκλησίας, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 19.σσ.118-121).
δ) Αλλά και ο Ωριγένης († 254) μας πληροφορεί για την ύπαρξη ευχών υπέρ των κεκοιμημένων στην εποχή του· «Ουκ απογνωστέον ούτω και τους εξεληλυθότας μακαρίους φθάνειν τω πνεύματι τάχα μάλλον του όντος εν των σώματι επί της εκκλησίας διόπερ ου καταφρονητέον των εν αυταίς ευχών, ως εξαίρετόν τι εχουσών τω γνησίως συνερχομένω αυτών’’. (PG 11,556A).
ε) O Άγιος Κυπριανός επίσης (†258) επίσκοπος Καρχηδόνας, συνιστά στους ιερείς να μην αμελούν την αρχαία συνήθεια της Εκκλησίας να τιμούν την επέτειο του θανάτου των πιστών και ιδίως των μαρτύρων. Τονίζει ακόμη ότι με την προσφορά της θείας Ευχαριστίας υπέρ των νεκρών εξαγνίζεται και ο ίδιος. Στην εποχή του ήταν διαμορφωμένη η λειτουργική πράξη της μνημόνευσης των κεκοιμημένων στη θεία Λειτουργία. (Παν.Σκαλτσή, Η υπέρ των Νεκρών φροντίδα της Αρχαίας Εκκλησίας, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 19.σς.118-121).
στ) Ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων στην 5η Μυσταγωγική του Κατήχηση (η οποία εκφωνήθηκε το 348 μ Χ), φανερώνει αυτήν την πράξη της αρχαίας Εκκλησίας στην εποχή του. Αναφέρει· (Αφού έχει προηγηθεί η αναίμακτη λατρεία και η Θ. Ευχαριστία) «…Μετά ευχόμαστε για τους κεκοιμημένους αγίους πατέρες και επισκόπους, και γενικά για όλους εκείνους από μας που έχουν κοιμηθεί. Το κάνουμε αυτό γιατί πιστεύουμε ότι έχουν μεγάλη ωφέλεια οι ψυχές εκείνων, για τους οποίους γίνεται η δέηση, τη στιγμή της τόσο φρικτής και αγίας θυσίας που τώρα προσφέρεται. Θέλω να σας πείσω γι αυτό με ένα παράδειγμα. Ξέρω πολλούς που λένε, Τι ωφελείται η ψυχή, όταν φύγει από τον κόσμο φορτωμένη με αμαρτίες, ή και χωρίς αμαρτήματα, και μνημονεύεται στη Θεία Λειτουργία; 
Άραγε όμως, εάν ένας βασιλιάς εξορίσει όσους του έφταιξαν σε κάτι, και μετά όσοι βρίσκονταν σε διαφορετική κατάσταση από αυτούς, έπλεκαν στεφάνι και του το πρόσφεραν για χάρη των εξορίστων δεν θα μαλάκωνε η καρδιά του βασιλιά και δεν θα ελάφρωνε την τιμωρία. Κατά τον ίδιο, λοιπόν, κι εμείς τρόπο, προσφέρουμε στον Θεό δεήσεις για τους κεκοιμημένους, κι αν αυτοί ήταν αμαρτωλοί, εμείς δεν πλέκουμε στεφάνι, αλλά προσφέρουμε τον Χριστό, που θυσιάστηκε για τις αμαρτίες μας, ζητώντας και για αυτούς και για εμάς το έλεος του φιλανθρώπου Θεού». (Κατηχήσεις αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων, β’ τόμος, σελ. 560-561, Γ. Μαυρομάτης).
Μνημόσυνα· πρακτική της αρχαίας εκκλησίας ή μεταγενέστερη διδασκαλία;
ζ) Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρεται αρκετές φορές στα μνημόσυνα. Θεωρεί ότι οι νεκροί και οι ζωντανοί δεν διαφέρουν ως προς την ανάγκη τους για προσευχές: «Ώσπερ ουν υπέρ των ζώντων ευχόμεθα των ουδέν διαλλαττόντων των νεκρών ούτως ένεστι και υπέρ εκείνων εύχεσθαι» (Υπόμνημα εις την προς Φιληππισίους επιστολήν, PG 62,204), και αποδίδει την αρχή την «μνήμην γίνεσθαι τῶν ἀπελθόντων» στο Άγιο Πνεύμα που ενέπνευσε τους Αποστόλους· «Ουκ εική προσφοραί υπέρ των απελθόντων γίνονται, ουκ εική ικετήριαι, ουκ εική ελεημοσύναι, ταύτα πάντα το Πνεύμα διέταξε, δι’ αλλήλων ημάς ωφελείσθαι βουλόμενον». (PG 60,170). Σε άλλο σημείο αναφέρει· «Δεν θέσπισαν άσκοπα οι Απόστολοι να γίνεται επί των φρικτών μυστηρίων η μνημόνευσις των απελθόντων Χριστιανών. Eίναι γνωστό ότι πολύ ωφελεί, η προσφερόμενη ευεργεσία, αυτούς. Όταν στέκεται ο λαός και το πλήθος των Ιερέων με τα χέρια υψωμένα ενώπιον της φοβεράς θυσίας, πως είναι δυνατόν να μην καταπείσουν τον Θεό για τους κεκοιμημένους». (PG 62,204, 3η Ομιλία προς Φιλιππησίους). Υπομνηματίζοντας την Α Κορινθίους επιστολή του απ Παύλου, αναφέρει· «Ει γαρ τους παίδας του Ιώβ εκάθαιρεν η του πατρός θυσία [Ιώβ 1,5] τι αμφιβάλλεις ει και ημών υπέρ των απελθόντων προσφερόντων γίνεταί τις αυτοίς παραμυθία; Είωθε γαρ ο Θεός και ετέροις υπέρ ετέρων χαρίζεσθαι. Και τούτο εδείκνυ ο Παύλος λέγων ίνα εν πολλώ προσώπω το εις ημάς χάρισμα δια πολλών ευχαριστηθή υπέρ υμών [Β΄ Κορ. 1,11]. Μη δη αποκάμωμεν τοις απελθούσι βοηθούντες και προσφέροντες υπέρ αυτών ευχάς” (Ομιλίαι ΜΑ΄ εις την Α΄ προς Κορινθίους, PG 61,361).

Γιατί ο Χρυσόστομος αποκλείεται να άντλησε πληροφορίες περί των μνημόσυνων από τις Αποστολικές Διαταγές;
Ο Ιερός Χρυσόστομος αναφέροντας τα παραπάνω, δεν είχε ανάγκη να προσφύγει στο ψευδεπίγραφο βιβλίο των «Αποστολικών Διαταγών» που συγγράφτηκε τον τέταρτο αιώνα, και που σύμφωνα με την «Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια», τόμ. 4 (1964), στ. 1182, η αρχαία Εκκλησία ήταν επιφυλακτική για την προέλευση του κειμένου αυτού. Μάλιστα, ότι ο Πατέρας της Εκκλησίας δεν ξεγελάστηκε σχετικά με το αν επρόκειτο για αποστολικό σύγγραμμα, φαίνεται από το ότι η Εκκλησία δεν το αποδέχτηκε ως τέτοιο, αφού δεν αναφέρεται σε κανέναν από τους κανόνες που εμφανίστηκαν σε όλη τη διάρκεια της ζωής του Χρυσοστόμου: Ούτε στον ξ’ κανόνα Λαοδικείας (360 μ.Χ.) Ούτε στη λθ’ Επιστολή του Μ. Αθανασίου (367 μ.Χ.).
Ούτε στου Γρηγορίου Θεολόγου (έως το 390 μ.Χ.) Ούτε στου Αμφιλόχιου Εικονίου (395 μ.Χ.) Ούτε στον κδ’/λβ’ κανόνα Καρθαγένης (419 μ.Χ.). Όλη η περίοδος που έζησε ο Χρυσόστομος, απορρίπτει την κανονικότητα του συγγράμματος αυτού (Μπούμης Ι. Παναγιώτης, «Οι Kανόνες της Eκκλησίας περί του Kανόνος της Αγ. Γραφής»’, 2η έκδ., Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1991, σελ. 67-68. 207).
Aργότερα θα καταδικαστεί από την Πενθέκτη Οικουμενική επειδή βρέθηκαν μερικά νόθα στοιχεία, όπως αναφέρει ο άγιος Νικόδημος στο Πηδάλιό του στον κανόνα 2· «…αις τισί πάλαι υπό των ΕΤΕΡΟΔΌΞΩΝ επι λύμη της Εκκλησίας ΝΟΘΑ ΤΙΝΑ και ξένα της ευσεβείας παρενεθέτησαν, το ευπρεπές κάλλος των θείων δογμάτων ημίν αμαυρώσαντα, την των ΤΟΙΟΎΤΩΝ ΔΙΑΤΆΞΕΩΝ αποβολήν πεποιήμεθα προς την του χριστιανικωτάτου ποιμνίου οικοδομήν και ασφάλειαν, ουδαμώς εγκρίνοντες τα της αιρετικής ψευδολογίας κυήματα, και τη γνησίω των Αποστόλων και ολοκλήρω διδαχήν παρενείροντες…».  (Πηδάλιο, σελ. 220).
Και ο άγιος Νικόδημος ερμηνεύει· «…τας γαρ δια Κλήμεντος Αποστολικάς διαταγάς, επειδή από τους ετεροδόξους ενοθεύθησαν ΕΙΣ ΜΕΡΗ ΤΙΝΑ, δια βλάβην της εκκλησίας, αποβάλλει δια την ασφάλειαν των Χριστιανών». (σελ. 221).
Οι «Αποστολικές Διαταγές» αποτελούν συμπίλημα, δηλαδή κομμάτια από άλλες πηγές τα οποία έχουν συνθέσει ένα άλλο έργο, το οποίο δεν είναι πρωτότυπο, αλλά αντλεί «εξ ήδη υπαρχόντων εν χρήσει στοιχείων». Ο Στεφανίδης, πουθενά δεν ονομάζει τις “Αποστολικές Διαταγές” ως πηγή του Χρυσοστόμου. Σε καμία έγκυρη Εκκλησιαστική Ιστορία ή Πατρολογία της ελληνόφωνης βιβλιογραφίας, δεν χαρακτηρίζουν τις Αποστολικές Διαταγές ως πηγή του Χρυσοστόμου. 
Ο Τρεμπέλας διαφοροποιεί τον Χρυσόστομο ως πηγή από τις «Αποστολικες Διαταγές»· «Λειτουργικά δε μνημεία αναφερόμενα εις τον Αντιοχειανόν τύπον και εξ αυτής της Αντιοχείας προερχόμενα ή προς αύτην σχετιζόμενα, έχομεν εκτός των μαρτυριών των εκ των συγγραμμάτων του θείου Χρυσοστόμου περισυλλεγομένων, την εν ταις Αποστολικαίς Διαταγαίς περιλαμβανομένην λειτουργίαν, την άλλως Κλημέντιον καλουμένην…». (Τρεμπέλας Ν. Παν., «Αρχαί και Χαρακτήρ της Χριστιανικής Λατρείας’, τόμ. B’ (Λειτουργικοί τύποι Αιγύπτου & Ανατολής), έκδ. 3η, Ο Σωτήρ, Αθήναι 1993, σελ. 106).
