kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Η απλότητα του π. Παϊσίου ήταν σαν μικρού παιδιού

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Σεπτεμβρίου, 2013

 
Με χαρά επικοινωνούμε, στο ασκητήριό του, με έναν Αγιορείτη Γέροντα, ο οποίος μας εδέσμευσε με την τήρηση της ανωνυμίας. Εγνώρισεν όσον ολίγοι τον Γέροντα Παΐσιον και πρόθυμα απαντά στις πολυποίκιλες ερωτήσεις μας.
-Μ.Μ.: Την Ιεροσύνη, Γέροντα, προφανώς ο π. Παΐσιος δεν τη δέχθηκε από γνήσια ταπείνωση…
-Γέρων Αν.: Ναι, έτσι νομίζω· έν’ αυτό και, δεύτερον, επειδή αγαπούσε πολύ την ησυχία, την απόλυτη αφοσίωση στον Κύριο, την ανεπηρέαστη προσευχή. Σκεπτόταν ότι ως ιερεύς θα δεσμευόταν, γιατι σου λέει; Ως μοναχός, και να μην ανοίξω την πόρτα, δεν έγινε τίποτα· ενώ ο ιερεύς, ο Πνευματικός, οφείλει ανά πάσαν στιγμήν να έχει την πόρτα του ανοικτή… Μάλιστα· αυτοί είναι οι δύο λόγου. Επειδή αγαπούσε πολύ την ησυχία και από ταπείνωση!
-Μ.Μ.: Γέροντα, μετά το Σινά όπου έμεινε δύο χρόνια, πού οδηγήθηκε;
-Γέρων Αν.: Ήλθε στο Όρος και πήγε στη Σκήτη των Ιβήρων κι έμεινε. Κατοίκησε στην Καλύβη των Αρχαγγέλων. Προχθές μάλιστα πήγα να την επισκεφθώ, για να ξαναδώ εκείνα τα μέρη… Δυστυχώς έχει γκρεμισθεί αρκετά. Βέβαια, τότε ο π. Παΐσιος, επειδή δεν αναπαυόταν σε ολόκληρη… καλύβη να μένει, είχε χτίσει ένα μικρό καλυβάκι, ίσα ίσα που χωρούσε! Είναι πολύ όμορφα εκεί. Μία παράγκα είναι, αλλά αν και την έκανε το 1964-65 είναι κατάγερη!
-Μ.Μ.: Μόνος του την έφτιαξε;
-Γέρων Αν.: Μόνος του· ήταν και τεχνίτης, μάστορας πολύ καλός!
-Μ.Μ.: Με πέτρα, Γέροντα, ή με ξύλα;
-Γέρων Αν. όχι· από μέσα χονδρό χαρτόνι και απ’ έξω φλούδες από καστανιές και λίγα ξύλα. Εκεί κάτω κοιμόταν, χαμαικοιτία.
Εξω από την Καλύβη των Αρχαγγέλων είχε γράψει «Απουσιάζω» κι ήταν στο καλυβάκι αυτό και ζούσε έτσι, απολαμβάνοντας τη θεία τρυφή!…
Εκεί τον γνωρίσαμε, και ο π. Βασίλειος -ηγούμενος της Ιβήρων- και ο π. Γρηγόριος Χατζηεμμανουήλ -Γέροντας στο Κελί του Αγίου Θεολόγου με τη συνοδεία του-κι εγώ. Εκεί τον γνωρίσαμε, στη Σκήτη των Ιβήρων.
Μετά τον παρεκάλεσαν Σταυρονικητιανοί να πάει και στη Σταυρονικήτα. Α, εν τω μεταξύ πήγε κι ένα διάστημα στα Κατουνάκια, στην έρημο, διότι άρχισαν να μαζεύονται στη Σκήτη των Ιβήρων πολλοί που ήθελαν να τον δουν. Από τότε άρχισαν να μαζεύονται· να… μαζευόμαστε, πιο σωστά!
-Μ.Μ.: Πού το αποδίδετε εσείς; Τι «έβλεπαν», τι «βλέπατε» από τότε στον π. Παΐσιο και αρχίσατε να μαζεύεσθε;
-Γέρων Αν.: Τη χάρη του Θεού. Ε, να, φαίνεται ο Άνθρωπος… Εμείς, όταν τον είδαμε, κάτι μας ετράβηξε!
-Μ.Μ.: Πότε επικοινωνήσατε, το πρώτον, μαζί του;
-Γέρων Αν.: Το 1970. Ακου τι συνέβη: Ήμουν σε μεταλυκειακήν ηλικία τότε και άκουσα από μερικούς άλλους που εγνώριζαν να λένε πολύ καλά λόγια. Κάτι ένιωσα μέσα μου και συλλογίσθηκα πως πρεπει να παω κι εγω να τον γνωρίσω. Ετσι ήλθα στο Όρος το 1970. Τότε ήτο στον Τίμιο Σταυρό πια, γιατί από τη Σκήτη των Ιβήρων πήγε για λίγο στα Κατουνάκια, στο Κελί του Υπατίου, ψηλά. Σχεδόν στη μέση, ανάμεσα σε Κατουνάκια – Κερασιά. Εκεί έμεινε ένα μικρό διάστημα, ούτε χρόνο. Μετά είναι που τον παρεκάλεσε ο πατήρ Βασίλειος να πάει στη Σταυρονικήτα να τους βοηθήσει, διότι τότε υπήρχε λειψανδρία στο μοναστήρι αυτό, και συνεννοήθηκαν με την Ιερά Κοινότητα να το αναλάβουν εκείνοι. Ετσι κατέβηκε ο π. Παΐσιος από τα Κατουνάκια και ήλθε στη Σταυρονικήτα. Αφού έμεινε μερικούς μήνες μέσα στο μοναστήρι και τους βοήθησε, έπειτα από λίγο κοιμήθηκε ο περίφημος παπα-Τύχων κι έτσι ο Γ έρων Παΐσιος πήγε στον Τίμιο Σταυρόν…
Εκεί τον εγνώρισα, έπειτα από έναν χρόνο. Πήγε αρχές του 1969 στον Τίμιο Σταυρό κι εγώ το 1970 ήλθα και τον εγνώρισα.
-Μ.Μ.: Μοναχός πότ’ εκάρητε; Πείτε μας, Γέροντα, παρακαλώ.
-Γέρων Αν.: Το 1975 ήλθα κι έγινα μοναχός.
-Μ.Μ.: Γέροντα, όταν πρωτοείδατε τον π. Παΐσιο, πώς σας φάνηκε; Το ρωτώ, γιατί πολλοί εμπιστεύονται τη φαντασία τους και η πραγματικότητα διαφοροποιεί.. Υπερβάλλουν στην σκέψιν ή υστερούν.
-Γέρων Αν.: Ετσι ακριβώς και σε μένα· η εικόνα που είχα σχηματίσει ήτο διαφορετική.
-Μ.Μ.: Δηλαδή, Γέροντα;
-Γέρων Αν.: Ε, όταν ακούς τόσα και τόσα για έναν άνθρωπο, τον νομίζεις… ψηλό, με μακριά γενειάδα κ.λπ. Εγώ είδα έναν απλό άνθρωπο, αδύνατο σαν παιδάκι! Πραγματικά, η εικόνα που είχα δει τότε ήταν σαν να είχα δει μικρό παιδί! Μάλιστα απόρησα όταν τον είδα και του λέω αυθόρμητα:
-Εσείς είσθε ο π. Παΐσιος;!
Χαμογελώντας, εκείνος – αντί απαντήσεως- μου λέει χαρακτηριστικά:
-Ε, κάθισε εδώ.
Η απλότητα που είχε ήταν σαν μικρού παιδιού, όπως λέει ο Κύριος… Έβλεπες τη χάρη του Θεού στο πρόσωπό του και τα λόγια του μιλούσαν ίσια στην καρδιά σου…
-Μ.Μ.: Επειδή, Γέροντα, δεν θέλω να προσεγγίζω τα θέματα της διοράσεως -γιατί μερικοί τ’ απομονώνουν δυστυχώς κι εξετάζουν τους Γεροντάδες αυτού του βεληνεκούς μόνον απ’ αυτά τα χαρίσματα-, παρακαλώ να μας πείτε εσείς, ως πνευματικό τέκνο του Γέροντος, πώς νιώθατε κοντά του; Με άλλα λόγια, τι ξεχωρίζατε στον Γέροντα Παΐσιο;
-Γέρων Αν.: Είδαμε πολλά χαρίσματα σ’ εκείνον. Αυτά όμως που φαίνονταν από την πρώτη ματιά ήταν η απλότητα, η αγάπη και η ταπείνωση. Αυτά ήσαν τα κυριότερα χαρακτηριστικά του. Κι εγώ από την αρχή είδα ότι με περιέβαλε με πολλή αγάπη κι αυτό ασφαλώς θα ήταν που με τράβηξε. Ήταν ένας απλός άνθρωπος, ένας Ανθρωπος του Θεού!
-Μ.Μ.: Μοναχός πού εκάρητε;
-Γέρων Αν.: Εκάρην στη Μονή Σταυρονικήτα. Ο πατήρ Βασίλειος μ’ έκειρε. Ήμουν τότε εκεί, όπως και άλλοι πατέρες.
-Μ.Μ.: Εκεί ενταχθήκατε, το πρώτον;
-Γέρων Αν.: Ναι, επειδή ήταν ο π. Παΐσιος έξω από το μοναστήρι. Εμείς δεν γνωρίζαμε άλλον στη Σταυρονικήτα, κι εγώ προσωπικώς, αλλά και πολλοί άλλοι από τους πατέρες. Ο Γέροντας ήθελε ν’ασκείται μόνος του έξω κι εμείς, για να είμαστε κοντά του, μείναμε στη Σταυρονικήτα, αλλ’ αυτόν είχαμε από τότε Γέροντα. Μα και ο Γέροντας της Σταυρονικήτα εκείνον είχε Γέροντα…
Ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη του Γέροντος Παϊσίου, που δεν περιγράφεται. Ούτε η μάνα μου δεν με αγαπούσε τόσο πολύ! Το ίδιο ακριβώς αισθάνονταν και οι άλλοι πατέρες. Έτσι ένιωθαν όλα τα καλογέρια του.
-Μ.Μ.: Το δείγμα της αγιότητος… Μάλιστα. Κι αυτά που «είδατε», Γέροντα, στην πορεία;
-Γέρων Αν.: Ε, στην πορεία βλέπαμε κι όλα τ’ άλλα χαρίσματά του… Όλα βέβαια είχαν ως συνισταμένη τους την αγάπη! Συνέπασχε με τους ανθρώπους. Θεωρούσε το κάθε πρόβλημα δικό του πως ήταν!
Να σας αναφέρω ένα περιστατικό:
Όταν ήμουν στην Αθωνιάδα, μου τηλεφώνησε μία άγνωστη κυρία από τον Πειραιά. Τότε μόλις που είχα γίνει μοναχός. Είχ’ ένα πολύ σοβαρό θέμα η καημένη. Ηταν μητέρα δύο παιδιών και είχε κάποιες φοβίες και τάσεις αυτοκτονίας.
-Μ.Μ.: Συνήθη τα φαινόμενα…
-Γέρων Αν.: Ναι, συνήθη τα φαινόμενα, δυστυχώς… Κάποιος κληρικός της είπε να πάρει εμένα στο τηλέφωνο, για να μεσολαβήσω στον Γέροντα. Ο κληρικός της είπε να μου ζητήσει να επισκεφθώ τον Γέροντα και μετά να με ξαναπάρει να της πω τι θα πει. Κάπως έτσι τη συνεβούλευσε κι έφθασε τηλεφωνικώς σε μένα. «Πάτερ», μου λέει, «έχω αυτά και αυτά…». Από τη φωνή της φαινόταν σαν να ήταν έτοιμη να πνιγεί η καημένη• σε τέτοιον βαθμό… Κατενόησα τη σοβαρότητα του πράγματος και της υποσχέθηκα ότι το ίδιο κιόλας απόγευμα θα πήγαινα στον Γέροντα και να μ’ έπαιρνε στο τηλέφωνο πάλι την επομένη για να της διαβιβάσω ό,τι θα έλεγε ο π. Παϊσιος.
-Μ.Μ.: Βλέπατε κάθε μέρα τον Γέροντα;
-Γέρων Αν.: Κάθε μέρα όχι, αλλά όποτε ήθελα• κάθε μέρα αν έπρεπε…
-Μ.Μ.: Μπορούσατε δηλαδή ανά πάσα στιγμή να τον δείτε…
-Γέρων Αν.: Ναι• πήγα λοιπόν το απόγευμα στον π. Παΐσιο και του είπα:
-Γέροντα, με πήρε στο τηλέφωνο μία πολύ στενοχωρημένη κυρία από τον Πειραιά. Έχει αυτό το πρόβλημα και σας παρακαλεί θερμότατα να κάνετε προσευχή. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί η ταλαίπωρη και είχε όλ’ αυτά τα συμπτώματα…
Ο Γέροντας με άκουσε προσεκτικά και μου είπε:
-Αυτά δεν είναι τίποτε! Ολος ο κόσμος έχει τέτοια πράγματα, απλώς ο καθένας χρειάζεται ειδική αντιμετώπιση. Ο πόλεμος είναι ο ίδιος. Η αντιμετώπιση διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Την άλλη μέρα ξαναπαίρνει τηλέφωνο η κυρία. Η φωνή της ζωντανή, σαν να πετούσε από τη χαρά της. Καμιά σχέση με το χθεσινό ύφος. Ήτο τελείως μα τελείως διαφορετική… Μου λέει αμέσως: «Να σας που, πάτερ, τι έγινε; Ηταν η πρώτη βραδιά -έπειτα από πολύ καιρό- που κοιμήθηκα!… Πέταξα και τα φάρμακα και ό,τι είχα πάνω μου και με βάραινε. Αισθάνομαι πολύ καλά. Τώρα, πείτε μου τι σας είπε». Ήδη η προσευχή που είχε κάνει ο π. Παϊσιος ετελεσφόρησε. Ε, της είπα κι εγώ ό,τι μου είχε πει ο Γέροντας και παρηγορήθηκε πάρα πολύ η καημένη.
Πέρασε χρόνος. Πήγαινε η γυναίκα μια χαρά. Είχε στείλει κι ένα γράμμα που περιέγραφε την καλή ζωή της. Οταν πέρασε και δεύτερος χρόνος, τηλεφωνεί ξανά, να πει πως είναι καλά. Αισθανόταν κάτι σαν υποχρέωση η ευγενική ψυχή! Πηγαίνω πάλι στον π. Παΐσιο και, καθώς αρχίζω να τον ενημερώνω για την περίπτωση αυτή που εκείνος είχε αντιμετωπίσει προ διετίας, μ’ έκοψε και μου είπε: «Ναι· της συνέβαινε τότε εκείνο, εκείνο κι εκείνο»! Εγώ, εν τω μεταξύ, είχα ξεχάσει τι ακριβώς είχε η κυρία. Μία υπόθεση όλη κι όλη μου είχαν αναθέσει και την είχα λησμονήσει· ενώ εκείνος εκατομμύρια περιπτώσεις χειριζόταν, εκατομμύρια περιπτώσεις… Κάθε μέρα είχε πάμπολλες δύσκολες περιπτώσεις. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση που την κάθε περίπτωση την αισθανόταν σαν δική του… Είχε απέραντη αγάπη και συμπόνοια ο Γέροντας.
του Μανώλη Μελινού Θεολόγου-Συγγραφέα
 Πηγή: Δημοκρατία και ορθοδοξία, Πείρα Αγιορειτών Πατέρων, Σάββατο 27 Ιουλίου 2013
http://www.diakonima.gr

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Σιλουανός:Είναι δυνατόν ο Θεός να εγκαταλείψει τον άνθρωπο; (Θεοεγκατάλειψη)

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Σεπτεμβρίου, 2013

Στην αρχή ο άνθρωπος προσελκύεται από το Θεό με τη δωρεά της χάρης, κι όταν έχει πια προσελκυσθεί, τότε αρχίζει μακρά περίοδος δοκιμασίας. Δοκιμάζεται η ελευθερία του ανθρώπου και η εμπιστοσύνη του στο Θεό, και δοκιμάζεται «σκληρά».
Στην αρχή οι αιτήσεις προς το Θεό, μικρές και μεγάλες, ακόμη και οι παρακλήσεις πού μόλις εκφράζονται, εκπληρώνονται συνήθως με γρήγορο και θαυμαστό τρόπο από το Θεό.
Όταν όμως έλθει η περίοδος της δοκιμασίας, τότε όλα αλλάζουν και σαν να κλείνεται ο ουρανός και να γίνεται κουφός σ’ όλες τις δεήσεις.
Για το θερμό χριστιανό όλα στη ζωή του γίνονται δύσκολα. Η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντί του χειροτερεύει, παύουν να τον εκτιμούν αυτό πού ανέχονται σ’ άλλους, σ’ αυτόν δεν το συγχωρούν, η εργασία του πληρώνεται, σχεδόν πάντοτε, κάτω από το νόμιμο, το σώμα του εύκολα προσβάλλεται από ασθένειες. Η φύση, οι άνθρωποι, όλα στρέφονται εναντίον του.
Παρότι τα φυσικά του χαρίσματα δεν είναι κατώτερα από τα χαρίσματα των άλλων, δεν βρίσκει ευνοϊκές συνθήκες να τα χρησιμοποιήσει. Επί πλέον υπομένει πολλές επιθέσεις από τις δαιμονικές δυνάμεις και το αποκορύφωμα είναι η ανυπόφορη θλίψη από τη θεία εγκατάλειψη.
Τότε κορυφώνεται το πάθος του, γιατί πλήττεται ο όλος άνθρωπος σ’ όλα τα επίπεδα της υπάρξεώς του.
Ο Θεός εγκαταλείπει τον άνθρωπο;… Είναι δυνατό αυτό;…
Κι εν τούτοις στη θέση του βιώματος της εγγύτητας του Θεού έρχεται στην ψυχή το αίσθημα πώς Εκείνος είναι απείρως, απροσίτως μακριά, πέρα από τους αστρικούς κόσμους κι όλες οι επικλήσεις προς Αυτόν χάνονται αβοήθητες στο αχανές του κοσμικού διαστήματος. H ψυχή εντείνει εσωτερικά την κραυγή της προς Αυτόν, αλλά δεν βλέπει ακόμα ούτε βοήθεια ΟΥΤΕ προσοχή. Όλα τότε γίνονται φορτικά.
Όλα κατορθώνονται με δυσανάλογα μεγάλο κόπο. H ζωή γεμίζει από μόχθους κι αναδεύει μέσα στον άνθρωπο το αίσθημα πώς βαραίνει πάνω του η κατάρα και η οργή του Θεού.
Όταν όμως περάσουν αυτές οι δοκιμασίες, τότε θα δει πώς η θαυμαστή πρόνοια του Θεού τον φύλαγε προσεκτικά σ’ όλες τις πτυχές της ζωής του.
Χιλιόχρονη πείρα, πού παραδίνεται από γενιά σε γενιά, λέει πώς, όταν ο Θεός δει την πίστη της ψυχής του αγωνιστή γι’ Αυτόν, όπως είδε την πίστη του Ιώβ, τότε τον οδηγεί σε αβύσσους και ύψη πού είναι απρόσιτα σ’ άλλους.
Όσο πληρέστερη και ισχυρότερη είναι η πίστη και η εμπιστοσύνη του ανθρώπου στο Θεό, τόσο μεγαλύτερο θα είναι και το μέτρο της δοκιμασίας και η πληρότητα της πείρας, πού μπορεί να φτάσει σε μεγάλο βαθμό.
Τότε γίνεται ολοφάνερο πώς έφτασε στα όρια, πού δεν μπορεί να ξεπεράσει ο άνθρωπος.
πηγή:εδώ

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής:Όλοι μας μπορούμε να γίνουμε άγιοι!

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Σεπτεμβρίου, 2013

Το πρώτο, πού κάνει κάθε άνθρωπος, όταν τον καλέση ο Θεός στην επίγνωσί Του, είναι να ερευνήση με ακρίβεια τον εαυτό του για να ιδή, ότι πράγματι στην ζωή του πολλές ενέργειες του ήσαν έξω από το θέλημα του Θεού. Και από αυτή την στιγμή αρχίζει το έργο της μετανοίας. Η μετάνοια αρχίζει από την κατάπαυσι της αμαρτωλής ζωής και φθάνει μέχρι αυτής της θεώσεως, η οποία δεν έχει τέλος.
Ο Θεός δεν έχει περιγραφή και τέρμα· ούτε και οι ιδιότητές Του είναι δυνατό να έχουν. Μπαίνοντας ο άνθρωπος, δια της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, μέσα στους κόλπους της θεώσεως, πάσχει όλες αυτές τις ιδιότητες τις ατέρμονες, τις αψηλάφητες, τις ανεξιχνίαστες, τις απέραντες. Γι’ αυτό είπα ότι η μετάνοια δεν έχει τέρμα.
Πολλές φορές συμβαίνει στον αγωνιζόμενο, να μην ημπορή να νικήση τον παλαιό άνθρωπο, διότι είναι τόσο πολύ αιχμαλωτισμένος από τα πάθη του, παρ’ όλο πού αυτός τα μισεί, τα αποστρέφεται, δεν τα θέλει· και αυτή η κατάστασι θεωρείται κατά την παράδοσι της Εκκλησίας, ζωή μετανοίας.
Τότε μόνο δεν θεωρείται μετάνοια, όταν παύση ο άνθρωπος να αγωνίζεται και λέγει: «Δεν ημπορώ πλέον. Δεν υπάρχει για μένα τίποτε». Αυτό λέγεται απόγνωσι και το καταδικάζει η Εκκλησία ως βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος· περικόπτει και απορρίπτει αυτό το μέλος ως σάπιο, ως βλάσφημο, στρεφόμενο κατά της αγαθότητας του Θεού.
Δεν πρέπει λοιπόν, σε καμμιά περίπτωσι να συστέλλωμε την πίστι μας. Ουδέποτε να σκεφθή κανείς, ότι είναι αδύνατο να φθάσουμε στην ολοκληρωτική μετάνοια στην οποία μας εκάλεσε ο Χριστός μας. Θα φθάσωμε χάριτι Χριστού. Ουδέποτε είναι ικανή μόνη η ανθρώπινη ενέργεια και προσπάθεια να φθάση εκεί. Αυτό είναι εγωιστικότατο και οι Πατέρες το κατεδίκασαν. Ο Μέγας Μακάριος λέγει ότι τόση είναι η δύναμι της προθέσεως του ανθρώπου, τόσο μόνο ημπορεί ο άνθρωπος, μέχρι πού να αντιδράση προς τον διάβολο. Προκαλούμενος υπό του σατανά, υπό μορφή προσβολής «κάνε αυτό», τόσο μόνο ημπορεί να πή ο άνθρωπος· «όχι δεν το κάνω». Μέχρι εκεί ημπορεί να πάη ο άνθρωπος. Από εκεί και πέρα είναι έργο της Χάριτος. Γι’ αυτό ο Ιησούς μας, ετόνιζε με έμφασι ότι, «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν».
Άρα ποτέ να μην συσταλήτε, ποτέ να μην κατεβαίνετε στην μικροψυχία, εφ’ όσο «δια πίστεως βαδίζομεν». Ποτέ να μην λέγετε: «Δεν θα φθάσωμε εμείς στην απάθεια, δεν θα φθάσωμε στον αγιασμό, δεν θα μιμηθούμε τους Πατέρες μας». Αυτό είναι βλάσφημο. Θα τους φθάσωμε επειδή το θέλομε και εφ’ όσο το θέλομε θα μας το δώση ο Χριστός μας.
Μένοντας πιστοί και μη υποχωρούντες κατά πρόθεσι, οπωσδήποτε θα το επιτύχωμε. Αυτή είναι η πραγματικότης. Έξω από αυτή την γραμμή οι Πατέρες δεν παραδέχονται άλλη. Έξω από αυτή, θεωρείται πλέον απόγνωσι. Δεν υπάρχει το «δεν μπορώ πλέον». Πώς δεν μπορείς; Δια του Χριστού ισχύομε. «Πάντα ισχύομεν εν τω ενδυναμούντι ημάς Χριστώ». «Πάντα»,είπε ο Παύλος, για να μην αφήση κανένα περιθώριο, μήπως πή κάποιος «εγώ δεν ημπορώ». Αφού είναι «μεθ’ ημών ο Θεός, τις καθ’ ημών; Ει Θεός ο δικαιών, τις ο κατακρίνων;»

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Anthony Bloom:Πως έγινα χριστιανός.

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Σεπτεμβρίου, 2013

(Ὁ Τιμόθεος Οὐίλσον εἶχε τήν παρακάτω συνέντευξη μέ τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη τοῦ Σουρόζ κ.Ἀντώνιο Μπλούμ.)  
Τ.Ο.: Πότε γίνατε Χριστιανός; Ὑπῆρξε στή ζωή σας καμιά συγκεκριμένη στιγμή μεταστροφῆς;
Α.Μπλούμ: Αὐτό ἔγινε σέ διάφορα στάδια. Μέχρι τά μέσα τῆς ἐφηβικῆς μουἡλικίας ἤμουνα ἕνας ἄπιστος καί ἐπιθετικά ἀντιεκκλησιαστικός. Δέν γνώριζα τό Θεό, δέν νοιαζόμουνα γι’ Αὐτόν καί μισοῦσα καθετί σχετικό μέ τήν ἰδέα τοῦ Θεοῦ.
Τ.Ο.: Καί ὅλα αὐτά, παρά τά «πιστεύω» τοῦ πατέρα σας;
Α.Μπλούμ: Ναί, γιατί μέχρι τά δεκαπέντε μου χρόνια ἡ ζωή μας ἦταν πολύ δύσκολη. Δέν ζούσαμε ὅλοι κάτω ἀπό τήν ἴδια στέγη. Ἐγώ ἤμουνα ἐσωτερικός σέἕνα σχολεῖο πού ἦταν πολύ αὐστηρό, βίαιο θά ἔλεγα. Ὅλα τά μέλη τῆς οἰκογένειάς μου ζοῦσαν σέ διαφορετικά σημεῖα τοῦ Παρισιοῦ. Μόνο ὅταν ἔγινα περίπου δεκατεσσάρων χρόνων συγκεντρωθήκαμε ὅλοι κάτω ἀπό τήν ἴδια στέγη καί αὐτό ἦταν μία πραγματική εὐτυχία, μία εὐλογία. Ἦταν κάπως ἀσυνήθιστο νά σκεφτεῖ κανείς ὅτι, σέ κάποιο σπίτι μιᾶς συνοικίας τοῦ Παρισιοῦ, μποροῦσε νά βρεῖ μία τέλεια εὐτυχία, καί ὅμως αὐτό συνέβαινε. Τότε γιά πρώτη φορά, μετά τήν ἐπανάσταση, ἀποκτούσαμε σπίτι.
Πρέπει ὅμως νά πῶ πώς, πρίν ἀπό ὅλα αὐτά, συνέβηκε κάτι πού μέ εἶχε προβληματίσει πάρα πολύ. Ἤμουνα περίπου ἕντεκα χρόνων, ὅταν μέ ἔστειλαν σέ μία κατασκήνωση ἀγοριῶν. Ἐκεῖ συνάντησα ἕναν ἱερέα πού θά ἦταν περίπου τριάντα χρόνων. Κάτι ἀπ’ αὐτόν τόν ἄνθρωπο μοῦ τράβηξε τήν προσοχή. Εἶχεἀγάπη πού τήν σκορποῦσε στόν καθένα ἀπό μᾶς. Αὐτή δέ ἡ ἀγάπη του δέν εἶχε σχέση μέ τό ἄν εἴμαστε καλοί, καί δέν ἄλλαζε ὅταν εἴμαστε κακοί. Μποροῦσε νά μᾶς ἀγαπάει χωρίς προϋποθέσεις. Ποτέ πρίν στή ζωή μου δέν εἶχα συναντήσει κάτι τέτοιο. Εἶχα φίλους πού μ’ ἀγαποῦσαν στό σπίτι, ἀλλά αὐτό τό ἔβρισκα φυσικό. Τέτοιο εἶδος ἀγάπης δέν εἶχα συναντήσει ποτέ. Τήν ἐποχή ἐκείνη δέν προσπάθησα νά δώσω καμιά ἐξήγηση σ’ αὐτό. Ἁπλά βρῆκα σ’ αὐτόν τόνἄνθρωπο κάτι πού μέ προβλημάτιζε καί ταυτόχρονα μοῦ ἄρεσε πολύ. Μόνο μετάἀπό χρόνια, ὅταν πιά ἦρθα σέ ἐπαφή μέ τό Εὐαγγέλιο, σκέφτηκα πώς αὐτός ὁἄνθρωπος, ἀγαποῦσε μέ μιὰ ἀγάπη πού ἦταν πέρα ἀπό τόν ἴδιο. Δηλαδή μοιραζόταν μαζί μας τή θεία ἀγάπη. Ἤ, ἄν προτιμᾶτε, ἡ ἀγάπη ἦταν τόσο βαθιά καί πλατιά, μέ τέτοια ἀνοίγματα ὥστε, μποροῦσε νά ἀγκαλιάσει ὅλους μας, εἴτε μέσα ἀπό τόν πόνο εἴτε μέσα ἀπό τή χαρά, ἀλλά πάντα μέσα στήν ἴδια καί μοναδική ἀγάπη. Αὐτή ἡ ἐμπειρία, νομίζω, ἦταν ἡ πρώτη βαθιά πνευματικήἐμπειρία πού εἶχα.
Τ.Ο.: Τί ἔγινε μετά ἀπό αὐτό;
Α.Μπλούμ: Τίποτε. Γύρισα στό σχολεῖο ὅπου ἤμουνα ἐσωτερικός καί ὅλα συνεχίστηκαν ὅπως πρίν, μέχρι τήν στιγμή πού βρεθήκαμε ὅλοι κάτω ἀπό τήνἴδια στέγη. Ζώντας μέ τήν οἰκογένειά μου, ὅπως εἶπα, γεύτηκα τήν πλήρη εὐτυχία, ἀλλά τότε συνέβηκε κάτι τό τελείως ἀπροσδόκητο. Ξαφνικά ἀνακάλυψαὅτι ἡ εὐτυχία, ἄν δέν ἔχει κάποιο σκοπό, γίνεται ἀνυπόφορη. Δέν μποροῦσα, λοιπόν, νά δεχτῶ μιὰ ἄσκοπη εὐτυχία. Γιά νά ξεπεράσεις τίς δυσκολίες καί νάὑποφέρεις τά βάσανα ἀποβλέπεις σέ κάτι πού εἶναι πέρα ἀπό αὐτά. Ἐγώ ὅμως δένἔβρισκα κάποιο νόημα, οὔτε πίστευα σέ κάτι, γι’ αὐτό ἡ εὐτυχία μου φαινότανἀνούσια. Ἔτσι ἀποφάσισα πώς ἔπρεπε νά δώσω στόν ἑαυτό μου μιὰ προθεσμία-ἕνα χρόνο τουλάχιστο – νά ἀνακαλύψει ἄν ἡ ζωή εἶχε ἤ ὄχι κάποιο νόημα. Ἄν στό διάστημα αὐτοῦ τοῦ χρόνου δέν θά ἔβρισκα κανένα νόημα ζωῆς, εἶχαἀποφασίσει νά μή συνεχίσω νά ζῶ, νά αὐτοκτονήσω.
Τ.Ο.: Καί πῶς βγήκατε ἀπό αὐτήν τήν κατάσταση τῆς ἄσκοπης εὐτυχίας;
Α.Μπλούμ: Ἄρχισα νά ψάχνω γιά κάποιο ἄλλο νόημα ζωῆς πέρα ἀπό κεῖνο πού μποροῦσα νά βρῶ μέσα στίς σκοπιμότητες. Τό νά σπουδάζει κανείς νά γίνει χρήσιμος στή ζωή ἦταν κάτι πού δέν μέ συγκινοῦσε καθόλου. Ὅλη ἡ ζωή μου μέχρι τώρα εἶχε συγκεντρωθεῖ σέ ἄμεσους σκοπούς καί ξαφνικά ὅλα αὐτά βρέθηκαν ἄδεια, χωρίς κανένα νόημα. Ἔνιωσα μέσα μου κάτι τό δραματικό καί καθετί γύρω μου μοῦ φαινόταν μικρό καί ἀνόητο.
Πέρασαν μῆνες καί τίποτε στόν ὁρίζοντα, νόημα δέν φάνηκε πουθενά! Μιὰμέρα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς- ἤμουνα τότε μέλος τῆς Ρωσικῆς ὀργάνωσης νέων στό Παρίσι- ἕνας ἀπό τούς ὑπεύθυνους ὀργάνωσης μέ πλησίασε καί μοῦεἶπε: «Καλέσαμε κάποιον ἱερέα νά σᾶς μιλήσει. Ἔλα καί σύ στή συγκέντρωση».Ἐγώ ἀπάντησα μέ ἔντονη ἀποδοκιμασία ὅτι δέν θά πήγαινα νά τόν ἀκούσω. Δέν εἶχα ἀνάγκη τήν Ἐκκλησία. Δέν πίστευα στό Θεό. Δέν ἤθελα νά χάσω τόν καιρό μου μέ κάτι τέτοια. Ὁ ὑπεύθυνος χειρίστηκε ἀρκετά ἔξυπνα τό θέμα. Μοῦ ἐξήγησεὅτι ὅλα τά μέλη τῆς ὁμάδας μας εἶχαν ἀντιδράσει ἀκριβῶς μέ τόν ἴδιο τρόπο καί θά ἦταν πολύ ἄσχημο ἄν, οὔτε ἕνας, δέν παρακολουθοῦσε τήν ὁμιλία του.
«Μήν προσέχεις», εἶπε ὁ ὑπεύθυνος, «δέν μέ ἐνδιαφέρει αὐτό, μόνο ἔλα, κάθισεἐκεῖ, γιά μιὰ τυπική παρουσία». Ἐ! μέχρι σ’ αὐτό τό σημεῖο, ἤμουνα πρόθυμος νά φανῶ νομοταγής στή νεανική μας ὀργάνωση. Ἔτσι πῆγα στήν ὁμιλία καί ἔμεινα μέχρι τό τέλος. Δέν εἶχα σκοπό νά προσέξω. Τά αὐτιά μου ὅμως ἔπιαναν μερικές φράσεις πού μέ ἀγανακτοῦσαν περισσότερο. Ὁ Χριστός καί ὁ Χριστιανισμός παρουσιάστηκαν μπροστά μου τόσο διαφορετικά ἀπ’ ὅτι ἐγώ πίστευα, πού ἤθελα βαθύτατα νά τά ἀποκρούσω. Ὅταν τελείωσε ἡ ὁμιλία ἔτρεξα στό σπίτι μέ ἔντονη τήν ἐπιθυμία νά ἐλέγξω ἄν ἦταν ἀλήθεια ὅλα αὐτά πού εἶπε ὁ ὁμιλητῆς. Ρώτησα τή μητέρα μου ἄν εἶχε ἕνα Εὐαγγέλιο νά μοῦ δώσει. Ἤθελα πολύ νά διαπιστώσωἄν τό Εὐαγγέλιο θά συμφωνοῦσε μέ τήν τερατώδη ἐντύπωση πού μοῦδημιούργησε ἡ ὁμιλία. Δέν περίμενα τίποτα καλό ἀπό τήν ἀνάγνωση αὐτή καίἔτσι μέτρησα τά κεφάλαια τῶν τεσσάρων Εὐαγγελίων, ὥστε νά εἶμαι σίγουροςὅτι διαβάζω τό συντομότερο. Δέν ἤθελα νά χάσω ἄδικα τό χρόνο μου. Ἄρχισα, λοιπόν, νά διαβάζω τό Εὐαγγέλιο τοῦ Μάρκου.
Ἐνῶ διάβαζα τά πρῶτα κεφάλαια τοῦ κατά Μάρκον Εὐαγγελίου καί πρίν φτάσω στό τρίτο κεφάλαιο, ξαφνικά, συνειδητοποίησα ὅτι, στήν ἄλλη ἄκρη τοῦγραφείου μου, ὑπῆρχε κάποιος. Ἡ βεβαιότητα ὅτι αὐτός ὁ «Κάποιος» ἦταν ὁΧριστός πού στεκόταν ἐκεῖ παράμερα, ἦταν τόσο ἔντονη ὥστε ποτέ ἕως τώρα δέν μέ ἔχει ἐγκαταλείψει.
Τό γεγονός αὐτό ὑπῆρξε πραγματικά ἡ ἀποφασιστική μου καμπή. Ἀφοῦ ὁΧριστός ἦταν ζωντανός καί ἐγώ εἶχα ζήσει τήν Παρουσία του, μποροῦσα νά πῶμέ βεβαιότητα ὅτι αὐτό πού τό Εὐαγγέλιο ἔλεγε γιά τή Σταύρωση τοῦ Προφήτη τῆς Γαλιλαίας, ἦταν ἀλήθεια καί ὅτι ὁ ἑκατόνταρχος εἶχε δίκαιο ὅταν εἶπε: «Ἀληθῶς Υἱός Θεοῦ ἐστι». Μέσα, λοιπόν, στό φῶς τῆς Ἀνάστασης μποροῦσα νά διαβάσω μέ βεβαιότητα τήν ἱστορία τοῦ Εὐαγγελίου, ξέροντας πολύ καλά ὅτι καθετί ἔκρυβε μέσα του ἀλήθεια. Καί αὐτό, γιατί τό ἀπίστευτο γεγονός τῆςἈνάστασης ἦταν γιά μένα πιό βέβαιο ἀπό κάθε ἄλλο γεγονός τῆς ἱστορίας. Τήνἱστορία πρέπει νά τήν πιστέψω, τήν Ἀνάσταση τήν ἔμαθα ἀπό προσωπικό γεγονός.
Καθώς βλέπετε, δέν ἀνακάλυψα τό Εὐαγγέλιο ἀρχίζοντας ἀπό τήν ἀρχή μέ τόἀρχικό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί δέν ξετυλίχθηκε μπροστά μου σάν μιὰἱστορία τήν ὁποία κανείς μπορεῖ νά πιστέψει ἤ ὄχι. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, γιά μένα, ἄρχισε μέ ἕνα γεγονός πού παραμέρισε ὅλα τά προβλήματα ἀπιστίας,ἀκριβῶς γιατί ἦταν μία ἄμεση καί προσωπική ἐμπειρία.
Τ.Ο.: Αὐτή ἡ τόσο ἔντονη ἐμπειρία ποὺ εἴχατε, παρέμεινε σέ ὅλη σας τή ζωή; Δέν ὑπῆρξε κάποια ἐποχή ποὺ νά ἀμφιβάλλετε γιά τήν πίστη σας;
Α.Μπλούμ: Βεβαιώθηκα ἀπόλυτα ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ζωντανός καί ὅτι μερικά πράγματα ὑπάρχουν ἀναμφίβολα. Φυσικά δέν πῆρα σέ ὅλα ἀπαντήσεις, ἀλλάἔχοντας ζήσει αὐτή τή μεγάλη ἐμπειρία, ἤμουν πιά βέβαιος ὅτι μπροστά μουὑπῆρχαν ἀπαντήσεις, ὁραματισμοί, δυνατότητες. Αὐτό ἀκριβῶς σημαίνει γιά μένα πίστη. Ἀπό τή μιά, δηλαδή, νά μήν ἀμφιβάλλει κανείς ἔτσι πού νά ἔχει μέσα του σύγχυση καί περιπλοκές, ἀπό τήν ἄλλη ὅμως νά διερωτᾶται μέ σκοπό νάἀνακαλύψει τό πραγματικό νόημα τῆς ζωῆς. Νά ἔχεις, δηλαδή, αὐτό τό εἶδος τῆςἀμφιβολίας πού σέ κάνει νά θέλεις νά ρωτᾶς, νά ἀνακαλύπτεις ὅλο καί περισσότερο, νά θέλεις διαρκῶς νά ἐρευνᾶς.
πηγή:εδώ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Ιστορία της Ι. Μονής Παναγίας Δέσποινας (Σεϊνδάγια) Συρίας.

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Σεπτεμβρίου, 2013

 

Το Μοναστήρι της Παναγίας Σαϊνδανάγια ή Σεϊντανάγια,χτίστηκε το 547 μ.Χ. από τον ευσεβή Αυτοκράτορα Ιουστινιανό, όταν στρατοπέδευσε στην περιοχή προετοιμαζόμενος να πολεμήσει τους Πέρσες.

 
Τότε και ενώ οδιψασμένος στρατός μας είχε ξεμείνει από νερό και βρισκόταν σε απελπιστική θέση, ο Θρακιώτης Αυτοκράτοράς μας βλέπει ξαφνικά ένα ελάφι να ανεβαίνει σε ένα ψηλό λόφο και τρέχει να το κυνηγήσειΣαν έφτασε στην κορυφή, είδε έκπληκτος άφθονο γλυκό, πόσιμο νερό, ενώ στη θέση του ελαφιού φάνηκε μέσα σε λαμπρό φως η Παναγιά και ακούστηκε η φωνή της, που του ζητούσε να χτίσει εκεί επάνω, μια Εκκλησία προς τιμήν της, προς τιμήν της Κυρίας Θεοτόκου!
Και έτσι, ο βασιλιάς μας έδωσε αμέσως εντολή να σχεδιάσουν το Ναό οι αρχιτέκτονες. Όμως ο καιρός περνούσε και εκείνοιδεν μπορούσαν να καταλήξουν στο σχέδιο.
   Τότε εμφανίστηκε πάλι η Παναγία, αυτή τη φορά στον ύπνο του Ιουστινιανού και του έδειξε το σχέδιο του Μοναστηριού της, λέγοντας πως εκείνη θα ήταν η προστάτιδά του!
   Και βάση εκείνου του σχεδίου χτίστηκε τελικά από τον ευλαβή Ιουστινιανό το καστρομονάστηρο της Παναγιάς στη Σεϊντανάγια της Συρίας!
   Η Ορθόδοξη αυτή Μονή της Συρίας είναι γυναικείο Μοναστήρι, που εορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου, κατά το Γενέθλιον της Θεοτόκου! Σεϊντανάγια δε, θα πει “Δέσποινα“!
 
   Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ
   Η θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς – El Chagoura όπως την ονομάζουν οι ντόπιοι, που σημαίνει «η διάσημη» – είναι έργο του Ευαγγελιστού Λουκά και ήρθε εδώ πολλά χρόνια αφότου κατασκευάστηκε η Μονή από τον Ιουστινιανό.
 
 Συγκεκριμένα, προς το τέλος του όγδοου αιώνα, κάποιος Έλληνας μοναχός ονόματι Θεόδωρος, στο ταξίδι του προς τους Αγίους Τόπους, σταμάτησε για ανάπαυση στη Μονή. Φεύγοντας για Ιεροσόλυμα, η σεβαστή Ηγουμένη της Σεϊντανάγια του ζήτησε να αγοράσει από εκεί κάποια συγκεκριμένη πολύτιμη και λεπτή, μικρή εικόνα της Θεοτόκου!
   Ο Μοναχός όμως ξέχασε τελείως το ζήτημα και αφού προσκύνησε στους Αγίους Τόπους, ξεκίνησε να γυρίσει πίσω.
   Όμως δεν είχε φύγει μακριά, όταναπότομα τον σταμάτησε μια άγνωστη φωνή λέγοντάς του: “Μήπως έχεις ξεχάσει κάτι στην Ιερουσαλήμ; Αυτό που σου ζήτησε η Ηγουμένη;”!
   Ο Μοναχός επέστρεψε τότε αμέσως στα Ιεροσόλυμα και βρήκε την όμορφη Εικόνα του Θεοτόκου που του παρήγγειλε η Ηγουμένη του Μοναστηριού και την αγόρασε!
   Κατά τη διάρκεια δε του ταξιδιού πίσω στη Μονή, έμεινε κατάπληκτος από τα θαύματα που γινόταν μέσω της Εικόνας! Διότι ενώ τη μια φορά τους επιτέθηκαν αδίστακτοι ληστές και την άλλη άγρια κτήνηο Θεόδωρος κράτησε με δέος τη συγκεκριμένη Εικόνα της Παναγίας προσευχόμενος στη Χάρη της και ω του θαύματος, σώθηκαν δυο φορές και αυτός και το υπόλοιπο καραβάνι από τρομερό κίνδυνο!
 Επιστρέφοντας λοιπόν στη Μονή και γνωρίζοντας πόσο πολύτιμη και θαυματουργή θεία χάριτι ήταν η συγκεκριμένη Εικόνα της Θεοτόκου, αποφάσισε να παρακάμψει τη Σεϊντνάγια και να τραβήξει με πλοιάριο για την Αίγυπτο!
Σηκώθηκε όμως μια τόσο άγρια θύελλα, που θα βυθιζόταν και αυτός μαζί με το σκάφος, οπότε αμέσως τον έλεγξε η συνείδησή του και αποφάσισε να γυρίσει την Εικόνα στη Σαϊντνάγια.
   Έτσι, βγήκε πάλι στην ακτή και έφτασε τελικά στο Μοναστήρι. Έμεινε τέσσερις ημέρες εκεί, αλλά πάλι του ήρθε μια ακατανίκητη επιθυμία – πειρασμός, να κρατήσει για δική του τη θαυματουργή Εικόνα! Έτσι το επόμενο πρωί μαζί με την Εικόνα της Παναγίας Δέσποινας πήγε να φύγει κρυφά, αλλά ω του θαύματος! Ένας αόρατος τοίχος σαν από πολλές πέτρες έφραξε ξαφνικά την πόρτα της Μονής!
 Με αστείρευτα τότε δάκρυα, έπεσε και ζήτησε μεταμελημένοςσυγνώμη από την Ηγουμένη, ομολογώντας την πράξη του, αλλά καιδοξάζοντας το Θεό και ευχαριστώντας την Παναγιά, που τόσα μεγάλα θαύματα τον αξίωσε να δει μέχρι τότε!
   Από εκείνη την ημέρα, η ιερή Εικόνα έχει παραμείνει στη Μονή, όπου καταφθάνουν χιλιάδες προσκυνητές από όλη την Ανατολή και τη Δύση!
Αναμεσά τους και εκατοντάδες Μουσουλμάνοι, που προστρέχουν σε κάθε ανάγκη στη χάρη της Θεοτόκου και ομολογούν οι ίδιοι και εγγράφως τα αμέτρητα θαύματά της! Και έτσι ξέρουν…
πηγή ΝΟΙΑΖΟΜΑΙ -Θησαυρός Γνώσεων & Ευσεβείας

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΟΠΟΙΟΣ ΜΕΛΕΤΑ ΣΩΣΤΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΔΕΝ ΤΟΝ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΕΙ

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Σεπτεμβρίου, 2013

 Γέροντα, πώς γίνεται, ένώ νιώθω τήν αδυναμία μου, νά δικαιολογούμαι;
– Δέν  ένιωσες  τήν  αδυναμία  σου,  γιʼ  αυτό  δικαιολογείσαι.  Άν  τήν  είχες  νιώσει,  δέν  θά δικαιολογούσες τον εαυτό σου. Αγαπούμε τον εαυτό μας δέν θέλουμε νά δυσκολευτούμε δέν αγαπούμε  τον  κόπο.  Θέλουμε  πολλές  φορές  χωρίς  κόπο  νά  αποκτήσουμε  περιουσία. Τουλάχιστον  νά  αναγνωρίσουμε ότι, έτσι όπως αντιμετωπίζουμε τά πράγματα, δέν πάμε καλά  πνευματικά καί νά ταπεινωθούμε. Άλλα ούτε κόπος ούτε αναγνώριση υπάρχει.
– Μπορεί κάποιος νά μελέτα, νά έξετάζη τον εαυτό του καί νά τον δικαιολογή;
– Όποιος μελετά  σωστά  τον  εαυτό  του  δέν  τον  δικαιολογεί.  Καί  βλέπεις,  είναι  μερικοί έξυπνοι,  τετραπέρατοι,  πού  κάνουν  τελικά  τις  μεγαλύτερες  ανοησίες.  Γιατί  είναι  καί  το βόλεμα. Πώς μέ βολεύει, πώς με εξυπηρετεί εμένα.
– Γέροντα, αυτός πού δικαιολογείται δεν βλέπει τις πτώσεις του στον αγώνα;
– Ο,τι και αν κάνη, τον ξεγελά ο διάβολος και τα δικαιολογεί όλα, το θέλημα, τό πείσμα, τον εγωισμό, το ψέμα.
– Δεν θα τον βοηθούσε να καθρεφτίζη τόν εαυτό του στα Πατερικά βιβλία, και κυρίως στην Αγία Γραφή;
– Γιά  έναν  πού  σκέφτεται  σωστά,  πνευματικά,  λύνονται  όλα τα  προβλήματα  μέσα  άπό την Αγία Γραφή και τα Πατερικά βιβλία. Τά βλέπει μέσα εκεί ξεκάθαρα. Έναν όμως πού δεν κάνει εργασία πνευματική και ή ψυχή του δέν είναι εξαγνισμένη, δεν τόν βοηθάει ούτε ή Αγία Γραφή, γιατί όλα τά ερμηνεύει ανάποδα. Καλύτερα είναι νά λέη τόν λογισμό του στον πνευματικό του  καί  νά  μήν  έρμηνεύη  μόνος  του  αυτά  πού  διαβάζει.  Αν  διάβαση  λ.χ. Παλαιά Διαθήκη, μπορεί νά έρμηνεύση πονηρά αυτά πού θά διάβαση και νά μολυνθή. Έχω προσέξει, μερικοί παίρνουν  κάτι άπό  τά πνευματικά πού διαβάζουν  καί  τό ερμηνεύουν όπως τους  βολεύει. …
Δέν  είναι  ότι δέν  τους  κόβει  ή  δέν  καταλαβαίνουν  αυτά  πού  διαβάζουν,  τά  ερμηνεύουν όμως έτσι,  γιά νά  δικαιολογήσουν  τόν  εαυτό  τους.  Φοβερό  πράγμα!  Αλλά  καί  τά πνευματικά  πού  ακούν,  εχω  καταλάβει,  σπάνια  τά  πιάνουν  σωστά.  Λέω,  ας  υποθέσουμε, ένα περιστατικό,  γιά  νά  τονίσω  κάτι. Ένώ εγώ άλλο θέλω νά  τονίσω,  μερικοί ψάχνουν νά βρουν κάτι άπό όλο τό περιστατικό, γιά νά πιαστούν καί νά δικαιολογήσουν ένα κουσούρι, ένα σφάλμα τους, γιά νά αναπαύσουν δηλαδή τά πάθη τους. Δέν σκέφτονται ότι αυτός, γιά τόν  όποιο  κάτι  ανέφερα,  δέν  πρόσεξε  καί  κατέληξε  εκεί πού κατέληξε,  άλλα  λένε: αφού υπάρχουν άνθρωποι σέ τόσο άσχημη κατάσταση, τότε εμείς είμαστε πολύ καλά, καί έτσι δικαιολογούν τόν εαυτό τους. Άπό δικαιολογίες ο διάβολος βρίσκει ένα σωρό. Όποιος δικαιολογεί τον εαυτό του, ανάπαυση δέν βρίσκει. Δέν έχει παρηγοριά. Αυτόν πού δικαιώνει τον εαυτό του, ό εαυτός του τον δικαιώνει; Ό εαυτός του, ή συνείδηση του, δέν τον δικαιώνουν, και δέν έχει ανάπαυση. Αυτό δείχνει ότι φταίει. Πώς τα έχει κανονίσει ό  Θεός!  Έδωσε  στον  άνθρωπο  τήν  συνείδηση,  φοβερό!  Μπορεί  να  επιτυχή  κάποιος  αυτό πού θέλει είτε μέ βάρβαρο τρόπο είτε μέ πονηριά είτε μέ κολακεία, αλλά ανάπαυση δέν θά βρή. Άπό αυτό μπορεί μόνος του νά διαπίστωση ότι δέν βαδίζει καλά. Όταν κάποιος δέχεται τήν αδικία, είναι σάν νά παίρνη μιά πνευματική περιουσία και χαίρεται. Ένώ, όταν δικαιώνη τον εαυτό του, είναι σάν νά ξοδεύη κάτι άπό τήν περιουσία του και δέν νιώθει χαρά. Θέλω νά πω, δέν έχει τήν πνευματική ανάπαυση πού θά είχε, αν δέν δικαίωνε τον εαυτό του. Πόσο μάλλον όταν δέν έχη δίκαιο και δικαιώνη τον εαυτό του! Όργή  Θεού  μαζεύει,  γιατί  τότε  είναι  ένα  αρπαγμα  σπαταλάει  μιά  περιουσία  πού  του δίνεται. Βρίσκει ανάπαυση αυτός πού σπαταλάει;
Μέ  τήν  δικαιολογία  κανείς  τυφλώνεται.  Ακόμη  και  άνθρωπο  νά  σκοτώση,  τον δικαιολογεί ό διάβολος. Πώς τον ύπέμεινες τόσον καιρό; του λέει. Έπρεπε νά τον είχες σκοτώσει νωρίτερα. Και μπορεί νά θέλη νά πάρη και μισθό άπό τον Χριστό γιά τά λίγα χρόνια πού ύπέμεινε! Κατάλαβες; Έκεί φθάνει!
– Αφού,  Γέροντα,  αυτός  πού  δικαιολογείται  ταλαιπωρείται,  γιατί  δέχεται  αυτό  το βάσανο της συνειδήσεως;
– Είναι ή συνήθεια. Γιά νά τήν κόψη, χρειάζεται θέληση. Και πρέπει νά μάθη όχι μόνο νά μή δικαιολογήται,  άλλα  και  νά  τοποθετήται  σωστά.  Αν  δέν  δικαιολογηθη,  αλλά  μέσα  του πιστεύη  ότι  τον  αδίκησαν,  τότε  είναι  χειρότερα.  Γιατί,  αν  δικαιολογηθη,  θά  του  πή  καί  ό άλλος  κάτι  και  θά  μπόρεση  έτσι  νά  γνωρίση  τόν  εαυτό  του  και  νά  βγή  από  την  πλάνη. Αλλιώς, μπορεί νά μη μιλάη, αλλά μέσα του νά λέη: έχω δίκιο, όμως δεν μιλάω, γιατί έχω ανωτερότητα, και νά παραμένη στην πλάνη.

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Διδαχές Γερόντων» του πρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Σεπτεμβρίου, 2013

1. Ο Γέροντας Φιλόθεος έλεγε ότι ο άνθρωπος στην παρούσα ζωή περνάει από πολλές δυσκολίες, τις όποιες πρέπει να αντιμετωπίζει  με πίστη στο Θεό. Ειδικό­τερα τόνιζε: «Ή παρούσα πρόσκαιρη ζωή μοιάζει με θά­λασσα και εμείς οι άνθρωποι είμαστε πλοιάρια. Και όπως τα πλοία πού ταξιδεύουν στη θάλασσα δεν συναντούν μό­νο γαλήνη αλλά πολλές φορές συναντούν ισχυρούς ανέ­μους και μεγάλες τρικυμίες και κινδυνεύουν, έτσι και ε­μείς, οι όποιοι ταξιδεύουμε στη θάλασσα της πρόσκαιρης ζωής, συναντούμε πολλές φορές ισχυρούς ανέμους, και μεγάλες τρικυμίες, σκάνδαλα, πειρασμούς, ασθένειες, θλί­ψεις, στενοχώριες, διωγμούς και διάφορους κινδύνους. Δεν πρέπει όμως να δειλιάζουμε. Να έχουμε θάρρος, αν­δρεία, πίστη. Και αν ως άνθρωποι ολιγόψυχοι και ολιγόπιστοι δειλιάσουμε στους κινδύνους, να φωνάξουμε στο Χριστό όπως ό Πέτρος και εκείνος θα απλώσει το χέρι του και θα μας βοηθήσει».

2. Οι Γέροντες αντιμετώπιζαν το θάνατο με γενναιό­τητα και βαθιά πίστη στην αιώνια ζωή. Ενδιαφέροντα τα όσα έλεγε παραβολικά ο Γέροντας Γεώργιος, καθώς αισθανόταν ότι το τέλος της επίγειας ζωής του ήταν πολύ κοντά: «Πρέπει να φύγω. Είναι θέλημα Θεού και πρέπει να φύγω, γιατί η αμαρτία προχώρησε πολύ. Μέσα στο βούρκο της αμαρτίας κυλιέται ο κόσμος και δεν το κατα­λαβαίνει. Και αυτά έμενα με κουράζουν. Πρέπει να φύγω. Εκείνο πού λυπάμαι όμως είναι …τα δέντρα πού φύτεψα στο περιβόλι, γιατί είναι ακόμα μικρά και αδύνατα. Δεν πρόλαβαν να μεστώσουν, να γίνουν δέντρα με γερό κορμό και με τον πρώτο αέρα θα λυγίσουν».  «Έκανα ένα κοπάδι πρόβατα και είμαι τσοπάνος και φροντίζω τα πρόβατα μου να είναι όπως εγώ τα θέλω. Όταν όμως θα φύγω, το κοπάδι μου θα σκορπίσει. Θα μείνουν βέβαια  πρόβατα στη μάντρα μου, αλλά πολλά θα φύγουν και θα ταλαν­τεύονται εδώ και εκεί. Θα έρθουν και ξένα πρόβατα στη μάντρα μου και θα διδαχτούν από τα πιστά μου πρόβατα και δεν θα λυγίσουν με κανένα τρόπο». Και άλλοτε έλεγε σε πνευματικά του τέκνα: «Μη στενοχωριέστε, γιατί όλοι θα φύγουμε από εδώ. Περαστικοί διαβάτες είμαστε. Εδώ ήρθαμε για να δείξουμε τα έργα μας και να φύγουμε».

3. Για τη μνήμη του θανάτου, ό Γέροντας Δανιήλ έλεγε: «Όταν θυμάμαι το θάνατο, πατώ την αλαζονεία μου, κατανοώ ότι δεν είμαι τίποτα, συναισθάνομαι ότι ό πλούτος, η τιμή και η φθαρτή φαντασία είναι μάταια και ανωφελή και μόνο η ταπεινή επίγνωση του εαυτού μου και ή αγάπη του πλησίον μου και τα παραπλήσια με αυτά καλά μπορούν να με βοηθήσουν κατά την ώρα της εξόδου μου. Όταν όμως αποχαιρετήσω τη μνήμη του θανάτου, τότε και το λογιστικό και το επιθυμητικό και το θυμικό της ψυχής μου γεμίζουν με ξένους και αντίξοους λογισμούς και γίνομαι χλεύη ανθρώπων και δαιμόνων».

4. Σε ερώτηση κάποιας γυναίκας αν είναι αμαρτία η επιθυμία του θανάτου, ό Γέροντας Ιωήλ απάντησε: «Αν επιθυμείς να πεθάνεις για να απαλλαγείς από τα βάσανα, βέβαια είναι αμαρτία, διότι είναι σαν να γογγύζεις κατά του Θεού πού επιτρέπει τα βάσανα σου. Αν όμως επιθυ­μείς να πεθάνεις για να μην αμαρτάνεις και λυπείς με τις αμαρτίες σου το Θεό, αυτό δεν είναι καθόλου αμαρτία. Αν πάλι επιθυμείς να πεθάνεις, διότι δεν αντέχεις το χω­ρισμό σου από το Θεό και θέλεις να μεταβείς το συντο­μότερο κοντά του, τότε η επιθυμία σου αυτή είναι τρισευλογημένη».

5. Ρώτησαν το Γέροντα Επιφάνιο αν φοβάται το θάνατο και εκείνος απάντησε: «Το θάνατο δεν τον φοβά­μαι, όχι βέβαια ένεκα των έργων μου, αλλά επειδή πιστεύω στο έλεος του Θεού».

6. Έλεγε ό Γέροντας Αμφιλοχίας: «Με τη χάρη του Θεού ο άνθρωπος πετυχαίνει την πνευματική του ανύ­ψωση, μεταμορφώνεται, γίνεται άλλος άνθρωπος, του φεύγει ό φόβος. Δεν φοβάται το θάνατο και τούτη τη ζωή, όσο καλή και αν φαίνεται, τη θεωρεί σκλαβιά».

7. Ό Γέροντας Πορφύριος είχε παρακολουθήσει μερικά μαθήματα ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο, για να του λυθεί ή απορία, πώς είναι δυνατό να υπάρχουν ψυχία­τροι πού δεν πιστεύουν στην ύπαρξη της ψυχής. Και συμ­πέρανε: «Οι ψυχίατροι και οι ψυχολόγοι μοιάζουν με τον τυφλό, πού με την αφή προσπαθεί να καταλάβει τα πράγ­ματα πού βρίσκονται γύρω του. Ή ψυχή είναι πολύ βαθιά και μόνο ό Θεός τη γνωρίζει».

8. Για την αξία της ψυχής, ο Γέροντας Ιωήλ έλεγε: «Η αξία της ψυχής είναι άπειρη. Και είναι προφανές τούτο. Όταν θέλουμε να καθαρίσουμε ένα ύφασμα, ποτέ δεν θα χρησιμοποιήσουμε σαπούνι ακριβότερο από το ύφασμα. Το σαπούνι πού θα χρησιμοποιήσουμε θα είναι φθηνότερο από το ύφασμα ή, το πολύ – πολύ, ίσης αξίας. Με τι πλύθηκε και καθαρίστηκε η ανθρώπινη ψυχή; Με το αίμα του Κυρίου! πόση είναι η αξία του αίματος του Κυρίου; Άπειρη! Άρα άπειρη πρέπει να είναι και η αξία της ανθρώπινης ψυχής πού καθαρίστηκε με αυτό».

9. Για τους ανθρώπους πού είναι προσκολλημένοι στα υλικά αγαθά, ό Γέροντας Παίσιος τόνιζε: «Ο κυριευμέ­νος από υλικά πράγματα είναι κυριευμένος πάντα από στε­νοχώρια και άγχος, γιατί πότε τρέμει μην του τα πάρουν και πότε μην του πάρουν την ψυχή. Ο τσιγκούνης πάλι, πού αγκύλωσε το χέρι του από το πολύ σφίξιμο, έσφιξε και την καρδιά του και την έκανε πέτρινη. Για να θερα­πευθεί θα πρέπει να επισκεφθεί δυστυχισμένους ανθρώ­πους, να πονέσει, οπότε θα αναγκασθεί να ανοίξει σιγά — σιγά το χέρι του, και θα μαλακώσει τότε και η πέτρινη καρδιά του και θα γίνει καρδιά ανθρώπινη και έτσι θα του ανοιχθεί και η πύλη του Παραδείσου».

10. Ό Γέροντας Πορφύριος έλεγε: «Το αν θα πάμε στον Παράδεισο ή στην κόλαση, δεν εξαρτάται από το αν έχουμε λίγα ή πολλά χρήματα, αλλά από τον τρόπο πού θα χρησιμοποιήσουμε αυτά πού έχουμε. Τα χρήματα, τα κτήματα και όλα τα υλικά αγαθά δεν είναι δικά μας, του Θεού είναι, εμείς έχουμε μόνο τη διαχείριση τους. Πρέπει να ξέρουμε ότι ο Θεός θα μας ζητήσει λογαριασμό και για την τελευταία δραχμή μας, αν τη διαθέσαμε σύμ­φωνα με το θέλημα του ή όχι».

11. «Οι άνθρωποι σήμερα, έλεγε ο Γέροντας Φιλό­θεος, είναι ακράτητοι. Λαός και κλήρος, σαν αχαλίνωτα αλόγα, τρέχουν στην αμαρτία. Δεν συλλογίζονται το Θεό, το θάνατο, την κρίση, την ανταπόδοση, τίποτα – τίποτα, μόνο για την ύλη ενδιαφέρονται, για το σώμα, για τις ηδονές, για τις τιμές. Πολύ λίγοι είναι εκείνοι πού έχουν αληθινά ενδιαφέροντα και ίσως για χάρη αυτών των λίγων κρατάει ο Θεός τον κόσμο».

12. Ο Γέροντας Π αίσιος έλεγε: «Όσοι αναπαύονται μέσα στον υλικό κόσμο και δεν ανησυχούν για τη σωτη­ρία της ψυχής τους, μοιάζουν με τα ανόητα πουλάκια πού δεν θορυβούν μέσα στο αυγό, για να σπάσουν το τσόφλι, να βγουν έξω να χαρούν τον ήλιο — το ουράνιο πέταγμα στην παραδεισένια ζωή – αλλά παραμένουν ακίνητα και πεθαίνουν μέσα στο τσόφλι του αυγού».

13. «Οι κοσμικοί άνθρωποι με κουράζουν, έλεγε ό Γέ­ροντας Αμφιλόχιος, γιατί όσα έχουν μέσα τους απο­θηκευμένα, έρχονται πάνω μου σαν ηλεκτρικά κύματα».

14. Έλεγε ό Γέροντας Πορφύριος: «Σήμερα οι άν­θρωποι ζητούν να τους αγαπήσουν και γι’ αυτό αποτυγχά­νουν. Το σωστό είναι να μην ενδιαφέρεσαι αν σε αγαπούν, αλλά αν εσύ αγαπάς το Χριστό και τους ανθρώπους. Μόνο έτσι γεμίζει η ψυχή».

15. Για τους σημερινούς ανθρώπους, ο Γέροντας της Δράμας Γεώργιος έλεγε: «Ο κόσμος έχει φύγει από την αθωότητα και την καλοσύνη. Κάθε μέρα φροντίζει να βα­δίζει προς το κακό. Όσο περνούν τα χρόνια, βαδίζει στην καταστροφή και ο Θεός δεν το θέλει αυτό».

16. Για την ευγένεια των ανθρώπων της εποχής μας, ο Γέροντας Π αίσιος υπογράμμιζε: «Κάνει πολύ κακό η κοσμική ευγένεια πού υποκρίνεται, γιατί ξεγελιέται κανείς και ανοίγει την καρδιά του στον κοσμικό άνθρωπο και τελικά χαραμίζει την ευλάβεια του, γιατί εκείνος δεν ξέρει τι θα πει ευλάβεια. Είναι σαν να δίνει χρυσές λίρες σε ανθρώπους πού ξέρουν μόνο τις μπρούντζινες δραχμές».

17. Ό Γέροντας Φιλόθεος έλεγε: «Οι χριστιανοί διαιρούνται σε δύο τάξεις. Είναι οι αγράμματοι και οι εγγράμματοι. Οι περισσότεροι αγράμματοι είναι άπιστοι, δεν γνωρίζουν ότι υπάρχει Θεός, τι είναι ο Θεός και τι είναι η πίστη. Μαθαίνουν όμως τόσα παραμύθια, τόσα άσεμνα τραγούδια, τόσους χορούς! Οι περισσότεροι εγγράμματοι είναι τελείως άπιστοι. Έκτος από λίγες εξαιρέσεις, οι περισσότεροι είναι κούτσουρα! Ποτέ τους δεν προσεύχονται και ντρέπονται να κάνουν το σταυρό τους».

18. Έλεγε ό Γέροντας Πορφύριος: «Η αλήθεια εί­ναι στην Ορθοδοξία. Εγώ την έχω ζήσει και την ξέρω με τη χάρη του Θεού. Υπάρχουν πολλά φώτα πού βλέπει κανείς και εντυπωσιάζεται, μα ένα είναι το αληθινό φως».

19. Τη δυσάρεστη κατάσταση πού υπάρχει στην Εκ­κλησία μας, ο Γέροντας Παΐσιος την περιέγραφε ως έξης: «Δυστυχώς στην εποχή μας έχουμε πολλούς πού ταράσσουν τη μητέρα Εκκλησία. Όσοι από αυτούς είναι μορφωμένοι, έπιασαν το δόγμα με το μυαλό και όχι με το πνεύμα των άγιων Πατέρων. Οι δε άλλοι πού είναι αγράμ­ματοι, έπιασαν το δόγμα με τα δόντια, γι’ αυτό και τρίζουν τα δόντια, όταν συζητούν εκκλησιαστικά θέματα και έτσι δημιουργείται μεγαλύτερη ζημιά από αυτούς στην Εκκλη­σία παρά από τους πολέμιους πού είναι εκτός».

20. Για την αντιμετώπιση των Ιεχωβάδων, ο Γέροντας Πορφύριος τόνιζε: «Ταλαίπωροι είναι οι ψευδομάρτυρες του Ιεχωβά και ό Θεός να τους ελεήσει. Μερικοί χριστιανοί αγανακτούν από αυτούς, άλλοι πάλι τσακώνον­ται μαζί τους και τους βρίζουν και άλλοι τους καταδιώ­κουν στα δικαστήρια. Όμως δεν καταπολεμείται έτσι ό χιλιασμός. Μόνο όταν αγιασθούμε εμείς, καταπολεμείται».

21. Ο Γέροντας Παΐσιος έλεγε: «Αυτό πού επιβάλ­λεται σε κάθε ορθόδοξο είναι να βάζει την καλή ανησυχία στους ετεροδόξους, να καταλάβουν δηλαδή ότι βρίσκονται σε πλάνη για να μην αναπαύουν ψεύτικα το λογισμό τους και στερηθούν και σ’ αυτήν τη ζωή τις πλούσιες ευλογίες της Ορθοδοξίας και στην άλλη ζωή στερηθούν τις περισ­σότερες και αιώνιες ευλογίες του Θεού».

22. «Για να αναιρεθούν όλες οι ανοησίες πού γράφον­ται κατά του χριστιανισμού, έλεγε ο Γέροντας Επιφάνιος, θα πρέπει να ήσαν τα βουνά μυαλά, τα δέντρα κονδυλοφόροι, ή θάλασσα μελάνη και οι κάμποι χαρτί».

23. «Όταν πήγα στο μοναστήρι, διηγούνταν ο Γέρον­τας Ιάκωβος, λόγω παλαιοτέρας πυρκαγιάς, τα γύρω βουνά ήταν γυμνά και μόνο λίγα πεύκα και έλατα υπήρ­χαν. Καθώς λοιπόν πήγαινα στις διάφορες διακονίες, είχα στην τσέπη μου σπόρους από κουκουνάρια των πεύκων και τους έσπερνα σ’ όλη την περιοχή. Έκανα και προσευ­χή να διαφυλάσσεται το δάσος, κυρίως από τις πυρκαγιές, οι όποιες έχουν ως αιτία και τον φθόνο του διαβόλου, πού βάζει τα όργανα του να καταστρέφουν τα δάση».

24. Ό Γέροντας Αμφιλόχιος έλεγε: «Όποιος φυ­τεύει δέντρο, φυτεύει ελπίδα, ειρήνη, αγάπη και έχει τις ευλογίες του Θεού».

25. Αξιοπρόσεκτη η προφητεία του Γέροντα Γεωρ­γίου: «Θα έρθει εποχή πού θα πλησιάζετε τα δέντρα και δεν θα μπορείτε να φάτε φρούτα».

26. Ο Γέροντας Επιφάνιος έλεγε: «Πονώ και αγω­νιώ για την πορεία του ελληνικού Έθνους, το όποιο συνε­χώς αφελληνίζεται, αποχριστιανίζεται, αποχρωματίζεται, αποκόπτεται από τις ρίζες του και χάνει τα στοιχεία της ταυτότητας του».

27. «Η χώρα μας, έλεγε ο Γέροντας Αμφιλόχιος, είναι σκεπασμένη με τους πάγους του υλισμού και της αθεΐας και καλούμαστε όλοι να συμβάλουμε στη διάλυση τους. Μόνο όταν φύγουν οι πάγοι αυτοί, θα μπορέσουμε να βρούμε και να χαρούμε ξανά τη γη εκείνη την πραγμα­τική, την όποια καλλιέργησαν αποστολικά άροτρα και την πότισαν αίματα Μαρτύρων και ιδρώτες Όσιων. Τότε μόνο ο νοητός ήλιος θα θερμάνει την ελληνική γη και αμέσως θα βλαστήσει, θα ανθίσει και θα καρποφορήσει, όπως και άλλοτε, προς δόξαν Θεού».

28. «Το μπαστούνι του Θεού για μας τους Έλληνες, όταν φεύγουμε από το δρόμο του και πέφτουμε στην ασέ­βεια και αμαρτία, είναι οι Τούρκοι», έλεγε ο Γέροντας της Αίγινας Ιερώνυμος.

29. Κάποιος ρώτησε το Γέροντα Πορφύριο τι πρέπει να ψηφίσει στις βουλευτικές εκλογές κι εκείνος του απάν­τησε παραβολικά:

 «Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι σαν την κλώσσα. Κάτω από τα φτερά της σκεπάζει και άσπρα πουλάκια και μαύρα πουλάκια και κίτρινα και κάθε χρώ­ματος πουλάκια». Και άλλοτε είπε για τους πολιτικούς: «Τι να σου κάνουν και οι πολιτικοί; Είναι μπερδεμένοι με τα ψυχικά τους πάθη. Όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του, πώς θα μπορέσει να βοηθήσει τους άλλους; Φταίμε και εμείς για την κατάσταση αυτή. Αν ήμασταν αληθινοί χριστιανοί, θα μπορούσαμε να στείλουμε στη βουλή, όχι βέβαια χριστιανικό κόμμα, αλ­λά χριστιανούς πολιτικούς και τα πράγματα θα ήταν δια­φορετικά».

Από το βιβλίο «Διδαχές Γερόντων» του πρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση

romnios

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: «Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΣΕ ΞΕΓΕΛΑ ΚΑΙ ΧΑΝΕΙΣ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΟΥ»‏

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Σεπτεμβρίου, 2013

Ο πειρασμός μερικές φορές μας μπερδεύει και κάνουμε τα αντίθετα από αυτά που υποσχεθήκαμε.

Αλλιώς ξεκινάμε κι αλλιώς καταλήγουμε. Για αλλού ξεκινήσαμε να πάμε και αλλού πηγαίνουμε.

Δεν προσέχουμε.

Δεν σας έχω πει παραδείγματα; Παλαιότερα, στην Κόνιτσα δεν υπήρχε Τράπεζα. Αναγκάζονταν οι άνθρωποι να πάνε στα Γιάννενα, όταν ήθελαν να πάρουν κανένα δάνειο. Ξεκινούσαν λοιπόν μερικοί από τα γύρω χωριά και πήγαιναν εβδομήντα δύο χιλιόμετρα με τα πόδια, να πάρουν δάνειο, για να αγοράσουν λ.χ. ένα άλογο. Τότε, αν κανείς είχε ένα άλογο, μπορούσε να συντηρήσει την οικογένειά του. Έκανε ζευγάρι με το άλογο κάποιου άλλου και όργωνε. Μια φορά ξεκίνησε ένας να πάει στα Γιάννενα, να πάρει δάνειο, για να αγοράσει ένα άλογο, να οργώνει τα χωράφια του και να μην παιδεύεται να σκάβει με την τσάπα.

Πήγε λοιπόν στην Τράπεζα, πήρε το δάνειο και μετά πέρασε και από τα εβραίικα μαγαζιά και χάζευε. Τον έβλεπε ο ένας Εβραίος, τον τραβούσε μέσα. «Πέρνα μέσα, μπάρμπα, έχω καλό πράγμα!».

Έμπαινε εκείνος μέσα, άρχιζε ο Εβραίος να κατεβάζει τα τόπια από τα ράφια. Τα έπαιρνε, τα τίναζε. «Παρ’ το, του έλεγε, είναι καλό, και για τα παιδιά σου θα σου το δώσω φθηνό». Έφευγε από τον έναν, προχωρούσε παραπέρα, χάζευε σε άλλον. «Έλα, μπάρμπα, μέσα, του έλεγε ο Εβραίος, θα σου δώσω το πιο φθηνό». Κατέβαζε τα τόπια, τα άνοιγε, τα άπλωνε.

Ζαλίστηκε στο τέλος ο καημένος. Είχε και λίγο φιλότιμο, σου λέει «τώρα τα κατέβασε τα τόπια, τα άπλωσε…», και δήθεν «για τα παιδιά του πιο φθηνό», έδωσε τα χρήματα που είχε πάρει από την Τράπεζα και αγόρασε ένα τόπι πανί, αλλά και αυτό ήταν χωνεμένο! Μα και ένα τόπι πανί τι να το κάνει;

Και ένας πλούσιος δεν έπαιρνε ένα τόπι πανί. Έπαιρνε όσο του χρειαζόταν. Τελικά γύρισε στο σπίτι με ένα τόπι σάπιο ύφασμα! «Που είναι το άλογο;», τον ρωτάν. «Έφερα ύφασμα για τα παιδιά!», λέει. Αλλά τι να το κάνουν τόσο ύφασμα; Χρεώθηκε εν τω μεταξύ στην Τράπεζα, και άλογο δεν πήρε παρά ένα τόπι πανί χωνεμένο. Άντε πάλι να πηγαίνει να σκάβει με την τσάπα στα χωράφια, να δυσκολεύεται, για να ξεχρεώσει το δάνειο!

Αν αγόραζε άλογο, θα επέστρεφε και καβάλα, θα ψώνιζε και λίγα πράγματα για το σπίτι του και δεν θα σκοτωνόταν να σκάβει με την τσάπα! Αλλά για να χαζεύει στα μαγαζιά τα εβραίικα, είδατε τι έπαθε; Έτσι κάνει και ο διάβολος. Σαν τον πονηρό έμπορο σε τραβάει από ‘δω, σε τραβάει από ‘κει, σου βάζει τρικλοποδιές, και τελικά σε καταφέρνει να πας εκεί που θέλει εκείνος. Για αλλού ξεκινάς και αλλού καταλήγεις, αν δεν προσέξεις. Σε ξεγελάει και χάνεις τα καλύτερα χρόνια σου. Ο διάβολος κάνει το παν για να μη βοηθηθεί ο άνθρωπος.

romnios.

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Υλικές εκφάνσεις της θρησκευτικότητας : οίνος, σίτος, έλαιον

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Σεπτεμβρίου, 2013

thriskeutikotita

Η σχέση που διαμορφώνεται ανάμεσα στον πιστό και στο θεϊκό στοιχείο είναι μια σχέση που ερμηνεύεται και αποδίδεται τόσο με υλικούς όσο και με συμβολικούς όρους. Η ύλη στην πιο καθαρή και εξαγνισμένη μορφή της προσφέρεται από τον απλό άνθρωπο της υπαίθρου σε ένδειξη ευχαριστίας και ικεσίας.

Οι καρποί της φύσης μέσα στην οποία ζει γίνονται το μέσο για την επίτευξη και την ολοκλήρωση της σχέσης με το θείο.  Η σχέση αυτή είναι στη βάση της υλική, απτή, απαλλαγμένη από υψηλά διανοητικά και ερμηνευτικά σχήματα.

Το κρασί, το σιτάρι και το λάδι αποτελούν την βάση της διατροφής του, τα στοιχεία εκείνα που εγγυώνται την επιβίωση του ίδιου και της οικογένειας του. Τις απαρχές αυτών λοιπών σπεύδει να προσφέρει ως ευχαριστία προς τον “φυτουργόν της κτίσεως”.

Από το αμπέλι του θα βγει το κρασί εκείνο που θα χρησιμεύσει στην τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Από το πρώτο λάδι της νέας σοδειάς θα ανάψει το καντήλι του σπιτιού αλλά και τα καντήλια της εκκλησίας. Σε καιρούς ασθένειας θα τάξει ένα φόρτωμα λάδι ή θα προσφέρει ολόκληρα δέντρα χάρισμα στον άγιο , ζητώντας την βοήθεια του. Το ίδιο λάδι θα αποτελέσει το μέσο για την αποτροπή και την εξουδετέρωση της επενέργειας  των φθοροποιών και επίβουλων δυνάμεων που εκφράζονται μέσω της βασκανίας.

Η νοικοκυρά πάλι παρά τις όποιες ελλείψεις , θα φροντίσει πάντοτε να έχει φυλαγμένο σε ένα σακούλι, αλεύρι σταρένιο, καθάριο για τα πρόσφορα της εκκλησίας και στάρι για τα κόλλυβα των κεκοιμημένων. Προτού ετοιμάσει τα πρόσφορα, θα πάει στην βρύση μόνη, θα πλύνει τα σκεύη προσεκτικά και ύστερα αφού πλυθεί και η ίδια, θα πιάσει να ζυμώσει τελετουργικά τους άρτους της εκκλησίας.

Στις μεγάλες γιορτές μόνη θα φτιάξει τα κεριά που θα ανάψει για τους άρρωστους και τους ξενιτεμένους ,που δεν έλειπαν ποτέ  από κανένα σπίτι, στρίβοντας το  κερί με τα χέρια γύρω από ένα νήμα.

Η ίδια όταν οι συνθήκες και τα μέσα το επιτρέπουν θα ασχοληθεί και με την προετοιμασία του θυμιάματος και της καρβουνόσκονης , στοιχείων απαραίτητων στην λατρεία. Πρακτικές ενταγμένες στο ρυθμό της καθημερινής ζωής, ως μέρος αδιάσπαστο μιας σχέσης άμεσης και βιωματικής.

Νικόλαος Ζαχαράκης, Msc Λαογραφίας

pemptousia

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ένα ανάπηρο κοριτσάκι διδάσκει

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Σεπτεμβρίου, 2013

basket3

Την αποκάλεσαν Basketball girl. Ως θύμα ενός τροχαίου, έχασε και τα δυο της πόδια σε ηλικία 4 ετών.
Η Qian Hongyan, παιδί μιας φτωχιάς οικογένειας της νότιας Κίνας, έζησε για χρόνια με μια μπάλα του μπάσκετ τοποθετημένη στη λεκάνη της για να μπορεί να μετακινείται.

Η περίπτωσή της συγκίνησε το Κέντρο Αποκατάστασης του Πεκίνου που προσφέρθηκε να της κατασκευάσει τεχνητά μέλη. Τα νέα μέλη της τοποθετήθηκαν ότι η μικρή κοπέλα έφτασε πια σε ηλικία 11 ετών, το 2007.

Από τότε η Qian Hongyan αθλείται πυρετωδώς και έχει γίνει μια από τις καλύτερες κολυμβήτριες της χώρας. Είχε βάλει στόχο τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου και τώρα θέλει να συμμετάσχει στους Ολυμπιακούς του 2016.

Σήμερα σε ηλικία 18 ετών η κοπέλα έχει τοποθετήσει τεχνητά μέλη που εφαρμόζονται καλύτερα στην ηλικία της.

Πηγή: alliotikathriskeytika.blogspot.com
 koritsakiblaa
basketbasket2
basket3
basket1_0
basket7

pemptousia.gr

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

6 βασικοί λόγοι υπέρ του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Σεπτεμβρίου, 2013

sxoli

Ένα από τα συνηθισμένα ελληνικά παράδοξα είναι ότι ασχολούμαστε με τα πολύ σοβαρά θέματα που απασχολούν την καθημερινότητά μας μόνον όταν δημιουργηθεί αγοραίος δημοσιογραφικός θόρυβος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι κρίσεις μας να είναι βεβιασμένες και οι αποφάσεις να λαμβάνονται πάντα υπό το καθεστώς πίεσης. Έτσι, οι αποφάσεις αυτές, ως βεβιασμένες, είναι συνήθως από τραγικά ελλιπείς έως καταστροφικές. Για να συζητήσουμε, συνεπώς, για ένα τόσο ζωτικό ζήτημα, όπως το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία, θα πρέπει να «συρθούμε» από τον δημόσιο λόγο ατόμων που είναι κάτοχοι σημαντικών πολιτικών θέσεων και ελλιπέστατης εμπειρίας και γνώσης σχετικά με το εν λόγω αντικείμενο.

Έχοντας περάσει επί μία δεκαετία περίπου από τα γυμνάσια και τα λύκεια της χώρας μας διδάσκοντας το μάθημα των θρησκευτικών, αλλά και ως καθηγητής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, πολλές φορές αναρωτήθηκα αν ένα τέτοιο γνωστικό αντικείμενο έχει θέση «εντός των τειχών» της διδακτικής αίθουσας.

Μέσα από την προσωπική αναζήτηση, την καθημερινή διδακτική επαφή με τους μαθητές μου, τις συζητήσεις με τους συναδέλφους μου και την ενημέρωση σχετικά με το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, διέκρινα μία σειρά από λόγους οι οποίοι συνηγορούν αναφανδόν υπέρ της ενίσχυσης και όχι της κατάργησης του μαθήματος των θρησκευτικών. Λόγοι που πολύ φοβάμαι είτε είναι γνωστοί στα κέντρα αποφάσεων και σκόπιμα παραθεωρούνται, είτε τελούν εν ελευθέρα πτώσει στον Καιάδα της απύθμενης άγνοιας εκείνων των «μαθητευόμενων μάγων» που βλέπουν την σημερινή Ελληνική Παιδεία ως το ατομικό τους πειραματόζωο.

Λόγος πρώτος: Η θρησκεία είναι, είτε το θέλουν είτε δεν το θέλουν κάποιοι, από τις σημαντικότερες παραμέτρους της κοινωνικής ζωής σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Πώς γίνεται ένα τόσο σοβαρό ζήτημα που δημιουργεί ένα μείζον γνωστικό αντικείμενο, για το οποίο έχουν γραφεί εκατομμύρια σελίδες, να λείπει από το αναλυτικό πρόγραμμα της εγκύκλιας μόρφωσης, χωρίς να δημιουργείται ένα μείζον γνωστικό κενό;

Λόγος δεύτερος: Κανείς δεν έχει τα προσόντα και τις προϋποθέσεις διδασκαλίας ενός τέτοιου πολυσχιδούς και περίπλοκου γνωστικού αντικειμένου εκτός από τον επαΐοντα. Και αυτός είναι ο θεολόγος καθηγητής, ο πτυχιούχος των θεολογικών μας σχολών. Όποιος έχει τον παραμικρό ενδοιασμό για την αξία της θεολογίας ως γνωστικό αντικείμενο, μπορεί να ανατρέξει εύκολα πια στις ιστοσελίδες των θεολογικών σχολών Αθήνας και Θεσσαλονίκης, των Ανώτατων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών και του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Θα καταλάβει αμέσως πόσα πράγματα πρέπει να σπουδάσει κάποιος για να μπορέσει να κάνει ένα δίωρο μάθημα θρησκευτικών στο σχολείο.

Λόγος τρίτος: Σε μία εποχή όπου εμφανίζονται επικίνδυνα παραθρησκευτικά φαινόμενα και όπου οι μυστικιστικές σέκτες προσπαθούν να εκτοπίσουν και να αντικαταστήσουν την επίσημη θρησκεία, κρύβοντας σκοπούς και δράσεις που στρέφονται αποδεδειγμένα εναντίον του ατόμου και της κοινωνίας, ο μόνος ο οποίος μπορεί να παρέχει έγκυρη σχετική ενημέρωση είναι το εκπαιδευτικό μας σύστημα μέσα από το πρόσωπο του θεολόγου καθηγητή.

Λόγος τέταρτος: Η ελληνική ιστορία, ο πολιτισμός και η κοινωνία από τα αρχαία χρόνια, αλλά και από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους είναι συνυφασμένη με την θρησκευτική και εκκλησιαστική ζωή. Πολλοί σε αυτήν την ιδέα δεν αρέσκονται και πιθανόν να ήθελαν να μην είναι έτσι τα πράγματα, και αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά τους. Αλλά οι επιθυμίες μας δυστυχώς ή ευτυχώς δεν μπορούν να αλλάξουν την ιστορία. Γνώση και μελέτη της ελληνικής ιστορίας και κοινωνίας χωρίς την σπουδή του θρησκευτικού φαινομένου και της εκκλησιαστικής ζωής είναι από ελλιπής έως αδύνατη. Η γνώση αυτή μπορεί να δοθεί μόνον μέσα από το μάθημα των θρησκευτικών και από ανθρώπους που επιστημονικά έχουν εντρυφήσει στην μελέτη της και παιδαγωγικά μπορούν να την προσφέρουν.

Λόγος πέμπτος: Πλανώνται πλάνην οικτράν όσοι έχουν την εντύπωση ότι στο μάθημα των θρησκευτικών γίνεται κατήχηση στην ορθόδοξη θρησκευτικότητα και ότι στόχος του θεολόγου είναι να προσπαθεί να κάνει τους μαθητές καλούς χριστιανούς. Μάλλον αυτοί που το υποστηρίζουν έχουν πλήρη άγνοια του τι σημαίνει και πόσα χρειάζονται για να γίνει κάποιος χριστιανός. Τότε ο αρχηγός και κεφαλή των Χριστιανών, ο Χριστός, δεν θα μας άφηνε Εκκλησία, αλλά αίθουσες διδασκαλίας. Το μάθημα ωστόσο των θρησκευτικών ως έχει στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα στηρίζεται σε μία πολύ βασική παιδαγωγική αρχή: έχει ως αφετηρία τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις των μαθητών και «χτίζει» επάνω σε αυτές.

Είτε το θέλουν ορισμένοι είτε όχι είμαστε μία θρησκευτικά ομοιογενής κοινωνία, όπου πλέον του 95% του πληθυσμού της είναι χριστιανοί ορθόδοξοι. Το θρησκευτικό αίσθημα και φαινόμενο το γνωρίζουμε από τα «γεννοφάσκια» μας μέσα από την ορθόδοξη εκκλησία. Είναι λογικό και παιδαγωγικά συνεπές να διδάσκονται στα σχολεία τα θρησκευτικά μέσα από αυτήν την αφετηρία, την ορθόδοξη εκκλησιαστική ζωή. Και επίσης λογικό είναι με αυτήν να ασχολούνται περισσότερο. Παράλληλα όμως διδάσκονται και τα ξένα θρησκεύματα, οι έτερες χριστιανικές ομολογίες, κοινωνικά και ηθικά ζητήματα, θέματα ιστορίας της θρησκείας, εκκλησιαστικής ιστορίας και πολλά άλλα. Προσφέρεται δηλαδή ένας μεγάλος γνωστικός πλούτος, ο οποίος θα ήταν αδύνατον να δοθεί διαφορετικά.

Λόγος έκτος: Η σοφή απόφαση να μην συγκαταλεχθεί το μάθημα των θρησκευτικών στα πανελλαδικώς εξεταζόμενα μαθήματα τού προσέδωσε ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Την απαλλαγή από το άγχος έγκαιρης κάλυψης της διδακτέας ύλης και ως εκ τούτου την ανάδειξή του σε ένα πεδίο διαλόγου. Το τελευταίο νομίζω πως είναι και το σημαντικότερο που έχει να προσφέρει το μάθημα αυτό στην νεολαία μας. Και μόνον αυτός ο λόγος είναι υπερ-αρκετός για να αιτιολογήσει την ύπαρξη του μαθήματος στον εκπαιδευτικό χώρο. Όταν ο θεολόγος έχει την απαραίτητη επιστημονική και προσωπική συγκρότηση, γίνεται ο αγαπημένος καθηγητής των παιδιών.

Τότε οι μαθητές αντί να θεωρούν το μάθημα των θρησκευτικών «ελεύθερη ώρα», προσέχουν μην τυχόν το χάσουν. Εκεί θα ακούσουν για πράγματα που δεν έχουν την ευχέρεια να τα συζητήσουν σε άλλες ώρες: ζητήματα βιοηθικής, διανθρώπινων σχέσεων, σχέσεων των δύο φίλων, κοινωνικής δικαιοσύνης, θεοδικίας, θρησκευτικών συγκρούσεων και μισαλλοδοξίας, κινδύνους του φανατισμού και του φονταμενταλισμού, προσωπικής ευθύνης για τις παγκόσμιες εξελίξεις, αξίας του ανθρώπου ως μοναδικότητας και πλείστα άλλα.

Εμείς οι θεολόγοι καθηγητές δεν βλέπουμε τους μαθητές ως διδασκόμενη μάζα, υποχρεωμένη να συμφωνεί μαζί μας. Θέλουμε να τους καμαρώνουμε ως πρόσωπα υπεύθυνα και τοποθετημένα απέναντι στην ζωή και την κοινωνία.

 Νικόλαος Κόϊος, Διευθυντής Σύνταξης Πεμπτουσίας

 .pemptousia

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μια σχολική τάξη

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Σεπτεμβρίου, 2013

Μιά σχολική τάξη. Οἱ μνῆμες μας χύνονται στήν μνήμη Του. Τρυφερή ἐμπιστοσύνη στήν δική Του ἐξέταση.

http://www.agiazoni.gr

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Προφήτης Ιωνάς και Νινευίτες

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Σεπτεμβρίου, 2013

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ Ιωνάς, αφού σώθηκε από τα δόντια του κήτους και βγήκε από τη θάλασσα, άρχισε να κηρύσσει στους κατοίκους της Νινευή, που ήταν ειδωλολάτρες. Αρχισε να τους κηρύσσει μετάνοια, όπως τον είχε προστάξει ο Θεός. Τους συμβούλευε να μετανοήσουν, γιατί αλλιώς σε τρεις μέρες η μεγάλη πόλη Νινευή θα καταστρεφόταν!

Το φοβερό προφητικό κήρυγμα ξάφνιασε τους Νινευίτες. Κατατρόμαξε την κυρίαρχη εκείνη πολιτεία, τη συγκλόνισε απ’ άκρη σ’ άκρη. Κομμάτιασε τις καρδιές και του λαού και των αρχόντων, γιατί κατέστρεφε την πόλη τους και κάθε τους ελπίδα. Ακουσαν την προφητική φωνή οι βασιλιάδες και ταράχθηκαν. Τόσο ταπεινώθηκαν, που πέταξαν τα στέμματά τους και πόθησαν τη μετάνοια. Την άκουσαν οι άρχοντες, και θορυβήθηκαν. Έβγαλαν τα λαμπρά φορέματά τους κι έβαλαν τρίχινα και ταπεινά. Την άκουσαν οι γεροντότεροι, κι έχωσαν από συντριβή τα κεφάλια τους μες στη στάχτη. Την άκουσαν οι πλούσιοι, κι αμέσως άνοιξαν τους θησαυρούς τους στους φτωχούς. Την άκουσαν οι δανειστές, και ξέσχισαν αμέσως τα γραμμάτιά τους. Την άκουσαν οι οφειλέτες, κι έτρεξαν να ξοφλήσουν τα χρέη τους. Την άκουσαν οι κλέφτες, κι έδιναν πίσω βιαστικά τα κλοπιμαία στους δικαιούχους. Την άκουσαν όμως και οι δικαιούχοι, και προσποιούνταν πως τα κλεμμένα δεν ήτανε δικά τους, αφήνοντάς τα όλα στους κλέφτες.
Την άκουσαν οι φονιάδες, και εξομολογούνταν τα εγκλήματά τους, καταφρονώντας πια το φόβο των δικαστών. Την άκουσαν όμως και οι δικαστές, και τους συγχώρεσαν, γιατί μέσα σ’ εκείνη την απερίγραπτη συγκίνηση κανείς δεν είχε τη δύναμη να δικάσει. Την άκουσαν οι αμαρτωλοί, και εξομολογήθηκαν τις κακές τους πράξεις. Την άκουσαν οι δούλοι, κι έγιναν με το παραπάνω τίμιοι απέναντι στους αφέντες τους. Την άκουσαν οι πλούσιοι και οι επίσημοι, και έριξαν την έπαρσή τους. Κοντολογίς, άρχισε ο καθένας να φροντίζει για τη σωτηρία του και να παρακαλεί το Θεό. Δεν υπήρχε πια κανείς που να θέλει το κακό του άλλου. Όλοι τώρα είχαν ένα μονάχα πόθο: Πώς να κερδίσουν την ψυχή τους. Και όλοι έσπερναν φιλανθρωπία για να θερίσουν τη συγχώρηση!
Ο προφήτης Ιωνάς στάλθηκε σαν γιατρός στη Νινευή. Και ο γιατρός ανοίγει τις πληγές και τις καθαρίζει με φάρμακα στυπτικά. Σαν νυστέρι χρησιμοποίησε τη φοβερή φωνή του. Δεν τους κάλεσε να μετανοήσουν. Τους έκλεισε τελείως τη θύρα της ελπίδας, για να φοβηθούν και να σταματήσουν τα κακά, που γεννούν τις ψυχικές αρρώστιες. Γιατί η χάρη του Θεού δεν έστειλε τον Ιωνά στην πόλη για να την καταστρέψει, μα για να τη μεταστρέψει.
Ακουσε λοιπόν η Νινευή την προειδοποίησή του, και με νηστείες και προσευχές επέστρεψε στο σωστό δρόμο της ζωής, δείχνοντας πόσα κατορθώνει η καταφυγή στο Θεό. Γιατί αυτή άλλαξε την από­φασή Του. 
Σταμάτησαν τα πολυτελή δείπνα των αρχόντων… Αλλά τί λέω; Αφού τα βρέφη τους έπαψαν να θηλάζουν, ποιός θα ’ταν εκείνος που θ’ αναζητούσε την απόλαυση των νόστιμων φαγητών; Αφού στα ζώα τους δεν έδιναν νερό, ποιός απ’ αυτούς θα έπινε κρασί; Αφού ο βασιλιάς φόρεσε τρίχινο σάκκο, ποιός θα ντυνόταν με πολύτιμη φορεσιά; Αφού έβλεπαν τις γυναίκες του δρόμου να σωφρονούν, ποιός θα έκανε γάμο ή θα πάντρευε τα παιδιά του; Αφού οι ακατάστατοι συμμαζεύονταν από το φόβο, από ποιό στόμα θά ’βγαινε γέλιο; Αφού όλοι έκλαιγαν και πενθούσαν, ποιός θα διασκέδαζε; Αφού οι κλέφτες αυτοτιμωρούνταν για τις κλοπές τους, πού θα βρισκόταν καταχραστής; Αφού η πόλη χανόταν, ποιός θα φύλαγε το σπίτι του;
Το χρυσάφι ήταν ριγμένο καταγής, και όλοι το περιφρονούσαν. Ανοιχτά ήταν τα θησαυροφυλάκια, και κανείς δεν τα πλησίαζε. Οι ακόλαστοι έκλειναν τα μάτια τους, για να μη δουν με πόθο τις ομορφιές των γυναικών. Και οι γυναίκες κρύβονταν για να μη σκανδαλίζουν τους άνδρες. Ο καθένας κοίταζε να ωφελήσει τον διπλανό του και να ωφεληθεί κι ο ίδιος, για να σωθούν στο τέλος όλοι. Ο καθένας παρακινούσε τον άλλο σε προσευχή και εξομολόγηση. Ο καθένας πρόσεχε να μην αμαρτήσει κανείς τους. Έτσι ολόκληρη η πόλη έγινε σαν ένα σώμα. Δεν προσευχόταν εκεί κανένας να σωθεί μονάχος του, αλλά ικέτευε για τη σωτηρία όλων. Γιατί όλοι, σαν ένας άνθρωπος, κινδύνευαν απ’ τον αφανισμό και την καταστροφή. Οι δίκαιοι παρακαλούσαν για τους αμαρτωλούς. Και οι αμαρτωλοί φώναζαν στο Θεό ν’ ακούσει τους δικαίους.
Συμμάζεψε το νου σου, αδελφέ μου, και δες πως όλοι μαζί ζούσαν μέσα σε βαρύ πένθος. Το σπαραξικάρδιο κλάμα των νηπίων έκανε όλη την πόλη να οδύρεται. Το ξεφωνητό των παιδιών ξέσχιζε τις καρδιές των γονιών. Οι γέροι μαδούσαν τα μαλλιά τους. Κι οι νέοι, βλέποντάς τους, θρηνολογούσαν με κραυγές. Γιατί όλοι έβλεπαν να πεθαίνουν μαζί την ίδια στιγμή, θάβοντας ο ένας τον άλλο. Πρωί και βράδυ μετρούσαν τις ημέρες που απόμεναν από την προθεσμία του Ιωνά… Αλλη μια μέρα πέρασε! Ελάχιστες είχαν ακόμα! Πλησίαζε η καταστροφή! Τα παιδιά ρωτούσαν τους πατεράδες με δάκρυα: «Πέστε μας, ποιά είν’ η ώρα που ο Εβραίος όρισε να κατεβούμε όλοι μαζί ζωντανοί στον άδη; Πότε θ’ αφανιστεί η ωραία μας πόλη; Ποιά είν’ η μέρα της καταστροφής μας;”. Κι οι πατεράδες, με κόπο, συγκρατώντας το κλάμα τους, για να μην απελπίσουν τα παιδιά τους και τα στείλουν στον τάφο μια ώρα αρχύτερα, τους έλεγαν παρηγορητικά: “Μη φοβάστε, αγαπημένα μας. Έχετε θάρρος. Ο Κύριος είναι πολύ φιλάνθρωπος. Δεν θα εξαφανίσει το πλάσμα Του. Αν ένας ζωγράφος φροντίζει και συντηρεί με κάθε επιμέλεια την άψυχη εικόνα που φιλοτεχνεί, δεν θα φυλάξει ο Κύριος την έμψυχη και λογική εικόνα Του; Όχι, δεν θα καταστραφεί η πόλη μας! Απλά ο προφήτης, με την απειλή, μας καλεί σε μετάνοια. Εσείς, παιδιά μας, πόσες φορές φάγατε ξύλο από μάς; Είδατε την ωφέλεια της φοβέρας; Με την τιμωρία γίνατε πιο σοφοί και συνετοί. Σαν πατέρας λοιπόν και ο φιλάνθρωπος Θεός σηκώνει το ραβδί Του, για να φοβίσει και να σωφρονίσει τους γιούς Του. Παιδεύει μα δεν θανατώνει. Συνετίζει και οδηγεί στη μετάνοια… Παρηγορηθείτε, παιδιά, και σταματήστε να κλαίτε. Δεν θ’ αφανιστεί η πόλη μας…”.
Iona
Και να που οι Νινευίτες, παρηγορώντας με τέτοια λόγια τα παιδιά τους, προφήτευαν χωρίς να το θέλουν. Έγιναν αληθινοί προφήτες. Η μετάνοια τους έκανε προφήτες. Εκείνοι, ωστόσο, δεν το ήξεραν. Γι’ αυτό και δεν σταμάτησαν να κλαίνε και να πενθούν. Με αυστηρή νηστεία και με αδιάκοπες προσευχές περνούσαν τις λίγες μέρες της προθεσμίας ως την καταστροφή, που τους είχε αναγγείλει ο προφήτης.
Βγήκε ο βασιλιάς απ’ το παλάτι του, και η πόλη ολόκληρη ζάρωσε από το φόβο της, βλέποντάς τον ντυμένο με τρίχινο σάκκο. Είδε κι ό βασιλιάς την πόλη βυθισμένη στο θρήνο, και βούρκωσαν τα μάτια του. Έκλαψε η πόλη για το βασιλιά, όταν είδε τη συντριβή του. Έκλαψε κι ο βασιλιάς για την πόλη, όταν είδε το πένθος της. Κι ήταν τόσο το κλάμα, τόσος ο οδυρμός του, που έκανε και τις πέτρες να ραγίζουν.
Αν τώρα παραβάλουμε τη μετάνοια των Νινευϊτών με τη δική μας, αυτή μοιάζει με όνειρο και σκιά, που φεύγει και χάνεται γρήγορα. Ποιός από μας προσευχήθηκε έτσι; Ποιός παρακάλεσε με τέτοιο τρόπο; Ποιός ταπεινώθηκε τόσο αφάνταστα ενώπιον του Θεού; Ποιός έβγαλε από πάνω του τις φανερές και κρυφές του πράξεις; Ποιός, στο άκουσμα μιας απλής φωνής, μετανόησε τόσο πολύ για τις αμαρτίες του, που ένιωσε την καρδιά του να ραγίζει από την πολλή συντριβή; Ποιός άκουσε ένα λόγο και θόλωσε ο νους του; Ποιός άκουσε μιαν απειλή και στερέωσε μέσα του τη μνήμη του θανάτου; Ποιός αντίκρυσε με τη μετάνοια μπροστά του τον φιλάν­θρωπο Θεό;
Όλοι μαζί λοιπόν πενθούσαν, γιατί όλοι άκουσαν πως οι μέρες τους τελείωναν μια για πάντα. Ζωντανή κλήθηκε όλη η πόλη να κατεβεί στον άδη! Ο βασιλιάς συγκέντρωσε το στρατό του κι άρχισε με δάκρυα στα μάτια να τους λέει: “Σε πόσους πολέμους νίκησα! Και πόσες φορές δοξαστήκατε κι εσείς μαζί μου, πολεμώντας γενναία εναντίον των εχθρών! Τώρα όμως δεν έχουμε να κάνουμε συνηθισμένο πόλεμο. Νικήσαμε πολλά έθνη και λαούς, μα σε τούτη την περίσταση κινδυνεύουμε να νικηθούμε από έναν άσημο Εβραίο! Η βροντερή φωνή μας τρόμαξε στρατηγούς και βασιλιάδες, και τώρα η φωνή αυτού του ασήμαντου ανθρώπου μας προξενεί τόση φρίκη! Εμείς ερημώσαμε τόσες πόλεις, και τώρα μέσα στη δική μας πόλη κυριαρχεί ένας ξένος! «Η Νινευή, η μάνα των γιγάντων, έπεσε σε τέτοια ταραχή μέσα στα ίδια της τα τείχη από την παρουσία ενός Εβραίου! Στην οικουμένη ολόκληρη βρυχιόταν η φοβερή λέαινα, η Νινευή. Και τώρα ένας Ιωνάς βρυχιέται εναντίον της! 
«Ας μην αδρανήσουμε, φίλοι μου, στη δύσκολη αυτή στιγμή, ούτε και να χαθούμε σαν άνανδροι και δειλοί. Γιατί όποιος υπομένει με ανδρεία τον πειρασμό, κερδίζει δυο πράγματα: Και όσο ζει δοξάζεται, και αφού πεθάνει επαινείται σαν ανδρείος και γενναίος αθλητής. 
Ας δυναμώσουμε λοιπόν και ας αντισταθούμε γενναία. Ας αγωνιστούμε μ’ όλη μας τη δύναμη. Έτσι, κι αν δεν νικήσουμε, ας πεθάνουμε ηρωικά, αφήνοντας πίσω μας δοξασμένο όνομα. «Έχουμε ακούσει, πως η δικαιοκρισία του Θεού απειλεί τους κακούς και τους οδηγεί σε συναίσθηση, ενώ η φιλανθρωπία Του χαρίζει σωτηρία.
 Ας φοβηθούμε λοιπόν τη δικαιοκρισία Του και ας αυξήσουμε την ευσπλαχνία Του. Αν εξιλεωθεί η δικαιοκρισία του Θεού, το πλήθος των οικτιρμών Του θα είναι μαζί μας. 
«Ας μην καταφρονήσουμε τον Ιωνά. Ας μην παρακολουθούμε το κήρυγμά του επιπόλαια. Μπροστά σε όλους τον ρώτησα επανειλημμένα, για να δοκιμαστούν τα λόγια του. Τον κολάκεψα, μα δεν τον έπεισα. Τον φοβέρισα, μα δεν τον έκανα να δειλιάσει. Του πρόσφερα πλούτη, αλλά με περιγέλασε. Τον απείλησα με το σπαθί, και το ειρωνεύτηκε. Ούτε οι απειλές ούτε τα δώρα χαλάρωσαν το φρόνημά του. ”Ο λόγος του έγινε για μας καθρέφτης. Είδαμε να κατοικεί μέσα του ο Θεός και ν’ απειλεί τις πονηρές πράξεις μας. Ήρθε σ’ εμάς σαν ένας ευσυνείδητος γιατρός, που λέει πάντα στον άρρωστο την αλήθεια. Δεν διστάζει να πει ότι χρειάζεται χειρουργική επέμβαση. «Ποιός θα μπορούσε να χαρακτηρίσει ψεύτη αυτόν που προφητεύει συμφορά; Αν ήταν ψεύτης, θα μας μιλούσε διπλωματικά και με επιφανειακή ευγένεια. Αν διαλαλούσε πως θα έχουμε νίκες και ειρήνη, τότε θα τον υποπτευόμασταν σαν κάποιον αισχροκερδή, που προφητεύει δήθεν καλά για μας, αποβλέποντας σε δώρα και απολαυές. Αυτός εδώ όμως ούτε λίγο ψωμάκι δεν δέχεται από τα χέρια μας. Νηστεύει και προσεύχεται. Ίσως φιλοδοξεί να καταστραφεί η πόλη μας, για να μη διαψευσθεί το κήρυγμά του. Ε λοιπόν, κι εμείς με νηστεία και προσευχή ας του εναντιωθούμε, γιατί δεν είν’ εκείνος που αμάρτησε, αλλά εμείς. Την πόλη μας, φίλοι μου, δεν την καταστρέφει ο προφήτης. Την καταστρέφουν τα άνομα έργα μας. Εχθρός μας δεν είν’ ο Ιωνάς. Έχουμε άλλον εχθρό, αόρατο, πανούργο. Μ’ αυτόν πρέπει να πολεμήσουμε γενναία. Έχουμε ακούσει για τ’ αγωνίσματα του δίκαιου Ιώβ. Γνωστή είναι η δοκιμασία του, που κήρυξε σαν σάλπιγγα σ’ όλη την οικουμένη τη νίκη του εναντίον του διαβόλου. Αν λοιπόν ο διάβολος πολε­μάει τόσο σκληρά τους δικαίους, πόσο θα πολεμήσει άραγε εμάς, τους αμαρτωλούς; Εμείς νικήσαμε βασιλιάδες στον πόλεμο. Ας νικήσουμε τώρα το σατανά με τη μετάνοιά μας. Εμπρός, ας αναμετρηθούμε μαζί του! Βγάλτε τους θώρακες και βάλτε σάκκους τρίχινους! Πετάξτε τα τόξα και τρέξτε στις προσευχές! Αφήστε τα σπαθιά κι αρπάξτε την πίστη! Σπάστε τα βέλη και πιάστε τη νηστεία!… Αν νικήσουμε το σατανά, θα είν’ η νίκη μας η μεγαλύτερη απ’ όλες μέχρι τώρα. Και όπως έμπαινα εγώ πρώτος στους άλλους πολέμους, έτσι και σε τούτον τώρα μπαίνω πρώτος”.
Μ’ αυτά τα λόγια, πέταξαν τους χιτώνες τους οι στρατιωτικοί κι έβαλαν σάκκους, όπως ο βασιλιάς. Κι ήταν ντυμένοι όλοι τώρα ταπεινά, αυτοί που πάντα ήταν λαμπροφορεμένοι. Σκόρπισε κήρυκες ο βασιλιάς, που καλούσαν όλη την πόλη σε μετάνοια, φωνάζοντας: “Να εγκαταλείψει ο καθένας την κακία του, για να μην πληγωθεί και σκοτωθεί σ’ αυτόν τον πόλεμο. Ο άρπαγας να επιστρέψει αυτά που άρπαξε. Ο άσωτος να σωφρονιστεί. Ο οργίλος να γίνει πράος. Κανένας να μη μνησικακεί. Κανένας να μην καταριέται. Κανένας να μην κακοκαρδίζει ούτε να κακολογεί τον άλλον. Αν εμείς συγχωρέσουμε τα σφάλματα των συνανθρώπων μας, τότε και ο Θεός θα συγχωρέσει τα δικά μας σφάλματα. Εμπρός λοιπόν, ας οπλιστούμε με νηστείες και προσευχές κι ας αγωνιστούμε όλοι μαζί με ανδρεία και γενναιότητα για τη σωτηρία μας”.
Με το διάγγελμα αυτό ο βασιλιάς έφερε στο λαό του την αγάπη, την πίστη και την ελπίδα, που έχουν πολλή δύναμη και προσφέρουν ανακούφιση και χαρά. Έτσι ο γιός του γενναίου γίγαντα Νεβρώδ εγκατέλειψε τα κυνήγια και, αντί γι’ άγρια ζώα, άρχισε να κυνηγάει και να χτυπάει τα πάθη του. Αντί για αγρίμια, έσφαξε τις αισχρές αμαρτίες. Αφήνοντας τα έξω θηρία, πολεμούσε την πονηριά που είχε μέσα του. Κατεβαίνοντας από το καταστόλιστο άρμα του, τριγυρνούσε με τα πόδια στην πόλη και καλούσε όλους σε μετάνοια. Απ’ άκρη σ’ άκρη διέσχιζε τη Νινευή και πάσχιζε να την καθαρίσει απ’ τη βρωμιά της αμαρτίας.
Βλέπει ο Ιωνάς αυτή την απίστευτη μετάνοια και τα χάνει. Θαυμάζει τους Νινευϊτες και ταυτόχρονα πενθεί για τους Ισραηλίτες. Είδε τους απογόνους της Χαναάν να δικαιώνονται με την πίστη, και τους απογόνους του Αβραάμ να έχουν προδώσει το Θεό. Είδε τη Νινευή να μετανοεί πικρά, και τη Σιών να πορνεύει με μανία. Είδε αμαρτωλές της Νινευή να σωφρονούν, και θυγατέρες του Ιακώβ να ασωτεύουν. Είδε στη Νι­νευή ψεύτες να κηρύσσουν την αλήθεια, και στη Σιών ψευδοπροφήτες να παρασύρουν με δόλο το λαό στην ειδωλολατρία. Στη Νινευή τα είδωλα γκρεμίστηκαν στα φανερά, ενώ στην Ιερουσαλήμ λατρεύονταν στα κρυφά. Η Νινευή έγινε ναός και εκκλησία του Θεού, ενώ των Ιεροσολύμων ο ναός κατάντησε σπήλαιο ληστών.
Βλέπει ο Ιωνάς τους Νινευϊτες να είναι πιο μυαλωμένοι και θεοσεβείς. Κι ενώ ο ίδιος με την απειλή του τους έκοβε την ελπίδα, η νηστεία τους την πολλαπλασίαζε και τους υποσχόταν ζωή. Βλέπει ο προφήτης τη μετάνοια και φοβάται μήπως βγει ψεύτικο το κήρυγμά του. Αυτός μετράει τις μέρες και τις νύχτες ως την καταστροφή, ενώ οι Νινευϊτες μετρούν τις αμαρτίες τους. Στέκονται στο στόμα του θανά­του και τρέμοντας χτυπούν τις πύλες του άδη, περιμένοντας τη δίκαιη οργή του Θεού, μα δεν παύουν να ελπίζουν και στο άπειρο έλεός Του. Αισθάνονται πως ο Θεός είναι πολυέλεος και δείχνει την αγάπη και την ευσπλαχνία Του σ’ όσους μετανοούν. Νιώθουν πως ο προφήτης είναι σκληρός, ενώ ο Θεός φιλάνθρωπος. Γι’ αυτό αφήνουν τον σκληρό και καταφεύγουν στον Εύσπλαχνο. Σ’ Εκείνον, που σηκώνει το ραβδί
Του για να φοβερίσει και όχι για να συντρίψει, για να παιδαγωγήσει και όχι για να θανατώσει.
Συνέχεια λοιπόν νήστευαν και αδιάκοπα παρακαλούσαν. Δεν στέγνωσαν τα μάτια τους απ’ της μεταμέλειας τα δάκρυα. Δεν κουράστηκε η γλώσσα τους να εκλιπαρεί το θείο έλεος. Με τη μετάνοια έδεσαν τη νηστεία και με τη νηστεία την καθαρότητα και τη σωφροσύνη.
Όταν η χάρη του Θεού είδε αυτά τα πράγματα, σπλαχνίστηκε τους Νινευϊτες κι έστειλε πάνω τους τη δροσιά της ζωής και της συμπάθειάς Του. Γιατί ο Κύριος, ως φιλάνθρωπος και αγαθός και μακρόθυμος που είναι, δεν θέλει το θάνατο του αμαρτωλού, αλλά την επιστροφή και τη μετάνοια και τη σωτηρία του.
Έφτασε όμως και η μέρα της γενικής καταστροφής τους. Και γέμισε κλάματα η πολιτεία. Το χώμα της γης από την πλημμύρα των δακρύων είχε γίνει σαν πλίθρα. Σήκωσαν οι πατεράδες τα παιδιά τους, για να θρηνήσουν μαζί τον πικρό τους θάνατο. Γέροντες και γερόντισσες πήγαν να κλάψουν στους τάφους, όπου κανένας δεν υπήρχε ούτε για να θάψει ούτε για να θαφτεί. Οι θρηνητικές κραυγές όλων υψώθηκαν ως τους ουρανούς. Ο ένας ρωτούσε τον άλλο με αγωνία: “Ποιά νά ’ναι η ώρα, που όρισε ο Θεός να κατεβούμε όλοι μαζί στον άδη; Με ποιό τρόπο θα έρθει ο θάνατος;…”.
Κόντευε να βραδιάσει. Στάθηκαν οι Νινευϊτες στη θέση του θανάτου και, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, θρηνούσαν όλοι για όλους. Αναρωτιόντουσαν, σε ποιά στιγμή θ’ ακουγόταν η φωνή του εξολοθρεμού τους. Νόμιζαν πως το βράδυ θα καταστρεφόταν η πόλη. Περίεργο, όμως! Έφτασε το βράδυ, και δεν είχαν πάθει τίποτα. Ύστερα νόμισαν ότι τη νύχτα θα παραδοθούν στο χάος. Μα και η νύχτα πέρασε, και πάλι τίποτα! Περίμεναν, τέλος, πως θα χαθούν εξάπαντος το πρωί. Να, όμως, που το πρωί ήρθε, και το κακό δεν έγινε!…
Ε, τώρα πια όλα άλλαξαν! Την ώρα που νόμιζαν πως δεν θα υπάρχουν, η ελπίδα τους έγινε βεβαιότητα και η βεβαιότητα χαρά. Η ατμόσφαιρα, από σκυθρωπή, έγινε λαμπρή και γιορταστική. Όλοι μαζί, με συγγενείς και φίλους, δεν ήξεραν πώς να εκφράσουν τη χαρά τους, πώς να δοξάσουν το Θεό, που τους ελέησε, που δέχτηκε τη μετάνοιά τους.
Ο Ιωνάς στεκόταν και παρακολουθούσε από μακριά, γεμάτος φόβο μην αποδειχθεί ψεύτης. Μα η προσδοκία του δεν πραγματοποιήθηκε. Γιατί ο αγαθός Θεός, βλέποντας τα δάκρυα της μετάνοιας των Νινευϊτών, τους σπλαχνίστηκε και ξαναζωντάνεψε τη νεκρή πόλη. Γιατί, αν και δεν είχαν πεθάνει, όμως, με το να περιμένουν έναν τόσο σύντομο και κακό θάνατο, είχαν γίνει σαν νεκροί. Τώρα τους ζωοποίησαν η ελπίδα κι η χαρά, γιατί είδαν τη θεϊκή οργή να έχει μεταβληθεί σε έλεος. Γονάτισαν λοιπόν σε προσευχή και, με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, ευχαριστούσαν το Θεό, που τους έσωσε απροσδόκητα από το θάνατο και με την ευσπλαχνία Του τους χάρισε τη ζωή.
Ο Ιωνάς όμως, βλέποντας ότι, με το να σωθούν οι Νινευϊτες, βγήκε ψεύτης, ήταν υπερβολικά λυπημένος. Όταν τον είδαν σ’ αυτή την κατάσταση, άρχισαν να τον καλοπιάνουν και να του λένε: “Μη λυπάσαι, Ιωνά. Να χαίρεσαι, γιατί εξαιτίας σου βρήκαμε καινούργια ζωή. Εξαιτίας σου γνωρίσαμε το Θεό, τον πλάστη και δημιουργό μας. Μη φοβάσαι, δεν φάνηκες ψεύτης, γιατί καταστράφηκε η κακία μας και οικοδομήθηκε η πίστη μας. Με την υπόδειξή σου βρήκαμε τη μετάνοια και απολαύσαμε ό,τι χρειαζόταν για τη σωτηρία μας, από τους θησαυρούς της ευσπλαχνίας του Θεού. Πες μας, Ιωνά, τί θα ωφελούσε αν είχε καταστραφεί η πόλη μας; Αν είχαμε πεθάνει όλοι; Τί είχες να κερδίσεις, γιέ του Αμαθεί, αν μας είχε καταπιεί όλους ο άδης; Λυπάσαι εσύ, που μας θεράπευσες από τα κακά; Εμείς σ’ ευχαριστούμε μάλλον ως ευεργέτη. Γιατί λοιπόν αναστενάζεις; Επειδή κοπίασες για να έρθει η πόλη όχι στην καταστροφή, αλλά στη θεογνωσία; Και γιατί πενθείς; Επειδή σωθήκαμε με τη μετάνοια; Μα εσύ τώρα έχεις στεφανωθεί. Και αυτό πρέπει να σε γεμίζει χαρά. Χαροποίησες τους αγγέλους στα επουράνια. Πρέπει να χαρείς κι εσύ στη γη, αφού κι ο ίδιος ο Θεός χαίρεται τώρα για μας…”.
Ας δοξάσουμε κι εμείς το Θεό, που μας παρέχει παράδειγμα μετάνοιας και αρραβώνα σωτηρίας μέσω των Νινευϊτών. Γιατί όπως έσωσε τότε εκείνους με τον Ιωνά, έτσι τώρα και πάντοτε σώζει το λαό Του με τον Υιό Του τον μονογενή και καταργεί τον ισραηλιτικό λαό, την άκαρπη συκιά, που εμποδίζει τα έθνη να σώζονται από τους καρπούς της μετάνοιας στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
 «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (14): «Ιωνάς και Νινευίτες» Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Σεπτεμβρίου, 2013

Δεν προλάβαμε να σταματήσουμε τις δοξολογίες για την Υπεραγία Θεοτόκο του μηνός Αυγούστου – μήνας που  καταγαύζεται, όπως όλοι γνωρίζουμε, από την Κοίμησή της, αλλά και την κατάθεση της τιμίας ζώνης της – και ξεκινάμε νέους πανηγυρισμούς, επί τη εορτή των Γενεθλίων της. Αλλά η Εκκλησία μας δεν παύει ποτέ να εορτάζει την Μητέρα του Κυρίου, σε καθημερινή μάλιστα βάση, αφού όλοι οι ύμνοι της επιστεγάζονται από τα τροπάρια γι’  αυτήν, τα γνωστά «Θεοτοκία», όπως και όλες οι μεγάλες εορτές των αγίων μας έχουν ως σημαιοφόρο τους κανόνες γι’  αυτήν. Και ευλόγως: η Παναγία αποτελεί τύπο της Εκκλησίας, διότι όπως  Εκείνη γέννησε τον Υιό του Θεού ως άνθρωπο, έτσι και η Εκκλησία γεννά τον Χριστό στις καρδιές των ανθρώπων. Όχι μόνο λοιπόν στις Θεομητορικές εορτές, αλλά σε όλες τις εορτές και πάντα, η Παναγία έχει την πρώτη θέση. Τι συγκεκριμένα προβάλλει όμως η σημερινή εορτή, ώστε να διαφοροποιείται αυτή από τις άλλες της Παναγίας; 
1. Καταρχάς, θα πρέπει να εξηγήσουμε κάτι που φαίνεται ως αντίφαση και που έχει τονιστεί βεβαίως πολλές φορές: η χριστιανική ορθόδοξη πίστη δεν προβάλλει τα γενέθλια ενός ανθρώπου ως ημέρα εορτής, αλλά την ημέρα που εορτάζει ο άγιός του. Πώς λοιπόν εδώ έχουμε εορτή Γενεθλίων, όπως το ίδιο συμβαίνει και με τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο; Η εξήγηση δεν είναι δύσκολη. Τα γενέθλια ενός ανθρώπου, η ημέρα του ερχομού του στον κόσμο λειτουργεί στο επίπεδο μίας οριζόντιας πορείας απλώς του ανθρώπου, η οποία στην πραγματικότητα τροφοδοτεί τον θάνατο. Ο άνθρωπος έρχεται στον κόσμο μέσα σε πλαίσια φθοράς και γνωρίζει ότι το τέλος του είναι ο θάνατος. Τι να γιορτάσει λοιπόν; Η ημέρα όμως που εορτάζει ο άγιος ενός ανθρώπου, αυτός του οποίου φέρει το όνομα, ή έστω η ημέρα της βαπτίσεώς του, ως ημέρα εντάξεώς του στο ζωντανό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, ως μέλος αυτού, αυτό συνιστά την ανάμνηση της χάρης εκ Θεού που δέχτηκε, συνεπώς την απαρχή της σωτηρίας του. Αν κάτι εορτάζεται στην Εκκλησία είναι γιατί έχει πάντοτε σωτηριολογικό χαρακτήρα. Από την άποψη αυτή, είναι ηλίου φαεινότερο γιατί η Εκκλησία μας εορτάζει τα Γενέθλια της Παναγίας ή του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου: τότε έρχονται στον κόσμο εκείνοι που κατεξοχήν συνεργούν στον ερχομό του Χριστού και συνεπώς στη σωτηρία του κόσμου. «Η Γέννησίς σου, Θεοτόκε, χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη. Εκ σου γαρ ανέτειλεν ο ήλιος της δικαιοσύνης, Χριστός ο Θεός ημών».
2. Κι ακριβώς το γεγονός αυτό, δηλαδή η σύνδεση της Γεννήσεως της Παναγίας με τον Ιησού Χριστό, είναι εκείνο που κατεξοχήν εξαγγέλλει η εορτή.  Δεν προβάλλεται η Παναγία μας καθεαυτήν ως άνθρωπος. Ποτέ κανείς άνθρωπος από μόνος του, όσο σπουδαίος κι αν είναι, δεν μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά τους ανθρώπους: όλοι ενεργούν και υπάρχουν μέσα στα πλαίσια της φθοράς, όπως είπαμε, και του θανάτου. Η Παναγία έρχεται στον κόσμο μέσα στο θείο σχέδιο σωτηρίας του κόσμου από την αμαρτία και τον θάνατο: είναι η προορισθείσα εκ πασών των γενεών να γίνει Μητέρα του Θεού, παραμένοντας Παρθένος κόρη, όπως διαλαλούν οι ύμνοι της εορτής της. Είναι εκείνη που ο ερχομός της, ως προαναγγελία του Σωτήρα του κόσμου Χριστού, είχε προφητευθεί με φωτισμό Θεού από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης: είτε ως κλίμαξ του Ιακώβ είτε ως στάμνος και μάννα είτε ως ράβδος του Ααρών είτε πολύ περισσότερο ως «η κεκλεισμένη πύλη, η κατά ανατολάς βλέπουσα», την οποία έδειξε στον προφήτη Ιεζεκιήλ ο Θεός, αποκαλύπτοντάς του ότι δεν θα την διέλθει άλλος, παρά μόνον ο Ίδιος, και γι’  αυτό θα την κρατήσει έπειτα και πάλι κεκλεισμένη.
Η Γέννηση της Παναγίας λοιπόν τονίζεται και υμνολογείται τόσο εξαίσια, διότι ακριβώς παραπέμπει στον Ιησού Χριστό. Ο Χριστός είναι Εκείνος που δίνει την αξία στη Μητέρα Του, χωρίς την οποία όμως δεν θα ήταν Αυτός που είναι: εκτός από τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Γι’  αυτό και η μοναδικότητα του Ιησού Χριστού αποκαλύπτει και τη μοναδικότητα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Κανείς ποτέ δεν υπήρξε ούτε πρόκειται να υπάρξει παρόμοιος με την Παναγία. Το ύψος της αγιότητάς της είναι υπέρμετρο και πάντοτε θα παραμένει, κατά την πατερική ποιητική υπερβολή ίσως, «Θεός μετά Θεόν». Κατά συνέπεια κατανοείται και το γιατί υπάρχει τόσο μεγάλη χαρά στη σύμπασα οικουμένη. Διότι με τη Γέννηση της Παναγίας ξεκινά η διαδικασία Γεννήσεως και της Χαράς του κόσμου, του Χριστού. Στον κόσμο πια θα υπάρχει η δυνατότητα υπέρβασης της αμαρτίας, κατάργησης του διαβόλου, καταπάτησης του θανάτου. Στον κόσμο θα υπάρχει η αληθινή Ζωή. Είναι δυνατόν να μη χαίρει ο κόσμος γι’  αυτό; «Σήμερον της παγκοσμίου χαράς τα προοίμια∙ σήμερον έπνευσαν αύραι, σωτηρίας προάγγελοι».
3. Ένα σημείο, στο οποίο πρέπει κανείς να σταθεί, από εκείνα που μαρτυρεί για την εορτή η Εκκλησία, είναι η συχνή επίκληση του προορισμού της για το ρόλο της στη θεία οικονομία. Η Παναγία προορίστηκε να γίνει Μητέρα του Θεού ως ανθρώπου. Το θέμα του προορισμού έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις, και μάλιστα στο παρελθόν. Είναι δε από εκείνα που οριοθετούν την αλήθεια από την πλάνη της αίρεσης. Υπάρχει προορισμός του ανθρώπου; Κι αν ναι, τότε πού βρίσκεται η ελευθερία του ανθρώπου, η οποία καταγράφεται στην Αγία Γραφή ως το βασικότερο στοιχείο του εικονισμού του Θεού στον άνθρωπο; Δεν θα μακρηγορήσουμε σ’ αυτό. Παρ’  όλη τη σοβαρότητα και τη δυσκολία ίσως που έχει η διαπραγμάτευσή του – μη ξεχνάμε ότι ο ιερός Αυγουστίνος, ο μεγαλύτερος θεολόγος του Δυτικού χριστιανισμού, αλλά και άγιος της δικής μας Εκκλησίας, δίδαξε τον λεγόμενο «απόλυτο προορισμό», δηλαδή τον εξαρχής χωρισμό των ανθρώπων από πλευράς του Θεού, των σωσμένων και των χαμένων, γεγονός που επηρέασε πάρα πολύ έπειτα και τους Προτεστάντες – μπορούμε να κάνουμε μερικές απλές επισημάνσεις: ο Θεός βεβαίως δημιουργεί ελεύθερο τον άνθρωπο, αλλά δεν καταργείται με αυτό η δική Του παγγνωσία και προόραση. Για τον Θεό τα πάντα είναι «γυμνά και τετραχηλισμένα» ενώπιόν Του, συνεπώς γνωρίζει εκ των προτέρων οτιδήποτε κι αν συμβεί, οτιδήποτε κι αν σκεφτεί ως λογισμό ο άνθρωπος. Άλλωστε στον Θεό χρόνος δεν υπάρχει, τα πάντα δηλαδή γι’  Αυτόν είναι παρόντα. Το γεγονός λοιπόν ότι ο Θεός προγνωρίζει τα πάντα δεν σημαίνει ότι καθορίζει και τα πάντα, σαν να είναι Αυτός ο απολύτως υπεύθυνος. Ο άνθρωπος κινείται και σκέφτεται ελεύθερα, αλλά ο Θεός μπορεί απλώς να επέμβει για να τροποποιήσει αυτό που η ελευθερία του ανθρώπου αποφάσισε και ενήργησε. Την πραγματικότητα αυτήν τη βλέπουμε και στα αρνητικά, αλλά και στα θετικά. Και στα θετικά είναι η Γέννηση και της Παναγίας: ο Θεός προγνωρίζοντας τη θετική κλίση της ψυχής της στο πανάγιο θέλημά Του, την προετοιμάζει να γίνει ό,τι και έγινε. Η Παναγία θέλησε να είναι με τον Θεό. Ο Θεός προετοίμασε να γίνει η Μητέρα Του, προβλέποντας τη στροφή της θελήσεώς της σ’  Εκείνον. Με τον τρόπο αυτό, όσο είναι δυνατόν να εκφραστεί απλά, κατανοούμε και τον προορισμό της Παναγίας, ίσως ένα είδος σχετικού προορισμού, για το οποίο μιλούν οι ύμνοι της Εκκλησίας μας.
4. Και βεβαίως η Εκκλησία μας δεν παύει, προβάλλοντας με ποιητικότατο και θεολογικότατο τρόπο την εορτή, να καλεί και εμάς τους πιστούς όλων των αιώνων στην πρακτική διάσταση αυτής: δηλαδή αφενός να κινηθούμε σε δοξολογία του Θεού μας για την ευεργεσία Του να αναδείξει την Παναγία κατοικητήριό Του, αφετέρου να κατανοήσουμε ότι «ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου» ο Κύριος θα μας σώζει, και τρίτον, να διδαχθούμε από την Παναγία στον τρόπο της ζωής της, ακολουθώντας  αυτό που την ανέδειξε σε τόσο μεγάλη αγιότητα: το «ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμά Σου». Η Εκκλησία αδιάκοπα μας υπενθυμίζει ότι είμαστε κλημένοι για τη θέωση, δηλαδή να γινόμαστε κι εμείς Παναγίες, σαρκώνοντας τον Χριστό μέσα μας. Κι ο λόγος για την προοπτική αυτή που ξεπερνά οποιαδήποτε φαντασία είναι η ένταξή μας στο σώμα του Χριστού διά του αγίου βαπτίσματός μας. Είμαστε μέλη Χριστού, είμαστε ενδεδυμένοι Εκείνον, συνεπώς μπορούμε να ζούμε σαν την Παναγία. Αρκεί βεβαίως να το θέλουμε και να το επιτηζούμε.
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Σεπτεμβρίου, 2013

«Ου γαρ απέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού εις τον κόσμον ίνα κρίνη τον κόσμον, αλλ’ ίνα σωθή ο κόσμος δι’  αυτού».
α. Είναι εκπληκτική η συμπύκνωση του λόγου του αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή στο ανάγνωσμα. Μέσα σε πέντε στίχους (κεφ. 3, 13- 17) καταγράφει το ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός (Θεός και άνθρωπος), ποιο είναι το έργο Του στον κόσμο και πώς θα πραγματοποιηθεί, σε συσχετισμό με την Παλαιά Διαθήκη (η προσφορά της αιώνιας ζωής διά της σταυρικής θυσίας), ποια η αιτία που κίνησε τον Θεό να στείλει τον υιό Του (η άπειρη αγάπη Του), ποιο το τελικό αποτέλεσμα της παρουσίας του Χριστού στον κόσμο (η σωτηρία του ανθρώπου). Ο σχολιασμός των επιμέρους στίχων θα μπορούσε να περιλάβει όλη τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας για το γεγονός της εν Χριστώ αποκαλύψεως. Ο σκοπός όμως της αποστολής του Χριστού από τον Θεό είναι εκείνο που κυρίως θα μας απασχολήσει: «ου γαρ απέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού εις τον κόσμον, ίνα κρίνη τον κόσμον, αλλ’  ίνα σωθή ο κόσμος δι’ αυτού».
β. 1. Το πρώτο που σημειώνει ο Ευαγγελιστής στον προκείμενο στίχο είναι ότι ο ερχομός του Ιησού Χριστού δεν αποτελεί μία μεμονωμένη ενέργεια ενός προσώπου της Αγίας Τριάδος, αλλά ενέργεια όλου του Τριαδικού Θεού: ο Υιός και Λόγος του Θεού έρχεται ως άνθρωπος στον κόσμο σταλμένος από τον Θεό Πατέρα και βεβαίως «συνεργεία του αγίου Πνεύματος», κάτι που θα φανεί ιδιαιτέρως και στο γεγονός του Ευαγγελισμού, όταν το Πνεύμα το Άγιον θα επέλθει στην Παναγία για να σαρκώσει μέσα της τον Χριστό, και στην αρχή ήδη της δράσεως του Κυρίου, όταν στη Ναζαρέτ, αναπτύσσοντας το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα, θα επισημάνει τον στίχο: «Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ». Κι είναι τούτο πράγματι μία κεντρική διδασκαλία της χριστιανικής πίστεως, κατά την οποία η ενέργεια του Θεού είναι κοινή στη Θεότητα. Ο Θεός μας, όπως αποκαλύπτει ο αιώνιος λόγος του Θεού, είναι τρισυπόστατος (Πατήρ, Υιός, Πνεύμα Άγιον), αλλά η ενέργειά Του είναι μία και κοινή και για τα τρία πρόσωπα. Έτσι «ο Πατήρ δι’  Υιού εν αγίω Πνεύματι ποιεί τα πάντα», που σημαίνει ότι και στη Δημιουργία του κόσμου και στην Αναδημιουργία με τον ερχομό του Χριστού και στη συνέχεια της παρουσίας Του με την ίδρυση και τη λειτουργία της Εκκλησίας, έχουμε όλον τον Θεό να βρίσκεται ενιαία. Και ο λόγος είναι απλός: ο Θεός είναι ένας και οι διακρίσεις των υποστάσεων είναι τρόποι υπάρξεως του ίδιου Θεού, που ανάγονται μεν στα «εσωτερικά» της Θεότητος, διαπιστώνονται δε από τις φανερώσεις στον κόσμο του Ίδιου του Θεού. Για παράδειγμα, όπως επισημαίνει ιδιαιτέρως ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: ο Τριαδικός Θεός δρούσε στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά τις κοινές ενέργειες υπηρετούσε ο Θεός Πατήρ, άρα κυρίως φαινόταν Εκείνος∙ ο Τριαδικός Θεός δρούσε στην Καινή Διαθήκη, αλλά τις κοινές ενέργειες υπηρετούσε ο Υιός ως άνθρωπος∙ ο Τριαδικός Θεός δρα στην Εκκλησία, απαρχής μέχρι σήμερα και όσο θα υπάρχει κόσμος, αλλά τις κοινές ενέργειες υπηρετεί το Άγιον Πνεύμα.
2. Ο Ευαγγελιστής αναφέρεται στον σκοπό του ερχομού του Χριστού: τη σωτηρία του κόσμου και όχι την κρίση του κόσμου. Ο τονισμός της άρνησης της κρίσης από τον Χριστό δεν πρέπει να γίνεται τυχαία. Ο Χριστός έρχεται όχι ως ο αυστηρός κριτής που θα ελέγξει τον άνθρωπο για τις αμαρτίες του: μία τέτοια εικόνα του Θεού, που το μόνο που εγείρει στον άνθρωπο είναι ο φόβος, υπήρχε κατά την περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης, τότε που ο άνθρωπος βρισκόταν ακόμη σ’  ένα νηπιακό πνευματικό επίπεδο, συνεπώς ο φόβος λειτουργούσε ως παιδαγωγία προς συνετισμό του ανθρώπου. Άλλωστε, η αμαρτία, μετά την πτώση του ανθρώπου σ’ αυτήν με τους πρωτοπλάστους, ήταν «φυσική», θα λέγαμε, κατάσταση. Ο άνθρωπος αδυνατούσε να υπερβεί την τραγικότητα στην οποία είχε περιέλθει, λοιπόν η κρίση του Θεού θα ήταν μόνον καταδίκη γι’  αυτόν. Πρόκειται για βεβαιότητα του ανθρώπου της Παλαιάς Διαθήκης, όπως με πόνο την διατυπώνει και ο μέγας ψαλμωδός: «Και μη εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν Σου πας ζων». Η μόνη κρίση που φέρνει ο Χριστός είναι η φανέρωση της αμαρτίας του ανθρώπου, λόγω της αλήθειας που βρίσκεται πια στον κόσμο. Μπροστά στην αλήθεια, η πλάνη και το ψεύδος αποκαλύπτονται. «Νυν κρίσις εστίν του κόσμου. Νυν ο άρχων του κόσμου εκβληθήσεται έξω». Όχι ο άνθρωπος, αλλά η αμαρτία κρίνεται και ο υποκινητής αυτής διάβολος.
3. Ο άγιος Ιωάννης λοιπόν αρνείται κατηγορηματικά αυτήν την εικόνα του Θεού ως κριτή του ανθρώπου στον κόσμο τούτο. Η περίοδος της σκιάς παρήλθε. Ο Ουρανός δεν είναι απειλητικός. Δεν κρυβόμαστε για να σωθούμε από μία άγνωστη δύναμη. Διότι  ο Θεός φανερώνεται με το αληθινό πρόσωπό Του. Κι αυτό το πρόσωπο είναι  του φίλου, του αδελφού, του γεμάτου αγάπη προς τα πλάσματά Του Πατέρα. «Ο Θεός αγάπη εστί» και «ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν». Είναι Εκείνος μπροστά στον Οποίο νιώθουμε ασφαλείς και ήσυχοι, όπως το μικρό παιδί στην αγκαλιά του πατέρα του. Η παρουσία Του είναι σωτηρία για εμάς. Ήλθε «ίνα σωθή ο κόσμος δι’ Αυτού». Ό,τι πριν ήταν απειλή και βίωμα τραγικό: η αμαρτία, ο θάνατος, ο διάβολος, τα στοιχεία του κόσμου τούτου, αίρονται από Εκείνον. Τα πήρε και τα εξαφάνισε, μια για πάντα, για να ζήσουμε ήσυχα, σαν πραγματικοί άνθρωποι. Και παίρνοντας αυτά και εξαφανίζοντάς τα μέσα στη φλόγα της αγάπης Του μας γιάτρεψε. Γιατί αυτά αποτελούσαν την πληγή μας. Ήταν ό,τι συνιστούσε τραύμα και πόνο μας. Όπως τότε στην έρημο οι Ισραηλίτες, που δέχονταν τις επιθέσεις από τα δηλητηριώδη φίδια και πέθαιναν σφαδάζοντας από τους πόνους, γλίτωσαν, καθώς κοίταζαν το χάλκινο φίδι που έστησε ο αρχηγός του Μωϋσής, καθ’  υπόδειξη του Θεού, έτσι και με τον ερχομό του Χριστού: πάνω στον Σταυρό, σήκωσε Αυτός τις δικές μας αμαρτίες, κατήργησε τον διάβολο, καταπάτησε τον θάνατο, κι εμείς ελευθερωθήκαμε και γλιτώσαμε.
4. Η σωτηρία αυτή που μας έφερε ο Χριστός δεν πρέπει να κατανοηθεί μονοδιάστατα, ως μία απλή απαλλαγή και απελευθέρωση. Μας έσωσε, διότι κυρίως μας γέμισε με την παρουσία Του, εντάσσοντάς μας μέσα στον εαυτό Του. Και η ένταξη αυτή συνιστά την προσφορά της αιώνιας ζωής, ως ζωής του Θεού μέσα στην ύπαρξή μας, ήδη από τον κόσμο αυτό: «ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται, αλλ’  έχη ζωήν αιώνιον». Κι αυτό συμβαίνει,  διότι κατά την πίστη μας η αιώνια ζωή δεν είναι η ζωή που άρχεται μετά τον θάνατο του ανθρώπου, αλλά η ζωή του Θεού που δίνεται στον άνθρωπο ήδη από το εδώ και το τώρα, για να ολοκληρωθεί στο απόλυτο δυνατό μετά την έξοδο του ανθρώπου από τον κόσμο και με την πρόσωπον προς πρόσωπον σχέση του  μαζί Του.
 Έτσι η σωτηρία είναι γεγονός που βιώνεται από τη ζωή αυτή, κατά την οποία ο άνθρωπος ζει την αιωνιότητα του Θεού, αρκεί βεβαίως να αποδεχτεί τον Χριστό, να πιστέψει σ’  Αυτόν: «ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν».  Αν μάλιστα δεν ζήσει εν πίστει στον κόσμο τούτο την ζωή του Θεού, συνεπώς τη σωτηρία του, δεν υπάρχει περίπτωση να τη ζήσει μετά, στην άλλη ζωή που λέμε. Ή μάλλον θα ζήσει την αιωνιότητα του Θεού, αλλά κατά τρόπο επώδυνο και τραγικό γι’  αυτόν, ό,τι συνήθως ονοματίζουμε ως κόλαση, ακριβώς διότι δεν θέλησε να δημιουργήσει τις συνθήκες φιλικής σχέσης με τον Θεό. Ο Θεός με άλλα λόγια θα του προσφέρεται, αλλά η προσφορά αυτή θα λειτουργεί γι’  αυτόν αρνητικά. Από την άποψη αυτή, οι πιστοί στον Χριστό ήδη από τη ζωή αυτή έχουν ξεπεράσει τον θάνατο. Η χάρη του Τριαδικού Θεού εγκατοικεί σ’ αυτούς και αυτοί βρίσκονται στον κόσμο ως «εν σαρκί περιπολούντες θεοί».
γ. Μεγαλειώδης η ζωή του Χριστιανού. Στην πραγματικότητα, προέκταση της ζωής του ίδιου του Χριστού. Ο Χριστός μέσα από εμάς. «Ζω ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Αυτό σημαίνει βεβαίως εκκλησιαστική ζωή, αφού μόνον με τη χάρη των μυστηρίων γίνεται κατορθωτή, και καθημερινή ενεργοποίησή της στις συνθήκες της ζωής μας. Ο Σταυρός του Χριστού γίνεται έτσι σταυρός και του ανθρώπου, κατεξοχήν στο θέμα της αγάπης. Κι αγάπη, όπως ιδιαιτέρως μας το τονίζει σήμερα ο άγιος Ιωάννης, σημαίνει να λειτουργούμε κι εμείς ως σωτηρία των άλλων και όχι ως η κρίση τους. Αν ο Χριστός ήλθε στον κόσμο αρνούμενος την κρίση των ανθρώπων, δεν μπορούμε εμείς στο όνομα του Χριστού, να κρίνουμε τους ανθρώπους. Και δυστυχώς, είναι αυτό που κυρίως κάνουμε. Οι πάντες, ή έστω πάρα πολλοί, κατανοούμε τον εαυτό μας ως τον «εισαγγελέα» του κόσμου: εύκολοι να κρίνουμε, να κατακρίνουμε, μη συνειδητοποιώντας ότι με τον τρόπο αυτό αρνούμαστε τον Χριστό. Ο λόγος του Θεού είναι σαφής: η παρουσία του Χριστιανού στον κόσμο, εφόσον προεκτείνει τη ζωή του Χριστού, είναι παρουσία σωτηριώδης: «κλαίειν μετά κλαιόντων και χαίρειν μετά χαιρόντων». Φίλοι και αδελφοί προς τους άλλους. Καθόλου απειλητικοί, παρά μόνον στην αμαρτία. Και κυρίως: απειλητικοί απέναντι στη δική μας αμαρτία.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Σεπτεμβρίου, 2013

“᾽Εμοί δέ μή γένοιτο καυχᾶσθαι, εἰ μή ἐν τῷ Σταυρῷ τοῦ Κυρίου, δι᾽οὗ ὁ κόσμος ἐμοί ἐσταύρωται, κἀγώ τῷ κόσμῳ
 Τό ἀποστολικό, (ὅπως καί τό εὐαγγελικό ἄλλωστε), ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς βρίσκεται μέσα στήν προοπτική τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς ὑψώσεως τοῦ τιμίου καί ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Παρμένο ἀπό τήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ἀναφέρεται στό τί ἀποτελεῖ καύχημα τοῦ ἀποστόλου. Καί τό καύχημα αὐτό εἶναι ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου. ᾽Αφοῦ ὁ ἀπόστολος ἐπιστήσει τήν προσοχή τῶν Γαλατῶν ἀπέναντι σ᾽ ἐκείνους πού θέλουν νά τούς χρησιμοποιοῦν ἀπό πλευρᾶς θρησκευτικῆς – τούς ἰουδαιοχριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ἤθελαν νά τά ἔχουν καλά μέ ὅλους, ἀρκεῖ νά μή ὑφίσταντο κάποιο διωγμό γιά τήν πίστη τους – τονίζει ἀκριβῶς τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου ὡς καύχηση τῆς ζωῆς του καί ὡς προσωπικό γεγονός σωτηρίας του. ῾῞Οσο γιά μένα, δέν θέλω ἄλλη ἀφορμή γιά καύχηση ἐκτός από τόν σταυρό τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, τόν σταυρό πού πάνω του ὁ κόσμος πέθανε γιά μένα κι ἐγώ γιά τόν κόσμο᾽.
 1. Ὁ ἀπόστολος δέν καυχᾶται γιά ἐπίγεια πράγματα, δηλαδή γιά χρήματα, γιά δόξα, γιά δύναμη – ὅ,τι ἐκφράζει τόν κοσμικό λεγόμενο ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς -, διότι μία τέτοια καύχηση γιά τά γήϊνα μόνο ἀγαθά εἶναι εὐνόητο ὅτι ἀποκαλύπτει τόν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἔχει διαγράψει τόν Θεό καί τήν παρουσία Του ἀπό τή ζωή του καί ἔχει κάνει κέντρο αὐτῆς μόνον τή φιλαυτία καί τόν ἐγωϊσμό του. ῞Ενα ἐγωπαθές ἄτομο πού βιώνει ἔτσι τήν οὐσία τῆς ἁμαρτίας, ἔχει ὡς μόνη ὅραση ζωῆς ὅ,τι ἱκανοποιεῖ τίς αἰσθήσεις του καί τά πάθη του, κατά τό ῾φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γάρ ἀποθνῄσκομεν᾽. Πρόκειται γιά τήν καύχηση τοῦ τύπου τοῦ ἄφρονος πλουσίου τῆς γνωστῆς παραβολῆς τοῦ Κυρίου, πού τό μόνο τελικῶς πού εἰσπράττει εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς αἰώνιας σωτηρίας του. ῾῞Α δέ ἡτοίμασας, τίνι ἔσται; Τήν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ᾽.
Ὁ ἀπόστολος καυχᾶται γιά ὅ,τι θεωρεῖτο σκάνδαλο γιά τούς ἰουδαίους καί ἀνοησία γιά τούς εἰδωλολάτρες : τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου. Γιατί; Διότι ὡς γνωστόν πάνω στόν Σταυρό ἀποκορυφώθηκε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο – ῾οὕτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν᾽ – ἀφοῦ διά τοῦ Σταυροῦ ἤρθη ἐν Χριστῷ ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου καί σώθηκε ἔτσι αὐτός ἀπό τό κεντρί της, τόν θάνατο, καί τόν παντοτινό ὑποκινητή της, τόν πονηρό διάβολο. Μέ τόν Σταυρό ὁ ἄνθρωπος ὁδηγήθηκε στήν ἐλευθερία καί τή χαρά τῆς ἀληθινῆς ζωῆς: τή μετοχή του στό ἀποτέλεσμα τοῦ Σταυροῦ, τήν  ᾽Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ. ῎Ετσι καύχηση γιά τόν Σταυρό σημαίνει καύχηση γιά τό μυστήριο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πού νίκησε τόν θάνατο καί τόν ἐγωϊσμό, δείχνοντας τήν αἰώνια ζωή ὡς προοπτική τοῦ ἀνθρώπου.
2. Τήν πραγματικότητα αὐτή ἐξηγεῖ ὁ ἀπόστολος στή συνέχεια: ῾μέ τόν Σταυρό ὁ κόσμος γιά μένα ἔχει σταυρωθεῖ καί ἐγώ γιά τόν κόσμο᾽. Ὁ Σταυρός ἔχει ἀνθρωπολογικές καί παγκόσμιες διαστάσεις. ῞Ο,τι ὑπέστη ὁ Κύριος ἀντανακλᾶ πιά στόν ἄνθρωπο τόν ὁποῖο προσέλαβε καί ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά ὑπερνικήσει τίς ὅποιες ἐπιρροές τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου, προερχόμενες εἴτε ἔξω ἀπό αὐτόν εἴτε ἀπό τά ἴδια τά πάθη του. ᾽Αρκεῖ βεβαίως νά πιστέψει στόν Χριστό καί νά Τόν ἀποδεχθεῖ στή ζωή του, πού σημαίνει νά βαπτισθεῖ στό ἅγιο ὄνομά Του καί νά γίνει μέλος τοῦ ζωντανοῦ σώματός Του, τήν ᾽Εκκλησία. ᾽Ενσωματωμένος στόν Χριστό εἰσπράττει τή δύναμή Του καί ἀπελευθερώνεται ἀπό τή δύναμη τῆς ἁμαρτίας. Ὁ κόσμος, κατά τή διατύπωση τοῦ ἀποστόλου, νεκρώνεται γι᾽ αὐτόν καί ὁ ἴδιος νεκρώνεται γιά τόν κόσμο. Καί βεβαίως ἐννοεῖται ὅτι μιλώντας γιά τή νέκρωση τοῦ κόσμου ὁ ἀπόστολος δέν ἐννοεῖ τόν κόσμο ὡς δημιουργία τοῦ Θεοῦ. ᾽Εννοεῖ αὐτό πού ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δίνει ὡς περιεχόμενο: τό ἁμαρτωλό φρόνημα τοῦ κόσμου, τή δύναμη τῆς ἁμαρτίας. Τό λέει πολύ καθαρά μεταξύ τῶν ἄλλων ὁ ἀπόστολος ᾽Ιωάννης ὁ Εὐαγγελιστής: ῾Μή ἀγαπᾶτε τόν κόσμον μηδέ τά ἐν τῷ κόσμῳ. ῞Οτι πᾶν τό ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκός καί ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καί ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὔκ ἐστιν᾽.
Μέ ἄλλα λόγια, καυχᾶται ὁ ἀπόστολος, ναί, γιά τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου. ᾽Αλλά δέν βλέπει τόν Σταυρό σάν κάτι μετέωρο: ἀποκομμένο ἀπό τόν ἴδιο, σάν γεγονός δηλαδή πού σχετίζεται μέ κάποιον ἄλλον ἔστω καί τόν Θεό. Μία τέτοια θεώρηση θά συνιστοῦσε διαστροφή τῆς πίστεως. Θά σήμαινε ἀλλοίωσή της κι ἔκπτωσή της σέ μία ἰδεολογία. Τόν Σταυρό Τόν βλέπει χάριτι Θεοῦ ὡς προσωπικό ὑπαρξιακό γεγονός, ὡς βίωμα δικό του, πού τόν κάνει νά μετέχει σ᾽ Αὐτόν. Τό εἶχε πεῖ ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. ῾῞Οστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι᾽. ῎Ετσι ὁ χριστιανός, ἄν εἶναι ἀληθινός χριστιανός, δέν μπορεῖ νά ἀφήσει χῶρο μέσα στήν καρδιά καί τόν νοῦ του γιά τήν ἀνάπτυξη τῆς ὅποιας ἁμαρτίας. Κάθε κίνημα ἐμπαθές, εἴτε φιληδονίας είτε φιλαργυρίας εἴτε φιλοδοξίας, νεκρώνεται ἐν τῇ γενέσει του, ὅπως ἀντιστοίχως ὅπου ἐνεργεῖται ἡ ἁμαρτία τοῦ κόσμου ἐκεῖ δέν μπορεῖ νά βρεῖ παρόντα τόν χριστιανό. Γιά τόν πεσμένο στήν ἁμαρτία κόσμο ὁ χριστιανός εἶναι ἀπών, δέν ὑπάρχει. Ἡ γνωστή εἰκόνα τοῦ ἐσταυρωμένου μοναχοῦ, ὅπου στή θέση τοῦ μοναχοῦ βρίσκεται καί κάθε χριστιανός, εἶναι κατεξοχήν ἀποκαλυπτική τῆς ἀλήθειας αὐτῆς.
3. ᾽Εσταυρωμένος ἔτσι ὁ χριστιανός, μέ ἀνενέργητη τήν ἁμαρτία μέσα του, ἤ καθιστώντας την ἀνενέργητη μέ τό διαρκές βίωμα τῆς μετανοίας του κάθε φορά πού ἐπισημαίνει τή δαιμονική ἐπιρροή της στήν ὕπαρξή του, βλέπει νά μετατίθεται ἐσωτερικά σέ μία ἄλλου εἴδους κατάσταση: γίνεται ῾καινή κτίσις᾽, καινούργια δημιουργία. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ σέ αὐτόν, κάνοντάς τον νά βιώνει ἤδη ἀπό τή ζωή αὐτή τήν πνευματική ἀνάστασή του, πού ἐκδηλώνεται μέ τούς καρπούς τοῦ ἁγίου Πνεύματος: τήν ἀγάπη, τή χαρά, τήν εἰρήνη, τή μακροθυμία, τήν ἐγκράτεια. Τό ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος: ῾ὅσοι τῷ κανόνι τούτῳ στοιχήσουσιν, εἰρήνη ἐπ᾽ αὐτούς καί ἔλεος καί ἐπί τόν ᾽Ισραήλ τοῦ Θεοῦ᾽. Ὅσοι ἀκολουθοῦν αὐτήν τήν ἀρχή, θά ἔχουν τήν εἰρήνη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ μαζί τους, αὐτοί καί ὅλος ὁ λαός τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἐν Χριστῷ δηλαδή ἄνθρωπος πού μετέχει στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ ὡς μέλος Αὐτοῦ καί ὡς τηρητής τῶν ἐντολῶν Του, μακριά συνεπῶς ἀπό τήν ἁμαρτία, ζεῖ ἐνεργά μέσα στή χάρη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Εἶναι μέσα στόν Θεό καί ὁ Θεός μέσα σ᾽ αὐτόν. Βρίσκεται ὅσο εἶναι δυνατόν  σέ μία κατάσταση ἀδιάκοπης θείας κοινωνίας.
 Κανείς δέν εἶπε ὅτι ὁ δρόμος τοῦ χριστιανοῦ εἶναι εὔκολος. ῾Οὐδείς ἀνῆλθεν εἰς τόν οὐρανόν μετά ἀνέσεως᾽, μᾶς λένε οἱ ἅγιοί μας, στοιχώντας στή ζωή καί τόν λόγο τοῦ Κυρίου. Χρειάζεται νά σταυρώνουμε καθημερινῶς τά πάθη καί τίς ἁμαρτίες μας, διότι λάβαμε διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος τή δύναμη γι᾽ αυτό, προκειμένου νά διατηρεῖται ἡ χάρη τοῦ βαπτίσματος μέσα μας, δηλαδή ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι καί ὅλοι οἱ ἅγιοι τό ἔκαναν. ᾽Απομένει νά τό ἀποδεικνύουμε καί ἐμεῖς.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, «Δούρειος ίππος»

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Σεπτεμβρίου, 2013

Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής Προ της Υψώσεως
(Γαλ. ΣΤ’ 11-18)
Γράφει ο Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος,
Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. Κονίτσης
e-mail: ioil.konitsa@gmail.com
Ας έχει δόξα ο Θεός, αγαπητοί αδελφοί, διότι εκτός των άλλων, μας δίνεται η δυνατότητα και δια του γραπτού θεοπνεύστου λόγου, να πληροφορούμαστε τι ακριβώς συνέβαινε στο ξεκίνημα της ζωής τη Εκκλησίας μας.
Είναι δε τόσο άμεσο το Αποστολικό κείμενο, που ακούμε την Κυριακή προ της Υψώσεως, ώστε αισθανόμαστε ότι βιώνουμε μαζί με τον Απόστολο Παύλο, τον αγώνα για να διατηρηθεί η πίστη ακέραιη και όπως ακριβώς την αποκάλυψε στους Αγίους Αποστόλους αυτός ο Κύριος Ιησούς Χριστός!
Το κείμενο είναι πολύ διαφωτιστικό στην ανάπτυξή του, και η ύλη του κυρίως ιστορικοεκκλησιαστική, διαφωτίζει το όλο ζήτημα.
Ας εμβαθύνουμε λοιπόν, αφού πρώτα μελετήσουμε ο καθένας ολόκληρο το ιερό κείμενο.
Είναι γνωστό ότι οι Ιουδαίοι, κατά τρόπο φανατικό, θεωρούσαν τον εαυτό τους «λαό του Θεού» και ονόμαζαν «έθνη» όλους τους άλλους λαούς, με την έννοια ότι οι λαοί αυτοί, αποξενωμένοι από τον αληθινό Θεό, θρήσκευαν στο σύνολό τους ως πολυθεϊστές και ειδωλολάτρες.
Όταν λοιπόν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου και ο κάθε άνθρωπος πλέον είχε την δυνατότητα να ενταχθεί οργανικά στο Σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία, τότε από μέρους των Ιουδαίων προέκυψε ένα σοβαρότατο θέμα.
Ενώ από πλευράς των Αποστόλων μπορούσε ελεύθερα, οποιοσδήποτε ήθελε να βαπτισθεί Χριστιανός, οι Ιουδαίοι προσήλυτοι στην πίστη, απαιτούσαν, οι «εξ εθνών» Χριστιανοί, να μην αρκούνται για την είσοδό τους στην Εκκλησία μόνο στο βάπτισμα, αλλά να εφαρμόζουν και την περιτομή του Μωσαϊκού Νόμου.
Το θέμα που είχε προκύψει, δεν ήταν καθόλου απλό και προϊόντος του χρόνου δημιουργούσε ισχυρούς τους κραδασμούς. Γι’ αυτό και λύνεται οριστικά πλέον στην Αποστολική Σύνοδο το 49 μ.Χ. στα Ιεροσόλυμα.
Όπως βλέπουμε στο ΙΕ’ κεφάλαιο του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων, φανατικοί υποστηρικτές της περιτομής, ήταν οι Φαρισαίοι που είχαν ασπασθεί τον Χριστιανισμό. Ο φανατισμός τους μάλιστα είχε φθάσει σε τόσο ακραίο σημείο, ώστε επέμεναν ότι οι μη Ιουδαίοι Χριστιανοί, έπρεπε όχι μόνο να περιτέμνονται, αλλά και να υποχρεώνονται να τηρούν ολόκληρο τον Μωσαϊκό Νόμο! (Πράξ. Αποστ. ΙΕ’ 5)
Και προκύπτει στο σημείο αυτό το εξής βασικό ερώτημα: Οι Φαρισαίοι που εμφανίζονταν τώρα ως Χριστιανοί, είχαν όντως γίνει Χριστιανοί; Ή κάτι άλλο κρυβόταν κάτω από την επιφάνεια και πίσω από τα φαινόμενα; Η απάντηση στο ερώτημα θα διαμορφωθεί από την ιστορική ανάπτυξη του θέματος. Θα αποδειχθεί δηλ., ότι δεν πρέπει να υπάρχει αφέλεια και οι πιστοί δεν πρέπει να εξαπατώνται από τα φαινόμενα.
Οι φανατικοί λοιπόν Φαρισαίοι που «δέχτηκαν» τη νέα πίστη, ως «τέκνα υπακοής της Εκκλησίας και μάλιστα των Αποστόλων», όχι μόνο δεν αρκέστηκαν στο να υποστηρίζουν την απαράδεκτη αυτή γνώμη τους, αλλά και μετά το πέρας της Αποστολικής Συνόδου, οργάνωσαν και ισχυρή προπαγάνδα!
Απεσταλμένοι μάλιστα άνθρωποι των ιδίων αντιλήψεων, έφθασαν στη Συρία, την Κιλικία, και προπάντων στη μεγάλη Αντιόχεια, και επέμεναν να φωνάζουν προς τους εκεί πολυάριθμους εξ εθνών Χριστιανούς, ότι όφειλαν, έστω και εκ των υστέρων, να λάβουν τη Μωσαϊκή περιτομή, διότι, διαφορετικά η Χριστιανική πίστη και αυτό το Βάπτισμα «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», ήταν μάταια και ανίκανα για τη σωτηρία τους (Πράξ. ΙΕ’ 1).
Φυσικά οι ταλαίπωροι αυτοί Φαρισαίοι και τα μίσθαρνα όργανά τους, αποδείκνυαν στην πράξη ότι όχι μόνο τη νέα «εις Χριστόν πίστιν» αγνοούσαν και πολεμούσαν, αλλά ήταν άγευστοι και αυτού του πνεύματος της Παλαιάς Διαθήκης. Και τούτο, διότι η ορθή Πίστη και η κατά το δυνατόν τήρηση του Νόμου της Παλαιάς Διαθήκης, οδηγεί στην Πίστη του Χριστού.
Ήταν μάλιστα τόσο «συνεπείς» και με τόση ακρίβεια «βίωναν» την εν Χριστώ ζωή, ώστε όχι μόνο περιφρόνησαν την Σύνοδο των Αποστόλων, η οποία έκλεισε με τη Θεόπνευστη φράση «έδοξε γαρ τω Αγίω Πνεύματι και ημίν» (Πράξ, ΙΕ’ 28), αλλά κηρύχθηκαν φανερά κατά αυτής της Αποστολικής Αποφάσεως. Και αφού δεν κατόρθωσαν να την ματαιώσουν, και αφού είχε ληφθεί ομόφωνη Αποστολική απόφαση, οργάνωσαν τώρα την αντίπραξή τους «μυστικά».
Όταν κανείς μελετά με προσοχή και σε βάθος τις ενέργειές τους, είναι υποχρεωμένος να δεχθεί ότι συνεννοήθηκαν και με τα εκτός της Παλαιστίνης Χριστιανομάχα – Χριστοκτόνα φαρισαϊκά κέντρα. Αν αυτό αποτελεί κάτι το δύσκολο για κάποιους άλλους, για τον Φαρισαϊσμό αυτό είναι εκ των ων ουκ άνευ. Και τούτο αποδεικνύεται, διότι, αμέσως και ταυτοχρόνως αρχίζει η Ιουδαΐζουσα επιβολή στους κόλπους της Εκκλησίας, από τα Ιουδαΐζοντα στοιχεία, με διπλό και καταχθόνιο σκοπό. α)Την ποικίλη νόθευση του δόγματος, με κύριο στόχο αυτή τη Θεότητα του Χριστού, και β)την παράλυση της Εκκλησιαστικής οργανώσεως και πειθαρχίας, με απώτερο σκοπό την διάσπαση και κατακερμάτιση της πολύτιμης ενότητας.
Η κατάσταση από εκείνη τη στιγμή έγινε περισσότερο από τραγική. Και μόνο από αυτό το αντικειμενικό πρίσμα των γεγονότων μπορεί να αισθανθεί κανείς την αγωνία και το δράμα που ζούσε ο Απόστολος Παύλος, για να κρατηθεί σε αρραγή ενότητα το Σώμα του Χριστού.
Ο ίδιος μάλιστα ο Απόστολος των Εθνών, μαρτυρεί ότι η εβραϊκή προπαγάνδα είχε περάσει στις Εκκλησίες της Γαλατίας, της Εφέσου, των Κολοσσών, και των Φιλίππων. Και δεν αρκέστηκαν μόνο σ’ αυτό. Συνάμα, η φαρισαϊκή επιβουλή οργάνωνε στις διάφορες πόλεις που δέχονταν το λόγο του Θεού, επιθέσεις κατά του Παύλου και των συνεργατών του. Φανάτιζαν από τη μια τους όχλους των πολυπληθών Ιουδαϊκών κοινοτήτων, παρουσιάζοντας τον Απόστολο ως δήθεν αποστάτη της «πατρώου θρησκείας», και από την άλλη διέγειραν εναντίον του αποστολικού κλιμακίου τα πλήθη των ειδωλολατρών.
Ομολογουμένως, στο σημείο αυτό ανακαλύπτει κανείς τις ρίζες του φοβερού μίσους των Εβραίων εναντίον του Αποστόλου Παύλου. Μίσος που φθάνει έως και των ημερών μας και ολοένα και περισσότερο μέσω των αιώνων διογκώνεται.
Εάν στη συνέχεια θελήσουμε να δούμε κάτι από την μέθοδο της φαρισαϊκής προπαγάνδας, κατά της Χριστιανικής Εκκλησίας, θα ανακαλύψουμε ότι την εσωτερική επιβουλή διηύθηναν σε κάθε τοπική Εκκλησία, σμήνη ιουδαϊζόντων ετεροδιδασκάλων και ψευδοδιδασκάλων, οι οποίοι μάλιστα χρησιμοποιούσαν και πρόσωπα του γυναικείου κόσμου, πολυφαύλου ποιότητος για την προπαγάνδα των οικογενειών (Β’ Τιμ. Γ’ 6).
Φυσικά για το ποιόν των ψευδοδιδασκάλων αυτών, έκανε λόγο ο ίδιος ο Απόστολος, που δεν γνώριζε την διανοητική και ηθική τους κατάσταση για πρώτη φορά όταν, αυτοί του ξεκίνησαν τον πόλεμο, αλλά τους είχε ζήσει και τους γνώριζε πολύ καλά, όντας ο ίδιος Φαρισαίος πριν από «την οδόν της Δαμασκού».
Πρόκειται περί ανθρώπων δίχως συνείδηση και πίστη. Ανθρώπων αντιφατικών, ματαιολόγων, τυφλωμένων, αλλοπρόσαλλων, διεφθαρμένων και ψυχών που μένουν αδιάφοροι προς την Αλήθεια. Ταυτοχρόνως αποδεικνύονται σκανδαλοποιοί και κυρίως άνθρωποι του χρήματος.
Δρούσαν δε κατά συνωμοτικό τρόπο και αναλόγως τις συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή που έφθαναν. Φυσικά, το όλο σχέδιο της τακτικής ελάμβανε την τελική έγκριση από τα φαρισαϊκά κέντρα.
Στην Εκκλησία των Κολασσών, επί παραδείγματι, νόθευαν και το δόγμα για τον Χριστό, με θεολογήματα και φιλοσοφήματα της κοινής απάτης. Επίσης, προπαγάνδιζαν περί των καθαρών και ακαθάρτων φαγητών και πραγμάτων, έκαναν λόγο για τις νουμηνίες και άλλες πολύπλοκες και ανεφάρμοστες φυσικά διατάξεις του Νόμου.
Σε άλλη περιοχή, στην Εκκλησία της Γαλατίας, δεν έθιγαν μεν αμέσως το Χριστολογικό – θεολογικό δόγμα, το κατέλυαν όμως εμμέσως, και τούτο διότι εξιουδάιζαν τον Χριστιανισμό, και για την σωτηρία του ανθρώπου απαιτούσαν τον παλαιοδιαθηκικό τυπικισμό.
Αλλά στο σημερινό Αποστολικό Ανάγνωσμα, ο Απόστολος Παύλος προσθέτει και αποκαλύπτει τελείως τον χαρακτήρα των ψευδοδιδασκάλων και «ψευδαδέλφων» αυτών.
Και η ουσία είναι ότι απέφευγαν το κεντρικό κήρυγμα της Πίστεως στον Εσταυρωμένο Ιησού. Αυτό το έκαναν διότι δεν ήθελαν να ενοχλούνται και να διώκονται από τους Ιουδαίους και τους Εθνικούς, ακριβώς διότι αυτοί δεν μπορούσαν να δεχθούν την Αλήθεια περί του Σταυρού του Χριστού. Ο Σταυρός, αποτελούσε και αποτελεί σκάνδαλο για τους Ιουδαίους και μωρία για τους ειδωλολάτρες.
Όμως, παρά τη δειλία τους αυτή για το κήρυγμα του Σταυρού, έναντι των Ιουδαίων και των Εθνικών, και ενώ θα έπρεπε, εάν ήσαν γνήσιοι Απόστολοι, να δίνουν και τη ζωή τους για την Αλήθεια, και παρά την απόφαση της Αποστολικής Συνόδου, αυτοί «ηνάγκαζαν» δηλ., με κάθε τρόπο προσπαθούσαν να πείσουν τους εξ εθνών Χριστιανούς ότι όφειλαν να περιτέμνονται.
Και ας μη νομίσει κανείς, αφελώς, ότι η επιμονή τους αυτή οφειλόταν σε ειλικρινή πεποίθηση. Ουδέποτε συνέβαινε αυτό. Οι ετεροδιδάσκαλοι Φαρισαίοι – Εβραίοι, δημιουργούσαν τις πεποιθήσεις τους όχι από το Νόμο ή την ανιδιοτελή τους δήθεν συνείδηση, αλλά από αυτά τα συμφέροντά τους.
Και πάλι ο Παύλος αποκαλύπτει την όλη αλήθεια περί των προσώπων αυτών, για να μη θεωρηθεί ως συκοφαντία η παραπάνω θέση.
Τονίζει ότι το έκαναν αυτό, διότι «ήθελαν να ευπροσωπούν εν σαρκί». Πράγμα το οποίο σημαίνει, να είναι αρεστοί, να ευαρεστούν, να ευχαριστούν. Με τη φράση δε «εν σαρκί», εννοείται εδώ «ο κατά σάρκα Ισραήλ». Οι Φαρισαίοι δηλ. και γενικώς οι Ιουδαίοι, κατ’ αντίθεση προς τον «Ισραήλ του Θεού», των «εν Πνεύματι Θεού», δηλ. τους πιστούς του Χριστού!
Αλλά, γιατί ήθελαν να είναι ευάρεστοι στον «κατά σάρκα Ισραήλ»; Απλώς για λόγους στενά εθνικιστικούς; Αναμφιβόλως όχι. Αλλά, διότι οι αρχηγοί τους και οι πρόκριτοι του «κατά σάρκα Ισραήλ» στην εβραϊκή διασπορά, μεταξύ των εθνών, διέθεταν πλούσια ταμεία και γνώριζαν να ανταμείβουν τα ποικίλα όργανά τους, και μάλιστα τα όργανα αυτού του είδους και του επιπέδου.
Και δεν χρειάζεται καν να τονίσουμε ότι και στο σημείο αυτό η ιστορία της κάθε εποχής αντιγράφει τις σελίδες της.
Και πάλι ο Θεόπνευστος Απόστολος σημειώνει ότι οι ψευδοδιδάσκαλοι αυτοί έκαμαν χρηματοπορισμό την ευσέβεια και είχαν θεό τους την κοιλιά τους (Α’ Τιμ., στ’ 5, Φιλιπ., Γ’ 18-19).
Αλλά είναι ανάγκη αδελφοί μου να συνεχίσουμε την όλη ανάπτυξη του θέματός μας σε συνδυασμό με το Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής μετά την Ύψωσιν.
Πολλά τα συμπεράσματα που μπορούν να βγουν από το όλο θέμα.
Εμείς ας μείνουμε σε τούτο. Στο ότι οποιοσδήποτε παρουσιάζεται ως κήρυκας και διδάσκαλος, δεν σημαίνει ότι είναι και αυθεντικός εκφραστής και ερμηνευτής του λόγου του Θεού και της ζωής της Εκκλησίας μας.
Γι’ αυτό προσοχή και πάλι προσοχή στους «λύκους» που εισέρχονται «εν δορά προβάτου».
Ο λόγος του Αγίου Ιγνατίου, σε κάθε εποχή, κυρίως όμως στις ημέρες μας γίνεται αφυπνιστικός και αποτελεί λυδία λίθο για τα πρόσωπα που παρουσιάζονται ως καθοδηγηταί του ποιμνίου.
Λέει λοιπόν ο Αποστολικός Πατήρ: «Πας ο λέγων παρά τα διατεταγμένα, κάν’ τε αξιόπιστος η, καν νηστεύει, καν παρθενεύει, καν σημεία ποιεί, καν προφητεύει, λύκος σοι φαινέσθω εν προβάτου δορά, προβάτων φθοράν κατεργαζόμενος»!
Το λοιπόν, αδελφοί, άγρυπνη προσοχή και αδιάλειπτη προσευχή. Αμήν.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΐΣΙΟΣ: ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΕ ΠΟΝΟ

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Σεπτεμβρίου, 2013

15

Όλη η βάση που γίνεται η ευχή είναι να πονάει ο άνθρωπος. Αν δεν πονάει, μπορεί να κάθεται ώρες με το κομποσχοίνι και η προσευχή του να μην έχει κανένα αποτέλεσμα. Αν υπάρχει πόνος για το θέμα για το οποίο προσεύχεται, ακόμη και με έναν αναστεναγμό κάνει καρδιακή προσευχή.
Πολλοί, όταν την στιγμή που τους ζητούν οι άλλοι να προσευχηθούν δεν έχουν χρόνο, προσεύχονται με έναν αναστεναγμό για το πρόβλημά τους. Δεν λέω να μην κάνει κανείς προσευχή, αλλά, αν τυχόν δεν υπάρχει χρόνος, ένας αναστεναγμός για τον πόνο του άλλου είναι μια καρδιακή προσευχή· ισοδυναμεί δηλαδή με ώρες προσευχής.
Διαβάζεις λ.χ. ένα γράμμα, βλέπεις ένα πρόβλημα, αναστενάζεις και μετά προσεύχεσαι. Αυτό είναι μεγάλο πράγμα! Πριν πιάσεις το ακουστικό, πριν ακόμα καλέσεις, σε ακούει ο Θεός! Και το πληροφορείται ο άλλος. Να δείτε πως οι δαιμονισμένοι καταλαβαίνουν πότε κάνω προσευχή γι’ αυτούς και φωνάζουν όπου κι αν βρίσκονται!
Η πραγματική προσευχή ξεκινάει από έναν πόνο· δεν είναι ευχαρίστηση, «νιρβάνα». Τι πόνος είναι; Βασανίζεται με την καλή έννοια ο άνθρωπος. Πονάει, βογκάει, υποφέρει, όταν κάνει προσευχή για οτιδήποτε.
Ξέρετε τι θα πει υποφέρει; Ναι, υποφέρει, γιατί συμμετέχει στον γενικό πόνο του κόσμου ή στον πόνο ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Αυτήν την συμμετοχή, αυτόν τον πόνο, τον ανταμείβει ο Θεός με την θεία αγαλλίαση.Δεν ζητάει βέβαια ο άνθρωπος την θεία αγαλλίαση, αλλά η θεία αγαλλίαση έρχεται ως συνέπεια, επειδή συμμετέχει στον πόνο του άλλου.
Απόσπασμα από το βιβλίο: “Λόγοι Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Στ’: Περί προσευχής” 

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το Γενέσιον της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Σεπτεμβρίου, 2013

Μεταξύ των μεγάλων θεομητορικών εορτών περιλαμβάνεται και το Γενέσιον ή Γενέθλιον ή της Γεννήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου.
Ένα γεγονός το οποίο τιμάται με κατάνυξη και θρησκευτική ευλάβεια από τους ορθοδόξους χριστιανούς.
Το Γενέσιον της Θεοτόκου τιμάται από την Εκκλησία μας στις 8 Σεπτεμβρίου.
Ιωακείμ και Άννα και η λύση της ατεκνίας.
Όταν έφτασε η ημέρα του Κυρίου η μεγάλη και οι Ισραηλίτες πρόσφεραν τα δώρα τους, στάθηκε μπροστά στον Ιωακείμ ο Ρουβίμ και του είπε: Δεν επιτρέπεται να προσφέρεις πρώτος τα δώρα σου, «καθότι σπέρμα οὐκ ἐποίησαςἐν τῷ Ἰσραήλ», επειδή δηλαδή είσαι άτεκνος. Ο Ιωακείμ λυπήθηκε πάρα πολύ και είπε: Θα ερευνήσω ανάμεσα στις δώδεκα φυλές του Ισραήλ για να διαπιστώσω αν μόνον εγώ ανάμεσά τους είμαι άτεκνος. Και ερεύνησε και διαπίστωσε ότι όλοι οι δίκαιοι είχαν τέκνα. Τότε θυμήθηκε τον πατριάρχη Αβραάμ  ότι στα βαθιά γεράματά του, του χάρισε ο Θεός το γιό του, τον Ισαάκ. Περίλυπος ο Ιωακείμ δεν γύρισε στο σπίτι του. Πήγε στην έρημο, έστησε τη σκηνή του και νήστεψε σαράντα μερόνυχτα, με την απόφαση να μη γυρίσει στο σπίτι του για να φάει και να πιει, μέχρις ότου τον επισκεφθεί ο Κύριος και Θεός του.
Στο μεταξύ η γυναίκα του η Άννα θρηνούσε και έκλαιγε λέγοντας· κλαίω για τη χηρεία μου, κλαίω και για την ατεκνία μου. Έφτασε η ημέρα του Κυρίου η μεγάλη και η Ιουδίθ, η υπηρέτριά της, της είπε: Μέχρι πότε θα ταπεινώνεις την ψυχή σου; Να, έφτασε η μεγάλη ημέρα του Κυρίου και δεν επιτρέπεται να πενθείς. Πάρε όμως αυτόν εδώ τον κεφαλόδεσμο, πού μου έδωσε η γυναίκα πού τον έφτιαξε και δεν επιτρέπεται να τον ανοίξω εγώ, μια υπηρέτρια, επειδή έχει σημασία βασιλική. Η Άννα της είπε: Φύγε από κοντά μου· αυτό εγώ ποτέ δεν το έκανα και όμως ο Κύριος με ταπείνωσε πάρα πολύ. Μήπως κάποιος πονηρός σου τον έδωσε και ήρθες για να με κάνεις συμμέτοχη στην αμαρτία σου; Η Ιουδίθ απάντησε: Τι να σου καταραστώ, αφού ο Κύριος έκλεισε τη μήτρα σου για να μην αφήσεις απογόνους στον Ισραήλ;
Περίλυπη η Άννα έβγαλε τα πένθιμα ρούχα, άφησε ξέπλεγα τα μαλλιά της, ντύθηκε με τα νυφικά της ενδύματα και γύρω στις 9η ώρα κατέβηκε να περπατήσει στον κήπο της. 
Σε λίγο κάθισε κάτω από μια δάφνη και προσευχήθηκε στον Κύριο λέγοντας: «ὉΘεός τῶν πατέρων ἠμῶν, εὐλόγησον μέ καί ἐπάκουσον τῆς δεήσεώς μου, καθώς εὐλόγησας τήν μήτραν Σάρρας καί ἔδωκας αὐτή υἱόν τόν Ἰσαάκ». Σηκώνοντας κατόπιν τα μάτια της ψηλά στον ουρανό είδε στο δέντρο της δάφνης μια φωλιά γεμάτη νεοσσούς και έβγαλε θρηνητική κραυγή λέγοντας: «Ἀλίμονό μου, ποιός μέ γέννησε καί ποιά μήτρα μέ ξεφύτρωσε; Γιατί ἐγώ στά μάτια τοῦ Ἰσραήλ εἶμαι καταραμένη καί μέ κοροϊδεύουν καί μέ προσβάλλουν στό ναό τοῦ Κυρίου.Ἀλίμονό μου, μέ τί ἐξομοιώθηκα ἐγώ; Δέν ἐξομοιώθηκα μέ τά πουλιά, ἀφοῦ αὐτά εἶναι γόνιμα. Δέν ἐξομοιώθηκα μέ τά ἄγρια ζῶα, ἀφοῦ καί κεῖνα εἶναι γόνιμα, χάρη σέ σένα, Κύριε. Δέν ἐξομοιώθηκα μέ τά νερά αὐτά, ἀφοῦ καί τοῦτα εἶναι γόνιμα. Ἀλίμονό μου, μέ ποιόν ἐξομοιώθηκα; Οὔτε μέ τή γῆ αὐτή, ἀφοῦ  καί ἡ γῆ προσφέρει τούς καρπούς στόν καιρό της καί εὐλογεῖ ἐσένα, Κύριε».
«Καί ἰδού ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη». Ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά της άγγελος, απεσταλμένος από τον Θεό, και της λέει: Άννα, ο Κύριος άκουσε την προσευχή σου. Θα συλλάβεις και θα γεννήσεις· ο καρπός σου θα γίνει γνωστός σ’ όλη την οικουμένη. Εκείνη είπε: Ζει Κύριος ο Θεός μου· αν γεννήσω, είτε αγόρι είτε κορίτσι, θα το προσφέρω ως δώρο στον Κύριο τον Θεό μου, για να τον λατρεύει και να τον υπηρετεί σ’ όλη τη ζωή του. Τότε δύο αγγελιοφόροι την πλησίασαν και της είπαν: Να, ο άντρας σου ο Ιωακείμ έρχεται με τα κοπάδια του. Διότι άγγελος Κυρίου κατέβηκε από τον ουρανό και του ανήγγειλε: Ιωακείμ, άκουσε Κύριος ο Θεός την προσευχή σου. Γύρνα πίσω στο σπίτι σου, 
γιατί η Άννα, η γυναίκα σου, θα μείνει έγκυος.
Επέστρεψε λοιπόν ο Ιωακείμ από την έρημο, φώναξε τούς βοσκούς των κοπαδιών του και έδωσε εντολή να του φέρουν 10 αμνάδες για να τις προσφέρει στον Θεό, ως θυσία, 12 μοσχαράκια για προσφορά στους ιερείς και τη γερουσία, και εκατό «χιμάρους παντί τῷ λαῶ». Στην εξώπορτα τον περίμενε η Άννα. Έτρεξε, κρεμάστηκε από τον τράχηλο του και με χαρά του είπε: «Ξέρω τώρα καί δένἀμφιβάλω, ὅτι ὁ Θεός μέ εὐλόγησε πάρα πολύ. Τώρα πιά ἡ χήρα δέν εἶναι χήρα, καί ἡ ἄτεκνη θά μείνω ἔγκυος». Την πρώτη μέρα μετά την επιστροφή του από την έρημο στο σπίτι, ο Ιωακείμ αναπαύθηκε.
Την επόμενη πρόσφερε τα δώρα του λέγοντας μες στην ψυχή του: Το αν ο Κύριος με ελεήσει, θα γίνει φανερό από τον τρόπο πού θα δεχθεί τη θυσία του ιερέα. Πρόσφερε λοιπόν τα δώρα του ο Ιωακείμ και παρακολουθούσε τον ιερέα πώς ανέβηκε στο θυσιαστήριο· και δεν διαπίστωσε σ’ αυτόν αμαρτία. Τότε είπε: Τώρα πλέον ξέρω ότι ο Κύριος με ελέησε και μου συγχώρεσε όλα τα αμαρτήματα. Κατέβηκε από το ναό του Κυρίου δικαιωμένος και γύρισε στο σπίτι του.
Όταν συμπληρώθηκαν οι εννέα μήνες, η Άννα γέννησε. Ρώτησε τη μαία: Τι γέννησα; Της απάντησε: Κορίτσι. Και είπε η Άννα: «Ἐμεγαλύνθη ἡ ψυχή μου ἐν τή ἡμέρα ταύτη». Και έβαλαν τη νεογέννητη στο κρεβατάκι της. Όταν συμπληρώθηκαν οι μέρες, «ἀπεσμήξατο Ἄννα», και άρχισε να τη θηλάζει, της έδωσε το όνομα Μαριάμ.
Η καθιέρωση της εορτής
Η διήγηση του «Πρωτευαγγελίου τοῦ Ἰακώβου» ήταν γνωστή στους άτρωτους χριστιανούς, αλλά τα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής της Υπεραγίας Θεοτόκου (Γενέσιο, Εισόδια,
Ευαγγελισμός, Κοίμησις), άρχισαν να εορτάζονται λατρευτικά μετά την Γ΄ οικουμενική Σύνοδο στην Έφεσο (431) και την Δ΄ στη Χαλκηδόνα (451), όποτε διατυπώθηκε αυθεντικά η πίστη της Εκκλησίας και για το Πρόσωπο της Θεοτόκου. Στο μεταξύ είχαν ανεγερθεί και ναοί προς τιμήν της.
Ήδη από το τέλος του 4ου αιώνος ετελείτο στα Ιεροσόλυμα η δεσποτική εορτή της Υπαπαντής, κατά την οποία όμως οι χριστιανοί τιμούσαν και τη Μητέρα του Κυρίου. Στη συνέχεια καθιερώθηκαν και άλλες εορτές, όπως και του Γενεσίου της Θεοτόκου. Ως πιθανότερος χρόνος εισαγωγής της εορτής θεωρείται το τέλος του 5ου ή οι αρχές του 6ου αιώνος. Και η εορτή αυτή εισήχθη αρχικά στην Αγία Πόλη και ετελείτο στις 8 Σεπτεμβρίου, όπως και σήμερα. Περιεχόμενο του εορτασμού είναι το Γενέσιο της Θεοτόκου, όπως εκτίθεται στο «Πρωτευαγγέλιον του Ιακώβου», από το οποίο ελήφθη και καταχωρήθηκε στο Συναξάριο της ημέρας.
πολυτίκιον χος δ΄.
Ἡ γέννησίς σου Θεοτόκε, χαράν ἐμήνυσε πάση τή οἰκουμένη ἔκ σού γάρἀνέτειλεν ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστός ὁ Θεός ἠμῶν•καί λύσας τήν κατάραν, 
ἔδωκε τήν εὐλογίαν•καί καταργήσας τόν θάνατον, ἐδωρήσατο ἠμίν ζωήν τήν αἰώνιον.
Κοντάκιον. χος δ; .
Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα ὀνειδισμοῦ ἀτεκνίας, καὶ Ἀδὰμ καὶ Εὔα ἐκ τῆς φθορᾶς τοῦθανάτου, ἠλευθερώθησαν Ἄχραντε, ἐν τῇ ἁγίᾳ Γεννήσει σου. Αὐτὴν ἑορτάζει 
καὶ ὁ λαός σου, ἐνοχῆς τῶν πταισμάτων, λυτρωθεὶς ἐν τῷ κράζειν σοι· Ἡ στεῖρα τίκτει τὴν Θεοτόκον, καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν.
Μεγαλυνάριον.
Σήμερον γεννᾶται περιφανῶς, ἐξ ἐπαγγελίας, ἡ Θεόνυμφος Μαριάμ, ἡπροορισθεῖσα, τῷ Λόγῳ πρὸς αἰώνων· ὑμνήσωμεν οὖν πάντες ταύτης τὴν γέννησιν.
πηγή:εδώ

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η αγία Κασσιανή η υμνογράφος +7 Σεπτεμβρίου

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Σεπτεμβρίου, 2013

Η Αγία Κασσιανή γεννήθηκε γύρο στα 805 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη από ευγενείς γονείς. 
Είναι πολύ πιθανό η οικογένειά της να προερχόταν από το μικρό νησί της Κάσου, εξ ου και το όνομά της. 
Ήταν μοναχοκόρη και ξεχώριζε για την σπάνια ευφυΐα της αλλά και για την εξαιρετική ομορφιά της.
Όταν ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος ήθελε να νυμφευθεί, οργάνωσε δεξίωση στη μεγαλοπρεπή αίθουσα των ανακτόρων, που λεγόταν «τρίκλινο του μαργαρίτου». 
Στη δεξίωση προσκλήθηκαν οι δώδεκα ωραιότερες και επιφανέστερες κόρες της αριστοκρατίας της Πόλης. 
Ο αυτοκράτωρ έπρεπε να διαλέξει τη μέλλουσα βασίλισσα προσφέροντάς
της ένα χρυσό μήλο. 
Ο Θεόφιλος εντυπωσιάθηκε αμέσως από την ομορφιά της Κασσιανής και την πλησίασε. Ήθελε να δοκιμάσει όμως και το πνεύμα της, γι’ αυτό πριν της δώσει το μήλο αστειευόμενος της είπε: «Από τη γυναίκα βέβαια πηγάζουν όλα τα κακά», εννοώντας το παράπτωμα της Εύας. 
Η Κασσιανή του απάντησε «αλλά κι’ από τη γυναίκα πηγάζουν όλα τα καλά» εννοώντας την Παναγία. 
Ο Θεόφιλος δυσαρεστήθηκε από την αναπάντεχη και εύστοχη απάντηση, φοβήθηκε μάλιστα μήπως είναι ανώτερή του στην ευφυΐα, πράγμα που δεν ήθελε και την προσπέρασε δίνονας το χρυσό μήλο στη σεμνή Θεοδώρα.
Μετά από αυτό, η Κασσιανή θέλησε ν΄αποσυρθεί από την κοσμική ζωή και να αφιερώσει τη ζωή της στο Νυμφίο Χριστό. 
Δύο φορές συνελήφθηκε και μαστιγώθηκε, γιατί τιμούσε και προσκυνούσε τις εικόνες. 
Μετά δεκατρία χρόνια ο εικονομάχος Θεόφιλος πέθανε κι η αυτοκράτειρα Θεοδώρα αποκατέστησε την Ορθοδοξία. Τότε κι η Κασσιανή ίδρυσε δικό της μοναστήρι στο Ξερόλοφο, στο λόφο του Εβδόμου της πρωτεύουσας, που ονομάστηκε «τα Κασσίας». 
Εκεί ανέλαβε την ηγουμενία με τις προτροπές και την πνευματική καθοδήγηση του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου. Αλληλογραφούσαν και αλληλοβοηθούνταν κατά τα χρόνια της εικονομαχίας αλλά και στη συνέχεια. Από τη σχέση τους αυτή σώζονται τρεις επιστολές του Αγίου Θεοδώρου προς Κασσίαν κανδιδάτισσαν.
Η Κασσιανή έγινε γνωστή κι σεβαστή από τις αγαθοεργίες και τις ελεημοσύνες της, αλλά κυρίως για το ποιητικό της έργο. 
Στη μονή της περιέθαλπε φτωχές γυναίκες, μα συνάμα αποσυρόταν μελετώντας και γράφοντας. Κατέλιπε στην Εκκλησία μας πλήθος ύμνων, θησαυρούς θεολογίας και λογοτεχνίας, που μέχρι σήμερα ψάλλονται στις ακολουθίες της Εκκλησίας. 
Ο πιο γνωστός της ύμνος είναι ο επώνυμος Ύμνος της Κασσιανής , ο οποίος ψάλλεται κατά την εσπέρα της Μεγάλης Τρίτης
Έγραψε επίσης γνωμικά περί φιλίας και άλλα, που χαρακτηρίζονται από τη σοφία του βίου και τη χάρη του λόγου της. 
Το ποιητικό της έργο την κατατάσσει μεταξύ των κορυφαίων υμνογράφων της Εκκλησίας
Κοιμήθηκε ειρηνικά στη μονή της.
Η μνήμη της Αγίας Κασσιανής εορτάζεται στις 7 Σεπτεμβρίου.
Πηγή: http://noctoc-noctoc.blogspot.com
 http://www.diakonima.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού – «..ίνα μη τω Σταυρώ του Χριστού διώκονται»

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Σεπτεμβρίου, 2013

Ο Σταυρός του Χριστού μας διδάσκει μια μεγάλη αλήθεια. Ότι η χριστιανική ζωή δεν είναι εύκολη. Ότι κρύβει διωγμό. Απόρριψη. Κόπο και λύπη κατά κόσμον. Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Γαλάτες, διαλύει κάθε ψευδαίσθηση ότι η πίστη στο Θεό εξασφαλίζει άνεση και ευχάριστη πορεία. «Όσοι θέλουν να αποκτήσουν καλή φήμη στους ανθρώπους, αυτοί σας υποχρεώνουν να περιτέμνεστε, με μόνο στόχο να μην καταδιώκονται από τους Ιουδαίους εξαιτίας του σταυρού του Χριστού» (Γαλ.6, 12). Όσοι ήταν χριστιανοί, καταδιώκονταν από τους Ιουδαίους εξαιτίας της πίστης στο Χριστό και στο σταυρό Του, που για τους Ιουδαίους ήταν «σκάνδαλο». Γνωρίζουμε από την Ιστορία ότι και οι ειδωλολάτρες καταδίωξαν τους χριστιανούς, εξαιτίας της πίστης τους στο Χριστό και στο Σταυρό, που για εκείνους ήταν «μωρία». Δύσκολος λοιπόν ο δρόμος της πίστης και όχι ευχάριστος κατά κόσμον.
                Γιατί όμως οι άνθρωποι δεν θέλουν το Σταυρό του Χριστού και απορρίπτουν τους χριστιανούς, που πιστεύουν σε Εκείνον;
                Διότι ο Σταυρός μας υπενθυμίζει ότι το νόημα της ζωής μας βρίσκεται στη θυσία. Και δεν είναι μόνο η προτίμηση να παραιτηθούμε από τη ζωή αν αυτή απαιτεί από εμάς να απαρνηθούμε την πίστη μας. Η θυσία έχει να κάνει και με την παραίτηση από τα δικαιώματά μας, από το θέλημά μας. Και δεν είναι εύκολο για κανέναν να αποδεχθεί μια τέτοια θυσία. Όταν μάλιστα από όλους τονίζεται ότι θα πρέπει να βρίσκουμε το δίκιο μας και να το υπερασπιζόμαστε με κάθε τρόπο, ότι η κοινωνία και ο κόσμος περιφρονούν και περιθωριοποιούν όσους προτιμούν να συγχωρούν εκείνους που τους βλάπτουν και να μην ανταποδίδουν το κακό, ακόμη κι αν βγαίνουν ζημιωμένοι ως προς το κάθε λογής συμφέρον, ο δρόμος του σταυρού φαντάζει δυσκολότερος. Όταν ο κόσμος θεωρεί πως η ικανοποίηση που τα πάθη μάς προσφέρουν είναι αυτή που δίνει ευχαρίστηση και ομορφιά στη ζωή, το να παραιτηθούμε από το ίδιον θέλημα και να ακολουθήσουμε τον Χριστό στο σταυρό αποτελεί έλεγχο για τον άνθρωπο που δεν πιστεύει. Και ο έλεγχος δεν προβληματίζει συνήθως καλώς. Αντιθέτως, επειδή οι μη πιστεύοντες στο σταυρό θέλουν να δικαιολογήσουν τον εαυτό τους για το σκοτάδι, στο οποίο επέλεξαν να ζήσουν, απορρίπτουν εκείνους που διαλέγουν την οδό που οδηγεί στο Φως της ζωής.
                Ο Σταυρός ακόμη μας υπενθυμίζει ότι υπάρχει ένα πρότυπο, στο οποίο καλούμαστε να μοιάσουμε. Κι εμείς συνήθως έχουμε πρότυπα τους εαυτούς μας ή ό,τι ενσαρκώνει το ιδανικό του παρόντος. Υλικά αγαθά, πρόσβαση στη γνώση και την πληροφορία, συνθήκες ζωής και το μεγάλο ερώτημα «γιατί ο άλλος να έχει περισσότερο από εμένα;» αποτελούν ιδανικά του κόσμου τούτου, τα οποία, ενσαρκωμένα σε πρόσωπα διάσημα, μάς κάνουν προς τα εκεί να στρεφόμαστε. Ο Σταυρός μας υπενθυμίζει ένα πρότυπο μοναδικής ταπείνωσης, τον Θεό που γίνεται άνθρωπος, «κενώσας εαυτόν», και που διάλεξε να πεθάνει για τον άνθρωπο, να έρθει δηλαδή αντίθετα στην ίδια του την φύση. Ο χορηγός της ζωής γεύθηκε την πικρίλα του θανάτου. Το σημείο του Σταυρού μας υπενθυμίζει ότι έχουμε πρότυπο αιώνιο και ανεπανάληπτο και μας καλεί να Τον ακολουθήσουμε. Όμως εμείς επαναλαμβάνουμε συνεχώς την ιστορία της πτώσης μας. Διαλέγουμε να αυτοθεωνόμαστε και να μην ακολουθούμε τον Θεό μας.
                Ο Σταυρός, τέλος, μας υπενθυμίζει ότι η ύπαρξή μας χρειάζεται να προσανατολιστεί στην αιωνιότητα. Ότι δεν σταματά η ζωή μας την ώρα του θανάτου. Αλλά για να ζήσουμε την πορεία προς την Ανάσταση και την αθανασία, χρειάζεται να θυμόμαστε τις εντολές του Θεού και να αγωνιζόμαστε να τις κάνουμε πράξη. Και αυτός ο δρόμος φαντάζει ιδιαίτερα οπισθοδρομικός. Οι άνθρωποι επιδιώκουμε την αυτο-ελευθερία. Δεν θέλουμε κανέναν πάνω από το κεφάλι μας. Θεωρούμε τις εντολές του Θεού δέσμευση, ιδίως την αγάπη. Και ό,τι δεν καταλαβαίνουμε ή ό,τι έρχεται σε αντίθεση με το φρόνημα της σαρκός μας μάς  οδηγεί στο να το μειώνουμε και να το διαγράφουμε από τη ζωή μας.
                Οι Γαλάτες παρασύρονταν από εκείνους τους χλιαρούς εξ Ιουδαίων χριστιανούς που πίστευαν ότι με το τέχνασμα της περιτομής θα γλίτωναν από την μήνι των παραδοσιακών Ιουδαίων. Ότι για  όσους οι χλιαροί θα  έπειθαν να περιτμηθούν, οι παραδοσιακοί και ζηλωτές Ιουδαίοι θα έδειχναν επιείκεια γιατί θα έκαναν και τους υπόλοιπους χριστιανούς όμοιους με τους Ιουδαίους τουλάχιστον ως προς την περιτομή. Ότι ο χριστιανισμός θα ήταν μία ιουδαϊκή αίρεση, στα όρια του ανεκτού. Ο Παύλος όμως απορρίπτει αυτή τη νοοτροπία. Η μόνη οδός είναι η καύχηση για το Σταυρό που οι φανατικοί Ιουδαίοι απέρριπταν. Δεν έχει νόημα κάποιος να κρύβει την ταυτότητά του ούτε να προσπαθεί να την ωραιοποιήσει, για να γίνει αρεστός.
                Είμαστε χριστιανοί σήμερα και σε κάθε εποχή σημαίνει ότι καλούμαστε να ακολουθήσουμε την οδό του σταυρού. Να την διακηρύξουμε έργοις και λόγοις. Χωρίς τεχνάσματα. Χωρίς δήθεν προσαρμογές στη νοοτροπία του κόσμου. Αλλά με σαφήνεια. Με προσανατολισμό στη θυσία, στην ακολούθηση του προτύπου μας που είναι ο Χριστός και στην τήρηση των εντολών του Ευαγγελίου. Αυτός είναι και ο γνήσιος εκκλησιαστικός δρόμος και τρόπος. Και σε μια εποχή κατάρρευσης των ψευδαισθήσεων, αξίζει να εντρυφήσουμε στην αυτοσυνειδησία μας και να διαλέξουμε και πάλι την Σταυρώσιμη πορεία. Γνωρίζουμε ότι την συνοδεύει η Ανάσταση. Χρειάζεται όμως τόλμη, για να μπορέσουμε να υπερνικήσουμε δισταγμούς, ψευδαισθήσεις και ωραιοποιήσεις. Και ο Κύριος θα είναι μαζί μας.
 Κέρκυρα, 8 Σεπτεμβρίου 2013
 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα λείψανα του οσ. Συμεών του Στυλίτου

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Σεπτεμβρίου, 2013

st-daniel-the-stylite

Ο άγιος Συμεών ο Στυλίτης καταγόταν από ένα χωριό πού ονομαζόταν Σισάν και βρισκόταν ανάμεσα στη Συρία και την Κιλικία. Εζησε τον 5ο μ.Χ. αιώνα, επί αυτοκράτορος Μεγάλου Λέοντος και Πατριάρχη Αντιοχείας του Μαρτύριου. Αγάπησε την προσευχή και την άσκηση από τη νεαρή του ηλικία και με τη βοήθεια των πνευματικών του διδασκάλων έφθασε στα υψηλότερα μέτρα της πνευματικής ζωής.

Αφού έζησε στην αρχή την κοινοβιακή ζωή, στη συνέχεια πήγε σε ησυχαστικά μέρη και εγκαταστάθηκε σε έναν άνυδρο λάκκο και εκεί ησύχαζε, δηλαδή ζούσε με άσκηση και προσευχή. Κατόπιν εγκαταστάθηκε σε ένα μοναχικό κελλί και στη συνέχεια, επειδή απέκτησε μεγάλη φήμη και πήγαιναν πολλοί να τον δουν, με αποτέλεσμα να μη βρίσκει ησυχία, έπηξε στην γη ένα ψηλό στύλο, με ύψος τριανταέξι πήχεις, όπου έμενε όρθιος ημέρα και νύκτα.

Κάτω από το στύλο του Οσίου συνέρρεαν πλήθη ανθρώπων για να τον δουν και να ακούσουν το θεόπνευστο παρηγορητικό του λόγο και πολλοί αλλόθρησκοι βαπτίζονταν.

Από ην πρόσκαιρη αυτή ζωή αναχώρησε σε ηλικία εβδομήντα ετών. Σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα έφθασε σε τόσο μεγάλα ύψη αρετής, ώστε οδήγησε χιλιάδες λαού στη θεογνωσία, ευεργέτησε και συνεχίζει να ευεργετεί την Εκκλησία του Χριστού με τις πρεσβείες του και το πλήθος των θαυμάτων που επιτελεί.

* * * *

Μετά την κοίμηση του οσίου Συμεών, ο επίσκοπος Αντιοχείας Μαρτύριος (459-468), συνοδευόμενος από πολλούς κληρικούς, τοποθέτησε το πάνσεπτο και πολύαθλο σώμα του αγίου σε άμαξα και το μετέφερε στην Αντιόχεια, συνοδευόμενο από αναρίθμητα πλήθη πιστών με λαμπάδες και θυμιάματα.

Την πομπή φρουρούσε ο στρατηλάτης της Ανατολής Αρταβούριος με εξακόσιους στρατιώτες, για να μην αρπάξουν το λείψανο από ευλάβεια οι γύρω ντόπιοι χριστιανοί. Στην Αντιόχεια το υποδέχθηκε με τιμές ολόκληρη η πόλη και εναπετέθη προσωρινά την 1η ή την 25η Σεπτεμβρίου 459 στο ναό του Αγ. Κασσιανού, μέχρι που κτίστηκε ο δικός του ναός.

Ο αυτοκράτωρ Λέων Μακέλλης (457-474) θέλησε να το μεταφέρει στην Κωνσταντινούπολη, εμποδίστηκε όμως αρχικά από τις παρακλήσεις των Αντιοχέων, που ήθελαν τον άγιο ως οχύρωμα της πόλεώς τους. Τελικά το 467 ο αυτοκράτορας μετεκόμισε τα άγια λείψανα στην Βασιλεύουσα και τα κατέθεσε κοντά στο στύλο του Αγ. Δανιήλ του Στυλίτη στην περιοχή του Ανάπλου, όπου ανηγέρθη μετά ναός (μαρτύριο) του οσίου Συμεών. Αμέσως άρχισαν να επιτελούν ιάσεις και θαύματα.

Φαίνεται όμως ότι τμήμα των λειψάνων παρέμεινε στην Αντιόχεια, το οποίο είδε εκεί ο Εύάγριος ο Σχολαστικός γύρω στο 590. Μάλιστα, περιγράφει την «αγίαν κορυφήν» του αγίου, της οποίας «αι κατά της κεφαλής επικείμεναι τρίχες ου διεφθάρησαν, ως δ’ αυ ζώντος και τος ανθρώποις συναλιζομένου διασώζονται. Και το κατά του μετώπου δέρμα ερρυτίδωτο μεν και απέσκληκε, σώζεται δ’ ουν όμως». Δίπλα στα τίμια λείψανα σωζόταν και ο σιδερένιος κλοιός που φορούσε ο άγιος. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Ευάγριος, «ουδέ γαρ αποθανόντα τον Συμεώνην ο εραστής απέλιπε σίδηρος».

Τμήματα των λειψάνων μεταφέρθηκαν στη Δύση, όπως τεμάχιο της κάρας μετά τη σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντ (1438-9) στη Μονή των Calmadolli στο Arezzo της Ιταλίας‚ όπου σώζεται σήμερα σε βυζαντινή λειψανοθήκη, ενώ στο ναό του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στη Βενετία φυλάσσεται δάκτυλό του (Βibliotheca Sanctorum ΧΙ, 1124).

Το 17° αι. Γάλλος περιηγητής αναφέρει τάφο του αγίου στη Δαμασκό, αλλά οκτώ έτη μετά άλλος περιηγητής διαπίστωσε ότι ήταν απλά εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο.

Φυσικά, άγια λείψανά του παρέμειναν στον ελλαδικό χώρο και σήμερα σώζονται σε μονές του Αγίου Όρους, στη Μονή Δομιανιτίσσης Ευρυτανίας, στη Μονή Αγάθωνος Φθιωτιδας κ.α. Τμήμα απο το δεξί χέρι τοϋ αγίου φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Μουτσιάλης Βεροίας, μέσα σε ασημένια θήκη. Η σημερινή λειψανοθήκη κατασκευάστηκε το 1939. Δεν είναι γνωστό πώς το άγιο λείψανο αποκτήθηκε από τη μονή, καθώς η ιστορία του χάνεται στα βάθη των αιώνων και η αρχική λειψανοθήκη έχει χαθεί πριν το 1939. Λόγω του ιερού λειψάνου του, ο άγιος είναι πολύ δημοφιλής μεταξύ των κατοίκων της περιοχής Βεροίας.

Το χέρι του αγ. Συμεών εκπέμπει θαυμάσια ευωδία και θεωρείται ιδιαίτερα θαυματουργό, μάλιστα για τα κοπάδια και τα μαντριά, λόγω του ότι ο άγιος ήταν και ο ίδιος βοσκός. Μάλιστα, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο ο ηγούμενος της Μονής το μεταφέρει στα χωριά προς αγιασμό και προστασία των πιστών και διαφύλαξη των ποιμνίων.

Το τίμιο αυτό λείψανο μεταφέρθηκε, με αφορμή τις εορταστικές εκδηλώσεις προς τιμήν του οσίου οι οποίες κορυφώθηκαν με το παρόν συνέδριο, στην Ιερά Μητρόπολη Χαλεπίου από το Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Βεροίας κ. Παντελεήμονα προς αγιασμό του πιστού λαού της.

[«Άγιος Συμεών ο Στυλίτης», Πρακτικά του Διεθνούς Θεολογικού Συνεδρίου «Οι Στυλίτες Ι», της Ιεράς Μητρόπολης Χαλεπίου και Αλεξανδρέττας, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2012]

pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »