9ο Ολοήμερο Δημοτικό Σχολείο Αλεξανδρούπολης

Η πόλη μας

 

Η Αλεξανδρούπολη είναι πόλη της Θράκης και πρωτεύουσα του Νομού Έβρου. Αποτελεί σημαντικό λιμάνι και εμπορικό κέντρο της βορειοανατολικής Ελλάδας.

Η Αλεξανδρούπολη είναι μία από τις νεότερες πόλεις στην Ελλάδα, δεδομένου ότι ήταν μόνο ένα ψαροχώρι μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο[1], στα αρχαία χρόνια στη θέση της υπήρχε η αρχαία πόλη Σάλη που ιδρύθηκε από αποίκους από το νησί της Σαμοθράκης. Το όνομά της το οφείλει στον Έλληνα Βασιλιά, Αλέξανδρο Α’.

Η Αλεξανδρούπολη υπήρχε στην αρχαιότητα με το αρχαίο όνομα Σάλη, η οποία ιδρύθηκε από τους Μαρωνίτες. Η σύγχρονη πόλη ιδρύθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα από αλιείς από τα χωριά της Μάκρης και της Μαρώνειας και έγινε γνωστή ως Δεδέαγατς (τουρκικά: Dedeağaç). Η συγκεκριμένη ονομασία στα τουρκικά σημαίνει δέντρο του παππού (dede σημαίνει παππούς και ağaç σημαίνει δέντρο) και βασιζόταν σε τοπική παράδοση σχετικά με ένα σοφό δερβίση, που πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στη σκιά ενός τοπικού δέντρου και, τελικά, τάφηκε δίπλα σε αυτό. Μια άλλη εκδοχή είναι ότι πήρε το όνομα της από τις βελανιδιές που σκίαζαν την παραλία. Το 1920, ο βασιλιάς της Ελλάδας, Αλέξανδρος Α’, επισκέφθηκε την πόλη, και οι τοπικές αρχές αποφάσισαν να μετονομάσουν την πόλη σε Αλεξανδρούπολη, προς τιμήν του.

Η Αλεξανδρούπολη έως το 19ο αιώνα ήταν ένα μικρό ψαροχώρι με το όνομα Δεδέαγατς. Η ανάπτυξη του οικισμού ανάγεται στον 19ο αιώνα, όταν η περιοχή ήταν μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γνώρισε ανάπτυξη κατά τη διάρκεια κατασκευής της σιδηροδρομικής γραμμής που συνέδεε την Κωνσταντινούπολη με τις μεγάλες πόλεις της Μακεδονίας από το Πύθιο. Το συγκεκριμένο έργο αποτελούσε μέρος μιας προσπάθειας εκσυγχρονισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ανατέθηκε σε μηχανικούς από την Αυστροουγγαρία. Ο οικισμός σύντομα εξελίχθηκε σε ένα μεγάλο χωριό γνωστό ως Δεδέαγατς.

Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (1877-1878)

1893: Σταθμός τραίνων (στρατιωτικός) στην Αλεξανδρούπολη (τότε ονομάζονταν Δεδέαγατς – Οθωμανική Περίοδος).

Κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877-1878, οι ρωσικές δυνάμεις κατέλαβαν το Δεδέαγατς και εγκαταστάθηκαν σε αυτό. Οι επικεφαλής αξιωματικοί σχεδίασαν το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης που βασίζονταν σε φαρδιούς, παράλληλους δρόμους αποφεύγοντας τις αδιεξόδους ώστε να διευκολύνεται η γρήγορη μετακίνηση στρατευμάτων. Το σχέδιο αυτό έρχονταν σε αντίθεση με χαρακτηριστικά Οθωμανικών πόλεων της περιόδου εκείνης όπως στενά δρομάκια, καλντερίμια και αδιέξοδους. Η πόλη επέστρεψε στην κατοχή των Οθωμανών με το τέλος του πολέμου αλλά η σύντομη παρουσία των Ρώσων είχε σημαντική συμβολή. Ορισμένοι Ρώσοι στρατιώτες πέθαναν στην πόλη το 1878 από επιδημία τύφου. Προς τιμήν των Ρώσων στρατιωτών ανεγέρθηκε μνημείο στον προαύλιο χώρο του μητροπολιτικού ναού του Αγίου Νικολάου. Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου έγιναν την 28η Οκτωβρίου 2011 μετά από την κοινή παρέλαση Ελλήνων και Ρώσων στρατιωτών.

Βαλκανικοί Πόλεμοι

Το κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού στο Δεδέαγατς οδήγησε στην ανάπτυξη του χωριού σε μια πόλη, καθώς και σε ένα μικρό εμπορικό κέντρο μέχρι το τέλος του αιώνα. Η πόλη έγινε η έδρα του πασά ως πρωτεύουσα του σαντζάκι. Ο Οθωμανικός έλεγχος της πόλης διήρκεσε μέχρι και τους Βαλκανικούς πολέμους. Στις 8 Νοεμβρίου του 1912, το Δεδέαγατς και ο σταθμός του καταλήφθηκαν από τις βουλγαρικές δυνάμεις με τη συνδρομή του Πολεμικού Ναυτικού. Η Βουλγαρία και η Ελλάδα ήταν σύμμαχοι κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, αλλά αντίπαλοι στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο. Το Δεδέαγατς καταλήφθη αυτή τη φορά από τις ελληνικές δυνάμεις στις 11 Ιουλίου 1913. Ωστόσο, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (10 Αυγούστου του 1913), το Δεδέαγατς ξαναπέρασε στα χέρια της Βουλγαρίας μαζί με την υπόλοιπη Δυτική Θράκη.

Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Η ήττα της Βουλγαρίας από τις συμμαχικές δυνάμεις στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918) εξασφάλισε μια αλλαγή των χεριών για την πόλη. Μετά το τέλος του Α’ Παγκόσμιου πολέμου υπογράφτηκε η Συνθήκη του Νεϊγύ σύμφωνα με την οποία η Βουλγαρία ως μεγάλη ηττημένη παραιτήθηκε όλων των κυριαρχικών της δικαιωμάτων επί της μεσημβρινής δυτικής Θράκης[2]. Το Δεδέαγατς κυβερνήθηκε προσωρινά από μια Διασυμμαχική Διοίκηση[3], με κυβερνητικό αντιπρόσωπο τον Χαρίσιο Βαμβακά, στενό συνεργάτη του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος κατόρθωσε να ενσωματώσει την περιοχή στον Ελληνικό διοικητικό οργανισμό πριν ακόμη επιδικαστεί στην Ελλάδα. Στις 14η Μαΐου 1920 η 9η Μεραρχία Σερρών, με διοικητή τον Στρατηγό Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη κατέλαβε τις διαβάσεις προς τη Βουλγαρία και συγκεντρώθηκε στη Γκιουμουλτζίνα (Κομοτηνή). Ακολούθησε η υποστολή της γαλλικής σημαίας και η έπαρση της ελληνικής από τον Κων/νο Μαζαράκη-Αινιάν[4]. Ο αστυνομικός διευθυντής Κ. Δανιήλ παρέδωσε την πόλη. Με την Συνθήκη των Σεβρών εκτός των άλλων η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρέδωσε την κυριαρχία της Θράκης στην Ελλάδα.

Ελληνοτουρκικός Πόλεμος

Ο βασιλιάς Αλέξανδρος έδωσε το όνομα του στην πόλη.

Μετά την ήττα της Ελλάδας στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο (1919-1922), ο Ελληνικός Στρατός υπό τον στρατηγό Θεόδωρο Πάγκαλο υποχώρησε από την Ανατολική Θράκη στην περιοχή της Αλεξανδρούπολης. Η Βουλγαρία εκμεταλλεύτηκε την ήττα των Ελλήνων για να απαιτήσει είτε την επιστροφή της Αλεξανδρούπολης υπό τον έλεγχό της ή την κήρυξη σε ουδέτερη ζώνη υπό διεθνή έλεγχο. Και τα δύο αιτήματα απορρίφθηκαν από την ελληνική ηγεσία και την Κοινωνία των Εθνών.

Η Συνθήκη της Λωζάννης (24 Ιουλίου του 1923) επιβεβαίωσε ότι η Δυτική Θράκη και η Αλεξανδρούπολη θα συνεχίσουν να βρίσκονται υπό τον ελέγχο της Ελλάδας.

Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (δες Κατοχή της Ελλάδας 1941-1944), η Αλεξανδρούπολη παρέμεινε για 3 χρόνια υπό βουλγαρική κατοχή (1941-1944)[5]. Η πόλη υπέστη κάποιες καταστροφές κατά τη διάρκεια του πολέμου αλλά σε μεγάλο βαθμό γλιτώσε τις επιπτώσεις του Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949). Η επιστροφή της ειρήνης επέτρεψε στην Αλεξανδρούπολη να αυξηθεί από μια πόλη των 16.332 κατοίκων το 1951, σε μια πόλη των 57.812 κατοίκων, μέχρι το 2011.

Εξέλιξη
πληθυσμού
της Αλεξανδρούπολης
1940 19.384
1951 18.916
1961 21.209
1971 25.529
1981 35.799
1991 39.261
2001 50.017
2011 58.125