Ο Στεφανίδης λέει για την αντιοχειανή αυτή λειτουργία: «Η λειτουργία της Αντιοχείας υπάρχει εν τω ογδόω βιβλίω των Αποστολικών Διαταγών» (Στεφανίδης, σελ. 308). Αυτή λοιπόν η λειτουργία λέγεται και «Κλημέντια» κατά τον Τρεμπέλα, ο οποίος προσθέτει: «Ο συγγραφεύς της Κλημεντίου λειτουργίας συνέταξε το έργον αυτού αντλήσας εξ ήδη υπαρχόντων εν χρήσει στοιχείων και σχημάτων λειτουργικών, άτινα δεν εισήχθησαν υπ’ αυτού αλλ’ ενήργουν προ αυτού εν τη ροή της λειτουργικής εξελίξεως, δεν υπήρξε δε το έργον του συμπιλητού τούτου καινός και πρωτότυπος παράγων εν τη εξελίξει ταύτη».(Τρεμπέλας Ν. Παν., ‘Αρχαί και Χαρακτήρ της Χριστιανικής Λατρείας’, τόμ. B΄ (Λειτουργικοί τύποι Αιγύπτου & Ανατολής), έκδ. 3η, Ο Σωτήρ, Αθήναι 1993, σελ. 111). Από που αντλούν άραγε το υλικό τους οι Αποστολικές Διαταγές; 
«Οι Αποστολικές Διαταγές είναι η σημαντικότερη και πληρέστερη πηγή της Λατρείας κατά τους τέσσερεις πρώτους αιώνες. Η σημασία τους έγκειται στο γεγονός ότι, ο άγνωστος συμπιλητής συγκέντρωσε υλικό που αφορά σε ολόκληρη τη χριστιανική Λατρεία· το υλικό αυτό κατένειμε (περί το 380 μ.Χ.) σε οκτώ ενδιαφέροντα βιβλία, εκ των οποίων το 8ο φαίνεται ότι εξαρτάται στενά από την Αποστολική Παράδοση του Ιππολύτου Ρώμης». (Φίλιας Ν. Γεώργιος, «Λειτουργική», τόμ. Α’, Γρηγόρης, Αθήνα 2006, σελ. 261). Να λοιπόν ένας εκκλησιαστικός συγγραφέας του 2ου -3ου αιώνα από τον οποίο αντλεί το υλικό του ο συγγραφέας των Αποστολικών Διαταγών. Και βεβαίως, όχι οι Αποστολικές Διαταγές, αλλά πρώτα ο Ιππόλυτος, αλλά και ο Τερτυλλιανός αναφέρουν ήδη τα μνημόσυνα ως Αποστολικές Παραδόσεις, όπως αναφέραμε παραπάνω. 
Ο Τρεμπέλας γράφει·  «Προκειμένου δε περί του μνημόσυνου των τεθνεώτων … παρατηρεί ο θείος Χρυσόστομος, ότι …ενομοθετήθη υπό των Αποστόλων … Και ο Αυγουστίνος θεωρεί ως και ο Τερτυλλιανός τα κρατούντα καθ’ άπασαν την Εκκλησίαν έθιμα, ως τον νηπιοβαπτισμόν… τας υπέρ τεθνεώτων ευχάς… κλπ., ως Αποστολικάς Παραδόσεις».  (Τρεμπέλας Ν. Παν., «Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», τόμ. Α’, 3η έκδ., Ο Σωτήρ, Αθήνα 1997, σελ. 134). Και ο καθ. Χρίστος Κρικώνης, συμπληρώνει: «Εις την ‘Αποστολικήν Παράδοσιν’ του Ιππολύτου [170-235 μ.Χ.], περιλαμβάνεται πλήθος διατάξεων σχετιζομένων προς τας εκδηλώσεις της ζωής της Εκκλησίας, ως είναι τα θέματα καταστάσεως και χειροτονίας κληρικών, ευχαριστίας, βαπτίσματος, νηστείας, μνημοσύνων κλπ., αίτινες θεωρούνται ως υπό των Αποστόλων παραδοθείσαι». (Κρικώνης Θ. Χρίστος, «Η Αυθεντία της Εκκλησίας, το Κύρος της Παραδόσεως της και η Διδασκαλία των Πατέρων», Univercity Studio Press, Θεσσαλονίκη 1998, σελ. 99).
Μπορούμε να πούμε ότι όπως οι υπόλοιποι  Πατέρες, έτσι και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αντλεί από την γνήσια πηγή της Χριστιανικής πίστης που είναι η Ιερά Παράδοσή της (η Ιερή μνήμη της Εκκλησίας), που δεν είναι μόνο η Αγία Γραφή, ή μόνο τα γραπτά των Πατέρων ή μόνο οι συνοδικές αποφάσεις, αλλά όλα αυτά σε συνδιασμό και με την άγραφη παράδοση για την οποία κάνει λόγο ο Μ. Βασίλειος στην επιστολή του στον άγιο Αμφιλόχιο «Περί του Αγίου Πνεύματος», αναφέροντας· «Αποστολικόν δε οίμαι και το τοις αγράφοις παραδόσεσι παραμένειν. Επαινώ γαρ, φησίν, υμάς, ότι πάντα μου μέμνησθε, και καθώς παρέδωκα υμίν, τας παραδόσεις κατέχετε · και το, Κρατείτε τας παραδόσεις ας παρελάβετε είτε δια λόγον , είτε δι’επιστολής · ων μία εστί και η παρούσα αυτή, ην οι εξ’αρχής διαταξάμενοι παραδιδόντες τοις εφεξής, συμπροϊούσης αεί τω χρόνω της χρήσεως, δια μακράς της συνηθείας ταις Εκκλησίαις εγκατερρίζωσαν». Περί Αγίου Πνεύματος, 29,71,PG 32,200B
Θεωρεί τη διαφύλαξη της αγράφου παραδόσεως ως Αποστολική Διδασκαλία: Θεωρεί ότι η άγνοια ή η εξαφάνιση της αγράφου παραδόσεως θα είχε ως αποτέλεσμα την διατάραξη του στερεώματος της πίστεως· «Πίστις δε εστι το πολεμούμενον, και κοινός σκοπός άπασι τοις εναντίοις και εχθροίς της υγιαινούσης διδασκαλίας το στερέωμα της εις Χριστόν πίστεως κατασείσαι, εκ του την αποστολικήν παράδοσιν εδαφισθείσαν αγιασθήναι. Δια τούτο , ως των χρεωφειλετών οι δήθεν ευγνώμονες, τας εκ των εγγράφων αποδείξεις επιβοώνται, την άγραφον των Πατέρων μαρτυρίαν ως ουδενός αξίαν αποπεμπόμενοι». (Περί Αγίου Πνεύματος, 29,71,PG 32,112C). 
Σε άλλο σημείο λέει ότι δεν αρκείται σε αυτά που γράφουν το Ευαγγέλιο και ο Απόστολος αλλά επιλέγει κι άλλα εκ της Αγράφου Παραδόσεως που έχουν μεγάλη ισχύ προς το μυστήριον της ευσεβείας· «Ου γαρ δη τούτοις αρκούμεθα ων ο Απόστολος η το Ευαγγέλιον επεμνήσθη, αλλά και προλέγομεν και επιλέγομεν έτερα, ως μεγάλην έχοντα προς το μυστήριον την ισχύν, εκ της αγράφου παραδόσεως παραλαβόντες». (Περί Αγίου Πνεύματος, 29, 71, PG 32, 188Β).
Συμπεράσματα:
α) Ο Χρυσόστομος ΔΕΝ έμαθε από τις Αποστολικές Διαταγές τα σχετικά για την μνήμη υπέρ των απελθόντων. Η μνήμη υπέρ των απελθόντων ξεκινάει πολύ νωρίτερα από την εποχή των Αποστολικών Διαταγών.

β) Η Αποστολική Παράδοση ΔΕΝ εξαντλείται στο κείμενο των Αποστολικών Διαταγών αλλά υπάρχει και Άγραφη Αποστολική Παράδοση.
γ) Την μνήμη υπέρ των απελθόντων την θέσπισε το Άγιο Πνεύμα όπως λέει ο Χρυσόστομος.
Ο καθηγητής Φειδάς επιβεβαιώνει την αρχαιότητα της Παράδοσης των μνημοσύνων χωρίς να αναφέρει καν τις «Αποστολικές Διαταγές»· «Η τιμή, την οποία εκδήλωναν οι χριστιανοί στους τάφους των μαρτύρων, οφειλόταν στη βαθειά πεποίθηση τους, ότι και μετά τον θάνατο υπήρχε στενή σχέση της ψυχής των μαρτύρων με τα λείψανα τους, τα οποία βρίσκονται στη γη (Ευσεβίου, Εκκλ. Ιστορία, V, 1. Τερτυλλιανού, De resur. carnis, 3. Μινουκίου Φήλικος, Octav., 34,1). Η τέλεση της θείας ευχαριστίας στον τάφο του μάρτυρα κατά τη γενέθλιο ημέρα συνδεόταν λοιπόν με την πεποίθηση, ότι η ψυχή του μάρτυρα συμμετείχε στην πνευματική συνεστίαση (Ωριγένους, Περί ευχής, 31. Κυπριανού, Epist., 1, 2). Άλλωστε, η θεία ευχαριστία πολλές φορές ετελείτο και επί των τάφων απλών πιστών με την πίστη, ότι και η ψυχή του νεκρού συμμετείχε στα τελούμενα και στην απορρέουσα από αυτά χάρη (Τερτυλλιανού, De pudicitia, 11. De corona, 3. De exhort. castitatis, 11). Επί τη βάσει της παραδόσεως αυτής διαμορφώθηκαν και τα Μνημόσυνα υπέρ των κεκοιμημένων». (Φειδάς Ιω. Βλάσιος, «Εκκλησιαστική Ιστορία – Απ’ αρχής μέχρι την Εικονομαχία», τόμ. Α’, 3η έκδ., Αθήνα 2002, σελ. 287).

Μελέτη: Στέλιος Μπαφίτης 
Επιμέλεια: Sophia Siglitiki Drekou

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιον Όρος και Ευρώπη

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Σεπτεμβρίου, 2013

Tοῦ Ἀρχιμ. Πλακίδα Deseille

Οἱ ἱστορικοὶ τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ συχνὰ λέγουν ὅτι οἱ μοναχοὶ δημιούργησαν τὴν Εὐρώπη. Χωρὶς ἀμφιβολία, ἔχουν στὸ νοῦ τους ἰδιαίτερα τὴν πολιτιστικὴ καὶ μορφωτικὴ δράση τῶν πρώτων μοναχῶν στὴ νότιο καὶ κεντρικὴ Γαλλία, τὼν Κελτῶν καὶ Ἀγγλοσαξόνων μοναχῶν, ποὺ διέδωσαν τὸ Εὐαγγέλιο στὴν βορειοδυτικὴ Εὐρώπη κατὰ τὸν 7ο καὶ 8ο αἰῶνα, τῶν Βενεδικτίνων καὶ Κιστερσιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξάσκησαν μία ἀξιόλογη ἐπίδραση ὣς καὶ τὰ τέλη τοῦ 12ου αἰῶνα.
Ὅμως ὁλόκληρη αὐτὴ ἡ ἐξωτερικὴ δραστηριότητα ἐκπορευόταν ἀπὸ μιὰ μυστικὴ πηγή, ποὺ ἦταν ἡ ἔντονη ἐσωτερικὴ ζωὴ ἐκείνων τῶν μοναχῶν: «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (πρβλ. Ματθ. ϛ´ 33). Ἂν τὰ μοναστήρια εἶχαν μιὰ τέτοια ἀκτινοβολία, ἂν ἡ μεσαιωνικὴ Εὐρώπη ἀποτέλεσε, χάρη σ’ αὐτά, μιὰ ἐξαιρετικὴ ἑστία πολιτισμοῦ, ἐμποτισμένη μὲ τὶς ἀξίες τοῦ Εὐαγγελίου, δὲν εἶναι, κατ’ ἀρχήν, ἐπειδὴ ἐκεῖνοι οἱ μοναχοὶ ἀντέγραψαν χειρόγραφα τοῦ Βιργιλίου καὶ τοῦ Ὀβιδίου, ἄνοιγαν σχολεῖα, ἔχτιζαν ρωμανικὲς βασιλικὲς καὶ σμίλευαν θαυμαστὰ ἔργα χρυσοχοΐας, ἀλλ’ ἐπειδὴ σὲ ἀναρίθμητα μοναστήρια οἱ ἄθρωποι ἐπεζήτησαν νὰ κυριαρχήσουν στὰ πάθη τους, νὰ ἐμποτιστοῦν μὲ τὸ πνεῦμα τῶν Μακαρισμῶν, φθάνοντας ἔτσι σ’ αὐτὴ τὴν μυστηριώδη εἰρήνη τῆς καρδιᾶς, ποὺ καμιὰ τεχνικὴ καὶ καμιὰ ἐπιστήμη δὲν μπορεῖ νὰ παράσχει. «Στέριωσε στὴν ψυχή σου τὴν εἰρήνη καὶ χιλιάδες θὰ σωθοῦν γύρω σου», ἔλεγε ἕνας μεγάλος μοναχὸς τοῦ περασμένου αἰῶνα.
Τὸ γεγονὸς αὐτὸ μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἀντιληφθοῦμε τὴν ἁρμόζουσα θέση καὶ τὸν ρόλο τοῦ Ἁγίου Ὄρους μέσα στὴν Εὐρώπη ποὺ οἰκοδομεῖται σήμερα. Θὰ ἦταν τελείως λάθος, ὅσον ἀφορᾶ στὴν σημασία καὶ στὴν σπουδαιότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, νὰ τὸ δοῦμε σὰν ἕναν ἀξιοθαύμαστο χῶρο διατηρήσεως τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ, ἕνα μουσεῖο περιωπῆς ποὺ ἀνακαλεῖ ἕνα νεκρὸ παρελθόν. Τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι, πρὶν ἀπ’ ὅλα, μὲ τὸν ἀριθμὸ τῶν μοναστηριῶν του, μὲ τὴν ζωὴ ποὺ ξαναγεννιέται σ’ αὐτὸ σέ κάθε σημεῖο, μὲ τὴν πίστη τῶν μοναχῶν του νὰ κρατήσουν ζωντανὴ μιὰ παράδοση περισσότερο ἀπὸ χιλιόχρονη, μἐ τὴν καταφανῆ ἁγιότητα πολλῶν ἀπὸ αὐτοὺς, τὸ σπουδαιότερο πνευματικὸ κέντρο της Εὐρώπης.
Πνευματικ παράδοση
Στὴν διάρκεια τῶν περασμένων αἰώνων ἡ ἀκτινοβολία τοῦ Ἁγίου Ὄρους φώτισε ἰδιαίτερα τὴν Ἑλλάδα καὶ τὶς Βαλκανικὲς καὶ σλαβικές χῶρες. Σήμερα, ὅμως, σὲ μιὰ Εὐρώπη ὅπου τὰ σύνορα γίνονται περισσότερο εὐκολοδιάβατα, πολλοὶ Δυτικοὶ ἀνακαλύπτουν ὅτι ἡ πνευματικὴ παράδοση τοῦ Ἁγίου Ὄρους εἶναι οὐσιαστικὰ ὅμοια μ᾽ ἐκείνη στὴν ὁποία ζοῦσαν οἱ δικοί τους Πατέρες, ἰδιαίτερα οἱ ἀρχαῖοι μοναχοὶ τῆς Δύσεως, τὴν ἐποχή κατὰ τὴν ὁποία τά σχίσματα καὶ οἱ διαιρέσεις δὲν εἶχαν ἀκόμη τραυματίσει τὴν πνευματικὴ ἑνότητα τῆς Εὐρώπης. Καθὼς ἔρχονται ὡς προσκυνητὲς στὸ Ἅγιον Ὄρος, ξαναβρίσκουν τὶς ρίζες τῆς δικῆς τους παιδείας καὶ τοῦ δικοῦ τους πολιτισμοῦ. Ξαναβρίσκουν ἐδῶ τὶς ἀξίες αὐτὲς πού, αὐτὲς μόνο, μποροῦν νὰ ξαναδώσουν δημιουργικὴ ὤθηση σὲ μιὰ Εὐρώπη ποὺ συνειδητοποιεῖ τραγικὰ τὸ τεράστιο πνευματικὸ κενὸ τὸ ὁποῖο ἄφησε ἡ τεχνολογικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη, ἡ ὁποία, πολὺ συχνά, δὲν προσανατολιζόταν πρὸς κανένα ὑπερβατικὸ τέλος. Ἂν ἡ Εὐρώπη δὲν ξαναβρεῖ τὶς ἀξίες αὐτές, θὰ ἀπειλεῖται ἀναπόφευκτα ἀπὸ ἐσωτερικὴ ἀποσύνθεση ποὺ θὰ τὴν ἀφήσει χωρὶς ἐφόδια μπροστά στό μέλλον, ἀνίκανη νὰ παίξει τό ρόλο ποὺ τῆς ἁρμόζει σέ ἕναν κόσμο ὅπου μόνον ἡ πνευματικὴ καὶ μορφωτικὴ ἀκτινοβολία θὰ μπορέσει νὰ ἀντισταθμίσει τὴν αὐξανόμενη δημογραφικὴ μείωσή της.
Ἰδιαίτερα, τὸ Ἅγιον Ὄρος μπορεῖ νὰ συνεισφέρει στὴν ἀπόκτηση ἀπὸ τὴν Εὐρώπη μεγαλύτερης συνείδησης αὐτοῦ ποὺ πρέπει νὰ εἶναι ἡ δική της προσφορὰ στὸ πλαίσιο τῶν μεγάλων παγκόσμιων πολιτισμῶν, δηλαδὴ τό νόημα τοῦ προσώπου καὶ ἡ ἀντίληψη μιᾶς κοινωνίας προσωποκρατικῆς.
Πράγματι, οἱ ἀνθρώπινες κοινωνίες σήμερα κυμαίνονται γενικὰ μεταξὺ δύο προτύπων μοντέλων ἐξ ἴσου ἀπατηλῶν. Εἴτε κυριαρχεῖ ἕνας φιλελευθερισμός, στὸν ὁποῖο ἡ ἐπιβίωση τοῦ ἀτομικοῦ καὶ συλλογικοῦ συμφέροντος δὲν γνωρίζει ἄλλους περιορισμοὺς παρὰ μόνον αὐτοὺς ποὺ ἐπιβάλλει ὁ φόβος τοῦ συμβιβασμοῦ τοῦ ἴδιου αὐτοῦ συμφέροντος, ἄν προσκρούσει στὰ ἐνδιαφέροντα ἰσχυροτέρων ἀτόμων ἢ ὁμάδων. Τότε ἡ κοινωνία κινδυνεύει νὰ μεταμορφωθεῖ σὲ ζούγκλα, ὅπου ἐπικρατεῖ τὸ δίκαιο τοῦ ἰσχυροτέρου καὶ ὅπου ἡ ἀφθονία τῶν καταναλωτικῶν «ἀγαθῶν», μὲ τὴν ἀπουσία κάθε ὑψηλότερου ἰδανικοῦ, πνίγει τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλοῦ ἐπιβάλλεται ἕνας ὁλοκληρωματισμὸς ποὺ ὑποτάσσει τὰ ἄτομα -μὲ τὴν αὐταρχικότητα καὶ τὴν βία- σ’ ἕνα καθεστὼς τοῦ ὁποίου τὶς ἀπαιτήσεις δὲν ἀναλαμβάνει ὁ καθένας καὶ τὸ ὁποῖο, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τοὺς σκοπούς του, δὲν διστάζει νὰ καταπατήσει τὰ δικαιώματα τοῦ προσώπου· αὐτὸ κατασκευάζει ἕναν κόσμο περισσότερο ἀπάνθρωπο ἀπὸ τὸν προηγούμενο.
Πολιτεες ρμονίας
Ὁ προσκυνητὴς ποὺ ἐπισκέπτεται τὰ μεγάλα μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀνακαλύπτει ἐκεῖ, παρὰ τὴν ἔνταση καὶ τὶς δυσκολίες ποὺ καμιὰ ἀνθρώπινη ὁμάδα δὲν μπορεῖ νὰ ἀποφύγει, πολιτεῖες ἁρμονίας ὅπου ἡ ἑνότητα τῆς ὁμάδας δὲν προσβάλλει τὴν ἀκεραιότητα καὶ τὴν αὐθεντικὴ πληρότητα τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὴν ἀποτελοῦν. Ἡ σταθερότητα παρομοίων κοινωνιῶν διὰ μέσου τῶν αἰώνων, ἡ ἱκανότητά τους νὰ ξαναγεννιοῦνται μετὰ ἀπὸ περιόδους παρακμῆς θὰ μποροῦσαν νὰ θεωρηθοῦν θανάσιμες, μᾶς προβληματίζουν πολὺ περισσότερο, καθὼς οἱ συντελεστὲς ἀποσυνθέσεως -διαφορὰ ἡλικίας, παιδείας, καταγωγῆς, γένους- δὲν ἀπουσιάζουν. Τὸ Ἅγιον Ὄρος δὲν προβάλλει ἁπλῶς τὴν ἐλπίδα ἑνὸς καινούργιου κόσμου ἢ μιᾶς πολιτικοκοινωνικῆς «ἀλλαγῆς», δὲν μιλάει μόνο γιὰ κάποια θεωρία. Μᾶς χαρίζει τὸ βίωμα, τὴν ζωντανὴ ἐμπειρία. Μᾶς ὑποδεικνύει σαφέστατα ὅτι μιὰ πραγματικὴ «ἀλλαγή» στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις μπορεῖ νὰ γίνει, ἂν ἀφήνουμε νὰ ἐνεργεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ποῦ καθιστᾶ τὰ πάντα «καινά».
Κλειδὶ αὐτῆς τῆς ἐπιτυχίας εἶναι χωρὶς ἀμφιβολία τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ἀθωνίτης μοναχὸς διδάχθηκε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τοὺς πνευματικούς του δασκάλους -τὸν Ἅγιο Βασίλειο, τὸν Ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη, τὸν Ἅγιο Ἀθανάσιο τὸν Ἀθωνίτη, τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ- πὼς αὐτὸ ποὺ ἐξασφαλίζει τὴν ἀκεραιότητα τοῦ προσώπου καὶ τὴν εὐδαιμονία του δὲν εἶναι ἡ ἱκανοποίηση τοῦ ἰδιωτικοῦ συμφέροντος καὶ ἡ ἐπιδίωξη αὐτοῦ ποὺ ἀρέσει στὸν καθένα· ἀντίθετα, ἐπειδὴ τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο εἶναι κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι Ἀγάπη (Α´ Ἰωάν. δ´ 8), δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ αὐτὴ τὴν εὐδαιμονία παρὰ μὲ τὸ δόσιμο τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τὴν ἐλεύθερη καὶ εὐχάριστη ἄρνηση κάθε ἀτομικότητας, μὲ σκοπὸ νὰ ἐπικοινωνήσει μὲ τὸν ἄλλο καὶ νὰ ἀναπτυχθεῖ πρὸς ὅ,τι ἑνώνει. Ὁ μοναχὸς γνωρίζει ὅτι ἡ ἄρνηση τῶν ὀρέξεών του, τῶν ἰδιαίτερων προτιμήσεών του, τῶν ἀτομικῶν ἐνδιαφερόντων του, δὲν εἶναι παρὰ ἕνας ζωοποιὸς θάνατος ποὺ ὁδηγεῖ στὴ χαρὰ τῆς ἐπικοινωνίας τῶν προσώπων, τῆς Κοινωνίας.
Κοινωνία Δίκαιη
Αὐτὸ μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ ἐγκαθίδρυση μιᾶς κοινωνίας δίκαιης καὶ εὐτυχισμένης, δὲν ἐξαρτᾶται κατ’ ἀρχὴν ἀπὸ τὶς μεταρρυθμίσεις τῶν δομῶν καὶ τὸν ἔλεγχο τῶν οἰκονομικῶν διαδικασιῶν. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἀνομάζει τὸ Εὐαγγέλιο «μετάνοια», μιὰ ἀλλαγή, δηλαδή, πνεύματος, μιὰ ἐσωτερικὴ μεταρρύθμιση. Ἀπαιτεῖ, πρὶν ἀπὸ κάθε τι, να ἀγωνίζεται ὁ καθένας καθημερινά, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, μέχρις ὅτου, μέσα ἀπὸ τὶς πιὸ ταπεινὲς καὶ κοινὲς περιστάσεις τῆς ὑπάρξεώς του, ἐνάντια στὸν ἐγωισμό του, ἐνάντια στὴ δίψα τῆς ἀπολαύσεως, ἐνάντια στὶς ἀτομικιστικὲς τάσεις του, ἀκούσει τὴν ἐσωτερικὴ φωνὴ νὰ τοῦ ψιθυρίζει ὅτι ἐκεῖ μόνον βρίσκεται ἡ ἀληθινὴ χαρὰ -αὐτὴ ἡ χαρὰ ποὺ εἶναι τόσο αἰσθητὴ σ’ ὅποιον ἐπισκέπτεται σήμερα τὰ ἁγιορείτικα μοναστήρια. Πρέπει ἀκόμη ἡ ἐξουσία καὶ οἱ θεσμοὶ νὰ σέβονται τὴ νόμιμη ἀνομοιότητα τῶν προσώπων ποὺ τὸ καθένα ἔχει τὸν δικό του τρόπο νὰ ζεῖ ἕνα κοινὸ ἰδανικό, καὶ νὰ μὴν ἐπιβάλλουν ἕνα συγκεντρωτικὸ καὶ τυραννικὸ καθεστώς. Τότε μπορεῖ νὰ γίνει πραγματικότητα ὁ λόγος τοῦ ψαλμωδοῦ: «Ἰδού δη τί καλὸν ἢ τὶ τερπνόν, ἀλλ’ ἢ τὸ κατοικεῖν ἀδελφοὺς ἐπὶ τὸ αὐτό» (Ψαλμ. ΡΛΑ´ 1). Ἀλλ’ ὁ προσκυνητὴς ποὺ ἀκολουθεῖ σήμερα τὰ λίθινα μονοπάτια τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μέσα σὲ μιὰ φύση παρθενική, ἀρωματισμένη μὲ τὴν ὀσμὴ τῶν σπάρτων καὶ σμαλτωμένη μὲ ὅλα τὰ λουλούδια τῆς ἀνοίξεως, δὲν ἀνακαλύπτει στὸν δρόμο του μόνον τὰ μεγάλα κοινόβια μοναστήρια. Θὰ τοῦ τύχει, ἴσως, νὰ συναντήσει κάποια μοναχικὴ καλύβα, ὅπου ἕνας ἐρημίτης, μόνος μὲ τὸν Μόνο, πρεσβεύει μὲ δάκρυα ὑπὲρ τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ποιός θὰ μιλήσει γιὰ τὴν δύναμη καὶ τὴν ἰσχὺ αὐτῆς τῆς προσευχῆς; Τέτοιοι ἄνθρωποι δὲν εἶναι στύλοι τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Οἰκουμένης;
Ἡ παρουσία τοῦ ἐρημίτη δὲν ἀντιφάσκει στὴν κοινοτικὴ ἔννοια. Ἡ μόνωσή του δὲν εἶναι καρπὸς ἀτομικότητας καὶ μισανθρωπίας. Ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ βαδίσει πρὸς τὸν Θεὸ καὶ συγχρόνως νὰ εἰσδύσει στὸ ἐσώτατο ταμεῖο τῆς ψυχῆς του, ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ σιωπὴ καὶ μόνωση. Αὐτὰ εἶναι δύο στοιχεῖα ἀπαραίτητα γιὰ τὴν προσωποκρατικὴ ἀντίληψη τῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία εἶναι ἀντίθετη πρὸς τὴν ἀγελαία. Βαδίζοντας πρὸς τὸ οὐσιαστικό, πλησιάζοντας στὸ Κέντρο, ὁ μονάζων πλησιάζει ταυτόχρονα ὅλα ὅσα κατευθύνονται πρὸς αὐτὸ τὸ Κέντρο. Γι’ αὐτὸ ἡ καρδιὰ τοῦ ἐρημίτη ξεχειλίζει ἀπὸ τόση ἀγάπη, τόση συμπάθεια πρὸς ὅλους.
Τί μάθημα γιὰ τὴν Εὐρώπη μας, ὅπου αὐτὲς οἱ ἀξίες τῆς σιωπῆς, τῆς μονώσεως τόσο συχνὰ παραγνωρίζονται καὶ ξεχνιοῦνται! Καὶ τί παράδειγμα, τί στήριγμα ἐπίσης γιὰ πόσους ἀνθρώπυς σήμερα ποὺ ἡ ἄρνησή τους στὸ ψέμα καὶ τὸ συμβιβασμὸ ὁδηγεῖ, στὸν σύγχρονο κόσμο, σὲ μιὰ τραγικὴ ἐσωτερικὴ μόνωση -ὅταν δὲν εἶναι μόνωση τῆς φυλακῆς, τῆς ἐξορίας ἢ τῶν στρατοπέδων συγκεντρώσεως- χωρὶς ἄλλο στήριγμα παρὰ μόνον τὴν ἐσωτερικὴ δύναμη ποὺ τοὺς δίνεται.
Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο λοιπὸν μπορεῖ τὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴν σημερινὴ Εὐρώπη, νὰ συνεισφέρει, γιὰ τὰ σύγχρονα προβλήματα τῆς ἐποχῆς μας, στὸ νὰ δοθεῖ ἀπάντηση ὄχι μὲ βιαστικοὺς αὐτοσχεδιασμοὺς ἢ καινοτομίες στὰ ἀπρόβλεπτα ἐπακόλουθα, ἀλλὰ μὲ ἐμπνευσμένες λύσεις, σὲ μιὰ δημιουργικὴ πιστότητα στὶς χριστιανικὲς ἀξίες τῆς παιδείας μας. Αὐτὸ δὲν δικαιολογεῖ ἐπαρκῶς τὸ ἐνδιαφέρον ποὺ πρέπει νὰ δείξουν τὰ εὐρωπαϊκὰ κράτη γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπως ἐπίσης καὶ γιὰ τὴ διατήρηση τοῦ προνομιακοῦ καθεστῶτος ποὺ ἡ βυζαντινὴ αὐτοκρατορία, κατόπιν ἡ ὀθωμανικὴ καὶ τέλος τὸ ἑλληνικὸ κράτος πάντοτε τοῦ ἀναγνώρισαν, γιὰ νὰ τοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ φέρει πιὸ ἀποτελεσματικὰ τὴ μαρτυρία του;
(Ἄρθρο στὸ Ἀφιέρωμα
«ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ: Η ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ»,
τοῦ ἐνθέτου περιοδ. «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ»
τῆς ἐφημ. «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 05.07.1992)
Εσήγηση στ συμπόσιο «Τ γιον ρος στν ποχ τς Ερωπαϊκς Κοινότητας». Θεσσαλονίκη-γιον ρος 17-20 Μαΐου 1984.
 συγγραφέας εναι Γάλλος στν καταγωγή. πρξε μοναχς κα κληρικς τς Ρωμαιοκαθολικς κκλησίας. γινε ρθόδοξος στ γιον ρος κα δελφς τς ερς Μονς Σίμωνος Πέτρας. Σήμερα εναι γούμενος σ μετόχι τς νωτέρω Μονς στν Γαλλία.
Ἐπιλογή- Ἠλ. στοιχειοθεσία: «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»
http://christianvivliografia.wordpress.com

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Συμεών ο Στυλίτης – Μνήμη ενός μεγάλου αγίου της Συρίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Σεπτεμβρίου, 2013

Ὁ Ὅσιος Συμεὼν ὁ στυλίτης (ὁ πρεσβύτερος ἢ «ὁ ἐν τῇ μάνδρᾳ»), ποὺ τιμᾶταιἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας τὴν 1η Σεπτεμβρίου, εἶναι ὁ πρῶτος γνωστὸς μοναχὸς ποὺἀσκήτεψε πάνω σὲ στῦλο.
Γεννήθηκε γύρω στὰ 389 στὸ χωριὸ Σισᾶν, στὰ ὅρια Συρίας καὶ Κιλικίας. Ἦταν βοσκὸς τῶν πατρικῶν προβάτων καὶ ὅταν γνώρισε κάποιους ἀσκητές, πόθησεἐξαιτίας τους τὴ μοναχικὴ ζωὴ καὶ ᾖρθε σὲ ἕνα μοναστῆρι, στὸ χωριὸ Τελεδᾶν,ὅπου ἔζησε δέκα χρόνια (403 – 413) μὲ αὐστηρότατη ἄσκηση.
Ὕστερα ἔζησε ἔγκλειστος τρία χρόνια σὲ μία σπηλιά, κοντὰ στὴν Ἀντιόχεια, καὶ στὴ συνέχεια πῆγε στὸ χωριὸ Τελάνισσο, ὅπου ἀσκήθηκε ἀλλὰ τρία χρόνια σ’ ἕνα σπιτάκι. Τέλος, ἀποσύρθηκε στὴν κορυφὴ ἐνὸς λόφου καὶ περιορίσθηκε σ’ἕναν μικρὸ κυκλικὸ περίβολο («μάνδρα»), φτιαγμένο μὲ μίαν ἁλυσίδα εἴκοσι πήχεων.
 Ἡ ἀπίθανη αὐστηρότητα τῆς ζωῆς του καὶ τὸ θαυματουργικὸ χάρισμα συγκέντρωναν γύρω του πλήθη ἀνθρώπων, ποὺ τοῦ προξενοῦσαν μεγάληἐνόχληση. Γιὰ αὐτὸ ἄρχισε ν’ ἀνεβαίνει σὲ στύλους ὁλοένα καὶ ψηλότερους. Ὁτελευταῖος, ὅπου ἔζησε πάνω ἀπὸ εἴκοσι χρόνια, εἶχε ὕψος 16 – 18 μέτρα.
 Ὁ Ὅσιος ἀφιέρωνε τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ εἰκοσιτετραώρου στὴν προσευχή.Ἔτρωγε ἐλάχιστα. Ἦταν συνεχῶς ὄρθιος, χωρὶς προφύλαξη ἀπὸ τὸν ἥλιο, τὴν βροχή, τὸν ἄνεμο ἢ τὸ κρύο. Δύο φορὲς τὴν ἡμέρα διέκοπτε τὸν ἀσκητικό του κανόνα καὶ νουθετοῦσε τὸν λαό, μεριμνοῦσε γιὰ τοὺς ἀρρώστους καὶ τοὺς δυστυχισμένους, ἔκανε συμβιβασμοὺς διαφορῶν, ἔλυνε προβλήματα καὶμετέστρεφε στὴ χριστιανικὴ πίστη τοὺς ἀλλόδοξους ποὺ πρόστρεχαν σ’ αὐτὸν μαζὶ μὲ τοὺς χριστιανοὺς ἀπ’ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Δύσης. Κοιμήθηκε τὸ 459 καὶ κηδεύτηκε ἀπὸ τὸν πατριάρχη Ἀντιοχείας Μαρτύριο στὴν μεγάλη ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας.
 Στὸ ἐκπληκτικὸ Ἱεραποστολικὸ ἔργο, πού, ὅσο κι ἂν φαίνεται ἀπίστευτο, πραγματοποίησε ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ στύλου του ὁ αὐστηρὸς αὐτὸς ἀσκητής, θὰἀναφερθοῦμε στὶς ἑπόμενες γραμμές, σταχυολογώντας τὰ σχετικὰἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν «Φιλόθεο Ἱστορία» τοῦ Θεοδώρητου Κύρου, τὸν ἑλληνικὸβίο τοῦ Ὁσίου, γραμμένο ἀπὸ τὸν μαθητὴ του Ἀντώνιο, καὶ τὸν συριακὸ βίο του .
 Ἡ φήμη τοῦ ὁσίου ἁπλώθηκε γοργὰ παντοῦ. Ὅλοι, κι ἀπὸ τὰ κοντινὰ καὶ ἀπὸτὰ μακρινὰ μέρη, ἔτρεχαν κοντά του. Ἄλλοι ἔφερναν παράλυτους, ἄλλοι ζητοῦσαν νὰ γιατρέψει ἀρρώστους, ἄλλοι παρακαλοῦσαν νὰ μεσιτέψει στὸν Θεὸγιὰ ν’ ἀποκτήσουν παιδιά. Μετὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν αἰτημάτων τους, ἔφευγαν γεμάτοι χαρά. Καὶ διαλαλώντας τὶς εὐεργεσίες ποὺ δέχτηκαν, ἔστελναν στὸνὍσιο πολὺ περισσότερους ἀνθρώπους, ποὺ ζητοῦσαν καὶ ἐκεῖνοι τὰ ἴδια. Ἔτσι, καθὼς ἄρχισαν νὰ καταφθάνουν ἀπὸ κάθε στράτα σὰν ποτάμια οἱπροσκυνητές, σχηματίστηκε σ’ αὐτὸν τὸν τόπο ἕνα ἀνθρώπινο πέλαγος, ποὺδεχόταν ἀπὸ παντοῦ ποτάμια! Ὄχι μόνο ντόπιοι οὔτε μόνο Χριστιανοί, ἀλλὰ καὶἸσμαηλῖτες καὶ Πέρσες καὶ Ἀρμένιοι καὶ Ἴβηρες καὶ Ὁμηρῖτες καὶ ἐκεῖνοι ποὺκατοικοῦν ἀκόμα πιὸ βαθιὰ μαζεύονταν στὸ ἀσκητήριο τοῦ Ὁσίου. Ἦρθαν καὶπολλοὶ ποὺ κατοικοῦσαν στὰ πέρατα τῆς Δύσης, Ἰσπανοὶ καὶ Βρετανοὶ καὶΓαλάτες. Ὅσο γιὰ τὴν Ἰταλία, λένε πὼς ὁ Συμεὼν εἶχε γίνει τόσο περιβόητος ἐκεῖ,ὥστε κρεμοῦσαν μικρὲς εἰκόνες στὶς εἰσόδους ὅλων τῶν ἐργαστηρίων, γιὰ νὰπαίρνουν ἀπὸ αὐτὲς προστασία καὶ ἀσφάλεια.
 Ἦταν ἀμέτρητοι, λοιπόν, ὅσοι ἔφταναν καὶ ζητοῦσαν νὰ τὸν ἀγγίξουν, ν’ἀκουμπήσουν μόνο τὴν ἄκρη τοῦ δερμάτινου χιτῶνα του, πιστεύοντας πὼς ἔτσι θὰ ἔπαιρναν κάποια εὐλογία. Ὁ Ἅγιος, ὅμως, ἔνιωθε πὼς δὲν ἦταν ἄξιος ν’ἀπολαμβάνει τέτοια τιμή. Τὸν κούραζαν, ἄλλωστε, ὅλα αὐτά. Ἔτσι, σοφίστηκε ν’ἀνέβει σ’ ἕναν στῦλο. Τὸ ὕψος του ἦταν στὴν ἀρχὴ μικρό, ἕξι πῆχες. Ἀργότεραἀνέβηκε σὲ ἄλλον πιὸ ψηλό, ὕστερα σὲ ψηλότερο καὶ τέλος σ’ ἕναν ποὺ ἔφτανε τὶς τριάντα ἕξι πῆχες. Γιατί τὸ ἔκανε αὐτό; Ἐπειδὴ λαχταροῦσε νὰ πετάει στὰοὐράνια, ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε τι γήϊνο. Καὶ ἐπειδή, φωτισμένος ἀπὸ τὸ Θεό, στόχευε στὴν ὠφέλεια καὶ τὴ σωτηρία πολλῶν ψυχῶν. Βλέπετε, ὅσοι δὲν πείθονται μὲ λόγια καὶ δὲν ἀνέχονται τὰ κηρύγματα, σαγηνεύονται ἀπὸ τὰπαράδοξα θεάματα. Τὸ παράδοξο τραβάει ὅλους καὶ τοὺς ἀναγκάζει νὰ τὸπροσέξουν, προετοιμάζοντάς τους ἔτσι καὶ στὸ νὰ διδαχθοῦν. Ἔτσι ἔγινε καὶ μὲτὸν Ὅσιο Συμεών. Τὸ παράδοξο θέαμα ποὺ παρουσίαζε ἀνεβασμένος σ’ ἕναν ψηλὸ στῦλο, τραβοῦσε ἀμέτρητους περιέργους, ποὺ ἤθελαν νὰ πληροφορηθοῦν γιατί ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν κόσμο μὲ τέτοιον τρόπο. Μὲ τὴν ἀφορμὴ αὐτὴ ὁὍσιος τοὺς δίδασκε καὶ τοὺς κήρυσσε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, μεταστρέφοντας πολλοὺς ἀπὸ τὴν ἀπιστία στὴν πίστη καὶ ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἀνομίας στὰ ἔργα τῆς εὐσέβειας. Ἴβηρες καὶ Ἀρμένιοι καὶ Πέρσες, ὅπως εἴπαμε, ἀπαρνιόντουσαν κάτωἀπ’ τὸν στῦλο τὴν προγονική τους πλάνη καὶ δέχονταν τὴν θεία ἀλήθεια μὲ τὸἅγιο βάπτισμα. Οἱ Ἰσμαηλῖτες, μάλιστα, ἔφταναν σὲ ὁμάδες, διακόσιοι, τετρακόσιοι, κάποτε καὶ χίλιοι. Μὲ βοὴ ἀποκήρυσσαν τὴν πατρική τους θρησκεία, ἔσπαζαν τὰ εἴδωλα ποὺ λάτρευαν πρῶτα, ἐγκατέλειπαν μία γιὰ πάντα τὰ μυστηριώδη ὄργια τῆς Ἀφροδίτης καὶ ἀπολάμβαναν τὰ θεία μυστήρια του Χριστοῦ, ἀφοῦ ἄκουγαν ἀπὸ τὸ ἁγιασμένο στόμα τοῦ στυλίτη σωτήριες διδαχές.
 Ὁ Θεοδώρητος Κύρου, σύγχρονος καὶ γνώριμος τοῦ Ὁσίου, περιγράφει συνοπτικὰ τὸ κοινωνικὸ καὶ ἀποστολικὸ ἔργο του: «Νουθετώντας (τὸν λαό) δύο φορὲς τὴν ἡμέρα, πλημμυρίζει τὰ αὐτιὰ τῶν ἀκροατῶν μὲ τὰ χαριτωμένα λόγια του καὶ τοὺς προσφέρει ὅσα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα διδάσκει.
Το δεξί χέρι του Αγίου Συμεών
που φυλάσσεται στιν Ι.Μ. Μεταμορφώσεως
(Μουτσιάλη-Σκήτη Βεροίας)
Προτρέπει νὰ στρέφουν τὸ βλέμμα στὸν οὐρανό, νὰ πετᾶνε ἀφήνοντας τὴν γῆ καὶνὰ ὁραματίζονται τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, νὰ φοβοῦνται τὴν κόλαση καὶ νὰπεριφρονοῦν τὰ γήϊνα, προσμένοντας τὴν μέλλουσα ζωή. Μπορεῖ νὰ τὸν δεῖς νὰδικάζει, βγάζοντας σωστὲς καὶ δίκαιεςἀποφάσεις. Ὅλα αὐτὰ τὰ κάνει μετὰ τὴνἀκολουθία τῆς ἐνάτης ὥρας. Γιατί ὅλη τὴνύχτα καὶ τὴν ἡμέρα, ὡς τὴν ἐνάτη ὥρα προσεύχεται. Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἐνάτη ὥρα, προσφέρει πρῶτα τὴν θεία διδαχὴ σὲὅσους βρίσκονται ἐκεῖ, καὶ στὴ συνέχειαἀκούει τὸ αἴτημα τοῦ καθενός. Καὶ ἀφοῦθεραπεύσει μερικούς, λύνει τὶς διαφορὲςὅσων φιλονικοῦν. Γύρω στὴ δύση τοῦἥλιου ἀρχίζει πάλι νὰ προσεύχεται. Δὲν παραμελεῖ ὅμως, νὰ φροντίζει καὶ γιὰ τὶςἅγιες Ἐκκλησίες. Ἄλλοτε πολεμάει τὴν πλάνη τῶν εἰδωλολατρῶν, ἄλλοτε συντρίβει τὴ θρασύτητα τοῦ Ἰουδαίων,ἄλλοτε διαλύει τὶς ὁμάδες τῶν αἱρετικῶν. Καὶ ὅλα τοῦτα τὰ κατορθώνει εἴτε στέλνοντας γράμματα στὸ βασιλιά, εἴτε ἐμπνέοντας στοὺς ἄρχοντες τὸν ζῆλο γιὰτὸ Θεό, εἴτε παρακινώντας καὶ τοὺς ἐπισκόπους ἀκόμα νὰ φροντίζουν περισσότερο γιὰ τὸ ποίμνιο».
 Ἀξίζει, ὅμως, νὰ διηγηθοῦμε, ἐνδεικτικά, μερικὰ ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Ὁσίου Συμεών, ποὺ εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τὴ μεταστροφὴ τῶν εὐεργετημένων στὴνἀληθινὴ πίστη.
– Κάποτε ἕνας Σαρακηνὸς φύλαρχος ἔφερε στὸ στυλίτη κάποιον παράλυτοὁμόφυλό του καὶ παρακάλεσε γιὰ τὴ θεραπεία του. Ὁ Ἅγιος τοῦ ζήτησε ν’ἀπαρνηθεῖ τὴν προγονική του ἀσέβεια. Ἐκεῖνος δέχτηκε πρόθυμα.
-Πιστεύεις στὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα; τὸν ρώτησε ὁἀσκητής.
-Πιστεύω, ὁμολόγησε ὁ Σαρακηνός.
-Ἀφοὶ πιστεύεις, σήκω πάνω!
Ὁ παράλυτος σηκώθηκε καὶ περπάτησε.
-Τώρα πᾶρε τὸ φύλαρχο στοὺς ὤμους σου! τὸν πρόσταξε ὁ Ὅσιος.
Ὁ γιατρεμένος σήκωσε τὸν κατάπληκτο φύλαρχο, ποὺ ἦταν ἐξαιρετικὰμεγαλόσωμος, τὸν ἔβαλε στοὺς ὤμους του καὶ ἔφυγε ἐνθουσιασμένος, δοξάζοντας τὸν τρισυπόστατο ἀληθινὸ θεό.
– Σὲ μία πόλη τῆς Παλαιστίνης ἦταν διοικητὴς κάποιος εἰδωλολάτρης, καμπούρης τόσο, ποὺ τὸ κεφάλι του ἀκουμποῦσε στὸ στῆθος του καὶ δὲν μποροῦσε νὰ περιστραφεῖ. Κάποιοι φίλοι του, ἔχοντας ἀκούσει γιὰ τὰ θαύματα τοῦ στυλίτη, τὸν ἔφεραν κάτω ἀπὸ τὸν στῦλο καὶ παρακάλεσαν γιὰ τὴν θεραπεία του. Μὰ καὶ ὁ ἴδιος καμπούρης ἄρχισε νὰ ἱκετεύει τὸν Ὅσιο κραυγάζοντας τόσο δυνατά, ὥστε Ἐκεῖνος δὲν μποροῦσε νὰ προσευχηθεῖ γιὰ χάρη του στὸν Κύριο. Ὁεἰδωλολάτρης, πιστεύοντας πὼς ὁ Συμεὼν εἶχε δική του θαυματουργικὴ δύναμη, τοῦ ζητοῦσε νὰ ἀκουμπήσει τὸ χέρι του στὸ κεφάλι του, ἐκφράζοντας τὴ βεβαιότητα ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ γινόταν καλὰ ἀμέσως. Ὁ Ὅσιος, ὅμως, τοῦεἶπε:
– Εἶμαι ἕνας ἁμαρτωλὸς καὶ τιποτένιος ἄνθρωπος. Τὸ χέρι μου δὲν ἔχει καμιὰξεχωριστὴ δύναμη. Μόνο ἂν εὐδοκήσει ὁ Θεός, θὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ ἐπιθυμία σου, γιατί μόνο αὐτὸς ἔχει τὴν δύναμη νὰ θαυματουργεῖ. Κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ θεραπεύ­σει ἄλλον, ἂν ὁ Κύριος δὲν τὸ θέλει. Παραδόσου, λοιπόν, στὴν παντοδυναμία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, τοῦ δημιουργοῦ καὶ κυβερνήτη τοῦ κόσμου, καὶ θὰ εὐεργετηθεῖς.
Τότε ὁ καμπούρης σταμάτησε νὰ φωνάζει, ἀφήνοντας τὸν Ὅσιο νὰπροσευχηθεῖ ἀπερίσπαστος. Καὶ μόλις Ἐκεῖνος τέλειωσε τὴν προσευχή του, τὸθαῦμα ἔγινε. Ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος ὀρθώθηκε, στάθηκε ἴσια καὶ ἄρχισε νὰχοροπηδάει χαρούμενος σὰν παιδί. Ἄνοιξε τότε τὶς κασέλες, ποὺ εἶχε φέρει μαζί του, καὶ πρόσφερε στὸν εὐεργέτη του ἀνεκτίμητα χρυσαφικὰ κι ἀσημικά. Ὁστυλίτης κοίταξε τὰ δῶρα μὲ περιφρόνηση καὶ τοῦ εἶπε:
-Ἂν θέλεις νὰ μ’ εὐχαριστήσεις, νὰ δεχτεῖς τὸ φῶς τῆς ἀλήθειας. Νὰ βαπτιστεῖς, γιὰ νὰ πάρεις τὴν ἄφεση. Καὶ ἀκόμα νὰ ἐλευθερώσεις ὅλους τους δούλους σου, γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ καὶ ἡ δική σου ψυχὴ ἀπὸ τὸ ζυγό του σατανᾶ.
Ὁ γιατρεμένος πρόθυμα ἔκανε ὅτι τοῦ εἶπε ὁ Ἅγιος. Καὶ ἀργότερα, γεμάτος χαρὰ καὶ χάρη Θεοῦ, ἔφυγε γιὰ τὴν πόλη του.
– Ἕνας ἄρχοντας τῶν Περσῶν ἦταν πολὺ δυστυχισμένος, γιατί ὁ μονάκριβος γιός του κειτόταν δεκαπέντε χρόνια παράλυτος. Ἔστειλε, λοιπόν, στὸν Ὅσιο τὸνἐπίσκοπό τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴν παράκληση νὰ προσευχηθεῖ στὸν Κύριο γιὰ τὴ θεραπεία τοῦ παιδιοῦ του. Τοῦ ἔδωσε, μάλιστα, καὶ δυὸ ὑφάσματαἀπὸ πολύτιμο μετάξι μὲ κεντημένους ἐπάνω χρυσοὺς σταυρούς, γιὰ νὰ τὰπροσφέρει στὸν στυλίτη.
Ὁ ἐπίσκοπος διηγήθηκε στὸν Συμεὼν τὸ δρᾶμα τοῦ παιδιοῦ καὶ τοῦ πατέρα του. Ὁ Ὅσιος σπλαγχνίστηκε καὶ εἶπε στὸν ἐπίσκοπο:
-Πᾶρε αὐτὰ τὰ ὑφάσματα ποὺ ἔφερες, ἔτσι διπλωμένα ὅπως εἶναι, καὶ πήγαινε στὸ καλό. Ὅταν φτάσεις κοντὰ στὴν πόλη σας, κατέβα ἀπὸ τὸ ζῶο σου, κράτησε τὰ ὑφάσματα στὸ στῆθος σου καὶ προχώρησε ὡς τὸ σπίτι τοῦ ἄρχοντα πεζὸς καὶἀμίλητος. Μπὲς μέσα, στάσου πάνω ἀπ’ τὸ παιδὶ σκέπασε τὸ μὲ τὰ ὑφάσματα καὶπές του: Ὁ ἁμαρτωλὸς Συμεών σοῦ παραγγέλλει: Στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἸησοῦΧριστοῦ, σήκω!
Ὁ ἐπίσκοπος ἔφυγε κι ἔκανε ὅπως τοῦ ὑπέδειξε ὁ Ὅσιος. Μόλις σκέπασε τὸπαιδὶ μὲ τὰ ὑφάσματα, αὐτὸ πετάχτηκε ὄρθιο καὶ θεραπευμένο.
Ὁ Πέρσης ἄρχοντας καὶ ὁλόκληρη ἡ οἰκογένειά του εὐχαρίστησαν καὶδόξασαν τὸ Θεό. Καὶ ὁ ἐπίσκοπος, μετὰ ἀπὸ σχετικὸ αἴτημά τους, τοὺς κατήχησε καὶ τοὺς βάπτισε.
– Κάποιος πλούσιος ἀπὸ τὸ Σαβᾶ ἔπασχε ἀπὸ πονοκέφαλο συνεχὴ καὶ ὀδυνηρὸτόσο, ποὺ ἔνιωσε νὰ τοῦ σουβλίζουν κάθε στιγμὴ τὸ μυαλό. Ἀνακουφιζόταν λίγο, μόνο ὅταν χτυποῦσε τὸ κεφάλι του πάνω στὰ δοκάρια τῶν τοίχων τοῦ σπιτιοῦτου!
Μόλις ἔμαθε γιὰ τὸν θαυματουργὸ στυλίτη, ἑτοιμάστηκε γιὰ τὸ μακρὺ ταξίδι καὶ ξεκίνησε, ἀδιαφορώντας γιὰ τὸν κίνδυνο τῶν θηρίων καὶ τῶν λῃστῶν, ποὺπαραμόνευαν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ μέσα στὴν ἀπέραντη ἔρημο. Σχεδὸν ἕναν ὁλόκληρο χρόνο ταξίδευε ὁ ἄρρωστος. Καὶ ὅσο πλησίαζε, πρᾶγμα παράδοξο, οἱ πόνοι του λιγόστευαν. Ἀντίθετα, ὅσο κι ἂν ἔτρωγε, οἱ προμήθειές του ἔμεναν ἀπείραχτες!
Ἔφτασε ἐπιτέλους στὸν στῦλο τοῦ Ὁσίου. Ἐκεῖνος, ἀφοῦ πληροφορήθηκε τὸπρόβλημά του, ζήτησε νὰ τοῦ φέρουν νερὸ ἀπὸ τὴν κοντινὴ πηγή. Προσευχήθηκε, τὸ εὐλόγησε καὶ πρόσταξε τὸν ἄρρωστο νὰ τὸ πιεῖ στὸ ὄνομα τοῦΧριστοῦ. Ὕστερα, παίρνοντας ἀπὸ τὸ ἴδιο νερό, τοῦ ράντισε καὶ τὸ κεφάλι. Δὲν χρειαζόταν τίποτε ἄλλο. Ὁ λίγος πόνος ποὺ εἶχε ἀπομείνει, ἐξαφανίστηκε καὶαὐτός. Ὁ ἄνθρωπος εὐχαρίστησε τὸν Ὅσιο καὶ δόξασε τὸν Θεό. Ζήτησε, μάλιστα, καὶ νὰ βαπτιστεῖ. Λίγο ἀργότερα, φεύγοντας Χριστιανὸς πιά, διαλαλοῦσε τὰμεγαλεῖα τοῦ Κυρίου ὡς τὴν μακρινὴ πατρίδα του.
– Ἕνα παρόμοιο μακρὺ ταξίδι ἔκανε καὶ μία ὁμάδα ἀπὸ τέσσερις λεπροὺς καὶτρεῖς δαιμονισμένους, ποὺ ξεκίνησαν ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Ἀνατολῆς κι ἔκαναν δεκατρεῖς μῆνες ὥσπου νὰ φτάσουν στὸν Ὅσιο. Καὶ ἐκεῖνοι, παρὰ τὴ μεγάληἀπόσταση, οὔτε μία φορὰ δὲν ἔχασαν τὸ δρόμο, μὰ οὔτε καὶ οἱ τροφὲς ἢ τὸ νερὸτοὺς ἔλειψαν καθόλου.
Φτάνοντας κάτω ἀπὸ τὸν στῦλο, διηγήθηκαν στὸν Ὅσιο τὰ παθήματά τους καὶ ζήτησαν τὴ βοήθειά του.
-Ὁ Θεός, ἀποκρίθηκε Ἐκεῖνος, πού σοῦ ἔδειξε τὸν δρόμο νὰ ἔρθετε ὡς ἐδῶ, θὰσᾶς δώσει καὶ τὴν ὑγεία σας.
Ζήτησε νερό, τὸ εὐλόγησε καὶ τοὺς τὸ ἔδωσε νὰ πιοῦν καὶ νὰ ραντιστοῦν στὸὄνομα τοῦ Κυρίου. Μόλις τὸ ἔκαναν, ἔγιναν καὶ οἱ ἑπτὰ καλά! Ὕστερα ἀπὸ αὐτό,ἀρνήθηκαν τὴν λατρεία τῶν εἰδώλων, βαπτίστηκαν καὶ ἔφυγαν δοξάζοντας τὸΘεό.
– Κάποτε ᾖρθαν κάτω ἀπ’ τὸν στῦλο ἀντιπρόσωποι τῶν κατοίκων τῆςὁροσειρᾶς τοῦ Λιβάνου καὶ ἀνάστατοι εἶπαν στὸν Ὅσιο:
– Στὸν τόπο μας παρουσιάστηκαν κάτι ἀγρία θηρία, πρωτοφανέρωτα καὶἄγνωστα, ποὺ κατασπαράζουν ἀνθρώπους καὶ ζώα. Πολλὲς φορὲς μπαίνουν στὰσπίτια, ἁρπάζουν τὰ παιδιὰ καὶ τὰ καταβροχθίζουν μπροστὰ στὰ ἔντρομα μάτια τῶν μανάδων τους. Ὁ φόβος καὶ ὁ θρῆνος ἔχουν ἁπλωθεῖ παντοῦ.
-Μὴν παραξενεύεστε γιὰ τὴ συμφορὰ πού σᾶς βρῆκε, εἶπε ὁ Ἅγιος. Εἶναι ἡτιμωρία γιὰ τὰ ἔργα σας. Οἱ πρόγονοί σας ἐγκατέλειψαν τὸν ἀληθινὸ Θεό, τὸν πλάστη καὶ εὐεργέτη μας, καὶ λάτρεψαν τὰ βουβὰ εἴδωλα. Καὶ ἐσεῖς ἐπιμένετε στὴν πλάνη αὐτή. Τὰ θηρία σᾶς ταλαιπωροῦν μὲ παραχώρηση τοῦ Κυρίου, ποὺθέλει νὰ σᾶς ὁδηγήσει στὴ μετάνοια καὶ νὰ σᾶς φέρει κοντά Του. Ἂν ὅμως δὲνἔχετε σκοπὸ νὰ μετανοήσετε, ἄδικα ᾔρθατε ὡς ἐδῶ. Νὰ ζητήσετε τὴ βοήθεια τῶν εἰδώλων ποὺ προσκυνᾶτε!
Ἐκεῖνοι τότε ἔπεσαν στὰ γόνατα καὶ ἄρχισαν νὰ παρακαλοῦν μὲ δάκρυα τὸστυλίτη:
-Λυπήσου μας! Μεσίτεψε γιὰ μᾶς στὸ Θεό! θὰ μετανοήσουμε!…
Μαζί τους ἱκέτευαν τὸν Ὅσιο καὶ ἄλλοι, ποὺ ἔτυχε νὰ βρίσκονται ἐκεῖ, καὶ τοὺς σπλαγχνίστηκαν.
-Μόλις ἀπαρνηθεῖτε τὴν πλάνη σας, ἀποκρίθηκε πάνω ἀπ’ τὸν στῦλο του ὁγέροντας καὶ βαπτιστεῖτε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τότε θὰ παρακαλέσω τὸν Κύριο νὰ σᾶς δείξει τὴν φιλανθρωπία Του.
Μὲ ἕνα στόμα οἱ εἰδωλολάτρες ὑποσχέθηκαν πώς, ὅταν θὰ γύριζαν στὴν πατρίδα τους, θὰ κατεδάφιζαν ἀμέσως τὰ Ἱερὰ τῶν εἰδώλων καὶ θὰ ἔριχναν στὴφωτιὰ τὰ ξόανα.
Ὁ Ἅγιος κατάλαβε πὼς ἡ μεταστροφὴ τους ἦταν ἀληθινή. Τοὺς ἔδωσε, λοιπόν,ἕνα κουτάκι μὲ εὐλογημένη σκόνη καὶ τοὺς εἶπε:
-Νὰ πᾶτε στὸ καλό! Μόλις φτάσετε στὸν τόπο σας, νὰ περάσετε ἀπ’ ὅλα τὰχωριά. Στὴν ἐμπασιὰ κάθε χωριοῦ, νὰ χώνετε στὴ γῆ τέσσερις πέτρες. Καὶ πάνω σὲ κάθε πέτρα νὰ σχηματίζετε μὲ τούτη τὴ σκόνη τρεῖς σταυρούς. Ἂν ὑπάρχουνἐκεῖ Χριστιανοὶ ἱερεῖς, φωνάξτε τους νὰ σᾶς βοηθήσουν καὶ νὰ τελέσουν νυχτερινὲς λειτουργίες. Τότε ὁ Θεὸς θὰ κάνει τὸ θαῦμα Του. Κανένας ἄνθρωπος δὲν θὰ χαθεῖ πιὰ ἀπὸ τὰ θηρία.
Ἐπιστρέφοντας στὴν χώρα τους οἱ εἰδωλολάτρες διαπίστωσαν ὅτι, ἀπὸ τὴνὥρα ποὺ ὁ Συμεὼν εἶχε προσευχηθεῖ γι’ αὐτούς, ὅλα τὰ θηρία εἶχαν φύγει ἀπὸ τὰχωριὰ καὶ ἀποτραβηχτεῖ στὰ δάση. Ὅταν, λοιπόν, ἔκαναν ὅτι τοὺς συμβούλεψε ὁὍσιος, εἶδαν τὰ θηρία νὰ τρέχουν καὶ νὰ ἔρχονται γύρω ἀπὸ τὶς πέτρες, οὐρλιάζοντας ἀπαίσια. Πολλὰ ἔπεφταν καὶ ψοφοῦσαν ἐπιτόπου. Ἀλλὰ ἔφευγανἀλαφιασμένα καὶ χάνονταν. Σὲ δέκα μέρες δὲν εἶχε ἀπομείνει κανένα.
Πῆραν τρία τομάρια ἀπὸ τὰ ψόφια θηρία καὶ τὰ ἔφεραν στὸν Ὅσιο. Καὶ ἀφοῦτοῦ διηγήθηκαν τὸ θαῦμα, βαπτίστηκαν ὅλοι καὶ ἔγιναν Χριστιανοί. Μιὰβδομάδα ἔμειναν ἐκεῖ, ἀκούγοντας τὶς σοφὲς διδαχὲς τοῦ πνευματοφόρου στυλίτη, καὶ μετὰ ἔφυγαν χαρούμενοι γιὰ τὴν πατρίδα τους, δοξάζοντας τὸ Θεό.
Ἀλλὰ σταματᾶμε ἐδῶ τὴ διήγηση, γιατί τὰ μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ἔργα τοῦὉσίου Συμεὼν δὲν ἔχουν τέλος. Ὅπως σημειώνει ὡραιότατα ὁ Σύρος βιογράφος του, «ποιὸ στόμα θ’ ἀποτολμοῦσε νὰ διηγηθεῖ ἢ ποιὸ χέρι θὰ μποροῦσε νὰ γράψειἢ ποιὸ σοφὸ μυαλὸ θὰ μποροῦσε νὰ ὑπολογίσει τὶς ἀναρίθμητες εὐεργεσίες ποὺἔκανε ὁ Θεὸς στὸν κόσμο μέσῳ τοῦ Ἁγίου; Πόσους ἀνθρώπους, ποὺ ἦταν μακριὰἀπὸ τὸν Κύριο, ἔφερε κοντά Του; Πόσοι πλανεμένοι γύρισαν μὲ τὴ διδαχή του ἀπὸτὴν ἄγνοια στὴν ἀληθινὴ γνώση; Πόσες χιλιάδες καὶ μυριάδες «ἀλλότριων», χάρη στὸ κήρυγμά του, ἔγιναν μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὑποτάχθηκαν στὸΧριστό; Ποιὸς μπορεῖ νὰ λογαριάσει τὶς τόσες καὶ τόσες χιλιάδες ἀγρίων, πού, βλέποντας καὶ ἀκούγοντάς τον, μὲ χαρὰ ἐγκολπώθηκαν τὴν χριστιανικὴ πίστη καὶ ἔγιναν ὑπηρέτες τῆς ἀλήθειας; Γιατί ἡ φήμη τῶν εὐεργεσιῶν, ποὺ ἔκανε ὁΚύριος μὲ τὰ χέρια τοῦ ὁσίου, ταξίδεψε ἀπ’ τὴν μίαν ἄκρη τοῦ κόσμου ὡς τὴνἄλλη
Κι ἔτσι ἐκπληρώθηκε τὸ γραφικό: «Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν οἱ φθόγγοι αὐτῶν καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ρήματα αὐτῶν» (Ψαλμ. 18:5).
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς στήλην θεόγραφον, τῶν ἱερῶν ἀρετῶν, τοῦ βίου σου ἔλιπες, τὰς ἀναβάσειςἡμῖν, Συμεὼν παμμακάριστε· σὺ γὰρ ἐπὶ τοῦ στύλου, ὡς πυρσὸς διαλάμπων,ἕλκεις ἡμᾶς χαμόθεν, πρὸς ζωὴν οὐρανίαν, τὸν τρόπον τῆς εὐδρομίας, φαίνων τοῖς ἔργοις σου.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Αὐτόμελον.
Τὰ ἄνω ζητῶν, τοῖς κάτω συναπτόμενος, καὶ ἅρμα πυρός, τὸν στῦλονἐργασάμενος, δι’ αὐτοῦ συνόμιλος, τῶν Ἀγγέλων γέγονας Ὅσιε· σὺν αὐτοῖς Χριστῷ τῷ Θεῷ, πρεσβεύων ἀπαύστως, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
Μεγαλυνάριον.
Στύλος ἐναρέτου ὤφθης ζωῆς, ἐν στύλῳ βιώσας, ὑπὲρ ἄνθρωπον Συμεών· ἔνθενἀμοιβῶν σου, τὰς ὑπὲρ νοῦν ἐλλάμψεις, ἐκθάμβως ἐξαστράπτεις, εἰς κόσμονἅπαντα.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Λιτανικός σταυρός βυζαντινών στρατευμάτων

Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Σεπτεμβρίου, 2013

Οι βυζαντινοί λιτανικοί σταυροί δεν χρησιμοποιούνταν μόνο στις λιτανείες των μεγάλων εορτών της Ορθοδοξίας, αλλά συνόδευαν επίσης αυτοκράτορες ή στρατηγούς στις εκστρατείες τους, σύμφωνα με τις πηγές.
Ο παρακάτω λιτανικός σταυρός, που σήμερα αποθησαυρίζεται στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους, είναι του 9ου-10ου αιώνα και σύμφωνα με τις επιγραφές που φέρει εντάσσεται στην κατηγορία των “στρατηγικών” λιτανικών σταυρών.
λιτανικός σταυρός βυζαντινά στρατεύματα Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους
Η μία όψη του λιτανικού σταυρού βυζαντινών στρατευμάτων.
Αποθησαυρίζεται στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους
Ο λιτανικός σταυρός της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου είναι  από χυτό ορείχαλκο με εγχαράξεις. Το ύψος του είναι 95 εκ., με πλάτος κεραιών 60 εκ. και πάχος 0,8 εκ.
λιτανικός σταυρός βυζαντινά στρατεύματα Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους
Η άλλη όψη του λιτανικού σταυρού βυζαντινών στρατευμάτων.
Αποθησαυρίζεται στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους.
Ο Σταυρός που διατηρεί εξαιρετικά ωραία πράσινη πατίνα, έχει τραπεζιόσχημες κεραίες, στα άκρα των οποίων υπάρχουν ζεύγη μεταλλίων, τα “επίμηλα”. Η λαβή διαμορφώνεται στο άκρο της κάτω κεραίας, ως επέκτασή της, και είναι σήμερα πακτωμένη πάνω σε μαρμάρινο βυζαντινό κιονόκρανο ανεστραμμένο. Η μόνη του διακόσμηση είναι εγχάρακτες επιγραφές και στις δύο όψεις, που σήμερα διακόπτονται στο σημείο συνενώσεως των κεραιών από στερεωτική προσθήκη καρφωμένου ελάσματος, με αποτέλεσμα να καλυφθούν τμήματα των επιγραφών.
Οι επιγραφές έχουν ως εξής:
+ ΓΝΩΤΕ ΕΘΝΗ ΚΑ[Ι] ΗΤΤΑΣΘΕ ΟΤΙ ΜΕΘ ΗΜΩΝ Ο Θ[ΕΟ]Σ ΚΑΙ Η ΠΑΝΑΓ[ΙΑ Θ]ΕΟΤΟΚΟΣ.
+ Χ(ΡΙΣΤ)Ε Ο ΘΕΟΣ ΤΗΝ ΜΗΤΡΙΚΗ[Ν Τ]ΑΥΤΗΝ ΦΥΛΑΞΟΝ ΠΟΛΙΝ, ΔΙΑ ΠΑΝΤΟ[Σ Ε]Ν ΕΙΡΗΝΗ.
Ο χαρακτηρισμός της πόλης ως “μητρικής” του Χριστού, δηλαδή πόλης που ανήκει στην Παναγία, οδηγεί τη σκέψη μας στην Κωνσταντινούπολη, η οποία σύμφωνα με το γνωστό αυτόμελο κοντάκιο της ακολουθίας του Ακάθιστου Ύμνου, “αυτοπροσδιορίζεται” ως πόλη της Παναγίας: “Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια, (…) αναγράφω σοι η Πόλις σουΘεοτόκε (…)”.
Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Ιωακείμ Αθ. Παπαγγέλου, ο σταυρός αυτός θα άρμοζε να βρίσκεται επί των επάλξεων, σε μία χαρακτηριστική θέση των τειχών της προστατευομένης πόλης, πχ πάνω από μία πύλη. Από τις πηγές γνωρίζουμε ότι αυτό δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο. Αναφέρεται ρητά ότι πάνω από τις πύλες των τειχών της Εφέσου υπήρχαν “εμπηγμένοι σταυροί”. Αντίστοιχη θέση είχε το γνωστόν “εικόνιον” του Ικονίου και η χαλκή εικόνα του Χριστού στο Μέγα Παλάτιον της Κωνσταντινούπολης.

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αρχή του εκκλησιαστικού έτους (1η Σεπτεμβρίου) – Η αποστολή της Εκκλησίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Σεπτεμβρίου, 2013


Η αρχή του εκκλησιαστικού έτους (1ηΣεπτεμβρίου) μας δίνει την ευκαιρία να εντρυφήσουμε, με την βοήθεια του ευαγγελικού αναγνώσματος, στο ποια είναι η αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο, αλλά και ποια στάση έχουμε εμείς έναντι αυτής της αποστολής.

                Ο Χριστός βρίσκεται στην Ναζαρέτ, τον τόπο που μεγάλωσε. Πηγαίνει στη συναγωγή και διαβάζει το απόσπασμα του προφήτη Ησαΐα που αναφέρεται στο πρόσωπό Του. «Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ, ου είνεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν, κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν, αποστείλαι τεθραυσμένους εν αφέσει, κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν» (Λουκ. 4, 18-19). Η προφητεία εκπληρώνεται στο πρόσωπο του Χριστού, αλλά μάς δείχνει ακόμη και το ποια είναι η αληθινή αποστολή της Εκκλησίας, η οποία είναι πρωτίστως πνευματική.
                Δια της Εκκλησίας ευαγγελίζονται οι πτωχοί. Δεν είναι μόνο εκείνοι που δεν έχουν υλικά αγαθά. Είναι πρωτίστως «οι πτωχοί τω πνεύματι», δηλαδή οι άνθρωποι από την καρδιά των οποίων απουσιάζει η υπερηφάνεια και η αίσθηση ότι μπορούν να πορεύονται αφ’ εαυτών των στη ζωή, και υπερισχύει η ταπείνωση της εκζήτησης της Αλήθειας και της Αγάπης δια του Ευαγγελίου και της εμπιστοσύνης στο Θεό. Ο λόγος αυτός εξηγεί γιατί το μήνυμα του Ευαγγελίου δύσκολα άγγιζε και δύσκολα αγγίζει όλους εκείνους που καθιστούν τους εαυτούς τους σοφούς και έχουν την υπερηφάνεια ότι δεν χρειάζονται σωτηρία και νόημα πνευματικό στη ζωή τους.
                Δια της Εκκλησίας ιατρεύονται οι συντετριμμένοι στην καρδιά. Λαμβάνουν την ευκαιρία της μετάνοιας μέσα στον πόνο, την αρρώστια, τον θάνατο, αλλά και την απομόνωση από τον κόσμο, την αποτυχία στις ανθρώπινες σχέσεις, την μοναξιά, που προκαλεί συντριβή στην καρδιά. Η αμαρτία ως χωρισμός από το Θεό, αλλά και η μοναξιά ως χωρισμός από τους ανθρώπους, σε συνδυασμό με την φθορά και τον θάνατο συντρίβουν τις ανθρώπινες καρδιές. Ο Χριστός και η Εκκλησία δίνουν ελπίδα και ζωή.
                Δια της Εκκλησίας διακηρύσσεται η άφεση στους αιχμαλώτους και έρχεται η ανάβλεψη στους τυφλούς. Όλοι όσοι βρίσκονται δεμένοι στην αμαρτία, ελευθερώνονται. Λαμβάνουν την συγχώρεση από το Θεό. Και την ίδια στιγμή αναβλέπουν όλοι εκείνοι, οι οποίοι άφησαν τα μάτια της ψυχής τους κλειστά και σκοτεινιασμένα από την νοοτροπία του παρόντος αιώνος. Βλέπουν την Βασιλεία του Θεού. Βλέπουν την αιωνιότητα και την χαρά. Βλέπουν τι σημαίνει αγάπη και φως, δια της παρουσίας του Χριστού.
                Δια της Εκκλησίας διακηρύσσεται ο ευπρόσδεκτος καιρός της σωτηρίας, ότι ήγγικεν η Βασιλεία των ουρανών και αυτή αγκαλιάζει την ύπαρξή μας σήμερα, τώρα και εις τους αιώνας. Αρκεί να βάλουμε αρχή μετανοίας. Αρκεί να σκεφτούμε ότι δεν πρέπει να αναβάλλουμε. Αρκεί να ανοίξουμε τις καρδιές μας στο μήνυμα της Αγάπης και της Ελευθερίας που ο Θεός προσφέρει αφειδώς μέσα από τη ζωή της Εκκλησίας στον κόσμο που θέλει να Τον ακολουθήσει.
                Αυτή είναι η πραγματική αποστολή της Εκκλησίας. Πόσο όμως μπορεί να γίνει αντιληπτή σε έναν κόσμο που ζητά από το Θεό και την Πίστη ψωμί, υλικά αγαθά, δικαιοσύνη υπέρ του ατόμου και χωρίς συλλογικό προσανατολισμό; Σε έναν κόσμο που θεοποιεί τις επιθυμίες του, που αρνείται να δει την πίστη στην Αγάπη και την Ανάσταση ως το κέντρο της ζωής; Αλλά, ας μην πηγαίνουμε μακριά. Ακόμη κι εμείς που θεωρούμε τους εαυτούς μας πιστούς χριστιανούς, πάλιν και πολλάκις λειτουργούμε όπως οι Ιουδαίοι της Ναζαρέτ. Αρνούμαστε τον Χριστό και την αποστολή της Εκκλησίας βάζοντας ως προτεραιότητα το εγώ και το θέλημά μας. Δεν καταλαβαίνουμε, γιατί δεν εμπιστευόμαστε. Λέμε μέσα μας «ποια είναι η Εκκλησία που θα μας πει την Αλήθεια, ποιοι είναι οι ικανοί ποιμένες να μας φωτίσουν, πόσο μπορούν αυτοί να μας δείξουν ότι υπάρχουν δρόμοι που ανοίγονται και που χρειάζεται εμπιστοσύνη, όχι μόνο στον νου, την ηλικία, τις γνώσεις και την θρησκευτική μας παιδεία, όπως επίσης και στο δικαίωμά μας να απαιτούμε από το Θεό και τους ανθρώπους να συνταυτισθούν με τη δική μας γνώμη, αλλά και στην οδό του Ευαγγελίου, όπως αυτή βιώνεται στην Εκκλησία και που μπορεί να είναι δύσκολη στην υλοποίησή της, γιατί απαιτεί υπέρβαση του εαυτού μας, ταπεινό φρόνημα και εμπιστοσύνη;
                Οι Ιουδαίοι της Ναζαρέτ έδιωξαν το Χριστό από την πατρίδα Του. Είναι στην φύση της αποστολής της Εκκλησίας να αποδιώκεται από τους ανθρώπους τόσο τους εκκοσμικευμένους όσο και από εκείνους που ενώ ανήκουν στους κόλπους της, αυτοαναγορεύονται σε αυθεντίες, επίσημα ή ανεπίσημα, κατανοώντας   συνειδητά ή ορμώμενοι ασυνείδητα προς μία συνεχή κατάκριση των προσώπων και αρνούμενοι να δούνε την ουσία της αποστολής της. Όμως η Εκκλησία πάντοτε θα πορεύεται με την δύναμη της Αλήθειας του Χριστού και του Ευαγγελίου, δίδοντας νόημα στον ανθρώπινο χρόνο και κόσμο, ώστε να παλέψουμε όλοι προς την εκπλήρωση της αληθινής αποστολής της, που μας αφορά συλλογικά και προσωπικά.
             Ας μην λησμονούμε την αρχή της προφητείας. Το Πνεύμα του Θεού αποστέλλει τον Χριστό στον κόσμο, αναδεικνύοντας την ενότητα της Αγίας Τριάδος και ο Χριστός στη συνέχεια Το αποστέλλει για να συγκροτήσει τον θεσμό της Εκκλησίας. Εδώ βρίσκεται το αιώνιο, αναλλοίωτο και ακατανίκητο της Εκκλησίας και της αποστολής της. Ότι τα πάντα γίνονται εν Αγίω Πνεύματι. Ας την εμπιστευθούμε και ας την ακολουθούμε, αναλαμβάνοντας το μερίδιο της αποστολής που μας αναλογεί.
Κέρκυρα, 1 Σεπτεμβρίου 2013
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »